1901.01.17
1.181 στίχοι · 8.956 λέξεις · 83 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 50
τῆς 17 Ἰανουαρίου 1901.
(Τετάρτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 50′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἀλέξανδρος Ματιᾶτος ὑποβάλλει ἀναφορὰν ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τοὺς ἐκ δυστυχημάτων ἐν μεταλλείοις καὶ μεταλλουργείοις παθόντας ἐργάτας». Ἀνακοινοῦται ἐκ νέου ἡ ἀναφορὰ τῶν προέδρων τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ συντεχνιῶν περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ἐπιτηδευμάτων νόμου, ὡς πρὸς τὴν διάταξιν τῆς προκαταβολῆς τοῦ ἡμίσεος τοῦ φόρου ἅμα τῇ δηλώσει τοῦ ἐπιτηδεύματος.
§2Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§3Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ πρόεδροι τῶν συντεχνιῶν, διὰ τῆς ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ζητοῦσι νὰ μεταβληθῇ ἡ παράγραφος τρίτη τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ͵ΒΧϞΒʹ νόμου τοῦ 1900. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ νόμου, οὐδεμία δήλωσις ἐπιτηδευματίου γίνεται δεκτή, ἂν δὲν πιστοποιῆται ὑπὸ τοῦ ταμίου, τοῦ δεχθέντος τὴν δήλωσιν, ὅτι κατεβλήθη τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου. Κατὰ τὸ ἄρθρον 12 τοῦ ͵ΒΦϞΔʹ νόμου τοῦ 1899 καταβάλλεται τὸ ὑπόλοιπον τοῦ φόρου εἰς δύο δόσεις, ὧν ἡ πρώτη ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως τῆς δηλώσεως, ἡ δὲ δευτέρα ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας πρὸς πληρωμὴν τῆς πρώτης δόσεως. Ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος τοῦ 1900, ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δεχθῇ, ὅπως ἅμα τῇ δηλώσει μὴ καταβάλληται τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου, ἀλλὰ πολλοστημόριον αὐτοῦ. Τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς, καίτοι ἐδέχθη τὸ ὀρθὸν τῆς γνώμης μου, ἐδήλωσεν, ὅτι πρὸ παντὸς ὁ φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος πρέπει νὰ πληρώνηται κατὰ τὸν Ἰανουάριον, διότι, κατὰ τὴν γνώμην του, ὁ φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος εἶναι ἀγορὰ τῆς ἀδείας τοῦ μετέρχεσθαι ἐπάγγελμά τι. Οἱ μικροεπιτηδευματίαι, κύριοι Βουλευταί, βεβαίως δὲν εἶναι τραπεζῖται, ὥστε κατὰ τὸν Ἰανουάριον νὰ ἔχωσιν ἐκκαθαρισμένους τοὺς λογαριασμούς των, καὶ νὰ πληρώνωσι τὰς ὑποχρεώσεις των· εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ζῶσιν ἀπὸ τὴν ἐργασίαν των, κατὰ τὰς ἡμέρας δὲ τοῦ Ἰανουαρίου καὶ αἱ ἐκ τῆς ἐργασίας των πρόσοδοι ἐλαττοῦνται, καὶ τὰ ἔξοδά των αὐξάνουσιν, ὡς ἐκ τῶν ἑορτῶν καὶ τοῦ ψύχους καὶ τῶν λοιπῶν ἀναγκῶν. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ ἀναφορὰ αὐτῶν, ἀλλ’ οὐχὶ καθ’ ὃν τρόπον ἐζήτησεν ὁ κ. ἐκ Μεγαρίδος συνάδελφος, διότι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νόμου τοῦ 1900 λέγει: «Αἱ ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1901 καὶ ἐφεξῆς παραδιδόμεναι δηλώσεις πρέπει νὰ περιέχωσι καὶ τὴν βεβαίωσιν τοῦ ἁρμοδίου ταμίου, ὅτι ὁ δηλωτὴς κατέβαλε τὸ ἥμισυ τοῦ ἐτησίου φόρου ἐπιτηδεύματος τοῦ ἔτους, δι’ ὃ γίνεται ἡ δήλωσις, καὶ ὅτι ἐξώφλησε τὸν φόρον ἐπιτηδεύματος τοῦ προηγουμένου ἔτους, ἂν ὁ δηλωτὴς ἐχρεώθη ὁριστικῶς μὲ τοιοῦτον φόρον διὰ τὸ προηγούμενον ἔτος.»
§4Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νόμου εἶναι ἐπιτακτική. Εἶναι γνωστόν, ὅτι δύναται νὰ παραταθῇ ἡ προθεσμία καὶ μέχρι τῆς 20 Φεβρουαρίου, ἢ 20 Μαρτίου, ὅταν δὲν διαταχθῇ ἡ καταδίωξις τῶν μὴ δηλωσάντων. Δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἐπισήμως ἡ ἀναστολή, ἀλλὰ δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἡ οἰκονομία κατὰ πλάσμα, ὅτι δὲν ἦτο δυνατόν, ἕνεκα τῆς συρροῆς τῶν πρὸς δήλωσιν προσελθόντων, νὰ δεχθῇ ὅλας τὰς δηλώσεις ἡ ὑπηρεσία, δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον καιρόν, ἵνα παραλάβῃ ὅλας τὰς δηλώσεις. Τοῦτο ἐγένετο καὶ ἐν τῷ παρελθόντι.
§5Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος λησμονεῖ τὰς ποινικὰς διατάξεις τοῦ νόμου αὐτοῦ, κατὰ τὰς ὁποίας πᾶς ὑπάλληλος, ἀμελῶν τὰς περὶ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος διατάξεις, τιμωρεῖται διὰ φυλακίσεως. Ὑποθέτω, ὅτι οὔτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, οὔτε τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, οὔτε οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι θὰ ἔχωσιν ὄρεξιν νὰ ὑπάγωσιν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, ὅπως θὰ συμβῇ, ἂν διατάξωσιν ὅ,τι ὑποδεικνύει ὁ κ. συνάδελφος. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη τῆς παρεμβάσεως τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον, δι’ οὗ, μεταβαλλομένης τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου, νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τοὺς ἐπιτηδευματίας, ἀντὶ νὰ πληρώνωσι τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου, νὰ πληρώνωσι πολλοστημόριον αὐτοῦ, καὶ εἰς ἄλλας δόσεις νὰ πληρώνωσι τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ἐπιτηδεύματος. Δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἄλλως, διότι ὁ διατάσσων ἀναστολὴν ἐφαρμογῆς νόμου ὑπέχει ποινικὴν εὐθύνην.
§6Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ δήλωσις, ἥτις δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἄνευ τῆς προπληρωμῆς τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, συνεπιφέρει ὡς ἀποτέλεσμα οὐ μόνον τὴν πρόσθετον φορολογίαν καὶ τοὺς τόκους τοῦ μὴ πληρωθέντος μέρους, ἀλλὰ συνάμα καὶ πολλὰς ἄλλας δυσκολίας εἰς τοὺς ἐπιτηδευματίας, καὶ τιμωρίας ἀκόμη. Ἕκαστος ἀστυνόμος δύναται, καὶ ὀφείλει μάλιστα, νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τοῦ ἐπιτηδευματίου. Τὴν ἄδειαν ὁ ἐπιτηδευματίας δὲν δύναται νὰ λάβῃ, κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, εἰμὴ προπληρώνων τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου· ἔχει δὲ συνάμα καὶ δικαστικὰς συνεπείας ἡ μὴ λῆψις τῆς ἀδείας, διάφοροι δὲ δικαστικαὶ ἐνέργειαι συνδυάζονται μὲ τὴν κατοχὴν τῆς ἀδείας παρὰ τοῦ ἐπιτηδευματίου. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν σιωπηρῶς καὶ διὰ μόνης ἁπλῆς συστάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπερ ἐπιδιώκεται. Πρέπει νὰ μεταβληθῇ ἡ προθεσμία τῆς πληρωμῆς, καὶ νομίζω, ὅτι ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν δὲν ἔχομεν νὰ φοβηθῶμεν ἐπιζήμια ἀποτελέσματα διὰ τῆς μεταβολῆς τῆς προθεσμίας ταύτης. Ἀντὶ νὰ προπληρώνηται ὁ φόρος, δύναται νὰ πληρώνηται μετὰ προθεσμίαν ὡρισμένην, καὶ νὰ μὴ συνδεθῇ ἡ παροχὴ τῆς ἀδείας μὲ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου. Τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὅτι μετεχειρίσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου, ὅτι ὁ φόρος εἶναι ἀγορὰ τῆς ἀδείας, δὲν εἶναι ἐπιχείρημα νόμιμον καὶ βάσιμον. Ὁ φόρος εἶναι φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ἡ ἄδεια δὲ κατ’ οὐδὲν σχετίζεται μετὰ τοῦ φόρου. Διὰ νὰ ἐπιτύχωμέν τι θετικὸν καὶ λογικὸν καὶ μὴ ἐπιβλαβὲς εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, καὶ διὰ νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὰς δικαίας αἰτήσεις τῶν ἐπιτηδευματιῶν, οἱ ὁποῖοι βεβαίως εὑρίσκονται εἰς στενοχωρίαν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον δὲ τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ ἦναι καὶ σύντομον, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν θὰ εὕρῃ ἀντίρρησίν τινα, δὲν θὰ ἦναι δύσκολον νὰ ψηφισθῇ κατὰ τὰς ὀλίγας συνεδριάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπολείπονται.
§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξακολουθῇ ἔχων τὴν γνώμην, ὅτι ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων εἶναι ἐξαγορὰ τῆς ἀδείας πρὸς τὸ μετέρχεσθαι τὸ ἐπάγγελμα· καὶ ἂν τυχὸν ἀπεφήνατο κατὰ τὸ παρελθὸν τοιαύτην γνώμην, ἴσως ἐκ τοῦ προχείρου, ὑποθέτω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ αὐτὴν πλέον. Ὁ φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος, πρὶν ἢ γένηται φόρος, ἦτο δικαίωμα ἀδείας πρὸς ἵδρυσιν βιομηχανικῶν καταστημάτων, ἢ ἐργοστασίων, ἢ ἐργαστηρίων ἐμπορικῶν· ἀλλὰ τὸ δικαίωμα αὐτὸ τὸ εἶχον οἱ τοπάρχαι, οἱ Seigneurs, ἐν ταῖς ἰδιοκτησίαις αὑτῶν, καὶ ἐπέτρεπον εἰς ξένους, μὴ ἰδιοκτήτας τῶν γαιῶν ἐκείνων, νὰ ἱδρύωσιν ἐργοστάσια, καὶ νὰ πληρώνωσιν ἐνοίκιόν τι ἐξακολουθητικῶς. Ἀλλ’ αὐταὶ εἶναι ἰδέαι κρατοῦσαι πρὸ τοῦ 1789. Ἔκτοτε, μετὰ τὴν Γαλλικὴν ἐπανάστασιν, κατηργήσησαν πάντα ταῦτα, καὶ ὁ φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος ἐγένετο δεκτός, ὡς πάντες οἱ φόροι. Ἕκαστος πολίτης ὀφείλει νὰ εἰσφέρῃ ἐκ τῶν προϊόντων τῆς ἐργασίας καὶ τῆς περιουσίας αὑτοῦ, ἑπομένως καὶ οἱ ἐπιτηδευματίαι ὀφείλουσι νὰ εἰσφέρωσι ποσόν τι ἐκ τῶν κερδῶν τοῦ ἐπαγγέλματος, τὸ ὁποῖον ἐνασκοῦσιν. Ἀφοῦ λοιπὸν εἶναι φόρος, οὐδαμοῦ ὑπάρχει παράδειγμα φόρου προπληρωνομένου, διότι οἱ φόροι ἐπιβάλλονται καὶ εἰσπράττονται ἐκ τοῦ παραχθέντος προϊόντος τῆς ἐργασίας, ἢ τῶν κτημάτων, ὄχι ἐκ τοῦ παραχθησομένου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀβέβαιον, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ συμβῶσι δυστυχήματα, νὰ καῇ τὸ ἐργοστάσιον, ν’ ἀποθάνῃ ὁ ἐργοστασιάρχης, ἢ νὰ πτωχεύσῃ. Διὰ τοῦτο πρέπει ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ θέμα καθαρῶς καὶ ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς. Νομίζει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι πρέπει νὰ προπληρώνηται τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου, ὡς διέταξεν ὁ νόμος; Οὐδεμίαν τροπολογίαν ἔχει νὰ φέρῃ. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ τοῦτο· ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ τεθῶσι δύο προθεσμίαι πληρωμῆς τοῦ φόρου, ἡ μία εἰς τὸ τέλος τῆς πρώτης ἑξαμηνίας, καὶ ἡ ἑτέρα εἰς τὸ τέλος τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας, κατ’ αὐτὰς δὲ νὰ γίνεται ἡ καταβολὴ τοῦ φόρου. Τὸ ζήτημα εἶναι καθαρόν. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιμένῃ εἰς τὴν γνώμην του, ἡμεῖς ἔχομεν ἐναντίαν γνώμην, καὶ ἀντιτασσόμεθα· ἂν δὲν ἐπιμένῃ, δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν αὔριον τὸ νομοσχέδιον, ἂν προτείνῃ αὐτὸ αὔριον, καὶ τὰς ἄλλας αὐτοῦ ἀναγνώσεις τὰς ὑπολοίπους ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος.
§8Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὴν ἀρχὴν, ὅτι τὴν ἄδειαν πρὸς ἄσκησιν ἐπαγγέλματός τινος ὀφείλει νὰ ἔχῃ πᾶς ἐπαγγελματίας, καθιέρωσεν ὁ νόμος τοῦ 1867, καθ’ ὃν οὐδεὶς δύναται νὰ ἀσκήσῃ ἐπάγγελμα ὑπαγόμενον εἰς φόρον, ἂν δὲν ἔχῃ ἄδειαν. Ὁ νόμος ὁ τελευταῖος ἐκύρωσε τὰς διατάξεις αὐτάς. Νῦν προβάλλεται ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων ἡ ἰδέα, ὅτι δύναται, ἀντὶ τοῦ ἡμίσεος τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὁ τελευταῖος νόμος, νὰ ὁρισθῇ ποσοστὸν κατώτερον. Ὀφείλουσιν ὅμως οἱ τὴν ἰδέαν ταύτην προβαλόντες νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία, τὸ πλεῖστον τῶν ἐπιτηδευματιῶν ἐπλήρωσε, καὶ ἑπομένως, ἂν θὰ λάβωμεν μέτρον ἐπιεικὲς διὰ τοὺς μὴ πληρώσαντας, δικαίως θὰ παραπονεθῶσιν οἱ καταβαλόντες ἐγκαίρως τὸν φόρον. Τὸ ὑποδειχθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μεγαρίδος μέτρον, τοῦ νὰ παρεσχεθῶσιν εὐκολίαι εἰς τοὺς ἐπιτηδευματίας, ὅπως σιωπηρῶς ἡ προθεσμία τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου, λόγῳ ἀνεπαρκείας τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν εἴσπραξιν, παραταθῇ, ἐφήρμοσα ἤδη. Ἐπειδὴ ὅμως παρατηρῶ ἐπιμένοντας πολλοὺς τῶν προαγορευσάντων, ὅπως ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, ἐννοεῖται, ὅτι προχείρως δὲν δύναμαι νὰ ἀπαντήσω· ἐπιφυλάσσομαι ὅμως νὰ συνεννοηθῶ μετὰ τῶν συναδέλφων μου, καὶ εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν ν’ ἀνακοινώσω τὴν ἐπὶ τούτου ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως.
§9Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἀφοῦ ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῶν συναδέλφων του, καὶ θ’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν αὔριον, ἂν δύναται νὰ φέρῃ νομοσχέδιον, τροποποιοῦν τὸν ἰσχύοντα νόμον, θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ προσέξῃ εἰς τὸ ἑξῆς. Οἱ Ἔφοροι, εἰς τοὺς ὁποίους ἐπιδίδονται αἱ δηλώσεις κατὰ τὸν νῦν ἰσχύοντα νόμον, μετέρχονται ἓν εἶδος ἐκβιάσεως κατὰ τῶν ἐπιτηδευματιῶν, καὶ ἂν ἐπιτηδευματίας τις ἀλλάξῃ ἐπὶ κρεῖττον ἢ ἐπὶ ἔλαττον ἐπάγγελμα, δὲν δέχονται αὐτὴν τὴν δήλωσιν, ἀλλὰ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν εἶχε κάμει κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος, — πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν στηρίζεται εἰς νόμον τινά. — Τοῦτο παρακαλῶ νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργός, διότι γνωρίζω, ὅτι πολλοὶ ἐπιτηδευματίαι, δηλώσαντες ἄλλο ἐπιτήδευμα, διάφορον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἤσκουν μέχρι τοῦδε, δὲν κατώρθωσαν νὰ γείνουν δεκταὶ αἱ δηλώσεις των, καὶ ἠναγκάσθησαν νὰ τὰς ἐπιδώσωσι διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος.
§10Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἡ ἐπιτροπή, κύριοι Βουλευταί, τῶν προέδρων τῶν διαφόρων συντεχνιῶν, ἐλθοῦσα πρός με, μὲ παρεκάλεσεν, ὅπως καὶ ἐγὼ ὑποστηρίξω τὴν ἀναφοράν, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ σεβαστοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ὑπέβαλον. Τὸ ὅτι ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευματιῶν τούτων εἶναι καταθλιπτικώτατος, γνωρίζετε καὶ ὑμεῖς, ὅπως καὶ ἐγώ, ἐκ τῶν συμπολιτῶν σας, οἱ ὁποῖοι τὰ πάνδεινα ὑποφέρουσιν. Ὅτι ὁ λαὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πληρώσῃ προκαταβολικῶς κατὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον, τοὺς ἀγόνους αὐτοὺς μῆνας, τὸ γνωρίζετε ἐπίσης. Νομίζω ὅτι ἡ κατάστασις εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν ἦτο περίστασις νὰ ὑποβάλῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκεῖνον τὸν σωρὸν τῶν πολυτελῶν νομοσχεδίων, διὰ νὰ καταλήξῃ νὰ φορολογῇ δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου τὸν πτωχὸν λαόν. Νομίζω ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῶν πολυτελῶν ἐκείνων θέσεων, τῶν Νομαρχιῶν, τῶν Ἐφοριῶν, τῶν Μοιραρχιῶν καὶ λοιπῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδημιούργησε διὰ τοῦ ἀναμορφωτικοῦ προγράμματός του, αὐτὰς τὰς συνεπείας εἶχον, νὰ πληρώνῃ ὁ πτωχὸς λαὸς ὅλους αὐτοὺς τοὺς ὑπαλλήλους ἐκ τοῦ ἱδρῶτος αὑτοῦ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιτραπῇ νὰ πληρώνωσιν οἱ ἐπιτηδευματίαι εἰς τὸ τέλος ἑκάστης ἑξαμηνίας τὸ ἐπιτήδευμα αὑτῶν, διότι ἕως τότε θὰ δύνανται οὗτοι διὰ τῆς μεγάλης οἰκονομίας καὶ διαφόρων ἄλλων μέσων νὰ συλλέγωσι τὸ ποσὸν τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματός των. Εἶναι πρωτότυπος ὁ τρόπος τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου τούτου· διότι, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ φορολογούμενος ἐπιτηδευματίας δὲν συμμορφωθῇ πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἰσχύοντος νόμου, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ πληρώσῃ 500 δραχμάς· ἂν δὲ δὲν ἔχῃ νὰ πληρώσῃ αὐτάς, σύρεται εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ ἐκ τοῦ καταστήματος αὑτοῦ ἀποβάλλεται. Τί θέλετε, Κύριοι; Νὰ κάμωμεν τοὺς ἐπιτηδευματίας ἀέργους; Βεβαίως, ὅταν τοιοῦτοι ὑποβάλλωνται καὶ ψηφίζωνται νόμοι, τοιαῦτα ἀποτελέσματα θὰ ἐπέρχωνται. Ἡ Ἀντιπολίτευσις θεωρεῖ καθῆκόν της νὰ εἰδοποιήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι συλλαλητήριον πολυπληθέστατον ἑτοιμάζεται δι’ αὔριον. Ἐὰν δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν δηλώσῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ λάβῃ (θόρυβος), τὸ συλλαλητήριον θέλει πραγματοποιηθῆ.
§11Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θέλω λάβει πρόνοιαν.
§12Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐλπίζω, ὅτι θὰ ὑποβάλητε τὸ νομοσχέδιον, ὅπως προταχθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ψηφισθῇ ἀμέσως εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§13Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ διαβεβαίωσις, ἣν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θέλει συνεννοηθῆ μετὰ τῶν συναδέλφων του, δίδει ἀσθενῆ ἐλπίδα, οὐδ’ εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὴν σπουδαιότητα τοῦ ζητήματος καὶ τὸ δίκαιον τῶν ἀναφερομένων ἐπιτηδευματιῶν. Ἀτυχῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐνέμεινεν εἰς τὴν γνώμην, ἣν ἄλλοτε ἐξέφρασεν, ὅτι ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου τούτου ἦτο ἀντάλλαγμα τῆς ἀδείας. Ἑπομένως ἀναμφισβήτητον πρέπει νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι πρόκειται περὶ φόρου ἀμέσου, ἂν ὄχι αὐθαιρέτου, ἀμφιβόλου ὅμως δικαιοσύνης. Διότι, ὡς γνωστὸν, ὁ φόρος ἐπιβάλλεται οὐχὶ ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ εἰσοδήματος, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ὑποτιθεμένου, διότι ὁρίζεται ἐξ ἐνδείξεων μόνον. Ἑπομένως εἶναι πιθανὸν, ὅτι εἰσπράττει τὸ Δημόσιον πότε ὀλιγώτερον καὶ πότε περισσότερον τοῦ δέοντος. Ἀφοῦ δὲ τοιοῦτος εἶναι ὁ φόρος, δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν καθαρῶς ταμιευτικὴν διάταξιν τῆς προκαταβολῆς, γινομένης μάλιστα οὐχὶ εἰς μικρὰς δόσεις, ἀλλ’ εἰς δύο μόνας. Πάντες οἱ ἐπιτηδευματίαι τοῦ Κράτους ὄπισθεν τῆς ἀνακοινωθείσης ἀναφορᾶς βεβαίως διαμαρτύρονται, διότι τοιοῦτος διακανονισμὸς τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος εἶναι βαρὺς καὶ καταπιεστικός. Ἀφίνω τὰς στενοχωρίας, εἰς ἃς εὑρίσκονται οἱ ἐπιτηδευματίαι ἕνεκα τῶν γνωστῶν τοῖς πᾶσι συμβάντων κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, διότι τοῦτο δὲν δικαιολογεῖ τὴν μεταβολὴν τοῦ νόμου. Δύνανται νὰ ληφθῶσι προσωρινὰ μέτρα διοικητικὰ, ἢ καὶ νομοθετικά, ἀλλὰ δὲν δικαιολογεῖται ἡ μεταβολὴ τοῦ νόμου. Ἔπρεπεν ὅμως ὁ νόμος, ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς πληρωμῆς νὰ μεταβληθῇ; Τοῦτο ἐνεδείκνυτο, ἀνεξαρτήτως τῶν περιστάσεων, ἐν αἷς εὑρίσκονται σήμερον οἱ ἐπιτηδευματίαι τῶν ἐπαρχιῶν, διότι ἡ προκαταβολὴ τοῦ φόρου εἰς δύο ἡμιόλια, προκαταβολὴ πρὸ πάσης ἐργασίας τοῦ ἐπιτηδευματίου, εἶναι δυσβάστακτος καὶ ἐπαχθής. Ἀλλαχοῦ ὁ φόρος οὗτος καταβάλλεται κατὰ δωδεκατημόρια. Τοῦτο δ’ εἶναι σύμφωνον καὶ μὲ τὰς ἀρχὰς τοῦ κόμματος, ὅπερ κατέχει σήμερον τὴν ἐξουσίαν, ὅτι ἔπρεπεν οἱ φόροι οὗτοι νὰ μὴ λαμβάνωνται εὐθὺς ἀμέσως· ὅταν δὲ λαμβάνωνται οὕτω, καὶ οὐχὶ κατὰ δωδεκατημόρια, ἐξισοῦνται πρὸς τοὺς φόρους ἐπὶ τῆς καταναλώσεως. Ὅταν δ’ ἔρχησθε ἤδη καὶ λέγητε, ὅτι θὰ εἰσπράξητε διὰ μιᾶς καὶ προκαταβολικῶς τὸν φόρον τοῦτον, ἀντιστρατεύεσθε πρὸς τὰς βάσεις, τὰς ὁποίας ἔχετε ἐκφράσει. Δὲν πρόκειται δὲ περὶ ἑνὸς μόνον φόρου,— διότι σήμερον οἱ συμπολῖται ἡμῶν καταβάλλουσι πολλοὺς φόρους — δὲν πρόκειται περὶ προκαταβολῆς ἑνὸς φόρου, ὥστε νὰ φροντίσωσι νὰ παρασκευασθῶσι πρὸς καταβολὴν αὐτοῦ, ἔστω καὶ πρὸ πάσης ἐργασίας καὶ προσόδου ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματος, ὅπως ἔχωσι κατὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ ἔτους τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου, τοῦ ἐπιτηδεύματός των. Εὑρίσκω ὅτι τὸ νὰ ἐρχώμεθα νὰ ἐπιβάλλωμεν προκαταβολικῶς τὴν πληρωμὴν τοῦ ἡμίσεως φόρου, χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν οὔτε τὸ εἰσόδημα τὸ πραγματικόν, ἀλλὰ μόνον τὸ ὑποθετικόν, οὔτε τὰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ ἐπιτηδευματίου, εἶναι ἄδικον καὶ αὐθαίρετον. Διὰ τοῦτο ἤθελον προτείνει μέσην τινὰ γνώμην. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλῃ προκαταβολικῶς νὰ εἰσπράττῃ τὸν φόρον τοῦτον, δὲν θὰ ἦτο βαρύ, ἂν διῃρεῖτο οὗτος εἰς πολλὰς καταβολάς. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι πρέπει νὰ διαιρεθῇ εἰς δώδεκα μέρη. Δύναται νὰ διαιρέσῃ τοῦτον εἰς τεταρτημόρια, καταβαλλόμενα κατὰ τὴν ἀρχὴν ἑκάστης τριμηνίας. Δὲν εἶναι πολλαὶ αἱ καταβολαί, ἀλλ’ ἀνακουφίζεται ὁ φορολογούμενος. Βεβαίως ἡ προκαταβολὴ εἶναι ταμιευτικὴ πρόνοια τοῦ Δημοσίου, ἣν δὲν πρέπει ἐντελῶς νὰ θεωρῶμεν ἀδικαιολόγητον, οὐδ’ αὐθαίρετον. Ὅλοι πρέπει νὰ ἐνδιαφερώμεθα διὰ τὰ ἐσοδήματα τοῦ Κράτους, καὶ ὅλαι αἱ διατάξεις περὶ εἰσπράξεως αὐτῶν, χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνωσι τοὺς φορολογουμένους ὑπερμέτρως, πρέπει νὰ τείνωσιν εἰς τὴν ταχεῖαν καὶ πλήρη αὐτῶν εἴσπραξιν. Ὁ μέσος δρόμος μεταξὺ τῆς ταμιευτικῆς αὐτῆς ἀνάγκης τοῦ Κράτους, τοῦ νὰ ἔχῃ πλήρη, καὶ ὅταν πρέπῃ, τὰ ἔσοδά του, καὶ τῆς διευκολύνσεως τῶν φορολογουμένων εἰς τὴν καταβολὴν τῶν φόρων, πρέπει νὰ θεωρῆται ὁ δίκαιος, καὶ νὰ ἐπιδιώκηται ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Δι’ ὃ ὑποστηρίζω τὴν κατὰ τεταρτημόρια καταβολήν.
§14ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐλπίζω ὅτι θέλει εὐκρεστηθῆ νὰ ἀκούσῃ καὶ τὰ ὀλίγα, ὅσα θέλω προσθέσει, καίτοι πολλὰ ἤδη ἐλέχθησαν καὶ ὀρθά. Ἀλλὰ διότι τὸ θέμα ἀπαιτεῖ πάντως τὴν συμβουλὴν τῶν γνωμῶν, καὶ διότι ἡ στενοχωρία, ἐν τῇ πόλει τοὐλάχιστον τῶν Ἀθηνῶν, ἔφθασεν εἰς τοιοῦτο σημεῖον, ὥστε αἱ γνῶμαι, αἱ συγκεντρούμεναι εἰς τοὺς προέδρους τῶν συντεχνιῶν καὶ φθᾶσαι μέχρις ἡμῶν διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, καταστᾶσαι δὲ λίαν πιεστικαί, εἶναι δυνατὸν νὰ φέρωσι τοὺς ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν ἐπιτηδευματίας εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συγκεντρωθῶσιν, ὅπως δι’ εὐρυτέρας ἐκδηλώσεως ὑποδείξωσι τὰς ἐλλείψεις τοῦ νόμου καὶ τὴν πίεσιν τὴν ἐξ αὐτοῦ...
§15ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ διαδηλώσεως;
§16ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ διαδηλώσεως, ἥτις δὲν ἔχει τίποτε τὸ ἔξω τῶν νόμων, διαδηλώσεως, ἣν ἂν δὲν ἴδητε γιγνομένην, βεβαίως πρέπει νὰ δεχθῆτε, ὅτι οὕτω συνέβη, διότι ἐδόθησαν συμβουλαὶ ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Ἀθηνῶν, καθὼς θέλουσι δοθῆ συμβουλαὶ καὶ σήμερον, ὄχι διότι τοιαύτη τις διαδήλωσις ἔχει τι τὸ ἔκνομον, ἀλλὰ διότι ἐλπίζομεν, ὅτι οἱ λόγοι ἡμῶν ἐν τῇ Βουλῇ θέλουσιν ἐπιδράσει ἐπὶ τῆς κρίσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπὲρ πάντα ἄλλον ὄντος εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ περὶ τῆς σπουδαιότητος καὶ τοῦ δικαίου τῶν παραπόνων. Ὅσα εἶπεν ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς μοὶ φαίνονται ὀρθά, καὶ ἐσκόπουν, ἂν πρὸ αὐτοῦ ὡμίλουν, παραπλήσια καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω· ὄχι διότι ἡ προκαταβολὴ τοῦ φόρου δικαιολογεῖται, ἀλλὰ διότι ἡ ὑποδιαίρεσις, ἂν ὄχι εἰς δωδεκατημόρια, ἀλλὰ κατὰ τεταρτημόρια, καθιστᾷ τὴν ἀξίωσιν τῆς προκαταβολῆς τοσοῦτον ἐλαφράν, καὶ τὴν ζημίαν τοσοῦτο μικρὰν, ὥστε οἱ πρόεδροι τῶν συντεχνιῶν, εἰς οὓς ὑπέδειξα τὸ πρᾶγμα, μοὶ ἐδήλωσεν, ὅτι, ἂν τοιοῦτόν τι γείνῃ, ἐπέρχεται θεραπεία τις εἰς τὰ παράπονα, καὶ παρέχεται εὐκολία εἰς τὴν καταβολὴν τοῦ φόρου. Ἰδοὺ πρᾶγμα, ὅπερ δυνάμεθα νὰ συστήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, πρᾶγμα σύμφωνον πρὸς τὰς ἀρχὰς ἀκριβῶς, ὡς παρετήρησεν ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, καὶ τοῦ ἱδρυτοῦ τοῦ κόμματος, ὅστις εἶχεν ἀποφασίσει νὰ εἰσαγάγῃ τὰς τριμηνίας εἰς τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν, καὶ ἂν ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν, ἦτο ἕτοιμος, ὡς εἶχε δηλώσει, εἰς ὑποβολὴν προτάσεως, ὅπως οἱ φόροι τῶν οἰκοδομῶν καταβάλλωνται κατὰ τριμηνίας, καὶ οὐχὶ διὰ μιᾶς. Λοιπὸν ἰδοὺ παράκλησις, ἣν ὑποβάλλομεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν μετ’ ἐλπίδος, ὅτι θέλει ἀποδεχθῆ αὐτήν. Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἕτερον νὰ ὑποδείξω πρὸς αὐτόν· ὅτι δὲν ἦτο δεδικαιολογημένη ἡ ἀξίωσις αὐτοῦ, ὅπως ὁ ἐπιτηδευματίας, ὅστις ἐδήλωσε κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἔτους, ὅτι θέλει ἐξασκήσει τὸ ἐπιτήδευμα διαρκοῦντος τοῦ ἔτους, ἐὰν περὶ τὸ μέσον τοῦ ἔτους ἢ ἐξ ἀπολύτου ἀδυναμίας δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἐπάγγελμα τοῦτο, διότι συντρίβεται οἰκονομικῶς, ἢ θέλει νὰ παύσῃ ἐντελῶς μετερχόμενος ἐπιτήδευμα, ἢ θέλει νὰ μετέλθῃ ἐπιτήδευμα ὑπαγόμενον εἰς φόρον κατώτερον, δὲν εἶναι δεδικαιολογημένον νὰ ἀρνῆται ἡ Πολιτεία τὴν τοιαύτην καταβολήν. Ἡ ἑξαμηνία εἶναι χρόνος τοσοῦτον εὐρύς, ὥστε ἐντὸς αὐτοῦ ὁ ἐπιτηδευματίας νὰ εὑρίσκῃ λόγους, ὅπως πεισθῇ, ἂν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἐπιτήδευμα, ἢ ὄχι. Ἀδίκως ἡ Πολιτεία ἐπιμένει νὰ εἰσπράττῃ φόρον δι’ ὅλον τὸ ἔτος δι’ ἐπιτήδευμα, ὅπερ ἀποβαίνει ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἐξακολουθήσῃ τις μετερχόμενος. Δὲν βλέπω, κατὰ τίνα τρόπον εἶναι δυσχερὲς τὸ πρᾶγμα, ὅτε τοσαῦται γίνονται δηλώσεις δι’ ἄλλας μεταβολὰς κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους, νὰ γίνεται διάκρισις τῶν ὀλίγων ἐκείνων, οἵτινες ἐπὶ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ θέλουσι γονατίσει ἐντὸς τοῦ ἔτους, μὴ δυνάμενοι νὰ ἐξακολουθήσωσι νὰ ἐμπορεύωνται. Ὡς γίνονται δεκταὶ δηλώσεις διὰ τοὺς ἀποθνήσκοντας, διὰ τοὺς μεταβάλλοντας ἐπιτήδευμα, διὰ τὴν καταβολὴν μείζονος φόρου δηλώσεις, οὕτω πρέπει νὰ γίνωνται δεκταὶ αἱ δηλώσεις αἱ μέλλουσαι ν’ ἀπαλλάξωσι τὸν ἐπιτηδευματίαν τοῦ φόρου τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας. Διότι βεβαίως, ἂν πρότερον ἀναγκασθῇ εἰς παραίτησιν, εἶναι δυσχερὲς ν’ ἀπαλλαχθῇ τοῦ φόρου τῆς τριμηνίας, ἢ ἑνὸς μηνός. Ἀλλὰ θέλω ἐπανέλθει, ἀφοῦ ἡ ὑπόθεσις ἔρχεται κατὰ τὸ τέλος τῆς Συνόδου, εἰς τὴν σύστασιν, ἣν ὅτε συνεζητεῖτο ὁ νόμος ὑπέβαλον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ νόμος περὶ ἐπιτηδευμάτων, ἀφοῦ μάλιστα ἡ δικονομία αὐτοῦ ὑπέστη τοιαύτας μεταβολὰς, ἔχει ἀπαραίτητον ἀνάγκην ἀναθεωρήσεως πρὸς ἁπλοποίησιν, ἥτις ἔσται ὠφέλιμος καὶ εἰς τὸν ἐπιτηδευματίαν καὶ εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Ἡ ἁπλοποίησις θέλει διευκολύνει τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου ἄνευ διαμαρτυριῶν, καὶ θέλει συμμορφώσει τὰς διατάξεις τοῦ νόμου πρὸς τὰς παρούσας ἀνάγκας. Τοιαύτη συμμόρφωσις δὲν ἐγένετο μέχρι σήμερον, διότι κυριαρχεῖ ἔτι τὸ πνεῦμα τὸ ἐν ἔτει 1867, ἔτει ἀπειρίας καὶ ἀγνοίας καὶ ἀνυπαρξίας τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἅτινα ὑπάρχουσι σήμερον, ἐνῷ τότε καὶ κατ’ ὄνομα ἦσαν ἄγνωστα. Ἡ τοιαύτη ἁπλοποίησις καὶ μεταρρύθμισις τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων θέλει φέρει κέρδος καὶ εὐκολίαν εἰς τὴν εἴσπραξιν καὶ τὴν καταβολὴν ἐκ μέρους τῶν ἐπιτηδευματιῶν, οἵτινες νῦν καθ’ ἡμέραν γογγύζουσι. Προκειμένου περὶ πλανοδίων π.χ., τί ἔχομεν; Ἔχομεν κατηγορίας, εἰς ἃς κατατάσσει αὐτοὺς ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος καὶ ὁ Εἰρηνοδίκης; Ἀπὸ τοῦ 1867 μέχρι σήμερον ἐπῆλθε τοιαύτη μεταβολὴ, ὥστε οὔτε τὸ ὄνομα τῶν πλανοδίων τοῦ 1867 εἶναι σήμερον γνωστόν. Τότε ὠνομάζοντο πραγματευταὶ, τώρα οὐδεὶς μεταχειρίζεται τὸ ὄνομα τοῦτο. Τώρα ἔχομεν τὰ ὀνόματα πλανόδιοι, γυρολόγοι, περιάκται. Ἡ λέξις γυρολόγοι προῆλθε κάτωθεν· πλανόδιοι εἶναι λέξις τῆς ὑπηρεσίας, καθὼς καὶ περιάκται. Λοιπὸν ὑπάρχουσι πλανόδιοι, οἵτινες πωλοῦσιν ἐπ’ ὤμου τὰ ἐμπορεύματα αὑτῶν, ἄλλοι κρατοῦσιν ἔμπροσθεν αὑτῶν προθήκην, ἄλλοι ἔχουσι χειραμάξας, ἄλλοι δ’ ἔχουσιν ἁμάξας συρομένας ὑπὸ ἵππου ἢ ὄνου. Ἔχετε λοιπὸν πλανοδίους, ὧν ὁ τρόπος τῆς ἐξασκήσεως τοῦ ἐπιτηδεύματος δύναται νὰ παράσχῃ καὶ διάκρισιν καὶ χαρακτηρισμὸν εἰς αὐτούς. Βεβαίως ὁ ἐπ’ ὤμου πωλῶν τὰ ἐμπορεύματα δὲν δύναται νὰ καταβάλῃ ἴσον φόρον πρὸς τὸν ἔχοντα ἁμάξιον συρόμενον ὑπὸ ἵππου, διότι ὁ τελευταῖος πάντως ἀπολαμβάνει μεγαλείτερα κέρδη. Ἰδοὺ λοιπὸν εὐκολία εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἂν ὁρισθῶσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὰ τοῦ φόρου τῶν πλανοδίων, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ ἐρευνᾷ τὰ τῶν εἰσπράξεων αὐτῶν, ὅπως ὁρίσῃ τὸν φόρον. Ὁ πωλῶν ἐπ’ ὤμου δὲν θέλει πληρώνει ὅσον ὁ ἔχων χειράμαξαν, οὐδὲ οὗτος τόσον, ὅσον ὁ ἔχων ἁμάξιον μεθ’ ἵππου ἢ ὄνου, καὶ οὕτω καθεξῆς. Τὴν ἁπλοποίησιν τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπιτηδευμάτων καὶ οἱ ξένοι, οἱ μελετήσαντες τὰ τῆς φορολογίας ταύτης, συνέστησαν εἰς ἡμᾶς. Ἡ πρώτη Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ, ἥτις ἐγκατέστησε τὸν ἔλεγχον, συνέστησε τὴν ἁπλοποίησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, διότι περιεπλανήθη καὶ αὐτὴ εἰς λαβύρινθον, ὅτε εἰσῆλθεν εἰς τὴν μελέτην αὐτοῦ, συνέστησε δὲ νὰ ἐπέλθῃ τροποποίησις ἐπὶ τὸ ἁπλούστερον, ὅπως διευκολυνθῇ ἡ κανονικὴ εἴσπραξις τοῦ φόρου τούτου. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰ ἤδη λεχθέντα, προνοήσῃ περὶ ἐξαλείψεως τῆς ἀφορμῆς τῆς στενοχωρίας πρὸ παντὸς τῶν ἐν ταῖς μεγάλαις πόλεσιν ἐπιτηδευματιῶν ἕνεκα τοῦ τρόπου τῆς ἐπιδιώξεως τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τούτου καὶ τῆς καταδιώξεως λόγῳ ἐλλείψεως δηλώσεως, καὶ μεριμνήσῃ, ὅπως κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον ἔχωμεν ἓν νομοσχέδιον ἀναθεώρησιν τοῦ νόμου περὶ ἐπιτηδευμάτων ἁπλουστέραν καὶ δικαιοτέραν, κατὰ τὰς ἀξιώσεις τῶν αἰτούντων.
§17Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὄλαι αἱ διατάξεις, τὰς ὁποίας εἶχεν εἰσαγάγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸν νόμον, ὃν ἐψηφίσαμεν πέρυσι, περὶ ἐπιτηδευμάτων, αἱ ἀφορῶσαι τὰς δηλώσεις, εἶναι ἄξιαι ἐπαίνου. Ἀλλὰ πλεῖστοι Βουλευταὶ, μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκατελεγόμην καὶ ἐγὼ, κατέκριναν τὸ μέτρον, ὅπερ ἔλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, νὰ ζητήσῃ τὸν φόρον προκαταβολικῶς. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐπιτηδευματίαι μόλις κατώρθουν κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους νὰ ἔχωσιν ἐσοδεύσει ποσὸν ἀρκετὸν, ὅπως πληρώσωσι τοὺς φόρους, καὶ μόλις κατώρθουν κατὰ τὴν 31 Ἰανουαρίου τοῦ ἐπιόντος ἔτους ν’ ἀποτίσωσιν αὐτούς. Ὁ νόμος τοῦ 1887, ὅστις ἔθετεν ὡς ὅριον πληρωμῆς τοῦ φόρου τὴν 31 Ἰανουαρίου τοῦ ἐπιόντος ἔτους, ἀκριβῶς ἠθέλησε νὰ δώσῃ εὐκολίαν εἰς τοὺς ἐπιτηδευματίας, καὶ τότε μόνον ἐπέβαλλε πρόστιμον, ἐὰν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν εἶχε πληρωθῇ ὁ φόρος. Εἶναι φανερὸν λοιπὸν, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1887 μέχρι τοῦ 1899, ὅτε ἐψηφίσαμεν τὸν νέον νόμον, ἐγένετο μεταβολὴ πλήρης εἰς τὰς σκέψεις τοῦ κυβερνῶντος κόμματος, διότι κατὰ τὸ 1887 τὸ αὐτὸ κόμμα εἶχε ψηφίσει τὸν νόμον ἐκεῖνον. Τοιαύτη μεταβολὴ, τόσον αἰφνίδιος καὶ τόσον βαρεῖα, δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ φέρῃ τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔφερε. Καὶ κατὰ μὲν τὸ πρῶτον ἔτος δὲν ἐγένετο τόσον ἐπαισθητὸν τὸ πρᾶγμα. Ἀλλὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ἕνεκα τῶν ἄλλων γνωστῶν περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπέφεραν σχεδὸν χρηματικὴν κρίσιν εἰς τὸν τόπον, δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ γείνῃ λίαν ἐπαισθητόν. Λαμβάνω λοιπὸν τὸν λόγον, ἵνα παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φέρῃ τροποποίησίν τινα τοῦ νόμου αὐτοῦ, διότι σήμερον πιεζόμεθα παρὰ τῶν συμπολιτῶν μας, καὶ πιεζόμεθα, ὄχι διότι ζητοῦσί τι τὸ παράλογον, ἀλλὰ τοὐναντίον ὅ,τι δικαιότερον, νὰ πληρώνωσι δηλαδὴ τὸν φόρον κατὰ τριμηνίαν καὶ εἰς τὸ τέλος ἑκάστης τριμηνίας. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πεισθεὶς ἐκ τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι ἀνεπτύχθησαν σήμερον, καὶ ἐκ τῶν περιστάσεων τῶν σημερινῶν, θέλει φέρει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, καθιστῶν τὴν φορολογίαν ταύτην ὀλιγώτερον βαρεῖαν.
§18Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς πρὸ τὸ θέμα, περὶ οὗ αἱ προηγηθεῖσαι συζητήσεις, εἶπον ἤδη, ὅτι εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν θὰ δηλώσω τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, διότι, ὡς εἶναι γνωστόν, νομοθέτημα δὲν ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν δὲν ἦναι πάντα τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως σύμφωνα. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Δραγούμης ᾐτήσατο πληροφορίας σχετικὰς πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν. Τὰς πληροφορίας ταύτας καταθέτω. Μοὶ διεβίβασαν οἱ συνάδελφοί μου ἐπερώτησιν ἢ παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ περὶ τοῦ κινδύνου, ὃν διατρέχουσιν οἱ ὀφείλοντες δόσεις γαιῶν καὶ φυτειῶν, ὅταν καταστῶσι ληξιπρόθεσμοι. Πρόκειται περὶ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας ὁ περονόσπορος ἐνέσκηψε, καὶ διὰ τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις προῆλθεν εἰς τὴν ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεως τῶν τοιούτων ὀφειλετῶν. Νομίζω, ὅτι, ὅταν αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις διατάσσῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεως, οἱ ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου δὲν δύνανται νὰ θεωρῶνται ληξιπρόθεσμοι, καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ἃς ποινὰς ὑπόκεινται οἱ ἐξ ἰδίας ὑπαιτιότητος καθιστάμενοι ληξιπρόθεσμοι.
§19Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι δυνατὸν αὐτὸ νὰ γείνῃ διοικητικῶς;
§20ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις, διατάξασα τὴν ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεως, θὰ ὑποβάλῃ τὸ προσῆκον νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως νομιμοποιηθῇ τὸ διοικητικῶς ληφθὲν μέτρον.
§21Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ διατάξητε τὴν ἀναστολὴν τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου;
§22ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἔπραξα ἤδη, νομίζων, ὅτι διερμηνεύω τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς παρούσης Περιόδου ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἁλιείας καὶ διαθέσεως τοῦ κοραλλίου. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐψηφίσθη εἰς πρώτην συζήτησιν κατὰ τὴν 24 Ἰουνίου 1899, ἔμεινε δ’ ἐκκρεμὲς ἕνεκα λόγων γνωστῶν. Ἐπειδὴ ἔκτοτε ἐμεσολάβησε μία ἄλλη Βουλευτικὴ Σύνοδος, δὲν δύναται νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις αὐτοῦ. Ὡς ἐκ τούτου λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ τὸ ὑποβάλω ἐκ νέου εἰς τὴν Βουλήν. Ὡς γνωστὸν, τὸ Δημόσιον εἰσπράττει τέλη τινὰ ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων τῶν δημοσίων θεαμάτων καὶ δημοσίων χορῶν, ἀλλὰ τὰ τέλη ταῦτα βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται ὑπὸ δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἡ πεῖρα ἔπεισεν οὐ μόνον ἐμὲ, ἀλλὰ καὶ τοὺς προκατόχους μου, ὅτι ὁ τρόπος οὗτος τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως εἶναι ἐλαττωματικὸς, τὸ μὲν διότι δὲν κατορθοῦται, ὅπως τὰ τέλη ταῦτα βεβαιῶνται ἄρτια, τὸ δὲ διότι δίδεται ἀφορμὴ, ὅπως τινὲς τῶν ὑπαλλήλων, τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν, παρεκτρέπωνται εἰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἁρμόζουσιν εἰς δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἐσκέφθην, ὅτι πρακτικώτερον εἶναι νὰ ἐνοικιασθῶσι τὰ τέλη αὐτὰ, διότι τότε οὔτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ ἀτελείας, οὔτε οἱ ὑπάλληλοι νὰ παρέχωσιν εὐκολίας εἰς τοῦτον ἢ ἐκεῖνον, οὔτε οἱ θεατρῶναι, συνεννοούμενοι μετὰ τῶν ὑπαλλήλων, νὰ ἀφίνωσι πολλοὺς ἐκ τῶν θεατῶν νὰ εἰσέρχωνται ἄνευ πληρωμῆς τοῦ φόρου. Εἰς τὰς Καλάμας ὑπῆρχεν οἰκοδόμημά τι, χρησιμεῦον ὡς τελωνειακὸν κατάστημα, ἀλλ’ οὐχὶ ἀνάλογον πρὸς τὰς ἐργασίας τοῦ Τελωνείου. Ὡς ἐκ τῶν τεχνικῶν ὅμως ἔργων, τὰ ὁποῖα συνετελέσθησαν ἐκεῖ, τὸ τελωνειακὸν ἐκεῖνο κατάστημα κατηδαφίσθη, διότι ἄλλως δὲν ἠδύνατο νὰ σχηματισθῇ πλατεῖα καὶ δεξαμενή. Ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ ἀνέλαβεν ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐγείρῃ ἓν πρόχειρον παράπηγμα, μέχρις οὗ γείνῃ κατάλληλον τελωνειακὸν κατάστημα. Ἠγέρθη λοιπὸν ἓν παράπηγμα, τὸ ὁποῖον καὶ ἀνεπαρκὲς ἦτο εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς τελωνειακῆς ὑπηρεσίας, καὶ χῶρον δὲν εἶχε διὰ τὰ ἐν τῷ Τελωνείῳ μένοντα ἐμπορεύματα· πλὴν ὅμως τούτου, τὸ παράπηγμα τοῦτο ᾠκοδομήθη ἐπὶ ὁδῶν, εἷς δὲ τῶν ἐνδιαφερομένων ἤγειρεν ἀγωγήν, τὴν γνωστὴν εἰς τοὺς νομικοὺς ὑπὸ τὸ ὄνομα «δημοτικὴ ἀγωγή», συνεπείᾳ δὲ ταύτης τὸ Δικαστήριον διέταξε τὴν κατεδάφισιν. Νῦν ἐπιβάλλεται εἰς τὸ Δημόσιον νὰ προνοήσῃ περὶ κατασκευῆς τελωνειακοῦ καταστήματος. Τὸ τελωνειακὸν κατάστημα δὲν δύναται νὰ ἐγερθῇ ὁπουδήποτε. Πρέπει νὰ ᾖναι εἰς μέρος κατάλληλον, ὅπως γίνεται ἀμέσως ἡ ἀποβίβασις καὶ ἐπιβίβασις τῶν ἐμπορευμάτων. Ἐζητήθη ἐνοίκιον μηνιαῖον ὀκτακοσίων δραχμῶν ἀπὸ ἕνα κατέχοντα παρακείμενον οἴκημα. Πλὴν ὅμως τούτου, τὸ Δημόσιον πληρώνει δι’ ἀποθήκας 350 δραχμὰς κατὰ μῆνα, διότι τὸ ὑπάρχον τελωνειακὸν κατάστημα εἶναι ἀνεπαρκὲς πρὸς ἀποταμίευσιν τῶν ἐμπορευμάτων. Ἡ κατάστασις αὕτη μοὶ ἐνέπνευσε τὴν ἰδέαν ν’ ἀποταθῶ εἰς τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπήν. Τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον Καλαμῶν εὐπορεῖ· εἰς αὐτὸ προέτεινα νὰ καταβάλῃ τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ τελωνειακοῦ καταστήματος, τὸ δὲ Δημόσιον νὰ πληρώνῃ εἰς τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον ἕνα τόκον 5%, καὶ ½% χρεωλύσιον. Ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ προθύμως ἀπεδέχθη τὴν πρότασιν ταύτην, ὑπέβαλε τὴν ἀπόφασίν της εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπέτυχε τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργείου τούτου, καὶ ἀπέστειλεν ἀντιπρόσωπόν της, μετὰ τοῦ ὁποίου συνωμολόγησα τὴν ἐπὶ τούτῳ ἀναγκαίαν σύμβασιν. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι προηγήθη ἡ σύνταξις τοῦ σχεδίου καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς δαπάνης διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ καταστήματος. Ὅθεν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὴν ἄδειαν περὶ τῆς οἰκοδομήσεως τοῦ τελωνειακοῦ καταστήματος, καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὴν κύρωσιν τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία συνωμολογήθη μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Καλαμῶν.
§23Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὥστε πρόκειται περὶ ὁριστικοῦ Τελωνείου;
§24ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁριστικοῦ.
§25Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πόσον ἀπαιτεῖται;
§26ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 200,000 δραχμαί. Αὐτὸς εἶναι ὁ προϋπολογισμός.
§27ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ἔργον τοῦ λιμένος ἐπερατώθη, κύριε Ὑπουργέ;
§28ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§29ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ χρημάτων τοῦ Δημοσίου θὰ γείνῃ τὸ Τελωνεῖον;
§30ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ χρημάτων τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου. Ἐπιφυλάσσεται ὅμως τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Δημόσιον νὰ πληρώσῃ τὸ δάνειον ὅταν θέλῃ· ἐπὶ τοῦ παρόντος θὰ πληρώνῃ μόνον τοκοχρεωλύσιον ἐκ δραχμῶν 11,000. Τὸ ἐνοίκιον, τὸ ὁποῖον ζητεῖται δι’ ἰδιωτικὴν οἰκίαν, ὅπως χρησιμεύσῃ διὰ Τελωνεῖον, καὶ τὸ ἐνοίκιον, τὸ ὁποῖον πληρώνει τὸ Δημόσιον διὰ τὰς ἀποθήκας, εἶναι ἀνώτερον· ὡς ἐκ τούτου δ’ ἀναγράφεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξις, καθ’ ἣν ἡ ὑπηρεσία τοῦ δανείου τούτου θέλει καταλογίζεσθαι ὑπὸ τὸ κεφάλαιον «ἐνοίκια τελωνειακῶν καταστημάτων». Κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ διανομῆς τῶν ἐθνικῶν γαιῶν ἐξῃρέθησαν φυσικῶς τὰ δάση κατὰ τὰ προσδιωρισμένα εἰς αὐτὰ ὅρια, ἀλλὰ τῶν δασῶν τούτων τὰ ὅρια δὲν εἶχον κοινοποιηθῆ, δὲν ἦσαν γνωστὰ εἰς πάντας τοὺς δηλωτάς· μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν δὲ τοῦ νόμου ἐπῆλθεν ὁ τερματισμὸς — ὅρος τὸν ὁποῖον μεταχειρίζονται οἱ δασολόγοι — δασῶν τινων, καὶ καθωρίσθησαν αἱ δασικαὶ θέσεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸν νόμον ἐξαιροῦνται. Ἀλλ’ οἱ δηλώσαντας γαίας ὑπαγομένας ἢ μᾶλλον περιλαμβανομένας ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν δασῶν παραπονοῦνται ἀδιαλείπτως πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ εὔλογον ἀπευθύνουσι παρατήρησιν: «ἢ δόσατε ἡμῖν τὰς γαίας, ἢ δόσατε ἡμῖν ὅ,τι ἐδώσαμεν, καὶ ἀπαλλάξατέ μας τῶν περαιτέρω ἐνοχλήσεων». Τὴν αἴτησιν ταύτην εὗρον δικαίαν, καὶ δι’ αὐτὸ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται, ὅπου τοιαῦται δηλώσεις ἐγένοντο, νὰ ἐπιστρέφωνται τὰ χρήματα, ἂν οἱ δηλωταὶ δὲν κατέλαβον καὶ δὲν ἐκαρπώθησαν τὰς δηλωθείσας γαίας.
§31Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἂν κατέλαβον, δὲν θὰ λάβωσι τίποτε;
§32ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Φυσικά. Τότε εἶναι κάτοχοι πλέον.
§33Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θ’ ἀποβληθῶσιν οἱ κατέχοντες;
§34ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Φυσικὰ, ὄχι. Πρὸς ἐμψύχωσιν καὶ προστασίαν τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας ἡ Πολιτεία πολλαπλῶς ἔρχεται ἀρωγός. Εἰς τὴν Πολιτείαν πολλὰ ὑπάρχουσι μέσα πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς βιομηχανίας. Ἓν μέσον εἶναι ἡ παροχὴ ἀμοιβῶν εἰς τὰ προϊόντα τῶν μεγάλων βιομηχανιῶν, ὅταν ἐξάγωνται εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Τοιοῦτο μέσον δὲν εἶναι χρήσιμον παρ’ ἡμῖν, διότι δὲν ἔχομεν ἀκόμη τοσοῦτον ἀνεπτυγμένην βιομηχανίαν, τὸ δὲ γενόμενον δι’ εἰδικοῦ νόμου ὡς πρὸς τὰ κονιὰκ, τὰ ὁποῖα ἐξάγονται, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐνίσχυσις τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, διότι εἶναι ἐπιστροφὴ μέρους τοῦ πληρωθέντος φόρου. Ἕτερον μέσον εἶναι ἡ ἀτέλεια τῶν πρώτων ὑλῶν, ἂν αὗται εἰσάγωνται ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς· ἄλλο μέσον εἶναι ἡ ἐπιβολὴ δασμῶν ἀνωτέρων τῶν συνήθων εἰς τὰ ὅμοια βιομηχανικὰ προϊόντα, τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα, καὶ τελευταῖον μέσον εἶναι ἡ προσωρινὴ ἀτέλεια ἐκείνων τῶν πρώτων ὑλῶν, αἱ ὁποῖαι, εἰσαγόμεναι εἰς τὸν τόπον, μεταποιοῦνται εἰς προϊόντα βιομηχανικὰ, καὶ ἐξάγονται. Τὸ δασμολόγιον τὸ ἡμέτερον παρεδέχθη πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας τὴν ἀρχὴν τῆς ἀτελείας ὀλιγίστων πρώτων ὑλῶν ἐκ τῶν εἰσαγομένων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ· παρεδέχθη συγχρόνως καὶ τὴν ἐπιβολὴν τέλους ἀνωτέρου τοῦ δασμολογικοῦ μέτρου διά τινα εἴδη, ὧν ὁμοειδῆ παράγονται ἐν Ἑλλάδι· παρεδέχθη τέλος καὶ τὴν ἀρχὴν τῆς προσωρινῆς ἀτελείας εἰς ὕλας, αἱ ὁποῖαι εἰσαγόμεναι μεταποιοῦνται εἰς προϊόντα βιομηχανικὰ, καὶ ἐξάγονται εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Ἔχομεν πολλοὺς εἰς τοῦτο ἀφορῶντας νόμους. Καὶ πρῶτον ἔχομεν τὸν νόμον τῆς 27 Μαΐου 1871 περὶ μεταποιήσεως τοῦ σίτου εἰς ἄλευρον, τῆς 26 Αὐγούστου 1873 περὶ ἐπεκτάσεως καὶ μεταποιήσεως τοῦ σίτου εἰς ζυμαρικὰ, τῆς 16 Μαρτίου 1891 περὶ ἀτελείας βοείου λίπους καὶ θειϊκοῦ ὀξέος δι’ ἐργοστάσια πρὸς κατασκευὴν στεατίνης καὶ κηρίων. Ἔχομεν τὸν νόμον τῆς 31 Ἰουλίου 1892 περὶ ἀτελείας ἰδίως ζακχάρεως πρὸς κατασκευὴν τῆς ὕλης, ἥτις χρησιμεύει ὡς στίλβωμα ὑποδημάτων. Λόγῳ δὲ τῆς ἐνισχύσεως τῆς μικρᾶς αὐτῆς βιομηχανίας, ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον κατὰ τὸ 1893 νὰ ψηφισθῇ νόμος γενικὸς, ὁ ὁποῖος καθώρισε τὴν διαδικασίαν, οὕτως εἰπεῖν, κατὰ τὴν ὁποίαν δέον νὰ χορηγῆται ἡ ἀτέλεια, ἐν ἄρθρῳ δὲ 8 προσέθηκε καὶ ἄλλας ὕλας. Μετὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον ἔχομεν δύο ἄλλους νόμους, ἔχομεν τὸν νόμον τῆς 6 Ἰουλίου 1895 περὶ προσωρινῆς ἀτελείας τῶν σεντζαπίων καὶ μουλίων πρὸς κατασκευὴν καλεμκεριῶν, ἔχομεν καὶ τὸν νόμον τῆς 16 Ἰουλίου ἰδίου ἔτους περὶ τῶν μαλλίνων νημάτων, τῶν χρησίμων πρὸς πλέξιμον φλανελλῶν. Ἀλλ’ ἡ βιομηχανία ἡμῶν ἡ μικρὰ ὁσημέραι προάγεται. Ἑπομένως προεβλήθησαν καὶ νεώτεραι προτάσεις, ὅπως ἐπεκταθῇ ἡ ἀτέλεια ἡ προσωρινὴ καὶ εἰς ἕτερά τινα εἴδη. Ἐπὶ τούτῳ δὲ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου προτείνεται ἡ ἐπέκτασις τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τοῦ 1895 καὶ ἐπὶ τῶν ἑπομένων: ἐπὶ τῆς ξυλείας πρὸς κατασκευὴν διαφόρων καμπυλοειδῶν ἐπίπλων· ἐπὶ τῆς ξυλείας πρὸς κατασκευὴν κατόπτρων οἱ κατοπτροποιοὶ ἐζήτησαν περισσότερα, ἀλλ’ εἶναι δύσκολος ὁ ἔλεγχος· ἐπειδὴ ὅμως μεταχειρίζονται ξύλα ἐξ Εὐρώπης, ἐνόμισα, ὅτι δυνάμεθα, τὴν ξυλείαν, τὴν πρὸς τοῦτο χρησιμεύουσαν, νὰ ἀφήσωμεν ἀτελῆ. Ἔχομεν κατόπιν τοὺς σκελετοὺς τῶν ὀμβρελλῶν· ἔχομεν καὶ τὰς ἀκτῖνας αὐτῶν...
§35ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ τὸ ὕφασμα;
§36ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸ ὕφασμα... Ὁμολογουμένως ἡ βιομηχανία τῆς ὀμβρελλοποιΐας παρ’ ἡμῖν προώδευσεν. Ἀπόδειξις τῆς προόδου αὐτῆς εἶναι, ὅτι οὐ μόνον ἐπαρκεῖ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐσωτερικῆς καταναλώσεως, ἀλλὰ καὶ ἐξάγει ὀμβρέλλας εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Ἑπομένως προτείνεται ἐπίσης ἡ προσωρινὴ ἀτέλεια καὶ ὅλων τῶν εἰς τὴν ὀμβρελλοποιΐαν χρησίμων ὑλῶν. Μετὰ τοῦτο ἔχομεν χάρτην χρωματιστὸν, ὁ ὁποῖος χρησιμεύει εἰς τὴν κατασκευὴν κυτίων πρὸς ἐναπόθεσιν σύκων, καπνοῦ, σιγαρέτων, καὶ ὅλα αὐτὰ ὑφίστανται τὴν ἀτέλειαν τὴν προσωρινήν, καὶ ἂν δὲν ἤθελον τὰ ἐξαγάγει, κατόπιν νὰ πληρώνωσι τὸν φόρον. Ἔχομεν ὡσαύτως χάρτην πρὸς κατασκευὴν καταστίχων καὶ φακέλων. Ἔχομεν ἐπίσης τὰ ὑφάσματα τὰ μεταξωτὰ, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσι διὰ τοὺς λαιμοδέτας. Ἔχομεν κατόπιν νήματά τινα μονόκλωστα, τὰ ὁποῖα εἰσαγόμενα ἐνταῦθα μεταβάλλονται εἰς πολύκλωστα δι’ ἐργοστασίων, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τούτῳ ἐργάζονται. Ἔχομεν μετὰ τοῦτο τὰ προϊόντα τὰ ἑσπεριδοειδῆ. Πρὸς κατανάλωσιν τῶν ἑσπεριδοειδῶν εἴτε ἡ ἐντόπιος βιομηχανία, εἴτε αὐτοὶ οὗτοι οἱ ἰδιοκτῆται τῶν δένδρων τούτων μεταβάλλουσι τοὺς καρποὺς εἰς γλυκύσματα, εἰς ζακχαρόπλαστα καὶ λοιπά· ὑποβαλλόμενοι ὅμως εἰς τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος διὰ τὴν ζάκχαριν, δὲν εὑρίσκουσι συμφέρον εἰς τὴν τοιαύτην τῶν προϊόντων των κατεργασίαν. Ἔχομεν κατόπιν τὰ νήματα τὰ βαμβακερὰ, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσι πρὸς κατασκευὴν περιποδίων. Ἔχομεν ἤδη τὴν προσωρινὴν ἀτέλειαν διὰ τὰ μάλλινα, ἀλλ’ εἰς τὴν Θήραν κατασκευάζονται ὅμοια περιπόδια ἐκ φλανέλλας βαμβακερά. Εἶπον ἤδη, ὅτι ἓν μέσον ἐνισχύσεως τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας εἶναι, πλὴν τῆς ἀτελείας τῶν πρώτων ὑλῶν, καὶ ἡ ἐπιβολὴ δασμοῦ ἀνωτέρου τοῦ συνήθους δασμολογικοῦ μέτρου. Ἔχομεν, ἐπὶ παραδείγματι, ἐνταῦθα κατασκευαζόμενον τὸ στουπέτσιον, ἔχομεν προσέτι κατασκευαζόμενα σφαιρίδια (σκάγια), τὰ ὁποῖα πάντα κατασκευάζονται ἀπὸ μόλυβδον, ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγόμενον. Προώδευσε δὲ ἡ κατασκευὴ τῶν τοιούτων, ἰδίως δὲ ἑνὸς ἐργοστασίου, τὸ ὁποῖον κατασκευάζει τοιαῦτα. Ἔχομεν ὀρείχαλκον εἰς χῦμα, ὁ ὁποῖος ὑποβάλλεται εἰς τέλος, καὶ ὀρείχαλκον, ὁ ὁποῖος ἔχει πλάτος οὐχὶ ἀνώτερον τῶν 5 ἑκατοστῶν τοῦ μέτρου, καὶ ὁ ὁποῖος εἰσάγεται ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν καλυκοποιΐαν. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἡ βιομηχανία τῆς καλυκοποιΐας προώδευσε παρ’ ἡμῖν· ἑπομένως νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀτελῆ εἰσαγωγὴν τοῦ δι’ αὐτὴν χρησίμου ὀρειχάλκου. Εἰς τὰ πιλήματα εἰς σχῆμα κώνου πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ τέλος τι, ἀνώτερον τοῦ ἐπιβαλλομένου. Πρέπει καὶ ἕτερόν τι νὰ γείνῃ· τὰ πιλήματα, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, δέον νὰ ἔχωσι διπλάσιον σχῆμα τῶν τῆς ἡμεδαπῆς. Ἔχομεν καὶ ὑφάσματά τινα, τὰ ὁποῖα εἶναι μαλλινοβάμβακα, ἢ μαλλινοβαμβακομέταξα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἔχομεν κρατοῦν ὑλικόν, καὶ τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ δασμολόγιον τελωνίζονται κατ’ ἐκτίμησιν, ὅλοι δὲ οἱ τελῶναι ἐγνωμοδότησαν, ὅτι δέον νὰ κανονισθῇ εἷς ὅρος, ὅπως ἐπιβάλληται δασμὸς ὁμοιόμορφος. Καὶ ἐπιβάλλεται δασμὸς δραχ. 5 εἰς μεταλλικόν, ὁ ὁποῖος εἶναι περίπου ὁ σήμερον κατὰ μέσον ὅρον εἰσπραττόμενος. Ἔχομεν τὰ πιλήματα τὰ ἀκατέργαστα. Εἰς αὐτὰ, τὰ μὴ φέροντα κατεργασίαν ξυρίσματος, κανονίζονται τὰ τοῦ ἐπιβλητέου τέλους, τὰ δὲ ἀκατέργαστα μένουσιν ἀτελῆ. Ἔχομεν τὰ πιλήματα τὰ συνήθη, ὡς καὶ τὰ ἐξ ἀγρίων ζώων, τὰ ὁποῖα σήμερον ὑποβάλλονται εἰς τέλος 50 λεπτῶν μεταλλικῶν. Ὁ δασμὸς αὐτῶν αὐξάνεται εἰς λεπτὰ 75. Ἔχομεν κάλυκας τῶν φυσιγγίων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὀλίγοι, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, ἐὰν ἐπεκταθῇ παρ’ ἡμῖν ἡ βιομηχανία αὕτη, ἔχει ἀνάγκην τινὸς προστασίας, καὶ διὰ τοῦτο αὐξάνεται ὁ δασμὸς αὐτῶν εἰς δραχ. 8 εἰς μεταλλικόν...
§37ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περὶ τῶν φελλῶν δὲν ἐπρονοήσατε;
§38ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δυστυχῶς ἡ Ἐπιτροπὴ περὶ τῶν φελλῶν εὑρέθη πρὸ δυσυπερβλήτου δυσκολίας. Παρακαλῶ νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ προβῶμεν σήμερον εἰς τὸν κανονισμὸν πάντων τῶν κλάδων τῆς βιομηχανίας. Ἂς περιορισθῶμεν σήμερον εἰς αὐτά. Ἐλπίζω κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον νὰ δυνηθῶ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν δασμολογικὴν ἐργασίαν γενικήν. Κατὰ τὸν νόμον περὶ δασμολογίου, ὅταν προτείνηται μεταρρύθμισις τοῦ δασμολογίου, τὰ ηὐξημένα τέλη δύνανται νὰ ὦσιν εἰσπρακτέα ἀφ’ ἧς ἡμέρας εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, ἐὰν ἐν αὐτῷ γίνηται ῥητὴ περὶ τούτου μνεία. Αἱ διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου προτεινόμεναι αὐξήσεις αὐτῶν εἰσιν ἐλάχισται. Ὅπως δήποτε ὅμως, πρὸς ἀποφυγὴν κερδοσκοπικῶν πράξεων, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ, ὅπως ἀπὸ αὔριον ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις· ὥστε, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν παραδεχθῇ τὸ νομοσχέδιον, νὰ μὴ εὑρεθῇ τὸ Δημόσιον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιστρέψῃ πολλὰ τέλη.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 217–222).
§40Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰσήγαγε νομοσχέδιον περὶ ἀνεγέρσεως Τελωνείου ἐν Καλάμαις τῇ συνδρομῇ τοῦ ἐκεῖ Λιμενικοῦ Ταμείου. Ἔχω πληροφορίας, ὅτι καὶ τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον Πατρῶν προσεφέρθη νὰ δεχθῇ τὴν ἀνέγερσιν Τελωνείου ἐν Πάτραις μὲ τὸ αὐτὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀπεδέχθη καὶ τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον Καλαμῶν.
§41Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον παρεδέχθην διὰ τὰς Καλάμας, προέτεινα καὶ εἰς τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν Πατρῶν, ἥτις ἐδέχθη προθύμως. Ἐπειδὴ ὅμως ἐλλείπει τὸ σχεδιόγραμμα τῆς οἰκοδομῆς καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τῆς ἀναγκαίας δαπάνης, διέταξα νὰ γένωνται ταῦτα, καὶ εὐθὺς μετὰ τοῦτο θέλομεν προέλθει εἰς τὴν ἀναγκαίαν μετὰ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου συμφωνίαν.
§42ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν παρακαλῶ, ὅπως εἰς τὴν μελέτην περὶ τῶν κατηγοριῶν τοῦ δασμολογίου λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ βαρύτερος δασμὸς καὶ εἰς τὰ ἀτλάζια, διότι ἐν Σύρῳ ὑπάρχει ἐργοστάσιον κατασκευῆς τοιούτων, τὸ ὁποῖον παράγει ἀτλάζια ἀρίστης ποιότητος, βραβευθέντα καὶ ἐν τῇ τελευταίᾳ Ἐκθέσει τῶν Παρισίων.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Πυλίας κ. Γ. Ράλλης ὑποβάλλει τὴν ἑπομένην σύστασιν: «Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὰ λαβόντα χώραν ἐν τῷ θεάτρῳ Πατρῶν μεταξὺ ἑνὸς μέλους τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ θεάτρου καὶ ἀξιωματικοῦ τινος τῆς ἐκεῖ φρουρᾶς, καὶ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα πρὸς πρόληψιν δυσαρέστων νέων σκηνῶν.» Ὁ βουλευτὴς Κυνουρίας κ. Θ. Πέρρος κατέθηκε τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τοὺς ἐκ δυστυχημάτων ἐν μεταλλείοις καὶ μεταλλουργείοις παθόντας ἐργάτας». Ὁ βουλευτὴς Γορτυνίας κ. Χ. Διγενόπουλος κατέθηκεν ἑτέραν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν γεωργικῶν ἱδρυμάτων». Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Θ. Κριεμάδης ὑπέβαλε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ χρόνου τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ͵ΒΨΜΖʹ τῆς 11 Ἀπριλίου 1900 καὶ περὶ προσδιορισμοῦ νέων τελῶν διὰ τὴν μελέτην τῶν ἐκτελεστέων ἐν Θεσσαλίᾳ ὑδραυλικῶν ἔργων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Μιχ. Φωτιάδης, Ι. Γιαννακίτσας καὶ Δ. Πιπινόπουλος ὑπέβαλον τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταβολῆς τῆς δικαιοδοσίας ἐνίων Πρωτοδικείων καὶ Ἐφετείων» Ἅπασαι αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 223–226). Εἴπομεν νὰ μὴ γείνῃ σήμερον διακοπὴ τῆς συνεδριάσεως, ἀλλὰ μετὰ τὴν ψήφισιν τῶν πιστώσεων νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ παραιτηθῶσι τῶν ἐπερωτήσεων.
§44ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα λοιπὸν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τὰ δύο πρῶτα νομοσχέδια περὶ τῶν δύο συντάξεων ἀναβάλλονται. Τρίτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δραχμῶν 225,000». (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν ἀπαιτουμένης ὁλικῆς ἢ συμπληρωματικῆς δαπάνης πρὸς ἐκτέλεσιν διαφόρων ἔργων ὁδοποιΐας ἐκ δραχμῶν 2,073,172.38».
§47Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα). (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ τῆς ἀπαιτουμένης ὁλικῆς δαπάνης πρὸς ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους Μουστοῦ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Κυνουρίας ἐκ δραχμῶν 160,000».
§49Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἀποξηράνσεως ἕλους, λαμβάνω πάλιν τὸν λόγον, ἵνα διὰ δύο λέξεων παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως τοὐλάχιστον κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν ὑποβάλῃ ἔκθεσιν λεπτομερῆ καὶ ἐμπεριστατωμένην περὶ τῶν διαφόρων ἑλῶν τοῦ Κράτους. Διότι πέρυσιν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶχε ζητήσει τοιαύτην ἐργασίαν· ἔχω εἰς χεῖράς μου αὐτὴν, ἀλλ’ εἶναι ἀτελεστάτη, καὶ ἀρκεῖ ἓν βλέμμα νὰ ῥίψῃ τις εἰς αὐτὴν, καὶ θέλει πεισθῆ, ὅτι οὐδένα τῶν λόγων, δι’ οὓς ἡ Βουλὴ ἐζήτησεν αὐτὴν, ἐκπληροῖ. Ἡ ἔκθεσις αὕτη ἀποτελεῖται ἐκ δύο σελίδων, ἐξ ὧν τὰ τρία τέταρτά εἰσι λευκαί. Λυπηρὸν τῷ ὄντι εἶναι, ζητήματα οὐσιαστικώτατα νὰ ἦναι ἐντελῶς ἄγνωστα εἰς τὴν Βουλήν. Ἡμεῖς, ἐκ τῆς ἐκθέσεως, ἣν ὑπέβαλον ἡμῖν, οὐδὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν ἐπὶ τοῦ οὐσιωδεστάτου τούτου ζητήματος, τοῦ συνδεομένου καὶ πρὸς τὰς παραγωγικὰς τῆς χώρας δυνάμεις καὶ πρὸς τὴν ὑγείαν τῶν κατοίκων. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον τῆς Βουλῆς ὑποβάλῃ μελέτην πλήρη, οὐχὶ περὶ τοῦ πῶς θέλουσιν ἀποξηρανθῆ τὰ ἕλη, — διότι δι’ αὐτὸ θέλει ἔλθει Ἰταλός τις ἐδῶ, ὅστις διὰ τῶν φώτων αὐτοῦ θέλει φωτίσει τὸν σκοτεινὸν τοῦτον τόπον, — ἀλλὰ κυρίως, πόσα εἶναι τὰ ἕλη, πόση εἶναι ἡ ἔκτασις αὐτῶν, καὶ πάσας τὰς λεπτομερείας, ὧν ἔχει ἕκαστος ἀνάγκην, ἵνα μελετήσῃ τὸ σπουδαιότατον τοῦτο ζήτημα τῆς χώρας. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν ἀπαιτουμένης ὁλικῆς δαπάνης πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκ δραχ. 289,300».
§51Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἴσως δύναται νὰ δώσῃ πληροφορίας τινὰς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, σχετικὰς μὲ τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον. Τὸ νέον κτίριον τοῦ Τυπογραφείου πρόκειται νὰ οἰκοδομηθῇ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ οἰκοπέδου, ὅπου εἶναι τὸ ὑπάρχον Τυπογραφεῖον;
§52Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι· θὰ οἰκοδομηθῇ ἐπὶ οἰκοπέδου κειμένου εἰς πάροδόν τινα τῆς ὁδοῦ Πατησίων, τὸ ὁποῖον εἶχε δωρήσει εἰς τὸ Δημόσιον ὁ μακαρίτης Χαλκοκονδύλης. Τὸ οἰκόπεδον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου σήμερον εἶναι τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον, θὰ μείνῃ ἐλεύθερον, καὶ θὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς ἀνέγερσιν μεγάλης οἰκοδομῆς, εἰς ἣν ἐγκατασταθήσονται τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον, τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, αἱ ἐν Ἀθήναις οἰκονομικαὶ ἀρχαὶ κλπ. Τὸ ἀπηρχαιωμένον κτίριον, τὸ χρησιμεῦον νῦν δι’ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, θὰ κατεδαφισθῇ, τὸ δὲ κατεχόμενον ὑπ’ αὐτοῦ οἰκόπεδον θὰ μεταβληθῇ εἰς πλατεῖαν, χρησιμοποιηθησομένου διὰ Βουλευτήριον τοῦ συνεχομένου μετ’ αὐτοῦ κήπου. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§53Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι παρόντες οὔτε οἱ ἡμίσεις Βουλευταί. Τί κατάστασις εἶναι αὐτή! Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Α. Πεταλᾶ καὶ Α. Βιτάλη Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες 126 Βουλευταί. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀκυρώσεως καὶ χορηγίας πιστώσεων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1900». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν ἀπαιτουμένης ὁλικῆς δαπάνης πρὸς ἐκτέλεσιν στρατιωτ. ἔργων ἐκ δρ. 441,097.92». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 1,450,544.71 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τοῦ 1900, καὶ περὶ ἀκυρώσεως πιστώσεων ἐκ δρ.506,426.87 ἐκ τῶν εἰς αὐτὸν ἀναγεγραμμένων».
§58Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὡς βλέπετε, ἡ ζητουμένη πίστωσις εἶναι 1,450,544 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν περιλαμβάνεται ἡ διαφορὰ συναλλαγῆς· δὲν ζητεῖται νέα πίστωσις δι’ αὐτήν, ἀλλὰ συμψηφίζεται μὲ τὰς ἀκυρωτέας πιστώσεις. Ἂν δὲν εἶχον ἀκυρωθῇ αἱ πιστώσεις αὗται, ἀλλ’ εἶχον παραμείνει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὅπως μείνωσιν ὡς ἀδιάθετοι κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως, τότε αἱ νέαι πιστώσεις ἔπρεπε νὰ περιλάβουν καὶ τὴν διαφορὰν συναλλαγῆς τῶν ἀκυρουμένων πιστώσεων, ἀνερχομένων εἰς 290,741 δραχμάς, καὶ αἱ αἰτούμεναι πιστώσεις θ’ ἀνήρχοντο εἰς δραχμὰς 1,741,285, ἤτοι εἰς τὸ ποσόν, εἰς ὃ ὑπελόγισα ὡς ἔγγιστα αὐτὰς κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἐν ᾗ αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν ἰδιαιτέρως. Ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ εἴπω ταῦτα, οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἔχων ἢ ν’ ἀποδείξω, ὅτι δὲν ἐλανθάσθην, ὅτε ἀνέφερα, ὅτι αἱ ζητηθησόμεναι πιστώσεις ἤθελον ἀνέλθει εἰς τὸ εἰρημένον ποσόν. Ἐγὼ ὑπελόγιζον 1,849,000 δραχμάς, καὶ ἤδη πρόκειται περὶ 1,741,285· ἀλλ’ ὑπελογίσθη τὸ συνάλλαγμα μικρότερον. Ἐγὼ ὑπελόγιζον τὸ συνάλλαγμα συμφώνως μὲ τὴν τιμὴν τὴν ἀναγεγραμμένην εἰς τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς ἐδικαιούμην νὰ πράξω τοῦτο. Ὥστε ὑποθέτω, ὅτι θέλει πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι ὅσα εἶπον ἦσαν ἀκριβῆ. Παρατηρῶ ὅμως, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔσπευσε πολὺ νὰ ἀκυρώσῃ τὴν πίστωσιν τῶν 350,000, τὴν ἀφορῶσαν πιστοποιητικὰ ἀκυρωτέα μόνον μετὰ ἓν ἔτος. Ἐνδεχόμενον ταῦτα νὰ μὴ πληρωθῶσιν ἀληθῶς ἕως τότε, καὶ οὕτω νὰ ἀκυρωθῶσιν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν τὸ γνωρίζομεν ἀπὸ σήμερον.
§59ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν νομίζετε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἐνταῦθα πρέπει νὰ συζητηθῇ καὶ περὶ τῶν πληρωθέντων τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Κυπαρισσίας–Μελιγαλᾶ;
§60Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὰ ἐκρατήθησαν. Δὲν εἶναι ἡ θέσις των ἐδῶ. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς τρίτην συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δρ. 3,000». (Γίνεται δεκτόν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δρ. 2,357.80». (Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ τῶν ἐξόδων Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δρ. 962.20». (Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δρ. 6,450». (Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθήκης δραχ. 10,000 εἰς τὰ διὰ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ΒΦΙΘʹ νόμου τοῦ 1898 ὁριζόμενα ἐτήσια ἔξοδα τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς».
§66Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πληροφορίαν τινὰ ἤθελον νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ποία εἶναι ἡ πρόσθετος ἐργασία, ἣν ἀνέλαβεν ὁ Ἔλεγχος, ὥστε ν’ ἀπαιτήσῃ νέαν πρόσθετον δαπάνην; Μήπως εἶναι ἡ ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ;
§67Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων τῶν σιδηροδρόμων· διότι ὁ Ἔλεγχος διεξάγει τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, τὴν πρόσθετον, καὶ ἔχει ἀνάγκην νὰ προστεθῶσιν ὑπάλληλοι, διὰ νὰ κρατῶνται οἱ λογαριασμοὶ διὰ τὰ δάνεια τῶν σιδηροδρόμων Πύργου– Κυπαρισσίας–Μελιγαλᾶ καὶ Πειραιῶς–Λαρίσης κλπ. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ δαπάνης ἐκ δρ. 48,500 διὰ τὴν ἀνέγερσιν ἀποθηκῶν ἐξαρτισμοῦ τῶν πλοίων ἐν τῷ Β. Ναυστάθμῳ». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως δαπάνης φράγκων χρυσῶν 9,000 πρὸς ἀπόκτησιν ἀτμήρους βυθοκόρου πρὸς ἐκτέλεσιν λιμενικῶν ἔργων ἐν Ναυστάθμῳ». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δρ. 451,016.65».
§71ΝΕΓΡΗΣ. Ὀλίγας ἔχω νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις ἐπὶ τῆς πιστώσεως ταύτης, τὰς ἑξῆς: Κατὰ τὴν κατάστασιν, ἣν ἔχει δημοσιεύσει ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου, τὸ πετρέλαιον, τὸ ὁποῖον κατηναλώθη, εἶναι 161,814 περίπου κιβώτια μέχρις τέλους Ὀκτωβρίου. Κατὰ τὸν Νοέμβριον κατηναλώθησαν 25,150 κιβώτια. Διὰ τὸν Δεκέμβριον, καίτοι οὗτος συνήθως καταναλίσκει περισσότερον πετρέλαιον, θέλω ὑπολογίσει ὅσον καὶ κατὰ τὸν Νοέμβριον, ἤτοι κιβώτια 25,150. Ὥστε τὸ ὅλον τῶν κιβωτίων τοῦ πετρελαίου εἶναι 212,000. Ἐκ τούτων εἰσεπράχθη ποσὸν δραχ. 6,360,000. Ἡ προμήθεια τῆς Ἑταιρείας τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων, πρὸς δρ. 8,25, ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν 6,360,000 δραχ. εἶναι δραχ. 524,982. Ἀλλ’ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἶναι ἀναγεγραμμένον ποσὸν δραχμῶν 452,925. Ὥστε πρέπει νὰ προσθέσωμεν 72,057 δραχ. νέαν πίστωσιν.
§72Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι ἀνάγκη, διότι ὑπολογίζετε 212,000 κιβώτια, ἐνῷ εἶναι 205,000. Ὥστε δὲν ὑπάρχει λόγος.
§73Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δυστυχῶς αἱ καταστάσεις τοῦ Ἐλέγχου συμφωνοῦσι μετ’ ἐμοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ χαρτόσημον, ἡ προμήθεια τῶν ἐπιφορτισμένων τὴν πώλησιν αὐτοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 σημειοῦται εἰς δραχμὰς 1,280,000. Δὲν ἤρκεσε δὲ ἡ προμήθεια αὕτη, καὶ ἐζητήθη πίστωσις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901, διὰ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, ποσοῦ δρ. 28,689. Ὥστε τὸ 1899 ἀπῄτησε 1,308,689 δραχμὰς διὰ προμήθειαν τῶν ἐντεταλμένων τὴν πώλησιν αὐτοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως ἔμεινε καὶ ἀδιάθετος πίστωσις ἐκ δραχμῶν 1405, τὸ ποσὸν τὸ διατεθὲν ἀνῆλθεν εἰς δρ. 1,307,284. Τοῦτο δὲ δι’ ἔσοδον χαρτοσήμου δρ. 10,491,449.20. Τὸ ἀντίστοιχον ἔσοδον τοῦ 1900 εἶναι 10,492,117.50 μέχρι τοῦ Νοεμβρίου. Προσθέτοντες καὶ τὸ χαρτόσημον τοῦ Δεκεμβρίου, οἷον ἦτο κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος, καίτοι πιθανῶς σήμερον θὰ ἦναι μεγαλείτερον τὸ εἰσόδημα τοῦτο, ἤτοι προσθέτοντες δραχ. 807,903, ἔχομεν κατανάλωσιν, ἢ μᾶλλον εἴσπραξιν ἐκ χαρτοσήμου δρ. 11,390,020. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐπὶ 10,491,449 δρ. ἐδαπανήσαμεν εἰς προμήθειαν 1,307,284, θέλομεν εὕρει, ὅτι χρειαζόμεθα δαπάνην δραχ. 1,418,000 διὰ τὸ ποσὸν τῶν δρ. 11,390,000. Ἐὰν δ’ ἀφαιρέσωμεν τὰς ζητηθείσας πιστώσεις ἐξ 1,307,020, εὑρίσκομεν διαφορὰν 111,000 δραχμῶν ἐπὶ πλέον, δι’ ἣν πρέπει νὰ ζητηθῇ πίστωσις. Τοῦτο καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν προμήθειαν τῶν ἐντεταλμένων τὴν πώλησιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς δαπάνας πρὸς ἀγορὰν χάρτου, σφράγισιν, προμήθειαν τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς διαχειρίσεως διὰ τὰ ἔνσημα καὶ τὴν σμύριδα, ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου εἰς τὰς δημοσιευομένας παρ’ αὐτῆς καταστάσεις μηνιαίως δίδει τὰ ἑξῆς ποσά: Διὰ ταινίας καπνοῦ δρ. 94,266.54. Διὰ χαρτόσημον δρ. 334,969.94. Διὰ χαρτόσημον εἰδικὸν Τελωνείου Πειραιῶς δρ. 68,404.47. Διὰ προμήθειαν σμύριδος δραχ. 2,246.27. Τὸ ὅλον δρ. 499,887.22. Ἀντὶ τούτων, ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὰ ἑξῆς ποσὰ ἐν κεφαλαίῳ 18, ἄρθρῳ 2 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ 1900: Ἀντίτιμον χάρτου φρ. 48,400. Σφράγισις φρ. 80,000. Ταινίαι καπνοῦ φρ. 9,000. Τὸ ὅλον εἰς χρυσὸν 137,400. Διαφορὰ συναλλαγῆς, πρὸς 0,60, δρ. 82,440. Περικαλύμματα δρ. 2,000. Μεταφορὰ δρ. 5,000. Τὸ ὅλον μετὰ τῶν ἀνωτέρω δραχ. 226,840. Ἀναγράφονται ἐπίσης 130,000 δρ. ἐν κεφαλ. 14, ἄρθρ. 8 διὰ προμήθειαν τῆς Ἑταιρείας τῆς διαχειρίσεως· ἀλλὰ ἐκ τούτων μέρος ἀναλογεῖ εἰς τὸ σιγαρόχαρτον, ἤτοι ⅓% ἐπὶ δρ. 2,620,529.26, ἀξία τοῦ καταναλωθέντος σιγαροχάρτου, κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς μᾶς ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργός. Τὸ ⅓% τοῦτο εἶναι 8,735 δρ. Ὥστε τὸ ὑπόλοιπον τῆς πιστώσεως τῶν 130,000, ἤτοι δρ. 121,265, ἀφορᾷ τὰ ἄλλα εἴδη τῶν ἐνσήμων. Οὕτως αἱ πιστώσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, αἱ ἀφορῶσαι τὰς δαπάνας τοῦ καπνοῦ, τοῦ χαρτοσήμου καὶ τῆς σμύριδος, ἀνέρχονται εἰς δρ. 226,840+121,265=348,105, ἀπέναντι δαπανῶν, ἀνερχομένων εἰς δρ. 499,887. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ζητηθῇ νέα πίστωσις ἐκ δραχ. 151,782. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἅλας, ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει δι’ ἔξοδα τῆς Ἑταιρείας τῆς διαχειρίσεως δρ. 913,750, ἡ δὲ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου 921,302, ἤτοι δρ. 7,552 περιπλέον. Τέλος, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ πυρεῖα, ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει ἐν κεφαλαίῳ 23 τὰ ἑξῆς: Προμήθεια πυρείων, εἰς χρυσὸν 270,000. Διαφορὰ συναλλαγῆς 162,000. Ἀμοιβὴ Ἑταιρείας διαχειρίσεως 48,000. Τὸ ὅλον 480,000. Ἡ δὲ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου δίδει δαπάνας δραχ. 634,729, ἤτοι 154,729 δραχ. περιπλέον. Δέον λοιπὸν καὶ ἡ πίστωσις αὕτη νὰ ζητηθῇ. Καὶ οὕτω δέον νὰ ζητηθῶσιν αἱ ἑξῆς πιστώσεις: Διὰ πετρέλαιον δρ. 72,000. Διὰ προμήθειαν χαρτοσήμου δρ. 111,000. Διὰ δαπάνας ἐνσήμων καὶ σμύριδος δρ. 151,782. Δι’ ἅλας δρ. 7,552. Διὰ πυρεῖα δρ. 154,729. Τὸ ὅλον δραχ. 497,063. Ἀλλ’ ἐκ τούτων ζητοῦνται ἤδη διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου μόνον δραχ. 93,765.82 διὰ τὰ πυρεῖα. Ὥστε ὑπολείπεται νὰ ζητηθῶσι πιστώσεις δραχ. 403,298, ἐκτὸς τῶν 451,016.65, τῶν ζητουμένων ἤδη. Δηλαδὴ ἐν συνόλῳ πρέπει νὰ ζητηθῶσι πιστώσεις δραχ. 854,314. Ἐνθυμεῖσθε δὲ, Κύριοι, ὅτι ἐν τῇ ἀγορεύσει μου ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶχον ἀναγγείλει, ὅτι ἔδει νὰ ζητηθῶσι πιστώσεις 800,000 δραχμῶν παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, Καὶ οὕτως ἀποδεικνύεται, ὅτι εὑρισκόμην ἐν τῇ ἀληθείᾳ τότε. Καὶ ταῦτα μὲν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἐν συνόλῳ ἔχουν ζητηθῆ αἱ ἑξῆς πιστώσεις διὰ τὸ ἔτος 1900, ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς Συνόδου: Διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν δρ. 5,800. Διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης δρ. 3,000. Διὰ τὸ αὐτὸ Ὑπουργεῖον δρ. 55,000. Διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δραχ. 6,450. Διὰ τὸ αὐτὸ Ὑπουργεῖον δρ. 9,000. Διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δρ. 65,400. Διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δραχ. 3,000. Διὰ τὸ αὐτὸ Ὑπουργεῖον δραχ. 1,382,000. Διὰ τὴν Διεθνῆ Ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐλέγχου δραχ. 10,000. Διὰ τὴν Βουλὴν (ἀποζημίωσις προσωπικοῦ) δραχ. 22,000. Διὰ τὴν Βουλὴν (ἔκτακτος ἀποζημίωσις Βουλευτῶν) δρ. 225,000. Διὰ τὰ ταχυδρομεῖα καὶ τηλεγράφους διὰ Β. Διατάγματος δρ. 180,000. Τὸ ὅλον δρ. 1,966,650. Ἄν εἰς τὰς ὡς ἀνωτέρω 1,966,650 δραχμὰς προστεθῶσι καὶ αἱ ἀναγκαῖαι πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ δρ. 854,313, ἔχομεν ἐν ὅλῳ δραχ. 2,820,963, ἐνῷ ἐν τῇ ἀγορεύσει μου ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ προέβλεπον μόνον 1,800,000. Ὅθεν ἡ κατάστασις θὰ ἦτο χείρων ἢ ὅσον τὴν προέβλεπον, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν παρουσίαζεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἀκυρωτέας πιστώσεις δραχ. 1,515,200, ἀντὶ τῶν 800,000 δρ. ἀδιαθέτων πιστώσεων, ἃς προσεδόκα ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τούτου, καὶ ἂν δὲν παρουσίαζε καὶ εἰς τὸ δημόσιον χρέος δρ. 506,426 ἀκυρωτέας πιστώσεις, περὶ ὧν οὐδένα ἐποιήσατο λόγον ἐν τῇ ἀγορεύσει του, καὶ αἵτινες λίαν προώρως παρουσιάζονται. Δυστυχῶς ὅμως, ὡς βλέπετε, αἱ νέαι ἀκυρωτέαι πιστώσεις, καλυφθεῖσαι τὸ πλεῖστον ἀπὸ νέας πιστώσεις, ὑπερβάσας τὰς προβλέψεις, κατ’ ἐλάχιστον ἀλλοιώνουν τὰ συμπεράσματα, ἅτινα εἴχομεν ἐξαγάγει κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ περὶ τῶν ἐλλειμμάτων, τὰ ὁποῖα θέλει ἀφήσει ἡ χρῆσις τοῦ ἔτους 1900. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς τρίτην συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δραχμῶν 3,000». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§75Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ χθὲς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ὀρθῶς παρετήρησεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι πλῆρες, διότι δὲν ἐδικαιολογεῖτο ἡ δαπάνη, καθόσον ἀληθῶς δὲν εἶχον κατατατεθῆ τὰ Β. Διατάγματα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐδόθη τὸ ποσὸν τῶν 3,000 δραχμῶν, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ νομοσχεδίου τὰ ἑξῆς: «Κυροῦνται τὰ Βασιλικὰ Διατάγματα τῆς 30 Μαΐου καὶ 13 Ἰουλίου τοῦ ἔτους 1900, καὶ χορηγεῖται ἔκτακτος πίστωσις κλπ.» Καὶ τοιουτοτρόπως εἴμεθα ἐν τάξει.
§76Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τῆς χορηγουμένας πιστώσεως.
§77Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα.
§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δραχ. 55,000». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, τοῦτο κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀκυρώσεως ὑπολοίπου ἐκτάκτου πιστώσεως τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898 ἐκ δραχμῶν 56,329,560, καὶ περὶ χορηγίας νέας τοιαύτης ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δραχ. 58,769,695». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δραχ. 65,400». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δραχμῶν 7,000». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσαν αἱ πιστώσεις. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 7 καὶ 10′ μ. μ.)