| 2527 | Κεφάλ. | Αʹ | Ἄμεσοι φόροι | 21,436,000 | |
| 2528 | » | Βʹ | Φόροι καταναλώσεως | 39,982,000 | |
| 2529 | » | Γʹ | Τέλη καὶ δικαιώματα | 19,527,400 | |
| 2530 | » | Δʹ | Μονοπώλια | 12,710,750 | |
| 2531 | » | Εʹ | Πρόσοδοι δημοσίων κτημάτων, | ||
| 2532 | νομημάτων κλπ | 4,339,690 | |||
| 2533 | » | Ϛʹ | Ἐκποίησις δημοσίων κτημάτων | 900,000 | |
| 2534 | » | Ζʹ | Ἀπολήψεις κλπ | 1,203,672 | |
| 2535 | » | Ηʹ | Διάφορα ἔσοδα κλπ | 3,163,000 | |
| 2536 | » | Θʹ | Διεθνῆ τηλεγραφικὰ τέλη | 472,000 | |
| 2537 | » | Ιʹ | Ἔσοδα Ταμείου Φάρων | 440,000 | |
| 2538 | » | ΙΑʹ | Ἔσοδα στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως | 42,000 | |
| 2539 | » | ΙΒʹ | Εἰσφοραὶ διὰ τὰς δαπάνας τῆς | ||
| 2540 | διοικητικῆς ἀστυνομίας | 442,000 | |||
| 2541 | » | ΙΓʹ | Ἔκτακτα ἔσοδα | 1,646,946 |
1900.03.13
2.791 στίχοι · 21.667 λέξεις · 1 πίνακας · 191 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 40
Τῆς 13 Μαρτίου 1900.
(Δευτέρα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρα 4 καὶ 50′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ μετά τινας παρατηρήσεις διορθωθέντα καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει αἴτησιν περὶ προσθέτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς τρεχούσης Συνόδου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 146.) Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Πλαταμώδους περὶ ἐπεκτάσεως μέχρι Γαργαλιάνων τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Πύργου–Κυπαρισσίας Αἴτησιν τῶν κατοίκων Γαργαλιάνων περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου. Ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Λαρίσης, παρακαλοῦντος, ὅπως ὁ σιδηρόδρομος Πειραιῶς–συνόρων προεκταθῇ μέχρι Λαρίσης. Ἕτερον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Τυρνάβου πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Αἴτησιν κατοίκων Λεχαινῶν τοῦ δήμου Μυρτουντίων περὶ ἀπαλλαγῆς αὐτῶν ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τῶν δόσεων διὰ τὰς κατεχομένας παρ’ αὐτῶν ἐθνικὰς γαίας. Ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Τροπαίων, παρακαλοῦντος νὰ μὴ ἀποσπασθῇ ἡ ἐπαρχία Γορτυνίας ἀπὸ τῆς δικαστικῆς δικαιοδοσίας τοῦ Πρωτοδικείου Τριπόλεως. Αἴτησιν τῶν κατοίκων τῆς συνοικίας Βάθειας καὶ τοῦ σταθμοῦ τοῦ σιδηροδρόμου Πελοποννήσου περὶ παροχῆς χρηματικοῦ βοηθήματος πρὸς ἀνακούφισιν αὐτῶν, παθόντων ἐκ τῆς τελευταίας πλημμύρας. Ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Παλλέων, παρακαλοῦντος, ὅπως ψηφισθῇ εἰδικὸν νομοθέτημα πρὸς σύστασιν ἀγροφυλακῆς ἐν τῷ δήμῳ τούτῳ. Ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Σαλαμῖνος, αἰτουμένου, ὅπως ἀνατεθῇ τῷ δημάρχῳ ἡ ἐπίβλεψις τῶν κατὰ τὴν περιφέρειαν τοῦ δήμου τούτου κτημάτων. Ἕτερον τοῦ αὐτοῦ Συμβουλίου περὶ ἐπιβολῆς δημοτικοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοσίτων αἰγῶν.
§2Π. ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Ὁ κ. δήμαρχος Παλλέων ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, διὰ τοῦ ὁποίου παρακαλεῖ, ὅπως δι’ εἰδικοῦ νομοθετήματος ἐπιτραπῇ εἰς τὸν δῆμον Παλλέων νὰ σχηματίσῃ μόνιμον ἀγροφυλακήν. Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Παλλέων, εἰς τὸν ὁποῖον συνεχωνεύθησαν τελευταίως ἄλλοι δύο δῆμοι, εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἄριστοι γεωργοί. Εἰς ὀλίγα μέρη τῆς Ἑλλάδος εἶναι προηγμένη ἡ καλλιέργεια, ὅσον ἐν τῷ δήμῳ Παλλέων, καὶ διὰ τοῦτο, καίτοι ἡ ἔκτασις δὲν εἶναι μεγάλη, ἡ παραγωγὴ ὅμως φθάνει εἰς 12 ἑκατομμύρια λίτρας σταφίδος, εἰς μέγα ποσὸν οἴνων καὶ εἰς παντοειδῆ ἄλλα προϊόντα. Ἀλλ’ ὅπως καὶ εἰς ἄλλα μέρη τοῦ Κράτους, οὕτω καὶ ἐν τῷ δήμῳ Παλλέων ἡ ἀγροτικὴ ἀσφάλεια εἶναι ἐλλιπὴς, καὶ πολλαὶ συμβαίνουσι καταχρήσεις, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν κτηματιῶν. Τὴν κατάστασιν ταύτην ἔχον ὑπ’ ὄψιν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἐξέδωκε τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ἀνακοινωθὲν ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζει τὰ τῆς ἀγροτικῆς ἀσφαλείας, καὶ ὑποδεικνύει τοὺς πόρους, δι’ ὧν δύναται νὰ συντηρηθῇ ἡ ἀγροφυλακή, ἧς ἡ σύστασις ζητεῖται. Τοῦ ψηφίσματος τούτου ἀντίγραφον, νομίζω, ἀπεστάλη καὶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ νὰ λάβῃ αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν. Ἴσως αἱ πολλαὶ ἀσχολίαι, ὑπὸ τῶν ὁποίων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περισπᾶται, δὲν ἐπιτρέπουσιν αὐτῷ νὰ μελετήσῃ τὸ ψήφισμα καὶ μορφώσῃ γνώμην περὶ τῶν προτεινομένων μέτρων. Βραδύτερον ὅμως, ἐλπίζω ὅτι θέλει ἀσχοληθῆ ἐπὶ τούτου, καὶ ἂν εὕρῃ τὸν ὑποδεικνυόμενον διὰ τοῦ ψηφίσματος τρόπον πρακτικῶς χρήσιμον, δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θέλει προτείνει καὶ ὑποστηρίξει ἐν τῇ Βουλῇ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον, χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ Δημόσιον, πρόκειται νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Παλλέων, οἵτινες διὰ τὴν ἄκραν αὐτῶν φιλοπονίαν δικαιοῦνται νὰ ἀξιώσωσι πᾶσαν προστασίαν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ νομοθετικοῦ σώματος.
§3ΜΠΑΣΙΑΣ. Καὶ εἰς ἐμὲ ἀπεστάλη ἀντίγραφον τοῦ ψηφίσματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Παλλέων τῆς ἐπαρχίας, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύσω, δι’ οὗ παραπονοῦνται ἐπὶ τῇ καταστάσει τῆς ἀγροτικῆς ἀσφαλείας ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ καὶ τῇ ἐλλείψει ἀγροφυλακῆς. Τὸ ζήτημα τῆς ἀγροτικῆς ἀσφαλείας δὲν ἀφορᾷ μόνον τὸν δῆμον καὶ τὴν ἐπαρχίαν, ἣν ἀντιπροσωπεύω, ἀλλ’ ὁλόκληρον τὸ Κράτος. Κατά τινα τῶν τελευταίων συνεδριῶν τῆς Βουλῆς ἀξιότιμος συνάδελφος ὡμίλησε διὰ μακρῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει μεριμνήσει περὶ αὐτοῦ διὰ τῶν καταλλήλων νομοθετικῶν καὶ διοικητικῶν μέτρων πρὸς ἐμψύχωσιν τῆς ἀγροτικῆς πίστεως. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Παλλέων, αἰσθανόμενον τὴν ἀνάγκην ταύτην, προὐκάλεσε τὸ σχετικὸν ψήφισμα περὶ συστάσεως εἰδικῆς ἀγροφυλακῆς ἐν τῷ δήμῳ, συντηρουμένης δι’ εἰδικῶν πόρων, οὓς ὑποδεικνύει. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ συνέταξα σχετικὴν πρότασιν νόμου, ἣν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς παρακαλῶ δὲ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅπως ἐφαρμοσθῇ καὶ λειτουργήσῃ ἡ εἰδικὴ αὕτη ἀγροφυλακὴ, συντηρουμένη διὰ τῶν ὑποδεικνυομένων εἰδικῶν πόρων, μέχρις οὗ νομοθετηθῇ γενικώτερον καὶ ἀρτιώτερον μέτρον τοῦ νῦν ἰσχύοντος συστήματος, ὅπερ, ὡς πανθομολογεῖται, ἀνεφάρμοστον ἔμεινεν ἐν τοῖς πλείστοις, καὶ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ δ’ αὐτοῦ ἀπέτυχε.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις νόμου τοῦ κ. Μπασιᾶ θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 147).
§5Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Προκειμένου περὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τῆς συνοικίας Βάθειας καὶ τοῦ σιδηροδρομικοῦ σταθμοῦ Πελοποννήσου, τῆς ἀνακοινωθείσης πρὸ ὀλίγου ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου, παρακαλῶ ν’ ἀποσταλῇ αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ὑπὸ τούτου εἰς τὴν συσταθεῖσαν ἐπιτροπήν, ὅπως δοθῇ ἓν πέρας εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην καὶ ἀποζημιωθῶσιν οἱ πραγματικῶς ἐκ τῆς πλημμύρας παθόντες.
§6ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, προκειμένου περὶ τῶν ἐκ τῆς πλημμύρας παθόντων κατοίκων Βάθειας κλπ., νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του καὶ τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου Κουκουβαούνων.
§7Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Προχθὲς ὡμιλήσαμεν περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος.
§8Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ δήμαρχος Σαλαμῖνος διεβίβασεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, καὶ οὗτος ἀνεκοίνωσε πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν Βουλήν, ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Σαλαμῖνος, δι’ οὗ καταγγέλεται, ὅτι οἱ ἐν τῷ δήμῳ ἀγροαμπελοφύλακες περιέστησαν εἰς ἔριδα καὶ διχόνοιαν πρὸς τὸν δήμαρχον, τὴν καθεστηκυῖαν ἀρχὴν τοῦ τόπου, ἥτις μετὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου βεβαίως κήδεται περισσότερον τῶν κτηματικῶν συμφερόντων τῶν κατοίκων, διότι οἱ ἀγροφύλακες οὗτοι, ἀντὶ νὰ φυλάττωσι τὰ κτήματα, κατέστρεψαν καὶ καταστρέφουσιν αὐτά, ἀφίνοντες ἐλευθέραν τὴν βόσκησιν τῶν ποιμνίων ἐν αὐτοῖς, ἕνεκα δὲ τοῦ τρόπου αὐτοῦ τῆς φυλάξεως ὤθησαν τὸν δήμαρχον εἰς ἔριδα πρὸς τὸν ἀστυνόμον, ὅστις προστατεύει αὐτούς, καὶ ὁ ὁποῖος διέταξεν αὐτούς, ὄχι μόνον νὰ μὴ κάμωσιν ὅ,τι συνιστᾷ ὁ δήμαρχος καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐναντία αὐτῶν νὰ πράττωσιν. Οἱ ἀμπελοφύλακες λοιπὸν ἐνθαρρυνθέντες καταστρέφουσι τὰ κτήματα. Παρακαλῶ, ὅπως τὸ ψήφισμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον διεβιβάσθη ὑπὸ τοῦ δημάρχου, ἀποσταλῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ἀσκεῖ ἐποπτείαν ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, καὶ ἐκ τῆς προνοίας αὐτοῦ ἀπεκδέχομαι τὴν θεραπείαν τοῦ ἀτόπου. Ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὡσαύτως συνιστῶ, τοῦ ἰδίου Δημοτικοῦ Συμβουλίου εἶναι ἡ σύστασις, ὅπως ἐπιβληθῇ δημοτικὸς φόρος (καὶ ἐπαρκῶς δικαιολογεῖται τοῦτο ἐν τῷ ψηφίσματι, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν τὸ ἀναπτύσσω,) ἐπὶ τῶν οἰκοσίτων αἰγῶν, αἵτινες καταστρέφουσι τὰ κτήματα. Παρακαλῶ, ἵνα καὶ τὸ ψήφισμα τοῦτο διαβιβασθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς ἐνέργειαν τῶν δεόντων.
§9Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 28 § δʹ καὶ εʹ τοῦ νόμου περὶ παρακρατήσεως καὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης, —ὅστις, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐψηφίσθη πέρυσι μετὰ ἱκανὴν συζήτησιν ἐκ μέρους τῶν Βουλευτῶν, καὶ μάλιστα ἡμῶν τῶν Βουλευτῶν Αἰγιαλείας καὶ ἄλλων ἐνισταμένων,—διὰ τὸν ἐκ τοῦ λιμένος Αἰγίου ἐξαγόμενον σταφιδόκαρπον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν εἶναι δεκταὶ ἐν τῷ τελωνείῳ ἀποδείξεις ἀποταμιεύσεως μόνον τοῦ ἀποθηκαρίου Αἰγίου, εἰς δὲ τὴν ἀποθήκην Αἰγίου δὲν ἐπιτρέπεται εἰσαγωγὴ σταφιδοκάρπου, εἰμὴ μόνον ἐκ τοῦ παραγομένου ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Αἰγιαλείας, Κορινθίας, Δωρίδος, Ναυπακτίας καὶ τοῦ δήμου Ἐρινεοῦ τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν. Ἡ ἰδέα, ἥτις ὑπηγόρευσεν αὐτὴν τὴν διάταξιν, εἶχε σκοπὸν, νὰ βεβαιωθῇ κατὰ πόσον ἡ παρακράτησις ἠδύνατο νὰ ᾖναι ὠφέλιμος καὶ εἰς τὴν παραγωγὴν τοῦ Αἰγίου, διότι μέχρι τοῦ νόμου ἐκείνου, ἰσχυούσης προσωρινῶς τῆς παρακρατήσεως, οἱ ἔμποροι, διὰ τὸ εὐωνότερον, ἐπρομηθεύοντο καρπὸν ἄλλης ποιότητος, κατωτέρας, ἐξ ἄλλης παραγωγῆς, τὸν λεγόμενον ἐπαρχιακόν. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἰδέα, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν ἦτο ἀξιόμεμπτος, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τὸ πρᾶγμα προὐκάλεσε πολλὰς δυσχερείας. Ἀληθῶς παρετηρήθη τότε, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς φορτώσεως δὲν ἠδύναντο οἱ ἔμποροι τοῦ Αἰγίου νὰ προμηθευθοῦν καρπὸν τρίτης ποιότητος, ὅστις εἶναι εὐθηνότερος διὰ τὴν παρακράτησιν, καὶ ὅστις, ἐννοεῖται, εἶναι ἐμπορεύσιμος. Ἐσκέφθησαν λοιπόν,—διότι ἔγκειται εἰς τὴν φύσιν τοῦ ἐμπορίου νὰ ἦναι κερδοσκοπικόν,—πῶς νὰ ὑπεκφύγωσιν αὐτὴν τὴν διάταξιν, ἡ ὁποία ἐβάρυνε καὶ τοὺς ἐμπόρους καὶ τοὺς ἰδιοκτήτας, διότι φυσικὰ οἱ ἔμποροι ἔπρεπε νὰ κρατήσουν ἀπὸ τὴν τιμὴν ὅσα ἤθελον δαπανήσει περισσότερα διὰ τὴν μεταφορὰν τοῦ σταφιδοκάρπου εἰς ἄλλον γειτονικὸν λιμένα, τὸν λιμένα τῶν Πατρῶν δηλαδή, ὅπου τὸ ἐμπόριον τῆς ἐξαγωγῆς δὲν εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ παραδώσῃ εἰς τὴν ἀποθήκην τῆς παρακρατήσεως καρπὸν τοῦ Αἰγίου. Καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν ἐνεθυμήθην τὸ Ἰταλικὸν ἀπόφθεγμα: «prima della legge è stata inventata la malizia», ἤτοι «πρὸ τοῦ νόμου ἐφευρέθη ἡ πονηρία, ἡ καταστρατηγουμένη τὸν νόμον». Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν κατακρίνω διὰ τοῦτο τοὺς ἐμπορευομένους· οὗτοι εὑρῆκαν μίαν θύραν ἀνοικτὴν καὶ τὴν ἐχρησιμοποίησαν. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως ταύτης ἐζημιώθη πολὺ τὸ Αἴγιον, καὶ οἱ ἰδιοκτῆται καὶ ὁ ἐργατικὸς τοῦ λιμένος πληθυσμός, διότι ἀντὶ 30 ἢ καὶ περισσοτέρων ἀτμοπλοίων ἐφορτώθησαν ἐν τῷ λιμένι Αἰγίου μόνον 8 ἢ 10, ἠλαττώθη δὲ ἀναλόγως καὶ ἡ τιμὴ τοῦ σταφιδοκάρπου, ἡ δοθεῖσα εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας. Ἐνθυμοῦμαι δέ, ὅτι τότε ἐλαμβάνομεν ἀλλεπάλληλα τηλεγραφήματα ὅ τε ὁ συνάδελφός μου κ. Παναγιωτόπουλος καὶ ἐγώ, ἵνα παραστήσωμεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ζημίαν αὐτήν, ἀλλὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν αἱ χεῖρες ἦσαν δεσμευμέναι, διότι ἐχρειάζετο νέος νόμος, ἵνα καταργηθῇ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τοῦ περὶ παρακρατήσεως νόμου. Τώρα λοπὸν ὁ φόβος τῆς ἐπαναλήψεως τῶν δυσχερειῶν καὶ τῶν ζημιῶν συνεκίνησεν εὐλόγως τοὺς ἡμετέρους συμπολίτας, καὶ διὰ τοῦτο ὁ μὲν Πρόεδρος τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Αἰγίου κ. Σταυρουλόπουλος ὑπέβαλεν ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Ἰανουαρίου ὑπόμνημα πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, παριστῶν τὴν ἀνάγκην τῆς καταργήσεως τοῦ ἄρθρου ἐκείνου, ὁ δὲ Πρόεδρος τοῦ Κτηματικοῦ Συλλόγου κ. Χριστοδουλόπουλος, ἐλθὼν ἐπίτηδες εἰς Ἀθήνας πρό τινος καιροῦ, παρουσιάσθη εἰς τὸν κ. Σιμόπουλον καὶ παρέστησε τὰ αὐτά. Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἐπεσκέφθην τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπανειλημμένως καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς διορθώσεως, ἔλαβον δὲ ὑπόσχεσιν εὐάρεστον· ἀλλ’ ἡ διόρθωσις πρέπει νὰ γείνῃ δι’ ἰδίου νομοθετήματος. Πόσον συνεταράχθησαν δὲ οἱ συμπολῖταί μου Αἰγιεῖς, ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον καὶ ὁ κ. Παναγιωτόπουλος καὶ ἐγὼ ἐλάβομεν ἀπὸ κοινοῦ χθὲς καὶ τὸ ὁποῖον λέγει ἐπὶ λέξει: «Ἀξίωσις ἁπάντων συμπολιτῶν σας εἶναι, ὅπως ἐνεργήσητε ἐκ παντὸς τρόπου πρὸς ὑποβολὴν νομοσχεδίου καταργήσεως διατάξεως περὶ παρακρατήσεως. Ἤθελεν εἶναι καταστρεπτικώτατον διὰ κτηματίας καὶ ἐμπόρους νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑφισταμένη τοιαύτη διάταξις.» Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω θερμῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον. Τὴν περὶ τούτου δὲ παράκλησίν μου διαβιβάζω καὶ διὰ τοῦ Προεδρείου ἐγγράφως, ἔχουσαν ὧδε: «Παρακαλεῖται ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ ὑπο«βάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐντὸς τῆς παρούσης Συνόδου ψήφισιν νομοσχεδίου τροποποιοῦντος τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 28 § δʹ καὶ εʹ τοῦ περὶ παρακρατήσεως καὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης νόμου ὑπὸ στοιχ. ͵ΒΦΗΓʹ, καθ’ ἣν διὰ τὸν ἐκ τοῦ λιμένος Αἰγίου ἐξαγόμενον σταφιδόκαρπον εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν εἶναι δεκταὶ ἀποδείξεις ἀποταμιεύσεως μόνον τοῦ ἀποθηκαρίου Αἰγίου, εἰς δὲ τὴν ἀποθήκην Αἰγίου δὲν ἐπιτρέπεται εἰσαγωγὴ σταφιδοκάρπου, εἰμὴ μόνον ἐκ τοῦ παραγομένου ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Αἰγιαλείας, Κορινθίας, Ναυπακτίας καὶ τοῦ δήμου Ἐρινεοῦ τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν.» Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ θελήσῃ νὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον ταχέως. Ἐπειδὴ δὲ ὀλίγαι συνεδριάσεις ὑπολείπονται μέχρι τοῦ Πάσχα, θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ καταβάλῃ πᾶσαν μέριμναν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον εἰσαγόμενον ψηφισθῇ πρὸ τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν θὰ προκαλέσῃ ἀντιρρήσεις ἐξ ἄλλων συναδέλφων, ὡς προὐκάλεσε τὸ περὶ παρακρατήσεως πέρυσιν· εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ τάχιστα, διότι, ἂν τυχὸν ἡ Βουλὴ δὲν ἐπανέλθῃ μετὰ τὸ Πάσχα, (τὸ κατ’ ἐμὲ δὲ, εὔχομαι νὰ ἐπανέλθῃ, ἵνα συνεχίσῃ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν της,) τὸ Αἴγιον θὰ πάθῃ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ἔπαθε καὶ πέρυσιν, ἀφοῦ ἡ φόρτωσις θ’ ἀρχίσῃ ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου μηνός. Ἐνταῦθα δὲ ἔγκειται ὁ κίνδυνος. Δὲν ἠξεύρω ἂν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἢ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγίου συνάδελφός μου ἀσπάζονται τὴν ἰδέαν τῆς ἁπλῆς καταργήσεως τῶν § δʹ καὶ εʹ τοῦ ἄρθρου 28, ἢ θέλουν νὰ ὑποκαταστήσωσιν ἑτέραν τροποποίησιν, καθ’ ἣν, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι ὁ λιμὴν τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ σταφιδοκάρπου Αἰγίου, τὸ παρακράτημα πρέπει νὰ ἦναι ἐκ τῆς παραγωγῆς τοῦ Αἰγίου. Αὐτὸ περιμένομεν νὰ τὸ μάθωμεν. Οἱ τηλεγραφοῦντες ὅμως Αἰγιεῖς ἐννοοῦν τὴν ἁπλῆν κατάργησιν, διότι, ἂν γείνῃ τροποποίησις κατὰ τὴν ἄλλην ἰδέαν, ἣν ἐγὼ δὲν ἀποκρούω, θὰ προκύψῃ πιθανῶς πάλιν δυσχέρεια κατὰ τὴν ἐφαρμογήν. Δὲν λέγω ὅτι τὸ ἐμπόριον θὰ ἐπιζητήσῃ πάλιν τὴν κερδοσκοπικὴν ὑπεκφυγήν, ἀλλ’ ἐνδέχεται οἱ ἔμποροι τοῦ Αἰγίου νὰ μεταφέρωσι σταφίδα εἰς Πάτρας· ἐκεῖ δὲ πῶς θὰ βεβαιωθῇ ἡ ταυτότης τῆς παραγωγῆς τοῦ παρακρατήματος; Ἐπειδὴ δὲ ἐνταῦθα οἱ συμπολῖταί μου ὁμιλοῦσι περὶ καταργήσεως, εἶναι δὲ ἔμποροι καὶ κτηματίαι, νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν αἴτησιν ταύτην καὶ τὴν βεβαίαν ζημίαν τῶν Αἰγιέων, ἐὰν τὰ πράγματα μείνωσιν ὡς ἔχουσι, διότι ἡ Αἰγιάλεια δὲν ὠφελεῖται βεβαίως ἐκ τοῦ περὶ παρακρατήσεως νόμου. Ἀλλ’ ἐὰν, καθὼς εἶπον καὶ πέρυσιν ἐνταῦθα, πρόκειται ἡ παρακράτησις νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐν γένει βελτίωσιν τῆς παραγωγῆς καὶ τοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος τοῦ λοιποῦ Κράτους, ἡ Αἰγιάλεια προθύμως στέργει τὴν ζημίαν ταύτην. Ἐνταῦθα ὅμως δὲν πρόκειται πλέον περὶ τοῦ ζητήματος τῆς παρακρατήσεως. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ θέματος τούτου λαμβάνων ἀφορμήν, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ Αἰγιάλεια εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν ἐπαρχιῶν, αἵτινες ἕνεκα τῆς φιλεργίας τῶν κατοίκων της καὶ τῆς ἀνωτέρας ποιότητος τῶν προϊόντων, τὰ ὁποῖα παράγουν, πρὸ πάντων τῆς σταφίδος καὶ τοῦ ἐλαίου, συντελοῦσιν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν προσόδων τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἀπέναντι τούτων τῶν ὠφελειῶν δὲν ἔλαβε κανὲν ἀντισήκωμα ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου, καὶ διὰ τοῦτο εὐλόγως παραπονοῦνται καὶ κατὰ τῶν Κυβερνήσεων καὶ καθ’ ἡμῶν τῶν ἀντιπροσώπων των οἱ κάτοικοι αὐτῆς. Πέρυσιν ἐπανειλημμένως ἐπέστησα τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπὶ τῶν ζημιῶν, τὰς ὁποίας προὐξένησαν καὶ προξενοῦσιν αἱ πλημμύραι τοῦ ποταμοῦ Σελινοῦντος. Ἰδιαιτέρως δὲ παρεκάλεσα περὶ τούτου τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν Διευθυντὴν τῶν Δημοσίων Ἔργων, τὸν μακαρίτην Βλαχόπουλον, ἀλλὰ δὲν ἔγεινε τίποτε μέχρι τοῦδε. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ ἔργον τῆς διευθετήσεως τοῦ ποταμοῦ ἀπαιτεῖ μεγάλην δαπάνην καὶ πολὺν χρόνον, ἀλλὰ δύναται νὰ γείνῃ μία ἀρχὴ, μία μελέτη Παρ’ ὀλίγον δ’ ἐφέτος αἱ πλήμμυραι τοῦ Σελινοῦντος νὰ προξενήσουν νέας καὶ μεγάλας καταστροφάς. Δὲν ἠξεύρω δὲ διατὶ δὲν εἰσήχθη παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὸ νομοσχέδιον τὸ καταρτισθὲν πρὸ δύο περίπου ἐτῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπὸ τῆς Διευθύνσεως τῶν Δημοσίων Ἔργων, ὑπουργοῦντος τοῦ κυρίου Κόρπα, περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ διευθετήσεως τῆς κοίτης τῶν ποταμῶν. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο συνιστᾶται εἰδικὸν ταμεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ εἰσέρχωνται τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα θὰ καταβάλλουν οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν, ἅτινα εἶναι ἐκτεθειμένα εἰς τὰς πλημμύρας καὶ τὰς καταστροφάς. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ζητήσῃ ἐκ τῆς Διευθύνσεως τῶν Δημοσίων Ἔργων καὶ νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Ἀλλ’ οἱ συμπολῖταί μου Αἰγιεῖς ἔχουν καὶ ἑτέραν ἀξίωσιν, περὶ ἧς σήμερον τὴν πρωΐαν ὡμίλησα ἰδιαιτέρως πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπιθυμοῦσι δηλ. νὰ ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον περὶ σημάνσεως τῶν σταφιδοκιβωτίων, τὸ ὁποῖον πέρυσιν εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δι’ ἔλλειψιν χρόνου δὲν ἐπεψηφίσθη. Ὑπάρχει ὁ νόμος τῆς 27 Ἰουλίου 1892, ὁ ὁποῖος ὥρισέ τινα περὶ τούτου, ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶναι ἀνεπαρκής. Οἱ ἐμπορευόμενοι, ἤ τινες αὐτῶν, κερδοσκοποῦντες, εἰσάγουσι σταφίδα κατωτέρας ποιότητος εἰς τὸ Αἴγιον καὶ ἐπιθέτουσι τὸ σῆμα τοῦ Αἰγίου, ἡ οὕτω δ’ ἐξαγομένη σταφὶς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πωλεῖται ὡς σταφὶς τοῦ Αἰγίου. Τοῦτο δὲν εἶναι δίκαιον. Ὁ νόμος ἐκεῖνος περιορίζει πως τὴν κατάχρησιν ταύτην, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, καὶ δὲν ἐξασφαλίζονται οἱ συμπολῖταί μου. Διὰ τοῦτο ζητεῖται παρ’ αὐτῶν νέον νομοσχέδιον περὶ σημάνσεως τῶν ἐκ τοῦ λιμένος Αἰγίου ἐξαγομένων σταφιδοκιβωτίων. Συγχρόνως παρακαλοῦσι νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὴν παραγωγὴν τοῦ Αἰγίου καὶ ἡ παραγωγὴ τοῦ παρακειμένου δήμου Ἐρινεοῦ τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν καὶ ἡ τοῦ δήμου Κραθίδος τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, διότι ἡ ποιότης αὐτῶν εἶναι ὁμοία τῆς τοῦ Αἰγίου, πολλοὶ δὲ τῶν κτηματιῶν ἔχουσι τὰ κτήματά των εἰς τὰ ὅρια τῶν δύο δήμων. Πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω διὰ τοῦ Προεδρείου καὶ ἔγγραφον παράκλησιν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω καὶ κατὰ συνείδησιν καὶ κατὰ ῥητὴν ἐντολὴν τῶν ἐκλογέων μου, ἀφίεμαι δὲ εἰς τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν εὐμένειαν τῆς Βουλῆς.
§10Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς πρὸς τὴν πρώτην ἐπερώτησιν, ἢ μᾶλλον τὴν σύστασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ, παρατηρῶ ὅτι τὸ ἐδάφιον δʹ τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου παρεισήχθη ὡς ἐξαίρεσις τοῦ μηχανισμοῦ, καθ’ ὃν λειτουργοῦσιν αἱ ἀποθῆκαι τῆς ἀποταμιεύσεως, διότι παρεστάθη ἐν τῇ Βουλῇ, ἐπὶ τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἑτέρου τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν Αἰγιαλείας, ὅτι οἱ σταφιδοκτήμονες Αἰγιαλείας ἐπεθύμουν νὰ ἴδωσι τὸν νόμον τῆς παρακρατήσεως ἐφαρμοζόμενον καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ αὐτῶν. Πρὸς τούτοις παρεστάθη, ὅτι, ἂν διὰ τὸν ἐξαγόμενον ἐκ τοῦ λιμένος Αἰγίου σταφιδόκαρπον δὲν ἦναι δεκτὰ τὰ δελτία τῆς ἀποθήκης ἀποταμιεύσεως Αἰγίου καὶ τῶν ἐπαρχιῶν Αἰγιαλείας καὶ Ναυπακτίας, θέλει ἐπιτευχθῆ ὁ σκοπὸς οὗτος. Τούτου ἕνεκα προσετέθη τὸ ἐδάφιον εʹ τοῦ ἄρθρου 28. Πράγματι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἠγέρθησαν παράπονα ὑπὸ τῶν σταφιδεμπόρων καὶ σταφιδοκτημόνων Αἰγίου. Ἀδυνάτου οὔσης τῆς θεραπείας τῶν παραπόνων, οἱ ἐμπορευόμενοι περιέγραψαν τὸν νόμον, διότι μετήνεγκον διὰ τοῦ σιδηροδρόμου, ἢ καὶ διὰ πλοιαρίων, τὸν σταφιδόκαρπον ἐξ Αἰγίου εἰς Πάτρας, οὕτω δὲ κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν αὐτοῦ ἐκ τοῦ λιμένος Πατρῶν παρέδωκαν δελτία ἀποταμιεύσεως ἄλλων ἐπαρχιῶν. Ἐγένοντο παραστάσεις εἰς ἐμὲ, ὅτι ἔπρεπε νὰ διορθωθῇ τὸ παράπονον τοῦτο. Ἀλλ’ ὡς εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴς, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶχε τὴν δύναμιν νὰ μεταβάλῃ τὸν νόμον. Πράγματι, τῆς Βουλῆς ἐπαναλαβούσης τὰς ἐργασίας της, ἐσκεπτόμην νὰ ὑποβάλω τὸ προσῆκον νομοσχέδιον, ἀνέβαλον δὲ τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ, διότι ἡ Βουλὴ ἐνησχολεῖτο εἰς ἕτερα θέματα, ἀπορροφῶντα τὸν χρόνον αὐτῆς· προτίθεμαι ὅμως τὰς ἡμέρας ταύτας νὰ τὸ ὑποβάλω. Δὲν παρουσιάζει σπουδαιότητά τινα καὶ δυσχέρειαν, διότι ἀφορᾷ εἰς μόνον τοπικὸν ἐνδιαφέρον· ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ προθύμως θὰ τὸ ψηφίσῃ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν τρίτην σύστασιν τοῦ κ. ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ περὶ τῆς καταστρατηγήσεως τοῦ νόμου περὶ σημάτων, δὲν εἶμαι ἐγὼ μόνον ἁρμόδιος, εἶναι καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Θέλω συσκεφθῆ μετ’ αὐτοῦ, ὅπως λάβωμεν πρόνοιαν.
§11ΜΠΑΣΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ζητῶ τὸν λόγον.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ προηγεῖται ὁ κύριος Κόρπας.
§13Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ἀληθῶς συχνότατα παριστάμεθα μάρτυρες μεγάλων καταστροφῶν, γινομένων ὡς ἐκ τῆς ὁρμῆς χειμάρρων, ποταμῶν κλπ. Ἀλλὰ τὸ Κράτος δὲν εἶναι δυνατὸν πάντοτε νὰ ἔρχηται ἐπίκουρον.
§14ΜΠΑΣΙΑΣ. Δὲν εἶναι τὸ αὐτὸ θέμα.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπέβαλεν ὁ ἀγορεύσας καὶ τοιοῦτον θέμα. Εἶναι τὸ δεύτερον μέρος.
§16ΚΟΡΠΑΣ. Ταῦτα ἔχων ὑπ’ ὄψιν, καὶ γνωρίζων ὅτι τὸ Κράτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔρχηται ἐπίκουρον ἑκάστοτε εἰς τοὺς κατοίκους, οἵτινες ὑφίστανται τοιαύτας καταστροφὰς, ἐσκέφθην ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ συνταχθῇ νομοσχέδιον, λαμβάνον πρόνοιαν περὶ τῶν καταστροφῶν τούτων. Τῷ ὄντι, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τῇ συνεργασίᾳ ἁρμοδίων προσώπων συνέταξα νομοσχέδιον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐν Βελγίῳ κρατοῦντος συστήματος, τὸ ὁποῖον κατέθηκα, ἀποχωρῶν τῆς ἀρχῆς, εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Ὑπουργείου. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρωθυπουργὸν, ἂν ὑπάρχει ὁ ἀναγκαῖος χρόνος πρὸς ψήφισιν καὶ ἄλλων νομοσχεδίων, ὄντως ἀναγκαίων, νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἔστω καὶ τροποποιημένον ὑπ’ αὐτοῦ, ἂν αἱ ἰδέαι αὐτοῦ δὲν ἦναι καθ’ ὅλα σύμφωνοι πρὸς τὰς ἰδικάς μου, ἢ νὰ ὑποβάλῃ νέον τοιοῦτον, λίαν ἀναγκαῖον πρὸς ψήφισιν.
§17ΜΠΑΣΙΑΣ. Εἷς τῶν ζητησάντων τὴν ἐξαίρεσιν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ περὶ παρακρατήσεως νόμου, τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἤμην πρωτίστως καὶ ἐγώ· ἐζήτησα δηλαδὴ, ὅπως ἡ παρακράτησις γίνηται αὐτουσία εἰς εἶδος ἐκ τοῦ σταφιδοκάρπου Κεφαλληνίας καὶ οὐχὶ διὰ τῆς συνήθους μεθόδου τῶν δελτίων. Ἀνέπτυξα δὲ τότε καὶ τοὺς πρὸς τοῦτο λόγους, οὓς παρεδέχθησαν καὶ οἱ λοιποὶ ἐκ Κεφαλληνίας συνάδελφοί μου, ὁ δὲ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς παρεδέχθη τὴν πρότασίν μου, ἐπεκτείνας ταύτην καὶ ἐπὶ τῆς ἐπαρχίας Αἰγιαλείας, τῇ αἰτήσει τῶν ἐκεῖθεν ἀξιοτίμων συναδέλφων. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τοὺς λόγους, δι’ οὓς οἱ ἐξ Αἰγίου συνάδελφοι ζητοῦσι νῦν τὴν κατάργησιν τῆς ἐξαιρέσεως ταύτης· ἐπειδὴ ὅμως οἱ αὐτοὶ λόγοι δὲν συντρέχουσιν, ὅπως ἡ κατάργησις αὕτη ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὸν νομὸν Κεφαλληνίας, θὰ παρακαλέσω, ὅπως ἡ κατάργησις μὴ ἦναι γενικὴ, ἀλλὰ περιορισθῇ μόνον εἰς τὴν ἐπαρχίαν Αἰγιαλείας. Ἐπιφυλάσσομαι δ’ ἐν ἀνάγκῃ κατὰ τὴν συζήτησιν νὰ ἀναπτύξω τοὺς ἐπὶ τούτῳ λόγους, πεποιθὼς καὶ ἐπὶ τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἐκ Κεφαλληνίας συναδέλφων μου.
§18ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῶν παρατηρήσεων τοῦ σεβαστοῦ ἐξ Αἰγιαλείας συναδέλφου ἐπὶ τοῦ περὶ παρακρατήσεως νόμου, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τί ἀπεφάσισεν ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης διὰ τὴν χρησιμοποίησιν τοῦ παρακρατηθέντος ποσοῦ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἰδίᾳ δὲ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τῶν ἀντιπροσωπευόντων σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, διότι τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὠνειροπόλησαν οἱ θιασῶται τοῦ θεσμοῦ τῆς παρακρατήσεως, θ’ ἀποβῶσι καταστρεπτικὰ εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγούς...
§19ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Περίεργον!
§20ΧΟΙΔΑΣ. Ὁ ἀγαπητὸς κύριος Παναγιωτόπουλος ἀπορεῖ...
§21ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μοῦ ἐξέφυγε!
§22ΧΟΙΔΑΣ. .. ἐνῷ καὶ ὁ ἴδιος ἐψήφισε τὴν παρακράτησιν.
§23ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν παρακράτησιν ἐγώ!
§24ΧΟΙΔΑΣ. Μάλιστα, τὴν τελευταίαν φοράν.
§25ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε ὁ κύριος Παναγιωτόπουλος οὔτε ἐγὼ ἐψηφίσαμεν τὴν παρακράτησιν.
§26ΧΟΙΔΑΣ. Αἱ ἀποθῆκαι, Κύριοι, τῆς παρακρατήσεως σήμερον ἔχουσι σταφιδόκαρπον ἄνω τῶν 45 ἑκατομμυρίων λιτρῶν, ἐγγίζομεν δὲ εἰς τὴν νέαν ἐσοδείαν, ἡ ὁποία θὰ δώσῃ ἄλλα τόσα ἑκατομμύρια εἰς τὴν παρακράτησιν, καὶ θὰ εὑρεθῶμεν μετ’ οὐ πολὺ μὲ 100 ἑκατομμύρια σταφιδοκάρπου, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἔχωμεν ποῦ νὰ ἀποθηκεύσωμεν...
§27ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. «Εἰς τὴν θάλασσαν!» ἐφώναζον ἐγὼ ἀνέκαθεν.
§28ΧΟΙΔΑΣ. Πολὺ δίκαιον εἴχετε... Ἐκεῖ δὲ, ὅπου ἀκριβῶς συνεστάθησαν ἀποθῆκαι, δὲν ὑπάρχουν ἐπαρκεῖς τοιαῦται, ἵνα περιλάβωσι τὸ ποσὸν αὐτὸ. Νομίζω ὅτι ἐπείγει ἡ ἀπόφασις τῆς ὁπωςδήποτε χρησιμοποιήσεως τοῦ παρακρατήματος, ἔστω καὶ ἂν πρόκειται νὰ ῥιφθῇ τοῦτο εἰς τὴν θάλασσαν, ὅπερ θὰ ἦτο καὶ τὸ χρησιμώτερον. Ἐκτὸς τούτου, ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἐργάζεται ἀπό τινος...
§29ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν Πάτραις ἐργάζεται;
§30ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐργάζεται ἐν Πάτραις;
§31ΧΟΙΔΑΣ. Ἀφήσατε νὰ τελειώσω, καὶ θὰ ἴδητε ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ.
§33ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἠρώτησαν οἱ Κύριοι, ἂν ἐργάζεται ἡ Τράπεζα.
§34ΧΟΙΔΑΣ. Ἐργάζεται διὰ τὴν σύστασιν τῶν ὑποκαταστημάτων της, δαπανᾷ δὲ εἰς βάρος τῶν εὐπίστων σταφιδικῶν πληθυσμῶν 13,000 δραχμὰς κατὰ μῆνα ἀπὸ τῆς συστάσεώς της, αἱ ὁποῖαι διὰ τῆς ἐργασίας, ἣν ἀνέφερα, θὰ αὐξηθῶσι.
§35Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐργάζεται λοιπόν.
§36ΧΟΙΔΑΣ. Ἡ δαπάνη αὕτη γίνεται ἐκ τοῦ ἱδρῶτος καὶ τοῦ ὑστερήματος τῶν σταφιδοπαραγωγῶν εἰς μισθοδοσίας, μὲ ἀδιακόπους διαπληκτισμοὺς τῶν μελῶν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου διὰ τὸ τρυφερὸν ζήτημα τῶν διορισμῶν. Κατὰ περίεργον δὲ σύμπτωσιν, οἱ συνήγοροι τοῦ θεσμοῦ τῆς παρακρατήσεώς μας κατηγόρουν πάντοτε, ὅτι οἱ πολιτευόμενοι ἔχομεν αὐτὰς τὰς κακίας, καὶ ὅτι τὸ κόμμα καὶ ἡ πολιτικὴ τὰ χαλᾷ ὅλα, καὶ ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς παρακρατήσεως θὰ ἦτο ἓν βῆμα χειραφετήσεως ἀπὸ τῆς συναλλαγῆς. Περιῆλθεν εἰς χεῖρας αὐτῶν ἡ διαχείρισις καὶ ἡ διεύθυνσις, καὶ, ἐλεύθεροι πάσης ὑποχρεώσεως, ἀντὶ νὰ φροντίσωσι πῶς νὰ κατασταθῇ τὸ ἵδρυμα τοῦτο ὠφέλιμον εἰς τοὺς καταβαλόντας τὰς δαπάνας ἀτυχεῖς σταφιδοκτήμονας, καταναλίσκονται εἰς τὰ προσωπικά! Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τί ἀπεφάσισεν ἰδίως ἐπὶ τοῦ πρώτου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐπείγει, τῆς διαθέσεως τοῦ παρακρατήματος. Θὰ τὸν παρακαλέσω δὲ, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον ν’ ἀποφασίσῃ, διότι, ἐφ’ ὅσον τὸ παρακράτημα μένει ἀδιάθετον, ἐπιδρᾷ καὶ ἐπὶ τὰς τιμὰς τῆς σταφίδος. Γνωρίζετε ὅτι τὸ ἐμπόριον, ἐργαζόμενον στατιστικῶς, ὑπολογίζει πάντοτε τὸ ποσὸν τοῦ παρακρατήματος ἐφ’ ὅσον εἶναι ἀδιάθετον, κατὰ συνέπειαν τὸ ἀδιάθετον τοῦ παρακρατήματος θὰ ἔχῃ λίαν ἐπιζήμιον ἀποτέλεσμα καὶ διὰ τὰς τιμὰς τῆς μελλούσης ἐσοδείας.
§37ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονεῖτε λοιπὸν, ὅτι ἡ παρακράτησις θὰ βλάψῃ τὰς τιμάς;
§38ΧΟΙΔΑΣ. Ἀνέκαθεν τὸ ἐφρόνουν.
§39Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τῆς παρακρατήσεως ὑπὸ τὴν γενικὴν αὐτοῦ ἄποψιν, διότι θὰ ἦτο ἡ συζήτησις διεξοδική. Νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς ἠθέλησε κυρίως ἓν θέμα νὰ προβάλῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς του, τὸ θέμα τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου, ὅστις εὑρίσκεται εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς ἀποταμιεύσεως. Ὡς γινώσκει ἡ Βουλὴ, ἀπὸ τοῦ 1898 ἐν τῷ σχετικῷ νόμῳ ἀνεγράφη ἡ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιτρέπεται ἡ χρησιμοποίησις τοῦ σταφιδοκάρπου τῶν ἀποθηκῶν τούτων, εἰμὴ μόνον πρὸς οἰνοπνευματοποίησιν, ἐνῷ κατὰ τοὺς πρὸ αὐτοῦ νόμους ἐπετρέπετο ἡ χρησιμοποίησις τοῦ σταφιδοκάρπου τούτου καὶ πρὸς ἄλλας βιομηχανικὰς χρήσεις, δηλαδὴ καὶ πρὸς παραγωγὴν σιροπίου καὶ οἴνων. Ὅτε τὸ πρῶτον συνετάχθη τὸ περὶ τούτου νομοσχέδιον κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἀπέστειλα τοῦτο πρὸς τοὺς σταφιδικοὺς συλλόγους καὶ πρὸς πάντας τοὺς ἐνδιαφερομένους, ὅπως μοὶ ὑποβάλωσι τὴν γνώμην των. Ἡ διάταξις ἀνεγράφετο ἐν τῷ σχεδίῳ, οἵα ὑπῆρχεν εἰς τοὺς πρὸ τοῦ 1898 νόμους, ἐπετρέπετο δηλαδὴ ἡ χρησιμοποίησις τοῦ σταφιδοκάρπου πρὸς πᾶσαν βιομηχανικὴν χρῆσιν ἐγχώριον· ἀλλὰ πάντες συνεφώνησαν, ὅτι τοῦτο παραβλάπτει τὰ συμφέροντα τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, διότι, ἂν ἐκ τοῦ σταφιδοκάρπου τούτου κατεσκευάζετο οἶνος καὶ ὁ οἶνος οὗτος ἀπεστέλλετο εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἤθελε μειωθῆ τὸ ποσὸν τοῦ σταφιδοκάρπου, τὸ ὁποῖον τὸ ἐμπόριον ἀποστέλλει εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, καὶ ἑπομένως ἤθελε ματαιωθῆ ὁ σκοπὸς τῆς παρακρατήσεως. Ὑπῆρχε σχεδὸν ὁμόφωνος ἡ γνώμη αὕτη, πλὴν ὀλιγίστων ἐκ Πατρῶν, οἵτινες ὑπεστήριζον τὸ ἀντίθετον. Ἡ Κυβέρνησις ὑπέλαβεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπενδώσῃ εἰς τὰς παραστάσεις ταύτας, ν’ ἀφήσῃ δὲ καὶ μίαν διέξοδον. Οὕτως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐτέθη ἄρθρον, κατὰ τὸ ὁποῖον, ἂν τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἤθελε μορφώσει γνώμην, ὅτι ἡ πρὸς παραγωγὴν σιροπίου ἢ οἴνων χρησιμοποίησις τοῦ σταφιδοκάρπου τῶν ἀποθηκῶν τῆς ἀποταμιεύσεως δὲν παραβλάπτει τὰ συμφέροντα τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, δύναται νὰ ὑποβάλῃ ἐπὶ τούτῳ πρότασιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ δὲ Κυβέρνησις δύναται ν’ ἀποδεχθῇ ταύτην. Τοιαύτη ὄντως πρότασις ὑπεβλήθη πρό τινων μηνῶν ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης κατὰ πλειονοψηφίαν. Ἡ Κυβέρνησις ὑπέλαβεν, ὅτι δὲν ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς προτάσεως ταύτης, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ πληροφορίας καὶ παρ’ ἑτέρων ἁρμοδίων, μήτοι ἡ τοιαύτη χρησιμοποίησις τοῦ σταφιδοκάρπου τῶν ἀποθηκῶν τῆς ἀποταμιεύσεως ἠδύνατο νὰ βλάψῃ τὰ συμφέροντα τῆς σταφιδοπαραγωγῆς. Αἱ πληροφορίαι ἐδόθησαν, καὶ εἶναι συγκεντρωμέναι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Δὲν εἶναι πάντες σύμφωνοι, ὅτι τὰ συμφέροντα τῶν σταφιδοπαραγωγῶν δὲν θέλουσι παραβλαφθῆ ἐκ τῆς τοιαύτης τοῦ σταφιδοκάρπου χρησιμοποιήσεως. Ἡ Κυβέρνησις μελετᾷ τὰ τοῦ θέματος τούτου, δὲν προῆλθε δὲ εἰσέτι εἰς ἀπόφασίν τινα ὁριστικήν. Κατ’ αὐτὰς θέλει προβῆ εἰς μίαν ἀπόφασιν, εἴτε ἀπορρίπτουσα τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, εἴτε ἀποδεχομένη αὐτήν.
§40Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ζητεῖτε τὴν οἰνοποίησιν; ἢ τὴν μιστελοποίησιν;
§41ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Προτείνονται ἀμφότερα, ἤτοι καὶ πρὸς οἰνοποίησιν καὶ πρὸς μιστελοποίησιν ἢ σιροποίησιν.
§42Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὡς παρέστησε τὰ πράγματα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Νομίζω ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, ἥτις ἀπαγορεύει, ὅπως τὸ παρακρατηθὲν ποσὸν σταφίδος χρησιμοποιῆται εἰς ἄλλο ἢ πρὸς οἰνοπνευματοποιΐαν, ἢ ὅπως μὴ μετέρχηται οἱανδήποτε αὐτὴ ἡ ἰδία Τράπεζα βιομηχανίαν πρὸς χρησιμοποίησιν τοῦ παρακρατηθέντος καρποῦ, εἶναι ἰδέαι μόνον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Τοῦτο δὲ, κύριε Πρόεδρε, τολμῶ νὰ ὑποστηρίξω, διότι, ὅτε κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης ἦλθεν εἰς Ἀθήνας ἐπιτροπὴ ἐμπόρων καὶ κτηματιῶν ἐκ Πατρῶν, καὶ ἐπεσκέφθη μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ ἐμὲ, ὁμιλῶν μετ’ αὐτῶν, ἐξεδήλωσα τὴν γνώμην, ὅπως ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ χρησιμοποιῇ τὸν σταφιδόκαρπον εἰς οἱανδήποτε ἤθελε βιομηχανίαν, εἴτε οἰνοπνευματοποιΐαν, εἴτε οἰνοπαραγωγὴν, εἴτε μιστελοποιΐαν, εἴτε κονιακοποιΐαν, ἢ, ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ, ὅπως αὐτὴ ἡ Τράπεζα, πρὶν ἀποβῇ τραπεζικὸν ἵδρυμα, γείνῃ πρότερον βιομηχανικὸν ἵδρυμα καὶ χρησιμοποιῇ ὅπως ἂν ἐγκρίνῃ τὸ παρακράτημα τῆς σταφίδος, νὰ ἐπιτευχθῇ τοὐλάχιστον, ὅπως διατίθηται αὐτὸ καὶ ὑπὲρ ἄλλων πλὴν τῆς οἰνοπνευματοποιήσεως σκοπῶν. Σχεδὸν ἅπαντα τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης ἐπισταμένως καὶ προθύμως ἀπεδέχθησαν τὴν πρότασιν ταύτην, καὶ μὲ ἐβεβαίωσαν, ὅτι μεταβαίνοντα παρὰ τῷ Ὑπουργῷ ἤθελον ὑποβάλει αὐτὴν, διότι τὴν ἐθεώρουν ὀρθοτάτην καὶ ὠφελιμωτάτην. Ὡς εἶπον, δὲν εὕρισκον λόγους, δι’ οὓς ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἔχουσα κεφάλαια καὶ πάντα τὰ μέσα νὰ ἱδρύσῃ βιομηχανίαν εἴτε κατασκευῆς οἴνου, εἴτε κατασκευῆς κονιὰκ, εἴτε κατασκευῆς οἰνοπνεύματος ἐκ σταφίδος, νὰ μὴ πράξῃ τοῦτο ἡ ἰδία, ἢ δι’ οὓς ἰδιῶται νὰ μὴ δύνανται νὰ χρησιμοποιῶσι καὶ εἰς ἄλλας βιομηχανίας τὸ ποσὸν τῆς παρακρατουμένης σταφίδος, οὐχὶ δὲ μόνον πρὸς κατασκευὴν οἰνοπνεύματος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνεκοίνωσαν, ὡς ἔμαθον, ταῦτα, δὲν ἀπεδέχθη οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο. Οἱ λόγοι μοὶ εἶναι ἄγνωστοι. Ἕνεκα τούτου εἰσήχθη, ὡς ἀπ’ ἀρχῆς εἶπον, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ διάταξις, καθ’ ἣν εἰς μὲν τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν ἀπαγορεύεται οἱαδήποτε βιομηχανία ἐπὶ τῆς παρακρατουμένης σταφίδος, ἡ δὲ παρακρατουμένη σταφὶς δὲν δύναται νὰ χρησιμοποιῆται εἰς ἄλλο ἢ μόνον πρὸς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος. Ἐψηφίσθη δὲ ὑπὸ τῆς Βουλῆς οὕτω τὸ νομοσχέδιον. Τί ὅμως πανταχόθεν ἀπὸ πολλοῦ καιροῦ ζητεῖται; Ἡ διάθεσις πρὸς παραγωγὴν μόνον οἰνοπνεύματος τοῦ παρακρατήματος ἐν τοῖς καταστήμασι κυρίως τοῦ Πειραιῶς δὲν φαίνεται ἠσφαλισμένη, εἴτε διότι τὰ κονιὰκ τῆς Ἑλλάδος δὲν δύναται πλέον νὰ καταναλίσκωνται εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὅσον πρίν, εἴτε δι’ ἄλλους λόγους, ὧν ὁ σπουδαιότερος, ὅτι οἰνόπνευμα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξάγηται εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, ἐν δὲ τῷ ἐσωτερικῷ δὲν ζητεῖται ὅσον προσφέρεται, διότι πάντες παράγουν οἰνόπνευμα. Καθὼς εἶπε καὶ ὁ προλαλήσας ἔντιμος Βουλευτὴς Πατρῶν, 45 ἑκατομμύρια λίτραι σταφίδος εὑρίσκονται διὰ τοῦτο σήμερον ἐν ταῖς ἀποθήκαις ἀδιάθετα, αὔριον δέ, μὲ τὴν νέαν ἐσοδείαν, ἴσον ἢ καὶ μεγαλείτερον ποσὸν πιθανὸν νὰ προστεθῇ. Τοῦτο εἶναι διπλῆ ζημία· μία, ὅτι δὲν ἐπωλήθη ἕως τώρα, ἄλλη, ὅτι θὰ ἐξευτελισθῇ ἡ τιμὴ τοῦ παρακρατήματος. Οὕτως ὁ μηχανισμὸς τῆς παρακρατήσεως εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐντελῶς προσκόπτει, καὶ τ’ ἀποτελέσματα ἀφεύκτως δὲν δύνανται παρὰ νὰ ἦναι δυσάρεστα, διότι εὑρισκομένου ποσοῦ 90 ἢ 100 ἑκατομμυρίων λιτρῶν σταφίδος ἐν ταῖς ἀποθήκαις, ἐννοεῖται ὅτι τὸ ἐμπόριον δὲν δύναται ἢ νὰ λαμβάνῃ εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τῶν τιμῶν ὑπ’ ὄψιν τοῦτο· ὅταν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι καὶ οὐδὲν ἄλλο ἐκ τῶν βοηθητικῶν πρὸς διατήρησιν καλῶν τιμῶν σταφίδος ἐγένετο, δηλαδὴ Γενικαὶ ἀποθῆκαι καὶ εὐκολίαι πρὸς δανεισμὸν χρημάτων εἰς τοὺς κτηματίας ἐπὶ τῇ ἀσφαλείᾳ τοῦ σταφιδοκάρπου, ἀφεύκτως θὰ ἔχωμεν τὰ αὐτὰ καὶ χείρονα ἢ πρὶν ἀποτελέσματα, ὅταν μετ’ ὀλίγον προστεθῇ καὶ ἡ νέα ἐσοδεία. Δὲν θὰ προσπαθήσω νὰ πείσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι πρέπει νὰ μεταβάλῃ θεμελιωδῶς τὸ σύστημα τοῦ ἰσχύοντος νόμου καὶ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ὅπως αὐτὴ ἡ ἰδία χρησιμοποιῇ τὸν σταφιδόκαρπον εἰς τὰς πολλαπλᾶς βιομηχανίας, εἰς ἃς εἶναι ἐπικερδὴς ἡ ἐξαγωγὴ μεταπεποιημένης τῆς σταφίδος, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι κατεπείγει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἄλλην πρότασιν. Ἂς δεχθῇ νὰ γίνηται χρῆσις τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ πρὸς παραγωγὴν μιστελίου ἢ ἄλλων ποτῶν. Ἐὰν τοῦτο δὲν γείνῃ,—καὶ μάλιστα ταχέως, ἐν ὅσῳ ἡ Σύνοδος αὕτη ἐργάζεται,—νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον, θὰ γείνῃ παραίτιος ἀποτυχίας τοῦ νόμου καὶ μεγάλων ζημιῶν, ἀμελοῦσα τὴν διόρθωσιν τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα κατήγγειλεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας.
§43Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἐδικαιοῦτο νὰ μεταδώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν οἷας ἔχει γνώμας ἐπὶ τοῦ θέματος, δὲν ἐδικαιοῦτο ὅμως νὰ εἴπῃ, ὅτι ὅσα ἐγὼ εἶπον δὲν εἶναι ἀκριβῆ, διότι ἐγὼ ἀφηγήθην τὰ συμβάντα ὡς συνέβησαν. Τὰ τοῦ θέματος τούτου παρακολουθῶ ἐκ καθήκοντος ἰδιαιτέρου, διότι ὑπῆρξα εἰσηγητὴς τοῦ νόμου. Ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ὡς φαίνεται, δὲν παρακολουθεῖ τὰ περὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, καὶ ἑπόμενον ἦτο νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶπον ἀκριβῆ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, ὅτε τὸ πρῶτον συνέταξα τὸ νομοσχέδεον τὸ σταφιδικὸν, ἔστειλα τοῦτο εἰς διαφόρους συλλόγους καὶ εἰς τοὺς διαφόρους οἰνοπαραγωγοὺς, ὅπως μοὶ δώσωσι τὴν γνώμην των,—τὸ ἔγγραφον τοῦτο ὑπάρχει,—μοὶ ἀπήντησαν δ’ ὅτι ὁ σταφιδόκαρπος τῶν ἀποθηκῶν τῆς ἀποταμιεύσεως δὲν πρέπει νὰ χρησιμοποιῆται εἰς πᾶσαν βιομηχανικὴν χρῆσιν. Ὅτε συνεζητοῦμεν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀνεκοίνωσα τὰς γνώμας τοῦ Ἐμπορικοῦ Ἐπιμελητηρίου Καλαμῶν, τοῦ Ἐμπορικοῦ Ἐπιμελητηρίου Πατρῶν, τοῦ Σταφιδικοῦ Συνδέσμου Πατρῶν, τῶν διαφόρων νομαρχῶν καὶ διαφόρων σταφιδικῶν συνδέσμων. Ἐκ τούτων ἐφαίνετο, ὅτι πάντες οὗτοι ἐφοβοῦντο, μήτοι διὰ τῆς μιστελοποιήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου παραβλαφθῇ ὁ σκοπὸς τῆς παρακρατήσεως. Ὄντως τότε ἦλθεν ἐπιτροπὴ εἰς Ἀθήνας, ἡ ὁποία ἀπετελεῖτο παρ’ ἐκείνων τῶν σταφιδεμπόρων, οἵτινες ἐχρησιμοποίουν πρότερον, πρὸ τῆς ἀπαγορεύσεως τοῦ νόμου τοῦ 1898, τὸν σταφιδόκαρπον πρὸς κατασκευὴν οἴνων, ἤτοι παρὰ τοῦ κ. Ἄμβουργερ καί τινων ἄλλων, ἐν οἷς καὶ οἱ κ.κ. Ζάνος καὶ Ρώς. Πάντες οὗτοι ἀπετέλουν τὴν μειονοψηφίαν, ἐξεπροσώπουν τὴν βιομηχανίαν τῆς μιστελοποιήσεως, ὡς ἐκ τούτου ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐδέχθη τὴν πρότασιν αὐτῶν, ἀνεγράφη δὲ ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ χρησιμοποίησις τοῦ παρακρατήματος μόνον πρὸς κατασκευὴν οἰνοπνεύματος. Δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι ἐξ αὐτῶν τῶν μελῶν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης οἱ πλεῖστοι ἦσαν κατὰ τῆς τοιαύτης χρησιμοποιήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου, δύο δ’ ἐκ τῶν μελῶν αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον ὑπομνήματα, δηλοῦντα τὴν ἀντίθετον γνώμην, καὶ ἐκεῖνα ὁμολογοῦσιν, ὅτι πρὶν εἶχον τὴν ἀντίθετον γνώμην, ἀλλ’ ἐπείσθησαν, ὡς λέγουν, ἐξ ὧν ἐνήργησαν ἐξετάσεων, ὅτι δὲν θέλει παραβλαφθῆ τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐκ τῆς τοιαύτης χρησιμοποιήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου. Ἐννοεῖται ὅτι τὸ θέμα δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν, ὅσον παρίσταται. Βεβαίως ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ διευκολύνῃ τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, παρέχουσα εἰς αὐτὴν τὰ μέσα, ὅπως καταναλίσκῃ τὸν ἐκ τῆς παρακρατήσεως ἀποθηκευόμενον σταφιδόκαρπον, ἀλλὰ δὲν παραβλέπει καὶ ἕτερον καθῆκον, ἀφορῶν εἰς τὴν ἐπιβαλλομένην μέριμναν, ὅπως μὴ βλαφθῶσι τὰ συμφέροντα τῶν σταφιδοπαραγωγῶν· ἐπὶ τούτῳ δ’ ἐνήργησε διαφόρους ἐξετάσεις καὶ μελέτας, τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ὁποίων δὲν δύναται ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σήμερον.
§44ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ἐπέρχεται ζημία εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας, ἐπέρχεται ἐκ τῆς διατάξεως ἡ ὁποία ἰσχύει. Αὐτὴ κατέστησε μονοπώλιον τὴν ἀπόσταξιν τῆς σταφίδος, καὶ ὅλον τὸ ποσὸν τοῦ παρακρατήματος χρησιμοποιεῖται εἰς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος. Ἐννοεῖται ὅτι, ὅσον περισσότερον παράγεται οἰνόπνευμα ἐν Ἑλλάδι ἐκ σταφιδοκάρπου, τόσον περισσότερον περιορίζεται ἡ παραγωγὴ αὐτοῦ ἐκ σταφυλῶν. Τὸ ἄλλο, ὅπερ παρεκώλυσεν, ὅπως ἀφεθῇ ἐν τῷ νόμῳ ἐλευθέρα ἡ μετατροπὴ τοῦ σταφιδοκάρπου εἰς οἶνον, ἐπίσης ἀπ’ ἀρχῆς ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ ἰσχυρὸν ἐπιχείρημα, διότι, ἂν μετεποιεῖτο ἡ σταφὶς ἐν Ἑλλάδι εἰς οἶνον, ἀλλ’ ὁ οἶνος αὐτὸς ἐξήγετο, βεβαίως δὲν ἤθελε προκαλέσει συναγωνισμόν, καὶ ὁ οἶνος οὗτος δὲν θὰ κατελάμβανε τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει ἐν Γερμανίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ ὁ οἶνος ὁ ἐκ ξηρᾶς σταφίδος, διότι ἄλλο τὸ ἐμπόριον τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου τοῦ ἐκ ξηρᾶς σταφίδος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ παραγομένου καὶ ἄλλο τὸ ἐμπόριον τοῦ οἴνου τοῦ κατασκευαζομένου ἐν τῷ τόπῳ ἐξ ξηρᾶς καὶ χλωρᾶς σταφίδος, διότι ἄλλην κατανάλωσιν θὰ ἔχῃ ὁ εἷς καὶ ἄλλους πελάτας, καὶ ἄλλους ὁ ἄλλος. Λοιπὸν δὲν ἦτο ἀνάγκη δοκιμῶν, ὅπως σχηματίσωμεν τὴν γνώμην, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιβλαβὲς εἰς τὴν σταφίδα τὸ ἐμπόριον τῆς μετατροπῆς αὐτῆς εἰς οἶνον ἐν Ἑλλάδι. Προσέτι παρατηρῶ, ὅτι κατεχόμεθα ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι ἡ Πολιτεία παρεχώρησε μεγάλην προστασίαν διὰ τοῦ νόμου εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας, καὶ ἐννοεῖ νὰ τοὺς κηδεμονεύῃ. Ἐγὼ τὸν νόμον περὶ παρακρατήσεως δὲν θεωρῶ προστασίαν. Εἶναι ἁπλῆ ἀνάμιξις τοῦ Κράτους, ὅπως ἀναπληρώσῃ τὴν ἐλλείπουσαν ἄλλοτε ὁμοφωνίαν μεταξὺ τῶν σταφιδοκτημόνων πρὸς ὀργάνωσιν τῆς παρακρατήσεως. Οὐδεμίαν ἰδιαιτέραν προστασίαν εὑρίσκω τοῦ Κράτους, δικαιολογοῦσαν, ὅπως ἐπεμβαίνῃ καὶ περιορίζῃ τὴν ἐλευθερίαν τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς περιουσίας τῶν σταφιδοκτημόνων. Ἄν οἱ σταφιδοκτήμονες, παρακρατοῦντες τὸ ἴδιον αὑτῶν προϊὸν, εὑρίσκουν συμφέρον αὐτοὶ οἱ ἴδιοι διὰ τῶν ἰδίων αὑτῶν ἀντιπροσώπων νὰ χρησιμοποιῶσιν ἄλλως πως τὸ παρακράτημα, παρὰ διὰ τῆς πωλήσεως εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς Πειραιῶς, καὶ μόνον πρὸς οἰνοπνευματοποίησιν, δὲν ἐννοῶ διατὶ νὰ μὴ τοῖς ἐπιτραπῇ τοῦτο, καὶ διατὶ, ἂν μετατρέποντες τὴν σταφίδα εἰς κονιὰκ ἔβλαπτον τυχὸν τοὺς ἀλλαχοῦ τῆς Ἑλλάδος παράγοντας κονιὰκ, νὰ τοῖς ἐμποδισθῇ ἡ κατασκευὴ κονιὰκ, καὶ διατὶ, πολὺ περισσότερον, νὰ τοῖς ἀπαγορεύηται ἡ τῆς σταφίδος οἰνοποίησις, ἀφοῦ δὲν θὰ παραβλάψῃ τὴν οἰνοποιΐαν τὴν παράγουσαν καὶ ἐξάγουσαν οἶνον εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§45ΧΑΡΙΛ. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Πιστεύω ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι εἰς θέσιν, καλλίτερον ἡμῶν νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἐν Γερμανίᾳ ὁ ἐκ σταφίδος παραγόμενος οἶνος εἶναι πολὺ εὐθηνότερος ἀπὸ τὸν οἶνον ὁ ὁποῖος θὰ παραχθῇ ἐδῶ. Διὰ νὰ εἰσαχθῇ ὁ οἶνος οὗτος εἰς Γερμανίαν, θὰ πληρώσῃ τὸ ἑξαπλάσιον τοῦ δασμοῦ, τὸν ὁποῖον πληρόνει ἡ πρὸς οἰνοποίησιν εἰσαγομένη ἐκεῖ σταφίς. Ὥστε ἦναι λελυμένον τὸ ζήτημα, ὅτι δὲν δύναται νὰ συναγωνισθῇ. Ὁ οἶνος λοιπὸν οὗτος θὰ εἰσαχθῇ εἰς ἄλλας ἀγορὰς, ὅπου νὰ δύναται νὰ συναγωνισθῇ πρὸς οἴνους εἰσαγομένους ἐξ ἄλλων μερῶν. Ἓν κώλυμα μόνον θὰ εὕρῃ, ὅτι δὲν θὰ εἰμπορῇ νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Γαλλίαν, διότι ἐν Γαλλίᾳ ὁ οἶνος ὁ παραγόμενος ἀπὸ ξηρὰν σταφίδα ἔχει δασμὸν ἀπαγορευτικὸν τῆς εἰσαγωγῆς, ἐπιτρέπεται ὅμως ἡ εἰσαγωγὴ οἴνων παραγομένων ἀπὸ σταφυλὰς, διότι οἱ Γάλλοι δὲν ἔχουν τὴν λέξιν σταφίδα· λέγουν ἐκ σταφυλῆς ξηρᾶς. Πρέπει λοιπὸν νὰ γείνῃ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς θέλοντας, νὰ εἰσάγωσιν εἰς τὴν παρακράτησιν καὶ νωπὰς σταφυλάς· διότι πρὸς τοῦτο δὲν ἀρκεῖ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ οἰνοποίησις, διότι ἡ οἰνοποίησις ἐκ ξηρῶν σταφυλῶν καὶ ἡ εἰσαγωγὴ οἴνων οὕτω πως κατασκευαζομένων ἀποκλείεται. Διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νόμου, δι’ οὗ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ παρακράτησις καὶ εἰς νωπὰς σταφυλάς· ἐκ τούτου δὲ, νομίζω, οὐδεὶς πρόκειται νὰ βλαφθῇ. Ἡμεῖς οἱ ἀνατραφέντες μὲ τὴν σταφίδα γνωρίζομεν ποία εἶναι ἡ ἀναλογία μεταξὺ νωπῆς καὶ ξηρᾶς σταφίδος. Διὰ νόμου δέον νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Παρακράτησιν νὰ δέχηται καὶ σταφυλὰς κατ’ ἀναλογίαν 4 πρὸς 1, ὅπως κρατεῖ παρ’ ἡμῖν καὶ ἐν Μεσσηνίᾳ, καὶ ἐκεῖ θὰ ζητηθῇ νὰ γείνῃ οὕτως ἡ παρακράτησις πρὸς οἰνοποίησιν. Εἰς τὸ Αἴγιον βεβαίως δὲν θὰ χρειασθῇ. Ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι λεπτομέρειαι, καὶ θὰ τὰ εἴπωμεν ὅταν εἰσαχθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἀφεύκτως πρέπει νὰ εἰσαχθῇ, διότι ἄλλως κινδυνεύομεν. Σήμερον εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι ἡ σταφὶς πρὸς οἰνοποίησιν δύναται ν’ ἀπολαύσῃ περισσότερον παρ’ ὅσον ἀπολαμβάνει πρὸς ἀπόσταξιν· πρὸς ἀπόδειξιν δὲ, ἂς ὑποβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατάστασιν τοῦ ἀπομένοντος εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς παρακρατήσεως ποσοῦ τοῦ 1898, διότι τοῦ 1899 τὸ παρακράτημα μένει ἀνέπαφον. Τότε μόνον προσφέρεται ἡ βιομηχανία τῆς ἀποστάξεως ν’ ἀγοράσῃ τὸ παρακράτημα, ὅταν τῇ δοθῇ τοῦτο εἰς τιμὴν κατωτέραν τῶν 40 δραχμῶν· ἀλλὰ τότε ἡ Τράπεζα πρέπει νὰ κλείσῃ, διότι τὸ παρακράτημα ἔχει νὰ πληρώσῃ φόρον, ἔξοδα Τραπέζης κλπ., καὶ τότε δὲν θὰ ἔχομεν τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προσδοκῶμεν ἀπὸ τὴν παρακράτησιν, ἤτοι τὸν διακανονισμὸν τῶν χρεῶν καὶ τὴν ἀνακούφισιν τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, ἐνῶ διδομένης τῆς παρακρατήσεως εἰς τὴν βιομηχανίαν πρὸς 80 δραχμὰς εἰς νωπὴν κατάστασιν ἡ Τράπεζα ὑπηρετεῖ καὶ τὴν παραγωγὴν καὶ τὴν βιομηχανίαν. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ εἰσάγῃ ξηρὰν, ἂς εἰσάγει νωπὴν σταφίδα, καὶ οὕτω θὰ ἔχῃ τὸ πλεονέκτημα ἡ βιομηχανία νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Γαλλίαν, ὅτι ὁ οἶνος αὐτὸς εἶναι ἀπὸ σταφυλὰς,—καὶ προτιμᾶται ὁ οἶνος ὁ ἀπὸ σταφυλὰς, διότι ἔχει πολλὰ πλεονεκτήματα, πρὸς δὲ τούτοις καὶ ἡ οἰνοποιΐα ἡ ἐν Ἑλλάδι ὠφελεῖται, διότι οὕτω θὰ τῇ προστεθῇ καλὸς πελάτης, διότι οἱ κατασκευάζοντες οἴνους ἐκ νωπῆς σταφίδος θ’ ἀγοράζωσιν οἴνους ἐκ Κύμης, ἐκ Λευκάδος καὶ ἐξ ἄλλων μερῶν καὶ θὰ τοὺς ἀναμιγνύωσι μὲ τὸν ἐκ σταφίδος οἶνον· ὅ,τι δηλαδὴ γίνεται εἰς τὸ ἐξωτερικόν, θὰ γίνηται καὶ εἰς τὸ ἐσωτερικόν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φέρῃ ὡς οἷόν τε τάχιον τὸ περὶ οὗ εἶπον νομοσχέδιον.
§46Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπαντῶν ἐπὶ τοῦ θέματος, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ ἐκ Πατρῶν ἀντιπρόσωπος, τοῦ θέματος τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ παρακρατήματος, ἔθιξε καὶ ἄλλο θέμα, τὸ θέμα τῆς χορηγίας δανείων. Τὸ θέμα αὐτὸ εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖον· τοῦτο δὲ περισσότερον παντὸς ἄλλου ἔπρεπε νὰ προσελκύσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἔχομεν δικαίωμα νὰ μάθωμεν, τί γίνεται τὸ εἰσπραχθὲν ἐκ τῆς παρακρατήσεως χρῆμα, τὸ ὁποῖον — ἂς λεχθῇ μετὰ παρρησίας — οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν εἶχον ἐπαρχίαι τινές, ἐν οἷς καὶ ἡ Κορινθία, νὰ προσφέρωσιν ἐπ’ ὠφελείᾳ ἄλλων ἐπαρχιῶν. Τί γίνεται τὸ ἀντίτιμον τοῦ σταφιδοκάρπου τοῦ παρακρατουμένου; τί σκέπτεται νὰ πράξῃ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα; Ἔτος ἤδη παρῆλθεν ἀφ’ ὅτου ἐψηφίσθη ὁ νόμος, καὶ οὐδὲν ἔπραξε μέχρι τοῦδε, τὰ συναχθέντα δὲ χρήματα μένουν ἀχρησιμοποίητα, ἐπὶ ζημίᾳ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, δι’ ἣν κυρίως ἐψηφίσθη, παρὰ τὴν θέλησιν ἡμῶν τῶν ἀντιπαρακρατητικῶν, ὁ περὶ παρακρατήσεως καὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης νόμος.
§47Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Νομίζω ὅτι οἱ ὁμιλήσαντες περὶ τοῦ παρακρατήματος καὶ λαβόντες περὶ αὐτῆς μεγάλην μέριμναν ἐλησμόνησαν ὅτι κύριος σκοπὸς τοῦ νομοθετήματος, δὲν εἶναι ἡ τύχη τοῦ παρακρατήματος, ἀλλ’ ἡ ὕψωσις τῆς τιμῆς τῆς σταφίδος διὰ τῆς παρακρατήσεως. Ἄν τὸ παρακράτημα ὑποτιμᾶται, διότι παρήχθη πρᾶγμα περισσότερον, τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς τύχης τοῦ σταφιδοκάρπου. Τὸ ζήτημα, ἂν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ἡ οἰνοποίησις καὶ τοῦ παρακρατήματος, νομίζω ὅτι δὲν ἔχει ὡριμάσει· νομίζω δ’ ὅτι πεπλανημένας πληροφορίας ἔχει ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου, καθ’ ἃς πανταχόθεν γίνονται τοιαῦται αἰτήσεις. Ἡ ἡμετέρα ἐπαρχία ἀποκρούει τὴν ἰδέαν τῆς οἰνοποιήσεως τοῦ παρακρατήματος, δὲν εἶναι δ’ ἀληθὲς τὸ λεχθὲν, ὅτι οἱ οἶνοι οἱ ἐκ τοῦ παρακρατήματος δὲν δύνανται νὰ συναγωνισθῶσιν εἰς τὴν Γερμανίαν πρὸς τοὺς οἴνους τοὺς κατασκευαζομένους ἐκεῖ ἐκ σταφιδοκάρπου, λόγῳ ὅτι οἱ τοιοῦτοι οἶνοι ἐκεῖ εἶναι εὐθηνότεροι. Λησμονοῦσιν οἱ Κύριοι, ὅτι ἡ σταφὶς ὡς μιστέλιον εἶναι ἀτελὴς, καὶ δύναται ἐντελῶς νὰ καταστρέψῃ τὴν κατασκευὴν οἴνου ἐκ σταφιδοκάρπου· λησμονοῦσιν ὅτι καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν, μεθ’ ὅλους τοὺς ἀπαγορευτικοὺς δασμοὺς, ζητοῦν τὸ πρᾶγμα καὶ τὸ λαμβάνουν, ὅπερ ὅμως θὰ ἐξαφανισθῇ, ἂν εἰσάγηται μιστέλιον ἐκ τοῦ παρακρατήματος. Ἐγὼ — ἐπαναλαμβάνω — φρονῶ, ὅτι ὁ νόμος περὶ παρακρατήσεως δὲν ἀποβλέπει εἰς τὴν τύχην τοῦ παρακρατήματος, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν σπουδαίως νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, πρὶν ἀποφασίσῃ τὴν οἰνοποίησιν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον θέμα, παρακαλῶ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπιστήσωσι τὴν προσοχήν των εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Συζητοῦν ἐν αὐτῷ καταστατικά, καὶ τὰ ἀφίνουν ἐκκρεμῆ, ἐπικρατεῖ δ’ ἐν γένει μία κατάστασις ὄχι εὐχάριστος. Ὁ τόπος δικαίως ζητεῖ νὰ χρησιμοποιηθῇ τὸ χρῆμα αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, διατιθέμενον εἰς δάνεια πρὸς τοὺς σταφιδοκτήμονας, διὰ νὰ γείνῃ ἀρχὴ τῆς ὠφελιμότητος τοῦ νόμου, καὶ νὰ τὴν ἐννοήσουν καὶ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ὑπόκεινται εἰς τόσας κρίσεις.
§48ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ ἐξ Ἠλείας ἀξιότιμος συνάδελφος φαίνεται ὅτι ἡ ἐπαρχία του, ἡ ὁποία ἐπρωτοστάτησεν εἰς τὴν νομοθέτησιν τοῦ θεσμοῦ τῆς παρακρατήσεως, εἶναι προωρισμένη νὰ πρωτοστατήσῃ καὶ εἰς τὰ καταστρεπτικὰ ἀποτελέσματα τοῦ θεσμοῦ τούτου διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἐλευθέρας χρήσεως τοῦ παρακρατήματος. Ἐκεῖνο, Κύριοι, τὸ ὁποῖον ἐπείγει σήμερον καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, εἶναι ἡ ταχεῖα ἀπόφασις ὑπὲρ τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ παρακρατήματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ ἡ παρακράτησις, ἐφ’ ὅσον τὸ παρακράτημα κρατεῖται εἰς τὰς ἀποθήκας, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ κύριος Σπηλιάδης εἶπεν, ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς παρακρατήσεως εἶναι μόνον νὰ παρακρατηθῇ, ἡ σταφίς. Φαντασθῆτε, Κύριοι, ἂν παρέρχεται ὁ χρόνος καὶ πληρωθοῦν αἱ ἀποθῆκαι τῆς παρακρατήσεως σταφιδοκάρπου ἀδιαθέτου, ποία θὰ ἦναι ἡ τύχη τῆς ὑπολειπομένης σταφίδος!...
§49Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἦναι νὰ πέσῃ ἡ παρακράτησις.
§50ΧΟΙΔΑΣ. Ἂς πέσῃ!... Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι, ν’ ἀποφασίσῃ ὁπωσδήποτε ταχέως. Ἐὰν δ’ ἐπρόκειτο νὰ ἐκθέσω σήμερον καὶ τὴν γνώμην μου περὶ τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ παρακρατήματος, κηρύσσομαι ἀνεπιφυλάκτως ὑπὲρ τῆς ἐλευθέρας χρήσεως αὐτοῦ, διότι τότε μόνον θὰ ἐπέλθωσι τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου τῆς παρακρατήσεως. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἔχει βάσιν τινὰ ἡ δημοσιευθεῖσα εἴδησις, ὅτι σπουδαίως συζητεῖται ἐν Γερμανίᾳ ἡ ἐπιβολὴ φόρου ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς σταφίδος.
§51Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ ἄλλος φόρος ἢ ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος δυνάμει τῆς συνθήκης. Ὅπως ἐπιβληθῇ φόρος ἀνώτερος τοῦ φόρου τῶν ὀκτὼ μάρκων, τοῦ ἐπιβαλλομένου σήμερον, πρέπει νὰ καταγγείλῃ ἡ Γερμανία τὴν μεθ’ ἡμῶν ἐμπορικὴν συνθήκην. Ἀλλὰ περὶ τοιαύτης προθέσεως οὐδεμίαν ἔχομεν ἔνδειξιν.
§52Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀπαντήσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῶν δανείων, διὰ νὰ γνωρίζῃ ὁ κόσμος, ἂν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα θὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της.
§53Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς ἐδημιουργήθη διὰ τοῦ ὑφεστῶτος νόμου, ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἀποτελεῖ αὐτοτελὲς ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον δὲν ὑποβάλλεται εἰς τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν κηδεμονίαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τῷ νόμῳ ἀνεγράφησαν σαφῶς τὰ καθήκοντα καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Συμβουλίου. Ἐν τῷ νόμῳ ἀναγράφεται, ὅτι σκοπὸς τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης εἶναι, ὅτι τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐκ τῆς διαθέσεως τοῦ σταφιδοκάρπου τῶν παρελθόντων ἐτῶν, καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤθελεν εἰσπραχθῆ ἐκ τοῦ σταφιδοκάρπου τῶν μελλουσῶν ἀποταμιεύσεων, θέλει χρησιμοποιηθῆ εἰς χορηγίαν δανείων πρὸς καλλιέργειαν. Ἡ Κυβέρνησις ἓν μόνον ἠδύνατο νὰ πράξῃ, ὅπως ἐπιτευχθῇ ὁ ἐπιδιωχθεὶς σκοπός, νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ χρῆμα τὸ προερχόμενον ἐκ τῆς διαθέσεως τοῦ σταφιδοκάρπου τῶν παρελθόντων ἐτῶν, καὶ τοῦτο ἔπραξε. Πρὶν ἢ δὲ γείνῃ καὶ τοῦτο, παρήγγειλε πρὸς τὸ Συμβούλιον, ὅτι ὤφειλε νὰ συντελέσῃ πάσας τὰς προπαρασκευαστικὰς ἐργασίας, τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν χορηγίαν τῶν δανείων. Ἡ Τράπεζα, εὐθὺς ὡς κατορθώσῃ τοῦτο, δὲν ἔχει ἕτερόν τι νὰ πράξῃ ἢ νὰ δηλώσῃ, εἰς ποῖα ὑποκαταστήματα ἢ εἰς ποῖα ταμεῖα θέλει νὰ δοθῇ τὸ χρῆμα τοῦτο. Δὲν ἠξεύρω διὰ τίνας λόγους ἐβράδυνεν ἡ ἐκλογὴ τοῦ Διευθυντοῦ, καὶ πῶς ἠγέρθη μεταξὺ αὐτῶν τὸ ζήτημα, ἐὰν πρέπει νὰ γένηται ἀμέσως ἡ χορηγία δανείων ἐπὶ καλλιεργείᾳ. Πάντα ταῦτα ἐγένοντο ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Κυβερνήσεως, μὴ δικαιουμένης νὰ παρέμβῃ εἰς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου, ὅτε, πρὸ μηνὸς περίπου, ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε πρακτικὸν συνεδριάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Τραπέζης, ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ Διευθυντοῦ, ἐν τῷ ὁποίῳ τέσσαρες μὲν σύμβουλοι ἐκηρύσσοντο ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς τῆς χορηγίας δανείων διὰ τὸ ἔτος τοῦτο, λόγῳ ὅτι παρῆλθεν ὁ χρόνος ὁ ἀπαιτούμενος, ὅπως ὀργανωθῶσι τὰ ὑποκαταστήματα, καὶ ὅτι τὸ ὑπάρχον χρῆμα ἦτο ἀνεπαρκές...
§54ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ οὐσιώδης λόγος.
§55ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. .. δύο δ’ ἕτεροι σύμβουλοι ἀνέγραφον διαφόρους γνώμας, ὑπεστήριζον δηλ. ὅτι, ὅσος δήποτε καὶ ἂν ὑπολείπηται χρόνος, πρέπει νὰ διατεθῇ τὸ χρῆμα τοῦτο. Οἱ ἔχοντες τὴν πρώτην γνώμην τέσσαρες σύμβουλοι συνεφώνησαν, ὅτι πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὑπέβαλον τὸ πρακτικὸν τοῦτο, ὅπως προκαλέσωσι τὴν γνώμην αὐτῆς. Ἡ Κυβέρνησις ἀπήντησεν, εὐθὺς ὡς ἔλαβε τὸ πρακτικὸν, ὅτι ἐξ οὐδεμιᾶς διατάξεως τοῦ νόμου ἐπιτρέπεται ἡ παρέμβασις τῆς Κυβερνήσεως, διότι εἰς ἓν μόνον ἀποβλέπει ὁ νόμος, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα νὰ χορηγήσῃ τὰ δάνεια καὶ νὰ συστήσῃ καὶ πέντε ὑποκαταστήματα, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐπιφυλάσσεται, ὅπως, ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ Συμβούλιον δὲν ἐκτελέσῃ τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιβαλλόμενα αὐτῷ καθήκοντα, προβῇ εἰς ὅ,τι αὕτη δικαιοῦται. Κατὰ τὰς πληροφορίας μου, τὸ Συμβούλιον προέβη εἰς σύνταξιν Κανονισμοῦ, καὶ νῦν ἀσχολεῖται εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ προσωπικοῦ, ὅπως ἄρξηται ἡ λειτουργία τῶν ὑποκαταστημάτων καὶ ἡ χορηγία τῶν δανείων.
§56Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Λυποῦμαι, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀπασχολήσω ἐπί τινα ὥραν τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ ζητήματος, δι’ ὃ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐπερωτήσω πρὸς μηνὸς περίπου τὸν ἔντιμον κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τὸ ὁποῖον φίλος συνάδελφος, ὃν τιμῶ, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ἐχαρακτήρισεν ὡς στενῶς τοπικόν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ εὐαρεστηθῇ νὰ μοὶ παράσχῃ εὐμενῶς τὴν προσοχὴν αὑτῆς, θέλει πεισθῆ, ὅτι δὲν εἶναι στενῶς τοπικὸν τὸ ζήτημα, ἀλλ’ ἔχει γενικώτερον χαρακτῆρα, καὶ ἐνδιαφέρει πάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι ἡ ἰσχὺς τῆς Πολιτείας, πρωτίστως ἔγκειται ἐν τῷ σεβασμῷ πρὸς τοὺς νόμους ἐκ μέρους τῶν κυβερνώντων.
§57Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Πρόκειται πάλιν περὶ τῶν ἐπιτρόπων τῶν ναῶν;
§58ΔΟΥΝΗΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 2 Φεβρουαρίου παρεκάλεσα τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως καταθέσῃ διάφορα ἔγγραφα...
§59ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀλλὰ φεύγουν οἱ Βουλευταὶ, κύριε Δούνη.
§60ΔΟΥΝΗΣ. Ἀδιαφορῶ ἐντελῶς. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἀκούσας τότε τὴν ἐπερώτησίν μου, ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι γνωρίζει τὰ κατὰ τὸ ζήτημα, προσέθηκε δὲ, ὅτι ἤθελεν ἀποδείξει ἀμέσως τὴν ἐπιοῦσαν, ὅτι ἐπλανώμην καὶ ὅτι πᾶσα ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ ἦτο νόμιμος. Τὴν δοθεῖσαν ταύτην ὑπόσχεσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐξετέλεσε. Πιστεύω δ’ ὅτι δὲν τὴν ἐξετέλεσε, διότι ἔχει πεισθῆ, ὅτι, ἐκ παραδρομῆς ἴσως, οὐχὶ νομίμως ἐνήργησε, διατάξας τὸν νομάρχην Εὐβοίας νὰ παραβιάσῃ διάταξιν τοῦ δημοτικοῦ νόμου σαφῆ καὶ ἀνεπίδεκτον διφορουμένης ἑρμηνείας. Διὰ νὰ πεισθῆτε δὲ περὶ τοῦ βασίμου τῶν ἰσχυρισμῶν μου, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ν’ ἀναφέρω συντόμως τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως. Κατὰ τὸν Μάρτιον παρελθόντος ἔτους τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Κυμαίων ἐξέδοτο ψήφισμα, δι’ οὗ ἀντικαθίσταντο μέλη τινὰ Ἐκκλησιαστικῶν Συμβουλίων, ἐπληροῦντο δὲ καὶ κεναί τινες θέσεις ἐκκλησιαστικῶν συμβούλων. Ὁ τότε δήμαρχος Κυμαίων, ἐνῷ ἐκ τοῦ νόμου ὤφειλε ν’ ἀνακοινώσῃ τὸ ψήφισμα εἰς τὸν νομάρχην Εὐβοίας καὶ νὰ ἐκτελέσῃ αὐτὸ, οὐδὲν ἐνήργησεν· εἰς μάτην δὲ καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ ἄλλοι δημόται ὑπέβαλον αἴτησιν πρὸς τὸν κ. νομάρχην, ζητοῦντες ἵνα προσκαλέσῃ τὸν κ. δήμαρχον νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ψήφισμα. Οὕτω δὲ τὸ ψήφισμα ἔμεινεν εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἀνεκτέλεστον μὲν, ἰσχυρὸν δέ. Εὑρέθην τότε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως διὰ τοῦ νομάρχου προσκαλέσῃ τὸν δήμαρχον νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ψήφισμα. Ἐὰν τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξετέλει ὅ,τι ἐπεβάλλετο αὐτῷ ἐκ τοῦ νόμου, βεβαίως δὲν θὰ εὑρισκόμην νῦν εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδὲν ἐνήργησεν. Ἐπῆλθον ἐν τῷ μεταξὺ νέαι δημοτικαὶ ἐκλογαὶ, νέον ἐξελέγη Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ νέος δήμαρχος, ὅστις ἀναλαβὼν τὰ καθήκοντά του, εὗρε τὴν κατάστασιν τῆς διαχειρίσεως τῶν ναῶν λίαν ἠμελημένην, καὶ τὴν διεύθυνσιν αὐτῶν εἰς ἀποσύνθεσιν. Προσεκάλεσε τοὺς δημοτικοὺς συμβούλους, ἵνα ἀποφανθῶσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν ἐκκλησιαστικῶν συμβούλων, ἀλλὰ τὰ πλεῖστα τῶν μελῶν αὐτοῦ, φίλα φρονοῦντα πρὸς τὸν τέως δήμαρχον, δὲν προσῆλθον. Ὁ δήμαρχος ἐπανειλημμένως παρεκάλεσε τὸν νομάρχην, ἵνα ἐπιβάλῃ τὴν ἐκ τοῦ νόμου ποινὴν εἰς τοὺς μὴ προσερχομένους πρὸς συνεδρίασιν συμβούλους, ἀλλ’ εἰς μάτην· ἡ φωνὴ αὐτοῦ ἦν φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ! Ἠναγκάσθη τότε ὁ δήμαρχος, ἔχων τὸ ψήφισμα, νὰ τὸ ἀνακοινώσῃ εἰς τὸν κ. νομάρχην, ὁ δὲ νομάρχης διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 9986 τῆς 3 Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους ἀποφάσεώς του ἐνέκρινε τὸ ψήφισμα.
§61ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπόκειται εἰς ἔγκρισιν.
§62ΔΟΥΝΗΣ. Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ ἐμὴ γνώμη· ἀλλ’ εἶπον τοῦτο ἀκριβῶς διὰ νὰ ἀποδείξω ἐμφαντικὴν καὶ ἀσυγκάλυπτον τὴν παρανομίαν. Ἐνεκρίθη λοιπὸν τὸ ψήφισμα, δι’ οὗ ἀντικαθίσταντο οἱ ἐκκλησιαστικοὶ σύμβουλοι.
§63Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Διατάξατε, κύριε Πρόεδρε, νὰ γείνῃ ἡσυχία, διότι πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου ζητήματος! (ἱλαρότης).
§64ΔΟΥΝΗΣ. Μετὰ τὴν ἔγκρισιν ταύτην ὁ νομάρχης λαμβάνει τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν (ἀναγινώσκει): «Νομάρχην Εὐβοίας. Ὑπεβλήθησαν ἡμῖν παραστάσεις, ὅτι ὁ κατὰ τὰς τελευταίας δημοτικὰς ἐκλογὰς ἐκλεχθεὶς καὶ ἄρτι ἐγκατασταθεὶς δήμαρχος Κυμαίων ὑπέβαλεν ὑπὸ τὴν ὑμετέραν ἔγκρισιν ψήφισμα, πρὸ ὀκτὼ μηνῶν ἐκδοθὲν ὑπὸ τοῦ πρώην Δημοτικοῦ Συμβουλίου, δι’ οὗ, τῇ προτάσει τοῦ ἀναπληροῦντος τότε τὸν ἀπουσιάζοντα δήμαρχον δημαρχικοῦ παρέδρου, ἀντεκαθίσταντο ἅπαντα τὰ μέλη τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Συμβουλίων τῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ δήμου Κυμαίων ἐνοριακῶν ναῶν, καὶ ὅτι τὸ ψήφισμα τοῦτο ἐνεκρίθη ὑφ’ ὑμῶν, καίτοι, κατὰ τὰς αὐτὰς παραστάσεις, τινὰ τῶν ἐκλεχθέντων τότε μελῶν τῶν εἰρημένων Ἐκκλησιαστικῶν Συμβουλίων τυγχάνουσιν ἤδη δημοτικοὶ σύμβουλοι καὶ δημαρχικοὶ πάρεδροι. Ὑποβάλετε, παρακαλῶ, διὰ πρώτου ταχυδρομείου δεούσας ἐπὶ παραστάσεων τούτων πληροφορίας, ἀναστέλλοντες ἅμα ἐκτέλεσιν ἐκδοθείσης τυχὸν ἐπὶ διαληφθέντος ψηφίσματος ἀποφάσεως, μέχρις οὗ τὸ Ὑπουργεῖον, λαμβάνον γνῶσιν σχετικῶν ἐγγράφων, ἅτινα θέλετε ἀποστείλει ἡμῖν ἄνευ ἀναβολῆς, ἐπιστείλῃ ὑμῖν δέοντα. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐκοινοποιήθη ἀπόφασις ὑμῖν, δύνασθε ἀναμορφῶσαι ταύτην, κατὰ σχετικὴν διάταξιν βασιλικοῦ διατάγματος περὶ καθηκόντων νομαρχῶν, καὶ προκαλέσαι νέον Δημοτικὸν Συμβούλιον, ὅπως προβῇ εἰς τὴν κατὰ νόμον ἐκλογὴν ἐκκλησιαστικῶν συμβούλων.» Μόλις ἔλαβε τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ὁ κ. νομάρχης, ἀπέστειλε τηλεγράφημα πρὸς τὸν δήμαρχον Κυμαίων, δι’ οὗ διέτασσε τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 9986 διαταγῆς αὑτοῦ περὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν συμβούλων, καὶ παρήγγελλεν αὐτῷ νὰ ἀναφέρῃ τηλεγραφικῶς τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως. Ἀπαντᾷ ὁ δήμαρχος Κυμαίων εἰς τὴν τηλεγραφικὴν ταύτην διαταγὴν, ὅτι «ἡ ὑπ’ ἀριθ. 9986 διαταγὴ περὶ ἐκκλησιαστικῶν συμβούλων ἐξετελέσθη πρὸ τῆς λήψεως τῆς ἀνασταλτικῆς διαταγῆς». Μετὰ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ἕτερον τηλεγράφημα τοῦ νομάρχου, συντεταγμένον μὲ ὕφος, ὅπερ γεννᾷ τὸν φόβον, μήτοι τὸ κράτος τῶν νόμων κατελύθη καὶ ἰσχύει τὸ κράτος τῆς πλήρους αὐθαιρεσίας. «Ἀπαντῶμεν, λέγει ὁ νομάρχης, ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 934 τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς σας, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ γείνῃ ἀπάντησις, ἀλλ’ ἐκτέλεσις ἄνευ ἀντιρρήσεως»! Ὡς βλέπετε, ὁ κ. νομάρχης ὑπεράνω τῶν νόμων ἔθετο τὴν θέλησίν του, καὶ ἀξιοῖ τυφλὴν ὑποταγήν! Ὁ δήμαρχος ὅμως Κυμαίων ὑποβάλλει μακρὰν ἀπολογίαν, ἐν ᾗ, παραθέτων τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος νόμου, διατυποῖ ἀπορίας, ἀπορρεούσας ἐκ τῆς ἀντιθέσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου πρὸς τὰς διαταγὰς τοῦ κ. νομάρχου, καὶ παρακαλεῖ αὐτὸν, ὅπως ἐπὶ τῶν διατυπουμένων ἀποριῶν ἀποφανθῇ. Ὁ νομάρχης ἀντὶ ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν διατυπωθεισῶν ἀποριῶν, ἐπανέλαβεν, ὡς ἄλλος Ἀλῆ–πασσᾶς, διὰ νεωτέρας τηλεγραφικῆς διαταγῆς τάδε: «Διατάσσω νὰ ἐκτελέσητε τὴν διαταγήν μου, ἤτοι τὸ ἐκτελεσθὲν ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου νὰ θεωρήσητε μὴ ὑπάρχον, καὶ ν’ ἀποβάλητε τοὺς νέους ἐπιτρόπους». Ἀπαντᾷ ὁ δήμαρχος, ὅτι δὲν δύναται νὰ διαπράξῃ τοιοῦτόν τι. Τότε ὁ νομάρχης διατάσσει τὸν ἀστυνόμον, καὶ οὗτος μεταβὰς διαρρηγνύει τὰς θύρας τῶν ναῶν καὶ ἀντικαθιστᾷ τοὺς συμβούλους! Ἀναφέρεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ δήμαρχος διὰ μακρῶν...
§65ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐτιμωρήθη ὁ δήμαρχος;
§66ΔΟΥΝΗΣ. Σᾶς συγχαίρω! Φρονεῖτε ὅτι δὲν ὑπάρχει δημοτικὸς νόμος; φρονεῖτε ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον δὲν ἔχει δικαιώματα; φρονεῖτε ὅτι εἰς τὴν κατὰ νόμον δημοτικὴν θέλησιν δέον νὰ ὑποκαθίσταται ἡ θέλησις τοῦ νομάρχου καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ; Ἐὰν ταῦτα φρονεῖτε...
§67ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀνωτέρα λοιπὸν ἡ θέλησις τοῦ δημάρχου;
§68ΔΟΥΝΗΣ. Εἶναι ἡ θέλησις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἡ στηριζομένη εἰς τὸν νόμον.
§69Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ παραδέχομαι τὴν γνώμην σας· ἀλλὰ ποίου Δημοτικοῦ Συμβουλίου;
§70ΔΟΥΝΗΣ. Ἐξετάσωμεν. Τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου διὰ νὰ ἔχῃ κῦρος, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐγκριθῇ ὑπὸ τοῦ νομάρχου, ὡς πρὸς τοὺς συμβούλους τοὺς ἐκκλησιαστικούς. Μίαν μόνον ἔχομεν διάταξιν ἐν τῷ δημοτικῷ νόμῳ...
§71Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις σᾶς ἐρωτᾷ, τίνος Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἀφοῦ τοῦ ἀνυπάρκτου αἱ ἀποφάσεις σβέννυνται;
§72ΔΟΥΝΗΣ. Αἱ ἀποφάσεις δὲν σβέννυνται, ἐφ’ ὅσον διὰ νέου ψηφίσματος δὲν ἐκμηδενίζονται. Ἀκριβῶς δ’ ἐνταῦθα εὕρηται ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν παράβασιν τοῦ νόμου ἐκ μέρους τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀφοῦ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔλαβε γνῶσιν, ὅτι οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι προσκαλούμενοι δὲν συνήρχοντο νὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκόν των, διατὶ δὲν προέβη εἰς ἐπιβολὴν προστίμου, ἵνα ὑποχρεώσῃ αὐτοὺς νὰ συνέλθωσι;...
§73Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς αὐτὸ ἔχετε ἄδικον.
§74ΔΟΥΝΗΣ. .. Διότι, ἂν συνήρχοντο οἱ σύμβουλοι, θὰ ἐνέκρινον τὸ ψήφισμα. Ἀλλ’ ὅταν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἀμελοῦσα τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὑτῆς, συντελεῖ εἰς τὴν μὴ λειτουργίαν τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, τί ἐπεβάλλετο νὰ πράξῃ ὁ δήμαρχος; ν’ ἀφήσῃ τὴν περιουσίαν τῶν ναῶν εἰς τὸ ἔλεος τῶν παρανόμως ὑπαρχόντων ἐπιτρόπων; Γνωρίζετε, ὅτι ἐν τῷ δημοτικῷ νόμῳ μίαν μόνην ἔχομεν διάταξιν περὶ τῆς διοικήσεως τῶν ναῶν, τὴν τοῦ ἄρθρου 114, καθ’ ἣν «διὰ τὴν διοίκησιν τῶν τοπικῶν ἐκκλησιαστικῶν καταστημάτων διορίζονται Ἐκκλησιαστικὰ Συμβούλια, συνιστάμενα ἀπὸ τὸν δήμαρχον, τὸν ἀνήκοντα ἐφημέριον, καὶ δύο ἕως τέσσαρας δημότας, διοριζομένους παρὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου.» Τὸ δὲ ἄρθρον 119, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει πάσας τὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἀπόφασις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου δὲν ἐκτελεῖται, ἐὰν δὲν ἐγκριθῇ ῥητῶς ὑπὸ τοῦ νομάρχου, δὲν περιλαμβάνει καὶ τὴν περίπτωσιν τοῦ διορισμοῦ τῶν ἐπιτρόπων τῶν ἐκκλησιῶν. Ἄρα δὲν ἀπαιτεῖται ἔγκρισις, ἵνα ἐκτελεσθῇ ἡ τοιαύτη ἀπόφασις. Συνεπείᾳ ὅμως γενικῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 118, καθ’ ἣν πᾶσαι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ὑποβάλλονται εἰς τὸν νομάρχην, ὑποβάλλεται καὶ ἡ ἀπόφασις περὶ διορισμοῦ τῶν ἐκκλησιαστικῶν συμβούλων, ἀλλ’ ὑποβάλλεται οὐχὶ πρὸς ἔγκρισιν, ἀλλ’ ἁπλῶς μόνον πρὸς γνῶσιν, ἤτοι ἁπλῶς ἀνακοινοῦται. Δὲν λέγει ὅμως, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη, ἐὰν δὲν ἐγκριθῇ, ἀκυροῦται· διότι δίδει ὁ νόμος τὸ δικαίωμα εἰς τὸν νομάρχην ν’ ἀναμορφώνῃ ἢ νὰ ἀκυροῖ τὰς ἀποφάσεις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ὁσάκις αὗται ἀντίκεινται εἰς τὸν νόμον. Λοιπὸν ὁ κ. νομάρχης, καίτοι περιττῶς, ἐνέκρινε, καὶ καλῶς ἔπραξεν, ἐγκρίνας τὸ ψήφισμα, οἱ δὲ δι’ αὐτοῦ διορισθέντες σύμβουλοι τῶν ναῶν ἐν Κύμῃ παρέλαβον τὴν διαχείρισιν καὶ ἤρχισαν ἐπιτελοῦντες τὰ καθήκοντα αὑτῶν. Γεννᾶται ἤδη τὸ ζήτημα, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, εἰς τὸν νομάρχην ν’ ἀναμορφώνῃ ἐκτελεσθείσας ἤδη ἀποφάσεις;
§75Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§76ΔΟΥΝΗΣ. Βεβαίως ὄχι.
§77Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως ναί.
§78ΔΟΥΝΗΣ. Ἀνεζήτησα πανταχοῦ νὰ ἴδω, ἐὰν ζήτημα παρεμφερὲς κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους ἀπὸ τὸ 1833, ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ δημοτικοῦ νόμου, μέχρι σήμερον παρουσιάσθη, ἀλλ’ οὐδαμοῦ εὗρον τοιοῦτον. Εἰς μάτην ἀνέτρεξα καὶ εἰς τὴν συλλογὴν τῶν διαταγμάτων καὶ ἐγκυκλίων τοῦ κ. Δηλιγιάννη καὶ Ζηνοπούλου, οὐδὲν εὗρον. Τί δὲ ἀποδεικνύει τοῦτο; Ὅτι ζήτημα τοιοῦτον δὲν ἀνεφύη ἐπὶ ἑβδομηκονταετίαν ὅλην περίπου, διότι εἶναι παραδεδειγμένον ἄνευ τινὸς δισταγμοῦ, ὅτι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια κυριαρχικῶς διορίζουσι τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς συμβούλους. Ἐν τίνι λοιπὸν δικαιώματι ὁ νομάρχης ἠκύρωσε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου; Ἐν τίνι δικαιώματι ὁ νομάρχης ἀνακαλεῖ ἐκτελεσθεῖσαν ἀπόφασιν, πρὸς μέγα σκάνδαλον τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως ἐν Κύμῃ; Καὶ βεβαίως ἐσκανδαλίσθη καὶ ἐξηγέρθη ἡ κοινὴ συνείδησις, διότι κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἡ ἀστυνομία μὲ μεγάλην κουστωδίαν μετέβη καὶ βίᾳ ἐγκατέστησε τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς συμβούλους, οὓς ἡ αὐθαίρετος θέλησις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐπέβαλε, συνεκεντρώθη ὁλόκληρος ὁ λαὸς ἐξωργισμένος, καὶ ἂν δὲν παρενέβαινεν ὁ δήμαρχος καὶ ἂν δὲν παρενέβαινον οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν προυχόντων, τῶν ἀσκούντων κοινωνικὴν ἐπιρροὴν ἐν Κύμῃ...
§79Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ εἴχομεν ἐπανάστασιν!
§80ΔΟΥΝΗΣ. Βεβαίως δὲν θὰ εἴχομεν ἐπανάστασιν, ἀλλὰ θὰ σᾶς ἀπέδιδον τὰ ὄργανα τῆς τάξεως, τὰ ὁποῖα ἔχετε ἐκεῖ, καὶ θὰ σᾶς ἔλεγον, ὅτι δὲν ἔχουν ἀνάγκην τῶν ὀργάνων σας διὰ τὴν τήρησιν τῆς τάξεως.
§81Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν μᾶς τὸ εἶπον.
§82ΔΟΥΝΗΣ. Θὰ σᾶς τὸ ἔλεγον, ἐὰν δὲν παρενέβαινον ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους σᾶς εἶπον. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ποῦ στηριζόμενος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπεδέχθη τὰς παραστάσεις τὰς γενομένας αὐτῷ, καὶ ἐπέταξε τῷ νομάρχῃ ν’ ἀνακαλέσῃ ἐκτελεσθεῖσαν ἀπόφασιν; Προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς ἐνθυμεῖσθε, παρεπονέθη, εἰπὼν ὅτι τὸ πολίτευμα διατρέχει κίνδυνον, διότι ἀντεστράφησαν οἱ ὅροι, καὶ τὸ μὲν νομοθετικὸν σῶμα διοικεῖ, ἡ δὲ Κυβέρνησις νομοθετεῖ. Ἰδοὺ ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἠδύνατο νὰ μὴ δεχθῇ νὰ διοικῇ τὸ νομοθετικὸν σῶμα, ἠδύνατο νὰ ἐξετάσῃ τὰς παραστάσεις, αἱ ὁποῖαι τῷ ἐγένοντο, ἐὰν ἦσαν νόμιμοι, καὶ τότε, εἰλικρινῶς καὶ ἀνεπηρεάστως ἐρευνῶν, ὡς γνώμονα ἔχων τὴν ἀρχὴν, ἣν διεκήρυξεν, ὅτι τὸ νομοθετικὸν σῶμα δὲν διοικεῖ, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι αἱ παραστάσεις αἱ γενόμεναι αὐτῷ παρὰ τῶν ἐχόντων συμφέρον νὰ παρακωλύσωσι τὴν νόμιμον ἐνέγειαν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, δὲν ἦσαν νόμιμοι, καὶ θὰ ἔλεγεν εἰς τὰ μέλη ἐκεῖνα τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, τὰ ὁποῖα ἠξίωσαν νὰ διοικῶσι, θὰ ἔλεγεν αὐτοῖς: «Κύριοι, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ διοικῆτε σεῖς, ἀλλὰ τὸ ἔχω ἐγώ. Ἡ Βουλὴ νομοθετεῖ μόνον.» Ὅθεν τὸ κακὸν πόθεν προέρχεται; Προέρχεται ἀπὸ τὴν ἐλαστικότητα τῆς θελήσεως τῶν διοικούντων τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας τῆς Πολιτείας, προέρχεται ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν τοῦ ὀφειλομένου πρὸς τοὺς νόμους σεβασμοῦ ἐκ μέρους ἐκείνων, οἵτινές εἰσι τεταγμένοι νὰ περιφρουρῶσιν αὐτοὺς ἀπὸ τὴν ἀδιάκοπον τάσιν τῆς καταστρατηγήσεως αὐτῶν πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἑκάστοτε παρουσιαζομένων κομματικῶν ἀναγκῶν...
§83Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§84ΔΟΥΝΗΣ. Ἐλπίζω νὰ σᾶς ἀκούσω, διότι ἐπιθυμῶ νὰ ἀκούσω κατὰ πόσον νομίζετε, ὅτι δὲν διεπράχθη παράβασις νόμου ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελε ν’ ἀναστηλώσῃ τοὺς νόμους, βεβαίως ἠδύνατο νὰ τὸ πράξῃ. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς φρονεῖ, ὅτι πᾶν ψήφισμα μὴ ὑφισταμένου Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἀποσβέννυται, διατὶ θεωρεῖ ὡς μὴ ἀπεσβεσμένον ἄλλο ψήφισμα ἀπὸ πολλοῦ μὴ ὑπάρχοντος Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐκμηδενισθὲν διὰ νεωτέρου ψηφίσματος; Ἀφοῦ δὲ ὁ νόμος δὲν ἀπαιτεῖ τὴν ἐπὶ τοιούτων ψηφισμάτων ἔγκρισιν τοῦ νομάρχου, πῶς ἠκυρώθη τὸ εἰρημένον ψήφισμα; ἐπὶ τῇ βάσει τίνος διατάξεως τοῦ νόμου ἐπῆλθεν ἡ ἀκύρωσις αὕτη; Καὶ ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπεδίωκεν ἵνα ὁμαλῶς λειτουργῶσιν οἱ νόμοι, διατὶ, λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἐπερωτήσεώς μου, τῆς γενομένης τὴν 9 Ἰουλίου παρελθόντος ἔτους, καὶ ἰδὼν ὅτι γεννᾶται ἄτοπόν τι, διατὶ, λέγω, δὲν ἐφρόντισεν, ὅπως τὸ ἄτοπον αὐτὸ προλάβῃ; Διατὶ δὲν ἐζήτησε τὴν τιμωρίαν τοῦ δημάρχου Κυμαίων, ὁ ὁποῖος, ἐνῷ εἶχε τὸ καθῆκον ν’ ἀνακοινώσῃ τῷ νομάρχῃ τὸ ψήφισμα καὶ ἐκτελέσῃ αὐτὸ, δὲν τὸ ἔπραξεν; Ἐὰν τοὺς διευθύνοντας τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους δὲν ἐνέπνεε πνεῦμα καταστρατηγήσεως τῶν νόμων, βεβαίως τοιαῦτα ζητήματα δὲν θὰ ἐγεννῶντο. Ἐὰν ὑποθέσητε ἐν τοιούτῳ ζητήματι, ἐν τῷ ὁποίῳ δὲν ἀπαιτεῖται ἡ ἔγκρισις τοῦ νομάρχου, ὅτι ἀπηρτίζετο Δημοτικὸν Συμβούλιον φίλα φρονοῦν τῷ κόμματι, εἰς ὃ ἀνήκουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐποιήσαντο τὰς παραστάσεις πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ τὸ Δημοτικὸν αὐτὸ Συμβούλιον ἐξέδιδε ψήφισμα, τὸ δὲ ψήφισμα, ἰσχυούσης τυχὸν ἀντιθέτου πολιτικῆς, δὲν ἐνεκρίνετο ὑπὸ τοῦ νομάρχου, δὲν θὰ ὑπῆρχε προφανὴς παράβασις τοῦ νόμου; δὲν θὰ ἐξεμηδενίζετο ἡ ἔννομος θέλησις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου; Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τοιαύτην τινὰ περίπτωσιν εὑρίσκετο ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ἠθέλετε ἴδει μετὰ πόσης θέρμης θὰ ἠμύνετο ὑπὲρ τῶν νόμων, ἠθέλετε ἴδει μετὰ πόσης δριμύτητος ἤθελε καταγγείλει ἐπὶ παραβάσει τῶν νόμων ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι οὕτω πως θὰ εἶχον καταστρατηγήσει τὸν νόμον! Ἀλλ’ ἤδη, καίτοι εἶναι κατάφωρος ἡ τοῦ δημοτικοῦ νόμου καταστρατήγησις, ἐν τούτοις οὐδαμῶς ἀπίθανον ν’ ἀκούσωμεν αὐτὸν σοφιστευόμενον πρὸς συγκάλυψιν τῆς ἀσυγκαλύπτου παρανομίας. Κύριοι, ἐὰν ἔμεινέ τι παρ’ ἡμῖν ἐκ τοῦ θεσμοῦ τῆς αὐτοδιοικήσεως τῶν δήμων, εἶναι τὸ δικαίωμα τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων πρὸς ἐκλογὴν τῶν ἐκκλησιαστικῶν συμβούλων. Εἰς μάτην θ’ ἀναζητήσητε νὰ εὕρητε ἄλλο τι δικαίωμα ἀπομένον εἰς τοὺς δήμους. Ὅλα τὰ ἄλλα δικαιώματα τὰ περιεστείλαμεν, τὰ μεταβιβάσαμεν ἐπιτηδείως εἰς τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν. Τῇ ἀληθείᾳ δὲ, δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον νὰ ὑπάρχωσι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, νὰ ὑπάρχωσιν οἱ δήμαρχοι, ἀφοῦ οἱ δήμαρχοι δὲν τιμωροῦνται, μὴ ἐκτελοῦντες τὰ καθήκοντά των, καὶ ἀφοῦ αἱ ἀποφάσεις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων δὲν ἔχουν καμμίαν ἰσχὺν διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἀτιμωρητὶ ἀναιροῦσαν αὐτάς. Μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν κατηγγέλθη ἡ παράνομος πρᾶξις, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, μόνον αὐτὸ τὸ δικαίωμα ἀπέμενεν εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, καὶ μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης δὲν εἶχε θέσει ἡ κεντρικὴ ἐξουσία τὴν χεῖρα αὑτῆς ἐπ’ αὐτοῦ· ἤδη ἐτέθη ἡ χεὶρ αὑτῆς καὶ ἐπὶ τοῦ μόνου ἀπομείναντος τούτου δικαιώματος! Καὶ γνωρίζετε, ὅτι, ὅταν ἐξ ἑνὸς οἰκοδομήματος ἀφαιρῆτε μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον λίθους, ὅσον καὶ ἂν ἦναι κολοσσιαῖον τὸ οἰκοδόμημα τοῦτο, θὰ καταρρεύσῃ. Ὁ δημοτικὸς νόμος ἀπετέλει παρ’ ἡμῖν, ὡς καὶ παρὰ πάσαις ταῖς εὐνομουμέναις Πολιτείαις, τὰ ἀληθῆ θεμέλια τοῦ πολιτειακοῦ οἰκοδομήματος. Ταῦτα δὲ, ἐξασθενούμενα καὶ διασαλευόμενα, ἀναγκαίως καθιστῶσι τὸ ὅλον πολιτειακὸν οἰκοδόμημα ἑτοιμόρροπον. Δι’ ὃ πάνυ σοφῶς, ἐν ἐποχῇ καθ’ ἣν μοναρχικὸν ἐκράτει παρ’ ἡμῖν πολίτευμα, ἐν ἐποχῇ καθ’ ἣν δὲν ἐκράτει συνταγματικὸν πολίτευμα, ἀλλ’ ἐκράτει σεβασμὸς πρὸς τοὺς νόμους, ἐν ἐποχῇ, λέγω, τοιαύτῃ ἀνεγράφη ὁ ἐν τῷ ἄρθρῳ 117 τοῦ δημοτικοῦ νόμου ἀφορισμός: «Εἶναι ὅμως ἀπηγορευμένον εἰς αὐτοὺς (τοὺς ἐπάρχους καὶ νομάρχας) ἐπὶ βαρυτάτῃ εὐθύνῃ, νὰ παρεμβαίνουν εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν δικαιωμάτων, ἢ νὰ παρεμποδίζωσιν ἀθεμίτως τὴν νόμιμον καὶ ἐλευθέραν κίνησιν τῶν δημοτικῶν διοικητικῶν ἀρχῶν». Ἐὰν ὁ σοφὸς ἐκεῖνος νομοθέτης παρίστατο σήμερον καὶ ἔβλεπε τὴν ἀσύστολον ἀναίρεσιν τῶν δημοτικῶν δικαιωμάτων, τί ἤθελεν ἆρα γε εἴπει περὶ ἡμῶν τῶν κοπτομένων ὑπὲρ τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν καὶ μακαρίως ἀναισθητούντων ἐπὶ τῇ θέᾳ τῆς ἀσυγκαλύπτου καὶ ἀσυστόλου ἀναιρέσεως τῶν πραγματικῶν δικαιωμάτων παντὸς ἐλευθέρου λαοῦ, τῶν δικαιωμάτων τῶν δημοτικῶν; Τί ἄλλο ἢ ὅτι στερούμεθα ἀντιλήψεως τῆς ἐννοίας τοῦ δικαιώματος, ὅτι στερούμεθα συνειδήσεως τῶν ἀληθῶν δικαιωμάτων, τῶν οὐσιωδῶς χρησίμων οἱῳδήποτε λαῷ ἐλευθέρῳ, καὶ ἑπομένως ὅτι εἴμεθα ἀνάξιοι ἐλευθερίας; Διὰ ταῦτα ἀναγκαῖον εἶναι, ἡ Βουλὴ νὰ σταματήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τοιαύτας παρεκτροπὰς, αἱ ὁποῖαι θὰ φέρωσιν ἴσως μεγαλείτερα κακὰ, χείρονα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐξιστόρησε προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§85Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις μόνον εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον. Δημοτικὸν Συμβούλιον πρὸ 8 ἢ 10 μηνῶν πρὸ τῶν τελευταίων ἐκλογῶν ἐξέδοτο ψήφισμα· τὸ ψήφισμα τοῦτο δὲν εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Νομαρχίας. Ὑπῆρχε δὲ ἀνάγκη ἐγκρίσεως, διότι ὅταν ὁ νόμος ἐν γενικῇ διατάξει ὁρίζῃ, ὅτι ὑποβάλλονται τὰ ψηφίσματα τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων εἰς τὴν Νομαρχίαν, βεβαίως ἐννοεῖ, ὅτι ὑποβάλλονται πρὸς ἔγκρισιν. Ὅτε ἐπρόκειτο νὰ γείνωσιν αἱ τελευταῖαι δημοτικαὶ ἐκλογαὶ, ἐξέδωκα ἐγκύκλιον πρὸς ὅλους τοὺς νομάρχας, δι’ ἧς παρήγγελλον, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ προϋπολογισμοὶ καὶ αἱ πράξεις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, τῶν ὁποίων ἔληγε πλέον ὁ χρόνος, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἔπρεπε τὰ νέα Δημοτικὰ Συμβούλια νὰ κανονίσωσι τὰ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν δήμων ἀναλόγως πρὸς τὰς ἀνάγκας αὐτῶν καὶ πρὸς τὸν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι τῶν νέων δημοτικῶν συμβούλων. Ὁ νέος δήμαρχος Κυμαίων εὗρεν ἓν ψήφισμα, πρὸ δέκα μηνῶν ψηφισθὲν ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ ὑπέβαλε τοῦτο πρὸς ἔγκρισιν, ἐνεκρίθη δ’ αὐτὸ ὑπὸ τοῦ νομάρχου. Ἀλλὰ ἐγένοντο παραστάσεις, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγκαθίστανται αἱ νέαι δημοτικαὶ ἀρχαὶ, νὰ μὴ ἀφήσωμεν εἰς τὴν νέαν δημοτικὴν ἀρχὴν τὴν ἀπόφασιν περὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Συμβουλίων. Ἐζήτησα λοιπὸν ἀπὸ τὸν νομάρχην τὸν λόγον, δι’ ὃν ἐνέκρινε ψήφισμα παλαιοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ δὲν προσεκάλεσε τοὺς νέους δημοτικοὺς συμβούλους, ὅπως ὑποδείξωσι τοὺς νέους ἐκκλησιαστικοὺς συμβούλους. Κατανοήσας δ’ ὁ νομάρχης, τὸ λάθος, τὸ ὁποῖον εἶχε κάμει, ἀνεκάλεσε τὴν ἔγκρισιν. Μετὰ τὴν ἀνάκλησιν τῆς ἐγκρίσεως εἶχε πλῆρες δικαίωμα, ὅπως ἐπιβάλῃ εἰς τὸν δήμαρχον τὴν μὴ ἐκτέλεσιν τοῦ παλαιοῦ ψηφίσματος, ἂν δὲ τυχὸν οὗτος ἤθελεν ἐκτελέσει αὐτὸ, νὰ ἐπαναφέρῃ τὰ πράγματα εἰς ἣν κατάστασιν εὑρίσκοντο πρὸ τῆς ἐκτελέσεως, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον, κατὰ τὰς παραστάσεις, αἱ ὁποῖαι μοὶ ἐγένοντο, μεταξὺ τῶν ὑπὸ τοῦ παλαιοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ὑποδειχθέντων ἐκκλησιαστικῶν συμβούλων ὑπῆρχον πολλοὶ σύμβουλοι καὶ πάρεδροι τῆς νέας δημοτικῆς ἀρχῆς...
§86ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν ἐξετελέσθη.
§87Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀδιάφορον, ἂν ἐξετελέσθη ἢ ὄχι. Ἐγὼ λέγω ποῖαι παραστάσεις εἶχον ὑποβληθῆ εἰς ἡμᾶς... Ὁ δήμαρχος ἠρνήθη νὰ ἐκτελέσῃ τὴν νέαν ταύτην διαταγὴν τοῦ νομάρχου, ἀλλ’ ὁ νομάρχης ἐπέμενε ζητῶν τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς, καὶ ἐπὶ τέλους ἡ διαταγὴ ἐξετελέσθη· ἀνήκει δὲ εἰς τὸ νέον Δημοτικὸν Συμβούλιον ν’ ἀσχοληθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ ἂν εὕρῃ ὅτι οἱ παλαιοὶ ἐκκλησιαστικοὶ σύμβουλοι δὲν εἶναι οἱ κατάλληλοι πρὸς διεύθυνσιν τῶν συμφερόντων τῶν ἐκκλησιῶν, ν’ ἀντικαταστήσῃ αὐτούς. Ἐὰν τὸ νέον Δημοτικὸν Συμβούλιον δὲν συνέρχεται,— καὶ διὰ τοῦτο παραπονεῖται ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς,—θὰ δώσω διαταγὴν πρὸς τὸν νομάρχην, ὅπως ἐφαρμόσῃ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου καὶ ἀναγκάσῃ τοὺς δημοτικοὺς συμβούλους νὰ συνέλθωσιν. Οὕτως ἔχει τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐχαρακτηρίσθη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Καρυστίας ὡς καταπάτησις νόμων, ὡς καταστρατήγησις νόμων, ἐνῷ εἶναι ἁπλούστατον· ἠμποδίσαμεν δηλ. νὰ ἐγκαταστῶσιν ἐκκλησιαστικοὶ σύμβουλοι προταθέντες παρὰ παλαιοῦ Συμβουλίου, διότι μεταξὺ αὐτῶν εἶναι καὶ δημοτικοὶ σύμβουλοι καὶ πάρεδροι τῆς νέας δημοτικῆς ἀρχῆς.
§88Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐξέφερε γνώμας, ἀλλὰ τὰς γνώμας ταύτας δὲν ἐστήριξε ποσῶς ἐπὶ διατάξεων τοῦ νόμου...
§89Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς εἶπον ὅτι ὑπάρχει διάταξις γενικὴ, καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς διατάξεως ἐστήριξα τὴν πρὸς τοὺς νομάρχας ἐγκύκλιον.
§90ΔΟΥΝΗΣ. .. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει ὅτι ἡ γνώμη αὕτη δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον, εἶναι ἡ πληροφορία, ἣν ἐζήτησα διὰ τῆς αὐτῆς ἐπερωτήσεως ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ καταθέσῃ δηλ. τὸ ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ αὐτὸς νομάρχης ἐγκρίνει ψήφισμα τοῦ τέως Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Αὐλῶνος τῆς Καρυστίας περὶ διορισμοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου, καὶ τὸ ὁποῖον ἐγκριθὲν ἐξετελέσθη, καὶ ἐξετελέσθη διότι ὁ ἐξ Αὐλῶνος ἀντιπρόσωπος εἶναι φίλος ὑμῶν, καὶ ὁ δήμαρχος τοῦ δήμου ἐκείνου εἶναι ἐπίσης φίλος ὑμῶν, δὲν ἐξετελέσθη δὲ ὅμοιον ψήφισμα ἐν Κύμῃ, διότι ὁ δήμαρχος εἶναι ἀντίθετος τῆς πολιτικῆς ὑμῶν. Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ μάθω, πῶς συμβαίνει, ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου νὰ ἔχητε δύο μέτρα καὶ δύο σταθμά.
§91Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§92ΔΟΥΝΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰς τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει μου κατεθέσατε, δὲν περιλαμβάνεται καὶ τὸ ἔγγραφον αὐτό· σᾶς πληροφορῶ ὅμως, ὅτι τοιοῦτον ἔγγραφον ὑπάρχει, ἀποδεικνύον ὅτι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἔχετε, δὲν εἶναι γνώμη ἀπορρέουσα ἐκ τοῦ νόμου.
§93Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός.). Εἰς αὐτὸ νομίζω, ὅτι εἶναι προχειροτάτη ἡ ἀπάντησις. Εἴπετε ὅτι ὁ νομάρχης ἐνέκρινε ψήφισμα παλαιὸν Δημοτικοῦ Συμβουλίου...
§94ΔΟΥΝΗΣ. Μάλιστα.
§95Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. Ἀλλὰ δὲν εἴχετε ζητήσει τοῦτο· ἐὰν δ’ ἐλάμβανον γνῶσιν, ἤθελον ζητήσει τὴν ἀνάκλησιν τῆς ἐγκρίσεως. Ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι τοῦτο δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν ἄλλην ἐνέργειάν μου, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι παραστάσεις δὲν μοὶ ὑπεβλήθησαν ἐπὶ ἐνεργείαις τοιαύταις τοῦ νομάρχου. Σᾶς ὑπόσχομαι δὲ, ὅτι, ἐὰν ὑπὸ τύπον παραστάσεως φέρετε τοῦτο σήμερον, θὰ ἐξετάσω, καὶ ἂν οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, ὅπως ὑμεῖς παριστᾶτε, θὰ ζητήσω νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην ἡ αὐτὴ νομολογία, ἡ ὁποία ἐφηρμόσθη ἐπὶ τῆς πρώτης περιπτώσεως. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίφασις.
§96Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποία ἀνάγκη παραστάσεων ὑπάρχει, ἀφοῦ ὁ νομάρχης γνωρίζει, ὅτι ἡ ἐνέργειά του ἡ προηγουμένη δὲν ἦτο σύμφωνος μὲ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου, τὴν ὁποίαν ἔδωκε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν;
§97Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἀπέστειλα εἰς ὅλους τοὺς νομάρχας ἐγκύκλιον, ἐξηγοῦσαν τὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου γνώμην τοῦ Ὑπουργείου. Ὅτε μοὶ ἐγένοντο παραστάσεις, ὅτι ὁ νομάρχης Εὐβοίας προέβη εἰς ἀπόφασιν ἐναντίαν πρὸς τὴν γνώμην ταύτην τοῦ Ὑπουργείου, ἐζήτησα ἀπὸ τὸν νομάρχην ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν ἐγκύκλιον. Ἡ ἄλλη περίπτωσις μοὶ ἦτο ἄγνωστος· πῶς λοιπὸν ἦτο δυνατὸν νὰ προσκαλέσω τὸν νομάρχην νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον; Θὰ ἐξετάσω, καὶ ἂν πράγματι ὁ νομάρχης δὲν ἐφήρμοσε τὴν γνώμην τὴν διὰ τῆς ἐγκυκλίου διαβιβασθεῖσαν, θέλω προσκαλέσει αὐτὸν, ὅπως τὴν ἐφαρμόσῃ.
§98Γ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβὲς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κύριος Δούνης, διότι τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Αὐλῶνος ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς παλαιᾶς δημοτικῆς ἀρχῆς· ἑπομένως νομίμως ἐνεκρίθη ὑπὸ τοῦ νομάρχου. Ἐπίσης ἀνακριβὲς εἶναι καὶ ὅτι τὸ ψήφισμα τοῦ παλαιοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Κυμαίων ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ νέου δημάρχου Κύμης, ἀφοῦ πρότερον οὗτος ἐκάλεσε πολλάκις τὸ νέον Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἵνα προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Συμβούλων, καὶ τοῦτο δὲν συνῆλθε· διότι τὸ περὶ οὗ πρόκειται ψήφισμα ὑπεβλήθη εἰς τὸν νομάρχην τὴν αὐτὴν τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν νέων δημοτικῶν ἀρχῶν ἡμέραν, ὡς ἐξάγεται ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου τοῦ νομάρχου Εὐβοίας, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὁ κύριος Δούνης, ἀλλὰ δὲν ἀνέφερε.
§99Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) Περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Βασιγκτῶνι τῇ 15 Ἰουνίου 1897 συνομολογηθείσης παγκοσμίου ταχυδρομικῆς συμβάσεως. 2) Περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας. 3) Περὶ ταχυδρομικῶν ἐνσήμων καὶ ταχυδρομικοῦ μονοπωλίου τοῦ Κράτους. 4) Περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου πρὸς βελτίωσιν καὶ προαγωγὴν τῆς ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας. 5) Περὶ ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν. 6) Περὶ ταχυδρομικῶν δεμάτων...
§100ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Συνοδεύονται ὑπὸ ἐκθέσεων;
§101Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα... Ἤθελον δὲ παρακαλέσει τὴν Βουλὴν, ἐὰν δὲν ἔχῃ δυσκολίαν, νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ἵνα προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία νὰ μελετήσῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα καὶ ἐντὸς προθεσμίας δέκα τὸ πολὺ ἡμερῶν ὑποβάλῃ τὴν ἐπ’ αὐτῶν ἔκθεσίν της.
§102Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ἐλπίσωμεν ὅτι δὲν ὑποβάλλονται ἁπλῶς μόνον ἵνα ὑποβληθῶσιν, ἀλλ’ ὅτι καὶ θὰ τὰ συζητήσωμεν.
§103Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἠξεύρετε ποίας ἰδέας ἔχω περὶ τῶν ἐργασιῶν τῶν ἐπιτροπῶν. Δι’ αὐτὸ εἶπον, νὰ ὑποβληθῇ ἡ ἔκθεσις ἐντὸς δέκα ἡμερῶν.
§104ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐξέφρασα τὴν εὐχὴν, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα ὑποβάλλονται ὄχι διὰ νὰ ὑποβληθῶσιν, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ συζητηθῶσι.
§105Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπίσης ὑποβάλλω καὶ νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Νηπιακοῦ Ἐπιμελητηρίου Μελᾶ συμβάσεως περὶ πεντηκονταετοῦς μισθώσεως τῆς ἐπὶ τῆς πλατείας Λουδοβίκου μεγάλης οἰκίας Μελᾶ». Ὑποβάλλω τὴν σύμβασιν τὴν ὑπογραφεῖσαν μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὴν Διαχειριστικὴν Ἐπιτροπὴν, διότι εἶχε παρέλθει ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ συμβάσει ὁρίζεται ὡς χρόνος ἀπαιτούμενος πρὸς ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως ταύτης.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 148–154).
§107Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας ζητηθείσας ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος βουλευτοῦ κ. Δηλιγιάννη «περὶ προμηθείας ἐρεῶν καὶ ἱπποφορβῆς κατὰ τὸ 1899» καὶ πάντα τὰ σχετικά. Ἐπίσης καταθέτω πληροφορίας ἐπὶ ἐπερωτήσεως τοῦ αὐτοῦ κ. Βουλευτοῦ «περὶ παραγγελιῶν πρὸς ἀγορὰν κτηνῶν ἐν ἔτει 1897». Ἐπίσης καταθέτω πληροφορίας, ζητηθείσας ὑπὸ τοῦ ἐκ Καρυστίας βουλευτοῦ κ. Δούνη, περὶ τοῦ ἀποδράντος καταδίκου Ἀβραμέα. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἐξ Ὀλυμπίας βουλευτοῦ κ. Κανελλοπούλου, πληροφορῶ αὐτὸν, ὅτι ὁ φάκελλος ὁ ἀφορῶν τὰς ἐξετάσεις τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ δὲν ὑπεβλήθη ἔτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐπὶ δὲ τῆς παρατηρήσεώς του, ὅτι μετὰ τὸ πέρας ἑκάστου μαθήματος δὲν ἀπεστάλη τὸ σχετικὸν πρακτικὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀπαντῶ, ὅτι τοιαύτη διάταξις δὲν ἐμπεριέχεται εἰς τὸ Β. Διάταγμα. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ ἀπονομῆς ἀνωτέρου βαθμοῦ καὶ ἀναλόγου συντάξεως εἰς ἀξιωματικοὺς ἐν ἀποστρατείᾳ κλπ.»
§108Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι γενικὸν νομοσχέδιον;
§109ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 155).
§111Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ τὰς δεούσας διαταγὰς εἰς τοὺς νομάρχας, ὅπως προσέχωσι περισσότερον εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι ἔγκεινται ἐν τῇ δικαιοδοσίᾳ των, καὶ τακτοποιῶσι τὰς σχέσεις των πρὸς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, ὥστε ν’ ἀποφεύγωμεν τὰς δυσαρεσκείας καὶ τὰς ἐνοχλήσεις τοῦ νὰ προβαίνωμεν ἐνταῦθα εἰς τὴν συζήτησιν τῶν διαφόρων πράξεων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Συμβουλίων· διότι ὅλα, ὅσα πρὸ ὀλίγου ἠκούσαμεν, λέγονται ἐνταῦθα διότι οἱ νομάρχαι δὲν δίδουσι τὴν δέουσαν προσοχὴν νὰ τελειώνωσι τὰς ὑποθέσεις ταύτας ἐντὸς τῆς δικαιοδοσίας των. Δεύτερον παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ δικαστικοῦ σκανδάλου, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν ἐν Παλαμᾷ.
§112Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἦλθον ἀκόμη αἱ πληροφορίαι. Ἐτηλεγραφήσαμεν καὶ χθὲς πάλιν, ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς ἀπήντησεν, ὅτι περιμένει ἀπὸ τὸν εἰρηνοδίκην Παλαμᾶ ἀντίγραφον τῆς ἀποφάσεως, ἡ ὁποία ἐξεδόθη ἐπὶ τῆς περὶ ἧς πρόκειται ὑποθέσεως, καὶ εὐθὺς ὡς λάβῃ αὐτὸ, θέλει τὸ ἀποστείλει.
§113ΡΙΚΑΚΗΣ. Μετὰ λύπης παρατηρῶ, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ διοικητικὸν μέρος, χωλαίνει πάρα πολύ. Καὶ ἄλλοτε ἐδόθη ἀφορμὴ καὶ ἰδιαιτέρως παρετήρησα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν κατάστασιν ταύτην. Πρὸ 15 ἡμερῶν ἐγχώριος ἐκεῖ ἐφημερὶς ἐδημοσίευσε τὸ σκάνδαλον, περὶ οὗ πρόκειται· ὁ Εἰσαγγελεὺς ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, καὶ ἐξετάσῃ κατὰ πόσον τὰ δημοσιευθέντα εἶναι ἀκριβῆ. Ἐγὼ, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, καίτοι οὐδεμίαν εἶχον ἄμεσον ὑποχρέωσιν ἐκ τῆς θέσεώς μου, ἅμα ἀνέγνωσα τὸ σκάνδαλον ἐκεῖνο, προὐκάλεσα τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁλόκληρος δὲ ἡ Βουλὴ συνησθάνθη τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἡ δημοσίευσις τοιούτου σκανδάλου προὐξένησεν εἰς τὴν κοινωνίαν· μόνος ὁ κύριος Εἰσαγγελεὺς ἐπερίμενε νὰ προκληθῇ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ καὶ διαταχθῇ νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, ἵνα μᾶς τὰς διαβιβάσῃ! Αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκόν του καὶ ἡ ἐνέργειά του; Δὲν ἦτο δυνατὸν ἐπὶ τόσας ἡμέρας νὰ ἔχῃ τὰς πληροφορίας καὶ νὰ τὰς ἀποστείλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον; Εἶναι ἀσύγγνωστος ἡ ἀμέλεια καὶ ἡ ἀδιαφορία εἰς ζητήματα, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἠτιολογημένως, καὶ τὰ ὁποῖα οἱ Εἰσαγγελεῖς ἔπρεπε πρῶτοι ν’ ἀναφέρωσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν, χωρὶς νὰ τοὺς προκαλῇ ὁ Ὑπουργός. Εὐθὺς ὡς εἶδεν ὁ Εἰσαγγελεὺς τὸ γεγονὸς δημοσιευόμενον εἰς τὴν ἐφημερίδα, ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἀναφέρῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Αὐτὸ ἦτο τὸ καθῆκόν του. Δὲν γνωρίζω ποῖος εἶναι ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐκεῖνος, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν τὸν συνιστᾷ πολὺ ἡ τοιαύτη ἐνέργεια τῆς ὑπηρεσίας του, ἐκτὸς ἐὰν δὲν τῷ ἔκαμε καμμίαν ἐντύπωσιν τὸ σκάνδαλον, ὅτι ὁ εἰρηνοδίκης ἐκεῖνος ἔσυρεν ἓν ἀνδρόγυνον ἔντιμον καὶ τὸ ἔφερεν ἐνώπιόν του ἀδίκως, ἠμφισβήτησε τὴν νομιμότητα τοῦ γάμου του, καὶ ἐζήτησε παρ’ αὐτοῦ νὰ ἀποδείξῃ, ἂν ἔχει κωλύματα ὁ γάμος, ἢ ἄν ἐγένετο νομίμως, καὶ ἐπὶ τέλους τὸ κατεδίκασεν εἰς δύο μηνῶν φυλάκισιν, διότι ἔκαμε τὸν γάμον του ἐν Λαμίᾳ καὶ ὄχι ἐν Παλαμᾷ! Εἶναι κατάστασις αὐτὴ, κύριε Ὑπουργέ;
§114Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ὀλυμπίας κ. Κανελλοπούλου πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ ἀστυνόμος, ὁ ὁποῖος διέπραξε τὴν ἐξύβρισιν ἐκείνην κατὰ τοῦ μοναχοῦ ἐν Ἀνδριτσαίνῃ, εἰσήχθη δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως, ἵνα δικασθῇ εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Κυπαρισσίας τὴν 29 τρέχοντος μηνός.
§115ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὡραῖα! ὡραῖα!
§116Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πρό τινων ἡμερῶν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ δήμου Μεσοχωριτῶν τῆς Κερκύρας προέβη εἰς ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξεφράζετο εὐχὴ, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνεργήσῃ καὶ παραχωρηθῶσιν ἀγροτικὰ δάνεια εἰς τοὺς πάσχοντας ἐξ οἰκονομικῆς καχεξίας γεωργικοὺς πληθυσμοὺς Κερκύρας καὶ Παξῶν. Τὸ ψήφισμα τοῦτο ἀπηυθύνθη πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους Βουλευτὰς Κερκύρας καὶ πρὸς ἐμέ· δὲν ἔχω δὲ ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ ἐμερίμνησεν ἤδη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τοῦ λίαν ἐνδιαφέροντος τούτου ζητήματος. Πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς, Κύριοι. Κατὰ τὴν σύμβασιν μεταξὺ Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ Ἰονικῆς Τραπέζης, ὑποχρεοῦται ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα, ὅπως ἐκ τῶν κατατεθειμένων κεφαλαίων αὐτῆς, ἅπερ ἀνέρχονται εἰς 7,887,687 δραχμὰς, ὡς ἀναφέρεται εἰς τὸν τελευταῖον ἰσολογισμόν της, διαθέτῃ τὸ μὲν ⅕ τῶν κεφαλαίων τούτων εἰς δάνεια ἀστικά, τὰ δὲ ⅖ αὐτῶν εἰς δάνεια ἀγροτικά. Κατὰ τὸν ἰσολογισμὸν τοῦτον, ὡς ἀναφέρουσιν ἐν τῷ ἐν λόγῳ ψηφίσματι, δὲν διετέθη εἰμὴ μόνον τὸ ⅕ τοῦ ὀφειλομένου νὰ διατεθῇ ποσοῦ παρὰ τῆς Τραπέζης, κατ’ ἀκολουθίαν ὑποχρεοῦται αὕτη νὰ χορηγήσῃ τὸ ⅕ τοῦ προωρισμένου ποσοῦ διὰ κτήματα ἀστικὰ πρὸς τὰς ἐπαρχίας Κερκύρας καὶ Παξῶν, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνέρχεται εἰς 657,307 δραχμὰς, ὡς ἐπίσης ὑποχρεοῦται νὰ διαθέσῃ 1,050,355 δραχ. εἰς δάνεια ἀγροτικὰ πρὸς τοὺς κτηματίας τῆς ἐξοχῆς τῶν δύο τούτων ἐπαρχιῶν. Δὲν σᾶς λανθάνει βεβαίως, Κύριοι, εἰς ποίαν κατάστασιν ἔχουσι περιέλθει οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ Κερκύρας καὶ Παξῶν. Πρὸς τοῦτο δὲ συνετέλεσαν δύο κακά· τὸ πρῶτον ἡ ἐπὶ ἔτη ἐξακολουθήσασα ἀφορία τοῦ ἐλαίου, διότι ἐπὶ μίαν δεκαετίαν καταστρέφονται αἱ ἐσοδεῖαι τῆς Κερκύρας καὶ ἐν μέρει ἡ τῶν Παξῶν, καὶ ὡς ἐκ τούτου εἷς τῶν κυρίων πόρων ἢ μᾶλλον ὁ κυριώτερος πόρος τῶν ἐπαρχιῶν τούτων ἀπωλέσθη, καὶ δεύτερον ἡ μὴ ἀνανέωσις τῆς ἐμπορικῆς συνθήκης μετὰ τῆς Ἰταλίας, ἐξ ἧς προῆλθεν ὁ ἀποκλεισμὸς σχεδὸν τῶν ἀγορῶν τὰς Ἰταλίας, αἵτινες ἦσαν αἱ κύριαι ἀγοραὶ ἢ μᾶλλον αἱ μόναι ἀγοραὶ, ἐν ταῖς ὁποίαις κατηναλίσκετο ὁ Κερκυραϊκὸς οἶνος. Ἡ κατάστασις αὕτη δέον νὰ ἐφελκύσῃ τὴν σύντονον μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀφοῦ ὑποχρεοῦται ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα νὰ χορηγήσῃ δάνεια, ἐλπίζω, τῇ ἐπεμβάσει τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις γνωρίζει ὑπὲρ πάντα ἄλλον τὴν κατάστασιν τῶν ἐπαρχιῶν τούτων, διότι εἶναι οὐ μόνον Κερκυραῖος, ἀλλὰ καὶ εἷς ἐκ τῶν μεγαλειτέρων κτηματιῶν τῆς νήσου, ἐλπίζω, λέγω, ὅτι θὰ πεισθῇ ἡ Τράπεζα νὰ χορηγήσῃ δάνεια. Τοῦτο συνιστῶ εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καίτοι ἡ σύστασις εἶναι περιττὴ, διότι ὁ κ. Πρόεδρος ἐνδιαφέρεται εἴπερ τις καὶ ἄλλος διὰ τὴν Κέρκυραν, ἐλπίζω δὲ, ὅτι θὰ προέβη ἤδη εἰς τοῦτο. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως νὰ λάβω τὴν πληροφορίαν ταύτην, ἂς εὐαρεστηθῇ ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἂν ἐλήφθησαν μέτρα τινὰ πρὸς τοῦτο καὶ ἂν ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ χορηγηθῶσι δάνεια εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας Κερκύρας καὶ Παξῶν. Διότι, ὡς λέγει τὸ ψήφισμα καὶ ὡς εἶναι καὶ ἡ πραγματικὴ ἀλήθεια, ἡ κατάστασις τῶν ἀμπελοκτημόνων τῆς Κερκύρας εἶναι ὄντως ἀθλιεστάτη, ἐὰν δὲ δὲν χορηγηθῶσι δάνεια πρὸς αὐτοὺς, θὰ ἦναι δυσχερέστατον εἰς πλείστους ἐξ αὐτῶν νὰ καλλιεργήσωσι τὰς ἀμπέλους των, οὕτω δὲ ἔτι μᾶλλον θέλει δεινωθῆ ἡ θλιβερὰ αὐτῶν οἰκονομικὴ κατάστασις κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος. Ὅτι ἡ θέσις τῆς Κερκύρας εἶναι λυπηρὰ, δὲν ὑπάρχει περὶ τούτου δευτέρα γνώμη. Καὶ ἀκούω μὲν, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ τῆς Κερκύρας μελετᾷ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῇ νὰ προσελκύσῃ ξένους ἐν τῇ νήσῳ, οὕτως ὥστε ἡ ἐκμετάλλευσις αὕτη νὰ ἀναπτύξῃ ἀδήλους πόρους καὶ δώσῃ ζωὴν εἰς τὴν δεινῶς πάσχουσαν Κέρκυραν, αἱ σκέψεις ὅμως αὗται ἀκόμη δὲν ἐμορφώθησαν, ἀπόκεινται δὲ εἰς ἀπώτερον μέλλον. Ἐν τούτοις ἡ ἀνάγκη εἶναι ἄμεσος, καὶ ἂν ληφθῇ πρόνοια νὰ χορηγηθῶσι δάνεια παρὰ τῆς Τραπέζης, βεβαίως θ’ ἀνακουφισθῇ καὶ ἡ ἐν Κερκύρᾳ καὶ ἡ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου γεωργικὴ τάξις, ἡ ὁποία μαστίζεται ὑπὸ πενίας, ὁμοίαν τῆς ὁποίας εἴδομεν ἐν Θεσσαλίᾳ κατὰ τὰ δύο παρελθόντα ἔτη. Ἐὰν δὲ δὲν κραυγάζουν ἐν γένει οἱ Ἑπτανήσιοι, ὁσάκις περιέρχονται εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν δυσχέρειαν, τοῦτο δέον ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὰ ἤθη τοῦ λαοῦ, ὅστις δὲν συνήθισε νὰ κραυγάζῃ εἰς τὰς οἰκονομικὰς στενοχωρίας αὐτοῦ· ἐπειδὴ ὅμως δὲν κραυγάζει καὶ δὲν ταράσσεται, δὲν ἕπεται καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ μέριμνα ὑπὲρ αὐτοῦ, καθῆκον δ’ ἔχει ἡ Κυβέρνησις,—καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι πρὸς τοῦτο μεριμνᾷ ἢ θὰ μεριμνήσῃ,—ὅπως ἀνακουφίσῃ τὴν πενομένην ταύτην τάξιν, ἥτις εἶναι ἀξία καὶ τῆς μερίμνης καὶ τῆς συμπαθείας τῆς Κυβερνήσεως.
§117Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν ἀπεικόνισε πολὺ καλὰ τὴν κατάστασιν τὴν λυπηρὰν, ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρίσκονται ἡ Κέρκυρα καὶ οἱ Παξοὶ,—ἴσως ὄχι τόσον οἱ Παξοὶ, διότι ἐν Παξοῖς ἡ ἐσοδεία ἡ περυσινὴ ἦτο καλὴ, καὶ ἑπομένως ἠδυνήθησαν νὰ συνέλθωσιν ὀλίγον.— Ἀτυχῶς ἐν Κερκύρᾳ ἀπὸ δέκα σχεδὸν ἐτῶν δὲν ἔχομεν ἐσοδείαν ἐλαίου, ὅπερ εἶναι τὸ μόνον της προϊὸν, τὸ κυριώτερον τοὐλάχιστον. Ἡ Κέρκυρα, ὡς γνωρίζετε, ἔκαμνε καὶ μεγάλην ἐξαγωγὴν οἴνων, ἀλλ’ αὕτη ἠλαττώθη ἐσχάτως κατὰ πολὺ, ἕνεκα τῆς μεγάλης παραγωγῆς τῆς Ἰταλίας καὶ τῆς Ἱσπανίας, ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἀληθῶς πενία μαστίζει τὸν τόπον. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Μεσοχωριτῶν πράγματι ἐξέδωκε ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς Παξῶν, καὶ τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο ἐστάλη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ πρὶν ἢ λάβωμεν τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο ἐποιήσαμεθα τὰ ἀναγκαῖα διαβήματα παρὰ τῇ Ἰονικῇ Τραπέζῃ, ὅπως ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς κτηματίας ἐν Κερκύρᾳ. Ἡ Τράπεζα ἔχει πράγματι ὑποχρέωσιν, δυνάμει τῆς συμβάσεως, ἓν μέρος τῶν κεφαλαίων της νὰ τὸ διαθέτῃ εἰς ἀγροτικὰ δάνεια, ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ τοιαῦτα δάνεια, τὰ ὁποῖα ἔκαμεν, ἴσως ἕνεκα τῆς ἀφορίας τῶν προϊόντων τῆς νήσου ἔλαβον κακὰ ἀποτελέσματα, διότι οὐ μόνον δὲν ἀπεδόθη αὐτῇ τὸ κεφάλαιον, ἀλλὰ πολλάκις οὔτε οἱ τόκοι δὲν ἀπεδόθησαν, ἡ δὲ Τράπεζα, καίπερ ἔχουσα τὴν ὑποχρέωσιν νὰ χορηγῇ τοιαῦτα δάνεια, ἔχει ὅμως καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάζῃ τὸ φερέγγυον τῶν ζητούντων τὰ δάνεια, καὶ ἕνεκα τούτου μετὰ δυσκολίας προβαίνει εἰς τοιαῦτα δάνεια. Ἐννοεῖται ὅτι ἐκ τῆς δυσχερείας ταύτης εἶναι δύσκολον νὰ ἐξέλθῃ, καὶ εἶναι δύσκολον νὰ ἐξεύρῃ τις μέσον, ὅπως ἐξαναγκάσῃ τὴν Τράπεζαν εἰς παροχὴν τοιούτων δανείων, διότι, καί τοι, ἐπαναλαμβάνω, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν, ἓν μέρος τῶν κεφαλαίων της νὰ χρησιμοποιήσῃ εἰς ἀγροτικὰ δάνεια, ἐννοεῖται ὅτι δὲν ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν, τὸ μέρος τοῦτο τῶν κεφαλαίων της νὰ διαθέσῃ ἄνευ ἀσφαλείας. Ἐν τούτοις ἅμα τῇ λήψει τοῦ ψηφίσματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἐπανέλαβον τὰς ἐνεργείας μου παρὰ τῇ Τραπέζῃ, καὶ παρεκάλεσα αὐτὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν τῶν κτηματιῶν καὶ παράσχῃ εὐκολίαν τινὰ, διότι ἡ κατάστασις τῆς ἀφορίας τῆς ἀπολύτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ. Ἔχομεν δὲ δι’ ἐλπίδος, ὅτι ἡ Τράπεζα, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν ἀφ’ ἑνὸς τὴν κατάστασιν ταύτην τῶν κτηματιῶν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸ συμφέρον αὑτῆς, προκειμένου νὰ καταστραφῇ μία μεγάλη τάξις, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκουσι πολλοὶ τῶν ὀφειλετῶν της, θέλει προσπαθήσει διὰ νέων διαταγῶν ἐν Κερκύρᾳ, ὅπως καταστήσῃ δυνατὴν τὴν χορηγίαν δανείων τινῶν. Πρέπει ὅμως νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν πάντες, ὅτι ἡ Τράπεζα σκέπτεται πρὸ πάντων περὶ τῆς ἀσφαλείας τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ χορηγήσῃ, δὲν ὑπάρχει δὲ δύναμίς τις, ἡ ὁποία νὰ τὴν ὑποχρεώσῃ, ὅπως προβῇ εἰς δάνεια, τὰ ὁποῖα δὲν θεωρεῖ ἀσφαλῆ.
§118Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατήρτισα τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς μελέτην τῶν ταχυδρομικῶν, τηλεγραφικῶν κλπ. νομοσχεδίων ἐκ τῶν ἑξῆς κυρίων βουλευτῶν: Ἐμμ. Ρέπουλη, Δ. Τσάτσου, Περ. Βαλαωρίτου, Κ. Παπαμιχαλοπούλου καὶ Ι. Γ. Λάππα. Παρακαλῶ δὲ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης νὰ συνέλθωσιν αὔριον ὥρᾳ 3 μ. μ. ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ πρὸς ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν των. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναπληρωματικῆς Βουλευτικῆς ἐκλογῆς Ἠλείας. Ἔχει τις τὸν λόγον;
§120ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς καὶ νόμιμον βουλευτὴν τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας τὸν κύριον Ἀθαν. Ἀθανασιάδην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δεύτερον ἀντικείμενον εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900.
§122ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 7 καὶ 30′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.)
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κύριος Καΐρης ἔχει τὸν λόγον. (Ὁ κ. Καΐρης ἀνέρχεται τὸ βῆμα).
§125Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἴθισται νὰ ἀγορεύωμεν καὶ νὰ συζητῶμεν ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀλλὰ δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλετε ἔνστασιν;
§127Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§129Δ. ΚΑΙΡΗΣ (πρὸς τὸν Πρόεδρον). Δὲν ἀφίνετε νὰ προβῶ;
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ ὑπέβαλεν ἔνστασιν...
§131ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀντὶ νὰ χάσωμεν καιρὸν μὲ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, δὲν γίνεται καλλίτερον εἷς συμβιβασμός; νὰ περιμένωμεν ὀλίγον, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἔλθωσιν οἱ Βουλευταί;
§132Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν εἰς τοῦτο, διότι δὲν ἐννοῶ νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἔνστασιν.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἂς περιμένωμεν ἐπὶ δέκα λεπτά. (Μετὰ παρέλευσιν 10 λεπτῶν). Καθήσατε, παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταί.
§134ΔΗΜΟΣΘ. ΚΑΙΡΗΣ. Τρεῖς προϋπολογισμοὶ ἐξετελέσθησαν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1897 μέχρι σήμερον, χωρὶς νὰ ὑποστῶσι τὸν προσήκοντα κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθη ἡ χώρα κατὰ τὰ ἔτη 1897 καὶ 1898, δὲν ἐπέτρεπον τὸν τοιοῦτον ἔλεγχον, καὶ διὰ τὸ ἔκτακτον αὐτῶν καὶ διὰ τὸ ἀβέβαιον τῶν ἐσόδων καὶ διὰ τὸ ἀόριστον τῶν δαπανῶν. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἐκτελούμενος τρίτος προϋπολογισμὸς, τοῦ 1899, εἶχε καὶ αὐτὸς ἐπιεικῶς τὸν ἐξαιρετικόν του λόγον. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν κατὰ τὰς ἀρχὰς Ἀπριλίου παρελθόντος ἔτους, καὶ δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ὡς ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ ὑποβάλῃ ἴδιον προϋπολογισμὸν, ἐκπροσωποῦντα τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰ ὁριστικὰ αὐτῆς μέτρα, ἀνέβαλε δὲ νὰ πράξῃ τοῦτο κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον. Καὶ ἰδοὺ τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1900, ὑποβληθέντος μὲ ἔσοδα 111,315,528 καὶ ἔξοδα 110,240,731. Ἀλλὰ διὰ τῶν τελευταῖον ἐπενεχθεισῶν μεταβολῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁρίζει τὰ μὲν ἔσοδα εἰς 112,206,849, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 111,608,348. Καὶ ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος ἀπεικονίζει ὅλον τὸν νοῦν καὶ πᾶσαν τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν δύναταί τις ἀλανθάστως νὰ χαρακτηρίσῃ πολιτικὴν τῶν ἄκρων δαπανῶν. Ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι τὰ ἔτη 1897 καὶ 1898 ὑπῆρξαν ἔτη ὀδυνηρὰ διὰ τὴν χώραν, καὶ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶνται τόσον ταχέως. Τῷ 1897 ἠτυχήσαμεν ἐν τῷ πολέμῳ πρὸς τὴν ὅμορον αὐτοκρατορίαν, τῷ 1898 ἐτέθημεν ὑπὸ τὸν διεθνῆ οἰκονομικὸν ἔλεγχον, καὶ ἐνεχυριάσαμεν τὰς σημαντικωτέρας τῶν προσόδων μας διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Καὶ ἂν ἡ εὐμενὴς προστασία καὶ ἐγγύησις τῶν Μεγ. Δυνάμεων διηυκόλυνεν ἡμῖν τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, μὲ ὅρους ἀληθῶς συμφορωτάτους, ἐκ τοῦ ὁποίου κατεβλήθη ἡ πολεμικὴ ἀποζημίωσις καὶ ἀπηλλάγη ἡ Θεσσαλία τῆς κατοχῆς τοῦ ἐχθροῦ, καὶ ἐξωφλήθη τὸ βαρὺ κυμαῖνον χρέος, καὶ ἐπληρώθησαν τὰ ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1897, καὶ ἐκανονίσθησαν καὶ αὐτὰ τὰ τοῦ ἐσωτερικοῦ δημοσίου χρέους, τεθέντος καὶ τούτου ὑπὸ τὸν διεθνῆ οἰκονομικὸν ἔλεγχον καὶ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ηὔξησαν ὅμως καὶ τὰ βάρη ἡμῶν, καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν γενικὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὰ ἔτη 1898 καὶ 1899 εἴχομεν ἔσοδα ἐπὶ πλέον ἓξ μέχρις ἑπτὰ ἑκατομμυρίων, ἰδίως ἐκ τῶν φόρων τῆς καταναλώσεως καὶ ἐκ τῶν μονοπωλίων, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς, ὡς προεῖπον, ὅτι εἴχομεν ἔξοδα πολὺ περισσότερα τῶν ἐσόδων. Κατὰ τὰ ἔτη 1895 καὶ 1896 ἠθέλομεν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους 23 ἑκατομμύρια, ὡς ἔγγιστα, σήμερον θέλομεν 33 ἑκατομμύρια. Κατὰ τὰ ἔτη 1895 καὶ 1896 ἠθέλομεν διὰ τὴν γενικὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, ὡς ἔγγιστα, 68 ἑκατομμύρια, σήμερον ζητοῦνται πιστώσεις 78 ἑκατομμυρίων. Λοιπὸν ἡ οἰκονομικὴ κατάτασις τοῦ Κράτους δὲν εἶναι ἀνθηρὰ, οὔτε ἀκμάζουσα, ὡς ὑπολαμβάνεται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ δικαιολογῆται ἡ τολμηρὰ πολιτικὴ τῶν πολυτελῶν μεταρρυθμίσεων, ἢ μᾶλλον ἡ πολιτικὴ τῶν ἄκρων δαπανῶν. Ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀνήγγειλεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι συνεχίζει ἡ Κυβέρνησις, πρέπει βεβαίως νὰ ἦναι ἡ πολιτικὴ ἑκάστης Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν ἐξυπηρετεῖται καθ’ ὃν τρόπον ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις, δὲν προάγεται, δὲν καρποφορεῖ διὰ τῆς ἀσκόπου ἐπεκτάσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν καὶ διὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν δημοσίων λειτουργῶν καὶ δημοσίων ὑπηρετῶν. Καὶ μὴ λησμονεῖτε, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πρὸ μικροῦ ἐξήλθομεν τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου ἠθικῶς τεταπεινωμένοι, οἰκονομικῶς συντετριμμένοι, κυριαρχικῶς ἠκρωτηριασμένοι, ἔχομεν δὲ ἀπόλυτον ἀνάγκην σώφρονος καὶ περιμαζευμένης διοικήσεως, καὶ ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην ἀκροτάτης φειδοῦς τῶν οἰκονομικῶν πόρων τοῦ Κράτους, διὰ νὰ δυνηθῶμεν μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον νὰ ἀνακτήσωμεν ὅ,τι ἐχάσαμεν, νὰ συμπληρώσωμεν ὅ,τι μᾶς ἐλλείπει, ν’ ἀποκτήσωμεν τέλος ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἔχομεν, τουτέστι τὴν οἰκονομικὴν εὐρωστίαν, ἄνευ τῆς ὁποίας ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ εἶναι ἓν μέγα μηδέν. Ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ προαπαιτεῖ ἔδαφος οἰκονομικὸν στερεὸν καὶ ἀπαρασάλευτον, ἄνευ τοῦ ὁποίου εἶναι εἰρωνεία νὰ ὁμιλῶμεν περὶ ἐθνικῆς πολιτικῆς. Καὶ πιστεύει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι σήμερον κατέχει τοιοῦτον οἰκονομικὸν ἔδαφος στερεὸν καὶ ἀπαρασάλευτον, καὶ ὅτι δυνάμεθα ἀκινδύνως ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν πολιτικὴν τῶν ἄκρων δαπανῶν, τὴν ὁποίαν τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀναγράφει; Καὶ ποῖον εἶναι αὐτὸ τὸ οἰκονομικὸν ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη ἡ Κυβέρνησις; Ἂς τὸ ἀνιχνεύσωμεν, διὰ νὰ τὸ ἴδωμεν. Καὶ ἀνατρέχω εἰς τὸ πολὺ ἐγγὺς παρελθὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ τὸ εὐνοϊκώτερον διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ 1895, κατὰ τὸν ἐπίσημον ἀπολογισμὸν, εἶχε τακτικὰ ἔσοδα 94,657,065 δραχμὰς, τακτικὰ ἔξοδα 91,641,965, καὶ περίσσευμα δραχ. 3,015,100. Εἰς τὰ ἔξοδα τῶν 91 ἑκατομμυρίων περίπου δρ. συμπεριλαμβάνονται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους 22,721,240, καὶ διὰ τὴν γενικὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους 68,920,725. Τὸ 1895 λοιπὸν εἶχεν ἓν μικρὸν περίσσευμα, ὡς βλέπετε, δρ. 3,015,100. Ἡ χρῆσις τοῦ 1896, κατὰ τὸν ἐπίσημον ἀπολογισμὸν, εἶχε τακτικὰ ἔσοδα 90,931,726 δραχμὰς, τακτικὰ ἔξοδα 90,890,607, καὶ περίσσευμα δραχ. 6,041.119. Ἐν τοῖς ἐξόδοις συμπεριλαμβάνεται ποσὸν δρ. 23,216.425 διὰ δημόσιον χρέος, καὶ δραχ. 67,674,182 δι’ ἔξοδα γενικῆς διοικήσεως. Παρατρέχω τὸ 1897, διότι ἦτο ἔτος ἐντελῶς ἔκτακτον. Ἡ χρῆσις τοῦ 1898, κατὰ τὸν δημοσιευθέντα προσωρινὸν ἀπολογισμὸν, ἢ μᾶλλον κατὰ τὴν δημοσιευθεῖσαν προσφάτως προσωρινὴν κατάστασιν, εἶχε τακτικὰ ἔσοδα δραχ. 104,702,156, ἔξοδα δὲ τακτικὰ 110,341.431. Ἄρα εἶχεν ἔλλειμμα 5,639,275. Εἶχε δι’ ὑπηρεσίαν δημοσίου χρέους 29,819.279, καὶ διὰ γενικὴν ὑπηρεσίαν 80,522,152. Ἀλλὰ δὲν πιστεύω, ἐν ὅσῳ δὲν ἴδω τὸν τακτικὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1898, ὅτι τὰ τακτικὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως ταύτης εἶναι 110 ἑκατομμύρια. Βεβαίως ἐν τοῖς ἐξόδοις αὐτοῖς εἶναι καὶ πολλὰ ἔξοδα ἐντελῶς ἔκτακτα, μὴ βαρύνοντα τὰς τακτικὰς δαπάνας. Ἀλλὰ τὰ τῆς χρήσεως τοῦ 1898 βεβαίως θέλει ἀναπτύξει ἐμπεριστατωμένως ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς καὶ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος θέλει καταδείξει ποῖα εἶναι τὰ τακτικὰ καὶ πραγματικὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1898, καὶ ἂν ἡ χρῆσις τοῦ 1898 ἀπέληξεν εἰς ἔλλειμμα ἢ εἰς περίσσευμα. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω ὑπὸ σημείωσιν τὸν ἐπίσημον προσωρινὸν ἀπολογισμὸν, ἢ μᾶλλον τὴν προσωρινὴν κατάστασιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ βεβαιοῦται, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1898 ἀπέληξεν εἰς ἔλλειμμα 5,636,275. Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ ἐκτελουμένου προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899, τὴν ὁποίαν τοσοῦτον ἐξῆρεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐβασίσθη κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ. Προϋπελογίσθησαν τακτικὰ ἔσοδα 107,085,658, ἐβεβαιώθησαν ἐντὸς τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1899 ἔσοδα 104,871,897, ὑπολείπεται δὲ νὰ βεβαιωθῇ τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων καὶ ἐν μέρει τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν. Τὸ ἔσοδον ἐκ τῆς παρακρατήσεως τοῦ 1898, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὰς τελευταίας δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, μεταφέρεται ἐκ τῆς χρήσεως τῶν ἐσόδων τοῦ 1899 εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων τοῦ 1900, (διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1899 νὰ εἰσαχθῇ ὡς ἔσοδον τὸ παρακράτημα τοῦ 1898) δὲν τὸ ὑπολογίζω...
§135Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ φόρος ἐπὶ τῆς σταφίδος τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ὑπολογίζεται πλήρης.
§136ΚΑΙΡΗΣ. Ναὶ, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1898 ὑπελογίσατε ὡς ἔσοδον τοῦ 1899, ὡς ἀναφέρετε ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει...
§137ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐκθέσεως. Τί εἶναι τὸ πιθανόν.
§138ΚΑΙΡΗΣ. Μὲ αὐτὸ τὸ ἔσοδον ἀναβιβάζετε τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1899 εἰς 108 ἑκατομμύρια κατὰ τὴν ἔκθεσίν σας.
§139ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, νομίζω ὅτι ὀφείλετε νὰ χωρίζητε δύο πράγματα, τὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐν ᾗ ἀναγράφονται οἱ συλλογισμοὶ τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ τὸν προϋπολογισμὸν, ἐν ᾧ ἀναγράφονται ἀκριβῶς οἱ ἀριθμοὶ οἱ ὑπολογιζόμενοι. Λοιπὸν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 δὲν ἀναγράφεται ἔσοδον ἐκ τοῦ σταφιδοκάρπου τοῦ 1898. Ἀναφέρεται ἐν τῇ ἐκθέσει, ὅτι εἶναι πιθανὸν καὶ τοῦτο νὰ προστεθῇ, ὅτε θέλομεν ἔχει μεῖζον πλεόνασμα.
§140ΚΑΙΡΗΣ. Ἀλλ’ εἰς τὸ προϋπολογιζόμενον ποσὸν τῶν δρ. 4,900,000 ἐμπεριέχεται καὶ τὸ ἔσοδον τῆς παρακρατήσεως (καὶ ἐννοεῖται τοῦ ἔτους 1898), διότι ἄλλως δὲν ἐξηγεῖται ἡ πρόβλεψίς σας αὕτη. Ὅταν δὲ ἔλθω εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν ἄρθρων, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι τὰ πράγματα ἔχουσιν οὕτω, διότι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 ὑπολογίζεται ἔσοδον ἐκ τῆς σταφίδος δραχ. 4,900,000, καὶ ὅτι ὑπολογίζετε νὰ εἰσπράξητε ὅλον τὸν φόρον ἐκ τῆς ἐξαγομένης σταφίδος, ἀσχέτως πρὸς τὴν παρακράτησιν. Ἀλλὰ τί ποσὸν δύναται νὰ εἰσπραχθῇ ἐκ τῶν μὴ βεβαιωθέντων ἔτι ἐσόδων ἐκ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων καὶ τῶν οἰκοδομῶν; Τὸ ἓν δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν, καθότι ἀπὸ τοῦ 1899 ἐφαρμόζεται ὁ νόμος τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, ἐγένοντο αἱ δηλώσεις καὶ ἐγένετο ἡ κατανομή· ἐψηφίσθη κατόπιν ὁ νόμος περὶ ἀνασυντάξεως τῶν πρωτοκόλλων τῶν μητρώων, ὁ ὁποῖος ὥρισεν, ὅτι ὁ εἰσπραχθησόμενος στρεμματικὸς φόρος δὲν θὰ ἦναι ἀνώτερος τῶν τριῶν δραχμῶν· ἐδηλώθησαν δὲ 860,000 στρέμματα. Ἂν δ’ ὑπολογισθῇ μέσος ὅρος κατὰ στρέμμα δραχ. 1,50, ἡ ὁλικὴ εἴσπραξις τοῦ ἐσόδου διὰ τὸ 1899 ἔσται δρ. 1,290,000...
§141ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Προσωρινῶς, μέχρι τῆς ἀναθεωρήσεως.
§142ΚΑΙΡΗΣ. Βεβαίως, ἀλλὰ θὰ ἦναι καὶ τὸ ὁριστικὸν ποσὸν διὰ τὸ 1899.
§143ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. 2,200,000 ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πινάκων.
§144ΚΑΙΡΗΣ. Ὄχι· ὁμιλῶ διὰ τὸ 1899 καὶ ὄχι διὰ τὸ 1900.
§145ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν πίνακες, καθ’ οὓς προσδιωρίσθη ὁ φόρος καὶ πέραν τῶν τριῶν δραχμῶν.
§146Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὰ αὐτά.
§147ΚΑΙΡΗΣ. Ἐὰν δ’ ὑπολογίσωμεν καὶ τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν,—διότι ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ἐπῆλθε καμμία ἀλλοίωσις,— ὅτι θὰ ἀποδώσῃ ὅ,τι τὸ παρελθὸν καὶ προπαρελθὸν ἔτος, μὲ ποιάν τινα αὔξησιν, βεβαίως ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰ 2,200,000, καὶ οὕτω πλησιάζομεν εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ἔσοδα βεβαιωθησόμενα διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1899 ἐκ δραχμῶν 107,000,000...
§148ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπολογίζετε πάντα τὰ ἔσοδα ὡς βεβαιωθέντα;
§149ΚΑΙΡΗΣ. Πάντα.
§150ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλλείπουσι πολλά, οἷον ὁ φόρος ἐπὶ τῆς σταφίδος καὶ ἄλλα πολλά.
§151ΚΑΙΡΗΣ. Ὅσα ἐλλείπουσι, ταῦτα ἀφορῶσιν εἰς τὰ μέλλοντα νὰ εἰσπραχθῶσι κατὰ τοὺς δέκα ἑπομένους μῆνας τῆς χρήσεως... Καὶ οὕτως ἔχετε εἰσπράξεις, κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν, 93,303,547. Ὑπολείπονται αἱ εἰσπράξεις τῶν δέκα μηνῶν. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἀπολογισμῶν μιᾶς δεκαετίας πρὸ τοῦ 1899, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων τῶν δέκα μηνῶν κυμαίνεται περὶ τὰ 14 ἕως 15 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε, ὅτι διὰ τῶν ψηφισθέντων νόμων κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐπεβλήθη ἡ προπληρωμή τινων φόρων, οἵτινες εἰσεπράττοντο ἐντὸς τῶν δέκα μηνῶν· ὥστε ἐλάβετε ἤδη ἀπὸ τὰ ἔσοδα ταῦτα σημαντικὸν ποσὸν, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε διὰ τοὺς δέκα μῆνας τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα εἴχομεν κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη, καὶ δὲν θὰ ἔχητε πλέον τῶν 11 ἕως 12 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι αἱ εἰσπράξεις θὰ ἦναι, κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, 13,000,000, φθάνετε εἰς τὸ ποσὸν τῶν 106,000,000...
§152ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§153ΚΑΙΡΗΣ. Εἴπετε ὅτι θὰ ἔχητε 13,000,000. Ἀλλὰ ταῦτα θὰ ἦναι ἆρά γε εἰσπράξεις ὁριστικαί, τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν καὶ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη; Καὶ πρῶτον, μεταξὺ τῶν εἰσπράξεων ἔχετε ποσὸν δρ. 3,859,258 ἐκ τῆς παρακρατήσεως τῶν ἐτῶν 1895–1897. Τοῦτο τὸ ἔσοδον δὲν θὰ τὸ ἔχητε διὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη. Ἂν αὐτὸ τὸ ἔκτακτον ἔσοδον ἀφαιρεθῇ ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων, αἱ καθαραὶ εἰσπράξεις τῆς χρήσεως τοῦ 1899 ἔσονται 102,000,000 ὡς ἔγγιστα, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο ἐξήρατε τόσον σημαντικῶς κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ! Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς μίαν τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων, ἀλλὰ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἔκαμεν ἕνα λανθάνοντα ὑπολογισμὸν, ἵνα ἐνδείξῃ, ὅτι τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1899 θὰ ἦναι πολλά, ὅτι θὰ ἦναι καὶ πολὺ ὑπέρτερα τῶν προϋπολογιζομένων. Προϋπολογίζει δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι θὰ ἔχῃ ἐπὶ πλέον τῶν προϋπολογισθέντων τῷ 1899: ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων 1,000,000, ἐκ τῶν τελωνειακῶν δασμῶν 1,700,000, ἐκ τῶν μονοπωλίων 1,000,000, ἐκ τοῦ καπνοῦ 500 χιλιάδας· καὶ βεβαίως οἱ φόροι τῆς καταναλώσεως, ἤτοι οἱ τελωνειακοὶ δασμοὶ, ἐφ’ ὅσου ποσοῦ προϋπελογίσθησαν, ἀπέδωκαν ἐπὶ πλέον 1,700,000, ὁ ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων 1,000,000, ὁ τοῦ καπνοῦ δρ. 500,000, τὰ μονοπώλια ἀπέδωκαν 900,000, ἀλλ’ ἄλλοι φόροι ἀπέδωκαν ὀλιγώτερα ποσὰ τῶν προϋπολογισθέντων. Καὶ σημειώσατε, ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ αὐξήσεις περιέχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων ἐξ 93,303,547, ὥστε δὲν μεταβάλλονται τ’ ἀποτελέσματα, καὶ εἰς τὰς πιθανὰς εἰσπράξεις τῶν δέκα μηνῶν ἐξ ἄλλου θὰ ἔχῃ ἐλάττωσιν: ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν δρ. 400,000, διότι μέχρι σήμερον, ἤτοι ἐντὸς τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους, εἰσεπράχθησαν δρ. 764,565, ἐὰν δὲ εἰσπραχθῇ ἐντὸς τῶν δέκα μηνῶν ἴσον ποσὸν πρὸς τὸ μέχρι σήμερον κατὰ τοὺς ἀπολογισμοὺς, ἢ καὶ περὶ τὸ ἑκατομμύριον, πάλιν θὰ ἔχωμεν τὴν ἐλάττωσιν ταύτην ἐν σχέσει πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα· ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου ἐλάττωσιν δρ. 700,000, ἐκ τῆς σταφίδος τοὐλάχιστον 500,000, ἐκ τῶν προϊόντων τῆς Ἑπτανήσου 550,000, ἐκ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, ὧν τὰ ἔσοδα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ πλεῖστον ἐντὸς τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους, δρ. 1,400,000. Οὕτως ἐρχόμεθα εἰς ἐξίσωσιν. Ἀλλὰ καὶ δὲν μεταβάλλονται τ’ ἀποτελέσματα, ἄν τινες φόροι ἀπέδωκαν περισσότερα, διότι ἄλλοι ἀπέδωκαν ὀλιγώτερα. Ἀλλὰ ποῖα θὰ ἦναι τὰ πιθανὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1899; Διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐχορηγήθησαν πιστώσεις δρ. 103,578,275, διὰ Β. Διαταγμάτων καὶ νόμων 1,727,000, διὰ μεταγενεστέρων πιστώσεων, ἃς πρόκειται νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ, δραχ. 4,291,230, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους τοῦ 1898 δρ. 2,419,802· ὥστε τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1899 θὰ ἀνέλθωσιν εἰς 111,957,175. Ἑπομένως θὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα 9,512,886. Πῶς θὰ καλυφθῇ τοῦτο; Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός: «ἔχω τὸ ἔσοδον τῆς παρακρατήσεως» (ἀδιάφορον, ἂν δὲν εἶναι ἐκ τῶν τακτικῶν)· «αὐτὸ εἶναι 3,859,258· ἔχω τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦναι 3,000,000.» Ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι μία ὑπόθεσις. Ὅταν κλείσῃ ἡ χρῆσις τοῦ 1899, θὰ ἴδωμεν πόσαι πιστώσεις θὰ μένουν ἀδιάθετοι. Καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι θὰ ἔχωμεν τοιαύτας, διότι δὲν ἐξετελέσθησαν δημόσια ἔργα, ἀλλὰ καὶ πάλιν θὰ μείνῃ ἔλλειμμα· πῶς θὰ τὸ καλύψητε; θὰ τὸ καλύψητε διὰ τοῦ ἐκτάκτου ἐσόδου τῆς παρακρατήσεως τῶν ἐτῶν 1895 ἕως 1897; ἀλλὰ καὶ αὖθις μένει ἔλλειμμα δρ. 3,653,628. Ὅπως δήποτε, καὶ ἂν ἐν μέρει τὸ ἔλλειμμα καλύπτεται λογιστικῶς, μένει ἀκέραιον οὐσιαστικῶς. Ἰδοὺ, Κύριοι, τὸ οἰκονομικὸν ἔδαφος, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις, ὅτε συνέτασσε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900, οἰκονομικὸν ἔδαφος κατὰ μέσον ὅρον τῶν ἐτῶν 1898 καὶ 1899 μὲ ἔσοδα 103,000,000, μὲ ἔξοδα 110,000,000, ἔδαφος ἐλλειμματικόν. Ἐπὶ τοιούτου ἐδάφους δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐλπίζῃ ἐπιτυχίαν τῆς πολιτικῆς της; Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐντριβέστατος περὶ τὴν λογιστικότητα τῶν ἀριθμῶν, καὶ πιστεύων εἰς τὴν ζωογόνησιν τῶν ἀριθμῶν, ἐνέτεινε τὴν ἐλαστικότητα τῶν ἀριθμῶν, τῶν ἐκπροσωπούντων τὰ ἔξοδα, εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 112,206,849, ἵνα καλύψῃ τὰς δαπάνας τῶν 111,608,348 καὶ δείξῃ περίσσευμα δρ. 598,501, τὸ ὁποῖον διὰ τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων νὰ ἀναβιβάσῃ εἰς 3 ἕως 4 ἑκατομμύρια. Καὶ πιστεύει εἰς τὴν ζωογόνησιν τῶν ἀριθμῶν, οὐχὶ καθ’ ὅν τρόπον ἐζωογονοῦντο ἄλλοτε διὰ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, ἤτοι τῶν δανείων.— Καὶ ἐν ὅσῳ εἴχομεν τὴν πηγὴν τῶν δανείων, εἴχομεν καὶ τὴν ζωογόνησιν τῶν ἀριθμῶν πραγματικὴν, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ πηγὴ ἐκλείσθη ἑρμητικῶς.— Καὶ πιστεύει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ζωογονεῖ τοὺς ἀριθμοὺς διὰ τῶν φορολογικῶν μεταρρυθμίσεων, τὰς ὁποίας ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἤτοι διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ φόρου τῶν ζώων διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σφαγῆς, διὰ τῆς προπληρωμῆς τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, καὶ διὰ τοῦ φόρου τῶν οἰνοπνευμάτων; Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν τὰ ἔσοδα τοῦ 1900, ἵνα ἴδωμεν κατὰ πόσον αἱ ψηφισθεῖσαι φορολογικαὶ μεταρρυθμίσεις ζωογονοῦσι τοὺς ἀριθμοὺς, καὶ ἂν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἔσοδα δραχμῶν 112,206,849. Τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς προεξελέγξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐξήτασε λεπτομερῶς, ἀμερολήπτως καὶ ἄνευ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, καὶ τὸν ἐξήτασε λίαν αἰσιοδόξως, καὶ ἐδέχθη ἐν πολλοῖς, ὅπου ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῇ, τὰς προβλέψεις τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ὅπου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὰς δεχθῇ, δὲν τὰς ἐδέχθη· καὶ δὲν ἔπραξε τοῦτο αὐθαιρέτως. Ἐξετάζουσα ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της τοὺς ἀπολογισμοὺς τοὺς ὁριστικοὺς τῶν ἐτῶν 1893 μέχρι τοῦ 1896, τοὺς ὁποίους ἐπικαλεῖται καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της τοὺς προσωρινοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1897 καὶ 1898, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1899, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν θετικῶν ἀποτελεσμάτων προέβη εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν ἐσόδων. Προϋπολογίζων ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὰ ἔσοδα ἐξ ἀμέσων φόρων, ὁρίζει ταῦτα εἰς 24,000,000 περίπου. Ἀκούσατε, τί λέγει τὸ παρελθὸν ἐπὶ τῶν ἀμέσων φόρων. Τὸ 1893 εἰσεπράχθησαν ἐξαιρετικῶς 20,718,116, τὸ 1894 εἰσεπράχθησαν 19,144,906, τὸ 1895 εἰσεπράχθησαν 19,106,923, τὸ 1896 εἰσεπράχθησαν 18,646,130, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον τοῦ 1893 ὅλα τὰ ἔτη. Τὸ 1897, ἕνεκα τοῦ πολέμου, κατήλθομεν εἰς τὰ 14,145,292, καὶ ἦτο ἑπόμενον νὰ μὴ εἰσπράξωμεν περισσότερα. Τὸ 1898, βεβαίως καὶ αὐτὸ ἐπηρεάσθη κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας, ἀλλ’ ἀνῆλθον κατ’ αὐτὸ αἱ εἰσπράξεις εἰς τὸ ποσὸν τῶν 17,464,563· τὸ 1899 καθ’ ὅλον τὸ οἰκονομικὸν ἔτος εἰσεπράχθησαν, κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν, 8,818,502· καὶ τί ἔχομεν νὰ εἰσπράξωμεν κατὰ τοὺς ὑπολειπομένους δέκα μῆνας; Ἐὰν ψεύδωνται οἱ ἀπολογισμοὶ ὅλων τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ψεύδομαι καὶ ἐγὼ, ἀναφέρων τοὺς ἀριθμούς. Οἱ ἀπολογισμοὶ ὅλων τῶν προηγουμένων ἐτῶν βεβαιοῦσιν, ὅτι κατὰ τοὺς δέκα μῆνας τῆς χρήσεως εἰσπράττεται ἴσον ποσὸν πρὸς τὸ εἰσπραττόμενον καθ’ ὅλον τὸ οἰκονομικὸν ἔτος. Ἐὰν εἰσπραχθῇ καὶ ἤδη τὸ αὐτὸ ποσὸν, θὰ ἔχωμεν 17,637,000. Καὶ ἐνῷ ταῦτα εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, πηδᾷ εἰς τὰ 24,000,000 διὰ τὸ 1900! Ἂς ἴδωμεν, ἐὰν τὸ πήδημα αὐτὸ δικαιολογεῖται. Πρῶτος φόρος, εἰς τὸν ὁποῖον διΐσταμαι πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, εἶναι ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐτῶν 1893, 1894, 1895 καὶ 1896 μέχρι τοῦ πολέμου, καὶ ὑπολογίζει τὸ ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἔσοδον εἰς 2,180,000· ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν μᾶλλον τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐτῶν 1897–1899, διότι ἐπῆλθον οὐσιώδεις ἀλλοιώσεις ὄχι μόνον εἰς τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλους· ὁ ἐχθρὸς ἐπέδραμεν εἰς τὴν Θεσαλίαν, καὶ ἔφερε σοβαρὰς καταστροφὰς εἰς τοὺς πληθυσμοὺς τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἰδίως εἰς ἃ μέρη παρέμεινε, αἵτινες δὲν ἠνωρθώθησαν· πρόδηλον δ’ ἐκ τούτου, ὅτι οἱ ἄμεσοι φόροι θὰ ἔχωσι καθυστερήσεις· καὶ ἀπόδειξις εἶναι αἱ διαμαρτυρίαι τῶν ἐκ Θεσσαλίας κυρίων Βουλευτῶν καὶ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, τὰ κανονίζοντα τὴν πληρωμὴν καὶ δίδοντα μακρὰς προθεσμίας. Τί δὲ παρουσιάζει ἡ προσωρινὴ κατάστασις τοῦ ἔτους 1899; Κατὰ τοὺς δώδεκα μῆνας εἰσπράξεις ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν δρ. 764,565, καὶ ἂν κατὰ τὰς ἐνδείξεις τῶν ἀπολογισμῶν παρελθόντων ἐτῶν εἰσπραχθῇ κατὰ τοὺς ἄλλους δέκα μῆνας τῆς χρήσεως ἴσον ποσὸν, ἢ καὶ περὶ τὸ 1,000,000, τὸ ἐκ τούτου ἔσοδον θ’ ἀνέλθῃ εἰς 1,764,565. Ὅθεν, κατὰ τὰ ἐκτεθέντα, λίαν αἰσιοδόξως προέτεινεν ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ὡς πιθανὸν ἔσοδον κατὰ τὸ 1900 τὸ ποσὸν 1,900,000, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον κατὰ δρ. 280,000, ὅπερ εἶναι καὶ τὸ πιθανώτερον. Ἐκ τοῦ στρεμματικοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, τὸ πρῶτον νῦν ἐφαρμοζομένου τοῦ νόμου καὶ μὴ ὑπαρχόντων ἀποτελεσμάτων ὁριστικῶν, δὲν δύναταί τις ἀκριβῶς νὰ ὑπολογίσῃ τὸ πιθανὸν ἔσοδον· ἀλλ’ ἔχων ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐκ τῆς ἀνασυντάξεως τῶν μητρῴων τοῦ κτηματολογίου τῶν ἀμπέλων νὰ δηλωθῶσι πλείονα στρέμματα, καὶ ἀκριβεστέρα νὰ γείνῃ κατὰ στρέμμα παραγωγὴ καὶ λογικωτέρα κατ’ ὀκᾶν τιμὴ, ἑπομένως ὀρθοτέρα κατανομὴ τοῦ φόρου, ἄγεται νὰ ἐλπίσῃ, ὅτι τὸ ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἔσοδον ἔσεται ἀνάλογον πρὸς τὰς προβλέψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ τούτου ἕνεκα ἡ ἀναγραφὴ ὡς ἐσόδου δραχ. 2,300,000 εἶναι πιθανὴ, μὴ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν τυχὸν καθυστερήσεων, ἃς θέλει ἔχει καὶ τὸ ἔσοδον τοῦτο. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ διεφωνήσαμεν πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ διεφωνήσαμεν ῥιζικῶς, ὡς πρὸς τὸν φόρον τῆς σταφίδος. Πρὸ τοῦ νόμου τῆς παρακρατήσεως τοῦ 1895 τὸ ἔσοδον τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῆς ἐξαγομένης σταφίδος ἀνῆλθε: κατὰ τὸ 1893, ὅτε δὲν ἴσχυεν ἡ παρακράτησις, εἰς 4,415,144· τὸ 1894 ἐγένετο μείζων ἐξαγωγὴ σταφίδος, καὶ εἰσεπράχθησαν 4,756,220· τὸ 1895, ὅτε ἀκόμη δὲν εἶχεν ἐφαρμοσθῆ ἡ παρακράτησις, 4,422,396. Ὥστε ὁ μέσος ὅρος τοῦ ἐσόδου ἐκ τῆς σταφίδος πρὸ τοῦ νόμου τῆς παρακρατήσεως εἶναι 4,400,000. Μετὰ τὴν παρακράτησιν, ὅτε ἤρχισε τὸ Δημόσιον νὰ εἰσπράττῃ μέρος τοῦ φόρου εἰς εἶδος, ἀνῆλθε τὸ ἔσοδον: τὸ 1896 εἰς 3,494,266, τὸ 1897 εἰς 2,578,055, τὸ 1898 εἰς 3,407,082, τὸ 1899 εἰς 3,376,467. Αὐτὸ εἶναι τὸ τακτικὸν ἔσοδον. Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι τὸ Δημόσιον, ἀφίνον 4 δραχμὰς ἐκ τοῦ φόρου, καὶ λαμβάνον τὸ ἀντίτιμον αὐτοῦ εἰς εἶδος, δὲν χάνει τὸν φόρον του, τὸν εἰσπράττει, ἀλλὰ δὲν τὸν εἰσπράτει ἐντὸς τῆς χρήσεως, τὸν εἰσπράττει πολὺ μεταγενεστέρως. Καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι, ἀφ’ ἧς ἐφηρμόσθη ὁ νόμος τῆς παρακρατήσεως, ἔσοδον ἐκ τῆς παρακρατήσεως εἴχομεν μόνον κατὰ τὸ 1899, τὸ ἔσοδον τῶν ἐτῶν 1895, 1896 καὶ 1897. Τὸ ἔσοδον τοῦ 1898 ἐκ τῆς παρακρατήσεως εἰσάγεται εἰς τὸ 1900, τὸ τοῦ 1899 θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ 1901, τὸ τοῦ 1900 εἰς τὸ 1902, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἀφοῦ ἔχομεν λοιπὸν βεβαιωμένον ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν, ὅτι δὲν εἶναι τὸ ἔσοδον πλέον τῶν 3,300,000, καὶ ἂν ὑπολογίσωμεν ὅτι θὰ εἰσαχθῇ τὸ ἔσοδον τοῦ προηγουμένου ἔτους, τὸ ὁποῖον κυμαίνεται περὶ τὸ ἑκατομμύριον, τὸ ὅλον ἔσοδον μετὰ τῆς παρακρατήσεως δὲν εἶναι ἀνώτερον τῶν 4,400,000, ὅσον ἦτο καὶ πρὸ τοῦ νόμου τῆς παρακρατήσεως. Καὶ ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν διστάζει ν’ ἀναγράψῃ ἔσοδον ἐκ τῆς σταφίδος δρ. 4,900,000! Λοιπὸν ἀπέναντι τῶν πραγμάτων, τῶν βεβαιουμένων δι’ ἐπισήμων ἀπολογισμῶν, δὲν εἶναι πειστικωτέρα ἡ πρόβλεψις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν· διὰ τοῦτο ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἐδίστασε νὰ προτείνῃ νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ἔσοδον τῆς σταφίδος κατὰ 540,000 δραχμάς. Φόροι Ἑπτανήσου. Οἱ φόροι τῆς Ἑπτανήσου οἱ σπουδαιότεροι εἶναι δύο, ὁ φόρος τῆς σταφίδος καὶ ὁ φόρος τοῦ ἐλαίου—διότι οἱ φόροι τῶν ἐλαιοπυρήνων, τοῦ οἴνου καὶ τοῦ σάπωνος δὲν ὑπερβαίνουσι τὰς 150,000–200,000.—Αὐτοὶ δὲ οἱ φόροι βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται ταὐτοχρόνως ἐν τοῖς τελωνείοις ἐντὸς τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους. Ἀκούσατε, τί εἰσεπράχθη ἐξ αὐτῶν. Τὸ 1893 ἡ Ἑπτάνησος ἀπέδωκεν εἰς τὸ Δημόσιον 2,124,282, τὸ 1894 δραχ. 1,671,308, τὸ 1895 δραχ. 1,394,265, τὸ 1896 δραχ. 1,522,159, τὸ 1897 δρ. 1,991,390, τὸ 1898 δραχ. 2,049,035, τὸ 1899 δραχμὰς 1,506,970. Ὁ μέσος ὅρος εἶναι ἔσοδον περὶ τὸ 1,500,000. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καίτοι εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1899, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἔσοδον τῆς Ἑπτανήσου δὲν ὑπερέβη τὸ 1,500,000, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς πρέπει νὰ συντάσσηται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπράξεων τοῦ τελευταίου ἔτους, καὶ ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει παρελθόντων ἐτῶν, δὲ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν αὐτὸ τὸ ποσὸν, ἀλλ’ ὥρισεν ὅτι θὰ εἰσπράξῃ ἐκ τῆς Ἑπτανήσου 2,100,000 δραχμάς· διατί; διότι κατὰ τὸ 1900 θὰ ὑπάρχῃ εὐφορία τοῦ ἐλαίου. Ἀλλὰ λησμονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὸ ἔτος 1900 θὰ εἰσπράξῃ τὸν φόρον τοῦ ἐλαίου τῆς ἐσοδείας τοῦ 1899, τὸν δὲ τῆς ἐσοδείας τοῦ 1900 θὰ εἰσπράξῃ τὸ ἔτος 1901 καὶ θὰ ἦναι ἔσοδον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901· διατί; διότι τοῦ ἐλαίου εἰς τὰ 1900 θὰ ἄρξηται ἡ ἐσοδεία κατὰ τοὺς μῆνας Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον· λοιπὸν ἐντὸς τῶν μηνῶν Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου ἐλάχιστον ποσὸν θὰ ἐξαχθῇ καὶ θὰ φορολογηθῇ, τὸ πλεῖστον θὰ ἐξαχθῇ κατὰ τὸ 1901. Ὥστε, καὶ ἂν ἔχωμεν εὐφορίαν, ὅπως ἐλπίζεται, καὶ εὔχομαι νὰ ὑπάρχῃ καὶ θὰ ὑπάρχῃ, ἡ εὐφορία θὰ ὠφελήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1901, καὶ ὄχι τὸν τοῦ 1900. Τὸ 1899, εἶναι ἀποδεδειγμένον, εἶναι ὁμολογημένον, ὅτι ἦτο ἐντελῶς ἄφορον, δὲν ἔχει λοιπὸν νὰ εἰσπράξῃ τὸ 1900 ἀπὸ τὴν ἐσοδείαν τοῦ 1899 ἢ ἐλάχιστον ποσόν. Τούτου ἕνεκα ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐδίστασε νὰ προτείνῃ νὰ μειωθῇ τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τῶν φόρων τῆς Ἑπτανήσου κατὰ 420,000 δραχμάς. Μεταβαίνομεν εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ζώων. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων στηρίζεται εἰς νέον νόμον, τὸν ἐπὶ τῆς σφαγῆς. Εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ἐφαρμόζεται, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχομεν ἀποτελέσματα ἐξ αὐτοῦ, συνεπῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς προέβη εἰς τὴν πρόβλεψιν τοῦ ἐσόδου στηριζόμενος ἐπὶ εἰκασιῶν. Ὑπελόγισε, κατὰ τὰς πληροφορίας τῶν ἀρχῶν, ὡς ἐλάχιστον ὅρον 2,200,000 δραχμάς. Ὑποθέτων ὅμως, ὅτι κατὰ τὰς δημοπρασίας ἤθελεν ἀναπτυχθῆ ὁ συναγωνισμὸς, καὶ ὅτι θὰ εἶχε πλειότερον ποσὸν, ὑπελόγισεν ὅτι θὰ ἔχῃ ποσόν τι καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν κυνῶν· ὑπελόγισε καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν μεγάλων ζώων, ὁ ὁποῖος παρέμεινε, καὶ ἀνεβίβασε τὸ ὅλον ἔσοδον τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων διὰ τὸ 1900 εἰς 3,500,000. Ἐγένετο ζωηροτάτη συζήτησις ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ ποσὸν αὐτὸ νὰ ἀποδώσῃ ὁ φόρος διὰ τὸ 1900· ἐζητήσαμεν κατ’ ἐπανάληψιν πληροφορίας, μέχρι τίνος ποσοῦ ἔφθασαν αἱ ἐνοικιάσεις, ἀλλ’ οὐδὲν ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα ἠδυνήθημεν νὰ ἔχωμεν· καθ’ ὑπολογισμοὺς ὅμως, ἐκρίναμεν ὡς πιθανὸν ἔσοδον διὰ τὸ 1900 τὸ ποσὸν 2,200,000 δρ. ἐκ τοῦ ἐκ τῆς σφαγῆς φόρου. Ὑπελογίσθη ὅτι ἦτο δυνατὸν ἐκ τοῦ φόρου τῶν κυνῶν νὰ εἰσπραχθῇ ποσὸν 50,000, ὑπελογίσθη κατὰ μέσον ὅρον ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἄλλων ζώων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἰσχύει τὸ παλαιὸν σύστημα, καὶ ἐφθάσαμεν εἰς ἀποτελέσματα, ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων νὰ δώσῃ ποσὸν δρ. 2,700,000, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 800,000. Εὐτυχῶς διὰ τῶν δηλώσεων τῶν τελευταίων, τῶν ὑποβληθεισῶν εἰς τὴν Βουλὴν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγνωρίζει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὸ παρὸν ἔτος νὰ ἔχῃ ποσὸν πλειότερον τῶν 2,700,000. Ἀλλ’ εἶναι ζήτημα, ἂν θὰ τὸ ἔχωμεν καὶ αὐτό...
§154Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τώρα πλέον δὲν εἶναι ζήτημα.
§155ΚΑΙΡΗΣ. Δεχόμεθα τὴν δήλωσίν σας, ἀφοῦ εὐτυχῶς καὶ σεῖς ἐδέχθητε τὴν ἰδικήν μας γνώμην.
§156ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν δέχονται ἀμφισβητήσεις. Ἐδέχθην ἀμφισβητήσεις, καὶ ὡμολόγησα τὸ δίκαιόν σας.
§157ΚΑΙΡΗΣ. Ὁ φόρος τῶν ζώων ἐν τῷ μέλλοντι, ἐπιτηρούμενος ὡς δεῖ, ἐλπίζω νὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα μᾶλλον εὐάρεστα. Ἤδη καὶ τὰ βεβαιωθέντα εἶναι ἱκανοποιητικά. Φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων. Κύριοι, ὁ φόρος οὗτος ἔχει τι τὸ ἀνώμαλον· διότι, ἐὰν παρατηρήσωμεν τὰς βεβαιώσεις τοῦ φόρου τούτου, καὶ παραβάλωμεν αὐτὰς πρὸ τὰς εἰσπράξεις, ὁ φόρος αὐτὸς ἀφίνει μέγιστα καθυστερήματα, διότι ἀπὸ τοῦ 1893—διὰ νὰ μὴ ἀναφέρω κατ’ ἔτος τὰ ποσὰ—μέχρι τοῦ 1898 ὁ μέσος ὅρος τῶν βεβαιώσεων τοῦ φόρου τούτου εἶναι 3,700,000, εἰσεπράττετο δὲ κατὰ μέσον ὅρον ποσὸν οὐχὶ πλέον τῶν 2,200,000, ἤτοι ὑπῆρξε καθυστέρησις 1,500,000. Ἡ πρόνοια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἣν ἔλαβε διὰ τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, εἶναι πρόνοια ἀξία ἐπαίνου· ἀλλὰ, μεθ’ ὅλην αὐτὴν τὴν πρόνοιαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, μολονότι σημαντικώτατα ἠλαττώθησαν αἱ καθυστερήσεις τῶν ἐπιτηδευμάτων, πάλιν δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προσδοκᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Τί ἐβεβαιώθη ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων κατὰ τὸ 1899; 2,951,061 δραχμαί, ἤτοι ἐπέσαμεν κάτω δρ. 800,000 περίπου ἀπὸ τὰς βεβαιώσεις τῶν προηγουμένων ἐτῶν. Τοῦτο ἀποδεικνύει δύο τινά· ἢ ὅτι πλημμελέστατα ἐβεβαιοῦτο ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη, ἢ ὅτι πολλοὶ τῶν ἐπιτηδευματιῶν ἔπαυσαν τὰ ἐπαγγέλματά των, ἢ δὲν ἐδήλωσαν αὐτά. Φρονῶ ὅμως, ὅτι καὶ τὰ δύο ταῦτα γίνονται καὶ ἀμέλεια ὑπάρχει περὶ τὴν βεβαίωσιν, καὶ ἀδυναμία σήμερον τοῦ φορολογουμένου κόσμου. Διότι, ἐνῷ ἐβεβαιώθησαν, ὡς εἴπομεν, 2,951,061, εἰσεπράχθησαν 2,153,787 ἐντὸς τοῦ 1899. Ὑπολείπεται ἑπομένως ποσὸν 800,000, ἀλλά, μὲ ὅλας τὰς δυνατὰς προσπαθείας, μὴ ὄντος δυνατοῦ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ προϋπολογιζόμενον ποσὸν τῶν 3,400,000 θὰ φθάσωμεν τοὐλάχιστον εἰς τὸ ποσὸν τῶν 2,800,000. Ἐν τούτοις τί ὑπολογίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν; 3,400,000 δραχμάς! Πρέπει λοιπὸν ἀπ’ αὐτῶν νὰ ἀφαιρέσωμεν δραχμὰς 600,000, καὶ ἡ ἐπιτροπή, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τ’ ἀποτελέσματα τῆς προσωρινῆς καταστάσεως, ἐδέχθη ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ ἐκ τοῦ φόρου αὐτοῦ τῶν ἐπιτηδευμάτων ποσὸν 2,800,000 δραχμῶν, καὶ ἑπομένως ἠλάττωσε τὰς προβλέψεις τοῦ Ὑπουργοῦ κατὰ 600,000. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν μέχρι σήμερον, ἐκ τῆς προσωρινῆς καταστάσεως τοῦ 1899 φαίνεται ὅτι ἐβελτιώθη κατὰ τὸ ἓν τρίτον. Ἀλλ’ ἂν δεχθῶμεν τοὺς μέσους ὅρους (διότι ἐπ’ αὐτοῦ οὐδεμία ὑπεβλήθη μεταβολὴ μέχρι σήμερον), ἐὰν δεχθῶμεν τοὺς μέσους ὅρους τῶν προηγουμένων ἐτῶν, θὰ ἔχωμεν ἔσοδον δρ. 2,250,000.
§158ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐζητήθη ἡ μεταβολὴ τοῦ φόρου αὐτοῦ.
§159ΚΑΙΡΗΣ. Ναί, ἀλλὰ δὲν ἐψηφίσθη... Ἐὰν αἱ εἰσπράξεις αἱ ἐκ τοῦ φόρου αὐτοῦ ὦσιν ὡς αἱ τῶν προηγουμένων ἐτῶν, μέ τινα προσθήκην, θὰ ἔχωμεν, ἐπαναλέγω, καὶ ἐν αὐτῷ ἐλάττωσιν κατὰ 50,000 δραχ. Καὶ τοῦτο, διότι παρεσύρθημεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἀπὸ τὴν μεγάλην αἰσιοδοξίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§160Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Καὶ ἐξ ἐπιεικείας ὑπελογίσατε τόσον ποσόν.
§161ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐχὶ ἐξ ἐπιεικείας.
§162ΚΑΙΡΗΣ. Βεβαίως ὄχι ἐξ ἐπιεικείας, ἀλλ’ ἐξ αἰσιοδοξίας.
§163ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὑπάρχει καὶ πολιτικὴ ἐπιείκεια.
§164ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δικαιοσύνη μόνον, καὶ οὐχὶ ἐπιείκεια.
§165ΡΩΜΑΣ. Ἐπιείκεια καὶ πολιτικὴ δὲν συμβιβάζονται.
§166ΚΑΙΡΗΣ. Οὕτω τὰ ἔσοδα ἐξ ἀμέσων φόρων, κατὰ τὴν γνώμην τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἣν ἔλαβον τὴν τιμὴν ταύτην τὴν ἑσπέραν ν’ ἀναπτύξω ἐνώπιόν σας, θέλουσιν εἶσθαι ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων διὰ τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ κατὰ 2,620,000 δραχμάς...
§167ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θέλετε μίαν διακοπὴν πέντε λεπτῶν;
§168ΚΑΙΡΗΣ. Μάλιστα.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά. (Γίνεται διακοπὴ δέκα λεπτῶν. Μεθ’ ὃ ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις).
§170ΚΑΙΡΗΣ. Ἐπὶ τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως καὶ ἰδίως ἐπὶ τοῦ τελωνειακοῦ δασμοῦ εἰσαγωγῆς. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἤλθομεν εἰς διαφωνίαν πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς. Τὸ 1896 ὁ φόρος ἐκ τοῦ τελωνειακοῦ δασμοῦ ἀνῆλθεν εἰς δραχ. 27,494,968, ἤτοι εἰς ποσὸν ἀνώτερον πάντων τῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἰσπραχθέντων. Ὁ δασμὸς αὐτὸς κατὰ τὸ 1898 ἔφθασεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 34,457,232, κατὰ δὲ τὸ 1899 κατῆλθεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 32,813,854. Εἶναι περίεργον, Κύριοι, πῶς εἰς διάστημα δύο ἐτῶν ἠδυνήθημεν ἀπὸ τὰ 27,494,968 δραχμὰς νὰ φθάσωμεν εἰς τὰ 34,457,232, ἐνῷ ἐμεσολάβησεν ἐν τῷ μεταξὺ ἓν ἔτος πολέμου. Βεβαίως ἡ αὔξησις τοῦ δασμοῦ αὐτοῦ ὀφείλεται ἐν μέρει εἰς τὴν περιστολὴν τοῦ λαθρεμπορίου, ἀλλὰ κατὰ τὸ πλεῖστον ὀφείλεται εἰς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις. Ἕνεκα τοῦ πολέμου εἴχομεν ἐνταῦθα σωρείαν προσφύγων Θεσσαλῶν καὶ Κρητῶν. Ἕνεκα τοῦ πολέμου ἡ Κυβέρνησις ἐδαπάνησεν ἑκατομμύρια· πολλὰ δ’ ἐξ αὐτῶν διενεμήθησαν εἰς συνδρομὰς προσφύγων. Ἡ κατανάλωσις βεβαίως ηὔξησεν, αἱ προμήθειαι τοῦ ἐμπορίου βεβαίως εἶχον ἀποστραγγισθῆ, ἡ κατοχὴ τῆς Θεσσαλίας ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ μᾶς ἐστέρησε τὴν παραγωγήν της, ἡ ἐπιστράτευσις, ἡ ὑπὸ τὰ ὅπλα κλῆσις χιλιάδων ἀνδρῶν, βεβαίως ἐζημίωσε τὴν παραγωγὴν τῆς χώρας. Ἦτο λοιπὸν φυσικὸν, εἰς τὰ 1898 τὸ ἐμπόριον νὰ σπεύσῃ ν’ ἀναπληρώσῃ ὅλας τὰς ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας εἶχε. Καὶ διὰ τοῦτο ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν δημητριακῶν κατὰ τὸ 1898, διὰ τὴν ἔλλειψιν τῆς παραγωγῆς τῆς Θεσσαλίας καὶ διὰ τὴν μεγάλην ἀφορίαν, τὴν ὁποίαν εἶχε, τὸ Κράτος εἰσέπραξεν ἐπὶ πλέον 2,198,000, καὶ 2,300,000 εἰς τὰ 1899. Ἦτο λοιπὸν πολὺ φυσικὸν, καὶ ἡ περιστολὴ τῆς λαθρεμπορίας, ἀλλὰ καὶ οἱ ἔκτακτοι αὐτοὶ λόγοι, νὰ αὐξήσωσι τὰς εἰσπράξεις κατὰ τὸ ἔτος 1898 εἰς 34,000,000 περίπου, καὶ κατὰ τὸ 1899 εἰς 32,000,000 περίπου. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1900 θὰ ἔχωμεν τὰς εἰσπράξεις τὰς ὁποίας εἴχομεν κατὰ τὸ 1899; Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι δὲν θὰ τὰς ἔχωμεν. Δὲν θὰ τὰς ἔχωμεν δι’ ἕνα καὶ μόνον λόγον,—πολλοὶ λόγοι εἶναι, ἀλλ’ εἰς τὸν οὐσιωδέστατον ἐπιμένω,—ἐφέτος θὰ ἔχωμεν καλὴν παραγωγὴν δημητριακῶν καρπῶν, ὡς πιστεύεται, διότι εἶναι ἐκτάκτως εὔφορον τὸ ἔτος, καὶ ἑπομένως καθυστέρησιν τῆς εἰσπράξεως τῶν δασμῶν ἐκ τῆς μικροτέρας εἰσαγωγῆς σιτηρῶν. Αὐτὴ καὶ μόνη ἡ καθυστέρησις ἀρκεῖ νὰ καταβιβάσῃ τὰ τελωνειακὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους εἰς ποσὸν κάτω τῶν 32,000,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐστάθημεν εἰς τὰ 32,000,000. Θὰ ἦναι δὲ εὐτυχὲς τὸ Κράτος καὶ τυχηρὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν δυνηθῇ ἐκ τῶν εἰσαγωγικῶν δασμῶν νὰ εἰσπράξῃ τὰ 32,000,000. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους καὶ ὅσους ἀνέγνωτε εἰς τὴν ἔκθεσιν, ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς προτείνει νὰ ἐλαττωθῇ κατὰ 500,000 δρ. τὸ ἐκ τελωνειακοῦ δασμοῦ ἔσοδον. Ἐπὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ τῶν οἰνοπνευματούχων ποτῶν ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη τὰς προβλέψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Μία μόνον ἀμφιβολία γεννᾶται εἰς ἐμὲ ἀτομικῶς, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἔσοδον τοῦ καπνοῦ. Τὸ ἔσοδον τοῦ καπνοῦ μέχρι τοῦ 1899 ἀνῆλθεν εἰς 6,929,987 δραχμάς. Ἐπὶ ἑπταετίαν κατώρθωσεν, ἀπὸ δρ. 5,794,704 νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 6,929,987, κατὰ τὸν πίνακα τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου. Ἀλλὰ κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν σημειοῦται ὡς ἔσοδον ἐκ τοῦ καπνοῦ κατὰ τὸ 1899 τὸ ποσὸν 7,451,986. Δὲν γνωρίζω δὲ διατί αὕτη ἡ διαφορὰ τῶν 500,000 δρ. μεταξὺ τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐμφαινομένων εἰς τὴν προσωρινὴν κατάστασιν καὶ τῶν τοῦ πίνακος τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου. Ποῖον ἐκ τῶν δύο ἀποτελεσμάτων εἶναι τὸ ἀληθές; Ὑποθέτω ὅτι εἶναι τὸ τοῦ Ἐλέγχου, διότι τὰ δικαιώματα αὐτὰ τὰ εἰσπράττει ὁ Ἔλεγχος, πωλῶν τὰς ταινίας.
§171Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ κατάστασις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἀκριβεστάτη.
§172ΚΑΙΡΗΣ. Λοιπὸν ἡ κατάστασις τοῦ φόρου τούτου, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἁλματικὴ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, ἀλλ’ αὐξάνει κατὰ ἀνάλογα ποσὰ κατ’ ἔτος, μοὶ δίδει νὰ ἐννοήσω, ὅτι τὸ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον εἴχομεν ἐν ἔτει 1898, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ διὰ μιᾶς εἰς 7,451,986. Ἔχω αὐτὴν τὴν ἀμφιβολίαν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ ἔσοδον τοῦ καπνοῦ φαίνεται ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος προαγόμενον, ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐδίστασε ν’ ἀποδεχθῇ τὴν πρόβλεψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐπίσης καὶ ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματούχων ποτῶν, ἐπειδὴ ὁ φόρος αὐτὸς ἐφαρμόζεται πρώτην φοράν, δὲν εἴχομεν γνωστὰ ἀποτελέσματα, καὶ δὲν ἠδυνάμεθα ἢ νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν πρόβλεψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐρχόμεθα εἰς τὰ τέλη καὶ δικαιώματα. Ἐπὶ τριῶν ἄρθρων ἐπέστησε τὴν προσοχήν της ἡ ἐπιτροπή· ἐπὶ τῶν ταχυδρομικῶν, τῶν τηλεγραφικῶν καὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Ἐκ τῶν ταχυδρομικῶν τελῶν κατὰ τὸ 1896 εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον δρ. 2,091,939, ἀλλ’ εἰς τὰ 1896 ἐνθυμεῖσθε ὅτι εἴχομεν τὴν ἀνατύπωσιν τοῦ γραμματοσήμου τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων, τὸ ὁποῖον ἀπέφερεν ἔσοδον 800,000 δραχμῶν...
§173Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ τυπώσωμεν καὶ φέτος.
§174ΚΑΙΡΗΣ. .. Εἰς τὰ 1897 εἴχομεν ἐκ τῶν ταχυδρομικῶν εἰσπράξεις δρ. 1,768,786, εἰς τὰ 1898 εἴχομεν 1,698,710, εἰς τὰ 1899 εἴχομεν 1,861,300, εἰς τὰ 1900 προϋπολογίζονται 2,200,000. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς δικαιολογίαν προβάλλει, ὅτι κατὰ τὸ 1900 θὰ τυπωθῶσι νέα γραμματόσημα, ἐπιστολικὰ δελτάρια κλπ., ὅτι τὸ νέον γραμματόσημον θὰ κινήσῃ τὸ ἐνδιαφέρον τῶν συλλεκτῶν, καὶ ἑπομένως τὸ Δημόσιον θὰ εἰσπράξῃ 500,000 ἢ 400,000 ἐπὶ πλέον. Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δύνανται νὰ ὦσιν ἀκριβεῖς. Ἐὰν εἰς τὰ 1896 εἴχομεν ἐκτάκτως τὸ ποσὸν τῶν 800,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ ἀναμνηστικοῦ γραμματοσήμου, ὑπῆρχον καὶ ἔκτακτοι λόγοι, διότι ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τότε κατὰ πρῶτον ἐγένετο ἡ ἀνασύστασις τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων, ὅπερ ἦτο γεγονὸς ἐνέχον ἐθνικὴν σημασίαν μεγίστην· τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ σύμπαντος ἐξηγέρθη· ἦτο ἑπόμενον νὰ θέλῃ πᾶς τις νὰ προμηθευθῇ τὴν σειρὰν αὐτὴν τῶν γραμματοσήμων, ὡς ἀνάμνησιν τοῦ μεγάλου ἐθνικοῦ γεγονότος. Ἀλλ’ ἡ ἐκτύπωσις γραμματοσήμου κοινοῦ, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ λειτουργήσῃ ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, δὲν θὰ κινήσῃ τὸ ἐνδιαφέρον τῶν συλλεκτῶν διὰ μιᾶς, καὶ δὲν θὰ δυνηθῇ τὸ νέον γραμματόσημον ν’ ἀποδώσῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐὰν ὑπάρξῃ λοιπὸν αὔξησις ἐκ τοῦ ἐσόδου αὐτοῦ, θὰ ἦναι ἡ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς ὑπηρεσίας τῆς συγκοινωνίας. Λοιπὸν τὴν αὔξησιν κατὰ 500,000 δραχμὰς διὰ τὸ ἔτος 1900 ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ εὗρεν ὑπερβολικὴν, καὶ διὰ τοῦτο ἐπρότεινε, τὸ ἔσοδον αὐτὸ νὰ ἐλαττωθῇ κατὰ τὸ ποσὸν τῆς ὑποτιθεμένης αὐξήσεως, καὶ θὰ ἔχωμεν οὕτω τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐνδεικνύονται ὡς τακτικῶς εἰσπραττόμενα, μὲ μικράν τινα διαφορὰν ἐπὶ πλέον. Τὸ ἔσοδον τῶν τηλεγραφικῶν τελῶν προϋπολογίζεται ἐπὶ πλέον τῶν περυσινῶν εἰσπράξεων καὶ τῶν τῶν προηγουμένων ἐτῶν κατὰ 220,000 δραχμάς. Ὁ λόγος δὲ ποῖος εἶναι; Διότι, λέγει, πρόκειται κατὰ τὸ 1900 νὰ λειτουργήσωσι 30 τηλεγραφεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐλειτούργουν μέχρι σήμερον, τηλεγραφεῖα εἰς μέρη ἐντελῶς ἀπόκεντρα, εἰς μέρη τῶν ὁποίων ὁ πληθυσμὸς εἶναι ἐλάχιστος, εἰς μέρη εἰς τὰ ὁποῖα οὐδεμία κίνησις ἐμπορικὴ ὑπάρχει καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀποδώσωσιν οὐχὶ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα θ’ ἀπαιτηθῶσιν, ἀλλ’ οὐδὲ πολλοστημόριον αὐτῶν. Ἐκ τῶν τηλεγραφικῶν τελῶν τί εἴχομεν κατὰ τὸ 1896, 1897 καὶ 1898, ὅτε ὑπῆρχε, Κύριοι, ἔκτακτος κίνησις, καὶ τηλεγραφικὴ καὶ ταχυδρομικὴ, ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως τῆς ἀνωμάλου, ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρισκόμεθα, ἔκτακτος κίνησις καὶ ἐντὸς τοῦ Κράτους καὶ μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ; Εἰς τὰ 1896 εἴχομεν ἐκ τηλεγραφικῶν τελῶν δρ. 748,167, εἰς τὰ 1897 δρ. 771,440, εἰς τὰ 1898 δρ. 727,922, εἰς τὰ 1899, κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν, δραχ. 674,938. Φαντασθῆτε, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ προσεγγίσωμεν εἰς τὸ ἑκατομμύριον κατὰ τὸ 1900! Ἐγὼ βλέπω ἐλάττωσιν, δὲν βλέπω αὔξησιν· ἀλλὰ καὶ αὔξησις ἂν ὑπάρχῃ εἰς τὰ 1900, βεβαίως ἀπὸ 727,000 δραχ. δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἑκατομμύριον. Διὰ τοῦτο πολὺ εὐλόγως ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐπρότεινε νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ἔσοδον τοῦτο κατὰ 200,000 δραχμάς. Τὸ τρίτον κονδύλιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐδόθη προσοχὴ, εἶναι τὸ κονδύλιον τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Μέχρι τοῦ 1895, πρὸ τῆς καταργήσεως ἢ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, εἶχε τὸ Κράτος ἔσοδον ἐκ δραχμῶν 1,450,000 κατὰ μέσον ὅρον, ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ἐπῆλθεν ὁ νόμος τοῦ 1895, ὁ ὁποῖος κατήργησε τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, περιώρισε δὲ καὶ τὰ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, αἱ εἰσπράξεις ἐκ τοῦ ἐσόδου τούτου εἶναι: τὸ 1896, ἅμα τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου, δραχ. 949,613, τὸ 1897 δραχ. 771,972, τὸ 1898 δραχ. 796,959, τὸ 1899 δραχ. 903,142. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὰ τρία ἔτη διὰ νόμου εἶχον ἀπαλλαγῆ οἱ φοιτηταὶ, οἱ ἐκ Θεσσαλίας, Ἠπείρου, Μακεδονίας καὶ Κρήτης, τῆς καταβολῆς ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Ἐὰν καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο δὲν ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια ν’ ἀπαλλαγῶσιν οἱ φοιτηταὶ τῶν μερῶν ἐκείνων, τότε θὰ ἔχωμεν τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα εἴχομεν κατὰ τὸ 1896, ὅτε δὲν εἶχον ἀπαλλαγῆ· δὲν δικαιολογεῖται ἑπομένως νὰ ὑπερβῶμεν τὸν ὅρον τοῦ 1896 καὶ νὰ ὑπολογίσωμεν ἐπὶ πλέον ποσὸν 260,000 δραχμῶν. Δυνάμεθα νὰ ὑπερβῶμεν τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1896, ὅτε δὲν ὑπῆρχε καμμία ἀπαλλαγὴ διὰ τοὺς φοιτητὰς, καὶ δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἑκατομμύριον, ἀλλὰ βεβαίως τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶ, δὲν θὰ τὸ εἰσπράξωμεν. Ἑπομένως ἐπροτείναμεν νὰ ἐλαττωθῇ καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο κατὰ δραχ. 160,000. Βεβαίως τὸ κεφάλαιον τῶν τελῶν καὶ δικαιωμάτων θὰ ἔχῃ καὶ ἄλλας ἐλαττώσεις, μικροῦ λόγου ἀξίας,—διότι ἐφ’ ὅσον ἡ λειτουργία τῶν νόμων, ἰδίως τῶν ἀμέσων φόρων, διὰ τῶν τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας ὑπέστη ἡ φορολογικὴ νομοθεσία, ἐφ’ ὅσον ἡ καταβολὴ τῶν φόρων εἶναι προπληρωτέα, ἐπὶ τοσοῦτον καὶ αἱ καθυστερήσεις θὰ ἦναι ὀλιγώτεραι,— ἀλλ’ ὑπολογισμὸν ἀκριβῆ ἐπ’ αὐτῶν δὲν δύναταί τις νὰ κάμῃ, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ παρέλειψεν ὅλα αὐτὰ, καὶ ἐσημείωσε μόνον τὰ ποσὰ, περὶ τῶν ὁποίων ἔκαμα λόγον. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἐκ τῶν Μονοπωλίων ἔσοδον. Τὸ ἔσοδον τοῦτο ἀπὸ τοῦ 1895 μέχρι τοῦ 1898 κυμαίνεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 11,800,000 κατὰ μέσον ὅρον. Ἐξαιρετικῶς κατὰ τὸ 1899 τὰ Μονοπώλια ἀπέδωσαν 13 ἑκατομμύρια ὡς ἔγγιστα, κατὰ τὴν κατάστασιν τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπολογίζει τὸ ἔσοδον τῶν Μονοπωλίων εἰς 12,710,750. Τἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὁ Διεθνὴς Ἔλεγχος ἔχει εἰς τὴν κατάστασιν, μᾶς ἐπιβάλλουν νὰ δεχθῶμεν, ὅτι τὸ ἐκ τῶν Μονοπωλίων ἔσοδον, ὅσον ὑπολογίζεται ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ἀκριβὲς, καὶ τὸ ἀπεδέχθημεν. Ἔρχομαι εἰς τὸ κεφάλαιον Εʹ. «Πρόσοδος δημοσίων κτημάτων, νομημάτων κλπ.» Τὸ ἐκ τούτου ἔσοδον εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ βέβαια, τὰ ἀσφαλῆ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Ἐπὶ ἑνὸς μόνον ἄρθρου ἐφέραμεν παρατηρήσεις, ἐπὶ τῆς Ναξίας σμύριδος. Ἡ σμύρις μέχρι σήμερον δὲν ἀπέδωσε ποσὸν ἀνώτερον τῶν 500,000 δραχμῶν· ἅπαξ μόνον, κατὰ τὸ 1898, ἀπέδωσε 536,000, καθ’ ὅλα δὲ τὰ ἄλλα ἔτη ἔλαττον τοῦ ποσοῦ τῶν 500,000, καὶ κατὰ τὸ 1899, κατὰ τὴν κατάστασιν τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου, ἀπέδωσε 462,828. Ἡ μειονοψηφία λοιπὸν τῆς ἐπιτροπῆς, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τ’ ἀποτελέσματα ὅλων τῶν προηγουμένων ἐτῶν, καὶ αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ 1899, δὲν ἠδύνατο νὰ δεχθῇ, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τὰς 460,000 νὰ πηδήσωμεν εἰς τὰς 600,000, ὅσον ποσὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς προϋπολογίζει, χωρὶς ἐν τῇ ἐκθέσει του νὰ δίδῃ λόγον δικαιολογητικόν. Διατὶ ἡ διαφορὰ αὕτη;
§175Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ διδόμενος πρὸς τοῦτο λόγος ἀνάγεται πλὴν τῶν ἄλλων καὶ εἰς τὴν συσταθεῖσαν ἐπὶ τούτῳ ἀποθήκην ἐν Σύρῳ, ἵνα διευκολύνῃ τὴν πώλησιν.
§176ΚΑΙΡΗΣ. Αὐτὸ θὰ τὸ ἴδωμεν ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ. Διὰ τοῦτο ἡ μειονοψηφία προτείνει ἐλάττωσιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ κεφαλ. Εʹ 100,000 δραχμῶν. Κεφάλαιον Ϛʹ. «Ἐκποίησις δημοσίων κτημάτων κλπ.» Καὶ αὐτὸ εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἦναι βέβαιος καὶ ἀσφαλὴς πόρος τοῦ Δημοσίου, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ τίμημα τῆς ἐθνικῆς γῆς, τὴν ὁποίαν ἐξεποίησε τὸ Δημόσιον· δυστυχῶς ὅμως, ἐδῶ πολλὰ βεβαιοῦνται καὶ ὀλίγα εἰσπράττονται, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ ἔκρινε καλὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ὅπως ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια. Ἀλλὰ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐπρότεινεν ἐλάττωσιν κατὰ δραχ. 151,000. Κεφάλαιον Ζʹ. «Ἀπολήψεις ἐκ τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ». Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προϋπολογίζει ἐπὶ τῶν ἄρθρων 12 καὶ 13, ὅτι θὰ λάβῃ κρατήσεις διὰ τὸ τίμημα τοῦ χορηγουμένου ἱματισμοῦ εἰς τὰ πληρώματα τοῦ στόλου καὶ διὰ τὰς στολὰς τῶν ὑπαστυνόμων, ἐνωμοταρχῶν καὶ ἀστυφυλάκων ποσὸν ἐν ὅλῳ δραχ. 838,470. Δυστυχῶς τ’ ἀποτελέσματα τῶν προϋπολογισμῶν καὶ τῶν ἀπολογισμῶν μέχρι σήμερον αὐτὴν τὴν πρόβλεψιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ δὲν τὴν δικαιολογοῦσι. Περὶ τούτου ἐκτενῶς ποιεῖται λόγον ἡ ἔκθεσις τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ κουράσω τὴν Βουλήν, ἀνακινῶν ταῦτα. Φρονοῦμεν λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον, κατὰ τ’ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος, τὰ ὁποῖα ἦσαν μικρὰ, ἐλάχιστα, νὰ προέλθῃ καὶ ἐκ τούτου ἔσοδον μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 100,000 δραχμῶν, καὶ ἑπομένως ἐπροτείναμεν νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενον ἐκ τούτου ἔσοδον κατὰ δρ. 738,470. Κεφάλαιον Ηʹ. «Ἔσοδα τρεχούσης καὶ παρελθουσῶν χρήσεων». Ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων ἐκ τῶν καθυστερουμένων ἐσόδων τῶν κεκλεισμένων χρήσεων,—διότι εἶναι καὶ ἄλλα, ἐκ τῶν ὁποίων ἀπεκδεχόμεθα τὰς προβλέψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν,—δὲν ὑπερέβη τὰ 3,000,000. Εἶναι βεβαίως καὶ ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα αἱ εἰσπράξεις εἶναι πολὺ μεγαλείτεραι, ὅπως εἶναι τὸ ἔτος 1898, διότι συμπεριλαμβάνεται καὶ τὸ ἐκ τῆς παρακρατήσεως τῆς σταφίδος ἔσοδον ἐκ δραχ. 3,859,000. Ἐὰν λοιπὸν ἀφαιρεθῇ αὐτὸ τὸ ἔκτακτον ἔσοδον, ὁ μέσος ὅρος ὅλων τῶν εἰσπράξεων ἐκ τῶν καθυστερούντων ἐσόδων δὲν ὑπερέβη τὰ 3,000,000, καὶ αὐτὸ τὸ ποσὸν προτείνομεν νὰ ὁρισθῇ ὡς εἰσπράξιμον εἰς τὰ 1900, καὶ ὄχι 3,500,000, ὡς προϋπολογίζει ὁ κ. Ὑπουργός. Διότι, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1899, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἰδίως ἔπρεπε νὰ στηρίζηται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1900, θέλομεν ἰδεῖ, ὅτι μόλις 2,283,521 δρ. ἠδυνήθη νὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον. Ἐπὶ τῶν Κεφαλαίων Θʹ, Ιʹ, ΙΑʹ, ΙΒʹ, ΙΓʹ, ἡ ἐπιτροπὴ ἀποδέχεται πάσας τὰς προβλέψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· ἔρχεται δὲ εἰς τὸ ἑξῆς συμπέρασμα. Ὑπολογίζει ὡς πιθανὰ ἔσοδα ἀνώτερα τῶν εἰσπραχθέντων καὶ κατὰ τὸ 1898 καὶ κατὰ τὸ 1899 ὡς ἑξῆς:
| Κεφάλ. | Αʹ | Ἄμεσοι φόροι | 21,436,000 |
| » | Βʹ | Φόροι καταναλώσεως | 39,982,000 |
| » | Γʹ | Τέλη καὶ δικαιώματα | 19,527,400 |
| » | Δʹ | Μονοπώλια | 12,710,750 |
| » | Εʹ | Πρόσοδοι δημοσίων κτημάτων, | |
| νομημάτων κλπ | 4,339,690 | ||
| » | Ϛʹ | Ἐκποίησις δημοσίων κτημάτων | 900,000 |
| » | Ζʹ | Ἀπολήψεις κλπ | 1,203,672 |
| » | Ηʹ | Διάφορα ἔσοδα κλπ | 3,163,000 |
| » | Θʹ | Διεθνῆ τηλεγραφικὰ τέλη | 472,000 |
| » | Ιʹ | Ἔσοδα Ταμείου Φάρων | 440,000 |
| » | ΙΑʹ | Ἔσοδα στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως | 42,000 |
| » | ΙΒʹ | Εἰσφοραὶ διὰ τὰς δαπάνας τῆς | |
| διοικητικῆς ἀστυνομίας | 442,000 | ||
| » | ΙΓʹ | Ἔκτακτα ἔσοδα | 1,646,946 |
Τὸ ὅλον τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1900 δρ.······ 106,305,458
Εἰς τὰ 1899 τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἦσαν, ἐκτὸς τοῦ ἐσόδου τῆς παρακρατήσεως, δρ. 102,000,000 ὡς ἔγγιστα, καὶ εἰς τὰ 1900 εἶναι 106,305,458. Ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ εἶναι καθ’ ἡμᾶς ἡ ζωογόνησις ἡ προερχομένη ἐκ τῆς μεταβολῆς τῶν νόμων περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων, τῶν ἀμπέλων, τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν, τῆς σφαγῆς τῶν ζώων. Βλέπετε ὅτι, ὅσην ἔντασιν καὶ ἂν ἔδωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅσην ἔντασιν καὶ ἂν ἔδωσεν ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ,—διότι ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς εὗρε τὰ πάντα καλῶς ἔχοντα,—ἡ ζωογόνησις ἔφθασεν εἰς τὰ 106 ἑκατομμύρια, καὶ 106 ἑκατομμύρια εἶναι ἔδαφος οἰκονομικὸν εὐρὺ, εὐρύτατον, μέγιστον, ὑπέρτατον, δύναμαι νὰ εἴπω, τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τῆς χώρας διὰ Κυβέρνησιν σώφρονα καὶ φειδωλὴν, πρὸς βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ ἀνάπτυξιν τῆς χώρας. Διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν πρόκειται νὰ εἰσφέρῃ τὰ 106 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ φρονεῖ ὅτι θὰ δώσῃ· ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καταβάλλει καὶ ἄλλους φόρους, δημοτικοὺς καὶ ἄλλους εἰδικοὺς, καὶ ἂν ὑπολογίσητε καὶ αὐτοὺς, ἡ φορολογία αὐτοῦ ἀνέρχεται εἰς 125 ἑκατομμύρια· 125 ἑκατομμύρια βαρύνουσι 2,200,000 πληθυσμὸν ἐνδημοῦντα, διότι ὁ ἀποδημῶν δὲν πληρόνει, καὶ ὅταν λέγωμεν 125 ἑκατομμύρια ἐπὶ πληθυσμοῦ 2,200,000, ἀναλογοῦσι δραχ. 50 κατὰ κεφαλὴν, καὶ 50 δραχμαὶ εἰς ἡμᾶς εἶναι φορολογία βαρυτάτη. Ἐὰν δὲ θελήσωμεν νὰ ὑπολογίσωμεν καὶ πόσον τοῖς ἑκατὸν ἔρχεται ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου τοῦ ἔθνους, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ὁ μακαρίτης Σοῦτσος ὑπελόγισεν εἰς 500 ἑκατομμύρια, καὶ τὰ εὗρεν ὑπερβολικά,—ἀλλ’ ἐγὼ λέγω, ὅτι καὶ 800 ἑκατομμύρια ἐὰν εἶναι ἡ ἐθνικὴ πρόσοδος, ’ποῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι, πάλιν ἔρχεται 15½% ἀλλὰ καὶ ἓν δισεκατομμύριον ἐὰν εἶναι ἡ ἐθνικὴ πρόσοδος, ἔρχεται 12½% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου. Εἶναι αὕτη φορολογία ἐπαχθεστάτη ἢ ὄχι; Δὲν εἶμαι οἰκονομολόγος, ὀλίγα τινὰ ἀνέγνωσα, ἀλλὰ μοὶ ἔκαμεν αἴσθησιν ἡ κρίσις, τὴν ὁποίαν φέρει ὁ ἐξοχώτερος τῶν οἰκονομολόγων τῆς Γαλλίας, ὁ Beaulieu, κρίνων περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς Γαλλίας. Ἡ Γαλλία, ἡ ἔχουσα πληθυσμὸν 36,000,000, ἡ ἔχουσα ἐθνικὴν πρόσοδον ὑπολογιζομένην περὶ τὰ 33 δισεκατομμύρια, ὡς ὑπολογίζει ὁ ἔξοχος αὐτὸς συγγραφεὺς, καὶ ἔχουσα φορολογίαν τοῦ Κράτους, τῶν δήμων καὶ τῶν νομῶν 3,300,000,000, τὰ ὁποῖα ἀναλογοῦσιν ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου εἰς 11%, θεωρεῖται ὡς χώρα βαρέως φορολογουμένη! Καὶ θλίβεται ὁ Beaulieu, καὶ ἐξορκίζει τοὺς κυβερνῶντας τὴν Γαλλίαν: «πρὸς Θεοῦ! μὴ ἐπιτείνετε ἐπὶ πλέον τὴν φορολογίαν, διότι, ἐὰν θέλετε νὰ ἐπιτείνητε τὴν φορολογίαν, θ’ ἀνακόψητε τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν, θὰ στειρεύσητε τ’ ἀποταμιεύματα, θὰ φέρητε τὴν πενίαν εἰς τὸν τόπον μας!» Καὶ ποῦ τὸ λέγει; Ἐπὶ ἀναλογίας 11% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, διὰ τὴν Γαλλίαν, τὴν πλουσιωτάτην ταύτην χώραν καὶ βιομηχανικῶς καὶ γεωργικῶς καὶ ἐμπορικῶς καὶ ναυτικῶς καὶ ὅπως θέλετε ὑπολάβετέ την. Τί θὰ εἴπῃ δὲ διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, τὸ ἐστερημένον πάσης παραγωγῆς σπουδαίας, ἐὰν ὑπολογίσωμεν ἀναλογίαν 15%, ἢ καὶ 12%, ἐὰν ὑπολογίσωμεν περὶ τὸ δισεκατομμύριον τὴν ἐθνικὴν πρόσοδον; Μὴ νομίζετε λοιπὸν, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι ἡ φορολογία, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, εἶναι μικρὰ, καὶ παύσατε πρὸς Θεοῦ νὰ σκέπτησθε περὶ νέων φόρων, ἢ περὶ ἐντάσεως τῶν ὑπαρχόντων· διότι θὰ πιέσητε τὸν λαὸν νὰ πληρώσῃ, καὶ δύναται ἴσως νὰ πληρώσῃ δι’ ἓν ἔτος, δὲν θὰ πληρώσῃ ὅμως διὰ τὰ ἑπόμενα, καὶ θὰ στειρεύσητε τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, καὶ θὰ μείνητε μὲ τὰς δαπάνας, καὶ θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον! Παραλείπω δὲ τὴν δημοτικὴν φορολογίαν καὶ τὴν ἄλλην. Λοιπὸν ἔχομεν ἔσοδα 106 ἑκατομμύρια καθ’ ἡμᾶς, 112 κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ποίας δαπάνας ἔχομεν ἀπέναντι αὐτῶν; Ὁ προϋπολογισμὸς ἀναβιβάζει τὰς δαπάνας εἰς 111,608,348· προφανῶς ἔλλειμμα 5 ἑκατομμυρίων. Πῶς θὰ καλυφθῇ αὐτὸ τὸ ἔλλειμμα τῶν 5 ἑκατομμυρίων τοῦ 1900; Διὰ δανείων; Νομίζω ὅτι ἡ θύρα τῶν δανείων εἶναι κεκλεισμένη. Νὰ ἐπιβάλωμεν χεῖρα εἰς τὰ διαθέσιμα χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν; Ἀλλ’ αὐτὰ τὰ χρήματα δὲν προέρχονται ἐκ φόρων, προέρχονται ἐκ τοῦ δανείου, καὶ ἂν τὸ δάνειον αὐτὸ μᾶς ἄφησε περισσεύματα, τὰ περισσεύματα ταῦτα δέον νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ὑπὲρ τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς...
§177Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τίνος δανείου;
§178ΚΑΙΡΗΣ. Τῶν 170,000,000.
§179ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἠγγυημένον ὑπὸ τῶν Δυνάμεων δάνειον ἐπραγματοποιήθη διὰ μόνον δρ. 150,000,000. Δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονῆτε, ὅτι τὸ προκῦψαν ἐξ αὐτοῦ πλέον τῶν ὁρισθέντων ἄλλων σκοπῶν πλεόνασμα δὲν ἐπήρκεσε διὰ τὴν κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1897, καὶ ὅτι αὐτὸ τὸ Κράτος ἐκ τῶν ἰδίων του ἐσόδων συνεπλήρωσε τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1897.
§180ΚΑΙΡΗΣ. Εἴχομεν περισσεύματα τῶν ἐτῶν 1893 ἕως 1896 ἐκ τῆς πτωχεύσεως, ἥτις ἐγένετο, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς, ἀλλὰ νομίζω περὶ τὰ 30 ἑκατομμύρια.
§181ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ συνεψηφίσθησαν εἰς τὰ ἐλλείμματα τῶν ἀμέσως παρελθόντων ἐτῶν.
§182ΚΑΙΡΗΣ. Ἀλλὰ τότε πόθεν ἔχομεν τὰ παρὰ τῇ Τραπέζῃ κατατεθειμένα δέκα καὶ ἕξ ἑκατομμύρια; Ἀπὸ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων;
§183ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, θέλω ἐκθέσει τὰ περὶ τούτου εἰς τὴν Βουλήν.
§184ΚΑΙΡΗΣ. Ἐγὼ βλέπω, ὅτι οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν ἐτῶν 1898 καὶ 1899 ἔχουν ἐλλείμματα.
§185ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πλανᾶσθε.
§186ΚΑΙΡΗΣ. Διόλου δὲν πλανῶμαι, καὶ πιστεύω ὅτι ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος διεχειρίσθη τὰ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, θὰ σᾶς ἀπαντήσῃ ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ. Λοιπὸν ἔχομεν ἔλλειμμα 5 ἑκατομμυρίων. Τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ διὰ δανείου δὲν θὰ τὸ καλύψωμεν, διότι ἡ θύρα τῶν δανείων εἶναι κεκλεισμένη. Διὰ φόρων; Θὰ ἦναι ἀφροσύνη, μετὰ τὴν φορολογίαν τὴν βαρυτάτην, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐπιβάλωμεν καὶ ἄλλους φόρους, ἢ νὰ ἐντείνωμεν τὴν ὑπάρχουσαν, ὅπως καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα. Ἀπὸ τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις; Αὐτὸ εἶναι ἀστεῖον, τὸ τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων. Τότε διατὶ ζητεῖτε τὰς πιστώσεις; Τὰς ζητεῖτε διότι τὰς θεωρεῖτε ἀναγκαίας. Ἐὰν δὲν ἔχετε σκοπὸν νὰ πραγματοποιήσητε τὰς δαπάνας αὐτὰς, νὰ μὴ τὰς ζητῆτε· νὰ ζητῆτε ἐκείνας τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι, καὶ ἀφοῦ εἶναι ἀναγκαῖαι, ψηφίζονται ἀπὸ τὴν Βουλὴν, καὶ δέον πᾶσαι νὰ ἐκτελῶνται ὡς ἀναγκαῖαι καὶ χρήσιμοι. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ποῦ θὰ ἔχητε τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις; Ἀπὸ τὰς νομίμους ὑποχρεώσεις οὔτε λεπτὸν δὲν ἠμπορεῖτε ν’ ἀποκόψητε. Ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους; παντελῶς· οὔτε σκέψις κἄν. Ἀπὸ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν φόρων; ὄχι· διότι ἄλλως μηδενίζετε τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Ἀπὸ τὴν ἐπιστροφὴν χρημάτων; Καὶ ἠμπορεῖτε νὰ μὴ πληρώσητε αὐτά; καὶ ἠμπορεῖτε νὰ μὴ καταβάλητε τὰς δικαστικὰς ἀποζημιώσεις; νὰ μὴ ἀποδώσητε ὅσα εἰσπράττονται διὰ λογαριασμὸν ἄλλων; Τότε μένουν τὰ ἑπτὰ Ὑπουργεῖα. Ἀλλὰ τί εἶναι οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων; τί εἶναι τὰ ἔξοδα τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων; Μισθοὶ, ἐνοίκια γραφείων, γραφικὴ ὕλη, ἐπιμίσθια κλπ. Αὐτὰ δὲν ἠμπορεῖτε παρὰ νὰ τὰ πληρώσητε. Μένουν ὅθεν αἱ πιστώσεις δι’ ἔργα συγκοινωνίας, αἱ τοῦ στρατοῦ, ἤτοι ἡ ἐκποίησις τῶν κτηνῶν, διὰ νὰ ἔχητε οἰκονομίας ἐκ τῆς ἱπποφορβῆς, αἱ ἀπεριόριστοι ἄδειαι, τὰς ὁποίας θὰ δίδητε εἰς τοὺς στρατιώτας πρὸς ἐξοικονόμησιν τῆς τροφῆς καὶ τοῦ ἱματισμοῦ. Λοιπὸν αὐταὶ αἱ πιστώσεις θὰ ἦναι αἱ ἀδιάθετοι, αἱ ἀναγκαιότεραι, αἱ χρησιμώτεραι, αἱ παραγωγικώτεραι. Αὐταὶ ὅμως εἶναι ὀλέθριαι οἰκονομίαι, ὀπισθοδρομοῦσαι τὴν χώραν, ἀντίθετοι ἄλλως εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν τοῦ στρατοῦ, ἣν ἐπαγγέλεσθε ν’ ἀναδιοργανώσητε. Βεβαίως μέρος τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ προϋπολογισμὸς, εἶναι ἀναγκαῖαι, διότι δυστυχῶς ηὐξήθησαν αἱ ὑποχρεώσεις μας πρὸς τοὺς συνταξιούχους, καὶ αἱ αὐξήσεις αὗται ἐν διαστήματι δύο ἐτῶν ἀνῆλθον εἰς 1,133,652 δραχμὰς, ὅπερ εἶναι ἔνδειξις τῆς πλημμελείας τῆς διοικήσεως, τῆς φατριαστικῆς διοικήσεως, ἡ ὁποία ἀπομακρύνει ἱκανοὺς καὶ πεπειραμένους ὑπαλλήλους, διὰ νὰ εἰσαγάγητε τοὺς πρωτοπείρους καὶ ἐπιβαρύνητε τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων. Βεβαίως ἡ δαπάνη τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους εἶναι ἀναγκαιοτάτη. Δὲν δύναμαι ἐπίσης νὰ κατακρίνω τὴν δαπάνην τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὅσον ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων· εἶναι ἀναγκαία, ὡς βελτιοῦσα ἐν μέρει τὸν δικαστικὸν κλάδον. Ἀλλ’ αὐτὴ δὲν εἶναι καὶ τόσον σημαντική. Αἱ πολλαὶ δαπάναι ἀφορῶσαι τὰ λοιπὰ Ὑπουργεῖα, καὶ αἱ δαπάναι αὗται εἶναι 8,000,000. Εἰς τί δὲ σᾶς χρησιμεύουν; Ἀλλὰ πρὶν ἰδῆτε τ’ ἀποτελέσματα, ἂν αἱ φορολογικαὶ μεταρρυθμίσεις δύνανται ν’ ἀποδώσωσι τὰ 112 ἑκατομμύρια, διατὶ ἐσπεύσατε νὰ φέρητε τὸν νόμον τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους; — ὡς εἰ μὴ ἤρκουν οἱ 16 νομοί! — Σήμερον, ὡς εἶναι εὔκολος ἡ συγκοινωνία, ἔπρεπε νὰ συμπτύξητε καὶ ὄχι νὰ ἀναπτύξητε τὰς περιφερείας, διὰ νὰ ἔχητε οἰκονομίαν· οὔτε θὰ προκύψῃ ὠφέλειά τις, ἐὰν ὁ νομάρχης θὰ ἦναι ἐγγύτερον εἰς τὸν πολίτην, ἢ ὁ πολίτης ἐγγύτερον εἰς τὸν νομάρχην Πρὸς τί τὰ τέσσαρα νέα δικαστήρια; μᾶλλον ἔπρεπε νὰ ἐνισχύσητε τὴν ὑπάρχουσαν δύναμιν τῶν δικαστηρίων, διὰ νὰ ἔχητε δικαιοσύνην, καὶ ὄχι νὰ κάμητε δικαστήρια εἰς τὰ ἄκρα τοῦ Κράτους, ὅπως οἱ δικασταὶ κατατρίβωνται ἐν ἀργίᾳ καὶ φθείρωνται κομματικῶς. Δὲν εἶναι αὐτὴ δικαιοσύνη εἰς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἦναι, καὶ μὴ περιμένετε βελτίωσιν δικαιοσύνης. Καταργεῖτε τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ἐπράξατε κάκιστα ὅμως νὰ δημιουργήσητε σύστημα διοικητικῆς ἀστυνομίας. Δὲν μοὶ λέγετε, παρακαλῶ, κατὰ τί ἐβελτιώθη ἡ δημοσία τάξις καὶ ἡ ἀσφάλεια, ἀφ’ ἧς ἐγένετο ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία; Δὲν πιστεύω νὰ ψεύδωμαι· ἐδῶ εἶναι οἱ πίνακες οἱ στατιστικοὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται, ὅτι ηὔξησαν καὶ τὰ κακουργήματα καὶ τὰ πλημμελήματα, καὶ ἰδίως τὰ πταίσματα, τεραστίως. Κατὰ τί ὠφέλησεν ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία; Κατὰ ἓν μόνον, ὅτι ηὔξησαν τὰ ἐγκλήματα τῶν ὀργάνων αὐτῆς! Κατὰ τοῦτο λοιπὸν καλῶς ἐπράξατε, ἀλλὰ κάκιστον εἶναι τὸ σύστημα τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, δι’ οὗ ἀντικαθιστᾶτε ἐκεῖνο, διότι, καθ’ ὃν τρόπον θὰ λειτουργήσῃ, δὲν θὰ ὑπηρετήσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν· Θὰ ἦναι μόνον φατριαστικὸν ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως πρὸς νοθείαν τῶν ἐλευθεριῶν, πρὸς καταδολίευσιν τῶν θεσμῶν. Τὸ προϋπάρξαν δημοτικὸν σύστημα εἶναι τὸ ἄριστον σύστημα· βελτιώσατέ το, θέσατέ τινας ἐγγυήσεις. Δὲν εἴχετε πλειότερα ἐγκλήματα τότε παρὰ σήμερον, εἴχετε ὀλιγώτερα, διότι ἐνδιαφέρονται οἱ πολῖται ἀναμεταξύ των νὰ τηρήσωσι τὴν τάξιν ὅσῳ τὸ δυνατὸν περισσότερον, νὰ εὐλαβῶνται τὴν περιουσίαν τῶν συμπολιτῶν των. Δὲν ἐννοῶ βεβαίως τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν, οἵα ἦτο, ἀλλὰ μέ τινας περιορισμοὺς, μέ τινας βελτιώσεις. Ἐψηφίσθη ὁ ὀργανισμὸς τῆς χωροφυλακῆς. Βεβαίως ἡ χωροφυλακὴ εἶναι χρήσιμος, διότι, ἂν δὲν ὀργανώσητε τὴν χωροφυλακὴν, δὲν θὰ ἠμπορέσητε τὸν στρατὸν νὰ τὸν ἀποδώσητε εἰς τὸν στρατόν· ἀλλὰ φέρετε καὶ τὰς ἄλλας οἰκονομίας ἐν τῇ διοικήσει, εἰς τὰς διαφόρους δαπάνας της, αἱ ὁποῖαι εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον δαπάναι σπατάλης καὶ ἁρπαγῆς, καὶ ἔχετε ποσὸν σημαντικὸν, ἀρκοῦν διὰ νὰ ὀργανώσητε τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς καὶ ἐνδυναμώσητε τὰς πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Τοιαύτας μεταρρυθμίσεις ἐζήτησεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, μεταρρυθμίσεις ἐλαττούσας τὰς δαπάνας δι’ ἁπλοποιήσεως τῶν ὑπηρεσιῶν, καὶ ἐνισχυούσας τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ τόπου δι’ ἔργων παραγωγικῶν. Μεταρρυθμίσεις ὅμως, αἱ ὁποῖαι αὐξάνουν ἀσκόπως τὰς ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι πολλαπλασιάζουν τὸ προσωπικὸν τῶν ὑπαλλήλων, δὲν εἶναι μεταρρυθμίσεις ὑπηρετοῦσαι τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν, δὲν εἶναι μεταρρυθμίσεις πραγματικαὶ, τὰς ὁποίας ἤθελεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Δύναμαι νὰ τὸ εἴπω ἀλανθάστως, τὸ μεταρρυθμιστικόν σας πρόγραμμα δὲν εἶναι πρόγραμμα βελτιώσεων, εἶναι ἡ σημαία πολιτικῆς συναλλαγῆς, τὴν ὁποίαν λέγετε ὅτι ἤλθατε νὰ καταδικάσητε, διὰ τῶν νόμων ὅμως, τοὺς ὁποίους ἐφέρατε καὶ οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσθησαν, αὐξάνοντες τὴν ὑπαλληλίαν, οὐδὲν ἄλλο ἐπράξατε ἢ νὰ ἐπισημοποιήσητε, ὡς ἐπίσημον πρόγραμμά σας, καὶ διὰ τῶν νόμων τὴν συναλλαγήν. Κύριοι, πράγματι ἐκούρασα τὴν Βουλήν...
§187ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διόλου, διόλου.
§188ΚΑΙΡΗΣ. .. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω τὰ τοῦ μέλλοντος, καὶ διὰ τοῦτο ὤφειλον νὰ εἴπω πᾶν ὅ,τι εἶπον, διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Βλέπω ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς εἶναι συμπαγὴς καὶ σταθερὰ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι βεβαίως ἀσπάζεται τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐγκρίνει τὰ μέτρα αὐτῆς. Ἐγὼ ἓν πρᾶγμα εὔχομαι ἐξ ὅλης ψυχῆς καὶ καρδίας, νὰ πραγματοποιηθῶσιν ὅλαι αἱ προβλέψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι εἷς τῶν πλουσιωτέρων λαῶν τῆς Εὐρώπης, καὶ ὅτι δύναται νὰ βαστάσῃ τὰ σημερινὰ φορολογικὰ βάρη καὶ ὅσα ἄλλα τὸν ἀναμένουν! Εὔχομαι, αἱ ψηφισθεῖσαι μεταρρυθμίσεις, ἐφαρμοζόμεναι, νὰ συντελέσουν εἰς τὴν ἑδραίωσιν τῆς ἐννόμου τάξεως καὶ ἀσφαλείας, καὶ ν’ ἀποδώσουν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διοίκησιν χρηστὴν καὶ ἀφατρίαστον, ἡ ὁποία νὰ προσδώσῃ εἰς αὐτὸν τὸ σθένος καὶ τὴν δύναμιν, διὰ νὰ δυνηθῇ μίαν ἡμέραν ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ ἐν καταλλήλῳ στιγμῇ νὰ ἀνακτήσῃ τὸ γόητρον, τὸ ὁποῖον τόσον ἀδόξως ἀπώλεσε κατὰ τὸ 1897, καὶ ν’ ἀποδώσῃ τὴν ἐλευθερίαν εἰς τοὺς ὑπὸ τὸν ζυγὸν στενάζοντας ἀδελφούς. Εἴθε! Ἀλλ’ ἂν ἡ ἀκαταμάχητος φορὰ τῶν πραγμάτων μᾶς φέρῃ εἰς τὸ ἀπροχώρητον, ὤ! τότε αἱ συμφοραὶ θὰ ἦναι φοβεραί! Τὰς συμφορὰς ὅλοι θὰ τὰς ὑποστῶμεν, ἀλλὰ μὲ μίαν διαφορὰν· ἡ εὐθύνη θὰ μείνῃ ἀκεραία εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ εἰς μόνην τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν ὑποστηρίζουσαν αὐτὴν πλειονοψηφίαν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§189Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§190Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 12 καὶ 30′ τῆς νυκτός).