1900.12.11
3,974 rows · 30,393 words · 323 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 26
τῆς 11 Δεκεμβρίου 1900.
(Δευτέρα).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἡ Ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία θὰ μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης» κατηρτίσθη ἐκ τῶν ἑξῆς κυρίων Βουλευτῶν: Δ. Στεφάνου, Π. Μαυροκεφάλου, Α. Παναγιωτοπούλου, Ι. Γ. Ρούφου, Γ. Παπαδιαμαντοπούλου, Α. Παπαγιαννακοπούλου, Ἀχ. Χοϊδᾶ, Ἀνδρ. Στεφανοπούλου, Α. Σπηλιάδου, Χαριλάου Σπηλιώτου, Π. Μεντζελοπούλου, Α. Χριστοπούλου, Α. Πονηροπούλου, Σπ. Α. Κουμουνδούρου καὶ Κ. Πλατούτσα. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς ἀναφορὰς: Τοῦ Γ. Μπελέτση ἐκ Κραβασαρᾶ, παραπονουμένου, ὅτι ἕνεκα τῆς καταργήσεως τοῦ στρατιωτικοῦ σταθμοῦ οἱ κάτοικοι Ἀμπελακίων εἰσήγαγον τὰ ζῷά των εἰς τὰ κτήματά του, καὶ ζητοῦντος ἀποζημίωσιν. 2) Τῶν πληρεξουσίων τῆς κοινότητος Κατοχῆς, παρακαλούντων νὰ ἐπιψηφισθῇ τὸ «περὶ ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους Λεσίνι» νομοσχέδιον. 3) Τοῦ ἀρχιμανδρίτου Μελχισεδὲκ Φρουδάκη, πρώην στρατιωτικοῦ ἱερέως, περὶ ἐπανόδου αὐτοῦ καὶ τῶν συναδέλφων του εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ.
§2Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§3Κ. ΔΟΥΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐν τῇ ἐτησίᾳ πανηγύρει τοῦ Ἄργους ἔμποροι δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν ζητοῦσι τὴν κατάργησιν τῶν διαπυλίων τελῶν.
§5ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ μίαν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν διαπυλίων τελῶν. Κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἔτους, κατὰ τὸ πρῶτον τμῆμα τῆς παρελθούσης Συνόδου, νομίζω τὰς πρώτας ἡμέρας τοῦ Φεβρουαρίου, ὑπεβλήθη ἀναφορὰ τοῦ σωματείου τῶν παντοπωλῶν καὶ ἄλλων συντεχνιῶν τῆς πόλεως, οἵτινες ἐζήτουν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ τέλος ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Τότε εἶχε διαδοθῆ, ὅτι ἐγκατελείφθη ἡ ἰδέα τῆς καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν, ἀλλ’ ἀπαντῶν εἰς ἐρώτησίν μου ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι δὲν ἦτο τοῦτο ἀκριβές, ἀλλ’ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦτο ἑτοίμη, ὅπως ὑποβάλῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον. Μετὰ πάροδον ἑνὸς μηνός, εἰς τὸ δεύτερον τμῆμα τῆς Συνόδου, ἤτοι κατὰ Μάρτιον, ἐπανέλαβον τὴν ἐρώτησίν μου, ὁ δὲ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν διαπυλίων τελῶν ὡρίμασε μὲν καὶ ἐν τῷ νῷ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης, ἀλλὰ δὲν ὡρίμασεν εἰσέτι ἡ ἰδέα περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀντικαταστάσεως τῆς εἰσπράξεως τῶν διαπυλίων τελῶν. Τότε παρεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ἀπόφασιν καὶ εἰσαγάγῃ, εἰ δυνατόν, ἐν τῷ τμήματι ἐκείνῳ τῆς Συνόδου νομοσχέδιον· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς ἀπαντήσεώς του ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἔβλεπε πιθανότητα νὰ δυνηθῇ νὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Σύνοδον ἐκείνην. Ἔκτοτε παρῆλθον ἐννέα σχεδὸν μῆνες, καὶ τελειώνει τὸ ἔτος 1900. Ποία ἡ κρίσις τῆς κοινωνίας ὅλης περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, κρίνω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω. Νομίζω, ὅτι πάντες εἴμεθα πεπεισμένοι, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀρθῇ τὸ ἄτοπον τοῦτο, καὶ δι’ ἄλλους λόγους, ἀλλ’ ἰδίως διὰ τὰς καταπιέσεις καὶ δυσαρεσκείας, τὰς ὁποίας προκαλεῖ ὁ τρόπος τῆς εἰσπράξεως Νομίζω, ὅτι ἔλαβε γνῶσιν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐσχάτως συλλαλητήριον ἐγένετο, καὶ ἀναφορὰν ἀπηύθυνε τὸ σωματεῖον τῶν οἰνοπαντοπωλῶν πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ τέλος τὴν ἀπόφασιν, ὅπως ἡσυχάσῃ ἡ κοινὴ συνείδησις, ὅτι εἶναι ἐλπὶς νὰ ἀρθῇ τὸ ἄτοπον τοῦτο.
§6Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Προστίθεμαι εἰς τὴν παράκλησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου. Οὐδεὶς ἀμφιβάλλει, ὅτι ὁ τρόπος τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου τούτου εἶναι χείριστος, καὶ ἐξεγείρει ἀληθῶς τὴν συνείδησιν ὅλης τῆς κοινωνίας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προβληθῇ μόνον, εἶναι, ὅτι δὲν εὑρίσκεται εὐκόλως μέσον ἀντικαταστάσεως τῶν ποσοστῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἐκ τούτου ὑπὲρ τῆς συντηρήσεως τῶν δήμων. Εἶναι ἐξηκριβωμένον, ὅτι οἱ δῆμοι εἰσπράττουσιν 7 ἑκατομμύρια περίπου, ὅσα προϋπολογίζονται· καὶ ὅμως, ἐνῷ εἰσπράττουσιν 7 ἑκατομμύρια, οἱ ἐνοικιασταὶ διὰ μυρίων καταπιέσεων καὶ μυρίων διαστροφῶν εἰσπράττουσι 12 ἑκατομμύρια, οὕτω δὲ 5 ἑκατομμύρια χάνονται ἀδικαιολογήτως. Οἱ ἐνταῦθα οἰνοπαντοπῶλαι, συνεργασθέντες μετ’ ἄλλων συντεχνιῶν, ὑπέδειξαν, ὅτι ἦτο δυνατόν, καταργουμένου τοῦ φόρου τῶν διαπυλίων τελῶν, νὰ εἰσαχθῇ ἄλλο σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ εἰσπράττηται ἐν τοῖς Τελωνείοις ἐπὶ τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων εἰδῶν δημοτική τις φορολογία. Οὕτω δὲ τὰ ἐγχώρια προϊόντα θὰ ἀπηλλάσσοντο πάσης φορολογίας, ἐνῷ συγχρόνως θ’ ἀνεπληροῦντο τὰ ἤδη προερχόμενα ἐκ τῶν διαπυλίων τελῶν κέρδη. Μοὶ φαίνεται, ὅτι δίκαιον εἶναι ν’ ἀσχοληθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ προσήκοντος νομοσχεδίου, καὶ ὑποβάλῃ αὐτὸ ταχέως, διότι δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι σύμπασα ἡ Βουλὴ θέλει ψηφίσει αὐτὸ ἄνευ ἀντιρρήσεως.
§7ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἄλλοτε συνειργάσθην, καθὼς καὶ μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐν ἐπιτροπῇ ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν διαπυλίων τελῶν. Ἡ ἐργασία ἐκείνη ἐγένετο ἐν σχέσει μετὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν, ὅπερ ἐψηφίσθη τότε ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. Ἔκτοτε τὰ πράγματα σπουδαίως μετεβλήθησαν, καὶ σήμερον δὲν εἶναι εἰς τὴν Κυβέρνησιν δυνατὸν νὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον τὸ αὐτὸ περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων. Ἀλλ’ ἔκτοτε καὶ ἡ πεποίθησις τοῦ κόσμου ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἰδίως ἐν Ἀθήναις, ἐνισχύθη περὶ τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης ταχείας καταργήσεως τοῦ χειρίστου τούτου φόρου. Ἐννοεῖται, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐξ ἡμῶν νὰ προέλθῃ πρότασις περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων, διότι πρόκειται περὶ θεσμοῦ, οὗτινος ἡ κατάργησις πρέπει νὰ συνδεθῇ μετὰ παντοίων ἄλλων μεταρρυθμίσεων, καθὼς καὶ μετὰ τῆς προικοδοτήσεως τῶν δήμων. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν ἀπὸ πέρυσιν, ὅτε ἐγένετο ἐνταῦθα λόγος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἐμπόρων Ἀθηνῶν περὶ τῆς καταργήσεως τῶν διαπυλίων, ἡ Κυβέρνησις ἔσχε τὸν προσήκοντα καιρὸν νὰ μελετήσῃ τὸ πρᾶγμα θετικώτερον, καὶ ἂν ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ ἔχωμεν προσεχῶς τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ θεσμοῦ τούτου.
§8ΝΕΓΡΗΣ. Ὀλίγα μόνον θὰ προσθέσω. Ἴσως τὸ ζήτημα, μελετώμενον δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, παρουσιάζει δυσκολίας μεγάλας, αἵτινες θέλουν φέρει βραδύτητα εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν ὅμως μερικευθῇ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς δήμους Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, εἶναι ἁπλούστατον. Ὡς γνωρίζετε, ὁ δημοτικὸς φόρος Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς κατὰ τὸ πλεῖστον εἰσπράττεται ἐν τῷ Τελωνείῳ Πειραιῶς. Τὰ ποσὰ τὰ εἰσπραττόμενα μεταξὺ τῶν δύο πόλεων εἶναι ἐλάχιστα. Νομίζω λοιπόν, ὅτι, μερικευόμενον τὸ ζήτημα εἰς τὰς δύο ταύτας πόλεις, παρέχει ὀλίγας δυσκολίας, διότι δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ δημοτικοῦ δασμοῦ, τοῦ εἰσπραττομένου ἐν τοῖς Τελωνείοις. Βεβαίως δὲν ἐννοῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μελετηθῇ καὶ διὰ τὴν ὑπόλοιπον Ἑλλάδα, ἀλλ’ ἐὰν εἶναι εὔκολον διὰ τὰς δύο πόλεις, δύναται νὰ προηγηθῇ περὶ αὐτῶν τὸ μέτρον τοῦτο, καὶ εἶτα νὰ γείνῃ σκέψις δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα.
§9Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ εὕρῃ τρόπον νὰ καταργήσῃ τὸν βάρβαρον αὐτὸν θεσμόν, συνδυάζουσα τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους καὶ τῶν δήμων διὰ τοῦ ὑποβληθησομένου νομοσχεδίου. Δι’ αὐτοῦ, ἐὰν γένηται νόμος, θὰ λυτρωθῇ καὶ ἡ Πολιτεία ἀπὸ τόσους ἐκβιαστὰς καὶ καταπιεστάς, ὅσοι εἶναι οἱ ὑπάλληλοι ἐπὶ τῆς εἰσπράξεως τοῦ δημοτικοῦ φόρου, καὶ οὕτω θὰ παύσῃ πλέον ἡ καταδιωκτικὴ ἀρχὴ νὰ εἰσάγῃ εἰς δίκην τοσούτους καταπιεστὰς καὶ ἐκβιαστὰς ὑπαλλήλους.
§10Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα τῶν διαπυλίων τελῶν εἶναι σύστημα, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐσχηματίσθη ἡ κοινὴ γνώμη καὶ ἐξηγέρθη μιᾷ φωνῇ ἀφ’ ἁπάσης τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ἄλλοτε κατὰ τῆς δεκάτης. Ἔχει γενικῶς σχηματισθῆ γνώμη πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ συστήματος τούτου. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πρὸ ἐτῶν ὑπεβλήθη τοιοῦτο νομοσχέδιον, καὶ ἐψηφίσθη εἰς δύο μόνον ἀναγνώσεις, διότι προσέκρουσεν εἰς τὸ μέτρον τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου. Τότε ἐπροτάθησαν διάφοροι γνῶμαι, καὶ ἐγὼ ἐξέφρασα ἰδίαν γνώμην, ἥτις ἐλήφθη παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις ἔλαβεν ὑπὸ μελέτην αὐτήν. Δὲν ἐννοῶ νὰ λάβω τὴν πρωτοβουλίαν καὶ νὰ ἐκφράσω γνώμην, ἀλλὰ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ μέτρον γενικὸν δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, καὶ νὰ μὴ γείνῃ ἐξαίρεσις διὰ τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ, διότι νομίζω, ὅτι εἰς αὐτὰς τὰς δύο πόλεις ὁ τρόπος τῆς φορολογίας εἶναι προχειρότερος, παρὰ εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα.
§11Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Ὅλοι συμφωνοῦμεν, ὅτι τὸ σύστημα τῶν διαπυλίων τελῶν εἶναι τὸ χείριστον σύστημα· ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ συστήματος τούτου. Ἡ κατάργησις τῆς φορολογίας ταύτης εἶναι ζήτημα, ὅπερ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν. Ὑπεβλήθη, ὡς γινώσκετε, ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον πρὸς τοῦτο, καὶ ἡ ἀρχὴ αὐτοῦ ἐγένετο εὐκόλως δεκτή, διότι, ὡς ὀρθότατα εἶπεν ὁ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτής, συμφωνοῦμεν ὅλοι ὡς πρὸς τὴν κατάργησιν τοῦ συστήματος, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν συμφωνοῦμεν ὡς πρὸς τὴν ἀντικατάστασιν τῆς φορολογίας. Πρόκειται δέ, Κύριοι, περὶ 7 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ εὕρητε δι’ ἄλλης ὁδοῦ. Γεννᾶται λοιπὸν τὸ ζήτημα, πῶς θὰ γείνῃ ἡ ἀντικατάστασις τῶν 7 ἑκατομμυρίων, — καίτοι δὲν πρόκειται περὶ 7 μόνον ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ περὶ περισσοτέρων. — Πῶς θὰ γείνῃ ἡ ἀντικατάστασις; Διὰ τοῦ συστήματος τῆς ἐμμέσου φορολογίας; Παρ’ ἡμῖν ὅμως ἡ ἔμμεσος φορολογία δὲν εἶναι ἀρκετὰ βαρεῖα; Διὰ τῆς ἀμέσου φορολογίας; Πῶς ὅμως πρέπει νὰ παρασκευάσωμεν τὸν λαὸν εἰς μίαν ἄμεσον φορολογίαν 7 ἑκατομμυρίων; Ἐκ τῶν λόγων τούτων ἡ Βουλὴ θέλει ἐννοήσει τοὺς δισταγμοὺς, τοὺς ὁποίους ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ὅπως φέρῃ νομοσχέδιον, καὶ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον αἰσθάνεται, νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ λεπτότατον. Σημειώσατε δέ, ὡς πρὸ ὀλίγου σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ 7 μόνον ἑκατομμυρίων. Εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ὑπεβλήθη, εἶχε ληφθῆ ὡς ὅρος ἀπαράβατος τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον τότε εἰσεπράττετο. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἔκτοτε εἰσπράττεται τὸ αὐτὸ ποσόν, ἢ ἀνώτερον ἐκείνου, ἀφοῦ ἤδη ἔχομεν καὶ νόμον, δι’ οὗ ἐπετρέψαμεν εἰς τοὺς δήμους νὰ αὐξήσωσι τὴν φορολογίαν κατὰ 1%; Ἐὰν εἶχε ψηφισθῆ τότε ὁ νόμος καὶ εἶχε γείνῃ δεκτὴ ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη, ὅπως αὐτὴ ἡ αὔξησις, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ ⅓ τῆς ἐπιβαλλομένης φορολογίας, βαρύνῃ τὴν ἄμεσον φορολογίαν. Τὰ ζητήματα πρέπει νὰ τεθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, ἀνεξαρτήτως τῶν νόμων, οἵτινες ἐπέτρεψαν εἰς τοὺς δήμους τὴν αὔξησιν. Λάβετε δὲ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ ἀνάγκαι τῶν δήμων αὐξάνουσι καθ’ ἑκάστην, καὶ, ἂν ἀποβλέψητε εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς αὐτῶν, θὰ ἴδητε, ὅτι, καθ’ ὅσον ἀναπτύσονται, κατὰ τοσοῦτον καὶ τὰ βάρη αὐτῶν αὐξάνουσι. Πρόκειται ἐν τῇ φορολογίᾳ ταύτῃ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἀληθῆ εἰσοδήματα ὡς βάσις τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν γίνονται. Τοῦτο τὸ ζήτημα εἶναι μέγα καὶ σπουδαιότατον, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει συνείδησιν τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος, ἀποβλέπουσα εἰς τοὺς λόγους, οὓς ἀνέπτυξα εἰς αὐτὴν, καὶ εἰς πολλοὺς ἄλλους, τοὺς ὁποίους δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ μάθῃ παρ’ ἐμοῦ, ἀποβλέπουσα εἰς τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας καὶ ἄλλα Κράτη ἀπήντησαν, ὅτε ἐσκέφθησαν περὶ τῆς καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν. Καὶ δι’ αὐτὸ παρατηροῦμεν, ὅτι καὶ ἄλλα Κράτη, πολλῷ μᾶλλον ἡμῶν προηγμένα, εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ προβῶσιν εἰς τὴν κατάργησιν τῶν διαπυλίων τελῶν. Δὲν ἐννοῶ διὰ τούτων, ὅτι δὲν εἶναι καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως ἀπόλυτον, ὅπως τὸ ζήτημα τοῦτο θεωρήσῃ ὡς ἓν τῶν σπουδαιοτέρων μελημάτων αὐτῆς· καὶ πράγματι ἀσχολεῖται, συλλέγουσα πληροφορίας. Διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, ὅτε ὑπεβλήθη ἄλλοτε τοιοῦτο νομοσχέδιον, δὲν ὑπῆρχον αἱ ἀναγκαῖαι πληροφορίαι. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἀπήντα ἴσως εἰς μίαν ἀπαίτησιν, ἡ ὁποία εἶχε τότε διατυπωθῆ κατὰ τρόπον μεγάλης ἐπιβλητικότητος· ἀλλ’ ἐπιτραπείτω μοι νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶχεν ἐπαρκῶς μελετηθῆ, καὶ δι’ αὐτὸ ἴσως ἦτο ἡμαρτημένον, καὶ ἐγεννήθη ἡ κατ’ αὐτοῦ ἀντίδρασις. Εἶναι ζήτημα, Κύριοι, τὸ ὁποῖον μελετῶμεν, καὶ τὸ ὁποῖον ἐλπίζομεν νὰ λύσωμεν. Δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ δώσωμεν ὑπόσχεσιν, ὅτι θὰ λύσωμεν αὐτὸ πολὺ ταχέως. Ἐλπίζομεν ὅτι ἐντὸς τῆς Συνόδου ταύτης θὰ δυνηθῶμεν ἴσως νὰ φέρωμεν εἰς ὑμᾶς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἐπιζητούμενον σήμερον. Ἂν ὅμως τοῦτο ἀποβῇ ἀκατόρθωτον, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς δυσκολίας τοῦ ζητήματος, καὶ νὰ σκεφθῇ, ὅτι δυσκολίαι τοιαῦται δὲν εἶναι τόσον εὔκολον νὰ λυθῶσι.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ καπνοπῶλαι Βόλου δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν ζητοῦσι νὰ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν φύλλων τοῦ σιγαροχάρτου. Οἱ ἐργάται κοπῆς καπνοῦ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν παραπονοῦνται διὰ τὴν εἰσαγωγὴν μηχανῶν πρὸς κοπὴν καπνοῦ.
§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην τῶν καπνοπωλῶν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ἐξετάσῃ τὰς ἐνστάσεις καὶ τὰς ἀφορμὰς τῶν παραπόνων. Πρόκειται περὶ τοῦ μὴ ἐπαρκοῦντος ἀριθμοῦ σιγαροφύλλων; Ἢ πρόκειται περὶ τῆς κατασκευῆς;
§14Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς ἤκουσα τοὐλάχιστον ἐκ τῆς περιλήψεως τῆς ἀναφορᾶς, πρόκειται περὶ τούτου. Παραπονοῦνται οὐχὶ οἱ καπνοπῶλαι, ἀλλ’ οἱ ἐργάται, ὅτι οἱ καπνοπῶλαι εἰσάγουσι μηχανὰς πρὸς κοπὴν καπνοῦ, ὡς ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς δὲ τῶν μηχανῶν θέλει ἐλαττωθῆ ἡ ἐργασία αὐτῶν.
§15Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ ἐγένετο τὸ παράπονον, ὅτι ἐργαστήρια διαμετακομίσεως ἐγκατεστάθησαν ἐν ἰδιωτικοῖς Καπνοκοπτηρίοις, τοῦτο δὲ παρακωλύει τὰς ἐργασίας τῶν καπνοπωλῶν τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ὑποχρεοῦνται οὕτω νὰ ἐργάζωνται ἐν ἰδιωτικοῖς Καπνοκοπτηρίοις, καὶ ὡς ἐκ τούτου θέλουσι γνωρίζει οἱ τῶν ἰδιωτικῶν Καπνοκοπτηρίων τὰς ἐργασίας καὶ τὰ μηχανήματα αὐτῶν. Δὲν ἠξεύρω, ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθές.
§16ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δυνάμει τοῦ νόμου ἐπιτρέπεται νὰ συστηθῇ Καπνοκοπτήριον διαμετακομίσεως, ἐπιτρέπεται δηλονότι νὰ εἰσάγηται ὁ καπνὸς εἰς τὸ Καπνοκοπτήριον χωρὶς νὰ ὑποβληθῇ εἰς φόρον, καὶ νὰ ἐξάγηται εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, μεταποιούμενος εἰς σιγαρέτα. Τοῦτο ἐγένετο εἰς τὸν Πειραιᾶ καὶ τὸν Βόλον. Οὐ μόνον δὲ δὲν ὑπάρχουσι παράπονα κατὰ τοῦ μέτρου τούτου, ἀλλὰ καὶ ζητοῦσι νὰ ἐπεκταθῇ τοῦτο καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας.
§17Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγένετο ἐν ἰδίοις καταστήμασιν; ἢ ἐν ἰδιωτικοῖς Καπνοκοπτηρίοις;
§18ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν ἰδιωτικοῖς, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐπιτήρησιν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὡς ὁρίζει ὁ νόμος. Δὲν ὑπάρχει δὲ παράπονόν τι, διότι οὔτε οἱ καπνοπῶλαι παρεπονέθησαν, οὔτε ἄλλος τις. Τὸ παράπονον τῶν καπνοπωλῶν συνίσταται εἰς τοῦτο, ὅτι δὲν γίνεται τοῦτο καὶ ἐνταῦθα, εἰς τὸ Καπνοκοπτήριον τῶν Ἀθηνῶν δηλαδή, ὅτι δὲν γίνεται τὸ Καπνοκοπτήριον τῶν Ἀθηνῶν καὶ Καπνοκοπτήριον διαμετακομίσεως. Αἱ δυσκολίαι προέρχονται ἐκ τοῦ ὅτι τὸ ὑπάρχον Καπνοκοπτήριον δὲν ἔχει ἐπαρκῆ χῶρον, ὅπως ἕν τμῆμα αὐτοῦ προορισθῇ διὰ τὸν χῶρον, τὸν διὰ τὴν κοπὴν τοῦ ὑπὸ διαμετακόμισιν, ἤτοι πρὸς ἐξαγωγήν, καπνοῦ. Δεύτερον δέ, ὑπῆρχον καί τινες δυσκολίαι, ὅπως ὁ καπνός, ὁ διὰ θαλάσσης ἐρχόμενος, ὑποβάλληται εἰς τὰς ἀπαιτουμένας διατυπώσεις, καὶ κατόπιν, ἐξεταζόμενος, πάλιν νὰ ὑποβάλληται εἰς τὸν ἔλεγχον τὸν προσήκοντα, ὅπως μὴ ἐκ τούτου γίνωνται καταχρήσεις. Τελευταίως, τῇ προτάσει ἐμοῦ, ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πίστωσις 320,000 δραχμῶν πρὸς ἐπέκτασιν τοῦ χώρου τοῦ Καπνοκοπτηρίου. Κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου τούτου οἱ καπνοπῶλαι παρεπονέθησαν, ὅτι εἶναι ἀνεπαρκὴς ἡ σχεδιασθεῖσα προέκτασις τῆς οἰκοδομῆς. Διετάχθησαν οἱ ἁρμόδιοι νὰ συντάξωσι νομοσχέδιον καὶ νέον προϋπολογισμόν. Ἴσως ἐντὸς τῆς Συνόδου ταύτης ὑποβληθῇ τὸ προσῆκον νομοσχέδιον περὶ χορηγίας τῆς ἀπαιτουμένης πιστώσεως, ὅπως τὸ Καπνοκοπτήριον οὕτως ἐπεκταθῇ, ἵνα ἐπαρκέσῃ εἰς σύστασιν τμήματος διαμετακομίσεως, ἐπιτρέποντος τὴν ἐν αὐτῷ κοπὴν καπνοῦ διὰ τὴν ἀλλοδαπήν.
§19Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα μοὶ ἐγένοντο παρὰ τῶν καπνοπωλῶν, δὲν μοι ἐγένοντο παρὰ καπνοπωλῶν κατοικούντων ἐν Ἀθήναις καὶ μετερχομένων τὸ ἐπάγγελμα ἐν Ἀθήναις· ἑπομένως οὐδὲ τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ λεχθέντα ἔχουσι κοινὸν μὲ τὸ Καπνεργοστάσιον Ἀθηνῶν καὶ τὰς μηχανάς, τὰς ὁποίας ἐλάβετε. Τὰ παράπονα μοὶ ἐγένοντο παρὰ καπνοπωλῶν τοῦ Πειραιῶς, οἵτινες ὑποχρεοῦνται ν’ ἀποταμιεύωσιν εἰς διαμετακόμισιν τὰ καπνὰ αὐτῶν ἐν ἰδιωτικοῖς ἐργοστασίοις. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐγὼ εἶχον δώσει ἄδειαν συστάσεως ἰδιωτικοῦ Καπνοκοπτηρίου ἐν Πειραιεῖ. Γνωρίζω τὰς ὑποχρεώσεις καὶ τὰς εὐκολίας, τὰς ὁποίας ταῦτα παρέχουσιν· οἱ καπνοπῶλαι ὅμως, οἱ παραπονούμενοι, ἰσχυρίζονται, ὅτι δυσκολεύονται νὰ ἐργάζωνται ἐκεῖ ἀκωλύτως, διότι δὲν ἐπιθυμοῦσιν, ἵνα οἱ διευθύνοντες τὸ ἰδιωτικὸν Καπνεργοστάσιον καπνοπῶλαι γίγνωνται ἐν γνώσει τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν. Παρακαλῶ νὰ ἐξετάσητε, ἂν εἶναι τὰ παράπονα βάσιμα.
§20ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω εὐχαρίστως ἐξετάσει τὰ παράπονα.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Παναγιώτης Κασιμάτης, κάτοικος Ἀθηνῶν, ὑποβάλλει αἴτησιν περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ἰδιωτικῆς σμύριδος, τῆς ἐξορυσσομένης ἐκ τῶν ἐν τῇ νήσῳ Ἡρακλείᾳ τοῦ δήμου Ἀμοργοῦ θέσεων.
§22Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§23ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἡ πεντάδραχμος φορολογία τῆς ἰδιωτικῆς σμύριδος Ἡρακλείας, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ προαγορεύσας, προβλέπεται εἰς νόμον πρὸ τοῦ ἔτους 1851, νομίζω, καὶ τοῦτο ἐγένετο, ὅπως μὴ παρουσιασθῇ σμύρις πρώτης ποιότητος ἰδιωτική, ἐκτὸς τῆς Νάξου, καὶ πωλῆται εἰς μικροτέρα τιμήν, πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου. Ἄν ἡ σμύρις τῆς Ἡρακλείας εἶναι δευτέρας ποιότητος, ὡς ἀναφέρει ἡ ἀνακοινωθεῖσα ἀναφορὰ, ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ νόμον, προσδιορίζουσα τιμὴν καὶ διὰ τὴν τῆς δευτέρας ποιότητος σμύριδα τῆς Νάξου, ἥτις ὑπάρχει εἰς Ἀμισὸν καὶ εἰς τὰ ὀρυχεῖα Ληῶνος καὶ Μουτσούνας, ἀνωτέρας ποιότητος τῆς σμύριδος τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἀπὸ τὴν ὁποίαν καὶ τὸ Δημόσιον θέλει εἰσπράττει ἀρκετὸν ποσὸν, καὶ ἥτις θέλει ὑποσκελίσει καὶ τὴν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας· σὺν τῇ τιμῇ δὲ νὰ προσδιορίσῃ ἡ Κυβέρνησις ἀναλόγως καὶ τὰ ἐργατικὰ δικαιώματα.
§24Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ 1866 εἶχε δώσει ἄδειαν διὰ τὴν σμύριδα τῆς Ἡρακλείας· ἔκτοτε δ’ ἐγένοντο ἐργασίαι, ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ ἐπαχθοῦς φόρου, ὁ ὁποῖος ἦτο πέντε δραχμαὶ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὐδοκιμήσῃ τὸ προϊὸν αὐτό. Πρό τινων ἐτῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐγένετο πολὺς λόγος, καὶ ὁ ἀοίδιμος Τρικούπης, σκεφθεὶς, καὶ ἀνευρὼν ὅτι ἦτο συμφέρον νὰ καταβιβάσῃ τὸν φόρον αὐτὸν, ὑπέβαλε νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τοῦ ὁποίου κατεβίβαζε τὸν φόρον ἀπὸ πέντε δραχμὰς εἰς δύο· ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους. Ἔκτοτε, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ Κράτος ἐζημιοῦτο σπουδαίως, διότι ἡ σμύρις δὲν εἶχε κατανάλωσιν μεγάλην, ἕνεκα τῆς μὴ ἐξαγωγῆς. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐσκέπτετο ν’ ἀφήσῃ τὴν σμύριδα τῆς Ἡρακλείας ἐλευθέραν, ἢ ἂν τὴν ἐφορολόγει μὲ δύο δραχμὰς μόνον, βεβαίως καὶ ὁ φόρος ὁ ἐκ τῆς Ναξίας σμύριδος δὲν θὰ ἠλαττοῦτο, καὶ τὸ Δημόσιον θὰ εἶχε πόρον πολὺ ἀνώτερον παρ’ ὅ,τι σήμερον εἰσπράττει. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν προέβη τότε εἰς τοιαῦτα μέτρα. Ἔμεινε λοιπὸν διὰ τοῦ ἀπαγορευτικοῦ φόρου ἡ σμύρις αὐτὴ ἀκατανάλωτος.
§25Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἶχον φέρει τὸν λόγον, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ ἐγνώρισε τότε, ὅτι οὐδείς ποτε ἐζήτησε τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς σμύριδος, τῆς ὑπαρχούσης ἐν Φολεγάνδρῳ, νομίζω, καὶ ἐν τῇ νήσῳ Ἴῳ. Ἐγὼ ἐπείσθην τότε εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ βλέπω σήμερον, ὅτι ἐπανέρχεται τὸ θέμα, καὶ ἀποδεικνύεται, ὅτι εἶχον δίκαιον, ζητῶν τὰς πληροφορίας ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ὄντως ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνέφεραν οἱ πρὸ μικροῦ λαλήσαντες ἀξιότιμοι συνάδελφοι, εἶναι ἀκριβέστατα, διότι ἡ σμύρις, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὰς νήσους ταύτας, καὶ ἡ ὁποία εἶναι πολὺ κατωτέρας ποιότητος τῆς ποιότητος τῆς ἐξαγομένης ἐκ τῆς Νάξου, εἶναι ὅμως ὑπερτέρα τῆς σμύριδος τῆς λεγομένης Μικρασιατικῆς, δύναται νὰ συναγωνισθῇ πρὸς τὴν σμύριδα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἐὰν ἐλαττωθῇ ὁ ἐξαγωγικὸς δασμὸς τῆς σμύριδος, καὶ ὁρισθῇ εἰς δύο δραχμὰς, ὡς πρὸς αὐτὴν μόνον, ὡς ἔλεγε πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Θήρας Βουλευτής. Ἂν τοῦτο γείνῃ, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι θὰ ἔχωμεν μεγάλην ἐξαγωγὴν ἐκ ταύτης· κατ’ ἀκολουθίαν καὶ προσόδους μεγαλειτέρας θέλει ἔχει τὸ Δημόσιον, θέλομεν δὲ ἀνταγωνισθῇ καὶ σπουδαίως καὶ συστηματικῶς, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν σμύριδα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἐνῷ οὐδόλως θέλει ἐλαττωθῇ ἡ ἐξαγωγὴ τῆς Ναξίας σμύριδος.
§26Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅτε τὸ παρελθὸν ἔτος ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παξῶν Βουλευτὴς προέβαλε τὸ ἐρώτημα, ἂν ἐδόθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν αἴτησις περὶ ἐξαγωγῆς, ὄντως τοιαύτη αἴτησις δὲν ὑπῆρχεν ἐκκρεμὴς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ. Τὰ ἤδη λεχθέντα παρὰ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἀνάγονται εἰς πολὺ παλαιοτέραν ἐποχὴν, εἶναι δὲ εἰς ἐμὲ ἄγνωστα. Πρωτίστως ὅμως παρατηρῶ, ὅτι ἡ πρόσοδος τῆς Ναξίας σμύριδος ὑπάγεται εἰς τὰς ὑπεγγύους προσόδους, ἑπομένως δὲν ἔχομεν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν νὰ κανονίσωμεν τὰ κατ’ αὐτὴν ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ καί τι ἕτερον κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἐγένετο, τὸ ὁποῖον μετέβαλε τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν τιμὴν τῆς σμύριδος. Ἄλλοτε, εἰς ἐποχὴν δηλαδὴ προγενεστέραν, ὄντως ἡ σμύρις, ἡ ὁποία ἐξήγετο, δὲν ὑπέβαλλε τοὺς ἐξάγοντας αὐτὴν εἰς τόσην δαπάνην, εἰς ὅσην τοὺς ὑποβάλλει σήμερον. Σήμερον εἶναι γεγονός, ὅτι ἡ σμύρις, ἡ ἐξαγομένη ἐκ Σμύρνης, καὶ ἡ κατωτέρα ποιότης μάλιστα, δὲν πωλεῖται ὀλιγώτερον τῶν τριῶν λιρῶν τὸν τόννον ἐν Σμύρνῃ, τοῦτο δὲ ἕνεκα τῆς ἐπιμελείας, τὴν ὁποίαν κατέβαλον πρὸς βελτίωσιν τῆς ποιότητος οἱ ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ, οὗ ἕνεκεν κατωρθώθη νὰ ἔχωσι τὸ πλεῖστον σμύριδα ἀνωτέρας ποιότητος, τὴν ὁποίαν πωλοῦσιν. Ὡς γνωστόν, διὰ νόμου εἶναι κεκανονισμένη παρ’ ἡμῖν ἡ τιμὴ εἰς ἑκατὸν πέντε φράγκα, εἰς ἣν τιμὴν πωλεῖται τὸ πλεῖστον τῆς σμύριδος, τῆς ἐξαγομένης εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Καθ’ ὃν νόμον γνωρίζουσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἐπιτρέπεται ἡ ἐξαγωγὴ σμύριδος ἐξ ἄλλων μερῶν, πλὴν τῆς Νάξου, ἀλλ’ ὑποβάλλεται αὕτη εἰς δασμὸν πέντε δραχμῶν κατὰ στατῆρα, δηλαδὴ 80 δραχμῶν τὸν τόννον.
§27ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. 85.
§28ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον ἡ κατωτέρα σμύρις, ἡ ἐξαγομένη ἐκ Σμύρνης, ὑποβάλλεται εἰς τὴν αὐτὴν φορολογίαν. Ἑπομένως, ἐὰν σήμερον ἠθέλομεν ἐλαττώσει τὴν τιμήν, δηλαδὴ τὸν δασμὸν αὐτόν, ἀπὸ πέντε δραχμῶν εἰς δύο, ὅπως προετάθη, τότε θὰ περιέλθωμεν εἰς ἀδυναμίαν νὰ πωλήσωμεν τὴν ὑπάρχουσαν. Σημειωτέον δέ, ὅτι ἡ πρόσοδος αὕτη φαίνεται ὁσημέραι αὐξάνουσα, διότι, ἐνῷ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη ἀνήρχετο εἰς 4½ μέχρι 5 χιλιάδων τόννων, κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ὑπερέβη τὰς 6,000. Φαίνεται δέ, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ προτάσεις ἐξ Ἀμερικῆς, ὅπως δοθῇ τιμὴ ἀνωτέρα. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἦτο ἐνταῦθα ἀντιπρόσωπος μιᾶς Ἀμερικανικῆς Ἑταιρείας, ὅστις εἶχεν ὑποβάλει προτάσεις, ὅπως ἀναλάβῃ ἐργολαβικῶς ἐπὶ πολλὰ ἔτη τὴν ἐξόρυξιν τῆς Ναξίας σμύριδος, εἶχε δὲ ὑποδείξει τὴν διαίρεσιν εἰς δύο ποιότητας τῆς Ναξίας σμύριδος, πρώτην καὶ δευτέραν. Βραδύτερον αὐτὸς οὗτος, ὁ τὰς προτάσεις ταύτας ὑποβαλών, μετέβη ἐπὶ τόπου, καί, ὅτε ἐπανῆλθε, μοὶ ἐγνώρισεν, ὅτι εὑρίσκει δύσκολον τὴν διάκρισιν, καὶ ὅτι ἑπομένως θέλει περιορισθῆ νὰ προβάλῃ προτάσεις ἐπὶ τῆς Ναξίας σμύριδος ἄνευ διακρίσεως ποιότητος. Ἡ εἰς ποιότητα διαίρεσις θέλει ὑποβάλει τὸν ἀγοραστὴν καὶ τὸν ἐργολάβον εἰς μεγάλας δαπάνας, διότι, ὡς ἄλλοτε ἐγένετο γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ τῶν συζητήσεων, τὰ συστατικὰ τῆς πρώτης ποιότητος σμύριδος δὲν εἶναι καθωρισμένα, καθόσον ὑπάρχουσιν ἐργοστάσια, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζονται καὶ θεωροῦσιν ὡς πρώτης ποιότητος τὴν θεωρουμένην ὑπὸ τῶν ἄλλων ὡς δευτέρας ποιότητος. Καὶ παράδειγμα ἀναφέρω ὑμῖν τὸ ἑξῆς γεγονός. Μέχρι πρό τινος ἡ σμύρις παρεδίδετο εἰς τοὺς λιμένας Νάξου, ἐκεῖ δὲ μετέβαινον καὶ οἱ ἀγορασταί, οἱ ὁποῖοι ποσότητά τινα τῆς σμύριδος ἐθεώρουν ἐντελῶς δευτέρας ποιότητος καὶ τὴν ἐγκατέλειπον· ἄλλοι ὅμως ἀγορασταὶ ἐζήτησαν ἀκριβῶς νὰ παραλάβωσιν ἐκείνην, τὴν θεωρηθεῖσαν ὑπὸ τῶν προκατόχων αὐτῶν ὡς δευτέρας ποιότητος. Τὸ θέμα, τὸ σχετιζόμενον πρὸς τὴν διάθεσιν τῆς Ναξίας σμύριδος, εἶναι λίαν σπουδαῖον. Εἶναι πολὺ δύσκολον ν’ ἀποφασίσῃ τις προχείρως, ἂν πρέπει νὰ ἐλαττώσῃ τὸν δασμόν, τὸν ἐπιβαλλόμενον εἰς τὴν σμύριδα τὴν ἐξ ἄλλων νήσων, ἔλασσον τῶν πέντε δραχμῶν, διότι, ὡς εἶπον καὶ πρότερον, ἐλαττοῦται ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου, εἴμεθα δὲ ὑποχρεωμένοι νὰ λάβωμεν πᾶσαν σχεδὸν ἀπόφασιν ἐκ συνεννοήσεως μετὰ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Τὸ θέμα τοῦτο θέλει πιθανῶς ἀπασχολήσει τὴν Βουλὴν μετ’ ὀλίγον, διότι, προκειμένου νὰ μεταβληθῶσι τὰ κατὰ τὴν διάθεσιν τῆς σμύριδος ἕνεκα προτάσεων νέων, τῶν ὁποίων τινὲς προσήχθησαν, τινὲς δ’ ἀνηγγέλθησαν ὡς προσαχθησόμεναι, ἀναγκαίως θέλει ὑποβληθῆ νομοσχέδιον, κανονίζον τὰ κατ’ αὐτήν· τότε δ’ εἶναι ἐπίκαιρον ἐν εὐρύτητι τὰ τοῦ θέματος τούτου νὰ συζητηθῶσιν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Τυρνάβου κ. Γ. Ροδόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ νόμου ͵ΒΨΞΗʹ περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 80).
§30ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὡς εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1901. Αὕτη φέρει τὰς ὑπογραφὰς μόνον τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας, τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας δηλωσάντων, ὅτι θὰ ὑποβάλωσιν ἰδίαν ἔκθεσιν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 81).
§32Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀληθῶς ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, περατώσασα σήμερον τὰς ἐργασίας της, ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειονοψηφίας διὰ τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτῆς, ἔχουσα ταύτην ἑτοίμην, καθόσον συνετάσσετο παραλλήλως πρὸς τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀκούσαντα τὴν ἔκθεσιν, δὲν ὑπέγραψαν ταύτην, διότι διαφωνοῦσιν οὐ μόνον ἐν ταῖς λεπτομερείαις, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν βάσιν τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Προϋπολογισμοῦ, καὶ συνεπῶς καὶ πρὸς τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειονοψηφίας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἐπειδὴ ἔλαβε χώραν τὸ ἀτυχὲς ἐκεῖνο γεγονός, καθ’ ὅ, ἕνεκα τῆς σπουδῆς, ἥτις κατεῖχε τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως περατώσῃ ταχέως τὰς ἐργασίας της, δὲν ἠδυνήθη ἡ μειονοψηφία νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς πάσας τὰς γνώμας καὶ σκέψεις αὑτῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ὑπολειφθέντα ἔσοδα καὶ ἔξοδα, ἰδίως τὰ τῶν τεσσάρων Ὑπουργείων, τὰ ὁποῖα ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην ἐν διαστήματι ἡμισείας ὥρας ἐξήλεγξε, διὰ τοῦτο ἡ μειονοψηφία δὲν ὑπέβαλεν ἰδίαν ἔκθεσιν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, συμφώνως πρὸς τὰ ἐπικρατήσαντα ἔθιμα, νὰ χορηγήσῃ τὴν ἀνάλογον προθεσμίαν πρὸς τὸν εἰσηγητὴν αὐτῆς, ὅπως συντάξῃ τὴν ἔκθεσίν του. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι μετὰ μίαν ἢ δύο ἡμέρας θὰ δυνηθῇ νὰ τὴν ὑποβάλῃ.
§33Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰ περὶ προεξελέγξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ καθωρίσθησαν διὰ τοῦ θεμελιώδους ἡμῶν νόμου. Ἐν τούτῳ δὲ δὲν ἀναγνωρίζεται ἔκθεσις μειονοψηφίας καὶ πλειονοψηφίας. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ προεξετάζουσα τὸν Προϋπολογισμὸν ἐν ἀπαρτίᾳ, ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. Ἄν τινα τῶν μελῶν, διαφωνοῦντα πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, φρονοῦσιν, ὅτι ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλωσιν ἰδίαν ἔκθεσιν, οὐδεὶς κωλύει αὐτά· ἀλλὰ τὸ ὑποβληθὲν αἴτημα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτοῦ, ὅπως δοθῇ προθεσμία εἰς τοὺς μειονοψηφοῦντας πρὸς ὑποβολὴν ἐκθέσεως, ἔχει τι τὸ καινοφανές. Ὅπως ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν του, ἠδύνατο νὰ ἔχῃ καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας ἑτοίμην τὴν ἰδικήν του. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ κωλυθῇ ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι ἡ μειονοψηφία δὲν ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της, διότι ἡ ἔκθεσις αὐτῆς οὐδαμοῦ ἐν τῷ πολιτεύματι θεωρεῖται ἀπαραίτητον στοιχεῖον. Ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὑποβληθεῖσα, θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ, θ’ ἀναγραφῇ δὲ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐν τῷ μεταξὺ δύναται ἡ μειονοψηφία νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της, ἂν θέλῃ. Γνωστὸν ἄλλως τε εἶναι, ὅτι αἱ μειονοψηφίαι δὲν ὑποβάλλουσι πάντοτε ἰδίαν ἔκθεσιν· ἐπὶ παραδείγματι, κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον δὲν ὑπεβλήθη τοιαύτη, ἀλλ’ ἀνεγράφη ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι τινὰ τῶν μελῶν ἔχουσι διάφορον γνώμην. Τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ ἐν τῇ ἀμέσως ἑπομένῃ Συνόδῳ. Συνήθως δὲ ἐν τῷ παρελθόντι δὲν ὑπεβάλλοντο ἐκθέσεις μειονοψηφιῶν. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω, ἵνα μὴ ὑπολάβῃ ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Βουλὴ νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζήτησιν μέχρις οὗ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της ἡ μειονοψηφία.
§34Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, Κύριοι, ῥητῶς ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς ἢ ἐν τῷ Συντάγματι δὲν ἀναγράφεται τοιαύτη περίπτωσις, ἐπιτρέπουσα εἰς τὴν μειονοψηφίαν νὰ ὑποβάλῃ ἰδίαν ἔκθεσιν ἐπὶ τῆς προεξελέγξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἦτο καὶ ἀναγκαῖον. Δὲν ἦτο δὲ καὶ δυνατὸν ὁ νομοθέτης εἴτε τοῦ Κανονισμοῦ, εἴτε τοῦ Συντάγματος, νὰ προΐδῃ πάσας τὰς περιπτώσεις, αἵτινες ἀπὸ τῆς ὑπάρξεως τῶν Ἐπιτροπῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἦτο δυνατὸν νὰ λάβωσι χώραν, καὶ μάλιστα, ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ ἐργασία Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς ἡ τῆς Συνόδου ταύτης. Δὲν ἦτο δὲ ἀνάγκη ν’ ἀναγραφῇ τοιαύτη διάταξις, διότι ὑπάρχει ἐν τῷ πνεύματι τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ διαγράφον τὴν σύστασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, λέγει, ὅτι ἀπαραιτήτως πρέπει νὰ μετάσχωσι τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας κατὰ τὸ ⅓. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὑπῆρχε περίπτωσις, καθ’ ἣν δὲν ὑπεβλήθησαν ἐκθέσεις. Ἀλλὰ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ συνέβη τὸ ἀτυχές, εἴτε ἔκτροπον, τέλος πάντων, γεγονός, καθ’ ὃ ἐν διαστήματι ἡμισείας ὥρας, κατὰ τρόπον θαυμασίας ταχύτητος, ἐψηφίσθησαν αἱ δαπάναι τριῶν Ὑπουργείων. Εἶναι δυνατόν, κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε καθεστῶτα, νὰ ἐξαγγέλληται ἐντεῦθεν, ὅτι πάντα τὰ ἐν τῇ Βουλῇ συζητούμενα εἶναι κατὰ συνταγματικὸν τεκμήριον, καὶ ἐγὼ ἐσεβάσθην τὰ μέχρι τοῦδε κρατοῦντα, καὶ εἶπον ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐν τῇ αἰθούσῃ, ἐν ᾗ συνεδριάζομεν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ἐξέλθωμεν τῆς τροχιᾶς ταύτης, καὶ νὰ ἐργασθῶμεν. Ἡμεῖς προσεπαθήσαμεν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ἐργασθῶμεν, καί, παρ’ ὅλα τὰ γενόμενα, δὲν ἠκούσαμέν τι περὶ παρατάσεως συμπεφωνημένης τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, οὔτε παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, οὔτε παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ τὸ συμβὰν ἐκεῖνο τῆς πλειονοψηφίας, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνεκρίναμεν, ἴσως καὶ ἀπεδοκιμάσαμεν, παρέχει τὸ δικαίωμα, ἵνα ἡ μειονοψηφία ὑποβάλῃ ἰδίαν ἔκθεσιν. Τοῦτο δὲν ἀποκρούει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις διετέλεσεν εἰσηγητής, εἴτε πλειονοψηφιῶν, εἴτε καὶ μειονοψηφιῶν, ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τῆς ὑποβολῆς ἰδίας ἐκθέσεως τῆς μειονοψηφίας, λέγει, ὅτι δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ παράσχῃ τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον πρὸς σύνταξιν τοιαύτης ἐκθέσεως. Ἐὰν διεβλέπετε ἐν τῇ προθεσμίᾳ, ἣν ἐξητήσατο ὁ τεταγμένος εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας, παρακώλυσιν τῶν ἐργασιῶν, θὰ ἦτο δεδικαιολογημένη ἡ τοιαύτη γνώμη. Ἀλλὰ γνωρίζετε, ὅτι τὴν 1ην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν τῆς σήμερον ἐπερατώθησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Ἐπιτροπῆς, τὴν 3ην δὲ μ.μ. ἐστάλη πρόσκλησις, ὅπως παρευρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐκθέσεως. Καὶ ἐπαινῶ τὸν εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας διὰ τὴν σπουδὴν, μεθ’ ἧς εἰργάσθη, διότι καθ’ ἡμέραν, περατουμένης τῆς ἐργασίας, συνέτασσε καὶ τὸ σχετικὸν τεμάχιον τῆς ἐκθέσεως. Εὑρισκόμεθα πρὸ ἑνὸς θαυμασίου γεγονότος· ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν παρηκολουθήσαμεν τὸ ἔργον του. Πλὴν εἰς ἡμᾶς ἔτι πρόκειται καί τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ βραδυτέραν τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως, διότι ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην νὰ γνωρίσωμεν τὰς γνώμας τῆς πλειονοψηφίας, διότι οἱ συνάδελφοι ἐψήφισαν τὸ ἥμισυ τῶν ἐξόδων, ἡμῶν ἀπουσιαζόντων. Ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην νὰ ἀκούσωμεν τὰς γνώμας τῆς πλειονοψηφίας, ὅπως εἴτε ἀντείπωμεν πρὸς ταύτας, εἴτε καὶ συμφωνήσωμεν. Τὸ σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον εἰργάσθη ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐὰν ἐκακίσθη, ἐκακίσθη δι’ ἄλλον λόγον· οὐδὲν ὅμως πνεῦμα παρατάσεως τῶν ἐργασιῶν ἐνυπῆρχεν εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτῆς. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς συζητήσεως παρίστατο ἐν τῇ Βουλῇ, δύναται νὰ τὸ ὁμολογήσῃ· ἀλλὰ σήμερον ἡ εὐτυχὴς ἐνταῦθα παρουσία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τέμνει τὴν ὁδὸν, ἣν καλῶς ἐχάραξεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, πρὸς συμβιβαστικὴν λύσιν. Ζητοῦμεν σήμερον προθεσμίαν, ἵνα ὑποβάλωμεν τὴν ἔκθεσιν. Τίς ἡ σπουδὴ ὑμῶν, ἵνα ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμός; Εὐκταῖον θὰ ἦτο, ἀλλ’ ἔξωθι τῆς πόλεως δὲν στρατοπεδεύει ὁ Ἀττίλας ἢ ὁ Κατιλίνας. Εἶναι δυνατὸν, Προϋπολογισμὸς παρέχων τὰ εὐοίωνα ἀποτελέσματα ἐν ταῖς εἰσπράξεσιν, ἅτινα ἀνήγγειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, χωρήσας ἐν ταῖς δαπάναις εἰς 112 ἑκατομμύρια, Προϋπολογισμὸς πρῶτος οὗτος ἄρτιος μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον, εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ μετὰ σιδηροδρομικῆς ταχύτητος; Νομίζω ὄχι. Εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ καὶ πρὸ τῶν ἑορτῶν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν, διότι ἰδοὺ ἀρχίζομεν νέαν συζήτησιν, ἐὰν πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἢ ὄχι, καὶ ἐὰν θὰ δοθῇ νέα προθεσμία. Ταῦτα ὅμως πάντα λύονται, ἂν εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ εἴπῃ καὶ νῦν, ὅσα ὀρθότατα προηγουμένως ἐξήνεγκε.
§35Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πάλιν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἔφερεν εἰς τὸ μέσον τὸ παρεμπῖπτον γεγονὸς, καθ’ ὃ ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐν ἀπαρτίᾳ διατελοῦσα, προέβη εἰς ἐργασίας. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν, ὅτι τὸ παρεμπῖπτον ἐκεῖνο ἐλύθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως σύμπασα ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ἀφοῦ οὐδεὶς ὑπῆρξεν ὁ ἀντιλέγων, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ θέλει ἐξακολουθήσει τὸ ἔργον της, καὶ θέλει ἀφήσει εἰς πάντα τὰ μέλη τῆς τε μειονοψηφίας καὶ τῆς πλειονοψηφίας τὸ δικαίωμα, νὰ προβῶσι μὲν εἰς τὴν ἐργασίαν ἀφ’ οὗ σημείου ἐσταμάτησεν αὕτη, νὰ ἐκθέσωσι δὲ τὰς γνώμας των ἐπὶ πάντων τῶν κεφαλαίων τῶν τε ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων, ἀδιακρίτως ἂν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπεξειργάσθη ἤδη αὐτὰ, ἢ οὔ. Καὶ τοῦτο ἐπὶ 8 ἡμέρας ἐγένετο. Ἐδόθη πλήρης ἐλευθερία συζητήσεως πρὸς πάντας, καὶ πᾶσαι αἱ γνῶμαι διετυπώθησαν, σχεδὸν δὲ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἐφωτογραφήθησαν ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κυρίου εἰσηγητοῦ, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἀνέγνωσεν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ. Πρὸς τί λοιπὸν παραπονεῖσθε καὶ λέγετε, ὅτι δὲν σᾶς ἀφήσαμεν καιρὸν νὰ διατυπωθῶσιν αἱ γνῶμαι ὑμῶν, καὶ ν’ ἀναγραφῶσιν ἐν τῇ ἐκθέσει; Ἡ Ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της, φέρουσαν τὰς ὑπογραφὰς 14 μελῶν, ἑπομένως φέρει αὕτη ὅλον τὸ κῦρος τῆς ἐκθέσεως Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ· οὐδεὶς δὲ ἠμπόδισεν ὑμᾶς νὰ φέρητε ἰδίαν ἔκθεσιν, ἵνα φωτίσητε τὴν Βουλήν. Τὰ ἐναντία λέγοντες, νομίζω ὅτι ἀδικεῖτε οὐ μόνον ἡμᾶς τοὺς ἐργασθέντας, ἀλλὰ καὶ ὑμᾶς αὐτούς.
§36Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἐπαναληφθῶσιν αὖθις τὰ τοῦ ἐπεισοδίου, διότι ταῦτα, ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, συνεζητήθησαν πρὸ ἡμερῶν. Ὀλίγας μόνον λέξεις θὰ προσθέσω, διότι παρεξηγήθην ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτοῦ, ὑπολαβόντος, ὅτι ἐσκόπουν νὰ στερήσω τὴν μειονοψηφίαν τῆς εὐκολίας, ὅπως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της. Οὐδέποτε, ὡς γινώσκετε ἐκ τοῦ παρελθόντος, τοιοῦτόν τι συνέβη. Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ συζητήσῃ τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς εἶναι πρέπον. Ἐγὼ ἀπέκρουσα μόνον τὴν ἀρχὴν, ὑπὲρ ἧς συνηγόρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, ὅτι πρέπει νὰ σταματήσῃ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ μέχρι τῆς ὑποβολῆς τῆς ἐκθέσεως τῆς μειονοψηφίας. Ἀλλὰ προσέθηκα, ὅτι, μέχρις οὗ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας, θὰ δυνηθῇ νὰ ὑποβάλῃ καὶ ἡ μειονοψηφία τὴν ἔκθεσίν της, ἐὰν θέλῃ.
§37Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν ἰσχυρίσθην, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ μειονοψηφία δὲν ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της, διότι τότε θὰ ἠδύνατο ἡ μειονοψηφία, ἀναβάλλουσα, νὰ παρακωλύσῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ εἶπον, συμφώνως πρὸς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, ὅτι μετὰ τὴν κατάθεσιν τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειονοψηφίας, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. εἰσηγητὴς, τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας ἤθελον μελετήσει αὐτήν. Ἐπειδὴ δὲ τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας διεφώνησαν πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, θὰ συντάξωσιν ἰδίαν ἔκθεσιν. Παρεκάλεσα δὲ τὴν Βουλὴν νὰ χορηγήσῃ τὴν ἀναγκαίαν προθεσμίαν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν γνωρίζει, ἂν εἶναι δυνατὸν ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας νὰ συνταχθῇ ἔκθεσις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Διὰ τοῦτο εἶπον νὰ χορηγηθῇ προθεσμία.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν Τετάρτην.
§39ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπε τὴν Τετάρτην. Ἐγὼ εἶπον 2 ἢ 3 ἡμέρας. Ἐνοῶ τὴν Πέμπτην. Νομίζω ὅτι ἡ διαφορὰ δὲν εἶναι σπουδαία.
§40ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν Τετάρτην.
§41Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Χαλκίδος βουλευτοῦ κ. Καλογεροπούλου ἀντίκεινται εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Ἀπορῶ δὲ, πῶς διεξέφυγε τοῦτο τὸν ἐμπειρότατον καὶ γνώστην τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτήν. Εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν ἀναγράφει καὶ δὲν κανονίζει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν γίνονται καὶ κατατίθενται αἱ ἐκθέσεις ἐπὶ τῶν Προϋπολογισμῶν, ἀλλ’ εἰς τὰς διατάξεις περὶ Ἐπιτροπῶν τῆς Βουλῆς ὁ Κανονισμὸς ἀναγράφει ῥητῶς, κατὰ τίνα τρόπον συντάσονται καὶ ὑποβάλλονται αἱ ἐκθέσεις. Ἐὰν λάβητε τὸν κόπον νὰ ἀνατρέξητε εἰς τὸ ἄρθρον 53 τοῦ Κανονισμοῦ, θὰ ἴδητε, ὅτι (ἀναγινώσκει) «αἱ Ἐπιτροπαὶ ἐκλέγουσιν ἐκ τῶν μελῶν αὑτῶν δι’ ἑκάστην πρότασιν τὸν εἰσηγητὴν τῆς πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκθέσεως. Ἡ ἔκθεσις αὕτη, διαλαμβάνουσα τὴν γνώμην καὶ τοὺς λόγους τῶν τε πλειόνων καὶ τῆς μειονοψηφίας, καὶ τελειώνουσα μὲ ἠτιολογημένην πρότασιν, τυποῦται καὶ διανέμεται εἰς τοὺς Βουλευτὰς πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐν γενικῇ συνεδριάσει συζητήσεως.» Τί ἐννοεῖ τοῦτο;
§42Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα ἐγράφησαν.
§43Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν γνωρίζω, τί ἐγράφη. Γνωρίζω ὅτι ἡ ἔκθεσις αὕτη δὲν παρέλαβε τὰς γνώμας τῆς μειονοψηφίας.
§44Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ πράγματος, τοῦ ὁποίου δὲν ἔχετε γνῶσιν, διότι δὲν παρίστασθε εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, καθ’ ἣν ὥραν ἀνεγνώσθη ἡ ἔκθεσις. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι πᾶσαι αἱ γνῶμαι τῆς μειονοψηφίας διετυπώθησαν εὐρύτατα καὶ πληρέστατα.
§45Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Περὶ τῶν κεφαλαίων καὶ τῶν Ὑπουργείων, εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ὁποίων μετέσχε καὶ ἡ μειονοψηφία, οὐχὶ ὅμως καὶ περὶ τῶν κεφαλαίων τῶν Ὑπουργείων, τὰ ὁποῖα ὑμεῖς ἐντὸς ἡμισείας ὥρας ἐξηλέγξατε.
§46Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ διατυπώσητε τὰς γνώμας ὑμῶν. Συνεζητήσατε κονδύλια ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ἐψηφισμένα ἤδη, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐξεφράσατε τὰς γνώμας ὑμῶν, καὶ ἅπασαι αἱ ἐκφρασθεῖσαι γνῶμαι διετυπώθησαν. Ἐὰν εἴχετε γνώμας ἐν τῇ κεφαλῇ ὑμῶν, τὰς ὁποίας δὲν ἐξεφράσατε, ἡμεῖς δὲν ἠδυνάμεθα νὰ τὰς μαντεύσωμεν.
§47Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Χαλκίδος· ἔπρεπε νὰ μὴ καταχρᾶσθε τῆς ἁβρότητος τῆς μειονοψηφίας, διότι ἐγώ, ἐνῷ συνεζητοῦντο τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, σᾶς εἶπον, ὅτι ἔχω νὰ ὑποβάλω γνώμας σχετικὰς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ διὰ νὰ μὴ καταχρασθῶ τοῦ χρόνου, ἀναβάλλω τὴν ὑποβολὴν αὐτῶν, καὶ ὑμεῖς συνεφωνήσατε. Εἰς ἀμοιβὴν δὲ τῆς ἁβρότητος ταύτης ἔρχεσθε σήμερον καὶ λέγετε, ὅτι εἴχομεν γνώμας ἐν τῇ κεφαλῇ ἡμῶν καὶ δὲν τὰς διετυπώσαμεν! Ἐὰν ἡμεῖς ἠθέλομεν νὰ πράξωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπονοεῖτε, ἠδυνάμεθα νὰ παρατείνωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ μῆνας, ὑποβάλλοντες γνώμας σοβαράς.
§48Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, οὐδὲ τῆς ἐκθέσεως τῆς μειονοψηφίας, διότι ἀπὸ τῆς 9ης ὥρας π. μ. μέχρι τῆς 1ης μ. μ. παρεμένομεν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔλθω τὴν ὁρισθεῖσαν παρ’ ὑμῶν ὥραν, ἵνα ἀκροασθῶ τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειονοψηφίας. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ σπουδή, μὲ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἐζήτησαν νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσίς των, οὐδεμίαν πρακτικὴν σημασίαν ἔχει, διότι ἡμεῖς θὰ ὑποβάλωμεν ἰδίαν ἔκθεσιν.
§49Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, δὲν νομίζετε, ὅτι ἐπελθούσης συμφωνίας μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς μειονοψηφίας, δὲν ὑπάρχει πλέον ζήτημα; Τί συζητοῦμεν; Συζητοῦμεν τώρα, ἐὰν ἡ ἔκθεσις τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας, ἡ περιλαμβάνουσα καὶ τὰς ἐνστάσεις καὶ τὰς παρατηρήσεις τῆς μειονοψηφίας, ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 53 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς; Πιστεύω, ὅτι περὶ τούτου συζήτησις δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ἀλλὰ πρὸς τί νὰ συζητῶμεν, ὅταν ὑπάρχῃ συμφωνία; Παρηρμηνεύθησαν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. εἰσηγητοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε τάξει προθεσμίαν, ὅτε ὡμίλησεν...
§50ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Ἔταξε.
§51Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν τὴν ἠκούσαμεν ἡμεῖς. Θέλετε τώρα νὰ κατηγορήσητε τὰ ὦτά μας; Ἐπὶ τέλους ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι, ἐὰν πρόκηται περὶ προθεσμίας λογικῆς, δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν, συμφωνεῖ. Τοῦτο παρεδέχθη καὶ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ζήτημα. Λοιπὸν τί συζητοῦμεν;
§52Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πολὺ καλά. Ἀφοῦ συναινῆτε, τὴν Πέμπτην θὰ φέρωμεν τὴν ἔκθεσίν μας.
§53Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§54ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἆ! ἆ!
§55Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν δύνασθε ν’ ἀπαγορεύσητε τὸν λόγον μὲ τὸ ἆ! ἆ! Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 53. Ἀνεξαρτήτως τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ Προϋπολογισμός, ἢ μᾶλλον ἡ μελέτη τοῦ Προϋπολογισμοῦ στερεῖται στοιχείων ἀπαραιτήτων. Τὰ στοιχεῖα ταῦτα εἶναι αἱ πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι ἐζητήθησαν καὶ ἐκ μέρους τῆς μειονοψηφίας ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ἀλλὰ καὶ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Αἱ πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι ἐζητήθησαν, κατὰ τὴν ὁμολογίαν αὐτῶν τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, αἱ πλεῖσται καὶ αἱ κυριώτεραι τοὐλάχιστον, ἠδύναντο εὐκόλως νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν· ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι αὗται δὲν ὑπεβλήθησαν...
§56Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖαι;
§57Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα τὴν ἀνάλυσιν τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων τοῦ 1899 καὶ 1900. Δὲν δύναται νὰ μελετηθῇ Προϋπολογισμός, καὶ δὲν δύνανται νὰ ἐννοηθῶσι τ’ ἀποτελέσματα τοῦ 1899 καὶ τοῦ 1900, χωρὶς νὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὑμεῖς εἴχετε κατὰ τάξιν καὶ ἐπρόκειτο νὰ ὑποβάλητε εἰς τὴν Βουλήν. Ἐζηζήθησαν διάφοροι πληροφορίαι περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων διαφόρων φόρων μέχρις ὡρισμένης προθεσμίας, μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς εἶπεν, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ εὕρωμεν διάφορα ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων εἰς τὰς δημοσιευθείσας καταστάσεις ἐν εἴδει προσωρινοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1899. Ἐν αὐταῖς ὅμως δὲν ὑπάρχει καμμία ἐκ τῶν πληροφοριῶν τούτων, ὅσον ἀφορᾷ τὰς λεπτομερείας τῶν διαφόρων δαπανῶν. Ἔχετε τὰς ἐπερωτήσεις καὶ ἐμοῦ καὶ πλείστων ἄλλων συναδέλφων ἐνώπιον ὑμῶν· εἶναι ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς Βουλῆς. Λοιπόν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπισπεύσωμεν μετὰ τοσαύτης σπουδῆς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, χωρὶς νὰ καταστήσωμεν αὐτὴν, δὲν θέλω νὰ εἴπω κωμικὴν, ἀλλὰ βεβαίως ἄνευ σπουδαιότητος, ἂν γείνῃ χωρὶς νὰ κατατεθῶσιν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν; Ὁ Προϋπολογισμὸς ἦλθε σχεδὸν γυμνὸς εἰς τὴν Βουλήν, μὲ μόνας τὰς γενικὰς καταστάσεις, αἱ ὁποῖαι δημοσιεύονται τακτικῶς διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ἐκ τῶν ἄλλων πληροφοριῶν, ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν μελέτην τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τίνες ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν; Καὶ τοιαῦται λεπτομέρειαι ἐζητήθησαν πολλαί. Λοιπόν, ἐὰν πράγματι θέλῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς μετ’ ἐπιμελείας καὶ προσοχῆς, ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν· διότι, μὴ ὑποβάλλουσα αὐτὰς, θὰ καταστήσῃ τὴν συζήτησιν ὄχι σοβαράν. Εἰς πᾶν συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον Βουλευτὴς εἴτε τῆς πλειονοψηφίας εἴτε τῆς μειονοψηφίας ἤθελεν ἐξαγάγει ἐκ τῶν δημοσιευθεισῶν πληροφοριῶν, θὰ ἐγείρηται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, μὲ ἓν σημείωμα, ἄγνωστον εἰς ἡμᾶς, καὶ θὰ λέγῃ: «Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ συμπέρασμα, διότι ἐδῶ ἔχω σημείωσιν, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει τὸ ἐναντίον». Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὴ τοιαύτη συζήτησις. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοὺς ἄλλους Ὑπουργοὺς, παρὰ τῶν ὁποίων ἐζητήθησαν πληροφορίαι, νὰ καταθέσωσιν αὐτάς.
§58Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ σᾶς δώσω καμμίαν πληροφορίαν· ὅλας σᾶς τὰς ἔδωσα.
§59Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐδώσατε τὸν πίνακα τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων;
§60Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι τὸν πίνακα δύνασθε νὰ τὸν ζητήσητε ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§61Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πολὺ καλά. Διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§62Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὴ λησμονεῖτε ὅμως, ὅτι αὐτὸς ὁ πίναξ ἀποτελεῖ κρίσεις, καὶ οὐδὲν πλέον.
§63Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐξηγήθημεν, ὅτε ἐζήτησα τὰς πληροφορίας ταύτας. Τὸ ἀνέφερα ὡς παράδειγμα. Ἀλλ’ ἐζήτησα καὶ ἄλλα.
§64Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἠξεύρω ἄλλα.
§65Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐξήγησα καὶ τὸν λόγον, δι’ ὃν ἐζήτησα τὸν πίνακα διὰ τὸ 1899. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ κατατεθῶσι καὶ αἱ πληροφορίαι αὗται. Δὲν ἐζήτησα πολλὰς ἄλλας πληροφορίας, διότι ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι εἶχον ζητήσει αὐτὰς προηγουμένως.
§66Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς συνηθίζει νὰ παριστᾷ ἀτελεῖς τὰς διδομένας συνεπείᾳ ἐπερωτήσεών του πληροφορίας. Νῦν εὑρίσκει, ὅτι καθυστερεῖται ἡ κατάθεσις τῶν αἰτηθεισῶν ὑπ’ αὐτοῦ πληροφοριῶν· ὅταν ὅμως προκαλῆται νὰ καθορίσῃ ταύτας, τότε μόνος του ἐννοεῖ, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν, ἐχορηγήθησαν αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι. Ἐὰν δὲ ὑπελείφθησαν καί τινες, αἰτία τούτου εἶναι, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος. Ἐπὶ παραδείγματι, προέβαλεν ἐπερώτησιν, ζητήσας νὰ ὑποβληθῶσι δηλώσεις περὶ τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1900. Εἶπον τότε, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, διότι τοῦτο εἶναι ἔργον τοῦ ὁριστικοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1900, ὁριστικὸς δὲ ἀπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1900 δὲν δύναται νὰ συνταχθῇ ἢ μετὰ παρέλευσιν μηνῶν πολλῶν. Ἑπομένως, ἐὰν πρόκηται ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ μέχρις ὅτου συνταχθῇ ὁ ὁριστικὸς ἀπολογισμὸς τοῦ 1900, βεβαίως πρέπει τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901 νὰ τὸν συζητήσωμεν κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως τοῦ 1901. Ἐζήτησε κατόπιν πίνακα τῶν ὑπολογιζομένων ἀδιαθέτων πιστώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1900. Παρετήρησα ἤδη, ὅτι, ὅτε εἰσηγάγομεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901, προέβαλον τὰς ἐκτιμήσεις τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν ὑπολειφθησομένων ἀδιαθέτων πιστώσεων, αἵτινες, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, δὲν θέλουσιν ὑπολειφθῆ τοῦ ποσοῦ τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων τοῦ 1899, ἤτοι θέλουσιν ἀνέλθει εἰς 6,000,000. Ἀνέφερα τοὺς λόγους, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριξα τὰς ἐκτιμήσεις ταύτας, μεταξὺ δὲ τῶν ἄλλων καὶ ὅτι ἔχομεν ἤδη τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1899. Κατὰ τὸ 1899 αἱ πιστώσεις αἱ χορηγηθεῖσαι διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ αἱ πιστώσεις αἱ ἀναπληρωματικαὶ καὶ ἔκτακτοι ἀνῆλθον εἰς 110,000,000. Ἐκ τῶν 110,000,000 τούτων ὑπάρχουσιν ἀδιάθετοι πιστώσεις 6,000,000. Αἱ διὰ τὸ 1900 πιστώσεις ἀνῆλθον εἰς δραχ. 114,000,000· ἑπομένως μεῖζον ποσὸν πιστώσεων ἀδιαθέτων προσδοκᾶται κατὰ τὸ 1900. Ὡς εἶναι δὲ γνωστὸν, εἰς τὸ 1900 ἀνεγράφη πίστωσις πρὸς ἐκτέλεσιν νόμων, τῶν ὁποίων ἡ ἐφαρμογὴ ἀνεβλήθη, ἕνεκα τῶν περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθημεν κατὰ τὸ 1900· τοῦ νόμου περὶ ἀστυνομίας, τοῦ νόμου περὶ συστάσεως νέων Πρωτοδικείων, κλπ. Ἑπομένως ὑπάρχει εἷς ἀκόμη λόγος, ὅπως αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις τοῦ 1900 ὦσιν ἀνώτεραι. Ὅτε εἰσηγούμην τὸν Προϋπολογισμὸν, εἶπον περὶ τῶν ὑπολογιζομένων ἀδιαθέτων πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι αὗται θέλουσιν ὑπερβῆ τὸ ποσὸν δραχμῶν 2,000,000. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης μὲ ἠρώτησε τότε, ἂν ἔχω πρόχειρον πίνακα. Τῷ ἀπήντησα, ὅτι, ὅπως προβῶ εἰς τοιαύτην δήλωσιν, εἶχον ζητήσει ἀπὸ τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα σημειώματα τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων, καὶ ὅτι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπάρχει εἷς πίναξ, τὸν ὁποῖον, ζητῶ συγγνώμην παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὅτι δὲν κατέθηκα, θὰ καταθέσω δὲ αὔριον. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς εἶχε ζητήσει διαφόρους πληροφορίας, καὶ ἐδόθησαν ἅπασαι. Ὑπελείφθησαν δύο, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ προσκομισθῶσιν, ἐὰν δὲν συλλεχθῶσιν εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον αἱ καταστάσεις τῶν Δημοσίων Ταμείων· προσέθηκα ὅμως, ὅτι διέταξα νὰ γένηται ἡ πρὸς τοῦτο ἀναγκαία ἐργασία· ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἴσως αὔριον θέλω δυνηθῆ νὰ καταθέσω περὶ τούτου σημείωμα. Δὲν γινώσκω, ἂν ἐζητήθησαν ἄλλαι πληροφορίαι οὐσιώδεις, ἢ δυνάμεναι νὰ χορηγηθῶσιν, ἢ συνδεόμεναι στενῶς πρὸς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν, ὡς καὶ ἄλλους Βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι δὲν κατετέθησαν αἱ παρ’ αὐτῶν ζητηθεῖσαι πληροφορίαι, ν’ ἀνακεφαλαιώσωσι ταύτας, ὅπως αὔριον ἐφ’ ὅλων τούτων δώσω εἰς αὐτοὺς ἀπάντησιν, δηλ. ἐφ’ ὅσον δύναμαι.
§67Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος συνηθίζει, τὰς γνώμας ἑκάστου Βουλευτοῦ, ἰδίως δὲ τὰς ἐμὰς, νὰ τὰς γενικεύῃ πάντοτε, ὅταν ποιῇ μοι τὴν τιμὴν ταύτην, ἤρχισε τὴν ὁμιλίαν του, καὶ ἐπεξέτεινεν αὐτὴν κατὰ τρόπον ἀντίθετον πρὸς τὰς βεβαιώσεις, τὰς ὁποίας εἶχε δώσει. Εἶπεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν, τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα περὶ τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων, νὰ τὰς καταθέσῃ, διότι αὗται εἶναι εἰκαστικαὶ, χρειάζεται δὲ κολοσσιαία ἐργασία. Ὅτε δὲ εὗρον ἀντίτυπον τῆς ἀγορεύσεώς του, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς χεῖράς μου, ἐνεθυμήθη τὸ γεγονὸς, ὅτι, διαρκούσης τῆς ἀγορεύσεώς του, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος τὸν ἠρώτησε...
§68ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶπον.
§69Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. ἐὰν ἔχει κατατεταγμένας τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλει, καὶ εἶπεν, ὅτι ἔχει πίνακα τῶν ἀδιαθέτων τούτων πιστώσεων, τὸν ὁποῖον θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἅμα ὡς Βουλευτής τις ἤθελε ζητήσει τοῦτο. Ἐζήτησα τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑποσχέσεως ταύτης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ τριῶν περίπου ἑβδομάδων. Ἦτο ἀπὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε τότε, ὅτι οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχει, καὶ ὅτι εἶναι συντεταγμένος ὁ πίναξ οὗτος, ἀλλὰ πολλαὶ τῶν πιστώσεων τούτων εἶναι κατὰ πρόβλεψιν ἁπλῆν. Τὸν πίνακα δὲ τῶν τοιούτων προβλέψεων, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἐνώπιόν του ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκθέτων τὰς γνώμας του περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, τὸν πίνακα τοῦτον θέλομεν καὶ ἡμεῖς. Ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔλαβε γνῶσιν τῆς αἰτήσεώς μου, δὲν ἔφερεν ἀντίρρησιν. Σήμερον δὲ, ὅτε ὑπάρχει μία ἔκτακτος σπουδὴ περατώσεως τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὅπως–ὅπως...
§70ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπε κανεὶς ὅπως–ὅπως· σεῖς τὸ λέγετε.
§71Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πολὺ καλά... Σήμερον ἐν πρώτοις ἐπαρουσίασε τὴν δυσκολίαν τῆς ὑποβολῆς τοῦ πίνακος τούτου, εἶτα δὲ, ἀκολουθῶν τὴν πρὸς τὴν Βουλὴν εὐλαβεστέραν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐγκατέλειψε τὴν ἰδέαν ταύτην, καὶ ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ τὸν ὑποβάλῃ αὔριον. Ἄλλη πληροφορία, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα, καὶ ἣν βεβαίως ὤφειλε νὰ ἔχῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ δηλώσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἀποτελέσματα θετικὰ, εἶναι αἱ λεπτομέρειαι, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐβασίσθη, ὅπως δηλώσῃ τ’ ἀποτελέσματα τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων καὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων· διότι, ἐὰν τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἐποιήσατο εἰς τὴν Βουλὴν, ἐποιήσατο χωρὶς νὰ ἔχῃ προηγουμένας μελέτας, καὶ χωρὶς νὰ ἔχῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ ἐζήτησα νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν, βεβαίως αἱ ἀνακοινώσεις του εἶναι ἀνακοινώσεις ἀνάξιαι νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλὰ τὰς θεωρῶ ἀξίας νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, διότι ὑποθέτω, ὅτι τὰς ἔφερεν ἐκ συμπερασμάτων, τὰ ὁποῖα συνήγαγεν ἐκ λεπτομερειῶν, ἃς εἶχεν ἐνώπιόν του. Ἐζήτησα τὰς λεπτομερείας ταύτας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ζητήσῃ παρὰ τῶν Ταμιῶν πληροφορίας...
§72ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ ποῖον πρᾶγμα;
§73Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ζώων, διὰ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀμπέλων καὶ διὰ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων.
§74ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατέθηκα τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζητήσατε· τὰς κατέθηκα αὐθορμήτως. Καὶ ἡ κατάστασις ἡ κατατεθεῖσα ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς. Κατάστασις ἐν γένει τῶν ὑπολογιζομένων εἰσπράξεων ἐξ ὅλων τῶν ἀμέσων φόρων, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1899.
§75Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα, τὴν ἔχω καὶ ἐγώ.
§76ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἄλλο;
§77Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐγὼ ἐζήτησα τὴν κατ’ ἐπαρχίας γενομένην βεβαίωσιν τῶν φόρων τούτων. Ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλατε, δὲν ἔχει τίποτε περιπλέον παρὰ τὸ σύνολον. Ἡ κατὰ νομοὺς βεβαίωσις τῶν φόρων τούτων βεβαίως εἶναι μία πληροφορία, ἐκ τῆς ὁποίας ἡμεῖς θὰ ἐξαγάγωμεν, κατὰ πόσον τὰ συμπεράσματα ὑμῶν περὶ τῆς ἀποδόσεως τῶν φόρων τούτων κατὰ τὸ 1900 καὶ 1901 εἶναι βάσιμοι, ἢ ὄχι. Λοιπὸν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, καὶ τὰς ὁποίας οὐδεμίαν δυσκολίαν παρουσίασαν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ὅτε ἦσθε ἀπὼν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ὑποσχεθῶσιν, εἶναι χρήσιμοι εἰς ἡμᾶς, ὅπως μορφώσωμεν γνώμην ἐπὶ τῶν διαφόρων ζητημάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ζητοῦμεν, εἶναι κατακεχωρισμέναι ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς, καὶ παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πέμψῃ ἐκ νέου αὐτὰς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοὺς ἄλλους Ὑπουργοὺς, ἰδίως εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως δυνηθῇ ἐγκαίρως νὰ ὑποβάλῃ αὐτὰς, καὶ δυνηθῶμεν καὶ ἡμεῖς νὰ σωθῶμεν ἐκ τοῦ ἐθίμου, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη, νὰ ἔρχωνται οἱ Ὑπουργοὶ νὰ διαψεύδωσι τοὺς ὑπολογισμοὺς ἡμῶν, τοὺς στηριζομένους ἐπὶ τῶν δοθεισῶν πληροφοριῶν, στηριζόμενοι αὐτοὶ ἐπὶ πληροφοριῶν ἐπισήμων, τὰς ὁποίας κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συζητήσεως παρουσιάζει εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§78Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄρχομαι Κύριοι, ἀπὸ ἀπαντήσεως εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτοῦ, μὲ τὴν ὁποίαν ἐξοφλῶ πᾶσαν πρὸς αὐτὸν ὑποχρέωσιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς παρακαλεῖ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, περιέχοντα ὀνομαστὶ τὰς ὑπαρχούσας διευθύνσεις καὶ ἄλλα ταχυδρομικὰ καὶ τηλεγραφικὰ γραφεῖα, καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν 1897, 1898, 1899 καὶ 1900. Καταθέτω δημοσιευθέντα πίνακα τῶν ταχυδρομικῶν, τηλεγραφικῶν καὶ τηλεφωνικῶν γραφείων, καὶ σημείωσιν ἐξ ἑκάστου γραφείου περὶ τοῦ ἔτους τῆς συστάσεως, ὅτε συμπίπτει νὰ ἦναι ἔτος μεταξὺ τῶν ἐτῶν τῶν περιλαμβανομένων εἰς τὴν ἐπερώτησιν.
§79Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ νὰ κατατεθῶσι περισσότερα ἀντίτυπα.
§80Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα. Καταθέτω καὶ τὰ ἔγγραφα, τὰ ζητηθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Δούνη, περὶ τοῦ ταγματάρχου Φικιώρη. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἀνάγονται οὐ μόνον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸ τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ φάκελος εἶναι πλήρης. Ἂν δὲ φρονῇ ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι δύναται νὰ ἐπιμείνῃ εἰς ὅσα κατὰ παρελθοῦσαν συνεδρίασιν εἶπε, κρίνων τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, τότε θέλει εὐαρεστηθῆ νὰ προσδιορίσῃ ἡμέραν συζητήσεως.
§81Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Πολὺ καλά.
§82Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καταθέτω ἐπίσης σημείωμα, ἐν τῷ ὁποίῳ θέλει εὕρει ὁ κ. Βουλευτὴς Παξῶν ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησίν του περὶ τῆς Ἑταιρείας τῶν τροχιοδρόμων. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα, τὰ ζητηθέντα παρὰ τοῦ βουλευτοῦ Πατρῶν κ. Χοϊδᾶ, περὶ τοῦ κηρυχθέντος ἐκπτώτου ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἐρινεῶν. Καταθέτω σημείωμα εἰς ἀπάντησιν ἐπερωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Ναυπλίας κ. Ποταμιάνου. Διὰ νὰ ἦμαι ἐν τάξει, ἀναφέρω, ὅτι εἶχον νὰ καταθέσω καὶ ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Ἄρτης, δι’ ἧς πληροφορῶ αὐτόν, ὅτι τὸν αἰτηθέντα παρ’ αὐτοῦ πίνακα ἔστειλα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἡ ἀπάντησις αὕτη, μετὰ τὰ λεχθέντα πρὸ ὀλίγου, εἶναι περιττή. Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Τρικκάλων κ. Κριεμάδη περὶ τῆς διεξαγωγῆς τῆς ἐν γένει ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας Τρικκάλων. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ ἀπαλλοτριώσεως ἰδιωτικῶν κτημάτων, λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης». Πρόκειται περὶ κτημάτων τινῶν, καταληφθέντων ὑπὸ τοῦ Ζαππείου, πρόκειται δὲ καὶ περὶ ξένου ὑπηκόου, ἔχοντος ἀξιώσεις κλπ. Τώρα χρεωστῶ ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος περὶ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων Παμίσου. Ἔδωκα καὶ σήμερον παραγγελίαν νὰ ἑτοιμασθῶσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα.
§83ΝΕΓΡΗΣ. Εἰς ἐμὲ δὲν ἀπηντήσατε.
§84Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἰς ὑμᾶς ἐλπίζω ν’ ἀπαντήσω τάχιστα, μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθὲν νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 82).
§86Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Καρυστίας, ὃν δὲν βλέπω ἐνταῦθα, δύναμαι ἀμέσως νὰ ἀπαντήσω, σχετικῶς πρὸς τὴν περὶ στρατιωτικῶν ἱερέων σύστασίν του. Κατὰ τὸν ἰσχύοντα ὀργανισμόν, δὲν περιλαμβάνονται ἱερεῖς μόνιμοι τοῦ στρατοῦ· καθορίζεται μόνον θρησκευτικὴ ὑπηρεσία τοῦ στρατοῦ, τὴν ὁποίαν ἐκτελοῦσιν οἱ κατὰ τόπους ἐφημέριοι, οἱ ὁποῖοι ἀπολαμβάνουσι μικρὰν ἀποζημίωσιν. Συνεπῶς ὁ διορισμὸς μονίμων ἱερέων δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένος. Ἐὰν τοῦτο θεωρηθῇ ὡς ζήτημα ἀπαραίτητον εἰς τὸν μέλλοντα ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, βεβαίως θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ ἡ σύστασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, θὰ κανονισθῇ δὲ ἡ μισθοδοσία καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἱερέων. Ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ζητήσαντος κατάστασιν τῶν ἀπεσπασμένων ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν κλπ. τῶν ἐτῶν 1898, 1899 καὶ 1900, ὡς καὶ τῆς χωροφυλακῆς, ἔτι δὲ τῶν ὑπαξιωματικῶν τῶν εἰς μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν ἀσχοληθέντων κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη, καταθέτω τὴν κατάστασιν ταύτην εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς.
§87Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχετε ἀντίρρησιν νὰ δημοσιευθῇ;
§88Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Οὐδεμίαν· ἀρκεῖ νὰ ᾖναι δυνατὴ ἡ δημοσίευσις. Ὀφείλω ἤδη νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον θέμα αὐτῆς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν ἠθέλησε νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς του κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, ἐσύστησεν ὅμως εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τυπωθῇ ἡ ἐπερώτησις, ἵνα χαρακτηρίσῃ αὐτὴν ὡς πρότασιν ἢ ὡς κατηγορητήριον. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἠρκέσθη νὰ χαρακτηρίσῃ αὐτήν, ὀρθῶς, ὡς ἐπερώτησιν, διότι πᾶσα πρότασις προκύπτει ἐκ τῆς συζητήσεως οἱουδήποτε θέματος, καὶ ἐπὶ ταύτης προκαλεῖται ψηφοφορία περὶ ἀποδοχῆς ἢ ἀπορρίψεως αὐτῆς...
§89ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὡς ἐπερώτησις διετυπώθη.
§90Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὡς ἐπερώτησις ὅθεν κατεχωρίσθη εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς 8 Δεκεμβρίου, καὶ εἰς ταύτην θὰ ἀπαντήσω. Ἡ ἐπερώτησις περιλαμβάνει τρία θέματα. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, κύριε Βουλευτὰ, ἐξακολουθῶ νὰ πρεσβεύω, ὅτι ἡ ἐπερώτησις αὕτη ἀποτελεῖ καθαρὸν κατηγορητήριον, καὶ ὡς τοιοῦτον ἐκλαμβάνω αὐτὸ, καθόσον ῥητὴ διατυποῦται κατηγορία ἐπὶ παραβάσει τῶν κειμένων νόμων. Ἡ ἐπερώτησις τρία περιλαμβάνει θέματα. Τὸ πρῶτον ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἐπερωτᾶται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διατὶ καὶ ἐκ τίνος δικαιώματος, διὰ τοῦ ὑπὸ ἡμερομηνίαν 7 Σεπτεμβρίου 1900 Βασιλικοῦ Διατάγματος, προεκάλεσε τὴν κύρωσιν Κανονισμοῦ, ὑποτάσσοντος τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ;» Ἀναμφιβόλως ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπεστήριξεν οὐχὶ ὀρθῶς τὴν γνώμην του, διότι φρονῶ, ὅτι εἰσεχώρησε πλάνη τις περὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ εἰδικοῦ Κανονισμοῦ, τοῦ κυρωθέντος διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, καὶ τοῦ χρησιμεύοντος ὡς ἐκτελεστικοῦ τοῦ νόμου περὶ χωροφυλακῆς Διατάγματος, ὅπερ ῥητῶς ἀναγράφει ἐν τῷ ἄρθρῳ 1, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς ἔχει ἄμεσον προϊσταμένην στρατιωτικὴν ἀρχὴν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπερ διοικεῖ τὴν χωροφυλακήν, καὶ διευθύνει τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῆς κλπ. Ρητῶς λοιπὸν τὸ Διάταγμα τῆς 26 Νοεμβρίου, ὅπερ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Βουλευτὴς, καὶ ἀπορῶ, πῶς δὲν τὸ παρετήρησε, θέτει τὴν χωροφυλακήν, ἢ μᾶλλον τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς, ὑπὸ τὰς ἀμέσους διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται μεγαλειτέρα ἀνάπτυξις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Τὸ δεύτερον ἀντικείμενον, ἢ μᾶλλον ἡ δευτέρα κατηγορία, ἔχει ὡς ἑξῆς: «Πῶς καὶ ἐκ τίνος δικαιώματος, τὸν διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος τῆς 24 Ὀκτωβρίου 1900 διορισμὸν ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς ὑπέταξεν εἰς πρότασιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ;» Τοῦθ’ ὅπερ, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀποτελεῖ δευτέραν τοῦ νόμου παράβασιν· πῶς τουτέστιν ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς, ὅστις εἶναι ἀνεξάρτητος, εἶναι δυνατὸν νὰ διορίζηται τῇ προτάσει τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ εἰς τοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς σφάλλει, διότι ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἐν ἄρθρῳ 6 διαλαμβάνει ῥητῶς, ὅτι «ἡ Γενικὴ Διοίκησις ὑποβάλλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὰς ἀναγκαίας προτάσεις ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἀνωτέρω ἐδαφίου, αἵτινες ἀπαιτοῦσι τὴν ἔκδοσιν Βασιλικοῦ Διατάγματος· ἔτι δὲ ὑποβάλλει πρότασιν περὶ μεταθέσεως ἀξιωματικῶν ἀπὸ σώματος εἰς σῶμα τοῦ αὐτοῦ ὅπλου, ἢ εἰς γενικὰς καὶ εἰδικὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ». Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς λοιπὸν ὀφείλει νὰ ὑποβάλλῃ προτάσεις, προκειμένου περὶ μεταθέσεως ἀξιωματικῶν ἀπὸ σώματος εἰς σῶμα τοῦ αὐτοῦ ὅπλου, τουτέστιν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς συντάγματος εἰς ἕτερον σύνταγμα τοῦ πεζικοῦ, ἢ τοῦ ἱππικοῦ κλπ. καὶ ἀπὸ τοῦ Σώματος εἰς γενικὰς ἢ εἰδικὰς ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Βουλευτήν, ἡ θέσις τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς εἶναι θέσις γενική, ναὶ ἢ οὔ; Ἀναντιρρήτως εἶναι θέσις γενική, καὶ κατὰ τοῦτο ἐπλανήθη ὁ κ. Βουλευτής, ὑπολαβών, ὅτι εἶναι θέσις τοῦ Σώματος τῆς χωροφυλακῆς, καὶ οὐχὶ γενική, διότι ὡς τοιαύτην ἐψηφίσαμεν αὐτὴν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ χωροφυλακῆς. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶχε χαρακτηρίσει αὐτὴν ὡς θέσιν τοῦ Σώματος τῆς χωροφυλακῆς, διότι ἐν τῷ πίνακι τῷ προσηρτημένῳ τῷ νόμῳ ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς ἐφέρετο συνταγματάρχης τῆς χωροφυλακῆς, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν θέσιν ταύτην ὡς γενικήν, τουτέστιν ὡς θέσιν, εἰς ἣν δύναται νὰ διορισθῇ συνταγματάρχης παντὸς ὅπλου. Ἐπὶ τῇ παρατηρήσει δὲ τοῦ κ. ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευτοῦ, ἂν δύναται νὰ διορισθῇ καὶ συνταγματάρχης τῆς χωροφυλακῆς, ἀπήντησε καταφατικῶς. Ἄρα εἶναι θέσις γενική, καί, ὡς τοιαύτη, ἔπρεπε νὰ καταληφθῇ διὰ προτάσεως τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἀμφοτέρας τὰς κατηγορίας ἀνέτρεψα· διότι, ἐὰν προέβαινον εἰς τὴν αὐθαίρετον πρᾶξιν τῆς συντάξεως τοῦ Διατάγματος τοῦ διορισμοῦ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς ἄνευ τῆς μεσολαβήσεως τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, τότε θὰ ἐγινόμην ὑπαίτιος παρανομίας, τότε θὰ παρέβαινον τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ἀπομένει τώρα ἡ τρίτη περίπτωσις: «Διατὶ καὶ ἐκ τίνος δικαιώματος ἐν τῷ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου ΒΧΛΘʹ ἐκδοθέντι Βασιλικῷ Διατάγματι τῆς 26 Νοεμβρίου 1900, τήν τε ἐπιθεώρησιν καὶ τὸ μέγα μέρος τῆς διοικήσεως τῆς χωροφυλακῆς ὑπέταξεν εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ;» Ἡ ἐπιθεώρησις τοῦ στρατοῦ, μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, ἀνήκει εἰς τὸν Γενικὸν Ἐπιθεωρητήν. Οὐ μόνον δὲ συμφώνως πρὸς τὸν νόμον τοῦτον, ἀλλὰ καὶ εἰς παρῳχημένην ἐποχήν, ὁπότε ὑπῆρχε Γενικὸς Ἐπιθεωρητής, ὡς κατὰ τὸ ἔτος 1891, ἡ ἐπιθεώρησις τοῦ στρατοῦ ἐγένετο ἀπὸ τὸν τότε ἐπιθεωρητήν, ἀντιστράτηγον Σαπουντζάκην, ὅστις οὐ μόνον ἅπαντα τὸν στρατὸν ἐπεθεώρησεν, ἀλλὰ καὶ τὴν χωροφυλακήν. Πλὴν τούτου, καὶ μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς Γενικῆς Ἐπιθεωρήσεως, οἱ ἐπιθεωρηταὶ τοῦ στρατοῦ, οἱ ὁποῖοι ἦσαν οἱ τρεῖς στρατηγοί, οἱ κατὰ τόπους ἀρχηγοί, ἐπεθεώρουν καὶ τὴν χωροφυλακήν. Πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς Ἐπιθεωρήσεως, καὶ δὴ ἀπὸ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, καὶ νὰ ἀναθέσωμεν τοῦτο εἰς τοὺς μερικοὺς ἐπιθεωρητάς; Τοῦτο θὰ ἐσήμαινε κατάργησιν καὶ ἀκύρωσιν τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Τὸ Διάταγμα περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, ὅπερ κανονίζει τὰ τῆς ἐπιθεωρήσεως τοῦ στρατοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, ἔδει νὰ προνοήσῃ καὶ περὶ τῶν εἰδικῶν ἐπιθεωρήσεων, διότι ὁ νόμος ἀναγράφει ἐν ἐδαφίῳ γʹ τοῦ ἄρθρου 11 τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὰ τῆς Γενικῆς Ἐπιθεωρήσεως τοῦ στρατοῦ, ὡς καὶ ἡ ἁρμοδιότης καὶ δικαιοδοσία τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, τῶν Μεράρχων καὶ Ταξιάρχων, τῶν σωματαρχῶν καὶ τῶν προϊσταμένων τῶν στρατιωτικῶν ἀρχῶν, ἔτι δὲ τῶν εἰδικῶν ἐπιθεωρητῶν τῶν Σωμάτων κατὰ τὰς γενικὰς καὶ λοιπὰς ἐπιθεωρήσεις.» Ἔδει ἄρα νὰ κανονίσωμεν καὶ τὰ τῶν εἰδικῶν ἐπιθεωρητῶν. Καὶ τί ἄλλο εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς ἢ εἰδικὸς ἐπιθεωρητὴς τοῦ Σώματος τῆς χωροφυλακῆς; Καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν, εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς χωροφυλακῆς νὰ ἀναθέσωμεν τὴν ἐπιθεώρησιν ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, ἀφαιροῦντες ἀπὸ τῆς Γεν. Διοικήσεως τὸν ἔλεγχον τῶν ἀξιωματικῶν τούτων; Καὶ μήπως οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς δὲν ἀποτελοῦσι στρατόν; Καὶ μήπως ἡ χωροφυλακὴ δὲν ἀποτελεῖ σῶμα ἀναπόσπαστον τοῦ στρατοῦ; Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἦναι στρατὸς ἡ χωροφυλακὴ, τότε ματαίως συζητοῦμεν. Ἡ χωροφυλακὴ ἀπὸ τῆς συστάσεώς της ἀποτελεῖ μέρος τοῦ στρατοῦ, δι’ ὅπερ καὶ περιλαμβάνεται εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, καὶ ὁ νόμος, ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὸ 1892, ὁ ὁποῖος ἔθεσε κεφαλὴν εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, ἀποτελεῖ παράρτημα τοῦ νόμου περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 1. Τὸ ἄρθρον 15 τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουνίου 1882 ΑΛΖʹ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, ὡς ἀντικατεστάθη διὰ τοῦ ΒΡΟϚʹ νόμου τῆς 21 Φεβρουαρίου 1893, ἡ παράγραφος 3 τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ αὐτοῦ ΑΛΖʹ νόμου, τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νόμου ΑΦΛΓʹ τῆς 28 Μαΐου 1887 περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ νόμου, ὡς καὶ ὁ προσηρτημένος εἰς τὸν ἄνω ΒΡΟϚʹ νόμον ὑπὸ στοιχ. ΙΒʹ πίναξ, ἀντικαθίστανται ὡς ἕπεται...» Δὲν εἶναι ἄρα στρατὸς ἡ χωροφυλακή; Δὲν ἔπρεπεν ἡ χωροφυλακὴ νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν Γενικὴν τοῦ στρατοῦ Ἐπιθεώρησιν, καὶ ὁ μὲν ἀρχηγὸς αὐτῆς, ὡς εἰδικὸς ἐπιθεωρητὴς, νὰ ἐκτελῇ τὴν ἐπιθεώρησιν ἐν ταῖς Μοιραρχίαις καὶ ταῖς λοιπαῖς τάξεσι τῆς χωροφυλακῆς, νὰ ὑποβάλλῃ δὲ τὴν ἔκθεσίν του εἰς τὸν Γενικὸν Ἐπιθεωρητὴν τοῦ στρατοῦ; Δὲν φρονῶ λοιπὸν, ὅτι εἶναι δίκαιαι αἱ κατηγορίαι τοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ἀνομολογήσας νῦν, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως εἶναι χρήσιμος καὶ ἀπαραίτητος, σφάλλει, ὑπολαμβάνων, ὅτι ὁ μέλλων νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ εἶναι ἀκατάλληλος. Ἄλλως αὐτὸ δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν παροῦσαν συζήτησιν· διότι, ἐὰν ἦναι ἢ μὴ κατάλληλος, τοῦτο ἀποτελεῖ θέμα ξένον τῆς παρούσης συζητήσεως.
§91ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ τοιοῦτόν τι.
§92ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Καὶ τοῦτο ἐλέχθη σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα. Ἐγὼ χαίρω πολὺ, ὅτι δὲν εἶπεν αὐτὸ ὁ κ. Βουλευτὴς, καὶ ὅτι συμφωνεῖ σήμερον, ὅτι ἡ Γενικὴ Διοίκησις εἶναι χρήσιμος εἰς τὸν στρατὸν, καὶ θὰ τὸ ὁμολογήσῃ ἀκόμη περισσότερον, μετὰ πάροδον μικροτέρου χρόνου, διότι ἡ Γενικὴ Διοίκησις ὄντως ἐπέφερεν εὐχάριστα ἀποτελέσματα. Βεβαιῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ὅτι εὐλαβοῦμαι τοὺς νόμους, ὅτι μετὰ συνειδήσεως καὶ μεγίστης προσοχῆς καὶ ἐπιμελείας εἴπερ τις καὶ ἄλλος προβαίνω εἰς τὸ ἔργον τῆς διοικήσεως, καὶ οὐδὲν ἔχω συμφέρον νὰ καταπατήσω τοὺς νόμους τῆς πατρίδος, ἐπὶ ἀντικειμένων μάλιστα καθαρῶς ὑπηρεσιακῶν. Ἔπραξα ὅμως τοῦτο ἐκ καθήκοντος καὶ ἐκ τοῦ δικαιώματος, ὅπερ ἠρύσθην ἐκ τῶν νόμων, διότι δέν μοι ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ παραβῶ τοὺς νόμους. Διατὶ νὰ προκαλέσω ἐγὼ τὴν ἐπέμβασιν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς, ἐὰν ὁ νόμος δέν με ὑπεχρέου εἰς τοῦτο; Ἡ ἔννοια τοῦ νόμου, ἣν ἀρχικῶς ἔδωκα εἰς αὐτόν, διότι ἐγὼ ἤμην ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου, εἶναι τοιαύτη· ἀλλὰ πλὴν τῆς ἐννοίας καὶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου συμφωνεῖ. Νομίζω, ὅτι ἀρκούντως ἀπήντησα, δικαιολογήσας τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος περὶ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς. Οὐχ ἧττον, ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἔχῃ καὶ ἄλλας ἀπορίας, βεβαίως καὶ εἰς αὐτὰς θέλω ἀπαντήσει.
§93ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ὑπέβαλον ἐπερώτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐγγράφως, φροντίσας νὰ ἐπεξηγήσω αὐτήν. Ἐπανέλαβον δὶς καὶ τρὶς, ὅτι ἐπερωτῶ, καὶ ὅτι δὲν κατηγορῶ· ἐπέγραψα ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τὴν ἐπικεφαλίδα «ἐπερώτησις», καὶ ἐν τῷ μέσῳ ἐξέφερα τὸ ῥῆμα ἐπερωτῶ. Ἐπηρώτησα λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τῶν θεμάτων τῶν ἐν τῇ ἐπερωτήσει. Τὰ θέματα τὰ ἐν τῇ ἐπερωτήσει βεβαίως δυνατὸν ν’ ἀποβλέπωσι καὶ ἀντικείμενον κατηγορίας. Ἀλλ’ ἤθελε κριθῆ παράδοξον φαινόμενον τῆς Πολιτείας, ἐρχόμενος ἐνταῦθα, μονὰς ἐν τῇ μειονοψηφίᾳ, νὰ ἀπαγγείλω κατηγορίαν· καὶ ἐπειδὴ τοιοῦτόν τι δέν μοι ἐπετρέπετο, ἠναγκάσθην νὰ περιορισθῶ εἰς τὴν ἐπερώτησιν. Ἡ ἐπερώτησις εἶχε σκοπὸν νὰ προκαλέσῃ ἐξηγήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ πράξεων πολλαπλῶν, ὧν αἱ μὲν ἔχουσι χαρακτῆρα διαρκῆ, διότι εἶναι Β. Διατάγματα, τῇ προτάσει αὐτοῦ ἐκδεδομένα, στηριζόμενα δὲ ἐπὶ τῶν δύο νόμων τῶν ἐκδοθέντων, ἡ δὲ ἔχει χαρακτῆρα ἐπεισοδίου, καὶ ἐπεισοδιακῶς παρενεβλήθη, ὅπως μὴ λείψῃ τίποτε ἐκ τῆς ὅλης σειρᾶς τῆς πολιτείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγίνωσκον καὶ ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς λαμβάνεται ἐκ τῶν γενικῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ὅτι ἡ θέσις τοῦ ἀρχηγοῦ εἶναι θέσις γενικὴ, διότι καὶ παλαιόθεν ἦτο γνωστὸν, καὶ ὁ νέος νόμος τὸ αὐτὸ καθιέρωσεν· ἐγίνωσκον καὶ ὅτι ἐν τῷ Διατάγματι, τῷ περὶ ἐκτελέσεως τοῦ νόμου περὶ χωροφυλακῆς, ὑπάρχει ἡ φράσις, ὅτι αὕτη τίθεται ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι τοῦτο καὶ ὁ νόμος ἔλεγε, καὶ ἦτο ἀδύνατον νὰ μὴ ἐπαναλάβῃ τὸ Διάταγμα τὸ ἐκτελεστικόν, ὅπως ἀδύνατον ἦτο νὰ μὴ ἐπαναλάβῃ τὰ ἀνάλογα τὸ Διάταγμα τὸ ἐκτελεστικὸν τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ, γινώσκων ταῦτα, καὶ παρατηρήσας αὐτὰ μετὰ προσοχῆς, μετ’ ἐπιστασίας, ἔβλεπον καὶ ἄλλα, ἀσύγγνωστα τελείως καὶ ἀκατανόητα· ἔβλεπον π. χ., καὶ φέρω τοῦτο ὡς παράδειγμα, — διότι δὲν θέλω συζητήσει ταύτην τὴν ἑσπέραν, ἀλλὰ θέλω παρακαλέσει τὴν Βουλὴν, ὅπως ὁρισθῇ ἄλλη προσεχὴς συνεδρίασις, ἵνα συζητήσωμεν περὶ τοιούτου θέματος, — ἔβλεπον π. χ., ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ἐζήτησε πρότασιν περὶ διορισμοῦ εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς γενικοῦ ἀξιωματικοῦ τοῦ στρατοῦ, προκειμένου περὶ τοιαύτης τοποθετήσεως, κατὰ τὸν νόμον τὸν περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἔδει πάντως ν’ ἀποταθῇ, ἵνα ζητήσῃ τὸν ἀξιωματικὸν τοῦτον ἀπὸ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ὁ τύπος τῆς αἰτήσεως εἶναι ἐξεταστέος, ὅτε θέλει συζητηθῆ ἡ ἐπερώτησις. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο δὲν δύναται ν’ ἀποτελέσῃ καθ’ ἑαυτὸ ἀντικείμενον κατηγορίας, πῶς θέλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πείσῃ τοὺς ἀκούοντας, ὅτι καλῶς ἐγίνωσκε τὰ ἐν τοῖς Διατάγμασι τοῖς ἐκτελεστικοῖς περιληφθέντα καὶ περιβεβλημένα τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ, ὅτε αὐτὸς, ὁ ὁμολογῶν, ὅτι ἐν τῷ Διατάγματι περὶ ἁρμοδιότητος καὶ δικαιοδοσίας τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς ἔχει φράσιν, ἥτις ἔθεσε τὴν χωροφυλακὴν ὑπὸ ἄμεσον προϊστάμενον τὸ Ὑπουργεῖον, ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 ὁρίζει, ὄχι πλέον προκειμένου περὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς, τοῦ γενικοῦ ἀξιωματικοῦ, ἀλλὰ προκειμένου περὶ πάντων τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, περὶ πασῶν τῶν τοποθετήσεων αὐτῶν, περὶ πασῶν τῶν ἀποσπάσεων αὐτῶν, ὅτι οὐδὲν γίνεται ἄνευ προτάσεως τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ; Τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅστις ὑπέγραψε τὸ Διάταγμα, βλέπω ὅτι ἀπόψε δὲν εἶπε. Καὶ ἀκούσατε, παρακαλῶ, Κύριοι (ἀναγινώσκει): «Αἱ τοποθετήσεις καὶ αἱ μεταθέσεις τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς ἐνεργοῦνται διὰ Β. Διατάγματος, ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, στηριζομένῃ ἐπὶ προτάσεως τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ ταύτης ἐπὶ ᾐτιολογημένης προτάσεως τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς.» Ἰδοὺ ὅλη ἡ ἱεραρχικὴ κλῖμαξ· ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς, ὁ ἀνεξάρτητος, ὁ διοικῶν ἀνεξαρτήτως ἀπὸ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως Σῶμα, κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου, ἧς τὴν φράσιν ἐπαναλαμβάνει τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ Διατάγματος, αὐτὸς, ὁ οὕτως ἀνεξάρτητος ἀπὸ τῆς Γεν. Διοικήσεως, οὐδὲν δύναται νὰ πράξῃ πρὸς τοποθέτησιν ἀξιωματικῶν ὁπωσδήποτε, ἢ μετάθεσιν, ἐὰν δὲν ἀποταθῇ εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ· ὁ δὲ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ θέλει ὑποβάλει πρότασιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ μετὰ τὴν λῆψιν ταύτης τῆς προτάσεως τοῦ Γεν. Διοικητοῦ, τοῦ εὐμενῶς μεταβιβάσαντος τὴν πρότασιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὁ Ὑπουργὸς θέλει προκαλέσει τὸ Β. Διάταγμα. Τοῦτο δὲ, τὸ λεγόμενον περὶ τῶν μεταθέσεων καὶ τῶν τοποθετήσεων, αὐτὸ τοῦτο ἐπαναλαμβάνεται ἐν τῇ ἑτέρᾳ παραγράφῳ καὶ περὶ ἀποσπάσεων (ἀναγινώσκει): «Ἀπόσπασις δὲ αὐτῶν ἢ προσκόλλησις, ἐν περιπτώσει ἀνάγκης ὑπηρεσιακῆς, ἐνεργεῖται διὰ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, στηριζομένῃ ἐπὶ ᾐτιολογημένης προτάσεως τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς.» Τοῦτο μόνον, κύριοι Βουλευταὶ — οὐδὲν πλέον θέλω εἴπει σήμερον, διότι τὰ λεκτέα εἶναι πολλῷ πλείονα, ὅπως κατασταθῇ τὸ ὅλον τέλειον, — τοῦτο μόνον ἀρκεῖ, ἵνα ἀντιληφθῇ ἡ Βουλὴ, ὁποῖον τὸ ἔδαφος τῆς συζητήσεως, ἥτις, ἐὰν συναινέσῃ ἡ Κυβέρνησις, θέλει διεξαχθῆ αὔριον ἢ μεθαύριον, ἢ ὁποιανδήποτε ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος αὕτη ὁρίσῃ. Διότι τοῦτο εἶναι ὁ πυρὴν, περὶ ὃν θέλει στραφῆ ἡ συζήτησις. Ἔχομεν δὲ καὶ ἕτερον πυρῆνα, τὸν ἀποτελούμενον ὑπὸ τῶν περὶ ἐπιθεωρήσεως διατάξεων, ἔχοντα τὴν αὐτὴν δύναμιν καὶ ἀξίαν, ἣν καὶ ὁ ἀναγόμενος εἰς αὐτὴν καθ’ ἑαυτὴν τὴν διοίκησιν τῆς χωροφυλακῆς. Ὅταν, τοὺς δύο τούτους πυρῆνας ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, ἀκούσητε τὰ λεχθησόμενα, θέλετε πεισθῆ, ὅτι οὐδὲν καίριον ἔμεινεν ἐν τῇ χωροφυλακῇ, τὸ μὴ ὑπαχθὲν εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Πιθανὸν ἰδέαν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ, ὅτι ὀρθότερον εἶναι νὰ ὑποτάσσωνται ταῦτα πάντα εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ· ἀλλ’ ἐὰν τοιαύτας ἰδέας πρεσβεύῃ ἡ Κυβέρνησις, εἶχε βεβαίως τὸ καθῆκον νὰ φέρῃ πρὸς τοῦτο νομοθέτημα, μεταρρυθμίζον τὰ ὑπάρχοντα ἤδη νομοθετήματα· ἡ Κυβέρνησις ὅμως, ἥτις πέρυσιν, ἐπὶ ταῖς παραστάσεσι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἠναγκάσθη νὰ εἰσαγάγῃ ἐνταῦθα τροπολογίαν, δι’ ἧς ἐξῄρει τὴν χωροφυλακὴν ῥητῶς πάσης ἐξαρτήσεως ἐκ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἡ Κυβέρνησις, ἥτις, προβαλοῦσα τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου περὶ Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, κατ’ οὐδὲν ἔθιξε τὸν προεψηφισμένον νόμον περὶ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο, χωρὶς νὰ τρέχῃ τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ ἐπερωτηθῇ, καὶ τὸν ἄλλον κίνδυνον, ὅστις σήμερον δὲν ὑφίσταται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ταύτης, ὡς εἶναι συγκεκροτημένη, δὲν ἠδύνατο, λέγω, νὰ προβῇ εἰς τὰς πράξεις, εἰς ἃς προέβη. Ἐπὶ τῶν πράξεων τούτων θέλω προκαλέσει αὔριον, ἐὰν συναινέσῃ ἡ Βουλὴ, κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως τὴν γενικὴν συζήτησιν· ταύτην τὴν ἑσπέραν δὲν θέλω ἐπιμείνει.
§94Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δύναμαι νὰ ἀπαντήσω καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν, διότι, ὅπως ὁ κ. Βουλευτὴς ἔλαβε τὸν λόγον καὶ ἀπήντησε πρὸς ἐμὲ, οὕτω καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσω ἀμέσως πρὸς αὐτόν· διότι ὅσα εἶπεν εἶναι κατηγορία καθαρὰ καὶ ἀναμφισβήτητος. Χαίρω πολύ, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἐπέμεινεν εἰς τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα, ὅπερ σημαίνει, ὅτι παρεδέχθη ὅσα ἐγὼ εἶπον...
§95ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὐδὲν παρεδέχθην.
§96Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. .. Ἔστρεψεν ὅμως τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου θέματος, περὶ τοῦ ὁποίου νῦν τὸ πρῶτον ὡμίλησεν. Ἀνέφερε δηλονότι τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Διατάγματος τοῦ ἐκτελεστικοῦ τοῦ νόμου περὶ χωροφυλακῆς...
§97ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀνέφερα τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον περιέχει τὸ ἄρθρον 5. Τὸ ὅλον Διάταγμα εἶναι παράνομον.
§98Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Κατὰ τὴν γνώμην ὑμῶν· ἀλλ’ ἐγὼ ὤφειλον νὰ ἑρμηνεύσω τὸν νόμον, ὃν ἐψήφισεν ἡ Βουλή. Ἐὰν εἰς ὑμᾶς δὲν ἀρέσκῃ ἡ ἑρμηνεία, ἐὰν ὑμεῖς ἀποκρούητε τὸ Διάταγμα, τοῦτο εἶναι ἔργον ὑμῶν· ἐγὼ ὤφειλον νὰ ἑρμηνεύσω τὰς διατάξεις τοῦ Διατάγματος, τοῦ ἐκδοθέντος συμφώνως πρὸς τὸν νόμον· διότι, ἐὰν ἄλλως ἔπραττον, θὰ ἤμην ὑπαίτιος νομικῆς παραβάσεως. Τὸ ἄρθρον 5 τοῦ ἐκτελεστικοῦ Διατάγματος ἀληθῶς ὁμιλεῖ περὶ μεταθέσεως ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ δέν μοι ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ κανονίσω τὰς μεταθέσεις ἀπὸ Μοιραρχίας εἰς Μοιραρχίαν, καὶ ἀπὸ Σώματος εἰς Σῶμα καὶ εἰς γενικὰς καὶ εἰδικὰς ὑπηρεσίας, περὶ ὧν ποιεῖται πρότασιν ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς, καθὼς καὶ εἰς τὰς ἄνευ τῆς προτάσεως τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Ἐν ἄρθρῳ 6 τοῦ εἰρημένου Διατάγματος ἀναγράφονται τάδε (ἀναγινώσκει): «Ἔτι δὲ ὑποβάλλονται προτάσεις περὶ μεταθέσεως ἀξιωματικῶν». Ἀλλὰ ποιεῖται ἐξαίρεσιν τῆς χωροφυλακῆς ὁ νόμος; Ὁ νόμος ὁμιλεῖ περὶ μεταθέσεως ἀξιωματικῶν. Οὐδεμία μετάθεσις ἀξιωματικοῦ, γινομένη διὰ Β. Διατάγματος, εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ γίνηται αὐθαιρέτως ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ ἀπὸ ἄλλην τινὰ ἀρχὴν, διότι ὁ νόμος δὲν ἀναγνωρίζει καμμίαν ἄλλην ἀρχὴν, πλὴν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, τῆς ἐχούσης δικαίωμα νὰ ὑποβάλλῃ προτάσεις περὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἐὰν λοιπὸν ἐγὼ τὰς μεταθέσεις τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς ἐνήργουν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προτάσεων τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς, βεβαίως θὰ παρέβαινον τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει: «Πῶς περιελάβετε μεταθέσεις ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς ἐν τῷ Διατάγματι διὰ προτάσεως τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ;» Πρῶτον δὲν εἶναι ἡ πρότασις κατ’ εὐθεῖαν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, ἀλλ’ εἶναι πρότασις τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν βάσιν, καὶ δι’ αὐτὸ τοῦτο ἀνεγράφη ἐν τῷ Διατάγματι δι’ ἐκθέσεως ἠτιολογημένης. Τὴν πρότασιν ταύτην ὑπέβαλεν ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ, διότι εἶχε καθῆκον νὰ τὴν ὑποβάλῃ, πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλὰ ποῦ εὑρίσκει τὸ παράνομον ὁ κ. Βουλευτής; Διότι ἡ ἔκθεσις τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς ὑπεβλήθη διὰ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως; Τοῦτο εἶναι παράνομον; Δὲν νομίζω νὰ ἔχῃ δίκαιον ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Συμπεραίνων λέγω, ὅτι πᾶσα ἄλλη ἐνέργεια θὰ ἦτο ἀκανόνιστος καὶ ἀντίθετος πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ.
§99ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2.
§100Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εὐχαριστῶ πολύ. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ (ἀναγινώσκει): «... Ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ ὑπάγονται τὰ στρατιωτικὰ σώματα, αἱ ὑπηρεσίαι καὶ τὰ Καταστήματα· δὲν ὑπάγονται δὲ ἡ χωροφυλακή, ἡ Διεύθυνσις τοῦ ὑλικοῦ πολέμου, ἡ Στρατολογικὴ ὑπηρεσία, ἡ Στρατιωτικὴ Δικαιοσύνη, αἱ Γενικαὶ Ἀποθῆκαι ὑλικοῦ καὶ ἡ Χαρτογραφικὴ ὑπηρεσία.» Ἆρα ὁ Γενικὸς Διοικητὴς δὲν διοικεῖ οὔτε τὴν χωροφυλακήν, οὔτε τὴν Διεύθυνσιν τοῦ ὑλικοῦ πολέμου, οὔτε τὰ Στρατολογικά, οὔτε τὴν Χαρτογραφικὴν ὑπηρεσίαν· δὲν ἐκδίδει τουτέστι διαταγὰς πρὸς διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν. Ἀλλὰ τίνα σχέσιν ἔχει ἡ μετακίνησις Σωμάτων, διὰ τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖται ἔκδοσις Β. Διαταγμάτων, μὲ τὴν διοίκησιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ; Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι αἱ παρατηρήσεις, αἱ ὑποβληθεῖσαι παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτοῦ ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, εἶναι ὅλως ἀβάσιμοι.
§101Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐσκόπουν ν’ ἀνασκευάσω παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τῶν ἀνταλλαχθεισῶν γνωμῶν καὶ μελετῶν μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης περὶ ἀδιαθέτων πιστώσεων. Ἀλλά, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο νὰ ἐγερθῶ, οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἐποιήσαντο χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχουσι, νὰ λαμβάνωσι κατὰ πᾶσαν στιγμὴν τὸν λόγον, ὑπεχώρησα δὲ εἰς αὐτούς. Οὕτως ἐμεσολάβησαν διάφορα θέματα, καὶ ἀπεμακρύνθημεν ἀπὸ τὸ ζήτημα τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων. Διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ συνεχίσω τὴν συζήτησιν ἐκείνην, ἐπαναλαμβάνων τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἄλλοτε, κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶχον ἀπευθύνει, διότι καὶ τότε διεφώνουν καὶ νῦν διαφωνῶ πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν δίδομεν εἰς τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δίδει ἔννοιαν γενικήν· ἐγὼ δίδω ἔννοιαν ἐντελῶς περιωρισμένην. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νομίζει, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ἐκτελῶσιν, ὅσα διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ τῶν νόμων ὑπεσχέθησαν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θέλουσιν ἐκτελέσει, ὅτε εἰσῆγον τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἐπεψήφιζεν ἡ Βουλή, ὅτε εἰσῆγον τοὺς Προϋπολογισμούς, δι’ ὧν ἐζήτουν τὰς πιστώσεις, καὶ παρίστων τὴν ἀνάγκην τῶν πιστώσεων, ἵνα ἐκτελέσωσι τοὺς νόμους, ἢ ἵνα πληρώσωσιν ἀνάγκας, δι’ ἃς ἐζήτουν τὰς πιστώσεις· ἐπειδὴ δὲ δὲν ἐξετέλεσαν ταῦτα, ἔμειναν αἱ πιστώσεις ἀδιάθετοι. Αὐτὸ δὲν τὸ ἀναγνωρίζω ὡς οἰκονομίαν· ἐξ ἐναντίας κρίνω, ἢ ὡς ἀποτέλεσμα ἀμαθείας, ἢ ὡς πονηρίαν, ἐνῷ ἐξ ἄλλου νομίζω, ὅτι ἀδιάθετοι πιστώσεις εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι περισσεύουσι μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, διὰ τὰ ὁποῖα ἐζητήθησαν καὶ ἐχορηγήθησαν. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι ἐγὼ ἐζήτησα πίνακα τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων, παρίστα δ’ ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον, παριστῶν ἐμὲ ὡς ζητήσαντα τὰ ἀδύνατα, καὶ ἑπομένως ὡς μὴ γνωρίζοντα, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ζητῶ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσιν, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ παρατηρήσω αὐτῷ, ὅτι ἐγὼ γνωρίζω τί ζητῶ. Ὅτε ἔκλεισαν αἱ χρήσεις, καὶ συνετάχθη καὶ ἐδημοσιεύθη ὁ ὁριστικὸς ἀπολογισμός, εὔκολον ἦτο νὰ εὑρεθῶσι τὰ κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ ἑκάστου Ὑπουργείου, τῶν ὁποίων αἱ πιστώσεις κατέλιπον ὑπόλοιπον, οὐδ’ εἶναι δύσκολον νὰ εὑρεθῶσι παρὰ παντὸς τὰ κεφάλαια τῶν Προϋπολογισμῶν, τῶν ὁποίων αἱ πιστώσεις ἀφῆκαν ὑπόλοιπον. Π. χ. εὑρίσκει ἕκαστος, ἂν ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἀναγράφονται τὰ ἔξοδα τῶν μονοπωλίων, ἔμειναν ὑπόλοιπα τῶν πιστώσεων, ἢ ἂν τὸ κεφάλαιον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἀναγράφονται τὰ ἔξοδα τῆς ὁδοποιΐας, ἀφῆκεν ὑπόλοιπα, ἤτοι ἀδιαθέτους πιστώσεις. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς ἔδωκε τὴν εὐχάριστον εἴδησιν, ὅτι, ὅταν δημοσιευθῇ ὁ ὁριστικὸς ἀπολογισμὸς, θέλει μᾶς δώσει τὸν ζητηθέντα πίνακα. Ἀλλὰ τότε δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῆς καλωσύνης του ταύτης, διότι θέλομεν ἔχει τὸ τεῦχος τοῦ ὁριστικοῦ ἀπολογισμοῦ, καὶ θέλομεν εὑρεῖ ἐν αὐτῷ ὅ,τι ζητοῦμεν· ἀλλ’ ἐζητήσαμεν νὰ μᾶς προσαγάγῃ πίνακα, ἐν ᾧ νὰ ἐμφαίνηται, ποῖα εἶναι τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἀφῆκαν ἀδιαθέτους πιστώσεις, νῦν, ὅτε δὲν ἐδημοσιεύθη ἔτι ὁ ὁριστικὸς ἀπολογισμὸς τοῦ 1899, ἐδημοσιεύθη δὲ μόνον ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμὸς, ἐν ᾧ δὲν εὑρίσκομεν τὴν τοιαύτην πληροφορίαν, ἵνα ἴδωμεν, ἂν ἐδαπανήθησαν πάντα τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1899 ποσὰ, ποῖα δὲ δὲν ἐδαπανήθησαν, ὅπερ σημαίνει, ὅτι δὲν ἐξετελέσθησαν οἱ νόμοι, διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὁποίων ἐζητήθησαν, καὶ ζητήσωμεν εὐθύνας ἐπὶ τῇ μὴ ἐκτελέσει αὐτῶν. Εἶναι δὲ μείζων ἡ ἐπὶ τῇ μὴ ἐκτελέσει τῶν νόμων τούτων εὐθύνη αὐτῶν, διότι οἱ μὴ ἐκτελεσθέντες εἶναι νόμοι, τοὺς ὁποίους αὐτοὶ προεκάλεσαν. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ἐπρόκειτο πρὸς ἐπιψήφισιν τὸ σύνολον νόμου, ὅτε δὲ ἐζήτει τις τῶν συναδέλφων νὰ λάβῃ τὸν λόγον, Ὑπουργός τις παρεκάλεσεν αὐτὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ζητῶν τὸν λόγον, διότι, ἂν δὲν ἐπεψηφίζετο τὴν νύκτα ἐκείνην τὸ σύνολον, τὴν ἐπαύριον ἤθελον ζητήσει πολλοὶ νὰ ὁμιλήσωσι, καὶ ἤθελεν ἀναβληθῆ ἡ τόσον κατεπείγουσα ἐπιψήφισις τοῦ νόμου. Δι’ αὐτὸ ἐπιμένω ζητῶν νὰ προσαγάγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸν ζητηθέντα πίνακα.
§102Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ θέμα, ὅπως ἐτέθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἐγένετο γενικώτερον· διεξοδικῶς δ’ ἄλλως τε ἐγένετο συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὸ παρελθὸν, ἐὰν αἱ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλουσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, καὶ προκαλοῦσι τὰς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, ὑπέχωσιν εὐθύνας, ἐὰν ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἤθελον ἐπιτύχει πλεονάσματα ἐπὶ τῶν ψηφισθεισῶν πιστώσεων...
§103Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ τοῦτο. Διαμαρτύρομαι.
§104ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. .. ἢ ἂν τὰ μέτρα, πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὁποίων ἐζητήθησαν αἱ πιστώσεις, διὰ λόγους γενικωτέρους ἤθελον ἀναβληθῆ. Ἀλλ’ ἐνῷ καὶ ἄλλοτε τοιαῦτα προέβαλεν ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν Προϋπολογισμόν, τὸν ὁποῖον αὐτὸς ἐξετέλεσεν, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καταλιπόντα ἀδιαθέτους πιστώσεις μείζονας ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἐπαρουσίασεν ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1899. Ἐνθυμοῦμαι προχείρως, ὅτι αἱ πιστώσεις τῆς χρήσεως τοῦ 1896 ἀνῆλθον εἰς 98 ἑκατομμύρια, αἱ δὲ πραγματοποιηθεῖσαι πιστώσεις κατῆλθον εἰς 90 ἑκατομμύρια, ἤτοι ἐπὶ 98 ἑκατομμυρίων ἔμειναν ἀδιάθετοι πιστώσεις ἐξ 8 ἑκατομμυρίων. Αἱ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899 καὶ διὰ Β. Διαταγμάτων καὶ νόμων χορηγηθεῖσαι πιστώσεις ἀνῆλθον εἰς 110 ἑκατομμύρια, ὁ δὲ ἀπολογισμὸς κατῆλθεν εἰς 106 ἑκατομμύρια· ἄρα αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896 ὑπῆρξαν ἀσυγκρίτως ἀνώτεραι. Ἀλλὰ, ἐπαναλαμβάνω, τὸ θέμα εἶναι γενικωτέρας σημασίας· ἐπειδὴ δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐπεφυλάχθη νὰ τὸ συζητήσῃ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπιφυλάσσομαι καὶ ἐγὼ νὰ συζητήσω διεξοδικώτερον, καθ’ ὃν χρόνον θέλει ἀναπτύξει τὰς γνώμας του ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐπιμένει εἰς τὴν αἴτησιν αὐτοῦ, ὅπως ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, κατὰ κεφάλαιον, τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων, καὶ ὅτι κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901 προῆλθον εἰς ἐξηγήσεις λεπτομερειῶν ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ὑπέβαλε τὸ αὐτὸ ἐρώτημα, ὡς πρὸς τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις τοῦ 1898· παρετήρησα δὲ καὶ τότε, ὅτι αὐτὸ εἶναι θέμα ἀναγόμενον εἰς τὸν ὁριστικὸν ἀπολογισμόν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπιμένει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἰς τὴν αἴτησίν του ταύτην, γνωρίζω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι παρήγγειλα εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ζητουμένου πίνακος. Ἡ ἀπασχόλησις αὕτη ἀπαιτεῖ 15 ἕως 20 ἡμερῶν ἐργασίαν. Ὡς πρὸς τὰς ὑπολειπομένας ἀδιαθέτους πιστώσεις τῆς χρήσεως τοῦ 1900, παρατηρῶ, ὅτι ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 1899 ὁ νόμος περὶ Διοικητικῆς Ἀστυνομίας, καὶ ὅτι, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τούτου, κατὰ μὲν τὸ 1899 ἀνεγράφη μικρά τις πίστωσις διὰ τὰς δαπάνας μιᾶς τριμηνίας, εἰς δὲ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1900 ἀνεγράφη μείζων πίστωσις, δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος, ὡς ἐκ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς δὲ τοῦ νόμου τούτου, ὑπαγορευθείσης εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ τῶν συνθηκῶν τῶν οἰκονομικῶν, εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθη, ἀπέμεινεν ἀπὸ μόνης τῆς πιστώσεως ταύτης ποσὸν δύο ἑκατομμυρίων περίπου. Ἀλλὰ ἐπειδὴ εἰδικῶς ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων τοῦ 1900, καὶ ἐπειδὴ ὑπεσχέθην νὰ καταθέσω τοὺς πίνακας τούτους, ὀφείλω νὰ δικαιολογηθῶ, διατὶ ἀμέσως δὲν ὑπέβαλον τούτους. Δὲν ὑπέβαλον τούτους τοὺς πίνακας ἀμέσως, διότι, ὅτε εἰσηγούμην τὸν Προϋπολογισμόν, ἐστηριζόμην εἰς τὰς μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης γενομένας δαπάνας, ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἶχεν ἔτι λήξει ἡ χρῆσις, καὶ ἐξηκολούθησαν τὰ Ὑπουργεῖα ἐκδίδοντα ἐντάλματα, ἐζήτησα νὰ συνταχθῶσιν ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν νεώτεροι πίνακες, δηλοῦντες τὰς μέχρι σήμερον ἐπελθούσας δαπάνας. Ὑποθέτω, ὅτι αὔριον, ἢ τὸ πολὺ μεθαύριον, θὰ δυνηθῶ τοὺς πίνακας τούτους νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν.
§105Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπεθύμησε νὰ ἀντείπῃ εἰς τὰ λεχθέντα ὑπ’ ἐμοῦ, λυποῦμαι, διότι βλέπω, ὅτι οἱ λόγοι μου παρηρμηνεύθησαν. Γνωρίζω καὶ ἐκ προτέρου χρόνου, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει ὀξυτάτην ἀντίληψιν, καὶ ἀπορῶ, πῶς δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀντιληφθῇ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐγὼ εἶπον. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ ἀδιαθέτων πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι ἔμειναν ὑπόλοιπον μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, ὅπερ εἶναι πόρισμα τῶν οἰκονομιῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξετέλεσαν τὸν νόμον· διότι ὁμολογῶ, ὅτι δι’ ὅσας πιστώσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ θέλετε δυνηθῆ ν’ ἀποδείξητε, ὅτι ἐξετελέσατε τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἵνα ἐκτελεσθῶσι δι’ αὐτῶν, καὶ κατωρθώσατε νὰ ἔχητε ὑπόλοιπον, ὁμολογῶ, λέγω, ὅτι πρέπει νὰ ὀφείλωμεν χάριτας ἐπὶ τούτῳ πρὸς ὑμᾶς. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐννοῶ ἐκείνας τὰς πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἤθελον χρησιμεύσει δι’ ἀνάγκας ἐπειγούσας τοῦ Κράτους, ἀλλ’ αἱ ἀνάγκαι αὗται δὲν ἐθεραπεύθησαν, καὶ διὰ τοῦτο αἱ ζητηθεῖσαι πιστώσεις ἔμειναν ἀδιάθετοι. Καὶ δὲν ἐζήτησα σήμερον νὰ κατηγορήσω ὑμᾶς, ἀλλ’ ἐζήτησα μόνον τοὺς πίνακας, ἵνα ἐξετάσωμεν, ποῖαι εἶναι αὗται αἱ ἀπομείνασαι ἀδιάθετοι πιστώσεις. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ἑτέρου δὲν ἀντελήφθη ὁ κ. Ὑπουργός· διότι μὲ παρέστησεν, ὅτι ἐζήτησα τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις τοῦ 1900, ἐνῷ ἐγὼ ἐζήτησα τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις τοῦ 1899. Λέγω δὲ, ὅτι, ἀφοῦ ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμὸς ἐδημοσιεύθη, εἶναι εὔκολον νὰ ἔχητε καὶ τὰ ποσὰ τῶν κεφαλαίων τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων, ἢ τοὐλάχιστον ποῖα κεφάλαια τῶν προϋπολογισμῶν τούτων τῶν Ὑπουργείων ἀφῆκαν ἀδιαθέτους πιστώσεις. Μετὰ περιεργίας εἶδον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπηρεάσθη ἀπὸ τὸν ἀριστερᾷ αὐτοῦ καθήμενον συνάδελφόν του, ἢ πειρᾶται ν’ ἁμιλληθῇ πρὸς αὐτὸν, καὶ ἠθέλησε νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ ἐν τῇ τακτικῇ αὐτοῦ ἐκείνῃ, δι’ ἧς ἐθριάμβευσε προχθές. Ἔλεγεν ὁ κ. Στάης: «Ἰδοὺ οἱ πίνακες. 433 μεταβολὰς ἐποιήσατε κατὰ τὸ 1888!» Καὶ ἀντὶ νὰ δικαιολογήσῃ ἑαυτὸν, ἐπικρινόμενον καὶ διασυρόμενον, ἔλαβε τὴν θέσιν τοῦ ἐλεγκτοῦ. Εὐτυχῶς τὰ πράγματα ἀπεκάλυψαν αὐτόν. Καὶ τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀντὶ νὰ παρασκευασθῇ ν’ ἀπολογηθῇ πρὸς ὅσα ἐπικρίνομεν αὐτὸν, μᾶς λέγει: «Δὲν ἀφήσατε ἀδιαθέτους πιστώσεις κατὰ τὸ 1896;». Ἤτοι ἐλέγχει ἐμὲ δι’ ἀδιαθέτους πιστώσεις. Ἀλλ’ ἐὰν ἀφῆκα ἀδιαθέτους πιστώσεις κατὰ τὸ 1896, ἕκαστος ἂς λάβῃ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896 ἀνὰ χεῖρας, ἂς ἐξετάσῃ, καὶ ἀνεύρῃ ποίας ἀφήκαμεν ἡμεῖς ἀδιαθέτους πιστώσεις, καὶ ἂς ζητήσῃ λόγον παρ’ ἐμοῦ, διατὶ δὲν ἐθεράπευσα τὰς ἀνάγκας, διὰ τὰς ὁποίας εἶχον ζητήσει τὰς πιστώσεις, καὶ αὗται ἐχορηγήθησαν· ἐγὼ δὲ προθύμως θέλω ὑποβληθῆ εἰς τὴν λογοδοσίαν. Αὐτὴν τὴν λογοδοσίαν ζητῶ παρ’ ὑμῶν· ἀλλ’ ἵνα δυνηθῶ νὰ τὴν ζητήσω, δότε μοι τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ζητῶ, ἵνα μάθω τίνες πιστώσεις ἔμειναν ἀδιάθετοι.
§106Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ ἐπιθυμῶ πάντοτε νὰ ἦμαι ὡς οἷόν τε εὐχάριστος πρὸς πάντας τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ἰδίως δὲ πρὸς τοὺς προκατόχους μου, καὶ δι’ αὐτὸ καὶ ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1899 θέλω προσαγάγει ὅσα στοιχεῖα δύναμαι νὰ συλλέξω. Οἱ πίνακες λοιπὸν, τοὺς ὁποίους θέλω δυνηθῆ νὰ καταθέσω αὔριον ἢ μεθαύριον, εἶναι οἱ πίνακες, οἱ ὁποῖοι σημειοῦσι τὸ ποσὸν τῶν πιστώσεων καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἐκδοθέντων ἐνταλμάτων. Ἐὰν ὑπάρχῃ διαφορὰ τις μεταξὺ τῶν ἐκδοθέντων ἐνταλμάτων καὶ τῶν ἐξοφληθέντων ὑπὸ τῶν Ταμιῶν, αὕτη δὲν εἶναι σπουδαία. Ὡς γινώσκετε, ὅσοι παρακολουθεῖτε τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διεξάγονται αἱ πληρωμαὶ, ἐκδίδονται ἐντάλματα, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται καὶ παρὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀλλὰ δὲν ἐξοφλοῦνται πάντα ἀμέσως, ἕνεκα διαφόρων λόγων. Ὑπάρχει ὅμως μία διαφορά. Ἐγὼ ὑπέλαβον, ὅτι οἱ κύριοι ἐκ Γόρτυνος καὶ ἐξ Ἄρτης Βουλευταὶ, ὅτε ἐζήτησαν νὰ καταθέσω πίνακας τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, ἐζήτουν ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξάγεται ἐκ τῆς καταστάσεως τῶν Ταμείων. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ γείνῃ παρὰ ὅταν συνταχθῇ ὁριστικὸς ἀπολογισμὸς, διότι τῆς συντάξεως τοῦ ὁριστικοῦ ἀπολογισμοῦ προηγεῖται ἔλεγχος. Ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ὑπῆρξεν ἧττον ἀπαιτητικὸς, διότι περιωρίσθη μόνον εἰς τὸ 1899, ἐνῷ ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἐζήτησε καὶ τὰς πιστώσεις τοῦ 1900. Ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς μὲ ἐμέμφθη ὡς μὴ ἀντιληφθέντα τὰς γενομένας παρ’ αὐτοῦ παρατηρήσεις, ὡς πρὸς τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις· ἀλλ’ ὡς παρετήρησε, δευτερολογῶν περὶ τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων, τοῦτο προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι ἐψηφίσθησαν κατὰ τὸ 1899 νόμοι, πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὁποίων εἰς μὲν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 ἀνεγράφη πίστωσις διὰ μίαν τριμηνίαν, ἢ τετραμηνίαν, ἐνῷ εἰς τὸν τοῦ 1900 ἀνεγράφη δι’ ὁλόκληρον ἔτος. Ἡμεῖς θ’ ἀπαντήσωμεν εἰς ὅλα ταῦτα, ὅταν γείνῃ ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ζητηθῶσι παρ’ ἡμῶν εὐθῦναι, διότι δὲν ἐξετελέσαμεν τοὺς νόμους ἐκείνους. Εἴμεθα πρόθυμοι νὰ δώσωμεν λόγον, καὶ θὰ προκαλέσωμεν μάλιστα πρὸς τοῦτο συζήτησιν. Ὑπέμνησα προηγουμένως εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον προχείρως ἐνεθυμήθην, ὅτι αἱ πιστώσεις τοῦ 1896 ἀνῆλθον εἰς 98 ἑκατομμύρια, διετέθησαν δὲ μόνον 90 ἑκατομμύρια, ὅπερ, κατ’ ἐμέ, περιποιεῖ τιμὴν εἰς τὸν ἐκτελέσαντα τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1896, διότι κατώρθωσεν ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκείνου νὰ ποιήσηται οἰκονομίας. Δὲν νομίζω, ὅτι αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις τοῦ 1899 προέρχονται πᾶσαι ἐκ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τῶν νόμων περὶ ἀστυνομίας καὶ χωροφυλακῆς, διότι εἶναι πολὺ μικραὶ αἱ πιστώσεις αὗται, αἱ ἄλλαι δὲ προέρχονται ἀκριβῶς ἐκ πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι ἐχορηγήθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς πρὸς ἐκπλήρωσιν ὡρισμένων ἀναγκῶν, καὶ κατέλιπον ὑπόλοιπον, ἀφοῦ αἱ ἀνάγκαι αὗται ἐπληρώθησαν.
§107Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ λέγετε κατὰ τὴν συζήτησιν.
§108Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν σκοπεύω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τῆς ἐννοίας τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων καὶ τῶν ἀχρήστων. Τοῦτο θὰ συζητηθῇ ὅταν κατατεθῶσιν οἱ πίνακες, οἱ ὑποσχεθέντες ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς, μετὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν του, ἐφάνη ἀναιρῶν τὴν ὑπόσχεσιν, ἣν ἔδωκεν, ἀλλὰ μετὰ τὴν δευτέραν ἀγόρευσίν του ἐπανέρχεται εἰς τὰ τὸ πρῶτον ὑποσχεθέντα, ὅτι θὰ καταθέσῃ τοὺς πίνακας τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, τῶν ἐτῶν 1899 καὶ 1900. Οὕτω δὲ θὰ ἔχωμεν νὰ ἴδωμεν τὰς πιστώσεις, ἃς εἶχε δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀφήσῃ ἀδιαθέτους, καὶ ἐκείνας, ἃς δὲν εἶχε δικαίωμα. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν πρώτην του ὑπόσχεσιν, ὅτι θὰ καταθέσῃ τοὺς πίνακας τούτους αὔριον. Νομίζω, ὅτι τοῦτο τῷ εἶναι εὔκολον, διότι εἶναι ἕτοιμοι, κατὰ τὴν ἰδίαν του διαβεβαίωσιν, ὅτε εἰσῆγε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901. Ὡμολόγησε τοῦτο ῥητῶς τότε διὰ τὸ 1900 καὶ 1899, βεβαιῶν ὁριστικῶς τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐξήγαγεν ὡς σύνολον ἀθροίσεως πολλῶν πιστώσεων. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα πίνακας τοῦ 1901, φοβούμενος ὅτι καὶ τούτους θὰ μᾶς ἔφερε προθύμως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως εἶναι βέβαιος, ὅτι θὰ ἔχῃ διὰ τὸ 1900 περίσσευμα· δὲν τοὺς ἐζήτησα, διότι ὑπέθετον, ὅτι θὰ τοὺς ἔφερε μόνος, χωρὶς νὰ τῷ ζητηθῶσι.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ρετσίνας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου.
§110Θ. ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Ἐπὶ ἄλλου θέματος θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω, ἀκολουθῶν τὸ παράδειγμα πολλῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, λαμβανόντων τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Δὲν θὰ ἐκληφθῶ, πιστεύω, ὡς κωλυσιεργῶν, ἐὰν, λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας περὶ ἐκπαιδεύσεως ἐν γένει, ἀναφέρω τὴν περὶ ταύτης γνώμην μου. Ὅσοι, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἐξ ὑμῶν παρηκολούθησαν μετ’ ἐνδιαφέροντος καὶ προσοχῆς τὰ ἀποτελέσματα τοῦ παρ’ ἡμῖν κρατοῦντος ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος, —ἐὰν τῷ ὄντι δύναται νὰ ὀνομασθῇ σύστημα ἐκπαιδευτικὸν τὸ ὑπάρχον, —καὶ ὑπελόγισαν τὰς ζημίας, ἢ μᾶλλον τὰς συμφορὰς, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον εἰς τὸ Κράτος, καὶ ἐκείνας, αἵτινες τὸ ἀναμένουσιν, ἀνακούφισιν βεβαίως θὰ ἠσθάνθησαν, ὅτε εἶδον, ὅτι σοβαραὶ, τέλος πάντων, γίνονται συζητήσεις, ἵνα ἐπέλθῃ μεταρρύθμισίς τις εἰς αὐτό. Καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι μεγάλως ἐλυπήθην, ὅτε ἤκουσα διαπρεπεῖς συναδέλφους, καταδικάζοντας ἀσυζητητὶ πᾶν μέτρον, προτεινόμενον πρὸς μεταβολὴν αὐτοῦ. Τὸ θέμα τοῦτο εἶναι σπουδαιότατον, διότι εἶναι ἡ βάσις πάσης ἐθνικῆς προόδου, — καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας, — εἶναι θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἴσως ἄλλοι εἰδικώτεροί μου ἔπρεπε καὶ πρέπει νὰ λάβωσι τὴν πρωτοβουλίαν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς πολλὰς λεπτομερείας, θὰ ἀρκεσθῶ νὰ ῥίψω ὀλίγον φῶς ἐπὶ τούτου τοῦ ζητήματος, καὶ θ’ ἀνακοινώσω πρὸς ὑμᾶς ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ὅ,τι σχετικὸν ἐμελέτησα, ὡς πρὸς τὰ σχολεῖα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀμφοτέρων τῶν φύλων, ἐν Παρισίοις, κατὰ τὴν ἐκεῖ διατριβήν μου, καὶ ποίας μεταρρυθμίσεις ἔτι ἐθεώρησα χρησίμους, κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω τὴν πόλιν τοῦ Πειραιῶς, ὡς Δήμαρχος αὐτῆς, ἐπὶ ὀκταετίαν. Ὁλόκληρος ὁ βίος ἑνὸς λαοῦ, ὅλα τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα αὐτοῦ, ὅλη ἡ δρᾶσις αὐτοῦ ἐν τῷ κόσμῳ στηρίζεται ἐπὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκπαιδεύσεως αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ζήτημα τὸ ἐκπαιδευτικὸν εἶναι τὸ δυσκολώτερον πάντων. Εὐτυχῶς, χάρις εἰς τὴν παιδαγωγικὴν ἐπιστήμην, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν πολιτικὴν οἰκονομίαν, τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησεν ἐπὶ μακρὸν τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη, καὶ τὰ ἀπασχολεῖ εἰσέτι, ἀνῆλθεν εἰς ὁρίζοντα πολὺ φωτεινόν. Ἡ ἐκπαίδευσις, νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀποβλέπῃ εἰς τὸν βίον τοῦ ἀνθρώπου, νὰ σχετίζηται καθ’ ὁλοκληρίαν πρὸς αὐτόν, καὶ νὰ ἱκανοποιῇ τὰς ἀνάγκας του. Εἶναι δὲ αἱ ἀνάγκαι αὗται ὑλικαὶ καὶ ἠθικαί, ἀλλὰ προηγοῦνται πάντως αἱ ὑλικαί. Πρέπει, κατ’ ἀκολουθίαν, ἡ ἐκπαίδευσις νὰ χορηγήσῃ εἰς τὸν ἄνθρωπον γνώσεις καὶ δεξιότητας, δι’ ὧν πρῶτον νὰ προσπορίζηται τὸν ἄρτον αὐτοῦ, καὶ ὕστερον νὰ σκεφθῇ, πῶς θὰ ζήσῃ καλλίτερον. Ὀφείλει ἑπομένως ἡ ἐκπαίδευσις πρωτίστως νὰ προνοῇ περὶ τῆς ἐργασίας τοῦ ἀτόμου, ἥτις κυρίως εἶναι ἡ γεωργία, ἡ βιομηχανία, τὸ ἐμπόριον, ἡ ναυτιλία κλπ., ἐλάχιστον δὲ μέρος τῆς ἐργασίας αὐτοῦ εἶναι ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ ὑπαλληλία. Καὶ ἄλλοτε σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐπιστημόνων καὶ ὑπαλλήλων ὑπολογίζεται ἐν Εὐρώπῃ εἰς 4 ἕως 5 ἐπὶ τοῖς χιλίοις.
§111Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι περισσότεροι. Σεῖς θὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν εὐρωπαϊκὰς στατιστικάς.
§112ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Βεβαίως.
§113ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ εἶναι 110 ἐπὶ τοῖς ἑκατόν!
§114ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Τὸ ἐπιβλαβέστερον, τὸ χειρότερον τῶν ἐκπαιδευτικῶν συστημάτων εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξακολουθητικῶς καὶ ἀδιακόπως παράγει ἐπιστήμονας καὶ ὑπαλλήλους, ἐνῷ δὲν παράγει οὔτε γεωργοὺς, οὔτε βιομηχάνους, οὔτε ναυτίλους, οὔτε ἐμπόρους. Καὶ δυστυχῶς τὸ σύστημα αὐτὸ ἐπικρατεῖ παρ’ ἡμῖν ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ὅπερ καὶ ἐπέφερε τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα, ἅτινα ἔχομεν ἐνώπιόν μας· σύστημα ἐκπαιδεύσεως, Κύριοι, τὸ ὁποῖον κατώρθωσε, τοῦ εὐφυεστέρου, ἐμπορικωτέρου καὶ δραστηριωτέρου λαοῦ τῆς Μεσογείου νὰ δεσμεύσῃ τὰς χεῖρας, νὰ τὸν ἀφήσῃ δὲ νὰ μαραίνηται καὶ νὰ σήπηται εἰς τὴν ἀργίαν, ἥτις εἶναι ἡ μήτηρ πάντων τῶν κακῶν, ἅτινα ἐπανειλημμένως ἐθρηνήσαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἠκούσατε, παρακαλῶ, νὰ γίνεται ποτε ὁμιλία ἐν διαφόροις ὁμίλοις περὶ ἐργασίας τινὸς, περὶ βελτιώσεως τῆς ἐργασίας ἡμῶν, ἢ περὶ ἐφευρέσεώς τινος; Βεβαιωθῆτε, ὅτι πάντων ἡμῶν ἡ ὁμιλία περιστρέφεται εἰς τὰ πολιτικά...
§115ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὄχι δά!
§116ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Κατὰ γενικὸν κανόνα. Σπανίως ἀκούομεν ἄλλας ὁμιλίας.
§117Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν σημερινὴν εἰκόνα δίδει τὸ καφενεῖον.
§118ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Πολὺ ὀρθὴ ἡ παρατήρησίς σας. Ἀλλά, Κύριοι, οὐκ ἦν ἄλλως γενέσθαι· διότι τοῦτο εἶναι τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα τῆς δημοτικῆς καὶ τῆς ἄλλης ἐκπαιδεύσεως. Ὅταν εἷς λαὸς ἐκπαιδεύηται μόνον ὡς ἐπιστήμων, ὡς συμβαίνει παρ’ ἡμῖν, — καὶ δὲν θέλω βεβαίως νὰ κάμω σύγκρισιν ἐνταῦθα τῶν ἐπιστημόνων μας πρὸς ἄλλους συναδέλφους των ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ — καὶ πρὶν καθήσῃ ἐπὶ τῶν ἑδωλίων τοῦ Πανεπιστημίου, ὑποθέτει ὅτι γνωρίζει νὰ ἑρμηνεύῃ τοὺς ἀρχαίους συγγραφεῖς ἢ ποιητάς...
§119ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε αὐτὰ δὲν μανθάνουν καλῶς.
§120ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Βεβαίως ὄχι... Νομίζετε, ὅτι ταῦτα εἶναι ἀρκετὰ ἐφόδια, ἵνα παλαίσῃ πρὸς ἐπιστήμονας ἀντιπάλους, ἢ πρὸς ἄλλους, οἵτινες ἔρχονται εἰς τὴν Ἀνατολὴν, καὶ κατακτῶσιν ἀδιακόπως τὰς θέσεις, τὰς ὁποίας κατέχομεν ἡμεῖς, χωρὶς νὰ προπαιδευθῇ τεχνικῶς καὶ πρακτικῶς; Δὲν πιστεύω δὲ νὰ ὑπάρχῃ τις ὁ φρονῶν, ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις αὕτη εἶναι ἀρκετὴ, ἵνα διαγωνισθῶμεν πρὸς ἄλλους λαοὺς, οἷοι εἶναι οἱ Ἰταλοὶ, οἱ Ἄγγλοι, οἱ Γάλλοι, οἱ Γερμανοί. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι ἐκτοπιζόμεθα ἀδιακόπως ἀπὸ τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα ἦσαν μόνον Ἕλληνες...
§121ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν κατακτῶσιν οἱ ξένοι ἔδαφος.
§122ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Καὶ εἰς τὴν Ἀσίαν, καὶ εἰς τὴν Συρίαν καὶ πανταχοῦ. Ἐκ προκαταλήψεως ἐτράπημεν πάντες τὴν σφαλερὰν ὁδὸν τῆς κλασικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν δύναται νὰ ζήσῃ ὡς ἐπιστήμων ἢ ὑπάλληλος, ὡς ἰατρὸς, ὡς δικηγόρος, ὡς καθηγητὴς, ὡς διδάσκαλος. Ἐὰν, Κύριοι, διὰ νὰ ζήσωσιν οἱ ἐπιστήμονές μας, ἐπιζητῶσιν ἐμμίσθους θέσεις, τί θὰ γείνῃ ἡ σωρεία ἐκείνων, οἵτινες θὰ κατακλύσωσιν ἐντὸς ὀλίγου τὴν κοινωνίαν, μὲ τὸ κρατοῦν ἐκπαιδευτικὸν σύστημα;...
§123ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀποθνήσκουσιν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων.
§124ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἀντικαθίστανται.
§125ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ εὔχομαι... Βεβαίως, Κύριοι, οἱ νέοι οὗτοι, οἱ ὁποῖοι θὰ κατακλύσωσιν ἐντὸς ὀλίγου τὴν κοινωνίαν, περιφερόμενοι μὲ τὰς ῥάβδους ἀνὰ χεῖρας εἰς τὰς ἀγυιὰς καὶ τὰς πλατείας τῶν πόλεων, ἐξαντλοῦντες καθ’ ἑκάστην τὰς οἰκονομίας γονέων, συγγενῶν καὶ φίλων, βεβαίως, εἶναι ἀναντίρρητον, ὅτι θέλουσιν ἀπαιτήσει τὴν μεταβολὴν τῆς καταστάσεώς των διὰ τῆς ἀνατροπῆς τοῦ καθεστῶτος. Καὶ τότε, Κύριοι, ἐπερχομένης τῆς συμφορᾶς ταύτης, ἥτις ἀπειλεῖ τὸ Κράτος, δικαίως θ’ ἀποδοθῇ τὸ κακὸν εἰς τὴν ἀδιαφορίαν ἡμῶν, καὶ ἰδίως εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διώκησαν ἐπὶ μακρότερον χρόνον τὸν τόπον τοῦτον. Μόνον, Κύριοι, ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ ὑπάρχουσι 1412 δικηγόροι καὶ ἰατροί.
§126Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἐκτὸς τῶν ἀργούντων.
§127Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διπλωματοῦχοι. Ὄχι δικηγόροι ὅλοι.
§128ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Ὅλοι δικηγόροι, κατ’ ἐπισήμους πληροφορίας 2004 ὑπάλληλοι, καθηγηταὶ, διδάσκαλοι. Ἤτοι τὸ ὅλον 3416, πλὴν τῶν ἀργούντων. Ἀλλ’ ἐξ ἀναλογίας, κατὰ τοὺς στατιστικοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους μᾶς δεικνύουσιν ὅλοι οἱ Εὐρωπαῖοι, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν πληθυσμὸν ἑνὸς ἑκατομμυρίου κατοίκων, ἐνῷ, ὡς γνωρίζετε, αἱ δύο πόλεις ἔχουσι πληθυσμὸν μόνον 225 χιλιάδων περίπου. Ἀλλὰ πλὴν αὐτῶν ἔχομεν πλῆθος ἀέργων καὶ θεσιθηρῶν, τὸν ἀριθμὸν τῶν ὁποίων δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἐξακριβώσῃ τις. Λάβετε, σᾶς παρακαλῶ, ὑπ’ ὄψιν, ἐξ ἀναλογίας τοῦ ἀριθμοῦ αὐτοῦ πρὸς ἄλλο Κράτος, τί δύναται νὰ συμβῇ καὶ τί δύναται νὰ προστεθῇ ἀκόμη μετὰ μίαν δεκαετίαν, καὶ εἴπετέ μοι, σᾶς παρακαλῶ, ποῖον θὰ ἦναι τὸ μέλλον τῆς χώρας. Ἐν αὐτῇ, Κύριοι, ταύτῃ τῇ αἰθούσῃ παρακάθηνται 130 περίπου δικηγόροι καὶ ἰατροὶ συνάδελφοι (γέλωτες).
§129ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἄεργοι.
§130ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Συγγνώμην.
§131ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι προσβολὴ αὐτό.
§132ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Ἀναμφιβόλως δὲν εἶναι· διότι ἐγὼ ἐκτιμῶ καὶ ὑπολήπτομαι καὶ θαυμάζω τὴν εὐρυμάθειαν τῶν κυρίων δικηγόρων...
§133Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἰατρῶν.
§134ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Καὶ ἰατρῶν... Πολλῶν δ’ ἐξ αὐτῶν ζηλεύω τὴν ῥητορικὴν δεινότητα καὶ εὐφράδειαν τοῦ λόγου, ὅπως εἶναι ὁ ἡμέτερος ἐκ Μεγάρων βουλευτὴς κ. Ἀναστασόπουλος καὶ ἄλλοι πολλοὶ συνάδελφοι. Καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ παρεξηγήσητε. Τὴν στατιστικὴν αὐτὴν σᾶς ἔφερα, μόνον διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω τὴν δυσαναλογίαν, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ἐπιστημόνων καὶ τῶν ἄλλων ἐπαγγελματικῶν τάξεων, δυσαναλογίαν, ἥτις μεγάλως, κατ’ ἐμέ, συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀνώμαλον ταύτην κατάστασιν...
§135ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ποίων ἄλλων τάξεων;
§136ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Τῶν ἐπαγγελματικῶν.
§137ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Διότι δὲν ἔχομεν ἐπαγγελματικὰς Σχολὰς (ψιθυρισμοί).
§138ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Ὁ σκοπός μου δὲν εἶναι νὰ ἐνοχλήσω κανένα, οὔτε νὰ ὁμιλήσω προσωπικῶς πρὸς κανένα. Ζητῶ νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, καὶ ἡ Βουλὴ ἂς κρίνῃ περὶ αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, πολὺ σπουδαῖον εἶναι τὸ ζήτημα τῶν ὑπαλλήλων. Διὰ τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἐνομοθετήσαμεν, ὠθήσαμεν τοὺς πολίτας πρὸς τὴν ὑπαλληλίαν...
§139ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ποῖοι «ἡμεῖς;» Ἡμεῖς; ἢ ὑμεῖς;
§140ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ τοὺς αὐξάνετε εἰς 5,000.
§141ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Δὲν ὁμιλῶ, κύριε συνάδελφε, δι’ ἕνα ἕκαστον· διότι ἡ Βουλή, ὅταν ψηφίζῃ, εἴτε ἀπὸ τὴν μίαν πτέρυγα ψηφίζονται οἱ νόμοι, εἴτε ἀπὸ τὴν ἄλλην, ἡ Βουλὴ εἶναι μία καὶ ἡ αὐτή... Ἡμεῖς λοιπὸν ὠθήσαμεν, διὰ τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἐθεσπίσαμεν, τοὺς πολίτας πρὸς τὴν θεσιθηρίαν, διότι τοῖς λέγομεν: «Ὅταν λάβητε ἓν ἀπολυτήριον τοῦ Γυμνασίου, τοῦ Ἑλληνικοῦ Σχολείου ἢ τοῦ Πανεπιστημίου, θὰ ἔχητε ταύτην ἢ ἐκείνην ἐκ τῶν δημοσίων θέσεων». Ἔρχονται λοιπὸν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, μὲ τὸν τίτλον αὐτὸν εἰς τὰς χεῖρας, καὶ μᾶς λέγουσιν: «Ὁρίστε, Κύριοι, ἔχομεν τὸ ἀπολυτήριον μας· θέλομεν νὰ μᾶς δώσητε μίαν θέσιν». Προστρέχομεν λοιπὸν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ἀλλ’ αὐτοὶ μᾶς λέγουσι: Δὲν ἔχομεν θέσιν νὰ σᾶς δώσωμεν». «—Μὰ ὄχι, διότι πεινῶσι!» Καὶ ἀναγκάζομεν τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ βγάλουν ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι μόλις ἀποζῶσι μὲ τὸν γλίσχρον μισθόν,—διότι καὶ μὲ αὐτὸν ἀκόμη πεινῶσι,—διὰ νὰ βάλωμεν ποίους; ἄλλους ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι πεινῶσι καὶ αὐτοί. Καὶ τοιουτοτρόπως ἐξακολουθεῖ αὐτὴ ἡ ἀηδὴς κωμῳδία, πρὸς ζημίαν τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ Κράτους, ἐννοεῖται. Ἡ σωτηρία, Κύριοι, τοῦ λαοῦ ἔγκειται εἰς τὴν πρακτικὴν καὶ τεχνικὴν ἐκπαίδευσιν. Δι’ αὐτῆς θέλει ἀποκτήσει ὁ λαὸς γνώσεις καὶ δεξιότητας, διὰ τῶν ὁποίων θὰ προσπορίζηται εὐχερῶς τὸν ἄρτον του, θέλει πλουτίσει ἑαυτὸν καὶ τὴν χώραν, καὶ δὲν θέλει προστρέχει εἰς τὸ ἔλεος ἡμῶν, οὔτε ἡμεῖς εἰς τὸ ἔλεος τῶν Ὑπουργῶν, διὰ νὰ εὕρωμεν εἰς τοὺς ζητοῦντας μίαν θέσιν...
§142ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως ἔχετε ἀνάγκην κανενὸς μηχανικοῦ; Μήπως δὲν ἔχετε ἐργάτας ἐπαρκεῖς εἰς τὸ ἐργοστάσιόν σας;
§143ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Διατὶ ἡ ἐρώτησίς σας αὕτη, παρακαλῶ;
§144ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι λέγετε, ὅτι εἶναι δυσαναλογία μεταξὺ τῶν ἐπιστημόνων καὶ τῶν ἄλλων, τῶν ἀνηκόντων εἰς τὰς ἐπαγγελματικὰς τάξεις.
§145ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα νὰ προσβάλω κανένα προσωπικῶς.
§146ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ὑπάρχει δυσαναλογία.
§147ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι δηλαδὴ ὑπάρχουσι καὶ μηχανικοί, μὴ εὑρίσκοντες θέσιν.
§148ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνεῖτε.
§149ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Ἀλλ’ ἤθελέ τις μ’ ἐρωτήσει: «Καὶ ποία εἶναι αὐτὴ ἡ πρακτικὴ καὶ τεχνικὴ ἐκπαίδευσις, διὰ τῆς ὁποίας ἤθελε κατορθωθῆ, ὁ λαὸς ἀπὸ ἄεργος νὰ γείνῃ φίλεργος, καὶ ἀπὸ πτωχὸς νὰ γείνῃ πλούσιος;» Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, συλλήβδην νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ποικιλώτατον πρόγραμμα τῆς πρακτικῆς καὶ τεχνικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅπερ εἶναι ἐν χρήσει εἰς ἄλλα Κράτη, καὶ ἐξ αὐτοῦ καὶ μόνου ἐλπίζω, ὅτι θέλετε μὲ δικαιώσει, ὅτι δὲν ἔχω ἄδικον, ὑποστηρίζων τόσον ἐκθύμως τὴν γνώμην ταύτην.
§150ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνος ἐκπαιδευτηρίου εἶναι;
§151ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐν Γαλλίᾳ.
§152ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Συλλήβδην, σᾶς εἶπον. Καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ ἰσχύει. (Ἀναγινώσκει τὸ πρόγραμμα, ὡς ἑξῆς): «Κατώτερον καὶ ἀνώτερον δημοτικὸν σχολεῖον: «Τμῆμα τεχνικὸν κατώτερον (École communale) «Τμῆμα τεχνικὸν μέσον (École professionnelle) «Τμῆμα τεχνικὸν ἀνώτερον (École d'arts et métiers) «Πρακτικὸν Λύκειον. «Τμῆμα ἐπιστημονικὸν κλασικὸν διὰ τὰς ἐπιστήμας. «Σχολεῖα μορφώσεως ἑσπερινὰ καὶ Κυριακά. «Σχολεῖα διὰ μικροὺς παῖδας, δοκίμους τῶν τεχνῶν. «Σχολεῖα διὰ τοὺς ἐργοδηγοὺς καὶ τεχνίτας. «Εἰδικαὶ ἐπαγγελματικαὶ Σχολαί, ἐν αἷς διδάσκονται ἡ ὑφαντική, ἡ κλωστική, ἡ βυρσοδεψική, ἡ οἰνοποιΐα, ἡ μεταλλουργία, ἡ ἀγγειοπλαστική, ἡ βαφική, ἡ ξυλουργία, ἡ πλεκτική, ἡ κοπτική, ἡ σιδηρουργική, ἡ κατασκευὴ μουσικῶν ὀργάνων κλπ. «Σχολεῖα καθαρῶς τεχνικά, μὲ πρόγραμμα τεχνῶν. (Ἀντὶ ἄλλων μαθημάτων π. χ. εἰς τὸ ὡρολόγιον σημειοῦται ἀπὸ τὰς 8–10 ξυλουργική, 2–4 σιδηρουργική, καὶ οὕτω καθεξῆς). «Διδασκαλεῖον (École normale de travail manuel), εἰς ὃ παρασκευάζονται οἱ τεχνομαθεῖς διδάσκαλοι. «Πανεπιστήμιον. «Πολυτεχνεῖον. «Ἀνώτεραι τοῦ Κράτους Σχολαί· ἤτοι στρατιωτική, ναυτική, γεωργική, μηχανικῶν, μεταλλείων κλπ. «Μεγάλα Conservatoires διὰ τεχνικὰς διαλέξεις καὶ ὑποδείξεις. «Ἱδρύματα πρὸς μελέτας καὶ πρὸς ὑποστήριξιν δι’ ἀνακαλύψεις καὶ τεχνικὰς ἐφευρέσεις. «Μουσεῖα τεχνικὰ πρὸς μελέτας διαφόρων μηχανῶν, ἐργαλείων, προπλασμάτων εἰκόνων κλπ. «Μέγιστα ἑσπερινὰ σχολεῖα, μὲ προγράμματα 50 καὶ πλέον τεχνικῶν μαθημάτων.» Δὲν δύνασθε, Κύριοι, νὰ φαντασθῆτε μετὰ πόσης λεπτομερείας ἐν ταῖς περὶ ὧν ὁ λόγος ἐπαγγελματικαῖς Σχολαῖς σπουδάζουσιν ὅλα τὰ στοιχεῖα μιᾶς τέχνης. Διὰ τοῦ μικροσκοπίου ἐξετάζονται αἱ λεπτότεραι ἶνες τοῦ ξύλου, τὸ ὁποῖον θέλουσιν ἐπεξεργασθῆ, αἱ λεπτότεραι ἶνες τῆς κλωστῆς, ἣν θὰ ὑφάνωσιν, ἢ θὰ χρωματίσωσι μὲ χημικὰς ἀναλύσεις ἐντελεστάτας καὶ μὲ ἐργαλεῖα λεπτότατα ἐξετάζουσιν ὅλα τὰ σώματα καὶ ὅλας τὰς ἶνας, ὧν θέλει γείνῃ χρῆσις ἐν τῇ ἐργασίᾳ, ἐν τῇ βιομηχανίᾳ. Ταῦτα, σημειωτέον, διδάσκονται ἐν τοῖς σχολείοις. Ἀλλὰ, πλὴν τούτου, ἐξετάζεται ἑκάστη ἐργασία καὶ ὑπὸ ἄλλην ἀκόμη ἔποψιν, διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ, οὕτως εἰπεῖν, πανταχόθεν μία ἐπιχείρησις, καὶ νὰ μὴ λέγῃ ὁ καθεὶς, ὅτι θὰ ὑπάγῃ νὰ κάμνῃ καπέλλα, παραδείγματος χάριν, καὶ δίδει τὰ χρήματά του καὶ χάνει καὶ τὰ καπέλλα, καὶ χάνει καὶ τὰ χρήματά του, καὶ ἀποθαρρύνεται, ταυτοχρόνως δὲ ἀποθαρρύνει καὶ τοὺς ἄλλους. Ἐξετάζεται λοιπὸν καὶ ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν ἡ ἐπιχείρησις, ὥστε νὰ μὴ ἀποτύχῃ ὁ ἐπιδιωκόμενος ἐκπαιδευτικὸς σκοπός...
§153Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ὁμιλεῖ;
§154Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι· κάμνει ἀνακοίνωσιν.
§155ΡΙΚΑΚΗΣ. Τί ἀνακοίνωσιν; Τί θὰ εἰπῇ ἀνακοίνωσις; Νὰ μάθωμεν καὶ ἡμεῖς.
§156ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δόσατε τὸ σχέδιον, κύριε Ρετσίνα, τί πρέπει νὰ γείνῃ;
§157ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Προχωρήσατε.
§158ΡΕΤΣΙΝΑΣ. .. Ἐνδεικνύεται ἑπομένως, Κύριοι, ὅτι ἡ πρακτικὴ καὶ ἡ τεχνικὴ ἐκπαίδευσις εἶναι τὸ κεντρικὸν σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ περιστραφῇ ὁλόκληρος ἡμῶν ἡ προσοχὴ, διότι διὰ τοῦ συστήματος τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ θὰ προαγάγωμεν καὶ θὰ ἐνισχύσωμεν τὸ Κράτος οἰκονομικῶς, ἀναπτύσσοντες δι’ αὐτοῦ τὴν γεωργίαν, τὴν βιομηχανίαν, τὰς τέχνας, τὴν ναυτιλίαν καὶ τὸ ἐμπόριον, τὰς μεγάλας αὐτὰς πηγὰς τοῦ πλούτου καὶ τῆς εὐημερίας τοῦ λαοῦ. Ἓν ἔτος, Κύριοι, πρὶν ἢ ἀποχωρισθῶ τῶν δημαρχικῶν καθηκόντων μου, ἐφήρμοσα εἰς τὰ σχολεῖα τοῦ δήμου, τὸν ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύσω, ἓν μέρος τῶν χειροτεχνικῶν μαθημάτων. Λέγω δὲ ἓν μέρος τῶν χειροτεχνικῶν μαθημάτων, διότι ὁμολογουμένως οὔτε τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν εἶχον, ἵνα προπαρασκευάσω πρὸς τοῦτο τοὺς διδασκάλους, οὔτε νόμον, ἵνα τοὺς ὑποχρεώσω. Ἀλλὰ τὰς δυσκολίας αὐτὰς τὰς ὑπερεπήδησα, οὐχὶ βεβαίως διὰ τῆς γλίσχρας ἀντιμισθίας, τὴν ὁποίαν ἔδωκα πρὸς αὐτοὺς διὰ τὴν πρόσθετον ταύτην ἐργασίαν των, ἀλλὰ διὰ τῆς ἐπιμελείας καὶ ἀφοσιώσεως αὐτῶν πρὸς τὸ ἔργον, ἅμα ὡς οὗτοι κατενόησαν, ὅτι τὰ μαθήματα ταῦτα ἦσαν λίαν ἐπωφελῆ εἰς τοὺς μαθητάς. Τὸ χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐδιδάχθησαν οἱ παῖδες, διήρκεσε μίαν τετραμηνίαν, διότι κατόπιν ἐπῆλθον αἱ διακοπαί. Ποῖα νομίζετε, Κύριοι, ἦσαν τ’ ἀποτελέσματα; Τἀποτελέσματα ἦσαν λίαν εὐχάριστα. Τοῦτο γνωρίζουσιν ὅσοι παρέστησαν εἰς τὰς ἐξετάσεις, τὸ ὡμολόγησε δὲ καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ οἱ συνοδεύσαντες αὐτὸν τμηματάρχαι. Πρῶτον οἱ μαθηταὶ ἀπέβαλον ἐντελῶς καὶ ταχέως τὴν ἕξιν τοῦ ἀτακτεῖν, διότι ἠσχολοῦντο λίαν εὐχαρίστως εἰς τὰ χειροτεχνικὰ αὑτῶν μαθήματα. Ἀλλὰ πλὴν τούτων εὐχερῶς ἐδιδάχθησαν οἱ μαθηταὶ αὐτοὶ διάφορα ἀριθμητικὰ καὶ γεωμετρικὰ προβλήματα, διὰ τῆς αὐτῆς δὲ μεθόδου ἐδιδάχθησαν καὶ τὴν πραγματογνωσίαν· διότι ὁ μαθητὴς πολὺ εὐκόλως ἐννοεῖ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατασκευάζει μόνος του, καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βλέπει. Διότι, ἐὰν, παραδείγματος χάριν, ἤθελον νὰ σᾶς δώσω τὴν ἔννοιαν ἑνὸς μηχανήματος, μεθ’ ὅλην τὴν εὐκρίνειαν, τὴν ὁποίαν ἤθελον μεταχειρισθῆ, δυσκολώτερον ἠθέλετε τὸ ἐννοήσει ἢ ἐὰν τὸ μηχάνημα τοῦτο ἐπαρουσίαζον εἰς τὰ ὄμματα ὑμῶν. Ἐρωτᾶτε, παραδείγματος χάριν, τὸν μαθητήν, τί εἶναι τρίγωνον, τετράγωνον, κύβος καὶ ἄλλα τοιαῦτα σχήματα, καὶ ὁ μαθητὴς σᾶς παρουσιάζει ἀμέσως τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος σχῆμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ ἴδιος κατασκευάσει, καὶ σᾶς δίδει μετ’ ἀκριβείας ὅλους τοὺς ὁρισμούς. Ἀνωμολογήσαμεν, Κύριοι, πάντες τότε, ὅτι εἰς πολλοὺς τῶν μαθητῶν τοῦ Γυμνασίου ὅμοια προβλήματα ἦσαν ἀκατάληπτα, ἕνεκα τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον τὰ ἐδιδάχθησαν. Ἀλλὰ πλὴν τούτων ἐγυμνάζοντο οἱ παῖδες καὶ εἰς τὴν ἐφευρετικότητα, διότι ὄχι μόνον κατεσκεύαζον τὰ σχήματα, τὰ ὁποῖα καθ’ ὑπόδειξιν ταῖς ἐδίδοντο, ἀλλὰ κατεσκεύαζον καὶ ἰδικά των, πολλὰ δ’ ἐξ αὐτῶν ἦσαν πολλοῦ λόγου ἄξια. Ἐγυμνάζοντο εἰς τὴν ὑπομονὴν καὶ ἐπιμονὴν, πράγματα πολὺ ἀναγκαῖα, ἀναγκαιότατα διὰ τοὺς μεσημβρινοὺς λαούς. Καὶ ἐν τέλει, Κύριοι, οἱ μαθηταὶ αὐτοί, μολονότι δὲν ἤκουσαν παρὰ ἐλάχιστα τῶν χειροτεχνικῶν μαθημάτων, διότι παρηκολούθουν καὶ τὴν ἄλλην ἐκπαίδευσίν των, ἦσαν οἱ καλλίτεροι τῶν μαθητῶν. Ἀλλά, πλὴν τῶν χειροτεχνικῶν μαθημάτων, εἰς τὰς τάξεις τῆς συμπληρωματικῆς ἐκπαιδεύσεως, τῆς λεγομένης École première supérieure, διδάσκονται μετ’ ἐφαρμογῆς, εἰς μὲν τὰς πόλεις αἱ κυριώτεραι τῶν τεχνῶν, ὡς ἡ ξυλουργική, ἡ σιδηρουργική, ἡ πλαστική, ἐν δὲ τοῖς ἀγροτικοῖς δήμοις ἐφαρμόζονταί τινες τῶν τεχνῶν τούτων, ἀλλὰ πρὸς τούτοις διδάσκονται ἐφηρμοσμένα μαθήματα γεωργικὰ καὶ ἄλλα τοιαῦτα, ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου τῆς καταγωγῆς των. Ὁ πρώην ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς κ. Εὐταξίας, ὁ ὁποῖος, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, εἰργάσθη μετὰ πολλοῦ ζήλου εἰς τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐκ τῶν πρώτων κατενόησεν, ὅτι δὲν δύναται τὸ ἔθνος νὰ προοδεύσῃ καὶ διαγωνισθῇ πρὸς ἄλλα ἔθνη, μὲ τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα, καὶ ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πολυσήμαντον, κατ’ ἐμέ, ἐργασίαν, μεταρρυθμίζουσαν αὐτό, μὲ τὴν ὁποίαν ἴσως τινὲς δὲν συμφωνοῦσιν, ἦτο ὅμως ἀδύνατον νὰ ἠγνόει, ὅτι τὸ εἰρημένον σύστημα, τὸ τόσον εὐεργετικὸν εἰς τοὺς παῖδας, δὲν ἦτο ἐφηρμοσμένον εἰς ὅλα τὰ σχολεῖα, ἀλλά, δὲν γνωρίζω διατί, τὸ παρέλειψεν ἐν τοῖς νομοσχεδίοις, τοῖς ὑποβληθεῖσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ ὅμως δὲν πρέπει νὰ ἀγνοῇ, ὅτι ἀμείλικτος ὑφίσταται ἀγὼν καὶ πόλεμος ἐναντίον τῆς ἐπιζητουμένης μεταρρυθμίσεως. Τὸν πόλεμον δὲ τοῦτον διεξάγουσι πολλοὶ τῶν καθηγητῶν, δυστυχῶς, — καὶ δὲν εἶναι ὀλίγοι, — οἵτινες φρονοῦσιν, ὅτι αἱ φυσικαὶ ἐπιστῆμαι κάμνουσι τοὺς πολίτας ὑλιστάς· καὶ φέρουσιν εἰς ἀπόδειξιν τοὺς μηδενιστὰς καὶ τοὺς κοινωνιστάς, προφασιζόμενοι, ὅτι αἱ ἰδέαι αὗται προῆλθον ἐκ τῆς περιφρονήσεως αὐτῶν πρὸς τὸ ἰδεῶδες, ἐνῷ πανθομολογούμενον εἶναι, ὅτι οὗτοι στρατολογοῦνται μεταξὺ τῶν ὀκνηρῶν καὶ τῶν φρενοβλαβῶν. Ἐνῷ λοιπὸν οἱ κύριοι οὗτοι καθηγηταὶ ὤφειλον νὰ παρακολουθῶσι μετὰ προσοχῆς τὰς εἰς τὸν κλάδον τῶν τελουμένας ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ μεταρρυθμίσεις, ἐξακολουθοῦσι μετὰ πείσματος νὰ ὑποστηρίζωσι τὴν κλασικὴν ἐκπαίδευσιν...
§159Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάρχουσι τοιοῦτοι καὶ ἐν Γερμανίᾳ.
§160ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Ἐκ τῶν παλαιῶν, μάλιστα· οὐδεὶς ὅμως ἐκ τῶν νεωτέρων καθηγητῶν. Φρονοῦσιν ἴσως οἱ ὑπερασπισταὶ τῆς κλασικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅτι μὲ τὰς ᾠδὰς μόνον τοῦ Πινδάρου καὶ τοῦ Ὁρατίου πληροῦνται αἱ κοινωνικαὶ ἡμῶν ἀνάγκαι, καὶ προασπίζονται τὰ ἀπαράγραπτα δικαιώματά μας· δηλαδὴ ἐθελοτυφλοῦσι. Τούτους δ’ ἐγὼ νομίζω ὡς αἰτίους τῆς παραλείψεως τῶν τεχνικῶν μαθημάτων ἐν τοῖς νομοσχεδίοις, ἅτινα ὁ κ. Εὐταξίας ὑπέβαλεν εἰς τὴν κρίσιν ἡμῶν. Τίνι τρόπῳ ὅμως γίνεται ἡ διδασκαλία αὕτη; Παρ’ ἑκάστῳ σχολείῳ παράκειται ἐργαστήριον τεχνῶν, ἐν ᾧ οἱ μαθηταὶ τῶν τριῶν τάξεων τῆς ἀνωτέρας δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως γυμνάζονται καθ’ ὡρισμένας ὥρας, ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν ἱκανῶν ἐργοδηγῶν, εἰς τὰς τέχνας, περὶ ὧν σᾶς ὡμίλησα πρὸ ὀλίγου. Ἐὰν καὶ παρ’ ἡμῖν ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν ἦτο εὔκολον νὰ ἱδρύσωμεν εἰς ὅλα τὰ σχολεῖα τοιαῦτα ἐργαστήρια, δυνάμεθα ὅμως διὰ δύο ἢ τρία σχολεῖα νὰ χρησιμοποιήσωμεν ἓν τοιοῦτον, ἀλλ’ ὀρθότερον εἶναι νὰ γείνῃ ὅ,τι καὶ ἐν Παρισίοις, ὅπου ἕκαστον σχολεῖον ἔχει ἰδιαίτερον ἐργαστήριον. Ἴσως ἐθεωρήθη ὡς δύσκολος ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος τούτου καὶ πολυδάπανος ἀλλὰ, ὡς θέλω ἀποδείξει, οὔτε δύσκολος εἶναι, οὔτε πολυδάπανος· διότι ἐκ τῶν ἀκάρπως διατιθεμένων 5–6 ἑκατομμυρίων διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν εἶναι δυνατὸν νὰ δαπανηθῶσιν ὀλίγιστα χρήματα διὰ τὴν πρώτην ἐγκατάστασιν τῶν ἐργαστηρίων τούτων. Τὸ σύστημα, Κύριοι, τῆς πρακτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι καὶ παρ’ ἡμῖν ἐφηρμοσμένον εἰς δύο Ὀρφανοτροφεῖα, ἀτελῶς ὅμως, εἰς τὸ Ὀρφανοτροφεῖον Πειραιῶς, τὸ ὁποῖον διευθύνει λίαν ἀξιεπαίνως καὶ προφρόνως ὁ ἀδελφὸς τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ εἰς τὸ Ὀρφανοτροφεῖον Χατζηκώστα, τοῦ ὁποίου δὲν γνωρίζω τίς εἶναι ὁ διευθυντής. Ἀμφότεροι ἔχουσιν ἐφαρμόσει τὴν πρακτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἄνευ δαπάνης. Ἀλλ’ ἤθελεν ἐρωτήσει τις; «πῶς ἄνευ δαπάνης;» Τοῦτο συμβαίνει, διότι ἐκτίθεται εἰς πλειοδοσίαν ἡ ἐργασία τῶν παίδων, οἱ δὲ ἐργολάβοι ἀναλαμβάνουσι τὰ ἐπαγγελματικὰ τμήματα ἐπὶ ἰδίᾳ αὐτῶν εὐθύνῃ δι’ ὅλας τὰς γιγνομένας δαπάνας τῆς συντηρήσεως τῶν ἐργαλείων· ὥστε τὰ ἱδρύματα ταῦτα, ὄχι μόνον δὲν ὑποβάλλονται εἰς καμμίαν δαπάνην, ἀλλὰ πολλάκις καὶ ὠφελοῦνται. Οἱ πλειοδόται οὗτοι ἐργολάβοι, ἐν τῷ συμφέροντι αὑτῶν, ἐκγυμνάζουσι καὶ τελειοποιοῦσι τοὺς παῖδας τούτους τόσον καλῶς, ὥστε πανταχόθεν εἶναι οὗτοι περιζήτητοι, πρὶν ἢ ἀπολυθῶσιν ἀπὸ τὰ ἐν λόγῳ Ὀρφανοτροφεῖα. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω γενικῶς. Ἤδη θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἐκθέσω ἀκριβῶς τὸ ἐφαρμοζόμενον ἐν Γαλλίᾳ σύστημα....
§161ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν διακόπτομεν δι’ αὔριον; Διότι θὰ παραταθῇ ἡ συζήτησις.
§162ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι τὸ σπουδαιότατον πάντων, ὅσα συνεζητήθησαν ἐνταῦθα, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ συνεχίσω τὸ θέμα μου. Ἀλλὰ πρὶν ἢ προβῶ εἰς τὴν ἀνάλυσιν αὐτοῦ θεωρῶ ἐμαυτὸν ὑπόχρεων νὰ εὐχαριστήσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν τῶν Παρισίων καὶ τοὺς κυρίους διευθυντὰς τῶν σχολείων τῆς πόλεως ἐκείνης διὰ τὴν προθυμίαν, μεθ’ ἧς μοὶ ἐχορήγησαν ὅλας τὰς σχετικὰς πληροφορίας, τὰς ἀφορώσας τὴν στοιχειώδη καὶ ἀνωτέραν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἐν Γαλλίᾳ εἶναι, ὡς γνωρίζετε, ὑποχρεωτική· διδάσκονται δὲ οἱ παῖδες εἴτε ἐν τοῖς δημοσίοις σχολείοις, εἴτε ἐν τοῖς ἰδιωτικοῖς, ἢ καὶ ἐν αὐταῖς ταῖς οἰκογενείαις των. Ἡ ἐκπαίδευσις αὕτη διαρκεῖ ἀπὸ τοῦ ἕκτου μέχρι τοῦ δωδεκάτου ἔτους τῆς ἡλικίας των, ἀλλ’ οἱ μαθηταὶ τῆς τελευταίας τάξεως ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ δίδωσιν ἐξετάσεις καὶ νὰ ἀπολύωνται. Οὕτω δὲ ἡ ὑποχρεωτικὴ ἐκπαίδευσις εἰς τὰ στοιχειώδη σχολεῖα περιορίζεται εἰς πέντε ἔτη. Κρίνω περιττὸν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω μὲ τὰς λεπτομερείας, δι’ ὧν ἐξασφαλίζεται ἡ ἀκριβὴς τήρησις τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ νὰ σᾶς γνωρίσω, ποίας εὐθύνας ὑπέχουσιν οἱ γονεῖς καὶ οἱ κηδεμόνες τῶν παίδων ἀπέναντι τῆς Πολιτείας, ποίας οἱ διευθυνταὶ τῶν ἰδιωτικῶν σχολείων, ποίας οἱ κηδεμόνες καὶ γονεῖς τῶν κατ’ οἶκον ἐκπαιδευομένων παίδων, καὶ ἀκόμη ποίας εὐκολίας ὁ νόμος ἐχορήγησεν, ἵνα καταστήσῃ τὴν ὑποχρεωτικὴν ἐκπαίδευσιν ἀνετωτέραν· διότι τοιαύτη ἀπασχόλησις ἤθελεν εἶσθαι κουραστικὴ δ’ ὑμᾶς. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, τὴν ἐργασίαν τὴν ἔχω ἐδῶ, καὶ δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω· θὰ τὴν στείλω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως.
§163ΠΟΛΛΟΙ. Παρακαλοῦμεν νὰ μᾶς τὴν ἀναγνώσητε.
§164ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, ἅμα ὡς ἔφθασα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρουσιασθῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ εἶπον εἰς αὐτὸν, ὅτι εἶχον πολλὰς σχετικὰς πληροφορίας νὰ τῷ δώσω· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργός, φαίνεται, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν μὲ ἐγνώριζεν ὡς εἰδικόν, δὲν ἐχρησιμοποίησε τὴν προθυμίαν μου ταύτην. Καὶ δι’ αὐτὸ ἠναγκάσθην νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς ταῦτα, ἵνα τὰ ἀκούσῃ καὶ ὁ κ. Ὑπουργός. Ἡ διδασκαλία τούτων εἶναι τριῶν βαθμῶν: στοιχειώδης, μέση καὶ ἀνωτέρα· ἑκάστη δὲ τούτων διαρκεῖ δύο ἔτη. Κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος ἐπαναλαμβάνονται τὰ τοῦ προηγουμένου ἔτους μαθήματα μετὰ λεπτομερειῶν τινων, ἀλλ’ οἱ μαθηταί, ὡς εἶπον, τοῦ τρίτου βαθμοῦ δίδουσιν ἐξετάσεις, καὶ ἀπολύονται τῆς Σχολῆς μετὰ πενταετίαν. Ἀλλ’ εἰς τὰ σχολεῖα, ὅπου ὑπάρχει εἷς καὶ μόνος διδάσκαλος, ἡ διδασκαλία τῶν δύο τελευταίων βαθμῶν, τῆς μέσης καὶ ἀνωτέρας, διαρκεῖ ἀνὰ ἓν ἔτος ἑκατέρα, οὕτως ὥστε ἡ ὑποχρεωτικὴ ἐκπαίδευσις εἶναι τετραετής. Αἱ δαπάναι πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος τῆς ὑποχρεωτικῆς ἐκπαιδεύσεως καταβάλλονται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, συμπραττόντων καὶ τῶν δήμων, κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Τὸ μὲν Κράτος μισθοδοτεῖ τοὺς διδασκάλους, οἱ δὲ δῆμοι ὑποχρεοῦνται νὰ παρέχωσιν εἰς ἕκαστον διδάσκαλον κατοικίαν, ἢ ἀνάλογον ἀποζημίωσιν, νὰ ἀγοράζωσι καὶ συντηρῶσι τὰ ἔπιπλα καὶ ὅλα τὰ χρειώδη τῶν σχολείων, ὡς εἶναι ἡ θέρμανσις, ὁ φωτισμός, καὶ ἡ ἀμοιβὴ τῶν ὑπηρετῶν. Ταῦτα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν στοιχειώδη δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν (Eco les premières élémentaires). Ἀλλὰ εἰς ταύτην προσετέθη ἡ ἀνωτέρα δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, ἡ συμπληρωτικὴ λεγομένη, τῶν Ecoles supérieures. Αὕτη λειτουργεῖ ἢ ἐν ἰδιαιτέρῳ διαμερίσματι, μὲ ἰδιαιτέρους καθηγητὰς καὶ διδασκάλους, ἢ ἐν αὐτῷ τῷ δημοτικῷ σχολείῳ, ὑπὸ τὴν αὐτὴν διεύθυνσιν. Ἡ διάρκεια τῆς συμπληρωτικῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι ἑνός, δύο, ἢ τριῶν ἐτῶν, ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἔχει ἕκαστος δῆμος. Τὸ πρόγραμμα αὐτῆς περιλαμβάνει τὰ ἑξῆς μαθήματα: 1) Τὴν ἠθικήν. 2) Τὰ καθήκοντα τοῦ πολίτου. 3) Τὴν Γαλλικὴν γλῶσσαν καὶ τὴν γραμματολογίαν. 4) Ἱστορίαν ἐθνικὴν καὶ παγκόσμιον, ἰδίᾳ τὴν νεωτέραν. 5) Γεωγραφίαν τῆς Γαλλίας, τῶν ἀποικιῶν καὶ γενικὴν, ἰδίᾳ ἐμπορικὴν καὶ βιομηχανικήν. 6) Ξένας γλώσσας. 7) Γνώσεις τοῦ ἐν χρήσει δικαίου καὶ πολιτικῆς οἰκονομίας. 8) Στοιχεῖα Ἀριθμητικῆς καὶ ἐφαρμογὴν αὐτῆς εἰς τὸ ἐμπόριον. 9) Στοιχεῖα Ἀλγέβρας καὶ Γεωμετρίας. 10) Διπλογραφίαν. 11) Γνώσεις Φυσικῆς καὶ Φυσικῆς Ἱστορίας, ἰδίᾳ ἐφηρμοσμένας εἰς τὴν Γεωργίαν, εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν. 12) Ἰχνογραφίαν Γεωμετρικήν. 13) Ἰχνογραφίαν διαφόρων ἀντικειμένων. 14) Γυμναστικήν. 15) Χειροτεχνίαν, ἤτοι κατεργασίαν ξύλου, σιδήρου, καὶ πλαστικὴν διὰ τὰ ἄρρενα. 16) Ἐργόχειρα διὰ τὰ θήλεα. Βλέπετε, ὅτι τὸ πρόγραμμα τοῦτο τῆς ἀνωτέρας δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι ἀρκετὰ πλούσιον. Ἡ ἐκπαίδευσις αὕτη δὲν εἶναι παντοῦ ὁμοιόμορφος. Διὰ τοῦτο, ὅταν εἷς δῆμος δηλώσῃ, ὅτι 15 μαθηταὶ ἔχουσιν ἀνάγκην ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως, τὸ Ὑπουργεῖον ἐκδίδει τὴν πρὸς τοῦτο ἄδειαν, καὶ ὑποχρεοῖ τὸν δῆμον νὰ ἱδρύσῃ τὸ κατάλληλον ἐργαστήριον, τὸ atelier. Ἵνα ὠθήσῃ δὲ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν ταύτην, χορηγεῖ εἰς τοὺς ἀπόρους δήμους, οὐ μόνον τὸ ἐνοίκιον, τὰ ἀναγκαῖα ὄργανα καὶ λοιπὰ χρειώδη, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ τροφὴν εἰς τοὺς μαθητὰς τῶν σχολείων τούτων, ἵνα τοὺς ἑλκύσῃ πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν ταύτην. Βεβαιωθῆτε, Κύριοι, ὅτι οἱ τοιοῦτοι μαθητὰς ἐξέρχονται τόσον καλῶς κατηρτισμένοι, ὥστε καὶ τῶν δυσκολωτέρων ἀκροατῶν θὰ κινήσωσι τὸν θαυμασμόν. Δὲν ὑπάρχει μέταλλον, τοῦ ὁποίου νὰ μὴ γνωρίζωσι τὴν χρῆσιν, τὴν ἀξίαν καὶ τὸ ὄνομα· δὲν ὑπάρχει ξύλον, τοῦ ὁποίου νὰ ἀγνοῶσι τὴν χρῆσιν, τῶν τε κατειργασμένων καὶ τῶν ἀκατεργάστων, καὶ τὴν μορφὴν τῶν δένδρων, ἐξ ὧν ξυλεύονται· δὲν ὑπάρχει ὀρυκτὸν, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ γνωρίζωσιν, οὐδὲ ζῷον βλαβερὸν ἢ ὠφέλιμον, τὸ ὁποῖον νὰ ἀγνοῶσιν. Ἀλλὰ, πλὴν τούτου, εὐχερῶς κατεργάζονται τὸν σίδηρον· εἶναι ἄριστοι ἐφαρμοσταὶ, ἐπιτήδειοι τορνευταὶ καὶ χύται, καὶ χειρίζονται μετ’ ἐπιτηδειότητος τὰ ἐργαλεῖα τῆς ξυλουργικῆς, εἰς τρόπον ὥστε κινοῦσι τὸν θαυμασμὸν τοῦ παρατηρητοῦ, καὶ ἀπορεῖ τις, πῶς εἶναι δυνατὸν, αὐτοὶ οἱ μικροὶ παῖδες νὰ κατασκευάζωσιν ἀντικείμενα ἄξια προσοχῆς διὰ τὴν κανονικότητα καὶ τὴν τέχνην αὐτῶν. Πλὴν τούτων γνωρίζουσι καὶ ξένας γλώσσας, γνωρίζουσι τὴν διπλογραφίαν, τὴν λογιστικὴν, τὴν καταστιχογραφίαν, καὶ, καθόλου εἰπεῖν, καθίστανται ἱκανοὶ νὰ ἀναλάβωσιν ὑπηρεσίαν εἰς οἱονδήποτε γραφεῖον. Εἰς δὲ τὰ σχολεῖα τῶν ἀγροτικῶν δήμων τελειοποιοῦνται εἰς τὴν κτηνοτροφίαν, τὴν γεωργίαν, δενδροκομίαν, μελισσοκομίαν κλπ. Οὕτω πῶς μορφούμενοι οὗτοι, δὲν εἶναι ἄπορον διατὶ πανταχόθεν καθίστανται περιζήτητοι. Μοὶ ἔλεγον οἱ διευθυνταὶ τῶν σχολείων, ὅτι δὲν ἔχουσιν ἡσυχίαν καθ’ ἡμέραν, ἕνεκα τῶν εὐχαρίστων ἐνοχλήσεων τῶν ἐχόντων ἀνάγκην τοιούτων μαθητῶν. «Διατί;» ἠρώτησα. — «Διότι ἔρχονται νὰ προκαπαρώσουν, οὕτως εἰπεῖν, τοὺς μαθητὰς αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἐξακολουθήσωσιν ἀνωτέραν τινὰ μόρφωσιν, νὰ τοὺς ζητήσωσιν ἀπὸ τοὺς γονεῖς των.» Ἐπὶ τοσοῦτον εἶναι περιζήτητοι. Συμπεραίνω ἑπομένως, ὅτι καὶ παρ’ ἡμῖν, μὲ τὰς εὐκολίας, τὰς ὁποίας παρέχει ἡ Γαλλικὴ νομοθεσία, — καὶ παρέχει πολλὰς τῷ ὄντι εὐκολίας, ἀλλ’ ἠδύνατο καὶ ἡ ἡμετέρα νὰ παράσχῃ ἀκόμη πλειοτέρας, — θὰ ἦτο δυνατὸν, μὲ τὰς εὐκολίας αὐτὰς, λέγω, νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ ὑποχρεωτικὴ ἐκπαίδευσις, μὲ διάρκεια τεσσάρων ἐτῶν...
§165ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις εἶναι ὑποχρεωτική.
§166ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Ὅπως εἶναι, εἶναι ὡσὰν νὰ μὴ ἦναι.
§167ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ κύριος Ρετσίνας· διότι, ὡς ἔχει ὁ νόμος, δὲν ἐφαρμόζεται ἐδῶ.
§168ΡΕΤΣΙΝΑΣ. .. Ὥστε ἡ μὲν στοιχειώδης διδασκαλία νὰ διαρκῇ δύο ἔτη, καὶ ἀνὰ ἓν ἔτος ἡ μέση καὶ ἡ ἀνωτέρα. Πολὺ σᾶς ἐκούρασα, Κύριοι, καὶ τελειώνω.
§169ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§170ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Διὰ τοῦ καθορισμοῦ, Κύριοι, τῆς ὑποχρεωτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς 4 ἔτη, φρονῶ, ὅτι εὐκόλως θὰ κατορθωθῇ, ὥστε ὁ διδάσκαλος διὰ προσφορωτέρας μεθόδου, — ἥτις δὲν εἶναι κύριε Ὑπουργὲ, ἡ μηχανικὴ ἀποστήθισις κειμένων· ἐκεῖ δὲ δὲν ἔχουσιν ἀποστήθισιν κειμένων, ἐκεῖ διδάσκει ὁ προφορικὸς λόγος, καὶ ἡ διδασκαλία εἶναι πολὺ ἀποτελεσματικωτέρα, — θὰ δύναται, λέγω, διὰ τοιαύτης μεθόδου νὰ διδάσκῃ κατὰ τὸ πλεῖστον, ὡς εἶπον, ἐντὸς δύο ἐτῶν ὁ διδάσκαλος εὐχερῶς τῆς μέσης καὶ ἀνωτέρας διδασκαλίας τὰ μαθήματα. Ἡ δὲ συμπληρωματικὴ, ἡ ἀνωτέρα λεγομένη ἐκπαίδευσις, ἥτις δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι εἶναι ἡ κορωνὶς τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, καὶ προπαρασκευαστικὴ, οὕτως εἰπεῖν, τῶν ἐπαγγελματικῶν Σχολῶν, καὶ τῶν πρακτικῶν Λυκείων, καὶ αὐτῆς τῆς κλασικῆς ἐκπαιδεύσεως, νὰ διαρκῇ, ὡς σᾶς εἶπον, 1, 2 ἢ 3 ἔτη, ἀναλόγως τῶν πόρων καὶ τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ἔχει ἕκαστος δῆμος. Ὁμοιόμορφος δὲ αὐτῆς διδασκαλία καθ’ ὅλους τοὺς δήμους τοῦ Κράτους οὔτε δυνατὴ εἶναι, ἀλλ’ οὔτε καὶ πρακτική. Τοῦτο δὲ λαμβάνει χώραν καὶ ἐν Γαλλίᾳ. Τὸ συμπέρασμα, Κύριοι, εἶναι, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν ταχέως τὸ σύστημα τοῦτο, διότι, ἐφαρμοζομένου αὐτοῦ, θέλομεν ἀνακτήσει καὶ ἡμεῖς τὴν οἰκονομικήν μας εὐρωστίαν. Τὰ δὲ 37—δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι 37 ἢ 40—Γυμνάσια, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως πρὸ δύο ἡμερῶν, νὰ περιορισθῶσιν εἰς 30, καὶ νὰ μετατραπῶσιν ὅλα εἰς πλήρη πρακτικὰ Λύκεια, 10 δὲ μόνον ἐξ αὐτῶν νὰ ἔχωσι καὶ κλασικὸν τμῆμα τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ἅπαντα νὰ περιλαμβάνωσιν ἀπαραιτήτως τὸ τεχνικὸν τμῆμα...
§171Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Θέλομεν καθηγητάς. Δὲν ὑπάρχει προσωπικόν.
§172ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Προβάλλουσι πράγματί τινες τὴν ἐρώτησιν: «Καὶ ποῦ θὰ εὕρωμεν διδασκάλους, διὰ νὰ διδάσκωσι τὰ τεχνικὰ μαθήματα;» Διότι λέγουσιν, ὅτι χρειάζονται τόσοι χημικοί, τόσοι φυσικοὶ κλπ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐρώτησις αὕτη δὲν εἶναι πολὺ σοβαρά. Δὲν ὑπάρχουσι, διότι δὲν ἐζητήθησαν. Διατὶ δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐδῶ ὁ γενικὸς κανὼν τῆς προσφορᾶς καὶ ζητήσεως; Ὅταν ζητηθῶσι τοιοῦτοι, αὐτοὶ οἱ κύριοι καθηγηταὶ, οἱ ὁποῖοι σήμερον ἀντιδρῶσιν εἰς τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι θὰ γείνωσιν ἱκανοὶ νὰ διδάξωσι τὰ μαθήματα ταῦτα. Ἀλλὰ, πλὴν τούτων, φρονῶ, ὅτι δυνάμεθα ὡς φυτώριον διὰ τεχνικὰ μαθήματα νὰ μεταχειρισθῶμεν τὴν Ἐμπορικὴν καὶ Βιομηχανικὴν Ἀκαδημίαν τοῦ κ. Ρουσοπούλου, ἡ ὁποία, σᾶς ὁμολογῶ, ἔδωκεν ἀρίστους καρπούς.
§173ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Λειτουργεῖ ἄριστα.
§174ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Ὑπάρχουσι μαθηταὶ αὐτῆς, καὶ ζητοῦνται καὶ δὲν εὑρίσκονται, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσι 200, 300 καὶ 400 δραχμὰς κατὰ μῆνα.
§175Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καὶ ἡ Ἀθηναϊκὴ Σχολή.
§176ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Ἠδύνατο, λέγω, νὰ χρησιμεύσῃ καὶ ὡς φυτώριον. Ἀλλὰ, πλὴν τούτου, ὀρθῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, ἀποστείλασα νέους τινὰς εἰς Εὐρώπην πρὸς σπουδὴν τῶν τεχνικῶν μαθημάτων. Ἂς στείλῃ καὶ ἄλλους, διότι διὰ τοιοῦτον ἐθνωφελῆ σκοπὸν νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ τις, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἐπιδοκιμάσῃ τοιαύτην δαπάνην. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καί τινες, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν, ὅτι ἡ τεχνικὴ ἐκπαίδευσις δὲν εἶναι χρήσιμος διὰ τοὺς μέλλοντας νὰ τραπῶσι τὴν ὁδὸν τῆς ἐπιστήμης. Ἐγὼ δὲν νομίζω, ὡς καὶ πολλοὶ ἄλλοι, ὅτι τοῦτο εἶναι ὀρθὸν, διότι καὶ αὐτοὶ οἱ ἐπιστήμονες ἔχουν ἀνάγκην ἐγκυκλοπαιδικῶν γνώσεων, καὶ οἱ δικηγόροι καὶ οἱ ἰατροὶ καὶ οἱ δικασταὶ, καὶ ἰδίως οἱ δικασταὶ, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ ἐπαγγέλματός των εὑρίσκονται εἰς ἀπείρους δυσκολίας, διότι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐξελέγξωσιν οὐδὲ ἕνα τρεχούμενον ἐμπορικὸν λογαριασμόν, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ κατανοήσωσι τὴν ποιότητα τῶν κουκουλίων, παραδείγματος χάριν, ἤτοι ποῖα ὀνομάζονται διπλᾶ, ἢ ἀσθενικὰ, ἢ νὰ ἐκτιμήσωσι, τί ἐστὶ σῖτος σκληρὸς, ἢ ἁπαλὸς, καὶ νὰ κανονίσωσι τὸ βάρος αὐτοῦ, ἢ ν’ ἀποφανθῶσιν ἐπὶ διαφορῶν ἀναγομένων εἰς μέταλλα ἢ ἄλλα ἀντικείμενα κλπ. Προκειμένου δὲ ν’ ἀποφανθῶσιν ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων οἱ δικασταὶ, ἀναθέτουσι τὴν ἐκτίμησιν αὐτῶν εἰς πραγματογνώμονας, οἱ ὁποῖοι πρῶτον παρατείνουσι τὴν διάρκειαν τῶν ὑποθέσεων, ἐκτὸς δὲ τούτου, γίνονται θύματα οἱ διάδικοι, καὶ αὐτοὶ οἱ δικασταὶ, ἀνειλικρινῶν πραγματογνωμοσυνῶν. Ἐὰν ὁ δικαστὴς εἶχε γνώσεις ἐγκυκλοπαιδικὰς, τὰ ζητήματα ταῦτα ἤθελε τὰ ἐκτιμήσει μόνος του, καὶ δὲν θὰ ἐγίνετο θῦμα τῶν πραγματογνωμόνων. Ταῦτα δύναμαι νὰ εἴπω διὰ τοὺς ἐπιστήμονας ἐν γένει, τοὺς ὁποίους αἱ ἐγκυκλοπαιδικαὶ γνώσεις καθιστῶσιν ἀρτιωτέρους.
§177ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Αἱ τεχνολογικαὶ γνώσεις. Αὗται εἶναι ἀναγκαῖαι δι’ ὅλους.
§178ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Ὅτε ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Εὐταξίας, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὑπέβαλεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὁλόκληρον σύστημα ἐκπαιδευτικῶν μεταρρυθμίσεων, ἡ Βουλὴ δὲν ἠθέλησε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰς λεπτομερείας, καὶ νὰ συζητήσῃ ἐπ’ αὐτῶν· ἐφάνη λίαν διστακτικὴ, ἢ μᾶλλον ἐφάνη, ὅτι δὲν ἤθελε νὰ εἰσέλθῃ εἰς συζήτησιν νομοσχεδίων, μεταρρυθμιζόντων ἄρδην τὸ ὑπάρχον σύστημα...
§179ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Αἱ βάσεις ἦσαν κακαὶ, δυστυχῶς.
§180ΡΕΤΣΙΝΑΣ. .. Ἀλλὰ, τὸ κατ’ ἐμὲ, νομίζω, ὅτι οἱ δισταγμοὶ δὲν ἔπρεπε παντελῶς νὰ παρακωλύσωσι τὴν συζήτησιν, διότι ἡ συζήτησις ἤθελε διαφωτίσει τὴν Βουλὴν καὶ αὐτὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, τὸν ὑποβαλόντα τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα.
§181Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὰ μετέβαλεν ἡ συζήτησις.
§182ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν συζήτησιν ἐπακολουθεῖ ψηφοφορία.
§183ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἡ λίαν δυσάρεστος καὶ λυπηρὰ κατάστασις, εἰς ἣν διατελοῦσιν οἱ οὕτως ἐκπαιδευόμενοι νέοι, τὴν οἰκονομικὴν θέσιν τῶν ὁποίων δὲν περιέγραψα ὅσον τὴν γνωρίζω μελανὴν, μὲ ἠνάγκασε νὰ ἀνέλθω τὸ βῆμα καὶ ν’ ἀναλάβω ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον ἄλλοι, πολὺ ἱκανώτεροι καὶ εἰδικώτεροι ἐμοῦ, ἠδύναντο ν’ ἀναλάβωσι, καὶ διαφωτίσωσι τὴν Βουλὴν. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἐπαναλαμβάνω, καὶ θὰ τὸ ἐπαναλάβω μυριάκις, τὸ ἐκπαιδευτικὸν ζήτημα εἶναι τὸ σπουδαιότερον ὅλων· εἶναι ἡ βάσις πάσης ἐθνικῆς προόδου, εἶναι ἡ ἀφετηρία τῆς ἀναγεννήσεως τοῦ ἔθνους. Καὶ τότε μόνον ὁ λαὸς θὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἰδίας αὐτοῦ ἀνάγκας, καὶ θ’ ἀνταποκριθῇ ἡμέραν τινὰ εἰς τὰς ἐθνικὰς προσδοκίας, ὅταν καὶ παρ’ ἡμῖν ἐφαρμοσθῇ ἡ πρακτικὴ καὶ ἡ τεχνικὴ ἐκπαίδευσις. Λέγω ταῦτα, διὰ νὰ τὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλὴ, καὶ νὰ μὴ νομίζῃ, ὅτι εἶναι ζητήματα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύναται ἀκινδύνως ν’ ἀντιπαρέλθῃ ἀπαρατήρητα. (Εὖγε! εὖγε! Χειροκροτήματα).
§184Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ οὐχὶ εὐχάριστος κατάστασις, Κύριοι, τῶν ἀνακρίσεων πρέπει κατὰ μέγα μέρος ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὰς συνεχεῖς καὶ αὐθαιρέτους, οὕτως εἰπεῖν, μεταθέσεις τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἀνακριτῶν. Αἱ μεταβολαὶ αὗται, τόσον συχνὰ γινόμεναι, καταστρέφουσι τὴν ἑνότητα τῶν ἀνακρίσεων, καὶ ἐκμηδενίζουσι πάντα ἔλεγχον ἐπὶ τῆς ἀνακρίσεως. Διότι, ὅταν εἰς μίαν ἀνάκρισιν λάβωσι μέρος καὶ τὴν διευθύνωσι 5 ἢ 6 ἀνακριταὶ, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀσκήσητε ἔλεγχον μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀνακρίσεως αὐτῆς, καὶ νὰ εὕρητε τὸν πταίοντα μεταξὺ τῶν 6 αὐτῶν ἀνακριτῶν. Ἀκόμη ὅμως εἶναι καὶ ἄλλη ἔλλειψις, περὶ τῆς ὁποίας πολλάκις ἐγένετο λόγος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Παρεπονέθησαν, καὶ ἴσως εὐλόγως, ὅτι οἱ νέοι δικασταὶ δὲν εἶναι πρέπον, δὲν εἶναι ὀρθόν, εὐθὺς νὰ γίνωνται ἀνακριταί. Τρίτον κακὸν εἶναι ἡ παράτασις τῶν προσωρινῶν ἀνακριτῶν, τοὺς ὁποίους διορίζουσιν οἱ κ. Πρόεδροι, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐκ προσωρινῶν γίνονται συνήθως τακτικοὶ ἀνακριταί, διότι ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἐξακολουθοῦσι τὰς ἀνακρίσεις. Τὰς ἐλλείψεις ταύτας ἐθεώρησα ὀρθὸν νὰ διορθώσω διὰ νομοσχεδίου, ὅπερ ὑποβάλλω, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ ἀνακριταὶ μονιμοποιοῦνται. Ὁ ἀνακριτής, κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, οὔτε μετατίθεται, οὔτε ἀντικαθίσταται, ἄνευ ἠτιολογημένης γνωμοδοτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν. Νέος δικαστὴς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορίζηται ἀνακριτὴς παρὰ μετὰ παρέλευσιν δύο ἐτῶν, ἢ καὶ μακροτέρου χρόνου, ἐὰν θέλητε. Οἱ προσωρινοὶ ἀνακριταὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορίζωνται παρὰ τοῦ Προέδρου παρὰ μόνον εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις, τῶν ὁποίων περατουμένων, παύει ἡ λειτουργία αὐτῶν.
§185ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ οἱ ἀρχαιότεροι δικασταί.
§186ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καὶ οἱ ἀρχαιότεροι. Τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἐλπίζω, ὅτι θὰ τύχῃ τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς, διότι εἶναι νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου τὴν ἀνάγκην πάντες ἀναγνωρίζουσι.
§187ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον.
§188ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐπίσης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον τιμωροῦνται εἰς βαθμὸν πταίσματος οἱ βασανίζοντες ζῷα, ἢ αἰκίζοντες αὐτὰ εἰς τρόπον ἀπειλοῦντα τὴν ζωήν των.
§189ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι βασανίζουν τοὺς ἀνθρώπους;
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑποβληθέντα δύο νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 83–84). Ἡ ὥρα παρῆλθε· πολλοὶ ἔχουσι ν’ ὁμιλήσωσι. Δὲν νομίζετε καλόν, νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ νὰ μείνωσι δι’ αὔριον αἱ λοιπαὶ ἐπερωτήσεις;
§191Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἄλλοτε παρεκάλεσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν τοῦ ἐπὶ τῆς λογοκρισίας, ἡ ὁποία ἀσκεῖται ἐπὶ τῶν τηλεγραφικῶν ἀνταποκρίσεων πρὸς ἐπαρχιακὰς ἐφημερίδας. Προχθὲς ἀνταποκριτὴς ἐφημερίδος, ἐκδιδομένης ἐν Πάτραις, παρέδωκε τηλεγράφημα. Τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ παρέλαβεν ἡ ὑπηρεσία, ἔλαβε δὲ καὶ τὰ δικαιώματα· ἀλλὰ παρετήρησεν ὁ ἀποστολεὺς μετὰ 24 ὥρας εἰς τὴν ἐφημερίδα, ὅτι δὲν ὑπῆρχε τὸ τηλεγράφημα. Ἐρωτᾶται ἡ ὑπηρεσία, τί συμβαίνει, καὶ ἀπαντᾷ, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ μεταβιβάσῃ. Ἀλλὰ τότε διατὶ δὲν εἰδοποιεῖ; Οὐδὲ εἰδοποίησιν ἔκαμεν, οὐδὲ τηλεγράφημα διεβίβασε. Καὶ ἐπρόκειτο περὶ τηλεγραφήματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἁπλῶς διεβιβάζετο περίληψις τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἦτο ἡ πρώτη φορά, δὲν θὰ ἔκαμνον λόγον, ἀλλὰ τοῦτο ἐγένετο κατ’ ἐπανάληψιν. Καὶ τί ὠφελεῖται ἡ τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία, μὴ διαβιβάζουσα εἰς τὰς Πάτρας ἢ ἀλλαχοῦ τηλεγραφήματα ἀφορῶντα τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ μετ’ ὀλίγας ὥρας θὰ φθάσουν ἐκεῖ αἱ ἐφημερίδες τῶν Ἀθηνῶν;
§192Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐξετάσω, καὶ θὰ σᾶς πληροφορήσω.
§193Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἠξίωσα νὰ ποιήσωμαι λόγον περὶ παραπλησίων παραβάσεων, διότι τηλεγραφήματα τρία ἢ τέσσαρα, ἀποστελλόμενα πρός με, δὲν ἐγένοντο δεκτὰ εἰς τὸ Τηλεγραφεῖον, καὶ οἱ ἀποστέλλοντες αὐτὰ ἠναγκάσθησαν νὰ μοὶ τὰ στείλωσι ταχυδρομικῶς ἐν χειρογράφῳ, ἐνῷ οὐδὲ εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ἀντέβαινον, οὐδὲ εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη, οὐδὲ ὕβρεις περιεῖχον. Οὐδένα ἐποιησάμην λόγον, διότι, τέλος πάντων, ἡ ζημία δὲν ἦτο τόση, ὅσην ἐφαντάζοντο οἱ μὴ μεταβιβάσαντες αὐτά. Ἐκ τοῦ χωρίου Καζακλὰρ τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου μὲ παρεκάλεσαν νὰ ἀναγνώσω ἔκθεσίν τινα, ἡ ὁποία ἔχει δημοσιευθῇ εἰς ἐφημερίδα, ἐν Θεσσαλίᾳ ἐκδιδομένην, τὴν «Πανθεσσαλικήν». Ἀνέγνων ἐν τῇ «Πανθεσσαλικῇ» τὴν ἔκθεσιν ταύτην, καὶ ἐκ ταύτης ἐπληροφορήθην, ὅτι οἱ συντάκται τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς παραπονοῦνται, ὅτι, οἰκοδομουμένου ἐκεῖ ναοῦ κοινοτικοῦ δαπάναις τῆς κοινότητος, ὁ Πρόεδρος τῆς κοινότητος ἐπλήρωσε 17,000 δραχμὰς περισσοτέρας ὅσων ὤφειλε νὰ πληρώσῃ, κατὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ μηχανικοῦ κ. Τζουρᾶ, ὁ ὁποῖος, ἀποσταλεὶς ἐκεῖ, ἵνα ἐξετάσῃ, προσδιώρισε τὸ καθ’ ὑπολογισμὸν αὐτοῦ πληρωτέον ποσόν. Καὶ ἤκουσα μὲν ἐνταῦθα, λόγου γενομένου περὶ τούτου, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον ὁ κ. Τζουρᾶς νὰ ἔσφαλε κατὰ τὴν καταμέτρησιν, ἀλλὰ τοῦτο πιθανῶς νὰ ἐλέχθη κατὰ εἰκασίαν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ φροντίσῃ νὰ ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις.
§194Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§195Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ, πλὴν τούτου, εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ποῖα παράπονα μοὶ ἀπηύθυνε χθὲς Ἐπιτροπὴ ἐμπόρων πλανοδίων. Αὕτη μοὶ ἐπέδειξε διπλότυπον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐπλήρωσαν φόρον πλανοδίου ἐμπόρου δραχ. 17 καὶ λεπ. 30 διὰ τὸ ἑξάμηνον, ἂν δὲ προστεθῇ καὶ τὸ διὰ τὸ ἄλλο ἑξάμηνον πληρωθὲν ποσὸν δραχ. 17 καὶ λεπ.30, τὸ ποσὸν τοῦ ἐτησίου φόρου ἀνέρχεται εἰς 34 δραχμὰς καὶ 60 λεπτά· ὅτι ἐπλήρωσαν προσέτι δραχ. 2 καὶ λεπ. 75 διὰ φόρον ζώου, διὰ τοῦ ὁποίου σύρεται τὸ μικρὸν ἁμάξιον, δι’ οὗ ὁ πλανόδιος ἔμπορος περιφέρει τὰ ἐμπορεύματά του, καὶ ὅτι προσέτι ζητοῦνται νὰ πληρώσουν φόρον διὰ τὴν τριμηνίαν δραχ. 7 καὶ 75 λεπ. διὰ τὸ ἁμάξιον.
§196ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγένοντο ἤδη παραστάσεις περὶ τούτου εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν.
§197Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ παρήγγειλα νὰ ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις.
§198Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ αἰτιολογία τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων εἶναι ἡ εἰς τὸ Κράτος εἰσφορὰ ποσοῦ τινος ἐκ τῶν κερδῶν τῆς ἐργασίας τοῦ ἐπιτηδευματίου, ἡ δ’ ἐργασία αὐτοῦ εἶναι ἡ τοῦ ἐπιτηδεύματος αὐτοῦ ἐνάσκησις. Ἐὰν ἡ ἐργασία αὕτη γίνεται διὰ τῶν περιδρομῶν, τὰς ὁποίας οἱ ἔμποροι αὐτοὶ ποιοῦνται ἐν τῇ πόλει δι’ ἑνὸς ἵππου, ἢ δι’ ἑνὸς ἁμαξίου, ταῦτά εἰσι μέσα, δι’ ὧν ἕκαστος τούτων ἐργάζεται· ἀφοῦ δὲ φορολογεῖται τὸ κέρδος, τὸ ἐκ τῆς ἐργασίας παραγόμενον, δὲν πρέπει νὰ φορολογῶνται καὶ τὰ μέσα ταῦτα τῆς ἐργασίας αὐτοῦ, διότι ἐπιβάλλεται τριπλοῦς φόρος ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, ἤτοι τοῦ αὐτοῦ προϊόντος τῆς ἐργασίας τοῦ ἐπιτηδευματίου.
§199ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ δὲν ὑπάρχει διάταξις νόμου, ὑποχρεοῦσα αὐτούς.
§200Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὅτε ἐπρόκειτο, κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος περὶ ἐπιτηδευμάτων, εἶχον παρακαλέσει θερμῶς, τόσον ἐγὼ, ὡς καί τινες ἄλλοι τῶν κυρίων συναδέλφων, τὸν σεβαστὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἀπαλλάξῃ τινὰς τῶν πλανοδίων ἐπαγγελματιῶν καὶ ἡμερομισθίων ἐργατῶν, οἷον κτίστας, σοβατζῆδες, μαραγκούς, καλαφάτας, μουσικούς, ῥάπτας καὶ λοιπούς· ὄντως δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλαβε τὰς συστάσεις μας ταύτας ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἀπήλλαξε διὰ τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νόμου ΒΧ͵Βʹ τοὺς ἐπὶ ἡμερομισθίῳ ἐργάτας. Τινὲς ἐξ αὐτῶν ὅμως ἀκόμη ἐξακολουθοῦσι νὰ πληρώνωσι φόρον ἐπιτηδεύματος. Οἱ ῥάπται, φέρ’ εἰπεῖν, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ πληρώνωσι, διότι καὶ οὗτοι διὰ τοῦ νόμου ἀπαλλάσσονται. Ἀπετάθην εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ αὕτη εὐγενῶς μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν εἶναι ἁρμοδία νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα, καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ διατάξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δι’ ἐγκυκλίου τὴν ἀπαλλαγὴν αὐτῶν.
§201Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τίνων;
§202Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τῶν ἐπὶ ἡμερομισθίῳ ἐργατῶν. Λέγω πρὸς ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργέ, καὶ καλῶς γνωρίζετε, ὅτι μεταξὺ τῶν ἀπαλλασσομένων συμπεριλαμβάνονται καὶ οἱ ῥάπται, οἱ ἐπὶ ἡμερομισθίῳ ἐργαζόμενοι. Ἐὰν λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νομίζῃ δίκαιον, ἂς διευκρινίσῃ τὸ ζήτημα ὑπὲρ αὐτῶν τῶν πτωχῶν ἐργατῶν.
§203ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ· πρόκειται περὶ ῥαπτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἴδια καταστήματα;
§204Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὄχι. Ἁπλῶς πρόκειται περὶ ῥαπτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ἐπὶ ἡμερομισθίῳ.
§205Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὗτοι βεβαίως ἀπαλλάσσονται.
§206Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Μοὶ εἶχον ὑποβάλει ἐν Σύρῳ παράπονα πολλοὶ ἐξ αὐτῶν, καὶ ἀπετάθην εἰς τὸν αὐτόθι Οἰκονομικὸν Ἔφορον, ὁ ὁποῖος, καίτοι εἶχε πᾶσαν τὴν διάθεσιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα ταῦτα, δὲν ἠδυνήθη ὅμως. Ἑπομένως ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν νομίζῃ ὅτι εἶναι δίκαιον, νὰ ἐκδώσῃ τὴν σχετικὴν ἐγκύκλιον. Ἐπειδὴ ἔχω τὸν λόγον σχετικῶς μὲ τοὺς ἐργάτας αὐτοὺς, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ συμπεριλάβῃ καὶ δύο ἄλλας κατηγορίας πτωχῶν ἐργατῶν. Ἡ μία εἶναι ἡ τῶν ἀγωγέων, οἱ ὁποῖοι μεταφέρουν ὕδωρ ἐν καιρῷ θέρους εἰς Σῦρον. Αὐτοὶ πληρώνουσι φόρον ἐπιτηδεύματος, ἐνῷ τὸν χειμῶνα ἀργοῦσι, μόνον δὲ τὸ θέρος ἐργάζονται, μεταφέροντες ὕδωρ· ἐκτελοῦσι δὲ δύο ἀγώγια τὴν ἡμέραν, διὰ τὰ ὁποῖα λαμβάνουσιν οὐχὶ περισσότερα τῶν 50 λεπτῶν δι’ ἕκαστον ἀγώγιον, καὶ ταῦτα ὅταν ἦναι ξηρασία. Νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν ἐξαίρεσιν. Ἐπίσης ἡ αὐτὴ ἐξαίρεσις πρέπει νὰ γείνῃ καὶ διὰ τοὺς πλανοδίους μαγείρους, οἱ ὁποῖοι οὔτε κατάστημα ἔχουσιν, οὔτε τίποτε ἄλλο, παρὰ μόνον τὸ τηγάνι, μὲ τὸ ὁποῖον τηγανίζουν διάφορα ἐντόσθια ἔξωθεν τῶν διαφόρων ἐργοστασίων καὶ οἰνοπωλείων, καὶ μόλις ἀπολαμβάνουσιν ὀλίγον χρηματικὸν ποσὸν, ἀρκετὸν μόνον διὰ τὴν λιτὴν τροφήν των. Νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον, καὶ δι’ αὐτοὺς ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μεριμνήσῃ, διότι ἀδικοῦνται, πληρώνοντες φόρον πολλάκις περισσότερον καὶ ἀπὸ αὐτὸν, τὸν ὁποῖον πληρώνουσιν οἱ καταστηματάρχαι.
§207Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Δύο ἀναφορὰς ἔχω νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ μία ὑποβάλλεται ἐκ μέρους τοῦ Ἰωάννου Μπούκιου, παραπονουμένου, ὅτι ἡ Ἐφοριακὴ ὑπηρεσία τὸν ἐνέγραψεν εἰς τὸν κατάλογον τῶν ἐπιτηδευματιῶν, καὶ νῦν ζητεῖ παρ’ αὐτοῦ ἡ Ταμιακὴ ὑπηρεσία νὰ πληρώσῃ τὸ ἐπιτήδευμα τοῦ καφεπώλου, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε αὐτὸς μετῆλθε. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα τοῦ πολίτου αὐτοῦ, καὶ νὰ διατάξῃ τὴν Οἰκονομικὴν ἀρχὴν, ὅπως τὸν ἀπαλλάξῃ. Ἡ δευτέρα ἀναφορὰ ἐπίσης διευθύνεται πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ μέρους δέκα πολιτῶν, ἁπάντων κατοίκων ἑνὸς χωρίου τῆς Λαμίας, ὀνόματι Δίβρη, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται διὰ τὸ ἑξῆς. Ἡ Δίβρη, τὸ χωρίον τοῦτο, κεῖται ἐπὶ τῆς παλαιᾶς ὁροθετικῆς γραμμῆς, ἅμα δὲ τῇ προσαρτήσει τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα, οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου τούτου, μὴ ἀρκούμενοι εἰς τὰς γαίας, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ χωρίον τοῦτο, μετέβησαν εἰς τὸν δῆμον Μελιταίας τοῦ Δομοκοῦ, καὶ ἐκεῖ, ἀγοράσαντες διάφορα κτήματα, ἐτράπησαν εἰς τὴν καλλιέργειαν, διὰ τῆς παραγωγῆς τῆς ὁποίας ἀποζῶσιν. Εἰς τὰ κτήματα αὐτὰ ὅμως, τὰ ὁποῖα ἠγόρασαν, εὑρίσκεται καὶ δάσος, εἰς τὸ ὁποῖον τακτικῶς οἱ κάτοικοι τοῦ μνησθέντος χωρίου ξυλεύονται. Ἡμέραν τινά, νομίζω δὲ τὴν 3 Νοεμβρίου τοῦ 1893, εἷς δασοχωροφύλαξ συνέλαβεν αὐτοὺς εἰς τὸ δάσος, τοὺς κατήγγειλεν ἐπὶ παρανόμῳ ὑλοτομίᾳ, καὶ παρεπέμφθησαν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, ὅπως δώσωσι λόγον τῆς πράξεώς των. Ἐν ᾧ δὲ κατὰ δύο δικασίμους ἡμέρας οἱ δέκα οὗτοι Δίβριοι κατεδικάσθησαν εἰς πρόστιμον, καὶ ἐν ᾧ αὐτοστιγμεὶ ἐπλήρωσαν τὸ πρόστιμον καὶ τὰ ἔξοδα εἰς τὸν εἰσπράκτορα, ὃν ἐν τῇ ἀναφορᾷ των ὀνομάζουσι, μετὰ παρέλευσιν ἕξ ἐτῶν, τουτέστι κατὰ τὸν Μάρτιον τρέχοντος ἔτους, συλληφθέντες ὑπὸ δημοσίου εἰσπράκτορος ἐν Λαμίᾳ, κατὰ παραγγελίαν τοῦ Ταμίου Λαρίσης, ἠναγκάσθησαν, ἐπὶ τῇ ἀπειλῇ, ὅτι θὰ ὁδηγηθῶσιν εἰς τὰς πολιτικὰς φυλακὰς, νὰ πληρώσωσι καὶ ἐκ δευτέρου τὰ ἐπιδικασθέντα εἰς αὐτοὺς δικαστικὰ ἔξοδα καὶ τὸ πρόστιμον. Τοῦτο ἀναφέρουσι διὰ τῆς ἀναφορᾶς των ταύτης πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλοῦντες, ὅπως σπεύσῃ καὶ διατάξῃ τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς νὰ ἐξακριβώσωσι τὸ πρᾶγμα, διότι οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ χωρικοί, ἐγκαταλείψαντες τὸ χωρίον των κατὰ τὸν πόλεμον, ὅτε τοῦτο κατελήφθη ὑπὸ τουρκικοῦ στρατοῦ, ἀφῆκαν ἐκεῖ ὅλα τὰ ἔγγραφά των, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὰς ἀποδείξεις τοῦ εἰσπράκτορος Λαρίσης, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύνανται ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἐπλήρωσαν τότε τὰ ἔξοδα, καὶ ὡς ἐκ τούτου πληρώνουσιν ἐκ δευτέρου, ὡς ὁμολογεῖ ὁ ἐν τῇ ἀναφορᾷ των ὀνομαζόμενος δημόσιος ὑπάλληλος, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἡ πληρωμὴ, ἀμέσως μετὰ τὴν δίκην, τῶν προστίμων καὶ τῶν δικαστικῶν ἐξόδων.
§208ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον καταγγέλλεται ἤδη, λαμβάνει χώραν πανταχοῦ τοῦ Κράτους· τοὐλάχιστον εἰς τὰ ἰδικά μας μέρη τοιαῦτα συμβαίνουσι συχνότατα. Οἱ καταδικαζόμενοι ὅπως δήποτε ὁδηγοῦνται εἰς τὰς φυλακάς, καὶ πληρώνουσιν ἔξοδα καὶ πρόστιμον. Οἱ Ταμίαι ὅμως τῶν ἑδρῶν τῶν Δικαστηρίων δὲν ἀποστέλλουσι τὰ ἀπαιτούμενα γραμμάτια συμψηφισμοῦ εἰς τοὺς ἁρμοδίους ἐπαρχιακοὺς Ταμίας, διὰ νὰ γείνῃ ἡ πιστοχρέωσις. Οἱ ἐκκαθαρίζοντες τὰ ἔξοδα ὑπάλληλοι ἀποστέλλουσιν εἰς τὰς κατοικίας των τὴν ἐκκαθάρισιν, καὶ ἐκεῖ οἱ πληρώσαντες συλλαμβάνονται ἐκ νέου, καὶ ἀπάγονται δέσμιοι ἀπὸ τὰς ἐργασίας των εἰς τὰς φυλακὰς, ἐκεῖ δὲ χρειάζεται ὁλόκληρος διαδικασία, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἔχουσι πληρώσει τὰ ἔξοδα, καὶ ν’ ἀπαλλαγῶσι· πολλάκις δ’ ἐχρειάσθη ν’ ἀποφυλακισθῶσιν, ἀφοῦ ἔμειναν φυλακισμένοι ἐπὶ ἡμέρας. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄτοπον τοῦτο, καὶ δι’ ἐγκυκλίου, ἢ ἄλλου οἱουδήποτε μέτρου, κατορθώσῃ τὴν ἐξάλειψιν αὐτοῦ.
§209Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μοὶ διεβιβάσθησαν παράπονα ἐκ Ξυλοκάστρου τῆς Κορινθίας, ὅτι ὁ Νομάρχης, ἐναντίον τῶν ἐγκυκλίων, τῶν ἐκδεδομένων καὶ πρὸ ὀλίγου καὶ πρὸ ἐτῶν καὶ πολλάκις παρὰ τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν, προέβη εἰς τὴν σύστασιν Φαρμακεμπορείου. Ἀληθῶς κατεβλήθησαν πρὸ καιροῦ προσπάθειαι, ὅπως συστηθῇ Φαρμακεῖον, αἱ προσπάθειαι ὅμως αὗται δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσι, διότι ὁ ἐκεῖ πληθυσμὸς δὲν ἦτο ἐπαρκής, ὅπως ἐπιτραπῇ ἄδεια συστάσεως Φαρμακείου. Ὁ Νομάρχης, ἐξοικονομῶν οὐχὶ βεβαίως τὰς ἐκεῖ κοινωνικὰς ἀνάγκας, προέβη εἰς χορήγησιν ἀδείας Φαρμακεμπορείου, καταστρατηγήσας τὴν ἐγκύκλιον τοῦ Ὑπουργείου, ἡ ὁποία λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς Νομάρχας ἡ χορήγησις ἀδειῶν πρὸς σύστασιν Φαρμακεμπορείων, πρὶν ἢ λάβωσι παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τὴν ἔγκρισιν, ἥτις θέλει δίδεσθαι μετὰ τὴν προκαλουμένην ἔγκρισιν τοῦ Ἰατροσυνεδρείου...» κλπ. Ἡ ἐγκύκλιος αὕτη εἶναι σύμφωνος καὶ πρὸς τὸ δίκαιον καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς δημοσίας ὑγείας. Προεκλήθη δὲ ἐκ καταχρήσεων, αἵτινες ἐλάμβανον χώραν παρὰ τῶν ἑκασταχοῦ Νομαρχῶν. Ἡ ἐγκύκλιος αὕτη εἶχεν ἐκδοθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Μπουφίδου, ὡς Ὑπουργοῦ τότε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἀξία προσοχῆς ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι ὄχι μόνον τὰ συμφέροντα τῆς δημοσίας ὑγείας δύνανται νὰ βλαφθῶσιν, ἂν καθιερωθῇ ἀνεξελέγκτως τοιαύτη τακτικὴ παρὰ τῶν Νομαρχῶν, ἀλλὰ καὶ δικαστικαὶ ἀποζημιώσεις δύνανται νὰ προκύψωσιν εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου ἐκ τῆς συστάσεως τοιούτων, ἐναντίον ῥητῶν ἐγκυκλίων καὶ διατάξεων. Καταθέτω καὶ σημείωμα, ἐφ’ οὗ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ τὰς σχετικὰς πληροφορίας.
§210Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἀναστολὴν τῆς κατασκευῆς ὁδοῦ τινος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου ἀπὸ Λόγγου εἰς Μαστοράτικα, ἥτις εἶχεν ἐκδοθῆ εἰς δημοπρασίαν ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας βουλευτοῦ κ. Τριανταφυλλάκου. Ὁ μηχανικὸς εἶχε τελειώσει τὸ ἔργον του, καὶ εἶχεν ἀρχίσει ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἐργασίας, ὁπότε, διαταγῇ τοῦ νομομηχανικοῦ Κερκύρας, ἀνεστάλη ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης. Μόλις διετάχθη ἡ ἀναστολὴ τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ, ἣν πρὸ ὀλίγου ἀνέφερα, διετάχθη τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον παρὰ τοῦ Νομάρχου Κερκύρας νὰ συνέλθῃ καὶ ἀποφασίσῃ περὶ κατασκευῆς ἑτέρας ὁδοῦ ἀπὸ Λόγγου εἰς Μαστοράτικα. Ἡ ὁδὸς, τῆς ὁποίας ἡ κατασκευὴ ἀνεστάλη, εἶναι χρησιμωτάτη, διότι διευκολύνει τὸ ἐμπόριον τοῦ ἐλαίου κατὰ τὰς ἐσοδείας. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἀφοῦ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, νὰ πληροφορήσῃ συγχρόνως τὴν Βουλὴν, ποῖοι λόγοι ὑπηγόρευσαν, ὅπως ἀνασταλῇ ἡ κατασκευὴ τῆς μιᾶς ὁδοῦ, καὶ ζητηθῇ ἡ ἔγκρισις ἑτέρας. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως καταθέσῃ σημείωμα, ὅπερ νὰ δεικνύῃ τὴν εἴσπραξιν, τὴν γενομένην ἐξ ἐξαγωγῆς ἐλαίου ἐκ τοῦ Τελωνείου Παξῶν, κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν.
§211ΝΕΓΡΗΣ. Μοὶ ἐγένοντο παράπονα παρὰ συμπολιτῶν μου ἐκ Πειραιῶς, ὅτι ὁ αὐτόθι Οἰκονομικὸς Ἔφορος καταρτίζει ἤδη τοὺς πίνακας πληρωμῆς φόρου οἰκοδομῶν τοῦ ἔτους 1901. Τὸ νὰ καταρτίζῃ πίνακας, βεβαίως εἶναι δικαίωμά του, καὶ μάλιστα εἶναι καλλίτερον νὰ καταρτίζωνται οἱ πίνακες ἀπὸ τοῦδε, ὅπως μὴ ἐπέλθῃ βραδύτης εἰς τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου, ὁποία συνέβη κατὰ τὸ 1899. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι τοὺς πίνακας τούτους σκοπεύει νὰ παραδώσῃ τὰς ἡμέρας ταύτας εἰς τοὺς Ταμίας, ὅπως προκαλέσῃ τὴν ἄμεσον εἴσπραξιν τοῦ φόρου οἰκοδομῶν τοῦ 1901. Τοῦτο βεβαίως εἶναι ἄτοπον, διότι ὅσοι δὲν ἔχουν ἐνοικιάσει τὰς οἰκοδομάς των, δὲν ἐπρόφθασαν νὰ κάμωσι τὰς ἐνστάσεις αὐτῶν περὶ τούτου, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου, διαγραφόμενοι τοῦ καταλόγου. Ἀλλ’ ὑπάρχει βεβαίως καὶ ἓν ἄλλο ἄτοπον, ἔτι μεγαλείτερον. Ὡς γνωστὸν, ὁ φόρος τοῦ 1901 εἰσπράττεται εἰς τὸ τέλος τοῦ 1901, καὶ μάλιστα ὁ νόμος ἐπιτρέπει νὰ πληρωθῇ ὁ φόρος οὗτος μέχρι τέλους τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1902. Ἐὰν λοιπὸν σήμερον πρόκηται νὰ ζητηθῇ ὁ φόρος αὐτός, βεβαίως θὰ ἦναι σκληρὸν διὰ τοὺς φορολογουμένους, οἱ ὁποῖοι πρὸ ὀλίγου ἐπλήρωσαν τὸ 1899, καὶ ἤδη πληρώνουσι τὸ 1900, νὰ πληρώσωσιν ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν καὶ τὸ 1901. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις περὶ τούτου, διότι δὲν πιστεύω νὰ ἐπιτραπῇ τὸ τοιοῦτον.
§212Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ εἰς ἐμὲ ἐβεβαίωσαν κάτοικοι Πειραιῶς, ὅτι πράγματι ἐπισπεύδεται ἡ ἀποστολὴ τοῦ καταλόγου τῶν οἰκοδομῶν ἐντὸς τοῦ Δεκεμβρίου. Κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, ἕκαστος ἰδιοκτήτης δικαιοῦται ἐντὸς τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου νὰ δηλώσῃ, ἐὰν ἡ οἰκία αὐτοῦ ἔχει ἐνοικιασθῇ, ἢ οὔ. Ἑπομένως, ἐὰν οἱ κατάλογοι κλεισθῶσι καὶ παραδοθῶσιν εἰς τὸν Ταμίαν πρὸς εἴσπραξιν τοῦ φόρου, παραβλάπτεται ἓν δικαίωμα νόμιμον διὰ τὸν ἰδιοκτήτην, τὸν μὴ ἔχοντα τὴν οἰκίαν του ἐνῳκιασμένην, ἥτις συνεπῶς δὲν φορολογεῖται.
§213Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ἀκριβῶς περὶ αὐτοῦ τοῦ θέματος ἔλαβον καὶ ἐγὼ ἐπιστολὰς πολλὰς καὶ χθὲς καὶ σήμερον. Ἐὰν συμβαίνῃ τοῦτο, εἶναι δυνατὸν νὰ προστρέξωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια οἱ ἀδικούμενοι, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Δημοσίου. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, οὐχὶ ὀλιγώτερον τοῦ συμφέροντος τῶν παραπονουμένων, ἐπιτάσσει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τούτου.
§214Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐσφαλμένη εἶναι ἡ πληροφορία, ὅτι πρόκειται οἱ κατάλογοι τοῦ ἔτους 1901 νὰ σταλῶσιν ἀπὸ τοῦδε. Οἱ κατάλογοι, ὡς γνωρίζετε, τῶν οἰκοδομῶν συντάσσονται ἐπὶ μίαν πενταετίαν, ὥστε εἶναι ἀδύνατον ἡ Οἰκονομικὴ Ἐφορία νὰ συντάσσῃ καταλόγους διὰ τὸ 1901. Πρόκειται περὶ συμπληρωματικῶν καταλόγων τοῦ 1899 καὶ 1900. Συνετάχθησαν οἱ κατάλογοι ἀρχομένου τοῦ 1899, ἀλλὰ βραδύτερον, εἴτε περὶ τὴν κατάρτισιν τῶν καταλόγων, εἴτε περὶ τὴν βεβαίωσιν τῶν ἐνστάσεων, ἐπῆλθε τὸ ἀποτέλεσμα, ὥστε οἱ κατάλογοι αὐτοὶ νὰ καταστῶσιν ὁριστικοὶ μεσοῦντος τοῦ 1900. Ἑπομένως αἱ οἰκοδομαί, αἱ ὁποῖαι ᾠκοδομήθησαν ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1899 μέχρι τέλους τοῦ 1900, δὲν περιλαμβάνονται εἰς τοὺς καταλόγους τούτους. Οἱ Ἔφοροι, κατὰ καθῆκον, προέβησαν εἰς σύνταξιν συμπληρωματικῶν καταλόγων, καὶ περὶ αὐτῶν πρόκειται.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φικιώρης ἔχει τὸν λόγον.
§216Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Πάντες οἱ ὁπωσδήποτε προσερχόμενοι εἰς τὰ Δικαστήρια ἔχουσιν ἀντιληφθῆ, ὅτι πολλοὶ τῶν κυρίων Εἰσαγγελέων καὶ δικαστῶν — καὶ δυστυχῶς οὗτοι εἶναι οὐχὶ οἱ ὀλιγώτεροι — προσφέρονται πρὸς πάντας τοὺς κάτωθεν τῆς ἕδρας αὐτῶν εὑρισκομένους, οὐχὶ ὡς πρὸς πολίτας, τῶν ὁποίων τὰ δίκαια ἐτάχθησαν νὰ ὑποστηρίξωσιν, ἀλλ’ ὡς πρὸς ὄντα, τὰ ὁποῖα νομίζουσιν, ὅτι δύνανται νὰ περιφρονῶσι καὶ νὰ ὑβρίζωσιν ἐκ τῆς ὑψηλῆς θέσεώς των, ὁσάκις προσέρχονται ἐνώπιον αὐτῶν εἴτε ὡς διάδικοι, εἴτε ὡς κατηγορούμενοι, εἴτε ὡς μάρτυρες, εἴτε καὶ ὡς συνήγοροι. Ἡ τοιαύτη συμπεριφορὰ παραβλάπτει τὰ μάλιστα τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν ἐπ’ αὐτὴν ἀναγκαιοτάτην πεποίθησιν καὶ ὑπόληψιν τοῦ λαοῦ. Φαντασθῆτε μὲ ποίας φοβερὰς ἐντυπώσεις ἀπέρχονται ἀπὸ τῶν Δικαστηρίων οἱ πολῖται, οἱ προσερχόμενοι νὰ ἴδωσι καὶ νὰ αἰσθανθῶσι τὴν θεὰν Δικαιοσύνην, ἀπονέμουσαν δίκαιον εἰς αὐτοὺς, καὶ βλέποντες αἴφνης τοὺς λειτουργοὺς τῆς θεᾶς ταύτης νὰ προσφέρωνται βαναυσότατα καὶ ὑβριστικώτατα πρὸς αὐτοὺς ἀπὸ τῆς ὑψηλῆς ἐκείνης θέσεως, εἰς ἣν ἀνεβίβασεν αὐτοὺς ἡ Πολιτεία, ἵνα δικάζωσι περὶ τῆς τιμῆς, τῆς ζωῆς καὶ τῆς περιουσίας αὐτῶν. Διὰ τῆς τοιαύτης συμπεριφορᾶς πολλάκις περιάγουσι καὶ τοὺς δικηγόρους καὶ τοὺς δικαζομένους ἢ μάρτυρας εἰς σημεῖον δυσχερέστατον, εἰς τὴν ἀνάγκην δηλαδὴ, ἢ νὰ ἀνεχθῶσιν ὡς δοῦλοι τὰς ὕβρεις, ἢ νὰ τοῖς ἀποδώσωσιν αὐτὰς καὶ νὰ διακινδυνεύσωσι νὰ ὑποστῶσι βαρείας ποινάς. Δυστυχῶς τοιοῦτόν τι ἄτοπον συνέβη καὶ ἐν Σπάρτῃ πρό τινος. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν κ. Βαλασόπουλος, ὁ καὶ ἐξ ἄλλων περιστάσεων γνωστὸς ἐπὶ τοιαύτῃ συμπεριφορᾷ, προσηνέχθη ἀπρεπέστατα ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει πρὸς δικηγόρον, ὑπερασπίζοντα κατηγορούμενον. Ὁ δικηγόρος οὗτος, ἔχων συναίσθησιν τόσον τῶν καθηκόντων του, ὅσον καὶ τῶν δικαιωμάτων του, ἀνταπέδωκεν ἀμέσως τὴν ὕβριν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, ὁ ὁποῖος, νομίζων, ὅτι αὐτὸς ἔχει δικαίωμα νὰ ὑβρίζῃ ἀπὸ τῆς ἕδρας του, χωρὶς νὰ ἀνθυβρίζηται, ἀπήγγειλε κατηγορίαν κατὰ τοῦ δικηγόρου, καὶ ἐζήτησε τὴν τιμωρίαν αὐτοῦ. Ὁ δικηγόρος, κληθεὶς εἰς ἀπολογίαν, λίαν εὐτόλμως, ὡς ἁρμόζει εἰς λειτουργὸν τῆς Θέμιδος, ὁποῖος εἶναι καὶ ὁ δικηγόρος, δὲν ἠρνήθη, ὅτι ὕβρισεν, ἀλλ’ ἰσχυρίσθη, ὅτι ὑβρισθεὶς ἀνταπέδωκε τὴν ὕβριν, οὐχὶ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, ἀλλὰ πρὸς τὸν ὑβρίσαντα Βαλασόπουλον. Τὸ Δικαστήριον, ἀναγνωρίσαν τὸ δίκαιον τοῦ δικηγόρου καὶ τὸ ἀληθὲς τοῦ ἰσχυρισμοῦ του, ἠθώωσεν αὐτὸν παμψηφεί.
§217Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὡμολόγησε τὴν ὕβριν;
§218Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὡμολόγησεν, ὅτι ὑβρισθεὶς ἀνταπέδωκε τὴν ὕβριν. Πιστεύω, ὅτι ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Σπάρτης θὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν του ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου τούτου. Θὰ παρακαλέσω ὅμως τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ ἀντίγραφον τῶν πρακτικῶν τῆς δίκης τῆς 2 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου Σπάρτης, ἐκ τῶν ὁποίων θέλουσιν ἀποδειχθῆ πάντα ταῦτα, καὶ νὰ ἐνεργήσῃ κατὰ τοῦ τοιούτου Εἰσαγγελέως ὅ,τι τὸ καθῆκον τῷ ἐπιβάλλει.
§219ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καταθέτω ἔγγραφον ἐπερώτησιν.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§221Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, καθ’ ἣν ἔδωσε προχθὲς εὐμενῆ ἀκρόασιν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Παναγιωτοπούλου, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω, νὰ δεχθῇ, ὅπως προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕνα στίχον.
§222Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπειδὴ δὲν ἀνεγράφη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, νὰ τηρήσωμεν τὸν Κανονισμόν. Αὔριον θὰ τὸ ἀναγράψωμεν.
§223ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν παρελθόντα μῆνα Νοέμβριον ἐφονεύθησαν ἐν Λαυρίῳ 6 ἄνθρωποι, ἐργαζόμενοι εἰς τὰς ἐκεῖ μεταλλευτικὰς ἐργασίας· κατὰ τὰς ὀλίγας ἡμέρας τοῦ μηνὸς τούτου ἐφονεύθησαν ἕτεροι 3· ἐν ὅλῳ εἰς διάστημα 40 ἡμερῶν ἐφονεύθησαν 9 ἄνθρωποι. Ἡ τύχη δὲ τῶν ἀπομεινασῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν, ἢ ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἐφονεύθησαν, ἀλλ’ ἐπληγώθησαν, ἡ τύχη των εἶναι οἰκτρὰ,—τὸ γνωρίζομεν—διότι ὁ ὑπάρχων νόμος δὲν προστατεύει αὐτοὺς παρὰ εἰς βαθμὸν ἀναξίας λόγου προστασίας. Ἔχομεν, σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν νόμου ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Νέγρη, τὴν ὁποίαν, ἐὰν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας δὲν ἐγκρίνῃ νὰ συζητηθῇ, ὡς ἔχει, καὶ ψηφισθῇ, παρακαλῶ νὰ παραπέμψῃ ἡ Βουλὴ, εἰς εἰδικὴν Ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ ἐπεξεργασθῇ αὐτὴν, ἵνα εὐκολώτερον τὴν ψηφίσωμεν· εἶναι ὅμως ἐκ τῶν ἀναγκαιοτάτων.
§224Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν νομίζητε, ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπὴν, τότε πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ τὸν σχηματισμὸν τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ νὰ ἀναθέσωμεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ προβῇ εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§225ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 ἐκ δραχ. 23,163». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως. Εἶτα γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, εἰς γʹ συζήτησιν, τὸ νομοσχέδιον «περὶ συμπληρώσεως καὶ ἀποπερατώσεως τοῦ ὑδραγωγείου τῆς πόλεως Πύργου»).
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀνεγέρσεως καὶ διακοσμήσεως νέου ἱεροῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου ἐν Πάτραις». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιρρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ, ὡς ἔχει.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§229ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν ἐγκρίνῃ, νὰ προσθέσωμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐγκρίνωνται τὰ διαγράμματα τοῦ ναοῦ ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῶν δημοσίων ἔργων. Νὰ προστεθῇ δηλ. ἐν τῇ βʹ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 2, μετὰ τὴν λέξιν «καταρτισθῶσιν», ἡ φράσις «καὶ ἐγκριθῶσιν ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῶν δημοσίων ἔργων».
§230Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά. Τὸ ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν διὰ τὴν τρίτην συζήτησιν.
§231ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω, ὅσον ἀφορᾷ τὸν καταρτισμὸν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ τὴν διαχείρισιν, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἀπαρτίζεται ἀπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Πατρῶν καὶ Ἠλείας, ἀπὸ τὸν Νομάρχην Ἀχαΐας, ἀπὸ τὸν Δήμαρχον, ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Πατρῶν καὶ ἀπὸ ἕτερα τρία μέλη, ἐκλεγόμενα παρὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Τὰ τρία ταῦτα μέλη δὲν θὰ ἦναι δημοτικοὶ σύμβουλοι.
§232Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀποκλείονται καὶ οὗτοι.
§233ΧΟΙΔΑΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι θὰ ἦτο καλλίτερον, ἀντὶ τῶν τριῶν μελῶν, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκλέγῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, νὰ ἦναι ὁ Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν;
§234Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πρὸς ποῖον σκοπόν;
§235ΧΟΙΔΑΣ. Διότι ἐδῶ δὲν ἀπαιτεῖται εἰδικότης.
§236Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ ἐνδιαφέρει τὴν πόλιν τῶν Πατρῶν κυρίως.
§237ΧΟΙΔΑΣ. Ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι ἡ διαχείρισις κατὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ ναοῦ. Ὥστε χάριν μεγαλειτέρας ἐγγυήσεως, τὴν ὁποίαν θὰ παρέχῃ ἡ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ παρουσία τοῦ Προέδρου τῶν Ἐφετῶν, πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ οὗτος. Διότι δὲν ἀπαιτοῦνται εἰδικαὶ γνώσεις οἰκοδομικῆς, ὡς εἶπον, διὰ νὰ ἀποκλεισθῇ, εἶναι δ’ ἀφ’ ἑτέρου μέγα τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ διαχειρισθῇ· ἀφοῦ δὲ ὑπάρχει ὁ Δήμαρχος καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἡ πόλις τῶν Πατρῶν ἀντιπροσωπεύεται ἐπαρκῶς.
§238Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν δὲν κωλύεται, ὡς ἐκ τῶν ἀσχολιῶν του, ἂς προσθέσωμεν καὶ τὸ δικαστικὸν αὐτὸ πρόσωπον, ἀλλὰ νὰ μὴ ἀφαιρέσωμεν τοὺς ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἐκλεγομένους.
§239ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ μὲ συγχωρήσωσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ Πατρῶν, διότι παρεμβαίνω εἰς ζήτημα ἀφορῶν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν πόλιν τῶν Πατρῶν· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, προκειμένου περὶ ἐκτελέσεως ἔργου δημοτικοῦ, δὲν εἶναι ὀρθὸν τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς διδούσης λόγον πρὸς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, νὰ λαμβάνωνται ἐκ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Τὸ νὰ μετέχῃ τῆς Ἐπιτροπῆς ὁ Δήμαρχος, εἶναι φυσικὸν, διότι οὗτος εἶναι ἐκτελεστής, καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον παρ’ αὐτοῦ δύναται νὰ ζητήσῃ λόγον. Ἀλλὰ νὰ μετέχῃ αὐτῆς ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἢ μέλος οἱονδήποτε τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, τοῦτο δὲν μοι φαίνεται ὀρθὸν, διότι εἶναι ἐν ταυτῷ ἐλέγχων καὶ ἐλεγχόμενος. Θὰ ἦτο ἴσως ὀρθότερον, νὰ ἐκλέγῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ νὰ μένῃ αὐτὸ ἔξω τῆς Ἐπιτροπῆς, ἵνα ἐλέγχῃ.
§240ΧΟΙΔΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ διαχειρίσεως τῆς περιουσίας τοῦ δήμου. Εἶναι Ταμεῖον ἰδιαίτερον, εἶναι περιουσία τοῦ ναοῦ, ἡ ὁποία κατηρτίσθη ἐκ τῆς ἐκποιήσεως οἰκοπέδων τοῦ ναοῦ.
§241ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Εἶναι ἐνοριακὸς ναὸς, ἢ εἶναι μοναστηριακός; Ἐὰν ἦναι ἐνοριακὸς, εἶναι προδήλως ναὸς δημοτικός, διότι, κατὰ τὸν νόμον, οἱ ἐνοριακοὶ ναοὶ ὑπάγονται εἰς τὸν δῆμον.
§242Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι, κατόπιν τῆς ἀνεπαρκείας τῶν δικαστικῶν προσώπων, κατόπιν τῶν ἁπανταχόθεν ἀναφερομένων παραπόνων, ὅτι δὲν ἐπαρκοῦσι τὰ δικαστικὰ πρόσωπα εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἑαυτῶν καθηκόντων, ἐσφαλμένη εἶναι κατ’ ἀρχὴν ἡ ἰδέα νὰ ἀναθέτωμεν εἰς τὰ πρόσωπα ταῦτα ἐργασίας ἀλλοτρίας τῶν καθηκόντων των. Ἐγὼ δὲν ἔχω κανὲν ἄμεσον ἐνδιαφέρον εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλ’ ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ τροποποιήσωμεν πλείστας διατάξεις τῶν κειμένων νόμων, διὰ τῶν ὁποίων ἔχουσιν ἀνατεθῇ εἰς τοὺς δικαστὰς ἔργα μὴ δικαστικὰ, θὰ παρείχομεν σπουδαίαν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης.
§243ΧΟΙΔΑΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἐξ Ἄρτης ἀξιοτίμου συναδέλφου εἰς ἄλλην ἴσως περίπτωσιν θὰ εἶχε τὴν θέσιν της, διότι ὁμολογουμένως εἰς δικαστικὰ πρόσωπα ἀνετέθησαν διὰ διαφόρων νόμων ἐργασίαι ξέναι τῶν καθηκόντων των. Ἀλλ’ ἐδῶ πρόκειται μόνον ὁ Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν ν’ ἀποτελέσῃ μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς· δὲν θὰ ἔχῃ δ’ ἀσχολίας τοιαύτας, ὥστε νὰ ἐμποδίζηται ἀπὸ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν δικαστικῶν καθηκόντων του.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§245ΧΟΙΔΑΣ. Νὰ γείνῃ ἡ προσθήκη τοῦ Προέδρου τῶν Ἐφετῶν.
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως ναυτικῆς λιθοκτίστου Δεξαμενῆς ἐν Σύρῳ».
§247ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ συναινέσῃ νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἡ ἀνάγνωσις αὐτοῦ μοὶ ἐνεποίησε τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι δὲν συνετάχθη ὑπὸ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ προσώπου. Ὑπάρχουσι διατάξεις παρεμβεβλημέναι, καὶ ἐκ τούτου ὄχι μόνον ἐγεννήθη ἀκαταστασία ἐν τῇ ἐκθέσει τῶν ἰδεῶν, ἀλλὰ καὶ περιπλοκὴ τοιαύτη, ὥστε δύσκολον εἶναι, ἀσφαλῶς νὰ προέλθῃ τις εἰς γνώμην περὶ τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑποβάλλονται δὲ καὶ τροπολογίαι ὑπὸ ἀντιπροσώπων τῆς ἐπαρχίας Σύρου, ἀντιπροσώπων δηλ. εἰδικώτερον ἐνδιαφερομένων καὶ ἀντιπροσωπευόντων μάλιστα καὶ τὴν γνώμην τοῦ Δημάρχου Ἑρμουπόλεως, αἵτινες βεβαίως εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν. Θὰ ἦτο λοιπὸν καλὸν, ἂν ἐπεξειργάζετο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ νομοσχέδιον καὶ τὰς τροπολογίας, καὶ κατήρτιζε τὴν ὁριστικὴν αὐτοῦ πρότασιν, ἣν ἔπειτα νὰ ψηφίσωμεν. Σημειώσατε δὲ, ὅτι πρὸς τοῖς ἄλλοις ἐλαττώμασιν ὑπάρχει καὶ τοιαύτη πληθὺς τυπογραφικῶν πταισμάτων, μεταβαλλόντων τὴν ἔννοιαν, ὥστε πράγματι εἶναι δύσκολον νὰ ἐννοήσῃ τις περὶ τίνος ἀκριβῶς πρόκειται.
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλετε πρότασιν ἀναβολῆς;
§249ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὴν ὑποβάλλω εἰς τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως.
§250Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν νομίζητε, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
§251Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου δυνάμεθα νὰ φέρωμεν τὰς διορθώσεις.
§252ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πιστεύσατε, ὅτι θὰ ἦναι καλλίτερον διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου.
§253Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον, ὅπως φέρωμεν τὸ νομοσχέδιον ἐπεξειργασμένον... Ἐὰν, κύριε Βιτάλη, ἔχητε τροπολογίας, νὰ τὰς ὑποβάλητε, καὶ θὰ λάβωμεν καὶ αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν.
§254Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὰς καταθέτω ἐγγράφως.
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ἐπίσης ἀναβάλλεται ἡ τρίτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας.»
§256Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ ὀλίγων στιγμῶν μᾶς διενεμήθη ἡ τροπολογία, ἡ ὁποία ἀνατρέπει ἄρδην τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου.
§257ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἀφοῦ μόλις πρὸ ὀλίγου διενεμήθη ἡ τροπολογία.
§258ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§259ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι κατὰ τῆς ἀναβολῆς. Τί ἀπεφασίσαμεν προχθές; Ὁ κ. Ὑπουργὸς προχθὲς προέβαλε τὴν ἀναβολὴν, καὶ ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ, νὰ συνέλθῃ σήμερον μία Ἐπιτροπὴ, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ὑποβληθείσας τροπολογίας, καὶ καταρτίσῃ νέον σχέδιον, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι θὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν. Ταῦτα ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ προχθές, καὶ ἤδη, συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ὀφείλομεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν. Δὲν βλέπω δ’ ἐγὼ, τί νεώτερον παρουσιάζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς τοῦτο ἐτροποποιήθη σήμερον, ὥστε νὰ προκληθῇ ἡ ἀναβολή. Ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν αἱ προταθεῖσαι τροπολογίαι ὑπὸ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ἀπὸ χθές. Τόσον δὲ δὲν εὑρίσκω δεδικαιολογημένην τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς, ὥστε νομίζω, ὅτι οἱ ζητοῦντες ταύτην ζητοῦσι τὴν ματαίωσιν τῆς ἐπιψηφίσεως.
§260Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Συμφωνῶ εἰς ὅ,τι εἶπεν ὁ κύριος Βοζίκης.
§261ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ δεχθῇ νὰ συζητήσῃ νομοσχέδιον περὶ τόσον σπουδαίου θέματος, ἀνατρέπον διατάξεις ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἰσχυούσας καὶ ἐδῶ καὶ ἀλλαχοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνέγνωσε. Νῦν λέγουσιν, ὅτι αὐτὸ δὲν περιέλαβε παρὰ τὰς τροποποιήσεις τὰς παρὰ τῶν διαφόρων Βουλευτῶν ὑποβληθείσας. Δυνατὸν τοῦτο νὰ ἦναι ἀληθές, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἀναγνώσωμεν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σήμερον ζητεῖται, ἵνα ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. Προχθὲς δὲν ἐγένετο καμμία συμφωνία· ἐξ ἐναντίας μάλιστα ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι καλλίτερον νὰ συνέλθῃ τὴν Κυριακὴν ἡ Ἐπιτροπή, ὥστε τὴν Δευτέραν τὸ πρωΐ νὰ τυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον· ἀλλ’ ἐπέμειναν πολλοὶ νὰ συνέλθῃ σήμερον, καὶ συνελθοῦσα σήμερον κατήρτισε τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ φέρεται, τὸ ὁποῖον πιθανὸν νὰ μὴ περιέχῃ τι νέον, ἀλλὰ παρ’ οὐδενὸς ἀνεγνώσθη.
§262ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν οἱ ἐπιμένοντες νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον δὲν πεισθῶσι, βεβαίως ἐγὼ δὲν θέλω ἐπιμείνει νὰ συζητηθῇ, ἐναντίον τῆς ἰδέας αὐτῶν, διότι πρόκειται περὶ νομοσχεδίου θίγοντος τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν, καὶ ἐπὶ τοιούτων προτάσεων πρέπει νὰ καταβάλληται προσοχὴ μεγίστη. Ἀλλ’ εἶναι δίκαιον νὰ παρατηρηθῇ, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπως ἐτροποποιήθη σήμερον, δὲν ὑπάρχει καμμία διάταξις, μὴ περιεχομένη ἐν ταῖς διαφόροις τροπολογίαις καὶ τῇ ἀρχικῇ προτάσει νόμου, δὲν ὑπάρχει τίποτε νεώτερον, ἐκτὸς τοῦ ἄρθρου 2, ὅπερ καὶ τοῦτο ἐλήφθη ἐκ τῆς τροπολογίας τοῦ κυρίου Πέρρου, ὁρίζει δὲ τὰ περὶ τῆς ἐφαρμογῆς. Πάντα τὰ λοιπὰ ἐλήφθησαν ἐκ τῶν διαφόρων τροπολογιῶν καὶ τοῦ ἀρχικοῦ στελέχους τοῦ νομοσχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς, γενομένων συζητήσεων, προσχωρησάντων πάντων εἰς τὰς παρατηρήσεις, αἵτινες ἐγένοντο, καὶ ὑποχωρησάντων εἰς ἐκεῖνα, ἅτινα ἐπείσθησαν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνωσιν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς δεκτά. Δὲν ὑπάρχει ἐν αὐτῷ καμμία γραμμή, ἥτις δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὰς προτάσεις, αἵτινες ἐγένοντο. Ἐὰν παρὰ ταῦτα κριθῇ τόσῳ σπουδαῖον τὸ πρᾶγμα, ὥστε ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, ἐγὼ δὲν ἔχω προσωπικῶς νὰ φέρω καμμίαν ἀντίρρησιν.
§263ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτό, τὸ νὰ λέγητε, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περιελήφθησαν αἱ σπουδαιότεραι τροποποιήσεις, ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ νομοσχέδιον παρουσιάζει πολλὰ τὰ νέα, ὥστε πρέπει νὰ μελετηθῇ. Τὸ ὅτι ἐφ’ ἑνὸς νομοσχεδίου, ὅπερ ἦλθεν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, διότι εἶχε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἔγειναν τόσαι τροπολογίαι, ἀποδεικνύει, ὅτι πολλοὶ τῶν νομομαθῶν ἐν τῇ Βουλῇ ἐνόμισαν, ὅτι αἱ διατάξεις, αἱ τὸ πρῶτον ὑποβληθεῖσαι, καὶ τροποποιηθεῖσαι ἔπειτα ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν ἐπλήρουν τὸν σκοπόν, δι’ ὃν ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἕκαστος αὐτῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τροπολογίας. Καὶ ἐπειδὴ ἔρχεται σήμερον ἡ Ἐπιτροπή, ἥτις κατηρτίσθη ἐκ τῶν ὑποβαλόντων τὰς νέας προτάσεις, καὶ ἐργασθεῖσα παρεδέχθη τινὰς αὐτῶν, καὶ παρουσιάζει αὐτὰς ὡς ἴδιον νομοσχέδιον, νομίζετε ὅτι ἔπαυσε νὰ ἔχῃ σπουδαιότητα καὶ ἐνδιαφέρον διὰ τὴν ἄλλην Βουλήν, καὶ δὲν πρέπει ν’ ἀναβληθῇ; Νομίζω τοὐναντίον, ὅτι ἡ Βουλή, βλέπουσα πόσαι ἤδη περιελήφθησαν ἐν τῷ νέῳ νομοσχεδίῳ τροποποιήσεις, θὰ θεωρήσῃ ἀναγκαῖον νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀναβολήν.
§264Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον δὲν εἶναι...
§265Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, μολονότι οἱ προβαλλόμενοι λόγοι ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς δέν μοι φαίνονται βάσιμοι, δέχομαι τὴν ἀναβολήν.
§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως τῶν ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ καταδικαζομένων».
§267ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§268Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑπεβλήθησαν τροπολογίαι ὑπὸ τῶν κ. κ. Βοκοτοπούλου, Στεφάνου, Ρώμα καὶ Ζέγγελη. Ἐσμὲν διατεθειμένοι νὰ δεχθῶμέν τινας ἐξ αὐτῶν, μετὰ μικρῶν τινων διαφορῶν. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ σκοπεῖ νὰ βελτιώσῃ ὑπὲρ τῶν καταδικαζομένων τὰς ἰσχυούσας διατάξεις· ἑπομένως παρουσιάζει καί τι τὸ ἐπεῖγον, ὡς πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἤδη ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν. Ἤθελον παρακαλέσει, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ ψηφισθῇ σήμερον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, καὶ κατὰ τὴν τρίτην λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν τὰς τροπολογίας.
§269ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπέστη ἤδη τροπολογίας, καὶ θὰ δεχθῇ καὶ ἄλλας αὔριον· ἀλλὰ προειδοποιῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ὅτι καὶ τοῦτο ἔχει τὴν αὐτὴν ἀνάγκην, ἣν καὶ τὸ ἕτερον εἶχεν. Ὥστε καλὸν θὰ ἦτο νὰ κατηρτίζετο Ἐπιτροπή, ὡς ἡ τοῦ ἑτέρου, ὅπως ἐξετάσῃ τὰς τροπολογίας.
§270Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν αὐτὸ σήμερον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, καὶ κατὰ τὴν τρίτην μελετῶμεν τὰς τροπολογίας.
§271Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ προταθῶσι τροπολογίαι, πρέπον εἶναι νὰ μὴ προτείνωνται εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§272ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς νὰ ὑποβάλωσι τὰς τροπολογίας των, ὥστε νὰ ἔχωμεν ταύτας, καὶ νὰ δυνηθῶμεν νὰ τὰς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν.
§273ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ τὰς ὑποβάλω ἐγγράφως.
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται λοιπόν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσδιορισμοῦ τῶν ἐλαχίστων ὅρων τοῦ ἐμβαδοῦ καὶ διαστάσεων τῶν ἐν Κηφισιᾷ οἰκοπέδων».
§275ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχω νὰ ὑποβάλω ἀντιρρήσεις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι φοβοῦμαι, μήπως θίγῃ δικαιώματα καὶ ἐγείρῃ ζητήματα, ἅτινα δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐγείρῃ ἡ πρᾶξις ἡμῶν. Φοβοῦμαι δὲ, ὅτι θὰ ἐγείρῃ τὰ ζητήματα καὶ ἄνευ ἐλπίδος ἐπιτεύξεως τῆς βελτιώσεως, ἣν ἐσκόπει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον. Καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τούτου. Τί λέγει τὸ νομοσχέδιον; Προκειμένου περὶ τῆς τρίτης κατηγορίας τῶν οἰκοπέδων, τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 1, λέγει, ὅτι τὰ οἰκόπεδα ταῦτα πρέπει νὰ ἔχωσιν ἐμβαδὸν 1500 πήχεων βασιλικῶν, πρόσωπον 24 Β. πήχεων, καὶ βάθος 30, καὶ πρέπει νὰ κτίζωνται αἱ κατοικίαι ἐν τοῖς τοιούτοις οἰκοπέδοις εἰς τρόπον, ὥστε πανταχόθεν νὰ ἀπέχωσιν ἀπὸ τοῦ γείτονος 6 μέτρα, ὑποθέτω δὲ καὶ ἀπὸ τῆς ὁδοῦ — δὲν λέγει μὲν τοῦτο τὸ νομοσχέδιον, φρονῶ ὅμως, ἐὰν ψηφισθῇ, ὅτι πρέπει νὰ λέγῃ «καὶ ἀπὸ τῆς ὁδοῦ». — Ὑποθέσατε, ὅτι ἐψηφίσαμεν τὸ νομοσχέδιον, καὶ εἰς τὸ ἑξῆς μόνον 1500 μέτρων ἔκτασις ἐπιτρέπεται νὰ κτισθῇ. Ὑπάρχει καμμία διάταξις, ἥτις νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ εἰς ἐμέ, τὸν ἔχοντα τὸ οἰκόπεδον τῶν 1500 μέτρων, νὰ κτίσω ἐν αὐτῷ, ὅσας οἰκίας θέλω, ἀρκεῖ νὰ τηρήσω τὰ ἓξ μέτρα περὶ τὰς οἰκίας ταύτας, δηλ. περὶ τὸ σύνολον τῶν οἰκιῶν αὐτῶν; Ἀκολουθῶν ὁ ἰδιοκτήτης αὐτὸς τὸ παράδειγμα τοῦ κ. Πεσματζόγλου, ἢ τὸ τοῦ κ. Τριανταφυλλίδου, δύναται νὰ κτίσῃ εἰς τὸ οἰκόπεδόν του πολλὰς οἰκίας. Ἀλλὰ ποῖον ἐκ τούτου θὰ ἦναι τὸ κέρδος, ὅπερ ἀπέκτησεν ἡ Κηφισιὰ, ὡς ἐξοχὴ τῶν Ἀθηνῶν; Διότι ἐν τῷ τετραγώνῳ ἐκείνῳ ἢ τῷ παραλληλογράμμῳ τῶν 1500 μέτρων θέλουσι σωρευθῆ αἱ οἰκίαι, καὶ τῶν οἰκιῶν τούτων οἱ βόθροι, καὶ τ’ ἀποτελέσματα ἔσονται οἷα καὶ σήμερον· θὰ ὑπάρχῃ μόνον ἡ διαφορά, ὅτι σήμερον μὲν αἱ οἰκίαι εἶναι μεγάλαι καὶ μικραὶ, αἱ δὲ μικραὶ, κατοικούμεναι ὑπ’ ὀλιγωτέρων ἀνθρώπων, εἶναι ὀλιγώτερον ἐπιβλαβεῖς τῶν μεγάλων οἰκιῶν τῶν παραθεριζόντων. Βελτίωσιν οὐδεμίαν φέρομεν, καὶ θέλομεν, μὴ φέροντες μηδεμίαν βελτίωσιν, διότι τοιαύτη ἀπαγορευτικὴ διάταξις δὲν ὑπάρχει, θέλομεν νὰ θίξωμεν τὰς περιουσίας τῶν πολιτῶν, οἵτινες ἔχουσιν ἤδη στήριγμα, δυνάμει τοῦ Διατάγματος τῆς 18 Ἀπριλίου τοῦ 1887, ὅπερ καὶ ἀναφέρει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, τὴν βεβαίωσιν, ὅτι τὰ τοῦ ἐμβαδοῦ καὶ τοῦ προσώπου θέλουσι μείνει ἄθικτα, διότι κατὰ τὸν κείμενον νόμον τοῦ 1867 ἐφ’ ἅπαξ ὁρίζονται τὰ τοῦ ἐμβαδοῦ καὶ τοῦ βάθους καὶ τοῦ προσώπου. Ἔχει δ’ ὁ νόμος οὕτω (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἐλάχιστοι ὅροι τοῦ ἐμβαδοῦ, τοῦ προσώπου καὶ τοῦ βάθους τῶν παρὰ τὰς ὁδοὺς ἢ πλευρὰς ἐν ταῖς πόλεσι καὶ κώμαις οἰκοπέδων προσδιορίζεται ἐφάπαξ εἰδικῶς δι’ ἑκάστην πόλιν διὰ Βασ. Διατάγματος, προηγουμένης γνωμοδοτήσεως τοῦ ἁρμοδίου Δημοτικοῦ Συμβουλίου... οὔτε μείζονες τῶν ἐν Ἀθήναις, οὔτε ἐλάσσονες τῶν ἐν Ἑρμουπόλει μέχρι τοῦδε προσδιωρισμένων.» Δὲν λέγω ὅτι ὁ νόμος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλῃ τοῦτο, ὅπερ ἐφάπαξ παρεχωρήθη εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ πράξῃ διὰ Β. Διατάγματος· ὁ νόμος βεβαίως ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ἔρχεται νὰ μεταβάλῃ ἐκεῖνα, ἅτινα, πάντες ἀπέκτησαν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὡρίσθησαν ἀμετάβλητα, ἔρχεται νὰ θίξῃ συμφέροντα μικρὰ καὶ μεγάλα, πτωχῶν καὶ πλουσίων, καὶ πρὸ πάντων τῶν πτωχῶν. Τὸ πρᾶγμα μοὶ φαίνεται πολὺ ἐπικίνδυνον, καὶ πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ φέρωμεν τροπολογίας, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἂν ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἰδέαν αὐτοῦ, νὰ ὁρίσῃ τὰ πράγματα οὕτως, ὥστε νὰ ἔχωμεν βεβαιωμένον, ὅτι θὰ ἐπιτύχωμεν εἰς τὸν σκοπὸν ἡμῶν, πρὸ πάντων δὲ νὰ διαταχθῇ, ὅτι τὸ ὡρισμένον τοῦτο ἐμβαδὸν ὁρίζεται διὰ μίαν οἰκίαν· διότι, ἐπαναλέγω, ὁ κ. Τριανταφυλλίδης, ἐν παραδείγματι, ᾠκοδόμησεν ἐντὸς ἑνὸς οἰκοπέδου 5 οἰκίας συμπεπυκνωμένας, πολὺ περισσότερον ἢ ὅσον θὰ ἦσαν, ἂν πέντε διάφοροι ἰδιοκτῆται ἔκτιζον αὐτὰς εἰς μικρότερα οἰκόπεδα. Τὸ αὐτὸ ἔπραξεν, εἰς μεγαλείτερον ἐμβαδὸν, 17,000 πήχεων περίπου, ὁ κ. Πεσματζόγλου, οἰκοδομήσας ἐν αὐτῷ 5 μεγάλας οἰκίας.
§276Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτε ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀνεχώρησα ἀπὸ τῆς ἰδέας, ὅτι ἐν Κηφισιᾷ ἔπρεπε νὰ γείνῃ διάκρισις μεταξὺ οἰκοπέδων ἀνηκόντων εἰς πτωχοὺς καὶ οἰκοπέδων ἀνηκόντων εἰς πλουσίους, καὶ ὅτι διὰ τὰ οἰκόπεδα τῶν πτωχῶν ἔπρεπε νὰ ὁρίσωμεν διάφορον ἐμβαδὸν, ἀλλὰ καὶ νὰ λάβωμεν μέτρα τινὰ, ὅπως ἐμποδίσωμεν τὸ κακὸν, ὅπερ ἤρχισε νὰ γίνηται, νὰ κτίζωνται δηλ. οἰκίαι ἡ μία πλησίον τῆς ἄλλης, ὅτε ἤθελε παύσει ἡ Κηφισιὰ ἀνταποκρινομένη πρὸς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν οἱ κατοικοῦντες ἐν Ἀθήναις προσδιώριζον, νομίζω, τὴν Κηφισιὰν, τοῦ νὰ παραθερίζωσι δηλαδὴ εἰς αὐτὴν, νὰ ἔχωσιν ἐνδιαίτημα εὐχάριστον κατὰ τὸ θέρος. Ἵνα ἐπιτύχωμεν τὸ καλὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ θυσιάσωμεν μερικὰ συμφέροντα. Ἡ βλάβη δὲ δὲν θὰ ἦναι καὶ μεγάλη, διότι θὰ ἦναι δυνατὸν, οἱ ἔχοντες μικρὸν οἰκόπεδον νὰ τὸ πωλήσωσιν. Ἀνεχώρησα λοιπὸν ἀπὸ τῆς ἰδέας, ὅτι εἷς ὅρος, ὅπως ἡ Κηφισιὰ καταστῇ εὐχάριστον ἐνδιαίτημα κατὰ τὸ θέρος διὰ τοὺς κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν, εἶναι, αἱ οἰκίαι ν’ ἀπέχωσιν ἡ μία ἀπὸ τῆς ἄλλης, ἵνα μὴ ἔχωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρατηροῦμεν ἐν Φαλήρῳ, καὶ τὸ ὁποῖον ἀτυχῶς παρετηρήθη καὶ ἐν Κηφισιᾷ, ὅπου ἤρχισαν νὰ κτίζωσι τὴν μίαν οἰκίαν πλησίον τῆς ἄλλης. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι δύνανται νὰ οἰκοδομηθῶσι πολλαὶ οἰκίαι ἐν τῷ οἰκοπέδῳ τοῦ ὡρισμένου ἐμβαδοῦ, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ πραγματοποιηθῇ· διότι, ἐὰν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ 6 μέτρα, τὰ ὁποῖα πρέπει ν’ ἀπέχωσιν ἀπὸ τῶν συνόρων τῶν ἑκατέρωθεν γειτονικῶν οἰκοπέδων, καὶ πολλαπλασιάσῃ ταῦτα μὲ τὸ πρόσωπον καὶ τὸ ἐμβαδὸν, θὰ ἴδῃ, ὅτι θὰ μείνωσι πολὺ ὀλίγα μέτρα. Δυνάμεθα ὅμως ν’ ἀποφύγωμεν καὶ τοῦτο, ἐὰν ὁρίσωμεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ οἰκοδομήσῃ τις ἐν τῷ οἰκοπέδῳ τοῦ ὡρισμένου ἐμβαδοῦ ἢ μόνον μίαν οἰκίαν, μετὰ τῶν παραρτημάτων αὐτῆς, ἐννοεῖται. Ἐγὼ μάλιστα ἤκουσα μετὰ προσοχῆς ἐν τῇ πρώτῃ συζητήσει, ὅτι τὸ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁριζόμενον ἐμβαδὸν εἶναι μικρὸν, καὶ εἶμαι διατεθειμένος νὰ παραδεχθῶ τὴν αὔξησιν αὐτοῦ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι μόνον διὰ τοιούτου τρόπου θὰ δυνηθῆτε νὰ βελτιώσητε τὴν κατάστασιν τῆς Κηφησιᾶς. Ἐὰν δὲν κατορθώσητε νὰ κτίζητε ἐν ἀποστάσει τὰς οἰκίας, ἐὰν δὲν κατορθώσητε νὰ κατασκευάζητε τὰς οἰκίας ἐχούσας βόθρους στεγανοὺς, ἐὰν δὲν κατορθώσητε νὰ βελτιώσητε τὴν κατάστασιν τῶν ὁδῶν διὰ ῥείθρων καὶ πεζοδρομίων, ἐὰν δὲν κανονίσητε τὸ κατάβρεγμα τῶν ὁδῶν, ἐὰν δὲν κατορθώσητε νὰ γείνῃ ἓν πάρκον, ὅπου νὰ συρρέωσιν οἱ ἐπισκεπτόμενοι τὴν Κηφισιὰν, βεβαιωθῆτε, ὅτι τὸ μέλλον τῆς Κηφισιᾶς δὲν θὰ ἦναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προσδοκῶμεν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πάντα ταῦτα δύνανται νὰ ἐπιτευχθῶσι, καὶ ὅτι πρῶτον βῆμα πρὸς τοῦτο εἶναι τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Καὶ ἐνῷ εἶμαι διατεθειμένος νὰ δεχθῶ πᾶσαν τροπολογίαν, ἡ ὁποία θὰ τείνῃ νὰ βελτιώσῃ τὸ νομοσχέδιον, νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν ν’ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τὰ μικρὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα δυνατὸν κἄπως νὰ παραβλάπτωνται, καὶ νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν μεγάλων.
§277Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς προέβαλεν, αὐτὸ ἐσκόπει τὸ προτεινόμενον νομοσχέδιον. Τὸ προτεινόμενον νομοσχέδιον ἐσκόπει νὰ προλάβῃ τὴν συνάθροισιν πολλῶν οἰκιῶν ἐπὶ τὸ αὐτὸ, καὶ διὰ τοῦτο προτείνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ὁρισθῇ ἡ ἔκτασις τῶν οἰκοπέδων εἰς 1500 μέτρα. Τοῦτο δὲ δὲν εἶναι νέον τι, διότι παραπλήσιον ὑπάρχει ἤδη ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, ἐν τῇ τετάρτῃ παραγράφῳ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 9 Ὀκτωβρίου 1856, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὰ τῆς ζώνης ἰδίως τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῶν ἄλλων πόλεων (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἐν ταῖς ζώναις τῶν πόλεων ἐπὶ τῶν λεωφόρων κατασκευαζόμεναι ἀγροτικαὶ οἰκίαι» (διατάσσει ἡ εἰρημένη παράγραφος τοῦ μνημονευθέντος Β. Διατάγματος) «θέλουν εἶσθαι κεχωρισμέναι δι’ ἐκτάσεων πεφυτευμένων, τῶν ὁποίων τὸ ἐπὶ τῆς λεωφόρου πλάτος ἑκατέρωθεν τῆς οἰκίας δὲν θέλει εἶσθαι ἔλασσον τῶν ἕξ Βασιλικῶν πήχεων ἐφ’ ἑκάστης πλευρᾶς τῆς οἰκίας. Ἑπομένως ἡ ἀπὸ οἰκίας εἰς οἰκίαν ἀπόστασις προσδιορίζεται κατ’ ἐλάχιστον ὅρον εἰς δώδεκα Βασιλικοὺς πήχεις. Ἑκάστης ἀγροτικῆς οἰκίας ἡ περιοχὴ (οἰκόπεδον, αὐλὴ καὶ δενδρὼν) προσδιορίζεται κατ’ ἐλάχιστον εἰς ¾ τοῦ Βασ. στρέμματος.» Τοῦτο λοιπὸν, τὸ ὁποῖον εἶχε διαταχθῆ διὰ τὰς οἰκίας, αἱ ὁποῖαι οἰκοδομοῦνται ἐν τῇ ζώνῃ τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, προσδιορίζεται εὐρύτερον οὐχὶ διὰ τὰς οἰκοδομὰς τῶν πόλεων, ἀλλὰ διὰ τὰς οἰκοδομὰς ἐξοχικοῦ συνοικισμοῦ, ὁ ὁποῖος θ’ ἀποτελέσῃ ἓν θερινὸν ἐξοχικὸν καταφύγιον τῶν κατοίκων τῆς πόλεως Ἀθηνῶν. Ἐγὼ συμφωνῶ καὶ μὲ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐδήλωσεν ὅτι ἔχει, ὅτι δὲν θεωρεῖ τοὺς 1500 Βασ. πήχεις ἐπαρκεῖς· νομίζω δὲ, ὅτι, ἐὰν ὁρισθῶσι 3,000 τεκτονικοὶ πήχεις, δηλαδὴ 200 ἢ 300 πήχεις ἐπὶ πλέον, ἐκπληροῦται πληρέστερον ὁ σκοπός. Ἀλλὰ φρονῶ προσέτι, ὅτι τὸ διάστημα τῶν 6 μέτρων πρέπει νὰ ὁρισθῇ εἰς ὀκτὼ, ὥστε νὰ ὑπάρχωσι 16 μέτρα, τὰ ὁποῖα νὰ χωρίζωσι τὴν μίαν πλευρὰν ἀπὸ τῆς ἄλλης. Πλὴν τούτου νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γένηται δεκτὴ ὡς παράγραφος δευτέρα τοῦ ἄρθρου 2 ἡ ἑξῆς: «Οἱ βόθροι τῶν ἀποχωρητηρίων τῶν οἰκιῶν τοποθετοῦνται μακρὰν τῶν φρεάτων, κατασκευάζονται δὲ στεγανοὶ, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἀπὸ 26 Ἀπριλίου 1882 Β. Διατάγματος». Τὸ μνημονευόμενον ἄρθρον τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ 1882 προσδιορίζει, τί ἔστι στεγανὸς βόθρος, καὶ πῶς κατασκευάζονται οὗτοι. Πλὴν τούτου πρέπει ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τι, τὸ ὁποῖον μοὶ ἀνεκοινώθη τυχαίως, καὶ ὅπερ ἠγνόουν. Ὁ συνοικισμὸς τῆς Κηφισιᾶς ἔλαβε νόμιμον ὕπαρξιν ἀφ’ ἧς ἐνεκρίθη σχέδιον συνοικισμοῦ τῆς Κηφισιᾶς. Πρὸ τοῦ σχεδίου τῆς Κηφισιᾶς, καὶ πρὶν ἢ προσδιορισθῇ τόπος συνοικισμοῦ, ὑπῆρχον χωρικοὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν κατῴκουν ἐν τῷ χωρίῳ Κηφισιᾷ, ἀλλ’ ἔξωθι, ἐν τοῖς ἀγροῖς, ἐπὶ τῆς ἐκτάσεως τῶν ὁποίων προσδιωρίσθη ὁ συνοικισμός· οἱ ἀγρόται δὲ οὗτοι δὲν ἔκτισαν οἰκίας μεγάλας ἐπὶ τῶν ἀγρῶν των, οὔτε οἱ ἀγροί των ἔχουσι πάντες ἔκτασιν τριῶν χιλιάδων πήχεων τεκτονικῶν, κατοικοῦσι δ’ ἐν οἰκίαις μικραῖς· ἐὰν δὲ καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, οὗτοι δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν οἰκίας ἐν τῷ συνοικισμῷ ἐπὶ μικροτέρας ἐκτάσεως, ἀλλὰ δὲν ἔχουσιν οἰκίαν καὶ ἐν τῷ χωρίῳ Κηφισιᾷ, ἵνα κατοικήσωσιν ἐκεῖ, ἀλλὰ δὲν θέλουσι δύνασθαι καὶ νὰ πωλήσωσι τὸ οἰκόπεδόν των, μηδενὸς ἀγοράζοντος αὐτὸ, ὡς μὴ ἄρτιον, κατὰ τὸ νομοσχέδιον. Διὰ τοῦτο εἶναι δίκαιον νὰ τροποποιηθῇ ἡ πρώτη περίοδος τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου. Ἀντὶ τῆς ὑπαρχούσης: «Ἐκ τῶν ἤδη δυνάμει νομίμου ἀδείας ᾠκοδομημένων οἰκοπέδων», νὰ τεθῇ: «Ἐκ τῶν ᾠκοδομημένων κατὰ τὸ ἐγκεκριμένον σχέδιον οἰκοπέδων». Ἀλλ’ ἤθελον προβῆ εἰς θαρραλεωτέραν πρότασιν, ὅπως ἐνισχύσω τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἰς τὴν περὶ τοῦ συνοικισμοῦ τῆς Κηφισιᾶς μέριμνάν του ταύτην. Συνέβη νὰ ἦμαι ἰδιοκτήτης κηπαρίου, θὰ ὑποβληθῶ δὲ καὶ ἐγὼ εἰς τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς θαρραλεωτέρας προτάσεώς μου ζητεῖται νὰ ἐπιβληθῶσι καὶ εἰς τοὺς ἄλλους ἰδιοκτήτας. Ἤθελον προτείνει ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ ἡ ὑποχρέωσις τῆς κατασκευῆς πεζοδρομίων.
§278Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ εἶπον.
§279Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν χαραχθῶσι τὰ πεζοδρόμια, καὶ κατασκευασθῶσι τὰ κράσπεδα αὐτῶν, ἢ τὰ περιζώματα τῶν πεζοδρομίων, ἡ ὁδὸς θέλει λάβει τὸ ἀμυγδαλωτὸν σχῆμα, ἕνεκα τοῦ ἑκατέρωθεν περιζώματος, καὶ εὐκολώτερον θέλουσι καταρρέει τὰ ὕδατα, οὐδὲ θέλει εἶσθαι πλέον δυνατὸν νὰ δένωνται τὰ ζῷα εἰς τὰ δένδρα, οὕτω δὲ θέλουσι προφυλάττεσθαι τὰ δένδρα, οὐδὲ θέλει καταστρέφεσθαι ἡ ὁδός. Διὰ τοῦτο ἤθελεν προτείνει νὰ τεθῇ καὶ ἡ ἑξῆς διάταξις: «Αἱ περὶ κατασκευῆς πεζοδρομίων διατάξεις τῶν ἄρθρων 1, 3, 4 καὶ 7 τοῦ περὶ κατασκευῆς πεζοδρομίων καὶ ὑπονόμων νόμου τῆς 11 Σεπτεμβρίου 1856 ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τῶν οἰκιῶν καὶ οἰκοπέδων τοῦ ἐξοχικοῦ συνοικισμοῦ τῆς Κηφισιᾶς, τῶν ἀναφερομένων ἐν τῇ § γʹ τοῦ ἀνωτέρω ἄρθρου.»
§280Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὸ ἀποδεχθῶ, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἀπὸ τῆς πρώτης συζητήσεως ἐδήλωσα, ὅτι ἔχω σκοπὸν νὰ λάβω τὰ μέτρα ταῦτα. Νομίζω ὅμως, ὅτι οἱ βόθροι οἱ στεγανοὶ καὶ καὶ δι’ ἀστυνομικῆς διατάξεως θὰ ἠδύναντο νὰ διαταχθῶσιν. Ἐν τούτοις παραδέχομαι τὴν τροποποίησιν.
§281ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Φρονῶ ὅτι περὶ τῶν πεζοδρομίων ἀρκεῖ ὁ κείμενος νόμος τοῦ 1867, ὅστις παρέχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα τοῦτο. Προκειμένου ὅμως περὶ τῶν στεγανῶν βόθρων, πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, ἐκτὸς τοῦ ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ τὸ σύστημα τῶν στεγανῶν βόθρων, πρέπει καὶ νὰ ἐξασφαλισθῇ καὶ διὰ τρόπου μὴ ἐπιτρέποντος νὰ ὑπάρξῃ οἰκία ἄνευ στεγανοῦ βόθρου. Ἐὰν ἀρκεσθῶμεν εἰς μόνον τὸν ὑπάρχοντα τρόπον τῆς ἐπιβλέψεως, οὐδεὶς θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν διαταγὴν αὐτήν.
§282Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάρχει ὁ ἁρμόδιος μηχανικός.
§283ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δυστυχῶς βλέπομεν ὁποία ἡ φροντὶς τῶν μηχανικῶν. Βλέπομεν, ὅτι ὁ καθεὶς κατασκευάζει τοὺς βόθρους, ὡς θέλει. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἐκτελέσεως τοιούτων βόθρων στεγανῶν πανταχοῦ, ἐκτὸς ἐὰν ὑποχρεώσωμεν τὸν μέλλοντα νὰ οἰκοδομήσῃ, καθ’ ὃν χρόνον καταβάλλει διὰ τὴν ἄδειαν τὸ ποσὸν τὸ νόμιμον, νὰ καταβάλλῃ καὶ τὸ ἀντίτιμον τοῦ βόθρου εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ οὕτως ἐγγύησις περὶ ἐκτελέσεως τῶν τοῦ βόθρου. Μετὰ τὴν κατασκευὴν τῆς οἰκίας θὰ ζητήσῃ νὰ ἀναλάβῃ τὸ χρῆμα, θὰ ἀναλάβῃ δὲ αὐτό, μόνον ἀφοῦ ὑπάρξῃ βεβαίωσις, ὅτι κατεσκευάσθη ὁ βόθρος. Εἶναι ὁ μόνος τρόπος, ὁ ἐξασφαλίζων τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως, δι’ ἣν προνοοῦμεν. Προκειμένου δὲ περὶ πλουσίων, οἵτινες εἶναι οἱ μέλλοντες ν’ ἀγοράσωσιν οἰκόπεδα 1500 μέτρων, ὅπως οἰκοδομήσωσιν, ἡ δυσκολία δὲν θὰ ἦναι μεγάλη. Ἐγὼ π. χ. συμπίπτει νὰ ἔχω οἰκόπεδον 1800 μέτρων ἐν Κηφισιᾷ, ὥστε δὲν θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀγοράσω πρὸς συμπλήρωσιν. Ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι, ὅτι τὸ τμῆμα τῆς Κηφισιᾶς, περὶ οὗ γίνεται λόγος, κατοικεῖται ὑπὸ τῶν πλουσιωτέρων κατοίκων τῶν Ἀθηνῶν, καὶ πρέπει οὗτοι νὰ δαπανήσωσιν, ὅπως ἀποτελέσῃ ἡ Κηφισιὰ διατριβὴν, οἵαν θέλει αὐτὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§284Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ κερδοσκοπία ὑπάρχει καὶ ἐν Κηφισιᾷ.
§285ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καλῶς ἀνεμνήσθη ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς τῶν νόμων τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν ζώνην τῆς πόλεως, καὶ ἐὰν πρόκειται περὶ τῆς ζώνης τῆς Κηφισιᾶς, θὰ ἔλεγον, ὅτι δὲν εἶναι μεγάλη βλάβη, ἐὰν ἐπεκτείνωμεν τὰς διατάξεις αὐτὰς, ἀναβιβάζοντες εἰς 1500 πήχεις Βασιλικοὺς τὴν ἔκτασιν. Ἀλλ’ ἐν τῷ ἐδαφίῳ γʹ τοῦ ἄρθρου 1 ἀναφέρονται καὶ τὰ οἰκόπεδα ἄλλων ὁδῶν καὶ πλατειῶν (ἀναγινώσκει): «γʹ) Τῶν οἰκοπέδων τῶν λοιπῶν ὁδῶν καὶ πλατειῶν, ὡς καὶ τῶν ἐπὶ τῶν λεωφόρων, τῶν διὰ τῆς ζώνης τῆς κωμοπόλεως διερχομένων, τὸ μὲν ἐμβαδὸν εἰς πήχεις Βασιλικοὺς 1500, τὸ δὲ πρόσωπον εἰς πήχεις Β. 24, καὶ τὸ βάθος εἰς πήχεις Β. 30.» Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ τῆς ζώνης τῆς πόλεως, καλῶς ἔχει ἡ διάταξις αὕτη, περὶ τῶν ἄλλων ὅμως μερῶν, διστάζω, ἐὰν κεῖται ὀρθῶς. Ἐπειδὴ τελευταῖον ἐν Κηφισιᾷ ἐγένετο μετατροπὴ τοῦ σχεδίου τοιαύτη, ὥστε νὰ δοθῇ ἔδαφος εἰς ἐγκατάστασιν κατὰ τρόπον ἀσφαλίζοντα τὴν ἀραιότητα τῶν κατοικιῶν, ἐπειδὴ ἀπὸ τοῦ μέρους, ὅπου ὑπάρχει σήμερον ὁ δεύτερος σταθμὸς τοῦ Σιδηροδρόμου, ἔνθα ἤδη ἐγένετο ἀρχὴ τοῦ νέου συνοικισμοῦ, μέχρι τοῦ ῥεύματος τοῦ Κηφισοῦ, ὑπάρχει ἔκτασις ἀπέραντος, ἧς ἐντὸς ἐπετράπη ἐπέκτασις τοῦ σχεδίου, διαρρυθμιζομένου τοῦ ἐμβαδοῦ κατὰ τρόπον εὐρύτερον, ἐκεῖ ὁ πλούσιος, ὁ ἀγοράζων, θὰ δαπανήσῃ ὀλιγώτερα, διότι εἶναι ταπεινοτέρα τῆς γῆς ἡ τιμὴ, καὶ ἐπειδὴ δαπανᾷ ὀλιγώτερα, δύναται νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ ἀγοράσῃ μεγαλειτέραν ἔκτασιν, καὶ ἐκεῖ νὰ κτίσῃ οἰκίαν, ἐπὶ οἰκοπέδου ἀπέχοντος, καὶ πολύ, τῶν ἄλλων κτημάτων. Ἐλέχθη ὀρθῶς ἐνταῦθα, ὅτι ἐν Κηφισιᾷ δὲν ὑπάρχει μεγάλη πύκνωσις. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τοὺς ἀντιλέγοντας, οἵτινες ἐπεσκέφθησαν καὶ ἄλλας πόλεις, ἐὰν εἶδον ὁλόκληρα τμήματα, ἐργολαβικῶς κατεσκευασμένα, ὥστε οὔτε ἓξ μέτρα νὰ μὴ ἀπέχῃ ἡ μία πλευρὰ ἀπὸ τῆς ἀντιθέτου. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι τὰς νήσους τῆς Πετρουπόλεως, τὸ ἐνδιαίτημα τοῦτο τῶν πλουσίων τῆς μεγάλης ἐκείνης πόλεως. Εἰς τὰς νήσους αὐτὰς ὑπάρχει ἀπέραντος συνοικία οἰκιῶν ἐνοικιαζομένων, αἵτινες ἐλάχιστα ἀπέχουσιν ἀπ’ ἀλλήλων, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατοικήσωσι πάντες εἰς οἰκοδομήματα περιβαλλόμενα ὑπὸ ἐμβαδοῦ 1500 μέτρων. Λοιπὸν ὁ ὀλιγώτερον πλούσιος, ὁ μετρίως εὔπορος, ὁ ἔχων ἀνάγκην ἀνέσεως, ἂν ὁρίσωμεν οὕτω τὰ πράγματα, δὲν δύναται νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν Κηφισιὰν, διότι δὲν δύναται ν’ ἀποκτήσῃ ἢ ἐνοικιάσῃ οἰκίαν ἔχουσαν τοσοῦτον ἐμβαδόν. Ταῦτα ὑποβάλλων εἰς τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι εἶναι ἄξια νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, ἵνα μὴ στερήσωμεν τὸ μέγα πλῆθος τῶν Ἀθηναίων τοῦ ἐνδιαιτήματος τούτου. Θέλω νὰ προσθέσω τελευταῖον, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καθὼς πιστεύω, θέλω προτείνει διατύπωσιν τροπολογίας, ἢ μᾶλλον προσθήκην ἰδιαιτέρου ἄρθρου, ὅπερ θέλει ἐξασφαλίσει τοὺς κυρίους τῶν κτημάτων, ἅτινα θέλουσι κατασταθῆ κολοβὰ, καὶ θέλουσιν ὑποχρεωθῆ ἕνεκα τούτου νὰ παραχωρήσωσι εἰς τὸν γείτονα, ἐκτιθέμενοι εἰς στενοχωρίαν ἀπέναντι τοῦ γείτονος, τοῦ πλουσιωτέρου, ὅστις θέλει ἐπιμένει, ἵνα λάβῃ τὰ κτήματα αὐτῶν εἰς ἥττονα τιμήν. Ἡ τροπολογία αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς: «Πᾶν οἰκόπεδον, μὴ ἔχον τὸ ἐν ἄρθρῳ 1 ἐμβαδὸν, ἢ τὰς διαστάσεις, ὑπάγεται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 30 Νοεμβρίου 1842. Ἀλλ’ εἰς ὁρισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως τῶν κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου τούτου ἐλλιπῶν οἰκοπέδων τίθεται ὡς βάσις ἡ τιμὴ τῶν γειτνιαζόντων ἀρτίων, ἡ δὲ παραχώρησις ἢ ἡ μεταρρύθμισις γίνεται ὑποχρεωτικῶς ἐντὸς ἔτους ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, μετὰ εἰδικὴν πρόσκλησιν καὶ κατὰ διαδικασίαν εἰδικῶς διὰ Β. Δ. ἐφ’ ἅπαξ ὁρισθησομένας.» Ὥστε, εὐθὺς ὡς ὁ νόμος δημοσιευθῇ, νὰ ἔχῃ ὁ πλούσιος καὶ ὁ πτωχὸς τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις του, καὶ ὁ μὲν πτωχὸς νὰ ὑποχρεωθῇ εἰς τὴν παραχώρησιν, ὁ δὲ πλούσιος εἰς τὴν καταβολήν.
§286Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τῆς τροπολογίας ταύτης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει μελετήσει. Ἐγὼ ὅμως ἔχω καὶ μίαν ἀντίρρησιν. Θέλω προβάλει παρατήρησιν, ἢ μᾶλλον θέλω ἀναμνήσει εἰς τὸν κ. Δραγούμην, ὅτι τὰ οἰκόπεδα τοῦ συνοικισμοῦ τῆς Κηφισιᾶς εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον ᾠκοδομημένα. Ἐὰν ὄχι 2/10, τὸ πολὺ 3/10 εἶναι ἀνοικοδόμητα. Ἡ ζημία λοιπὸν, ἡ ὁποία θέλει ἐπέλθει ἕνεκα τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἐκτάσεως τῶν οἰκοπέδων αὐτῶν, δὲν εἶναι πραγματικὴ, οὐδὲ θέλει ἀποκλείσει ὁ περιορισμὸς οὗτος τοὺς πολλοὺς νὰ κατοικίσωσιν ἐν τῇ Κηφισιᾷ. Ἐὰν ἀπομακρυνθῶμεν ὀλίγον ἀπὸ τοῦ τελευταίου ὁρίου τῶν ᾠκοδομημένων οἰκοπέδων, καὶ προχωρήσωμεν δεξιὰ, ἢ ἀριστερᾷ, πρὸς τὴν ὁδὸν Τατοΐου, θέλομεν ἔχει οἰκόπεδα ἐπὶ εὐθηνοτάτῃ τιμῇ τὸν πῆχυν. Ἐπειδὴ δὲ τὸ μέλλον τῆς Κηφισιᾶς εἶναι μέγα, ἑπομένως δὲν θέλει περιορισθῆ τὸ σχέδιον αὐτῆς εἰς τὸ ἤδη ὑπάρχον, θὰ ἦναι βέβαιος ὁ εἰς τὸ νέον μέρος ἀγοράζων, ὅτι μετ’ οὐ πολὺ ἐκτεινόμενον τὸ σχέδιον τῆς Κηφισιᾶς θέλει συμπεριλάβει καὶ τὸ οἰκόπεδόν του.
§287Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν ἐχόντων οἰκόπεδα μὴ ἔχοντα τὴν ἔκτασιν τῆς παραγράφου γʹ τοῦ ἄρθρου 1 ἀνεκίνησα καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἀνέπτυξε διὰ πλειοτέρων λόγων, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ἀδικία αὕτη καὶ ὑπέβαλε πρότασιν, σώζουσαν ὁπωσοῦν ἀπὸ τῆς ἀδικίας ταύτης μέγα μέρος τῶν ἐχόντων οἰκόπεδα μικροτέρας ἐκτάσεως. Διὰ τῆς προτάσεως ταύτης ἀποδίδεται δικαιοσύνη εἰς τοὺς κατοίκους, τοὺς χωρικοὺς ἰδίως, οἱ ὁποῖοι ἄνευ αὐτῆς ἤθελον ὑποστῆ σοβαρὰν ἀδικίαν. Τὴν πρότασιν ταύτην ὑποστηρίζει καὶ ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, οὕτω δὲ δὲν παραγνωρίζεται τὸ δίκαιον τῶν ἐχόντων μικροτέρας ἰδιοκτησίας παρὰ τῶν γειτόνων αὑτῶν, οἱ ὁποῖοι δι’ οἱωνδήποτε τρόπων θὰ προσεπάθουν ν’ ἀγοράσωσι τὰς μικρὰς ἰδιοκτησίας. Ὀφείλω ὅμως καὶ ἐγὼ, ὡς κάτοικος τῆς Κηφισιᾶς, νὰ προσθέσω ὀλίγα τινά. Οὐδεμία ἐξοχὴ ὑπάρχει ἐν τῷ κόσμῳ, ἡ ὁποία νὰ ἀνεπτύχθη, νὰ συνετηρήθη καὶ νὰ ἐβελτιώθη ἄνευ κέντρου. Κέντρον δὲ τῶν ἐξοχῶν πανταχοῦ εἶναι τὸ ἀρχικῶς σχηματισθὲν χωρίον. Ἐὰν δυσπιστῆτε, δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω 100 ἐξοχὰς, τὰς ὁποίας ἐπεσκέφθην καὶ κατῴκησα. Οὐδεμία ἐξ αὐτῶν ἀνεπτύχθη ἄνευ κέντρου. Ἐὰν τὰ κέντρα ταῦτα ὑπάρχωσιν ἀλλαχοῦ πλειότερον μεμορφωμένα, τοῦτο δὲν ἔχει νὰ κάμῃ. Τὸ κέντρον εἶναι χρήσιμον πρὸς συντήρησιν ὅλων τῶν μέσων τῆς εὐζωΐας μιᾶς ἐξοχῆς. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ κέντρον, τὸ ὁποῖον νὰ συντηρῇ τὴν ἐξοχὴν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ αὕτη.
§288Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Συμφωνῶ καὶ ἐγώ.
§289Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρώτιστον λοιπὸν καθῆκον ἔχομεν νὰ φροντίσωμεν περὶ αὐτοῦ. Κέντρον εἶναι τὸ χωρίον.
§290Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὂχι.
§291Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸ ἀρχικὸν σχέδιον, ἐπρόκειτο ν’ ἀγορασθῇ ἀπὸ τοῦ σταθμοῦ τοῦ Σιδηροδρόμου μέχρι τοῦ Πλατάνου ἔκτασις, ἀλλ’ ὁ ἰδιοκτήτης ἐπώλει αὐτὴν εἰς μεγάλας τιμὰς, οὐδὲ συγκατένευεν εἰς ἣν τῷ προσέφερον τιμὴν τῶν δραχμῶν 3,50 καθ’ ἕκαστον τεκτονικὸν πῆχυν, — καὶ ἐπρόκειτο ν’ ἀγορασθῶσι 44,000 πήχεις. — Ἡ ἀναγκαιοῦσα διὰ νόμου, λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης, ἀπαλλοτρίωσις αὐτοῦ δὲν ἐκρίθη εὔλογον νὰ παραγάγῃ παράπονα πρὸς τοῖς ἄλλοις προσκόμμασι, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον διὰ τὰς γενομένας ῥυμοτομίας· διὰ τοῦτο περιωριζόμην νὰ πείσω τοὺς ἰδιοκτήτας νὰ δέχωνται τὰς ῥυμοτομίας, δὲν προέβην δὲ εἰς τὸ μέτρον τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, διὰ νὰ μὴ προσθέσωμεν καὶ νέαν δυσκολίαν. Ἦτο δὲ μεγάλη ἡ ἕνεκα τῶν ῥυμοτομιῶν δυσκολία. Διὰ τοῦτο οὐδ’ ἐν Ἀμαρουσίῳ ἐγένοντο βελτιώσεις, εἰ καὶ μετέβην ἐκεῖσε αὐτὸς ἐγὼ, καὶ παρεκάλεσα νὰ στέρξωσι ν’ ἀποκοπῶσιν ἐδάφη τινὰ ἐκ τῶν αὐλῶν των, ἀλλ’ ἐστάθη ἀδύνατον. Διὰ τοῦτο τώρα, ὅτε οἰκοδομεῖται τὸ ἄνω τοῦ Σιδηροδρομικοῦ σταθμοῦ μέρος τοῦ Ἀμαρουσίου, παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ διαταγὰς, διὰ νὰ συνταχθῇ ἓν σχέδιον, καὶ ἀναλόγως νὰ προσδιορισθῇ καὶ ἐκεῖ τὸ ἐμβαδὸν καὶ τῶν γηπέδων ἐκείνων.
§292Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λέγων κέντρον, δὲν ἐννοῶ τὴν πλατεῖαν τοῦ Πλατάνου, διότι, ὅπως ἀντιλαμβάνεσθε τὴν ἐξοχὴν τῆς Κηφισιᾶς διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὁ Πλάτανος εἶναι τὸ ἄκρον...
§293Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι· εἶναι τὸ κέντρον.
§294Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι κέντρον· διότι οὐδεμίαν λαμβάνετε φροντίδα περὶ τοῦ μεσημβρινοῦ μέρους τοῦ κέντρου. Κέντρον σημαίνει τὸ εὑρισκόμενον ἐν τῷ μέσῳ τοῦ συνόλου. Ὑπάρχει ἐν Κηφισιᾷ τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀσυγχώρητον. Εἶναι ἡ ὁδὸς ἡ ἐπαρχιακὴ, ἡ ἀπ’ Ἀθηνῶν διὰ Κηφισιᾶς εἰς Τατόϊον.
§295Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μεταβαίνουσι τόσον ὀλίγοι μὲ τὴν ἅμαξαν!
§296Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μεταβαίνουσι πολλοὶ μὲ τὴν ἅμαξαν. Ἐπίσης πολλοὶ ἔφιπποι.
§297Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Περισσότεροι διὰ τοῦ σιδηροδρόμου.
§298Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι, ἀφοῦ τὴν ὁδὸν ταύτην παραβλέπετε, ἕπεται, ὅτι δὲν παραδέχεσθε, ὅτι εἶναι κέντρον ὁ Πλάτανος.
§299Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἰς τὸ σπῆτί σας δηλαδὴ θέλετε τὸ κέντρον.
§300Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶμαι μόνον ἐγώ· εἶναι καὶ πολλοὶ ἄλλοι. Εἶναι ὅλον τὸ χωρίον· εἶναι ἡ ἐκκλησία.
§301Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νὰ μᾶς δώσητε τὸ πάρκο σας, καὶ τότε λύομεν τὸ ζήτημα (γέλωτες).
§302Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εὐχαρίστως σᾶς τὸ δίδω, ἂν συμφωνήσωμεν. Ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι περὶ τῆς Κηφισιᾶς. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν κάμνετε τὸ κέντρον πραγματικόν, ἐφ’ ὅσον δὲν δίδετε τὴν εὐκολίαν, ὅπως πάντα τὰ μέσα, φωτισμοῦ ἰδίως, εὕρωσιν ἐν τῷ κέντρῳ αὐτῷ κατανάλωσιν ἀληθῆ, καὶ ἐφ’ ὅσον ἀφίνετε τὸ χωρίον εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, βεβαίως δὲν θέλετε ἐπιτύχει τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν καθωράϊσιν τῆς Κηφισιᾶς διὰ μόνης τῆς αὐξήσεως τῶν γηπέδων εἰς χιλίους πεντακοσίους πήχεις. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Μάλιστα, ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰς οἰκοδομὰς, αἱ ὁποῖαι ἐκτίσθησαν τελευταῖον, θὰ πεισθῆτε, ὅτι μὲ τὴν ἔκτασιν αὐτὴν δύναταί τις νὰ κτίσῃ δύο καὶ τρεῖς οἰκίας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον, εἶναι ἡ φροντὶς πρὸς συντήρησιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι, καὶ ἡ τελειοποίησις, ὅσον εἶναι δυνατόν, τῆς ὁδοποιΐας. Ἐὰν ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, ὅτι τὴν Κηφισιάν, τὴν καθ’ ἑαυτὸ, τὴν ἀφίνετε ἔξω τῶν φροντίδων σας, δὲν τὸ κάμνω δι’ ἐνδιαφέρον ἰδικόν μου, διότι ἡ ἐξοχὴ ἡ ἰδική μου, ὅπως ἄλλοτε, καὶ τὴν σήμερον ἀποτελεῖ σύνολον αὐτοτελές.
§303Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θέλετε νὰ ῥίψητε τὰ σπήτια τῶν ἄλλων, καὶ νὰ κάμητε καὶ ἓν ἄλλο πάρκον ἀπ’ ἐκεῖ· ἀλλ’ εἶναι δύσκολον.
§304Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν θέλω νὰ κάμω ἓν ἄλλο πάρκον, τὸ κάμνω ἀγοράζων τὰς ἀναγκαίας γαίας, ὡς ἔκαμα τὸ σήμερον ὑπάρχον. Ἂν τὴν εἴσοδόν μου δὲν τὴν εἶχον πρὸς τὸ μέρος τοῦ κήπου, θὰ μοὶ ἦτο εὔκολον ν’ ἀγοράσω διὰ δαπάνης ποσοῦ πολὺ μικροτέρου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐδαπάνησα διὰ τὸν σημερινὸν κῆπόν μου. Δὲν πρόκειται ἑπομένως περὶ τούτου, ἀλλὰ περὶ τῆς ὅλης ὁδοῦ. Ἡ ὁδὸς δὲ αὕτη, ἡ ἐξ Ἀθηνῶν εἰς Κηφισιὰν καὶ Τατόϊον, εἶναι ἡ ὁδὸς ἡ ἐπαρχιακή. Τὴν ὁδὸν δὲ ταύτην, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν κυρίαν ἀρτηρίαν τῆς Κηφισιᾶς, δὲν τὴν ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν· φροντίζετε μόνον περὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ἐκτάσεως τῶν οἰκοπέδων. Βεβαίως ἔχει τι καὶ αὐτὸ τὸ καλόν, μάλιστα ὅταν διορθωθῇ τὸ ἀδίκημα τὸ προσγενόμενον· ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε, ὅτι κέντρον εἶναι τὸ χωρίον, καὶ ὅτι οὐ μόνον πρὸς βορρᾶν, ἀλλὰ καὶ πρὸς μεσημβρίαν τοῦ χωρίου ὑπῆρχον ἢ ἐκτίσθησαν τελευταῖον ἀρκεταὶ μεγάλαι ἐξοχικαὶ οἰκίαι καὶ κῆποι, ὅτι δὲ καὶ τὸ μέρος τὸ πρὸς μεσημβρίαν τῆς Κηφισιᾶς ἔχει ἐπίσης δικαιώματα ἐπὶ τῆς φροντίδος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως καὶ τὸ πρὸς βορρᾶν.
§305Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶναι ὁ ἀγὼν «pro domo mea» ἀπόψε.
§306Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι καθόλου «pro domo mea».
§307Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περὶ διαδοχῆς Ἡρώδου τοῦ Ἀττικοῦ!
§308Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως πιστεύω καὶ ἐγὼ, ὅτι πρέπει περὶ τοῦ χωρίου, ὅπερ κεῖται ἐπὶ τοῦ οἴκου Ἡρώδου τοῦ Ἀττικοῦ, νὰ ληφθῇ φροντίς. Πρέπει δὲ νὰ ληφθῇ καὶ νομοθετικὴ καὶ διοικητικὴ, ἂν θέλωμεν καὶ ἡ Κηφισιὰ νὰ προοδεύσῃ. Μόνον δι’ αὐτῶν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προτείνονται σήμερον, δὲν ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπὸς οὗτος. Διὰ τοῦτο συνιστῶ τὴν φροντίδα καὶ περὶ τοῦ χωρίου καὶ περὶ τῆς ὁδοῦ τῆς ἐπαρχιακῆς, τῆς ἐξ Ἀθηνῶν εἰς Κηφισιάν.
§309Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μολονότι, κύριε Πρόεδρε, εἶναι τολμηρὸν νὰ ἐπέμβῃ τις εἰς οἰκογενειακὴν συζήτησιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὅλοι οἱ ἐνδιαφερόμενοι εἶναι εὐχαριστημένοι (ἱλαρότης), οὐχ ἧττον θὰ εἴπω δύο λέξεις. Ἀπορῶ δὲ μάλιστα, πῶς ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης φαίνεται δυσηρεστημένος ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐφαίνετο χαιρεκάκως πως εὐχαριστούμενος, διότι αὐτὸ δὲν ἀρέσκει εἰς τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, ἐνῷ οὗτος πρόκειται νὰ ὠφεληθῇ περισσότερον (γέλωτες).
§310Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Σχετικῶς.
§311ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἴσως οὐδεὶς ἄλλος πρόκειται νὰ ὠφεληθῇ μὲ τὸν χρόνον, διότι εἶναι ὀρθὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Κηφισιά, ὅπως τὴν φαντάζονται ἐν μέλλοντι, χωρὶς κέντρον. Ἂν θελήσῃ νὰ τὴν πωλήσῃ, βεβαίως θὰ πωληθῇ πρὸς 50 καὶ 100 δραχμὰς τὸν πῆχυν (γέλωτες). Διότι ὅλοι ἐπαναλαμβάνουν, ὅτι ἡ Κηφισιὰ ἔχει τάσιν νὰ καταστῇ ἡ ἐξοχή, ἐν ᾗ θὰ παραθερίζῃ ἡ εὔπορος τάξις τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ἐννοεῖται, ὅτι, ὅσον αὐξάνει ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν, τόσον μετ’ αὐτῆς θὰ αὐξάνῃ καὶ ἡ Κηφισιά. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατόν, ἡ Κηφισιὰ νὰ ὑπάρξῃ τοιοῦτον κέντρον παραθερισμοῦ πρωτευούσης, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἓν κέντρον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου, καὶ ἐμπορικῶς καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν διασκεδάσεων, νὰ ἐπαρκῇ ἡ Κηφισιά; Αὐτὸ θὰ διαρκέσῃ βεβαίως ἐπί τινα χρόνον ἀκόμη, τὸ νὰ ἀγοράζωνται μεγάλα οἰκόπεδα, καὶ νὰ οἰκοδομῶνται οἰκίαι· ἀλλ’ ὅταν ἀπομακρυνθῶσι πολλοὶ τοῦ κέντρου, ὅταν θελήσωσι πολλοὶ νὰ μεταβῶσιν ἐκεῖ, διὰ νὰ κατοικήσωσι προσωρινῶς, καὶ δὲν θὰ εὑρίσκωσιν οὔτε ξενοδοχεῖα, οὔτε διασκεδάσεις, ἀλλ’ οὔτε κέντρα, ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἑλκύουσι καὶ συγκρατοῦσι τοὺς ἀνθρώπους, τότε βεβαίως θὰ παύσῃ ἡ συρροή. Λοιπὸν δὲν θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα διὰ μόνης τῆς διατάξεως αὐτῆς, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει νὰ γείνῃ οἰκία μὲ μικρότερον βάθος, εἴτε μεγαλείτερον, διότι οἱ ἔχοντες νὰ διαθέσωσι χρήματα θὰ ὁρίσωσι μεγαλειτέραν ἔκτασιν διὰ τὰ οἰκόπεδά των, ἀλλὰ δὲν θὰ ὑπάρχῃ καὶ τὸ ἄλλο, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν θὰ δύνανται νὰ μετασχηματισθῶσιν αἱ οἰκοδομαὶ εἰς εὑρυτέρας τοιαύτας. Ἐγὼ τοὐλάχιστον φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μεγαλειτέρα περιφέρεια ἐκείνης, τὴν ὁποίαν φαίνεται ὁρίζον τὸ νομοσχέδιον, ὅπως μικρότερα οἰκόπεδα χρησιμεύωσι πρὸς συγκέντρωσιν τοιούτου πληθυσμοῦ, ὅστις θὰ μεταβῇ ἐκεῖ, πρῶτον διὰ νὰ ἐμπορευθῇ ἢ ἐξασκήσῃ οἱανδήποτε ἐργασίαν προσοδοφόρον, καὶ ὅπως, δεύτερον, γείνωσι ξενοδοχεῖα, πλατεῖαι, θέατρα, περίπατοι, οἱ ὁποῖοι ν’ ἀποτελῶσι τοῦ κέντρου τὴν ἕλξιν· καθόσον μὲ 300 ἢ 400 ἀκόμη οἰκίας, αἱ ὁποῖαι θὰ προστεθῶσι, δὲν νομίζω ὅτι ἡ Κηφισιὰ θ’ ἀνταποκριθῇ εἰς ἐκεῖνο, ὅπερ τὸ νομοσχέδιον ἐπιδιώκει. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος, ὅτι πρέπει μεγαλειτέρα ἔκτασις νὰ προορισθῇ ὡς κέντρον, καὶ νὰ ἐξαιρεθῇ αὐτῆς τῆς διατάξεως, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ μεγάλα οἰκόπεδα, διότι, ὅταν θελήσωμεν τὴν πρώτην διάταξιν νὰ ἐπιβάλωμεν καὶ εἰς τοὺς θέλοντας νὰ συνοικισθῶσιν εἰς τὸ κέντρον, βεβαίως δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἔκτασις.
§312Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι. Ἐγὼ ἐξαιροῦμαι, διότι ἠδυνάμην νὰ κάμω τὸ οἰκόπεδόν μου εἰς 80 ἢ 100.
§313ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ναί. Ἀλλὰ τὸ ἰδικόν σας περιλαμβάνεται εἰς τὸ κέντρον.
§314Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶμαι εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον.
§315ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι εἰς τὴν πρώτην;
§316Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι εἰς τὴν πρώτην.
§317Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τώρα εἶναι καθαρῶς οἰκογενειακὴ ἡ συζήτησις (γέλωτες).
§318ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ τῶν βόθρων, θὰ ὑποβάλω ἄλλην λύσιν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ὀλιγώτερον πρόσφορος καὶ λυσιτελής. Οἱ βόθροι, ὅσον καὶ ἂν κατασκευάζωνται ἐπιμελῶς, διὰ τοῦ χρόνου ἀπεδείχθη, ὅτι συχνὰ διαρρήγνυνται εἴς τινα μέρη, καὶ τότε παύουσι νὰ ὑπηρετῶσι τὸν σκοπόν, δι’ ὃν κατεσκευάσθησαν, διότι δὲν εἶναι ἀδιαπέραστοι ἀπὸ τὰς ἀκαθαρσίας. Ἤθελον συστήσει ἑπομένως τὸν ἕτερον τρόπον, τὸν τῶν κινητῶν λεγομένων βόθρων. Οἱ κινητοὶ βόθροι, γινόμενοι σιδηροῖ, ἐκπληροῦσιν ἀσφαλέστερον τὸν σκοπὸν ἢ οἱ ἀδιαχώριστοι βόθροι. Ἐὰν καὶ ἐν Κηφισιᾷ εἰσαχθῇ αὐτὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον πολλαχοῦ λειτουργεῖ καὶ εὐδοκιμεῖ, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι θέλομεν εὐκολώτερον ἐπιτύχει ν’ ἀπολυμάνωμεν καὶ νὰ διατηρήσωμεν καὶ ἐφεξῆς ἀλύμαντον τὸ ἔδαφος τῆς Κηφισιᾶς ἀπὸ τῶν ἀκαθαρσιῶν τῶν οἰκιῶν. Ὑποβάλλω τὸ μέτρον εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα μετὰ τῶν ἁρμοδίων μηχανικῶν μελετήσῃ αὐτό. Ὅταν ἐγκριθῇ καὶ ἐπιβληθῇ, δὲν θ’ ἀπαντήσῃ δυσκολίας εἰς τὴν ἐφαρμογὴν μεταξὺ τῶν κατοίκων.
§319Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οἱ προαγορεύσαντες πάντες, ἐκτὸς ὀλιγίστων ἐξαιρέσεων, ἠγόρευσαν καὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα ἰδιοκτητῶν ἐν Κηφισιᾷ. Ἐγὼ θέλω ἀγορεύσει ὑπὸ τὴν ἰδιότητα πρώην ἰδιοκτήτου ἐν Κηφισιᾷ. Μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ὁ πρώην ἰδιοκτήτης, πιστεύω, ὅτι δὲν λέγω ὑπερβολὴν, ἂν ἰσχυρισθῶ, ὅτι ἀγαπῶ πλειότερον τῶν προαγορευσάντων τὴν Κηφισιάν. Διότι, καὶ ἂν ἁπλῶς συνυπολογίσητε τὸ ὅλον διάστημα τοῦ χρόνου, καθ’ ὃ πάντες ὁμοῦ οἱ προαγορεύσαντες κατοικοῦσιν ἐν τῷ χωρίῳ ἐκείνῳ, δὲν θέλετε ἀποτελέσει τὸ χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ ἐγὼ κατῴκησα ἐν Κηφισιᾷ. Διότι ἐγεννήθην, οὕτως εἰπεῖν, ἐκεῖ, καὶ ἐκεῖ σχεδὸν ἀνετράφην, ἀφοῦ ἐπὶ δύο καὶ πεντήκοντα ἔτη, — διότι τόση εἶναι ἡ ἡλικία μου — (ἱλαρότης), ἐπὶ τέσσαρας μῆνας κατ’ ἔτος, διαμένω ἐν Κηφισιᾷ. Ἑπομένως δικαιοῦμαι, νομίζω, καὶ ἐγὼ νὰ συμπαθῶ πρὸς τὸ χωρίον, καὶ τούτῳ τῷ λόγῳ ἐπιτρέψατέ μοι, παρακαλῶ, νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐγὼ, Κύριοι, ὅλως ἀπὸ διαφόρου ἐπόψεως θέλω ἐξετάσει τὸ νομοσχέδιον, καὶ δὲν δυσκολεύομαι παντάπασι νὰ εἴπω, ὅτι εἰμὶ κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος αὐτοῦ. Εἰμὶ δὲ ἐναντίος, διότι ἡ βάσις καὶ οἱ λόγοι, οὓς πρὸς ὑποστήριξιν αὐτοῦ φέρουσι, στρέφονται ἀκριβῶς ἐναντίον αὐτοῦ. Τίς ἐστὶν ὁ κυριώτατος τῶν λόγων, ἡ κυριωτάτη βάσις τοῦ νομοσχεδίου; Ὅτι διὰ τῶν διατάξεων αὐτοῦ πρόκειται δῆθεν νὰ καταστήσωμεν τὴν πλησιόχωρον κώμην εὐάρεστον κατὰ τὸ θέρος ἐνδιαίτημα τοῖς κατοίκοις τῶν Ἀθηνῶν. Δυστυχῶς, ὅταν λέγωμεν κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν, βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοῶμεν ἐν γένει ἐκείνας τὰς ὑψηλὰς ἐξαιρέσεις, ἃς ἀποτελοῦσι δύο ἢ τρεῖς μεγάλοι ἰδιοκτῆται ἐν Κηφισιᾷ, ὧν μεταξὺ ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος κ. Καραπᾶνος. Ὅταν λέγωμεν, ὅτι σκοποῦμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ καταστήσωμεν εὐάρεστον κατὰ τὸ θέρος ἐνδιαίτημα τὴν Κηφισιὰν, προσιτὸν τοῖς κατοίκοις τοῦ Ἄστεως, βεβαίως ἐξυπακούεται, ὅτι ἐν τῷ χωρίῳ τούτῳ πρέπει, ὅσῳ τὸ δυνατόν, οὐχὶ μόνον οἱ πλούσιοι, ἀλλὰ καὶ οἱ μετρίας τινὸς περιουσίας κάτοικοι τοῦ Ἄστεως νὰ δύνανται ἀνέτως νὰ ἐνδιαιτῶνται, καὶ δὴ εὐκόλως καὶ ἐλευθέρως νὰ μεταβαίνωσιν εἰς αὐτό. Ἀλλὰ, Κύριοι, διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τοὐναντίον, ἀκριβῶς κατορθοῦμεν νὰ ἀποκλείσωμεν τῆς ἐν Κηφισιᾷ κατὰ τὸ θέρος διαμονῆς πάσας σχεδὸν τὰς κοινωνικὰς τάξεις τοῦ Ἄστεως· διότι, ἐκτὸς ἐκείνων, οἵτινές εἰσι μεγάλοι ἰδιοκτῆται ἐν Κηφισιᾷ, οὗτοι δέ εἰσιν ἐλάχιστοι, ἐκτὸς ἐκείνων, οἵτινες θέλουσι δύνασθαι νὰ καταβάλλωσι 2000 ἢ 3000 δραχμῶν ἐνοίκιον διὰ τρίμηνον κατὰ τὸ θέρος διαμονὴν ἐν Κηφισιᾷ, οὐδεὶς ἄλλος θὰ δύνηται νὰ διαμένῃ ἐκεῖ. Ἀλλ’ ὁ δυνάμενος νὰ δώσῃ 3000 δραχμὰς, ἵνα διαμένῃ ἐν Κηφισιᾷ, δύναται νὰ διέλθῃ τὸ θέρος καὶ ἐν Ἑλβετίᾳ. Διὰ τοῦτο ἐγὼ τουλάχιστον φρονῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εὑρίσκεται εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν προεβλήθη πρὸς ψήφισιν· ἀπαγορεύει τουτέστιν εἰς πάντας ἡμᾶς, τοὺς πολλοὺς, τὴν Κηφισιάν. Ἂς ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα καὶ πρακτικώτερον. Οὐδεὶς, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, θέλει δύνασθαι νὰ ἔχῃ πλέον ἐκεῖ, ἐν τῇ ζώνῃ τῆς τρίτης κατηγορίας, ἰδιοκτησίαν ἐμβαδοῦ ἐλάσσονος τῶν 2667 τεκτονικῶν τετραγωνικῶν πήχεων· διαιρεῖται δὲ ἡ ἐξοχὴ αὕτη, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, εἰς τρεῖς ζώνας. Ἀλλ’ ὁ πῆχυς ἐντὸς τῆς τρίτης ζώνης τιμᾶται, ἀντὶ δραχμῶν δύο, τριῶν καὶ τεσσάρων· μέσος ὅρος δραχμαὶ 3. Αὕτη εἶναι ἡ μέση τρέχουσα τιμὴ τῶν οἰκοπέδων τῆς τρίτης κατηγορίας ἐκεῖ, δηλ. τῆς ζώνης τοῦ μέλλοντος. Λοιπὸν εἷς κτηματικὸς μετρίας περιουσίας, δικηγόρος, δικαστὴς, ἰατρός, ἵνα ἀγοράσῃ οἰκόπεδον 2667 πήχεων, (διότι μικρότερον, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἐπιτρέπεται) ἔχει ἀνάγκην δραχμῶν 8001, καὶ ἂν θελήσῃ νὰ οἰκοδομήσῃ οἰκίαν, κατὰ τι ἀνάλογον τῷ οἰκοπέδῳ, ἔχει ἀνάγκην νὰ δαπανήσῃ τοὐλάχιστον 30,000 δραχμάς. Διότι, ἀφοῦ ἐπλήρωσεν 8,000 δραχμὰς διὰ τὸ οἰκόπεδον, ἂν οἰκοδομήσῃ μετριωτέραν οἰκίαν, δὲν θέλει ἔχει τὸν τόκον τῶν χρημάτων αὐτοῦ, ἐνοικιάζων αὐτήν. Διὰ περιτοίχισμα τοῦ οἰκοπέδου χρειάζονται δρ. 1500· δι’ ἀνόρυξιν φρέατος 1000· διὰ φόρον οἰκοδομῶν 200· δι’ ἔξοδα ἐτησίας ἐπισκευῆς δραχ. 100· δι’ ἐμφύτευσιν καὶ συντήρησιν κήπου κλπ. δρ. 500. Τὸ ὅλον, κεφάλαιον δρ. 41,301. Ἔχει λοιπὸν ἀνάγκην ἰδιοκτήτης μέσης περιουσίας, οἰκογενειάρχης οὐχὶ ζάπλουτος, 41,301 δραχμῶν, ἵνα ἀποκτήσῃ θερινὸν ἐνδιαίτημα ἐν Κηφισιᾷ. Ἀλλὰ τὸ κεφάλαιον τοῦτο, πρὸς 6½%, ὡς δανείζει ἡ Τράπεζα, ἀπαιτεῖ τόκον ἐτήσιον δρ. 2684 περίπου. Τίς μετρίας περιουσίας ἄνθρωπος δύναται ν’ ἀπολαύῃ τῶν θελγήτρων τῆς Κηφισιᾶς, καταβάλλων ἐτησίως δι’ ἐνοίκιον τηλικοῦτον ποσόν; Καὶ μόνον διὰ τὸ θέρος; Ἐνῷ λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον, ἀπὸ ἀγαθῆς τῷ ὄντι προαιρέσεως, σκοπεῖ νὰ καταστήσῃ τὴν Κηφισιὰν θερινὸν ἐνδιαίτημα τῶν κατοίκων τοῦ Ἄστεως, — ἂς μὴ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου ἡμῶν, — θέλει καταστήσει αὐτὴν ἐνδιαίτημα μόνον πλουσίων τινῶν. Ἡμεῖς οἱ ἄλλοι, οἱ κοινοὶ βροτοὶ, θέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ μεταβαίνωμεν εἰς κανένα τόπον χείρονα καὶ τῶν Ἀθηνῶν κατὰ τὸ θέρος. Ἀλλὰ λέγουσιν ἡμῖν: «Ὑπάγετε ἀλλαχοῦ». Πολὺ καλά. Ἀλλ’ ἀλλαχοῦ, ἐδῶ πλησίον, οὐδὲν μέρος δύναται νὰ παραβληθῇ πρὸς τὴν Κηφισιάν. Τέλος πάντων, ἡμεῖς θέλομεν νὰ διαθερίζωμεν ἐν τῇ Κηφισιᾷ. Ἐὰν ἐρωτήσητε τὰς Ἀθήνας, καὶ θέσητε τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν ἐν τῇ πόλει, θέλετε ἴδει, ὅτι ἐπὶ χιλίων κατοίκων τῶν Ἀθηνῶν οἱ 900 προτιμῶσι τὴν Κηφισιάν, διότι ἀνέκαθεν αὕτη ἦτο ἡ ἐξοχὴ τῶν Ἀθηνῶν, ἐπὶ ἀρχαίων Ἀθηναίων, ἐπὶ Ῥωμαίων Αὐτοκρατόρων, καὶ ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἀκόμη. Αὐτὴ ἦτο ἡ πράγματι ἐξοχὴ τῶν Ἀθηνῶν. Αὐτὴν δὲ, Κύριοι, ἐρχόμεθα τώρα ἡμεῖς, ἐν οἰκογενειακῇ, οὕτως εἰπεῖν, μάλιστα συζητήσει, νὰ καταστήσωμεν ἀπρόσιτον τοῖς Ἀθηναίοις! Ἐγὼ αὐτὸς, Κύριοι, — ἵνα ἀγορεύσω καὶ ἐγὼ ὀλίγον pro domo mea, ὅπως ἠγόρευσαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἕκαστος διὰ τὸν ἑαυτοῦ οἶκον, — πρό τινων ἑβδομάδων ἐσκεπτόμην νὰ ἀγοράσω μικρὸν οἰκόπεδον ἐν Κηφισιᾷ. Ἀλλὰ τὸ βαλάντιόν μου, ἐρωτηθὲν ὑπ’ ἐμοῦ, καὶ ὅλως ἰδιαιτέρως μάλιστα, ἐθυμώθη, καὶ μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ δι’ οἰκόπεδον ἐν Κηφισιᾷ πλείονας τῶν 2 ἕως 2½ χιλιάδων δραχμῶν. Σήμερον βλέπω, ὅτι τὸ οἰκόπεδον αὐτὸ, ὅπερ προετιθέμην νὰ ἀγοράσω, κηρύσσεται, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τεμάχιον, μὴ οἰκοδομήσιμον. Προσκυροῦται εἰς τὸν γείτονα. Καὶ, ἂν θέλω οἰκόπεδον, μοὶ χρειάζονται ὀκτὼ χιλιάδες δραχμῶν! Ἰδοὺ λοιπὸν καὶ ἐγὼ, ὅστις ἔχω τόσας ἀναμνήσεις ἐκεῖ, τόσους συγγενεῖς, τόσους φίλους, — εἶναι τὸ χωρίον, ὅπου ἔπαιξα καὶ ἐσπούδασα, — δὲν δύναμαι πλέον νὰ ἐπανέλθω εἰς αὐτὸ, καὶ οὐχὶ μόνον ὡς κύριος οἰκοδομῆς δὲν δύναμαι νὰ ἐπανέλθω, ἀλλ’ οὐδ’ ὡς ἐνοικιαστής! Λέγων δὲ περὶ ἐμοῦ, λέγω καὶ περὶ χιλιάδων συμπολιτῶν μου. Τὸ νομοσχέδιον προέρχεται ἴσως ἐξ ἀγαθῆς προαιρέσεως· ἀλλ’ ἀντὶ νὰ καταστήσῃ τοὺς κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν ἱκανοὺς νὰ μεταβαίνωσιν εἰς Κηφισιὰν, καθιστᾷ τοὐναντίον αὐτοὺς ἐντελῶς ἀνικάνους πρὸς τοῦτο. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐδῶ συνηθίσαμεν εἰς μεγαλαυχίας· μεγάλοι δρόμοι, μεγάλα κτίρια, μεγάλαι ἐξοχαὶ, μεγάλοι προϋπολογισμοί... Πτώχευσις! Ἐγὼ εἶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἀντικρούω αὐτὸ τόσον, ὥστε, ἐὰν ἐπρόκειτο ἀπόψε νὰ ψηφισθῇ, παρὰ τὰς συνηθείας μου, ἐγὼ αὐτὸς ἤθελον ῥίψει ἔνστασιν ἀπαρτίας, διότι ἐκφράζω τὴν γνώμην χιλιάδων συμπολιτῶν μου, ἐπιβαλόντων μοι νὰ πολεμήσω μέτρον ἀντικοινωνικὸν, ἄνισον καὶ ὀλέθριον. Ἀλλ’ ἔρχομαι καὶ ὑπὸ τὴν ὑδραυλικὴν ἔποψιν νὰ ἐξετάσω τὸ νομοσχέδιον. Τίς ἐστὶν ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου; Νὰ καταστήσῃ τὸ πόσιμον ὕδωρ τῶν οἰκιῶν ἐν Κηφισιᾷ ἀμίαντον ἐκ μολυσμάτων. Διότι βεβαίως ὁ οἰκοδομῶν, καὶ ἔχων τὸν βόθρον τῆς οἰκίας, ἂν ὑπέρκηται, θέλει, φυσικῷ τῷ λόγῳ, μολύνει τὸ φρέαρ τοῦ ἔχοντος οἰκίαν ἐδάφους χθαμαλωτέρου. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου προλαμβάνετε τὸ κακὸν; Ηὐτύχησα νὰ γνωρίσω καλῶς τὸ ἔδαφος τῆς Κηφισιᾶς, ὑφ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς ἐπόψεις, διότι πρὸ πολλῶν ἐτῶν ὑπῆρξα δικηγόρος ἰδιοκτήτου τινὸς ἐκεῖ, κληθέντος Ἁδριανοῦ τῶν νεωτέρων χρόνων, τοῦ ἀειμνήστου Κασσαβέτη, κυρίου καὶ εὑρέτου πολλῶν ὑδάτων ἐν Κηφισιᾷ. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν σπιθαμὴ γῆς, ἐπὶ ὡρισμένης ἐκτάσεως, μὴ ὑδροφόρος. Ἀπὸ τοῦ Πλατάνου καὶ πέραν, μέχρις ὁρισμένου σημείου τῆς ὁδοῦ Τατοΐου, ἀπὸ τοῦ Κεφαλαρίου καὶ ἄνωθεν, ἐπὶ μεγάλην ἔκτασιν, πρὸς δυσμὰς τοῦ σταθμοῦ τοῦ Σιδηροδρόμου, ὅπου καὶ ἂν σκάψητε, θέλετε εὕρει ὕδωρ. Τὸ δὲ ὑδροφόρον τοῦτο στρῶμα εἶναι εἰς βάθος 5–8 μέτρων. Λοιπὸν οἱ βόθροι διὰ τῶν ἀκαθαρσιῶν θέλουσι μολύνει τὸ ὕδωρ, διότι τοῦτο ῥέει οὐχὶ βαθέως. Ὥστε, ὅσην ἀπόστασιν καὶ ἂν ὁρίσητε, καὶ 500 ἢ 1000 μέτρων, οἱ βόθροι τῶν ἄνω μερῶν θέλουσι μολύνει τὸ ὕδωρ, τὸ κατωτέρω αὐτῶν. Θὰ διέφερεν, ἂν τὸ ὑδροφόρον στρῶμα ἦτο 30–40 μέτρα ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν, ὅτε τὸ περιεχόμενον τῶν βόθρων ἴσως, ἕως ὅτου φθάσῃ ἐκεῖ, ἐξουδετεροῦται. Ἐκεῖνο, ὅπερ δύναται νὰ γένηται, εἶναι, ὅ,τι προέτεινεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος, δηλαδὴ νὰ εἰσαχθῶσιν ἴσως οἱ φορητοὶ βόθροι. Οὕτω μόνον ἐξασφαλίζετε τὴν ὑγείαν τῶν κατοίκων. Ὅταν δὲ ταύτην ἐξασφαλίσητε, ὅλα τὰ λοιπὰ περιττεύουσιν. Ἀλλὰ τί θέλει συμβῆ ἀκόμη; Τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ μόνον τὰ οἰκόπεδα ἐκεῖνα, ἅτινα ὑπάρχουσι φυσικῷ τῷ λόγῳ ἐν τῷ ἐγκεκριμένῳ σχεδίῳ τῆς κωμοπόλεως. Ἀλλ’ ὑποθέσωμεν, ὅτι, ὅσοι ἀγαπῶσι τὸ χωρίον, καὶ θέλουσι νὰ ἔχωσι μικράν τινα ἰδιοκτησίαν, σπεύδουσι καὶ ἀγοράζουσιν οἰκόπεδα ἐκτὸς τοῦ σχεδίου, καὶ οἰκοδομοῦσι. Γνωρίζετε τὸ σχέδιον, ὅπερ ἐφαρμόζομεν οἱ Ἕλληνες, προκειμένου περὶ σχεδίου κωμοπόλεων καὶ πόλεων. Εὐθὺς ὡς οἰκοδομηθῶσιν ἐκτὸς τοῦ σχεδίου 10 ἢ 15 οἰκίαι, ἀμέσως ζητεῖται ἡ ἐπέκτασις τοῦ σχεδίου, περιλαμβάνονται δὲ οὕτω καὶ αὗται ἐντὸς αὐτοῦ. Τοιουτοτρόπως θέλομεν ἔχει κωμόπολιν συμφώνως τῷ νέῳ νόμῳ, καὶ τὴν αὐτὴν κωμόπολιν ἐκτὸς τοῦ νόμου. Βεβαίως ἐπαινετὴ ἡ προθυμία καὶ ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως τοῦ καταστῆσαι ἐνδιαίτημα, τοσοῦτον ὡραῖον καὶ τερπνὸν, προσιτὸν τοῖς κατοίκοις τοῦ Ἄστεως. Πλὴν διὰ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ καθιστῶμεν τοῦτο τοῖς πᾶσι σχεδὸν ὅλως ἀπρόσιτον. Εἶναι, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τὸ πλουτοκρατικώτατον ἐξ ὅσων ἐψήφισε ποτὲ ἡ Βουλὴ ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου. Διὰ τοῦτο ἐγὼ τοὐλάχιστον θέλω πολεμήσει αὐτὸ πάσῃ δυνάμει. Εἶναι καὶ δημευτικὸν ἅμα. Εἶναι νομοσχέδιον τῶν πλουσίων κατοίκων τοῦ Ἄστεως, καὶ τούτων μόνον, οὐχὶ δὲ τῶν κατοίκων τῆς μετρίας περιουσίας. Ὥστε, ἂς μὴ λέγωμεν, ὅτι εὐεργετοῦμεν τοὺς κατοίκους τοῦ Ἄστεως, ἀφοῦ ἀναγκάζομεν αὐτοὺς ν’ ἀποβάλωσι πᾶσαν ἐλπίδα, ὅτι δύνανται ποτὲ ν’ ἀποκτήσωσιν ἰδιοκτησίαν ἐν Κηφισιᾷ, ἢ νὰ ἐνοικιάσωσι τοιαύτην. Ἐγὼ, ὅστις δὲν εἶμαι καὶ ἐντελῶς πτωχὸς, πολὺ ἐκοπίασα κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος, ἵνα εὕρω μίαν τρύπαν ἐκεῖ, ὅπως τρυπώσω μετὰ τῆς οἰκογενείας μου. Φαντάσθητε, τί θέλει συμβῆ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, ἵνα σπουδαιότερον καὶ ἐμβριθέστερον μελετήσῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ πράγματα. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν πολεμῶ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἤκουσά τινα λέγοντα, ὅτι ὁ μὴ ἔχων πολλὰ χρήματα ἂς ὑπάγῃ νὰ κτίσῃ ἔξω τῆς ζώνης, πρὸς τὸ μέρος τοῦ Τατοΐου. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει ὕδωρ, διότι τὸ ὑδροφόρον ἔδαφος ἄρχεται, ὡς εἶπον ἤδη, ἀπὸ τοῦ Πλατάνου, ὅπου λέγουσιν, ὅτι εἶναι ὁ τάφος Ἡρώδου τοῦ Ἀττικοῦ, προχωρεῖ πρὸς ἀνατολὰς μὲν πέραν τοῦ Κεφαλαρίου, πρὸς δυσμὰς πέραν τοῦ σταθμοῦ τοῦ Σιδηροδρόμου, καὶ πρὸς ἄρκτον πρὸς τὴν ὁδὸν Τατοΐου, μέχρι τοῦ κτήματος Μήτρου Λάμπρου. Θέλετε νὰ μᾶς στείλητε πέραν καὶ τοῦ Μήτρου Λάμπρου; Τότε δὲν θὰ ἤμεθα πλέον ἐν τῇ ἀνεμοέσσῃ Κηφισιᾷ, (τὸ Ἀνεμοχῶρι, ὡς ὠνομάζετο ἐπὶ Τουρκοκρατίας) δὲν θὰ ἔχωμεν οὔτε ὕδωρ, καὶ, ἀντὶ νὰ ἀγοράζωμεν διὰ λαγήνου τὸν οἶνον καὶ τὸ ἔλαιον, θέλομεν ἀγοράζει τὸ ὕδωρ. Δὲν λέγω, ὅτι πταίει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις ἀγαπᾷ ὁμολογουμένως τὴν Κηφισιάν. Ἐπλανήθη. Καὶ δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν πλανᾶται. Ἐνθυμεῖσθε τὸ περιώνυμον ἐκεῖνο νομοσχέδιον περὶ Στυμφαλίας. Εἶχαν πείσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἐν τῷ προσώπῳ αὐτοῦ ἤθελεν ἀναζήσει ὁ Ἀδριανός. Ἐγὼ συνετέλεσα κατά τι, ἵνα μὴ ψηφισθῇ ἡ διαβόητος ἐκείνη σύμβασις. Πολὺ δὲ θέλω εὐχαριστηθῆ, ἂν συντελέσω καὶ τώρα, ἵνα μὴ ψηφισθῇ καὶ τὸ προκείμενον ὀλέθριον καὶ πλουτοκρατικὸν νομοσχέδιον. Δὲν θέλει παρέλθει πολὺς χρόνος, ἂν ψηφισθῇ, ἡμεῖς δ’ αὐτοὶ θέλομεν ζητήσει τὴν κατάργησιν αὐτοῦ. Τί θέλει συμβῆ δέ; Ἴσως ὠφεληθῶσί τινες σπουδαίως, ἵνα ἄλλοι ζημιωθῶσιν. Ἡ Κυβέρνησις ἤδη προστατεύει πρᾶξιν κερδοσκοπικὴν καὶ ἄδικον, χωρὶς νὰ θέλῃ. Διὰ τοῦτο πολεμῶ τὸ νομοσχέδιον πάσῃ δυνάμει, καὶ θέλω πολεμήσει αὐτὸ μέχρι τέλους.
§320ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, φαίνεται ὅτι ἀφορᾷ τὸν καλλωπισμὸν τῆς Κηφισιᾶς. Αἱ ἀγορεύσεις δὲ, ἃς ἠκούσαμεν, ἔφεραν ἐν μέσῳ καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐξυγιάνσεως. Ἔχομεν λοιπὸν δύο ζητήματα. Ὡς πρὸς τὸ τῆς ἐξυγιάνσεως, οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι πάντες εἴμεθα σύμφωνοι νὰ ληφθῶσι πάντα τὰ μέτρα, τὰ ἀναγκαῖα. Ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὸν ἐξωραϊσμὸν, νομίζω, ὅτι ἡ Κηφισιὰ, καὶ ἄνευ τῆς συνδρομῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἔλαβε τὴν πρέπουσαν θέσιν. Ὁ πλοῦτος μόνος, ἄνευ οὐδεμιᾶς συνδρομῆς, ἔφερε τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα βλέπομεν. Οἱ εὔποροι ἐφρόντισαν νὰ οἰκοδομήσωσιν ὡραίας οἰκίας καὶ μεγάλας, καὶ κατὰ σχέδιον κατάλληλον. Νομίζω διὰ τοῦτο, ὅτι τὰ πράγματα βαίνουσι καλῶς, καὶ δὲν πρέπει διὰ τοιούτου νομοθετήματος νὰ προκαλέσωμεν τὴν δυσαρέσκειαν τοῦ κόσμου. Τὸ νομοθέτημα ἀκαίρως ἔρχεται. Ἤδη τὰ μικρὰ οἰκόπεδα ἀγοράζονται εἰς τὴν πρέπουσαν τιμήν, καὶ ὠφελοῦνται οἱ κάτοχοι αὐτῶν, οἵτινες εἶναι συνήθως καὶ πένητες. Δὲν ζημιοῦται δὲ ἡ Κηφισιά. Μὲ τὸ νομοσχέδιον θὰ ζημιώνωνται οἱ κάτοχοι τῶν μικρῶν οἰκοπέδων, πρὸς ὄφελος τῶν πλουσίων.
§321Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι οὔτε παλαιὸς ἰδιοκτήτης οἰκίας ἐν Κηφισιᾷ, οὔτε σημερινός, ἀμφιβάλλω δέ, ἂν θὰ γείνω τοιοῦτος καὶ εἰς τὸ μέλλον. Ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως, ἂν πρόκηται ν’ ἀποκτήσωσιν αἱ Ἀθῆναι ἐνδιαίτημα ἐξοχικὸν ἄξιον λόγου, δέον νὰ ληφθῶσιν ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν πανταχοῦ, ὅπως καταστήσωσι τὰ ἐνδιαιτήματα ταῦτα εὐάρεστα κατὰ τὸ θέρος, καί, οὕτως εἰπεῖν, κέντρα ἐξοχικὰ τῆς πρωτευούσης. Ἐλέχθη, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀποκλείονται αἱ πενέστεραι τάξεις. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον. Εἰς τοιούτους συνοικισμοὺς αἱ πενέστεραι τάξεις δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι θέσιν· εἶναι προωρισμένοι οὗτοι διὰ τὰς εὐπορωτέρας. Αἱ Ἀθῆναι δὲν ἔχουσιν ὅμως μόνον τὴν Κηφισιὰν πέριξ αὐτῶν· ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι ἐξοχαί, ὅπου δύνανται νὰ καταφύγωσιν οἱ ἔχοντες μετρίας περιουσίας, ἵνα διέλθωσι τὸ θέρος των. Διότι δὲν πρόκειται νὰ στερηθῶσι τῶν θελγήτρων τοῦ ἐξοχικοῦ βίου, ἂν ἡ Κηφισιὰ κατασταθῇ κέντρον, ἔχον ἀξιώσεις πολυτελεστέρου βίου, καθόσον δύνανται εὐωνότερον καὶ πλησιέστερον ν’ ἀπολαύσωσι ταῦτα. Ἐν Εὐρώπῃ, εἰς ἐξοχάς, ἔνθα ἠγέρθησαν βίλλαι, καὶ ἐγένοντο πυκνοὶ συνοικισμοί, ἐλήφθησαν ὅλα τὰ μέτρα, τὰ καλλωπιστικὰ καὶ ἐξυγιαντικά. Δὲν βλέπω, τί τὸ παράδοξον ἔχει τὸ νομοσχέδιον, ἐναντίον τοῦ ὁποίου τόσος ἠγέρθη πόλεμος. Ὁ κύριος Νέγρης εἶπεν, ὅτι οὐδὲν πρέπει νὰ ληφθῇ μέτρον, ὡς πρὸς τὸ ἐμβαδὸν τῶν οἰκοπέδων. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ληφθῇ ἓν μέτρον, καὶ ἕκαστος κτίζῃ ὅπως θέλει καὶ ἐπὶ οἱουδήποτε γηπέδου, τότε ἡ Κηφισιὰ θὰ ἀπολέσῃ τὸν ἐξοχικὸν χαρακτῆρά της. Ὑπὲρ ταύτης δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λαμβάνει προληπτικῶς ἓν μέτρον. Τὴν καταπολέμησιν τοῦ νομοσχεδίου θεωρῶ ὅλως ἄτοπον, καὶ παρὰ τὸ συμφέρον τῆς πόλεως, ὑπὲρ τῆς ὁποίας καὶ εἰσήχθη, ἀλλὰ καὶ παρὰ τὸ συμφέρον τῶν χωρικῶν, οἵτινες, ἀφ’ ἧς ἐγκατεστάθησαν ἐκεῖ αἱ πλουτοκρατικαὶ τάξεις, εἶδον ὑπερτιμηθεῖσαν καταπληκτικῶς τὴν ἀξίαν τῶν ἰδιοκτησιῶν των.
§322Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὶν ἢ προβάλῃ τὰς ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, παρακαλῶ τοὺς ὑποβαλόντας τροπολογίας νὰ καταθέσωσιν αὐτάς, ἵνα τὰς μελετήσωμεν καὶ συναρμολογήσωμεν πρὸς τὸ νομοσχέδιον καταλλήλως.
§323ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κύριοι Μπακόπουλος καὶ Δραγούμης ὑπέβαλον ἰδίας ἑκάτερος τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως τῶν ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ καταδικαζομένων». Ἐπίσης οἱ βουλευταὶ κ. κ. Θ. Π. Δηλιγιάννης καὶ Δραγούμης ὑπέβαλον ἰδίας ἑκάτερος τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσδιορισμοῦ τῶν ἐλαχίστων ὅρων τοῦ ἐμβαδοῦ καὶ διαστάσεων τῶν ἐν Κηφισιᾷ οἰκοπέδων». Πᾶσαι αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 85–87 καὶ 260). Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 10 καὶ 25′ μ. μ.)