1901.01.16
3.265 στίχοι · 24.866 λέξεις · 322 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 49
τῆς 16 Ἰανουαρίου 1901.
(Τρίτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Μετὰ ταῦτα προσελθὼν ὁ νέος βουλευτὴς Ψαρῶν Κωνσταντῖνος Μιλτ. Κανάρης ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινοῦται ἐκ νέου ἡ χθεσινὴ ἀναφορὰ τοῦ Συνδέσμου τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ συντεχνιῶν περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων κλπ.
§2ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ.
§3Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ λόγος, ὁ ὑπαγορεύσας χθὲς νὰ μὴ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη, διότι ἀπουσίαζεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ αὐτὸς λόγος ἐπιβάλλει ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον ἡ ἀνάγνωσις καὶ συζήτησις αὐτῆς.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§5Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἷς συμπολίτης μου, ὀνόματι Ἀλέξανδρος Ματιᾶτος, ὑπέβαλε χθὲς μίαν ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλὴν παραπονεῖται δὲ, ὅτι δὲν ἀνεγνώσθη ἡ ἀναφορὰ αὕτη. Μήπως, κύριε Πρόεδρε, δὲν περιῆλθεν εἰς γνῶσιν ὑμῶν; Πρόκειται περὶ προστασίας τῶν ἐργατῶν τῶν μεταλλείων.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρευνήσω εἰς τὸ Γραφεῖον. Οἱ πλανόδιοι ἀνθρακοπῶλαι ὑπέβαλον ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλὴν, δι’ ἧς παραπονοῦνται κατὰ τῆς ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν ἐπιτηδευματιῶν κατατάξεως αὐτῶν ὡς καρραγωγέων καὶ ἀνθρακοπωλῶν, καὶ παρακαλοῦσι τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος τοῦ καρραγωγέως, διότι εἶναι ἄδικον νὰ ὑποβάλλωνται εἰς διπλῆν φορολογίαν. Ὁ βουλευτὴς Τριφυλίας κ. Πονηρόπουλος ὑποβάλλει ἀναφορὰν τῶν ἐμπόρων Κυπαρισσίας, παρακαλούντων τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἀπαγορευθῇ τὸ ἐμπόριον φαρμάκων κοινῆς χρήσεως καὶ πρωτίστης ἀνάγκης, ἤτοι κινίνης, κίνας, ῥίου, ῥητινελαίου κλπ. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Πιπινόπουλος ὑποβάλλει αἴτησιν τῶν ἀδελφῶν Ἀλεξάνδρου, Ἀριστάρχου καὶ Ἡρακλέους Νικολάου, κατοίκων Ἀθηνῶν, αἰτουμένων μερικὴν ἀποζημίωσιν διὰ τὴν ἐν καιρῷ τοῦ πολέμου καταστροφὴν τοῦ ἐν Ἁλμυρῷ ἐργοστασίου των ἐκκοκκίσεως βάμβακος μεθ’ ὑδρομύλου. Αἱ ἀναφοραὶ αὗται θέλουσι διαβιβασθῆ εἰς τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα.
§7ΧΡ. ΔΑΡΑΛΕΞΗΣ. Ἔχω ἀνὰ χεῖρας δύο τηλεγραφήματα ἐμπόρων τοῦ Πύργου, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ μὲν ἓν ἀπευθύνεται πρὸς πάντας περίπου τοὺς Βουλευτὰς Ἠλείας, τὸ δὲ ἕτερον πρὸς τὸν ἡμέτερον ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ ἐμὸν σεβαστὸν θεῖον κ. Αὐγερινόν. Διὰ τῶν τηλεγραφημάτων τούτων οἱ ἔμποροι Πύργου διαμαρτύρονται κατὰ τῆς δημοτικῆς φορολογίας, ἡ ὁποία ἐπεβλήθη ἐπ’ ἐσχάτων ἐν τῷ Τελωνείῳ Κατακώλου. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπεσχέθη ἤδη, ὅτι θέλει ἐξετάσει τὸ ζήτημα τοῦτο. Τὸν παρακαλῶ νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐξέτασιν, εὐθὺς δ’ ὡς μορφώσῃ γνώμην περὶ τοῦ ζητήματος, νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πάντα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἤθελον πείσει καὶ ἡμᾶς καὶ τοὺς φορολογουμένους περὶ τοῦ ἐὰν ἡ φορολογία αὕτη ἐγένετο κατὰ νόμον, ἢ παρανόμως. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ δηλώσω ἀπὸ τοῦδε, ὅτι θεωρῶ τὴν φορολογίαν ταύτην οὐχὶ νόμιμον.
§8ΑΓΓ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, συνενῶ καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησίν μου πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ λαοῦ τῆς Ἠλείας, καὶ νὰ μὴ ἐξετάσῃ, ἐὰν ἡ αὔξησις τῆς δημοτικῆς φορολογίας, τῆς ἐπιβληθείσης διὰ ψηφίσματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Λετρίνων, εἶναι νόμιμος, ἢ μή. Καὶ νόμιμος ἐὰν εἶναι ὁ ἐπιβληθεὶς φόρος, δὲν πρέπει νὰ ἐγκριθῇ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι πᾶσα αὔξησις φορολογίας, ἐπιβαλλομένη σήμερον ἐν Ἠλείᾳ, εἶναι ἀδικαιολόγητος καὶ ἐπιζήμιος. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἀνεξετάστως πρέπει νὰ ἀκυρωθῇ τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Λετρίνων.
§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, διότι καὶ ἐγὼ ἔχω τοιαύτας παραστάσεις.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βελλιανίτης ἔχει τὸν λόγον.
§11Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἴς τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς ἀνεκοινώθη τηλεγράφημα τῆς ἐν Μονάχῳ Ἑλληνικῆς παροικίας, δι’ οὗ συνιστᾶτο εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἀγοράσῃ τὰς εἰκόνας τοῦ ἐν Μονάχῳ ἀποβιώσαντος διαπρεπεστάτου Ἕλληνος ζωγράφου Γκίζη. Παρετήρησα δὲ εἰς τὰς ἐφημερίδας, διότι δὲν ἔτυχον νὰ παρίσταμαι τὴν ἡμέραν ἐκείνην εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Βουλὴ συνέστησε τοῦτο εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐλήφθη ἢ θὰ ληφθῇ μέριμνα, ὅπως ἐξαγορασθῶσιν ὑπὸ τοῦ Κράτους αἱ εἰκόνες τοῦ Γκίζη· ἐπειδὴ ὅμως κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐψηφίσθη νόμος, δι’ οὗ συνιστᾶται ἐν τῷ Πολυτεχνείῳ Πινακοθήκη, ἥτις θὰ περιλάβῃ μόνον Ἑλλήνων ζωγράφων ἔργα, ἀναντίρρητον εἶναι, ὅτι κατὰ πρῶτον λόγον δέον νὰ περιλάβῃ τὰς εἰκόνας τοῦ διαπρεπεστέρου τῶν ζωγράφων τῆς συγχρόνου Ἑλλάδος. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ Κράτος δέον νὰ ἀναγράφῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ αὐτοῦ ἑκάστοτε δαπάνην περὶ ἀγορᾶς εἰκόνων Ἑλλήνων ζωγράφων, ὄχι τόσον διὰ τὴν ἀξίαν τῶν εἰκόνων, ὅσον διὰ τὴν ἱστορίαν τῆς τέχνης. Διότι, ἐὰν θελήσωμεν ν’ ἀποκτήσωμεν Πινακοθήκην, ἀναντίρρητον εἶναι, ὅτι ἀπὸ τοῦδε δέον νὰ ἐξακολουθῶμεν ἀγοράζοντες εἰκόνας τῶν συγχρόνων Ἑλλήνων ζωγράφων, αἵτινες θὰ καταδεικνύωσιν εἰς τοὺς μεταγενεστέρους τὴν ἐξέλιξιν τῆς καλλιτεχνίας ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν ἔργων τοῦ Γκίζη, ὅστις κατέχει ἐπιφανῆ θέσιν οὐ μόνον μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων καλλιτεχνῶν, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν διαπρεπεστέρων ζωγράφων τῆς Εὐρώπης, καὶ ὅστις ἐγένετο καθηγητὴς τῆς Ἀκαδημίας τῶν Καλῶν Τεχνῶν εἰς τὴν μᾶλλον καλλιτεχνικὴν πόλιν τοῦ κόσμου, τὸ Μόναχον, νομίζω, ὅτι ἀπαραίτητον τυγχάνει, ἂν ὄχι νὰ προμηθευθῶμεν ὅλα τὰ ἔργα αὐτοῦ, — διότι τούτων ἡ ἀξία ὑπερβαίνει τὰς 400,000 δραχμὰς — δύο τοὐλάχιστον τῶν ἔργων του, ἀγοραζόμενα παρὰ τοῦ Κράτους, νὰ κοσμήσωσι τὴν μέλλουσαν Πινακοθήκην ἡμῶν.
§12ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐλήφθη ἤδη μέριμνα, καὶ ἐζητήθησαν πληροφορίαι περὶ τῆς ἀξίας τῶν κατακειμένων εἰκόνων ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ ἀειμνήστου ζωγράφου Γκίζη.
§13Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν μελέτην καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἔργων τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Βόχας, ζητηθέντα παρὰ τοῦ ἐκ Ναυπλίας βουλευτοῦ κ. Ποταμιάνου. Ἐπίσης ὑποβάλλω πίνακας, οὓς ἐζήτησεν ὁ ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς κ. Παπαγιαννακόπουλος, σχετικοὺς πρὸς τὴν ἔκθεσιν, ἣν ὑπέβαλον ἤδη, περὶ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης. Ἐπίσης ὑποβάλλω ἀπάντησιν εἰς ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Φθιώτιδος κ. Κρίτσα σχετικῶς πρὸς τὸ ἕλος Λεσίνι. Καταθέτω δὲ καὶ τὴν περὶ διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας μελέτην τοῦ κ. Σούλη, τὴν ζητηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργη.
§14ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἡ δημοσιευθεῖσα μετὰ τῆς μελέτης τοῦ Μπέκμαν;
§15Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι.
§16Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ παρελθόντος Σαββάτου ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου κ. Ἀλέξ. Ῥώμας παρεκάλεσε τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τιμωρήσῃ αὐστηρότατα τὸν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἀρχιφύλακα τῆς φρουρᾶς Παλαιοῦ Στρατῶνος ἀνθυπολοχαγὸν Ἀντωνιάδην, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἐβιαιοπράγησεν, ἢ ὅτι ἔδειρεν ἐν ταῖς φυλακαῖς συμπολίτην τινὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ πράγματα ὡς παρεστάθησαν πρὸς αὐτὸν ὑπὸ τοῦ δῆθεν παθόντος. Ἀλλ’ ἐγὼ γνωρίζω ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ τὰ πράγματα, ὡς ἔλαβον χώραν, γνωρίζω δ’ ἐπίσης, ὅτι ἄνευ τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ὁ εἰρημένος ἀξιωματικός, — ὅπερ ὅμως δὲν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς, — θὰ εἴχομεν λυπηρὰς σκηνὰς ἐν ταῖς φυλακαῖς. Ἀλλ’ οὐδένα ποιοῦμαι περὶ τούτου λόγον, διότι δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ θέματος τούτου, πρὶν περατωθῶσιν αἱ ἀνακρίσεις. Ἐπειδὴ ὅμως ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἰς ἀπάντησιν τῆς παρακλήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι διέταξε τὴν προφυλάκισιν τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου, καίτοι ἀναγνωρίζω τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ διατάξῃ νὰ ἐπιταχυνθῇ ἡ περάτωσις τῆς ἀνακρίσεως ταύτης, διότι θὰ ᾖναι ἄδικον νὰ κρατῆται ἐν ταῖς φυλακαῖς ὁ ἀξιωματικὸς, χωρὶς νὰ βεβαιωθῇ ἡ ἐνοχὴ αὐτοῦ προηγουμένως. Ἔχω δὲ πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου θέλει πεισθῆ ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τῶν ἀνακρίσεων, καὶ θέλει ἀνομολογήσει μετὰ τῆς χαρακτηριζούσης αὐτὸν εἰλικρινείας, ὅτι ἔσπευσε, ζητήσας τὴν κεφαλὴν τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου ἐπὶ πίνακι. Ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος πρὸ δύο μόλις μηνῶν ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ στρατιωτικοῦ σχολείου τῶν Εὐελπίδων, εἶναι δὲ σεμνότατος τὸ ἦθος καὶ εὐγενέστατος τοὺς τρόπους· δὲν ἔμαθε δὲ βεβαίως ἐν τῇ Στρατιωτικῇ τῶν Εὐελπίδων Σχολῇ τὸ μάθημα, περὶ οὗ ἐποιήσατο λόγον ὁ κ. Βουλευτής. Ἴσως τὸ μάθῃ βραδύτερον, ἐὰν ἀσχοληθῇ εἰς ὑπηρεσίας ἀλλοτρίας τοῦ προορισμοῦ του· ἐπὶ τοῦ παρόντος ὅμως δὲν τὸ γνωρίζει. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον ἅμα ὡς ὑποβληθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἀνακρίσεων.
§17Κ. ΑΡΓΑΣ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ συμπολίτης μου κ. Βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἐποιήσατο τὴν ἐπερώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κέας, φρονῶ, ὅτι, ἀφοῦ ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς παρεξετράπη καὶ ἔδειρε πολίτην, ἔστω καὶ ἂν οὗτος ἔπταισε, — διότι διὰ τὸ πταῖσμα τοῦ πολίτου ἐκείνου, ἐν ταῖς φυλακαῖς εὑρισκομένου καὶ μὴ δυναμένου νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτὸν, οὐδὲν δικαίωμα εἶχεν ὁ ἀξιωματικὸς νὰ κακοποιήσῃ αὐτὸν, — δέον ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἦναι σύντονος, καὶ τοιαύτην ἀναμένω αὐτήν.
§18Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ ἔτυχε χθὲς νὰ ἦμαι αὐτήκοος μάρτυς τῆς σκηνῆς, ἣν ἀφηγεῖτο ἔξωθι τοῦ Βουλευτηρίου ὁ ἀδελφὸς τοῦ παθόντος ἐν ταῖς φυλακαῖς, διαμαρτυρόμενος ἐπὶ τῇ ἀγρίᾳ διαγωγῇ, ἣν ἐπεδείξατο ὁ εἰρημένος ἀξιωματικός, διὰ τοῦτο λαμβάνω τὸν λόγον, ὅπως ἀναφέρω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρὰ τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ παθόντος ἤκουσα, παρόντος καὶ τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου Βουλευτοῦ Ζακύνθου. Ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀρχιφύλαξ τοῦ Παλαιοῦ Στρατῶνος, δὲν γνωρίζω ἂν ἐξῆλθε τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων, ὡς καὶ ποίαν ἀνατροφὴν ἔχει· ἐπετέθη ὅμως ἀγριώτατα καὶ ἔδειρε βαναυσότατα πολίτην κρατούμενον ἐν ταῖς φυλακαῖς. Οἱονδήποτε παράπτωμα καὶ ἂν διέπραξεν ὁ πολίτης οὗτος, δὲν δικαιολογοῦνται οἱ ῥαβδισμοί...
§19Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις, τότε θὰ πεισθῆτε.
§20Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Λυποῦμαι, ὅτι ἀναγκάζομαι νὰ διαφωνήσω πρὸς ὑμᾶς. Ἐν τούτοις θὰ εἴπω τὰ γεγονότα, ὡς τὰ ἀντελήφθην ἐξιστορούμενα. Ὁ ἀξιωματικὸς ἐφέρθη ἀτοπώτατα πρὸς κρατούμενον πολίτην· τοιοῦτον δὲ καθῆκον ἢ δικαίωμα δὲν ἔχουν τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας, τὰ ὁποῖα ἀποστέλλονται διὰ νὰ φυλάττωσι τοὺς καταδίκους· βιαιοπραγίαι καὶ ἐπιθέσεις δὲν ἐπιτρέπονται εἰς Κράτος πεπολιτισμένον...
§21Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Νομίζω, ὅτι πᾶσα συζήτησις ταύτην τὴν στιγμὴν εἶναι ἄκαιρος, καθόσον ἐγὼ διέταξα ἀνάκρισιν, τὴν ὁποίαν ἐλπίζω, ὅτι συντομώτατα θὰ ἔχωμεν περατωμένην, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν ἐποιήσατο τοιαύτην ἀνάκρισιν προκαταρκτικῶς. Ὅταν περατωθῇ ἡ ἀνάκρισις, θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως.
§22Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Τοῦτο ἀκριβῶς καὶ ἐγὼ ἐζήτησα, παρακαλέσας τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιταχυνθῇ ἡ ὑπόθεσις. Δὲν ὡμίλησα οὔτε περὶ δικαιωμάτων τοῦ παραπονεθέντος, οὔτε περὶ τῶν λαβόντων χώραν, καίτοι γνωρίζω ταῦτα ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι καὶ ὁ κύριος συνάδελφος ὤφειλε νὰ ἀναμείνῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀνακρίσεως.
§23Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἀνέφερα ὅσα ἤκουσα νὰ λέγωνται χθὲς ἐνώπιον τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ζακύνθου, ὅστις, ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν τῆς ἀφηγήσεως τῆς ἀγριότητος ἐκείνης, ἀνέβη εἰς τὸ βῆμα καὶ διηγήθη τὰ πράγματα, ὡς ἔλαβον χώραν.
§24ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιωματικός, περὶ οὗ ὁ λόγος, ἄρτι ἐξελθὼν ἐκ τοῦ Σχολείου τῶν Εὐελπίδων, εἶναι ἐκ τῶν καλλιτέρων ἀξιωματικῶν, εἶναι ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος οὐδὲν ἐλάττωμα ἔχει. Ἐὰν δὲ εὑρέθη ἐν ὀργῇ, καὶ ἐκακοποίησε φυλακισμένον ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντός του, βεβαίως ἡ ἀνάκρισις θὰ ἀποδείξῃ τοῦτο, καὶ θὰ τιμωρηθῇ ὁ πταίσας ἀναλόγως τοῦ πταίσματος. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω ἐγὼ, εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διέταξε τὴν προφυλάκισιν τοῦ ἀξιωματικοῦ· ἀλλ’ εἶναι ἄδικον ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς πληροφορίας νὰ διαταχθῇ ἡ προφυλάκισις ἀξιωματικοῦ, ὅστις οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ τὸ καθῆκόν του. Ἐὰν αὐστηρῶς ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκον τοῦτο, θ’ ἀποδειχθῇ ἐκ τῆς ἀνακρίσεως, ἡ ὁποία διετάχθη. Δὲν ἔχει δὲ, ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κέας, ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀξιωματικὸς ἔνστικτα τοιαῦτα, ὥστε νὰ παρίσταται ὡς ἄλλος βασιβουζοῦκος. Εἶναι ἀξιωματικὸς μεμορφωμένος, καὶ ἔχει γνῶσιν τῆς θέσεώς του. Παρακαλῶ νὰ διαταχθῇ ἁρμοδίως ὁ φρούραρχος νὰ διατάξῃ τὴν ἀποφυλάκισίν του, διότι εἶναι ἄδικον νὰ μένῃ φυλακισμένος ὁ ἀξιωματικὸς πρὶν ἡ ἀνάκρισις ἀποδείξῃ τὴν ἐνοχήν του.
§25Κ. ΔΟΥΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§26Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολύσεως ἑνὸς καθηγητοῦ ἐγὼ δὲν τὸ ἐξετάζω, διότι ὁ Ὑπουργὸς ἔχει δικαίωμα ν’ ἀποφασίζῃ τὸ τοιοῦτον. Καθ’ ὅσον ὅμως ἐγὼ γνωρίζω, πρὸ πολλοῦ ὁ κ. Βογιατζῆς, ἐνῷ διετέλει ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ἐν Μεσσήνῃ Γυμνασίου, ὑπέβαλε δὶς καὶ τρὶς, νομίζω, ἔκθεσιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, δι’ ἧς παρίστα τὴν κατάστασιν τοῦ Γυμνασίου ἐκείνου· κατόπιν δὲ τῆς ἐκθέσεως ταύτης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὤφειλε νὰ λάβῃ μέτρον, καὶ στείλῃ ἐπιθεωρητὴν, ὅπως ἐπιληφθῇ ἀνακρίσεων περὶ τῶν ἐκεῖ γιγνομένων. Ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἀληθὲς, ἐὰν δηλαδὴ ὁ κ. Βογιατζῆς ὑπέβαλεν ἔκθεσιν τοιαύτην περὶ τῆς καταστάσεως ἐν γένει τοῦ ἐν Μεσσήνῃ Γυμνασίου, ἐφ’ ὅσον ἀκόμη διετέλει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἐμπόδιόν τι, τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ἵνα ἴδωμεν περὶ τίνος ἐπρόκειτο, καὶ πῶς, ἐνῷ ἡ ἔκθεσις ἑνὸς ὑπαλλήλου ἀφεώρα εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ Γυμνασίου Μεσσήνης, ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ τοῦ καταγγείλαντος.
§27Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μεταξὺ τῶν κληροδοτημάτων τοῦ μακαρίτου Κωνσταντίνου Ζάππα ὑπάρχουσί τινα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκ τῶν μικροτέρων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ἱερωτέρων. Κληροδοτήματα τοιαῦτα εἶναι τὰ ἀφορῶντα τὴν ἰδιαιτέραν αὑτοῦ πατρίδα Λάμποβον. Ἀφῆκεν εἰδικὸν κληροδότημα πρὸς συντήρησιν ἐκεῖ Ὀρφανοτροφείου, ἐπίσης καὶ πρὸς συντήρησιν τῆς ἐκκλησίας τοῦ χωρίου τούτου, καὶ πρὸς ἐπιχορήγησίν τινα εἰς ἰατρὸν ἐν τῷ χωρίῳ αὐτῷ. Τὰ κληροδοτήματα ταῦτα, ὡς εἶπον, εἶναι ἐλαχίστης σημασίας, σχετικῶς πρὸς τὸ σύνολον τῆς περιουσίας τοῦ μακαρίτου Ζάππα καὶ πρὸς τὰ ἄλλα κληροδοτήματα, ἅτινα ἀφῆκεν εἰς τὸ ἔθνος. Ἡ Ζάππειος Ἐπιτροπὴ, ἥτις διαχειρίζεται τὴν περιουσίαν τοῦ μακαρίτου Ζάππα, ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον, μεθ’ ὅλας τὰς δυσκολίας, αἵτινες παρουσιάζονται πρὸς ἐκτέλεσιν πασῶν τῶν διατάξεων τῆς διαθήκης αὐτοῦ, ἵνα ἐκ τῶν ἐνόντων, ἐκ τῶν εἰσοδημάτων, τὰ ὁποῖα εἰσπράττει, πληρώσῃ τινὰ κληροδοτήματα ἐκτὸς τῆς πατρίδος τοῦ μακαρίτου Ζάππα, τὰ μικρὰ δὲ κληροδοτήματα, περὶ ὧν εἶπον, δὲν τὰ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν. Νομίζω, ὅτι καὶ τὸ σχετικῶς μικρὸν τῶν κληροδοτημάτων καὶ ὁ τόπος, ὅστις εἶναι ἰδιαιτέρα πατρὶς τοῦ μακαρίτου Ζάππα, εἰς τὸν ὁποῖον ἐγεννήθη, καὶ προσέτι ἐθνικοί τινες λόγοι,—διότι τὸ χωρίον Λάμποβον εὑρίσκεται ἐν τῷ κέντρῳ τῆς Ἀλβανίας, ὅπου εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποστηριχθῇ καὶ ἡ ἐκκλησία καὶ τὸ σχολεῖον καὶ ἐργασία τις εἰς τὸ κοινὸν ἐκεῖ,— καθιστῶσι τὰ κληροδοτήματα ταῦτα ἐπιτακτικώτερα πάντων τῶν ἄλλων τοῦ μακαρίτου Ζάππα. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρωθυπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ φροντίς τις πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν μικρῶν τούτων κληροδοτημάτων, καὶ ταύτην τὴν παράκλησιν διαβιβάζω ἐκ παρακλήσεως, ἥτις ἀπηυθύνθη πρὸς ἐμὲ παρὰ διαφόρων κατοίκων τοῦ χωρίου Λαμπόβου καὶ ἄλλων ἐκεῖθεν καταγομένων. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ θελήσῃ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασιν ταύτην, καὶ ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σταυρόπουλος ἔχει τὸν λόγον... Ἀπών. Ὁ κ. Γ. Ἀναστασόπουλος.
§29Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§30ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀνάγκη συστάσεως, ὑπάρχει ἀνάγκη ὑπομνήσεως τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, διότι καὶ πρὸ δύο περίπου μηνῶν οἱ ἐκ Καμαρίνης πρόσφυγες ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφοράν, ἐκθέτοντες τὰ αὐτὰ παράπονα. Τότε ἔλαβον τὸν λόγον, καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα ταῦτα, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἡ εἰσβολὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἰς Ἤπειρον ἦτο ἡ αἰτία τῆς ἐγκαταλείψεως τῶν ἑστιῶν καὶ βωμῶν αὐτῶν καὶ τῆς ἐγκαταστάσεως αὐτῶν παρ’ ἡμῖν. Μέχρι τοῦδε, καίτοι παρῆλθον δύο μῆνες, οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη. Ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι καὶ ἄλλοτε παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν δυστυχῶν αὐτῶν ἀνθρώπων.
§31Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δύναμαι εὐθὺς ἀμέσως νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεγαρίδος περὶ τῆς νομῆς τῶν κτηνῶν τῆς πρωτευούσης. Ἀληθῶς οἱ ὅροι τῆς διατροφῆς τῶν κτηνῶν περιλαμβάνουσι καὶ τὸ χόρτον, ὡς τροφὴν καλλίστην διὰ τὰ ζῷα τῆς φρουρᾶς Ἀθηνῶν σήμερον, καὶ θὰ ἔπραττον τοῦτο εὐχαρίστως, ἐὰν μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον ἐκ τῶν νόμων. Κατὰ τὴν δημοπρασίαν δὲν περιελήφθη τὸ χόρτον, ὅπως καὶ εἰς αὐτὸ δοθῇ τιμὴ διὰ τὴν τροφὴν ἑκάστου ζῴου. Ἑπομένως, μὴ ὑπαρχούσης τιμῆς κατὰ ζῷον, δὲν δύναμαι νὰ δώσω κατὰ συμφωνίαν τὴν διατροφὴν τῶν κτηνῶν διὰ χόρτου. Διὰ μὲν τὸν σανὸν ἔχω τὴν τιμὴν τῶν 13 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, διὰ δὲ τὸ χόρτον δὲν ὑπάρχει. Πᾶσα τιμή, ἐκ συμφωνίας προερχομένη, καὶ οὐχὶ κατόπιν δημοπρασίας, εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὸν νόμον. Ἐν τούτοις ἐγὼ, ἐπὶ τῇ ἀναφορᾷ τοῦ ἐργολάβου, ἐζήτησα καὶ τὴν γνώμην τοῦ νομικοῦ συμβούλου· ἀλλὰ καὶ αὐτὸς μοῦ εἶπεν, ὅτι, μὴ ὑπαρχούσης τιμῆς ὡρισμένης κατ’ ὀκᾶν, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη ἡ συμφωνία τῆς τροφῆς διὰ τοῦ χόρτου.
§32Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§33Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Μεγαρίδος διὰ τὴν ὑπόμνησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, περὶ χαρίτων. Θέλω λάβει ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἀναφορὰν, ἣν ὑπέβαλε, τοῦ καταδίκου Κ. Παπαϊωάννου, θέλω μελετήσει τὸ ζήτημα, καὶ θέλω ἐκπληρώσει τὸ καθῆκόν μου.
§34Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ζητήσητε καὶ παρὰ τῶν Εἰσαγγελέων καὶ τῶν Προέδρων πληροφορίας.
§35Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Βεβαίως. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν σύστασιν, περὶ συστάσεως Δικηγορικῶν Συλλόγων, εἴπερ τις καὶ ἄλλος ἐνδιαφέρομαι. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὑπάρχει ἐκκρεμὲς ἓν νομοσχέδιον, πρὸς δὲ καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐγένετο ἐργασία πρὸς σύστασιν Δικηγορικῶν Συλλόγων, δὲν πιστεύω ὅμως ὁ χρόνος νὰ ἐπιτρέπῃ, ὥστε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ ψηφισθῇ εἰς τὴν παροῦσαν Σύνοδον, καὶ δὲν τὸ πιστεύω δι’ ἕνα λόγον, τὸν ὁποῖον ἔχει ὑπ’ ὄψιν καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἐγὼ εἰργάσθην, καὶ ὑπάρχει ἐργασία σχετικὴ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης· τὸν βεβαιῶ δὲ, ὅτι δὲν εἶναι ὁμόφωνος ἡ γνώμη ὅλων τῶν δικηγόρων, τῶν ἐνταῦθα, ὡς πρὸς τὴν κατάρτισιν τοῦ νομοσχεδίου, προκειμένου περὶ τῶν διατυπώσεων καὶ περὶ τῶν πειθαρχικῶν Συμβουλίων καὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν. Ἑπομένως δὲν πιστεύω νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ παρέλθῃ τὸ νομοσχέδιον ἄνευ ἀντιρρήσεων καὶ συζητήσεων σπουδαίων. Εἰς τὴν ἐρχομένην Σύνοδον ἐλπίζω νὰ εἰσαχθῇ.
§36Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὅλοι, Κύριοι, ἀναγνωρίζομεν τὴν ἀνάγκην τῆς συστάσεως Δικηγορικοῦ Συλλόγου, διότι τὸ ζήτημα ἀπὸ δεκκετίας συνεζητήθη παρ’ ὅλου τοῦ δικηγορικοῦ κόσμου, καὶ κατηρτίσθη νομοσχέδιον ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, καὶ συνεζητήθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, ἀλλὰ δὲν κατορθώθη νὰ ψηφισθῇ καὶ κατὰ τὰς λοιπὰς, ἕνεκα τῶν τότε περιστάσεων. Ἐν τούτοις ἡ σύστασις Δικηγορικοῦ Συλλόγου ὁμολογεῖται ὡς ἀναγκαία καὶ ἐπείγουσα. Ἄν ὑπάρχωσι διαφωνίαι, αὗται ὑπάρχουσιν εἰς τὰ καθέκαστα. Ἀλλὰ ἡ σύστασις τοιούτου Συλλόγου κατ’ ἀρχὴν, οὐ μόνον τὸ δικηγορικὸν ἀξίωμα θέλει ὑψώσει εἰς τὴν πρέπουσαν καὶ ἀξιοπρεπῆ θέσιν, ἀλλὰ καὶ θὰ συντελέσῃ, ἵνα τὸ δικηγορικὸν Σῶμα, καταρτιζόμενον εἰς Σύλλογον, χρησιμεύσῃ ὡς ὄργανον ἐλέγχου καὶ ἐπιτηρήσεως τῶν πράξεων τῶν δικαστῶν· διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι μία τῶν κυρίων ἀφορμῶν, ὧν ἕνεκα ἡ Δικαιοσύνη παρ’ ἡμῖν χωλαίνει, εἶναι ἡ ἔλλειψις ἐποπτείας καὶ ἐλέγχου τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς. Δὲν νομίζω δύσκολον νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατὰ τὰς ὑπολειπομένας ἀρκετὰς συνεδριάσεις πρὸς ἐργασίαν. Ἄν εἰσαχθῇ αὔριον ἢ μεθαύριον, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ, ἀφοῦ δὲν θὰ προκύψουν ἀντιρρήσεις σπουδαῖαι. Ἐγὼ θεωρῶ τὸ ζήτημα ἐκ τῶν μάλιστα ἐπειγόντων καὶ σπουδαίων, ἂν θέλωμεν ν’ ἀποκτήσωμεν δικηγορικὸν Σῶμα ἄξιον τῆς ἀποστολῆς του ἐν τῇ δικαστικῇ ἱεραρχίᾳ.
§37Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§38Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ δικαστικῶν παρέδρων, λαβὼν τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ ὡμίλησα τότε καὶ περὶ συστάσεως Δικηγορικῶν Συλλόγων διὰ νόμου, διότι ἔχω πεποίθησιν, ὅτι διὰ τῆς συστάσεως τούτων θὰ περισταλῶσιν αἱ ἀτασθαλίαι οὐ μόνον τοῦ δικηγορικοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον ἐξέρχεται ἐνίοτε τῶν ὁρίων τῆς ἀξιοπρεπείας, ἀλλὰ καὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι πολλάκις παραγνωρίζουσι τὴν θέσιν των καὶ τὸν προορισμόν των. Ἀπορῶ δὲ, πῶς ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ὑπάρχει διαφωνία μεταξὺ τῶν δικηγόρων, καὶ αὐτῶν τῶν ἐν Ἀθήναις, περὶ τῆς συστάσεως τοιούτων Συλλόγων...
§39Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὰ καθέκαστα.
§40Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Εἰς τὰ καθέκαστα θὰ ὑπάρχῃ πάντοτε διαφωνία, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἰσχυρὸς λόγος, ὅπως μὴ φέρητε νομοσχέδιον, ἐκ τοῦ ὁποίου πάντες ἀπεκδεχόμεθα βελτίωσιν τῆς Δικαιοσύνης. Συνενῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου μετὰ τῆς τῶν κ. συναδέλφων, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον ἐντὸς τῆς παρούσης Συνόδου, ἀφοῦ ὁμολογεῖ, ὅτι ἔχει ἐργασθῆ ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ ἀφοῦ τὸ θέμα εἶναι μεμελετημένον, καὶ δὲν θ’ ἀπαιτήσῃ μακρὰς συζητήσεις.
§41ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, χθὲς τὰ ὄργανα τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας κατέσχον τὰ μέτρα τῶν γαλακτοπωλῶν, οὐχὶ διότι ἦσαν ἐλλιπῆ, ἀλλὰ διότι δὲν κατεσκευάσθησαν εἰς ὡρισμένον φανοποιόν, καθ’ ὑπόδειξιν τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ, διότι εἶναι ἄδικον, μία τάξις φορολογουμένων πολιτῶν ν’ ἀναξιοπαθῇ ἕνεκα τοιαύτης ἐκτρόπου ἐπιθυμίας τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ εἰσέρχομαι εἰς ἄλλην ὑπόθεσιν, περὶ τῆς ὁποίας παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀπασχολήσω αὐτὴν ἐπ’ ὀλίγον. Κατὰ παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, προκειμένου περὶ τῶν νομοσχεδίων περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὰς χήρας Μιλτιάδου Κανάρη καὶ Ἰωάννου Δεληγιάννη, πολλοὶ τῶν κυρίων συναδέλφων συνέστησαν, ὅπως καὶ ἄλλαι οἰκογένειαι περιληφθῶσιν εἰς τὸ εὐεργέτημα τοῦτο. Εὐχαρίστως εἶδον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε τὴν πρωτοβουλίαν, ὅπως καταστήσῃ τὸν βίον τῶν εἰρημένων δύο οἰκογενειῶν ἀνετώτερον. Ἔρχομαι ὅμως νὰ ὑποβάλω παράπονον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἰδίᾳ κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν καὶ ὑπὲρ ἄλλης χήρας, τῆς ὁποίας ὁ σύζυγος προσήνεγκεν ὑπηρεσίας πολυτίμους εἰς τὴν πατρίδα, καὶ δὲν ἐζήτησεν ἀξιώματα. Ὁμιλῶ περὶ τῆς χήρας τοῦ Σαφάκα. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐσφαλμένως ἐξήλεγξε τὴν σύνταξιν τῆς χήρας αὐτῆς. Ὁ Σαφάκας ἐπὶ 33 ἔτη ἀντεπροσώπευσε τὴν ἐπαρχίαν του, ἔλαβε δὲ μέρος καὶ εἰς διαφόρους ἐπαναστάσεις κατὰ τὸ 1854 καὶ 1877, πάντοτε τῇ ὑποδείξει τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἰργάσθη μετὰ μεγάλου πατριωτισμοῦ, καὶ δι’ ἰδίων δαπανῶν ἐπὶ πολὺ ἐν Θεσσαλίᾳ διετήρησε σῶμα ἀντάξιον τῆς ἀποστολῆς του. Εἰς τὴν χήραν αὐτοῦ ἐκανονίσθη σύνταξις ἐσφαλμένως ἐκ δραχμῶν 69, ἀντὶ 90. Διὰ τοῦτο αὕτη κατέφυγεν εἰς τὰ Δικαστήρια, καὶ ἔλαβεν ἀποφάσεις ὁριστικὰς καὶ ἀπὸ τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ ἀπὸ τὸ Ἐφετεῖον, αἱ ὁποῖαι ἐπεδίκασεν εἰς αὐτὴν τὰς ἐπὶ πλέον 21 δραχμὰς, ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ Δημόσιον ἔκαμεν ἀναίρεσιν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, διὰ νὰ μὴ ὑποστῇ, φαίνεται, κλονισμὸν τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἀπὸ τὰς 21 δραχμὰς τῆς χήρας Σαφάκα! Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ δυστυχὴς ὅσον οὔπω μᾶς ἐγκαταλείπει, καὶ δὲν θὰ κατορθώσῃ νὰ λάβῃ τὸ δίκαιόν της ζῶσα. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐψηφίσθη νόμος πρὸς βελτίωσιν τῆς τάξεως τῶν φαλαγγιτῶν, ἐξ ὧν ζῶσι δύο ἢ τρεῖς καὶ δύο ἢ τρεῖς χῆραι, ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβε καμμίαν μέριμναν περὶ τῆς ἐπιζώσης χήρας Σαφάκα, ἥτις οὐδὲν ἄλλο ἐζήτησεν ἢ τὸ δίκαιόν της. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν χήραν αὐτήν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὸ τέρμα τοῦ βίου της, καὶ νὰ παραιτηθῇ τῆς ἀναιρέσεως τῆς ἀποφάσεως, ἀφοῦ πρόκειται περὶ τοῦ γλίσχρου ποσοῦ τῶν 21 δραχμῶν.
§42ΠΕΡ. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς κοίτης τοῦ χειμάρρου Νέδοντος, ὅστις πλημμυρῶν καθίσταται ἐπικίνδυνος καὶ εἰς τὴν πόλιν τῶν Καλαμῶν, καὶ εἰς τὸν λιμένα αὐτῆς, διὰ τὸν ὁποῖον ἐδαπανήθησαν 5 ἑκατομμύρια δραχμαί. Ὅτε πρό τινων ἐτῶν ὁ ποταμὸς αὐτὸς ἐπλημμύρησε, καὶ καταστροφὰς ἐπέφερεν εἰς τὴν πόλιν, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπέστειλε μηχανικόν, ὅπως μελετήσῃ τὰ τῆς κοίτης τοῦ χειμάρρου καὶ ὑποβάλῃ τὴν μελέτην αὐτοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ὁ μηχανικὸς οὗτος ὄντως μετέβη, ἐμελέτησε τὸ ἔργον, καὶ ὑπέβαλε τὰς μελέτας του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· τοῦτο δέ, συνεπείᾳ τῆς ἐκθέσεως τοῦ μηχανικοῦ, ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ὅπερ καὶ ἐψηφίσθη καὶ ἐγένετο νόμος. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νόμου τούτου δὲν εἰσπράττεται ἱκανὸν χρῆμα, ὥστε νὰ ἐξυπηρετῶνται οἱ τόκοι τοῦ δανείου τῶν 600,000 δραχμῶν, ὅσαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς κοίτης. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, πρὶν ἢ ἐπέλθῃ συμφορά τις εἰς τὴν πόλιν τῶν Καλαμῶν, καὶ καταστροφὴ εἰς τὸν λιμένα, νὰ μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς κοίτης, ἵνα μὴ μετανοήσωμεν κατόπιν. Τὸν ἄμεσον τοῦτον κίνδυνον γνωρίζει ἡ Διεύθυνσις τῶν δημοσίων ἔργων, παρὰ τῆς ὁποίας δύναται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ λάβῃ τὰς δεούσας πληροφορίας, καὶ ὑποβάλῃ, εἰ δυνατόν, εἰς τὴν Σύνοδον ταύτην νόμον, δι’ οὗ νὰ εἰσπράττωνται 40,000 δραχμαὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ δανείου, τοῦ προωρισμένου πρὸς διευθέτησιν τῆς κοίτης τοῦ Νέδοντος. Νόμος τοιοῦτος φρονῶ, ὅτι εἶναι ὑψίστης ἀνάγκης, διότι πρόκειται περὶ τῆς πόλεως τῶν Καλαμῶν καὶ τοῦ λιμένος αὐτῆς.
§43Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὁ κ. συνάδελφος μοὶ ἔδωσεν ἀφορμὴν νὰ ἐπαναλάβω καὶ πάλιν παράκλησίν τινα, ἣν πολλάκις ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ τοῦ ἐν Φθιώτιδι ποταμοῦ Σπερχειοῦ. Οὗτος, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, ἐκχειλίσας πρὸ μηνὸς περίπου, κατέκλυσε μικρὸν μέρος τῆς Λαμιακῆς πεδιάδος, ὑποβαλὼν εἰς ζημίας, μικρὰς πρὸς τὸ παρόν, τοὺς κατόχους τῶν κατακλυσθεισῶν ἐκτάσεων. Μετ’ ὀλίγον, ὅτε ἡ χιών, ἡ καλύπτουσα σήμερον τὰ περιορίζοντα τὴν Φθιωτικὴν πεδιάδα ὄρη, θὰ τακῇ, θὰ ἐπέλθῃ νέα ἐκχείλισις, ἡ ὁποία θὰ καλύψῃ καὶ θὰ μεταβάλῃ εἰς λίμνην ὁλόκληρον τὴν πεδιάδα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ζημιώσῃ καὶ τοὺς κατοίκους, οἱ ὁποῖοι θὰ χάσωσι τὰ προϊόντα των, τὰ ἤδη ἐσπαρμένα, καὶ τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον, ἀναγνωρίζον τὴν πανωλεθρίαν τῶν πόλεων ἐκείνων, ἀφ’ ἑνὸς θὰ ἀναγκασθῇ νὰ παραιτηθῇ τῆς εἰσπράξεως φόρων, καὶ ἀφ’ ἑτέρου θὰ ὑποβληθῇ εἰς ὑπερόγκους δαπάνας πρὸς κατασκευὴν ἐκ νέου τμημάτων τῶν ὁδῶν Λαμίας–Ἀταλάντης καὶ Λαμίας–Λεβαδείας, τὰ ὁποῖα θέλουσι καταστραφῆ τελείως ἐκ τῆς πλημμύρας, καὶ πρὸς κατασκευὴν νέων γεφυρῶν ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ τούτου, ὁ ὁποῖος ἀναμφιβόλως θέλει ἀλλάξει κοίτην. Καὶ ταῦτα μὲν πάντα θέλουσι διορθωθῆ σὺν τῷ χρόνῳ, καίτοι προτιμότερον καὶ λογικώτερον εἶναι νὰ προληφθῶσι, καταβαλλομένης ὑπὸ τοῦ Δημοσίου τῆς μικρᾶς δαπάνης, τῆς πρὸς πρόληψιν τῆς πλημμύρας ταύτης προταθείσης. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον θέλει εἶσθαι ἀνεπανόρθωτον, εἶναι ὁ κλονισμὸς τῆς ὑγείας τῆς πόλεως Λαμίας καὶ τῶν περιχώρων, οἱ κάτοικοι τῶν ὁποίων, ἐνῷ ἐπὶ δεκαπενταετίαν περίπου εἶχον τὴν ὑγείαν των, ἀπὸ τῆς γενομένης πρὸ ὀλίγου μικρᾶς ἐκχειλίσεως ἤρξαντο προσβαλλόμενοι ὑπὸ τοῦ λησμονηθέντος αἱματουρικοῦ πυρετοῦ, τὸ μικρόβιον τοῦ ὁποίου πλουσίως ἀναδίδουσι τὰ ἐκ τῆς ἐν λόγῳ ἐκχειλίσεως γεννηθέντα ἕλη. Πρὸς περιστολὴν λοιπὸν τοῦ μεγίστου τούτου κακοῦ, παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ σπεύσῃ καὶ ἐγκρίνῃ τὴν προταθεῖσαν δαπάνην τῶν 17 χιλιάδων δραχμῶν, δι’ ἧς θέλει προληφθῆ ἡ ἀναμενομένη πλημμύρα καὶ ὁ ἐκ ταύτης λοιμὸς τῶν κατοίκων, κατὰ δὲ τὴν προσεχῆ Σύνοδον νὰ φέρῃ νομοσχέδιον, ἐπιβάλλον εἰδικὸν φόρον πρὸς ἐξοικονόμησιν τῶν χρημάτων, τῶν ἀπαιτηθησομένων πρὸς διακανονισμὸν τῆς κοίτης τοῦ ποταμοῦ ἐκείνου, χάριν τοῦ συμφέροντος καὶ τῶν πολιτῶν καὶ τοῦ Δημοσίου.
§44Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἕν τῶν μεγίστων ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα ἐγεννήθησαν μετὰ τὸν πόλεμον καὶ διὰ τὸν πόλεμον, εἶναι καὶ τὸ γενόμενον πρὸς τὸν σημαιοφόρον Κόκκορην, ὁ ὁποῖος ἐγένετο θῦμα τοῦ πρὸς τὴν πατρίδα καθήκοντος. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὰ τῆς ἀποτάξεως αὐτοῦ, διότι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος χρόνου· οὐχ ἧττον, ἀφοῦ τὰ Δικαστήρια, εἰς τὰ ὁποῖα κατέφυγεν, ἐδικαίωσαν αὐτὸν ὁριστικῶς καὶ τελεσιδίκως, νομίζω, ὅτι ἡ Πολιτεία ὤφειλεν, ὅτε ἐκοινοποιήθη ἡ ἀπόφασις, νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ δι’ αὐτῆς δεδικασμένα, ἤτοι νὰ πληρώσῃ τὴν ἐπιδικασθεῖσαν ἀποζημίωσιν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, εἰς ὃν ἀπεστάλη ἡ ἀπόφασις παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ σπεύσῃ νὰ ἐκδώσῃ τὸ οἰκεῖον ἔνταλμα. Ἡ ἀπόφασις τῶν Δικαστηρίων εἶναι ἀμετάκλητος. Ἔχω δὲ πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει συμμορφωθῇ πρὸς αὐτήν.
§45Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐξεδόθη πράγματι ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, διὰ τῆς ὁποίας ἀναιρεῖται ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον κατεδίκασε τὸν σημαιοφόρον Κόκκορην, καὶ ἐπιδικάζονται ὑπὲρ αὐτοῦ οἱ μισθοὶ ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἀπετάχθη. Ἐγὼ ἐζήτησα ἀμέσως τὰ ἔγγραφα, καὶ συνέταξα τὴν ἀναγκαίαν ἔκθεσιν περὶ πληρωμῆς τῆς ἀποζημιώσεως εἰς τὸν σημαιοφόρον Κόκκορην, εἰς ὃν ἐπεδικάσθησαν 7,000 δραχμαί. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐπανόδου αὐτοῦ εἰς τὸ Ναυτικόν, αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Ὀφείλω ὅμως νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς, ὅτι κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ἔλαβον χώραν παράχορδά τινα μεταξὺ τῶν δικηγόρων.
§46Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ταῦτα μόνον εἶχον νὰ εἴπω περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἤδη θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ὑπομνήσω καὶ πάλιν ὅ,τι ἐπανειλημμένως καὶ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην καὶ κατὰ τὰς δύο παρελθούσας ἠναγκάσθην νὰ εἴπω, καὶ τὸ ὁποῖον ἤκουσα εὐχαρίστως ὑποστηριζόμενον παρὰ πάντων ὑμῶν, τουτέστι τὸ ζήτημα τῆς προφυλακίσεως. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ἡ σοβαρότης τοῦ ζητήματος τούτου δὲν κατενοήθη παρὰ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν ὅσον ἔπρεπε, καὶ νομίζουσιν, ὅτι ἀφορᾷ μόνον τοὺς προφυλακισμένους, καὶ οὐχὶ αὐτὴν τὴν δημοσίαν τάξιν, αὐτὴν τὴν Πολιτείαν. Διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι σήμερον νὰ ὁμιλήσω εὐρύτερόν πως ἐπὶ τούτου. Διότι παρατηρῶ μετὰ λύπης, ὅτι τὸ περὶ τούτου νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἔχει ψηφισθῆ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν καὶ ὑπολείπεται νὰ συζητηθῇ καὶ εἰς τρίτην, ἀντὶ νὰ ἀνέρχηται ἐν τῇ σειρᾷ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, κατέρχεται, καί, ὡς φαίνεται, θὰ κατέλθῃ τελευταῖον, ἵνα μὴ ψηφισθῇ. Ἤρχισεν ἀπὸ τοῦ ἀριθμοῦ 3 τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ σήμερον ἔφθασεν εἰς τὸν ἀριθμὸν 74!
§47Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι θὰ τὸ συζητήσωμεν.
§48Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν καὶ κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν ἤκουσα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λέγοντος, ὅτι θὰ ἀναγράψῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑψηλότερον, ἀλλὰ βλέπω, ὅτι τοὐναντίον συμβαίνει, ὅτι κατέρχεται κατὰ δεκάδας ὅλας καθ’ ἑκάστην συνεδρίασιν, καὶ ὅτι προτάσσονται αὐτοῦ νομοσχέδια οὐχὶ ἀναγκῶν γενικωτέρων, ἀλλὰ τοπικῶν καὶ προσωπικῶν. Ἐκτὸς τῶν ὑπηρεσιακῶν νομοσχεδίων, δὲν βλέπω ἀναγεγραμμένα πρὸ αὐτοῦ γενικωτέρου ἐνδιαφέροντος νομοσχέδια, παρὰ 3 ἢ 4, πάντα δὲ τὰ ἄλλα εἶναι νομοσχέδια προσωπικὰ, ἢ ἀφορῶσι διαφόρους ἐπαρχίας, καὶ προτάσσονται κατ’ ἀπαίτησιν τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν, τοὺς ὁποίους δὲν ἀδικῶ διὰ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἀξιεπαίνους θεωρῶ, ἀφοῦ κατορθοῦσι νὰ ἐπιβάλλωνται εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ διὰ τὰ ἐπαρχιακά των συμφέροντα. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις πρὸ τῶν ἀξιώσεων τούτων τῶν φίλων της νὰ προτιμᾷ τὰ γενικώτερα συμφέροντα. Καὶ διὰ νὰ καταδείξω κατὰ πόσον τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς προφυλακίσεως δὲν ἀφορᾷ μόνον τοὺς προφυλακιζομένους, ἀλλ’ εἶναι γενικωτέρου συμφέροντος, καὶ ἀφορᾷ αὐτὴν τὴν Πολιτείαν, αὐτὴν τὴν δημοσίαν τάξιν, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀναφέρω τινὰ παραδείγματα. Ὑπῆρξε κατηγορούμενος, διατελῶν ἐν προφυλακίσει.
§49ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε συνάδελφε. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἀντιλέγει νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συναινῇ νὰ συζητηθῇ, εἶναι περιττὴ πᾶσα παρατήρησις.
§50Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐξακολουθεῖ νὰ κατέρχηται, κύριε συνάδελφε, τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Εἶναι 15 προφυλακισμένοι μόνον ἐν ταῖς φυλακαῖς τῆς Σπάρτης.
§51ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γνωρίζω, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένω καὶ ἐγὼ νὰ συζητηθῇ.
§52Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Πρὸ δύο μηνῶν ἔχει ἐκδοθῆ τὸ βούλευμα, διὰ τοῦ ὁποίου παρεπέμφθησαν εἰς τὸ Πλημμελοδικεῖον, διετάχθη δὲ δι’ αὐτοῦ δυστυχῶς καὶ ἡ διάρκεια τῆς προφυλακίσεως· ἐν τούτοις ἡ δίκη των δὲν προσδιορίζεται. Καὶ δὲν ἀρκεῖ μόνον, ὅτι ἐπὶ δέκα ἤδη μῆνας διατελοῦσιν ἐν προφυλακίσει, ἀλλ’ ἐδέησε ν’ ἀποσταλῶσι καὶ εἰς τὸ φοβερὸν δεσμωτήριον τῆς Πύλου, ἵνα ἐκεῖ ἐκτίσωσιν ὄχι ποινὴν, ἀλλ’ ἀτελεύτητον προφυλάκισιν μετὰ καταδίκων θανατικῆς ποινῆς καὶ ἰσοβίων δεσμῶν!
§53Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ¾ τῶν φυγοδίκων ἔχουσιν ἀφετηρίαν τὴν προφυλάκισιν.
§54Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Καὶ τὰ ¾ τῶν διὰ πλημμελήματα καταδίκων, διότι ὁ διὰ πλημμέλημα προφυλακιζόμενος, καὶ ἀθῷος ἂν ἦναι, σπανίως ἀθωοῦται παρὰ τῶν Πλημμελειοδικῶν, πολλοὶ τῶν ὁποίων καταδικάζουσι καὶ τὸν ἀθῷον, ἵνα δείξωσιν, ὅτι δὲν ἐπλανήθησαν, διατάξαντες τὴν προφυλάκισιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, διὰ τοῦ παραδείγματος, τὸ ὁποῖον θὰ φέρω, θέλω νὰ καταδείξω, ὁποῖαι εἶναι αἱ συνέπειαι τῆς προφυλακίσεως καὶ ὡς πρὸς τὴν Πολιτείαν. Ἐπεκηρύχθη ἐν Λακεδαίμονι λῃστὴς ὁ Ζαχαρίας Σακελλαρίου, ὁ ὁποῖος οὔτε διὰ λῃστείαν, οὔτε δι’ ἄλλο κακούργημα κατηγορεῖτο, ἀλλὰ μόνον διὰ πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας παρεπέμφθη εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον διὰ βουλευμάτων, δι’ ὧν διετάχθη καὶ ἡ διάρκεια τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ ἐκδοθέντος κατ’ αὐτοῦ κατασχετηρίου, οὗ ἕνεκα οὗτος, φοβούμενος τὴν προφυλάκισιν, διότι καὶ ἄλλοτε ὑπέστη μακρὰν τοιαύτην ἀδίκως, δὲν προσήρχετο εἰς τὴν Δικαιοσύνην· ὡς φυγόδικος δὲ, βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ πράττῃ καὶ κακά· ὡς ἐκ τούτου δ’ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς μὲν τοὺς ἐχθρούς του νὰ μεγαλοποιῶσι τὰς πράξεις του, εἰς δὲ τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα νὰ ἐντείνωσι μέχρις ἀγριότητος τὴν καταδίωξιν, ἥτις ἑπόμενον ἦτο κατ’ ἴσον λόγον νὰ ἐξαγριώνῃ ἔτι μᾶλλον αὐτόν. Ἐπειδὴ δὲ δὲν κατώρθουν οἱ ἀστυνόμοι καὶ οἱ ἀποσπασματάρχαι τὴν σύλληψίν του, πρὸς δικαιολόγησιν τῆς ἀνικανότητός των ἐμεγαλοποίουν καὶ αὐτοὶ τὰς ἀσημάντους πράξεις τοῦ καταδιωκομένου, ἀναβιβάζοντες αὐτὰς εἰς λῃστείας διὰ τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐκθέσεών των πρὸς τὰς προϊσταμένας ἀρχὰς, αἵτινες, διὰ νὰ ἐπιτύχωσι τὴν ἐξόντωσιν ἑνὸς κοινοτάτου φυγοδίκου, διὰ πλημμελήματα κατηγορουμένου, δὲν ἐδίστασαν νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἐπικήρυξιν αὐτοῦ ὡς ληστοῦ· εἰς ἐπίμετρον δὲ, καὶ 15 ἄλλοι συγγενεῖς του καταδιώκονται, καὶ ἐπὶ 10 ἤδη μῆνας διατελοῦσιν ἐν προφυλακίσει, ὡς ὑποθάλποντες αὐτόν. Ἂν δὲν ἐξεδίδετο κατ’ αὐτοῦ ἔνταλμα συλλήψεως διὰ πλημμελήματα, ἂν διὰ τοῦ βουλεύματος δὲν διετάσσετο ἡ διάρκεια τῆς ἰσχύος αὐτοῦ, καὶ ἂν δὲν ἐφοβεῖτο οὗτος τὴν προφυλάκισιν, βεβαίως δὲν θὰ ἦτο φυγόδικος, ἀλλὰ θὰ προσήρχετο ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου, ἵνα δικασθῇ, ὅτε θὰ προσδιώριζεν ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τὴν δίκην του, καὶ οὕτω δὲν θὰ ἐκηρύσσετο ληστής. Ἰδοὺ τὰ ἐκ τοῦ δικαιώματος τῆς προφυλακίσεως καὶ διὰ πλημμελήματα προερχόμενα κακὰ εἰς τὴν Πολιτείαν καὶ εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν! Διὰ τοῦτο κόπτομαι, ὅπως μίαν ἡμέραν ταχύτερον συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ζητῶ λοιπὸν νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐπιμένω εἰς τοῦτο. Εἶναι εἰς τρίτην συζήτησιν.
§55Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πολὺ καλά· θὰ τὸ προτάξωμεν.
§56Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ...
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς σᾶς λέγει, ὅτι θὰ προταχθῇ.
§58Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Νὰ προταχθῇ, διότι ἄλλως πάλιν θὰ ἐπανέλθω.
§59ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατέθηκεν ἔγγραφα σχετικὰ πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀρδεύσεως τῶν γαιῶν τῶν χωρίων Σικυῶνος καὶ Νεμέας. Δὲν ἠξεύρω, ἂν μεταξὺ αὐτῶν εἶναι καὶ τὰ διὰ τῆς παρούσης σημειώσεώς μου ζητούμενα, διότι τώρα δὲν ἔχω καιρὸν νὰ ἀναπτύξω τὴν παράκλησίν μου. Ζητῶ, ὅπως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καταθέσῃ τὰ ἐν τῷ σημειώματι τούτῳ ἀναφερόμενα ἔγγραφα καὶ σχεδιαγράμματα.
§60Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ποῖα εἶναι;
§61ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἶναι τὸ σχεδιάγραμμα κατόψεως τῶν πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης Στυμφαλίας καὶ διοχέτευσιν τῶν ὑδάτων αὐτῆς μέχρι τῆς κοίτης τοῦ Ἀσωποῦ ποταμοῦ γενομένων ἢ ἀναγκαίων γενέσθαι ἔργων κλπ... Δὲν ἔχετε ἀνάγκην, ὑποθέτω, νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὁλόκληρον τὸ σημείωμα. Ἐπίσης ὑποβάλλω σημείωμα διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ νὰ ἐπιστραφῶσιν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῶν τροχιοδρόμων τὰ εἰσπραχθέντα παρὰ τοῦ Δημοσίου διὰ φόρον ἐπιτηδεύματος τοῦ παρελθόντος ἔτους τῆς πρώτης ἑξαμηνίας, διότι ὁ νόμος ἀπαλλάσσει τοὺς ὑπαλλήλους τούτους τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, ἑπομένως τὰ εἰσπραχθέντα πρέπει νὰ ἐπιστραφῶσιν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Ἑταιρεία ἐκράτησεν ἀπὸ τοὺς μισθοὺς αὐτῶν τὸν περὶ οὗ πρόκειται φόρον, οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι ζητοῦσι νὰ διατάξῃ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ τοῖς ἐπιστραφῇ ὁ φόρος. Συγχρόνως ὑποβάλλω παράκλησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὴν κατὰ τὸ ἔτος 1878 προσέλευσιν ἐν Ἑλλάδι καὶ κατάταξιν εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν τοῦ ἐν τῷ τουρκικῷ στρατῷ ἕως τότε ὑπολοχαγοῦ Α. Ρηγίδου καὶ τὴν κατὰ τὸ ἔτος 1879 ἀπόλυσιν αὐτοῦ ἐκ τῶν τάξεων τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Νὰ πληροφορήσῃ δὲ τὴν Βουλήν, ἂν θὰ λάβῃ μέτρον τι ὑπὲρ αὐτοῦ. Ὡσαύτως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ἀπονομὴν μηνιαίας περιθάλψεως ἐκ δραχ. 160 κατὰ μῆνα εἰς τὸν ἐκ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ προσελθόντα ὑπολοχαγὸν Α. Ρηγίδην, τὴν γενομένην κατὰ τὸ ἔτος 1879, καὶ τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν διακοπὴν τῆς περιθάλψεως ταύτης. Νὰ πληροφορήσῃ δὲ τὴν Βουλὴν, ἄν σκοπεῖ νὰ λάβῃ μέτρον τι ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ ὁποῖον.
§62Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Πρὸ μηνὸς περίπου δι’ ἐγγράφου ἐπερωτήσεώς μου παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ἀναστείλῃ τὴν προκηρυχθεῖσαν δημοπρασίαν πρὸς δεκαετῆ μίσθωσιν ἰαματικῶν τινων πηγῶν, περιορίζων τὸν χρόνον τῆς μισθώσεως εἰς ἓν ἢ δύο τὸ πολὺ ἔτη, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας τινὰς, λίαν χρησίμους εἰς ἐμὲ, σκεφθέντα νὰ φέρω ἐνώπιον ὑμῶν τὸν λόγον περὶ τῶν πηγῶν αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ πράγματα, κακοῦ μᾶλλον ἢ καλοῦ γίνονται πρόξενοι εἰς ἐκείνους, οἵτινες μεταβαίνουσιν ἐκεῖ πρὸς ἀνάκτησιν τῆς ὑγείας αὐτῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς καὶ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην δὲν εἶναι παρὼν, ὑπέβαλε μὲν τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, δὲν ἠθέλησεν ὅμως νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐνέργειαν τῆς δημοπρασίας πρὸς ἐνοικίασιν τῶν πηγῶν ἐπὶ ὁλόκληρον δεκαετίαν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον οὐ μόνον τὸ Δημόσιον Ταμεῖον θέλει ζημιώσει ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀσθενεῖς, οἱ ὁποῖοι εἰς μάτην θέλουσιν ἐπισκεφθῆ καὶ κατὰ τὴν δεκαετίαν ταύτην τὰς πηγάς. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ τῶν δύο ἰαματικῶν πηγῶν, αἱ ὁποῖαι σὺν ταῖς ἄλλαις ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἐξ ἧς προέρχομαι, ἤτοι περὶ τῶν πηγῶν Πλατυστόμου καὶ Θερμοπυλῶν, πηγῶν, τῶν ὑδάτων τῶν ὁποίων ἡ χρῆσις συντελεῖ τὰ μάλιστα εἰς τὴν θεραπείαν πολλῶν πασχόντων ὑπὸ νοσημάτων, πολλὰ τῶν ὁποίων ἡ ἐπιστήμη δὲν δύναται ἄλλως νὰ θεραπεύσῃ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπήντησεν εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου ἐκείνην διὰ σημειώματος, τὸ ὁποῖον θέλω ἀναγνώσει κατὰ παραγράφους, καὶ τὸ ὁποῖον ἐν πρώτοις λέγει, ὅτι «ἡ χρησιμότης τῶν ἰαματικῶν ὑδάτων Θερμοπυλῶν καὶ Πλατυστόμου δὲν εἶναι γνωστὴ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διότι χημικὴ ἀνάλυσις αὐτῶν δὲν ἐγένετο μέχρι τοῦδε ἐπισήμως, τὴν δὲ χρῆσιν αὐτῶν ὑπὸ τῶν ἀσθενῶν κανονίζει ὁ ἑκάστοτε ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου διοριζόμενος ἰατρὸς τῶν λουτρῶν». Τοῦτο καὶ μόνον ἀρκεῖ, κύριοι συνάδελφοι, ἵνα ἐννοήσητε πόσον μεριμνῶσιν αἱ Κυβερνήσεις τοῦ τόπου μας ὑπὲρ τῆς ὑγείας τῶν ἀνθρώπων, ἐκ τοῦ ἱδρῶτος τῶν ὁποίων, ἁλισκομένων ὑπὸ παντοίων νόσων, τὸ Δημόσιον Ταμεῖον εἰσπράττει ποικίλους φόρους, οὓς ἡμεῖς ἐδῶ προθύμως αὐξάνομεν, εἰσηγήσει τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων. Δὲν ἐγένετο, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, χημικὴ ἀνάλυσις τῶν ὑδάτων ἐπισήμως. Ἀλλὰ, ἐνῷ δὲν ἐγένετο ἐπισήμως ἀνάλυσις τῶν ὑδάτων τούτων, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐξητάζοντο τὰ διάφορα συστατικὰ αὐτῶν, καὶ θὰ ἐνεδεικνύετο ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη ἐπὶ τῶν διαφόρων νόσων χρησιμότης καὶ ἐπίδρασις τῶν ὑδάτων, ἄπορον εἶναι, πῶς αἱ Κυβερνήσεις χαρακτηρίζουσι τὰς πηγὰς ταύτας ἰαματικὰς, καὶ μισθοῦσι τὴν ἐκμετάλλευσίν των ἀντὶ χρηματικοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσπράττουσι· καὶ ἐνῷ δὲν ἔχει γείνῃ χημικὴ ἀνάλυσις, ἐκ τῆς ὁποίας καὶ μόνης θὰ ἐγίνοντο γνωστὰ ὅλα ταῦτα, πρὸς τὶ διορίζουσι κατὰ τὸ θέρος ἰατρούς; Τί δύνανται οἱ ἰατροὶ οὗτοι νὰ συμβουλεύσωσιν εἰς τοὺς λουομένους, ἐνῷ οὐδὲν περὶ τῶν ὑδάτων τούτων χημικῶς εἶναι γνωστόν; Ἂν, Κύριοι, δὲν ἐγένετο ἐπισήμως, ὡς λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἡ χημικὴ ἀνάλυσις τῶν ὑδάτων τῶν περὶ ὧν πρόκειται πηγῶν, βεβαίως ἐγένετο ἀνεπισήμως τοιαύτη ἐκ μέρους τοῦ ἐγκρίτου παρ’ ἡμῖν χημικοῦ κ. Δαμβέργη, μεταβάντος ἐπὶ τόπου καὶ ἐνεργήσαντος τὴν ἀνάλυσιν μετὰ τοῦ ἰατροῦ κ. Βάμβα. Τὸ πόρισμα δὲ τῆς ἀναλύσεως ἐκείνης, γενομένης πρὸ ἐννέα ἤδη ἐτῶν, εἶναι ἀνηρτημένον ἐν ἀντιγράφῳ εἰς τὰ δημοσιώτερα μέρη τῶν λουτρῶν αὐτῶν, τῇ ἐπιμελείᾳ τῶν Δημάρχων, εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν δήμων τῶν ὁποίων ὑπάγονται αἱ πηγαί, πρὸς τοὺς ὁποίους ὁ κ. Δαμβέργης εἶχε τὴν καλωσύνην ν’ ἀποστείλῃ ἀντίγραφα. Ὁ κ. Δαμβέργης δὲν ἐτήρησε, βλέπετε, μυστικὸν τὸ πόρισμα τῆς ἐργασίας του, καὶ διὰ τοῦτο ἐν συγγράμματί του, πρό τινων ἐτῶν ἐκδοθέντι, ἰατρός τις, προκειμένου περὶ τῶν πηγῶν τούτων, ἀναφέρεται καὶ εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Δαμβέργη ἐνεργηθεῖσαν ἀνάλυσιν, καὶ καταλήγει εἰς συμπεράσματα, κατὰ τὰ ὁποῖα διὰ τῆς χρήσεως τῶν ὑδάτων Θερμοπυλῶν καὶ Πλατυστόμου θεραπεύονται πλεῖστα ὅσα νοσήματα ἐξ ἐκείνων, ὑπὸ τῶν ὁποίων συνηθέστατα πάσχουσιν οἱ ἄνθρωποι, ὡς οἱ ῥευματισμοί, αἱ κεφαλαλγίαι καὶ ἡμικρανίαι, ἡ ῥαχῖτις, ἡ πάρεσις τῶν κάτω ἄκρων καὶ πλεῖστα ὅσα ἄλλα. Πολλοί, ὡς βλέπετε, γνωρίζουσι τὴν χρησιμότητα καὶ τὴν ἰαματικὴν δύναμιν τῶν ὑδάτων τῶν πηγῶν αὐτῶν, ἐκτὸς τῶν ἀποτελούντων τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ νῦν κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ σημειώματός του, ἀπαντῶν εἰς τὴν περὶ συγκοινωνίας τῶν λουτρῶν τούτων ἐρώτησίν μου, λέγει ὅτι (ἀναγινώσκει) «ἡ συγκοινωνία τῶν μὲν πηγῶν Θερμοπυλῶν, κειμένων παρὰ τὰς Θερμοπύλας καὶ ἐπὶ τῆς πεδιάδος τῶν ἐκβολῶν τοῦ Σπερχειοῦ, εἶναι εὔκολος διὰ τοὺς πέριξ κατοίκους τῆς ἐπαρχίας, τῶν δὲ πηγῶν Πλατυστόμου εἶναι δυσχερὴς εἰς τοὺς ποιουμένους χρῆσιν αὐτῶν, μὴ ληφθείσης εἰσέτι προνοίας ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων περὶ κατασκευῆς ὁδῶν.» Ὅ,τι λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι καὶ τὸ ἀληθές. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν καὶ Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν δήλωσιν ταύτην τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν συναδέλφου του, καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν ἐπιτρέπεται νὰ μὴ ληφθῇ ἀμέσως πρόνοια, ὅπως κατασκευασθῇ ὁδὸς, ἑνοῦσα τὰ λουτρὰ Πλατυστόμου μετά τινος σημείου τῆς ὁδοῦ Λαμίας–Καρπενησίου, ὁδὸς, ἡ ὁποία, μῆκος ἔχουσα τὸ πολὺ πέντε χιλιομέτρων, δὲν θέλει ἀπαιτήσει δαπάνην μείζονα τῶν 20 ἢ 25 χιλιάδων δραχμῶν, διότι τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου αὕτη θέλει κατασκευασθῆ, εἶναι ὁμαλὸν, καὶ τοιοῦτον, ὥστε οὐδὲν τεχνικὸν ἔργον, ἐκτὸς τῶν ἀπαραιτήτων ὑδραγωγῶν, νὰ χρειασθῇ. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς συγκοινωνίας, νομίζετε, εἶναι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον παρεμβάλλει προσκόμματα εἰς τὴν μετάβασιν τῶν ἀσθενῶν; Ὄχι βεβαίως. Τὸ σπουδαιότερον εἶναι τὸ ζήτημα τῆς παρὰ τὰς πηγὰς ταύτας διατριβῆς τῶν ἀσθενῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῷ σημειώματί του λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐν τοῖς λουτροῖς Πλατυστόμου ὑπάρχουσι δέκα ὀκτὼ λιθόκτιστα καὶ κεραμοσκεπῆ δωμάτια ἐν καλῇ καταστάσει, χρησιμεύοντα πρὸς διαμονὴν τῶν ἀσθενῶν καὶ τῆς στρατιωτικῆς φρουρᾶς. Ἐν δὲ τοῖς τοιούτοις τῶν Θερμοπυλῶν ὑπάρχουσιν 21 ὅμοια δωμάτια ἄνευ σχεδιαγράμματος, διότι ταῦτα ᾠκοδομήθησαν πρὸ πολλῶν ἐτῶν.» Καὶ περαιτέρω λέγει ὁ κ. Ὑπουργός: «Πρὸς προφύλαξιν τῶν λουομένων ἀπὸ τῶν προσβολῶν τοῦ ἡλίου καὶ τῆς ἀτμοσφαίρας κατασκευάζονται ὑπὸ τῶν μισθωτῶν κατ’ ἔτος ξύλινα παραπήγματα κατὰ τὴν περίοδον τῆς χρήσεως τῶν λουτρῶν.» Ταῦτα, Κύριοι, καὶ μόνα εἰσὶ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα παρέχονται εἰς τοὺς ἀτυχοῦντας, ὅπως διαιτῶνται ἐκεῖ, ὅπου μεταβαίνουσι πρὸς ἀνάκτησιν τῆς ὑγείας των, ἀντὶ τῆς ὁποίας, κατ’ ἐμὲ, εὑρίσκουσι συνηθέστατα τὸν θάνατον. Εἴκοσι καὶ ἓν μόνον δωμάτια εἰς τὰ λουτρὰ Θερμοπυλῶν καὶ δεξαμεναὶ κατασκευαζόμεναι διὰ τῆς ἁπλῆς ἐκσκαφῆς· δέκα καὶ ὀκτὼ μόνον δωμάτια εἰς τὸ Πλατύστομον, καὶ δεξαμεναὶ, κατασκευασθεῖσαι πρὸ 40 ἐτῶν ὑπό τινος Δημάρχου Μακρακώμης, τοῦ Τσουκαλᾶ, οὐχὶ ὅπως ἐν αὐταῖς λούωνται ἀσθενεῖς, — διότι τότε ἠγνοεῖτο ἴσως ἐντελῶς ἡ ἰαματικὴ ἰδιότης τῶν πηγῶν αὐτῶν, — ἀλλ’ ὅπως ἐν αὐτοῖς πλύνωνται τάπητες καὶ διάφορα ἄλλα χονδρὰ ὑφάσματα τῶν πέριξ τῶν πηγῶν τούτων διαφόρων χωρίων τοῦ δήμου ἐκείνου. Δὲν ἀρκεῖ, βλέπετε, ἡ ἔλλειψις συγκοινωνίας, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐγὼ αὐτὸς πολλάκις εἶδον ἀσθενεῖς μεταφερομένους εἰς τὰς πηγὰς ταύτας ἐπὶ ξυλοκραββάτου, ἀλλὰ προστίθενται καὶ αἱ ταλαιπωρίαι κατὰ τὴν αὐτόθι διαμονὴν, αἱ ὁποῖαι συμπληροῦσι τὸ ἔργον τῆς καταστροφῆς. Μετὰ πολλοὺς κόπους καὶ κινδύνους φθάνει τέλος πάντων ὁ ἀσθενὴς εἰς τὸν τόπον τῶν πηγῶν, καὶ ἄρχεται τῆς χρήσεως τῶν ὑδάτων αὐτῶν. Ἵνα λουσθῇ, ἀνάγκην ἔχει ν’ ἀποδυθῇ πρῶτον· μετὰ δὲ τὴν λοῦσιν ἐν ταῖς ἀθλίαις ἐκείναις δεξαμεναῖς ἐνδύεται ἐν τοῖς παραπήγμασιν ἐκείνοις, τὰ ὁποῖα τόσον ὑπερηφάνως ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀναφέρει ἐν τῷ σημειώματί της, καὶ τὰ ὁποῖα, κατεσκευασμένα διὰ σανίδων πολὺ ἀπ’ ἀλλήλων ἀπεχουσῶν, προκαλοῦσι ῥεύματα, ἐπικίνδυνα οὐ μόνον εἰς τοὺς ἐκ θερμοῦ λουτροῦ ἐξελθόντας, ἀλλὰ καὶ εἰς πάντα ἀπολαύοντα πληρεστάτης ὑγείας. Ἐνδύονται ἐπὶ τέλους ῥιγοῦντες, καὶ μετὰ τοῦτο μεταβαίνουσιν εἰς τὰ δωμάτιά των, ὅπως ἐπί τινα ὥραν ἀναπαυθῶσιν ἐν τῇ κλίνῃ των. Ἀλλ’ ὁποῖά τινά εἰσι τὰ δωμάτια ταῦτα, τὰ λιθόκτιστα καὶ κεραμοσκεπῆ, ὡς ὀνομάζει ταῦτα ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἐν τῷ σημειώματί της; Πάντες, κύριοι συνάδελφοι, γινώσκετε καλῶς, ὅτι, ἵνα ὑποληφθῇ ἓν δωμάτιον ὡς δωμάτιον πληροῦν ὁπωσδήποτε τοὺς ὅρους τῆς ὑγιεινῆς, πρέπει ἐν πρώτοις νὰ ἔχῃ εὐρυχωρίαν, καὶ ὅτι πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ ἔχῃ χωρητικότητα ἐν ὅλῳ τοὐλάχιστον τεσσαράκοντα κυβικῶν μέτρων.
§63ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἑξήκοντα καὶ πλέον.
§64Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἀρκεσθῆτε, παρακαλῶ, εἰς τὰ τεσσαράκοντα, ὡς τὸ ἐλάχιστον ὅριον κυβισμοῦ δωματίου πρὸς διαμονὴν οὐχὶ ἀσθενοῦς, καὶ μάλιστα ποιουμένου χρῆσιν λουτρῶν θερμῶν, ὁ ὁποῖος ὡς ἐξ αὐτῶν ἔχει ἀνάγκην περισσοτέρου ὀξυγόνου, ἀλλὰ πρὸς διαμονὴν ἀνθρώπου ὑγιοῦς καθ’ ὅλα, καὶ εὐαρεστηθῆτε νὰ μὲ ἀκούσητε. Δὲν εἶμαι οὔτε ἰατρὸς, οὔτε ἐκ τῶν ὁπωσδήποτε ἀσχολουμένων περὶ τὰ τοιαῦτα· θεωρῶ ὅμως ἐπαρκὲς ὁπωσδήποτε δι’ ἕνα ἄνθρωπον δωμάτιον κυβισμοῦ τεσσαράκοντα μέτρων. Ἔχομεν δωμάτια τοιαύτης χωρητικότητος εἰς τὰ λουτρὰ, περὶ ὧν πρόκειται; Ὄχι. Τὰ κατ’ εὐφημισμὸν δωμάτια ταῦτα ὑπεχρεώθησαν πρό τινων ἐτῶν καὶ ᾠκοδόμησαν οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν λουτρῶν, ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν ἴσως καὶ μηχανικῶν, ἐξ ὧν τρεῖς, ἢ καὶ πλείονες ἴσως, ἀπετέλεσαν κατὰ πᾶσαν πιθανότητα τὴν ἐπιτροπὴν τῆς παραλαβῆς τοῦ λαμπροῦ τούτου καὶ σωτηρίου ἔργου. Τὰ δωμάτια λοιπὸν ταῦτα, οἰκοδομηθέντα ὑπὸ τὴν αὐστηρὰν τῶν ἁρμοδίων ἐπίβλεψιν, ἐγένοντο ὑπὸ τὰς ἑξῆς διαστάσεις· πλάτος μέτρων 2,20, μῆκος μέτρ. τριῶν, καὶ ὕψος μέτρ. 2,20· ἤτοι τὸ ὅλον τῆς χωρητικότητος αὐτῶν κυβικὰ μέτρα δεκατέσσαρα καὶ ἥμισυ...
§65ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀθλία ἀληθῶς κατάστασις!
§66Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Εἰς τὸν χῶρον τοῦτον τῶν δεκατεσσάρων καὶ ἡμίσεος κυβικῶν μέτρων ἑκάστου δωματίου τῶν λουτρῶν, τὸ δάπεδον τοῦ ὁποίου δὲν ὑπερβαίνει τὰ ἓξ καὶ ἥμισυ τετραγωνικὰ μέτρα, πόσοι, νομίζετε, διαιτῶνται, καὶ ἀντὶ τίνος ποσοῦ ἐνοικιάζεται τὸ δωμάτιον; Ἀκούσατε, κύριοι συνάδελφοι. Ἡ διακήρυξις, ἡ πρὸ μηνὸς καταχωρισθεῖσα εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῆς ὁποίας ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἀπευθύνω τὴν ἐπερώτησιν, καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἀκριβὲς ἀντίγραφον προηγουμένων διακηρύξεων πρὸς ἐνοικίασιν τῶν λουτρῶν αὐτῶν, περιλαμβάνει καὶ τὸν ἑξῆς σὺν τοῖς ἄλλοις ὅρον· ὅτι δηλαδὴ οἱ ἐνοικιασταὶ ἑκάστην κλίνην θέλουσιν ἐνοικιάζει ἀντὶ μιᾶς δραχμῆς καθ’ ἑκάστην, καὶ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται αὐτοῖς νὰ τοποθετῶσιν ἐν ἑκάστῳ δωματίῳ πλείονας τῶν τριῶν κλίνας ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῶν ἐνοικούντων. Κρίνατε ὑμεῖς, Κύριοι, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ τοποθετηθῶσι τρεῖς κλῖναι ἐν δωματίῳ ἔχοντι ἐμβαδὸν 6½ τετραγωνικῶν μέτρων, γνωστοῦ ὄντος, ὅτι ἑκάστη κλίνη καταλαμβάνει χῶρον δύο σχεδὸν τετραγωνικῶν μέτρων, καὶ ὅτι ἕκαστος τῶν ἀσθενῶν ἔχει ἀνάγκην ἄλλων τινῶν μέτρων πρὸς τοποθέτησιν τῶν ἀποσκευῶν του κλπ. Καὶ ὅμως τὸ Δημόσιον, χρηματολογοῦν, ἐπιβάλλει εἰς τοὺς ἀσθενεῖς, ἢ νὰ συνδιαιτῶνται μετ’ ἄλλων, πασχόντων ἴσως ὑπὸ νοσήματος μεταδοτικοῦ, ἢ νὰ πληρώνωσι 3 δραχμὰς καθ’ ἑκάστην, ὅσον πτωχοὶ καὶ ἂν ὦσιν, ἐν ᾗ περιπτώσει, τοιοῦτον κίνδυνον ἀποφεύγοντες, θελήσωσι νὰ διαμένωσι μόνοι καὶ ἄνευ συνοίκου εἰς τὰ δωμάτια ταῦτα, τὰ ὁποῖα, κατ’ ἐμέ, εἶναι κατάλληλα τὸ πολὺ, ἵνα ἐν αὐτοῖς διαιτῶνται χοῖροι, ὡς πολλῷ χείρονα ἐκείνων, περὶ ὧν εὐρὺς πρό τινων ἡμερῶν ἐγένετο ἐνταῦθα λόγος, καὶ εἰς τὰ ὁποῖα διδάσκονται οἱ μέλλοντες τοῦ Κράτους δημοδιδάσκαλοι, καὶ τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἐχρησίμευον πρὸς κατοικίαν τῶν σκύλλων τῆς δουκίσσης τῆς Πλακεντίας. Καὶ θὰ μὲ ἐρωτήσῃ ἴσως τις ἐξ ὑμῶν: «πῶς δὲν ἔπαθον ἀσφυξίαν οἱ ἐν τοῖς δωματίοις τούτοις κοιμώμενοι;» Ἀσφυξίαν ἀληθῶς οὐδεὶς μέχρι τοῦδε ἔπαθε· καὶ τοῦτο, χάρις ἴσως εἰς τὴν πρόνοιαν τῶν μηχανικῶν καὶ τῆς ὑπηρεσίας ἐν γένει τῆς ἐπιβλέψεως τῆς ἐργασίας, οἱ ὁποῖοι, λαβόντες, ὡς φαίνεται, ὑπ’ ὄψιν τὸν κίνδυνον τῆς ἀσφυξίας, κατεσκεύασαν τὰ κατ’ εὐφημισμὸν ταῦτα δωμάτια ἄνευ ὀροφῆς, καὶ ἐτοποθέτησαν στέγας, διὰ τῶν μεγίστων κενῶν τῶν ὁποίων οἱ ἀσθενεῖς δύνανται ἐκ τοῦ δωματίου των νὰ ἐκτελῶσι πᾶσαν ἀστρονομικὴν ἐργασίαν. Τοιαῦτά εἰσι τὰ κατὰ τὸ σημείωμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀσβεστόκτιστα καὶ κεραμοσκεπῆ δωμάτια, τὰ ἐν καλῇ καταστάσει καὶ ἐπὶ τῇ βάσει σχεδίου ἀνεγερθέντα, καὶ τοιαῦτα ὄντα ἀποδιώκουσι μὲν καὶ ἀποσοβοῦσι τὸν κίνδυνον τῆς ἀσφυξίας, δημιουργοῦσιν ὅμως καὶ ἐνισχύουσι τὸν κίνδυνον τῆς πνευμονίας καὶ πλευρίτιδος, διὰ τῶν ὁποίων πολλοὶ τῶν μεταβάντων εἰς τὰ λουτρὰ αὐτά, ἀντὶ τῆς ἀνακτήσεως τῆς ὑγείας των, εὗρον τὸν θάνατον. Καὶ διὰ τίνα λόγον ὅλη αὕτη ἡ ἀθλιότης, ὅλοι οἱ κίνδυνοι; Διὰ νὰ εἰσπράττῃ τὸ Δημόσιον οὐχὶ μόνον ἐκ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν δύο αὐτῶν πηγῶν, Πλατυστόμου καὶ Θερμοπυλῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν πέριξ τῶν πρώτων πηγῶν γαιῶν, εἰς 700 στρέμματα ἀνερχομένων, μέχρι σήμερον μὲν δραχμὰς 4,910, εἰς τὸ ἑξῆς δὲ ἔστω τὸ διπλάσιον ἐτησίως. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐνῷ τὸ Δημόσιον εἶναι ἀνίκανον νὰ παράσχῃ εἰς τοὺς ἀσθενεῖς αὐτοὺς, τοὺς ἁδρότατα τὴν χρῆσιν τῶν ὑδάτων πληρώνοντας, οὐχὶ ἄφθονα, ἀλλὰ τὰ μᾶλλον ἀπαραίτητα μέσα τῆς προφυλάξεως ἀπὸ τῶν ἀτμοσφαιρικῶν ἐπηρειῶν, εἶναι εἰς αὐτὸ ἐπιβεβλημένον ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν αὐτόθι συγκέντρωσιν τῶν ἀσθενῶν, ἀφοῦ ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι οὗτοι, μεταβαίνοντες ἐκεῖ, ἀντὶ βελτιώσεως, χειροτέρευσιν τῆς ὑγείας των βλέπουσιν, ἢ τοὐλάχιστον νὰ παραιτηθῇ τῆς ἐνοικιάσεως καὶ τῆς ἐκ ταύτης εἰσπράξεως, καὶ ν’ ἀφήσῃ ἕκαστον νὰ λούηται ἐκεῖ, ἔχων αὐτὸς ὁ ἴδιος τὴν εὐθύνην διὰ τὰς συνεπείας. Ἀλλ’ ἂν, ὡς καὶ ἐγὼ θέλω νὰ πιστεύω, κήδηται οὐ μόνον τῶν συμφερόντων του, ἀλλὰ καὶ τῆς ὑγείας τῶν κατοίκων, ἂς φροντίσῃ νὰ καταστήσῃ τὴν διαμονὴν ἐν τοῖς λουτροῖς ἐκείνοις ὁπωσδήποτε ἀξίαν ἀνθρώπων, καὶ μάλιστα ἀνθρώπων ἀσθενῶν. Λέγων τοῦτο, Κύριοι, δὲν ἐννοῶ νὰ ὑποβληθῇ τὸ Δημόσιον εἰς δαπάνας τόσας, ὥστε νὰ μὴ ἐλπίζῃ νὰ εἰσπράττῃ ἀνάλογα τῶν δαπανηθέντων, ἀλλὰ νὰ πλουτίσῃ τὰ μέρη ἐκεῖνα διὰ τῶν ἀπαραιτήτως ἀναγκαίων, δαπανῶν κεφάλαιον τοσοῦτον, ὥστε διὰ τῶν εἰσπραχθησομένων ἀκολούθως ἐκ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν λουτρῶν νὰ δυνηθῇ ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν νὰ συλλέξῃ τὸ δαπανηθὲν κεφάλαιον μετὰ τῶν τόκων αὐτοῦ. Καὶ ἵνα πείσω ὑμᾶς περὶ τούτου, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ παρακολουθήσητε εἰς τοὺς συντόμους συλλογισμούς, οὓς θέλω ἐκθέσει ὑμῖν ἀμέσως. Ἐνοικιάζον σήμερον τὸ Δημόσιον τὰς δύο ταύτας ἰαματικὰς πηγὰς, λαμβάνει ἐξ αὐτῶν καὶ τῶν πέριξ τῶν λουτρῶν Πλατυστόμου γαιῶν 8,000 περίπου δραχμὰς ἐτησίως. Ἴδωμεν ἐν πρώτοις, ὁποῖαί τινές εἰσιν αἱ πηγαὶ αὗται. Ἐν Πλατυστόμῳ ὑπάρχουσι δύο πηγαί· ἡ μὲν θερμοκρασίας 34 βαθμῶν Κελσίου, ἡ δὲ 22½. Συντελοῦσι δ’ αὗται νὰ θεραπεύωνται τὰ ἑξῆς νοσήματα: ὑπολείμματα ἑλειογενῶν πυρετῶν, κεφαλαλγίαι, ἡμικρανίαι, λευκωματουρία, χρονία μυελῖτις, νοσήματα διάφορα στομάχου καὶ ἐντερικοῦ σωλῆνος, ὀνειρώξεις, ἀμηνόρροια, δυσμηνόρροια, ἀναιμία, χρόνιος γαστρικὸς κατάρρους, δυσπεψίαι, ψαμμίασις, στείρωσις, λευκόρροια, χλώρωσις, ῥαχῖτις, ὑπερτροφία σπληνὸς καὶ ἄλλα τινά. Ἐν Θερμοπύλαις δὲ τρεῖς πηγαί, ἡ θερμοκρασία τῶν ὁποίων ποικίλλει ἀπὸ 40,4 βαθμῶν Κελσίου μέχρι 43,8, καὶ αἱ ὁποῖαι συντελοῦσιν εἰς τὴν θεραπείαν τῶν πασχόντων καρδιαλγίαν, ἀγκυλώσεις καὶ ψευδαγκυλώσεις, μυελίτιδα χρονίαν, μυϊκοὺς ῥευματισμοὺς, ὀσφυαλγίαν, ἰσχιαλγίαν, πάρεσιν τῶν κάτω ἄκρων, ἐξοίδωσιν ἀδένων, αἱμορροΐδας, ἀταξίας περὶ τὴν κίνησιν (ataxie locomotrice), χρονίους ῥευματισμοὺς τῶν ἄκρων, χοιραδικὰς δυσκρασίας καὶ διάφορα ἄλλα. Εἰς τὰ δύο ταῦτα μέρη, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ κατ’ αὐτά, προσέρχονται κατ’ ἔτος, ποιούμενοι χρῆσιν τῶν ὑδάτων αὐτῶν, περὶ τοὺς ἑπτακοσίους ἀσθενεῖς· ἂν δὲ λάβωμεν ὡς μέσον ὅρον διαμονῆς ἑκάστου αὐτῶν τὸ εἰκοσαήμερον, βλέπομεν, ὅτι ὑπὸ τούτων καταβάλλονται διὰ λουτρικὰ μὲν δικαιώματα 10,500 δραχμαί, διὰ κατοικίαν δὲ 14,000 περίπου δραχμαί, ἤτοι τὸ ὅλον 25,000 σχεδὸν δραχμαί. Καὶ καταβάλλεται τὸ ποσὸν αὐτὸ σήμερον, ὅτε, διὰ νὰ μεταβῇ τις εἰς τὰ λουτρὰ ταῦτα, πρέπει πρῶτον νὰ ἐξομολογηθῇ, μὴ παραλείπων νὰ συντάξῃ καὶ τὴν διαθήκην του. Ἀλλ’ ἂν τὰ λουτρὰ ταῦτα ἐξανθρωπισθῶσι, τότε ἀφεύκτως ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐπισκεπτῶν θὰ τριπλασιασθῇ τοὐλάχιστον, καὶ συνεπῶς θὰ πολλαπλασιασθῶσι καὶ αἱ εἰσπράξεις. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι τὸ Δημόσιον ἔχει καθῆκον νὰ μελετήσῃ ἀμέσως τὰ πράγματα, καὶ ταχέως νὰ προβῇ εἰς τὴν κατασκευὴν δεξαμενῶν, ἀποδυτηρίων καὶ δωματίων, ὄχι βεβαίως πολυτελῶν, ἀλλὰ δυναμένων νὰ προφυλάττωσι τοὺς ἀσθενεῖς αὐτούς, δαπανῶν πρὸς τοῦτο οὐχὶ πλείονας τῶν τετρακοσίων ἢ τετρακοσίων πεντήκοντα χιλιάδων δραχμῶν. Καὶ ἰδοὺ πῶς. Ἐν Πλατυστόμῳ ὑπάρχουσι δύο, ὡς εἶπον, πηγαὶ διαφόρου συστάσεως καὶ θερμοκρασίας. Εἰς ἑκάστην τῶν πηγῶν τούτων νὰ κατασκευασθῇ μία κοινὴ δεξαμενή, πέριξ τῆς ὁποίας καὶ τὰ ἀποδυτήρια. Διὰ τὰς δύο ταύτας δεξαμενὰς μετὰ τῶν ἀποδυτηρίων ἀπαιτεῖται δαπάνη τὸ πολὺ 80,000 δραχμῶν· ἂν δὲ σὺν τούτοις κατασκευασθῶσι καὶ ἑβδομήκοντα δωμάτια, ἡ δαπάνη τῶν ὁποίων, ὡς καὶ τῶν ἀπαραιτήτων παρακολουθημάτων αὐτῶν, δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰς 100,000 δραχμὰς, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὰ λουτρὰ τοῦ Πλατυστόμου, κατασκευαζομένης καὶ τῆς ἐκ πέντε χιλιομέτρων ἁμαξιτῆς ὁδοῦ, ἀπαιτούσης δαπάνην 25,000 δραχμῶν, ἐξανθρωπίζονται.
§67Κ. ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ. Δὲν ἀρκεῖ αὐτὸ τὸ ποσόν.
§68Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἄν εἴχομεν ἑκατομμύρια, θὰ ἦτο βεβαίως καλὸν νὰ τὰ ἐδαπανῶμεν, ἵνα καταστήσωμεν τὰ λουτρὰ ταῦτα ζηλευτὰ καὶ διὰ Βασιλεῖς. Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ τούτου· πρόκειται μόνον νὰ καταστήσωμεν τὴν διαμονὴν τῶν ἀσθενῶν ἐν τοῖς λουτροῖς αὐτοῖς ἐπωφελῆ καὶ ἀκίνδυνον, καὶ πρὸς τοῦτο ἀρκεῖ βεβαίως τὸ ποσὸν τῶν χιλίων ἢ τὸ πολὺ χιλίων διακοσίων δραχμῶν, ἵνα δι’ αὐτῶν κατασκευασθῇ ἓν δωμάτιον εὐρύχωρον, εὐάερον καὶ ἐν γένει πληροῦν τοὺς ὅρους τῆς ὑγιεινῆς. Ἂν λοιπὸν τὰ αὐτὰ μέτρα λάβῃ τὸ Δημόσιον καὶ διὰ τὰ λουτρὰ Θερμοπυλῶν, ἐγεῖρον ἐκεῖ ἑβδομήκοντα δωμάτια εὐήλια, εὐρύχωρα καὶ εὐάερα, ἀπαιτοῦντα δαπάνην ἑτέρων ἑκατὸν χιλιάδων δραχμῶν, μετὰ τοῦ καφεστιατορίου, καὶ τρεῖς δεξαμενὰς μετὰ τῶν ἀποδυτηρίων, ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι καὶ ταῦτα ἐξανθρωπίζονται. Λέγω δὲ διὰ τὸ μέρος τοῦτο οὐχὶ δύο, ὡς καὶ ἐν Πλατυστόμῳ, ἀλλὰ τρεῖς δεξαμενὰς μετὰ τῶν ἀναλόγων ἀποδυτηρίων, διότι τὰ ὕδατα τῶν πηγῶν τούτων, ὡς εἶπον πρότερον, ἔχουσι θερμοκρασίαν πολὺ ὑψηλὴν, καὶ ἐπειδὴ, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, αὕτη πρέπει νὰ κατέρχηται, καὶ πρὸς τοῦτο δὲν δυνάμεθα ἄνευ ἄλλων προσθέτων δαπανῶν νὰ καταβιβάζωμεν αὐτὴν, ἀνάγκη νὰ ἐπιδιώξωμεν τοῦτο διὰ τῆς ἀπομακρύνσεως τῶν δεξαμενῶν ἀπὸ τῆς πηγῆς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς πείρας ἐνδείκνυται. Ἄν λοιπὸν, λέγω, καὶ ἐνταῦθα κατασκευασθῶσιν ἑβδομήκοντα δωμάτια καὶ καφεστιατόριον, ἀντὶ δραχ. 100,000, καὶ τρεῖς δεξαμεναὶ μετὰ τῶν ἀποδυτηρίων, ἀπαιτοῦσαι δαπάνην ἑτέρων ἑκατὸν χιλιάδων δραχμῶν, ἢ ἑκατὸν εἴκοσι, διατεθῶσι δὲ καὶ τριάκοντα τὸ πολὺ χιλιάδες δραχμαὶ πρὸς ἀποξήρανσιν τοῦ πρὸ τῶν πηγῶν ἐλαχίστης ἐκτάσεως ἕλους, πληρέστατα καὶ ἐνταῦθα ἐξασφαλίζονται οἱ ἀσθενεῖς. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε: «ἔχει τὸ Δημόσιον σήμερον χρήματα; δύναται ν’ ἀποδυθῇ εἰς τόσας δαπάνας;» Ἐγὼ λέγω, ὅτι δύναται· διότι, καὶ ἂν δὲν ἔχῃ αὐτὸ εἰς χεῖράς του τὰς 450,000 δραχμὰς, εὐκόλως δύναται νὰ εὕρῃ τὸ ποσὸν τοῦτο διὰ χρεωλυτικοῦ δανείου, ὁμοίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον αἱ Τράπεζαι παρέσχον εἰς ἄλλους δήμους, καὶ ἐπὶ ὑποθήκῃ τῶν προσόδων αὐτῶν τῶν ἰδίων πηγῶν. Ἓν δάνειον ἐκ τετρακοσίων πεντήκοντα χιλιάδων δραχμῶν, συνομολογούμενον ἐπὶ τόκῳ 6% καὶ χρεωλυσίῳ 1%, θ’ ἀπαιτήσῃ ἐπὶ 32 ἢ 33 μόνον ἔτη ἐτησίαν καταβολὴν ἐκ δραχ. τριάκοντα μιᾶς καὶ ἡμισείας χιλιάδων. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν, ἂν θὰ ἦναι ἐπαρκὴς καὶ ἡ προσφερομένη ἐγγύησις. Γινώσκετε πάντες, ὅτι τὰ λουτρὰ λειτουργοῦσι καθ’ ὅλους τοὺς πέντε θερινοὺς μῆνας· ἂν δεχθῶμεν, ὅτι ἕκαστον τῶν δωματίων, τὰ ὁποῖα δι’ ἀμφότερα τὰ μέρη θ’ ἀνέρχωνται εἰς 140, θὰ ἐνοικιασθῇ οὐχὶ ἐπὶ 150, ἀλλ’ ἐπὶ ἑκατὸν μόνον ἡμέρας, καὶ οὐχὶ πρὸς τρεῖς δραχμὰς καθ’ ἑκάστην, ὡς δυστυχῶς ἐνοικιάζονται αἱ σημεριναὶ τρώγλαι, ἀλλὰ μόνον πρὸς δύο, ταῦτα καὶ μόνα θ’ ἀποφέρωσι καθ’ ἑκάστην περίοδον πρόσοδον ἐξ εἴκοσι καὶ ὀκτὼ χιλιάδων δραχμῶν· ἂν δὲ ὑποθέσωμεν, ὅτι οἱ ἐπισκέπται τῶν λουτρῶν μόνον θὰ διπλασιασθῶσιν, ἤτοι θ’ ἀνέλθωσι μόνον εἰς χιλίους τετρακοσίους, καὶ ὅτι οὗτοι κατὰ μέσον ὅρον θέλουσι λουσθῆ οὐχὶ εἰκοσάκις, ὡς εἶπον πρότερον, ἀλλὰ μόνον δεκαπεντάκις, πληρώνοντες τὰ αὐτὰ λουτρικὰ δικαιώματα, ἤτοι ἑβδομήκοντα καὶ πέντε λεπτὰ, ὡς καὶ σήμερον, θέλουσι καταβάλει δικαιώματα λουτρικὰ ἐκ δραχ. 15,750, αἱ ὁποῖαι, προστιθέμεναι εἰς τὰς 28,000, τὰς προερχομένας ἐξ ἐνοικίου τῶν δωματίων, ἀποτελοῦσι πρόσοδον ἐτησίαν 43 ἢ 44 χιλιάδων δραχμῶν. Ἄν δὲ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο προσθέσωμεν τὰς προσόδους τῶν καφεστιατορίων καὶ τῶν γαιῶν, βλέπομεν, ὅτι τὰ λουτρὰ ταῦτα ὑπόσχονται εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς εἴσπραξιν μείζονα τῶν πεντήκοντα χιλιάδων κατ’ ἔτος, πρὸς ἐπιτυχίαν τῆς ὁποίας βεβαίως θὰ προσενέγκωσιν εἰς τὸ Δημόσιον τὰς τεσσαράκοντα τοὐλάχιστον χιλιάδας κατ’ ἔτος, ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀρκεῖ, ἵνα πληρώνηται καὶ τὸ τοκοχρεωλύσιον τοῦ ἐκ 450,000 δραχμῶν δανείου, καὶ τὸ ποσὸν τῶν ὀκτὼ χιλιάδων δραχμῶν, τὸ ὁποῖον σήμερον τόσον ἀδίκως εἰσπράττει τὸ Δημόσιον. Ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς μου, κύριοι συνάδελφοι, μετεχειρίσθην, ὡς παρετηρήσατε, τὸν ἀνώτερον ὅρον ὡς πρὸς τὰς δαπάνας, καὶ τὸν κατώτερον ὡς πρὸς τὰς εἰσπράξεις, καὶ τοῦτο, ἵνα δείξω, ὅτι καὶ ὑπὸ τὰς δυσμενεστέρας περιστάσεις ἡ προτεινομένη αὕτη ὑπὲρ τῶν πασχόντων καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου δαπάνη δὲν θέλει ἀποβῆ ματαία καὶ ἄκαρπος. Τοῦτο ἀποδείξας δι’ ἀριθμῶν ἀδιαφιλονικήτων, παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, μεθ’ ὃ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλει υἱοθετήσει τὴν πρότασίν μου ταύτην, ἡ πραγματοποίησις τῆς ὁποίας θέλει προκαλέσει τὴν εὐγνωμοσύνην οὐχὶ ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος ὅ,τι λέγω τὸ λέγω, ἵνα ἑρμηνεύσω τὸν πόνον, τὸν ὁποῖον αἰσθάνομαι καθ’ ἕκαστον θέρος, ἐπισκεπτόμενος τὰ λουτρὰ ταῦτα, καὶ ἀντιλαμβανόμενος τὴν ἀθλιότητα καὶ τὰς ταλαιπωρίας τῶν λουομένων, οὐχὶ τὴν εὐγνωμοσύνην τῶν συμπολιτῶν μου, οἱ ὁποῖοι ἴσως, κατὰ τὴν γνώμην τινὸς ἐξ ὑμῶν, ἐπιθυμοῦσι τοῦτο χάριν μικρῶν ἐμμέσων κερδῶν, τὰ ὁποῖα προσδοκῶσιν ἐκ τῆς ἐπὶ τὸ τελειότερον καταρτίσεως τῶν ἰαματικῶν αὐτῶν κέντρων, ἀλλὰ τὴν εὐγνωμοσύνην αὐτῶν τῶν ἀσθενῶν, οἱ ὁποῖοι τότε, μεταβαίνοντες εἰς τὰ λουτρὰ αὐτὰ, καὶ ὑποβαλλόμενοι εἰς ἐλάσσονας ἴσως τῶν σημερινῶν δαπάνας, θέλουσιν ἀνακτᾷ τὴν ὑγείαν των, χωρὶς νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τοὺς κινδύνους, εἰς οὓς ὑποβάλλονται σήμερον, ὅτε τὰ λουτρὰ ταῦτα ὄνειδος καὶ οὐχὶ τιμὴν περιποιοῦσιν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στρᾶτος ἔχει τὸν λόγον,
§70Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐὰν εἶναι δυνατόν, αὔριον νὰ ἦμαι πρῶτος, διότι ἡ ὥρα προχωρεῖ, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν εἰς τὰς ἐργασίας της. Ἀναβάλλω δι’ αὔριον.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· αὔριον ἀναγράφεσθε πρῶτος. Ὁ κύριος Α. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον.
§72Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§73Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὅσα ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος, εἶναι πληρέστατα ἀκριβῆ· τὸ περίεργον δὲ εἶναι, ὅτι, ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν νομιμοφροσύνῃ, ἔδωσε διαταγὴν νὰ κλεισθῶσι τὰ δύο φαρμακεῖα, τὰ ὁποῖα ἤνοιξαν ἄνευ ἀδείας τοῦ Νομάρχου, διότι ὁ ἀδικούμενος πολίτης ἀπετάθη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ὀρθῶς διέταξε τὴν Νομαρχίαν νὰ ἄρῃ τὴν ἄδειαν, ἀπὸ τῶν φαρμακοποιῶν τούτων, ὁ κ. Νομάρχης, δὲν γνωρίζω διὰ τίνα λόγον, καίτοι εἶχεν ἀναγνωρίσει τὸ δίκαιον τῶν παραπόνων, καὶ διέταξε τὸ κλείσιμον τῶν εἰρημένων δύο φαρμακείων, κατόπιν μετέβαλεν γνώμην. Ἴσως ἄλλη σκέψις, ἢ ἄλλη παραγγελία ἔπεισεν αὐτὸν εἰς τοῦτο. Ἤδη ὁ διερχόμενος τὴν ὁδὸν Ἀθηνᾶς παρίσταται πρὸ τοῦ περιέργου θεάματος, νὰ βλέπῃ ὑπάρχοντα παρὰ τὸ φαρμακεῖον τοῦ παραπονουμένου Μαραγκοῦ δύο ἕτερα, πλησιέστατα, ἀπέναντι ἀλλήλων κείμενα. Ὁ νόμος προβλέπει περὶ τούτου, καὶ διατάσσει, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἀπόστασιν 150 μέτρων ἡ σύστασις ἑτέρου φαρμακείου, καὶ τοῦτο, ὄχι μόνον ἵνα μὴ προσβάλλωνται τὰ συμφέροντα τῶν φαρμακοποιῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ λόγους δημοσίας ὑγείας, ὅπως ἑκάστη συνοικία ἔχῃ φαρμακεῖον ἴδιον πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν αὐτῆς. Ὁ παραπονούμενος αὐτὸς πολίτης καὶ δικαστικῶς ἐπεζήτησε τὴν ὑποστήριξιν τῶν δικαίων του, ζητήσας ἀποζημίωσιν μεγάλην παρὰ τοῦ Δημοσίου, διότι τοῦτο παρέβη διάταξιν ῥητὴν τοῦ νόμου, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν συμφερόντων τοῦ παραπονουμένου· ἐφ’ ὅσον δὲ παρέρχεται χρόνος, τὸ Δημόσιον ζημιοῦται ἀνὰ 50 δραχμὰς τὴν ἡμέραν, διότι αὐξάνει ἡ ἀποζημίωσις ἐφ’ ὅσον δὲν αἴρεται ἡ αἰτία τῆς ζημίας. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ τὸ ταχύτερον τὰς δεούσας διαταγὰς πρὸς τὸν Νομάρχην, ὅπως ἀφαιρέσῃ τὴν ἄδειαν ἀπὸ τοὺς δύο ἑτέρους φαρμακοποιοὺς, καὶ διατάξῃ τὴν μὴ λειτουργίαν τῶν φαρμακείων αὐτῶν, διότι τοῦτο ἐπιβάλλει τὸ δημόσιον συμφέρον.
§74Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγείρομαι οὐχὶ ἵνα ἀπευθύνω ἐπερώτησιν, ἀλλ’ ἁπλῶς ἵνα ποιήσωμαι ἀνακοίνωσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς εἶναι ἀπών. Ἐὰν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ διαβιβασθῇ ἄλλως πρὸς αὐτὸν ἡ ἀνακοίνωσίς μου, θέλω παρακαλέσει τὸ Γραφεῖον νὰ πέμψῃ σημείωσιν αὐτῆς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ ἀνακοίνωσις, ἣν ποιοῦμαι, ἀφορᾷ τοὺς πρὸς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ὀφειλέτας ἐκ δόσεων γαιῶν καὶ φυτειῶν, ἐκείνους, οἵτινες κατοικοῦσιν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἐν αἷς ἐπῆλθεν ἡ ἐκ τοῦ περονοσπόρου καταστροφὴ τῆς παραγωγῆς. Οἱ πολῖται οὗτοι εἶχον ὑποβάλει παραστάσεις, εἴτε διὰ τῶν ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων Βουλευτῶν, εἴτε καὶ ἀπ’ εὐθείας, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν φαίνεται ὅτι εἶχε δώσει τότε ὁδηγίας εἰς τοὺς ταμίας, ἵνα μὴ προβῶσιν εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν τούτων, ἀφοῦ ἕνεκα δυστυχημάτων τῆς παραγωγῆς ἦσαν ἐν πλήρει ἀνικανότητι ν’ ἀποτίσωσι τὴν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλήν των. Ἀλλὰ κατὰ τὸν Αὔγουστον λήγουσιν αἱ νόμιμοι προθεσμίαι πρὸς πληρωμὴν τῶν χρεῶν τούτων, θέλουσι δὲ ὑποβληθῆ εἰς πρόστιμον καὶ εἰς τόκον οἱ εἰρημένοι, οἵτινες δὲν ἀπέδωκαν τὰς ὀφειλάς των, ἀφοῦ τὸ Ὑπουργεῖον εἶχεν ἀνεχθῆ τὴν καθυστέρησίν των ταύτην. Ἑπομένως μοὶ γράφουσιν, ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς προσθέτους ταύτας ζημίας. Τὸ ἄδικον τοῦτο ἀναγνωρίζω καὶ ἐγὼ, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, καὶ προνοήσῃ ἐγκαίρως, ὅπως μὴ ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς προσθέτους ταύτας ζημίας, ἀφοῦ ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι προσῆκε νὰ ἀνεχθῇ ἡ ταμιακὴ ὑπηρεσία τὰς καθυστερήσεις ταύτας.
§75Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὀλίγας λέξεις ἤθελον ν’ ἀπευθύνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρωθυπουργόν. Πρό τινος χρόνου εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταθέσῃ πληροφορίας τινὰς, περὶ ὧν εἶχον ὑποβάλει σημείωσιν εἰς τὸ Προεδρεῖον, διὰ τὸ ὑδραυλικὸν ζήτημα τῶν πόλεων Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ περιχώρων. Τὰς πληροφορίας ἐκείνας εὐηρεστήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ· ὁ φάκελος ἐμελετήθη καὶ παρ’ ἄλλων ἐκ τῶν κ. συναδέλφων καὶ παρ’ ἐμοῦ, καὶ σήμερον κατετέθη εἰς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως, ἐὰν εὐαρεστῆται, ὁρίσῃ συνεδρίασιν, καθ’ ἣν νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§76Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δυνάμεθα, ἐὰν θέλητε, νὰ συζητήσωμεν περὶ τούτου τὴν προσεχῆ Πέμπτην.
§77Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πολὺ καλά.
§78Δ. ΚΑΙΡΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὲν σκοπῶ ν’ ἀπευθύνω ἐπερώτησιν, ἀλλ’ ἁπλῶς μίαν παράκλησιν θὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὸ ζήτημα τῆς ταχυδρομικῆς συγκοινωνίας τῆς ἰδιαιτέρας ἐπαρχίας μου. Παράπονα πολλὰ ἐκεῖθεν διαβιβάζονται κατὰ τῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων, ὅτι, ἐνῷ ὑπῆρχε γραμμὴ ταχυδρομικὴ μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Ἄνδρου διὰ Λαυρίου καὶ Γαυρίου, ἡ γραμμὴ αὕτη ἔπαυσεν. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐν καιρῷ χειμῶνος, καὶ τὸ θέρος ἀκόμη, ὅταν οἱ βόρειοι ἄνεμοι ἦναι ἰσχυρότατοι, ἡ συγκοινωνία τῆς Ἄνδρου διακόπτεται. Ἡ συγκοινωνία τῆς Ἄνδρου ἐξυπηρετεῖ συμφέροντα πολλὰ, οὐ μόνον ἐμπορικὰ, ἀλλὰ καὶ ναυτικά· οἱ ἐφοπλισταὶ τῶν ἰδιωτικῶν πλοίων διηνεκῶς εὑρίσκονται εἰς συγκοινωνίαν μετὰ τῶν μετόχων καὶ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ· ἔχουσι λοιπὸν ἀνάγκην γραμμῆς συντόμου, ἀλλ’ οὐχὶ μόνον τῆς διὰ Σύρου. Διὰ ταῦτα ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Διεύθυνσιν τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων, ὅπως τὸν φάκελον τὸν ταχυδρομικὸν μὴ ἀποστέλλῃ μόνον διὰ Σύρου, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὶς τῆς ἑβδομάδος ὑπάρχει συγκοινωνία διὰ μικρῶν ἀτμοπλοίων μεταξὺ Λαυρίου καὶ Γαυρίου, ν’ ἀποστέλλῃ τὴν ἀλληλογραφίαν διὰ τῆς ὁδοῦ ταύτης.
§79Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως γνωρίζει, ὅτι μέχρι τοῦ παρελθόντος ἔτους ἡ συγκοινωνία ἡ ταχυδρομικὴ μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Εὐρυτανίας ἐξετελεῖτο δι’ ἐφίππων καὶ πεζῶν ταχυδρόμων, καὶ ὅτι ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους ἀπεφασίσθη, πρὸς βελτίωσιν τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, νὰ ἀναλάβῃ εἷς ἐργολάβος νὰ ἐκτελῇ αὐτὴν δι’ ἁμάξης. Δυστυχῶς ὁ δρόμος, ὁ ἄγων ἀπὸ Στυλίδος εἰς Εὐρυτανίαν, ἐν καιρῷ χειμῶνος δὲν λειτουργεῖ κανονικῶς· ἕνεκα τούτου ὁ ἐργολάβος φρονεῖ, ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος, ἀφοῦ δὲν διέρχεται ἅμαξα, νὰ στέλῃ πεζοὺς ἢ ἐφίππους, ἵνα μεταφέρωσι τὸ ταχυδρομεῖον, καὶ διὰ τοῦτο παρέρχονται 15 ἡμέραι ἕως οὗ λάβωμεν ἐπιστολάς. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συστήσῃ εἰς τὸν ἐργολάβον νὰ στέλλῃ τὴν ἀλληλογραφίαν διὰ πεζῶν ἢ ἐφίππων.
§80Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλω μεριμνήσει.
§81Κ. ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Ἔλαβον τηλεγράφημα ἐμπόρων ἐξ Ἄρτης περὶ τοῦ φαρμακευτικοῦ νομοσχεδίου. Ὅμοιον τηλεγράφημα ἐστάλη καὶ πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω διατὶ δὲν ἀνεκοινώθη παρὰ τοῦ κ. Προέδρου. Ἴσως δὲν ἐλήφθη τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸ Γραφεῖον. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ διατάξητε νὰ γείνῃ ἔρευνα περὶ τούτου.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον ἔλαβεν ἐκ διαφόρων μερῶν πολλὰ τοιαῦτα τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἔκρινε καλὸν νὰ ἀνακοινώσῃ ὅταν συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ φαρμακείων. Τὸ περιεχόμενον τῶν τηλεγραφημάτων τούτων εἶναι ἤδη γνωστόν. Οἱ μὲν ἔμποροι ζητοῦσι νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, οἱ δὲ φαρμακοποιοὶ ζητοῦσι νὰ ψηφισθῇ. Ἰδοὺ λ.χ. ὁ βουλευτὴς Κραναίας κ. Μομφερρᾶτος ὑποβάλλει ἀναφορὰν τῶν ἐν Κεφαλληνίᾳ, Πάτραις, Σύρῳ, Τριπόλει κλπ. φαρμακεμπόρων, περιέχουσαν τροπολογίαν σχετικὴν μὲ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Παπαγιαννακόπουλος ἑτέραν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου. Τρίτην τροπολογίαν ὑποβάλλει ὁ βουλευτὴς Ὕδρας κ. Γκίκας. Τετάρτην τροπολογίαν ὑποβάλλει ὁ βουλευτὴς Εὐρυτανίας κ. Ζῶτος. Πέμπτην τροπολογίαν ὑποβάλλουσιν οἱ βουλευταὶ κ.κ. Καρτάλης, Κασσαβέτης, Παπαθανασίου, Κοττίκας, Κανούτας, Τερτίπης καὶ Ραδινός. Ἕκτην τροπολογίαν ὑποβάλλουσιν οἱ βουλευταὶ κ.κ. Καρτάλης, Ρακόπουλος, Φιλιππίδης, Τερτίπης, Ραδινός, Κασσαβέτης, Χατζηπέτρος, Κανούτας, Γιαννακίτσας καὶ Ταρμπάζης. Ἅπασαι αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 209–214).
§83ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὑτοῦ ἐπὶ τοῦ μικροῦ θέματος, ὅπερ θ’ ἀναπτύξω. Πρό τινος καιροῦ, γενομένων ἐν ἰδιωτικῷ κτήματι τῆς Κηφισιᾶς ὑδραυλικῶν ἐργασιῶν, αἵτινες ἐγέννησαν κίνδυνον εἰς τὰ πέριξ κτήματα ἐν γένει, ἐξηγέρθησαν οἱ τοῦ χωρίου, αἱ δὲ γυναῖκες, μεταβᾶσαι ἐκεῖ ἀθρόαι, συνέχεον τὰ ἔργα, καὶ κατέστρεψαν τὴν γενομένην ἐργασίαν, ἢ μέρος αὐτῆς. Ἐπὶ τούτοις ἐγένετο καταδίωξις, καὶ χθὲς συνελήφθησαν πολλαὶ γυναῖκες, ἤχθησαν ἐνταῦθα καὶ κρατοῦνται ἔτι ὑπόδικοι εἰς τὸ κρατητήριον...
§84Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπελύθησαν. Μία ἐκρατήθη μόνον.
§85ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν γνωρίζω. Τοῦτο εἶπον ἱστορικῶς. Ἀλλ’ ἐνῷ μετήγοντο αἱ γυναῖκες πρὸς ἀνάκρισιν, ἤρχετο ἔξω ἡ ἐργασία εἰς μεγαλείτερον βαθμὸν, καὶ ἐσκάπτετο τὸ μέρος εἰς βάθος 30 μέτρων, καὶ διωχετεύετο τὸ ὕδωρ εἰς ἄλλο μέρος, ἔκοπτον τὰ πεζοδρόμια, καὶ ἐκ τούτου περιήχθησαν εἰς κίνδυνον αἱ δενδροστοιχίαι, αἱ μετὰ τόσης δαπάνης καταρτισθεῖσαι. Ἐνῷ αἱ ἐργασίαι ἐγίνοντο ἐν Κηφισιᾷ, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, πολλῷ δὲ μᾶλλον αἱ γυναῖκες, ἐπετέθησαν κατὰ τῶν ἐργαζομένων, καὶ κατέπαυσαν αὐτὰς, ἠναγκάσθη δὲ ἔνοπλος ἡ ἀρχὴ νὰ ἐπεμβῇ, ὅπως ἀνακόψῃ τὸ κακόν. Ὑπὲρ τοὺς 100 Κηφισιῶται, κατελθόντες ἐνταῦθα, προεκάλεσαν τὴν προσοχήν μου εἰς τὸ ἐπιζήμιον τοῦ ἐκτελουμένου ἔργου, διότι, ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐργασία, μέλλει βεβαίως νὰ ἀποξηράνῃ τὰς κρήνας τῆς κοινότητος Κηφισιᾶς, ἐπὶ βλάβῃ καὶ τῶν πέριξ κτημάτων. Ἐκ τούτου, ἂν τυχὸν ἤθελε συμβῇ, δυνατὸν νὰ προκύψωσι πράξεις διαταράσσουσαι τὴν δημοσίαν τάξιν. Ταῦτα ἀνάγονται εἰς τὴν πρόνοιαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν· παρακαλῶ δὲ αὐτὸν, ἐπειδὴ ὑπὸ τῶν τελουμένων ἔργων θίγονται δικαιώματα τῶν κατοίκων, ἅτινα δὲν ἐπιτρέπεται ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ προσβάλλωνται κατ’ οὐδένα τρόπον, νὰ μεριμνήσῃ περὶ ἐξακριβώσεως τῆς ἀληθείας, καὶ ἂν τυχὸν ἀποσταλῶσι μηχανικοὶ, ἀφοῦ μελετήσωσι τὰ πράγματα, ν’ ἀνασταλῇ πᾶσα ἐνέργεια, θίγουσα τὰ δικαιώματα τῆς κοινότητος.
§86Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδόθη διαταγὴ, ὅπως μηχανικὸς μεταβῇ ἐπὶ τόπου, διότι παρεστάθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι αἱ ἐργασίαι γίνονται ἐντὸς κτημάτων ἰδιοκτήτων. Σήμερον δ’ ἐλήφθησαν πληροφορίαι, ὅτι ἐκτελοῦνται ἔργα τινὰ ἐπὶ τοῦ δρόμου, καὶ ἐδόθη διαταγὴ, ἐὰν τοιαῦτα ἔργα ἐκτελοῦνται ἐπὶ τοῦ δρόμου, νὰ παύσῃ ἡ ἐξακολούθησις αὐτῶν. Διέταξα μηχανικὸν νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου, καὶ νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὰ καθέκαστα τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§87Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως ἡ ὀρθὴ γνώμη εἶναι, ὅτι πᾶς ἰδιοκτήτης τῆς γῆς ἐντὸς τοῦ κτήματός του ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργῇ ἐργασίας πρὸς ἀνεύρεσιν ὕδατος, καὶ γίνεται κύριος αὐτοῦ, ἐὰν εὕρῃ. Ἀλλ’ ἐν τῇ Κηφισιᾷ συμβαίνει τι, ὅπερ δίκαιον καὶ νόμιμον εἶναι ν’ ἀποτελέσῃ ἐξαίρεσιν, ὅτι δηλ. κάτωθεν αὐτῆς διέρχονται ὑπογείως ἀρχαῖα ὑδραγωγεῖα, τὰ ὁποῖα ἔφερον ἄλλοτε τὸ ὕδωρ εἰς διάφορα μέρη καὶ τῆς Κηφισιᾶς καὶ τῆς ὅλης λεκάνης τῆς Ἀττικῆς. Τὰ ὑδραγωγεῖα αὐτὰ ἀνήκουσιν εἰς τὴν κοινότητα, νῦν εἰς τὸν δῆμον Ἀθηναίων. Ἐκ τούτου ἕπεται, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης τμήματος γαιῶν ἐν Κηφισιᾷ, κάτωθεν τῶν ὁποίων διέρχεται τὸ ὕδωρ τῶν ἀρχαίων ὑδραγωγείων, δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα, διὰ χειροποιήτων ἔργων νὰ μεταβάλλῃ καὶ νὰ οἰκειοποιῆται τὸν ῥοῦν τῶν ὑπογείων ὑδάτων. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δικαιοῦται τὸ Κράτος νὰ ἐμποδίσῃ τὴν τοιαύτην μεταβολὴν τῶν πραγμάτων, διότι δὲν ἀπαντᾷ ἰσχυρὸν δικαίωμα ἰδιωτικῆς κτήσεως.
§88ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κύριος συνάδελφος, καὶ ἐγὼ δὲ εἶχον σκοπὸν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ Κηφισιὰ ἔχει πηγὴν, κεφαλὴν ὕδατος, αὐτὴν τὴν ὀνομαζομένην «Κεφαλάρι», μίαν τῶν κυριωτάτων πηγῶν τοῦ Κηφισοῦ, ἐξ οὗ καὶ τὸ ὄνομα «Κηφισιά.» Τὸ ὕδωρ τῆς πηγῆς ταύτης δὲν μεταβαίνει νῦν εἰς τὸν Κηφισὸν, εἰσαχθὲν εἰς τὸ ἀρχαῖον ὑδραγωγεῖον πρὸς διοχέτευσιν εἰς Ἀθήνας. Ἀλλ’ εἰς τὴν πόλιν σήμερον ἐν μέρει μόνον ῥέει, ἐπειδὴ τὸ ἀρχαῖον ὑδραγωγεῖον ἔχει διακλαδώσεις, εἶναι δὲ καὶ πολλαχοῦ διερρηγμένον. Οὕτω μέρος τοῦ ὕδατος τοῦ ὑδραγωγείου τροφοδοτεῖ τὸ ἔδαφος τὸ πέριξ τῆς Κηφισιᾶς. Ὅπου καὶ ἂν ἐργασθῇ τις ἐν Κηφισιᾷ, εὑρίσκει ἴχνη τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου. Ἐκ τούτων τῶν ἐπὶ τόπου ὑπαρχόντων ἀρχαίων ἔργων ὠφελοῦνται οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου σήμερον καὶ ἀπὸ μακροῦ χρόνου, πᾶσα δ’ ἐνέργεια, γινομένη καθ’ ὃν τρόπον ἔδειξεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, θίγει τὰ δικαιώματα αὐτῶν. Πᾶσα ἐργασία, παρεκτρέπουσα τὸ ὕδωρ, ἐπὶ μεταβολῇ τῆς τοιαύτης σήμερον καταστάσεως τοῦ ἀρχαιοτέρου ὑδραγωγείου, παραβλάπτει ὑφιστάμενα ἰδιωτικὰ δικαιώματα, ὀφείλει δὲ νὰ παρεμβῇ ἡ ἀρχὴ, ἐμποδίζουσα τὴν μεταβολήν. Ἀλλὰ βλάπτονται καὶ τὰ δικαιώματα τῆς ὑδρεύσεως, ἅπερ ἔχει ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν. Τοῦτο ἦτο τὸ πρῶτον θέμα, ἐφ’ οὗ εἶχον σκοπὸν νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ἔχω καὶ δεύτερον θέμα, ἐφ’ οὗ θέλω εἴπει ὀλίγα τινὰ πολὺ συντόμως. Δὲν θέλω τὸ θέμα τοῦτο νὰ καταστήσω ἀντικείμενον συζητήσεως· ἁπλῶς θέλω νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ ἰδίως — ἀφοῦ μετά τινας ἡμέρας, πιστεύω, ὅτι λήγουσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς — νὰ μὴ παραμελήσῃ, νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν περισσότερον ἢ ὅ,τι μέχρι τοῦδε ἐπράχθη, καίτοι γινώσκω, ὅτι ἐπεμελήθη τοῦ πράγματος, ἐπὶ τοῦ ἑξῆς φιλανθρώπου ἔργου. Ὡμίλησα ἄλλοτε ἐνταῦθα μακρότερον περὶ τῶν Καυκασίων, οἵτινες κατέφυγον ἐνταῦθα. Χθὲς φυλλάδιον διανεμηθὲν ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ ἐπανέλθω ἐκ νέου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Οἱ ὑπολειφθέντες ἐνταῦθα ἀποτελοῦσι 33 οἰκογενείας. Καθ’ ἃ ἠδυνήθην νὰ κρίνω, αἱ οἰκογένειαι αὗται κατῆλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα, συμπεσουσῶν πολλῶν ἐνεργειῶν, αἵτινες, εἴτε ἀκουσίως, εἴτε ἑκουσίως, ἐπλάνησαν αὐτοὺς, πεισθέντας νὰ ἔλθωσιν ἐνταῦθα, ὅπου οὐδὲν ὑπῆρχεν ἕτοιμον, πᾶν δ’ ὅ,τι εἶχον, ἐδαπάνησαν, ἐκινδύνευσαν δὲ καὶ τὸν ἔσχατον κίνδυνον. Πᾶσαι αἱ οἰκογένειαι ἠσθένησαν, καὶ ἀπεδεκατίσθησαν ἐν Ἑλλάδι. Φρονῶ, ὅτι αἱ οἰκογένειαι αἱ ὑπόλοιποι, αἵτινες εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον ἄνευ ἔξωθεν ἐπικουρίας νὰ ἀπέλθωσιν ἐξ Ἑλλάδος, πρέπει νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ὁμογενεῖς ναυαγοί, ὑπὲρ ὧν καθῆκον ἔχουσι νὰ ἔλθωσι πρὸ παντὸς τὸ Κράτος καὶ ἔπειτα καὶ ἡ κοινωνία ἀρωγοί. Χάρις εἰς τὴν φροντίδα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἰδίως εἰς ἰδιωτικὰς συνδρομὰς, ὧν δύο ἢ τρεῖς δὲν ὑπάρχουσιν ἐπαρκεῖς λόγοι, ὅπως ἐξάρῃ τις, εἶναι δυνατὸν ἴσως αἱ οἰκογένειαι αὗται, αἱ 33, αἵτινες ἀποτελοῦνται ἐξ 144 ὑπολοίπων ψυχῶν, — διότι ἀπέθανον ἐν τῷ μεταξὺ πολλοὶ, — εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσωσιν ἐπὶ ἕνα ἔτι μῆνα ἐν Ἑλλάδι· ἀλλὰ παρερχομένου τούτου τοῦ μηνὸς, ἄδηλον, τί θέλει συμβῆ. Τόσον μικρὸς ἀριθμὸς ἐργατικῶν ἀνθρώπων, οἵτινες, σημειωτέον, εἶναι καλλιεργηταὶ ἄριστοι, ἰδίως τοῦ καπνοῦ, τόσον μικρὸς ἀριθμὸς ἀνδρῶν ἐργατικῶν μετὰ τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν ἆρά γε εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ εὕρωμεν τόπον, μετὰ μελέτην, ἵνα ἐγκατασταθῇ που, ἢ νὰ διασκορπισθῇ εἰς δύο ἢ τρία μέρη, μετὰ μικροῦ τινος βοηθήματος, ὅπερ θέλει ἐπιτρέψει εἰς αὐτοὺς νὰ ἀγοράσωσι τὰ τῆς πρώτης ἀνάγκης, καὶ ν’ ἀποδώσωσιν ἔπειτα εἰς τὸ Δημόσιον καὶ τὸν φόρον αὐτῶν καὶ τμηματικῶς τὸ τίμημα τῶν γαιῶν, αἵτινες θέλουσι παρασχεθῆ εἰς αὐτούς; Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἀσχέτως πρὸς τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸν μέγαν ἀριθμὸν τῶν ἐπιθυμούντων νὰ μεταναστεύσωσι Καυκασίων, ἀσχέτως πρὸς τοὺς μέλλοντας νὰ ἔλθωσι, καὶ ὧν ἡ προθυμία πρέπει νὰ ἀνακοπῇ μέχρις οὗ ἡ Κυβέρνησις δυνηθῇ νὰ παράσχῃ εἰς αὐτοὺς ἔδαφος, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξετάσῃ, μήπως δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐγκαταστήσῃ τοὺς ὀλίγους τούτους ἐν Ἑλλάδι. Βεβαίως θέλει δυνηθῇ νὰ πράξῃ τοῦτο, ὑποβάλλουσα τὸ Κράτος εἰς μικρὰν δαπάνην, ἥτις, κατὰ τὰς μελέτας τοῦ Συλλόγου τῶν Μικρασιατῶν καὶ τοῦ ἐντιμοτάτου αὐτοῦ προέδρου, τοῦ καθηγητοῦ κ. Εὐαγγελίδου, δὲν θέλει ὑπερβῆ τὰς 45,000 δραχμάς. Ἰδίως τὸ Κράτος παρεμβαῖνον δύναται νὰ ἐνθαρρύνῃ καὶ τὰς ἰδιωτικὰς ἐνεργείας τῆς κοινωνίας Ἀθηνῶν, ἥτις δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι προθύμως θὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς δι’ ἐράνων, ὅπως ἔπραξε καὶ ἐπὶ τῶν Καμαριναίων. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἔχων πεποίθησιν, ὅτι τόσον ὀλίγας ψυχὰς εἶναι δυνατὸν νὰ οἰκονομήσῃ ὁ τόπος εἰς ἐργασίας γεωργικὰς, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μελετήσῃ ἰδιαιτέρως τὸ θέμα τοῦτο.
§89Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ἀφαιρέσεως τῶν ὑδάτων δι’ ἐργασίας ἰδιωτῶν δὲν περιορίζεται εἰς βλάβην μόνον ἰδιωτικήν. Οἱ ἀνασκάπτοντες πρὸς ἐξεύρεσιν ὕδατος δὲν ἀφαιροῦσι μόνον ὕδατα τῶν γειτόνων. Κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος αἱ τοιαῦται ἐργασίαι δύο ἢ τριῶν ἰδιοκτητῶν ἠλάττωσαν κατὰ πολὺ τὸ ὕδωρ, τὸ ἀνῆκον εἰς ὁλόκληρον τὴν κοινότητα Κηφισιᾶς, δηλ. τὸ τοῦ Κεφαλαρίου, διότι, ἐνῷ πέρυσι δὲν ἦτο ἀνυδρία, καὶ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἄφθονον ὕδωρ τὸ Κεφαλάρι, ἰδιωτικαὶ δύο ἢ τρεῖς ἐργασίαι, τὰς ὁποίας ἐπεχείρησαν γειτονεύοντες ἰδιοκτῆται, ἐπήνεγκον ἐλάττωσιν εἰς τὸ ὕδωρ Κεφαλαρίου κατὰ τοσοῦτον, ὥστε κατήντησε νὰ ἦναι σχεδὸν ἴσον μὲ τὸ τοῦ προπαρελθόντος ἔτους, ὅτε ἦτο ἀνυδρία. Ἕνεκα τούτου, εἰς τὴν ἐξέτασίν του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν βλάβην τὴν προσγινομένην εἰς τοὺς γείτονας τοὺς ζημιουμένους, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν βλάβην, ἡ ὁποία προσγίνεται γενικῶς διὰ τὰ ὕδατα τῆς Κηφισιᾶς, διότι, ὡς εἶναι γνωστὸν, δὲν γνωρίζομεν πόθεν ἀκριβῶς ἀρύεται τὸ ὕδωρ τοῦτο ἡ πηγὴ τοῦ Κεφαλαρίου· ἀπ’ ἐναντίας ἐκδεδομένων, μὴ μελετηθέντων μὲν, ἀλλὰ καὶ δυσκόλως δυναμένων νὰ μελετηθῶσιν, ἐξάγεται, ὅτι τὸ ὕδωρ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς ὅλους τοὺς κατοίκους, προέρχεται ἐκ πολλῶν ὑδραγωγείων, ἐκτεινομένων καὶ ἐπὶ ἰδιωτικῶν γαιῶν. Ἑπομένως, ἐὰν ἀφαιρεθῇ ἢ ἐλαττωθῇ κατὰ πολὺ τὸ ὕδωρ τοῦ Κεφαλαρίου, τὸ ἀτύχημα, ἡ βλάβη δὲν θὰ ἦναι μόνον εἰς τοὺς ἰδιώτας, ἀλλ’ εἰς ὁλόκληρον τὴν κοινότητα. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα καλὸν νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἵνα εἰς τοὺς ἀποσταλησομένους πρὸς μελέτην τοῦ ζητήματος ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ, ὅπως ὑπὸ γενικωτέραν ἔποψιν μελετήσωσι τὸ ζήτημα τοῦτο.
§90ΑΛΕΞ. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Ἤθελον πληροφορήσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐκ τῶν τοιούτων ἐργασιῶν, ἐνῷ τὸ ὑδραγωγεῖον, τὸ ὁποῖον διοχετεύει τὸ ὕδωρ τῆς Κηφισιᾶς, εἶχε πρό τινος χρόνου 4 ὀκάδας ὕδατος, κατόπιν τῶν ἐργασιῶν τούτων τὸ ὕδωρ ἠλαττώθη εἰς 40 δράμια μόνον. Τοιαύτη καταπληκτικὴ διαφορὰ ἐγένετο ἐντὸς ἓξ μόνον μηνῶν, διότι αἱ ἐργασίαι κατῆλθον μέχρι τοσούτου βάθους, ὥστε συνήντησαν τὸ ὑδροφόρον στρῶμα, ἐξ οὗ ἐξέρχεται τὸ ὕδωρ καὶ εἰσρέει ἐντὸς τῶν σωλήνων τοῦ ὑδραγωγείου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ μέριμναν περὶ τούτου.
§91Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ συστάσεις ὑμῶν ὅλαι εἶναι καλαί· ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ πολῖται. Δὲν δύνανται ἴσως ἀπολύτως νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ παρατηρήσεις σας, διότι παρετηρήθη, ὅτι αἱ ἐργασίαι, αἱ ὁποῖαι γίνονται παρά τινων, ὥστε τὸ ὕδωρ, ὅπερ εἶχεν ἄλλοτε τὸ Κεφαλάρι, νὰ ἐλαττωθῇ, δὲν δύνανται νὰ σταματηθῶσιν, ἐκτὸς ἐὰν πρόκηται περὶ ἐργασιῶν, αἵτινες τὸ ὑφιστάμενον ὑδραγωγεῖον δύνανται νὰ παραβλάψωσιν, ὅτε τὸ Κράτος δικαιοῦται νὰ παρακωλύσῃ ταύτας. Ἐὰν ὅμως πρόκηται περὶ ἄλλων ἐργασιῶν, ὅλως ἀσχέτων πρὸς τὸ ὑδραγωγεῖον, νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ νὰ παρέμβῃ, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι αἱ ἐργασίαι αὗται βλάπτουσι.
§92Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ἐπιτρέπεται.
§93Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αἱ συστάσεις, αἵτινες ἐγένοντο, πρέπει μετά τινος μέτρου νὰ γένωνται, διότι δὲν πρέπει νὰ δημιουργήσωμεν πράγματα, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἐκθέσει τὸ Δημόσιον εἰς σπουδαιοτάτας ἀποζημιώσεις, ἐὰν προέβαινεν εἰς μέτρα μὴ δικαιολογούμενα.
§94Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§95Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν προέκειτο νὰ ἐξετασθῇ τὸ ὑδραυλικὸν ζήτημα, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν Κηφισιὰν, βεβαίως πολλὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ. Ἀλλὰ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Τοῦ ὑδραυλικοῦ ζητήματος τῆς Κηφισιᾶς ἴσως ἐξετασθῇ, ἐὰν ὑπάρχῃ λύσις. Εἶναι ζήτημα σπουδαιότατον, καὶ ἐφιστῶ ἐπ’ αὐτοῦ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Διότι, ἂν τὸ ὑδραυλικὸν ζήτημα τῆς Κηφισιᾶς πρὸ ἐτῶν σπουδαίως ἐξητάζετο, βεβαίως δὲν ἠθέλομεν ὑφίστασθαι ἔλλειψιν ὕδατος, ἣν ἐπὶ τοσοῦτον ἤδη χρόνον ὑφιστάμεθα, διότι εἶναι τοσοῦτον ὑδροφόρον τὸ ἔδαφος τῆς Κηφισιᾶς, ὥστε βεβαίως, σπουδαίως ἐξεταζόμενον, ἐδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς θεραπείαν τῶν κακῶν τῆς πόλεως προσωρινήν. Ἐπίσης δὲν προτιθέμεθα νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὸ νομικὸν ζήτημα, τὸ προκῦπτον ἐκ τῶν λαβόντων χώραν χθὲς καὶ σήμερον ἐν Κηφισιᾷ, διότι καὶ τοῦτο δὲν ἔχει πολὺν τόπον ἐνταῦθα κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην. Ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ δικαιούμεθα νὰ ἐξετάσωμεν, καὶ ὑπὲρ οὗ δικαιούμεθα νὰ παρακαλέσωμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μεριμνήσῃ, εἶναι τὸ ἑξῆς· ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιστάσει ἐπιτρέπεται, ἵνα ἡ στρατιωτικὴ δύναμις, ἢ ἡ ἀστυνομικὴ, κατακυρώσῃ δικαίωμα εἴτε νομῆς, εἴτε κυριότητος, εἴτε οἱονδήποτε ἄλλο, προκῦπτον ἐκ τῶν ὑδάτων. Φαίνεται δὲ, ὅτι ἡ ἐκεῖ στρατιωτικὴ ἢ ἀστυνομικὴ δύναμις ἐπεχείρησε νὰ προσνείμῃ τοιαῦτα δικαιώματα, καὶ ἐκ τούτου προῆλθεν ἡ ἐξέγερσις ὁλοκλήρου τῆς κοινότητος. Διότι βεβαίως ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ κτήματος, περὶ οὗ πρόκειται, εἶναι εἷς τῶν ἀρίστων πολιτῶν τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, φαίνεται ὅμως, ὅτι, κακῶς ἐκλαβὼν τὴν ἔκτασιν τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ, ἐπεχείρησεν ὑδραυλικὰς πράξεις, θιγούσας τὰ κεκτημένα δικαιώματα τῆς κοινότητος Κηφισιᾶς. Διὰ τοῦτο ἐκεῖνο, ὅπερ δικαιούμεθα μόνον νὰ συστήσωμεν τῷ κ. Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι, νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς ἐκεῖ στρατιωτικῆς ἢ ἀστυνομικῆς ἀρχῆς, ὅπως μὴ προσνείμῃ τῷ ἑνί, ἢ τῷ ἑτέρῳ, δικαιώματα, ἅπερ αὐτὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσδώσῃ. Εἰμὶ δὲ βέβαιος, ὅτι, ἂν ἐστάλη ἐκεῖ πρόσωπον, δυνάμενον νὰ γνωρίζῃ τὰ ἐκεῖ ἐπακριβῶς συμβαίνοντα, θέλει διαφωτίσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τοιουτοτρόπως, ὥστε νὰ προληφθῇ πᾶσα ἀδικία.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Παπαγιαννακόπουλος.
§97Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ ἄλλου θέματος;
§98Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§99Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω δύο λέξεις ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος. Ἐὰν ἦναι ἀληθὴς ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς ἔδωκε πρὸ μικροῦ, ὅτι ἀπόσπασμα ἱππέων ἐκ τριάκοντα ἀνδρῶν μετέβη εἰς Κηφισιὰν καὶ ἐπροστάτευσε τὸν ἐπιδοθέντα εἰς ὑδραυλικὰς ἐργασίας ἐντὸς τοῦ κτήματός του, ἢ ἐκτείνοντα τὰς ἐργασίας του ταύτας καὶ πέραν τῶν ἰδιοκτησιῶν αὐτοῦ, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, τίς ἔδωκε τὴν διαταγὴν ταύτην εἰς τὸ ἀπόσπασμα, διότι ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν ἦτο ἔννομος.
§100Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ ἐξηγήσω τὰ πράγματα, ὡς ἐγὼ γνωρίζω αὐτά. Ὑπεβλήθησαν ἀναφοραὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι, ἐνῷ παρά τινος ἰδιοκτήτου ἐξετελοῦντο ἔργα ἐντὸς τοῦ κτήματός του, ὄντος μάλιστα περιπεφραγμένου, ἐπετέθησαν χωρικοί, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ὅπως ἐμποδίσωσιν αὐτὸν νὰ ἐργασθῇ. Ἐρωτῶ, ἂν ἡ πληροφορία αὕτη ἦτο ἀκριβής, δὲν εἶχε καθῆκον ἡ ἀρχὴ νὰ προστατεύσῃ τὸν καθ’ οὗ ἡ ἐπίθεσις, καὶ ἐμποδίσῃ πᾶσαν διὰ τῆς βίας ἐπίθεσιν, ἢ προλάβῃ σύγκρουσιν μεταξὺ τῶν ἐργαζομένων καὶ τῶν ἐπιτιθεμένων; Διότι ὅλοι, πιστεύω, ἀναγνωρίζετε, ὅτι, ἂν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπετίθεντο, εἶχον δικαιώματα νὰ ἐξασκήσωσιν, ἠδύναντο τὰ δικαιώματα ταῦτα νὰ ἐξασκήσωσι διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ, ἀλλ’ ὄχι νὰ ἐπιτεθῶσι κατὰ τῶν ἐργαζομένων, ὅπως ἐξαναγκάσωσιν αὐτοὺς νὰ παύσωσιν ἐργαζόμενοι. Ἐδόθη λοιπὸν διαταγὴ νὰ ἐμποδισθῇ ἡ σύγκρουσις, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ μεταξὺ τῶν ἐργαζομένων καὶ τῶν ἐπιτεθέντων κατ’ αὐτῶν, διότι ἐγνώσθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης ἐργάζεται ἐντὸς περιπεφραγμένου κτήματος, εἰς αὐτὸν ἀνήκοντος. Σήμερον, ἀπ’ ἐναντίας, ἄλλη τροπὴ ἐδόθη εἰς τὸ ζήτημα. Ἐλέχθη, ὅτι ὁ κύριος οὗτος δὲν ἐργάζεται ἐντὸς κτήματος ἀνήκοντος εἰς αὐτὸν καὶ περιπεφραγμένου, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς δημοσίας ὁδοῦ. Διετάχθη λοιπὸν ἀμέσως νὰ μεταβῇ ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ἐπὶ τόπου, ἵνα ἐξακριβώσῃ τὸ γεγονὸς τοῦτο, καὶ διατάξῃ, ὅπως πᾶσα ἐργασία τοιαύτη παύσῃ, μέχρις οὗ ὁ σταλεὶς μηχανικὸς ἐξακριβώσῃ τὰ γεγονότα, καὶ ἀναφέρῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ἡ ἐπέμβασις τῆς ἀρχῆς δὲν ἐγένετο, ὅπως δώσῃ ὑπεράσπισιν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, ἀλλὰ πρὸς ἀποφυγὴν συγκρούσεως μεταξὺ τῶν ἐργαζομένων, οἱ ὁποῖοι ὑπετίθετο, κατὰ τὰς χθεσινὰς πληροφορίας, ὅτι εἰργάζοντο ἐντὸς κτήματος ἀνήκοντος εἰς τὸν κύριον αὐτόν, καὶ ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἐπετέθησαν κατὰ τῶν ἐργαζομένων, ἀπαιτοῦντες νὰ παύσῃ ἡ ἐργασία. Ἐννοεῖται, ὅτι οἱ ἐπιτεθέντες, ἂν εἶχον δικαιώματα νὰ ἐξασκήσωσιν, ἠδύναντο ν’ ἀποταθῶσιν εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν καὶ ζητήσωσι προσωρινὰ μέτρα, καὶ ὄχι νὰ ἐπιτεθῶσιν ἀπ’ εὐθείας, ὅπως ἐπιβάλωσι τὴν γνώμην αὐτῶν. Αὐτὰ εἶναι τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο εἰς ἐμὲ γνωστά.
§101Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ ἐστάλη, ἵνα ἀποτρέψῃ τὴν σύγκρουσιν, ἀλλ’ ἐξετάθη ἡ ἐνέργειά της.
§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄντως ἡ ἀποστολὴ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως εἰς τὴν Κηφισιὰν ἦτο νόμιμος. Ὁ ἐξασκῶν τὴν ἀστυνομίαν, ἂν οἱ ὑπ’ αὐτὸν ἄνδρες δὲν ἐπήρκουν, εἶχε δικαίωμα ν’ ἀποταθῇ εἰς τὴν διοίκησιν καὶ νὰ ζητήσῃ τοιοῦτον ἀπόσπασμα, τοῦτο δ’ ἀπεστάλη, ἵνα ἐνισχύσῃ τὴν ἀστυνομίαν. Ἡ ἀστυνομία ἐκαλεῖτο ὄντως ἐκεῖ, ἵνα προλάβῃ τὴν σύγκρουσιν· ἂν δ’ αὕτη παρέβη τὸ καθῆκόν της, εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος.
§104Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Καρτάλης, Γιαννακίτσας, Γίδας, Φιλιππίδης καὶ Κασσαβέτης ὑποβάλλουσι τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ χρόνου τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ͵ΒΨΜΖʹ κλπ.» Αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 215). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§106Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σημειωθῶ ὅμως ἀπὸ τοῦδε πρῶτος δι’ αὔριον.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σημειωθῆτε δεύτερος, μετὰ τὸν κύριον Στρᾶτον.
§108Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσήλθομεν ἤδη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§110Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ προβῶμεν πρῶτον εἰς τὴν ψηφοφορίαν περὶ τῶν δύο συντάξεων, καὶ κατόπιν νὰ διακόψωμεν.
§112ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν Δέσποιναν χήραν τοῦ ἀποθανόντος ἀντιναυάρχου Μιλτιάδου Κ. Κανάρη». Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἀποβιώσαντος Ἰωάννου Ν. Δεληγιάννη». Νὰ προσκομισθῶσι δύο κάλπαι. Θὰ γείνῃ μία ψηφοφορία καὶ διὰ τὰ δύο νομοσχέδια, ὡς καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν. (Παρατίθενται δύο κάλπαι ἐπὶ τραπέζης πρὸ τοῦ βήματος).
§114Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὥστε μετὰ τὴν ψηφοφορίαν θὰ διακόψωμεν;
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§116Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου νομοσχεδίου, περὶ τῆς συντάξεως τῆς χήρας Ι. Δεληγιάννη, ἔχω τὸν λόγον. Δύο λέξεις θὰ εἴπω... (ἀντιρρήσεις καὶ θόρυβος).
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀφίνετε νὰ τὰς εἴπητε εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν; Διότι, βλέπετε, πρέπει καὶ νὰ διακόψωμεν.
§118Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Τώρα, παρακαλῶ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου διὰ τὴν σύνταξιν τῆς χήρας τοῦ μακαρίτου Ι. Δεληγιάννη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς κ. Δεληγεώργης παρεκάλεσε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα συναινέσῃ νὰ αὐξηθῇ τὸ ποσὸν ἀπὸ διακοσίων δραχμῶν εἰς τριακοσίας. Ἐπεθύμουν λοιπόν, ἀπόντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἐδέχθη ἡ Κυβέρνησις τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ. Νομίζω, ὅτι γνωρίζει ἡ Βουλή, ὅτι ἡ οἰκογένεια τοῦ Ἰωάννου Δεληγιάννη ἔχει θυγατέρας ἀγάμους, καὶ δεῖται πάσης ὑποστηρίξεως.
§119ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, περὶ τοῦ Ροντήρη θὰ εἴπω...
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἔχει τὸν λόγον. Παραβιάζεται τὸ δικαίωμα τοῦ ἄλλου, καὶ παραπονεῖται.
§121Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν χήραν τοῦ Μιλτιάδου Κ. Κανάρη θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ζητήσω παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως συμπληρώσῃ τὴν εὐεργεσίαν, ἣν ἐνόμισε καθῆκον αὐτῆς νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Βουλήν, ὅπως ἐζήτησεν ἄλλοτε ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ ἀειμνήστου ναυάρχου Κανάρη. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον πράττω τοῦτο μετὰ προθυμίας, ὅσῳ δὲν πρόκειται ἰδίαν ἁπλῶς γνώμην καὶ ἐπιθυμίαν νὰ ὑποβάλω, ἀλλὰ γνώμην καὶ ἀπόφασιν σπουδαίων ἀνδρῶν, ὁποῖοι ἄλλοτε ὑπῆρξαν οἱ ἀρχηγοὶ τῶν πολιτικῶν κομάτων, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν πρέπον, ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ ἀειμνήστου ναυάρχου, τοῦ Κωνσταντίνου Κανάρη, νὰ κανονίσωσι τὰ τῆς συντάξεως τῆς χήρας αὐτοῦ καὶ χηρῶν ἄλλων. Μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ἀειμνήστου ναυάρχου ἡ τότε Κυβέρνησις, εἰς ἣν μετεῖχον πάντες οἱ ἀρχηγοὶ τῶν τότε κομμάτων, ὁ Κουμουνδοῦρος, ὁ Ζαΐμης, ὁ Τρικούπης, ὁ Δεληγεώργης καὶ ἐκ τῶν νῦν ζώντων ὁ κ. Θεόδωρος Π. Δηλιγιάννης, ἐνόμισεν ὅτι ὤφειλε νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν κανονισμὸν τῶν τῆς συντάξεως τῆς οἰκογενείας τοιοῦτον: Ἀπενέμετο εἰς τὴν χήραν τοῦ ἐνδόξου ναυάρχου σύνταξις μηνιαία δραχμῶν ἑξακοσίων, προσέτι δὲ σύνταξις μηνιαία ἑκατὸν δραχμῶν εἰς ἑκατέραν τῶν δύο χηρῶν τέκνων αὐτοῦ προαποθανόντων· ὥριζε δὲ ἡ πρότασις ἐκείνη, ἥτις καὶ ἐγένετο νόμος, ὅτι μετὰ τὸν θάνατον τῆς χήρας τοῦ ναυάρχου ἑκατὸν πρὸς τούτοις δραχμαὶ ἔπρεπε νὰ προστεθῶσι κατὰ μῆνα εἰς τὰς συντάξεις τῶν δύο αὐτῶν χηρῶν. Ἔκτοτε, καὶ πρὶν τοῦ θανάτου τοῦ ἀειμνήστου Μιλτιάδου Κανάρη, ἐπῆλθεν ὁ θάνατος ἑτέρου τέκνου τοῦ ναυάρχου Κωνσταντίνου Κανάρη καταλιπόντος ἐπίσης χήραν καὶ πέντε ἀνήλικα, νομίζω, τέκνα, ἐξ ὧν μία θυγάτηρ, ἅτινα στεροῦνται καὶ τῆς συντάξεως, ἢ μᾶλλον ἀπολαμβάνουσιν ἐλαχίστην τινὰ σύνταξιν...
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦ Θρασυβούλου Κανάρη ἐνοεῖτε;
§123Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ ἐπεδόθη ἀναφορὰ σχετικὴ — μὲ συγχωρεῖτε διότι σᾶς διακόπτω — ὑπὸ τῆς χήρας Ἀγγελικῆς Θρασυβούλου Κανάρη, διὰ τῆς ὁποίας ἀκριβῶς αὕτη ἰσχυρίζεται αὐτά, τὰ ὁποῖα εἴπετε καὶ ὑμεῖς.
§125Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐγνώριζον ὅτι ὑπάρχει ἀναφορά· οὐχ ἧττον δικαιολογῶ τὴν πρότασιν, στηρίζων αὐτὴν ἐπὶ νόμου ψηφισθέντος ἄλλοτε ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθέντος ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, προταθέντος δὲ παρὰ Κυβερνήσεως, εἰς ἣν περιελαμβάνοντο τὰ σπουδαιότερα πολιτικὰ πρόσωπα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Διότι, ἀφοῦ εἰς τὰς δύο χήρας δύο τέκνων, τότε θανόντων, τοῦ ἀειμνήστου ναυάρχου ἀπένειμε σύνταξιν ἡ Βουλὴ ἑκατὸν δραχμῶν, μετὰ δὲ τὸν θάνατον τῆς χήρας Κωνσταντίνου Κανάρη ἑτέρων ἑκατὸν, σήμερον θὰ ἦτο ἄδικον ν’ ἀδιαφορῇ ἡ Κυβέρνησις δι’ ὁμοίαν συμπλήρωσιν, ἀφοῦ, ὡς εἶπον, ὁμοία περίπτωσις τῆς τοῦ νόμου παρουσιάζεται νῦν ὑπὲρ τῆς χήρας καὶ τῶν τέκνων τοῦ Θρασυβούλου Κανάρη. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἐπικαλούμενος τοῦ ψηφισθέντος ἤδη ὑπὲρ χηρῶν τέκνων Κανάρη νόμου τὴν ἰσχὺν, καὶ θεωρῶν ὡς ἐπιβαλλομένην τῇ σημερινῇ Βουλῇ τὴν ὑποχρέωσιν, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ θελήσῃ νὰ συμπληρώσῃ διὰ νέας προτάσεως νόμου τὸ ἔργον τῆς ἀποδόσεως ἴσης δικαιοσύνης πρὸς ὁμοίους ἐγγόνους τοῦ ἐνδόξου ναυάρχου, δηλαδὴ πρὸς τὴν χήραν καὶ τὰ τέκνα τοῦ Θρασυβούλου Κανάρη, διότι καὶ αὐτὰ στεροῦνται περιουσίας καὶ συντάξεως ἀξίας λόγου.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ μέρους τῆς Ἀγγελικῆς Θρασυβούλου Κανάρη ὑπεβλήθη αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ, τὴν ὁποίαν θὰ στείλωμεν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν μετὰ συστάσεως.
§127Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα.
§128Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ τελειώσωμεν.
§130Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θέλω νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν σύστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ἡ Βουλή, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπονομὴν συντάξεως εἰς τὴν χήραν τοῦ μακαρίτου ὑποστρατήγου Σπυρίδωνος Καραϊσκάκη, καὶ νὰ ἐρωτήσω, ἂν θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἀδελφὴν τοῦ μακαρίτου Τιμολέοντος Φιλήμονος.
§131Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Σταματήσατε εἰς τὸν Καραϊσκάκην.
§132Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἴσως αἱ βροχηδὸν ἐπελθοῦσαι ἐν τῇ Βουλῇ συστάσεις περὶ συντάξεων ἀπέτρεψαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὴν δικαίαν ἀπονομὴν τῆς συντάξεως τῆς χήρας τοῦ Καραϊσκάκη, ἥτις εἶναι οὐ μόνον ἡ σύζυγος τοῦ μόνου υἱοῦ τοῦ στρατάρχου Καραϊσκάκη, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐγγονὴ τοῦ Βαρβάκη, ὅστις, ὡς γνωστὸν, καὶ ὡς ἀνέφερε προχθὲς ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἀναγινώσκων τὸν κατάλογον τῶν κληροδοτημάτων, διέθεσε τέσσαρα περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν εἰς τὸ ἔθνος, καὶ μάλιστα ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅσον ἀφορᾷ ἰδιαιτέρως τὴν χήραν τοῦ μακαρίτου ὑποστρατήγου Καραϊσκάκη, ὅτι δέον νὰ λάβῃ πρόνοιαν ἡ Κυβέρνησις καὶ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον, δι’ οὗ ν’ ἀπονεμηθῇ αὐτῇ σύνταξις.
§133ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προβαίνομεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
§135Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τί σκέπτεται περὶ τῆς χήρας Καραϊσκάκη.
§136ΦΩΝΑΙ (δεξιόθεν). Ἆ! ἆ!
§137Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ φωνάζετε, παρακαλῶ; Εἶναι ἐθνικὸν αἶσχος νὰ λιμώττῃ ἡ νύμφη τοῦ Καραϊσκάκη καὶ ἐγγονὴ τοῦ Βαρβάκη!
§138Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα, κ. Βουλευτὰ ἐκ Μαντινείας, συνεζητήθη καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, καὶ εἴπομεν τότε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις, καὶ θέλει σκεφθῆ, τί δύναται νὰ πράξῃ. Δυστυχῶς, ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ὁσάκις τὸ ζήτημα τῶν συντάξεων ἔρχεται εἰς τὴν Βουλήν, αὐξάνει ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀπαιτήσεων, ὡς βλέπετε.
§139Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕνας Καραϊσκάκης εἶναι.
§140Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὅμως πολλοὶ «Καραϊσκάκη μ’ ἀρχηγέ». (Γέλωτες).
§141Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ ἠκούσατε ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ καὶ διὰ τὴν χήραν τοῦ Θρασυβούλου Κανάρη.
§142Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ Κολοκοτρώνη;
§143Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἄλλος!
§144ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καὶ τοῦ Ροντήρη.
§145Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ ἀφήσητε τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ καὶ σκεφθῇ, καὶ νὰ παύσῃ αὐτὸς ὁ ὑπερθεματισμός, οὕτως εἰπεῖν, προκειμένου περὶ συντάξεως, διότι φθάνομεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον· διότι νομίζω, ὅτι, ἂν αἱ δύο συντάξεις γείνωσιν εἰκοσιδύο, καθίσταται τὸ πρᾶγμα ἀδύνατον. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις, καὶ ν’ ἀφήσητε νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις, τί δύναται νὰ πράξῃ.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προβαίνομεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Οἱ παραδεχόμενοι κατ’ ἀρχὴν τὰ δύο νομοσχέδια ψηφίζουσιν εἰς τὸ Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι ψηφίζουσιν εἰς τὸ Ὄχι. Παρακαλῶ νὰ ἔλθωσι δύο ψηφολέκται. (Γίνεται μυστικὴ διὰ σφαιριδίων ψηφοφορία, συμφώνως πρὸς τὰ ἄρθρα 61 καὶ 62 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Κ. Πλατούτσα καὶ Δ. Τσιτσάρα, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 136. Ὑπὲρ τοῦ πρώτου νομοσχεδίου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν Δέσποιναν χήραν τοῦ ἀντιναυάρχου Μιλτιάδου Κ. Κανάρη» ἐψήφισαν 114, κατὰ τοῦ νομοσχεδίου 22. Ὑπὲρ τοῦ δευτέρου νομοσχεδίου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἀποβιώσαντος Ἰωάννου Ν. Δεληγιάννη» ἐψήφισαν 107, κατὰ τοῦ νομοσχεδίου 29. Ἑπομένως ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια ἐγένοντο κατ’ ἀρχὴν δεκτά. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ καὶ κατ’ ἄρθρον μόνον τὰ νομοσχέδια ταῦτα).
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἑνάτης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 15′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 45′ μ. μ.)
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ἐκ δραχμῶν 225,000».
§150ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅλαι αἱ αἰτούμεναι πιστώσεις ἀποτελοῦσιν ὁμοῦ σύνολον, ἓν εἶδος παραρτήματος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπερ εἶναι ἐπιδεκτικὸν γενικῆς τινος συζητήσεως. Δι’ ὃ ἀναβάλλω νὰ ὁμιλήσω ὅταν φθάσωμεν εἰς τὰς ἑπομένας πιστώσεις.
§151Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Νὰ μὲ ἐγγράψητε, κύριε Πρόεδρε, διὰ τὴν τρίτην συζήτησιν ἐπὶ τῶν πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἀνωτέρω νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον).
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν ἀπαιτουμένης ὁλικῆς ἢ συμπληρωματικῆς δαπάνης πρὸς ἐκτέλεσιν διαφόρων ἔργων ὁδοποιΐας ἐκ δραχμῶν 2,073,172.38».
§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν εἶναι νομοσχέδιον ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, ἀλλὰ νομοσχέδιον ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν. Ἑπομένως, ἵνα ἐκτελεσθῶσι τὰ ἔργα, περὶ τῶν ὁποίων πραγματεύεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ τῶν ὁποίων οἱ προϋπολογισμοὶ ἐγκρίνονται, ἀπαιτεῖται νὰ χορηγηθῶσι πιστώσεις, ἂν τοιαῦται ἦναι ἐγγεγραμμέναι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὑπάρχουσιν ἐγγεγραμμέναι αἱ ἑξῆς πιστώσεις, ὑπὸ τὸ κεφάλαιον 24 τῆς ὁδοποιΐας: «Ἄρθρον 1. Προμήθεια ὑλικῶν, διάστρωσις καὶ ἐπικάλυψις αὐτῶν, διάφοροι ἐπισκευαί, καταβρέγματα, ἡμερομίσθια ἐργατῶν, κυλινδρώσεις, ἐπισκευαὶ ὁδοστρωτήρων καὶ συντηρήσεις αὐτῶν κλπ. ἔξοδα διὰ τὰς μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1900 ἐγκριθείσας καὶ ἐντὸς τοῦ ἔτους 1901 ἐγκριθησομένας συντηρήσεις δρ. 1,700,000.» «Ἄρθρον 2. Προμήθεια ὑλικῶν διὰ τὰ ἐκτελεσθησόμενα ἔργα τῶν ἐντὸς τοῦ 1901 ἐγκριθησομένων συντηρήσεων δρ. 500,000». «Ἄρθρον 3. Συντήρησις βατῶν ὁδῶν δρ. 100,000.» «Ἄρθρον 4. Ἀνακαίνισις ὁδῶν. Ἀποπληρωμὴ ἀναληφθεισῶν δι’ ἀνακαινίσεις ὑποχρεώσεων πρὸ τοῦ ἔτους 1899 δρ. 150,000.» «Ἄρθρον 5. Κατασκευὴ ὁδῶν. Ἔξοδα κατασκευῆς καὶ συμπληρώσεως τῶν ἐν τοῖς συναπτομένοις προϋπολογισμοῖς ὁδῶν καὶ γεφυρῶν δρ. 300,000. Ἐξακολούθησις τῶν ἐγκεκριμένων καὶ ἐν ἐνεργείᾳ διατελούντων ἔργων δρ. 500,000. Ἔξοδα ἔργων, ὧν ἡ ἀξία δὲν ὑπερβαίνει τὰς δραχ. 2,000, καὶ δενδροφυτειῶν δρ. 20,000.» Τοῦ ἄρθρου 5 ὅμως αἱ πιστώσεις μετεβλήθησαν διὰ προτάσεως τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, διότι ἡ παράγραφος πρώτη τοῦ ἄρθρου 5 διῃρέθη εἰς δύο παραγράφους, εἰς παράγραφον πρώτην, «ἔξοδα κατασκευῆς καὶ συμπληρώσεως ὁδῶν καὶ γεφυρῶν κατὰ τοὺς ἐν παραρτήματι πίνακας δρ. 270,000» καὶ «ἔξοδα κατασκευῆς ὁδῶν καὶ γεφυρῶν δρ. 30,000». Ἑπομένως τὸ ποσὸν τῶν 300,000 διῃρέθη. Τώρα ἐκ τίνος ἄρθρου θέλουσι πληρωθῆ αἱ δαπάναι, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπουσιν οἱ προϋπολογισμοὶ οὗτοι;
§154Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκ τοῦ πρώτου, τῶν 270,000. Αἱ 30,000 περιλαμβάνονται εἰς ἕτερον νομοσχέδιον, ἐν ᾧ ἐνεγράφησαν τὰ ἔργα τὰ κάτω τῶν 10,000 δραχμῶν.
§155Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ ἔργα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται αἱ πιστώσεις, εἶναι δραχ. 2,073,172.
§156Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καθὼς γινώσκετε, τοῦτο συμβαίνει πάντοτε, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσι τὰ ἔργα ἐντὸς τοῦ ἔτους. Δι’ αὐτὸ βλέπετε, ὅτι, ἐνῷ πέρυσιν ἐνεγράφησαν δραχ. 300,000, ἐφέτος ἐγγράφομεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν ἔργων, τῶν ἐγκριθέντων πέρυσι, 500,000. Ἐννοεῖται, ὅτι, μέχρις οὗ γείνωσιν αἱ δημοπρασίαι καὶ αἱ ἐγκρίσεις, ὀλίγα ἐκ τῶν ἔργων θὰ ἐκτελεσθῶσιν ἐντὸς τοῦ ἔτους· τὰ ἔργα ταῦτα θὰ ἐκτελεσθῶσιν ἐντὸς δύο καὶ τριῶν καὶ τεσσάρων ἐτῶν.
§157Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐννοεῖτε λοιπόν, ὅτι θὰ διατεθῇ ἡ πίστωσις τῶν 270,000 δραχμῶν;
§158Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.
§159Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκτὸς τούτου, παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑπ’ ἀριθ. 8 ἀναγραφὴν «διὰ κατασκευὴν βάθρων γεφύρας ἐκ τριῶν ἀνοιγμάτων ἐπὶ τοῦ χειμάρρου Βιστρίτσης καὶ ἐπὶ τῆς ἀπὸ Ὑπάτης εἰς Ἀγᾶ ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Φθιώτιδος τοῦ ὁμωνύμου νομοῦ». Ἀλλ’ αὕτη εἶναι ἐπαρχιακὴ ὁδός, ἑπομένως ἀνάγεται εἰς δαπάνας τοῦ Ταμείου τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας, καὶ οὐχὶ εἰς δαπάνας τοῦ Ταμείου τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας.
§160Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.
§161Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προσέτι ἡ ὑπ’ ἀρ. 5 «περὶ κατασκευῆς τοῦ ἀπὸ τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ Μεσσήνης–Τριπόλεως εἰς Δίπυλον τῆς Ἰθώμης τμήματος τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ ἀπὸ ἐθνικῆς ὁδοῦ Μεσσήνης–Τριπόλεως εἰς τὴν ἐθνικὴν ὁδὸν Κυπαρισσίας–Καλαμῶν, ἐν τῷ δήμῳ Ἰθώμης τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας», καὶ αὕτη εἶναι ἐπαρχιακὴ ὁδός.
§162Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.
§163Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπίσης ἡ συμπλήρωσις τμηματικὴ τῆς ἀπὸ πόλεως Κερκύρας διὰ Σφαγείων κλπ. Ἐπίσης ἡ κατασκευὴ τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ ἀπὸ Μαγουλιάνων εἰς Βαλτεσινῖκον. Ἐπίσης ἡ ὑπ’ ἀριθ. 14 «περὶ προμηθείας καὶ τοποθετήσεως σιδηροῦ καταστρώματος γεφύρας ἐπὶ τοῦ Σπερχειοῦ ποταμοῦ, εἰς θέσιν Κληματαριὰ καὶ ἐπὶ τῆς δημοτικῆς ὁδοῦ τοῦ δήμου Ἡρακλειωτῶν τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος τοῦ ὁμωνύμου νομοῦ» εἶναι δημοτικὴ ὁδός, καὶ ἑπομένως ἀπὸ τὸ Ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας δέον νὰ καταβληθῇ ἡ δαπάνη. Προσέτι ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 16, «κατασκευὴ τμηματικὴ τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ Καναλίνη διὰ Καμπίτση εἰς ἐπαρχιακὴν ὁδὸν Παρελείων καὶ ἐντεῦθεν διὰ τῆς θέσεως Λομποβίτσα εἰς ὅρμον Ἑρμιόνην ἐν τοῖς δήμοις Μεσοχωρητῶν καὶ Παρελείων τῆς ἐπαρχίας Μέσης τοῦ νομοῦ Κερκύρας», εἶναι ἐπαρχιακὴ ὁδός.
§164Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.
§165Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προσέτι ἐπαρχιακαὶ ὁδοὶ εἶναι, διὰ νὰ μὴ ἀναγινώσκω, αἱ ὑπ’ ἀριθ. 18, 19, 22, 23 καὶ 25, διότι συνδέουσι κωμόπολιν μετὰ ἐθνικῆς ὁδοῦ. Πρέπει δὲ νὰ σᾶς ἀπευθύνω τὴν παρατήρησιν, ὅτι, ὡς γινώσκετε, διὰ νὰ ἐκτελέσωμεν ἔργα ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας, πρέπει νὰ δαπανήσωμεν ἐκ χρημάτων τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας.
§166Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ γινώσκετε κάλλιστα, ὅτι τὰ ποσὰ ταῦτα δὲν ἐξαρκοῦσι, καὶ ὅτι, καθ’ ὅσον ἐξαντλοῦνται τὰ ποσὰ, εἶναι ἀδύνατον νὰ παραιτηθῶμεν τῶν ἔργων τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας. Τὰ πλεῖστα τῶν ἔργων τούτων εἶναι γέφυραι. Εἶναι δυνατὸν νὰ παραιτηθῶμεν αὐτῶν τῶν ἔργων;
§167Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρέπει νὰ βαδίσωμεν ὅμως ὁδὸν νόμιμον. Ἄν ποιήσητε γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ποσὸν τῶν κεφαλαίων τοῦ Ταμείου τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας, καὶ μάθωμεν, ὅτι ταῦτα δὲν ἐπαρκοῦσι πρὸς κατασκευὴν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν, τότε πρέπει νὰ εἰσαχθῇ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιτραπῇ νὰ δαπανηθῶσι τὰ πρὸς κατασκευὴν τῶν ὁδῶν τούτων ἀναγκαῖα καὶ ἐκ τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας.
§168Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ψηφιζομένου ὑπὸ τῆς Βουλῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου δίδεται ἡ ἄδεια.
§169Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄδεια κατασκευῆς, ὄχι ἄδεια δαπάνης.
§170Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ ἔχομεν ἐγγεγραμμένον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ποσὸν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ θέλει ψηφίσει. Ἔχομεν λοιπὸν ἀφ’ ἑνὸς μὲν νόμον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ πίστωσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν.
§171Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· τὰ ἔξοδα τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας δὲν περιλαμβάνονται ἐν τῷ κεφαλαίῳ 24 τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου, ἀλλ’ ἐν τῷ κεφαλαίῳ «ἀποδόσεις» τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου, διότι ὄντως εἶναι πληρωμὴ χρεῶν, τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ὀφείλει εἰς τὰ Ταμεῖα τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Λοιπόν, ὅταν πρόκηται νὰ δαπανηθῇ ποσὸν δι’ ἔργα ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας, τότε δίδεται ἔγκρισις, ἵνα πληρωθῶσιν ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου ἐκ τῶν χρημάτων τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας· ἂν ὅμως ταῦτα δὲν ἐπαρκῶσι, τότε πρέπει νὰ προταθῇ νομοσχέδιον, ἵνα ἐπιτραπῇ, ὅπως ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου πληρωθῶσι τὰ ἔξοδα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ καταβληθῶσιν ἀπὸ τὸ Ταμεῖον τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας, διότι τὸ Ταμεῖον τοῦτο δὲν ἔχει χρήματα.
§172Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας τὸ Κράτος ἀνέλαβε τὴν ὅλην δαπάνην, δικαιοῦνται αἱ ἐπαρχίαι καὶ οἱ δῆμοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν λαμβάνειν ἐκ παλαιῶν καταβολῶν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, ὅπως τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐξασκήσωσι, καὶ ἑπομένως τὸ Κράτος ὑποχρεοῦται νὰ ἀποδώσῃ ὅσα δυνάμει τοῦ παλαιοῦ νόμου κατέβαλον ποσά. Τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὸ παρελθόν. Ἀλλὰ καταργηθέντος τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ ἀναλάβῃ τὴν κατασκευὴν τῶν ἐθνικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν καὶ τῶν τεχνικῶν ἔργων τῶν δημοτικῶν ὁδῶν, καὶ ἑπομένως ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους πῶς ἐκδηλοῦται; Διὰ τῆς ψηφίσεως νόμων εἰδικῶν. Διότι ἔχομεν νόμον, ἀπαγορεύοντα πᾶν νέον ἔργον ἄνευ εἰδικοῦ νόμου, ἐπιτρέποντος τὴν κατασκευὴν τοῦ νέου τούτου ἔργου, καὶ ἐγγραφῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεως πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, τῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφιζομένων. Διότι, ἂν παραδεχθῶμεν τὴν ἐναντίαν τακτικήν, τότε θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τοῦ λοιποῦ ἐν Ἑλλάδι, μέχρις οὗ νέος νόμος ἐκδοθῇ, κανονίζων τὰ τῆς ὁδοποιΐας, οὐδὲν ἔργον, εἴτε ἐπαρχιακὸν, εἴτε τεχνικὸν ὁδοποιΐας, θὰ γείνῃ εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας καὶ τοὺς δήμους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν λαμβάνειν ἐκ παλαιᾶς καταβολῆς, τὴν ὁποίαν ἔκαμον εἴτε εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ἐπαρχιακῆς, εἴτε εἰς τὸ τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Νομίζω λοιπόν, ὅτι μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Ταμείου τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ὅλης ὁδοποιΐας ἀνέλαβε τὸ Κράτος, ἐκτὸς τῆς δημοτικῆς, διότι ὑπάρχει ῥητὸς νόμος, ὅτι τὸ Δημόσιον ἀναλαμβάνει μόνον τὰ τεχνικὰ ἔργα αὐτῆς.
§173Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ὑπόκειται καὶ ἡ ἐπαρχιακή. Τὰ περὶ τούτου ἐκανονίσθησαν τῇ προτάσει Ὑπουργοῦ Ὑπουργείου φιλικῶς πρὸς ὑμᾶς διακειμένου. Διὰ νόμου λοιπὸν κατηργήθησαν αἱ διατάξεις τῆς ὁδοποιΐας, ἀλλ’ αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου ἐπεφύλαξαν τὴν ἀτομικότητα τῆς δημοτικῆς καὶ ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας. Ἂν ὁ νόμος ἐσκόπει νὰ συγχωνεύσῃ πάντα εἰς τὰ δημόσια ἔξοδα, δὲν ἤθελε διατάξει, ἵνα ἀνευρεθῶσι τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὰ Ταμεῖα τῶν ἐπαρχιακῶν καὶ δημοτικῶν ὁδῶν, οὐδ’ ἤθελε κηρύξει ὑπέχρεων τὸ Δημόσιον νὰ ἀποδώσῃ τὰ ποσὰ ταῦτα εἰς ἑκάτερον τῶν εἰρημένων Ταμείων· διότι, ἀφοῦ ἐπέβαλεν εἰς τὸ Δημόσιον νὰ πληρώσῃ ἐκ τῶν ἄλλων ἐσόδων πάντα ταῦτα τὰ ἔξοδα, δὲν ὑπῆρχεν ἐνδιαφέρον νὰ γνωσθῇ, πόσα τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ὤφειλεν εἰς τὰ Ταμεῖα τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας· ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος διετήρησε τὴν ἀτομικότητα τῶν δύο τούτων Ταμείων, καὶ διὰ τοῦτο διέταξε τὴν ἐξέτασιν ὅλων τῶν λογαριασμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ὅπως ἀνευρεθῶσι πόσα κεφάλαια τῆς δημοτικῆς καὶ πόσα τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Δημοσίῳ Ταμείῳ ἀποτεθειμένα. Μετὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, ὅταν τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια ζητῶσι νὰ κατασκευασθῇ ὁδὸς δημοτική, ἐρευνᾶται πόσα κεφάλαια ἀπαιτεῖ ἡ ὁδός, καὶ ἂν τὰ ἐν τῷ Δημοσίῳ Ταμείῳ κεφάλαια τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας ἐπαρκῶσιν εἰς τὴν δαπάνην ταύτην, τότε ὁ Ὑπουργὸς δίδει τὴν ἄδειαν. Τοῦτο λοιπὸν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ, ἐν ὅσῳ ὑπάρχουσι κεφάλαια τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας· ὅταν δὲ ταῦτα ἐξαντληθῶσι, τότε πρέπει νὰ ληφθῇ νομοθετικὸν μέτρον περὶ τοῦ τί δέον γενέσθαι πρὸς κατασκευὴν δημοτικῶν ἢ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν.
§174Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρτημα).
§175Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐσκόπουν διὰ τῆς παρατηρήσεώς μου ν’ ἀντιταχθῶ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Σκοπὸν εἶχον νὰ καταδείξω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐξεύρωμεν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν νομίμως θέλομεν θεραπεύσει τὰς ἀνάγκας ταύτας τῆς κοινωνίας. Ἐγὼ εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι οὐδέποτε πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸ ἔργον τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ κατασκευάζωμεν καὶ ἐπαρχιακὰς καὶ δημοτικὰς ὁδούς, καὶ ὅτι ἡ δημοσία διοίκησις ἤθελεν εἶσθαι ἐν δέοντι, ἐὰν ἤθελε δαπανᾷ πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν κατ’ ἔτος πάντα τὰ χρήματα, τὰ εἰσπραττόμενα ὑπὸ τοῦ Δημοσίου Ταμείου ὡς ἔσοδα ὁδοποιΐας, κατὰ τὸν περὶ ταύτης νόμον. Διὰ τοῦτο, ἐν ὅσῳ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δὲν ἀναγράψωμεν πέντε ἢ ἓξ ἑκατομμύρια, ὅσα εἰσπράττομεν κατ’ ἔτος ἐκ φόρων ὁδικῶν, δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν λαὸν δι’ ἄλλων ὑποχρεώσεων, εἴτε προσωπικῆς ἐργασίας, εἴτε ἄλλων εἰσφορῶν. Οὕτω θέλει ἐξασφαλισθῆ καὶ ἡ τύχη τῆς δημοτικῆς καὶ ἡ τύχη τῆς ἐθνικῆς καὶ τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὸ μέλλον, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ παρελθόν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἤμεθα ἀκριβεῖς, διότι ὁ νόμος τοῦ 1892 δὲν μετέφερεν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον τὴν ὑποχρέωσιν τῆς κατασκευῆς τῶν δημοτικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν, ὡς ἀποδεικνύει τοῦτο ἡ διάταξις αὐτοῦ, δι’ ἧς ἐπέβαλε νὰ καθαρισθῶσιν οἱ λογαριασμοὶ καὶ τοῦ Ταμείου τῆς δημοτικῆς καὶ τοῦ Ταμείου τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας, καὶ ἥτις ἐσκόπει νὰ μάθωμεν, ἂν π. χ. ὁ δῆμος Κρωπίας, ἢ ὁ δῆμος Κορινθίων, ἔχει τόσα κεφάλαια, ὅσα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδοῦ δημοτικῆς ἐν Κορωπίῳ ἢ Λιοπεσίῳ, ἢ ἐν Κορίνθῳ, διὰ νὰ ὁδηγηθῶμεν, ἂν πρέπει νὰ διατάξωμεν τὴν κατασκευὴν τοιούτων ὁδῶν, καὶ ἐσκόπει ἐπίσης νὰ γνωρίζωμεν, πόσα κεφάλαια ἔχει τὸ Ταμεῖον τῆς δημοτικῆς καὶ ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας, διὰ νὰ ἐξεύρωμεν τοὺς δήμους, ἢ τὰς ἐπαρχίας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι κεφάλαια, ἵνα κατασκευάσωσιν ὁδούς· ἐὰν δὲ ἤθελον ἐξαντληθῆ τὰ ἐν τοῖς εἰρημένοις Ταμείοις σωζόμενα κεφάλαια, τότε ἐπέρχεται ἡ ἀνάγκη, ἵνα διὰ νόμου κανονισθῇ, κατὰ τίνα τρόπον θέλουσιν ἐξευρεθῆ πλέον τὰ ἀπαιτούμενα ἔξοδα τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Ἀπὸ τοῦ 1892 καὶ ἐντεῦθεν ἐλάχιστα ἐδαπανήθησαν ἀπὸ τὰ Ταμεῖα ταῦτα, ἀλλὰ θέλουσι πάντως ἐξαντληθῆ τὰ κεφάλαια αὐτῶν· δὲν δύναμαι ὅμως ἀπὸ τοῦδε νὰ δώσω γνώμην περὶ τοῦ τί δέον γενέσθαι τότε. Δὲν ἀρνοῦμαι νὰ ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, οὐδὲ σκοπῶ νὰ παρεμβάλω πρόσκομμα, ἀλλὰ τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ τοῖς πίναξιν αὐτοῦ ἀναφερόμενα ἔργα ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας θέλουσιν ἐκτελεσθῆ ἐφ’ ὅσον ἐν τῷ Δημοσίῳ Ταμείῳ ὑπάρχωσι κεφάλαια, ὀφειλόμενα εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ἐπαρχιακῆς ἢ εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας· ἐὰν δὲ ἢ τὸ ἓν ἢ τὸ ἕτερον τῶν Ταμείων τούτων ἐξήντλησε τὰ κεφάλαια αὐτοῦ, τὸ Δημόσιον Ταμεῖον θέλει καταβάλει τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν εἰρημένων ἔργων ἔξοδα ἐξ ἰδίων κεφαλαίων, ἀλλὰ πρέπει νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ἵνα διατάξῃ, πῶς τὰ ἔργα ταῦτα θέλουσιν ἐκτελεσθῆ. Ἑπομένως τὰ περὶ ὧν πρόκειται ἔργα θέλουσιν ἐκτελεσθῆ ἐκ τῶν χρημάτων τῶν Ταμείων τῆς ἐπαρχιακῆς ἢ δημοτικῆς ὁδοποιΐας, καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχωσιν ἐν τοῖς Ταμείοις τούτοις κεφάλαια· ἂν δὲ δὲν ὑπάρχωσι, πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ἵνα διὰ νόμου ληφθῇ πρόνοια περὶ τοῦ ποιητέου.
§176ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι εὑρισκόμεθα ἀπέναντι περιπτώσεως, ἥτις δικαιολογεῖ τὰς ἀξιώσεις τῆς Βουλῆς, ὅπως μάθῃ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως διὰ μίαν ἑκάστην ἐπαρχίαν, ἂν πρόκειται νὰ κατασκευασθῇ ἢ κατεσκευάσθη ἔργον ὁδοποιΐας, ποῖον εἶναι τὸ ὑπόλοιπον, τὸ πρὸς αὐτὴν ὀφειλόμενον, ἢ ἂν δὲν ὑπάρχει ὑπόλοιπον. Κατὰ τὸν νόμον περὶ διαλύσεως τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, τηρεῖται διὰ τὰ ἔξοδα ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας, κατὰ τὸ ἄρθρον 9, ἴδιος λογαριασμὸς διὰ τὰ ἔξοδα τὰ ἐπιβαρύνοντα τὰς κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου πιστώσεις. Ὥστε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν δύναται νὰ ἔχῃ καὶ προσκομίσῃ αὔριον εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ λογαριασμοῦ τούτου δι’ ἑκάστην τῶν ἐπαρχιῶν, ὧν ἐπαρχιακαὶ ὁδοὶ πρόκειται νὰ δώσωμεν τὴν ἄδειαν νὰ κατασκευασθῶσι, καὶ δι’ ἕκαστον δῆμον.
§177Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ λογαριασμὸς οὗτος δὲν τηρεῖται. Ὑπάρχει ἐπιτροπὴ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν λαμβάνει πληροφορίας περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν πιστώσεων τῆς ἐπαρχίας, περὶ ἧς πρόκειται. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἡ ἐκκαθάρισις τῶν λογαριασμῶν τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τῶν δήμων ἔφθασεν εἰς σημεῖον, ὥστε νὰ δύναμαι αὔριον νὰ ἔχω πληροφορίας περὶ τῶν λογαριασμῶν αὐτῶν. Γινώσκω ὅμως, ὅτι, ὁσάκις ζητῆται παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης πληροφορία περὶ τῆς πιστώσεως ἐπαρχίας τινὸς, παρέρχονται ἡμέραι τινὲς, ὅπως ληφθῇ ἀπάντησις.
§178Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀποδοτέον τοῦτο εἰς τὴν φυγοπονίαν τῶν ὑπαλλήλων. Κατὰ τὸ 1895 ἦσαν ἐκκαθαρισμένοι οἱ λογαριασμοί.
§179Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν ἦναι ἐκκαθαρισμένοι, θὰ φέρω αὔριον πληροφορίας.
§180ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περὶ πάντων τῶν κεφαλαίων, ἐν οἷς πρόκειται περὶ ἔργων δημοτικῆς ἢ ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας. Διότι οὕτω θέλομεν διακρίνει, ἂν διά τινα τῶν ἔργων τούτων ὑπάρχει ἐπαρκὲς ποσὸν ἐν τῷ λογαριασμῷ τῆς ἐπαρχιακῆς ἢ τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας, ἢ ὄχι. Καὶ ἐὰν μὲν ὑπάρχῃ, τότε δὲν ἔχομεν ζήτημα, ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχῃ, τότε ἡ ἐκτέλεσις γίνεται δυνατὴ, ψηφιζομένου τούτου τοῦ νόμου. Ὁ νόμος οὗτος εἶναι νόμος προαπαιτούμενος πρὸς πραγματοποίησιν τῶν πιστώσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὃν ἐψηφίσαμεν ἤδη, ἀρκεῖ δὲ, καὶ ἂν δὲν περιέχῃ εἰδικὴν διάταξιν, περιέχουσαν ἄδειαν τοιαύτης χρησιμοποιήσεως τῶν πόρων τῆς ὁδοποιΐας, τῶν εἰσελθόντων εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ὅπως δαπανηθῶσιν ἐν γένει εἰς τὴν ὁδοποιΐαν. Ἀλλὰ δύναται καὶ νὰ παρεμβληθῇ διάταξις, παρέχουσα εἰδικῶς τὴν ἄδειαν τῆς δαπάνης εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καθόσον μάλιστα ἐν ἄρθρῳ 12 τοῦ νόμου τοῦ 1892 λέγεται ῥητῶς: «Μέχρι τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου»—προεβλέπετο δάνειον διὰ τὴν ὁδοποιΐαν—«τὰ ἔξοδα τῆς κατασκευῆς ὁδῶν καὶ τὰ ἔξοδα ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας θέλουσι πληρώνεσθαι ἐκ τῶν δημοσίων εἰσπράξεων ἐπὶ συμψηφισμῷ εἰς τὸ δάνειον, ἐγγραφομένου ἴσου ποσοῦ εἰς τὰ εἰσπρακτέα ἔσοδα τοῦ Κράτους.» Ἔχομεν, ὡς βλέπετε, γενικὴν διάταξιν, ἥτις προβλέπει τὴν τοιαύτην δαπάνην, καὶ μετὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου συμψηφίζει εἰς τὸ δάνειον τὰς δαπάνας τὰς ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Ὑπάρχει διάταξις, ἐφ’ ἧς δύναται νὰ στηριχθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ, προβαίνουσα εἰς τὸν κατὰ μέρος ὁρισμὸν τῆς δαπάνης, ἧς ἔλαβε διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἄδειαν πραγματοποιήσεως. Ἀλλὰ, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ διάταξις αὕτη, νομίζω, ὅτι ὁ νόμος οὗτος δύναται νὰ περιλάβῃ εἰδικὴν διάταξιν, ἔχουσαν γενικὸν διὰ πάντα τὰ ἐν αὐτῇ ἔργα χαρακτῆρα, καὶ ἐπιτρέπουσαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δαπανήσῃ πρὸς τοὺς σκοποὺς τῆς ἐν αὐτῷ ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Πάντως δὲ ἀναγκαῖον νὰ ἔχωμεν τὰς πληροφορίας, ἃς ἐζητήσαμεν, ἂν αὗται ἦναι δυνατὸν νὰ παρασχεθῶσιν, ἵνα διευκρινιθῇ ἐν τῷ ψηφισθησομένῳ νόμῳ τὸ δαπανηθησόμενον ἐκ τῆς πιστώσεως τῆς ἐπαρχιακῆς ἢ δημοτικῆς ὁδοποιΐας ποσὸν, καὶ οὕτω δυνηθῶμεν νὰ διακρίνωμεν, τί θέλει δαπανηθῆ εἰς τὰ προβλεπόμενα ἔργα ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας ἐξ ἐπικουρίας τοῦ Δημοσίου Ταμείου.
§181Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ κειμένου νόμου, οὐδὲ θὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἐλλείψεων αὐτοῦ, περὶ ὧν οἱ προλαλήσαντες ὡμίλησαν. Κατ’ ἐμὲ ὅμως, ἡ ἔλλειψις τοῦ νόμου δὲν βλάπτει, ἀλλ’ ἡ ἐκτέλεσις ἡ οὐχὶ ἐπιτυχὴς αὐτοῦ. Ἐνῷ ὁ νόμος ἠθέλησεν, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀποφασίζῃ κατ’ ἔτος περὶ τῶν ἐκτελουμένων ἔργων ὁδοποιΐας, πᾶν ἄλλο γίνεται ἢ μετέχει εἰς τὴν ἀπόφασιν περὶ ἐκτελέσεως ἔργων ὁδοποιΐας ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Βλέπετε ποῖον τὸ σύστημα, ὅπερ ἀκολουθεῖ ἡ Διοίκησις. Τὸ γραφεῖον τῶν δημοσίων ἔργων παρασκευάζει ἀριθμόν τινα ὁδῶν, λαμβάνον αὐτὸν σχεδὸν ἐξ ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, ὥστε πάντες οἱ Βουλευταὶ νὰ εὑρίσκωσιν ἱκανοποίησιν τῶν ἐπαρχιακῶν συμφερόντων. Τὸ πραγματικὸν ποσὸν τῆς δαπάνης ἀνέρχεται εἰς 2,000,000 ἢ 2,500,000 δραχμὰς, ἀναγράφεται ὅμως πίστωσις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ διὰ πολλοστημόριον αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ· ἀντὶ 2,000,000 ἀναγράφονται 270,000. Δι’ ἓν ἄλλο ἀφ’ ἑτέρου νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει ὁλικὸν ποσὸν 56,000 δραχμῶν, ἀναγράφονται μόνον 30,000 ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Τὸ ὁλικὸν ποσὸν τῶν διαφόρων προϋπολογισμῶν ἀποτελεῖται ἐξ ἔργων, τὰ ὁποῖα δὲν δύναμαι ἤδη νὰ ἀριθμήσω, ἀλλ’ εἶναι ταῦτα 30 ἢ 40. Ἐξ αὐτῶν ὁ κύριος Ὑπουργὸς θὰ ἐκλέξῃ, ὡς γνωστὸν, κατὰ τὸ διάστημα τοῦ ἔτους τινὰ μόνον πρὸς ἐκτέλεσιν, διαθέτων δι’ αὐτὰ ὅλην τὴν πίστωσιν τῶν 270,000 δραχμῶν. Οὐδὲν θὰ ὑπολειφθῇ, καὶ οὐδὲν ἄλλο ἔργον θὰ γείνῃ. Εἶναι τοῦτο συμμετοχὴ τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δημοσίων αὐτῶν ἔργων; Ζητεῖται ἡ γνώμη αὐτῆς ὡς πρὸς τὸ κατεπεῖγον μεταξὺ τῶν διαφόρων αὐτῶν ἔργων; ὡς πρὸς τὴν προτεραιότητα μεταξὺ αὐτῶν; Ἐὰν συμπέσῃ νὰ ὑπάρχωσιν ἔργα, ὑπὲρ ὧν ὁ Ὑπουργὸς εἶναι διατεθειμένος εὐμενῶς, θὰ ἴδωμεν ὅλην τὴν πίστωσιν δαπανωμένην διὰ τὰ εὐνοηθέντα ἔργα, πάντα δὲ τὰ ἄλλα ἐγκαταλιμπανόμενα, ὅπως κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος φιγουράρουν ἴσως καὶ πάλιν ἐν τῷ ὁμοίῳ Προϋπολογισμῷ μετ’ ἄλλων ἔργων διὰ ποσοῦ 2,000,000 δρ. καὶ πλέον, χωρὶς ποτε νὰ ἴδωμέν τινα ἐξ αὐτῶν ἐκτελούμενα, τοὐλάχιστον ὑπὸ τὴν αὐτὴν διοίκησιν. Νομίζω ὅτι ἔπρεπε τοῦτο νὰ παύσῃ, ἔπρεπε δηλαδὴ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ψηφίζῃ προϋπολογισμὸν σειρᾶς ἔργων, ἐν γνώσει, ὅτι δὲν θὰ γείνουν, ὡς ἀπαιτούντων δαπάνην ἀνωτέραν τοῦ ποσοῦ, ὅπερ δύναται νὰ διαθέσῃ τὸ Κράτος δι’ ἓν ἔτος, κατὰ πολλὰς ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν ἀνωτέραν, καὶ τοῦτο, ἵνα φαινώμεθα ἱκανοποιοῦντες πολλὰς ἀπαιτήσεις τῶν ἐπαρχιῶν, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ περιορίζωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἔργων, τὸν ὑποβαλλόμενον εἰς τὴν Βουλήν, εἰς τόσα μόνον ἔργα, ὅσα θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ κατασκευασθῶσι διὰ τῶν χρημάτων, ἅτινα κατὰ τὸ ἔτος αὐτὸ θὰ ὑπάρχωσιν, ἵνα δαπανηθῶσιν. Ἂν παρατηρήσητε τὸν προϋπολογισμόν, ὅστις ὑπεβλήθη περὶ τῶν ἔργων τῶν 56,000 δραχμῶν, θέλετε ἴδει, ὅτι ἐκ τῶν 56,000 αὐτῶν θὰ δαπανηθῶσι μόνον 30,000 δραχμαί, καὶ αὐταὶ ὑπὲρ ὡρισμένων ἔργων. Λοιπὸν ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπ’ αὐτοῦ κυρίως νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του, καί, ἂν ᾖναι δυνατόν, οὐχὶ βεβαίως διὰ νόμου, διότι νόμος δὲν ἀπαιτεῖται, ἀλλὰ δι’ ἐκτελέσεως μᾶλλον πρακτικῆς καὶ ἱκανοποιητικῆς τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, νὰ ὑποβάλλῃ κατ’ ἔτος ἀληθεῖς προϋπολογισμούς, οἱ ὁποῖοι δηλονότι ν’ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰς δαπάνας τῶν ἀληθῶς ἐκτελεσθησομένων ἔργων ἐντὸς τοῦ ἔτους, ὥστε νὰ μὴ ῥίπτηται ἀνωφελῶς ἡ Βουλὴ εἰς πέλαγος δημοσίων ἔργων, ἐκ τῶν ὁποίων γινώσκει βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλ’ ἀγνοεῖ ἡ Βουλή, τίνα θὰ ἐκτελεσθῶσι. Λέγω ἀνωφελῶς, διότι παρέρχονται ἔτη, καὶ οὐδὲν ἐκ τῶν ἀναγραφέντων ἔργων γίνεται, διότι τὸ Κράτος, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη δὲν δύναται πλέον νὰ δαπανήσῃ ὑπὲρ ὁδοποιΐας, καὶ πολλαὶ ἐπαρχίαι πρὸ καιροῦ ἔπαυσαν βλέπουσαι ἔργον ὁδοποιΐας καὶ συγκοινωνίας. Πρὸς τί νὰ ἐπαναλαμβάνηται τοιοῦτος ἐμπαιγμός; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι κυρίως εἰς τὴν Διοίκησιν, ἥτις ἔχει τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων περὶ ὁδοποιΐας, πρέπει νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν, οὐχὶ δὲ νὰ ζητῶμεν νόμους, οἵτινες νὰ ἐπιβάλλωσιν, ὑπὸ ἄλλον τύπον, νέα βάρη, ἢ νὰ θέλωμεν ἄλλως νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς ὁδοποιΐας. Νομίζω μάλιστα, ὅτι ἔπρεπεν νὰ τῷ γενικῷ Προϋπολογισμῷ νὰ διακρίνωνται αἱ δαπάναι, ὅσαι ὑπολογίζονται διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, τὴν ἐθνικήν, τὴν ἐπαρχιακὴν ἢ τὴν δημοτικήν. Ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι, νὰ ἐξετάσῃ καὶ βεβαιώσῃ, ποῖαι ἐπαρχίαι δικαιοῦνται νὰ λάβωσιν ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου χρήματα, ἀνήκοντα εἰς αὐτὰς δι’ ἔργα ἐπαρχιακά, ἢ ἂν πρέπει τὸ Δημόσιον νὰ φροντίσῃ καὶ δι’ αὐτά. Ὅσαι ἐπαρχίαι ἔχουν χρήματα ὀφειλόμενα αὐταῖς ἀπὸ τὸ Δημόσιον, προηγοῦνται τῶν μὴ τοιούτων, καὶ εἶναι ἄτοπον νὰ προηγῶνται αἱ ἄνευ τοιούτου δικαιώματος.
§182ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας γίνονται τὰ μὲν ἐκ τῶν πόρων τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας, τὰ δὲ ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους...
§183Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶπον, ὅτι, καθ’ ὅσον ἡ ἐπαρχία ἢ ὁ δῆμος ἔχει λαμβάνειν παρὰ τοῦ Κράτους, τὰ ἔργα ἐκτελοῦνται ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναγραφομένου ἑκάστοτε, χρεουμένου τοῦ ἄλλου. Καθ’ ὅσον δὲ ἡ ἐπαρχία ἢ ὁ δῆμος δὲν ἔχει λαμβάνειν, ἐπειδὴ φρονῶ, ὅτι δὲν δύνανται ν’ ἀναβληθῶσι τὰ ἔργα τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας, ἢ τεχνικὰ ἔργα τῆς δημοτικῆς, πρέπει τὸ Κράτος ν’ ἀναλαμβάνῃ τὴν δαπάνην ταύτην, διότι ἔλαβε τὰ ἔσοδα τὰ προερχόμενα ἐκ τῶν φόρων τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας καὶ προωρισμένα ἀποκλειστικῶς εἰς ἔργα ὁδοποιΐας.
§184ΝΕΓΡΗΣ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρωθυπουργέ, ἀπὸ τοῦ 1892 μέχρι τοῦ 1900 αὐτὰ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐκάμετε, ἐγένοντο ἐκ τῶν πόρων τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας, ἤ τινα ἐξ αὐτῶν ἐγένοντο ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους;
§185Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι μέρος αὐτῶν ἐγένετο ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους· ἀλλ’ ὅπως σᾶς δώσω ὁριστικὴν ἀπάντησιν ἐπὶ τούτου, δέον νὰ λάβω τὸν κατάλογον τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἐνομοθετήθησαν ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ταμείου τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας μέχρι σήμερον, ἵνα δυνηθῶ ν’ ἀνακοινώσω, τίνα ἔργα ἐγένοντο εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν ἢ εἰς τὴν δημοτικὴν ὁδοποιΐαν, καὶ τίνα εἶναι τεχνικά.
§186Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τὰ ἔτη 1895, 1896 καὶ 1897 σᾶς δίδω τὴν πληροφορίαν, ὅτι οὐδὲν ἔργον ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας ἐξετελέσθη διὰ κεφαλαίων ἄλλων ἢ μόνον διὰ κεφαλαίων τῆς δημοτικῆς ἢ τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας.
§187Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ παρατήρησις αὕτη βεβαίως εἶναι ἀκριβεστάτη, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἐτῶν ἀμέσως μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας· ἑπομένως ὑπῆρχον πιστώσεις τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας εἰς βάρος τοῦ Κράτους, καὶ καθ’ ὅσον αἱ πιστώσεις αὗται ἐξεκαθαρίζοντο, κατὰ τοσοῦτον ἐξετελοῦντο ἔργα ἐπαρχιακῆς ἢ δημοτικῆς ὁδοποιΐας.
§188ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριε Πρωθυπουργέ, ὅπως, ἀπαντῶντες εἰς τὴν ἐπερώτησιν, διακρίνητε τὰ ἔργα τὰ ἐκτελεσθέντα διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους τῶν ἔργων τῶν ἐκτελεσθέντων διὰ τῶν κεφαλαίων τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Βεβαίως εἶναι δίκαιον καὶ ὀρθὸν, ἡ Βουλὴ νὰ ἦναι ἐν γνώσει τῶν ἐκτελουμένων ἔργων· ἀλλὰ δυστυχῶς, κύριοι συνάδελφοι, ἡμεῖς αὐτοὶ κατὰ τὴν προηγουμένην Σύνοδον ἐψηφίσαμεν νόμον, ἀφαιροῦντα ἀφ’ ἡμῶν τὸ δικαίωμα νὰ γνωρίζωμεν τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τὴν ὁδοποιΐαν, τήν τε ἐπαρχιακὴν καὶ τὴν δημοτικήν. Ὁ νόμος ͵ΒΨΜΕʹ, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν πέρυσι, δίδει τὸ δικαίωμα νὰ γίνωνται αἱ ἐργασίαι τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας καὶ τῆς δημοτικῆς ἐκ τῶν πόρων αὐτῶν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς χρέωσιν τοῦ κεφαλαίου τούτου, χωρὶς νὰ ἐκδίδωνται ἐντάλματα, χρεοῦντα τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους.
§189Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἓν ζήτημα εἶναι ἐντελῶς σχετικὸν πρὸς τὸ ἄλλο. Ὑμεῖς ὑπεστηρίξατε, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκδοθῇ ἓν ἔνταλμα πρὸς χρέωσιν διὰ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται πρὸς ἀπόδοσιν εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν καὶ δημοτικὴν ὁδοποιΐαν. Ἀλλὰ τὸ Κράτος ἐκτελεῖ τὰ ἔργα, καθ’ ὅσον ἐκτελεῖ ταῦτα, ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν κεφαλαίων τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας, καὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον κατ’ ἔτος ἀναγράφεται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ποσοῦ ὀφειλομένου πρὸς ἐκτέλεσιν ἐπαρχιακῶν καὶ δημοτικῶν ὁδῶν. Τὰ ἐντάλματα εἰς βάρος τίνος ἐκδίδονται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν;
§190ΝΕΓΡΗΣ. Εἰς βάρος τῶν κεφαλαίων τῶν χρηματικῶν λογαριασμῶν.
§191Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη διεξήχθη ἤδη μεταξὺ ὑμῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ μᾶλλον δὲν διεξήχθη.
§192ΝΕΓΡΗΣ. Ὄχι. Ἐγὼ ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, ὅτι ὁ νόμος οὗτος ὁρίζει, ὅτι, ὅσα ἦσαν ἀναγεγραμμένα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 καὶ 1900, ἔπρεπε νὰ μεταφερθῶσιν εἰς πίστωσιν τοῦ κεφαλαίου τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Ἀλλὰ βεβαίως παρανοήσας τὸν νόμον, ἢ μὴ προσέξας, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀφῆκε τὴν πίστωσιν ταύτην ἀδιάθετον, δηλαδὴ δὲν ἐπίστωσε κατὰ τὸ ἔτος 1899 τὰ κεφάλαια ταῦτα. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συνεζητήσαμεν μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἤδη ἔχομεν τὸ ἄλλο, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ οὐδεμίαν πίστωσιν πρὸς χρησιμοποίησιν τῶν κεφαλαίων τούτων. Τοῦτο εἶναι φανερὸν εἰς πάντα θέλοντα νὰ ἀναγνώσῃ τὸν νόμον, ὃν ἀνέφερα. Ὥστε βεβαίως δύναται ἡ Κυβέρνησις, ἀπαντῶσα εἰς τὰς ἐπερωτήσεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν, νὰ φέρῃ τὰς πληροφορίας, ἃς οὗτοι ἐζήτησαν, ἀλλὰ δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἀναγράψῃ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν οὐδεμίαν πίστωσιν, ἐφ’ ὅσον αἱ δαπάναι γίνονται ἐκ τῶν κεφαλαίων τούτων. Ἀλλὰ πρὶν περατώσω τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, θὰ σᾶς ὑπενθυμίσω καὶ πάλιν, ὅτι, ὅπως συζητήσωμεν τὰς πιστώσεις, αἵτινες ζητοῦνται ἤδη, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν ψηφισθέντα Προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1901, ἀλλὰ μέχρι σήμερον δὲν ἔχομεν τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως, καθ’ ἣν ἐψηφίσθη ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰ ἔχωμεν ἕως αὔριον.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνωμαλίαι τυπογραφικαὶ ἐκώλυσαν μέχρι τοῦδε τὴν ἐκτύπωσιν τῶν πρακτικῶν. Ἐν τῷ Τυπογραφείῳ ὑπάρχει τοσαύτη ἐργασία, ὅση δὲν ὑπῆρχε ποτέ. Ἐν τούτοις ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θὰ ὦσιν ἕτοιμα.
§194Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§195Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προαναγγείλω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὅ,τι θέλει ἀκούσει τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀπὸ τοῦ στόματός μου, βεβαίως δὲν ἤθελον εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὸν ἀπασχολήσω ἤδη, προκειμένου νὰ ψηφισθῇ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ εὐδοκήσῃ, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἂν νομίσῃ ὀρθὸν ὅ,τι θὰ εἴπω τὴν ἑσπέραν ταύτην, εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν νὰ φέρῃ διόρθωσίν τινα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου... Κατὰ τὸ ἔτος 1895 ἐψηφίσθη νόμος ὑπὸ τῆς Βουλῆς περὶ κατασκευῆς ὁδοῦ τινος ἀπὸ Βλαχοκερασιᾶς εἰς Κολλίνας. Τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ταύτης ἀνέλαβον διὰ μειοδοτικῆς δημοπρασίας δύο ἐργολάβοι, οἵτινες καὶ κατεσκεύασαν τὸ ἥμισυ τῆς ὁδοῦ. Ἀλλὰ δυστυχῶς συνεννοήθησαν οἱ ἐργολάβοι μὲ τὸν μηχανικὸν, καὶ ἀντὶ νὰ ἀρχίσουν τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Βλαχοκερασιᾶς πρὸς τὰς Κολλίνας, ἤρξαντο ἀπὸ τοῦ ἄλλου ἄκρου, ἀπὸ Κολλινῶν πρὸς τὴν Βλαχοκερασιὰν, καὶ τοιουτοτρόπως κατεσκευάσθη τὸ ἥμισυ τμῆμα τῆς ἀπὸ Κολλινῶν μέχρι Βλαχοκερασιᾶς ὁδοῦ, τὸ ὁποῖον οὐ μόνον ἔμεινεν ἄχρηστον, ἀλλὰ καὶ κινδυνεύει νὰ καταστραφῇ ἕνεκα τῶν καιρικῶν περιστάσεων.
§196Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πότε ἔγεινεν αὐτό;
§197ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τοῦ 1895.
§198Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἄρα ὑπάρχει νόμος.
§199ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§200Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τότε δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὸν νόμον, διότι δυνάμει τῆς πιστώσεως, τῆς προωρισμένης εἰς ἐξακολούθησιν ψηφισθέντων ἔργων, δυνάμεθα νὰ προβῶμεν.
§201ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ εἰς τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων.
§202Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.
§203ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι, κύριε Πρόεδρε, μυριάδες δραχμῶν ἐδαπανήθησαν, καὶ ἐπειδὴ ὁ τότε μηχανικὸς εἶχε συνεννοηθῆ μὲ τοὺς ἐργολάβους, καὶ ἀντί, ὡς προεῖπον, ν’ ἀρχίσῃ τὴν ὁδὸν ἀπὸ Βλαχοκερασιᾶς πρὸς τὰς Κολλίνας, ἤρχισεν ἀντιθέτως, καὶ οὕτω τὸ ἥμισυ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης καταστρέφεται ἐκ τῆς ἐγκαταλείψεως. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ σώσῃ τὴν περιουσίαν τοῦ Δημοσίου, ἡ ὁποία χάνεται ἐκεῖ.
§204Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔχει σκοπὸν νὰ ἐκτελέσῃ τὴν γέφυραν Κουτσοχείρου, διὰ τὴν ὁποίαν πέρυσιν ἡ Βουλὴ ἐψήφισε πίστωσιν 140,000 δραχμῶν. Ἡ γέφυρα Κουτσοχείρου εἶναι ἓν ἐκ τῶν ἔργων τῶν σπουδαιοτάτων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσωσι διπλοῦν σκοπὸν, ὄχι μόνον τὴν συγκοινωνίαν, ἀλλὰ καὶ τὰς στρατιωτικὰς ἀνάγκας, διότι εἶναι γέφυρα ἀκριβῶς κειμένη ἐπὶ τῶν ὁρίων. Ἐνῷ λοιπὸν ἐδόθη ἡ πίστωσις πρὸ ἑνὸς ἀκριβῶς ἔτους πρὸς κατασκευὴν τῆς γεφύρας ταύτης, ἐν τούτοις μέχρι σήμερον οὐδὲν ἐγένετο, τὸ ὁποῖον νὰ μᾶς δίδῃ τὸ ἐνδόσιμον νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἡ γέφυρα αὕτη θέλει ἐκτελεσθῆ. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀκόμη εἰς καιρὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ διαθέσῃ τὴν πίστωσιν ταύτην πρὸς κατασκευὴν τῆς γεφύρας Κουτσοχείρου, καὶ ἤθελον παρακαλέσει αὐτὴν, νὰ σπεύσῃ εἰς πρώτην εὐκαιρίαν νὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν τὸ ἔργον τοῦτο, διότι ἡ ἀνάγκη, δι’ ἣν πέρυσιν ἐζητήθη ἡ πίστωσις διὰ τὴν γέφυραν ταύτην, ὑφίσταται ἀκόμη, καὶ ὄχι μόνον ὑφίσταται, ἀλλὰ καὶ κατέστη ἤδη ἐπιτακτικωτέρα. Ἔχω δὲ καί τι ἄλλο νὰ εἴπω, λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἀπαντήσεως, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Σύρου. Πρὸ ἐτῶν ἤδη ἔχουσι γείνῃ μελέται διὰ δύο ὁδοὺς, ἀναγκαιοτάτας ἐν τῷ Κράτει. Ἡ μία ὁδὸς εἶναι τμῆμα τῆς ὁδοῦ Τρικκάλων– Ἄρτης, ἀπὸ Καραβοπόρου μέχρι Πόρτας Παζὰρ, ἔχουσι δὲ γείνῃ αἱ μελέται καὶ οἱ προϋπολογισμοὶ τῆς δαπάνης, καὶ εὑρίσκονται εἰς τὰ γραφεῖα τῶν δημοσίων ἔργων ἐκκρεμεῖς. Πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἡ ὁδὸς αὕτη σπουδαιότατα συμφέροντα οὐ μόνον τῆς ἐπαρχίας Τρικκάλων, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐπαρχίας Ἄρτης καὶ τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης. Πρέπει νὰ σημειώσητε, ὅτι πρόκειται περὶ ὁδῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι μόνον χρήσιμοι εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν ἀτόμων, ἀλλ’ εἶναι χρήσιμοι καὶ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς γεωργίας, καὶ ἐν γένει εἰς πολλὰς ἄλλας ἀνάγκας.
§205Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν ἡ ὁδὸς αὕτη εἶναι χρησιμωτάτη.
§206Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Περὶ αὐτοῦ δὲν δύναμαι νὰ ἔχω γνώμην. Σέβομαι ὅμως τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Ἐξ ἄλλου εἶχε γείνῃ μελέτη καὶ προϋπολογισμὸς δαπάνης διὰ μίαν ὁδὸν ἐκ Τρικκάλων πρὸς τὰ Ζαμβλάνια καὶ τὰ σύνορα, καίτοι, προκειμένου περὶ ὁδῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι σκοπὸν νὰ ἐξυπηρετήσωσι στρατηγικοὺς λόγους, καὶ περὶ γεφυρῶν ἀκόμη καὶ τῶν τοιούτων, ἔχει ψηφισθῆ πρὸ πολλοῦ χρόνου ἴδιος νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔχει ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν κατασκευὴν ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς. Ὁ νόμος οὗτος ἔχει ψηφισθῆ, νομίζω, κατὰ τὸ ἔτος 1895...
§207Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§208Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. .. ἐγένετο δ’ ἐπίτηδες διὰ τὰς ἀνάγκας τὰς στρατιωτικὰς, καὶ ὑποθέτω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ζητηθῇ ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς πρὸς κατασκευὴν τῶν τοιούτων ὁδῶν. Τοῦτο δ’ ἴσως θέλει χρησιμεύσει καὶ εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. συναδέλφου. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβάλληται εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, προκειμένου περὶ κατασκευῆς ὁδῶν καὶ γεφυρῶν, αἵτινες χρησιμεύουσιν ἀκριβῶς διὰ τὰς στρατιωτικὰς ἀνάγκας. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ τὸν παρακαλέσω, ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ διατάξῃ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων ἔργων νὰ δώσῃ πρὸς αὐτὸν πληροφορίας, ἂν ἀληθῶς ἐγένοντο αἱ μελέται καὶ οἱ προϋπολογισμοὶ τῆς δαπάνης τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ὁδῶν, καὶ, εἰ δυνατὸν, νὰ συμπεριλάβῃ εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον πίστωσιν καὶ διὰ τὰς δύο ταύτας ὁδούς.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι...
§210Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ,
§211Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δύνασαι νὰ παραπονεθῇς.
§212Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Θὰ σᾶς εἴπω. Πρόκειται νὰ δαπανηθῶσι 270,000 δραχμαὶ μόνον διὰ τὸ τρέχον ἔτος. Αὐτὸ τὸ ποσὸν, κατὰ δίκαιον λόγον, πρέπει νὰ διανεμηθῇ εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας, περὶ τῶν ἔργων τῶν ὁποίων ὑπάρχουσι νομοσχέδια, ὧν τινα καὶ ἐγκεκριμένα. Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο, ἂν τὸ ἥμισυ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν 270,000 δραχμῶν διετίθετο ὑπὲρ τῆς Εὐρυτανίας! (γέλωτες).
§213Δ. ΠΙΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ κάμω κατάχρησιν τοῦ λόγου. Θὰ εἴπω μόνον δύο λέξεις· ὅτι δὲν κατασκευάζονται ὁδοὶ, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι, ὁδοὶ κύριαι, ἀλλὰ κατασκευάζονται ὁδοὶ δευτερεύουσαι. Ἐὰν ὑπάρχῃ ὁδὸς, ἡ ὁποία πρέπει νὰ κατασκευασθῇ, εἶναι ἡ ἀπὸ Φαρσάλων μέχρι Λαρίσης. Εἶναι ὁδὸς ἐθνικωτάτη· συνδέει τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ τῆς Φθιώτιδος μὲ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ Λαρίσης, καὶ ἐπὶ πλέον συνδέει τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Βασιλείου μὲ τὰ σύνορα. Καὶ ἐνῷ ὅλη ἡ ὁδὸς ἀπὸ Λαμίας μέχρι Δομοκοῦ καὶ Φαρσάλων ἔχει κατασκευασθῆ, ἀπὸ Φαρσάλων μέχρι Λαρίσης δὲν κατεσκευάσθη, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἀπὸ Λαρίσης μέχρι Μελούνης συνετελέσθη ἤδη ἡ ὁδός. Ἐπίσης ἄλλη ὁδὸς ἐθνικωτάτη εἶναι ἡ ἀπὸ Λαρίσης ἕως Τσάγεζι, δι’ ἣν εἶχον γείνῃ καὶ μελέται. Συνδέει δὲ καὶ αὕτη τὴν Λάρισαν μὲ τὰ σύνορα. Ἔχω μίαν μικρὰν σημείωσιν ἐδῶ, ἐξ ἧς θέλει ἴδει ἡ Βουλὴ, ποῖαι ὁδοὶ κατασκευάζονται κατὰ προτίμησιν. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς δι’ ὅλας, διότι ἔχω σημείωσιν ἀτελῆ, ἀλλὰ θὰ σᾶς ἀπασχολήσω μόνον διὰ τὴν Κέρκυραν, ὅπου μόνον διὰ τῶν δύο Προϋπολογισμῶν τοῦ 1899 καὶ τοῦ 1900 κατεσκευάσθησαν ἐν ὅλῳ 17 ὁδοί!...
§214Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Θέλω νὰ σᾶς δώσω τὴν πληροφορίαν, ὅτι μεταξὺ ὅλων τῶν νομῶν τοῦ Κράτους ὁ νομὸς, εἰς τὸν ὁποῖον ὀλιγώτερα ἐκ τῶν χρημάτων τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας ἐδαπανήθησαν, εἶναι ὁ νομὸς Κερκύρας. Ἑπομένως ἡσυχάσατε.
§215Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Μετὰ τὸν τῆς Λακεδαίμονος.
§216Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὰ ἔργα ὁδοποιΐας, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο, ἐξετελέσθησαν διὰ χρημάτων τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας. Ὡς πρὸς τὴν ἐθνικὴν ὁδοποιΐαν, ὁ νομὸς Κερκύρας ἔρχεται τελευταῖος ὅλων. Ἑπομένως ἀναπαυθῆτε.
§217Δ. ΠΙΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ τὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ τ’ ἀκούσῃ. (Ἀναγινώσκει ἐκ σημειώματος). Καὶ οὐ μόνον ἡ Κέρκυρα, ἀλλὰ καὶ ἡ Ζάκυνθος, καὶ ἡ Κεφαλληνία καὶ τὰ Κύθηρα εἶναι ἐκ τῶν προνομιούχων ἐπαρχιῶν, εἰς ἃς κατεσκευάσθησαν ὁδοί.
§218Κ. ΑΡΓΑΣ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐν Ζακύνθῳ εἷς μόνον δρόμος ἔγεινεν εἰς διάστημα τριετίας.
§219Δ. ΠΙΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω. Ἡσυχάσατε. (Ἀναγινώσκει). Λοιπὸν, ἐνῷ ὑπάρχουσιν ὁδοὶ ἐθνικώταται καὶ μεγίστης σημασίας, αὐταὶ δὲν γίνονται, ἀλλὰ γίνονται ὁδοὶ δευτερεύουσαι.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιρρήσεως). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ ὁλικῆς δαπάνης πρὸς ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους Μουστοῦ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Κυνουρίας ἐκ δραχ. 160,000».
§221Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς τὸ ἑσπέρας παρεκάλεσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἵνα συναινέσῃ, σὺν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ νὰ συζητηθῇ καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους «Λεσίνι».
§222Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Τίνα σχέσιν ἔχει;
§223Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι σήμερον θὰ συζητηθῶσιν ὁμοῦ τὰ νομοσχέδια περὶ ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν αὐτῶν, καὶ ἴσως τὴν ἑσπέραν ταύτην ἤθελε συναινέσει εἰς τοῦτο.
§224Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό, θὰ σᾶς εἴπω τί θὰ γείνῃ.
§225Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ 74;
§226Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι εἰς τὸ 74. Εἰς τὸ 61.
§227Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ φθάσωμεν, λέγετε, ἀπόψε;
§228Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἂν δὲν φθάσωμεν ἀπόψε, αὔριον θὰ ἔχῃ θέσιν καλλιτέραν.
§229Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, αὔριον νὰ ἦναι εἰς καλλιτέραν θέσιν.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ ἕλους Μουστοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου).
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν ἀπαιτουμένης ὁλικῆς δαπάνης πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκ δραχμῶν 289,300». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§232Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν ὑπάρχει γνωστὸν τὸ γήπεδον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θέλει οἰκοδομηθῆ τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον.
§233Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡρίσθη ἕν οἰκόπεδον ἐπί τινος παρόδου τῆς ὁδοῦ Πατησίων, καὶ ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ Τυπογραφεῖον καὶ Σφραγιστήριον. Τὰ σχέδια ἡτοιμάσθησαν. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ὁ χῶρος δὲν εἶναι ἐπαρκὴς καὶ διὰ τὰ δύο. Θὰ ἦναι ἐπαρκὴς διὰ τὸ Τυπογραφεῖον, ἀλλ’ ὄχι καὶ διὰ τὸ Σφραγιστήριον.
§234Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἡ ὁδὸς εἶναι στενή. Νομίζω καλλίτερον νὰ ἐξευρεθῇ χῶρος.
§235Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα. Ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ εὑρεθῇ χῶρος, ὅπως κατασκευασθῶσιν ἀμφότερα, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ὠφεληθῶμεν ἐκ τοῦ ὅλου.
§236ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄνευ διαγωνισμοῦ;
§237Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγένετο διαγωνισμός.
§238Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὑποδεικνύουσιν ὡς καλλίτερον τὸ μέρος, ὅπου εἶναι ὁ Μενδρεσὲς τώρα.
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀκυρώσεως καὶ χορηγίας πιστώσεων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900.
§240ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι δευτέρα συζήτησις. Ἔχω τὸν λόγον.
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§242ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορᾷ εἰς ἀκυρώσεις πιστώσεων καὶ εἰς χορηγήσεις πιστώσεων μικροτέρων, εἰς τρόπον ὥστε μετὰ τὴν ἀκύρωσιν 1,515,200 δραχμῶν καὶ τὴν χορηγίαν 1,382,070 μένει διαφορὰ εἰς ὄφελος τοῦ Προϋπολογισμοῦ 132,130 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἤθελον ἁπλῶς νὰ παρατηρήσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅτι ἀκριβῶς τοῦτο ἂν προσήγετο πρὶν ἢ συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς, καθὼς καὶ τὰ ἄλλα, ἅτινα μετὰ πάσης προσοχῆς ἐφρόντισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ τὴν ἐπιοῦσαν τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἂν καὶ τοῦτο, ὅπως καὶ τὰ ἄλλα, εἶχον κατατεθῇ πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἤθελον συντελέσει εἰς τὸ νὰ ἀποδείξωσιν ἀμέσως τὴν ὀρθότητα τῶν ἰσχυρισμῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἀναγραφαὶ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν πιστώσεων ἀπαραιτήτων καὶ πάντως κατ’ ἀναλογίαν μεγαλειτέρων ἐγένοντο μικρότεραι, ὥστε νὰ παρασταθῶσι τὰ ἔξοδα τοῦ 1901 μικρότερα ἢ ὅ,τι πραγματικῶς θέλουσιν εἶναι. Διότι θέλομεν ἴδει, ὅτι ἀκριβῶς ἐπὶ ἄρθρων, ἅτινα ἐμφανίζονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 ἐντελῶς ἴσα πρὸς τὰς πιστώσεις τοῦ προηγουμένου ἔτους 1900, ἀκριβῶς ἐπὶ τούτων διὰ τὸ 1900 ζητοῦνται ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις. Παραδείγματος χάριν, λέγει ἐδῶ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ὁ κ. Ὑπουργὸς (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 15, ἄρθρου μόνου, «στερεαὶ χορηγήσεις», δραχ. 70,000. Διότι ὡς ἐκ τῆς ἐπεκτάσεως καὶ ἐπὶ τῶν νέων στρατιωτικῶν καταστημάτων, οἷον Γενικῆς Διοικήσεως, Ταξιαρχιῶν καὶ Στρατολογικῶν Γραφείων, τῆς πρὸς θέρμανσιν τούτων χορηγουμένης καυσίμου ὕλης, τῆς μὴ μειώσεως τοῦ ποσοῦ τῆς χορηγουμένης τοιαύτης πρὸς παραγωγὴν τοῦ συσσιτίου τῶν ἀνδρῶν, συνεπείᾳ τῆς μὴ ὡσαύτως μειώσεως τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν, τῆς προμηθείας διαφόρων ἀπαραιτήτων εἰδῶν ὑλικοῦ πρὸς συντήρησιν τῶν ἱπποστασίων καὶ τῆς ἱπποσκευῆς ἐν ἀχρηστίᾳ σχεδὸν διατελούσης, καὶ ἐν γένει πρὸς συντήρησιν τοῦ στρατωνισμοῦ καὶ τοῦ ὁπλισμοῦ, ὧν μετ’ ἀκριβείας αἱ δαπάναι ἀποβαίνει πάντως ἀνέφικτον ἐκ τῶν προτέρων νὰ ὁρισθῶσι, προέκυψεν ἡ ἀνεπάρκεια τῶν πιστώσεων τοῦ κεφαλαίου τούτου.» Λοιπὸν ἡ πίστωσις αὕτη ἐθεωρήθη ἀνεπαρκὴς, καὶ ἐζητήθη νὰ προστεθῶσιν 70,000 δραχμαί. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1901 ἡ προσθήκη περιωρίζετο εἰς δρ. 30,000· ἐκ τούτου διαφορὰ δρ. 40,000, αἵτινες κατὰ τὸ πλεῖστον θέλουσι καταστήσει ἀναγκαίαν ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν διὰ τὸ 1901. Ὡσαύτως (ἀναγινώσκει) «ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 18 «Νοσηλεία» δρ.222,000. Διότι ὡς ἐκ τῆς συστάσεως καὶ λειτουργίας πέντε ἐπὶ πλέον τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ὁριζομένων στρατιωτικῶν Νοσοκομείων ἑπόμενον ἦτο, τὰ ἔξοδα ἐν γένει τῆς νοσηλείας τῶν ἀνδρῶν νὰ αὐξηθῶσι σημαντικῶς, καὶ ἀποβῶσιν οὕτως ἀνεπαρκεῖς αἱ χορηγηθεῖσαι ἐπὶ τούτου πιστώσεις.» Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 εἶναι ἐπὶ πλέον ἀρχικῶς ἀναγεγραμμέναι μόνον 87,000. Ἐνταῦθα ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν, τί εἶναι τὰ πέντε Νοσοκομεῖα, τὰ μὴ ὁριζόμενα ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐπὶ τίνων διατάξεων νομοθετικῶν στηρίζονται;
§243Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Διάταξις δὲν ὑπάρχει· διὰ τοῦτο καὶ κατηργήθησαν ταῦτα. Πλὴν τοῦ ἐν Ἀθήναις Νοσοκομείου, οὗτινος ὁ χῶρος δὲν ἦτο ἐπαρκὴς διὰ τὴν ἐνταῦθα φρουρὰν, συνέστη καὶ δεύτερον, ὡς παράρτημα αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὰ ἄλλα 4 κατηργήθησαν. Ἐντεῦθεν ἡ ἐλάττωσις τῆς δαπάνης.
§244ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 19 ἄρθρου μόνου, «ἰδιωτικαὶ ὑπηρεσίαι», δρ. 7,200. Διότι ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως μονίμων ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν, προελθούσης ἐκ τῆς ἀποσπάσεως ἱκανοῦ ἀριθμοῦ ἐξ αὐτῶν εἰς εἰδικὰς ὑπηρεσίας, μὴ προβλεπομένας ὑπὸ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, οἷον τῶν πέντε στρατιωτικῶν Νοσοκομείων, τῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, Δαμαλιδοκομείου, Λυσσιατρείου καὶ ἄλλων, διωρίσθησαν ἐπὶ ἀντιμισθίᾳ διὰ τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ, καὶ ἰδίως τῶν ἀπεσπασμένων τμημάτων, ἰδιῶται ἰατροὶ καὶ φαρμακοποιοί, ὧν ἡ δαπάνη κατ’ ἀνάγκην ὑπερέβη τὰς ἐν τῷ σχετικῷ ἐδαφίῳ τοῦ κεφαλαίου τούτου ἀναγραφομένας πιστώσεις.» Καὶ ἐν τούτῳ βλέπω κατὰ τὸ 1901, ὅτι, ἀντὶ νὰ ἔχωμεν αὔξησιν πιστώσεως, ἔχομεν ἐλάττωσιν κατὰ 4,800 δραχμὰς. Ἀλλ’ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, ποία ἡ ὑπηρεσία τοῦ Λυσσιατρείου, ἥτις ἀφαιρεῖ ἰατροὺς στρατιωτικούς;
§245Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος δὲν θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην ἰδιωτικῶν ἰατρῶν ἕνεκα τῆς κατατάξεως τῶν νέων ἀνθυπιάτρων. Εἰς τὸ Λυσσιατρεῖον δὲ γίνεται ἡ παραγωγὴ τοῦ ἀντιφθεριτικοῦ ὀρροῦ.
§246ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Κεφάλ. 20 «ἔξοδα Γραφείων κλπ.» δρ. 42,000. Διότι ὡς ἐκ τῆς ἀνατυπώσεως διαφόρων κανονισμῶν ὑπηρεσίας ἕνεκα τῆς ὁλοσχεροῦς ἐξαντλήσεως τῶν ὑπαρχόντων ἐκ τούτων, τῆς κατ’ ἀπόλυτον ἀνάγκην ἐπιπλώσεως καὶ διακοσμήσεως τῶν διαφόρων θαλάμων καὶ γραφείων τῶν νέων στρατιωτικῶν καταστημάτων, ἤτοι τῆς Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, Ταξιαρχιῶν, Ἀρχηγείου Χωροφυλακῆς, Στρατολογικῶν Γραφείων κλπ. καὶ ἐν γένει τῆς ἀποζημιώσεως λόγῳ γραφικῆς ὕλης καὶ χορηγίας διαφόρων ἐντύπων ὑπηρεσίας εἰς τὰς προαναφερομένας ἀρχὰς, δὲν ἐπήρκεσεν ἡ ἐπὶ τούτου χορηγηθεῖσα πίστωσις.» Καὶ βλέπω, ὅτι, ἐνῷ διὰ τὸ 1900 ζητοῦνται ἐπὶ πλέον 42,000 δραχμαὶ, διὰ τὸ 1901 ἔχομεν προσθήκην δρ. 20,000 μόνον.
§247Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Διότι ἐγένετο ἡ ἐγκατάστασις.
§248ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὸ κεφάλαιον 26, «μισθὸς ὑπαξιωματικῶν χωροφυλακῆς», δρ. 10,000 ἐπὶ πλέον, «διότι ὡς ἐκ τῆς μειώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαρχόντων ὑπαξιωματικῶν δὲν ἐπετεύχθη καὶ τὸ ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐκπεσθὲν λόγῳ κενῶν θέσεων κλπ. ποσόν.» Ἀλλὰ βλέπετε, ὅτι καὶ εἰς τὸ 1901 ἔχομεν τὴν αὐτὴν πίστωσιν· ἐξ οὗ πειθόμεθα, ὅτι θὰ ἔχωμεν μείωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαξιωματικῶν.
§249Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Λόγῳ τῶν κενῶν θέσεων.
§250ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὡσαύτως (ἀναγινώσκει) «ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 26, ἄρθ. 3 «μισθὸς χωροφυλάκων», δρ. 38,000. Διότι, ὡς ἐκ τῆς μὴ μειώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν χωροφυλάκων, παραμένοντος ἱκανοῦ ἀριθμοῦ πρὸς διάνυσιν προσθέτου ὑπηρεσίας, δὲν ἐπετεύχθη ὁλοσχερῶς ἡ ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου λόγῳ ἀδειῶν κλπ. ἐκπεσθεῖσα πίστωσις.» Καὶ ὅμως εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901 ἔχετε ἐπὶ πλέον μείωσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 κατὰ δραχ. 216,000. Βλέπετε, ὅτι οὐ μόνον δὲν προβλέπετε ἐμφάνισιν τοῦ αὐτοῦ φαινομένου, ἀλλὰ προβλέπετε καὶ ἐλάττωσιν. Καὶ ἐρωτῶ: πόσοι χωροφύλακες θέλουσι μείνει;
§251Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβλέψωμεν. Αἱ πρόσθετοι ὑπηρεσίαι κατ’ ἀνάγκην αὐξάνουσι τὰς δαπάνας. Ἀλλ’ ἐλπίζομεν, ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν προσθέτους ὑπηρεσίας.
§252ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχομεν καὶ ἕτερόν τι (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 26, ἄρθρου 6, «γραφικὰ καὶ γενικὰ ἔξοδα Μοιραρχιῶν κλπ.», δρ. 29,000. Διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἕνεκα τοῦ καταλογισμοῦ ἐπὶ τούτου παρά τινων Μοιραρχιῶν τοῦ τιμήματος τῶν χορηγηθεισῶν κατ’ ἀνάγκην εἴς τινας χωροφύλακας μερίδων ἄρτου εἰς πρᾶγμα, ἀντὶ τοῦ καταλογισμοῦ τούτου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ἰδίου κεφαλαίου, ἐφ’ οὗ καὶ ἀνάγεται, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τῶν ἀπαιτουμένων δαπανῶν πρὸς διακόσμησιν καὶ ἀπολύτως ἀναγκαίαν ἐπίπλωσιν τῶν γραφείων τοῦ ἄρτι συσταθέντος Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, καὶ διὰ διάφορα ἔντυπα ὑπηρεσίας καὶ γραφικῆς ὕλης τούτου, ἀπαιτεῖται ἡ πίστωσις αὕτη.» Ἐνῷ ἀπαιτεῖται διὰ τὸ 1900 ἡ πίστωσις αὕτη, 29,000 ἐπὶ πλέον, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 οὐδεμία πίστωσις δίδεται διὰ τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς. Διὰ τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι αἱ ζητούμεναι πιστώσεις ἐνταῦθα ἀποτελοῦσιν ἀπόδειξιν, ὅτι ἐξ ἐπιθυμίας ἐμφανίσεως εὐπρεπεστέρας τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἀνεγράψατε ἐφέτος τὴν πίστωσιν.
§253Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐνῷ ὁμιλεῖτε περὶ τῶν ὑπερβάσεων τῶν πιστώσεων τῶν ἀριθμῶν τῶν ἀναγομένων εἰς τοὺς χωροφύλακας καὶ ὑπαξιωματικούς, δὲν ὁμιλεῖτε ὅμως καὶ περὶ τῶν πιστώσεων διὰ τοὺς ἀξιωματικούς. Βλέπετε δὲ, ὅτι αὗται εἶναι 170,000 δρ. ἐπὶ ἔλαττον.
§254ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν σᾶς κατηγορῶ διὰ τὸ ἐπὶ ἔλαττον. Ἐκάματε οἰκονομίαν 170,000. Λέγω, ὅτι ἔχετε μείωσιν εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν, διότι τούτους ἐπλήρωνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὸ 1900, ὡς ἀπεσπασμένους εἰς τὴν ἀστυνομίαν. Ὁμιλῶ δὲ περὶ ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν. Ἄν δ’ ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἡ δαπάνη τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, τῶν προσηρτημένων εἰς τὴν ἀστυνομίαν, ἀνήρχετο εἰς 123,000 δραχμάς. Δὲν εἶναι ἄρα οἰκονομία, διότι τὸ ποσὸν τοῦτο ἐπεβάρυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. (Διαλογικαὶ συζητήσεις).
§255ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν μετὰ τὰς γενομένας ἀκυρώσεις ἐλπίζει, ὅτι θὰ ἔχῃ ἀδιαθέτους πιστώσεις εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως.
§256Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν δύναμαι νὰ τὸ γνωρίζω.
§257ΝΕΓΡΗΣ. Εἰς τὰ κονδύλια, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναγράφετε διὰ μισθοὺς ἀξιωματικῶν πίστωσιν δρ. 37,000, ἀναμένετε καὶ ἄλλας ἀδιαθέτους πιστώσεις;
§258Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, ποῖον θὰ ἦναι τὸ τέλος τῆς χρήσεως, διότι ἐδῶ πρόκειται περὶ προσωπικοῦ.
§259ΝΕΓΡΗΣ. Αἱ δαπάναι τοῦ προσωπικοῦ ἐγένοντο. Οἱ δώδεκα μῆνες ἐτελείωσαν· πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοῆτε, ἂν θὰ μείνουν, ἢ ὄχι, ἀδιάθετοι πιστώσεις;
§260Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Πιθανὸν νὰ ἦναι καὶ ἕτεραι πιστώσεις.
§261ΝΕΓΡΗΣ. Ἄς ἐξετάσωμεν, ποῖα εἶναι τὰ κονδύλια, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἔχετε ζητήσει πίστωσιν, οὐδ’ ἐκάματε ἀκύρωσιν. Κατ’ ἐμὲ, ταῦτα μόνον δύνανται ν’ ἀφήσουν ἀδιαθέτους πιστώσεις. Ἔχομεν πρῶτον τὸ ἄρθρον «μισθὸς ἀξιωματικῶν γενικῶν ὑπηρεσιῶν» ἐκ δραχ. 980,000. Τί δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο δύναται ν’ ἀφήσῃ ὡς ἀδιάθετον πίστωσιν, ἀφοῦ τὸ 1899 ἄφησε μόνον 97,000; Ποῖα εἶναι τὰ ἄλλα ἄρθρα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἐπῆλθον προσθαφαιρέσεις; Ἔχομεν τὸ ἄρθρον 5 τοῦ κεφαλαίου 8 ἐκ δραχμῶν 20,000. Βεβαίως καμμίαν σημαντικὴν διαφορὰν δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐκεῖθεν. Ἔχομεν μετὰ ταῦτα τὰ ἔξοδα τῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης, κεφ. 21, προϋπολογισθέντα εἰς δραχ. 145,000. Τὸ κεφάλαιον 21 ἀφῆκε τὸ 1899 δρ. 440 ἀδιαθέτους πιστώσεις.
§262Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῦ θέλετε νὰ καταλήξητε;
§263ΝΕΓΡΗΣ. Ἔχετε ὑπομονήν. Θὰ καταλήξω, κ. Πρωθυπουργέ, εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ μείνωσιν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὸ τέλος τοῦ Ὀκτωβρίου 1901, δὲν δύνανται νὰ ὑπερβῶσι τὰς 100,000 δραχμάς.
§264Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). 135,000 δρ. ἔχομεν ἤδη θετικάς.
§265ΝΕΓΡΗΣ. Λέγω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν πέρα τῶν 100,000 δραχμῶν, ἐνῷ διὰ τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς ἔχετε βεβαιώσει ἀδιαθέτους πιστώσεις 800,000 δραχ. Λοιπὸν δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι αἱ ἀκυρωτέαι σήμερον πιστώσεις περιλαμβάνουσι καὶ τὰς ἀδιαθέτους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Αὐτὸ εἶναι τὸ συμπέρασμα, κύριε Πρωθυπουργέ.
§266Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ εἶχον ἐννοήσει πρὸ πολλοῦ, ἀλλὰ λέγω, ὅτι ὅλος αὐτὸς ὁ ὑπολογισμός, ὁ ὁποῖος γίνεται παρ’ ὑμῶν, τείνει νὰ καταλήξῃ εἰς τοῦτο, ὅτι οἱ ὑπολογισμοί, τοὺς ὁποίους παρέστησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε εἶπεν, ὅτι θὰ ἔχῃ ἀδιαθέτους πιστώσεις τόσα ἑκατομμύρια, εἶναι λελανθασμένοι. Ἐκεῖ θέλετε νὰ καταλήξητε.
§267ΝΕΓΡΗΣ. Εἰς τοῦτο τὸ κονδύλιον παρουσιάζεται διαφορὰ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, διότι ἀντὶ 700,000 ἔχομεν 1,700,000.
§268Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λοιπὸν θέλετε νὰ καταλήξητε ἐκεῖ. Ἀλλ’ ἐγὼ λέγω, ὅτι, προκειμένου περὶ προϋπολογισμῶν, ἡ ἀπόλυτος ἀκρίβεια εἶναι ἀδύνατος. Διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω δέ, ὅτι καὶ ἐν ἐλλείψει ἀπολύτου ἀκριβείας εἶναι δυνατὸν ἴσως ν’ ἀποφύγωμεν τὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑμεῖς ὑπεστηρίξατε, ὅτι κατ’ ἀνάγκην θὰ φθάσωμεν, σᾶς λέγω, ὅτι, καὶ ἂν ὑποθέσητε, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξωσιν ἀδιάθετοι πιστώσεις 700,000, ἀλλὰ μόνον 280,000 ἐξ εἰσπράξεων τελωνειακῶν μόνον, ἔχομεν ὑπέρβασιν τῶν ὑπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε εἰσηγήσατο τὸν Προϋπολογισμόν· ἄνω τῶν 700,000 δραχμῶν ὑπερέβησαν τὰ 31,000,000. Διὰ τοῦτο σᾶς λέγω, ὅτι, νὰ ἐρχώμεθα τὴν 16 Ἰανουαρίου νὰ κάμνωμεν ὑπολογισμούς, τί θὰ ἔχωμεν κατὰ τὴν 31 Ὀκτωβρίου τοῦ 1901, εἶναι πάντοτε δύσκολον. Διότι ἀνησυχεῖτε τώρα διὰ 500,000 δραχμὰς, καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι ἔχομεν ἤδη ἀμέσως 700,000· ὥστε καλύπτονται αὗται, καὶ μένει ἀκόμη πίστωσις 200,000 δραχ.
§269ΝΕΓΡΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι ὅλοι οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἔμειναν εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὴν δήλωσίν σας. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔμεινα λίαν εὐχαριστημένος. Ὥστε ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἔπραξά τι κακὸν, προκαλέσας τὴν τοιαύτην δήλωσιν. Τώρα θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ σᾶς κάμω ἄλλην ἐρώτησιν, ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἱματισμόν. Εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901 ἀναγράφετε μόνον 500,000 δραχμάς. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὁ μέσος ὅρος τοῦ ἱματισμοῦ κατὰ τὰ ἔτη 1893, 1894 καὶ 1895 εἶναι 986,887 δραχμαί· δηλαδὴ 1,000,000 εἰς στρογγύλον ἀριθμόν. Τὸ 1896 δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν (ἀνέρχεται εἰς 1,781,736) ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων. Δὲν λαμβάνω ἐπίσης ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔτη 1897 καὶ 1898 διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους. Τὸ 1900 ἐζητήθη διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πίστωσις δραχ. 1,000,000. Ἤδη διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργός, βλέπομεν, ὅτι ζητεῖται νέα πίστωσις 289,000 δραχμῶν, δηλαδὴ ἀνῆλθεν ἡ πίστωσις εἰς δραχ. 1,289,000, ἀνεξαρτήτως τῶν 244,000 δρ. τῆς χωροφυλακῆς. Ἐνῷ λοιπὸν βλέπομεν, ὅτι τὰ προγενέστερα ἔτη ἡ πίστωσις ἀνῆλθεν ἀπὸ 1,000,000 δρ. εἰς 1,289,000 καὶ πλέον, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κατέλθωμεν ἀμέσως κατὰ τὸ 1901 εἰς 500,000; Τῆς ἀπορίας ταύτης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δώσῃ τὴν λύσιν.
§270Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἱματισμὸς εἶναι πρᾶγμα ἀληθές· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στηρίζηται ἐπὶ ὑποθέσεων. Δὲν ἐκάμαμεν ἐφέτος προμήθειαν ἐρέας καὶ ἀντικειμένων ἱματισμοῦ, διότι ἐν ταῖς ἀποθήκαις ἡμῶν ὑπάρχει ὁ ἀπαιτούμενος ἱματισμὸς, ὅπως ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ· συνεπληρώσαμεν μόνον κατὰ 500,000 δραχμὰς, ἵνα μὴ εἰς ἔκτακτόν τινα ἀνάγκην μείνωμεν ἄνευ ἱματισμοῦ. Ἑπομένως ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ ἱματισμοῦ ἀνεγράφη κατόπιν ἀπαριθμήσεως καὶ πραγματικοῦ ἐλέγχου τοῦ ὑπάρχοντος ἱματισμοῦ.
§271ΝΕΓΡΗΣ. Βλέπομεν ὅμως, ὅτι ὁ ὑπολογισμὸς αὐτὸς, ὁ τόσον ἀκριβὴς, κύριε Ὑπουργὲ, κατὰ τὸ 1900 εὑρέθη ἀνακριβὴς κατὰ 289,000 δραχμὰς.
§272Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ἐὰν ἠθέλετε ζητήσει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ὁ στρατιώτης λαμβάνει τὸν ἱματισμόν του, ἠθέλετε ἀνεύρει διατὶ εἶναι ἡ ὑπέρβασις αὕτη. Ἐξακολουθοῦσιν ἔτι τ’ ἀποτελέσματα τοῦ 1897, καθ’ ἃ πολλοὶ ἐκ τῶν ὁπλιτῶν, καὶ πρωτίστως τῶν ἐφέδρων, ἐλάμβανον ἡμερησίαν κατάθεσιν 25 λεπτῶν, καὶ οἵτινες, συντηροῦντες τὸν ἱματισμὸν αὐτῶν, καὶ μὴ λαμβάνοντες νέον ἐκ τοῦ Δημοσίου, κατὰ τὴν ἄφεσίν των ἐλάμβανον εἰς χρῆμα τὸ ἀντίτιμον τοῦ ἱματισμοῦ, ὅστις προβλέπεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Καὶ ἐντεῦθεν πᾶσα ὑπέρβασις δαπάνης ἱματισμοῦ δὲν προϋπολογίζεται, διὰ τὸν λόγον, ὅτι μένει ἀδιάθετος ὁ ἱματισμὸς εἰς τὰς ἀποθήκας, καὶ πληρώνεται εἰς τοὺς ἄνδρας τὸ ποσὸν τῆς ἡμερησίας καταθέσεως.
§273ΝΕΓΡΗΣ. Καὶ αὐτὴ ἡ δήλωσίς σας ἦτο ἀναγκαία.
§274Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ὑποβάλῃ κατάλογον τῶν ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, ὄχι μόνον τῶν ὀργανικῶν θέσεων, ἀλλὰ ἐν γένει.
§275Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Μάλιστα.
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν). (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς δευτέραν συζήτησιν, τὰ νομοσχέδια: Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 1,450,544.71 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τοῦ 1900, καὶ περὶ ἀκυρώσεως πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 506,426.87 ἐκ τῶν εἰς αὐτὸν ἀναγραφομένων. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δραχμῶν 3,000. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ταμείου Φάρων καὶ Φανῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δραχμῶν 2,357.80. Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δραχμῶν 962.20. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δραχμῶν 6,450. Περὶ προσθήκης δραχμῶν 10,000 εἰς τὰ διὰ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ͵ΒΦΙΘʹ νόμου τοῦ 1898 ὁριζόμενα ἐτήσια ἔξοδα τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ δαπάνης ἐκ δραχμῶν 48,500 διὰ τὴν ἀνέγερσιν ἀποθηκῶν ἐξαρτισμοῦ τῶν πλοίων ἐν τῷ Βασιλικῷ Ναυστάθμῳ. Περὶ ἐγκρίσεως δαπάνης φράγκων χρυσῶν 9,000 πρὸς ἀπόκτησιν ἀτμήρους βυθοκόρου πρὸς ἐκτέλεσιν λιμενικῶν ἔργων ἐν Ναυστάθμῳ).
§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δραχμῶν 451,016.65.»
§278ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔχω νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις ἀναλόγους πρὸς ἐκείνας, ἃς ὑπέβαλον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀναγομένου εἰς τὰς πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. «Ἐν κεφαλαίῳ 9, ἄρθρῳ 2, «ἔξοδα ἐπιθεωρήσεων», λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ αὑτοῦ ἐκθέσει, «ἐχορηγήθη μὲν πίστωσις ἐκ δρ. 15,000, διετέθησαν δ’ ἐκ τούτων δρ. 14,968.28· ὅθεν ὑπολείπονται δραχμαὶ 31.92, καὶ ὑπάρχουσι πρὸς ἔκδοσιν ἐνταλμάτων ἔξοδα ἐκ δρ. 4,044.70, ἀπαιτουμένης οὕτω πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 4,012.98, τῆς αὐξήσεως ταύτης προερχομένης ἐκ τῆς ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν δημοσίων ἀναπτύξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς σχετικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐξ ἐλλείψεως προηγουμένων ἐξ αὐτῆς ἀποτελεσμάτων, ὡς οὔσης νεοσυστάτου ὑπὸ τὸν νέον αὐτῆς ὀργανισμόν, οὗτινος ἡ λειτουργία ἤρξατο μικρὸν πρὸ τῆς συντάξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς προκειμένης χρήσεως· ὅθεν δὲν ὑπῆρχεν ἡ πρὸς ἀκριβῆ ὑπολογισμὸν ἀπαιτουμένη βάσις.» Ἡ βάσις ἄρα, ἡ πρὸς ἀκριβῆ ὑπολογισμόν, εὑρίσκεται εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπερ ἐπιπροστίθησι 4,000 δραχμάς. Ἀνατρέχω εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901, καὶ εὑρίσκω ὅτι ἡ βάσις αὕτη δὲν εἶναι ἀκριβὴς διὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901, διότι καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος ἀναγράφει τὸ ποσόν, ὅπερ δὲν ἐπήρκεσε δι’ ἐφέτος. Πρόκειται δὲ περὶ ἐξόδων κινήσεως τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν. Προφανῶς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 ἡ πίστωσις ἀνεγράφη μικροτέρα, διὰ λόγους οἰκονομίας τῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως φανῇ ἐν καλλιτέρᾳ καταστάσει ὁ Προϋπολογισμὸς ἐν τῇ σχέσει τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα.
§279ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εἶναι 4,000.
§280ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι 4,000 ἐδῶ· ἀλλ’ ὅταν φθάσω ἕως τὸ τέλος, θὰ ἴδητε, ὅτι ἐκ τούτων καὶ μόνον ὑπάρχει διαφορὰ 107,000 δραχμῶν, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Παιδείας. Αἱ 4,000 εἶναι ἡ ἀρχὴ μόνον. Κατωτέρω λέγει ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν (ἀναγινώσκει): «Ἐν κεφαλαίῳ 14, ἄρθρῳ 4, «διάφορα ἄλλα ἔξοδα Οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν καὶ ἔξοδα μεταθέσεως ἐφοριακῶν ὑπαλλήλων», ἐχορηγήθη μὲν πίστωσις ἐκ δραχμῶν 13,990, διετέθη δ’ ἅπασα, καὶ ὑπάρχουσιν ἐντολαὶ καὶ ὑποβεβλημένα δικαιολογητικὰ πρὸς ἔκδοσιν ἐνταλμάτων, ὑπολογίζεται δὲ ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας, ὅτι θέλουσιν ὑποβληθῆ καὶ νέα τοιαῦτα, ἀνερχόμενα πάντα ταῦτα ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 2,800, τῆς αὐξήσεως ταύτης ὀφειλομένης εἰς προμήθειαν ἐπίπλων καὶ σκευῶν, καὶ εἰς μετακινήσεις ἐφοριακῶν ὑπαλλήλων, ὑπαγορευθείσας ἐκ τοῦ συμφέροντος τῆς ὑπηρεσίας.» Καὶ ἐν τούτοις κατὰ τὸ 1901 μετὰ τοῦ αὐτοῦ προσωπικοῦ Ἐφοριῶν καὶ τῶν ἀναγκαίων ὑπηρεσιῶν δὲν ἔχομεν δαπάνην προσδιοριζομένην κατὰ τὰς ἐνδείξεις τῆς πιστώσεως ταύτης, τῆς προσθέτου, ἀλλ’ ἔχομεν δαπάνην ὁμοίαν τῆς τοῦ 1900, πρὸ τῆς πιστώσεως. Λοιπὸν ἕτεραι 2,800 δραχμαί. Ἀσήμαντον ποσὸν κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως! Ἔρχομαι εἰς τὸ κεφάλαιον 14, ἄρθρον 7. Τοῦτο εἶναι χαρακτηριστικὸν (ἀναγινώσκει): «Ἐν κεφαλαίῳ 14, ἄρθρῳ 7, «ποσοστὰ εἰσπράξεων», ἐχορηγήθη μὲν πίστωσις ἐκ δραχ. 370,000, διετέθησαν δ’ ἐκ τούτων δρ. 240,000· ὅθεν ὑπολείπονται δρ. 130,000, καὶ ὑπάρχουσιν ἐκκρεμῆ καὶ ἀναμένονται εἰσέτι, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας, ἔξοδα ἐκ δραχ. 210,000, ἀπαιτουμένης οὕτω πιστώσεως ἐκ δρ. 80,000, τῆς αὐξήσεως οὔσης φυσικῆς συνεπείας τῶν ἐνεργηθεισῶν ἐπὶ πλέον εἰσπράξεων.» Ἀλλ’ αἱ ἐπαγγελίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι, ὅτι ἐπὶ πλέον τούτων τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1900 θέλομεν ἔχει τὸ 1901 εἰσπράξεις 115 ἑκατομμυρίων, ἐν ᾧ πέρυσιν ἔφθανον μόνον εἰς 112,000,000. Λοιπὸν συμπέρασμα ἀναγκαῖον εἶναι, ὅτι ὄχι μόνον 80,000 ἐπὶ πλέον, ἀλλ’ ἔτι περισσότερα ἔδει ν’ ἀναγραφῶσι διὰ τὰ ποσοστὰ τῶν εἰσπράξεων. Καὶ ὅμως ἀνεγράφησαν τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῷ περυσινῷ, τῷ ἀνεπαρκεῖ, ἄνευ δηλ. τῶν 80,000 τῶν ἐπιπροσθέτων. Ὥστε καὶ 80,000 ἐπιπροσθετέαι. Προσέτι (ἀναγινώσκει) «ἐν κεφαλ. 26, ἄρθρ. 3, «ἔξοδα ἐξορύξεως καὶ συγκεντρώσεως ὀρυκτῶν», ἐχορηγήθη μὲν πίστωσις ἐκ δραχμῶν 353,000, διετέθησαν δ’ ἐκ τούτων δραχμαὶ 302,498.29· ὅθεν ὑπολείπονται δρ. 50,501,71, καὶ ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς ἐντολαὶ ἐκ δρ. 71,040, ἀπαιτουμένης οὕτω πιστώσεως ἐκ δρ. 20,538.29, τῆς αὐξήσεως προερχομένης ἐκ τῆς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος γενομένης ἐξορύξεως καὶ καταναλώσεως ἀνωτέρων ποσοτήτων σμύριδος, τῆς διαφορᾶς τῶν εἰσπράξεων πρὸς τὸ 1899 ἀνελθούσης εἰς δρ.209,621.12.» Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῆς σμύριδος βλέπομεν, ὅτι καθ’ ἡμέραν αἱ εἰσπράξεις αὐξάνουσιν· αἱ εἰσπράξεις ηὔξησαν, καὶ αἱ ἐπαγγελίαι τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὅτι θέλομεν ἔχει 600,000 φρ. χρυσῶν εἴσπραξιν. Καὶ ὅμως κατὰ τὸ 1901 ἡ πίστωσις ἐξορύξεως καὶ συγκεντρώσεως ἀναγράφεται κατωτέρα. Οὕτως ἐν ὅλῳ 107,000 δραχμαὶ ἐπὶ ἔλαττον ὑπελογίσθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ ἔτος 1901, ἐν ᾧ ἐγίνωσκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀποδεικνύεται δὲ τοῦτο ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅτι δὲν ἐπήρκεσαν αἱ πιστώσεις κατὰ τὸ 1900.
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιρρήσεως). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δραχμῶν 3,000.»
§282Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐρωτῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, δυνάμει τίνος νόμου ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ χορηγῇ βοηθείας;
§283Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Αὐτοὶ, περὶ ὧν πρόκειται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, εἶναι δύο ἀξιωματικοὶ παθόντες ἐν πολέμῳ.
§284Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐξετάζω, ἂν εἶναι ἢ δὲν εἶναι δίκαιον, ἤτοι τὴν οὐσίαν, ἀλλὰ ἐρωτῶ, ἐκ τίνος διατάξεως νόμου ἐπορίσθητε τὸ δικαίωμα.
§285Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ τύπος εἶναι ὑπὸ τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς.
§286Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἐπληρώσατε.
§287Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Διότι ὁ μὲν εἷς ἀπέθνῃσκεν, ὁ δ’ ἄλλος ἤθελεν ἀπολέσει τὸν ὀφθαλμόν. Τί ἠθέλατε νὰ πράξωμεν;
§288Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτοὶ ἐπληγώθησαν εἰς τὸν πόλεμον. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ χρόνου τοῦ πολέμου μέχρι σήμερον ἐμεσολάβησαν τρεῖς Σύνοδοι τῆς Βουλῆς.
§289Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἦτο ἔργον φιλανθρωπίας.
§290Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι τὴν φιλανθρωπίαν, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα ἀμφισβητῶ, διότι οὐδεὶς νόμος σᾶς ἔδωκε τοιοῦτον δικαίωμα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, τὸ νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δραχμῶν 55,000»).
§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀκυρώσεως ὑπολοίπου ἐκτάκτου πιστώσεως τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898 ἐκ δραχμῶν 56,329,560, καὶ περὶ χορηγίας νέας τοιαύτης ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δρ. 58,769,695». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δραχμῶν 65,400».
§293ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐπὶ τούτου ἔχω ὁμοίας παρατηρήσεις, καίτοι ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ποσοῦ μικροτέρου. «Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 3», λέγει ἡ ἔκθεσις, «δημοσία ἀσφάλεια», ἄρθρ. 6 «ἔξοδα ὑπηρεσίας διοικητικῶν ἀστυνομιῶν» ζητεῖται πίστωσις δραχ. 15,000, διότι ἡ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένη πίστωσις ἐκ δραχμῶν 157,000 καὶ κατὰ τὸ προπαρελθὸν ἔτος ἀπεδείχθη ἀνεπαρκὴς κατὰ δρ. 8341...» Καὶ ἐν τούτοις κατὰ τὸ 1901 ἔχετε τὴν αὐτὴν πίστωσιν. Ἀνεπαρκῶς ἄρα προεβλέψατε διὰ τὸ ἔτος 1901· καὶ θὰ ἔχωμεν ἔπειτα ὁμοίαν αἴτησιν ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως καὶ κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος. «γʹ) Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου, ἄρθρ. 8, «διάφορα ἔξοδα ἀστυνομιῶν», ἐδάφ. θʹ «ἀποζημιώσεις ἀξιωματικῶν ἀστυνόμων λόγῳ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων ἐκτὸς τῆς περιφερείας των», ζητεῖται πίστωσις δραχ. 50,000...» Ἦσαν ἀναγεγραμμέναι 25,000, καὶ 50,000, τὸ ὅλον 75,000. Καὶ ὅμως καὶ ἐφέτος ζητεῖτε 50,000 δι’ ὅλον τὸ ἔτος.
§294Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι ὑποθέτομεν, ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νέος νόμος.
§295ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ διὰ τὰς ἀποζημιώσεις τὰς ὁδοιπορικὰς τῶν νέων ἀστυνόμων δὲν φρονῶ ὅτι θὰ ἔχητε ὀλιγώτερα ἔξοδα.
§296Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θὰ ἦναι μονιμώτεροι οἱ νέοι ἀστυνόμοι. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς δευτέραν συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως)
§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δραχμῶν 5,800». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§298Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Παρακαλῶ, ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου νὰ προστεθῇ εἰς τὰς ζητουμένας πιστώσεις: «Ἄρθρον 8. Δικαιώματα ἐπιδόσεως δικογράφων δραχ. 1200». Πρόκειται μόνον περὶ φαινομενικῆς πιστώσεως, ἀφοῦ τὸ Δημόσιον εἰσπράττει τὸ ὅλον ποσὸν ἐκ τῆς ἐπιδόσεως τῶν δικογράφων.
§299Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀντιλέγομεν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπολύτως τακτικόν.
§300ΡΩΜΑΝΟΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι τοῦτο, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ὑποβάλωμεν ἄλλο νομοσχέδιον.
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν ἀμπέλων τῆς χρήσεως τοῦ 1900 τῶν ἀμπελοκτημόνων, ὧν ἡ παραγωγὴ κατεστράφη ἐκ τοῦ περονοσπόρου».
§302Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω.
§303ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§304Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν πρόκηται περὶ παρατηρήσεων οὐσιωδῶν, καλὸν εἶναι νὰ τὸ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
§306Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι τοὐλάχιστον νὰ ὑποβάλω τροπολογίας τινὰς, ὅπως τυπωθῶσι καὶ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν προσεχῆ συζήτησιν.
§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 216). Δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τοὺς ἐκ δυστυχημάτων ἐν μεταλλείοις καὶ μεταλλουργείοις παθόντας ἐργάτας», ὡς ἐτροποποιήθη μετὰ τὴν πρώτην συζήτησιν. Ὁ κύριος Γουναράκης ἔχει τὸν λόγον.
§308Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§309ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ καὶ ἐγὼ μίαν ἐρώτησιν νὰ ὑποβάλω. Ἐκ τῆς γενικῆς ἐκθέσεως, ἐκ τῶν ἀνταλλαγεισῶν ἐνταῦθα ἐρωτήσεων, ἀπαντήσεων καὶ γενικῶν ἐξηγήσεων προκύπτει κατ’ ἐμὲ τοῦτο, ὅπερ μὲ ἄγει εἰς τὸ νὰ ὑποβάλω πρότασιν μὴ σύμφωνον πρὸς τὴν ἀρχικὴν μου προαίρεσιν· προκύπτει, ὅτι καλῶς ἐπράξαμεν, καὶ ἐγὼ πρῶτος ἐπρότεινα, νὰ ζητήσωμεν τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἀξιεπαίνου, τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ὑπὸ ἐπιτροπῆς εἰδικῆς· προκύπτει, ὅτι ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς τῆς εἰδικῆς, ἂν δὲν ἦναι τελεία, εἶναι ὅμως ἀξία πάσης ἐκτιμήσεως, καὶ ὅτι τὸ ζήτημα παρουσιάσθη ἐνταῦθα ἀκέραιον, τὸ κατέστησε σαφὲς, καὶ ἤνοιξεν ὅλων ἡμῶν τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν καὶ ἐπὶ τῶν δυσκολιῶν αὐτοῦ. Περὶ τῆς ἀρχῆς, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι πάντες εἴμεθα σύμφωνοι. Τὸ νομοσχέδιον, ὅπως συνεζητήθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἐὰν καὶ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν συζητηθῇ, θὰ ἦναι μέγα κέρδος· ἀλλὰ μετὰ τὴν δευτέραν ταύτην ἀνάγνωσιν, περὶ ἧς θὰ ἐτόλμων ἐγὼ νὰ προτείνω νὰ γείνῃ ἄνευ περαιτέρω συζητήσεων, ἤθελον προτείνει ἀπὸ τοῦδε νὰ μείνωμεν σύμφωνοι, ἵνα ἀναβάλωμεν, καὶ παραπέμψωμεν τὴν ὑπόθεσιν διὰ τὰ περαιτέρω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως κατὰ τὸ διάστημα, τὸ μεσολαβοῦν μέχρι τῆς προσεχοῦς Συνόδου, μελετηθῇ τὸ ζήτημα δι’ ὧν πᾶσα Κυβέρνησις ἔχει τελειοτέρων τρόπων, καὶ λόγῳ τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἔχει, καὶ λόγῳ τῶν ἀποφάσεων, εἰς ἃς δύναται νὰ προβῇ, κυρίως συντελοῦσα εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, ὅπερ φοβεῖ τὸν κ. εἰσηγητὴν τῆς ἐπιτροπῆς, τοῦ ζητήματος τῆς ἐπαρκείας. Διότι ἡ Κυβέρνησις, μελετῶσα τὸ ζήτημα, εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρῃ ἐν τοῖς ἰδίοις αὐτῆς πόροις, ἰδίως τοῖς ἐκ μεταλλείων, ἐκεῖνα, ὅσα ἤθελε δυνηθῆ καὶ αὕτη, συμμεριζομένη τὴν μέριμναν πάντων ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν, νὰ συνεισφέρῃ εἰς ἐπαύξησιν τοῦ κεφαλαίου, ὅπερ θὰ παράγῃ τοὺς πόρους, τοὺς μέλλοντας νὰ τρέφωσι τοὺς ἐκ δυστυχημάτων πάσχοντας ἐργάτας καὶ τὰς οἰκογενείας αὐτῶν. Ἄν τοιαύτη τις ἀναβολὴ ἐγίνετο, ποία θὰ ἦτο ἡ ζημία; Ἐγὼ λέγω, οὐδεμία. Διότι εἶναι βεβαίως ἀδύνατον, καὶ περὶ τούτου ἔχω πεποίθησιν, εἶναι βεβαίως ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ τελευταία διάταξις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καθ’ ἣν, γενόμενον τὸ νομοσχέδιον νόμος, θέλει ἰσχύει ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1901. Εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἰσχύσῃ ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου 1901, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἰσχύῃ ἐντὸς τοῦ 1901. Καὶ τὸ παράδειγμά μου ἀρύομαι ἐκ νομοθεσίας χώρας καὶ πόρους καὶ πάντα τὰ ἄλλα ἐφόδια, ἠθικὰ καὶ ὑλικά, ἐχούσης ἀπείρως μείζονα τῶν ἡμετέρων, ἐκ τῆς νομοθεσίας τῆς Γαλλίας, ἥτις, ὅπως ἐφαρμόσῃ τὸ ἄριστον νομοθέτημα τοῦτο, ὅπερ πρὸ ὀλίγου μοὶ ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου, τί ὥρισεν; Ἡ τελευταία αὐτοῦ διάταξις ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ὁ παρὼν νόμος δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ ἢ τρεῖς μῆνας μετὰ τὴν δημοσίευσιν κλπ.» Ἡ Γαλλία, ἡ κατέχουσα ὅσα γινώσκομεν ὅτι κατέχει, δὲν ἐτόλμησεν ἐν τῷ νόμῳ νὰ εἴπῃ ἢ μόνον, ὅτι ὁ νόμος θὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν τρεῖς μῆνας μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν Διαταγμάτων τῶν κανονιστικῶν τῆς ἐκτελέσεως, δηλαδὴ ἀφῆκε τὰ τῆς ἰσχύος ἄνευ ὁρισμοῦ χρόνου, ἐξαρτήσασα τὸ πρᾶγμα ἐκ τῆς ἐκδόσεως τῶν κανονιστικῶν Διαταγμάτων. Ἐκεῖνο λοιπόν, ὅπερ ἐν Γαλλίᾳ οὕτως ἐγένετο, εἶναι ἀδύνατον ἡμεῖς νὰ μὴ ὑποστῶμεν πάντως, ἡ δὲ διάταξις αὕτη τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τελείως ἀνεφάρμοστος. Παραδεχόμενοι τὸ βῆμα, ὅπερ ἐγένετο, ὅτι ἐδόθη σὰρξ εἰς τὰς ἰδέας ἡμῶν, σὰρξ ἐν νομοσχεδίῳ, ὅπερ ἐν συνόλῳ εἶναι καλὸν, ὠφελούμενοι ἐκ τοῦ λόγου τούτου, καὶ ψηφίζοντες αὐτὸ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ εὐκολύνωμεν τὸ ἔργον τῆς προσεχοῦς Συνόδου ἐν μιᾷ μόνον ἀναγνώσει, καὶ παραπέμποντες τὸ ζήτημα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, μετὰ παρακλήσεως καὶ θερμῆς συστάσεως τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐργασθῇ, ὅπως κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον καταθέσῃ τὸ νομοσχέδιον, συμπεπληρωμένον εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ψηφισθῇ, νομίζω, ὅτι θέλομεν πράξει ἔργον ἄρτιον ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν, καὶ θέλομεν θέσει τὰ θεμέλια τῆς περαιτέρω ἐργασίας· διότι βεβαίως δὲν ἐξηντλήσαμεν τὸ θέμα διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Διὰ τοῦτο ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα ὑποβάλω ἐγὼ τὴν πρότασιν ταύτην, ἐγὼ πρῶτος λυπούμενος, διότι ἀναγκάζομαι, ἐκ πεποιθήσεως ἀποκτηθείσης ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης, νὰ μὴ σπεύδω, ὡς ὅτε ἐζήτουν νὰ ἐκτελεσθῇ ἐργασία ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἐργασία, ἥτις ὑπῆρξε καρποφόρος, διότι ἐπιτρέπει ἡμῖν νὰ συζητήσωμεν ἐν πλήρει γνώσει τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ βεβαίως θὰ μεταβληθῇ εἰς νόμον.
§310ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς, κύριε Πρόεδρε. Ἡ ἀναβολὴ, Κύριοι, στηρίζεται εἰς τὴν ἀνάγκην πληροφοριῶν. Τὰς πληροφορίας ταύτας τὰς ἔχομεν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀκριβῶς ἐζήτησε πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω ἑτοίμους νὰ δώσω αὐτῷ. Νομίζω δ’ ὅτι δὲν δύνασθε ν’ ἀποφασίσητε περὶ τῆς ἀναβολῆς, χωρὶς ν’ ἀκούσητε τὰς πληροφορίας.
§311Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἄς τὰς ἀκούσωμεν.
§312ΝΕΓΡΗΣ. Πρῶτον καὶ κύριον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη, εἶναι, ἂν θ’ ἀρκέσωσι τὰ ἔσοδα. Λέγω, ναί. Καὶ πρὸς τοῦτο ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω μετ’ ἀρκούσης βεβαιότητος, ποῖα θὰ ἦναι τὰ βάρη. Κύριοι, ἔχω ἀνὰ χεῖρας στατιστικὰς γενομένας ἐν Γερμανίᾳ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1884 μέχρι τοῦ 1892. Σημειωτέον, ὅτι ὁ νόμος ὁ Γερμανικός, ὁ χορηγῶν περιθάλψεις εἰς τοὺς ἐργάτας, οἵας καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἐψηφίσθη τὸ 1884. Κατὰ τὴν ὀκταετίαν ταύτην ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ ὁ νόμος ἀπέδειξε τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα· ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερομισθίων αἱ καταβολαὶ τῶν Ταμείων περιθάλψεως ἐργατῶν μεταλλείων ἀνήρχοντο εἰς ἔλαττον τῶν 14 τοῖς χιλίοις. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡμεῖς ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν 10,000 ἐργάτας, ὡς ἔγγιστα, ἐν τοῖς μεταλλείοις, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ μέσος ὅρος τῶν ἡμερομισθίων κατ’ ἐργάτην θὰ ἦναι 1000 δραχμαὶ κατ’ ἔτος, — καὶ βεβαίως, ἐὰν λογαριάσωμεν 1000 δραχμὰς κατ’ ἔτος, ὡς γνωρίζετε, ἀφαιροῦντες τὰς Κυριακὰς, εἴμεθα μᾶλλον ὑπεράνω τοῦ ἀληθοῦς ποσοῦ, — ἔχομεν 10,000,000 δραχμάς. Λοιπὸν 14 δραχμαὶ ἐπὶ τοῖς χιλίοις ἐπὶ 10 ἑκατομμυρίων εἶναι 140,000 δραχμαί. Ἰδοὺ, Κύριοι, ποῖα θὰ ἦναι τὰ βάρη μετὰ μίαν ὁλόκληρον ὀκταετίαν ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν Γερμανικῶν στατιστικῶν. Καὶ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ στατιστικῆς οὐχὶ τῆς τυχούσης, ἀλλὰ στατιστικῆς Γερμανικῆς, στατιστικῆς γενομένης εἰς μέρη, ὅπου βεβαίως, ἕνεκα τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους σᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, καὶ ἄλλων περιστάσεων, τὰ δυστυχήματα εἶναι περισσότερα ἢ ἐν Ἑλλάδι. Λοιπὸν θὰ ἔχωμεν βάρη 140,000 δραχμῶν μετὰ 8 ἔτη. Ποῖα, Κύριοι, εἶναι τὰ ἔσοδα; Σᾶς εἶπον ἤδη, ὅτι τὸ 1% τῶν μεταλλείων δίδει 39,000 δραχμάς. Τοῦτο εἶναι βεβαιωμένον. Διότι ἐκ τῶν μεταλλείων ἡ Κυβέρνησις εἰσπράττει τὸ 5%, καὶ κατὰ τὰς τελευταίας καταστάσεις ἀνῆλθε τὸ 5% εἰς 196,000 δραχμάς. Τὸ προηγούμενον ἔτος, νομίζω, ἀνῆλθεν εἰς 192,000. Ὥστε, ἀφοῦ τὸ 5% εἶναι 196,000 δραχμαὶ, ἐννοεῖται ὅτι τὸ 1% εἶναι 39,000. Ἔχομεν ἐκτὸς τούτου τὸ 1% ἐπὶ τῶν μεταλλουργείων. Σήμερον, δυστυχῶς, δὲν ἔχομεν παρὰ ἓν μεταλλουργεῖον· αὔριον δύναται νὰ ἦναι καὶ ἄλλο. Τὸ μεταλλουργεῖον τοῦτο δίδει, ὡς γνωρίζετε, κατ’ ἔτος περὶ τὰς 600,000 δραχμὰς εἰσόδημα. 1% ἐπ’ αὐτῶν εἶναι 6,000, καὶ 39,000=45,000 δραχμαί. Ἔρχομαι τώρα, Κύριοι, εἰς τὸ ⅕ τῶν εἰσοδημάτων τῶν Ταμείων ἀλληλοβοηθείας. Τὸ Ταμεῖον ἀλληλοβοηθείας τῆς «Ἑταιρείας τῶν Μεταλλουργείων», τῆς ἐχούσης μόνον 2,000 ἐργάτας, ἔχει εἰσόδημα 65,000 δραχμῶν. Καὶ ἰδοὺ πῶς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Γουναράκης παρουσίασε διὰ τὸ Ταμεῖον τοῦτο 50,000 δραχ. ὡς εἰσοδήματα ἐτήσια, διότι ἡ «Ἑταιρεία τῶν Μεταλλουργείων» ἐχώρισε τὸ Ταμεῖον Νοσοκομείου, τὸ ὁποῖον εἰσπράττει ἑτέρας 15,000 δραχμάς. Ἀμφότερα τὰ Ταμεῖα ταῦτα εἰσπράττουσι τὸ ποσὸν τῶν 65,000 δραχμῶν καὶ περιπλέον. Τὸ ⅕ τῶν 65,000 εἶναι 13,000 δραχμαί. Ἂς ὑπολογίσωμεν καὶ τῶν ἄλλων Ἑταιρειῶν. Ἡ «Ἑταιρεία τῶν Μεταλλείων», ἡ ὁποία ἐπίσης εἰσπράττει 2% ἐπὶ τῶν μισθοδοτικῶν καταστάσεων τῶν ἐργατῶν αὐτῆς, ἔχει, ἀντὶ 2,000 ἐργατῶν, ὑπὲρ τοὺς 4,000...
§313ΣΚΟΥΖΕΣ. 5,000.
§314ΝΕΓΡΗΣ. Δηλαδὴ 2½ φορὰς περισσοτέρους. Ὥστε, ἐὰν λογαριάσωμεν διὰ τὴν «Ἑταιρείαν τῶν Μεταλλουργείων» 13,000 δραχμὰς, διὰ τὴν ἄλλην Ἑταιρείαν ὀφείλομεν νὰ λογαριάσωμεν 32,000. Ὥστε μόνον αἱ δύο Ἑταιρεῖαι θὰ σᾶς δώσουν 45,000 δραχμάς. Ἂς ἀφήσωμεν τὰς ἄλλας ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ἔχομεν λοιπὸν φθάσει εἰς τὸ ποσὸν τῶν δρ. 45,000 ἐκ τῶν πρώτων πόρων, καὶ ἑτέρων 45,000 ἐκ τῶν δευτέρων, τὸ ὅλον 90,000. Ἔχομεν τώρα καὶ τοὺς τόκους τοῦ κεφαλαίου τῶν 600,000 δραχμῶν, ἄλλας 24,000. Λοιπὸν 90,000 καὶ 24,000=114,000 δραχμάς, χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μήτε τὴν Ἑταιρείαν Δαρδέζης, μήτε τὴν Ἑταιρείαν Σουνίου, μήτε τὴν Ἑταιρείαν τῆς Σερίφου, μήτε τὴν Ἑταιρείαν τοῦ Μαραθῶνος, μήτε τὴν Ἑταιρείαν τῶν δημοσίων καὶ δημοτικῶν ἔργων, αἱ ὁποῖαι βεβαίως ὅλαι μαζὺ θὰ ἔχωσι 3,000 ἐργάτας. Ὥστε βεβαίως ἀπ’ ἐκεῖ πρέπει νὰ λογαριάσωμεν ἄλλας 16,000 δραχμάς. Καὶ οὕτω φθάνομεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 130,000 δραχμῶν. Ἰδοὺ λοιπὸν τὸ ἥμισυ τῶν ἐξόδων. Οἱ ἰδιοκτῆται τῶν μεταλλείων εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ δώσωσι τὸ ἄλλο ἥμισυ. Λοιπὸν θὰ ἔχωμεν ἔσοδα δρ. 260,000· ἀπέναντι δ’ αὐτῶν ἔχομεν δαπάνην 140,000. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι καὶ μετὰ 8 ἔτη ἀπὸ σήμερον,—διότι ἡ κατάστασις δαπανῶν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔδωσα, ἐγένετο ἐν Γερμανίᾳ μετὰ 8 ἔτη ἀπὸ τῆς συστάσεως,—πάλιν θὰ ἔχωμεν πλεόνασμα 80,000 δρ. κατ’ ἔτος. Ὥστε βλέπετε, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ κεφαλαίου, πρέπει νὰ ἤμεθα ἐντελῶς βέβαιοι, ἐκτὸς ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι τὰ μεταλλεῖα θὰ παύσωσιν ἐργαζόμενα.
§315Γ. ΡΩΜΑΣ. Τότε δὲν θὰ ὑπάρχωσι καὶ ἐργάται.
§316ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Θὰ ἦναι οἱ φονευμένοι.
§317ΝΕΓΡΗΣ. Ὥστε τὸ πρῶτον ζήτημα ἐλύθη. Ἐὰν θέλητε, σᾶς φέρω τὰ βιβλία, καὶ σᾶς δεικνύω τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους σᾶς εἶπον. Ποῖοι εἶναι οἱ ἄλλοι λόγοι, οἱ ἀναγκάζοντες τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ ζητήσῃ ἀναβολήν; Ἀνεκάλυψε, λέγει, ὅτι ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι ἰσχύει ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1901. Βεβαίως αὐτὸ δὲν εἶναι λόγος ἀναβολῆς· διότι, ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι ἡ ἐποχὴ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου δὲν εἶναι κατάλληλος, εἶναι εὔκολον νὰ ὁρίσωμεν ἄλλην προθεσμίαν. Οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἠναγκάσθημεν νὰ θεωρήσωμεν ὡς κατάλληλον τὴν προθεσμίαν ταύτην, εἶναι οἱ ἑξῆς. Ἐπεβάλλοντο διὰ τοῦ νόμου διατυπώσεις πολύπλοκοι, χρήζουσαι καιροῦ πρὸς ἐφαρμογήν; Οὐχί. Αἱ εἰσπράξεις καταβάλλονται ἤδη καὶ πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νόμου, ἤτοι ἔχομεν τὸ 1% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος τῶν μεταλλείων· ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ἔχομεν τίποτε νὰ νομοθετήσωμεν. Τὸ ποσὸν τοῦτο καταβάλλεται ἤδη συμφώνως μὲ τὸν νόμον περὶ μεταλλείων. Τὸ 1% ἐπὶ τῶν εἰσοδημάτων τῶν μεταλλουργείων θέλει εἰσπραχθῆ μὲ τὰ 10%, τὰ καταβαλλόμενα τακτικῶς, ἄνευ οὐδεμιᾶς νέας διατάξεως, ἀπαιτούσης χρόνον πρὸς ἐφαρμογήν. Οἱ τόκοι τοῦ κεφαλαίου τῶν 600,000 δραχμῶν εἶναι ἔσοδον κανονικόν. Αἱ εἰσπράξεις τῶν Ταμείων ἀλληλοβοηθείας καταβάλλονται συμφώνως μὲ τὰ καταστατικὰ τῶν Ἑταιρειῶν, καὶ μόνον εἰς τὸ τέλος τῆς ἑξαμηνίας θὰ συνεισφέρουν τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὸ Ταμεῖον μεταλλευτῶν. Ἅπαντα ταῦτα οὐδεμιᾶς χρήζουν προθεσμίας, ὅπως λειτουργήσουν κανονικῶς. Ὡς βλέπετε λοιπόν, Κύριοι, εὐθὺς ὡς ἡ Κυβέρνησις καταρτίσῃ τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα,—ὅπερ βεβαίως δύναται νὰ γείνῃ ἐντὸς δύο μηνῶν, ἔστω καὶ ἐντὸς τριῶν μηνῶν,—τὸ κανονίζον τὰ τοῦ Συμβουλίου τῶν μεταλλευτῶν, τὰ πάντα εἶναι ἕτοιμα. Ὡρίσθη δὲ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου ἕνεκα τῶν παθόντων τελευταῖον ἐν Μαραθῶνι ἐργατῶν. Ἀπέθανον ἐκεῖ 7 ἐργάται· ἐνομίσαμεν λοιπόν, ὅτι, προκειμένου νὰ ψηφισθῇ σήμερον ὁ νόμος οὗτος, ἦτο δικαιότατον νὰ κανονίσωμεν τὴν ἔναρξιν αὐτοῦ ἀπὸ τοῦδε, ὥστε νὰ μὴ στερηθῶσι καὶ οἱ ἐργάται ἐκεῖνοι, ἢ μᾶλλον αἱ οἰκογένειαι αὐτῶν, τῶν εὐεργετημάτων τοῦ νόμου τούτου. Δὲν βλέπω, ποῦ εἶναι τὸ κακόν.
§318Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Διὰ τοὺς πρὸ τοῦ ἔτους παθόντας τί προβλέπετε;
§319Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἀτυχῶς δὲν ἠδυνάμεθα νὰ προτείνωμεν τίποτε ἄλλο, εἰμὴ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει τὸ Διάταγμα τοῦ 1882. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς, νομίζω ὅτι, μεθ’ ὅσα ἐξέθεσα, οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ ἐπιμείνῃ τις εἰς αὐτήν.
§320Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐπρότεινε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, καὶ ν’ ἀναβάλωμεν τὴν τρίτην συζήτησιν. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ προβῶμεν σήμερον εἰς τὴν ἐν δευτέρᾳ ἀναγνώσει ψήφισιν, καὶ ἔχομεν καιρὸν μέχρι τῆς αὔριον νὰ σκεφθῶμεν καὶ ν’ ἀποφασίσωμεν. Ἢ νὰ προβῶμεν δηλ. εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν, ἢ νὰ πράξωμεν ἄλλο τι.
§321ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἀναβολῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀνωτέρω πρότασις νόμου, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν).
§322ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 καὶ 30′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).