1901.01.18
3.867 στίχοι · 29.898 λέξεις · 289 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 51
τῆς 18 Ἰανουαρίου 1901.
(Πέμπτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι ἐργολάβοι Πατρῶν ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν, δι’ ἧς ζητοῦσιν, ὅπως διαταχθῇ τὸ ἐν Πάτραις ὑποκατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης νὰ πληρώνῃ εἰς αὐτοὺς ὅσα δικαιοῦνται νὰ λάβωσιν ὡς ἐργολάβοι τῆς ἀνεγέρσεως διδακτηρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων.
§2Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ νὰ ἐνεργήσῃ νὰ διαταχθῇ τὸ ἐν Πάτραις ὑποκατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης νὰ πληρώνῃ τοὺς ἐργολάβους αὐτοὺς, διότι οὗτοι ἀναγκάζονται νὰ ἔρχωνται εἰς Ἀθήνας, καὶ νὰ ὑποβάλλωνται εἰς πολλὰ ἔξοδα καὶ εἰς ἀπώλειαν χρόνου.
§3ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ Τράπεζα δὲν δέχεται.
§4Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι δύνασθε νὰ τὴν ὑποχρεώσητε. Δὲν εἶναι δικαίωμά της νὰ ἀρνῆται.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Λεβαδείας διὰ ψηφίσματός του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸ περὶ τῆς Μονῆς τοῦ ὁσίου Λουκᾶ νομοσχέδιον. Οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι τοῦ δήμου Σπαρτιατῶν Ε. Μανουσάκης, Γ. Σ. Φικιώρης, Γ. Π. Ρηγόπουλος, Π. Μανουσάκης καὶ Β. Φικιώρης δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν παραπονοῦνται κατὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ αὐτῶν ἀπὸ τῶν συνεδριάσεων τοῦ Συμβουλίου, ὅπερ συνέρχεται ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ ἀσθενοῦντος Δημάρχου, καὶ ζητοῦσι τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐν τοιαύταις συνεδριάσεσιν ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ δήμου.
§6Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἀφορᾷ εἰς παρανομίαν, ἀπό τινος χρόνου συμβαίνουσαν ἐν τῇ διοικήσει τοῦ δήμου Σπαρτιατῶν. Καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τοῦτο, καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι νόμιμον πρὸς ἄρσιν τοῦ ἀτόπου αὐτοῦ. Ἀπὸ 6 μηνῶν ὁ Δήμαρχος Σπαρτιατῶν διατελεῖ κλινήρης ἐξ ἡμιπληγίας, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐργάζηται· ἀνέθηκε δὲ, παρὰ τὸν νόμον, τὴν διοίκησιν τοῦ δήμου εἰς τὸν ἕκτον δημαρχικὸν πάρεδρον, ἐνῷ αὐτοδικαίως ἔπρεπε νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑπηρεσίαν ὁ πρῶτος πάρεδρος. Ὅτε ἐγνώρισα τοῦτο εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ζητῶν θεραπείαν τῆς παρανομίας, οἱ οἰκεῖοι τοῦ κ. Δημάρχου, καὶ μάλιστα ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου συνεκάλεσε τὸ Συμβούλιον εἰς συνεδρίασιν οὐχὶ ἐν τῷ δημοτικῷ καταστήματι, ἀλλ’ ἐν αὐτῇ τῇ οἰκίᾳ, ἐν ᾗ κατοικεῖ καὶ νοσηλεύεται ὁ κ. Δήμαρχος, καὶ τοῦτο ἔσπευσε νὰ τηλεγραφήσῃ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἵνα παραστήσῃ, ὅτι ὁ Δήμαρχος εἶναι ὑγιὴς, καὶ λαμβάνει μέρος εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ Συμβουλίου. Οἱ μὴ φιλικῶς διακείμενοι πρὸς τὸν κ. Δήμαρχον σύμβουλοι, λαβόντες τὴν πρόσκλησιν, προσῆλθον εἰς τὸ δημαρχιακὸν κατάστημα, ὅπου πάντοτε ἐγίνοντο αἱ συνεδριάσεις, ἀλλ’ ἀπῆλθον ἄπρακτοι, μὴ εὑρόντες ἐκεῖ οὔτε τὸν Πρόεδρον, οὔτε τοὺς ἄλλους συμβούλους, οἵτινες ὅμως, φίλοι ὄντες τοῦ Δημάρχου, συνῆλθον παρὰ τὴν κλίνην αὐτοῦ, καὶ κατώρθωσαν νὰ ψηφίσωσι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ δήμου. Διὰ τοῦτο οἱ μὴ προσελθόντες εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Δημάρχου, ὡς μὴ ὡρισμένην διὰ τὰς συνεδριάσεις τοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ εἰς τὸ δημαρχιακὸν κατάστημα, ζητοῦσι διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης νὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, πρὸς ἐπανόρθωσιν τῆς γενομένης παρανομίας. Ὁ κ. Νομάρχης Λακεδαίμονος, θέλων νὰ συγκαλύψῃ τὰς παρανομίας ταύτας, παριστᾷ τὰ πράγματα ἠπιώτερον, ὅτι δῆθεν ὁ κ. Δήμαρχος ἀσθενεῖ μὲν, ἀλλὰ δύναται νὰ ἐργάζηται, διότι οὐ μόνον εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ Συμβουλίου παρίσταται, ἀλλὰ καὶ εἰς παραλαβὴν ἔργων δημοτικῶν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὴν παραλαβὴν δημοτικοῦ τινος ἔργου παρέστη καὶ ὁ κ. Δήμαρχος, ἀλλ’ ἐν πλήρει σχεδὸν ἀναισθησίᾳ, ἀφοῦ κατεβίβασαν αὐτὸν ἐπὶ καθίσματος ἀπὸ τῆς οἰκίας του, καὶ τὸν ἔθεσαν ἐν τῇ ἁμάξῃ. Πρὸς πίστωσιν δὲ τῶν λόγων μου θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Νομάρχου, ἂν τὸ πρωτόκολλον τῆς παραλαβῆς τοῦ ἔργου ὑπεγράφη διὰ χειρὸς τοῦ ἰδίου Δημάρχου, διότι πληροφοροῦμαι, ὅτι ἐν τοῖς ἐγγράφοις τίθεται ἡ ὑπογραφὴ αὐτοῦ ὑπὸ τῶν οἰκείων του.
§7Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Πλαστογραφία γίνεται; Καὶ τί κάμνει ὁ Εἰσαγγελεύς;
§8Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Μάλιστα. Καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου κ. Ρουσοπούλου.
§9Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅτε ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ἀνικανότητος τοῦ Δημάρχου, ἐλήφθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τηλεγράφημα, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐλέγετο, ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον συνεδριάζει παρόντος τοῦ Δημάρχου. Ὅτε ἔμαθον, ὅτι ἡ συνεδρίασις ἐγίνετο ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Δημάρχου, εὑρισκομένου ἐπὶ τῆς κλίνης, διέταξα τὸν Νομάρχην νὰ πληροφορήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον, ἂν πράγματι ἡ πληροφορία εἶναι ἀληθὴς, διότι συνεδρίασις ἐν τῇ κατοικίᾳ τοῦ Δημάρχου δὲν δύναται νὰ γείνῃ. Περιμένω τὴν ἀπάντησιν τοῦ Νομάρχου, ἵνα ἀποφασίσω περὶ τοῦ πρακτέου.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ λαὸς τῶν Σικυωνίων διὰ τηλεγραφήματός του ἐκφράζει τὴν εὐγνωμοσύνην αὐτοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀρδεύσεως τῶν πεδίων Κορινθίων, Σικυῶνος καὶ Νεμέας, καὶ ὑποβάλλει τροποποιήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ ἀπόστρατος ὑπολοχαγὸς τοῦ πεζικοῦ Κ. Ὀρεινὸς δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλεῖ νὰ τῷ χορηγηθῇ βοήθημα, λόγῳ ὅτι ἡ σύνταξίς του εἶναι ἀνεπαρκής.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς δι’ ἐκθέσεώς της ζητεῖ τὴν ἔγκρισιν πιστώσεως 9,000 δραχ. δι’ ἔξοδα τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, πρὸς πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων εἰς διαφόρους δικαιούχους ἐξ ἀντιτίμου βιβλίων, περιοδικῶν καὶ ἐφημερίδων. Ἡ αὐτὴ Ἐπιτροπὴ δι’ ἑτέρας ἐκθέσεώς της ζητεῖ νὰ χορηγηθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς πίστωσις δραχμῶν 1980 πρὸς ἀποζημίωσιν δύο εἰδικῶν καθαριστῶν τῶν βιβλίων τῆς Βιβλιοθήκης. Ἀμφότεραι αἱ ἐκθέσεις αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 227–228).
§12Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπὸ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ παρατηρῶ, ὅτι πρὸ πολλῶν ἡμερῶν οὐδὲν τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους καλεῖται, ἵνα ὑπογράφῃ τὰς ἐκθέσεις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ διαφόρων ἀναπληρωματικῶν ἢ ἐκτάκτων πιστώσεων, καὶ ὅτι πᾶσαι αἱ ἐκθέσεις αὗται φέρουσι μόνον τὰς ὑπογραφὰς τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ ἀπηύθυνε τὸ ἑξῆς σημείωμα μετὰ τῶν ἐγκλείστων νομοσχεδίων (ἀναγινώσκει): «Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς παρακαλεῖται, ὅπως μετὰ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀνακοινώσεις τηλεγραφημάτων καὶ ἀναφορῶν ποιήσηται τὴν ἑπομένην ἀνακοίνωσιν: «Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατέθεσεν εἰς τὸ Προεδρεῖον δύο νομοσχέδια, ὧν τὸ μὲν ἀφορᾷ εἰς τὰς χρονικὰς διορίας τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, τὸ δὲ εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλῶν ἐκ δόσεων γαιῶν καὶ φυτειῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 καὶ φόρου ἀμπέλων τῆς χρήσεως τοῦ 1899, ἐν αἷς ἐπαρχίαις κατεστράφησαν αἱ ἄμπελοι καὶ σταφιδάμπελοι ἐκ περονοσπόρου. Ἀμφοτέρων τῶν νομοσχεδίων ἡ πρὸς τὴν Βουλὴν ὑποβολὴ ὑπηγορεύθη ἐξ ὧν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐμόρφωσε πεποιθήσεων καὶ ἐκ τῶν γενομένων χθὲς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεων καὶ παραστάσεων. Ἐν τῇ χθεσινῇ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς ἐνεδείχθη γενικὴ γνώμη νὰ χαρακτηρισθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα λίαν κατεπείγοντα, καὶ ὡς τοιαῦτα νὰ συζητηθῶσι σήμερον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Ἄν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, ὅταν θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, θέλουσι ταῦτα κατὰ προτίμησιν συζητηθῆ.»
§14ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀναγνωσθῶσι καὶ τὰ νομοσχέδια, ὅπως λάβωμεν γνῶσιν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια ταῦτα θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 229–230).
§16Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅτε συνεζητήθη ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν χήραν τοῦ ἀντιναυάρχου Μιλτιάδου Κ. Κανάρη καὶ εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἀποβιώσαντος Ἰωάννου Ν. Δεληγιάννη, ἡ Βουλὴ ἔδειξε τὴν ἐπιθυμίαν αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ἄλλως τε συμμερίζονται καὶ οἱ κυβερνῶντες, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς χήρας τοῦ ὑποστρατήγου Σπυρίδωνος Γ. Καραϊσκάκη. Ἐγένετο δὲ λόγος καὶ περὶ ἄλλων συντάξεων, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ. Σήμερον ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν χήραν καὶ τὰς θυγατέρας τοῦ Σπυρίδωνος Γ. Καραϊσκάκη. Ἐπιφυλάσσεται δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ μελετήσῃ τὰ ζητήματα, τὰ ἀφορῶντα εἰς ἄλλας συντάξεις, τὰς ὁποίας ἐζήτησάν τινες τῶν κυρίων Βουλευτῶν ὑπὲρ ἄλλων οἰκογενειῶν, καὶ κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ὅπως κανονισθῶσιν αἱ συντάξεις αὗται.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθὲν νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα. ἀριθ. 231).
§18ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ μακαρίτου Ἰωάννου Ν. Δεληγιάννη, διατελέσαντος βουλευτοῦ καὶ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ὑπέβαλε πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτησεν, ἵνα ἡ σύνταξις αὕτη ὁρισθῇ εἰς δραχμὰς 300 μηνιαίως, ἀντὶ διακοσίων. Εἶναι περιττὸν νὰ ἀναπτύξω τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους τόσον εὐφραδῶς ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Παρακαλῶ μόνον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως στέρξῃ νὰ γείνῃ ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις αὕτη, ἣν εἶμαι βέβαιος, ὅτι πᾶσα ἡ Βουλὴ εὐχαρίστως θέλει ἐγκρίνει.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Τερτίπης, Γ. Φραγκίδης, Δ. Τσᾶτσος καὶ Α. Καρτάλης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἐγγυήσεως τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τοῦ Κωνσταντίνου Δ. Παπαχρήστου καὶ τῆς ἐμπορικῆς ἑταιρείας ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Ἀδελφοὶ Γιαννόπουλοι», ἑδρευούσης ἐν Βελεστίνῳ». Ἡ πρότασις νόμου αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 232). Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ πρὸ ὀλίγου ὑποβληθὲν νομοσχέδιον «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων νόμων»;
§20Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν πρόκειται νὰ συζητηθῇ, καλὸν εἶναι νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ἐντὸς τῆς συνεδριάσεως.
§21Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπεσχέθη χθὲς νὰ εἰσαγάγῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον, καὶ νὰ κηρυχθῇ τοῦτο κατεπεῖγον. Διὰ τοῦτο ἐζητήσαμεν τὴν ἀνάγνωσιν αὐτοῦ.
§22Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶπον, νὰ τυπωθῇ ἐντὸς τῆς συνεδριάσεως καὶ νὰ προταχθῇ.
§23Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ἐπίσης νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν χήραν τοῦ Σπυρίδωνος Καραϊσκάκη.
§24Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§25ΑΠ. ΖΑΠΠΑΣ. Ἔχω νὰ ὑποβάλω ἀναφορὰν ἐκ μέρους τῶν ἀλβανοφώνων, βλαχοφώνων καὶ βουλγαροφώνων ἐκλογέων τοῦ δήμου Τρικκαίων, διαμαρτυρομένων κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συντάξεως τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου Τρικκαίων. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἶχε κατατεθῆ εἰς τὸ Προεδρεῖον ἀπὸ χθές, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω διατὶ δὲν ἀνεκοινώθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἀνεκοίνωσα τὴν ἀναφορὰν, καὶ δὲν δύναται νὰ τυπωθῇ αὕτη, διότι εἶναι ὑβριστικὴ κατὰ προσώπων, καὶ δὴ Βουλευτῶν.
§27ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διωρθώθη.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε πρέπει νὰ λάβω γνῶσιν τῆς νέας ἀναφορᾶς, διὰ νὰ ἴδω, ἂν δὲν ἦναι καὶ πάλιν ὑβριστικὴ, καὶ τότε δύναται νὰ τυπωθῇ. Ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§29Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην, ἵνα τρίτην φορὰν ἐπανέλθω ἐπὶ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου, ἐνῷ ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι, δὲν θέλομεν νὰ προβῶμεν εἰς ὁριστικόν τι μέτρον. Πρόκειται περὶ τοῦ νόμου περὶ διδακτικῶν βιβλίων. Οὐ μόνον ἡ Βουλὴ, ἀλλὰ καὶ οἱ ἑκάστοτε κυβερνῶντες τὸν τόπον ἀνεγνώρισαν ἀπὸ μακροῦ, ὅτι ἕνεκα τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ ἰσχύοντος νόμου περὶ διδακτικῶν βιβλίων λυμαίνεται τὸν τόπον ἡ βιβλιοκαπηλεία. Δὲν ὑπάρχει γονεὺς, δὲν ὑπάρχει κηδεμὼν, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ὀργίζηται, νὰ μὴ καταρᾶται, νὰ μὴ ἀναθεματίζῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ ἔχουσι τὴν δύναμιν νὰ τὸν λυτρώσωσιν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν βιβλιοκαπήλων, δὲν θέλουσι νὰ τὸ πράξωσι. Διὰ νὰ σᾶς πείσω δε περὶ τοῦ ὅτι ἔχω δίκαιον εἰς ὅσα λέγω, θὰ σᾶς ἀναγνώσω μίαν περικοπὴν τοῦ πολιτικοῦ προγράμματος τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις. Τὸ πολιτικὸν τοῦτο πρόγραμμα, ἐκδοθὲν προτοῦ νὰ ἔλθῃ τὸ κόμμα αὐτὸ εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν καὶ πρὸ τῶν τελευταίων βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ἰδοὺ τί λέγει περὶ τοῦ κακοῦ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον λυμαίνεται τὸν τόπον (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἐν ἰσχύϊ νόμος περὶ διδακτικῶν βιβλίων, ἀναπετάσας τὰς θύρας εἰς τὴν βιβλιοκαπηλείαν τοῦ χειρίστου εἴδους, ἔχει ἐξεγείρει ἤδη τὴν δικαίαν ἀγανάκτησιν τῶν γονέων. Ἐπενοήθησαν ὑπ’ αὐτὸν πολλὰ καὶ παντοῖα βιβλία δι’ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ μάθημα συνήθως, δι’ ἃ προσεπεβαρύνθησαν αὐτοὶ διὰ διπλασίας καὶ τριπλασίας τῆς πρὶν δαπάνης. Ἀλλ’ ἡ ὑλικὴ ζημία εἶναι ἀναξία λόγου ἀπέναντι τῆς ἠθικῆς, τῆς προσγινομένης οὕτως εἰς τοὺς μαθητάς. Ὑπὸ τὸν κρατοῦντα νόμον ἐνεκρίθησαν ἀσυνειδήτως πάντα σχεδὸν τὰ διδακτικὰ βιβλία, τὰ ὁποῖα συνέταξεν ἐν ἡμῖν ἡ ἡμιμάθεια ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν αἰσχροκέρδειαν. Ἤδη ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἔχουσιν ἀναγνωσθῆ περικοπαὶ βιβλίων καὶ ἐκθέσεων τῶν κριτῶν, αἵτινες προεκάλεσαν τὰ μειδιάματα καὶ τὸν οἶκτον τῶν Βουλευτῶν, ἐκεῖναι μὲν διὰ τὴν ἀμάθειαν καὶ μωρίαν τῶν συγγραφέων τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος βιβλίων, αὗται δὲ διὰ τὴν κουφόνοιαν τῶν κριτῶν, οἵτινες, καίτοι ἐλέγχοντες ταῦτα ὡς πάντη ἀδόκιμα καὶ ἀσύστατα, οὐχ ἧττον ἐνέκριναν αὐτά. Τὰ ἀδοκιμώτατα δὲ τῶν διδακτικῶν βιβλίων εἶναι καὶ τὰ μᾶλλον διαδεδομένα ἐν ἡμῖν· διότι οἱ συντάκται αὐτῶν, μὴ ἔχοντες πεποίθησιν εἰς τὴν ἀξίαν των, προέρχονται εἰς ἰδιαιτέρας συμφωνίας, παρέχοντες τὴν μεγαλειτέραν ἔκπτωσιν εἰς τοὺς μεταπράτας των, ἐξ ἧς δυστυχῶς μέρος ἀποκομίζουσιν αὐτοὶ οἱ διδάσκαλοι, οἱ εἰσάγοντες αὐτὰ κατὰ προτίμησιν. Καὶ ἔχουσιν οὕτως οἱ μαθηταὶ ἐν χρήσει βιβλία, διαστρεβλοῦντα πολλάκις τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν αὐτῶν.» Ἐπειδὴ δὲ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἐπίστευεν, ὅτι εἰσηγητὴς κυρίως αὐτοῦ ἦτο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἰδοὺ τί προσθέτει παρακάτω: «Ὁ κ. Δηλιγιάννης πολλῶν κακῶν πρόξενος ἐγένετο εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τὸ μέγιστον ὅμως αὐτῶν, δι’ ὃ θὰ ἐπισύρῃ πάντως τὰς ἀρὰς καὶ τὰ ἀναθέματα ὁλοκλήρων γενεῶν, εἶναι τὸ διὰ τῶν διδακτικῶν βιβλίων τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου, τοῦ ὁποίου αὐτὸς ὑπῆρξεν ὁ κυρίως εἰσηγητής!» Καὶ ἀναπτύσσονται διὰ τοῦ προγράμματος αὐτοῦ αἱ ἀρχαὶ καὶ αἱ βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔπρεπε νὰ στηριχθῇ ὁ νέος νόμος περὶ διδακτικῶν βιβλίων, τοῦθ’ ὅπερ σημαίνει, ὅτι εἶχε μελετηθῆ καὶ χωνευθῆ ἐντελῶς τὸ ζήτημα πρὸ δύο ἐτῶν. Ἔρχεται λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ εἰς τὴν πρώτην Σύνοδον. Ἐγὼ μετέσχον τότε τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἔλεγον: «Τί δίδομεν εἰς αὐτὸν τὸν λαὸν, τοῦ ὁποίου πέρνομεν τὰ ἑκατομμύρια;» Μεταξὺ δὲ τῶν ἄλλων ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἔφερα, καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἤθελον ν’ ἀποδείξω, ὅτι τίποτε σχεδὸν δὲν παρέχομεν, ἔλεγον, ὅτι ἔχομεν καὶ ἕνα νόμον περὶ διδακτικῶν βιβλίων, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον δὲν παρέχει καμμίαν ὠφέλειαν εἰς τὸν δυστυχῆ αὐτὸν λαὸν, ἀλλὰ τοὐναντίον χρησιμεύει καὶ πρὸς καταδυνάστευσιν αὐτοῦ. Καὶ ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις ἠδιαφόρησεν. Ἀλλὰ ἦλθε καὶ ὁ νέος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, καὶ μόλις ἦλθεν, ὑπέβαλε καὶ αὐτὸς νομοσχέδια περὶ ἐκπαιδεύσεως. Ἰδοὺ δὲ τί καὶ οὗτος λέγει περὶ τοῦ κακοῦ (ἀναγινώσκει): «... Τὰ προγράμματα τῶν μαθημάτων, ἡ διδακτικὴ καὶ παιδαγωγικὴ μέθοδος, τὸ σύστημα τῶν ἐξετάσεων εἶναι πεπαλαιωμένοι ἤδη σκελετοὶ, ὄζοντες μεσαιωνικοῦ εὐρῶτος καὶ ἀμουσίας, ἡ δὲ πλησμονὴ καὶ ἡ εὐτέλεια τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς τὰ σχολεῖα βιβλίων ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ νόμου ἐγένετο, ἀπό τινων μάλιστα ἐτῶν, ἡ αἰσχίστη πασῶν καπηλικὴ λύμη τῶν σχολείων, προκαλοῦσα εὐλόγως καθ’ ἑκάστην τὴν ἀγανάκτησιν καὶ τὴν βλασφημίαν τῶν φορτικῶς φορολογουμένων γονέων καὶ κηδεμόνων.» Καὶ ἐνῷ οὕτω πῶς στηλιτεύει καὶ καταδικάζει τὸ ἰσχῦον περὶ διδακτικῶν βιβλίων σύστημα, δὲν ἐννοεῖ νὰ φανῇ συνεπὴς, εἰσάγων τὸ προσῆκον νομοσχέδιον! Ἐὰν δέ τις ἐξ ἡμῶν τῶν Βουλευτῶν ὑποβάλῃ τοιοῦτον, οὐδεμίαν ἐλπίδα θὰ ἔχῃ νὰ συζητηθῇ τοῦτο. Πρὸ ἡμερῶν ὑπέμνησα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ καθῆκον τοῦτο. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὸ τέλος τῆς συζητήσεως ἠγέρθη τῆς θέσεώς του καὶ εἶπε: «Μάλιστα· ἔχομεν ἕτοιμον νομοσχέδιον, καὶ θὰ τὸ ὑποβάλωμεν». Ἐν τούτοις πλησιάζει ἡ Σύνοδος εἰς τὸ τέλος της, καὶ ἀκόμη δὲν τὸ ὑπέβαλον. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσω, ὅτι ἕνεκα τοῦ ἰσχύοντος νόμου περὶ διδακτικῶν βιβλίων ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος θὰ ἐπισύρῃ καθ’ ἑαυτοῦ, ὡς παρέστησαν οἱ σήμερον κυβερνῶντες, τὰς ἀρὰς καὶ τὰ ἀναθέματα ὁλοκλήρων γενεῶν, διότι τὸν νόμον τοῦτον εἰσήγαγε καὶ ὑπεστήριξε, καθόσον εἶχε τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἔφερεν ἀγαθὰ ἀποτελέσματα. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ βεβαιώσω τώρα, εἶναι, ὅτι ἡμεῖς καὶ οἱ Ὑπουργοὶ, ἐὰν δὲν φροντίσωμεν εἰς αὐτὴν τὴν Σύνοδον νὰ εἰσαχθῇ καὶ ψηφισθῇ τὸ κατάλληλον νομοσχέδιον, δικαίως θὰ ἐπισύρωμεν τὰς ἀρὰς καὶ τὰ ἀναθέματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Παρακαλῶ λοιπὸν, ἐὰν ἔχῃ ἑτοίμην τὴν ἐργασίαν ἡ Κυβέρνησις, νὰ τὴν ὑποβάλῃ, ἵνα συζητήσωμεν τὰ περὶ αὐτῆς ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος, πρὶν ἢ λήξῃ ἡ Σύνοδος.
§30ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Μοὶ ἐπιτρέπετε; Εἰς ἓν ἐκ τῶν ὑποβληθέντων ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὑπάρχει διάταξις, προβλέπουσα περὶ τοῦ θέματος, περὶ οὗ ὁμιλεῖτε, διάταξις καταργοῦσα τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον. Κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, θὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ θὰ ἐκπληρωθῇ ἡ ἐπιθυμία σας, μάλιστα ἐὰν συντελέσητε καὶ ὑμεῖς.
§31Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, δὲν σημαίνουσι τίποτε ἄλλο, παρ’ ὅτι δὲν θέλει νὰ ψηφισθῇ νόμος. Δὲν θέλει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς βιβλιοκαπηλείας, διότι μίαν διάταξιν ἔχει θέσει παρεμπιπτόντως εἰς τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖ, τὸ περὶ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, ὄχι μόνον δὲν λύει τὸ ζήτημα, ἀλλὰ καὶ τὸ δένει περισσότερον, διότι ἀφίνει εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ λεγομένου Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου νὰ ὁρίζῃ τοὺς κριτὰς καὶ νὰ κανονίζῃ τὰ περὶ τῶν διδακτικῶν βιβλίων. Νομίζετε, κύριε Ὑπουργέ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου σας τούτου λύεται τὸ ζήτημα περὶ διδακτικῶν βιβλίων; Βεβαίως ὄχι· διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γίνεται σήμερον, θὰ γίνηται πολὺ χειρότερον, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ περὶ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου νομοσχέδιόν σας, ἀφοῦ ἀφίνετε εἰς τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον νὰ ὁρίζῃ τοὺς κριτὰς, καὶ νὰ κανονίζῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ εἰσάγωσι τὰ διδακτικὰ βιβλία. Ἄλλως τε ἡ Βουλὴ, ὡς βλέπετε, δὲν ἔχει τώρα καιρὸν νὰ σκεφθῇ περὶ ψηφίσεως ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων γενικωτέρων διαστάσεων. Ἐπειδὴ ὅμως τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν, εἶναι δυνατὸν, καὶ ὅλη ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος, νὰ ψηφισθῇ χωριστὸν νομοσχέδιον περὶ διδακτικῶν βιβλίων.
§32Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ καταργηθῇ ὁ ἰσχύων νόμος.
§33Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω λοιπὸν καὶ πάλιν, κύριε Ὑπουργὲ, ἀφοῦ ἔχετε μελετήσει τὸ ζήτημα, νὰ συντάξητε τὸ νομοσχέδιον, καὶ νὰ τὸ φέρητε, ἵνα τὸ ψηφίσωμεν. Μόλις εἰσαχθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ βελτιωθῇ κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ θὰ γείνῃ νόμος· ἂν δὲ ὁ νόμος αὐτὸς καταδηλώσῃ ἐλλείψεις ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, δυνάμεθα τὰς ἐλλείψεις ταύτας νὰ διορθώσωμεν εἰς τὴν ἑπομένην Σύνοδον.
§34Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ὅλοι ὑμεῖς γινώσκετε τ’ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου περὶ διδακτικῶν βιβλίων. Ὅσοι ἔχουσι τέκνα ἐν τοῖς διαφόροις διδακτηρίοις βεβαίως ἔλαβον γνῶσιν τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτοῦ. Εἶμαι εἷς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μετ’ ἐπιμελείας πολλῆς παρακολουθοῦσι τὴν διδασκαλίαν τῶν φοιτώντων εἰς τὰ σχολεῖα τῶν διαφόρων βαθμῶν. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω μερικὰ παραδείγματα, διὰ νὰ πεισθῆτε, ὅτι πρέπει ὁ νόμος αὐτὸς ἀμέσως, εἰ δυνατὸν τὴν ἑσπέραν ταύτην, νὰ καταργηθῇ. Διάφοροι καθηγηταὶ ἀπὸ τὰ πέρατα τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου συνέρχονται, τῇ ἐκλογῇ τῶν διαφόρων τμηματαρχῶν, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, καὶ ἐξετάζουσι διάφορα βιβλία, χρησιμεύοντα εἰς τὰ σχολεῖα, ἀπὸ τῆς αʹ τάξεως τοῦ δημοτικοῦ σχολείου μέχρι τῆς δʹ τάξεως τοῦ Γυμνασίου, καὶ ἐγκρίνουσι τοιαῦτα πρὸς διδασκαλίαν τῶν τέκνων τοῦ λαοῦ. Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, ὅτι, ὅτε ἡμεῖς ἐφοιτῶμεν εἰς τὰ σχολεῖα, τὰς πρώτας ἡμέρας τοὐλάχιστον, ἐκ τῶν βιβλίων, τὰ ὁποῖα μᾶς ἔδιδεν ὁ διδάσκαλος, ἐξεσχίζομεν καὶ κατεστρέφομεν, ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας μας, ἀρκετὰ, χωρὶς νὰ αἰσθάνωνται οἱ γονεῖς ἡμῶν τὴν δαπάνην. Σήμερον ἔχομεν ἓν Ἀλφαβητάριον μικρὸν, τὸ ὁποῖον κοστίζει 30 λεπτὰ, καὶ ἄλλο, ὀλίγον μεγαλείτερον, τὸ ὁποῖον κοστίζει 80 λεπτά. Τὸ πέρνει τὸ παιδὶ τὸ πρωΐ, καὶ τὸ ἑσπέρας δὲν τὸ ἐπιστρέφει. Ὁ πτωχὸς οἰκογενειάρχης, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ μάθουν τὰ παιδιά του ὀλίγα γράμματα, εἶναι ὑποχρεωμένος πολλάκις τῆς ἑβδομάδος νὰ δίδῃ 80 λεπτὰ, διὰ νὰ ἀγοράζῃ τὸ Ἀλφαβητάριον τοῦ κυρίου Παπαμάρκου, τὸ ὁποῖον ἀρχίζει ἀπὸ τὸ παπὶ καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ τυρὶ, ὅπως τὸ Ἀλφαβητάριον Σκορδέλη, τὸ ὁποῖον τιμᾶται 30 λεπτά. Ἐγνώρισα, Κύριοι, μερικὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα φέρουσι τὸν τίτλον τοῦ διδασκάλου, ἀλλὰ δὲν διακρίνονται ἐπὶ μαθήσει. Δυσκολεύομαι νὰ ἀναφέρω τὰ ὀνόματά των· ἐὰν ὅμως ἰδιαιτέρως τὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, οὗτος βεβαίως θὰ συμφωνήσῃ μαζύ μου, διότι συνυπηρέτησε μετ’ αὐτῶν. Τὰ πρόσωπα ταῦτα ἔχουσι συντάξει, τί νομίζετε, Κύριοι; Συντακτικὸν διὰ τοὺς μαθητὰς τῆς δʹ τάξεως τοῦ Γυμνασίου. Ὅτε ἔλαβον τὸ Συντακτικὸν τοῦτο ἀνὰ χεῖρας, ἔκαμα παραστάσεις εἰς τὸν Γυμνασιάρχην Τριπόλεως, πῶς ὑποχρεοῖ τοὺς μαθητὰς νὰ ἀναγινώσκωσι τὸ Συντακτικὸν τοῦ κυρίου ἐκείνου. Ὁ Γυμνασιάρχης ἀπεπειράθη νὰ τὸ ἐπαινέσῃ, καὶ μοὶ συνέστησε νὰ τὸ ἀναγνώσω. Ἀλλ’ ὅτε τῷ εἶπον, ὅτι γνωρίζω τὸν συντάκτην αὐτοῦ, καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην, νὰ ἴδω τί γράφει, τὸ κατήργησε. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔλαβον Γραμματικήν, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλον εἰς τὸν υἱόν μου, φοιτῶντα εἰς τὴν πρώτην τάξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου, ἀκατάληπτον ἐντελῶς. Ὀκτὼ χιλιάδας ὀνόματα ἦτο ὑποχρεωμένον νὰ μάθῃ τὸ παιδί! Ἀνεφέρθην εἰς τὸν Γυμνασιάρχην, ὁ Γυμνασιάρχης ἔλαβε τὴν Γραμματικήν, καὶ μοὶ ἐξέφρασε τὴν ἀπορίαν του, πῶς ἐνεκρίθη τοιαύτη Γραμματική, καὶ ἀμέσως τὴν κατήργησεν. Ἀλλὰ δὲν δύνανται, Κύριοι, νὰ ἀντέχωσιν οἱ γονεῖς εἰς τοιαύτας δαπάνας, οὐδὲ εἶναι ὅλοι οἱ γονεῖς εἰς θέσιν νὰ ἀκολουθῶσι τὸν τρόπον τῆς διδασκαλίας τῶν παίδων καὶ τὰ βιβλία, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουσιν εἰς αὐτοὺς οἱ διδάσκαλοι. Τί συμβαίνει λοιπόν; Οἱ διδάσκαλοι, οἱ διοριζόμενοι ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν, εἴτε τῇ ὑποδείξει τῶν προστατῶν αὑτῶν, εἴτε ἐρχόμενοι εἰς συνεννόησιν πρὸς τοὺς συντάκτας τῶν βιβλίων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι καμμίαν ἀξίαν, ἐπιβάλλουσιν εἰς τοὺς μαθητὰς νὰ διδάσκωνται διὰ βιβλίων ὅλως ἀκαταλήπτων, καὶ ἀντὶ νὰ διδάσκωνται οἱ μαθηταὶ ἐκεῖνοι, τοὐναντίον διαστρεβλοῦται ἡ διάνοια αὐτῶν. Τὰς παραστάσεις ταύτας, Κύριοι, πρὸ πολλοῦ εἶχον τὴν ἐπιθυμίαν νὰ κάμω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅπως λάβῃ γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ σπεύσῃ διὰ νόμου νὰ καταργήσῃ αὐτὰ τὰ διδακτικὰ βιβλία. Ἡμεῖς ἐσπουδάσαμεν διὰ τῆς Χρηστομαθείας τοῦ Ραγκαβῆ· ἐκεῖ ὁ μαθητὴς εὑρίσκει ὅλα, ὅσα ἔχει ἀνάγκην νὰ ἀναγνώσῃ, τὰ δὲ βιβλία, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐγκριθῆ, εἴτε ὡς Ἀναγνωσματάρια, εἴτε πρὸς ἄλλην διδαχὴν, οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ ἀποσπάσματα ἐκ τῆς Χρηστομαθείας ἐκείνης. Ταῦτα ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, καὶ δι’ ἑνὸς νόμου νὰ καταργήσῃ τὸν ἰσχύοντα νῦν νόμον περὶ ἐγκρίσεως διδακτικῶν βιβλίων, ὅπως δώσωμεν τέλος πάντων τροφὴν ὑγιεινὴν εἰς τοὺς Ἑλληνόπαιδας, καὶ μὴ στρεβλῶται ἡ διάνοια αὐτῶν διὰ βιβλίων, ἐξ ὧν πλουτίζουσιν εἴτε οἱ συγγραφεῖς, εἴτε οἱ κρυπτόμενοι ὄπισθεν αὐτῶν, οἵτινες φέρονται μὲν ὡς συγγραφεῖς τῶν διδακτικῶν βιβλίων, δὲν εἶναι δὲ εἰς κατάστασιν πολλάκις νὰ ἐννοήσωσι τὸ περιεχόμενον αὐτῶν, ὄχι νὰ συγγράψωσι τοιαῦτα βιβλία.
§35Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐπεθύμουν νὰ λάβω παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, πληροφορίαν τινὰ περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον πολλάκις ἤχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ τελευταῖον μάλιστα ἤρξατο νὰ ἐμβάλλῃ εἰς ἀνησυχίαν τὴν Διοίκησιν τῆς χώρας. Πρόκειται ἀκριβῶς περὶ τῆς θέσεως τῶν ἀπόρων δήμων ἀπέναντι τῶν ἐπαρχιακῶν ταμιῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκήρυξαν ἀμείλικτον πόλεμον ἐναντίον αὐτῶν διὰ τὰ καθυστερούμενα δῆθεν ἔσοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι οἱ περισσότεροι δῆμοι τοῦ Κράτους εἶναι ἄποροι, στεροῦνται δὲ καὶ αὐτῆς τῆς βάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ μακαρίτης Τρικούπης εἶχε θέσει, τῶν 2,000 δραχμῶν. Οἱ ταμίαι οἱ ἐπαρχιακοὶ, κατόπιν διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἔλαβον τὸ μέτρον νὰ μὴ δίδωσι καμμίαν συνδρομὴν εἰς τοὺς δήμους. Μεταβαίνουσιν οἱ Δήμαρχοι, ἵνα ζητήσωσι τὰ μέσα, ὅπως διατηρηθῶσι τὰ γραφεῖά των, καὶ πληρωθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι αὐτῶν, καὶ λαμβάνουσι τὴν ἀπάντησιν, ὅτι αὐτὰ θὰ συμψηφισθῶσιν ἀπέναντι τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον δυνάμει τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὑπάρχει καὶ πόρος τις ὑπὲρ τῶν ἀπόρων δήμων, ὁ πόρος ὁ προερχόμενος ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζώων. Ἀλλὰ, δυστυχῶς, δυνάμει τοῦ νόμου, τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἡ μερὶς αὕτη θ’ ἀποδοθῇ εἰς τοὺς δήμους μετὰ πάροδον ἀρκετοῦ χρόνου, καὶ οὕτως οἱ δῆμοι αὐτοὶ θὰ ἔχωσι τὰ γραφεῖά των κεκλεισμένα ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ πλέον. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἅπασαν τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα τὸ ζήτημα αὐτὸ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν, καὶ μεριμνήσῃ προσηκόντως, νὰ διατάξῃ δὲ τοὺς ἐπαρχιακοὺς ταμίας νὰ πληρώσωσιν εἰς τοὺς δήμους τοὐλάχιστον τὰ ἀπαραίτητα ἔξοδα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ἀληθές, ὅτι πάντοτε δὲν παραλείπει νὰ μᾶς βεβαιοῖ, ὅτι διέταξεν ἤπια μέτρα. Ἀλλά, δυστυχῶς, φαίνεται, ὅτι τὰ ἤπια μέτρα εἶναι, νὰ ἀρνῶνται οἱ ταμίαι νὰ πληρώσωσι τοὺς δικαιούχους δήμους.
§36Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μοὶ ἐστάλη ἀναφορὰ τῶν ἁμαξηλατῶν καὶ καρραγωγέων τῆς ἰδικιτέρας μου ἐπαρχίας, οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται, ὅτι αἱ δημόσιαι ὁδοὶ ἀπὸ Θηβῶν μέχρις Ἀθηνῶν καὶ ἀπὸ Θηβῶν μέχρι Λεβαδείας καὶ μέχρι Χαλκίδος, ὡς καὶ μέχρι Δομβραίνης, εἶναι εἰς κακὴν κατάστασιν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι εἶναι παρατεταγμένα εἰς τὰς ὁδοὺς ταύτας δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ χαλίκια, ἀλλὰ ταῦτα χρήζουσιν ἐπιστρώσεως. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, διότι, ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις αὕτη ὀλίγον ἔτι καιρόν, αἱ ὁδοὶ αὗται θὰ ἦναι ἐν πλήρει ἀχρηστίᾳ. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφοράν, καὶ θὰ διατάξῃ τὰ δέοντα.
§37Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοσούτῳ μᾶλλον θέλω λάβει αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν, καθόσον πρόκειται περὶ στρώσεως χαλικίων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι.
§38Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Νομίζω δέ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι καὶ εἰς ὑμᾶς ἀπεστάλη τοιαύτη ἀναφορά· ἀλλ’ ὑμεῖς δύνασθε καὶ ἄλλοθεν νὰ πληροφορηθῆτε.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ νὰ παρακαλέσω μεθ’ ὑμῶν βεβαίως.
§40Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Πρόκειται περὶ τῶν συμπολιτῶν σας, διότι καὶ αὐτοὶ ἔχουσι τὰ αὐτὰ συμφέροντα.
§41Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§42ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ αὔριον, εἰ δυνατόν, τὴν Βουλήν, ἂν ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία συνέστη διὰ τοὺς κατὰ τὸν πόλεμον διαπρέψαντας ὑπαξιωματικούς, ἔφθασεν εἰς ἀποτέλεσμά τι, ἢ ἂν εἰργάσθη κἄν, διότι ἔχω πληροφορίας, ὅτι οὔτε ἤρξατο τῶν ἐργασιῶν της, οὔτε σκοπεύει νὰ ἐργασθῇ.
§43Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§44Κ. ΔΟΥΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§45ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐλάμβανε τὸ μέτρον νὰ ἐξαντλήσῃ τοὺς πίνακας τῶν ὑποψηφίων διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ τῶν διαφόρων ὅπλων, εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὰ παράπονα τῶν ὑπαξιωματικῶν, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν σήμερον, ἤθελον περιορισθῆ κατὰ τὰ 9/10. Καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ δέ, ἡ ὁποία συνεστήθη πρὸ ὀλίγου, ἤθελε δυνηθῆ εὐκολώτερον νὰ προβῇ εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν ἀνδραγαθησάντων ὑπαξιωματικῶν, καὶ τὸ ἔργον αὐτῆς θὰ ἦτο πολὺ εὐχερέστερον, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε προβῆ εἰς τὴν προαγωγὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν, τῶν ὁπωσδήποτε ἐπιτελεσάντων τὸ ἑαυτῶν καθῆκον.
§46Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐπειδὴ περὶ ὑπαξιωματικῶν ὁ λόγος, κρίνω εὔκαιρον νὰ ἐπαναλάβω παράκλησίν μου τινα, ἀπευθυνθεῖσαν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, παράκλησιν ἀφορῶσαν εἰς τὰ δίκαια παράπονα ἑνὸς λοχίου τῶν εὐζώνων, Ἀνδρέου Ζούπα καλουμένου, τὴν προαγωγὴν τοῦ ὁποίου ἐπὶ κατορθώματι πανθωμολογημένῳ οὐ μόνον ὁ προϊστάμενος αὐτοῦ ἀξιωματικὸς κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐκτελέσεως τῆς πράξεως ἐκείνης ἐσύστησεν, ἀλλὰ καὶ τὸ Δικαστήριον τῶν Συνέδρων, ὅτε ἐγένετο ἡ δίκη τῶν ὑπ’ αὐτοῦ συλληφθέντων λῃστῶν, ἐπρότεινε μετὰ μεγίστου ἐνδιαφέροντος πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ ὑπαξιωματικὸς ἐκεῖνος, κύριε Πρόεδρε, ὅτε ἡ Θεσσαλία κατείχετο ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ... Μία φωνή. Ὤχ, ἀδελφέ! ἄφησε μας!
§47Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἀκούω τινὰ δυσανασχετοῦντα ἐπὶ τῇ ὁμιλίᾳ μου, καὶ λέγοντα «ὤχ ἀδελφέ! ἄφησέ μας!» Δὲν διέκρινα, ποῖος εἶναι. Οἱοσδήποτε ὅμως καὶ ἂν ἦναι οὗτος, τὸν συμβουλεύω νὰ μὴ ἦναι τόσον ἀνυπόμονος, καὶ νὰ πιστεύσῃ μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ἡ ὑπόθεσις, περὶ τῆς ὁποίας σήμερον ὁμιλῶ, εἶναι ὑπόθεσις, ἡ ὁποία κατὰ πολὺ ἔπρεπε νὰ τὸν ἐνδιαφέρῃ, καὶ ἂν ἀκόμη ἔχῃ οὗτος ἰδίας ἴσως ὑποθέσεις σπουδαίας. Ἄλλως τε, Κύριοι, ἀρκετὰ ἐπληρώθημεν, καὶ ὀφείλομεν νὰ μένωμεν ἐδῶ, οὐ μόνον νομοθετοῦντες, ὡς νομοθετοῦμεν, ἀλλὰ καὶ ἐλέγχοντες, καὶ διὰ τοῦτο καλὸν θεωρῶ νὰ παύσουν πλέον αἱ ἀνυπομονησίαι καὶ αἱ ἐπικρίσεις. Ὁ ὑπαξιωματικὸς ἐκεῖνος, κύριε Πρόεδρε, καθ’ ὃν χρόνον, ὡς εἶπον, ἡ Θεσσαλία κατείχετο ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, ἔλαβε τὴν ἐντολὴν νὰ τηρήσῃ τὴν τάξιν κατά τι τμῆμα τῆς οὐδετέρας ζώνης, τὴν ὁποίαν ἐλυμαίνοντο τότε λῃστρικαὶ συμμορίαι, γεννηθεῖσαι ἐκ τῆς περιστάσεως ἐκείνης (δὲν γνωρίζω, ἂν ἦσαν ὑπολείμματα τῆς περιφήμου Ἐθνικῆς Ἑταιρείας), κατορθώσας δὲ νὰ ἀνακαλύψῃ τὸ κρησφύγετον λῃστοσυμμορίας τινός, ἐξ 20 ἀτόμων ἀποτελουμένης, καὶ ἐπὶ κεφαλῆς δέκα μόνον στρατιωτῶν ἐπιτεθεὶς κατὰ τῶν λῃστῶν, ἠδυνήθη, μετὰ ὁλοκλήρου ἡμέρας ἀγῶνα, παντελῶς νὰ καταστρέψῃ αὐτοὺς, τοὺς μὲν φονεύσας, καὶ τοὺς ὑπολοίπους συλλαβὼν, δύο μόνον κατορθωσάντων νὰ διαφύγωσιν. Ὁ διοικητὴς τῶν κατὰ τὸ μέρος ἐκεῖνο μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων ἔκρινε καθῆκόν του νὰ συστήσῃ τὴν πρᾶξιν τοῦ γενναίου ἐκείνου λοχίου, διότι εἶχε τὴν συναίσθησιν, ὅτι ἡ γενναιότης δὲν δηλοῦται διὰ τῶν χαρτιῶν, τὰ ὁποῖα τόσον ἀφειδῶς ἐσκορπίσθησαν κατὰ τὸν πόλεμον ὑπὸ τῶν διευθυνόντων τμήματα στρατοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐν ἄλλαις περιστάσεσι, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπίσης, ὡς καὶ ἐν πολέμῳ, οἱ φιλότιμοι ἄνδρες δύνανται τὴν ἑαυτῶν ζωὴν νὰ προσφέρωσι θυσίαν ὑπὲρ τῆς τάξεως καὶ εὐνομίας. Ἀλλὰ, καίτοι ἔκτοτε τρεῖς ἢ τέσσαρες Ὑπουργοὶ διῆλθον ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διευθύναντες αὐτὸ, τὴν σύστασιν ἐκείνην τοῦ ἀξιωματικοῦ, τοῦ προϊσταμένου τοῦ λοχίου Ζούπα, οὐδόλως ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, ἐνῷ μετὰ παρέλευσιν χρόνου τινὸς ἤχθησαν ἐνώπιον τοῦ Κακουργοδικείου τῆς πρωτευούσης, ἵνα δικασθῶσι, τινες ἐκ τῶν συλληφθέντων ὑπὸ τοῦ ἐν λόγῳ λοχίου, καὶ ὄχι μόνον ἀνεγνωρίσθησαν καὶ κατεδικάσθησαν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐκτύλιξις τῆς καταστροφῆς τῆς συμμορίας ἐκείνης ἐνεποίησεν εἰς τὸ Δικαστήριον τοιαύτην ἐντύπωσιν, ὥστε αὐθόρμητον τὸ Δικαστήριον τῶν Συνέδρων προέβη εἰς τὴν σύστασιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ ὑπαξιωματικοῦ ἐκείνου, ὑποδεῖξαν εἰς αὐτὸν, ὅτι ἀμελλητὶ ἔπρεπε νὰ προαγάγῃ τὸν ὑπαξιωματικὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τόσον ἐτίμησε τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν διὰ τῆς ἡρωϊκῆς ἐκείνης πράξεώς του. Ἀλλ’ ἐνῷ πάντα ταῦτα ἐγένοντο, καὶ ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον περὶ λῃστείας ἐπιβάλλεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀμείψῃ τὸν ὑπαξιωματικὸν αὐτὸν διὰ προαγωγῆς εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, τί, νομίζετε, ἐγένετο; Κατὰ τὸν παρελθόντα Μάρτιον, ὅτε πλέον ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐπείσθη, ὅτι ὠφείλετό τι εἰς τὸν γενναῖον καὶ φιλότιμον ἐκεῖνον λοχίαν, τὸν ἤμειψεν, ἀλλ’ ἀνεπαρκῶς, προαγαγὼν αὐτόν, οὐχί, συμφώνως πρὸς τὸν κείμενον νόμον, εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, ἀλλ’ εἰς τὸν τοῦ ἐπιλοχίου· τουτέστιν ἤμειψεν αὐτὸν διὰ δώρου ἀδώρου. Εἰς μάτην τότε ἐγὼ διεμαρτυρήθην, εἰς μάτην ἐπεκαλέσθην τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς μάτην ἀνέγνωσα ἐντεῦθεν τὰς διαφόρους ὑπὲρ τοῦ εἰρημένου ὑπαξιωματικοῦ συστάσεις οὐ μόνον τοῦ προϊσταμένου του, ἀλλὰ καὶ τῶν Δικαστηρίων· ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἰς οὐδὲν λογισάμενος τὰς συστάσεις καὶ τὰς διαμαρτυρίας ταύτας, ἐξακολουθεῖ μὴ ἀπονέμων τὸ δίκαιον εἰς τὸν λοχίαν ἐκεῖνον. Ἀλλὰ τὴν ἀδιαφορίαν ταύτην τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐλέγχουσι μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι γινώσκουσι τὴν προσενεχθεῖσαν ὑπὸ τοῦ λοχίου ἐκείνου ὑπηρεσίαν. Εἰς ἐπίρρωσιν αὐτῆς, εἰς ἐπιβεβαίωσιν τοῦ δικαίου, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ὑψοῦμεν φωνὴν ὑπὲρ τοῦ λοχίου τούτου, ἔρχεται νῦν δευτέρα σύστασις, τῶν ἐν Τρικκάλοις Συνέδρων, οἱ ὁποῖοι, ἐκδικάσαντες δίκην τινὰ, ἀφορῶσαν εἰς δύο ἢ τρεῖς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνελήφθησαν ὑπὸ τοῦ λοχίου Ζούπα κατὰ τὴν συμπλοκὴν ἐκείνην, δὲν ὤκνησαν εὐθὺς μετὰ τὴν δίκην, ἡ ὁποία ἀπέληξεν εἰς καταδίκην τῶν κατηγορουμένων, νὰ ὑποβάλωσι τὴν νέαν ταύτην σύστασιν ὑπὲρ τοῦ λοχίου, ἀποβλέπουσαν εἰς ὃ καὶ ἡ τῶν ἐν Ἀθήναις Συνέδρων. Ταῦτα πάντα, κύριε Πρόεδρε, μοὶ ἐπιβάλλουσι, διὰ χιλιοστὴν ἴσως φορὰν, νὰ ἐρωτήσω: Οἱ ἐν ἰσχύϊ νόμοι εἶναι σεβαστοὶ, ναὶ ἢ οὔ; Ἐγὼ καὶ ἄλλοτε ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἀπονεμομένων ἀμοιβῶν, καὶ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀτομικῶς ἔχω, ὡς πρὸς τὰς ἀπονεμομένας ἀμοιβὰς, δὲν ἐφοβήθην νὰ ἐκφράσω ἀπὸ τοῦ βήματος, εἰπὼν, ὅτι κακῶς ἔχουσιν οἱ νόμοι, καὶ κακῶς ἀπονέμονται ἀμοιβαί τινες, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἀπονομὴ ἀμοιβῆς ἐπὶ μόνῃ τῇ ἁπλῇ ἐκπληρώσει τοῦ καθήκοντος ἀφίνει νὰ ἐννοῆται, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ στρατοῦ δέχεται ἐν τοῖς κόλποις αὑτοῦ καὶ ἀνθρώπους μὴ ἐκπληροῦντας τὸ καθῆκόν των. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· πρόκειται περὶ τοῦ ἂν ἔχωμεν νόμους, καὶ ἂν τοὺς νόμους τούτους ὀφείλωμεν νὰ σεβώμεθα. Καὶ ἀληθῶς ἔχομεν τὸν νόμον περὶ ληστείας, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι λοχίας συλλαμβάνων ἢ φονεύων λῃστὴν ἐπικεκηρυγμένον προάγεται εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τὸν νόμον περὶ συστάσεως τοῦ Σχολείου τῶν ὑπαξιωματικῶν, ὁ ὁποῖος ἐν τῷ πρώτῳ, νομίζω, ἄρθρῳ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὰς περιστάσεις, ἐκ τῶν ὁποίων δύναταί τις λοχίας ἢ ἐπιλοχίας νὰ προαχθῇ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, ποιεῖται τὴν ἐξαίρεσιν δι’ ἐκείνους, οἵτινες διέπρεψαν εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας, λέγων, ὅτι οἱ τοιοῦτοι προάγονται εἰς ἀνθυπασπιστὰς, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ὑπάρχει ἀκόμη χηρεύουσα θέσις. Ἐνῷ λοιπὸν τοῦ Ζούπα τὴν ἀνδρίαν καὶ αὐταπάρνησιν ὁμολογοῦσι τὰ Δικαστήρια, ἐνώπιον τῶν ὁποίων ἐξετυλίχθη ἡ τραγωδία, εἰς ἣν ἐπρωταγωνίστησεν ὁ λοχίας Ζούπας, ἐνῷ διὰ τὸν φόνον ἑνὸς μεμονωμένου λῃστοῦ, Χάκα καλουμένου, προὐβιβάσθησαν ἑπτὰ ἐν ὅλῳ λοχίαι εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, ἐνῷ διὰ τὴν καταστροφὴν τῆς συμμορίας τοῦ Παπακυριτσοπούλου, ἐκ τεσσάρων μόνον μελῶν συγκειμένης, ἐπαρασημοφορήθησαν καὶ προήχθησαν πλείονες τῶν δέκα ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ ἐκ τῶν 300 ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπολιόρκησαν αὐτὴν, διὰ τὴν καταστροφὴν εἰκοσαμελοῦς λῃστρικῆς συμμορίας δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἀπονείμωμεν ἀμοιβὴν εἰς τὸν ἐπὶ κεφαλῆς δέκα μόνον ἀνδρῶν λοχίαν Ζούπαν; Πρὸς τί ἐπὶ τέλους οἱ νόμοι; Τί δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν τοιαύτην ἀδιαφορίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν; Δὲν θέλω νὰ εἴπω περισσότερα, κύριε Πρόεδρε. Παρακαλῶ μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, κατόπιν τῆς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἀπευθυνθείσης πρὸς αὐτὸν παρακλήσεώς μου, διὰ τίνα λόγον ἠδίκησε τὸν λοχίαν Ζούπαν.
§48ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Παρέστην, οὐχὶ ὡς ἔχων μέρος εἰς αὐτὴν, ἀλλὰ ὡς θεατὴς, εἰς τὴν δίκην τὴν διεξαχθεῖσαν ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου Ἀθηνῶν, καὶ σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι, καίτοι θεατὴς, ἐξετίμησα πολὺ τὴν μετριοφροσύνην τοῦ λοχίου τούτου, καὶ τὴν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου ἁπλότητα, μετὰ τῆς ὁποίας διηγεῖτο κατορθώματα, τὰ ὁποῖα αὐτὸς δὲν ἐφαίνετο θεωρῶν τοιαῦτα, ἀλλ’ εἰς τοὺς ἀκροατὰς καὶ εἰς τὸ Δικαστήριον ἔκαμαν ζωηρὰν ἐντύπωσιν. Τοῦτο δ’ ἔπεισε τὸ Δικαστήριον τῶν Συνέδρων νὰ ποιήσηται τὴν σύστασιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ ἐμὲ δ’ ἀναγκάζει νὰ ἐκθέσω εἰς τὸν Ὑπουργὸν ταῦτα, ὅπως εἶχον ἀντιληφθῆ αὐτὰ τότε. Τώρα προστίθεται νέα σύστασις τοῦ ἐν Τρικκάλοις Δικαστηρίου τῶν Συνέδρων. Θεωρῶ, ὅτι τοιαῦται πράξεις εἶναι καθῆκον νὰ μὴ παραβλέπωνται ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας· συντελεῖ δὲ ἡ ἀμοιβὴ τῶν πράξεων αὐτῶν καὶ εἰς τὸ νὰ κρατύνῃ καὶ ἐνισχύῃ τὴν πειθαρχίαν ἐν τῷ στρατῷ, ἐνῷ ἀντίθετος πολιτεία ἐμπνέει τὴν ἰδέαν, τὴν κυριαρχοῦσαν ἐν πᾶσι τοῖς Σώμασι καὶ παρὰ πᾶσι τοῖς πολίταις, ὅτι τὸ δίκαιον δὲν ἀμείβεται, οὔτε βραβεύεται, ἀλλὰ τὰ μέσα προκαλοῦσι βραβεῖα. Ὅταν δὲ εἰς τὸν στρατὸν ἐνισχύηται τοιαύτη ἰδέα, περιττὸν νὰ φέρητε νόμους ὑπὲρ αὐτοῦ, διότι ἡ πειθαρχία ἀδύνατον νὰ ῥιζωθῇ.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κ. Μιχ. Στελλάκης ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τῶν ἑξῆς νομοσχεδίων: 1) Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ φαρμακείων νόμων. 2) Περὶ προσωπικοῦ τῶν γεωργικῶν ἱδρυμάτων τοῦ Κράτους. 3) Περὶ ἐπιθεωρητοῦ τῆς γεωργίας. Αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 233–235).
§50Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Πρὸ πολλοῦ εἶχον ὑποβάλει ἐπερώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν πρώτων ἐγγάμων ὀρφανῶν ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε τὴν καλωσύνην μετ’ ὀλίγας ἡμέρας νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν δύο ἐγκυκλίους, ἀντιφασκούσας ὅμως πρὸς ἀλλήλας, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἔδειξε δὲ, ὅτι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐγκύκλιον, διὰ τῆς ὁποίας θὰ διετάσσετο ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ πρώτου ἐγγάμου ὀρφανοῦ. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπειδὴ μέχρι τοῦδε δὲν εἴδομεν τὴν ἐγκύκλιον ταύτην, νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ κανονισμοῦ τοῦ ζητήματος τούτου.
§51Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Βεβαίως ἐσκόπουν νὰ διορθώσω τὸ κοινῶς νομιζόμενον ἄτοπον τοῦτο, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται ἰδιαιτέρα μελέτη, διότι παρουσιάζεται ἕτερον ἄτοπον, ὅτι κατὰ τὸν νόμον ἀπαλλάσσονται οἱ πρεσβύτεροι, ὑποχρεοῦνται δὲ νὰ ὑπηρετήσωσιν οἱ ἑπόμενοι, καὶ οὗτοι, ἐὰν τύχωσιν ἔγγαμοι, δίδουσιν ἀφορμὴν εἰς ἀπαλλαγήν των· ἀλλ’ ἀπαλλασσομένου τοῦ ἑπομένου, ἕπεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος ἀπαλλαγῆς τοῦ πρώτου. Ὑπάρχει ἄλλη διάταξις τοῦ νόμου, ἥτις κανονίζει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν, ἐκλιπόντων τῶν λόγων τῆς ἀπαλλαγῆς, πρέπει νὰ προσέλθωσιν οἱ ὑπόχρεοι εἰς τὸν στρατόν. Τοῦτο ἐπίσης ἀπαιτεῖ μελέτην, ἵνα μὴ προσκρούσωμεν εἰς τὸ κύριον θέμα. Δι’ αὐτὸ ἀνέβαλλον μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης νὰ ἐκδώσω τὴν διαταγήν. Ἡ μελέτη εἶναι ἤδη παρεσκευασμένη.
§52Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐμελέτησε τὸ ζήτημα. Ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ἐποιήσατο τὴν ἐπερώτησιν, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θὰ διατάξῃ τὴν ἄμεσον ἀπαλλαγὴν τῶν ὀρφανῶν ἐγγάμων, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. δὲ 25,940 παρελθόντος ἔτους ἐγκυκλίου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἡρμήνευσεν ἐσφαλμένως τὸν νόμον, τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν δικαστικοῦ συμβούλου, διότι ὁ νόμος ὁμιλεῖ περὶ ὀρφανῶν, χωρὶς νὰ ποιῆται διάκρισιν, ἐὰν εἶναι ἔγγαμοι, ἢ οὔ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐποιήσατο τὴν δήλωσιν, ὅτι ἀπαλλάσσονται οἱ ὀρφανοὶ, ἵνα προστατεύσωσι τὰς χήρας μητέρας των, ἀλλ’ ἐὰν ἦναι ἔγγαμοι, δὲν θὰ προστατεύωσι τὴν χήραν μητέρα των. Ἀλλὰ κατόπιν, μελετήσας τὸ ζήτημα ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἶπεν, ὅτι ὄχι μόνον τὴν ἰδίαν αὐτοῦ οἰκογένειαν ὁ ἔγγαμος ὀρφανὸς προστατεύει, ἀλλὰ καὶ τὴν μητέρα τὴν χήραν ὑποστηρίζει. Ἀλλ’ ὅπως ἀνεκοίνωσε τὸ ζήτημα σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν, ἀνήρεσε τὴν τελευταίαν γνώμην του, καθ’ ἣν ἔπρεπε ν’ ἀπαλλαγῶσιν οἱ ὀρφανοὶ, εἴτε ἔγγαμοι, εἴτε ἄγαμοι. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διατάξῃ τὴν ἄμεσον ἀπαλλαγὴν τῶν ὑπηρετούντων ἐγγάμων ὀρφανῶν, διότι ἄλλως νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι θὰ δώσητε ἀφορμὴν νὰ ζητηθῶσι μεγάλαι ἀποζημιώσεις παρὰ τοῦ Δημοσίου ἐκ μέρους τῶν ἀδίκως καὶ παρανόμως ὑπηρετούντων.
§53Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἔχητε ὑπομονὴν μέχρι τῆς αὔριον, ὅτε θέλω ἀπαντήσει εἰς πάσας τὰς ἐπερωτήσεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν, καὶ θέλω ἀναπτύξει καὶ τὸ θέμα τοῦτο.
§54Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ τὴν ἐξέτασιν τῶν παραπόνων κατὰ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Τρίκκης. Διὰ τὸν ἱεράρχην τοῦτον ἀπὸ πολλοῦ λέγεται, ὅτι ἐκτρέπεται εἰς διαφόρους πράξεις κατὰ τῶν Μονῶν τῆς δικαιοδοσίας του. Βεβαίως δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἐμὲ νὰ φέρω τὸν λόγον καθ’ ἑνὸς ἱεράρχου, στηριζόμενος εἰς θρύλους, ἀλλ’ εἶδον εἰς Θεσσαλικὴν ἐφημερίδα ἀναγραφομένας διαφόρους πράξεις αὐτοῦ, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὅτι ἀφήρεσε καὶ κατακρατεῖ, παρὰ τὰς διαμαρτυρίας τῶν ἱερομονάχων καὶ μοναχῶν, διάφορα κειμήλια τῆς Μονῆς Δούσικο. Ἤθελον καὶ ἄλλα νὰ εἴπω, ἀλλὰ τὸ σέβας καὶ ἡ εὐλάβεια, ἥτις ὀφείλεται εἰς τὸ σχῆμα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου τούτου, μοὶ ἐπιβάλλει νὰ μὴ ἐκταθῶ πλειότερον. Ἄλλως τε δὲν εἶμαι βέβαιος περὶ τοῦ βασίμου τῶν παραπόνων τούτων, οὔτε δύναμαι νὰ πιστεύσω ποτὲ, ὅτι ἱεράρχης, τῆς περιωπῆς μάλιστα τοῦ ἁγίου Τρίκκης, εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τοσοῦτον νὰ γένηται ἐπιλήσμων τῶν καθηκόντων καὶ τῆς θέσεως αὑτοῦ. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ αὐστηροτάτας ἀνακρίσεις, ὅπως ἐξακριβωθῇ ἡ ἀλήθεια, καὶ μὴ διασύρηται ἡ ὑπόληψις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου τούτου, ἐπὶ ζημίᾳ καὶ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς σεβασμιότητός του, ἣν θεωρῶ ὑπερκειμένην πάσης τοιαύτης μομφῆς.
§55ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὑπεβλήθησαν τοιαῦτα παράπονα κατὰ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ἱεράρχου. Τὰ παράπονα ταῦτα τὸ Ὑπουργεῖον διεβίβασεν ὅπου δεῖ.
§56Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Δὲν γνωρίζω πόθεν ἔλαβε τὰς πληροφορίας ταύτας ὁ κ. ἐξ Ἁγυιᾶς Βουλευτὴς, ἀλλ’ εἶναι βεβαίως λίαν ἄτοπον νὰ δίδῃ τις πίστιν εἰς θρύλους, προκειμένου περὶ ἱεράρχου, οἷος ὁ ἅγιος Τρίκκης, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀμέμπτου διαγωγῆς καὶ ἐκ τῶν σωφρονεστέρων ἱεραρχῶν. Εἶναι λίαν τολμηρὸν, πιστεύω, νὰ δύναταί πᾶς τις, ἔστω καὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον καὶ ν’ ἀποδίδῃ μομφὰς κατὰ τοιούτων ἀνδρῶν.
§57Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κύριος συνάδελφος δὲν ἀντελήφθη καλῶς, τί εἶπον. Νομίζω, ὅτι μετὰ πολλῆς εὐλαβείας ὡμίλησα, καὶ προσέθηκα, ὅτι δὲν πιστεύω νὰ διέπραξεν ὁ ἱεράρχης αὐτὸς ὅσα λέγονται ἐναντίον του.
§58Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὸ ὀρθὸν εἶναι, κύριε Πρόεδρε, τοιαῦται ἐπερωτήσεις, ἀποβλέπουσαι εἰς πρόσωπα τῆς Ἐκκλησίας, νὰ μὴ ἀκούωνται ἐνταῦθα. Ἠδύνατο ὁ κ. συνάδελφος ἀπ’ εὐθείας νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅσα ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν.
§59Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Μοὶ ἐπιβάλλεται, νομίζω, ὡς ἀντιπροσώπῳ τῆς ἐπαρχίας Τρικκάλων, ὅπου εἶναι ἱεράρχης ὁ περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ ἐξ Ἀγυιᾶς κ. συνάδελφος, νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶ δι’ ὅσα πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βουλευτὴς ἀόριστα καὶ ἀσαφῆ ἀπέδωκεν εἰς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Τρίκκης. Διότι, κύριε Πρόεδρε, ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπαναλαμβάνῃ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ὅσα ἀνέγνωσεν ἐν ταῖς ἐφημερίσι, χωρὶς νὰ τὰ πιστεύῃ, νομίζω, ὅτι εἶναι χειρότερον, παρὰ ἐὰν καθώριζε πρᾶξιν, περὶ τῆς ὁποίας θὰ εἶχε πεποίθησιν. Ἐγὼ ἓν ἔχω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ πρὸς τὸν ἱεράρχην τοῦτον ὑπόληψις καὶ ὁ σεβασμὸς τῶν ἐπαρχιῶν Τρικκάλων καὶ Καλαμπάκας εἶναι ἀμέριστος καὶ ἀμείωτος, καὶ ὅτι μόνον ἐπαίνους ἔχουσι νὰ ἀναφέρωσιν οἱ κάτοικοι Τρικκάλων καὶ Καλαμπάκας περὶ τοῦ ἁγίου Τρίκκης. Λυποῦμαι πολύ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ φίλος μου ἔδωκε προσοχὴν εἰς θρύλους, ὅπως ὁ ἴδιος ἀπεκάλεσε τὰ ὑπ’ αὐτοῦ ἀναγνωσθέντα ἔν τινι ἐφημερίδι, καὶ ἠθέλησεν, εἰς τοὺς θρύλους τούτους βασιζόμενος, νὰ δώσῃ σημασίαν, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε ἤλπιζον, ὅτι ἤθελε δώσει εἰς αὐτοὺς, διασύρων ἐντεῦθεν τὴν ἀξίαν καὶ τὴν ἀρετὴν τοῦ ἱεράρχου τούτου. Φρονῶ δὲ, ὅτι σύσσωμος ἡ Βουλὴ θέλει ἀποφανθῇ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ῥηθῶσι ταῦτα.
§60ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως! βεβαίως!
§61Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§62ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§63Κ. ΔΟΥΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§64Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Πρὸ ὀλίγου ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ τοῦ δήμου Καρδαμύλης, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ ἐγκριτώτεροι τῆς κωμοπόλεως μοὶ ἀνακοινοῦσιν, ὅτι ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ ἀποδεικνύεται καταχραστὴς σπουδαίων ποσῶν. Ὁ νεώτερος νόμος, ὁ τροποποιῶν τὸν ἀρχαιότερον τοῦ 1833, ἐκδοθεὶς κατὰ τὸ 1891, ῥητῶς λέγει, ὅτι ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ παύεται, ἐὰν ἡ ἀντικατάστασις αὐτοῦ προτείνηται ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Τοιαύτη πρότασις ὑπάρχει ἐκ μέρους τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Καρδαμύλης· παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ὡς τάχιον ἐκδοθῇ τὸ ἀπαιτούμενον Β. Διάταγμα πρὸς παῦσιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται καταχραστοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος.
§65Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου δὲν ἔφθασεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Μόλις φθάσῃ, ἐπειδὴ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ συμμορφωθῶ πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου, θὰ σπεύσω νὰ ὑποβάλω τὸ Διάταγμα.
§66Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, φειδόμενος, φαίνεται, τοῦ χρόνου, δὲν ἠθέλησε νὰ ἐκθέσῃ τὰ πράγματα, ὡς ἔχουσιν, ἀπὸ τὴν ἀρχήν. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη δὲν εἶναι σημερινή, ἱστορεῖται ἀπὸ μακροῦ χρόνου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶχον τηρηθῆ οἱ τύποι, καθ’ οὓς ἠδύνατο ν’ ἀποδειχθῇ ἡ ἀνικανότης καὶ ἡ ἀνευλάβεια πρὸς τὸ δημόσιον χρῆμα τοῦ εἰσπράκτορος αὐτοῦ, διὰ τοῦτο ἐθεωρήθη καὶ ἐκ μέρους τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ μέρους ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος προσωπικῶς τὸν παρεκάλεσα περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὅτι ἔπρεπε νὰ διαταχθῶσιν αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαί, ὁ Νομάρχης καὶ ὁ Δήμαρχος, νὰ τηρήσωσι πάντας τοὺς τύπους. Τοῦτο διετάχθη· καθ’ ἃ δὲ πληροφορούμεθα, καὶ ἐγὼ καὶ ὁ συνάδελφος κ. Καπετανάκης, οἱ τύποι ἐξετελέσθησαν, καὶ ἡ ὑπόθεσις ἔρχεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐλπίζω δ’ ὅτι μόλις φθάσῃ ἐκεῖ θὰ διαταχθῶσι τὰ δέοντα. Ἐπίσης παρακαλῶ αὐτὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ τηλεγράφημα τοῦ δήμου Ἀβίας, διὰ τοῦ ὁποίου παρακαλεῖται νὰ ἀναγράψῃ πίστωσιν διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Μαντινείας εἰς Κάμπον, διότι ἕως τώρα ἐξώδευσεν ἀρκετὰ χρήματα τὸ Δημόσιον, καὶ ὁ δρόμος ἔμεινεν ὅπως τὸν ἄφησαν· ἐὰν δ’ ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις αὕτη, θὰ ζημιωθῇ καὶ ὁ τόπος καὶ τὸ Δημόσιον. Ἡ συγκοινωνία ἀναπτύσσει τὸ ἐμπόριον, οἱ δὲ συνδημόταί μου ἐκεῖνοι θὰ ἦναι εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν, ἐὰν κατασκευασθῇ ἡ ὁδὸς, μὲ περισσοτέραν εὐκολίαν νὰ πληρώνωσι τοὺς φόρους. Προσέτι θὰ ἐπαναλάβω πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὴν παράκλησιν, τὴν ὁποίαν εἰς ἄλλην συνεδρίασιν ὑπέβαλον πρὸς αὐτὸν, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ συναινέσῃ, ὅπως τὸ νομοσχέδιον περὶ συντηρήσεως τοῦ Δημοτικοῦ Γυμνασίου Μεσσήνης συζητηθῇ κατὰ προτίμησιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε τότε, ὅτι θὰ προτιμηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀλλὰ δυστυχῶς μέχρι σήμερον δὲν προετιμήθη. Ἂς εὐαρεστηθῇ λοιπὸν νὰ τὸ ἀναγράψῃ αὔριον πρῶτον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι ἁπλῆ μόνον ἀνάγνωσις αὐτοῦ ἀπαιτεῖται. Δὲν θὰ προκαλέσῃ καμμίαν συζήτησιν.
§67Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ συνενῶ τὰς παρακλήσεις μου περὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Περὶ δὲ τοῦ ζητήματος τῆς συγκοινωνίας τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον ἐκτενῶς εἰς ἄλλην συνεδρίασιν.
§68Ν. ΤΣΟΓΚΑΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ παραχωρήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἀποξηράνσεως τοῦ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βονίτσης ἕλους Λεσίνι».
§69Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ δευτέρας μεταρρυθμίσεως τῆς συμβάσεως περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου ἀπὸ Λαυρίου εἰς Ἀθήνας καὶ περὶ κατασκευῆς ἄλσους ἐν Κηφισιᾷ». Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν αὐτοῦ καὶ τὴν ἀναγραφήν του ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει μεταξὺ τῶν πρώτων, ἵνα συζητηθῇ κατὰ προτίμησιν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 236).
§71Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καταθέτω τὰς παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου ζητηθείσας πληροφορίας περὶ ἀποσπάσεως καὶ τοποθετήσεως ἀξιωματικῶν τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας.
§72Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρόκειται περὶ τοποθετήσεων γενομένων ὑπὸ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ἢ προηγουμένων;
§73Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Παρὰ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως.
§74Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἀπό τινων ἡμερῶν ἀναγράφονται ἐν ταῖς ἐφημερίσι σκάνδαλα, λαμβάνοντα χώραν ἐν τῷ Νοσοκομείῳ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Πιστεύω, ὅτι ταῦτα βεβαίως προσείλκυσαν τὴν προσοχὴν καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰς ὃν ἐπιβάλλεται ἡ ἐποπτεία παντὸς τοιούτου καθιδρύματος, καὶ διὰ τοῦτο θέλω παρακαλέσει, ὅπως, εἰ δυνατὸν, πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τί συμβαίνει ἐν τῷ ἀγαθοεργῷ αὐτῷ ἱδρύματι, ὥστε ἐκ διαφωνίας μεταξὺ μιᾶς ἀρχινοσοκόμου καὶ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου αὐτοῦ, τοῦ ἀποτελουμένου ἐκ τόσων ἐριτίμων κυριῶν, νὰ συμβαίνωσι λυπηραὶ σκηναί. Πρέπει νὰ μάθωμεν, ὁποῖαι αἱ διαφωνίαι, αἱ ὁποῖαι ἠνάγκασαν τὰς ἐριτίμους αὐτὰς κυρίας νὰ παραιτηθῶσι, καὶ ἂν ἡ παραίτησις αὐτῶν ἐγένετο δεκτή. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρέρχωνται ἀπαρατήρητα τοιαῦτα ζητήματα.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν Δέσποιναν χήραν τοῦ ἀπαθανόντος ἀντιναυάρχου Μιλτιάδου Κ. Κανάρη». Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἀποβιώσαντος Ἰωάννου Ν. Δεληγιάννη».
§76Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐλέχθη, ὅτι ἠδύνατο νὰ γείνῃ συνάμα ἡ ψηφοφορία εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν χήραν καὶ τὰς ἀγάμους θυγατέρας τοῦ Σπυρίδωνος Γ. Καραϊσκάκη.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐτῆς δὲν διενεμήθη ἀκόμη.
§78Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς συστάσεως, ἣν ἐποιήσατο ὁ ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς κ. Ἀλέξανδρος Ῥώμας, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εὐηρεστήθη νὰ ἀπαντήσῃ. Ἑνόνω καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησίν μου, καὶ παρακαλῶ νὰ συναινέσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅπως ἡ σύνταξις διὰ τὴν χήραν καὶ τὰς τρεῖς θυγατέρας τοῦ μακαρίτου Ἰωάννου Ν. Δεληγιάννη ἀναβιβασθῇ ἀπὸ 200 εἰς 300 δραχμάς, διότι ἡ σύνταξις 200 δραχμῶν εἶναι σύνταξις, τὴν ὁποίαν λαμβάνει ἡ χήρα κατωτάτου ὑπαλλήλου, ὑπηρετήσαντος ἐπὶ ὡρισμένα ἔτη εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δεχθῇ τὴν σύστασιν ταύτην, ἣν φαίνεται ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἀποδεχομένη, ἐκτὸς αὐτοῦ.
§79ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καὶ ἐγώ, πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἐπαναλάβω τὴν σύστασίν μου ὑπὲρ τῶν οἰκογενειῶν τοῦ μακαρίτου Μίληση καὶ τοῦ μακαρίτου Ροντήρη. Δὲν εἶναι δίκαιον, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ παραβλέψῃ τὴν περίθαλψιν τῶν οἰκογενειῶν τοιούτων ἀνδρῶν.
§80Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Μετὰ τὴν ψηφοφορίαν, κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι τοῦτο πλέον δυνατόν. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. Οἱ παραδεχόμενοι τὰ δύο νομοσχέδια κατ’ ἀρχὴν ψηφίζουσιν εἰς τὸ Ναὶ οἱ μὴ παραδεχόμενοι ψηφίζουσιν εἰς τὸ Ὄχι. (Παρατεθεισῶν δύο καλπῶν ἐπὶ τραπέζης πρὸ τοῦ βήματος, γίνεται μυστικὴ διὰ σφαιριδίων ψηφοφορία, συμφώνως πρὸς τὰ ἄρθρα 61 καὶ 62 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Γ. Καπετανάκη καὶ Κ. Πλατούτσα, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 140. Ἐκ τούτων ὑπὲρ τῆς συντάξεως τῆς χήρας Μιλτιάδου Κ. Κανάρη 116, καὶ 24 κατά. Ὑπὲρ τῆς συντάξεως τῆς οἰκογενείας Ἰωάννου Ν. Δεληγιάννη 110, καὶ 30 κατά. Ἑπομένως ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια ἐγένοντο δεκτὰ κατ’ ἀρχὴν εἰς τρίτην συζήτησιν. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ καὶ κατ’ ἄρθρον μόνον τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἰς τρίτην συζήτησιν).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901 ἐκ δραχμῶν 60,000». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 237). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δραχμῶν 225,000».
§84ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ πίστωσις αὕτη, προστιθεμένη εἰς τὰς ἄλλας, ἀναβιβάζει τὸ ποσὸν τῶν ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων, ὅπερ ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις, συμπεριλαμβανομένων καὶ δύο ποσῶν, ἅτινα δὲν περιλαμβάνονται ἐνταῦθα, διὰ τοὺς τόκους τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Κυπαρισσίας–Μελιγαλᾶ, εἰς 1,999,056.49, ἀφαιρέσει 132,130 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Δηλαδὴ 21,163 διὰ τὴν Βουλήν, 451,016 Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, 944,127 διὰ τὸ δημόσιον χρέος, 58,000 Ὑπουργείου Δικαιοσύνης, 5,800 Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν, 65,400 Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν, 3,000 Ὑπουργείου Στρατιωτικῶν, 6,450 Ὑπουργείου Ναυτικῶν. Ἐν ὅλῳ δρ. 1,554,956. Εἰς ταύτας προσθετέαι δραχ. 218,109 λόγῳ τόκων τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου– Κυπαρισσίας–Μελιγαλᾶ, ἔτι δὲ καὶ δρ. 225,000 λόγῳ προσθέτου βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, διότι ἔχομεν νῦν καὶ ἑτέραν πίστωσιν, πρὸ ὀλίγου κατατεθεῖσαν, καίτοι εἶχεν ἀνακοινωθῆ, ὅτι δὲν εἴχομεν νὰ ἴδωμεν ἄλλην ἐμφανιζομένην. Ἐκ τούτου ἐπληρώθη ἡ πρόβλεψις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θέλει ἔχει πιστώσεις δύο ἑκατομμυρίων· μετὰ δὲ τὰς ἀφαιρέσεις, ἃς κατεδείξαμεν, καὶ μετὰ τῆς ἐπιπροσθέτου πιστώσεως, ἀναβιβάζεται τὸ ποσὸν ἄνω τῶν δύο ἑκατομμυρίων, καὶ ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν ἔληξε τὸ στάδιον τῶν πληρωμῶν. Καὶ εἶναι προφανές, ὅτι διαρκούσης τῆς δευτέρας διαχειρίσεως καὶ ἕτεραι πιστώσεις πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, ἵνα σχηματίσωμεν γνώμην περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901. Καὶ ἐπειδὴ ταύτην τὴν ὥραν ἔρχεται ἡ τελευταία αὕτη πίστωσις, ἐνόμισα ὀρθὸν νὰ ὑποβάλω τὰς περὶ τῶν πιστώσεων τούτων παρατηρήσεις μου. Ἀλλὰ θέλω προσθέσει καί τι πλέον ἐπὶ τοῦ θέματος, προκαλῶν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ζητεῖται ἡ πίστωσις. Ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει, ὅτι οὐδὲν ὑπάρχει τὸ ἀντισυνταγματικόν, ὅπως ὁρισθῇ πρόσθετος ἀποζημίωσις εἰς τοὺς Βουλευτὰς διὰ τὴν προηγουμένην Σύνοδον. Περὶ τούτου ἔχω γνώμην ἀντίθετον, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις εἶχε τοιαύτην γνώμην, ἔπρεπε τοὐλάχιστον εἰς τὸ νομοσχέδιον νὰ δώσῃ συνταγματικὸν τύπον. Ὡς ἔχει ἡ αἰτιολογία, ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ χαρακτηρίζει τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀντισυνταγματικόν. Διότι, προκειμένου περὶ ἐκτάκτου Συνόδου, ποία ἠδύνατο κατὰ τὸ Σύνταγμα νὰ δοθῇ ἀποζημίωσις; Μόνον δι’ ἔξοδα ἐλεύσεως καὶ ἐπανόδου, καὶ οὐδὲν πλέον. Συμφώνως πρὸς τοῦτον τὸν ὁρισμὸν ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ θέσῃ τὴν αἰτιολογίαν αὑτῆς. Ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ἐν τῇ αἰτιολογίᾳ τοῦ νόμου λέγεται ἡμῖν, ὅτι ἡ πρόσθετος ἀποζημίωσις δὲν δίδεται δι’ ἔξοδα ἐλεύσεως καὶ ἐπανόδου, ἀλλὰ διότι ἡ διαμονὴ τῶν Βουλευτῶν ἐν Ἀθήναις ἐγένετο παραίτιος ἐξόδων μεγάλων. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἔκθεσις (ἀναγινώσκει): «Γενομένης δεκτῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς 11 ἱσταμένου τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως ὑπὸ τῆς ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ Ἐπιτροπῆς περὶ ἐπιψηφίσεως προσθέτου ἀποζημιώσεως ἐκ δραχμῶν χιλίων δι’ ἕκαστον τῶν κ. Βουλευτῶν, λόγῳ τῶν ἐπὶ πλέον χρηματικῶν δαπανῶν, εἰς ἃς οὗτοι ὑπεβλήθησαν κατὰ τὴν ἐπακολουθήσασαν τῷ παρελθόντι ἔτει ἔκτακτον Σύνοδον τῆς ΙΕʹ Βουλευτικῆς Περιόδου, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας αὕτη ἔσχε μακρᾶς χρονικῆς διαρκείας, ὑποβάλλω τὸ πρὸς πληρωμὴν τῆς ἀποζημιώσεως ταύτης προσῆκον νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ὑπ’ ἐμὲ Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δραχμῶν διακοσίων εἴκοσι πέντε χιλιάδων, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὅπως ἐπιψηφίσῃ αὐτό.» Ἀλλὰ τοῦτο, οὕτως αἰτιλογούμενον, δὲν εἶναι ὀρθόν, καὶ θὰ ἦτο καλόν, ἂν διωρθοῦτο. Ὑπάρχει καὶ ἕτερόν τι, καὶ τοῦτο δ’ εὑρίσκω ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει. Ἡ Κυβέρνησις, ὡς προτείνει τὸ νομοσχέδιον, κρύπτεται ὄπισθεν τῆς Βουλῆς, ζητοῦσα νὰ καλύψῃ τὴν εὐθύνην αὑτῆς ὄπισθεν τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει εὐθύνην, εἶναι ἀνεύθυνος καὶ ἐν συνόλῳ καὶ εἷς ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν· ἡ Κυβέρνησις, δι’ ὅ,τι καὶ ἂν προτείνῃ, αὐτὴ εἶναι ὑπεύθυνος, καὶ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ κρύπτηται ὄπισθεν τῆς Βουλῆς, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὡς λέγει: «γενομένης δεκτῆς ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς 11 ἱσταμένου τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως ὑπὸ τῆς ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ ἐπιτροπῆς περὶ ἐπιψηφίσεως προσθέτου ἀποζημιώσεως ἐκ δραχ. χιλίων δι’ ἕκαστον τῶν Βουλευτῶν... ὑποβάλλω τὸ πρὸς πληρωμὴν τῆς ἀποζημιώσεως ταύτης προσῆκον νομοσχέδιον κλπ.» Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ εἴπῃ ἰδίαν αὑτῆς γνώμην, καὶ ὅτι ὑποβάλλει τὸ νομοσχέδιον διότι ἡ ἀνάγκη εἶναι νόμιμος καὶ ἀπαιτεῖται τοιαύτη τις χορηγία. Διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ψηφίζῃ δαπάνας ἢ ἐπὶ προτάσει τῆς Κυβερνήσεως ἐντὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ ἐκεῖ, ὅπου ὑπὸ τοῦ Συντάγματος περιορίζεται τοῦ Βουλευτοῦ ἡ πρωτοβουλία, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ, ὅτι ὁ Κανονισμὸς ἔδωκε μείζονα δικαιώματα, διότι ὁ Κανονισμὸς πηγάζει ἐκ διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ἥτις λέγει. «Ἡ Βουλὴ προσδιορίζει διὰ κανονισμοῦ, πῶς θέλει ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά της». Καὶ ἔρχεται ὁ Κανονισμός, ἐφαρμόζων αὐστηρῶς τὸν ὁρισμὸν τοῦτον. Οὐδαμοῦ λέγει, ὅτι ἡ Βουλὴ καταρτίζει προϋπολογισμοὺς ἄλλους, εἰμὴ τὸν τῆς ἐσωτερικῆς αὑτῆς ὑπηρεσίας. Ὅ,τι καθιερώθη ἐν τῇ Βουλῇ κατ’ ἔθιμον, δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐνταῦθα, διότι τὸ ἔθιμον, ὅταν εἰς οὐδὲν βλάπτῃ, παραβλέπεται· ἀλλ’ ὅταν ἔρχηται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ ὑποθέσεως, ἥτις, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἄλλως πρέπει νὰ κανονισθῇ, ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι προτάσει τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει νομοσχέδιον, ἀλλὰ προτείνει ἐκ πρωτοβουλίας. Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον περὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς: «Ἄρθρον 79. Ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ ἐπιτροπὴ καταστρώνει τὸν προϋπολογισμὸν ὅλων ἐν γένει τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς, τὸν ὁποῖον ὑποβάλλει εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ ἐπικύρωσιν αὑτῆς κατὰ τὴν ἀρχὴν ἑκάστης Συνόδου.» Τοῦτο εἶναι καταφανές, ὅτι ἀφορᾷ εἰς τὸν ἐσωτερικὸν προϋπολογισμόν, βάσιν ἔχοντα τὸν γενικὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ τὰς πιστώσεις, τὰς μόνον προτάσει τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἢ διὰ νόμων εἰδικῶν κεχορηγημένας· διότι τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Συντάγματος ῥητῶς λέγει, ὅτι «οὐδεμία πρότασις, ἀφορῶσα αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ μισθοδοσίαν, ἢ σύνταξιν, ἢ ἐν γένει δι’ ὄφελος προσώπου, πηγάζει ἐκ τῆς Βουλῆς». Τοῦτο εἶναι ἀναντίρρητον. Καὶ διὰ τοῦτο λέγω ἁπλῶς, μὴ ἐπαναφέρων σήμερον τὸ Συνταγματικὸν ζήτημα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ νὰ καλυφθῇ ὄπισθεν τῆς Βουλῆς, τῆς μὴ ἐχούσης εὐθύνην, ἵνα καλύψῃ τὴν ἰδίαν αὑτῆς εὐθύνην.
§85Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγώ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι, καθ’ ἣν ἡμέραν ἤθελον εὑρεθῆ Βουλευταί, ἵνα ὑποβάλωσι κατηγορίαν ἐναντίον μου ἐπὶ ἀθετήσει τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν νόμων, δὲν ἤθελον βεβαίως ζητήσει, ὅπως εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον ἔλθωσι νὰ παρακαθήσωσιν οἱ 140 Βουλευταί, οἱ παραδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Οὐδόλως εἶχον τὴν ἰδέαν νὰ κρυβῶ ὄπισθεν τῆς Βουλῆς. Εὑρίσκω δὲ πολὺ παράδοξον τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὁ ὁποῖος, ἐνῷ ἐκρύπτετο ὄπισθεν τῶν λέξεων, ὑπεστήριξεν, ὅτι ἡμεῖς θέλομεν νὰ κρυβῶμεν ὄπισθεν τῆς Βουλῆς. Τί εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής; Ὅτι κακῶς συνετάχθη ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, διότι ἔπρεπε νὰ εἴπωμεν, ὅτι δίδεται τὸ ποσὸν δι’ ἔξοδα μεταβάσεως καὶ ἐπανόδου. Ἀλλὰ σοβαρῶς λέγετε ταῦτα; Ἐὰν πρόκηται περὶ ἐξόδων μεταβάσεως καὶ ἐπανόδου, δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν τίποτε, διότι γινώσκετε, ὅτι οἱ Βουλευταὶ δωρεὰν ταξειδεύουσιν. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, καθ’ ἣν ἐποχὴν οἱ Βουλευταὶ δὲν ἐταξείδευον δωρεὰν, καὶ ἦσθε ὑμεῖς Ὑπουργὸς, ἐδόθησαν, ἢ ὄχι, εἰς τοὺς Βουλευτὰς ἀποζημιώσεις πολὺ ἀνώτεραι τῶν δαπανῶν τοῦ ταξειδίου; Ἐγὼ γινώσκω ἔκτακτον Σύνοδον, εἰς τὴν ὁποίαν ἐδόθησαν 1800 δραχμαὶ εἰς ἕκαστον τῶν Βουλευτῶν. Γινώσκω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, εἰς ἣν εἴχετε μέρος, συνήνεσε νὰ δοθῇ εἰς ἔκτακτον Σύνοδον ποσὸν ἀνώτερον τούτου. Ἀλλὰ τότε οὐδὲ περὶ συνταγματικότητος ἐγένετο λόγος, οὐδὲ περὶ διαθέσεως τῶν κυβερνητῶν, ὅπως κρύψωσι τὴν εὐθύνην των ὄπισθεν τῆς Βουλῆς. Τότε τὰ πάντα ἦσαν λογικὰ καὶ κανονικά. Τί παρουσιάζεται σήμερον; Παρουσιάζεταί τι, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἀντισυνταγματικὸν δὲν εἶναι, τὸ ὁποῖον ἴσως εἶναι παράτυπον· δίδεται ποσὸν διὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον, ἐνῷ τὸ ποσὸν τοῦτο ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῇ κατὰ τὴν Σύνοδον, εἰς ἣν ἀναφέρεται. Ἀλλ’ ὅλα ταῦτα πηγάζουσιν ἐκ τούτου, τὸ ὁποῖον δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅσας συνταγματικότητας καὶ ἂν θέλητε νὰ ἐπινοήσητε καὶ νὰ φέρητε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον λαμβάνουσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, δὲν εἶναι ἐπαρκὲς, δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῶν, καὶ ὅτι τὸ διδόμενον εἰς αὐτοὺς λόγῳ ἐκτάκτων ἐξόδων, δίδεται πρὸς ἀναπλήρωσιν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δυνάμει ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος δὲν δύναται νὰ δοθῇ εἰς αὐτούς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν θέλει νὰ ὁμολογήσῃ τὴν ἀλήθειαν, ἐπιθυμεῖ νὰ κρύπτηται ὄπισθεν τῶν λέξεων. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὴν εὐάρεστον θέσιν νὰ μὴ ἔχωσιν ἀνάγκην τῆς ἐξαιρετικῆς αὐτῆς μερίμνης, ἡ ὁποία λαμβάνεται, καθῆκον ἔχουσι νὰ μείνωσι πιστοὶ ὀπαδοὶ τῆς διατάξεως τῆς συνταγματικῆς, μὴ δεχόμενοι ποτὲ ὀβολὸν δι’ ἔκτακτα ἔξοδα πέραν τῶν ἀναγκαίων πρὸς μετάβασιν καὶ ἐπάνοδον εἰς τὰς ἑστίας των, καὶ ὅτι οὐδὲν θέλουσι λάβει ὅσοι κατοικοῦσιν ἐν Ἀθήναις, διότι οὗτοι δὲν ὑποβάλλονται εἰς ἔξοδα. Εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς οὐδέποτε ἔλαβε ποσόν τι διὰ τὰς ἐκτάκτους Συνόδους, συνεπὴς κατὰ τοῦτο πρὸς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξε. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν, Κύριοι, καμμίαν διάθεσιν νὰ κρύψωμεν τὴν εὐθύνην μας ὄπισθεν λέξεων. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ἡ Βουλὴ κανονίζει τὰ τοῦ θέματος· ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐνόμιζεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συναινέσῃ εἰς τοῦτο, δὲν θὰ ἠδύνατο τὸ πρᾶγμα νὰ γείνῃ. Ἑπομένως βλέπετε, ὅτι βαίνω καὶ περαιτέρω, καὶ λέγω, ὅτι ἐδόθη ἡ συναίνεσις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Δοθείσης τῆς συναινέσεως, ἔχομεν πλήρη τὴν εὐθύνην τοῦ πράγματος· τὴν εὐθύνην δὲ ἀναλαμβάνομεν, διότι εἴμεθα πεπεισμένοι, ὅτι μόνον ἕνεκα τῆς συνταγματικῆς διατάξεως ἡ ἀποζημίωσις περιορίζεται εἰς ποσὸν δυσανάλογον πρὸς τὰς ἀνάγκας, καὶ ἑπομένως, ὁσάκις πρόκειται περὶ ἐκτάκτου Συνόδου, ἡ ὁποία ἐξέρχεται τῆς ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, δίκαιον εἶναι νὰ δοθῇ ποσόν τι, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ εὕρωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἀμοιβήν τινα τῶν θυσιῶν καὶ τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμον, καὶ αἱ ὁποῖαι βεβαίως δὲν καλύπτονται διὰ τοῦ γλίσχρου ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος χορηγεῖ εἰς αὐτούς.
§86ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἀπαντήσω ὀλίγα· χαίρω δὲ, ὅτι μετὰ θάρρους ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην τῆς πράξεως αὑτοῦ. Δὲν εἶχον καμμίαν ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ θάρρους αὐτοῦ, καὶ ἀφοῦ ἔφθασε νὰ δηλώσῃ τοῦτο καὶ ἀπεριφράστως ἐνταῦθα, τὸ ζήτημα περὶ τῶν εὐθυνῶν δὲν θέλει παντελῶς ἐξετασθῆ ταύτην τὴν ὥραν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐποιήσατο ἀναδρομὴν εἰς τὸ παρελθὸν, ἵνα ὑποδείξῃ, ὅτι καὶ ὁ ἀγορεύσας μετέχει εὐθύνης παρομοίας ἐν τῷ παρελθόντι. Ἀληθῶς συνέπραξα μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰς Ὑπουργεῖα, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀειμνήστου ἡμῶν ἀρχηγοῦ, ἐν οἷς ἐκανονίσθησαν τὰ τῶν ἀποζημιώσεων ἐκτάκτων Συνόδων, καὶ δὲν γνωρίζω καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, καθ’ ὃ ἐπολιτεύθην, ὅτι ἐνεφανίσθη περίστασις, καθ’ ἣν, συμπράξας μετὰ τοῦ ἀειμνήστου ἀρχηγοῦ μου, συνέπραξα εἰς πρᾶξιν, καθ’ ἣν τὰ ἔξοδα τῆς ἐλεύσεως καὶ ἐπανόδου τῶν Βουλευτῶν ἐν ἐκτάκτῳ Συνόδῳ ὑπερέβησαν τὰς 1800 δραχμὰς, τὸ ποσὸν δηλ. ἐκεῖνο, ὅπερ ἐν τῇ Συνελεύσει ὡρίσθη ὡς ἀποζημίωσις ἀνυπέρβλητος (εἰς παλαιὰς δραχμὰς 2000) δι’ ἔξοδα ἐλεύσεώς τε καὶ ἐπανόδου, καὶ διάρκειαν ἑξάμηνον τῆς Συνόδου. Ἡ διάταξις αὕτη ἔχει πηγὴν γνωστὴν, καὶ ὅστις διῆλθε μετὰ προσοχῆς τὰ πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως γνωρίζει, πῶς ἔφθασεν ἡ τότε Κυβέρνησις, ἧς μετεῖχε καὶ ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἐν τῷ διαγγέλματι αὐτῆς νὰ περιλάβῃ τὴν διάταξιν, ἥτις, μείνασα ἀμετάβλητος, εἶναι ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ διαγγέλματι ἐκείνῳ. Ἀκριβῶς ὡς 1ον ἢ 2ον ἄρθρον ἐν τῷ διαγγέλματι, τὸ ἄρθρον 77 τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος, μετὰ τὰ ἤδη ψηφισθέντα, τροποποιηθὲν καὶ γενόμενον 75ον, εἶχε διατυπωθῆ ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἧς, ὡς εἶπον, μετεῖχε ὁ καὶ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου. Ἡ δὲ αἰτιολογία τοῦ ἄρθρου ἐκείνου, ἣν ἔδωκεν ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος, εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἀναγινώσκοντα τὰ πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως νὰ μὴ ἔχῃ ὡρισμένην ἰδέαν περὶ τῶν πραγμάτων. Ἔχω ἐνταῦθα ἀντιγεγραμμένην τὴν ἐξήγησιν τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, καὶ θέλω ἀναγνώσει αὐτήν. Εἶχε τότε καταντήσει ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, τῆς ἐπὶ Ὄθωνος, τόσον τεταπεινωμένη, ὥστε δὲν παρήρχετο συνεδρίασις τῆς Συνελεύσεως, ἥτις τὸ Σύνταγμα τοῦτο ἐψήφισε, καθ’ ἣν νὰ μὴ καθυβρίζοντο οἱ μετασχόντες τῶν Βουλῶν ἐκείνων, ἀπαύστως ἐπαναφερομένης τῆς κατηγορίας τῶν ἐπιχορηγήσεων, οἵτινες ἐδίδοντο τότε παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ πρώτου Συντάγματος, ὅπερ δὲν περιεῖχε τοὺς στενοὺς περιορισμοὺς, οὓς περιέχει τὸ νῦν ἐν ἰσχύϊ Σύνταγμα. Ἄν λαμβάνῃ τις τὸν λόγον σήμερον ἐπὶ θέματος τοιούτου, λαμβάνει αὐτὸν μόνον καὶ μόνον διότι κήδεται τοῦ ἀληθῶς πολυτίμου ἀξιώματος τῆς Βουλῆς. Διότι εἰς τὴν Βουλὴν ἔγκειται τὸ πᾶν ἐν Ἑλλάδι· καὶ ἂν τῆς Βουλῆς τὸ ἀξίωμα ποτὲ καταπέσῃ, —εὐτυχῶς δὲν εἴδομεν μέχρι τοῦδε συντελούμενον τοιοῦτο κακὸν, —ἐὰν ἡ Βουλὴ ποτὲ ἠθικῶς καταπέσῃ, ἀλλοίμονον εἰς τοὺς θεσμούς! Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἵσταται ὑψηλότατα, πρῶτος δὲ, κηδόμενος τοῦ ὕψους τῆς θέσεως τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ ἦναι ἡ συνταγματικὴ Κυβέρνησις. Λοιπὸν ἰδοὺ τί ἔλεγεν ὁ Κουμουνδοῦρος. Ὑπῆρχον ὑποβεβλημέναι 10 ἢ 15 προτάσεις διάφοροι, μεταξὺ δ’ αὐτῶν τινες ὑπὲρ τοῦ τελείως ἀμίσθου τῆς βουλευτικῆς λειτουργίας, σφαλερῶς, ἄλλαι, αἵτινες περιώριζον πολὺ τὴν χορηγίαν, καὶ ἄλλαι γενικώτεραι. Διὰ τοῦτο, διαλύον τὰς ἀντιθέσεις τὸ διάγγελμα, περιέλαβε τὴν περὶ βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως διάταξιν. Ἰδοὺ τί ἔλεγεν ὁ Κουμουνδοῦρος, οὗ τὸ κῦρος οὐδεὶς βεβαίως θ’ ἀμφισβητήσῃ, οὐδὲ τὴν εὐρύτητα τῶν ἰδεῶν, ὁ Κουμουνδοῦρος, ὃν κατὰ τὸ μειλίχιον καὶ τὸ δημοτικὸν οὐδεὶς μέχρι σήμερον ἠδυνήθη νὰ φθάσῃ (ἀναγινώσκει): «Α. Κουμουνδοῦρος. Τὸ παράδειγμα τοῦ παρελθόντος ἀρκούντως μᾶς διδάσκει, ὅτι τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἐν τῷ Συντάγματι... Νομίζω λοιπὸν, ὅτι αἱ δύο χιλιάδες δραχμαὶ εἶναι ἀρκεταὶ καὶ καλῶς ὑπολογισμέναι ἐπὶ τῇ βάσει ἕξ μηνῶν, ἀνὰ 300 δραχμὰς κατὰ μῆνα, προσθετομένων 200 δραχμῶν διὰ τὰ ἔξοδα τῆς προσελεύσεως καὶ ἐπανόδου· καὶ ἂν ἀντὶ ἓξ μηνῶν ἔχωμεν τέσσαρας, τότε ἔρχεται ἀπὸ 500 δραχμάς. Τὸ ἐπίδομα αὐτὸ εἶναι ἀρκετόν.» Καὶ ἐπὶ τῇ δηλώσει ταύτῃ τοῦ Κουμουνδούρου ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον 75 τοῦ Συντάγματος. Ταῦτα ὑπενθυμίζων, δὲν φρονῶ ἐγώ, ὅτι τὸ ἐπίδομα εἶναι σήμερον ἀρκετόν. Ἐγὼ φρονῶ, εἶπον δὲ τοῦτο καὶ ἄλλοτε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, — καὶ δὲν ἔπρεπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπαντῶν εἰς ἐμέ, ὡς ἀπήντησε, νὰ λησμονήσῃ τὰ λεχθέντα, — εἶπον, ὅτι οἱ ψηφίσαντες τὸ Σύνταγμα ἔσφαλαν, οὕτως ὁρίσαντες τὰ τῆς ἀποζημιώσεως, διότι οἱ συντάξαντες τὸ Σύνταγμα ὤφειλον νὰ προσέξωσιν εἰς τοῦτο ἰδίως, ὅτι, περιορίζοντες ὑπερμέτρως τὰ τῆς ἀποζημιώσεως, ἐκώλυον τὴν εἴσοδον εἰς ἐκείνους, οἵτινες πρὸ παντὸς πρέπει νὰ ἔρχωνται ἐνταῦθα, εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ πνεύματος τῶν ἐπαρχιῶν. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ πνεύματος τῶν ἐπαρχιῶν νὰ ἔχωσιν, οἱ πλεῖστοι, τοιαύτην ὑλικὴν ἀνεξαρτησίαν, ὥστε νὰ δύνανται ἐνταῦθα νὰ συντηρῶνται, προβαινόντων μάλιστα εἰς τὸ δαπανηρότερον τῶν πραγμάτων τοῦ βίου, διὰ τῆς ἀποζημιώσεως, ἥτις χορηγεῖται εἰς αὐτούς. Εἴμεθα εἰς συμφωνίαν ἐν τούτῳ. Ἀλλὰ καὶ ἐν τούτῳ, ὅπως καὶ εἰς πολλὰ ἄλλα, ἅτινα πολλάκις σκεπτόμενοι λέγομεν, ὅτι κακῶς ἐν τῷ Συντάγματι ὡρίσθησαν, ἀντίκειται ὁ θεσμός· καὶ ὅπου ἀντίκειται ὁ θεσμός, ὅπως ἐὰν ἀντίκηται ὁ νόμος, ἀλλὰ δεκάκις, ἑκατοντάκις πλειότερον, ὀφείλομεν νὰ κύπτωμεν τὴν κεφαλήν, καὶ ν’ ἀναμένωμεν τὴν στιγμὴν τῆς νομίμου ἀναθεωρήσεως τοῦ θεσμοῦ, ὅπως τότε μεταβάλωμεν τὰ μὴ ὀρθῶς ἔχοντα. Καὶ ταῦτα μὲν γενικῶς. Ἀλλὰ τοῦ λόγου ὄντος περὶ ἐκτάκτου Συνόδου, ὀφείλω νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι ἐγὼ οὐδέποτε συνέπραξα, ὡς ἠθέλησε νὰ εἴπῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς πρᾶξιν, ἥτις ὥριζε τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως ἄνω τῶν 1800 δραχμῶν, τοῦ ἀνωτάτου ὅρου ἐν τακτικῇ Συνόδῳ, τοῦ κατ’ ἀνάγκην ἐπιβαλλομένου ἐκεῖ, ὅπου πρόκειται μόνον περὶ ἐξόδων ἐλεύσεως καὶ ἐπανόδου, διότι ὁ ἀνώτατος οὗτος ὅρος ὡρίσθη ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ ἄρθρου, τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, ὡς περιλαμβάνων ἓξ μηνῶν ἀποζημίωσιν, πρὸς 300 δραχμάς, καὶ 200 δραχμὰς μόνον πρὸς ἔξοδα ἐλεύσεως καὶ ἐπανόδου. Ἄλλοτε ἐψηφίσαμεν ἀποζημίωσιν δι’ ἔξοδα ἐλεύσεως καὶ ἐπανόδου δι’ ἔκτακτον Σύνοδον καὶ 600 καὶ 1000 δραχμάς. Ὅ,τι δὲ τότε ἔπραξαν αἱ Κυβερνήσεις, αἱ προτείνασαι τοιαύτην πίστωσιν εἰς τὴν Βουλήν, ἔπραξαν καλῶς. Ἀφεθέντος εἰς τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, ἑκάστοτε, κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τῶν πραγμάτων, νὰ προσδιορίζωσι τὰ ἔξοδα ἐλεύσεως καὶ ἐπανόδου, ἐπεκράτησε νὰ μὴ πολυπραγμονῶμεν περὶ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ποσοῦ τῆς τοιαύτης ἀποζημιώσεως, καὶ ὀρθῶς δὲν πολυπραγμονοῦμεν. Ἂν δὲ προέκειτο εἰς τοιαύτην τινὰ πρότασιν νὰ δώσω ψῆφον, καὶ πάλιν ἤθελον δώσει αὐτήν, ἀλλὰ πάντοτε μένων ἐντὸς τοῦ ὁρίου τῶν 1800 δραχμῶν. Καὶ τοῦτο εἶπον σαφῶς ἄλλοτε, ἀγορεύσας ἐπὶ τοῦ θέματος. Δὲν ἤθελον δ’ ἐπανέλθει, καὶ δὲν ἤθελον βεβαίως θίξει τὸ λεπτὸν τοῦτο ζήτημα, ἂν δὲν μὲ ἠνάγκαζεν ὁ κ. Πρωθυπουργός· διότι ἐγὼ δὲν ὡμίλησα ἢ περὶ τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως ἐν σχέσει πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καὶ τοῦτο ὤφειλε νὰ μὴ λησμονήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ ψηφίζων οὕτω δὲν ψηφίζει ἐναντίον ἐκείνων, ἅτινα ἄλλοτε ἐψήφισεν. Ἂν δ’ ὑπάρχῃ ἀντίφασις, βεβαίως δὲν ὑπάρχει παρὰ τῷ ὀπαδῷ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ὅστις ταῦτα λέγει, ἀλλὰ ζητητέα ἀλλαχοῦ.
§87Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐν ἀντιφάσει ἀπολύτῳ εὑρίσκεται· καὶ ὄχι μόνον ἐν ἀντιφάσει, ἀλλὰ καὶ ἐν προφανεῖ καταπατήσει ἄρθρου ῥητοῦ τοῦ Συντάγματος. Ἀπόδειξις δὲ τὰ παρ’ αὐτοῦ ἀναγνωσθέντα ὡς λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου. Ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος τί ἔλεγεν; Ἐθεώρει ὅτι ἀρκοῦσι δύο χιλιάδες δραχμαὶ δι’ ἔξοδα ἐλεύσεως, μεταβάσεως καὶ ἐπανόδου, καὶ διαμονῆς ἐπὶ 6 μῆνας, ἢ ἐπὶ 4 μῆνας· καὶ λίαν ὀρθῶς ἔλεγε τοῦτο εἰς ἣν ἐποχὴν τὸ ἔλεγε, λίαν ἀτόπως ὅμως προκειμένου περὶ καταχωρίσεως ἄρθρου ἐν τῷ Συντάγματι, τὸ ὁποῖον ἔχει αἰωνίαν τὴν ὕπαρξιν. Ἀλλὰ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου τί ἀποδεικνύουσιν; Ὅτι ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις καὶ ὅλαι αἱ Βουλαὶ, αἱ ὁποῖαι συνήνεσαν νὰ δώσουν 1800 δραχμὰς εἰς τοὺς Βουλευτὰς διὰ τὰς ἐκτάκτους Συνόδους, οὐδὲν ἕτερον ἔπραξαν ἢ κατεπάτησαν ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, διότι ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος λέγει ῥητῶς, ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν ἐκτάκτου Συνόδου ἀποδίδονται μόνον τὰ ἔξοδα τῆς μεταβάσεως καὶ τῆς ἐπανόδου. Ἐρωτῶ δὲ τὸν κ. Βουλευτὴν, ποῦ εὗρεν, ὅτι 1800 δραχμαὶ δύνανται νὰ ὁρισθῶσιν ὡς ἔξοδα μεταβάσεως καὶ ἐπανόδου; Δὲν ἔχει παρὰ νὰ λάβῃ τὰς δαπάνας τοῦ ταξειδίου τῶν Βουλευτῶν τῆς μακρότερον κειμένης ἐπαρχίας, νὰ ὑπολογίσῃ τὰς δαπάνας τῆς μέχρις Ἀθηνῶν ἀφίξεως καὶ ἐπανόδου, καὶ τότε θὰ ἴδῃ, ὅτι αὐθαιρέτως ὡρίσθησαν αἱ 1800 δραχμαί. Ἐὰν λοιπὸν αὐθαιρέτως ὡρίσθησαν αἱ 1800 δραχμαί, ἡ αὐθαιρεσία ὑπάρχει, εἴτε πρόκειται περὶ 1800 δραχμῶν, εἴτε περὶ 2800. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον, καὶ βεβαίως δὲν θὰ κατορθώσῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς νὰ ἀποδείξῃ τὸ ἐναντίον. Ἐὰν τὸ δίδειν ποσὸν ἀνώτερον τῶν δαπανῶν τοῦ ταξειδίου ἀποτελῇ καταπάτησιν τοῦ Συντάγματος, ἀδιάφορον εἶναι, ἐὰν δίδονται 1800, ἢ 2800 δραχμαί. Τὸ Σύνταγμα καταδικάζει τὴν θεωρίαν, τὴν ὑποστηριχθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, ὅτι 1800 δραχμαὶ δύνανται νὰ δοθῶσι, διότι 1800 δρ. θεωροῦνται παρὰ τοῦ Συντάγματος ὡς ἐπαρκοῦσαι, ἵνα ταξειδεύσῃ ὁ Βουλευτὴς καὶ συντηρηθῇ ἐπὶ χρόνον παραλλάσσοντα μεταξὺ τριῶν καὶ ἕξ μηνῶν. Λοιπὸν, ἂν ἀφαιρέσωμεν ἐκ τῶν 1800 δρ. τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν πρὸς διαμονὴν ἐνταῦθα ἐπὶ τὸν χρόνον τοῦτον, ἔχωμεν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν ἀείμνηστον Κουμουνδοῦρον πρέπει νὰ δοθῇ διὰ τὰς δαπάνας τοῦ ταξειδίου μόνον, ὀφειλόμενον διὰ τὰς ἐκτάκτους Συνόδους. Τὸ ποσὸν τοῦτο καὶ μόνον, ἔπρεπεν, ἐὰν θέλητε νὰ ἦσθε ἀκριβεῖς ἐκτελεσταὶ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, τὸ ποσὸν τοῦτο, λέγω, ἔπρεπε νὰ δοθῇ, καὶ ὑπὲρ τούτου καὶ μόνον ἔπρεπε νὰ συνηγορήσητε, ὅτε εἴχετε μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας. Ἀλλὰ τότε πῶς δύνασθε νὰ δικαιολογήσητε τὰς Κυβερνήσεις ταύτας, αἱ ὁποῖαι ἔδωσαν ἀνώτερον ποσόν; Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὅλη ἡ θεωρία, ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη, εἰς οὐδὲν ἕτερον καταλήγει ἢ εἰς τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς θέτει ὡς ἀξίωμα, ὅτι ἐκτελεῖ τις τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ὅταν δίδῃ ποσὸν δεκαπλάσιον τοῦ παρ’ αὐτοῦ ὁριζομένου, ἀθετεῖ δὲ τὸ Σύνταγμα, ὅταν ὁρίζῃ τὸ ποσὸν τοῦτο δεκαπενταπλάσιον, καὶ πρέπει νὰ τὸν κρεμάσωμεν, διότι δὲν ἐκτελεῖ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος!
§88Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δὲν πιστεύω, ὅτι θὰ εὑρεθῇ τις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἢ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰπόντος, ὅτι ἡ χορηγουμένη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀποζημίωσις εἰς τοὺς Βουλευτὰς εἶναι ἀνεπαρκής. Οὐδεὶς βεβαίως δύναται νὰ εἴπῃ τὸ ἐναντίον τούτου. Ἀλλ’ ἐὰν ὁμολογῶμεν αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν, ὀφείλομεν ἐπίσης νὰ ὁμολογήσωμεν καὶ ἄλλην ἀλήθειαν, ὅτι οὐδεὶς μᾶς προσεκάλεσεν ἢ μᾶς παρεκάλεσε νὰ ἔλθωμεν ἐνταῦθα, ὅπου ἵνα εἰσέλθωμεν, ἑκουσίως καταδαπανώμεθα, ὑποβαλλόμενοι μάλιστα πολλοὶ εἰς λίαν ὑπερόγκους δαπάνας. Δὲν πρέπει λοιπὸν, μὲ τὴν πρόφασιν τῆς ἀνεπαρκείας τῆς ἐπιχορηγήσεως, τῆς ἄλλως ἀληθοῦς, νὰ ψηφίζωμεν πιστώσεις δι’ ἡμᾶς αὐτοὺς, ἐνῷ ἐν ἄλλοις θέλομεν νὰ δεικνυώμεθα φειδωλοὶ τοῦ δημοσίου χρήματος.
§89ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μπράβο!
§90Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, τίνες φωνάζουσι «μπράβο»· ἀλλ’ ἐὰν φωνάζωσιν αὐτὸ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κόπτονται ὑπὲρ τῆς πιστώσεως ταύτης, ἀπαξιῶ νὰ ἀπαντήσω εἰς αὐτούς. Ὅ,τι λέγω, πρέπει νὰ πιστεύσωσιν, ὅτι τὸ λέγω ἐκ πεποιθήσεως, καὶ οὐχὶ ἐξ ἄλλου οἱουδήποτε λόγου. Αἰσθάνομαι, ὅτι καταπίπτει ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Κοινοβουλίου διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐξεβιάσθη ἡ πρότασις τῆς πιστώσεως ταύτης, διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέγετο πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι δηλαδὴ οἱ Βουλευταὶ, καὶ μάλιστα οἱ τῆς Συμπολιτεύσεως, δὲν προσήρχοντο προθύμως εἰς τὰς συνεδριάσεις κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα ἐξαναγκάσωσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ πρόσθετον ἐπιχορήγησιν, φαίνεται ἐπαληθεῦον...
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά. Δὲν ἐλέγετο ποτὲ τοῦτο. Παρακαλῶ νὰ περιορισθῆτε ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ πρέποντος. Μὴ νομίζετε, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λέγητε ὅ,τι θέλετε. Ποτὲ δὲν ἐλέχθη τοιοῦτόν τι.
§92Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐλέχθη εἰς τὴν δημοσιογραφίαν.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ περιορισθῆτε ἐντὸς τοῦ θέματος.
§94Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Μὴ προσποιούμεθα, ὅτι δὲν ἀκούομεν πόσα ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ λέγονται ἐναντίον ἡμῶν διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς πιστώσεως ταύτης. Πρέπει νὰ ἀνομολογῶμεν τὴν ἀλήθειαν, καὶ νὰ μὴ ταρασσώμεθα εἰς τὸ ἄκουσμα αὐτῆς. Καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι κατὰ παράβασιν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων λαμβάνομεν τὴν πίστωσιν ταύτην. Τοῦτο ἀνωμολόγησεν αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ μοὶ ἐνεποίησεν ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν, καὶ μὲ ἠνάγκασε νὰ λάβω τὸν λόγον ἡ ὁμολογία αὕτη, ὅτι δηλαδὴ κατὰ παράβασιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος αὐξάνομεν τὴν ἀποζημίωσιν τακτικῆς Συνόδου, ἐπιρρίπτοντες αὐτὴν εἰς τὰ ἔξοδα ἄλλης προγενεστέρας ἐκτάκτου Συνόδου.
§95Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶπεν αὐτὸ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§97Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Τοῦτο εἶπεν. Αὕτη ἡ ἔννοια τῶν λόγων του. Καὶ βεβαίως εἶναι παράβασις τοῦ Συντάγματος, ὅταν λαμβάνωμεν εἰς τακτικὴν Σύνοδον ἀποζημίωσιν ὑπὲρ τὰς 1800 δραχμὰς εἰς βάρος παρελθούσης ἐκτάκτου Συνόδου. Μὴ θέλωμεν νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τῶν τύπων. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἡ ὁποία πρέπει νὰ λέγηται μετὰ παρρησίας ἐνταῦθα. Ἂν θέλωμεν λοιπὸν νὰ μὴ ἀκούωμεν ὅσα λέγονται σήμερον ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ εἰς βάρος μας, πρέπει νὰ παύσῃ τὸ κακὸν αὐτὸ, τὸ κατ’ ἔτος παρουσιαζόμενον. Ἀφοῦ ὑπὸ πάντων εὐλόγως ἀναγνωρίζεται καὶ ἀνομολογεῖται ἡ ἀνεπάρκεια τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, καὶ ἀφοῦ, διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἡ αὔξησις αὐτῆς, ἀναγκαζόμεθα καθ’ ἑκάστην Σύνοδον νὰ ψηφίζωμεν πρόσθετον ἀποζημίωσιν διὰ τρόπου, τὸν ὁποῖον προσποιούμεθα ὅτι δὲν θεωροῦμεν ἀντισυνταγματικὸν, νομίζω ὅτι, προκειμένου διὰ τοῦ τρόπου τούτου νὰ δίδωμεν κατ’ ἔτος νέαν ἀφορμὴν ἐπικρίσεων καὶ μομφῶν, αἵτινες καταρρίπτουσι τὸ γόητρον καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς, εἶναι μυριάκις προτιμότερον ν’ ἀποφασίσωμεν νὰ ἀκούσωμεν ἅπαξ διὰ παντὸς αὐτὰς, ἔστω καὶ αὐστηροτέρας, καὶ, οἱονεὶ ἐπισήμως ἑρμηνεύοντες τὸ Σύνταγμα, νὰ εἴπωμεν, ὅτι τοῦτο, κανονίσαν τὴν βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν εἰς δραχμὰς δύο χιλιάδας, ἐννοεῖ αὐτὰς κατὰ τὸ ἑκάστοτε ἰσχῦον νομισματικὸν σύστημα, ἢ εἰς χρυσὸν, ἂν θέλητε καὶ τοῦτο ἐπὶ τέλους, καὶ οὐχὶ δραχμὰς, κατὰ τότε νομισματικὸν σύστημα, καὶ ὅτι ἑπομένως πρέπει νὰ λαμβάνωμεν τὴν κεκανονισμένην ἀποζημίωσιν δι’ ἑκάστην Σύνοδον εἰς δραχ. νέας, ἢ καὶ εἰς χρυσόν.
§98Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε συνεζητεῖτο ἡ πίστωσις περὶ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν Βουλευτῶν, ἀπουσίαζον. Τὴν ἐπιοῦσαν ἀνέγνωσα καὶ εἶδον, ὅτι ὁ συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς κ. Δραγούμης ὡμίλησε πάλιν περὶ παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος, διότι τινὲς τῶν Βουλευτῶν ἠτήσαντο νὰ τοῖς δοθῇ τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως τῶν 2000 εἰς νέας δραχμάς. Τῷ λέγω λοιπὸν, ὅτι αὐτὸς εἶναι ἀντισυνταγματικὸς, καὶ ὅτι ἐζημίωσε τοὺς Βουλευτὰς καὶ τὴν Βουλὴν, οὕτως ὁμιλήσας, ἀντισυνταγματικῶς, καὶ ὅτι οἱ Βουλευταὶ πρέπει νὰ λαμβάνωσι τὸ ἐπίδομά των, ὅπως τὸ Σύνταγμα ἐνόησε. Τὸ Σύνταγμα, ὁρίζον ὅτι ἕκαστος Βουλευτὴς λαμβάνει ἀποζημίωσιν δι’ ἑκάστην Σύνοδον 2000 δραχμὰς, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὸ νόμισμα τὸ ἰσχῦον κατὰ τὴν 8 Φεβρουαρίου 1833, ἤτοι δραχμὰς ἀργυρᾶς· ἀδικοῦνται δὲ πάντοτε οἱ Βουλευταὶ ἀπὸ τὰς Κυβερνήσεις, διότι δὲν τοῖς δίδεται ἡ ἀμοιβὴ, ἡ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὁριζομένη. Δὲν ἤμην ἐδῶ, ἐπαναλαμβάνω, κατὰ τὴν συζήτησιν, ἵνα ἀντικρούσω αὐτὴν τὴν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς· λαμβάνω ὅμως ἐκ τῆς σημερινῆς συζητήσεως ἀφορμὴν νὰ τὴν ἀντικρούσω καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι οἱ Βουλευταὶ ἀμείβονται δι’ ἀδικιῶν.
§99Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§100ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ὁριζόμενον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, ἂν δι’ αὐτοῦ πρόκειται νὰ ἱκανοποιηθῶσιν αἱ ἀνάγκαι καὶ αἱ δαπάναι τῶν Βουλευτῶν, εἶναι ἐλάχιστον. Πρέπει ὅμως νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν τὸ Σύνταγμα αὐτὸν τὸν σκοπὸν εἶχεν, ἢ ἂν ἠθέλησε νὰ δώσῃ ἀποζημίωσιν τοιαύτην, ὥστε νὰ ἀποκρούσῃ πᾶσαν ἰδέαν ἐν τῷ μέλλοντι, ὅτι αἱ Βουλαὶ ἠδύναντο, αὐξάνουσαι αὐτὴν, νὰ διαθέτωσιν αὐταρχικῶς τὸ χρῆμα τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῶν Βουλευτῶν, διότι τοιαύτη ὑπόνοια ἤθελε καταβιβάξει καὶ τοὺς Βουλευτὰς καὶ τὴν Βουλὴν εἰς τὴν ὑπόληψιν καὶ τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ. Ἄν ὑπάρχωσιν οἱ ὑποστηρίζοντες πρόσθετον ἀμοιβὴν τῶν Βουλευτῶν, δὲν ἔχουν δίκαιον, ζητοῦντες τοῦτο διὰ προτάσεως προερχομένης αἰφνιδίως ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἐγγεγραμμένη πίστωσις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, χωρὶς νὰ εἰσαχθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πρότασις τοιαύτης πιστώσεως. Ἄλλως, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ βουλευτὴς Λακεδαίμονος κύριος Φικιώρης, πόσοι ἐξ ὑμῶν δαπανᾶτε μεγάλα ποσὰ, διὰ νὰ ἐκλεχθῆτε; Διατὶ τὰ δαπανᾶτε; Διὰ νὰ ἀπολαύσητε τὴν δισχιλιόδραχμον βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν; Ὄχι, ἀλλὰ διὰ νὰ ἱκανοποιήσητε εὐγενῆ φιλοδοξίαν τοῦ νὰ ὑπηρετήσητε τὴν πατρίδα σας. Εἶναι ἀξιοπρεπὲς νὰ καταβιβάζητε τὴν ὑπηρεσίαν σας ταύτην, ἀδικοῦντες καὶ ἑαυτοὺς καὶ τὴν Βουλὴν; Ὡς πρὸς τὴν ἐπάρκειαν τῆς διδομένης ἀποζημιώσεως, ὀρθὸν εἶναι νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον γενικὸν, τὸ ὁποῖον ν’ ἀποκλείῃ ἐν τῷ μέλλοντι τὰς τοιαύτας παρεξηγήσεις, τὰς εἰς βάρος τῆς Βουλῆς. Ἴσως θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ ὁρισθῇ τὸ ποσὸν εἰς χρυσὸν, ἀλλὰ τοῦτο νὰ λυθῇ ὁριστικῶς ἐφ’ ἅπαξ, καὶ νὰ μὴ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τῶν ἀποζημιώσεων, διότι διαστρέφομεν τὸ Σύνταγμα, καὶ εἶναι πρόφασις, ὅτι δίδονται αἱ χίλιαι δραχμαὶ διὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον· δίδονται διὰ ταύτην τὴν Σύνοδον. Διὰ τοῦτο θέλω καταψηφίσει τὴν πρότασιν.
§101ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Θὰ τὰ πάρητε τὰ χρήματα;
§102ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Βεβαίως θὰ τὰ πάρω, διότι δὲν θέλω... (ὢ! ὤ!). Φωνάζετε; Θέλετε νὰ εὕρητε δικαιολογίαν ἠθικὴν δι’ ἑαυτούς, συναισθανόμενοι τὴν ὀρθότητα τῶν παρατηρήσεων. Θὰ λάβω τὴν ἀποζημίωσιν, ἂν ψηφισθῇ, διότι ἔχω ἀνάγκην τῶν χρημάτων, οὐδὲ μοὶ ἀρέσκει ὁ δονκισωτισμὸς δωρητοῦ χιλίων δραχμῶν εἰς τὸ Κράτος. Ζητῶ νὰ καταψηφισθῇ ἡ πρότασις, διὰ νὰ σωθῇ ἡ ὑπόληψις ἡμῶν καὶ τῆς Βουλῆς. Δὲν θέλετε; Ψηφίσατέ την. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τὸ ποσὸν τοῦ χρήματος· εἶναι ἡ συνταγματικὴ παράβασις καὶ ἡ τιμὴ τῆς Βουλῆς.
§103Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τὴν στενὴν ἔννοιαν, ὑφ’ ἣν ἐξητάσθη ὑφ’ ὅλων τῶν προαγορευσάντων. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, δὲν ἠδυνήθη νὰ μεταδώσῃ ἡμῖν ἀκλόνητον πεποίθησιν, ὅτι δὲν παρεβιάσαμεν τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Δὲν θ’ ἀρνηθῶ ἐγώ, ὅτι ἡ ἀποζημίωσις, ἡ ἀναγραφομένη ἐν τῷ Συντάγματι, εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὰς δαπάνας τῶν Βουλευτῶν, ἔστω καὶ ἐπὶ τρεῖς μῆνας. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ προσφεύγωμεν, ἂν ὄχι εἰς παραβίασιν, ἀλλὰ πάντως εἰς βεβιασμένην οἰκονομίαν τῆς σχετικῆς διατάξεως, καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ θέσωμεν τὸ ζήτημα σαφῶς καὶ καθαρῶς: Μήπως ἐπέστη ἡ ὥρα τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος; Τὸ ἐπ’ ἐμοί, μεθ’ ὅλας τὰς περὶ τούτου ἐναντιοφωνίας, ἀποκλίνω ὑπὲρ τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει ν’ ἀρχίσωμεν νὰ σκεπτώμεθα σοβαρῶς ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου πολιτειακοῦ θέματος.
§104Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Εὐγνωμονῶ τὴν Κυβέρνησιν, διότι διὰ τοῦ χιλιοδράχμου τούτου θὰ ἐξοικονομήσω τὰς ἀνάγκας μου. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἀποκρύψω, ὅτι εἶναι ἔγκλημα κατὰ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον ποικιλοτρόπως φορολογοῦμεν, πολλοὶ ἑκατομμυριοῦχοι καὶ πλούσιοι Βουλευταὶ νὰ λάβωσι καὶ αὐτοὶ τὸ χιλιόδραχμον.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§106ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε μόνος.
§108ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἶναι καὶ ἄλλοι. (Ἐγείρονται οἱ βουλευταὶ Ἀριστείδης Πετροπουλάκης, Παπαγιαννακόπουλος, Δραγούμης, Γ. Ἀναστασόπουλος, Φικιώρης, Μαρκέτος καὶ Ποταμιᾶνος)
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε μόνον ἑπτά, ἐνῷ κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἀπαιτοῦνται δεκαπέντε, ἵνα γείνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται) Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν ἀπαιτουμένης ὁλικῆς δαπάνης πρὸς ἐκτέλεσιν στρατιωτικῶν ἔργων ἐκ δραχμῶν 441,097,92». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§111Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου νὰ διαγραφῇ, τὸ δὲ ἄρθρον 3 νὰ γείνῃ ἄρθρον 2.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου, λαμβάνον τὴν τάξιν ἄρθρου 2. (Ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρου 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῆ, ὡς ἐτροποποιήθη. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 238). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ΒΡΝΗʹ τῆς 13 Φεβρουαρίου 1893 περὶ προσωρινῆς ἀτελείας πρώτων ὑλῶν ἐπὶ ἐξαγωγῇ αὐτῶν μεταπεποιημένων εἰς βιομηχανικὰ προϊόντα». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς πρώτην συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον «περὶ τῶν δηλωθεισῶν ἐθνικῶν ἢ ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν, τῶν κειμένων ἐντὸς ὁρίων δάσους»).
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ.μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 40′ μ.μ.).
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§115Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ δὲν ἀνευρέθησαν οἱ πίνακες, τοὺς ὁποίους κατέθηκα, περὶ τῶν δυστυχημάτων τῶν συμβάντων ἐν μεταλλείοις, μεταλλουργείοις κλπ. καταθέτω τοὺς πίνακας τούτους καὶ πάλιν σήμερον. Ἐν τοῖς πίναξι τούτοις θὰ εὕρητε ὅλα τὰ δυστυχήματα, τὰ συμβάντα κατὰ τὰ ἔτη 1896, 1897, 1898, 1899 καὶ 1900. Ἐκ τοῦ συνόλου δέ, ἵνα μὴ ἀπασχολῶ ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλὴν, ἐξάγεται, ὅτι εἰργάσθησαν κατὰ τὸ ἔτος 1896 ἄτομα 8,514, κατὰ τὸ 1897 ἄτομα 8,676, κατὰ τὸ 1898 ἄτομα 9,090, καὶ κατὰ τὸ 1899 ἄτομα 9,343, τὰ δὲ συμβάντα θανατηφόρα δυστυχήματα εἶναι ὀλιγώτερα τοῦ ἑνὸς ἐπὶ 1000 ἐργαζομένων, ἑπομένως ἐν ἀναλογίᾳ πολὺ κατωτέρᾳ τῶν ἐν ὁμοίοις ἐργοστασίοις ἢ μεταλλείοις ἐργαζομένων εἰς ἄλλα τῆς Εὐρώπης μέρη· διότι ἐν Γαλλίᾳ ὑπολογίζουσιν ἐπὶ 1000 παθόντας 1,32 μέχρις 1,72, ἤτοι κατὰ μέσον ὅρον 1,52, ἐν Ἀγγλίᾳ κατὰ μέσον ὅρον 1,44. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἐδῶ ἔχομεν θανατηφόρα δυστυχήματα ὀλιγώτερα τῶν ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ Γαλλίᾳ. Καταθέτω τοὺς πίνακας τούτους, διότι ἴσως δυνηθῶσι νὰ ὠφελήσωσι τοὺς θέλοντας νὰ μελετήσωσιν ἐπ’ αὐτῶν.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν ἀμπέλων τῆς χρήσεως τοῦ 1900 τῶν ἀμπελοκτημόνων, ὧν ἡ παραγωγὴ κατεστράφη ἐκ τοῦ περονοσπόρου». Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Μπακόπουλος.
§117Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς τρεχούσης Βουλευτικῆς Περιόδου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἰσήγαγε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἤδη νόμος τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἀντικατέστη ὁ ἐπὶ τοῦ οἴνου φόρος διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ λάβω τὸν λόγον, καὶ νὰ προτείνω διαφόρους τροπολογίας ἐπ’ αὐτοῦ. Τὰς πλείστας τῶν τροπολογιῶν τούτων ἡ Βουλὴ ἐδέχθη ὡς ὀρθὰς, καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους. Μεταξὺ ὅμως τῶν τροπολογιῶν ἐκείνων εἶχον προτείνει, ὅπως ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 21 τοῦ τότε νομοσχεδίου καὶ ἤδη νόμου προστεθῇ ἡ ἑξῆς τροπολογία: «Ἐν περιπτώσει καταστροφῆς τοῦ εἰσοδήματος καὶ ἐγκαταλείψεως τῆς ἀμπέλου ἀτρυγήτου, ὁ Οἰκον. Ἔφορος διαγράφει τὸν ἀμπελοκτήμονα ἀπὸ τοῦ χρηματικοῦ καταλόγου διὰ μόνον τὸ ἔτος τῆς καταστροφῆς τοῦ εἰσοδήματος». Ἡ τροπολογία αὕτη ἀπερρίφθη, καὶ συνέπεια τῆς ἀπορρίψεως ἐκείνης εἰσὶν αἱ ἐπανειλημμέναι διαμαρτυρίαι ἐκ μέρους πολλῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἕνεκα τῆς καταστροφῆς τῆς παραγωγῆς τῶν ἀμπέλων ἐν διαφόροις διαμερίσμασι τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Ἕνεκα τῶν διαμαρτυριῶν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων καὶ τῇ ὑποδείξει τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ, πολλοὶ τῶν κυρίων συναδέλφων ἀνέθηκαν εἰς ἐμὲ τὴν ἐντολὴν νὰ συντάξω πρότασίν τινα νόμου, ἀφορῶσαν τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον, ἵνα ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτοῦ. Τὴν πρότασιν ἐκείνην ἐτίμησαν διὰ τῆς ὑπογραφῆς των πολλοὶ ἀξιτιόμοι συνάδελφοι, καὶ ταύτην ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Μετὰ πέντε ἡμέρας ἀπὸ τῆς ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβολῆς τῆς προτάσεως νόμου ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀρχὴν οὐδεὶς, ὑποθέτω, εἶναι ὁ πολεμῶν. Διαφωνῶ μόνον πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κύριοι Βουλευταὶ, εἰς τρία σημεῖα. Φρονῶ, ὅτι ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν καταστραφεισῶν ἀμπέλων δὲν πρέπει νὰ γείνῃ μόνον διὰ τὸ ἔτος 1900, ἀλλ’ ἡ τροπολογία αὕτη τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ἀμπέλων νὰ μεταβληθῇ εἰς πάγιον νόμον, διότι ἐνδεχόμενον εἶναι, καὶ ἐν τοῖς ἑπομένοις ἔτεσι νὰ εὑρεθῶμεν ἐν ὁμοίαις περιστάσεσι, καὶ ν’ ἀναγκάζηται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ν’ ἀπασχολῆται, καὶ οἱ ἀμπελοκτήμονες νὰ ἐκλιπαρῶσιν, ὁτὲ μὲν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὁτὲ δὲ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως προβῇ εἰς παρόμοιον μέτρον. Δεύτερον σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου διαφωνῶ, εἶναι ἡ αἰτία τῆς καταστροφῆς τῶν ἀμπέλων. Κατὰ γνώμην μου, πρέπει νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῷ νόμῳ οὐχὶ μόνον αἱ ἄμπελοι, αἱ ὁποῖαι κατεστράφησαν ἐκ τοῦ περονοσπόρου, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖναι, αἵτινες κατεστράφησαν ἐκ διαφόρων καιρικῶν περιστάσεων. Τρίτον σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου διαφωνῶ πρὸς τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ βεβαιῶται ἡ καταστροφὴ τῆς παραγωγῆς. Καὶ ὡς πρὸς τὰ τρία ταῦτα σημεῖα θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον. Κύριοι, πάντες γνωρίζετε, ὅτι καὶ ὁ περονόσπορος καὶ ἡ μέλαινα σῆψις καὶ ἄλλαι τοιαῦται νόσοι, αἵτινες καταστρέφουσι τὴν παραγωγὴν τῆς ἀμπέλου, κατέστησαν ἐνδημικαὶ πλέον ἐν Ἑλλάδι. Ὅ,τι συνέβη κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἴς τινας ἐπαρχίας ἐκ τοῦ περονοσπόρου, εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, συνέβη τὸ τοιοῦτον ἐκ μελαίνης σήψεως.
§118Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Διατὶ μόνον εἰς τὴν Τρίπολιν, καὶ ὄχι καὶ εἰς τὸ Ἄργος;
§119Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλῶ περὶ ὅλης τῆς Ἑλλάδος. Ἄλλως δὲν ἤθελον τολμήσει ν’ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἣν ὑμεῖς ἐπαξίως ἀντιπροσωπεύετε. Διὰ τοῦτο λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι δὲν παραβλάπτονται τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου Ταμείου, νὰ δεχθῇ, ὅπως ἡ τροπολογία, ἣν προέβαλον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τοῦ ἀφορῶντος μόνον τὰς καταστροφὰς τοῦ παρελθόντος ἔτους 1900, μετατραπῇ εἰς πάγιον νόμον, ἵνα μὴ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀσχοληθῇ καὶ εἰς τὸ μέλλον περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου. Ἐὰν ὅμως νομίζῃ, ὅτι τοῦτο παραβλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, καὶ ἀντίκειται εἰς ταμιευτικὸν τινα λόγον, καὶ κωλύηται ν’ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασίν μου ταύτην, ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ ἀντείπω, διότι ἡ Βουλὴ παροῦσα θὰ ἦναι καὶ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος, καὶ βεβαίως, ἐὰν νομίσῃ, ὅτι οἱ αὐτοὶ λόγοι θέλουσιν ὑπάρξει καὶ εἰς τὸ μέλλον, — τοῦθ’ ὅπερ ἀπεύχομαι — θὰ ἐπιληφθῇ καὶ πάλιν τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ὅμως σημεῖον τῆς διαφωνίας μου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιμείνω ἔτι περισσότερον. Διότι, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τοῦ ἄρθρου 1 αὐτοῦ, ἔχοντος ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀπαλλάσσονται τῆς πληρωμῆς τοῦ κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΦΟΔʹ τῆς 5 Ἰουνίου 1899 ὀφειλομένου διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1900 ἐγγείου φόρου τῶν ἀμπέλων καὶ τοῦ συμβεβαιουμένου ὁδικοῦ καὶ δημοτικοῦ φόρου οἱ ἀμπελοκτήμονες, ὧν ἡ παραγωγὴ κατὰ τὸ ἔτος 1900 κατεστράφη ἐκ τοῦ περονοσπόρου», ἀπαλλάσσονται μόνον αἱ ἐκ τοῦ περονοσπόρου κατεστραμμέναι ἄμπελοι. Δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι μόνον ὁ περονόσπορος εἶναι, κύριε Πρωθυπουργέ, ὁ καταστρέψας τὴν παραγωγὴν τῶν ἀμπέλων κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Ἐν τῇ ἐμῇ ἐπαρχίᾳ αἱ ἄμπελοι ἔπαθον καὶ ἐξ ἄλλης ἀσθενείας, τὴν ὁποίαν ἀπεκάλεσαν μέλαιναν σῆψιν...
§120Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ λαὸς πῶς τὴν ὀνομάζει;
§121Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς τὴν λέγει ὁ λαὸς, ἀγνοῶ. Εἶναι ἀσθένεια πρωτοφανής. Γεωπόνον τινὰ ἤκουσα νὰ λέγῃ, ὅτι ἡ νόσος, τὴν ὁποίαν ἀντελήφθη εἰς τὰς ἀμπέλους τῆς Μαντινείας, εἶναι ἡ μέλαινα σῆψις. Ἄρα δὲν εἶναι μόνον ὁ περονόσπορος, ὁ καταστρέψας τὴν παραγωγὴν τῶν ἀμπέλων τοῦ παρελθόντος ἔτους. Δὲν νομίζετε λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἄδικον ν’ ἀπαλλάξωμεν τοὺς ἀμπελοκτήμονας, τῶν ὁποίων ἡ παραγωγὴ κατεστράφη ἐκ τοῦ περονοσπόρου, νὰ μὴ ἀπαλλάξωμεν δὲ καὶ ἐκείνους, τῶν ὁποίων αἱ ἄμπελοι κατεστράφησαν ἐξ ἄλλων νόσων; Δίκαιον λοιπὸν ἤθελεν εἶσθαι, ἂν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία προβλέψῃ ἐξ ἴσου δι’ ὅλας τὰς ἀμπέλους, τῶν ὁποίων ἡ παραγωγὴ κατεστράφη ἐξ οἱασδήποτε αἰτίας. Διὰ τοῦτο θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δεχθῇ νὰ προστεθῇ ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 1 ἡ φράσις «ἢ ἐξ ἄλλων καιρικῶν περιστάσεων».
§122Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Καλλίτερον νὰ τεθῇ «ἐξ ἄλλων νόσων».
§123Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως αἱ καιρικαὶ περιστάσεις δὲν προκαλοῦσι τὰς νόσους; Ὁ περονόσπορος π. χ. δὲν ἀναπτύσσεται ἐκ τῆς θερμῆς ὑγρασίας; Ἀδιαφορῶ ὅμως, ἐὰν θὰ τεθῇ «ἐξ ἄλλων νόσων», ἢ «ἐξ ἄλλων καιρικῶν περιστάσεων». Τοῦτο γνωρίζει καλῶς καὶ ὁ κύριος Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ μεγαλείτερος ἀμπελοκτήμων ὅλων ἡμῶν, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ἡ στρεμματικὴ φορολογία δὲν ἐφαρμόζεται ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἐκεῖνο ὅμως, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν καὶ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ ὅλων ὑμῶν, κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι ὁ τρόπος ὁ κανονιζόμενος διὰ τοῦ νομοσχεδίου πρὸς βεβαίωσιν τῆς καταστροφῆς τῶν ἀμπέλων. Ἐὰν μείνῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, θέλουσιν ἐπανέλθει αἱ μακαρίᾳ τῇ λήξει ἐπιτροπαὶ ἐπὶ τῆς ἐκδικάσεως τῶν παραπόνων τῶν ἐπιτηδευματιῶν, θέλομεν δημιουργήσει διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου πολυπροσώπους ἐπιτροπὰς, χωρὶς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἦναι ὑποχρεωμένον ν’ ἀπαλλάσσῃ τὰς ἀμπέλους ἐκείνας, τὴν καταστροφὴν τῶν ὁποίων βεβαιοῦσιν αἱ διάφοραι ἐπιτροπαί, αἱ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου θεσπιζόμεναι. Καὶ τότε θὰ ἐξεγερθῇ ἡ ὄρεξις ὅλων τῶν ἀμπελοκτημόνων τῆς Ἑλλάδος ν’ ἀπαλλαγῶσιν οἱ πάντες ἐκ τοῦ φόρου. Ἐγὼ, ἔχων τὴν τιμὴν ν’ ἀνήκω εἰς τὴν μειονοψηφίαν, βεβαίως δὲν θέλω ὑποστῆ τὰ βάσανα, τὰ ὁποῖα θέλετε ὑποστῆ ὑμεῖς, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, παρὰ τῶν ὁποίων οἱ ἐκλογεῖς σας ἀμπελοκτήμονες θέλουσι ζητήσει μεσολάβησιν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως τύχωσιν ἀπαλλαγῆς ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων. Καὶ ἰδού, πῶς ἔχουσι τὰ ἄρθρα ταῦτα. Ἐνῷ ἐν τῷ προτελευταίῳ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τῷ 5, ὁρίζεται, ὅτι «διὰ Β. Διαταγμάτων κανονισθήσονται τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ παρόντος νόμου», διὰ τοῦ ἄρθρου 3 ὁρίζεται μηνιαία προθεσμία, καθ’ ἣν οἱ Δήμαρχοί εἰσιν ὑπόχρεοι νὰ ἀναφέρωσιν εἰς τὸν Νομάρχην καὶ νὰ ὁρίσωσι τοὺς ἀμπελοκτήμονας ἐκείνους, ὧν ἡ παραγωγὴ κατεστράφη. Τὴν μηνιαίαν ταύτην προθεσμίαν θεωρῶ ἀνεπαρκῆ, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Καὶ ἅμα τῇ δημοσιεύσει τοῦ νόμου ἐὰν δημοσιευθῇ τὸ κανονιστικὸν τοῦτο Διάταγμα, πάλιν τὸ ὅριον, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὸ ἄρθρον 3, δὲν εἶναι ἐπαρκές. Καὶ ἰδοὺ διατί. Ἄν, Κύριοι, ἡ καταστροφὴ ἐπῆλθεν εἰς τὴν περιφέρειαν ἑνὸς μεγάλου δήμου, μεγάλων ὁρίων, καὶ εἰς ὡρισμένας περιφερείας, δὲν ἔχει ἄλλο τι νὰ πράξῃ ὁ Δήμαρχος ἢ νὰ πέμψῃ ἓν ἔγγραφον πρὸς τὸν Νομάρχην, ἐν ᾧ νὰ ἀναφέρωνται αἱ καταστραφεῖσαι περιφέρειαι. Ἐὰν ὅμως ἡ καταστροφὴ ἀφορᾷ ὡρισμένα ἄτομα, πρέπει νὰ δίδηται μείζων καιρὸς εἰς τὸν Δήμαρχον, ὅπως συλλέξῃ πληροφορίας ἀκριβεῖς, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τοιούτων πληροφοριῶν νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὸν Νομάρχην. Ἀλλὰ πλὴν τούτων τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἔχει καὶ ἄλλο ἐλάττωμα. Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου μόνον ὁ Δήμαρχος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὸν Νομάρχην περὶ τῶν ἀτόμων, ἢ τῶν θέσεων, ἢ τῶν δήμων, ὧν κατεστράφησαν αἱ ἄμπελοι· οἱ ἀμπελοκτήμονες οὐδὲν δικαίωμα ἔχουσι ν’ ἀναφερθῶσι τοὐλάχιστον καὶ ζητήσωσι τὴν ἀπαλλαγήν. Καὶ ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον. «Ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου οἱ Δήμαρχοι τῶν δήμων, ἐν τῇ περιφερείᾳ τῶν ὁποίων ἐπῆλθε κατὰ τὸ ἔτος 1900 καταστροφὴ τῆς παραγωγῆς τῶν ἀμπέλων ἐκ τοῦ περονοσπόρου, δι’ ἀναφορᾶς πρὸς τὸν οἰκεῖον Νομάρχην ἀναφέρουσι λεπτομερῶς τὴν ἐπελθοῦσαν καταστροφὴν εἰς τὰς ἀμπέλους ἀτόμων, θέσεων, χωρίων, ἢ ὅλου τοῦ δήμου». Ἡ ἀναφορὰ ὅμως αὕτη τοῦ Δημάρχου οὐδεμίαν ἐπιβάλλει ὑποχρέωσιν εἰς οὐδένα ὑπάλληλον, ὅπως διατάξῃ τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν ἀμπέλων ἐκ τοῦ φόρου. Σᾶς παρακαλῶ, προσέξατε, τί θὰ ἐπακολουθήσῃ τὴν ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου. Ὁ Νομάρχης, λαμβάνων τὴν ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου, τί θὰ ἐνεργήσῃ; Ἡ § βʹ τοῦ ἄρθρου 3 λέγει τάδε: «Ὁ Νομάρχης, λαμβάνων τὴν κατὰ τὸ προηγούμενον ἐδάφιον ἀναφοράν, ἀποστέλλει αὐτὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δι’ ἐκθέσεώς του, ἀναφέρων καὶ τὴν περὶ τοῦ βασίμου ἢ μὴ τῆς ἀναφορᾶς γνώμην αὐτοῦ.» Τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν θὰ ἐκφέρῃ ὁ Νομάρχης, πόθεν θὰ τὴν ἀρυσθῇ, παρακαλῶ; Ἀπὸ τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα διατελοῦσιν εἰς τὰς ἀμέσους διαταγάς του. Ποῖα εἶναι τὰ ὄργανα ταῦτα; Εἶναι ὁ Δήμαρχος. Ὁ Νομάρχης ἔχει τὴν ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου, καὶ ἐν τούτοις ὀφείλει νὰ γνωματεύσῃ, ἐὰν εἶναι βάσιμος, ἢ μή, ἡ ἀναφορὰ αὕτη. Ἀλλά, Κύριοι, ὁ Νομάρχης, ὁ διευθύνων σήμερον τὴν Νομαρχίαν Τριπόλεως π.χ., τί γνωρίζει νὰ γνωματεύσῃ περὶ τῆς καταστροφῆς, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὰς ἀμπέλους τῆς Τριπόλεως κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ παρελθόντος ἔτους; Γινώσκει ὁποία ἔκτασις κατεστράφη; Ὁ Νομάρχης, ὁ ὑπηρετῶν ἐν Τριπόλει κατὰ τὸν Αὔγουστον, μετετέθη, ἤ, καὶ ἂν δὲν μετετέθη, οὐδεμίαν εἶχεν ἰδέαν κατὰ τὸν Αὔγουστον, ὅτι ἤθελε κληθῆ ν’ ἀποφανθῇ περὶ τῆς καταστροφῆς ἐκ τοῦ περονοσπόρου, καὶ ὁρίσῃ τὰς καταστραφείσας ἀμπέλους, ὅπως φροντίσῃ κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν νὰ συλλέξῃ τὰς ἀπαιτουμένας περὶ τῆς καταστροφῆς πληροφορίας. Ἀλλ’ ὑποθέσατε τέλος πάντων, ὅτι ὁ Νομάρχης οὗτος, τῇ θείᾳ ἐμπνεύσει, συνοδεύει τὴν ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου διὰ τῆς ὀρθῆς γνώμης. Ὁποῖον ἀποτέλεσμα θέλει ἐπιφέρει ἡ γνώμη τοῦ Νομάρχου; Οὐδὲν, ἀπολύτως οὐδέν. Διότι, ἐὰν ἡ ἀναφορὰ φθάσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν,— καὶ ὅταν ἀκούητε «Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν», μὴ ἔχετε ὑπ’ ὄψει τὸν ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, καὶ τότε μόνον δύνασθε νὰ φαντασθῆτε τὰ συμβησόμενα, διότι πάντες βεβαίως ἔχετε λάβει πεῖραν, τίνι τρόπῳ ἀπονέμεται τὸ δίκαιον τῶν πολιτῶν ἐκ μέρους τῶν πλείστων ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, οἱ ὁποῖοι νομίζουσι προορισμόν των νὰ λύωσι τὰ πάντα κατὰ τῶν πολιτῶν, ἐκτὸς ἐὰν εὑρεθῇ καὶ ἐκεῖ ὁ ὑπάλληλος ὑπὸ ψυχολογικὴν βίαν, διότι μόνον πρὸ αὐτῆς θέλει ὑποχωρήσει.— Ὅταν φθάσῃ λοιπὸν ἐκεῖ ἡ ἀναφορὰ, γνωρίζετε ποῖον δρόμον θὰ λάβῃ; Ἐγὼ ἔπεμψα ἀναφορὰν δικαιοτάτην, καὶ ἐδέησε νὰ γείνω ὀχληρὸς πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους αὐτοὺς, καὶ μεγάλην ἐπιμέλειαν νὰ δείξω διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ συμπολίτου μου, ἵνα ἐνεργηθῇ αὕτη, διότι, ὡς γινώσκετε, πᾶσα ἀναφορὰ τοποθετεῖται εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀρκετὰ μέτρα ὑπὸ τὴν γῆν. Ἀκούσατε λοιπὸν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Δημάρχου καὶ τῆς γνώμης τοῦ Νομάρχου. Ὁ Ὑπουργὸς, μόλις λάβῃ τὴν ἀναφορὰν καὶ τὴν γνώμην τοῦ Νομάρχου, θέλει κρίνει περὶ τοῦ ὀρθοῦ ἢ ἐσφαλμένου τούτων, «λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ τοῦ Δημάρχου ἐκτιθέμενα καὶ τὴν γνώμην τοῦ Νομάρχου». Ἐὰν εὕρῃ αὐτὴν ὀρθὴν ὁ Ὑπουργὸς, ἢ ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης, τότε διατάσσει νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ, ἀποτελουμένη ἐκ τοῦ Νομάρχου, ἢ τοῦ νομίμου ἀναπληρωτοῦ αὐτοῦ, τοῦ ἁρμοδίου Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου κλπ. Ἀλλ’ ὅλοι γινώσκετε, ποίας οἱ Ἔφοροι εἰς τὰ τοιαῦτα ζητήματα ἔχουσι γνώμας, προβάλλοντες τὴν προστασίαν τοῦ Δημοσίου, καίτοι ἀδικοῦσι τοὺς πολίτας· καὶ τοῦτο, διότι, ἐὰν τὸ ἄθροισμα τῶν βεβαιουμένων φόρων ἑκάστου ἔτους ὑπερβαίνῃ κατά τι τὸ ἄθροισμα τοῦ βεβαιωθέντος φόρου κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος, ὁ Ἔφορος ἀσφαλῶς προβιβάζεται, ἄλλως βεβαίως τιμωρηθήσεται. Αὐτὸ εἶναι χρόνιον νόσημα. Δὲν ἐγεννήθη ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Προχθὲς σᾶς ἀνέφερα τὰς παραβάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο διὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐν Τριπόλει. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ ἠρώτησε, πρὸς τί οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι ἀπέστειλαν 200 ἀνθρώπους εἰς τὸ Δικαστήριον, ὑφ’ οὗ ἀπηλλάγησαν; Καὶ ἀπήντησα, ὅτι τοῦτο ἐγένετο ἀπὸ ἔκνομον ζῆλον πρὸς βεβαίωσιν μεγάλης ποσότητος φόρου. Οὕτω πῶς θέλει γνωματεύσει ὁ Ἔφορος ἐπὶ τῶν ἀπαλλακτέων ἢ μὴ ἀμπέλων. Πλὴν τοῦ Ἐφόρου, εἶναι καὶ ὁ ἁρμόδιος Εἰρηνοδίκης. Ἀλλὰ ποῖος εἶναι οὗτος; Εἶναι ὁ Εἰρηνοδίκης τῆς περιφερείας τῶν ἀμπέλων; ἢ ὁ τῆς ἕδρας τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου;
§124Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τῆς περιφερείας τῶν ἀμπέλων.
§125Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ συζητῶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δὲν ὁρίζει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς ὡρίσατε ἤδη. Ἔχω προβάλει καὶ ἄλλην τροπολογίαν, ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν τῆς καταστροφῆς, καὶ εὐτυχὴς ἤθελον θεωρηθῆ, ἐὰν ἤθελε κριθῆ τελεσφορωτέρα. Πλὴν τοῦ ἁρμοδίου Εἰρηνοδίκου ἔχομεν τὸν Δήμαρχον, ὁ ὁποῖος δι’ ἀναφορᾶς ἐβεβαίωσεν ἤδη τὴν καταστροφὴν, ἔχομεν τὸν γεωμέτρην, ὁριζόμενον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ τί θὰ κάμῃ ὁ γεωμέτρης;
§126Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἴδῃ καὶ θὰ καταμετρήσῃ τὸ καταστραφὲν μέρος. Τὸ λέγει ῥητῶς τὸ νομοσχέδιον.
§127Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πιθανὸν, ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν τῶν ἀμπέλων, νὰ ἦναι χρήσιμος ὁ γεωμέτρης, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν καταστροφὴν, δὲν εἶναι. Λέγουσί τινες, ὅτι ἐνδεχόμενον νὰ καταστραφῇ μέρος τῆς ἀμπέλου. Ἀλλ’ ὁ γεωμέτρης, μεταβαίνων ἐκεῖ, ἵνα κανονίσῃ τὴν ἔκτασιν τῆς καταστραφείσης ἀμπέλου, πῶς θέλει ἀντιληφθῇ, ποῖον μέρος κατεστράφη, καὶ ποῖον ὄχι, ἐνῷ τότε ἡ ἄμπελος θὰ ἔχῃ ἀνασκαφῆ καὶ τελείως καλλιεργηθῆ;
§128Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, εἶναι ἀκριβὲς, θὰ καταλήξητε εἰς τὸ συμπέρασμα, ἢ ὅτι θ’ ἀπαλλαγῶσιν ὅλαι αἱ ἄμπελοι, ἢ οὐδεμία. Ἐὰν παραδεχθῆτε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστοποιηθῇ τοῦτο, αὐτοῦ καταλήγετε.
§129Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἀναπτύξω τὴν τροπολογίαν μου, θὰ ἴδητε τὸ συμπέρασμά μου. Ἐὰν ψηφισθῇ, ὡς ἔχει, τὸ νομοσχέδιον, θὰ συμβῇ ὅ,τι συμβαίνει εἰς τὴν διαδικασίαν τῶν ἀντιρρήσεων κατὰ τοῦ καταλόγου τῶν ἐπιτηδευμάτων. Ὁ Δήμαρχος συντάσσει τὸν φορολογικὸν κατάλογον τῶν ἐπιτηδευματιῶν, ἐν ᾧ ἐγγράφονται ὅλοι οἱ ἀντίθετοι τοῦ Δημάρχου, οἱ ὁποῖοι κατόπιν ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν παραπόνων κατὰ τοῦ καταλόγου, καὶ ὅλαι αἱ ἀναφοραὶ αὗται ἀναφέρουσι τὰ αὐτὰ ἐπιχειρήματα, τὰς αὐτὰς λέξεις, τὰ αὐτὰ στοιχεῖα τοῦ ἀλφαβήτου. Ἐκ τούτων τῶν ἀναφορῶν ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη, συνισταμένη ἀπὸ τὰ αὐτὰ περίπου πρόσωπα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα συνίσταται ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, — διότι καὶ ἐκείνη συνίσταται ἀπὸ τὸν Ἔφορον, ὡς εἰσηγητὴν, καίτοι οὗτος δὲν ἔχει ψῆφον, ἀπὸ τὸν Νομάρχην, τὸν Εἰρηνοδίκην καὶ τὸν Πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, — ἄλλας μὲν τῶν ἀντιρρήσεων ἀπορρίπτει, καὶ ἄλλας δέχεται, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ διατὶ ἀποφαίνεται οὕτως ἢ ἄλλως. Τί συμβαίνει λοιπόν; Ὅσοι κατορθώνουσιν, εἴτε δι’ ἰσχυρῶν, τοὺς ὁποίους οἱ ἀδύνατοι χαρακτῆρες φοβοῦνται, εἴτε δι’ ἄλλων μέσων, νὰ συνεννοῶνται πρός τινα τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀπαλλάσσονται τοῦ ἐπιτηδεύματος, ἐνῷ οἱ ἄλλοι πληρώνουν. Τοῦτο θὰ συμβῇ καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, ἐὰν οὕτω ψηφισθῇ. Ἀλλὰ πρὸς στιγμὴν δεχθῆτε τὸ ἄριστον τῆς καταρτίσεως τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ὅτι συνέρχεται ἐκείνη καὶ γνωματεύει περὶ τῶν θέσεων τῶν καταστραφεισῶν ἀμπέλων, περὶ τῶν δήμων, ἢ ἀμπέλων, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουσιν εἰς ὡρισμένα ἄτομα. Ὁποῖα ἀποτελέσματα θέλει ἔχει ἡ γνώμη αὕτη τῆς ἐπιτροπῆς, κατὰ τὸ νομοσχέδιον; Οὐδέν! Καὶ πάλιν ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀφίεται. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ νομοσχέδιον: «Ἡ ἐπιτροπὴ θὰ βεβαιώσῃ διὰ πρωτοκόλλου τὴν ἐκ τοῦ περονοσπόρου ἐπελθοῦσαν καταστροφὴν κατὰ τὸ 1900 ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τῶν ἀμπέλων ἑνὸς ἢ πλειόνων ἀμπελοκτημόνων, ὡρισμένης θέσεως, χωρίου ἢ δήμου. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πρωτοκόλλου τούτου, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀποφασίζει περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τῆς χρήσεως τοῦ 1900 τῶν ἐν τοῖς πρωτοκόλλοις ἀναφερομένων φορολογουμένων.» Κατὰ τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν, ὁ Ὑπουργὸς, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου καὶ τὴν γνώμην τοῦ Νομάρχου, ἐὰν εὐδοκήσῃ, συνιστᾷ τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία προορίζεται νὰ συντάξῃ μόνον τὰ πρωτόκολλα, καὶ ἀποστείλῃ αὐτὰ εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος, ἐὰν πάλιν εὐδοκήσῃ, ἀπαλλάττει τὰς ἀμπέλους τοῦ φόρου, εἰ δὲ μὴ, ὄχι. Τί θέλει συμβῆ μέχρις οὗ τελειωτικῶς ἀποφανθῇ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν πρωτοκόλλων; Ἀφίεμαι εἰς τὴν κρίσιν σας, διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκτίθηται ἀπὸ τοῦ βήματος ὅ,τι γίνεται εἰς τὰς τοιούτου εἴδους ἀποφάσεις τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, καὶ ἰδίως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ ἄρθρον 4 ἀφορᾷ μίαν ἄλλην διαδικασίαν, παρεπομένην τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀντίγραφον τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ ἀποστέλλεται εἰς τὸ Δημαρχεῖον, καὶ ἐκτίθεται ἐκεῖ· ἐὰν δέ τις τῶν ἀμπελοκτημόνων δὲν ἐμπεριέχηται εἰς τὸν κατάλογον τῶν ἀπαλλαγέντων, γίνεται ἄλλη ἀναφορὰ καὶ διαδικασία. Συνέρχεται ἡ αὐτὴ ἐπιτροπὴ, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν προστίθενται ὁ ταμίας καὶ ὁ γεωμέτρης, διοριζόμενος οὐχὶ πλέον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ὡς ἐν τῇ πρώτῃ ἐπιτροπῇ, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ Νομάρχου. Φρονῶ, ὅτι, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ψηφισθῇ ὡς ἔχει, δὲν δύνασθε νὰ μεταβῆτε εἰς τὰς ἐπαρχίας σας μὲ ἐλαφρὰν τὴν συνείδησιν, φρονοῦντες, ὅτι ἐνομοθετήσατε νόμον περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν καταστραφεισῶν ἀμπέλων, διότι τὰ πάντα ἐξαρτῶνται ἀπὸ τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, ἀπὸ τοῦ Ἐφόρου, Εἰρηνοδίκου, Νομάρχου καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Προτιμότερον ἤθελεν εἶσθαι νὰ νομοθετήσωμεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ διατάξῃ τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν ἀμπέλων, τὰς ὁποίας ἤθελε θεωρήσει ὡς καταστραφείσας, διότι τοῦτο λέγει τὸ νομοσχέδιον περιφραστικῶς. Ἀντὶ τούτων, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποστηρίξω τὰς ὑποβληθείσας τροπολογίας μου, δι’ ὧν φρονῶ, ὅτι ὄχι μόνον θέλουσι βεβαιωθῆ ἐπακριβῶς αἱ ἄμπελοι αἱ καταστραφεῖσαι, καὶ ἐφ’ ὅσον κατεστράφησαν, ἀλλὰ καὶ τὸ μέγεθος τῆς ἐκτάσεως τῆς καταστραφείσης, χωρὶς νὰ παραβλάπτωνται τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ὀλίγοι εἶναι οἱ ἀμπελοκτήμονες, οἱ ὁποῖοι ὑποχρεοῦνται νὰ πληρώσωσι φόρον πέραν τῶν 50–100 δραχμῶν, καὶ οἱ ἀμπελοκτήμονες αὐτοὶ δὲν θέλουσι καταδεχθῆ νὰ βεβαιώσωσιν ἐνόρκως, ὅτι αἱ ἄμπελοι αὐτῶν κατεστράφησαν. Θέλουσι δεχθῆ ποτὲ εἷς Δήμαρχος καὶ ἱερεὺς καὶ ἀμπελοκτήμων νὰ βεβαιώσωσιν ἐνόρκως, ὅτι αἱ ἄμπελοι τῶν αἰτούντων τὴν ἀπὸ τοῦ φόρου ἀπαλλαγὴν κατεστράφησαν, χωρὶς πράγματι νὰ ἔχωσι καταστραφῆ; Τοιαῦτα πρόσωπα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψευδορκήσωσι διὰ μικρὸν ποσόν. Διὰ τοῦτο λοιπὸν προτείνω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ τρίτου ἄρθρου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου: «Τὸ τρίτον ἄρθρον διατυποῦται ὡς ἑξῆς: «Ἡ καταστροφὴ τῆς παραγωγῆς τῶν ἀμπέλων, τῶν ἀνηκουσῶν εἰς ἄτομον ἢ ἄτομα, καὶ κατὰ θέσιν, ἢ χωρίον, ἢ δήμους, γνωστοποιεῖται τῷ Εἰρηνοδίκῃ τῆς περιφερείας, ἐν ᾗ κεῖνται αἱ ἄμπελοι, ὑπὸ τῶν ἀμπελοκτημόνων, ἢ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς τῆς περιφερείας, ἐν ᾗ κεῖνται αἱ ἀπαλλακτέαι τοῦ φόρου ἄμπελοι, καθορίζεται δὲ διὰ τῆς ἐνόρκου βεβαιώσεως τοῦ Δημάρχου, ἢ τοῦ νομίμου αὐτοῦ ἀναπληρωτοῦ, καὶ τοῦ ἐφημερίου τοῦ χωρίου, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου κεῖνται αἱ ἄμπελοι, καὶ τῶν αἰτούντων τὴν ἀπαλλαγήν των ἐκ τοῦ φόρου.» Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀσφαλεστέρα βεβαίωσις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ. Διὰ τῆς τοιαύτης δὲ βεβαιώσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζημιωθῇ οὔτε ὁ ἀμπελοκτήμων, οὔτε τὸ Δημόσιον...
§130Κ. ΖΩΤΟΣ. Ἀρκετὰ ἔχει ἀναλάβει ὁ Δήμαρχος.
§131Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ὡς ἔχει, πολλὰ δὲν ἀνατίθενται εἰς τὸν Δήμαρχον; Οὗτος ἄλλως τε δύναται νὰ ἀναθέσῃ, κατὰ τὴν τροπολογίαν μου, καὶ εἰς ἕνα ἐκ τῶν παρέδρων τὴν ἔνορκον βεβαίωσιν. Ἐνδεχόμενον, κύριοι Βουλευταὶ, αἱ τροπολογίαι μου νὰ ἦναι σφαλεραὶ, ἀλλ’ ὁ ἔχων ὀρθοτέρας, ἂς τὰς ἀναπτύξῃ, καὶ προθύμως ἐγὼ θέλω ψηφίσει αὐτάς. Ποτὲ ὅμως μὴ δεχθῆτε νὰ ψηφισθῇ, ὡς ἔχει, τὸ νομοσχέδιον, διότι δέον νὰ συλλογισθῆτε τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας θὰ ὑποφέρητε καὶ σεῖς καὶ αἱ διοικητικαὶ καὶ οἰκονομικαὶ ἀρχαί. Διὰ τοὺς ψευδορκοῦντας, ἢ τοὺς ἀρνουμένους νὰ ὁρκισθῶσι, προτείνω διὰ τῶν τροπολογιῶν μου τὰς ἑξῆς συνεπείας: «Οἱ βεβαιοῦντες ἐνόρκως ψευδῆ γεγονότα ὡς ἀληθῆ τιμωροῦνται κατὰ τὸ ἄρθρον 27 § αʹ τοῦ ΒΣΟΔʹ νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, ὑποχρεούμενοι καὶ εἰς πολιτικὰς ἀποζημιώσεις. Οἱ δὲ μὴ προσερχόμενοι ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδίκου τῆς περιφερείας, ἐν ᾗ κεῖνται αἱ ἄμπελοι, πρὸς ἔνορκον βεβαίωσιν, ἢ ἀρνούμενοι νὰ ὁρκισθῶσιν, ὑπόκεινται εἰς ἀποζημίωσιν τοῦ καλοῦντος αὐτούς.» Προτείνω δὲ ταῦτα, διότι ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἐπιβάλλει τὰς ποινὰς τῆς ψευδορκίας, ὡς αὐστηρὰς καὶ δυσεφαρμόστους.
§132ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι ὁ Δήμαρχος.
§133Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ προτείνω νὰ τροποποιηθῇ τὸ νομοσχέδιον. Καὶ ἂν δὲν σᾶς ἀρέσῃ ὁ Δήμαρχος, ὁρίσατε σεῖς τὸν ἀντικαταστάτην. Τὸ νομοσχέδιον ὅμως πρέπει πάντως νὰ μεταρρυθμισθῇ. Καὶ κατὰ τὴν τροπολογίαν μου, ἀφοῦ γείνῃ τοιαύτη ἔνορκος βεβαίωσις, ὁ ἀμπελοκτήμων, ἢ ὁ Δήμαρχος, λαμβάνει ἀντίγραφον τοῦ πρακτικοῦ, καὶ ἀποστέλλει αὐτὸ εἰς τὸν Ἔφορον, ὁ ὁποῖος, ἅμα τῇ λήψει τοῦ πρακτικοῦ, ὀφείλει νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεως τοῦ ἀμπελοκτήμονος, τῆς ἐνεργουμένης πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου, περὶ οὗ πρόκειται. Ὁ Ἔφορος ἀποστέλλει τὸ πρακτικὸν εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπόχρεως νὰ διατάξῃ τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ ἀμπελοκτήμονος, τοῦ ὁποίου ἡ καταστροφὴ τῆς ἀμπέλου ἐβεβαιώθη ἐνόρκως ὑπὸ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα καθορίζονται. Ὑποθέτω, ὅτι, ἐὰν γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία μου, ὡς ἔχει, βεβαίως θέλομεν ἐξασφαλίσει καὶ τὸν ἀμπελοκτήμονα, ἀλλὰ θέλομεν προστατεύσει καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, καὶ δὲν θέλομεν ἀφήσει αὐτὰ ἕρμαιον τῆς διαθέσεως Ἐφόρου τινὸς τετάρτης τάξεως, τοῦ Δημάρχου καὶ τοῦ Εἰρηνοδίκου τρίτης τάξεως, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ νομοσχέδιον θέλουσιν ἀνευθύνως γνωματεύει, κατὰ τὴν ἑκάστοτε ὄρεξίν των. Νομίζω, ὅτι οὐδεὶς θέλει ἀμφισβητήσει τὴν ἀλήθειαν τῶν ὑπ’ ἐμοῦ λεγομένων. Καὶ οὕτω πως πρέπει νὰ διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐν τῇ τροπολογίᾳ μου, ἣν ὑπέβαλον, καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου 4 ταύτης κανονίζεται, ἢ μᾶλλον ὁρίζεται καὶ ἡ καταστροφή, ἤτοι πότε μία ἄμπελος θεωρεῖται ὡς κατεστραμμένη. Εἶναι κατεστραμμένη, ὅταν συμβαίνῃ ὅ,τι συνέβη εἰς τὸν δῆμον Βαλτετσίου τῆς ἐπαρχίας μου, ἐν ᾧ, πρὶν ἔλθῃ ἡ ὥρα τοῦ τρυγητοῦ, τὰ πρόβατα ἀφέθησαν ἐλεύθερα εἰς τὰς ἀμπέλους, καὶ ἔφαγον τὰ φύλλα αὐτῶν; ἢ πρέπει νὰ θεωρηθῇ κατεστραμμένη, ὅταν τὰ ἔσοδα αὐτῆς δὲν ἀνταπεκρίθησαν εἰς τὰ ἔξοδα τῆς ἁπλῆς καλλιεργείας; Γνωρίζετε δὲ, τί εἶναι ἁπλῆ καλλιέργεια. Τὸ κλάδευμα, τὸ σκάψιμον, τὸ σκάλισμα...
§134Κ. ΖΩΤΟΣ.....
§135Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἐπιβάλω τὴν γνώμην μου. Γνώμας ἐκφέρω. Ὁ κ. Ζῶτος διακρίνεται ἐπὶ εὐγλωττίᾳ. Δύναται νὰ ἔλθῃ ἐδῶ, καὶ νὰ ἐκθέσῃ ὀρθοτέρας ἰδέας. Βεβαιῶ δ’ αὐτὸν, ὅτι ἐγὼ θέλω τὰς δεχθῆ. Ἡ τροπολογία μου, ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο, ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 4. Ἡ παραγωγὴ τῶν ἀμπέλων θεωρεῖται κατεστραμμένη, ὅταν ἐκ τῆς κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἐνόρκου βεβαιώσεως τοῦ ἀμπελοκτήμονος, τοῦ Δημάρχου καὶ ἐφημερίου, ἢ τοῦ ἑτέρου τούτων, ἐὰν ὁ ἄλλος δὲν προσέλθῃ πρὸς ὅρκισιν, καίτοι κλητευθεὶς, ἐξάγεται, ὅτι ἡ παραγωγὴ τῆς ἀμπέλου δὲν καλύπτει τὰς δαπάνας τῆς ἐτησίας ἁπλῆς καὶ στοιχειώδους καλλιεργείας.» Δὲν ἔχω τὴν δύναμιν νὰ τὴν ἐπιβάλω. Ἐγὼ μάλιστα, ἂν νομίζητε, ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῇ, ψηφίζω καὶ περὶ τῆς διαγραφῆς τῆς παραγράφου ταύτης, διότι ἡ βάσις τῶν τροπολογιῶν μου ἀλλαχοῦ ἔγκειται· ἔγκειται εἰς τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως, τὸν ὁποῖον δὲν ὑποθέτω, ὅτι κατ’ ἀρχὴν θέλει ἀποκρούσει τις τῶν συναδέλφων· καὶ τοῦτο κρίνω ἐκ τῶν διαφόρων ἐπιδοκιμασιῶν, τῶν ἐκφραζομένων πανταχόθεν τῆς Βουλῆς. Ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 4 τῆς τροπολογίας μου ἔχει ὡς ἑξῆς: «Αἱ περὶ ἀπαλλαγῆς αἰτήσεις καὶ ἔνορκοι βεβαιώσεις γίνονται διὰ μὲν τὴν χρῆσιν τοῦ 1900 ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου, διὰ δὲ τὰς ἑπομένας χρήσεις ἄχρι τέλους Δεκεμβρίου ἑκάστου ἔτους. Πᾶσα αἴτησις, μὴ ἐμπροθέσμως ὑποβληθεῖσα, τυγχάνει ἀπαράδεκτος.» Κατὰ δὲ τὴν τρίτην καὶ τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 4 τῆς τροπολογίας μου, «πᾶσαι αἱ πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ παρόντος νόμου αἰτήσεις, κλήσεις, ἐπιδοτήρια, πρακτικὰ ὁρκοδοσίας, τὰ ἀντίγραφα αὐτῶν, ὡς καὶ πᾶσα ἄλλη πρᾶξις, γίνεται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου», πρὸς ἀποφυγὴν δαπανῶν. Ἡ παράγραφος αὕτη ὑποθέτει, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία μου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θέλει λάβει τὴν χροιὰν παγίου νόμου. Ἄλλως δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν. Τὸ τελευταῖον δὲ ἄρθρον, ἤτοι τὸ ἄρθρον 5 τῆς τροπολογίας μου, ἔχει ὡς ἑξῆς: «Διὰ Β. Διατάγματος, ἐκδιδομένου προτάσει τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, κανονισθήσονται τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ παρόντος νόμου.» Καὶ τοῦτο προτείνω, διότι βεβαίως ὅλαι αἱ περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἀναφανῶσι, δὲν δύνανται νὰ προβλεφθῶσι διὰ τοῦ νόμου τούτου. Τὸ Β. Διάταγμα θέλει χρησιμεύσει οὐχὶ μόνον ὡς διαταγὴ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τούτου, ἀλλὰ καὶ ὡς οἱονεὶ ἑρμηνεία τοῦ νόμου τούτου, καὶ θέλει κανονίσει λεπτομερέστερον τὰ τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν ἀμπελοκτημόνων ἐκ τοῦ φόρου. Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλήν. Εὐτυχὴς δ’ ἤθελον λογισθῆ, ἂν συντελέσω καὶ ἐγὼ κατά τι, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο γείνῃ ὡς οἷόν τε τελειότερον. Φρονῶ δὲ, ὅτι, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δεχθῇ νὰ διασκευασθῇ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου ὅπως αἱ τροπολογίαι μου ἀναφέρουσι, οὐ μόνον θέλει βεβαιωθῆ ἀκριβέστατα, ποῖαι ἄμπελοι κατεστράφησαν, ἀλλὰ καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου περισσότερον θέλουσι προστατευθῆ ἢ ἂν ἀφεθῶσι ταῦτα εἰς τοὺς Εἰρηνοδίκας, τοὺς Δημάρχους καὶ λοιποὺς ὑπαλλήλους, ἐξ ὧν θέλουσι καταρτίζεσθαι αἱ διάφοροι ἐπιτροπαί.
§136Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἔθετο τὸ παρὸν νομοσχέδιον, τουτέστι νὰ ἔλθωμεν εἰς δικαίωσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐστερήθησαν πάσης προσόδου ἕνεκα τοῦ περονοσπόρου. Εὐθὺς ὡς ἠθέλομεν ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ταύτην, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρωμεν οὔτε ἀρχὴν, οὔτε τέλος. Διὰ τοῦτο δὲν ἀποδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας συναδέλφου, ὅτι πρέπει νὰ περιλάβωμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ τὴν καταστροφὴν, τὴν ἐξ ἄλλων καιρικῶν περιστάσεων ἐπελθοῦσαν.
§137Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν μέλαιναν σῆψιν τί τὴν κάμνετε;
§138Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχομεν ἐκθέσεις μόνον περὶ τοῦ περονοσπόρου.
§139Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὴν πρόνοιαν εἰς ἓν μόνον ἔτος, τὸ 1900, ὥστε νὰ καταστήσωμεν ἁπλούστερον τὸ νομοσχέδιον· διότι, ἂν θελήσωμεν νὰ τὸ περιπλέξωμεν διὰ πολλῶν διατυπώσεων καὶ ποικίλων καὶ πολλαπλῶν, βεβαιωθῆτε, ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς τὰ δυσάρεστα ἐκεῖνα ἀποτελέσματα, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας συνάδελφος. Ἐὰν ἑπομένως σταθῶμεν εἰς τὰ δύο αὐτὰ σημεῖα, τί ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν; Πῶς εἶναι δυνατὸν ἀκριβέστερον νὰ γείνῃ ἡ βεβαίωσις τῆς καταστροφῆς ἐκ τοῦ περονοσπόρου. Κύριοι, δὲν εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, εἴτε οἱ δημοτικοί, εἶναι ἐκεῖνοι, πρὸς τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀπόλυτον πίστιν καὶ πεποίθησιν· ἀλλὰ ἡ ἀνάγκη μᾶς κάμνει νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ τοὺς ἀποφύγωμεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐὰν οἱ Δήμαρχοι θὰ συμπεριφερθῶσι καλῶς, ἢ κακῶς, τοῦτο πλέον δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ νομοθετικῶν διατάξεων. Εἰς ποῖον ἄλλον θὰ προστρέξωμεν, παρὰ εἰς τὸν Δήμαρχον, ὁ ὁποῖος δικαίως ἐτέθη ὡς ἡ μόνη ἀρχὴ, ἡ ὁποία θὰ δώσῃ τὴν ὤθησιν εἰς τὴν πρώτην βεβαίωσιν τῆς καταστροφῆς; Τούτου τεθέντος, θὰ λάβωμεν ἀμέσως τὴν ἀφετηρίαν τῆς γενομένης καταστροφῆς ἐκ τῆς βεβαιώσεως, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ ὁ Δήμαρχος, «ἢ ὁ ἀναπληρωτὴς αὐτοῦ» —διότι ἀναπληρωτὴν δὲν ἔχει τὸ νομοσχέδιον, καὶ αὐτὸ θὰ συμπληρωθῇ.—Μετὰ τὸν Δήμαρχον ὅμως ποῖος ἄλλος θὰ ἔλθῃ ἐπίκουρος; Τὸ νομοσχέδιον ἔχει τὸν Ἔφορον, τὸ νομοσχέδιον ἔχει γεωμέτρας. Νομίζω, ὅτι εἶναι μία πολυτέλεια ἄσκοπος, ἡ ὁποία δύναται νὰ περιπλέξῃ, ἀντὶ ν’ ἁπλοποιήσῃ τὰ πράγματα. Δὲν ἔχετε παρὰ νὰ προσφύγητε εἰς τὸν Δήμαρχον, «τὸν Πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου», ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τὰ κατὰ τὸν Δήμαρχόν του καὶ προλάβῃ πᾶσαν τυχὸν κατάχρησιν ἐκ μέρους τοῦ Δημάρχου, διότι ἴσως ἔχει ἀντίθετα συμφέροντα, «καὶ τὸν Νομάρχην».
§140Κ. ΖΩΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§141Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ ἔχουν τὰ αὐτὰ φρονήματα.
§142Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ ἔχουν τὰ αὐτά. Ἀλλὰ ὁ Ἔφορος τί θέλει; ὁ ἐργοδηγὸς τί χρειάζεται; Λοιπὸν νομίζω, ὅτι, ὅσον ὀλιγώτερα εἶναι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τόσον εἶναι πιθανώτερον, ὅτι θὰ φθάσωμεν, ὄχι βεβαίως εἰς ἀπόλυτον ἀπόδοσιν δικαιοσύνης, ἀλλ’ εἰς τὴν σχετικήν. Διὰ νὰ δυνηθῶμεν δὲ νὰ προλάβωμεν ἐκ τῶν προτέρων καὶ κατὰ τὸ δυνατὸν πᾶσαν ἐκ μέρους τῶν Δημάρχων κατάχρησιν, ἀνάγκη νὰ ἀναγράψωμεν πρὸ παντὸς διάταξιν εἰδικὴν ἐπὶ τοῦ νόμου, ἡ ὁποία νὰ ἀπειλῇ εὐθύνας νομικὰς κατ’ αὐτῶν. Δέον νὰ ὁρισθῇ, ὅτι, ἐὰν ὁ Δήμαρχος βεβαιώσῃ ψευδῶς ἀνύπαρκτον καταστροφὴν, ἢ ἀρνηθῇ νὰ βεβαιώσῃ ἀποδεδειγμένην καὶ γνωστὴν αὐτῷ καταστροφὴν, τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν μέχρι τριῶν μηνῶν. Δὲν εἶναι ὅμως μόνον αὐτό. Εἶναι καὶ τὸ τῆς καταστροφῆς. Πῶς θὰ ὁρισθῇ καὶ ἡ καταστροφὴ ἐκ τοῦ περονοσπόρου; Ἐρρήθη πρὸ μικροῦ, ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ, ὅτι χρειάζεται ὁ γεωμέτρης διὰ νὰ ἐξευρεθῇ ἡ ποσότης τῶν στρεμμάτων, εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν τυχὸν δὲν εἶχε καταστραφῆ ὁλόκληρος ἡ ἄμπελος. Ἀλλὰ τότε, ἐὰν δὲν εἶχε καταστραφῆ ὁλόκληρος ἡ ἄμπελος, δὲν δύναται νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸ εὐεργέτημα τοῦ νόμου ὁ φορολογούμενος· διότι ἡ ἐμὴ γνώμη εἶναι, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐπῆλθε τελεία καταστροφή, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ εἰσκομίσῃ διόλου οἶνον ὁ ἀμπελοκτήμων, δὲν δύναται νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸ εὐεργέτημα, διότι τότε πλέον εἶναι μία ἀσυδοσία, δὲν εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον λαμβάνεται εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις. Πρέπει λοιπὸν νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι ὁ ἀμπελοκτήμων δὲν εἰσεκόμισε διόλου κατὰ τὸ 1900 οἶνον ἐκ τῆς ἀμπέλου του.
§143Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λέγει τὸ ἄρθρον 1.
§144Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγει τὸ ἄρθρον 1, ἀλλὰ λέγει «ἡ καταστροφὴ τῆς παραγωγῆς». Εἶναι ἀόριστον. Νὰ τεθῇ «ἡ καταστροφὴ τῆς παραγωγῆς οἴνου». Διότι εἶναι ἐνδεχόμενον εἷς ἀμπελοκτήμων νὰ εἶχεν ἄμπελον παράγουσαν δέκα φορτώματα οἴνου, καὶ νὰ παρήγαγεν ὀλίγας ὀκάδας σταφυλῶν. Δὲν εἶναι δίκαιον νὰ τὸν φορολογήσωμεν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δίκαιον καὶ ν’ ἀφήσωμεν ἀφορολόγητον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος, ἀντὶ δέκα φορτωμάτων, τῶν συνήθων, ἔκαμε δύο, ἢ πέντε, ἢ καὶ ἕν. Διὰ τοῦτο ἐγὼ λέγω, ὅτι πρέπει νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸ μέσον «ἡ καταστροφὴ τῆς παραγωγῆς οἴνου». Πρέπει νὰ τεθῇ αὐτό.
§145Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Χρειάζεται χημικὴ ἀνάλυσις, ἂν παράγηται οἶνος ἢ ξεῖδι! Ξεῖδι παράγουσιν αἱ ἄμπελοι αἱ καταστραφεῖσαι!
§146Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐάν τινος κατεστράφη ἡ ἄμπελος ἐκ τοῦ περονοσπόρου, τοῦτο σημαίνει, ὅτι δὲν ἐτρύγησεν. Αὐτὸ θὰ βεβαιωθῇ. Τίποτε ἄλλο. Ἐὰν ὅμως ἔκαμεν ἑκατὸν, διακοσίας, ἢ τριακοσίας ὀκάδας σταφυλῶν, τὰς ὁποίας μετεχειρίσθη πρὸς ἰδίαν χρῆσιν, ἢ τὰς ὁποίας ἐπώλησε, νομίζω, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι λόγος νὰ μὴ ὑπαχθῇ καὶ αὐτὸς εἰς τὸ εὐεργέτημα τοῦ νόμου.
§147Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ἀλλ’ ἂν ἐκ τῆς πωλήσεως σταφυλῶν ἔλαβε περισσότερα τοῦ παρόντος;
§148Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα πραγματικόν. Δύνασθε νὰ τὸ ὁρίσητε εἰς τὸν νόμον αὐτό; Αὐτὸ δὲν ὁρίζεται εἰς τὸν νόμον. Οὔτε εἶναι δυνατόν. Ἄλλως τε δυνάμεθα νὰ τὸ κάμωμεν διὰ κανονιστικοῦ Διατάγματος. Εἶναι ζήτημα πραγματικόν, καὶ ζήτημα εἰλικρινείας καὶ χρηστότητος ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐφαρμόσωσι τὸν νόμον.
§149Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). «Κατεστράφη».
§150Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. «Κατεστράφη» σημαίνει, ὅτι δὲν παρήγαγεν ἐντελῶς. Ἀλλ’ ἂν ἔκαμεν ὀλίγας σταφυλάς;
§151Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶναι ζήτημα πραγματικόν.
§152Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πραγματικόν. Ἀλλὰ καλλίτερον νὰ θέσωμεν «παραγωγὴ οἴνου», καὶ τότε νομίζω, ὅτι περισσότερον εἴμεθα ἐντὸς τῆς ἀκριβείας, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ δύναται καὶ ὁ Δήμαρχος νὰ ἔχῃ ἐλαστικὸν τὸ ἔδαφος, ὥστε ν’ ἀπομακρύνηται. Εἶπον λοιπὸν, ὅτι, ἀφοῦ ὁρίσωμεν τὸ ἄρθρον αὐτὸ, τὸ 3, ὅπως ἔχω ἐδῶ, «οἱ Δήμαρχοι ἢ οἱ ἀναπληρωταὶ αὐτῶν» — διότι δὲν ἔχει τοὺς ἀναπληρωτὰς — «καὶ ἂν ἐπῆλθεν ἡ καταστροφὴ τοῦ οἴνου», τότε δὲν ἔχομεν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ περιορίσωμεν τὴν ἐπιτροπὴν εἰς τὸν Δήμαρχον, εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ εἰς τὸν Νομάρχην, ἢ, ἐν ἐλλείψει τοῦ Νομάρχου, εἰς τὸν ἀναπληρωτήν του.
§153Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ εἰς τὸν Πρόεδρον καὶ τὸν Δήμαρχον; Διατὶ εἰς δύο; Δὲν εἶναι προτιμότερον νὰ ὁρίσωμεν δύο μέλη, ἓν ἐκ τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἓν ἐκ τῆς μειονοψηφίας;
§154Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω. Εἶναι μερικὰ Συμβούλια, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι πλειονοψηφίαν καὶ μειονοψηφίαν.
§155Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Νὰ τεθῇ «ὁ ἐφημέριος».
§156ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ ὁ εἰδικὸς πάρεδρος.
§157Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη, κύριοι συνάδελφοι, οὔτε ἐφημερίου, οὔτε εἰδικοῦ παρέδρου. Εὐθὺς ὡς ὁ Δήμαρχος θελήσῃ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, δύναται νὰ λάβῃ ἀκριβεστάτην βεβαίωσιν παρ’ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὑμεῖς θέλετε, δηλαδὴ τῶν ἱερέων, τῶν εἰδικῶν παρέδρων καὶ λοιπῶν.
§158Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἡ βραδύτης, κύριοι Βουλευταὶ, ὅπως ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, εἶναι ὁμολογουμένως δεδικαιολογημένη, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ ἐπέλθῃ ὄχι μικρὸς κλονισμὸς εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι πολλάκις διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπησχόλησα τὴν Βουλήν, εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐξήντλησα πλέον τοῦ δέοντος τὴν ὑπομονὴν ὑμῶν διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο· τοῦτο ὅμως ἔπραξα διότι, διερχόμενος ἐπανειλημμένως ἐκ Πελοποννήσου, εἶδον τὴν κατάστασιν αὐτῆς, καὶ διότι, παραθερίσας εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου καὶ λοιπὰς Κυκλάδας νήσους, εὑρέθην πρὸ λυπηροῦ θεάματος. Δὲν κατώρθωσαν, κύριοι Βουλευταὶ, οἱ χωρικοὶ νὰ μοῦ παρουσιάσωσιν ἢ ὀκάδας μόνον τινὰς σταφυλῶν ἀπὸ ἀμπέλους στρεμμάτων οὐκ ὀλίγων· εἰς τοιοῦτον δὲ βαθμὸν καταστροφῆς ἔφθασαν αἱ ἄμπελοι αὗται, ὥστε εἰς τὸ μεγαλείτερον χωρίον τῆς Σύρου, τὴν Βάρην, ὅπου εἴχομεν ἡμεῖς ἄλλοτε ἑκατοντάδας στρέμματα, οὐδὲν κλῆμα ὑφίσταται σήμερον. Ἕνεκα τῶν ἐπανειλημμένων ἀσθενειῶν τῶν ἀμπέλων, ἠναγκάσθησαν οἱ χωρικοὶ νὰ ἐκριζώσωσι ταύτας. Ἀλλὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, κατόπιν αὐτῆς τῆς καταστάσεως, εἶναι ἀναγκαιότατον, διότι διὰ τοῦ μέσου τούτου θὰ κατορθώσωμεν, ὥστε οἱ χωρικοὶ νὰ ἔχωσιν ὀλίγον ἄρτον, ὅπως ζῶσι, διότι σήμερον καὶ αὐτοῦ στεροῦνται...
§159Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Εἰς τὰς Κυκλάδας δὲν ἔπαθον αἱ ἄμπελοι.
§160Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Μὴ ὁμιλεῖτε διὰ τὰς Κυκλάδας, διότι δὲν τὰς ἐπεσκέφθητε, φαίνεται. Ἴσως ἔχετε ἁρμοδιότητα νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τοῦ προκειμένου διὰ τὴν ἰδιαιτέραν σας ἐπαρχίαν. Νὰ σηκωθῆτε λοιπὸν καὶ νὰ εἰπῆτε, ὅτι εἰς τὴν Θήραν δὲν ἔγειναν αὐτά. Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὄχι μόνον ὡς Βουλευτής, ἀλλὰ καὶ ὡς ἄτομον, ὅτι πλησίον εἰς τὸ κτῆμα, εἰς τὸ ὁποῖον παρέμεινα τὸ θέρος ἐν Σύρῳ, ἔχει ἡ ὑπηρέτριά μου ἓν κτῆμα. Δύο μόνον καλάθια σταφυλῶν, Κύριοι, κατώρθωσε νὰ μᾶς φέρῃ καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα· οὐδένα ἄλλον καρπὸν εἶχε κάμει ἡ ἄμπελος αὐτῆς. Μὴ σᾶς φαίνεται ὑπερβολικὸν αὐτό. Τοῦτο παρετήρησα μετὰ λύπης μου εἰς ὅλα τὰ κτήματα, ἅτινα ἐπεσκέφθην. Ἐξετάζων τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, δὲν θὰ καταγείνω, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὸ εἶδος τῶν ἀσθενειῶν τῶν ἀμπέλων, διότι δὲν ἔχω γεωπονικὰς γνώσεις. Ἐγὼ ἀποβλέπω εἰς τ’ ἀποτελέσματα, καὶ τούτων τὴν διόρθωσιν ἐπιδιώκω. Ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον πρὸ πάντων ἔλαβον τὸν λόγον, εἶναι τὸ ἑξῆς· ν’ ἀλλάξῃ τὸ σύστημα τῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν ἀμπέλων, αἱ ὁποῖαι ἔπαθον, διότι, ἐν ᾗ περιπτώσει μείνῃ ἡ αὐτὴ ἐπιτροπή, τὴν ὁποίαν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἀναφέρει, δι’ ἐμὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι σχεδὸν μηδέν...
§161Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὅλον τὸν κόσμον.
§162Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. .. Διότι οἱ χωρικοὶ Σύρου καὶ Μυκόνου δὲν θὰ εὕρωσι πολὺ τὸ δίκαιόν των, ἕνεκα τῶν ἀντιπάλων μου. Διότι θὰ ἀντελήφθητε ποσάκις ὡμίλησα κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου Νομάρχου Κυκλάδων διὰ διαφόρους παρεκτροπὰς του ἕνεκα τοῦ πολιτικοῦ φατριασμοῦ. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν ὁ Νομάρχης οὗτος νὰ ἀπαλλάξῃ τοὺς συμπολίτας μου, ἀφοῦ τὰ ἐννέα δέκατα αὐτῶν εἶναι εὐτυχῶς πολιτικοί μου φίλοι, ὡς τὸ ἀπέδειξαν εἰς τὴν ψηφοφορίαν; Περὶ τοῦ ἄλλου ζητήματος — τοῦ Δημάρχου — καίτοι ὅλοι ἀπολύτως οἱ Δήμαρχοι τῆς ἐπαρχίας μου ἀνήκουσιν εἰς τὸ ἰδικόν μας κόμμα, τὸ ὑπὸ τὸν σεβαστόν μοι ἀρχηγὸν κ. Δηλιγιάννην, ἑπομένως εἶναι καὶ ἐμοὶ φίλοι, ὀφείλετε νὰ διευκρινήσητε τὸ ζήτημα, ὄχι, κατόπιν τῆς δηλώσεώς μου ταύτης, διὰ τὴν ἐπαρχίαν μου, ἀλλὰ διὰ τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα· ἂν δηλαδὴ οἱ Δήμαρχοι πρέπει νὰ ἀποτελῶσι μέρος τῆς ἐπιτροπῆς, ἢ οἱ πρῶτοι δημαρχικοὶ πάρεδροι, ὡρισμένως. Διότι τί θὰ συμβῇ, ἂν τύχῃ νὰ ᾖναι ἀντίθετος ὁ Δήμαρχος πρὸς τὸν πάρεδρον; Τοὺς μὲν φίλους του μετὰ πολλῆς εὐμενείας θὰ κρίνῃ, τοὺς δὲ ἐχθρούς του θὰ παραπέμπῃ εἰς τοὺς πρῶτον δημαρχικὸν πάρεδρον. Ἀλλ’ οὕτω θὰ εὑρίσκωσι δίκαιον καὶ οἱ μὴ ἔχοντες τοιοῦτον, πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου. Ἑπομένως ὀφείλει νὰ καθορισθῇ τοῦτο διὰ τοῦ νομοσχεδίου· ἢ ὁ εἷς, ἢ ὁ ἕτερος. Πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν, Κύριοι ἡ πρότασίς μου περὶ Νομαρχῶν, διότι, ὡς βλέπετε, ἐκ τῆς Βουλῆς ταύτης τέσσαρες τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μου ἀνήκομεν εἰς τὸν σεβαστόν μοι ἀρχηγὸν κ. Δηλιγιάννην, εἷς δὲ τὴν πλειονοψηφίαν εἷς. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, βλέπετε, ὅτι ἡ κρίσις, ἡ ἀπόφασις, ἡ εἰσήγησις ἀφίεται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην. Αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ, ὡς προεῖπον, εἰσὶ πλέον τοῦ δέοντος ἀφωσιωμέναι εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἑπομένως ἀμερολήπτως νὰ κρίνωσι δὲν εἶναι δυνατόν. Διὰ τοῦτο θὰ προτείνω νὰ προστεθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὡς μέλος καὶ εἷς δικαστής.
§163ΦΩΝΑΙ. Ἄ! ἄ!
§164Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἡσυχάσατε· θὰ σᾶς εἴπω. Δὲν ἠξεύρω ποία Κυβέρνησις ἔκαμε τὸν στρατολογικὸν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου συμπεριέλαβε καὶ ἕνα δικαστήν· ἐπῆλθον ὅμως ἐκ τούτου λαμπρότατα ἀποτελέσματα. Μὴ σᾶς κάμῃ αἴσθησιν, ἂν ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐδῶ ἐξετραγῴδησαν τὴν κατάστασιν τοῦ Δικαστηρίου τῆς Σύρου διὰ τὴν γνωστήν σας ἀπόφασιν. Ἄνθρωποι εἶναι καὶ αὐτοί. Ὑπέπεσαν εἰς ἓν λάθος, καίτοι δὲν δύναμαι καὶ τοῦτο νὰ βεβαιώσω. Οὐχ ἧττον ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἶναι ἅπαντες τοῦ καθήκοντος, ὅπως καὶ τότε σᾶς εἶπον, ὡς καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς κ. Μπενῆς ἄριστος. Ἐγὼ οὐδεμίαν οὐδέποτε ἀφορμὴν ἔλαβον ἐναντίον των, καὶ διὰ τοῦτο οὐδέποτε κατ’ αὐτῶν ὡμίλησα. Εἶναι ἀκριβεῖς καὶ αὐστηροὶ τηρηταὶ τοῦ καθήκοντος, προσηλωμένοι εἰς τὴν δικαίαν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, καὶ οὐδεὶς δύναται εὐλόγως καὶ δικαίως νὰ ἔχῃ ἐναντίαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου γνώμην, ὁ δὲ Πρόεδρος αὐτῶν νομομαθέστατος. Ἑπομένως, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ συμπεριληφθῇ καὶ εἷς δικαστὴς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν πρὸς ἐξέτασιν τῶν ὑποστάντων ζημίας ἐκ τοῦ περονοσπόρου. Ἂν δὲν δεχθῆτε τὴν τροπολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας συναδέλφου, οὐδεμίαν ἐντύπωσιν θέλει κάμει τὸ νομοσχέδιον δι’ ἐμὲ, οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν θὰ ἔχω εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἄλλως τε, Κύριοι, σᾶς παρέστησα τὴν κατάστασιν, ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, τῶν ἀμπελοκτημόνων Σύρου καὶ Μυκόνου καὶ λοιπῶν νήσων· σᾶς παρέστησα καὶ τὴν ἀφορίαν τῶν νήσων Σύρου καὶ Μυκόνου, ὅπου μεταφέρουσι τὸ χῶμα, ἵνα συγκρατήσωσιν ἐπὶ τῶν βράχων τὰς ἀμπέλους. Ἡ Σῦρος καὶ ἡ Μύκονος πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσιν ἐντελῶς τῆς πληρωμῆς φόρων, διότι δὲν διαφέρουσι κατὰ τὴν ξηρότητα τοῦ ἐδάφους τῆς Μάνης. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω, εἰ δυνατόν, ν’ ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου, οὐχὶ ἐπ’ ἄπειρον, — τοιαύτην ἀξίωσιν δὲν ἔχω — ἀλλὰ διὰ τρία ἢ τέσσαρα ἔτη, μέχρις ὅτου βελτιωθῇ ἡ σημερινὴ οἰκτρὰ κατάστασις αὐτῶν. Εἶμαι λοιπὸν ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι τῇ πρωτοβουλίᾳ μου καὶ τῇ εἰσηγήσει μου ὑπεβλήθη τοῦτο, ἀλλὰ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα τῆς ἐπιτροπῆς, αἱ συστάσεις μου.
§165Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§166ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμία διαφωνία ὑφίσταται ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔρχεται νὰ θεραπεύσῃ ζημίας, αἱ ὁποῖαι προσεγένοντο εἰς ἀμπελοκτήμονας· διὰ τοῦτο τὰς διαφωνίας βλέπομεν μόνον ἐν τῇ ἐκτάσει τοῦ νόμου καὶ τῇ διαρκείᾳ τῆς ἰσχύος αὐτοῦ, καὶ ἐν τῷ συστήματι τῆς ἐξακριβώσεως τῶν ζημιῶν. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος συνάδελφος, ὁ πρὸ μικροῦ ἀγορεύσας, ἐκάκισε τὸν νόμον δι’ ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν εἶναι ἱκανὰ ν’ ἀποτελέσωσι κατηγορίαν κατ’ αὐτοῦ, διότι ἡ μεταβολὴ τῆς φορολογίας τῶν οἴνων ἐθεωρήθη ἐπιτακτική. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι καὶ ὁ Ἄναξ ἡμῶν κατὰ τὸ 1899 ἐν τῷ ἐναρκτηρίῳ λόγῳ αὑτοῦ ὑπηνίξατο τὴν μεταβολὴν τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τῶν οἴνων. Ὥστε ἡ μεταβολὴ ὑπηγορεύθη ὑπὸ τῶν κοινῶν ἀξιώσεων τοῦ τόπου, διότι ὁ φόρος ἐθεωρήθη καταθλιπτικὸς κατὰ τὴν βεβαίωσιν. Φρονῶ, ὅτι ἐκ τοῦ τυχαίου συμβάντος τοῦ περονοσπόρου δὲν πρέπει νὰ ἀντλήσωμεν ἐπιχειρήματα κατὰ τοῦ νόμου· διότι ὁ νόμος οὗτος εἶναι εὐεργετικός. Ἀρκεῖ, ὅτι ὁ φορολογούμενος θὰ γνωρίζῃ τί θὰ πληρώνῃ εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον μετὰ μίαν καὶ μόνην βεβαίωσιν. Ἔλθωμεν εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι δεικνύει δυσπιστίαν πρὸς τοὺς Δημάρχους καὶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Νομάρχου...
§167Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δυσπιστῶ πρὸς οὐδένα. Δὲν ἐπιθυμῶ ὅμως, αὐθαιρέτως ν’ ἀποφασίζῃ τις περὶ χρηματολογικῶν ζητημάτων — διότι αἱ ἐπιτροπαὶ θ’ ἀποφασίζουν ὅλως αὐθαιρέτως.
§168ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλετε τὸ αὐθαίρετον αὐτῶν; Θὰ ἔχητε τὸ αὐθαίρετον τῆς συνειδήσεως τοῦ φορολογουμένου, ὁ ὁποῖος διὰ δύο δραχμὰς ψευδορκεῖ ἐνίοτε ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου. Δέχομαι τὸν ἱερέα συμπράττοντα τῷ Δημάρχῳ, ἀλλὰ διὰ τὸν Δήμαρχον φρονῶ, ὅτι θὰ ἦναι βαρὺ νὰ τῷ ἐπιβάλητε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ βεβαιοῖ ἐνόρκως τὴν καταστροφὴν τῆς ἀμπέλου, καὶ δὴ νὰ καλῆται μετὰ ἓν ἢ δύο ἔτη, ὅπως ἐνόρκως βεβαιώσῃ τὴν καταστροφήν. Ἔλθετε εἰς τὴν θέσιν τοῦ Δημάρχου· φαντασθῆτε πόσην δυσκολίαν θὰ ἔχῃ, νὰ κάμῃ τοιαύτας ἐνόρκους βεβαιώσεις. Ὡς πρὸς τὸν ἱερέα, συμφωνῶ, διότι ὁ ἐφημέριος τοῦ χωρίου, εἰς ὃ ἀνήκει ἡ ἄμπελος, δύναται νὰ πιστοποιήσῃ τὴν καταστροφήν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐμπιστεύεται τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς ζημίας εἰς τοὺς ἁρμοδιωτέρους. Ἄλλως τε, καὶ τοὺς πολίτας ὅλους ἐὰν συγκαλέσητε, δὲν θὰ εὕρητε ὅλους ἐκ τοῦ προχείρου γνώστας τῆς ζημίας ἑκάστου τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν. Θὰ ἐρευνήσωσιν, ἵνα μάθωσι τὰς ζημίας αὐτῶν. Τοῦτ’ αὐτὸ ἔχει νὰ πράξῃ καὶ ὁ Νομάρχης, τοῦτ’ αὐτὸ ἔχει νὰ πράξῃ καὶ ὁ Δήμαρχος. Ἄλλως τε, κύριοι συνάδελφοι, ἔχομεν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, μαρτυροῦσαν, ὅτι αἱ ἀρχαὶ αὗται ἐνήργησαν προσηκόντως, προκειμένου περὶ σχετικοῦ ζητήματος. Κατὰ τὸ θέρος, ὅτε ἐπρόκειτο ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων καὶ τῶν δόσεων τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, αἱ ἀρχαὶ αὗται προεκλήθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐγκαίρως, κατ’ οἰκονομίαν, — διότι ὁ νόμος βεβαίως δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἀναστολὴν — νὰ βεβαιώσουν ἂν ἔπαθον ζημίαν αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι, καὶ ἂν πρέπει νὰ δοθῇ ἀναστολὴ τῆς καταδιώξεως, καὶ αἱ ἀρχαὶ αὗται εὐσυνειδήτως ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκον τοῦτο. Πῶς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν σήμερον, ὅτι αἱ ἀρχαὶ αὗται δὲν θὰ ἔχωσι τὴν φιλοτιμίαν νὰ ἐξακριβώσωσι τὴν ζημίαν τῆς ἀμπέλου ἑκάστου τῶν πολιτῶν; Ἐγὼ μίαν μόνον παρατήρησιν ἔχω νὰ φέρω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι διαγράφεται διαδικασία, ἡ ὁποία θ’ ἀπαιτήσῃ χρόνον πολὺν, δύο, ἴσως καὶ τρεῖς μῆνας, διότι, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ὑποβάλῃ ὁ Δήμαρχος τὴν ἀναφορὰν καὶ ἕως οὗ ὑποβληθῶσι καὶ ἐκδικασθῶσιν αἱ μεταγενέστεραι αἰτήσεις τῶν ἐνδιαφερομένων, ὅτι δὲν περιελήφθησαν ἐν τῷ καταλόγῳ, θὰ παρέλθωσι τρεῖς μῆνες τοὐλάχιστον. Ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ αἱ καταδιώξεις θὰ ἐξακολουθήσωσι, διότι, κατὰ τὸν νόμον, ὁ φόρος βεβαιοῦται τὴν 15 Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους τῆς φορολογίας.
§169Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§170ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι δὲν κατηρτίσθησαν ἀκόμη οἱ πίνακες· ἀλλ’ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ βραδύνῃ. Κατὰ τὸν νόμον, βεβαίως τὴν 15 Μαρτίου περατοῦται ἡ προθεσμία πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου, ἀλλ’ εἶναι ἐνδεχόμενον, ἡ διαδικασία ἡ διαγραφομένη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ βραδύνῃ πολὺ καὶ μέχρις Ἰουλίου ἐπὶ τέλους, καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἀρχίσωσιν αἱ καταδιώξεις. Νομίζω, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν πάντες οἱ ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ ἀναφερόμενοι ἰδιοκτῆται, τῶν ὁποίων ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπόκειται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς καὶ οἱ ὑποβαλόντες αἰτήσεις, ν’ ἀπαλλάσσωνται πάσης καταδιώξεως μέχρις ὅτου ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· διότι, ἐκτὸς τοῦ ὅτι θὰ ἦναι ἄδικον νὰ πληρώσωσι...
§171Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου θὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ.
§172ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐν τούτοις ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ θὰ γίνεται ἡ βεβαίωσις. Ἐγὼ λοιπὸν φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ τοιαύτη διάταξις, ἀπαλλάττουσα μὲν ἀφ’ ἑνὸς τῆς ἀμέσου πληρωμῆς, διευκολύνουσα δὲ ἀφ’ ἑτέρου τὴν ὑπηρεσίαν· διότι, ἐὰν γείνῃ τοιαύτη πληρωμὴ, καὶ κατόπιν ἀναγκασθῇ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ διατάξῃ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ φόρου, θὰ ὑποβληθῇ τὸ Δημόσιον εἰς ἄσκοπον αὔξησιν τῆς ὑπηρεσίας.
§173Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προεκλήθη ἐκ τοῦ δυστυχήματος, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἔλαβε χώραν. Δὲν πρόκειται περὶ νόμου παγίου, δὲν πρόκειται περὶ νόμου, ὁ ὁποῖος προτίθεται νὰ κανονίσῃ τὸ εἶδος τῆς φορολογίας καὶ τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν φορολογουμένων εἰς τὸ μέλλον. Πρόκειται μεμονωμένως νὰ ψηφισθῇ ἡ ἀπαλλαγὴ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος κατεστράφησαν, μὴ συλλέξαντες καρπὸν, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς φορολογίαν. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ μεταβάλωμεν τὸν νόμον εἰς πάγιον, φοβοῦμαι, ὅτι θὰ ναυαγήσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι εἰς ἕνα πάγιον νόμον βεβαίως πρέπει νὰ γείνωσι πολλαὶ ἄλλαι μεταβολαὶ, τινὰς τῶν ὁποίων ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτής. Ἄλλως τε δὲ αἱ μεταβολαὶ αὗται δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσι σήμερον, ἐν ὅσῳ δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἂν ἤμην εἰς τὴν θέσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν θὰ ἠδυνάμην νὰ δεχθῶ πάγιον φορολογικὸν νόμον ἄνευ τῆς συμπράξεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Λοιπὸν διὰ τοιούτων τροπολογιῶν καὶ προτάσεων κινδυνεύομεν νὰ ναυαγήσωμεν τὸν νόμον, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην ἕνεκα τῆς ἐπικειμένης καταδιώξεως τῶν φορολογουμένων. Ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐξασφαλίζουσι τὴν ἐπιτυχίας τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ φράσις «ἐκ τοῦ περονοσπόρου» βεβαίως ἀρκεῖ, διότι οὐδεμία ἐπιτροπὴ θὰ μεταβῇ σήμερον διὰ νὰ ἴδῃ, ἐκ τίνος αἰτίας ἐπῆλθεν ἡ καταστροφή. Ὁ περονόσπορος εἶναι γενικός, ἀρκεῖ, ὅτι ἐπέφερε τὴν καταστροφήν· δὲν εἶναι δὲ εἰς κατάστασιν σήμερον ἡ ἐπιτροπή, καὶ ἂν θέλῃ, νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν αἰτίαν καὶ τὸν χρόνον. Θὰ γεννήσωμεν ζητήματα· θὰ προκαλέσωμεν διαφωνίας, θὰ προκαλέσωμεν συζητήσεις γεωπονικὰς πρὸς ἐξεύρεσιν τῆς αἰτίας, ἡ ὁποία ἐπέφερε τὴν καταστροφήν, ἐνῷ διὰ τῆς λέξεως «περονοσπόρου» ὑπάρχει ἡ ἰδέα, ὅτι ἐπῆλθε καταστροφή, καὶ πᾶσα ἄμπελος καταστραφεῖσα θὰ θεωρηθῇ, ὅτι κατεστράφη ἐκ τοῦ περονοσπόρου. Οὐδεὶς θ’ ἀμφισβητήσῃ τοῦτο. Ἑπομένως ἀρκεῖ τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ὑπεβλήθη, καὶ νὰ ψηφισθῇ. Ὁ κ. ἐκ Μαντινείας συνάδελφος εἶπε μίαν ὀρθὴν παρατήρησιν, ὅτι ἀφίνεται εἰς τὸν Δήμαρχον νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὸν Νομάρχην τὴν ἐπελθοῦσαν καταστροφήν. Καὶ ἂν ὁ Δήμαρχος δὲν θέλῃ; Τότε βεβαίως οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸ δικαίωμα, καὶ δὲν θὰ προκληθῇ ἡ σύστασις τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἡ ἐξακρίβωσις τῆς καταστροφῆς. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον 3 πρέπει νὰ προστεθῇ διάταξις, ὅτι ἔχουσι τὸ δικαίωμα οἱ ἀμπελοκτήμονες νὰ ὑποβάλλωσιν, ἐν ἀνάγκῃ, ἀναφορὰς περὶ τῆς καταστροφῆς πρὸς τὸν Νομάρχην. Καὶ τοιουτοτρόπως νομίζω, ὅτι, ἂν εὑρεθῇ εἷς Δήμαρχος ἀσυνείδητος εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε νὰ μὴ θέλῃ, ἂν ὑπάρχωσι καταστροφαί, νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὸν Νομάρχην, θὰ εὑρίσκωσι τὸ δίκαιόν των οἱ ἀμπελοκτήμονες. Ἐγένετο καὶ ἄλλη παρατήρησις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν Δήμαρχον, καὶ τὴν εὑρίσκω ὀρθοτάτην, ὅτι ὁ Δήμαρχο, εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προκαλεῖ τὴν διαδικασίαν τῆς βεβαιώσεως. Ἑπομένως δὲν εἶναι δίκαιον καὶ ὀρθὸν νὰ ἀποτελῇ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ Πρόεδρος ὅμως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου εἶναι ἁρμόδιος, διότι ἐπίσης προέρχεται ἀπὸ τὴν δημοτικὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν δημοτικὴν ἀρχήν, εἶναι δὲ εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ ἐπίσης, καὶ ἴσως καλλίτερον τοῦ Δημάρχου, καὶ νὰ γνωμοδοτήσῃ περὶ τῆς καταστροφῆς, ἐὰν ἐγένετο, ἢ ὄχι. Κατὰ συνέπειαν νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον 3 εἰς τὴν προτελευταίαν αὑτοῦ παράγραφον δύναται νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «... Ἐπιτροπή, συγκειμένη ἐκ τοῦ Νομάρχου, ἢ ἑνὸς τῶν νομίμων ἀναπληρωτῶν αὐτοῦ, τοῦ Ἐφόρου, τοῦ Εἰρηνοδίκου, τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ ἑνὸς γεωμέτρου...» Ὁ γεωμέτρης ἐθεωρήθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον περιττός. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἂν δὲν ἔχῃ μεγάλην ἁρμοδιότητα, δὲν βλάπτει ὅμως· διότι φρονῶ, ὅτι, ὅσον πλέον πολυπρόσωπος εἶναι ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ὅσον περισσότερα πρόσωπα δώσωσι γνώμην περὶ ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα ἀντιλαμβάνονται, τόσον μεγαλειτέρα ἐγγύησις ὑπάρχει. Ἑπομένως, εἴτε θεωρηθῶσιν ἀναγκαῖα τὰ πρόσωπα ταῦτα, εἴτε δὲν θεωρηθῶσι, νομίζω, ὅτι δύνανται νὰ ὠφελήσωσι, καὶ οὐχὶ νὰ βλάψωσιν. Ἐξεφράσθη ὅμως ὑποψία, ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, καὶ ὡς ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους ἔχουσι συμφέρον ταμιευτικόν, καὶ θὰ πιστοποιήσωσι ψευδῆ γεγονότα. Ἀλλὰ τοῦτο δυνάμεθα νὰ τὸ προλάβωμεν, ἂν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 3 θέσωμεν τὴν ἑξῆς παράγραφον: «Αἱ περὶ ψευδοῦς πιστοποιήσεως διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἐφαρμόζονται καὶ κατὰ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς.» Ποῖος Εἰρηνοδίκης, ποῖος Οἰκονομικὸς Ἔφορος, ἢ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, γνωρίζων, ὅτι δύναται νὰ καταγγελθῇ ἐπὶ ψευδεῖ πιστοποιήσει, θὰ πιστοποιήσῃ ψευδῆ γεγονότα, ὅσον ἰδιοτελὴς καὶ ἂν ἦναι, ὅσον μοχθηρὸς καὶ ἂν ἦναι; Ἀφοῦ εἰς τὸν Δήμαρχον δίδει τὸ δικαίωμα ὁ κείμενος νόμος νὰ πιστοποιῇ περὶ πολλῶν σπουδαίων πραγμάτων, καὶ ἀρκεῖται εἰς τὴν πιστοποίησιν αὐτοῦ, ἀπειλουμένου μόνον ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἐπὶ ψευδεῖ πιστοποιήσει, διατὶ νὰ μὴ περιλάβωμεν τοιαύτην διάταξιν καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου; Νομίζω, ὅτι, ἂν θέσωμεν εἰς τὸ τέλος τὴν διάταξιν ταύτην, ὑπάρχει ἀρκετὴ ἀσφάλεια, καὶ ἐπαρκῶς προφυλαττόμεθα, ἔχοντες πάντοτε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς καὶ μόνου ἔτους. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον, καὶ νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, διότι, ὡς προεῖπον, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐθεωρήθη ἀπὸ πάντας ἀναγκαῖον, καὶ πάντες ἀπῃτήσαμεν τὴν ταχεῖαν ὑποβολὴν αὐτοῦ.
§174Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον καταδηλοῖ, ὅτι τέλος πάντων εἴμεθα πάντες σύμφωνοι νὰ ἀπαλλάξωμεν τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν ἀμπέλων ἐκείνους, οἵτινες δὲν συνεκόμισαν ἐξ αὐτῶν προϊὸν κατὰ τὴν τελευταίαν ἐκ τοῦ περονοσπόρου καταστροφὴν, ν’ ἀπαλλάξωμεν αὐτοὺς τοῦ φόρου, ὃν ὤφειλον νὰ πληρώσουν. Εἶναι ἀληθῶς ἀτυχὴς σύμπτωσις νὰ ἐπέλθῃ ἡ νόσος τοῦ περονοσπόρου κατ’ αὐτὸ τὸ πρῶτον ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐφηρμόζετο τὸ νέον φορολογεκὸν σύστημα τῶν ἀμπέλων. Ἀφοῦ δὲ εἴμεθα πάντες σύμφωνοι νὰ ἀπαλλάξωμεν αὐτοὺς, ἀσχολούμεθα νὰ ἐξεύρωμεν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θέλομεν βεβαιωθῆ, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους θέλομεν ἀπαλλάξει τοῦ φόρου, πράγματι ὑπέστησαν τὴν καταστροφὴν ἕνεκα τῆς νόσου τοῦ περονοσπόρου. Εἰς τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ στραφῇ ἡ συζήτησις. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν φίλον μου κ. Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας νὰ ἀποσύρῃ τὴν πρότασιν περὶ τοῦ διαρκοῦς νόμου, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἀποτελέσει παράρτημα τοῦ νόμου τοῦ φορολογικοῦ. Νῦν σκεπτόμεθα καὶ ψηφίζομεν περὶ τῆς ἐσοδείας τοῦ 1900, καὶ ἑπομένως περὶ τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον οἱ φορολογούμενοι τοῦ 1900 ὤφειλον νὰ πληρώσωσι, διὰ νὰ προσδιορίσωμεν ἀκριβῶς, ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρέπει ν’ ἀξιωθῶσι τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ φόρου. Εὑρισκόμεθα μεταξὺ δύο ἀντιθέτων σκοπῶν, τοῦ ζητοῦντος, τοῦ φορολογουμένου, καὶ τοῦ μέλλοντος νὰ δώσῃ, τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Μεταξὺ λοιπὸν τῶν δύο τούτων πρέπει νὰ εὕρωμεν τὸν τρόπον τῆς διαδικασίας, διὰ τῆς ὁποίας θέλει βεβαιωθῆ τὸ γεγονὸς, ἡ ἀπώλεια τοῦ προϊόντος τῆς ἀμπέλου, ἡ ὁποία ἀπώλεια ἐπάγει τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τοῦ φόρου. Διὰ τοῦτο πρὸ παντὸς πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν νὰ ἀναθέσωμεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἀπόφασιν περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς ἢ μὴ ἀπαλλαγῆς. Καὶ ὑπὸ τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα, καὶ ὑπὸ τὰ ἀπόλυτα προσέτι, ἡ ὑπουργικὴ ἐξουσία πρέπει νὰ μὴ ἦναι εὐρεῖα. Ὅσον εὐρεῖα εἶναι ἡ ὑπουργικὴ ἐξουσία, ἡ ὑπουργικὴ ἁρμοδιότης, τόσον ὀλιγώτερον ἐπιτυγχάνεται ἡ ἀκριβὴς ἐκτέλεσις τοῦ νόμου καὶ ἡ πλήρης ἀπονομὴ τοῦ δικαίου καὶ τοῦ προσήκοντος. Καὶ οἱ Ὑπουργοί εἰσιν ἄνθρωποι, οἷοι καὶ οἱ φορολογούμενοι. Καὶ οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσι συμφέρον, ἂν ὄχι νὰ μὴ πληρώσωσι τὸν φόρον, ἀλλὰ νὰ ἦναι εὐάρεστοι εἰς τοῦτον ἢ ἐκεῖνον, ὡς καὶ οἱ φορολογούμενοι ἔχουσι συμφέρον νὰ ἀπαλλαγῶσι βάρους, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ἐπιβάλλει εἰς αὐτούς. Πρέπει λοιπὸν νὰ κανονίσωμεν τὴν διαδικασίαν ἐκ προσώπων μεσολαβούντων μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ φορολογουμένου. Μάλιστα ἐπεθύμουν, ὁ Ὑπουργὸς νὰ μὴ ἦναι ἢ ἁπλοῦς ἐκτελεστής ἀποφάσεως Συμβουλίου, ὁμάδος, ἡ ὁποία ἤθελεν ἀποφασίσει περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς, ἑπομένως νὰ μὴ ἦναι ἐπιτετραμμένον οὐδὲ νὰ ἀντιλέξῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν, οὐδὲ νὰ ἐπικυρώσῃ αὐτήν. Δύο συστήματα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ συζήτησιν· τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς ἀποφασίζει περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν φορολογουμένων, ὧν αἱ ἄμπελοι ἔπαθον καταστροφὴν ἐκ τοῦ περονοσπόρου, ἐπὶ τῇ βάσει πρωτοκόλλου βεβαιώσεως τῆς καταστροφῆς ὑπὸ ἐπιτροπῆς, συγκειμένης ἀπὸ τὸν Νομάρχην, ἢ τὸν ἀναπληρωτὴν αὐτοῦ, ἀπὸ τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, ἀπὸ τὸν Εἰρηνοδίκην, ἀπὸ τὸν Δήμαρχον, ἢ τὸν δημαρχικὸν πάρεδρον, καὶ ἀπὸ ἕνα γεωμέτρην, ἢ ἐργοδηγὸν, οἱ ὁποῖοι συνέρχονται ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ Ἐφόρου, καὶ τὸ σύστημα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, περὶ ἐνόρκου βεβαιώσεως τῆς καταστροφῆς ὑπὸ τοῦ Δημάρχου, τοῦ ἐφημερίου τοῦ χωρίου κλπ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ νομοσχεδίου πρῶτον ἔχει ἓν ἐλάττωμα, ὅτι εἶναι πολυμελής. Αἱ πολυμελεῖς ἐπιτροπαὶ δυσκόλως συνέρχονται ἐν ἀπαρτίᾳ, καὶ βραδύνουσιν αἱ ἐργασίαι ἐπ’ ἄπειρον εἰς τὰς χεῖρας αὐτῶν. Ἀπόδειξιν ἔχομεν τὰς ἐν τῇ Βουλῇ ἐπιτροπὰς, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐν τῇ δημοσίᾳ διοικήσει γιγνόμενα· διότι, ὁσάκις ἀνετέθη ἐργασία εἰς ἐπιτροπὴν πολυμελῆ, ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη προσέκοψεν. Ἐὰν ἤθελε καταστῆ ὀλιγώτερον πολυπρόσωπος ἡ ἐπιτροπὴ, ἤθελεν εὐκολυνθῆ περισσότερον ἡ διεξαγωγὴ τῆς ἐργασίας. Ἀλλὰ ἡ ἐπιτροπὴ ποίας πληροφορίας θέλει ἔχει; Θέλει διατάσσει ἀποδείξεις; θέλει μεταβαίνει ἐπὶ τόπου, ἵνα πληροφορῆται, ἂν ἡ ἄμπελος κατεστράφη ἐκ τοῦ περονοσπόρου; Ἐὰν ἀποφασίζῃ μόνον ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Δημάρχου, ὑποστηριζομένῃ ὑπὸ τοῦ Νομάρχου, εἶναι κίνδυνος νὰ παραπλανηθῇ, διότι κίνδυνος εἶναι, αἱ πληροφορίαι τοῦ Δημάρχου νὰ μὴ ὦσιν ἀκριβεῖς, ἀφοῦ καὶ αὐτὸς εἶναι ἄνθρωπος, καὶ ἐπηρεάζεται ὑπὸ συμφερόντων πολιτικῶν· καὶ αἱ πληροφορίαι δὲ τοῦ Νομάρχου ἐνδέχεται νὰ μὴ ἦναι ἀκριβεῖς, εἴτε ἐκ πλάνης, εἴτε ἐκ πληροφοριῶν ἐσφαλμένων, δοθεισῶν αὐτῷ. Διὰ τοῦτο θὰ ἐπροτίμων τὸ σύστημα τοῦ ὅρκου. Τίνες νὰ ὁρκισθῶσιν; Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀντιλαμβάνονται ἐκ τοῦ πλησίον τῶν πραγμάτων. Ποῖοι ἀντιλαμβάνονται ἐκ τοῦ σύνεγγυς τῶν πραγμάτων; Οἱ κάτοικοι, οἱ ἐν τῇ περιφερείᾳ τῆς ἀμπέλου, ἡ ὁποία κατεστράφη. Λοιπὸν, ἐὰν ὡρκίζετο ὄχι μόνον ὁ φορολογούμενος, ὁ ὁποῖος πρόκειται ν’ ἀπαλλαχθῇ τοῦ φόρου, ἂν ἔδιδεν ὅρκον βεβαιώσεως καὶ ὁ ἐφημέριος, ἂν ἔδιδεν ὅρκον βεβαιώσεως καὶ ὁ πάρεδρος τοῦ χωρίου καί τινες ἄλλοι, τοῦτο ἤθελε καθιστᾷ ὅσον τὸ δυνατὸν πιθανὴν τὴν ἀπόδειξιν. Ἐπιτροπὴ δὲ ὀλιγοπροσωποτέρα ν’ ἀπεφάσιζεν ὁριστικῶς περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς. Τὸ σύστημα τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι ἁπλούστερον, καὶ ἀπειλεῖται ἀπὸ ὀλιγωτέρους κινδύνους διαστροφῆς, ἢ παραγνωρίσεως τῆς ἀληθείας. Τὸ σύστημα τοῦτο ἤθελον συστήσει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· ἂν δ’ ἤθελε παραδεχθῇ αὐτὸ, πρέπει νὰ διαρρυθμίσῃ τὸ νομοσχέδιον οὕτως, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ ψηφίσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ.
§175Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν τελευταίαν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, παρατηρῶ τὸ ἑξῆς. Νομίζω, ὅτι ὀλιγώτερος εἶναι ὁ κίνδυνος, ὅταν ἔχωμεν ἐπιτροπὴν συγκειμένην ἀπὸ πρόσωπα δημοσίας ὑπηρεσίας καὶ δημοτικῆς ἀνωτέρας τάξεως, κατὰ τῶν ὁποίων ἀπειλεῖται ἡ ποινὴ τῆς ψευδοῦς πιστοποιήσεως, παρὰ ἂν ἀρκεσθῶμεν νὰ ζητήσωμεν τὴν ἔνορκον βεβαίωσιν τοῦ Δημάρχου καὶ τοῦ ἱερέως, καὶ δώσωμεν ἀφορμὴν εἰς κομματικὰς ἀντεγκλήσεις, αἱ ὁποῖαι βεβαίως θὰ ἦναι συνέπειαι τοῦ ὅρκου τοῦ Δημάρχου καὶ τοῦ ἱερέως. Ἄν ὁ Δήμαρχος ἢ ὁ ἱερεὺς βεβαιώσῃ ἐνόρκως, ὅτι ἡ ἄμπελος τοῦ Α κατεστράφη ἀπὸ τὸν περονόσπορον, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι θὰ εὑρεθῶσιν ἀντίθετοι, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀνοίξωσι σειρὰν καταμηνύσεων καὶ ποινικῶν καταδιώξεων ἐπὶ ψευδορκίᾳ. Ἐνῷ, ὅταν ἔχωμεν τὸν Ἔφορον, τὸν Εἰρηνοδίκην...
§176ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ πῶς θ’ ἀποφασίζουν αὐτοί; Ἐπὶ τῇ βάσει τίνων πληροφοριῶν;
§177ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ ὑπάγουν ἐπὶ τόπου, θὰ λάβουν πληροφορίας, θὰ ἴδουν. Ἡ καταστροφὴ φαίνεται.
§178ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἴδουν σκαμμένα ἀμπέλια!
§179ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ βεβαιωθοῦν. Πῶς θὰ ὁρκισθῇ ὁ ἱερεὺς, ὅτι ἡ ἄμπελος τοῦ Α κατεστράφη; Δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ, διότι δὲν εἶχεν ἀφορμὴν νὰ τὸ ἐξετάσῃ. Ὕστερον ἀπὸ τόσους μῆνας δὲν εἶναι εὔκολον· τὸ ἄλλο ὅμως εἶναι εὐκολώτερον· διότι ἡ ἐπιτροπὴ, ὡς εἶπον, φέρει μίαν ἐπίσημον ἰδιότητα, καὶ ἔχει συμφέρον ἀτομικόν. Ὅταν λοιπὸν κατ’ αὐτῆς λάβωμεν τὴν ἐγγύησιν τὴν νόμιμον τῆς ψευδοῦς πιστοποιήσεως, νομίζω ὅτι εἶναι ἀσφαλέστερον, παρὰ ἐὰν ἀρκεσθῶμεν εἰς τὸν Δήμαρχον. Ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου, δὲν πιστεύω, ὅτι αὕτη εἶναι οἵαν ὑπέλαβεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος. Διότι τί λέγει ἡ παράγραφος αὕτη: «Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πρωτοκόλλου τούτου, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀποφασίζει περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τῆς χρήσεως τοῦ 1900 τῶν ἐν τοῖς πρωτοκόλλοις ἀναφερομένων φορολογουμένων.» Δὲν λέγει, ὅτι ἀποφασίζει περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς ἢ μὴ ἀπαλλαγῆς, ὥστε ν’ ἀφήσῃ τοῦτο εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐγὼ οὕτως ἐξηγῶ τὴν ἔννοιαν τῆς τελευταίας παραγράφου, καὶ πιστεύω, ὅτι εἶναι ἀρκετὰ σαφὴς ἡ διάταξις αὕτη· εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ Ὑπουργὸς ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς.
§180Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ ἐκ Μαντινείας κ. Βουλευτὴς, νομίζω ὅτι εἶναι δικαιοτάτη· ταύτην δὲ, ὡς ἠκούσατε, ὑπεστήριξε καὶ ὁ κ. ἐκ Μεγαρίδος συνάδελφος. Εἶναι δικαιοτάτη, διότι δὲν βλέπω τὸν λόγον, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἐξαιρέσῃ ἀμπέλους καταστραφείσας ἕνεκα ἄλλων καιρικῶν περιστάσεων, καὶ ὄχι ἐκ περονοσπόρου. Δὲν πιστεύω, ὅτι σκοπὸς τοῦ νόμου εἶναι νὰ χορηγηθῇ εὐεργέτημά τι εἰς ἐπαρχίας τινὰς, καὶ ν’ ἀποκλεισθοῦν ὅλαι αἱ ἄλλαι ἐπαρχίαι τοῦ Κράτους. Ὁλόκληρος ἡ Θεσσαλία, ἢ τοὐλάχιστον, ὡς ἐγὼ γνωρίζω, αἱ ἐπαρχίαι Καλαμπάκας καὶ Τρικκάλων ἔπαθον καθ’ ὁλοκληρίαν βλάβην εἰς τὰς ἀμπέλους ἕνεκα πλημμύρας· πρέπει διὰ τοῦτο νὰ ἐξαιρεθῶσι τοῦ εὐεργετήματος; Δὲν ἐννοῶ δὲ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πατρῶν, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι, ἐὰν περιλάβωμεν πάσας τὰς ἐξ οἱωνδήποτε καιρικῶν περιστάσεων παθούσας ἀμπέλους, θὰ λάβῃ μεγάλην ἔκτασιν τὸ νομοθέτημα τοῦτο, καὶ ἑπομένως δὲν θὰ ἔχωμεν περιορισμόν τινα. Ἐνταῦθα πρόκειται ἀκριβῶς καὶ μόνον περὶ εὐεργετήματος, τὸ ὁποῖον θὰ χορηγηθῇ διὰ τὸν ὀφειλόμενον φόρον τοῦ ἔτους 1900· ἑπομένως οὐδένα πάγιον νόμον νομοθετοῦμεν, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτής. Παρακαλῶ λοιπὸν — καὶ πιστεύω ὅτι διερμηνεύω καὶ τὴν ἐπιθυμίαν ὅλων τῶν Θεσσαλῶν Βουλευτῶν — νὰ μὴ ἀποκλεισθῶμεν τοῦ εὐεργετήματος τούτου, διότι τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ἐναντίον τῆς ἰσότητος, ἥτις εἶναι ἡ βάσις τῆς κατανομῆς τῶν φόρων.
§181Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρτημα).
§182Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ λάβω τὸν λόγον, λαβὼν ἀφορμὴν ἐξ ὅσων εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. ἐκ Καλαμπάκας συνάδελφος. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ὅτε ὁ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς ἔφερε τὴν πρότασιν αὑτοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐζήτει τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν ἀμπέλων, αἵτινες ὑπέστησαν καταστροφὴν ὄχι μόνον ἐκ τοῦ περονοσπόρου, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλων νόσων, βεβαίως δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀμπέλους τῆς Θεσσαλίας, διότι ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας δὲν ἔλαβε ποτὲ πληροφορίας, μήτε γνῶσιν εἶχεν, ἂν αἱ ἄμπελοι τῆς Θεσσαλίας κατεστράφησαν ἐκ περονοσπόρου, ἢ ἐξ ἄλλης τινὸς νόσου. Ἀλλὰ, καίτοι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας δὲν ὑπεστήριξεν ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως τὴν πρότασιν αὑτοῦ, παραδόξως ὁ κ. ἐκ Καλαμπάκας συνάδελφος ὡμίλησεν, ὡς εἰ ἡ καταστροφὴ τῶν ἀμπέλων τῆς Θεσσαλίας ἐπῆλθεν ἐξ ἄλλων νόσων· μετὰ δὲ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Θεσσαλία θὰ μείνῃ ἔξω τοῦ εὐεργετήματος τοῦ νομοσχεδίου!
§183ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἂν ἔπαθεν ἐκ περονοσπόρου, ὄχι.
§184ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι ἔχει ἤδη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν βεβαίωσιν Βουλευτοῦ προερχομένου ἐξ ἐπαρχίας, ἡ ὁποία εἶναι περισσότερον ὅλων τῶν ἄλλων πεφυτευμένη μὲ ἀμπέλους...
§185Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνα σημασίαν ἔχει τοῦτο;
§186ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Θέλω λοιπὸν νὰ εἴπω, ὅτι ἐπῆλθεν ἀληθὴς καταστροφὴ εἰς τὰς ἀμπέλους Τρικκάλων, ἡ δὲ καταστροφὴ ἐπῆλθεν ἐκ περονοσπόρου, καὶ ὄχι ἐξ ἄλλης νόσου, ἢ πλημμύρας, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. ἐκ Καλαμπάκας συνάδελφος.
§187Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶπον τοῦτο ἐγώ.
§188Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας λέξεις, Κύριοι, καὶ καταθέτω τὰ ὅπλα ἀπέναντι τῆς ἐπιμονῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Πρὶν ἢ δεχθῶ τὴν συμβουλὴν τοῦ σεβαστοῦ μοι ἀρχηγοῦ, εἶχον ἀποδεχθῆ τὴν συμβουλὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐπέμεινα κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῆς τροπολογίας, καθ’ ἣν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον καθίστατο μετὰ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ καὶ τὴν κύρωσίν του ὑπὸ τοῦ Βασιλέως νόμος τοῦ Κράτους διαρκῶς, καὶ οὐχὶ παροδικῶς, ὡς ἔχει ἤδη. Ὑπέδειξα ἁπλῶς τὴν τροπολογίαν μου ταύτην, βεβαιώσας, ὅτι δὲν ἐπιμένω εἰς τὴν παραδοχήν της. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον μὲ ἠνάγκασε νὰ λάβω ἐκ δευτέρου τὸν λόγον, εἶναι ἡ κατηγορία, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τῶν τροπολογιῶν μου, εἰπὼν ὅτι, ἂν ἤθελε δεχθῆ τὰς τροπολογίας ταύτας, ἤθελεν ἀποδεχθῆ τὴν κατάργησιν τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, διότι τοιαύτην, κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἔχουσιν αἱ τροπολογίαι μου ἔννοιαν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν συνάγεται ἐκ τῶν τροπολογιῶν μου. Διότι ἐγώ, ζητῶν νὰ τροπολογηθῇ τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, καὶ σὺν τῇ ἀπαλλαγῇ τῶν παθουσῶν ἀμπέλων ἐκ τοῦ περονοσπόρου νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἀπαλλάσσωνται τοῦ φόρου καὶ αἱ καταστραφεῖσαι ἐξ ἄλλων νόσων, εἶχον ὑπ’ ὄψιν τὸν ὁρισμὸν τοῦ φόρου, ὅτι εἶναι μέρος τοῦ εἰσοδήματος, τὸ ὁποῖον ὁ εἰσοδηματίας πληρώνει πρὸς τὸ Δημόσιον πρὸς πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ. Ἂν ὁ ἀμπελοκτήμων, διὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν λόγον, δὲν συνέλεξε προϊὸν ἐκ τῆς ἀμπέλου του, εἴτε ἕνεκα περονοσπόρου, εἴτε ἕνεκα ἄλλης αἰτίας, πρὸς τί νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ πληρώσῃ φόρον; Διατὶ ὁ μὴ συλλέξας προϊὸν ἕνεκα τοῦ περονοσπόρου νὰ ἀπαλλαγῇ τοῦ φόρου, ὁ δὲ μὴ συλλέξας ἕνεκα ἄλλης αἰτίας, ἕνεκα ἄλλης νόσου, νὰ μὴ ἀπαλλαγῇ; Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐπιμένω εἰς τὴν τροπολογίαν ταύτην, διότι εἶναι καὶ πολὺ δύσκολον νὰ βεβαιωθῇ ἤδη, μετὰ ἓξ μῆνας, μετὰ τὴν νέαν καλλιέργειαν τῶν ἀμπέλων, ἂν ἡ νόσος, ἐκ τῆς ὁποίας κατεστράφη τὸ εἰσόδημα τῶν ἀμπέλων, ἦτο περονόσπορος, ἢ ἄλλη νόσος. Πρὸς διάγνωσιν τῆς νόσου Θέλετε ζητεῖ γνωμάτευσιν γεωπόνου τινός, καὶ ὁ γεωπόνος θέλει σᾶς ὀνομάζει τὴν ὑπάρξασαν νόσον περονόσπορον, ἢ ἄλλην νόσον. Δύνασθε, σᾶς παρακαλῶ, νὰ ἀποδείξητε τὸ ἐναντίον; Τοιουτοτρόπως ἡ ἀπαλλαγὴ τῶν καταστραφεισῶν ἀμπέλων θέλει γίνεσθαι ὅλως αὐθαιρέτως. Πρὸς μετριασμὸν δὲ τῆς αὐθαιρεσίας ὑπέβαλον τὴν τροπολογίαν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ διαφωνήσω πρὸς αὐτὸν καὶ ὡς πρὸς τὴν κατάρτισιν τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν διὰ τῆς τροπολογίας τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου προέτεινεν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νομίζει, ὅτι, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ συγκροτηθῇ ἐκ τοῦ Ἐφόρου, τοῦ Νομάρχου, τοῦ Εἰρηνοδίκου, τοῦ Δημάρχου καὶ τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, θ’ ἀποφαίνηται περὶ τῶν ἀπαλλακτέων ἀμπέλων ἐν ἀκριβείᾳ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ὁ Νομάρχης, ὁ Ἔφορος καὶ ὁ Εἰρηνοδίκης οὐδὲν γινώσκουσι...
§189Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οἱ Νομάρχαι ὑπέβαλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐκθέσεις λίαν ἀκριβεῖς περὶ τῶν ζημιῶν τοῦ περονοσπόρου, περὶ τῶν δήμων, οἱ ὁποῖοι ἐζημιώθησαν, καὶ περὶ τῆς ζημίας, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς ἕκαστον δῆμον. Αἱ ἐκθέσεις αὗται εἶναι πληρέσταται.
§190Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω, ὅτι διάφοροι Νομάρχαι ὑπέβαλον τοιαύτας ἐκθέσεις, ἀλλὰ περὶ τῆς ἀκριβείας αὐτῶν θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀμφιβάλλω. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γινώσκωσιν οἱ κύριοι Νομάρχαι, τίνων ἀτόμων αἱ ἄμπελοι κατεστράφησαν, διότι οἱ Νομάρχαι, οἱ Εἰρηνοδίκαι καὶ οἱ Ἔφοροι θέλουσι λαμβάνει τὰς πληροφορίας αὐτῶν παρὰ τοῦ Δημάρχου καὶ τῶν δημοτικῶν συμβούλων. Ἔχοντες ὅμως, Κύριοι, ὑπ’ ὄψιν τὸν ἐμφύλιον πόλεμον, ὁ ὁποῖος διεξάγεται διαρκῶς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις μεταξὺ τῶν ἀντιμαχομένων πολιτικῶν μερίδων, δὲν πρέπει νὰ ἀμφιβάλλωμεν, ὅτι ὁ Δήμαρχος θέλει βεβαιώσει ἐπισήμως πρὸς τὸν Ἔφορον, τὸν Εἰρηνοδίκην καὶ τὸν Νομάρχην, ὅτι ὅλαι αἱ ἄμπελοι τῶν φίλων του κατεστράφησαν, καίτοι μεγάλης ποσότητος προϊὸν παρήγαγον κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅτι δὲ ὅλαι αἱ ἄμπελοι τῶν μὴ φίλων του δὲν ἔπαθον ζημίαν ἐκ τοῦ περονοσπόρου, ἀλλὰ τοὐναντίον παρήγαγον εἰσοδήματα πλουτίσαντα τοὺς κυρίους αὐτῶν. Ποίαν εὐθύνην θὰ ἔχῃ ὁ Δήμαρχος ἐκ τῆς ψευδοῦς ταύτης βεβαιώσεως; Τὰς εὐθύνας περὶ ψευδοῦς πιστοποιήσεως δὲν τὰς ἔχει, διότι αἱ τοιαῦται βεβαιώσεις του εἶναι πόρισμα τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἐξ ἀορίστων πηγῶν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ σκεφθῇ περὶ μιᾶς οἱασδήποτε ἀποδεικτικῆς διαδικασίας, ἵνα ἀποφύγωμεν τὰς φατριαστικὰς πληροφορίας καὶ τῶν Δημάρχων καὶ τῶν δημοτικῶν συμβούλων. Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Μπακοπούλου, προτείνοντος νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου αἱ λέξεις: «ἢ καὶ ἄλλων καιρικῶν περιστάσεων.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει). Τὸ ἄρθρον 3, συμφώνως πρὸς τὰς ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθείσας τροπολογίας, διετυπώθη ὡς ἑξῆς: «Ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου οἱ Δήμαρχοι τῶν δήμων, ἐν τῇ περιφερείᾳ τῶν ὁποίων ἐπῆλθε κατὰ τὸ ἔτος 1900 καταστροφὴ τῆς παραγωγῆς τῶν ἀμπέλων ἐκ τοῦ περονοσπόρου, ἢ αὐτεπαγγέλτως, ἢ τῇ αἰτήσει ἀμπελοκτημόνων τοῦ δήμου των, δι’ ἀναφορᾶς πρὸς τὸν οἰκεῖον Νομάρχην ἀναφέρουσι λεπτομερῶς τὴν ἐπελθοῦσαν καταστροφὴν εἰς τὰς ἀμπέλους ἀτόμων, θέσεων, χωρίων, ἢ ὅλου τοῦ δήμου. Ὁ Νομάρχης, λαμβάνων τὴν κατὰ τὸ προηγούμενον ἐδάφιον ἀναφοράν, συγκαλεῖ ἐπιτροπήν, συγκροτουμένην παρ’ αὐτοῦ ἢ ἑνὸς τῶν νομίμων αὐτοῦ ἀναπληρωτῶν, τοῦ ἁρμοδίου Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου, τοῦ ἁρμοδίου Εἰρηνοδίκου τῆς περιφερείας, ἐν ᾗ κεῖται ἡ ἄμπελος, τοῦ οἰκείου Δημάρχου, ἢ τοῦ ἀναπληροῦντος αὐτὸν δημαρχικοῦ παρέδρου, τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ ἑνὸς γεωμέτρου ἢ ἐργοδηγοῦ, ὁριζομένου ὑπὸ τοῦ Νομάρχου, ἥτις, συνερχομένη ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου, καὶ προεδρευομένη ὑπὸ τοῦ ἀνωτέρου κατὰ βαθμὸν δημοσίου ὑπαλλήλου, βεβαιοῖ διὰ πρωτοκόλλου τὴν ἐκ τοῦ περονοσπόρου ἐπελθοῦσαν καταστροφὴν κατὰ τὸ 1900 ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τῶν ἀμπέλων ἑνὸς ἢ πλειόνων ἀμπελοκτημόνων, ὡρισμένης θέσεως, χωρίου, ἢ δήμου, καὶ ἀποφαίνεται κατὰ πλειονοψηφίαν περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς ἐκ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου.»
§192Κ. ΖΩΤΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ διαγραφῇ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς, νὰ ἀποφαίνηται περὶ τῶν παθόντων ἐκ τοῦ περονοσπόρου, διότι ἡ ἐγγύησις θὰ ἦναι μεγαλειτέρα.
§193ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Αὐτὰ τὰ μακρότατα ἄρθρα ἔχουσι τὸ ἐλάττωμα, ὅτι κατεσκεύασαν ἐπιτροπὴν ἀπὸ ἓξ μέλη, ἧς τὰ δύο ἐξουδετεροῦνται ὑπὸ τῶν ἄλλων τεσσάρων, τὰ ὁποῖα καὶ θὰ ὑπερισχύωσιν. Ὁ Εἰρηνοδίκης καὶ ὁ Ἔφορος δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωσι ποῖαι ἄμπελοι ἔπαθον. Ὅθεν ὀρθότερον κρίνω ν’ ἀφαιρεθῇ ὁ Εἰρηνοδίκης, καὶ νὰ μείνῃ ἡ ἐπιτροπὴ πενταμελής, νὰ σύγκειται δηλαδὴ ἀπὸ τὸν Νομάρχην, τὸν Γεωμέτρην καὶ τὸν Ἔφορον ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου, καὶ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ τὸν Δήμαρχον ἐκ μέρους τοῦ ἰδιοκτήτου.
§194Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Εἰρηνοδίκης εἶναι μία ἀπὸ τὰς μεγαλειτέρας ἐγγυήσεις.
§195Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἀπορῶ, κύριοι Βουλευταὶ, πῶς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ναυπλίας συνάδελφος κ. Ποταμιᾶνος, ἀνὴρ τόσον μεγάλης ἐπιστημονικῆς μορφώσεως καὶ πείρας, προέτεινε νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, δηλ. ὁ Εἰρηνοδίκης. Κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζετε, ὅτι ἅπαντες οἱ ὑπάλληλοι τρέμουσι πρὸ τοῦ Νομάρχου. Μόνον δὲ ἓν νεῦμα τοῦ Νομάρχου ἀρκεῖ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ εἰς αὐτοὺς, ἐνῷ διὰ τὸν Εἰρηνοδίκην δὲν δύναται νὰ συμβῇ τοῦτο, διότι αὐτὸς εἶναι ἰσόβιος, καὶ ἀνεξάρτητος ἀπέναντι τῆς Διοικητικῆς ἀρχῆς.
§196Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ Εἰρηνοδίκης εἶναι χρησιμώτατος, διότι πάντες σχεδὸν οἱ δῆμοι ἔχουσιν Εἰρηνοδίκην, μένοντα ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ δήμου.
§197Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ συγκεντρώσωμεν ὅλην τὴν δύναμιν εἰς τοὺς Νομάρχας, καὶ ν’ ἀφαιρέσωμεν πᾶσαν ἐξουσίαν ἀπὸ τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν, δηλαδὴ ἀπὸ τὰ Ὑπουργεῖα. Ἐξεπλάγην δ’ ἀληθῶς ἐκ τῶν λόγων τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, ἀκούσας νὰ ἔχῃ παράπονα κατὰ τῶν ὑπαλλήλων ὅλων τῶν Ὑπουργείων. Ἐγὼ, Κύριοι, καὶ ἄλλοτε ἐδήλωσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἄριστα συμπεριφέρονται ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι ὄχι μόνον πρὸς ἡμᾶς, ἀλλὰ πρὸς πάντας τοὺς λαμβάνοντας ἀνάγκην αὐτῶν. Ἔχομεν ἀρίστους τμηματάρχας καὶ ὑπαλλήλους, μόνον δὲ ἀδέξιος πολιτευτὴς δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ ὅ,τι θελήσῃ (γέλωτες), καὶ ὅστις δὲν ζητεῖ τὸ λογικὸν καὶ τὸ δίκαιον. Εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον πάντοτε οἱ ὑπάλληλοι ἐδείχθησαν εὐγενέστατοι· ἐὰν δέ τις Γενικὸς Γραμματεὺς, ἐκ μεγάλου φανατισμοῦ καὶ ὅπως παράσχῃ ἐκδούλευσιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, ἐδυστρόπησε κατά τι, ἐγὼ πρὸς αὐτὸν δὲν ἐξέφρασα οὔτε τὴν ἀγανάκτησίν μου, ἀλλ’ ἀπετάθην πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν. Καίτοι εἶμαι ἀντιπολιτευόμενος, οὕτω διεξάγω τὰς ὑποθέσεις τῶν συμπολιτῶν μου. Ἐν γένει δὲν πρέπει νὰ παραπονώμεθα κατὰ τῶν ὑπαλλήλων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, ὧν οἱ πλεῖστοι διήνυσαν ὁλόκληρον τὸν βίον των λαμβάνοντες μικροτάτους μισθοὺς, καὶ ποτιζόμενοι πικρίας, ἱκανὰς ν’ ἀπογοητεύσωσιν αὐτούς. Τὴν πρόσληψιν δικαστικοῦ προσώπου ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἔστω καὶ Εἰρηνοδίκου, θεωρῶ ἐγγύησιν περὶ τῆς καταλλήλου διεξαγωγῆς τοῦ ἔργου τῆς ἐπιτροπῆς.
§198Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ, ὅπως ὑποδεικνύεται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου νὰ καταρτισθῇ, εἶναι ἑξαμελής. Τὰ 4 μέλη αὐτῆς εἶναι ὑπάλληλοι τοῦ Δημοσίου, καὶ βεβαίως θέλουσιν ἐπηρεάζεσθαι ἐκ τῶν ἐγκυκλίων τοῦ Ὑπουργοῦ. Δύο μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἀντιπροσωπεύουσι τοὺς φορολογουμένους. Κατὰ τὴν γνώμην μου, ἂν πρόκηται ἡ ἐπιτροπὴ νὰ μείνῃ ὡς ἔχει, βεβαίως ὁ Εἰρηνοδίκης δὲν πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ. Θὰ παρακαλέσω ὅμως τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ συναινέσῃ νὰ παρίσταται μὲν ὁ Ἔφορος κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἄνευ ψήφου, νὰ χρησιμεύῃ δὲ ἁπλῶς ὡς εἰσηγητής, διότι, ἂν ἔχῃ ψῆφον καὶ αὐτός, ὅπως ὁ Νομάρχης, ὁ Γεωμέτρης καὶ ὁ Εἰρηνοδίκης, τότε ἐκμηδενίζεται ἐντελῶς ἡ γνώμη τῶν ἄλλων.
§199Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὁρισθῇ, ποῖος θ’ ἀντικαθιστᾷ τὸν Πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου κωλυόμενον.
§200Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸν κωλυόμενον Πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου θ’ ἀναπληροῖ βεβαίως ὁ προεδρεύων τοῦ Συμβουλίου.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ ἄρθρον 4 ἐτροποποιήθη ὡς ἑξῆς: «Ἀντίγραφα τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς ἐκ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τῆς χρήσεως τοῦ 1900 τῶν ἐν τοῖς πρωτοκόλλοις ἀναφερομένων φορολογουμένων διαβιβάζονται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα διαταχθῇ ἡ ἀπαλλαγὴ τῶν φορολογουμένων τούτων ἐκ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τούτου, καὶ κοινοποιοῦνται εἰς τὸν οἰκεῖον Δήμαρχον, μένουσι δ’ ἐκτεθειμένα ἐν τῷ Δημαρχείῳ ἐπὶ μῆνα. Πᾶς μὴ περιληφθεὶς ἐν τοῖς κατὰ τὸ προηγούμενον ἐδάφιον πρωτοκόλλοις δύναται ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως αὐτῶν εἰς τὸν Δήμαρχον νὰ ὑποβάλῃ, ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου, αἴτησιν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ πρὸς τὸν ἁρμόδιον Νομάρχην, περὶ ἀπαλλαγῆς αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ φόρου, λόγῳ καταστροφῆς τῆς παραγωγῆς τῆς ἀμπέλου του κατὰ τὸ ἔτος 1900 ἐκ τοῦ περονοσπόρου. Ἐπὶ τῶν τοιούτων αἰτήσεων βεβαιοῖ τὴν καταστροφὴν διὰ πρωτοκόλλου ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου τούτου συνιστωμένη ἐπιτροπὴ, συγκαλουμένη ὑπὸ τοῦ Νομάρχου. Ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης περὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου μετὰ τοῦ σχετικοῦ πρωτοκόλλου κοινοποιεῖται εἰς τὸν οἰκεῖον Δήμαρχον, κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ παρόντος νόμου, καὶ διαβιβάζεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα διαταχθῇ ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ φορολογουμένου ἐκ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5 καὶ 6, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τρίτην συζήτησιν).
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας δραχμῶν 3,000,000 εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν...
§204Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συνόλου.
§206Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔθηκε καθαρῶς τὸ ζήτημα, προκειμένου περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Μᾶς εἶπεν, ὅτι πρόκειται νὰ δώσωμεν ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου 3,000,000 δρ. οὐχὶ ἐπὶ προσδοκίᾳ βεβαίᾳ, ὅτι θ’ ἀναλάβωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀλλ’ ὅπως βοηθήσωμεν τὴν Ἑταιρείαν, ἵνα μὴ πτωχεύσῃ. Οὕτω τεθέντος τοῦ ζητήματος, δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ φανῇ εὔκολος εἰς τὴν χορηγίαν τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελε νὰ σταθῇ εἰς τὴν αἰτιολογίαν τὴν ἀρχικὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἔπρεπε νὰ εἴπῃ: «Δίδομεν 3,000,000 δραχμὰς λόγῳ δανείου εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, διὰ ν’ ἀποτρέψωμεν τὸν κίνδυνον τῆς πτωχεύσεως αὐτῆς, βέβαιοι ὄντες, ὅτι θ’ ἀναλάβωμεν χρεωλυτικῶς τὸ δάνειον αὐτό». Αὐτὴ ἦτο ἡ αἰτιολογία ἡ ἀρχική. Εὐθὺς ὅμως ὡς ὁ εἰσηγητὴς ἀπεμακρύνθη ταύτης, καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι τὰ ἑκατομμύρια δίδομεν μέ τινας πιθανότητας, ὅτι θὰ τ’ ἀναλάβωμεν, τότε ἔχομεν δωρεάν...
§207Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς παρακαλῶ, ὅταν πρόκηται περὶ τῶν παρ’ ἐμοῦ λεχθέντων, νὰ ἐπαναλαμβάνητε ταῦτα ἀκριβῶς. Ἐὰν ἔλεγον, ὅτι δίδομεν τὰ χρήματα, χωρὶς οὐδεμίαν νὰ ἔχωμεν πιθανότητα ἀποδόσεως, θὰ ὑπέβαλλον νομοσχέδιον περὶ δωρεᾶς. Ἐγὼ δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι· ἀλλ’ ὅτε ἐζητήθη παρ’ ἐμοῦ νὰ βεβαιώσω, ὅτι τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα εἶναι ἀσφαλῆ, καὶ ὅτι θὰ τὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον, εἶπον ὅτι, προκειμένου περὶ ἐπιχειρήσεων βιομηχανικῶν, ὅπου πολλὰ ἀπρόοπτα δύνανται νὰ συμβῶσιν, οὐδέποτε ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ εἴπῃ: «βεβαιῶ, ὅτι θὰ τὰ εἰσπράξωμεν». Προσέθηκα ὅμως, ὅτι ἐκ τῆς μελέτης τῆς κινήσεως καὶ τῆς προόδου τοῦ σιδηροδρόμου κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος ἠδυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἔχομεν ἐλπίδας λίαν βασίμους, ὅτι ὄχι μόνον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ λάβωμεν τοὺς τόκους τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς συμβάσεως κάμνομεν, ἀλλὰ καὶ ὅτι θὰ πραγματοποιηθῶσιν ὅλοι οἱ ὅροι, οἱ λίαν ὠφέλιμοι διὰ τὸ Δημόσιον, ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ λάβωμεν μέρος τῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα ἡ Ἑταιρεία θέλει κάμει. Ταῦτα, Κύριοι, εἶπον.
§208Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπαναλαμβάνει, ὅτι δὲν δύναται νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ἀσφαλῶς τὸ Κράτος θὰ ἀναλάβῃ τὸ ποσὸν ἀπὸ τὴν Ἑταιρείαν, ἀλλ’ ὅτι ὑπάρχουσι βάσιμοι περὶ τούτου ἐλπίδες. Ὥστε δὲν βλέπω, ποῦ κεῖται ἡ διαφωνία μας. Δέχομαι τὴν βάσιν αὐτήν, ὅπως τὴν διετύπωσε, διότι δὲν δύναμαι νὰ πράξω ἄλλως. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, καὶ οὕτω τιθεμένου τοῦ ζητήματος, δὲν συμφέρει νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Ἑταιρείαν 3,000,000 δραχμὰς, διότι, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχῃ βασίμους ἐλπίδας, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συγκρατηθῇ αὕτη, ἐξ ἐναντίας ἐγὼ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σωθῇ, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι τὰ 3,000,000 θὰ χαθῶσιν, ὡς ἐχάθησαν καὶ τόσα ἄλλα. Τὴν πεποίθησιν δὲ ταύτην ἐσχημάτισα ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ ἐκ τῶν σημειώσεων, ἃς προσήγαγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου.
§209Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αἱ ὁποῖαι εἶναι λίαν ἀκριβεῖς. Διότι εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ τμήματος τῶν σιδηροδρόμων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἔχει πίνακας ἀκριβεστάτους.
§210Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον αὐτό, διότι ἐγὼ δὲν ἔχω βασίμους ἐλπίδας, ἀλλ’ οὔτε καὶ κατὰ 5% πιθανότητας, ὅτι θὰ ἀναληφθῇ τὸ ποσὸν αὐτό. Καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰς σημειώσεις τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ περὶ τῶν δανείων τῶν ἐξωτερικῶν τῆς Ἑταιρείας, ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸ συνάλλαγμα πρὸς 1,70, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξακολουθῇ εἰς τὸ αὐτὸ περίπου ὕψος, θὰ πεισθῆτε ἀδιστάκτως, ὅτι διὰ τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν δὲν δύναται νὰ διατηρηθῇ ἡ Ἑταιρεία. Καὶ εἶναι προτιμότερον, εἶναι ἐθνικώτερον καὶ γενναιότερον νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Ἑταιρείαν ταύτην, ὅτι πρέπει νὰ ὑποστῇ τὴν τύχην, τῆς ὁποίας εἶναι ἀξία, καὶ νὰ σκεφθῶμεν, τί θὰ πράξωμεν. Δὲν μὲ πτοεῖ ἡ ἀπειλή, ὅτι θὰ σταματήσῃ ἡ συγκοινωνία. Αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν, δὲν θὰ μείνωσιν ἀνεκμετάλλευτα, οὔτε πείθομαι, ὅτι θὰ ἔλθωσιν οἱ πιστωταὶ τῆς Ἑταιρείας νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὰς γονίμους καὶ ὄχι τὰς ἀγόνους γραμμάς, διότι ἔχουσι καὶ αἱ ἄγονοι κεφάλαια, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκμεταλλευθῶσιν αἱ Ἑταιρεῖαι ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰς προσοδοφόρους. Τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἄλλως δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ γείνῃ σκέψις νὰ δώσωμεν 3,000,000 δραχμάς, μὲ τὴν πεποίθησιν, ἢ τοὐλάχιστον μὲ μεγάλας πιθανότητας, ὅτι θὰ τὰ χάσωμεν. Διεξήχθη μακρὰ συζήτησις ἐπὶ ἑβδομάδας ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν, καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις παρέστησεν, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν εὑρίσκοντο εἰς σημεῖον τοιοῦτον, ὥστε εἶναι φόβος νέας πτωχεύσεως τοῦ Κράτους. Ἀφοῦ λοιπὸν εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ διλήμματος αὐτοῦ, τότε ποῖον εἶναι προτιμότερον; Νὰ μεριμνῶμεν περὶ προλήψεως τῆς πτωχεύσεως τῆς Ἑταιρείας, ἢ περὶ προλήψεως τῆς πτωχεύσεως τοῦ Κράτους;
§211Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ πνιγμένος βροχὴ δὲν φοβεῖται.
§212Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐρχώμεθα νὰ λέγωμεν, ὅτι δίδομεν 3,000,000 ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐνῷ τὰ οἰκονομικά μας διατελοῦσιν εἰς κρίσιμον κατάστασιν, τοῦτο ἀποβαίνει ἀνεξήγητον. Ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ὑποστηρίζομεν, ὅτι κινδυνεύει τὸ Κράτος νὰ πτωχεύσῃ, ἀφ’ ἑτέρου δίδομεν 3,000,000, διὰ νὰ σώσωμεν τὴν Ἑταιρείαν ἀπὸ πτωχεύσεως! Εἶναι σκέψις αὕτη ἐθνικὴ καὶ συμφέρουσα εἰς τὸ Κράτος; Τί θὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κόσμος καὶ αὐτοὶ οἱ ξένοι, τοὺς ὁποίους κακῇ τῇ μοίρᾳ ἐθέσαμεν ἐπὶ τοῦ τραχήλου ἡμῶν; Πῶς μετὰ τόσης εὐκολίας δίδομεν 3,000,000 δραχμάς, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὴν βεβαιότητα, ὅτι θὰ τ’ ἀναλάβωμεν, καὶ ὅτι θὰ εὐδοκιμήσῃ ἡ Ἑταιρεία; Μεταξὺ τῶν λόγων, οὓς ἐπεκαλέσθη ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ὅπως ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Ἑταιρεία εἶναι ἀξία συνδρομῆς, διότι ὑπέκυψεν εἰς δυσμενεῖς περιστάσεις ἀνεξαρτήτους τῆς θελήσεώς της, ἔφερε καὶ τὸν λόγον, ὅτι ἐζημιώθη αὕτη ἀπὸ τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν δύο καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἀλλὰ τί βλέπω εἰς τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν κατέθεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ὅτι ἀπὸ τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν ἡ Ἑταιρεία δὲν ἐζημιώθη οὔτε λεπτόν, διότι εἶχε νὰ λάβῃ μόνον 1,500,000, τὰς ὁποίας καὶ ἔλαβε διὰ τῆς ἐκχωρήσεως τῆς ἀπαιτήσεως Βαφειαδάκη καὶ ἄλλων ἀπαιτήσεων, μὴ ἐπισφαλῶν, καὶ διὰ τοῦ ἐκπλειστηριάσματος τοῦ καταστήματος τῆς Τραπέζης. Ἀποδεικνύει καὶ τοῦτο, ὅτι ἡ Ἑταιρεία δὲν ἦτο ἐν καλῇ πίστει, ὅτε διεβεβαίου τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν ὅτι ἐζημιώθη ἀπὸ τὴν Πιστωτικήν. Ἐξέφρασα κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν τὴν ἀπορίαν, διατὶ λαμβάνεται πρόνοια, ἐκ τῶν ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα θὰ δώσῃ τὸ πτωχὸν Δημόσιον, νὰ πληρωθῶσι κατὰ προτίμησιν τὰ κυμαινόμενα χρέη τὰ ἐσωτερικά, δηλαδὴ ἡ Τράπεζα Σκουζὲ καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι αὐτὸ εἶναι φυσικόν, διότι, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄλλα δάνεια, εἶναι πάγια καὶ ὀλιγώτερον ἐπαχθῆ, καὶ πληρώνονται τὰ τοκοχρεωλύσια, ἐνῷ τὰ κυμαίνοντα δάνεια στενοχωροῦσι τὴν Ἑταιρείαν, καὶ θὰ σπρώξωσιν αὐτὴν εἰς πτώχευσιν. Ἀλλὰ διατὶ νὰ τὴν στενοχωρήσουν; Εἶναι ὀρθὸν αὐτό; Ἡ Τράπεζα τοῦ κ. Σκουζέ, ἡ ὁποία ἔχει νὰ λάβῃ 400,000 δραχμάς, καὶ ἡ Ἐθνικὴ ἔχουσιν ἐργασίας πολλὰς κάμει μετὰ τῆς Ἑταιρείας, ἔχουσιν ὠφεληθῆ, ἔχουσι ληψοδοσίας, καὶ ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὰς νὰ μὴ στενοχωρήσουν τὴν Ἑταιρείαν. Οὔτε εἶναι εὐπρεπὲς νὰ ἔρχηται ἡ Ἑταιρεία νὰ μᾶς λέγῃ: «ἢ πληρώνετε τοὺς δανειστάς μου, ἤτοι τὴν Τράπεζαν Σκουζὲ καὶ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἢ πτωχεύω». Εἶναι τόλμη ἀκατανόητος, ἵνα μή τι ἄλλο εἴπω, νὰ δώσωμεν ἡμεῖς 3 ἑκατομμύρια, ἵνα πληρωθῇ ὁ Σκουζὲς καὶ ἡ Τράπεζα. Τὸ πρᾶγμα κραυγάζει, οὕτως εἰπεῖν, ἀφ’ ἑαυτοῦ, εἰς τρόπον ὥστε μοὶ φαίνεται, ὅτι θὰ ἀδικήσωμεν πολὺ τὸν τόπον, ἐὰν δώσωμεν τὰ 3,000,000. Ὡς σᾶς εἶπον προχθές, ἐλάχισται ἢ μᾶλλον ἀνύπαρκτοι εἶναι αἱ ἀσφάλειαι αἱ πραγματικαί, τὰς ὁποίας ἡ Ἑταιρεία προσφέρεται νὰ δώσῃ. Ἐὰν ἤρχετο ἡ Ἑταιρεία, ἢ ἄλλος τις ὑπὲρ αὐτῆς, καὶ ἔλεγεν, ὅτι μᾶς ὑπόσχεται διὰ τῆς παροχῆς τῶν 3,000,000 δραχμῶν νὰ ἀποτρέψῃ τὴν πτώχευσίν της, οὕτως ὥστε νὰ μὴ χάσῃ τὸ Δημόσιον τὰ 3,000,000, τότε θὰ ἠδύνατό τις ἴσως νὰ ἦναι ὑπὲρ τῆς χορηγίας. Ἀλλ’ ὅταν μᾶς δίδουν, ἀντὶ ὑποσχέσεων καὶ ἐγγυήσεων, ἁπλᾶς βασίμους ἐλπίδας ἐν λόγοις κενοῖς, τότε νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον. Ἀναλαμβάνομεν μεγίστην εὐθύνην σήμερον, ὅτε οἱ γεωργικοὶ καὶ μὴ πληθυσμοὶ εὑρίσκονται εἰς τόσῳ δυσάρεστον σημεῖον ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, ὥστε δικαίως δύνανται νὰ μᾶς εἴπωσιν: «Ἀφοῦ δὲν ἔχῃ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν πρὸς ἡμᾶς, διὰ νὰ σώσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, καὶ τὰ τέκνα μας καὶ τὰ κτήματά μας, πῶς δίδετε 3,000,000 εἰς τὴν Ἑταιρείαν;» Καὶ γνωρίζομεν ὅλοι τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Ἑταιρείας. Γνωρίζει ὁ κόσμος, ὅτι δὲν διῴκησεν αὐστηρῶς καὶ μετὰ σωφροσύνης τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς, οὐδὲ ὑπάρχει ἐλπὶς ν’ ἀλλάξῃ δρόμον. Θὰ πάθῃ καὶ αὐτὴ, μεθ’ ὅλας τὰς ὑποστηρίξεις, ὅ,τι ἔπαθεν ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρεία τῆς Σύρου. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, ἐν ὀνόματι τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ὧν ἐτάχθητε κηδεμόνες καὶ φρουροὶ, νὰ μὴ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον.
§213Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρτημα).
§214Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Λυποῦμαι, Κύριοι, ὅτι εἰς μεσονυκτίους ὥρας λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ νομοσχεδίου τοσοῦτον σοβαροῦ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐξεγείρει βεβαίως αἴσθημα ὀδύνης, διότι προϋποτίθησι κίνδυνον τῆς σπουδαιοτέρας σιδηροδρομικῆς ἀρτηρίας τῆς ἡμετέρας χώρας. Ἡ Ἑταιρεία τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν– Πελοποννήσου παρίσταται ἐν τοιαύτῃ οἰκονομικῇ δυσχερείᾳ, ὥστε ἀναγκάζεται νὰ ζητήσῃ τὴν ἀρωγὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ Κυβέρνησις στέργει εἰς παραχώρησιν 3,000,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον προβάλλει, ὀρθῶς δὲ ἔθιξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι τοῦτο: εἶναι ἆρά γε ὑπόχρεως ἡ Κυβέρνησις νὰ παρεμβῇ καὶ νὰ δώσῃ χεῖρα βοηθείας εἰς τὴν Ἑταιρείαν ταύτην, ἡ ὁποία παρουσιάζεται οἰκονομικῶς δεινῶς πάσχουσα; ἢ πρέπει νὰ περιφρονήσῃ αὐτήν; Δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δευτέρα γνώμη. Καὶ ἐλέχθη μὲν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει μόνον ἠθικὴν ὑποχρέωσιν πρὸς παρέμβασιν· βέβαιον ὅμως εἶναι, ὅτι οὐ μόνον ἠθικὴν ὑποχρέωσιν ἔχει, ἀλλὰ καὶ νομικήν, καὶ οἰκονομικήν, καὶ πολιτικήν. Διότι ἡ πίστις τῶν σιδηροδρόμων εἶναι πίστις τοῦ Κράτους. Δὲν δύναται μετ’ ἀδιαφόρου βλέμματος ἡ Κυβέρνησις νὰ βλέπῃ συντριβομένην τὴν πίστιν τῶν σιδηροδρόμων, διότι ἡ οἰκονομικὴ καταστροφὴ τῶν σιδηροδρόμων συνεπιφέρει ἀνωμαλίαν εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ὑπάρχει νομικὴ ὑποχρέωσις· διότι τίς ἡ θέσις τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῶν σιδηροδρόμων; Οἱ σιδηρόδρομοι εἶναι κτῆμα τοῦ Κράτους, εἶναι domaine public de l’ État. Ἡ κυριότης τῶν σιδηροδρόμων ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος. Πρὸς τὰς Ἑταιρείας, αἱ ὁποῖαι τοὺς ἐκμεταλλεύονται, ὑπάρχει σχέσις εἴτε μισθώσεως, εἴτε ἑταιρείας, διότι πολυτρόπως τὸ Κράτος μετέχει τῶν κερδῶν. Οἱ σιδηρόδρομοι δὲν παρέχουσι μόνον κέρδη εἰς τὰς Ἑταιρείας καὶ τοὺς μετόχους τῶν ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, αἵτινες ἐκμεταλλεύονται αὐτούς, ἀλλὰ παρέχουσι κέρδη ἐμμέσως καὶ εἰς αὐτὸ τὸ Κράτος, διότι ἡ ἀνάπτυξις τῆς συγκοινωνίας δὲν ἐπιτυγχάνει μόνον τὸν ἠθικὸν σύνδεσμον τῶν κοινωνικῶν στοιχείων τῆς χώρας, ἀλλ’ ἀσφαλῶς συνεπάγεται καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, καὶ τὴν ἐνίσχυσιν τῶν τε ἐμμέσων καὶ τῶν ἀμέσων φόρων. Ἑπομένως τῶν κερδῶν τούτων, τῶν ὁποίων ἐμμέσως τὸ Κράτος ἀπολαύει, δὲν μετέχουσι βεβαίως αἱ ἀνώνυμοι Ἑταιρεῖαι καὶ οἱ μέτοχοι. Ἀλλὰ πλὴν τούτων οἱ σιδηρόδρομοι ἀναμφισβητήτως χρησιμεύουσι καὶ εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ἡ δὲ δημοσία ἀσφάλεια ἐνισχύει καὶ πολιτικῶς καὶ οἰκονομικῶς τὸ Κράτος. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ παρεμβαίνῃ καὶ νὰ προστατεύῃ τὰς σιδηροδρομικὰς ἐπιχειρήσεις. Τὸ ἕτερον ζήτημα ὅμως, τὸ εἰδικῶς ἐπὶ τῆς προκειμένης περιπτώσεως ἄξιον συζητήσεως, εἶναι ἄλλο. Τίς δηλαδὴ ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ παρεμβῇ. Καὶ ἐν τούτῳ λυποῦμαι, ὅτι ἀναγκάζομαι νὰ διαφωνήσω πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ὅτι εὑρισκόμεθα ἀπέναντι κρίσεως, ἥτις ἔχει ἀνάγκην ἀμέσου καὶ ταχείας ἀντιλήψεως, οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ. Ἀλλ’ οὐχὶ μόνον παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ κρίσεις τεράστιαι ἔλαβον χώραν· ἐν Γαλλίᾳ π.χ. κατὰ τὰ 1838, 1848 1859, 1863, καὶ μετὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1870, πολλάκις ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσωσι τοὺς τρόπους καὶ τὰ μέσα τῆς ἀποσοβήσεως τῶν οἰκονομικῶν κινδύνων τῶν σιδηροδρομικῶν ἐπιχειρήσεων, ζωηρόταται δ’ ἐγένοντο συζητήσεις ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις. Καὶ ἐν ἐπιτροπαῖς δ’ ἐξητάσθησαν καὶ ἐπιστημονικῶς καὶ πρακτικῶς τὰ περὶ τῆς στάσεως, ἣν πρέπει νὰ λαμβάνῃ ἡ Κυβέρνησις ἐν περιστάσεσι τοιαύταις. Ἐκ τῆς μελέτης δὲ περὶ τῶν ἀλλαχοῦ γιγνομένων ἐσχημάτισα τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ γίνεται θεμελιώδης διάκρισις μεταξὺ Ἑταιρειῶν, αἱ ὁποῖαι ἀναλαμβάνουσι τὴν κατασκευήν, καὶ Ἑταιρειῶν, αἱ ὁποῖαι ἀναλαμβάνουσι τὴν ἐκμετάλλευσιν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν. Εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν ὀφείλει νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς ἡ Κυβέρνησις, εἴτε δι’ ἔργων, εἴτε διὰ χρηματικῶν ἐπιχορηγήσεων. Ἐν Γαλλίᾳ συχνάκις τὸ Δημόσιον συνέδραμε διὰ δανείων Ἑταιρείας, αἵτινες, ἕνεκα κακῶν ὑπολογισμῶν ἢ ἄλλων ἀπροόπτων γεγονότων, ἠναγκάσθησαν νὰ ἀνακόψωσι τὴν κατασκευήν. Διατὶ δέ; Διότι ἐν τῷ σταδίῳ τῆς κατασκευῆς τὸ Κράτος, ἄμεσον ἔχον συμφέρον, δὲν δύναται νὰ πράξῃ ἄλλως, δὲν δύναται νὰ ἐγκαταλείψῃ ἀτελὲς ἔργον συγκοινωνίας. Μήπως ἐν τῇ ἐγκαταλειφθείσῃ κατασκευῇ τῆς γραμμῆς Πειραιῶς–Λαρίσης τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δὲν ἀναγκάζεται νὰ προβῇ εἰς θυσίας; Διὰ τοῦτο, ὅτε ἡ Ἑταιρεία, ἥτις ἀνέλαβε τὴν κατασκευὴν τοῦ συμπλέγματος τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, δὲν ἠδύνατο, ἕνεκεν ἐλλείψεως κεφαλαίων, νὰ προχωρήσῃ, τὸ Δημόσιον κατέβαλε χρήματα διὰ τὰς ἀγόνους γραμμὰς, παρεχώρησε χιλιομετρικὰς ἐπιχορηγήσεις, ἠγγυήθη πρὸς ἐπιτυχίαν δανείων. Ὅταν ὅμως πρόκηται περὶ Ἑταιρείας ἐκμεταλλεύσεως, εἶναι ἄλλο ζήτημα. Τὸ Κράτος δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ καταβάλῃ, οὐδὲ πρέπει νὰ καταβάλῃ χρηματικὰ ποσὰ πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν μετοχικῶν κεφαλαίων, πρὸς ἀνακούφισιν τῶν μετόχων τῆς Ἑταιρείας. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ προσέξῃ. Ἀνοίξατε τὸ τετράτομον σύγγραμμα τοῦ Picard, ἔνθα ἐκτίθεται ἡ ἱστορία πασῶν τῶν σιδηροδρομικῶν ἑταιρειῶν τῆς Γαλλίας, καὶ θέλετε παρατηρήσει, ὅτι πολλάκις ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις παρέσχε τὴν συνδρομήν της. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ σταδίῳ τῆς κατασκευῆς ἀκόμη μεγάλαι προηγήθησαν διαφωνίαι. Ὅτε π.χ. ἐν ἔτει 1838 κατεσκευάζετο ὁ σιδηρόδρομος Παρισίων–Βερσαλιῶν (rive gauche), καὶ δὲν ἐπήρκουν τὰ κεφάλαια τῆς Ἑταιρείας, διότι ἕνεκα γενικῆς τινος δυσπιστίας πρὸς τὰς σιδηροδρομικὰς Ἑταιρείας καὶ ἐξ ἄλλων λόγων κακῶν ὑπολογισμῶν δὲν κατωρθοῦτο ἡ καταβολὴ τῆς δευτέρας δόσεως ἐπὶ τῶν μετοχῶν, ἡ δὲ Κυβέρνησις διετίθετο νὰ παράσχῃ χρηματικὴν συνδρομὴν, πλεῖστοι ἐκ τῶν διασημοτέρων πολιτευτῶν τῆς Γαλλίας ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ὡς οἱ Boisy d’ Anglas, Cochin, Portalis, Gallos καὶ ἄλλοι, ἀντετάχθησαν μετὰ σπουδαιοτάτων ἐπιχειρημάτων κατὰ πάσης συνδρομῆς πρὸς ἑτοιμορρόπους σιδηροδρομικὰς Ἑταιρείας, αἱ ὁποῖαι περιέρχονται εἰς ἀδυναμίαν ἐκτελέσεως τῶν ἔργων, ἅτινα ἀναλαμβάνουσι. Καὶ ἐπεκράτησε μὲν ἡ γνώμη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ κατασκευῇ τῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν ἔχει καθῆκον νὰ ἐπέρχηται ἀρωγὸς, ἔστω καὶ διὰ χρηματικῶν ἐπιχορηγήσεων, διότι ἐπιβάλλει τοῦτο τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν ἐπὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως σιδηροδρομικῶν γραμμῶν, τὰ πράγματά εἰσι διάφορα· τὸ Δημόσιον Ταμεῖον δὲν πρέπει νὰ θυσιάζῃ τὰ κεφάλαιά του εἰς παροχὴν δανείων. Ἐὰν ῥίψητε τὸ βλέμμα εἰς τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐν ἄλλαις πεπολιτισμέναις χώραις ἐγένοντο, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι ἀποδοκιμάζεται τοιοῦτο μέτρον. Καὶ οἱ λόγοι εἰσὶν ἁπλούστατοι. Διότι τὰ δάνεια πρὸς ἀνωνύμους Ἑταιρείας ἐκμεταλλεύσεως ἀποτελοῦσι κατάχρησιν τῶν χρημάτων τῶν φορολογουμένων, ὑποστηρίζουσι τὴν ἀπληστίαν τῶν ἱδρυτῶν τῶν Ἑταιρειῶν, καὶ ὑποθάλπουσι τὴν κυβείαν. Ὡς δὲ ἔλεγεν ἀγορεύων ἐν τῷ Γαλλικῷ Κοινοβουλίῳ ὁ Herbette ἐπὶ παρομοίου θέματος, ἡ παροχὴ τοιούτων δανείων καθιστᾷ ἀδιορθώτους τὰς διοικήσεις τῶν Ἑταιρειῶν, διότι εἰσὶ βέβαιαι, ὅτι, ὅταν ἅπαξ ἐπιτύχωσι νὰ βυθίσωσι τοὺς ὄνυχας αὑτῶν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, τὸ πείραμα καὶ πάλιν θὰ ἐπαναληφθῇ, καὶ νέα δάνεια θὰ ἐπακολουθήσωσι· πρὸς τοῦτο μάλιστα θὰ καταβληθῇ προσπάθεια, ἵνα εἰς ὅλα τὰ κόμματα ἐν τῇ Βουλῇ ἔχωσιν ἰσχυροὺς συμμετόχους, Βουλευτὰς καὶ Ὑπουργοὺς, πρὸς ἐξευτελισμὸν καὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ πλὴν τούτου εἰς πάσας τὰς πεπολιτισμένας χώρας πρὶν ἢ ἡ Κυβέρνησις παράσχῃ ἐμπράκτως τὴν συνδρομήν της εἰς Ἑταιρείαν σιδηροδρομικὴν, προηγήθη πάντοτε ἐξέτασις δι’ ἐπιτροπῆς περὶ τῶν αἰτίων καὶ τῆς καταστάσεως ἐν γένει αὐτῆς. Ὑμεῖς τί ἐπράξατε; Εἶσθε ἆρά γε βέβαιος, κύριε Πρωθυπουργέ, ὅτι ἡ ἀσθενὴς Ἑταιρεία, εἰς ἣν καλεῖτε ἡμᾶς νὰ παραχωρήσωμεν 3,000,000 δραχμῶν, εἶναι ἄσπιλος; Ἐξητάσατε τὴν κατάστασιν αὐτῆς; Διὰ τίνων προσώπων; Ὅταν μάλιστα ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπάρχῃ ἀκόμη τέλειος νόμος περὶ ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, καὶ δὲν ὑπάρχῃ αὐστηρὸς ἔλεγχος αὐτῶν, εἶσθε βέβαιος, ὅτι παρέχοντες τὰ 3,000,000 δὲν ἐνισχύετε τὴν ὀκνηρίαν; Καὶ δὲν νομίζετε, ὅτι, παρέχοντες εἰς ταύτην τοιαύτην χορηγίαν, ἔχετε τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν νὰ συνδράμητε καὶ ἄλλας ἀνωνύμους Ἑταιρείας, ἐὰν τείνωσι πρὸς ὑμᾶς ἐπαίτιδα χεῖρα; Ἔπεισαν ὑμᾶς, ὅτι ὁ περονόσπορος εἶναι ἡ αἰτία τῆς οἰκονομικῆς δυσπραγίας, ὅτι ἡ ὕψωσις τῆς τιμῆς τῶν γαιανθράκων ἐζημίωσε τὴν Ἑταιρείαν, ὅτι ἡ ὕψωσις τοῦ συναλλάγματος κατέστρεψεν αὐτήν. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα δὲν ἔβλαψαν ἆρά γε τὰς ἄλλας Ἑταιρείας; Κακὸν δρόμον λαμβάνετε, κύριε Πρωθυπουργέ, καὶ θὰ συνηθήσητε τοὺς διευθύνοντας τὰς ἀνωνύμους Ἑταιρείας εἰς σύστημα ὀλέθριον, θὰ ἐμπνεύσητε εἰς αὐτοὺς βεβαίαν ἐλπίδα, ὅτι εἰς τὸ μέλλον θὰ ἐπαναλάβητε τὰ αὐτὰ μέσα· ἐὰν δὲ μετὰ τρία ἔτη ἡ αὐτὴ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Ἑταιρείας ἐξακολουθήσῃ—διότι ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ παρελθόντος θὰ ἐργασθῇ—καὶ ἦσθε ὑμεῖς Πρωθυπουργὸς, θ’ ἀναγκάσωσιν ὑμᾶς νὰ ἀνοίξητε καὶ τὰς τέσσαρας φλέβας τοῦ πτωχοῦ Ἑλληνικοῦ Ταμείου, ἵνα παράσχητε καὶ ἕτερα 3,000,000! Προκειμένου περὶ ἀνωνύμου Ἑταιρείας ἐκμεταλλεύσεως σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, οἵα ἡ τῆς Πελοποννήσου, ἐγὼ, ἐὰν ἤμην εἰς τὴν θέσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἤθελον ὑποβάλει αὐτὴν ὑπὸ ἀμείλικτον ἔλεγχον· δὲν ἤθελον πεισθῆ εἰς τὰς μεμψιμοιρίας αὐτῆς, ἀλλὰ δι’ ἐπιτροπῶν καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἤθελον ἐρευνήσει τὴν ἱστορίαν αὐτῆς, τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν αὐτῆς καὶ τὰ ἀληθῆ αἴτια τῶν ὀλισθημάτων αὐτῆς. Ἐφημερίδες π. χ. τῶν Πατρῶν ἐβεβαίωσαν, ὅτι πλῆθος ἀνθρώπων ταξειδεύουσι δωρεάν...
§215Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶσθε βέβαιος δι’ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε;
§216ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Καθ’ ὅσον τοὐλάχιστον ἀναγινώσκω.
§217Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔλεγχος ἐγένετο, ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ εἴπητε τὸ ἑξῆς. Ἐκάμετε διάκρισιν μεταξὺ Ἑταιρείας κατασκευῆς καὶ Ἑταιρείας ἐκμεταλλεύσεως, καὶ εἴπετε, ὅτι ὅλα τὰ βάρη τὰ ἔχει ἡ Ἑταιρεία τῆς κατασκευῆς· ἀλλ’ ἐλησμονήσατε, ὅτι ἡ Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου ἔχει ἀναλάβει τήν τε κατασκευὴν καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν.
§218Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐγένετο ἤδη ἡ κατασκευή.
§219ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν ν’ ἀπαντήσω ὑμῖν, ὅτι ἐν τῇ αὐτῇ Ἑταιρείᾳ δυνατὸν νὰ συμπίπτῃ τὸ ἔργον τῆς κατασκευῆς καὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναί τι οὐσιῶδες, διότι ἡ Ἑταιρεία ἐκμεταλλεύσεως μετὰ τὴν κατασκευὴν εἶναι ἀνώνυμος Ἑταιρεία ἀνεξάρτητος. Προσεθέσατε ὅμως, ὅτι ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος Ἑταιρεία διατελεῖ ὑπὸ διαρκῆ ἔλεγχον, καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνηται κατάχρησις εἰς ταξείδια δωρεάν. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ δεύτερον δὲν ἦναι ἀληθές, δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅμως τὸ πρῶτον, περὶ τοῦ διαρκοῦς ἐλέγχου. Δὲν ἐνθυμοῦμαι προχείρως, ἂν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν ὑπάρχει Συμβούλιον, ὡς ὑπάρχει ἀλλαχοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπιβλέπει τοὺς σιδηροδρόμους· ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπάρχῃ, οὐδεμία ἐπίβλεψις γίνεται, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, πιθανὸν δὲ, καὶ νὰ περιορίζηται μόνον εἰς τὸ μηχανικὸν μέρος. Καὶ δὲν δύναται νὰ ἀσκῆται αὐστηρὸς ἔλεγχος τῆς διαχειρίσεως καὶ τῆς εὐθύνης τῆς διοικήσεως, διότι οἱ περὶ ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν νόμοι ἡμῶν εἰσιν, ὡς γνωστὸν, ἐντελῶς ἀτελεῖς· διὰ τοῦτο δὲ θεωρῶ, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον, νὰ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγῃ ὡς τάχιστα νόμον περὶ ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, διότι σήμερον αἱ νεώτεραι νομοθεσίαι ἐφρόντισαν νὰ περιφρουρήσωσι δι’ αὐστηρῶν διατάξεων τὰ συμφέροντα τῶν μετόχων καὶ τὴν προστασίαν τῶν κεφαλαίων. Ἀλλ’ ἔστω. Δὲν ὑπάρχει ἕτερος τρόπος ἢ ἐκεῖνος, ὃν ὑποδεικνύει ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐγένετο πλούσιον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, οἱ γεωργικοὶ πληθυσμοὶ τῆς Ἑλλάδος δὲν πεινῶσι πλέον, οἱ ἐπιτηδευματίαι εἰσὶ τόσον εὔποροι, ὥστε προκαταβάλλουσι τοὺς φόρους των. Νὰ δανείσωμεν λοιπὸν 3,000,000. Καὶ βεβαίως πρῶτα πάντων δέον νὰ πληρωθῶσι τὰ προσωπικὰ χρέη, διότι ταῦτα ἐχρησίμευσαν εἰς ἄμεσον βοήθειαν καὶ σωτηρίαν τῆς Ἑταιρείας. Ἀλλὰ τίς εἶναι ἡ θέσις τῆς Ἑταιρείας; Σώζεται ἆρά γε διὰ τοῦ φαρμάκου τῶν 3,000,000; ἢ μήπως τὸ νόσημα αὐτῆς εἶναι ἀνίατον; Τοῦτο εἶναι τὸ ἕτερον ζήτημα. Οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Ἑταιρεία δὲν δύναται νὰ μαντεύσῃ τὴν σωτηρίαν της. Δὲν δυνάμεθα βεβαίως νὰ ἤμεθα ἀσφαλεῖς περὶ τῆς σωτηρίας τῆς Ἑταιρείας, καὶ δὲν πρέπει ἀναμφιβόλως νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι Μαχάων, θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν· ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν τὸ Καταστατικὸν τῆς Ἑταιρείας, δυνάμεθα νὰ ἐξαγάγωμεν ὁπωσδήποτε ἀσφαλές τι συμπέρασμα. Τίς εἶναι λοιπὸν ἡ κατάστασις τῆς Ἑταιρείας; Ἰδοὺ ἓν σημείωμα, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει τὰ διάφορα αὐτῆς χρέη. Εἰς Ραφαὴλ ὑπόλοιπον λιρῶν ἀγγλικῶν 499,000. Εἰς ἄλλους ἐν τῷ ἐξωτερικῷ 120,000. Ἐν συνόλῳ 619,000 λίραι. Ἂν ὑπολογίσωμεν δὲ πρὸς δραχμὰς 42 τὴν λίραν, ἔχομεν χρέη ἐξωτερικὰ δραχμὰς 25,998,000. Χρέη ἐσωτερικὰ ἔχομεν δι’ ὁμολογιῶν δύο, ἓν ἐκ δραχμῶν 5,944,000, καὶ ἕτερον ἐκ δρ. 2,600,000, καὶ τὸ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐκ δραχμῶν 58,230. Πλὴν τούτων, ὑπάρχουσι καὶ προσωρινὰ χρέη πρὸς τοὺς Ραφαὴλ καὶ Ροδοκανάκην, Ἰονικὴν Τράπεζαν κλπ. ἐκ λιρῶν ἀγγλικῶν 26,692· ὑπολογιζομένης δὲ τῆς λίρας πρὸς δραχμὰς 42, ἔχομεν ποσὸν δραχμῶν 1,121,000· ὁμοίως ἕτερον ἐκ φράγκων χρυσῶν 13,264, ἤτοι πρὸς δραχ. 1 καὶ 68 τὸ φράγκον, δρ. 22,283· ἐπίσης ἕτερον ἐκ δραχμῶν 11,751. Πλὴν τούτων, ὑπάρχουσιν ὑπόλοιπα λογαριασμῶν καὶ ἀξιώσεις πιστωτῶν διαφόρων, ἅτινα ἀποτελοῦσι ποσὸν χρέους 1,289,293. Γραμμάτια ληξιπρόθεσμα λίραι ἀγγλικαὶ 9,308, φράγκα 19,760, καὶ δραχμαὶ 18,455 ἀποτελοῦσι χρέος ἐκ δραχ. 442,587. Ἂν προσθέσωμεν δὲ καὶ τὸ κονδύλιον τῶν ἐκκρεμῶν λογαριασμῶν, χρεῶν δηλαδὴ ἀνεκκαθαρίστων, τὸ παθητικὸν τῆς Ἑταιρείας συμποσοῦται εἰς τὸ σεβαστὸν ποσὸν 37,775,437 δραχμῶν. Ἀπέναντι τοῦ ὀγκώδους τούτου χρέους, προσεγγίζοντος τὰ τεσσαράκοντα ἑκατομμύρια, ποῖον ἆρά γε ἐνεργετικὸν παρουσιάζει; Τὸ ἑτοιμόρροπον αὐτῆς ὑλικόν, τὴν ἀξίαν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου ἐκ δραχμῶν 33,362,000, τὴν ἀξίαν τῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν, ὅ,τι δηλαδὴ αὐτὴ ἐδαπάνησε (διότι τὸ Κράτος εἶχε καταβάλει τὸ πλεῖστον τῆς κατασκευῆς), δρ. 5,208,000, τὴν ἀξίαν τῶν λουτρῶν τῆς Κυλλήνης δραχμὰς 1,500,000, τὴν ἀξίαν τοῦ Ξενοδοχείου τῶν Ὀλυμπίων δραχ. 55,000, ἀποθήκας ὑλικοῦ δραχ. 1,281,000, ἀπαιτήσεις δραχ. 146,000, καὶ τὰς ἐν τῷ Ταμείῳ αὐτῆς δραχμὰς 69,000. Ἤτοι ὁλικὸν ποσὸν δρ. 41,621,000. Τί προκύπτει ἐκ τῆς παραβολῆς τῶν δύο εἰκόνων, τοῦ παθητικοῦ καὶ τοῦ ἐνεργητικοῦ; Ὅτι οἰκτρὰ εἶναι ἡ θέσις τῆς Ἑταιρείας, διότι ἀπέναντι τῶν ἀναμφισβητήτων χρεῶν 40 περίπου ἑκατομμυρίων παρατάσσονται ἀξίαι ὑλικῶν καὶ γραμμῶν καὶ ξενοδοχείων ἀμφίβολοι καὶ φαντασιώδεις. Ἀλλ’ ἡ οἰκτρὰ κατάστασις ἐκδηλοῦται ἐκ τῆς παραβολῆς πρὸ πάντων τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Τίνα εἰσὶ τὰ ἔξοδα; Τοκοχρεωλύσιον εἰς τὸν Ραφαὴλ ἐτησίως λίραι 23,592, εἰς ἄλλους ἐν τῷ ἐξωτερικῷ λίραι 3,618, ἤτοι δρ. 1,143,000. Τοκοχρεωλύσια τῶν ἐσωτερικῶν δι’ ὁμολογιῶν δανείων, ἐπὶ κεφαλαίου 8,600,000, δραχμαὶ 376,000. Τόκοι καὶ προμήθειαι τῶν προσωρινῶν δανείων δραχ. 104,000. Εἰς ἀναλογίαν τῶν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐσόδων ἐκ τῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν (barême), φόροι κλπ. δραχμαὶ 216,000. Δαπάναι χρήσεως σημειοῦνται ἐν τῇ πρώτῃ ἑξαμηνίᾳ τοῦ 1900 εἰς δραχ. 1,640,600. Εἰς τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τὸ ποσὸν θὰ ἦναι ὀγκωδέστερον, ἕνεκα τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν γαιανθράκων καὶ τοῦ συναλλάγματος· ἀλλ’ ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω τὸ αὐτὸ ποσὸν καὶ διὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν. Τοιουτοτρόπως ἔχομεν ὁλικὸν ποσὸν ἐξόδων δρ. 5,120,200. Τίνα εἰσὶ τὰ ἔσοδα τῆς Ἑταιρείας; Ὡς ἔσοδα τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ 1900 ἀναγράφονται δρ. 2,129,000. Ἂν εἰς τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν ἐπαναλάβωμεν τὸ αὐτὸ ποσόν, ἔχομεν εἰσπράξεις ἐν ὅλῳ δρ. 4,258,000. Ἂς παραβάλωμεν ἤδη τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων ἐκ δραχμῶν 5,120,200 πρὸς τὸ τῶν ἐσόδων ἐκ δραχ. 4,258,000. Ποῖον εἶναι τὸ ἔλλειμμα; 862,200 δραχμαί.
§220Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῦ τὰ ηὕρατε αὐτά; Ἔχετε τοὺς πίνακας ἐκεῖ.
§221ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐκ τῶν ὑπολογισμῶν καὶ τῶν καταστάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐδημοσιεύθησαν ὑπ’ αὐτῆς τῆς Ἑταιρείας.
§222Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ ὑπέβαλον πίνακας.
§223ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐννοεῖτε τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ἐζήτησεν ὁ κ. Ποταμιᾶνος; Αὐτοὺς ἐγὼ δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν. Οἱ πίνακες αὐτοὶ δὲν ἔχουσι σημασίαν ἀπέναντι τῶν καταστάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπισήμως δημοσιεύονται ὑπ’ αὐτῆς τῆς Ἑταιρείας.
§224Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οἱ παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντες εἶναι ἐπίσημοι πίνακες τῶν δαπανῶν καὶ τῶν εἰσπράξεων.
§225ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐπίσημοι πίνακες τῶν δαπανῶν καὶ τῶν εἰσπράξεων δὲν εἶναι αἱ ὑπ’ αὐτῆς τῆς Ἑταιρείας δημοσιευόμεναι καταστάσεις; Οἱ λογαριασμοὶ δέ, τοὺς ὁποίους ὑποβάλετε, ὑποθέτω, ὅτι εἶναι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καταστάσεων, τῶν δημοσιευθεισῶν ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας. Ἂς ἐξετάσωμεν ὅμως, ποῦ ἀποδίδετε τὴν οἰκονομικὴν τῆς Ἑταιρείας στενοχωρίαν. Λέγετε, εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τῶν γαιανθράκων, εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ συναλλάγματος, καὶ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν εἰσπράξεων ἐκ τοῦ περονοσπόρου. Ἀλλὰ τί ἐλπίζετε εἰς τὸ μέλλον; Ἐλπίζετε εἰς τὸ μέλλον τὴν ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τῶν γαιανθράκων σωτηρίαν τῆς Ἑταιρείας;
§226Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι ἐλπίζω· εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἤδη ἔχομεν ὑποτίμησιν.
§227ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐὰν ἐπέλθῃ ὑποτίμησις γαιανθράκων, εἰς ποῖον ποσὸν θέλετε νὰ καταβιβάσητε τὴν ἀξίαν τῶν γαιανθράκων;
§228Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅσην ὑποτίμησιν ἔχουσιν οἱ γαιάνθρακες σήμερον ἀπέναντι τῆς τιμῆς τοῦ παρελθόντος ἔτους.
§229ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Νομίζετε, ὅτι εἶναι καὶ θὰ ἦναι τόσον μεγάλη ἡ ὑποτίμησις, ὥστε νὰ ἀναλάβῃ οἰκονομικῶς ἡ Ἑταιρεία;
§230Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀπὸ 35 ἕως 25 σελίνια ἡ Ἑταιρεία ἀγοράζει 15,000 τόνους κατ’ ἔτος.
§231Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἑταιρεία ἔχει πέσει ἀφ’ ὅτου ἐγεννήθη.
§232ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Ἑταιρείας δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν ἐσχάτως παρατηρηθεῖσαν ὑπερτίμησιν τῶν γαιανθράκων, ἀλλ’ ἀνάγεται εἰς ῥιζικὰ ἄλλα αἴτια. Ἀλλ’ ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ σωτηρία αὐτῆς ἤρτηται ἐκ τῆς ἀξίας τῶν γαιανθράκων, ἢ τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος, τίνα ποσὰ ἐπιθυμεῖτε νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν; Ἐὰν ἡ ἀξία τῶν γαιανθράκων ὑποτιμηθῇ, κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τῆς Ἑταιρείας, ἐὰν ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος κατέλθῃ μέχρις 1,50, νομίζετε, ὅτι, ἐὰν καὶ κατὰ 100,000 ἢ 150,000 δρ. ὑπάρξῃ διαφορὰ ἐτησίως, ἡ κατάστασις θὰ βελτιωθῇ; Πολλοῦ γε καὶ δή! Κατὰ τὴν γλῶσσαν τῶν ἀριθμῶν, τὸ ποσὸν τῶν 862,200 δραχμῶν, εἰς ὃ ἀνῆλθεν ἐτησίως τὸ ἔλλειμμα, εἶναι ἀδύνατον νὰ συσταλῇ διὰ τῆς βελτιώσεως τῆς τιμῆς τῶν γαιανθράκων καὶ τῆς ἐπικαταλλαγῆς.
§233Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ λάβετε τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ τελευταίου ἔτους, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖον εἶναι τὸ ἔλλειμμα.
§234ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὁ ἀπολογισμὸς τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ 1900 παρουσιάζει τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον πολλάκις ἐσημείωσα.
§235Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἠξεύρω πόθεν ἐλάβετε τοὺς λογαριασμούς σας. Λάβετε τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς 300,000 δραχμάς.
§236ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὁ ἀριθμὸς οὗτος δὲν εἶναι ἀκριβής. Τὸ ἔλλειμμα ἀνέρχεται εἰς 862,200 μετὰ τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεωλυσίου. Πῶς λοιπὸν θὰ λάβω ἔλλειμμα μικρότερον, ἀφοῦ εἶναι 862,200;
§237Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι. Εἰς 400,000 ἀνέρχεται ἡ δαπάνη τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἡ Ἑταιρεία ἐξετέλεσεν εἰς τὴν γραμμὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν.
§238ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Οἱ λογαριασμοί, οὓς κατέστρωσα, ἐγένοντο ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καταστάσεων, τὰς ὁποίας δημοσιεύει αὐτὴ ἡ Ἑταιρεία,—διότι καθ’ ἑξαμηνίαν δημοσιεύει καταστάσεις.
§239ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰσολογισμῶν τῆς Ἑταιρείας.
§240ΝΕΓΡΗΣ. Ἐὰν ἀφίνατε, κύριε συνάδελφε, θὰ σᾶς ἔδιδον τὴν ἐξήγησιν, διατὶ διαφωνεῖτε.
§241Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ δὲν θέλει νὰ τὴν ἀκούσῃ.
§242ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἀφοῦ ὑμεῖς εἰς τοὺς ἀριθμοὺς δὲν πείθεσθε!
§243Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν πείθομαι βεβαίως, διότι ἠξεύρω, ὅτι οἱ λογαριασμοί σας εἶναι ἐσφαλμένοι.
§244ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἀλλ’ ἐὰν ἐκ τῶν ἰσολογισμῶν τῆς Ἑταιρείας ἐξάγεται, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ ἐλλείμματος ἀνέρχεται εἰς 862,200, διὰ τῶν 3,000,000, τὰ ὁποῖα παραχωρεῖτε, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑταιρεία νὰ ἀνορθωθῇ; Δὲν νομίζετε, ὅτι ἔπρεπε προηγουμένως νὰ βεβαιωθῆτε δι’ ἐξετάσεως αὐστηρᾶς περὶ τῆς θέσεως τῆς Ἑταιρείας, ἵνα μὴ ῥίψητε εἰς τὴν θάλασσαν τὰ 3 ἑκατομμύρια; Ἀλλ’ ἂς ἐγκαταλείψωμεν τοὺς ἀριθμούς, καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς ἄλλα ζητήματα. Τί θὰ γείνῃ, ἐὰν δὲν δώσωμεν τὰ 3 ἑκατομμύρια; ἐὰν πτωχεύσῃ ἡ Ἑταιρεία; Θ’ ἀφήσωμεν λοιπὸν νὰ διακοπῇ ἡ συγκοινωνία; Οἱ ἐνυπόθηκοι δανεισταὶ θὰ κατάσχωσι τὸν σιδηρόδρομον. Ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν ἐπέλθωσιν οἱ ἐνυπόθηκοι δανεισταὶ καὶ καταλάβωσι τὴν γραμμὴν, ἡ Κυβέρνησις βεβαίως θὰ εὑρεθῇ εἰς δύσκολον θέσιν. Ταῦτα λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως βεβαίως δὲν εἶναι εὐχάριστος. Δυνάμει νόμου ἐπετράπη τῳόντι ἡ ὑποθήκευσις τοῦ σιδηροδρόμου καὶ τῶν γραμμῶν καὶ τῶν ἐξαρτημάτων αὐτοῦ. Ἀλλὰ εἶναι βέβαιον, ὅτι, ἐὰν πτωχεύσῃ ἡ Ἑταιρεία, οἱ δανεισταί, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δοθείσης ὑποθήκης, ἐπιδιώκοντες τὰ ἐκ τοῦ προνομίου αὐτῶν δικαιώματα, θὰ ἐπιληφθῶσι τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου; ὅτι εἰσὶν οἱ ὑποκατάστατοι τῆς Ἑταιρείας τῆς ἐκμεταλλεύσεως;
§245Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἶναι οἱ παθόντες.
§246ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Οἱ δανεισταὶ ἔχουσιν ὑποθήκην ἐπὶ τοῦ σιδηροδρόμου καὶ τῶν ἐξαρτημάτων αὐτοῦ. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι οἱ δανεισταὶ δύνανται νὰ προβῶσιν εἰς κατασχέσεις καὶ πλειστηριασμοὺς τοῦ σιδηροδρόμου, ὡς γίνεται ἐπὶ ἰδιωτικῶν κτημάτων, καὶ ἐπὶ τῇ προσαγωγῇ κατακυρωτικῶν ἐκθέσεων θ’ ἀναλάβωσιν αὐτοὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν; Τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος.
§247Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὁ ὑπερθεματιστής...
§248ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὁ ὑπερθεμαστὴς θ’ ἀναλάβῃ ἐκμετάλλευσιν ἐναντίον τῆς θελήσεως τῆς Κυβερνήσεως;
§249Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐὰν γείνῃ ἀναγκαστικὴ ἐκτέλεσις;
§250ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Πῶς; Ἀναγκαστικὴ ἐκτέλεσις κατὰ τοὺς τύπους τῆς Δικονομίας ἐπὶ σιδηροδρόμου;
§251Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Μόνον τὴν ἐκμετάλλευσιν ἔχει ὁ ὀφειλέτης. Δὲν ἠδύνατο ἑπομένως νὰ δώσῃ τὴν κυριότητα, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον.
§252ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἀλλ’ ἡ ἀπορία, ἣν ἐγὼ ὑποβάλλω, εἶναι, ἂν οἱ ἐνυπόθηκοι δανεισταί, ἔχοντες προνόμιον εἴτε ἐπὶ τοῦ σιδηροδρόμου, εἴτε ἐπὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως, δικαιοῦνται νὰ διαδεχθῶσι τὴν Ἑταιρείαν τῆς ἐκμεταλλεύσεως διὰ κατασχέσεων καὶ πλειστηριασμῶν ἐπὶ κτήματος ἀναπαλλοτριώτου, ἀφοῦ πρόκειται περὶ κτήματος τοῦ Δημοσίου (domaine public de l’ État). Κατ’ ἐμέ, διὰ κατασχέσεων καὶ πλειστηριασμῶν οὔτε τῶν γραμμῶν, οὔτε τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκμεταλλεύσεως δύνανται οἱ ἐνυπόθηκοι δανεισταὶ νὰ ἐπιληφθῶσιν. (Ἔκπληξις).
§253Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνόμιζον, ὅτι τὰ λάθη εἶναι λογιστικὰ μόνον· ἀλλὰ βλέπω, ὅτι καταντῶσι καὶ νομικά. Καὶ ἀπὸ σᾶς, ὁμολογῶ, δὲν περιέμενον λάθη νομικά.
§254ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν θὰ λάβω μαθήματα νομικὰ παρ’ ἡμῶν, κύριε Πρωθυπουργέ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐννοῶ νὰ ὑποκινήσω, δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν, ὅσον νομίζετε. Διότι ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, τίς εἶναι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐνυπόθηκοι δανεισταὶ σιδηροδρόμου δύνανται νὰ ἐπιδιώξωσι τὸ προνόμιόν των. Τίς ἡ διαδικασία, καὶ ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα; Δύναται νὰ κατακυρωθῇ σιδηρόδρομος καὶ ἐκμετάλλευσις σιδηροδρόμου εἰς ἐνυποθήκους δανειστάς; (Διακοπαί).
§255Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖος σᾶς εἶπεν αὐτό;
§256ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Τὸ εἴπετε ὑμεῖς, ὅτε εἰσηγάγετε τὸ νομοσχέδιον.
§257Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σᾶς λέγουσιν οἱ κύριοι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς λέγω καὶ ἐγὼ, ὅτι οἱ ἐνυπόθηκοι δανεισταὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα, ἂν δὲν πληρωθῶσιν οἱ τόκοι τῶν δανείων των, νὰ προβῶσιν εἰς ἐκποίησιν τῶν γραμμῶν.
§258ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Εἰς ἐκποίησιν τῶν γραμμῶν; Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν τοῦτο; Πῶς θὰ γείνῃ ἡ ἐκποίησις; Καὶ τίνα τ’ ἀποτελέσματα τοιαύτης ἐκποιήσεως, ἐὰν γείνῃ; Ὁ ὑπερθεματιστὴς δύναται νὰ καταλάβῃ τὸν σιδηρόδρομον;
§259ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν ἀκούομεν.
§260Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Λέγω εἰς τὸν κύριον Βουλευτὴν, ὅτι οἱ ἐνυπόθηκοι δανεισταὶ, ἂν δὲν καταβληθῶσιν οἱ τόκοι αὐτῶν, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἐκποίησιν τοῦ σιδηροδρόμου. Εἶπον δὲ καὶ ἀνέπτυξα διὰ μακρῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι σιδηρόδρομος, ὁ ὁποῖος δὲν καλύπτει τὰ ἔξοδα τῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ τοὺς τόκους τῶν δανείων, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα δὲν θὰ εὕρῃ ἄλλον ἀγοραστὴν ἢ τὸν δανειστὴν, ὁ ὁποῖος πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ δανείου του θὰ πάρῃ τὸν σιδηρόδρομον, καὶ τότε βεβαίως θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως.
§261ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Τὸ ὑποστηρίζετε αὐτό;
§262Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως τὸ ὑποστηρίζω.
§263ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὅτι δυνάμει κατασχέσεως καὶ πλειστηριασμοῦ κτᾶται τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως ὁ ἐνυπόθηκος δανειστής;
§264Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως τὸ ὑποστηρίζω. Εἶναι ἀγοραστής.
§265ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ κατακύρωσις τοῦ σιδηροδρόμου, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι δύναται νὰ γείνῃ, θὰ ἔχῃ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα.
§266Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ποῖον ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ;
§267ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ ὑποστηρίζω, ὅτι οὔτε κατάσχεσις σιδηροδρόμου εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, οὔτε πλειστηριασμός, οὔτε κατακύρωσις.
§268ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ἔδαφος ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος, δὲν ἀνήκει εἰς τὴν Ἑταιρείαν. Ἡ ἐκμετάλλευσις εἶναι ἐνυπόθηκος.
§269ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν παρέχεται ἡ ἐκμετάλλευσις εἰς ὑποθήκην.
§270Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Μομφερρᾶτε, ἀληθῶς ἀποδεικνύετε, ὅτι ἡ ὥρα εἶναι 1 καὶ 10′ (ἱλαρότης).
§271ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρωθυπουργέ, εἶναί τινα ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ ἐκλαμβάνητε τόσον ἁπλᾶ. Ἔχουσιν ἀνάγκην μελέτης. Καὶ ἐν ἄλλαις πεπολιτισμέναις χώραις ἐπτώχευσαν Ἑταιρεῖαι, ἀλλ’ οὐδαμοῦ ἐσκέφθησαν, ὅτι οἱ δανεισταὶ καταλαμβάνουσι διὰ κατασχέσεων καὶ πλειστηριασμῶν τοὺς σιδηροδρόμους. Μόνον ἐν Ἑλλάδι δυστυχῶς ἀκούονται τοιαῦται ἰδέαι. Ἄλλος εἶναι ὁ τρόπος τῆς διαιτησίας, ὅταν Ἑταιρεία ἀνώνυμος ἐξ ἀνεπαρκείας οἰκονομικῆς κινδυνεύῃ νὰ διακόψῃ τὴν συγκοινωνίαν παρεμβαίνει ἀμέσως τὸ Κράτος, διότι ἔχει ἄμεσον συμφέρον, καὶ καταλαμβάνει τὸν σιδηρόδρομον, διότι οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἐπιτρέπεται ἡ διακοπὴ τῆς συγκοινωνίας, καὶ φροντίζει νὰ ἐξεύρῃ τὸν τρόπον τῆς ἐξακολουθήσεως αὐτῆς διὰ νέων συμβάσεων πρὸς ἄλλας Ἑταιρείας. Τὰ τρία ἑκατομμύρια, ἅτινα δωρεῖσθε εἰς τὴν ἀνώνυμον Ἑταιρείαν τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἵνα θεραπεύσητε αὐτήν, ἐνῷ σύρεται ἄνευ πνευμόνων, ἠδύνασθε νὰ παράσχητε εἰς ἄλλην Ἑταιρείαν· δι’ αὐτῶν ἠδύνασθε νὰ συνθηκολογήσητε καὶ πρὸς τοὺς ἐνυποθήκους δανειστὰς, ἵνα σχηματισθῇ Ἑταιρεία ἀνώνυμος, ὑπισχνουμένη ἀσφαλέστερον μέλλον. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐτρόμαξε περὶ τῆς τύχης τῶν ἀγόνων γραμμῶν. Ἐὰν οἱ ἐνυπόθηκοι δανεισταὶ κατάσχωσι μόνον τὰς ἐπικερδεῖς γραμμὰς (ὅπερ ἀδύνατον ἄνευ τῆς θελήσεως τῆς Κυβερνήσεως), αἱ ἄγονοι τί θὰ γείνωσιν; Ἂς ὑποδείξῃ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς ποῖον μέρος πεπολιτισμένου κόσμου ἔμειναν ποτὲ γραμμαὶ ἀνεκμετάλλευτοι. Καὶ ὁ λόγος εἶναι ἁπλοῦς, διότι ἐργολάβοι τῆς ἐκμεταλλεύσεως εὐκόλως ἀναλαμβάνουσι τὴν ἐκμετάλλευσιν αὐτῶν, ἀφοῦ δὲν πρόκειται νὰ καταβάλωσί τι χάριν τοῦ κεφαλαίου. Πλὴν τούτου, σήμερον ἐφαρμόζεται τὸ σύστημα τῶν μεγάλων συμπλεγμάτων (grands réseaux) καὶ αἱ ἐπικερδεῖς καὶ γόνιμοι σιδηροδρομικαὶ Ἑταιρεῖαι συνδυάζονται πρὸς γραμμὰς δευτερευούσας.
§272Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄλλος σολοικισμός!
§273ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα δὲν ἀνήκουν εἰς ἐμέ. Ἐδανείσθην αὐτὰ ἐξ εἰδικῶν ἀνδρῶν καὶ Εὐρωπαίων συγγραφέων. Ἀλλ’ ἀναμφιβόλως μέγας σολοικισμὸς οἰκονομικὸς εἶναι ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον ὑμεῖς ὑποπίπτετε, κύριε Πρωθυπουργέ, ῥίπτοντες εἰς τὴν θάλασσαν τρία ἑκατομμύρια δραχμῶν! Δυστυχῶς ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἔχει καρδίαν εὐάλωτον, καὶ συνεκινήθη εἰς τὰς παρακλήσεις τῆς ἁμαρτωλῆς Ἑταιρείας, καὶ ὑπεχώρησε. Νομίζει, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη πρὸς αὐτὸν ἡ Ἑταιρεία, ἦσαν εἰλικρινῆ, καὶ προσπαθεῖ νὰ πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι αἱ ἀπειλαὶ φαντασιωδῶν κατασχέσεων, αἱ ἀπραγματοποίητοι ἀπειλαὶ πλειστηριασμῶν καὶ διακοπῆς τῆς συγκοινωνίας, ἠνάγκασαν αὐτὸν νὰ ἀνοίξῃ τὸ πτωχὸν Ταμεῖον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Δὲν θὰ παρέλθῃ ὅμως πολὺς καιρὸς, καὶ θὰ ἴδῃ εἰς ποῖον οἰκονομικὸν ἔγκλημα διωλίσθησε, παρέχων δωρεὰν τόσων ἑκατομμυρίων εἰς ἀνώνυμον Ἑταιρείαν, ἥτις ἔπαυσε τὰς πληρωμάς της. Ἂς ἐνθυμηθῇ, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ δι’ ἄλλην ἐπιχείρησιν, τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσης, — διότι εἶναι ἀτυχὴς ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν διεξαγωγὴν τοιούτων ὑποθέσεων — καὶ τὴν ἐπιχείρησιν δημοσίων ἔργων, ἐφωνάζομεν πρὸς αὐτὸν, ὅτι εἶναι ἀναξιοπρεπὲς νὰ συνθηκολογήσῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος πρὸς τοὺς ἀχυρίνους μετόχους τοῦ Ἀγγλικοῦ Συνδικάτου, καὶ νὰ δέχηται ὡς αἵρεσιν τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔργου τὸ πέρας τοῦ πολέμου τοῦ Τρανσβαὰλ, ἐκαυχᾶτο δὲ, ὅτι κατώρθωσε νὰ κρύψῃ εἰς τὸ θυλάκιόν του τὰς ἐπιστολὰς τῆς Μπατινιὸλ, ἐξ ὧν δῆθεν ἐξησφαλίζετο τὸ ἔργον. Ποῦ εἶναι αἱ ἐπιστολαὶ τῆς Μπατινιόλ; Παρῆλθεν ἓν ἔτος, καὶ ἐβεβαιώθησαν ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἡμεῖς ἐλέγομεν...
§274Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐβεβαιώθη, ὅτι ἐξακολουθεῖ ὁ πόλεμος.
§275ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐβεβαιώθη ὅτι ὁ πόλεμος θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπ’ ἄπειρον, καὶ ὅτι οὐδέποτε θὰ ἔχωμεν σιδηροδρομικὴν γραμμὴν Λαρίσης, καὶ ὅτι εἰς οὐδὲν μέρος τοῦ κόσμου οὐδέποτε Κράτος συνεβλήθη πρὸς Ἑταιρείαν, ἥτις ἔθεσεν ὡς ὅρον τῆς κατασκευῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς τὴν ἀποπεράτωσιν πολέμου μεταξὺ ἄλλων ἐν Ἀφρικῇ διεξαγομένου. Ἀλλ’ εἶναι καλὸς χριστιανὸς ὁ κ. Πρωθυπουργός. Δὲν ἔχει μόνον εὐγενῆ καὶ συμπαθῆ τὴν καρδίαν, ἀλλ’ ἀκολουθεῖ καὶ τὰ ῥητὰ τοῦ Εὐαγγελίου: «Μὴ μεριμνῶμεν εἰς τὴν αὔριον, τί φάγωμεν, ἢ τί πίωμεν, ἢ τί περιβαλούμεθα». Ἂς δώσωμεν σήμερον τὰ 3 ἑκατομμύρια, νὰ ζήσῃ ἡ Ἑταιρεία, καὶ ἂς ἔλθῃ ἄλλος Πρωθυπουργὸς κατόπιν, ἵνα δοκιμάσῃ τὸ πικρὸν ποτήριον!
§276Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖον πικρὸν ποτήριον;
§277ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Νὰ περισυλλέξῃ τὰ ἐρείπια τῆς Ἑταιρείας, καὶ νὰ κανονίσῃ ὁριστικῶς τὴν βεβαίαν καὶ ἀσφαλῆ σιδηροδρομικὴν συγκοινωνίαν τῆς Πελοποννήσου. Διὰ τῆς παροχῆς ἐντόκου δανείου τριῶν ἑκατομμυρίων ἀναβάλλομεν ἁπλῶς τὸν χρόνον τῆς καταστροφῆς. Ἐγὼ θὰ προετίμων, ἵνα ἡ ἐγχείρησις, ἥτις ἁπλῶς ἀναβάλλεται, γένηται ἀπὸ τοῦδε. Ἡ ἀναβολὴ ἓν μόνον ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ, τὴν θυσίαν τριῶν ἑκατομμυρίων. Εὔχομαι ν’ ἀπατηθῶ, ἀλλὰ φοβοῦμαι μήπως μετὰ τρία ἔτη δρέψητε τοὺς καρποὺς τῶν σολοικισμῶν τῶν οἰκονομικῶν, εἰς τοὺς ὁποίους περιπίπτετε.
§278ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καλὸν θὰ ἦναι νὰ διακόψωμεν πλέον.
§279Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι, ἀφοῦ ὡμίλησαν δύο κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, δύνανται νὰ ὁμιλήσωσι καὶ ἄλλοι, ἀλλ’ εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ἡ ὁποία θὰ γείνῃ εὐρέως.
§280ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι πολλοὶ ἐγγεγραμμένοι;
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένοι ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος, ὁ κ. Νέγρης καὶ ὁ κ. Κυριαζῆς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται μόνον περὶ τοῦ συνόλου, νομίζω ὅτι δύνανται νὰ ἀναβάλωσι δι’ αὔριον.
§282Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις ἡ διεξαγομένη εἶναι παρὰ τὸν Κανονισμόν. Διότι ὅ,τι λέγεται ἤδη ἐπὶ τοῦ συνόλου ἔπρεπε νὰ λεχθῇ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Ἐπὶ τοῦ συνόλου δὲν δύναται καμμία ἄλλη συζήτησις νὰ γείνῃ, παρὰ ἐκείνη μόνον, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸ λεκτικὸν τοῦ νομοσχεδίου. Ὅσοι λοιπὸν τῶν κυρίων συναδέλφων θέλουσι νὰ ὁμιλήσωσιν, ἂς ἀναβάλωσι διὰ τὴν τρίτην συζήτησιν.
§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὀρθὸν, καὶ κατὰ τὸν Κανονισμὸν καὶ κατ’ οὐσίαν. Διὰ τοῦτο λέγω, Κύριοι, νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐν τῷ συνόλῳ, καὶ νὰ ψηφίσωμεν καὶ τὰ δύο ἄλλα νομοσχέδια.
§284ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ φέρω ἐμπόδιον, ἀλλὰ ὀφείλω νὰ φέρω ἀντίρρησιν ἐπὶ τῆς γνώμης τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Μαντινείας, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπεν ἐπὶ τοῦ συνόλου. Δὲν δύναταί τις βεβαίως νὰ προτείνῃ μεταβολὴν εἰς τὸ κείμενον, δύναται ὅμως νὰ φέρῃ ἐκτίμησιν ἐπὶ τοῦ ὅλου ψηφισθέντος. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελει συναινέσει νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν εἰς τὴν αὔριον, βεβαίως ἤθελε πράξει τι κατ’ ἐμὲ ὀρθόν.
§285Α. ΒΙΤΑΛΗΣ (ἀνέρχεται τὸ βῆμα).
§286Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω δὲν ἔχετε τώρα δικαίωμα τοῦ λόγου.
§287Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἀπορῶ, πῶς ὁ ἐκ Μαντινείας ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μπακόπουλος ἰσχυρίζεται, ὅτι δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου, καὶ εἶναι ἄξιον παρατηρήσεως, πῶς τὴν θεωρίαν ταύτην δὲν ἀνέπτυξεν, ὅτε ἐπὶ τοῦ συνόλου ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ ἔλαβον τὸν λόγον, ἀλλ’ ἐπερίμενε νὰ ἀνέλθω ἐγὼ ἐπὶ τοῦ βήματος, ἵνα προβάλῃ τοιαύτην παράδοξον θεωρίαν· ἀλλ’ εὐτυχῶς, οὔτε ἡ Βουλὴ, οὔτε ὁ Πρόεδρος αὐτῆς ἔδωκαν προσοχήν. Ἡ πραγματοποίησις, κύριοι Βουλευταὶ, τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πελοποννήσου ἦτο τὸ ὄνειρόν μου, διότι διὰ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου τούτου ἐτέθη ἡ βάσις εὐρυτέρας συγκοινωνίας τοῦ Κράτους, ἥτις πρὸς τὰ ἄλλα ὠφελήματα θέλει ἀναπτύξει καὶ τὸ μέγα στρατιωτικὸν δίκτυον τῆς χώρας ἡμῶν, τὸ ὁποῖον θέλει συμπληρωθῆ διὰ τῶν μέχρι τῶν συνόρων σιδηροδρομικῶν γραμμῶν. Διὰ τῆς συγκοινωνίας τοῦ σιδηροδρόμου ἐνισχύονται κυρίως αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας, ἤτοι ἡ γεωργία, ἡ βιομηχανία καὶ τὸ ἐμπόριον, καὶ δι’ ἁλμάτων βαίνει ὁ τόπος πρὸς τὴν πρόοδον· διὰ τοῦτο δὲ καὶ ἐγὼ μετὰ μεγάλου ἐνδιαφέροντος παρηκολούθησα τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου τούτου. Ἀτυχῶς ὅμως ὁ σιδηρόδρομος οὗτος περιέπεσεν εἰς τὴν «Ἑταιρείαν τῶν Ἐργοληψιῶν», ἐφ’ ἧς, καθὼς καὶ εἰς τὰς λοιπὰς ἀνωνύμους Ἑταιρείας, ἐλλείψει νομοθετικῆς προβλέψεως, οὐδεὶς κυβερνητικὸς ἔλεγχος ἐξασκεῖται, καὶ ἐντεῦθεν οὐ μόνον ἀπ’ ἀρχῆς κακῶς καὶ ἀτελῶς ἡ γραμμὴ αὕτη κατεσκευάσθη, ἐπιδιωκούσης τῆς Ἑταιρείας τὴν εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν χιλιομέτρων, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν κατασκευὴν, χάριν ἰδιοτελῶν σκοπῶν, οἱ ἰθύνοντες τὰ τῆς Ἑταιρείας χείριστα διεχειρίσθησαν αὐτὰ, εἰς βάρος τῶν ἀτυχῶν μετόχων, καὶ κακίστη ἐγένετο ἡ ἐκμετάλλευσις, ἧς ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1893 ἡ ἐν χρεωκοπίᾳ κατάστασις τῆς Ἑταιρείας. Πάντες ὑμεῖς, κύριοι Βουλευταὶ, ἐταξειδεύσατε διὰ τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, καὶ ἑπομένως εἶσθε εἰς θέσιν νὰ γνωρίζητε τὴν χειρίστην κατάστασιν τῆς γραμμῆς· εἴδετε τὰς ἀποτόμους στροφὰς, τὰς ὁποίας ἐκτελεῖ, καὶ τὸ ἐπικίνδυνον αὐτῆς, εἴδετε τὴν μεγάλην προσοχὴν, τὴν ὁποίαν οἱ σιδηροδρομικοὶ ὑπάλληλοι καταβάλλουσιν, ὅπως κατορθώσωσι νὰ ἀνέλθωσι τὰ ἐπικίνδυνα ἐκεῖνα σημεῖα, τὰ παρὰ τοὺς κανόνας τῆς σιδηροδρομικῆς τέχνης κατασκευασθέντα. Ἡ κακὴ αὕτη κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου παρεκώλυσε τὴν εὐόδωσιν τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ, καὶ συνεπῶς ἐπῆλθεν ἡ ἐλάττωσις τῶν εἰσπράξεων αὐτοῦ, καὶ ἡ κατάπτωσις τῆς ἀξίας τῶν μετοχῶν τῆς Ἑταιρείας ταύτης. Ἀλλὰ πλὴν τούτων ἀντελήφθητε τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ σιδηροδρόμου καὶ τῶν σταθμῶν αὐτοῦ, καὶ κυρίως τὴν κακὴν κατάστασιν τῶν μηχανῶν· ἑπομένως ἡ ὅλη αὕτη κατάστασις τοῦ σιδηροδρόμου ἀπαιτεῖ μεγάλα ποσὰ πρὸς ἀγορὰν νέου ὑλικοῦ καὶ πρὸς συντήρησιν τῆς γραμμῆς. Τὴν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου γνώμην μου ἐξήνεγκα, ὁμιλήσας ἐπὶ ἄλλου νομοσχεδίου, καὶ οὐδεὶς ἀμφιβάλλει, ὅτι εἶμαι κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ οὐσίαν ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον μὲ ἠνάγκασε νὰ ζητήσω τὸν λόγον, εἶναι τὸ ἑξῆς ζήτημα. Τὰ τρία ταῦτα ἑκατομμύρια δίδονται εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ἵνα βελτιωθῇ ἡ κατάστασις τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, ἢ ἵνα ταῦτα λάβωσιν οἱ πιστωταί; Δὲν μᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλὰ πῶς θὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις αὕτη; Ἐγὼ βεβαίως ἐννοῶ τὴν βελτίωσιν, καὶ θὰ σᾶς εἴπω, πῶς τὴν ἐννοῶ. Οἱ μέτοχοι τῆς Ἑταιρείας ταύτης συνέλεξαν τὰς μετοχὰς αὐτῆς εἰς τὰ θυλάκιά των, καὶ ἀφοῦ συνέλεξαν αὐτὰς ἐπὶ τῇ τιμῇ τῶν 39 δραχμῶν, ἢ 39 καὶ 50/00, εἶπον εἰς τὴν Κυβέρνησιν: «νὰ μᾶς δώσῃς τώρα 3,000,000», καὶ συνεπῶς, ὅταν ἡ Κυβέρνησις δώσῃ τὰ 3,000,000 αὐτὰ, αἱ μετοχαὶ, τὰς ὁποίας ἔχουσι συλλέξει μὲ 39 δραχμὰς, θ’ ἀναβιβασθῶσιν εἰς δρ. 80, ἀφοῦ ἤδη ἅμα τῇ ὑποβολῇ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀνῆλθεν ἡ ἀξία τῶν μετοχῶν αὐτῶν εἰς 44 δραχμάς. Ἑπομένως, κυρουμένης τῆς προκειμένης συμβάσεως, δηλαδὴ καθισταμένου νόμου τοῦ νομοσχεδίου τούτου, μόνον τοὺς μετόχους θὰ ὠφελήσωμεν, οἱ ὁποῖοι τότε οὐδὲν ἄλλο θὰ πράξωσιν ἢ νὰ πωλήσωσι τὰς μετοχάς των, τότε δὲ θὰ ὑποτιμηθῶσιν ἀμέσως αὗται, διὰ νὰ τὰς ἀγοράσωσι πάλιν οἱ μέτοχοι ἐκ νέου πρὸς 22 δραχμάς· τότε δὲ θὰ ἐπιβληθῶσιν ἐκ νέου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα τοῖς χορηγήσῃ νέα ἑκατομμύρια, καὶ ὄχι πλέον 3, διότι 3 δὲν θὰ φθάνωσιν, ἀλλὰ 6 ἑκατομμύρια. Κύριοι Βουλευταί, τὴν ἀγανάκτησιν ὑμῶν συμμερίζομαι καὶ ἐγώ· παρατηρῶ ὅμως εἴς τινας καὶ μικρὰν στενοχωρίαν. Ἀναγνωρίζω, ὅτι ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη, καὶ ἡ Βουλὴ καταπεπονημένη, ὅπως καὶ ἐγὼ, ἀλλὰ προκειμένου περὶ τριῶν ἑκατομμυρίων, πρέπει νὰ ἤμεθα ψυχραιμότεροι καὶ προφυλακτικώτεροι. Διότι ἀπορῶ, πῶς κατὰ τοιαύτην ὥραν θὰ ψηφισθῇ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ὅπως δώσωμεν 3,000,000 δρ. δι’ αὐτοῦ εἰς ὡρισμένα πρόσωπα, ἐνῷ διὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων, τῶν ἀτυχῶν, τοῦ σιδηροδρόμου τούτου οὐδεμία προσοχὴ ἐδόθη, ὅπως προταχθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ψηφισθῇ, ἵνα τοῖς δοθῇ τεμάχιον ἄρτου, ἀφοῦ συμπληρώσωσι πολυετῆ καὶ ὡρισμένην ὑπηρεσίαν· καὶ ὄχι μόνον τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, ἀλλ’ ὅλων ἐν γένει τῆς Ἑλλάδος. Μᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅτι ἡ Ἑταιρεία αὕτη θὰ πτωχεύσῃ, διότι ζημίας μεγάλας ὑπέστη ἀπὸ τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν. Ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. εἰσηγητὴν, ὅτι οἱ μέτοχοι, οἱ ὁποῖοι ἔφαγαν τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν, ἔφαγαν καὶ τὸν σιδηρόδρομον τῆς Πελοπαννήσου, αὐτοὶ δὲ, οἱ ὁποῖοι τρώγουν καὶ τὸν σιδηρόδρομον, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξαναγκάζουν τὴν Κυβέρνησιν νὰ χορηγήσῃ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὰ 3,000,009 ταῦτα. Ἐφόβισαν τὸν κόσμον οἱ ἐπιτήδειοι, ὅτι θὰ παύσῃ ἡ συγκοινωνία· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ὄνειρον, διότι οἱ ξένοι δανεισταὶ δὲν ἔχουσι δικαίωμα ἐπὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως· τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως παρεχωρήθη μόνον εἰς τὴν ὑφισταμένην Ἑταιρείαν. Συνεπῶς, ὅταν αὕτη δὲν δύναται, ἐπανέρχεται τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν· οἱ δὲ ἐνυπόθηκοι δανεισταὶ τί θὰ κάμωσι τὸ ἀκίνητον ὑλικόν, ὅπερ ἔχουσι δικαίωμα νὰ κατάσχωσι; Θὰ χαλάσωσι τὰ σίδηρα; Ὄχι βεβαίως, διότι θέλουσιν ἔξοδα· ἑπομένως θὰ συμβιβασθῶσι μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων φρονῶ, ὅτι κατ’ οὐδένα λόγον πρέπει νὰ προχωρήσῃ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Δὲν πρέπει, Κύριοι, καθ’ ἣν στιγμὴν ποικιλοτρόπως φορολογοῦμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ καταπιέζομεν τὰς ἀπόρους τάξεις, νὰ ῥίψωμεν 3,000,000 εἰς τοὺς γνωστοὺς μετόχους τοῦ σιδηροδρόμου τούτου. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὸν τόκον τῶν ἑκατομμυρίων τούτων, ὁ ὁποῖος ἀνέρχεται—δὲν εἶμαι λογιστικός, ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἠδυνήθην νὰ ὑπολογίσω αὐτὴν τὴν στιγμὴν—εἰς 185,000 δραχμάς; Δὲν ἔχει ὁ Σιδηρόδρομος νὰ πληρώσῃ τοὺς τόκους τῶν σημερινῶν αὐτοῦ δανείων. Πῶς λοιπὸν θὰ κατορθώσῃ νὰ πληρώσῃ καὶ τοὺς τόκους τοῦ νέου τούτου δανείου τῶν 3,000,000 δρ.; Διατείνονται οἱ γνωστοὶ ὑποστηρίζοντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅτι θὰ γείνωσι καὶ νέαι διακλαδώσεις· ἀγνοοῦσιν ὅμως, ὅτι ὅλαι αἱ γραμμαὶ αἱ νέαι θὰ ἦναι ἄγονοι, τὸ σύστημα δὲ, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἐγένετο ὁ σιδηρόδρομος, εἶναι ἐπικίνδυνον, καὶ ὅλοι προτιμῶσι τὴν διὰ τῆς θαλάσσης συγκοινωνίαν. Ἄλλως τε, Κύριοι, κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζετε, πῶς ἡ Ἑταιρεία αὕτη ἐγεννήθη νεκρά· καίτοι δ’ εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην κατάστασιν, δὲν θὰ διακοπῇ ἡ συγκοινωνία ὑπὸ τῶν δανειστῶν, διότι εἶναι ζήτημα δημοσίας τάξεως· εὐκολώτατα δὲ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ τὴν ἀναλάβῃ διὰ λογαριασμὸν οὗτινος ἀνήκει, διορίζουσα μόνον ἕνα Βασιλικὸν Ἐπίτροπον καὶ μὲ τοὺς ὑπάρχοντας ὑπαλλήλους. Ἑπομένως φόβος νὰ παύσῃ ἡ συγκοινωνία δὲν ὑπάρχει. Εἶναι ὅμως κακὴ ἀρχὴ νὰ δώσῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ 3,000,000· τὰ ῥίπτει εἰς τὴν θάλασσαν. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν θὰ ἐπιμείνῃ καὶ μετὰ τὰ λεγόμενά μου ὁ ἀξιότιμος κ. εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Ἐν ᾗ περιπτώσει ὅμως ἐπιμείνῃ, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Βουλὴ ἀποδεχθῇ τοῦτο, φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν πρὸ παντὸς τὰ λεγόμενα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Ναυπλίας συναδέλφου κ. Ποταμιάνου, ὅπως δοθῇ τὸ πρῶτον ἑκατομμύριον, καὶ νὰ ὁρισθῇ, πῶς θὰ διατεθῇ τοῦτο· καὶ ὅταν δοθῇ μετὰ δύο ἔτη τὸ δεύτερον ἑκατομμύριον, νὰ ὁρισθῇ ποῦ θὰ δοθῇ αὐτό, καὶ οὕτω νὰ γείνῃ καὶ διὰ τὸ τρίτον ἀτυχὲς ἑκατομμύριον. Εἶναι νομοσχέδιον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον θὰ μείνῃ εἰς τὴν ἱστορίαν, ὅπως τὸ πυροτεχνικὸν νομοσχέδιον περὶ μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων Στυμφαλίας εἰς Ἀθήνας καὶ Πειραιᾶ, ὅπερ λυσσωδῶς ἐπολέμησα, ὅπως τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐτοκινήτων ἁμαξῶν, διὰ τοῦ ὁποίου κατεδικάσαμεν 20,000 ἁμαξηλάτας νὰ μείνωσι μετὰ ἓν ἔτος ἄεργοι, καὶ ὑπεθηκεύσαμεν ὅλας τὰς ὁδοὺς τοῦ Κράτους ἐπὶ 30 ἔτη. Πάντα δὲ ταῦτα ἐγένοντο διὰ λόγους γνωστοὺς, οὓς παραλείπω, διότι οὐχὶ ἅπαξ ἀπησχόλησα τὴν Βουλὴν διὰ τοιαῦτα σκανδαλώδη νομοσχέδια. Πρέπει νὰ ἐπιστήσωμεν μεγάλως τὴν προσοχὴν ἡμῶν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Παρατηρῶ ὅμως, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, καίτοι τὸ νομοσχέδιον εἶναι σοβαρώτατον, σεῖς ἐπιμένετε εἰς τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, καὶ ἐπιμένετε, προκειμένου νὰ δώσωμεν, δι’ εὐνοήτους λόγους, 3,000,000, καὶ θέλετε νὰ συζητῶμεν περὶ αὐτοῦ καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν εἴμεθα παρόντες ἢ 70 Βουλευταί. Τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ φέρω ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας. Θὰ συνεχίσω δὲ τὴν ἀγόρευσίν μου εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§288ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 1 καὶ 30′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).