Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΕ · Session ΕΚΤΑΚΤΟΣ› Sitting 39

1900.03.11

3,741 rows · 28,867 words · 1 table · 111 turns

Date
1900.03.11
Presidency
Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΟΥ
Period
ΙΕ
Session
ΕΚΤΑΚΤΟΣ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1900)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 39

τῆς 11 Μαρτίου 1900.

(Σάββατον).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 10′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ πρῶτον τμῆμα τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἀναπληρωματικῆς Βουλευτικῆς ἐκλογῆς Ἠλείας. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 145). Κάτοικοι Χίου διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβωσι πρόνοιαν περὶ ἐπαναλήψεως τῶν εἰς Χίον προσεγγίσεων τῶν ἀτμοπλοίων τῆς Πανελληνίου Ἑταιρείας. Παραπέμπεται ἡ αἴτησις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ ἐν Πύλῳ σύλλογος «Ἅγιος Παντελεήμων» διὰ ψηφίσματός του παρακαλεῖ τὴν Βουλήν, ὅπως ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ Πύργου–Κυπαρισσίας ἐπεκταθῇ μέχρι τῆς Πύλου.

§2Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Μοὶ ἐστάλησαν δύο τηλεγραφήματα ἐκ Πύλου, ὧν τὸ ἕτερον εἶναι τοῦ Προέδρου τοῦ σωματείου «Ἅγιος Παντελεήμων». Παρακαλῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ γνῶσιν τῶν τηλεγραφημάτων αὐτῶν. Προκειμένου νὰ κατασκευασθῇ σιδηροδρομικὴ γραμμή, ἀρχομένη ἐκ Πύργου καὶ καταλήγουσα εἰς Κυπαρισσίαν, οἱ συμπολῖταί μου εὐλόγως ζητοῦσιν, ὅπως ἡ γραμμὴ αὕτη διέλθῃ καὶ ἐκ Πύλου.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι Πύργου τῆς Ἠλείας διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως ψηφίσῃ τὰ ἀναδιοργανοῦντα τὸν τηλεγραφικὸν κλάδον νομοσχέδια. Ὁ Γεώργιος Οἰκονομόπουλος, ἐκ Βρεσθένων τῆς Λακεδαίμονος, πατὴρ τοῦ φονευθέντος ἐν Καβάλλᾳ κατὰ τὸν πόλεμον Σταύρου Γ. Οἰκονομοπούλου, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν ζητεῖ νὰ τῷ χορηγηθῇ βοήθημα πρὸς συντήρησιν τῆς οἰκογενείας του, στερηθείσης τοῦ μόνου αὐτῆς προστάτου.

§4ΜΕΛ. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτῆς τῆς ἀναφορᾶς, κύριε Πρόεδρε, ἐπικαλοῦνται τὴν ἀρωγὴν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας οἱ ἐπιζῶντες ἔτι γονεῖς καὶ δέκα ἀκριβῶς ἀδελφοὶ καὶ ἀδελφαὶ τοῦ παρὰ τὴν Καβάλλαν τῆς Χαλκιδικῆς κατακρεουργηθέντος συμπολίτου μου Σταύρου Οἰκονομοπούλου, ὅστις, ἐξ ἐνθέρμου φιλοπατρίας φλεγόμενος, ἔσπευσε νὰ μετάσχῃ εἰς τὴν ἀτυχῆ ἐκείνην πολεμικὴν ἐπιχείρησιν, ἥτις κατέληξεν εἰς οἰκτρότατον αἱματηρὸν δρᾶμα, ὡς ὑπαρχηγὸς τοῦ σώματος τοῦ ἔτι ἀτυχεστέρου συμπολίτου μου Π. Δημαρᾶ, ὑπέστη δὲ καὶ οὗτος μαρτυρικὸν θάνατον, ὅπως καὶ ὁ ἀρχηγὸς Δημαρᾶς καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ συναγωνισθέντες Καραβαγγέλης, Βελέντζας κλπ., καὶ ἐγκατέλιπεν ἐν ἄκρᾳ οἰκονομικῇ δυσπραγίᾳ τὴν πολυμελῆ πατρικήν του οἰκογένειαν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς συνετήρει καὶ ὑπεστήριζε χρηματικῶς μετὰ θαυμαστῆς φιλοστοργίας καὶ ἐλευθεριότητος ἐπὶ μακρὰ ἔτη, διατελῶν ἔμπορος σιτηρῶν ἐν Ρωσσίᾳ. Ὅθεν θαρρούντως, καὶ ἐκ διπλοῦ ἄλλως τε καθήκοντος, συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὴν ὑψηλὴν ἀντίληψιν, τὴν φιλανθρωπίαν καὶ τὴν μεγαλοφροσύνην τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως.

§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον.

§7Α. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα θερμῶς συστήσω τὴν ἀνακοινωθεῖσαν ἀναφορὰν τῶν τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων Πύργου. Ἡ κατάστασις τῶν ταχυδρομείων, τηλεγράφων καὶ τηλεφώνων παρ’ ἡμῖν εἶναι δυστυχῶς γνωστὴ τοῖς πᾶσιν, εἶναι δὲ τοιαύτη, διότι, ἐνῷ ἐκ τῶν ἀναγκῶν τῆς συγκοινωνίας αἱ λειτουργίαι αὗται καθ’ ἑκάστην καταπνίγονται ὑπὸ τῆς συσσωρευομένης ἐργασίας, οὐδεμία ἐλήφθη ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων πρόνοια, ὅπως ἀνορθώσωσι ταύτας εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν θέσιν, ἵνα ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ κοινοῦ. Διὰ ταῦτα καὶ συχνότατα λαμβάνομεν τηλεγραφήματα ταχυδρομικῶς, ἐπιστολὰς δὲ ταχύτερον ἐκ Λονδίνου καὶ Παρισίων ἢ ἔκ τινων μερῶν τῆς Ἑλλάδος! Παραλείπω δὲ τὰ περὶ τηλεφώνου, οὗτινος ἡ χρῆσις θεωρεῖται πολυτέλεια! Ὅλων τούτων αἰτία εἶναι ἡ ἔλλειψις τῶν ἀναγκαίων ὑπαλλήλων καὶ ὑλικοῦ κατά τε ποσὸν καὶ ποιόν. Γνωρίζω ὅτι ὑπάρχουσι, καταρτισθέντα ἤδη, σχετικὰ περὶ τούτων νομοσχέδια, καὶ ὅτι ἐτυπώθησάν τινα ἐξ αὐτῶν· ἐνδιαφερόμενος δὲ ἀνέκαθεν περὶ τοῦ κλάδου τούτου, ἐφρόντισα καὶ ἔλαβον αὐτά. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ἔδει πρὸ καιροῦ νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, νὰ καταρτισθῇ δὲ καὶ εἰδικὴ πρὸς ἐπεξεργασίαν αὐτῶν ἐπιτροπή, ἵνα οὕτω δοθῇ ἡμῖν ὁ ἀπαιτούμενος πρὸς μελέτην αὐτῶν χρόνος καὶ ψηφισθῇ ἐν καιρῷ ἔργον ὅσον ἔνεστι τέλειον. Ἐπίσης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἀναφορὰν τῶν ἀρτοπωλῶν τῆς πρωτευούσης δήμου Παλλέων τῆς ἐπαρχίας, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω. Παρακαλῶ δὲ νὰ διαβιβασθῇ μετὰ τῆς δεούσης συστάσεως πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον, ὅπως ἐνεργηθῶσιν ὑπ’ αὐτοῦ τὰ δέοντα. Οἱ ἀρτοπῶλαι οὗτοι πολὺ δικαίως παραπονοῦνται κατὰ τῆς ἀστυνομικῆς διατάξεως περὶ λιποβαρῶν ἄρτων, διότι ἐκεῖ εἴθισται οἱ ἄρτοι νὰ πωλῶνται, εἴτε ἀκέραιοι εἴτε ἐν τεμαχίοις, πάντοτε κατὰ βάρος, ζυγιζόμενοι ἐνώπιον τοῦ ἀγοραστοῦ· ὥστε οὐδὲν δικαίωμα οὐδὲ λόγον ἔχει ἡ ἀστυνομία νὰ καθορίσῃ τὸ βάρος ἢ τὸν ὄγκον τῶν ἀκεραίων ἄρτων, ἀφοῦ οὗτοι κατὰ βάρος πωλοῦνται καὶ δὲν εἶναι οὕτω δυνατὸν νὰ ἐξαπατηθῶσιν οἱ ἀγορασταί. Φαίνεται ὅτι ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ Πάλλης, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὰ εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα περὶ λιποβαρῶν ἄρτων κρατοῦντα, ὅπου οἱ ἄρτοι πωλοῦνται κατὰ μονάδα, ἠθέλησε νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ ἐν Πάλλῃ τὸ αὐτὸ μέτρον, καὶ διὰ τοῦτο τοὺς παραβάτας εἰσάγει εἰς δίκην ἐνώπιον τοῦ πταισματοδίκου· καὶ ἀθωοῦνται μὲν οὗτοι, ἀλλὰ φαντασθῆτε τὰ δεινὰ τῆς διαδικασίας, ἔξοδα, κόπους, ἡμεραργίας κλπ., δι’ ἃ βεβαίως οὐδεὶς ἀποζημιοῖ αὐτούς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ νὰ διατάξῃ τὸν ἁρμόδιον ἀστυνόμον, ὅστις ἄλλως διακρίνεται ἐπὶ εὐγενείᾳ τρόπων, δραστηριότητι καὶ ἐντιμότητι, ν’ ἀφήσῃ ἡσύχους τοὺς εἰρημένους ἀρτοπώλας ἐν τῇ δικαίᾳ καὶ νομίμῳ ἐξασκήσει τοῦ ἐπαγγέλματός των.

§8ΜΙΧ. ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διὰ τίνα λόγον δὲν ἐξεδόθη μέχρι τοῦδε τὸ προσῆκον Β. Διάταγμα περὶ ἀποκαταστάσεως εἰς τὰ πολιτικὰ δικαιώματα τοῦ ἐξ Ἀταλάντης Κωνσταντίνου Θ. Μοσχολιοῦ, νῦν δὲ Θεοφανοπούλου, ἐνῷ πρὸ πολλοῦ ἔχουσιν ὑποβληθῆ τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα ἔγγραφα... Καταθέτω καὶ γραπτὴν τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην, καὶ παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ ἐγκαίρως εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ὁ κύριος Θ. Π. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.

§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ σπουδαιότης τῶν θεμάτων, τῶν ὁποίων τὴν συζήτησιν προήγαγεν ἡ ἔρευνα τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, μὲ ὑπεχρέου νὰ προσπαθήσω νὰ ἔλθω εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα δυνηθῶ νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν ἔρευναν τοῦ νομοσχεδίου, εἶχον προβληθῆ προκαταρκτικῶς δισταγμοὶ περὶ τῆς συνταγματικότητος τοῦ νομοσχεδίου, προσέτι δὲ καὶ περὶ τῆς σαφηνείας αὐτοῦ καὶ περὶ τῆς λυσιτελείας αὐτοῦ. Οἱ δισταγμοὶ οὗτοι ἐφείλκυσαν τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ἠδυνήθη νὰ εἰσαγάγῃ νέον νομοσχέδιον, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ περιλάβῃ τροπολογίαν διατάξεων αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν καὶ προέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ καὶ τὸ νέον νομοσχέδιον δὲν ἦρε τοὺς δισταγμούς, οἵτινες εἶχον προταθῆ. Ἡ μελέτη μάλιστα τοῦ νέου νομοσχεδίου ὄχι μόνον ἐνέτεινε τοὺς δισταγμούς, οἵτινες προεβλήθησαν, ἀλλὰ προσέτι ἀπεκάλυψεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τινες διέβλεπον κεκρυμμένον, ὅτε τὸ πρῶτον συνεζητήθη τὸ νομοσχέδιον, ὅτι ἡ ἀσάφεια τοῦ νομοσχεδίου ἦτο μεμελετημένη καὶ εἶχε τὸν σκοπὸν τῆς ἀποπλανήσεως τοῦ ἀναγνώστου. Ὁ πρώτιστος τῶν δισταγμῶν, τοὺς ὁποίους παρήγαγε τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ μελέτη, εἶναι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀντιβαίνει εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἀληθές, ὅτι περὶ τοῦ πολιτεύματος πρὸ πολλοῦ λάθρᾳ διαδίδονται γνῶμαι, αἱ ὁποῖαι ὅμως δὲν εἶναι εἰμὴ γνῶμαι ἀτομικαί. Δὲν εἶναι ἀπίθανον ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ νὰ ὑπάρχωσι καὶ πολῖται νομίζοντες, ὅτι τὸ πολίτευμα εἶναι εἴτε ἀνώτερον τῆς δεκτικότητος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἴτε καὶ ἀπολύτως ἐπιβλαβές. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν ἀνέγνων τοιαύτας γνώμας, σπειρομένας μετά τινος τέχνης, ἡ ὁποία δὲν διέλαθε τὴν προσοχήν μου. Καὶ ἄλλοτε ἤκουσα ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι τὸ πολίτευμα τοῦ 1864 εἶναι ἀνεφάρμοστον, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ τροποποιηθῶσι κατὰ τὴν ἐκτέλεσίν τινες τῶν διατάξεων αὐτοῦ, ἵνα κατασταθῇ ἡ ἐφαρμογή του εὔκολος καὶ λυσιτελής. Ἀλλὰ δὲν φρονῶ, ὅτι εἶναι ἄξιον τῆς Βουλῆς νὰ ἀσχοληθῇ περὶ ταῦτα, διότι αἱ τοιαῦται γνῶμαι, καὶ ἂν τυχὸν ἐρρίφθησαν μετὰ πονηροῦ σκοποῦ, ἵνα ἐθίσωσι τοὺς ἁπλουστέρους εἰς ἰδέας ἀντισυνταγματικὰς, καταφρονούμεναι θέλουσι παρέρχεσθαι ἀπαρατήρητοι, ἄνευ κινδύνου τινὸς, ἀφοῦ εἶναι γνῶμαι ἀτόμων. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, πρὶν ἢ ἀναγνωρισθῇ ἡ Ἑλληνικὴ κυριαρχία, ὅτε ἦτο ἔτι μὲ τὰ ὅπλα εἰς τὰς χεῖρας, μίαν ἐξεδήλωσε πάνδημον γνώμην, ὅτι ἐπεθύμει, οἱ θεσμοὶ αὐτοῦ νὰ ἦναι φιλελεύθεροι, ὅτι ἠξίου νὰ κυβερνᾶται συνταγματικῶς. Καὶ ὅτε ἀπεκατεστάθη εἰς Κράτος, τὴν αὐτὴν γνώμην ἐξεδήλωσε πάντοτε. Καὶ ἐπειδὴ ἡ ὑπέρμετρος εὐσυνειδησία τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος ἔπειθεν αὐτὸν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφήσῃ ἀκώλυτον τὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὅτι ἔπρεπε νὰ χαράξῃ ὁδόν τινα, διὰ τῆς ὁποίας νὰ καταστήσῃ αὐτὴν εἰκονικὴν, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐξηγέρθη ἡμέραν τινὰ, καὶ ἐλησμόνησε τριάκοντα ἐτῶν βασιλείαν, ἐλησμόνησε τοὺς κόπους, τοὺς ὁποίους κατέβαλε, καὶ τὰς πικρίας, ἃς ἐγεύθη ὁ ἀγαθὸς ἐκεῖνος καὶ φιλόπατρις Βασιλεὺς κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, καθ’ οὓς ἡ χώρα ἦτο ἔρημος καὶ ὁ λαὸς εἶχε προσφάτως ἀπολυθῆ τῆς δουλείας, καὶ ἀνέτρεψε τὸν θρόνον αὐτοῦ. Οἱ θεσμοὶ εἶναι ἔργον τῶν λαῶν, οὐδὲ νὰ ἀντιτάσσηταί τις πρέπει εἰς τὴν γνώμην αὐτῶν· ὅταν δὲ ἡ γνώμη αὐτῶν μεταβληθῇ, ὅταν τὰ πράγματα πείσωσιν αὐτοὺς, ὅτι ἡ γνώμη των δὲν ἦτο λυσιτελὴς, οἱ λαοὶ θέλουσιν ἀποφασίσει περὶ τῆς τύχης αὐτῶν. Ἐπειδὴ δὲ καὶ κατὰ τὰ 1862 καὶ 1863 ἡ ἔκφρασις τοῦ λαοῦ ἐδήλου τὴν ἀμετάπειστον γνώμην αὐτοῦ, ὅτι ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία ἔγκειται ἐν αὐτῷ, καὶ πᾶσα δημοσία ἐξουσία ἐκπορεύεται ἐξ αὐτοῦ, ἔχω καθῆκον, ὡς πολίτης, νὰ μείνω πιστὸς εἰς τὰ δόγματα ταῦτα, καὶ ὀφείλω νὰ συμβουλεύω καὶ πείθω ἐκείνους τῶν συμπολιτῶν, οἵτινες τυχὸν ἀποπλανώμενοι ἔχουσιν ἀλλοίαν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ παραιτήσωσιν ἰδιορρύθμους καὶ ἐγωϊστικὰς τοιαύτας σκέψεις, διότι αὗται ἀντίκεινται εἰς τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ. Καὶ πιθανώτατα συνήντησα τοιούτους, ἀλλὰ καὶ νῦν ἐὰν ἤθελον συναντήσει που τοιούτους, νομίζω ὅτι προσφέρω αὐτοῖς ὑπηρεσίαν, ἂν ἀσχοληθῶ νὰ πείσω αὐτοὺς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταστρατηγῶνται τὸ πολίτευμα, ἢ νὰ ὑπονομεύωσι τοὺς θεσμοὺς, ἀφοῦ ὑπ’ αὐτοὺς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπιθυμεῖ νὰ κυβερνᾶται καὶ νὰ ζῇ. Ὅτε προετάθησαν δισταγμοὶ περὶ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ παρεστάθη, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀντιβαίνει εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, πρώτιστον εἴχομεν καὶ οἱ φίλοι μου καὶ ἐγὼ καθῆκον νὰ ἐρευνήσωμεν, ἂν ἀληθῶς ἀντιβαίνει εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἢ μήπως ὑπερβάλλουσαι ἐντυπώσεις ἐνεποίησαν τοὺς δισταγμοὺς εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους, οἱ ὁποῖοι προέβαλον αὐτοὺς, μήπως τοῦ νομοσχεδίου αἱ διατάξεις οὐδὲ ἀντιτίθενται οὐδὲ ἀναιροῦσι τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ὁμολογῶ δὲ, ὅτι καὶ τῶν ἐμῶν φίλων ἡ πεποίθησις καὶ ἡ ἐμὴ, μετ’ εὐσυνείδητον μελέτην τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν συμβιβάζεται μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἠδυνάμην νὰ μεταχειρισθῶ ἕτερον ὅρον, τὸν ὅρον ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἐπροτίμησα νὰ εἴπω, ὅτι δὲν συμβιβάζεται, διότι προσδοκῶ, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προέβαλον αὐτὸ καὶ συνηγόρησαν ὑπὲρ αὐτοῦ, θέλουσι σπεύσει νὰ μεταβάλωσι τὰς γνώμας των, εὐθὺς ὡς πεισθῶσιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν συμβιβάζεται μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἀνέγνων πρό τινων ἡμερῶν διάταγμα, ἐκδοθὲν κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τῆς καθόδου εἰς τὴν Ἑλλάδα τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως Ὄθωνος. Τὸ διάταγμα ἦτο ἔργον τῆς Ἀντιβασιλείας καὶ τῶν Γερμανῶν, οἱ ὁποῖοι κατῆλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα μετὰ τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος. Τὸ πολίτευμα τότε ἦτο ἀπόλυτον, διότι καὶ ἡ νομοθετικὴ καὶ ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία εὑρίσκετο ἐν ταῖς χερσὶ τοῦ Ἡγεμόνος· ἀλλ’ εἰ καὶ ἦτο ἀπόλυτον τὸ πολίτευμα, ἐν τῷ διατάγματι ἐκείνῳ διαβλέπω τὰ σπέρματα τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν. Διάφορα διατάγματα ἐξεδόθησαν τὴν 3 Ἀπριλίου 1833, ἀλλὰ τὸ ἓν ἐξ αὐτῶν ἐκανόνιζε τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Ὑπουργείων, τὰ ὁποῖα τότε ὠνομάζοντο Γραμματεῖαι τῆς Ἐπικρατείας, ἕτερον τὴν ἁρμοδιότητα ἑκάστης τῶν Γραμματειῶν, καὶ ἑπομένως καὶ τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Γραμματείας ἢ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Τὸ δεύτερον Β. Διάταγμα ἀναγράφει πάσας τὰς σχέσεις τῶν τε μελῶν τοῦ στρατοῦ πρὸς ἄλληλα καὶ τοῦ στρατοῦ πρὸς τὴν Διοίκησιν καὶ τὴν Πολιτείαν, αἵτινες ὑπάγονται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Γραμματείας τῶν Στρατιωτικῶν. Ὑπήγαγε δὲ εἰς τὴν Γραμματείαν τῶν Στρατιωτικῶν οὐ μόνον τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ καὶ τὴν συμπλήρωσιν αὐτοῦ καὶ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν πειθαρχίαν καὶ τὴν ἀστυνομίαν αὐτοῦ, ἀλλὰ (ἀναγινώσκει) «καὶ τὴν προμήθειαν τῆς ἀναγκαίας διὰ τὸν στρατὸν ἐνδυμασίας, τοῦ ὁπλισμοῦ καὶ τῶν διὰ τὴν ἱππασίαν, διὰ τὸν στρατωνισμὸν καὶ διὰ τὰς στρατοπεδεύσεις ἀπαιτουμένων σκευῶν. Τὴν φροντίδα περὶ προμηθείας τοῦ ἀναγκαίου διὰ τὸ πυροβολικὸν, διὰ τὸ μηχανικὸν καὶ διὰ τοὺς λόχους τῶν τεχνιτῶν καὶ τῶν σκαπανέων ὑλικοῦ. Τὴν οἰκοδόμησιν, ἐπισκευὴν καὶ διατήρησιν τῶν φρουρίων, ὁρμητηρίων (places d’ armes) καὶ τῶν στρατιωτικῶν κτιρίων. Ὅλα τὰ διὰ τὸν σχηματισμὸν τοῦ στρατοῦ καὶ τὴν προμήθειαν τῶν εἰς αὐτὸν ἀναγκαίων δημόσια καταστήματα. Τοὺς στρατιωτικοὺς ποινικοὺς νόμους καὶ τοὺς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ὁπλασκίαν κανονισμούς. Τὴν ἐπιτήρησιν εἰς τὰ διὰ τὴν δίκασιν ἰδιαιτέρων στρατιωτικῶν ἁμαρτημάτων ἢ ἐγκλημάτων ὑπάρχοντα στρατιωτικὰ δικαστήρια. Τὰ ὑγειονομικὰ καταστήματα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ. Τὴν μετατόπισιν καὶ τὰς κινήσεις τοῦ στρατοῦ καὶ τὰς στρατιωτικὰς μετακομίσεις. Τὴν φροντίδα περὶ συστάσεως καταστημάτων διὰ τὴν διασίτισιν ἀπομάχων, χηρῶν καὶ ὀρφανῶν, καθὼς καὶ ἄλλων φιλανθρωπικῶν καταστημάτων διὰ τὴν ἀνάγκην τοῦ στρατοῦ, καὶ τὴν ἐπιτήρησιν εἰς τὴν διεύθυνσιν αὐτῶν. Τὴν περὶ τῶν αἰχμαλώτων φροντίδα. Τὰς προτάσεις περὶ προκηρύξεως στρατιωτικῆς ἀμνηστείας. Τὴν Χωροφυλακήν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ προσωπικὸν καὶ τὸ οἰκονομικὸν αὐτῆς. Τὰς προτάσεις περὶ διορισμοῦ, περὶ ἐπὶ σιτηρεσίῳ ἀναπαύσεως, ἢ περὶ ἀφέσεως τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαλλήλων τοῦ στρατοῦ. Τὴν ὁλικὴν δαπάνην τοῦ στρατοῦ καὶ τὸ περὶ αὐτῆς Λογιστικόν». Τελευταῖον δὲ ὁρισμὸν ἀναγράφει, ὅτι «εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Γραμματείαν ὑπάγονται ὅλαι αἱ ἀρχαί, ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπάλληλοι τοῦ στρατοῦ». Τὰ θέματα ταῦτα δὲν ἀνάγονται μόνον εἰς τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, τὴν ἐσωτερικὴν ζωὴν καὶ ἀνάπτυξιν αὐτοῦ, δηλαδὴ εἰς τὰς σχέσεις τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ πρὸς ἀλλήλους, ἀλλὰ περιλαμβάνουσι καὶ τὰς σχέσεις τοῦ στρατοῦ, τὰς ὁποίας οὗτος κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ συνάψῃ μετὰ τῶν ἄλλων ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἀρχῶν, δηλαδὴ μετὰ τῆς Διοικήσεως καὶ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν ἑτέρῳ δὲ διατάγματι, τῷ «περὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν Γραμματειῶν», ἀνεγράφησαν δύο κανόνες, αʹ) ὁ κανὼν, ὅτι «ἡ Διεύθυνσις ὅλων τῶν ὑπαγομένων εἰς μίαν Γραμματείαν ὑποθέσεων ἐναπόκειται εἰς τὸν Γραμματέα τῆς Ἐπικρατείας», βʹ) ὁ κανών, ὅτι «ἕκαστος Γραμματεὺς τῆς Ἐπικρατείας εἶναι, ἐντὸς τῆς ἁρμοδιότητος τῆς ἐμπιστευθείσης εἰς αὐτὸν Γραμματείας, τὸ μόνον καὶ ἄμεσον ὄργανον τοῦ Βασιλέως πρὸς ἐκτέλεσιν ὅλων τῶν κυβερνητικῶν πράξεων· ἑπομένως ἀπαιτεῖται νὰ προσυπογράφηται ὁ ἁρμόδιος Γραμματεὺς εἰς πάντα νόμον, εἰς πᾶν διάταγμα καὶ εἰς πᾶσαν δημοσίαν πρᾶξιν, ἀφορῶσαν τὰς ἐξωτερικὰς σχέσεις, καθὼς καὶ εἰς πᾶσαν ἀπόφασιν περὶ διοικητικῶν ὑποθέσεων, ἐκδιδομένην μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως». Καὶ τὸ μὲν ἄρθρον 9 κηρύσσει τὸν Γραμματέα τῆς Ἐπικρατείας «ὑπεύθυνον διὰ τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τῶν νόμων καὶ διαταγμάτων, διὰ τὴν κατὰ συνείδησιν διαφύλαξιν τῶν συμφερόντων τῆς Ἐπικρατείας, καὶ διὰ τὴν πιστὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων καὶ τῆς ἐμπιστευθείσης εἰς αὐτὸν ἰδιοκτησίας τῆς Ἐπικρατείας». Τὸ δὲ ἄρθρον 10, ὡς διάταξις ἐκτελεστικὴ τῶν εἰρημένων κανόνων, ἀνέγραφεν, ὅτι «ἕκαστος Γραμματεὺς τῆς Ἐπικρατείας διοικεῖ ὡς ἀνώτατος διευθυντὴς τὰ εἰς τὴν Γραμματείαν του ἀναγόμενα», καὶ ὅτι «ὀφείλει νὰ διατάσσῃ τὰ δέοντα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑπαρχόντων νόμων καὶ διαταγμάτων, καὶ νὰ ἐπαγρυπνῇ εἰς τὴν ἀκριβῆ αὐτῶν διαφύλαξιν.» Κατὰ τὰς διατάξεις ταύτας, εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὑπάγεται πᾶν, ὅτι ἀνάγεται εἴς τε τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ καὶ εἰς τὰς ἐξωτερικὰς σχέσεις αὐτοῦ. Εἰς ταύτας δὲ τὰς ἐξωτερικὰς σχέσεις αὐτοῦ ἀνάγεται ἡ φροντὶς περὶ τῶν μέσων τῆς ἀμύνης τοῦ Κράτους καὶ περὶ ὀχυρώσεως τῶν ὁρίων, ὡς καὶ ἡ περὶ διαταρήσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι σχέσεις τοῦ στρατοῦ πρὸς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, ἐὰν ἤθελε τοῦτο ψηφισθῆ, δυνάμεθα εὐλόγως νὰ θεωρήσωμεν ὑπεύθυνον τὸν Ὑπουργὸν διὰ πάσας τὰς πράξεις ἢ τὰς παραλείψεις, αἵτινές εἰσι συναφεῖς μὲ τὰ ἀνωτέρω καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἀφαιροῦμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν καὶ ἀνατίθεμεν εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ; Βεβαίως δὲν εἶναι εὐσυνείδητον, ἀλλ’ εἶναι καὶ παράλογον, νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας παρ’ ἀνθρώπου ἐπὶ πράξεσι, τὰς ὁποίας οὐ μόνον δὲν ἔχει ἀποφασίσει, ἀλλ’ οὐδὲ διέπραξεν ἢ διέταξεν, ἴσως δὲ οὐδὲ γνωρίζει. Καὶ εἰς ποῖον μεταφέρετε τὴν ἐπὶ ταύταις εὐθύνην; Εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ! Ἀλλὰ Γενικὸς Διοικητὴς εἶναι ὁ ἀνώτατος κατὰ βαθμὸν καὶ ἀρχαιότητα ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ, ὅστις συμβαίνει νὰ ἦναι ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου. Τὸ Σύνταγμα ὅμως προέβλεψε, καὶ εἰκότως, ἀναγράψαν, ὅτι δι’ ἑκάστην πρᾶξιν τῆς Διοικήσεως ἢ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τις ὑπεύθυνος· ἐπειδὴ δὲ τὰ μεγάλα συμφέροντα τοῦ Κράτους ἀπήτουν νὰ μὴ ὑπόκηνται εἰς τὴν εὐθύνην ταύτην οἱ υἱοὶ τοῦ Βασιλέως, ἀπηγόρευσε τὸν διορισμὸν αὐτῶν ὡς Ὑπουργῶν. Καὶ ἀπηγόρευσεν εἰς τοὺς υἱοὺς τοῦ Βασιλέως νὰ γίνωνται Ὑπουργοὶ, οὐχὶ διὰ νὰ μὴ συμβῇ νὰ ἀχθῶσιν ὑπόδικοι ἐνώπιον τοῦ ποινικοῦ δικαστηρίου, —διότι καὶ παρ’ ἡμῖν ἅπαξ μόνον καὶ ἀλλαχοῦ σπανιώτατα συνέβη νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς δίκην οἱ διαχειριζόμενοι τὰ εἰρημένα καθήκοντα Ὑπουργοὶ, —ἀλλὰ διότι ἡ αἴγλη τοῦ Στέμματος, ἡ αἴγλη τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, ἐκτείνεται καὶ περιβάλλει πάντα τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, ἡ ἐλαχίστη δὲ αἰτίασις, ἢ ἡ ἐλαχίστη ὑπόνοια, ὅτι διεπράχθη ὑπό τινος τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας πρᾶξις, ἥτις δὲν ἐπετρέπετο ἢ δὲν ἔπρεπε νὰ πραχθῇ, εἶναι νέφος, τὸ ὁποῖον σκιάζει τὴν αἴγλην ταύτην. Ἡμεῖς δ’ ἔχομεν συμφέρον, μετ’ ἄκρας φειδοῦς νὰ στέργωμεν νὰ ἀνατίθηνται εἰς αὐτοὺς τοιαῦτα καθήκοντα, ὅπως ἡ Βασιλικὴ αἴγλη διατηρῆται ἀπαστράπτουσα πάντοτε, οὐδὲν δὲ νέφος σκιάσῃ αὐτὴν ποτέ. Λοιπόν, ἂν τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ, ἀνατίθεμεν ἔργα Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς ἡγεμονόπαιδα, εἰς τὸν πρῶτον υἱὸν τοῦ Βασιλέως, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, μεταφέροντες τὴν εὐθύνην, ἣν ἐπὶ τούτοις εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὸν Διάδοχον, εἰς ὃν ἀνατίθεμεν τὰ ἔργα ταῦτα. Καὶ πρὸς ποῖον ἄλλον σκοπὸν τὸ Σύνταγμα ἀνέγραψε τὴν ἀπαγόρευσιν εἰς τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας νὰ γίνωνται Ὑπουργοί; Δὲν ἐνεπιστεύετο τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, ἀφοῦ ἐμπιστεύεται ἡμᾶς τοὺς πολίτας; Ἀλλ’ ἔχει τις ἐξ ἡμῶν τόσον μέγα συμφέρον διὰ τὴν προκοπὴν, διὰ τὴν εὐημερίαν καὶ ἀνάπτυξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ὅσον ἔχει ὁ Βασιλεύς; Δὲν ἀπηγόρευσε λοιπὸν τὸ Σύνταγμα ἐκ δυσπιστίας εἰς τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας νὰ διαχειρίζωνται τὰ κοινὰ, ἀλλ’ ἠρνήθη ν’ ἀνατεθῶσιν εἰς αὐτὰ πράξεις, καθήκοντα, τὰ ὁποῖα συνεπάγουν εὐθύνην. Εὐθύνη τοιαύτη εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον τὸ ἔθνος ἀνεβίβασε τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, καὶ ἰδίως τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα τὸν Διάδοχον. Ἀλλ’ εἶναι τοιαῦτα τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ νομοσχέδιον πρόκειται νὰ μεταβιβασθῶσιν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὸν Γενικὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ; Ἐγὼ τοιαῦτα τὰ κρίνω, καὶ δύναμαι νὰ δικαιολογήσω ἐμαυτὸν, ἐὰν ἐκφράσω ἀπορίαν, πῶς συνετάχθησαν αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ τὸ πρῶτον εἰσαχθέντος, τοσοῦτον ἀσαφῶς, ὥστε νὰ μὴ κατασταθῇ ἀδύνατον, ἐξ ἐναντίας νὰ ἦναι πιθανὸν, ὅτι ἤθελε διαφύγει ἡ ἔννοια τοὺς κυρίους ἀντιπροσώπους, ἐὰν οὗτοι δὲν κατέβαλλον προσοχὴν, ἵνα ἀναζητήσωσιν ἐν τῇ ἀσαφείᾳ τῶν κειμένων τὰς ὑποκρυπτομένας ἐννοίας. Καὶ ὄντως τὸ πρῶτον εἰσαχθὲν νομοσχέδιον ἀνέγραφεν, ὅτι ἡ ἁρμοδιότης καὶ ἡ δικαιοδοσία τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ τὰ ὑπὸ τὴν διοίκησιν αὐτοῦ ὅπλα, σώματα, καταστήματα καὶ ὑπηρεσίαι τοῦ στρατοῦ ἤθελον ὁρισθῆ καὶ κανονισθῆ διὰ στρατιωτικοῦ κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἤθελε κυρωθῆ διὰ Β. Διατάγματος. Ἀλλ’ οἱ κανονισμοὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκτελέσεως, ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ ἐκτελεστικὰ διατάγματα, εἰσὶ πράξεις ταπεινοτέρας σημασίας καὶ ἥσσονος ἰσχύος ἐν τῇ ἱεραρχίᾳ τῶν γενικῶν περὶ ἐκτελέσεως πράξεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· διὰ πράξεως δὲ τοιαύτης ἐπρόκειτο νὰ κανονισθῇ ἡ ἁρμοδιότης καὶ δικαιοδοσία τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, καὶ τὰ ὅπλα, τὰ σώματα, τὰ καταστήματα καὶ αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ στρατοῦ, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ὑπαχθῆ ὑπὸ τὴν ἄμεσον διοίκησιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ. Τοῦτο δὲ, τὸ ὁποῖον ἀφίετο νὰ κανονισθῇ διὰ Β. Διατάγματος διὰ τοῦ πρώτου νομοσχεδίου, τοῦτο ἐκανονίσθη ῥητῶς ἐν τῷ δευτέρῳ νομοσχεδίῳ διὰ τῆς προσθήκης τῆς τρίτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2, καθ’ ἣν τὰ στρατιωτικὰ σώματα, αἱ ὑπηρεσίαι καὶ τὰ καταστήματα ὑπήχθησαν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἀφοῦ δ’ ἐν τῇ συνειδήσει τῶν συντακτῶν τοῦ νομοσχεδίου ἦτο ὡρισμένον νὰ ὑπαγάγωσιν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Γεν. Διοικητοῦ τὰ στρατιωτικὰ σώματα, τὰ καταστήματα καὶ τὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ, διατὶ δὲν ἀνεγράφετο τοῦτο ἐν τῷ πρώτῳ νομοσχεδίῳ, ἀνεγράφετο δὲ μόνον, ὅτι διὰ Β. Διατάγματος ἔμελλε νὰ κανονισθῇ, ποῖα ἐξ αὐτῶν ἤθελον ὑπαχθῆ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ; Δὲν ἦτο ἀπροσεξία ἢ παράλειψις ἐξ ὀλιγωρίας, ἀλλ’ ἀτολμία, ἐπιθυμήσασα ν’ ἀποφύγῃ νὰ δηλώσῃ ἀμέσως, ὅτι πάντα τὰ στρατιωτικὰ σώματα καὶ πάντα τὰ στρατιωτικὰ καταστήματα καὶ πᾶσαι αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ στρατοῦ ἔμελλον νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Γεν. Διοικητοῦ. Ἀλλὰ διὰ στρατιωτικοῦ κανονισμοῦ, καὶ κατὰ τὸ πρῶτον καὶ κατὰ τὸ δεύτερον νομοσχέδιον, θέλει κανονισθῆ καὶ ἡ ἁρμοδιότης καὶ ἡ δικαιοδοσία τοῦ Γεν. Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ. Τί εἶναι ὅμως ἁρμοδιότης καὶ δικαιοδοσία; Ἐπιτρέψατε βραχεῖάν τινα λεπτολογίαν. Ὁ στρατὸς ἔχει κατωτάτην μονάδα τὸν λόγον, ἀποτελούμενον ἀπὸ ὡρισμένον ἀριθμὸν ἀνδρῶν. Ὁ λόχος ἔχει ἀνάγκην διοικητοῦ, καὶ κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ διοικεῖ αὐτὸν λοχαγός. Ποία ἡ ἁρμοδιότης καὶ ἡ δικαιοδοσία τοῦ λοχαγοῦ ἐπὶ τοῦ λόχου; Ὁ διοικητὴς ἔχει ἁρμοδιότητα καὶ καθῆκον νὰ φροντίζῃ νὰ ἀσκῶνται καὶ ἐκπαιδεύωνται οἱ ἄνδρες τοῦ λόχου, νὰ συντηρῆται καὶ ἐκτελῆται ἀπταίστως ἡ πειθαρχία τῶν ἀνδρῶν, καὶ τέλος νὰ ἐκτελῶσιν οἱ ἄνδρες τοῦ λόχου τὰς στρατιωτικὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ἡ ἀνάγκη τοῦ στρατοῦ ὑπαγορεύει εἰς αὐτούς. Ἐὰν πρόκειται περὶ τοιαύτης ἁρμοδιότητος, περὶ τοιαύτης δικαιοδοσίας τοῦ Γεν. Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν ἡ ἁρμοδιότης καὶ ἡ δικαιοδοσία τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ θέλει κανονισθῆ διὰ κανονισμοῦ ἢ διὰ Β. Διατάγματος, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφισβητηθῇ ὑπό τινος, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα ἢ τοὺς νόμους. Δὲν ἀντιβαίνει εἰς τοὺς νόμους, ἀλλ’ εἶναι σύμφωνον πρὸς αὐτοὺς καὶ ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ συμφέροντος τοῦ στρατοῦ, ἐὰν διετάσσετο, ὅτι εἰς τὴν ἁρμοδιότητα καὶ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ λοχαγοῦ ἀνήκει νὰ φροντίζῃ, ἵνα οἱ ἄνδρες τοῦ λόχου του ἀσκῶνται σωματικῶς καὶ ἐκπαιδεύωνται διὰ τῆς λεγομένης θεωρίας, ἥτις γίνεται εἰς τὸ σχολεῖον τοῦ λόχου, δι’ ἣν μάλιστα ἤθελον εὐχηθῆ, ὅπως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις τοσοῦτον φροντίζει νὰ ὀργανώσῃ τὸν στρατὸν, φροντίσῃ, ἵνα καὶ ἡ διδασκαλία τῆς θεωρίας κατασταθῇ σαφεστέρα καὶ εὐληπτοτέρα καὶ ἀποβαίνῃ λυσιτελής. Ἐπειδὴ δ’ αἱ ἀσκήσεις τοῦ στρατοῦ δὲν πρέπει νὰ γίνωνται κατὰ διάφορον τρόπον, ἀλλὰ πρέπει νὰ γίνωνται κατ’ ἐκεῖνον, καθ’ ὃν ἐξασκοῦνται πάντες οἱ στρατοὶ τοῦ κόσμου, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ θεωρία τῆς διδασκαλίας τῶν ἀνδρῶν τοῦ λόχου νὰ ᾖ διάφορος τῆς θεωρίας, καθ’ ἣν πάντες οἱ γυμνασταὶ πρέπει νὰ γυμνάζωσι τοὺς ὑπ’ αὐτοὺς ἄνδρας. Ἡ διδασκαλία λοιπὸν τοῦ λόχου ἀνήκει πράγματι εἰς τὸν λοχαγὸν, διότι τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ προώρισε τὰ καθήκοντα ταῦτα εἰς τὸν λοχαγὸν, ὅπως οὗτος φροντίζῃ περὶ τῆς πειθαρχίας τῶν ἀνδρῶν ἐν τῷ λόχῳ, διότι δι’ αὐτῆς ἑνοποιεῖται ἡ δύναμις ἑκάστου τῶν ἀνδρῶν τοῦ λόχου, καὶ ὁ λόχος ἐμφανίζεται ὡς σῶμα ὠργανωμένον, ἔχον μίαν θέλησιν καὶ μίαν δρᾶσιν. Οὐδ’ ἀντιβαίνει εἰς νόμον, ἐὰν ὁ λόχος προσφέρῃ τὰς ὑπηρεσίας ἐκείνας, ἃς τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ ἀπαιτεῖ, ὡς φέρ’ εἰπεῖν νὰ ἀποστέλλῃ ὁ λόχος φρουρὰς εἰς τὰς φυλακὰς τῶν στρατιωτικῶν ὑποδίκων καὶ καταδίκων ἢ ἀλλαχοῦ, ἢ νὰ μεταβαίνῃ ἀπὸ ἓν μέρος εἰς ἄλλο, ὅταν διατάσσηται ἡ μετάθεσις αὐτοῦ. Τὰς ἐργασίας ταύτας προσφέρει καὶ ἔχει καθῆκον νὰ προσφέρῃ ὁ λόχος, οὐδ’ ἀντιβαίνουσιν αὗται εἰς νόμον ἢ εἰς δικαιοδοσίαν τινὰ ἄλλην. Ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶπον περὶ λόχου, κρατοῦσι καὶ ἂν ἀναβῶμεν μίαν ἔτι βαθμίδα, ἀπὸ τοῦ λόχου εἰς τὸ τάγμα. Ὁ ταγματάρχης, διοικητὴς τοῦ τάγματος, ὀφείλει νὰ φροντίζῃ περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν ἀνδρῶν τοῦ τάγματος διά τε τῶν ἀσκήσεων τοῦ σώματος καὶ διὰ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ πνεύματος, ὀφείλει νὰ φροντίζῃ, ἵνα τὸ τάγμα ἐκτελῇ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας τὸ συμφέρον καὶ ἡ συντήρησις τοῦ στρατοῦ ἐπιβάλλουσιν. Ἀναβαίνω ὡσαύτως μίαν ἑτέραν βαθμίδα, εἰς τὸ σύνταγμα. Ὁ συνταγματάρχης, διοικητὴς τοῦ συντάγματος, φροντίζει καὶ αὐτὸς περὶ τῆς ἀνατροφῆς καὶ ἐκπαιδεύσεως τῶν ἀνδρῶν τοῦ συντάγματος, φροντίζει νὰ ἐνασκῇ τὴν ἀποτεθειμένην αὐτῷ ἐξουσίαν, ἵνα συντηρῇ τὴν πειθαρχίαν ἐν τῷ συντάγματι, φροντίζει ἵνα τὸ σύνταγμα εἴτε ἀποσπᾷ ἄνδρας εἴτε κινῆται ὅλον πρὸς ἐκπλήρωσιν στρατιωτικῶν ὑπηρεσιῶν, ἢ πρὸς ἐκπλήρωσιν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας ἄλλαι ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἀρχαὶ, ἔχουσαι πρὸς τοῦτο ἐκ τοῦ νόμου τὸ δικαίωμα, ἐνδεικνύουσιν ὡς ἐπιβαλλομένας. Ἐρωτῶ λοιπὸν, ποία θέλει κανονισθῆ διὰ τοῦ Βασ. Διατάγματος ἢ τοῦ Κανονισμοῦ ἡ ἁρμοδιότης καὶ ἡ δικαιοδοσία τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ; Ἄλλην δικαιοδοσίαν καὶ ἁρμοδιότητα πρόκειται κατὰ τὸ νομοσχέδιον νὰ κανονίσῃ εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ τὸ ἐκδοθησόμενον Β. Διάταγμα; Ἐὰν ἐννοεῖ αὐτὴν τὴν δικαιοδοσίαν καὶ ἁρμοδιότητα, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ λοχαγὸς ἐπὶ τῶν ἀνδρῶν τοῦ λόχου, ὁ ταγματάρχης ἐπὶ τῶν ἀνδρῶν τοῦ τάγματος, ὁ συνταγματάρχης ἐπὶ τῶν ἀποτελούντων τὸ σύνταγμα ταγμάτων καὶ λόχων, οὐδεμία ἀνάγκη τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐὰν ἐννοεῖ νὰ κανονίσῃ τὸ ἐκδοθησόμενον Β. Διάταγμα ἄλλην εὐρυτέραν δικαιοδοσίαν καὶ ἁρμοδιότητα, τότε ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ταῦτα θέλουσι κανονισθῆ διὰ Β. Διατάγματος, εἶναι διάταξις, ἣν ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ χαρακτηρίσω ἐγὼ, νὰ ἀρκεσθῶ δὲ νὰ τὴν ὀνομάσω μόνον ἀσαφῆ· διότι, ἐὰν ἤθελον χαρακτηρίσει αὐτὴν, ἤθελον ἀποδώσει τῷ συντάκτῃ τοῦ νομοσχεδίου ἰδιότητας, ἃς δὲν θέλω νὰ ἀποδώσω. Τὸ δεύτερον νομοσχέδιον, τὸ τροποποιῆσαν τὸ πρῶτον, ἔλυσε τὸν δισταγμὸν καὶ τὴν ἀπορίαν, ἣν παρῆγεν ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ πρώτου νομοσχεδίου, διότι δὲν ἀνέθηκε πλέον εἰς στρατιωτικὸν κανονισμὸν καὶ εἰς Β. Διάταγμα νὰ κανονίσωσι ποῖα ὅπλα καὶ ποῖα σώματα, ποῖα καταστήματα καὶ ποῖαι ὑπηρεσίαι θέλουσιν ὑπαχθῆ εἰς τὴν ἁρμοδιότητα καὶ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ διὰ τοῦ δευτέρου τούτου νομοσχεδίου ὑπήχθησαν ἀμέσως πάντα τὰ σώματα καὶ πάντα τὰ καταστήματα καὶ πᾶσαι αἱ ὑπηρεσίαι ὑπὸ τὴν ἄμεσον διοίκησιν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἐνῷ κατὰ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον ταῦτα ἤθελον κανονισθῆ δι’ εἰδικοῦ κανονισμοῦ, κυρωθησομένου διὰ Β. Διατάγματος, τὸ νέον νομοσχέδιον ῥητῶς ἀναφέρει, ὅτι «ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ ὑπάγονται τὰ στρατιωτικὰ σώματα, αἱ ὑπηρεσίαι καὶ τὰ καταστήματα». Ἀλλὰ παραδόξως, ἐνῷ διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου ῥητῶς ὡρίσθη, ὅτι πάντα τὰ σώματα, αἱ ὑπηρεσίαι καὶ τὰ καταστήματα ὑπάγονται εἰς τὴν ἄμεσον διοίκησιν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ, ἐν τῷ ἄρθρῳ 11 διετηρήθη ἡ διάταξις, ἣν εἶχε τὸ παλαιὸν νομοσχέδιον (ἀναγινώσκει): «Δι’ εἰδικοῦ στρατιωτικοῦ κανονισμοῦ, κυρωθησομένου διὰ Β. Διατάγματος, ὁρισθήσονται καὶ κανονισθήσονται... τὰ ὑπὸ τὴν διοίκησιν αὐτοῦ ὅπλα, σώματα, καταστήματα καὶ ὑπηρεσίαι...», ὡς ἂν ἐλησμονήθη, ὅτι διὰ τῆς προσθήκης τῆς γʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2 ἐκανονίσθη, ὅτι τὰ διάφορα σώματα τοῦ στρατοῦ, τὰ καταστήματα καὶ αἱ ὑπηρεσίαι ὑπόκεινται εἰς τὴν ἄμεσον διοίκησιν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν κατὰ τὸ νομοσχέδιον προσδιορίζεται, ὅτι τὰ στρατιωτικὰ σώματα καὶ καταστήματα καὶ αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ στρατοῦ θέλουσιν ὑπάγεσθαι εἰς τὴν ἁρμοδιότητα καὶ δικαιοδοσίαν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, ἡ ἁρμοδιότης τῆς Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἶναι διάφορος πρὸς τὴν ἁρμοδιότητα, ἣν οἱ στρατιωτικοὶ νόμοι ἔχουσιν ἀναγράψει μέχρι τοῦδε εἰς ἕκαστον τῶν ἀρχηγῶν τοῦ στρατοῦ, ἢ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶχον τεθῆ ἐπὶ κεφαλῆς ἑκάστου Ἀρχηγείου. Λοιπὸν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα καὶ δικαιοδοσίαν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ θέλουσιν ὑπαχθῆ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπήγοντο μέχρι τοῦδε εἰς αὐτήν; Θέλει ἀποδοθῆ ἐξουσία, ἣν δὲν ἔχουσι μέχρι τοῦδε οἱ ἀρχηγοὶ τοῦ στρατοῦ; Ἀλλ’ ὅταν ἀποδίδωται εἴς τινα ἐξουσία, ἣν δὲν εἶχεν, ἀπὸ ποῖον θέλει αὕτη ἀφαιρεθῆ; Βεβαίως ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν. Καὶ διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας αὐτῆς, τῆς ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἀφαιρουμένης καὶ ἀποδιδομένης εἰς τὸν Γεν. Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ, τίς θέλει ὑπέχει τὴν νόμιμον εὐθύνην; Βεβαίως οὐχὶ ὁ Ὑπουργὸς, ἀφοῦ ἀφῃρέθη ἡ ἐξουσία αὕτη ἀπ’ αὐτοῦ. Θέλομεν λοιπὸν ζητήσει εὐθύνην παρὰ τοῦ Γεν. Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ; Τοῦτο ἐσκόπει τὸ Σύνταγμα ν’ ἀποτρέψῃ ἀπὸ ἡμᾶς, διότι τὸ ἔργον αὐτὸ εἶναι καὶ δυσχερέστατον καὶ ἐπιζημιώτατον εἰς τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔστεργε νὰ δηλωθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ῥητῶς, ὅτι ἡ ἁρμοδιότης καὶ ἡ δικαιοδοσία τοῦ Γεν. Διοικητοῦ εἶναι αὐτὴ ἐκείνη, ἣν μέχρι τοῦδε οἱ ἰσχύοντες νόμοι προσδιώριζον διὰ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ, πᾶς δισταγμὸς ἤθελον ἐκλίπει, καὶ δὲν ἠθέλομεν ἐξακολουθεῖ διστάζοντες, μήπως τὸ Σύνταγμα δὲν ὑποσκάπτεται διὰ τοιούτων νομοσχεδίων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνη ἡ διάταξις αὕτη, ἣν κρίνω ἀντισυνταγματικὴν, μὴ συμβιβαζομένην μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τοὺς σκοποὺς αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν καίτοι ἀνέγραψεν ἐν τῷ ἄρθρῳ 2, διετήρησεν ὅμως ἐν τῷ ἄρθρῳ 11 τὴν παραπομπὴν τῶν κατ’ αὐτὴν εἰς εἰδικὸν κανονισμόν, κυρωθησόμενον διὰ Β. Διατάγματος, ὅπως προσδιορισθῇ δι’ αὐτοῦ, ποῖα σώματα, ὑπηρεσίαι καὶ καταστήματα θέλουσιν ὑπάγεσθαι εἰς τὴν ἄμεσον διοίκησιν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, ἐνῷ ῥητῶς ἀναγράφει ἐν τῇ παραγράφῳ γʹ τοῦ ἄρθρου 2, ὅτι «ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ ὑπάγονται τὰ στρατιωτικὰ σώματα, αἱ ὑπηρεσίαι καὶ τὰ καταστήματα» δὲν εἶναι μόνον, λέγω, τοῦτο, ἀλλ’ οὐδεμία ἀναγράφεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἑρμηνεία, οὐδεμία διασάφησις, οὐδεμία ἐξήγησις, τί εἶναι διοίκησις καταστήματος, τί εἶναι διοίκησις σώματος στρατοῦ, τί εἶναι διοίκησις ὑπηρεσιῶν στρατιωτικῶν. Ποία εἶναι ἡ δικαιοδοσία, ἡ διοικητικὴ ἐξουσία, ἣν θέλει ἔχει ὁ Διάδοχος ἐπὶ τῶν σωμάτων, καταστημάτων καὶ ὑπηρεσιῶν τοῦ στρατοῦ; Θέλει ἔχει ἀλλοίαν ἐξουσίαν ἐκείνης, ἣν ἔχει ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ; ἀλλοίαν ἐξουσίαν ἐκείνης, ἣν ἔχουν οἱ μέραρχοι; Πρόκειται ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὸν διοικητὴν τοῦ στρατοῦ ἐξουσία μεγαλειτέρα, ὅπως διοικῇ τὰ σώματα, τὰ καταστήματα καὶ τὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ, καὶ ἡ ἐξουσία αὕτη πρόκειται ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν; Ἀλλ’ οὕτως ἢ θέλομεν ἀναιρέσει τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν ἀπαγορεύεται εἰς τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας νὰ γίνωνται Ὑπουργοί, ἢ θέλομεν διαγράψει τὴν ἑτέραν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν διὰ πᾶσαν πρᾶξιν ὑπάρχει εὐθύνη, αὕτη δ’ ἐπιβαρύνει τὸν Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος διέπραξεν αὐτήν. Οὕτω θέλομεν ἔχει ἀνεύθυνον τὴν Διοίκησιν τῶν σωμάτων, καταστημάτων καὶ ὑπηρεσιῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ ἑπομένως, ὅταν πρόκηται νὰ ζητηθῇ εὐθύνη, θέλομεν προσκρούσει εἰς τὸν βράχον τῆς διατάξεως ἐκείνης τοῦ Συντάγματος, δι’ ἧς ἀπαγορεύεται νὰ διορίζωνται οἱ βασιλόπαιδες Ὑπουργοί, διότι δὲν πρέπει νὰ ζητῆται εὐθύνη ἀπὸ αὐτούς. Τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα προκύπτουσιν ἐκ τῆς λεπτομερεστέρας ἐξετάσεως τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, εἰσὶ σπουδαιότατα, πρέπει δὲ νὰ συζητηθῶσι καὶ ἐξετασθῶσιν. Εἶναι ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ ἐλάσσονος σημασίας ἡ παράβασις ἢ ἡ ἀθέτησις οἱασδήποτε διοικητικῆς διατάξεως ὑπό τινος πολίτου, ἢ ἡ διάπραξις πάσης ἄλλης, ἔστω καὶ ἐγκληματικῆς, πράξεως, ἥτις ἐνδέχεται νὰ συμβῇ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, ἡ ἀθέτησις ὅμως ἢ ἡ μείωσις τῆς εὐρύτητος τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, ἢ ἡ περιστολὴ τῆς ἐννοίας αὐτῆς, εἶναι ζητήματα θεμελιώδη, τὰ ὁποῖα πανταχοῦ, ἔνθα κρατοῦσιν οἱ συνταγματικοὶ θεσμοὶ, πρέπει νὰ ἐρευνῶνται μετ’ εὐλαβείας, καὶ πρέπει νὰ πείθηται ἡ συνείδησις παντὸς, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὔτε σκιὰ ἀντισυνταγματικότητος ἐν τοῖς νομοσχεδίοις, τὰ ὁποῖα συζητοῦνται, ὅπως ἐν πλήρει τοιαύτῃ βεβαιότητι δώσῃ τὴν ψῆφόν του. Ἐάν τις μελετήσῃ τοὺς ὀργανισμοὺς τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τοῦ 1877, ὅτε τὸ πρῶτον ἐξεδόθη νόμος περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, θέλει εὐχερέστατα ἀντιληφθῆ τοῦ πράγματος καὶ ἀναγνωρίσει βασίμους τὰς παραστάσεις μου. Μέχρι τοῦ 1877 τὰ τοῦ στρατοῦ ἐκανονίζοντο διὰ διαταγμάτων, ὡς διὰ διατάγματος ἐκανονίζοντο καὶ ἐπὶ τῆς πρώτης Βασιλείας, κατὰ τὰ πρὸ τοῦ 1843 ἔτη, καθ’ ἃ ὁ Βασιλεὺς διεχειρίζετο τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὅτε προσεπάθουν οἱ περὶ τοὺς νόμους ἀσχολούμενοι νὰ διακρίνωσι τὰς πράξεις τοῦ Βασιλέως, ὅσαι πρέπει νὰ θεωρῶνται ὡς διατάγματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀπὸ ἐκείνων, αἵτινες πρέπει νὰ θεωρῶνται ὡς διατάγματα νομοθετικά. Ἀλλὰ μέχρι τοῦ 1877 δὲν ὑπῆρχεν, ὡς εἶπον, νόμος κανονίζων τὰ τοῦ στρατοῦ. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι κατὰ τὸ 1874 εἷς τῶν τότε ἐπιφανῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν μοὶ ἀνεκοίνωσεν ἐπιθυμίαν νὰ συμπράξωμεν πρὸς καταρτισμὸν Κυβερνήσεως. Κατὰ τὸν χρόνον δ’ ἐκεῖνον αἱ κυβερνητικαὶ ἀνωμαλίαι ἦσαν μεγάλαι, καὶ ἡ κατανομὴ τοῦ Κοινοβουλίου καθίστα δυσχερῆ τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ, τῆς Βουλῆς δὲ τὴν διάλυσιν δὲν ὑπεβοήθουν αἱ περιστάσεις. Ἐνδέχεται ἐν τοῖς ἐγγράφοις τοῦ Ἡγέτου ἐκείνου νὰ εὑρίσκηται ἐπιστολή μου, ἣν ἐπέστειλα αὐτῷ τῇ 18 Μαρτίου 1874. Σύμπραξις ἐμοῦ μετὰ τοῦ πολιτικοῦ ἐκείνου ἀνδρὸς, ὅστις ἡγεῖτο κόμματος, δὲν ἐτελέσθη ποτὲ, διότι αἱ περιστάσεις εἶχον καταστήσει αὐτὴν ἀδύνατον, οὐδ’ ἐπέτρεπον αὐτὴν κατὰ τὸ παρελθόν· ἐκεῖνος εἶχε διατελέσει Βουλευτὴς πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1862, ἐγὼ δ’ εἰσῆλθον τὸ πρῶτον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν. Ἀλλ’ ἂν αἱ πολιτικαὶ διαφωνίαι δὲν εἶχον καταστήσει ἕως τότε δυνατὸν νὰ εὑρεθῶ ἐν συνεννοήσει μετ’ αὐτοῦ, κατὰ τὸ 1874 ὅμως γενικὰ συμφέροντα ἐπέβαλλον εἰς ἐκεῖνον τὴν ἀνάγκην νὰ συμπληρώσῃ τὰς κοινοβουλευτικὰς αὐτοῦ δυνάμεις, ὅπως δυνηθῇ διὰ πλειονοψηφίας καὶ δι’ ἀπαρτίας νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν καὶ συντηρήσῃ αὐτήν· ἔκρινε δέ, ὅτι μετ’ ἐμοῦ πιθανὸν ἦτο νὰ συμπληρώσῃ τὴν κοινοβουλευτικὴν αὐτοῦ δύναμιν. Μοὶ ἐδήλωσε λοιπὸν τὴν ἐπιθυμίαν νὰ συμπράξω μετ’ αὐτοῦ πρὸς σχηματισμὸν Ὑπουργείου. Ἔστερξα κατ’ ἀρχὴν τὴν πρότασιν αὐτοῦ, ἀλλ’ ὑπὸ ὅρους τινάς· πρῶτος δὲ τῶν ὅρων ἦτο, νὰ κανονισθῶσι διὰ νόμου τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ.—Τοσαῦται εἶχον διαπραχθῆ καταχρήσεις διὰ τῶν διαταγμάτων περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ τοσοῦτον εἶχον κατασταθῆ εὐμετάβλητα τὰ τῆς ὀργανώσεως αὐτοῦ καὶ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ ἕκαστος Ὑπουργὸς ἠμιλλᾶτο ἑκάστοτε νὰ παραλλάσσῃ διὰ βασιλικοῦ διατάγματος καὶ νὰ μεταβάλλῃ ἐντελῶς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ καὶ τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως αὐτοῦ! — Ἐζήτουν μάλιστα ἀπὸ τὸν πολιτικὸν ἐκεῖνον ἄνδρα, νὰ στέρξῃ νὰ ἀνακοινώσωμεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐντὸς τῆς πρώτης Συνόδου ἐμέλλομεν νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Κατὰ τὸ 1877 δὲ, ὅτε καὶ αἱ περιστάσεις αἱ πολιτικαὶ τοῦ Κράτους συνέτρεχον εἰς τὴν νομοθέτησιν μονίμου τινὸς ὀργανισμοῦ, τότε αἱ ἀξιώσεις μου ἔπεισαν τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἰδίως τὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, νὰ προτείνῃ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ κατεστάθη ὁ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νόμος τοῦ 1877. Καὶ οὗτος εἶναι ὁ πρῶτος περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νόμος, ὁ τοῦ 1877. Δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι τὸ ἔργον ἦτο τέλειον, οὐδ’ ἠδύνατο νὰ ἦναι τοιοῦτον, ἀφοῦ ὁ στρατὸς οὐδέποτε εἶχεν ὀργανωθῆ διὰ νόμου, ἐτύγχανον δὲ πάντα εἰς τὴν θέλησιν τοῦ πρώτου τυχόντος Ὑπουργοῦ. Κράτος ἔχον μικρὸν πληθυσμὸν, ἀτελῆ μέσα, πενιχροὺς τοὺς πόρους, βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἀξιώσῃ, τὴν πρώτην ὀργανωτικὴν τοῦ στρατοῦ ἐργασίαν, εἰς τὴν ὁποίαν τρέπεται, νὰ ἔχῃ πλήρη καὶ τελείαν. Διὰ τοῦτο τὸν ὀργανισμὸν ἐκεῖνον διεδέχθησαν ἄλλοι ὀργανισμοὶ, ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον προέτεινε κατὰ τὸ 1880—καὶ ὅστις ἐψηφίσθη καὶ κατέστη νόμος ἔκτοτε—ὁ ἡγέτης τοῦ πολιτικοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου οἱ φίλοι κάθηνται ἐπὶ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν), ἕτερος ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ κατὰ τοῦ 1882, δι’ οὗ μετεβλήθη ὁ ὀργανισμὸς τοῦ 1880, τρίτος ὀργανισμὸς, ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1885, ὅτε ἐγὼ ἐτύγχανον ἐν τῇ ἀρχῇ, καὶ ὁ ὁποῖος μετέβαλε μόνον διατάξεις τινὰς τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ 1882, καὶ τέλος ὁ ὀργανισμὸς τοῦ 1887. Ἐὰν δύναταί τις ν’ ἀναζητήσῃ ἀτέλειαν ἢ πλημμέλειαν ἐν τοῖς ὀργανισμοῖς τούτοις, μίαν πρὸ παντὸς θέλει καταδείξει ἀτέλειαν, ὅτι τὸ Κράτος δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν πλήρη ἐκτέλεσιν τῶν ὀργανισμῶν. Ἄλλαι ἀτέλειαι ἐὰν ὑπάρχουσιν ἐν τοῖς ὀργανισμοῖς τούτοις, καὶ ἰδίως ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ 1887, αὐταί εἰσι μικροῦ λόγου ἄξιαι, καὶ εὐχερέστατον εἶναι νὰ ἄρῃ αὐτὰς διὰ νομοσχεδίου ἢ ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἢ ἄλλος Ὑπουργός· ἀλλὰ τὴν ἀτέλειαν τὴν πρώτην δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἄρῃ τις. Ὁ ὀργανισμὸς τοῦ 1880 καὶ ὁ τοῦ 1882 καὶ ὁ τοῦ 1885 καὶ ὁ τοῦ 1887 ἀπεδέχθησαν ὡς σύστημα στρατολογίας τὴν καθολικὴν στρατολογίαν, εἶναι δ’ αὕτη ἡ νεωτέρα ἀρχὴ, ἡ νεωτέρα ἰδέα, ἡ ἑλκύσασα τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν λαῶν τῆς Εὐρώπης, καὶ ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς ἀρχῆς ταύτης ἡ Γερμανία κατήγαγε θριάμβους πρὸ 30 ἐτῶν. Ἀλλ’ ἡ καθολικὴ στρατολογία εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ ἡμᾶς; Ἔλεγεν ὁ ἀποθανὼν πολιτικὸς, ὅστις εἶχεν εἰσαγάγει τὸν ὀργανισμὸν τοῦ 1887, ὅτι διὰ τῶν ὀργανισμῶν τούτων δὲν ἔχομεν στρατὸν μόνιμον, ἀλλὰ στρατὸν ἐφεδρείας. Καὶ ὄντως ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ ἡ ὑπὸ τὰ ὅπλα εἶναι ἐλαχίστη, δυσανάλογος οὐχὶ πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως, αἵτινες τέλος πάντων μίαν ἡμέραν ἴσως ἐκλείψωσι κατά τινα τρόπον, ἀλλὰ δυσανάλογος πρὸς τὰς ἀνάγκας τῶν στρατιωτικῶν ἀναγκῶν τῆς Ἑλλάδος, τῆς ἱστορίας αὐτῆς, τῶν πόθων αὐτῆς. Ὅθεν διὰ τῶν ὀργανισμῶν τούτων ἐζητήσαμεν νὰ παρασκευάσωμεν στρατὸν ἐφεδρείας, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ παρασκευάσωμεν αὐτόν. Ὅπως παρασκευάσωμεν στρατὸν ἐφεδρείας, ἔδει νὰ καλῶμεν τοὺς ἐφέδρους τῶν νομῶν ἅπαξ τοὐλάχιστον τοῦ ἐνιαυτοῦ, καὶ νὰ ἀσκῶμεν αὐτοὺς ἐπὶ 30 ἕως 40 καὶ 50 ἡμέρας ὑπὸ τὰ ὅπλα· ἂν δὲ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐφέδρων ἑκάστου νομοῦ ἀνέρχηται εἰς 18,000 ἢ 20,000, ἢ μόνον εἰς 10,000 ἢ 12,000, πρέπει νὰ ἔχωμεν ἐν τῇ πρωτευούσῃ ἑκάστου νομοῦ στρατῶνας, ἵνα στρατωνίζονται οἱ ἄνδρες οὗτοι, νὰ ἔχωμεν ἀποθήκας ὁπλισμοῦ, ἵνα ὑπάρχωσιν ἀποτεθειμένα δι’ αὐτοὺς τὰ ὅπλα, καὶ ἀποθήκας ἱματισμοῦ, ἵνα εὑρίσκωσι τὴν στολὴν τὴν λιτοτάτην, τὴν ἰδέαν ἔστω στολῆς, διὰ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ περιβάλλωνται. Πάντα ταῦτα ἀπαιτοῦσιν ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχομεν. Ἀλλὰ μήπως δὲν ἀπαιτοῦσιν ἑκατομμύρια αἱ ἀνάγκαι τῆς συγκλήσεως καὶ τῆς διατροφῆς καὶ τῆς συντηρήσεως τῶν ἐφέδρων; Κατὰ τὰ δελτία, τὰ ὁποῖα οἱ δύο Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὸ 1895 καὶ 1896, μετὰ τῶν ὁποίων συνειργαζόμην, μοὶ ἔδωκαν, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν τῶν ὑπὸ τὰ ὅπλα ἀνῆλθεν εἰς 77,800. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τὰς 16,000 τοῦ συνήθους στρατοῦ, ὑπολείπονται 60,000 ἔφεδροι. Καὶ ἐπειδὴ δὲν πρόκειται περὶ ἐκτάκτου ἐπιστρατείας, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἀσκήσεως ἐφέδρων, δὲν θέλομεν ἔχει 60,000 μόνον ἐφέδρους, ἀλλ’ ἴσως 80,000, ἢ καὶ πλείονας. Πρὸς ἄσκησιν αὐτῶν καὶ συντήρησιν ἐπὶ 40 ἢ 50 ἡμέρας, ἀπαιτοῦνται χρήματα, ὡς ἀπαιτοῦνται τοιαῦτα καὶ διὰ τὰς ἄλλας ἀνάγκας, τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ σᾶς ἀπηρίθμησα. Δὲν θέλω διαλάβει σήμερον περὶ τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον δύο συνεχῆ Ὑπουργεῖα ἀπηύθυναν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, τοῦ προγράμματος τῶν μεταρρυθμίσεων· ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐξηκολούθει νὰ ἔχῃ τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχε κατὰ τὸ 1896, ὅτι πρὸ πάσης ἄλλης μεταρρυθμίσεως ἀπαιτεῖται ἡ μεταρρύθμισις τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, ἤθελον πείσει αὐτὸν νὰ ἀφήσῃ κατὰ μέρος τὴν πληθὺν τῶν ποικίλων μεταρρυθμίσεων, αἵτινες προὐτάθησαν μέχρι τοῦδε, καὶ ἐξ ὧν, καὶ ἂν κατὰ τὴν γνώμην του ὑπάρχῃ ἐλπὶς ὅτι δύνανται νὰ ὠφελήσωσι τὸν τόπον, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην οὐ μόνον οὐδεμία προσδοκᾶται ὠφέλεια, ἀλλὰ πάντως θέλει ἐξ αὐτῶν ἐπέλθει καὶ ἐν τῇ διοικήσει τῶν κλάδων, τοὺς ὁποίους μεταρρυθμίζουσι, βλάβη, καὶ ἐν τῇ οἰκονομίᾳ τοῦ Κράτους ζημία. Πρέπει πρὸ παντὸς νὰ καταστήσωμεν διαχείρισιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους συνετὴν καὶ φειδωλὴν, διοίκησιν δὲ τῆς οἰκονομίας τῆς χώρας σώφρονα καὶ ἐνθαρρυντικήν. Οὕτω θέλομεν δυνηθῆ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ ἐπιχειρήσωμεν καὶ τὴν ἐπιβαλλομένην μεγάλην μεταρρύθμισιν τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων. Κατὰ παρελθοῦσαν περίοδον, πρὸ ἐννέα ἐτῶν, εἶχον συνεννοηθῆ μετὰ στρατιωτικοῦ διαπρεποῦς, ὅστις διεχειρίζετο τὴν διεύθυνσιν κλάδου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον τότε διηύθυνα, ὡς Ὑπουργὸς, καὶ συνετάξαμεν νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τὸ ὁποῖον ἐπροικοδοτοῦμεν δι’ εἰδικῶν πόρων. Ὁ διαπρεπὴς ἐκεῖνος ἀξιωματικὸς εὑρίσκεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην ἴσως ἀνακαλεῖ εἰς τὴν μνήμην του τὰ περὶ τῆς συνεννοήσεως ἐκείνης. Ἀλλὰ πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι, ἀπροόπτως ἐπισκήψασαι κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1892, μὲ κατέστησαν ἀνίκανον, ἵνα προκαλέσω τὴν ἐν τῇ Βουλῇ ἐπιψήφισιν τοῦ μέτρου τούτου. Κατὰ τὸ 1897 ἐδραξάμην περιστάσεως, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ νομοθετηθῇ μέτρον περὶ τῶν μὴ ἐκπληρωσάντων τὴν στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν, οἵτινες ἀνέβαινον εἰς εἴκοσι καὶ πλέον χιλιάδας, καὶ ἀνέγραψα ἐν νόμῳ, ψηφισθέντι τότε, ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἤθελον εἰσπραχθῆ ὡς ἀντισηκώματα παρὰ τούτων, ἔπρεπε νὰ κατατίθηνται ἔν τινι Τραπέζῃ ἐπὶ τόκῳ, ἵνα ἀποτελεσθῇ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον νὰ διατεθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ διὰ νόμου καὶ ἰδίᾳ πρὸς βελτίωσιν τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἡ ἀνάμνησις τούτων τρέπει τὸν λόγον μου ἐπὶ ἄλλην ἀνάγκην, μεγάλην ὄντως, τὴν ἀνάγκην τῆς μεταβολῆς τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ τί νὰ εἴπω περὶ ταύτης, ἀφοῦ δὲν θέλουσι δι’ αὐτὴν ἀρκέσει οὔτε δέκα, ἴσως δ’ οὔτε δώδεκα ἑκατομμύρια, ἀποβαίνει δὲ, ὡς ἔχουσι νῦν τὰ πράγματα, εὐσεβὴς πόθος; Ἀφοῦ δὲ εἰς τοιαύτην εὑρισκόμεθα κατάστασιν, διατελοῦντες ἐν πλήρει ἀδυναμίᾳ, ἐν ἀνικανότητι νὰ καταθέσωμεν τὰς βάσεις νέου οἰκοδομήματος στρατιωτικοῦ, ἔκρινεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, μετὰ ἁπλότητος, ἡ ὁποία διακρίνει αὐτὸν, νὰ μᾶς προκαλέσῃ νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἱδρύσεως Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ! Λέγω μετὰ ἁπλότητος, διότι ἁπλότητα διεῖδον ἐν τοῖς λόγοις αὐτοῦ καὶ ἐν ταῖς σκέψεσιν αὐτοῦ, ὅτε δὶς ἢ τρὶς ἤκουσα αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ ἀπορῇ, διατὶ ἡμεῖς διστάζομεν, μήπως τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, καὶ νὰ στέργῃ τὰς παραστάσεις μας, ἵνα ἡ Διεύθυνσις τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας καὶ τὰ τμήματα αὐτῆς διατηρηθῶσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ νὰ βεβαιώνῃ ἡμᾶς, ὅτι διατηροῦνται ταῦτα κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀμέσως δὲ, μετά τινα δευτερόλεπτα τῆς ὥρας, ὅτε διὰ νεύματος εἰδοποιήθη, ὅτι δὲν διατηροῦνται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ μεταβιβάζονται εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν κατ’ ἀνάγκην, νὰ ἀναιρῇ τὰς βεβαιώσεις του ταύτας! Ἐγὼ ἐνίσταμαι κατὰ τῆς τρίτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νέου νομοσχεδίου, ἐνίσταμαι κατ’ αὐτῆς, ὅπως μὴ ταχθῶσιν ὑπὸ τὴν ἄμεσον διοίκησιν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ πάντα τὰ σώματα τοῦ στρατοῦ, καὶ πᾶσαι αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ στρατοῦ καὶ πάντα τὰ καταστήματα τοῦ στρατοῦ, ἂν ἡ διοίκησις τῆς Γενικῆς Διοικήσεως πρόκειται νὰ κατασταθῇ εὐρυτέρα τῆς διοικήσεως τῶν Ἀρχηγείων τοῦ στρατοῦ. Ἐνίσταμαι, ἐφ’ ὅσον τὸ ἀσαφὲς γράμμα τοῦ νόμου μὲ ἀναγκάζει νὰ ὑπολάβω, ὅτι ἐπὶ τῶν σωμάτων τοῦ στρατοῦ καὶ ἐπὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ στρατοῦ καὶ ἐπὶ τῶν καταστημάτων τοῦ στρατοῦ ὑποκαθίσταται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἐνίσταμαι ἐπίσης κατὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία διετηρήθη ἀκεραία καὶ ἐν τῷ δευτέρῳ νομοσχεδίῳ, καθ’ ἣν διὰ στρατιωτικοῦ κανονισμοῦ, κυρωθησομένου διὰ Β. Διατάγματος, θέλει προσδιορισθῆ ἡ ἁρμοδιότης καὶ ἡ δικαιοδοσία τοῦ Γενικοῦ Ἀρχηγοῦ. Οὐδὲ μοὶ ἐπιτρέπεται ν’ ἀποκρύψω τὴν ἔκπληξίν μου διὰ τὴν ἀναγραφεῖσαν ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τοῦ νομοσχεδίου προσθήκην, ὅτι προϊσταμένη ἀρχὴ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ εἶπον κατ’ ἐμαυτὸν, ἀνεγράφη τάχα ἡ διάταξις αὕτη ὡς ἀντισήκωμα κατὰ τῆς συγκεκριμένης μεταβολῆς τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς ἀντισήκωμα κατὰ τῆς ἐγκρινομένης ἀποσπάσεως ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν πάντων τῶν αἰτηθέντων καθηκόντων καὶ τῆς ἀναθέσεως αὐτῶν εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ὡς ἀντισήκωμα κατὰ τῆς διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου σχεδιαζομένης ἀφαιρέσεως ἀπὸ τοῦ σώματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν σαρκῶν καὶ τῶν νεύρων αὐτοῦ; Δὲν πιστεύω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις διετέλεσε πεντάκις Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ἀνήκει εἰς τὸν στρατὸν, δὲν πιστεύω ὅτι ἔστερξε τοιαύτην νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εἰρωνείαν εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἄν ἡμεῖς, οἱ μὴ στρατιωτικοὶ, δὲν ἐμπνέομεν ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς περὶ τὰ στρατιωτικὰ ἀσχολουμένους, καὶ μάλιστα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνέδεσαν οὐ μόνον τὸ παρελθὸν, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον αὐτῶν μὲ τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ, ἐλπίζω νὰ ἐμπνεύσῃ ἐμπιστοσύνην τινὰ τὸ ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, διότι, ὅ,τι καὶ ἂν ἐγένετο μέχρι τοῦδε καὶ ὅπως καὶ ἂν ἐγένετο, δὲν ἐξερριζώθη ἀπὸ τῆς καρδίας μου ἡ ἐλπὶς, ὅτι, ἐὰν, ἐγὼ δὲν προφθάσω, ἄλλοι ὅμως μετ’ ἐμὲ θέλουσι δυνηθῆ νὰ ἀποβλέψωσί ποτε μεθ’ ὑπερηφανείας εἰς τὸν στρατὸν τῆς πατρίδος. Ἐὰν μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ μετατρέψω εἰς τοὺς ἐλαχίστους ὅρους τὰ συμπεράσματα τῶν λόγων μου, καὶ πρόκειται περὶ στρατιωτικῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖά εἰσι συναφῆ μετὰ τῆς μαθηματικῆς, ἐξ ἧς ἐδανείσθην τὸν ὅρον τῶν ἐλαχίστων ὅρων, τὸ συμπέρασμα τῶν λόγων μου εἶναι, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 11, ἐνόσῳ εἶναι γεγραμμένον ὡς εἶναι γεγραμμένον, ἀφαιροῦνται ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν δικαιώματα, καὶ μεταβιβάζονται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν, ἵνα νομοθετήσῃ αὕτη διὰ στρατιωτικοῦ κανονισμοῦ! Οὕτω δὲ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου διαπράττεται ἀληθὴς σύγχυσις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας πρὸς τὴν νομοτελεστικήν. Δὲν ἔλαβον μάλιστα τὴν πρόνοιαν τοῦ νομοσχεδίου οἱ συντάκται, οὐδὲ ῥητῶς νὰ κανονίσωσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία μεταβιβάζει τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν νομοτελεστικὴν, ἵνα αὕτη par delegation κανονίσῃ διὰ Β. Διατάγματος ὕλην νομοθετικὴν, ἀλλ’ ἀφῆκαν ἡμᾶς νὰ πλέωμεν εἰς τὸν ὠκεανὸν τῶν ἀποριῶν καὶ περὶ τοῦ εἴδους τῆς πράξεως, ἣν ὠνόμασαν στρατιωτικὸν κανονισμὸν, καὶ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ὁ στρατιωτικὸς οὗτος κανονισμὸς, πρωτοφανὲς ἐπινόημα ἀσυνήθους ἀμαθείας, θέλει κανονίσει ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα μόνον διὰ νόμου ἐπιτρέπεται νὰ κανονισθῶσι. Πλὴν δὲ τούτου, τῆς μεταβιβάσεως τῶν δικαιωμάτων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν νομοτελεστικὴν, πόρισμα ἄξιον τῆς προσοχῆς ὑμῶν εἶναι βεβαίως τὸ ἀντισυνταγματικὸν τῆς διατάξεως τῆς γʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάγονται εἰς τὴν Γεν. Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ τὰ καταστήματα καὶ αἱ ὑπηρεσίαι καὶ τὰ σώματα τοῦ στρατοῦ, ἐὰν δὲν ἀναγραφῇ ῥητῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι διατηροῦνται ἐπὶ τῆς διοικήσεως τῶν σωμάτων τοῦ στρατοῦ, τῶν καταστημάτων καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ πάντα τὰ δικαιώματα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν· ἀντισυνταγματικὸν προσέτι εἶναι, ἐν τῷ μέλλοντι κανονισμῷ τῆς ἁρμοδιότητος καὶ δικαιοδοσίας τῆς Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τὰ πλεῖστα τῶν καθηκόντων αὐτοῦ καὶ ἀνατεθῶσιν εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν. Δὲν λέγω περὶ τῶν ἄλλων ἀτελειῶν τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι σφάλματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δὲν θέλουσιν ἔχει δυσκολίαν νὰ διορθώσωσιν, ἐὰν ταῦτα μόνον εἴχομεν νὰ προβάλωμεν· διότι σφάλμα εἶναι ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 11 νὰ γίνηται μνεία, ὅτι διὰ στρατιωτικοῦ κανονισμοῦ θέλουσι προσδιορισθῆ τὰ ὅπλα, σώματα, καταστήματα καὶ αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ στρατοῦ, αἵτινες θέλουσιν ὑπαχθῆ εἰς τὴν Γεν. Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ ταῦτα πάντα διὰ τῆς τρίτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2 ὑπήχθησαν εἰς τὴν Γεν. Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Σφάλμα εἶναι νὰ ἀναγράφηται ἐν τῇ παραγράφῳ τρίτῃ τοῦ ἄρθρου 2, ὅτι τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα θέλουσιν ὑπάγεσθαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφοῦ τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα ὑπάγονται ἀναποσπάστως εἰς τὸ ἐπιτελικὸν τμῆμα τῆς στρατολογίας καὶ ἐπιστρατεύσεως, τὸ ὁποῖον μετεβιβάσθη μετὰ τῆς ἐπιτελικῆς ἐν γένει ὑπηρεσίας εἰς τὴν Γεν. Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ.

§11Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶναι λάθος. Θὰ διορθωθῇ.

§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ πῶς νὰ παραλείψω τὸ πόρισμα, ὅτι τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νομοσχεδίου εἶναι καταφανῶς ἀντισυνταγματικόν, διότι ἀφαιρεῖ ἕνα κλάδον τῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ οὐσιωδέστατον, τὴν ψυχὴν τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ὁ ὀργανισμὸς ἀνεβίβασεν εἰς Διεύθυνσιν ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, ἀφαιρεῖ, λέγω, ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἀνατίθησιν αὐτὴν εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ; Ταῦτα εἶχον ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, διὰ ν’ ἀποδείξω ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν συμβιβάζεται μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἐπιφέρει σύγχυσιν εἰς τὰ ὅρια τὰ χωρίζοντα τὴν νομοτελεστικὴν ἀπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἔχει δὲ ἀνάγκην ἀνασκευῆς καὶ διορθώσεως. Ἐὰν ἠθέλομεν ἀκολουθήσει τὸν εἱρμὸν τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, ἔπρεπε πρὸ παντὸς νὰ συμπεράνωμεν, ὅτι προσῆκε νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν Γεν. Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ καὶ ἡ Διεύθυνσις τοῦ ὑλικοῦ πολέμου. Τί ἐστὶ Διεύθυνσις τοῦ ὑλικοῦ πολέμου; Εἶναι ἡ προμήθεια τῶν ἀναγκαιούντων εἰς τὸν στρατὸν ἐφοδίων. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπηρεσία τις ἀπαιτεῖ ἐπιστημονικὰς γνώσεις, ἀπαιτεῖ πρὸ πάντων ἡ ὑπηρεσία αὕτη. Διατὶ λοιπὸν ἀφέθη αὕτη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ δὲν μετεβιβάσθη καὶ αὕτη εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ, παρὰ τῷ ὁποίῳ συνεκεντρώθη ἥ τε ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία καὶ τὰ ἄλλα ἐπιστημονικὰ φῶτα, ὅσα ὑπάρχουσιν ἐν τῷ στρατῷ; Διατὶ τὰ Στρατοδικεῖα νὰ μὴ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς Μεραρχίας, οὕτω δ’ ἕκαστον Στρατοδικεῖον ν’ ἀποτελέσῃ συμπλήρωμα τοῦ στρατιωτικοῦ κλάδου, ὁ ὁποῖος τίθεται ὑπὸ τὴν διοίκησιν τῶν Μεραρχιῶν; Πιθανῶς νὰ καθίστατο οὕτως ἀγρυπνοτέρα ἡ ἐπιτήρησις τῶν Στρατοδικείων καὶ ἀκριβεστέρα ἡ διαχείρισις τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Τοιουτοτρόπως εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἤθελε μείνῃ ἐπὶ τοῦ παρόντος μόνον ἡ Διοίκησις τῆς χωροφυλακῆς. Ἐπειδὴ ὅμως, κατὰ τὸ περὶ ταύτης ψηφισθὲν νομοσχέδιον, θέλει ἱδρυθῆ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς, θέλει ταχέως ἀφαιρεθῆ καὶ ἡ χωροφυλακὴ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις προορίζεται πλέον νὰ χρησιμεύῃ ἐν τῇ κυβερνητικῇ καὶ τῇ διοικητικῇ ἱεραρχίᾳ ὡς μέλος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, θέλει δὲ σημαίνεσθαι ἡ ὕπαρξις αὐτοῦ, μόνον ὅταν θέλῃ διαβαίνει ἐν στολῇ ἐνώπιον φρουρῶν, ὅτε αἱ μουσικαὶ θέλουσι παιανίζει τὸ ἐμβατήριον πρὸς τιμήν του...

§13Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ εὑρίσκεσθε εἰς τὸ βῆμα, καὶ ἐπειδὴ ἦσθε μέλος τῆς Συνελεύσεως ὅτε συνετάσσετο τὸ Σύνταγμα, ἐλάβετε δὲ μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὑμεῖς αὐτός, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ λύσητε μίαν ἀπορίαν. Ὅταν ἀναγνωρίζηται ἐκ τοῦ Συντάγματος ὁ πρωτότοκος υἱὸς τοῦ Βασιλέως ὡς ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου, ὅταν ἐτησίως ἐν τῇ ἀπουσίᾳ τοῦ Βασιλέως τῷ ἐδόθησαν ἐπανειλημμένως τὰ δικαιώματα καὶ ἡ Βασιλικὴ ἐξουσία ὁλόκληρος, ὅταν ἡ Ὑψηλότης αὕτη δὲν λαμβάνῃ πλέον μισθὸν ἀξιωματικοῦ καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀξιωματικός, διότι θὰ λαμβάνῃ μισθὸν Διαδόχου τοῦ Θρόνου, νομίζετε ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς (ὁ ὀνομαζόμενος αὐτὸς ἀξιωματικός), ὡς ἀντιστράτηγος, δικαιοῦται συνταγματικῷ δικαιώματι καὶ συνταγματικῇ ἀδείᾳ νὰ ἀναλάβῃ τὴν Γεν. Διοίκησιν τοῦ στρατεύματος; Καὶ αὐτὸς δὲν εἶναι εἷς λόγος, ἐπιβάλλων εἰς ἡμᾶς νὰ μὴ ἀναθέσωμεν εἰς τὸν Βασιλέα — διότι Βασιλεὺς εἶναι — δικαιοδοσίαν Ὑπουργοῦ, ἢ πᾶσαν ἄλλην ὑπηρεσίαν, καὶ αὐτὴν ἔστω τὴν ἁπλῆν διοίκησιν τοῦ στρατεύματος; Διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ὡς καθιερώθη ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Τρικούπη, ἔδωσεν ἀρχηγίαν εἰς τὸν Διάδοχον, τὴν ἔδωσε μόνον διὰ νὰ μαθητεύσῃ οὗτος καὶ ἴδῃ ἐν τῇ διαχειρίσει κατὰ τίνα τρόπον οἱ ἀρχηγοὶ διευθύνουσι τὰ σώματα τοῦ στρατοῦ. Πιστεύετε ὅτι ἐδικαιοῦτο, ὅτι ἦτο ἐλευθέρα ἡ Κυβέρνησις ἐκ τοῦ Συντάγματος νὰ δώσῃ τοιαύτην δικαιοδοσίαν; Ἐπὶ τῆς ἀπορίας μου ταύτης παρακαλῶ ὑμᾶς, ὁ ὁποῖος διεχειρίσθητε αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐν τῇ Συνελεύσει, ὁ ὁποῖος τοσάκις διεχειρίσθητε τὰ ὕπατα τῆς Πολιτείας ἀξιώματα, νὰ δώσητε γνώμην, τὴν ὁποίαν πιστεύω, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον θὰ σεβασθῇ, ὡς γνώμην ἀνδρός, ὁ ὁποῖος καὶ μελέτας ἔκαμε καὶ πεῖραν ἔχει ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.

§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν ἔχετε ἀνάγκην τῆς γνώμης μου. Ἐάν τις μελετήσῃ τὸ Σύνταγμα, θέλει συναγάγει, ὅτι εἷς μόνος εἶναι ἀνεύθυνος, ὁ Βασιλεὺς, ὅτι τὸ πρόσωπον αὐτοῦ εἶναι ἀπαραβίαστον· τὸ Σύνταγμα μάλιστα τοῦ 1844 ἀνέγραφε καὶ ἄλλον ὅρον, ὁ ὁποῖος δὲν περιελήφθη ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1864, ὅτι εἶναι πρόσωπον ἱερόν. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 λοιπὸν ἀναγράφει ἀνεύθυνον μόνον τὸν Βασιλέα, καὶ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἀπαραβίαστον· ἀναγράφεται ὅμως προσέτι καὶ ἄλλο πρόσωπον τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας ἐν τῷ Συντάγματι ὡς πρόσωπον Συνταγματικὸν, ὁ Διάδοχος. Ὁ Διάδοχος εἶναι ἡ ἐφεδρεία τοῦ Θρόνου. Οἱ ἄλλοι Βασιλόπαιδες δὲν μνημονεύονται ἐν τῷ Συντάγματι, εἰμὴ ὡς ἐφεδρεία τοῦ Διαδόχου. Ὁ Διάδοχος προορίζεται ν’ ἀναβιβασθῇ εἰς τὸ μέγιστον τῶν ἀξιωμάτων, εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Ἡγεμόνος, καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς νὰ θεωρῆται ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης. Ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα ῥητῶς ἀνέγραψεν ἐν ἄρθρῳ σαφεῖ, ὅτι δὲν στέργει ν’ ἀναλαμβάνωσιν Ὑπουργικὰ καθήκοντα οἱ υἱοὶ τοῦ Βασιλέως. Ἑπομένως τοῦτο ἰδίως ἠσχολούμην ν’ ἀποδείξω πρὸ μικροῦ ἀγορεύων, ὅτε ἀντετιθέμην εἰς τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσδιορισμοῦ δικαιοδοσίας καὶ ἁρμοδιότητος τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εὐρυτέρας ἐκείνης, ἣν ἔχουσιν οἱ ἀρχηγοί, ὅτε ἀντετιθέμην εἰς τὴν ὑπαγωγὴν τῶν σωμάτων τοῦ στρατοῦ, τῶν καταστημάτων αὐτοῦ καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ στρατοῦ ὑπὸ τὴν ἄμεσον διοίκησιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι καταχρῶμαι τῶν δυνάμεών μου, παρατείνων τὸν λόγον, διότι πρὸ μικροῦ ἀφῆκα τὴν κλίνην, καὶ διὰ τοῦτο παύω αὐτόν.

§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δεληγεώργης ἔχει τὸν λόγον.

§16Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν νομίζετε καλὸν νὰ διακόψωμεν ἐπὶ 10 λεπτά;

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. Δεληγεώργης τὸ ἐπιθυμεῖ.

§18Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι.

§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε λοιπόν.

§20Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁμιλῶν, Κύριοι, χθὲς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἠναγκάσθη νὰ ἐκθέσῃ τὰς πολιτικὰς αὑτοῦ γνώμας ἐπὶ τοῦ κρατοῦντος σήμερον ἐν Ἑλλάδι κοινοβουλευτικοῦ συστήματος, νὰ καταγγείλῃ τὰ κακὰ, εἰς τὰ ὁποῖα κατ’ αὐτὸν προσκόπτει τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα, καὶ νὰ ὑποδείξῃ ἐν ὀλίγοις τὰ μέσα τῆς θεραπείας αὐτῶν. Ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ἐκ πρώτης ὄψεως, ὅτι ἐπεισοδιακῶς παρεμβληθεῖσα εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἔκφρασις αὕτη τῶν πολιτικῶν γνωμῶν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν πρέπει ἐν συζητήσει εἰδικοῦ στρατιωτικοῦ νομοσχεδίου ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ αἱ πολιτικαὶ αὗται γνῶμαι εἶναι τοσοῦτον σπουδαῖαι καθ’ ἑαυτὰς, ἐξεφράσθησαν δὲ παρ’ ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος, καὶ λόγῳ τῆς προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως καὶ λόγῳ τῆς προεδρίας μεγάλου πολιτικοῦ κόμματος, τοσοῦτον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ βαρύνει, ὥστε δὲν δύνανται νὰ μὴ ληφθῶσιν ὑπ’ αὐτῆς ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, θεωρῶ ὅτι σχετίζονται αὗται στενώτατα καὶ πρὸς τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ συζητοῦμεν, διότι προδήλως τοῦτο εἶναι τὸ προϊόν τῆς μεταβολῆς τῶν νέων πολιτικῶν ἀρχῶν, εἰς ἃς προσῆλθεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπειδὴ δὲ νομίζω, ὅτι κατήγγειλε μὲν ἀληθῆ καὶ ἀναμφισβήτητα ἐλαττώματα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν συστήματος, δὲν ὑπέδειξεν ὅμως καὶ τὰ προσήκοντα μέτρα θεραπείας ἢ ἐλαττώσεως τῶν κακῶν, φρονῶ ὅτι αἱ γνῶμαι αὐτοῦ εἶναι ἄξιαι σπουδῆς, ἐὰν οὐχὶ εἰδικῶς καὶ ἐν εὐρύτητι σήμερον, ἀλλὰ πάντως ἐν συντομίᾳ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τὰ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν συστήματος ἔχουσι κακῶς, διότι ἡ Βουλὴ ἀναμιγνύεται εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους. Κατήγγειλεν ἐπίσης, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀνεπαρκῶς διεξάγει τὸ νομοθετικὸν αὑτῆς ἔργον, διότι, οὐδ’ αἱ ἐπιτροπαὶ αὐτῆς ἐργάζονται ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, οὐδὲ καιρὸν ἔχει, ὅσον πρέπει, ὅπως συζητῇ περὶ αὐτῶν. Κατήγγειλεν ἐπίσης, ὅτι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τοσαύτη γίνεται χρῆσις ἢ κατάχρησις τοῦ ἐλέγχου καὶ τῶν ἐπερωτήσεων, ὥστε ὑπέρμετρος δαπανᾶται χρόνος εἰς αὐτὰς, ἀφαιρούμενος ἐκ τῆς ἄλλης ἐργασίας, τῆς νομοθετικῆς, τοῦ Κοινοβουλίου. Τὸ κατ’ ἐμὲ, οὐδεμίαν τῶν τριῶν τούτων καταγγελιῶν δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τις. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι πρωτίστως ἀφορμὴ τῆς κακῆς διοικήσεως καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς κακῆς αὑτῆς διοικήσεως εἶναι ἡ ἀνάμιξις τῆς Βουλῆς εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους. Καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ἡμῶν οὐδεμία γίνεται τῶν νομοσχεδίων μελέτη διὰ τῶν ἐπιτροπῶν, ὡς ἔπρεπε νὰ γίνηται, καὶ ὡς γίνεται ἀλλαχοῦ, καὶ πολὺς χρόνος βεβαίως δαπανᾶται εἰς ἐξέλεγξιν τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐνῷ συμφωνῶ ἐπ’ αὐτῶν, δὲν συμφωνῶ ὅμως ἐπὶ τῶν αἰτιῶν, εἰς ἃς ταῦτα ὀφείλονται, καὶ ἑπομένως ἐπὶ τῶν μέσων τῆς θεραπείας, ἅτινα ὑπέδειξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι ἄλλα ἢ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐνδεικνύουν αἱ αἰτίαι, ἐξ ὧν τὰ κακὰ ἀληθῶς προέρχονται. Βεβαίως ἀναμιγνύεται ἡ Βουλὴ εἰς τὰ τῆς διοικήσεως, ἀλλὰ διατὶ ἀναμιγνύεται; Μήπως ὑπάρχει διάταξίς τις ἐν τῷ Συντάγματι, ἐπιτρέπουσα ἢ τοὐλάχιστον ὑπονοοῦσα τοιαύτην ἀνάμιξιν τῆς Βουλῆς εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου; Οὐδὲν Σύνταγμα εὐκρινέστερον τοῦ ἡμετέρου διακρίνει τὰς ἐξουσίας καὶ καθορίζει σαφέστερον τὰ δικαιώματα ἑκάστης τῶν ἐξουσιῶν. Ἡ Βουλὴ, κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, νομοθετεῖ μετὰ τοῦ Βασιλέως, δικαιοῦται δὲ νὰ ἐξελέγχῃ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, τὴν πολιτείαν τῶν Ὑπουργῶν. Οὐδὲν ἕτερον δικαίωμα ἐκ τοῦ Συντάγματος ἔχει. Τὴν διοίκησιν ἐνεργεῖ μόνος καὶ ἀποκλειστικῶς ὁ Βασιλεὺς διὰ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, οὓς αὐτὸς διορίζει καὶ παύει. Δι’ ὧν μέσων διαθέτει ἐκ τοῦ Συντάγματος δύναται νὰ ἐπηρεάζῃ εἰς τὴν πορείαν τῶν Κυβερνήσεων, καὶ ἑπομένως εἰς τὸν σχηματισμὸν καὶ τὴν διατήρησιν τῶν Ὑπουργείων, ἡ Βουλὴ, ὁ δὲ Ἡγεμὼν ὀφείλει νὰ ἔχῃ διαρκῶς ὑπ’ ὄψιν τὴν γνώμην τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι ἡ Βουλή, ὅτι ἡ πλειονοψηφία αὐτῆς δὲν ἀναμιγνύεται εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, οὔτε συνδιοικεῖ μετὰ τῶν Ὑπουργῶν, καὶ ἑπομένως δὲν γίνεται συνένοχος εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους μετὰ τῶν Ὑπουργῶν, εἴτε ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὑποδεικνύει εἰς τὸ Στέμμα, εἴτε ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὑποστηρίζει. Μόνον ὑπ’ αὐτὸν τὸν ὅρον τῆς ἀποχῆς τῶν πλειονοψηφιῶν ἀπὸ τῆς διοικήσεως δύναται καὶ ὀφείλει ὁ Ἡγεμὼν νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς γνώμας τῆς Βουλῆς, εἴτε περὶ ἐλέγχου τῶν πράξεων τῶν Ὑπουργῶν πρόκειται, εἴτε περὶ τῶν νομοθετικῶν ἔργων, καὶ μόνον ὑπ’ αὐτὸν τὸν ὅρον ἡ δεδηλωμένη, περὶ τῆς ὁποίας ἐγένετο χθὲς λόγος, δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀρχὴ ἐνέχουσαν ἀλήθειαν συνταγματικήν. Ἄνευ αὐτοῦ τοῦ ὅρου ἡ δεδηλωμένη εἶναι ψεῦδος καὶ φενάκη. Διὰ τοῦτο ἀπέτυχεν, ὑφ’ οἱουδήποτε κόμματος ἐνασκηθεῖσα, καὶ πάντοτε θ’ ἀποτυγχάνῃ, διότι εἶναι ἀνατρεπτικὴ τῆς ἰσότητος καὶ τῆς νομιμότητος, ἐφ’ ὧν στηρίζονται καὶ ἡ κοινωνία καὶ ἡ Πολιτεία ἡμῶν. Ἀλλ’ ἂν ἡ Βουλὴ ἀπὸ μακροῦ χρόνου εἰσῆλθε καὶ καθ’ ἡμέραν περισσότερον κατατρίβεται εἰς τὴν ὁδὸν, ἡ ὁποία καὶ ἀντισυνταγματικὴ εἶναι καὶ ἀντικοινοβουλευτικὴ καὶ ἐπιζήμιος εἰς τὴν χώραν, δὲν πταίει ἆρά γε εἰς τοῦτο τὸ Στέμμα; Μὴ αὐτὸ δὲν ἐπέτρεψεν ἀπὸ μακροῦ χρόνου τοῦτο καὶ δὲν ἐσυνείθισε πάσας τὰς ἄλλας ἐξουσίας καὶ τὰς ἀρχὰς καὶ πᾶσαν τὴν κοινωνίαν καὶ ἅπαν τὸ ἔθνος νὰ θεωρῶσιν, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη δυνατὴ κατάστασις; Εἰς τὸν Βασιλέα τὸ Σύνταγμα ἀποκλειστικῶς ἔδωσε τὴν διαχείρισιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἑπομένως τὴν διοίκησιν διὰ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, τοὺς ὁποίους Ὑπουργοὺς αὐτὸς ἐλευθέρως διορίζει καὶ παύει. Ἂν ἡ Βουλὴ ἐσφετερίσθη τὴν ἐξουσίαν καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Στέμματος, δικαιώματα συνταγματικὰ, τοῦτο ἐγένετο τῇ συναινέσει καὶ συμπράξει τοῦ Στέμματος. Ἀλλ’ ἂν ἐπὶ μακρὰ ἔτη, ἐν γνώσει πληρεστάτῃ τῶν μέσων, δι’ ὧν καταρτίζονται καὶ συντηροῦνται αἱ πλειονοψηφίαι παρ’ ἡμῖν, ἐπέτρεψε τοῦτο καὶ ἐξ ἀδιαφορίας συνέτρεξεν ὁ Ἡγεμὼν, δὲν πταίει ὁ Ἡγεμὼν; Καὶ τί ἄλλο καθ’ ἡμέραν ἐνισχύει τὰς Κυβερνήσεις καὶ τὰς Βουλὰς, ὅπως ἐπιμένωσιν εἰς τὸ σύστημα αὐτὸ τοῦ σφετερισμοῦ τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἢ ἡ πλήρης τοῦ Ἡγεμόνος συγκατάθεσις εἰς αὐτό; Διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπε χθὲς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ ὁποῖον οὐδεὶς δύναται νὰ μὴ ὁμολογήσῃ ὡς ἀληθὲς, ὅτι δηλαδὴ ἐσφετερίσθη ἡ Βουλὴ καὶ διαχειρίζεται τὴν διοικητικὴν ἐξουσίαν ὡς ἰδίαν ἐξουσίαν, εἶναι σφετερισμὸς παρὰ τὸ Σύνταγμα, ὃν ἡ Βουλὴ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως αὐτοῦ τοῦ Ἡγεμόνος. Ἀλλ’ ἡ συγκατάθεσις αὐτοῦ αὕτη ἐγένετο ἐπιβλαβεστάτη εἰς τὸ ἔθνος, καὶ λόγῳ τῆς βλάβης τοὐλάχιστον ὁ Ἡγεμὼν ἔπρεπε νὰ ἐμποδίσῃ αὐτήν. Διότι, Κύριοι, ἀποστολὴ Ἡγεμόνος Συνταγματικοῦ Κράτους δὲν εἶναι τὸ πράττειν τὸ καλόν. Ἓν ἔθνος, ἔστω καὶ ὅσον τὸ ἡμέτερον μικρὸν καὶ νεαρὸν ἀκόμη ἐν τῷ δημοσίῳ βίῳ, εἶναι εἰς θέσιν καὶ ἔχει ἄνδρας ἱκανοὺς καὶ ἔχει πεῖραν καὶ φῶτα ἀρκοῦντα, ὅπως πράξῃ τὸ καλὸν ἐν οἱῳδήποτε κλάδῳ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Δὲν ἔχομεν ἑπομένως ἀνάγκην Ἡγεμόνος, ὅστις νὰ πράττῃ τὸ καλὸν ἀνθ’ ἡμῶν, καὶ περὶ αὐτοῦ νὰ σκέπτηται καὶ νὰ ἐνασχολῆται. Ἄλλη ἡ κυρία ἀποστολὴ τοῦ Ἡγεμόνος ἐν Κοινοβουλευτικῷ Κράτει. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ παντὸς ἀνέθετο τὸ ἔθνος εἰς τὸν Ἡγεμόνα, εἶναι νὰ ἐμποδίζῃ νὰ διαπράττηται τὸ κακὸν ἐν τῇ Πολιτείᾳ· τὸ μεγαλείτερον δὲ κακὸν, ὅπερ διαπράττεται, εἶναι νὰ ἐπιτρέπῃ, ὅπως ἀφαιρῶσιν ἀπὸ τὰς χεῖράς του καὶ διαχειρίζωνται ἄλλοι, παρ’ ἐκείνους τοὺς ὁποίους τὸ πολίτευμα ὥρισε, τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν· τοῦτο δ’ εἶναι οὐ μόνον κακὸν, ἀλλ’ εἶναι καὶ παραβίασις τοῦ Συντάγματος. Οὔτε πρέπει ὁ Ἡγεμὼν νὰ πιστεύῃ, ὅτι αἱ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀνατεθειμέναι αὐτῷ ἐξουσίαι εἶναι προσωπικὰ αὐτοῦ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ παραιτῇ, ὁπόταν θέλῃ, καὶ νὰ μεταβιβάζῃ εἰς ἄλλους. Εἶναι καθήκοντα, εἶναι λειτουργίαι, τὰς ὁποίας εἶναι ὑπόχρεως, ὁρκισθεὶς, νὰ ἐκτελῇ αὐστηρῶς καὶ ἀπαρεγκλίτως. Ἐπειδὴ ὀφείλει νὰ τὰ ἐκτελῇ, δι’ αὐτὸ παρεχωρήθησαν αὐτῷ ὑπὸ τοῦ ἔθνους. Ἂν ἦτο ὠφέλιμος ἡ ἐνάσκησις αὐτῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, εἰς αὐτὴν θὰ τὰ παρεχώρει βεβαίως τὸ Σύνταγμα. Ἡ ὑποχρέωσις αὐτοῦ ἀφ’ ἑτέρου νὰ τὰ ἐνασκῇ δι’ ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, δὲν ἐννοεῖ μεταβίβασιν εἰς αὐτοὺς καὶ ἀπαλλοτρίωσιν. Οὗτοι εἶναι ἐλεύθεροι νὰ παραιτῶνται, ἂν δὲν θέλωσιν εὐθύνας. Ἀλλ’ ὑποχρέωσιν ἔχει ὁ Ἡγεμὼν νὰ ἐπιβλέπῃ, ὅπως ἡ ἐξουσία, ἥτις ἐδόθη αὐτῷ, ἐνασκῆται ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν, οὓς αὐτὸς διορίζει καὶ παύει, συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ. Ὅταν συστηματικῶς τὸ ἐναντίον γίνηται ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν, καὶ οὗτοι διατηρῶνται ὑπὸ τοῦ Στέμματος ἐν τῇ τοιαύτῃ διαχειρίσει τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, βεβαίως τὸ Στέμμα δὲν εἶναι ξένον εἰς τὴν κακὴν διοίκησιν. Ὅταν ὁ Ἡγεμὼν μιᾶς χώρας, καλῶν τὰ πολιτικὰ πρόσωπα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, λέγῃ πρὸς αὐτὰ τοιαῦτα περίπου: «Λάβετε, Κύριοι, τὴν ἐξουσίαν καὶ διαχειρισθῆτε αὐτὴν συμφώνως μὲ τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἔχετε. Σᾶς ἐμπιστεύομαι καὶ σᾶς ἐπιτρέπω τὰ πάντα. Ἀλλὰ μὴ ζητεῖτε παρ’ ἐμοῦ οὐδὲν ἄλλο, διότι ἐγὼ δὲν ἐννοῶ νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὰ τῆς διαχειρίσεως τῆς ἐξουσίας, ἣν σᾶς παραδίδω· πηγαίνετε εἰς τὴν Βουλὴν, εὕρετε τοὺς Βουλευτὰς καὶ συνεννοήθητε μετ’ αὐτῶν· εἶναι ἄνθρωποι συμβιβαστικοὶ, καὶ πάντοτε διατεθειμένοι ὑπὲρ τῶν Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι γινώσκουν νὰ περιποιῶνται καὶ εὐχαριστῶσιν αὐτούς. Εὐχαριστήσατε αὐτούς· οὕτω θὰ ἔχητε πλειονοψηφίαν. Ἐφ’ ὅσον θὰ ἔχητε πλειονοψηφίαν, ἀδιαφορῶ τί θὰ πράξητε ἐπὶ τετραετίαν ὁλόκληρον. Δύνασθε νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι θὰ σᾶς διατηρήσω Ὑπουργούς μου. Φέρετέ μοι πρὸς τοῦτο πέντε, δέκα, δεκαπέντε, ὅσας θέλετε, χιλιάδας διαταγμάτων, νὰ θέσω τὴν ὑπογραφήν μου ἐν λευκῷ· δὲν ἐξετάζω, τί θὰ περιέχουν. Μάθετε ὅμως, ὅτι, καθ’ ἣν ἡμέραν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μοὶ ἀναγγείλῃ, ὅτι καὶ μὲ μίαν ψῆφον ἀπωλέσατε τὴν πλειονοψηφίαν, θὰ σᾶς ἀποπέμψω, καὶ ἂν ἦσθε ἡ ἀρίστη τῶν Κυβερνήσεων, καὶ ἂν οὐδὲν ἐπράξατε κακὸν, καὶ ἂν ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς καθ’ ὑμῶν ὑπῆρξεν ἄδικος καὶ ἐμπαθής. Ἐγὼ σᾶς παρεχώρησα ὅλα τὰ μέσα, διὰ νὰ ἔχητε τὴν πλειονοψηφίαν. Περὶ ἄλλων δὲν φροντίζω». Ὅταν τοιαύτην ἐννοῇ νὰ μετέρχηται ἀπέναντι τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῆς Βουλῆς πολιτείαν ὁ Ἡγεμὼν μιᾶς χώρας, τί ἄλλο πράττει ἢ νὰ καλῇ τὴν Βουλὴν εἰς τὴν διοίκησιν τῶν δημοσίων; Ὅταν δὲ οὔτε ὁ Ἡγεμὼν ἐπιβλέπῃ τοὺς Ὑπουργοὺς, οὔτε ἡ Βουλὴ τοὺς ἐλέγχῃ, διότι συνδιοικεῖ μετὰ τῶν Ὑπουργῶν, βεβαίως τοιαύτη θ’ ἀποβῇ ἡ κατάστασις τῆς χώρας, ὁποία ἀπέβη ὑπὸ τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα, ὅπερ κατὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως μᾶς διοικεῖ. Ἀλλ’ ἡ κατάστασις αὕτη, πάντοτε κακὴ, δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἦναι ἀνεκτὴ ὑπὸ τοῦ Στέμματος, μετὰ τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα ἰδίως ἐσχάτως ἀπέδωκε, μετὰ τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους δηλονότι καὶ μετὰ τὰς καταστροφὰς τοῦ πολέμου. Οὐδεὶς ἐτόλμα πλέον εἰς ἄλλην ν’ ἀποδώσῃ αἰτίαν αὐτὰ ἢ εἰς τὴν κακὴν διοίκησιν ὑπὸ τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα, καὶ διὰ τοῦτο ὁ τόπος ἐξηγέρθη κατὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ, ζητῶν τὴν κατάπαυσιν αὐτοῦ. Ὁ πόλεμος εἶχεν ἀποδείξει οὐχὶ μόνον ὅτι δὲν ἤμεθα στρατὸς, ἀλλ’ ὅτι δὲν ὑπῆρχε τίποτε. Τὸ Στέμμα ἔλαβε γνῶσιν τῶν διαθέσεων αὐτῶν τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ τὰ πράγματα ἀφέθησαν νὰ ἐξακολουθήσωσι καὶ ἐξακολουθοῦσι τὴν παλαιὰν αὐτῶν πορείαν. Οὐδὲν μετεβλήθη. Ἡ διοίκησις εἶναι ἡ αὐτὴ καὶ διὰ τὰς αὐτὰς αἰτίας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατήγγειλε τὴν κατάστασιν αὐτὴν, καὶ δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἦναι ἀληθὴς ἡ καταγγελία. Ἀλλὰ ποῖα πρὸς παρηγορίαν τοὐλάχιστον ὑπεσχέθη ἡμῖν μέσα θεραπείας ἢ μειώσεως τοῦ κακοῦ; Μᾶς ὑπεσχέθη ὅτι διὰ νόμων μόνον θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐκλίπῃ ἡ κατάστασις αὕτη. Βεβαίως λίαν λογικῶς ὑπέδειξε νέους νόμους ὡς μέσον θεραπείας, διότι ἀλλοῦ ἀποδίδει τὰς αἰτίας τοῦ κακοῦ. Θεωρεῖ ὅτι Ὑπουργοὶ καὶ Βουλευταὶ εἶναι ὄντα κακῆς καὶ πονηρᾶς φύσεως καὶ ἀδιορθώτων ἕξεων, μὴ ἐννοοῦντες κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ πολιτεύωνται καὶ νὰ διαχειρίζωνται τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν αἱ ἐπαρχίαι ἀνέθεσαν εἰς αὐτοὺς, ἢ ἐρχόμενοι ἐνταῦθα καὶ ζητοῦντες πῶς διὰ παντὸς μέσου νὰ καταλάβωσι τὴν διοίκησιν τῆς ἐπαρχίας αὑτῶν, καὶ πῶς νὰ καταστήσωσιν αὐτὴν ἕκαστος τιμάριον, ὅπερ νὰ διοικῇ ὡς ἀπόλυτος κυρίαρχος. Φρονῶ ὅτι ποσῶς δὲν ἦτο οὔτε εἶναι τοιαύτη ἡ ἐπιθυμία εἴτε τῶν νῦν ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ πολιτευομένων, εἴτε τῶν ἄλλοτε ἐν ἄλλαις Βουλαῖς πολιτευθέντων ἀντιπροσώπων...

§21Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον αὐτό.

§22ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν λέγω ὅτι τὸ εἴπετε ὑμεῖς, ἀλλ’ ἐπικρατεῖ ἡ ἰδέα, ὅτι οἱ Βουλευταὶ ἐκ φύσεως εἶναι ἄνθρωποι ἄνευ φιλοπατρίας, ἄνευ φιλοτιμίας, ἄνευ ἀξιοπρεπείας... Τοὐναντίον, Κύριοι, δύναται πᾶς γινώσκων τὰ πράγματα νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἂν οἱ Βουλευταὶ ἀναμιγνύονται, καὶ ἀναμιγνύονται βεβαίως, εἰς τὰ διοικήσεως τῶν ἐπαρχιῶν αὑτῶν, πράττουσι τοῦτο διότι ἀπὸ μακροῦ χρόνου προετράπησαν ἢ ἠναγκάσθησαν νὰ πράξωσι τοῦτο, διότι ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἄλλοι τὰ αὐτὰ ἔπραξαν ἐναντίον αὐτῶν, κατατρέξαντες καὶ καταδυναστεύσαντες τοὺς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις φίλους αὐτῶν, καὶ διότι αὔριον οἱ ἀντίπαλοι αὐτῶν, ὅταν ἐπανέλθωσιν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, τὰ αὐτὰ καὶ χείρονα θὰ πράξωσι. Τίς ἀγνοεῖ, ὅτι δὲν δύναταί τις ἀπὸ πολλοῦ νὰ ζήσῃ πλέον ἐν Ἑλλάδι, ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἰδίως, ἄνευ προστασίας ἑνὸς ἰσχυροῦ τῆς ἡμέρας, καὶ ὅτι ὁ ἰσχυρὸς αὐτὸς εἶναι ὁ ὑπουργικὸς Βουλευτὴς ἢ ὁ φίλος τοῦ Βουλευτοῦ ἢ ὁ φίλος τῆς Κυβερνήσεως; Διατὶ τοῦτο; διότι ἡ διοίκησις δὲν εἶναι πράγματι εἰς χεῖρας τῶν ἀρχῶν, τῶν Ὑπουργῶν, τοῦ Βασιλέως, τὸν ὁποῖον τὸ ἔθνος, ὅτε ἔδιδεν αὐτῷ τὴν ἐξουσίαν, ἐθεώρει ὡς τὴν μεγίστην ἐγγύησιν τῆς ἀμερολήπτου διαχειρίσεως αὐτῆς ὑπὸ τῶν ὀργάνων αὐτοῦ. Ἡ διοίκησις εἶναι εἰς χεῖρας τῶν ὀπαδῶν τῆς ἑκάστοτε Κυβερνήσεως, καὶ αὐτῶν τοὺς φίλους καὶ τὰ συμφέροντα ἐννοεῖ συνήθως νὰ ὑπηρετῇ. Ὅταν ὁ Βασιλεὺς, κάλλιστα γινώσκων καὶ βλέπων ὅσα γίνονται, ἀδιαφορῇ, πάντες ἐνθαρρύνονται, καὶ ὑπάλληλοι καὶ πολῖται, νὰ πράξωσι τὰ αὐτὰ καὶ χείρονα. Ἂν δὲν λειτουργῇ Βασιλικὴ ἐξουσία, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν λειτουργεῖ, μὴ περιμένετε διὰ νόμων νὰ ἀναστείλητε τὴν κατάστασιν ταύτην. Ὅ,τι γίνεται σήμερον, μᾶς διδάσκει καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος. Μὴ δὲν ἔχομεν νόμον περὶ τῶν προσόντων καὶ παύσεων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων; Θὰ θέσητε περισσότερα προσόντα διὰ τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους, ἢ περισσοτέρας ἐγγυήσεις κατὰ τῆς αὐθαιρέτου παύσεως, παρ’ ὅσας θέτουσιν οἱ νόμοι ἐπὶ τῶν δικαστῶν; Καὶ ὅμως ποσάκις δὲν ἐπηρεάζουσιν αἱ Κυβερνήσεις τοὺς δικαστὰς ἡμῶν, ὅταν θέλωσι, καὶ πόσα δὲν ἐπιτυγχάνουσι παρ’ αὐτῶν! Ὅταν μία Κυβέρνησις μαίνηται ἐν τῇ συναλλαγῇ καὶ τὰ πάντα μετέρχηται ὑπὲρ διατηρήσεώς της, νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ σώσητε ἐκ τῆς ἐπιρροῆς αὐτῆς, ἂν ὄχι ὅλους, ἀλλὰ τοὺς περισσοτέρους ἐκ τῶν ὑπαλλήλων, ὑφ’ οἱασδήποτε ἐγγυήσεις καὶ ἂν ἐθέσατε αὐτοὺς διὰ νέων νόμων; Ἂν ὑπάλληλοι δικαστικοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῶν προσόντων καὶ τῆς ἀνωτέρας μορφώσεως αὐτῶν τοσαῦτα παρέχουσιν ἐχέγγυα ἀνεπηρεάστου χαρακτῆρος, εἴδομεν ὅτι πολλάκις ἐνέδωκαν καὶ ὑπηρέτησαν τῶν ἰσχυόντων τοὺς πολιτικοὺς σκοποὺς, νομίζετε ὅτι δὲν θὰ πράξωσι τὸ αὐτὸ καὶ περισσότερα οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι; Οὐδεμία λοιπὸν σπουδαία ἐλπὶς ἐκ τῶν νέων νόμων, ὅταν ἐν τῇ κεντρικῇ διοικήσει καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ἐπικρατοῦν ὅλαι καὶ νῦν ἰδέαι καὶ ἕξεις καὶ διὰ παντὸς μέσου ἀφίνωνται ἐλεύθεροι οἱ κυβερνῶντες νὰ ἐπηρεάζωσι τὰ ὄργανα τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν. Δυνατὸν νὰ περιορισθῇ κατά τι τὸ κακὸν, ἀλλὰ θέλει ἐξακολουθήσει, καὶ ὅσον παρέρχωνται οἱ χρόνοι ἄνευ ἐνεργοῦ Βασιλικῆς ἐξουσίας καὶ κρατῇ τὸ αὐτὸ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν σύστημα, τόσον περισσότερον θὰ αὐξάνῃ καὶ θὰ ἐπικρατῇ ἡ διοικητικὴ διαφορά. Λοιπὸν μὴ παραβλέπομεν τὴν ἀληθῆ αἰτίαν τοῦ κακοῦ καὶ μὴ ἀπομακρυνόμεθα τῶν μέσων θεραπείας, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ. Ἔλεγον καὶ ἄλλοτε, ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ σήμερον, ὅτι μόνον ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἐνασκοῦντος ἄγρυπνον καὶ αὐστηρὰν καὶ ἀνένδοτον ἐπίβλεψιν ἐπὶ τῶν διαχειριζομένων τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτοῖς ἐξουσίαν, καὶ ἐπιβάλλοντος εἰς πάντας τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ πάσας τὰς Κυβερνήσεις ἀδιακρίτως ἀμερόληπτον καὶ φιλόνομον διοίκησιν, εἶναι ἐλπὶς παύσεως τῶν κακῶν. Ὁ νόμος θὰ ᾖναι βοηθὸς μόνον. Τὴν αὐτὴν αἰτίαν τῆς κομματικῆς διοικήσεως ἔχει καὶ τὸ ἕτερον κακὸν, τὸ ὁποῖον κατήγγειλεν, ὁμιλῶν χθὲς, ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, αἱ συχναὶ δηλονότι ἐπερωτήσεις καὶ αἱ μακραὶ ἐπὶ τοῦ ἐλέγχου συζητήσεις τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Πῶς θέλετε, ὅταν οἱ καθήμενοι ἐν τῇ πλευρᾷ ταύτῃ (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ᾖναι οἱ καθ’ ἡμέραν καταδιωκόμενοι ὑπὸ τῆς διοικήσεως, οἱ καταμαστιζόμενοι ἐν τοῖς φίλοις αὑτῶν ὑπὸ τῶν πολιτικῶν ἀντιπάλων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, οἱ καθ’ ἡμέραν λαμβάνοντες διὰ τοῦ τηλεγράφου καὶ τοῦ ταχυδρομείου παράπονα καὶ καταγγελίας περὶ παρανομιῶν καὶ αὐθαιρεσιῶν καὶ μεροληψιῶν ἐκ μέρους τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως, πῶς θέλετε νὰ κάθηνται ἀπαθεῖς ἀπέναντι τῶν καθημένων ἐν τῇ πλευρᾷ ἐκείνῃ (δεικνύει τὴν δεξιὰν), ἀπολαμβανόντων ὅλων τῶν παροχῶν καὶ πάσης προστασίας τῆς ἐξουσίας, ἐνῷ αὐτοὶ αἰσθάνονται τοὺς φίλους αὑτῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις πάσχοντας καὶ στερουμένους, διότι εἶναι φίλοι αὐτῶν; Μόνον αἱ ἐπερωτήσεις καὶ ὁ ἔλεγχος εἶναι τὸ μέσον, ὅπερ ὑπολείπεται αὐτοῖς, οὐχὶ ὅπως ἐπιτύχωσι δικαιοτέραν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, ἀλλ’ ὅπως ἀναστείλωσιν ἐν μέρει τὸ κακὸν, καὶ κυρίως, ὅπως ἱκανοποιήσωσι τοὺς πάσχοντας ἐντολεῖς αὐτῶν, καταγγέλλοντες τὰ κακὰ ταῦτα δημοσίᾳ ἐν τῇ Βουλῇ. Τὸ ἕτερον κακὸν τῆς παντελοῦς ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς ἐλλείψεως ἐπεξεργασίας τῶν νομοσχεδίων δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ θεραπευθῇ. Ἀλλὰ πρῶτον ἀνάγκη ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ τὸ παράδειγμα, ὑποβάλλουσα τὰ νομοσχέδια αὐτῆς μετ’ ἐκθέσεων διαφωτιζουσῶν τὴν Βουλὴν, ὁποῖαι ὑποβάλλονται εἰς ὅλα τὰ κοινοβουλευτικὰ καὶ πεφωτισμένα Κράτη σήμερον, ἐκθέσεων, αἱ ὁποῖαι συνήθως περιλαμβάνουν οὐ μόνον τὴν ἱστορίαν τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται ἢ μεταρρυθμίζονται, ἀλλὰ καὶ πάνθ’ ὅσα σχετικῶς πρὸς τὰ διάφορα θέματα ἰσχύουσιν ἀλλαχοῦ. Τότε ἴσως θὰ καταστῇ οὐχὶ πάντοτε ἀναγκαία ἡ ἐν ἐπιτροπῇ ἐπεξεργασία τῶν νομοσχεδίων ἐν τῇ Βουλῇ. Ἂν θέλετε, καταστήσατε Σῶμα νομοπαρασκευαστικόν, ὅπως πολλάκις ἐζητήθη. Ἐκλέξατε 7 ἢ 8 εἰδικοὺς καὶ νομομαθεῖς ἄνδρας ἐν τοῖς διαφόροις κλάδοις τῆς νομοθεσίας τοῦ Κράτους, καὶ ἀναθέσατε εἰς αὐτοὺς τὴν παρασκευὴν τῶν νομοσχεδίων καὶ τῶν αἰτιολογικῶν ἐκθέσεων. Ἡ Βουλὴ δὲν πιστεύω νὰ ἀρνηθῇ τὴν ψῆφον αὑτῆς ὑπὲρ ἔργου, ὅπερ βεβαίως ἐγγυᾶται πληρεστέραν μελέτην καὶ παρασκευὴν τῶν νόμων καὶ διαταγμάτων. Ἡ βελτίωσις αὕτη εἶναι ἄσχετος πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα. Εἶπον, Κύριοι, ἀρχόμενος, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον περὶ τῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ἡ πρώτη ἐφαρμογὴ τῆς νέας πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἤρχισεν ἐπαγγελλομένη, εἶναι καθαρὰ ὁμολογία, ὅτι τὰ τοῦ στρατοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ μεταβάλῃ διὰ τῶν μέσων τὰ ὁποῖα κατέχει, διὰ τῶν νόμων τοὺς ὁποίους ἐνεπιστεύθη αὐτῇ ἡ Πολιτεία, ἵνα ἐφαρμόζῃ ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ. Μὴ δυναμένη δι’ αὐτῶν, ἢ δι’ ὁμοίων νόμων, ὑπὸ τὸ κρατοῦν κοινοβουλευτικὸν σύστημα, νὰ ἐπιτύχῃ τὴν βελτίωσιν τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, εὗρεν ὅτι πρέπει ἐντελῶς νὰ ἐξέλθῃ τῆς μέχρι τοῦδε τηρηθείσης ὁδοῦ καὶ νὰ βαδίσῃ ὁδὸν, ἥτις φέρει εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὸ Σύνταγμα. Δὲν ἀμφισβητῶ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, φρονούσης ὅτι διὰ τῆς Γεν. Διοικήσεως, ἣν παραδίδει εἰς τὴν Α. Υ. τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου, ἀπαλλάττει τὸν στρατὸν τῆς πολιτικῆς, ἥτις καὶ ἐν τῇ διοικήσει αὐτοῦ παρενέβαινε καὶ παρεμβαίνει. Φρονῶ ὅμως, ὅτι ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἰδίως, ἐπιμελέστερον μελετῶν τὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ προσεκτικώτερον διατυπῶν αὐτὸ, νὰ ἐπιτύχῃ μὲν τὴν οὐσίαν, νὰ διαφυλάξῃ ὅμως τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ συγκρούσεων πρὸς τὸ Σύνταγμα. Δὲν ἤθελε τότε ἐξεγείρει τὰς ἐπικρίσεις καὶ τὰς ὑπονοίας, τὰς ὁποίας ἐξήγειρε. Νομίζω πρὸς τούτοις, ὅτι θὰ ἠδύνατο κατὰ πολὺ νὰ διευκολύνῃ τὴν ἄνευ θορύβου ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἂν ἐδέχετο νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, τὴν ὁποίαν ἐν ἀρχῇ ἐσυστήσαμεν, καὶ ἂν παριστάμενος ἐν αὐτῇ, ἐνώπιον τῶν στρατιωτικῶν καὶ πολιτικῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, συνεζήτει μετ’ αὐτῶν καὶ ἐδικαιολόγει τὰς διατάξεις αὐτοῦ, καὶ ἀπεδέχετο τὰς ὀρθὰς παρατηρήσεις ἀνδρῶν τῆς πείρας καὶ εἰλικρινῶν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου προαιρέσεων. Τοιαῦτα νομοσχέδια δὲν πρέπει οὕτω νὰ ὑποβάλλωνται, λόγῳ τοῦ προσώπου καὶ λόγῳ τῆς ἀντισυνταγματικότητος. Παραπομπὴ ὅμως εἰς ἐπιτροπὴν δὲν ἐγένετο. Ἡ τροποποίησις, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, οὐδόλως διώρθωσε τὸ κακὸν, καὶ ἕνεκα τούτου ἐξακολουθοῦμεν εὑρισκόμενοι ἀπέναντι νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὡς συγκρουόμενον πρὸς τὸ Σύνταγμα. Χθὲς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρέστησεν, ὅτι οὐδὲν τὸ ἀντισυνταγματικὸν περιέχει τὸ νομοσχέδιον περὶ Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ· ἀνεσκεύασε δὲ, ὅπως ἀποδείξῃ τὸ μὴ ἀντισυνταγματικὸν αὐτοῦ, ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα οὔτε ἰσχυρίσθη τις, οὔτε δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ σπουδαίως. Ἐκεῖνα ὅμως, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριξαν τὸ ἀντισυνταγματικὸν αὐτοῦ πολλοὶ, καὶ δι’ ὧν ἀπέδειξαν αὐτὸ, οὐδόλως ἔθιξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπέδειξεν οὕτω καὶ πάλιν, ὅτι ἐν πᾶσι τὸ αὐτὸ πάντοτε μεταχειρίζεται κατὰ τῶν ἐναντίων ὅπλον, παριστῶν ὅτι οὐδὲν ἐλέχθη κατὰ τὴν συζήτησιν ἄξιον λόγου καὶ ἄξιον ἀνασκευῆς ἐκ μέρους αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ περισσότερον ἔπρεπε νὰ προσέξῃ, διότι πρόκειται περὶ νομοσχεδίου ἀφορῶντος τὰ ἀνώτατα πρόσωπα τῆς Πολιτείας. Καὶ σήμερον ὁ ἔντιμος προλαλήσας ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς πολλὰ ἐξέθηκε τὰ ἀποδεικνύοντα σύγκρουσιν καὶ ἀσυμφωνίαν τοῦ νομοσχεδίου πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ἀλλ’ ἐγὼ εἰς τυπικώτερα καὶ εὐληπτότερα θέλω ἀσχοληθῆ ἐλαττώματα, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ ψηφίσω κατὰ τοῦ νομοσχεδίου δι’ οὐσιαστικοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐνδεχόμενον νὰ φέρουν εἰς κατάστασιν μὴ σύμφωνον πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος. Ἐννοῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι πρόκειται περὶ διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ὑπὸ τοῦ Διαδόχου τοῦ Θρόνου, ὑπ’ ἐκείνου, ὅστις μετ’ ὀλίγον θέλει εἶσθαι ὁ Βασιλεὺς τοῦ ἔθνους. Ἐννοῶ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις διαχειρίζεται ὑπευθύνως τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἀπέναντι τοῦ Διαδόχου, Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, τὴν ἐλευθερίαν ἐκείνην καὶ ἀνεξαρτησίαν τῶν γνωμῶν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχωσι καὶ θὰ εἶχον ἀπέναντι παντὸς ἄλλου Γενικοῦ Διοικητοῦ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πάντοτε θὰ γίνωνται δεκταὶ ὑπὸ τοῦ Διαδόχου εὔλογοι τοῦ Ὑπουργοῦ παρατηρήσεις, ἐπειδὴ ὑπολείπεται ἐπὶ τέλους ἡ διέξοδος εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ παραιτηθῇ, ἂς ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ πράττῃ καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο, ὁσάκις πείθηται, ὅτι ἀδικαιολογήτως δὲν εἰσακούεται καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ πράξῃ ἄλλο τι. Τοῦτο εἶναι πλημμέλεια, ἀλλὰ δὲν θέλω εἰς τοιαύτας πλημμελείας τοῦ νομοσχεδίου νὰ στηρίξω τὴν ἐπὶ ἀντισυνταγματικότητι μομφήν. Τὸ νομοσχέδιον καθιεροῖ ἑνιαίαν καὶ μόνιμον Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ἐν ἑπομένῳ δ’ ἄρθρῳ ὁρίζει, ὅτι Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ διορίζεται ἀντιστράτηγος, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον δὲν δύναται νὰ ἦναι ἄλλος παρὰ ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος. Ἐν ἄλλῳ ἄρθρῳ λέγεται, ὅτι κωλυόμενον ἢ ἀπόντα τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ ἀναπληροῖ ὁ ἀρχαιότερος τῶν μεράρχων. Γεννᾶται ἐκ τούτων τὸ ζήτημα, ποία ἡ θέσις τοῦ οὕτως ὁριζομένου Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ ἐν τῇ Πολιτείᾳ; Καὶ πρῶτον, τίς ἡ ἔννοια τοῦ μονίμου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ; Πρὶν ἀκούσω χθὲς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, ἐκ τῆς θέσεώς του ἐξηγήσαντα, ἐνόμιζον ὅτι τίθεται ἡ λέξις πρὸς ἀντιδιαστολὴν ἀπὸ ἄλλης προσωρινῆς διοικήσεως, καὶ ἐθεώρουν αὐτὴν περιττήν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δίδων ἐξηγήσεις πρὸς τὸν λαλοῦντα χθὲς, εἶπεν ὅτι μόνιμος Γενικὸς Διοικητὴς ἐννοεῖ, ὅτι ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ἐν εἰρήνῃ θέλει εἶσθαι καὶ ἐν πολέμῳ Γενικὸς ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ. Ὥστε ἤδη ἔχομεν σαφὲς τὸ ἑξῆς, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου νομοθετεῖται Γενικὴ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ ὑπὸ τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου. Εἶμαι, Κύριοι, ὑπὲρ τῆς ἰδέας, ὅτι ἐν τοῖς στρατιωτικοῖς ἔθνεσι πρέπει πρὶν τῆς ἐνάρξεως τοῦ πολέμου νὰ ἦναι ἐνδεδειγμένοι οἱ μέλλοντες νὰ διοικήσωσι τὸν στρατὸν ἐν πολέμῳ, καὶ ὁ λόγος,—λόγος ὃν ἐσεβάσθησαν καὶ σέβονται σχεδὸν ὅλα τὰ στρατιωτικὰ Κράτη ἐν Εὐρώπῃ, — εἶναι, ὅτι συμφέρει, ὁ μέλλων ἀρχηγὸς τοῦ πολέμου νὰ ἦναι γνωστὸς καὶ νὰ γνωρίζῃ ὁ ἴδιος, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ ὑπεύθυνος νὰ ὁδηγήσῃ καλῶς ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης τὸν στρατὸν κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, καὶ νὰ παρασκευάζηται ἐγκαίρως πρὸς τοῦτο, ὄχι δ’ ἐξαπίνης νὰ λαμβάνηται ἐκ τοῦ στρατοῦ τὴν τελευταίαν ὥραν καὶ νὰ τίθηται ἐπὶ κεφαλῆς στρατοῦ, ὃν ἀγνοεῖ. Διὰ νὰ ὁδηγήσῃ ὅμως καλῶς ἀρχηγός τις στράτευμα ἐν πολέμῳ, πρέπει καὶ τὸ στράτευμα νὰ ἐγνώρισε, καὶ εἰς σχέσεις μετ’ αὐτοῦ νὰ ἦλθε, καὶ εἰς εἰδικωτέρας διὰ τὸν σκοπὸν μελέτας καὶ ἀπ’ εὐθείας καὶ διὰ τοῦ Ἐπιτελείου νὰ προῆλθε. Διὰ τοῦτο ὁ Γενικὸς Ἀρχηγὸς ἐν πολέμῳ πρέπει νὰ ἦναι ἐνδεδειγμένος ἐν εἰρήνῃ. Ὅταν ὅμως λέγωμεν ἐνδεδειγμένος, δὲν λέγομεν ὡρισμένος· ἄλλο τὸ ἓν καὶ ἄλλο τὸ ἄλλο. Σήμερον ἐν Γερμανίᾳ οὐδένα θὰ ἴδητε ὡρισμένον ὡς μέλλοντα ἀρχηγὸν τῶν στρατιῶν, δηλαδὴ τῶν ὁμάδων σωμάτων στρατοῦ. Εἶναι ὡρισμένοι βεβαίως οἱ ἀρχηγοὶ τῶν σωμάτων, τῶν corps d’ armées, καὶ διοικοῦν τὰ σώματα ταῦτα, καὶ εἶναι γνωστὸν, ὅτι αὐτοὶ θὰ διοικήσουν αὐτὰ καὶ ἐν πολέμῳ. Ἀλλὰ τὰς στρατιὰς, δὲν εἶναι γνωστὸν, τίς θὰ διοικήσῃ, οὐδ’ ὑπάρχουν τοιαῦται θέσεις. Πλὴν εἶναι ἐνδεδειγμένοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των, ὡς ἐκ τοῦ ἀξιώματος, ὅπερ ἔχουν, θὰ διοικήσουν αὐτάς. Τοιοῦτοι ἐν Γερμανίᾳ εἶναι οἱ Γενικοὶ Ἐπιθεωρηταὶ στρατιῶν, καὶ εἶναι πέντε. Ὅταν ὁ Αὐτοκράτωρ κατὰ τὴν τελευταίαν ὥραν, τὴν πρὸ τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου, θ’ ἀναλάβῃ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ πολέμου, τιθέμενος αὐτὸς ἐπὶ κεφαλῆς, θὰ ὁρίσῃ ἐκείνους, οἵτινες θὰ ὁδηγήσωσι τὰς διαφόρους στρατιὰς κατὰ τοῦ ἐχθροῦ. Ὁ Αὐτοκράτωρ δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναθέσῃ τὰς ἀρχηγίας αὐτὰς εἰς τοὺς Γενικοὺς Ἐπιθεωρητάς. Δύναται νὰ ἐκλέξῃ ἄλλους. Ἀλλὰ τοὺς ἑτοιμάζει ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς εἰρήνης, καὶ αὐτοὶ ἐπίσης ἑτοιμάζονται, καὶ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα αὐτοὺς θὰ ἐκλέξῃ. Τοῦτο πάντως εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ Κράτους. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περὶ Γεν. Ἐπιθεωρητῶν στρατιῶν, παρατηρῶ, ὅτι συμβαίνει ἐν Γερμανίᾳ, οἱ τέσσαρες ἐκ τῶν πέντε Γενικῶν Ἐπιθεωρητῶν νὰ ἦναι πρίγκηπες, ἀνήκοντες ὁ μὲν εἷς εἰς τὴν Πρωσσίαν, ἕτερος εἰς τὴν Βαυαρίαν, ἕτερος εἰς τὴν Σαξωνίαν καὶ ἄλλος εἰς τὴν Βάδην. Εἷς μόνος, ὁ Βαλδερσὲ, δὲν εἶναι πρίγκηψ, καὶ τὸν ὁποῖον ἀπίθανον ὅλως, ὡς ἐγράφη, νὰ ἔχωμεν ἐν Ἑλλάδι ὀργανωτὴν τοῦ στρατοῦ. Εὐτύχημα, ἂν ἤρχετο· ἀλλ’ αὐτὸς κατέχει μίαν τῶν πέντε ἀνωτάτων στρατιωτικῶν θέσεων, καὶ πρέπει νὰ ἦναι παρὼν ἐν Γερμανίᾳ διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον. Εἶναι ὅμως τὸ αὐτὸ καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ ἡμετέρῳ; Ὄχι· διότι πᾶν ὅ,τι δίδεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὸν ἀντιστράτηγον, εἰς τὴν Α. Υ. τὸν Διάδοχον, εἴτε ἐν ὥρᾳ εἰρήνης, εἴτε ἐν ὥρᾳ πολέμου, εἶναι ἐπιβεβλημένον, εἶναι ὑποχρεωτικὸν ἀπὸ τοῦδε. Κύριοι, τὸ πρᾶγμα εἶναι διάφορον καταφανῶς, οὐδὲ εἶναι ἀνάγκη θεωριῶν καὶ συνταγματικῶν λεπτολογιῶν, ὅπως κατανοηθῇ. Ἀλλ’ ἔτι περισσότερον· ἡ θέσις αὕτη εἶναι καὶ ἀναφαίρετος. Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θὰ διορισθῇ, δὲν δύναται πλέον νὰ παυθῇ. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περὶ διορισμοῦ, θὰ ἐκφράσω καὶ διαφωνίαν, τὴν ὁποίαν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἔχω, ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Ἔλεγε χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπὸ τῆς θέσεώς του, διακόπτων τὸν κ. Στράτον, ὅτι πρὸς διορισμὸν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ δὲν ἀπαιτεῖται Β. Διάταγμα...

§23Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶπον ἀπ’ ἐναντίας, ὅτι ἀπαιτεῖται Β. Διάταγμα.

§24ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τότε εἴμεθα σύμφωνοι. Οὕτως ἔχει, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορισθῇ τις εἰς δημοσίαν θέσιν, κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἄνευ Β. Διατάγματος. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς στιγμῆς διορισθῇ, δὲν δύνασθε πλέον νὰ τὸν ἀνακαλέσητε, ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος, ὃν συζητοῦμεν, ἰσχύει, διότι κατ’ αὐτὸν μόνον ἀντιστράτηγος δύναται νὰ διορισθῇ Γεν. Διοικητὴς, ἀντιστράτηγος δὲ ἐν τῷ ἑλληνικῷ στρατῷ ὑπάρχει εἷς μόνον, καὶ ἂν παυθῇ, οὐδεὶς ὑπάρχει, ἵνα τὸν ἀντικαταστήσῃ. Ἄνευ ἀντικαταστάτου δὲ, θὰ ἔμενεν ἀδιοίκητος ὁ στρατὸς, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν θὰ δύναται, ἀφοῦ ἅπαξ ἀφῃρέθη αὐτῷ διὰ τοῦ παρόντος νόμου ἡ διοίκησις, νὰ τὸν διοικήσῃ, παυθέντος τυχὸν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ. Διὰ νὰ δύναται νὰ παυθῇ ὁ Γενικὸς Διοικητὴς, πρέπει νὰ δύναται ν’ ἀντικατασταθῇ ἀμέσως, δηλαδὴ ὁ νόμος νὰ ὁρίζῃ ἀντικαταστάτην αὐτοῦ. Τοιοῦτον ὅμως δὲν ὁρίζει. Λοιπὸν εἶναι ἐπιβεβλημένον ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὸν Βασιλέα, εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἀνέχωνται τὸν Γεν. Διοικητὴν, καὶ ἂν ἐνδομύχως αἰσθάνωνται τὴν ἀνάγκην ν’ ἀνακαλέσωσιν αὐτόν. Εἴτε ἐν εἰρήνῃ εὑρίσκεται τὸ Κράτος, εἴτε ἐν παραμοναῖς πολέμου, Κυβέρνησις θέλουσα χάριν ἀσφαλείας τοῦ Κράτους νὰ προβῇ εἰς μεταβολὴν τῆς Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, καὶ μεγάλας φέρουσα εὐθύνας, δὲν δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο, πρὶν μεταβληθῶσιν οἱ καθεστῶτες νόμοι. Προδήλως τοιαύτη δημιουργία θέσεως εἶναι ἀντισυνταγματική. Τὸ Σύνταγμα ἐννοεῖ, ὅτι πᾶς ὑπάλληλος δημόσιος διορίζεται καὶ παύεται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Οὐδεὶς εἶναι ἰσόβιος ἀπολύτως. Περιορισμοὶ μόνον εἰς τὸν διορισμὸν καὶ τὴν παῦσιν δύνανται νὰ τεθῶσιν. Ἄν τινας τὸ Σύνταγμα ἐκήρυξεν ἰσοβίους, ὥρισεν ὅμως, ὅτι δύνανται νὰ παυθῶσι διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Ἀλλ’ ὅταν δὲν δύναται νὰ παυθῇ τις οὐδ’ εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις, δημιουργεῖται νέα Βασιλικὴ ἐξουσία, ἥτις μόνη κατὰ τὸ Σύνταγμα εἶναι ἄνευ τέλους καὶ διαδοχική. Τοιαύτη ὅμως ἰσόβιος Διοίκησις τοῦ στρατοῦ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ εἶναι ἀντισυνταγματική, διότι περιορίζει τὴν ἐξουσίαν τοῦ Βασιλέως. Τοιοῦτον πρόσωπον, δημιουργούμενον διὰ τοῦ νομοσχεδίου παρὰ τῷ Βασιλεῖ, εἶναι καὶ ἀνώτερον αὐτοῦ, διότι τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ Βασιλεὺς, ἔχει διὰ μέσου καὶ ἐπ’ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐνῷ τῷ Διαδόχῳ δίδομεν αὐτὴν ἀπ’ εὐθείας, διότι δίδομεν τὴν ἄμεσον διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Κάλλιστα δύναται στρατός τις, ὑπακούων εἰς τὰ νεύματα φιλοδόξου ἢ ἀνικάνου Γενικοῦ Διοικητοῦ, ν’ ἀποβῇ ἐν ὥρᾳ κινδύνου ἐπίφοβος διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παυθῇ. Ὅπως δὲν δύναται νὰ διορισθῇ ἄλλος, δὲν ὑπάρχει καὶ ἄλλος νὰ τὸν ἀντικαταστήσῃ, ἄνευ δ’ ἀντικαταστάτου ἡ παῦσις θὰ κατελίμπανε τὸν στρατὸν ἄνευ διοικήσεως. Πῶς θὰ δικαιολογήσῃ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις; Ποῖος λόγος δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν δημιουργίαν νέας Βασιλικῆς ἐξουσίας, νέου Βασιλικοῦ ἀξιώματος, χωρὶς νὰ ὁμολογήσητε οἱ Ὑπουργοὶ, ὅτι τοιουτοτρόπως ἀφαιρεῖτε ἐξουσίαν ἀπὸ τὸν Βασιλέα; Ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις κατὰ τὸ Σύνταγμα ἔχει τὴν ἐξουσίαν, συναινούσης καὶ τῆς Βουλῆς, νὰ ἀποσπᾷ ἐξουσίας ἐκ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τῆς ὁποίας εἶναι ἀρχηγὸς καὶ τὴν ὁποίαν διαχειρίζεται, καὶ νὰ ἱδρύῃ θέσεις καὶ ἀξιώματα, ἀλλὰ μὲ τὴν δύναμιν οὐ μόνον ν’ ἀπονέμῃ, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀφαιρῇ αὐτὰ, ὁσάκις θέλῃ, ἢ ὁσάκις ὑπάρχῃ νόμιμος περίπτωσις. Διότι πᾶσα ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καταλήγει εἰς τὸν Ἡγεμόνα. Λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον εἶναι περιοριστικὸν τῶν βασιλικῶν δικαιωμάτων, διότι αὔριον θὰ ἔχωμεν Ἡγεμόνα, ὅστις, καὶ ἂν θέλῃ ν’ ἀνακληθῇ ἐκ τῆς θέσεώς του ὁ Γενικὸς Διοικητής, δὲν θὰ δύναται νὰ τὸν ἀνακαλέσῃ. Θὰ ἦναι δυνατὸν, μόνον ἂν ὁ νόμος μεταβληθῇ· ἀλλ’ ἐνίοτε αἱ περιστάσεις δὲν δίδουν καιρόν, ὅπως ἀναμένωμεν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἐὰν δὲν εὑρεθῇ τρόπος θεραπεύων τὸ ἐλάττωμα τοῦτο τοῦ νομοσχεδίου, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ τὸ ψηφίσω, οὕτως ἔχον, ἂν καὶ οὐδεμίαν θὰ εἶχον δυσκολίαν νὰ δεχθῶ μεταβολὴν τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ καθ’ ὃν τρόπον ὑποδεικνύει τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ συμφωνότερον πρὸς τοὺς κειμένους νόμους. Ὅτι, Κύριοι, συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς μεταβολῆς τοῦ ἰσχύοντος νῦν συστήματος τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, εἶναι ὁμολογουμένως ἡ κακὴ κατάστασις τοῦ στρατοῦ, κακὴ κατάστασις χρονολογουμένη ἀπὸ μακρῶν χρόνων, διατηρηθεῖσα ὑφ’ ὅλας τὰς Κυβερνήσεις, εἴτε κοινοβουλευτικὰς, εἴτε μὴ κοινοβουλευτικάς, εἴτε ὑπὸ Ὑπουργοὺς στρατιωτικοὺς, εἴτε ὑπὸ Ὑπουργοὺς πολιτικοὺς, εἴτε ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου ληφθέντας, εἴτε ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Κακὴ κατάστασις, τὴν ὁποίαν πάντες ἐγινώσκομεν καὶ πάντες ὡμολογοῦμεν, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν ὁ πόλεμος τοῦ 1897 ἀπέδειξε πολλῷ χείρονα καὶ ἐκείνης, ἣν καὶ οἱ πλέον δυσμενεῖς εἰς τὰς κρίσεις των περὶ στρατοῦ παρίστων. Ὅλοι, ὅσοι ἀπὸ τοῦ βήματος ὡμίλησαν περὶ στρατοῦ, ᾤκτειραν, καὶ πολὺ δικαίως, τὴν ἀναλγησίαν τοῦ ἡμετέρου Κράτους, ὅπερ καὶ μετὰ τοιοῦτον πόλεμον οὐδὲν ἔπραξεν, ἵνα τὴν κατάστασιν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ διὰ τῶν μέσων βεβαίως, ἅτινα διαθέτει, βελτιώσῃ. Δὲν δύναμαι ἢ τὴν αὐτὴν μορφὴν καὶ ἐγὼ κατὰ τοῦ ἡμετέρου Κράτους ν’ ἀπευθύνω. Ἡ ἀμέλεια εἶναι ἀσύγγνωστος. Πιθανῶς αὕτη πηγὴν ἔχει καὶ ἄλλας αἰτίας, ἀλλὰ δὲν δύναμαι τὴν ἀδιαφορίαν ταύτην νὰ μὴ ἀποδώσω καὶ εἰς τὸ αἴσθημα τῆς ἀσφαλείας, ὅπερ πάντας ἡμᾶς κατέχει διὰ τὰ ἐθνικὰ πράγματα. Καὶ κατὰ τὸν πόλεμον καὶ μετ’ αὐτὸν δὲν ἠσθάνθημεν ὅλον τὸ κακὸν, ὅπερ ἐπάθομεν. Καὶ δὲν τὸ ἠσθάνθημεν, διότι δὲν ἀφέθησαν παρ’ ἄλλων νὰ ἐπέλθωσιν ἐκ τοῦ πολέμου καὶ τῆς ἥττης ὅλαι αἱ συνέπειαι καὶ πλήρεις. Ἀλλ’ ἐγὼ σήμερον δὲν φοβοῦμαι νὰ κηρύξω αὐτὰς ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ τὸ 1897 ἀπωλέσαμεν, τὸ μὲν ἔθνος τὴν ἐθνικὴν αὐτοῦ ἀνεξαρτησίαν, ἡ δὲ Βασιλεία τὸν θρόνον αὐτῆς. Αὐτὰ ἀκριβῶς ὑπῆρξαν τ’ ἀποτελέσματα τοῦ πολέμου. Διὰ νὰ ἐννοήσητε τοῦτο, δὲν ἔχετε ἢ νὰ φαντασθῆτε, ὅτι κατὰ τὰς ἀποφράδας ἐκείνας ἡμέρας δὲν ἀπεστέλλετο τὸ γνωστὸν τηλεγράφημα τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Ρωσσίας πρὸ τὸν Σουλτάνον, δι’ οὗ ἐζήτει ὡς φιλικὴν χάριν νὰ διατάξῃ εὐθὺς ἀμέσως νὰ σταματήσῃ πᾶσα πρόοδος τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, δὲν ἔχετε ἢ νὰ φαντασθῆτε, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἐγκύκλιος τοῦ κόμητος Μουραβιὲφ, ἡ ἀπαγορεύουσα εἰς ἑκάτερον τῶν ἐμπολέμων νὰ ὠφεληθῇ ἐδαφικῶς ἐκ τῆς νίκης, δὲν ἔχετε ἢ νὰ φαντασθῆτε, ὅτι τὴν διαπραγμάτευσιν τῆς εἰρήνης δὲν διεξῆγον αἱ ἓξ Μεγάλαι Δυνάμεις ἐν Κωνστατινουπόλει, ἀλλὰ τὴν διεξήγομεν ἡμεῖς μόνοι μετὰ τοῦ ἐχθροῦ ἐν Ἀθήναις, ἄν, ὃ μὴ γένοιτο, μέχρι τῶν Ἀθηνῶν ἔφθανον οἱ ἐχθροί...

§25ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Βεβαιότατα! Εἰς ὀκτὼ ἡμέρας!

§26ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. .. Δὲν ἔχετε ἢ νὰ φαντασθῆτε, ὅτι αἱ τρεῖς εὐεργέτιδες Δυνάμεις δὲν ἠγγυῶντο ὑπὲρ ἡμῶν, ὅπως εὑρεθῶσι τὰ χρήματα τῆς ἀποζημιώσεως καὶ ἀπέλθωσιν οἱ Τοῦρκοι ἐκ τῆς Θεσσαλίας ὅσον ἦτο δυνατὸν ταχύτερον. Θὰ ἐξηκολούθει ὁ τουρκικὸς στρατὸς μέχρι σήμερον κατέχων, Κύριος οἶδε, τίνας ἐπαρχίας καὶ τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου, ἢ, ἂν εἶχεν ἀπέλθει καὶ ἄνευ τῆς ἐγγυήσεως, θὰ εἶχεν ἀπέλθει καταλείπων ἐπὶ τῆς ῥάχεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τριπλάσια καὶ τετραπλάσια βάρη τόκων ἢ ὅσα ἔχομεν σήμερον μὲ τὴν ἐγγύησιν τῶν τριῶν Δυνάμεων. Ὅταν τοιαῦται ἀληθῶς ἦναι αἱ συνέπειαι ἑνὸς πολέμου, αὐτὰς πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν πάντοτε καὶ αὐτὰς νὰ αἰσθανώμεθα καὶ ἄρχοντες καὶ ἀρχόμενοι, καὶ νὰ μὴ πλανώμεθα, πιστεύοντες ὅτι ἐκεῖνα μόνον ἐπῆλθον, ὅσα ἀφέθησαν νὰ ἐπέλθωσι. Μὲ τοιαύτας πλάνας θὰ μείνωμεν ἀδιόρθωτοι. Ἡ Ἑλλὰς τὰς ἡμέρας ἐκείνας τοῦ πολέμου ἀπώλεσε τὴν ἀνεξαρτησίαν της, καὶ ἡ Βασιλεία τὸν θρόνον αὐτῆς. Τοῦτο οὐδέποτε πρέπει νὰ λησμονῶμεν. Διότι μόνον τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα φοβοῦνται τὰς συνεπείας τῶν πράξεών των, καὶ ἐπειδὴ φοβοῦνται αὐτὰς παρασκευάζονται, ἐκεῖνα μόνον παρασκευάζονται καλῶς καὶ σώζονται. Δὲν ἔχετε ἄλλο νὰ πράξητε ἢ νὰ στρέψητε τὰ βλέμματα πρὸς τὰ μεγάλα τῆς Εὐρώπης ἔθνη, πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὑποβλέπουσι σήμερον ἄλληλα καὶ ἑτοιμάζονται κατ’ ἀλλήλων πρὸς πόλεμον, διὰ νὰ ἴδητε, τί κατορθοῦσι. Παρατηρήσατε τὴν Γερμανίαν. Φοβουμένη τὰς φοβερὰς συνεπείας ἀτυχοῦς πολέμου μετὰ τῆς Γαλλίας ἢ τῆς Ρωσσίας, οὔτε στιγμὴν ἀνεπαύθη μετὰ τὰς νίκας αὑτῆς. Εἰς οὐδένα ἐλπίζει ἢ εἰς εἰς τὰς ἰδίας αὑτῆς δυνάμεις, ἃς ἐργάζεται νὰ ἔχῃ ὑπερόχους, διότι καλῶς γινώσκει, ὅτι ἡττωμένη θὰ ὑποβληθῇ εἰς ὅρους χείρονας ἐκείνων, εἰς οὓς αὕτη ὑπέβαλε τὴν Γαλλίαν τὸ 1870. Τὸ αὐτὸ αἴσθημα καὶ οἱ αὐτοὶ φόβοι ὁδηγοῦν τὰς στρατιωτικὰς ἐργασίας τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ρωσσίας, καὶ δι’ αὐτὸ βλέπομεν τὰ Κράτη αὐτὰ κυριώτατον ἔργον αὑτῶν θεωροῦντα τὴν πλήρη καὶ ἕτοιμον παρασκευὴν αὑτῶν πρὸς πόλεμον. Λάβετε τὴν Τουρκίαν. Αὕτη, καθ’ ἡμέραν φοβουμένη, ὅτι ἐχθροὶ πανταχόθεν θὰ τὴν προσβάλουν, καὶ παρ’ οὐδενὸς ἐλπίζουσα βοήθειαν, κατέστη ἰσχυροτάτη στρατιωτικὴ δύναμις, εἰς τοῦτο πρὸ πάντων ὀφείλουσα τὴν διατήρησιν αὑτῆς ἐν μέσῳ τῶν μυρίων κινδύνων, οἵτινες τὴν περιστοιχίζουν. Ἀλλὰ δὲν συμβαίνει τὸ αὐτὸ καὶ μὲ τὸ ἡμέτερον Κράτος. Τοῦτο ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ζωὴν μὲ ἓν μέγα ἱστορικὸν ὄνομα, τὸ ὄνομα δ’ αὐτὸ καὶ οἱ ἔνδοξοι ὑπὲρ ἀπελευθερώσεως ἀγῶνες αὐτοῦ εἵλκυσαν εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς τὴν προστασίαν καὶ τὴν εὔνοιαν τῶν λαῶν καὶ τῶν Κυβερνήσεων τῆς Εὐρώπης, μὲ τὰς ὁποίας ἔζησε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ζῇ ἀκόμη. Τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἶναι καὶ πολιτικὴ ἀνάγκη ἐν τῇ Βαλκανικῇ Χερσονήσῳ, ἡ θέσις δ’ αὕτη ἡμῶν ἐν ταῖς χώραις, ἃς κατοικοῦμεν, μᾶς προστατεύει καὶ μᾶς σῴζει. Εἰς τὴν εὔνοιαν αὐτὴν καὶ τὴν προστασίαν τῆς Εὐρώπης, ἃς προμηθεύει ἡμῖν ἡ ἱστορία καὶ ἡ ἀποστολὴ τοῦ ἔθνους ἡμῶν, προσετέθησαν ἀπό τινων χρόνων ἄλλαι ἰσχυραὶ προστασίαι διὰ τῶν συγγενειῶν τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας μετὰ μεγάλων εὐρωπαϊκῶν Δυναστειῶν. Ὑπὸ τοιαύτας πανισχύρους προστασίας, ὁ μὲν Ἡγεμὼν τῆς Ἑλλάδος δύναται ν’ ἀναπαύηται, ὅτι οὐδέποτε ἀτυχίαι ἐκ πολέμων πρὸς τὴν ὅμορον χώραν θέλουσι διακινδυνεύσει τὴν ἀκεραιότητα τοῦ Βασιλείου του, καὶ ὅτι προσέτι καὶ ἄνευ πολέμων καὶ ἄνευ νικῶν δὲν θέλει στερηθῆ ἡ Ἑλλάς, τοῦ καιροῦ ἐπιστάντος, τῶν αὐξήσεων ἐκείνων τοὐλάχιστον, ἃς οὐδεὶς ἄλλος λαὸς ἀμφισβητεῖ ἡμῖν σήμερον. Καὶ τὸ ἔθνος ἡμῶν ἀπὸ τὸ αὐτὸ αἴσθημα ἀσφαλείας περὶ τοῦ μέλλοντος κατέχεται, ἐλπίζον καὶ πιστεῦον, ὅτι ἡ ἀκεραιότης καὶ ἡ ἐπέκτασις τοῦ Κράτους εὑρίσκονται ἐν χερσὶ τῆς Εὐρώπης. Τοιούτων αἰσθημάτων τὴν ἐπενέργειαν ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων εὐκόλως ἐννοεῖτε. Γαλλικός τις λόγος λέγει, ὅτι «ἐν τῷ κακῷ ἐνίοτε τὸ καλόν». Περὶ ἡμῶν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, μεταστρέφων, ὅτι «ἐν τῷ καλῷ ἐνίοτε τὸ κακὸν», διότι ἡ εὐμένεια αὕτη τῶν ἰσχυρῶν τῆς Εὐρώπης, ἥτις πάντοτε ἀπὸ τῆς ἀποκαταστάσεως ἡμῶν μᾶς παρηκολούθησε καὶ μέχρι τοῦδε ἐξεδηλώθη κατὰ τὴν παραχώρησιν τῶν Ἰονίων νήσων καὶ κατὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἄρτης, καὶ ἴσως μετ’ ὀλίγον καὶ τῆς Κρήτης, αὐτὴ, λέγω, ἡ εὐμένεια ἐπιζημίως ἐπενήργησε καὶ ἐπενεργεῖ ἐφ’ ὅλων ἡμῶν, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν τὴν αὐτὴν ῥᾳστώνην καὶ ἀδιαφορίαν, εἰς ἃς ἐνεπέσαμεν καὶ μετὰ τὰς ἀθλιότητας τοῦ 1897. Δὲν ἠξεύρω δὲ, πῶς θὰ ἠμπορέσωμεν, ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴν τοιούτων ἰδεῶν, νὰ ἐμπνεύσωμεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς περισσοτέραν ζωήν, δραστηριότητα, ἰσχυροτέραν θέλησιν, καὶ νὰ ἐξέλθωμεν τῆς ἐλεεινῆς στρατιωτικῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ εὑρισκόμεθα. Εἶναι δ’ ἀνάγκη κατεπείγουσα νὰ ἐξέλθωμεν, διότι, μεθ’ ὅλην τὴν ἀσφάλειαν, ὑφ’ ἣν νομίζομεν ὅτι ζῶμεν, εὑρισκόμεθα εἰς κινδύνους. Ἄλλοι λαοὶ ἀντίζηλοι ἡμῶν ἐν τῷ Αἵμῳ ἀνεφάνησαν ἀπό τινων ἐτῶν, οὗτοι δὲ, στερούμενοι τῶν μεγάλων προστασιῶν καὶ εὐνοιῶν, ὧν ἡμεῖς ἀπολαμβάνομεν, καὶ περισσότερον φοβούμενοι καὶ ὀλιγώτερον ἡμῶν ἐλπίζοντες, δραστηριώτερον ἐργάζονται καὶ καλλίτερον ἡμῶν παρασκευάζονται πρὸς πόλεμον. Τὸ κατ’ ἐμὲ, φρονῶ, ὅτι τὸ ἡμέτερον ἔθνος ὤφειλεν ἀπ’ ἀρχῆς, ἀλλ’ ὀφείλει καὶ νῦν, νὰ μορφώσῃ ἑαυτὸ ἔθνος στρατιωτικόν. Τοῦτο ἐπιβάλλει ἡ ἀποστολὴ αὐτοῦ καὶ τὸ καθῆκον. Ὁσάκις δὲν ὑπῆρξε τοιοῦτον, ἀπώλεσε τὴν ἀνεξαρτησίαν του. Δὲν βλάπτει δὲ τὸ στρατιωτικὸν ἔργον καὶ ἡ ἐνασχόλησις τοῦ Κράτους εἰς τὰ στρατιωτικὰ οὔτε τὴν ἐμπορικὴν, οὔτε τὴν γεωργικὴν, οὔτε τὴν βιομηχανικὴν αὐτοῦ πρόοδον. Παράδειγμα ἡ Γαλλία, ἡ ὁποία μὲ τοὺς τεραστίους αὐτῆς ἐξοπλισμοὺς κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν καὶ τὰ φοβερὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλεν εἰς τὸν λαὸν αὑτῆς χάριν αὐτῶν, εἶναι σήμερον τὸ πρῶτον γεωργικὸν ἔθνος τοῦ κόσμου. Παράδειγμα ἡ Γερμανία, ἡ ὁποία, καίτοι ἐπίσης ὑποβάλλεται εἰς μεγάλας δαπάνας διὰ τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικὸν αὑτῆς, ἐγένετο ἤδη ἡ πρώτη βιομηχανικὴ χώρα τῆς Εὐρώπης. Ἐπειδὴ δὲ περὶ τῆς στρατιωτικῆς τοῦ ἔθνους παρασκευῆς ὁ λόγος, δὲν φρονῶ ὅτι δύναται αὕτη νὰ ἐπιτευχθῇ ἄνευ τῆς στρατιωτικῆς ἀγωγῆς, τῆς εἰς τὰ στρατιωτικὰ ἐνασχολήσεως καὶ ἀφοσιώσεως τῆς βασιλευούσης οἰκογενείας. Ἔχομεν ἀνάγκην στρατιωτικῶν Βασιλέων. Ἐὰν παρατηρήσητε παντοῦ, εἰς τὰ Συνταγματικὰ, εἰς τὰ Κοινοβουλευτικὰ ἰδίως Κράτη, ἐκεῖ εἶναι ἀνάγκη αὐτῶν, καὶ ἐκεῖ κατωρθώθη μόνον δι’ αὐτῶν ἀληθὴς στρατιωτικὴ μόρφωσις καὶ παρασκευὴ καὶ στρατοῦ καὶ ἔθνους στρατιωτικοῦ. Ὅπου οἱ Ἡγεμόνες ἴδιον ἔργον μετ’ ἐνθουσιασμοῦ καὶ μετὰ ζέσεως στερεᾶς ἐθεώρησαν τὴν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ ἐνασχόλησιν, τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τοῦ ἔθνους, κατήρτισαν στρατὸν καὶ ἔθνος στρατιωτικόν, διότι ὁ λαὸς εἰς τοῦτο μιμεῖται καὶ ἀκολουθεῖ τοὺς Ἡγεμόνας. Ἡμεῖς ἐθεωρούμεθα ἔθνος πολὺ στρατιωτικώτερον τῶν Ρωμούνων. Ἐν τούτοις ἡ θέσις καὶ παρασκευὴ στρατιωτικῶς τῆς Ρωμουνίας εἶναι ἀσυγκρίτως καλλιτέρα τῆς ἡμετέρας. Καὶ ὅμως εἶναι ἔθνος νέον καὶ Κοινοβουλευτικόν. Τοῦτο ὀφείλεται κυρίως εἰς τὸν Ἡγεμόνα, ὅστις διευθύνει τὰ στρατιωτικὰ πράγματα τῆς Ρωμουνίας ἀπὸ 35 ἐτῶν. Καὶ ὁ Βουλγαρικὸς λαὸς, νεώτερος ἡμῶν καὶ κοινοβουλευτικῶς κυβερνώμενος, δὲν ἐγεννήθη στρατιωτικώτερος ἡμῶν. Καὶ ἡ Βουλγαρία ἐν τούτοις κατὰ μέγα μέρος ὀφείλει τὸν στρατιωτικὸν αὑτῆς καταρτισμὸν εἰς τοὺς Ἡγεμόνας αὐτῆς. Οἱ Θεσμοὶ οὔτε τὸν ἕνα οὔτε τὸν ἄλλον τῶν Ἡγεμόνων παρεκώλυσαν εἰς τὸ ἔργον τῆς στρατιωτικῆς μορφώσεως τῶν Κρατῶν αὐτῶν. Παραλείπω τὴν Γερμανίαν, τῆς ὁποίας ὁ Αὐτοκράτωρ, κατεχόμενος ὑπὸ ἐμπνευσμένου ζήλου ὑπὲρ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, εὑρίσκει καὶ ἔθνος στρατιωτικὸν καὶ στρατὸν τέλειον. Οὐδ’ ἐπικαλοῦμαι ἄλλων μεγάλων Κρατῶν τὸ παράδειγμα. Ἂν ἡ Γαλλία δὲν ἔχῃ Ἡγεμόνα, ἔχει ἕξεις καὶ παραδόσεις στρατιωτικὰς μεγάλας, ἔχει τὴν revanche, ἥτις ἐργάζεται ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς αὐτῆς παρασκευῆς. Ἡμεῖς, ὡς καὶ τὰ ἄλλα Κράτη τοῦ Αἵμου, πρὸς τὰ ὁποῖα ἡ παραβολὴ πρέπει νὰ γίνηται, ἔχομεν ἀνάγκην Βασιλέων στρατιωτικῶν. Δυστυχῶς ἀπ’ ἀρχῆς τὸ ἔθνος ἡμῶν δὲν παρεσκευάσθη στρατιωτικῶς, ἐκ διαφόρων λόγων, οἵτινες δὲν ὑφίστανται πλέον. Οὔτε σήμερον δυστυχῶς γίνεται ἐργασία τις ὑπὲρ στρατοῦ. Φρονῶ ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη πρέπει νὰ γίνηται ἄνωθεν, πρέπει νὰ διεξάγηται ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Ἡγεμόνος, ἀκριβῶς διότι τὸ ἡμέτερον Κράτος εἶναι Κοινοβουλευτικόν. Φρονῶ δ’ ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ ἦναι ζωηρὰ καὶ γενικὴ ἐπιθυμία τοῦ ἔθνους. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ μὴ δειχθῇ δειλὴ καὶ φειδωλὴ εἰς τὴν παροχὴν τῶν μέσων εἰς χρήματα καὶ νομοθετήματα, δι’ ὧν θὰ δυνηθῇ τὸ Κράτος, ἐπὶ κεφαλῆς ἔχον εἰς τοῦτο τὸν Ἡγεμόνα καὶ τὴν Βασιλικὴν Οἰκογένειαν, νὰ παρασκευάσῃ τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις πρὸς τὰς μελλούσας περιστάσεις. Πρὸς τοιοῦτον ἔργον πρέπει νὰ παρασκευάζηται σπουδαίως ὁ Βασιλικὸς τῆς Ἑλλάδος οἶκος, ἂν θέλῃ εὐδοκίμως ν’ ἀφοσιωθῇ εἰς αὐτό. Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ ἐπιτύχῃ, ἂν ἀγαπήσῃ τὸ ἔργον. Ἐν τῷ οἴκῳ μάλιστα τοῦ μέλλοντος ἡμῶν Βασιλέως εἰσῆλθεν αἷμα Χοεντζόλερν, ἐκ τοῦ στρατιωτικωτέρου δηλονότι Βασιλικοῦ οἴκου τῆς Εὐρώπης. Δὲν ἀπαιτεῖται ἡ στρατιωτικὴ ἀνατροφὴ τῶν Διαδόχων καὶ τῶν Ἡγεμονοπαίδων, ὅπως καταστῶσιν οἶκος ἀληθῶς στρατιωτικός. Ἀλλὰ στρατιωτικὴν ἀνατροφὴν ἐννοῶ ἐκείνην, ἡ ὁποία δίδεται κατ’ οἶκον. Ἡ στρατιωτικὴ ἀνατροφὴ πρὸ πάντων τῶν Ἡγεμονοπαίδων ἀποκτᾶται ἐν τοῖς σχολείοις καὶ ἐν τοῖς στρατοῖς. Στρατιωτικὴ ἀνατροφὴ σημαίνει ἦθος καὶ ἕξεις στρατιωτικάς, μόνον ἐν τοῖς στρατιωτικοῖς σχολείοις καὶ ἐν τοῖς στρατοῖς ἀποκτωμένας. Ἐγὼ, καίτοι ἐπιθυμῶ, οἱ Ἕλληνες πρίγκηπες ἑλληνικὴν νὰ ἔχωσιν ἀνατροφὴν, θεωρῶ ὅτι στρατιωτικὴ ἀνατροφὴ ἐν Ἑλλάδι καὶ μόρφωσις δὲν εἶναι σήμερον ἐφικτὴ, καὶ πρέπει ἐν στρατιωτικῇ Σχολῇ εὐρωπαϊκῇ καὶ ἐν στρατοῖς εὐρωπαϊκοῖς νὰ λάβωσιν αὐτὴν, καὶ νὰ τὴν λάβωσιν ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας. Θεωρῶ μάλιστα καὶ ἐπιβλαβὲς ν’ ἀφίνωνται ἐν Ἑλλάδι νὰ ἐκπαιδεύωνται καὶ μορφῶνται οἱ Βασιλόπαιδες, οἱ μέλλοντες μίαν ἡμέραν νὰ ἀναλάβωσι τὰς ἀνωτέρας στρατιωτικὰς θέσεις καὶ νὰ ὁδηγήσωσι στρατοὺς ἐν πολέμῳ. Ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπάρχει βίος στρατιωτικός· περὶ πνεύματος δὲ καὶ ἠθῶν στρατιωτικῶν ὁ λόγος, καὶ οὐχὶ περὶ θεωρητικῶν γνώσεων. Ἐπανερχόμενος εἰς τὸ θέμα, λέγω καὶ πάλιν, ὅτι ἡ κακὴ κατάστασις τοῦ στρατοῦ ἡμῶν ἀφορμὴν ἔχει τὴν κακὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Τὸ νομοσχέδιον ἐπειράθη νὰ βελτιώσῃ αὐτὴν, ζητοῦν νὰ εἰσαγάγῃ ἄλλον τρόπον διοικήσεως. Κατὰ τοῦτο ἔχει δίκαιον. Πάσης ἄλλης ἀποπείρας πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ μεταβολὴ τῆς διοικήσεως. Ἄνευ καλῆς διοικήσεως, πᾶσα ἄλλη μεταρρύθμισις τῶν τοῦ στρατοῦ θ’ ἀποτυγχάνῃ πάντοτε. Ἀλλὰ, τὸ κατ’ ἐμὲ, συνεπὴς πρὸς ὅσα καὶ ἐν ἀρχῇ εἶπον, θὰ συνεβούλευον καὶ θὰ ἐπεθύμουν, ἡ διόρθωσις τῶν κακῶς ἐχόντων ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ νὰ ἐπέλθῃ διὰ τῶν καθεστώτων νόμων, ἀλλ’ ἐπεμβαίνοντος τοῦ Βασιλέως καὶ ἐπιβάλλοντος τὴν θέλησιν αὑτοῦ, ἵνα τὰ στρατιωτικὰ διοικῶνται στρατιωτικῶς, ἀποκλειομένης πάσης ἀναμίξεως τῆς πολιτικῆς. Ἀποκλεισθείσης ἐκ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ τῆς πολιτικῆς, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ βελτιωθῇ σπουδαίως αὕτη. Διότι δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ ἀρνώμεθα, ὅτι καὶ ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ ἡ ἀνάμιξις τῆς πολιτικῆς ὑπῆρξε μία τῶν κυριωτάτων αἰτιῶν τῆς κακῆς καταστάσεως αὐτοῦ. Πολιτικὴν δὲν ἐννοῶ τὴν ἀφοσίωσιν τοῦ στρατοῦ εἰς τὰ μεγάλα πολιτικὰ συμφέροντα ἢ τοὺς θεσμοὺς τῆς χώρας. Πολιτικὴν ἐννοῶ αὐτὴν, τὴν ὁποίαν ὅλοι βλέπομεν ἀναμιγνυομένην, τὴν πολιτικὴν τῶν ἐκλογικῶν συμφερόντων. Δὲν πρέπει νὰ κρύπτωμεν τὴν ἀλήθειαν· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κυρίως εἰσάγει τὰς ἐκνόμους ἐνεργείας, τὰς μὴ στρατιωτικὰς ἐπηρείας ἐν τῷ στρατεύματι καὶ τὸ παραλύει, εἶναι τὰ ἐκλογικὰ συμφέροντα. Καὶ ἐν πρώτοις ἀνάγκη νὰ μνημονεύσῃ τις τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπετέλεσαν οἱ ἀναμιχθέντες ἐν τῇ πολιτικῇ ἀξιωματικοὶ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, οἱ ἀξιωματικοὶ Βουλευταί. Οὗτοι ἔβλαψαν, ὄχι διότι ἐστερήθη τὸ στράτευμα ἀξιωματικῶν εἰσαχθέντων ὡς Βουλευτῶν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐπὶ πολλὰ ἐνίοτε ἔτη διατελεσάντων μακρὰν τοῦ στρατεύματος. Τοῦτο δὲν θὰ ἦτο σπουδαῖον κακόν. Τὸ κακὸν τὸ ἐκ τῶν στρατιωτικῶν Βουλευτῶν συνίσταται δυστυχῶς εἰς τοῦτο, ὅτι ὁ παρασκευάζων ἑαυτὸν διὰ πολιτικὰ ἀξιωματικὸς ἀπὸ πρὶν, πρῶτον καὶ κύριον ἔργον, ὅπερ ὡς συντελεστικὸν ἐκλέγει, εἶναι, πῶς νὰ παρασκευάσῃ δι’ ὑπηρεσιῶν στρατιωτικῶν ὑπὲρ τῶν ἐκλογέων αὑτοῦ συνεπαρχιωτῶν μείζονα ἐκλογικὰ κεφάλαια. Στάδιον πρὸς τοῦτο διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς ὑπάρχει εὐρὺ, ἰδίως ὅμως ὁ στρατολογικὸς νόμος...

§27Π. ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Δὲν εἶναι γενικὸν αὐτό.

§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.

§29ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅταν ὁμιλῶ, βεβαίως ἐννοῶ, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἐξαιρέσεις. Ἀλλ’ ὁ κανὼν εἶναι αὐτὸς, ἐκ τούτου δὲ ἡ βλάβη μεγίστη... Τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ θεωρήσω ὡς ἀβλαβῆ, ὅσον ἀφορᾶ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατεύματος, τὴν ἀνάμιξιν τῶν ἀξιωματικῶν. Ὁ ἀξιωματικὸς ἔχει περισσότερα μέσα ἢ ὁ πολίτης, ὅπως ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῶν διαφόρων ὀργάνων τῆς διοικήσεως τοῦ στρατεύματος. Ἔχει συναδέλφους ἐν τῷ στρατῷ, οἱ ὁποῖοι ἐκ πνεύματος συναδελφότητος ἢ κοινότητος συμφερόντων συμπαθοῦσι πολὺ περισσότερον εἰς ἀξιωματικὸν προσλιπαροῦντα χάριτας καὶ συγκαταβάσεις ὑπὲρ αὐτοῦ ἢ πρὸς ἁπλοῦν πολίτην. Οὕτως ἠνοίχθησαν διὰ τῶν στρατιωτικῶν πολιτευομένων εὐρύτεραι αἱ πύλαι, ὅπως εἰσέλθῃ ἡ ἐκλογικὴ πολιτικὴ εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ἢ ἂν δὲν ἐπετρέπετο νὰ πολιτεύωνται οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ. Ἅπαξ ἀνοιχθεισῶν τῶν πυλῶν, δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ μὴ εἰσέλθωσιν ἀθρόοι καὶ ἀκωλύτως οἱ πολιτικοὶ οἱ ἀντίθετοι τῶν ἀξιωματικῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Ὅταν φαντασθῆτε πόσοι ἀξιωματικοὶ πολιτεύονται καὶ πόσοι ἑτοιμάζονται ἀπὸ μακροῦ χρόνου, ἵνα πολιτευθῶσιν ἐν Ἑλλάδι, θὰ ἐννοήσητε τὸ πλῆθος τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐν τῷ στρατῷ ἐργάζονται ἐκλογικῶς, καὶ τὰς συνεπείας τοιαύτης ἐργασίας πρὸς ἀπαλλαγήν. Διότι ὅλοι, Κύριοι, γνωρίζετε, ὅτι παρ’ ἡμῖν οὐδὲν περισσότερον προσκολλᾷ καὶ ὑποχρεοῖ τοὺς ἐκλογεῖς ὑπὲρ πολιτικοῦ προσώπου, ὅσον ἡ ὑπηρεσία ἡ παρεχομένη ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως, διότι παρ’ ἡμῖν τόσον πολὺ μετέβαλε τὰ ἤθη ἡ γενικὴ στρατολογία, ὥστε ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου τῆς Ἑλλάδος μέχρι τοῦ ἄλλου ὅλοι τρέμουσι, μὴ τὸ τέκνον αὐτῶν ὑπηρετήσῃ ἐν τῷ στρατῷ, καὶ δὲν σκέπτονται περὶ ἄλλου ἢ πῶς νὰ τὸ διασώσωσιν ἐκ τῶν στρατιωτικῶν ὑποχρεώσεων. Πιθανὸν νὰ ὑπάρχουν εὔλογοι ἀφορμαὶ, ἀλλ’ εἶναι ἀδικαιολόγητος τοιαύτη φυγοστρατία. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἡ διοίκησις τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ γίνεται κακίστη, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς τροφῆς καὶ τῆς ἐνδυμασίας καὶ τῆς νοσηλείας· οὔτε ἐν τοῖς νοσοκομείοις, οὔτε ἐν τοῖς στρατῶσιν, οὔτε ἐν ταῖς ἄλλαις ὑπηρεσίαις ἀπολαμβάνουσι πάνθ’ ὅσα οἱ κανονισμοὶ καὶ ἡ πεπολιτισμένη διοίκησις καὶ τὸ συμφέρον τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας ἐπιβάλλουν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἡ ἀντιπάθεια ἡμῶν κατὰ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας εἶναι ἀδικαιολόγητος. Ὁπωσδήποτε αἱ χάριτες καὶ αἱ ὑποχρεώσεις τῆς στρατιωτικῆς διοικήσεως ὑπὲρ τῶν ἀξιωματικῶν πολιτευομένων ἔβλαψαν. Δι’ αὐτῶν τῶν ἀξιωματικῶν ἐπολλαπλασιάσθησαν αἱ ἐπεμβάσεις τῆς πολιτικῆς, καὶ ἐχειροτέρευσαν τὰ πράγματα. Ἕτερον κακὸν, μετὰ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς πολιτικῆς εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ συνδεόμενον, εἶναι αἱ τοποθετήσεις τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ αἱ μεταθέσεις καὶ αἱ ἀποσπάσεις καὶ αἱ προσκολλήσεις τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν. Ἀδύνατον, μὴ θέλων ἢ θέλων ταύτας ἀξιωματικὸς, νὰ μὴ προσφύγῃ εἰς πολιτικὰ πρόσωπα. Εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι δὲν ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις διὰ νομοσχεδίου νὰ μεταρρίψῃ ὅλην αὐτῶν τὴν ἐνόχλησιν καὶ τὴν εὐθύνην ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν, εἰς τὴν Α. Υ. τὸν Διάδοχον. Εὐχάριστον βεβαίως τοῦτο διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπιζήμιον διὰ τὸν Διάδοχον. Καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε τοῦτο, ἔπρεπε νὰ τὸ πράξῃ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος συγχρόνως ν’ ἀνακουφίζῃ τὴν εὐθύνην καὶ διευκολύνῃ τὸ ἔργον τῆς Α. Υ. τοῦ Διαδόχου. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις οὐ μόνον ἔδωσεν εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ τὸ βάρος τῆς διοικήσεως, ἀλλὰ καὶ τὰς γενικὰς ἐπιθεωρήσεις τοῦ στρατοῦ, καὶ οὐδὲν συνυπέβαλε νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ κανονίζῃ πολλὰς τῶν ὑπηρεσιῶν, αἵτινες σήμερον ἀφίνονται εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Διαδόχου, πρὸς βλάβην αὐτοῦ. Διατὶ, παραδείγματος χάριν, νὰ μὴ ὑπάρχῃ νόμος περὶ τοποθετήσεως καὶ μετακινήσεως καὶ ἀποσπάσεως; Διὰ τοῦ νόμου τούτου θὰ ἠδύνατο νὰ περιορισθῇ τὸ πλῆθος τῶν δυσαρεσκειῶν, ἃς προκαλεῖ κατὰ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἡ τοποθέτησις καὶ μετάθεσις τῶν ἀξιωματικῶν. Πάντες ἔχομεν συμφέρον, εἰς τοιαῦτα προσωπικὰ ζητήματα νὰ μὴ προσκόπτῃ ἡ στρατιωτικὴ διοίκησις τῆς Α. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου. Ἄλλοτε εἴδομεν, ὅτι μόνον μὲ τὴν ἐπιθεώρησιν, ἣν ἐνήργησεν ἡ Α. Ὑψ. ὁ Διάδοχος, πολλὰς δυσαρεσκείας προὐκάλεσεν, αἱ ὁποῖαι εἴθε νὰ μὴ προεκαλοῦντο. Μὴ λησμονῶμεν ὅτι ἐκ τῆς ἐπιθεωρήσεως ἐκείνης ἐκυοφορήθη ἡ ἐνέργεια, ἥτις ἔφερεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν καὶ εἰς τὸν πόλεμον. Ταῦτα γινώσκουσα καλῶς ἡ Κυβέρνησις, ὤφειλεν, ἀφοῦ προείλετο τὸ μέσον τῆς ἀναθέσεως τῷ Διαδόχῳ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ν’ ἀπαλλάξῃ αὐτὸν διὰ νομοθετικῶν μέτρων ἀπὸ πολλῶν εὐθυνῶν καὶ πολλῶν ἐνοχλήσεων ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων του. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐπεβάρυνεν ὅσον ἦτο δυνατὸν περισσότερον τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου. Οὕτω θεωρῶ, ὅτι καὶ ἡ Γενικὴ Ἐπιθεώρησις τοῦ στρατοῦ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὴν Α. Ὑψ. Ἡ Γενικὴ Ἐπιθεώρησις δὲν συμβιβάζεται εἰς ἓν πρόσωπον μετὰ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Ἡ ἐπιθεώρησις ὑποθέτει ὁπωσδήποτε ἔλεγχον τῆς γενομένης διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ὅταν ὅμως ὁ διοικητὴς τοῦ στρατοῦ αὐτὸς ἦναι καὶ ὁ ἐπιθεωρητὴς τοῦ στρατοῦ καὶ πρόκηται αὐτὸς νὰ ὑποβάλῃ τὰς γνώμας περὶ τῆς ἰδίας αὑτοῦ διοικήσεως εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἢ εἰς τὸν Βασιλέα, οὐδεμία εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ πεποίθησις εἰς τοιαύτην ἐπιθεώρησιν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει τὸ αὐτὸ πρόσωπον νὰ ἦναι Ἐπιθεωρητὴς καὶ Γενικὸς Διοικητής. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον, σπουδαῖον ἐπίσης, πρέπει νὰ ἦναι ἰδιαιτέρα θέσις ἡ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ. Πρέπει παρ’ ἡμῖν διὰ τὴν περίπτωσιν πολέμου νὰ ὑπάρχῃ ἰδιαίτερος Γενικὸς Ἐπιθεωρητὴς, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς ἀρχηγὸς τοῦ ἑτέρου τῶν δύο στρατῶν. Κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, ὅταν θὰ πρόκηται ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐνεργήσῃ ἐν πολέμῳ, θὰ ἐνεργήσῃ συγχρόνως ἐν τοῖς συνόροις τῆς Θεσσαλίας καὶ ἐν τοῖς συνόροις τῆς Ἠπείρου. Πῶς ὅμως εἶναι δυνατὸν, ὁ Γενικὸς Διοικητὴς, ὅστις θὰ ἦναι ὁ εἷς ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, νὰ ἦναι καὶ τοῦ ἑτέρου; Ὅπως εἶναι ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ ἐνδεδειγμένος ὁ εἷς ἀρχηγὸς, πρέπει νὰ ἦναι ἐνδεδειγμένος καὶ ὁ ἕτερος καὶ νὰ παρασκευάζηται πρὸς τὸν πόλεμον. Τοῦτο εἶναι τὸ λογικὸν καὶ συμφέρον· τοῦτο γίνεται παντοῦ. Τὸ αἰφνιδίως καὶ ἀπροσδοκήτως προσδιορίζειν τοὺς ἀρχηγοὺς τὴν παραμονὴν τῆς ἐνάρξεως τοῦ πολέμου, εἶναι ἐπικίνδυνον. Εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῆς ἐνδείξεως τοῦ ἀρχηγοῦ ἐν πολέμῳ, εἶμαι διὰ τοῦτο ὑπὲρ τῆς ἐνδείξεως τοιούτου καὶ διὰ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ. Ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ ἄλλης εἶμαι μεταβολῆς, ἣν εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ οὐχὶ πλήρη καὶ ἀκεραίαν, ὑπὲρ μεταβολῆς θεμελιώδη εἰσαγούσης βελτίωσιν εἰς τὸ ἔργον τῆς παρασκευῆς πρὸς πόλεμον, ἂν καταρτισθῇ στρατός. Τοῦτο εἶναι ἡ θέσις τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ στρατοῦ. Ἂν τῶν Ἐπιτελείων ἡ ἀποστολὴ εἶναι νὰ παρασκευάζωσι τὰ τοῦ προσεχοῦς πολέμου, ὥστε τὰ πάντα νὰ ἦναι ἕτοιμα, νὰ παρασκευάζωσι διὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου πᾶν ὅ,τι ἀπαιτεῖται, ἵνα διευθύνῃ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ ἐν πλήρει γνώσει τῶν τοῦ ἰδίου στρατοῦ καὶ τόπου καὶ τῶν τοῦ ἐχθροῦ, πρέπει ἀναγκαίως νὰ ὑπάρχῃ ὑπεύθυνος γνωστὸς ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου, οὐχὶ δ’ ἁπλῶς ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία, ὡς παρ’ ἡμῖν μέχρι τοῦδε, ἐντεταλμένος νὰ παρασκευάσῃ καὶ παρασκευάσας τὰ πάντα, οὐχὶ δὲ τὴν παραμονὴν τοῦ πολέμου μόνον καλούμενος εἰς τοιοῦτον ἔργον. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι κακῶς ἐπεκρίθη ὅτι τὸ Ἐπιτελεῖον τοποθετεῖται πλησίον τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, διότι παρὰ τῷ μέλλοντι ἀρχηγῷ τοῦ στρατοῦ εἶναι ἡ θέσις τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ στρατοῦ. Αὐτὸς ὀφείλει μετὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ νὰ μελετᾷ καθ’ ἡμέραν καὶ ἑτοιμάζῃ πᾶν ὅ,τι εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὸν πόλεμον. Διατὶ δὲ, ἀφοῦ τοποθετεῖται πλησίον τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, νὰ ζητῶμεν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ἔπαυσεν ὢν ὁ Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ; Βεβαίως μειονέκτημά τι θὰ ὑπάρχῃ, ὅτι δὲν θὰ ἐπιδρᾷ μετὰ τὸν χωρισμὸν αὐτὸν ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία ἐπὶ τῶν διαφόρων τμημάτων τῶν ὅπλων τοῦ στρατοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅσον πρὶν θὰ ἠδύνατο. Ἀληθῶς, ἀλλαχοῦ τὰ τμήματα ταῦτα τοῦ Ὑπουργείου ὁδηγεῖ τὸ Ἐπιτελεῖον τοῦ στρατοῦ. Τοῦτο γίνεται σήμερον ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου τὰ διάφορα τμήματα στρατοῦ τοῦ Ὑπουργείου ἐνεργοῦσιν ὑπὸ τὴν ἐπενέργειαν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου. Ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι, λόγῳ τῆς θέσεως καὶ τοῦ ἀξιώματος τῆς Α.Β. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου, τὸ Ἐπιτελεῖον θὰ ἐπιδρᾷ εἰς ὅ,τι ἀπαιτεῖται ἐπὶ τῶν διαφόρων τμημάτων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐπίσης εὐκόλως, ὅσον θὰ ἠδύνατο καὶ πρίν. Ἀλλ’ ὅ,τι εὑρίσκω ἐλλιπὲς εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὡς διοργανοῖ τὸ Ἐπιτελεῖον, εἶναι, ὅτι εἷς ὁρίζεται ἀρχηγὸς, δὲν γίνεται δὲ φροντὶς περὶ θέσεων ἑτέρων δύο ὑπαρχηγῶν τοῦ Ἐπιτελείου. Ἀμφότεροι εἶναι ἀναγκαῖοι. Ὁ μὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀπὸ τοῦδε διὰ νὰ ἦναι ἕτοιμος, ὅπως γείνῃ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ ἐν Ἠπείρῳ στρατοῦ, ὁ δ’ ἕτερος, ἵνα παραμείνῃ μετὰ τὴν ἔξοδον τοῦ στρατοῦ, παρασκευάζων τὰ σώματα τῆς ἐφεδρείας. Παρ’ ἡμῖν ἐπίσης ὑπάρχει ἀνάγκη τούτου, διότι ἅμα ἀναχωρήσῃ ὁ τῆς πρώτης γραμμῆς στρατὸς, ἀνάγκη νὰ μὴ μείνῃ ὁ τόπος ἄνευ ὀργανωτοῦ τῶν νέων σωμάτων καὶ βοηθειῶν καὶ ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν, ὅσαι εἶναι ἀναπόφευκτοι διὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ πολέμου. Πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὑπηρεσία αὐτοῦ πρὶν παρεσκευασμένη καὶ ἀρχηγὸς αὐτῆς ἕτοιμος. Τὰς δύο αὐτὰς ἐλλείψεις τοῦ νομοσχεδίου θεωρῶ οὐσιώδεις. Ἐπανερχόμενος εἰς τὰ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, παρατηρῶ καὶ ἄλλην ἔλλειψιν, ἔλλειψιν σπουδαιοτάτην. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν προβλέπει, τί γίνεται, ὁσάκις ἡ Α. Ὑψηλότης ἀναλαμβάνῃ ἔργα Ἀντιβασιλέως. Τίς ἀναπληρώνει αὐτόν; ὁ ἀρχαιότερος τῶν μεράρχων, ὡς ὅταν κωλύηται ἢ ἀπουσιάζῃ. Ἀλλ’ ἡ περίπτωσις δὲν εἶναι ἡ αὐτή. Ὅταν ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου καλῆται ν’ ἀντιβασιλεύσῃ, διατηρεῖ τὴν θέσιν τοῦ Γενικοῦ Ἀρχηγοῦ; Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν, διότι κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ πολιτεύματος δὲν δύναται ὁ Βασιλεὺς νὰ ἐνασκήσῃ ἑτέρας ἐξουσίας, πλὴν ἐκείνων, τὰς ὁποίας ὥρισε τὸ Σύνταγμα. Κατ’ αὐτὰς, ὁ Βασιλεὺς ἔχει ἀξιώματα καὶ βαθμοὺς, ἀλλὰ δὲν ἔχει θέσεις. Δὲν δύναται νὰ περιβληθῇ θέσιν δημοσίαν, διότι πᾶσα θέσις εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὸ ἀνεύθυνον τοῦ Βασιλέως. Ἀφοῦ ἀπολύτως εἶναι ἀσυμβίβαστος, παύει ἡ Α. Ὑ. ὁ Διάδοχος νὰ ἦναι Γεν. Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, ἅμα γενόμενος Ἀντιβασιλεύς. Ἐπὶ τοιαύτης περιπτώσεως δὲν ὑπάρχει κώλυμα, ὅπως ἡ ἀναπλήρωσις γίνηται ὑπὸ τοῦ ἀρχαιοτέρου μεράρχου. Τὸ κώλυμα ὑποθέτει τὸν Ἀντιβασιλέα Γεν. Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ κωλυόμενον, ἀλλ’ ὁ Ἀντιβασιλεὺς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι Γεν. Διοικητής. Ἐρρήθησαν πολλὰ περὶ τῶν δυσχερειῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἀπαντήσῃ ἡ Α. Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ, στερούμενος στρατοῦ. Τὴν δυσχέρειαν ταύτην θεωρῶ τὴν μεγαλειτέραν ὅλων καὶ δυσεπανόρθωτον, ἕνεκα τῆς κακῆς λύσεως, ἣν ἡ Κυβέρνησις ἔδωκεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς παρασκευῆς στρατοῦ, δι’ ὅσων ἔπραξε. Διότι ἡ Κυβέρνησις τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς παρασκευῆς στρατοῦ ἔλυσεν οὐχὶ ὑπὲρ ὑπάρξεως στρατοῦ, καὶ στρατοῦ τοσούτου, ὥστε νὰ δύναται ἡ Γενικὴ Διοίκησις νὰ ἀσχοληθῇ σπουδαίως πρὸς μόρφωσιν αὐτοῦ, ἀλλὰ τὸ ἔλυσε πρὸς βλάβην τοῦ στρατοῦ. Περὶ τούτου καὶ ἄλλοτε ἐλάλησα, συζητῶν τὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως. Τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἰδέα ἦτο, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ στρατὸς δὲν ἐξασκεῖται, ὡς περισπώμενος εἰς ἄλλα, μὴ στρατιωτικὰ, ἔργα, πρέπει νὰ δημιουργηθῇ ἐπαρκὴς χωροφυλακὴ καὶ ἀστυνομία, αἵτινες νὰ ἀσχολῶνται εἰς τὰς ὑπηρεσίας ταύτας. Ἐνομοθετήσαμεν οὕτω περισσοτέραν χωροφυλακὴν, μέλλουσαν νὰ καταστῇ πολυπληθεστέρα, καὶ διοικητικὴν ἀστυνομίαν. Ἂν οἱ δύο οὗτοι κλάδοι πρόκειται νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς ὅλας τὰς ὑπηρεσίας τὰς μὴ στρατιωτικὰς τοῦ στρατοῦ καὶ μέλλῃ νὰ ὑπάρξῃ πλήρης ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν, θ’ ἀπαιτήσωσι τοσαύτην δαπάνην, ὥστε βεβαίως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἐπὶ πολλὰ ἔτη δὲν θὰ δύναται νὰ διαθέτῃ διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν περισσότερα τῶν 14 ἢ 15 ἑκατομμυρίων. Μὲ ταῦτα ὅμως ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν ἐπαρκῆ στρατὸν, ὥστε καὶ ἐν εἰρήνῃ ν’ ἀξίζῃ νὰ ἀσκῆται καὶ νὰ δύναται νὰ ἀσκῆται, καὶ ἐν πολέμῳ νὰ δύναται νὰ παράσχῃ εὐκόλως τὴν ἀναγκαίαν δύναμιν. Ὅσον καὶ ἂν φανταζώμεθα ὅτι ἔχομεν μέλλον οἰκονομικὸν λαμπρὸν, τὰ εἰσοδήματα ἡμῶν αὐξάνουν μὲν ἴσως, ἀλλὰ πρέπει νὰ συλλογιζώμεθα ὅτι ἔχομεν καὶ ἑτέρας ἀνάγκας, λίαν κατεπειγούσας, καὶ ὅτι διὰ τοῦ χρόνου προστίθενται βάρη, τὰ ὁποῖα αὐξάνουν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων. Αὔριον θὰ ἔχωμεν τὸν σιδηρόδρομον Λαρίσης, βραδύτερον τὸ χρεώλυτρον τοῦ εἰς χρυσὸν νέου δημοσίου χρέους τῶν 170,000,000, ὅπερ δὲν ἤρχισεν ἔτι καὶ ὅπερ βαρύτατον. Ὅλα αὐτὰ εἶναι πάγια βάρη καὶ ἄφευκτα. Πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι θὰ ἐξοικονομήσωμεν χρήματα, ὥστε νὰ ἔχωμεν χωροφυλακὴν καὶ διοικητικὴν ἀστυνομίαν καὶ συγχρόνως στρατὸν 30,000 ἀνδρῶν; Ἄνευ τοιούτου στρατοῦ οὐδὲν πράττομεν ἄξιον λόγου. Ἄλλοτε ὡμίλησα κατὰ τῆς τοιαύτης λύσεως τοῦ ζητήματος. Νομίζουν τινὲς, ὅτι αἱ ἁπλαῖ λύσεις εἶναι αἱ καλλίτεραι. Ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτω πάντοτε. Εὔκολος ὁ συλλογισμὸς, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ στρατὸς ἀπασχολεῖται εἰς ἀλλοτρίας ὑπηρεσίας, πρέπει νὰ σχηματίσωμεν μεγάλην χωροφυλακήν. Ἀλλὰ, διὰ νὰ ἤμεθα σοβαροὶ, δὲν δυνάμεθα ἐν Ἑλλάδι νὰ ἔχωμεν ἀστυνομίαν καὶ χωροφυλακὴν ἐπαρκῆ καὶ συγχρόνως τὸν ἀναγκαιοῦντα ἡμῖν στρατόν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Αὐτοῦ Ὑψηλότης θὰ εὑρεθῇ ἀπέναντι ἀπολύτου ἀδυναμίας νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς ἰδέας του περὶ μορφώσεως καὶ καταρτισμοῦ τοῦ στρατοῦ, μεθ’ ὅλον τὸν ζῆλον, ὑφ’ οὗ ἐμφορεῖται. Στρατὸν ἐπαρκῆ δὲν θὰ ἔχῃ. Τοῦτο τὸ λέγω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι ἐνέχει κινδύνους διὰ τὴν Α. Ὑψηλότητα, ἥτις δὲν πρέπει μετά τινα χρόνον νὰ κατακρίνηται δι’ ἀποτελέσματα, δι’ ἃ δὲν εὐθύνεται. Καὶ ὅμως θὰ ἐπικρίνηται, ἔστω καὶ ἀδίκως, ὑφ’ ὅλων τῶν δυσηρεστημένων. Τοιοῦτοι δυστυχῶς δὲν θὰ λείψουν. Ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ δύναται νὰ παράσχῃ αὐτῷ μέσα διὰ στρατὸν ἐπαρκῆ, ἐκτὸς ἂν ἐγκαταλίπῃ τὰς ἰδέας αὑτῆς περὶ χωροφυλακῆς καὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας καὶ καταργήσῃ αὐτάς. Προβλέπω διὰ τοῦτο, ὅτι ἡ τύχη τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον προβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις, δὲν θὰ ἦναι οἷα περιμένεται, καὶ ὅτι, μεθ’ ὅλην τὴν φιλότιμον ἐνέργειαν, ἣν θὰ ἀσκήσῃ, ὅπως πείσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἡ Α. Ὑψ. ὁ Διάδοχος, ἵνα χορηγήσῃ αὐτῷ τὰ μέσα πληρεστέρου καταρτισμοῦ τοῦ στρατοῦ, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιτύχῃ τι ἄξιον λόγου. Τί θὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις τότε, ἄδηλον. Τί θὰ πράξῃ τότε καὶ ἡ Α. Ὑψ. ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, ἐπίσης ἄδηλον. Οὐδὲν ἄλλο, Κύριοι, ἔχω νὰ προσθέσω. Νομίζω ὅτι ἀρκετὰ εἶπον, ὅπως γείνῃ εὔληπτος ἡ γνώμη μου. Νομίζω ὅτι, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς νομιμότητος, προσκρούει εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι δημιουργεῖται δι’ αὐτοῦ ἐξουσία, ἥτις δὲν δύναται ν’ ἀναγνωρίζηται ἐν τῷ πολιτεύματι ἡμῶν, ὅπερ πλὴν τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας μόνιμον καὶ διαρκῆ ἐξουσίαν οὐδεμίαν ἄλλην ἀναγνωρίζει. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, προσθεὶς εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον, ὅτι «προϊσταμένη ἀρχὴ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρασοῦ ἔσται τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν», ἐματαιοπόνησε. Προϊσταμένη ἀρχὴ ὁ Ὑπουργὸς θὰ ἦναι κενὴ φράσις. Ὅταν εἷς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπικριθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν διὰ πρᾶξιν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, εἴπῃ αὔριον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐζήτησε παρὰ τῆς Γεν. Διοικήσεως διόρθωσιν, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθη τυχὸν, ὅταν εἴπῃ, ὅτι συμφώνως πρὸς γνώμην τῆς Βουλῆς διέταξέ τι, ἀλλ’ ἡ Γενικὴ Διοίκησις δὲν τὸ ἐξετέλεσεν, ὅταν εἴπῃ ὅτι δὲν δύναται τὸν Γεν. Διοικητὴν νὰ τὸν παύσῃ, θὰ ἴδῃ τότε, ὅτι τίποτε δὲν εἶναι ἡ προϊσταμένη ἀρχή. Ὅταν συμφωνῇ ὁ Ὑπουργὸς μετὰ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει ἡ προϊσταμένη ἀρχή. Ὅταν ὅμως ὁ Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ πράξῃ τι πρὸς κύρωσιν τῆς ἰδίας αὑτοῦ ἐξουσίας, ἥτις εἶναι ἡ ἐξουσία τοῦ Βασιλέως, τότε θὰ ἴδῃ, ὅτι ἡ τροπολογία εἶναι φράσις κενή. Ὁ Βασιλεὺς ἀπεγυμνώθη τῆς ἰδίας ἐξουσίας ἀνεπανορθώτως. Μόνη ἐπανόρθωσις θὰ ἦναι ἡ τροποποίησις τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἡ τροποποίησις τοῦ νόμου δὲν εἶναι πάντοτε εὔκολος. Μόνον ἂν αὐτὸ ἤθελε θεραπευθῆ τὸ ἐλάττωμα, καίτοι νομίζω ὅτι κατ’ ἄλλον τρόπον ἠδύναντο νὰ βελτιωθῶσι τὰ τῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, παρὰ ὡς ἐπιχειρεῖ νὰ βελτιώσῃ αὐτὰ τὸ νομοσχέδιον, καίτοι ἔπρεπεν ἄλλα νομοσχέδια νὰ ἐλαττώσωσι τὰς εὐθύνας, ἃς ἀναλαμβάνει ἡ Α. Ὑψ. ὁ Διάδοχος, αἵτινες θὰ ἦναι δυσάρεστοι αὐτῷ καὶ τῇ χώρᾳ, μ’ ὅλον τοῦτο, ἂν αὐτὸ ἤθελε θεραπευθῆ τὸ ἐλάττωμα, ἀρθῇ δηλαδὴ ἡ πλημμέλεια τῆς ἀντισυνταγματικότητος, δὲν θὰ εἶχον δυσκολίαν νὰ ψηφίσω κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον.

§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀκόμη ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσωσιν οἱ κύριοι Δούνης καὶ Κρίτσας. Ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ παρατείνωσι τὴν ὁμιλίαν ἐπὶ πολὺ, νὰ λάβωσι τὸν λόγον τώρα.

§31Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Μετὰ τὴν διακοπὴν, διότι θὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν.

§32Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μετὰ τοὺς κυρίους Δούνην καὶ Κρίτσαν ἔχω νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγώ.

§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἑνάτης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 15′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ., προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ἀπ. Ζάππα).

§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κύριος Δούνης ἔχει τὸν λόγον.

§35Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Δὲν παραιτεῖσθε τοῦ λόγου, κύριε Δούνη;

§36Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐὰν, κύριοι Βουλευταὶ, τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον δὲν ἐνεῖχε κατ’ ἐξοχὴν πολιτικὸν καὶ ἐθνικὸν χαρακτῆρα, ἐὰν ἐνεῖχεν ἁπλῶς στρατιωτικὸν χαρακτῆρα, θὰ ἤμην εὐτυχὴς, ὅτι δὲν θ’ ἀπησχόλουν τὴν Βουλὴν, ἐκ τῆς συζητήσεως δὲ παρ’ εἰδικῶν στρατιωτικῶν ἀνδρῶν θὰ ἐμόρφωνα τὴν ἐμὴν γνώμην, καὶ θὰ ἔδιδον τὴν ἐμὴν ψῆφον. Προκειμένου ὅμως περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχει κατ’ ἐξοχὴν, ὡς εἶπον, πολιτικὸν καὶ ἐθνικὸν χαρακτῆρα, φρονῶ ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον παντὶ, ἵνα μετὰ μελέτην ἐκφράσῃ τὴν ἑαυτοῦ γνώμην. Λέγω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον, διότι τὰ τοιαύτης φύσεως νομοσχέδια, εἰς νόμους μεταβαλλόμενα, ἐνέχουσι διὰ τὸ μέλλον ἴσως πολλοὺς κινδύνους· ἀλλ’ ὄχι μόνον διότι ἐνέχουσι πολλοὺς κινδύνους διὰ τὸ ἔθνος, εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἐκφράσῃ τις γνώμην, ἀλλὰ καὶ διότι εἶναι ἐκ τῶν θεμάτων ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάγκη καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ λαὸς καὶ ὁ στρατὸς καὶ ὁ τόπος νὰ πεισθῶσιν, ὅτι ὄντως τὸ νομοσχέδιον, εἰς νόμον μεταβαλλόμενον, δύναται ν’ ἀποβῇ εὐεργετικὸν εἰς τὸ ἔθνος. Ὅσα δὲ ἐλέχθησαν μέχρι τοῦδε οὐ μόνον δὲν συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ σχηματισθῇ ἑδραία πεποίθησις, ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποβῇ ὠφέλιμον, ἀλλὰ τοὐναντίον συνετέλεσαν, ἵνα φόβος τις καταλάβῃ τὴν κοινὴν συνείδησιν. Ἔχει λοιπὸν καθῆκον ἡ Βουλὴ, καὶ πρώτιστα ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις, ἡ εἰσαγαγοῦσα τὸ νομοσχέδιον, νὰ φροντίσῃ, ἵνα δι’ ὅλων τῶν ἐπιχειρημάτων πείσῃ, ὅτι, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ψηφισθῇ, θέλει ἀποβῆ ὠφέλιμον εἰς τὸ ἔθνος. Ἐξ ὅλων τῶν ἀπὸ εἰκοσαετίας εἰσαχθέντων εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίων δὲν γνωρίζω ἐὰν ὑπῆρξε κανὲν σπουδαιότερον τούτου, δὲν γνωρίζω νομοσχέδιον ἄλλο, τὸ ὁποῖον νὰ θίγῃ τοὺς βαθυτέρους πόθους τοῦ ἔθνους. Ὁ πόθος τῆς στρατιωτικῆς διοργανώσεως τῆς χώρας εἶναι πόθος, ὁ ὁποῖος ἐξεδηλώθη ζωηρότατα, ἐμφαντικώτατα, ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Κράτους. Ἐν τῇ ἀναδιοργανώσει τῇ στρατιωτικῇ τῆς χώρας διαβλέπει ὁ λαὸς τὴν πραγμάτωσιν τῶν ὀνείρων αὑτοῦ τῶν ἐθνικῶν, καὶ ἀπὸ τοῦ 1828, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ὁ βαθύνους ὄντως Καποδίστριας ἐπειράθη νὰ δώσῃ μόρφωσιν στρατιωτικὴν εἰς τὰ ἄτακτα τότε σώματα, ἐκεῖνα τὰ ἄτακτα σώματα, τὰ ὁποῖα ἐκλέϊσαν τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, λέγω, οὐδεμία παρῆλθε Κυβέρνησις, χωρὶς νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς καταρτίσεως τῆς στρατιωτικῆς τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἂν καὶ πᾶσαι ἀνεξαιρέτως αἱ Κυβερνήσεις ἀνεγνώρισαν τὴν ἀνάγκην ταύτην, δὲν ἠξεύρω ποῖος ὑπῆρξεν ὁ αἴτιος, ὥστε αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀπετέλει τὸ πρῶτον καὶ στοιχειῶδες καθῆκον πάσης Κυβερνήσεως, αὐτὸ τὸ πρῶτον καθῆκον οὐδέποτε νὰ ἐπιτελεσθῇ. Ἐάν τις βαθύτερον μελετήσῃ τὴν σύγχρονον ἡμῶν ἱστορίαν, θὰ εὕρῃ ἴσως, ὅτι οὐχὶ λόγοι οἰκονομικοὶ μόνον εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες παρεκώλυσαν τὴν πραγμάτωσιν τοῦ σκοποῦ τούτου. Ἴσως καὶ ἄλλοι λόγοι ὑπῆρξαν, σχετιζόμενοι πρὸς τὴν διεθνῆ θέσιν τῆς Ἑλλάδος, περὶ τῶν ὁποίων καὶ ἂν ὁμιλήσωμεν, οὐδεμίαν ἔχομεν ἀπόδειξιν, ἵνα ἀποδείξωμεν αὐτούς. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι μετὰ τὴν ταπεινωτικὴν ἐκείνην συνθήκην, τὴν ὁποίαν ὑπέστη ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὸ 1869, μετὰ τὸν ἀποκλεισμόν τῆς Σύρου ὑπὸ τοῦ Χόβαρτ καὶ τὰς ἀπειλὰς αὐτοῦ, εἶναι γνωστὸν, λέγω, ὅτι σύμπας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐξηγέρθη καὶ ἐζήτησεν, ἵνα αἱ Κυβερνήσεις πρώτιστα καὶ κυρίως ἐπιμεληθῶσι τῶν τῆς συντάξεως τῆς στρατιωτικῆς τῆς χώρας· ἀνέγνωσα δὲ, ὅτι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οἱ διευθυνταὶ πασῶν τῶν ἐφημερίδων, καὶ τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ὑπέγραψαν συνυποσχετικὸν, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀνέλαβον τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀποκηρύττωσι πᾶσαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν θὰ εἶχε κύριον μέλημα αὑτῆς τὴν σύνταξιν τὴν στρατιωτικὴν τῆς χώρας. Ἀνέφερα τὸ περιστατικὸν τοῦτο, ἵνα ἀποδείξω, πόσον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶχεν αἰσθανθῆ τὴν ἀνάγκην ταύτην. Ἀλλ’ ἂν ὑπῆρξεν ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀνάγκη αὕτη κατέστη μᾶλλον ἐπιβλητικὴ, εἶναι βεβαίως ἡ ἐποχὴ ἡ μετὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον. Δὲν γνωρίζω, ἂν εἶναι ἀληθὲς καὶ ἂν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ἀνεξελέγκτως, ὅτι ἡ ὀργάνωσις τοῦ στρατοῦ ἐκείνου ὑπῆρξεν ἡ αἰτία τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν δεινῶν. Ἡ ἱστορία τοῦ παραδόξου αὐτοῦ πολέμου δὲν εἶναι εἰσέτι γνωστὴ, καὶ ἄγνωστον εἶναι, ἂν κατὰ τὴν γενεὰν τὴν ἰδικήν μας θὰ γείνῃ γνωστή. Ὁπωσδήποτε ὅμως ὁ πόλεμος αὐτὸς, καθ’ ὃν τρόπον διεξήχθη, ἦτο πόλεμος ἰδιόρρυθμος, ὅλως sui generis, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἐξαγάγῃ συμπεράσματα ἀσφαλῆ οὔτε περὶ τοῦ στρατοῦ, ἐὰν ὑπῆρξεν ἱκανὸς νὰ ἀμυνθῇ, ἔστω καὶ στοιχειωδῶς, ὑπὲρ τῆς χώρας, οὔτε περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διῴκησαν αὐτόν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι δὲν εἶναι ἀσφαλὲς νὰ κρίνωμεν καὶ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ ἐκ τῶν ἔργων αὐτοῦ κατὰ τὸν πόλεμον ἐκεῖνον, ὅπως θὰ ἦναι ἐπίσης ἐπισφαλὲς νὰ κρίνωμεν, ὅτι ὁ στρατὸς ἐκεῖνος ὑπῆρξεν ἐπὶ τοσοῦτον ἀσύντακτος, ἐπὶ τοσοῦτον ἀσθενὴς κατὰ τὴν ὀργάνωσιν αὐτοῦ, ὥστε, ἀντὶ νὰ συντελέσῃ ὑπὲρ τῆς ἀμύνης τῆς χώρας, συνετέλεσεν ἵνα ἐγκολαφθῇ στίγμα εἰς τὸ μέτωπον ἡμῶν. Καὶ λέγω εἰς τὸ μέτωπον ἡμῶν, διότι ἐλπίζω, ὅτι ἡ ἱστορία δὲν θὰ καταλογίσῃ τὸ στίγμα τοῦτο εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος· θὰ τὸ καταλογίσῃ εἰς μόνην τὴν γενεὰν ἡμῶν, διότι ἡμεῖς καὶ μόνοι πταίομεν. Κρίνω λοιπὸν, ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν, ἵνα ἀποδείξωσιν, ὅτι δέον νὰ δυσπιστῶμεν εἰς τον ἀντιστράτηγον, εἰς οὗ τὰς χεῖρας πρόκειται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ δοθῇ ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ ἡ γενικὴ, κρίνω, ταῦτα ὡς μὴ ἀσφαλῆ, καὶ λέγω ὅτι ἐκ τῶν τοῦ πολέμου γεγονότων δὲν πρέπει νὰ δυσπιστῶμεν. Γνωρίζω ὅτι, ἀφ’ ἧς ὁ Θεὸς ηὐδόκησε νὰ δώσῃ εἰς τὸν Θρόνον τῆς Ἑλλάδος Διάδοχον αὐτοῦ, Διάδοχον φέροντα ὄνομα, τὸ ὁποῖον προσωποποιεῖ ὅλα τὰ ὄνειρα, ὅλα τὰ ἐθνικὰ ἰδεώδη, ἐγείρει ὅλους τοὺς πόθους τοῦ ἔθνους τοὺς ἀπὸ μακρῶν αἰώνων, ἀφ’ ἧς, λέγω, ἡμέρας ὁ Θεὸς ηὐδόκησε νὰ δώσῃ τὸν Διάδοχον, ἴσως δὲν θὰ ὑπῆρξεν Ἕλλην, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἐσκέφθη, ὅτι ὁ Διάδοχος εἶναι προωρισμένος θέοθεν νὰ διοικήσῃ τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν καὶ ὁδηγήσῃ αὐτὸν πρὸς τὴν δόξαν. Αὐτοὶ ὑπῆρξαν οἱ πόθοι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος κρίνει τὰ πράγματα ἐκ τῶν παραδόσεων τῆς ἱστορίας του. Ἀλλὰ σῶμα νομοθετικὸν, ἀπαρτιζόμενον ἀπὸ ἄνδρας πεπειραμένους, σῶμα νομοθετικὸν, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὡς ὁδηγὸν τὴν ἱστορίαν, δὲν πρέπει, παρασυρόμενον ὑπὸ τῶν ἐκ παραδόσεως πόθων, νὰ προβῇ ἀνεξελέγκτως εἰς τὴν ἀνάθεσιν τῆς διοικήσεως τῆς γενικῆς τοῦ στρατοῦ, ὡς ὁρίζει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Κύριοι, δὲν ὑπῆρξε μέχρι τοῦδε ζήτημα, τὸ ὁποῖον νὰ ἔθετο ὑπὸ δεινοτέραν ἀμφιταλάντευσιν τὴν συνείδησιν τὴν Ἑλληνικήν. Ἡ συνείδησις ἡ Ἑλληνικὴ, ἡ μὴ πεφωτισμένη ἐκ τῆς ἱστορίας, ἐκδηλοῦται ἀκατάσχετος ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἡ συνείδησις ἡ ἐθνικὴ, ἡ πεφωτισμένη ἐκ τῆς ἱστορίας, ἐκδηλοῦται ἀντίθετος, καὶ ἐκδηλοῦται ἀντίθετος διότι γεννῶνται εὔλογοι φόβοι. Τοὺς φόβους δικαιολογεῖ ἡ ἱστορία. Ὄχι μόνον ἡ ἱστορία ἡμῶν ἡ ἀρχαία καὶ ἡ μεσαιωνικὴ, ἀλλὰ καὶ ἡ ἱστορία ἡ σύγχρονος, ἡ χθεσινὴ, ἀλλὰ καὶ ἡ ἱστορία πολλῶν ἄλλων λαῶν διδάσκει, ὅτι, ὅπου ἡ Βασιλεία καὶ τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας διῴκησαν, καὶ δὴ αὐτοπροσώπως καὶ ἀμέσως, ἐκεῖ ἐδημιουργήθησαν κίνδυνοι καὶ διὰ τὴν Δυναστείαν, κίνδυνοι καὶ διὰ τὴν χώραν. Ἡ ἱστορία διδάσκει, ὅτι, ἂν ὑπάρχει ὄντως πολύτιμον ἀπόκτημα δι’ ἕνα λαὸν, τοῦτο εἶναι ἡ ἑδραίωσις μιᾶς Δυναστείας· διὰ νὰ ἑδραιωθῇ δὲ ἐν χώρᾳ τινὶ μία Δυναστεία, ἔχουσι καθῆκον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν ὅτι εἶναι μέγα καὶ πολύτιμον ἀπόκτημα ἡ Δυναστεία, ἔχουσι καθῆκον, λέγω, νὰ προφυλάττωσιν αὐτὴν ἀπὸ πάντα κίνδυνον, ἔχουσι καθῆκον νὰ τὴν προστατεύωσιν, ὅπως προστατεύει ἐπιμελὴς κηπουρὸς τὸ δένδρον κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ ἡλικίαν ἀπὸ τοὺς παντοίους ἀνέμους τοὺς σφοδροὺς, μέχρις οὗ ῥίψῃ βαθείας τὰς ῥίζας. Τοῦτο τὸ καθῆκον ἔχουσι καὶ αὐτοὶ, νὰ προφυλάττωσι τὴν Δυναστείαν ἀπὸ τοὺς ποικίλους σφοδρούς ἀνέμους τῶν παθῶν, ἀπὸ τὰς θυέλλας τὰς κοινωνικὰς, πρωτίστως δ’ ἔχει τὸ καθῆκον αὐτὸ ἡ μικρὰ Ἑλλὰς, διότι, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἡ ἱστορία ἡμῶν ἐνθαρρυντικὴ, ὅσον καὶ ἂν δύναταί τις ἐκ τῆς ἱστορίας νὰ ἀντλήσῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐνυπάρχουσι τὰ ζωτικὰ στοιχεῖα πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ μέλλοντος τοῦ ἐθνικοῦ, ἐν τούτοις ἄνευ τῆς Δυναστείας ἴσως δὲν κατορθωθῇ τι. Εἶναι μέγα λοιπὸν καὶ πρώτιστον καθῆκον ἡμῶν νὰ περιφρουρῶμεν τὴν Δυναστείαν καὶ νὰ περιβάλλωμεν αὐτὴν δι’ ὅλης τῆς θερμουργοῦ στοργῆς, διότι ἐκ τῆς Δυναστείας καὶ ἐκ τῆς φιλοπατρίας ὅλων ἡμῶν καὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς τῆς χώρας βεβαίως θὰ προκύψῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὠνειρεύθησαν γενεαὶ μακρῶν αἰώνων, γενεαὶ τόσα μαρτύρια ὑποστᾶσαι ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Διὰ νὰ ὑπάρξῃ δὲ ἡ μέριμνα πρὸς προφύλαξιν τῆς Δυναστείας ἀποτελεσματικὴ, εἶναι ἀπαραίτητον ν’ ἀπομακρύνωμεν αὐτὴν ἀπὸ πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ ἐξεγείρῃ θύελλαν παθῶν κατ’ αὐτῆς. Ἐὰν ὁ βαθύνους Καποδίστριας δὲν εἶχε τὴν ἐθελουσίαν νὰ φρονῇ, ὅτι αὐτοπροσώπως ὤφειλε νὰ διοικῇ, ἐπὶ μακρὰ ἀκόμη ἔτη θὰ ἐκυβέρνα τὴν πατρίδα ἡμῶν, καὶ ἴσως αἱ τύχαι αὐτῆς θὰ ἦσαν πολὺ διάφοροι, πολὺ κρείττονες ἢ ὅ,τι εἶναι. Ἐὰν ὁ φιλόπατρις ἐκεῖνος καὶ μεγαλόκαρδος ὄντως Ὄθων δὲν εἶχε τὸν ζῆλον νὰ ἀναμιγνύηται αὐτοπροσώπως εἰς τὴν διοίκησιν καὶ δὲν ἐπεδίωκε παντὶ σθένει νὰ ἐπιβάλληται, βεβαίως ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1862 δὲν θὰ παρήγετο. Ἐὰν ἤθελον ἐπεκτείνει τὰς ἐρεύνας καὶ ἐπὶ τῆς ἱστορίας ἄλλων λαῶν, θὰ παρεῖχον ὑμῖν πλεῖστα ἄλλα παραδείγματα πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι ὁσάκις Ἡγεμόνες, πρὸς οὓς ἐξισοῦται ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου, ἐπιχείρησαν νὰ διοικήσωσιν αὐτοπροσώπως, καὶ ἀνέλαβον εὐθύνας ἠθικὰς, οὐχὶ νομικὰς, αἱ Δυναστεῖαι αὐτῶν ὑπέστησαν κλονισμὸν, τὸ πλεῖστον δὲ ἀνετράπησαν. Δὲν πρέπει, κύριοι Βουλευταὶ, τὴν ἀλήθειαν ταύτην, ἡ ὁποία εἶναι ἁπτὴ καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἀνεγνωρισμένη ὑπὸ τῆς ἱστορίας εἰς βαθμὸν, ὥστε ἔχει καταστῆ τετριμμένη, δὲν πρέπει τὴν ἀλήθειαν ταύτην νὰ τὴν παραγνωρίσωμεν, διότι πολὺ ταχέως θὰ μετανοήσωμεν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἔχει συνταράξει, εἶναι, ὅτι πρόκειται νὰ ψηφισθῇ νόμος, ὁ ὁποῖος δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὸ θεμελιῶδες πνεῦμα τοῦ πολιτεύματος. Εἶπε, πολὺ ὀρθῶς, ὁ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁμιλήσας σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ πολιτεύματος, καὶ ἀνέπτυξε λίαν πειστικῶς τοῦτο, ὡς ἀνέπτυξαν καὶ πολλοὶ ἄλλοι πρὸ αὐτοῦ ἀγορεύσαντες. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, τὸ ὁποῖον θεωρῶ τέλεον σχεδὸν ἀποδεδειγμένον. Θὰ ἀρκεσθῶ νὰ ποιήσωμαι μόνον μίαν παρατήρησιν. Ὁ ἀναγινώσκων τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος, κρίνων αὐτὸ ἐκ τοῦ γράμματος κατ’ ἐπιπολὴν, ὑπολαμβάνει, ὅτι ὑπηγόρευσε τοῦτο πνεῦμα ζηλοτυπίας ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι τοῦτο τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως ἐκείνης, ἀλλ’ ὅτι πνεῦμα μερίμνης ὑπὲρ τῆς Δυναστείας ὑπηγόρευσεν αὐτό. Εὑρίσκω δὲ τὸ μέτρον συνετώτατον, ὅπως προφυλάσσηται ἡ Δυναστεία ἀπὸ πάντα ἐσωτερικὸν κίνδυνον. Τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα δὲν εἶναι πολίτευμα ἐξαχθὲν ἐκ τῆς κεφαλῆς σοφοῦ τινος, ἐκ τῆς κεφαλῆς Λυκούργου τινὸς ἢ Σόλωνος ἢ Σιεγὲς, εἶναι πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη διὰ τῶν ἀγώνων 400 ἐτῶν τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ, καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 77 εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀπεικόνισις τοῦ πνεύματος τοῦ ἀγῶνος ἐκείνου. Ἠγωνίσθη ὁ Ἀγγλικὸς λαὸς ἐπὶ τέσσαρας αἰῶνας πρὸς τοὺς Βασιλεῖς αὐτοῦ, καὶ ἐπείσθη, ὅτι ἀναγκαιότατον πρᾶγμα εἶναι νὰ ὑπάρχῃ Βασιλεία ἑδραιωμένη ἐν τῇ χώρᾳ, ἀλλ’ ἐπείσθη συγχρόνως ὁ λαὸς ἐκεῖνος, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι ἑδραιωμένη ἡ Βασιλεία, ἐὰν ἀναμιγνύηται εἰς τὰ τῆς διοικήσεως. Ἔλαβε λοιπὸν πάντα τὰ πρόσφορα μέτρα, ἵνα ταύτην θέσῃ ὑπεράνω πάσης συμμετοχῆς ἐν τῇ διοικήσει τῆς χώρας, καὶ ἔκρινεν ἀναγκαῖον ν’ ἀπαγορεύσῃ οὐ μόνον εἰς τὸν Βασιλέα καὶ τὸν Διάδοχον, ἀλλ’ εἰς ὅλα τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας νὰ λαμβάνωσιν ὑπουργήματα...

§37ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὑπουργεῖον, ὄχι ὑπουργήματα.

§38Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Γνωρίζετε τὸν λόγον τὸν ἱστορικὸν, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσε τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Συντάγματος τοῦ ἡμετέρου; Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἐλήφθη ἐκ τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος, εἶναι δὲ ἀκριβὲς ἀντίγραφον ὁμοίου ἄρθρου, ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ Βελγικῷ. Γνωστὸς δὲ εἶναι ὁ ἱστορικὸς λόγος, ὅστις ὑπηγόρευσε τὴν διάταξιν αὐτὴν ἐν Βελγίῳ. Καθ’ ὃν χρόνον ἡ διάταξις αὕτη εἰσήχθη εἰς τὸ Βελγικὸν Σύνταγμα, ὑπηρέτουν ὡς Ὑπουργοὶ τοῦ Βασιλέως τοῦ Βελγίου δύο υἱοί του. Ἡ Συνέλευσις λοιπὸν τοῦ 1830 ἐν Βελγίῳ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ Βασιλόπαιδες, ὡς Ὑπουργοὶ, δὲν δύνανται διὰ τῆς ὑπογραφῆς των νὰ καλύψωσι τὸ ἀνεύθυνον τοῦ Βασιλέως. Ἐκ τούτου καὶ μόνου τοῦ λόγου ὑπηγορεύθη ἡ διάταξις ἡ ἀπαγορεύουσα εἰς τοὺς Βασιλόπαιδας νὰ γίνωνται Ὑπουργοί. Γνωστὸν ὅμως εἶναι ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ἡ Βελγικὴ Ἐθνοσυνέλευσις ἀπεφήνατο, ὅτι δύνανται ν’ ἀναλαμβάνωσιν οἱ Βασιλόπαιδες πᾶσαν ἄλλην δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἐπαγομένην εὐθύνας. Λοιπὸν ὁ ἐκ τοῦ ἀξιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ ἀποκλεισμὸς τῶν Βασιλοπαίδων ἀνεγράφη καὶ ἐν τῷ ἡμετέρῳ Συντάγματι, διότι ἡ ὑπογραφὴ αὐτῶν δὲν καλύπτει τὸ ἀνεύθυνον τοῦ Βασιλέως.

§39ΔΟΥΝΗΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἱστορικὸς λόγος τοῦ Συντάγματος τοῦ ἐν Βελγίῳ. Ἀλλ’ ἡ ἀληθὴς ἱστορικὴ αἰτία εὑρίσκεται ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ Ἀγγλικοῦ Συντάγματος. Ἐκεῖ θέλετε ἴδει, ὅτι τὴν διάταξιν ταύτην ὑπηγόρευσε πνεῦμα μερίμνης πρὸς προφύλαξιν τῆς Βασιλείας ἀπὸ πάντα κίνδυνον. Μεταφυτευθὲν εἰς τὰς ἠπειρωτικὰς χώρας τὸ Σύνταγμα τὸ Ἀγγλικὸν, ὡς θὰ γνωρίζει, δὲν ἀμφιβάλλω, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔλαβεν ἄλλην τροπὴν, ἠλλοιώθη δὲ καὶ διεστράφη τὸ ἀληθὲς πνεῦμα αὐτοῦ, τὸ πνεῦμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνετέλεσεν εἰς τὴν δημιουργίαν αὐτοῦ. Καὶ ἐν Βελγίῳ διεστράφη, ὅπως καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ὅπως καὶ ἐν Ἰταλίᾳ. Ἀλλ’ ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐρευνήσωμεν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων τὸ ἀληθὲς πνεῦμα καὶ τὴν ἀληθῆ ἱστορικὴν αἰτίαν, μόνον εἰς τὴν Ἀγγλίαν θὰ ἀνατρέξωμεν, καὶ ἐκεῖ θέλομεν ἴδει σαφῶς καὶ καθαρῶς, ὅτι τὴν διάταξιν ταύτην ὑπηγόρευσε μέριμνα ὑπὲρ τῆς Βασιλείας, καὶ οὐχὶ ζηλότυπος μέριμνα ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἔθνους. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον καθιέρωσαν οἱ Ἄγγλοι, ὡς ἀρχὴν συνταγματικὴν, εἶναι σοφώτατον, διότι ἦτο ἀνάγκη νὰ καλύψωσι τὴν Βασιλείαν ἀπὸ πάντα κίνδυνον, ἀπαγορεύοντες εἰς τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας ν’ ἀναλαμβάνωσι τὴν διαχείρισιν ἐξουσιῶν συνεπαγομένων εὐθύνας.

§40ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀνεύθυνον τοῦ Βασιλέως.

§41ΔΟΥΝΗΣ. Ἀλλὰ, Κύριοι, εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὰ μέλη τῶν Βασιλικῶν Οἰκογενειῶν οὐδὲ παρ’ ἡμῖν οὐδὲ ἀλλαχοῦ ὑπεῖχόν ποτε νομικὴν εὐθύνην. Αἱ εὐθῦναι αὐτῶν εἶναι εὐθῦναι ἠθικαί. Ὑπῆρξαν καὶ Ἡγεμόνες ἀναλαβόντες νομικὰς εὐθύνας, ὡς ὁ Ναπολέων ὁ Γʹ, ὅστις διὰ τῆς διακηρύξεως αὑτοῦ ἐν ἔτει 1852 ἐδήλωσε, γενναιότατα φερόμενος, ὅτι αὐτὸς, ὡς ἀρχηγὸς τῆς Πολιτείας, δὲν ἐννοεῖ νὰ καλυφθῇ ὑπὸ τὸ ἀνεύθυνον, ὅπως οἱ ἀρχηγοὶ τῶν ἄλλων Πολιτειῶν, καὶ ὅτι θὰ κηρύσσῃ ἑαυτὸν ὑπεύθυνον. Ἀλλ’ ὁ Ναπολέων ὁ Γʹ, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε νομικὴν εὐθύνην, κηρύξας ἑαυτὸν ὑπεύθυνον, καὶ ὁ ὁποῖος οὐδαμῶς ἔδωκεν εὐθύνας διὰ τόσας αὑτοῦ ἐκνόμους πράξεις, οὐδὲ διὰ τὸν ἐν Μεξικῷ πόλεμον, ἔδωκε κατὰ τρόπον σκληρότατον τὰς εὐθύνας ἐν Σεδάν. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν νομικὴ εὐθύνη διὰ τοὺς Βασιλεῖς καὶ διὰ τὰ μέλη τῆς Β. Οἰκογενείας, καὶ ἂν θελήσωμεν ἡμεῖς νὰ θεσπίσωμεν εὐθύνας, θέλομεν οἰκοδομήσει ἐπὶ ἄμμου. Ἀλλ’ ἔχομεν καθῆκον νὰ προφυλάξωμεν τὴν Βασιλικὴν Οἰκογένειαν, ἵνα μὴ δώσῃ ἄλλως εὐθύνας ἠθικὰς ἐπὶ βλάβῃ καιριωτάτῃ τῆς χώρας. Περὶ τοιούτων ἠθικῶν εὐθυνῶν πρόκειται, καὶ οὐχὶ περὶ νομικῶν εὐθυνῶν. Φοβοῦμαι, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον πράττομεν πρᾶξιν, διὰ τὴν ὁποίαν εἴθε νὰ μὴ μετανοήσωμεν. Ἀλλ’ ἴδωμεν ἤδη, ἂν ἡ Κυβέρνησις, ὑποβαλοῦσα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὑπέβαλεν αὐτὸ σοβαρῶς μεριμνῶσα περὶ ἀναδιοργανώσεως στρατιωτικῆς τῆς χώρας. Ἀνέπτυξάν τινες τῶν προαγορευσάντων, ὅτι στρατιωτικὴ ὀργάνωσις τῆς χώρας μὲ προϋπολογισμὸν, οἷον ἔχομεν, εἶναί τι ἀνέφικτον, προσέθηκαν δὲ καί τι βαθύτερον, ὅτι ὁ στρατιωτικὸς ὀργανισμὸς τῆς χώρας ἀπαιτεῖ πρὸ παντὸς χρηστὴν διοίκησιν, ἀπαιτεῖ σεβασμὸν ἀπόλυτον πρὸς τὸν νόμον, ἀπαιτεῖ θρησκευτικὴν μόρφωσιν τοῦ λαοῦ. Τίνα μέτρα ἐλάβετε ὑμεῖς, ἵνα παρασκευάσητε τὸ ἔδαφος πρὸς στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν σοβαρὰν τῆς χώρας; Καὶ ἐκεῖνα τὰ μέτρα τὰ ὀλίγα, τὰ ὁποῖα ἐλάβετε, καὶ ἐκεῖνα ἀκόμη δὲν τὰ ἐφηρμόσατε. Τίς ἡ ἀνάγκη τόσης σπουδῆς; Διατὶ πρῶτον δὲν ἀπαλλάσσετε τὸν ὑπάρχοντα στρατὸν ἀπὸ τὰς ξένας αὐτοῦ ὑπηρεσίας; Διατὶ ἄλλως τε, ἀφοῦ μετακαλεῖτε ξένον, ἵνα μελετήσῃ τὰ τῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατοῦ, διατὶ δὲν περιμένετε νὰ ἔλθῃ ὁ ξένος, καὶ τότε νὰ ὑποβάλητε ὀργανισμὸν πλήρη; Καὶ οἱ ἐν Πρωσσίᾳ μετὰ τὴν καταστροφὴν, τὴν ὁποίαν αὕτη ὑπέστη, κατακτηθεῖσα κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ λήξαντος αἰῶνος ὑπὸ Ναπολέοντος τοῦ Μεγάλου, ἀμέσως ἐσκέφθησαν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπιμεληθῶσι τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω περικοπάς τινας ἱστορικοῦ πολιτειολόγου, ἵνα ἴδητε, ἐν Πρωσσίᾳ, πρὶν ἢ προβῶσιν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς χώρας, πόσα ἄλλα μέτρα διοικητικὰ ἔλαβον (ἀναγινώσκει): «Τὸ Πρωσσικὸν Κράτος, οἷον κατήρτισαν αὐτὸ οἱ ἱδρυταί του —Γουλιέλμος ὁ Αʹ καὶ Φρειδερίκος ὁ Βʹ —ἀπετέλει Μοναρχίαν ἀπόλυτον, στρατιωτικὴν, ἀριστοκρατικὴν καὶ γραφειοκρατικὴν, ἐκυβερνᾶτο δὲ ὑπὸ Συμβουλίου διευθυντῶν, εἴδους Ὑπουργῶν, καὶ διοικεῖτο ὑπὸ δημοσίων ὑπαλλήλων, ἄνευ τινὸς ἐλέγχου ἐκ μέρους τῶν διοικουμένων ἐπὶ τῶν πράξεων τῶν κυβερνώντων. Ἡ κοινωνία ἐπισήμως διῃρεῖτο εἰς τρεῖς τάξεις κληρονομικὰς, τοὺς εὐγενεῖς, τοὺς ἀστοὺς καὶ τοὺς χωρικούς. Ὁ κῶδιξ τῶν Πρωσσικῶν νόμων (Landrecht), δημοσιευθεὶς τὸ ἔτος 1794, καθιέρου τὴν διαίρεσιν ταύτην. Εἰς τοὺς εὐγενεῖς ἀνῆκον αἱ δημόσιαι κυβερνητικαὶ θέσεις καὶ οἱ βαθμοὶ ἐν τῷ στρατῷ, οἱ χωρικοὶ ἦσαν ὑποτεταγμένοι εἰς τοὺς τσιφλικιούχους, ἕκαστος δὲ τσιφλικιοῦχος εἶχε δικαίωμα ἀστυνομίας, καὶ ἀπένεμε τὴν δικαιοσύνην ἐπὶ τῶν κατοίκων τῶν κτημάτων. Τὰς καταστροφὰς τοῦ 1806 ἀπέδωκαν εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦτον, καὶ ἐντεῦθεν ὁ Βασιλεὺς ἀπεφάσισε νὰ δοκιμάσῃ ἄλλο σύστημα διοικήσεως. Διὰ τῶν Στάϊν, Scharnorst καὶ Ἄρδεμβεργ παρεχώρησεν ὁ Βασιλεὺς Φρειδερίκος Γουλιέλμος Γʹ ἐλευθερίας τῷ λαῷ, καὶ ἐγκατέστησε τὴν νόμῳ ἰσότητα, κατέλυσε δηλονότι τὴν νόμῳ διάκρισιν τῶν κοινωνικῶν τάξεων εἰς εὐγενεῖς, ἀστοὺς καὶ χωρικούς, καὶ τοῦτο, ἵνα βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν αὐτῶν, καταστήσῃ δ’ αὐτοὺς ἱκανωτέρους καὶ ἐπιτηδειοτέρους πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ πρὸς τὴν πατρίδα καθήκοντος. «Κατὰ τὸ 1810 ἡ κυβερνητικὴ μηχανὴ ἔλαβε τὸν τύπον τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, δηλαδὴ διωρίσθησαν πέντε Ὑπουργοὶ, τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν Οἰκονομικῶν, τῶν Ἐξωτερικῶν, τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ εἰς Ἀρχικαγγελάριος, οὗτοι δὲ ἀπετέλουν τὸ Ἀνακτοβούλιον. Ὅλοι οἱ κλάδοι μετερρυθμίσθησαν, ῥιζικωτέρα ὅμως μεταρρύθμισις συνετελέσθη ἐν τῷ στρατιωτικῷ ὀργανισμῷ τῆς χώρας. Ὁ Scharnorst, προεδρεύων τῆς ἐπὶ τῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατοῦ ἐπιτροπῆς, ἀνεκήρυξε τότε τὴν θεμελιώδη ἀρχὴν, ὅτι πάντες οἱ κάτοικοι τῆς ἐπικρατείας εἶναι ἐκ γενετῆς ὑπερασπισταὶ αὐτῆς· ἀνεκήρυξε δηλονότι τὴν ἀρχὴν τῆς καθολικῆς στρατολογίας, δι’ ἧς πάντες οἱ δυνάμενοι φέρειν ὅπλα εἶναι στρατιῶται. Ἐπειδὴ δὲ ἡ συνθήκη εἰρήνης μὲ τὸν Ναπολέοντα περιώριζε τὸν ἀριθμὸν τοῦ πρωσσικοῦ στρατοῦ εἰς 42,000, ἠναγκάσθη νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ μικρὸν αὐτὸ στράτευμα ὡς σχολεῖον, εἰς ὃ οἱ στρατευόμενοι διήρχοντο τὸν ἀναγκαῖον πρὸς ἐξάσκησιν χρόνον, καὶ εἶτα ἀποστελλόμενοι εἰς τὰς ἑστίας των ἀντεκαθίσταντο ὑπ’ ἄλλων. Οὕτω δὲ ἡ Πρωσσία ἐκτήσατο ἐθνικὸν στρατόν. Τότε οἱ εὐγενεῖς δὲν κατελάμβανον τοὺς βαθμοὺς τῶν ἀξιωματικῶν, ὡς πρότερον, ἀλλὰ κατόπιν εἰδικῆς μορφώσεως, δὲν προήγοντο δὲ ἢ μετ’ ἐξέτασιν. Ἀλλ’ αἱ μεταρρυθμίσεις αὗται ἐγένοντο ἐφ’ ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους. Ἰδιαιτέρας δ’ ἔτυχον ἐπιμελείας τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Δὲν προέβησαν ἐκεῖ εἰς ψήφισιν φορολογικῶν νόμων, δι’ ὧν κεκαλυμμένως νὰ ἐπιζητηθῇ ἡ αὔξησις τῆς φορολογίας, ἀλλ’ εἰς περικοπὰς γενναίας, πρὸς ἐπίτευξιν οἰκονομιῶν. Αὐτὸς οὗτος ὁ Βασιλεὺς Φρειδερίκος Γουλιέλμος Γʹ ἐπήνεγκε σημαντικὰς οἰκονομίας εἰς τὰ ἔξοδα τῶν ἀνακτόρων. Τότε δὲ τὸ πρῶτον ἡ Πρωσσία καθιέρωσε τὸ σύστημα, τὸ ἔτι ἰσχῦον καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώπην, τῆς διαιρέσεως τοῦ στρατοῦ εἰς στρατὸν ἐνεργείας, στρατὸν ἐφεδρείας καὶ εἰς ἐθνοφρουρὰν, ἣν ὑποδιῄρει. Οὕτω δὲ ὁ στρατὸς ἀπέβη ἡ Σχολὴ, ἔνθα τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα ἐκαλλιεργήθη λίαν εὐδοκίμως. Ἔκτοτε ἡ Πρωσσία κατέλαβεν ἐπιφανεστάτην θέσιν μεταξὺ τῶν στρατιωτικῶν Κρατῶν δευτέρας τάξεως, καὶ κατετάχθη μεταξὺ τῶν μεγάλων Δυνάμεων.» Ἵνα ματαιώσῃ τὸν σκοπὸν τῆς συνθήκης, ὡς ἠκούσατε, ἣν τῇ ἐπέβαλεν ὁ Ναπολέων, ἡ Πρωσσία προέβη εἰς τὴν ὀργάνωσιν ἐθνοφρουρᾶς. Εἰς ἕκαστον χωρίον ἐγκατέστησε γυμναστὰς καὶ ἐξεγύμναζε τοὺς χωρικοὺς, τοὺς δυναμένους φέρειν ὅπλα, ἔλαβε δὲ ὅλα τὰ ἀναγκαῖα μέτρα πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν αὐτῆς, ἐπήνεγκεν οἰκονομίας εἰς ὅλους τοὺς κλάδους, καὶ εἰς αὐτὰς τὰς ἀνακτορικὰς δαπάνας, ἀνεμόρφωσε ῥιζικῶς τὴν διοίκησιν, ἀνεμόρφωσεν αὐτὴν τὴν κοινωνικὴν κατάστασιν διὰ τῆς καθιερώσεως ἐν τῇ νομοθεσίᾳ τῶν ἀρχῶν τῆς νόμῳ ἰσότητος, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ καταστήσῃ τοὺς κατοίκους ἐπιτηδειοτέρους διὰ τὴν ὑπεράσπισιν τῆς πατρίδος αὐτῶν. Τί δὲ ἔπραξε τὸ Πεδεμόντιον μετὰ τὴν καταστροφὴν τῆς Νοβάρας; Ἀνέθηκε τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν νεαρὸν τότε Βασιλέα Βίκτωρα Ἐμμανουήλ, ὅπως ζητεῖτε νὰ πράξωμεν νῦν ἡμεῖς; ἀνέθηκε τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ εἰς ἄλλο τι μέλος τῆς Β. Οἰκογενείας; Ὄχι. Τὸ Πεδεμόντιον ἔπραξεν ὅ,τι καὶ ἡ Πρωσσία· ἐμελέτησε ποῖα τὰ αἴτια τῆς καταπτώσεως τῆς ἠθικῆς τοῦ λαοῦ, καὶ ἔλαβεν ὅλα τὰ διοικητικὰ καὶ οἰκονομικὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ἠνόρθωσε τὸ ἠθικὸν, ηὔξησε τοὺς πόρους τοὺς οἰκονομικοὺς, καὶ κατόπιν ἀνέθηκεν εἰς τὸν Λαμάρμορα νὰ ἀναδιοργανώσῃ τὸν στρατόν. Γνωρίζετε δὲ, ὁποίαν εἶχεν ὑποστῆ καταστροφὴν τὸ Πεδεμόντιον εἰς τὴν Νοβάραν· ὅ,τι συνέβη παρ’ ἡμῖν εἰς τὸ Μάτι, συνέβη ἐν Νοβάρᾳ, ἀλλ’ εἰς βαθμὸν πολὺ χείρονα ἢ παρ’ ἡμῖν· ὅλος ὁ στρατὸς διεσκορπίσθη, δὲν ἠδυνήθη αὐτὸς οὗτος ὁ Βασιλεὺς, ὁ Ἀλβέρτος Κάρολος, νὰ συγκεντρώσῃ χιλίους ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι νὰ τῷ χρησιμεύσωσιν ὡς σωματοφυλακή, καὶ αὐτὸς ὅλος ὁ στρατὸς διεχύθη καθ’ ὅλην τὴν Ἰταλίαν, καὶ μέχρι τῆς Σικελίας ἔφθασεν, ὑπὸ τοῦ πανικοῦ καταληφθείς. Καὶ βλέπετε ἐν Νοβάρᾳ ἓν ἔτι παράδειγμα ὀδυνηρὸν τῆς ἀμέσου ἀναμίξεως εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ τῶν Βασιλέων. Ἔπαιζεν ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ μάχῃ τὸ στέμμα ὁ Βασιλεὺς Ἀλβέρτος, διότι αὐτὸς διῴκει τὰ τοῦ στρατοῦ. Ἀναγκαίως δ’ ἐθεωρήθη ὡς ὑπεύθυνος τῆς καταστροφῆς ἐκείνης, καὶ ἠναγκάσθη νὰ παραιτηθῇ ὑπὲρ τοῦ υἱοῦ του Βίκτωρος Ἐμμανουήλ, ὅστις, ἀναλαβὼν τὸν Θρόνον τότε, ἐπιέζετο ὑπὸ τῆς Αὐστρίας νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὸ Σύνταγμα. Διεξήχθη τότε μέγας πολιτικὸς ἀγὼν μεταξὺ τῶν φιλελευθέρων καὶ τῶν ἀπολυταρχικῶν, κατώρθωσε δὲ ὁ Καβοὺρ μετὰ τοῦ Δὲ–Ἀτζέγλιο νὰ πείσωσι τὸν Βασιλέα ν’ ἀποδεχθῇ τὸ Σύνταγμα, καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα αὐτὸ ὀφείλεται πρωτίστως, κατὰ δεύτερον δὲ λόγον εἰς τὴν διπλωματικὴν ἱκανότητα τοῦ Καβοὺρ καὶ εἰς τὴν ἀναδιοργάνωσιν τὴν κοινωνικὴν καὶ τὴν στρατιωτικήν, ἡ προαγωγὴ τοῦ Πεδεμοντίου, ὀφείλεται ἡ ἑνότης ἡ Ἰταλική. Ἐάν τις μελετήσῃ τὴν ἱστορίαν τοῦ Πεδεμοντίου, θέλει εὕρει, ὅτι οὐδεμία χώρα, οὐδεὶς λαὸς ἐν τῷ κόσμῳ ἔχει ἱστορίαν ὁμοιοτέραν πρὸς τὴν ἱστορίαν τὴν ἰδικήν μας. Διῆλθε καὶ τὸ Πεδεμόντιον οἵας διῆλθε καὶ ἡ Ἑλλὰς μέχρι σήμερον δυσχερείας διπλωματικὰς, δυσχερείας οἰκονομικὰς, δυσχερείας ἐξωτερικῆς ἐπιδράσεως ἐπ’ αὐτό, δυσχερείας ἐσωτερικῶν περισπασμῶν καὶ κλονισμῶν, κατώρθωσεν ὅμως τὸν μέγαν σκοπόν του, διότι ἐλήφθησαν σοβαρὰ μέτρα περὶ ἀνορθώσεως τῆς χώρας, ἐμερίμνησαν περὶ βελτιώσεως τῆς διοικήσεως, ἐμερίμνησαν περὶ αὐξήσεως τῶν πόρων τοῦ Κράτους, ἂν καὶ μετὰ τὴν Νοβάραν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Πεδεμοντίου περιέστησαν εἰς πολὺ χείρονα θέσιν τῆς ἰδικῆς μας. Τὸ χρέος τοῦ Πεδεμοντίου σχεδὸν ἐπενταπλασιάσθη συνεπείᾳ τοῦ πολέμου τοῦ 1849 πρὸς τὴν Αὐστρίαν, διότι, ἐνῷ πρότερον κατέβαλλε τόκους καὶ χρεωλύσιον 5 μόλις ἑκατομμύρια, μετὰ τὴν Νοβάραν κατέβαλλε 37½ ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἐκεῖ τὸ ζήτημα δὲν τὸ ἐμελέτησαν ὡς μελετῶνται τὰ τοιαῦτα ζητήματα παρ’ ἡμῖν· ἐκεῖ, ὡς ἐν Πρωσσίᾳ, τὸ ζήτημα ἐμελετήθη, ὄχι καθ’ ἑαυτὸ ὡς στρατιωτικὸν, ἀλλ’ ἐν σχέσει πρὸς ὅλα τὰ ἄλλα ζητήματα, τὰ κοινωνικὰ, τὰ διοικητικὰ καὶ τὰ οἰκονομικά. Ἐὰν, Κύριοι, μετὰ τὰ παθήματα, ἅτινα ὑπέστημεν διὰ τῶν ἡμιμέτρων, τὰ ὁποῖα ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβωμεν πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως καὶ ἐξασφάλισιν τοῦ μέλλοντος τῆς χώρας, ἀποτύχωμεν,—καὶ δυστυχῶς εἶναι τοῦτο πιθανώτατον,—ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος ἔσται δεινή· καὶ ἔσται δεινὴ ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος, διότι προσεγγίζει ἴσως ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ ἐθνολογικὸν πρόβλημα τῆς χερσονήσου τῆς Ἑλληνικῆς μέλλει νὰ λυθῇ· ἀλλοίμονον δὲ, ἐὰν, ἐπερχομένης τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, εὑρεθῶμεν μὲ τὰ ἡμίμετρα, τὰ ὁποῖα προτείνονται! Δὲν βλέπω διατὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία διὰ τοῦ Προέδρου αὐτῆς ἀναγνωρίζει ὅτι πάσχομεν διοικητικῶς, ὅτι πάσχομεν οἰκονομικῶς, ἀναγνωρίζει ὅτι ὑπάρχει ἀντιστροφὴ τῶν ὅρων, καὶ ὅτι τὸ μὲν νομοθετικὸν σῶμα διοικεῖ, ἡ δὲ Κυβέρνησις νομοθετεῖ, δὲν βλέπω, λέγω, διατὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἀνωμάλως ἔχουσι τὰ τῆς Πολιτείας, διατὶ δὲν σκέπτεται πρῶτον κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ ἐξέλθῃ ἡ χώρα ἐκ τῆς ἀνωμάλου αὐτῆς καταστάσεως. Ἀλλ’ ἴσως διὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε νὰ ψηφισθῇ, ὁ στρατὸς ἀπομακρυνθῇ τῆς ἐπιδράσεως τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ γνωρίζετε ὁποῖος φόβος κατέχει τὴν ψυχὴν ἁπάντων καὶ δὴ τοῦ στρατοῦ; Κατέχει τὴν ψυχὴν ἁπάντων, καὶ τοῦ στρατοῦ πρὸ παντὸς, ὁ φόβος, ὅτι θ’ ἀπομακρυνθῇ μὲν τῆς ἐπιδράσεως τῆς πολιτικῆς, θὰ ὑποταχθῇ ὅμως εἰς τὴν ἐπίδρασιν τῆς Κλίκας, ἣν τόσον καλῶς ἀπεικόνισεν ὁ κ. Λεβίδης. Γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, ὁπόσον βαθεῖαν αἴσθησιν ἐνεποίησεν, ὅτε ἐγνώσθη ἡ ἑξῆς ἐν τῇ Μελέτῃ τῆς Α. Υ. τοῦ Διαδόχου διάταξις (ἀναγινώσκει): «Ἀξιωματικοὶ τοῦ μηχανικοῦ ἀνήκουσι πάντες εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν καὶ φέρουσι τοὺς βαθμοὺς ἀπὸ ἀντισυνταγματάρχου μέχρις ἀνθυπολοχαγοῦ. Πέραν τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀντισυνταγματάρχου μετατίθενται εἰς τὸ πεζικόν.» Γνωρίζετε ὁπόσον βαθεῖαν αἴσθησιν ἐνεποίησεν ἡ διάταξις αὕτη; Γνωρίζετε, ὅτι, ἂν πρότερον ὑπῆρχε διάθεσίς τις, πόθος τις, ἵνα ἀνατεθῇ εἰς τὸν Α.Υ. ἡ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ, ἕνεκεν αὐτῆς καὶ μόνης τῆς διατάξεως μετεβλήθη ἄρδην ἡ διάθεσις αὕτη; Καὶ διατὶ τοῦτο; Διότι διέδωκαν, ὅτι ἡ Α. Υ. ὁ Διάδοχος εἶναι ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τῶν περὶ αὐτὸν ἀξιωματικῶν τοῦ μηχανικοῦ, καὶ περιέλαβεν ἐν τῇ Μελέτῃ αὐτοῦ, ὡς ἀρχὴν ἀναγκαίαν διὰ τὴν μόρφωσιν τοῦ στρατοῦ, τὴν παραχώρησιν προνομίων μεγάλων ὑπὲρ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ μηχανικοῦ· καὶ σᾶς λέγουσιν: ἐὰν αὔριον ἀνατεθῇ ἡ Διοίκησις εἰς χεῖρας αὐτοῦ, ποίαν ἄλλην ἆρά γε ἐπίδρασιν δὲν θέλει ὑποστῆ ἐκ τῶν περὶ αὐτὸν ἐν τῇ κρίσει αὐτοῦ περὶ τῶν προσώπων, δηλαδὴ περὶ τῶν ἀξιωματικῶν; Ἔχει ἡ χώρα ἡμῶν προσφάτους ἀκόμη τὰς συγκινήσεις, ἃς ὑπέστη ὅτε εἰς τὰ Ἀνάκτορα ὑφίσταντο τὰ Ἀνακτοβούλια, ἐπὶ Ὄθωνος, καὶ ἀκουσίως ἀναμιμνήσκεται τῆς ὀλεθρίας ἐπιδράσεως τῶν Ἀνακτοβουλίων ἐκείνων, καὶ τρέμει πρὸ τῆς ἰδέας, μήτοι διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προτείνει ἡ Κυβέρνησις, δημιουργηθῶσι ζητήματα, οἷα ἐδημιουργήθησαν, ἀνεπτύχθησαν καὶ ἐπέφεραν δεινὰ εἰς τὸν τόπον μας κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν τῆς Βασιλείας τοῦ Ὄθωνος. Δὲν δύναμαι, Κύριοι, νὰ παραλείψω νὰ σᾶς ἀναγνώσω περικοπὴν τοῦ διδακτικωτάτου ἐκείνου ὑπομνήματος, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ ἔνδοξος ναύαρχος Κανάρης, πρὸς τὸν Βασιλέα Ὄθωνα κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1862, διὰ νὰ ἴδητε πόσοι κίνδυνοι δημιουργοῦνται διὰ τὰς Δυναστείας, διὰ τοὺς Βασιλεῖς, πόσοι κίνδυνοι δημιουργοῦνται διὰ τῆς ἀμέσου καὶ αὐτοπροσώπου ἐνασκήσεως ἐξουσίας τινὸς διοικητικῆς οἱασδήποτε. Ἐν τῷ ὑπομνήματι ἐκείνῳ περιγράφων ὁ Κανάρης τὴν κατάστασιν λέγει (ἀναγινώσκει): «Πρέπει νὰ πιστεύσῃ ἡ Ὑμετέρα Μεγαλειότης, ὅτι πολὺ ἔβλαψε τὴν Βασιλείαν ἡ ἐπικρατήσασα ἰδέα, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ἐνεργοῦν πάντοτε κατὰ τὴν ἀπόλυτον θέλησίν της... Σκάνδαλα, ἐκ τοιαύτης αἰτίας ἀπορρέοντα, εἶναι προωρισμένα νὰ παύσωσι διὰ τῆς συστάσεως ἀληθοῦς Συνταγματικῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν νομίζω ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον ἡ Ὑμετέρα Μεγαλειότης σήμερον νὰ συστήσῃ, ἐὰν θέλῃ τοῦ λοιποῦ νὰ ζῇ μετὰ τῆς σεπτῆς Βασιλίσσης ἄνευ τινὸς ἀνησυχίας, καὶ ν’ ἀγαπῶνται ἀνεξαιρέτως ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων. Συνταγματικὸν Ὑπουργεῖον καὶ ἐλευθέρα ὑπουργικὴ ἐνέργεια εἶναι ἀσυμβίβαστα μὲ τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ἀνακτοβουλίου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἄλλο, εἰμὴ ἓν δεύτερον Ὑπουργεῖον, ὀλιγώτερον μὲν ἐπίσημον καὶ ἐπιδεικτικόν, ἰσχυρότερον δὲ τοῦ ἐπισήμου καὶ φανεροῦ, ἐφ’ ὅσον καὶ ἐκ τῆς ἀπολύτου ἐκλογῆς τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος πηγάζει, καὶ ἀνεύθυνον ἐντελῶς εἶναι καὶ πλησιέστερον κεῖται εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ σχέσιν της.» Εἶναι, κύριοι Βουλευταί, ἀλήθειαι αὗται, ἀλήθειαι, αἱ ὁποῖαι ἐκυρώθησαν μετ’ οὐ πολὺ τότε δι’ ἱστορικῶν γεγονότων, εἶναι ἀλήθειαι, τὰς ὁποίας εὔχομαι ἐν τῷ μέλλοντι νὰ μὴ κυρώσουν ἱστορικὰ γεγονότα, εἶναι ἀλήθειαι, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε πρὸ παντὸς νὰ προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πλειονοψηφίας. Διότι κατὰ τοὺς νεωτέρους τούτους χρόνους εἶναι ἱστορικῶς ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχει προαγωγὴ, ἐκεῖ ὑπάρχει ἀσφαλὲς τὸ μέλλον, ὅπου δὲν ὑπάρχει σύρραξίς τις δεδηλωμένη ἢ ὑποχθόνιος μεταξὺ λαοῦ καὶ Ἡγεμόνος. Ὅπου ὑπάρχει μεταξὺ λαοῦ καὶ Ἡγεμόνος σύρραξις, ἐκεῖ οὔτε πρόοδος ἐπιτελεῖται, κίνδυνοι δὲ μυρίοι δημιουργοῦνται. Ἀκριβῶς Συνταγματικὸν πολίτευμα ἀνοθεύτως λειτουργοῦν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπεδείχθη ὡς τὸ προσφυέστατον πρὸς πρόληψιν πάσης συρράξεως μεταξὺ λαοῦ καὶ Ἡγεμόνος. Δι’ ὃ ὁ μέγας τῆς Ἀγγλίας ἱστοριογράφος Μακώλεϋ, ἀποδίδων τὸ μεγαλεῖον τῆς Ἀγγλίας εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ Συντάγματος, ἐπιχαίρει, ὅτι εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν διέτρεξε τὸν ἔσχατον κίνδυνον τὸ Σύνταγμα, ἔτυχε νὰ βασιλεύῃ Ἡγεμὼν ἀνίκανος νὰ ἐπωφεληθῇ ἐκ τῆς καταστάσεως καὶ τὸ ἀνατρέψῃ· λέγει δὲ ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Δύναταί τις νὰ εἴπῃ περὶ τοῦ Ἰακώβου τοῦ Αʹ, ὅτι ἡ διοίκησίς του, ἐὰν ἦτο δεξιὰ καὶ περιφανὴς, ἤθελε πιθανῶς εἶσθαι ὀλεθρία εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν. Ὀφείλομεν δὲ πολὺ μᾶλλον χάριτας εἰς τὴν ἀδυναμίαν αὐτοῦ καὶ εἰς τὴν μετριότητα ἢ εἰς τὴν φρόνησιν καὶ τὴν γενναιότητα τῶν ἐπιφανεστέρων μοναρχῶν. Ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ θρόνου εἰς στιγμὴν λίαν κρίσιμον. Τὰ πράγματα ἔβαινον ὁρμητικῶς πρὸς λύσιν τοῦ διλήμματος. Ὁ Βασιλεὺς ἤθελεν ἀνακηρυχθῆ ἀπολυταρχικός; ὁ Βασιλεὺς ἤθελεν ἀσκήσει ἀπολυταρχικὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας; Ἐὰν ὁ Ἰάκωβος ἦτο ὡς ὁ Ἑρρῖκος IV, ὡς ὁ Μαυρίκιος τοῦ Νανσῦ, ἢ ὡς ὁ Γουσταῦος Ἀδόλφος, ἐὰν ἦτο γενναῖος, δραστήριος, πολιτικὸς, ἐὰν εἶχε τεθῆ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν διαμαρτυρομένων τῆς Εὐρώπης, ἐὰν εἶχε καταγάγει νίκας ἐπὶ τοῦ Τιλλῦ (διάσημος στρατηγὸς Γερμανὸς) καὶ τοῦ Σπινόλα (ἐπιφανὴς Ἱσπανὸς στρατηγὸς), ἐὰν εἶχε διακοσμήσει τὸ Οὐεστμίνστερ ἐκ τῶν λαφύρων τῶν μοναστηρίων τῆς Βαυαρίας καὶ τῶν καθεδρικῶν ναῶν τῆς Φλαμανδίας, ἐὰν εἶχεν ἀναρτήσει ἐν τῷ Ἁγίῳ Παύλῳ τὰς σημαίας τῆς Αὐστρίας καὶ τῆς Καστιλλίας, καὶ ἂν κατόπιν ἐνδόξων κατορθωμάτων εὑρίσκετο ἐπὶ κεφαλῆς 50 χιλιάδων ἀνδρῶν, πειθαρχούντων, ἀφωσιωμένων αὐτῷ, τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον μετ’ οὐ πολὺ δὲν θὰ ἦτο, εἰμὴ ἁπλῆ ἱστορικὴ ἀνάμνησις. Εὐτυχῶς δὲν ἦτο ἀνὴρ, ἵνα τοιοῦτον διαδραματίσῃ πρόσωπον, καὶ οὕτως ἡ Ἀγγλία ἐσώθη, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς εὐημερίας της καὶ τοῦ μεγαλείου της.» Τί ἄλλο ἀποδεικνύει τοῦτο ἢ ὅτι εἶναι εἰς τοὺς λαοὺς, εἰς τὰς χώρας, ὠφελιμώτεροι οἱ Βασιλεῖς νὰ μὴ δρῶσι, παρὰ νὰ δρῶσι; Εἶμαι, Κύριοι, ὁλοψύχως ὑπὲρ τῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς στρατιωτικῆς τῆς χώρας, εἶμαι ὁλοψύχως ὑπὲρ ταύτης, διότι νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ παύσῃ καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ πολιτικὴ τῆς ἐπετείας, ἡ ὁποία ἰσχύει ἀπὸ τριακονταετίας. Ἡ πολιτικὴ τῆς ἐπετείας εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία κατεπόντισε τὸ μεσαιωνικὸν Ἑλληνικὸν Κράτος. Ἐπαιτοῦντες οἱ Αὐτοκράτορες τῆς Κωνσταντινουπόλεως, προσείλκυσαν τὰς ἀπαισίας καὶ ὀλεθρίας ἐκείνας σταυροφορίας. Διὰ τῆς πολιτικῆς τῆς ἐπετείας ἡ Κωνσταντινούπολις, πρὶν ἁλωθῇ ὑπὸ τῶν Τούρκων, ὑπεδουλώθη εἰς τοὺς Γενουαίους καὶ Ἑνετούς. Διὰ τῆς πολιτικῆς τῆς ἐπαιτείας, ὅσαι χῶραι ἤσκησαν αὐτὴν, θᾶσσον ἢ βραδύτερον ἐντελῶς ἐξηφανίσθησαν. Εἶναι καιρὸς νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν τὴν πολιτικὴν τὴν ἀνδρικὴν, τὴν πολιτικὴν τοῦ ξίφους. Ὅταν ἔχωμεν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν, ὅταν δυνάμεθα νὰ ἐπισείωμεν τὸ ξίφος, ὅταν δυνάμεθα, ἔχοντες τὸ ξίφος, συνετῶς νὰ χειριζώμεθα αὐτὸ, τότε, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι καὶ ἡ διπλωματικὴ ἱκανότης τῆς πατρίδος ἡμῶν θὰ ἦναι μείζων ἐκείνης, ἡ ὁποία εἶναι σήμερον. Ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν ἀναδιοργανοῦμεν τὸν στρατὸν, στρατὸν δὲν ἔχομεν, κίνδυνοι δ’ ἀπειλοῦσι τὸ μέλλον. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, πρέπει ἀπὸ ἄλλα νομοθετικὰ μέτρα νὰ ἀρχίσωμεν, καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ διοργανώσωμεν τοὺς δήμους, οἱ ὁποῖοι περιέστησαν εἰς τὸ ἔσχατον σημεῖον τῆς ἀποσυνθέσεως, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ τοὺς ἀνορθώσωμεν, καὶ ἀνορθοῦντες τοὺς δήμους, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν κρείττονα διοίκησιν, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν κρείττονα οἰκονομικά. Ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν προβαίνομεν εἰς τοιαῦτα ῥιζικὰ καὶ οὐσιώδη μέτρα, ἐφ’ ὅσον συζητοῦμεν, ἂν ἡ Αὐτοῦ Βασιλικὴ Ὑψηλότης θὰ ὑπέχῃ ἢ δὲν θὰ ὑπέχῃ εὐθύνην, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἔρχεται ἐνταῦθα καὶ προσπαθεῖ διὰ μιᾶς φράσεως νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὄντως εἶναι περιμάχητον, διὰ τῆς φράσεως ὅτι «προϊσταμένη ἀρχὴ εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν», βεβαίως δὲν πράττομέν τι σοβαρὸν, βεβαίως δὲν χωροῦμεν πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος. Αὐτὴ ἡ φράσις, τὴν ὁποίαν διὰ τροπολογίας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔφερε, μοὶ ὑπομιμνήσκει, Κύριοι, τοὺς ὑπευθύνους συντάκτας τῶν ἐφημερίδων. Οὐδὲν πλέον ἢ ὑπεύθυνος συντάκτης ἐφημερίδος ἔσται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὅπως ὁ ὑπεύθυνος συντάκτης ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου ὁμολογεῖ, ὅτι συνέταξε τὸ ὑπὸ κατηγορίαν δημοσίευμα, καὶ ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην τῶν γραφέντων, χωρὶς κἂν νὰ γνωρίζῃ νὰ γράφῃ, τοῦτ’ αὐτὸ πιθανώτατα θὰ συμβῇ καὶ μὲ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Φρονῶ ὅτι εἶναι καιρὸς ἀκόμη νὰ ἐπιστήσῃ ἡ Κυβέρνησις βαθύτερον τὴν προσοχὴν αὑτῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀνεκίνησεν, εἶναι καιρὸς νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν βαθύτερον, ἵνα μὴ ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιπέσῃ ἡ ἀρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπ’ αὐτήν.

§42ΙΩΣΗΦ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐπειδὴ ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὅπου οἱ διάφοροι πρίγκηπες, δοῦκες καὶ ἀρχιδοῦκες διῴκησαν στρατιὰς, αἱ στρατιαὶ αὗται ἡττήθησαν κατὰ κράτος καὶ ἔλαβον ἀδόξως τὴν ἄγουσαν πρὸς τὰς πρωτευούσας αὐτῶν, καὶ ἐπειδὴ τὰ τοιαῦτα ἐλέχθησαν, ὅπως ἀντιστρατευθῶσι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναλήψεως τῆς ἀνωτάτης διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ὑπὸ τῆς Α. Β. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅπως ἐξηγήσω ὑμῖν, τί ἀκριβῶς συνέβη κατὰ τὸν παρελθόντα αἰῶνα, ὅτε διῴκουν πρίγκηπες, δοῦκες ἢ ἀρχιδοῦκες βασιλικοῦ αἵματος στρατιὰς, ἐξαναγκαζόμενοι μάλιστα εἰς τοῦτο παρὰ τῆς ὁμοφώνου θελήσεως τῶν λαῶν των, καίτοι ἀπαράσκευοι, ὡς μὴ ἀναμιγνυόμενοι οὐδέποτε εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἐν εἰρήνῃ. Ἐν Ἰταλίᾳ, κύριοι Βουλευταὶ, ὁ αὐστριακὸς στρατὸς τῆς κατοχῆς κατὰ τὸ ἔτος 1796–1797 διῳκεῖτο ἀπὸ πρίγκηπας καὶ ἀρχιδοῦκας τοῦ Αὐστριακοῦ Θρόνου, ὅτε δὲ κατῆλθον ὁ στρατηγὸς Ὀζερὼ καὶ ὁ στρατηγὸς Βοναπάρτης ἐπὶ κεφαλῆς 30,000 δημοκρατικῶν στρατευμάτων, κατετρόπωσαν αὐτοὺς, διότι, ὡς ἦτο γνωστὸν ἐν Βιέννῃ, οἱ εἰρημένοι δοῦκες καὶ ἀρχιδοῦκες, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἦσαν ἄμοιροι τῆς στρατιωτικῆς τέχνης, ἐλάμβανον καὶ διαταγὰς παρὰ τῆς Αὐστριακῆς Αὐλῆς. Δεύτερον παράδειγμα, κύριοι Βουλευταὶ, θὰ σᾶς ἀναφέρω τὸ τῆς μάχης τῆς Ἀούστερλιτς, ὅτε τὰ ῥωσσοαυστριακὰ στρατεύματα διῳκοῦντο, τὸ μὲν πρῶτον παρὰ τοῦ Μεγάλου Δουκὸς Κωνσταντίνου, τὸ δὲ δεύτερον ὑπὸ τοῦ πρίγκηπος Λιχτενστάϊν. Γνωρίζετε τ’ ἀποτελέσματα τῆς μάχης ἐκείνης· ὁ Αὐτοκράτωρ Ναπολέων κατετρόπωσε τὰ ῥωσσικὰ στρατεύματα, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Ῥωσσίας Ἀλεξάνδρου τοῦ Αʹ, παρισταμένου εἰς τὴν μάχην ταύτην, θὰ ἐπήρχετο ἡ αἰχμαλωσία, ἐὰν μὴ ὁ ἴδιος ἐζητεῖτο τὴν σωτηρίαν του, γράφων πρὸς τὸν Ναπολέοντα ἐκ τοῦ πεδίου τῆς μάχης ἐπὶ τεμαχίου χάρτου καὶ διὰ μολυβδίδος τὰ ἑξῆς: «Κύριε ἀδελφέ μου (Monsieur mon Frère), διατάξατε, παρακαλῶ θερμῶς, τὴν ἀναχαίτισιν τῆς καταδιώξεως διὰ τῶν γαλλικῶν στρατευμάτων, ὅπως σωθῶ ἐκ βεβαίας αἰχμαλωσίας». Πράγματι δὲ ὁ Μέγας Ναπολέων, λίαν εὐγενῶς φερόμενος, διέταξε τὰ ὑπὸ τοὺς διαφόρους στρατηγούς του ἱππικὰ σώματα νὰ ἀνακόψωσι τὴν πρὸς καταδίωξιν ὁρμήν των, καὶ οὕτως ἐσώθη ἐκ βεβαίας αἰχμαλωσίας ὁ Αὐτοκράτωρ Ἀλέξανδρος. Διὰ τὴν τοιαύτην του ὅμως μεγαλοφροσύνην, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, πολλάκις ἤλεγξεν ἑαυτὸν ὁ Μέγας Ναπολέων, εὑρισκόμενος αἰχμάλωτος ἐν Ἁγίᾳ Ἑλένῃ. Κατὰ τὴν ἐκστρατείαν τοῦ 1806, ἐξερχόμενος τῆς πρωτευούσης αὑτοῦ ἐν ζητωκραυγαῖς ὁ πρίγκηψ Ἐρρῖκος Διάδοχος τῆς Πρωσσίας ὑπισχνεῖτο πολλὰ εἰς τὸν Πρωσσικὸν λαόν. Καίτοι γενναῖος, ὡς ἀπέδειξε τοῦτο ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης, ἦτο ὅμως ἄπειρος τῆς στρατιωτικῆς τέχνης τελείως· δι’ ὃ συμπλακεὶς πρὸς τὸν γαλλικὸν στρατὸν τὴν 10 Ὀκτωβρίου ἐν Σάλφετ, κατετροπώθη, ἐπιχειρήσας δὲ νὰ συναθροίσῃ τοὺς φυγάδας τοῦ στρατεύματός του, οὐδὲ τοῦτο ἠδυνήθη νὰ κατορθώσῃ, ἀλλ’ ἀπεμονώθη καὶ ἔπεσε θῦμα τῆς τόλμης καὶ ἀνδρείας του, ὡς μὴ θελήσας νὰ παραδώσῃ τὸ ξίφος του εἰς τὸν λοχίαν τοῦ γαλλικοῦ ἱππικοῦ Gunidet, ὅστις καὶ ἐφόνευσεν αὐτόν. Εἰς τὰ 1812, κύριοι Βουλευταί, ἐν τῇ κατὰ τῆς Ῥωσσίας ἐκστρατείᾳ τὸ ἄνθος τοῦ εὐρωπαϊκοῦ στρατοῦ ἐξεστράτευσε κατὰ τῆς Αὐτοκρατορίας ταύτης, ἔχον ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Αὐτοκράτορα Ναπολέοντα, ἤτοι τὸν πρῶτον στρατηλάτην μετὰ τὸν Μέγαν Ἀλέξανδρον· καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι τὸ σχέδιον τῶν Ῥώσων ἦτο νὰ ὑποχωρῶσι διαρκῶς, ὅπως τὰ συμμαχικὰ στρατεύματα προχωρήσωσιν εἰς τὰ ἐνδότερα τῆς Ῥωσσίας καὶ καταστραφῶσιν, ἐν τούτοις ὅμως εἶναι ἐξ ἴσου ἀληθὲς, ὅτι, ὅπου οἱ Ῥῶσσοι ἔστησαν, ὅπως δώσωσι μάχην, κατεστράφησαν τελείως, καὶ τοῦτο, διότι ὁ Αὐτοκράτωρ Ἀλέξανδρος εὑρίσκετο εἰς τὸ ῥωσσικὸν στρατόπεδον μετὰ τοῦ ἰδιαιτέρου αὑτοῦ Ἐπιτελείου, ὅπερ, συγκείμενον ἐξ ἀξιωματικῶν τῶν σαλονίων, ἤρχετο καθ’ ἑκάστην εἰς διαπληκτισμοὺς πρὸς τοὺς ἐμπειροτάτους ἀξιωματικοὺς τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ στρατηγοῦ Κουτούζωφ. Τούτου ἕνεκεν ἐδέησε νὰ γείνῃ στάσις ἐν τῷ ῥωσσικῷ στρατοπέδῳ φοβερά, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπεχρεώθη ὁ Αὐτοκράτωρ Ἀλέξανδρος νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ ῥωσσικὸν στρατόπεδον· διὰ νὰ μὴ φανῇ δὲ πολὺ σκληρὰ ἡ ἀπομάκρυνσις αὕτη, ἐκολάσθη τὸ πρᾶγμα διὰ τῆς δικαιολογίας, ὅτι παρέστη δῆθεν ἀνάγκη τῆς παρουσίας τοῦ Αὐτοκράτορος ἐν Πετρουπόλει πρὸς ἐμψύχωσιν τοῦ λαοῦ καὶ διὰ νὰ συλλεχθῶσι καὶ ἀποσταλῶσι τρόφιμα καὶ πολεμεφόδια εἰς τὸ μαχόμενον στρατόπεδον καὶ ἄνδρες πρὸς συμπλήρωσιν τῶν κενῶν ἐν τῷ ῥωσσικῷ στρατοπέδῳ. Καὶ πράγματι ὁ Αὐτοκράτωρ Ἀλέξανδρος Αʹ, μεταβὰς εἰς Πετρούπολιν, ἐξετέλεσε τὴν τοιαύτην ἐντολήν, ἐνθουσιάσας ταὐτοχρόνως καὶ τὸν ῥωσσικὸν λαόν. Τί δὲ ἀπέγεινε μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ Ῥώσσου Αὐτοκράτορος ἐν τῷ ῥωσσικῷ στρατοπέδῳ; Τὴν διοίκησιν αὐτοῦ ἀνέλαβεν ὁ στρατηγὸς Κουτούζωφ, ὅστις συμπλακεὶς πρὸς τὸν Αὐτοκράτορα Ναπολέοντα ἐν Βοροδίνῳ (ἤτοι ἐν τῇ μάχῃ τῆς Μόσχοβας), ναὶ μὲν δὲν ἐνίκησεν αὐτόν, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐνικήθη, διότι οὐδεὶς ἱστορικὸς δύναται νὰ εἴπῃ, τίς ἐνίκησεν ἐν τῇ μάχῃ ταύτῃ, καίτοι ὁ Αὐτοκράτωρ Ναπολέων διετυμπάνισε καθ’ ἅπασαν τὴν Εὐρώπην, ὅτι ἐνίκησεν, ὁ δὲ στρατηγὸς Κουτούζωφ καθ’ ἅπασαν τὴν Ῥωσσίαν τὸ αὐτὸ, λαβὼν μάλιστα καὶ τιμητικὰ δῶρα παρ’ ὁλοκλήρου τῆς Ῥωσσίας καὶ αὐτοῦ τοῦ Αὐτοκράτορος Ἀλεξάνδρου. Κρίνω περιττὸν νὰ προσθέσω καὶ ἄλλα παραδείγματα, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι ἀληθῶς, ὁσάκις πρίγκηπες, δοῦκες ἢ ἀρχιδοῦκες ἡγοῦντο στρατιῶν, αἱ στρατιαὶ αὗται ἡττήθησαν ὁλοσχερῶς, διότι δὲν ἐπιθυμῶ ν’ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν ἐπὶ γνωστῶν γεγονότων. Ἀλλ’ ἡ ἱστορία τῶν πολέμων μᾶς διδάσκει, ὅτι πρίγκηπες, δοῦκες καὶ ἀρχιδοῦκες, βλέποντες ὅτι τιθέμενοι ἐπὶ κεφαλῆς τῶν στρατῶν αὐτῶν ἐν ὥρᾳ πολέμου καὶ κατ’ ἐπίμονον ἀπαίτησιν τῶν λαῶν των καὶ ἄνευ προγενεστέρας ἀναμίξεως αὐτῶν ἐν τοῖς στρατεύμασι, διαρκῶς ἡττῶντο, ἠναγκάσθησαν, ἐκ τῆς πικρᾶς καὶ ἀδόξου πείρας διδαχθέντες, νὰ συγχρωτισθῶσι μετὰ τῶν στρατευμάτων ἐν καιρῷ εἰρήνης, νὰ ἀσκήσωσιν ἑαυτούς, νὰ σκληραγωγηθῶσιν ἐν τοῖς στρατοπέδοις, καὶ οὕτω νὰ καταστήσωσιν ἑαυτοὺς τελείους στρατηλάτας καὶ στρατηγοὺς, ὀργανοῦντες ταυτοχρόνως καὶ τὰς ἑαυτῶν στρατιάς. Τὰ δὲ ἀγαθὰ τῆς ἀναμίξεως αὐτῶν ἀποτελέσματα ἀπεδείχθησαν τῷ 1814, καθ’ ὃν χρόνον οἱ ἀπὸ Γαδείρων μέχρι Μόσχοβας καταδιωκόμενοι παρὰ τοῦ Μεγάλου Ναπολέοντος διάφοροι πρίγκηπες καὶ ἀρχιδοῦκες, καταρτισθέντες τελείως, κατετρόπωσαν αὐτὸν τὸν ἴδιον Αὐτοκράτορα Ναπολέοντα, μέχρι Παρισίων καταδιώξαντες αὐτὸν καὶ ἐκθρονίσαντες. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, κύριοι Βουλευταὶ, εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι καὶ ὁ πρίγκηψ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου ὀφείλει νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ ἐν εἰρήνῃ, ἵνα καὶ αὐτὸς καὶ ὁ στρατὸς ὦσι τέλειοι ἐν πολέμῳ, ἀκολουθοῦντες πρὸς τοῦτο καὶ τὸ παράδειγμα τῆς Γερμανικῆς Αὐτοκρατορίας ἐν ἔτει 1870. Τοῦτο δὲ φρονῶ ἐκ πεποιθήσεως, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡ ἱστορία τῶν πολέμων μὲ πείθει περὶ αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ ἑλληνοπρεπὴς τοῦ Διαδόχου ἀνατροφὴ καὶ ὁ πόνος αὐτοῦ πρὸς διοργάνωσιν ἀρτίου στρατεύματος μοὶ ἑδραιώνουσι τὴν πεποίθησιν ταύτην. Ἐγὼ δὲν ἐξετάζω, κύριοι Βουλευταὶ, τὰς συνταγματικὰς θεωρίας καὶ τοὺς κινδύνους τῶν θεσμῶν, ὅπως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνεπτύχθησαν, διότι φρονῶ, ὅτι ἀνάγκην στρατοῦ μόνον ἔχομεν σήμερον, καὶ μόνον τούτου. Καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, κύριοι Βουλευταὶ, θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα. Πρὸ τριῶν ἡμερῶν ὁ ἀντισυνταγματάρχης καὶ βουλευτὴς Οἰτύλου κ. Κουμουνδοῦρος ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι, ἐὰν ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου ἀνέλθῃ ἡμέραν τινὰ εἰς τὸν Θρόνον, ὁ δὲ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος μετέβαινεν πρὸς αὐτὸν, ὅπως ὑπογράψῃ διαφόρους συνθήκας καὶ συμβάσεις, εἰς ἀπάντησιν ὁ Διάδοχος, ὡς ἀναμιγνυόμενος μόνον εἰς τὰ τοῦ στρατεύματος, θ’ ἀπήντα: «φέρτε ἄρμ!» Βεβαίως, κύριοι Βουλευταὶ, ὁ Διάδοχος ὀφείλει νὰ ἀπαντήσῃ οὕτω εἰς τὸν μέλλοντα Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος, ἐπικροτοῦντος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι ὁ μέλλων Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος καὶ οἱ Ἕλληνες μόνον διὰ τῶν ὅπλων ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ὑπογράψωσι συμβάσεις ἐν Μακεδονίᾳ. Κατὰ τὸ ἔτος 1887, κύριοι Βουλευταὶ, ὑπηρέτουν εἰς τὸ σύνταγμα τῶν λογχοφόρων ἐν Βελγίῳ, τοῦ ὁποίου ἡ ἕδρα ἦτο ἐπὶ τῶν Γαλλοβελογικῶν συνόρων· ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην τὸ σύνταγμα τοῦτο ἔλαβε διαταγὰς παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν νὰ συμμεθέξῃ τῶν μεγάλων γυμνασίων Beverloo, καὶ ἐπειδὴ ἤθελον καὶ ἐγὼ ν’ ἀκολουθήσω τὰς ἀσκήσεις ταύτας, αἵτινες ἦσαν ἀσκήσεις συνδυασμέναι ἱππικοῦ καὶ πυροβολικοῦ, ἐγνώριζον δὲ, ὅτι, ἂν πρὸς τοῦτο ἐπήρχετο διαμειβὴ ἀλληλογραφίας μεταξὺ Ἑλληνικῆς καὶ Βελγικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἔγκρισις θὰ ἔφθανε μετὰ τὸ τέλος τῶν ἀσκήσεων, παρεκάλεσα τὸν διοικητὴν τοῦ συντάγματός μου νὰ μεταβῶμεν ὁμοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ Βελγίου, ὅπως ζητήσωμεν τὴν ἄδειαν νὰ συμμεθέξω, ὡς προσκεκολλημένος, εἰς τὰς ἀσκήσεις, τὰς ὁποίας θὰ ἠκολούθει τὸ σύνταγμά μου. Ὁ κύριος συνταγματάρχης συνῄνεσε, καὶ μετέβημεν ὁμοῦ εἰς Βρυξέλλας, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, φέροντες πολιτικὴν ἐνδυμασίαν, διότι ἐν Βελγίῳ καὶ Γαλλίᾳ οἱ ἀξιωματικοὶ μετὰ τὴν ὑπηρεσίαν των συνηθίζουσι νὰ φορῶσι πολιτικὴν ἐνδυμασίαν· ἀλλ’ ὅτε ἠθελήσαμεν νὰ εἰσέλθωμεν, στρατιώτης τις τοῦ συντάγματος τῶν Γρεναδιέρων, τυγχάνων σκοπὸς εἰς τὴν θύραν, μᾶς ἠμπόδισεν, εἰπὼν εἰς ἡμᾶς, ὅτι «δὲν ἐπιτρέπετε ἡ εἴσοδος εἰς πολίτας»· ὁ συνταγματάρχης εἶπεν εἰς τὸν σκοπὸν, ὅτι εἶναι ὁ συνταγματάρχης διοικητὴς τοῦ Βʹ συντάγματος τῶν λογχοφόρων, καὶ ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ εἰσέλθῃ· τότε ὁ σκοπὸς, στὰς ἐν προσοχῇ, ἀπήντησεν εὐσεβῶς: «Εἰσέλθετε, κύριε συνταγματάρχα, ἀλλ’ ἡ εἴσοδός σας θὰ μοὶ στοιχίσῃ δεκαπενθήμερον φυλάκισιν». Ὁ κ. συνταγματάρχης σκεφθεὶς δὲν εἰσῆλθεν, ἀλλὰ μὲ παρεκάλεσε νὰ μεταβῶμεν ἐκ νέου εἰς τὴν ἕδραν τοῦ συντάγματος, ὅπου μεταβάντες καὶ ἐνδυθέντες τὴν στρατιωτικὴν ἡμῶν στολὴν, ἐπεστρέψαμεν καὶ εἰσήλθομεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἦτο ἡ πρώτη φορὰ, κύριοι Βουλευταί, καθ’ ἣν εἰσηρχόμην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ Βελγίου· ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι οὐδὲ ἴχνος πολίτου συνηντήσαμεν ἐν τοῖς διαδρόμοις ἢ τοῖς γραφείοις αὐτοῦ· στρατιώτης τις τῶν Γρεναδιέρων ἵστατο ἐν ἀκινησίᾳ εἰς τὸν διάδρομον τοῦ πρώτου πατώματος, ἕτερος δὲ εἰς τὸν τοῦ δευτέρου, εἷς δὲ συνταγματάρχης τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν μετὰ δύο ἀξιωματικῶν περιήρχετο τὰ διάφορα γραφεῖα καὶ διένεμε τὴν ὑπηρεσίαν. Ἐπιτρέψατέ μοι προσέτι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι οὐδένα εἶδον νὰ καπνίζῃ εἰς τὸ γραφεῖόν του ἢ νὰ πίνῃ καφὲν, ἑπομένως εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐδὲ καφεπώλης θὰ ὑπῆρχεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ἰδικόν μας. Ἄκρα σιγὴ, καὶ ἐργασία ἐμπνέουσα τὸν σεβασμὸν, οἷος ὀφείλεται εἰς τοιούτου εἴδους ἱδρύματα, παρετηρεῖτο. Ἂς ἔλθωμεν νῦν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τῆς Ἑλλάδος. Ὁ ἀντισυνταγματάρχης κ. Κωνσταντῖνος Κουμουνδοῦρος, μόλις ἀνῆλθεν εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἔθεσεν εἰς τὴν θύραν τοῦ Ὑπουργείου τὴν ἑξῆς σημείωσιν: «Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δέχεται τοὺς μὲν κυρίους Βουλευτὰς ἑκάστην Δευτέραν, Τετάρτην καὶ Παρασκευὴν, τοὺς δὲ ἰδιώτας ἐν τῇ οἰκίᾳ του». Ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου, τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, νὰ εἴπῃ, ἐὰν ἠδυνήθη νὰ ἀντιστῇ εἰς τὴν εἰσβολὴν τῶν διαφόρων κομματαρχῶν καὶ Βουλευτῶν· καὶ τοῦτο, διότι ἡμεῖς, Κύριοι, πρῶτοι ἠμποδίσαμεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐκτελέσῃ τὴν καλὴν αὐτοῦ πρόθεσιν. Δι’ ὅλα ταῦτα, κύριοι Βουλευταὶ, εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι, μόνον ἐὰν ἀναλάβῃ ἡ Α. Β. Υ. τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, θέλει ἐπέλθει διόρθωσις τῶν κακῶς ἐχόντων, οὔπω δὲ κανεὶς πλέον, ὄχι μόνον εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον δὲν θέλει παρουσιασθῆ, ἀλλ’ οὐδὲ ἐκ τῆς ὁδοῦ Ἡρώδου τοῦ Ἀττικοῦ, ὅπου τὸ ἀνάκτορον τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος, θέλει διέλθει μὲ ἀξιώσεις καὶ ἐπεμβάσεις οἱασδήποτε εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ. Ὑπηρετήσας, κύριοι Βουλευταὶ, ἐπὶ δύο ἔτη εἰς διάφορα ξένα συντάγματα, παρέστην εἰς δύο ἐπιθεωρήσεις, ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι κατ’ αὐτὰς οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκαλοῦντο ἐνώπιον τοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ τοῦ Ἐπιτελείου του καὶ ἐξητάζοντο ἐπὶ ἓξ ὅλας ὥρας συνεχῶς καὶ ἐπὶ διαφόρων στρατιωτικῶν ἀντικειμένων, μετὰ ταῦτα δ’ ἐξήρχοντο ἐπὶ τοῦ πεδίου τῶν ἀσκήσεων καὶ ἐξετέλουν διαφόρους ἀσκήσεις καὶ διάφορα γυμνάσια ἐκστρατείας· ἡ δὲ ἐπιθεώρησις ἑκάστου συντάγματος διήρκει 25 ὅλας ἡμέρας, τότε δὲ καὶ μόνον ὁ ἐπιθεωρητὴς ἀπεφαίνετο, ἂν ὁ Α ἢ Β ἀξιωματικὸς εἶναι ἱκανὸς, ἂν πρέπει νὰ προαχθῇ κατ’ ἐκλογὴν, ἢ νὰ μείνῃ στάσιμος, ἢ ν’ ἀποστρατευθῇ. Ὅσον δὲ διὰ τοὺς συνταγματάρχας, ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτι οὗτοι ἐκρίνοντο μόνον ἐκ τῶν μεγάλων ἀσκήσεων, τῶν τε χειμερινῶν καὶ ἐαρινῶν, ἀποφαινομένου μετ’ αὐτὰς τοῦ γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἐὰν ἦσαν κατάλληλοι διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποστρατήγου. Ἂς ἔλθωμεν, Κύριοι, εἰς τὰς Ἑλληνικὰς ἐπιθεωρήσεις. Ἑκάστη ἐπιθεώρησις συντάγματος διαρκεῖ ἐπὶ μίαν ἢ τὸ πολὺ δύο ἡμέρας· ὁ ἐπιθεωρητὴς, ἐξετάζων ἐπὶ δέκα ἢ δεκαπέντε τὸ πολὺ λεπτὰ τῆς ὥρας ἕκαστον τῶν ἀξιωματικῶν, ἀποφαίνεται περὶ αὐτοῦ, καὶ ἐκ τῶν λεπτῶν τούτων τῆς ἐξετάσεως ἐξαρτᾶται ἡ τύχη τῶν ἀξιωματικῶν! Εἶναι δυνατὸν, κύριοι Βουλευταὶ, ἐν διαστήματι δέκα λεπτῶν νὰ ἐκτιμηθῇ ἡ ἀξία τοῦ Α ἢ τοῦ Β ἀξιωματικοῦ; Ἡ τοιαύτη ἐξέτασις δὲν γεννᾷ τὴν δυσπιστίαν εἰς τοὺς κύκλους τῶν ἀξιωματικῶν καὶ δὲν ὠθεῖ αὐτοὺς, φυσικῷ τῷ λόγῳ, νὰ πιστεύσωσιν, ὅτι ὑπάρχουσι προγραφαὶ, συμπάθειαι, ἀντιπάθειαι, ἢ καὶ οἰκογενειακὰ συμφέροντα; Καὶ ποία πειθαρχία θέλετε νὰ ὑπάρξῃ, ὅταν ὁ Α ἀξιωματικὸς, ὅστις σήμερον εἶναι ἀρχαιότερος τοῦ Β, κατόπιν τῆς ἐπιθεωρήσεως ὑποσκελίζηται ἀπὸ τὸν Β, ὑποσκελιζόμενος δ’ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἀδίκως καὶ παρὰ τὴν ἀξίαν του ἔπαθε τοῦτο; Σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι Βουλευταὶ, δύναται νὰ ὑπάρξῃ στρατὸς ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας; δύνανται δὲ αἱ κακαὶ τοῦ στρατοῦ συνθῆκαι νὰ ἐκλείψωσιν, ἂν δὲν ἀναλάβῃ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν αὐτοῦ ἡ Α. Β. Υ. ὁ Διάδοχος; Δι’ ὅλα λοιπὸν, ὅσα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, καὶ ἐπειδὴ ποθῶ τὴν βελτίωσιν τοῦ στρατοῦ τῆς πατρίδος μου, ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ βελτίωσις αὕτη μόνον διὰ τῆς ἀναθέσεως τῆς Γενικῆς τοῦ στρατοῦ Διοικήσεως εἰς τὴν Α. Β. Ὑψ. τὸν Διάδοχον θέλει ἐπέλθει, κηρύσσομαι ὑπὲρ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου.

§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κρίτσας ἔχει τὸν λόγον.

§44Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἐξήνεγκον τὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου γνώμην μου, καὶ οὐδὲν ἐπὶ τῆς οὐσίας αὐτοῦ ἔχω πλέον νὰ προσθέσω. Ἐὰν δ’ ἐζήτησα ἐκ δευτέρου τὸν λόγον, ἐζήτησα τοῦτον ἀμέσως μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του, διὰ τῆς ὁποίας, ὅπως αὐτὸς ἔκρινεν, ὑπεστήριξε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, παρέλιπε δύο σημεῖα αὐτοῦ, χωρὶς νὰ τὰ δικαιολογήσῃ. Τὰ σημεῖα ταῦτα εἶναι τὸ ἀμετάκλητον τοῦ ἀρχηγοῦ καὶ ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτοῦ, σφαλλομένου τυχὸν κατὰ τὴν διοίκησιν, εὐθύνας. Ἂν καὶ εἰς τὰ σημεῖα ταῦτα ἐνδιατρίψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἐκθέσῃ τὰ ἐπιχειρήματά του, διὰ τῶν ὁποίων ἤθελεν ἴσως ἀποδείξει, ὅτι καὶ ὑπ’ αὐτὰς τὰς δύο ἐπόψεις ἀκόμη τὸ νομοσχέδιον εἶναι καὶ ἐπιβαλλόμενον καὶ ὠφέλιμον, νομίζω ὅτι τότε ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θέλει συμπληρωθῆ, καὶ ἐκεῖνοι τοὐλάχιστον, οἱ ὁποῖοι, καὶ ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων αὐτῶν καὶ ἐξ ὅσων μέχρι τοῦδε οἱ ὑποστηρίξαντες τὸ νομοσχέδιον εἶπον, ἐπείσθησαν ὅτι πρέπει νὰ τὸ ψηφίσωσι, θὰ τὸ ψηφίσωσι μετὰ μεγαλειτέρας πεποιθήσεως.

§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.

§46Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ζήτημα ἐξηντλήθη, κύριε Πρόεδρε, καὶ οἱ διάφοροι ῥήτορες ἐξέθεσαν τὴν γνώμην αὐτῶν. Οἱ ὑποστηρίξαντες τὸ νομοσχέδιον ἐνόμισαν ὅτι ἐδικαιολογοῦντο, λέγοντες, ὅτι ἀναθέτουσι τὴν διοίκησιν τὴν γενικὴν τοῦ στρατεύματος εἰς τὸν ἀντιστράτηγον Διάδοχον τοῦ Βασιλικοῦ Θρόνου, διότι ἡ διοίκησις εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἦτο ἡ πρέπουσα. Ἀλλ’ ἐνῷ διετείνοντο ταῦτα καὶ ἐζήτουν νὰ πείσωσιν ἡμᾶς, ἐνῷ προσεπάθουν ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι αὐτὸς ἀληθῶς εἶναι ὁ λόγος, δι’ αὐτῶν τῶν ἰδίων ἐπιχειρημάτων αὐτῶν κατεδείκνυον, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι δὲν ἐπίστευον εἰς ὅ,τι ἔλεγον. Ὑποχρεοῦμαι, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐξετάσω ἐπ’ ὀλίγον, ἂν ἡ αἰτιολογία αὕτη, ἡ ὁποία καὶ ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὑπεστηρίχθη, εἶναι πραγματική. Ἐὰν δεχθῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ πολιτικὴ, εἰσελθοῦσα εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, παρέλυσεν αὐτὴν, ὅτι κατέστησεν ἀδύνατον τὴν διοίκησιν αὐτῆς, ἐρωτῶ, ποῖον μέτρον διὰ τοῦ νομοσχεδίου παρουσιάζεται, τὸ ὁποῖον ἀπομακρύνει τὴν πολιτικὴν ἀπὸ τὸν στρατόν; Ἐὰν οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ νομοσχέδιον φρονοῦσιν ὅτι ἀρκεῖ μόνη ἡ παρουσία τῆς Α. Ὑψηλότητος ν’ ἀπομακρύνῃ τὴν πολιτικὴν ἀπὸ τὸν στρατὸν, σφάλλονται, ἐν ὅσῳ τὸν στρατὸν ἀφίνουσι νὰ ἐκτελῇ ἄλλας ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους. Τί δύναται, καὶ ἂν θέλῃ, νὰ πράξῃ ἡ Α. Ὑψηλότης, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅταν ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἀπαιτῇ ἀπὸ τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατεύματος ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικοὺς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῆς; ποίους θὰ εὕρῃ ἡ Α. Ὑψηλότης νὰ μορφώσῃ; ποίους θὰ εὕρῃ νὰ ἀναπτύξῃ; ποίους θὰ εὕρῃ νὰ καταστήσῃ ἀξίους τοῦ ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον ἡ Πολιτεία τοῖς ἀνέθηκε; Πῶς θὰ τοὺς καταστήσῃ τελείους καὶ ἱκανοὺς ν’ ἀντιμετωπίσωσιν ἀφόβως τὸν θάνατον; πῶς θὰ ἐμπνεύσῃ τὴν πεποίθησιν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς, ὅτι ὁδηγοῦντες τὰ τέκνα τῆς Ἑλλάδος ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ, θὰ ὁδηγήσωσιν αὐτὰ ἐν πάσῃ τῇ ἐπιστημονικῇ ἀκριβείᾳ, καὶ ὅτι θὰ δυνηθῶσι τὰ τέκνα ἐκεῖνα ὑπὸ τοιούτους ἡγήτορας νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ ἑαυτῶν καθῆκον; Δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ τοιαύτην μαγικὴν δύναμιν ἡ Α. Ὑψηλότης, ὥστε εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, ὑπαξιωματικοὺς καὶ ὁπλίτας, τοὺς διεσπαρμένους εἰς τὰς διαφόρους, ἐκτὸς τῆς στρατιωτικῆς, ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, μαγικῶς, οὕτως εἰπεῖν, νὰ ἐμφυσήσῃ, καὶ εἰσαγάγῃ εἰς τὸ πνεῦμα αὐτῶν τὴν ὅλην στρατιωτικὴν ἐπιστήμην, καὶ νὰ καταρτίσῃ αὐτοὺς τελείους καὶ ἱκανοὺς ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς χώρας ἡμῶν. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ἄνευ περιστροφῶν, ἄνευ ἐπιχειρημάτων, μὲ αὐτὰ τὰ πράγματα ἀποδεδειγμένον τὸ ἀδύνατον κατὰ τοιοῦτον τρόπον τῆς ὀργανώσεως τοῦ στρατεύματος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον, ὅτι δίδετε διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὴν διοίκησιν τοῦ στρατεύματος, ἀλλὰ δίδετε εἰς τὴν Α. Ὑψηλότητα καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξετάσεως τῆς ἱκανότητος τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῆς ἀποφάσεως αὐτοῦ ἐπὶ τῆς ἐξετάσεως ταύτης. Καὶ τὸ δικαίωμα αὐτὸ τὸ δίδετε ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ, ἄνευ οὐδενὸς κανόνος! Καὶ πῶς θέλετε, ἡ Αὐτοῦ Ὑψηλότης δικαιοσύνην νὰ ἀπονείμῃ κατὰ τὴν τοιαύτην διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας αὐτοῦ; Πῶς θὰ γνωρίζῃ ἡ Α. Ὑψ. τοὺς ἀξιωματικοὺς, διεσκορπισμένους καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα; καὶ πῶς οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ θὰ ἦναι πλήρεις, ἱκανοὶ, ἕτοιμοι εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ ἀξιώματος αὐτῶν, ὅταν ἀπασχολῶνται εἰς ξένας τοῦ καθήκοντος αὐτῶν ὑπηρεσίας; Διὰ ν’ ἀπαιτήσῃ ἡ Α. Ὑψ. πλήρη καὶ τελείαν τὴν μόρφωσιν τῶν ἀξιωματικῶν, διὰ ν’ ἀποφανθῇ δικαίως καὶ νὰ θέσῃ ἐκποδὼν τοὺς ἀνικάνους καὶ νὰ προαγάγῃ τοὺς ἱκανοὺς, ὀφείλει νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς πρόγραμμα μορφώσεως, πρόγραμμα ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ εἰς ποίους νὰ δώσῃ τοῦτο; Ποῦ θὰ εὕρῃ τοὺς ἀξιωματικούς; ποῦ θὰ εὕρῃ τοὺς ὁπλίτας; Θὰ τοὺς ζητήσῃ εἰς τὰς ἀστυνομίας, θὰ τοὺς ζητήσῃ εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν ληστοφυγοδίκων καὶ φυγοδίκων, θὰ τοὺς ἀκολουθήσῃ ὄπισθεν τῶν εἰσπρακτόρων! Ἀλλὰ πῶς θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τοὺς τοιαύτας ὑπηρεσίας ἐκτελοῦντας ἀξιωματικοὺς μόρφωσιν στρατιωτικὴν τελείαν, καὶ ἐν συνειδήσει ν’ ἀποφανθῇ ὑπὲρ ἢ κατ’ αὐτῶν; Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ἐχάσαμεν τόσας ἡμέρας, συζητοῦντες ἐπὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δὲν πληροῖ τὰς συνθήκας, δι’ ἃς συνετάχθη. Ἐὰν ὁ στρατὸς παρέλυσεν, ἐὰν ὁ στρατὸς δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ὑποχρεώσεις αὑτοῦ, ἐὰν τὸ κόμμα εἰσῆλθεν εἰς τὰ μυχιαίτατα τοῦ στρατεύματος καὶ διεσκόρπισεν αὐτὸ, δὲν πταίει ἡ ὑπουργικὴ διεύθυνσις, πταίουσιν οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι διεσκόρπισαν τὸ στράτευμα εἰς ξένα τοῦ καθήκοντός του ἀντικείμενα· καὶ διὰ τοῦτο, ὄχι τὸν Διάδοχον, ἀλλὰ καὶ τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν ἐὰν φέρετε ἀρχηγὸν, δὲν θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ πράξῃ τι καλόν· θὰ ἀποτύχῃ. Τίνα ὑπηρεσίαν λοιπὸν προσφέρει ἡ Κυβέρνησις, ἀποτυγχάνοντος τοῦ Διαδόχου; τίνα ὑπηρεσίαν προσφέρει εἰς τὴν πατρίδα; τίνα ὑπηρεσίαν προσφέρει εἰς τὴν Δυναστείαν; Ποῖα τὰ ἀγαθὰ, τὰ ὁποῖα θὰ δώσῃ τὸ νομοθέτημα τοῦτο εἰς τὸν στρατόν; Ἐψηφίσατε νόμον περὶ ἀστυνομίας, ἐψηφίσατε νόμον περὶ χωροφυλακῆς, οὓς εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ πολύμητις Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ πατριάρχης τῶν Οἰκονομολόγων, δὲν ἐσκέφθη πῶς θὰ ἐξεύρῃ τοὺς πόρους, δι’ ὧν θὰ καλύψῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται, ὅπως ἐφαρμοσθῶσιν οἱ νόμοι οὗτοι καὶ λειτουργήσωσιν, ἀπαλλαχθῇ δ’ οὕτω ὁ στρατὸς πάσης ἄλλης ὑπηρεσίας καὶ ἀσχοληθῇ εἰς τὰ κύρια ἔργα αὑτοῦ. Δὲν ἐσκέπτετο λοιπὸν σοβαρῶς ἡ Κυβέρνησις, ὅτε ὑπέβαλλε τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, καὶ ἐζήτει παρ’ ἡμῶν τὴν ψήφισιν αὐτῶν. Ἀπομακρύνατε, Κύριοι, τὸν στρατὸν ἀπὸ τὰ ξένα καθήκοντα, καὶ τότε δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ θέσητε τὸν Διάδοχον ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ. Τότε πᾶς στρατιωτικὸς, ἀναλαμβάνων τὴν διοίκησιν αὐτοῦ, θὰ δυνηθῇ νὰ ἐκτελέσῃ ἐπακριβῶς τὸ καθῆκόν του, τὰ δὲ ἀποτελέσματα ἔσονται ὅμοια ἢ καὶ καλλίτερα ἴσως ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐλπίζομεν ἀπὸ τὴν Α. Ὑψηλότητα. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Καλλίτερα θὰ ᾖναι τ’ ἀποτελέσματα, ἐὰν οὕτω πράξητε, διότι ὁ Ὑπουργὸς, διότι πᾶς ἀρχηγὸς ἄλλος, ἐκτὸς τοῦ Διαδόχου, ὑπέχουσιν εὐθύνην καὶ θὰ δώσωσιν εὐθύνας, ἐνῷ ἡ Ὑψηλότης του οὔτε ὑπέχει εὐθύνην, οὔτε θὰ δώσῃ εὐθύνας· ἐκτὸς δὲ τούτου, δὲν θὰ μένῃ καιρὸς εἰς τὴν Α. Ὑψηλότητα, ὡς ἐκ τῆς μεγάλης ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία θὰ διεξάγηται ὑπ’ αὐτοῦ, νὰ ᾖναι ἕτοιμος εἰς πάντα τὰ ζητήματα, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ Κλίκα, ἡ ὁποία ἔθηκε τὴν ὑπογραφήν του εἰς ἐκεῖνο τὸ ἐξάμβλωμα, θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ τὴν θέσῃ καὶ εἰς ἄλλα σοβαρώτερα καὶ ἐκτελεστικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα θὰ φέρωσιν ἀμέσως τὴν ἀταξίαν καὶ παραλυσίαν εἰς τὸν στρατὸν, καὶ κάτι σοβαρώτερον εἰς τὴν Βασιλικὴν Δυναστείαν. Φοβοῦμαι μάλιστα, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς ἔχει, γείνῃ νόμος, μήπως εἰς τὰ διατάγματα τὰ μέλλοντα νὰ ὑποβληθῶσι καὶ κανονίζοντα τὰ δικαιώματα τοῦ γενικοῦ ἀρχηγοῦ, περιληφθῶσι διατάξεις, αἵτινες θὰ ἔχωσιν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν· φοβοῦμαι μήπως εἰσέλθῃ ὁ Γεν. Διοικητὴς εἰς τὴν ὅλην διοίκησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ οἱ φόβοι μου οὗτοι δὲν εἶναι ἀδικαιολόγητοι, ἂν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, τί ἀναγράφει ἡ Μελέτη τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος καὶ τί τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἐξ αὐτῶν λοιπὸν κρίνων, δικαίως φοβοῦμαι ὅτι τὰ ἐκτελεστικὰ διατάγματα, ὅταν θὰ γείνωσι γνωστὰ, θ’ ἀνατριχιάσωσι τοὺς ἀναγνώστας αὐτῶν! Περὶ τούτου ὡμίλησα καὶ ἄλλοτε, πρὶν γείνωσι γνωστὰ τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος ἔργα, ἐκ τῶν ὑστέρων δ’ ἀπεδείχθη ἡ ἀλήθεια τῶν λόγων μου. Ἀπεύχομαι ν’ ἀποδειχθῶσιν ἀληθῆ καὶ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγω ταύτην τὴν στιγμήν. Δὲν ὀργανοῦτε διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας τὸν στρατὸν, οὐδ’ εἰς τὴν Αὐτοῦ Ὑψηλότητα δίδετε τὰ πρὸς τοῦτο μέσα. Ἀλλὰ καὶ ἂν δεχθῶμεν ὅτι ὁ Διάδοχος θὰ λάβῃ ὡς συνεργάτας τοὺς μᾶλλον ἐκλεκτοὺς καὶ δι’ αὐτῶν θέλει ζητήσει νὰ ὀργανώσῃ τὸν στρατὸν, ἐρωτῶ, εὗρεν ἡ Κυβέρνησις τοὺς ἀναγκαίους πόρους, οὓς θ’ ἀπαιτήσῃ ἡ ὀργάνωσις αὕτη; ἠκούσατε παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅτι ἔχει τὰ πάντα ἕτοιμα; Οὐδὲν ἠκούσατε. Ἡ ἀνάληψις λοιπὸν τῆς ἀρχῆς παρὰ τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος ἄλλον ἐνέχει σκοπὸν, καὶ τοῦτον ὑπέδειξα, τῶν δὲ ἀποτελεσμάτων αὐτοῦ θὰ λάβητε πικρὰν πεῖραν ὑμεῖς οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ νομοσχέδιον. Ἐν τῇ συνειδήσει σας ταύτην τὴν στιγμὴν ἀποδοκιμάζετε τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἂν ἐτίθετο τὸ ζήτημα εἰς μυστικὴν ψηφοφορίαν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὰ ¾ τῆς Βουλῆς ἤθελον καταψηφίσει αὐτὸ, διότι τὸ νομοσχέδιον δὲν πληροῖ τὰς ἀναγκαίας συνθήκας, καθιστῶσι δ’ αὐτὸ ἀνεφάρμοστον αἱ διατάξεις αὐτοῦ καὶ ἡ ἔλλειψις τῶν μέσων τῆς ἐφαρμογῆς. Συνιστῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον, ὅπως τὸ μελετήσῃ καλλίτερον καὶ φέρῃ τὰς δεούσας διορθώσεις. Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἄλλο νὰ συστήσω εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, νὰ μὴ λησμονήσῃ τὰς συνταγματικὰς θεωρίας, τὰς ἐνταῦθα ἀναπτυχθείσας, νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι οἱ πρῶτοι ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ ταύτῃ, οἱ καταγινόμενοι εἰς τὰ συνταγματικὰ, οἱ συντάξαντες τὸν συνταγματικὸν χάρτην, ἀπέδειξαν τὸ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι ἐκεῖνοι εἶπον ἐνταῦθα. Εἶναι ἔναυλοι εἰς τὰς ἀκοάς σας αἱ γνῶμαι τῶν διαφόρων ῥητόρων ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ νομίζω ἀπώλειαν χρόνου νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ἐλέχθησαν τόσον πειστικῶς. Ἀφοῦ τὸ ἥμισυ τῆς Ἑλλάδος, ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀναφανδὸν ἀποκρούει τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἀντιβαῖνον εἰς τὸ Σύνταγμα, ἡ Κυβέρνησις, χάριν τῆς πολιτικῆς της, δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, διότι εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ ἀντιφρονοῦντες νὰ τὸ ἀνατρέψωσιν, εὐθὺς ὡς ἀναλάβωσι τὴν ἀρχήν. Συμβουλεύω τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ θέσῃ ἐν ἐπαναστάσει τὸ Κράτος, ἐπιμένουσα εἰς τὴν ψήφισιν τοιούτου νομοσχεδίου. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι, καὶ ἂν τοῦτο ψηφισθῇ, ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὰ ἄλλα ἐπιχειρήματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, θὰ ἀρνηθῇ νὰ κυρώσῃ διὰ τῆς ὑπογραφῆς του νομοθέτημα, ὅπερ διὰ τῆς ἰδίας του ὑπογραφῆς εἰς ἄλλην ἐποχὴν θὰ πεισθῇ νὰ καταργήσῃ. Θεωρῶ λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον ἀπαράδεκτον, ὡς ἀντισυνταγματικὸν, καὶ ἀφίεμαι εἰς τὴν σύνεσιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν φιλοπατρίαν αὐτῆς, ὅπως ἀπαλλάξῃ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Βασιλέα ἀπὸ διάβημα οὐδὲν μέλλον νὰ ἔχῃ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα.

§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσω περαιωμένην τὴν συζήτησιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου...

§48ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὑπεβλήθη πρότασις ἀπαραδέκτου.

§49Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Μετὰ τὰς ἐπιμόνους, ἀλλ’ ἀποτυχούσας προσπαθείας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως πεισθῇ ἡ Κυβέρνησις περὶ τῶν ὀλεθρίων συνεπειῶν τοῦ νομοσχεδίου, ἐν ἐπιβάλλεται αὐτῇ ἔτι καθῆκον καὶ ὑποχρέωσις, νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ Ἡγεμόνος ἐπὶ τῶν σκέψεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, αἵτινες ἤγαγον αὐτὴν εἰς τὸ νὰ χαρακτηρίσῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀντισυνταγματικόν. Ἐντεῦθεν προβάλλω πρότασιν ἀπαραδέκτου.

§50ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρὶν ἢ δώσω ψῆφον ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως, δηλῶ ὅτι ὑποστηρίζω ἀπὸ τοῦδε αὐτήν. Ἡ ὁδὸς, ἣν ἐτράπη ἡ Κυβέρνησις, ὑποβαλοῦσα καὶ πεισμόνως ὑποστηρίξασα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, πλάττει νέαν κατάστασιν ἐν Ἑλλάδι. Εἰσήλθομεν πλησίστιοι εἰς μοναρχικὴν ὁδὸν, καὶ ὅσοι παρέλαβον παρὰ τῶν προγενεστέρων τὰς φιλελευθέρους παραδόσεις, καὶ ὅσοι ἔχουσι πίστιν εἰς τὸ πολίτευμα, καὶ ὅσοι εἶναι ἀποφασισμένοι νὰ ὑποστηρίξωσιν αὐτὸ, ὑποχρεοῦνται ἀπὸ τῆς σήμερον νὰ δώσωσι τὴν χεῖρα εἰς πάντας ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον παράσχει τὴν ὑπόσχεσιν καὶ τὴν ἐγγύησιν, ὅτι θέλουσι συντελέσει εἰς κατάρριψιν ἐκείνου, ὅπερ ταύτην τὴν ἑσπέραν ψηφίζομεν. Ἱδρύεται νῦν πληρεστάτη μεταξὺ τῶν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει φιλελευθέρων ἀλληλεγγύη κατὰ τῶν ἐκτρόπων πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τῆς ἀλληλεγγύης ταύτης, ἔχω πεποίθησιν, ὅτι πάντες συναισθανόμεθα πληρέστατα τὴν ἀξίαν. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀλληλεγγύης ταύτης πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ ἐνταῦθα, ὅτι θέλομεν ἐργασθῆ ἐν τῇ φιλελευθέρᾳ ὁδῷ, ὅπως πείσωμεν ἐκείνους, οἵτινες εἰσῆλθον εἰς τὴν ἀντίθετον ὁδὸν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι πλέον ἀσαφῆ τὰ ὅρια τὰ διακρίνοντα τούτους ἀπὸ ἐκείνων. Καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου ὑπάρχουσι συντηρητικοὶ καὶ φιλελεύθεροι, τὰ ὅρια τὰ διακρίνοντα αὐτοὺς δὲν εἶναι εὐδιάκριτα· πάντες βαδίζουσι σήμερον τὴν ὁδὸν τὴν φιλελευθέραν, οὗτοι μὲν ταχύτερον, ἐκεῖνοι δὲ βραδύτερον προχωροῦντες. Ἀλλ’ ἐπέπρωτο ἐν Ἑλλάδι, ἐν ἀρχῇ τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος, Κυβέρνησις Ἑλληνικὴ, κληρονομήσασα παραδόσεις φιλελευθέρας, νὰ χαράξῃ ταῦτα τὰ ὅρια! Ἀπὸ τοῦδε εἴμεθα διῃρημένοι εἰς μοναρχικοὺς καὶ εἰς φιλελευθέρους συνταγματικοὺς.

§51ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι, ὄχι.

§52ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπὸ ταύτης τῆς στιγμῆς ἔχω τὴν συναίσθησιν, ὅτι εἶμαι τελείως ἀντίθετος πρὸς ἐκείνους, μεθ’ ὧν ἠδυνάμην νὰ εὑρίσκωμαι εἰς τὰς αὐτὰς τάξεις. Εἴμεθα διῃρημένοι διὰ βαθείας τάφρου· ἡμεῖς δὲ θέλομεν βαδίσει τὴν ὁδὸν ἐκείνην, ἥτις δὲν θέλει ἐπιτρέψει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ τοιαύτη πορεία. Ταῦτα εἶχον ἀνάγκην νὰ εἴπω.

§53Α. ΣΤΡΑΤΟΣ (ἐγειρόμενος). Ἐκ μέρους τίνος τὰ λέγετε;

§54ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὡς ἀντιπρόσωπος ἐμοῦ αὐτοῦ.

§55Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ καθῆκον ἔχω νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ. Δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἵνα μάθωμεν, ὅτι ἀλληλεγγύη μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἄλλων ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἀπὸ πολλοῦ ὑφίσταται. Ἀφ’ ἧς ἀνελάβαμεν τὴν ἀρχὴν, ἐγνωρίσαμεν ὅτι διὰ παντὸς τρόπου ἤθελον ἐπιδιώξει, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν ἀλληλεγγύην ταύτην. Δὲν πρόκειται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ διαιρέσωμεν τὸ ἔθνος εἰς μοναρχικοὺς καὶ εἰς φιλελευθέρους. Ὑποστηρίζοντες τὸ νομοσχέδιον, βασιζόμεθα ἐπὶ τῶν φιλελευθέρων ἰδεῶν. Οὐδόλως θίγομεν τὸν συνταγματικὸν χάρτην. Σεῖς ὑπεστηρίξατε τὸ ἐναντίον. Ἡμεῖς ὅμως ὑπεστηρίξαμεν καὶ ἀπεδείξαμεν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἀθετοῦμεν τὰς συνταγματικὰς ἀρχάς· ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ μένει ἀκεραία, καὶ τὴν εὐθύνην ταύτην ἐξασφαλίζει τὸ δικαίωμα τῆς παραιτήσεως. Ἐνόσῳ Ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς παραιτήσεως, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ δικαιώματα αὑτοῦ θέλει ἐνασκήσει, διότι αὕτη καθιστᾷ αὐτὸν ἀνεξάρτητον πάσης ἐπιδράσεως, τεινούσης εἰς περιορισμὸν τῶν δικαιωμάτων του. Ὅταν κρύπτησθε ὑπὸ τοιαῦτα ἐπιχειρήματα, ἐπ’ ἐλπίδι ὅτι τὸ κόμμα τῶν τριῶν θὰ γείνῃ τὸ κόμμα τῶν ἑβδομήκοντα τριῶν, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω εἰς ὑμᾶς: ἐλπίσατε, ἐὰν θέλετε, ὅτι αἱ μονάδες θὰ γείνωσι δεκάδες, ἀλλὰ μὴ λέγετε ὅτι διαιροῦμεν τὸ ἔθνος εἰς ἀπολυταρχικοὺς καὶ εἰς φιλελευθέρους. Εἴμεθα φιλελεύθεροι ἐν τῇ καλῇ ἐννοίᾳ τῆς λέξεως, εἴμεθα ὀπαδοὶ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, εἴμεθα πιστοὶ εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα τὸ θέλομεν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ἣν διετύπωσα χθές. Βλέπομεν τοὺς κινδύνους, οὓς διατρέχομεν· βλέπομεν ὅτι τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν ἐφαρμόζεται, καὶ πρέπει νὰ καταβληθῇ προσπάθεια, ὅπως τὰ κακὰ, ἅτινα παρατηροῦμεν, ἀρθῶσιν, ἀλλ’ αἱ προσπάθειαι πρέπει νὰ γείνωσιν ἐν τῷ πεδίῳ τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν. Εἰς τὸ Σύνταγμα θὰ ἐξακολουθήσωμεν μένοντες πιστοὶ, ἡ δὲ φωνὴ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ δὲν εἶναι ἀρκούντως ἰσχυρὰ, ὅπως πείσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιδιώκεται ἡ διαίρεσις τῶν πολιτῶν εἰς ἀπολυταρχικοὺς καὶ εἰς φιλελευθέρους.

§56ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις εἶχε τὸ θάρρος χθὲς νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὡς παρετήρησεν ὁ πρό τινος ὥρας ἀγορεύσας ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, καὶ ν’ ἀπαγγείλῃ ἐνταῦθα τὸ κατηγορητήριον τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ὁποίου προΐσταται ὡς ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως, ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅτε ἐπὶ τοιούτων κατηγοριῶν, ὡς ἐπὶ ἐπιχειρημάτων, ἐστήριξε τὰς προτάσεις αὑτοῦ περὶ παραδόσεως ἀνεξελέγκτου καὶ ἀμετακλήτου ἀρχῆς εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου, ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔρχεται τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ διαμαρτυρηθῇ, ὅτι εἶναι συνταγματικὸς καὶ κοινοβουλευτικός! Συνταγματικὸς καὶ κοινοβουλευτικὸς αὐτὸς, ὅστις καὶ δι’ ὅσων εἶπε χθὲς ἀπέδειξεν, ὅτι οὐδεμίαν ἔχει πίστιν πρὸς τὸ εἶδος τοῦ πολιτεύματος, δι’ οὗ κυβερνώμεθα! Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἄνθρωπος μὴ κρύπτων συνήθως τὰς γνώμας αὑτοῦ, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ὅτε εὑρίσκεται ἐλεύθερος, εἰλικρινῶς ἐκφράζει τὰς πεποιθήσεις αὑτοῦ. Γινώσκομεν δὲ καλῶς, ποία εἶναι ἡ δύναμις τῆς συνταγματικῆς αὑτοῦ πνοῆς, ὅτε εὑρίσκεται συζητῶν ἔξω τῆς Βουλῆς περὶ Συντάγματος καὶ Κοινοβουλίου. Γινώσκομεν ποῖαι αἱ ἰδέαι καὶ αἱ προτιμήσεις αὐτοῦ, αἵτινες, ἂν ἦτο ἐλεύθερος νὰ κινηθῇ, ἤθελον ἀγάγει αὐτὸν εὐθὺς εἰς τὴν ὁδὸν, ἣν βαθμηδὸν προσπαθεῖ νὰ ἀναγκάσῃ ἡμᾶς νὰ τραπῶμεν. Περίεργος φαίνεται τῷ Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἰδέα τῆς ἀλληλεγγύης, ἣν αἱ πράξεις αὐτοῦ γεννῶσι παρὰ τῇ Ἀντιπολιτεύσει, διότι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἁγνὸς ἀπὸ πάσης μολυντικῆς ἐπαφῆς, δὲν συνέπραξεν αὐτὸς μετ’ οὐδενὸς, ὅστις δὲν ἦτο ἀνέκαθεν καὶ ἀπὸ καταβολῆς κόσμου ὁμόφρων αὐτῷ. Καὶ λησμονεῖ, ὅτι ὁ ἀπὼν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην Ὑπουργὸς ἦτο συμπάρεδρος αὐτοῦ μέχρι τῆς τελευταίας ὥρας, καὶ ὅτι τὴν ἰδίαν αὑτῶν ἀλληλεγγύην δὲν ἔπλασε βεβαίως ἡ ἐπιθυμία νὰ προστατευθῶσι δι’ αὐτῆς οἱ θεσμοὶ οἱ κινδυνεύοντες, ἀλλ’ ἡ ἀλληλεγγύη αὕτη ὀφείλεται ἀκριβῶς εἰς ἐκείνους τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἦλθε τὴν ἑσπέραν τῆς χθὲς νὰ κατηγορήσῃ τὸ Κοινοβούλιον ἐπὶ συναλλαγῇ καὶ κωλυσιεργίᾳ καὶ ἐπὶ ἐπιπολαιότητι ἐν τῇ καταρτίσει τῶν νόμων. Καὶ αὐτὸς, ὅστις ἐκ τοιούτων λόγων δίδει τὴν χεῖρα εἰς συνεργάτας προχείρως ἐκλεγομένους, ἔρχεται νὰ ὁμιλήσῃ ἀνευλαβῶς περὶ τῆς ἀποφάσεως παντὸς εἰλικρινοῦς καὶ φιλελευθέρου ἀντιπολιτευομένου, δίδοντος τὴν χεῖρα πρὸς πάντα ἄλλον καὶ παραβλέποντος τὰς λεπτομερείας, ἵνα συνδεδεμένοι διεξαγάγωμεν τοῦτον τὸν κοινὸν ἀγῶνα, ὅπως ἀνακόψωμεν τὴν πορείαν ἐκείνων, οἵτινες παρασύρουσι τὸ Στέμμα εἰς τὴν κατωφέρειαν! Πρὸς λύσιν τούτου τοῦ ζητήματος, τοιαύτην ἔχοντες πρόθεσιν, εἶναι ἀδιάφορον, ἂν εἴμεθα εἷς ἢ πολλοί. Οὐδεμίαν ἔχει τοῦτο ἀξίαν. Ἔχει ἀξίαν ὁ ἀριθμὸς, ἵνα στηριχθῶσιν ἐπ’ αὐτοῦ οἱ λαβόντες ἀξίνην καὶ καταφέροντες αὐτὴν κατὰ τοῦ θεμελίου τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ παρὰ τοῖς ἐργάταις τοῖς συντηρητικοῖς, πρὸς ἀνέγερσιν τῶν ὀχυρωμάτων, ἀφ’ ὧν θέλουσι καταπολεμήσει τὴν πρόοδον πάσης μοναρχικῆς ἐπεμβάσεως, ἀρκοῦσι καὶ δύο, ἀρκεῖ καὶ μία φωνή, καὶ θὰ κατορθωθῇ νὰ στήσωσι τὸ κακόν.

§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις περὶ ἀπαραδέκτου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.

§58Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Θὰ ψηφίσω Ὄχι, μὲ τὴν δήλωσιν, ὅτι εἶμαι φιλελευθερώτερος παντὸς φιλελευθέρου.

§59Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ Ὄχι, μὲ τὴν δήλωσιν, ὅτι δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τῶν 16 ὑπὸ τοῦ κυρίου Δραγούμη καταγγελθέντων Τρικουπικῶν.

§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Κ. Χατζηπέτρου καὶ Θ. Βελλιανίτου, καὶ εἶτα ἡ διαλογή, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἀνδρέας Πεταλᾶς ΟΘ. Β. Δηλιγιάννης
Γ. Κυριαζῆς ΟΧαρίλ. Διγενόπουλος Ο
Α. Παναγιωτόπουλος Ἀρ. Πετροπουλάκης Ο
Λ. Μελετόπουλος ΟΓ. Λ. Πετροπουλάκης Ο
Κ. Μωραϊτίνης ΟΜιχ. Φωτιάδης
Εὐστ. Ρακόπουλος ΟΓ. Λιδωρίκης
Ἐπ. Ἐμπειρῖκος Γ. Ἀνδρίτσος Ο
Εὐκλείδης Μπίστης ΟἈρ. Ἀναγνωστόπουλος Ο
Δημοσθ. Καΐρης Μιχ. Στελλάκης Ο
Ἀνδρ. Καρατζᾶς ΝΚ. Παπαμιχαλόπουλος Ν
Κ. Πλατούτσας ΟΓ. Λύρας Ο
Μιχ. Κωτσάκος Ἐμμ. Ρέπουλης Ο
Κων. Γ. Καραπᾶνος Δημ. Τσάτσος Ο
Κων. Κοττίκας ΟΔημ. Τσιτσάρας Ν
Ἰωάννης Καραπᾶνος Κωνστ. Ζῶτος
Εὐάγγ. Γαρουφαλιᾶς Γ. Χατζόπουλος Ο
Στέφ. Δραγούμης ΝΔιον. Στεφάνου
Ν. Λεβίδης ΝΚ. Ἀργασάρης ΛομβάρδοςΟ
Θ. Ρετσίνας Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας Ν
Φωκίων Νέγρης ΟΓ. Ρώμας Ο
Νικ. Γιαννηκώστας Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ο
Ἐπ. Μ. Κανάρης ΟΧρ. Στεφανόπουλος Ο
Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς Χαρίλ. Σπηλιώτης Ν
Θεόδ. Φλογαΐτης Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ο
Δ. Γ. Ράλλης ΝΠέτρος Αὐγερινὸς
Γεώργ. Βενιζέλος ΟΧρ. Δαραλέξης
Νικ. Γουναράκης ΝἍγγ. Αὐγ. Πετραλιᾶς Ν
Κ. Σταυρόπουλος ΟΝ. Δαούτης
Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς Π. Παπαχατζῆς
Ἀνδρ. Στράτος ΟΣπ. Ἰω. Μήλιος Ο
Δημήτριος ΚαραγιάννηςΟΒ. Μαρκεζίνης Ο
Ἀντ. Καρτάλης ΟΝικήτας Συνοδινὸς Ο
Κ. Τοπάλης ΟΧριστόφ. Ἀσιμῆς
Ἀλέξ. Κασσαβέτης ΟΤηλ. Δενδρινὸς Ο
Ἀργύρ. Φιλιππίδης ΟΠ. Μαυροκέφαλος Ο
Ν. Παπαϊωάννου Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμης Ο
Δημ. Γίδας ΟΘεόδ. Ζαΐμης
Νικ. Τσόχας ΟΠ. Θ. Ζαΐμης Ο
Νικ. Τουλίμης ΟὈδ. Λαμπρόπουλος Ο
Ἐπ. Μαυρομμάτης Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ
Περ. Ἀλεξάκης ΝἩρ. Καλαμπάκας Ο
Ν. Σπυρακόπουλος ΟΓεώργ. Παπαθανασίου Ο
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης
Περ. Περρωτῆς Ἀθαν. Κατριβᾶνος Ο
Ἡλίας Μαυρομιχάλης ΟἩλ. Κοσσονάκος
Γ. Οἰκονομόπουλος Γ. Ἀναστασόπουλος Ν
Δ. Τερτίπης ΟΓ. Νικολαΐδης Ο
Τιμ. Ἀδαμόπουλος Κ. Τρικούπης
Κ. Ζωγλοπίτης Λεων. Δεληγεώργης Ν
Γ. Φραγκίδης ΟΣπ. Α. Κουμουνδοῦρος Ν
Ι. Καζαμπάχας Δ. Λυμπερόπουλος Ο
Σπ. Παπαποστόλου ΟΓ. Λυμπερόπουλος Ο
Ξεν. Τσαμαχίδης ΟΠερ. Μποῦτος Ο
Κ. Σαραφιανός ΟἈρ. Προβελέγγιος Ο
Γ. Χαντζηνικολῆς ΟΑ. Μάτσας
Π. Λεβέντης Νικ. Κρίσπης Ο
Κ. Δούνης Ι. Ναυπλιώτης Ο
Γ. Μέρμηγκας ΟΓ. Σισμάνης Ο
Γ. Κόρπας ΟΔ. Φαρμάκης
Τριαντάφ. Πατρίκιος ΟΓ. Πλατανιώτης
Γ. Θεοτόκης ΟἩλ. Ποταμιάνος
Μιχ. Θεοτόκης Μιχ. Λαμπρυνίδης Ο
Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ι. Βοῦρτσος Ο
Α. Πετσαλής
Σπ. Χυτήρης ΟΚ. Α. Κουμουνδοῦρος Ν
Γουλ. Σκάρπας ΟΚυρ. Π. Μαυρομιχάλης
Β. Σαμοΐλης ΟΓ. Καπετανάκης Ο
Σπ. Ἀγάθος ΟΦώτ. Μοσχούλας Ο
Ν. Καλοσγοῦρος Ἀσημ. Χριστόπουλος Ν
Κ. Χρηστόπουλος ΟΧ. Κανελλόπουλος Ν
Σωτ. Κροκιδᾶς Θᾶνος Μπασιᾶς ἀρν.
Σπ. Νοταρᾶς ΟΠ. Τυπάλδος Ο
Περ. Μεντζελόπουλος ΟΘ. Βελλιανίτης Ν
Δ. Δημητριάδης Ἀνάρ. Σιμόπουλος Ο
Ἄθως Ῥωμάνος ΟἈθ. Παπαθανασίου Ο
Ἀγαμ. Μεταξᾶς ΟΠέτρος Μόρης Ο
Ἀντ. Μουφερρᾶτος ΟἸω. Γ. Ροῦρος Ο
Θ. Μαρκέτος Α. Παπαγιαννακόπουλος Ν
Σπ. Ε. Στάης ΟἈσημ. Θ. Ζαΐμης
Διον. Καλούτσης Α. Ρικάκης Ο
Π. Χοντζόπουλος ΟἈχ. Χοϊδᾶς Ν
Ν. Τσοῦχλος ΟΓ. Παπαδιαμαντόπουλος Ο
Χ. Κ. Βοζίκης ΟΝ. Μισυρλῆς
Θ. Πέρρος ΟΝ. Καράπαυλος Ο
Στέφ. Κοπανίτσας ΟΓ. Ράλλης Ο
Γ. Φικιώρης ΝΣπ. Γκεντιλίνης Ο
Μελέτ. Ρουσόπουλος ΟΓ. Ζερβὸς Ο
Βρασίδας Λεώπουλος ΝΚοσμᾶς Δουμπιώτης Ο
Γ. Μαυρομιχάλης
Γ. Γιαννακίτσας ΟΝ. Λεωνίδας Ο
Ν. Καραστέργιος Διον. Κυριακὸς
Δ. Πιπινόπουλος Α. Μαυρογορδᾶτος
Ι. Γ. Λάππας Α. Λαδόπουλος
Ν. Μπουφίδης ΟΝ. Βαφειαδάκης
Περ. Βαλαωρίτης ΟΑ. Βιτάλης Ο
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Δ. Βοκοτόπουλος Ο
Γερ. Φίλιππας ΟΙ. Ἰχίων Ο
Ξ. Κυριαζῆς ΟΚάρολος Βιτάλης Ν
Β. Βασιλειάδης Κ. Χατζηπέτρος Ο
Ἀθαν. Εὐταξίας Γ. Κανούτας Ο
Ν. Τριανταφυλλάκος ΟΝ. Ταρμπάζης Ο
Παν. Μανέτας ΝΘ. Κριεμάδης Ν
Ι. Μπαχόπουλος Γ. Ραδινὸς Ο
Ἡλ. Ζέγγελης ΟἈπόστ. Ζάππας ἀρν.
Φ. Βάρβογλης Ο
Θ. Σαρσέντης ΟἸωσὴφ Γρηγοριάδης Ο
Α. Πονηρόπουλος ΟΚ. Ἀγαθοκλῆς Ο
Δ. Ἀναστασόπουλος ΟΙ. Τσιριμῶκος Ο
Δ. Παπατσώρης ΟΔ. Κρίτσας Ν
Δ. Κατσάνος ΟΑ. Πλατῆς
Α. Σκαλτσοδῆμος ΟΝ. Χατζῖσκος
Ν. Τζανετόπουλος Ν. Καλογερόπουλος
Γ. Ροδόπουλος Β. Βουδούρης Ο
Θ. Λιμπρίτης Δ. Κριεζώτης
Ι. Κουντουριώτης ΟΓ. Ἀβέρωφ
Ν. Τσαμαδός ΟΜιλ. Κανάρης
Παντελῆς Γκίκας Ἀλέξ. Μ. Κανάρης

§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 158, ἐξ ὧν 26 ὑπὲρ τῆς προτάσεως, 130 κατ’ αὐτῆς, καὶ 2 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπομένως ἡ πρότασις περὶ ἀπαραδέκτου ἀπερρίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§62Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσαν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θὰ φέρωσι τροπολογίας.

§63Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς τὰ ἄρθρα.

§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κυρίου Στράτου.

§65Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Παρῃτήθη τῆς τροπολογίας ὁ κύριος Στράτος.

§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).

§67Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς. Εἰς τὴν γʹ παράγραφον ν’ ἀντικατασταθῶσιν αἱ λέξεις «τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα» διὰ τῶν λέξεων «ἡ στρατολογικὴ ὑπηρεσία», νὰ διαγραφῇ ἡ ἐν τῷ πέμπτῳ αὐτῆς στίχῳ λέξις «καὶ», νὰ προστεθῶσι δὲ εἰς τὸ τέλος τῆς παραγράφου ταύτης αἱ λέξεις «καὶ ἡ χαρτογραφικὴ ὑπηρεσία».

§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχουσι δύο τροπολογίαι, μία τοῦ κυρίου Κρίτσα καὶ ἑτέρα τοῦ κ. Στράτου. Ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Κρίτσα ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἐν τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 2, ἀντὶ τῆς λέξεως «ἀντιστρατήγου» τίθενται αἱ λέξεις «ὑποστρατήγου μὴ ἀνήκοντος εἰς τὴν Βασιλικὴν Οἰκογένειαν». Μετὰ δὲ τὰς λέξεις «διοικεῖ τὸν στρατὸν» προστίθενται αἱ λέξεις «ἐν εἰρήνῃ». Ὁ δὲ κ. Στράτος προτείνει, ὅπως τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 2 τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς εἶναι καὶ ἐπιθεωρητὴς τοῦ στρατοῦ».

§69Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι καὶ αἱ δύο τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 μεγάλην ἔχουσι τὴν σοβαρότητα. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι αἱ τροπολογίαι αὗται γίνονται δεκταί, ὅλον τὸ νομοσχέδιον ἀνατρέπεται. Ἐπειδὴ δὲ τοιαύτην σοβαρότητα ἔχουσιν αὗται, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι δά!

§71ΚΡΙΤΣΑΣ. Διατὶ ὄχι, κύριε Πρόεδρε; Ἐδῶ πρόκειται νὰ φανῇ, ποῖος νομίζει, ὅτι ὁ στρατὸς θὰ προοδεύσῃ ὑπὸ τὴν διοίκησιν τῶν Βασιλοπαίδων, καὶ ποῖος νομίζει, ὅτι, ἀρχηγοῦ ὄντος ἑνὸς ἐκ τῶν Βασιλοπαίδων, ἢ καὶ τοῦ Διαδόχου, ὁ στρατὸς δὲν θὰ προοδεύσῃ.

§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖτε ὀνομαστικὴν κλῆσιν;

§73ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐγὼ τὴν ζητῶ, παρακαλῶν ὑμᾶς νὰ μὴ ἀποβλέψητε εἰς τοὺς τύπους.

§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε 15. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Κρίτσα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Στράτου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.

§75Δ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη τροπολογία.

§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὑπάρχει τροπολογία τῶν κυρίων Τερτίπη, Ἀναγνωστοπούλου, Γιαννακίτσα καὶ Γ. Κυριαζῆ.

§77Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Αὐτὴ εἶναι εἰς τὸν πίνακα.

§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ πίναξ δὲν ψηφίζεται.

§79ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐγὼ ἔχω τροπολογίαν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος, ἀλλὰ δὲν τὴν ἔχω ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου, τὴν ἔχω εἰς τὰς προσωρινὰς διατάξεις.

§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.

§81ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Ἂς προστεθῇ, καὶ ἂς προστεθῇ ὅπου θέλετε.

§82ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀκούσατε, πῶς τροποποιεῖται ἡ προσωρινὴ αὕτη διάταξις. Εἰς τὸ ἄρθρον 13 προστίθεται παράγραφος τρίτη, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Μέχρι τῆς ὁριστικῆς συμπληρώσεως τῶν θέσεων τῶν ὑποστρατήγων ταξιάρχων αἱ ταξιαρχίαι θέλουσι διοικεῖσθαι ὑπὸ τοῦ ἀρχαιοτέρου τῶν διοικητῶν τῶν συνταγμάτων ἑκάστης ταξιαρχίας.»

§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη προσθήκη εἰς τὸν πίνακα Γʹ, προτεινομένη ὑπὸ τῶν κ. κ. Τερτίπη, Ἀναγνωστοπούλου κλπ. Μετὰ τὰς λέξεις «λοχαγὸς ἐπιτελὴς» νὰ προστεθῇ «τοῦ πεζικοῦ». Ἡ προσθήκη αὕτη θὰ ψηφισθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 8.

§84Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, προχθὲς εἴχετε τὴν καλωσύνην νὰ δώσητε ἐξηγήσεις τινὰς περὶ τῶν στρατολογικῶν γραφείων, κατόπιν ἐπερωτήσεώς μου. Εἴπετε, νομίζω, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἀξιωματικὸς τῶν τεχνικῶν ὅπλων δύναται νὰ μετατεθῇ εἰς τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα. Ἐπειδὴ ἐγίνετο θόρυβος ἐκείνην τὴν στιγμὴν, ἤθελον σᾶς παρακαλέσει νὰ διευκρινήσητε τοῦτο καλλίτερον.

§85Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ θέμα τοῦτο ἀνήκει εἰς ἄλλον νόμον, εἰς τὸν νόμον περὶ στρατολογίας, ὅστις καθορίζει τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα ὡς τὰ ἔμπεδα τοῦ πεζικοῦ. Ἑπομένως εἰς τὰ γραφεῖα ταῦτα διορίζονται ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ, καὶ μέχρι τοῦδε οὐδεὶς διωρίσθη ἐξ ἄλλου σώματος. Πάντες οἱ ἀποτελοῦντες τὸ προσωπικὸν τῶν Στρατολογικῶν Γραφείων λαμβάνονται ἐκ τοῦ πεζικοῦ.

§86Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἡ δήλωσις εἶναι ἀρκετὴ, ἀλλ’ ἐὰν δὲν τὸ νομίζετε περιττὸν, νὰ τὸ προσθέσωμεν.

§87ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀπὸ τοῦ 1880, ὅτε τὸ πρῶτον ἐφηρμόσθη ὁ νόμος περὶ γενικῆς στρατολογίας, μέχρι σήμερον δὲν ἐγένετο ἄλλως.

§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κυρίου Στράτου.

§89Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι, ἀναγκάζομαι νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις ὡς πρὸς τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἔχω ὑποβάλει. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τοῦ προκειμένου ἄρθρου ὁρίζει, ὅτι εἰς ἑκάστην μεραρχίαν προσκολλᾶται καὶ ἓν αὐθύπαρκτον τάγμα εὐζώνων. Ἐπειδὴ θὰ ἦναι τρεῖς αἱ μεραρχίαι, θὰ προσκολληθῶσι τρία τάγματα εὐζώνων. Μένουσι λοιπὸν πέντε τάγματα, τὰ ὁποῖα θὰ συγκροτήσωσι δύο συντάγματα εὐζώνων, ἐκ δύο ἢ τριῶν ταγμάτων ἕκαστον, ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ ἀρχαιοτέρου τῶν διοικητῶν τῶν ἀποτελούντων τὰ συντάγματα ταγμάτων. Τὰ τάγματα ἐν γένει τῶν εὐζώνων εἰς ὅλον τὸν στρατιωτικὸν κόσμον εἶναι ἀνεξάρτητα, εἶναι τὰ ὀνομαζόμενα chasseurs à pied; μόνον εἰς τὴν Γαλλίαν τὰ τῶν Ζουάβων, ἐπίσης ἐκλεκτὰ, συγκροτοῦνται εἰς 4 συντάγματα, ὧν ἕκαστον περιέχει 3 τάγματα· εἰς τὴν Γερμανίαν, εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ εἰς τὰ λοιπὰ Κράτη τῆς Εὐρώπης εἰσὶν ἀνεξάρτητα, ὡς ἔχουσι νῦν τὰ ἡμέτερα εὐζωνικά. Νομίζω ὅθεν, ὅτι εἶναι συμφέρον καὶ διὰ τὴν Γενικὴν Ἀρχηγίαν καὶ πρὸ πάντων διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, νὰ παραδεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διότι δὲν βλάπτει τοῦτο, ἀντὶ τῶν μεραρχιῶν, ἕκαστον τάγμα εὐζώνων νὰ προσκολληθῇ εἰς ἑκάστην ταξιαρχίαν. Ὅταν ἑκάστη ταξιαρχία ἔχῃ τὸ εὔζωνικόν της τάγμα, εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ ἀποσπῶνται ἀπὸ τὴν ταξιαρχίαν εὔζωνοι πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ὑπηρεσίας τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον διευκολύνεται ἡ ὑπηρεσία ἐν γένει τῆς δημοσίας τάξεως, καὶ συγχρόνως τὰ τάγματα μένουσιν ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ταξιάρχων, οἱ ὁποῖοι ἀγρυπνοῦντες θὰ τὰ ἔχωσιν εἰς καλὴν κατάστασιν. Τώρα, ἐπειδὴ εἶναι 8 τάγματα καὶ ἔχομεν ἕξ ταξιαρχίας, τὰ δύο περισσεύοντα τάγματα θ’ ἀποτελέσωσι μίαν αὐτοτελῆ δύναμιν κατὰ τὴν μεθόριον γραμμήν, ἢ θὰ συγχωνευθῶσιν εἰς τὰ ἕξ. Καὶ λέγω τοῦτο διότι σήμερον ὑπάρχουσι πολλὰ κενὰ εἰς τὸν στρατὸν, καθόσον ὑπάρχει ἔλλειψις πολλῶν ἀξιωματικῶν, ἑπομένως, ἐὰν ἡ δύναμις τῶν εὐζώνων συγχωνευθῇ μετὰ τῶν ἕξ ταγμάτων, τότε ἡ δύναμις τῶν ταγμάτων αὐτῶν θὰ αὐξήσῃ ἔτι περισσότερον εἰς στρατιώτας, ἑπομένως θὰ δύνανται διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν νὰ χρησιμεύσωσι περισσότερον, καὶ θὰ διευκολυνθῇ τὰ μέγιστα ἡ ὑπηρεσία, δὲν θὰ ἔχωμεν δὲ καὶ τὴν ἀνωμαλίαν, τάγματα εὐζώνων νὰ σχηματίζωσι συντάγματα ἀνὰ δύο καὶ ἀνὰ τρία. Διὰ τῶν τροπολογιῶν τούτων νομίζω ὅτι διευκολύνεται ἡ ὑπηρεσία, οὐδεμία δὲ δυσκολία φέρεται εἴτε εἰς τὴν οὐσίαν εἴτε εἰς τοὺς τύπους τοῦ νομοσχεδίου. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν σκεφθῇ περὶ τῶν μέτρων τούτων καλῶς, δὲν δύναται παρὰ νὰ δεχθῇ αὐτά. Λέγω ταῦτα μόνον πρὸς τὸ καλὸν τοῦ στρατοῦ.

§90Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐὰν πρόκειται μόνον περὶ τῶν συνταγμάτων τοῦ πεζικοῦ, ταῦτα ἀποτελοῦσι μόνον πέντε ταξιαρχίας, διότι εἶναι δέκα τὸν ἀριθμόν. Εἰς τὰς πέντε ταύτας ταξιαρχίας τοῦ πεζικοῦ προστίθεται καὶ ἡ εὐζωνικὴ ταξιαρχία, ἥτις ἀποτελεῖται ἐκ 5 ταγμάτων εὐζωνικῶν, ἀποτελούντων δύο συντάγματα εὐζώνων. Πλὴν τούτων εἰς ἑκάστην μεραρχίαν ἀνήκει ἓν τάγμα εὐζώνων. Πάντα ταῦτα ἐκανονίσθησαν ὑπὸ τύπον προσωρινὸν, μέχρις οὗ συνταχθῇ ὁ ὁριστικὸς ὀργανισμὸς, οὗτινος αἱ βάσεις θὰ στηρίζωνται ἐπὶ τῶν κανόνων τῆς τακτικῆς καὶ τῶν τοπικῶν περιστάσεων.

§91ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ μεταβολὴ οὐδεμίαν θὰ φέρῃ δυσκολίαν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ὀργανισμοῦ. Ἂν ἀποφασίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ κοπιάσῃ ὀλίγον διὰ τὸ ἔργον, εὐκολίαν θὰ εὕρῃ εἰς τὴν μεταβολὴν πασιφανῶς.

§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Στράτου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται). Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ὁ κ. Στράτος ἔχει δύο τροπολογίας. Ἐν παραγράφῳ πρώτῃ, ἀντὶ «ὀφείλουσι νὰ ἐπιθεωρῶσι» προτείνει νὰ τεθῇ «ἐπιθεωροῦσι»· ἐν δὲ τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ, ἀντὶ «ὑποβάλλεται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ», νὰ τεθῇ «ὑποβάλλεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν καὶ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ».

§93ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ προσέθηκα ταῦτα, διότι εἶναι ὀρθὸν, τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἐλέγχου τῶν μεράρχων διοικητῶν νὰ ὑποβάλληται καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν, διότι πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ οὗτος συγχρόνως μετὰ τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιθεωρήσεως, ἵνα ἔχῃ τὸν καιρὸν νὰ σκεφθῇ, ὥστε, ὅταν ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ὑποβάλλῃ τῷ Ὑπουργῷ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν μεράρχων, οὗτος νὰ ἔχῃ πλήρη τὴν μελέτην.

§94ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐπειδὴ ὑπάρχουν εἰδικοὶ νόμοι περὶ ἐπιθεωρήσεων, οὓς δὲν ἔθιξα ποσῶς, ἀφῆκα τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν γενικῶν ἐπιθεωρητῶν ὑποβάλλεται τῷ Ὑπουργῷ.

§95ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ λέξις, ἣν προσθέτω, δίδει βαρύτητα μεγαλειτέραν εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἀπέναντι τῶν ὅσων ἐξετέθησαν κατ’ αὐτοῦ. (Τίθενται εἰς ψηφοφορίαν αἱ τροπολογίαι τοῦ κυρίου Στράτου, χωριστὰ ἑκατέρα, καὶ ἀπορρίπτονται δι’ ἀναστάσεως).

§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).

§97ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἰς τοῦτο, παρακαλῶ, ἐν τέλει νὰ προστεθῇ: «καὶ τοῦ δι’ εἰδικοῦ νόμου ἀναδιοργανισθησομένου σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, λειτουργοῦντος ἀνεξαρτήτως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν». Διότι ἄλλως οὐδέποτε θὰ ἔχωμεν σῶμα Γενικῶν Ἐπιτελῶν, ὅπερ ὁ ξένος ὀργανωτὴς θὰ ζητήσῃ πρῶτον παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι τοῦ σώματος τούτου βεβαίως θὰ ἦναι ἀρχηγὸς αὐτὸς, ἔχων τὴν διεύθυνσιν τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας. Διὰ τοῦτο προτείνω τὴν προσθήκην ταύτην.

§98Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Προκειμένου νὰ συνταχθῇ νέος ὀργανισμὸς τοῦ σώματος τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, οὐδὲν πρέπει νὰ προσθέσωμεν ἐδῶ, διότι τοῦτο θὰ προσκρούσῃ εἰς τὸν εἰδικὸν νόμον.

§99ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ Διευθυντὴς, ἀρχηγὸς τοῦ σώματος, θ’ ἀποκαταστήσῃ καὶ ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν ἀνεξάρτητον, κατὰ νόμον, ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν αὐτὴν μόνην· πρέπει νὰ ἀνεύρωμεν τὸ προσωπικόν...

§100ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μὴ ὑπάρχοντος προσωπικοῦ; (Διάλογοι).

§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Στράτου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).

§102ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ προτείνω, τὸ πρῶτον ἐδάφιον νὰ διαγραφῇ, τὸ δὲ δεύτερον ἐδάφιον νὰ τροποποιηθῇ οὕτω: «Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ὑποβάλλει εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τὰς ἀναγκαίας προτάσεις περὶ μετακινήσεων καὶ τοποθετήσεων στρατοῦ καὶ δι’ ὅσας ἀπαιτεῖται ἔκδοσις Β. Διατάγματος».

§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Στράτου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται). Καὶ ἐνταῦθα ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Στράτου (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Στράτου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται). Ἐνταῦθα θὰ ψηφισθῇ ἡ τροπολογία τῶν κ. κ. Τερτίπη, Ἀναγνωστοπούλου κλπ. περὶ προσθήκης ἐν τῷ πίνακι Γʹ μετὰ τὰς λέξεις «λοχαγὸς ἐπιτελὴς» τῶν λέξεων «τοῦ πεζικοῦ». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8 μετὰ τῆς ἀνωτέρω προσθήκης ἐν τῷ πίνακι Γʹ. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9 ἄνευ ἀντιρρήσεως).

§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται). Καὶ ἐνταῦθα ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κυρίου Στράτου (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).

§105Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος συνάδελφος κ. Κρίτσας ἔχει ὑποβάλει τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρθρον 11, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ νὰ προστεθῶσι μετὰ τὴν ἐν στίχῳ βʹ αὐτοῦ λέξιν «διατάγματος» αἱ λέξεις «ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων». Τοῦτο εἶχε παραδεχθῆ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.

§106Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν τὸ εἶχον παραδεχθῆ ὁριστικῶς. Εἴπομεν μόνον, ὅτι θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι παρέλκει ἡ προσθήκη αὕτη, διότι βεβαίως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων θὰ συνταχθῶσι τὰ κανονιστικὰ διατάγματα. Ὥστε εἶναι περιττὴ ἡ προσθήκη. Πάντοτε συμφώνως πρὸς τὸν νόμον συντάσσονται τὰ διατάγματα.

§107Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ αὐτό.

§108ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἶναι περιττόν.

§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Κρίτσα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη τροπολογία τοῦ κ. Στράτου (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται). Καὶ ἐνταῦθα ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Στράτου, προτείνοντος νὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου 12 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 12, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται).

§110Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου παρακαλῶ νὰ προστεθῇ τρίτη παράγραφος, ἣν καὶ προηγουμένως ἀνέγνωσα, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Μέχρι τῆς ὁριστικῆς συμπληρώσεως τῶν θέσεων τῶν ὑποστρατήγων ταξιάρχων αἱ ταξιαρχίαι θέλουσι διοικεῖσθαι ὑπὸ τοῦ ἀρχαιοτέρου τῶν διοικητῶν τῶν συνταγμάτων ἑκάστης ταξιαρχίας.»

§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν, μετὰ τοῦ προσηρτημένου πίνακος, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 μετὰ τὸ μεσονύκτιον).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 39
2τῆς 11 Μαρτίου 1900.
3(Σάββατον).
4(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 10′ μ. μ. ἀνα-
5γινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρα-
6κτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ πρῶτον τμῆμα τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει
8τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἀναπληρωματικῆς Βουλευτικῆς ἐκ-
9λογῆς Ἠλείας. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
10ράρτημα, ἀριθ. 145).
11Κάτοικοι Χίου διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν
12Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβωσι πρόνοιαν περὶ ἐπανα-
13λήψεως τῶν εἰς Χίον προσεγγίσεων τῶν ἀτμοπλοίων τῆς
14Πανελληνίου Ἑταιρείας.
15Παραπέμπεται ἡ αἴτησις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσω-
16τερικῶν.
17Ὁ ἐν Πύλῳ σύλλογος «Ἅγιος Παντελεήμων» διὰ ψηφί-
18σματός του παρακαλεῖ τὴν Βουλήν, ὅπως ἡ σιδηροδρομικὴ
19γραμμὴ Πύργου–Κυπαρισσίας ἐπεκταθῇ μέχρι τῆς Πύλου.
20§2Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Μοὶ ἐστάλησαν δύο τηλεγραφήματα ἐκ
21Πύλου, ὧν τὸ ἕτερον εἶναι τοῦ Προέδρου τοῦ σωματείου
22«Ἅγιος Παντελεήμων». Παρακαλῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως
23λάβῃ γνῶσιν τῶν τηλεγραφημάτων αὐτῶν. Προκειμένου νὰ
24κατασκευασθῇ σιδηροδρομικὴ γραμμή, ἀρχομένη ἐκ Πύργου
25καὶ καταλήγουσα εἰς Κυπαρισσίαν, οἱ συμπολῖταί μου εὐ-
26λόγως ζητοῦσιν, ὅπως ἡ γραμμὴ αὕτη διέλθῃ καὶ ἐκ Πύλου.
27§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι Πύργου τῆς Ἠ-
28λείας διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν,
29ὅπως ψηφίσῃ τὰ ἀναδιοργανοῦντα τὸν τηλεγραφικὸν κλάδον
30νομοσχέδια.
31Ὁ Γεώργιος Οἰκονομόπουλος, ἐκ Βρεσθένων τῆς Λακε-
32δαίμονος, πατὴρ τοῦ φονευθέντος ἐν Καβάλλᾳ κατὰ τὸν πό-
33λεμον Σταύρου Γ. Οἰκονομοπούλου, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς
34τὴν Βουλὴν ζητεῖ νὰ τῷ χορηγηθῇ βοήθημα πρὸς συντήρη-
35σιν τῆς οἰκογενείας του, στερηθείσης τοῦ μόνου αὐτῆς προσ-
36τάτου.
37§4ΜΕΛ. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτῆς τῆς ἀναφορᾶς, κύ-
38ριε Πρόεδρε, ἐπικαλοῦνται τὴν ἀρωγὴν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντι-
39προσωπείας οἱ ἐπιζῶντες ἔτι γονεῖς καὶ δέκα ἀκριβῶς ἀδελ-
40φοὶ καὶ ἀδελφαὶ τοῦ παρὰ τὴν Καβάλλαν τῆς Χαλκιδικῆς
41κατακρεουργηθέντος συμπολίτου μου Σταύρου Οἰκονομοπού-
42λου, ὅστις, ἐξ ἐνθέρμου φιλοπατρίας φλεγόμενος, ἔσπευσε νὰ
43μετάσχῃ εἰς τὴν ἀτυχῆ ἐκείνην πολεμικὴν ἐπιχείρησιν, ἥτις
44κατέληξεν εἰς οἰκτρότατον αἱματηρὸν δρᾶμα, ὡς ὑπαρχη-
45γὸς τοῦ σώματος τοῦ ἔτι ἀτυχεστέρου συμπολίτου μου Π.
46Δημαρᾶ, ὑπέστη δὲ καὶ οὗτος μαρτυρικὸν θάνατον, ὅπως καὶ
47ὁ ἀρχηγὸς Δημαρᾶς καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ συναγωνισθέντες Κα-
48ραβαγγέλης, Βελέντζας κλπ., καὶ ἐγκατέλιπεν ἐν ἄκρᾳ οἰκο-
49νομικῇ δυσπραγίᾳ τὴν πολυμελῆ πατρικήν του οἰκογένειαν,
50τὴν ὁποίαν αὐτὸς συνετήρει καὶ ὑπεστήριζε χρηματικῶς
51μετὰ θαυμαστῆς φιλοστοργίας καὶ ἐλευθεριότητος ἐπὶ μα-
52κρὰ ἔτη, διατελῶν ἔμπορος σιτηρῶν ἐν Ρωσσίᾳ. Ὅθεν θαρ-
53ρούντως, καὶ ἐκ διπλοῦ ἄλλως τε καθήκοντος, συνιστῶ τὴν
54ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὴν ὑψηλὴν ἀντίληψιν, τὴν φιλανθρω-
55πίαν καὶ τὴν μεγαλοφροσύνην τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνή-
56σεως.
57§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
58§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργι-
59κὸν Συμβούλιον.
60§7Α. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα θερμῶς συστήσω
61τὴν ἀνακοινωθεῖσαν ἀναφορὰν τῶν τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων
62Πύργου. Ἡ κατάστασις τῶν ταχυδρομείων, τηλεγράφων καὶ
63τηλεφώνων παρ’ ἡμῖν εἶναι δυστυχῶς γνωστὴ τοῖς πᾶσιν, εἶ-
64ναι δὲ τοιαύτη, διότι, ἐνῷ ἐκ τῶν ἀναγκῶν τῆς συγκοινω-
65νίας αἱ λειτουργίαι αὗται καθ’ ἑκάστην καταπνίγονται ὑπὸ
66τῆς συσσωρευομένης ἐργασίας, οὐδεμία ἐλήφθη ὑπὸ τῶν ἁρ-
67μοδίων πρόνοια, ὅπως ἀνορθώσωσι ταύτας εἰς τὴν ἐμπρέπου-
68σαν θέσιν, ἵνα ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ κοινοῦ.
69Διὰ ταῦτα καὶ συχνότατα λαμβάνομεν τηλεγραφήματα τα-
70χυδρομικῶς, ἐπιστολὰς δὲ ταχύτερον ἐκ Λονδίνου καὶ Πα-
71ρισίων ἢ ἔκ τινων μερῶν τῆς Ἑλλάδος! Παραλείπω δὲ τὰ
72περὶ τηλεφώνου, οὗτινος ἡ χρῆσις θεωρεῖται πολυτέλεια!
73Ὅλων τούτων αἰτία εἶναι ἡ ἔλλειψις τῶν ἀναγκαίων ὑπαλ-
74λήλων καὶ ὑλικοῦ κατά τε ποσὸν καὶ ποιόν. Γνωρίζω ὅτι
75ὑπάρχουσι, καταρτισθέντα ἤδη, σχετικὰ περὶ τούτων νο-
76μοσχέδια, καὶ ὅτι ἐτυπώθησάν τινα ἐξ αὐτῶν· ἐνδιαφερό-
77μενος δὲ ἀνέκαθεν περὶ τοῦ κλάδου τούτου, ἐφρόντισα καὶ ἔλα-
78βον αὐτά. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ἔδει πρὸ καιροῦ νὰ ὑποβληθῶσιν
79εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, νὰ καταρτισθῇ δὲ καὶ εἰδικὴ
80πρὸς ἐπεξεργασίαν αὐτῶν ἐπιτροπή, ἵνα οὕτω δοθῇ ἡμῖν ὁ
81ἀπαιτούμενος πρὸς μελέτην αὐτῶν χρόνος καὶ ψηφισθῇ ἐν
82καιρῷ ἔργον ὅσον ἔνεστι τέλειον.
83Ἐπίσης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἀναφορὰν τῶν
84ἀρτοπωλῶν τῆς πρωτευούσης δήμου Παλλέων τῆς ἐπαρχίας,
85ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω. Παρακαλῶ δὲ νὰ
86διαβιβασθῇ μετὰ τῆς δεούσης συστάσεως πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν
87Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον, ὅπως ἐνεργηθῶσιν ὑπ’ αὐτοῦ τὰ
88δέοντα. Οἱ ἀρτοπῶλαι οὗτοι πολὺ δικαίως παραπονοῦνται
89κατὰ τῆς ἀστυνομικῆς διατάξεως περὶ λιποβαρῶν ἄρτων,
90διότι ἐκεῖ εἴθισται οἱ ἄρτοι νὰ πωλῶνται, εἴτε ἀκέραιοι εἴτε
91ἐν τεμαχίοις, πάντοτε κατὰ βάρος, ζυγιζόμενοι ἐνώπιον τοῦ
92ἀγοραστοῦ· ὥστε οὐδὲν δικαίωμα οὐδὲ λόγον ἔχει ἡ ἀστυνομία
93νὰ καθορίσῃ τὸ βάρος ἢ τὸν ὄγκον τῶν ἀκεραίων ἄρτων, ἀφοῦ
94οὗτοι κατὰ βάρος πωλοῦνται καὶ δὲν εἶναι οὕτω δυνατὸν νὰ
95ἐξαπατηθῶσιν οἱ ἀγορασταί. Φαίνεται ὅτι ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ
96Πάλλης, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὰ εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα περὶ
97λιποβαρῶν ἄρτων κρατοῦντα, ὅπου οἱ ἄρτοι πωλοῦνται κατὰ
98μονάδα, ἠθέλησε νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ ἐν Πάλλῃ τὸ αὐτὸ μέτρον,
99καὶ διὰ τοῦτο τοὺς παραβάτας εἰσάγει εἰς δίκην ἐνώπιον τοῦ
100πταισματοδίκου· καὶ ἀθωοῦνται μὲν οὗτοι, ἀλλὰ φαντασθῆτε
101τὰ δεινὰ τῆς διαδικασίας, ἔξοδα, κόπους, ἡμεραργίας κλπ.,
102δι’ ἃ βεβαίως οὐδεὶς ἀποζημιοῖ αὐτούς.
103Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν
104νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ νὰ διατάξῃ τὸν
105ἁρμόδιον ἀστυνόμον, ὅστις ἄλλως διακρίνεται ἐπὶ εὐγενείᾳ
106τρόπων, δραστηριότητι καὶ ἐντιμότητι, ν’ ἀφήσῃ ἡσύχους
107τοὺς εἰρημένους ἀρτοπώλας ἐν τῇ δικαίᾳ καὶ νομίμῳ ἐξα-
108σκήσει τοῦ ἐπαγγέλματός των.
109§8ΜΙΧ. ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δι-
110καιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διὰ τίνα λόγον δὲν ἐξε-
111δόθη μέχρι τοῦδε τὸ προσῆκον Β. Διάταγμα περὶ ἀποκατα-
112στάσεως εἰς τὰ πολιτικὰ δικαιώματα τοῦ ἐξ Ἀταλάντης
113Κωνσταντίνου Θ. Μοσχολιοῦ, νῦν δὲ Θεοφανοπούλου, ἐνῷ πρὸ
114πολλοῦ ἔχουσιν ὑποβληθῆ τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα
115ἔγγραφα...
116Καταθέτω καὶ γραπτὴν τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην, καὶ
117παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ ἐγκαίρως εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
118§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
119ταξιν.
120Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου
121περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ.
122Ὁ κύριος Θ. Π. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
123§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ σπουδαιότης τῶν θεμάτων,
124τῶν ὁποίων τὴν συζήτησιν προήγαγεν ἡ ἔρευνα τοῦ νομοσχε-
125δίου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, μὲ ὑπεχρέου νὰ
126προσπαθήσω νὰ ἔλθω εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα δυνηθῶ νὰ μετάσχω
127τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν τρί-
128την ἀνάγνωσιν. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς
129τὴν κατ’ οὐσίαν ἔρευναν τοῦ νομοσχεδίου, εἶχον προβληθῆ
130προκαταρκτικῶς δισταγμοὶ περὶ τῆς συνταγματικότητος τοῦ
131νομοσχεδίου, προσέτι δὲ καὶ περὶ τῆς σαφηνείας αὐτοῦ καὶ
132περὶ τῆς λυσιτελείας αὐτοῦ. Οἱ δισταγμοὶ οὗτοι ἐφείλκυσαν
133τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ἠδυ-
134νήθη νὰ εἰσαγάγῃ νέον νομοσχέδιον, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ περιλάβῃ
135τροπολογίαν διατάξεων αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν καὶ προέβαλεν εἰς
136τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ καὶ τὸ νέον νομοσχέδιον δὲν ἦρε τοὺς
137δισταγμούς, οἵτινες εἶχον προταθῆ. Ἡ μελέτη μάλιστα τοῦ
138νέου νομοσχεδίου ὄχι μόνον ἐνέτεινε τοὺς δισταγμούς, οἵτινες
139προεβλήθησαν, ἀλλὰ προσέτι ἀπεκάλυψεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
140τινες διέβλεπον κεκρυμμένον, ὅτε τὸ πρῶτον συνεζητήθη τὸ
141νομοσχέδιον, ὅτι ἡ ἀσάφεια τοῦ νομοσχεδίου ἦτο μεμελετη-
142μένη καὶ εἶχε τὸν σκοπὸν τῆς ἀποπλανήσεως τοῦ ἀναγνώστου.
143Ὁ πρώτιστος τῶν δισταγμῶν, τοὺς ὁποίους παρήγαγε τοῦ
144νομοσχεδίου τούτου ἡ μελέτη, εἶναι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀντι-
145βαίνει εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἀληθές, ὅτι περὶ
146τοῦ πολιτεύματος πρὸ πολλοῦ λάθρᾳ διαδίδονται γνῶμαι,
147αἱ ὁποῖαι ὅμως δὲν εἶναι εἰμὴ γνῶμαι ἀτομικαί. Δὲν εἶναι
148ἀπίθανον ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ νὰ ὑπάρχωσι καὶ πολῖται νομί-
149ζοντες, ὅτι τὸ πολίτευμα εἶναι εἴτε ἀνώτερον τῆς δεκτικό-
150τητος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἴτε καὶ ἀπολύτως ἐπιβλαβές.
151Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν ἀνέγνων τοιαύτας γνώμας,
152σπειρομένας μετά τινος τέχνης, ἡ ὁποία δὲν διέλαθε τὴν προσο-
153χήν μου. Καὶ ἄλλοτε ἤκουσα ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι τὸ πολίτευμα
154τοῦ 1864 εἶναι ἀνεφάρμοστον, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ τροποποιη-
155θῶσι κατὰ τὴν ἐκτέλεσίν τινες τῶν διατάξεων αὐτοῦ, ἵνα
156κατασταθῇ ἡ ἐφαρμογή του εὔκολος καὶ λυσιτελής. Ἀλλὰ
157δὲν φρονῶ, ὅτι εἶναι ἄξιον τῆς Βουλῆς νὰ ἀσχοληθῇ περὶ
158ταῦτα, διότι αἱ τοιαῦται γνῶμαι, καὶ ἂν τυχὸν ἐρρίφθησαν
159μετὰ πονηροῦ σκοποῦ, ἵνα ἐθίσωσι τοὺς ἁπλουστέρους εἰς
160ἰδέας ἀντισυνταγματικὰς, καταφρονούμεναι θέλουσι παρέρ-
161χεσθαι ἀπαρατήρητοι, ἄνευ κινδύνου τινὸς, ἀφοῦ εἶναι γνῶμαι
162ἀτόμων.
163Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, πρὶν ἢ ἀναγνωρισθῇ ἡ Ἑλληνικὴ
164κυριαρχία, ὅτε ἦτο ἔτι μὲ τὰ ὅπλα εἰς τὰς χεῖρας, μίαν
165ἐξεδήλωσε πάνδημον γνώμην, ὅτι ἐπεθύμει, οἱ θεσμοὶ αὐτοῦ
166νὰ ἦναι φιλελεύθεροι, ὅτι ἠξίου νὰ κυβερνᾶται συνταγματι-
167κῶς. Καὶ ὅτε ἀπεκατεστάθη εἰς Κράτος, τὴν αὐτὴν γνώμην
168ἐξεδήλωσε πάντοτε. Καὶ ἐπειδὴ ἡ ὑπέρμετρος εὐσυνειδησία
169τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος ἔπειθεν αὐτὸν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ
170ἀφήσῃ ἀκώλυτον τὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολι-
171τεύματος, ὅτι ἔπρεπε νὰ χαράξῃ ὁδόν τινα, διὰ τῆς ὁποίας
172νὰ καταστήσῃ αὐτὴν εἰκονικὴν, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐξηγέρθη
173ἡμέραν τινὰ, καὶ ἐλησμόνησε τριάκοντα ἐτῶν βασιλείαν,
174ἐλησμόνησε τοὺς κόπους, τοὺς ὁποίους κατέβαλε, καὶ τὰς
175πικρίας, ἃς ἐγεύθη ὁ ἀγαθὸς ἐκεῖνος καὶ φιλόπατρις Βασι-
176λεὺς κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, καθ’ οὓς ἡ χώρα ἦτο ἔρη-
177μος καὶ ὁ λαὸς εἶχε προσφάτως ἀπολυθῆ τῆς δουλείας, καὶ
178ἀνέτρεψε τὸν θρόνον αὐτοῦ.
179Οἱ θεσμοὶ εἶναι ἔργον τῶν λαῶν, οὐδὲ νὰ ἀντιτάσσηταί
180τις πρέπει εἰς τὴν γνώμην αὐτῶν· ὅταν δὲ ἡ γνώμη αὐτῶν
181μεταβληθῇ, ὅταν τὰ πράγματα πείσωσιν αὐτοὺς, ὅτι ἡ γνώ-
182μη των δὲν ἦτο λυσιτελὴς, οἱ λαοὶ θέλουσιν ἀποφασίσει περὶ
183τῆς τύχης αὐτῶν. Ἐπειδὴ δὲ καὶ κατὰ τὰ 1862 καὶ 1863
184ἡ ἔκφρασις τοῦ λαοῦ ἐδήλου τὴν ἀμετάπειστον γνώμην αὐ-
185τοῦ, ὅτι ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία ἔγκειται ἐν αὐτῷ, καὶ πᾶσα
186δημοσία ἐξουσία ἐκπορεύεται ἐξ αὐτοῦ, ἔχω καθῆκον, ὡς πο-
187λίτης, νὰ μείνω πιστὸς εἰς τὰ δόγματα ταῦτα, καὶ ὀφείλω
188νὰ συμβουλεύω καὶ πείθω ἐκείνους τῶν συμπολιτῶν, οἵτινες
189τυχὸν ἀποπλανώμενοι ἔχουσιν ἀλλοίαν γνώμην, ὅτι πρέπει
190νὰ παραιτήσωσιν ἰδιορρύθμους καὶ ἐγωϊστικὰς τοιαύτας σκέ-
191ψεις, διότι αὗται ἀντίκεινται εἰς τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ. Καὶ
192πιθανώτατα συνήντησα τοιούτους, ἀλλὰ καὶ νῦν ἐὰν ἤθελον
193συναντήσει που τοιούτους, νομίζω ὅτι προσφέρω αὐτοῖς ὑπη-
194ρεσίαν, ἂν ἀσχοληθῶ νὰ πείσω αὐτοὺς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ
195καταστρατηγῶνται τὸ πολίτευμα, ἢ νὰ ὑπονομεύωσι τοὺς
196θεσμοὺς, ἀφοῦ ὑπ’ αὐτοὺς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπιθυμεῖ νὰ κυ-
197βερνᾶται καὶ νὰ ζῇ.
198Ὅτε προετάθησαν δισταγμοὶ περὶ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ πα-
199ρεστάθη, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀντιβαίνει εἰς τὰς διατάξεις τοῦ
200Συντάγματος, πρώτιστον εἴχομεν καὶ οἱ φίλοι μου καὶ ἐγὼ
201καθῆκον νὰ ἐρευνήσωμεν, ἂν ἀληθῶς ἀντιβαίνει εἰς τὰς διατά-
202ξεις τοῦ Συντάγματος, ἢ μήπως ὑπερβάλλουσαι ἐντυπώσεις
203ἐνεποίησαν τοὺς δισταγμοὺς εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους, οἱ ὁποῖοι
204προέβαλον αὐτοὺς, μήπως τοῦ νομοσχεδίου αἱ διατάξεις οὐδὲ
205ἀντιτίθενται οὐδὲ ἀναιροῦσι τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος.
206Ὁμολογῶ δὲ, ὅτι καὶ τῶν ἐμῶν φίλων ἡ πεποίθησις καὶ ἡ
207ἐμὴ, μετ’ εὐσυνείδητον μελέτην τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι,
208ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν συμβιβάζεται μὲ τὰς διατάξεις τοῦ
209Συντάγματος. Ἠδυνάμην νὰ μεταχειρισθῶ ἕτερον ὅρον, τὸν
210ὅρον ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος,
211ἀλλ’ ἐπροτίμησα νὰ εἴπω, ὅτι δὲν συμβιβάζεται, διότι προσ-
212δοκῶ, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὸ νομοσχέδιον,
213καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προέβαλον αὐτὸ καὶ συνηγόρησαν ὑπὲρ
214αὐτοῦ, θέλουσι σπεύσει νὰ μεταβάλωσι τὰς γνώμας των, εὐ-
215θὺς ὡς πεισθῶσιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν συμβιβάζεται μὲ
216τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος.
217Ἀνέγνων πρό τινων ἡμερῶν διάταγμα, ἐκδοθὲν κατὰ τοὺς
218πρώτους μῆνας τῆς καθόδου εἰς τὴν Ἑλλάδα τοῦ ἀειμνήστου
219Βασιλέως Ὄθωνος. Τὸ διάταγμα ἦτο ἔργον τῆς Ἀντιβασι-
220λείας καὶ τῶν Γερμανῶν, οἱ ὁποῖοι κατῆλθον εἰς τὴν Ἑλ-
221λάδα μετὰ τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος. Τὸ πολίτευμα τότε ἦτο
222ἀπόλυτον, διότι καὶ ἡ νομοθετικὴ καὶ ἡ νομοτελεστικὴ ἐξου-
223σία εὑρίσκετο ἐν ταῖς χερσὶ τοῦ Ἡγεμόνος· ἀλλ’ εἰ καὶ ἦτο
224ἀπόλυτον τὸ πολίτευμα, ἐν τῷ διατάγματι ἐκείνῳ διαβλέπω
225τὰ σπέρματα τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν. Διάφορα διατάγ-
226ματα ἐξεδόθησαν τὴν 3 Ἀπριλίου 1833, ἀλλὰ τὸ ἓν ἐξ αὐ-
227τῶν ἐκανόνιζε τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Ὑπουργείων, τὰ ὁποῖα τότε
228ὠνομάζοντο Γραμματεῖαι τῆς Ἐπικρατείας, ἕτερον τὴν ἁρ-
229μοδιότητα ἑκάστης τῶν Γραμματειῶν, καὶ ἑπομένως καὶ τὴν
230ἁρμοδιότητα τῆς Γραμματείας ἢ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρα-
231τιωτικῶν. Τὸ δεύτερον Β. Διάταγμα ἀναγράφει πάσας τὰς
232σχέσεις τῶν τε μελῶν τοῦ στρατοῦ πρὸς ἄλληλα καὶ τοῦ στρα-
233τοῦ πρὸς τὴν Διοίκησιν καὶ τὴν Πολιτείαν, αἵτινες ὑπάγον-
234ται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Γραμματείας τῶν Στρατιωτι-
235κῶν. Ὑπήγαγε δὲ εἰς τὴν Γραμματείαν τῶν Στρατιωτικῶν
236οὐ μόνον τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ καὶ τὴν συμπλήρωσιν
237αὐτοῦ καὶ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν πειθαρχίαν καὶ τὴν ἀστυνο-
238μίαν αὐτοῦ, ἀλλὰ (ἀναγινώσκει) «καὶ τὴν προμήθειαν τῆς
239»ἀναγκαίας διὰ τὸν στρατὸν ἐνδυμασίας, τοῦ ὁπλισμοῦ καὶ
240»τῶν διὰ τὴν ἱππασίαν, διὰ τὸν στρατωνισμὸν καὶ διὰ τὰς
241»στρατοπεδεύσεις ἀπαιτουμένων σκευῶν. Τὴν φροντίδα περὶ
242»προμηθείας τοῦ ἀναγκαίου διὰ τὸ πυροβολικὸν, διὰ τὸ μη-
243χανικὸν καὶ διὰ τοὺς λόχους τῶν τεχνιτῶν καὶ τῶν σκαπανέων
244»ὑλικοῦ. Τὴν οἰκοδόμησιν, ἐπισκευὴν καὶ διατήρησιν τῶν
245»φρουρίων, ὁρμητηρίων (places d’ armes) καὶ τῶν στρατιω-
246»τικῶν κτιρίων. Ὅλα τὰ διὰ τὸν σχηματισμὸν τοῦ στρατοῦ καὶ
247»τὴν προμήθειαν τῶν εἰς αὐτὸν ἀναγκαίων δημόσια κατα-
248»στήματα. Τοὺς στρατιωτικοὺς ποινικοὺς νόμους καὶ τοὺς
249»διὰ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ὁπλασκίαν κανονισμούς. Τὴν ἐπιτή-
250»ρησιν εἰς τὰ διὰ τὴν δίκασιν ἰδιαιτέρων στρατιωτικῶν ἁμαρ-
251»τημάτων ἢ ἐγκλημάτων ὑπάρχοντα στρατιωτικὰ δικαστή-
252»ρια. Τὰ ὑγειονομικὰ καταστήματα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ
253»στρατοῦ. Τὴν μετατόπισιν καὶ τὰς κινήσεις τοῦ στρατοῦ
254»καὶ τὰς στρατιωτικὰς μετακομίσεις. Τὴν φροντίδα περὶ
255»συστάσεως καταστημάτων διὰ τὴν διασίτισιν ἀπομάχων,
256»χηρῶν καὶ ὀρφανῶν, καθὼς καὶ ἄλλων φιλανθρωπικῶν κατα-
257»στημάτων διὰ τὴν ἀνάγκην τοῦ στρατοῦ, καὶ τὴν ἐπιτή-
258»ρησιν εἰς τὴν διεύθυνσιν αὐτῶν. Τὴν περὶ τῶν αἰχμαλώτων
259»φροντίδα. Τὰς προτάσεις περὶ προκηρύξεως στρατιωτικῆς
260»ἀμνηστείας. Τὴν Χωροφυλακήν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ προσω-
261»πικὸν καὶ τὸ οἰκονομικὸν αὐτῆς. Τὰς προτάσεις περὶ διορι-
262»σμοῦ, περὶ ἐπὶ σιτηρεσίῳ ἀναπαύσεως, ἢ περὶ ἀφέσεως τῶν
263»ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαλλήλων τοῦ στρατοῦ. Τὴν ὁλικὴν δαπά-
264»νην τοῦ στρατοῦ καὶ τὸ περὶ αὐτῆς Λογιστικόν». Τελευταῖον
265δὲ ὁρισμὸν ἀναγράφει, ὅτι «εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν
266»Γραμματείαν ὑπάγονται ὅλαι αἱ ἀρχαί, ἀξιωματικοὶ καὶ
267»ὑπάλληλοι τοῦ στρατοῦ».
268Τὰ θέματα ταῦτα δὲν ἀνάγονται μόνον εἰς τὴν ἐσωτερι-
269κὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, τὴν ἐσωτερικὴν ζωὴν καὶ ἀνά-
270πτυξιν αὐτοῦ, δηλαδὴ εἰς τὰς σχέσεις τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρα-
271τοῦ πρὸς ἀλλήλους, ἀλλὰ περιλαμβάνουσι καὶ τὰς σχέσεις
272τοῦ στρατοῦ, τὰς ὁποίας οὗτος κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ
273συνάψῃ μετὰ τῶν ἄλλων ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἀρχῶν, δηλαδὴ μετὰ
274τῆς Διοικήσεως καὶ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως.
275Ἐν ἑτέρῳ δὲ διατάγματι, τῷ «περὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν
276Γραμματειῶν», ἀνεγράφησαν δύο κανόνες, αʹ) ὁ κανὼν, ὅτι «ἡ
277»Διεύθυνσις ὅλων τῶν ὑπαγομένων εἰς μίαν Γραμματείαν ὑπο-
278»θέσεων ἐναπόκειται εἰς τὸν Γραμματέα τῆς Ἐπικρατείας»,
279βʹ) ὁ κανών, ὅτι «ἕκαστος Γραμματεὺς τῆς Ἐπικρατείας εἶ-
280»ναι, ἐντὸς τῆς ἁρμοδιότητος τῆς ἐμπιστευθείσης εἰς αὐτὸν
281»Γραμματείας, τὸ μόνον καὶ ἄμεσον ὄργανον τοῦ Βασιλέως
282»πρὸς ἐκτέλεσιν ὅλων τῶν κυβερνητικῶν πράξεων· ἑπομένως
283»ἀπαιτεῖται νὰ προσυπογράφηται ὁ ἁρμόδιος Γραμματεὺς
284»εἰς πάντα νόμον, εἰς πᾶν διάταγμα καὶ εἰς πᾶσαν δημοσίαν
285»πρᾶξιν, ἀφορῶσαν τὰς ἐξωτερικὰς σχέσεις, καθὼς καὶ εἰς
286»πᾶσαν ἀπόφασιν περὶ διοικητικῶν ὑποθέσεων, ἐκδιδομένην
287»μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως». Καὶ τὸ μὲν ἄρθρον 9
288κηρύσσει τὸν Γραμματέα τῆς Ἐπικρατείας «ὑπεύθυνον διὰ
289»τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τῶν νόμων καὶ διαταγμάτων, διὰ
290»τὴν κατὰ συνείδησιν διαφύλαξιν τῶν συμφερόντων τῆς Ἐπι-
291»κρατείας, καὶ διὰ τὴν πιστὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων
292»χρημάτων καὶ τῆς ἐμπιστευθείσης εἰς αὐτὸν ἰδιοκτησίας
293»τῆς Ἐπικρατείας». Τὸ δὲ ἄρθρον 10, ὡς διάταξις ἐκτελε-
294στικὴ τῶν εἰρημένων κανόνων, ἀνέγραφεν, ὅτι «ἕκαστος Γραμ-
295»ματεὺς τῆς Ἐπικρατείας διοικεῖ ὡς ἀνώτατος διευθυντὴς
296»τὰ εἰς τὴν Γραμματείαν του ἀναγόμενα», καὶ ὅτι «ὀφεί-
297»λει νὰ διατάσσῃ τὰ δέοντα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑπαρ-
298»χόντων νόμων καὶ διαταγμάτων, καὶ νὰ ἐπαγρυπνῇ εἰς τὴν
299»ἀκριβῆ αὐτῶν διαφύλαξιν.»
300Κατὰ τὰς διατάξεις ταύτας, εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρα-
301τιωτικῶν ὑπάγεται πᾶν, ὅτι ἀνάγεται εἴς τε τὴν ἐσωτερι-
302κὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ καὶ εἰς τὰς ἐξωτερικὰς σχέσεις
303αὐτοῦ. Εἰς ταύτας δὲ τὰς ἐξωτερικὰς σχέσεις αὐτοῦ ἀνά-
304γεται ἡ φροντὶς περὶ τῶν μέσων τῆς ἀμύνης τοῦ Κράτους
305καὶ περὶ ὀχυρώσεως τῶν ὁρίων, ὡς καὶ ἡ περὶ διαταρήσεως
306τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι σχέσεις τοῦ
307στρατοῦ πρὸς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὡς ἔχει τὸ
308νομοσχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, ἐὰν ἤθελε τοῦτο
309ψηφισθῆ, δυνάμεθα εὐλόγως νὰ θεωρήσωμεν ὑπεύθυνον τὸν
310Ὑπουργὸν διὰ πάσας τὰς πράξεις ἢ τὰς παραλείψεις, αἵτι-
311νές εἰσι συναφεῖς μὲ τὰ ἀνωτέρω καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἀφαι-
312ροῦμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν καὶ ἀνατί-
313θεμεν εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ; Βεβαίως δὲν
314εἶναι εὐσυνείδητον, ἀλλ’ εἶναι καὶ παράλογον, νὰ ζητήσωμεν
315εὐθύνας παρ’ ἀνθρώπου ἐπὶ πράξεσι, τὰς ὁποίας οὐ μόνον δὲν
316ἔχει ἀποφασίσει, ἀλλ’ οὐδὲ διέπραξεν ἢ διέταξεν, ἴσως δὲ
317οὐδὲ γνωρίζει. Καὶ εἰς ποῖον μεταφέρετε τὴν ἐπὶ ταύταις
318εὐθύνην; Εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ! Ἀλλὰ
319Γενικὸς Διοικητὴς εἶναι ὁ ἀνώτατος κατὰ βαθμὸν καὶ ἀρ-
320χαιότητα ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ, ὅστις συμβαίνει νὰ ἦναι
321ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου. Τὸ Σύνταγμα ὅμως προέβλεψε, καὶ
322εἰκότως, ἀναγράψαν, ὅτι δι’ ἑκάστην πρᾶξιν τῆς Διοικήσεως
323ἢ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων πρέπει
324νὰ ὑπάρχῃ τις ὑπεύθυνος· ἐπειδὴ δὲ τὰ μεγάλα συμφέροντα
325τοῦ Κράτους ἀπήτουν νὰ μὴ ὑπόκηνται εἰς τὴν εὐθύνην ταύ-
326την οἱ υἱοὶ τοῦ Βασιλέως, ἀπηγόρευσε τὸν διορισμὸν αὐτῶν
327ὡς Ὑπουργῶν. Καὶ ἀπηγόρευσεν εἰς τοὺς υἱοὺς τοῦ Βασι-
328λέως νὰ γίνωνται Ὑπουργοὶ, οὐχὶ διὰ νὰ μὴ συμβῇ νὰ ἀχθῶ-
329σιν ὑπόδικοι ἐνώπιον τοῦ ποινικοῦ δικαστηρίου, —διότι καὶ
330παρ’ ἡμῖν ἅπαξ μόνον καὶ ἀλλαχοῦ σπανιώτατα συνέβη νὰ
331παραπεμφθῶσιν εἰς δίκην οἱ διαχειριζόμενοι τὰ εἰρημένα κα-
332θήκοντα Ὑπουργοὶ, —ἀλλὰ διότι ἡ αἴγλη τοῦ Στέμματος, ἡ
333αἴγλη τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, ἐκτείνεται καὶ περιβάλλει
334πάντα τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, ἡ ἐλαχίστη δὲ
335αἰτίασις, ἢ ἡ ἐλαχίστη ὑπόνοια, ὅτι διεπράχθη ὑπό τινος
336τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας πρᾶξις, ἥτις δὲν ἐπε-
337τρέπετο ἢ δὲν ἔπρεπε νὰ πραχθῇ, εἶναι νέφος, τὸ ὁποῖον σκιά-
338ζει τὴν αἴγλην ταύτην. Ἡμεῖς δ’ ἔχομεν συμφέρον, μετ’ ἄκρας
339φειδοῦς νὰ στέργωμεν νὰ ἀνατίθηνται εἰς αὐτοὺς τοιαῦτα κα-
340θήκοντα, ὅπως ἡ Βασιλικὴ αἴγλη διατηρῆται ἀπαστράπτουσα
341πάντοτε, οὐδὲν δὲ νέφος σκιάσῃ αὐτὴν ποτέ.
342Λοιπόν, ἂν τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ, ἀνατίθεμεν ἔργα
343Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς ἡγεμονόπαιδα, εἰς τὸν πρῶ-
344τον υἱὸν τοῦ Βασιλέως, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλ-
345ληνικοῦ Θρόνου, μεταφέροντες τὴν εὐθύνην, ἣν ἐπὶ τούτοις
346εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὸν Διάδοχον, εἰς
347ὃν ἀνατίθεμεν τὰ ἔργα ταῦτα. Καὶ πρὸς ποῖον ἄλλον σκο-
348πὸν τὸ Σύνταγμα ἀνέγραψε τὴν ἀπαγόρευσιν εἰς τὰ μέλη
349τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας νὰ γίνωνται Ὑπουργοί; Δὲν
350ἐνεπιστεύετο τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, ἀφοῦ ἐμπι-
351στεύεται ἡμᾶς τοὺς πολίτας; Ἀλλ’ ἔχει τις ἐξ ἡμῶν τόσον
352μέγα συμφέρον διὰ τὴν προκοπὴν, διὰ τὴν εὐημερίαν καὶ
353ἀνάπτυξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ὅσον ἔχει ὁ Βασιλεύς;
354Δὲν ἀπηγόρευσε λοιπὸν τὸ Σύνταγμα ἐκ δυσπιστίας εἰς τὰ
355μέλη τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας νὰ διαχειρίζωνται τὰ κοινὰ,
356ἀλλ’ ἠρνήθη ν’ ἀνατεθῶσιν εἰς αὐτὰ πράξεις, καθήκοντα, τὰ
357ὁποῖα συνεπάγουν εὐθύνην. Εὐθύνη τοιαύτη εἶναι ἀσυμβίβα-
358στος πρὸς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον τὸ ἔθνος ἀνεβίβασε τὰ μέλη
359τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, καὶ ἰδίως τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα
360τὸν Διάδοχον.
361Ἀλλ’ εἶναι τοιαῦτα τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ νομο-
362σχέδιον πρόκειται νὰ μεταβιβασθῶσιν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ
363τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὸν Γενικὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ;
364Ἐγὼ τοιαῦτα τὰ κρίνω, καὶ δύναμαι νὰ δικαιολογήσω ἐμαυ-
365τὸν, ἐὰν ἐκφράσω ἀπορίαν, πῶς συνετάχθησαν αἱ διατά-
366ξεις τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ τὸ πρῶτον εἰσαχθέντος, τοσοῦτον
367ἀσαφῶς, ὥστε νὰ μὴ κατασταθῇ ἀδύνατον, ἐξ ἐναντίας νὰ
368ἦναι πιθανὸν, ὅτι ἤθελε διαφύγει ἡ ἔννοια τοὺς κυρίους ἀντι-
369προσώπους, ἐὰν οὗτοι δὲν κατέβαλλον προσοχὴν, ἵνα ἀναζητή-
370σωσιν ἐν τῇ ἀσαφείᾳ τῶν κειμένων τὰς ὑποκρυπτομένας ἐν-
371νοίας. Καὶ ὄντως τὸ πρῶτον εἰσαχθὲν νομοσχέδιον ἀνέγρα-
372φεν, ὅτι ἡ ἁρμοδιότης καὶ ἡ δικαιοδοσία τοῦ Γενικοῦ Διοι-
373κητοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ τὰ ὑπὸ τὴν διοίκησιν αὐτοῦ ὅπλα,
374σώματα, καταστήματα καὶ ὑπηρεσίαι τοῦ στρατοῦ ἤθελον
375ὁρισθῆ καὶ κανονισθῆ διὰ στρατιωτικοῦ κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος
376ἤθελε κυρωθῆ διὰ Β. Διατάγματος. Ἀλλ’ οἱ κανονισμοὶ τοῦ
377τρόπου τῆς ἐκτελέσεως, ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ ἐκτελεστικὰ
378διατάγματα, εἰσὶ πράξεις ταπεινοτέρας σημασίας καὶ ἥσσονος
379ἰσχύος ἐν τῇ ἱεραρχίᾳ τῶν γενικῶν περὶ ἐκτελέσεως πράξεων
380τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· διὰ πράξεως δὲ τοιαύτης ἐπρό-
381κειτο νὰ κανονισθῇ ἡ ἁρμοδιότης καὶ δικαιοδοσία τοῦ Γενι-
382κοῦ Διοικητοῦ, καὶ τὰ ὅπλα, τὰ σώματα, τὰ καταστήματα
383καὶ αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ στρατοῦ, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ὑπαχθῆ ὑπὸ
384τὴν ἄμεσον διοίκησιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ. Τοῦτο δὲ, τὸ
385ὁποῖον ἀφίετο νὰ κανονισθῇ διὰ Β. Διατάγματος διὰ τοῦ
386πρώτου νομοσχεδίου, τοῦτο ἐκανονίσθη ῥητῶς ἐν τῷ δευτέρῳ
387νομοσχεδίῳ διὰ τῆς προσθήκης τῆς τρίτης παραγράφου τοῦ
388ἄρθρου 2, καθ’ ἣν τὰ στρατιωτικὰ σώματα, αἱ ὑπηρεσίαι
389καὶ τὰ καταστήματα ὑπήχθησαν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ
390Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἀφοῦ δ’ ἐν τῇ συνειδήσει
391τῶν συντακτῶν τοῦ νομοσχεδίου ἦτο ὡρισμένον νὰ ὑπαγά-
392γωσιν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Γεν. Διοικητοῦ τὰ στρατιω-
393τικὰ σώματα, τὰ καταστήματα καὶ τὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρα-
394τοῦ, διατὶ δὲν ἀνεγράφετο τοῦτο ἐν τῷ πρώτῳ νομοσχεδίῳ,
395ἀνεγράφετο δὲ μόνον, ὅτι διὰ Β. Διατάγματος ἔμελλε νὰ
396κανονισθῇ, ποῖα ἐξ αὐτῶν ἤθελον ὑπαχθῆ εἰς τὴν δικαιοδο-
397σίαν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ; Δὲν ἦτο ἀπροσεξία ἢ παράλει-
398ψις ἐξ ὀλιγωρίας, ἀλλ’ ἀτολμία, ἐπιθυμήσασα ν’ ἀποφύγῃ
399νὰ δηλώσῃ ἀμέσως, ὅτι πάντα τὰ στρατιωτικὰ σώματα καὶ
400πάντα τὰ στρατιωτικὰ καταστήματα καὶ πᾶσαι αἱ ὑπηρε-
401σίαι τοῦ στρατοῦ ἔμελλον νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα
402τοῦ Γεν. Διοικητοῦ.
403Ἀλλὰ διὰ στρατιωτικοῦ κανονισμοῦ, καὶ κατὰ τὸ πρῶτον
404καὶ κατὰ τὸ δεύτερον νομοσχέδιον, θέλει κανονισθῆ καὶ ἡ ἁρ-
405μοδιότης καὶ ἡ δικαιοδοσία τοῦ Γεν. Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ.
406Τί εἶναι ὅμως ἁρμοδιότης καὶ δικαιοδοσία; Ἐπιτρέψατε
407βραχεῖάν τινα λεπτολογίαν. Ὁ στρατὸς ἔχει κατωτάτην μο-
408νάδα τὸν λόγον, ἀποτελούμενον ἀπὸ ὡρισμένον ἀριθμὸν ἀν-
409δρῶν. Ὁ λόχος ἔχει ἀνάγκην διοικητοῦ, καὶ κατὰ τὸν ὀργα-
410νισμὸν τοῦ στρατοῦ διοικεῖ αὐτὸν λοχαγός. Ποία ἡ ἁρμο-
411διότης καὶ ἡ δικαιοδοσία τοῦ λοχαγοῦ ἐπὶ τοῦ λόχου; Ὁ
412διοικητὴς ἔχει ἁρμοδιότητα καὶ καθῆκον νὰ φροντίζῃ νὰ
413ἀσκῶνται καὶ ἐκπαιδεύωνται οἱ ἄνδρες τοῦ λόχου, νὰ συν-
414τηρῆται καὶ ἐκτελῆται ἀπταίστως ἡ πειθαρχία τῶν ἀνδρῶν,
415καὶ τέλος νὰ ἐκτελῶσιν οἱ ἄνδρες τοῦ λόχου τὰς στρατιω-
416τικὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ἡ ἀνάγκη τοῦ στρατοῦ ὑπαγο-
417ρεύει εἰς αὐτούς. Ἐὰν πρόκειται περὶ τοιαύτης ἁρμοδιότητος,
418περὶ τοιαύτης δικαιοδοσίας τοῦ Γεν. Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, ἡ
419διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν ἡ ἁρμοδιότης καὶ ἡ δικαιο-
420δοσία τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ θέλει κανονισθῆ
421διὰ κανονισμοῦ ἢ διὰ Β. Διατάγματος, δὲν εἶναι δυνατὸν
422ν’ ἀμφισβητηθῇ ὑπό τινος, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὸ
423Σύνταγμα ἢ τοὺς νόμους. Δὲν ἀντιβαίνει εἰς τοὺς νόμους, ἀλλ’
424εἶναι σύμφωνον πρὸς αὐτοὺς καὶ ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ συμφέ-
425ροντος τοῦ στρατοῦ, ἐὰν διετάσσετο, ὅτι εἰς τὴν ἁρμοδιότητα
426καὶ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ λοχαγοῦ ἀνήκει νὰ φροντίζῃ, ἵνα
427οἱ ἄνδρες τοῦ λόχου του ἀσκῶνται σωματικῶς καὶ ἐκπαιδεύων-
428ται διὰ τῆς λεγομένης θεωρίας, ἥτις γίνεται εἰς τὸ σχολεῖον
429τοῦ λόχου, δι’ ἣν μάλιστα ἤθελον εὐχηθῆ, ὅπως ὁ Ὑπουργὸς
430τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις τοσοῦτον φροντίζει νὰ ὀργανώσῃ τὸν
431στρατὸν, φροντίσῃ, ἵνα καὶ ἡ διδασκαλία τῆς θεωρίας κατα-
432σταθῇ σαφεστέρα καὶ εὐληπτοτέρα καὶ ἀποβαίνῃ λυσιτελής.
433Ἐπειδὴ δ’ αἱ ἀσκήσεις τοῦ στρατοῦ δὲν πρέπει νὰ γίνωνται
434κατὰ διάφορον τρόπον, ἀλλὰ πρέπει νὰ γίνωνται κατ’ ἐκεῖνον,
435καθ’ ὃν ἐξασκοῦνται πάντες οἱ στρατοὶ τοῦ κόσμου, δὲν εἶναι
436δυνατὸν ἡ θεωρία τῆς διδασκαλίας τῶν ἀνδρῶν τοῦ λόχου νὰ ᾖ
437διάφορος τῆς θεωρίας, καθ’ ἣν πάντες οἱ γυμνασταὶ πρέπει νὰ
438γυμνάζωσι τοὺς ὑπ’ αὐτοὺς ἄνδρας. Ἡ διδασκαλία λοιπὸν τοῦ
439λόχου ἀνήκει πράγματι εἰς τὸν λοχαγὸν, διότι τὸ συμφέρον τοῦ
440στρατοῦ προώρισε τὰ καθήκοντα ταῦτα εἰς τὸν λοχαγὸν, ὅπως
441οὗτος φροντίζῃ περὶ τῆς πειθαρχίας τῶν ἀνδρῶν ἐν τῷ λόχῳ,
442διότι δι’ αὐτῆς ἑνοποιεῖται ἡ δύναμις ἑκάστου τῶν ἀνδρῶν τοῦ
443λόχου, καὶ ὁ λόχος ἐμφανίζεται ὡς σῶμα ὠργανωμένον, ἔχον
444μίαν θέλησιν καὶ μίαν δρᾶσιν. Οὐδ’ ἀντιβαίνει εἰς νόμον,
445ἐὰν ὁ λόχος προσφέρῃ τὰς ὑπηρεσίας ἐκείνας, ἃς τὸ συμφέρον
446τοῦ στρατοῦ ἀπαιτεῖ, ὡς φέρ’ εἰπεῖν νὰ ἀποστέλλῃ ὁ λόχος
447φρουρὰς εἰς τὰς φυλακὰς τῶν στρατιωτικῶν ὑποδίκων καὶ
448καταδίκων ἢ ἀλλαχοῦ, ἢ νὰ μεταβαίνῃ ἀπὸ ἓν μέρος εἰς ἄλλο,
449ὅταν διατάσσηται ἡ μετάθεσις αὐτοῦ. Τὰς ἐργασίας ταύτας
450προσφέρει καὶ ἔχει καθῆκον νὰ προσφέρῃ ὁ λόχος, οὐδ’ ἀντι-
451βαίνουσιν αὗται εἰς νόμον ἢ εἰς δικαιοδοσίαν τινὰ ἄλλην.
452Ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶπον περὶ λόχου, κρατοῦσι καὶ ἂν ἀνα-
453βῶμεν μίαν ἔτι βαθμίδα, ἀπὸ τοῦ λόχου εἰς τὸ τάγμα. Ὁ
454ταγματάρχης, διοικητὴς τοῦ τάγματος, ὀφείλει νὰ φροντίζῃ
455περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν ἀνδρῶν τοῦ τάγματος διά τε
456τῶν ἀσκήσεων τοῦ σώματος καὶ διὰ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ
457πνεύματος, ὀφείλει νὰ φροντίζῃ, ἵνα τὸ τάγμα ἐκτελῇ τὰς
458ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας τὸ συμφέρον καὶ ἡ συντήρησις τοῦ
459στρατοῦ ἐπιβάλλουσιν. Ἀναβαίνω ὡσαύτως μίαν ἑτέραν βαθ-
460μίδα, εἰς τὸ σύνταγμα. Ὁ συνταγματάρχης, διοικητὴς τοῦ
461συντάγματος, φροντίζει καὶ αὐτὸς περὶ τῆς ἀνατροφῆς καὶ ἐκ-
462παιδεύσεως τῶν ἀνδρῶν τοῦ συντάγματος, φροντίζει νὰ ἐνα-
463σκῇ τὴν ἀποτεθειμένην αὐτῷ ἐξουσίαν, ἵνα συντηρῇ τὴν πει-
464θαρχίαν ἐν τῷ συντάγματι, φροντίζει ἵνα τὸ σύνταγμα εἴτε
465ἀποσπᾷ ἄνδρας εἴτε κινῆται ὅλον πρὸς ἐκπλήρωσιν στρα-
466τιωτικῶν ὑπηρεσιῶν, ἢ πρὸς ἐκπλήρωσιν ὑπηρεσιῶν, τὰς
467ὁποίας ἄλλαι ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἀρχαὶ, ἔχουσαι πρὸς τοῦτο ἐκ
468τοῦ νόμου τὸ δικαίωμα, ἐνδεικνύουσιν ὡς ἐπιβαλλομένας.
469Ἐρωτῶ λοιπὸν, ποία θέλει κανονισθῆ διὰ τοῦ Βασ. Δια-
470τάγματος ἢ τοῦ Κανονισμοῦ ἡ ἁρμοδιότης καὶ ἡ δικαιοδο-
471σία τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ; Ἄλλην δικαιοδο-
472σίαν καὶ ἁρμοδιότητα πρόκειται κατὰ τὸ νομοσχέδιον νὰ
473κανονίσῃ εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ τὸ ἐκδο-
474θησόμενον Β. Διάταγμα; Ἐὰν ἐννοεῖ αὐτὴν τὴν δικαιοδο-
475σίαν καὶ ἁρμοδιότητα, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ λοχαγὸς ἐπὶ τῶν
476ἀνδρῶν τοῦ λόχου, ὁ ταγματάρχης ἐπὶ τῶν ἀνδρῶν τοῦ τάγ-
477ματος, ὁ συνταγματάρχης ἐπὶ τῶν ἀποτελούντων τὸ σύν-
478ταγμα ταγμάτων καὶ λόχων, οὐδεμία ἀνάγκη τῆς διατά-
479ξεως τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐὰν ἐννοεῖ νὰ κα-
480νονίσῃ τὸ ἐκδοθησόμενον Β. Διάταγμα ἄλλην εὐρυτέραν δι-
481καιοδοσίαν καὶ ἁρμοδιότητα, τότε ἡ διάταξις τοῦ νομο-
482σχεδίου, ὅτι ταῦτα θέλουσι κανονισθῆ διὰ Β. Διατάγματος,
483εἶναι διάταξις, ἣν ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ χαρακτηρίσω ἐγὼ, νὰ
484ἀρκεσθῶ δὲ νὰ τὴν ὀνομάσω μόνον ἀσαφῆ· διότι, ἐὰν ἤθελον
485χαρακτηρίσει αὐτὴν, ἤθελον ἀποδώσει τῷ συντάκτῃ τοῦ νο-
486μοσχεδίου ἰδιότητας, ἃς δὲν θέλω νὰ ἀποδώσω.
487Τὸ δεύτερον νομοσχέδιον, τὸ τροποποιῆσαν τὸ πρῶτον,
488ἔλυσε τὸν δισταγμὸν καὶ τὴν ἀπορίαν, ἣν παρῆγεν ἡ πρώτη
489παράγραφος τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ πρώτου νομοσχεδίου, διότι
490δὲν ἀνέθηκε πλέον εἰς στρατιωτικὸν κανονισμὸν καὶ εἰς Β.
491Διάταγμα νὰ κανονίσωσι ποῖα ὅπλα καὶ ποῖα σώματα, ποῖα
492καταστήματα καὶ ποῖαι ὑπηρεσίαι θέλουσιν ὑπαχθῆ εἰς τὴν
493ἁρμοδιότητα καὶ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ τοῦ
494στρατοῦ, ἀλλὰ διὰ τοῦ δευτέρου τούτου νομοσχεδίου ὑπήχθησαν
495ἀμέσως πάντα τὰ σώματα καὶ πάντα τὰ καταστήματα καὶ
496πᾶσαι αἱ ὑπηρεσίαι ὑπὸ τὴν ἄμεσον διοίκησιν τοῦ Γεν.
497Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἐνῷ κατὰ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον
498ταῦτα ἤθελον κανονισθῆ δι’ εἰδικοῦ κανονισμοῦ, κυρωθησο-
499μένου διὰ Β. Διατάγματος, τὸ νέον νομοσχέδιον ῥητῶς ἀνα-
500φέρει, ὅτι «ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ ὑπάγονται
501»τὰ στρατιωτικὰ σώματα, αἱ ὑπηρεσίαι καὶ τὰ καταστή-
502»ματα». Ἀλλὰ παραδόξως, ἐνῷ διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νο-
503μοσχεδίου ῥητῶς ὡρίσθη, ὅτι πάντα τὰ σώματα, αἱ ὑπηρε-
504σίαι καὶ τὰ καταστήματα ὑπάγονται εἰς τὴν ἄμεσον διοί-
505κησιν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ, ἐν τῷ ἄρθρῳ 11 διετηρήθη ἡ διά-
506ταξις, ἣν εἶχε τὸ παλαιὸν νομοσχέδιον (ἀναγινώσκει):
507«Δι’ εἰδικοῦ στρατιωτικοῦ κανονισμοῦ, κυρωθησομένου διὰ Β.
508»Διατάγματος, ὁρισθήσονται καὶ κανονισθήσονται... τὰ ὑπὸ
509»τὴν διοίκησιν αὐτοῦ ὅπλα, σώματα, καταστήματα καὶ ὑπη-
510»ρεσίαι...», ὡς ἂν ἐλησμονήθη, ὅτι διὰ τῆς προσθήκης τῆς
511γʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2 ἐκανονίσθη, ὅτι τὰ διάφορα σώ-
512ματα τοῦ στρατοῦ, τὰ καταστήματα καὶ αἱ ὑπηρεσίαι ὑπό-
513κεινται εἰς τὴν ἄμεσον διοίκησιν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ.
514Ἀλλ’ ἐὰν κατὰ τὸ νομοσχέδιον προσδιορίζεται, ὅτι τὰ
515στρατιωτικὰ σώματα καὶ καταστήματα καὶ αἱ ὑπηρεσίαι
516τοῦ στρατοῦ θέλουσιν ὑπάγεσθαι εἰς τὴν ἁρμοδιότητα καὶ
517δικαιοδοσίαν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, ἡ ἁρμοδιότης
518τῆς Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἶναι διάφορος πρὸς τὴν
519ἁρμοδιότητα, ἣν οἱ στρατιωτικοὶ νόμοι ἔχουσιν ἀναγράψει
520μέχρι τοῦδε εἰς ἕκαστον τῶν ἀρχηγῶν τοῦ στρατοῦ, ἢ εἰς
521ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶχον τεθῆ ἐπὶ κεφαλῆς ἑκάστου Ἀρχη-
522γείου. Λοιπὸν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα καὶ δικαιοδοσίαν τοῦ
523Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ θέλουσιν ὑπαχθῆ ἀντικεί-
524μενα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπήγοντο μέχρι τοῦδε εἰς αὐτήν; Θέλει
525ἀποδοθῆ ἐξουσία, ἣν δὲν ἔχουσι μέχρι τοῦδε οἱ ἀρχηγοὶ τοῦ
526στρατοῦ; Ἀλλ’ ὅταν ἀποδίδωται εἴς τινα ἐξουσία, ἣν δὲν
527εἶχεν, ἀπὸ ποῖον θέλει αὕτη ἀφαιρεθῆ; Βεβαίως ἀπὸ τὸν
528Ὑπουργόν. Καὶ διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας αὐτῆς, τῆς
529ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἀφαιρουμένης καὶ ἀποδιδομένης εἰς τὸν
530Γεν. Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ, τίς θέλει ὑπέχει τὴν νόμιμον
531εὐθύνην; Βεβαίως οὐχὶ ὁ Ὑπουργὸς, ἀφοῦ ἀφῃρέθη ἡ ἐξου-
532σία αὕτη ἀπ’ αὐτοῦ. Θέλομεν λοιπὸν ζητήσει εὐθύνην παρὰ
533τοῦ Γεν. Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ; Τοῦτο ἐσκόπει τὸ Σύν-
534ταγμα ν’ ἀποτρέψῃ ἀπὸ ἡμᾶς, διότι τὸ ἔργον αὐτὸ εἶναι
535καὶ δυσχερέστατον καὶ ἐπιζημιώτατον εἰς τὰ γενικὰ συμ-
536φέροντα τοῦ Κράτους. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτι-
537κῶν ἔστεργε νὰ δηλωθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ῥητῶς, ὅτι ἡ ἁρ-
538μοδιότης καὶ ἡ δικαιοδοσία τοῦ Γεν. Διοικητοῦ εἶναι αὐτὴ
539ἐκείνη, ἣν μέχρι τοῦδε οἱ ἰσχύοντες νόμοι προσδιώριζον διὰ
540τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ, πᾶς δισταγμὸς ἤθελον ἐκλίπει,
541καὶ δὲν ἠθέλομεν ἐξακολουθεῖ διστάζοντες, μήπως τὸ Σύν-
542ταγμα δὲν ὑποσκάπτεται διὰ τοιούτων νομοσχεδίων.
543Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνη ἡ διάταξις αὕτη, ἣν κρίνω ἀντισυν-
544ταγματικὴν, μὴ συμβιβαζομένην μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Συν-
545τάγματος καὶ τοὺς σκοποὺς αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν καίτοι ἀνέγρα-
546ψεν ἐν τῷ ἄρθρῳ 2, διετήρησεν ὅμως ἐν τῷ ἄρθρῳ 11 τὴν
547παραπομπὴν τῶν κατ’ αὐτὴν εἰς εἰδικὸν κανονισμόν, κυ-
548ρωθησόμενον διὰ Β. Διατάγματος, ὅπως προσδιορισθῇ δι’ αὐ-
549τοῦ, ποῖα σώματα, ὑπηρεσίαι καὶ καταστήματα θέλουσιν ὑπά-
550γεσθαι εἰς τὴν ἄμεσον διοίκησιν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, ἐνῷ
551ῥητῶς ἀναγράφει ἐν τῇ παραγράφῳ γʹ τοῦ ἄρθρου 2, ὅτι «ὑπὸ
552»τὴν διοίκησιν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ ὑπάγονται τὰ
553»στρατιωτικὰ σώματα, αἱ ὑπηρεσίαι καὶ τὰ καταστήματα»
554δὲν εἶναι μόνον, λέγω, τοῦτο, ἀλλ’ οὐδεμία ἀναγράφεται ἐν τῷ
555νομοσχεδίῳ ἑρμηνεία, οὐδεμία διασάφησις, οὐδεμία ἐξήγησις,
556τί εἶναι διοίκησις καταστήματος, τί εἶναι διοίκησις
557σώματος στρατοῦ, τί εἶναι διοίκησις ὑπηρεσιῶν στρα-
558τιωτικῶν. Ποία εἶναι ἡ δικαιοδοσία, ἡ διοικητικὴ ἐξουσία,
559ἣν θέλει ἔχει ὁ Διάδοχος ἐπὶ τῶν σωμάτων, καταστημάτων
560καὶ ὑπηρεσιῶν τοῦ στρατοῦ; Θέλει ἔχει ἀλλοίαν ἐξουσίαν
561ἐκείνης, ἣν ἔχει ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ; ἀλλοίαν ἐξουσίαν
562ἐκείνης, ἣν ἔχουν οἱ μέραρχοι; Πρόκειται ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὸν
563διοικητὴν τοῦ στρατοῦ ἐξουσία μεγαλειτέρα, ὅπως διοικῇ
564τὰ σώματα, τὰ καταστήματα καὶ τὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ,
565καὶ ἡ ἐξουσία αὕτη πρόκειται ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τοῦ Ὑπουρ-
566γοῦ τῶν Στρατιωτικῶν; Ἀλλ’ οὕτως ἢ θέλομεν ἀναιρέ-
567σει τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν ἀπαγορεύεται
568εἰς τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας νὰ γίνωνται Ὑπουρ-
569γοί, ἢ θέλομεν διαγράψει τὴν ἑτέραν διάταξιν τοῦ Συν-
570τάγματος, καθ’ ἣν διὰ πᾶσαν πρᾶξιν ὑπάρχει εὐθύνη, αὕτη
571δ’ ἐπιβαρύνει τὸν Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος διέπραξεν αὐτήν. Οὕτω
572θέλομεν ἔχει ἀνεύθυνον τὴν Διοίκησιν τῶν σωμάτων, κατα-
573στημάτων καὶ ὑπηρεσιῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ ἑπομένως, ὅταν
574πρόκηται νὰ ζητηθῇ εὐθύνη, θέλομεν προσκρούσει εἰς τὸν
575βράχον τῆς διατάξεως ἐκείνης τοῦ Συντάγματος, δι’ ἧς ἀπα-
576γορεύεται νὰ διορίζωνται οἱ βασιλόπαιδες Ὑπουργοί, διότι
577δὲν πρέπει νὰ ζητῆται εὐθύνη ἀπὸ αὐτούς.
578Τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα προκύπτουσιν ἐκ τῆς λεπτομερε-
579στέρας ἐξετάσεως τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, εἰσὶ σπου-
580δαιότατα, πρέπει δὲ νὰ συζητηθῶσι καὶ ἐξετασθῶσιν. Εἶναι
581ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ ἐλάσσονος σημασίας ἡ παράβασις ἢ ἡ
582ἀθέτησις οἱασδήποτε διοικητικῆς διατάξεως ὑπό τινος πολί-
583του, ἢ ἡ διάπραξις πάσης ἄλλης, ἔστω καὶ ἐγκληματικῆς,
584πράξεως, ἥτις ἐνδέχεται νὰ συμβῇ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ
585νόμου, ἡ ἀθέτησις ὅμως ἢ ἡ μείωσις τῆς εὐρύτητος τῆς συν-
586ταγματικῆς διατάξεως, ἢ ἡ περιστολὴ τῆς ἐννοίας αὐτῆς,
587εἶναι ζητήματα θεμελιώδη, τὰ ὁποῖα πανταχοῦ, ἔνθα κρα-
588τοῦσιν οἱ συνταγματικοὶ θεσμοὶ, πρέπει νὰ ἐρευνῶνται
589μετ’ εὐλαβείας, καὶ πρέπει νὰ πείθηται ἡ συνείδησις παν-
590τὸς, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὔτε σκιὰ ἀντισυνταγματικότητος ἐν
591τοῖς νομοσχεδίοις, τὰ ὁποῖα συζητοῦνται, ὅπως ἐν πλήρει
592τοιαύτῃ βεβαιότητι δώσῃ τὴν ψῆφόν του. Ἐάν τις μελετήσῃ
593τοὺς ὀργανισμοὺς τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τοῦ 1877, ὅτε τὸ πρῶ-
594τον ἐξεδόθη νόμος περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, θέλει εὐχε-
595ρέστατα ἀντιληφθῆ τοῦ πράγματος καὶ ἀναγνωρίσει βασί-
596μους τὰς παραστάσεις μου. Μέχρι τοῦ 1877 τὰ τοῦ στρα-
597τοῦ ἐκανονίζοντο διὰ διαταγμάτων, ὡς διὰ διατάγματος
598ἐκανονίζοντο καὶ ἐπὶ τῆς πρώτης Βασιλείας, κατὰ τὰ πρὸ
599τοῦ 1843 ἔτη, καθ’ ἃ ὁ Βασιλεὺς διεχειρίζετο τὴν νομοθε-
600τικὴν ἐξουσίαν, ὅτε προσεπάθουν οἱ περὶ τοὺς νόμους ἀσχο-
601λούμενοι νὰ διακρίνωσι τὰς πράξεις τοῦ Βασιλέως, ὅσαι πρέ-
602πει νὰ θεωρῶνται ὡς διατάγματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξου-
603σίας, ἀπὸ ἐκείνων, αἵτινες πρέπει νὰ θεωρῶνται ὡς διατάγ-
604ματα νομοθετικά. Ἀλλὰ μέχρι τοῦ 1877 δὲν ὑπῆρχεν, ὡς
605εἶπον, νόμος κανονίζων τὰ τοῦ στρατοῦ. Ἐνθυμοῦμαι μάλι-
606στα, ὅτι κατὰ τὸ 1874 εἷς τῶν τότε ἐπιφανῶν πολιτικῶν
607ἀνδρῶν μοὶ ἀνεκοίνωσεν ἐπιθυμίαν νὰ συμπράξωμεν πρὸς
608καταρτισμὸν Κυβερνήσεως. Κατὰ τὸν χρόνον δ’ ἐκεῖνον αἱ
609κυβερνητικαὶ ἀνωμαλίαι ἦσαν μεγάλαι, καὶ ἡ κατανομὴ τοῦ
610Κοινοβουλίου καθίστα δυσχερῆ τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν
611αὐτοῦ, τῆς Βουλῆς δὲ τὴν διάλυσιν δὲν ὑπεβοήθουν αἱ περι-
612στάσεις. Ἐνδέχεται ἐν τοῖς ἐγγράφοις τοῦ Ἡγέτου ἐκείνου
613νὰ εὑρίσκηται ἐπιστολή μου, ἣν ἐπέστειλα αὐτῷ τῇ 18 Μαρτίου
6141874. Σύμπραξις ἐμοῦ μετὰ τοῦ πολιτικοῦ ἐκείνου ἀνδρὸς,
615ὅστις ἡγεῖτο κόμματος, δὲν ἐτελέσθη ποτὲ, διότι αἱ περιστά-
616σεις εἶχον καταστήσει αὐτὴν ἀδύνατον, οὐδ’ ἐπέτρεπον αὐ-
617τὴν κατὰ τὸ παρελθόν· ἐκεῖνος εἶχε διατελέσει Βουλευτὴς
618πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1862, ἐγὼ δ’ εἰσῆλθον τὸ πρῶ-
619τον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν. Ἀλλ’ ἂν αἱ πολιτικαὶ δια-
620φωνίαι δὲν εἶχον καταστήσει ἕως τότε δυνατὸν νὰ εὑρεθῶ ἐν
621συνεννοήσει μετ’ αὐτοῦ, κατὰ τὸ 1874 ὅμως γενικὰ συμφέ-
622ροντα ἐπέβαλλον εἰς ἐκεῖνον τὴν ἀνάγκην νὰ συμπληρώσῃ τὰς
623κοινοβουλευτικὰς αὐτοῦ δυνάμεις, ὅπως δυνηθῇ διὰ πλειονο-
624ψηφίας καὶ δι’ ἀπαρτίας νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν καὶ συν-
625τηρήσῃ αὐτήν· ἔκρινε δέ, ὅτι μετ’ ἐμοῦ πιθανὸν ἦτο νὰ συμ-
626πληρώσῃ τὴν κοινοβουλευτικὴν αὐτοῦ δύναμιν. Μοὶ ἐδήλωσε
627λοιπὸν τὴν ἐπιθυμίαν νὰ συμπράξω μετ’ αὐτοῦ πρὸς σχημα-
628τισμὸν Ὑπουργείου. Ἔστερξα κατ’ ἀρχὴν τὴν πρότασιν αὐ-
629τοῦ, ἀλλ’ ὑπὸ ὅρους τινάς· πρῶτος δὲ τῶν ὅρων ἦτο, νὰ κα-
630νονισθῶσι διὰ νόμου τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ.—Τοσαῦται
631εἶχον διαπραχθῆ καταχρήσεις διὰ τῶν διαταγμάτων περὶ
632ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ τοσοῦτον εἶχον κατασταθῆ εὐ-
633μετάβλητα τὰ τῆς ὀργανώσεως αὐτοῦ καὶ τῆς διοικήσεως τοῦ
634στρατοῦ, ἀφοῦ ἕκαστος Ὑπουργὸς ἠμιλλᾶτο ἑκάστοτε νὰ
635παραλλάσσῃ διὰ βασιλικοῦ διατάγματος καὶ νὰ μεταβάλλῃ
636ἐντελῶς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ καὶ τὸν τρόπον τῆς διοι-
637κήσεως αὐτοῦ! — Ἐζήτουν μάλιστα ἀπὸ τὸν πολιτικὸν ἐκεῖ-
638νον ἄνδρα, νὰ στέρξῃ νὰ ἀνακοινώσωμεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι
639ἐντὸς τῆς πρώτης Συνόδου ἐμέλλομεν νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς
640τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Κατὰ
641τὸ 1877 δὲ, ὅτε καὶ αἱ περιστάσεις αἱ πολιτικαὶ τοῦ Κρά-
642τους συνέτρεχον εἰς τὴν νομοθέτησιν μονίμου τινὸς ὀργανι-
643σμοῦ, τότε αἱ ἀξιώσεις μου ἔπεισαν τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ
644Ὑπουργεῖον, καὶ ἰδίως τὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουρ-
645γὸν, νὰ προτείνῃ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ κατεστάθη ὁ περὶ ὀρ-
646γανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νόμος τοῦ 1877. Καὶ οὗτος εἶναι ὁ
647πρῶτος περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νόμος, ὁ τοῦ 1877. Δὲν
648ἰσχυρίζομαι ὅτι τὸ ἔργον ἦτο τέλειον, οὐδ’ ἠδύνατο νὰ ἦναι
649τοιοῦτον, ἀφοῦ ὁ στρατὸς οὐδέποτε εἶχεν ὀργανωθῆ διὰ νό-
650μου, ἐτύγχανον δὲ πάντα εἰς τὴν θέλησιν τοῦ πρώτου τυχόν-
651τος Ὑπουργοῦ. Κράτος ἔχον μικρὸν πληθυσμὸν, ἀτελῆ μέσα,
652πενιχροὺς τοὺς πόρους, βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἀξιώσῃ, τὴν
653πρώτην ὀργανωτικὴν τοῦ στρατοῦ ἐργασίαν, εἰς τὴν ὁποίαν
654τρέπεται, νὰ ἔχῃ πλήρη καὶ τελείαν. Διὰ τοῦτο τὸν ὀργα-
655νισμὸν ἐκεῖνον διεδέχθησαν ἄλλοι ὀργανισμοὶ, ὁ ὀργανισμὸς
656τοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον προέτεινε κατὰ τὸ 1880—καὶ ὅστις
657ἐψηφίσθη καὶ κατέστη νόμος ἔκτοτε—ὁ ἡγέτης τοῦ πολιτι-
658κοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου οἱ φίλοι κάθηνται ἐπὶ τῆς πτέρυ-
659γος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν), ἕτερος ὀργανισμὸς τοῦ
660στρατοῦ κατὰ τοῦ 1882, δι’ οὗ μετεβλήθη ὁ ὀργανισμὸς τοῦ
6611880, τρίτος ὀργανισμὸς, ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1885,
662ὅτε ἐγὼ ἐτύγχανον ἐν τῇ ἀρχῇ, καὶ ὁ ὁποῖος μετέβαλε μόνον
663διατάξεις τινὰς τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ 1882, καὶ τέλος ὁ ὀργα-
664νισμὸς τοῦ 1887.
665Ἐὰν δύναταί τις ν’ ἀναζητήσῃ ἀτέλειαν ἢ πλημμέλειαν
666ἐν τοῖς ὀργανισμοῖς τούτοις, μίαν πρὸ παντὸς θέλει κατα-
667δείξει ἀτέλειαν, ὅτι τὸ Κράτος δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ
668ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν πλήρη ἐκτέλεσιν τῶν ὀργανισμῶν. Ἄλλαι
669ἀτέλειαι ἐὰν ὑπάρχουσιν ἐν τοῖς ὀργανισμοῖς τούτοις, καὶ ἰδίως
670ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ 1887, αὐταί εἰσι μικροῦ λόγου ἄξιαι,
671καὶ εὐχερέστατον εἶναι νὰ ἄρῃ αὐτὰς διὰ νομοσχεδίου ἢ ὁ
672νῦν Ὑπουργὸς ἢ ἄλλος Ὑπουργός· ἀλλὰ τὴν ἀτέλειαν τὴν
673πρώτην δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἄρῃ τις. Ὁ ὀργανισμὸς τοῦ 1880
674καὶ ὁ τοῦ 1882 καὶ ὁ τοῦ 1885 καὶ ὁ τοῦ 1887 ἀπεδέχθησαν
675ὡς σύστημα στρατολογίας τὴν καθολικὴν στρατολογίαν, εἶναι
676δ’ αὕτη ἡ νεωτέρα ἀρχὴ, ἡ νεωτέρα ἰδέα, ἡ ἑλκύσασα τὴν
677ἐμπιστοσύνην τῶν λαῶν τῆς Εὐρώπης, καὶ ὑπὸ τὴν αἰγίδα
678τῆς ἀρχῆς ταύτης ἡ Γερμανία κατήγαγε θριάμβους πρὸ 30
679ἐτῶν. Ἀλλ’ ἡ καθολικὴ στρατολογία εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρ-
680μοσθῇ ἀπὸ ἡμᾶς; Ἔλεγεν ὁ ἀποθανὼν πολιτικὸς, ὅστις εἶχεν
681εἰσαγάγει τὸν ὀργανισμὸν τοῦ 1887, ὅτι διὰ τῶν ὀργανισμῶν
682τούτων δὲν ἔχομεν στρατὸν μόνιμον, ἀλλὰ στρατὸν ἐφεδρείας.
683Καὶ ὄντως ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ ἡ ὑπὸ τὰ ὅπλα εἶναι ἐλα-
684χίστη, δυσανάλογος οὐχὶ πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐσωτερικῆς
685διοικήσεως, αἵτινες τέλος πάντων μίαν ἡμέραν ἴσως ἐκλεί-
686ψωσι κατά τινα τρόπον, ἀλλὰ δυσανάλογος πρὸς τὰς ἀνάγκας
687τῶν στρατιωτικῶν ἀναγκῶν τῆς Ἑλλάδος, τῆς ἱστορίας αὐ-
688τῆς, τῶν πόθων αὐτῆς. Ὅθεν διὰ τῶν ὀργανισμῶν τούτων
689ἐζητήσαμεν νὰ παρασκευάσωμεν στρατὸν ἐφεδρείας, ἀλλὰ δὲν
690ἠδυνήθημεν νὰ παρασκευάσωμεν αὐτόν. Ὅπως παρασκευά-
691σωμεν στρατὸν ἐφεδρείας, ἔδει νὰ καλῶμεν τοὺς ἐφέδρους τῶν
692νομῶν ἅπαξ τοὐλάχιστον τοῦ ἐνιαυτοῦ, καὶ νὰ ἀσκῶμεν αὐ-
693τοὺς ἐπὶ 30 ἕως 40 καὶ 50 ἡμέρας ὑπὸ τὰ ὅπλα· ἂν δὲ ὁ ἀριθ-
694μὸς τῶν ἐφέδρων ἑκάστου νομοῦ ἀνέρχηται εἰς 18,000 ἢ
69520,000, ἢ μόνον εἰς 10,000 ἢ 12,000, πρέπει νὰ ἔχωμεν
696ἐν τῇ πρωτευούσῃ ἑκάστου νομοῦ στρατῶνας, ἵνα στρατωνί-
697ζονται οἱ ἄνδρες οὗτοι, νὰ ἔχωμεν ἀποθήκας ὁπλισμοῦ, ἵνα
698ὑπάρχωσιν ἀποτεθειμένα δι’ αὐτοὺς τὰ ὅπλα, καὶ ἀποθήκας
699ἱματισμοῦ, ἵνα εὑρίσκωσι τὴν στολὴν τὴν λιτοτάτην, τὴν
700ἰδέαν ἔστω στολῆς, διὰ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ περιβάλλωνται.
701Πάντα ταῦτα ἀπαιτοῦσιν ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχο-
702μεν. Ἀλλὰ μήπως δὲν ἀπαιτοῦσιν ἑκατομμύρια αἱ ἀνάγκαι
703τῆς συγκλήσεως καὶ τῆς διατροφῆς καὶ τῆς συντηρήσεως τῶν
704ἐφέδρων; Κατὰ τὰ δελτία, τὰ ὁποῖα οἱ δύο Ὑπουργοὶ τῶν
705Στρατιωτικῶν κατὰ τὸ 1895 καὶ 1896, μετὰ τῶν ὁποίων
706συνειργαζόμην, μοὶ ἔδωκαν, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν τῶν ὑπὸ τὰ
707ὅπλα ἀνῆλθεν εἰς 77,800. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τὰς 16,000 τοῦ
708συνήθους στρατοῦ, ὑπολείπονται 60,000 ἔφεδροι. Καὶ ἐπειδὴ
709δὲν πρόκειται περὶ ἐκτάκτου ἐπιστρατείας, ἀλλὰ πρόκειται
710περὶ ἀσκήσεως ἐφέδρων, δὲν θέλομεν ἔχει 60,000 μόνον ἐφέ-
711δρους, ἀλλ’ ἴσως 80,000, ἢ καὶ πλείονας. Πρὸς ἄσκησιν αὐτῶν
712καὶ συντήρησιν ἐπὶ 40 ἢ 50 ἡμέρας, ἀπαιτοῦνται χρήματα,
713ὡς ἀπαιτοῦνται τοιαῦτα καὶ διὰ τὰς ἄλλας ἀνάγκας, τὰς
714ὁποίας πρὸ μικροῦ σᾶς ἀπηρίθμησα.
715Δὲν θέλω διαλάβει σήμερον περὶ τοῦ προγράμματος, τὸ
716ὁποῖον δύο συνεχῆ Ὑπουργεῖα ἀπηύθυναν πρὸς τὸν Ἑλληνι-
717κὸν λαὸν, τοῦ προγράμματος τῶν μεταρρυθμίσεων· ἀλλ’ ἐὰν
718ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐξηκολούθει νὰ
719ἔχῃ τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχε κατὰ τὸ 1896, ὅτι
720πρὸ πάσης ἄλλης μεταρρυθμίσεως ἀπαιτεῖται ἡ μεταρρύθ-
721μισις τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, ἤθελον πείσει αὐτὸν νὰ
722ἀφήσῃ κατὰ μέρος τὴν πληθὺν τῶν ποικίλων μεταρρυθμίσεων,
723αἵτινες προὐτάθησαν μέχρι τοῦδε, καὶ ἐξ ὧν, καὶ ἂν κατὰ
724τὴν γνώμην του ὑπάρχῃ ἐλπὶς ὅτι δύνανται νὰ ὠφελήσωσι
725τὸν τόπον, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην οὐ μόνον οὐδεμία προσ-
726δοκᾶται ὠφέλεια, ἀλλὰ πάντως θέλει ἐξ αὐτῶν ἐπέλθει
727καὶ ἐν τῇ διοικήσει τῶν κλάδων, τοὺς ὁποίους μεταρρυθ-
728μίζουσι, βλάβη, καὶ ἐν τῇ οἰκονομίᾳ τοῦ Κράτους ζημία.
729Πρέπει πρὸ παντὸς νὰ καταστήσωμεν διαχείρισιν τῶν ἐσό-
730δων τοῦ Κράτους συνετὴν καὶ φειδωλὴν, διοίκησιν δὲ τῆς
731οἰκονομίας τῆς χώρας σώφρονα καὶ ἐνθαρρυντικήν. Οὕτω θέ-
732λομεν δυνηθῆ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ ἐπιχειρήσωμεν καὶ τὴν
733ἐπιβαλλομένην μεγάλην μεταρρύθμισιν τῶν στρατιωτικῶν
734πραγμάτων. Κατὰ παρελθοῦσαν περίοδον, πρὸ ἐννέα ἐτῶν,
735εἶχον συνεννοηθῆ μετὰ στρατιωτικοῦ διαπρεποῦς, ὅστις διε-
736χειρίζετο τὴν διεύθυνσιν κλάδου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρα-
737τιωτικῶν, τὸ ὁποῖον τότε διηύθυνα, ὡς Ὑπουργὸς, καὶ συνε-
738τάξαμεν νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Ταμείου Ἐθνικῆς
739Ἀμύνης, τὸ ὁποῖον ἐπροικοδοτοῦμεν δι’ εἰδικῶν πόρων. Ὁ
740διαπρεπὴς ἐκεῖνος ἀξιωματικὸς εὑρίσκεται ἐν τῇ αἰθούσῃ
741ταύτῃ, καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην ἴσως ἀνακαλεῖ εἰς τὴν μνήμην
742του τὰ περὶ τῆς συνεννοήσεως ἐκείνης. Ἀλλὰ πολιτικαὶ ἀνω-
743μαλίαι, ἀπροόπτως ἐπισκήψασαι κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1892,
744μὲ κατέστησαν ἀνίκανον, ἵνα προκαλέσω τὴν ἐν τῇ Βουλῇ
745ἐπιψήφισιν τοῦ μέτρου τούτου. Κατὰ τὸ 1897 ἐδραξάμην
746περιστάσεως, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ νομοθετηθῇ μέτρον περὶ τῶν
747μὴ ἐκπληρωσάντων τὴν στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν, οἵτινες
748ἀνέβαινον εἰς εἴκοσι καὶ πλέον χιλιάδας, καὶ ἀνέγραψα ἐν
749νόμῳ, ψηφισθέντι τότε, ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἤθελον εἰσ-
750πραχθῆ ὡς ἀντισηκώματα παρὰ τούτων, ἔπρεπε νὰ κατατίθην-
751ται ἔν τινι Τραπέζῃ ἐπὶ τόκῳ, ἵνα ἀποτελεσθῇ κεφάλαιον, τὸ
752ὁποῖον νὰ διατεθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ διὰ νόμου
753καὶ ἰδίᾳ πρὸς βελτίωσιν τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἡ ἀνά-
754μνησις τούτων τρέπει τὸν λόγον μου ἐπὶ ἄλλην ἀνάγκην, με-
755γάλην ὄντως, τὴν ἀνάγκην τῆς μεταβολῆς τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ
756στρατοῦ. Ἀλλὰ τί νὰ εἴπω περὶ ταύτης, ἀφοῦ δὲν θέλουσι
757δι’ αὐτὴν ἀρκέσει οὔτε δέκα, ἴσως δ’ οὔτε δώδεκα ἑκατομ-
758μύρια, ἀποβαίνει δὲ, ὡς ἔχουσι νῦν τὰ πράγματα, εὐσεβὴς
759πόθος; Ἀφοῦ δὲ εἰς τοιαύτην εὑρισκόμεθα κατάστασιν, δια-
760τελοῦντες ἐν πλήρει ἀδυναμίᾳ, ἐν ἀνικανότητι νὰ καταθέσω-
761μεν τὰς βάσεις νέου οἰκοδομήματος στρατιωτικοῦ, ἔκρινεν
762ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, μετὰ ἁπλότητος,
763ἡ ὁποία διακρίνει αὐτὸν, νὰ μᾶς προκαλέσῃ νὰ σκεφθῶμεν
764περὶ ἱδρύσεως Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ! Λέγω μετὰ
765ἁπλότητος, διότι ἁπλότητα διεῖδον ἐν τοῖς λόγοις αὐτοῦ
766καὶ ἐν ταῖς σκέψεσιν αὐτοῦ, ὅτε δὶς ἢ τρὶς ἤκουσα αὐτοῦ ἀπὸ
767τοῦ βήματος νὰ ἀπορῇ, διατὶ ἡμεῖς διστάζομεν, μήπως τὸ
768νομοσχέδιον εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, καὶ νὰ στέργῃ τὰς
769παραστάσεις μας, ἵνα ἡ Διεύθυνσις τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας
770καὶ τὰ τμήματα αὐτῆς διατηρηθῶσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ
771τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ νὰ βεβαιώνῃ ἡμᾶς, ὅτι διατηροῦν-
772ται ταῦτα κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν
773Στρατιωτικῶν, ἀμέσως δὲ, μετά τινα δευτερόλεπτα τῆς ὥρας,
774ὅτε διὰ νεύματος εἰδοποιήθη, ὅτι δὲν διατηροῦνται ἐν τῷ
775Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ μεταβιβάζονται εἰς
776τὴν Γενικὴν Διοίκησιν κατ’ ἀνάγκην, νὰ ἀναιρῇ τὰς βεβαιώ-
777σεις του ταύτας! Ἐγὼ ἐνίσταμαι κατὰ τῆς τρίτης παρα-
778γράφου τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νέου νομοσχεδίου, ἐνίσταμαι κατ’ αὐ-
779τῆς, ὅπως μὴ ταχθῶσιν ὑπὸ τὴν ἄμεσον διοίκησιν τῆς Γενι-
780κῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ πάντα τὰ σώματα τοῦ στρατοῦ,
781καὶ πᾶσαι αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ στρατοῦ καὶ πάντα τὰ κατα-
782στήματα τοῦ στρατοῦ, ἂν ἡ διοίκησις τῆς Γενικῆς Διοική-
783σεως πρόκειται νὰ κατασταθῇ εὐρυτέρα τῆς διοικήσεως τῶν
784Ἀρχηγείων τοῦ στρατοῦ. Ἐνίσταμαι, ἐφ’ ὅσον τὸ ἀσαφὲς
785γράμμα τοῦ νόμου μὲ ἀναγκάζει νὰ ὑπολάβω, ὅτι ἐπὶ τῶν
786σωμάτων τοῦ στρατοῦ καὶ ἐπὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ στρατοῦ
787καὶ ἐπὶ τῶν καταστημάτων τοῦ στρατοῦ ὑποκαθίσταται εἰς
788τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ
789στρατοῦ. Ἀλλ’ ἐνίσταμαι ἐπίσης κατὰ τῆς διατάξεως τοῦ
790ἄρθρου 11 τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία διετηρήθη ἀκεραία καὶ ἐν
791τῷ δευτέρῳ νομοσχεδίῳ, καθ’ ἣν διὰ στρατιωτικοῦ κανονισμοῦ,
792κυρωθησομένου διὰ Β. Διατάγματος, θέλει προσδιορισθῆ ἡ ἁρ-
793μοδιότης καὶ ἡ δικαιοδοσία τοῦ Γενικοῦ Ἀρχηγοῦ. Οὐδὲ μοὶ
794ἐπιτρέπεται ν’ ἀποκρύψω τὴν ἔκπληξίν μου διὰ τὴν ἀναγρα-
795φεῖσαν ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τοῦ νομοσχεδίου προσθήκην, ὅτι προϊ-
796σταμένη ἀρχὴ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἶναι τὸ
797Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ εἶπον κατ’ ἐμαυτὸν,
798ἀνεγράφη τάχα ἡ διάταξις αὕτη ὡς ἀντισήκωμα κατὰ τῆς
799συγκεκριμένης μεταβολῆς τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργοῦ
800τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς ἀντισήκωμα κατὰ τῆς ἐγκρινομένης
801ἀποσπάσεως ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν πάν-
802των τῶν αἰτηθέντων καθηκόντων καὶ τῆς ἀναθέσεως αὐτῶν
803εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ὡς ἀντισήκωμα κατὰ
804τῆς διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου σχεδιαζομένης ἀφαιρέσεως
805ἀπὸ τοῦ σώματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ
806τῶν σαρκῶν καὶ τῶν νεύρων αὐτοῦ; Δὲν πιστεύω ὅτι ὁ Ὑπουρ-
807γὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις διετέλεσε πεντάκις Ὑπουρ-
808γὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ἀνήκει εἰς τὸν στρατὸν,
809δὲν πιστεύω ὅτι ἔστερξε τοιαύτην νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ νομο-
810σχεδίῳ εἰρωνείαν εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν
811Στρατιωτικῶν. Ἄν ἡμεῖς, οἱ μὴ στρατιωτικοὶ, δὲν ἐμπνέο-
812μεν ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς περὶ τὰ στρατιωτικὰ ἀσχολου-
813μένους, καὶ μάλιστα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνέδεσαν οὐ μό-
814νον τὸ παρελθὸν, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον αὐτῶν
815μὲ τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ, ἐλπίζω νὰ ἐμπνεύσῃ ἐμπιστο-
816σύνην τινὰ τὸ ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, διότι, ὅ,τι καὶ
817ἂν ἐγένετο μέχρι τοῦδε καὶ ὅπως καὶ ἂν ἐγένετο, δὲν ἐξερ-
818ριζώθη ἀπὸ τῆς καρδίας μου ἡ ἐλπὶς, ὅτι, ἐὰν, ἐγὼ δὲν προ-
819φθάσω, ἄλλοι ὅμως μετ’ ἐμὲ θέλουσι δυνηθῆ νὰ ἀποβλέψωσί
820ποτε μεθ’ ὑπερηφανείας εἰς τὸν στρατὸν τῆς πατρίδος.
821Ἐὰν μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ μετατρέψω εἰς τοὺς ἐλαχίστους
822ὅρους τὰ συμπεράσματα τῶν λόγων μου, καὶ πρόκειται περὶ
823στρατιωτικῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖά εἰσι συναφῆ μετὰ τῆς
824μαθηματικῆς, ἐξ ἧς ἐδανείσθην τὸν ὅρον τῶν ἐλαχίστων ὅρων,
825τὸ συμπέρασμα τῶν λόγων μου εἶναι, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 11,
826ἐνόσῳ εἶναι γεγραμμένον ὡς εἶναι γεγραμμένον, ἀφαιροῦν-
827ται ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν δικαιώματα, καὶ μετα-
828βιβάζονται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν, ἵνα νομοθετήσῃ αὕτη διὰ
829στρατιωτικοῦ κανονισμοῦ! Οὕτω δὲ διὰ τοῦ νομοσχεδίου
830τούτου διαπράττεται ἀληθὴς σύγχυσις τῆς νομοθετικῆς ἐξου-
831σίας πρὸς τὴν νομοτελεστικήν. Δὲν ἔλαβον μάλιστα τὴν πρό-
832νοιαν τοῦ νομοσχεδίου οἱ συντάκται, οὐδὲ ῥητῶς νὰ κανονί-
833σωσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία μεταβι-
834βάζει τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν νομοτελεστικὴν, ἵνα αὕτη
835par delegation κανονίσῃ διὰ Β. Διατάγματος ὕλην νο-
836μοθετικὴν, ἀλλ’ ἀφῆκαν ἡμᾶς νὰ πλέωμεν εἰς τὸν ὠκεανὸν
837τῶν ἀποριῶν καὶ περὶ τοῦ εἴδους τῆς πράξεως, ἣν ὠνόμα-
838σαν στρατιωτικὸν κανονισμὸν, καὶ περὶ τοῦ τρόπου,
839καθ’ ὃν ὁ στρατιωτικὸς οὗτος κανονισμὸς, πρωτοφανὲς ἐπι-
840νόημα ἀσυνήθους ἀμαθείας, θέλει κανονίσει ἀντικείμενα, τὰ
841ὁποῖα μόνον διὰ νόμου ἐπιτρέπεται νὰ κανονισθῶσι. Πλὴν
842δὲ τούτου, τῆς μεταβιβάσεως τῶν δικαιωμάτων τῆς νομο-
843θετικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν νομοτελεστικὴν, πόρισμα ἄξιον τῆς
844προσοχῆς ὑμῶν εἶναι βεβαίως τὸ ἀντισυνταγματικὸν τῆς δια-
845τάξεως τῆς γʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2, κατὰ τὴν ὁποίαν
846ὑπάγονται εἰς τὴν Γεν. Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ τὰ κατα-
847στήματα καὶ αἱ ὑπηρεσίαι καὶ τὰ σώματα τοῦ στρατοῦ,
848ἐὰν δὲν ἀναγραφῇ ῥητῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι διατηροῦν-
849ται ἐπὶ τῆς διοικήσεως τῶν σωμάτων τοῦ στρατοῦ, τῶν
850καταστημάτων καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ πάντα τὰ δικαιώ-
851ματα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν· ἀντισυνταγματι-
852κὸν προσέτι εἶναι, ἐν τῷ μέλλοντι κανονισμῷ τῆς ἁρμοδιό-
853τητος καὶ δικαιοδοσίας τῆς Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ
854ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τὰ
855πλεῖστα τῶν καθηκόντων αὐτοῦ καὶ ἀνατεθῶσιν εἰς τὴν Γε-
856νικὴν Διοίκησιν.
857Δὲν λέγω περὶ τῶν ἄλλων ἀτελειῶν τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι
858σφάλματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δὲν θέλου-
859σιν ἔχει δυσκολίαν νὰ διορθώσωσιν, ἐὰν ταῦτα μόνον εἴχο-
860μεν νὰ προβάλωμεν· διότι σφάλμα εἶναι ἐν τῇ πρώτῃ παρα-
861γράφῳ τοῦ ἄρθρου 11 νὰ γίνηται μνεία, ὅτι διὰ στρατιωτι-
862κοῦ κανονισμοῦ θέλουσι προσδιορισθῆ τὰ ὅπλα, σώματα,
863καταστήματα καὶ αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ στρατοῦ, αἵτινες θέλου-
864σιν ὑπαχθῆ εἰς τὴν Γεν. Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ ταῦτα
865πάντα διὰ τῆς τρίτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2 ὑπήχθησαν
866εἰς τὴν Γεν. Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Σφάλμα εἶναι νὰ ἀνα-
867γράφηται ἐν τῇ παραγράφῳ τρίτῃ τοῦ ἄρθρου 2, ὅτι τὰ στρα-
868τολογικὰ γραφεῖα θέλουσιν ὑπάγεσθαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
869Στρατιωτικῶν, ἀφοῦ τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα ὑπάγονται
870ἀναποσπάστως εἰς τὸ ἐπιτελικὸν τμῆμα τῆς στρατολογίας
871καὶ ἐπιστρατεύσεως, τὸ ὁποῖον μετεβιβάσθη μετὰ τῆς ἐπιτε-
872λικῆς ἐν γένει ὑπηρεσίας εἰς τὴν Γεν. Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ.
873§11Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
874κῶν). Εἶναι λάθος. Θὰ διορθωθῇ.
875§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ πῶς νὰ παραλείψω τὸ
876πόρισμα, ὅτι τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νομοσχεδίου εἶναι καταφανῶς
877ἀντισυνταγματικόν, διότι ἀφαιρεῖ ἕνα κλάδον τῆς Διοική-
878σεως τοῦ στρατοῦ οὐσιωδέστατον, τὴν ψυχὴν τοῦ ἐπὶ τῶν
879Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, τὴν
880ὁποίαν ὁ ὀργανισμὸς ἀνεβίβασεν εἰς Διεύθυνσιν ἐπιτελικῆς
881ὑπηρεσίας, ἀφαιρεῖ, λέγω, ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρα-
882τιωτικῶν καὶ ἀνατίθησιν αὐτὴν εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν
883τοῦ στρατοῦ;
884Ταῦτα εἶχον ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, διὰ ν’ ἀπο-
885δείξω ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν συμβιβάζεται μὲ τὰς διατά-
886ξεις τοῦ Συντάγματος, ἐπιφέρει σύγχυσιν εἰς τὰ ὅρια τὰ
887χωρίζοντα τὴν νομοτελεστικὴν ἀπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξου-
888σίας, ἔχει δὲ ἀνάγκην ἀνασκευῆς καὶ διορθώσεως.
889Ἐὰν ἠθέλομεν ἀκολουθήσει τὸν εἱρμὸν τῶν διατάξεων τοῦ
890νομοσχεδίου, ἔπρεπε πρὸ παντὸς νὰ συμπεράνωμεν, ὅτι
891προσῆκε νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν Γεν. Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ καὶ
892ἡ Διεύθυνσις τοῦ ὑλικοῦ πολέμου. Τί ἐστὶ Διεύθυνσις τοῦ ὑλι-
893κοῦ πολέμου; Εἶναι ἡ προμήθεια τῶν ἀναγκαιούντων εἰς
894τὸν στρατὸν ἐφοδίων. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπηρεσία τις ἀπαιτεῖ ἐπι-
895στημονικὰς γνώσεις, ἀπαιτεῖ πρὸ πάντων ἡ ὑπηρεσία αὕτη.
896Διατὶ λοιπὸν ἀφέθη αὕτη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτι-
897κῶν καὶ δὲν μετεβιβάσθη καὶ αὕτη εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν
898τοῦ στρατοῦ, παρὰ τῷ ὁποίῳ συνεκεντρώθη ἥ τε ἐπιτελικὴ
899ὑπηρεσία καὶ τὰ ἄλλα ἐπιστημονικὰ φῶτα, ὅσα ὑπάρχουσιν
900ἐν τῷ στρατῷ; Διατὶ τὰ Στρατοδικεῖα νὰ μὴ ὑπαχθῶσιν εἰς
901τὰς Μεραρχίας, οὕτω δ’ ἕκαστον Στρατοδικεῖον ν’ ἀποτελέσῃ
902συμπλήρωμα τοῦ στρατιωτικοῦ κλάδου, ὁ ὁποῖος τίθεται ὑπὸ
903τὴν διοίκησιν τῶν Μεραρχιῶν; Πιθανῶς νὰ καθίστατο οὕτως
904ἀγρυπνοτέρα ἡ ἐπιτήρησις τῶν Στρατοδικείων καὶ ἀκριβε-
905στέρα ἡ διαχείρισις τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Τοιουτοτρόπως
906εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἤθελε μείνῃ ἐπὶ τοῦ πα-
907ρόντος μόνον ἡ Διοίκησις τῆς χωροφυλακῆς. Ἐπειδὴ ὅμως, κατὰ
908τὸ περὶ ταύτης ψηφισθὲν νομοσχέδιον, θέλει ἱδρυθῆ Ἀρχη-
909γεῖον τῆς χωροφυλακῆς, θέλει ταχέως ἀφαιρεθῆ καὶ ἡ χω-
910ροφυλακὴ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις προ-
911ορίζεται πλέον νὰ χρησιμεύῃ ἐν τῇ κυβερνητικῇ καὶ τῇ δι-
912οικητικῇ ἱεραρχίᾳ ὡς μέλος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου,
913θέλει δὲ σημαίνεσθαι ἡ ὕπαρξις αὐτοῦ, μόνον ὅταν θέλῃ δια-
914βαίνει ἐν στολῇ ἐνώπιον φρουρῶν, ὅτε αἱ μουσικαὶ θέλουσι
915παιανίζει τὸ ἐμβατήριον πρὸς τιμήν του...
916§13Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ εὑ-
917ρίσκεσθε εἰς τὸ βῆμα, καὶ ἐπειδὴ ἦσθε μέλος τῆς Συνελεύ-
918σεως ὅτε συνετάσσετο τὸ Σύνταγμα, ἐλάβετε δὲ μέρος εἰς
919τὴν ἐπιτροπὴν ὑμεῖς αὐτός, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ λύ-
920σητε μίαν ἀπορίαν. Ὅταν ἀναγνωρίζηται ἐκ τοῦ Συντάγ-
921ματος ὁ πρωτότοκος υἱὸς τοῦ Βασιλέως ὡς ὁ Διάδοχος τοῦ
922Θρόνου, ὅταν ἐτησίως ἐν τῇ ἀπουσίᾳ τοῦ Βασιλέως τῷ ἐδό-
923θησαν ἐπανειλημμένως τὰ δικαιώματα καὶ ἡ Βασιλικὴ ἐξουσία
924ὁλόκληρος, ὅταν ἡ Ὑψηλότης αὕτη δὲν λαμβάνῃ πλέον μι-
925σθὸν ἀξιωματικοῦ καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν δύναται νὰ θεω-
926ρηθῇ ὡς ἀξιωματικός, διότι θὰ λαμβάνῃ μισθὸν Διαδόχου
927τοῦ Θρόνου, νομίζετε ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς (ὁ ὀνομαζόμενος
928αὐτὸς ἀξιωματικός), ὡς ἀντιστράτηγος, δικαιοῦται συνταγ-
929ματικῷ δικαιώματι καὶ συνταγματικῇ ἀδείᾳ νὰ ἀναλάβῃ τὴν
930Γεν. Διοίκησιν τοῦ στρατεύματος; Καὶ αὐτὸς δὲν εἶναι εἷς
931λόγος, ἐπιβάλλων εἰς ἡμᾶς νὰ μὴ ἀναθέσωμεν εἰς τὸν Βα-
932σιλέα — διότι Βασιλεὺς εἶναι — δικαιοδοσίαν Ὑπουργοῦ, ἢ
933πᾶσαν ἄλλην ὑπηρεσίαν, καὶ αὐτὴν ἔστω τὴν ἁπλῆν διοίκη-
934σιν τοῦ στρατεύματος; Διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἡ προ-
935κάτοχος Κυβέρνησις, ὡς καθιερώθη ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Τρι-
936κούπη, ἔδωσεν ἀρχηγίαν εἰς τὸν Διάδοχον, τὴν ἔδωσε μόνον
937διὰ νὰ μαθητεύσῃ οὗτος καὶ ἴδῃ ἐν τῇ διαχειρίσει κατὰ τίνα
938τρόπον οἱ ἀρχηγοὶ διευθύνουσι τὰ σώματα τοῦ στρατοῦ.
939Πιστεύετε ὅτι ἐδικαιοῦτο, ὅτι ἦτο ἐλευθέρα ἡ Κυβέρνησις
940ἐκ τοῦ Συντάγματος νὰ δώσῃ τοιαύτην δικαιοδοσίαν; Ἐπὶ
941τῆς ἀπορίας μου ταύτης παρακαλῶ ὑμᾶς, ὁ ὁποῖος διεχειρί-
942σθητε αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐν τῇ Συνελεύσει, ὁ ὁποῖος τοσάκις
943διεχειρίσθητε τὰ ὕπατα τῆς Πολιτείας ἀξιώματα, νὰ δώσητε
944γνώμην, τὴν ὁποίαν πιστεύω, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον θὰ σεβα-
945σθῇ, ὡς γνώμην ἀνδρός, ὁ ὁποῖος καὶ μελέτας ἔκαμε καὶ πεῖ-
946ραν ἔχει ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
947§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν ἔχετε
948ἀνάγκην τῆς γνώμης μου. Ἐάν τις μελετήσῃ τὸ Σύνταγμα,
949θέλει συναγάγει, ὅτι εἷς μόνος εἶναι ἀνεύθυνος, ὁ Βασιλεὺς,
950ὅτι τὸ πρόσωπον αὐτοῦ εἶναι ἀπαραβίαστον· τὸ Σύνταγμα
951μάλιστα τοῦ 1844 ἀνέγραφε καὶ ἄλλον ὅρον, ὁ ὁποῖος δὲν
952περιελήφθη ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1864, ὅτι εἶναι πρόσω-
953πον ἱερόν. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 λοιπὸν ἀναγράφει ἀνεύ-
954θυνον μόνον τὸν Βασιλέα, καὶ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἀπαραβία-
955στον· ἀναγράφεται ὅμως προσέτι καὶ ἄλλο πρόσωπον τῆς
956Βασιλικῆς Οἰκογενείας ἐν τῷ Συντάγματι ὡς πρόσωπον Συν-
957ταγματικὸν, ὁ Διάδοχος. Ὁ Διάδοχος εἶναι ἡ ἐφεδρεία τοῦ
958Θρόνου. Οἱ ἄλλοι Βασιλόπαιδες δὲν μνημονεύονται ἐν τῷ
959Συντάγματι, εἰμὴ ὡς ἐφεδρεία τοῦ Διαδόχου. Ὁ Διάδοχος
960προορίζεται ν’ ἀναβιβασθῇ εἰς τὸ μέγιστον τῶν ἀξιωμάτων,
961εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Ἡγεμόνος, καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς νὰ
962θεωρῆται ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης.
963Ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα ῥητῶς ἀνέγραψεν ἐν ἄρθρῳ σαφεῖ, ὅτι
964δὲν στέργει ν’ ἀναλαμβάνωσιν Ὑπουργικὰ καθήκοντα οἱ υἱοὶ
965τοῦ Βασιλέως. Ἑπομένως τοῦτο ἰδίως ἠσχολούμην ν’ ἀποδείξω
966πρὸ μικροῦ ἀγορεύων, ὅτε ἀντετιθέμην εἰς τὴν διάταξιν τοῦ
967νομοσχεδίου περὶ προσδιορισμοῦ δικαιοδοσίας καὶ ἁρμοδιότη-
968τος τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εὐρυτέρας ἐκείνης,
969ἣν ἔχουσιν οἱ ἀρχηγοί, ὅτε ἀντετιθέμην εἰς τὴν ὑπαγωγὴν
970τῶν σωμάτων τοῦ στρατοῦ, τῶν καταστημάτων αὐτοῦ καὶ
971τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ στρατοῦ ὑπὸ τὴν ἄμεσον διοίκησιν τοῦ
972Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ.
973Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι καταχρῶμαι τῶν δυνάμεών μου,
974παρατείνων τὸν λόγον, διότι πρὸ μικροῦ ἀφῆκα τὴν κλίνην,
975καὶ διὰ τοῦτο παύω αὐτόν.
976§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δεληγεώργης ἔχει τὸν λόγον.
977§16Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν νομίζετε καλὸν νὰ διακόψωμεν
978ἐπὶ 10 λεπτά;
979§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. Δεληγεώργης τὸ ἐπιθυμεῖ.
980§18Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι.
981§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε λοιπόν.
982§20Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁμιλῶν, Κύριοι, χθὲς ἐπὶ τοῦ νο-
983μοσχεδίου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἠναγκάσθη νὰ
984ἐκθέσῃ τὰς πολιτικὰς αὑτοῦ γνώμας ἐπὶ τοῦ κρατοῦντος σή-
985μερον ἐν Ἑλλάδι κοινοβουλευτικοῦ συστήματος, νὰ καταγ-
986γείλῃ τὰ κακὰ, εἰς τὰ ὁποῖα κατ’ αὐτὸν προσκόπτει τὸ Συν-
987ταγματικὸν πολίτευμα, καὶ νὰ ὑποδείξῃ ἐν ὀλίγοις τὰ μέσα
988τῆς θεραπείας αὐτῶν.
989Ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ἐκ πρώτης ὄψεως, ὅτι ἐπεισοδιακῶς
990παρεμβληθεῖσα εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ νομοσχεδίου ἡ
991ἔκφρασις αὕτη τῶν πολιτικῶν γνωμῶν τοῦ κ. Προέδρου τῆς
992Κυβερνήσεως, δὲν πρέπει ἐν συζητήσει εἰδικοῦ στρατιωτικοῦ
993νομοσχεδίου ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ αἱ πολιτι-
994καὶ αὗται γνῶμαι εἶναι τοσοῦτον σπουδαῖαι καθ’ ἑαυτὰς,
995ἐξεφράσθησαν δὲ παρ’ ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος, καὶ λόγῳ τῆς προε-
996δρίας τῆς Κυβερνήσεως καὶ λόγῳ τῆς προεδρίας μεγάλου
997πολιτικοῦ κόμματος, τοσοῦτον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ βαρύνει,
998ὥστε δὲν δύνανται νὰ μὴ ληφθῶσιν ὑπ’ αὐτῆς ὑπ’ ὄψιν.
999Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, θεωρῶ ὅτι σχετίζονται αὗται στενώ-
1000τατα καὶ πρὸς τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ συζητοῦμεν, διότι προ-
1001δήλως τοῦτο εἶναι τὸ προϊόν τῆς μεταβολῆς τῶν νέων πο-
1002λιτικῶν ἀρχῶν, εἰς ἃς προσῆλθεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
1003νήσεως. Ἐπειδὴ δὲ νομίζω, ὅτι κατήγγειλε μὲν ἀληθῆ καὶ
1004ἀναμφισβήτητα ἐλαττώματα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν
1005συστήματος, δὲν ὑπέδειξεν ὅμως καὶ τὰ προσήκοντα μέτρα
1006θεραπείας ἢ ἐλαττώσεως τῶν κακῶν, φρονῶ ὅτι αἱ γνῶμαι
1007αὐτοῦ εἶναι ἄξιαι σπουδῆς, ἐὰν οὐχὶ εἰδικῶς καὶ ἐν εὐρύτητι
1008σήμερον, ἀλλὰ πάντως ἐν συντομίᾳ.
1009Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὡς ἐνθυμεῖσθε,
1010ὅτι τὰ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν συστήματος ἔχουσι κα-
1011κῶς, διότι ἡ Βουλὴ ἀναμιγνύεται εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κρά-
1012τους. Κατήγγειλεν ἐπίσης, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀνεπαρκῶς διεξά-
1013γει τὸ νομοθετικὸν αὑτῆς ἔργον, διότι, οὐδ’ αἱ ἐπιτροπαὶ αὐ-
1014τῆς ἐργάζονται ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, οὐδὲ καιρὸν ἔχει, ὅσον
1015πρέπει, ὅπως συζητῇ περὶ αὐτῶν. Κατήγγειλεν ἐπίσης, ὅτι
1016ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τοσαύτη γίνεται χρῆσις ἢ κατάχρησις
1017τοῦ ἐλέγχου καὶ τῶν ἐπερωτήσεων, ὥστε ὑπέρμετρος δαπα-
1018νᾶται χρόνος εἰς αὐτὰς, ἀφαιρούμενος ἐκ τῆς ἄλλης ἐργα-
1019σίας, τῆς νομοθετικῆς, τοῦ Κοινοβουλίου.
1020Τὸ κατ’ ἐμὲ, οὐδεμίαν τῶν τριῶν τούτων καταγγελιῶν δύ-
1021ναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τις. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι πρωτί-
1022στως ἀφορμὴ τῆς κακῆς διοικήσεως καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς
1023κακῆς αὑτῆς διοικήσεως εἶναι ἡ ἀνάμιξις τῆς Βουλῆς εἰς τὰ τῆς
1024διοικήσεως τοῦ Κράτους. Καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ἡμῶν οὐδεμία γίνε-
1025ται τῶν νομοσχεδίων μελέτη διὰ τῶν ἐπιτροπῶν, ὡς ἔπρεπε
1026νὰ γίνηται, καὶ ὡς γίνεται ἀλλαχοῦ, καὶ πολὺς χρόνος βεβαίως
1027δαπανᾶται εἰς ἐξέλεγξιν τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως.
1028Ἀλλ’ ἐνῷ συμφωνῶ ἐπ’ αὐτῶν, δὲν συμφωνῶ ὅμως ἐπὶ τῶν
1029αἰτιῶν, εἰς ἃς ταῦτα ὀφείλονται, καὶ ἑπομένως ἐπὶ τῶν μέ-
1030σων τῆς θεραπείας, ἅτινα ὑπέδειξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
1031βερνήσεως καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι ἄλλα ἢ
1032ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐνδεικνύουν αἱ αἰτίαι, ἐξ ὧν τὰ κακὰ ἀλη-
1033θῶς προέρχονται. Βεβαίως ἀναμιγνύεται ἡ Βουλὴ εἰς τὰ τῆς
1034διοικήσεως, ἀλλὰ διατὶ ἀναμιγνύεται; Μήπως ὑπάρχει διά-
1035ταξίς τις ἐν τῷ Συντάγματι, ἐπιτρέπουσα ἢ τοὐλάχιστον
1036ὑπονοοῦσα τοιαύτην ἀνάμιξιν τῆς Βουλῆς εἰς τὴν διοίκησιν
1037τοῦ τόπου; Οὐδὲν Σύνταγμα εὐκρινέστερον τοῦ ἡμετέρου δια-
1038κρίνει τὰς ἐξουσίας καὶ καθορίζει σαφέστερον τὰ δικαιώ-
1039ματα ἑκάστης τῶν ἐξουσιῶν. Ἡ Βουλὴ, κατὰ τὸ Σύνταγμα
1040ἡμῶν, νομοθετεῖ μετὰ τοῦ Βασιλέως, δικαιοῦται δὲ νὰ ἐξε-
1041λέγχῃ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, τὴν πολιτείαν τῶν
1042Ὑπουργῶν. Οὐδὲν ἕτερον δικαίωμα ἐκ τοῦ Συντάγματος
1043ἔχει. Τὴν διοίκησιν ἐνεργεῖ μόνος καὶ ἀποκλειστικῶς ὁ Βα-
1044σιλεὺς διὰ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, οὓς αὐτὸς διορίζει καὶ
1045παύει. Δι’ ὧν μέσων διαθέτει ἐκ τοῦ Συντάγματος δύνα-
1046ται νὰ ἐπηρεάζῃ εἰς τὴν πορείαν τῶν Κυβερνήσεων, καὶ ἑπο-
1047μένως εἰς τὸν σχηματισμὸν καὶ τὴν διατήρησιν τῶν Ὑπουρ-
1048γείων, ἡ Βουλὴ, ὁ δὲ Ἡγεμὼν ὀφείλει νὰ ἔχῃ διαρκῶς ὑπ’ ὄ-
1049ψιν τὴν γνώμην τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον,
1050ὅτι ἡ Βουλή, ὅτι ἡ πλειονοψηφία αὐτῆς δὲν ἀναμιγνύεται
1051εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, οὔτε συνδιοικεῖ μετὰ τῶν
1052Ὑπουργῶν, καὶ ἑπομένως δὲν γίνεται συνένοχος εἰς τὰ τῆς
1053διοικήσεως τοῦ Κράτους μετὰ τῶν Ὑπουργῶν, εἴτε ἐκείνων,
1054τοὺς ὁποίους ὑποδεικνύει εἰς τὸ Στέμμα, εἴτε ἐκείνων, τοὺς
1055ὁποίους ὑποστηρίζει. Μόνον ὑπ’ αὐτὸν τὸν ὅρον τῆς ἀποχῆς
1056τῶν πλειονοψηφιῶν ἀπὸ τῆς διοικήσεως δύναται καὶ ὀφεί-
1057λει ὁ Ἡγεμὼν νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς γνώμας τῆς Βου-
1058λῆς, εἴτε περὶ ἐλέγχου τῶν πράξεων τῶν Ὑπουργῶν πρό-
1059κειται, εἴτε περὶ τῶν νομοθετικῶν ἔργων, καὶ μόνον ὑπ’ αὐ-
1060τὸν τὸν ὅρον ἡ δεδηλωμένη, περὶ τῆς ὁποίας ἐγένετο χθὲς
1061λόγος, δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀρχὴ ἐνέχουσαν ἀλήθειαν συν-
1062ταγματικήν. Ἄνευ αὐτοῦ τοῦ ὅρου ἡ δεδηλωμένη εἶναι
1063ψεῦδος καὶ φενάκη. Διὰ τοῦτο ἀπέτυχεν, ὑφ’ οἱουδήποτε
1064κόμματος ἐνασκηθεῖσα, καὶ πάντοτε θ’ ἀποτυγχάνῃ, διότι
1065εἶναι ἀνατρεπτικὴ τῆς ἰσότητος καὶ τῆς νομιμότητος, ἐφ’ ὧν
1066στηρίζονται καὶ ἡ κοινωνία καὶ ἡ Πολιτεία ἡμῶν.
1067Ἀλλ’ ἂν ἡ Βουλὴ ἀπὸ μακροῦ χρόνου εἰσῆλθε καὶ καθ’ ἡ-
1068μέραν περισσότερον κατατρίβεται εἰς τὴν ὁδὸν, ἡ ὁποία καὶ
1069ἀντισυνταγματικὴ εἶναι καὶ ἀντικοινοβουλευτικὴ καὶ ἐπιζή-
1070μιος εἰς τὴν χώραν, δὲν πταίει ἆρά γε εἰς τοῦτο τὸ Στέμμα;
1071Μὴ αὐτὸ δὲν ἐπέτρεψεν ἀπὸ μακροῦ χρόνου τοῦτο καὶ δὲν
1072ἐσυνείθισε πάσας τὰς ἄλλας ἐξουσίας καὶ τὰς ἀρχὰς καὶ πᾶ-
1073σαν τὴν κοινωνίαν καὶ ἅπαν τὸ ἔθνος νὰ θεωρῶσιν, ὅτι αὐτὴ
1074εἶναι ἡ μόνη δυνατὴ κατάστασις;
1075Εἰς τὸν Βασιλέα τὸ Σύνταγμα ἀποκλειστικῶς ἔδωσε τὴν
1076διαχείρισιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἑπομένως τὴν διοί-
1077κησιν διὰ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, τοὺς ὁποίους Ὑπουρ-
1078γοὺς αὐτὸς ἐλευθέρως διορίζει καὶ παύει. Ἂν ἡ Βουλὴ ἐσφε-
1079τερίσθη τὴν ἐξουσίαν καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Στέμματος,
1080δικαιώματα συνταγματικὰ, τοῦτο ἐγένετο τῇ συναινέσει καὶ
1081συμπράξει τοῦ Στέμματος. Ἀλλ’ ἂν ἐπὶ μακρὰ ἔτη, ἐν γνώσει
1082πληρεστάτῃ τῶν μέσων, δι’ ὧν καταρτίζονται καὶ συντηροῦν-
1083ται αἱ πλειονοψηφίαι παρ’ ἡμῖν, ἐπέτρεψε τοῦτο καὶ ἐξ ἀδιαφο-
1084ρίας συνέτρεξεν ὁ Ἡγεμὼν, δὲν πταίει ὁ Ἡγεμὼν; Καὶ τί ἄλλο
1085καθ’ ἡμέραν ἐνισχύει τὰς Κυβερνήσεις καὶ τὰς Βουλὰς, ὅπως
1086ἐπιμένωσιν εἰς τὸ σύστημα αὐτὸ τοῦ σφετερισμοῦ τῶν δικαιω-
1087μάτων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἢ ἡ πλήρης τοῦ Ἡγεμό-
1088νος συγκατάθεσις εἰς αὐτό; Διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπε χθὲς
1089ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ ὁποῖον οὐδεὶς δύνα-
1090ται νὰ μὴ ὁμολογήσῃ ὡς ἀληθὲς, ὅτι δηλαδὴ ἐσφετερίσθη ἡ
1091Βουλὴ καὶ διαχειρίζεται τὴν διοικητικὴν ἐξουσίαν ὡς ἰδίαν
1092ἐξουσίαν, εἶναι σφετερισμὸς παρὰ τὸ Σύνταγμα, ὃν ἡ Βουλὴ
1093δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως αὐτοῦ τοῦ
1094Ἡγεμόνος. Ἀλλ’ ἡ συγκατάθεσις αὐτοῦ αὕτη ἐγένετο ἐπι-
1095βλαβεστάτη εἰς τὸ ἔθνος, καὶ λόγῳ τῆς βλάβης τοὐλάχι-
1096στον ὁ Ἡγεμὼν ἔπρεπε νὰ ἐμποδίσῃ αὐτήν. Διότι, Κύριοι,
1097ἀποστολὴ Ἡγεμόνος Συνταγματικοῦ Κράτους δὲν εἶναι τὸ
1098πράττειν τὸ καλόν. Ἓν ἔθνος, ἔστω καὶ ὅσον τὸ ἡμέτερον
1099μικρὸν καὶ νεαρὸν ἀκόμη ἐν τῷ δημοσίῳ βίῳ, εἶναι εἰς θέ-
1100σιν καὶ ἔχει ἄνδρας ἱκανοὺς καὶ ἔχει πεῖραν καὶ φῶτα ἀρ-
1101κοῦντα, ὅπως πράξῃ τὸ καλὸν ἐν οἱῳδήποτε κλάδῳ τῆς δη-
1102μοσίας ὑπηρεσίας. Δὲν ἔχομεν ἑπομένως ἀνάγκην Ἡγεμό-
1103νος, ὅστις νὰ πράττῃ τὸ καλὸν ἀνθ’ ἡμῶν, καὶ περὶ αὐτοῦ
1104νὰ σκέπτηται καὶ νὰ ἐνασχολῆται. Ἄλλη ἡ κυρία ἀποστολὴ
1105τοῦ Ἡγεμόνος ἐν Κοινοβουλευτικῷ Κράτει. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
1106πρὸ παντὸς ἀνέθετο τὸ ἔθνος εἰς τὸν Ἡγεμόνα, εἶναι νὰ
1107ἐμποδίζῃ νὰ διαπράττηται τὸ κακὸν ἐν τῇ Πολιτείᾳ· τὸ μεγα-
1108λείτερον δὲ κακὸν, ὅπερ διαπράττεται, εἶναι νὰ ἐπιτρέπῃ,
1109ὅπως ἀφαιρῶσιν ἀπὸ τὰς χεῖράς του καὶ διαχειρίζωνται
1110ἄλλοι, παρ’ ἐκείνους τοὺς ὁποίους τὸ πολίτευμα ὥρισε, τὴν
1111ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν· τοῦτο δ’ εἶναι οὐ μόνον κακὸν, ἀλλ’ εἶ-
1112ναι καὶ παραβίασις τοῦ Συντάγματος. Οὔτε πρέπει ὁ Ἡγεμὼν
1113νὰ πιστεύῃ, ὅτι αἱ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀνατεθειμέναι αὐτῷ
1114ἐξουσίαι εἶναι προσωπικὰ αὐτοῦ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δύνα-
1115ται νὰ παραιτῇ, ὁπόταν θέλῃ, καὶ νὰ μεταβιβάζῃ εἰς ἄλλους.
1116Εἶναι καθήκοντα, εἶναι λειτουργίαι, τὰς ὁποίας εἶναι ὑπόχρεως,
1117ὁρκισθεὶς, νὰ ἐκτελῇ αὐστηρῶς καὶ ἀπαρεγκλίτως. Ἐπειδὴ
1118ὀφείλει νὰ τὰ ἐκτελῇ, δι’ αὐτὸ παρεχωρήθησαν αὐτῷ ὑπὸ τοῦ
1119ἔθνους. Ἂν ἦτο ὠφέλιμος ἡ ἐνάσκησις αὐτῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς,
1120εἰς αὐτὴν θὰ τὰ παρεχώρει βεβαίως τὸ Σύνταγμα. Ἡ ὑποχρέω-
1121σις αὐτοῦ ἀφ’ ἑτέρου νὰ τὰ ἐνασκῇ δι’ ὑπευθύνων Ὑπουργῶν,
1122δὲν ἐννοεῖ μεταβίβασιν εἰς αὐτοὺς καὶ ἀπαλλοτρίωσιν. Οὗτοι
1123εἶναι ἐλεύθεροι νὰ παραιτῶνται, ἂν δὲν θέλωσιν εὐθύνας.
1124Ἀλλ’ ὑποχρέωσιν ἔχει ὁ Ἡγεμὼν νὰ ἐπιβλέπῃ, ὅπως ἡ ἐξου-
1125σία, ἥτις ἐδόθη αὐτῷ, ἐνασκῆται ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν, οὓς
1126αὐτὸς διορίζει καὶ παύει, συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους καὶ
1127πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ. Ὅταν συστηματικῶς τὸ ἐναν-
1128τίον γίνηται ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν, καὶ οὗτοι διατηρῶνται
1129ὑπὸ τοῦ Στέμματος ἐν τῇ τοιαύτῃ διαχειρίσει τῆς ἐκτελε-
1130στικῆς ἐξουσίας, βεβαίως τὸ Στέμμα δὲν εἶναι ξένον εἰς τὴν
1131κακὴν διοίκησιν. Ὅταν ὁ Ἡγεμὼν μιᾶς χώρας, καλῶν τὰ
1132πολιτικὰ πρόσωπα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, λέγῃ
1133πρὸς αὐτὰ τοιαῦτα περίπου: «Λάβετε, Κύριοι, τὴν ἐξου-
1134σίαν καὶ διαχειρισθῆτε αὐτὴν συμφώνως μὲ τὰς ἀρχὰς, τὰς
1135ὁποίας ἔχετε. Σᾶς ἐμπιστεύομαι καὶ σᾶς ἐπιτρέπω τὰ πάντα.
1136Ἀλλὰ μὴ ζητεῖτε παρ’ ἐμοῦ οὐδὲν ἄλλο, διότι ἐγὼ δὲν
1137ἐννοῶ νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὰ τῆς διαχειρίσεως τῆς ἐξουσίας,
1138ἣν σᾶς παραδίδω· πηγαίνετε εἰς τὴν Βουλὴν, εὕρετε τοὺς
1139Βουλευτὰς καὶ συνεννοήθητε μετ’ αὐτῶν· εἶναι ἄνθρωποι συμ-
1140βιβαστικοὶ, καὶ πάντοτε διατεθειμένοι ὑπὲρ τῶν Κυβερνή-
1141σεων, αἱ ὁποῖαι γινώσκουν νὰ περιποιῶνται καὶ εὐχαριστῶσιν
1142αὐτούς. Εὐχαριστήσατε αὐτούς· οὕτω θὰ ἔχητε πλειονοψη-
1143φίαν. Ἐφ’ ὅσον θὰ ἔχητε πλειονοψηφίαν, ἀδιαφορῶ τί θὰ
1144πράξητε ἐπὶ τετραετίαν ὁλόκληρον. Δύνασθε νὰ ἦσθε βέ-
1145βαιοι, ὅτι θὰ σᾶς διατηρήσω Ὑπουργούς μου. Φέρετέ μοι
1146πρὸς τοῦτο πέντε, δέκα, δεκαπέντε, ὅσας θέλετε, χιλιάδας
1147διαταγμάτων, νὰ θέσω τὴν ὑπογραφήν μου ἐν λευκῷ· δὲν
1148ἐξετάζω, τί θὰ περιέχουν. Μάθετε ὅμως, ὅτι, καθ’ ἣν ἡμέ-
1149ραν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μοὶ ἀναγγείλῃ, ὅτι καὶ μὲ μίαν
1150ψῆφον ἀπωλέσατε τὴν πλειονοψηφίαν, θὰ σᾶς ἀποπέμψω, καὶ
1151ἂν ἦσθε ἡ ἀρίστη τῶν Κυβερνήσεων, καὶ ἂν οὐδὲν ἐπράξατε
1152κακὸν, καὶ ἂν ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς καθ’ ὑμῶν ὑπῆρξεν ἄδικος
1153καὶ ἐμπαθής. Ἐγὼ σᾶς παρεχώρησα ὅλα τὰ μέσα, διὰ νὰ
1154ἔχητε τὴν πλειονοψηφίαν. Περὶ ἄλλων δὲν φροντίζω». Ὅταν
1155τοιαύτην ἐννοῇ νὰ μετέρχηται ἀπέναντι τῶν Ὑπουργῶν καὶ
1156τῆς Βουλῆς πολιτείαν ὁ Ἡγεμὼν μιᾶς χώρας, τί ἄλλο
1157πράττει ἢ νὰ καλῇ τὴν Βουλὴν εἰς τὴν διοίκησιν τῶν
1158δημοσίων; Ὅταν δὲ οὔτε ὁ Ἡγεμὼν ἐπιβλέπῃ τοὺς Ὑπουρ-
1159γοὺς, οὔτε ἡ Βουλὴ τοὺς ἐλέγχῃ, διότι συνδιοικεῖ μετὰ τῶν
1160Ὑπουργῶν, βεβαίως τοιαύτη θ’ ἀποβῇ ἡ κατάστασις τῆς χώ-
1161ρας, ὁποία ἀπέβη ὑπὸ τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα, ὅπερ
1162κατὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως μᾶς διοικεῖ.
1163Ἀλλ’ ἡ κατάστασις αὕτη, πάντοτε κακὴ, δὲν ἐπετρέπετο
1164νὰ ἦναι ἀνεκτὴ ὑπὸ τοῦ Στέμματος, μετὰ τὰ ἀποτελέσματα,
1165ἅτινα ἰδίως ἐσχάτως ἀπέδωκε, μετὰ τὴν πτώχευσιν τοῦ
1166Κράτους δηλονότι καὶ μετὰ τὰς καταστροφὰς τοῦ πολέμου.
1167Οὐδεὶς ἐτόλμα πλέον εἰς ἄλλην ν’ ἀποδώσῃ αἰτίαν αὐτὰ ἢ
1168εἰς τὴν κακὴν διοίκησιν ὑπὸ τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα,
1169καὶ διὰ τοῦτο ὁ τόπος ἐξηγέρθη κατὰ τοῦ συστήματος αὐ-
1170τοῦ, ζητῶν τὴν κατάπαυσιν αὐτοῦ. Ὁ πόλεμος εἶχεν ἀπο-
1171δείξει οὐχὶ μόνον ὅτι δὲν ἤμεθα στρατὸς, ἀλλ’ ὅτι δὲν ὑπῆρχε
1172τίποτε. Τὸ Στέμμα ἔλαβε γνῶσιν τῶν διαθέσεων αὐτῶν τοῦ
1173λαοῦ, ἀλλὰ τὰ πράγματα ἀφέθησαν νὰ ἐξακολουθήσωσι καὶ
1174ἐξακολουθοῦσι τὴν παλαιὰν αὐτῶν πορείαν. Οὐδὲν μετε-
1175βλήθη. Ἡ διοίκησις εἶναι ἡ αὐτὴ καὶ διὰ τὰς αὐτὰς αἰ-
1176τίας.
1177Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατήγγειλε τὴν κατά-
1178στασιν αὐτὴν, καὶ δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἦναι ἀληθὴς ἡ καταγ-
1179γελία. Ἀλλὰ ποῖα πρὸς παρηγορίαν τοὐλάχιστον ὑπεσχέθη
1180ἡμῖν μέσα θεραπείας ἢ μειώσεως τοῦ κακοῦ; Μᾶς ὑπεσχέθη
1181ὅτι διὰ νόμων μόνον θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐκλίπῃ ἡ κατάστα-
1182σις αὕτη. Βεβαίως λίαν λογικῶς ὑπέδειξε νέους νόμους ὡς
1183μέσον θεραπείας, διότι ἀλλοῦ ἀποδίδει τὰς αἰτίας τοῦ κα-
1184κοῦ. Θεωρεῖ ὅτι Ὑπουργοὶ καὶ Βουλευταὶ εἶναι ὄντα κακῆς
1185καὶ πονηρᾶς φύσεως καὶ ἀδιορθώτων ἕξεων, μὴ ἐννοοῦντες
1186κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ πολιτεύωνται καὶ νὰ διαχειρίζωνται
1187τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν αἱ ἐπαρχίαι ἀνέθεσαν εἰς αὐτοὺς, ἢ
1188ἐρχόμενοι ἐνταῦθα καὶ ζητοῦντες πῶς διὰ παντὸς μέσου νὰ
1189καταλάβωσι τὴν διοίκησιν τῆς ἐπαρχίας αὑτῶν, καὶ πῶς νὰ
1190καταστήσωσιν αὐτὴν ἕκαστος τιμάριον, ὅπερ νὰ διοικῇ ὡς
1191ἀπόλυτος κυρίαρχος. Φρονῶ ὅτι ποσῶς δὲν ἦτο οὔτε εἶναι
1192τοιαύτη ἡ ἐπιθυμία εἴτε τῶν νῦν ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ πολι-
1193τευομένων, εἴτε τῶν ἄλλοτε ἐν ἄλλαις Βουλαῖς πολιτευθέν-
1194των ἀντιπροσώπων...
1195§21Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον αὐτό.
1196§22ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν λέγω ὅτι τὸ εἴπετε ὑμεῖς, ἀλλ’ ἐπι-
1197κρατεῖ ἡ ἰδέα, ὅτι οἱ Βουλευταὶ ἐκ φύσεως εἶναι ἄνθρωποι
1198ἄνευ φιλοπατρίας, ἄνευ φιλοτιμίας, ἄνευ ἀξιοπρεπείας... Τοὐ-
1199ναντίον, Κύριοι, δύναται πᾶς γινώσκων τὰ πράγματα νὰ
1200εἴπῃ, ὅτι, ἂν οἱ Βουλευταὶ ἀναμιγνύονται, καὶ ἀναμιγνύον-
1201ται βεβαίως, εἰς τὰ διοικήσεως τῶν ἐπαρχιῶν αὑτῶν, πράτ-
1202τουσι τοῦτο διότι ἀπὸ μακροῦ χρόνου προετράπησαν ἢ ἠναγ-
1203κάσθησαν νὰ πράξωσι τοῦτο, διότι ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἄλ-
1204λοι τὰ αὐτὰ ἔπραξαν ἐναντίον αὐτῶν, κατατρέξαντες καὶ
1205καταδυναστεύσαντες τοὺς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις φίλους αὐτῶν,
1206καὶ διότι αὔριον οἱ ἀντίπαλοι αὐτῶν, ὅταν ἐπανέλθωσιν ἐν
1207τῇ ἐξουσίᾳ, τὰ αὐτὰ καὶ χείρονα θὰ πράξωσι. Τίς ἀγνοεῖ,
1208ὅτι δὲν δύναταί τις ἀπὸ πολλοῦ νὰ ζήσῃ πλέον ἐν Ἑλλάδι,
1209ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἰδίως, ἄνευ προστασίας ἑνὸς ἰσχυροῦ τῆς
1210ἡμέρας, καὶ ὅτι ὁ ἰσχυρὸς αὐτὸς εἶναι ὁ ὑπουργικὸς Βουλευ-
1211τὴς ἢ ὁ φίλος τοῦ Βουλευτοῦ ἢ ὁ φίλος τῆς Κυβερνήσεως;
1212Διατὶ τοῦτο; διότι ἡ διοίκησις δὲν εἶναι πράγματι εἰς χεῖ-
1213ρας τῶν ἀρχῶν, τῶν Ὑπουργῶν, τοῦ Βασιλέως, τὸν ὁποῖον τὸ
1214ἔθνος, ὅτε ἔδιδεν αὐτῷ τὴν ἐξουσίαν, ἐθεώρει ὡς τὴν μεγί-
1215στην ἐγγύησιν τῆς ἀμερολήπτου διαχειρίσεως αὐτῆς ὑπὸ
1216τῶν ὀργάνων αὐτοῦ. Ἡ διοίκησις εἶναι εἰς χεῖρας τῶν ὀπα-
1217δῶν τῆς ἑκάστοτε Κυβερνήσεως, καὶ αὐτῶν τοὺς φίλους καὶ
1218τὰ συμφέροντα ἐννοεῖ συνήθως νὰ ὑπηρετῇ. Ὅταν ὁ Βα-
1219σιλεὺς, κάλλιστα γινώσκων καὶ βλέπων ὅσα γίνονται, ἀδια-
1220φορῇ, πάντες ἐνθαρρύνονται, καὶ ὑπάλληλοι καὶ πολῖται,
1221νὰ πράξωσι τὰ αὐτὰ καὶ χείρονα. Ἂν δὲν λειτουργῇ Βασι-
1222λικὴ ἐξουσία, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν λειτουργεῖ, μὴ περιμένετε
1223διὰ νόμων νὰ ἀναστείλητε τὴν κατάστασιν ταύτην. Ὅ,τι
1224γίνεται σήμερον, μᾶς διδάσκει καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος. Μὴ
1225δὲν ἔχομεν νόμον περὶ τῶν προσόντων καὶ παύσεων τῶν δι-
1226καστικῶν ὑπαλλήλων; Θὰ θέσητε περισσότερα προσόντα διὰ
1227τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους, ἢ περισσοτέρας ἐγγυήσεις κατὰ τῆς
1228αὐθαιρέτου παύσεως, παρ’ ὅσας θέτουσιν οἱ νόμοι ἐπὶ τῶν δι-
1229καστῶν; Καὶ ὅμως ποσάκις δὲν ἐπηρεάζουσιν αἱ Κυβερνήσεις
1230τοὺς δικαστὰς ἡμῶν, ὅταν θέλωσι, καὶ πόσα δὲν ἐπιτυγχά-
1231νουσι παρ’ αὐτῶν! Ὅταν μία Κυβέρνησις μαίνηται ἐν τῇ
1232συναλλαγῇ καὶ τὰ πάντα μετέρχηται ὑπὲρ διατηρήσεώς της,
1233νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ σώσητε ἐκ τῆς ἐπιρροῆς αὐ-
1234τῆς, ἂν ὄχι ὅλους, ἀλλὰ τοὺς περισσοτέρους ἐκ τῶν ὑπαλλή-
1235λων, ὑφ’ οἱασδήποτε ἐγγυήσεις καὶ ἂν ἐθέσατε αὐτοὺς διὰ νέων
1236νόμων; Ἂν ὑπάλληλοι δικαστικοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῶν προσόν-
1237των καὶ τῆς ἀνωτέρας μορφώσεως αὐτῶν τοσαῦτα παρέχου-
1238σιν ἐχέγγυα ἀνεπηρεάστου χαρακτῆρος, εἴδομεν ὅτι πολλά-
1239κις ἐνέδωκαν καὶ ὑπηρέτησαν τῶν ἰσχυόντων τοὺς πολιτι-
1240κοὺς σκοποὺς, νομίζετε ὅτι δὲν θὰ πράξωσι τὸ αὐτὸ καὶ περισ-
1241σότερα οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι;
1242Οὐδεμία λοιπὸν σπουδαία ἐλπὶς ἐκ τῶν νέων νόμων, ὅταν
1243ἐν τῇ κεντρικῇ διοικήσει καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ἐπικρατοῦν ὅλαι
1244καὶ νῦν ἰδέαι καὶ ἕξεις καὶ διὰ παντὸς μέσου ἀφίνωνται ἐλεύ-
1245θεροι οἱ κυβερνῶντες νὰ ἐπηρεάζωσι τὰ ὄργανα τῶν διαφό-
1246ρων ὑπηρεσιῶν. Δυνατὸν νὰ περιορισθῇ κατά τι τὸ κακὸν,
1247ἀλλὰ θέλει ἐξακολουθήσει, καὶ ὅσον παρέρχωνται οἱ χρόνοι
1248ἄνευ ἐνεργοῦ Βασιλικῆς ἐξουσίας καὶ κρατῇ τὸ αὐτὸ διὰ τὸν
1249λόγον αὐτὸν σύστημα, τόσον περισσότερον θὰ αὐξάνῃ καὶ
1250θὰ ἐπικρατῇ ἡ διοικητικὴ διαφορά. Λοιπὸν μὴ παραβλέπο-
1251μεν τὴν ἀληθῆ αἰτίαν τοῦ κακοῦ καὶ μὴ ἀπομακρυνόμεθα τῶν
1252μέσων θεραπείας, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ.
1253Ἔλεγον καὶ ἄλλοτε, ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ σήμερον, ὅτι
1254μόνον ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἐνασκοῦντος ἄγρυπνον καὶ αὐστη-
1255ρὰν καὶ ἀνένδοτον ἐπίβλεψιν ἐπὶ τῶν διαχειριζομένων τὴν
1256ἀνατεθεῖσαν αὐτοῖς ἐξουσίαν, καὶ ἐπιβάλλοντος εἰς πάντας
1257τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ πάσας τὰς Κυβερνήσεις ἀδιακρίτως
1258ἀμερόληπτον καὶ φιλόνομον διοίκησιν, εἶναι ἐλπὶς παύσεως
1259τῶν κακῶν. Ὁ νόμος θὰ ᾖναι βοηθὸς μόνον.
1260Τὴν αὐτὴν αἰτίαν τῆς κομματικῆς διοικήσεως ἔχει καὶ τὸ
1261ἕτερον κακὸν, τὸ ὁποῖον κατήγγειλεν, ὁμιλῶν χθὲς, ὁ κύριος
1262Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, αἱ συχναὶ δηλονότι ἐπερωτήσεις
1263καὶ αἱ μακραὶ ἐπὶ τοῦ ἐλέγχου συζητήσεις τῶν Βουλευτῶν
1264τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Πῶς θέλετε, ὅταν οἱ καθήμενοι ἐν τῇ
1265πλευρᾷ ταύτῃ (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ᾖναι οἱ καθ’ ἡ-
1266μέραν καταδιωκόμενοι ὑπὸ τῆς διοικήσεως, οἱ καταμαστι-
1267ζόμενοι ἐν τοῖς φίλοις αὑτῶν ὑπὸ τῶν πολιτικῶν ἀντιπάλων
1268ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, οἱ καθ’ ἡμέραν λαμβάνοντες διὰ τοῦ τη-
1269λεγράφου καὶ τοῦ ταχυδρομείου παράπονα καὶ καταγγελίας
1270περὶ παρανομιῶν καὶ αὐθαιρεσιῶν καὶ μεροληψιῶν ἐκ μέ-
1271ρους τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως, πῶς θέλετε νὰ κάθηνται
1272ἀπαθεῖς ἀπέναντι τῶν καθημένων ἐν τῇ πλευρᾷ ἐκείνῃ (δει-
1273κνύει τὴν δεξιὰν), ἀπολαμβανόντων ὅλων τῶν παροχῶν
1274καὶ πάσης προστασίας τῆς ἐξουσίας, ἐνῷ αὐτοὶ αἰσθάνονται
1275τοὺς φίλους αὑτῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις πάσχοντας καὶ στε-
1276ρουμένους, διότι εἶναι φίλοι αὐτῶν; Μόνον αἱ ἐπερωτήσεις
1277καὶ ὁ ἔλεγχος εἶναι τὸ μέσον, ὅπερ ὑπολείπεται αὐτοῖς, οὐχὶ
1278ὅπως ἐπιτύχωσι δικαιοτέραν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, ἀλλ’ ὅ-
1279πως ἀναστείλωσιν ἐν μέρει τὸ κακὸν, καὶ κυρίως, ὅπως ἱκα-
1280νοποιήσωσι τοὺς πάσχοντας ἐντολεῖς αὐτῶν, καταγγέλλοντες
1281τὰ κακὰ ταῦτα δημοσίᾳ ἐν τῇ Βουλῇ.
1282Τὸ ἕτερον κακὸν τῆς παντελοῦς ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς ἐλλεί-
1283ψεως ἐπεξεργασίας τῶν νομοσχεδίων δὲν νομίζω ὅτι εἶναι
1284δύσκολον νὰ θεραπευθῇ. Ἀλλὰ πρῶτον ἀνάγκη ἡ Κυβέρνη-
1285σις νὰ δώσῃ τὸ παράδειγμα, ὑποβάλλουσα τὰ νομοσχέ-
1286δια αὐτῆς μετ’ ἐκθέσεων διαφωτιζουσῶν τὴν Βουλὴν, ὁποῖαι
1287ὑποβάλλονται εἰς ὅλα τὰ κοινοβουλευτικὰ καὶ πεφωτισμένα
1288Κράτη σήμερον, ἐκθέσεων, αἱ ὁποῖαι συνήθως περιλαμβάνουν
1289οὐ μόνον τὴν ἱστορίαν τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα εἰσά-
1290γονται ἢ μεταρρυθμίζονται, ἀλλὰ καὶ πάνθ’ ὅσα σχετικῶς
1291πρὸς τὰ διάφορα θέματα ἰσχύουσιν ἀλλαχοῦ. Τότε ἴσως θὰ
1292καταστῇ οὐχὶ πάντοτε ἀναγκαία ἡ ἐν ἐπιτροπῇ ἐπεξεργασία
1293τῶν νομοσχεδίων ἐν τῇ Βουλῇ. Ἂν θέλετε, καταστήσατε
1294Σῶμα νομοπαρασκευαστικόν, ὅπως πολλάκις ἐζητήθη. Ἐκ-
1295λέξατε 7 ἢ 8 εἰδικοὺς καὶ νομομαθεῖς ἄνδρας ἐν τοῖς δια-
1296φόροις κλάδοις τῆς νομοθεσίας τοῦ Κράτους, καὶ ἀναθέσατε
1297εἰς αὐτοὺς τὴν παρασκευὴν τῶν νομοσχεδίων καὶ τῶν αἰτιο-
1298λογικῶν ἐκθέσεων. Ἡ Βουλὴ δὲν πιστεύω νὰ ἀρνηθῇ τὴν
1299ψῆφον αὑτῆς ὑπὲρ ἔργου, ὅπερ βεβαίως ἐγγυᾶται πληρεστέ-
1300ραν μελέτην καὶ παρασκευὴν τῶν νόμων καὶ διαταγμάτων.
1301Ἡ βελτίωσις αὕτη εἶναι ἄσχετος πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν
1302σύστημα.
1303Εἶπον, Κύριοι, ἀρχόμενος, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον
1304περὶ τῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις,
1305εἶναι ἡ πρώτη ἐφαρμογὴ τῆς νέας πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἤρ-
1306χισεν ἐπαγγελλομένη, εἶναι καθαρὰ ὁμολογία, ὅτι τὰ τοῦ
1307στρατοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ μεταβάλῃ διὰ τῶν
1308μέσων τὰ ὁποῖα κατέχει, διὰ τῶν νόμων τοὺς ὁποίους ἐνε-
1309πιστεύθη αὐτῇ ἡ Πολιτεία, ἵνα ἐφαρμόζῃ ἐν τῇ διοικήσει
1310τοῦ στρατοῦ. Μὴ δυναμένη δι’ αὐτῶν, ἢ δι’ ὁμοίων νόμων, ὑπὸ
1311τὸ κρατοῦν κοινοβουλευτικὸν σύστημα, νὰ ἐπιτύχῃ τὴν βελ-
1312τίωσιν τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, εὗρεν ὅτι πρέπει ἐντε-
1313λῶς νὰ ἐξέλθῃ τῆς μέχρι τοῦδε τηρηθείσης ὁδοῦ καὶ νὰ βα-
1314δίσῃ ὁδὸν, ἥτις φέρει εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὸ Σύνταγμα. Δὲν
1315ἀμφισβητῶ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, φρονούσης ὅτι διὰ
1316τῆς Γεν. Διοικήσεως, ἣν παραδίδει εἰς τὴν Α. Υ. τὸν Διάδο-
1317χον τοῦ Θρόνου, ἀπαλλάττει τὸν στρατὸν τῆς πολιτικῆς, ἥτις
1318καὶ ἐν τῇ διοικήσει αὐτοῦ παρενέβαινε καὶ παρεμβαίνει.
1319Φρονῶ ὅμως, ὅτι ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
1320Στρατιωτικῶν ἰδίως, ἐπιμελέστερον μελετῶν τὰ τοῦ νομο-
1321σχεδίου, καὶ προσεκτικώτερον διατυπῶν αὐτὸ, νὰ ἐπιτύχῃ
1322μὲν τὴν οὐσίαν, νὰ διαφυλάξῃ ὅμως τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ
1323συγκρούσεων πρὸς τὸ Σύνταγμα. Δὲν ἤθελε τότε ἐξεγείρει τὰς
1324ἐπικρίσεις καὶ τὰς ὑπονοίας, τὰς ὁποίας ἐξήγειρε. Νομίζω
1325πρὸς τούτοις, ὅτι θὰ ἠδύνατο κατὰ πολὺ νὰ διευκολύνῃ τὴν
1326ἄνευ θορύβου ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἂν ἐδέχετο νὰ ὑπο-
1327βάλῃ αὐτὸ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, τὴν ὁποίαν ἐν ἀρχῇ ἐσυστήσα-
1328μεν, καὶ ἂν παριστάμενος ἐν αὐτῇ, ἐνώπιον τῶν στρατιωτι-
1329κῶν καὶ πολιτικῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, συνεζήτει μετ’ αὐ-
1330τῶν καὶ ἐδικαιολόγει τὰς διατάξεις αὐτοῦ, καὶ ἀπεδέχετο
1331τὰς ὀρθὰς παρατηρήσεις ἀνδρῶν τῆς πείρας καὶ εἰλικρινῶν
1332ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου προαιρέσεων. Τοιαῦτα νομοσχέδια δὲν
1333πρέπει οὕτω νὰ ὑποβάλλωνται, λόγῳ τοῦ προσώπου καὶ λόγῳ
1334τῆς ἀντισυνταγματικότητος. Παραπομπὴ ὅμως εἰς ἐπιτρο-
1335πὴν δὲν ἐγένετο. Ἡ τροποποίησις, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ
1336Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, οὐδόλως διώρθωσε τὸ κακὸν,
1337καὶ ἕνεκα τούτου ἐξακολουθοῦμεν εὑρισκόμενοι ἀπέναντι νο-
1338μοθετήματος, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς
1339Βουλῆς, ὡς συγκρουόμενον πρὸς τὸ Σύνταγμα.
1340Χθὲς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρέστησεν, ὅτι
1341οὐδὲν τὸ ἀντισυνταγματικὸν περιέχει τὸ νομοσχέδιον περὶ
1342Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ· ἀνεσκεύασε δὲ, ὅπως ἀπο-
1343δείξῃ τὸ μὴ ἀντισυνταγματικὸν αὐτοῦ, ἐπιχειρήματα, τὰ
1344ὁποῖα οὔτε ἰσχυρίσθη τις, οὔτε δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ σπου-
1345δαίως. Ἐκεῖνα ὅμως, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριξαν τὸ ἀντι-
1346συνταγματικὸν αὐτοῦ πολλοὶ, καὶ δι’ ὧν ἀπέδειξαν αὐτὸ,
1347οὐδόλως ἔθιξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπέδειξεν
1348οὕτω καὶ πάλιν, ὅτι ἐν πᾶσι τὸ αὐτὸ πάντοτε μεταχειρίζε-
1349ται κατὰ τῶν ἐναντίων ὅπλον, παριστῶν ὅτι οὐδὲν ἐλέχθη
1350κατὰ τὴν συζήτησιν ἄξιον λόγου καὶ ἄξιον ἀνασκευῆς ἐκ μέ-
1351ρους αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ περισσότερον
1352ἔπρεπε νὰ προσέξῃ, διότι πρόκειται περὶ νομοσχεδίου ἀφο-
1353ρῶντος τὰ ἀνώτατα πρόσωπα τῆς Πολιτείας.
1354Καὶ σήμερον ὁ ἔντιμος προλαλήσας ἐκ Γόρτυνος Βουλευ-
1355τὴς πολλὰ ἐξέθηκε τὰ ἀποδεικνύοντα σύγκρουσιν καὶ ἀσυμ-
1356φωνίαν τοῦ νομοσχεδίου πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ἀλλ’ ἐγὼ εἰς
1357τυπικώτερα καὶ εὐληπτότερα θέλω ἀσχοληθῆ ἐλαττώματα,
1358ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν εἶ-
1359μαι διατεθειμένος νὰ ψηφίσω κατὰ τοῦ νομοσχεδίου δι’ οὐ-
1360σιαστικοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐνδεχόμενον νὰ φέρουν εἰς κατά-
1361στασιν μὴ σύμφωνον πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος.
1362Ἐννοῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι πρόκειται περὶ διοικήσεως τοῦ στρα-
1363τοῦ ὑπὸ τοῦ Διαδόχου τοῦ Θρόνου, ὑπ’ ἐκείνου, ὅστις μετ’ ὀ-
1364λίγον θέλει εἶσθαι ὁ Βασιλεὺς τοῦ ἔθνους. Ἐννοῶ ὅτι ὁ Ὑπουρ-
1365γὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις διαχειρίζε-
1366ται ὑπευθύνως τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, δὲν δύνανται νὰ
1367ἔχωσιν ἀπέναντι τοῦ Διαδόχου, Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρα-
1368τοῦ, τὴν ἐλευθερίαν ἐκείνην καὶ ἀνεξαρτησίαν τῶν γνωμῶν,
1369τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχωσι καὶ θὰ εἶχον ἀπέναντι παντὸς
1370ἄλλου Γενικοῦ Διοικητοῦ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πάντοτε θὰ γίνωνται
1371δεκταὶ ὑπὸ τοῦ Διαδόχου εὔλογοι τοῦ Ὑπουργοῦ παρατη-
1372ρήσεις, ἐπειδὴ ὑπολείπεται ἐπὶ τέλους ἡ διέξοδος εἰς τὸν
1373Ὑπουργὸν νὰ παραιτηθῇ, ἂς ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ πράττῃ καὶ
1374τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο, ὁσάκις πείθηται, ὅτι ἀδικαιολογήτως
1375δὲν εἰσακούεται καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ πράξῃ ἄλλο τι. Τοῦτο
1376εἶναι πλημμέλεια, ἀλλὰ δὲν θέλω εἰς τοιαύτας πλημμελείας
1377τοῦ νομοσχεδίου νὰ στηρίξω τὴν ἐπὶ ἀντισυνταγματικότητι
1378μομφήν.
1379Τὸ νομοσχέδιον καθιεροῖ ἑνιαίαν καὶ μόνιμον Γενικὴν
1380Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ἐν ἑπομένῳ δ’ ἄρθρῳ ὁρίζει, ὅτι Γε-
1381νικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ διορίζεται ἀντιστράτηγος, ὁ
1382ὁποῖος κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον δὲν δύναται νὰ ἦναι ἄλ-
1383λος παρὰ ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος. Ἐν ἄλλῳ ἄρθρῳ
1384λέγεται, ὅτι κωλυόμενον ἢ ἀπόντα τὸν Γενικὸν Διοικητὴν
1385τοῦ στρατοῦ ἀναπληροῖ ὁ ἀρχαιότερος τῶν μεράρχων. Γεν-
1386νᾶται ἐκ τούτων τὸ ζήτημα, ποία ἡ θέσις τοῦ οὕτως ὁριζο-
1387μένου Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ ἐν τῇ Πολιτείᾳ; Καὶ
1388πρῶτον, τίς ἡ ἔννοια τοῦ μονίμου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως
1389τοῦ στρατοῦ; Πρὶν ἀκούσω χθὲς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιω-
1390τικῶν Ὑπουργὸν, ἐκ τῆς θέσεώς του ἐξηγήσαντα, ἐνόμιζον
1391ὅτι τίθεται ἡ λέξις πρὸς ἀντιδιαστολὴν ἀπὸ ἄλλης προσω-
1392ρινῆς διοικήσεως, καὶ ἐθεώρουν αὐτὴν περιττήν. Ἀλλ’ ὁ κ.
1393Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δίδων ἐξηγήσεις πρὸς τὸν λα-
1394λοῦντα χθὲς, εἶπεν ὅτι μόνιμος Γενικὸς Διοικητὴς ἐννοεῖ,
1395ὅτι ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ἐν εἰρήνῃ θέλει εἶσθαι καὶ ἐν πολέμῳ
1396Γενικὸς ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ. Ὥστε ἤδη ἔχομεν σαφὲς τὸ ἑξῆς,
1397ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου νομοθετεῖται Γενικὴ Διοίκησις τοῦ
1398στρατοῦ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ ὑπὸ τὸν Διάδοχον τοῦ
1399Θρόνου.
1400Εἶμαι, Κύριοι, ὑπὲρ τῆς ἰδέας, ὅτι ἐν τοῖς στρατιωτικοῖς
1401ἔθνεσι πρέπει πρὶν τῆς ἐνάρξεως τοῦ πολέμου νὰ ἦναι ἐνδε-
1402δειγμένοι οἱ μέλλοντες νὰ διοικήσωσι τὸν στρατὸν ἐν πο-
1403λέμῳ, καὶ ὁ λόγος,—λόγος ὃν ἐσεβάσθησαν καὶ σέβονται σχε-
1404δὸν ὅλα τὰ στρατιωτικὰ Κράτη ἐν Εὐρώπῃ, — εἶναι, ὅτι
1405συμφέρει, ὁ μέλλων ἀρχηγὸς τοῦ πολέμου νὰ ἦναι γνωστὸς
1406καὶ νὰ γνωρίζῃ ὁ ἴδιος, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ ὑπεύθυνος νὰ ὁδη-
1407γήσῃ καλῶς ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης τὸν στρατὸν κατὰ τοῦ ἐχθροῦ,
1408καὶ νὰ παρασκευάζηται ἐγκαίρως πρὸς τοῦτο, ὄχι δ’ ἐξαπί-
1409νης νὰ λαμβάνηται ἐκ τοῦ στρατοῦ τὴν τελευταίαν ὥραν
1410καὶ νὰ τίθηται ἐπὶ κεφαλῆς στρατοῦ, ὃν ἀγνοεῖ. Διὰ νὰ ὁδη-
1411γήσῃ ὅμως καλῶς ἀρχηγός τις στράτευμα ἐν πολέμῳ, πρέπει
1412καὶ τὸ στράτευμα νὰ ἐγνώρισε, καὶ εἰς σχέσεις μετ’ αὐτοῦ
1413νὰ ἦλθε, καὶ εἰς εἰδικωτέρας διὰ τὸν σκοπὸν μελέτας καὶ
1414ἀπ’ εὐθείας καὶ διὰ τοῦ Ἐπιτελείου νὰ προῆλθε. Διὰ τοῦτο
1415ὁ Γενικὸς Ἀρχηγὸς ἐν πολέμῳ πρέπει νὰ ἦναι ἐνδεδειγμέ-
1416νος ἐν εἰρήνῃ. Ὅταν ὅμως λέγωμεν ἐνδεδειγμένος, δὲν
1417λέγομεν ὡρισμένος· ἄλλο τὸ ἓν καὶ ἄλλο τὸ ἄλλο. Σήμερον
1418ἐν Γερμανίᾳ οὐδένα θὰ ἴδητε ὡρισμένον ὡς μέλλοντα ἀρχη-
1419γὸν τῶν στρατιῶν, δηλαδὴ τῶν ὁμάδων σωμάτων στρατοῦ.
1420Εἶναι ὡρισμένοι βεβαίως οἱ ἀρχηγοὶ τῶν σωμάτων, τῶν
1421corps d’ armées, καὶ διοικοῦν τὰ σώματα ταῦτα, καὶ
1422εἶναι γνωστὸν, ὅτι αὐτοὶ θὰ διοικήσουν αὐτὰ καὶ ἐν πολέμῳ.
1423Ἀλλὰ τὰς στρατιὰς, δὲν εἶναι γνωστὸν, τίς θὰ διοικήσῃ,
1424οὐδ’ ὑπάρχουν τοιαῦται θέσεις. Πλὴν εἶναι ἐνδεδειγμένοι ἐκεῖ-
1425νοι, οἱ ὁποῖοι, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των, ὡς ἐκ τοῦ ἀξιώματος,
1426ὅπερ ἔχουν, θὰ διοικήσουν αὐτάς. Τοιοῦτοι ἐν Γερμανίᾳ εἶναι
1427οἱ Γενικοὶ Ἐπιθεωρηταὶ στρατιῶν, καὶ εἶναι πέντε. Ὅταν ὁ
1428Αὐτοκράτωρ κατὰ τὴν τελευταίαν ὥραν, τὴν πρὸ τῆς κηρύ-
1429ξεως τοῦ πολέμου, θ’ ἀναλάβῃ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ πολέμου,
1430τιθέμενος αὐτὸς ἐπὶ κεφαλῆς, θὰ ὁρίσῃ ἐκείνους, οἵτινες θὰ
1431ὁδηγήσωσι τὰς διαφόρους στρατιὰς κατὰ τοῦ ἐχθροῦ. Ὁ Αὐ-
1432τοκράτωρ δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναθέσῃ τὰς ἀρχηγίας
1433αὐτὰς εἰς τοὺς Γενικοὺς Ἐπιθεωρητάς. Δύναται νὰ ἐκλέξῃ
1434ἄλλους. Ἀλλὰ τοὺς ἑτοιμάζει ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς εἰρήνης,
1435καὶ αὐτοὶ ἐπίσης ἑτοιμάζονται, καὶ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα
1436αὐτοὺς θὰ ἐκλέξῃ. Τοῦτο πάντως εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον
1437τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ Κράτους. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περὶ Γεν.
1438Ἐπιθεωρητῶν στρατιῶν, παρατηρῶ, ὅτι συμβαίνει ἐν Γερ-
1439μανίᾳ, οἱ τέσσαρες ἐκ τῶν πέντε Γενικῶν Ἐπιθεωρητῶν νὰ
1440ἦναι πρίγκηπες, ἀνήκοντες ὁ μὲν εἷς εἰς τὴν Πρωσσίαν, ἕτε-
1441ρος εἰς τὴν Βαυαρίαν, ἕτερος εἰς τὴν Σαξωνίαν καὶ ἄλλος εἰς
1442τὴν Βάδην. Εἷς μόνος, ὁ Βαλδερσὲ, δὲν εἶναι πρίγκηψ, καὶ
1443τὸν ὁποῖον ἀπίθανον ὅλως, ὡς ἐγράφη, νὰ ἔχωμεν ἐν Ἑλλάδι
1444ὀργανωτὴν τοῦ στρατοῦ. Εὐτύχημα, ἂν ἤρχετο· ἀλλ’ αὐτὸς
1445κατέχει μίαν τῶν πέντε ἀνωτάτων στρατιωτικῶν θέσεων,
1446καὶ πρέπει νὰ ἦναι παρὼν ἐν Γερμανίᾳ διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον.
1447Εἶναι ὅμως τὸ αὐτὸ καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ ἡμετέρῳ;
1448Ὄχι· διότι πᾶν ὅ,τι δίδεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὸν
1449ἀντιστράτηγον, εἰς τὴν Α. Υ. τὸν Διάδοχον, εἴτε ἐν ὥρᾳ εἰ-
1450ρήνης, εἴτε ἐν ὥρᾳ πολέμου, εἶναι ἐπιβεβλημένον, εἶναι ὑπο-
1451χρεωτικὸν ἀπὸ τοῦδε. Κύριοι, τὸ πρᾶγμα εἶναι διάφορον κατα-
1452φανῶς, οὐδὲ εἶναι ἀνάγκη θεωριῶν καὶ συνταγματικῶν λε-
1453πτολογιῶν, ὅπως κατανοηθῇ. Ἀλλ’ ἔτι περισσότερον· ἡ θέ-
1454σις αὕτη εἶναι καὶ ἀναφαίρετος. Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ἀπὸ
1455τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θὰ διορισθῇ, δὲν δύναται πλέον νὰ
1456παυθῇ. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περὶ διορισμοῦ, θὰ ἐκφράσω καὶ
1457διαφωνίαν, τὴν ὁποίαν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιω-
1458τικῶν ἔχω, ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Γενικοῦ Διοικη-
1459τοῦ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Ἔλεγε χθὲς
1460ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπὸ τῆς θέσεώς του, διακόπτων τὸν κ. Στρά-
1461τον, ὅτι πρὸς διορισμὸν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ δὲν ἀπαιτεῖται
1462Β. Διάταγμα...
1463§23Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
1464Εἶπον ἀπ’ ἐναντίας, ὅτι ἀπαιτεῖται Β. Διάταγμα.
1465§24ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τότε εἴμεθα σύμφωνοι. Οὕτως ἔχει,
1466διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορισθῇ τις εἰς δημοσίαν θέσιν,
1467κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἄνευ Β. Διατάγμα-
1468τος. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς στιγμῆς διορισθῇ, δὲν δύνασθε πλέον νὰ
1469τὸν ἀνακαλέσητε, ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος, ὃν συζητοῦμεν, ἰσχύει,
1470διότι κατ’ αὐτὸν μόνον ἀντιστράτηγος δύναται νὰ διορισθῇ
1471Γεν. Διοικητὴς, ἀντιστράτηγος δὲ ἐν τῷ ἑλληνικῷ στρατῷ
1472ὑπάρχει εἷς μόνον, καὶ ἂν παυθῇ, οὐδεὶς ὑπάρχει, ἵνα τὸν
1473ἀντικαταστήσῃ. Ἄνευ ἀντικαταστάτου δὲ, θὰ ἔμενεν ἀδιοί-
1474κητος ὁ στρατὸς, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν
1475θὰ δύναται, ἀφοῦ ἅπαξ ἀφῃρέθη αὐτῷ διὰ τοῦ παρόντος νόμου
1476ἡ διοίκησις, νὰ τὸν διοικήσῃ, παυθέντος τυχὸν τοῦ Γεν. Διοι-
1477κητοῦ. Διὰ νὰ δύναται νὰ παυθῇ ὁ Γενικὸς Διοικητὴς, πρέπει
1478νὰ δύναται ν’ ἀντικατασταθῇ ἀμέσως, δηλαδὴ ὁ νόμος νὰ
1479ὁρίζῃ ἀντικαταστάτην αὐτοῦ. Τοιοῦτον ὅμως δὲν ὁρίζει. Λοι-
1480πὸν εἶναι ἐπιβεβλημένον ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὸν Βασιλέα,
1481εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἀνέχωνται τὸν Γεν. Διοικητὴν, καὶ ἂν
1482ἐνδομύχως αἰσθάνωνται τὴν ἀνάγκην ν’ ἀνακαλέσωσιν αὐτόν.
1483Εἴτε ἐν εἰρήνῃ εὑρίσκεται τὸ Κράτος, εἴτε ἐν παραμοναῖς
1484πολέμου, Κυβέρνησις θέλουσα χάριν ἀσφαλείας τοῦ Κράτους
1485νὰ προβῇ εἰς μεταβολὴν τῆς Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ,
1486καὶ μεγάλας φέρουσα εὐθύνας, δὲν δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο,
1487πρὶν μεταβληθῶσιν οἱ καθεστῶτες νόμοι. Προδήλως τοιαύτη
1488δημιουργία θέσεως εἶναι ἀντισυνταγματική. Τὸ Σύνταγμα
1489ἐννοεῖ, ὅτι πᾶς ὑπάλληλος δημόσιος διορίζεται καὶ παύεται
1490ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Οὐδεὶς εἶναι ἰσόβιος ἀπολύτως. Περιορι-
1491σμοὶ μόνον εἰς τὸν διορισμὸν καὶ τὴν παῦσιν δύνανται νὰ τε-
1492θῶσιν. Ἄν τινας τὸ Σύνταγμα ἐκήρυξεν ἰσοβίους, ὥρισεν
1493ὅμως, ὅτι δύνανται νὰ παυθῶσι διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως.
1494Ἀλλ’ ὅταν δὲν δύναται νὰ παυθῇ τις οὐδ’ εἰς ὡρισμένας περι-
1495πτώσεις, δημιουργεῖται νέα Βασιλικὴ ἐξουσία, ἥτις μόνη κατὰ
1496τὸ Σύνταγμα εἶναι ἄνευ τέλους καὶ διαδοχική. Τοιαύτη ὅμως
1497ἰσόβιος Διοίκησις τοῦ στρατοῦ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ εἶναι
1498ἀντισυνταγματική, διότι περιορίζει τὴν ἐξουσίαν τοῦ Βασι-
1499λέως. Τοιοῦτον πρόσωπον, δημιουργούμενον διὰ τοῦ νομο-
1500σχεδίου παρὰ τῷ Βασιλεῖ, εἶναι καὶ ἀνώτερον αὐτοῦ, διότι
1501τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ Βασιλεὺς, ἔχει διὰ μέσου καὶ
1502ἐπ’ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐνῷ τῷ Διαδόχῳ δίδομεν αὐτὴν
1503ἀπ’ εὐθείας, διότι δίδομεν τὴν ἄμεσον διοίκησιν τοῦ στρα-
1504τοῦ. Κάλλιστα δύναται στρατός τις, ὑπακούων εἰς τὰ νεύ-
1505ματα φιλοδόξου ἢ ἀνικάνου Γενικοῦ Διοικητοῦ, ν’ ἀποβῇ ἐν
1506ὥρᾳ κινδύνου ἐπίφοβος διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὴν ἀσφά-
1507λειαν τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παυθῇ. Ὅπως δὲν
1508δύναται νὰ διορισθῇ ἄλλος, δὲν ὑπάρχει καὶ ἄλλος νὰ τὸν
1509ἀντικαταστήσῃ, ἄνευ δ’ ἀντικαταστάτου ἡ παῦσις θὰ κατε-
1510λίμπανε τὸν στρατὸν ἄνευ διοικήσεως. Πῶς θὰ δικαιολογήσῃ
1511τοῦτο ἡ Κυβέρνησις; Ποῖος λόγος δύναται νὰ δικαιολογήσῃ
1512τὴν δημιουργίαν νέας Βασιλικῆς ἐξουσίας, νέου Βασιλικοῦ
1513ἀξιώματος, χωρὶς νὰ ὁμολογήσητε οἱ Ὑπουργοὶ, ὅτι τοιουτο-
1514τρόπως ἀφαιρεῖτε ἐξουσίαν ἀπὸ τὸν Βασιλέα; Ὁ Βασιλεὺς
1515εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις κατὰ τὸ Σύνταγμα ἔχει τὴν ἐξουσίαν,
1516συναινούσης καὶ τῆς Βουλῆς, νὰ ἀποσπᾷ ἐξουσίας ἐκ τῆς
1517ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τῆς ὁποίας εἶναι ἀρχηγὸς καὶ τὴν
1518ὁποίαν διαχειρίζεται, καὶ νὰ ἱδρύῃ θέσεις καὶ ἀξιώματα, ἀλλὰ
1519μὲ τὴν δύναμιν οὐ μόνον ν’ ἀπονέμῃ, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀφαιρῇ αὐτὰ,
1520ὁσάκις θέλῃ, ἢ ὁσάκις ὑπάρχῃ νόμιμος περίπτωσις. Διότι
1521πᾶσα ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καταλήγει εἰς τὸν Ἡγεμόνα.
1522Λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον εἶναι περιοριστικὸν τῶν βασιλικῶν
1523δικαιωμάτων, διότι αὔριον θὰ ἔχωμεν Ἡγεμόνα, ὅστις, καὶ
1524ἂν θέλῃ ν’ ἀνακληθῇ ἐκ τῆς θέσεώς του ὁ Γενικὸς Διοικητής,
1525δὲν θὰ δύναται νὰ τὸν ἀνακαλέσῃ. Θὰ ἦναι δυνατὸν, μόνον
1526ἂν ὁ νόμος μεταβληθῇ· ἀλλ’ ἐνίοτε αἱ περιστάσεις δὲν δίδουν
1527καιρόν, ὅπως ἀναμένωμεν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἐὰν δὲν εὑ-
1528ρεθῇ τρόπος θεραπεύων τὸ ἐλάττωμα τοῦτο τοῦ νομοσχεδίου,
1529ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ τὸ ψηφίσω, οὕτως ἔχον, ἂν καὶ οὐδεμίαν
1530θὰ εἶχον δυσκολίαν νὰ δεχθῶ μεταβολὴν τῆς διοικήσεως τοῦ
1531στρατοῦ καθ’ ὃν τρόπον ὑποδεικνύει τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ
1532συμφωνότερον πρὸς τοὺς κειμένους νόμους.
1533Ὅτι, Κύριοι, συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς μεταβολῆς τοῦ ἰσχύοντος
1534νῦν συστήματος τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, εἶναι ὁμολογου-
1535μένως ἡ κακὴ κατάστασις τοῦ στρατοῦ, κακὴ κατάστασις
1536χρονολογουμένη ἀπὸ μακρῶν χρόνων, διατηρηθεῖσα ὑφ’ ὅλας
1537τὰς Κυβερνήσεις, εἴτε κοινοβουλευτικὰς, εἴτε μὴ κοινοβουλευ-
1538τικάς, εἴτε ὑπὸ Ὑπουργοὺς στρατιωτικοὺς, εἴτε ὑπὸ Ὑπουρ-
1539γοὺς πολιτικοὺς, εἴτε ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου ληφθέντας, εἴτε
1540ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Κακὴ κατάστασις, τὴν ὁποίαν πάν-
1541τες ἐγινώσκομεν καὶ πάντες ὡμολογοῦμεν, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν
1542ὁ πόλεμος τοῦ 1897 ἀπέδειξε πολλῷ χείρονα καὶ ἐκείνης,
1543ἣν καὶ οἱ πλέον δυσμενεῖς εἰς τὰς κρίσεις των περὶ στρατοῦ
1544παρίστων. Ὅλοι, ὅσοι ἀπὸ τοῦ βήματος ὡμίλησαν περὶ στρα-
1545τοῦ, ᾤκτειραν, καὶ πολὺ δικαίως, τὴν ἀναλγησίαν τοῦ ἡμε-
1546τέρου Κράτους, ὅπερ καὶ μετὰ τοιοῦτον πόλεμον οὐδὲν ἔπρα-
1547ξεν, ἵνα τὴν κατάστασιν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ διὰ τῶν
1548μέσων βεβαίως, ἅτινα διαθέτει, βελτιώσῃ. Δὲν δύναμαι ἢ τὴν
1549αὐτὴν μορφὴν καὶ ἐγὼ κατὰ τοῦ ἡμετέρου Κράτους ν’ ἀπευ-
1550θύνω. Ἡ ἀμέλεια εἶναι ἀσύγγνωστος. Πιθανῶς αὕτη πηγὴν
1551ἔχει καὶ ἄλλας αἰτίας, ἀλλὰ δὲν δύναμαι τὴν ἀδιαφορίαν
1552ταύτην νὰ μὴ ἀποδώσω καὶ εἰς τὸ αἴσθημα τῆς ἀσφαλείας,
1553ὅπερ πάντας ἡμᾶς κατέχει διὰ τὰ ἐθνικὰ πράγματα. Καὶ
1554κατὰ τὸν πόλεμον καὶ μετ’ αὐτὸν δὲν ἠσθάνθημεν ὅλον τὸ
1555κακὸν, ὅπερ ἐπάθομεν. Καὶ δὲν τὸ ἠσθάνθημεν, διότι δὲν ἀφέ-
1556θησαν παρ’ ἄλλων νὰ ἐπέλθωσιν ἐκ τοῦ πολέμου καὶ τῆς ἥττης
1557ὅλαι αἱ συνέπειαι καὶ πλήρεις. Ἀλλ’ ἐγὼ σήμερον δὲν φοβοῦ-
1558μαι νὰ κηρύξω αὐτὰς ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ νὰ εἴπω, ὅτι
1559κατὰ τὸ 1897 ἀπωλέσαμεν, τὸ μὲν ἔθνος τὴν ἐθνικὴν αὐτοῦ
1560ἀνεξαρτησίαν, ἡ δὲ Βασιλεία τὸν θρόνον αὐτῆς. Αὐτὰ ἀκριβῶς
1561ὑπῆρξαν τ’ ἀποτελέσματα τοῦ πολέμου. Διὰ νὰ ἐννοήσητε
1562τοῦτο, δὲν ἔχετε ἢ νὰ φαντασθῆτε, ὅτι κατὰ τὰς ἀποφράδας
1563ἐκείνας ἡμέρας δὲν ἀπεστέλλετο τὸ γνωστὸν τηλεγράφημα
1564τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Ρωσσίας πρὸ τὸν Σουλτάνον, δι’ οὗ
1565ἐζήτει ὡς φιλικὴν χάριν νὰ διατάξῃ εὐθὺς ἀμέσως νὰ στα-
1566ματήσῃ πᾶσα πρόοδος τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, δὲν ἔχετε ἢ νὰ
1567φαντασθῆτε, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἐγκύκλιος τοῦ κόμητος Μου-
1568ραβιὲφ, ἡ ἀπαγορεύουσα εἰς ἑκάτερον τῶν ἐμπολέμων νὰ ὠφε-
1569ληθῇ ἐδαφικῶς ἐκ τῆς νίκης, δὲν ἔχετε ἢ νὰ φαντασθῆτε, ὅτι
1570τὴν διαπραγμάτευσιν τῆς εἰρήνης δὲν διεξῆγον αἱ ἓξ Με-
1571γάλαι Δυνάμεις ἐν Κωνστατινουπόλει, ἀλλὰ τὴν διεξήγομεν
1572ἡμεῖς μόνοι μετὰ τοῦ ἐχθροῦ ἐν Ἀθήναις, ἄν, ὃ μὴ γένοιτο,
1573μέχρι τῶν Ἀθηνῶν ἔφθανον οἱ ἐχθροί...
1574§25ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Βεβαιότατα! Εἰς ὀκτὼ ἡμέρας!
1575§26ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ... Δὲν ἔχετε ἢ νὰ φαντασθῆτε, ὅτι
1576αἱ τρεῖς εὐεργέτιδες Δυνάμεις δὲν ἠγγυῶντο ὑπὲρ ἡμῶν, ὅπως
1577εὑρεθῶσι τὰ χρήματα τῆς ἀποζημιώσεως καὶ ἀπέλθωσιν οἱ
1578Τοῦρκοι ἐκ τῆς Θεσσαλίας ὅσον ἦτο δυνατὸν ταχύτερον. Θὰ
1579ἐξηκολούθει ὁ τουρκικὸς στρατὸς μέχρι σήμερον κατέχων,
1580Κύριος οἶδε, τίνας ἐπαρχίας καὶ τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου, ἢ,
1581ἂν εἶχεν ἀπέλθει καὶ ἄνευ τῆς ἐγγυήσεως, θὰ εἶχεν ἀπέλθει
1582καταλείπων ἐπὶ τῆς ῥάχεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τριπλά-
1583σια καὶ τετραπλάσια βάρη τόκων ἢ ὅσα ἔχομεν σήμερον μὲ
1584τὴν ἐγγύησιν τῶν τριῶν Δυνάμεων.
1585Ὅταν τοιαῦται ἀληθῶς ἦναι αἱ συνέπειαι ἑνὸς πολέμου,
1586αὐτὰς πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν πάντοτε καὶ αὐτὰς νὰ
1587αἰσθανώμεθα καὶ ἄρχοντες καὶ ἀρχόμενοι, καὶ νὰ μὴ πλα-
1588νώμεθα, πιστεύοντες ὅτι ἐκεῖνα μόνον ἐπῆλθον, ὅσα ἀφέθη-
1589σαν νὰ ἐπέλθωσι. Μὲ τοιαύτας πλάνας θὰ μείνωμεν ἀδιόρ-
1590θωτοι. Ἡ Ἑλλὰς τὰς ἡμέρας ἐκείνας τοῦ πολέμου ἀπώλεσε
1591τὴν ἀνεξαρτησίαν της, καὶ ἡ Βασιλεία τὸν θρόνον αὐτῆς.
1592Τοῦτο οὐδέποτε πρέπει νὰ λησμονῶμεν. Διότι μόνον τὰ ἔθνη,
1593τὰ ὁποῖα φοβοῦνται τὰς συνεπείας τῶν πράξεών των, καὶ
1594ἐπειδὴ φοβοῦνται αὐτὰς παρασκευάζονται, ἐκεῖνα μόνον παρα-
1595σκευάζονται καλῶς καὶ σώζονται. Δὲν ἔχετε ἄλλο νὰ πρά-
1596ξητε ἢ νὰ στρέψητε τὰ βλέμματα πρὸς τὰ μεγάλα τῆς Εὐρώ-
1597πης ἔθνη, πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὑποβλέπουσι σήμερον ἄλληλα
1598καὶ ἑτοιμάζονται κατ’ ἀλλήλων πρὸς πόλεμον, διὰ νὰ ἴδητε,
1599τί κατορθοῦσι. Παρατηρήσατε τὴν Γερμανίαν. Φοβουμένη
1600τὰς φοβερὰς συνεπείας ἀτυχοῦς πολέμου μετὰ τῆς Γαλλίας
1601ἢ τῆς Ρωσσίας, οὔτε στιγμὴν ἀνεπαύθη μετὰ τὰς νίκας αὑ-
1602τῆς. Εἰς οὐδένα ἐλπίζει ἢ εἰς εἰς τὰς ἰδίας αὑτῆς δυνάμεις,
1603ἃς ἐργάζεται νὰ ἔχῃ ὑπερόχους, διότι καλῶς γινώσκει, ὅτι
1604ἡττωμένη θὰ ὑποβληθῇ εἰς ὅρους χείρονας ἐκείνων, εἰς οὓς
1605αὕτη ὑπέβαλε τὴν Γαλλίαν τὸ 1870. Τὸ αὐτὸ αἴσθημα καὶ
1606οἱ αὐτοὶ φόβοι ὁδηγοῦν τὰς στρατιωτικὰς ἐργασίας τῆς Γαλ-
1607λίας καὶ τῆς Ρωσσίας, καὶ δι’ αὐτὸ βλέπομεν τὰ Κράτη
1608αὐτὰ κυριώτατον ἔργον αὑτῶν θεωροῦντα τὴν πλήρη καὶ ἕτοι-
1609μον παρασκευὴν αὑτῶν πρὸς πόλεμον. Λάβετε τὴν Τουρ-
1610κίαν. Αὕτη, καθ’ ἡμέραν φοβουμένη, ὅτι ἐχθροὶ πανταχόθεν
1611θὰ τὴν προσβάλουν, καὶ παρ’ οὐδενὸς ἐλπίζουσα βοήθειαν,
1612κατέστη ἰσχυροτάτη στρατιωτικὴ δύναμις, εἰς τοῦτο πρὸ
1613πάντων ὀφείλουσα τὴν διατήρησιν αὑτῆς ἐν μέσῳ τῶν μυ-
1614ρίων κινδύνων, οἵτινες τὴν περιστοιχίζουν.
1615Ἀλλὰ δὲν συμβαίνει τὸ αὐτὸ καὶ μὲ τὸ ἡμέτερον Κράτος.
1616Τοῦτο ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ζωὴν μὲ ἓν μέγα ἱστορικὸν ὄνομα,
1617τὸ ὄνομα δ’ αὐτὸ καὶ οἱ ἔνδοξοι ὑπὲρ ἀπελευθερώσεως ἀγῶ-
1618νες αὐτοῦ εἵλκυσαν εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς τὴν προστασίαν καὶ τὴν
1619εὔνοιαν τῶν λαῶν καὶ τῶν Κυβερνήσεων τῆς Εὐρώπης, μὲ
1620τὰς ὁποίας ἔζησε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ζῇ ἀκόμη. Τὸ Ἑλλη-
1621νικὸν Κράτος εἶναι καὶ πολιτικὴ ἀνάγκη ἐν τῇ Βαλκανικῇ
1622Χερσονήσῳ, ἡ θέσις δ’ αὕτη ἡμῶν ἐν ταῖς χώραις, ἃς κατοι-
1623κοῦμεν, μᾶς προστατεύει καὶ μᾶς σῴζει. Εἰς τὴν εὔνοιαν
1624αὐτὴν καὶ τὴν προστασίαν τῆς Εὐρώπης, ἃς προμηθεύει ἡμῖν
1625ἡ ἱστορία καὶ ἡ ἀποστολὴ τοῦ ἔθνους ἡμῶν, προσετέθησαν
1626ἀπό τινων χρόνων ἄλλαι ἰσχυραὶ προστασίαι διὰ τῶν συγ-
1627γενειῶν τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας μετὰ μεγάλων εὐρωπαϊ-
1628κῶν Δυναστειῶν. Ὑπὸ τοιαύτας πανισχύρους προστασίας, ὁ
1629μὲν Ἡγεμὼν τῆς Ἑλλάδος δύναται ν’ ἀναπαύηται, ὅτι οὐδέ-
1630ποτε ἀτυχίαι ἐκ πολέμων πρὸς τὴν ὅμορον χώραν θέλουσι
1631διακινδυνεύσει τὴν ἀκεραιότητα τοῦ Βασιλείου του, καὶ ὅτι
1632προσέτι καὶ ἄνευ πολέμων καὶ ἄνευ νικῶν δὲν θέλει στερηθῆ ἡ
1633Ἑλλάς, τοῦ καιροῦ ἐπιστάντος, τῶν αὐξήσεων ἐκείνων τοὐ-
1634λάχιστον, ἃς οὐδεὶς ἄλλος λαὸς ἀμφισβητεῖ ἡμῖν σήμερον.
1635Καὶ τὸ ἔθνος ἡμῶν ἀπὸ τὸ αὐτὸ αἴσθημα ἀσφαλείας περὶ
1636τοῦ μέλλοντος κατέχεται, ἐλπίζον καὶ πιστεῦον, ὅτι ἡ ἀκε-
1637ραιότης καὶ ἡ ἐπέκτασις τοῦ Κράτους εὑρίσκονται ἐν χερσὶ
1638τῆς Εὐρώπης. Τοιούτων αἰσθημάτων τὴν ἐπενέργειαν ἐπὶ τῶν
1639στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων εὐκόλως ἐννοεῖτε.
1640Γαλλικός τις λόγος λέγει, ὅτι «ἐν τῷ κακῷ ἐνίοτε τὸ
1641καλόν». Περὶ ἡμῶν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, μεταστρέφων, ὅτι
1642«ἐν τῷ καλῷ ἐνίοτε τὸ κακὸν», διότι ἡ εὐμένεια αὕτη τῶν
1643ἰσχυρῶν τῆς Εὐρώπης, ἥτις πάντοτε ἀπὸ τῆς ἀποκαταστά-
1644σεως ἡμῶν μᾶς παρηκολούθησε καὶ μέχρι τοῦδε ἐξεδηλώθη
1645κατὰ τὴν παραχώρησιν τῶν Ἰονίων νήσων καὶ κατὰ τὴν
1646προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἄρτης, καὶ ἴσως μετ’ ὀ-
1647λίγον καὶ τῆς Κρήτης, αὐτὴ, λέγω, ἡ εὐμένεια ἐπιζημίως
1648ἐπενήργησε καὶ ἐπενεργεῖ ἐφ’ ὅλων ἡμῶν, καὶ διὰ τοῦτο βλέ-
1649πομεν τὴν αὐτὴν ῥᾳστώνην καὶ ἀδιαφορίαν, εἰς ἃς ἐνεπέσα-
1650μεν καὶ μετὰ τὰς ἀθλιότητας τοῦ 1897. Δὲν ἠξεύρω δὲ, πῶς
1651θὰ ἠμπορέσωμεν, ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴν τοιούτων ἰδεῶν, νὰ ἐμ-
1652πνεύσωμεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς περισσοτέραν ζωήν, δραστηριό-
1653τητα, ἰσχυροτέραν θέλησιν, καὶ νὰ ἐξέλθωμεν τῆς ἐλεεινῆς
1654στρατιωτικῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ εὑρισκόμεθα. Εἶναι δ’ ἀνάγ-
1655κη κατεπείγουσα νὰ ἐξέλθωμεν, διότι, μεθ’ ὅλην τὴν ἀσφά-
1656λειαν, ὑφ’ ἣν νομίζομεν ὅτι ζῶμεν, εὑρισκόμεθα εἰς κινδύ-
1657νους. Ἄλλοι λαοὶ ἀντίζηλοι ἡμῶν ἐν τῷ Αἵμῳ ἀνεφάνησαν
1658ἀπό τινων ἐτῶν, οὗτοι δὲ, στερούμενοι τῶν μεγάλων προστα-
1659σιῶν καὶ εὐνοιῶν, ὧν ἡμεῖς ἀπολαμβάνομεν, καὶ περισσότε-
1660ρον φοβούμενοι καὶ ὀλιγώτερον ἡμῶν ἐλπίζοντες, δραστηριώ-
1661τερον ἐργάζονται καὶ καλλίτερον ἡμῶν παρασκευάζονται
1662πρὸς πόλεμον.
1663Τὸ κατ’ ἐμὲ, φρονῶ, ὅτι τὸ ἡμέτερον ἔθνος ὤφειλεν ἀπ’ ἀρ-
1664χῆς, ἀλλ’ ὀφείλει καὶ νῦν, νὰ μορφώσῃ ἑαυτὸ ἔθνος στρατιω-
1665τικόν. Τοῦτο ἐπιβάλλει ἡ ἀποστολὴ αὐτοῦ καὶ τὸ καθῆκον.
1666Ὁσάκις δὲν ὑπῆρξε τοιοῦτον, ἀπώλεσε τὴν ἀνεξαρτησίαν του.
1667Δὲν βλάπτει δὲ τὸ στρατιωτικὸν ἔργον καὶ ἡ ἐνασχόλησις
1668τοῦ Κράτους εἰς τὰ στρατιωτικὰ οὔτε τὴν ἐμπορικὴν, οὔτε
1669τὴν γεωργικὴν, οὔτε τὴν βιομηχανικὴν αὐτοῦ πρόοδον. Παρά-
1670δειγμα ἡ Γαλλία, ἡ ὁποία μὲ τοὺς τεραστίους αὐτῆς ἐξο-
1671πλισμοὺς κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν καὶ τὰ φοβερὰ
1672βάρη, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλεν εἰς τὸν λαὸν αὑτῆς χάριν αὐτῶν,
1673εἶναι σήμερον τὸ πρῶτον γεωργικὸν ἔθνος τοῦ κόσμου. Παρά-
1674δειγμα ἡ Γερμανία, ἡ ὁποία, καίτοι ἐπίσης ὑποβάλλεται εἰς
1675μεγάλας δαπάνας διὰ τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικὸν αὑτῆς,
1676ἐγένετο ἤδη ἡ πρώτη βιομηχανικὴ χώρα τῆς Εὐρώπης.
1677Ἐπειδὴ δὲ περὶ τῆς στρατιωτικῆς τοῦ ἔθνους παρασκευῆς
1678ὁ λόγος, δὲν φρονῶ ὅτι δύναται αὕτη νὰ ἐπιτευχθῇ ἄνευ τῆς
1679στρατιωτικῆς ἀγωγῆς, τῆς εἰς τὰ στρατιωτικὰ ἐνασχολήσεως
1680καὶ ἀφοσιώσεως τῆς βασιλευούσης οἰκογενείας. Ἔχομεν ἀνάγ-
1681κην στρατιωτικῶν Βασιλέων. Ἐὰν παρατηρήσητε παντοῦ, εἰς
1682τὰ Συνταγματικὰ, εἰς τὰ Κοινοβουλευτικὰ ἰδίως Κράτη, ἐκεῖ
1683εἶναι ἀνάγκη αὐτῶν, καὶ ἐκεῖ κατωρθώθη μόνον δι’ αὐτῶν ἀλη-
1684θὴς στρατιωτικὴ μόρφωσις καὶ παρασκευὴ καὶ στρατοῦ καὶ
1685ἔθνους στρατιωτικοῦ. Ὅπου οἱ Ἡγεμόνες ἴδιον ἔργον μετ’ ἐν-
1686θουσιασμοῦ καὶ μετὰ ζέσεως στερεᾶς ἐθεώρησαν τὴν ὑπὲρ
1687τοῦ στρατοῦ ἐνασχόλησιν, τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τοῦ
1688ἔθνους, κατήρτισαν στρατὸν καὶ ἔθνος στρατιωτικόν, διότι
1689ὁ λαὸς εἰς τοῦτο μιμεῖται καὶ ἀκολουθεῖ τοὺς Ἡγεμόνας.
1690Ἡμεῖς ἐθεωρούμεθα ἔθνος πολὺ στρατιωτικώτερον τῶν Ρω-
1691μούνων. Ἐν τούτοις ἡ θέσις καὶ παρασκευὴ στρατιωτικῶς
1692τῆς Ρωμουνίας εἶναι ἀσυγκρίτως καλλιτέρα τῆς ἡμετέρας.
1693Καὶ ὅμως εἶναι ἔθνος νέον καὶ Κοινοβουλευτικόν. Τοῦτο ὀφεί-
1694λεται κυρίως εἰς τὸν Ἡγεμόνα, ὅστις διευθύνει τὰ στρα-
1695τιωτικὰ πράγματα τῆς Ρωμουνίας ἀπὸ 35 ἐτῶν. Καὶ ὁ
1696Βουλγαρικὸς λαὸς, νεώτερος ἡμῶν καὶ κοινοβουλευτικῶς κυ-
1697βερνώμενος, δὲν ἐγεννήθη στρατιωτικώτερος ἡμῶν. Καὶ ἡ
1698Βουλγαρία ἐν τούτοις κατὰ μέγα μέρος ὀφείλει τὸν στρα-
1699τιωτικὸν αὑτῆς καταρτισμὸν εἰς τοὺς Ἡγεμόνας αὐτῆς. Οἱ
1700Θεσμοὶ οὔτε τὸν ἕνα οὔτε τὸν ἄλλον τῶν Ἡγεμόνων παρε-
1701κώλυσαν εἰς τὸ ἔργον τῆς στρατιωτικῆς μορφώσεως τῶν Κρα-
1702τῶν αὐτῶν. Παραλείπω τὴν Γερμανίαν, τῆς ὁποίας ὁ Αὐτο-
1703κράτωρ, κατεχόμενος ὑπὸ ἐμπνευσμένου ζήλου ὑπὲρ τῶν
1704στρατιωτικῶν πραγμάτων, εὑρίσκει καὶ ἔθνος στρατιωτικὸν
1705καὶ στρατὸν τέλειον. Οὐδ’ ἐπικαλοῦμαι ἄλλων μεγάλων
1706Κρατῶν τὸ παράδειγμα. Ἂν ἡ Γαλλία δὲν ἔχῃ Ἡγεμόνα,
1707ἔχει ἕξεις καὶ παραδόσεις στρατιωτικὰς μεγάλας, ἔχει τὴν
1708revanche, ἥτις ἐργάζεται ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς αὐτῆς
1709παρασκευῆς. Ἡμεῖς, ὡς καὶ τὰ ἄλλα Κράτη τοῦ Αἵμου, πρὸς
1710τὰ ὁποῖα ἡ παραβολὴ πρέπει νὰ γίνηται, ἔχομεν ἀνάγκην
1711Βασιλέων στρατιωτικῶν.
1712Δυστυχῶς ἀπ’ ἀρχῆς τὸ ἔθνος ἡμῶν δὲν παρεσκευάσθη
1713στρατιωτικῶς, ἐκ διαφόρων λόγων, οἵτινες δὲν ὑφίστανται
1714πλέον. Οὔτε σήμερον δυστυχῶς γίνεται ἐργασία τις ὑπὲρ
1715στρατοῦ. Φρονῶ ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη πρέπει νὰ γίνηται ἄνω-
1716θεν, πρέπει νὰ διεξάγηται ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Ἡγεμόνος, ἀκρι-
1717βῶς διότι τὸ ἡμέτερον Κράτος εἶναι Κοινοβουλευτικόν. Φρονῶ
1718δ’ ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ ἦναι ζωηρὰ καὶ γενικὴ ἐπιθυμία τοῦ
1719ἔθνους. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ μὴ δειχθῇ δειλὴ καὶ φειδωλὴ
1720εἰς τὴν παροχὴν τῶν μέσων εἰς χρήματα καὶ νομοθετήματα,
1721δι’ ὧν θὰ δυνηθῇ τὸ Κράτος, ἐπὶ κεφαλῆς ἔχον εἰς τοῦτο τὸν
1722Ἡγεμόνα καὶ τὴν Βασιλικὴν Οἰκογένειαν, νὰ παρασκευάσῃ
1723τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις πρὸς τὰς μελλούσας περιστάσεις. Πρὸς
1724τοιοῦτον ἔργον πρέπει νὰ παρασκευάζηται σπουδαίως ὁ Βα-
1725σιλικὸς τῆς Ἑλλάδος οἶκος, ἂν θέλῃ εὐδοκίμως ν’ ἀφοσιωθῇ
1726εἰς αὐτό. Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ ἐπιτύχῃ, ἂν ἀγαπήσῃ
1727τὸ ἔργον. Ἐν τῷ οἴκῳ μάλιστα τοῦ μέλλοντος ἡμῶν Βα-
1728σιλέως εἰσῆλθεν αἷμα Χοεντζόλερν, ἐκ τοῦ στρατιωτικωτέ-
1729ρου δηλονότι Βασιλικοῦ οἴκου τῆς Εὐρώπης. Δὲν ἀπαιτεῖ-
1730ται ἡ στρατιωτικὴ ἀνατροφὴ τῶν Διαδόχων καὶ τῶν Ἡγε-
1731μονοπαίδων, ὅπως καταστῶσιν οἶκος ἀληθῶς στρατιωτικός.
1732Ἀλλὰ στρατιωτικὴν ἀνατροφὴν ἐννοῶ ἐκείνην, ἡ ὁποία δί-
1733δεται κατ’ οἶκον. Ἡ στρατιωτικὴ ἀνατροφὴ πρὸ πάντων τῶν
1734Ἡγεμονοπαίδων ἀποκτᾶται ἐν τοῖς σχολείοις καὶ ἐν τοῖς
1735στρατοῖς. Στρατιωτικὴ ἀνατροφὴ σημαίνει ἦθος καὶ ἕξεις
1736στρατιωτικάς, μόνον ἐν τοῖς στρατιωτικοῖς σχολείοις καὶ
1737ἐν τοῖς στρατοῖς ἀποκτωμένας.
1738Ἐγὼ, καίτοι ἐπιθυμῶ, οἱ Ἕλληνες πρίγκηπες ἑλληνικὴν
1739νὰ ἔχωσιν ἀνατροφὴν, θεωρῶ ὅτι στρατιωτικὴ ἀνατροφὴ ἐν
1740Ἑλλάδι καὶ μόρφωσις δὲν εἶναι σήμερον ἐφικτὴ, καὶ πρέπει
1741ἐν στρατιωτικῇ Σχολῇ εὐρωπαϊκῇ καὶ ἐν στρατοῖς εὐρω-
1742παϊκοῖς νὰ λάβωσιν αὐτὴν, καὶ νὰ τὴν λάβωσιν ἐκ νεαρᾶς
1743ἡλικίας. Θεωρῶ μάλιστα καὶ ἐπιβλαβὲς ν’ ἀφίνωνται ἐν Ἑλ-
1744λάδι νὰ ἐκπαιδεύωνται καὶ μορφῶνται οἱ Βασιλόπαιδες, οἱ
1745μέλλοντες μίαν ἡμέραν νὰ ἀναλάβωσι τὰς ἀνωτέρας στρα-
1746τιωτικὰς θέσεις καὶ νὰ ὁδηγήσωσι στρατοὺς ἐν πολέμῳ. Ἐν
1747Ἑλλάδι δὲν ὑπάρχει βίος στρατιωτικός· περὶ πνεύματος δὲ
1748καὶ ἠθῶν στρατιωτικῶν ὁ λόγος, καὶ οὐχὶ περὶ θεωρητικῶν
1749γνώσεων.
1750Ἐπανερχόμενος εἰς τὸ θέμα, λέγω καὶ πάλιν, ὅτι ἡ κακὴ
1751κατάστασις τοῦ στρατοῦ ἡμῶν ἀφορμὴν ἔχει τὴν κακὴν δι-
1752οίκησιν τοῦ στρατοῦ. Τὸ νομοσχέδιον ἐπειράθη νὰ βελτιώσῃ
1753αὐτὴν, ζητοῦν νὰ εἰσαγάγῃ ἄλλον τρόπον διοικήσεως. Κατὰ
1754τοῦτο ἔχει δίκαιον. Πάσης ἄλλης ἀποπείρας πρέπει νὰ προ-
1755ηγηθῇ ἡ μεταβολὴ τῆς διοικήσεως. Ἄνευ καλῆς διοικήσεως,
1756πᾶσα ἄλλη μεταρρύθμισις τῶν τοῦ στρατοῦ θ’ ἀποτυγχάνῃ
1757πάντοτε. Ἀλλὰ, τὸ κατ’ ἐμὲ, συνεπὴς πρὸς ὅσα καὶ ἐν ἀρχῇ
1758εἶπον, θὰ συνεβούλευον καὶ θὰ ἐπεθύμουν, ἡ διόρθωσις τῶν
1759κακῶς ἐχόντων ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ νὰ ἐπέλθῃ διὰ
1760τῶν καθεστώτων νόμων, ἀλλ’ ἐπεμβαίνοντος τοῦ Βασιλέως
1761καὶ ἐπιβάλλοντος τὴν θέλησιν αὑτοῦ, ἵνα τὰ στρατιωτικὰ
1762διοικῶνται στρατιωτικῶς, ἀποκλειομένης πάσης ἀναμίξεως
1763τῆς πολιτικῆς. Ἀποκλεισθείσης ἐκ τῆς διοικήσεως τοῦ στρα-
1764τοῦ τῆς πολιτικῆς, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ βελτιωθῇ σπου-
1765δαίως αὕτη. Διότι δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ ἀρνώμεθα, ὅτι
1766καὶ ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ ἡ ἀνάμιξις τῆς πολιτικῆς
1767ὑπῆρξε μία τῶν κυριωτάτων αἰτιῶν τῆς κακῆς καταστά-
1768σεως αὐτοῦ. Πολιτικὴν δὲν ἐννοῶ τὴν ἀφοσίωσιν τοῦ στρα-
1769τοῦ εἰς τὰ μεγάλα πολιτικὰ συμφέροντα ἢ τοὺς θεσμοὺς τῆς
1770χώρας. Πολιτικὴν ἐννοῶ αὐτὴν, τὴν ὁποίαν ὅλοι βλέπομεν
1771ἀναμιγνυομένην, τὴν πολιτικὴν τῶν ἐκλογικῶν συμφερόντων.
1772Δὲν πρέπει νὰ κρύπτωμεν τὴν ἀλήθειαν· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
1773κυρίως εἰσάγει τὰς ἐκνόμους ἐνεργείας, τὰς μὴ στρατιωτι-
1774κὰς ἐπηρείας ἐν τῷ στρατεύματι καὶ τὸ παραλύει, εἶναι τὰ
1775ἐκλογικὰ συμφέροντα. Καὶ ἐν πρώτοις ἀνάγκη νὰ μνημο-
1776νεύσῃ τις τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπετέλεσαν οἱ ἀναμιχθέν-
1777τες ἐν τῇ πολιτικῇ ἀξιωματικοὶ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, οἱ
1778ἀξιωματικοὶ Βουλευταί. Οὗτοι ἔβλαψαν, ὄχι διότι ἐστερήθη
1779τὸ στράτευμα ἀξιωματικῶν εἰσαχθέντων ὡς Βουλευτῶν ἐν
1780τῇ Βουλῇ καὶ ἐπὶ πολλὰ ἐνίοτε ἔτη διατελεσάντων μακρὰν
1781τοῦ στρατεύματος. Τοῦτο δὲν θὰ ἦτο σπουδαῖον κακόν. Τὸ
1782κακὸν τὸ ἐκ τῶν στρατιωτικῶν Βουλευτῶν συνίσταται δυσ-
1783τυχῶς εἰς τοῦτο, ὅτι ὁ παρασκευάζων ἑαυτὸν διὰ πολιτικὰ
1784ἀξιωματικὸς ἀπὸ πρὶν, πρῶτον καὶ κύριον ἔργον, ὅπερ ὡς
1785συντελεστικὸν ἐκλέγει, εἶναι, πῶς νὰ παρασκευάσῃ δι’ ὑπη-
1786ρεσιῶν στρατιωτικῶν ὑπὲρ τῶν ἐκλογέων αὑτοῦ συνεπαρχιω-
1787τῶν μείζονα ἐκλογικὰ κεφάλαια. Στάδιον πρὸς τοῦτο διὰ
1788τοὺς ἀξιωματικοὺς ὑπάρχει εὐρὺ, ἰδίως ὅμως ὁ στρατολο-
1789γικὸς νόμος...
1790§27Π. ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Δὲν εἶναι γενικὸν αὐτό.
1791§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
1792§29ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅταν ὁμιλῶ, βεβαίως ἐννοῶ, ὅτι ὑπάρ-
1793χουσι καὶ ἐξαιρέσεις. Ἀλλ’ ὁ κανὼν εἶναι αὐτὸς, ἐκ τούτου
1794δὲ ἡ βλάβη μεγίστη... Τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶμαι διατεθειμέ-
1795νος νὰ θεωρήσω ὡς ἀβλαβῆ, ὅσον ἀφορᾶ τὴν διοίκησιν τοῦ
1796στρατεύματος, τὴν ἀνάμιξιν τῶν ἀξιωματικῶν. Ὁ ἀξιωμα-
1797τικὸς ἔχει περισσότερα μέσα ἢ ὁ πολίτης, ὅπως ἐπιδρᾷ ἐπὶ
1798τῶν διαφόρων ὀργάνων τῆς διοικήσεως τοῦ στρατεύματος.
1799Ἔχει συναδέλφους ἐν τῷ στρατῷ, οἱ ὁποῖοι ἐκ πνεύματος
1800συναδελφότητος ἢ κοινότητος συμφερόντων συμπαθοῦσι πολὺ
1801περισσότερον εἰς ἀξιωματικὸν προσλιπαροῦντα χάριτας καὶ
1802συγκαταβάσεις ὑπὲρ αὐτοῦ ἢ πρὸς ἁπλοῦν πολίτην. Οὕτως
1803ἠνοίχθησαν διὰ τῶν στρατιωτικῶν πολιτευομένων εὐρύτεραι
1804αἱ πύλαι, ὅπως εἰσέλθῃ ἡ ἐκλογικὴ πολιτικὴ εἰς τὴν διοί-
1805κησιν τοῦ στρατοῦ, ἢ ἂν δὲν ἐπετρέπετο νὰ πολιτεύωνται οἱ
1806ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ. Ἅπαξ ἀνοιχθεισῶν τῶν πυλῶν,
1807δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ μὴ εἰσέλθωσιν ἀθρόοι καὶ ἀκωλύτως οἱ
1808πολιτικοὶ οἱ ἀντίθετοι τῶν ἀξιωματικῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις.
1809Ὅταν φαντασθῆτε πόσοι ἀξιωματικοὶ πολιτεύονται καὶ πό-
1810σοι ἑτοιμάζονται ἀπὸ μακροῦ χρόνου, ἵνα πολιτευθῶσιν ἐν
1811Ἑλλάδι, θὰ ἐννοήσητε τὸ πλῆθος τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι
1812ἐν τῷ στρατῷ ἐργάζονται ἐκλογικῶς, καὶ τὰς συνεπείας τοι-
1813αύτης ἐργασίας πρὸς ἀπαλλαγήν. Διότι ὅλοι, Κύριοι, γνω-
1814ρίζετε, ὅτι παρ’ ἡμῖν οὐδὲν περισσότερον προσκολλᾷ καὶ
1815ὑποχρεοῖ τοὺς ἐκλογεῖς ὑπὲρ πολιτικοῦ προσώπου, ὅσον ἡ
1816ὑπηρεσία ἡ παρεχομένη ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως,
1817διότι παρ’ ἡμῖν τόσον πολὺ μετέβαλε τὰ ἤθη ἡ γενικὴ στρα-
1818τολογία, ὥστε ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου τῆς Ἑλλάδος μέχρι τοῦ
1819ἄλλου ὅλοι τρέμουσι, μὴ τὸ τέκνον αὐτῶν ὑπηρετήσῃ ἐν τῷ
1820στρατῷ, καὶ δὲν σκέπτονται περὶ ἄλλου ἢ πῶς νὰ τὸ δια-
1821σώσωσιν ἐκ τῶν στρατιωτικῶν ὑποχρεώσεων. Πιθανὸν νὰ
1822ὑπάρχουν εὔλογοι ἀφορμαὶ, ἀλλ’ εἶναι ἀδικαιολόγητος τοι-
1823αύτη φυγοστρατία. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἡ διοίκησις τοῦ ἡμε-
1824τέρου στρατοῦ γίνεται κακίστη, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς τροφῆς
1825καὶ τῆς ἐνδυμασίας καὶ τῆς νοσηλείας· οὔτε ἐν τοῖς νοσοκο-
1826μείοις, οὔτε ἐν τοῖς στρατῶσιν, οὔτε ἐν ταῖς ἄλλαις ὑπηρε-
1827σίαις ἀπολαμβάνουσι πάνθ’ ὅσα οἱ κανονισμοὶ καὶ ἡ πεπο-
1828λιτισμένη διοίκησις καὶ τὸ συμφέρον τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας
1829ἐπιβάλλουν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἡ ἀντιπάθεια ἡμῶν κατὰ τῆς
1830στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας εἶναι ἀδικαιολόγητος. Ὁπωσδήποτε
1831αἱ χάριτες καὶ αἱ ὑποχρεώσεις τῆς στρατιωτικῆς διοικήσεως
1832ὑπὲρ τῶν ἀξιωματικῶν πολιτευομένων ἔβλαψαν. Δι’ αὐτῶν
1833τῶν ἀξιωματικῶν ἐπολλαπλασιάσθησαν αἱ ἐπεμβάσεις τῆς
1834πολιτικῆς, καὶ ἐχειροτέρευσαν τὰ πράγματα.
1835Ἕτερον κακὸν, μετὰ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς πολιτικῆς εἰς
1836τὰ τοῦ στρατοῦ συνδεόμενον, εἶναι αἱ τοποθετήσεις τῶν ἀξιω-
1837ματικῶν, καὶ αἱ μεταθέσεις καὶ αἱ ἀποσπάσεις καὶ αἱ προσ-
1838κολλήσεις τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν. Ἀδύνα-
1839τον, μὴ θέλων ἢ θέλων ταύτας ἀξιωματικὸς, νὰ μὴ προσ-
1840φύγῃ εἰς πολιτικὰ πρόσωπα. Εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι δὲν ἔπρε-
1841πεν ἡ Κυβέρνησις διὰ νομοσχεδίου νὰ μεταρρίψῃ ὅλην αὐ-
1842τῶν τὴν ἐνόχλησιν καὶ τὴν εὐθύνην ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
1843Στρατιωτικῶν εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν, εἰς τὴν Α. Υ. τὸν
1844Διάδοχον. Εὐχάριστον βεβαίως τοῦτο διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν
1845Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπιζήμιον διὰ τὸν Διάδοχον. Καὶ
1846ἂν ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε τοῦτο, ἔπρεπε νὰ τὸ πράξῃ κατὰ
1847τρόπον, ὁ ὁποῖος συγχρόνως ν’ ἀνακουφίζῃ τὴν εὐθύνην καὶ
1848διευκολύνῃ τὸ ἔργον τῆς Α. Υ. τοῦ Διαδόχου. Ἀλλ’ ἡ Κυ-
1849βέρνησις οὐ μόνον ἔδωσεν εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρα-
1850τοῦ τὸ βάρος τῆς διοικήσεως, ἀλλὰ καὶ τὰς γενικὰς ἐπιθεω-
1851ρήσεις τοῦ στρατοῦ, καὶ οὐδὲν συνυπέβαλε νομοσχέδιον, δι’ οὗ
1852νὰ κανονίζῃ πολλὰς τῶν ὑπηρεσιῶν, αἵτινες σήμερον ἀφί-
1853νονται εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Διαδόχου, πρὸς βλά-
1854βην αὐτοῦ. Διατὶ, παραδείγματος χάριν, νὰ μὴ ὑπάρχῃ νό-
1855μος περὶ τοποθετήσεως καὶ μετακινήσεως καὶ ἀποσπάσεως;
1856Διὰ τοῦ νόμου τούτου θὰ ἠδύνατο νὰ περιορισθῇ τὸ πλῆθος
1857τῶν δυσαρεσκειῶν, ἃς προκαλεῖ κατὰ τῆς διοικήσεως τοῦ
1858στρατοῦ ἡ τοποθέτησις καὶ μετάθεσις τῶν ἀξιωματικῶν.
1859Πάντες ἔχομεν συμφέρον, εἰς τοιαῦτα προσωπικὰ ζητήματα
1860νὰ μὴ προσκόπτῃ ἡ στρατιωτικὴ διοίκησις τῆς Α. Ὑψ. τοῦ
1861Διαδόχου. Ἄλλοτε εἴδομεν, ὅτι μόνον μὲ τὴν ἐπιθεώρησιν,
1862ἣν ἐνήργησεν ἡ Α. Ὑψ. ὁ Διάδοχος, πολλὰς δυσαρεσκείας
1863προὐκάλεσεν, αἱ ὁποῖαι εἴθε νὰ μὴ προεκαλοῦντο. Μὴ λη-
1864σμονῶμεν ὅτι ἐκ τῆς ἐπιθεωρήσεως ἐκείνης ἐκυοφορήθη ἡ ἐνέρ-
1865γεια, ἥτις ἔφερεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν καὶ εἰς τὸν
1866πόλεμον.
1867Ταῦτα γινώσκουσα καλῶς ἡ Κυβέρνησις, ὤφειλεν, ἀφοῦ
1868προείλετο τὸ μέσον τῆς ἀναθέσεως τῷ Διαδόχῳ τῆς διοική-
1869σεως τοῦ στρατοῦ, ν’ ἀπαλλάξῃ αὐτὸν διὰ νομοθετικῶν μέ-
1870τρων ἀπὸ πολλῶν εὐθυνῶν καὶ πολλῶν ἐνοχλήσεων ἐν τῇ ἐκτε-
1871λέσει τῶν καθηκόντων του. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐπεβάρυνεν
1872ὅσον ἦτο δυνατὸν περισσότερον τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου.
1873Οὕτω θεωρῶ, ὅτι καὶ ἡ Γενικὴ Ἐπιθεώρησις τοῦ στρατοῦ δὲν
1874ἔπρεπε νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὴν Α. Ὑψ. Ἡ Γενικὴ Ἐπιθεώρησις δὲν
1875συμβιβάζεται εἰς ἓν πρόσωπον μετὰ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως.
1876Ἡ ἐπιθεώρησις ὑποθέτει ὁπωσδήποτε ἔλεγχον τῆς γενομένης
1877διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ὅταν ὅμως ὁ διοικητὴς τοῦ στρα-
1878τοῦ αὐτὸς ἦναι καὶ ὁ ἐπιθεωρητὴς τοῦ στρατοῦ καὶ πρόκηται
1879αὐτὸς νὰ ὑποβάλῃ τὰς γνώμας περὶ τῆς ἰδίας αὑτοῦ διοική-
1880σεως εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἢ εἰς τὸν Βασιλέα, οὐδεμία εἶναι δυ-
1881νατὸν νὰ ὑπάρχῃ πεποίθησις εἰς τοιαύτην ἐπιθεώρησιν. Διὰ
1882τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει τὸ αὐτὸ πρόσωπον νὰ ἦναι
1883Ἐπιθεωρητὴς καὶ Γενικὸς Διοικητής.
1884Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον, σπουδαῖον ἐπίσης, πρέπει νὰ
1885ἦναι ἰδιαιτέρα θέσις ἡ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ. Πρέπει
1886παρ’ ἡμῖν διὰ τὴν περίπτωσιν πολέμου νὰ ὑπάρχῃ ἰδιαίτε-
1887ρος Γενικὸς Ἐπιθεωρητὴς, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς ἀρχηγὸς τοῦ
1888ἑτέρου τῶν δύο στρατῶν. Κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, ὅταν θὰ
1889πρόκηται ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐνεργήσῃ ἐν πολέμῳ, θὰ ἐνεργήσῃ
1890συγχρόνως ἐν τοῖς συνόροις τῆς Θεσσαλίας καὶ ἐν τοῖς συνό-
1891ροις τῆς Ἠπείρου. Πῶς ὅμως εἶναι δυνατὸν, ὁ Γενικὸς Διοι-
1892κητὴς, ὅστις θὰ ἦναι ὁ εἷς ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, νὰ ἦναι καὶ
1893τοῦ ἑτέρου; Ὅπως εἶναι ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Γενικοῦ Διοι-
1894κητοῦ ἐνδεδειγμένος ὁ εἷς ἀρχηγὸς, πρέπει νὰ ἦναι ἐνδεδειγ-
1895μένος καὶ ὁ ἕτερος καὶ νὰ παρασκευάζηται πρὸς τὸν πόλεμον.
1896Τοῦτο εἶναι τὸ λογικὸν καὶ συμφέρον· τοῦτο γίνεται παντοῦ.
1897Τὸ αἰφνιδίως καὶ ἀπροσδοκήτως προσδιορίζειν τοὺς ἀρχη-
1898γοὺς τὴν παραμονὴν τῆς ἐνάρξεως τοῦ πολέμου, εἶναι ἐπι-
1899κίνδυνον.
1900Εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῆς ἐνδείξεως τοῦ ἀρχηγοῦ ἐν πο-
1901λέμῳ, εἶμαι διὰ τοῦτο ὑπὲρ τῆς ἐνδείξεως τοιούτου καὶ διὰ
1902τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ. Ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ ἄλλης εἶμαι μετα-
1903βολῆς, ἣν εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ οὐχὶ πλήρη καὶ ἀκε-
1904ραίαν, ὑπὲρ μεταβολῆς θεμελιώδη εἰσαγούσης βελτίωσιν εἰς
1905τὸ ἔργον τῆς παρασκευῆς πρὸς πόλεμον, ἂν καταρτισθῇ στρα-
1906τός. Τοῦτο εἶναι ἡ θέσις τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ
1907στρατοῦ. Ἂν τῶν Ἐπιτελείων ἡ ἀποστολὴ εἶναι νὰ παρα-
1908σκευάζωσι τὰ τοῦ προσεχοῦς πολέμου, ὥστε τὰ πάντα νὰ
1909ἦναι ἕτοιμα, νὰ παρασκευάζωσι διὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπι-
1910τελείου πᾶν ὅ,τι ἀπαιτεῖται, ἵνα διευθύνῃ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ
1911στρατοῦ ἐν πλήρει γνώσει τῶν τοῦ ἰδίου στρατοῦ καὶ τόπου
1912καὶ τῶν τοῦ ἐχθροῦ, πρέπει ἀναγκαίως νὰ ὑπάρχῃ ὑπεύθυνος
1913γνωστὸς ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου, οὐχὶ δ’ ἁπλῶς ἐπιτελικὴ
1914ὑπηρεσία, ὡς παρ’ ἡμῖν μέχρι τοῦδε, ἐντεταλμένος νὰ παρα-
1915σκευάσῃ καὶ παρασκευάσας τὰ πάντα, οὐχὶ δὲ τὴν παρα-
1916μονὴν τοῦ πολέμου μόνον καλούμενος εἰς τοιοῦτον ἔργον.
1917Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι κακῶς ἐπεκρίθη ὅτι τὸ Ἐπιτελεῖον
1918τοποθετεῖται πλησίον τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, διότι παρὰ
1919τῷ μέλλοντι ἀρχηγῷ τοῦ στρατοῦ εἶναι ἡ θέσις τοῦ ἀρχη-
1920γοῦ τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ στρατοῦ. Αὐτὸς ὀφείλει μετὰ τοῦ
1921ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ νὰ μελετᾷ καθ’ ἡμέραν καὶ ἑτοιμάζῃ
1922πᾶν ὅ,τι εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὸν πόλεμον. Διατὶ δὲ, ἀφοῦ
1923τοποθετεῖται πλησίον τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, νὰ ζη-
1924τῶμεν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν,
1925ὅστις ἔπαυσεν ὢν ὁ Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ; Βεβαίως μειο-
1926νέκτημά τι θὰ ὑπάρχῃ, ὅτι δὲν θὰ ἐπιδρᾷ μετὰ τὸν χωρι-
1927σμὸν αὐτὸν ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία ἐπὶ τῶν διαφόρων τμη-
1928μάτων τῶν ὅπλων τοῦ στρατοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν
1929Στρατιωτικῶν, ὅσον πρὶν θὰ ἠδύνατο. Ἀληθῶς, ἀλλαχοῦ τὰ
1930τμήματα ταῦτα τοῦ Ὑπουργείου ὁδηγεῖ τὸ Ἐπιτελεῖον τοῦ
1931στρατοῦ. Τοῦτο γίνεται σήμερον ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου τὰ διά-
1932φορα τμήματα στρατοῦ τοῦ Ὑπουργείου ἐνεργοῦσιν ὑπὸ τὴν
1933ἐπενέργειαν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου. Ἀλλ’ ὑποθέτω,
1934ὅτι, λόγῳ τῆς θέσεως καὶ τοῦ ἀξιώματος τῆς Α.Β. Ὑψ. τοῦ
1935Διαδόχου, τὸ Ἐπιτελεῖον θὰ ἐπιδρᾷ εἰς ὅ,τι ἀπαιτεῖται ἐπὶ
1936τῶν διαφόρων τμημάτων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτι-
1937κῶν ἐπίσης εὐκόλως, ὅσον θὰ ἠδύνατο καὶ πρίν.
1938Ἀλλ’ ὅ,τι εὑρίσκω ἐλλιπὲς εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὡς διορ-
1939γανοῖ τὸ Ἐπιτελεῖον, εἶναι, ὅτι εἷς ὁρίζεται ἀρχηγὸς, δὲν
1940γίνεται δὲ φροντὶς περὶ θέσεων ἑτέρων δύο ὑπαρχηγῶν τοῦ
1941Ἐπιτελείου. Ἀμφότεροι εἶναι ἀναγκαῖοι. Ὁ μὲν πρέπει νὰ
1942ὑπάρχῃ ἀπὸ τοῦδε διὰ νὰ ἦναι ἕτοιμος, ὅπως γείνῃ ἀρχη-
1943γὸς τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ ἐν Ἠπείρῳ στρατοῦ, ὁ δ’ ἕτερος,
1944ἵνα παραμείνῃ μετὰ τὴν ἔξοδον τοῦ στρατοῦ, παρασκευά-
1945ζων τὰ σώματα τῆς ἐφεδρείας. Παρ’ ἡμῖν ἐπίσης ὑπάρχει
1946ἀνάγκη τούτου, διότι ἅμα ἀναχωρήσῃ ὁ τῆς πρώτης γραμ-
1947μῆς στρατὸς, ἀνάγκη νὰ μὴ μείνῃ ὁ τόπος ἄνευ ὀργανωτοῦ
1948τῶν νέων σωμάτων καὶ βοηθειῶν καὶ ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν,
1949ὅσαι εἶναι ἀναπόφευκτοι διὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ πολέμου.
1950Πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὑπηρεσία αὐτοῦ πρὶν παρεσκευα-
1951σμένη καὶ ἀρχηγὸς αὐτῆς ἕτοιμος. Τὰς δύο αὐτὰς ἐλλείψεις
1952τοῦ νομοσχεδίου θεωρῶ οὐσιώδεις.
1953Ἐπανερχόμενος εἰς τὰ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, παρατηρῶ
1954καὶ ἄλλην ἔλλειψιν, ἔλλειψιν σπουδαιοτάτην. Ὁ κ. Ὑπουρ-
1955γὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν προβλέπει, τί γίνεται, ὁσάκις
1956ἡ Α. Ὑψηλότης ἀναλαμβάνῃ ἔργα Ἀντιβασιλέως. Τίς ἀνα-
1957πληρώνει αὐτόν; ὁ ἀρχαιότερος τῶν μεράρχων, ὡς ὅταν
1958κωλύηται ἢ ἀπουσιάζῃ. Ἀλλ’ ἡ περίπτωσις δὲν εἶναι ἡ αὐτή.
1959Ὅταν ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου καλῆται ν’ ἀντιβασιλεύσῃ,
1960διατηρεῖ τὴν θέσιν τοῦ Γενικοῦ Ἀρχηγοῦ; Τοῦτο δὲν εἶναι
1961δυνατὸν, διότι κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ πολιτεύματος δὲν δύνα-
1962ται ὁ Βασιλεὺς νὰ ἐνασκήσῃ ἑτέρας ἐξουσίας, πλὴν ἐκείνων,
1963τὰς ὁποίας ὥρισε τὸ Σύνταγμα. Κατ’ αὐτὰς, ὁ Βασιλεὺς ἔχει
1964ἀξιώματα καὶ βαθμοὺς, ἀλλὰ δὲν ἔχει θέσεις. Δὲν δύναται
1965νὰ περιβληθῇ θέσιν δημοσίαν, διότι πᾶσα θέσις εἶναι ἀσυμ-
1966βίβαστος πρὸς τὸ ἀνεύθυνον τοῦ Βασιλέως. Ἀφοῦ ἀπολύτως
1967εἶναι ἀσυμβίβαστος, παύει ἡ Α. Ὑ. ὁ Διάδοχος νὰ ἦναι Γεν.
1968Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, ἅμα γενόμενος Ἀντιβασιλεύς. Ἐπὶ
1969τοιαύτης περιπτώσεως δὲν ὑπάρχει κώλυμα, ὅπως ἡ ἀνα-
1970πλήρωσις γίνηται ὑπὸ τοῦ ἀρχαιοτέρου μεράρχου. Τὸ κώ-
1971λυμα ὑποθέτει τὸν Ἀντιβασιλέα Γεν. Διοικητὴν τοῦ στρα-
1972τοῦ κωλυόμενον, ἀλλ’ ὁ Ἀντιβασιλεὺς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
1973ἦναι Γεν. Διοικητής.
1974Ἐρρήθησαν πολλὰ περὶ τῶν δυσχερειῶν, τὰς ὁποίας θὰ
1975ἀπαντήσῃ ἡ Α. Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος ἐν τῇ διοικήσει τοῦ
1976στρατοῦ, στερούμενος στρατοῦ. Τὴν δυσχέρειαν ταύτην θεωρῶ
1977τὴν μεγαλειτέραν ὅλων καὶ δυσεπανόρθωτον, ἕνεκα τῆς κα-
1978κῆς λύσεως, ἣν ἡ Κυβέρνησις ἔδωκεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς παρα-
1979σκευῆς στρατοῦ, δι’ ὅσων ἔπραξε. Διότι ἡ Κυβέρνησις τὸ ζή-
1980τημα τοῦτο τῆς παρασκευῆς στρατοῦ ἔλυσεν οὐχὶ ὑπὲρ ὑπάρ-
1981ξεως στρατοῦ, καὶ στρατοῦ τοσούτου, ὥστε νὰ δύναται ἡ Γε-
1982νικὴ Διοίκησις νὰ ἀσχοληθῇ σπουδαίως πρὸς μόρφωσιν αὐτοῦ,
1983ἀλλὰ τὸ ἔλυσε πρὸς βλάβην τοῦ στρατοῦ. Περὶ τούτου καὶ
1984ἄλλοτε ἐλάλησα, συζητῶν τὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως.
1985Τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἰδέα ἦτο, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ στρατὸς δὲν ἐξα-
1986σκεῖται, ὡς περισπώμενος εἰς ἄλλα, μὴ στρατιωτικὰ, ἔργα,
1987πρέπει νὰ δημιουργηθῇ ἐπαρκὴς χωροφυλακὴ καὶ ἀστυνομία,
1988αἵτινες νὰ ἀσχολῶνται εἰς τὰς ὑπηρεσίας ταύτας. Ἐνομο-
1989θετήσαμεν οὕτω περισσοτέραν χωροφυλακὴν, μέλλουσαν νὰ
1990καταστῇ πολυπληθεστέρα, καὶ διοικητικὴν ἀστυνομίαν. Ἂν
1991οἱ δύο οὗτοι κλάδοι πρόκειται νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς ὅλας τὰς
1992ὑπηρεσίας τὰς μὴ στρατιωτικὰς τοῦ στρατοῦ καὶ μέλλῃ νὰ
1993ὑπάρξῃ πλήρης ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν, θ’ ἀπαιτήσωσι τοσαύτην
1994δαπάνην, ὥστε βεβαίως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἐπὶ
1995πολλὰ ἔτη δὲν θὰ δύναται νὰ διαθέτῃ διὰ τὸν προϋπολογι-
1996σμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν περισσότερα τῶν
199714 ἢ 15 ἑκατομμυρίων. Μὲ ταῦτα ὅμως ἀδύνατον νὰ ἔχω-
1998μεν ἐπαρκῆ στρατὸν, ὥστε καὶ ἐν εἰρήνῃ ν’ ἀξίζῃ νὰ ἀσκῆ-
1999ται καὶ νὰ δύναται νὰ ἀσκῆται, καὶ ἐν πολέμῳ νὰ δύναται
2000νὰ παράσχῃ εὐκόλως τὴν ἀναγκαίαν δύναμιν.
2001Ὅσον καὶ ἂν φανταζώμεθα ὅτι ἔχομεν μέλλον οἰκονομι-
2002κὸν λαμπρὸν, τὰ εἰσοδήματα ἡμῶν αὐξάνουν μὲν ἴσως, ἀλλὰ
2003πρέπει νὰ συλλογιζώμεθα ὅτι ἔχομεν καὶ ἑτέρας ἀνάγκας,
2004λίαν κατεπειγούσας, καὶ ὅτι διὰ τοῦ χρόνου προστίθενται
2005βάρη, τὰ ὁποῖα αὐξάνουν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων.
2006Αὔριον θὰ ἔχωμεν τὸν σιδηρόδρομον Λαρίσης, βραδύτερον
2007τὸ χρεώλυτρον τοῦ εἰς χρυσὸν νέου δημοσίου χρέους τῶν
2008170,000,000, ὅπερ δὲν ἤρχισεν ἔτι καὶ ὅπερ βαρύτατον.
2009Ὅλα αὐτὰ εἶναι πάγια βάρη καὶ ἄφευκτα. Πῶς λοιπὸν εἶ-
2010ναι δυνατὸν νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι θὰ ἐξοικονομήσωμεν χρήματα,
2011ὥστε νὰ ἔχωμεν χωροφυλακὴν καὶ διοικητικὴν ἀστυνομίαν
2012καὶ συγχρόνως στρατὸν 30,000 ἀνδρῶν; Ἄνευ τοιούτου
2013στρατοῦ οὐδὲν πράττομεν ἄξιον λόγου. Ἄλλοτε ὡμίλησα
2014κατὰ τῆς τοιαύτης λύσεως τοῦ ζητήματος.
2015Νομίζουν τινὲς, ὅτι αἱ ἁπλαῖ λύσεις εἶναι αἱ καλλίτεραι.
2016Ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτω πάντοτε. Εὔκολος ὁ συλλογισμὸς, ὅτι,
2017ἐπειδὴ ὁ στρατὸς ἀπασχολεῖται εἰς ἀλλοτρίας ὑπηρεσίας,
2018πρέπει νὰ σχηματίσωμεν μεγάλην χωροφυλακήν. Ἀλλὰ, διὰ
2019νὰ ἤμεθα σοβαροὶ, δὲν δυνάμεθα ἐν Ἑλλάδι νὰ ἔχωμεν ἀστυ-
2020νομίαν καὶ χωροφυλακὴν ἐπαρκῆ καὶ συγχρόνως τὸν ἀναγ-
2021καιοῦντα ἡμῖν στρατόν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Αὐτοῦ Ὑψη-
2022λότης θὰ εὑρεθῇ ἀπέναντι ἀπολύτου ἀδυναμίας νὰ ἐφαρμόσῃ
2023τὰς ἰδέας του περὶ μορφώσεως καὶ καταρτισμοῦ τοῦ στρα-
2024τοῦ, μεθ’ ὅλον τὸν ζῆλον, ὑφ’ οὗ ἐμφορεῖται. Στρατὸν ἐπαρ-
2025κῆ δὲν θὰ ἔχῃ. Τοῦτο τὸ λέγω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου,
2026διότι ἐνέχει κινδύνους διὰ τὴν Α. Ὑψηλότητα, ἥτις δὲν πρέπει
2027μετά τινα χρόνον νὰ κατακρίνηται δι’ ἀποτελέσματα, δι’ ἃ
2028δὲν εὐθύνεται. Καὶ ὅμως θὰ ἐπικρίνηται, ἔστω καὶ ἀδίκως,
2029ὑφ’ ὅλων τῶν δυσηρεστημένων. Τοιοῦτοι δυστυχῶς δὲν θὰ
2030λείψουν. Ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ δύναται νὰ παράσχῃ αὐτῷ
2031μέσα διὰ στρατὸν ἐπαρκῆ, ἐκτὸς ἂν ἐγκαταλίπῃ τὰς ἰδέας
2032αὑτῆς περὶ χωροφυλακῆς καὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας καὶ
2033καταργήσῃ αὐτάς.
2034Προβλέπω διὰ τοῦτο, ὅτι ἡ τύχη τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον
2035προβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις, δὲν θὰ ἦναι οἷα
2036περιμένεται, καὶ ὅτι, μεθ’ ὅλην τὴν φιλότιμον ἐνέργειαν,
2037ἣν θὰ ἀσκήσῃ, ὅπως πείσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἡ Α. Ὑψ. ὁ
2038Διάδοχος, ἵνα χορηγήσῃ αὐτῷ τὰ μέσα πληρεστέρου καταρ-
2039τισμοῦ τοῦ στρατοῦ, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιτύχῃ τι ἄξιον λό-
2040γου. Τί θὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις τότε, ἄδηλον. Τί θὰ πρά-
2041ξῃ τότε καὶ ἡ Α. Ὑψ. ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, ἐπί-
2042σης ἄδηλον.
2043Οὐδὲν ἄλλο, Κύριοι, ἔχω νὰ προσθέσω. Νομίζω ὅτι ἀρ-
2044κετὰ εἶπον, ὅπως γείνῃ εὔληπτος ἡ γνώμη μου. Νομίζω ὅτι,
2045ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς νομιμότητος,
2046προσκρούει εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι δημιουργεῖται δι’ αὐτοῦ
2047ἐξουσία, ἥτις δὲν δύναται ν’ ἀναγνωρίζηται ἐν τῷ πολιτεύ-
2048ματι ἡμῶν, ὅπερ πλὴν τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας μόνιμον καὶ
2049διαρκῆ ἐξουσίαν οὐδεμίαν ἄλλην ἀναγνωρίζει. Ὁ κ. Ὑπουρ-
2050γὸς, προσθεὶς εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον, ὅτι «προϊσταμένη ἀρχὴ
2051τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρασοῦ ἔσται τὸ Ὑπουργεῖον
2052τῶν Στρατιωτικῶν», ἐματαιοπόνησε. Προϊσταμένη ἀρχὴ ὁ
2053Ὑπουργὸς θὰ ἦναι κενὴ φράσις. Ὅταν εἷς Ὑπουργὸς τῶν
2054Στρατιωτικῶν, ἐπικριθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν διὰ πρᾶξιν τῆς
2055Γενικῆς Διοικήσεως, εἴπῃ αὔριον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐζή-
2056τησε παρὰ τῆς Γεν. Διοικήσεως διόρθωσιν, ἀλλὰ δὲν εἰσηκού-
2057σθη τυχὸν, ὅταν εἴπῃ, ὅτι συμφώνως πρὸς γνώμην τῆς Βουλῆς
2058διέταξέ τι, ἀλλ’ ἡ Γενικὴ Διοίκησις δὲν τὸ ἐξετέλεσεν, ὅταν
2059εἴπῃ ὅτι δὲν δύναται τὸν Γεν. Διοικητὴν νὰ τὸν παύσῃ, θὰ ἴδῃ
2060τότε, ὅτι τίποτε δὲν εἶναι ἡ προϊσταμένη ἀρχή. Ὅταν συμ-
2061φωνῇ ὁ Ὑπουργὸς μετὰ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, οὐδεμίαν ση-
2062μασίαν ἔχει ἡ προϊσταμένη ἀρχή. Ὅταν ὅμως ὁ Ὑπουργὸς
2063δὲν δύναται νὰ πράξῃ τι πρὸς κύρωσιν τῆς ἰδίας αὑτοῦ ἐξου-
2064σίας, ἥτις εἶναι ἡ ἐξουσία τοῦ Βασιλέως, τότε θὰ ἴδῃ, ὅτι ἡ
2065τροπολογία εἶναι φράσις κενή. Ὁ Βασιλεὺς ἀπεγυμνώθη τῆς
2066ἰδίας ἐξουσίας ἀνεπανορθώτως. Μόνη ἐπανόρθωσις θὰ ἦναι ἡ
2067τροποποίησις τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἡ τροποποίησις τοῦ νόμου δὲν
2068εἶναι πάντοτε εὔκολος.
2069Μόνον ἂν αὐτὸ ἤθελε θεραπευθῆ τὸ ἐλάττωμα, καίτοι
2070νομίζω ὅτι κατ’ ἄλλον τρόπον ἠδύναντο νὰ βελτιωθῶσι τὰ
2071τῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, παρὰ ὡς ἐπιχειρεῖ νὰ βελτιώσῃ
2072αὐτὰ τὸ νομοσχέδιον, καίτοι ἔπρεπεν ἄλλα νομοσχέδια νὰ
2073ἐλαττώσωσι τὰς εὐθύνας, ἃς ἀναλαμβάνει ἡ Α. Ὑψ. ὁ Διά-
2074δοχος, αἵτινες θὰ ἦναι δυσάρεστοι αὐτῷ καὶ τῇ χώρᾳ, μ’ ὅλον
2075τοῦτο, ἂν αὐτὸ ἤθελε θεραπευθῆ τὸ ἐλάττωμα, ἀρθῇ δηλαδὴ
2076ἡ πλημμέλεια τῆς ἀντισυνταγματικότητος, δὲν θὰ εἶχον δυσ-
2077κολίαν νὰ ψηφίσω κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον.
2078§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀκόμη ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσω-
2079σιν οἱ κύριοι Δούνης καὶ Κρίτσας. Ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ
2080παρατείνωσι τὴν ὁμιλίαν ἐπὶ πολὺ, νὰ λάβωσι τὸν λόγον
2081τώρα.
2082§31Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Μετὰ τὴν διακοπὴν, διότι θὰ ὁμιλήσω διὰ
2083μακρῶν.
2084§32Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μετὰ τοὺς κυρίους Δούνην
2085καὶ Κρίτσαν ἔχω νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγώ.
2086§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἑνά-
2087της ὥρας.
2088(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 15′ μ. μ. Ἐπανα-
2089λαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ., προε-
2090δρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ἀπ. Ζάππα).
2091§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
2092Ὁ κύριος Δούνης ἔχει τὸν λόγον.
2093§35Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Δὲν παραιτεῖσθε τοῦ λόγου, κύριε Δούνη;
2094§36Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐὰν, κύριοι Βουλευταὶ, τὸ ὑπὸ συζήτησιν
2095νομοσχέδιον δὲν ἐνεῖχε κατ’ ἐξοχὴν πολιτικὸν καὶ ἐθνικὸν
2096χαρακτῆρα, ἐὰν ἐνεῖχεν ἁπλῶς στρατιωτικὸν χαρακτῆρα,
2097θὰ ἤμην εὐτυχὴς, ὅτι δὲν θ’ ἀπησχόλουν τὴν Βουλὴν, ἐκ
2098τῆς συζητήσεως δὲ παρ’ εἰδικῶν στρατιωτικῶν ἀνδρῶν θὰ
2099ἐμόρφωνα τὴν ἐμὴν γνώμην, καὶ θὰ ἔδιδον τὴν ἐμὴν ψῆφον.
2100Προκειμένου ὅμως περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχει κατ’ ἐ-
2101ξοχὴν, ὡς εἶπον, πολιτικὸν καὶ ἐθνικὸν χαρακτῆρα, φρονῶ
2102ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον παντὶ, ἵνα μετὰ μελέτην ἐκφράσῃ
2103τὴν ἑαυτοῦ γνώμην. Λέγω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον, διότι τὰ
2104τοιαύτης φύσεως νομοσχέδια, εἰς νόμους μεταβαλλόμενα, ἐνέ-
2105χουσι διὰ τὸ μέλλον ἴσως πολλοὺς κινδύνους· ἀλλ’ ὄχι μό-
2106νον διότι ἐνέχουσι πολλοὺς κινδύνους διὰ τὸ ἔθνος, εἶναι
2107ἀναγκαῖον νὰ ἐκφράσῃ τις γνώμην, ἀλλὰ καὶ διότι εἶναι ἐκ
2108τῶν θεμάτων ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάγκη καὶ ἡ Βουλὴ
2109καὶ ὁ λαὸς καὶ ὁ στρατὸς καὶ ὁ τόπος νὰ πεισθῶσιν, ὅτι
2110ὄντως τὸ νομοσχέδιον, εἰς νόμον μεταβαλλόμενον, δύναται
2111ν’ ἀποβῇ εὐεργετικὸν εἰς τὸ ἔθνος. Ὅσα δὲ ἐλέχθησαν μέ-
2112χρι τοῦδε οὐ μόνον δὲν συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ σχηματισθῇ
2113ἑδραία πεποίθησις, ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποβῇ ὠφέλιμον,
2114ἀλλὰ τοὐναντίον συνετέλεσαν, ἵνα φόβος τις καταλάβῃ τὴν
2115κοινὴν συνείδησιν. Ἔχει λοιπὸν καθῆκον ἡ Βουλὴ, καὶ πρώ-
2116τιστα ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις, ἡ εἰσαγαγοῦσα τὸ νομο-
2117σχέδιον, νὰ φροντίσῃ, ἵνα δι’ ὅλων τῶν ἐπιχειρημάτων πείσῃ,
2118ὅτι, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ψηφισθῇ, θέλει ἀποβῆ ὠφέλι-
2119μον εἰς τὸ ἔθνος.
2120Ἐξ ὅλων τῶν ἀπὸ εἰκοσαετίας εἰσαχθέντων εἰς τὴν Βου-
2121λὴν νομοσχεδίων δὲν γνωρίζω ἐὰν ὑπῆρξε κανὲν σπουδαιότε-
2122ρον τούτου, δὲν γνωρίζω νομοσχέδιον ἄλλο, τὸ ὁποῖον νὰ
2123θίγῃ τοὺς βαθυτέρους πόθους τοῦ ἔθνους. Ὁ πόθος τῆς στρα-
2124τιωτικῆς διοργανώσεως τῆς χώρας εἶναι πόθος, ὁ ὁποῖος ἐξε-
2125δηλώθη ζωηρότατα, ἐμφαντικώτατα, ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ
2126Κράτους. Ἐν τῇ ἀναδιοργανώσει τῇ στρατιωτικῇ τῆς χώρας
2127διαβλέπει ὁ λαὸς τὴν πραγμάτωσιν τῶν ὀνείρων αὑτοῦ τῶν
2128ἐθνικῶν, καὶ ἀπὸ τοῦ 1828, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ὁ βα-
2129θύνους ὄντως Καποδίστριας ἐπειράθη νὰ δώσῃ μόρφωσιν στρα-
2130τιωτικὴν εἰς τὰ ἄτακτα τότε σώματα, ἐκεῖνα τὰ ἄτακτα
2131σώματα, τὰ ὁποῖα ἐκλέϊσαν τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν, ἀπὸ
2132τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, λέγω, οὐδεμία παρῆλθε Κυβέρνησις, χω-
2133ρὶς νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς καταρτίσεως τῆς στρατιωτικῆς
2134τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἂν καὶ πᾶσαι ἀνεξαιρέτως αἱ Κυβερνήσεις
2135ἀνεγνώρισαν τὴν ἀνάγκην ταύτην, δὲν ἠξεύρω ποῖος ὑπῆρξεν
2136ὁ αἴτιος, ὥστε αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀπετέλει τὸ πρῶτον καὶ
2137στοιχειῶδες καθῆκον πάσης Κυβερνήσεως, αὐτὸ τὸ πρῶτον
2138καθῆκον οὐδέποτε νὰ ἐπιτελεσθῇ. Ἐάν τις βαθύτερον μελε-
2139τήσῃ τὴν σύγχρονον ἡμῶν ἱστορίαν, θὰ εὕρῃ ἴσως, ὅτι οὐχὶ
2140λόγοι οἰκονομικοὶ μόνον εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες παρεκώλυσαν
2141τὴν πραγμάτωσιν τοῦ σκοποῦ τούτου. Ἴσως καὶ ἄλλοι λόγοι
2142ὑπῆρξαν, σχετιζόμενοι πρὸς τὴν διεθνῆ θέσιν τῆς Ἑλλάδος,
2143περὶ τῶν ὁποίων καὶ ἂν ὁμιλήσωμεν, οὐδεμίαν ἔχομεν ἀπό-
2144δειξιν, ἵνα ἀποδείξωμεν αὐτούς.
2145Εἶναι γνωστὸν, ὅτι μετὰ τὴν ταπεινωτικὴν ἐκείνην συν-
2146θήκην, τὴν ὁποίαν ὑπέστη ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὸ 1869, μετὰ
2147τὸν ἀποκλεισμόν τῆς Σύρου ὑπὸ τοῦ Χόβαρτ καὶ τὰς ἀπει-
2148λὰς αὐτοῦ, εἶναι γνωστὸν, λέγω, ὅτι σύμπας ὁ Ἑλληνικὸς
2149λαὸς ἐξηγέρθη καὶ ἐζήτησεν, ἵνα αἱ Κυβερνήσεις πρώτιστα
2150καὶ κυρίως ἐπιμεληθῶσι τῶν τῆς συντάξεως τῆς στρατιωτι-
2151κῆς τῆς χώρας· ἀνέγνωσα δὲ, ὅτι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οἱ
2152διευθυνταὶ πασῶν τῶν ἐφημερίδων, καὶ τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ
2153τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ὑπέγραψαν συνυποσχετικὸν, κατὰ τὸ
2154ὁποῖον ἀνέλαβον τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀποκηρύττωσι πᾶσαν
2155Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν θὰ εἶχε κύριον μέλημα αὑτῆς τὴν
2156σύνταξιν τὴν στρατιωτικὴν τῆς χώρας. Ἀνέφερα τὸ περιστα-
2157τικὸν τοῦτο, ἵνα ἀποδείξω, πόσον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶχεν
2158αἰσθανθῆ τὴν ἀνάγκην ταύτην.
2159Ἀλλ’ ἂν ὑπῆρξεν ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀνάγκη αὕτη
2160κατέστη μᾶλλον ἐπιβλητικὴ, εἶναι βεβαίως ἡ ἐποχὴ ἡ μετὰ
2161τὸν τελευταῖον πόλεμον. Δὲν γνωρίζω, ἂν εἶναι ἀληθὲς καὶ
2162ἂν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ἀνεξελέγκτως, ὅτι ἡ ὀργάνωσις
2163τοῦ στρατοῦ ἐκείνου ὑπῆρξεν ἡ αἰτία τῶν ἀποτελεσμάτων
2164τῶν δεινῶν. Ἡ ἱστορία τοῦ παραδόξου αὐτοῦ πολέμου δὲν
2165εἶναι εἰσέτι γνωστὴ, καὶ ἄγνωστον εἶναι, ἂν κατὰ τὴν γενεὰν
2166τὴν ἰδικήν μας θὰ γείνῃ γνωστή. Ὁπωσδήποτε ὅμως ὁ πό-
2167λεμος αὐτὸς, καθ’ ὃν τρόπον διεξήχθη, ἦτο πόλεμος ἰδιόρ-
2168ρυθμος, ὅλως sui generis, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἐξαγάγῃ
2169συμπεράσματα ἀσφαλῆ οὔτε περὶ τοῦ στρατοῦ, ἐὰν ὑπῆρξεν
2170ἱκανὸς νὰ ἀμυνθῇ, ἔστω καὶ στοιχειωδῶς, ὑπὲρ τῆς χώρας,
2171οὔτε περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διῴκησαν αὐτόν. Φρονῶ λοιπὸν,
2172ὅτι δὲν εἶναι ἀσφαλὲς νὰ κρίνωμεν καὶ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρα-
2173τοῦ ἐκ τῶν ἔργων αὐτοῦ κατὰ τὸν πόλεμον ἐκεῖνον, ὅπως θὰ
2174ἦναι ἐπίσης ἐπισφαλὲς νὰ κρίνωμεν, ὅτι ὁ στρατὸς ἐκεῖνος
2175ὑπῆρξεν ἐπὶ τοσοῦτον ἀσύντακτος, ἐπὶ τοσοῦτον ἀσθενὴς κατὰ
2176τὴν ὀργάνωσιν αὐτοῦ, ὥστε, ἀντὶ νὰ συντελέσῃ ὑπὲρ τῆς ἀμύ-
2177νης τῆς χώρας, συνετέλεσεν ἵνα ἐγκολαφθῇ στίγμα εἰς τὸ
2178μέτωπον ἡμῶν. Καὶ λέγω εἰς τὸ μέτωπον ἡμῶν, διότι
2179ἐλπίζω, ὅτι ἡ ἱστορία δὲν θὰ καταλογίσῃ τὸ στίγμα τοῦτο
2180εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος· θὰ τὸ καταλογίσῃ εἰς μόνην
2181τὴν γενεὰν ἡμῶν, διότι ἡμεῖς καὶ μόνοι πταίομεν. Κρίνω
2182λοιπὸν, ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν, ἵνα ἀποδείξωσιν, ὅτι
2183δέον νὰ δυσπιστῶμεν εἰς τον ἀντιστράτηγον, εἰς οὗ τὰς χεῖ-
2184ρας πρόκειται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ δοθῇ ἡ διοίκησις
2185τοῦ στρατοῦ ἡ γενικὴ, κρίνω, ταῦτα ὡς μὴ ἀσφαλῆ, καὶ λέγω
2186ὅτι ἐκ τῶν τοῦ πολέμου γεγονότων δὲν πρέπει νὰ δυσπιστῶμεν.
2187Γνωρίζω ὅτι, ἀφ’ ἧς ὁ Θεὸς ηὐδόκησε νὰ δώσῃ εἰς τὸν Θρόνον
2188τῆς Ἑλλάδος Διάδοχον αὐτοῦ, Διάδοχον φέροντα ὄνομα, τὸ
2189ὁποῖον προσωποποιεῖ ὅλα τὰ ὄνειρα, ὅλα τὰ ἐθνικὰ ἰδεώδη,
2190ἐγείρει ὅλους τοὺς πόθους τοῦ ἔθνους τοὺς ἀπὸ μακρῶν αἰώνων,
2191ἀφ’ ἧς, λέγω, ἡμέρας ὁ Θεὸς ηὐδόκησε νὰ δώσῃ τὸν Διάδοχον,
2192ἴσως δὲν θὰ ὑπῆρξεν Ἕλλην, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἐσκέφθη, ὅτι
2193ὁ Διάδοχος εἶναι προωρισμένος θέοθεν νὰ διοικήσῃ τὸν Ἑλ-
2194ληνικὸν στρατὸν καὶ ὁδηγήσῃ αὐτὸν πρὸς τὴν δόξαν. Αὐτοὶ
2195ὑπῆρξαν οἱ πόθοι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος κρίνει τὰ
2196πράγματα ἐκ τῶν παραδόσεων τῆς ἱστορίας του. Ἀλλὰ σῶμα
2197νομοθετικὸν, ἀπαρτιζόμενον ἀπὸ ἄνδρας πεπειραμένους, σῶμα
2198νομοθετικὸν, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὡς ὁδηγὸν τὴν ἱστο-
2199ρίαν, δὲν πρέπει, παρασυρόμενον ὑπὸ τῶν ἐκ παραδόσεως πό-
2200θων, νὰ προβῇ ἀνεξελέγκτως εἰς τὴν ἀνάθεσιν τῆς διοικήσεως
2201τῆς γενικῆς τοῦ στρατοῦ, ὡς ὁρίζει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομο-
2202σχέδιον.
2203Κύριοι, δὲν ὑπῆρξε μέχρι τοῦδε ζήτημα, τὸ ὁποῖον νὰ
2204ἔθετο ὑπὸ δεινοτέραν ἀμφιταλάντευσιν τὴν συνείδησιν τὴν
2205Ἑλληνικήν. Ἡ συνείδησις ἡ Ἑλληνικὴ, ἡ μὴ πεφωτισμένη
2206ἐκ τῆς ἱστορίας, ἐκδηλοῦται ἀκατάσχετος ὑπὲρ τοῦ νομοσχε-
2207δίου, ἡ συνείδησις ἡ ἐθνικὴ, ἡ πεφωτισμένη ἐκ τῆς ἱστορίας,
2208ἐκδηλοῦται ἀντίθετος, καὶ ἐκδηλοῦται ἀντίθετος διότι γεν-
2209νῶνται εὔλογοι φόβοι. Τοὺς φόβους δικαιολογεῖ ἡ ἱστορία.
2210Ὄχι μόνον ἡ ἱστορία ἡμῶν ἡ ἀρχαία καὶ ἡ μεσαιωνικὴ, ἀλλὰ
2211καὶ ἡ ἱστορία ἡ σύγχρονος, ἡ χθεσινὴ, ἀλλὰ καὶ ἡ ἱστορία
2212πολλῶν ἄλλων λαῶν διδάσκει, ὅτι, ὅπου ἡ Βασιλεία καὶ τὰ
2213μέλη τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας διῴκησαν, καὶ δὴ αὐτοπρο-
2214σώπως καὶ ἀμέσως, ἐκεῖ ἐδημιουργήθησαν κίνδυνοι καὶ διὰ
2215τὴν Δυναστείαν, κίνδυνοι καὶ διὰ τὴν χώραν. Ἡ ἱστορία δι-
2216δάσκει, ὅτι, ἂν ὑπάρχει ὄντως πολύτιμον ἀπόκτημα δι’ ἕνα
2217λαὸν, τοῦτο εἶναι ἡ ἑδραίωσις μιᾶς Δυναστείας· διὰ νὰ ἑδραιω-
2218θῇ δὲ ἐν χώρᾳ τινὶ μία Δυναστεία, ἔχουσι καθῆκον ἐκεῖνοι,
2219οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν ὅτι εἶναι μέγα καὶ πολύτιμον ἀπόκτημα
2220ἡ Δυναστεία, ἔχουσι καθῆκον, λέγω, νὰ προφυλάττωσιν αὐτὴν
2221ἀπὸ πάντα κίνδυνον, ἔχουσι καθῆκον νὰ τὴν προστατεύωσιν,
2222ὅπως προστατεύει ἐπιμελὴς κηπουρὸς τὸ δένδρον κατὰ τὴν
2223πρώτην αὐτοῦ ἡλικίαν ἀπὸ τοὺς παντοίους ἀνέμους τοὺς σφο-
2224δροὺς, μέχρις οὗ ῥίψῃ βαθείας τὰς ῥίζας. Τοῦτο τὸ καθῆκον
2225ἔχουσι καὶ αὐτοὶ, νὰ προφυλάττωσι τὴν Δυναστείαν ἀπὸ τοὺς
2226ποικίλους σφοδρούς ἀνέμους τῶν παθῶν, ἀπὸ τὰς θυέλλας τὰς
2227κοινωνικὰς, πρωτίστως δ’ ἔχει τὸ καθῆκον αὐτὸ ἡ μικρὰ
2228Ἑλλὰς, διότι, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἡ ἱστορία ἡμῶν ἐνθαρρυντικὴ,
2229ὅσον καὶ ἂν δύναταί τις ἐκ τῆς ἱστορίας νὰ ἀντλήσῃ τὴν
2230πεποίθησιν, ὅτι ἐνυπάρχουσι τὰ ζωτικὰ στοιχεῖα πρὸς ἐπι-
2231τέλεσιν τοῦ μέλλοντος τοῦ ἐθνικοῦ, ἐν τούτοις ἄνευ τῆς Δυ-
2232ναστείας ἴσως δὲν κατορθωθῇ τι. Εἶναι μέγα λοιπὸν καὶ πρώ-
2233τιστον καθῆκον ἡμῶν νὰ περιφρουρῶμεν τὴν Δυναστείαν καὶ
2234νὰ περιβάλλωμεν αὐτὴν δι’ ὅλης τῆς θερμουργοῦ στοργῆς, διότι
2235ἐκ τῆς Δυναστείας καὶ ἐκ τῆς φιλοπατρίας ὅλων ἡμῶν καὶ
2236τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς τῆς χώρας βεβαίως
2237θὰ προκύψῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὠνειρεύθησαν γενεαὶ μακρῶν
2238αἰώνων, γενεαὶ τόσα μαρτύρια ὑποστᾶσαι ὑπὲρ τῆς πατρίδος.
2239Διὰ νὰ ὑπάρξῃ δὲ ἡ μέριμνα πρὸς προφύλαξιν τῆς Δυναστείας
2240ἀποτελεσματικὴ, εἶναι ἀπαραίτητον ν’ ἀπομακρύνωμεν αὐτὴν
2241ἀπὸ πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ ἐξεγείρῃ θύελλαν παθῶν κατ’ αὐ-
2242τῆς. Ἐὰν ὁ βαθύνους Καποδίστριας δὲν εἶχε τὴν ἐθελουσίαν
2243νὰ φρονῇ, ὅτι αὐτοπροσώπως ὤφειλε νὰ διοικῇ, ἐπὶ μακρὰ
2244ἀκόμη ἔτη θὰ ἐκυβέρνα τὴν πατρίδα ἡμῶν, καὶ ἴσως αἱ
2245τύχαι αὐτῆς θὰ ἦσαν πολὺ διάφοροι, πολὺ κρείττονες ἢ ὅ,τι
2246εἶναι. Ἐὰν ὁ φιλόπατρις ἐκεῖνος καὶ μεγαλόκαρδος ὄντως
2247Ὄθων δὲν εἶχε τὸν ζῆλον νὰ ἀναμιγνύηται αὐτοπροσώπως
2248εἰς τὴν διοίκησιν καὶ δὲν ἐπεδίωκε παντὶ σθένει νὰ ἐπιβάλ-
2249ληται, βεβαίως ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1862 δὲν θὰ παρήγετο.
2250Ἐὰν ἤθελον ἐπεκτείνει τὰς ἐρεύνας καὶ ἐπὶ τῆς ἱστορίας
2251ἄλλων λαῶν, θὰ παρεῖχον ὑμῖν πλεῖστα ἄλλα παραδείγματα
2252πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι ὁσάκις Ἡγεμόνες, πρὸς οὓς ἐξισοῦται ὁ
2253Διάδοχος τοῦ Θρόνου, ἐπιχείρησαν νὰ διοικήσωσιν αὐτοπρο-
2254σώπως, καὶ ἀνέλαβον εὐθύνας ἠθικὰς, οὐχὶ νομικὰς, αἱ Δυνα-
2255στεῖαι αὐτῶν ὑπέστησαν κλονισμὸν, τὸ πλεῖστον δὲ ἀνε-
2256τράπησαν. Δὲν πρέπει, κύριοι Βουλευταὶ, τὴν ἀλήθειαν ταύ-
2257την, ἡ ὁποία εἶναι ἁπτὴ καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἀνεγνωρισμένη
2258ὑπὸ τῆς ἱστορίας εἰς βαθμὸν, ὥστε ἔχει καταστῆ τετριμ-
2259μένη, δὲν πρέπει τὴν ἀλήθειαν ταύτην νὰ τὴν παραγνωρί-
2260σωμεν, διότι πολὺ ταχέως θὰ μετανοήσωμεν.
2261Ἀλλὰ πλὴν τούτου, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὴν συνείδησιν τοῦ
2262Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἔχει συνταράξει, εἶναι, ὅτι πρόκειται νὰ
2263ψηφισθῇ νόμος, ὁ ὁποῖος δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὸ θεμελιῶ-
2264δες πνεῦμα τοῦ πολιτεύματος. Εἶπε, πολὺ ὀρθῶς, ὁ κατὰ
2265τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁμιλήσας σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος Βουλευ-
2266τὴς, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον δὲν συμβιβάζεται
2267πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ πολιτεύματος, καὶ ἀνέπτυξε λίαν πει-
2268στικῶς τοῦτο, ὡς ἀνέπτυξαν καὶ πολλοὶ ἄλλοι πρὸ αὐτοῦ
2269ἀγορεύσαντες. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας ἐπὶ τοῦ θέ-
2270ματος τούτου, τὸ ὁποῖον θεωρῶ τέλεον σχεδὸν ἀποδεδειγ-
2271μένον. Θὰ ἀρκεσθῶ νὰ ποιήσωμαι μόνον μίαν παρατήρησιν.
2272Ὁ ἀναγινώσκων τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος, κρίνων
2273αὐτὸ ἐκ τοῦ γράμματος κατ’ ἐπιπολὴν, ὑπολαμβάνει, ὅτι
2274ὑπηγόρευσε τοῦτο πνεῦμα ζηλοτυπίας ὑπὲρ τῶν δικαιωμά-
2275των τοῦ λαοῦ. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι τοῦτο τὸ
2276πνεῦμα τῆς διατάξεως ἐκείνης, ἀλλ’ ὅτι πνεῦμα μερίμνης
2277ὑπὲρ τῆς Δυναστείας ὑπηγόρευσεν αὐτό. Εὑρίσκω δὲ τὸ
2278μέτρον συνετώτατον, ὅπως προφυλάσσηται ἡ Δυναστεία
2279ἀπὸ πάντα ἐσωτερικὸν κίνδυνον. Τὸ Συνταγματικὸν πο-
2280λίτευμα δὲν εἶναι πολίτευμα ἐξαχθὲν ἐκ τῆς κεφαλῆς
2281σοφοῦ τινος, ἐκ τῆς κεφαλῆς Λυκούργου τινὸς ἢ Σόλωνος
2282ἢ Σιεγὲς, εἶναι πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη διὰ τῶν
2283ἀγώνων 400 ἐτῶν τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ, καὶ ἡ διάταξις
2284τοῦ ἄρθρου 77 εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀπεικόνισις τοῦ πνεύμα-
2285τος τοῦ ἀγῶνος ἐκείνου. Ἠγωνίσθη ὁ Ἀγγλικὸς λαὸς ἐπὶ
2286τέσσαρας αἰῶνας πρὸς τοὺς Βασιλεῖς αὐτοῦ, καὶ ἐπείσθη, ὅτι
2287ἀναγκαιότατον πρᾶγμα εἶναι νὰ ὑπάρχῃ Βασιλεία ἑδραιω-
2288μένη ἐν τῇ χώρᾳ, ἀλλ’ ἐπείσθη συγχρόνως ὁ λαὸς ἐκεῖνος,
2289ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι ἑδραιωμένη ἡ Βασιλεία, ἐὰν
2290ἀναμιγνύηται εἰς τὰ τῆς διοικήσεως. Ἔλαβε λοιπὸν πάντα
2291τὰ πρόσφορα μέτρα, ἵνα ταύτην θέσῃ ὑπεράνω πάσης συμ-
2292μετοχῆς ἐν τῇ διοικήσει τῆς χώρας, καὶ ἔκρινεν ἀναγκαῖον
2293ν’ ἀπαγορεύσῃ οὐ μόνον εἰς τὸν Βασιλέα καὶ τὸν Διάδοχον,
2294ἀλλ’ εἰς ὅλα τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας νὰ λαμβά-
2295νωσιν ὑπουργήματα...
2296§37ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὑπουργεῖον, ὄχι ὑπουργήματα.
2297§38Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
2298κῶν). Γνωρίζετε τὸν λόγον τὸν ἱστορικὸν, ὁ ὁποῖος ὑπηγό-
2299ρευσε τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Συντάγματος τοῦ ἡμετέρου;
2300Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἐλήφθη ἐκ τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος, εἶ-
2301ναι δὲ ἀκριβὲς ἀντίγραφον ὁμοίου ἄρθρου, ἀναγεγραμμένου
2302ἐν τῷ Βελγικῷ. Γνωστὸς δὲ εἶναι ὁ ἱστορικὸς λόγος, ὅστις
2303ὑπηγόρευσε τὴν διάταξιν αὐτὴν ἐν Βελγίῳ. Καθ’ ὃν χρόνον
2304ἡ διάταξις αὕτη εἰσήχθη εἰς τὸ Βελγικὸν Σύνταγμα, ὑπη-
2305ρέτουν ὡς Ὑπουργοὶ τοῦ Βασιλέως τοῦ Βελγίου δύο υἱοί του.
2306Ἡ Συνέλευσις λοιπὸν τοῦ 1830 ἐν Βελγίῳ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν,
2307ὅτι οἱ Βασιλόπαιδες, ὡς Ὑπουργοὶ, δὲν δύνανται διὰ τῆς
2308ὑπογραφῆς των νὰ καλύψωσι τὸ ἀνεύθυνον τοῦ Βασιλέως. Ἐκ
2309τούτου καὶ μόνου τοῦ λόγου ὑπηγορεύθη ἡ διάταξις ἡ ἀπα-
2310γορεύουσα εἰς τοὺς Βασιλόπαιδας νὰ γίνωνται Ὑπουργοί.
2311Γνωστὸν ὅμως εἶναι ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ἡ Βελγικὴ Ἐθνοσυνέλευσις
2312ἀπεφήνατο, ὅτι δύνανται ν’ ἀναλαμβάνωσιν οἱ Βασιλόπαιδες
2313πᾶσαν ἄλλην δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἐπαγομένην εὐθύνας. Λοι-
2314πὸν ὁ ἐκ τοῦ ἀξιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ ἀποκλεισμὸς τῶν
2315Βασιλοπαίδων ἀνεγράφη καὶ ἐν τῷ ἡμετέρῳ Συντάγματι,
2316διότι ἡ ὑπογραφὴ αὐτῶν δὲν καλύπτει τὸ ἀνεύθυνον τοῦ Βα-
2317σιλέως.
2318§39ΔΟΥΝΗΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἱστορικὸς λόγος τοῦ Συντάγ-
2319ματος τοῦ ἐν Βελγίῳ. Ἀλλ’ ἡ ἀληθὴς ἱστορικὴ αἰτία εὑρί-
2320σκεται ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ Ἀγγλικοῦ Συντάγματος. Ἐκεῖ θέ-
2321λετε ἴδει, ὅτι τὴν διάταξιν ταύτην ὑπηγόρευσε πνεῦμα με-
2322ρίμνης πρὸς προφύλαξιν τῆς Βασιλείας ἀπὸ πάντα κίνδυνον.
2323Μεταφυτευθὲν εἰς τὰς ἠπειρωτικὰς χώρας τὸ Σύνταγμα τὸ
2324Ἀγγλικὸν, ὡς θὰ γνωρίζει, δὲν ἀμφιβάλλω, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
2325Οἰκονομικῶν, ἔλαβεν ἄλλην τροπὴν, ἠλλοιώθη δὲ καὶ διε-
2326στράφη τὸ ἀληθὲς πνεῦμα αὐτοῦ, τὸ πνεῦμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
2327συνετέλεσεν εἰς τὴν δημιουργίαν αὐτοῦ. Καὶ ἐν Βελγίῳ διε-
2328στράφη, ὅπως καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ὅπως καὶ ἐν Ἰταλίᾳ. Ἀλλ’ ἐὰν
2329θέλωμεν νὰ ἐρευνήσωμεν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων τὸ
2330ἀληθὲς πνεῦμα καὶ τὴν ἀληθῆ ἱστορικὴν αἰτίαν, μόνον εἰς
2331τὴν Ἀγγλίαν θὰ ἀνατρέξωμεν, καὶ ἐκεῖ θέλομεν ἴδει σαφῶς
2332καὶ καθαρῶς, ὅτι τὴν διάταξιν ταύτην ὑπηγόρευσε μέριμνα
2333ὑπὲρ τῆς Βασιλείας, καὶ οὐχὶ ζηλότυπος μέριμνα ὑπὲρ τῶν
2334δικαιωμάτων τοῦ ἔθνους. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον καθιέρω-
2335σαν οἱ Ἄγγλοι, ὡς ἀρχὴν συνταγματικὴν, εἶναι σοφώτατον,
2336διότι ἦτο ἀνάγκη νὰ καλύψωσι τὴν Βασιλείαν ἀπὸ πάντα
2337κίνδυνον, ἀπαγορεύοντες εἰς τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς Οἰκο-
2338γενείας ν’ ἀναλαμβάνωσι τὴν διαχείρισιν ἐξουσιῶν συνεπα-
2339γομένων εὐθύνας.
2340§40ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀνεύθυνον τοῦ Βασιλέως.
2341§41ΔΟΥΝΗΣ. Ἀλλὰ, Κύριοι, εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὰ μέλη
2342τῶν Βασιλικῶν Οἰκογενειῶν οὐδὲ παρ’ ἡμῖν οὐδὲ ἀλλαχοῦ
2343ὑπεῖχόν ποτε νομικὴν εὐθύνην. Αἱ εὐθῦναι αὐτῶν εἶναι εὐθῦναι
2344ἠθικαί. Ὑπῆρξαν καὶ Ἡγεμόνες ἀναλαβόντες νομικὰς εὐ-
2345θύνας, ὡς ὁ Ναπολέων ὁ Γʹ, ὅστις διὰ τῆς διακηρύξεως αὑ-
2346τοῦ ἐν ἔτει 1852 ἐδήλωσε, γενναιότατα φερόμενος, ὅτι αὐ-
2347τὸς, ὡς ἀρχηγὸς τῆς Πολιτείας, δὲν ἐννοεῖ νὰ καλυφθῇ ὑπὸ
2348τὸ ἀνεύθυνον, ὅπως οἱ ἀρχηγοὶ τῶν ἄλλων Πολιτειῶν, καὶ
2349ὅτι θὰ κηρύσσῃ ἑαυτὸν ὑπεύθυνον. Ἀλλ’ ὁ Ναπολέων ὁ Γʹ, ὁ
2350ὁποῖος ἀνέλαβε νομικὴν εὐθύνην, κηρύξας ἑαυτὸν ὑπεύθυνον,
2351καὶ ὁ ὁποῖος οὐδαμῶς ἔδωκεν εὐθύνας διὰ τόσας αὑτοῦ ἐκ-
2352νόμους πράξεις, οὐδὲ διὰ τὸν ἐν Μεξικῷ πόλεμον, ἔδωκε
2353κατὰ τρόπον σκληρότατον τὰς εὐθύνας ἐν Σεδάν.
2354Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν νομικὴ εὐθύνη διὰ τοὺς Βασιλεῖς καὶ
2355διὰ τὰ μέλη τῆς Β. Οἰκογενείας, καὶ ἂν θελήσωμεν ἡμεῖς
2356νὰ θεσπίσωμεν εὐθύνας, θέλομεν οἰκοδομήσει ἐπὶ ἄμμου.
2357Ἀλλ’ ἔχομεν καθῆκον νὰ προφυλάξωμεν τὴν Βασιλικὴν Οἰ-
2358κογένειαν, ἵνα μὴ δώσῃ ἄλλως εὐθύνας ἠθικὰς ἐπὶ βλάβῃ και-
2359ριωτάτῃ τῆς χώρας. Περὶ τοιούτων ἠθικῶν εὐθυνῶν πρόκει-
2360ται, καὶ οὐχὶ περὶ νομικῶν εὐθυνῶν.
2361Φοβοῦμαι, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ψηφίζοντες τὸ νομοσχέ-
2362διον πράττομεν πρᾶξιν, διὰ τὴν ὁποίαν εἴθε νὰ μὴ μετα-
2363νοήσωμεν.
2364Ἀλλ’ ἴδωμεν ἤδη, ἂν ἡ Κυβέρνησις, ὑποβαλοῦσα τὸ νο-
2365μοσχέδιον τοῦτο, ὑπέβαλεν αὐτὸ σοβαρῶς μεριμνῶσα περὶ
2366ἀναδιοργανώσεως στρατιωτικῆς τῆς χώρας. Ἀνέπτυξάν τινες
2367τῶν προαγορευσάντων, ὅτι στρατιωτικὴ ὀργάνωσις τῆς χώ-
2368ρας μὲ προϋπολογισμὸν, οἷον ἔχομεν, εἶναί τι ἀνέφικτον,
2369προσέθηκαν δὲ καί τι βαθύτερον, ὅτι ὁ στρατιωτικὸς ὀργα-
2370νισμὸς τῆς χώρας ἀπαιτεῖ πρὸ παντὸς χρηστὴν διοίκησιν,
2371ἀπαιτεῖ σεβασμὸν ἀπόλυτον πρὸς τὸν νόμον, ἀπαιτεῖ θρη-
2372σκευτικὴν μόρφωσιν τοῦ λαοῦ. Τίνα μέτρα ἐλάβετε ὑμεῖς,
2373ἵνα παρασκευάσητε τὸ ἔδαφος πρὸς στρατιωτικὴν ὀργάνω-
2374σιν σοβαρὰν τῆς χώρας; Καὶ ἐκεῖνα τὰ μέτρα τὰ ὀλίγα, τὰ
2375ὁποῖα ἐλάβετε, καὶ ἐκεῖνα ἀκόμη δὲν τὰ ἐφηρμόσατε. Τίς
2376ἡ ἀνάγκη τόσης σπουδῆς; Διατὶ πρῶτον δὲν ἀπαλλάσσετε
2377τὸν ὑπάρχοντα στρατὸν ἀπὸ τὰς ξένας αὐτοῦ ὑπηρεσίας;
2378Διατὶ ἄλλως τε, ἀφοῦ μετακαλεῖτε ξένον, ἵνα μελετήσῃ τὰ
2379τῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατοῦ, διατὶ δὲν περιμένετε νὰ
2380ἔλθῃ ὁ ξένος, καὶ τότε νὰ ὑποβάλητε ὀργανισμὸν πλήρη;
2381Καὶ οἱ ἐν Πρωσσίᾳ μετὰ τὴν καταστροφὴν, τὴν ὁποίαν αὕτη
2382ὑπέστη, κατακτηθεῖσα κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ λήξαντος αἰῶ-
2383νος ὑπὸ Ναπολέοντος τοῦ Μεγάλου, ἀμέσως ἐσκέφθησαν, ὅτι
2384ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπιμεληθῶσι τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως
2385τῆς χώρας. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω περικοπάς
2386τινας ἱστορικοῦ πολιτειολόγου, ἵνα ἴδητε, ἐν Πρωσσίᾳ, πρὶν
2387ἢ προβῶσιν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς χώρας,
2388πόσα ἄλλα μέτρα διοικητικὰ ἔλαβον (ἀναγινώσκει):
2389«Τὸ Πρωσσικὸν Κράτος, οἷον κατήρτισαν αὐτὸ οἱ ἱδρυταί
2390του —Γουλιέλμος ὁ Αʹ καὶ Φρειδερίκος ὁ Βʹ —ἀπετέλει Μοναρ-
2391χίαν ἀπόλυτον, στρατιωτικὴν, ἀριστοκρατικὴν καὶ γραφειο-
2392κρατικὴν, ἐκυβερνᾶτο δὲ ὑπὸ Συμβουλίου διευθυντῶν, εἴδους
2393Ὑπουργῶν, καὶ διοικεῖτο ὑπὸ δημοσίων ὑπαλλήλων, ἄνευ τι-
2394νὸς ἐλέγχου ἐκ μέρους τῶν διοικουμένων ἐπὶ τῶν πράξεων
2395τῶν κυβερνώντων. Ἡ κοινωνία ἐπισήμως διῃρεῖτο εἰς τρεῖς
2396τάξεις κληρονομικὰς, τοὺς εὐγενεῖς, τοὺς ἀστοὺς καὶ τοὺς
2397χωρικούς. Ὁ κῶδιξ τῶν Πρωσσικῶν νόμων (Landrecht),
2398δημοσιευθεὶς τὸ ἔτος 1794, καθιέρου τὴν διαίρεσιν ταύτην.
2399Εἰς τοὺς εὐγενεῖς ἀνῆκον αἱ δημόσιαι κυβερνητικαὶ θέσεις
2400καὶ οἱ βαθμοὶ ἐν τῷ στρατῷ, οἱ χωρικοὶ ἦσαν ὑποτεταγμέ-
2401νοι εἰς τοὺς τσιφλικιούχους, ἕκαστος δὲ τσιφλικιοῦχος εἶχε
2402δικαίωμα ἀστυνομίας, καὶ ἀπένεμε τὴν δικαιοσύνην ἐπὶ τῶν
2403κατοίκων τῶν κτημάτων. Τὰς καταστροφὰς τοῦ 1806 ἀπέ-
2404δωκαν εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦτον, καὶ ἐντεῦθεν ὁ Βασιλεὺς
2405ἀπεφάσισε νὰ δοκιμάσῃ ἄλλο σύστημα διοικήσεως. Διὰ τῶν
2406Στάϊν, Scharnorst καὶ Ἄρδεμβεργ παρεχώρησεν ὁ Βα-
2407σιλεὺς Φρειδερίκος Γουλιέλμος Γʹ ἐλευθερίας τῷ λαῷ, καὶ
2408ἐγκατέστησε τὴν νόμῳ ἰσότητα, κατέλυσε δηλονότι τὴν
2409νόμῳ διάκρισιν τῶν κοινωνικῶν τάξεων εἰς εὐγενεῖς, ἀστοὺς
2410καὶ χωρικούς, καὶ τοῦτο, ἵνα βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν αὐ-
2411τῶν, καταστήσῃ δ’ αὐτοὺς ἱκανωτέρους καὶ ἐπιτηδειοτέρους
2412πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ πρὸς τὴν πατρίδα καθήκοντος.
2413«Κατὰ τὸ 1810 ἡ κυβερνητικὴ μηχανὴ ἔλαβε τὸν τύπον
2414τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, δηλαδὴ διωρίσθησαν πέντε
2415Ὑπουργοὶ, τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν Οἰκονομικῶν, τῶν Ἐξω-
2416τερικῶν, τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ εἰς
2417Ἀρχικαγγελάριος, οὗτοι δὲ ἀπετέλουν τὸ Ἀνακτοβούλιον.
2418Ὅλοι οἱ κλάδοι μετερρυθμίσθησαν, ῥιζικωτέρα ὅμως μεταρ-
2419ρύθμισις συνετελέσθη ἐν τῷ στρατιωτικῷ ὀργανισμῷ τῆς
2420χώρας. Ὁ Scharnorst, προεδρεύων τῆς ἐπὶ τῆς ἀναδιορ-
2421γανώσεως τοῦ στρατοῦ ἐπιτροπῆς, ἀνεκήρυξε τότε τὴν θε-
2422μελιώδη ἀρχὴν, ὅτι πάντες οἱ κάτοικοι τῆς ἐπικρατείας
2423εἶναι ἐκ γενετῆς ὑπερασπισταὶ αὐτῆς· ἀνεκήρυξε δηλονότι
2424τὴν ἀρχὴν τῆς καθολικῆς στρατολογίας, δι’ ἧς πάντες οἱ
2425δυνάμενοι φέρειν ὅπλα εἶναι στρατιῶται. Ἐπειδὴ δὲ ἡ συν-
2426θήκη εἰρήνης μὲ τὸν Ναπολέοντα περιώριζε τὸν ἀριθμὸν τοῦ
2427πρωσσικοῦ στρατοῦ εἰς 42,000, ἠναγκάσθη νὰ χρησιμο-
2428ποιήσῃ τὸ μικρὸν αὐτὸ στράτευμα ὡς σχολεῖον, εἰς ὃ οἱ
2429στρατευόμενοι διήρχοντο τὸν ἀναγκαῖον πρὸς ἐξάσκησιν χρό-
2430νον, καὶ εἶτα ἀποστελλόμενοι εἰς τὰς ἑστίας των ἀντεκαθί-
2431σταντο ὑπ’ ἄλλων. Οὕτω δὲ ἡ Πρωσσία ἐκτήσατο ἐθνικὸν
2432στρατόν. Τότε οἱ εὐγενεῖς δὲν κατελάμβανον τοὺς βαθμοὺς
2433τῶν ἀξιωματικῶν, ὡς πρότερον, ἀλλὰ κατόπιν εἰδικῆς μορ-
2434φώσεως, δὲν προήγοντο δὲ ἢ μετ’ ἐξέτασιν. Ἀλλ’ αἱ μεταρ-
2435ρυθμίσεις αὗται ἐγένοντο ἐφ’ ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κρά-
2436τους. Ἰδιαιτέρας δ’ ἔτυχον ἐπιμελείας τὰ οἰκονομικὰ τοῦ
2437Κράτους. Δὲν προέβησαν ἐκεῖ εἰς ψήφισιν φορολογικῶν νό-
2438μων, δι’ ὧν κεκαλυμμένως νὰ ἐπιζητηθῇ ἡ αὔξησις τῆς φορο-
2439λογίας, ἀλλ’ εἰς περικοπὰς γενναίας, πρὸς ἐπίτευξιν οἰκονο-
2440μιῶν. Αὐτὸς οὗτος ὁ Βασιλεὺς Φρειδερίκος Γουλιέλμος Γʹ
2441ἐπήνεγκε σημαντικὰς οἰκονομίας εἰς τὰ ἔξοδα τῶν ἀνα-
2442κτόρων. Τότε δὲ τὸ πρῶτον ἡ Πρωσσία καθιέρωσε τὸ σύ-
2443στημα, τὸ ἔτι ἰσχῦον καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώπην, τῆς διαιρέ-
2444σεως τοῦ στρατοῦ εἰς στρατὸν ἐνεργείας, στρατὸν ἐφεδρείας
2445καὶ εἰς ἐθνοφρουρὰν, ἣν ὑποδιῄρει. Οὕτω δὲ ὁ στρατὸς ἀπέβη
2446ἡ Σχολὴ, ἔνθα τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα ἐκαλλιεργήθη λίαν εὐδο-
2447κίμως. Ἔκτοτε ἡ Πρωσσία κατέλαβεν ἐπιφανεστάτην θέσιν
2448μεταξὺ τῶν στρατιωτικῶν Κρατῶν δευτέρας τάξεως, καὶ
2449κατετάχθη μεταξὺ τῶν μεγάλων Δυνάμεων.»
2450Ἵνα ματαιώσῃ τὸν σκοπὸν τῆς συνθήκης, ὡς ἠκούσατε, ἣν
2451τῇ ἐπέβαλεν ὁ Ναπολέων, ἡ Πρωσσία προέβη εἰς τὴν ὀργάνωσιν
2452ἐθνοφρουρᾶς. Εἰς ἕκαστον χωρίον ἐγκατέστησε γυμναστὰς καὶ
2453ἐξεγύμναζε τοὺς χωρικοὺς, τοὺς δυναμένους φέρειν ὅπλα, ἔλαβε
2454δὲ ὅλα τὰ ἀναγκαῖα μέτρα πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν
2455αὐτῆς, ἐπήνεγκεν οἰκονομίας εἰς ὅλους τοὺς κλάδους, καὶ εἰς
2456αὐτὰς τὰς ἀνακτορικὰς δαπάνας, ἀνεμόρφωσε ῥιζικῶς τὴν
2457διοίκησιν, ἀνεμόρφωσεν αὐτὴν τὴν κοινωνικὴν κατάστασιν
2458διὰ τῆς καθιερώσεως ἐν τῇ νομοθεσίᾳ τῶν ἀρχῶν τῆς νόμῳ
2459ἰσότητος, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ καταστήσῃ τοὺς κατοίκους
2460ἐπιτηδειοτέρους διὰ τὴν ὑπεράσπισιν τῆς πατρίδος αὐτῶν.
2461Τί δὲ ἔπραξε τὸ Πεδεμόντιον μετὰ τὴν καταστροφὴν
2462τῆς Νοβάρας; Ἀνέθηκε τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν
2463νεαρὸν τότε Βασιλέα Βίκτωρα Ἐμμανουήλ, ὅπως ζητεῖτε
2464νὰ πράξωμεν νῦν ἡμεῖς; ἀνέθηκε τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ
2465εἰς ἄλλο τι μέλος τῆς Β. Οἰκογενείας; Ὄχι. Τὸ Πεδεμόντιον
2466ἔπραξεν ὅ,τι καὶ ἡ Πρωσσία· ἐμελέτησε ποῖα τὰ αἴτια τῆς
2467καταπτώσεως τῆς ἠθικῆς τοῦ λαοῦ, καὶ ἔλαβεν ὅλα τὰ διοι-
2468κητικὰ καὶ οἰκονομικὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ἠνόρθωσε τὸ
2469ἠθικὸν, ηὔξησε τοὺς πόρους τοὺς οἰκονομικοὺς, καὶ κατόπιν
2470ἀνέθηκεν εἰς τὸν Λαμάρμορα νὰ ἀναδιοργανώσῃ τὸν στρα-
2471τόν. Γνωρίζετε δὲ, ὁποίαν εἶχεν ὑποστῆ καταστροφὴν τὸ
2472Πεδεμόντιον εἰς τὴν Νοβάραν· ὅ,τι συνέβη παρ’ ἡμῖν εἰς τὸ
2473Μάτι, συνέβη ἐν Νοβάρᾳ, ἀλλ’ εἰς βαθμὸν πολὺ χείρονα ἢ
2474παρ’ ἡμῖν· ὅλος ὁ στρατὸς διεσκορπίσθη, δὲν ἠδυνήθη αὐτὸς
2475οὗτος ὁ Βασιλεὺς, ὁ Ἀλβέρτος Κάρολος, νὰ συγκεντρώσῃ χι-
2476λίους ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι νὰ τῷ χρησιμεύσωσιν ὡς σωματοφυ-
2477λακή, καὶ αὐτὸς ὅλος ὁ στρατὸς διεχύθη καθ’ ὅλην τὴν Ἰτα-
2478λίαν, καὶ μέχρι τῆς Σικελίας ἔφθασεν, ὑπὸ τοῦ πανικοῦ
2479καταληφθείς. Καὶ βλέπετε ἐν Νοβάρᾳ ἓν ἔτι παράδειγμα
2480ὀδυνηρὸν τῆς ἀμέσου ἀναμίξεως εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ
2481στρατοῦ τῶν Βασιλέων. Ἔπαιζεν ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ μάχῃ
2482τὸ στέμμα ὁ Βασιλεὺς Ἀλβέρτος, διότι αὐτὸς διῴκει τὰ
2483τοῦ στρατοῦ. Ἀναγκαίως δ’ ἐθεωρήθη ὡς ὑπεύθυνος τῆς
2484καταστροφῆς ἐκείνης, καὶ ἠναγκάσθη νὰ παραιτηθῇ ὑπὲρ τοῦ
2485υἱοῦ του Βίκτωρος Ἐμμανουήλ, ὅστις, ἀναλαβὼν τὸν Θρό-
2486νον τότε, ἐπιέζετο ὑπὸ τῆς Αὐστρίας νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὸ
2487Σύνταγμα. Διεξήχθη τότε μέγας πολιτικὸς ἀγὼν μεταξὺ
2488τῶν φιλελευθέρων καὶ τῶν ἀπολυταρχικῶν, κατώρθωσε δὲ ὁ
2489Καβοὺρ μετὰ τοῦ Δὲ–Ἀτζέγλιο νὰ πείσωσι τὸν Βασιλέα
2490ν’ ἀποδεχθῇ τὸ Σύνταγμα, καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα αὐτὸ ὀφεί-
2491λεται πρωτίστως, κατὰ δεύτερον δὲ λόγον εἰς τὴν διπλω-
2492ματικὴν ἱκανότητα τοῦ Καβοὺρ καὶ εἰς τὴν ἀναδιοργάνωσιν
2493τὴν κοινωνικὴν καὶ τὴν στρατιωτικήν, ἡ προαγωγὴ τοῦ Πε-
2494δεμοντίου, ὀφείλεται ἡ ἑνότης ἡ Ἰταλική.
2495Ἐάν τις μελετήσῃ τὴν ἱστορίαν τοῦ Πεδεμοντίου, θέλει
2496εὕρει, ὅτι οὐδεμία χώρα, οὐδεὶς λαὸς ἐν τῷ κόσμῳ ἔχει ἱστο-
2497ρίαν ὁμοιοτέραν πρὸς τὴν ἱστορίαν τὴν ἰδικήν μας. Διῆλθε
2498καὶ τὸ Πεδεμόντιον οἵας διῆλθε καὶ ἡ Ἑλλὰς μέχρι σήμε-
2499ρον δυσχερείας διπλωματικὰς, δυσχερείας οἰκονομικὰς, δυσχε-
2500ρείας ἐξωτερικῆς ἐπιδράσεως ἐπ’ αὐτό, δυσχερείας ἐσωτερι-
2501κῶν περισπασμῶν καὶ κλονισμῶν, κατώρθωσεν ὅμως τὸν
2502μέγαν σκοπόν του, διότι ἐλήφθησαν σοβαρὰ μέτρα περὶ ἀνορ-
2503θώσεως τῆς χώρας, ἐμερίμνησαν περὶ βελτιώσεως τῆς διοι-
2504κήσεως, ἐμερίμνησαν περὶ αὐξήσεως τῶν πόρων τοῦ Κρά-
2505τους, ἂν καὶ μετὰ τὴν Νοβάραν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Πεδε-
2506μοντίου περιέστησαν εἰς πολὺ χείρονα θέσιν τῆς ἰδικῆς μας.
2507Τὸ χρέος τοῦ Πεδεμοντίου σχεδὸν ἐπενταπλασιάσθη συνεπείᾳ
2508τοῦ πολέμου τοῦ 1849 πρὸς τὴν Αὐστρίαν, διότι, ἐνῷ πρό-
2509τερον κατέβαλλε τόκους καὶ χρεωλύσιον 5 μόλις ἑκατομ-
2510μύρια, μετὰ τὴν Νοβάραν κατέβαλλε 37½ ἑκατομμύρια.
2511Ἀλλ’ ἐκεῖ τὸ ζήτημα δὲν τὸ ἐμελέτησαν ὡς μελετῶνται
2512τὰ τοιαῦτα ζητήματα παρ’ ἡμῖν· ἐκεῖ, ὡς ἐν Πρωσσίᾳ, τὸ
2513ζήτημα ἐμελετήθη, ὄχι καθ’ ἑαυτὸ ὡς στρατιωτικὸν, ἀλλ’ ἐν
2514σχέσει πρὸς ὅλα τὰ ἄλλα ζητήματα, τὰ κοινωνικὰ, τὰ διοι-
2515κητικὰ καὶ τὰ οἰκονομικά. Ἐὰν, Κύριοι, μετὰ τὰ παθή-
2516ματα, ἅτινα ὑπέστημεν διὰ τῶν ἡμιμέτρων, τὰ ὁποῖα ζη-
2517τεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβωμεν πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστά-
2518σεως καὶ ἐξασφάλισιν τοῦ μέλλοντος τῆς χώρας, ἀποτύχω-
2519μεν,—καὶ δυστυχῶς εἶναι τοῦτο πιθανώτατον,—ἡ θέσις τῆς
2520Ἑλλάδος ἔσται δεινή· καὶ ἔσται δεινὴ ἡ θέσις τῆς Ἑλλά-
2521δος, διότι προσεγγίζει ἴσως ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ
2522ἐθνολογικὸν πρόβλημα τῆς χερσονήσου τῆς Ἑλληνικῆς μέλ-
2523λει νὰ λυθῇ· ἀλλοίμονον δὲ, ἐὰν, ἐπερχομένης τῆς ἐποχῆς
2524ἐκείνης, εὑρεθῶμεν μὲ τὰ ἡμίμετρα, τὰ ὁποῖα προτείνονται!
2525Δὲν βλέπω διατὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία διὰ τοῦ Προέ-
2526δρου αὐτῆς ἀναγνωρίζει ὅτι πάσχομεν διοικητικῶς, ὅτι πά-
2527σχομεν οἰκονομικῶς, ἀναγνωρίζει ὅτι ὑπάρχει ἀντιστροφὴ
2528τῶν ὅρων, καὶ ὅτι τὸ μὲν νομοθετικὸν σῶμα διοικεῖ, ἡ δὲ Κυ-
2529βέρνησις νομοθετεῖ, δὲν βλέπω, λέγω, διατὶ ἡ Κυβέρνησις,
2530ἡ ὁποία ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἀνωμάλως ἔχουσι τὰ τῆς
2531Πολιτείας, διατὶ δὲν σκέπτεται πρῶτον κατὰ τίνα τρόπον
2532δύναται νὰ ἐξέλθῃ ἡ χώρα ἐκ τῆς ἀνωμάλου αὐτῆς καταστά-
2533σεως.
2534Ἀλλ’ ἴσως διὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ζη-
2535τεῖτε νὰ ψηφισθῇ, ὁ στρατὸς ἀπομακρυνθῇ τῆς ἐπιδράσεως
2536τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ γνωρίζετε ὁποῖος φόβος κατέχει τὴν
2537ψυχὴν ἁπάντων καὶ δὴ τοῦ στρατοῦ; Κατέχει τὴν ψυχὴν
2538ἁπάντων, καὶ τοῦ στρατοῦ πρὸ παντὸς, ὁ φόβος, ὅτι θ’ ἀπο-
2539μακρυνθῇ μὲν τῆς ἐπιδράσεως τῆς πολιτικῆς, θὰ ὑποταχθῇ
2540ὅμως εἰς τὴν ἐπίδρασιν τῆς Κλίκας, ἣν τόσον καλῶς ἀπει-
2541κόνισεν ὁ κ. Λεβίδης. Γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, ὁπόσον βα-
2542θεῖαν αἴσθησιν ἐνεποίησεν, ὅτε ἐγνώσθη ἡ ἑξῆς ἐν τῇ Με-
2543λέτῃ τῆς Α. Υ. τοῦ Διαδόχου διάταξις (ἀναγινώσκει):
2544«Ἀξιωματικοὶ τοῦ μηχανικοῦ ἀνήκουσι πάντες εἰς τὴν αὐ-
2545τὴν κατηγορίαν καὶ φέρουσι τοὺς βαθμοὺς ἀπὸ ἀντισυνταγ-
2546ματάρχου μέχρις ἀνθυπολοχαγοῦ. Πέραν τοῦ βαθμοῦ τοῦ
2547ἀντισυνταγματάρχου μετατίθενται εἰς τὸ πεζικόν.»
2548Γνωρίζετε ὁπόσον βαθεῖαν αἴσθησιν ἐνεποίησεν ἡ διάτα-
2549ξις αὕτη; Γνωρίζετε, ὅτι, ἂν πρότερον ὑπῆρχε διάθεσίς τις,
2550πόθος τις, ἵνα ἀνατεθῇ εἰς τὸν Α.Υ. ἡ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ,
2551ἕνεκεν αὐτῆς καὶ μόνης τῆς διατάξεως μετεβλήθη ἄρδην ἡ διά-
2552θεσις αὕτη; Καὶ διατὶ τοῦτο; Διότι διέδωκαν, ὅτι ἡ Α. Υ. ὁ
2553Διάδοχος εἶναι ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τῶν περὶ αὐτὸν ἀξιωμα-
2554τικῶν τοῦ μηχανικοῦ, καὶ περιέλαβεν ἐν τῇ Μελέτῃ αὐτοῦ,
2555ὡς ἀρχὴν ἀναγκαίαν διὰ τὴν μόρφωσιν τοῦ στρατοῦ, τὴν
2556παραχώρησιν προνομίων μεγάλων ὑπὲρ τῶν ἀξιωματικῶν
2557τοῦ μηχανικοῦ· καὶ σᾶς λέγουσιν: ἐὰν αὔριον ἀνατεθῇ ἡ Διοί-
2558κησις εἰς χεῖρας αὐτοῦ, ποίαν ἄλλην ἆρά γε ἐπίδρασιν δὲν
2559θέλει ὑποστῆ ἐκ τῶν περὶ αὐτὸν ἐν τῇ κρίσει αὐτοῦ περὶ
2560τῶν προσώπων, δηλαδὴ περὶ τῶν ἀξιωματικῶν;
2561Ἔχει ἡ χώρα ἡμῶν προσφάτους ἀκόμη τὰς συγκινήσεις,
2562ἃς ὑπέστη ὅτε εἰς τὰ Ἀνάκτορα ὑφίσταντο τὰ Ἀνακτο-
2563βούλια, ἐπὶ Ὄθωνος, καὶ ἀκουσίως ἀναμιμνήσκεται τῆς ὀλε-
2564θρίας ἐπιδράσεως τῶν Ἀνακτοβουλίων ἐκείνων, καὶ τρέμει
2565πρὸ τῆς ἰδέας, μήτοι διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προτείνει
2566ἡ Κυβέρνησις, δημιουργηθῶσι ζητήματα, οἷα ἐδημιουργήθη-
2567σαν, ἀνεπτύχθησαν καὶ ἐπέφεραν δεινὰ εἰς τὸν τόπον μας
2568κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν τῆς Βασιλείας τοῦ Ὄθωνος.
2569Δὲν δύναμαι, Κύριοι, νὰ παραλείψω νὰ σᾶς ἀναγνώσω
2570περικοπὴν τοῦ διδακτικωτάτου ἐκείνου ὑπομνήματος, τὸ
2571ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ ἔνδοξος ναύαρχος Κανάρης, πρὸς τὸν Βα-
2572σιλέα Ὄθωνα κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ
25731862, διὰ νὰ ἴδητε πόσοι κίνδυνοι δημιουργοῦνται διὰ τὰς
2574Δυναστείας, διὰ τοὺς Βασιλεῖς, πόσοι κίνδυνοι δημιουργοῦν-
2575ται διὰ τῆς ἀμέσου καὶ αὐτοπροσώπου ἐνασκήσεως ἐξουσίας
2576τινὸς διοικητικῆς οἱασδήποτε. Ἐν τῷ ὑπομνήματι ἐκείνῳ
2577περιγράφων ὁ Κανάρης τὴν κατάστασιν λέγει (ἀναγινώ-
2578σκει): «Πρέπει νὰ πιστεύσῃ ἡ Ὑμετέρα Μεγαλειότης, ὅτι
2579πολὺ ἔβλαψε τὴν Βασιλείαν ἡ ἐπικρατήσασα ἰδέα, ὅτι οἱ
2580Ὑπουργοὶ ἐνεργοῦν πάντοτε κατὰ τὴν ἀπόλυτον θέλησίν
2581της... Σκάνδαλα, ἐκ τοιαύτης αἰτίας ἀπορρέοντα, εἶναι
2582προωρισμένα νὰ παύσωσι διὰ τῆς συστάσεως ἀληθοῦς Συν-
2583ταγματικῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν νομίζω ὅτι εἶναι ἀπο-
2584λύτως ἀναγκαῖον ἡ Ὑμετέρα Μεγαλειότης σήμερον νὰ συ-
2585στήσῃ, ἐὰν θέλῃ τοῦ λοιποῦ νὰ ζῇ μετὰ τῆς σεπτῆς Βασι-
2586λίσσης ἄνευ τινὸς ἀνησυχίας, καὶ ν’ ἀγαπῶνται ἀνεξαιρέτως
2587ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων. Συνταγματικὸν Ὑπουργεῖον καὶ ἐλευ-
2588θέρα ὑπουργικὴ ἐνέργεια εἶναι ἀσυμβίβαστα μὲ τὴν ὕπαρξιν
2589τοῦ Ἀνακτοβουλίου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἄλλο, εἰμὴ ἓν δεύ-
2590τερον Ὑπουργεῖον, ὀλιγώτερον μὲν ἐπίσημον καὶ ἐπιδει-
2591κτικόν, ἰσχυρότερον δὲ τοῦ ἐπισήμου καὶ φανεροῦ, ἐφ’ ὅσον
2592καὶ ἐκ τῆς ἀπολύτου ἐκλογῆς τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος
2593πηγάζει, καὶ ἀνεύθυνον ἐντελῶς εἶναι καὶ πλησιέστερον κεῖ-
2594ται εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ σχέσιν της.»
2595Εἶναι, κύριοι Βουλευταί, ἀλήθειαι αὗται, ἀλήθειαι, αἱ
2596ὁποῖαι ἐκυρώθησαν μετ’ οὐ πολὺ τότε δι’ ἱστορικῶν γεγονό-
2597των, εἶναι ἀλήθειαι, τὰς ὁποίας εὔχομαι ἐν τῷ μέλλοντι νὰ
2598μὴ κυρώσουν ἱστορικὰ γεγονότα, εἶναι ἀλήθειαι, αἱ ὁποῖαι
2599ἔπρεπε πρὸ παντὸς νὰ προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Κυ-
2600βερνήσεως καὶ τῆς πλειονοψηφίας. Διότι κατὰ τοὺς νεωτέ-
2601ρους τούτους χρόνους εἶναι ἱστορικῶς ἀποδεδειγμένον, ὅτι
2602ἐκεῖ ὑπάρχει προαγωγὴ, ἐκεῖ ὑπάρχει ἀσφαλὲς τὸ μέλλον,
2603ὅπου δὲν ὑπάρχει σύρραξίς τις δεδηλωμένη ἢ ὑποχθόνιος
2604μεταξὺ λαοῦ καὶ Ἡγεμόνος. Ὅπου ὑπάρχει μεταξὺ λαοῦ καὶ
2605Ἡγεμόνος σύρραξις, ἐκεῖ οὔτε πρόοδος ἐπιτελεῖται, κίνδυ-
2606νοι δὲ μυρίοι δημιουργοῦνται. Ἀκριβῶς Συνταγματικὸν πο-
2607λίτευμα ἀνοθεύτως λειτουργοῦν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπε-
2608δείχθη ὡς τὸ προσφυέστατον πρὸς πρόληψιν πάσης συρρά-
2609ξεως μεταξὺ λαοῦ καὶ Ἡγεμόνος. Δι’ ὃ ὁ μέγας τῆς Ἀγ-
2610γλίας ἱστοριογράφος Μακώλεϋ, ἀποδίδων τὸ μεγαλεῖον τῆς
2611Ἀγγλίας εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ Συντάγματος, ἐπιχαίρει,
2612ὅτι εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν διέτρεξε τὸν ἔσχατον κίνδυνον τὸ
2613Σύνταγμα, ἔτυχε νὰ βασιλεύῃ Ἡγεμὼν ἀνίκανος νὰ ἐπωφε-
2614ληθῇ ἐκ τῆς καταστάσεως καὶ τὸ ἀνατρέψῃ· λέγει δὲ ταῦτα
2615(ἀναγινώσκει):
2616«Δύναταί τις νὰ εἴπῃ περὶ τοῦ Ἰακώβου τοῦ Αʹ, ὅτι ἡ
2617διοίκησίς του, ἐὰν ἦτο δεξιὰ καὶ περιφανὴς, ἤθελε πιθανῶς
2618εἶσθαι ὀλεθρία εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν. Ὀφείλομεν δὲ πολὺ
2619μᾶλλον χάριτας εἰς τὴν ἀδυναμίαν αὐτοῦ καὶ εἰς τὴν με-
2620τριότητα ἢ εἰς τὴν φρόνησιν καὶ τὴν γενναιότητα τῶν ἐπι-
2621φανεστέρων μοναρχῶν. Ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ θρόνου εἰς στιγμὴν
2622λίαν κρίσιμον. Τὰ πράγματα ἔβαινον ὁρμητικῶς πρὸς λύσιν
2623τοῦ διλήμματος. Ὁ Βασιλεὺς ἤθελεν ἀνακηρυχθῆ ἀπολυταρ-
2624χικός; ὁ Βασιλεὺς ἤθελεν ἀσκήσει ἀπολυταρχικὸν ἔλεγχον
2625ἐπὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας; Ἐὰν ὁ Ἰάκωβος ἦτο ὡς ὁ
2626Ἑρρῖκος IV, ὡς ὁ Μαυρίκιος τοῦ Νανσῦ, ἢ ὡς ὁ Γουσταῦος
2627Ἀδόλφος, ἐὰν ἦτο γενναῖος, δραστήριος, πολιτικὸς, ἐὰν εἶχε
2628τεθῆ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν διαμαρτυρομένων τῆς Εὐρώπης, ἐὰν
2629εἶχε καταγάγει νίκας ἐπὶ τοῦ Τιλλῦ (διάσημος στρατηγὸς
2630Γερμανὸς) καὶ τοῦ Σπινόλα (ἐπιφανὴς Ἱσπανὸς στρατηγὸς),
2631ἐὰν εἶχε διακοσμήσει τὸ Οὐεστμίνστερ ἐκ τῶν λαφύρων τῶν
2632μοναστηρίων τῆς Βαυαρίας καὶ τῶν καθεδρικῶν ναῶν τῆς
2633Φλαμανδίας, ἐὰν εἶχεν ἀναρτήσει ἐν τῷ Ἁγίῳ Παύλῳ τὰς
2634σημαίας τῆς Αὐστρίας καὶ τῆς Καστιλλίας, καὶ ἂν κατόπιν
2635ἐνδόξων κατορθωμάτων εὑρίσκετο ἐπὶ κεφαλῆς 50 χιλιάδων
2636ἀνδρῶν, πειθαρχούντων, ἀφωσιωμένων αὐτῷ, τὸ Ἀγγλικὸν
2637Κοινοβούλιον μετ’ οὐ πολὺ δὲν θὰ ἦτο, εἰμὴ ἁπλῆ ἱστορικὴ
2638ἀνάμνησις. Εὐτυχῶς δὲν ἦτο ἀνὴρ, ἵνα τοιοῦτον διαδραμα-
2639τίσῃ πρόσωπον, καὶ οὕτως ἡ Ἀγγλία ἐσώθη, καὶ εἰσῆλθεν
2640εἰς τὴν ὁδὸν τῆς εὐημερίας της καὶ τοῦ μεγαλείου της.»
2641Τί ἄλλο ἀποδεικνύει τοῦτο ἢ ὅτι εἶναι εἰς τοὺς λαοὺς, εἰς
2642τὰς χώρας, ὠφελιμώτεροι οἱ Βασιλεῖς νὰ μὴ δρῶσι, παρὰ νὰ
2643δρῶσι;
2644Εἶμαι, Κύριοι, ὁλοψύχως ὑπὲρ τῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς
2645στρατιωτικῆς τῆς χώρας, εἶμαι ὁλοψύχως ὑπὲρ ταύτης, διότι
2646νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ παύσῃ καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ πολι-
2647τικὴ τῆς ἐπετείας, ἡ ὁποία ἰσχύει ἀπὸ τριακονταετίας. Ἡ
2648πολιτικὴ τῆς ἐπετείας εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία κατεπόντισε
2649τὸ μεσαιωνικὸν Ἑλληνικὸν Κράτος. Ἐπαιτοῦντες οἱ Αὐτο-
2650κράτορες τῆς Κωνσταντινουπόλεως, προσείλκυσαν τὰς ἀπαι-
2651σίας καὶ ὀλεθρίας ἐκείνας σταυροφορίας. Διὰ τῆς πολιτικῆς
2652τῆς ἐπετείας ἡ Κωνσταντινούπολις, πρὶν ἁλωθῇ ὑπὸ τῶν
2653Τούρκων, ὑπεδουλώθη εἰς τοὺς Γενουαίους καὶ Ἑνετούς. Διὰ
2654τῆς πολιτικῆς τῆς ἐπαιτείας, ὅσαι χῶραι ἤσκησαν αὐτὴν,
2655θᾶσσον ἢ βραδύτερον ἐντελῶς ἐξηφανίσθησαν. Εἶναι καιρὸς
2656νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν τὴν πολιτικὴν τὴν
2657ἀνδρικὴν, τὴν πολιτικὴν τοῦ ξίφους. Ὅταν ἔχωμεν στρα-
2658τιωτικὴν ὀργάνωσιν, ὅταν δυνάμεθα νὰ ἐπισείωμεν τὸ ξίφος,
2659ὅταν δυνάμεθα, ἔχοντες τὸ ξίφος, συνετῶς νὰ χειριζώμεθα
2660αὐτὸ, τότε, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι καὶ ἡ διπλωματικὴ ἱκανότης
2661τῆς πατρίδος ἡμῶν θὰ ἦναι μείζων ἐκείνης, ἡ ὁποία εἶναι σή-
2662μερον. Ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν ἀναδιοργανοῦμεν τὸν στρατὸν, στρα-
2663τὸν δὲν ἔχομεν, κίνδυνοι δ’ ἀπειλοῦσι τὸ μέλλον. Ἀλλὰ διὰ
2664νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, πρέπει ἀπὸ ἄλλα νο-
2665μοθετικὰ μέτρα νὰ ἀρχίσωμεν, καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ ὑπὸ συζή-
2666τησιν νομοσχέδιον. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ διοργανώσωμεν
2667τοὺς δήμους, οἱ ὁποῖοι περιέστησαν εἰς τὸ ἔσχατον σημεῖον
2668τῆς ἀποσυνθέσεως, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ τοὺς ἀνορθώσωμεν,
2669καὶ ἀνορθοῦντες τοὺς δήμους, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν
2670κρείττονα διοίκησιν, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν κρείττονα
2671οἰκονομικά. Ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν προβαίνομεν εἰς τοιαῦτα ῥι-
2672ζικὰ καὶ οὐσιώδη μέτρα, ἐφ’ ὅσον συζητοῦμεν, ἂν ἡ Αὐτοῦ
2673Βασιλικὴ Ὑψηλότης θὰ ὑπέχῃ ἢ δὲν θὰ ὑπέχῃ εὐθύνην, ἐφ’ ὅ-
2674σον ἡ Κυβέρνησις ἔρχεται ἐνταῦθα καὶ προσπαθεῖ διὰ μιᾶς
2675φράσεως νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὄντως εἶναι
2676περιμάχητον, διὰ τῆς φράσεως ὅτι «προϊσταμένη ἀρχὴ εἶ-
2677ναι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν», βεβαίως δὲν πράτ-
2678τομέν τι σοβαρὸν, βεβαίως δὲν χωροῦμεν πρὸς λύσιν τοῦ ζη-
2679τήματος. Αὐτὴ ἡ φράσις, τὴν ὁποίαν διὰ τροπολογίας ὁ
2680Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔφερε, μοὶ ὑπομιμνήσκει, Κύ-
2681ριοι, τοὺς ὑπευθύνους συντάκτας τῶν ἐφημερίδων. Οὐδὲν πλέον
2682ἢ ὑπεύθυνος συντάκτης ἐφημερίδος ἔσται ὁ Ὑπουργὸς τῶν
2683Στρατιωτικῶν, καὶ ὅπως ὁ ὑπεύθυνος συντάκτης ἐνώπιον
2684τοῦ δικαστηρίου ὁμολογεῖ, ὅτι συνέταξε τὸ ὑπὸ κατηγορίαν
2685δημοσίευμα, καὶ ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην τῶν γραφέντων,
2686χωρὶς κἂν νὰ γνωρίζῃ νὰ γράφῃ, τοῦτ’ αὐτὸ πιθανώτατα θὰ
2687συμβῇ καὶ μὲ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
2688Φρονῶ ὅτι εἶναι καιρὸς ἀκόμη νὰ ἐπιστήσῃ ἡ Κυβέρνη-
2689σις βαθύτερον τὴν προσοχὴν αὑτῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ
2690ὁποῖον ἀνεκίνησεν, εἶναι καιρὸς νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν
2691βαθύτερον, ἵνα μὴ ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιπέσῃ
2692ἡ ἀρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπ’ αὐτήν.
2693§42ΙΩΣΗΦ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐπειδὴ ἐλέ-
2694χθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὅπου οἱ διάφοροι πρίγκη-
2695πες, δοῦκες καὶ ἀρχιδοῦκες διῴκησαν στρατιὰς, αἱ στρατιαὶ
2696αὗται ἡττήθησαν κατὰ κράτος καὶ ἔλαβον ἀδόξως τὴν ἄγου-
2697σαν πρὸς τὰς πρωτευούσας αὐτῶν, καὶ ἐπειδὴ τὰ τοιαῦτα
2698ἐλέχθησαν, ὅπως ἀντιστρατευθῶσι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου
2699περὶ ἀναλήψεως τῆς ἀνωτάτης διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ὑπὸ
2700τῆς Α. Β. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν
2701λόγον, ὅπως ἐξηγήσω ὑμῖν, τί ἀκριβῶς συνέβη κατὰ τὸν πα-
2702ρελθόντα αἰῶνα, ὅτε διῴκουν πρίγκηπες, δοῦκες ἢ ἀρχιδοῦ-
2703κες βασιλικοῦ αἵματος στρατιὰς, ἐξαναγκαζόμενοι μάλιστα
2704εἰς τοῦτο παρὰ τῆς ὁμοφώνου θελήσεως τῶν λαῶν των, καί-
2705τοι ἀπαράσκευοι, ὡς μὴ ἀναμιγνυόμενοι οὐδέποτε εἰς τὰ τῆς
2706διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἐν εἰρήνῃ.
2707Ἐν Ἰταλίᾳ, κύριοι Βουλευταὶ, ὁ αὐστριακὸς στρατὸς τῆς
2708κατοχῆς κατὰ τὸ ἔτος 1796–1797 διῳκεῖτο ἀπὸ πρίγκη-
2709πας καὶ ἀρχιδοῦκας τοῦ Αὐστριακοῦ Θρόνου, ὅτε δὲ κατῆλθον
2710ὁ στρατηγὸς Ὀζερὼ καὶ ὁ στρατηγὸς Βοναπάρτης ἐπὶ κεφα-
2711λῆς 30,000 δημοκρατικῶν στρατευμάτων, κατετρόπωσαν
2712αὐτοὺς, διότι, ὡς ἦτο γνωστὸν ἐν Βιέννῃ, οἱ εἰρημένοι δοῦ-
2713κες καὶ ἀρχιδοῦκες, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἦσαν ἄμοιροι τῆς στρατιω-
2714τικῆς τέχνης, ἐλάμβανον καὶ διαταγὰς παρὰ τῆς Αὐστρια-
2715κῆς Αὐλῆς.
2716Δεύτερον παράδειγμα, κύριοι Βουλευταὶ, θὰ σᾶς ἀναφέρω
2717τὸ τῆς μάχης τῆς Ἀούστερλιτς, ὅτε τὰ ῥωσσοαυστριακὰ στρα-
2718τεύματα διῳκοῦντο, τὸ μὲν πρῶτον παρὰ τοῦ Μεγάλου Δου-
2719κὸς Κωνσταντίνου, τὸ δὲ δεύτερον ὑπὸ τοῦ πρίγκηπος Λιχ-
2720τενστάϊν. Γνωρίζετε τ’ ἀποτελέσματα τῆς μάχης ἐκείνης·
2721ὁ Αὐτοκράτωρ Ναπολέων κατετρόπωσε τὰ ῥωσσικὰ στρατεύ-
2722ματα, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς
2723Ῥωσσίας Ἀλεξάνδρου τοῦ Αʹ, παρισταμένου εἰς τὴν μάχην
2724ταύτην, θὰ ἐπήρχετο ἡ αἰχμαλωσία, ἐὰν μὴ ὁ ἴδιος ἐζη-
2725τεῖτο τὴν σωτηρίαν του, γράφων πρὸς τὸν Ναπολέοντα ἐκ
2726τοῦ πεδίου τῆς μάχης ἐπὶ τεμαχίου χάρτου καὶ διὰ μο-
2727λυβδίδος τὰ ἑξῆς: «Κύριε ἀδελφέ μου (Monsieur mon
2728»Frère), διατάξατε, παρακαλῶ θερμῶς, τὴν ἀναχαίτισιν
2729»τῆς καταδιώξεως διὰ τῶν γαλλικῶν στρατευμάτων, ὅπως
2730»σωθῶ ἐκ βεβαίας αἰχμαλωσίας». Πράγματι δὲ ὁ Μέγας Να-
2731πολέων, λίαν εὐγενῶς φερόμενος, διέταξε τὰ ὑπὸ τοὺς δια-
2732φόρους στρατηγούς του ἱππικὰ σώματα νὰ ἀνακόψωσι τὴν
2733πρὸς καταδίωξιν ὁρμήν των, καὶ οὕτως ἐσώθη ἐκ βεβαίας
2734αἰχμαλωσίας ὁ Αὐτοκράτωρ Ἀλέξανδρος. Διὰ τὴν τοιαύτην
2735του ὅμως μεγαλοφροσύνην, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, πολλάκις ἤλεγ-
2736ξεν ἑαυτὸν ὁ Μέγας Ναπολέων, εὑρισκόμενος αἰχμάλωτος ἐν
2737Ἁγίᾳ Ἑλένῃ.
2738Κατὰ τὴν ἐκστρατείαν τοῦ 1806, ἐξερχόμενος τῆς πρω-
2739τευούσης αὑτοῦ ἐν ζητωκραυγαῖς ὁ πρίγκηψ Ἐρρῖκος Διάδο-
2740χος τῆς Πρωσσίας ὑπισχνεῖτο πολλὰ εἰς τὸν Πρωσσικὸν λαόν.
2741Καίτοι γενναῖος, ὡς ἀπέδειξε τοῦτο ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μά-
2742χης, ἦτο ὅμως ἄπειρος τῆς στρατιωτικῆς τέχνης τελείως·
2743δι’ ὃ συμπλακεὶς πρὸς τὸν γαλλικὸν στρατὸν τὴν 10 Ὀκτω-
2744βρίου ἐν Σάλφετ, κατετροπώθη, ἐπιχειρήσας δὲ νὰ συνα-
2745θροίσῃ τοὺς φυγάδας τοῦ στρατεύματός του, οὐδὲ τοῦτο ἠδυ-
2746νήθη νὰ κατορθώσῃ, ἀλλ’ ἀπεμονώθη καὶ ἔπεσε θῦμα τῆς
2747τόλμης καὶ ἀνδρείας του, ὡς μὴ θελήσας νὰ παραδώσῃ τὸ
2748ξίφος του εἰς τὸν λοχίαν τοῦ γαλλικοῦ ἱππικοῦ Gunidet,
2749ὅστις καὶ ἐφόνευσεν αὐτόν.
2750Εἰς τὰ 1812, κύριοι Βουλευταί, ἐν τῇ κατὰ τῆς Ῥωσσίας
2751ἐκστρατείᾳ τὸ ἄνθος τοῦ εὐρωπαϊκοῦ στρατοῦ ἐξεστράτευσε
2752κατὰ τῆς Αὐτοκρατορίας ταύτης, ἔχον ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Αὐ-
2753τοκράτορα Ναπολέοντα, ἤτοι τὸν πρῶτον στρατηλάτην
2754μετὰ τὸν Μέγαν Ἀλέξανδρον· καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι
2755τὸ σχέδιον τῶν Ῥώσων ἦτο νὰ ὑποχωρῶσι διαρκῶς, ὅπως τὰ
2756συμμαχικὰ στρατεύματα προχωρήσωσιν εἰς τὰ ἐνδότερα
2757τῆς Ῥωσσίας καὶ καταστραφῶσιν, ἐν τούτοις ὅμως εἶναι ἐξ
2758ἴσου ἀληθὲς, ὅτι, ὅπου οἱ Ῥῶσσοι ἔστησαν, ὅπως δώσωσι μά-
2759χην, κατεστράφησαν τελείως, καὶ τοῦτο, διότι ὁ Αὐτοκράτωρ
2760Ἀλέξανδρος εὑρίσκετο εἰς τὸ ῥωσσικὸν στρατόπεδον μετὰ
2761τοῦ ἰδιαιτέρου αὑτοῦ Ἐπιτελείου, ὅπερ, συγκείμενον ἐξ ἀξιω-
2762ματικῶν τῶν σαλονίων, ἤρχετο καθ’ ἑκάστην εἰς διαπληκτι-
2763σμοὺς πρὸς τοὺς ἐμπειροτάτους ἀξιωματικοὺς τοῦ Ἐπιτε-
2764λείου τοῦ στρατηγοῦ Κουτούζωφ. Τούτου ἕνεκεν ἐδέησε νὰ
2765γείνῃ στάσις ἐν τῷ ῥωσσικῷ στρατοπέδῳ φοβερά, κατὰ τὴν
2766ὁποίαν ὑπεχρεώθη ὁ Αὐτοκράτωρ Ἀλέξανδρος νὰ ἐγκατα-
2767λείψῃ τὸ ῥωσσικὸν στρατόπεδον· διὰ νὰ μὴ φανῇ δὲ πολὺ
2768σκληρὰ ἡ ἀπομάκρυνσις αὕτη, ἐκολάσθη τὸ πρᾶγμα διὰ τῆς
2769δικαιολογίας, ὅτι παρέστη δῆθεν ἀνάγκη τῆς παρουσίας τοῦ
2770Αὐτοκράτορος ἐν Πετρουπόλει πρὸς ἐμψύχωσιν τοῦ λαοῦ καὶ
2771διὰ νὰ συλλεχθῶσι καὶ ἀποσταλῶσι τρόφιμα καὶ πολεμε-
2772φόδια εἰς τὸ μαχόμενον στρατόπεδον καὶ ἄνδρες πρὸς συμ-
2773πλήρωσιν τῶν κενῶν ἐν τῷ ῥωσσικῷ στρατοπέδῳ. Καὶ πράγ-
2774ματι ὁ Αὐτοκράτωρ Ἀλέξανδρος Αʹ, μεταβὰς εἰς Πετρού-
2775πολιν, ἐξετέλεσε τὴν τοιαύτην ἐντολήν, ἐνθουσιάσας ταὐτο-
2776χρόνως καὶ τὸν ῥωσσικὸν λαόν. Τί δὲ ἀπέγεινε μετὰ τὴν ἀνα-
2777χώρησιν τοῦ Ῥώσσου Αὐτοκράτορος ἐν τῷ ῥωσσικῷ στρατο-
2778πέδῳ; Τὴν διοίκησιν αὐτοῦ ἀνέλαβεν ὁ στρατηγὸς Κουτού-
2779ζωφ, ὅστις συμπλακεὶς πρὸς τὸν Αὐτοκράτορα Ναπολέοντα
2780ἐν Βοροδίνῳ (ἤτοι ἐν τῇ μάχῃ τῆς Μόσχοβας), ναὶ μὲν δὲν
2781ἐνίκησεν αὐτόν, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐνικήθη, διότι οὐδεὶς ἱστορι-
2782κὸς δύναται νὰ εἴπῃ, τίς ἐνίκησεν ἐν τῇ μάχῃ ταύτῃ, καί-
2783τοι ὁ Αὐτοκράτωρ Ναπολέων διετυμπάνισε καθ’ ἅπασαν τὴν
2784Εὐρώπην, ὅτι ἐνίκησεν, ὁ δὲ στρατηγὸς Κουτούζωφ καθ’ ἅ-
2785πασαν τὴν Ῥωσσίαν τὸ αὐτὸ, λαβὼν μάλιστα καὶ τιμητικὰ
2786δῶρα παρ’ ὁλοκλήρου τῆς Ῥωσσίας καὶ αὐτοῦ τοῦ Αὐτοκρά-
2787τορος Ἀλεξάνδρου.
2788Κρίνω περιττὸν νὰ προσθέσω καὶ ἄλλα παραδείγματα,
2789ὅπως ἀποδείξω, ὅτι ἀληθῶς, ὁσάκις πρίγκηπες, δοῦκες ἢ
2790ἀρχιδοῦκες ἡγοῦντο στρατιῶν, αἱ στρατιαὶ αὗται ἡττήθησαν
2791ὁλοσχερῶς, διότι δὲν ἐπιθυμῶ ν’ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν ἐπὶ
2792γνωστῶν γεγονότων. Ἀλλ’ ἡ ἱστορία τῶν πολέμων μᾶς δι-
2793δάσκει, ὅτι πρίγκηπες, δοῦκες καὶ ἀρχιδοῦκες, βλέποντες
2794ὅτι τιθέμενοι ἐπὶ κεφαλῆς τῶν στρατῶν αὐτῶν ἐν ὥρᾳ πο-
2795λέμου καὶ κατ’ ἐπίμονον ἀπαίτησιν τῶν λαῶν των καὶ ἄνευ
2796προγενεστέρας ἀναμίξεως αὐτῶν ἐν τοῖς στρατεύμασι, διαρ-
2797κῶς ἡττῶντο, ἠναγκάσθησαν, ἐκ τῆς πικρᾶς καὶ ἀδόξου πεί-
2798ρας διδαχθέντες, νὰ συγχρωτισθῶσι μετὰ τῶν στρατευμάτων
2799ἐν καιρῷ εἰρήνης, νὰ ἀσκήσωσιν ἑαυτούς, νὰ σκληραγωγηθῶ-
2800σιν ἐν τοῖς στρατοπέδοις, καὶ οὕτω νὰ καταστήσωσιν ἑαυ-
2801τοὺς τελείους στρατηλάτας καὶ στρατηγοὺς, ὀργανοῦντες ταυ-
2802τοχρόνως καὶ τὰς ἑαυτῶν στρατιάς. Τὰ δὲ ἀγαθὰ τῆς ἀνα-
2803μίξεως αὐτῶν ἀποτελέσματα ἀπεδείχθησαν τῷ 1814, καθ’ ὃν
2804χρόνον οἱ ἀπὸ Γαδείρων μέχρι Μόσχοβας καταδιωκόμενοι
2805παρὰ τοῦ Μεγάλου Ναπολέοντος διάφοροι πρίγκηπες καὶ
2806ἀρχιδοῦκες, καταρτισθέντες τελείως, κατετρόπωσαν αὐτὸν
2807τὸν ἴδιον Αὐτοκράτορα Ναπολέοντα, μέχρι Παρισίων κατα-
2808διώξαντες αὐτὸν καὶ ἐκθρονίσαντες.
2809Διὰ τοὺς λόγους τούτους, κύριοι Βουλευταὶ, εἶμαι τῆς
2810γνώμης, ὅτι καὶ ὁ πρίγκηψ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου
2811ὀφείλει νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ ἐν εἰρήνῃ, ἵνα καὶ
2812αὐτὸς καὶ ὁ στρατὸς ὦσι τέλειοι ἐν πολέμῳ, ἀκολουθοῦντες
2813πρὸς τοῦτο καὶ τὸ παράδειγμα τῆς Γερμανικῆς Αὐτοκρατο-
2814ρίας ἐν ἔτει 1870. Τοῦτο δὲ φρονῶ ἐκ πεποιθήσεως, διότι
2815ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡ ἱστορία τῶν πολέμων μὲ πείθει περὶ αὐτοῦ,
2816ἀλλὰ καὶ ἡ ἑλληνοπρεπὴς τοῦ Διαδόχου ἀνατροφὴ καὶ ὁ πό-
2817νος αὐτοῦ πρὸς διοργάνωσιν ἀρτίου στρατεύματος μοὶ ἑδραιώ-
2818νουσι τὴν πεποίθησιν ταύτην.
2819Ἐγὼ δὲν ἐξετάζω, κύριοι Βουλευταὶ, τὰς συνταγματικὰς
2820θεωρίας καὶ τοὺς κινδύνους τῶν θεσμῶν, ὅπως ἀπὸ τοῦ βή-
2821ματος τούτου ἀνεπτύχθησαν, διότι φρονῶ, ὅτι ἀνάγκην στρα-
2822τοῦ μόνον ἔχομεν σήμερον, καὶ μόνον τούτου.
2823Καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, κύριοι Βουλευταὶ, θὰ ἐξετάσω τὸ
2824ζήτημα. Πρὸ τριῶν ἡμερῶν ὁ ἀντισυνταγματάρχης καὶ βου-
2825λευτὴς Οἰτύλου κ. Κουμουνδοῦρος ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος
2826τούτου, ὅτι, ἐὰν ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου ἀνέλθῃ
2827ἡμέραν τινὰ εἰς τὸν Θρόνον, ὁ δὲ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλά-
2828δος μετέβαινεν πρὸς αὐτὸν, ὅπως ὑπογράψῃ διαφόρους συν-
2829θήκας καὶ συμβάσεις, εἰς ἀπάντησιν ὁ Διάδοχος, ὡς ἀναμι-
2830γνυόμενος μόνον εἰς τὰ τοῦ στρατεύματος, θ’ ἀπήντα: «φέρτε
2831ἄρμ!» Βεβαίως, κύριοι Βουλευταὶ, ὁ Διάδοχος ὀφείλει νὰ
2832ἀπαντήσῃ οὕτω εἰς τὸν μέλλοντα Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλά-
2833δος, ἐπικροτοῦντος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι ὁ μέλλων Βα-
2834σιλεὺς τῆς Ἑλλάδος καὶ οἱ Ἕλληνες μόνον διὰ τῶν ὅπλων
2835ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ὑπογράψωσι συμβάσεις ἐν Μακεδονίᾳ.
2836Κατὰ τὸ ἔτος 1887, κύριοι Βουλευταὶ, ὑπηρέτουν εἰς τὸ
2837σύνταγμα τῶν λογχοφόρων ἐν Βελγίῳ, τοῦ ὁποίου ἡ ἕδρα ἦτο
2838ἐπὶ τῶν Γαλλοβελογικῶν συνόρων· ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὴν ἡμέραν
2839ἐκείνην τὸ σύνταγμα τοῦτο ἔλαβε διαταγὰς παρὰ τοῦ Ὑπουρ-
2840γείου τῶν Στρατιωτικῶν νὰ συμμεθέξῃ τῶν μεγάλων γυμνα-
2841σίων Beverloo, καὶ ἐπειδὴ ἤθελον καὶ ἐγὼ ν’ ἀκολουθήσω
2842τὰς ἀσκήσεις ταύτας, αἵτινες ἦσαν ἀσκήσεις συνδυασμέναι
2843ἱππικοῦ καὶ πυροβολικοῦ, ἐγνώριζον δὲ, ὅτι, ἂν πρὸς τοῦτο
2844ἐπήρχετο διαμειβὴ ἀλληλογραφίας μεταξὺ Ἑλληνικῆς καὶ
2845Βελγικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἔγκρισις θὰ ἔφθανε μετὰ τὸ τέλος
2846τῶν ἀσκήσεων, παρεκάλεσα τὸν διοικητὴν τοῦ συντάγματός
2847μου νὰ μεταβῶμεν ὁμοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιω-
2848τικῶν τοῦ Βελγίου, ὅπως ζητήσωμεν τὴν ἄδειαν νὰ συμμε-
2849θέξω, ὡς προσκεκολλημένος, εἰς τὰς ἀσκήσεις, τὰς ὁποίας θὰ
2850ἠκολούθει τὸ σύνταγμά μου. Ὁ κύριος συνταγματάρχης συνῄ-
2851νεσε, καὶ μετέβημεν ὁμοῦ εἰς Βρυξέλλας, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
2852τῶν Στρατιωτικῶν, φέροντες πολιτικὴν ἐνδυμασίαν, διότι ἐν
2853Βελγίῳ καὶ Γαλλίᾳ οἱ ἀξιωματικοὶ μετὰ τὴν ὑπηρεσίαν των
2854συνηθίζουσι νὰ φορῶσι πολιτικὴν ἐνδυμασίαν· ἀλλ’ ὅτε ἠθε-
2855λήσαμεν νὰ εἰσέλθωμεν, στρατιώτης τις τοῦ συντάγματος
2856τῶν Γρεναδιέρων, τυγχάνων σκοπὸς εἰς τὴν θύραν, μᾶς ἠμπό-
2857δισεν, εἰπὼν εἰς ἡμᾶς, ὅτι «δὲν ἐπιτρέπετε ἡ εἴσοδος εἰς πο-
2858λίτας»· ὁ συνταγματάρχης εἶπεν εἰς τὸν σκοπὸν, ὅτι εἶναι ὁ
2859συνταγματάρχης διοικητὴς τοῦ Βʹ συντάγματος τῶν λογχο-
2860φόρων, καὶ ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ εἰσέλθῃ· τότε ὁ σκοπὸς, στὰς ἐν
2861προσοχῇ, ἀπήντησεν εὐσεβῶς: «Εἰσέλθετε, κύριε συνταγμα-
2862τάρχα, ἀλλ’ ἡ εἴσοδός σας θὰ μοὶ στοιχίσῃ δεκαπενθήμερον
2863φυλάκισιν». Ὁ κ. συνταγματάρχης σκεφθεὶς δὲν εἰσῆλθεν,
2864ἀλλὰ μὲ παρεκάλεσε νὰ μεταβῶμεν ἐκ νέου εἰς τὴν ἕδραν τοῦ
2865συντάγματος, ὅπου μεταβάντες καὶ ἐνδυθέντες τὴν στρατιω-
2866τικὴν ἡμῶν στολὴν, ἐπεστρέψαμεν καὶ εἰσήλθομεν εἰς τὸ
2867Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἦτο ἡ πρώτη φορὰ, κύριοι
2868Βουλευταί, καθ’ ἣν εἰσηρχόμην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρα-
2869τιωτικῶν τοῦ Βελγίου· ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι οὐδὲ ἴχνος πολίτου
2870συνηντήσαμεν ἐν τοῖς διαδρόμοις ἢ τοῖς γραφείοις αὐτοῦ·
2871στρατιώτης τις τῶν Γρεναδιέρων ἵστατο ἐν ἀκινησίᾳ εἰς τὸν
2872διάδρομον τοῦ πρώτου πατώματος, ἕτερος δὲ εἰς τὸν τοῦ δευ-
2873τέρου, εἷς δὲ συνταγματάρχης τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν μετὰ
2874δύο ἀξιωματικῶν περιήρχετο τὰ διάφορα γραφεῖα καὶ διένεμε
2875τὴν ὑπηρεσίαν. Ἐπιτρέψατέ μοι προσέτι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι
2876οὐδένα εἶδον νὰ καπνίζῃ εἰς τὸ γραφεῖόν του ἢ νὰ πίνῃ καφὲν,
2877ἑπομένως εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐδὲ καφεπώλης θὰ ὑπῆρχεν εἰς
2878τὸ Ὑπουργεῖον, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ἰδικόν μας. Ἄκρα σιγὴ,
2879καὶ ἐργασία ἐμπνέουσα τὸν σεβασμὸν, οἷος ὀφείλεται εἰς
2880τοιούτου εἴδους ἱδρύματα, παρετηρεῖτο.
2881Ἂς ἔλθωμεν νῦν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν
2882τῆς Ἑλλάδος. Ὁ ἀντισυνταγματάρχης κ. Κωνσταντῖνος Κου-
2883μουνδοῦρος, μόλις ἀνῆλθεν εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
2884Στρατιωτικῶν, ἔθεσεν εἰς τὴν θύραν τοῦ Ὑπουργείου τὴν
2885ἑξῆς σημείωσιν: «Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δέχε-
2886ται τοὺς μὲν κυρίους Βουλευτὰς ἑκάστην Δευτέραν, Τετάρτην
2887καὶ Παρασκευὴν, τοὺς δὲ ἰδιώτας ἐν τῇ οἰκίᾳ του». Ἐπικα-
2888λοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου,
2889τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, νὰ εἴπῃ, ἐὰν
2890ἠδυνήθη νὰ ἀντιστῇ εἰς τὴν εἰσβολὴν τῶν διαφόρων κομμα-
2891ταρχῶν καὶ Βουλευτῶν· καὶ τοῦτο, διότι ἡμεῖς, Κύριοι, πρῶ-
2892τοι ἠμποδίσαμεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐκτε-
2893λέσῃ τὴν καλὴν αὐτοῦ πρόθεσιν.
2894Δι’ ὅλα ταῦτα, κύριοι Βουλευταὶ, εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι,
2895μόνον ἐὰν ἀναλάβῃ ἡ Α. Β. Υ. τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ,
2896θέλει ἐπέλθει διόρθωσις τῶν κακῶς ἐχόντων, οὔπω δὲ κανεὶς
2897πλέον, ὄχι μόνον εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον δὲν θέλει παρουσιασθῆ,
2898ἀλλ’ οὐδὲ ἐκ τῆς ὁδοῦ Ἡρώδου τοῦ Ἀττικοῦ, ὅπου τὸ ἀνά-
2899κτορον τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος, θέλει διέλθει μὲ ἀξιώσεις καὶ
2900ἐπεμβάσεις οἱασδήποτε εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ.
2901Ὑπηρετήσας, κύριοι Βουλευταὶ, ἐπὶ δύο ἔτη εἰς διάφορα
2902ξένα συντάγματα, παρέστην εἰς δύο ἐπιθεωρήσεις, ἐνθυμοῦμαι
2903δὲ, ὅτι κατ’ αὐτὰς οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκαλοῦντο ἐνώπιον τοῦ
2904ἐπιθεωρητοῦ καὶ τοῦ Ἐπιτελείου του καὶ ἐξητάζοντο ἐπὶ ἓξ
2905ὅλας ὥρας συνεχῶς καὶ ἐπὶ διαφόρων στρατιωτικῶν ἀντικει-
2906μένων, μετὰ ταῦτα δ’ ἐξήρχοντο ἐπὶ τοῦ πεδίου τῶν ἀσκή-
2907σεων καὶ ἐξετέλουν διαφόρους ἀσκήσεις καὶ διάφορα γυμνάσια
2908ἐκστρατείας· ἡ δὲ ἐπιθεώρησις ἑκάστου συντάγματος διήρκει
290925 ὅλας ἡμέρας, τότε δὲ καὶ μόνον ὁ ἐπιθεωρητὴς ἀπεφαί-
2910νετο, ἂν ὁ Α ἢ Β ἀξιωματικὸς εἶναι ἱκανὸς, ἂν πρέπει νὰ
2911προαχθῇ κατ’ ἐκλογὴν, ἢ νὰ μείνῃ στάσιμος, ἢ ν’ ἀποστρα-
2912τευθῇ. Ὅσον δὲ διὰ τοὺς συνταγματάρχας, ἐνθυμοῦμαι κα-
2913λῶς, ὅτι οὗτοι ἐκρίνοντο μόνον ἐκ τῶν μεγάλων ἀσκήσεων,
2914τῶν τε χειμερινῶν καὶ ἐαρινῶν, ἀποφαινομένου μετ’ αὐτὰς
2915τοῦ γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἐὰν ἦσαν κατάλληλοι διὰ τὸν βαθ-
2916μὸν τοῦ ὑποστρατήγου.
2917Ἂς ἔλθωμεν, Κύριοι, εἰς τὰς Ἑλληνικὰς ἐπιθεωρήσεις.
2918Ἑκάστη ἐπιθεώρησις συντάγματος διαρκεῖ ἐπὶ μίαν ἢ τὸ πολὺ
2919δύο ἡμέρας· ὁ ἐπιθεωρητὴς, ἐξετάζων ἐπὶ δέκα ἢ δεκαπέντε
2920τὸ πολὺ λεπτὰ τῆς ὥρας ἕκαστον τῶν ἀξιωματικῶν, ἀπο-
2921φαίνεται περὶ αὐτοῦ, καὶ ἐκ τῶν λεπτῶν τούτων τῆς ἐξετά-
2922σεως ἐξαρτᾶται ἡ τύχη τῶν ἀξιωματικῶν! Εἶναι δυνατὸν,
2923κύριοι Βουλευταὶ, ἐν διαστήματι δέκα λεπτῶν νὰ ἐκτιμηθῇ
2924ἡ ἀξία τοῦ Α ἢ τοῦ Β ἀξιωματικοῦ; Ἡ τοιαύτη ἐξέτασις
2925δὲν γεννᾷ τὴν δυσπιστίαν εἰς τοὺς κύκλους τῶν ἀξιωματικῶν
2926καὶ δὲν ὠθεῖ αὐτοὺς, φυσικῷ τῷ λόγῳ, νὰ πιστεύσωσιν, ὅτι
2927ὑπάρχουσι προγραφαὶ, συμπάθειαι, ἀντιπάθειαι, ἢ καὶ οἰκο-
2928γενειακὰ συμφέροντα; Καὶ ποία πειθαρχία θέλετε νὰ ὑπάρξῃ,
2929ὅταν ὁ Α ἀξιωματικὸς, ὅστις σήμερον εἶναι ἀρχαιότερος τοῦ
2930Β, κατόπιν τῆς ἐπιθεωρήσεως ὑποσκελίζηται ἀπὸ τὸν Β,
2931ὑποσκελιζόμενος δ’ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἀδίκως καὶ
2932παρὰ τὴν ἀξίαν του ἔπαθε τοῦτο;
2933Σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι Βουλευταὶ, δύναται νὰ ὑπάρξῃ στρατὸς
2934ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας; δύνανται δὲ αἱ κακαὶ τοῦ στρατοῦ
2935συνθῆκαι νὰ ἐκλείψωσιν, ἂν δὲν ἀναλάβῃ τὴν Γενικὴν Διοί-
2936κησιν αὐτοῦ ἡ Α. Β. Υ. ὁ Διάδοχος;
2937Δι’ ὅλα λοιπὸν, ὅσα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς,
2938καὶ ἐπειδὴ ποθῶ τὴν βελτίωσιν τοῦ στρατοῦ τῆς πατρίδος
2939μου, ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ βελτίωσις αὕτη μόνον
2940διὰ τῆς ἀναθέσεως τῆς Γενικῆς τοῦ στρατοῦ Διοικήσεως εἰς
2941τὴν Α. Β. Ὑψ. τὸν Διάδοχον θέλει ἐπέλθει, κηρύσσομαι ὑπὲρ
2942τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου.
2943§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κρίτσας ἔχει τὸν λόγον.
2944§44Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἐξήνεγκον τὴν ἐπὶ
2945τοῦ ζητήματος τούτου γνώμην μου, καὶ οὐδὲν ἐπὶ τῆς οὐσίας
2946αὐτοῦ ἔχω πλέον νὰ προσθέσω. Ἐὰν δ’ ἐζήτησα ἐκ δευτέρου
2947τὸν λόγον, ἐζήτησα τοῦτον ἀμέσως μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ
2948κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, πρὸς τὸν σκοπὸν
2949τοῦ νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι
2950κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του, διὰ τῆς ὁποίας, ὅπως αὐτὸς ἔκρινεν,
2951ὑπεστήριξε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, παρέλιπε δύο σημεῖα αὐ-
2952τοῦ, χωρὶς νὰ τὰ δικαιολογήσῃ. Τὰ σημεῖα ταῦτα εἶναι τὸ
2953ἀμετάκλητον τοῦ ἀρχηγοῦ καὶ ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ
2954ἠδυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτοῦ, σφαλλομένου τυχὸν κατὰ
2955τὴν διοίκησιν, εὐθύνας. Ἂν καὶ εἰς τὰ σημεῖα ταῦτα ἐνδια-
2956τρίψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἐκθέσῃ τὰ ἐπιχειρήματά του,
2957διὰ τῶν ὁποίων ἤθελεν ἴσως ἀποδείξει, ὅτι καὶ ὑπ’ αὐτὰς
2958τὰς δύο ἐπόψεις ἀκόμη τὸ νομοσχέδιον εἶναι καὶ ἐπιβαλλό-
2959μενον καὶ ὠφέλιμον, νομίζω ὅτι τότε ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ
2960νομοσχεδίου τούτου θέλει συμπληρωθῆ, καὶ ἐκεῖνοι τοὐλά-
2961χιστον, οἱ ὁποῖοι, καὶ ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων αὐτῶν καὶ ἐξ ὅσων
2962μέχρι τοῦδε οἱ ὑποστηρίξαντες τὸ νομοσχέδιον εἶπον, ἐπεί-
2963σθησαν ὅτι πρέπει νὰ τὸ ψηφίσωσι, θὰ τὸ ψηφίσωσι μετὰ
2964μεγαλειτέρας πεποιθήσεως.
2965§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
2966§46Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ζήτημα ἐξηντλήθη, κύ-
2967ριε Πρόεδρε, καὶ οἱ διάφοροι ῥήτορες ἐξέθεσαν τὴν γνώμην
2968αὐτῶν. Οἱ ὑποστηρίξαντες τὸ νομοσχέδιον ἐνόμισαν ὅτι ἐδι-
2969καιολογοῦντο, λέγοντες, ὅτι ἀναθέτουσι τὴν διοίκησιν τὴν
2970γενικὴν τοῦ στρατεύματος εἰς τὸν ἀντιστράτηγον Διάδοχον
2971τοῦ Βασιλικοῦ Θρόνου, διότι ἡ διοίκησις εἰς τὰς χεῖρας τοῦ
2972Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἦτο ἡ πρέπουσα. Ἀλλ’ ἐνῷ
2973διετείνοντο ταῦτα καὶ ἐζήτουν νὰ πείσωσιν ἡμᾶς, ἐνῷ προσ-
2974επάθουν ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι αὐτὸς ἀληθῶς εἶναι ὁ λόγος,
2975δι’ αὐτῶν τῶν ἰδίων ἐπιχειρημάτων αὐτῶν κατεδείκνυον, ὅτι
2976καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι δὲν ἐπίστευον εἰς ὅ,τι ἔλεγον.
2977Ὑποχρεοῦμαι, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐξετάσω ἐπ’ ὀλίγον, ἂν
2978ἡ αἰτιολογία αὕτη, ἡ ὁποία καὶ ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς
2979Κυβερνήσεως ὑπεστηρίχθη, εἶναι πραγματική. Ἐὰν δεχθῶ,
2980κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ πολιτικὴ, εἰσελθοῦσα εἰς τὴν στρατιω-
2981τικὴν ὑπηρεσίαν, παρέλυσεν αὐτὴν, ὅτι κατέστησεν ἀδύνα-
2982τον τὴν διοίκησιν αὐτῆς, ἐρωτῶ, ποῖον μέτρον διὰ τοῦ νομο-
2983σχεδίου παρουσιάζεται, τὸ ὁποῖον ἀπομακρύνει τὴν πολι-
2984τικὴν ἀπὸ τὸν στρατόν; Ἐὰν οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ νομο-
2985σχέδιον φρονοῦσιν ὅτι ἀρκεῖ μόνη ἡ παρουσία τῆς Α. Ὑψη-
2986λότητος ν’ ἀπομακρύνῃ τὴν πολιτικὴν ἀπὸ τὸν στρατὸν,
2987σφάλλονται, ἐν ὅσῳ τὸν στρατὸν ἀφίνουσι νὰ ἐκτελῇ ἄλλας
2988ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους. Τί δύναται, καὶ ἂν θέλῃ, νὰ πράξῃ
2989ἡ Α. Ὑψηλότης, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅταν
2990ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἀπαιτῇ ἀπὸ τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ
2991στρατεύματος ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικοὺς διὰ τὴν
2992ὑπηρεσίαν αὐτῆς; ποίους θὰ εὕρῃ ἡ Α. Ὑψηλότης νὰ μορ-
2993φώσῃ; ποίους θὰ εὕρῃ νὰ ἀναπτύξῃ; ποίους θὰ εὕρῃ νὰ
2994καταστήσῃ ἀξίους τοῦ ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον ἡ Πολιτεία
2995τοῖς ἀνέθηκε; Πῶς θὰ τοὺς καταστήσῃ τελείους καὶ ἱκα-
2996νοὺς ν’ ἀντιμετωπίσωσιν ἀφόβως τὸν θάνατον; πῶς θὰ ἐμ-
2997πνεύσῃ τὴν πεποίθησιν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς, ὅτι ὁδηγοῦντες
2998τὰ τέκνα τῆς Ἑλλάδος ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ, θὰ ὁδηγήσωσιν
2999αὐτὰ ἐν πάσῃ τῇ ἐπιστημονικῇ ἀκριβείᾳ, καὶ ὅτι θὰ δυνη-
3000θῶσι τὰ τέκνα ἐκεῖνα ὑπὸ τοιούτους ἡγήτορας νὰ ἐκπληρώ-
3001σωσι τὸ ἑαυτῶν καθῆκον; Δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ τοιαύτην μα-
3002γικὴν δύναμιν ἡ Α. Ὑψηλότης, ὥστε εἰς τοὺς ἀξιωματικούς,
3003ὑπαξιωματικοὺς καὶ ὁπλίτας, τοὺς διεσπαρμένους εἰς τὰς
3004διαφόρους, ἐκτὸς τῆς στρατιωτικῆς, ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους,
3005μαγικῶς, οὕτως εἰπεῖν, νὰ ἐμφυσήσῃ, καὶ εἰσαγάγῃ εἰς τὸ
3006πνεῦμα αὐτῶν τὴν ὅλην στρατιωτικὴν ἐπιστήμην, καὶ νὰ
3007καταρτίσῃ αὐτοὺς τελείους καὶ ἱκανοὺς ν’ ἀνταποκριθῶσιν
3008εἰς τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς χώρας ἡμῶν.
3009Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ἄνευ περιστροφῶν, ἄνευ ἐπιχειρη-
3010μάτων, μὲ αὐτὰ τὰ πράγματα ἀποδεδειγμένον τὸ ἀδύνα-
3011τον κατὰ τοιοῦτον τρόπον τῆς ὀργανώσεως τοῦ στρατεύ-
3012ματος.
3013Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον, ὅτι δίδετε διὰ τοῦ νομοσχεδίου
3014τούτου τὴν διοίκησιν τοῦ στρατεύματος, ἀλλὰ δίδετε εἰς
3015τὴν Α. Ὑψηλότητα καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξετάσεως τῆς
3016ἱκανότητος τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῆς ἀποφάσεως αὐτοῦ ἐπὶ
3017τῆς ἐξετάσεως ταύτης. Καὶ τὸ δικαίωμα αὐτὸ τὸ δίδετε
3018ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ, ἄνευ οὐδενὸς κανόνος! Καὶ πῶς
3019θέλετε, ἡ Αὐτοῦ Ὑψηλότης δικαιοσύνην νὰ ἀπονείμῃ κατὰ τὴν
3020τοιαύτην διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας αὐτοῦ; Πῶς θὰ γνωρίζῃ
3021ἡ Α. Ὑψ. τοὺς ἀξιωματικοὺς, διεσκορπισμένους καθ’ ἅπα-
3022σαν τὴν Ἑλλάδα; καὶ πῶς οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ θὰ ἦναι
3023πλήρεις, ἱκανοὶ, ἕτοιμοι εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ ἀξιώματος
3024αὐτῶν, ὅταν ἀπασχολῶνται εἰς ξένας τοῦ καθήκοντος αὐτῶν
3025ὑπηρεσίας; Διὰ ν’ ἀπαιτήσῃ ἡ Α. Ὑψ. πλήρη καὶ τελείαν
3026τὴν μόρφωσιν τῶν ἀξιωματικῶν, διὰ ν’ ἀποφανθῇ δικαίως
3027καὶ νὰ θέσῃ ἐκποδὼν τοὺς ἀνικάνους καὶ νὰ προαγάγῃ τοὺς
3028ἱκανοὺς, ὀφείλει νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς πρόγραμμα μορφώσεως,
3029πρόγραμμα ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ εἰς ποίους νὰ δώσῃ τοῦτο;
3030Ποῦ θὰ εὕρῃ τοὺς ἀξιωματικούς; ποῦ θὰ εὕρῃ τοὺς ὁπλίτας;
3031Θὰ τοὺς ζητήσῃ εἰς τὰς ἀστυνομίας, θὰ τοὺς ζητήσῃ εἰς
3032τὴν καταδίωξιν τῶν ληστοφυγοδίκων καὶ φυγοδίκων, θὰ τοὺς
3033ἀκολουθήσῃ ὄπισθεν τῶν εἰσπρακτόρων! Ἀλλὰ πῶς θὰ ἔχῃ
3034τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τοὺς τοιαύτας ὑπηρεσίας ἐκτε-
3035λοῦντας ἀξιωματικοὺς μόρφωσιν στρατιωτικὴν τελείαν, καὶ
3036ἐν συνειδήσει ν’ ἀποφανθῇ ὑπὲρ ἢ κατ’ αὐτῶν;
3037Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ἐχάσαμεν τόσας ἡμέρας, συζητοῦντες
3038ἐπὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δὲν πληροῖ τὰς συνθήκας, δι’ ἃς
3039συνετάχθη.
3040Ἐὰν ὁ στρατὸς παρέλυσεν, ἐὰν ὁ στρατὸς δὲν ἀνταπο-
3041κρίνεται εἰς τὰς ὑποχρεώσεις αὑτοῦ, ἐὰν τὸ κόμμα εἰσῆλθεν
3042εἰς τὰ μυχιαίτατα τοῦ στρατεύματος καὶ διεσκόρπισεν αὐτὸ,
3043δὲν πταίει ἡ ὑπουργικὴ διεύθυνσις, πταίουσιν οἱ νόμοι, οἱ
3044ὁποῖοι διεσκόρπισαν τὸ στράτευμα εἰς ξένα τοῦ καθήκοντός
3045του ἀντικείμενα· καὶ διὰ τοῦτο, ὄχι τὸν Διάδοχον, ἀλλὰ καὶ
3046τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν ἐὰν φέρετε ἀρχηγὸν, δὲν θὰ ᾖναι δυνα-
3047τὸν νὰ πράξῃ τι καλόν· θὰ ἀποτύχῃ.
3048Τίνα ὑπηρεσίαν λοιπὸν προσφέρει ἡ Κυβέρνησις, ἀποτυγ-
3049χάνοντος τοῦ Διαδόχου; τίνα ὑπηρεσίαν προσφέρει εἰς τὴν
3050πατρίδα; τίνα ὑπηρεσίαν προσφέρει εἰς τὴν Δυναστείαν;
3051Ποῖα τὰ ἀγαθὰ, τὰ ὁποῖα θὰ δώσῃ τὸ νομοθέτημα τοῦτο εἰς
3052τὸν στρατόν; Ἐψηφίσατε νόμον περὶ ἀστυνομίας, ἐψηφίσατε
3053νόμον περὶ χωροφυλακῆς, οὓς εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις καὶ
3054ὁ πολύμητις Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ πατριάρχης
3055τῶν Οἰκονομολόγων, δὲν ἐσκέφθη πῶς θὰ ἐξεύρῃ τοὺς
3056πόρους, δι’ ὧν θὰ καλύψῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται,
3057ὅπως ἐφαρμοσθῶσιν οἱ νόμοι οὗτοι καὶ λειτουργήσωσιν,
3058ἀπαλλαχθῇ δ’ οὕτω ὁ στρατὸς πάσης ἄλλης ὑπηρεσίας καὶ
3059ἀσχοληθῇ εἰς τὰ κύρια ἔργα αὑτοῦ. Δὲν ἐσκέπτετο λοιπὸν
3060σοβαρῶς ἡ Κυβέρνησις, ὅτε ὑπέβαλλε τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα,
3061καὶ ἐζήτει παρ’ ἡμῶν τὴν ψήφισιν αὐτῶν.
3062Ἀπομακρύνατε, Κύριοι, τὸν στρατὸν ἀπὸ τὰ ξένα καθήκον-
3063τα, καὶ τότε δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ θέσητε τὸν Διάδοχον ἀρ-
3064χηγὸν τοῦ στρατοῦ. Τότε πᾶς στρατιωτικὸς, ἀναλαμβάνων
3065τὴν διοίκησιν αὐτοῦ, θὰ δυνηθῇ νὰ ἐκτελέσῃ ἐπακριβῶς τὸ
3066καθῆκόν του, τὰ δὲ ἀποτελέσματα ἔσονται ὅμοια ἢ καὶ καλ-
3067λίτερα ἴσως ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐλπίζομεν ἀπὸ τὴν Α. Ὑψη-
3068λότητα. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Καλλίτερα θὰ ᾖναι τ’ ἀποτελέ-
3069σματα, ἐὰν οὕτω πράξητε, διότι ὁ Ὑπουργὸς, διότι πᾶς
3070ἀρχηγὸς ἄλλος, ἐκτὸς τοῦ Διαδόχου, ὑπέχουσιν εὐθύνην καὶ
3071θὰ δώσωσιν εὐθύνας, ἐνῷ ἡ Ὑψηλότης του οὔτε ὑπέχει εὐθύ-
3072νην, οὔτε θὰ δώσῃ εὐθύνας· ἐκτὸς δὲ τούτου, δὲν θὰ μένῃ
3073καιρὸς εἰς τὴν Α. Ὑψηλότητα, ὡς ἐκ τῆς μεγάλης ὑπηρε-
3074σίας, ἡ ὁποία θὰ διεξάγηται ὑπ’ αὐτοῦ, νὰ ᾖναι ἕτοιμος εἰς
3075πάντα τὰ ζητήματα, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ Κλίκα, ἡ ὁποία
3076ἔθηκε τὴν ὑπογραφήν του εἰς ἐκεῖνο τὸ ἐξάμβλωμα, θὰ
3077ᾖναι δυνατὸν νὰ τὴν θέσῃ καὶ εἰς ἄλλα σοβαρώτερα καὶ
3078ἐκτελεστικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα θὰ φέρωσιν ἀμέσως τὴν
3079ἀταξίαν καὶ παραλυσίαν εἰς τὸν στρατὸν, καὶ κάτι σοβαρώ-
3080τερον εἰς τὴν Βασιλικὴν Δυναστείαν. Φοβοῦμαι μάλιστα,
3081ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς ἔχει, γείνῃ νόμος, μήπως εἰς τὰ
3082διατάγματα τὰ μέλλοντα νὰ ὑποβληθῶσι καὶ κανονίζοντα
3083τὰ δικαιώματα τοῦ γενικοῦ ἀρχηγοῦ, περιληφθῶσι διατά-
3084ξεις, αἵτινες θὰ ἔχωσιν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῶν
3085ἀξιωματικῶν· φοβοῦμαι μήπως εἰσέλθῃ ὁ Γεν. Διοικητὴς εἰς
3086τὴν ὅλην διοίκησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ
3087οἱ φόβοι μου οὗτοι δὲν εἶναι ἀδικαιολόγητοι, ἂν λάβῃ τις
3088ὑπ’ ὄψιν, τί ἀναγράφει ἡ Μελέτη τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος καὶ
3089τί τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἐξ αὐτῶν λοιπὸν κρίνων,
3090δικαίως φοβοῦμαι ὅτι τὰ ἐκτελεστικὰ διατάγματα, ὅταν θὰ
3091γείνωσι γνωστὰ, θ’ ἀνατριχιάσωσι τοὺς ἀναγνώστας αὐ-
3092τῶν! Περὶ τούτου ὡμίλησα καὶ ἄλλοτε, πρὶν γείνωσι γνω-
3093στὰ τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος ἔργα, ἐκ τῶν ὑστέρων δ’ ἀπεδείχθη
3094ἡ ἀλήθεια τῶν λόγων μου. Ἀπεύχομαι ν’ ἀποδειχθῶσιν
3095ἀληθῆ καὶ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγω ταύτην τὴν στιγμήν.
3096Δὲν ὀργανοῦτε διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας τὸν στρατὸν,
3097οὐδ’ εἰς τὴν Αὐτοῦ Ὑψηλότητα δίδετε τὰ πρὸς τοῦτο μέσα.
3098Ἀλλὰ καὶ ἂν δεχθῶμεν ὅτι ὁ Διάδοχος θὰ λάβῃ ὡς συνεργά-
3099τας τοὺς μᾶλλον ἐκλεκτοὺς καὶ δι’ αὐτῶν θέλει ζητήσει νὰ ὀρ-
3100γανώσῃ τὸν στρατὸν, ἐρωτῶ, εὗρεν ἡ Κυβέρνησις τοὺς ἀναγ-
3101καίους πόρους, οὓς θ’ ἀπαιτήσῃ ἡ ὀργάνωσις αὕτη; ἠκού-
3102σατε παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅτι ἔχει τὰ πάντα ἕτοιμα; Οὐ-
3103δὲν ἠκούσατε. Ἡ ἀνάληψις λοιπὸν τῆς ἀρχῆς παρὰ τῆς Αὐ-
3104τοῦ Ὑψηλότητος ἄλλον ἐνέχει σκοπὸν, καὶ τοῦτον ὑπέδειξα,
3105τῶν δὲ ἀποτελεσμάτων αὐτοῦ θὰ λάβητε πικρὰν πεῖραν ὑμεῖς
3106οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ νομοσχέδιον.
3107Ἐν τῇ συνειδήσει σας ταύτην τὴν στιγμὴν ἀποδοκιμά-
3108ζετε τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἂν ἐτίθετο τὸ ζήτημα εἰς μυστι-
3109κὴν ψηφοφορίαν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὰ ¾ τῆς Βουλῆς ἤθε-
3110λον καταψηφίσει αὐτὸ, διότι τὸ νομοσχέδιον δὲν πληροῖ τὰς
3111ἀναγκαίας συνθήκας, καθιστῶσι δ’ αὐτὸ ἀνεφάρμοστον αἱ
3112διατάξεις αὐτοῦ καὶ ἡ ἔλλειψις τῶν μέσων τῆς ἐφαρμογῆς.
3113Συνιστῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποσύρῃ
3114τὸ νομοσχέδιον, ὅπως τὸ μελετήσῃ καλλίτερον καὶ φέρῃ τὰς
3115δεούσας διορθώσεις.
3116Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἄλλο νὰ συστήσω εἰς τὴν πλειονοψηφίαν,
3117νὰ μὴ λησμονήσῃ τὰς συνταγματικὰς θεωρίας, τὰς ἐνταῦθα
3118ἀναπτυχθείσας, νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι οἱ πρῶτοι ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ
3119ταύτῃ, οἱ καταγινόμενοι εἰς τὰ συνταγματικὰ, οἱ συντά-
3120ξαντες τὸν συνταγματικὸν χάρτην, ἀπέδειξαν τὸ ἀντισυν-
3121ταγματικὸν τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη
3122νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι ἐκεῖνοι εἶπον ἐνταῦθα. Εἶναι ἔναυλοι εἰς
3123τὰς ἀκοάς σας αἱ γνῶμαι τῶν διαφόρων ῥητόρων ἐπὶ τοῦ
3124ζητήματος, καὶ νομίζω ἀπώλειαν χρόνου νὰ ἐπαναλάβω ὅσα
3125ἐλέχθησαν τόσον πειστικῶς. Ἀφοῦ τὸ ἥμισυ τῆς Ἑλλάδος,
3126ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀναφανδὸν ἀποκρούει τὸ νομοσχέδιον, ὡς
3127ἀντιβαῖνον εἰς τὸ Σύνταγμα, ἡ Κυβέρνησις, χάριν τῆς πο-
3128λιτικῆς της, δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ,
3129διότι εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ ἀντιφρονοῦντες νὰ τὸ ἀνατρέψω-
3130σιν, εὐθὺς ὡς ἀναλάβωσι τὴν ἀρχήν.
3131Συμβουλεύω τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ θέσῃ ἐν ἐπαναστάσει
3132τὸ Κράτος, ἐπιμένουσα εἰς τὴν ψήφισιν τοιούτου νομοσχε-
3133δίου. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι, καὶ ἂν τοῦτο ψηφισθῇ, ἡ Α. Μ. ὁ Βα-
3134σιλεὺς, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ νομο-
3135σχεδίου καὶ τὰ ἄλλα ἐπιχειρήματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως,
3136θὰ ἀρνηθῇ νὰ κυρώσῃ διὰ τῆς ὑπογραφῆς του νομοθέτημα,
3137ὅπερ διὰ τῆς ἰδίας του ὑπογραφῆς εἰς ἄλλην ἐποχὴν θὰ πει-
3138σθῇ νὰ καταργήσῃ.
3139Θεωρῶ λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον ἀπαράδεκτον, ὡς ἀντισυν-
3140ταγματικὸν, καὶ ἀφίεμαι εἰς τὴν σύνεσιν τῆς Κυβερνήσεως
3141καὶ τὴν φιλοπατρίαν αὐτῆς, ὅπως ἀπαλλάξῃ καὶ τὴν Βου-
3142λὴν καὶ τὸν Βασιλέα ἀπὸ διάβημα οὐδὲν μέλλον νὰ ἔχῃ πρα-
3143κτικὸν ἀποτέλεσμα.
3144§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσω περαιωμένην τὴν συζήτησιν.
3145Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου...
3146§48ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὑπεβλήθη πρό-
3147τασις ἀπαραδέκτου.
3148§49Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Μετὰ τὰς ἐπιμόνους, ἀλλ’ ἀποτυχούσας
3149προσπαθείας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως πεισθῇ ἡ Κυβέρ-
3150νησις περὶ τῶν ὀλεθρίων συνεπειῶν τοῦ νομοσχεδίου, ἐν ἐπι-
3151βάλλεται αὐτῇ ἔτι καθῆκον καὶ ὑποχρέωσις, νὰ ἐπιστήσῃ
3152τὴν προσοχὴν τοῦ Ἡγεμόνος ἐπὶ τῶν σκέψεων τῆς Ἀντι-
3153πολιτεύσεως, αἵτινες ἤγαγον αὐτὴν εἰς τὸ νὰ χαρακτηρίσῃ
3154τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀντισυνταγματικόν. Ἐντεῦθεν προβάλλω
3155πρότασιν ἀπαραδέκτου.
3156§50ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρὶν ἢ δώσω ψῆφον ἐπὶ τῆς ὑπο-
3157βληθείσης προτάσεως, δηλῶ ὅτι ὑποστηρίζω ἀπὸ τοῦδε αὐ-
3158τήν. Ἡ ὁδὸς, ἣν ἐτράπη ἡ Κυβέρνησις, ὑποβαλοῦσα καὶ πει-
3159σμόνως ὑποστηρίξασα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, πλάττει νέαν
3160κατάστασιν ἐν Ἑλλάδι. Εἰσήλθομεν πλησίστιοι εἰς μοναρ-
3161χικὴν ὁδὸν, καὶ ὅσοι παρέλαβον παρὰ τῶν προγενεστέρων τὰς
3162φιλελευθέρους παραδόσεις, καὶ ὅσοι ἔχουσι πίστιν εἰς τὸ πο-
3163λίτευμα, καὶ ὅσοι εἶναι ἀποφασισμένοι νὰ ὑποστηρίξωσιν
3164αὐτὸ, ὑποχρεοῦνται ἀπὸ τῆς σήμερον νὰ δώσωσι τὴν χεῖρα
3165εἰς πάντας ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον παράσχει τὴν ὑπόσχεσιν
3166καὶ τὴν ἐγγύησιν, ὅτι θέλουσι συντελέσει εἰς κατάρριψιν
3167ἐκείνου, ὅπερ ταύτην τὴν ἑσπέραν ψηφίζομεν. Ἱδρύεται νῦν
3168πληρεστάτη μεταξὺ τῶν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει φιλελευθέ-
3169ρων ἀλληλεγγύη κατὰ τῶν ἐκτρόπων πράξεων τῆς Κυβερ-
3170νήσεως, καὶ τῆς ἀλληλεγγύης ταύτης, ἔχω πεποίθησιν, ὅτι
3171πάντες συναισθανόμεθα πληρέστατα τὴν ἀξίαν. Ἐπὶ τῇ βά-
3172σει τῆς ἀλληλεγγύης ταύτης πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ ἐνταῦθα,
3173ὅτι θέλομεν ἐργασθῆ ἐν τῇ φιλελευθέρᾳ ὁδῷ, ὅπως πείσωμεν
3174ἐκείνους, οἵτινες εἰσῆλθον εἰς τὴν ἀντίθετον ὁδὸν, ὅτι δὲν
3175ὑπάρχουσι πλέον ἀσαφῆ τὰ ὅρια τὰ διακρίνοντα τούτους
3176ἀπὸ ἐκείνων. Καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου ὑπάρχουσι συντηρητικοὶ
3177καὶ φιλελεύθεροι, τὰ ὅρια τὰ διακρίνοντα αὐτοὺς δὲν εἶναι
3178εὐδιάκριτα· πάντες βαδίζουσι σήμερον τὴν ὁδὸν τὴν φιλελευ-
3179θέραν, οὗτοι μὲν ταχύτερον, ἐκεῖνοι δὲ βραδύτερον προχω-
3180ροῦντες. Ἀλλ’ ἐπέπρωτο ἐν Ἑλλάδι, ἐν ἀρχῇ τοῦ εἰκοστοῦ
3181αἰῶνος, Κυβέρνησις Ἑλληνικὴ, κληρονομήσασα παραδόσεις
3182φιλελευθέρας, νὰ χαράξῃ ταῦτα τὰ ὅρια! Ἀπὸ τοῦδε εἴμεθα
3183διῃρημένοι εἰς μοναρχικοὺς καὶ εἰς φιλελευθέρους συνταγμα-
3184τικοὺς.
3185§51ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι, ὄχι.
3186§52ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπὸ ταύτης τῆς στιγμῆς ἔχω τὴν συναί-
3187σθησιν, ὅτι εἶμαι τελείως ἀντίθετος πρὸς ἐκείνους, μεθ’ ὧν
3188ἠδυνάμην νὰ εὑρίσκωμαι εἰς τὰς αὐτὰς τάξεις. Εἴμεθα διῃ-
3189ρημένοι διὰ βαθείας τάφρου· ἡμεῖς δὲ θέλομεν βαδίσει τὴν
3190ὁδὸν ἐκείνην, ἥτις δὲν θέλει ἐπιτρέψει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ
3191τοιαύτη πορεία.
3192Ταῦτα εἶχον ἀνάγκην νὰ εἴπω.
3193§53Α. ΣΤΡΑΤΟΣ (ἐγειρόμενος). Ἐκ μέρους τίνος τὰ λέ-
3194γετε;
3195§54ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὡς ἀντιπρόσωπος ἐμοῦ αὐτοῦ.
3196§55Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ καθῆκον ἔχω
3197νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου
3198ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ. Δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῇ
3199τὸ νομοσχέδιον, ἵνα μάθωμεν, ὅτι ἀλληλεγγύη μεταξὺ αὐτοῦ
3200καὶ ἄλλων ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἀπὸ πολλοῦ ὑφίσταται.
3201Ἀφ’ ἧς ἀνελάβαμεν τὴν ἀρχὴν, ἐγνωρίσαμεν ὅτι διὰ παντὸς
3202τρόπου ἤθελον ἐπιδιώξει, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν ἀλληλεγγύην ταύ-
3203την.
3204Δὲν πρόκειται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ διαιρέσω-
3205μεν τὸ ἔθνος εἰς μοναρχικοὺς καὶ εἰς φιλελευθέρους. Ὑποστη-
3206ρίζοντες τὸ νομοσχέδιον, βασιζόμεθα ἐπὶ τῶν φιλελευθέρων
3207ἰδεῶν. Οὐδόλως θίγομεν τὸν συνταγματικὸν χάρτην. Σεῖς
3208ὑπεστηρίξατε τὸ ἐναντίον. Ἡμεῖς ὅμως ὑπεστηρίξαμεν καὶ
3209ἀπεδείξαμεν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἀθετοῦμεν τὰς
3210συνταγματικὰς ἀρχάς· ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ μένει ἀκε-
3211ραία, καὶ τὴν εὐθύνην ταύτην ἐξασφαλίζει τὸ δικαίωμα τῆς
3212παραιτήσεως. Ἐνόσῳ Ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς πα-
3213ραιτήσεως, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ
3214δικαιώματα αὑτοῦ θέλει ἐνασκήσει, διότι αὕτη καθιστᾷ αὐ-
3215τὸν ἀνεξάρτητον πάσης ἐπιδράσεως, τεινούσης εἰς περιορι-
3216σμὸν τῶν δικαιωμάτων του.
3217Ὅταν κρύπτησθε ὑπὸ τοιαῦτα ἐπιχειρήματα, ἐπ’ ἐλπίδι
3218ὅτι τὸ κόμμα τῶν τριῶν θὰ γείνῃ τὸ κόμμα τῶν ἑβδομή-
3219κοντα τριῶν, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω εἰς ὑμᾶς: ἐλπίσατε,
3220ἐὰν θέλετε, ὅτι αἱ μονάδες θὰ γείνωσι δεκάδες, ἀλλὰ μὴ λέ-
3221γετε ὅτι διαιροῦμεν τὸ ἔθνος εἰς ἀπολυταρχικοὺς καὶ εἰς φι-
3222λελευθέρους. Εἴμεθα φιλελεύθεροι ἐν τῇ καλῇ ἐννοίᾳ τῆς λέ-
3223ξεως, εἴμεθα ὀπαδοὶ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος,
3224εἴμεθα πιστοὶ εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ τὸ Κοινοβουλευτι-
3225κὸν πολίτευμα τὸ θέλομεν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ἣν διετύπωσα
3226χθές. Βλέπομεν τοὺς κινδύνους, οὓς διατρέχομεν· βλέπομεν
3227ὅτι τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν ἐφαρμόζεται, καὶ
3228πρέπει νὰ καταβληθῇ προσπάθεια, ὅπως τὰ κακὰ, ἅτινα
3229παρατηροῦμεν, ἀρθῶσιν, ἀλλ’ αἱ προσπάθειαι πρέπει νὰ γεί-
3230νωσιν ἐν τῷ πεδίῳ τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν. Εἰς τὸ Σύν-
3231ταγμα θὰ ἐξακολουθήσωμεν μένοντες πιστοὶ, ἡ δὲ φωνὴ
3232τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ δὲν εἶναι ἀρκούντως
3233ἰσχυρὰ, ὅπως πείσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι διὰ τοῦ νομο-
3234σχεδίου ἐπιδιώκεται ἡ διαίρεσις τῶν πολιτῶν εἰς ἀπολυταρ-
3235χικοὺς καὶ εἰς φιλελευθέρους.
3236§56ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις
3237εἶχε τὸ θάρρος χθὲς νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὡς παρε-
3238τήρησεν ὁ πρό τινος ὥρας ἀγορεύσας ἀξιότιμος ἐκ Μεσο-
3239λογγίου Βουλευτὴς, καὶ ν’ ἀπαγγείλῃ ἐνταῦθα τὸ κατηγο-
3240ρητήριον τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τῆς ἐφαρμο-
3241γῆς τοῦ ὁποίου προΐσταται ὡς ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως, ὁ
3242κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅτε ἐπὶ τοιούτων κατηγοριῶν, ὡς ἐπὶ
3243ἐπιχειρημάτων, ἐστήριξε τὰς προτάσεις αὑτοῦ περὶ παραδό-
3244σεως ἀνεξελέγκτου καὶ ἀμετακλήτου ἀρχῆς εἰς τὸν Διάδοχον
3245τοῦ Θρόνου, ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔρχεται τὴν ἑσπέ-
3246ραν ταύτην νὰ διαμαρτυρηθῇ, ὅτι εἶναι συνταγματικὸς καὶ
3247κοινοβουλευτικός! Συνταγματικὸς καὶ κοινοβουλευτικὸς αὐ-
3248τὸς, ὅστις καὶ δι’ ὅσων εἶπε χθὲς ἀπέδειξεν, ὅτι οὐδεμίαν ἔχει
3249πίστιν πρὸς τὸ εἶδος τοῦ πολιτεύματος, δι’ οὗ κυβερνώμεθα!
3250Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἄνθρωπος μὴ κρύπτων
3251συνήθως τὰς γνώμας αὑτοῦ, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι,
3252ὅτε εὑρίσκεται ἐλεύθερος, εἰλικρινῶς ἐκφράζει τὰς πεποιθή-
3253σεις αὑτοῦ. Γινώσκομεν δὲ καλῶς, ποία εἶναι ἡ δύναμις τῆς
3254συνταγματικῆς αὑτοῦ πνοῆς, ὅτε εὑρίσκεται συζητῶν ἔξω
3255τῆς Βουλῆς περὶ Συντάγματος καὶ Κοινοβουλίου. Γινώσκο-
3256μεν ποῖαι αἱ ἰδέαι καὶ αἱ προτιμήσεις αὐτοῦ, αἵτινες, ἂν ἦτο
3257ἐλεύθερος νὰ κινηθῇ, ἤθελον ἀγάγει αὐτὸν εὐθὺς εἰς τὴν ὁδὸν,
3258ἣν βαθμηδὸν προσπαθεῖ νὰ ἀναγκάσῃ ἡμᾶς νὰ τραπῶμεν.
3259Περίεργος φαίνεται τῷ Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἰδέα
3260τῆς ἀλληλεγγύης, ἣν αἱ πράξεις αὐτοῦ γεννῶσι παρὰ τῇ
3261Ἀντιπολιτεύσει, διότι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἁγνὸς
3262ἀπὸ πάσης μολυντικῆς ἐπαφῆς, δὲν συνέπραξεν αὐτὸς μετ’ οὐ-
3263δενὸς, ὅστις δὲν ἦτο ἀνέκαθεν καὶ ἀπὸ καταβολῆς κόσμου ὁμό-
3264φρων αὐτῷ. Καὶ λησμονεῖ, ὅτι ὁ ἀπὼν κατὰ τὴν ἑσπέραν
3265ταύτην Ὑπουργὸς ἦτο συμπάρεδρος αὐτοῦ μέχρι τῆς τελευ-
3266ταίας ὥρας, καὶ ὅτι τὴν ἰδίαν αὑτῶν ἀλληλεγγύην δὲν ἔπλασε
3267βεβαίως ἡ ἐπιθυμία νὰ προστατευθῶσι δι’ αὐτῆς οἱ θεσμοὶ
3268οἱ κινδυνεύοντες, ἀλλ’ ἡ ἀλληλεγγύη αὕτη ὀφείλεται ἀκρι-
3269βῶς εἰς ἐκείνους τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἦλθε τὴν ἑσπέραν τῆς
3270χθὲς νὰ κατηγορήσῃ τὸ Κοινοβούλιον ἐπὶ συναλλαγῇ καὶ κω-
3271λυσιεργίᾳ καὶ ἐπὶ ἐπιπολαιότητι ἐν τῇ καταρτίσει τῶν νό-
3272μων. Καὶ αὐτὸς, ὅστις ἐκ τοιούτων λόγων δίδει τὴν χεῖρα
3273εἰς συνεργάτας προχείρως ἐκλεγομένους, ἔρχεται νὰ ὁμιλήσῃ
3274ἀνευλαβῶς περὶ τῆς ἀποφάσεως παντὸς εἰλικρινοῦς καὶ φι-
3275λελευθέρου ἀντιπολιτευομένου, δίδοντος τὴν χεῖρα πρὸς πάντα
3276ἄλλον καὶ παραβλέποντος τὰς λεπτομερείας, ἵνα συνδεδεμένοι
3277διεξαγάγωμεν τοῦτον τὸν κοινὸν ἀγῶνα, ὅπως ἀνακόψωμεν τὴν
3278πορείαν ἐκείνων, οἵτινες παρασύρουσι τὸ Στέμμα εἰς τὴν κα-
3279τωφέρειαν! Πρὸς λύσιν τούτου τοῦ ζητήματος, τοιαύτην
3280ἔχοντες πρόθεσιν, εἶναι ἀδιάφορον, ἂν εἴμεθα εἷς ἢ πολλοί.
3281Οὐδεμίαν ἔχει τοῦτο ἀξίαν. Ἔχει ἀξίαν ὁ ἀριθμὸς, ἵνα στη-
3282ριχθῶσιν ἐπ’ αὐτοῦ οἱ λαβόντες ἀξίνην καὶ καταφέροντες
3283αὐτὴν κατὰ τοῦ θεμελίου τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ παρὰ τοῖς
3284ἐργάταις τοῖς συντηρητικοῖς, πρὸς ἀνέγερσιν τῶν ὀχυρωμά-
3285των, ἀφ’ ὧν θέλουσι καταπολεμήσει τὴν πρόοδον πάσης μο-
3286ναρχικῆς ἐπεμβάσεως, ἀρκοῦσι καὶ δύο, ἀρκεῖ καὶ μία φωνή,
3287καὶ θὰ κατορθωθῇ νὰ στήσωσι τὸ κακόν.
3288§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις περὶ
3289ἀπαραδέκτου.
3290Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην λέγουσι Ναί, οἱ
3291μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
3292§58Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Θὰ ψηφίσω Ὄχι, μὲ τὴν δήλω-
3293σιν, ὅτι εἶμαι φιλελευθερώτερος παντὸς φιλελευθέρου.
3294§59Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ Ὄχι, μὲ τὴν δήλωσιν, ὅτι δὲν
3295συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τῶν 16 ὑπὸ τοῦ κυρίου Δραγούμη
3296καταγγελθέντων Τρικουπικῶν.
3297§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία.
3298(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ
3299τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν
3300Κ. Χατζηπέτρου καὶ Θ. Βελλιανίτου, καὶ εἶτα ἡ
3301διαλογή, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφο-
3302ρίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
3303Ἀνδρέας Πεταλᾶς ΟΘ. Β. Δηλιγιάννης
3304Γ. Κυριαζῆς ΟΧαρίλ. Διγενόπουλος Ο
3305Α. Παναγιωτόπουλος Ἀρ. Πετροπουλάκης Ο
3306Λ. Μελετόπουλος ΟΓ. Λ. Πετροπουλάκης Ο
3307Κ. Μωραϊτίνης ΟΜιχ. Φωτιάδης
3308Εὐστ. Ρακόπουλος ΟΓ. Λιδωρίκης
3309Ἐπ. Ἐμπειρῖκος Γ. Ἀνδρίτσος Ο
3310Εὐκλείδης Μπίστης ΟἈρ. Ἀναγνωστόπουλος Ο
3311Δημοσθ. Καΐρης Μιχ. Στελλάκης Ο
3312Ἀνδρ. Καρατζᾶς ΝΚ. Παπαμιχαλόπουλος Ν
3313Κ. Πλατούτσας ΟΓ. Λύρας Ο
3314Μιχ. Κωτσάκος Ἐμμ. Ρέπουλης Ο
3315Κων. Γ. Καραπᾶνος Δημ. Τσάτσος Ο
3316Κων. Κοττίκας ΟΔημ. Τσιτσάρας Ν
3317Ἰωάννης Καραπᾶνος Κωνστ. Ζῶτος
3318Εὐάγγ. Γαρουφαλιᾶς Γ. Χατζόπουλος Ο
3319Στέφ. Δραγούμης ΝΔιον. Στεφάνου
3320Ν. Λεβίδης ΝΚ. Ἀργασάρης ΛομβάρδοςΟ
3321Θ. Ρετσίνας Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας Ν
3322Φωκίων Νέγρης ΟΓ. Ρώμας Ο
3323Νικ. Γιαννηκώστας Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ο
3324Ἐπ. Μ. Κανάρης ΟΧρ. Στεφανόπουλος Ο
3325Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς Χαρίλ. Σπηλιώτης Ν
3326Θεόδ. Φλογαΐτης Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ο
3327Δ. Γ. Ράλλης ΝΠέτρος Αὐγερινὸς
3328Γεώργ. Βενιζέλος ΟΧρ. Δαραλέξης
3329Νικ. Γουναράκης ΝἍγγ. Αὐγ. Πετραλιᾶς Ν
3330Κ. Σταυρόπουλος ΟΝ. Δαούτης
3331Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς Π. Παπαχατζῆς
3332Ἀνδρ. Στράτος ΟΣπ. Ἰω. Μήλιος Ο
3333Δημήτριος ΚαραγιάννηςΟΒ. Μαρκεζίνης Ο
3334Ἀντ. Καρτάλης ΟΝικήτας Συνοδινὸς Ο
3335Κ. Τοπάλης ΟΧριστόφ. Ἀσιμῆς
3336Ἀλέξ. Κασσαβέτης ΟΤηλ. Δενδρινὸς Ο
3337Ἀργύρ. Φιλιππίδης ΟΠ. Μαυροκέφαλος Ο
3338Ν. Παπαϊωάννου Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμης Ο
3339Δημ. Γίδας ΟΘεόδ. Ζαΐμης
3340Νικ. Τσόχας ΟΠ. Θ. Ζαΐμης Ο
3341Νικ. Τουλίμης ΟὈδ. Λαμπρόπουλος Ο
3342Ἐπ. Μαυρομμάτης Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ
3343Περ. Ἀλεξάκης ΝἩρ. Καλαμπάκας Ο
3344Ν. Σπυρακόπουλος ΟΓεώργ. Παπαθανασίου Ο
3345Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης
3346Περ. Περρωτῆς Ἀθαν. Κατριβᾶνος Ο
3347Ἡλίας Μαυρομιχάλης ΟἩλ. Κοσσονάκος
3348Γ. Οἰκονομόπουλος Γ. Ἀναστασόπουλος Ν
3349Δ. Τερτίπης ΟΓ. Νικολαΐδης Ο
3350Τιμ. Ἀδαμόπουλος Κ. Τρικούπης
3351Κ. Ζωγλοπίτης Λεων. Δεληγεώργης Ν
3352Γ. Φραγκίδης ΟΣπ. Α. Κουμουνδοῦρος Ν
3353Ι. Καζαμπάχας Δ. Λυμπερόπουλος Ο
3354Σπ. Παπαποστόλου ΟΓ. Λυμπερόπουλος Ο
3355Ξεν. Τσαμαχίδης ΟΠερ. Μποῦτος Ο
3356Κ. Σαραφιανός ΟἈρ. Προβελέγγιος Ο
3357Γ. Χαντζηνικολῆς ΟΑ. Μάτσας
3358Π. Λεβέντης Νικ. Κρίσπης Ο
3359Κ. Δούνης Ι. Ναυπλιώτης Ο
3360Γ. Μέρμηγκας ΟΓ. Σισμάνης Ο
3361Γ. Κόρπας ΟΔ. Φαρμάκης
3362Τριαντάφ. Πατρίκιος ΟΓ. Πλατανιώτης
3363Γ. Θεοτόκης ΟἩλ. Ποταμιάνος
3364Μιχ. Θεοτόκης Μιχ. Λαμπρυνίδης Ο
3365Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ι. Βοῦρτσος Ο
3366 Α. Πετσαλής
3367Σπ. Χυτήρης ΟΚ. Α. Κουμουνδοῦρος Ν
3368Γουλ. Σκάρπας ΟΚυρ. Π. Μαυρομιχάλης
3369Β. Σαμοΐλης ΟΓ. Καπετανάκης Ο
3370Σπ. Ἀγάθος ΟΦώτ. Μοσχούλας Ο
3371Ν. Καλοσγοῦρος Ἀσημ. Χριστόπουλος Ν
3372Κ. Χρηστόπουλος ΟΧ. Κανελλόπουλος Ν
3373Σωτ. Κροκιδᾶς Θᾶνος Μπασιᾶς ἀρν.
3374Σπ. Νοταρᾶς ΟΠ. Τυπάλδος Ο
3375Περ. Μεντζελόπουλος ΟΘ. Βελλιανίτης Ν
3376Δ. Δημητριάδης Ἀνάρ. Σιμόπουλος Ο
3377Ἄθως Ῥωμάνος ΟἈθ. Παπαθανασίου Ο
3378Ἀγαμ. Μεταξᾶς ΟΠέτρος Μόρης Ο
3379Ἀντ. Μουφερρᾶτος ΟἸω. Γ. Ροῦρος Ο
3380Θ. Μαρκέτος Α. Παπαγιαννακόπουλος Ν
3381Σπ. Ε. Στάης ΟἈσημ. Θ. Ζαΐμης
3382Διον. Καλούτσης Α. Ρικάκης Ο
3383Π. Χοντζόπουλος ΟἈχ. Χοϊδᾶς Ν
3384Ν. Τσοῦχλος ΟΓ. Παπαδιαμαντόπουλος Ο
3385Χ. Κ. Βοζίκης ΟΝ. Μισυρλῆς
3386Θ. Πέρρος ΟΝ. Καράπαυλος Ο
3387Στέφ. Κοπανίτσας ΟΓ. Ράλλης Ο
3388Γ. Φικιώρης ΝΣπ. Γκεντιλίνης Ο
3389Μελέτ. Ρουσόπουλος ΟΓ. Ζερβὸς Ο
3390Βρασίδας Λεώπουλος ΝΚοσμᾶς Δουμπιώτης Ο
3391Γ. Μαυρομιχάλης
3392Γ. Γιαννακίτσας ΟΝ. Λεωνίδας Ο
3393Ν. Καραστέργιος Διον. Κυριακὸς
3394Δ. Πιπινόπουλος Α. Μαυρογορδᾶτος
3395Ι. Γ. Λάππας Α. Λαδόπουλος
3396Ν. Μπουφίδης ΟΝ. Βαφειαδάκης
3397Περ. Βαλαωρίτης ΟΑ. Βιτάλης Ο
3398Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Δ. Βοκοτόπουλος Ο
3399Γερ. Φίλιππας ΟΙ. Ἰχίων Ο
3400Ξ. Κυριαζῆς ΟΚάρολος Βιτάλης Ν
3401Β. Βασιλειάδης Κ. Χατζηπέτρος Ο
3402Ἀθαν. Εὐταξίας Γ. Κανούτας Ο
3403Ν. Τριανταφυλλάκος ΟΝ. Ταρμπάζης Ο
3404Παν. Μανέτας ΝΘ. Κριεμάδης Ν
3405Ι. Μπαχόπουλος Γ. Ραδινὸς Ο
3406Ἡλ. Ζέγγελης ΟἈπόστ. Ζάππας ἀρν.
3407Φ. Βάρβογλης Ο
3408Θ. Σαρσέντης ΟἸωσὴφ Γρηγοριάδης Ο
3409Α. Πονηρόπουλος ΟΚ. Ἀγαθοκλῆς Ο
3410Δ. Ἀναστασόπουλος ΟΙ. Τσιριμῶκος Ο
3411Δ. Παπατσώρης ΟΔ. Κρίτσας Ν
3412Δ. Κατσάνος ΟΑ. Πλατῆς
3413Α. Σκαλτσοδῆμος ΟΝ. Χατζῖσκος
3414Ν. Τζανετόπουλος Ν. Καλογερόπουλος
3415Γ. Ροδόπουλος Β. Βουδούρης Ο
3416Θ. Λιμπρίτης Δ. Κριεζώτης
3417Ι. Κουντουριώτης ΟΓ. Ἀβέρωφ
3418Ν. Τσαμαδός ΟΜιλ. Κανάρης
3419Παντελῆς Γκίκας Ἀλέξ. Μ. Κανάρης
3420§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 158, ἐξ ὧν 26 ὑπὲρ τῆς
3421προτάσεως, 130 κατ’ αὐτῆς, καὶ 2 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπο-
3422μένως ἡ πρότασις περὶ ἀπαραδέκτου ἀπερρίφθη.
3423Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην
3424συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ
3425περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3426§62Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιω-
3427τικῶν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσαν εἰς τὴν
3428Βουλὴν, ὅτι θὰ φέρωσι τροπολογίας.
3429§63Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
3430κῶν). Εἰς τὰ ἄρθρα.
3431§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ
3432ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κυρίου Στράτου.
3433§65Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν).
3434Παρῃτήθη τῆς τροπολογίας ὁ κύριος Στράτος.
3435§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει,
3436παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότε-
3437ροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3438Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
3439§67Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
3440Νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς. Εἰς τὴν γʹ παράγραφον ν’ ἀντικα-
3441τασταθῶσιν αἱ λέξεις «τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα» διὰ τῶν
3442λέξεων «ἡ στρατολογικὴ ὑπηρεσία», νὰ διαγραφῇ ἡ ἐν τῷ
3443πέμπτῳ αὐτῆς στίχῳ λέξις «καὶ», νὰ προστεθῶσι δὲ εἰς τὸ
3444τέλος τῆς παραγράφου ταύτης αἱ λέξεις «καὶ ἡ χαρτογρα-
3445φικὴ ὑπηρεσία».
3446§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχουσι δύο τρο-
3447πολογίαι, μία τοῦ κυρίου Κρίτσα καὶ ἑτέρα τοῦ κ. Στράτου.
3448Ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Κρίτσα ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἐν τῷ
3449δευτέρῳ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 2, ἀντὶ τῆς λέξεως «ἀντιστρα-
3450τήγου» τίθενται αἱ λέξεις «ὑποστρατήγου μὴ ἀνήκοντος εἰς
3451τὴν Βασιλικὴν Οἰκογένειαν». Μετὰ δὲ τὰς λέξεις «διοικεῖ
3452τὸν στρατὸν» προστίθενται αἱ λέξεις «ἐν εἰρήνῃ».
3453Ὁ δὲ κ. Στράτος προτείνει, ὅπως τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ
3454ἄρθρου 2 τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς εἶ-
3455ναι καὶ ἐπιθεωρητὴς τοῦ στρατοῦ».
3456§69Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι καὶ αἱ δύο τρο-
3457πολογίαι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 μεγάλην ἔχουσι τὴν σοβαρότητα.
3458Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι αἱ τροπολογίαι αὗται γίνονται δεκταί,
3459ὅλον τὸ νομοσχέδιον ἀνατρέπεται. Ἐπειδὴ δὲ τοιαύτην σο-
3460βαρότητα ἔχουσιν αὗται, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ψη-
3461φοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
3462§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι δά!
3463§71ΚΡΙΤΣΑΣ. Διατὶ ὄχι, κύριε Πρόεδρε; Ἐδῶ πρόκειται
3464νὰ φανῇ, ποῖος νομίζει, ὅτι ὁ στρατὸς θὰ προοδεύσῃ ὑπὸ τὴν
3465διοίκησιν τῶν Βασιλοπαίδων, καὶ ποῖος νομίζει, ὅτι, ἀρχη-
3466γοῦ ὄντος ἑνὸς ἐκ τῶν Βασιλοπαίδων, ἢ καὶ τοῦ Διαδόχου,
3467ὁ στρατὸς δὲν θὰ προοδεύσῃ.
3468§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖτε ὀνομαστικὴν κλῆσιν;
3469§73ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐγὼ τὴν ζητῶ, παρακαλῶν ὑμᾶς νὰ μὴ ἀπο-
3470βλέψητε εἰς τοὺς τύπους.
3471§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε 15.
3472Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Κρίτσα
3473παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βου-
3474λὴ δὲν παρεδέχθη.
3475Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Στράτου
3476παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ
3477Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
3478§75Δ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη τροπολογία.
3479§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὑπάρχει τροπολογία τῶν κυ-
3480ρίων Τερτίπη, Ἀναγνωστοπούλου, Γιαννακίτσα καὶ Γ. Κυ-
3481ριαζῆ.
3482§77Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
3483κῶν). Αὐτὴ εἶναι εἰς τὸν πίνακα.
3484§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ πίναξ δὲν ψηφίζεται.
3485§79ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐγὼ ἔχω τροπολογίαν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέ-
3486ματος, ἀλλὰ δὲν τὴν ἔχω ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου, τὴν ἔχω
3487εἰς τὰς προσωρινὰς διατάξεις.
3488§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
3489§81ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Ἂς προστεθῇ, καὶ ἂς προστεθῇ ὅπου θέλετε.
3490§82ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀκούσατε, πῶς τροποποιεῖται ἡ προσω-
3491ρινὴ αὕτη διάταξις. Εἰς τὸ ἄρθρον 13 προστίθεται παρά-
3492γραφος τρίτη, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Μέχρι τῆς ὁριστικῆς συμ-
3493πληρώσεως τῶν θέσεων τῶν ὑποστρατήγων ταξιάρχων αἱ
3494ταξιαρχίαι θέλουσι διοικεῖσθαι ὑπὸ τοῦ ἀρχαιοτέρου τῶν δι-
3495οικητῶν τῶν συνταγμάτων ἑκάστης ταξιαρχίας.»
3496§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη προσθήκη εἰς τὸν πί-
3497νακα Γʹ, προτεινομένη ὑπὸ τῶν κ. κ. Τερτίπη, Ἀναγνωστο-
3498πούλου κλπ. Μετὰ τὰς λέξεις «λοχαγὸς ἐπιτελὴς» νὰ προσ-
3499τεθῇ «τοῦ πεζικοῦ».
3500Ἡ προσθήκη αὕτη θὰ ψηφισθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ
3501ἄρθρου 8.
3502§84Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, προχθὲς εἴχετε τὴν κα-
3503λωσύνην νὰ δώσητε ἐξηγήσεις τινὰς περὶ τῶν στρατολογι-
3504κῶν γραφείων, κατόπιν ἐπερωτήσεώς μου. Εἴπετε, νομίζω, ὅτι
3505ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἀξιωματικὸς τῶν τεχνικῶν ὅπλων δύναται
3506νὰ μετατεθῇ εἰς τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα. Ἐπειδὴ ἐγίνετο
3507θόρυβος ἐκείνην τὴν στιγμὴν, ἤθελον σᾶς παρακαλέσει νὰ
3508διευκρινήσητε τοῦτο καλλίτερον.
3509§85Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
3510κῶν). Τὸ θέμα τοῦτο ἀνήκει εἰς ἄλλον νόμον, εἰς τὸν νόμον
3511περὶ στρατολογίας, ὅστις καθορίζει τὰ Στρατολογικὰ Γρα-
3512φεῖα ὡς τὰ ἔμπεδα τοῦ πεζικοῦ. Ἑπομένως εἰς τὰ γραφεῖα
3513ταῦτα διορίζονται ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ, καὶ μέχρι τοῦδε
3514οὐδεὶς διωρίσθη ἐξ ἄλλου σώματος. Πάντες οἱ ἀποτελοῦντες
3515τὸ προσωπικὸν τῶν Στρατολογικῶν Γραφείων λαμβάνονται
3516ἐκ τοῦ πεζικοῦ.
3517§86Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἡ δήλωσις εἶναι ἀρκετὴ, ἀλλ’ ἐὰν δὲν τὸ
3518νομίζετε περιττὸν, νὰ τὸ προσθέσωμεν.
3519§87ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀπὸ τοῦ 1880, ὅτε τὸ πρῶτον ἐφηρμόσθη
3520ὁ νόμος περὶ γενικῆς στρατολογίας, μέχρι σήμερον δὲν ἐγέ-
3521νετο ἄλλως.
3522§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτρο-
3523ποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, παρα-
3524καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
3525Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3526Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου
3527ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κυρίου Στράτου.
3528§89Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι, ἀναγκάζομαι νὰ προσθέσω ὀλίγας
3529λέξεις ὡς πρὸς τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἔχω ὑποβάλει.
3530Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τοῦ προκειμένου
3531ἄρθρου ὁρίζει, ὅτι εἰς ἑκάστην μεραρχίαν προσκολλᾶται καὶ
3532ἓν αὐθύπαρκτον τάγμα εὐζώνων. Ἐπειδὴ θὰ ἦναι τρεῖς αἱ με-
3533ραρχίαι, θὰ προσκολληθῶσι τρία τάγματα εὐζώνων. Μένουσι
3534λοιπὸν πέντε τάγματα, τὰ ὁποῖα θὰ συγκροτήσωσι δύο συν-
3535τάγματα εὐζώνων, ἐκ δύο ἢ τριῶν ταγμάτων ἕκαστον, ὑπὸ
3536τὴν διοίκησιν τοῦ ἀρχαιοτέρου τῶν διοικητῶν τῶν ἀποτε-
3537λούντων τὰ συντάγματα ταγμάτων. Τὰ τάγματα ἐν γένει
3538τῶν εὐζώνων εἰς ὅλον τὸν στρατιωτικὸν κόσμον εἶναι ἀνε-
3539ξάρτητα, εἶναι τὰ ὀνομαζόμενα chasseurs à pied; μόνον
3540εἰς τὴν Γαλλίαν τὰ τῶν Ζουάβων, ἐπίσης ἐκλεκτὰ, συγκρο-
3541τοῦνται εἰς 4 συντάγματα, ὧν ἕκαστον περιέχει 3 τάγματα·
3542εἰς τὴν Γερμανίαν, εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ εἰς τὰ λοιπὰ Κράτη
3543τῆς Εὐρώπης εἰσὶν ἀνεξάρτητα, ὡς ἔχουσι νῦν τὰ ἡμέτερα εὐ-
3544ζωνικά. Νομίζω ὅθεν, ὅτι εἶναι συμφέρον καὶ διὰ τὴν Γενικὴν
3545Ἀρχηγίαν καὶ πρὸ πάντων διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, νὰ
3546παραδεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διότι δὲν βλά-
3547πτει τοῦτο, ἀντὶ τῶν μεραρχιῶν, ἕκαστον τάγμα εὐζώνων νὰ
3548προσκολληθῇ εἰς ἑκάστην ταξιαρχίαν. Ὅταν ἑκάστη ταξιαρ-
3549χία ἔχῃ τὸ εὔζωνικόν της τάγμα, εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ
3550ἀποσπῶνται ἀπὸ τὴν ταξιαρχίαν εὔζωνοι πρὸς ἐκπλήρωσιν
3551τῆς ὑπηρεσίας τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρό-
3552πον διευκολύνεται ἡ ὑπηρεσία ἐν γένει τῆς δημοσίας τάξεως,
3553καὶ συγχρόνως τὰ τάγματα μένουσιν ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν
3554τῶν ταξιάρχων, οἱ ὁποῖοι ἀγρυπνοῦντες θὰ τὰ ἔχωσιν εἰς
3555καλὴν κατάστασιν. Τώρα, ἐπειδὴ εἶναι 8 τάγματα καὶ ἔχο-
3556μεν ἕξ ταξιαρχίας, τὰ δύο περισσεύοντα τάγματα θ’ ἀπο-
3557τελέσωσι μίαν αὐτοτελῆ δύναμιν κατὰ τὴν μεθόριον γραμ-
3558μήν, ἢ θὰ συγχωνευθῶσιν εἰς τὰ ἕξ. Καὶ λέγω τοῦτο διότι
3559σήμερον ὑπάρχουσι πολλὰ κενὰ εἰς τὸν στρατὸν, καθόσον
3560ὑπάρχει ἔλλειψις πολλῶν ἀξιωματικῶν, ἑπομένως, ἐὰν ἡ δύ-
3561ναμις τῶν εὐζώνων συγχωνευθῇ μετὰ τῶν ἕξ ταγμάτων, τότε
3562ἡ δύναμις τῶν ταγμάτων αὐτῶν θὰ αὐξήσῃ ἔτι περισσότε-
3563ρον εἰς στρατιώτας, ἑπομένως θὰ δύνανται διὰ τὴν δημο-
3564σίαν τάξιν νὰ χρησιμεύσωσι περισσότερον, καὶ θὰ διευκο-
3565λυνθῇ τὰ μέγιστα ἡ ὑπηρεσία, δὲν θὰ ἔχωμεν δὲ καὶ τὴν
3566ἀνωμαλίαν, τάγματα εὐζώνων νὰ σχηματίζωσι συντάγματα
3567ἀνὰ δύο καὶ ἀνὰ τρία.
3568Διὰ τῶν τροπολογιῶν τούτων νομίζω ὅτι διευκολύνεται
3569ἡ ὑπηρεσία, οὐδεμία δὲ δυσκολία φέρεται εἴτε εἰς τὴν οὐ-
3570σίαν εἴτε εἰς τοὺς τύπους τοῦ νομοσχεδίου. Βεβαίως ἡ Κυβέρ-
3571νησις, ἐὰν σκεφθῇ περὶ τῶν μέτρων τούτων καλῶς, δὲν δύ-
3572ναται παρὰ νὰ δεχθῇ αὐτά. Λέγω ταῦτα μόνον πρὸς τὸ κα-
3573λὸν τοῦ στρατοῦ.
3574§90Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
3575κῶν). Ἐὰν πρόκειται μόνον περὶ τῶν συνταγμάτων τοῦ
3576πεζικοῦ, ταῦτα ἀποτελοῦσι μόνον πέντε ταξιαρχίας, διότι
3577εἶναι δέκα τὸν ἀριθμόν. Εἰς τὰς πέντε ταύτας ταξιαρχίας
3578τοῦ πεζικοῦ προστίθεται καὶ ἡ εὐζωνικὴ ταξιαρχία, ἥτις
3579ἀποτελεῖται ἐκ 5 ταγμάτων εὐζωνικῶν, ἀποτελούντων δύο
3580συντάγματα εὐζώνων. Πλὴν τούτων εἰς ἑκάστην μεραρχίαν
3581ἀνήκει ἓν τάγμα εὐζώνων. Πάντα ταῦτα ἐκανονίσθησαν ὑπὸ
3582τύπον προσωρινὸν, μέχρις οὗ συνταχθῇ ὁ ὁριστικὸς ὀργανι-
3583σμὸς, οὗτινος αἱ βάσεις θὰ στηρίζωνται ἐπὶ τῶν κανόνων
3584τῆς τακτικῆς καὶ τῶν τοπικῶν περιστάσεων.
3585§91ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ μεταβολὴ οὐδεμίαν θὰ φέρῃ δυσκολίαν εἰς
3586τὴν σύνταξιν τοῦ ὀργανισμοῦ. Ἂν ἀποφασίσῃ ὁ κ. Ὑπουρ-
3587γὸς νὰ κοπιάσῃ ὀλίγον διὰ τὸ ἔργον, εὐκολίαν θὰ εὕρῃ εἰς
3588τὴν μεταβολὴν πασιφανῶς.
3589§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κυ-
3590ρίου Στράτου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται
3591ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
3592Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται
3593νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ
3594παρεδέχθη.
3595Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται). Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ὁ κ. Στρά-
3596τος ἔχει δύο τροπολογίας. Ἐν παραγράφῳ πρώτῃ, ἀντὶ «ὀφεί-
3597λουσι νὰ ἐπιθεωρῶσι» προτείνει νὰ τεθῇ «ἐπιθεωροῦσι»· ἐν
3598δὲ τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ, ἀντὶ «ὑποβάλλεται ὑπὸ τὸν ἔλεγ-
3599χον τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ», νὰ τεθῇ «ὑπο-
3600βάλλεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν καὶ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Γενι-
3601κοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ».
3602§93ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ προσέθηκα ταῦτα,
3603διότι εἶναι ὀρθὸν, τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἐλέγχου τῶν μεράρ-
3604χων διοικητῶν νὰ ὑποβάλληται καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν, διότι
3605πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ οὗτος συγχρόνως μετὰ τῆς Αὐτοῦ Ὑψη-
3606λότητος τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιθεωρήσεως, ἵνα ἔχῃ τὸν και-
3607ρὸν νὰ σκεφθῇ, ὥστε, ὅταν ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ὑποβάλλῃ τῷ
3608Ὑπουργῷ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν μεράρχων,
3609οὗτος νὰ ἔχῃ πλήρη τὴν μελέτην.
3610§94ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐπειδὴ ὑπάρχουν εἰδικοὶ νόμοι περὶ ἐπι-
3611θεωρήσεων, οὓς δὲν ἔθιξα ποσῶς, ἀφῆκα τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει.
3612Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν γενικῶν ἐπιθεωρητῶν
3613ὑποβάλλεται τῷ Ὑπουργῷ.
3614§95ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ λέξις, ἣν προσθέτω, δίδει βαρύτητα μεγα-
3615λειτέραν εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἀπέναντι τῶν ὅσων ἐξετέθησαν
3616κατ’ αὐτοῦ.
3617(Τίθενται εἰς ψηφοφορίαν αἱ τροπολογίαι τοῦ κυ-
3618ρίου Στράτου, χωριστὰ ἑκατέρα, καὶ ἀπορρίπτονται
3619δι’ ἀναστάσεως).
3620§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει,
3621παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότε-
3622ροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3623Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
3624§97ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἰς τοῦτο, παρακαλῶ, ἐν τέλει νὰ προστεθῇ:
3625«καὶ τοῦ δι’ εἰδικοῦ νόμου ἀναδιοργανισθησομένου σώματος
3626τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, λειτουργοῦντος ἀνεξαρτήτως τοῦ
3627Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν». Διότι ἄλλως οὐδέποτε θὰ
3628ἔχωμεν σῶμα Γενικῶν Ἐπιτελῶν, ὅπερ ὁ ξένος ὀργανωτὴς
3629θὰ ζητήσῃ πρῶτον παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι τοῦ σώματος
3630τούτου βεβαίως θὰ ἦναι ἀρχηγὸς αὐτὸς, ἔχων τὴν διεύθυνσιν
3631τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας. Διὰ τοῦτο προτείνω τὴν προσθή-
3632κην ταύτην.
3633§98Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
3634Προκειμένου νὰ συνταχθῇ νέος ὀργανισμὸς τοῦ σώματος τῆς
3635ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, οὐδὲν πρέπει νὰ προσθέσωμεν ἐδῶ, διότι
3636τοῦτο θὰ προσκρούσῃ εἰς τὸν εἰδικὸν νόμον.
3637§99ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ Διευθυντὴς, ἀρχηγὸς τοῦ σώματος, θ’ ἀπο-
3638καταστήσῃ καὶ ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν ἀνεξάρτητον, κατὰ νό-
3639μον, ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ διὰ τοῦτο
3640δὲν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν αὐτὴν μόνην· πρέπει νὰ ἀνεύρωμεν
3641τὸ προσωπικόν...
3642§100ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μὴ ὑπάρχοντος προσωπικοῦ; (Διάλογοι).
3643§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κυ-
3644ρίου Στράτου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται
3645ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
3646Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται
3647νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ
3648παρεδέχθη.
3649Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
3650§102ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ προτείνω, τὸ πρῶτον ἐδάφιον νὰ
3651διαγραφῇ, τὸ δὲ δεύτερον ἐδάφιον νὰ τροποποιηθῇ οὕτω: «Ὁ
3652Γενικὸς Διοικητὴς ὑποβάλλει εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ
3653τῶν Στρατιωτικῶν τὰς ἀναγκαίας προτάσεις περὶ μετακι-
3654νήσεων καὶ τοποθετήσεων στρατοῦ καὶ δι’ ὅσας ἀπαιτεῖται
3655ἔκδοσις Β. Διατάγματος».
3656§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ.
3657Στράτου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλί-
3658γοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
3659Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται
3660νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ
3661παρεδέχθη.
3662Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται). Καὶ ἐνταῦθα ὑπάρχει τρο-
3663πολογία τοῦ κ. Στράτου (ἀναγινώσκεται).
3664Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Στράτου παρα-
3665καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ
3666δὲν παρεδέχθη.
3667Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται
3668νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ
3669παρεδέχθη.
3670Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται). Ἐνταῦθα θὰ ψηφισθῇ ἡ τρο-
3671πολογία τῶν κ. κ. Τερτίπη, Ἀναγνωστοπούλου κλπ. περὶ
3672προσθήκης ἐν τῷ πίνακι Γʹ μετὰ τὰς λέξεις «λοχαγὸς ἐπι-
3673τελὴς» τῶν λέξεων «τοῦ πεζικοῦ».
3674(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8 μετὰ τῆς ἀνωτέρω
3675προσθήκης ἐν τῷ πίνακι Γʹ. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται
3676καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
3677§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται). Καὶ ἐν-
3678ταῦθα ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κυρίου Στράτου (ἀναγινώ-
3679σκεται).
3680Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦν-
3681ται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν πα-
3682ρεδέχθη.
3683Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται
3684νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ
3685παρεδέχθη.
3686Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
3687§105Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος συνά-
3688δελφος κ. Κρίτσας ἔχει ὑποβάλει τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρ-
3689θρον 11, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ νὰ προστεθῶσι μετὰ τὴν
3690ἐν στίχῳ βʹ αὐτοῦ λέξιν «διατάγματος» αἱ λέξεις «ἐπὶ τῇ
3691βάσει τῶν κειμένων νόμων». Τοῦτο εἶχε παραδεχθῆ καὶ ὁ
3692κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
3693§106Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
3694κῶν). Δὲν τὸ εἶχον παραδεχθῆ ὁριστικῶς. Εἴπομεν μόνον,
3695ὅτι θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. Ἐγὼ νο-
3696μίζω, ὅτι παρέλκει ἡ προσθήκη αὕτη, διότι βεβαίως ἐπὶ
3697τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων θὰ συνταχθῶσι τὰ κανονι-
3698στικὰ διατάγματα. Ὥστε εἶναι περιττὴ ἡ προσθήκη. Πάν-
3699τοτε συμφώνως πρὸς τὸν νόμον συντάσσονται τὰ διατάγ-
3700ματα.
3701§107Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ αὐτό.
3702§108ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἶναι περιττόν.
3703§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ
3704κυρίου Κρίτσα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται
3705ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
3706Ὑπάρχει καὶ ἄλλη τροπολογία τοῦ κ. Στράτου (ἀναγι-
3707νώσκεται).
3708Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦν-
3709ται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν
3710παρεδέχθη.
3711Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἔχει, παρακαλοῦν-
3712ται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
3713Βουλὴ παρεδέχθη.
3714Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται). Καὶ ἐνταῦθα ὑπάρχει
3715τροπολογία τοῦ κ. Στράτου, προτείνοντος νὰ διαγραφῇ τὸ
3716ἄρθρον τοῦτο.
3717Οἱ παραδεχόμενοι τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου 12 παρακα-
3718λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν
3719παρεδέχθη.
3720Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 12, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται
3721νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ
3722παρεδέχθη.
3723Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται).
3724§110Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
3725κῶν). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου παρακαλῶ νὰ προστεθῇ τρίτη
3726παράγραφος, ἣν καὶ προηγουμένως ἀνέγνωσα, ἔχουσα ὡς
3727ἑξῆς:
3728«Μέχρι τῆς ὁριστικῆς συμπληρώσεως τῶν θέσεων τῶν
3729ὑποστρατήγων ταξιάρχων αἱ ταξιαρχίαι θέλουσι διοικεῖσθαι
3730ὑπὸ τοῦ ἀρχαιοτέρου τῶν διοικητῶν τῶν συνταγμάτων ἑκά-
3731στης ταξιαρχίας.»
3732§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἐτρο-
3733ποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, παρα-
3734καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
3735Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3736Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην
3737συζήτησιν, μετὰ τοῦ προσηρτημένου πίνακος, ὡς ἐτροπο-
3738ποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περι-
3739σότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3740Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 μετὰ τὸ μεσονύ-
3741κτιον).