Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΕ · Σύνοδος ΕΚΤΑΚΤΟΣ› Συνεδρίαση 38

1900.03.10

4.303 στίχοι · 33.513 λέξεις · 2 πίνακες · 274 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1900.03.10
Προεδρεία
Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΟΥ
Περίοδος
ΙΕ
Σύνοδος
ΕΚΤΑΚΤΟΣ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1900)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 38

Τῆς 10 Μαρτίου 1900.

(Παρασκευή).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Νέγρης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§2Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, πρό τινος καιροῦ εἶχον ὑποδείξει τὸ ἀνεπαρκὲς τοῦ προσωπικοῦ τοῦ τμήματος τοῦ δημοσίου χρέους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ εἶχον καταθέσει σχετικὴν ἐπερώτησιν περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐξελεγχθέντων τοκομεριδίων τῶν δανείων, εἰς ἣν ἀναμένω ἀκόμη ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Δυστυχῶς, σήμερον ἔχω λόγους νὰ βεβαιώσω ἔτι περισσότερον τὴν ἀνεπάρκειαν ταύτην, καὶ τὴν ὡς ἐκ τούτου ἐντελῆ ἄγνοιαν, εἰς ἣν εὑρίσκεται τὸ εἰρημένον τμῆμα, τοῦ νόμου περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου. Ἀφορμὴν δὲ εἰς τοῦτο μοὶ ἔδωκαν αἱ τελευταῖαι δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τοῦ δημοσίου χρέους. Διὰ τούτων ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀναγνωρίζων, ὡς ἔδει, μεθ’ ἃς ἔκαμον παρατηρήσεις ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει, ὅτι παρέλειψε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς ὑπολογισμούς του τὸ πρὸς τοὺς δανειστὰς τοῦ Κράτους χρέος ἐκ τῶν ἐν τῷ νόμῳ περὶ Ἐλέγχου ὁριζομένων πλεονασμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1898, συνιστάμενον εἰς δρ. 2,419,802.62, ζητεῖ ἤδη πίστωσιν, ὅπως συμπεριλάβῃ τοῦτο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899. Ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου παρατηρεῖται, ὅτι ὁ Ἔλεγχος ἐπλήρωσε μὲν ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου δρ. 1,846,664.45, μένει δ’ ὑπόλοιπον ἐκ δραχμῶν 573,138.17. Τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο, προερχόμενον ἐκ πλεονασμάτων πηγαζόντων ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν εἰσπράξεων καὶ ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος, κατὰ τὰ ἄρθρο 7, 8 καὶ 11 τοῦ κανονισμοῦ τῶν εἰς χρυσὸν δανείων, τοῦ προσηρτημένου εἰς τὸν νόμον περὶ Ἐλέγχου, φέρεται εἰς πίστωσιν εἰδικῶν λογαριασμῶν τῶν δανειστῶν, τὸ μὲν ἐκ δρ. 290,866.30 εἰς εἰδικὸν λογαριασμὸν τῶν τόκων, τὸ δὲ ὑπόλοιπον ἐκ δραχ. 282,271.87 εἰς εἰδικὸν λογαριασμὸν τῶν χρεωλυσίων, ὡς ἐμφαίνεται ἐν σελ. 11 τοῦ λογαριασμοῦ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου διὰ τὸ 1898, εἶναι δὲ κατετεθειμένον ἐν Εὐρώπῃ εἰς Τραπέζας, ἀποφέρον καὶ τόκον ὑπὲρ τῶν δανειστῶν, μέχρις οὗ ἑκάτερος τῶν εἰδικῶν λογαριασμῶν διὰ τῶν προσαυξήσεων αὐτοῦ φθάσῃ εἰς τὸ 2% ἐπὶ τοῦ ἀρχικοῦ τόκου ἑνὸς τῶν δανείων, καὶ τότε διανέμεται. Λίαν παραδόξως λοιπὸν, ἐνῷ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν δραχ. 573,138.17, ὡς προεῖπον, ἤχθη ἤδη εἰς πίστωσιν τῶν δανειστῶν, ὑπὲρ ὧν καὶ ἀποφέρει τόκον, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν θεωρεῖ αὐτὸ ὡς διατεθὲν καὶ ὡς περισσεύουσαν πίστωσιν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ δημοσίου χρέους. Ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους βαίνει καὶ ἔτι περαιτέρω. Κατὰ τὸ ἄρθρον 3 ἐδάφ. βʹ τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὰ ἔτη 1898 καὶ τὰ τέσσαρα ἑπόμενα 8,750,000 δραχ. ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν ὑπεγγύων προσόδων προσδιορίζονται πρὸς πληρωμὴν τόκων, κατὰ τὴν ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ προσδιοριζομένην κλίμακα, καὶ χρεωλυσίου 1% ἐπὶ τοῦ ἀρχικοῦ τόκου, τοῦ ὑπολοίπου φερομένου εἰς πίστωσιν τοῦ εἰδικοῦ λογαριασμοῦ τῶν χρεωλυσίων κατὰ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Κανονισμοῦ. Τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο διὰ τὸ ἔτος 1898 εἶναι φρ. χρυσᾶ 11,825.26, κατὰ τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899. Καὶ ἂν μὲν δὲν ἐπληρόνετο ἀπέναντι τῆς χρήσεως τοῦ 1899, θὰ ἐκρατεῖτο παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου διὰ λογαριασμὸν τῶν δανειστῶν, καὶ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς πίστωσις ἀδιάθετος τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς θεωρεῖ ταύτην ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδ’ ἡμεῖς νὰ γνωρίζωμεν, οὐδ’ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, ἂν ἐκρατήθη παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου, ἀφοῦ τὸ ποσὸν τοῦτο φέρεται, ὡς προεῖπον, εἰς πίστωσιν τοῦ εἰδικοῦ λογαριασμοῦ τῶν χρεωλυσίων, καὶ συγχωνεύεται μετὰ τῶν ἄλλων κονδυλίων τοῦ λογαριασμοῦ τούτου. Ἐνδεχόμενον, τὸ ποσὸν τοῦτο, προστιθέμενον εἰς τὰ ἄλλα ποσὰ τοῦ ἐν λόγῳ λογαριασμοῦ, νὰ ἀπαρτίζῃ τὸ ποσοστὸν τὸ ὁριζόμενον παρὰ τοῦ Κανονισμοῦ πρὸς διανομὴν, καὶ νὰ διανεμηθῇ κατ’ αὐτάς· ὅπερ καὶ λίαν πιθανόν. Ὥστε οὐδὲ λόγος κἂν δύναται νὰ γείνῃ περὶ τοῦ ποσοῦ τούτου ὡς ἀπαρτίζοντος πίστωσιν ἀδιάθετον. Οὕτω, νομίζω, ἀπεδείχθη ἀρκούντως, ὅτι κακῶς ἐθεώρησεν ὡς ἀδιαθέτους πιστώσεις ὁ κ. Ὑπουργὸς τό τε κονδύλιον τῶν δραχ. 573,138.17 καὶ τὸ κονδύλιον τῶν 11,828.25 φράγκων χρυσῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ταῦτα δυστυχῶς τὰ μόνα λάθη, τὰ παρουσιαζόμενα ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Τῷ ὄντι ὁ κ. Ὑπουργὸς, λαβὼν ὑπ’ ὄψιν ὅσα ἐν προηγουμένῃ ἀγορεύσει μου εἶπον περὶ τῆς ἀναγραφῆς τοῦ ποσοῦ τῶν 914,117 δραχ. πρὸς πληρωμὴν 5% ἐπὶ τῶν μὴ καταβληθέντων 78% τῶν τόκων τῶν παλαιῶν ἡμῶν δανείων ἀπὸ τοῦ 1893 ἕως τοῦ 1898, κατὰ τὸ ἄρθρον 15 τοῦ Κανονισμοῦ ἠλάττωσε τὸ ποσὸν τοῦτο κατὰ 414,117 φράγκα. Ἀλλ’ ἀφαιρεῖ τὴν συναλλαγματικὴν διαφορὰν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο, δίς· τὴν ἀφαιρεῖ πρῶτον, ὅτε ἀναζητεῖ τὴν ὁλικὴν συναλλαγματικὴν διαφορὰν ἐκ δρ. 587,921 μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899 καὶ τῶν πραγματικῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως, τὴν ἀφαιρεῖ δὲ καὶ κατωτέρω, ὅτε ζητεῖ τὴν ἀκύρωσιν τῶν 414,117 φρ. καί τινων ἄλλων μικρῶν κονδυλίων μετὰ τῆς συναλλαγματικῆς αὐτῶν διαφορᾶς. Οὕτως αἱ ζητούμεναι πιστώσεις παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι ὅλως ἀνεπαρκεῖς, καὶ ἂν ἀκόμη παραδεχθῶμεν τὴν γνώμην αὐτοῦ, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου δέον τὰ πλεονάσματα ἔτους τινὸς, τὰ ἀνήκοντα εἰς τοὺς δανειστάς, νὰ ἐγγράφωνται εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ ἑπομένου ἔτους. Ἀλλ’ ὅλως διάφοροί εἰσιν αἱ ἀναγκαῖαι πιστώσεις, ἂν δώσωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου τὴν πρέπουσαν ἑρμηνείαν. Τὸ ἄρθρον τοῦτο λέγει, ὅτι τὰ δικαιώματα, τὰ ἀποκτώμενα ἀπὸ τοὺς πιστωτὰς τοῦ Κράτους, ἀναγράφονται εἰς τὴν χρῆσιν τὴν φέρουσαν τὸ ὄνομα τοῦ ἔτους, ἐν ᾧ ἀπεκτήθησαν τὰ δικαιώματα. Ἐρωτῶ ἤδη ὑμᾶς, Κύριοι, ἂν εὐθὺς ὡς τὰ πλεονάσματα εἰσεπράχθησαν, δὲν ἀπεκτήθησαν συγχρόνως καὶ τὰ δικαιώματα τῶν δανειστῶν, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν οἱ λογαριασμοὶ γίνονται βραδύτερον. Βεβαίως αὕτη καὶ μόνη εἶναι ἡ ὀρθὴ γνώμη· ἄλλως τὴν γνώμην ταύτην ἐφήρμοσε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1900. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου, σελ. 90, πρὸς ὑπολογισμὸν τῶν πλεονασμάτων τῶν προερχομένων ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων τῶν ἀποδοτέων τοῖς δανεισταῖς λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡς ἀρχικὰ πλεονάσματα, διανεμητέα μεταξὺ Κράτους καὶ δανειστῶν, τὸ ποσὸν 2,342,750, δηλαδὴ ὅσα προϋπολογίζει ὅτι θὰ ἦναι τὰ πλεονάσματα τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1900, ὡς ἐμφαίνεται ἐν σελίδι γʹ τοῦ τεύχους. Ἐπίσης διὰ τὰ πλεονάσματα τὰ προερχόμενα ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος ὑπολογίζει τὰ ἀποδοτέα τοῖς δανεισταῖς ποσὰ εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πλεονασμάτων τῶν προερχομένων ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος, τῆς ἀντιστοιχούσης εἰς τὸ ἔτος 1900. Οὕτως ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 ἐφήρμοσε τὴν ἐμὴν γνώμην, κατὰ δὲ τὸ 1899 ἐφήρμοσε γνώμην ἐναντίαν, ἑρμηνεύων τὸ αὐτὸ ἄρθρον διαφόρως κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν ἐπὶ ἐντελῶς ὁμοίων περιστάσεων. Δὲν ἀμφιβάλλω λοιπόν, ὅτι μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ δώσῃ καὶ διὰ τὸ 1899 εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, ἣν ἔννοιαν ἔδωκεν αὐτῷ διὰ τὸ 1900! Ἀλλὰ τότε ποῖαι ἔσονται αἱ ἀναγκαῖαι πιστώσεις; Ἐκεῖναι, ἃς ὑπέδειξα ἄλλοτε, τροποποιούμεναι κατά τι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος, ἥν μᾶς ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἤτοι πρὸς δραχ. 1,54¾. Ἂς ἀναζητήσωμεν ταύτας.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Τὰ παλαιὰ δάνεια ἐξ 8,750,000 φράγκων
πρὸς 1,65 δίδουσι 14,437,500
Τὰ παλαιὰ δάνεια ἐξ 8,750,000 φράγκων
πρὸς 1,54¾ 13,604,602
833,562

Ἡ διαφορὰ ἐξ 833,562 δρ. εἶναι ἀκριβῶς τὰ ἐκ τοῦ συναλλάγματος πλεονάσματα, ὧν τὰ 60%, ἤτοι 500,062, ἀνήκουσιν εἰς τοὺς δανειστὰς, ἐνῷ ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει δρ. 742,500. Ἄρα ἐκ τούτου ἀκυρωτέα πίστωσις ἐκ δραχ. 242,438. Ἐξ ἄλλου μέρους ἅπαντα τὰ βάρη εἰς χρυσὸν, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀνέρχονται εἰς φρ. χρ. 14,125,736, ἅτινα πρὸς 1,54¾ δίδουσι δρ. 21,961,988, ἐνῷ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 σημειοῦνται 14,626,067 πρὸς 1,50, ἤτοι δρ. 21,939,167. Ἐκ τούτου ἐπέρχεται ὑπέρβασις τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ 22,821 δραχμάς. Ἀφαιρουμένων τῶν 22,821 δρ. ἐκ τῶν 242,438, μένει πίστωσις ἀκυρωτέα ἐκ δρ. 219,617.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἀφ’ ἑτέρου, κατὰ τὴν τελευταίαν κατάστασιν τῆς Ἐπι-
τροπῆς τοῦ Ἐλέγχου, αἱ εἰσπράξεις τῶν μονοπωλίων ἀνέρ-
χονται εἰς δραχ. 28,992,869.60
Αἱ εἰσπράξεις τῆς σμύριδος (464,376 φρ. × 1,54¾) 721,987.03
29,714,856.63
Εἰς ταῦτα δέον νὰ προστεθῶσι δραχ. 2,668,875.—
ἃς ὁ Ἔλεγχος δὲν ἐχρέωσε τὸ 1898 (ὡς
ἐμφαίνεται ἐν τῷ δελτίῳ τοῦ Ἐλέγχου
τῷ δημοσιευθέντι ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς
Κυβερνήσεως, τεύχει τετάρτῳ τῆς 3 Φε-
βρουαρίου 1899), κρατήσας ταύτας διὰ
τὸ ἔτος 1900.
Ἄρα τὸ ὅλον δραχ. 32,383,731.63
Ἐκ τούτων ἀφαιροῦνται δραχ. 28,900,000.—
πρὸς εὕρεσιν τοῦ πλεονάσματος, ὅπερ εἶναι δραχ. 3,483,731.63
Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἀφαιροῦνται 18% 627,071.70
Ὥστε μένουσι δραχ. 2,856,659.93
Ἐκ τοῦ ὑπολοίπου δὲ ἀναλογοῦσιν εἰς
τοὺς δανειστὰς 60%, ἤτοι δραχ. 1,713,996.—
ἀντὶ τῶν προϋπολογισθεισῶν 500,000.—
Ἄρα δέον νὰ ζητηθῇ πίστωσις ἐκ δραχ. 1,213,996.—
Οὕτω αἱ ζητούμεναι πιστώσεις δέον νὰ ᾖναι·
αʹ) τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν δραχ. 1,213,996.—
βʹ) τὰ ἐκ τοῦ 1898 προερχόμενα πλεονάσματα δραχ. 2,419,802.62
τὸ ὅλον δραχ. 3,633,798.62
Αἱ πιστώσεις αἱ ἀκυρούμεναι εἶναι, ὡς προεῖπον, δραχ. 219,617.—
Ὑπόλοιπον δραχ. 3,414,181.62

Καὶ διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο δέον νὰ ζητήσῃ πίστωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1899, διότι δυστυχῶς οὐκ ἂν ἄλλως γενέσθαι.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπέστειλεν εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς τὰ πρακτικὰ τῆς ἀναπληρωματικῆς Βουλευτικῆς ἐκλογῆς Ἠλείας. Παρακαλῶ τὸ πρῶτον τμῆμα τῆς Βουλῆς νὰ συνέλθῃ αὔριον τὴν πρώτην ὥραν μ. μ. πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ κατέθηκε τὰς ἐκθέσεις αὑτῆς ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δραχ. 9,960.26 καὶ 1,975,045.45, καὶ ἐπὶ τῶν δηλώσεων περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 141–144). Ὁ κύριος Σαρσέντης ἔχει τὸν λόγον.

§4ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ἐδῶ.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δαραλέξης.

§6ΧΡ. ΔΑΡΑΛΕΞΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον τηλεγράφημα πρός με ἐκ Πύργου, τοῦ ὁποίου παραλήπτης εἶναι ἐπίσης ὁ συνάδελφος ἡμῶν καὶ ἐμὸς σεβαστὸς θεῖος κ. Πέτρος Αὐγερινός, ὡς καὶ ἕτερος ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ κ. Πετραλιᾶς, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου συμπολῖταί μου παραπονοῦνται κατὰ τῆς μεροληπτικῆς καὶ φατριαστικῆς ἐνεργείας δημοσίου εἰσπράκτορος. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ γνῶσιν τοῦ τηλεγραφήματος καὶ εὐαρεστούμενος μετριάση τὸν ὑπέρμετρον ζῆλον τοῦ καταγγελλομένου ταμειακοῦ ὀργάνου, ζῆλον, ὁ ὁποῖος εἶναι πάντως ἄτοπος ἢ ἄκαιρος ἐν ἐπαρχίᾳ, ὁποία ἡ Ἠλεία, ἥτις οἰκονομικῶς διατελεῖ εἰς οἰκτράν, ὡς γνωστόν, κατάστασιν, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος βεβαίως θὰ εἶναι καὶ μεροληπτικὸς καὶ φατριαστικός, ἐὰν κρίνωμεν ἐκ τοῦ ποιοῦ τοῦ τοῦ εἰρημένου ὑπαλλήλου, ὅστις ἔχει ἤδη καταδικασθῆ ἐπὶ καταπιέσει εἰς ἑξάμηνον φυλάκισιν.

§7ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τότε πῶς μένει εἰς τὴν θέσιν του;

§8ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ὅμοιον τηλεγράφημα ἐστάλη καὶ πρὸς ἐμέ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συστήσῃ εἰς τοὺς δημοσίους εἰσπράκτορας ἠπιωτέραν συμπεριφοράν, καθ’ ὅσον ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῶν κατοίκων τῆς Ἠλείας εἶναι ἀθλία, καὶ ἀπαιτεῖται μετριότης ἐκ μέρους τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἵνα μὴ κινῶσι τὴν ἀγανάκτησιν τῶν πολιτῶν, ἀφοῦ ἄλλως παρῆλθε καὶ ἡ Βουλευτικὴ ἐκλογὴ, καὶ δὲν παρίσταται πλέον ἀνάγκη ὑπερβολικοῦ ζήλου. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του καὶ ἐπὶ ἄλλης ὑποθέσεως. Οἱ κρεοπῶλαι Ἀμαλιάδος ὑφίστανται φοβερὰς καταπιέσεις ἐκ τῆς ἐκνόμου ἐνεργείας τοῦ δημάρχου καὶ τοῦ ἀστυνόμου Ἤλιδος, ἀξιούντων νὰ εἰσπράξωσι φόρον σφαγείων, ἐνῷ τοιοῦτος φόρος οὔτε νενομοθετημένος εἶναι, οὔτε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἀναγεγραμμένος. Ἡ εἴσπραξις τοιούτου φόρου προϋποθέτει, κύριε Ὑπουργὲ, καὶ ὕπαρξιν ἐγκαθιδρυμένου καταστήματος σφαγείων. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχουν τοιαῦτα καταστήματα, ἡ εἴσπραξις τοιούτου φόρου εἶναι ὄχι μόνον ἄδικος, ἀλλὰ καὶ παράνομος, ἐπισύρει δὲ καὶ ποινικὴν καταδίωξιν. Τὰ δικαστήρια πλειστάκις ἀπεφάνθησαν περὶ τοῦ παρανόμου τοῦ φόρου τούτου, πρὸ τριῶν δὲ ἐτῶν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπεφήνατο, συνεπείᾳ γνωμοδοτήσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ὁ τοιοῦτος φόρος εἶναι παράνομος, αὐστηρῶς δὲ ἀπηγόρευσε δι’ ἐγκυκλίου τὴν εἴσπραξιν αὐτοῦ.

§9Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχουν σφαγεῖα ἐκεῖ;

§10ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Δὲν ὑπάρχουσι βεβαίως...

§11Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔχετε δίκαιον τότε.

§12ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. .. Ἀλλ’ ὁ δήμαρχος Ἤλιδος, ἔχων ὄργανον τὸν ἀστυνομεύοντα ἐνωμοτάρχην, πιέζει τοὺς κρεοπώλας Παυλόπουλον, Στρίκην, Κολωβόν, καὶ ἄλλους ἐντίμους πολίτας καὶ φορολογουμένους, διότι ἔχουν τὴν ἀτυχίαν νὰ μὴ τυγχάνωσι πολιτικοὶ φίλοι του. Διὰ ταῦτα παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δώσῃ ὡς οἷόν τε τάχιον τὰς ἀπαιτουμένας διαταγὰς, ὅπως παύσῃ ἡ κατὰ τῶν συμπολιτῶν μου παράνομος αὐτή καταδίωξις. Καὶ ἐπὶ ἄλλου ζητήματος θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δώσῃ μικρὰν προσοχήν. Πρὸ ἑνὸς ἔτους ὑπηρέτει ὡς ἀστυνόμος εἰς τὴν ἀστυνομίαν Βουπρασίων ἀνθυπασπιστὴς τοῦ μηχανικοῦ, Στεργιάκης καλούμενος· κατὰ τὴν αὐτὴν δὲ περίπου ἐποχὴν ὑπηρέτει ὡς ὑπαστυνόμος τῆς ἰδίας ἀστυνομίας ἐνωμοτάρχης τις, Τσάμης ὀνόματι. Ἀμφότεροι οἱ ἀστυνομικοὶ οὗτοι μετετέθησαν ἐκ τῆς ἀστυνομίας Βουπρασίων πρό τινων μηνῶν, συνεπείᾳ ἐπανειλημμένων ἐκθέσεων καὶ τηλεγραφημάτων τοῦ Νομάρχου Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως Ἠλείας, δι’ ὧν ἐβεβαιοῦτο ἡ φατριαστικὴ καὶ ἰδιοτελὴς διαγωγή των, καὶ συνιστᾶτο ἡ μετάθεσις αὐτῶν ἐκ τῆς ἀστυνομίας ἐκείνης. Μὲ ἀπορίαν μου ὅμως εἶδον πρό τινων ἡμερῶν δημοσιευθεῖσαν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἐκ νέου τοποθέτησιν τοῦ Στεργιάκη, ἔμαθον δὲ, ὅτι καὶ ὁ ἐνωμοτάρχης Τσάμης ἐτοποθετήθη εἰς τὴν ἰδίαν ἀστυνομίαν. Θεωρῶ φρόνιμον, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας, καὶ συνιστῶ τοῦτο πρὸς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, ν’ ἀπομακρύνῃ τοὺς εἰρημένους ἀστυνομικοὺς ἐκ τοῦ δήμου Βουπρασίων.

§13Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ καταθέσητε σημείωσιν τῶν ὀνομάτων αὐτῶν.

§14ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Μάλιστα.

§15Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§16Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐδημοσιεύθη σήμερον εἰς πρωϊνὴν ἐφημερίδα, καὶ ἐπανελήφθη ὑπὸ ἑσπερινῆς, δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διὰ τῆς ὁποίας, ἐὰν αὕτη ἀποδειχθῇ ἀληθὴς, προσβάλλονται οὐ μόνον ἄτομα Βουλευτῶν παρευρισκομένων ἐνταῦθα, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τοιαύτην δήλωσιν δὲν ἔκαμε δημοσίᾳ. Ἐν τούτοις θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐὰν ἔκαμε τοιαύτην δήλωσιν. Ἡ δήλωσις ἔχει ὡς ἑξῆς...

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ ἀναγινώσκωνται ἐνταῦθα τὰ γραφόμενα ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων (θόρυβος).

§18Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ.

§19ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι (θόρυβος).

§20ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Σήμερον περὶ μεσημβρίαν προσῆλθον εἰς ἐμὲ δύο τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἵτινες μὲ ἠρώτησαν, ἂν ἦσαν ἀληθῆ τὰ γραφέντα ἔν τινι ἐφημερίδι, καὶ δὴ ἐν σχέσει πρὸς τὸν βουλευτὴν Μεγαρίδος κ. Ἀναστασόπουλον. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τῶν συνήθως ἀναγραφομένων ἐν τοῖς πρακτικοῖς, καὶ εἶπον, ὅτι ἐν ἀγανακτήσει εὑρισκόμενος χθὲς τὸ ἑσπέρας ἐξήνεγκον φράσεις δριμείας κατὰ τοῦ Βουλευτοῦ Μεγαρίδος, ὑβρισθεὶς ὑπ’ αὐτοῦ σκαιῶς, προσέθεσα δὲ, νομίζων ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, τῶν ἀναγραφομένων ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ὅτι δὲν ἔχω νὰ κάμω καμμίαν διάψευσιν. Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον ἦλθεν ὁ ἀδελφός μου ὁ νεώτερος, καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι εἶχε δημοσιευθῆ δήλωσις εἰς μίαν ἐφημερίδα ἐξ ὀνόματός μου. Ἅμα ἀναγνοὺς ταύτην, ἔσπευσα ἀμέσως νὰ στείλω διάψευσιν αὐτῆς πρὸς τὴν «Ἐφημερίδα», ἔστειλα δὲ νὰ ἀναζητήσω τὸν ἕτερον τῶν μαρτύρων, τὸν βουλευτὴν Μεγαρίδος κ. Νικολαΐδην, ὅπως δηλώσω καὶ πρὸς αὐτὸν, ὅτι δὲν ἔδωκα ἐγὼ ἐντολὴν, ἵνα γράψῃ ὅ,τι ἔγραψεν ἐξ ὀνοματός μου ὁ «Θόρυβος». Ἔπρεπε νὰ ἦναί τις ἔξω φρενῶν, ὅπως δώσῃ τοιαύτην ἐντολήν. Δὲν ἠξεύρω ἂν ὑπῆρχεν ἄλλη ἀφορμὴ μεταξὺ τοῦ συντάκτου τῆς ἐφημερίδος «Θορύβου» καὶ τοῦ Βουλευτοῦ Μεγαρίδος, ἧς ἕνεκα ἐγράφη ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος δήλωσις, ὡς ἐγράφη.

§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ διηύθυνα τὴν συνεδρίασιν καθ’ ἣν ὥραν ἀντηλλάγησαν αἱ δριμεῖαι φράσεις, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι, ὅτε ἀνέγνων τὰ δημοσιευθέντα, ἐφρικίασα, διότι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὡς ἐγράφη. Προσθέτω ὅτι, ἐπειδὴ διηύθυνα τὴν συνεδρίασιν, ἀντελήφθην ὅτι δριμεῖαι φράσεις ἐξηνέχθησαν ἀμφοτέρωθεν, ἀλλὰ τοιαύτη φράσις, οἵα ἡ δημοσιευθεῖσα, δὲν ἐλέχθη, διότι τὸ Προεδρεῖον δὲν ἤθελε τὸ ἐπιτρέψει. Μετὰ τὴν δήλωσιν δὲ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ γείνῃ πλέον λόγος, καὶ πρέπει νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἐργασίαν μας.

§22Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος ἤκουσε τοὺς λόγους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Νομίζω ὅτι ἡ ἀπάντησις ἦτο σαφὴς καὶ ὡρισμένη· ὅτι δηλ. ἀντηλλάγησαν δριμεῖαι φράσεις, ἀλλ’ οὐδέποτε ὕβρισε. Προσέθηκε δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἦναί τις παράφρων, ἵνα εἴπῃ ὅσα ἐγράφησαν ἐν τῇ ἐφημερίδι. Ἡ ἀπάντησις εἶναι σαφεστάτη, νομίζω.

§24Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὑπάρχει ἀνάγκη μιᾶς ἀπαντήσεως, διότι ὁ κύριος Εὐταξίας ἐδήλωσεν εἰς ἡμᾶς... (θόρυβος).

§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ μίαν γνωρίζει δήλωσιν, τὴν γενομένην ἐνώπιον αὐτῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπίσημος δήλωσις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ. Δὲν ἔχει νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ, τί ἐλέχθη μεταξὺ ἄλλων. Ὁ Ὑπουργὸς ῥητῶς ἐδήλωσεν, ὅτε δὲν ἐξεστόμισε τοιαύτην φράσιν, καὶ ἐχαρακτήρισε μάλιστα ὡς παράφρονα ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἤθελεν εἴπει τοιοῦτόν τι.

§26Γ. ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ. Τότε διαψευδόμεθα ἡμεῖς!

§27Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Διαψευδόμεθα ἡμεῖς, κύριε Πρόεδρε!

§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει νὰ ἐξετάσῃ τί ἐλέχθη ἰδιαιτέρως μεταξὺ προσώπων. Ἐγὼ διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι παριστάμην εἰς τὴν θέσιν ταύτην κατὰ τὴν χθὲς λαβοῦσαν χώραν ἔριδα, ἥτις περιεῖχέ τι τὸ ἀπότομον εἰς τὰς κινήσεις μᾶλλον ἢ εἰς τὰς λέξεις, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι δὲν ἀντελήφθην,—καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀντιληφθῶ, ἐὰν ἐγίνετο,—ὅτι ἐξεστομίσθησαν τοιαῦται φράσεις παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ. Ὥστε θεωρῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάλογον πρὸς τὴν περίστασιν, οὐδὲ σύμφωνον πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος, νὰ καταγίνηται ἡ Βουλὴ εἰς τοιαύτας ἀσχημίας, ὅτε μάλιστα ἐπῆλθεν ἡ δήλωσις τοῦ Ὑπουργοῦ, ἡ ὁποία κατηγορηματικῶς ἀφῄρεσε πᾶσαν ὑπονοίαν, ἥτις ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ τυχὸν, ὅτι ἐλέχθησαν οὐχὶ τοιαῦται φράσεις, ἀλλ’ ὑβριστικαί πως.

§29Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐν τούτοις παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε τὸν λόγον.

§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἐμποδίσω. Θὰ σᾶς παρακαλέσω ὅμως νὰ μὴ ἐπιμείνητε πλέον ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς.

§31Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ὄχι ἵνα ἀναιρέσω ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας ἢ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἔλαβε χώραν τὸ ἐπεισόδιον, ἀλλ’ ἵνα βραχεῖάν τινα ἀπάντησιν δώσω ἰδίως πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὁ ὁποῖος, ὁμιλήσας ἐπὶ τοῦ ζητήματος πρὸ ὀλίγου, ἠθέλησε νὰ ῥίψῃ τὸν πέπλον ἐκεῖνον, δι’ οὗ καλύπτεται ἡ ἀλήθεια, χωρὶς νὰ συλλογισθῇ, ὅτι, λέγων τ’ ἀνακριβῆ ἐκεῖνα, διέψευδεν ἀνθρώπους ἀνωτέρους αὑτοῦ...

§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά...

§33Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Τὸ ζήτημα, κύριε Πρόεδρε, εἶναι προσωπικὸν, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμιλήσω. Χθὲς, κύριοι συνάδελφοι, καθ’ ὃν χρόνον τὸν λόγον εἶχεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ἀντελήφθην καὶ ἐγὼ ἐπεισόδιόν τι, λαβὸν χώραν διὰ χειρονομιῶν μεταξὺ τοῦ κυρίου Ἀναστασοπούλου καὶ τοῦ κυρίου Εὐταξία, ἤκουσα δὲ συγκεχυμένως πως καὶ φράσεις τινὰς, ἀνταλλαγείσας μεταξὺ αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν κατέβαλον μεγαλειτέραν προσοχὴν, καὶ ἔφυγον ἐκ τῆς Βουλῆς, θεωρήσας τὸ ἐπεισόδιον ὡς ἓν ἐκ τῶν συνήθως λαμβανόντων ἐνταῦθα χώραν. Τὴν πρωΐαν τῆς σήμερον μὲ συναντᾷ ὁ κύριος Ἀναστασόπουλος, μοὶ ἐπιδεικνύει τὰ ἐν τῷ «Θορύβῳ» ἀναγραφόμενα, καὶ μὲ παρακαλεῖ νὰ ἀντιπροσωπεύσω αὐτὸν εἰς τὴν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ κυρίου Εὐταξία ὑπόθεσιν. Ἐδέχθην, κατὰ καθῆκον, τὴν ἐντολὴν ταύτην, καὶ μετὰ τοῦ ἄλλου ἐντίμου συναδέλφου μου περὶ τὴν μεσημβρίαν εἴδομεν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐν τῷ γραφείῳ αὐτοῦ. Ἀνεμείναμεν ἐπί τινα στιγμὴν, ὅπως ἀποχωρήσωσιν οἱ ὑπάλληλοι, καὶ ὅτε ἐμείναμεν μόνοι, μᾶς ἐπλησίασεν ὁ κ. Εὐταξίας καὶ μᾶς ἠρώτησεν, εἰς τί ὀφείλεται ἡ ἐπίσκεψίς μας αὕτη· τῷ εἴπομεν τὸν σκοπὸν τῆς ἐπισκέψεώς μας, ἐγὼ δὲ, ἀγόμενος πάντοτε ὑπὸ τοῦ πόθου, ὅπως τοιαῦται ὑποθέσεις, ἀναφυόμεναι πολλάκις, λύωνται διὰ συμβιβασμοῦ, λαβὼν τὸν λόγον μετὰ τὸν κύριον Νικολαΐδην, τῷ εἶπον: «Κύριε Εὐταξία, ἐρχόμεθα ἐκ μέρους τοῦ κυρίου Ἀναστασοπούλου νὰ ζητήσωμεν παρ’ ὑμῶν ἐξηγήσεις διὰ τὰ ἐν τῷ «Θορύβῳ» δημοσιευόμενα ὡς λεχθέντα παρ’ ὑμῶν». Καὶ μάλιστα—ἵνα τῷ δώσω στάδιον συνδιαλλαγῆς—τῷ προσέθηκα: «πρόκειται περὶ ὕβρεων, τὰς ὁποίας δὲν πιστεύω νὰ εἴπετε ὑμεῖς». Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὡς ἐν ἐκστάσει διατελῶν, μᾶς εἶπε: «περὶ τίνος πρόκειται; δὲν ἀνέγνωσα τὸν «Θόρυβον». Ἐξάγω τὸ φύλλον, καὶ δεικνύω εἰς αὐτὸν διὰ τοῦ δακτύλου μου τὸ μέρος, ἔνθα ἀνεγράφοντο αἱ ὕβρεις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ῥίψας βλέμμα εἰς τὴν ἐφημερίδα, εἶπε: «Ναὶ, τὰς φράσεις ταύτας εἶπον ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ τὰς ἤκουσαν πολλοὶ ἐκ τῶν περιεστώτων...» Καὶ ἤρξατο λέγων διὰ τοῦ τόνου, τὸν ὁποῖον συνηθίζει νὰ ἔχῃ καὶ ἐνταῦθα: «τὸν ὕβρισα διότι μὲ ὕβρισε, καὶ θὰ ἐξακολουθῶ νὰ τὸν ὑβρίζω, ἐφ’ ὅσον ὑβρίζει, καὶ οὐ μόνον αὐτὸν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνον, ἐξ ὀνόματος τοῦ ὁποίου ὑβρίζει, καὶ μάλιστα θὰ βάλω καὶ ἄλλους νὰ τὸν ὑβρίζουν!»...

§34ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μὰ τί εἶναι αὐτά!

§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.

§36Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἐκ τῆς τοιαύτης ἀρειμανίου ἀπαντήσεως τοῦ κ. Εὐταξία κατελήφθην ὑπὸ θυμοῦ, ἀλλὰ, χάρις εἰς βλέμμα τοῦ συναδέλφου κ. Νικολαΐδου, συνεκρατήθην, καὶ εἶπον εἰς τὸν κ. Εὐταξίαν, ἀρχίσαντα ἀφήγησιν τῆς ὑποθέσεως: «Κύριε Εὐταξία, δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ ὑπόθεσις. Ἀφοῦ ὁμολογεῖτε ὅτι ἐξηνέγκατε τὰς λέξεις ταύτας, διορίσατε μάρτυρας, διότι μόνον μετ’ ἐκείνων δυνάμεθα νὰ συνεννοηθῶμεν». Ἀλλ’ οὗτος ἀπήντησεν, ὅτι ὕβρισε τὸν κ. Ἀναστασόπουλον, ἀλλὰ δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ κατέλθῃ μέχρι τῆς ἀντιμετωπίσεως αὐτοῦ! Ἠθέλησα νὰ τὸν ἐπαναφέρω καὶ τῷ εἶπον; «Ἐνθυμηθῆτε ὅτι ὑβρίζετε τὸν ἀντίπαλόν σας ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ». Καὶ τότε ἔσπευσε νὰ ζητήσῃ συγγνώμην.

§37Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἄγνωστος λεπτομέρεια! (Ὁ κ. Ἀναστασόπουλος ὁρμᾷ κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ πολλοὶ Βουλευταὶ ἀναχαιτίζουσιν αὐτόν. Θόρυβος μέγας ἐπακολουθεῖ. Ὁ Πρόεδρος, συνεχῶς κρούων τὸν κώδωνα, προσπαθεῖ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν).

§38ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διακόψατε τὴν συνεδρίασιν, κύριε Πρόεδρε.

§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι Βουλευταί· καθήσατε εἰς τὰς θέσεις σας (ὁ θόρυβος ἐξακολουθεῖ). Παρακαλῶ ἡσυχάσατε, ἄλλως θὰ διακόψω τὴν συνεδρίασιν. (Ὁ θόρυβος καταπαύει, οἱ Βουλευταὶ ἐπανέρχονται εἰς τὰς θέσεις των).

§40ΚΡΙΤΣΑΣ. Λυποῦμαι, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὁ θόρυβος μὲ διέκοψεν, ὅτε ἀκριβῶς ὀλίγας λέξεις ἀκόμη εἶχον νὰ εἴπω. Καὶ ἵνα τελειώσω, ἐν ᾧ ἔλεγεν ὁ κύριος Εὐταξίας ὅ,τι μέχρι τοῦδε ἀφηγήθην κατὰ τὸ τελευταῖον στάδιον τῆς μεταξύ μας συνδιαλέξεως, ἠσθάνθην αἴσθημα θυμοῦ καταλαμβάνον με, καὶ ἐσκέφθην νὰ ἐπιτιμήσω αὐτὸν· ἐσκέφθην πολλὰ ἄλλα, ὅσα ἠδύναντο νὰ ἐμπνευσθῶσι καὶ ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας μου, ἡ ὁποία δὲν εἶναι καὶ τόσον προβεβηκυῖα, ἀλλὰ ἐνεθυμήθην ὅτι εὑρισκόμην εἰς γραφεῖον Ὑπουργοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ διαταράξω δι’ ἀντεγκλήσεων μεταξὺ ἐμοῦ καὶ ἐκείνου, ἐκτὸς δὲ τούτου ἔβλεπον καὶ τὸ καθησυχαστικὸν βλέμμα τοῦ συντρόφου μου, καὶ διὰ τοῦτο κινήσας τὴν κεφαλὴν ᾤκτειρα τὸν ἄνθρωπον καὶ ἀνεχώρησα μετὰ τοῦ συναδέλφου μου.

§41ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ...

§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ὁ Πρόεδρος σᾶς ζητεῖ ὡς προσωπικὴν χάριν νὰ μὴ γείνῃ πλέον λόγος περὶ τοῦ ζητήματος.

§43ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὸν Πρόεδρον δὲν ὁμιλῶ. Ἐν τούτοις εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ βεβαιώσω πάντα τὰ ὑπὸ τοῦ συναδέλφου μου λεχθέντα.

§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χοϊδᾶς ἔχει τὸν λόγον.

§45ΧΟΙΔΑΣ. Πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ὁ κύριος Ἀλεξάκης παρεκάλεσε τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν μεταβολὴν τῆς κατηγορίας τῶν οἰνοπνευματοποιῶν Πειραιῶς, ἐγὼ δὲ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ λάβῃ ὅμοια μέτρα διὰ τοὺς ἀναφερθέντας διὰ τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν οἰνοπνευματοποιοὺς Πατρῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, τί ἀπεφάσισεν.

§46Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὸν νόμον, οὐδεμία ἐπιτρέπεται προσφυγὴ κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις καθορίζει τὴν κατάταξιν τῶν ποτοποιῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγένοντο παραστάσεις ζωηραὶ ἐκ μέρους τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ἑαυτοὺς ἀδικηθέντας, ἠναγκάσθην νὰ διατάξω τὸν εἰδικὸν χημικὸν ἐπιθεωρητὴν νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὰ ποτοποιεῖα καὶ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν ἐν συμπράξει μετὰ τῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι συνέταξαν τὰ πρωτόκολλα τῆς κατατάξεως. Ἡ ἐπιτροπὴ προέτεινε μεταβολάς τινας ἢ μειώσεις τοῦ ἀρχικῶς ἐπιβληθέντος φόρου. Κατόπιν ὑπεβλήθησαν παράπονα ἐκ μέρους καὶ ἄλλων ποτοποιῶν, ἀλλὰ καθ’ ὃν χρόνον τὰ παράπονα ταῦτα μοὶ ὑπεβλήθησαν, ὁ εἰδικὸς ἐπιθεωρητὴς ἦτο ἀπησχολημένος εἰς ἐπειγούσας ἐργασίας, ἐξ ὧν δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀποσπάσω αὐτόν. Ὅτε ἐπερατώθησαν αἱ ἐργασίαι αὗται, παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ μεταβῇ εἰς Τρίπολιν καὶ Πάτρας, ὅπως ἐξετάσῃ τὰ παράπονα ταῦτα, συνέστησα δὲ εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς, ὅπως ἐπιλαμβάνωνται τῆς ἀναθεωρήσεως, ἂν καὶ αὗται συμφωνῶσι πρὸς τὴν ἔκθεσιν τοῦ εἰδικοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Διὰ τοῦ μέτρου τούτου φρονῶ, ὅτι θὰ θεραπευθῶσι τὰ παράπονα, ἐφ’ ὅσον εἶναι δίκαια.

§47ΧΟΙΔΑΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, γνωρίζετε ὅτι...

§48ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω ὅτι παραπονοῦνται, ὅτι κατετάχθησαν εἰς ἀνωτέραν τάξιν ἐκείνης, εἰς ἣν ἔπρεπε, κατὰ τὴν γνώμην των, νὰ καταταχθῶσι. Τὸ λάθος ὅμως εἶναι ἐμὸν, διότι, ἐνῶ πρότερον πάντες, ἄνευ ἐξαιρέσεως, ὑπεβάλλοντο εἰς φόρον 2000 δραχμῶν, ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι ἠδυνάμην νὰ βαθμολογήσω αὐτοὺς ἀναλόγως τῆς παραγωγικότητος καὶ τῶν κερδῶν, κατέταξα δὲ αὐτοὺς εἰς τρεῖς φορολογικὰς κατηγορίας, 1500, 1000 καὶ 500 δραχμῶν. Αἱ διὰ τοῦ νόμου ὁρισθεῖσαι ἀρχαὶ συνέταξαν πρωτόκολλα καὶ κατέταξεν αὐτούς. Ἐπειδὴ ὡς πρὸς τοὺς ἐν Πειραιεῖ ἐγένοντο ἐπανειλημμέναι παραστάσεις, ἔγεινεν ἐπὶ τόπου ἐξέτασις, διότι ἰσχυρίζοντο, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ κατέταξεν αὐτοὺς χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ ἐκ τοῦ πλησίον τὰ ποτοποιεῖα αὐτῶν καὶ ἀντιληφθῇ τὴν εὐρύτητα τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν προβῇ εἰς τὸ ἔργον της. Τὸ αὐτὸ θὰ πράξω καὶ διὰ τοὺς ἐν Πάτραις.

§49ΧΟΙΔΑΣ. Πλησιάζει ἡ 20 Μαρτίου, μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς ὁποίας ὑποχρεοῦνται οἱ ποτοποιοὶ εἰς πρόσθετον φόρον. Οἱ ἐν Πάτραις ποτοποιοὶ γνωρίζουν ὅτι οἱ ἀναφερθέντες εἰς ὑμᾶς ἐκ Πειραιῶς ἔτυχον ἀκροάσεως, καὶ ὅτι παρηγγέλθη ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος Πειραιῶς νὰ τροποποιήσῃ τὸν κατάλογον. Ἡ περίπτωσις εἶναι ἡ ἰδία καὶ διὰ τοὺς ἐν Πάτραις, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ὅπως λάβῃ τὸ αὐτὸ μέτρον καὶ δι’ αὐτοὺς, ὅπερ ἔλαβε διὰ τοὺς ἐν Πειραιεῖ, προτοῦ ὑποβληθῶσιν εἰς πρόσθετον φόρον.

§50ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀπορῶ μὲ τὴν συμπεριφορὰν, ἣν δεικνύει πρὸς τὰς ἐπερωτήσεις μου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν! Πεντάκις ὑπενθύμισα αὐτὸν νὰ δώσῃ πληροφορίας περὶ τῆς ὑποθέσεως, δι’ ἣν ὡμίλησεν ὁ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς, καὶ πάντοτε ὑπέσχετο ὅτι μετὰ μίαν ἢ δύο ἡμέρας θὰ ἔφερε τὰς πληροφορίας, καὶ τέλος ὑπεσχέθη ῥητῶς, ὅτι ἤθελε καταθέσει ταύτας εἰς τὴν Βουλήν. Ἤλπιζον λοιπὸν, ὅτι ἤθελε καταθέσει τὰς πληροφορίας, ἃς κατ’ ἐπανάληψιν ἠτησάμην καὶ κατ’ ἐπανάληψιν αὐτὸς ὑπεσχέθη. Ἔκτοτε παρῆλθον πολλαὶ ἡμέραι, καὶ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐλησμόνησε τὴν ὑπόσχεσίν του...

§51ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐλησμόνησα. Ἤμην ἀσθενής.

§52ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἦσθε ἀσθενής... Ἠδικήθησαν οἱ ποτοποιοὶ Τριπόλεως, καταταχθέντες εἰς τὴν δευτέραν φορολογικὴν κλάσιν· ἐνῷ δὲ ἡ ἐπιτροπὴ ἀνεγνώρισεν, ὅτι κατὰ πλάνην κατετάχθησαν οἱ ἐν Τριπόλει ποτοποιοί, οὗτοι δὲ ᾐτήσαντο παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ μεταβληθῇ ἡ φορολογικὴ κλάσις καὶ νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν ἥσσονα, ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς ἔδωκε νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει τὴν μεταβολὴν τῆς κλάσεως! Παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν διαταγὴν, δι’ ἧς διέταξε τὸν οἰκονομ. ἔφορον Πειραιῶς νὰ μεταβάλῃ τὴν φορολογικὴν κλάσιν τῶν ποτοποιῶν Πειραιῶς, ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐκώφευσε! Καὶ δὲν λέγω τι ἀόριστον—ἀνέφερα τὸν ἀριθμὸν τῆς διαταγῆς καὶ τὸ περιεχόμενον αὐτῆς. Καὶ διὰ νὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι ταῦτα εἶναι ἀκριβῆ, ἀναγινώσκω ἐγὼ τὴν διαταγὴν, ἀφοῦ ἀρνεῖται ὁ Ὑπουργός. Φέρει ἡμερομηνίαν 16 Νοεμβρίου παρελθόντος ἔτους καὶ ἀριθμὸν 107465. Ταύτην ᾐτησάμην νὰ καταθέσῃ ὁ Ὑπουργὸς, ἀλλὰ δὲν τὴν κατέθεσε. Διὰ τῆς διαταγῆς ταύτης διέταξε τὸν ἔφορον Πειραιῶς νὰ μεταβάλῃ τὴν φορολογικὴν κλάσιν τῶν 1000 δραχμῶν εἰς δρ. 500 διὰ τοὺς ἐν Πειραιεῖ ποτοποιοὺς ἀδελφοὺς Μπούμπουλη, Ν. Μανοῦσον, Μ. Τριανταφύλλου καὶ Π. Σουρῆν. Διατὶ ἀρνεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ τὴν διαταγὴν ταύτην; Τί τεκμαίρεται ἐκ τῆς ἀρνήσεως αὐτοῦ; Δύο τινά· ἢ ὁ Ὑπουργὸς νομίμως ἐνήργησε, μεταβαλὼν τὴν φορολογικὴν κλάσιν τῶν ἐν Πειραιεῖ ποτοποιῶν, ἀλλὰ δὲν θέλει νὰ μεταβάλῃ αὐτὴν καὶ διὰ τοὺς ἀδίκως φορολογουμένους ποτοποιοὺς Τριπόλεως καὶ Πατρῶν, διότι, ὡς λέγουν οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου, θὰ ἔχουν ἔπειτα τὸ δικαίωμα οἱ ποτοποιοὶ νὰ ζητήσωσι τὴν εἰς αὐτοὺς ἀπόδοσιν χιλιάδων δραχμῶν, αἵτινες κατεβλήθησαν ἀδίκως τῷ Δημοσίῳ, ἢ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐκ τοῦ νόμου, καὶ συνεπῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς παρέβη τὰς διατάξεις αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἀρνεῖται νὰ φέρῃ τὴν διαταγὴν, ἵνα λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλή. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, λέγων ὅτι ἀπέστειλεν ἐπιθεωρητήν. Διότι, διατὶ δὲν ἔπραξε τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τοὺς φορολογουμένους Τριπόλεως; καὶ διατὶ μεταβαλὼν τὴν κλάσιν τῶν ἐν Πειραιεῖ ποτοποιῶν, ὧν τὰ ὀνόματα σᾶς ἀνέφερα, διατὶ διστάζει νὰ μεταβάλῃ τὴν κλάσιν τὴν φορολογικὴν καὶ τῶν ἐν Τριπόλει τοιούτων, οἵτινες οὔτε τὴν ἡμίσειαν παράγουσι ποσότητα τῆς ὑπὸ τῶν ἐν Πειραιεῖ παραγομένης, καὶ κατανάλωσιν δ’ ἔχουσι μικροτέραν, ἴσως κατὰ τὸ ἥμισυ, τῆς τῶν ἐν ἐν Πειραιεῖ; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πληρώσουν οὗτοι χιλίας δραχμὰς φόρον, ἐνῷ εἶναι ζήτημα, ἐὰν κερδίζουν τὸ ὅλον χιλίας δραχμάς; Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.

§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Φικιώρης ἔχει τὸν λόγον.

§54Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Καὶ ἐν ἀρχῇ τῆς Συνόδου ταύτης, κύριε Πρόεδρε, ἠναγκάσθην νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅπως γνωρίσω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι αἱ δασικαὶ ἀρχαὶ ἐν Λακωνίᾳ, παρανόμως ἐφαρμόζουσαι τὸν νόμον, καταπιέζουσι τοὺς πολίτας. Τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς, μὴ δυνάμενος νὰ ἀρνηθῇ τὸ ῥητὸν γράμμα τοῦ νόμου, ἀνεγνώρισε πράγματι, ὅτι παράνομος ἦτο ἡ διαταγὴ τοῦ δασάρχου Λακωνίας, διὰ τῆς ὁποίας ἀπαγορεύεται ἐπὶ δεκαετίαν ἡ βοσκὴ εἰς δάση δυνάμει διατάξεως τοῦ νόμου περὶ ἐμπρησμοῦ τῶν δασῶν, ἐνῷ δὲν ὑπῆρξαν δάση κεκαυμένα. Ἀναγνωρίσας δὲ τότε τὰς παρατηρήσεις ταύτας ὡς ὀρθὰς ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἔδειξεν ὅτι θὰ διέτασσε τὸν δασάρχην Λακωνίας νὰ παύσῃ ἐφαρμόζων τὴν παράνομον ἐκείνην διαταγήν. Ἀλλὰ ὁ τμηματάρχης τοῦ οἰκείου τμήματος τοῦ Ὑπουργείου δὲν ἠθέλησε ν’ ἀναγνωρίσῃ καὶ αὐτὸς τὸ παράνομον τῆς διαταγῆς τοῦ δασάρχου, καὶ νὰ ἐκτελέσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξε τοὐλάχιστον, ἂν μὴ εἶπε καθαρῶς, ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δηλαδὴ θὰ ἄρῃ τὴν παράνομον ταύτην διαταγὴν, ἀλλ’ ἠρκέσθη μόνον νὰ παραγγείλῃ εἰς τὸν δασάρχην νὰ ἄρῃ τὴν διαταγὴν περὶ ἀπαγορεύσεως, οὐχὶ διὰ τὸ παράνομον αὐτῆς, ἀλλ’ ὅπως παράσχῃ εὐκολίαν εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου Λάγιου, ἐπιτρέπων τὴν βόσκησιν τῶν ἐντοπίων μόνον ζώων, οὐχὶ καὶ δὲ τῶν παραχειμαζόντων ἐκεῖ ξένων, πρὸς τοὺς κυρίους τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι ἐκμισθώνουν τὰ λειβάδια, ἐνῷ ἐγὼ ἐπέμενον τότε, ὅτι δὲν δύναται οὐδὲ εἰς τὰ ξένα, οὐδὲ εἰς τὰ ἐντόπια ζῶα ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ βόσκησις. Ἤδη ὁ αὐτὸς τμηματάρχης, ὁ νομίσας ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀναγνωρίσῃ τὸ παράνομον τῆς πρώτης διαταγῆς τοῦ δασάρχου,—ἣν φαίνεται ὅτι κατ’ ἐντολήν του ἐξέδωκεν οὗτος,—καὶ διὰ τοῦτο καταφυγὼν εἰς τὴν ἔμμεσον ἄρσιν τῆς διαταγῆς ταύτης διὰ τῆς εὐκολίας τῆς ἐλευθέρας βοσκήσεως τῶν ἐντοπίων ζώων, ὑπέδειξεν εἰς τὸν δασάρχην Λακωνίας νὰ ἐκδώσῃ ἄλλην ἀπαγορευτικὴν διαταγὴν, ἐπὶ ἄλλου νόμου στηριζομένην, διότι ἀνεγνώρισεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον περὶ ἐμπρησμοῦ τῶν δασῶν, ἀπαγορεύων τὴν βόσκησιν εἰς μὴ κεκαυμένα δάση. Ἐκδίδει λοιπὸν ὁ δασάρχης Λακωνίας, τῇ ὑποδείξει τοῦ τμηματάρχου, νέαν ἀπαγορευτικὴν διαταγήν, στηριζομένην εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ 1836 περὶ κανονισμοῦ τῆς βοσκῆς τῶν δασῶν. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ διατάγματος, κύριε Ὑπουργὲ, δὲν δίδει εἰς τὸν δασάρχην τὸ δικαίωμα τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς βοσκήσεως. Κατ’ αὐτὸ, ὁ δασάρχης ὀφείλει, ἐὰν πρόκειται περὶ ἀναβλαστήσεως δάσους, νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένην ἐπιτροπὴν, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως ταύτης, κανονίζει τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ βόσκησις. Τὴν διαταγὴν ταύτην τοῦ δασάρχου ἰδὼν, προσῆλθον εἰς τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, ποῦ στηριζόμενος ὑπέδειξεν εἰς τὸν δασάρχην, ἵνα ἐκδώσῃ αὐτήν. Μοὶ ἀπήντησεν «εἰς τὸν νόμον».—«Ἀλλὰ, τῷ εἶπον, ὁ νόμος, ὃν ἐπικαλεῖσθε, δὲν δίδει τοιοῦτον δικαίωμα εἰς τὸν δασάρχην, ἀλλ’ ὁρίζει ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν οὗτος ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν περὶ τῶν χάριν ἀναβλαστήσεως ἀπαγορευτέων δασῶν, ἡ δ’ ἐπιτροπὴ αὕτη ἀποφασίζει καὶ διατάσσει τὴν ἀπαγόρευσιν». Ἀλλ’ ὁ κ. τμηματάρχης μοὶ παρετήρησεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη κατηργήθη. Τότε ἐζήτησα νὰ μοὶ ἐπιδείξῃ τὸν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου κατηργήθη ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἀφέθη τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἀπόλυτον εἰς τὸν δασάρχην. Μοὶ εἶπεν ὅτι δὲν εἶχε πρόχειρον τὸν νόμον, καὶ ὅτι θὰ προσπαθήσῃ νὰ τὸν εὕρῃ. Ἀπῆλθον, ἵνα δώσω καιρὸν αὐτῷ πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν τὸν ἀνεῦρε! Τὴν τοιαύτην παράνομον ἐνέργειαν τοῦ τμηματάρχου πιστεύω ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀγνοεῖ, ἔχων ἀπόλυτον, φαίνεται, ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὰς εἰσηγήσεις του. Τοῦ τμηματάρχου τούτου τὸν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ζῆλον πρὸς διαφύλαξιν καὶ ἐπέκτασιν τῶν δασῶν δὲν ἀμφισβητῶ, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι δὲν ἔχει τὴν πρὸς ἑρμηνείαν τῶν νόμων ἱκανότητα, διότι πᾶσαι αἱ ἑρμηνευτικαὶ τῶν δασικῶν νόμων ἐγκύκλιοι διαταγαὶ, τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε ἐξέδωκε πρὸς τοὺς δασάρχας, εἶναι παρερμηνεία, καὶ οὐχὶ ἑρμηνεία αὐτῶν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ ἀρκεσθῇ εἰς τὰς πληροφορίας καὶ εἰσηγήσεις τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ δασικοῦ τμήματος, ἀλλὰ νὰ ζητήσῃ τὴν ἑρμηνείαν τῶν οἰκείων νόμων παρὰ τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς ὁριστικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, ἂν δύναται ὁ δασάρχης μόνος νὰ ἐκδίδῃ τοιαύτας διαταγὰς περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς βοσκῆς εἰς δάση μὴ κεκαυμένα, χάριν ἀναβλαστήσεως. Τοῦτο δὲ, κύριε Ὑπουργὲ, παρακαλῶ νὰ ἐνεργηθῇ τὸ ταχύτερον, διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι συνεπείᾳ πρωτοκόλλων τῶν χωροφυλάκων, στηριζομένων εἰς τὴν παράνομον αὐτὴν διαταγὴν τοῦ δασάρχου, καλοῦνται μετ’ ὀλίγας ἡμέρας νὰ δικασθῶσιν ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου ἐπὶ παραβάσει αὐτῆς πάντες σχεδὸν οἱ κάτοικοι Λάγιου, καὶ κινδυνεύουν οἱ ἱερεῖς τοῦ χωρίου νὰ τελέσωσι τὸ Πάσχα μὲ μόνας τὰς γυναῖκας καὶ τὰ παιδία, καταδικαζομένων καὶ φυλακιζομένων τῶν ἀνδρῶν διὰ τοιαύτας παραβάσεις!

§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπασιᾶς ἔχει τὸν λόγον.

§56ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα ζητήσω διόρθωσιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως...

§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει πρῶτον νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§58ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὑπέβαλον πρὸ καιροῦ εἰς τὸ Προεδρεῖον ἔγγραφον παράκλησιν, ἀπευθυνομένην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα οὗτος καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δασῶν, τοῦ ἀποσταλέντος εἰς Κυνουρίαν, ὅπως ἐξετάσῃ τὰς αἰτήσεις διαφόρων κατοίκων, ζητούντων ἄδειαν ἀνθρακοποιήσεως εἰς τὰ κτήματά των, τὴν ὁποίαν ἄδειαν ἀρνεῖται ἡ ὑπηρεσία νὰ παράσχῃ, ἰσχυριζομένη ὅτι τὰ κτήματα δὲν εἶναι ἰδιόκτητα, ἀλλ’ ἐθνικά. Τὴν παράκλησίν μου ταύτην ἔχω ὑποβάλει ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου, κατὰ τὸ ἄλλο τμῆμα τῆς Συνόδου τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ δὲ νὰ κατατεθῇ ἡ ἔκθεσις εἰς τὴν Βουλὴν. Ἐὰν νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν συμφέρει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νὰ κατατεθῇ τοιαύτη ἔκθεσις, παρακαλῶ νὰ τὸ δηλώσῃ, ὅπως προβῶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου καὶ ἄνευ τῆς ἐκθέσεως.

§59Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ καταθέσητε σημείωμα εἰς τὸ Προεδρεῖον.

§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁρίστε, κύριε Μπασιᾶ.

§61Α. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐπειδὴ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ ψηφισθῇ ἀπόψε εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, καὶ ἴσως μετ’ αὐτὸ ψηφισθῶσι καὶ ἄλλα τινὰ νομοσχέδια, χωρὶς κἂν νὰ ἀντιληφθῶμεν αὐτὰ, — ὡς καὶ ἄλλοτε συνέβη, — εὑρεθῶμεν δὲ τὴν ἑπομένην πρὸ τετελεσμένου γεγονότος, ἐγὼ δὲ δυστυχῶς δὲν δύναμαι νὰ παραμένω ἐνταῦθα κατὰ τὰς ἥκιστα κοινοβουλευτικὰς ἑωθινὰς ὥρας, καθ’ ἃς εἴθισται νὰ γίνηται ἡ ψηφοφορία, μεθ’ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν, ἣν ἔχω, οὐδέποτε νὰ κωλυσιεργήσω, θὰ ζητήσω διόρθωσίν τινα τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Πρόκειται περὶ τοῦ προξενικοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ μετ’ ἀπορίας βλέπω ἀναγεγραμμένον εἰς δευτέραν συζήτησιν, ἐνῷ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι δέον ν’ ἀναγραφῇ εἰς πρώτην συζήτησιν. Θὰ ὑπέθετον ὅτι πρόκειται περὶ τυπογραφικοῦ λάθους, ἐὰν δὲν ἔβλεπον τοῦτο ἐπαναλαμβανόμενον εἰς τὰς τελευταίας ἡμερησίας διατάξεις διαρκῶς. Ὅπως δήποτε, θὰ παρακαλέσω νὰ διορθωθῇ τὸ τοιοῦτον. Διότι, ὡς ἐνθυμοῦμαι, εἰσήχθη νομοσχέδιόν τι κατὰ τὴν ΝΑʹ συνεδρίαν τῆς παρελθούσης Συνόδου, ἐξ ἄρθρων 87, φέρον ἡμερομηνίαν 14 Ἰουνίου 1899 καὶ ἀριθμὸν 297 ἐν τῷ Παραρτήματι τῆς «Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς», ἐπιγραφόμενον «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων», ἐψηφίσθη δὲ ἀσυζητητὶ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν κατὰ τὴν συνεδρίαν ΞΕʹ τῆς αὐτῆς Συνόδου, ὅτε δ’ ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῇ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν κατὰ τὴν συνεδρίαν ΞΖʹ, τῇ προτάσει ἀξιοτίμου συναδέλφου ἀπεφασίσθη ν’ ἀποσταλῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν καὶ ψηφισθῇ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον, ὅτε παραδόξως κατὰ τὴν συνεδρίαν ΞΗʹ ὑπεβλήθη ἕτερον νομοσχέδιον, ἐκ περιτομῆς τοῦ πρώτου παραχθὲν, ἐξ ἄρθρων 16, ὑπὸ ἡμερομηνίαν 3 Ἰουλίου 1899 καὶ ὑπ’ ἀριθμὸν Παραρτήματος 396, καὶ φέρον τὴν ἐπιγραφὴν «περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων καὶ προξενικῶν τινῶν τελῶν καὶ περὶ συστάσεως νέων προξενικῶν ἀρχῶν», ὅπερ ὑπεβλήθη μόνον, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐψηφίσθη ἢ κἂν συνεζητήθη. Κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς παρούσης Συνόδου, κατὰ τὴν Εʹ συνεδρίαν, ὑπέβαλεν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἕτερον νομοσχέδιον, ἀναγράφουσι δὲ τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδρίας ἐκείνης, ὅτι «ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατέθηκε νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων. Ζήτει Παράρτημα, ἀριθ. 22». Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐξ ἄρθρων 60 καὶ ὑπὸ χρονολογίαν 1 Δεκεμβρίου 1900, εἶναι τὸ περὶ οὗ πρόκειται, ὅπερ ἀνεγράφετο ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εἰς πρώτην συζήτησιν, ἀκριβῶς δ’ ἔχω ἀνὰ χεῖρας τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς 18 Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους, ἥτις ἀναγράφει αὐτὸ ὡς πρῶτον εἰς αʹ συζήτησιν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο οὐδέποτε ἐψηφίσθη μέχρι σήμερον, παρεπέμφθη δὲ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν, συγκειμένην καὶ ἐκ μελῶν τῆς διαρκοῦς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπιτροπῆς, ἥτις κατηρτίσθη κατὰ τὴν ΙΓʹ συνεδρίαν, ὑπέβαλε δὲ τὴν ἔκθεσίν της κατὰ τὴν ΚΖʹ συνεδρίαν διὰ τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτῆς κυρίου Ζέγγελη· καθ’ ὅλον δὲ αὐτὸ τὸ διάστημα εὐλόγως δὲν ἀνεγράφετο ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δέον νὰ διορθωθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις, καὶ νὰ ἀναγραφῇ εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων», ἀφοῦ ἐντελῶς διάφορον τυγχάνει τοῦ κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς παρούσης Περιόδου εἰς μίαν μόνην ἀνάγνωσιν ψηφισθέντος, κατά τε τὴν οὐσίαν καὶ τὸν τύπον καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, δὲν ὑπεβλήθη δὲ ὡς τροπολογία, καθ’ ἃ ἐδήλωσεν αὐτὸς ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, ὅτε ὑπέβαλεν αὐτό, κατὰ τὴν Εʹ συνεδρίαν τῆς παρούσης Συνόδου, οὐδ’ ἀνετυπώθη μὲ τὴν ἐπισημείωσιν τῶν τροποποιημένων νομοσχεδίων, ἅτινα φέρουσιν ἐν ἐπικεφαλίδι καὶ παρενθέσει «ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν δεῖνα συνεδρίαν». Ἠδύνατο βεβαίως ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ πράξῃ τοῦτο, ἀκολουθῶν τὸν τύπον αὐτόν, ἀλλὰ καλῶς ποιῶν δὲν τὸ ἔπραξε, διότι ὁσάκις αἱ ἐπιφερόμεναι τροπολογίαι μεταβάλλωσι ῥιζικῶς τὸ νομοσχέδιον, προτιμότερον εἶναι νὰ ὑποβάλλωνται ὡς χωριστὸν ἢ νέον τοιοῦτον, ἢ νὰ προβάλλωνται κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, ἢ τὸ πολὺ τὴν δευτέραν, ἵνα ἔχωμεν τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν πρὸς μελέτην αὐτῶν, καὶ μὴ συμβαίνῃ τὸ ἄτοπον, ὅπερ ἐγένετο ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, τὸ ὁποῖον διέτρεξε τὸν κίνδυνον νὰ ψηφισθῇ μὲ ὀκτὼ μόνον ἄρθρα, εἰς ὅσα συνεπτύχθησαν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τὰ 168 ἄρθρα αὐτοῦ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ διορθωθῇ τὸ λάθος τοῦτο.

§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θὰ ἐξετάσω, καὶ ἂν ἔχει οὕτω, θὰ διορθωθῇ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ὁ κύριος Παπαγιαννακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§63Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεβάλλετο ἡμῖν, κύριοι Βουλευταί, μετὰ τὰ ἐκ τοῦ πολέμου ἀτυχήματα, νὰ μεριμνήσωμεν συντόνως καὶ σοβαρῶς περὶ συντάξεως καὶ ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατοῦ. Ὤφειλε διὰ τοῦτο ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν παρεσκευασμένη καὶ εἰσάγουσα τὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας ἀναγκαῖα νομοσχέδια. Δυστυχῶς ὅμως, ὡς συνήθως παρ’ ἡμῖν συμβαίνει, ἡ Κυβέρνησις ἀφῆκε νὰ παρέλθῃ ἄπρακτος ἡ πρώτη Σύνοδος τῆς παρούσης Βουλευτικῆς Περιόδου. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι εἰσήγαγε πέντε σχετικὰ νομοσχέδια, ἤτοι τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς, τὸ νομοσχέδιον περὶ προσκλήσεως ἀλλοδαποῦ ἀξιωματικοῦ, ὡς ὀργανωτοῦ, τὸ περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τὸ περὶ κατανομῆς τῶν γενικῶν θέσεων. Καὶ τὰ μὲν τρία πρῶτα ἐκ τῶν νομοσχεδίων τούτων ἐψηφίσθησαν καὶ ἐγένοντο νόμοι τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καίτοι παρῆλθον ἔκτοτε δέκα ὅλοι μῆνες, οἱ νόμοι οὗτοι δὲν ἐτέθησαν εἰς ἐφαρμογήν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ δύο ἕτερα νομοσχέδια, ταῦτα ἀνεγράφοντο τυπικῶς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ πρόθεσις πρὸς συζήτησιν, ὅτε δὲ ἠρωτᾶτο ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διατὶ δὲν ἐπέσπευδε τὴν συζήτησιν, ἔδιδε τὴν ἀπόκρισιν, ὅτι ἐσκόπει νὰ ὑποβάλῃ ἄρτιον καὶ πλήρη ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ὅστις θὰ περιελάμβανε καὶ τὰς περιπτώσεις, περὶ ὧν ἐπρονόουν τὰ ἐγκαταλειφθέντα νομοσχέδια. Οὕτω λοιπὸν, χωρὶς νὰ γείνῃ σπουδαῖόν τι περὶ στρατοῦ, ἐκηρύχθη ἡ λῆξις τῆς πρώτης Συνόδου. Μετά τινα χρόνον ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου ἐρρίφθη εἰς τὸ μέσον διὰ τῆς δημοσιογραφίας τὸ ζήτημα τῆς παρασκευῆς τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὅτε βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι συνήπτετο κρατερὸς ἀγὼν μεταξὺ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Διαδόχου περὶ τοῦ πότερος αὐτῶν ἔπρεπε νὰ ἐπικρατήσῃ ἐν ταῖς γνώμαις αὐτοῦ περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν διαφόρων ἐν τῷ ὀργανισμῷ λεπτομερειῶν. Καὶ ἀνεγινώσκομεν τότε εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι συνεννοήσεις καὶ διαπραγματεύσεις διεξήγοντο μεταξὺ Διαδόχου καὶ Ὑπουργοῦ περὶ ἀμοιβαίων ὑποχωρήσεων πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ εὑρεθῶσι σύμφωνοι πρὸς καταρτισμὸν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ θὰ εἰσῆγεν ἐκ τῶν πρώτων ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον πρὸς ἐπιψήφισιν. Καὶ ἐνθυμεῖσθε ὅτι εἰς τὰς συζητήσεις αὐτὰς ἀνεμιγνύετο καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Πρωθυπουργοῦ, οἵτινες προσεπάθουν νὰ ἄρωσι τὰς μεταξὺ Διαδόχου καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν διαφωνίας. Ἐπὶ τέλους ἀνέγνωμεν μίαν ἡμέραν, ὅτι, χάρις εἰς τὴν ἀποτελεσματικὴν παρέμβασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐπετεύχθη ἡ ποθητὴ μεταξὺ Διαδόχου καὶ Ὑπουργοῦ συμφωνία. Πάντες τότε ἐνομίσαμεν, ὅτι πρῶτον ἔργον τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον θὰ ἦτο ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ὁποία ὅμως πλάνη! Κατὰ τὸ πρῶτον τμῆμα τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Συνόδου οὐδὲ λόγος κἄν ἐγένετο, μέχρις οὗ διεκόπησαν αἱ ἐργασίαι λόγῳ τῶν ἑορτῶν. Μετὰ τὴν διακοπὴν ἐξῆλθεν εἰς φῶς τὸ γνωστὸν ἐκ τεσσάρων ἑκατομμυρίων ἔλλειμμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπερ ἐχρησίμευσεν ὡς ἀφορμὴ τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Τοὐντεῦθεν εἶχεν ἕκαστος τὸ δικαίωμα νὰ νομίζῃ, ὅτι, ἀπομακρυνθέντος τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ ἔσπευδεν ὁ διάδοχός του, ὁ νῦν Ὑπουργὸς, νὰ ὑποβάλῃ τὸ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νομοσχέδιον, ὅπερ εἶχε συντάξει ὁ Διάδοχος, ἀφοῦ μάλιστα ἐλέγετο, ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου. Ἀλλ’ αἱ προσδοκίαι καὶ αἱ βλέψεις μας διεψεύσθησαν καὶ ἐδῶ, καὶ ἀντὶ νὰ ἴδωμεν ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον περὶ πλήρους ὀργανισμοῦ, εὑρέθημεν πρὸ τοῦ παραδόξου ἐκ πρώτης ὄψεως φαινομένου, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέβαλε τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἐκ 13 μόνον ἄρθρων νομοσχέδιον, οὐχὶ πλέον περὶ ὀργανισμοῦ, ἀλλὰ περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Εἶπον, ὅτι τὸ πρᾶγμα ἐκ πρώτης ὄψεως ἐφάνη ἀλλόκοτον καὶ παράδοξον καὶ ἀνεξήγητον· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔσπευσεν εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς νὰ μᾶς δώσῃ νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ὁ κύριος καὶ ἀποκλειστικὸς σκοπὸς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου δὲν εἶναι ἡ ἐπιψήφισις ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἡ παράδοσις τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν Διάδοχον. Ἐνθυμεῖσθε, τί μᾶς εἶπε κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς πρώτης συζητήσεως, ἀναφερόμενος εἰς ὅσα εἶχεν εἰπεῖ πρὸ αὐτοῦ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής· ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν, ὅτι ὁ κύριος Λεβίδης εἶχε θέσει τὸ ζήτημα εἰς τὴν θέσιν του. Καὶ τί εἶχεν εἰπεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής; Τὸ ἐνθυμεῖσθε. Εἶχεν εἰπεῖ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἐρεύνης τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου, διότι τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐπουσιῶδες, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ ἂν πρέπει, ἢ ὄχι, νὰ δώσωμεν τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν Διάδοχον. Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι οὕτω πρέπει νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα, τὰ πράγματα ἁπλοποιοῦνται, καὶ δὲν ἔχομεν πλέον νὰ ἐξετάσωμεν ἄλλο, παρὰ ἂν εἶναι συμφέρον εἰς τὴν χώραν καὶ εἰς τὸν στρατὸν καὶ εἰς τὴν Δυναστείαν, νὰ καταστήσωμεν τὸν Διάδοχον Γενικὸν Διοικητὴν ἢ ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἐν πρώτοις προκύπτει ἀφ’ ἑαυτοῦ τὸ ἐρώτημα, ἐπιτρέπεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος νὰ ἀφαιρέσωμεν μέγα καὶ σπουδαῖον μέρος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ καὶ νὰ τὸ δώσωμεν εἰς χεῖρας τοῦ Διαδόχου μονίμως καὶ ἀμετακλήτως; Καὶ ἐρωτᾶται ἀκόμη, ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ἐξουσιοδοτήσῃ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅπως αὕτη νομοθετῇ διὰ διαταγμάτων; Καὶ εἰς τὰ δύο αὐτὰ ἐρωτήματα ἡ ἀπόκρισις πρέπει νὰ ἦναι ἀποφατική. Ὄχι! δὲν δυνάμεθα νὰ καταστήσωμεν τὸν Διάδοχον ἀμετάκλητον καὶ μόνιμον ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ διὰ νόμου, διότι τότε ἀναιρεῖται ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος, ὅστις ἀποτελεῖ θεμελιώδη βάσιν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ποῖον θὰ ἔχητε ὑπεύθυνον διὰ τὰς πράξεις καὶ παραλείψεις τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ; Θὰ ἔχητε τὸν Ὑπουργόν; Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς θὰ σᾶς ἀντιτάξῃ, εἴ ποτε ἤθελεν ὑποβληθῆ εἰς ἔλεγχον, ὅτι δὲν ὀφείλει λόγον διὰ τὰς παρανόμους πράξεις ἢ παραλείψεις τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, διότι ὁ διορισμός του δὲν πηγάζει ἐκ τῆς αὐτοβουλίας αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐκ τοῦ νόμου. Ἐνῷ δηλαδὴ ὁ Ὑπουργὸς θὰ ἦναι ὑπόχρεως ἐκ τοῦ νόμου νὰ διορίσῃ τὸν Διάδοχον Γενικὸν Διοικητήν, ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἦναι καὶ ἀπηγορευμένον εἰς αὐτὸν, δυνάμει τοῦ ἰδίου νόμου, νὰ τοῦ ἀφαιρέσῃ τὴν διοίκησιν. Ἑπομένως οὐδεμίαν εὐθύνην θὰ φέρῃ ὁ Ὑπουργὸς, ἐνῷ κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται ὑπὸ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν. Καὶ τὸ συμπέρασμα εἶναι, ὅτι κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος δὲν δύναται πλέον νὰ ὑπάρξῃ. Καὶ τώρα ἐρωτῶ, εἶναι ἢ δὲν εἶναι τοῦτο ἀντισυνταγματικόν; Ἀλλὰ καὶ τὸ ἄλλο ζήτημα, Κύριοι, εἶναι οὐχὶ ἐλάσσονος σπουδαιότητος. Διὰ τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ νομοσχεδίου δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ὁρίσῃ διὰ στρατιωτικοῦ κανονισμοῦ τὴν ἁρμοδιότητα καὶ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, τῶν μεράρχων, τῶν ταξιάρχων καὶ τῶν ὑπὸ τὴν διοίκησιν αὐτῶν σωμάτων, καταστημάτων καὶ ὑπηρεσιῶν. Ἐπίσης εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν δίδεται τὸ δικαίωμα νὰ καθορίσῃ δι’ εἰδικοῦ κανονισμοῦ τὴν ἁρμοδιότητα καὶ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ, τὰ τῆς γενικῆς ἐπιθεωρήσεως καὶ τὴν ἔκτασιν τῶν δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων τῶν σωματαρχῶν καὶ τῶν προϊσταμένων τῶν στρατιωτικῶν ἀρχῶν. Καὶ ἐρωτῶ, πῶς εὑρίσκετε, ὅτι τὰ ἀντικείμενα ταῦτα εἶναι δυνατὸν νὰ κανονισθῶσι διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων; Ἂν τοῦτο ἦτο δυνατὸν, τότε δὲν θὰ εἶχε λόγον ὑπάρξεως ἡ νομοθετικὴ ἐργασία. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τις, ὅτι θέματα, οἷα τὰ τοῦ ἄρθρου 11, δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν δικαιοδοσίαν τοῦ νομοθετικοῦ σώματος; Καὶ πῶς σεῖς, οἱ ἐκχωροῦντες τὰ δικαιώματά σας, ἐπιτρέπετε νὰ καθορισθῶσι τὰ θέματα ταῦτα διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων;

§64ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἰς ὅλα τὰ Κράτη διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων κανονίζονται ταῦτα.

§65ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ὅλα τὰ Συνταγματικὰ καὶ Κοινοβουλευτικὰ Κράτη τὰ βασιλικὰ διατάγματα κανονίζουν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφιζομένων νόμων, ἀλλ’ εἰς οὐδὲν Συνταγματικὸν Κράτος ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ νομοθετῇ διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων. Τοῦτο ἀποτελεῖ ἀπεμπόλησιν τῶν δικαιωμάτων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ προφανῆ παραβίασιν τῶν θεμελιωδῶν ὅρων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ λειτουργῇ τὸ πολίτευμα. Καὶ ὅμως ἠκούσαμεν καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εἰπόντων, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικόν! Τοῦτο δὲν μὲ ἐκπλήττει, διότι δυστυχῶς ἐξῳκειώθημεν τόσον πολὺ εἰς τὴν παράβασιν τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος, ὥστε, ὁσάκις γίνεται περὶ τούτου λόγος, οὐδεμίαν δίδομεν προσοχήν. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ εἰρωνικὰ ἐπιφωνήματα ἀκούομεν οὐχὶ σπανίως, ὅταν τύχῃ τις νὰ ὑψώσῃ φωνὴν διαμαρτυρίας κατὰ πράξεων ἀντικειμένων εἰς τὸ Σύνταγμα. Εἶναι τοῦτο μία τῶν ἐκδηλώσεων τῆς νοσηρᾶς πολιτειακῆς καὶ κοινωνικῆς καταστάσεως ἡμῶν. Ἀλλοίμονον, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, ἐν τοῖς ὁποίοις εἶναι τόσῳ χαλαρὸν τὸ αἴσθημα τῆς εὐλαβείας καὶ τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νομούς! Ἀλλοίμονον δὲ πρὸ πάντων εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ, ὅταν οὗτοι ἀπαθῶς καὶ ἀδιαφόρως ἀφίνωσι νὰ ἐκφεύγωσι τῶν χειρῶν αὑτῶν βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον τὰ ἐκ τοῦ Συντάγματος ἀπορρέοντα δικαιώματά των.! Καὶ αὐτὸ θὰ πράξητε σήμερον, ἂν ψηφίσητε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Θὰ καταλύσητε ἀφ’ ἑνὸς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, θ’ ἀπαλλοτριωθῆτε ἀφ’ ἑτέρου τοῦ δικαιώματος τοῦ νομοθετεῖν ἐπὶ διαφόρων ἀντικειμένων, ἅτινα, ὡς εἶπον, θίγουσιν ὕψιστα συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ μᾶς λέγουν οἱ ὑποστηρικταὶ τοῦ νομοσχεδίου: «καὶ τί τὴν θέλετε τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ; Μήπως δὲν εἶναι ὑπεύθυνος ὁ μέλλων Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ;» Ἢ πλανῶνται, ἢ θέλουσι νὰ πλανῶσι τοὺς ἄλλους οἱ ταῦτα λέγοντες. Διότι ναὶ μὲν τὸ Σύνταγμα μόνον τὸν Βασιλέα ἀναγνωρίζει ὡς ἀνεύθυνον, ἀλλὰ καὶ ὁ Διάδοχος, ὅστις θὰ ἦναι ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, ἰδανικὴν καὶ φαντασιώδη φέρει εὐθύνην, καίτοι κατὰ τὸ Σύνταγμα δὲν εἶναι ἀνεύθυνος. Καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τούτου δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶ οὔτε τὸ ἐπεισόδιον τοῦ πεδίου τοῦ Ἄρεως, περὶ οὗ πολὺς ἐγένετο λόγος, οὔτε τὴν δημοσίᾳ καὶ ἀπροκαλύπτως παρὰ τοῦ ἰδίου Διαδόχου γενομένην δήλωσιν, ὅτι δὲν εἶναι ἐκ τῶν τιμωρουμένων ἀξιωματικῶν. Θὰ προστρέξω εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ πολέμου, ὅπου θὰ ἴδωμεν ἐμφαντικώτερον, τίνας περὶ εὐθύνης καὶ πειθαρχίας γνώμας ἔχει ὁ Διάδοχος. Εἶναι γνωστόν, ὅτι αἱ ἐχθροπραξίαι ἐν τῇ μεθορίῳ γραμμῇ εἶχον ἀρχίσει ἀπὸ τῆς 4 Ἀπριλίου τοῦ 1897, ἀπὸ τῆς ἡμέρας δὲ ταύτης μέχρι τῆς 14 Ἀπριλίου, ὅτε ὁ στρατὸς εἶχεν ἤδη ὑποχωρήσει εἰς Φάρσαλα, ἡ τότε Κυβέρνησις διετέλει ἐν πλήρει σχεδὸν ἀγνοίᾳ τῶν φοβερῶν γεγονότων, ὅσα ἀναφέρονται εἰς τὰς ἐθνικὰς συμφοράς... Βλέπω ὅτι τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεγόμενα σᾶς προξενοῦν κατάπληξιν, ἴσως δὲ νὰ τὰ θεωρῆτε καὶ ὑπερβολικά, ἀλλὰ θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι οὐδόλως ἀπομακρύνομαι τῆς ἀκριβείας, καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ παρακολουθήσητε. Τῇ 14 Ἀπριλίου 1897 ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Μεταξᾶς ἀπηύθυνε πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ τηλεγραφικῶς τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπιθυμῶ νὰ λάβω ἰδέαν τινὰ τῶν γενομένων ἐπὶ τῆς μεθορίου γραμμῆς, ἐπιθυμῶ νὰ μὲ πληροφορήσητε, ὁποία ἦτο ἡ διάταξις τῶν ἡμετέρων στρατευμάτων, ὅτε ἐπῆλθεν ἡ ἔφοδος τῶν Τούρκων. Οἱ ἐν Ρεβενίῳ ἐπρόφθασαν νὰ ὑποχωρήσωσι πρὶν ἀποκλεισθῶσιν ἐν αὐτῷ; Ποῖαι αἱ ἀπώλειαι ἡμῶν εἰς ἀξιωματικοὺς καὶ ὁπλίτας; Ἀπωλέσαμεν πυροβόλα;» Ποῦ εὑρίσκεται νῦν ὁ τουρκικὸς στρατός; Μέχρι ποίου σημείου ἐπροχώρησαν αἱ προφυλακαί του; Γνωρίζετε ὁποία ὑπῆρξεν ἡ τύχη τῶν ἡμετέρων τραυματιῶν; Ἐκθέσατέ μοι τηλεγραφικῶς καὶ ἐν λεπτομερείᾳ πᾶν ὅ,τι συνέβη ἀπὸ τῆς πρωΐας τῆς 11 ἱσταμένου εἰς Μάτι μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἀπεφασίσατε νὰ ὑποχωρήσητε εἰς Φάρσαλα. Ἀπεστάλη ὑμῖν τηλεγραφικὴ διαταγή, δι’ ἧς ἐζητήσαμεν πληροφορίας καὶ ἐν γένει ἔκθεσιν τῶν συμβάντων μετὰ τὴν σύντομον δήλωσίν σας περὶ ὑποχωρήσεως εἰς Φάρσαλα. Παρῆλθον 24 ὧραι ἔκτοτε, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα οὐδεμίαν ἐλάβομεν ἀπάντησιν! Ὀφείλω ἐκ καθήκοντος νὰ ζητήσω παρ’ ὑμῶν τοὺς λόγους, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριζόμενος διετάξατε τὴν ὑποχώρησιν τοῦ στρατοῦ, ἐγκαταλείψαντες τὴν Λάρισαν, τὰ ἐν αὐτῇ πυροβόλα, τὸ λοιπὸν ὑλικὸν τοῦ πολέμου καὶ τοὺς κατοίκους εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ ἐχθροῦ. Διατὶ ὑποχωροῦντες εἰς Φάρσαλα δὲν διεθέσατε μέρος τῶν δυνάμεών σας νὰ ὑποχωρήσῃ διὰ γραμμῆς Λαρίσης–Βόλου πρὸς ἄμυναν τῆς πόλεως ταύτης, ἄμυναν ἐξωτερικὴν, διεξαγομένην ἐπὶ σειρᾶς λόφων μεμακρυσμένων;» Ταῦτα, κύριοι ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, διεβίβαζε τηλεγραφικῶς πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ καὶ Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ τί πάντα ταῦτα ἀποδεικνύουσιν; Ἀποδεικνύουν μέχρις ἐναργείας, ὅτι ὁ Διάδοχος, ἱδρύσας ἐν Θεσσαλίᾳ Κράτος στρατιωτικὸν αὐτοτελὲς καὶ ἀνεξάρτητον ἀπὸ τῆς ἐν Ἀθήναις Κυβερνήσεως, ἐνόμιζεν ὅτι δὲν εἶχεν ὑποχρέωσιν, οὐδὲ πληροφορίας κἂν νὰ διαβιβάζῃ πρὸς αὐτήν! Καὶ παριστάμεθα οὕτω πρὸ τοῦ θλιβεροῦ, ἀλλὰ καὶ ἀρκούντως διδακτικοῦ θεάματος, ὅτι ἡ τότε Κυβέρνησις ἠγνόει τί ἐγίνετο ἐν Θεσσαλίᾳ ἐπὶ 10 ἡμέρας, καθ’ ἃς διεδραματίσθησαν τὰ φρικτὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ὤθησαν τὴν πατρίδα εἰς τὸ χεῖλος τῆς ἀβύσσου! Ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐγκατελείφθη ἡ Λάρισα! Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον. Ἰδοὺ καὶ ἄλλα χειρότερα. Ἡ τότε Κυβέρνησις, πεισθεῖσα ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Διαδόχου ὀλεθρίως ἐπέδρασεν ἐπὶ τοῦ πνεύματος αὐτοῦ, προεκάλεσε βασιλικὸν διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀντικατέστησε τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου κ. Σαπουντζάκην διὰ τοῦ κ. Σμολένσκη, ἀνεκοίνωσε δὲ τὸ διάταγμα πρὸς τὸν Διάδοχον πρὸς ἐκτέλεσιν. Τί ἔπραξε τότε ὁ Διάδοχος; Ἠρνήθη νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν ἐκοινοποίησε πρὸς τὸν τότε ταξίαρχον κ. Σμολένσκην τὸ διάταγμα, οὕτω δὲ ἐξηκολούθησε νὰ ἔχῃ ἐπιτελάρχην τὸν κ. Σαπουντζάκην, ἐτηλεγράφησε δὲ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὰ ἑξῆς ἀξιοσημείωτα: «Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μοῦ ἐπιβάλητε ἄτομα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπέδειξα»! Βραδύτερον ἡ δι’ ἐπαναστάσεως σχεδὸν ἐπιβληθεῖσα Κυβέρνησις τοῦ κ. Ράλλη προέβη εἰς τὴν ἀντικατάστασιν ὁλοκλήρου τοῦ Ἐπιτελείου, ὁπότε ὁ Διάδοχος ἐδήλωσε μὲν, ὅτι ἀπεδέχετο τὴν ἀντικατάστασιν ἕνεκα τῶν περιστάσεων, παρετήρει ὅμως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἔπρεπεν αὕτη νὰ σκεφθῇ, ἂν ἦτο ἀξιοπρεπὲς νὰ τοῦ ἀπομακρύνωσι καὶ αὐτοὺς τοὺς ὑπασπιστὰς τῆς Αὐλῆς του, ἀφοῦ δὲν ἦτο μόνον ἀρχηγὸς, ἀλλὰ καὶ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου. Ταῦτα ἐγίνοντο τῇ 22 Ἀπριλίου· ὅτε δὲ βραδύτερον, τῇ τετάρτῃ Μαΐου, ἡ τότε Κυβέρνησις διώρισεν ἐπιτελάρχην τὸν κ. Λιμπρίτην, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παρακαλέσῃ τὸν Διάδοχον νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐγκρίνῃ τὸν διορισμόν· ὅτε δὲ ὁ Διάδοχος ἐδήλωσεν, ὅτι ἐνέκρινε τὸν διορισμὸν, ὁ τότε Πρωθυπουργὸς κ. Ράλλης ἀπήντησε τὰ ἑξῆς: «Εὐγνωμονῶ τὴν Ὑμετέραν Ὑψηλότητα διότι διευκολύνει τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως»! Αὐταὶ εἶναι, κύριοι Βουλευταὶ, αἱ γνῶμαι τοῦ Διαδόχου περὶ πειθαρχίας, περὶ εὐθύνης καὶ περὶ ἱεραρχίας! Ἀφίνω δὲ τώρα εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνητε, ποίαν ἀξίαν ἔχουν τὰ ὑπὸ τῶν ὑποστηρικτῶν τοῦ νομοσχεδίου λεγόμενα, ὅτι ὁ Διάδοχος θὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς. Λησμονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἡ πρώτη πρᾶξίς του, ὅτε κατὰ τὸν πόλεμον εἶχε καὶ πάλιν ἀναλάβει τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἦτο νὰ τηλεγραφήσῃ πρὸς τὸν Διάδοχον, ὅτι ἀπηγορεύετο πρὸς αὐτὸν νὰ ἀναφέρηται εἰς ἄλλας ἀρχὰς, ἐκτὸς τοῦ Ὑπουργείου. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ Διάδοχος ἐχαρακτήριζεν ὡς ἀνεξήγητον τὴν διαταγὴν ταύτην, ἐκφράζει δὲ μάλιστα διὰ τῆς ἐκθέσεώς του κατὰ τοῦ τότε καὶ νῦν κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τὴν μομφὴν, ὅτι ἠρύετο τὰς πληροφορίας του ἀπὸ τὰς ψευδεῖς φήμας τῶν τριόδων, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ζήτημα προσωπικὸν, ἀφορῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ δὲν ἐκτείνομαι περισσότερον ἐπ’ αὐτοῦ. Εἶναι λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, φρόνιμον, εἶναι συμφέρον, εἶναι πολιτικὸν, νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ εἰς χεῖρας τοῦ Διαδόχου, κατόπιν τοιούτων προηγουμένων; Τὰ προηγούμενα αὐτὰ μᾶς πείθουν, ὅτι ὁ Διάδοχος ἐννοεῖ νὰ μὴ ὑπάγηται εἰς οὐδεμίαν νομικὴν εὐθύνην, νὰ μὴ ὑπάγηται εἰς οὐδεμίαν ἀνωτέραν ἀρχὴν, καὶ νὰ μὴ ὑπόκειται κατ’ ἀκολουθίαν εἰς οὐδεμίαν πειθαρχίαν. Τί θὰ προκύψῃ ἐντεῦθεν; Ὅτι θὰ ἱδρύσωμεν μίαν ἀνωτάτην στρατιωτικὴν ἀρχὴν ἀνεύθυνον, ἀνεξέλεγκτον, ἀπολυταρχικήν! Εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω πρὸς ὑμᾶς, ποία θὰ ἦναι ἡ ἀτμόσφαιρα, ἡ μέλλουσα νὰ περιβάλῃ τὴν ἀρχὴν ταύτην; εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω, ποῖον θὰ ἦναι τὸ περιβάλλον; Ὡς ἀμανῖται θὰ φυτρώσουν ἀμέσως οἱ ὠτακουσταὶ, οἱ κατάσκοποι καὶ τὰ κολακικὰ ἀνδράποδα, καὶ θ’ ἀρχίσουν αἱ ῥᾳδιουργίαι, αἱ προγραφαὶ καὶ αἱ παρ’ ἀξίαν εὔνοιαι καὶ προαγωγαί. Θὰ διαιρεθῇ ὁ στρατὸς εἰς εὐνοουμένους καὶ μὴ εὐνοουμένους, εἰς ἐχθροὺς καὶ εἰς φίλους, εἰς δυναστικοὺς καὶ ἀντιδυναστικοὺς, εἰς διαδοχικοὺς καὶ ἀντιδιαδοχικοὺς, καὶ τότε δὲν ἔχετε ἢ ν’ ἀναμένητε τὰ ἀναπόφευκτα εἰς παρομοίας περιστάσεις ἀποτελέσματα. Μᾶς εἶπον τινὲς, ὅτι καὶ πέριξ τῶν Ὑπουργῶν οἱ πειρασμοὶ οὗτοι ὑπάρχουν. Ναὶ, ἀλλὰ τοῦτο γίνεται εἰς ἐλαχίστας διαστάσεις, ἄλλως δὲ τὸ μετακλητὸν καὶ τὸ ἐφήμερον τῶν Ὑπουργῶν εἶναι ἡ ἀσφαλιστικὴ δικλεὶς, ἥτις προλαμβάνει τὴν ὀλεθρίαν ἔκρηξιν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅμως, ἂν γείνῃ νόμος, ἀφαιρεῖται ἡ ἀσφαλιστικὴ δικλεὶς, καὶ ἡ φοβερὰ καὶ καταστρεπτικὴ ἔκρηξις ἀποβαίνει ἀναπόφευκτος· ἐφ’ ὅσον δὲ τὰ πράγματα δὲν φθάσουν μοιραίως εἰς τὸ τέλος αὐτὸ, θὰ ἔχωμεν στρατὸν ὄχι ἐθνικὸν, ἀλλὰ στρατὸν πραιτωριανόν. Ἀλλὰ καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ὁ Διάδοχος ζητεῖ νὰ λάβῃ εἰς χεῖράς του τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, πρέπει νὰ μᾶς ἐμβάλῃ εἰς σοβαρὰς ἀνησυχίας. Ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ τοῦ τόπου κατάστασις, εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους, πρὸ πάντων δὲ εἰς τὸν Βασιλέα καὶ τὸν Διάδοχον. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ὅπως ἔχουσι τὰ περὶ τούτου παρ’ ἡμῖν, δύναται κανεὶς νὰ σκεφθῇ σοβαρῶς καὶ σπουδαίως περὶ στρατιωτικῆς ὀργανώσεως; Πρέπει βεβαίως, ὡς εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, νὰ γείνῃ κύριον ἡμῶν καὶ σπουδαῖον μέλημα ἡ σύνταξις καὶ ἐκπαίδευσις τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν λαμβάνομεν πρόνοιαν νὰ προλειάνωμεν τὸ ἔδαφος, εἶναι οὐτοπία αὐτόχρημα νὰ λέγωμεν, ὅτι θὰ συντάξωμεν καὶ θὰ ἐκπαιδεύσωμεν καὶ θὰ ὀργανώσωμεν τὸν στρατόν. Διὰ τοῦτο ἐν ἀσαλεύτῳ πεποιθήσει φρονῶ, ὅτι, καὶ ἂν αὐθορμήτως καὶ ὁμοθύμως ἡ Βουλὴ καὶ ὁ λαὸς ἐζήτουν ν’ ἀναθέσουν τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν Διάδοχον, ὤφειλεν οὗτος νὰ δώσῃ τὴν ἑξῆς ἀπάντησιν: «Ναὶ, δέχομαι νὰ λάβω τὴν γενικὴν ἀρχηγίαν τοῦ στρατοῦ, καὶ νὰ ἐργασθῶ, ὅπως οὗτος καταστῇ ἄξιος τῆς ἀποστολῆς του, ἀλλὰ πρέπει νὰ μοὶ δώσητε καὶ τὰ μέσα. Πρέπει πρῶτον νὰ σχηματίσητε σῶμα χωροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον θ’ ἀπαλλάξῃ τὸν στρατὸν ἀπὸ τὰς ξένας πρὸς αὐτὸν ὑπηρεσίας. Πρέπει νὰ ἐφαρμόσητε τὸν νόμον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, ὅπως ἀπομακρύνητε ἀπ’ αὐτῆς τοὺς ἀξιωματικούς, καὶ πρὸ πάντων πρέπει νὰ ῥυθμίσητε οὕτω πῶς τὰ οἰκονομικά σας, ὥστε νὰ δύνασθε νὰ διαθέσητε τοὐλάχιστον τεσσαράκοντα ἑκατομμύρια δραχμὰς κατ’ ἔτος διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς. Ἐνόσῳ ὅμως τὸ πλεῖστον μέρος τῶν ὁπλιτῶν ἀσχολεῖται εἰς ξένας πρὸς τὸν στρατὸν ὑπηρεσίας, ἐλλείψει χωροφυλακῆς, ἐνόσῳ οἱ ἀξιωματικοὶ κατὰ μέγα μέρος ἀσχολοῦνται εἰς τὴν ἀστυνομίαν, ἐνόσῳ δὲν ἔχετε τὴν δύναμιν ν’ ἀναγράψητε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δαπάνην μεγαλειτέραν ἐκείνης, ἥτις ἀπαιτεῖται μόλις διὰ τὴν συντήρησιν καὶ διατροφὴν τοῦ στρατοῦ, ἐνόσῳ πάντα ταῦτα δὲν πράττετε, μὴ ὁμιλεῖτε περὶ συντάξεως καὶ ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατοῦ, μὴ ὁμιλεῖτε περὶ σχηματισμοῦ καὶ ὀργανώσεως στρατοῦ, καὶ ἔχετέ με παρητημένον. Ἐγὼ θαύματα δὲν ἠμπορῶ νὰ κάμω.» Αὐτὴ, κύριοι Βουλευταί, εἶναι σήμερον ἡ ἀληθὴς θέσις τοῦ ζητήματος, καὶ αὐτὴν τὴν γλῶσσαν ἔπρεπε νὰ μεταχειρισθῇ ὁ Διάδοχος, ἐὰν, ὡς εἶπον, καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ λαὸς διὰ ψηφισμάτων αὐθορμήτως καὶ ὁμοθύμως τὸν παρεκάλουν νὰ ἀναλάβῃ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Ἀντὶ τούτου ὅμως τί βλέπομεν; Ὁ Διάδοχος ὄχι μόνον δὲν ἀποστέργει, ὄχι μόνον δὲν ἀποκρούει τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπιζητεῖ μετὰ πείσματος καὶ ἰσχυρογνωμοσύνης, ἐνῷ καὶ τοῖς τυφλοῖς εἶναι δῆλον, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ φθάσῃ εἰς εὐάρεστον ὁπωσοῦν ἀποτέλεσμα. Καὶ βλέπομεν τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου παρασυρόμενον μέχρι τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, καὶ δεχόμενον κατ’ οἶκον Βουλευτὰς στρατιωτικοὺς καὶ μὴ στρατιωτικούς, καὶ παρακελεύοντα αὐτοὺς νὰ ψηφίσουν τὸ νομοσχέδιον. Πάντα ταῦτα δι’ ἐμὲ δὲν ἐξηγοῦνται ἄλλως ἢ διὰ τῆς ὑποθέσεως, ὅτι ἡ Γενικὴ Διοίκησις ζητεῖται οὐχὶ ὡς μέσον πρὸς σχηματισμὸν καὶ ὀργάνωσιν στρατοῦ, ἀλλὰ ὡς σκοπός. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλης τινὸς ἀπόψεως φρονῶ, ὅτι πρέπει ν’ ἀποκρουσθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῶν ἐθνικῶν συμφορῶν ἔσπευσαν οἱ περὶ τὸν Διάδοχον νὰ διαφημίσουν καὶ νὰ δημοσιεύσουν urbi et orbi, ὅτι ὅλαι αἱ συμφοραὶ αὗται ὀφείλονται εἰς τὰ πολιτικὰ κόμματα καὶ τοὺς ἀποτελοῦντας τὰ κόμματα ταῦτα πολιτικοὺς ἄνδρας. Ἰδοὺ δὲ τί ἐπὶ λέξεσιν ἔλεγε καὶ ὁ ἴδιος ὁ Διάδοχος: «Ἐν γένει ὁ ἀτυχὴς στρατὸς ἀπέτισε τὰς ἁμαρτίας γενικῆς σαπίλας τῆς Πολιτείας, διαρκούσης ἤδη ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, καὶ τῆς ὁποίας τὸ ἀποτέλεσμα δὲν ἠδύνατο νὰ ἦναι διάφορον». Καὶ καλούμεθα τώρα νὰ δώσωμεν διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως του νομοσχεδίου ἐπίσημον πιστοποιητικόν, ὅτι ὄντως τὰ ἐθνικὰ δυστυχήματα ἐπῆλθον ἐκ τῆς ἀθλιότητος τοῦ στρατοῦ, ἥτις ἦτο συνέπεια τῆς τῶν πολιτικῶν κομμάτων καὶ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος κακοποιοῦ ἐπὶ τῆς Πολιτείας ἐπιδράσεως! Μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι περιέχει καὶ τὴν ἔννοιαν ταύτην τὸ νομοσχέδιον. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲ, δὲν εἶμαι διατεθειμένος διὰ τῆς ψήφου μου νὰ χορηγήσω πιστοποιητικὸν τοιοῦτον, διότι γνωρίζω, ὅπως γνωρίζετε καὶ σεῖς, ὅτι ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος ἐτάχθην ἀνώτατος ἔφορος καὶ ῥυθμιστὴς τῆς συνταγματικῆς μηχανῆς, ὅπως αὕτη λειτουργῇ εὐρύθμως, ἀπροσκόπτως καὶ ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς χώρας. Ἐὰν δ’ ἐπρόκειτο περὶ καταμερισμοῦ τῶν εὐθυνῶν, ἀμφιβάλλω, ἂν τὰ κόμματα ἢ ἄλλοι θὰ ἔφερον τὴν μείζονα μερίδα τῶν εὐθυνῶν τούτων. Ἔλεγε προχθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἑρμιονίδος συνάδελφος, ὅστις μετὰ θέρμης ἀξίας κρείττονος ὑποθέσεως ὑπεστήριξε τὸ νομοσχέδιον, ὅτι πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ παραδώσωμεν εἰς χεῖρας του Διαδόχου τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ἵνα μὴ καὶ πάλιν ἀκούσωμεν ἀπὸ τοὺς ξένους, ὅτι ὁ στρατὸς ἡμῶν εἶναι συρφετός. Ἀληθῶς περὶ τοῦ στρατοῦ ἡμῶν κατὰ τὸν πόλεμον ἐγράφη καὶ ἐδημοσιεύθη, ὅτι ἦτο εἰς ἀπελπιστικὴν κατάστασιν, ὑπὸ ἔποψιν πειθαρχίας, ὅτι ἦτο ἀπειροπόλεμος, ἀσύντακτος, λιπόψυχος, ὅτι ἔδειξεν ἐν πολλοῖς ἀνανδρίαν, ὅτι, ἦτο ὄχλος, συρφετὸς, ἀνθρωπομάζωμα, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ κατὰ τὸ πλεῖστον ἦσαν ἀνίκανοι καὶ ἠγνόουν τὴν χώραν. Ἀλλὰ τίνες τὰ ἔγραψαν καὶ τίνες τὰ ἐδημοσίευσαν αὐτά; Μάτην θὰ τ’ ἀναζητήσητε εἰς τὰς ἐκθέσεις καὶ ἀνταποκρίσεις τῶν ξένων, οἱ ὁποῖοι παρηκολούθησαν τὸν πόλεμον. Θὰ τὰ εὕρητε εἰς ἐκθέσεις τινῶν ἐκ τῶν ἡμετέρων, οἵτινες ἐπιμελῶς ἐσταχυολογήθησαν καὶ πρόθυμον εὗρον φιλοξενίαν εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Διαδόχου, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι μὲ τοιοῦτον στρατὸν ἑπόμενον ἦτο νὰ γίνουν ὅσα ἐγένοντο. Ἐξεναντίας οἱ ἀπροκατάληπτοι ξένοι ἐκ διαμέτρου ἀντιθέτους ἐκφέρουσι κρίσεις. Καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἐλαχίστας τινὰς περικοπάς. Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν τὸ Ἑλληνικὸν Ἐπιτελεῖον, ἀντὶ νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν χώραν ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἀντιστάσεως, ἐξεπλήρου τὸ καθῆκόν του, οὐδὲ ἓν κιβώτιον φυσιγγίων ἤθελε περιέλθει εἰς χεῖρας τῶν Τούρκων. Τὸ Ἑλληνικὸν Ἐπιτελεῖον εἶχεν εἰς τὴν διάθεσίν του ἐκτὸς τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς τὰς δύο μεγάλας ὁδοὺς Βελεστίνου–Βόλου καὶ τρεῖς ὁδοὺς πρὸς τὰ Φάρσαλα. Εἴκοσι καὶ τέσσαρες ὧραι παρῆλθον ὁλόκληροι ἀπὸ τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ Ἐπιτελείου, καθ’ ἃς ἀκινδύνως ὅλως ἠδύνατο νὰ σωθῇ τὸ πολεμικὸν ὑλικόν. Ἡ Λάρισα πρὸς τὸν Πηνειὸν καὶ πρὸς τὸν Τύρναβον παρουσιάζει ὀχυρωματικὰ ἔργα οὐχὶ εὐκαταφρόνητα, πρόχειρα δὲ ὀχυρώματα περιβάλλουσι τὴν πόλιν ὁλόκληρον. Ὁ Πηνειὸς ἄλλως κατὰ Ἀπρίλιον μῆνα, λαμβανομένης μάλιστα ὑπ’ ὄψιν τῆς ἀτελείας τῶν τουρκικῶν μέσων, εἶναι ὁ ποταμὸς, τοῦ ὁποίου ἡ διάβασις θὰ ἐπεβράδυνε σημαντικῶς τὴν πρὸς τὰ πρόσω πορείαν τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, ἐὰν ἐπεχειρεῖτο ἡ ἐλαχίστη ἀντίστασις, ἥτις καὶ τὸ φρόνημα τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἤθελεν ἀναπτερώσει καὶ εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον θὰ ἔδιδε καιρὸν πρὸς ἄνετον διάσωσιν τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ καὶ τῶν πυροβόλων, ὧν ἡ χρησιμότης πρὸς ἐξακολούθησιν τοῦ πολέμου οὐδένα διαφεύγει. Ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς ἡττήθη, μεθ’ ὅλας τὰς ἀρετὰς αὑτοῦ, ἀρετὰς ἀνδρείας καὶ ἀντοχῆς, καθόσον εἰς τὰς ὑψηλὰς σφαίρας τοῦ Ἐπιτελείου οὐδεὶς ἐπίστευεν εἰς τὸ δυνατὸν τῆς νίκης. Κύριον ἑπομένως μέλημα τοῦ Ἐπιτελείου ὑπῆρξεν ἡ κατὰ τὸ δυνατὸν ἐλάττωσις τῶν ζημιῶν ἐν τῇ προσδοκίᾳ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Εὐρώπης. Φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι οἱ Ἕλληνες, ἀντιτάσσοντες οἵαν ἀντέταξαν ἄμυναν ἐν Βελεστίνῳ, ἠδύναντο νὰ στρέψωσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὴν νίκην, οὐχὶ ἕνεκα τῆς ὑπεροχῆς τῶν ἀπέναντι τῶν Τούρκων, ἀλλὰ διότι ἡ ἐπιμελητεία τῶν τελευταίων εὑρίσκετο εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε μακροτέρα καὶ ἐπιμονωτέρα ἀντίστασις ἤθελε περιαγάγει εἰς ἀμηχανίαν τὸν στρατὸν τοῦ Ἐτὲμ πασσᾶ. Μόνον ἡ διηνεκὴς τάσις πρὸς ἥσσονας ἀπωλείας καὶ ἡ προσδοκία τῆς ἐπεμβάσεως τῶν Δυνάμεων δύναται νὰ ἐξηγήσῃ τὴν ἐνοχοφανῆ διαγωγὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἐπιτελείου, τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς Λαρίσης καὶ τὴν ὑποχώρησιν τοῦ Δομοκοῦ ἄνευ προφανοῦς ἐπιτακτικῆς ἀνάγκης. Ἄλλως τε ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς κατεῖχε τὰ στοιχεῖα κρείττονος διεξαγωγῆς τοῦ πολέμου, καὶ ἠδύνατο ν’ ἀναδειχθῇ ἀντάξιος τῶν προγόνων του, τοῦτο δὲ ἀπέδειξεν ἐν Βελεστίνῳ...»

§66ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος τὰ γράφει αὐτά;

§67ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀνομάζεται Ἐδμόνδος Λαρδύ, εἶναι Ἑλβετὸς ἀρχίατρος, καὶ παρηκολούθησε τὸ Τουρκικὸν Ἐπιτελεῖον ὡς ἀρχηγὸς ὑγειονομικῆς ἀποστολῆς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸς μόνος. Ἰδοὺ τί ἔγραψε καὶ ἐδημοσίευσεν ὁ ἀνταποκριτὴς τοῦ «Αἰῶνος» τοῦ Μιλάνου, παρακολουθήσας τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν εἰς τὴν μεθόριον γραμμὴν (ἀναγινώσκει): «Δὲν ἐφρόντισε τὸ Ἐπιτελεῖον νὰ ἐξυψώσῃ τὸ ἠθικὸν τοῦ στρατοῦ. Ἐξενεύρισαν καὶ ἐκούρασαν τὸν στρατὸν, ὁ ὁποῖος ἦτο πλήρης ἐνθουσιασμοῦ καὶ ἕτοιμος εἰς πᾶσαν θυσίαν. Ἄν καλῶς διῳκεῖτο ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς, θὰ ἐπολέμει γενναίως, καὶ θὰ ἔρριπτε καὶ τὴν τελευταίαν αὐτοῦ βολὴν ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς σημαίας του.» Ἀλλὰ καὶ ὁ ἐν Λαρίσῃ ἀνταποκριτὴς τῆς «Σημαίας» τοῦ Λονδίνου, ὅστις ἄλλως δὲν διεκρίθη ἐπὶ φιλελληνικοῖς αἰσθήμασιν, ἰδοὺ τί ἐτηλεγράφησεν εἰς τὴν ἐφημερίδα, ἣν ἀντεπροσώπευεν (ἀναγινώσκει): «Οἱ Τοῦρκοι ἐπιτίθενται πάντοτε πρῶτοι, ὁπότε δὲ οἱ Ἕλληνες εἰς πολλὰ σημεῖα μετ’ ἀνδρείας ἀποκρούουν τὰς προσβολὰς τοῦ ἐχθροῦ καὶ τὸν καταδιώκουν, πάντοτε ἀναλλοιώτως στέλλονται πρὸς τὸν νικητὴν στρατὸν διαταγαὶ, ὑποχρεοῦσαι αὐτὸν νὰ σταματήσῃ ὀλίγα βήματα ἐνίοτε πρὸ τῶν θέσεων, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξεδίωξε τὸν ἐχθρὸν καὶ πρόκειται νὰ τὰς καταλάβῃ. Αἱ τοιαῦται διαταγαὶ εἰς πολλὰς περιστάσεις ἠνάγκασαν τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν νὰ ἐγκαταλείψῃ τοὺς καρποὺς νίκης, ἥτις τῷ ἐκόστισε σημαντικὰς ζημίας. Τὸ περίεργον τοῦτο ἐπανελήφθη πλέον ἢ ἅπαξ, καὶ πολλάκις ἐβλέπομεν σῶμα στρατοῦ, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν μεθόριον γραμμὴν κατετρόπωσε τοὺς Τούρκους, ἐξαναγκαζόμενον νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὰς παλαιάς του θέσεις. Ἡ κατάστασις αὕτη προξενεῖ ἀληθῆ κατάπληξιν. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον δύναμαι ἐγὼ τοὐλάχιστον νὰ συμπεράνω, εἶναι, ὅτι πολιτικοὶ μᾶλλον ἢ στρατιωτικοὶ λόγοι εἶναι ἡ κυρία ἀφορμὴ τῆς τοιαύτης καταστάσεως.» Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ Τουρκικὸν Ἐπιτελεῖον ποιεῖται εὔφημον μνείαν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Ἀφοῦ δὲ ἀναμολογεῖ τὰς ἀρετὰς αὐτοῦ, ἐπάγεται αὐτολεξεὶ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Διεπράχθησαν τόσον στοιχειώδη, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς στρατιωτικῆς τέχνης, σφάλματα, ὥστε δύναταί τις νὰ συναγάγῃ ἐντεῦθεν τὸ συμπέρασμα, ὅτι αἱ ἀνώτεραι στρατιωτικαὶ ἀρχαὶ εἶχον διαταγὴν νὰ ἐγκαταλείπωσιν βαθμιαίως τὸ ἔδαφος, χωρὶς νὰ διακινδυνεύωσι τὴν ζωὴν τῶν στρατιωτῶν.» Λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. ἐξ Ἑρμιονίδος Βουλευτής...

§68ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐδῶ εἶναι.

§69ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. .. διὰ νὰ ἀκούσῃ, ὅτι οἱ ξένοι δὲν ἀπεκάλεσαν, ὡς εἶπε, τὸν στρατὸν συρφετὸν, ἀλλὰ τὸν ἔκριναν πολὺ εὐμενῶς, μηδὲ τῶν Τούρκων ἐξαιρουμένων. Θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ πλείστους ἄλλους ξένους στρατιωτικοὺς ἀκολούθους, ἀλλ’ εἶναι ἴσως περιττὸν, διότι ὅλοι παρηκολουθήσατε τὰς κρίσεις τῶν ξένων, καὶ γνωρίζετε ποίαν οὗτοι ἀπεφήναντο γνώμην. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ παραλείψω καὶ τὴν γνώμην ἑνὸς τῶν ἡμετέρων, ὅστις εἶχε καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῇ μετὰ κύρους καὶ αὐθεντίας ἀναμφισβητήτου. Ἀκούσατε τί ἔλεγεν εἰς τὸν ἀνταποκριτὴν τοῦ «Κήρυκος» τῆς Νέας Ὑόρκης (ἀναγινώσκει): «Διατείνονται ὅτι ὁ στρατὸς ἦτο ἀποτεθαρρημένος. Τοῦτο εἶναι ἀνοησία! Ὁ στρατὸς δὲν πρέπει νὰ κατηγορηθῇ ἐπὶ δειλίᾳ. Ἦτο ὁ αὐτὸς στρατὸς, ὅστις ἐπὶ 5 ἡμέρας ἐπολέμησεν ἀνδρείως εἰς τὰ σύνορα καὶ ἐπεκράτησε τοῦ ἐχθροῦ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ὁ ἐπελθὼν πανικὸς ὀφείλεται εἰς σφάλματα τοῦ Ἐπιτελείου καὶ εἰς οὐδὲν ἄλλο. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ στρατὸς ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ὁποίου εἴμεθα ἡμεῖς, ἀπὸ Ρεβενίου ἕως εἰς τὸ Μπουγάζι, ἦτο ὁ αὐτὸς μὲ τὸν στρατὸν, ὅστις ὑπεχώρησεν εἰς Λάρισαν· ἀλλ’ ὅτε ἐβαίνομεν πρὸς τὰ ἐμπρὸς, οἱ ἄνδρες μας ἐγνώριζον, ὅτι οἱ Τοῦρκοι οὐδέποτε θὰ μᾶς ἠνάγκαζον νὰ ὑποχωρήσωμεν. Διετάχθην ἀδοκήτως ἀπὸ τὸν Διάδοχον νὰ ὑποχωρήσω. Ἠρνήθην νὰ πιστεύσω εἰς τοιαύτην διαταγὴν, ὅτε ἦλθε καὶ δευτέρα! Τότε ἐβαδίσαμεν πρὸς τὰ ὀπίσω μὲ ὀφθαλμοὺς δακρυβρέκτους... Τίποτε δὲν ἀπωλέσαμεν, καὶ οὐδεμία σύγχυσις ἐπῆλθεν. Εἴδομεν ὅμως τὰς ἐλπίδας μας σβεσθείσας, τὴν ἀπώλειαν μιᾶς ἐπαρχίας καὶ στίγμα ἐπὶ τῆς τιμῆς τοῦ στρατοῦ μας! Ἤμεθα βαρέως τεθλιμμένοι, ἀναμφιβόλως, ἀλλ’ ὅτε κατὰ τὴν πρὸς τὰ Φάρσαλα πορείαν μας ἐνοήσαμεν, ὅτι ὁ ἀνδρεῖος ἡμῶν στρατὸς ὑπέστη μέγα ἀδίκημα, ἠλπίσαμεν, ὅτι τὸ θάρρος μας θὰ μᾶς ἐπέτρεπε νὰ ἐπανορθώσωμεν τὸ διαπραχθὲν ἔγκλημα...»

§70ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἶναι αὐτός;

§71ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ τότε ταξίαρχος καὶ νῦν στρατηγὸς κ. Σμολένσκης.

§72ΛΕΒΙΔΗΣ. Διατὶ δὲν ἀναγινώσκετε καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Γκόλτς;

§73ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὴν ἔχω πρόχειρον.

§74ΛΕΒΙΔΗΣ. Νὰ σᾶς τὴν δώσω ἐγώ. (Προσέρχεται καὶ τὴν ἐγχειρίζει τῷ ἀγορεύοντι).

§75ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Ριτσότη Γαριβάλδη.

§76ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Γκὸλτς (ἀναγινώσκει): «... Ἐξ ὅσων ἐξητάσαμεν ἀποδεικνύεται, πῶς εἶναι δυνατὸν διὰ μεγάλης ἀποφάσεως καὶ ἐνεργείας ἀναλόγου ταχύτητος νὰ μετατρέψῃ τις ὑπὲρ ἑαυτοῦ μειονεκτικὰς θέσεις, παρεχούσας ἐλαχίστην ἐλπίδα. Ἡ ἐπίμονος δὲ ἀντίστασις, ἣν οἱ Ἕλληνες ἀντέταξαν ἐπὶ τῶν ὑψωμάτων Παπαλείβαδον– Λοσφάκι καὶ εἰς Ξεριὰν μέχρι τῆς 11 Ἀπριλίου, ἐπὶ 6 ἡμέρας, ἀποδεικνύει ὅτι δὲν ἦσαν ἀνίκανοι πρὸς τολμηρὰς ἐπιχειρήσεις, ἐὰν ἰσχυρά τις θέλησις συμπαρέσυρεν αὐτοὺς μεθ’ ἑαυτῆς. Οἱ Ἕλληνες ἠδύναντο δικαίως νὰ ὦσιν εὐχαριστημένοι ἐκ τῆς ἀντιστάσεως, ἣν ἰδίως ἐπὶ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος ἀντέταξαν. Ἐπολέμησαν ἐκεῖ γενναίως καὶ ὑπὸ τὰς δυσχερεστέρας περιστάσεις, τὰ δὲ τετριμμένα σκώμματα τοῦ εὐρωπαϊκοῦ τύπου περὶ τῆς πολεμικῆς ἀνικανότητος τῶν νεωτέρων Ἑλλήνων δὲν ἔχουσι τὸν τόπον των. Ὅτε τὸ στενὸν τῆς Μελούνας ἀπολεσθὲν ἔπεσεν ἐκ νέου εἰς χεῖρας τῶν Τούρκων, ἦτο ἀκόμη καιρὸς νὰ διαταχθῇ ἡ συνάθροισις τοῦ στρατοῦ πέριξ τῆς Λαρίσης· ἐὰν δὲ τοῦτο ἐγίνετο μετ’ εὐσταθείας, θὰ διετηρεῖτο ἡ πειθαρχία, καὶ θὰ ἦτο δυνατὴ παρὰ τὴν Λάρισαν ἰσχυρὰ ἀντίστασις κατὰ τοῦ ἐπιτιθεμένου, δι’ ἣν τόσον πολὺ ἀνησύχει ὁ Ἐτὲμ–Πασσᾶς.» Καὶ διὰ νὰ τὰ λέγῃ αὐτὰ ὁ Γκὸλτς–Πασσᾶς, ὁ ὀργανωτὴς τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, ἐννοεῖτε ποίαν βαρύτητα καὶ ποίαν σημασίαν ἔχουν. Δὲν εἶμαι σωβινιστὴς, οὐδ’ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ὁ στρατός μας ἦτο ὅπως ἔπρεπε νὰ ᾖναι παρεσκευασμένος καὶ συντεταγμένος εἰς πόλεμον, ἀλλὰ δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οἱ χαρακτηρισμοὶ, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐγκατεσπαρμένοι ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Διαδόχου, εἶναι ἄδικοι, ἀφορήτως ἄδικοι. Ταῦτα, κύριοι Βουλευταὶ, εἶχον νὰ εἴπω περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Μᾶς λέγουν ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν Διάδοχον, διότι δι’ αὐτοῦ μόνου δύναται νὰ γείνῃ πλήρης καὶ ἀρτία ἡ στρατιωτικὴ ὀργάνωσις τῆς χώρας. Ἀλλ’ οἱ λαοὶ, οἱ ὁποῖοι θέλουσι σοβαρῶς καὶ μετ’ ἀποφασιστικότητος νὰ παρασκευασθῶσι στρατιωτικῶς, δὲν ἔχουν ἀνάγκην νὰ προστρέχουν εἰς τὸ ἔλεος πριγκήπων καὶ Διαδόχων, ἵνα ἐπιτύχωσι τοῦ σκοποῦ των. Ὁ Γαλλικὸς λαὸς μετὰ τὰ ἐκ τοῦ πολέμου τοῦ 1870 μεγάλα ἀτυχήματα ἀφυπνίσθη, καὶ ἐρρίφθη εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀνασύνταξιν καὶ ὀργάνωσιν μετὰ τοῦ ἱεροῦ ἐκείνου πυρὸς, τὸ ὁποῖον κάμνει τὰ ἔθνη καὶ τὰ ἄτομα νὰ μεγαλουργῶσι, καὶ ἐπὶ τῶν ἐρειπίων τοῦ ἀθλίου παρελθόντος ἐθεμελίωσε καὶ ἀνήγειρεν ἐντὸς μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος τὸ θαυμάσιον στρατιωτικὸν οἰκοδόμημα, ὅπερ ἀνύψωσε καὶ πάλιν τὸ Γαλλικὸν ἔθνος εἰς τὴν ἀπέναντι τοῦ κόσμου προσήκουσαν αὐτῷ περιωπήν. Καὶ διὰ νὰ πράξωσι τοῦτο οἱ Γάλλοι δὲν ἠσθάνθησαν τὴν ἀνάγκην νὰ προσφύγουν εἰς πρίγκηπας καὶ εἰς βασιλόπαιδας καὶ εἰς Διαδόχους. Καὶ οὐ μόνον δὲν προσέφυγον πρὸς αὐτοὺς, ἀλλὰ καὶ γνωρίζετε τί ἄλλο ἔπραξαν... Ἀλλὰ ἡμεῖς; Ὤ! ἡμεῖς ἀποτελοῦμεν ἐξαίρεσιν εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Δι’ ἡμᾶς τὰ φοβερὰ ἀτυχήματα ἐπέδρασαν ἀντιθέτως ἢ ὅπως ἐπιδρῶσιν ἐπὶ τῶν ἄλλων λαῶν. Ἀντὶ νὰ ἐξυπνήσωμεν, ἀπεκοιμήθημεν! Αἱ ἐθνικαὶ συμφοραὶ, ἀντὶ νὰ μᾶς ἐξεγείρωσι, μᾶς ἔρριψαν εἰς λήθαργον! Ἐπέδρασαν ἐφ’ ἡμῶν ὡς ἀπαίσιον ναρκωτικὸν, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀνυψώσωμεν τὴν κεφαλὴν, ὡς νὰ πιέζῃ τὰ στέρνα ἡμῶν δεινὸς καὶ ὀλέθριος ἐφιάλτης! Ἐμειώθησαν τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς χώρας μας διὰ τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου, ἠκρωτηριάσθη τὸ ἔδαφος τῆς ἐπικρατείας, μετὰ ἑβδομήκοντα ἐτῶν ἐλεύθερον βίον, ἐπληρώσαμεν τὴν κολοσσιαίαν πρὸς τοὺς Τούρκους πολεμικὴν ἀποζημίωσιν, ἠμαυρώθη ἡ αἴγλη τῆς ἱστορίας καὶ τῶν παραδόσεών μας, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα οὐδὲν δεικνύομεν σημεῖον, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ φαίνηται, ὅτι ἔχομεν συναίσθησιν τῆς θέσεως ἡμῶν! Αἱ συμφοραὶ αὗται μᾶς περιήγαγον εἰς ὑπνωτισμὸν ἀποθαρρύνσεως καὶ ἀπελπισμοῦ, δὲν ἔσχομεν δὲ τὴν δύναμιν νὰ ἐρευνήσωμεν, τίνες εὐθύνονται ἐπ’ αὐταῖς. Ἐστρέψαμεν δεξιὰ, ἐστρέψαμεν ἀριστερὰ, ἀπεβλέψαμεν πρὸς τὰ ὀπίσω, ἐστρέψαμεν τὸ ὄμμα πρὸς τὰ ἐμπρὸς, καὶ οὐδαμοῦ ἠδυνήθημεν νὰ διακρίνωμεν τοὺς ὑπευθύνους! Ὡς μοιρολάτραι δὲ τοῦ χειροτέρου εἴδους ἐσταυρώσαμεν τὰς χεῖρας, ἐκύψαμεν τὴν κεφαλὴν καὶ λέγομεν πρὸς τὸν Διάδοχον: «Ἐλθὲ νὰ μᾶς σώσῃς, διότι ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ σώσωμεν ἡμᾶς αὐτούς!»

§77ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὡς δοῦλοι!

§78ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ εὕρομεν λυτρωτὰς καὶ σωτῆρας ἐκεῖ, ὅπου θὰ ἠδυνάμεθα βαρείας νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας! Αὐτὴ εἶναι ἡ ζοφερὰ καὶ ἀπελπιστικὴ εἰκὼν, τὴν ὁποίαν παρουσιάζομεν! Ἄλλος λαὸς κατέπληξε πρὸ μικροῦ τὸν κόσμον διὰ τοῦ ἀπαραμίλλου κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν στρατοῦ του, ὅστις ἐξῆλθε νικητὴς καὶ τροπαιοῦχος ἐκ πολέμου κατὰ τοῦ μεγάλου καὶ ἱπποτικοῦ ἔθνους τῶν Ἰσπανῶν. Ἀλλὰ καὶ ὁ λαὸς αὐτὸς δὲν ἐπεκαλέσθη τὴν συνδρομὴν πριγκήπων καὶ Διαδόχων, ἵνα ὀργανωθῇ στρατιωτικῶς. Φιλοπατρία καὶ καλὰ οἰκονομικὰ, τὰ ὁποῖα καὶ αὐτὰ εἶναι ἀποτέλεσμα πολιτικῆς τιμιότητος καὶ πατριωτισμοῦ, αὐτοὶ εἶναι οἱ παράγοντες τῶν καλῶν στρατῶν. Ἀλλὰ διατὶ νὰ ὁμιλῶμεν περὶ τῶν μεγάλων ἐθνῶν; Δὲν βλέπετε, τί γίνεται ἐκεῖ κάτω, εἰς τὴν νότιον Ἀφρικήν; Ἀπεκαλύφθη σύμπασα ἡ ἀνθρωπότης πρὸ τοῦ ἡρωϊσμοῦ μιᾶς δρακός λαοῦ, πολεμοῦντος ὑπὲρ πατρίδος καθ’ ἑνὸς τῶν καλλιτέρων καὶ κραταιοτέρων στρατῶν τοῦ κόσμου. Τίς ὠργάνωσε τὸν στρατὸν τοῦ ἡρωϊκοῦ αὐτοῦ λαοῦ; Τὸν ὠργάνωσαν Βασιλόπαιδες καὶ Διάδοχοι; Πατριωτισμὸς, κύριοι Βουλευταὶ, τὸ ἐπαναλαμβάνω, πατριωτισμὸς καὶ οἰκονομικὰ μέσα, ἰδοὺ οἱ ἀσφαλεῖς δημιουργοὶ καὶ ὀργανωταὶ τῶν στρατῶν. Καὶ δὲν λέγω ταῦτα πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ὅτι ἐμφοροῦμαι ἀντιδυναστικῶν αἰσθημάτων ἢ δημοκρατικῶν φρονημάτων. Ἐξ ἐναντίας, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, τὸν θεσμὸν τῆς Βασιλείας θεωρῶ ὡς σύμβολον πολιτικῆς ἑνότητος καὶ ἀποκαταστάσεως καὶ ὡς σημαίαν πληρώσεως τοῦ ἐθνικοῦ ἰδεώδους. Ἀλλὰ θέλω νὰ ἵσταται ἡ Βασιλεία εἰς τὸ ὕψος, ἔνθα ἔταξεν αὐτὴν ἡ Πολιτεία. Καὶ πολὺ βεβαίως ἐκπίπτει ἐκ τοῦ ὕψους αὐτοῦ ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, ὅταν ζητῇ νὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς πολυδαιδάλου καὶ λαβυρινθώδους καὶ γραφειοκρατικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, διὰ νὰ μὴ προφθάνῃ καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν νὰ ὑπογράφῃ καὶ ν’ ἀναγινώσκῃ ἔγγραφα, καὶ νὰ συγχρωτίζηται μὲ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικοὺς τοῦ γραφείου τῆς Διοικήσεως. Αὐτὰ εἶναι τὰ βασίλεια ἔργα, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀσχολῆται ὁ Διάδοχος; Ἔχει ὁ Διάδοχος, ἂν θέλῃ, ἄλλας ὑψηλὰς καὶ ἀξίας τοῦ ἀξιώματός του ἀσχολίας, αἵτινες πρέπει ν’ ἀπορροφοῦν πᾶσαν τὴν προσοχὴν καὶ τὴν δραστηριότητά του. Ἀσκεῖ ἐπὶ πολλοὺς μῆνας τοῦ ἐνιαυτοῦ τὴν βασιλικὴν ἀρχὴν, ὡς Ἀντιβασιλεὺς, θὰ κληθῇ δὲ βραδύτερον καὶ εἰς τὸν Θρόνον. Ἐκεῖ ἂς ἐργάζηται ἀόκνως καὶ ἐνδελεχῶς, καὶ ἂς ἀφήσῃ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ εἰς χεῖρας ἐκείνων, εἰς οὓς τὴν ἀνέθηκε τὸ πολίτευμα. Δὲν πρέπει νὰ ἐνθαρρύνηται ὑπὲρ πᾶν μέτρον ὁ Διάδοχος ἐκ τῆς αἰθρίας, ἥτις ἐπηκολούθησε μετὰ τὴν καταιγίδα, καθῆκον δ’ ἔχει νὰ μὴ λησμονήσῃ ποτὲ, ὅτι, εἴτε ἐξ ἁπλῆς κακοτυχίας του, εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων, νέφος ἀπαίσιον ἐσκίασε τὴν λαμπηδόνα τοῦ ὑψηλοῦ του ἀξιώματος. Τοῦτο ἔχων πάντοτε κατὰ νοῦν, ἂς μὴ προσπαθῇ νὰ γείνῃ διαχειριστὴς ἀρχῆς, ἡ ὁποία δὲν τῷ προσήκει, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ ὕψους τῆς θέσεώς του ἂς περιάγῃ ἀγαθοποιὸν ὄμμα πανταχοῦ, ἂς βοηθῇ τὸν σεπτὸν αὐτοῦ γεννήτορα εἰς τὴν ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος ἐνεργὸν καὶ ἄγρυπνον ἐποπτείαν πρὸς βελτίωσιν τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας, καὶ ἂς εὔχηται νύκτα καὶ ἡμέραν νὰ τῷ δοθῇ εὐκαιρία, ἵνα διασκεδάσῃ τὴν ἀχλὺν, ἥτις τὸν περιέβαλε. Τότε, ἀλλὰ μόνον τότε, θ’ ἀποδείξῃ ὅτι εἶναι ἐκεῖνος, ὃν ὠνειροπόλησεν ὁ ἀλύτρωτος καὶ ἐλεύθερος Ἑλληνισμὸς, ὅστις μετὰ δακρύων ἱερᾶς καὶ πατριωτικῆς συγκινήσεως ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον ἐσκίρτησεν ὑπὸ χαρᾶς καὶ ἐλπίδων εἰς τὸ ἄκουσμα ὅτι ἐγεννήθη Ἕλλην Ὀρθόδοξος, Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, ὅστις βαπτισθεὶς ἔλαβε τὸ ὄνομα Κωνσταντῖνος. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ πολλῶν ἑδρῶν).

§79ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.

§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρα 8 καὶ 10′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.)

§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κύριος Μαυρομμάτης ἔχει τὸν λόγον.

§82Ε. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἡ ἱστορία, Κύριοι, τῶν τελευταίων τούτων ἐτῶν, ἀφ’ ὅτου δηλαδὴ οἱ Βασιλόπαιδες ἤρξαντο ἐνεργὸν λαμβάνοντες μέρος εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, ἰδίως δὲ ἡ ὀδυνηρὰ ἱστορία τοῦ τελευταίου πολέμου, ἔδει νὰ καθοδηγήσῃ ἡμᾶς εἰς πάντη διάφορα συμπεράσματα ἐκείνων, ἅτινα ὑπαγόρευσαν τὴν ὑποβολὴν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου, εἰς πάντη διαφόρους σκέψεις ἐκείνων, αἵτινες ἐνέπνευσαν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτε, πρὸ ἑνὸς περίπου καὶ ἡμίσεως μηνὸς, ἀπήντα εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Οἰτύλου συνάδελφον καὶ πρώην Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ ἀγόρευσις δ’ ἐκείνη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑπῆρξε κυρίως ἡ εἰσηγητήριος ἔκθεσις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, μετὰ μῆνα περίπου κατόπιν ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἔλεγε δὲ τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς (ἀναγινώσκει): «Ἐν τῷ συνταχθέντι ὑπὸ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὀργανισμῷ εὑρίσκοντο περιορισμοὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ πικρὰ πεῖρα τοῦ παρελθόντος ἀπέδειξεν, ὅτι ὁσοιδήποτε περιορισμοὶ καὶ ὁπωςδήποτε διατυπούμενοι δὲν ἠδύναντο νὰ ἐξασφαλίσωσι τὸν στρατὸν ἐκ τῶν ἐπιδράσεων ἐκείνων, αἵτινες ἀπέβησαν καταστρεπτικαὶ δι’ αὐτόν... Ἐνόμιζον δ’ ὅτι ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἐντελῶς κεχωρισμένη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ὅτι τὴν διοίκησιν ταύτην ἔπρεπε ν’ ἀναλάβῃ ὁ ἀρχαιότερος στρατηγὸς» (ἤτοι ὁ Διάδοχος). Λαμβάνων δ’ ἀφορμὴν ἐκ τῆς περιστάσεως ταύτης ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐξέφραζε τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτοῦ πρὸς τὸν Διάδοχον καὶ τὴν Βασιλείαν δι’ ἐκφράσεων καὶ διὰ τρόπου τῆς χείρονος Βυζαντινῆς ἐποχῆς, ἐξευτελιζουσῶν τὸ δύσμοιρον τοῦτο ἔθνος καὶ παριστωσῶν αὐτὸ, ὅτι «δὲν θὰ ἐσώζετο ἐκ βεβαίας καταστροφῆς ἄνευ τῆς παρεμβάσεως τῆς Βασιλείας». Καὶ ταῦτα, προκειμένου περὶ ἔθνους, ὅπερ μόνον καὶ ἄνευ τοιούτων παρεμβάσεων διεσώθη ἐπὶ δύο χιλιάδας ἔτη, ἐν τῷ μέσῳ καταιγίδων καὶ τρικυμιῶν, αἵτινες εἶχον καταποντίσει τόσα καὶ τόσα ἔθνη!! Βεβαίως, κύριοι συνάδελφοι, εἴπερ τις καὶ ἄλλος ὁμολογῶ, ὅτι καὶ αἱ ἐκ τῆς πολιτικῆς ἐπιδράσεις τὰ μάλιστα συνετέλεσαν εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, ὅτι καὶ αἱ ἐπιδράσεις αὗται ἐνίσχυσαν τὴν τάσιν ἐκείνην τοῦ Ἕλληνος πρὸς ἄρνησιν τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων του, πρὸς ἀποστροφὴν τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Ἐκ τῶν τοιούτων ἐπιδράσεων ἐπήρχοντο αἱ σκανδαλώδεις ἐκεῖναι ἀπαλλαγαί, αἱ ἀθῳώσεις τῶν λιποτακτῶν, ἡ χορήγησις ἀδειῶν, αἱ ἀποσπάσεις, αἱ μεταθέσεις τῶν σωμάτων κλπ. Προεξεῖχον δὲ εἰς πάσας τὰς τοιαύτας ἐνεργείας οἱ ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν ἀναμιγνυόμενοι εἰς τὴν πολιτικήν. Ἀλλὰ πᾶσαι αἱ ἐκ τῆς πολιτικῆς ἐπιδράσεις θὰ ἠδύναντο νὰ ἐκλείψωσιν ἐντελῶς διὰ συνεννοήσεως τῶν πολιτευομένων, καὶ ἰδίως ἁπάντων τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, τῇ παρεμβάσει τοῦ Βασιλέως, ὅπως ἀποσπάσωσι τὸν στρατὸν καὶ τὴν διοίκησιν ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, καὶ διὰ σειρᾶς νομοθετημάτων, ἀπαλλασσόντων καὶ ἡμᾶς τοὺς πολιτευομένους τῆς λυπηρᾶς ἀνάγκης, ἐν ᾗ εὑρισκόμεθα, ν’ ἀναμιγνυώμεθα εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς διοικήσεως. Πρὸς τοῦτο ὅμως ἀπῃτεῖτο πίστις εἰς τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, πολιτικὸς χαρακτὴρ καὶ ἀρχαὶ, εἰλικρινὴς καὶ σταθερὰ θέλησις ἐκ μέρους τῶν πολιτευομένων, ὡς λίαν ὀρθῶς εἶπε καὶ ὁ ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος κ. Ράλλης. Δὲν ἔλεγε δὲ λόγους κενοὺς, λέγων ταῦτα, διότι καὶ ὅσοι δὲν ἔτυχε νὰ συνεργασθῶμεν πολιτικῶς μετ’ αὐτοῦ, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι, καὶ ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἄλλοτε, καὶ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀνύψωσε τὴν Δικαιοσύνην καὶ τὴν Διοίκησιν, καὶ μὲ κίνδυνον νὰ δυσαρεστήσῃ τοὺς φίλους του ἀπέκρουσε τὰς ἐφόδους τῆς συναλλαγῆς. Κατὰ δὲ τὸ 1897, ἐνῷ ἡ συναλλαγὴ ἐμαίνετο εἰς τὰ λοιπὰ Ὑπουργεῖα, ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν οὐδεὶς ἐγένετο διορισμὸς, οὐδεμία μετάθεσις. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶχε πίστιν εἰς τὸ πολίτευμα. Ἀπεδείχθη τοῦτο ἐν τῷ ἐπεισοδίῳ ἐκείνῳ, ὅπερ ἐν παρόδῳ ἔθιξεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος καὶ φίλος κ. Δραγούμης, περὶ οὗ ἐν ἐκτάσει θέλω κατόπιν διαλάβει. Τίνας δὲ περὶ διοικήσεως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε γνώμας, ἀπέδειξε καὶ τῷ 1897, ὅτε εἶχεν ἐντελῶς χειραφετηθῆ, καὶ ἐσχάτως ἔτι, κατὰ τοὺς σκανδαλωδεστάτους ἐκείνους διορισμοὺς τῶν νομαρχῶν, οἵτινες ἀνεστάτωσαν τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν. Τίνας δὲ εἶχε γνώμας περὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, ἀπέδειξε τοῦτο, ὅτε, χειραφετηθεὶς ἐντελῶς διὰ τοῦ θανάτου τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ἀνέπτυξεν ἐν τοῖς κόλποις τοῦ ἐν τῇ Βουλῇ ἐκείνῃ δρῶντος Τρικουπικοῦ κόμματος, τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1896, πρόγραμμα πολεμικῶν παρασκευῶν. Θὰ ἐνδιατρίψω ὀλίγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο καὶ τὰς περὶ στρατιωτικῶν γνώμας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀρκούντως χαρακτηρίζει καὶ σπουδαίως ἐπέδρασεν εἰς τὰ πράγματα τῆς χώρας καὶ τὸν γενόμενον πόλεμον. Παραδόξως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διέβλεπε τότε νέφη εἰς τὸν εὐρωπαϊκὸν ὁρίζοντα, ἐπιβάλλοντα ἡμῖν νὰ παρασκευάσωμεν τὸν στρατὸν πρὸς δρᾶσιν, δι’ ὃ καὶ ἐφρόνει, ὅτι τὸ Τρικουπικὸν κόμμα, προκειμένου νὰ συνέλθῃ μετ’ ὀλίγον ἡ Βουλὴ, ἔδει νὰ ἐμφανισθῇ ἐν αὐτῇ μὲ πρόγραμμα στρατιωτικῶν παρασκευῶν! Διέδιδε μάλιστα, ὅτι εἶχε ῥηθῆ ὑπὸ μεγάλου Ἡγεμόνος τῆς Εὐρώπης, ὅτι, περιστάσεως παρουσιαζομένης, ἔδει νὰ ἐπιδείξῃ ἡ Ἑλλὰς τετελεσμένα γεγονότα! Μακραὶ συζητήσεις ἐγένοντο τότε ἐπὶ τοῦ προκειμένου μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν τῶν ἐντεταλμένων τὴν διαχείρισιν τῶν τοῦ Τρικουπικοῦ κόμματος. Τινὲς ἐξ ἡμῶν, ἐν οἷς καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀντέστημεν κατὰ τοῦ τοιούτου προγράμματος. Ἡμεῖς δὲν ἐβλέπομεν τὰ νέφη ἐκεῖνα εἰς τὸν εὐρωπαϊκὸν ὁρίζοντα, καὶ ἔμεινεν οὗτος, ὡς βλέπετε, ἔκτοτε μέχρι τῆς σήμερον αἴθριος· διεῖπε δὲ, ὡς καὶ νῦν, τὴν Εὐρώπην ἡ τριπλῆ συμμαχία, ἀρκούντως ἰσχυρὰ, ὅπως ἐπιβάλῃ τὴν εἰρήνην, οὐχὶ ὅμως καὶ τοσοῦτον ἰσχυρὰ, ὅπως πρὸς ὄφελός της διαταράξῃ αὐτήν· διηύθυνε δὲ τὴν τριπλῆν συμμαχίαν ὁ Καῖσαρ τῆς Γερμανίας, ὅστις διέκειτο τότε δυσμενῶς πρὸς ἡμᾶς, ἐξ ὑπαιτιότητος, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, τῆς ἡμετέρας Βασιλείας. Διετελοῦμεν δὲ πρὸς τούτοις τότε ἐν πτωχεύσει, καὶ οὔτε δάνειον ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιδιώξωμεν, οὔτε νὰ διαθέσωμεν ὑπὲρ πολεμικῶν παρασκευῶν τὰ φαινομενικὰ περισσεύματα ἐκεῖνα, ἅτινα ἄλλως ἦσαν σταγὼν ὕδατος ἐν ὠκεανῷ. Μακραὶ συζητήσεις ἐγένοντο ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐντὸς τοῦ Τρικουπικοῦ ἐκείνου κόμματος. Πρὸς ἐπιμαρτυρίαν δὲ τούτων λέγω, ὅτι ἐκ τῶν παρισταμένων ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ οἱ κύριοι Τσαμαδὸς, Στάης, Κρίτσας καὶ ἐγὼ ἤμεθα ἐκ τῶν ἀνθισταμένων κατὰ τοῦ τοιούτου προγράμματος...

§83Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπω τι ἐναντίον τῶν παρασκευῶν; Αἱ παρασκευαὶ εἶναι πάντοτε ἀναγκαῖαι.

§84ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Σεῖς ἐλέγετε, ὅτι, διὰ νὰ προβῶμεν εἰς στρατιωτικὰς παρασκευάς, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν χρήματα. Τὰ ὑπάρχοντα δὲ τοιαῦτα, ἅτινα ἔθετον εἰς πειρασμὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, μόλις ἀνήρχοντο εἰς 17,000,000 δραχμὰς, ἤτοι 10,000,000 φράγκα... Συνεπείᾳ δὲ τῶν συζητήσεων ἐκείνων ἀναθέσαμεν εἰς τὸν κ. Τσαμαδὸν καὶ τὸν κ. Μπούμπουλην (μὴ ὄντα Βουλευτὴν, ἀλλ’ ἀκραιφνῆ Τρικουπικὸν καὶ βαθὺν γνώστην τῶν ναυτικῶν πραγμάτων), οἵτινες συσκεφθέντες συνέταξαν εἶδός τι προϋπολογισμοῦ, καθ’ ὃν ὑπελογίσθη, ὅτι δι’ ἀπαραιτήτους στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευὰς, ἤτοι διὰ τηλεβόλα, ὅπλα, πολεμεφόδια, ἵππους, στολὰς κλπ., ἀπητοῦντο τὸ ὀλιγώτερον 52 ἑκατομμύρια χρυσᾶ φράγκα!

§85Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ἀκριβές.

§86ΛΕΒΙΔΗΣ. Πότε ἐγένοντο αὐτά;

§87ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Κατὰ τὸν Ὀκτώβριον ἢ Νοέμβριον τοῦ 1896, πρὸ τοῦ Διαγγέλματος. Μακραὶ δὲ συζητήσεις ἐγένοντο τότε ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς, πρὶν ἢ τὸ ἐν τῇ Βουλῇ ἐκείνῃ Τρικουπικὸν κόμμα συμφωνήσῃ ἐπὶ τοῦ τοιούτου προγράμματος τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν, ἀνέπτυξεν αὐτὸ αἰφνιδίως ἐν τῇ Συνόδῳ ἐκείνῃ. Ἐπελθούσης δυστυχῶς τότε πλειοδοσίας ἐπὶ τῶν τοιούτων προγραμμάτων, τελευταῖος πλειοδότης ἀνεδείχθη ἡ Βασιλεία διὰ τοῦ περιφήμου ἐκείνου Διαγγέλματός της, περιλαμβάνοντος ἀποφάσεις καὶ ἀπαιτήσεις ἀπραγματοποιήτους, ἕνεκα τῆς τότε οἰκονομικῆς καταστάσεως. Παρήχθη οὐχ ἧττον, ὡς ἐκ τούτου, ὁ πολεμικὸς ἐκεῖνος ἐρεθισμὸς, ὑπολανθάνων ἄλλως ἕνεκα τῶν γενομένων ἀδικιῶν κατὰ τοὺς τέως τότε προβιβασμούς. Τὰ τοιαῦτα δὲ προγράμματα τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν καὶ τὸ Διάγγελμα ὑπῆρξαν τὰ κυριώτερα αἴτια τοῦ ἀτυχοῦς ἡμῶν πολέμου...

§88Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πρὸ τοῦ προγράμματος ἐκείνου προηγήθη ἡ ἐμὴ ἀγόρευσις, ἐν ᾗ ἐξέθετον τὰ τῆς καταστάσεως.

§89Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (πρὸς τὸν ἀγορεύοντα). Ὁμιλοῦντες περὶ τῶν συμβάντων τότε κατὰ τὰς συνεδριάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν, συγχέετε δύο πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ συγχέητε. Συγχέετε δαπάνας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦσαν ἀναγκαῖαι πρὸς βελτίωσιν τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦσαν ἀναγκαῖαι, ὅπως συμπληρωθῇ ὁ στόλος, —εἰς τὰς δαπάνας δὲ ταύτας, τὰς φύσει ἐκτάκτους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωμεν διὰ τῶν μέσων τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν τακτικῶν, —συγχέετε τὰς δαπάνας ταύτας μὲ τὰς δαπάνας τὰς τακτικὰς, εἰς ἃς ὁ προϋπολογισμὸς πρέπει νὰ ἐπαρκέσῃ. Ἄλλως τὰ παρ’ ὑμῶν λεγόμενα δὲν εἶναι μυστικά· ἐγὼ ἐξέθηκα ταῦτα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Εἶπον εἰς αὐτὴν, ὅτι, κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, ἦτο ἀνάγκη ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ καὶ διαγράψωμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσωμεν. Ἀλλὰ ποία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ τῆς ἀγορεύσεώς μου ἐκείνης καὶ τῶν συμβάντων κατὰ τὸ 1897; Διέκοψα ὑμᾶς, ὅπως πιστοποιήσω, ὅτι τὸ παρ’ ὑμῶν λεχθὲν δὲν εἶναι ἀκριβὲς, καὶ δὲν δικαιοῦσθε νὰ εἴπητε, ὅτι ὑπεστηρίξαμεν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ.

§90ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἀνατρέχων, κύριε Πρωθυπουργέ, εἰς τὸ παρελθόν, θέλω ν’ ἀποδείξω, τίνας εἴχετε ἰδέας περὶ παρασκευῶν καὶ στρατιωτικῶν πραγμάτων.

§91Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν ταύτην, ὅπως ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα ἐκεῖ, ὅπου ἀκριβῶς εἶναι· παρατηρῶ δὲ, ὅτι, ὅτε ἐγὼ ὡμίλουν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς περὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ, δὲν διηρμήνευον τὰς ἰδέας τοῦ Τρικουπικοῦ κόμματος, ἀλλὰ τὰς ἀτομικάς μου ἰδέας. Ἀπόδειξις δὲ, ὅτι δὲν διηρμήνευον τὰς ἰδέας τοῦ κόμματος, εἶναι ὅτι καὶ ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος δὲν εἴχετε τὰς ἰδέας αὐτὰς, δὲν ἠγέρθητε ἵνα διαμαρτυρηθῆτε, ἀλλ’ ἀνεμείνατε τὸ 1900, τὸν Μάρτιον μῆνα, ἵνα κάμητε λόγον περὶ τῆς ὁμιλίας μου ἐκείνης καὶ διαμαρτυρηθῆτε. Ἐγὼ, ἐπαναλαμβάνω, διηρμήνευον ἰδέας ἰδικάς μου, τὰς ὁποίας συνέπιπτε ν’ ἀποδέχωνται οἱ πλεῖστοι τῶν ἀποτελούντων τὸ Τρικουπικὸν κόμμα, πλὴν τριῶν ἢ τεσσάρων, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ ἀντιπράττωσι.

§92ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἡμεῖς τοσοῦτον δὲν ἀποδεχόμεθα τὰς περὶ πολεμικῶν παρασκευῶν ἰδέας ἐκείνας, θεωροῦντες αὐτὰς ἀπραγματοποιήτους καὶ ἐπιβλαβεῖς, ὥστε ἐτελοῦμεν καὶ εἶδός τι κωλυσιεργίας κατὰ τῶν τοιούτων γνωμῶν ἐντὸς τοῦ κόμματος. Μεταξὺ δὲ τῶν ἀντιδρώντων καὶ κωλυσιεργούντων πρωτηγωνίστει ὁ κ. Τσαμαδός. Ἤμεθα δὲ τότε ἐν ὅλῳ ἑπτὰ, ἤτοι ὁ Σκουλούδης, ὁ Στάης, ὁ Κρίτσας, ὁ Ἀλκιβιάδης Δεληγιάννης, ἐγὼ κλπ.

§93Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταξὺ πόσων;

§94ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Μεταξὺ 14 ἕως 15 παρόντων ἐν Ἀθήναις καὶ 16 ἐν ὅλῳ.

§95Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Καὶ τώρα μεταξὺ ἑκατὸν πενῆντα εἶσθε τέσσαρες!

§96ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Οἱ Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, εἶχον τοιαύτας ἰδέας περὶ στρατοῦ καὶ πολεμικῶν παρασκευῶν, ὥστε διὰ τῶν 17,000,000 (ἐπὶ τοῦ χάρτου) δραχμῶν ἐφρόνουν ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐπαρκέσουν εἰς στρατιωτικὰς παρασκευάς, ἐνῷ, καθ’ ἣν προϋπολογισμὸν εἶχον συντάξει (κατ’ ἀπόφασιν τοῦ κόμματος) οἱ κύριοι Τσαμαδὸς καὶ Μπούμπουλης, ἀπητοῦντο 52,000,000 χρυσᾶ φράγκα.

§97Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν γνωρίζετε τὰς λεπτομερείας τοῦ ζητήματος.

§98ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Διετελοῦμεν τότε εἰς τοιαύτην ἐπικοινωνίαν γνωμῶν καὶ αἰσθημάτων, ὥστε ὑμεῖς μοὶ μετεδίδετε τότε ταύτας, ὡς καὶ ἄλλας, ὅτε δὲν ἐλάμβανον μέρος εἰς τὰς συνεδριάσεις σας.

§99Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζητε αὐτὰ τὰ στρατιωτικὰ τῶν παρασκευῶν, διότι αἱ παρασκευαὶ διαιροῦνται εἰς δύο μέρη, εἰς παρασκευὰς εἰρήνης καὶ εἰς παρασκευὰς πολέμου. Δὲν ἦτο δυνατὸν ἐγὼ ποτὲ νὰ ἀρνηθῶ τὰς παρασκευὰς εἰρήνης εἰς τὸν στρατόν.

§100ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἅπαντα τὰ λεχθέντα ὑπ’ ἐμοῦ εἰσιν ἀκριβέστατα. Ὅπως δήποτε, ἐπῆλθεν ὁ πόλεμος, ἀνετράπη τὸ Ὑπουργεῖον Δηλιγιάννη, καὶ ἐσχηματίσθη τὸ συμμαχικὸν Ὑπουργεῖον ὑπὸ τοῦ κ. Ράλλη καὶ τῶν Τρικουπικῶν. Οἱ κύριοι Θεοτόκης καὶ Τσαμαδὸς, μεταβάντες ἀμέσως εἰς Φάρσαλα, ἵν’ ἀντιληφθῶσιν ἐγγύθεν τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, ἐπανῆλθον ἐντελῶς ἀπηλπισμένοι ἐκ τοῦ στρατοῦ, ὡς ἐπληροφορήθην τοῦτο παρὰ τοῦ κ. Τσαμαδοῦ, ὃν ἅμα ἐπιστρέψαντα εἶχον ἰδεῖ. Ἀλλ’ ἐνῷ ἠδύναντο μετὰ τοῦ ὁμοφρονοῦντος αὐτοῖς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀνακαλοῦντες ἀμέσως καὶ αὐθορμήτως τὸν στρατὸν ἐκ Κρήτης καὶ ἐπικαλούμενοι τὴν παρέμβασιν τῶν τριῶν προστατίδων Δυνάμεων, νὰ συνομολογήσωσι τὴν ἀνακωχὴν, νὰ σταματήσωσι τὸν τουρκικὸν στρατὸν εἰς Λάρισαν καὶ νὰ συνομολογήσωσι τὴν εἰρήνην ὑπὸ πολλῷ κρείττονας ὅρους, μετῆλθεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τὰ κοινὰ ἐκεῖνα τερτίπια, ὡς πρὸς τὴν πρότασιν τῆς μεσολαβήσεως καὶ τὴν ἀνάκλησιν τοῦ στρατοῦ ἐκ Κρήτης, ἅτινα παρείλκυσαν τὰς περὶ μεσολαβήσεως διαπραγματεύσεις καὶ ἔφεραν τοὺς Τούρκους εἰς Λαμίαν...

§101Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀνακριβῆ! ἀνακριβῆ!

§102ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Αὕτη εἶναι ἡ ἱστορία τῶν πραγμάτων, κυρίως δὲ ὑπαίτιος τούτων ὁ ἀνεπιτηδείως διεξάγων τότε τὰς διαπραγματεύσεις Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.

§103Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κύριος Σκουλούδης ὑπαίτιος! Διατὶ ὁ κ. Σκουλούδης;

§104ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Διότι δὲν ἀπετάθη πρὸς τὰς Δυνάμεις, ὡς ἔδει ν’ ἀποταθῇ, σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀνακλήσεως τοῦ στρατοῦ ἐκ Κρήτης.

§105Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος δὲν ἐνθυμεῖται καλῶς. Διατελέσας Πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως, δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἐλέγετε, δὲν εἶναι ἀληθές. Εἴπετε, ὅτι ἐγένοντο αἱ διαπραγματεύσεις περὶ ἀνακωχῆς κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε μὲ τὰ τερτίπια ἐκεῖνα καὶ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ὁ τουρκικὸς στρατὸς νὰ φθάσῃ εἰς Λαμίαν...

§106ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐγὼ κρίνω ἐκ τῶν δημοσιευθέντων ἐγγράφων.

§107Δ. ΡΑΛΛΗΣ. .. Μὴ συγχέετε, παρακαλῶ, τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργείου τῆς 18 Ἀπριλίου μὲ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν πρὸ τοῦ καταρτισμοῦ αὐτοῦ. Τὸ Ὑπουργεῖον κατηρτίσθη τὴν 18 Ἀπριλίου, ὡρκίσθη τὴν 18, οἱ δὲ Τοῦρκοι ἦσαν εἰς τὴν Λάρισαν ἀπὸ τῆς 13. Ὁ πόλεμος ἔκτοτε ἐξηκολούθησεν ἐπὶ ἡμέρας 18, ἓν δ’ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οὐδέποτε κατωρθώθη κατὰ τὸ διάστημα τὸ ἀπὸ τῆς 18 Ἀπριλίου μέχρι τῆς 6 Μαΐου νὰ ἔλθῃ σπουδαίως εἰς ἐπαφὴν ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς μὲ τὸν τουρκικόν· ἐγένετο προσπάθειά τις εἰς Φάρσαλα, ἀλλ’ ὁ στρατὸς ἀπεσύρθη, ἐγένετο ὁμοία τις εἰς Δομοκὸν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖθεν ἀπεσύρθη. Μένει δὲ μόνον τὸ Βελεστῖνον.

§108ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν τῇ 18 Ἀπριλίου, οἱ Τοῦρκοι προσέβαλον τὰ Φάρσαλα τῇ 23, ἐκ τῶν δημοσιευθέντων δὲ ἐγγράφων ἀποδεικνύεται, ὅτι θὰ ἠδύναντο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ διεξαγάγωσι τὸ ζήτημα σκοπιμώτερον.

§109Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον συνεκροτήθη τὴν 18, τὸ ἑσπέρας δὲ τῆς ἰδίας ἡμέρας ἀνεχώρησαν οἱ τότε συνάδελφοί μου, ὁ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἀμέσως τὴν μετεπιοῦσαν, ἢ μᾶλλον μετὰ τὸ μεσονύκτιον τῆς μετεπιούσης, ἐτηλεγράφησαν περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ. Τὴν ἰδίαν ἑσπέραν ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν μετέβη παρὰ τῷ πρεσβευτῇ τῆς Γαλλίας καὶ ὑπέδειξε τὴν ἀνάγκην τῆς μεσολαβήσεως τῶν Δυνάμεων. Ἐγὼ δὲ ἐπίσης τὴν ἐπιοῦσαν μετέβην παρὰ τοῖς πρεσβευταῖς τῆς Γαλλίας καὶ Ρωσίας καὶ ὑπέδειξα τὴν ἀνάγκην, ὅπως χάριν τῆς δημοσίας τάξεως ἐπέλθῃ ἡ ἐπέμβασις τῶν Δυνάμεων ἐξ ἰδίας των πρωτοβουλίας.

§110ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἀκριβῶς κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν δὲν μετῆλθον τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ μετέλθωσι.

§111Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Διατὶ λέγετε ταῦτα; Ἐγὼ διατείνομαι, ὅτι κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ὅ τε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τοιαύτην δραστηριότητα ἀνέπτυξαν, ὥστε εἶναι ἄξιοι εὐγνωμοσύνης καὶ ὄχι ἄξιοι μομφῆς.

§112ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ τὴν δραστηριότητά των.

§113Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πρέπει ν’ ἀμφισβητήσητε τὴν διάθεσιν ἐκείνων, οἵτινες ἐνόμισαν, ὅτι δὲν εἶχεν ἔλθει ἔτι ἡ στιγμή, ὅπως σώσωσι τὴν Ἑλλάδα.

§114ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἀμφισβητῶ τὸ σκόπιμον τοῦ τρόπου τῆς ἐνεργείας των.

§115Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὑπεύθυνος καὶ πρόθυμος νὰ δώσω λόγον. Παρακαλῶ νὰ διατυπώσητε τὰς σκέψεις σας ἀκριβέστερον, ὅπως δυνηθῶ νὰ ἀπαντήσω.

§116ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐγὼ διατυπῶ ἐν παρόδῳ τὰς τοιαύτας αἰτιάσεις μου, ἐκθέτων ποίας ἰδέας εἶχεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ στρατοῦ.

§117Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Λέγετε, ὅτι διετυπώσατε ἐν παρόδῳ τὰς αἰτιάσεις σας· ἀλλ’ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἀνὴρ τῆς περιωπῆς ὑμῶν τοιαύτας ἰδέας δὲν πρέπει νὰ θίγῃ ἐν παρόδῳ. Λέγετε ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὅλα τὰ μέλη τῆς τότε Κυβερνήσεως (διότι ἡμεῖς ἀναλαμβάνομεν πλήρη τὴν εὐθύνην τῶν τότε γενομένων) δὲν ἔπραξαν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ πράξωσι, καὶ ἐγένοντο πρόξενοι ἐθνικῆς βλάβης. Λέγοντες ταῦτα, ἐπιρρίπτετε βαρεῖαν κατηγορίαν, καὶ τὴν κατηγορίαν ταύτην δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιρρίψητε ἐν παρόδῳ, ὡς λέγετε.

§118ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ὑμεῖς, οἵτινες εἴχετε μεταβῆ εἰς Φάρσαλα καὶ εἴχετε ἀντιληφθῆ τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, ἔπρεπε νὰ μεταχειρισθῆτε πᾶν μέσον, ὅπως σταματήσητε τὸ κακόν.

§119Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Αὐτὸ εἶναι κεφάλαιον κατηγορίας κατὰ τῶν τότε Ὑπουργῶν.

§120ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ὄπως δήποτε ἐξηκολούθησεν ὁ πόλεμος. Κατὰ τὸ διάστημα δὲ τοῦτο ἐτελεῖτο εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν συναλλαγὴ τοῦ χειροτέρου εἴδους, ἐνῷ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, ὡς καὶ πρὸ ὀλίγου εἶπον, πρὸς τιμὴν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου κυρίου Ράλλη, οὐδεμία τοιαύτη ἐγίγνετο. Ὑπουργοὶ καὶ Βουλευταί, εἴτε αὐτοὶ, εἴτε δι’ ἀντιπροσώπων των, διέτρεχον τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, φροντίζοντες ἵν’ ἀπαλλάξωσι τοὺς συμπολίτας των, ὁ δὲ γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν εὑρίσκετο πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον εἰς τὴν Ἤπειρον...

§121Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖος; ὁ γραμματεύς μου; Ὁ γραμματεύς μου μετέβη εἰς τὴν Ἤπειρον, ἵνα ἴδῃ τὴν κατάστασιν τῶν πληγωμένων καὶ ἀσθενῶν. Ἐὰν δὲ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τοὺς πίνακας τῶν καταταχθέντων καὶ τῶν λαβόντων ἀδείας, θέλετε ἴδει, ὅτι ἐξ οὐδεμιᾶς ἄλλης ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος κατετάχθησαν ἀναλόγως τοσοῦτοι καὶ ἔλαβον ἀδείας τόσον ὀλίγοι, ὅσοι ἐκ Κερκύρας. Παρακαλῶ μάλιστα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσαγάγῃ τοὺς πίνακας τούτους εἰς τὴν Βουλήν. Ὄλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε, ὑπαγορεύει ὑμῖν ἡ ἐμπάθεια· ἐμπάθεια δὲ ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ. Ἐμπάθεια ὑπαγορεύει ὑμῖν νὰ εἴπητε εἰς πολιτευόμενον, εἰς Ὑπουργὸν, ὅτι ὁ γραμματεύς του διέτρεχε τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἐν ὥρᾳ πολέμου, ἵνα ἀπαλλάξῃ ἢ δώσῃ ἀδείας εἰς τοὺς συμπολίτας του. Μὴ λησμονεῖτε δὲ, ὅτι οἱ Κερκυραῖοι ἐθυσίασαν εἰς τὰ Πέντε Πηγάδια τὴν ζωήν των καὶ ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, καὶ οὐδὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ λέγητε, ὅτι οἱ Κερκυραῖοι προσεπάθουν ν’ ἀποφύγουν τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν στρατιωτικῶν ὑποχρεώσεων.

§122Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀπαλλαγῶν, ἐπρόκειτο περὶ ἀδειῶν· συγχέει δὲ ὁ κύριος συνάδελφος τὰ πράγματα.

§123Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἐγὼ ἤμην εἰς τὴν Ἤπειρον, καὶ δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι οὐδεμία ἄδεια ἐδόθη οὔτε εἰς συμπολίτην μου, οὔτε εἰς συμπολίτην τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ.

§124Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (πρὸς τὸν κ. Μαυρομμάτην). Λαμβάνετε τὰς κατηγορίας τῶν τριόδων καὶ μεταφέρετε αὐτὰς ἐπὶ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς! Πρέπει νὰ ἔχητε ἀποδείξεις περὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων.

§125ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. .. Παρελθούσης τῆς καταστάσεως ἐκείνης καὶ τοῦ πολιτεύματος ἐπανελθόντος εἰς τὴν κανονικὴν τροχιάν του, ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὑποστηριζόμενος ὑπὸ κρατερᾶς καὶ μεγάλης πλειονοψηφίας, πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑποσχέσεων, ἃς εἶχε δώσει, καὶ κατὰ γενικὴν τῆς κοινῆς γνώμης ἀπαίτησιν ὑπέβαλε τὸ σωτήριον ἐκεῖνο νομοσχέδιον περὶ ἀπομακρύνσεως τῶν ἀξιωματικῶν ἀπὸ τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἀντὶ νὰ ὑποστηρίξῃ σπουδαίως τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, — ὅπερ εὐχερῶς θὰ ἐπεψηφίζετο, ἂν ἐπεδείκνυεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ ἑκατοστὸν τῆς ἐπιμονῆς, ἣν ἠναγκάσθη νὰ ἐπιδείξῃ πρὸς ψήφισιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, κατὰ τύπους μόνον ὑποβαλὼν αὐτὸ, — τὸ ἐγκατέλιπεν ἐντελῶς, φοβηθεὶς τὴν κατ’ αὐτοῦ μῆνιν ὀλίγων φίλων του ἀξιωματικῶν Βουλευτῶν! Ὅταν, Κύριοι, Πρωθυπουργοὶ, ὅταν ἡγέται κομμάτων, ἔχοντες τὰ μεγάλα πλεονεκτήματα τοῦ κ. Θεοτόκη (πλεονεκτήματα, ἅτινα ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἀναγνωρίζω, ἀλλ’ ἅτινα οὐδόλως συντελοῦσιν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως) τοιαύτας ἔχωσιν ἰδέας περὶ διοικήσεως τοῦ στρατοῦ καὶ οὕτω δρῶσιν ἐν τούτοις, διαχειριζόμενοι τὴν ἐξουσίαν, ἑπόμενον εἶναι νὰ κρίνωσιν ἐξ ἰδίων καὶ τοὺς ἄλλους, νὰ ἀπελπίζωνται ν’ ἀντιταχθῶσι κατὰ τῶν διαφόρων ἐπιδράσεων δι’ ἄλλων μέσων, καὶ νὰ ζητῶσι νὰ θέσωσιν ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν τοῦ Διαδόχου καὶ τῆς Αὐλῆς καὶ ἑαυτοὺς καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸν στρατόν! Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐὰν, ὡς ἐρρήθη, αἱ ἐπιδράσεις τῆς πολιτικῆς τὰ μάλιστα συνετέλεσαν εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, διὰ τῆς ἀναμίξεως ὅμως τῆς Αὐλῆς, τῶν Βασιλικῶν Ὑπουργείων καὶ τῶν Βασιλοπαίδων εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ χείρονα καὶ μείζονα ἐπῆλθον εἰς τὸν στρατὸν κακὰ, χωρὶς οὐδὲν ἀπολύτως ἐκ τῆς ἀναμίξεως ταύτης νὰ προκύψῃ καλόν. Διὰ τῶν τοιούτων ἐπιδράσεων κυρίως ἀνεστατώθη ὁ προϋπολογισμὸς, παρέλυσεν ἐντελῶς ἡ πειθαρχία ἐν τῷ στρατῷ καὶ τῷ ναυτικῷ, ἐπῆλθε πλήρης σύγχυσις ἐν αὐτοῖς, δημιουργηθεισῶν λεληθότως οὕτω καὶ ἄνευ νόμου δύο ἐξουσιῶν καὶ μὴ δυναμένων τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν νὰ ἐνασκήσωσιν ἐλευθέρως καὶ πλήρη τὴν ἐξουσίαν των. Θέλετε ἀποδείξεις περὶ τούτων; Ἂς ἀνατρέξωμεν, Κύριοι, εἰς τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη, καὶ ἰδίως εἰς τὰ ἀπὸ τοῦ 1892 καὶ ἐντεῦθεν, διότι ἔκτοτε ἄρχεται καὶ ἡ δευτέρα περίοδος τῆς μείζονος δράσεως τῆς Βασιλείας καὶ ἡ ἄμεσος ἀνάμιξις τῶν Βασιλοπαίδων εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ. Καὶ πρὸ παντὸς, Κύριοι, θέλω διαλάβει περὶ τῶν γενομένων κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη προβιβασμῶν, διότι οὗτοι ἰδίως συνετέλεσαν εἰς τὴν ἀναστάτωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς τὴν δυσφήμησιν τοῦ στρατοῦ, παραστήσαντες αὐτὸν ἄθροισμα βαθμοφόρων, καὶ εἰς τὸν ἐν αὐτῷ ἐρεθισμὸν, ὅστις ὑπῆρξε καὶ ἐκ τῶν κυριωτέρων αἰτιῶν τοῦ πολέμου. Ἐρρήθη πάντοτε, πρὸς δικαιολογίαν τῶν προβιβασμῶν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ πληρῶνται τὰ ὑπάρχοντα κενὰ τῶν στελεχῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὡς πληροῦνται τὰ κενὰ καὶ τῶν ἄλλων κλάδων τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν. Παρ’ ὅσα δὲ εἶπε προχθὲς ὁ ἐξ Ἑρμιονίδος συνάδελφος περὶ τῆς ἐπιδράσεως τῆς πολιτικῆς ἐπὶ τῶν προβιβασμῶν, βλέπομεν τοὐναντίον κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη, ὅτι τὰ κοινοβουλευτικὰ Ὑπουργεῖα, διευθυνόντων μάλιστα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν αὐτῶν τούτων τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, Τρικούπη καὶ Δηλιγιάννη, οὐδέποτε προέβησαν εἰς προβιβασμοὺς, εἰ καὶ ἐπόνουν ὑπὲρ πάντα ἄλλον τὸν στρατὸν, εἰ καὶ εἶχον συγγενεῖς ἐν αὐτῷ καὶ ἐπιέζοντο ὑπὸ τῶν φίλων των, οὐχὶ διότι ἦσαν πλήρη τὰ στελέχη, ἀλλὰ διότι τὰ στελέχη ταῦτα ἔδει νὰ ἦσαν πλήρη ὅτε καὶ ὁ στρατὸς καὶ αἱ ἐφεδρεῖαι ἦσαν ἄλλως ὠργανωμέναι καὶ οὐχὶ ὡς διετέλει καὶ ὡς διατελεῖ σήμερον ὁ στρατός· ἄλλως δὲ ἔμενον κενὰ ἐν τῷ στρατῷ καὶ ἕνεκα τῆς καταστάσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς ἔμενον καὶ μένουσι κενὰ καὶ εἰς ἅπαντας τοὺς κλάδους τῆς ὑπηρεσίας. Τοὐναντίον δὲ βλέπομεν, ὅτι, μόλις ἦλθεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ Βασιλικὸν Ὑπουργεῖον τοῦ 1892, ἀμέσως προέβη εἰς ἀπείρους προβιβασμοὺς. Τὸ αὐτὸ δὲ ἐγένετο καὶ ὑπουργοῦντος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ ὑπασπιστοῦ τοῦ Βασιλέως τῷ 1895. Καὶ ἐγένοντο μὲν προβιβασμοὶ καὶ ἐπὶ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Ὑπουργείου τῷ 1896, καθ’ ἃ ὅμως γινώσκω, οἱ γενόμενοι ἐκεῖνοι προβιβασμοὶ ἐγένοντο ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ καὶ τῇ ἐπιδράσει καὶ συνεννοήσει τοῦ ἀντιβασιλεύοντος Διαδόχου μετὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Λυποῦμαι δὲ, διότι δὲν παρίσταται τὴν στιγμὴν ταύτην ὁ ἐκ Γόρτυνος σεβαστὸς Βουλευτὴς, εἰ καὶ ἴσως ἐκ λεπτότητος ἐπιβαλλομένης αὐτῷ θ’ ἀπεπειρᾶτο νὰ μὲ διαψεύσῃ...

§126Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς τὰ λέγετε αὐτά;

§127Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὑποθέτετε, ὅτι ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς εἶναι ἐκ τῶν Πρωθυπουργῶν ἐκείνων, οἵτινες θὰ ἐπέτρεπον νὰ γείνωσι προβιβασμοὶ ἐν ἀγνοίᾳ του;

§128ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Καὶ ἐν τούτοις ὑπεγράφησαν οὗτοι, ἀγνοοῦντος τοῦ κ. Δηλιγιάννη καὶ τῇ ἐπιδράσει τοῦ Διαδόχου ἐπὶ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ κ. Δηλιγιάννης, δυσαρεστηθεὶς ἐπὶ τούτοις, δὲν ἤθελε νὰ δημοσιεύσῃ τοὺς γενομένους προβιβασμούς. Ἐπείσθη δὲ νὰ δημοσιευθῶσιν οὗτοι δι’ ἀνωτέρας παρεμβάσεως, τῇ παρακλήσει τοῦ Διαδόχου καὶ ἵνα μὴ ἐκτεθῇ οὗτος, ἀφοῦ τοὺς ὑπέγραψε, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποσχέσει του, ὅτι δὲν ἤθελε προβῆ εἰς ἑτέρους προβιβασμούς. Οἱ προβιβασμοὶ δὲ ἐκεῖνοι καὶ αἱ γενόμεναι κατ’ αὐτοὺς ἀδικίαι ἀνεστάτωσαν τὸν στρατὸν καὶ συνετέλεσαν εἰς τὸν ἐρεθισμὸν τῶν πνευμάτων ἐν αὐτῷ, καταλήξαντα εἰς τὸν πόλεμον...

§129Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταθέτετε οὕτω τὰς εὐθύνας.

§130ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐγὼ ἁπλῶς θέλω νὰ ἀποδείξω, ὅτι εἰς τοὺς τοιούτους προβιβασμοὺς δὲν ἐπέδρασαν τὰ κοινοβουλευτικὰ Ὑπουργεῖα καὶ ἡ πολιτικὴ, ἀλλ’ ἡ Αὐλὴ καὶ τὰ Βασιλικὰ Ὑπουργεῖα. Ἐπὶ τοῦ τελευταίου δὲ Βασιλικοῦ Ὑπουργείου ἐγένοντο καὶ οἱ σκανδαλωδέστατοι ἐκεῖνοι, μετὰ τὸν πόλεμον, προβιβασμοὶ, οἵτινες ἐδυσφήμησαν τὸν στρατὸν καὶ τὸν τόπον χεῖρον καὶ αὐτοῦ τοῦ πολέμου. Ὑπηρετήσας ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, διατηρήσας μέχρι τῆς σήμερον σχέσεις μετὰ διακεκριμένων πατριωτῶν Ἑλλήνων, σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι τ’ ἀποτελέσματα τοῦ πολέμου δὲν εἶχον ἀπελπίσει τόσον καὶ ἀηδιάσει αὐτοὺς, ὅσον οἱ προβιβασμοὶ οὗτοι· δι’ ὃ καὶ πολλὰς ἔλαβον τότε ἐπιστολὰς, παριστώσας τὸ ἄλγος καὶ τὴν ἐντροπὴν αὐτῶν ἐπὶ τούτοις. Ἂς ἐξετάσωμεν δὲ ἤδη καὶ τὴν ἐπίδρασιν τῆς δράσεως τῶν Βασιλοπαίδων ἐπὶ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, συμπιπτούσης ἐπίσης ταύτης μετὰ τῆς λεγομένης δράσεως τῆς Βασιλείας...

§131ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Δὲν φρονεῖτε, ὅτι ταῦτα εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος;

§132ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Τοὐναντίον· πρόκειται περὶ τῆς πραγματικῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἤτοι περὶ τῆς ἐπιδράσεως καὶ τοῦ χωρισμοῦ τῆς πολιτικῆς ἀπὸ τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ἀναθέσεως τῆς Γενικῆς Διοικήσεως εἰς τὸν Διάδοχον, πρὸς ἀποφυγὴν τῆς τοιαύτης ἐπιδράσεως. Ἡ δευτέρα περίοδος τῆς λεγομένης δράσεως τῆς Βασιλείας ἤρξατο τὴν 17 Φεβρουαρίου 1892 διὰ τῆς τότε ἀποπομπῆς τοῦ Ὑπουργείου Δηλιγιάννη, μεγάλην πλειονοψηφίαν διαθέτοντος ἐν τῇ Βουλῇ ἐκείνῃ. Ἐνῷ, μέχρις οὗ σχηματισθῇ τὸ διάδοχον Ὑπουργεῖον, διεχειρίζετο ἔτι τὴν ὑπηρεσίαν τὸ Ὑπουργεῖον Δηλιγιάννη, ἐγένοντο αἱ πρὸ τῶν Ἀνακτόρων ἐκεῖναι σκηναί. Δοθείσης καὶ τότε εἰς τὸ ἄρθρον 32 τοῦ Συντάγματος τῆς ἑρμηνείας, ἣν ζητοῦσι καὶ ἤδη νὰ δώσωσι, διέθεσεν ὁ Βασιλεὺς τὰς δυνάμεις τοῦ στρατοῦ κατὰ τρόπον, ὥστε οἱ Αὐλικοὶ νὰ ἔλθωσιν εἰς ἐχθρικὴν στάσιν καὶ διαπληκτισμοὺς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, παρισταμένων καὶ ἐπικροτούντων τῶν Βασιλοπαίδων, καὶ νὰ παραστῶμεν εἰς τὸ σκανδαλῶδες ἐκεῖνο θέαμα, ὅπερ παρέλυεν ἐντελῶς τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν καὶ τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου. Αἱ διεξαχθεῖσαι τότε ἐκλογαὶ ἤγαγον εἰς τὴν ἀρχὴν τὸ Κοινοβουλευτικὸν Ὑπουργεῖον τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ὅπερ, παραιτηθὲν πρὸς στιγμὴν τῷ 1893, ἐπανῆλθε καὶ αὖθις εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ ἐκυβέρνα τῷ 1894. Εἶχον τότε γραφῆ ἐν τῇ «Ἀκροπόλει» ἄρθρα τινὰ περὶ στρατοῦ, μετά τινος πικρίας γεγραμμένα. Ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ τὸ ἕνεκα τῶν ἄρθρων ἐκείνων γενόμενον πραξικόπημα κατὰ τῆς «Ἀκροπόλεως» καὶ ὁ πόλεμος ἀπέδειξαν, πόσον πραγματικαὶ ἦσαν αἱ πικραὶ ἐκεῖναι ἀλήθειαι. Ὅπως δήποτε παρέστημεν τότε εἰς τὸ ὀδυνηρὸν ἐκεῖνο θέαμα στρατοῦ συντεταγμένου, μετὰ βοῆς καὶ σαλπίγκων, ἐν πλήρει μεσημβρίᾳ καὶ διὰ τῶν κεντρικωτάτων ὁδῶν τῶν Ἀθηνῶν, προβάντος εἰς τὴν καταστροφὴν τῶν πιεστηρίων καὶ γραφείων τῆς «Ἀκροπόλεως». Ὅτε δὲ βραδύτερον, πληροφορηθεὶς τὰ γενόμενα, μετέβην πρὸ τῶν γραφείων τῆς «Ἀκροπόλεως», ἐξέστην ἐνώπιον τῆς καταστροφῆς ἐκείνης, χαρακτηριζούσης τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ τόπου! Ἐπρόκειτο, Κύριοι, περὶ συρροῆς ἐγκλημάτων, ἤτοι συνωμοσίας, στάσεως, αὐτοδικίας, καταστροφῆς ξένης ἰδιοκτησίας καὶ ἀντιπειθαρχίας. Σπεύσας τότε νὰ μεταβῶ παρὰ τῷ ἀειμνήστῳ Τρικούπῃ, καὶ ὡς πολίτης καὶ ὡς φίλος του Βουλευτὴς, ὅπως διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς τοιαύτης καταστάσεως, καὶ ἀφιχθεὶς εἰς τὸν προθάλαμον τοῦ γραφείου του, εἶδον ὅτι ἦτο περιττὴ ἡ διαμαρτυρία μου. Εἶχε καλέσει παρ’ ἑαυτῷ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἔξαλλος δὲ ἐξ ὀργῆς ἐπὶ τοῖς γενομένοις καὶ διὰ τὴν τοιαύτην κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, παρήγγελλε τῷ Ὑπουργῷ νὰ λάβῃ αὐστηρότατα μέτρα κατὰ τῶν πρωταιτίων. Ἀλλὰ τί ἀπήντησε, νομίζετε, Κύριοι, τότε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν; Ἐὰν ληφθῶσι τοιαῦτα μέτρα, ἔλεγεν ὁ κ. Τσαμαδὸς, πρῶτος πρέπει νὰ τιμωρηθῇ ὁ Διάδοχος, διατελῶν ἐν γνώσει τοῦ τοιούτου κινήματος, ἐπιδοκιμάσας αὐτὸ καὶ παρασυρθεὶς εἰς τοῦτο ὑπὸ τῶν περὶ αὐτόν.

§133Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ἀμέσως μετέβην εἰς τὸ Τηλεγραφεῖον τῶν Ἀνακτόρων καὶ συνεννοήθην μετὰ τοῦ Διαδόχου, βασιλεύοντος τότε, καὶ εὑρισκομένου ἐν Τατοΐῳ, ὅστις κατηγανάκτησε διὰ τοῦτο, καὶ μοὶ ἔδωκεν ἐντολὴν νὰ προβῶ εἰς ὅ,τι μοὶ ἐπέβαλλε τὸ καθῆκόν μου.

§134ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ὅ,τι εἶπον εἶναι ἡ καθαρὰ ἀλήθεια.

§135Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς δύναται νὰ διαψεύσῃ τὴν ἀλήθειαν.

§136Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ ἤμην ἐν γνώσει, καὶ σᾶς λέγω, ὅτι ταῦτα εἶναι ἀληθέστατα.

§137ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Καὶ ἐν τούτοις, Κύριοι, ἡ μεγάλη ἐκείνη καὶ αὐστηρὰ προσωπικότης, ἀνὴρ ἐξόχου θελήσεως, ὡς ὁ Τρικούπης, ἐσταμάτησε πρὸ τῶν τοιούτων προσκομμάτων. Καὶ διετάχθη μὲν τότε καταδίωξις κατὰ τῶν πρωταιτίων ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ παρέστημεν πρὸ τῆς σκανδαλώδους ἐκείνης δίκης, πρὸ τῆς ἀποθεώσεως τοῦ πραξικοπήματος ὑπὸ τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, προκαλέσαντος τὴν ἀθώωσιν τῶν πρωταιτίων. Ὅτε δὲ ὁ Ὑπουργὸς ἠθέλησεν, ἀπέναντι τοιούτου σκανδάλου καὶ χάριν τῆς ἐπὶ τῶν ξένων ἐντυπώσεως, νὰ τιμωρήσῃ διὰ μεταθέσεως τὸν Βασ. Ἐπίτροπον, τὸ διάταγμα ἐκεῖνο δὲν ὑπεγράφη! Βλέπετε ἑπομένως, τί συμβαίνει κατὰ τὴν ἀνάμιξιν εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ προσώπων κατὰ τύπους μὲν ὑπευθύνων, πράγματι δὲ ἀνευθύνων, καθ’ ὧν, ἀναμιγνυομένων ἐπὶ βλάβῃ τοῦ στρατοῦ, οὐδὲν δύναται νὰ ἐνεργηθῇ. Ὀλίγους δὲ μῆνας κατόπιν ἐπῆλθον τὰ συμβάντα τοῦ πεδίου τοῦ Ἄρεως, ὅτε εἴδομεν τὸν Διάδοχον, ὡς ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ, συνωμοτοῦντα κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, τὸν δὲ Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν οὐδὲν δυνάμενον νὰ ἐνεργήσῃ κατὰ τοῦ Διαδόχου, ὡς ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, παρισταμένου ἐκεῖ καὶ παραλύοντος τὰς ἐνεργείας του!...

§138ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ Διάδοχος τότε ἐβασίλευε.

§139ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Πρόκειται ἤδη περὶ τῶν γεγονότων τοῦ πεδίου τοῦ Ἄρεως. Προκειμένου δὲ περὶ τοῦ ἑτέρου γεγονότος, ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὑμεῖς αὐτὸς εἴπετε πρὸς τὸν Τρικούπην, ὅτι, ἂν πρόκειται νὰ γείνωσι καταδιώξεις, πρέπει ν’ ἀρχίσητε ἀπὸ τὸν Διάδοχον.

§140ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀπὸ τὸν Βασιλέα δηλαδή! Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές.

§141ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἀληθέστατον! Ὅπωςδήποτε, ἀνελθόντος κατόπιν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, πολλαὶ συζητήσεις ἐγένοντο κατὰ τὴν Βουλευτικὴν ἐκείνην περίοδον περὶ τῶν Βασιλικῶν Ὑπουργείων, περὶ τοῦ Ναυστάθμου, περὶ τῆς «Μπουμπουλίνας», καθ’ ἃς καὶ πολλαὶ ἐγένοντο ἀποκαλύψεις, εἰς ἃς συνετέλεσε καὶ τὸ τότε Ὑπουργεῖον, καὶ ἰδίως ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ ἤδη ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος. Ὀφείλω ὅμως νὰ παρατηρήσω, ὅτι οὗτος, ἐκ λεπτότητος ἴσως πρὸς τὰ ἐνεχόμενα πρόσωπα, ἕνεκα τῆς θέσεώς του ὡς Ὑπουργοῦ, ἐνῷ ἀπεκάλυπτε, συνεκάλυπτε συνάμα. Ἐὰν ἄλλως ἔπραττε, θὰ ἠδύνατό τις νὰ παραβάλῃ τὰς ἀποκαλύψεις του ἐκείνας πρὸς τὰ μυθολογικὰ ἐκεῖνα βέλη, ἅτινα ἐτίτρωσκον, ἀλλὰ καὶ ἐθεράπευον συνάμα. Ἀλλ’ ἐνῷ διὰ τῶν γενομένων ἀποκαλύψεων καιρίως ἐτίτρωσκεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ τὰς περὶ Βασιλικῶν Ὑπουργείων ἰδέας καὶ τάσεις καὶ τὰ τοῦ Ναυστάθμου καὶ τὰ τῆς «Μπουμπουλίνας», προσπαθῶν ὅμως συγχρόνως, ἐκ λεπτότητος πρὸς τοὺς ἀνευθύνους, νὰ συγκαλύπτῃ τ’ ἀποκαλυπτόμενα ἕλκη, δὲν τὰ ἐθεράπευεν, ἀλλὰ τὰ ἄφινε χαίνοντα, ὄζοντα! Καὶ ὄντως, ὅτε τὸ πρῶτον κατήγγειλα εἰς τὴν Βουλὴν τὰς τερατώδεις ἐκείνας παρανομίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ὑπασπιστῶν τῆς Α. Μ. καὶ ἐζήτησα ἐπὶ ταύταις πληροφορίας, ὁ τότε Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔσπευσαν ἀμέσως τὴν ἐπαύριον νὰ χορηγήσωσι τὰς πληροφορίας, δι’ ὧν ἐπισημοποιοῦντο αἱ γενόμεναι παρανομίαι. Ὅτε δὲ βραδύτερον παρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα τῆς «Μπουμπουλίνας», ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, μετὰ τόλμης τιμώσης τὸν χαρακτῆρά του, ἐξηγέρθη κατὰ τῆς καταστάσεως τοῦ Ναυστάθμου, καὶ ἰδίως κατὰ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ ἀπὸ τῆς τοῦ Ὑπουργείου, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας καὶ τὰς ζητουμένας πληροφορίας δὲν ἠδύνατο νὰ προσαγάγῃ καὶ τὴν ἐξουσίαν του ὡς Ὑπουργοῦ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐνασκήσῃ, διότι ἡ ἐξουσία τοῦ Ναυστάθμου ἦτο ὡς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ὑπέσχετο δὲ, ὅτι προσεχῶς θὰ ἐλάμβανε νομοθετικὴν πρόνοιαν πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ τούτου. Ἀλλ’ ἐνῷ κατὰ τὴν προσεχῆ ἐκείνην Σύνοδον ὑπέβαλε σωρείαν νομοσχεδίων, οὐδὲν τούτων ἀφεώρα εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν τοῦ Ναυστάθμου. Ἐβελτιώθη ἆρά γε δι’ ἄλλου τρόπου ἡ κατάστασίς του; Τοὐναντίον, ἀπεκαλύπτοντο τότε παρανομίαι, κακοδιοίκησις καὶ σπατάλαι, αἵτινες εἰκότως κατέπληξαν τότε τὴν Βουλήν. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι εἰς πάντα ταῦτα οὐδόλως ἐπέδρα ἡ πολιτική. Ἀλλ’ ἐνῷ αἴτιοι τῆς τοιαύτης καταστάσεως τοῦ Ναυστάθμου καὶ τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης ἦσαν ὁ βασιλόπαις Γεώργιος, ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου καὶ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, οὐδὲν ἐνηργήθη κατ’ αὐτῶν, διότι ἦσαν καὶ οὗτοι κατὰ τύπους ὑπεύθυνοι, πράγματι ὅμως ἀνεύθυνοι, καὶ ἐξηκολούθουν διαμένοντες εἰς τὰς θέσεις των, καταγινόμενοι ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ μέγα ἔργον τῆς «Μπουμπουλίνας»! Τί δὲ εἶχε προκύψει τότε καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὅπερ τοσοῦτον εἶχεν ἐγείρει θόρυβον καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ; Λυποῦμαι τῇ ἀληθείᾳ, διότι συνάδελφοι καὶ φίλοι, οἵτινες εἶχον πρωταγωνιστήσει εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, κατελήφθησαν ἔκτοτε ὑπὸ γλωσσοδέτου, ὅστις ἀπέβη, τοὺς διαβεβαιῶ, πρὸς ζημίαν των. Ἐν περιλήψει οὐχ ἧττον ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι Βασιλικὸν Ὑπουργεῖον εἶχε συλλάβει καὶ τὴν μεγαλεπήβολον ἰδέαν νὰ μετασκευάσῃ τὸ μόνον ὁπλιταγωγὸν, τὸ ὁποῖον εἴχομεν, εἰς θαλαμηγόν· ὅτι ἕτερος Ὑπουργὸς, οὐχὶ Βασιλικὸς αὐτὸς, ἀλλὰ στενῶς συνδεόμενος τότε μετὰ τῆς Αὐλῆς, εἶχεν ὑποβάλει καὶ τὸν νόμον περὶ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου καὶ εἶχεν ἀποφασίσει καὶ τὴν μετασκευὴν τῆς «Μπουμπουλίνας»· ἀλλ’ ἐνῷ εἶχον προϋπολογισθῆ πρὸς τοῦτο 50,000 δραχμαὶ, τὸ τρισάθλιον τοῦτο ἔθνος, τὸ χρεωκοπημένον, τὸ περικόπτον τότε καὶ αὐτοὺς τοὺς μισθοὺς τῶν Ἀρεοπαγιτῶν διὰ νὰ ἐξοικονομήσῃ ὀλίγας χιλιάδας δραχμῶν, ἐδαπάνα διὰ τὴν «Μπουμπουλίναν» 3,000,000 δραχμάς!...

§142Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τοῦτο εἶναι ἀνακριβέστατον.

§143ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἀκριβέστατον, κύριε Ὑπουργέ.

§144ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀνακριβέστατον!

§145ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Νὰ τὸ ἀποδείξητε.

§146ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πόσα λοιπὸν ἐξωδεύθησαν;

§147ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. .. Πρὸς τοῦτο δὲ εἶχον διατεθῆ ἐπὶ 4 ἔτη ἅπασαι αἱ δι’ ἐπισκευὴν τοῦ στόλου χορηγούμεναι πιστώσεις, πρὸς τοῦτο καὶ μόνον εἶχεν ὁρισθῆ ἅπασα ἡ ἐργασία τοῦ Ναυστάθμου. Ἂν δὲ ὁ στόλος ἡμῶν εἶχε μείνει ἄνευ ἐπισκευῶν, καίτοι ἕνεκα τούτου ἠθέλησαν νὰ δικαιολογήσωσι τὴν ἀδράνειαν τοῦ στόλου, εἰς τοῦτο βεβαίως συνετέλεσαν καὶ τὰ τῆς «Μπουμπουλίνας».

§148Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καμμία ἔλλειψις δὲν ἦτο.

§149ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Δὲν ἐννοῶ, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ὑπῆρχον ἐλλείψεις ἐν τῷ στόλῳ, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἅπασαι αἱ πιστώσεις, αἱ χορηγηθεῖσαι κατὰ τὰ τέσσαρα τότε ἔτη πρὸς ἐπισκευὴν τοῦ στόλου, καὶ ἅπασα ἡ ἐργασία τοῦ Ναυστάθμου εἶχον διατεθῆ εἰς τὴν μετασκευὴν τῆς «Μπουμπουλίνας»...

§150ΛΕΒΙΔΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς ἀπαντήσω;

§151ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ὄχι.

§152Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Αὐτὸς εἶναι ἁρμόδιος νὰ σᾶς ἀπαντήσῃ, ἂν ἐδαπανήθησαν τὰ 3 ἑκατομμύρια ἢ ὄχι.

§153ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐγὼ ἀναπτύσσω πληροφορίας, τὰς ὁποίας σεῖς τότε ἀντελαμβάνεσθε περισσότερον παντὸς ἄλλου, —ἀφοῦ μὲ διακόπτετε,—σεῖς, μετὰ τοῦ ὁποίου ἀντηλλάσσομεν τότε τὰς ἰδέας μας καὶ ἤμεθα συμφωνότατοι.

§154ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν ἤμεθα σύμφωνοι.

§155ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Συμφωνότατοι. Σεῖς μετεβλήθητε ἐσχάτως καὶ θὰ εἴπω κατόπιν διατί.

§156ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς ὅλα ἴσως λέγετε ἀκριβείας, εἰς αὐτὰ μόνον δὲν εἶσθε ἀκριβεῖς.

§157Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐξ αὐτῶν θὰ κρίνωμεν καὶ περὶ τῶν ἄλλων.

§158ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ παύσουν αἱ διακοπαί.

§159ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐπῆλθε κατόπιν καὶ ὁ πόλεμος. Εἶναι περιττὸν νὰ θίξω καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου δρᾶσιν τῶν Βασιλοπαίδων, καὶ τὴν βλάβην, ἥτις ἐπῆλθεν ὡς ἐκ ταύτης καὶ εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς τὰ τοῦ πολέμου, ἕνεκα τῶν μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ Διαδόχου διαφωνιῶν. Ἐν ἐκτάσει καὶ λίαν ἐγλώττως διέλαβε περὶ πάντων τούτων ὁ ἐκ Πατρῶν συνάδελφος καὶ φίλος κ. Παππαγιαννακόπουλος. Εἴδετε λοιπόν, Κύριοι, τὰς ἐπὶ τοῦ στρατοῦ ἐπιδράσεις τῆς πολιτικῆς, ἃς μετὰ πάσης εἰλικρινείας, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ἐξέθηκα. Εἴδετε ὅμως καὶ τὰς ἐπὶ τοῦ στρατοῦ ἐπιδράσεις τῶν Βασιλοπαίδων καὶ τῶν Βασιλικῶν Ὑπουργείων, ὅτε οὐδόλως ἐπέδρα ἡ πολιτική. Ἐπῆλθον δὲ τοσαῦτα λυπηρὰ ἐκ τῆς τοιαύτης ἐπιδράσεως ἀποτελέσματα, χωρὶς νὰ ἦναι θεσμοθετημένη ἔτι ἡ τοιαύτη ἐπίδρασις, ὡς θεσμοθετεῖται νῦν διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Καὶ ταῦτα πάντα ἐγένοντο, οὐχί, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, διότι οἱ ἀναμιγνυόμενοί εἰσιν ἀνεύθυνοι, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς στενῆς μετὰ τῶν ἀνευθύνων σχέσεώς των καὶ ἰδίως ἕνεκα ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν. Ἐὰν ἔκρινον ἐξ ἰδίων τοὺς ἄλλους, δὲν θὰ ἐνόουν βεβαίως τὰς τοιαύτας ἀδυναμίας, διότι, ἐὰν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἢ τῶν Ναυτικῶν, εὐλαβῶς πρὸς ἕκαστον προσφερόμενος, ἀποδίδων ἑκάστῳ τὸ ἑαυτοῦ, θὰ ἔθετον συνάμα ἕκαστον εἰς τὴν θέσιν του, καὶ θὰ ἤμην λίαν ζηλότυπος τῶν δικαιωμάτων μου καὶ τῶν καθηκόντων μου ὡς Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ αὐστηρὸς πρὸς ἐμαυτὸν, ἐπιεικὴς πρὸς τοὺς ἄλλους, ἐννοῶ καὶ τὰς τοιαύτας ἀδυναμίας μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἐννοῶ καὶ τὴν ἀδυναμίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ νὰ μεταπηδᾷ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸ ἕτερον ἄκρον. Ἕνεκα δὲ τῶν τοιούτων ἀδυναμιῶν τῶν ὑπευθύνων, χάριν αὐτῆς ταύτης τῆς ὑψηλῆς θέσεως τῶν Βασιλοπαίδων, χάριν τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ, θὰ ἐπεθύμουν, οὐ μόνον νὰ μὴ ὑπεβάλλετο τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἀλλὰ, συμφωνῶν πληρέστατα ἐπὶ τοῦ προκειμένου μετὰ τοῦ ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου κ. Λεβίδου, φρονῶ, ὅτι θὰ ἦτο ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον περὶ ἀπομακρύνσεως τῶν Βασιλοπαίδων ἀπὸ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ. Βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, αἱ τελευταῖαι ἐθνικαὶ συμφοραὶ οὐδόλως συνετέλεσαν νὰ ἀνοίξωμεν τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμῶν. Φαίνεται μάλιστα τοὐναντίον, ὅτι ἡ ἀπαισία λάμψις τῶν συμφορῶν τούτων ἐτύφλωσεν ἐντελῶς ἡμᾶς. Δι’ ὃ καὶ βλέπομεν, ὅτι τολμῶσι νῦν νὰ ὑποβάλλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τοιαῦτα νομοσχέδια, καὶ νὰ ὑποστηρίζωσι καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου αὐτὰς ἐκείνας τὰς γνώμας, αἵτινες, λάθρᾳ ἐφαρμοσθεῖσαι κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη, ὑπῆρξαν ἡ κυριωτέρα αἰτία τῶν ἐθνικῶν συμφορῶν. Λυποῦμαι δὲ ἰδίως, διότι τοιαῦται γνῶμαι, ἐκ διαμέτρου ἀντίθετοι πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ὑπεστηρίχθησαν ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες ὑπῆρξαν ἄλλοτε ἐκ τῶν πρωτοστατῶν τοῦ κόμματος, καὶ οἵτινες παρουσιάζονται νῦν ὡς διάδοχοι καὶ διευθύνοντες τὸ κόμμα ἐκείνου. Δι’ ὃ καὶ χάριν ἀρχῶν, ὑπὲρ ὧν ἀείποτε καὶ μέχρι τελευταίας πνοῆς του προεμάχησεν ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, χάριν ἀρχῶν, ἐφ’ ὧν ἑδραιότερον καὶ μετὰ μείζονος πεποιθήσεως θὰ ἐβάδιζε νῦν, ἐὰν ἔζη, χάριν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας ἀλανθάστους ἀπέδειξαν αἱ τελευταῖαι ἐθνικαὶ συμφοραὶ καὶ τὰ ἀπό τινος χρόνου ἐν τῇ Πολιτείᾳ τελούμενα, ἠναγκάσθην, παρὰ τὰς συνηθείας μου, διὰ μακρῶν νὰ λάβω τὸν λόγον, διὰ νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐναντίον τῶν θεσμοθετουμένων διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀρχῶν, αἵτινες, ἐὰν ἐπεκράτουν, ὀλέθρια διὰ τὸν στρατὸν καὶ τὸν τόπον θὰ εἶχον ἀποτελέσματα. Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, ἐκπλήττομαι διότι τοιαύτας ἔχει νῦν γνώμας καὶ τοιαῦτα ὑποβάλλει νομοσχέδια ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ἐκπλήττομαι βεβαίως διὰ τὰς τοιαύτας γνώμας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Καὶ ἄλλοτε, ὀλίγον πρὸ τοῦ θανάτου τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, εἶχεν ἐξενέγκει τοιαύτας γνώμας· εἶχον μάλιστα ἀνακοινωθῆ αὗται τῷ ἀειμνήστῳ Τρικούπῃ, καὶ εἶχεν οὗτος ἐξενέγκει τὰς περὶ τῶν γνωμῶν τούτων κρίσεις του. Πιστεύω, Κύριοι, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ πιστεύω, ὅτι καὶ ὅσοι ἐξ ὑμῶν, ἐν τῇ ἐξάψει τοῦ κομματικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, ὡς δυστυχῶς ὁ ἀνταγωνισμὸς οὗτος διεξάγεται παρ’ ἡμῖν, ἐδείχθητε ἀμείλικτοι πρὸς τὸν Τρικούπην ζῶντα, νῦν ὅμως, ὅτε ὁ ἀπηνὴς θάνατος ἐπράϋνε τὰ τοιαῦτα πάθη, νῦν, ὅτε βλέπετε, τίνες ἐπικάθηνται τῶν ἐδωλίων, ἔνθα ἐκάθητο ἐκεῖνος...

§160Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Καὶ δὲν κάθεσθε σεῖς! Ἀλλὰ τὸ κόμμα θέλει ἡμᾶς, δὲν θέλει σᾶς. Ἡμεῖς ἠγωνιζόμεθα μετ’ αὐτοῦ 25 χρόνια, σὺ ἦσο ὑπάλληλος.

§161ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Σὺ ἔτρεχες εἰς μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν ἔτρεχον, καὶ συνηγελάζεσο μὲ ἐκείνους, μὲ τοὺς ὁποίους ἐγὼ ποτέ!

§162Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σὺ παρουσιάζεσαι τώρα ὡς ἄνθρωπος ὑπηρετήσας τὸν Τρικούπην!

§163ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Θὰ εἴπω καὶ περὶ σοῦ.

§164Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ (πρὸς τὸν κ. Βουδούρην). Τὸν ὑπηρετήσατε, ἀλλὰ τὸν ἐλησμονήσατε. Αὐτὸ λέγει ὁ κ. Βουλευτής.

§165ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Νῦν, λέγω, κύριοι Βουλευταὶ, θὰ κρίνητε ἀπαθέστερον τὴν ἔκτακτον ἐκείνην φυσιογνωμίαν, καὶ θὰ ἐπιθυμῆτε ἑκάστοτε νὰ μανθάνητε τὰς περὶ τῶν κοινῶν γνώμας του. Ἰδίως δὲ ἐπίκαιρον εἶναι νὰ μάθητε, τίνα περὶ τῆς θέσεως τῶν Βασιλοπαίδων ἐν τῷ στρατῷ τὸ ὕστατον εἶχε γνώμην ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, τίνα περὶ τῆς δράσεως τῆς Βασιλείας, καὶ ὑπὸ τίνας περιστάσεις καὶ πῶς ἐξήνεγκεν αὐτάς. Καὶ περὶ μὲν τῆς θέσεως τῶν Βασιλοπαίδων ἐν τῷ στρατῷ καὶ τῷ ναυτικῷ, ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, θελήσας ἐν ἀρχῇ νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ ἐνδιαφέρον αὐτῶν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, καὶ ν’ ἀπασχολήσῃ αὐτοὺς, τοὺς ἔταξεν εἰς ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ὅτε εἶδεν ἐν τῷ ἔργῳ, ὅτι διὰ τῆς ἀναμίξεως τῶν Βασιλοπαίδων ἀνῃρεῖτο ἡ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν, παρεκωλύετο ἡ ἐργασία τῶν Ὑπουργείων, ἐπήρχετο δ’ οὕτω βλάβη καὶ σύγχυσις εἰς τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατοῦ, χωρὶς οὐδὲν ἀπολύτως νὰ προέρχηται ἐκ τῆς ἀναμίξεώς των καλὸν, ὅτε ἰδίως ἐπῆλθον τὰ συμβάντα τῆς «Ἀκροπόλεως» καὶ τοῦ πεδίου τοῦ Ἄρεως, εἶχε λάβει ὁριστικὴν καὶ ἀμετάκλητον ἀπόφασιν νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀπομάκρυνσίν των ἐκ τῆς ἐνεργοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ ὑπηρεσίας. Δὲν εἶμαι δὲ μόνος ἐγὼ κάτοχος τῶν τοιούτων σκέψεων τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη. Εἶχεν ἀνακοινώσει ταύτας εἰς πλείστους ἐξ ἡμῶν. Ἐγίνωσκε δὲ ἰδίως καὶ συνεμερίζετο τὰς γνώμας ταύτας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις, πιστὸς τέως θεματοφύλαξ τῶν τοιούτων γνωμῶν, ἔλεγεν εἰς πάντας, ὅτι «πρῶτον ἔργον ἡμῶν, ἐρχομένων εἰς τὴν ἐξουσίαν, δέον νὰ ἦναι ἡ ἀπομάκρυνσις τῶν Βασιλοπαίδων ἐκ τοῦ στρατοῦ»...

§166Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Αὐτὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ εἶπεν ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης.

§167ΚΡΙΤΣΑΣ. Διατὶ ἡ ἀνυπομονησία αὕτη τῶν Κυρίων; Ἂς ἀφήσωσι τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ ὁμιλήσῃ, καὶ ὕστερον ἂς τὸν ἀντικρούσωσι.

§168ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Σεῖς ἐλέγετε τότε καὶ ἄλλα πολλά.

§169ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Βουλευτά, βεβαιοῦτε ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς σας, ὅτι τὰ ἔλεγε;

§170ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς μου βεβαιῶ, ὅτι ἔλεγε: «Πρῶτον ἔργον ἡμῶν, ἐρχομένων εἰς τὴν ἐξουσίαν, δέον νὰ ᾖναι ἡ ἀπομάκρυνσις τῶν Βασιλοπαίδων ἀπὸ τοῦ στρατοῦ».

§171ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δύνασθε νὰ βεβαιῶτε ὅ,τι θέλετε. Ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι τίποτε ἀπ’ αὐτὰ δὲν εἶναι ἀληθές.

§172ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἀληθέστατα.

§173ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὰ πράγματα μαρτυροῦν ἄλλως.

§174ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν καυχῶμαι ὅτι εἶμαι ὁ μόνος θεματοφύλαξ τῶν μυστικῶν καὶ τῶν γνωμῶν τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη. Πάντες οἱ τέως φίλοι αὐτοῦ γινώσκουσιν αὐτάς, περισσότερον δὲ παντὸς ἄλλου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Τοιαύτην, Κύριοι, ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης εἶχε τὸ ὕστατον γνώμην περὶ τῆς ἐν τῷ στρατῷ θέσεως τῶν Βασιλοπαίδων. Περὶ δὲ τῆς δράσεως τῆς Βασιλείας, τίνα εἶχε γνώμην ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης; Εἰ καὶ ἐν παρόδῳ ἔθιξε τὸ ζήτημα τοῦτο ὁ ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος καὶ φίλος, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, Κύριοι, ἐν μείζονι ἐκτάσει νὰ ἀναπτύξω νῦν τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ διότι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἶναι κυρίως πρωτότοκον τέκνον τῆς δράσεως τῆς Βασιλείας, καὶ διότι ἄλλως ἐξετέθησαν τὰ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐν τῷ Τύπῳ, καὶ διότι εἰμὶ ἐκ τῶν παραστάντων κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην τοῦ Τρικουπικοῦ κόμματος, καθ’ ἣν ἐξετυλίχθησαν ταῦτα. Ὅτε, Κύριοι, κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1896 ὁ τότε Πρωθυπουργὸς καὶ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους ἐκείνου μετὰ τῶν σχετικῶν νομοσχεδίων, συνήλθομεν καὶ ἡμεῖς, οἱ ἐν τῇ Βουλῇ ἐκείνῃ περισωθέντες ναυαγοὶ τοῦ Τρικουπικοῦ κόμματος, ἐν ἰδιαιτέρᾳ τινὶ συνεδριάσει, διὰ νὰ κανονίσωμεν τὴν ἐν τῇ Βουλῇ πορείαν μας. Ἡ θέσις ἡμῶν ἦτο λίαν δυσχερὴς, διότι μετὰ τὴν περίφημον δήλωσιν τοῦ Τρικούπη περὶ τῆς ἀποχῆς του ἀπὸ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς δὲν ἐδικαιούμεθα ἡμεῖς βεβαίως νὰ παρουσιαζώμεθα ἐν τῇ Βουλῇ ἐκείνῃ ὡς ἀντιπροσωπεύοντες τὰς γνώμας ἐκείνου. Δὲν ἠδυνάμεθα ὅμως καὶ νὰ παραιτηθῶμεν τῆς ἐλπίδος, ὅτι θὰ ἐβαίνομεν καὶ αὖθις μετ’ ὀλίγον ὑπὸ τὴν σημαίαν καὶ τὴν ὁδηγίαν τοιούτου ἀρχηγοῦ! Ὁπωσδήποτε, κατὰ τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀνταλλαγὴν τῶν ἰδεῶν μας ὁ τότε καὶ νῦν ἐκ Κερκύρας συνάδελφος καὶ Πρωθυπουργὸς ἀνέπτυξεν ὅτι συμφέρει εἰς τὸ κόμμα νὰ ἐμφανισθῇ ἐν τῇ Βουλῇ μὲ νέον πρόγραμμα, βάσις δὲ τοῦ προγράμματος ἐκείνου ἔδει νὰ ᾖναι ἡ καταδίκη τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὅπως...

§175Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ εἶπον αὐτό! Αὐτὰ εἶναι ἀνακριβῆ.

§176ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Παρακαλῶ, ἀκούσατε· ἀφήσατε νὰ τελειώσω... Ἡ καταδίκη τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὅπως μέχρι τότε ἐλειτούργει παρ’ ἡμῖν...

§177Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἄ!

§178ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Βλέπετε; Δὲν λέγω ἀνακριβείας, κύριε Πρωθυπουργέ, διότι οὐδέποτε ψεῦδος διέφυγε τῶν χειλέων μου... Ἐζητήσατε λοιπὸν νὰ παρουσιάσωμεν ὡς πρόγραμμα τὴν καταδίκην τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὡς μέχρι τότε εἶχε λειτουργήσει παρ’ ἡμῖν, καὶ τὴν ἐπέκτασιν τῶν προνομιῶν καὶ τῆς δράσεως τῆς Βασιλείας.

§179Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι εἶσθε νοημονέστατος, ἀλλὰ κάμετέ μοι καὶ τὴν χάριν νὰ μὴ ὑποθέτητε, ὅτι οἱ ἄλλοι στεροῦνται νοῦ, καὶ νὰ μὴ λέγητε ὅτι ἐγὼ εἶπον ἐνώπιον 16 νοημόνων ἀνδρῶν, ὅτι θέλω τὴν ἐπέκτασιν τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος. Ἐὰν ἐλέγετε ὅτι θέλω τὴν δρᾶσιν τοῦ Στέμματος ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος κανονιζομένων, θὰ ἦσθε ἐν τῇ ἀληθείᾳ, — διότι αὐτὸ εἶπον καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ ἀλήθεια, — λέγοντες ὅμως, ὅτι ἐπρότεινα ἐπέκτασιν τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος, δὲν λέγετε ἀληθῆ. Παρακαλῶ δὲ νὰ πιστεύσητε, ὅτι δὲν ἤθελον ἀποταθῆ εἰς ὑμᾶς, ἵνα συνομόσωμεν κατὰ τοῦ Συντάγματος, ἐὰν τοιαύτην εἶχον ἀνόητον διάθεσιν· θὰ εὕρισκον ἀνθρώπους δυναμένους μᾶλλον ὑμῶν νὰ δράσωσιν. Ἀλλὰ βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι δὲν μοῦ ἐπέρασε ποτὲ ἀπὸ τὸν νοῦν νὰ γείνω συνωμότης, οὔτε νὰ προτείνω εἰς 16 συναδέλφους νὰ συνομόσωμεν πρὸς κατάργησιν τοῦ Συντάγματος· καὶ λέγω νὰ συνομόσωμεν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπεκταθῶσι τὰ προνόμια τοῦ Στέμματος ἄνευ πραξικοπήματος ἢ ἄνευ ἐπαναστάσεως.

§180ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ....

§181Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ ἀνακοινῶτε ἀκριβῶς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τότε εἶπον, καὶ τὰ ὁποῖα θὰ ὑποστηρίξω καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἐφρόνουν τότε καὶ φρονῶ ἀκόμη καὶ σήμερον, ὅτι τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν λειτουργεῖ παρ’ ἡμῖν καθ’ ὃν τρόπον δέον νὰ λειτουργῇ, ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν ἐφαρμόζεται παρ’ ἡμῖν. Ταῦτα ὑπεστήριξα τότε, ταῦτα καὶ σήμερον θὰ ὑποστηρίξω. Καθῆκον ἔχετε, ἐὰν νομίζητε ὅτι ἔχετε δικαίωμα νὰ ποιήσητε ἀνακοινώσεις, νὰ προβῆτε εἰς ταύτας μετ’ ἀκριβείας, καὶ μετ’ ἀκριβείας νὰ ἐπαναλάβητε ὅσα εἶπον· ἐγὼ θέλω δέ, λαμβάνων τὸν λόγον, εἴπει ποία ὑπῆρξεν ἡ διαφωνία ὄχι μεταξὺ ἐμοῦ καὶ ὑμῶν, ἀλλὰ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς· λέγω ὄχι μεταξὺ ἐμοῦ καὶ ὑμῶν, διότι, μεθ’ ὅλον τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ἔχω πρὸς ὑμᾶς, πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, ἐπὶ δεκαπενταετίαν ὑπηρετήσας πιστῶς τὸν ἀρχηγὸν ἡμῶν, οὐδέποτε ἔβλεπον ὑμᾶς εἰς τὰς πολιτικὰς συνεδριάσεις, αἵτινες ὑπὸ τὴν προεδρίαν αὐτοῦ ἐγίνοντο. Δὲν ἠξεύρω, ἐάν ποτε ἐβλέπετε τὸν ἀρχηγὸν ἡμῶν, ἀλλὰ βεβαίως δὲν τὸν ἐβλέπετε ὅτε τὸν ἔβλεπον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μετ’ αὐτοῦ ἀπὸ πολλοῦ χρόνου συνειργάζοντο. Καὶ ὁ λόγος τούτου ἁπλούστατος. Πότε ἐγείνατε σεῖς Τρικουπικός, ἵνα ἔχητε τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῆτε μετὰ τοιούτου στόμφου περὶ Τρικουπικοῦ κόμματος; Τρία ἔτη πρὶν ἀποθάνῃ ὁ ἀρχηγὸς ἡμῶν. Μὴ ὁμιλεῖτε λοιπὸν περὶ Τρικουπικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ δεκαπενταετίαν ἔμειναν πιστοὶ εἰς τὸ κόμμα καὶ εἰς τὸν ἀρχηγόν του, σεῖς, ὁ ὁποῖος τρία μόλις ἔτη πρὸ τοῦ θανάτου τοῦ ἀρχηγοῦ ἡμῶν εἰσήλθετε εἰς τὸ κόμμα, καὶ δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω πῶς εἰσήλθετε...

§182ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐγὼ εἰσῆλθον μὲ τὸν ζῆλον τῶν νεοφωτίστων, ἐνῷ ὁ ἰδικός σας ζῆλος εἶχε μαρανθῆ.

§183Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ περὶ τοῦ ζήλου ὑμῶν δὲν ἀσχολοῦμαι. Ἀλλ’ ὑμεῖς γινώσκετε ποία ὑπῆρξεν ἡ πορεία μου. Πιστῶς ἠκολούθησα τὸν ἀρχηγόν μου, ἀλλ’ ἐτήρησα πάντοτε ἀνεξαρτησίαν γνώμης καὶ ἀπέναντι ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀνώτερος ὅλων ἡμῶν, ἐνῷ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι σήμερον παρουσιάζονται ὡς μόνοι κληρονόμοι τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, οὐδὲν ἕτερον ἦσαν, ὡς καλῶς ἐνθυμεῖσθε, ἢ δοῦλοι τῆς θελήσεως ἐκείνου, ἐγὼ δὲ, ἔχω τὸ θάρρος νὰ εἴπω, χωρὶς οὐδεὶς νὰ μὲ διαψεύσῃ, ὅτι ποτὲ δὲν ἔγεινα δοῦλος. Ἠξεύρετε ὅτι εἰς ὑμᾶς γνωστοὶ οὐδέποτε ὑπεστήριξαν τὴν ἑαυτῶν γνώμην, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσητε, ὅτι μόνος ἴσως ἐγὼ εἶχον τὸ θάρρος νὰ ἐπιμένω εἰς τὴν γνώμην μου, οἱ δὲ ἄλλοι ἐνέδιδον εἰς τὸ «αὐτὸς ἔφα». Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ μὴ ὁμιλῆτε—δὲν ἠξεύρω ἐν ὀνόματι τίνων δικαιωμάτων—ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔμειναν πιστοὶ εἰς τὸν ἀρχηγόν των ἐπὶ δεκαπενταετίαν ὅλην, οἱ ὁποῖοι πάντοτε ἔλεγον πρὸς αὐτὸν τὴν ἀλήθειαν, καὶ τότε ἀκόμη, ὅτε λέγοντες τὴν ἀλήθειαν ἐπολέμουν τὴν γνώμην τοῦ ἀρχηγοῦ των. Τὸ καθῆκόν μου αὐτὸ ἐξετέλεσα πάντοτε καὶ εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις. Ἔχω τὸ θάρρος νὰ εἴπω, ὅτι τὴν γνώμην μου τὴν εἶπον πάντοτε ἐλευθέρως. Πολλάκις ἴσως ἐπλανήθην ἀλλ’ ἔχω τὴν συνείδησίν μου ἥσυχον, διότι πάντοτε ἐτήρησα ἐλευθερίαν γνώμης, καὶ ὅπως ἐτήρησα ταύτην ἀπέναντι τοιούτου ἀρχηγοῦ, πιστεύσατε ὅτι, καὶ ἐν τῇ θέσει ταύτῃ καθήμενος, τηρῶ καὶ θέλω πάντοτε τηρήσει αὐτὴν ἀπέναντι τῶν ὑπεράνω ἐμοῦ ἱσταμένων. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§184ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἂν καὶ ἔχω τὴν μνήμην ἀσθενῆ, τοσαύτην ἐντύπωσιν μοὶ εἶχε προξενήσει τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο, ὥστε ἐπὶ λέξει ἔμεινε κεχαραγμένον ἐν τῇ μνήμῃ μου. Πρῶτος δ’ ἔσχον τότε τὴν τιμὴν νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τοιούτου προγράμματος. Ὀφείλω δὲ νὰ προσθέσω, ὅτι ἐκ τῶν ἐν τῇ συνεδριάσει ἐκείνῃ, ἐκτὸς ἑνὸς ἢ δύο, οἵτινες ἴσως διὰ τῆς σιωπῆς των ἐπεδοκίμαζον τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο, πάντες ὅμως οἱ λοιποὶ ἐξηγέρθησαν κατ’ αὐτοῦ. Πρωτηγωνίστει δὲ κατὰ τὴν τοιαύτην ἐξέγερσιν καὶ τὰς διαμαρτυρίας ὁ κύριος Τσαμαδός. Ἀπέναντι δὲ τῆς τοιαύτης ἐξεγέρσεως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, παρὰ τὸ θάρρος, ὅπερ διακρίνει αὐτὸν, ἐσιώπησεν, ἐγκαταλείψας τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο. Ἔκτοτε μόλις νῦν, δι’ ἄλλης ὁδοῦ, διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἐπανέρχεται εἰς τὰς γνώμας ἐκείνας. Ἀλλ’ αἱ τοιαῦται γνῶμαι ἀνεκοινώθησαν τότε εἰς τὸν ἀείμνηστον Τρικούπην. Ἀνεκοινώθησαν δὲ οὐχὶ βεβαίως ὑφ’ ἡμῶν, τῶν ἐντὸς ἢ τῶν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἐκείνης πολιτικῶν του φίλων, διότι ἡμεῖς, καὶ ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὴν περίφημον δήλωσίν του καὶ διότι ἐντελῆ ἐτήρησε σιωπὴν πρὸς ἐκείνους, οἵτινες εἶχον ἀποπειραθῆ νὰ τὸν ἐξαγάγωσι τῆς σιωπῆς του ταύτης, εἰς οὐδεμίαν μετὰ τοῦ ἀειμνήστου διετελοῦμεν ἐπικοινωνίαν. Παρὰ τὴν μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐντελῆ ἀπὸ τῆς πολιτικῆς ἀηδίαν του καὶ ἀποχήν του, τοσοῦτον ἐξεπλάγη ἐπὶ τῷ τοιούτῳ προγράμματι, ὥστε τὸ πρῶτον καὶ τὸ ὕστατον τότε, ἤτοι 30 περίπου ἡμέρας πρὸ τοῦ θανάτου του, ἐξελθὼν τῆς σιωπῆς του καὶ τῆς ἐπιφυλακτικότητός του, ἔγραφε—τὸ ῥηθὲν ἤδη—ἐν τῇ ἐπιστολῇ ἐκείνῃ: «Αἱ τοιαῦται περὶ ἐπεκτάσεως τῆς δράσεως τῆς Βασιλείας καὶ περὶ τοῦ πολιτεύματος γνῶμαί εἰσιν ἀποτρόπαιοι, καὶ χαίρω, διότι οἱ πολιτικοί μου φίλοι ἐπολέμησαν αὐτάς.» Ὡς ἀποτροπαίους λοιπὸν ἐχαρακτήρισε τὰς τοιαύτας περὶ τοῦ πολιτεύματος καὶ περὶ τῆς δράσεως τῆς Βασιλείας γνώμας ἐκεῖνος, ὅστις ἤθελε τὴν Βασιλείαν ὑψηλὰ ἱσταμένην καὶ ὑπὸ αἴγλης περιβαλλομένην, καὶ ὅστις ἐθυσίασε μέγα μέρος τῆς δημοτικότητός του χάριν τῆς αἴγλης ταύτης, ἐκεῖνος, ὅστις ἤθελε τὴν Βασιλείαν δρῶσαν, ἀλλ’ ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ τόπου καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ὅστις λυπηροτάτην ἔλαβε πεῖραν καὶ τῆς ἐντὸς καὶ τῆς ἐκτὸς τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος δράσεως αὐτῆς. Ἀλλ’ αἱ τοιαῦται περὶ δράσεως τῆς Βασιλείας γνῶμαι οὔτε κἂν τὴν χάριν τῆς πρωτοτυπίας ἔχουσιν. Οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν θ’ ἀπαντήσητε τὰς τοιαύτας γνώμας, οὐχὶ ἐν Κοινοβουλευτικοῖς κύκλοις, ἀλλ’ ἐν Αὐλικοῖς καὶ ἄλλοις κύκλοις, οἵτινες κύριον ἔργον ἔχουσι νὰ ἐξευτελίσωσι τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, παριστῶντες αὐτὸ ὡς ἑστίαν πάντων τῶν κακῶν, τοὺς δὲ Βουλευτὰς ὡς λυμεῶνας, ὡς ἐχθροὺς, νὰ παρουσιάζωσι δὲ ὡς πανάκειαν τὴν δρᾶσιν τῆς Βασιλείας. Καὶ τοῦτο, διότι, μὴ δυνάμενοι νὰ ἱκανοποιήσωσι τὴν μωρὰν φιλοδοξίαν των διὰ τῶν ἀναπεπταμένων πυλῶν τοῦ Κοινοβουλίου, ζητοῦσι νὰ ἱκανοποιήσωσι ταύτην διὰ τῶν στενῶν διαδρόμων τῆς δράσεως τῆς Βασιλείας, ὡς καὶ ἕτεροι ὅμοιοί των ἱκανοποίησαν αὐτὴν μέχρι τοῦδε. Δυστυχῶς δὲ, αἱ τοιαῦται γνῶμαι διεδόθησαν καὶ εἰς ἀνωτέρους κύκλους, εἴδετε δὲ, τὸ παρελθὸν ἔτος, κατὰ τὴν περιοδείαν τοῦ Βασιλέως, πόσα ἐρρήθησαν περὶ Κοινοβουλίου καὶ Βουλευτῶν. Τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, Κύριοι, πανταχοῦ, ἰδίως δὲ ὅπως λειτουργεῖ παρ’ ἡμῖν, ὄντως πολλὰ ἔχει τὰ τρωτὰ μέρη, πολλὰς τὰς ἀτελείας. Ἀλλ’ αὗται δύνανται νὰ ἐκλείψωσιν, ἢ καὶ ἐπαισθητῶς νὰ μειωθῶσι, διὰ κοινῆς συνεννοήσεως τῶν πολιτευομένων καὶ τοῦ Βασιλέως, διὰ σειρᾶς νομοθετημάτων, ἀπαλλαττόντων ἡμᾶς, τοὺς δυστυχεῖς πολιτευομένους, τῆς ἀναποφεύκτου ἀνάγκης, ἐν ᾗ εὑρισκόμεθα, νὰ ἀναμιγνυώμεθα εἰς τὰ ἔργα τῆς Διοικήσεως καὶ τοῦ στρατοῦ. Σειρὰν δὲ καὶ δείγματα τοιούτων νομοθετημάτων παρέσχεν ἡμῖν ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης. Ἀλλὰ, παρὰ πάσας τὰς ἐλλείψεις του, τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἔχει καὶ μέγιστα πλεονεκτήματα. Πρώτιστον δὲ τούτων εἶναι ὁ ἔλεγχος, ὃν ζητοῦσι νὰ ἄρωσι διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ἐὰν ὁ ἔλεγχος οὗτος, Κύριοι, εἶναι ἀναγκαῖος πανταχοῦ, εἶναι βεβαίως ἀπαραίτητος παρ’ ἡμῖν, παρ’ οἷς τὸ αἰσθητήριον τοῦ δικαίου καὶ τοῦ νομίμου ἐλάχιστά ἐστιν ἀνεπτυγμένον. Ἐκ τούτου δὲ καὶ ἡ ἐπιείκεια ἐκείνη τοῦ Ἕλληνος, ἥτις συντελεῖ, ὥστε τὰ πάντα νὰ συγχωρῶμεν, καὶ ἥτις τοὺς πάντας εἰς πάντα ἐνθαρρύνει. Μόνος ἑπομένως ὁ ἔλεγχος δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς φραγμὸς ἀνυπέρβλητος κατὰ τῆς τάσεως τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῶν πλειονοψηφιῶν εἰς αὐθαιρεσίας καὶ παρανομίας. Καὶ διὰ τοῦτο εἴδομεν πολλάκις, καὶ ἐσχάτως ἔτι, πανισχύρους Κυβερνήσεις καὶ πλειονοψηφίας νὰ σταματῶσιν εἰς τὸν κατήφορον τῆς αὐθαιρεσίας καὶ τῆς παρανομίας ἀπέναντι τοῦ ἐλέγχου ὀλίγων εὐθαρσῶν ἀντιπολιτευομένων. Δεύτερον πλεονέκτημα τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ συμβαδίζουσα μετ’ αὐτοῦ ἐλευθεροτυπία. Ὅσῳ καὶ ἂν κατέπεσεν ὁ Τύπος παρ’ ἡμῖν, ὅσῳ καὶ ἂν συνετέλεσε διὰ τῶν ὑπερβολῶν του, ὥστε καὶ οἱ ἔπαινοί του καὶ οἱ ψόγοι του νὰ χάσωσι τὴν σημασίαν των, δέον ὅμως νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι προσήνεγκε καὶ προσφέρει μεγάλας ὑπηρεσίας, ἐνασκῶν τὸν ἔλεγχον ἀπόντος τοῦ Κοινοβουλίου. Τρίτον καὶ μέγιστον προσὸν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἶναι, ὅτι χρησιμεύει ὡς Λυδία λίθος πάσης ἱκανότητος. Οὐδεμία τοιαύτη, ἐπιζητήσασα νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἐστερήθη τῆς τιμῆς ταύτης. Μόλις δὲ εἰσελθοῦσα, διέτρεξε τὸν δρόμον της. Δι’ ὃ καὶ ἀφ’ ὅτου λειτουργεῖ τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἐν Ἑλλάδι, ὅ,τι ἐκλεκτὸν καὶ ἔξοχον παρήγαγεν αὕτη, ἀνεδείχθη καὶ ἀνῆλθεν εἰς τὰ ὕπατα ἀξιώματα διὰ τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀπόδειξις τούτου ἔστωσαν οἱ ἀείμνηστοι Κουμουνδοῦρος, Δεληγεώργης, Τρικούπης,—ἵνα μὴ ὁμιλήσωμεν ἢ περὶ τῶν τεθνεώτων.—Ἀπόδειξις τούτου ἔστω αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλή. Παρὰ τὴν λεγομένην λειψανδρίαν, ὅ,τι ἐκλεκτὸν ἔχει ἡ Ἑλλὰς περιλαμβάνεται ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ. Παρ’ ὅσα δὲ καὶ ἂν ἐρρήθησαν κατὰ τῆς δεδηλωμένης, ἀφ’ ὅτου αὕτη ἐλειτούργησε πράγματι, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1876 μέχρι τοῦ 1892, ἐὰν δὲν ἐπραγματοποιήθησαν πάντες οἱ πόθοι ἡμῶν, παρήχθη οὐχ ἧττον κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ὅ,τι καλὸν ἐγένετο μέχρι τοῦδε παρ’ ἡμῖν. Ἀπέναντι δὲ τῶν τοιούτων πλεονεκτημάτων τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τί βλέπομεν, Κύριοι, ἐν τῇ λεγομένῃ ἐπεκτάσει τῆς δράσεως τῆς Βασιλείας; Ἀντὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, βλέπομεν τὰ Βασιλικὰ ἐκεῖνα Ὑπουργεῖα, τὸ Ὑπουργεῖον ἰδίως ἐκεῖνο τῶν ὑπασπιστῶν τοῦ Βασιλέως, διαπρᾶττον τὰς τερατώδεις ἐκείνας παρανομίας, αἵτινες ἀπεκαλύφθησαν ἐν τῇ παρελθούσῃ Βουλῇ! Εἴδετε δὲ, πῶς προσηνέχθησαν πρὸς ἐκείνους, οἵτινες, ἐν τῷ δικαιώματί των, ἐστιγμάτισεν τὰς παρανομίας ἐκείνας! Φαντασθῆτε δὲ τὸ μοναδικὸν, τὸ τερατῶδες φαινόμενον, Ὑπουργοὺς ἐν Ἑλλάδι ἄνευ χαλινοῦ, ἄνευ ἐλέγχου, ἄνευ εὐθύνης! Ἀπέναντι δὲ τῆς συμβαδιζούσης, ὡς ἐρρήθη, μετὰ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἐλευθεροτυπίας, τί βλέπομεν ἐν τῇ ἐπεκτάσει τῆς δράσεως; Τὴν κατάπτωσιν μεγάλης μερίδος τοῦ Τύπου, παλαιούσης μεταξὺ τῶν ἐπιδράσεων τῆς Ἀνακτορικῆς Ἐπιμελητείας καὶ τοῦ τρόμου, ἕνεκα τῶν γενομένων κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἀδίκων καὶ ἀπηνῶν καταδιώξεων κατὰ τοῦ Τύπου! Ἐνῷ δὲ, ὡς ἐρρήθη, διὰ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, περιῆλθεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ τόπου πάντοτε εἰς τοὺς ἱκανωτέρους, ἐνῷ πανταχοῦ, εἴτε εἰς μοναρχικὰ (Συνταγματικὰ ἢ Κοινοβουλευτικὰ), εἴτε εἰς Δημοκρατικὰ, εἴτε εἰς δεσποτικὰ Κράτη, ἡ Κυβέρνησις περιέρχεται, ἂν ὄχι πάντοτε εἰς τοὺς χρηστοτέρους, ἀείποτε ὅμως εἰς τοὺς ἱκανωτέρους καὶ εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐπεβλήθησαν διὰ μακρῶν καὶ μεγάλων ὑπηρεσιῶν, τί βλέπομεν παρ’ ἡμῖν, ὁσάκις ἐνησκήθη ἡ μείζων δρᾶσις τῆς Βασιλείας; Ποῖα πρόσωπα περιεστοίχισαν αὐτὴν, ἢ εἰς ποῖα πρόσωπα ἀνετέθη ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας, ὁσάκις, ἀκολουθοῦσα τὰς ἐμπνεύσεις της, ἡ Βασιλεία ἐξέλεξεν ἐλευθέρως αὐτά; Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀποδεικνυούσας ὅτι οὐδεμία προφανῶς ἱκανότης ἐξελέγη ἢ ἀνεδείχθη διὰ τῆς δράσεως τῆς Βασιλείας, ἵνα μὴ κατέλθω εἰς προσωπικότητας καὶ εἰς λυπηροτάτας διὰ τὴν δρᾶσιν παραβολάς. Ἐὰν δὲ εἰσέλθωμεν καὶ εἰς τὰ καθέκαστα τῆς δράσεως τῆς Βασιλείας, σταματῶμεν πρὸ παντὸς εἰς δύο περιόδους τῆς τοιαύτης δράσεως, τὴν ἀπὸ τοῦ 1863 μέχρι τοῦ 1875 καὶ τὴν ἀπὸ τοῦ 1892 καὶ ἐντεῦθεν. Ὅτε, Κύριοι, νεώτατος, κατὰ τὸ 1870, ὑπηρέτουν ἐν Ῥουμανίᾳ, τὸ Κράτος ἐκεῖνο διετέλει εἰς πολλῷ χείρονα ἡμῶν κατάστασιν. Ἐγγύθεν ἀντιληφθεὶς τῆς τοιαύτης καταστάσεως, παρὰ τὴν ἀπαισιοδοξίαν, ἥτις διακρίνει πάντας τοὺς Ἕλληνας, προκειμένου περὶ τῶν καθ’ ἡμᾶς, εἶπον: «Δόξα τῷ Θεῷ, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι χείρονες ἡμῶν!» Ἐν τούτοις, χάρις τῷ ἡγεμόνι Καρόλῳ, ἐντὸς δέκα ἐτῶν καὶ στρατὸς καὶ διοίκησις καὶ τὰ πάντα ἐδημιουργήθησαν ἐκ τοῦ μηδενός. Ὑπῆρχον καὶ ἐκεῖ προσωπικὰ κόμματα, ἄνευ ἀρχῶν, ἄνευ παραδόσεων, τὰ τῶν λεγομένων συντηρητικῶν καὶ τὰ τῶν φιλελευθέρων. Ἀλλ’ ὁ ἡγεμὼν Κάρολος δὲν ἐφρόνει, ὅτι τὰ κόμματά εἰσιν ἐπικίνδυνα εἰς τὴν Βασιλείαν (ἂν καὶ συνώμοσαν τῷ 1870 κατ’ αὐτοῦ) καὶ ὅτι ἕνεκα τούτου ἔδει νὰ ὑποδιαιρεθῶσι καὶ νὰ ἐξασθενήσωσι. Τουναντίον συνετέλεσε νὰ ἠθικοποιηθῶσι, νὰ παγιωθῶσι καὶ νὰ στερεωθῶσι τὰ κόμματα ταῦτα, ὑποστηρίξας διαδοχικῶς ἀμφότερα. Οὕτω δὲ, ὑποστηρίξας ἐκθύμως καὶ διαδοχικῶς καὶ τὰς ἐκ τῶν δύο τούτων κομμάτων ὁρμωμένας Κυβερνήσεις, καὶ συντελέσας εἰς τὸ νὰ διατηρηθῇ ἐπὶ δεκαετίαν περίπου ἑκάστη τῶν Κυβερνήσεων τούτων, συνετέλεσεν ἐν ταυτῷ εἰς τὸ νὰ ἐπέλθωσιν ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν ἐν Ῥουμανίᾳ αἱ καταπληκτικαὶ ἐκεῖναι μεταβολαὶ, αἵτινες κατέστησαν ἀγνώριστον τὴν εὐδαίμονα ἐκείνην χώραν, καὶ ἐπίζηλον τὴν συμμαχίαν της. Καὶ παρ’ ἡμῖν δὲ ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1862 εἶχε δημιουργήσει δύο οἱονεὶ κόμματα, κατ’ ἀπομίμησιν τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως, τὸ τῶν Πεδινῶν καὶ τὸ τῶν Ὀρεινῶν. Ἐν ἀμφοτέροις τούτοις τοῖς κόμμασι καὶ παρ’ αὐτοῖς ὑπῆρχον ἐπιφανέστατοι, ἱκανώτατοι καὶ χρηστότατοι ἄνδρες, παρέχοντες ἄριστον ὑλικόν, ὅπως διὰ τούτων παγιωθῶσι δύο μεγάλα κόμματα, κυβερνῶντα ἐκ περιτροπῆς τὸν τόπον. Τοιαῦται δὲ Κυβερνήσεις, θερμῶς καὶ εἰλικρινῶς ὑποστηριζόμεναι ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, πολλὰ θὰ ἠδύναντο νὰ κατορθώσωσιν ὑπὲρ τοῦ ἔθνους, καὶ ἄλλη θὰ ἦτο σήμερον ἡ θέσις ἡμῶν. Δυστυχῶς οἱ κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ξένοι σύμβουλοι τοῦ Στέμματος, ἢ καὶ οἱ ἐκ τῶν ἡμετέρων ἐκεῖνοι, οἵτινες, ὡς σήμερον, συνεβούλευον τὴν δρᾶσιν τοῦ Στέμματος, ἐφρόνουν ὅτι τὰ μεγάλα κόμματά εἰσιν ἐπικίνδυνα εἰς τὴν Βασιλείαν καὶ εἰς τὸν τόπον, καὶ ὅτι συνέφερε διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἐξασθενήσωσιν αὐτά. Οὕτω δὲ, ἀντὶ ἀπὸ τοῦ 1863 καὶ ἐντεῦθεν νὰ ἔχωμεν διαδοχικῶς δύο μεγάλα Ὑπουργεῖα, μὲ Πρωθυπουργοὺς καὶ Ἐπιτελεῖα ὡς τὸν Βούλγαρην, τὸν Κανάρην, τὸν Χρηστίδην, τὸν Κουμουνδοῦρον, τὸν Γρίβαν, τὸν Δεληγεώργην, τὸν Ζαΐμην, τὸν Τρικούπην, τὸν Δηλιγιάννην καὶ τοὺς τοιούτους, βλέπομεν ἐν διαστήματι πέντε περίπου ἐτῶν 6 ἢ 7 διάφορα Ὑπουργεῖα, ὑπὸ 6 ἢ 7 διαφόρους Πρωθυπουργούς. Οὕτω δὲ ἐπῆλθον τὰ ἡμερόβια ἐκεῖνα Ὑπουργεῖα, αἱ συχναὶ διαλύσεις τῶν Βουλῶν αἱ ἐκνευρίσασαι τὸ δύστηνον τοῦτο Κράτος καὶ καταστήσασαι ἀδύνατον τὴν διοργάνωσιν τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς διοικήσεως, μέχρις οὗ ἀπὸ τοῦ 1875 ἐφηρμόσθη (οὐχὶ πάντοτε εἰλικρινῶς) τὸ δόγμα τῆς δεδηλωμένης τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ὅπερ τοσοῦτον ἐσυκοφαντήθη καὶ διεβλήθη. Ἔκτοτε ἐν τούτοις ἐπαγιώθη τάξις τις πραγμάτων καὶ ποιά τις μονιμοποίησις Κυβερνήσεως καὶ Διοικήσεως. Ἀλλ’ ἀνετράπη δυστυχῶς τὸ δόγμα τοῦτο τῇ 17 Φεβρουαρίου τοῦ 1892 διὰ τῶν ἀναφανεισῶν καὶ αὖθις ἔκτοτε ἰδεῶν τῆς δράσεως τῆς Βασιλείας, αἵτινες κατέληξαν εἰς τὰς τελευταίας ἐθνικὰς συμφορὰς καὶ εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων. Ἐνῷ λοιπὸν ἡ συνήθης δρᾶσις τῆς Βασιλείας οὐδέποτε ἐχρησιμοποιήθη πρὸς τὸ καλὸν τοῦ τόπου, εἴδετε καὶ πόσα κακὰ ἐπῆλθον εἰς τὸν στρατὸν, εἰς τὴν διοίκησιν καὶ εἰς τὸν τόπον διὰ τῶν γνωμῶν τῆς ἐπεκτάσεως τῆς δράσεως ταύτης. Ἐν τούτοις τὴν τοιαύτην δρᾶσιν, ἤτοι τὴν κατάργησιν τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης καὶ τὴν παρὰ τὸ Σύνταγμα ἐνέργειαν τῶν κατὰ τύπους ὑπευθύνων, πράγματι ὅμως ἀνευθύνων, ζητοῦσι νῦν νὰ ἐπιβάλωσι διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου! Λυποῦμαι πολὺ, Κύριοι, διότι, διὰ τῆς μακρᾶς ἀγορεύσεώς μου ἐκούρασα ὑμᾶς, λυποῦμαι δὲ ἰδίως διότι καὶ εἰς προσωπικότητας ἠναγκάσθην νὰ παρασυρθῶ, δι’ ὃ καὶ αἰτοῦμαι συγγνώμην Ἀλλ’ ἦτο, φρονῶ, καιρὸς νὰ ῥηθῇ ἡ ἁγνὴ, ἡ ἀμείλικτος, ἡ πικρὰ ἀλήθεια. Ἐν ταῖς ἰδέαις, Κύριοι, αἵτινες σήμερον ἐπικρατοῦσιν ἐν τῷ ἔθνει, ἐν τοῖς κινδύνοις, οἵτινες ἀπειλοῦσιν ἡμᾶς ἕνεκα τῶν ἰδεῶν τούτων, ἀληθεῖς φίλοι τῆς Βασιλείας εἰσὶν ἐκεῖνοι, οἵτινες ὁμιλοῦσιν ὡς ἡμεῖς περὶ τῆς δράσεως αὐτῆς καὶ περὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, καὶ οὐχὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες, εὐσυνειδήτως ἢ ἀσυνειδήτως, ἀπὸ πεποιθήσεως ἢ ἀπὸ ταπεινῆς ὑστεροβουλίας, ἐξευτελίζουσιν ἀπαύστως τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, παριστῶντες αὐτὸ ὡς αἰτίαν πάντων τῶν κακῶν, καὶ προτείνοντες ὡς πανάκειαν τὴν δρᾶσιν τῆς Βασιλείας, ἐνῷ λυπηροτάτην ἐλάβομεν πεῖραν τῆς δράσεως ταύτης. Ἐν πεποιθήσει μάλιστα φρονῶν, ὅτι ἡ Βασιλεία ἀναποσπάστως συνδέεται μετὰ τοῦ μέλλοντος καὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἔθνους, βλέπων δ’ ὅτι διὰ τοιούτων περὶ δράσεως τῆς Βασιλείας γνωμῶν διασαλεύονται τὰ θεμέλια τῆς παρούσης τάξεως τῶν πραγμάτων, ὑπολαμβάνω ἐχθροὺς τῆς Βασιλείας ἐκείνους, οἵτινες διὰ τοιούτων νομοσχεδίων συντελοῦσι νὰ ἀνατρέπωνται ἐντελῶς τὰ θεμέλια ταῦτα. Δι’ ὃ καὶ ἐπικαλοῦμαι κατὰ τῶν τοιούτων ἀνατρεπτικῶν ἰδεῶν τὴν σύμπραξιν πάντων τῶν κομμάτων. Ἰδίως δὲ, ἐπικαλούμενος τὴν ὑποστήριξιν τῶν τοιούτων ὑπὲρ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ κατὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς δράσεως τῆς Βασιλείας γνωμῶν, ἀπευθύνομαι πρὸς τοὺς ὀπαδοὺς τῶν ἀρχῶν τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ὅστις ὡς ἀποτροπαίους εἶχε χαρακτηρίσει τὰς τοιαύτας κατὰ τοῦ πολιτεύματος καὶ ὑπὲρ τῆς δράσεως τῆς Βασιλείας γνώμας. Εἴτε ἐξακολουθήσωσιν οὗτοι ὑπάρχοντες ὡς Τρικουπικὸν κόμμα, εἴτε, ὑφιστάμενοι τὴν τύχην τῶν προσωπικῶν κομμάτων, διασκορπισθῶσιν εἰς τὰ διάφορα κόμματα, φέροντες πανταχοῦ μεθ’ ἑαυτῶν τὰς γνησίας Τρικουπικὰς γνώμας, θὰ προσφέρωσι πραγματικὰς ὑπηρεσίας εἰς τὴν πατρίδα. Ἂς ἔχωσι δὲ τὴν βεβαιότητα, ὅτι, ὅταν θᾶττον ἢ βράδιον τεθῇ καθαρῶς τὸ ζήτημα ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅταν οὗτος δηλ. κληθῇ νὰ ἐκλέξῃ μεταξὺ τῶν γελωτοποιῶν ἐκείνων, οἵτινες τοιαύτας περὶ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ περὶ τῆς δράσεως τῆς Βασιλείας ἐπαγγέλλονται γνώμας, καὶ ἐκείνων, οἵτινες ζητοῦσι τὴν πιστὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, καὶ τὴν ἀπαλλαγὴν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν περιστοιχούντων αὐτὸ κακῶν διὰ καταλλήλων νομοθετημάτων, ὅταν ἔλθῃ, λέγω, ἡ ὥρα ἐκείνη, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς οὐδεμίαν θὰ εὕρῃ δυσκολίαν εἰς τὴν ἀπόφασίν του καὶ τὴν ἐκλογήν του.

§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.

§186Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐζήτησα τὸν λόγον, ὅπως ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Βονίτσης Βουλευτὴν, δὲν ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα ἀπαντήσω εἰς αὐτὸν, διότι ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ἀγόρευσίς του οὐδὲν ἕτερον ἦτο ἢ ἀνακρίβεια ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους. Βεβαίως δὲν θέλω ἀποφύγει, ἵνα εἴς τινα σημεῖα τῆς ἀγορεύσεως ταύτης ἀπαντήσω, καὶ τοῦτο, ὅπως ἐμποδίσω, ἵνα αἱ ἀνακρίβειαι αὗται, ἔστω καὶ πρὸς στιγμὴν, πιστευθῶσιν, ἀλλὰ θέλω συναντήσει τὰς ἀνακριβείας ταύτας κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου. Λυποῦμαι, Κύριοι, λαμβάνων τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοσούτων ἡμερῶν συζητεῖται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν παρίσταται ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής· διότι, ἐὰν παρίστατο κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην, καθῆκον ἤθελον θεωρήσει νὰ ἀπαντήσω εἰς μέρη τινὰ τῆς ἀγορεύσεώς του, τὰ ὁποῖα προεκλήθησαν ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ.

§187ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν πληροφορίαν;

§188Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ.

§189ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πιστεύω ὅτι θὰ ἦναι εἰς θέσιν αὔριον νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν.

§190Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. τὰ ὁποῖα, λέγω, προεκλήθησαν ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, καὶ τὰ ὁποῖα κατ’ ἐμὲ χρήζουσιν ἀπαντήσεως. Ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι περίστασις πρὸς τοῦτο θέλει ἴσως ἄλλοτε παρουσιασθῇ, καὶ περιορίζομαι εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο διὰ μακρῶν συνεζητήθησαν. Πολλαὶ ἀνεπτύχθησαν ἰδέαι εἴτε ὑπὲρ εἴτε κατὰ τοῦ νομοσχεδίου· ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσιν ὅμως οἱ λαβόντες ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον νὰ εἴπω, ὅτι τὰ ζητήματα τὰ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀπορρέοντα καθώρισεν ἀκριβέστατα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ εἴπω, ὅτι τὰ ζητήματα, ὅπως ἐτέθησαν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Λεβίδου, εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀπασχολήσωσι τὴν Βουλήν, εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προκαλέσωσι τὴν σύντονον προσοχὴν αὐτῆς. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ἀγορεύσας ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐξήτασε πρῶτον, ἂν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἶναι συνταγματικὸν, ἢ ἂν ἀπ’ ἐναντίας εἶναι ἀντισυνταγματικόν· ἐξήτασε δεύτερον, ἂν τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν εἶναι ὠφέλιμον εἰς τὸν στρατὸν ἢ ἀπ’ ἐναντίας ἐπιζήμιον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ· ἐξήτασε τρίτον, ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ψηφιζόμενον θὰ ἦναι ἐπικίνδυνον διὰ τὸν Διάδοχον καὶ τὴν Βασιλείαν. Ἐν τῇ ἐξετάσει τῶν τριῶν τούτων ζητημάτων ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέπτυξεν εὐγλώττως τὰ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου κύρια ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα εὐγλώττως ἐπίσης πολλοὶ ἄλλοι μετ’ αὐτὸν ἀνέπτυξαν. Θέλω, συζητῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀκολουθήσει τὴν αὐτὴν τάξιν, ἀρχόμενος ἀπὸ τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον εἶναι συνταγματικὸν ἢ ἀπ’ ἐναντίας εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Δύο διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἐπεκαλέσθησαν κυρίως οἱ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀγορεύσαντες· τὴν πρώτην, τοῦ ἄρθρου 29, τὴν ἀναγνωρίζουσαν τὸ ἀνεύθυνον τοῦ Βασιλέως, τὴν δευτέραν, τοῦ ἄρθρου 77, δυνάμει τῆς ὁποίας οἱ Βασιλόπαιδες δὲν δύνανται νὰ διατελῶσιν Ὑπουργοί. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ὑπάρχει τι ἐν τῷ γράμματι τῶν διατάξεων τούτων τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον νὰ χαρακτηρίζῃ τὸ ὑποβληθὲν εἰς ὑμᾶς νομοσχέδιον ὡς ἀντισυνταγματικόν; Ὑπάρχει διάταξις, κηρύττουσα τὸν Διάδοχον ἀνεύθυνον καὶ ἑπομένως μὴ δυνάμενον νὰ κατέχῃ θέσιν συνεπαγομένην εὐθύνας; Ὑπάρχει διάταξις, κηρύττουσα ὅτι ὁ Διάδοχος δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀρχηγὸς, διοικητὴς τοῦ στρατοῦ; Οὐδεμία τοιαύτη διάταξις ὑπάρχει, οὐδεμία διάταξις ὑπάρχει, ἡ ὁποία διὰ τοῦ γράμματος αὐτῆς νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς ὑμᾶς, ὅπως τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον χαρακτηρίσητε ὡς ἀντισυνταγματικόν. Ἀλλὰ λέγει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής: «ἂν ὁ Διάδοχος τύποις εἶναι ὑπεύθυνος, κατ’ οὐσίαν εἶναι ἀνεύθυνος, καὶ ὡς τοιοῦτος, δὲν δύναται νὰ ἀναλάβῃ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, διότι ἡ διοίκησις ἐπάγεται εὐθύνας, αἵτινες δὲν συμβιβάζονται μὲ τὸ κατ’ οὐσίαν ἀνεύθυνον». Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἂν τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν δοθεῖσαν εἰς αὐτὸ ἑρμηνείαν, ἀναγνωρίζει τὸ ἀνεύθυνον κατ’ οὐσίαν τοῦ Διαδόχου καὶ τῶν πριγκήπων, πῶς ὑπὸ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων, αἵτινες διῴκησαν τὴν χώραν, ἐδόθησαν εἰς τοὺς Βασιλόπαιδας βαθμοί; Πῶς, ἂν τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος δὲν ἐπιτρέπει τοῦτο, ἢ τοὐλάχιστον ἂν τὸ πνεῦμα αὐτοῦ ἀπαγορεύει τοῦτο, πῶς ἅπασαι αἱ Κυβερνήσεις διώρισαν τοὺς Βασιλόπαιδας ταγματάρχας, ἀντισυνταγματάρχας, συνταγματάρχας, πλοιάρχους, στρατηγούς; Πῶς ὑμεῖς, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς, (ἀποτείνεται πρὸς τὸν κ. Λεβίδην) ἀνεθέσατε τὴν διεύθυνσιν τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης εἰς τὸν πρίγκηπα Γεώργιον; πῶς ἀνεθέσατε εἰς αὐτὸν ὑπηρεσίαν ἐπαγομένην εὐθύνην; Πῶς, ἂν ἔχετε τὴν γνώμην, ὅτι οἱ Βασιλόπαιδες οὐδεμίαν δύνανται νὰ ἀναλάβωσιν ὑπηρεσίαν ἐπαγομένην εὐθύνην, πῶς συνηνέσατε, ὅπως ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, τῆς ὁποίας ἀπετελεῖτε μέρος, ἀναθέσῃ εἰς τὸν Διάδοχον τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ ἐν πολέμῳ; Ἢ τὸ ἐπιχείρημά σας ἔχει ἀξίαν, καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος ἀπαγορεύει, ἵνα οἱ Βασιλόπαιδες ἀναλάβωσιν ὑπηρεσίαν ἐπαγομένην εὐθύνην, καὶ τότε ἅπαντα τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα παρ’ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων κακῶς ἐγένοντο, καὶ ἡ ἐνέργεια αὐτῶν ἦτο ἀντισυνταγματικὴ, καὶ πρέπει νὰ δηλώσητε ὅτι ταῦτα κακῶς ἐγένοντο, ὅτι ἅπασαι αἱ Κυβερνήσεις ἀντισυνταγματικῶς ἐνήργησαν, ἢ, ἂν τὴν δήλωσιν ταύτην δὲν ποιήσητε,—καὶ βεβαίως δὲν θὰ τὴν κάμητε,—τότε οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχει ἡ ἔνστασις τῆς ἀντισυνταγματικότητος, οὐδεμίαν βαρύτητα δύναται ἡ ἔνστασις νὰ ἔχῃ ἐν τῷ ζητήματι, ὅπερ ἀπασχολεῖ ἡμᾶς, καὶ ἐπιτρέπεται εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω, ὅτι ἠθελήσατε, ταύτην προτείνοντες νὰ παραστήσητε τοὺς ὑποβαλόντας τὸ νομοσχέδιον ὡς κακοβούλως ἐνεργοῦντας, ὡς ἀθετοῦντας τοὺς θεσμοὺς καὶ ὡς παρασκευάζοντας διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἠξεύρω ποίαν κατὰ τῶν θεσμῶν ἐπικίνδυνον ἐκστρατείαν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀντισυνταγματικὸν τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον· ἀπέδειξα τοῦτο διὰ τρόπου ἀναμφισβητήτου. Καὶ ἠσθάνθησαν πολλοὶ τῶν ἀγορευσάντων τὴν ὀλίγην ἀξίαν τοῦ ἐπιχειρήματός των, ὅπως δ’ ἀποφύγωσι τὴν δυσκολίαν, ἐφεῦρον ἄλλο ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον δύναται ἴσως νὰ ἔχῃ ὄψιν μᾶλλον εὐπρόσωπον. Εἶπον ὅτι «διὰ τοῦ νομοσχεδίου μεταδίδετε εἰς τὸν ἀρχηγὸν, εἰς τὸν διοικητὴν τοῦ στρατοῦ, τινὰ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ Ὑπουργὸς, μεταδίδοντες δ’ εἰς αὐτὸν τὰ δικαιώματα ταῦτα, μεταδίδετε ἀναγκαίως μέρος τῆς εὐθύνης τοῦ Ὑπουργοῦ, ἄρα καταπατεῖτε ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 77, δυνάμει τῆς ὁποίας οἱ Βασιλόπαιδες δὲν δύνανται νὰ ὦσιν Ὑπουργοί». Ἀλλὰ μήπως καὶ οὕτω παρουσιαζόμενον τὸ ἐπιχείρημα ἔχει μεγαλειτέραν ἀξίαν τοῦ πρώτου; Ὁμιλεῖτε περὶ μεταβιβάσεως δικαιωμάτων τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ λησμονεῖτε ὅτι πρὸ ὀλίγων μηνῶν ἐψηφίσατε νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ δικαιώματα, περὶ ὧν πρόκειται, μετεβιβάσατε εἰς ξένον ἀξιωματικὸν, τὸν ὁποῖον ἀπεκαλέσατε ὀργανωτὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, ὁ νόμος περὶ ὀργανωτοῦ τοῦ στρατοῦ δὲν μεταβιβάζει εἰς τὸν ὀργανωτὴν τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, περὶ ἧς τοσοῦτος ἐγένετο λόγος; Ἀλλὰ λέγετε: «ὁ ὀργανωτὴς αὐτὸς θὰ ἐνεργῇ δυνάμει τοῦ νόμου, ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ». Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου μήπως δὲν ἀπαντᾷ διάταξις, δι’ ἧς ὁ ἀνώτερος διοικητὴς τοῦ στρατοῦ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν, διοικῶν ὑπὸ τὴν ἀνωτέραν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργοῦ; Ἀλλὰ κατηγοροῦσιν ἡμᾶς, Κύριοι, ὅτι προτείνοντες τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἐγκατελείψαμεν τὰς ἀρχὰς τοῦ ἀειμνήστου ἀρχηγοῦ ἡμῶν, ὅτι ὑπεδουλώσαμεν τὴν θέλησιν ἡμῶν, χάριν δὲν ἠξεύρω τίνων σκοπῶν, καὶ ὅτι λησμονοῦντες τὸ παρελθὸν ἡμῶν ἐτράπημεν πρὸς νέαν ὁδόν. Ἀλλ’ οἱ ταῦτα λέγοντες λησμονοῦσιν ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πρῶτος ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νόμον, δι’ οὗ ἐδίδοντο βαθμοὶ εἰς τοὺς Βασιλόπαιδας, ὑπῆρξεν ὁ Τρικούπης. Ἀλλὰ λησμονοῦσιν οἱ τρεῖς ἢ τέσσαρες, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι ἐξακολουθοῦσι νὰ ἔχωσι τὸ μονοπώλιον τοῦ Τρικουπισμοῦ, ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος τὸν Διάδοχον ἀνεβίβασεν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντιστρατήγου, ὑπῆρξεν ὁ Τρικούπης· διότι ἀντιστράτηγος ἐγένετο ὁ Διάδοχος κατὰ τὸ 1893 διὰ νόμου ψηφισθέντος τῇ προτάσει τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου κ. Τσαμαδοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τῆς ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη Κυβερνήσεως. Ἔρχονται οἱ τέσσαρες δῆθεν Τρικουπικοί, πολεμοῦντες τοὺς 135 πράγματι τοιούτους, νὰ μᾶς εἴπωσιν, ὅτι ἐλησμονήσαμεν τὰς ἀρχὰς τοῦ Τρικούπη, λησμονοῦντες αὐτοὶ, ὅτι εἰς τὸν ἀντιστράτηγον Διάδοχον ὁ Τρικούπης ἀνέθηκε τὴν ἀρχηγίαν τοῦ Αʹ Ἀρχηγείου, τὴν ἀρχηγίαν τοῦ μεγαλειτέρου μέρους τοῦ στρατοῦ, καὶ ὅτι ἡ ἀρχηγία αὕτη συνεπήγετο κατ’ ἀνάγκην εὐθύνας, καὶ ὅτι ἑπομένως ὁ Τρικούπης ἀνεγνώριζεν, ὅτι ὁ Διάδοχος ἠδύνατο νὰ καθέξῃ θέσιν ἐπαγομένην εὐθύνας. Ἀντιτάσσω εἰς αὐτοὺς τοὺς νόμους, οὓς ἐμνημόνευσα, καὶ προσκαλῶ αὐτοὺς εἰς τὴν μελέτην τῶν νόμων τούτων. Ἀλλὰ μᾶς λέγουσιν: «ἀναθέτοντες τὴν ἀρχηγίαν τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, πράττετέ τι, τὸ ὁποῖον εἰς οὐδὲν Συνταγματικὸν Κράτους γίνεται». Καὶ ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Δραγούμη, καὶ παρηκολούθησα μετὰ πλείστης προσοχῆς τὴν ἀγόρευσιν ταύτην, ἂν δ’ ἐπρόκειτο ἀληθῶς νὰ συνοψίσω τὰς ἐντυπώσεις μου ἐπὶ τῆς ἀγορεύσεως ταύτης, ἤθελον εἴπει, ὅτι ἡ ἀγόρευσις αὕτη περιλαμβάνει πλεῖστα ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου καὶ πολλὰς εὐγλώττους φράσεις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ τὰ ἐπιχειρήματα μένουσι, καὶ αἱ φράσεις παρέρχονται· τὰ ἐπιχειρήματα δ’ αὐτοῦ εἶναι ὅλα ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ὅσα παραδείγματα ἀνέφερε ξένων Κρατῶν, τί ἀποδεικνύουν; ὅτι παντοῦ Βασιλόπαιδες διοικοῦσι σώματα στρατοῦ, ὅτι παντοῦ Βασιλόπαιδες διοικοῦσι στρατὸν, ὅτι διοικοῦσι στρατὸν καὶ ἐν ὥρᾳ πολέμου. Ἔφερε παραδείγματα ἐκ Γερμανίας, μᾶς ὡμίλησε περὶ Ἀγγλίας, μᾶς ἀνέφερε κείμενα, διὰ τῶν ὁποίων ἱστορεῖ ὁ Γλάδστων τὰ πλεονεκτήματα τῆς ἑνιαίας διοικήσεως, τῆς μονίμου διοικήσεως. Ἀλλὰ μᾶς ἔλεγεν, ὅτι ὁ Γλάδστων, προκειμένου περὶ τοῦ συμβίου τῆς Βασιλίσσης, εἶπεν ὅτι καλὸν εἶναι νὰ μὴ λάβῃ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ στρατοῦ· ἀλλὰ λησμονεῖ ὁ ταῦτα εἰπὼν, ὅτι ὁ Γλάδστων ἐπὶ πολλὰ, ἐπὶ πλεῖστα ἔτη κυβερνῶν τὴν Ἀγγλίαν, εἶχεν ὡς ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ πρίγκηπα τοῦ αἵματος, τὸν Δοῦκα τῆς Κανταβριγίας. Ταῦτα ἐλησμόνησεν ὁ κ. Βουλευτής. Ἀλλ’ ἐλησμόνησε καὶ τὴν Ἰταλίαν· ὅτε δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγίου ἀνέφερε τὸ ὄνομα τοῦ Βίκτωρος Ἐμμανουήλ, τότε μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐκεῖνος ἦτο ἔκτακτος ἰδιοφυΐα στρατηγικὴ, καὶ χάριν τῆς ἰδιοφυΐας ταύτης παρημέλησαν ἐν Ἰταλίᾳ τὰ συνταγματικὰ νόμιμα καὶ τοὺς συνταγματικοὺς θεσμούς. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἐφήρμοσαν αὐτοὺς, διότι τὸ πρῶτον καθῆκον τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ Διαδόχου τοῦ Θρόνου εἶναι νὰ προκινδυνεύωσιν ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Δεύτερον ἔφερε τὸ παράδειγμα τοῦ Ἡγεμόνος τῆς Ρουμανίας. Ἀλλὰ μᾶς εἶπεν, ὅτι ἦτο ἔξοχος αὐτὴ ἡ ἰδιοφυΐα. Ἀλλὰ, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς, διατί τὰ ἱστορικὰ γεγονότα τὰ λησμονεῖτε τόσον εὐκόλως; Ὅτε ἤρχισε νὰ ἀσχολῆται περὶ τοῦ στρατοῦ ὁ Ἡγεμὼν τῆς Ρουμανίας, ἦτο ἔξοχος στρατιωτικὴ ἰδιοφυΐα; Μικρὸς ἀξιωματικὸς τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ ἦτο, ὅτε μετέβη εἰς Ρουμανίαν. Ἀλλὰ ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, εἰργάσθη, καὶ ἔφερε τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὁ κόσμος ὅλος ἐθαύμασε πρὸ τῆς Πλεύνας. Τὰ αὐτὰ παρατηροῦμεν ἐν Βουλγαρίᾳ. Ὁ βουλγαρικὸς στρατὸς τῇ ἐνεργείᾳ τοῦ Ἡγεμόνος του ἔγεινεν ὅ,τι ἔγεινεν. Ἄρα τὰ παραδείγματα ὅλων τῶν συνταγματικῶν ἐθνῶν ὑποστηρίζουσι τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ συνταγματικὸν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἀλλὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἶναι ὠφέλιμον διὰ τὸν στρατόν; Καὶ ἰδοὺ ἔρχεται τὸ δεύτερον ἐρώτημα, τὸ δεύτερον ζήτημα. Ὑποβάλλοντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐνεπνεύσθημεν ὑπὸ τῶν συμφερόντων τοῦ στρατοῦ; ἐλάβομεν ἀποκλειστικῶς ὑπ’ ὄψιν τὰ συμφέροντα ταῦτα; ἐνηργήσαμεν πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως αὐτοῦ; Ἢ ἀπεναντίας, ὑποδουλοῦντες τὴν θέλησιν ἡμῶν, ὡς ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, εἰς κακόβουλα σχέδια, ὑπεβάλομεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν κατὰ τοῦ Συντάγματος σχεδίων τούτων;... Καὶ ἐνταῦθα, Κύριοι, νομίζω ὅτι εἶναι κατάλληλος ὁ χρόνος, ἵνα ἀπαντήσω εἰς φράσεις τινὰς, τὰς ὁποίας ἡμέραν τινὰ ἔρριψεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος Βουλευτὴς, καὶ τὰς ὁποίας ἐν πλάτει ἐπανέλαβεν ὁ ὀπαδὸς αὐτοῦ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Παρέστησεν ἐμὲ ὡς πολέμιον τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὡς ἐπιθυμοῦντα τὴν αὔξησιν τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος, ἢ τοὐλάχιστον—ὅπως περιώρισεν—ὡς ἐπιθυμοῦντα τὴν ἐπέκτασιν τῆς δράσεως αὐτοῦ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἓν μόνον γινώσκω, ὅτι διεφώνησα πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν—διότι ἡ διαφωνία μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἐμοῦ ἐπῆλθεν, οὐχὶ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ ἄλλων,—ὡς πρὸς τὸ ζήτημα κυρίως τῆς δεδηλωμένης. Ἐγὼ ὡμολόγουν, ὅτι δὲν εἶχον ποτὲ κατορθώσει νὰ ἐννοήσω, τί σημαίνει ἡ δεδηλωμένη, ὅτι δὲν εἶχον ποτὲ κατορθώσει τοὐλάχιστον νὰ ἐννοήσω ταύτην ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀπέδιδεν εἰς αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς τὴν δεδηλωμένην ἤθελεν ὑπὲρ ἑαυτοῦ, ἡ δὲ μῆνις αὐτοῦ κατὰ τῆς Βασιλείας χρονολογεῖται ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἡ Βασιλεία, ὅτε νέα δεδηλωμένη ἦλθεν ἀναιροῦσα τὰ τῆς πρώτης δεδηλωμένης, ὑπέκυψεν εἰς τὴν θέλησιν τῆς δευτέρας ταύτης δεδηλωμένης. Ἐνόμιζεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔπρεπε νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων του, ὅτι ἔπρεπε νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ θυσιάσῃ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα μία δεδηλωμένη εἶχε ψηφίσει. Καὶ ἔλεγον πρὸς αὐτόν: Ἢ παρεδέχεσθε τὴν δεδηλωμένην ἢ δὲν τὴν παρεδέχεσθε. Ἂν τὴν παραδέχεσθε, πρέπει νὰ τὴν παραδεχθῆτε μὲ ὅλα τὰ συμπεράσματα αὐτῆς, καὶ ν’ ἀπαιτήσητε, ὅπως ὁ Βασιλεὺς ἐγκρίνῃ ἄνευ ἐξετάσεως νομοσχέδια εἰς αὐτὸν ὑποβληθέντα» (τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἐθεώρουν καλὰ καὶ τὰ ὁποῖα ἐξακολουθῶ θεωρῶν ἄριστα). Ἀλλ’ ἐρωτῶ, πῶς ἠδύνατο ὁ Βασιλεὺς, εἰς τὰ ὦτα τοῦ ὁποίου ἦσαν ἔναυλοι ἀκόμη αἱ φωναὶ περὶ δεδηλωμένης, πῶς ἠδύνατο νὰ ἀντιστῇ εἰς τὴν δευτέραν δεδηλωμένην; Καὶ ποία ἦτο ἡ δευτέρα αὕτη δεδηλωμένη, Κύριοι; Ἦτο ἡ δεδηλωμένη τοῦ 1890! Ἐρωτῶ, καὶ ἂν ἡ δεδηλωμένη δὲν τὸν ὑπεχρέωνε νὰ ὑποταχθῇ, ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῇ κατὰ τὸ 1890, μὲ τὸ ῥεῦμα τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἵνα προβῇ εἰς διάλυσιν; Ἰδοὺ τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐχώριζον ἐμὲ ἀπὸ τὸν κύριον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτήν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι οἱ ἀκούοντες θέλουσι δικαιώσει ἐμὲ, καὶ θέλουσιν εἴπει, ὅτι οἱ ὑποστηρίζοντες λέξεις καὶ νομίζοντες, ὅτι πολιτικὰ κόμματα μὲ λέξεις μόνον δύνανται νὰ ζήσωσι, πλανῶνται πλάνην οἰκτράν. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸ θέμα καὶ ἐπαναλαμβάνω αὐτὸ εἰς ὃ σημεῖον εἶχον ἀφήσει αὐτό. Ἔλεγον ὅτι τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἐνεπνεύσθη ἡμῖν ὑπὸ τῶν συμφερόντων τοῦ στρατοῦ. Πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ποία εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ. Δὲν σκοπεύω, Κύριοι, πρὸς ἀπεικόνισιν τῆς καταστάσεως ταύτης νὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπεν ὁ λίαν εὐπαίδευτος ἀξιωματικὸς, ὁ συνάδελφος ἡμῶν, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, δὲν σκοπεύω νὰ ἐπαναλάβω ταῦτα, διότι ταῦτα εἶναι γνωστὰ εἰς πάντας ὑμᾶς. Τίς ἀγνοεῖ, Κύριοι, ὅτι μεταξὺ τῶν κατεχόντων τοὺς ἀνωτέρους βαθμοὺς τοῦ στρατοῦ ὑπάρχουσι καί τινες ἄχρηστοι ἀξιωματικοί; τίς ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ παρουσία αὐτῶν ἐν τῷ στρατῷ, ἐνῷ οὐδόλως δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν αὐτοῦ, παρεμποδίζει τὴν προαγωγὴν ἄλλων κατωτέρων, λίαν εὐπαιδεύτων, καὶ δυναμένων λίαν τελεσφόρως νὰ ἐργασθῶσι πρὸς μόρφωσιν τοῦ στρατοῦ; Περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, τῶν ἀχρήστων, οὐδεμία οὐδέποτε ἐλήφθη φροντίς. Ἐνόμισεν ἡ Πολιτεία, ὅτι ἀρκεῖ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας, ἵνα ἀπαλλάξῃ τὸν στρατὸν ἐκ τῶν ἀχρήστων τούτων στοιχείων. Ἀλλ’ ἐλησμονήσαμεν, ὅτι ὁ νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας, ὁποῖος ὑπάρχει σήμερον, ἀσχολεῖται μόνον περὶ τῶν λησμονηθέντων ὑπὸ τοῦ θανάτου· οἱ προνομιοῦχοι τῆς ζωῆς δύνανται ἴσως μίαν ἡμέραν νὰ ἐπικαλεσθῶσιν, ἢ τοὐλάχιστον δύναται ἡ Πολιτεία κατ’ αὐτῶν νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, ἀλλ’ οἱ κοινοὶ θνητοὶ, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν ὑπερβαίνουσι τὸ σύνηθες ὅριον τῆς ζωῆς, οὐδὲν κοινὸν ἔχουσι μὲ τὸν νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας...

§191Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Εἶναι καὶ ἡ μέθοδος τῆς διορθώσεως τῆς ἡλικίας.

§192Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. Τίς ἀγνοεῖ, Κύριοι, ὅτι ἡ πειθαρχία ἐξέλιπεν ἀπὸ τὸν στρατὸν ἡμῶν; Τίς δύναται νὰ λησμονήσῃ καὶ τὴν Λαμίαν καὶ τὴν Λάρισαν καὶ τὰ προνουντσιαμέντα καὶ τὰς συστάσεις καὶ τὰς ἐκθέσμους συνεννοήσεις; Τίς λησμονεῖ ὅτι εἴδομεν ἀξιωματικοὺς ἐν τῷ περιβόλῳ αὐτῷ τῆς Βουλῆς ἐνεργοῦντας εἴτε ὑπὲρ εἴτε κατὰ ὑποβληθέντος στρατιωτικοῦ νομοσχεδίου; Τίς ἀγνοεῖ, Κύριοι, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τῶν μεταθέσεων, τῶν προσκολλήσεων, τῶν ἀποσπάσεων, οἱ πλεῖστοι τῶν ἀξιωματικῶν εὑρίσκονται πάντοτε ὅπου τὰ συμφέροντα αὐτῶν καλοῦσιν αὐτοὺς, πολὺ σπανίως δὲ ὅπου τὸ καθῆκον ἐπιβάλλει αὐτοῖς νὰ ᾖναι; Τίς ἀγνοεῖ τέλος, ἢ τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐξασκεῖ τὴν δηλητηριώδη αὑτῆς ἐπιρροὴν ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν; Ὑπάρχει τις ὁ δυνάμενος τὰ γεγονότα ταῦτα ν’ ἀμφισβητήσῃ; Ἀλλὰ μοὶ λέγει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής: «κατὰ τῶν ἐπιρροῶν τῆς πολιτικῆς ἀπαιτοῦνται ἰσχυροὶ χαρακτῆρες, ἀπαιτεῖται θέλησις· δι’ ἰσχυρῶν χαρακτήρων καὶ διὰ θελήσεως δύνασθε νὰ ματαιώσητε τὴν ἐπέμβασιν ταύτην, δύνασθε νὰ ματαιώσητε τὴν δηλητηριώδη ἐπιρροὴν τῆς πολιτικῆς». Ταῦτα λέγων ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, δὲν ἀποβλέπει εἰς τὰ πράγματα. Ἐὰν ἀπέβλεπεν εἰς τὰ πράγματα, θὰ ἔβλεπεν ὅτι ταῦτα βοῶσιν, ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ θέλησις οὔτε ἑνὸς οὔτε ἑπτὰ ἀνθρώπων, ὅπως ἐπέλθῃ βελτίωσις τῆς καταστάσεως. Τὸ σύστημα εἶναι τοιοῦτον, ὥστε τὴν θέλησιν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, ἂν ἠδύναντο νὰ εὑρεθῶσιν, ἤθελε ταχέως τὸ σύστημα θραύσει. Μὴ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διῴκησαν οἱ ἐξοχώτεροι παρ’ ἡμῖν πολιτικοί, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο διῴκησαν πλεῖστοι ὅσοι ἀξιωματικοί, σοφοὶ καὶ μὴ, εὐπαίδευτοι καὶ μή. Παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα εἰς ὑμᾶς παρέστησα, ὑπῆρξαν ἢ δὲν ὑπῆρξαν ὑπὸ τὴν διοίκησιν πάντων ἀνεξαιρέτως τῶν Ὑπουργῶν; Εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ὅλοι οἱ ἄνδρες οὗτοι, οἱ διακεκριμένοι, οἵτινες διῆλθον διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν εἶχον τὴν ἐπιθυμίαν, ὅπως τὰ κακὰ ταῦτα θεραπεύσωσιν; Ἐὰν δὲν τὸ κατώρθωσαν, τί σημαίνει; Σημαίνει, Κύριοι, ὅτι τὸ σύστημα ὑπῆρξεν ἐπικρατέστερον τῆς θελήσεως αὐτῶν. Ἀλλὰ μήπως, Κύριοι, τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον παρεσκεύασε τὸν στρατὸν, τοῦ ὁποίου τὴν δρᾶσιν εἴδομεν κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον, μήπως ἔπαυσεν ὑφιστάμενον μετὰ τὸν πόλεμον; Ὅλοι ἠλπίσαμεν, Κύριοι, ὅλος ὁ λαὸς ἤλπισεν, ὅτι ἤθελεν ἐπέλθει ἀλλαγὴ ῥιζικὴ συστήματος. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀνέλαβεν ἀνὴρ, ὅστις, ἀναδειχθεὶς κατὰ τὸν πόλεμον, τοιαύτην εἶχεν ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ ἐν τῷ στρατῷ θέσιν, ὥστε ὅλοι ἐπεριμένομεν, ὅτι αὐτὸς ἤθελε τὰ κακὰ τὰ ἐν τῷ στρατῷ θεραπεύσει, ὅτι ἤθελεν ἐμφυσήσει νέαν ζωὴν εἰς τὸν στρατὸν, ὅτι ἤθελε τὰ πάντα μεταρρυθμίσει. Ἐρωτῶ, αἱ ἐλπίδες αὗται ἐπραγματοποιήθησαν; Καὶ ἂν δὲν ἐπραγματοποιήθησαν, δὲν εἶναι ἀπόδειξις αὕτη, ὅτι τὸ σύστημα παρημπόδισε τὴν πραγμάτωσιν αὐτῶν; Τὸ σύστημα ὑπῆρξεν ἐπικρατέστερον τῆς θελήσεως αὐτοῦ. Κατὰ τοῦ συστήματος οὐδὲν ἴσχυσεν, οὔτε νίκαι, οὔτε δάφναι...

§193Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν εἶχε Βουλὴν τότε.

§194Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶχεν ἀνάγκην Βουλῆς, ἵνα ἐλευθερώσῃ τὸν στρατὸν ἀπὸ τοὺς ἀχρήστους ἐκείνους, οἵτινες περιήγαγον αὐτὸν εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν εἴδομεν, καὶ οἵτινες βεβαίως δὲν δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν πραγμάτων. Ἐλεύθερος ἦτο νὰ πράξῃ τοῦτο τοὐλάχιστον. Εἶχεν ἐξουσίαν τοιαύτην καὶ κῦρος τοιοῦτον, ὥστε ἦτο ἐλεύθερος νὰ πράξῃ ὅ,τι ἤθελεν...

§195ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπέβαλε προτάσεις διότι ἦτο τοιαύτη ἡ ψυχολογικὴ στιγμή!...

§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι.

§197Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ ἀλλάξωμεν ῥιζικῶς τὸ κρατοῦν σύστημα, ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς, ὅπως ἀποφασίσωμεν, ἵνα ὁ στρατὸς ἀποδοθῇ εἰς τὸν στρατὸν, ἵνα ὁ στρατὸς διοικηθῇ ὄχι πλέον πολιτικῶς, ἀλλὰ στρατιωτικῶς· ἔχομεν δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι δίδοντες τὴν διοίκησιν εἰς τὸν ἀρχαιότερον τῶν Ἑλλήνων στρατηγῶν, θέλομεν ἐπιτύχει βελτίωσιν τῆς καταστάσεως, ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ στρατηγὸς οὗτος ἐν τῇ ἐνεργείᾳ αὑτοῦ θέλει ἐμπνέεσθαι ἀποκλειστικῶς ὑπὸ τῶν συμφερόντων τοῦ στρατοῦ, ὅτι τὰ συμφέροντα ταῦτα θέλει λάβει πάντοτε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οὐδὲν πλάγιον συμφέρον θέλει ποτὲ ἐπηρεάσει τὰ μέτρα καὶ τὰς σκέψεις αὐτοῦ. Καὶ ἄγομαι, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω τοὺς πλαγίους ἐκείνους σκοποὺς, περὶ τῶν ὁποίων τοσοῦτος ἐγένετο λόγος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. «Ἐξεδηλώθησαν τάσεις, ἐγεννήθησαν ἐν τῷ νῷ μου ὑπόνοιαι», ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος κ. Λεβίδης, «αἵτινες μὲ ἀνησυχοῦσιν». Ἀνέπτυξε δὲ τὴν ἰδέαν ταύτην δι’ εὐγλώττου καὶ μεμετρημένης φράσεως. «Κακόβουλοι διαδόσεις ἐξεδηλώθησαν ὑπὸ ὑποδούλων Κυβερνήσεων», διὰ τραχειῶν καὶ ἴσως ἀναρμόστων φράσεων ἔλεγεν ὁ ἕτερος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής! Ἀλλὰ, Κύριοι, αἱ τάσεις αὗται, αἱ διαθέσεις, αἱ ὑπόνοιαι, οἱ κίνδυνοι οὗτοι εἶναι πραγματικοί; Τεσσαράκοντα σχεδὸν ἐτῶν συνταγματικὸν βίον ἔχομεν ὑπὸ τὸν Βασιλέα Γεώργιον, καὶ εἴδομεν τὸν Βασιλέα μετ’ εὐλαβείας σεβόμενον τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ὡρκίσθη νὰ τηρήσῃ, καὶ εἴδομεν αὐτὸν οὐδέποτε δόντα ἀφορμὴν, ἵνα αἱ ὑπόνοιαι, αἱ ἀνησυχίαι, οἱ κίνδυνοι πιστευθῶσι. Δὲν ὑπάρχουσι, Κύριοι, οἱ κίνδυνοι οὗτοι· ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὑπάρχουσιν οὗτοι, ὑπάρχουσιν ἄλλοι, οἵτινες ἀπειλοῦσι τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμοὺς, καὶ οἱ κίνδυνοι οὗτοι προέρχονται ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν οἱ θεσμοὶ παρ’ ἡμῖν ἐφαρμόζονται, καὶ τὸ Σύνταγμα λειτουργεῖ. Καὶ ἐδῶ ἔρχομαι νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν κατ’ ἐμοῦ κατηγορίαν. Τὸ Σύνταγμα, Κύριοι, καθιεροῖ τρεῖς ἐξουσίας, τὴν ἐκτελεστικὴν, τὴν νομοθετικὴν καὶ τὴν δικαστικὴν, ἀναγνωρίζον τὴν ἀνεξάρτητον λειτουργίαν αὐτῶν. Ἀφίνω κατὰ μέρος τὴν δικαστικὴν, ἐλπίζων, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς δικαιοσύνης, ὅτι αὕτη ἐνεργεῖ ἀνεξαρτήτως, καὶ περιορίζομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς λειτουργίας τῶν δύο ἄλλων ἐξουσιῶν. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία διοικεῖ, ἡ δὲ νομοθετικὴ νομοθετεῖ. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο ἀκριβὲς παρ’ ἡμῖν; Ἀκριβέστερον ἴσως θὰ ἦτο, ἂν ἐλέγομεν, ὅτι ἐν πολλοῖς ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία διοικεῖ διὰ τῆς ἐκτελεστικῆς, καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ νομοθετεῖ διὰ τῆς νομοθετικῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀκρίβεια. Αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν λειτουργεῖ τὸ Σύνταγμα παρ’ ἡμῖν! Δύνανται ἰδεολόγοι ν’ ἀμφισβητῶσι τὴν ἀλήθειαν τῶν παρ’ ἐμοῦ λεγομένων· ἀλλὰ τὰ πράγματα καταδεικνύουσιν, ὅτι ὅσα εἶπον εἶναι ἀκριβῆ. Τὰ κακὰ ταῦτα ἄλλως τε μήπως παρ’ ἡμῖν μόνον παρατηροῦνται; Εἰς ὅλα τὰ Κοινοβουλευτικὰ Κράτη τὰ κακὰ ταῦτα παρατηροῦνται. Ἀλλὰ δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν ἔλαβον ἐπίτασιν τοιαύτην, ὥστε ἀπειλεῖται μέγας κίνδυνος. Ἀλλ’ ἐνταῦθα μοὶ λέγουσιν, ὅτι, ἂν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία διοικεῖ διὰ τῆς ἐκτελεστικῆς, πταίουσιν οἱ διοικοῦντες, ὅτι αἰτία τούτου εἶναι ἡ ἔλλειψις θάρρους καὶ ἔλλειψις χαρακτῆρος ἐκ μέρους τῶν διοικούντων. Οἱ ταῦτα ὅμως λέγοντες δὲν ἐμελέτησαν τὰ πράγματα· διότι, ἂν εὑρίσκοντο πολιτικοὶ ἄνδρες, ἀποφασισμένοι ἵνα ἀπολύτως ἐφαρμόσωσι τὸ Σύνταγμα καθ’ ὃν τρόπον ἐξήγησα ὑμῖν, ὀλίγων μόνον ἡμερῶν ὕπαρξιν ἤθελον ἔχει, καὶ δυστυχῶς δὲν θὰ τοὺς διεδέχοντο ἄλλοι ἀποφασισμένοι τὴν αὐτὴν νὰ τηρήσωσι πολιτείαν, ἀλλ’ ἄλλοι διατεθειμένοι νὰ ἐξακολουθήσωσι τὸ κακὸν, ἐκ τοῦ ὁποίου οἱ κίνδυνοι προέρχονται. Ζήτημα τίθεται εἰς ἕκαστον πολιτικὸν ἄνδρα, ἢ πρέπει νὰ καταδικασθῇ εἰς τὴν ἐγκατάλειψιν τοῦ πολιτικοῦ του βίου, ἢ πρέπει μὲ τὸ σύστημα αὐτὸ νὰ κυβερνήσῃ, προσπαθῶν, ὅσον δύναται, νὰ περιορίσῃ τὰ κακὰ τοῦ συστήματος. Σύστημα, μὲ τὸ ὁποῖον οἱ πολῖται ἀνετράφησαν, μὲ τὸ ὁποῖον ἔζησαν, δὲν καταργεῖται διὰ τῆς θελήσεως ἑνὸς ἢ ἑπτὰ ἀνθρώπων. Μία μόνην ἐλπίδα ἔχω, ὅτι διὰ νόμων περιοριστικῶν τῆς ἐλευθερίας τῶν Ὑπουργῶν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν τόσον ἀναγκαίαν ἐλευθερίαν τοῦ Ὑπουργοῦ...

§198ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀδύνατον!

§199Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς μου· καὶ ἐν ὅσῳ νόμοι δὲν ὑπάρχουσι, βεβαιωθῆτε, ὅτι μάτην θὰ ζητήσητε τοῦ συστήματος τὴν βελτίωσιν. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ἕτερον μέρος, ὅπερ ἔθηκα ἐνώπιον ὑμῶν. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νομοθετεῖ; ἢ εἶναι ἀκριβὲς τὸ παρ’ ἐμοῦ λεχθὲν, ὅτι αὕτη διὰ τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας νομοθετεῖ; Ἡ ὑπηρεσία παρασκευάζει τοὺς νόμους τῇ διευθύνσει τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ οὗτος ὑποβάλλει αὐτοὺς εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐπεξεργάζεται τοὺς νόμους ἡ Βουλή; Ὄχι. Παρ’ ἡμῖν αἱ ἐπιτροπαὶ ἀργοῦσιν, ἡ δὲ Βουλὴ τὸ πλεῖστον τοῦ χρόνου καταναλίσκει εἰς τὰς ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦ ἐλέγχου ἀτελευτήτους ἀγορεύσεις, ἢ κωλυσιεργεῖ. Γινώσκω ὅτι ἡ λέξις κωλυσιεργία ταράττει τὰ νεῦρα τῶν ἑκάστοτε ἀντιπολιτευομένων, ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν ἐννοῶ νὰ μεμφθῶ τινα τῶν συναδέλφων· μὲ ἠδίκησε δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὅστις ἐξέλαβεν ἀπάντησίν μού τινα ὡς ἀφορῶσαν εἰς αὐτόν. Ἐγὼ οὐδὲν ἔχω δικαίωμα νὰ κανονίσω τὰς τῶν ἄλλων σκέψεις· ἕκαστος πράττει τὸ καθῆκόν του ὡς ἡ συνείδησίς του ὑπαγορεύει αὐτῷ νὰ ἐκτελέσῃ τοῦτο. Ἀλλ’ ἂν δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ἐπικρίνω τὴν διαγωγὴν τῶν συναδέλφων, ἔχω ὅμως δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι ὁ Κανονισμὸς ἡμῶν οὐδὲν ἕτερον εἶναι ἢ ἄρνησις τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ποία εἶναι ἡ βάσις τοῦ πολιτεύματος; Ἡ βάσις εἶναι τὸ τεκμήριον τῆς πλειονοψηφίας. Πολίτευμα, καθ’ ὃ πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ λαοῦ, ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας πρέπει νὰ βασίζηται· ἡ πλειονοψηφία στέλλει τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ ἀντιπροσωπεύει τὸ ἔθνος διὰ τῆς πλειονοψηφίας τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὅταν τὸ τεκμήριον τοῦτο καταστρέψητε, ὅταν εἰς τὴν θέσιν τῆς πλειονοψηφίας καὶ ὑπὲρ ταύτην θέτητε τὴν θέλησιν τῆς μειονοψηφίας καὶ ἐνίοτε οὔτε ταύτης τὴν θέλησιν, ἀλλὰ τὴν θέλησιν δέκα ἀτόμων, ἐχόντων ἰσχυροὺς πνεύμονας, νομιζόντων ὅτι ἡ φιλοτιμία αὐτῶν δὲν ἀπαγορεύει ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους νὰ φλυαρῶσι, χωρὶς οὐδεὶς νὰ προσέχῃ εἰς αὐτοὺς, ἐρωτῶ, οἱ δέκα οὗτοι, ἂν θέλωσι, δὲν δύνανται νὰ ματαιώσωσι τὴν ἐνέργειαν τῆς πλειονοψηφίας; Καὶ τότε ποία ἡ σημασία τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος; Καὶ τοῦτο δυστυχῶς βλέπομεν παρ’ ἡμῖν τακτικῶς γινόμενον, διότι παρ’ ἡμῖν τὰ πάντα ἐν τῷ Συνταγματικῷ πολιτεύματι εἶναι παράδοξα! Ἔχομεν Κανονισμὸν Βουλῆς, ὃν οὐδεμία Βουλὴ τῆς ὑφηλίου ἔχει. Ἀλλ’ ἄν ποτε ἔλθῃ εἰς τὸν νοῦν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Σύρου Βουλευτοῦ, ἢ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων, νὰ προτείνῃ μεταρρύθμισιν, ἐγείρεται ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς καὶ λέγει: «Ἰδοὺ τὸ Ὠμέγα, διὰ τοῦ ὁποίου θέλετε νὰ ἐπισφραγίσητε τὸ Ἄλφα!» Ἀλλ’ ἐρωτῶ, διατὶ νομίζετε, ὅτι ἡμεῖς, οἱ τελευταῖοι ἐλθόντες εἰς τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην κανονισμοῦ τῶν ἐργασιῶν μας; Λάβετε τοὺς Κανονισμοὺς εἴτε τῆς Ἰταλίας, εἴτε τῆς Ἀγγλίας, εἴτε τῆς Γαλλίας, παραβάλετε τούτους πρὸς τὸν ἰδικόν μας, καὶ εἴπατέ μοι, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ ὑπ’ αὐτὸν Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Περιορίζομαι εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς δημοκρατουμένης Γαλλίας, Κράτους ἀπολύτου ἐλευθερίας. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς εἶναι αὐστηρότατος. Ὁ Βουλευτὴς ἀνακαλεῖται εἰς τὴν τάξιν, ἀνακαλεῖται εἰς τὴν τάξιν μετ’ ἐγγραφῆς εἰς τὰ πρακτικά, ὑποβάλλεται εἰς πρόστιμον διὰ πᾶσαν ἐπιβληθεῖσαν αὐτῷ τιμωρίαν, ἐὰν δ’ ἐπιμένῃ ἀτακτῶν, ἐκδιώκεται τῆς αἰθούσης. Τὰ μέτρα ταῦτα ἐθεώρησεν ἡ Γαλλία ἀναγκαῖα πρὸς εὔρυθμον λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλὰ καὶ πρὸς σεβασμὸν τῶν δικαιωμάτων τῆς μειονοψηφίας. Παρ’ ἡμῖν ἓν εἶναι καθιερωμένον, τὸ δικαίωμα τοῦ Προέδρου τοῦ νὰ ἀνακαλῇ τὸν ἀγορεύοντα εἰς τὴν τάξιν, ἀλλ’ οὐδεμία ἀπαγόρευσις ὑπάρχει, ὅπως μὴ ὁ ἀγορεύων ἀνακαλῇ αὐτὸς τὸν Πρόεδρον εἰς τὴν τάξιν (ἱλαρότης). Αὐτὸς εἶναι ὁ Κανονισμὸς, δι’ οὗ νομίζετε, ὅτι δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ τελεσφόρος ἐργασία! Ἐγώ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ὁ τρόπος οὗτος τῆς ἐφαρμογῆς τῶν θεσμῶν ἀποτελεῖ ἀληθῆ κίνδυνον τῶν θεσμῶν, διότι θὰ γεννήσῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ θεσμοὶ οὗτοι δὲν συντελοῦσι πρὸς παρεμπόδισιν τοῦ κακοῦ. Κατὰ τῶν κινδύνων τούτων πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν, καὶ οὐχὶ νὰ ἔχωμεν τοὺς ὀφθαλμοὺς κλειστοὺς πρὸ αὐτῶν, καὶ μόνον νὰ τοὺς ἀνοίγωμεν εὐρύτερον, ὅπως ἀνακαλύψωμεν δὲν ἠξεύρω ποίους ἰδανικοὺς κινδύνους, οὓς ἡ ψυχοπάθειά τινων, οἵτινες, φαίνεται, δὲν κοιμῶνται ἥσυχοι, ὑπερμέτρως μεγαλοποιεῖ. Δὲν ἀπειλεῖ τοὺς θεσμοὺς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀλλ’ ὑπηρετεῖ τὰ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἂν δὲν ἀπειλεῖ τοὺς θεσμούς, εἶναι τάχα ἐπικίνδυνον εἰς τὴν Δυναστείαν; εἶναι ἐπικίνδυνον εἰς τὸν Διάδοχον; Ὑπεστηρίχθη παρὰ πολλῶν, ὅτι παρ’ ἡμῖν οἱ Βασιλόπαιδες ἔπρεπε νὰ διάγωσι βίον ἀκαδημαϊκὸν,... ὅτι ἔπρεπε νὰ ἦναι ἱεροκήρυκες, λέγει ὁ διακόπτων με βουλευτὴς κ. Ρικάκης (ἱλαρότης), ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀσχολῶνται εἰς σωματεῖα ἐπιστημονικὰ ἢ ἄλλα φιλολογικὰ, καὶ πλέον τούτου οὐδὲν, διότι ἄλλως κινδυνεύουσιν οἱ θεσμοί! Ἀλλά, κατὰ τοὺς λέγοντας ταῦτα, κινδυνεύει καὶ ἕτερόν τι, ἡ θέσις αὐτῶν· καὶ παρετήρησα ἀνησυχίαν τινὰ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρὸ ὀλίγου προσεπάθησαν ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἡ Δυναστεία, οἱ Βασιλόπαιδες ἀπειλοῦσι τοὺς θεσμοὺς, καὶ ἠμύνοντο κατὰ τῶν θεσμῶν! Καὶ ποῖοι οὗτοι οἱ κίνδυνοι; Θὰ ἐκτεθῶσιν οἱ Βασιλόπαιδες εἰς μίση, εἰς πάθη ἄγρια, θὰ ἐκτεθῶσιν εἰς ὕβρεις, εἰς συκοφαντίας· καὶ ἐν ὀνόματι τῶν μικρῶν αὐτῶν ἐπιχειρημάτων ζητοῦσι νὰ καταδικάσωσιν αὐτοὺς εἰς ἀργίαν! Ἀλλὰ δὲν μοὶ λέγετε, Κύριοι, ὑπῆρξε ποτὲ ἄνθρωπος αἰσθανόμενος τὴν δύναμιν νὰ πράξῃ τι γενναῖον, ὅστις νὰ φοβηθῇ τὰς κατ’ αὐτοῦ ἐκτοξευομένας ὕβρεις; Οἱ ἄνδρες οἱ ἔχοντες συναίσθησιν τῆς ἀξίας των περιφρονοῦσι καὶ τὰ μέσα καὶ τὰς ὕβρεις καὶ τὰς συκοφαντίας· διότι γνωρίζουσιν, ὅτι ἐκ τῶν ὕβρεων καὶ τῶν συκοφαντιῶν οὐδέν ποτε σταθερὸν οἰκοδόμημα ἀπετελέσθη. Τὸ οἰκοδόμημα τὸ ἐπὶ τῶν συκοφαντιῶν καὶ ὕβρεων στηριζόμενον καταπίπτει ταχέως ἐπὶ τῶν οἰκοδομησάντων αὐτό, συντρῖβον αὐτούς. Ὁ ἐργαζόμενος καὶ ἐν τῇ ἐργασίᾳ του ἐμπνεόμενος ὑπὸ τῆς φιλοπατρίας καὶ τοῦ καθήκοντος ἐπιζῇ, καὶ πατάσσει τὰς συκοφαντίας καὶ τὰς ὕβρεις. Αὐτὸ τὸ ἔργον ἐγὼ περιμένω παρὰ τοῦ Διαδόχου, καὶ ἂν τὸν ἔβλεπον τρέμοντα πρὸ τῶν κινδύνων, οὓς παρεστήσατε ὡς φόβητρον, δὲν θὰ εἶχον πεποίθησιν ἐπὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι θέλει ἐργασθῆ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ βελτιώσεως αὐτοῦ, καὶ ὅτι θέλει παρασκευάσει καὶ τὸν στρατὸν καὶ ἑαυτὸν, ἵνα ἐν δεδομένῃ στιγμῇ ἐκτελέσωσιν ὡς πρέπει τὸ καθῆκόν των. Καὶ ὅταν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, καὶ ὁ ἐκ Βάλτου καὶ ὁ ἐξ Ἀττικῆς, λησμονήσαντες τὴν ἀντισυνταγματικότητα καὶ τοὺς κινδύνους, ἐδήλωσαν ὅτι ἡμέραν τινὰ πρέπει ὁ Διάδοχος νὰ δράσῃ, ἐρωτῶ, δὲν πρέπει νὰ παρασκευασθῇ, ὅπως δράσῃ; ἢ θέλετε ἀπαράσκευον νὰ τὸν θέσητε ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατοῦ; Ἐγὼ θέλω παρεσκευασμένον ἀρχηγὸν ἐπὶ κεφαλῆς παρεσκευασμένου στρατοῦ. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον κανονίζει, ὅπως ἐλέχθη, τὰ τῆς κεφαλῆς, θὰ συντελέσῃ μεγάλως εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ μοὶ λέγουσι: «τρέχει καὶ ἕτερον κίνδυνον ὁ Διάδοχος· δίδετε εἰς αὐτὸν στρατὸν, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν δύνασθε νὰ δαπανήσητε τριάκοντα καὶ τεσσαράκοντα ἑκατομμύρια, δίδετε εἰς αὐτὸν στρατὸν ἀσχολούμενον εἰς ξένας ὑπηρεσίας, διότι ἀκόμη δὲν ἐφηρμόσατε τὸν νόμον περὶ ἀστυνομίας καὶ χωροφυλακῆς». Ἄρχομαι ἐκ τοῦ τελευταίου, καὶ λέγω ὅτι μετὰ χαρᾶς εἶδον, Κύριοι, τὴν ὁμοφωνίαν, ἡ ὁποία τέλος παρουσιάσθη ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, συμπολιτευόμενοι καὶ ἀντιπολιτευόμενοι νὰ ἐκθειάζωσιν ὅλοι τὸν νόμον περὶ ἀστυνομίας καὶ τὸν νόμον περὶ χωροφυλακῆς, καὶ ὅλοι νὰ παραπονῶνται, ὅτι οἱ νόμοι αὐτοὶ δὲν ἐφηρμόσθησαν ἔτι· καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν τὰ νομοσχέδια καὶ ἐχαρακτήρισαν ἡμᾶς ὡς σπατάλους, ὡς μὴ λαμβάνοντας ὑπ’ ὄψιν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, καθ’ ἡμέραν μᾶς λέγουσι: «διατὶ δὲν ἐφαρμόζεται ὁ νόμος τῆς ἀστυνομίας, διατὶ δὲν ἐφαρμόζεται ὁ νόμος τῆς χωροφυλακῆς, διὰ τῶν ὁποίων καὶ μόνων ὁ στρατὸς θὰ σωθῇ;» Ἡσυχάσατε, Κύριοι, θὰ ἐφαρμοσθῶσιν οἱ νόμοι οὗτοι, ἀλλὰ πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν εἶχον ἀνάγκην πρῶτον νὰ ἴδω, ἂν ἡ ἀπαισιοδοξία πολλῶν, ἡ τοσοῦτον συχνὰ ἐκφρασθεῖσα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν, ἦτο βάσιμος· καὶ ὅτε εἶδον ταύτην εὐτυχῶς μὴ πραγματοποιουμένην, ἀπηλλάγην τῆς σπουδαιοτέρας δυσκολίας, ἥτις παρενεβάλλετο εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ εἶναι οἵα σήμερον, ἐν ὅσῳ οἱ ἀξιωματικοὶ εἶναι μακρὰν τῶν ταγμάτων αὐτῶν καὶ τῆς ὑπηρεσίας αὑτῶν, εἶναι περιττὸν νὰ προστεθῶσι καὶ ἄλλοι τριακόσιοι ἀξιωματικοὶ, ὅπως αὐξήσῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ ἄλλαις πόλεσι μενόντων, καὶ δι’ αὐτὸ ἀνέβαλον τὴν ἐφαρμογὴν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος νόμων. Ἀλλὰ βεβαίως οἱ νόμοι ἐκεῖνοι θὰ ἐφαρμοσθῶσι, καὶ διὰ τῶν νόμων αὐτῶν θὰ πραγματοποιηθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς ὑμᾶς, θὰ πραγματοποιηθῇ ὁ χωρισμὸς τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν ὅλως ξένων πρὸς τὸν προορισμὸν αὐτοῦ. Ἀλλὰ καθῆκον ἔχω ν’ ἀπαντήσω καὶ εἰς ἕτερον ἰσχυρισμὸν περὶ ἄλλου κινδύνου, ἐπαπειλοῦντος δῆθεν τὸν Διάδοχον. «Δὲν ὑπάρχουν, λέγουσιν οἱ Κύριοι, ἐπαρκῆ μέσα, καὶ ἑπομένως, μὴ ἐπαρκῶν ὄντων τούτων, διατὶ νομοθετεῖτε διοίκησιν στρατοῦ ὑπὲρ τοῦ Διαδόχου; Πράττετε ταῦτα ἵνα ἐκθέσητε αὐτόν;» Καὶ ἤκουσα μετ’ ἀπορίας τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ὑποστηριζόμενον ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἀναπτυσσόμενον δὲ εὐρέως ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Λοκρίδος κ. Βασιλειάδου. Ἀλλὰ τότε ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ Κύριοι, οἱ τοιαύτην γνώμην ἔχοντες, νὰ εἴπω εἰς αὐτοὺς, ὅτι, ὅπως ὦσι συνεπεῖς, ὅπως ἀποδείξωσιν ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα δὲν ἐφευρίσκονται μόνον πρὸς καταπολέμησιν τοῦ νομοσχεδίου, πρέπει νὰ προβῶσι μέχρι τοῦ ἄκρου, καὶ νὰ εἴπωσιν «ἂς καταργηθῇ ὁ στρατός»! Ἐν ὅσῳ δὲν γείνῃ παρ’ ὑμῶν πρότασις περὶ καταργήσεως τοῦ στρατοῦ, δὲν δικαιοῦσθε νὰ εἴπητε, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν τὰ ἑκατομμύρια ὅλα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα, ὅπως ἀποκτήσωμεν τέλειον στρατὸν, διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν ἐκεῖνα τὰ βήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται τὴν κατάστασιν αὐτοῦ νὰ βελτιώσωσιν. Ἂν ἔχετε τὰς ἀπελπιστικὰς ταύτας ἰδέας, τότε προτείνατε τὴν κατάργησιν τοῦ στρατοῦ. Τοῦτο πράττοντες, θὰ ἦσθε συνεπεῖς πρὸς τὰ παρ’ ὑμῶν λεγόμενα. Ἀλλ’ ὅταν προτρέπητε ἡμᾶς, ὅπως τὰ εἴκοσιν ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν, δαπανήσωμεν κακῶς, ἐνῷ δυνάμεθα ἐπιτυχέστερον νὰ τὰ δαπανήσωμεν, τοῦτο δὲν εἶναι ἐπιχείρημα πρὸς καταπολέμησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἕν καὶ τελευταῖον μένει, ἵνα ἐξετάσωμεν, τὸ ἄρθρον 6 καὶ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ νομοσχεδίου. Ἔχουσι ταῦτα τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν πολλοὶ ἀπέδωκαν εἰς αὐτά; Τὸ μὲν ἄρθρον 6 οὐδὲν ἕτερον εἶναι ἢ ἐπανάληψις, μετά τινος ἴσως περιορισμοῦ, τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ ξένων ὀργανωτῶν, τὸ δὲ ἄρθρον 11, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον ἐτάραξε τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, οὐδεμίαν ἄλλην σημασίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἢ τὴν τῶν κανονιστικῶν διαταγμάτων πρὸς ἐφαρμογὴν κειμένων νόμων. Ἑπομένως πᾶσα ἀνησυχία ἐκ τοῦ λόγου τούτου ἐκλείπει. Κύριοι, ὑπεβάλομεν τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ ἀκραδάντῳ πεποιθήσει, ὅτι δι’ αὐτοῦ ὑπηρετοῦνται τὰ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ· καὶ μετὰ τὴν διεξαχθεῖσαν δὲ συζήτησιν ἐξακολουθῶ ἔχων τὴν πεποίθησιν, ὅτι δι’ αὐτοῦ ὑπηρετοῦνται τὰ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ αὐτοῦ, δὲν θὰ ἐκτεθῶσιν, ὡς ἐλέχθη, εἰς τὰς ἀρὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ θέλουσιν εὕρει ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νομοσχεδίου τὴν δικαιολογίαν τῆς ψήφου αὐτῶν, καὶ θέλουσι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς ἔτι μᾶλλον πεισθῆ, ὅτι διὰ τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὁποῖον πρόκειται τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ ψηφισθῇ, ὑπηρετοῦνται τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς.)

§200Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ λόγον ἔχει ὁ κύριος Δ. Ράλλης.

§202Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§203ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν θὰ διακόψωμεν;

§204Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ, Κύριοι, τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλε ν’ ἀπαγγείλῃ κατηγορητήριον καὶ κατὰ τῆς πλειονοψηφίας καὶ κατὰ τῆς μειονοψηφίας, ἀλλὰ καὶ καθ’ ἑαυτοῦ, διότι πανθ’ ὅσα εἶπεν, ἐλέγχων τὴν πλημμελῆ λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου παρ’ ἡμῖν, ἀποτελοῦσι τὸ μᾶλλον θετικὸν καὶ τὸ μᾶλλον ἀπηνὲς κατηγορητήριον κατὰ τῆς ὅλης πολιτείας, τὴν ὁποίαν μετέρχεται, ἀφ’ ἧς στιγμῆς διευθύνει τὴν πλειονοψηφίαν. Κατηγορεῖ τῆς μειονοψηφίας διὰ τὴν κωλυσιεργίαν· ἀλλὰ λησμονεῖ, ὅτι ἡ κωλυσιεργία εἶναι ἡ συνέπεια, ἡ ἄμυνα κατὰ τῆς ἐπιβολῆς τῆς πλειονοψηφίας, καὶ λησμονεῖ ὅτι κατὰ τὰς δύο Συνόδους, καθ’ ἃς διευθύνει τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἀκριβῶς ἠθέλησε ν’ ἀντιποιηθῇ τὰ δικαιώματα τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ δικαιώματα τὰ νομοθετικὰ, ἀπεμπολῶν, λόγῳ ἀνταλλάγματος, τὴν εἰς χεῖράς του ἐμπιστευθεῖσαν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Τοιοῦτο τὸ κατηγορητήριον, ὅπερ ἀπήγγειλε κατὰ τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ κατηγορητήριον, τὸ ὁποῖον πράγματι ἀπήγγειλε καθ’ ἑαυτοῦ, διότι κατήγγειλε τὴν ὅλην πολιτείαν του, πολιτείαν ἥτις εἶναι ἁπλῆ ἐξακολούθησις, ἁπλῆ ἀπομίμησις τῶν κατὰ τὸ παρελθὸν πεπραγμένων. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι παλαιὸς πολιτευτὴς, εἶναι πολιτευτὴς ἀπὸ τοῦ 1885· ἐντεῦθεν εἶδε τὸ πολίτευμα ἡμῶν λειτουργοῦν ἀκριβῶς ὑπὸ τὰς ἀντιποιήσεις τῶν Κυβερνήσεων τῶν στηριζομένων ἐπὶ τῶν μεγάλων πλειονοψηφιῶν. Τὸ πολίτευμα αὐτὸ ἐν τούτοις ἐλειτούργησε πρότερον ἐπὶ εἴκοσιν ὅλα ἔτη, καὶ ἐλειτούργησεν ὁμαλῶς· ἐλειτούργησε καὶ ὑπὸ τὸν Κουμουνδοῦρον, ἐλειτούργησε καὶ ὑπὸ τὸν Βούλγαρην, ἐλειτούργησε καὶ ὑπὸ τὸν Δεληγεώργην, ἐλειτούργησε καὶ ὑπὸ τὸν Ζαΐμην, ἡμεῖς δὲ, οἱ παρακαθήμενοι ἐνταῦθα ἀπὸ 27 ὅλων ἐτῶν, δυνάμεθα νὰ μαρτυρήσωμεν, ὅτι μέχρι τοῦ 1884 οὐδεμία περίπτωσις κωλυσιεργίας προέκυψεν. Ἡ κωλυσιεργία προέβαλε τὴν κεφαλήν της τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, παραβᾶσα τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῇ ἐντολὴν, ἐνοσφίσθη νομοθετικὰ δικαιώματα. Καὶ τί πράττετε, ὅταν ἐν μιᾷ νυκτὶ, κατὰ τὸν ἀληθῶς grotesque τρόπον τοῦ ψηφίζειν τοὺς νόμους, παρίστασθε ὄχι μόνον μάρτυρες, ἀλλὰ συνένοχοι τῆς νοσφίσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κοινοβουλίου; Τί πράττετε, ὅταν ἔχητε γραμματέα, ὅστις δῆθεν ἀναγινώσκει, ἀλλὰ δὲν ἀναγινώσκει, τὰ ἄρθρα τῶν νομοσχεδίων; ὅστις καταπίνει αὐτά; Δὲν νοθεύετε τὸ πολίτευμα; Καὶ ὅταν σεῖς ἦσθε οἱ νοθεύοντες τὸ πολίτευμα, καταγγέλλετε ἡμᾶς! Καὶ λυπεῖσθε, ὅτι σᾶς λείπει τι ἐκ τῶν χειρῶν ὑμῶν, σᾶς λείπει τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ ἀποβάλλητε ἐκ τῆς αἰθούσης τοὺς ἀνθισταμένους εἰς τοιαύτην κατάχρησιν τῶν δικαιωμάτων τῆς πλειονοψηφίας! Ἀλλ’ ἐὰν σᾶς ἐδίδετο τοιοῦτον δικαίωμα, οὐδεὶς ἐκ τῆς πλευρᾶς ἐκείνης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ἤθελεν ἀπομείνει ἐνταῦθα, διότι οὐδ’ ἐνοήσατε, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσητε, τί εἶναι Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα· διότι δὲν ἐνοήσατε, ὅτι ἐν Κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι δι’ ἀμοιβαίων παραχωρήσεων καὶ δι’ ἀμοιβαίων συνεννοήσεων προβαίνουσιν αἱ ἐργασίαι. Σεῖς νομίζετε, ὅτι διὰ τῆς ἐπιβολῆς δύνασθε νὰ προχωρήσητε, ἐπιβάλλοντες τὰς σκέψεις ὑμῶν καὶ τὰς ἀποφάσεις ὑμῶν· ἀλλὰ τότε ἔχετε ἀνατροπὴν τῶν θεσμῶν, πᾶν ἕτερον ἢ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Κύριοι, δὲν θέλω νὰ πραγματευθῶ τὰ ἄλλα ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων παρεμπιπτόντως, ὡς εἶπεν, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ὁποίων κυρίως ἠσχολήθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ζήτημα τῆς δεδηλωμένης, τὸ ζήτημα τὸ κομματικὸν, τὸ ζήτημα τὸ οἰκογενειακὸν, πρὸς τὰ ὁποῖα τὸ ζήτημα τὸ ὑπὸ συζήτησιν, τὸ τόσον μέγα ζήτημα, εἶναι ἐντελῶς ἀλλότριον, καὶ θὰ περιορισθῶ εἰς συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου πρὸς καταπολέμησιν αὐτοῦ, διότι κατ’ ἐμὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἀποτελεῖ διὰ τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἀληθῆ συμφοράν. Ἠσχολήθη καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸ ἡμερῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως πείσωσιν ἡμᾶς, ὅτι ὄπισθεν τοῦ νομοσχεδίου δὲν κρύπτεται ἐπιβουλὴ κατὰ τοῦ πολιτεύματος· καὶ περὶ τούτου εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος μετ’ αὐτῶν· οὐδ’ ὑπολαμβάνω, ὅτι, περιβαλλόμενος τὴν ἀρχὴν, διὰ τῆς ὁποίας πρόκειται νὰ περιβληθῇ διὰ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ ὁ Διάδοχος, θὰ θελήσῃ νὰ ἐπιχειρήσῃ τι κατὰ τοῦ πολιτεύματος, κατὰ τοῦ Συντάγματος, διότι θεωρῶ, ὅτι οὐδεὶς τοσαύτην ἔχει μωρίαν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦ συνταγματικοῦ ἢ τοῦ μὴ συνταγματικοῦ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τίθεται ὅλως διαφόρως. Θαυμάζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ ἀπέφυγε νὰ τὸ θίξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, λαλήσας ὡς ἂν ἦτο ἁπλοῦς ὑπάλληλος, ὅστις ὤφειλε νὰ ἐξηγήσῃ τὰς κατὰ μέρος διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, θαυμάζω, λέγω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠθέλησεν οὐδὲ νὰ ἐννοήσῃ, πῶς τίθεται τὸ ζήτημα τῆς συνταγματικότητος ἢ ἀντισυνταγματικότητος τοῦ νομοσχεδίου. Σᾶς ἐμνημόνευσε τὸ ἄρθρον 29 καὶ τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 29 ἀνακηρύττει τὸ ἀνεύθυνον τοῦ Βασιλέως, τὸ ἄρθρον 77 ὁρίζει, ὅτι οἱ Βασιλόπαιδες δὲν δύνανται νὰ ὦσιν Ὑπουργοί· καὶ σᾶς εἶπεν, ἀφοῦ μόνος ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀνεύθυνος, ἀφοῦ οἱ Βασιλόπαιδες μόνον Ὑπουργοὶ δὲν δύνανται νὰ γείνωσιν, δύνανται κάλλιστα νὰ γείνωσιν ἀρχηγοὶ στρατοῦ, καὶ ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον καὶ αἱ διατάξεις αὐτοῦ εἶναι ἐντελῶς συνταγματικαί». Ἀλλὰ δὲν ἐξετάζονται οὕτω τὰ ζητήματα ταῦτα. Κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ διατύπωσις τοῦ ζητήματος, ὡς ἐτέθη παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἐνόμισεν, ὅτι ἠκολούθησε τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου κατὰ τὴν ἀνάλυσιν, ἣν ἔκαμεν οὗτος, τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Τὸ ζήτημα τῆς συνταγματικότητος τίθεται ὅλως διαφόρως. Προκειμένης συζητήσεως τοιούτου νομοσχεδίου, ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ, ἂν διὰ τῆς ἐγκαθιδρύσεως Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἀποκλείεται ἡ ὑπεύθυνος διοίκησις αὐτοῦ, ἂν κατὰ τὴν διοίκησιν, συμφώνως ταῖς διατάξεσι τοῦ νομοσχεδίου, καταλύεται ἡ πραγματικὴ εὐθύνη ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν αὐτοῦ, καὶ ἂν μετατίθεται ἐκεῖ, ὅπου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ἐὰν ἐκλίπῃ εἴτε ἐκ τοῦ μηχανισμοῦ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, εἴτε ἐκ τῆς ἰδιότητος ἐκείνου, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνατίθεται ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ, ἐὰν ἐκλίπῃ ἡ εὐθύνη, ἀναγκαίως τὸ νομοσχέδιον ὑμῶν εἶναι ἀντισυνταγματικόν, διότι ἐν Κοινοβουλευτικῷ καὶ Συνταγματικῷ πολιτεύματι τὸ ὑπεύθυνον ἀποτελεῖ τὴν κυρίαν βάσιν τῆς πολιτειακῆς δράσεως. Διὰ πᾶσαν ἐνέργειαν πολιτειακὴν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ ν’ ἀπαιτήσῃ εὐθύνας παρὰ τῶν Ὑπουργῶν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, τὸ νομοσχέδιον, ὅπως εἶναι κατηρτισμένον, ἀφίησι τὴν εὐθύνην, ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, εἰς τὸν ὑπεύθυνον Ὑπουργόν; Ἐὰν δὲ δὲν ἀφίνει τὴν εὐθύνην τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν ὑπεύθυνον Ὑπουργόν, εἰς τίνα ἐπιβάλλει αὐτήν; καὶ ἐκεῖνος εἰς τὸν ὁποῖον τὴν ἐπιβάλλει, δύναται νὰ ὑπόκειται εἰς τοιαύτην εὐθύνην; Αὐτὰ εἶναι τὰ ζητήματα τὰ συνταγματικά, ὄχι ἐὰν κηρύσσει τὸ Σύνταγμα μόνον ἀνεύθυνον τὸν Βασιλέα, ἢ ἂν λέγει τὸ Σύνταγμα, ὅτι δὲν διορίζονται οἱ Βασιλόπαιδες Ὑπουργοί· διότι μὲ τὴν τοιαύτην θεωρίαν σας, ὡς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μαντινείας πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν μοὶ παρετήρει, μετ’ ὀλίγον θὰ ἔχωμεν τοὺς Βασιλόπαιδας Βουλευτὰς, διότι δὲν ὑπάρχει σχετικὴ ἐν τῷ Συντάγματι ἀπαγόρευσις. Δὲν ἠξεύρω δὲ διατὶ, ἀφοῦ πρόκειται νὰ εὕρῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀσχολίαν διὰ τοὺς Βασιλόπαιδας, διατὶ δὲν τοὺς συμβουλεύει νὰ θέσωσι μίαν κάλπην, ὅπως παρίστανται καὶ οὗτοι μεταξὺ ἡμῶν, —διότι ἐγὼ, γνωρίζων ἱκανῶς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, οὐδεμίαν εὑρίσκω διάταξιν ἀπαγορεύουσαν εἰς τοὺς Βασιλόπαιδας νὰ ὦσι Βουλευταί. Ἀναγκαίως, Κύριοι, διὰ ν’ ἀποφανθῆτε, διὰ ν’ ἀπαντήσητε ἐπὶ τῶν ἐρωτήσεων περὶ συνταγματικότητος, ὅπως ἔθηκα αὐτὰς, πρέπει νὰ ἐξετάσητε τὸν μηχανισμὸν τοῦ νομοσχεδίου, τὰς κατὰ μέρος διατάξεις αὐτοῦ. Καὶ δὲν εἶναι πολλαί. Ἔχετε κατὰ πρῶτον τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 1, καθ’ ἣν καθίσταται μόνιμος καὶ ἑνιαία ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ ἀρχικῶς ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν δὲν δύνασθε νὰ εὕρητε διάταξιν οἱανδήποτε, δυναμένην νὰ στηρίξῃ τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς, ὁ ὑποβαλὼν τὸ νομοσχέδιον, ὁ εἰσηγησάμενος αὐτοῦ, ἀπέβλεψεν εἰς τὸ νὰ διατηρήσῃ τὰς εὐθύνας εἰς βάρος ἑαυτοῦ. Κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου ὑπεβλήθησαν τροπολογίαι, καὶ μεταξὺ αὐτῶν ἐκείνη, ἥτις θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποληφθῇ ὡς καλύπτουσα τὴν τοιαύτην ἀντισυνταγματικότητα τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι δ’ αὕτη ἡ περιληφθεῖσα ἐν τῷ ἄρθρῳ 2. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ περιελήφθη ἡ τροπολογία, καθ’ ἣν «προϊσταμένη ἀρχὴ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν». Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπαντᾷ: «Θέλετε ὑπεύθυνον διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ; ἰδοὺ ὁ ὑπεύθυνος, ἡ προϊσταμένη ἀρχὴ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν». Ἀλλ’ ἐρωτῶ, Κύριοι, ἡ διάταξις αὕτη, συνδυαζομένη μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 1 καὶ τὰς λοιπὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, δι’ ὧν καθορίζονται τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, ἀποδίδει ἔννοιαν πραγματικῆς εὐθύνης; ἢ πρόκειται περὶ εἰκονικῆς τοιαύτης; Ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντα τοῦ διοικητοῦ, ὡς διαγράφει αὐτὰ τὸ νομοσχέδιον; (ἀναγινώσκει): «Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, φέρων βαθμὸν ἀντιστρατήγου, διοικεῖ τὸν στρατὸν, βοηθούμενος ὑπὸ προσωπικοῦ ἐξ ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων ἀξιωματικῶν, ὡς ἐμφαίνεται ἐν τῷ προσηρτημένῳ πίνακι.» Σχετικῶς μὲ τὴν διάταξιν ταύτην παρατηρῶ μίαν ἀνακρίβειαν, εἰς ἣν χθὲς ὑπέπεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Πραγματευόμενος περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῶν πινάκων, προέβαλε τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι αὐτὸς, ἡ Κυβέρνησις, θὰ διορίσῃ τὸ πρῶτον κατὰ τοὺς πίνακας προσωπικόν. Ἀλλὰ ποῦ εὗρε τοῦτο; Ποία διάταξις τοῦ νομοσχεδίου σᾶς χορηγεῖ τοιοῦτον δικαίωμα; Ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ἀποβλέπουσα εἰς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐν γένει οἱ βαθμοφόροι τοποθετοῦνται, ἀφορᾷ ὄχι μόνον εἰς τὰς ὑπηρεσίας ἐκείνας, αἵτινες ὁριστικῶς ἀποσπῶνται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐκείνας, ἃς νομίζετε ὅτι θὰ διοικῆτε εἰς τὸ μέλλον. Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν τοποθετοῦνται οἱ βαθμοφόροι, καθορίζεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 6, τὸ ὁποῖον λέγει, κατὰ τὴν τροπολογίαν σας: «Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ὑποβάλλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὰς ἀναγκαίας προτάσεις ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, αἵτινες ἀπαιτοῦσι τὴν ἔκδοσιν Β. Διατάγματος. Ἔτι δὲ ὑποβάλλει προτάσεις περὶ μεταθέσεως ἀξιωματικῶν ἀπὸ σώματος εἰς σῶμα τοῦ αὐτοῦ ὅπλου, ἢ εἰς γενικὰς καὶ εἰδικὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ.» Ἐπλανήθητε λοιπὸν, ὅτε ἐλέγετε χθὲς, ὅτι σεῖς θὰ διορίσητε τὸ προσωπικὸν τῆς Γεν. Διοικήσεως, διότι, καὶ ἂν προβάλητε συγχρόνως μὲ τὸ διάταγμα τοῦ διορισμοῦ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τὸ διάταγμα τὸ περὶ συγκροτήσεως τῶν πινάκων, τί θὰ πράξητε;

§205Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ πράξω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κανονίζει ὁ νόμος τοῦ 1861.

§206Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν θὰ πράξητε τίποτε, διότι τὴν ἐπιοῦσαν θὰ σᾶς ὑποβάλουν νέας προτάσεις.

§207ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὰς ὁποίας θὰ θέσω ὑπὸ ἔλεγχον.

§208Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι. Καὶ θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω. Διότι δὲν καθιεροῦται ὁ ὑμέτερος ἔλεγχος διὰ τοῦ νομοσχεδίου· ἀναγράφεται εἰκονικῶς, ὅτι προϊσταμένη ἀρχὴ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Οὐδὲν ἕτερον λέγετε. Σεῖς εἶσθε ἐφήμερος, ὁ δὲ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ εἶναι μόνιμος, τὴν δ’ ἔννοιαν τῆς μονιμότητος τὴν ἀποδίδει ἡ σχετικὴ διάταξις ἐν τῇ Μελέτῃ τοῦ Διαδόχου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καθ’ ἣν διάταξιν τοῦ δευτέρου ἄρθρου Γενικὸς Διοικητὴς διορίζεται ὁ ἀρχαιότερος καὶ ἀνώτερος μεταξὺ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικῶν μέχρις ἀποστρατεύσεως.

§209ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Διατὶ ὁμιλεῖτε περὶ τῆς Μελέτης, ἡ ὁποία δὲν ἐγένετο νόμος;

§210Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Διότι, καὶ μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν παρ’ ὑμῶν, τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν, τὸ καὶ συζητούμενον, εἶναι ἀκριβῶς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρέστησεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ προκάτοχος ὑμῶν Βουλευτὴς Οἰτύλου.

§211ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν πιστεύω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύῃ τοιαῦτα ἀνὴρ, οἷος ὑμεῖς. Ἐὰν κακῶς ἀντελήφθην, εἶναι σφάλμα ἰδικόν μου· ἐκεῖνα ὅμως, τὰ ὁποῖα ἀντελήφθην ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ Βουλευτοῦ Οἰτύλου, σχετικῶς πρὸς τὸ τότε μελετώμενον νομοσχέδιον, τὰ εὗρον πάντα ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ. Ἀλλὰ τίνα ἔννοιαν ἀποδίδετε σεῖς εἰς τὴν λέξιν μονιμότης; Εἴπατέ μοι, ἂν δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν, ἣν ἀποδίδει τὸ ἄρθρον 2 τῆς Μελέτης τοῦ Διαδόχου.

§212Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐγὼ ἐννοῶ, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἐν εἰρήνῃ στρατοῦ νὰ παρασκευάζηται, ὅπως ᾖ ἀρχηγὸς τοῦ ἐν πολέμῳ στρατοῦ, διότι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἐν πολέμῳ στρατοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ἄλλος παρὰ ὁ διοικῶν τὸν στρατὸν ἐν εἰρήνῃ.

§213Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν ἡ μονιμότης παρατείνεται μέχρις ὅτου γείνῃ πόλεμος· καὶ ὅταν ὁ πόλεμος αὐτὸς τελειώσῃ, διατὶ νὰ μὴ παραταθῇ καὶ κατὰ τὸν δεύτερον ἢ καὶ τρίτον πόλεμον; Ἐφ’ ὅσον ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ ἐλπίζῃ ἢ νὰ φοβῆται ὅτι θὰ ἔχῃ πόλεμον, θὰ ὑφίσταται ἡ μονιμότης.

§214ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ἔχει στρατὸν, δὲν νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ παρασκευάζηται πρὸς πόλεμον;

§215Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ναὶ, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς ἐννοίας τῆς μονιμότητος, καὶ ἡ Μελέτη τοῦ Διαδόχου ἔλεγέ τι ὀλιγώτερον, παρατείνουσα ταύτην μέχρις ἀποστρατεύσεως. Ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ἔτι πλέον, ὅτι ἡ μονιμότης τοῦ ἀρχηγοῦ θὰ λήξῃ ὅταν οὗτος, κατὰ τὰς Βουλὰς τῆς Θείας Προνοίας, ἤθελε κληθῆ ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸν Βασιλέα πατέρα του. Ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ὁ λόγος ἐκεῖνος, ὅστις ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ τοιαῦτα νομοθετήματα, ταῦτα καταπίπτουσι μετ’ οὐ πολὺ ἀφ’ ἑαυτῶν, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πολλὴ τιμὴ καὶ πολλὴ σημασία ἀπεδόθη εἰς αὐτό. Ἡ Κυβέρνησις, ἥτις θὰ σᾶς διαδεχθῇ, θὰ καταργήσῃ αὐτὸ, ἀποκτῶσα οὕτως εὐχερῶς πολλὴν δημοτικότητα. Οὗτος εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ὁ τρόπος, δι’ οὗ θὰ λήξῃ ἡ μονιμότης τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ.

§216ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅσα εἴπετε εἶναι ἀληθέστατα, καὶ ἔτι πλέον· ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐν τῇ διατάξει, ἣν ἀνεγνώσατε, περιλαμβάνεται ἡ ἔννοια τῆς μεταθέσεως εἰς ἀποστρατείαν, ἥν διὰ τὸ εὐφημότερον παρέλειψαν. Διὰ νὰ φθάσωμεν δὲ εἰς τὰ συμπεράσματα, ὅτε, κατὰ νόμον ὑπάρχει εἷς καὶ μόνος ἀντιστράτηγος, πῶς θέλετε νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἄλλος;

§217Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲ προσθέτω, ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τοῦ Διαδόχου καὶ ἐπειδὴ ὁ Διάδοχος εἶναι ἐκτὸς τῶν στελεχῶν, καὶ ὡς πρὸς αὐτὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας, θὰ ἦναι πάντοτε ὁ γενικὸς ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, καὶ πολλοὶ πόλεμοι θὰ διεξαχθῶσιν, ὅπως λήξῃ ἡ μονιμότης του. Ἀλλ’ ἂν ἐπιμένω νὰ καθορίσω τὴν ἔκτασιν τῆς μονιμότητος, ἐπιμένω διότι ἡ ἔκτασις αὐτῆς θὰ χρησιμεύσῃ, ὅπως ἐκτιμήσωμεν τὴν ἐξουσίαν, ἣν ἀντιποιεῖται, κατόπιν τῆς τροπολογίας, ἣν ἔφερεν ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τὸν Γενικὸν Διοικητήν. Εἶναι κατ’ αὐτὸν ὑπόχρεως νὰ διατηρήσῃ τὸν Γενικὸν Διοικητὴν εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ μέχρις ὅτου πολεμήσῃ ἡ Ἑλλὰς ἅπαξ ἢ δὶς ἢ τρίς. Κατὰ τὴν Μελέτην τοῦ Διαδόχου, οὗ τὰς ἰδέας ἀπεδέχθητε καὶ υἱοθετήσατε, ἡ ἔννοια τῆς μονιμότητός του καθορίζεται ἐκ τοῦ δικαιώματος τοῦ παραμένειν εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν μέχρις ἀποστρατεύσεως. Κατ’ ἐμὲ, ἡ μονιμότης, ἐπειδὴ ἡ ἀποστράτευσις δὲν εἶναι δυνατὴ ὡς πρὸς τὸν Διάδοχον, ἔχει ὡς ἔννοιαν τὴν παραμονὴν αὐτοῦ ὡς Γενικοῦ Διοικητοῦ μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων, ἢ τοὐλάχιστον ἰσοβίως, ἢ μέχρι τῆς βασιλείας αὐτοῦ. Λοιπὸν δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀντικαταστήσητε τὸν Γενικὸν Διοικητήν. Ἀλλ’ ἔχετε ἄλλην τινὰ πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπ’ αὐτόν; Ἀνεζήτησα ἐπιμελῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοιαύτην, ἀλλὰ δὲν εὗρον, καὶ οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη. Καὶ τοῦτο σᾶς ἀποδεικνύει ἤδη κατὰ πόσον ἡ τροπολογία, ἣν περιελάβετε ἐν τῷ ἄρθρῳ 2, καθιστᾷ πραγματικὴν ὑπεροχὴν ἐπὶ τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ τῆς ἀρχῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ εἶναι αὕτη ἐντελῶς εἰκονική. Ἡ μονιμότης ἀποδεικνύει, ὅτι εἶναι καθαρῶς εἰκονικὴ, ἡ δὲ ἔλλειψις πάσης πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἐπ’ αὐτὸν ἀποδεικνύει, ὅτι οὐδὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς ἀπέναντι τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ.

§218ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀποδείξατε ὅτι δὲν ἔχει ἐξουσίαν ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τὸν Διάδοχον δυνάμει τῶν κειμένων νόμων.

§219Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν τὴν βλέπω.

§220ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ τεθῇ ὑπὸ κράτησιν ὁ Διάδοχος;

§221Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ, ἐκ δὲ τῶν κατὰ μέρος διατάξεων θὰ ἴδητε, ὅτι δὲν ἔχετε πειθαρχικὴν ἐξουσίαν. Ὁ Διάδοχος ἔχει ὑφ’ ἑαυτὸν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου, εἶναι γενικὸς ἐπιθεωρητὴς τοῦ στρατοῦ, καὶ εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ συγκεντροῦνται ὅλαι αἱ ἐπιθεωρήσεις, αἱ γινόμεναι εἴτε παρὰ τῶν μεράρχων, εἴτε παρ’ εἰδικῶν ἐπιθεωρητῶν, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει ὁ νόμος. Ἀλλ’ ὁ γενικὸς ἀρχηγὸς ἔχει περιπλέον τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως ἐπὶ πάσης ὑποθέσεως ἀφορώσης τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἐπὶ πάσης τοποθετήσεως βαθμοφόρων, δι’ ἣν ἀπαιτεῖται ἡ ἔκδοσις βασιλικοῦ διατάγματος. Ἀλλ’ ἔχει καὶ ἄλλο δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ὅπερ προκύπτει, διότι οὐδὲν ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον περὶ πασῶν ἐκείνων τῶν ποικίλων καὶ πολυαρίθμων ὑποθέσεων, τὰς ὁποίας διαχειρίζεται μέχρι τοῦδε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν—καὶ τὰς διαχειρίζεται κακῶς—καὶ αἵτινες ἀποτελοῦσι τὰς προσωπικὰς παροχὰς, ἤτοι περὶ τῶν προσκολλήσεων, τῶν ἀποσπάσεων, τῶν ἀδειῶν καὶ ὅλων τῶν ἄλλων ὑποθέσεων, ἃς γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, οὐδ’ ἔχει νὰ δώσῃ λόγον δι’ ὅλας αὐτὰς, ὡς πρὸς τὰς ὑπηρεσίας τὰς ἀποσπωμένας ἐκ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι αὗται ὑπόκεινται εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ.

§222ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Πόθεν συμπεραίνετε αὐτό;

§223Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Διότι «ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ διοικεῖ τὸν στρατὸν, βοηθούμενος ὑπὸ προσωπικοῦ ἐξ ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων ἀξιωματικῶν». Πᾶσαι δὲ αἱ ὑποθέσεις, ὡς πρὸς ἃς δὲν ἀπαιτεῖται ἡ ἔκδοσις Β. Διατάγματος, εἶναι ἐκ τῶν καθηκόντων τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ.

§224ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Πῶς θ’ ἀποσπασθῶσι;

§225Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὅπως ἀποσπῶνται καὶ σήμερον. Ἀλλ’ ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τοῦ ζητήσητε λόγον, διατὶ ἀπεσπάσθησαν ἢ προσεκολλήθησαν βαθμοφόροι; Πόθεν ἀντλεῖτε τὸ δικαίωμα τοῦτο;

§226ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀντλῶ τὸ δικαίωμα ἐκ τῆς κειμένης νομοθεσίας.

§227Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὰς σχέσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν καθορίζει αὐτὸ καὶ μόνον τὸ νομοσχέδιον, δι’ οὗ καθίσταται μόνιμος καὶ ἑνιαία διοίκησις τοῦ στρατοῦ, καὶ τὴν διοίκησιν ταύτην θὰ διαχειρίζηται ὁ Διάδοχος, χωρὶς νὰ ὀφείλῃ ὑμῖν λόγον, διότι αἱ θέσεις, περὶ ὧν πρόκειται, ἀνήκουσιν εἰς τὴν Γεν. Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ.

§228ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἶναι ἀξιωματικὸς ὅμως ὁ Διάδοχος;

§229Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλ’ ἀντιστράτηγος καὶ Διάδοχος καὶ Γενικὸς Διοικητής.

§230ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὑποθέσατε ὅτι εἶναι ἄλλος ἀντιστράτηγος.

§231Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν θέλετε νὰ θέσητε τὸ ζήτημα οὕτω, τότε πρέπει νὰ διαγράψητε καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀντιστρατήγου ὡς προσὸν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ.

§232ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὅτε ἦτο ἀρχηγὸς τοῦ Γʹ Ἀρχηγείου, ὑπέκειτο εἰς τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ.

§233Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναμφισβητήτως, διότι τότε ὑπέκειτο κατὰ τοὺς καθεστῶτας νόμους εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.

§234ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι καὶ τώρα.

§235ΡΑΛΛΗΣ. Διόλου.

§236ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι νέα ἀρχή, ἣν καθιεροῦμεν.

§237Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ τοῦτο εἶπον· εἶπον ὅτι τὰ δικαιώματα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ καθορίζονται διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς συγκεντρώνει τὴν ὅλην διοίκησιν, διατάσσει καὶ ἐνεργεῖ ἐπιθεωρήσεις, προτείνει τὴν τοποθέτησιν τῶν βαθμοφόρων εἰς πᾶσαν θέσιν καὶ κατ’ ἰδίαν ἀνεξέλεγκτον κρίσιν, καὶ σεῖς θέλετε νὰ ἔχητε πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπ’ αὐτόν! Οὐδὲν δικαίωμα ἀναμίξεως ἔχει εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἰμὴ εἰς μίαν μόνην περίπτωσιν. Διὰ τὰς ἄλλας καταργεῖται τελείως ὁ ἔλεγχος, καθίσταται δ’ ἀνεξέλεγκτος ὁ Γενικὸς Διοικητής. Ἡ ἐξαιρετικὴ περίπτωσις εἶναι ἡ τοῦ ἄρθρου 6.

§238ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ, μίαν διακοπήν. Τίς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ διορίσῃ τὴν Αὐτοῦ Ὑψηλότητα Γενικὸν Διοικητήν;

§239ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁ νόμος θὰ τὸν διορίσῃ.

§240ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.

§241Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην.

§242ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὅταν ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ θὰ γείνῃ, συμφώνως τοῖς νόμοις, ὁ διορισμὸς τοῦ Διαδόχου ὡς Γενικοῦ Διοικητοῦ, δὲν εἶναι αὐτὸς οὗτος ὁ Ὑπουργός, ὅστις θὰ τοποθετήσῃ πάντας τοὺς ἀξιωματικούς; Ποῦ εἶναι πλέον τὸ δικαίωμα τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ; Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς μεταθέσεις τῶν ἀξιωματικῶν, κατὰ τὸ ἄρθρον 6, πάντοτε θὰ παραμένῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐγκρίσεως αὐτῶν εἰς τὸν Ὑπουργὸν, πολλῷ δὲ μᾶλλον, ὅταν πρόκηται περὶ μετακινήσεως σωμάτων. Ὅταν δὲν ἐπιτρέπῃ ὁ Ὑπουργὸς, δὲν δύναται νὰ κάμῃ τίποτε ὁ Γενικὸς Διοικητής.

§243Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Βουλευτὰ, εἴμεθα ἐντελῶς σύμφωνοι· καὶ θὰ ἴδητε ὅτι εἴμεθα ἐντελῶς σύμφωνοι. Μόνον καθ’ ἓν διαφωνοῦμεν· σεῖς νομίζετε, ὅτι ἡ πρότασις εἶναι ἁπλοῦς τύπος, ἐνῷ κατ’ ἐμὲ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως εἶναι οὐσιαστικόν. Διὰ νὰ εἴπῃ δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὸ διάταγμα περὶ διορισμοῦ τοῦ Γεν. Διοικητοῦ «προτάσει τοῦ Ἡμετέρου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ διορίζομεν τὸν ἀντιστράτηγον κτλ. Διάδοχον ὡς Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ», πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως, ἤτοι τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς. Ἀλλὰ δὲν ἔχει δικαίωμα τοιοῦτον. Ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν, καὶ τὸν ὁποῖον θὰ κυρώσῃ αὔριον ὁ Βασιλεύς, καθιστᾷ τὸν Διάδοχον Γενικὸν Διοικητήν. Θὰ ἐκδοθῇ ἓν διάταγμα ἐκτελεστικόν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι δυνάμει αὐτοῦ τοῦ διατάγματος θὰ διορισθῇ ὁ Γενικὸς Διοικητής. Διορίζεται δυνάμει τοῦ νόμου.

§244Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν γίνεται συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ.

§245Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν διορίζεται δυνάμει τοῦ νόμου, ἕπεται ὅτι δὲν τὸν διορίζετε σεῖς· διότι εἰς αὐτὸ ἤθελε νὰ καταλήξῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Βάλτου, ὅτι, ἐπειδὴ τὸν διορίζετε σεῖς, διὰ τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ ὑμᾶς. Δὲν τὸν διορίζετε σεῖς· ἔχει τὴν καταγωγήν του ἐκ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ δυνάμει τοῦ νομοθετήματος τούτου εἶναι μόνιμος· ἔχει τελείαν ἐλευθερίαν ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν τοῦ στρατεύματος, τὴν ἀποκλειστικὴν διοίκησιν τοῦ στρατεύματος, χωρὶς νὰ ἔχῃ νὰ δώσῃ εἰς κανένα λόγον, οὐδ’ εἰς ὑμᾶς, οὐδ’ εἰς τὴν Βουλήν. Οὐδὲ δύνασθε σεῖς, ἐνασκοῦντες πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν φαντάζεσθε ὅτι ἔχετε, νὰ τὸν καλέσητε καὶ νὰ τὸν ἐρωτήσητε, διατὶ ἔπραξε τοῦτο· διότι θὰ σᾶς εἴπῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπε χθὲς ὁ Βουλευτὴς Πατρῶν περὶ ἄλλου Βασιλόπαιδος: «ἔτσι θέλω!» Οὕτω καταργεῖται πᾶς ἔλεγχος ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν τοῦ στρατεύματος, καθόσον δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ ἔκδοσις Β. Διατάγματος. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον, ὅτι ἐκεῖ, ὅπου δύνασθε νὰ προβάλητε ὅτι διατηρεῖται τὸν ἔλεγχον καὶ ἑπομένως τὴν εὐθύνην, εἶναι ἡ περίπτωσις τοῦ ἄρθρου 6, ὅταν πρόκηται περὶ ὑποθέσεων τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, ὡς πρὸς τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖται ἡ ἔκδοσις Β. Διατάγματος, ἢ ὅταν πρόκηται περὶ τῆς ἀποσπάσεως καὶ μεταθέσεως ἀπὸ σώματος εἰς σῶμα ἢ εἰς γενικὰς καὶ εἰδικὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ, ἀπαιτούσας ἐπίσης τὴν ἔκδοσιν Β. Διατάγματος. Καὶ λέγετε ὅτι «ὁ Διάδοχος προτείνει, ἐγὼ δέχομαι, καὶ ἑπομένως, καθ’ ὅσον ἤθελον δεχθῆ, εἶμαι ἀναγκαίως καὶ ὑπεύθυνος ἀπέναντι τῆς ἀντιπροσωπείας, καὶ ἰδοὺ ἡ εὐθύνη». Αὐτὸ δὲν λέγετε;

§246Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Μάλιστα.

§247Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι πραγματικόν. Διότι ἐκεῖνος, ὅστις δύναται νὰ προβάλῃ, ὅτι ἐξ αὐτοῦ ἐξαρτᾶται νὰ δεχθῇ, πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ τὸ δικαίωμα νὰ μὴ δεχθῇ· καὶ δὲν τὸ ἔχετε τὸ δικαίωμα. Διότι τί θὰ πράξητε; Σᾶς προτείνει ὁ Διάδοχος, καὶ σεῖς ἔχετε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ πραγματοποίησις τῆς προτάσεως τοῦ Διαδόχου εἶναι ἐπιζήμιος εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ. Τί θὰ πράξητε; Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ἐλέγξητε αὐτὴν τὴν πρότασιν, οὐδὲ σᾶς δίδει τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ἄρθρον 6. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ζητήσητε παρ’ αὐτοῦ, ὅπως ὑποβάλῃ ἄλλην πρότασιν, οὐδ’ ἔχετε δικαίωμα, ὅταν πρόκηται περὶ τῶν ἐπιθεωρήσεων τῶν ἐνιαυσίων καὶ τῆς ὑποβολῆς τῶν προτάσεων περὶ προαγωγῆς βαθμοφόρων, νὰ ζητήσητε παρὰ τοῦ Διαδόχου, ὅπως μεταβάλῃ τὰς προτάσεις του, οὐδὲ δύνασθε νὰ ἐλέγξητε τὰς προτάσεις αὐτοῦ, τὰς μετὰ τὰς γενικὰς ἐπιθεωρήσεις. Ἕν ἔχετε δικαίωμα, νὰ σταματήσητε τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, νὰ μὴ ὑποβάλητε τὸ διάταγμα. Ἀλλ’ ὁ στρατὸς πρέπει νὰ διοικηθῇ, καὶ ἀναγκαίως θὰ διοικηθῇ, καὶ θὰ γείνῃ τότε τὸ παιγνίδι τοῦ «pot de terre καὶ pot de fer»· διότι σεῖς μὲν εἶσθε ἐφήμερος, ἐκεῖνος δὲ μόνιμος· ἓν δ’ ἐκ τῶν δύο θὰ συμβῇ: ἢ θὰ δεχθῆτε τὴν κηδεμονίαν αὐτοῦ τελείαν καὶ πλήρη, ἢ ἀμέσως πρέπει νὰ ἐξέλθητε ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Θὰ ἐξέλθητε δ’ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν οὐχὶ διαφωνῶν πρὸς τὸν Βασιλέα, οὐχὶ στερούμενος τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ διαφωνῶν πρὸς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 2 θεωρεῖτε ὡς ὑφιστάμενον ὑμῶν, ὡς ὑπὸ τὰς διαταγὰς ὑμῶν, καὶ ἐπὶ τὸν ὁποῖον ὑπολαμβάνετε ὅτι δύνασθε νὰ ἀσκήσητε τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ὑμῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς ἐκτίμησις τοῦ νομοθετήματος. Λοιπὸν ὡς πρὸς μὲν ὅλας τὰς περιπτώσεις, τὰς ἀφορώσας τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ὡς πρὸς τὰς ὁποίας δὲν ἀπαιτεῖται ἡ ἔκδοσις Β. Διατάγματος, οὐδεμία ὑφίσταται εὐθύνη, τὸ ἀνεξέλεγκτον εἶναι πλῆρες, σεῖς δὲ, ἐὰν τολμήσητέ ποτε νὰ προβάλητε μίαν ἐρώτησιν, ἢ νὰ ζητήσητε οἱανδήποτε πληροφορίαν, θὰ σᾶς ἀπαντήσωσιν, ὅτι αἱ ὑποθέσεις αὗται δὲν σᾶς ἀφορῶσιν. Ὡς πρὸς δὲ τὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖται ἡ ἔκδοσις Β. Διατάγματος, ἀναγκαίως θὰ ὑποστῆτε τὸν νόμον τοῦ ἰσχυροτέρου, διότι ἔχετε ἀπέναντι ὑμῶν τὸν μόνιμον Γεν. Διοικητὴν, ὁ ὁποῖος δὲν ὑπόκειται εἰς πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, ὁ ὁποῖος ἀναγκαίως θὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν του, διότι ὁ στρατὸς δὲν δύναται παρὰ νὰ διοικηθῇ, καὶ διὰ νὰ διοικηθῇ, θ’ ἀπαιτηθῇ ἡ ἔκδοσις Β. Διατάγματος ἐντελῶς συμφώνου πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ Διαδόχου, καὶ οὐχὶ συμφώνου πρὸς τὰς σκέψεις ὑμῶν.

§248Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀλλ’ ἐξαφανίζετε οὕτω τὸν Βασιλέα ἐκ τοῦ μέσου!

§249Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἄ! ἔχετε τὸν Βασιλέα εἰς τὸ μέσον! Μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν διοικεῖ, οὐδὲ ὑπέχει εὐθύνας ὁ Βασιλεύς. Τὰς εὐθύνας ὀφείλει νὰ ὑπέχῃ ἄλλος τις, καὶ θὰ τὰς ὑπέχῃ ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἢ ὁ Διάδοχος.

§250ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὴν διαφωνίαν, παρακαλῶ, μεταξὺ Διαδόχου, ἤτοι Γεν. Διοικητοῦ καὶ Ὑπουργοῦ, ποῖος θὰ τὴν λύσῃ;

§251Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔλυσε τὴν διαφωνίαν μεταξὺ τοῦ Διαδόχου καὶ τοῦ κ. Κουμουνδούρου (γέλωτες). Δὲν τὸ καταλαμβάνετε;

§252ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀλλ’ αὐτὸς δὲν λύει καὶ σήμερον τὴν διαφωνίαν;

§253ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχετε μέγα λάθος· δὲν λύει σήμερον τὴν διαφωνίαν, οὐδὲ δύναται νὰ ὑπάρξῃ διαφωνία μεταξὺ ἀρχηγοῦ, πράγματι ὑφισταμένου, καὶ τοῦ προϊσταμένου Ὑπουργοῦ, ἐκπροσωποῦντος τὴν ὅλην στρατιωτικὴν διοίκησιν. Σήμερον ὑφίσταται ἔλεγχος, καὶ ἐντεῦθεν πραγματικὴ εὐθύνη, ἥτις βαρύνει τὸν Ὑπουργὸν, καὶ ἡ εὐθύνη αὕτη ἀποτίεται ἐνταῦθα. Ἀλλ’ ἀποτίων τὴν εὐθύνην ἐνταῦθα ὁ Ὑπουργὸς, ἔχει ἀφ’ ἑτέρου ὄπισθέν του, ὅταν ἐγκαλῆται διὰ πράξεις συμφώνους πρὸς τὸ καθῆκόν του, διὰ πράξεις τὰς ὁποίας ἐπετέλεσεν ἀκριβῶς πρὸς τὴν ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν ἀνετέθη αὐτῷ ἡ ἀρχὴ, ἔχει, λέγω, ὄπισθέν του ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ τὸν ὑπερασπισθῶσι καὶ θὰ τὸν ὑποστηρίξωσιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τῶν πραγμάτων, τοιοῦτος ὁ ἔλεγχος τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοὺς ὑφισταμένους, αὐτὸς ὁ μηχανισμὸς τῆς εὐθύνης τῆς κοινοβουλευτικῆς. Ἀλλὰ καταργεῖτε τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τὸν ὑφιστάμενον ὑμῶν, ἐντεῦθεν δὲ καὶ τὸν μηχανισμὸν αὐτὸν τῆς εὐθύνης τῆς κοινοβουλευτικῆς. Δὲν ὑφίσταται λοιπὸν ὁ ἔλεγχος τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τὸν Γεν. Διοικητὴν, διότι οὐδὲν διετηρήσατε ὑπὲρ ὑμῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, ὅστις τόσον εὐγλώττως ἀπέδειξε τὸ πλημμελὲς τοῦ νομοσχεδίου, ἔσφαλεν εἰς τὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἔφερε διὰ ν’ ἀποδείξῃ τοῦτο, καὶ δι’ αὐτῶν οὐδὲν ἕτερον ἔπραξεν ἢ νὰ ἐνισχύσῃ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἐπεκαλεῖτο ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν περίπτωσιν τοῦ Βίκτωρος Ἐμμανουήλ, τοῦ Βασιλέως, ὅστις κατὰ τὴν στιγμὴν τοῦ κινδύνου καὶ ὅτε ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς ὅλης Ἰταλίας, ἀναγκαίως ἵππευσε τὸ ἵππον του καὶ ἐτέθη ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατοῦ του, ὡς ἀρχηγὸς αὐτοῦ.

§254ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ δικτάτωρ προσέτι ἀνεκηρύχθη.

§255ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι οὔτε ὁ Καβοὺρ, οὔτε ἄλλος τις Ὑπουργὸς, —δὲν ἐνθυμοῦμαι, τίς ἦτο τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τῆς Ἰταλίας, —ἐσκέφθη νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ καταστήσῃ τὸν Βίκτωρα Ἐμμανουὴλ Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ του. Βεβαίως ἐν ὥρᾳ πολέμου ὅλα αὐτὰ δὲν ἔχουσι καμμίαν σημασίαν, καὶ ὁ ἡγεμὼν ἐκεῖνος, ὅστις αἰσθάνεται, τί ὀφείλει πρὸς τὸν τόπον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου βασιλεύει, ὅλα αὐτὰ τὰ ξεσχίζει, διότι καὶ τὴν ζωὴν αὑτοῦ πρόκειται νὰ θύσῃ ὑπὲρ τοῦ τόπου του, ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τοῦ τόπου του, ὑπὲρ τῆς σωτηρίας καὶ ἀνεξαρτησίας αὐτοῦ. Οὐδὲ πρόκειται περὶ τῶν περιπτώσεων ἐκείνων τῶν ἐξαιρετικῶν· πρόκειται περὶ τῶν περιπτώσεων, κατὰ τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ εὐθύνη καὶ νὰ ζητηθῇ εὐθύνη, τὰς περιπτώσεις δὲ ταύτας θὰ τὰς συναντήσητε οὐχὶ πλέον ἐν ὥρᾳ πολέμου, ὅτε κινδυνεύει ἡ ἀνεξαρτησία ἡ ἐθνική, ἡ ὕπαρξις ἡ ἐθνική, ὅτε τὰ πάντα ἀπέναντι τοῦ κινδύνου καὶ πρὸς ἀπόκρουσιν αὐτοῦ πρέπει νὰ ὑποχωρῶσι, θὰ τὰς εὕρητε κατὰ τὴν τακτικήν, κατὰ τὴν ὁμαλὴν τῶν πολιτευμάτων λειτουργίαν. Εἴπετε ὅτι ὑπάρχουσι νομοθεσίαι, αἱ ὁποῖαι περιβάλλουσι διὰ τοιαύτης ἀπολύτου ἐξουσίας οἱονδήποτε ἀρχηγὸν στρατοῦ, οὐχὶ τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου, καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀποδείξῃ τοῦτο, ἐπεκαλέσθη ἀκριβῶς τὴν Ἀγγλικὴν νομοθεσίαν. Ἐφρόντισα νὰ συμβουλευθῶ Ἄγγλον συγγραφέα, τὸν Alpheus Todd, ὅστις ἔγραψε περὶ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ οὗ τὸ σύγγραμμα εὑρίσκετε εἰς τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς. Ἐν τόμῳ Αʹ σελίδι 324 θέλετε εὕρει τὰ ἑξῆς ὡς πρὸς τὴν θέσιν τοῦ Γεν. Ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ ἐν Ἀγγλίᾳ (the Commander in chief). Λέγει ὁ Alpheus Todd, ὅστις ἀποτελεῖ autorité, ἐν τόμ. 1 σελ. 324: «... Εἴδομεν ἤδη, ὅτι ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν καὶ τὸν ἔλεγχον τοῦ στρατοῦ ὑπῆρξεν ἡ τελευταία προνομία τοῦ Στέμματος, ἥτις ἀπεδόθη ὑπὸ τὴν φυλακὴν (custody) ὑπευθύνων Ὑπουργῶν». (Τοῦτο ἐγένετο κατὰ τὸ 1806, ὅτε μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Pitt ὁ βασιλεὺς Γεώργιος Γʹ ἠναγκάσθη νὰ προσφύγῃ εἰς τοὺς Οὐΐγγους. Τότε ἐσχηματίσθη τὸ Ὑπουργεῖον «all the salients» («πᾶσαι αἱ ἱκανότητες») ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ λόρδου Γκρέμβιλλ καὶ τοῦ Φόξ). Καὶ ἐξακολουθεῖ ὁ συγγραφεύς: «Καὶ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ὑπῆρξάν τινες, οἵτινες ἐπεθύμουν, ὅπως ἡ διοίκησις τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων ἀφεθῇ εἰς τὸν ἀνεπερώτητον (unquestioned) ἔλεγχον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ πᾶσα ἀπόπειρα ἀναμίξεως κατ’ αὐτὴν παρ’ ἑκατέρας τῶν Βουλῶν, ὑφ’ οἱασδήποτε περιστάσεις, ν’ ἀποκρουσθῇ, ὡς ἀντισυνταγματική. Ἀλλ’ αἱ ὑγιεῖς ἀρχαὶ ἀπαγορεύουσι πᾶσαν διάκρισιν κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικὸν καὶ τοὺς λοιποὺς κλάδους τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Ἐφ’ ὅλων ἑκατέρα τῶν Βουλῶν εἶναι ἁρμοδία νὰ προβάλῃ τὴν γνώμην της, καὶ οὐδὲν δύναται νὰ διαπραχθῇ εἰς οἱονδήποτε κλάδον τῆς Διοικήσεως, ὡς πρὸς τὸ ὁποῖον Ὑπουργός τις τοῦ Στέμματος νὰ μὴ ᾖ ὑπεύθυνος. Ἐὰν ἀπεδεχόμεθα οἱανδήποτε ἐξαίρεσιν διὰ τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικόν, ἤθελεν ἐπακολουθήσει, ὅτι ἡ εὐθύνη τῆς διοικήσεως αὐτῶν ἤθελε βαρύνει ἀπ’ εὐθείας τὸν Ἡγεμόνα. Ἀλλὰ τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὸ Συνταγματικὸν ἀξίωμα, ὅπερ ἀνακηρύττει, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν δύναται νὰ διαπράξῃ τὸ κακὸν, οὐδ’ ὑπόκειται εἰς οἱονδήποτε ἐπίγειον δικαστήριον. Ὑπεδείχθη ὅτι ὁ Commander in chief, καὶ οὐχὶ οἱ σύμβουλοι τοῦ Στέμματος, ὤφειλε νὰ ὑπέχῃ μοναδικὴν εὐθύνην διὰ πᾶσαν πρᾶξιν στρατιωτικῆς διοικήσεως, ἀλλ’ ὁ λόρδος Γκρέϋ κατηγορηματικῶς παρετήρησεν, ὅτι τοῦτο οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἤθελε μειώσει τὸ ἄτοπον, διότι ὁ κάτοχος τοῦ ἀξιώματος τούτου θὰ εὑρίσκετο εἰς ἐπικίνδυνον θέσιν, ἐὰν δὲν ἐπανεπαύετο εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῶν Ὑπουργῶν, ὅτε τὰ μέτρα αὐτοῦ ἤθελον ἐξετασθῆ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ οὗτοι δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ τῷ δώσωσι τὴν συνδρομήν των, εἰμὴ καθ’ ὅσον ὁ ἀξιωματικός, εἰς ὃν ἐνεπιστεύθη ἡ διοίκησις, ἐπικοινωνεῖ μετὰ τούτων κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του κατὰ τρόπον, ὥστε αὐτοὶ νὰ ὦσιν εἰς θέσιν νὰ τηρῶσιν ἀπέναντι τῶν πράξεών του ἢ τῶν παραλείψεών του τοιαύτην στάσιν, ὥστε νὰ ὦσι παρεσκευασμένοι νὰ τὸν ὑπερασπίσωσιν. Ἡ κακὴ διαχείρισις τῶν δυνάμεων ἡμῶν κατὰ τὸν Ρωσσικὸν πόλεμον τοῦ 1854–1855 ἀρκούντως ἀπέδειξε τὴν ἀνάγκην μᾶλλον ἀμέσου καὶ ἀδιαιρέτου εὐθύνης, παρ’ ἐκείνην, ἥτις πρότερον ἀνεγνωρίζετο. Καὶ ἐκ τῆς γενομένης κοινοβουλευτικῆς ἀνακρίσεως ἀπεδείχθη ἡ ὠφέλεια τῆς συνταγματικῆς ἐπιβλέψεως.» Αὐτὸς εἶναι ὁ μηχανισμὸς τῆς Ἀγγλικῆς νομοθεσίας ἐπὶ τοῦ ἀξιώματος τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ (Commander in chief).

§256Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι εἴμεθα εἰς ἀντίθεσιν.

§257Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως· διότι, ὅτε πρὸ ὀλίγου ἀνέλυον τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, σεῖς δὲν εὑρίσκεσθε εἰς τὴν αἴθουσαν, φρονῶ δὲ, ὅτι ἀπέδειξα, ἐρευνῶν τὰς κατὰ μέρος διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν οὐδεμίαν πλέον ὑπέχει εὐθύνην ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν τοῦ στρατεύματος, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰς οὐδεμίαν πλέον εὑρίσκεται ἐπικοινωνίαν μὲ τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ, οὐδ’ ἔχει ἐπ’ αὐτοῦ ἔλεγχον, οὐδὲ κατὰ τὴν περίπτωσιν τοῦ ἄρθρου 6, καθ’ ἣν ἀποτελεῖ μόνον διαβιβαστικὴν ἀρχὴν καὶ οὐδὲν πλέον. Ἀληθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐκαυχᾶτο χθὲς, ἴσως ἀμυνόμενος κατὰ τῆς εἰρωνείας, ἂν οὐχὶ τῆς μομφῆς, τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἑρμιονίδος, ἀποκαλοῦντος αὐτὸν σκιὰν Ὑπουργοῦ, καὶ ἔλεγε: «Πῶς μὲ ὑπολαμβάνετε ὡς σκιὰν Ὑπουργοῦ; Ἐγὼ θὰ τηρήσω ὅλα τὰ τμήματα, τὰ ὁποῖα ἔχω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν». Καὶ κατεπλάγην, ὅτε ἤκουσα τοῦτο ἐκ στόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἴσως αὐτὸ θεραπεύει τὴν φιλοτιμίαν του, ἴσως κολακεύεται δι’ αὐτῶν τῶν σκέψεων, πιστεύων ὅτι θὰ ἦναι πράγματι Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ οὐχὶ σκιὰ Ὑπουργοῦ, Ὑπουργὸς en effigie, μετὰ τὴν αὐτοκτονίαν, τὴν ὁποίαν διαπράττει διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ τὸν συνεβούλευον,—καὶ ὑποθέτω ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ συνάδελφός του, θὰ εἶναι σύμφωνος μετ’ ἐμοῦ, ὅλα ἐκεῖνα τὰ πολυποίκιλα τμήματα, τὰ ὁποῖα ἐπηγγέλθη ὅτι θὰ διατηρήσῃ, νὰ τὰ συμπτύξῃ εἰς ἓν καὶ μόνον, εἰς ἓν Τμῆμα καταχωρίσεων, διότι εἰς τὸ ἑξῆς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς πρὸς τὰς ὑπηρεσίας τὰς ἀποσπωμένας ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι ἁπλοῦς τμηματάρχης καταχωρίσεων καὶ οὐδὲν πλέον. Δύνασθε νὰ διατηρήσητε τὸ τμῆμα τοῦ προσωπικοῦ, νὰ διατηρήσητε τὸ τμῆμα τὸ στρατολογικὸν, τὸ τμῆμα τοῦ μηχανικοῦ, τὸ τμῆμα τοῦ πυροβολικοῦ· ἀλλ’ εἰς τί θὰ σᾶς χρησιμεύσωσι; τίνα ἐργασίαν πραγματικὴν θὰ ἔχωσι; Θὰ ἔχητε θέσεις ἀμεριμνομερίμνης, ἀλλ’ οὐχὶ πραγματικὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, διότι ἡ πραγματικὴ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ὁλοκλήρου τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἀναγκαίως διὰ τοῦ νομοσχεδίου μεταβιβάζεται εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, σεῖς δὲ οὐδὲν ἕτερον θὰ ἔχητε νὰ πράττητε παρ’ ὅ,τι μία διαβιβαστικὴ ἀρχή· εἰς τίνας δὲ περιπτώσεις; εἰς μόνας τὰς περιπτώσεις τοῦ ἄρθρου 6 καὶ εἰς τὰς περιπτώσεις τὰς μετὰ τὴν γενικὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ στρατοῦ κατόπιν τῶν προτάσεων τοῦ Γεν. Διοικητοῦ διὰ τὰς προαγωγὰς ἢ τὴν στασιμότητα. Τοιαύτην διαπλάττει τὴν θέσιν σας τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ διὰ τοῦ τοιούτου μηχανισμοῦ τοῦ νομοσχεδίου ἀναγκαίως καταργεῖτε τὴν εὐθύνην ὡς πρὸς τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, τὴν ἐν γένει εὐθύνην, διότι ὡς πρὸς μὲν τὰς περιπτώσεις, διὰ τὰς ὁποίας δὲν ἀπαιτεῖται ἡ ἔκδοσις Β. Διατάγματος, ὡς πρὸς πάσας τὰς περιπτώσεις τῆς πραγματικῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ὁ Διάδοχος εἶναι ἀνεξέλεγκτος, μὴ ὑπαγόμενος εἰς οὐδεμίαν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, διότι δυνάμει τοῦ νομοθετήματος τούτου δὲν καλεῖται νὰ δώσῃ λόγον οὐδὲ πρὸς ὑμᾶς, οὐδὲ πρὸς τὴν Βουλήν. Ὡς πρὸς δὲ τὰς περιπτώσεις ἐκείνας, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει τὸ ἄρθρον 7, σεῖς εἶσθε ἡ διαβιβαστικὴ ἀρχὴ, καὶ οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ καταλογίσῃ τις εὐθύνην εἰς βάρος ὑμῶν, ὅτε ἀναγκαίως ἔπρεπε νὰ ὑποταχθῆτε εἰς τὰς προτάσεις αὐτοῦ, διότι ἄλλως ἤθελε σταματήσει ἡ μηχανὴ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Λοιπὸν ἐκ τούτων προκύπτει, ὅτι ἀντιθέτως πρὸς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο εἰς τὸ ἄρθρον 2, ἀντὶ νὰ ἦναι προϊσταμένη ἀρχὴ τῆς Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ Γεν. Διοίκησις τοῦ στρατοῦ εἶναι προϊσταμένη ἀρχὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν... Εὑρίσκεσθε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν,— καὶ μὴ ἔχετε καμμίαν ἀμφιβολίαν περὶ αὐτοῦ, θὰ τὸ ἴδητε μετ’ ὀλίγας ἡμέρας,—εὑρίσκεσθε ὑπὸ καθολικὴν κηδεμονίαν, ἢ μᾶλλον ἀπαγόρευσιν· καὶ μὴ νομίζετε, ὅτι διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἐπροτείνατε εἰς τὸ ἄρθρον 6, διατηρεῖτε κανὲν δικαίωμα. Πᾶσαι δ’ ἐκεῖναι αἱ θέσεις, εἴτε γενικαὶ εἶναι, εἴτε εἰδικαὶ, εἴτε ἀνήκουσιν εἰς τὰς γενικὰς ἀποθήκας, εἴτε εἰς τὸ ὑλικὸν πολεμικὸν, εἴτε εἰς τὴν στρατιωτικὴν δικαιοσύνην, πᾶσαι ἐκεῖναι αἱ θέσεις, διὰ τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖται ἡ ἔκδοσις Β. Διαταγμάτων, ἀναγκαίως θέλουσι διατεθῆ κατὰ τὰς ἰδέας καὶ κατὰ τὰς σκέψεις τοῦ Διαδόχου, τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, καὶ σεῖς θὰ ὀφείλητε νὰ ὑποταχθῆτε εἰς αὐτὰς, διότι σεῖς μὲν εἶσθε ἐφήμερος, ἐκεῖνος δὲ μόνιμος· διότι λέγετε μὲν, ὅτι εἶσθε προϊσταμένη ἀρχὴ τῆς Γεν. Διοικήσεως, ἀλλ’ ἀληθῶς εἶσθε ὑφισταμένη, καὶ κατὰ τὰς εἰσηγήσεις αὐτῆς ὀφείλετε νὰ ἐνεργήσητε, ἀφοῦ οὐδὲν μέσον, ἵνα ἐπιβάλητε τὴν θέλησιν ὑμῶν, περιλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον. Ἀκριβῶς ὅμως—διὰ νὰ ἐπανέλθω εἰς τὰ γραφόμενα ὑπὸ τοῦ Ἄγγλου συγγραφέως—κατὰ τοῦτο διαφέρει τὸ νομοσχέδιον ὑμῶν ἀπὸ τὴν νομοθεσίαν τὴν κρατοῦσαν ὡς πρὸς τὸν Commander in chief, τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τὸν Ἄγγλον, κατ’ αὐτὸ δὲ τὸ ἀπόσπασμα, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα ὑμῖν ἐκ τοῦ συγγράμματος τοῦ Todd, ἀναγκαίως ἐπιβάλλεται ἐκ τῆς Ἀγγλικῆς νομοθεσίας ἡ συνεννόησις τοῦ Commander in chief, τοῦ Γεν. Διοικητοῦ, πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἂν δὲ θελήσητε νὰ συμβουλευθῆτε ἐν τῷ δευτέρῳ τόμῳ τὴν σελ. 545 τοῦ αὐτοῦ συγγραφέως, θὰ εὕρητε σχετικὴν περίεργον δήλωσιν τοῦ Δουκὸς τοῦ Cambridge. Ἐπρόκειτο συζήτησις περὶ τῆς περιπτώσεως, καθ’ ἣν ἤθελε προκύψει διαφωνία μεταξὺ τοῦ Γεν. Διοικητοῦ τοῦ ἀγγλικοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ὁ Δοὺξ τοῦ Κάμβριτζ διεκήρυξεν, ὅτι ἡ ἀπόφασις ἀπομένει τῷ Ὑπουργῷ, διότι ἐν τῇ μορφῇ τῇ συνταγματικῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ ὤφειλε νὰ εἰδοποιήσῃ τὴν Μεγαλειότητά της νὰ δεχθῇ τὴν γνώμην του καὶ οὐχὶ τὴν τοῦ Commander in chief, καὶ οὕτω τὸ ἀντικείμενον ὑπόκειται εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις εἶναι καὶ ὁ ὑπεύθυνος.

§258Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπεθύμουν νὰ μοὶ ἐξηγήσητε τὸ ἑξῆς. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχων τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ ἢ μὴ τὸ διάταγμα, εἶναι κύριος τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος, ναὶ ἢ οὔ;

§259Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι.

§260Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ λέγω ναί. Καὶ ἰδοὺ διατί. Διότι ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος, ὑποστηρίζουσα τὴν λύσιν τὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ζητουμένην.

§261Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι· ὁ Ὑπουργὸς δὲν δύναται τίποτε.

§262Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δύναται. Ἰδοὺ πῶς. Ὁ Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος θὰ εὑρεθῇ εἰς διαφωνίαν πρὸς τὸν Διάδοχον, δύναται νὰ παραιτηθῇ, ἔχων δὲ τὴν ὑποστήριξιν τῆς Βουλῆς, διὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς ἐπιβάλλει τὴν γνώμην του, καὶ ἑπομένως εὑρίσκω πλῆρες τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ.

§263Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἠξεύρετε πῶς θὰ τὴν ἐπιβάλῃ ἡ Βουλὴ; Καταργοῦσα τὸν νόμον αὐτόν. Ἀλλ’ ὁ μηχανισμὸς τοῦ νομοσχεδίου σας δὲν ἐπιτρέπει τὴν παρέμβασιν τῆς Βουλῆς.

§264Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ ἀφίνει τὸν Ὑπουργὸν ἐλεύθερον νὰ παραιτηθῇ, ἐὰν ἡ γνώμη του δὲν γείνῃ δεκτή.

§265Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ναί· ἀλλὰ μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ψηφισθῇ καὶ κυρωθῇ, ὅπως ἰσχύσῃ ὡς νόμος τοῦ Κράτους, θὰ ὑπάρχουν πολλοί, καὶ ἰδίᾳ ἐκεῖνοι, οἵτινες εἰσηγήσαντο τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποστομώνουν τοὺς Βουλευτάς, λέγοντες: «Κύριοι, δὲν ἔχετε δικαίωμα ν’ ἀναμιχθῆτε εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, διότι δυνάμει τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσατε, καὶ ὁ ὁποῖος ἰσχύει ὡς νόμος τοῦ Κράτους, πάντα τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἀνήκουσιν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ, ὅστις εἶναι ὁ Διάδοχος». Οὕτω δὲ καὶ οἱ τῆς παραιτήσεως λόγοι τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ συζητηθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ. Αὕτη εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ νομοθετήματός σας καὶ τῆς Ἀγγλικῆς νομοθεσίας. Ἡ νομοθεσία αὕτη ἐξ ἐναντίας ἐπιβάλλει εἰς τὸν Γενικὸν Ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ τοῦ ἀγγλικοῦ νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐν περιπτώσει διαφωνίας, ἀναγκαίως ὀφείλει ἡ Βασίλισσα νὰ δεχθῇ τὰς προτάσεις τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐνῷ δὲ σεῖς καταργεῖτε τὴν εὐθύνην ἐκείνου, εἰς ὃν ἀναθέτετε τὴν ὅλην διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ἐκεῖνοι τὴν ἐγκαθιστοῦν· καὶ τὴν ἐγκαθιστοῦν οἱ Ἄγγλοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὰς ἱστορικὰς παραδόσεις των, παρ’ οἷς μέχρι τοῦ 1806, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἔλαβε τὸ Ὑπουργεῖον ὑπὸ τὴν φυλακὴν αὑτοῦ τὴν προνομίαν ταύτην τοῦ Στέμματος, ἀνῆκεν ἀληθῶς καὶ ἀποκλειστικῶς ἡ ἀρχηγία καὶ ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ εἰς τὸ Στέμμα. Ἀλλ’ ὑμεῖς, οὔτε οὐδέποτε τὸ Στέμμα τὸ Ἑλληνικὸν εἶχε τοιαύτην διοίκησιν, οὔτε λειτουργεῖ τελείως ἡ εὐθύνη ἡ κοινοβουλευτικὴ καὶ ὁ ἔλεγχος ἐπὶ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ἔρχεσθε ν’ ἀφαιρέσητε τὴν εὐθύνην ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ καταργοῦντες τὸν παρ’ αὐτοῦ ἔλεγχον νὰ τὸν ἀποδώσητε εἰς πρόσωπον, τοῦ ὁποίου ἡ ἰδιότης δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἀναλάβῃ τοιαύτην εὐθύνην. Εἶπον, καταρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι ἀσκόπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλαβε τὸν κόπον νὰ μᾶς διαβεβαιώσῃ, ὅτι ὁ μέλλων Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ δὲν θὰ ἐπιβουλευθῇ τὸ πολίτευμα, ὅτι τοιοῦτόν τι δὲν θὰ γείνῃ, καὶ ἀσκόπως προέβαλεν, ὅπως ἀποδείξῃ τὸ μὴ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ νομοσχεδίου, τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 29 καὶ 77 τοῦ Συντάγματος, διότι οὐχὶ ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν θεωρῶ αὐτὸ ἀντισυνταγματικόν. Ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, ἤδη κατὰ πόσον δύναται ὁ Διάδοχος νὰ ἀναλάβῃ εὐθύνας, νὰ ἐξετάσωμεν τὰς συνεπείας τῆς συγκομίσεως τῆς τοιαύτης εὐθύνης ἐκ μέρους τοῦ Διαδόχου. Ἀλλὰ παρετήρησαν πάλιν, «πότε ἐζητήθησαν εὐθῦναι;» ὡς ἂν ἔπρεπεν ἀναγκαίως νὰ ἔχουν ἀποσταλῆ εἰς τὰ κάτεργα 10 ἢ 15 Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως θεωρηθῇ ὑφισταμένη ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη. Ἡ πραγματικὴ εὐθύνη ὑφίσταται καὶ ἀποτίνεται, ὡς λίαν ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ συμπολίτης μου, ἐνταῦθα, ἐντὸς τῆς Βουλῆς, καὶ εἶναι ὑπερτέρα ἡ πολιτικὴ αὕτη εὐθύνη, τὴν ὁποίαν ἀποτίνει ὁ Ὑπουργὸς ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τὴν ποινικὴν εὐθύνην. Ἀλλὰ τὴν πολιτικὴν εὐθύνην δύνασθε νὰ τὴν ζητήσητε παρὰ τοῦ Διαδόχου; δύνασθε νὰ τὴν ἐπιβάλητε εἰς τὸν Διάδοχον; Θὰ συζητήσητε καὶ καταψηφίσητε τὰς πράξεις αὐτοῦ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης; Κατὰ τοῦτο δὲ θεωρῶ τὸ νομοσχέδιόν σας ἀντισυνταγματικόν, διότι καὶ τὴν πολιτικὴν εὐθύνην καταργεῖ. Ἀλλ’ ἐν ᾗ περιπτώσει ἐπιβάλετε τὴν ποινικὴν εὐθύνην εἰς τὸν Διάδοχον, εἰς τίνα θέσιν θέτετε αὐτὸν ὡς Διάδοχον; Βεβαίως πολλὰ ἀναγράφει ἡ ἱστορία παραδείγματα καταδιώξεως πριγκήπων, καὶ ὁ συμπολίτης μου ἐμνημόνευσε παράδειγμα Βασιλόπαιδος, τὸ τοῦ Δουκὸς τῆς Ὑόρκης, ὅστις ἤχθη ἐνώπιον ποινικοῦ Ἀγγλικοῦ Δικαστηρίου καὶ ἠδύνατο νὰ καταδικασθῇ, διότι εἶχε καταφώρως ἀποδειχθῇ πωλῶν τοὺς βαθμοὺς ἐν τῷ στρατῷ διὰ τῆς Mistress Clarke. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ Δοὺξ τῆς Ὑόρκης ἦν Διάδοχος τοῦ Θρόνου καὶ κατεδικάζετο, τί θὰ ἐγίνετο; πῶς θὰ ἐλύετο αὐτὸ τὸ ζήτημα; Ὁ Διάδοχος τὴν θέσιν αὐτοῦ, τὴν ἰδιότητα αὐτοῦ, ὡς Διαδόχου, καὶ τὸ δικαίωμα τῆς διαδοχῆς κέκτηται ἐκ τῆς γεννήσεως αὐτοῦ καὶ ἐκ τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ θὰ τὸν ἀπολύσητε ἐκ τῶν φυλακῶν τὸν Διάδοχον, ἵνα τὸν θέσητε ἐπὶ τὸν Θρόνον τὸν Βασιλικόν; Ἀλλ’ ἐὰν δὲν πράξητε αὐτὸ, ὀφείλετε νὰ τὸν καθαιρέσητε, καὶ δὲν δύνασθε, διότι αὐτὸς ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς διαδοχῆς ἐκ τῆς γεννήσεώς του. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐπιβολὴ εὐθυνῶν εἰς τὸν Διάδοχον. Ἐπιβάλλοντες δ’ αὐτῷ τοιαύτας, οὐδὲν ἕτερον πράττετε ἢ νὰ παρασκευάζητε τὴν ἐπανάστασιν, διότι μόνον δι’ ἐπαναστάσεως εἶναι δυνατὸν νὰ καθαιρεθῇ ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου, κεκτημένος, ὡς εἶπον, τὸ δικαίωμα τῆς διαδοχῆς ἐκ τῆς γεννήσεως. Βεβαίως ταῦτα εἶναι ἐντελῶς ἔκτακτα, ἀλλὰ τὸ τακτικὸν, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, καὶ τὸ ὁμαλὸν, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν, καὶ τὸ ὁποῖον ὑφίσταται εἰς πᾶσαν νομοθεσίαν Συνταγματικοῦ Κράτους, εἶναι ἡ εὐθύνη. Ἡ εὐθύνη αὕτη, ὠθουμένη εἰς τὰ ἄκρα, φέρει εἰς τοιαῦτα ἀποτελέσματα, καὶ δι’ αὐτὸ ἀπ’ ἀρχῆς ἐθεώρησα ἀντισυνταγματικὸν τὸ νομοσχέδιον ὑμῶν. Ἀφαιροῦντες ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ καταργοῦντες ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τὴν εὐθύνην, εἴτε τὴν πολιτικὴν εἴτε τὴν ποινικὴν, ἀναγκαίως τὴν ἐπιρρίπτετε ἐπί τινα, καὶ θὰ τὴν ἐπιρρίψητε ἐπὶ τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου. Αὐταὶ αἱ συζητήσεις, αἵτινες ἐγένοντο μέχρι τοῦδε, ἀποδεικνύουν κατὰ πόσον καὶ ἡ εἰσαγωγὴ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ἦτο συνετή. Εὐτυχῶς πάντες οἱ λαλήσαντες κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀπέδειξαν τελείαν ἐπίγνωσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν καὶ τῆς θέσεως αὐτῶν καὶ ἀπέναντι τῆς Πολιτείας καὶ ἀπέναντι τῆς Δυναστείας, ἀλλὰ βεβαίως δύνασθε νὰ ἐννοήσητε, εἰς τίνα ἄτοπα καὶ αὐτὴ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου ἠδύνατο νὰ δώσῃ χώραν. Κύριοι, κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καταργεῖται ἡ εὐθύνη ἡ πραγματικὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καταργεῖται καὶ τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς τὸ κοινοβουλευτικὸν, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχειν τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, διότι ἀκέραιος ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ ἀποδίδεται εἰς χεῖρας τοῦ Διαδόχου, καθ’ ἣν δὲ στιγμὴν ἤθελεν ἐπιληφθῆ τις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τοῦ ἐλέγχου τῆς διοικήσεως αὐτοῦ, θέλει τῷ ἀντιταχθῆ τὸ ἔργον ὑμῶν, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἀνεξέλεγκτος ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ ἀποδίδεται εἰς τὸν Διάδοχον, θέλει λεχθῇ πρὸς τὸν Βουλευτὴν ἐκεῖνον, ὅστις ἤθελε τολμήσει νὰ ζητήσῃ νὰ ἐξετάσῃ τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, θέλει λεχθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγον ὑμῖν πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα πλέον νὰ ἐξελέγχῃ τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ὅτι αὕτη ἀνήκει ἐντελῶς εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ, κατηργήθη δὲ ὁ ἐπ’ αὐτῆς ἔλεγχος. Ἀλλ’ ἐὰν κατηργήθη ὁ ἔλεγχος, ἀναγκαίως τὸ σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἂν δὲν ἦναι ἐπίβουλον, εἶναι ὅμως ἐπιζήμιον καὶ εἶναι ἀντισυνταγματικόν· οὐδεὶς δὲ θέλει δυνηθῆ νὰ μὲ πείσῃ, ὅτι δὲν ἐνέχει τὴν πλημμέλειαν ταύτην τὸ νομοσχέδιον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἄλλοι πολλοὶ τῶν συναδέλφων, τῶν συνηγορεσάντων ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἐνόμισαν, ὅτι ἦτο πάλιν εὐκαιρία, ὅπως ἐκδηλώσωσι τὴν ἀφοσίωσιν αὑτῶν πρὸς τὴν Δυναστείαν· ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι δὲν ἤκουσαν καμμίαν ἀνευλαβῆ λέξιν, ἀπευθυνθεῖσαν κατὰ τῆς Δυναστείας, ἢ κατὰ τοῦ Διαδόχου, ἢ κατὰ τῶν Βασιλοπαίδων· τοὐλάχιστον ἐγὼ δὲν ἀντελήφθην τοιαύτην. Ὑπῆρξε κατάκρισις, καὶ κατάκρισις σοβαρά, τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ βεβαίως αἱ κατακρίσεις αὗται δὲν ἀπέβλεπον εἰς τὴν Δυναστείαν, δὲν ἀπέβλεπον εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Διαδόχου, δὲν ἀπέβλεπον εἰς τὸ πρόσωπον τῶν Βασιλοπαίδων, ἀλλ’ εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ σκέψεις, ἐκ τῶν ὁποίων ἀνεχώρησαν οἱ ἐπικρίναντες τὸ νομοσχέδιον, ἦσαν σκέψεις στηριζόμεναι ἐπὶ τὴν εὐθύνην, πολιτικὴν ἢ ποινικὴν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ὑπέχῃ πᾶς, ὅστις περιβάλλεται ἐξουσίαν πολιτειακὴν ἐν Κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι, καὶ πάντες ἠθέλησαν ν’ ἀποδείξωσι πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἡ ἰδιότης τοῦ Διαδόχου δὲν ἐπιτρέπει, ὅπως συγκομίσῃ τοιαύτην εὐθύνην. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε πρὸ ὀλίγου πρὸς ἡμᾶς: «τάχα δὲν διωρίσθη ὁ Διάδοχος ἀξιωματικὸς, καὶ δὲν ἔγεινε καὶ συνταγματάρχης καὶ ὑποστράτηγος καὶ ἀντιστάτηγος καὶ ἀρχηγὸς Ἀρχηγείου; δὲν ἦτο καὶ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ ἐν πολέμῳ;» Ἀναμφισβητήτως πάντα ταῦτα ἐγένοντο, ἀλλὰ πάντα ταῦτα ἔφεραν εἰς τ’ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα γνωρίζετε, τ’ ἀποτελέσματα δ’ αὐτὰ τὰ ἀντελήφθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι κοινῶς ἐποτίσθημεν τὰς πικρίας τῶν δοκιμασιῶν τῶν ἐθνικῶν, ἐξ ὧν πρὸ ὀλίγου ἐξήλθομεν καὶ καθ’ ἃς εἴδομεν συγκλονιζομένην τὴν Δυναστείαν, συγκλονιζομένην ἐκ βάθρων τὴν θέσιν τῆς Βασιλείας...

§266ΛΕΒΙΔΗΣ. Κατεβίβαζον τὰς εἰκόνας τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας ἐκ τῶν καταστημάτων εἰς τὰς ὁδούς!

§267Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁλόκληρος ἡ κοινωνία ἦτο ἐξεγηγερμένη, καὶ οὔτε ἐτόλμων οἱ ἱερεῖς νὰ μνημονεύσωσι τῶν ὀνομάτων τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας ἐντὸς τῶν ναῶν! Καὶ διατὶ πάντα ταῦτα; διότι ἀπεδόθη ἡ εὐθύνη ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἔπρεπε ν’ ἀποδοθῇ, διότι κατέστη ὑπεύθυνος τῶν ἀτυχημάτων τοῦ στρατοῦ ἐκεῖνος, ὅστις δὲν ὑπεῖχεν εὐθύνας διὰ τὰ ἀτυχήματα ταῦτα. Ὁ πολὺς ὁ λαὸς ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων κρίνει καὶ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων ἀποδίδει τὰς εὐθύνας· τ’ ἀποτελέσματα ὑπῆρξαν ὀδυνηρὰ, καὶ ἀναγκαίως αἱ εὐθῦναι τῶν ἀποτελεσμάτων ἐκείνων ἐπερρίπτοντο ἐπὶ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ, ἀδιάφορον ἂν ἐκεῖνος ἦτο νέος, ὅλως ἄπειρος, ἂν δὲν ἠδύνατο νὰ ἀξιώσῃ παρ’ αὐτοῦ τὸ ἔθνος, ὅπως ἐπιβληθῇ ἐπὶ στρατεύματος, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀσύντακτον ἀληθῶς, ἀδιάφορον ἂν καὶ τὸ ἔθνος ὤφειλε ν’ ἀπαιτήσῃ εὐθύνας παρὰ τῶν πεπειραμένων ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, μόνων ὑπαιτίων διὰ τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, μόνον ὑπαιτίων διὰ τὴν κακὴν διοίκησιν αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν διεύθυνσιν τοῦ πολέμου. Ἀλλ’ ὁ πολὺς ὁ κόσμος, ὡς εἶπον, κρίνων μόνον ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων, εὑρίσκει τὸν ὑπεύθυνον· εὗρε λοιπὸν τὸν Διάδοχον ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐπ’ αὐτὸν ἐπέρριψεν ὅλην τὴν εὐθύνην. Αὐτοὶ εἶναι οἱ κίνδυνοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἐξετέθη ὁ Διάδοχος, καὶ αὐτοὺς τοὺς κινδύνους οἱ κατακρίνοντες τὸ νομοσχέδιον ἤθελον ἀκριβῶς ν’ ἀποσοβήσουν ἀπ’ αὐτοῦ. Διατί; Διότι ὁ Διάδοχος εἶναι ἡ συνέχεια τῆς Βασιλείας, διότι αὐτὸς ἐκπροσωπεῖ τὸ μέλλον τῆς Δυναστείας, διότι ἡ Δυναστεία συνδέεται ἀναποσπάστως μὲ τὴν δημοσίαν τάξιν, συνδέεται ἀναποσπάστως μὲ τὸν τόπον ἡμῶν, ἐπ’ οὐδενὶ δὲ λόγῳ, καὶ μάλιστα ὅταν πρόκηται μόνον περὶ θεραπείας ἁπλῆς φιλοτιμίας, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐπιτρέπεται, ἵνα εἰς τὸν μέλλοντα Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος ἐπιβάλητε εὐθύνας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ζημιώσωσι τὴν ἀπέναντι τοῦ ἔθνους θέσιν αὐτοῦ. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἔπρεπε νὰ ἐξετάσητε τὸ συνταγματικὸν ἢ τὸ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ τὸ ἀπεφύγετε· ἐνομίσατε ὅτι ἐπικαλούμενοι τὰ ἄρθρα 29 καὶ 77 τοῦ Συντάγματος ἐτελειώσατε μὲ αὐτό. Ἀλλὰ λέγετε: «τί νὰ πράξῃ ὁ Διάδοχος καὶ οἱ Βασιλόπαιδες; νὰ γείνουν ἱεροκήρυκες;» Ἀλλὰ τί πράττουν οἱ Βασιλεῖς καὶ οἱ Ἡγεμόνες; Οἱ Βασιλεῖς καὶ οἱ Ἡγεμόνες δὲν γυμνάζουν τοὺς νεοσυλλέκτους, οἱ Βασιλεῖς καὶ οἱ Ἡγεμόνες καταγίνονται εἰς τὰ ἔργα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προάγουν τοὺς λαούς. Ὁ Βασιλεὺς ἔχει βεβαίως καθῆκον νὰ ἐπιβλέπῃ τὸ στράτευμα, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγράφεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 32 τοῦ Συντάγματος, ὅτι ἄρχει τοῦ στρατοῦ. Ὁ Βασιλεὺς ἔχει καθῆκον νὰ προκινδυνεύῃ ὑπὲρ τοῦ τόπου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου βασιλεύει, ἀλλὰ δὲν σημαίνει ὅτι διὰ τοῦτο πρέπει νὰ διοικῇ τὸν στρατόν. Ἂν ἔχωσιν ἐν ἑαυτοῖς τὸ θεῖον πῦρ τῶν μαχῶν, θὰ εὕρωσι τὸ μέσον καὶ ἄνευ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ ὁ Βασιλεὺς καὶ ὁ Διάδοχος νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τὰς τύχας τοῦ τόπου, ἐπὶ τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, χωρὶς—ὅπως δυνάμει τοῦ νομοθετήματος τούτου—νὰ συγκομίσωσιν εὐθύνας, χωρὶς νὰ ἐπισπάσωσιν ἐφ’ ἑαυτοὺς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἐμυκτήριζεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς νὰ ἐπισπάσωσι τὰ μίση καὶ τὰς προσωπικὰς ἀντιπαθείας. Διότι ἀναγκαίως, ὅταν τοιαύτην ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ συγκεντρώνῃ ἐξουσίαν ὁ Διάδοχος, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐπισπάσῃ τὰ μίση αὐτὰ, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐξεγείρῃ τὰς ἀντιπαθείας, ἐνῷ ὁ Διάδοχος πρέπει νὰ ᾖναι ἐντελῶς προπεφυλαγμένος ἀπὸ τοιαῦτα μίση καὶ ἀπὸ τοιαύτας ἀντιπαθείας. Αὔριον, ἂν ὑποβάλῃ ἐκθέσεις περὶ ἀποστρατεύσεως ἐκείνων τῶν ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους θεωρεῖτε σεῖς ὡς ἀποβλητέους, τοὺς ὁποίους ὅμως δὲν θὰ πείσητε ποτὲ, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πρέπει ν’ ἀφήσωσι τὴν θέσιν των εἰς ἄλλους, ὧν οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον μειονεκτοῦσιν, ἀναγκαίως αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἀποστρατευθῆ, οἱ ὁποῖοι ὑπολαμβάνουσιν ἑαυτοὺς ἱκανοὺς νὰ συνεχίσωσι τὰς ὑπηρεσίας των ἐν τῷ στρατῷ, ἀναγκαίως τὸ μῖσος καὶ τὴν ἀντιπάθειαν θὰ στρέψωσι κατὰ τοῦ Διαδόχου. Ἑπομένως τί πράττετε; Καθιστᾶτε τὴν θέσιν τοῦ Διαδόχου, τὴν θέσιν τὴν μετὰ τὸν Βασιλέα ὑπερτάτην τῆς Δυναστείας, θέσιν ὑπευθύνου· τοῦτο δὲ πράττοντες, βεβαίως ἀντιστρατεύεσθε πρὸς τοὺς θεσμοὺς, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν τὴν Δυναστείαν ἐντελῶς ἀνεύθυνον, μὴ συγκομίζουσαν τὰ μίση καὶ τὰς ἀντιπαθείας, αἱ ὁποῖαι ἀναγκαίως συγκομίζονται παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται ἐξουσίαν, οἱ ὁποῖοι διοικοῦσι. Κύριοι, δυστυχῶς δὲν βλέπω ἐνταῦθα τὸν Βουλευτὴν Πατρῶν,—εἶναι καὶ ἡ ὥρα ἀργά.—Ὁ σεβαστός μοι φίλος χθὲς ἐκ πολλοῦ ζήλου καὶ πολλῆς ἀφοσιώσεως εἶπέ τι, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς προσβολὴ διὰ τὸν βασιλόπαιδα Γεώργιον. Εἶπε χθὲς, ὅτι ἔλαβεν ἐπιστολὴν ἐκ Κρήτης, διὰ τῆς ὁποίας τῷ ἐλέγετο ἢ τῷ κατηγγέλλετο, ὅτι ὁ βασιλόπαις Γεώργιος καθ’ ὡρισμένην στιγμὴν ἀσκήσεως τῶν ὑψηλῶν καθηκόντων του ἐπὶ τὸν Κρητικὸν λαὸν εἶπεν: «ἔτσι θέλω!» Ἐγὼ, κρίνων ἐκ τῆς πολιτείας του τῆς μέχρι τοῦδε, ἐκ τῆς μετριοπαθείας, μεθ’ ἧς διεξάγει τὰ ὑψηλὰ αὐτοῦ καθήκοντα ὁ βασιλόπαις Γεώργιος, φρονῶ ὅτι ὀφείλω νὰ διαψεύσω τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Πατρῶν, διότι τὸ «ἔτσι θέλω» δὲν λέγεται πρὸς λαὸν, ὁποῖος ὁ Κρητικός. Τὸν Κρητικὸν λαὸν δὲν τὸν κατέκτησεν ὁ βασιλόπαις Γεώργιος, ὁ Κρητικὸς λαὸς δι’ ἀγώνων ὁλοκλήρου αἰῶνος κατέκτησε τὴν ἡμιτελῆ ἐλευθερίαν αὑτοῦ, ἂν δὲ ἡ Κρήτη θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, θὰ ἔλθῃ κατόπιν τῶν ἀγώνων τῆς Κρήτης κατὰ πρῶτον λόγον, ἀλλὰ καὶ κατόπιν τῶν ἀγώνων τῆς μικρᾶς καὶ ἀτυχοῦς Ἑλλάδος· διότι τοὺς κλοιοὺς τῆς Κρήτης καὶ τὰ δεσμὰ αὐτῆς, δύναται νὰ καυχηθῇ ἡ Ἑλλάς, ὅτι αὐτὴ τὰ κατέλυσε, τὰ κατέλυσε δὲ διὰ τῆς ἀποβάσεως τοῦ σώματος τοῦ ἀποσταλέντος ἐντεῦθεν. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης κατελύθη ἡ κυριαρχία τοῦ Σουλτάνου. Ἂν δ’ ἀπέβλεψαν αἱ Δυνάμεις πρὸς τὸν βασιλόπαιδα Γεώργιον, ἀπέβλεψαν πρὸς τὸν βασιλόπαιδα τῆς Ἑλλάδος, ἀπέβλεψαν πρὸς ἐκεῖνον, ὅστις ἔχει κοινὴν τὴν καταγωγὴν μὲ τοὺς Κρῆτας, κοινὴν τὴν θρησκείαν, ἀλλὰ καὶ κοινοὺς τοὺς πόθους. Τάχα ὀλίγοι ἦσαν οἱ πρίγκηπες καὶ οἱ βασιλόπαιδες ἐν Εὐρώπῃ; Διατὶ δὲν ἀπέβλεψαν εἰς αὐτούς; διατὶ ἀπέβλεψαν εἰς τὸν βασιλόπαιδα Γεώργιον; Ἀπέβλεψαν εἰς αὐτὸν διότι ἐπρόκειτο περὶ ἱκανοποιήσεως οἰκογενειακῶν δικαίων ἢ συμφερόντων; Ὄχι. Ἀπέβλεψαν εἰς αὐτὸν, διότι ἐξεπροσώπει τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν δίκαια. Δύνανται νὰ θέλουν νὰ διαστρέψουν τὰ γεγονότα, καὶ δύνανται νὰ κερδοσκοπῶσιν ἐπὶ τῶν γεγονότων οἱ ἐπιρρεπεῖς εἰς κολακείαν, ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια εἶναι μία, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὴν ἀμφισβητήσῃ· τὰ δεσμὰ τῆς Κρήτης τὰ κατέλυσεν ὁ Κρητικὸς λαὸς, τὰ κατέλυσεν ὁ Κρητικὸς λαὸς βοηθούμενος παρὰ τῆς Ἑλλάδος, παρὰ τῆς μικρᾶς καὶ ἀτυχοῦς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία τὸν ὑπὲρ τῶν ὅλων κύβον ὑπὲρ ἐκείνης ἔρριψε. Χαίρω ἀληθῶς, καὶ εὐφροσύνως ἀποβλέπω εἰς τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἐκτελεῖ τὰ ὑψηλὰ αὐτοῦ καθήκοντα, τὴν ὑψηλὴν αὐτοῦ ἐντολὴν ὁ βασιλόπαις τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ δὲν δύναμαι, ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ, νὰ πιστεύσω, ὅτι ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ ἡ βλασφημία, ἣν ἐμνημόνευσεν ἀσεβῶς τὸ πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Πατρῶν γράμμα, δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι εἶπε πρὸς τὸν Κρητικὸν λαὸν «ἔτσι θέλω». Λαοὶ, ὡς ὁ Κρητικὸς, ὅστις διὰ τῶν ἀγώνων του, διὰ τοῦ αἱματοκυλίσματός του ἐκτήσατο τὴν ἐλευθερίαν του, δὲν κυβερνῶνται μὲ τὸ «ἔτσι θέλω». Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κολακεύοντες συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τοῦ «ἔτσι θέλω», ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι καθιστῶσιν ἐν τοῖς θεσμοῖς ἡμῶν τὸ «ἔτσι θέλω», βεβαίως ὑπονομεύουν μὲν τοὺς θεσμοὺς, ἀλλὰ καὶ τὴν Δυναστείαν. (Ἐπευφημίαι καὶ χειροκροτήματα).

§268ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.

§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δεληγεώργης ἔχει τὸν λόγον.

§270Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ προχωρήσωμεν. Μὴ ἀναγκάζετε ἡμᾶς νὰ κάμνωμεν ἐνστάσεις. Δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς ἐπιμονῆς νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις.

§271ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε· εἶναι 2½ ἡ ὥρα.

§272Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι, ἐγὼ πάντοτε ἀπέδειξα, ὅτι ἐκ συνεννοήσεως πρὸς τὴν μειονοψηφίαν προσπαθῶ νὰ φθάσω εἰς συμπεράσματα. Δὲν ἔχω διόλου σκοπὸν νὰ βιάσω τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ ἀγορεύσῃ, ἂν νομίζει ὅτι παρῆλθεν ἡ ὥρα. Θὰ ἐπεθύμουν ὅμως νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι αὔριον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρέπει νὰ τελειώσῃ. Τοῦτο δὲ λέγων, δὲν ἐννοῶ διόλου νὰ βιάσω τὴν μειονοψηφίαν. Παρακαλῶ νὰ πιστεύσητε, ὅτι τὸ λέγω διότι ἔχομεν πολλὰς ἐργασίας ἐκκρεμεῖς καὶ δὲν ἔχομεν καιρὸν ἀνάλογον πρὸ ἡμῶν. Ἑπομένως ζητῶ νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ συμφωνία μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν, ὅτι αὔριον θὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.

§273ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὧρα 2 καὶ 15′ π. μ. τῆς ἐπιούσης).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 38
2Τῆς 10 Μαρτίου 1900.
3(Παρασκευή).
4(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκον-
5ται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς
6προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Νέγρης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς
8ἡμερησίας διατάξεως.
9§2Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, πρό τινος καιροῦ εἶχον
10ὑποδείξει τὸ ἀνεπαρκὲς τοῦ προσωπικοῦ τοῦ τμήματος τοῦ
11δημοσίου χρέους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ εἶχον
12καταθέσει σχετικὴν ἐπερώτησιν περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐξελεγ-
13χθέντων τοκομεριδίων τῶν δανείων, εἰς ἣν ἀναμένω ἀκόμη
14ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Δυστυχῶς,
15σήμερον ἔχω λόγους νὰ βεβαιώσω ἔτι περισσότερον τὴν ἀνε-
16πάρκειαν ταύτην, καὶ τὴν ὡς ἐκ τούτου ἐντελῆ ἄγνοιαν, εἰς
17ἣν εὑρίσκεται τὸ εἰρημένον τμῆμα, τοῦ νόμου περὶ διεθνοῦς
18ἐλέγχου. Ἀφορμὴν δὲ εἰς τοῦτο μοὶ ἔδωκαν αἱ τελευταῖαι
19δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τοῦ δημο-
20σίου χρέους. Διὰ τούτων ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀναγνωρίζων, ὡς
21ἔδει, μεθ’ ἃς ἔκαμον παρατηρήσεις ἐν προηγουμένῃ συνεδριά-
22σει, ὅτι παρέλειψε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς
23ὑπολογισμούς του τὸ πρὸς τοὺς δανειστὰς τοῦ Κράτους χρέος
24ἐκ τῶν ἐν τῷ νόμῳ περὶ Ἐλέγχου ὁριζομένων πλεονασμάτων
25τῆς χρήσεως τοῦ 1898, συνιστάμενον εἰς δρ. 2,419,802.62,
26ζητεῖ ἤδη πίστωσιν, ὅπως συμπεριλάβῃ τοῦτο ἐν τῷ προϋ-
27πολογισμῷ τοῦ 1899. Ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ
28τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου παρατηρεῖται, ὅτι ὁ Ἔλεγχος ἐπλή-
29ρωσε μὲν ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου δρ. 1,846,664.45, μένει δ’ ὑπό-
30λοιπον ἐκ δραχμῶν 573,138.17. Τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο, προερ-
31χόμενον ἐκ πλεονασμάτων πηγαζόντων ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν
32εἰσπράξεων καὶ ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος,
33κατὰ τὰ ἄρθρο 7, 8 καὶ 11 τοῦ κανονισμοῦ τῶν εἰς χρυσὸν
34δανείων, τοῦ προσηρτημένου εἰς τὸν νόμον περὶ Ἐλέγχου, φέρε-
35ται εἰς πίστωσιν εἰδικῶν λογαριασμῶν τῶν δανειστῶν, τὸ μὲν
36ἐκ δρ. 290,866.30 εἰς εἰδικὸν λογαριασμὸν τῶν τόκων, τὸ δὲ
37ὑπόλοιπον ἐκ δραχ. 282,271.87 εἰς εἰδικὸν λογαριασμὸν
38τῶν χρεωλυσίων, ὡς ἐμφαίνεται ἐν σελ. 11 τοῦ λογαριασμοῦ
39τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου διὰ τὸ 1898, εἶναι
40δὲ κατετεθειμένον ἐν Εὐρώπῃ εἰς Τραπέζας, ἀποφέρον καὶ
41τόκον ὑπὲρ τῶν δανειστῶν, μέχρις οὗ ἑκάτερος τῶν εἰδικῶν
42λογαριασμῶν διὰ τῶν προσαυξήσεων αὐτοῦ φθάσῃ εἰς τὸ 2%
43ἐπὶ τοῦ ἀρχικοῦ τόκου ἑνὸς τῶν δανείων, καὶ τότε διανέ-
44μεται.
45Λίαν παραδόξως λοιπὸν, ἐνῷ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν δραχ.
46573,138.17, ὡς προεῖπον, ἤχθη ἤδη εἰς πίστωσιν τῶν δα-
47νειστῶν, ὑπὲρ ὧν καὶ ἀποφέρει τόκον, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουρ-
48γείου τῶν Οἰκονομικῶν θεωρεῖ αὐτὸ ὡς διατεθὲν καὶ ὡς περισ-
49σεύουσαν πίστωσιν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ δημοσίου
50χρέους.
51Ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους βαίνει καὶ ἔτι πε-
52ραιτέρω. Κατὰ τὸ ἄρθρον 3 ἐδάφ. βʹ τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ
53τὰ ἔτη 1898 καὶ τὰ τέσσαρα ἑπόμενα 8,750,000 δραχ.
54ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν ὑπεγγύων προσόδων προσδιορίζονται
55πρὸς πληρωμὴν τόκων, κατὰ τὴν ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ προσδι-
56οριζομένην κλίμακα, καὶ χρεωλυσίου 1% ἐπὶ τοῦ ἀρχικοῦ
57τόκου, τοῦ ὑπολοίπου φερομένου εἰς πίστωσιν τοῦ εἰδικοῦ
58λογαριασμοῦ τῶν χρεωλυσίων κατὰ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Κανο-
59νισμοῦ. Τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο διὰ τὸ ἔτος 1898 εἶναι φρ. χρυσᾶ
6011,825.26, κατὰ τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899.
61Καὶ ἂν μὲν δὲν ἐπληρόνετο ἀπέναντι τῆς χρήσεως τοῦ 1899,
62θὰ ἐκρατεῖτο παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου διὰ λο-
63γαριασμὸν τῶν δανειστῶν, καὶ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θεω-
64ρηθῇ ὡς πίστωσις ἀδιάθετος τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς θεωρεῖ
65ταύτην ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν
66οὐδ’ ἡμεῖς νὰ γνωρίζωμεν, οὐδ’ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου,
67ἂν ἐκρατήθη παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου, ἀφοῦ τὸ
68ποσὸν τοῦτο φέρεται, ὡς προεῖπον, εἰς πίστωσιν τοῦ εἰδικοῦ
69λογαριασμοῦ τῶν χρεωλυσίων, καὶ συγχωνεύεται μετὰ τῶν
70ἄλλων κονδυλίων τοῦ λογαριασμοῦ τούτου. Ἐνδεχόμενον, τὸ
71ποσὸν τοῦτο, προστιθέμενον εἰς τὰ ἄλλα ποσὰ τοῦ ἐν λόγῳ
72λογαριασμοῦ, νὰ ἀπαρτίζῃ τὸ ποσοστὸν τὸ ὁριζόμενον παρὰ
73τοῦ Κανονισμοῦ πρὸς διανομὴν, καὶ νὰ διανεμηθῇ κατ’ αὐτάς·
74ὅπερ καὶ λίαν πιθανόν. Ὥστε οὐδὲ λόγος κἂν δύναται νὰ γείνῃ
75περὶ τοῦ ποσοῦ τούτου ὡς ἀπαρτίζοντος πίστωσιν ἀδιάθετον.
76Οὕτω, νομίζω, ἀπεδείχθη ἀρκούντως, ὅτι κακῶς ἐθεώρη-
77σεν ὡς ἀδιαθέτους πιστώσεις ὁ κ. Ὑπουργὸς τό τε κονδύ-
78λιον τῶν δραχ. 573,138.17 καὶ τὸ κονδύλιον τῶν 11,828.25
79φράγκων χρυσῶν.
80Ἀλλὰ δὲν εἶναι ταῦτα δυστυχῶς τὰ μόνα λάθη, τὰ πα-
81ρουσιαζόμενα ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονο-
82μικῶν. Τῷ ὄντι ὁ κ. Ὑπουργὸς, λαβὼν ὑπ’ ὄψιν ὅσα ἐν προ-
83ηγουμένῃ ἀγορεύσει μου εἶπον περὶ τῆς ἀναγραφῆς τοῦ ποσοῦ
84τῶν 914,117 δραχ. πρὸς πληρωμὴν 5% ἐπὶ τῶν μὴ κατα-
85βληθέντων 78% τῶν τόκων τῶν παλαιῶν ἡμῶν δανείων ἀπὸ
86τοῦ 1893 ἕως τοῦ 1898, κατὰ τὸ ἄρθρον 15 τοῦ Κανονισμοῦ
87ἠλάττωσε τὸ ποσὸν τοῦτο κατὰ 414,117 φράγκα. Ἀλλ’ ἀ-
88φαιρεῖ τὴν συναλλαγματικὴν διαφορὰν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς
89τὸ ποσὸν τοῦτο, δίς· τὴν ἀφαιρεῖ πρῶτον, ὅτε ἀναζητεῖ τὴν
90ὁλικὴν συναλλαγματικὴν διαφορὰν ἐκ δρ. 587,921 μεταξὺ
91τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899 καὶ τῶν πραγματικῶν ἀπο-
92τελεσμάτων τῆς χρήσεως, τὴν ἀφαιρεῖ δὲ καὶ κατωτέρω, ὅτε
93ζητεῖ τὴν ἀκύρωσιν τῶν 414,117 φρ. καί τινων ἄλλων μι-
94κρῶν κονδυλίων μετὰ τῆς συναλλαγματικῆς αὐτῶν διαφορᾶς.
95Οὕτως αἱ ζητούμεναι πιστώσεις παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
96εἶναι ὅλως ἀνεπαρκεῖς, καὶ ἂν ἀκόμη παραδεχθῶμεν τὴν γνώ-
97μην αὐτοῦ, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου δέον
98τὰ πλεονάσματα ἔτους τινὸς, τὰ ἀνήκοντα εἰς τοὺς δανει-
99στάς, νὰ ἐγγράφωνται εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ ἑπομένου ἔτους.
100Ἀλλ’ ὅλως διάφοροί εἰσιν αἱ ἀναγκαῖαι πιστώσεις, ἂν δώ-
101σωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου τὴν πρέπου-
102σαν ἑρμηνείαν. Τὸ ἄρθρον τοῦτο λέγει, ὅτι τὰ δικαιώματα,
103τὰ ἀποκτώμενα ἀπὸ τοὺς πιστωτὰς τοῦ Κράτους, ἀναγράφον-
104ται εἰς τὴν χρῆσιν τὴν φέρουσαν τὸ ὄνομα τοῦ ἔτους, ἐν ᾧ
105ἀπεκτήθησαν τὰ δικαιώματα. Ἐρωτῶ ἤδη ὑμᾶς, Κύριοι, ἂν
106εὐθὺς ὡς τὰ πλεονάσματα εἰσεπράχθησαν, δὲν ἀπεκτήθησαν
107συγχρόνως καὶ τὰ δικαιώματα τῶν δανειστῶν, ἀνεξαρτήτως
108τοῦ ἂν οἱ λογαριασμοὶ γίνονται βραδύτερον. Βεβαίως αὕτη
109καὶ μόνη εἶναι ἡ ὀρθὴ γνώμη· ἄλλως τὴν γνώμην ταύτην
110ἐφήρμοσε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὡς πρὸς τὸν
111προϋπολογισμὸν τοῦ 1900. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἐν τῷ τεύχει
112τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου, σελ. 90, πρὸς ὑπολογισμὸν τῶν
113πλεονασμάτων τῶν προερχομένων ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσό-
114δων τῶν ἀποδοτέων τοῖς δανεισταῖς λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν ὁ κ.
115Ὑπουργὸς ὡς ἀρχικὰ πλεονάσματα, διανεμητέα μεταξὺ Κρά-
116τους καὶ δανειστῶν, τὸ ποσὸν 2,342,750, δηλαδὴ ὅσα προϋ-
117πολογίζει ὅτι θὰ ἦναι τὰ πλεονάσματα τῶν εἰσπράξεων τοῦ
1181900, ὡς ἐμφαίνεται ἐν σελίδι γʹ τοῦ τεύχους. Ἐπίσης διὰ
119τὰ πλεονάσματα τὰ προερχόμενα ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ
120συναλλάγματος ὑπολογίζει τὰ ἀποδοτέα τοῖς δανεισταῖς ποσὰ
121εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1900 ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πλεο-
122νασμάτων τῶν προερχομένων ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ συν-
123αλλάγματος, τῆς ἀντιστοιχούσης εἰς τὸ ἔτος 1900. Οὕτως
124ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ
125προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 ἐφήρμοσε τὴν ἐμὴν γνώμην, κατὰ
126δὲ τὸ 1899 ἐφήρμοσε γνώμην ἐναντίαν, ἑρμηνεύων τὸ αὐτὸ
127ἄρθρον διαφόρως κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν ἐπὶ ἐντελῶς ὁμοίων
128περιστάσεων.
129Δὲν ἀμφιβάλλω λοιπόν, ὅτι μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας ὁ
130κ. Ὑπουργὸς θὰ δώσῃ καὶ διὰ τὸ 1899 εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ
131Λογιστικοῦ νόμου, ἣν ἔννοιαν ἔδωκεν αὐτῷ διὰ τὸ 1900!
132Ἀλλὰ τότε ποῖαι ἔσονται αἱ ἀναγκαῖαι πιστώσεις; Ἐκεῖναι,
133ἃς ὑπέδειξα ἄλλοτε, τροποποιούμεναι κατά τι ἐπὶ τῇ βάσει
134τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος, ἥν μᾶς ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουρ-
135γός, ἤτοι πρὸς δραχ. 1,54¾. Ἂς ἀναζητήσωμεν ταύτας.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
136Τὰ παλαιὰ δάνεια ἐξ 8,750,000 φράγκων
137πρὸς 1,65 δίδουσι 14,437,500
138Τὰ παλαιὰ δάνεια ἐξ 8,750,000 φράγκων
139πρὸς 1,54¾ 13,604,602
140 833,562
141Ἡ διαφορὰ ἐξ 833,562 δρ. εἶναι ἀκριβῶς τὰ ἐκ τοῦ συν-
142αλλάγματος πλεονάσματα, ὧν τὰ 60%, ἤτοι 500,062, ἀνή-
143κουσιν εἰς τοὺς δανειστὰς, ἐνῷ ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει
144δρ. 742,500. Ἄρα ἐκ τούτου ἀκυρωτέα πίστωσις ἐκ δραχ.
145242,438. Ἐξ ἄλλου μέρους ἅπαντα τὰ βάρη εἰς χρυσὸν,
146κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀνέρχονται εἰς φρ. χρ.
14714,125,736, ἅτινα πρὸς 1,54¾ δίδουσι δρ. 21,961,988,
148ἐνῷ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 σημειοῦνται 14,626,067
149πρὸς 1,50, ἤτοι δρ. 21,939,167. Ἐκ τούτου ἐπέρχεται ὑπέρ-
150βασις τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ 22,821 δραχμάς. Ἀφαιρου-
151μένων τῶν 22,821 δρ. ἐκ τῶν 242,438, μένει πίστωσις ἀκυ-
152ρωτέα ἐκ δρ. 219,617.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
153Ἀφ’ ἑτέρου, κατὰ τὴν τελευταίαν κατάστασιν τῆς Ἐπι-
154τροπῆς τοῦ Ἐλέγχου, αἱ εἰσπράξεις τῶν μονοπωλίων ἀνέρ-
155χονται εἰς δραχ. 28,992,869.60
156Αἱ εἰσπράξεις τῆς σμύριδος (464,376 φρ. × 1,54¾) 721,987.03
157 29,714,856.63
158Εἰς ταῦτα δέον νὰ προστεθῶσι δραχ. 2,668,875.—
159ἃς ὁ Ἔλεγχος δὲν ἐχρέωσε τὸ 1898 (ὡς
160ἐμφαίνεται ἐν τῷ δελτίῳ τοῦ Ἐλέγχου
161τῷ δημοσιευθέντι ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς
162Κυβερνήσεως, τεύχει τετάρτῳ τῆς 3 Φε-
163βρουαρίου 1899), κρατήσας ταύτας διὰ
164τὸ ἔτος 1900.
165Ἄρα τὸ ὅλον δραχ. 32,383,731.63
166Ἐκ τούτων ἀφαιροῦνται δραχ. 28,900,000.—
167πρὸς εὕρεσιν τοῦ πλεονάσματος, ὅπερ εἶναι δραχ. 3,483,731.63
168Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἀφαιροῦνται 18% 627,071.70
169Ὥστε μένουσι δραχ. 2,856,659.93
170Ἐκ τοῦ ὑπολοίπου δὲ ἀναλογοῦσιν εἰς
171τοὺς δανειστὰς 60%, ἤτοι δραχ. 1,713,996.—
172ἀντὶ τῶν προϋπολογισθεισῶν 500,000.—
173Ἄρα δέον νὰ ζητηθῇ πίστωσις ἐκ δραχ. 1,213,996.—
174Οὕτω αἱ ζητούμεναι πιστώσεις δέον νὰ ᾖναι·
175αʹ) τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν δραχ. 1,213,996.—
176βʹ) τὰ ἐκ τοῦ 1898 προερχόμενα πλεονάσματα δραχ. 2,419,802.62
177τὸ ὅλον δραχ. 3,633,798.62
178Αἱ πιστώσεις αἱ ἀκυρούμεναι εἶναι, ὡς προεῖπον, δραχ. 219,617.—
179Ὑπόλοιπον δραχ. 3,414,181.62
180Καὶ διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο δέον νὰ ζητήσῃ πίστωσιν ὁ κ.
181Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1899, διότι
182δυστυχῶς οὐκ ἂν ἄλλως γενέσθαι.
183§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπέστει-
184λεν εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς τὰ πρακτικὰ τῆς ἀναπλη-
185ρωματικῆς Βουλευτικῆς ἐκλογῆς Ἠλείας. Παρακαλῶ τὸ
186πρῶτον τμῆμα τῆς Βουλῆς νὰ συνέλθῃ αὔριον τὴν πρώτην
187ὥραν μ. μ. πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς.
188Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ κα-
189τέθηκε τὰς ἐκθέσεις αὑτῆς ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων περὶ χο-
190ρηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δραχ. 9,960.26
191καὶ 1,975,045.45, καὶ ἐπὶ τῶν δηλώσεων περὶ ἐπενεκτέων
192μεταβολῶν ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων
193τοῦ Κράτους.
194Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα,
195ἀριθ. 141–144).
196Ὁ κύριος Σαρσέντης ἔχει τὸν λόγον.
197§4ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ἐδῶ.
198§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δαραλέξης.
199§6ΧΡ. ΔΑΡΑΛΕΞΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω
200εἰς τὸ Προεδρεῖον τηλεγράφημα πρός με ἐκ Πύργου, τοῦ
201ὁποίου παραλήπτης εἶναι ἐπίσης ὁ συνάδελφος ἡμῶν καὶ
202ἐμὸς σεβαστὸς θεῖος κ. Πέτρος Αὐγερινός, ὡς καὶ ἕτερος ἀξιό-
203τιμος συνάδελφος, ὁ κ. Πετραλιᾶς, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου συμ-
204πολῖταί μου παραπονοῦνται κατὰ τῆς μεροληπτικῆς καὶ φα-
205τριαστικῆς ἐνεργείας δημοσίου εἰσπράκτορος. Παρακαλῶ τὸν
206ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ γνῶ-
207σιν τοῦ τηλεγραφήματος καὶ εὐαρεστούμενος μετριάση τὸν
208ὑπέρμετρον ζῆλον τοῦ καταγγελλομένου ταμειακοῦ ὀργά-
209νου, ζῆλον, ὁ ὁποῖος εἶναι πάντως ἄτοπος ἢ ἄκαιρος ἐν
210ἐπαρχίᾳ, ὁποία ἡ Ἠλεία, ἥτις οἰκονομικῶς διατελεῖ εἰς
211οἰκτράν, ὡς γνωστόν, κατάστασιν, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος βεβαίως
212θὰ εἶναι καὶ μεροληπτικὸς καὶ φατριαστικός, ἐὰν κρίνωμεν
213ἐκ τοῦ ποιοῦ τοῦ τοῦ εἰρημένου ὑπαλλήλου, ὅστις ἔχει ἤδη
214καταδικασθῆ ἐπὶ καταπιέσει εἰς ἑξάμηνον φυλάκισιν.
215§7ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τότε πῶς μένει εἰς τὴν θέσιν του;
216§8ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ὅμοιον τηλεγράφημα ἐστά-
217λη καὶ πρὸς ἐμέ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν
218Οἰκονομικῶν νὰ συστήσῃ εἰς τοὺς δημοσίους εἰσπράκτορας
219ἠπιωτέραν συμπεριφοράν, καθ’ ὅσον ἡ οἰκονομικὴ κατάστα-
220σις τῶν κατοίκων τῆς Ἠλείας εἶναι ἀθλία, καὶ ἀπαιτεῖται
221μετριότης ἐκ μέρους τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἵνα μὴ κι-
222νῶσι τὴν ἀγανάκτησιν τῶν πολιτῶν, ἀφοῦ ἄλλως παρῆλθε
223καὶ ἡ Βουλευτικὴ ἐκλογὴ, καὶ δὲν παρίσταται πλέον ἀνάγκη
224ὑπερβολικοῦ ζήλου.
225Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν
226προσοχήν του καὶ ἐπὶ ἄλλης ὑποθέσεως. Οἱ κρεοπῶλαι Ἀμα-
227λιάδος ὑφίστανται φοβερὰς καταπιέσεις ἐκ τῆς ἐκνόμου ἐνερ-
228γείας τοῦ δημάρχου καὶ τοῦ ἀστυνόμου Ἤλιδος, ἀξιούντων
229νὰ εἰσπράξωσι φόρον σφαγείων, ἐνῷ τοιοῦτος φόρος οὔτε
230νενομοθετημένος εἶναι, οὔτε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἀνα-
231γεγραμμένος. Ἡ εἴσπραξις τοιούτου φόρου προϋποθέτει, κύ-
232ριε Ὑπουργὲ, καὶ ὕπαρξιν ἐγκαθιδρυμένου καταστήματος
233σφαγείων. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχουν τοιαῦτα καταστή-
234ματα, ἡ εἴσπραξις τοιούτου φόρου εἶναι ὄχι μόνον ἄδικος,
235ἀλλὰ καὶ παράνομος, ἐπισύρει δὲ καὶ ποινικὴν καταδίωξιν.
236Τὰ δικαστήρια πλειστάκις ἀπεφάνθησαν περὶ τοῦ παρανό-
237μου τοῦ φόρου τούτου, πρὸ τριῶν δὲ ἐτῶν καὶ τὸ Ὑπουρ-
238γεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπεφήνατο, συνεπείᾳ γνωμοδοτήσεως
239τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ὁ τοιοῦτος φόρος εἶναι παράνο-
240μος, αὐστηρῶς δὲ ἀπηγόρευσε δι’ ἐγκυκλίου τὴν εἴσπραξιν
241αὐτοῦ.
242§9Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχουν σφα-
243γεῖα ἐκεῖ;
244§10ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Δὲν ὑπάρχουσι βεβαίως...
245§11Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔχετε δίκαιον τότε.
246§12ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ... Ἀλλ’ ὁ δήμαρχος Ἤλιδος, ἔχων ὄργανον
247τὸν ἀστυνομεύοντα ἐνωμοτάρχην, πιέζει τοὺς κρεοπώλας
248Παυλόπουλον, Στρίκην, Κολωβόν, καὶ ἄλλους ἐντίμους πο-
249λίτας καὶ φορολογουμένους, διότι ἔχουν τὴν ἀτυχίαν νὰ μὴ
250τυγχάνωσι πολιτικοὶ φίλοι του.
251Διὰ ταῦτα παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν νὰ
252δώσῃ ὡς οἷόν τε τάχιον τὰς ἀπαιτουμένας διαταγὰς, ὅπως
253παύσῃ ἡ κατὰ τῶν συμπολιτῶν μου παράνομος αὐτή κατα-
254δίωξις.
255Καὶ ἐπὶ ἄλλου ζητήματος θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρω-
256θυπουργὸν νὰ δώσῃ μικρὰν προσοχήν. Πρὸ ἑνὸς ἔτους ὑπη-
257ρέτει ὡς ἀστυνόμος εἰς τὴν ἀστυνομίαν Βουπρασίων ἀνθυ-
258πασπιστὴς τοῦ μηχανικοῦ, Στεργιάκης καλούμενος· κατὰ
259τὴν αὐτὴν δὲ περίπου ἐποχὴν ὑπηρέτει ὡς ὑπαστυνόμος τῆς
260ἰδίας ἀστυνομίας ἐνωμοτάρχης τις, Τσάμης ὀνόματι. Ἀμφό-
261τεροι οἱ ἀστυνομικοὶ οὗτοι μετετέθησαν ἐκ τῆς ἀστυνομίας
262Βουπρασίων πρό τινων μηνῶν, συνεπείᾳ ἐπανειλημμένων ἐκ-
263θέσεων καὶ τηλεγραφημάτων τοῦ Νομάρχου Ἀχαΐας καὶ
264Ἤλιδος καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως Ἠλείας, δι’ ὧν ἐβεβαιοῦτο ἡ
265φατριαστικὴ καὶ ἰδιοτελὴς διαγωγή των, καὶ συνιστᾶτο ἡ
266μετάθεσις αὐτῶν ἐκ τῆς ἀστυνομίας ἐκείνης. Μὲ ἀπορίαν μου
267ὅμως εἶδον πρό τινων ἡμερῶν δημοσιευθεῖσαν εἰς τὴν Ἐφη-
268μερίδα τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἐκ νέου τοποθέτησιν τοῦ Στερ-
269γιάκη, ἔμαθον δὲ, ὅτι καὶ ὁ ἐνωμοτάρχης Τσάμης ἐτοποθε-
270τήθη εἰς τὴν ἰδίαν ἀστυνομίαν. Θεωρῶ φρόνιμον, πρὸς τὸ
271συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας, καὶ συνιστῶ τοῦτο πρὸς τὸν κύριον
272Πρωθυπουργὸν, ν’ ἀπομακρύνῃ τοὺς εἰρημένους ἀστυνομικοὺς
273ἐκ τοῦ δήμου Βουπρασίων.
274§13Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ κατα-
275θέσητε σημείωσιν τῶν ὀνομάτων αὐτῶν.
276§14ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Μάλιστα.
277§15Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
278§16Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐδημοσιεύθη σήμερον εἰς πρωϊνὴν ἐφη-
279μερίδα, καὶ ἐπανελήφθη ὑπὸ ἑσπερινῆς, δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουρ-
280γοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διὰ τῆς ὁποίας, ἐὰν αὕτη ἀπο-
281δειχθῇ ἀληθὴς, προσβάλλονται οὐ μόνον ἄτομα Βουλευτῶν
282παρευρισκομένων ἐνταῦθα, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ Βου-
283λευτοῦ καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁ κ.
284Ὑπουργὸς τοιαύτην δήλωσιν δὲν ἔκαμε δημοσίᾳ. Ἐν τούτοις
285θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐὰν ἔκαμε τοιαύτην δήλωσιν.
286Ἡ δήλωσις ἔχει ὡς ἑξῆς...
287§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ ἀναγινώσκωνται ἐνταῦθα
288τὰ γραφόμενα ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων (θόρυβος).
289§18Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ.
290§19ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι (θόρυβος).
291§20ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
292κῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Σήμερον περὶ
293μεσημβρίαν προσῆλθον εἰς ἐμὲ δύο τῶν ἀξιοτίμων συναδέλ-
294φων, οἵτινες μὲ ἠρώτησαν, ἂν ἦσαν ἀληθῆ τὰ γραφέντα ἔν
295τινι ἐφημερίδι, καὶ δὴ ἐν σχέσει πρὸς τὸν βουλευτὴν Μεγα-
296ρίδος κ. Ἀναστασόπουλον. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ
297τῶν συνήθως ἀναγραφομένων ἐν τοῖς πρακτικοῖς, καὶ εἶπον,
298ὅτι ἐν ἀγανακτήσει εὑρισκόμενος χθὲς τὸ ἑσπέρας ἐξήνεγκον
299φράσεις δριμείας κατὰ τοῦ Βουλευτοῦ Μεγαρίδος, ὑβρισθεὶς
300ὑπ’ αὐτοῦ σκαιῶς, προσέθεσα δὲ, νομίζων ὅτι ἐπρόκειτο περὶ
301τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, τῶν ἀναγραφομένων ἐν ταῖς ἐφη-
302μερίσιν, ὅτι δὲν ἔχω νὰ κάμω καμμίαν διάψευσιν. Ἀλλὰ
303μετ’ ὀλίγον ἦλθεν ὁ ἀδελφός μου ὁ νεώτερος, καὶ μοὶ εἶπεν,
304ὅτι εἶχε δημοσιευθῆ δήλωσις εἰς μίαν ἐφημερίδα ἐξ ὀνόματός
305μου. Ἅμα ἀναγνοὺς ταύτην, ἔσπευσα ἀμέσως νὰ στείλω διά-
306ψευσιν αὐτῆς πρὸς τὴν «Ἐφημερίδα», ἔστειλα δὲ νὰ ἀναζη-
307τήσω τὸν ἕτερον τῶν μαρτύρων, τὸν βουλευτὴν Μεγαρίδος κ.
308Νικολαΐδην, ὅπως δηλώσω καὶ πρὸς αὐτὸν, ὅτι δὲν ἔδωκα
309ἐγὼ ἐντολὴν, ἵνα γράψῃ ὅ,τι ἔγραψεν ἐξ ὀνοματός μου ὁ
310«Θόρυβος». Ἔπρεπε νὰ ἦναί τις ἔξω φρενῶν, ὅπως δώσῃ τοι-
311αύτην ἐντολήν. Δὲν ἠξεύρω ἂν ὑπῆρχεν ἄλλη ἀφορμὴ μεταξὺ
312τοῦ συντάκτου τῆς ἐφημερίδος «Θορύβου» καὶ τοῦ Βουλευτοῦ
313Μεγαρίδος, ἧς ἕνεκα ἐγράφη ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος δήλωσις, ὡς
314ἐγράφη.
315§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ διηύθυνα τὴν συνεδρίασιν καθ’ ἣν
316ὥραν ἀντηλλάγησαν αἱ δριμεῖαι φράσεις, ὀφείλω νὰ δηλώσω,
317ὅτι, ὅτε ἀνέγνων τὰ δημοσιευθέντα, ἐφρικίασα, διότι τὸ
318πρᾶγμα δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὡς ἐγράφη. Προσθέτω ὅτι, ἐπειδὴ
319διηύθυνα τὴν συνεδρίασιν, ἀντελήφθην ὅτι δριμεῖαι φράσεις
320ἐξηνέχθησαν ἀμφοτέρωθεν, ἀλλὰ τοιαύτη φράσις, οἵα ἡ δη-
321μοσιευθεῖσα, δὲν ἐλέχθη, διότι τὸ Προεδρεῖον δὲν ἤθελε τὸ
322ἐπιτρέψει. Μετὰ τὴν δήλωσιν δὲ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, νομίζω
323ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ γείνῃ πλέον λόγος, καὶ πρέπει νὰ
324προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἐργασίαν μας.
325§22Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
326§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος ἤκουσε
327τοὺς λόγους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Νομίζω ὅτι ἡ ἀπάντησις ἦτο
328σαφὴς καὶ ὡρισμένη· ὅτι δηλ. ἀντηλλάγησαν δριμεῖαι φράσεις,
329ἀλλ’ οὐδέποτε ὕβρισε. Προσέθηκε δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι
330ἔπρεπε νὰ ἦναί τις παράφρων, ἵνα εἴπῃ ὅσα ἐγράφησαν ἐν τῇ
331ἐφημερίδι. Ἡ ἀπάντησις εἶναι σαφεστάτη, νομίζω.
332§24Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὑπάρχει ἀνάγκη μιᾶς ἀπαντήσεως, διότι
333ὁ κύριος Εὐταξίας ἐδήλωσεν εἰς ἡμᾶς... (θόρυβος).
334§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ μίαν γνωρίζει δήλωσιν, τὴν γενο-
335μένην ἐνώπιον αὐτῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπίσημος δήλωσις τοῦ
336κυρίου Ὑπουργοῦ. Δὲν ἔχει νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ, τί ἐλέχθη
337μεταξὺ ἄλλων. Ὁ Ὑπουργὸς ῥητῶς ἐδήλωσεν, ὅτε δὲν ἐξε-
338στόμισε τοιαύτην φράσιν, καὶ ἐχαρακτήρισε μάλιστα ὡς
339παράφρονα ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἤθελεν εἴπει τοιοῦτόν τι.
340§26Γ. ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ. Τότε διαψευδόμεθα ἡμεῖς!
341§27Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Διαψευδόμεθα ἡμεῖς, κύριε Πρόεδρε!
342§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει νὰ ἐξετάσῃ τί ἐλέχθη
343ἰδιαιτέρως μεταξὺ προσώπων. Ἐγὼ διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν,
344ὅτι παριστάμην εἰς τὴν θέσιν ταύτην κατὰ τὴν χθὲς λα-
345βοῦσαν χώραν ἔριδα, ἥτις περιεῖχέ τι τὸ ἀπότομον εἰς τὰς
346κινήσεις μᾶλλον ἢ εἰς τὰς λέξεις, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι δὲν ἀντε-
347λήφθην,—καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀντιληφθῶ, ἐὰν ἐγίνετο,—ὅτι
348ἐξεστομίσθησαν τοιαῦται φράσεις παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουρ-
349γοῦ. Ὥστε θεωρῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάλογον πρὸς τὴν περίστα-
350σιν, οὐδὲ σύμφωνον πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος, νὰ
351καταγίνηται ἡ Βουλὴ εἰς τοιαύτας ἀσχημίας, ὅτε μάλιστα
352ἐπῆλθεν ἡ δήλωσις τοῦ Ὑπουργοῦ, ἡ ὁποία κατηγορηματικῶς
353ἀφῄρεσε πᾶσαν ὑπονοίαν, ἥτις ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ τυχὸν, ὅτι
354ἐλέχθησαν οὐχὶ τοιαῦται φράσεις, ἀλλ’ ὑβριστικαί πως.
355§29Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐν τούτοις παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε
356τὸν λόγον.
357§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἐμποδίσω.
358Θὰ σᾶς παρακαλέσω ὅμως νὰ μὴ ἐπιμείνητε πλέον ἐπ’ αὐτοῦ
359τοῦ ζητήματος, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς.
360§31Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ὄχι ἵνα ἀναιρέσω ὅσα
361εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας ἢ
362περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἔλαβε χώραν τὸ ἐπεισόδιον, ἀλλ’ ἵνα
363βραχεῖάν τινα ἀπάντησιν δώσω ἰδίως πρὸς τὸν κ. Ὑπουρ-
364γὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὁ ὁποῖος, ὁμιλήσας ἐπὶ τοῦ ζητήμα-
365τος πρὸ ὀλίγου, ἠθέλησε νὰ ῥίψῃ τὸν πέπλον ἐκεῖνον, δι’ οὗ
366καλύπτεται ἡ ἀλήθεια, χωρὶς νὰ συλλογισθῇ, ὅτι, λέγων
367τ’ ἀνακριβῆ ἐκεῖνα, διέψευδεν ἀνθρώπους ἀνωτέρους αὑτοῦ...
368§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά...
369§33Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Τὸ ζήτημα, κύριε Πρόεδρε, εἶναι προσω-
370πικὸν, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμιλήσω.
371Χθὲς, κύριοι συνάδελφοι, καθ’ ὃν χρόνον τὸν λόγον εἶχεν
372ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ἀντελήφθην καὶ ἐγὼ
373ἐπεισόδιόν τι, λαβὸν χώραν διὰ χειρονομιῶν μεταξὺ τοῦ κυ-
374ρίου Ἀναστασοπούλου καὶ τοῦ κυρίου Εὐταξία, ἤκουσα δὲ
375συγκεχυμένως πως καὶ φράσεις τινὰς, ἀνταλλαγείσας μεταξὺ
376αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν κατέβαλον μεγαλειτέραν προσοχὴν, καὶ
377ἔφυγον ἐκ τῆς Βουλῆς, θεωρήσας τὸ ἐπεισόδιον ὡς ἓν ἐκ τῶν
378συνήθως λαμβανόντων ἐνταῦθα χώραν. Τὴν πρωΐαν τῆς σή-
379μερον μὲ συναντᾷ ὁ κύριος Ἀναστασόπουλος, μοὶ ἐπιδεικνύει
380τὰ ἐν τῷ «Θορύβῳ» ἀναγραφόμενα, καὶ μὲ παρακαλεῖ νὰ
381ἀντιπροσωπεύσω αὐτὸν εἰς τὴν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ κυρίου
382Εὐταξία ὑπόθεσιν. Ἐδέχθην, κατὰ καθῆκον, τὴν ἐντολὴν ταύ-
383την, καὶ μετὰ τοῦ ἄλλου ἐντίμου συναδέλφου μου περὶ τὴν
384μεσημβρίαν εἴδομεν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐν τῷ γραφείῳ αὐτοῦ.
385Ἀνεμείναμεν ἐπί τινα στιγμὴν, ὅπως ἀποχωρήσωσιν οἱ ὑπάλ-
386ληλοι, καὶ ὅτε ἐμείναμεν μόνοι, μᾶς ἐπλησίασεν ὁ κ. Εὐτα-
387ξίας καὶ μᾶς ἠρώτησεν, εἰς τί ὀφείλεται ἡ ἐπίσκεψίς μας
388αὕτη· τῷ εἴπομεν τὸν σκοπὸν τῆς ἐπισκέψεώς μας, ἐγὼ δὲ,
389ἀγόμενος πάντοτε ὑπὸ τοῦ πόθου, ὅπως τοιαῦται ὑπο-
390θέσεις, ἀναφυόμεναι πολλάκις, λύωνται διὰ συμβιβασμοῦ,
391λαβὼν τὸν λόγον μετὰ τὸν κύριον Νικολαΐδην, τῷ εἶπον:
392«Κύριε Εὐταξία, ἐρχόμεθα ἐκ μέρους τοῦ κυρίου Ἀναστα-
393σοπούλου νὰ ζητήσωμεν παρ’ ὑμῶν ἐξηγήσεις διὰ τὰ ἐν τῷ
394«Θορύβῳ» δημοσιευόμενα ὡς λεχθέντα παρ’ ὑμῶν». Καὶ
395μάλιστα—ἵνα τῷ δώσω στάδιον συνδιαλλαγῆς—τῷ προσέ-
396θηκα: «πρόκειται περὶ ὕβρεων, τὰς ὁποίας δὲν πιστεύω νὰ
397εἴπετε ὑμεῖς». Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὡς ἐν ἐκστάσει διατελῶν, μᾶς
398εἶπε: «περὶ τίνος πρόκειται; δὲν ἀνέγνωσα τὸν «Θόρυβον».
399Ἐξάγω τὸ φύλλον, καὶ δεικνύω εἰς αὐτὸν διὰ τοῦ δακτύ-
400λου μου τὸ μέρος, ἔνθα ἀνεγράφοντο αἱ ὕβρεις. Ὁ κ. Ὑπουρ-
401γὸς, ῥίψας βλέμμα εἰς τὴν ἐφημερίδα, εἶπε: «Ναὶ, τὰς φρά-
402σεις ταύτας εἶπον ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ τὰς ἤκουσαν πολλοὶ ἐκ
403τῶν περιεστώτων...» Καὶ ἤρξατο λέγων διὰ τοῦ τόνου, τὸν
404ὁποῖον συνηθίζει νὰ ἔχῃ καὶ ἐνταῦθα: «τὸν ὕβρισα διότι μὲ
405ὕβρισε, καὶ θὰ ἐξακολουθῶ νὰ τὸν ὑβρίζω, ἐφ’ ὅσον ὑβρίζει,
406καὶ οὐ μόνον αὐτὸν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνον, ἐξ ὀνόματος τοῦ ὁποίου
407ὑβρίζει, καὶ μάλιστα θὰ βάλω καὶ ἄλλους νὰ τὸν ὑβρίζουν!»...
408§34ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μὰ τί
409εἶναι αὐτά!
410§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
411§36Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἐκ τῆς τοιαύτης ἀρει-
412μανίου ἀπαντήσεως τοῦ κ. Εὐταξία κατελήφθην ὑπὸ θυμοῦ,
413ἀλλὰ, χάρις εἰς βλέμμα τοῦ συναδέλφου κ. Νικολαΐδου, συν-
414εκρατήθην, καὶ εἶπον εἰς τὸν κ. Εὐταξίαν, ἀρχίσαντα ἀφή-
415γησιν τῆς ὑποθέσεως: «Κύριε Εὐταξία, δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει
416ἡ ὑπόθεσις. Ἀφοῦ ὁμολογεῖτε ὅτι ἐξηνέγκατε τὰς λέξεις
417ταύτας, διορίσατε μάρτυρας, διότι μόνον μετ’ ἐκείνων δυνά-
418μεθα νὰ συνεννοηθῶμεν». Ἀλλ’ οὗτος ἀπήντησεν, ὅτι ὕβρισε
419τὸν κ. Ἀναστασόπουλον, ἀλλὰ δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ
420κατέλθῃ μέχρι τῆς ἀντιμετωπίσεως αὐτοῦ! Ἠθέλησα νὰ
421τὸν ἐπαναφέρω καὶ τῷ εἶπον; «Ἐνθυμηθῆτε ὅτι ὑβρίζετε
422τὸν ἀντίπαλόν σας ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ». Καὶ
423τότε ἔσπευσε νὰ ζητήσῃ συγγνώμην.
424§37Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἄγνωστος λεπτο-
425μέρεια! (Ὁ κ. Ἀναστασόπουλος ὁρμᾷ κατὰ τοῦ κ.
426Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ πολλοὶ Βουλευ-
427ταὶ ἀναχαιτίζουσιν αὐτόν. Θόρυβος μέγας ἐπακο-
428λουθεῖ. Ὁ Πρόεδρος, συνεχῶς κρούων τὸν κώδωνα,
429προσπαθεῖ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν).
430§38ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διακόψατε τὴν συνεδρίασιν, κύ-
431ριε Πρόεδρε.
432§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι Βουλευταί· καθήσατε
433εἰς τὰς θέσεις σας (ὁ θόρυβος ἐξακολουθεῖ). Παρακαλῶ
434ἡσυχάσατε, ἄλλως θὰ διακόψω τὴν συνεδρίασιν. (Ὁ θόρυ-
435βος καταπαύει, οἱ Βουλευταὶ ἐπανέρχονται εἰς τὰς
436θέσεις των).
437§40ΚΡΙΤΣΑΣ. Λυποῦμαι, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὁ θόρυβος
438μὲ διέκοψεν, ὅτε ἀκριβῶς ὀλίγας λέξεις ἀκόμη εἶχον νὰ
439εἴπω. Καὶ ἵνα τελειώσω, ἐν ᾧ ἔλεγεν ὁ κύριος Εὐταξίας ὅ,τι
440μέχρι τοῦδε ἀφηγήθην κατὰ τὸ τελευταῖον στάδιον τῆς
441μεταξύ μας συνδιαλέξεως, ἠσθάνθην αἴσθημα θυμοῦ κατα-
442λαμβάνον με, καὶ ἐσκέφθην νὰ ἐπιτιμήσω αὐτὸν· ἐσκέφθην
443πολλὰ ἄλλα, ὅσα ἠδύναντο νὰ ἐμπνευσθῶσι καὶ ὡς ἐκ τῆς
444ἡλικίας μου, ἡ ὁποία δὲν εἶναι καὶ τόσον προβεβηκυῖα, ἀλλὰ
445ἐνεθυμήθην ὅτι εὑρισκόμην εἰς γραφεῖον Ὑπουργοῦ, τὸ ὁποῖον
446δὲν ἔπρεπε νὰ διαταράξω δι’ ἀντεγκλήσεων μεταξὺ ἐμοῦ
447καὶ ἐκείνου, ἐκτὸς δὲ τούτου ἔβλεπον καὶ τὸ καθησυχαστι-
448κὸν βλέμμα τοῦ συντρόφου μου, καὶ διὰ τοῦτο κινήσας τὴν
449κεφαλὴν ᾤκτειρα τὸν ἄνθρωπον καὶ ἀνεχώρησα μετὰ τοῦ συν-
450αδέλφου μου.
451§41ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ...
452§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ὁ Πρόεδρος σᾶς ζητεῖ ὡς
453προσωπικὴν χάριν νὰ μὴ γείνῃ πλέον λόγος περὶ τοῦ ζητή-
454ματος.
455§43ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὸν Πρόεδρον δὲν
456ὁμιλῶ. Ἐν τούτοις εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ βεβαιώσω πάντα
457τὰ ὑπὸ τοῦ συναδέλφου μου λεχθέντα.
458§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χοϊδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
459§45ΧΟΙΔΑΣ. Πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς
460ὁ κύριος Ἀλεξάκης παρεκάλεσε τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν
461Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφο-
462ρῶντα τὴν μεταβολὴν τῆς κατηγορίας τῶν οἰνοπνευματο-
463ποιῶν Πειραιῶς, ἐγὼ δὲ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ λάβῃ ὅμοια
464μέτρα διὰ τοὺς ἀναφερθέντας διὰ τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν οἰνο-
465πνευματοποιοὺς Πατρῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ
466μᾶς πληροφορήσῃ, τί ἀπεφάσισεν.
467§46Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
468κῶν). Κατὰ τὸν νόμον, οὐδεμία ἐπιτρέπεται προσφυγὴ
469κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις καθορίζει τὴν
470κατάταξιν τῶν ποτοποιῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγένοντο παραστά-
471σεις ζωηραὶ ἐκ μέρους τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, οἱ ὁποῖοι νο-
472μίζουσιν ἑαυτοὺς ἀδικηθέντας, ἠναγκάσθην νὰ διατάξω τὸν
473εἰδικὸν χημικὸν ἐπιθεωρητὴν νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὰ ποτοποιεῖα
474καὶ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν ἐν συμπράξει μετὰ τῶν ἀρχῶν, αἱ
475ὁποῖαι συνέταξαν τὰ πρωτόκολλα τῆς κατατάξεως. Ἡ ἐπι-
476τροπὴ προέτεινε μεταβολάς τινας ἢ μειώσεις τοῦ ἀρχικῶς
477ἐπιβληθέντος φόρου. Κατόπιν ὑπεβλήθησαν παράπονα ἐκ μέ-
478ρους καὶ ἄλλων ποτοποιῶν, ἀλλὰ καθ’ ὃν χρόνον τὰ παρά-
479πονα ταῦτα μοὶ ὑπεβλήθησαν, ὁ εἰδικὸς ἐπιθεωρητὴς ἦτο
480ἀπησχολημένος εἰς ἐπειγούσας ἐργασίας, ἐξ ὧν δὲν ἠδυνά-
481μην νὰ ἀποσπάσω αὐτόν. Ὅτε ἐπερατώθησαν αἱ ἐργασίαι αὗ-
482ται, παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ μεταβῇ εἰς Τρίπολιν καὶ Πάτρας,
483ὅπως ἐξετάσῃ τὰ παράπονα ταῦτα, συνέστησα δὲ εἰς τὰς
484ἁρμοδίας ἀρχὰς, ὅπως ἐπιλαμβάνωνται τῆς ἀναθεωρήσεως,
485ἂν καὶ αὗται συμφωνῶσι πρὸς τὴν ἔκθεσιν τοῦ εἰδικοῦ ἐπι-
486θεωρητοῦ. Διὰ τοῦ μέτρου τούτου φρονῶ, ὅτι θὰ θεραπευθῶσι
487τὰ παράπονα, ἐφ’ ὅσον εἶναι δίκαια.
488§47ΧΟΙΔΑΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, γνωρίζετε ὅτι...
489§48ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω ὅτι παραπονοῦνται, ὅτι κατε-
490τάχθησαν εἰς ἀνωτέραν τάξιν ἐκείνης, εἰς ἣν ἔπρεπε, κατὰ
491τὴν γνώμην των, νὰ καταταχθῶσι. Τὸ λάθος ὅμως εἶναι ἐμὸν,
492διότι, ἐνῶ πρότερον πάντες, ἄνευ ἐξαιρέσεως, ὑπεβάλλοντο εἰς
493φόρον 2000 δραχμῶν, ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι ἠδυνάμην νὰ βαθ-
494μολογήσω αὐτοὺς ἀναλόγως τῆς παραγωγικότητος καὶ τῶν
495κερδῶν, κατέταξα δὲ αὐτοὺς εἰς τρεῖς φορολογικὰς κατηγο-
496ρίας, 1500, 1000 καὶ 500 δραχμῶν. Αἱ διὰ τοῦ νόμου ὁρι-
497σθεῖσαι ἀρχαὶ συνέταξαν πρωτόκολλα καὶ κατέταξεν αὐτούς.
498Ἐπειδὴ ὡς πρὸς τοὺς ἐν Πειραιεῖ ἐγένοντο ἐπανειλημμέναι
499παραστάσεις, ἔγεινεν ἐπὶ τόπου ἐξέτασις, διότι ἰσχυρίζοντο,
500ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ κατέταξεν αὐτοὺς χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ ἐκ τοῦ
501πλησίον τὰ ποτοποιεῖα αὐτῶν καὶ ἀντιληφθῇ τὴν εὐρύτητα
502τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν προβῇ εἰς τὸ
503ἔργον της. Τὸ αὐτὸ θὰ πράξω καὶ διὰ τοὺς ἐν Πάτραις.
504§49ΧΟΙΔΑΣ. Πλησιάζει ἡ 20 Μαρτίου, μετὰ τὴν παρέλευ-
505σιν τῆς ὁποίας ὑποχρεοῦνται οἱ ποτοποιοὶ εἰς πρόσθετον φό-
506ρον. Οἱ ἐν Πάτραις ποτοποιοὶ γνωρίζουν ὅτι οἱ ἀναφερθέντες
507εἰς ὑμᾶς ἐκ Πειραιῶς ἔτυχον ἀκροάσεως, καὶ ὅτι παρηγ-
508γέλθη ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος Πειραιῶς νὰ τροποποιήσῃ τὸν
509κατάλογον. Ἡ περίπτωσις εἶναι ἡ ἰδία καὶ διὰ τοὺς ἐν Πά-
510τραις, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ὅπως
511λάβῃ τὸ αὐτὸ μέτρον καὶ δι’ αὐτοὺς, ὅπερ ἔλαβε διὰ τοὺς
512ἐν Πειραιεῖ, προτοῦ ὑποβληθῶσιν εἰς πρόσθετον φόρον.
513§50ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀπορῶ μὲ τὴν συμπεριφορὰν, ἣν δεικνύει
514πρὸς τὰς ἐπερωτήσεις μου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν!
515Πεντάκις ὑπενθύμισα αὐτὸν νὰ δώσῃ πληροφορίας περὶ τῆς
516ὑποθέσεως, δι’ ἣν ὡμίλησεν ὁ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς, καὶ
517πάντοτε ὑπέσχετο ὅτι μετὰ μίαν ἢ δύο ἡμέρας θὰ ἔφερε τὰς
518πληροφορίας, καὶ τέλος ὑπεσχέθη ῥητῶς, ὅτι ἤθελε καταθέ-
519σει ταύτας εἰς τὴν Βουλήν. Ἤλπιζον λοιπὸν, ὅτι ἤθελε κατα-
520θέσει τὰς πληροφορίας, ἃς κατ’ ἐπανάληψιν ἠτησάμην καὶ
521κατ’ ἐπανάληψιν αὐτὸς ὑπεσχέθη. Ἔκτοτε παρῆλθον πολλαὶ
522ἡμέραι, καὶ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐλησμόνησε τὴν ὑπόσχε-
523σίν του...
524§51ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐλησμόνησα. Ἤμην ἀσθενής.
525§52ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἦσθε ἀσθενής... Ἠδικήθησαν οἱ πο-
526τοποιοὶ Τριπόλεως, καταταχθέντες εἰς τὴν δευτέραν φορο-
527λογικὴν κλάσιν· ἐνῷ δὲ ἡ ἐπιτροπὴ ἀνεγνώρισεν, ὅτι κατὰ
528πλάνην κατετάχθησαν οἱ ἐν Τριπόλει ποτοποιοί, οὗτοι δὲ
529ᾐτήσαντο παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ μεταβληθῇ ἡ φορολογικὴ
530κλάσις καὶ νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν ἥσσονα, ὁ κ. Ὑπουρ-
531γὸς μᾶς ἔδωκε νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει τὴν
532μεταβολὴν τῆς κλάσεως! Παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ
533καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν διαταγὴν, δι’ ἧς διέταξε τὸν
534οἰκονομ. ἔφορον Πειραιῶς νὰ μεταβάλῃ τὴν φορολογικὴν κλάσιν
535τῶν ποτοποιῶν Πειραιῶς, ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐκώφευσε!
536Καὶ δὲν λέγω τι ἀόριστον—ἀνέφερα τὸν ἀριθμὸν τῆς διατα-
537γῆς καὶ τὸ περιεχόμενον αὐτῆς. Καὶ διὰ νὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ,
538ὅτι ταῦτα εἶναι ἀκριβῆ, ἀναγινώσκω ἐγὼ τὴν διαταγὴν,
539ἀφοῦ ἀρνεῖται ὁ Ὑπουργός. Φέρει ἡμερομηνίαν 16 Νοεμβρίου
540παρελθόντος ἔτους καὶ ἀριθμὸν 107465. Ταύτην ᾐτησάμην
541νὰ καταθέσῃ ὁ Ὑπουργὸς, ἀλλὰ δὲν τὴν κατέθεσε. Διὰ τῆς
542διαταγῆς ταύτης διέταξε τὸν ἔφορον Πειραιῶς νὰ μεταβάλῃ
543τὴν φορολογικὴν κλάσιν τῶν 1000 δραχμῶν εἰς δρ. 500 διὰ
544τοὺς ἐν Πειραιεῖ ποτοποιοὺς ἀδελφοὺς Μπούμπουλη, Ν. Μα-
545νοῦσον, Μ. Τριανταφύλλου καὶ Π. Σουρῆν. Διατὶ ἀρνεῖται ὁ
546κ. Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ τὴν διαταγὴν ταύτην; Τί τεκ-
547μαίρεται ἐκ τῆς ἀρνήσεως αὐτοῦ; Δύο τινά· ἢ ὁ Ὑπουργὸς
548νομίμως ἐνήργησε, μεταβαλὼν τὴν φορολογικὴν κλάσιν τῶν
549ἐν Πειραιεῖ ποτοποιῶν, ἀλλὰ δὲν θέλει νὰ μεταβάλῃ αὐτὴν
550καὶ διὰ τοὺς ἀδίκως φορολογουμένους ποτοποιοὺς Τριπόλεως
551καὶ Πατρῶν, διότι, ὡς λέγουν οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουρ-
552γείου, θὰ ἔχουν ἔπειτα τὸ δικαίωμα οἱ ποτοποιοὶ νὰ ζητή-
553σωσι τὴν εἰς αὐτοὺς ἀπόδοσιν χιλιάδων δραχμῶν, αἵτινες
554κατεβλήθησαν ἀδίκως τῷ Δημοσίῳ, ἢ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα
555τοῦτο ἐκ τοῦ νόμου, καὶ συνεπῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς παρέβη τὰς
556διατάξεις αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἀρνεῖται νὰ φέρῃ τὴν δια-
557ταγὴν, ἵνα λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλή.
558Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ὁ κ. Ὑπουρ-
559γὸς, λέγων ὅτι ἀπέστειλεν ἐπιθεωρητήν. Διότι, διατὶ δὲν ἔπραξε
560τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τοὺς φορολογουμένους Τριπόλεως; καὶ διατὶ
561μεταβαλὼν τὴν κλάσιν τῶν ἐν Πειραιεῖ ποτοποιῶν, ὧν τὰ
562ὀνόματα σᾶς ἀνέφερα, διατὶ διστάζει νὰ μεταβάλῃ τὴν κλά-
563σιν τὴν φορολογικὴν καὶ τῶν ἐν Τριπόλει τοιούτων, οἵτινες
564οὔτε τὴν ἡμίσειαν παράγουσι ποσότητα τῆς ὑπὸ τῶν ἐν Πει-
565ραιεῖ παραγομένης, καὶ κατανάλωσιν δ’ ἔχουσι μικροτέραν,
566ἴσως κατὰ τὸ ἥμισυ, τῆς τῶν ἐν ἐν Πειραιεῖ; Πῶς εἶναι δυ-
567νατὸν νὰ πληρώσουν οὗτοι χιλίας δραχμὰς φόρον, ἐνῷ εἶναι
568ζήτημα, ἐὰν κερδίζουν τὸ ὅλον χιλίας δραχμάς;
569Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα
570ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει αὐ-
571τῶν γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
572§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Φικιώρης ἔχει τὸν λόγον.
573§54Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Καὶ ἐν ἀρχῇ τῆς Συνόδου ταύτης, κύριε
574Πρόεδρε, ἠναγκάσθην νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅπως γνωρίσω εἰς
575τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι αἱ δασικαὶ ἀρ-
576χαὶ ἐν Λακωνίᾳ, παρανόμως ἐφαρμόζουσαι τὸν νόμον, κατα-
577πιέζουσι τοὺς πολίτας. Τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς, μὴ δυνάμενος
578νὰ ἀρνηθῇ τὸ ῥητὸν γράμμα τοῦ νόμου, ἀνεγνώρισε πράγ-
579ματι, ὅτι παράνομος ἦτο ἡ διαταγὴ τοῦ δασάρχου Λακω-
580νίας, διὰ τῆς ὁποίας ἀπαγορεύεται ἐπὶ δεκαετίαν ἡ βοσκὴ
581εἰς δάση δυνάμει διατάξεως τοῦ νόμου περὶ ἐμπρησμοῦ τῶν
582δασῶν, ἐνῷ δὲν ὑπῆρξαν δάση κεκαυμένα. Ἀναγνωρίσας δὲ
583τότε τὰς παρατηρήσεις ταύτας ὡς ὀρθὰς ὁ κύριος Ὑπουρ-
584γὸς, ἔδειξεν ὅτι θὰ διέτασσε τὸν δασάρχην Λακωνίας νὰ
585παύσῃ ἐφαρμόζων τὴν παράνομον ἐκείνην διαταγήν. Ἀλλὰ
586ὁ τμηματάρχης τοῦ οἰκείου τμήματος τοῦ Ὑπουργείου δὲν
587ἠθέλησε ν’ ἀναγνωρίσῃ καὶ αὐτὸς τὸ παράνομον τῆς διατα-
588γῆς τοῦ δασάρχου, καὶ νὰ ἐκτελέσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξε
589τοὐλάχιστον, ἂν μὴ εἶπε καθαρῶς, ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δη-
590λαδὴ θὰ ἄρῃ τὴν παράνομον ταύτην διαταγὴν, ἀλλ’ ἠρκέ-
591σθη μόνον νὰ παραγγείλῃ εἰς τὸν δασάρχην νὰ ἄρῃ τὴν δια-
592ταγὴν περὶ ἀπαγορεύσεως, οὐχὶ διὰ τὸ παράνομον αὐτῆς,
593ἀλλ’ ὅπως παράσχῃ εὐκολίαν εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου
594Λάγιου, ἐπιτρέπων τὴν βόσκησιν τῶν ἐντοπίων μόνον ζώων,
595οὐχὶ καὶ δὲ τῶν παραχειμαζόντων ἐκεῖ ξένων, πρὸς τοὺς κυ-
596ρίους τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι ἐκμισθώνουν τὰ λειβάδια, ἐνῷ
597ἐγὼ ἐπέμενον τότε, ὅτι δὲν δύναται οὐδὲ εἰς τὰ ξένα, οὐδὲ
598εἰς τὰ ἐντόπια ζῶα ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ βόσκησις. Ἤδη ὁ αὐτὸς
599τμηματάρχης, ὁ νομίσας ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀναγνωρίσῃ τὸ
600παράνομον τῆς πρώτης διαταγῆς τοῦ δασάρχου,—ἣν φαίνεται
601ὅτι κατ’ ἐντολήν του ἐξέδωκεν οὗτος,—καὶ διὰ τοῦτο καταφυ-
602γὼν εἰς τὴν ἔμμεσον ἄρσιν τῆς διαταγῆς ταύτης διὰ τῆς εὐκο-
603λίας τῆς ἐλευθέρας βοσκήσεως τῶν ἐντοπίων ζώων, ὑπέδει-
604ξεν εἰς τὸν δασάρχην Λακωνίας νὰ ἐκδώσῃ ἄλλην ἀπαγο-
605ρευτικὴν διαταγὴν, ἐπὶ ἄλλου νόμου στηριζομένην, διότι ἀνε-
606γνώρισεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον περὶ ἐμ-
607πρησμοῦ τῶν δασῶν, ἀπαγορεύων τὴν βόσκησιν εἰς μὴ κε-
608καυμένα δάση. Ἐκδίδει λοιπὸν ὁ δασάρχης Λακωνίας, τῇ
609ὑποδείξει τοῦ τμηματάρχου, νέαν ἀπαγορευτικὴν διαταγήν,
610στηριζομένην εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ 1836
611περὶ κανονισμοῦ τῆς βοσκῆς τῶν δασῶν. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον
612τοῦτο τοῦ διατάγματος, κύριε Ὑπουργὲ, δὲν δίδει εἰς τὸν
613δασάρχην τὸ δικαίωμα τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς βοσκήσεως.
614Κατ’ αὐτὸ, ὁ δασάρχης ὀφείλει, ἐὰν πρόκειται περὶ ἀναβλα-
615στήσεως δάσους, νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου
616ὁριζομένην ἐπιτροπὴν, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέ-
617σεως ταύτης, κανονίζει τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει ν’ ἀπα-
618γορευθῇ ἡ βόσκησις.
619Τὴν διαταγὴν ταύτην τοῦ δασάρχου ἰδὼν, προσῆλθον εἰς
620τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ μοὶ
621εἴπῃ, ποῦ στηριζόμενος ὑπέδειξεν εἰς τὸν δασάρχην, ἵνα ἐκδώσῃ
622αὐτήν. Μοὶ ἀπήντησεν «εἰς τὸν νόμον».—«Ἀλλὰ, τῷ εἶπον,
623ὁ νόμος, ὃν ἐπικαλεῖσθε, δὲν δίδει τοιοῦτον δικαίωμα εἰς τὸν
624δασάρχην, ἀλλ’ ὁρίζει ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν οὗτος ὀφεί-
625λει νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν περὶ τῶν χάριν ἀναβλαστήσεως ἀπα-
626γορευτέων δασῶν, ἡ δ’ ἐπιτροπὴ αὕτη ἀποφασίζει καὶ δια-
627τάσσει τὴν ἀπαγόρευσιν». Ἀλλ’ ὁ κ. τμηματάρχης μοὶ παρε-
628τήρησεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη κατηργήθη. Τότε ἐζήτησα νὰ
629μοὶ ἐπιδείξῃ τὸν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου κατηργήθη ἡ ἐπι-
630τροπὴ καὶ ἀφέθη τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἀπόλυτον εἰς τὸν δα-
631σάρχην. Μοὶ εἶπεν ὅτι δὲν εἶχε πρόχειρον τὸν νόμον, καὶ
632ὅτι θὰ προσπαθήσῃ νὰ τὸν εὕρῃ. Ἀπῆλθον, ἵνα δώσω καιρὸν
633αὐτῷ πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν
634τὸν ἀνεῦρε!
635Τὴν τοιαύτην παράνομον ἐνέργειαν τοῦ τμηματάρχου πι-
636στεύω ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀγνοεῖ,
637ἔχων ἀπόλυτον, φαίνεται, ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὰς
638εἰσηγήσεις του. Τοῦ τμηματάρχου τούτου τὸν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ
639ζῆλον πρὸς διαφύλαξιν καὶ ἐπέκτασιν τῶν δασῶν δὲν ἀμφι-
640σβητῶ, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι δὲν ἔχει τὴν πρὸς ἑρμηνείαν τῶν
641νόμων ἱκανότητα, διότι πᾶσαι αἱ ἑρμηνευτικαὶ τῶν δασικῶν
642νόμων ἐγκύκλιοι διαταγαὶ, τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε ἐξέδωκε
643πρὸς τοὺς δασάρχας, εἶναι παρερμηνεία, καὶ οὐχὶ ἑρμη-
644νεία αὐτῶν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
645Οἰκονομικῶν νὰ μὴ ἀρκεσθῇ εἰς τὰς πληροφορίας καὶ εἰσηγή-
646σεις τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ δασικοῦ τμήματος, ἀλλὰ νὰ ζητήσῃ
647τὴν ἑρμηνείαν τῶν οἰκείων νόμων παρὰ τοῦ δικαστικοῦ συμ-
648βούλου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς ὁριστικὴν
649λύσιν τοῦ ζητήματος, ἂν δύναται ὁ δασάρχης μόνος νὰ ἐκ-
650δίδῃ τοιαύτας διαταγὰς περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς βοσκῆς εἰς
651δάση μὴ κεκαυμένα, χάριν ἀναβλαστήσεως. Τοῦτο δὲ, κύριε
652Ὑπουργὲ, παρακαλῶ νὰ ἐνεργηθῇ τὸ ταχύτερον, διότι πρέ-
653πει νὰ γνωρίζητε, ὅτι συνεπείᾳ πρωτοκόλλων τῶν χωροφυ-
654λάκων, στηριζομένων εἰς τὴν παράνομον αὐτὴν διαταγὴν τοῦ
655δασάρχου, καλοῦνται μετ’ ὀλίγας ἡμέρας νὰ δικασθῶσιν ἐνώ-
656πιον τοῦ Πλημμελειοδικείου ἐπὶ παραβάσει αὐτῆς πάντες
657σχεδὸν οἱ κάτοικοι Λάγιου, καὶ κινδυνεύουν οἱ ἱερεῖς τοῦ χω-
658ρίου νὰ τελέσωσι τὸ Πάσχα μὲ μόνας τὰς γυναῖκας καὶ τὰ
659παιδία, καταδικαζομένων καὶ φυλακιζομένων τῶν ἀνδρῶν διὰ
660τοιαύτας παραβάσεις!
661§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπασιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
662§56ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα ζητήσω διόρθωσιν
663τῆς ἡμερησίας διατάξεως...
664§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει πρῶτον νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμε-
665ρησίαν διάταξιν.
666§58ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὑπέβαλον πρὸ καιροῦ εἰς τὸ Προεδρεῖον ἔγ-
667γραφον παράκλησιν, ἀπευθυνομένην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν
668τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα οὗτος καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν
669ἔκθεσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δασῶν, τοῦ ἀποσταλέντος εἰς
670Κυνουρίαν, ὅπως ἐξετάσῃ τὰς αἰτήσεις διαφόρων κατοίκων,
671ζητούντων ἄδειαν ἀνθρακοποιήσεως εἰς τὰ κτήματά των,
672τὴν ὁποίαν ἄδειαν ἀρνεῖται ἡ ὑπηρεσία νὰ παράσχῃ, ἰσχυρι-
673ζομένη ὅτι τὰ κτήματα δὲν εἶναι ἰδιόκτητα, ἀλλ’ ἐθνικά.
674Τὴν παράκλησίν μου ταύτην ἔχω ὑποβάλει ἀπὸ τοῦ Φε-
675βρουαρίου, κατὰ τὸ ἄλλο τμῆμα τῆς Συνόδου τῆς Βουλῆς.
676Παρακαλῶ δὲ νὰ κατατεθῇ ἡ ἔκθεσις εἰς τὴν Βουλὴν.
677Ἐὰν νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν συμφέρει εἰς τὴν
678ὑπηρεσίαν νὰ κατατεθῇ τοιαύτη ἔκθεσις, παρακαλῶ νὰ τὸ
679δηλώσῃ, ὅπως προβῶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς
680μου καὶ ἄνευ τῆς ἐκθέσεως.
681§59Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
682κῶν). Παρακαλῶ νὰ καταθέσητε σημείωμα εἰς τὸ Προεδρεῖον.
683§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
684ταξιν.
685Ὁρίστε, κύριε Μπασιᾶ.
686§61Α. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐπειδὴ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ ψη-
687φισθῇ ἀπόψε εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ Γενι-
688κῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, καὶ ἴσως μετ’ αὐτὸ ψηφισθῶσι
689καὶ ἄλλα τινὰ νομοσχέδια, χωρὶς κἂν νὰ ἀντιληφθῶμεν αὐτὰ,
690— ὡς καὶ ἄλλοτε συνέβη, — εὑρεθῶμεν δὲ τὴν ἑπομένην
691πρὸ τετελεσμένου γεγονότος, ἐγὼ δὲ δυστυχῶς δὲν δύναμαι
692νὰ παραμένω ἐνταῦθα κατὰ τὰς ἥκιστα κοινοβουλευτικὰς
693ἑωθινὰς ὥρας, καθ’ ἃς εἴθισται νὰ γίνηται ἡ ψηφοφορία,
694μεθ’ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν, ἣν ἔχω, οὐδέποτε νὰ κωλυσιερ-
695γήσω, θὰ ζητήσω διόρθωσίν τινα τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
696Πρόκειται περὶ τοῦ προξενικοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ μετ’ ἀπο-
697ρίας βλέπω ἀναγεγραμμένον εἰς δευτέραν συζήτησιν, ἐνῷ
698εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι δέον ν’ ἀναγραφῇ εἰς πρώτην συ-
699ζήτησιν. Θὰ ὑπέθετον ὅτι πρόκειται περὶ τυπογραφικοῦ λά-
700θους, ἐὰν δὲν ἔβλεπον τοῦτο ἐπαναλαμβανόμενον εἰς τὰς τε-
701λευταίας ἡμερησίας διατάξεις διαρκῶς. Ὅπως δήποτε, θὰ
702παρακαλέσω νὰ διορθωθῇ τὸ τοιοῦτον. Διότι, ὡς ἐνθυμοῦμαι,
703εἰσήχθη νομοσχέδιόν τι κατὰ τὴν ΝΑʹ συνεδρίαν τῆς πα-
704ρελθούσης Συνόδου, ἐξ ἄρθρων 87, φέρον ἡμερομηνίαν 14
705Ἰουνίου 1899 καὶ ἀριθμὸν 297 ἐν τῷ Παραρτήματι τῆς
706«Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς», ἐπιγραφόμενον
707«περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων», ἐψηφίσθη δὲ
708ἀσυζητητὶ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν κατὰ τὴν συνεδρίαν ΞΕʹ
709τῆς αὐτῆς Συνόδου, ὅτε δ’ ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῇ εἰς δευ-
710τέραν ἀνάγνωσιν κατὰ τὴν συνεδρίαν ΞΖʹ, τῇ προτάσει ἀξιο-
711τίμου συναδέλφου ἀπεφασίσθη ν’ ἀποσταλῇ εἰς εἰδικὴν ἐπι-
712τροπὴν καὶ ψηφισθῇ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον, ὅτε παρα-
713δόξως κατὰ τὴν συνεδρίαν ΞΗʹ ὑπεβλήθη ἕτερον νομοσχέ-
714διον, ἐκ περιτομῆς τοῦ πρώτου παραχθὲν, ἐξ ἄρθρων 16, ὑπὸ
715ἡμερομηνίαν 3 Ἰουλίου 1899 καὶ ὑπ’ ἀριθμὸν Παραρτή-
716ματος 396, καὶ φέρον τὴν ἐπιγραφὴν «περὶ αὐξήσεως τοῦ
717μισθοῦ τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων καὶ προξενικῶν τινῶν
718τελῶν καὶ περὶ συστάσεως νέων προξενικῶν ἀρχῶν», ὅπερ
719ὑπεβλήθη μόνον, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐψηφίσθη ἢ κἂν συνεζητήθη.
720Κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς παρούσης Συνόδου, κατὰ τὴν Εʹ συνε-
721δρίαν, ὑπέβαλεν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἕτερον νομοσχέδιον,
722ἀναγράφουσι δὲ τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδρίας ἐκείνης, ὅτι «ὁ
723Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατέθηκε νομοσχέδιον περὶ
724μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων. Ζήτει Παράρτημα,
725ἀριθ. 22». Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐξ ἄρθρων 60 καὶ ὑπὸ
726χρονολογίαν 1 Δεκεμβρίου 1900, εἶναι τὸ περὶ οὗ πρόκειται,
727ὅπερ ἀνεγράφετο ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εἰς πρώτην συ-
728ζήτησιν, ἀκριβῶς δ’ ἔχω ἀνὰ χεῖρας τὴν ἡμερησίαν διάτα-
729ξιν τῆς 18 Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους, ἥτις ἀναγράφει
730αὐτὸ ὡς πρῶτον εἰς αʹ συζήτησιν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο οὐ-
731δέποτε ἐψηφίσθη μέχρι σήμερον, παρεπέμφθη δὲ εἰς εἰδικὴν
732ἐπιτροπήν, συγκειμένην καὶ ἐκ μελῶν τῆς διαρκοῦς ἐπὶ τῶν
733Ἐξωτερικῶν ἐπιτροπῆς, ἥτις κατηρτίσθη κατὰ τὴν ΙΓʹ συν-
734εδρίαν, ὑπέβαλε δὲ τὴν ἔκθεσίν της κατὰ τὴν ΚΖʹ συνε-
735δρίαν διὰ τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτῆς κυρίου Ζέγγελη· καθ’ ὅλον δὲ
736αὐτὸ τὸ διάστημα εὐλόγως δὲν ἀνεγράφετο ἐν τῇ ἡμερησίᾳ
737διατάξει τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι
738δέον νὰ διορθωθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις, καὶ νὰ ἀναγραφῇ εἰς
739πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ μεταρρυθμίσεως
740τῶν προξενικῶν νόμων», ἀφοῦ ἐντελῶς διάφορον τυγχάνει τοῦ
741κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς παρούσης Περιόδου εἰς μίαν
742μόνην ἀνάγνωσιν ψηφισθέντος, κατά τε τὴν οὐσίαν καὶ τὸν
743τύπον καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, δὲν ὑπε-
744βλήθη δὲ ὡς τροπολογία, καθ’ ἃ ἐδήλωσεν αὐτὸς ὁ ἁρμόδιος
745Ὑπουργός, ὅτε ὑπέβαλεν αὐτό, κατὰ τὴν Εʹ συνεδρίαν τῆς
746παρούσης Συνόδου, οὐδ’ ἀνετυπώθη μὲ τὴν ἐπισημείωσιν τῶν
747τροποποιημένων νομοσχεδίων, ἅτινα φέρουσιν ἐν ἐπικεφαλίδι
748καὶ παρενθέσει «ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν δεῖνα συνεδρίαν».
749Ἠδύνατο βεβαίως ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ πράξῃ τοῦτο,
750ἀκολουθῶν τὸν τύπον αὐτόν, ἀλλὰ καλῶς ποιῶν δὲν τὸ
751ἔπραξε, διότι ὁσάκις αἱ ἐπιφερόμεναι τροπολογίαι μεταβάλ-
752λωσι ῥιζικῶς τὸ νομοσχέδιον, προτιμότερον εἶναι νὰ ὑπο-
753βάλλωνται ὡς χωριστὸν ἢ νέον τοιοῦτον, ἢ νὰ προβάλλωνται
754κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, ἢ τὸ πολὺ τὴν δευτέραν, ἵνα
755ἔχωμεν τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν πρὸς μελέτην αὐτῶν, καὶ
756μὴ συμβαίνῃ τὸ ἄτοπον, ὅπερ ἐγένετο ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου
757περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, τὸ ὁποῖον διέτρεξε τὸν κίν-
758δυνον νὰ ψηφισθῇ μὲ ὀκτὼ μόνον ἄρθρα, εἰς ὅσα συνεπτύ-
759χθησαν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τὰ 168 ἄρθρα αὐτοῦ.
760Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ διορθωθῇ τὸ λάθος τοῦτο.
761§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θὰ ἐξετάσω, καὶ ἂν ἔχει οὕτω,
762θὰ διορθωθῇ.
763Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως
764τοῦ στρατοῦ.
765Ὁ κύριος Παπαγιαννακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
766§63Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεβάλλετο ἡμῖν, κύ-
767ριοι Βουλευταί, μετὰ τὰ ἐκ τοῦ πολέμου ἀτυχήματα, νὰ με-
768ριμνήσωμεν συντόνως καὶ σοβαρῶς περὶ συντάξεως καὶ ἐκ-
769παιδεύσεως τοῦ στρατοῦ. Ὤφειλε διὰ τοῦτο ἡ σημερινὴ
770Κυβέρνησις εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν πα-
771ρεσκευασμένη καὶ εἰσάγουσα τὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς στρα-
772τιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας ἀναγκαῖα νομοσχέδια. Δυσ-
773τυχῶς ὅμως, ὡς συνήθως παρ’ ἡμῖν συμβαίνει, ἡ Κυβέρνησις
774ἀφῆκε νὰ παρέλθῃ ἄπρακτος ἡ πρώτη Σύνοδος τῆς παρούσης
775Βουλευτικῆς Περιόδου. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι εἰσήγαγε πέντε σχε-
776τικὰ νομοσχέδια, ἤτοι τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως
777τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργα-
778νισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς, τὸ νομοσχέδιον περὶ προσκλήσεως
779ἀλλοδαποῦ ἀξιωματικοῦ, ὡς ὀργανωτοῦ, τὸ περὶ προβιβασμοῦ
780τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τὸ περὶ κατανομῆς τῶν γενικῶν θέσεων.
781Καὶ τὰ μὲν τρία πρῶτα ἐκ τῶν νομοσχεδίων τούτων ἐψηφί-
782σθησαν καὶ ἐγένοντο νόμοι τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καίτοι παρῆλ-
783θον ἔκτοτε δέκα ὅλοι μῆνες, οἱ νόμοι οὗτοι δὲν ἐτέθησαν εἰς
784ἐφαρμογήν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ δύο ἕτερα νομοσχέδια, ταῦτα
785ἀνεγράφοντο τυπικῶς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, χωρὶς νὰ
786ὑπάρχῃ πρόθεσις πρὸς συζήτησιν, ὅτε δὲ ἠρωτᾶτο ὁ τότε
787Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διατὶ δὲν ἐπέσπευδε τὴν συ-
788ζήτησιν, ἔδιδε τὴν ἀπόκρισιν, ὅτι ἐσκόπει νὰ ὑποβάλῃ ἄρτιον
789καὶ πλήρη ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ὅστις θὰ περιελάμβανε
790καὶ τὰς περιπτώσεις, περὶ ὧν ἐπρονόουν τὰ ἐγκαταλειφθέντα
791νομοσχέδια. Οὕτω λοιπὸν, χωρὶς νὰ γείνῃ σπουδαῖόν τι περὶ
792στρατοῦ, ἐκηρύχθη ἡ λῆξις τῆς πρώτης Συνόδου.
793Μετά τινα χρόνον ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου ἐρρίφθη
794εἰς τὸ μέσον διὰ τῆς δημοσιογραφίας τὸ ζήτημα τῆς παρα-
795σκευῆς τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὅτε βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀ-
796λίγον ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι συνήπτετο κρατερὸς ἀγὼν με-
797ταξὺ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Δια-
798δόχου περὶ τοῦ πότερος αὐτῶν ἔπρεπε νὰ ἐπικρατήσῃ ἐν ταῖς
799γνώμαις αὐτοῦ περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν διαφόρων ἐν τῷ
800ὀργανισμῷ λεπτομερειῶν. Καὶ ἀνεγινώσκομεν τότε εἰς τὰς
801ἐφημερίδας, ὅτι συνεννοήσεις καὶ διαπραγματεύσεις διεξή-
802γοντο μεταξὺ Διαδόχου καὶ Ὑπουργοῦ περὶ ἀμοιβαίων ὑπο-
803χωρήσεων πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ εὑρεθῶσι σύμφωνοι πρὸς
804καταρτισμὸν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ θὰ εἰσῆγεν ἐκ τῶν πρώ-
805των ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον πρὸς ἐπι-
806ψήφισιν. Καὶ ἐνθυμεῖσθε ὅτι εἰς τὰς συζητήσεις αὐτὰς ἀνεμι-
807γνύετο καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Πρω-
808θυπουργοῦ, οἵτινες προσεπάθουν νὰ ἄρωσι τὰς μεταξὺ Διαδό-
809χου καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν διαφωνίας. Ἐπὶ τέ-
810λους ἀνέγνωμεν μίαν ἡμέραν, ὅτι, χάρις εἰς τὴν ἀποτελε-
811σματικὴν παρέμβασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐπετεύχθη ἡ
812ποθητὴ μεταξὺ Διαδόχου καὶ Ὑπουργοῦ συμφωνία. Πάντες
813τότε ἐνομίσαμεν, ὅτι πρῶτον ἔργον τῆς Κυβερνήσεως κατὰ
814τὴν παροῦσαν Σύνοδον θὰ ἦτο ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοσχεδίου περὶ
815ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ὁποία ὅμως πλάνη! Κατὰ τὸ πρῶ-
816τον τμῆμα τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Συνόδου οὐδὲ λόγος
817κἄν ἐγένετο, μέχρις οὗ διεκόπησαν αἱ ἐργασίαι λόγῳ τῶν
818ἑορτῶν.
819Μετὰ τὴν διακοπὴν ἐξῆλθεν εἰς φῶς τὸ γνωστὸν ἐκ τεσσά-
820ρων ἑκατομμυρίων ἔλλειμμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιω-
821τικῶν, ὅπερ ἐχρησίμευσεν ὡς ἀφορμὴ τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ
822Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τῆς
823ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρα-
824τιωτικῶν. Τοὐντεῦθεν εἶχεν ἕκαστος τὸ δικαίωμα νὰ νομίζῃ,
825ὅτι, ἀπομακρυνθέντος τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτι-
826κῶν, θὰ ἔσπευδεν ὁ διάδοχός του, ὁ νῦν Ὑπουργὸς, νὰ ὑποβάλῃ
827τὸ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νομοσχέδιον, ὅπερ εἶχε συντά-
828ξει ὁ Διάδοχος, ἀφοῦ μάλιστα ἐλέγετο, ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὅρους
829ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου. Ἀλλ’ αἱ προσδοκίαι
830καὶ αἱ βλέψεις μας διεψεύσθησαν καὶ ἐδῶ, καὶ ἀντὶ νὰ ἴδωμεν
831ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον περὶ πλήρους ὀργανισμοῦ, εὑρέ-
832θημεν πρὸ τοῦ παραδόξου ἐκ πρώτης ὄψεως φαινομένου, ὅτι ὁ
833κ. Ὑπουργὸς ὑπέβαλε τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἐκ 13 μόνον ἄρθρων
834νομοσχέδιον, οὐχὶ πλέον περὶ ὀργανισμοῦ, ἀλλὰ περὶ Γενικῆς
835Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Εἶπον, ὅτι τὸ πρᾶγμα ἐκ πρώτης
836ὄψεως ἐφάνη ἀλλόκοτον καὶ παράδοξον καὶ ἀνεξήγητον· ἀλλ’ ὁ
837κ. Πρωθυπουργὸς ἔσπευσεν εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς νὰ
838μᾶς δώσῃ νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ὁ κύριος καὶ ἀποκλειστικὸς
839σκοπὸς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου δὲν εἶναι ἡ ἐπιψήφι-
840σις ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἡ παράδοσις τῆς Γενικῆς
841Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν Διάδοχον. Ἐνθυμεῖσθε, τί
842μᾶς εἶπε κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς πρώτης συζητήσεως, ἀναφε-
843ρόμενος εἰς ὅσα εἶχεν εἰπεῖ πρὸ αὐτοῦ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττι-
844κῆς Βουλευτής· ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν, ὅτι ὁ κύ-
845ριος Λεβίδης εἶχε θέσει τὸ ζήτημα εἰς τὴν θέσιν του. Καὶ
846τί εἶχεν εἰπεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής; Τὸ ἐνθυ-
847μεῖσθε. Εἶχεν εἰπεῖ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἐρεύνης τῶν
848λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου, διότι τοῦτο εἶναι ζήτημα
849ἐπουσιῶδες, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ ἂν πρέπει, ἢ ὄχι, νὰ
850δώσωμεν τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν Διά-
851δοχον.
852Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι οὕτω πρέ-
853πει νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα, τὰ πράγματα ἁπλοποιοῦνται, καὶ
854δὲν ἔχομεν πλέον νὰ ἐξετάσωμεν ἄλλο, παρὰ ἂν εἶναι συμ-
855φέρον εἰς τὴν χώραν καὶ εἰς τὸν στρατὸν καὶ εἰς τὴν Δυνα-
856στείαν, νὰ καταστήσωμεν τὸν Διάδοχον Γενικὸν Διοικητὴν ἢ
857ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἐν πρώτοις προκύπτει ἀφ’ ἑαυτοῦ
858τὸ ἐρώτημα, ἐπιτρέπεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος νὰ ἀφαι-
859ρέσωμεν μέγα καὶ σπουδαῖον μέρος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξου-
860σίας ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ καὶ νὰ τὸ δώ-
861σωμεν εἰς χεῖρας τοῦ Διαδόχου μονίμως καὶ ἀμετακλήτως;
862Καὶ ἐρωτᾶται ἀκόμη, ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ἐξου-
863σιοδοτήσῃ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅπως αὕτη νομοθετῇ
864διὰ διαταγμάτων; Καὶ εἰς τὰ δύο αὐτὰ ἐρωτήματα ἡ ἀπό-
865κρισις πρέπει νὰ ἦναι ἀποφατική. Ὄχι! δὲν δυνάμεθα νὰ
866καταστήσωμεν τὸν Διάδοχον ἀμετάκλητον καὶ μόνιμον ἀρ-
867χηγὸν τοῦ στρατοῦ διὰ νόμου, διότι τότε ἀναιρεῖται ὁ κοι-
868νοβουλευτικὸς ἔλεγχος, ὅστις ἀποτελεῖ θεμελιώδη βάσιν τοῦ
869Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ποῖον θὰ ἔχητε ὑπεύθυνον
870διὰ τὰς πράξεις καὶ παραλείψεις τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ;
871Θὰ ἔχητε τὸν Ὑπουργόν; Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς θὰ σᾶς ἀντι-
872τάξῃ, εἴ ποτε ἤθελεν ὑποβληθῆ εἰς ἔλεγχον, ὅτι δὲν ὀφείλει
873λόγον διὰ τὰς παρανόμους πράξεις ἢ παραλείψεις τοῦ Γενι-
874κοῦ Διοικητοῦ, διότι ὁ διορισμός του δὲν πηγάζει ἐκ τῆς αὐτο-
875βουλίας αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐκ τοῦ νόμου. Ἐνῷ δηλαδὴ ὁ Ὑπουργὸς
876θὰ ἦναι ὑπόχρεως ἐκ τοῦ νόμου νὰ διορίσῃ τὸν Διάδοχον
877Γενικὸν Διοικητήν, ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἦναι καὶ ἀπηγορευμένον
878εἰς αὐτὸν, δυνάμει τοῦ ἰδίου νόμου, νὰ τοῦ ἀφαιρέσῃ τὴν διοί-
879κησιν. Ἑπομένως οὐδεμίαν εὐθύνην θὰ φέρῃ ὁ Ὑπουργὸς,
880ἐνῷ κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται
881ὑπὸ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν. Καὶ τὸ συμπέρασμα εἶναι, ὅτι
882κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος δὲν δύναται πλέον νὰ ὑπάρξῃ. Καὶ
883τώρα ἐρωτῶ, εἶναι ἢ δὲν εἶναι τοῦτο ἀντισυνταγματικόν;
884Ἀλλὰ καὶ τὸ ἄλλο ζήτημα, Κύριοι, εἶναι οὐχὶ ἐλάσσονος
885σπουδαιότητος. Διὰ τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ νομοσχεδίου δίδε-
886ται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ὁρίσῃ
887διὰ στρατιωτικοῦ κανονισμοῦ τὴν ἁρμοδιότητα καὶ τὴν δι-
888καιοδοσίαν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, τῶν μεράρ-
889χων, τῶν ταξιάρχων καὶ τῶν ὑπὸ τὴν διοίκησιν αὐτῶν σω-
890μάτων, καταστημάτων καὶ ὑπηρεσιῶν. Ἐπίσης εἰς τὴν ἐκτε-
891λεστικὴν ἐξουσίαν δίδεται τὸ δικαίωμα νὰ καθορίσῃ δι’ εἰ-
892δικοῦ κανονισμοῦ τὴν ἁρμοδιότητα καὶ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ
893γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ, τὰ τῆς γενικῆς ἐπιθεωρήσεως καὶ τὴν
894ἔκτασιν τῶν δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων τῶν σωματαρ-
895χῶν καὶ τῶν προϊσταμένων τῶν στρατιωτικῶν ἀρχῶν. Καὶ
896ἐρωτῶ, πῶς εὑρίσκετε, ὅτι τὰ ἀντικείμενα ταῦτα εἶναι δυ-
897νατὸν νὰ κανονισθῶσι διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων; Ἂν
898τοῦτο ἦτο δυνατὸν, τότε δὲν θὰ εἶχε λόγον ὑπάρξεως ἡ νομο-
899θετικὴ ἐργασία. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τις, ὅτι
900θέματα, οἷα τὰ τοῦ ἄρθρου 11, δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν ἀπο-
901κλειστικὴν δικαιοδοσίαν τοῦ νομοθετικοῦ σώματος; Καὶ
902πῶς σεῖς, οἱ ἐκχωροῦντες τὰ δικαιώματά σας, ἐπιτρέπετε νὰ
903καθορισθῶσι τὰ θέματα ταῦτα διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων;
904§64ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἰς ὅλα τὰ Κράτη διὰ βασιλικῶν διαταγ-
905μάτων κανονίζονται ταῦτα.
906§65ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ὅλα τὰ Συνταγματικὰ
907καὶ Κοινοβουλευτικὰ Κράτη τὰ βασιλικὰ διατάγματα κανο-
908νίζουν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφιζομένων νόμων,
909ἀλλ’ εἰς οὐδὲν Συνταγματικὸν Κράτος ἐπιτρέπεται εἰς τὴν
910ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ νομοθετῇ διὰ βασιλικῶν διαταγμά-
911των. Τοῦτο ἀποτελεῖ ἀπεμπόλησιν τῶν δικαιωμάτων τῆς
912νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ προφανῆ παραβίασιν τῶν θεμελιω-
913δῶν ὅρων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ λειτουργῇ τὸ πολί-
914τευμα. Καὶ ὅμως ἠκούσαμεν καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ
915τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εἰπόντων, ὅτι τὸ νομο-
916σχέδιον δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικόν! Τοῦτο δὲν μὲ ἐκπλήτ-
917τει, διότι δυστυχῶς ἐξῳκειώθημεν τόσον πολὺ εἰς τὴν παρά-
918βασιν τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος, ὥστε, ὁσάκις γίνεται
919περὶ τούτου λόγος, οὐδεμίαν δίδομεν προσοχήν. Καὶ οὐ μόνον
920τοῦτο, ἀλλὰ καὶ εἰρωνικὰ ἐπιφωνήματα ἀκούομεν οὐχὶ σπα-
921νίως, ὅταν τύχῃ τις νὰ ὑψώσῃ φωνὴν διαμαρτυρίας κατὰ
922πράξεων ἀντικειμένων εἰς τὸ Σύνταγμα. Εἶναι τοῦτο μία
923τῶν ἐκδηλώσεων τῆς νοσηρᾶς πολιτειακῆς καὶ κοινωνικῆς
924καταστάσεως ἡμῶν.
925Ἀλλοίμονον, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, ἐν
926τοῖς ὁποίοις εἶναι τόσῳ χαλαρὸν τὸ αἴσθημα τῆς εὐλαβείας
927καὶ τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νομούς! Ἀλλοίμονον δὲ πρὸ
928πάντων εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ, ὅταν οὗτοι ἀπα-
929θῶς καὶ ἀδιαφόρως ἀφίνωσι νὰ ἐκφεύγωσι τῶν χειρῶν αὑτῶν
930βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον τὰ ἐκ τοῦ Συντάγματος ἀπορρέοντα
931δικαιώματά των.! Καὶ αὐτὸ θὰ πράξητε σήμερον, ἂν ψηφί-
932σητε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Θὰ καταλύσητε ἀφ’ ἑ-
933νὸς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῆς διοικήσεως τοῦ
934στρατοῦ, θ’ ἀπαλλοτριωθῆτε ἀφ’ ἑτέρου τοῦ δικαιώματος
935τοῦ νομοθετεῖν ἐπὶ διαφόρων ἀντικειμένων, ἅτινα, ὡς εἶπον,
936θίγουσιν ὕψιστα συμφέροντα τοῦ Κράτους.
937Ἀλλὰ μᾶς λέγουν οἱ ὑποστηρικταὶ τοῦ νομοσχεδίου: «καὶ
938τί τὴν θέλετε τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ; Μήπως δὲν εἶναι
939ὑπεύθυνος ὁ μέλλων Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ;» Ἢ
940πλανῶνται, ἢ θέλουσι νὰ πλανῶσι τοὺς ἄλλους οἱ ταῦτα λέ-
941γοντες. Διότι ναὶ μὲν τὸ Σύνταγμα μόνον τὸν Βασιλέα ἀνα-
942γνωρίζει ὡς ἀνεύθυνον, ἀλλὰ καὶ ὁ Διάδοχος, ὅστις θὰ ἦναι
943ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, ἰδανικὴν καὶ φαντασιώδη
944φέρει εὐθύνην, καίτοι κατὰ τὸ Σύνταγμα δὲν εἶναι ἀνεύθυνος.
945Καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τούτου δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶ
946οὔτε τὸ ἐπεισόδιον τοῦ πεδίου τοῦ Ἄρεως, περὶ οὗ πολὺς
947ἐγένετο λόγος, οὔτε τὴν δημοσίᾳ καὶ ἀπροκαλύπτως παρὰ
948τοῦ ἰδίου Διαδόχου γενομένην δήλωσιν, ὅτι δὲν εἶναι ἐκ τῶν
949τιμωρουμένων ἀξιωματικῶν. Θὰ προστρέξω εἰς τὴν ἐποχὴν
950τοῦ πολέμου, ὅπου θὰ ἴδωμεν ἐμφαντικώτερον, τίνας περὶ
951εὐθύνης καὶ πειθαρχίας γνώμας ἔχει ὁ Διάδοχος.
952Εἶναι γνωστόν, ὅτι αἱ ἐχθροπραξίαι ἐν τῇ μεθορίῳ γραμμῇ
953εἶχον ἀρχίσει ἀπὸ τῆς 4 Ἀπριλίου τοῦ 1897, ἀπὸ τῆς ἡμέρας
954δὲ ταύτης μέχρι τῆς 14 Ἀπριλίου, ὅτε ὁ στρατὸς εἶχεν ἤδη
955ὑποχωρήσει εἰς Φάρσαλα, ἡ τότε Κυβέρνησις διετέλει ἐν πλή-
956ρει σχεδὸν ἀγνοίᾳ τῶν φοβερῶν γεγονότων, ὅσα ἀναφέρονται
957εἰς τὰς ἐθνικὰς συμφοράς... Βλέπω ὅτι τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεγό-
958μενα σᾶς προξενοῦν κατάπληξιν, ἴσως δὲ νὰ τὰ θεωρῆτε καὶ
959ὑπερβολικά, ἀλλὰ θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι οὐδόλως ἀπομακρύ-
960νομαι τῆς ἀκριβείας, καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ παρακολουθήσητε.
961Τῇ 14 Ἀπριλίου 1897 ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτι-
962κῶν κ. Μεταξᾶς ἀπηύθυνε πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ
963στρατοῦ τηλεγραφικῶς τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
964«Ἐπιθυμῶ νὰ λάβω ἰδέαν τινὰ τῶν γενομένων ἐπὶ τῆς
965μεθορίου γραμμῆς, ἐπιθυμῶ νὰ μὲ πληροφορήσητε, ὁποία ἦτο
966ἡ διάταξις τῶν ἡμετέρων στρατευμάτων, ὅτε ἐπῆλθεν ἡ ἔφοδος
967τῶν Τούρκων.
968»Οἱ ἐν Ρεβενίῳ ἐπρόφθασαν νὰ ὑποχωρήσωσι πρὶν ἀπο-
969κλεισθῶσιν ἐν αὐτῷ;
970»Ποῖαι αἱ ἀπώλειαι ἡμῶν εἰς ἀξιωματικοὺς καὶ ὁπλίτας;
971Ἀπωλέσαμεν πυροβόλα;»
972»Ποῦ εὑρίσκεται νῦν ὁ τουρκικὸς στρατός; Μέχρι ποίου
973σημείου ἐπροχώρησαν αἱ προφυλακαί του;
974»Γνωρίζετε ὁποία ὑπῆρξεν ἡ τύχη τῶν ἡμετέρων τραυ-
975ματιῶν;
976»Ἐκθέσατέ μοι τηλεγραφικῶς καὶ ἐν λεπτομερείᾳ πᾶν ὅ,τι
977συνέβη ἀπὸ τῆς πρωΐας τῆς 11 ἱσταμένου εἰς Μάτι μέχρι
978τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἀπεφασίσατε νὰ ὑποχωρήσητε εἰς Φάρ-
979σαλα.
980»Ἀπεστάλη ὑμῖν τηλεγραφικὴ διαταγή, δι’ ἧς ἐζητήσαμεν
981πληροφορίας καὶ ἐν γένει ἔκθεσιν τῶν συμβάντων μετὰ τὴν
982σύντομον δήλωσίν σας περὶ ὑποχωρήσεως εἰς Φάρσαλα.
983»Παρῆλθον 24 ὧραι ἔκτοτε, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα οὐδε-
984μίαν ἐλάβομεν ἀπάντησιν!
985»Ὀφείλω ἐκ καθήκοντος νὰ ζητήσω παρ’ ὑμῶν τοὺς λό-
986γους, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριζόμενος διετάξατε τὴν ὑποχώρησιν
987τοῦ στρατοῦ, ἐγκαταλείψαντες τὴν Λάρισαν, τὰ ἐν αὐτῇ πυ-
988ροβόλα, τὸ λοιπὸν ὑλικὸν τοῦ πολέμου καὶ τοὺς κατοίκους
989εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ ἐχθροῦ.
990»Διατὶ ὑποχωροῦντες εἰς Φάρσαλα δὲν διεθέσατε μέρος τῶν
991δυνάμεών σας νὰ ὑποχωρήσῃ διὰ γραμμῆς Λαρίσης–Βόλου
992πρὸς ἄμυναν τῆς πόλεως ταύτης, ἄμυναν ἐξωτερικὴν, διεξα-
993γομένην ἐπὶ σειρᾶς λόφων μεμακρυσμένων;»
994Ταῦτα, κύριοι ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, διεβίβαζε τηλε-
995γραφικῶς πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ καὶ
996Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν
997Στρατιωτικῶν. Καὶ τί πάντα ταῦτα ἀποδεικνύουσιν; Ἀπο-
998δεικνύουν μέχρις ἐναργείας, ὅτι ὁ Διάδοχος, ἱδρύσας ἐν Θεσ-
999σαλίᾳ Κράτος στρατιωτικὸν αὐτοτελὲς καὶ ἀνεξάρτητον ἀπὸ
1000τῆς ἐν Ἀθήναις Κυβερνήσεως, ἐνόμιζεν ὅτι δὲν εἶχεν ὑποχρέω-
1001σιν, οὐδὲ πληροφορίας κἂν νὰ διαβιβάζῃ πρὸς αὐτήν! Καὶ
1002παριστάμεθα οὕτω πρὸ τοῦ θλιβεροῦ, ἀλλὰ καὶ ἀρκούντως
1003διδακτικοῦ θεάματος, ὅτι ἡ τότε Κυβέρνησις ἠγνόει τί ἐγί-
1004νετο ἐν Θεσσαλίᾳ ἐπὶ 10 ἡμέρας, καθ’ ἃς διεδραματίσθησαν
1005τὰ φρικτὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ὤθησαν τὴν πατρίδα εἰς τὸ
1006χεῖλος τῆς ἀβύσσου! Ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρα-
1007τιωτικῶν ἐγκατελείφθη ἡ Λάρισα!
1008Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον. Ἰδοὺ καὶ ἄλλα χειρότερα. Ἡ
1009τότε Κυβέρνησις, πεισθεῖσα ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου
1010τοῦ Διαδόχου ὀλεθρίως ἐπέδρασεν ἐπὶ τοῦ πνεύματος αὐτοῦ,
1011προεκάλεσε βασιλικὸν διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀντικατέ-
1012στησε τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου κ. Σαπουντζάκην διὰ
1013τοῦ κ. Σμολένσκη, ἀνεκοίνωσε δὲ τὸ διάταγμα πρὸς τὸν Διά-
1014δοχον πρὸς ἐκτέλεσιν. Τί ἔπραξε τότε ὁ Διάδοχος; Ἠρνήθη
1015νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν ἐκοι-
1016νοποίησε πρὸς τὸν τότε ταξίαρχον κ. Σμολένσκην τὸ διά-
1017ταγμα, οὕτω δὲ ἐξηκολούθησε νὰ ἔχῃ ἐπιτελάρχην τὸν κ. Σα-
1018πουντζάκην, ἐτηλεγράφησε δὲ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὰ ἑξῆς
1019ἀξιοσημείωτα:
1020«Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μοῦ ἐπιβάλητε ἄτομα, τὰ ὁποῖα
1021δὲν ὑπέδειξα»!
1022Βραδύτερον ἡ δι’ ἐπαναστάσεως σχεδὸν ἐπιβληθεῖσα Κυ-
1023βέρνησις τοῦ κ. Ράλλη προέβη εἰς τὴν ἀντικατάστασιν ὁλο-
1024κλήρου τοῦ Ἐπιτελείου, ὁπότε ὁ Διάδοχος ἐδήλωσε μὲν, ὅτι
1025ἀπεδέχετο τὴν ἀντικατάστασιν ἕνεκα τῶν περιστάσεων,
1026παρετήρει ὅμως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἔπρεπεν αὕτη νὰ
1027σκεφθῇ, ἂν ἦτο ἀξιοπρεπὲς νὰ τοῦ ἀπομακρύνωσι καὶ αὐτοὺς
1028τοὺς ὑπασπιστὰς τῆς Αὐλῆς του, ἀφοῦ δὲν ἦτο μόνον ἀρχη-
1029γὸς, ἀλλὰ καὶ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου.
1030Ταῦτα ἐγίνοντο τῇ 22 Ἀπριλίου· ὅτε δὲ βραδύτερον, τῇ
1031τετάρτῃ Μαΐου, ἡ τότε Κυβέρνησις διώρισεν ἐπιτελάρχην τὸν
1032κ. Λιμπρίτην, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παρακαλέσῃ τὸν
1033Διάδοχον νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐγκρίνῃ τὸν διορισμόν· ὅτε δὲ ὁ
1034Διάδοχος ἐδήλωσεν, ὅτι ἐνέκρινε τὸν διορισμὸν, ὁ τότε Πρω-
1035θυπουργὸς κ. Ράλλης ἀπήντησε τὰ ἑξῆς: «Εὐγνωμονῶ τὴν
1036Ὑμετέραν Ὑψηλότητα διότι διευκολύνει τὸ ἔργον τῆς Κυβερ-
1037νήσεως»!
1038Αὐταὶ εἶναι, κύριοι Βουλευταὶ, αἱ γνῶμαι τοῦ Διαδόχου
1039περὶ πειθαρχίας, περὶ εὐθύνης καὶ περὶ ἱεραρχίας! Ἀφίνω
1040δὲ τώρα εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνητε, ποίαν ἀξίαν ἔχουν τὰ ὑπὸ τῶν
1041ὑποστηρικτῶν τοῦ νομοσχεδίου λεγόμενα, ὅτι ὁ Διάδοχος θὰ
1042φέρῃ τὴν εὐθύνην ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπέναντι
1043τῆς Βουλῆς. Λησμονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν,
1044ὅτι ἡ πρώτη πρᾶξίς του, ὅτε κατὰ τὸν πόλεμον εἶχε καὶ
1045πάλιν ἀναλάβει τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρα-
1046τιωτικῶν, ἦτο νὰ τηλεγραφήσῃ πρὸς τὸν Διάδοχον, ὅτι ἀπη-
1047γορεύετο πρὸς αὐτὸν νὰ ἀναφέρηται εἰς ἄλλας ἀρχὰς, ἐκτὸς
1048τοῦ Ὑπουργείου. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ Διάδοχος ἐχα-
1049ρακτήριζεν ὡς ἀνεξήγητον τὴν διαταγὴν ταύτην, ἐκφράζει
1050δὲ μάλιστα διὰ τῆς ἐκθέσεώς του κατὰ τοῦ τότε καὶ νῦν κ.
1051Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τὴν μομφὴν, ὅτι ἠρύετο τὰς
1052πληροφορίας του ἀπὸ τὰς ψευδεῖς φήμας τῶν τριόδων, ἀλλὰ
1053τοῦτο εἶναι ζήτημα προσωπικὸν, ἀφορῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν
1054τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ δὲν ἐκτείνομαι περισσότερον ἐπ’ αὐ-
1055τοῦ.
1056Εἶναι λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, φρόνιμον, εἶναι συμφέρον,
1057εἶναι πολιτικὸν, νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν Γενικὴν Διοίκησιν
1058τοῦ στρατοῦ εἰς χεῖρας τοῦ Διαδόχου, κατόπιν τοιούτων
1059προηγουμένων; Τὰ προηγούμενα αὐτὰ μᾶς πείθουν, ὅτι ὁ
1060Διάδοχος ἐννοεῖ νὰ μὴ ὑπάγηται εἰς οὐδεμίαν νομικὴν εὐθύ-
1061νην, νὰ μὴ ὑπάγηται εἰς οὐδεμίαν ἀνωτέραν ἀρχὴν, καὶ νὰ
1062μὴ ὑπόκειται κατ’ ἀκολουθίαν εἰς οὐδεμίαν πειθαρχίαν. Τί
1063θὰ προκύψῃ ἐντεῦθεν; Ὅτι θὰ ἱδρύσωμεν μίαν ἀνωτάτην
1064στρατιωτικὴν ἀρχὴν ἀνεύθυνον, ἀνεξέλεγκτον, ἀπολυταρχι-
1065κήν! Εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω πρὸς ὑμᾶς, ποία θὰ ἦναι
1066ἡ ἀτμόσφαιρα, ἡ μέλλουσα νὰ περιβάλῃ τὴν ἀρχὴν ταύτην;
1067εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω, ποῖον θὰ ἦναι τὸ περιβάλλον;
1068Ὡς ἀμανῖται θὰ φυτρώσουν ἀμέσως οἱ ὠτακουσταὶ, οἱ κατά-
1069σκοποι καὶ τὰ κολακικὰ ἀνδράποδα, καὶ θ’ ἀρχίσουν
1070αἱ ῥᾳδιουργίαι, αἱ προγραφαὶ καὶ αἱ παρ’ ἀξίαν εὔνοιαι καὶ
1071προαγωγαί. Θὰ διαιρεθῇ ὁ στρατὸς εἰς εὐνοουμένους καὶ μὴ
1072εὐνοουμένους, εἰς ἐχθροὺς καὶ εἰς φίλους, εἰς δυναστικοὺς καὶ
1073ἀντιδυναστικοὺς, εἰς διαδοχικοὺς καὶ ἀντιδιαδοχικοὺς, καὶ
1074τότε δὲν ἔχετε ἢ ν’ ἀναμένητε τὰ ἀναπόφευκτα εἰς παρομοίας
1075περιστάσεις ἀποτελέσματα.
1076Μᾶς εἶπον τινὲς, ὅτι καὶ πέριξ τῶν Ὑπουργῶν οἱ πειρα-
1077σμοὶ οὗτοι ὑπάρχουν. Ναὶ, ἀλλὰ τοῦτο γίνεται εἰς ἐλαχίστας
1078διαστάσεις, ἄλλως δὲ τὸ μετακλητὸν καὶ τὸ ἐφήμερον τῶν
1079Ὑπουργῶν εἶναι ἡ ἀσφαλιστικὴ δικλεὶς, ἥτις προλαμβάνει
1080τὴν ὀλεθρίαν ἔκρηξιν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅμως, ἂν γείνῃ
1081νόμος, ἀφαιρεῖται ἡ ἀσφαλιστικὴ δικλεὶς, καὶ ἡ φοβερὰ καὶ
1082καταστρεπτικὴ ἔκρηξις ἀποβαίνει ἀναπόφευκτος· ἐφ’ ὅσον δὲ
1083τὰ πράγματα δὲν φθάσουν μοιραίως εἰς τὸ τέλος αὐτὸ, θὰ
1084ἔχωμεν στρατὸν ὄχι ἐθνικὸν, ἀλλὰ στρατὸν πραιτωριανόν.
1085Ἀλλὰ καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ὁ Διάδοχος ζητεῖ νὰ λάβῃ εἰς
1086χεῖράς του τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, πρέπει νὰ μᾶς
1087ἐμβάλῃ εἰς σοβαρὰς ἀνησυχίας. Ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ τοῦ
1088τόπου κατάστασις, εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους, πρὸ πάντων
1089δὲ εἰς τὸν Βασιλέα καὶ τὸν Διάδοχον. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ὅπως
1090ἔχουσι τὰ περὶ τούτου παρ’ ἡμῖν, δύναται κανεὶς νὰ σκεφθῇ
1091σοβαρῶς καὶ σπουδαίως περὶ στρατιωτικῆς ὀργανώσεως; Πρέ-
1092πει βεβαίως, ὡς εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, νὰ γείνῃ
1093κύριον ἡμῶν καὶ σπουδαῖον μέλημα ἡ σύνταξις καὶ ἐκπαί-
1094δευσις τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν λαμβάνομεν πρόνοιαν
1095νὰ προλειάνωμεν τὸ ἔδαφος, εἶναι οὐτοπία αὐτόχρημα νὰ
1096λέγωμεν, ὅτι θὰ συντάξωμεν καὶ θὰ ἐκπαιδεύσωμεν καὶ θὰ
1097ὀργανώσωμεν τὸν στρατόν. Διὰ τοῦτο ἐν ἀσαλεύτῳ πεποι-
1098θήσει φρονῶ, ὅτι, καὶ ἂν αὐθορμήτως καὶ ὁμοθύμως ἡ Βουλὴ
1099καὶ ὁ λαὸς ἐζήτουν ν’ ἀναθέσουν τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ
1100στρατοῦ εἰς τὸν Διάδοχον, ὤφειλεν οὗτος νὰ δώσῃ τὴν ἑξῆς
1101ἀπάντησιν: «Ναὶ, δέχομαι νὰ λάβω τὴν γενικὴν ἀρχηγίαν
1102τοῦ στρατοῦ, καὶ νὰ ἐργασθῶ, ὅπως οὗτος καταστῇ ἄξιος τῆς
1103ἀποστολῆς του, ἀλλὰ πρέπει νὰ μοὶ δώσητε καὶ τὰ μέσα.
1104Πρέπει πρῶτον νὰ σχηματίσητε σῶμα χωροφυλακῆς, τὸ
1105ὁποῖον θ’ ἀπαλλάξῃ τὸν στρατὸν ἀπὸ τὰς ξένας πρὸς αὐτὸν
1106ὑπηρεσίας. Πρέπει νὰ ἐφαρμόσητε τὸν νόμον περὶ διοικητικῆς
1107ἀστυνομίας, ὅπως ἀπομακρύνητε ἀπ’ αὐτῆς τοὺς ἀξιωματι-
1108κούς, καὶ πρὸ πάντων πρέπει νὰ ῥυθμίσητε οὕτω πῶς τὰ
1109οἰκονομικά σας, ὥστε νὰ δύνασθε νὰ διαθέσητε τοὐλάχιστον
1110τεσσαράκοντα ἑκατομμύρια δραχμὰς κατ’ ἔτος διὰ τὸν στρα-
1111τὸν τῆς ξηρᾶς. Ἐνόσῳ ὅμως τὸ πλεῖστον μέρος τῶν ὁπλιτῶν
1112ἀσχολεῖται εἰς ξένας πρὸς τὸν στρατὸν ὑπηρεσίας, ἐλλεί-
1113ψει χωροφυλακῆς, ἐνόσῳ οἱ ἀξιωματικοὶ κατὰ μέγα μέρος
1114ἀσχολοῦνται εἰς τὴν ἀστυνομίαν, ἐνόσῳ δὲν ἔχετε τὴν δύ-
1115ναμιν ν’ ἀναγράψητε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δαπάνην μεγα-
1116λειτέραν ἐκείνης, ἥτις ἀπαιτεῖται μόλις διὰ τὴν συντήρησιν
1117καὶ διατροφὴν τοῦ στρατοῦ, ἐνόσῳ πάντα ταῦτα δὲν πράτ-
1118τετε, μὴ ὁμιλεῖτε περὶ συντάξεως καὶ ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρα-
1119τοῦ, μὴ ὁμιλεῖτε περὶ σχηματισμοῦ καὶ ὀργανώσεως στρατοῦ,
1120καὶ ἔχετέ με παρητημένον. Ἐγὼ θαύματα δὲν ἠμπορῶ νὰ
1121κάμω.»
1122Αὐτὴ, κύριοι Βουλευταί, εἶναι σήμερον ἡ ἀληθὴς θέσις τοῦ
1123ζητήματος, καὶ αὐτὴν τὴν γλῶσσαν ἔπρεπε νὰ μεταχειρισθῇ
1124ὁ Διάδοχος, ἐὰν, ὡς εἶπον, καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ λαὸς διὰ
1125ψηφισμάτων αὐθορμήτως καὶ ὁμοθύμως τὸν παρεκάλουν νὰ
1126ἀναλάβῃ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ.
1127Ἀντὶ τούτου ὅμως τί βλέπομεν; Ὁ Διάδοχος ὄχι μόνον
1128δὲν ἀποστέργει, ὄχι μόνον δὲν ἀποκρούει τὴν Γενικὴν Διοί-
1129κησιν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπιζητεῖ μετὰ πείσματος καὶ ἰσχυρο-
1130γνωμοσύνης, ἐνῷ καὶ τοῖς τυφλοῖς εἶναι δῆλον, ὅτι δὲν θὰ δυ-
1131νηθῇ νὰ φθάσῃ εἰς εὐάρεστον ὁπωσοῦν ἀποτέλεσμα. Καὶ βλέ-
1132πομεν τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου παρασυρόμενον
1133μέχρι τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, καὶ δεχόμενον κατ’ οἶ-
1134κον Βουλευτὰς στρατιωτικοὺς καὶ μὴ στρατιωτικούς, καὶ
1135παρακελεύοντα αὐτοὺς νὰ ψηφίσουν τὸ νομοσχέδιον. Πάντα
1136ταῦτα δι’ ἐμὲ δὲν ἐξηγοῦνται ἄλλως ἢ διὰ τῆς ὑποθέσεως,
1137ὅτι ἡ Γενικὴ Διοίκησις ζητεῖται οὐχὶ ὡς μέσον πρὸς σχη-
1138ματισμὸν καὶ ὀργάνωσιν στρατοῦ, ἀλλὰ ὡς σκοπός.
1139Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλης τινὸς ἀπόψεως φρονῶ, ὅτι πρέπει
1140ν’ ἀποκρουσθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἐνθυμεῖσθε
1141ὅτι εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῶν ἐθνικῶν συμφορῶν
1142ἔσπευσαν οἱ περὶ τὸν Διάδοχον νὰ διαφημίσουν καὶ νὰ δημο-
1143σιεύσουν urbi et orbi, ὅτι ὅλαι αἱ συμφοραὶ αὗται ὀφείλον-
1144ται εἰς τὰ πολιτικὰ κόμματα καὶ τοὺς ἀποτελοῦντας τὰ κόμ-
1145ματα ταῦτα πολιτικοὺς ἄνδρας. Ἰδοὺ δὲ τί ἐπὶ λέξεσιν ἔλεγε
1146καὶ ὁ ἴδιος ὁ Διάδοχος: «Ἐν γένει ὁ ἀτυχὴς στρατὸς ἀπέτισε
1147τὰς ἁμαρτίας γενικῆς σαπίλας τῆς Πολιτείας, διαρκού-
1148σης ἤδη ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, καὶ τῆς ὁποίας τὸ ἀποτέλεσμα
1149δὲν ἠδύνατο νὰ ἦναι διάφορον».
1150Καὶ καλούμεθα τώρα νὰ δώσωμεν διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως
1151του νομοσχεδίου ἐπίσημον πιστοποιητικόν, ὅτι ὄντως τὰ
1152ἐθνικὰ δυστυχήματα ἐπῆλθον ἐκ τῆς ἀθλιότητος τοῦ στρατοῦ,
1153ἥτις ἦτο συνέπεια τῆς τῶν πολιτικῶν κομμάτων καὶ τοῦ
1154Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος κακοποιοῦ ἐπὶ τῆς Πολιτείας
1155ἐπιδράσεως! Μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι περιέχει καὶ τὴν ἔννοιαν
1156ταύτην τὸ νομοσχέδιον. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲ, δὲν εἶμαι διατεθει-
1157μένος διὰ τῆς ψήφου μου νὰ χορηγήσω πιστοποιητικὸν τοιοῦ-
1158τον, διότι γνωρίζω, ὅπως γνωρίζετε καὶ σεῖς, ὅτι ὑπὸ τοῦ πολι-
1159τεύματος ἐτάχθην ἀνώτατος ἔφορος καὶ ῥυθμιστὴς τῆς συν-
1160ταγματικῆς μηχανῆς, ὅπως αὕτη λειτουργῇ εὐρύθμως, ἀπροσ-
1161κόπτως καὶ ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς χώρας. Ἐὰν δ’ ἐπρόκειτο περὶ
1162καταμερισμοῦ τῶν εὐθυνῶν, ἀμφιβάλλω, ἂν τὰ κόμματα ἢ
1163ἄλλοι θὰ ἔφερον τὴν μείζονα μερίδα τῶν εὐθυνῶν τούτων.
1164Ἔλεγε προχθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἑρμιονίδος συνάδελφος,
1165ὅστις μετὰ θέρμης ἀξίας κρείττονος ὑποθέσεως ὑπεστήριξε τὸ
1166νομοσχέδιον, ὅτι πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ παραδώσωμεν εἰς
1167χεῖρας του Διαδόχου τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ἵνα μὴ καὶ
1168πάλιν ἀκούσωμεν ἀπὸ τοὺς ξένους, ὅτι ὁ στρατὸς ἡμῶν εἶναι
1169συρφετός. Ἀληθῶς περὶ τοῦ στρατοῦ ἡμῶν κατὰ τὸν πό-
1170λεμον ἐγράφη καὶ ἐδημοσιεύθη, ὅτι ἦτο εἰς ἀπελπιστικὴν
1171κατάστασιν, ὑπὸ ἔποψιν πειθαρχίας, ὅτι ἦτο ἀπειροπόλε-
1172μος, ἀσύντακτος, λιπόψυχος, ὅτι ἔδειξεν ἐν πολλοῖς ἀναν-
1173δρίαν, ὅτι, ἦτο ὄχλος, συρφετὸς, ἀνθρωπομάζωμα, ὅτι οἱ
1174ἀξιωματικοὶ κατὰ τὸ πλεῖστον ἦσαν ἀνίκανοι καὶ ἠγνόουν
1175τὴν χώραν. Ἀλλὰ τίνες τὰ ἔγραψαν καὶ τίνες τὰ ἐδημοσί-
1176ευσαν αὐτά; Μάτην θὰ τ’ ἀναζητήσητε εἰς τὰς ἐκθέσεις καὶ
1177ἀνταποκρίσεις τῶν ξένων, οἱ ὁποῖοι παρηκολούθησαν τὸν πό-
1178λεμον. Θὰ τὰ εὕρητε εἰς ἐκθέσεις τινῶν ἐκ τῶν ἡμετέρων,
1179οἵτινες ἐπιμελῶς ἐσταχυολογήθησαν καὶ πρόθυμον εὗρον φι-
1180λοξενίαν εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Διαδόχου, πρὸς τὸν σκοπὸν
1181τοῦ ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι μὲ τοιοῦτον στρατὸν ἑπόμενον ἦτο νὰ
1182γίνουν ὅσα ἐγένοντο. Ἐξεναντίας οἱ ἀπροκατάληπτοι ξένοι
1183ἐκ διαμέτρου ἀντιθέτους ἐκφέρουσι κρίσεις. Καὶ ἂς μοὶ ἐπι-
1184τραπῇ νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἐλαχίστας τινὰς περικοπάς. Ἀκού-
1185σατε (ἀναγινώσκει):
1186«Ἐὰν τὸ Ἑλληνικὸν Ἐπιτελεῖον, ἀντὶ νὰ ἐγκαταλείψῃ
1187τὴν χώραν ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἀντιστάσεως, ἐξεπλήρου τὸ
1188καθῆκόν του, οὐδὲ ἓν κιβώτιον φυσιγγίων ἤθελε περιέλθει εἰς
1189χεῖρας τῶν Τούρκων. Τὸ Ἑλληνικὸν Ἐπιτελεῖον εἶχεν εἰς
1190τὴν διάθεσίν του ἐκτὸς τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς τὰς δύο
1191μεγάλας ὁδοὺς Βελεστίνου–Βόλου καὶ τρεῖς ὁδοὺς πρὸς τὰ
1192Φάρσαλα. Εἴκοσι καὶ τέσσαρες ὧραι παρῆλθον ὁλόκληροι ἀπὸ
1193τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ Ἐπιτελείου, καθ’ ἃς ἀκινδύνως ὅλως
1194ἠδύνατο νὰ σωθῇ τὸ πολεμικὸν ὑλικόν. Ἡ Λάρισα πρὸς τὸν
1195Πηνειὸν καὶ πρὸς τὸν Τύρναβον παρουσιάζει ὀχυρωματικὰ
1196ἔργα οὐχὶ εὐκαταφρόνητα, πρόχειρα δὲ ὀχυρώματα περιβάλ-
1197λουσι τὴν πόλιν ὁλόκληρον. Ὁ Πηνειὸς ἄλλως κατὰ Ἀπρί-
1198λιον μῆνα, λαμβανομένης μάλιστα ὑπ’ ὄψιν τῆς ἀτελείας τῶν
1199τουρκικῶν μέσων, εἶναι ὁ ποταμὸς, τοῦ ὁποίου ἡ διάβασις θὰ
1200ἐπεβράδυνε σημαντικῶς τὴν πρὸς τὰ πρόσω πορείαν τοῦ τουρ-
1201κικοῦ στρατοῦ, ἐὰν ἐπεχειρεῖτο ἡ ἐλαχίστη ἀντίστασις, ἥτις
1202καὶ τὸ φρόνημα τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἤθελεν ἀναπτερώσει
1203καὶ εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον θὰ ἔδιδε καιρὸν πρὸς ἄνετον διάσω-
1204σιν τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ καὶ τῶν πυροβόλων, ὧν ἡ χρησιμό-
1205της πρὸς ἐξακολούθησιν τοῦ πολέμου οὐδένα διαφεύγει.
1206»Ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς ἡττήθη, μεθ’ ὅλας τὰς ἀρετὰς
1207αὑτοῦ, ἀρετὰς ἀνδρείας καὶ ἀντοχῆς, καθόσον εἰς τὰς
1208ὑψηλὰς σφαίρας τοῦ Ἐπιτελείου οὐδεὶς ἐπίστευεν
1209εἰς τὸ δυνατὸν τῆς νίκης. Κύριον ἑπομένως μέλημα τοῦ
1210Ἐπιτελείου ὑπῆρξεν ἡ κατὰ τὸ δυνατὸν ἐλάττωσις τῶν
1211ζημιῶν ἐν τῇ προσδοκίᾳ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Εὐ-
1212ρώπης.
1213»Φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι οἱ Ἕλληνες, ἀντιτάσσοντες οἵαν
1214ἀντέταξαν ἄμυναν ἐν Βελεστίνῳ, ἠδύναντο νὰ στρέψω-
1215σιν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὴν νίκην, οὐχὶ ἕνεκα τῆς ὑπεροχῆς
1216τῶν ἀπέναντι τῶν Τούρκων, ἀλλὰ διότι ἡ ἐπιμελητεία τῶν
1217τελευταίων εὑρίσκετο εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε μακρο-
1218τέρα καὶ ἐπιμονωτέρα ἀντίστασις ἤθελε περιαγάγει
1219εἰς ἀμηχανίαν τὸν στρατὸν τοῦ Ἐτὲμ πασσᾶ.
1220»Μόνον ἡ διηνεκὴς τάσις πρὸς ἥσσονας ἀπωλείας καὶ ἡ
1221προσδοκία τῆς ἐπεμβάσεως τῶν Δυνάμεων δύναται νὰ ἐξη-
1222γήσῃ τὴν ἐνοχοφανῆ διαγωγὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἐπιτελείου,
1223τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς Λαρίσης καὶ τὴν ὑποχώρησιν τοῦ Δο-
1224μοκοῦ ἄνευ προφανοῦς ἐπιτακτικῆς ἀνάγκης.
1225»Ἄλλως τε ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς κατεῖχε τὰ στοιχεῖα
1226κρείττονος διεξαγωγῆς τοῦ πολέμου, καὶ ἠδύνατο
1227ν’ ἀναδειχθῇ ἀντάξιος τῶν προγόνων του, τοῦτο δὲ
1228ἀπέδειξεν ἐν Βελεστίνῳ...»
1229§66ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος τὰ γράφει αὐτά;
1230§67ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀνομάζεται Ἐδμόνδος
1231Λαρδύ, εἶναι Ἑλβετὸς ἀρχίατρος, καὶ παρηκολούθησε τὸ
1232Τουρκικὸν Ἐπιτελεῖον ὡς ἀρχηγὸς ὑγειονομικῆς ἀποστολῆς.
1233Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸς μόνος. Ἰδοὺ τί ἔγραψε καὶ ἐδη-
1234μοσίευσεν ὁ ἀνταποκριτὴς τοῦ «Αἰῶνος» τοῦ Μιλάνου, παρα-
1235κολουθήσας τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν εἰς τὴν μεθόριον γραμ-
1236μὴν (ἀναγινώσκει):
1237«Δὲν ἐφρόντισε τὸ Ἐπιτελεῖον νὰ ἐξυψώσῃ τὸ ἠθικὸν τοῦ
1238στρατοῦ. Ἐξενεύρισαν καὶ ἐκούρασαν τὸν στρατὸν, ὁ ὁποῖος
1239ἦτο πλήρης ἐνθουσιασμοῦ καὶ ἕτοιμος εἰς πᾶσαν θυσίαν.
1240Ἄν καλῶς διῳκεῖτο ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς, θὰ ἐπολέμει γεν-
1241ναίως, καὶ θὰ ἔρριπτε καὶ τὴν τελευταίαν αὐτοῦ βολὴν ἐπὶ
1242τοῦ πεδίου τῆς μάχης πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς σημαίας του.»
1243Ἀλλὰ καὶ ὁ ἐν Λαρίσῃ ἀνταποκριτὴς τῆς «Σημαίας» τοῦ
1244Λονδίνου, ὅστις ἄλλως δὲν διεκρίθη ἐπὶ φιλελληνικοῖς αἰ-
1245σθήμασιν, ἰδοὺ τί ἐτηλεγράφησεν εἰς τὴν ἐφημερίδα, ἣν ἀντε-
1246προσώπευεν (ἀναγινώσκει):
1247«Οἱ Τοῦρκοι ἐπιτίθενται πάντοτε πρῶτοι, ὁπότε δὲ οἱ
1248Ἕλληνες εἰς πολλὰ σημεῖα μετ’ ἀνδρείας ἀποκρούουν
1249τὰς προσβολὰς τοῦ ἐχθροῦ καὶ τὸν καταδιώκουν,
1250πάντοτε ἀναλλοιώτως στέλλονται πρὸς τὸν νικητὴν
1251στρατὸν διαταγαὶ, ὑποχρεοῦσαι αὐτὸν νὰ σταμα-
1252τήσῃ ὀλίγα βήματα ἐνίοτε πρὸ τῶν θέσεων, ἐκ τῶν ὁποίων
1253ἐξεδίωξε τὸν ἐχθρὸν καὶ πρόκειται νὰ τὰς καταλάβῃ. Αἱ
1254τοιαῦται διαταγαὶ εἰς πολλὰς περιστάσεις ἠνάγκασαν
1255τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν νὰ ἐγκαταλείψῃ τοὺς καρ-
1256ποὺς νίκης, ἥτις τῷ ἐκόστισε σημαντικὰς ζημίας.
1257»Τὸ περίεργον τοῦτο ἐπανελήφθη πλέον ἢ ἅπαξ, καὶ πολ-
1258λάκις ἐβλέπομεν σῶμα στρατοῦ, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν μεθό-
1259ριον γραμμὴν κατετρόπωσε τοὺς Τούρκους, ἐξαναγ-
1260καζόμενον νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὰς παλαιάς του θέσεις.
1261»Ἡ κατάστασις αὕτη προξενεῖ ἀληθῆ κατάπληξιν. Ἐκεῖνο
1262δὲ, τὸ ὁποῖον δύναμαι ἐγὼ τοὐλάχιστον νὰ συμπεράνω, εἶ-
1263ναι, ὅτι πολιτικοὶ μᾶλλον ἢ στρατιωτικοὶ λόγοι εἶναι ἡ κυρία
1264ἀφορμὴ τῆς τοιαύτης καταστάσεως.»
1265Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ Τουρκικὸν Ἐπιτελεῖον ποιεῖται εὔ-
1266φημον μνείαν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Ἀφοῦ δὲ ἀναμολογεῖ
1267τὰς ἀρετὰς αὐτοῦ, ἐπάγεται αὐτολεξεὶ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώ-
1268σκει):
1269«Διεπράχθησαν τόσον στοιχειώδη, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς
1270στρατιωτικῆς τέχνης, σφάλματα, ὥστε δύναταί τις νὰ συν-
1271αγάγῃ ἐντεῦθεν τὸ συμπέρασμα, ὅτι αἱ ἀνώτεραι στρατιω-
1272τικαὶ ἀρχαὶ εἶχον διαταγὴν νὰ ἐγκαταλείπωσιν βαθμιαίως
1273τὸ ἔδαφος, χωρὶς νὰ διακινδυνεύωσι τὴν ζωὴν τῶν στρατιω-
1274τῶν.»
1275Λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. ἐξ Ἑρμιονίδος Βου-
1276λευτής...
1277§68ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐδῶ εἶναι.
1278§69ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ... διὰ νὰ ἀκούσῃ, ὅτι οἱ
1279ξένοι δὲν ἀπεκάλεσαν, ὡς εἶπε, τὸν στρατὸν συρφετὸν, ἀλλὰ
1280τὸν ἔκριναν πολὺ εὐμενῶς, μηδὲ τῶν Τούρκων ἐξαιρουμένων.
1281Θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ πλείστους ἄλλους ξένους
1282στρατιωτικοὺς ἀκολούθους, ἀλλ’ εἶναι ἴσως περιττὸν, διότι
1283ὅλοι παρηκολουθήσατε τὰς κρίσεις τῶν ξένων, καὶ γνωρίζετε
1284ποίαν οὗτοι ἀπεφήναντο γνώμην. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ παρα-
1285λείψω καὶ τὴν γνώμην ἑνὸς τῶν ἡμετέρων, ὅστις εἶχε καὶ
1286ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῇ μετὰ κύρους καὶ αὐθεντίας ἀναμ-
1287φισβητήτου.
1288Ἀκούσατε τί ἔλεγεν εἰς τὸν ἀνταποκριτὴν τοῦ «Κήρυκος»
1289τῆς Νέας Ὑόρκης (ἀναγινώσκει):
1290«Διατείνονται ὅτι ὁ στρατὸς ἦτο ἀποτεθαρρημένος. Τοῦτο
1291εἶναι ἀνοησία! Ὁ στρατὸς δὲν πρέπει νὰ κατηγορηθῇ ἐπὶ
1292δειλίᾳ. Ἦτο ὁ αὐτὸς στρατὸς, ὅστις ἐπὶ 5 ἡμέρας ἐπολέμη-
1293σεν ἀνδρείως εἰς τὰ σύνορα καὶ ἐπεκράτησε τοῦ ἐχθροῦ. Σᾶς
1294βεβαιῶ, ὅτι ὁ ἐπελθὼν πανικὸς ὀφείλεται εἰς σφάλ-
1295ματα τοῦ Ἐπιτελείου καὶ εἰς οὐδὲν ἄλλο. Σᾶς ἐπανα-
1296λαμβάνω, ὅτι ὁ στρατὸς ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ὁποίου εἴμεθα ἡμεῖς,
1297ἀπὸ Ρεβενίου ἕως εἰς τὸ Μπουγάζι, ἦτο ὁ αὐτὸς μὲ τὸν στρα-
1298τὸν, ὅστις ὑπεχώρησεν εἰς Λάρισαν· ἀλλ’ ὅτε ἐβαίνομεν πρὸς
1299τὰ ἐμπρὸς, οἱ ἄνδρες μας ἐγνώριζον, ὅτι οἱ Τοῦρκοι οὐδέ-
1300ποτε θὰ μᾶς ἠνάγκαζον νὰ ὑποχωρήσωμεν. Διετάχθην ἀδο-
1301κήτως ἀπὸ τὸν Διάδοχον νὰ ὑποχωρήσω. Ἠρνήθην νὰ πι-
1302στεύσω εἰς τοιαύτην διαταγὴν, ὅτε ἦλθε καὶ δευτέρα! Τότε
1303ἐβαδίσαμεν πρὸς τὰ ὀπίσω μὲ ὀφθαλμοὺς δακρυβρέκτους...
1304Τίποτε δὲν ἀπωλέσαμεν, καὶ οὐδεμία σύγχυσις ἐπῆλθεν.
1305Εἴδομεν ὅμως τὰς ἐλπίδας μας σβεσθείσας, τὴν ἀπώλειαν μιᾶς
1306ἐπαρχίας καὶ στίγμα ἐπὶ τῆς τιμῆς τοῦ στρατοῦ μας!
1307Ἤμεθα βαρέως τεθλιμμένοι, ἀναμφιβόλως, ἀλλ’ ὅτε κατὰ
1308τὴν πρὸς τὰ Φάρσαλα πορείαν μας ἐνοήσαμεν, ὅτι ὁ ἀνδρεῖος
1309ἡμῶν στρατὸς ὑπέστη μέγα ἀδίκημα, ἠλπίσαμεν, ὅτι τὸ θάρ-
1310ρος μας θὰ μᾶς ἐπέτρεπε νὰ ἐπανορθώσωμεν τὸ διαπραχθὲν
1311ἔγκλημα...»
1312§70ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
1313§71ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ τότε ταξίαρχος καὶ
1314νῦν στρατηγὸς κ. Σμολένσκης.
1315§72ΛΕΒΙΔΗΣ. Διατὶ δὲν ἀναγινώσκετε καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ
1316Γκόλτς;
1317§73ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὴν ἔχω πρόχειρον.
1318§74ΛΕΒΙΔΗΣ. Νὰ σᾶς τὴν δώσω ἐγώ. (Προσέρχεται καὶ
1319τὴν ἐγχειρίζει τῷ ἀγορεύοντι).
1320§75ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Ριτσότη Γαρι-
1321βάλδη.
1322§76ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Γκὸλτς
1323(ἀναγινώσκει):
1324«... Ἐξ ὅσων ἐξητάσαμεν ἀποδεικνύεται, πῶς εἶναι δυνα-
1325τὸν διὰ μεγάλης ἀποφάσεως καὶ ἐνεργείας ἀναλόγου ταχύ-
1326τητος νὰ μετατρέψῃ τις ὑπὲρ ἑαυτοῦ μειονεκτικὰς θέσεις,
1327παρεχούσας ἐλαχίστην ἐλπίδα. Ἡ ἐπίμονος δὲ ἀντίστασις,
1328ἣν οἱ Ἕλληνες ἀντέταξαν ἐπὶ τῶν ὑψωμάτων Παπαλείβαδον–
1329Λοσφάκι καὶ εἰς Ξεριὰν μέχρι τῆς 11 Ἀπριλίου, ἐπὶ 6 ἡμέ-
1330ρας, ἀποδεικνύει ὅτι δὲν ἦσαν ἀνίκανοι πρὸς τολμηρὰς
1331ἐπιχειρήσεις, ἐὰν ἰσχυρά τις θέλησις συμπαρέσυρεν
1332αὐτοὺς μεθ’ ἑαυτῆς.
1333»Οἱ Ἕλληνες ἠδύναντο δικαίως νὰ ὦσιν εὐχαριστημένοι
1334ἐκ τῆς ἀντιστάσεως, ἣν ἰδίως ἐπὶ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος
1335ἀντέταξαν. Ἐπολέμησαν ἐκεῖ γενναίως καὶ ὑπὸ τὰς δυσχε-
1336ρεστέρας περιστάσεις, τὰ δὲ τετριμμένα σκώμματα τοῦ εὐ-
1337ρωπαϊκοῦ τύπου περὶ τῆς πολεμικῆς ἀνικανότητος τῶν νεωτέ-
1338ρων Ἑλλήνων δὲν ἔχουσι τὸν τόπον των. Ὅτε τὸ στενὸν τῆς
1339Μελούνας ἀπολεσθὲν ἔπεσεν ἐκ νέου εἰς χεῖρας τῶν Τούρκων,
1340ἦτο ἀκόμη καιρὸς νὰ διαταχθῇ ἡ συνάθροισις τοῦ στρατοῦ
1341πέριξ τῆς Λαρίσης· ἐὰν δὲ τοῦτο ἐγίνετο μετ’ εὐσταθείας,
1342θὰ διετηρεῖτο ἡ πειθαρχία, καὶ θὰ ἦτο δυνατὴ παρὰ τὴν Λά-
1343ρισαν ἰσχυρὰ ἀντίστασις κατὰ τοῦ ἐπιτιθεμένου, δι’ ἣν τόσον
1344πολὺ ἀνησύχει ὁ Ἐτὲμ–Πασσᾶς.»
1345Καὶ διὰ νὰ τὰ λέγῃ αὐτὰ ὁ Γκὸλτς–Πασσᾶς, ὁ ὀργανω-
1346τὴς τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, ἐννοεῖτε ποίαν βαρύτητα καὶ
1347ποίαν σημασίαν ἔχουν. Δὲν εἶμαι σωβινιστὴς, οὐδ’ ἔχω τὴν
1348γνώμην, ὅτι ὁ στρατός μας ἦτο ὅπως ἔπρεπε νὰ ᾖναι παρε-
1349σκευασμένος καὶ συντεταγμένος εἰς πόλεμον, ἀλλὰ δὲν δύνα-
1350μαι παρὰ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οἱ χαρακτηρισμοὶ, οἱ ὁποῖοι
1351εὑρίσκονται ἐγκατεσπαρμένοι ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Διαδόχου,
1352εἶναι ἄδικοι, ἀφορήτως ἄδικοι.
1353Ταῦτα, κύριοι Βουλευταὶ, εἶχον νὰ εἴπω περὶ τοῦ ὑπὸ
1354συζήτησιν νομοσχεδίου.
1355Μᾶς λέγουν ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν τὴν διοίκησιν τοῦ
1356στρατοῦ εἰς τὸν Διάδοχον, διότι δι’ αὐτοῦ μόνου δύναται
1357νὰ γείνῃ πλήρης καὶ ἀρτία ἡ στρατιωτικὴ ὀργάνωσις τῆς χώ-
1358ρας. Ἀλλ’ οἱ λαοὶ, οἱ ὁποῖοι θέλουσι σοβαρῶς καὶ μετ’ ἀπο-
1359φασιστικότητος νὰ παρασκευασθῶσι στρατιωτικῶς, δὲν ἔ-
1360χουν ἀνάγκην νὰ προστρέχουν εἰς τὸ ἔλεος πριγ-
1361κήπων καὶ Διαδόχων, ἵνα ἐπιτύχωσι τοῦ σκοποῦ των.
1362Ὁ Γαλλικὸς λαὸς μετὰ τὰ ἐκ τοῦ πολέμου τοῦ 1870 με-
1363γάλα ἀτυχήματα ἀφυπνίσθη, καὶ ἐρρίφθη εἰς τὴν στρατιω-
1364τικὴν ἀνασύνταξιν καὶ ὀργάνωσιν μετὰ τοῦ ἱεροῦ ἐκείνου
1365πυρὸς, τὸ ὁποῖον κάμνει τὰ ἔθνη καὶ τὰ ἄτομα νὰ μεγα-
1366λουργῶσι, καὶ ἐπὶ τῶν ἐρειπίων τοῦ ἀθλίου παρελθόντος ἐθε-
1367μελίωσε καὶ ἀνήγειρεν ἐντὸς μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος
1368τὸ θαυμάσιον στρατιωτικὸν οἰκοδόμημα, ὅπερ ἀνύψωσε καὶ
1369πάλιν τὸ Γαλλικὸν ἔθνος εἰς τὴν ἀπέναντι τοῦ κόσμου
1370προσήκουσαν αὐτῷ περιωπήν. Καὶ διὰ νὰ πράξωσι τοῦτο οἱ
1371Γάλλοι δὲν ἠσθάνθησαν τὴν ἀνάγκην νὰ προσφύγουν εἰς πρίγ-
1372κηπας καὶ εἰς βασιλόπαιδας καὶ εἰς Διαδόχους. Καὶ οὐ μό-
1373νον δὲν προσέφυγον πρὸς αὐτοὺς, ἀλλὰ καὶ γνωρίζετε τί ἄλλο
1374ἔπραξαν... Ἀλλὰ ἡμεῖς; Ὤ! ἡμεῖς ἀποτελοῦμεν ἐξαίρεσιν
1375εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Δι’ ἡμᾶς τὰ φοβερὰ ἀτυχήματα ἐπέδρα-
1376σαν ἀντιθέτως ἢ ὅπως ἐπιδρῶσιν ἐπὶ τῶν ἄλλων λαῶν. Ἀντὶ
1377νὰ ἐξυπνήσωμεν, ἀπεκοιμήθημεν! Αἱ ἐθνικαὶ συμφοραὶ, ἀντὶ
1378νὰ μᾶς ἐξεγείρωσι, μᾶς ἔρριψαν εἰς λήθαργον! Ἐπέδρασαν
1379ἐφ’ ἡμῶν ὡς ἀπαίσιον ναρκωτικὸν, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ
1380ἀνυψώσωμεν τὴν κεφαλὴν, ὡς νὰ πιέζῃ τὰ στέρνα ἡμῶν δει-
1381νὸς καὶ ὀλέθριος ἐφιάλτης! Ἐμειώθησαν τὰ κυριαρχικὰ δι-
1382καιώματα τῆς χώρας μας διὰ τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ ξενι-
1383κοῦ ἐλέγχου, ἠκρωτηριάσθη τὸ ἔδαφος τῆς ἐπικρατείας, μετὰ
1384ἑβδομήκοντα ἐτῶν ἐλεύθερον βίον, ἐπληρώσαμεν τὴν κολοσ-
1385σιαίαν πρὸς τοὺς Τούρκους πολεμικὴν ἀποζημίωσιν, ἠμαυ-
1386ρώθη ἡ αἴγλη τῆς ἱστορίας καὶ τῶν παραδόσεών μας, καὶ
1387μ’ ὅλα ταῦτα οὐδὲν δεικνύομεν σημεῖον, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ
1388φαίνηται, ὅτι ἔχομεν συναίσθησιν τῆς θέσεως ἡμῶν! Αἱ συμ-
1389φοραὶ αὗται μᾶς περιήγαγον εἰς ὑπνωτισμὸν ἀποθαρρύνσεως
1390καὶ ἀπελπισμοῦ, δὲν ἔσχομεν δὲ τὴν δύναμιν νὰ ἐρευνήσω-
1391μεν, τίνες εὐθύνονται ἐπ’ αὐταῖς. Ἐστρέψαμεν δεξιὰ, ἐστρέ-
1392ψαμεν ἀριστερὰ, ἀπεβλέψαμεν πρὸς τὰ ὀπίσω, ἐστρέψαμεν
1393τὸ ὄμμα πρὸς τὰ ἐμπρὸς, καὶ οὐδαμοῦ ἠδυνήθημεν νὰ δια-
1394κρίνωμεν τοὺς ὑπευθύνους! Ὡς μοιρολάτραι δὲ τοῦ χειροτέ-
1395ρου εἴδους ἐσταυρώσαμεν τὰς χεῖρας, ἐκύψαμεν τὴν κεφαλὴν
1396καὶ λέγομεν πρὸς τὸν Διάδοχον: «Ἐλθὲ νὰ μᾶς σώσῃς,
1397διότι ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ σώσωμεν ἡμᾶς αὐτούς!»
1398§77ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὡς δοῦλοι!
1399§78ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ
1400καὶ εὕρομεν λυτρωτὰς καὶ σωτῆρας ἐκεῖ, ὅπου θὰ ἠδυνά-
1401μεθα βαρείας νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας! Αὐτὴ εἶναι ἡ
1402ζοφερὰ καὶ ἀπελπιστικὴ εἰκὼν, τὴν ὁποίαν παρουσιάζομεν!
1403Ἄλλος λαὸς κατέπληξε πρὸ μικροῦ τὸν κόσμον διὰ τοῦ
1404ἀπαραμίλλου κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν στρατοῦ του, ὅστις
1405ἐξῆλθε νικητὴς καὶ τροπαιοῦχος ἐκ πολέμου κατὰ τοῦ με-
1406γάλου καὶ ἱπποτικοῦ ἔθνους τῶν Ἰσπανῶν. Ἀλλὰ καὶ ὁ
1407λαὸς αὐτὸς δὲν ἐπεκαλέσθη τὴν συνδρομὴν πριγκήπων καὶ
1408Διαδόχων, ἵνα ὀργανωθῇ στρατιωτικῶς. Φιλοπατρία καὶ
1409καλὰ οἰκονομικὰ, τὰ ὁποῖα καὶ αὐτὰ εἶναι ἀποτέλεσμα πο-
1410λιτικῆς τιμιότητος καὶ πατριωτισμοῦ, αὐτοὶ εἶναι οἱ παρά-
1411γοντες τῶν καλῶν στρατῶν.
1412Ἀλλὰ διατὶ νὰ ὁμιλῶμεν περὶ τῶν μεγάλων ἐθνῶν;
1413Δὲν βλέπετε, τί γίνεται ἐκεῖ κάτω, εἰς τὴν νότιον Ἀφρι-
1414κήν; Ἀπεκαλύφθη σύμπασα ἡ ἀνθρωπότης πρὸ τοῦ ἡρωϊ-
1415σμοῦ μιᾶς δρακός λαοῦ, πολεμοῦντος ὑπὲρ πατρίδος καθ’ ἑνὸς
1416τῶν καλλιτέρων καὶ κραταιοτέρων στρατῶν τοῦ κόσμου. Τίς
1417ὠργάνωσε τὸν στρατὸν τοῦ ἡρωϊκοῦ αὐτοῦ λαοῦ; Τὸν ὠργά-
1418νωσαν Βασιλόπαιδες καὶ Διάδοχοι; Πατριωτισμὸς, κύριοι
1419Βουλευταὶ, τὸ ἐπαναλαμβάνω, πατριωτισμὸς καὶ οἰκονο-
1420μικὰ μέσα, ἰδοὺ οἱ ἀσφαλεῖς δημιουργοὶ καὶ ὀργανωταὶ τῶν
1421στρατῶν.
1422Καὶ δὲν λέγω ταῦτα πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ὅτι ἐμφοροῦμαι
1423ἀντιδυναστικῶν αἰσθημάτων ἢ δημοκρατικῶν φρονημάτων.
1424Ἐξ ἐναντίας, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, τὸν θεσμὸν τῆς Βασι-
1425λείας θεωρῶ ὡς σύμβολον πολιτικῆς ἑνότητος καὶ ἀποκατα-
1426στάσεως καὶ ὡς σημαίαν πληρώσεως τοῦ ἐθνικοῦ ἰδεώδους.
1427Ἀλλὰ θέλω νὰ ἵσταται ἡ Βασιλεία εἰς τὸ ὕψος, ἔνθα ἔτα-
1428ξεν αὐτὴν ἡ Πολιτεία. Καὶ πολὺ βεβαίως ἐκπίπτει ἐκ τοῦ
1429ὕψους αὐτοῦ ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, ὅταν ζητῇ
1430νὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς πολυδαιδάλου καὶ λαβυρινθώδους
1431καὶ γραφειοκρατικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, διὰ νὰ μὴ προ-
1432φθάνῃ καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν νὰ ὑπογράφῃ καὶ ν’ ἀναγινώσκῃ
1433ἔγγραφα, καὶ νὰ συγχρωτίζηται μὲ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ
1434τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικοὺς τοῦ γραφείου τῆς Διοικήσεως.
1435Αὐτὰ εἶναι τὰ βασίλεια ἔργα, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀσχο-
1436λῆται ὁ Διάδοχος; Ἔχει ὁ Διάδοχος, ἂν θέλῃ, ἄλλας ὑψη-
1437λὰς καὶ ἀξίας τοῦ ἀξιώματός του ἀσχολίας, αἵτινες πρέπει
1438ν’ ἀπορροφοῦν πᾶσαν τὴν προσοχὴν καὶ τὴν δραστηριότητά
1439του. Ἀσκεῖ ἐπὶ πολλοὺς μῆνας τοῦ ἐνιαυτοῦ τὴν βασιλικὴν
1440ἀρχὴν, ὡς Ἀντιβασιλεὺς, θὰ κληθῇ δὲ βραδύτερον καὶ εἰς
1441τὸν Θρόνον. Ἐκεῖ ἂς ἐργάζηται ἀόκνως καὶ ἐνδελεχῶς, καὶ
1442ἂς ἀφήσῃ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ εἰς χεῖρας ἐκείνων, εἰς
1443οὓς τὴν ἀνέθηκε τὸ πολίτευμα. Δὲν πρέπει νὰ ἐνθαρρύνηται
1444ὑπὲρ πᾶν μέτρον ὁ Διάδοχος ἐκ τῆς αἰθρίας, ἥτις ἐπηκο-
1445λούθησε μετὰ τὴν καταιγίδα, καθῆκον δ’ ἔχει νὰ μὴ λη-
1446σμονήσῃ ποτὲ, ὅτι, εἴτε ἐξ ἁπλῆς κακοτυχίας του, εἴτε ἐξ
1447ἄλλων λόγων, νέφος ἀπαίσιον ἐσκίασε τὴν λαμπηδόνα τοῦ
1448ὑψηλοῦ του ἀξιώματος. Τοῦτο ἔχων πάντοτε κατὰ νοῦν, ἂς
1449μὴ προσπαθῇ νὰ γείνῃ διαχειριστὴς ἀρχῆς, ἡ ὁποία δὲν τῷ
1450προσήκει, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ ὕψους τῆς θέσεώς του ἂς περιάγῃ ἀγα-
1451θοποιὸν ὄμμα πανταχοῦ, ἂς βοηθῇ τὸν σεπτὸν αὐτοῦ γεννή-
1452τορα εἰς τὴν ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος ἐνεργὸν καὶ
1453ἄγρυπνον ἐποπτείαν πρὸς βελτίωσιν τῶν πραγμάτων τῆς
1454Πολιτείας, καὶ ἂς εὔχηται νύκτα καὶ ἡμέραν νὰ τῷ δοθῇ
1455εὐκαιρία, ἵνα διασκεδάσῃ τὴν ἀχλὺν, ἥτις τὸν περιέβαλε.
1456Τότε, ἀλλὰ μόνον τότε, θ’ ἀποδείξῃ ὅτι εἶναι ἐκεῖνος, ὃν ὠνει-
1457ροπόλησεν ὁ ἀλύτρωτος καὶ ἐλεύθερος Ἑλληνισμὸς, ὅστις
1458μετὰ δακρύων ἱερᾶς καὶ πατριωτικῆς συγκινήσεως ἀπ’ ἄκρου
1459εἰς ἄκρον ἐσκίρτησεν ὑπὸ χαρᾶς καὶ ἐλπίδων εἰς τὸ ἄκουσμα
1460ὅτι ἐγεννήθη Ἕλλην Ὀρθόδοξος, Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ
1461Θρόνου, ὅστις βαπτισθεὶς ἔλαβε τὸ ὄνομα Κωνσταντῖνος.
1462(Εὖγε! εὖγε! ἐκ πολλῶν ἑδρῶν).
1463§79ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
1464§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἐνά-
1465της ὥρας.
1466(Γίνεται διακοπὴ ὥρα 8 καὶ 10′ μ. μ. Ἐπαναλαμ-
1467βάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.)
1468§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
1469Ὁ κύριος Μαυρομμάτης ἔχει τὸν λόγον.
1470§82Ε. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἡ ἱστορία, Κύριοι, τῶν τελευταίων
1471τούτων ἐτῶν, ἀφ’ ὅτου δηλαδὴ οἱ Βασιλόπαιδες ἤρξαντο
1472ἐνεργὸν λαμβάνοντες μέρος εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτι-
1473κοῦ, ἰδίως δὲ ἡ ὀδυνηρὰ ἱστορία τοῦ τελευταίου πολέμου,
1474ἔδει νὰ καθοδηγήσῃ ἡμᾶς εἰς πάντη διάφορα συμπεράσματα
1475ἐκείνων, ἅτινα ὑπαγόρευσαν τὴν ὑποβολὴν τοῦ περὶ οὗ πρό-
1476κειται νομοσχεδίου, εἰς πάντη διαφόρους σκέψεις ἐκείνων,
1477αἵτινες ἐνέπνευσαν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτε, πρὸ ἑνὸς
1478περίπου καὶ ἡμίσεως μηνὸς, ἀπήντα εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ
1479Οἰτύλου συνάδελφον καὶ πρώην Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτι-
1480κῶν. Ἡ ἀγόρευσις δ’ ἐκείνη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑπῆρξε
1481κυρίως ἡ εἰσηγητήριος ἔκθεσις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου,
1482μετὰ μῆνα περίπου κατόπιν ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ
1483τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἔλεγε δὲ τότε ὁ κ.
1484Πρωθυπουργὸς (ἀναγινώσκει):
1485«Ἐν τῷ συνταχθέντι ὑπὸ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρα-
1486»τιωτικῶν ὀργανισμῷ εὑρίσκοντο περιορισμοὶ τῶν δικαιω-
1487»μάτων τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ πικρὰ πεῖρα τοῦ παρελθόν-
1488»τος ἀπέδειξεν, ὅτι ὁσοιδήποτε περιορισμοὶ καὶ ὁπωςδήποτε
1489»διατυπούμενοι δὲν ἠδύναντο νὰ ἐξασφαλίσωσι τὸν στρατὸν
1490»ἐκ τῶν ἐπιδράσεων ἐκείνων, αἵτινες ἀπέβησαν καταστρε-
1491»πτικαὶ δι’ αὐτόν... Ἐνόμιζον δ’ ὅτι ἡ διοίκησις τοῦ στρα-
1492»τοῦ ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἐντελῶς κεχωρισμένη ἀπὸ τὸ
1493»Ὑπουργεῖον, καὶ ὅτι τὴν διοίκησιν ταύτην ἔπρεπε ν’ ἀνα-
1494»λάβῃ ὁ ἀρχαιότερος στρατηγὸς» (ἤτοι ὁ Διάδοχος).
1495Λαμβάνων δ’ ἀφορμὴν ἐκ τῆς περιστάσεως ταύτης ὁ κ.
1496Πρωθυπουργὸς, ἐξέφραζε τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτοῦ πρὸς τὸν
1497Διάδοχον καὶ τὴν Βασιλείαν δι’ ἐκφράσεων καὶ διὰ τρόπου
1498τῆς χείρονος Βυζαντινῆς ἐποχῆς, ἐξευτελιζουσῶν τὸ δύσμοι-
1499ρον τοῦτο ἔθνος καὶ παριστωσῶν αὐτὸ, ὅτι «δὲν θὰ ἐσώ-
1500ζετο ἐκ βεβαίας καταστροφῆς ἄνευ τῆς παρεμβάσεως τῆς
1501Βασιλείας». Καὶ ταῦτα, προκειμένου περὶ ἔθνους, ὅπερ μό-
1502νον καὶ ἄνευ τοιούτων παρεμβάσεων διεσώθη ἐπὶ δύο χιλιά-
1503δας ἔτη, ἐν τῷ μέσῳ καταιγίδων καὶ τρικυμιῶν, αἵτινες εἶ-
1504χον καταποντίσει τόσα καὶ τόσα ἔθνη!!
1505Βεβαίως, κύριοι συνάδελφοι, εἴπερ τις καὶ ἄλλος ὁμολογῶ,
1506ὅτι καὶ αἱ ἐκ τῆς πολιτικῆς ἐπιδράσεις τὰ μάλιστα συνετέ-
1507λεσαν εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, ὅτι καὶ αἱ
1508ἐπιδράσεις αὗται ἐνίσχυσαν τὴν τάσιν ἐκείνην τοῦ Ἕλληνος
1509πρὸς ἄρνησιν τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων του, πρὸς
1510ἀποστροφὴν τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Ἐκ τῶν τοιούτων
1511ἐπιδράσεων ἐπήρχοντο αἱ σκανδαλώδεις ἐκεῖναι ἀπαλλαγαί,
1512αἱ ἀθῳώσεις τῶν λιποτακτῶν, ἡ χορήγησις ἀδειῶν, αἱ ἀπο-
1513σπάσεις, αἱ μεταθέσεις τῶν σωμάτων κλπ. Προεξεῖχον δὲ εἰς
1514πάσας τὰς τοιαύτας ἐνεργείας οἱ ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν ἀνα-
1515μιγνυόμενοι εἰς τὴν πολιτικήν.
1516Ἀλλὰ πᾶσαι αἱ ἐκ τῆς πολιτικῆς ἐπιδράσεις θὰ ἠδύναντο
1517νὰ ἐκλείψωσιν ἐντελῶς διὰ συνεννοήσεως τῶν πολιτευομένων,
1518καὶ ἰδίως ἁπάντων τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, τῇ παρεμ-
1519βάσει τοῦ Βασιλέως, ὅπως ἀποσπάσωσι τὸν στρατὸν καὶ τὴν
1520διοίκησιν ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, καὶ διὰ σειρᾶς νομοθετημάτων,
1521ἀπαλλασσόντων καὶ ἡμᾶς τοὺς πολιτευομένους τῆς λυπηρᾶς
1522ἀνάγκης, ἐν ᾗ εὑρισκόμεθα, ν’ ἀναμιγνυώμεθα εἰς τὰ τοῦ
1523στρατοῦ καὶ τῆς διοικήσεως. Πρὸς τοῦτο ὅμως ἀπῃτεῖτο πί-
1524στις εἰς τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, πολιτικὸς χαρακτὴρ
1525καὶ ἀρχαὶ, εἰλικρινὴς καὶ σταθερὰ θέλησις ἐκ μέρους τῶν πο-
1526λιτευομένων, ὡς λίαν ὀρθῶς εἶπε καὶ ὁ ἐξ Ἀττικῆς συνάδελ-
1527φος κ. Ράλλης. Δὲν ἔλεγε δὲ λόγους κενοὺς, λέγων ταῦτα,
1528διότι καὶ ὅσοι δὲν ἔτυχε νὰ συνεργασθῶμεν πολιτικῶς μετ’ αὐ-
1529τοῦ, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι, καὶ ὡς Ὑπουργὸς τῆς
1530Δικαιοσύνης ἄλλοτε, καὶ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν,
1531ἀνύψωσε τὴν Δικαιοσύνην καὶ τὴν Διοίκησιν, καὶ μὲ κίνδυ-
1532νον νὰ δυσαρεστήσῃ τοὺς φίλους του ἀπέκρουσε τὰς ἐφόδους
1533τῆς συναλλαγῆς. Κατὰ δὲ τὸ 1897, ἐνῷ ἡ συναλλαγὴ ἐμαί-
1534νετο εἰς τὰ λοιπὰ Ὑπουργεῖα, ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυ-
1535τικῶν οὐδεὶς ἐγένετο διορισμὸς, οὐδεμία μετάθεσις.
1536Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶχε πίστιν εἰς τὸ πολί-
1537τευμα. Ἀπεδείχθη τοῦτο ἐν τῷ ἐπεισοδίῳ ἐκείνῳ, ὅπερ ἐν
1538παρόδῳ ἔθιξεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος καὶ φίλος κ. Δρα-
1539γούμης, περὶ οὗ ἐν ἐκτάσει θέλω κατόπιν διαλάβει. Τίνας
1540δὲ περὶ διοικήσεως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε γνώμας, ἀπέ-
1541δειξε καὶ τῷ 1897, ὅτε εἶχεν ἐντελῶς χειραφετηθῆ, καὶ ἐσχά-
1542τως ἔτι, κατὰ τοὺς σκανδαλωδεστάτους ἐκείνους διορισμοὺς
1543τῶν νομαρχῶν, οἵτινες ἀνεστάτωσαν τὴν Ἑλληνικὴν κοινω-
1544νίαν. Τίνας δὲ εἶχε γνώμας περὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμά-
1545των, ἀπέδειξε τοῦτο, ὅτε, χειραφετηθεὶς ἐντελῶς διὰ τοῦ θα-
1546νάτου τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ἀνέπτυξεν ἐν τοῖς κόλποις
1547τοῦ ἐν τῇ Βουλῇ ἐκείνῃ δρῶντος Τρικουπικοῦ κόμματος, τὸν
1548Ὀκτώβριον τοῦ 1896, πρόγραμμα πολεμικῶν παρασκευῶν.
1549Θὰ ἐνδιατρίψω ὀλίγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι τὸ πρό-
1550γραμμα ἐκεῖνο καὶ τὰς περὶ στρατιωτικῶν γνώμας τοῦ κ.
1551Πρωθυπουργοῦ ἀρκούντως χαρακτηρίζει καὶ σπουδαίως ἐπέ-
1552δρασεν εἰς τὰ πράγματα τῆς χώρας καὶ τὸν γενόμενον πόλε-
1553μον. Παραδόξως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διέβλεπε τότε νέφη εἰς
1554τὸν εὐρωπαϊκὸν ὁρίζοντα, ἐπιβάλλοντα ἡμῖν νὰ παρασκευά-
1555σωμεν τὸν στρατὸν πρὸς δρᾶσιν, δι’ ὃ καὶ ἐφρόνει, ὅτι τὸ
1556Τρικουπικὸν κόμμα, προκειμένου νὰ συνέλθῃ μετ’ ὀλίγον ἡ
1557Βουλὴ, ἔδει νὰ ἐμφανισθῇ ἐν αὐτῇ μὲ πρόγραμμα στρατιω-
1558τικῶν παρασκευῶν! Διέδιδε μάλιστα, ὅτι εἶχε ῥηθῆ ὑπὸ με-
1559γάλου Ἡγεμόνος τῆς Εὐρώπης, ὅτι, περιστάσεως παρουσια-
1560ζομένης, ἔδει νὰ ἐπιδείξῃ ἡ Ἑλλὰς τετελεσμένα γεγονότα!
1561Μακραὶ συζητήσεις ἐγένοντο τότε ἐπὶ τοῦ προκειμένου μεταξὺ
1562τῶν Βουλευτῶν τῶν ἐντεταλμένων τὴν διαχείρισιν τῶν τοῦ
1563Τρικουπικοῦ κόμματος. Τινὲς ἐξ ἡμῶν, ἐν οἷς καὶ ὁ νῦν
1564Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀντέστημεν κατὰ τοῦ τοιού-
1565του προγράμματος. Ἡμεῖς δὲν ἐβλέπομεν τὰ νέφη ἐκεῖνα
1566εἰς τὸν εὐρωπαϊκὸν ὁρίζοντα, καὶ ἔμεινεν οὗτος, ὡς βλέπετε,
1567ἔκτοτε μέχρι τῆς σήμερον αἴθριος· διεῖπε δὲ, ὡς καὶ νῦν, τὴν
1568Εὐρώπην ἡ τριπλῆ συμμαχία, ἀρκούντως ἰσχυρὰ, ὅπως ἐπι-
1569βάλῃ τὴν εἰρήνην, οὐχὶ ὅμως καὶ τοσοῦτον ἰσχυρὰ, ὅπως πρὸς
1570ὄφελός της διαταράξῃ αὐτήν· διηύθυνε δὲ τὴν τριπλῆν συμ-
1571μαχίαν ὁ Καῖσαρ τῆς Γερμανίας, ὅστις διέκειτο τότε δυσ-
1572μενῶς πρὸς ἡμᾶς, ἐξ ὑπαιτιότητος, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, τῆς
1573ἡμετέρας Βασιλείας. Διετελοῦμεν δὲ πρὸς τούτοις τότε ἐν
1574πτωχεύσει, καὶ οὔτε δάνειον ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιδιώξωμεν, οὔτε
1575νὰ διαθέσωμεν ὑπὲρ πολεμικῶν παρασκευῶν τὰ φαινομενικὰ
1576περισσεύματα ἐκεῖνα, ἅτινα ἄλλως ἦσαν σταγὼν ὕδατος ἐν
1577ὠκεανῷ. Μακραὶ συζητήσεις ἐγένοντο ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐν-
1578τὸς τοῦ Τρικουπικοῦ ἐκείνου κόμματος. Πρὸς ἐπιμαρτυρίαν δὲ
1579τούτων λέγω, ὅτι ἐκ τῶν παρισταμένων ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ
1580οἱ κύριοι Τσαμαδὸς, Στάης, Κρίτσας καὶ ἐγὼ ἤμεθα ἐκ τῶν
1581ἀνθισταμένων κατὰ τοῦ τοιούτου προγράμματος...
1582§83Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
1583κῶν). Ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπω τι ἐναντίον τῶν παρασκευῶν;
1584Αἱ παρασκευαὶ εἶναι πάντοτε ἀναγκαῖαι.
1585§84ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Σεῖς ἐλέγετε, ὅτι, διὰ νὰ προβῶμεν
1586εἰς στρατιωτικὰς παρασκευάς, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν χρήματα.
1587Τὰ ὑπάρχοντα δὲ τοιαῦτα, ἅτινα ἔθετον εἰς πειρασμὸν τὸν
1588κ. Πρωθυπουργὸν, μόλις ἀνήρχοντο εἰς 17,000,000 δραχ-
1589μὰς, ἤτοι 10,000,000 φράγκα... Συνεπείᾳ δὲ τῶν συζητή-
1590σεων ἐκείνων ἀναθέσαμεν εἰς τὸν κ. Τσαμαδὸν καὶ τὸν κ.
1591Μπούμπουλην (μὴ ὄντα Βουλευτὴν, ἀλλ’ ἀκραιφνῆ Τρικου-
1592πικὸν καὶ βαθὺν γνώστην τῶν ναυτικῶν πραγμάτων), οἵτι-
1593νες συσκεφθέντες συνέταξαν εἶδός τι προϋπολογισμοῦ, καθ’ ὃν
1594ὑπελογίσθη, ὅτι δι’ ἀπαραιτήτους στρατιωτικὰς καὶ ναυ-
1595τικὰς παρασκευὰς, ἤτοι διὰ τηλεβόλα, ὅπλα, πολεμεφόδια,
1596ἵππους, στολὰς κλπ., ἀπητοῦντο τὸ ὀλιγώτερον 52 ἑκατομ-
1597μύρια χρυσᾶ φράγκα!
1598§85Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ἀκριβές.
1599§86ΛΕΒΙΔΗΣ. Πότε ἐγένοντο αὐτά;
1600§87ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Κατὰ τὸν Ὀκτώβριον ἢ Νοέμβριον
1601τοῦ 1896, πρὸ τοῦ Διαγγέλματος. Μακραὶ δὲ συζητή-
1602σεις ἐγένοντο τότε ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ὁ δὲ κ. Πρωθυπουρ-
1603γὸς, πρὶν ἢ τὸ ἐν τῇ Βουλῇ ἐκείνῃ Τρικουπικὸν κόμμα συμ-
1604φωνήσῃ ἐπὶ τοῦ τοιούτου προγράμματος τῶν στρατιωτικῶν
1605παρασκευῶν, ἀνέπτυξεν αὐτὸ αἰφνιδίως ἐν τῇ Συνόδῳ ἐκείνῃ.
1606Ἐπελθούσης δυστυχῶς τότε πλειοδοσίας ἐπὶ τῶν τοιού-
1607των προγραμμάτων, τελευταῖος πλειοδότης ἀνεδείχθη ἡ Βα-
1608σιλεία διὰ τοῦ περιφήμου ἐκείνου Διαγγέλματός της, περι-
1609λαμβάνοντος ἀποφάσεις καὶ ἀπαιτήσεις ἀπραγματοποιήτους,
1610ἕνεκα τῆς τότε οἰκονομικῆς καταστάσεως. Παρήχθη οὐχ ἧτ-
1611τον, ὡς ἐκ τούτου, ὁ πολεμικὸς ἐκεῖνος ἐρεθισμὸς, ὑπολαν-
1612θάνων ἄλλως ἕνεκα τῶν γενομένων ἀδικιῶν κατὰ τοὺς τέως
1613τότε προβιβασμούς. Τὰ τοιαῦτα δὲ προγράμματα τῶν στρα-
1614τιωτικῶν παρασκευῶν καὶ τὸ Διάγγελμα ὑπῆρξαν τὰ κυριώ-
1615τερα αἴτια τοῦ ἀτυχοῦς ἡμῶν πολέμου...
1616§88Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
1617κῶν). Πρὸ τοῦ προγράμματος ἐκείνου προηγήθη ἡ ἐμὴ ἀγό-
1618ρευσις, ἐν ᾗ ἐξέθετον τὰ τῆς καταστάσεως.
1619§89Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). (πρὸς τὸν ἀγο-
1620ρεύοντα). Ὁμιλοῦντες περὶ τῶν συμβάντων τότε κατὰ τὰς
1621συνεδριάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν, συγχέετε δύο πράγ-
1622ματα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ συγχέητε. Συγχέετε δαπά-
1623νας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦσαν ἀναγκαῖαι πρὸς βελτίωσιν τοῦ ὁπλι-
1624σμοῦ τοῦ στρατοῦ, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦσαν ἀναγκαῖαι, ὅπως συμ-
1625πληρωθῇ ὁ στόλος, —εἰς τὰς δαπάνας δὲ ταύτας, τὰς φύσει
1626ἐκτάκτους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωμεν διὰ τῶν μέσων
1627τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν τακτικῶν, —συγχέετε τὰς δαπάνας
1628ταύτας μὲ τὰς δαπάνας τὰς τακτικὰς, εἰς ἃς ὁ προϋπολογι-
1629σμὸς πρέπει νὰ ἐπαρκέσῃ. Ἄλλως τὰ παρ’ ὑμῶν λεγόμενα
1630δὲν εἶναι μυστικά· ἐγὼ ἐξέθηκα ταῦτα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
1631Εἶπον εἰς αὐτὴν, ὅτι, κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, ἦτο ἀνάγκη ν’ ἀποβλέ-
1632ψωμεν εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ καὶ διαγράψω-
1633μεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσωμεν. Ἀλλὰ
1634ποία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ τῆς ἀγορεύσεώς μου ἐκείνης καὶ
1635τῶν συμβάντων κατὰ τὸ 1897;
1636Διέκοψα ὑμᾶς, ὅπως πιστοποιήσω, ὅτι τὸ παρ’ ὑμῶν λε-
1637χθὲν δὲν εἶναι ἀκριβὲς, καὶ δὲν δικαιοῦσθε νὰ εἴπητε, ὅτι
1638ὑπεστηρίξαμεν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ
1639πραγματοποιηθῇ.
1640§90ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἀνατρέχων, κύριε Πρωθυπουργέ, εἰς
1641τὸ παρελθόν, θέλω ν’ ἀποδείξω, τίνας εἴχετε ἰδέας περὶ παρα-
1642σκευῶν καὶ στρατιωτικῶν πραγμάτων.
1643§91Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι
1644εἶχον καθῆκον νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν ταύτην, ὅπως ἐπανα-
1645φέρω τὸ ζήτημα ἐκεῖ, ὅπου ἀκριβῶς εἶναι· παρατηρῶ δὲ,
1646ὅτι, ὅτε ἐγὼ ὡμίλουν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς περὶ τῶν ἀναγ-
1647κῶν τοῦ στρατοῦ, δὲν διηρμήνευον τὰς ἰδέας τοῦ Τρικουπι-
1648κοῦ κόμματος, ἀλλὰ τὰς ἀτομικάς μου ἰδέας. Ἀπόδειξις
1649δὲ, ὅτι δὲν διηρμήνευον τὰς ἰδέας τοῦ κόμματος, εἶναι ὅτι
1650καὶ ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος δὲν εἴχετε τὰς ἰδέας αὐτὰς, δὲν ἠγέρ-
1651θητε ἵνα διαμαρτυρηθῆτε, ἀλλ’ ἀνεμείνατε τὸ 1900, τὸν
1652Μάρτιον μῆνα, ἵνα κάμητε λόγον περὶ τῆς ὁμιλίας μου ἐκεί-
1653νης καὶ διαμαρτυρηθῆτε. Ἐγὼ, ἐπαναλαμβάνω, διηρμήνευον
1654ἰδέας ἰδικάς μου, τὰς ὁποίας συνέπιπτε ν’ ἀποδέχωνται οἱ
1655πλεῖστοι τῶν ἀποτελούντων τὸ Τρικουπικὸν κόμμα, πλὴν
1656τριῶν ἢ τεσσάρων, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ ἀντι-
1657πράττωσι.
1658§92ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἡμεῖς τοσοῦτον δὲν ἀποδεχόμεθα
1659τὰς περὶ πολεμικῶν παρασκευῶν ἰδέας ἐκείνας, θεωροῦντες
1660αὐτὰς ἀπραγματοποιήτους καὶ ἐπιβλαβεῖς, ὥστε ἐτελοῦμεν
1661καὶ εἶδός τι κωλυσιεργίας κατὰ τῶν τοιούτων γνωμῶν ἐν-
1662τὸς τοῦ κόμματος. Μεταξὺ δὲ τῶν ἀντιδρώντων καὶ κωλυ-
1663σιεργούντων πρωτηγωνίστει ὁ κ. Τσαμαδός. Ἤμεθα δὲ τότε
1664ἐν ὅλῳ ἑπτὰ, ἤτοι ὁ Σκουλούδης, ὁ Στάης, ὁ Κρίτσας, ὁ
1665Ἀλκιβιάδης Δεληγιάννης, ἐγὼ κλπ.
1666§93Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταξὺ πόσων;
1667§94ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Μεταξὺ 14 ἕως 15 παρόντων ἐν Ἀθή-
1668ναις καὶ 16 ἐν ὅλῳ.
1669§95Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν).
1670Καὶ τώρα μεταξὺ ἑκατὸν πενῆντα εἶσθε τέσσαρες!
1671§96ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Οἱ Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, εἶχον τοι-
1672αύτας ἰδέας περὶ στρατοῦ καὶ πολεμικῶν παρασκευῶν, ὥστε
1673διὰ τῶν 17,000,000 (ἐπὶ τοῦ χάρτου) δραχμῶν ἐφρόνουν
1674ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐπαρκέσουν εἰς στρατιωτικὰς παρασκευάς,
1675ἐνῷ, καθ’ ἣν προϋπολογισμὸν εἶχον συντάξει (κατ’ ἀπόφα-
1676σιν τοῦ κόμματος) οἱ κύριοι Τσαμαδὸς καὶ Μπούμπουλης,
1677ἀπητοῦντο 52,000,000 χρυσᾶ φράγκα.
1678§97Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
1679κῶν). Δὲν γνωρίζετε τὰς λεπτομερείας τοῦ ζητήματος.
1680§98ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Διετελοῦμεν τότε εἰς τοιαύτην ἐπι-
1681κοινωνίαν γνωμῶν καὶ αἰσθημάτων, ὥστε ὑμεῖς μοὶ μετεδί-
1682δετε τότε ταύτας, ὡς καὶ ἄλλας, ὅτε δὲν ἐλάμβανον μέρος
1683εἰς τὰς συνεδριάσεις σας.
1684§99Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζητε αὐτὰ
1685τὰ στρατιωτικὰ τῶν παρασκευῶν, διότι αἱ παρασκευαὶ διαι-
1686ροῦνται εἰς δύο μέρη, εἰς παρασκευὰς εἰρήνης καὶ εἰς παρα-
1687σκευὰς πολέμου. Δὲν ἦτο δυνατὸν ἐγὼ ποτὲ νὰ ἀρνηθῶ τὰς
1688παρασκευὰς εἰρήνης εἰς τὸν στρατόν.
1689§100ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἅπαντα τὰ λεχθέντα ὑπ’ ἐμοῦ εἰ-
1690σιν ἀκριβέστατα.
1691Ὅπως δήποτε, ἐπῆλθεν ὁ πόλεμος, ἀνετράπη τὸ Ὑπουρ-
1692γεῖον Δηλιγιάννη, καὶ ἐσχηματίσθη τὸ συμμαχικὸν Ὑπουρ-
1693γεῖον ὑπὸ τοῦ κ. Ράλλη καὶ τῶν Τρικουπικῶν. Οἱ κύριοι
1694Θεοτόκης καὶ Τσαμαδὸς, μεταβάντες ἀμέσως εἰς Φάρσαλα,
1695ἵν’ ἀντιληφθῶσιν ἐγγύθεν τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων,
1696ἐπανῆλθον ἐντελῶς ἀπηλπισμένοι ἐκ τοῦ στρατοῦ, ὡς ἐπλη-
1697ροφορήθην τοῦτο παρὰ τοῦ κ. Τσαμαδοῦ, ὃν ἅμα ἐπιστρέ-
1698ψαντα εἶχον ἰδεῖ. Ἀλλ’ ἐνῷ ἠδύναντο μετὰ τοῦ ὁμοφρονοῦν-
1699τος αὐτοῖς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀνακαλοῦντες ἀμέ-
1700σως καὶ αὐθορμήτως τὸν στρατὸν ἐκ Κρήτης καὶ ἐπικαλούμε-
1701νοι τὴν παρέμβασιν τῶν τριῶν προστατίδων Δυνάμεων, νὰ
1702συνομολογήσωσι τὴν ἀνακωχὴν, νὰ σταματήσωσι τὸν τουρκι-
1703κὸν στρατὸν εἰς Λάρισαν καὶ νὰ συνομολογήσωσι τὴν εἰρήνην
1704ὑπὸ πολλῷ κρείττονας ὅρους, μετῆλθεν ὁ τότε Ὑπουργὸς
1705τῶν Ἐξωτερικῶν τὰ κοινὰ ἐκεῖνα τερτίπια, ὡς πρὸς τὴν
1706πρότασιν τῆς μεσολαβήσεως καὶ τὴν ἀνάκλησιν τοῦ στρατοῦ
1707ἐκ Κρήτης, ἅτινα παρείλκυσαν τὰς περὶ μεσολαβήσεως δια-
1708πραγματεύσεις καὶ ἔφεραν τοὺς Τούρκους εἰς Λαμίαν...
1709§101Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀνακριβῆ! ἀνα-
1710κριβῆ!
1711§102ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Αὕτη εἶναι ἡ ἱστορία τῶν πραγ-
1712μάτων, κυρίως δὲ ὑπαίτιος τούτων ὁ ἀνεπιτηδείως διεξάγων
1713τότε τὰς διαπραγματεύσεις Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.
1714§103Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κύριος Σκου-
1715λούδης ὑπαίτιος! Διατὶ ὁ κ. Σκουλούδης;
1716§104ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Διότι δὲν ἀπετάθη πρὸς τὰς Δυνά-
1717μεις, ὡς ἔδει ν’ ἀποταθῇ, σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς
1718ἀνακλήσεως τοῦ στρατοῦ ἐκ Κρήτης.
1719§105Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος δὲν ἐνθυμεῖται καλῶς.
1720Διατελέσας Πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως, δύναμαι νὰ σᾶς
1721διαβεβαιώσω, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἐλέγετε, δὲν
1722εἶναι ἀληθές. Εἴπετε, ὅτι ἐγένοντο αἱ διαπραγματεύσεις
1723περὶ ἀνακωχῆς κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε μὲ τὰ τερτί-
1724πια ἐκεῖνα καὶ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ὁ τουρκικὸς στρατὸς νὰ
1725φθάσῃ εἰς Λαμίαν...
1726§106ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐγὼ κρίνω ἐκ τῶν δημοσιευθέντων
1727ἐγγράφων.
1728§107Δ. ΡΑΛΛΗΣ... Μὴ συγχέετε, παρακαλῶ, τὴν εὐθύνην
1729τοῦ Ὑπουργείου τῆς 18 Ἀπριλίου μὲ γεγονότα, τὰ ὁποῖα
1730ἔλαβον χώραν πρὸ τοῦ καταρτισμοῦ αὐτοῦ. Τὸ Ὑπουργεῖον
1731κατηρτίσθη τὴν 18 Ἀπριλίου, ὡρκίσθη τὴν 18, οἱ δὲ Τοῦρ-
1732κοι ἦσαν εἰς τὴν Λάρισαν ἀπὸ τῆς 13. Ὁ πόλεμος ἔκτοτε
1733ἐξηκολούθησεν ἐπὶ ἡμέρας 18, ἓν δ’ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οὐδέποτε
1734κατωρθώθη κατὰ τὸ διάστημα τὸ ἀπὸ τῆς 18 Ἀπριλίου
1735μέχρι τῆς 6 Μαΐου νὰ ἔλθῃ σπουδαίως εἰς ἐπαφὴν ὁ ἑλλη-
1736νικὸς στρατὸς μὲ τὸν τουρκικόν· ἐγένετο προσπάθειά τις
1737εἰς Φάρσαλα, ἀλλ’ ὁ στρατὸς ἀπεσύρθη, ἐγένετο ὁμοία τις
1738εἰς Δομοκὸν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖθεν ἀπεσύρθη. Μένει δὲ μόνον τὸ
1739Βελεστῖνον.
1740§108ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν
1741τῇ 18 Ἀπριλίου, οἱ Τοῦρκοι προσέβαλον τὰ Φάρσαλα τῇ 23,
1742ἐκ τῶν δημοσιευθέντων δὲ ἐγγράφων ἀποδεικνύεται, ὅτι θὰ
1743ἠδύναντο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ Ὑπουργὸς
1744τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ διεξαγάγωσι τὸ ζήτημα σκοπιμώτερον.
1745§109Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον συνεκροτήθη τὴν 18, τὸ
1746ἑσπέρας δὲ τῆς ἰδίας ἡμέρας ἀνεχώρησαν οἱ τότε συνάδελφοί
1747μου, ὁ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἀμέ-
1748σως τὴν μετεπιοῦσαν, ἢ μᾶλλον μετὰ τὸ μεσονύκτιον τῆς
1749μετεπιούσης, ἐτηλεγράφησαν περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρα-
1750τοῦ. Τὴν ἰδίαν ἑσπέραν ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν
1751μετέβη παρὰ τῷ πρεσβευτῇ τῆς Γαλλίας καὶ ὑπέδειξε τὴν
1752ἀνάγκην τῆς μεσολαβήσεως τῶν Δυνάμεων. Ἐγὼ δὲ ἐπίσης
1753τὴν ἐπιοῦσαν μετέβην παρὰ τοῖς πρεσβευταῖς τῆς Γαλλίας
1754καὶ Ρωσίας καὶ ὑπέδειξα τὴν ἀνάγκην, ὅπως χάριν τῆς δημο-
1755σίας τάξεως ἐπέλθῃ ἡ ἐπέμβασις τῶν Δυνάμεων ἐξ ἰδίας των
1756πρωτοβουλίας.
1757§110ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἀκριβῶς κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν
1758δὲν μετῆλθον τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ μετέλθωσι.
1759§111Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Διατὶ λέγετε ταῦτα;
1760Ἐγὼ διατείνομαι, ὅτι κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ὅ τε Πρόε-
1761δρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τοι-
1762αύτην δραστηριότητα ἀνέπτυξαν, ὥστε εἶναι ἄξιοι εὐγνωμο-
1763σύνης καὶ ὄχι ἄξιοι μομφῆς.
1764§112ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ τὴν δραστηριότητά
1765των.
1766§113Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πρέπει ν’ ἀμφισβητήσητε τὴν διάθεσιν
1767ἐκείνων, οἵτινες ἐνόμισαν, ὅτι δὲν εἶχεν ἔλθει ἔτι ἡ στιγμή,
1768ὅπως σώσωσι τὴν Ἑλλάδα.
1769§114ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἀμφισβητῶ τὸ σκόπιμον τοῦ τρό-
1770που τῆς ἐνεργείας των.
1771§115Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὑπεύθυνος καὶ πρόθυμος νὰ
1772δώσω λόγον. Παρακαλῶ νὰ διατυπώσητε τὰς σκέψεις σας
1773ἀκριβέστερον, ὅπως δυνηθῶ νὰ ἀπαντήσω.
1774§116ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐγὼ διατυπῶ ἐν παρόδῳ τὰς τοιαύ-
1775τας αἰτιάσεις μου, ἐκθέτων ποίας ἰδέας εἶχεν ὁ κ. Πρωθυ-
1776πουργὸς περὶ στρατοῦ.
1777§117Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Λέγετε, ὅτι διετυ-
1778πώσατε ἐν παρόδῳ τὰς αἰτιάσεις σας· ἀλλ’ ἔχω τὴν ἰδέαν,
1779ὅτι ἀνὴρ τῆς περιωπῆς ὑμῶν τοιαύτας ἰδέας δὲν πρέπει νὰ
1780θίγῃ ἐν παρόδῳ. Λέγετε ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
1781καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὅλα τὰ μέλη τῆς τότε
1782Κυβερνήσεως (διότι ἡμεῖς ἀναλαμβάνομεν πλήρη τὴν εὐθύ-
1783νην τῶν τότε γενομένων) δὲν ἔπραξαν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ πρά-
1784ξωσι, καὶ ἐγένοντο πρόξενοι ἐθνικῆς βλάβης. Λέγοντες ταῦτα,
1785ἐπιρρίπτετε βαρεῖαν κατηγορίαν, καὶ τὴν κατηγορίαν ταύ-
1786την δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιρρίψητε ἐν παρόδῳ, ὡς λέγετε.
1787§118ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ὑμεῖς, οἵτινες εἴχετε
1788μεταβῆ εἰς Φάρσαλα καὶ εἴχετε ἀντιληφθῆ τὴν κατάστασιν
1789τοῦ στρατοῦ, ἔπρεπε νὰ μεταχειρισθῆτε πᾶν μέσον, ὅπως
1790σταματήσητε τὸ κακόν.
1791§119Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Αὐτὸ εἶναι κεφάλαιον κατη-
1792γορίας κατὰ τῶν τότε Ὑπουργῶν.
1793§120ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ὄπως δήποτε ἐξηκολούθησεν ὁ πόλε-
1794μος. Κατὰ τὸ διάστημα δὲ τοῦτο ἐτελεῖτο εἰς τὰ Ὑπουρ-
1795γεῖα τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν συναλλαγὴ
1796τοῦ χειροτέρου εἴδους, ἐνῷ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν,
1797ὡς καὶ πρὸ ὀλίγου εἶπον, πρὸς τιμὴν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς συν-
1798αδέλφου κυρίου Ράλλη, οὐδεμία τοιαύτη ἐγίγνετο. Ὑπουρ-
1799γοὶ καὶ Βουλευταί, εἴτε αὐτοὶ, εἴτε δι’ ἀντιπροσώπων των,
1800διέτρεχον τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, φροντίζοντες ἵν’ ἀπαλλά-
1801ξωσι τοὺς συμπολίτας των, ὁ δὲ γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργοῦ
1802τῶν Ἐσωτερικῶν εὑρίσκετο πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον εἰς τὴν
1803Ἤπειρον...
1804§121Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖος; ὁ γραμμα-
1805τεύς μου; Ὁ γραμματεύς μου μετέβη εἰς τὴν Ἤπειρον, ἵνα
1806ἴδῃ τὴν κατάστασιν τῶν πληγωμένων καὶ ἀσθενῶν. Ἐὰν δὲ
1807λάβητε ὑπ’ ὄψιν τοὺς πίνακας τῶν καταταχθέντων καὶ τῶν
1808λαβόντων ἀδείας, θέλετε ἴδει, ὅτι ἐξ οὐδεμιᾶς ἄλλης ἐπαρ-
1809χίας τῆς Ἑλλάδος κατετάχθησαν ἀναλόγως τοσοῦτοι καὶ
1810ἔλαβον ἀδείας τόσον ὀλίγοι, ὅσοι ἐκ Κερκύρας. Παρακαλῶ
1811μάλιστα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσαγάγῃ
1812τοὺς πίνακας τούτους εἰς τὴν Βουλήν.
1813Ὄλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε, ὑπαγορεύει ὑμῖν ἡ ἐμπάθεια·
1814ἐμπάθεια δὲ ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ.
1815Ἐμπάθεια ὑπαγορεύει ὑμῖν νὰ εἴπητε εἰς πολιτευόμενον,
1816εἰς Ὑπουργὸν, ὅτι ὁ γραμματεύς του διέτρεχε τὰς τάξεις
1817τοῦ στρατοῦ ἐν ὥρᾳ πολέμου, ἵνα ἀπαλλάξῃ ἢ δώσῃ ἀδείας
1818εἰς τοὺς συμπολίτας του. Μὴ λησμονεῖτε δὲ, ὅτι οἱ Κερκυ-
1819ραῖοι ἐθυσίασαν εἰς τὰ Πέντε Πηγάδια τὴν ζωήν των καὶ
1820ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, καὶ οὐδὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ
1821λέγητε, ὅτι οἱ Κερκυραῖοι προσεπάθουν ν’ ἀποφύγουν τὴν
1822ἐκπλήρωσιν τῶν στρατιωτικῶν ὑποχρεώσεων.
1823§122Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν δὲν ἐπρόκειτο
1824περὶ ἀπαλλαγῶν, ἐπρόκειτο περὶ ἀδειῶν· συγχέει δὲ ὁ κύριος
1825συνάδελφος τὰ πράγματα.
1826§123Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν).
1827Κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἐγὼ ἤμην εἰς τὴν Ἤπειρον, καὶ δύνα-
1828μαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι οὐδεμία ἄδεια ἐδόθη οὔτε εἰς συμ-
1829πολίτην μου, οὔτε εἰς συμπολίτην τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ.
1830§124Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (πρὸς τὸν κ. Μαυρομμάτην). Λαμ-
1831βάνετε τὰς κατηγορίας τῶν τριόδων καὶ μεταφέρετε αὐτὰς
1832ἐπὶ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς! Πρέπει νὰ ἔχητε ἀποδείξεις
1833περὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων.
1834§125ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ... Παρελθούσης τῆς καταστάσεως
1835ἐκείνης καὶ τοῦ πολιτεύματος ἐπανελθόντος εἰς τὴν κανονικὴν
1836τροχιάν του, ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν ὁ κ. Πρωθυπουργός,
1837ὑποστηριζόμενος ὑπὸ κρατερᾶς καὶ μεγάλης πλειονοψηφίας,
1838πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑποσχέσεων, ἃς εἶχε δώσει, καὶ κατὰ γενι-
1839κὴν τῆς κοινῆς γνώμης ἀπαίτησιν ὑπέβαλε τὸ σωτήριον ἐκεῖνο
1840νομοσχέδιον περὶ ἀπομακρύνσεως τῶν ἀξιωματικῶν ἀπὸ
1841τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἀντὶ νὰ ὑποστηρίξῃ σπουδαίως τὴν ἐπιψήφι-
1842σιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, — ὅπερ εὐχερῶς θὰ ἐπεψηφίζετο,
1843ἂν ἐπεδείκνυεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ ἑκατοστὸν τῆς ἐπιμο-
1844νῆς, ἣν ἠναγκάσθη νὰ ἐπιδείξῃ πρὸς ψήφισιν τοῦ προκειμέ-
1845νου νομοσχεδίου, κατὰ τύπους μόνον ὑποβαλὼν αὐτὸ, — τὸ
1846ἐγκατέλιπεν ἐντελῶς, φοβηθεὶς τὴν κατ’ αὐτοῦ μῆνιν ὀλίγων
1847φίλων του ἀξιωματικῶν Βουλευτῶν!
1848Ὅταν, Κύριοι, Πρωθυπουργοὶ, ὅταν ἡγέται κομμάτων,
1849ἔχοντες τὰ μεγάλα πλεονεκτήματα τοῦ κ. Θεοτόκη (πλεο-
1850νεκτήματα, ἅτινα ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἀναγνωρίζω, ἀλλ’ ἅτινα
1851οὐδόλως συντελοῦσιν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως)
1852τοιαύτας ἔχωσιν ἰδέας περὶ διοικήσεως τοῦ στρατοῦ καὶ
1853οὕτω δρῶσιν ἐν τούτοις, διαχειριζόμενοι τὴν ἐξουσίαν, ἑπό-
1854μενον εἶναι νὰ κρίνωσιν ἐξ ἰδίων καὶ τοὺς ἄλλους, νὰ ἀπελ-
1855πίζωνται ν’ ἀντιταχθῶσι κατὰ τῶν διαφόρων ἐπιδράσεων
1856δι’ ἄλλων μέσων, καὶ νὰ ζητῶσι νὰ θέσωσιν ὑπὸ τὴν κηδε-
1857μονίαν τοῦ Διαδόχου καὶ τῆς Αὐλῆς καὶ ἑαυτοὺς καὶ τὸ
1858Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸν στρατόν!
1859Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐὰν, ὡς ἐρρήθη, αἱ ἐπιδράσεις τῆς πολιτικῆς
1860τὰ μάλιστα συνετέλεσαν εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν τοῦ
1861στρατοῦ, διὰ τῆς ἀναμίξεως ὅμως τῆς Αὐλῆς, τῶν Βασιλικῶν
1862Ὑπουργείων καὶ τῶν Βασιλοπαίδων εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ καὶ
1863τοῦ ναυτικοῦ χείρονα καὶ μείζονα ἐπῆλθον εἰς τὸν στρατὸν
1864κακὰ, χωρὶς οὐδὲν ἀπολύτως ἐκ τῆς ἀναμίξεως ταύτης νὰ
1865προκύψῃ καλόν. Διὰ τῶν τοιούτων ἐπιδράσεων κυρίως ἀνε-
1866στατώθη ὁ προϋπολογισμὸς, παρέλυσεν ἐντελῶς ἡ πειθαρχία
1867ἐν τῷ στρατῷ καὶ τῷ ναυτικῷ, ἐπῆλθε πλήρης σύγχυσις ἐν
1868αὐτοῖς, δημιουργηθεισῶν λεληθότως οὕτω καὶ ἄνευ νόμου
1869δύο ἐξουσιῶν καὶ μὴ δυναμένων τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν νὰ
1870ἐνασκήσωσιν ἐλευθέρως καὶ πλήρη τὴν ἐξουσίαν των. Θέλετε
1871ἀποδείξεις περὶ τούτων; Ἂς ἀνατρέξωμεν, Κύριοι, εἰς τὰ
1872τελευταῖα ταῦτα ἔτη, καὶ ἰδίως εἰς τὰ ἀπὸ τοῦ 1892 καὶ
1873ἐντεῦθεν, διότι ἔκτοτε ἄρχεται καὶ ἡ δευτέρα περίοδος τῆς
1874μείζονος δράσεως τῆς Βασιλείας καὶ ἡ ἄμεσος ἀνάμιξις τῶν
1875Βασιλοπαίδων εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ.
1876Καὶ πρὸ παντὸς, Κύριοι, θέλω διαλάβει περὶ τῶν γενο-
1877μένων κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη προβιβασμῶν, διότι
1878οὗτοι ἰδίως συνετέλεσαν εἰς τὴν ἀναστάτωσιν τοῦ προϋπο-
1879λογισμοῦ, εἰς τὴν δυσφήμησιν τοῦ στρατοῦ, παραστήσαντες
1880αὐτὸν ἄθροισμα βαθμοφόρων, καὶ εἰς τὸν ἐν αὐτῷ ἐρεθισμὸν,
1881ὅστις ὑπῆρξε καὶ ἐκ τῶν κυριωτέρων αἰτιῶν τοῦ πολέμου.
1882Ἐρρήθη πάντοτε, πρὸς δικαιολογίαν τῶν προβιβασμῶν,
1883ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ πληρῶνται τὰ ὑπάρχοντα κενὰ
1884τῶν στελεχῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὡς
1885πληροῦνται τὰ κενὰ καὶ τῶν ἄλλων κλάδων τῶν διαφόρων
1886ὑπηρεσιῶν. Παρ’ ὅσα δὲ εἶπε προχθὲς ὁ ἐξ Ἑρμιονίδος συνά-
1887δελφος περὶ τῆς ἐπιδράσεως τῆς πολιτικῆς ἐπὶ τῶν προβι-
1888βασμῶν, βλέπομεν τοὐναντίον κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη,
1889ὅτι τὰ κοινοβουλευτικὰ Ὑπουργεῖα, διευθυνόντων μάλιστα τὸ
1890Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν αὐτῶν τούτων τῶν ἀρχηγῶν
1891τῶν κομμάτων, Τρικούπη καὶ Δηλιγιάννη, οὐδέποτε προέ-
1892βησαν εἰς προβιβασμοὺς, εἰ καὶ ἐπόνουν ὑπὲρ πάντα ἄλλον
1893τὸν στρατὸν, εἰ καὶ εἶχον συγγενεῖς ἐν αὐτῷ καὶ ἐπιέζοντο
1894ὑπὸ τῶν φίλων των, οὐχὶ διότι ἦσαν πλήρη τὰ στελέχη,
1895ἀλλὰ διότι τὰ στελέχη ταῦτα ἔδει νὰ ἦσαν πλήρη ὅτε καὶ
1896ὁ στρατὸς καὶ αἱ ἐφεδρεῖαι ἦσαν ἄλλως ὠργανωμέναι καὶ οὐχὶ
1897ὡς διετέλει καὶ ὡς διατελεῖ σήμερον ὁ στρατός· ἄλλως δὲ
1898ἔμενον κενὰ ἐν τῷ στρατῷ καὶ ἕνεκα τῆς καταστάσεως τοῦ
1899προϋπολογισμοῦ, ὡς ἔμενον καὶ μένουσι κενὰ καὶ εἰς ἅπαντας
1900τοὺς κλάδους τῆς ὑπηρεσίας. Τοὐναντίον δὲ βλέπομεν, ὅτι, μό-
1901λις ἦλθεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ Βασιλικὸν Ὑπουργεῖον τοῦ
19021892, ἀμέσως προέβη εἰς ἀπείρους προβιβασμοὺς. Τὸ αὐτὸ δὲ
1903ἐγένετο καὶ ὑπουργοῦντος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ ὑπα-
1904σπιστοῦ τοῦ Βασιλέως τῷ 1895. Καὶ ἐγένοντο μὲν προβιβα-
1905σμοὶ καὶ ἐπὶ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Ὑπουργείου τῷ 1896,
1906καθ’ ἃ ὅμως γινώσκω, οἱ γενόμενοι ἐκεῖνοι προβιβασμοὶ ἐγέ-
1907νοντο ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ καὶ τῇ ἐπι-
1908δράσει καὶ συνεννοήσει τοῦ ἀντιβασιλεύοντος Διαδόχου μετὰ
1909τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
1910Λυποῦμαι δὲ, διότι δὲν παρίσταται τὴν στιγμὴν ταύτην
1911ὁ ἐκ Γόρτυνος σεβαστὸς Βουλευτὴς, εἰ καὶ ἴσως ἐκ λεπτό-
1912τητος ἐπιβαλλομένης αὐτῷ θ’ ἀπεπειρᾶτο νὰ μὲ διαψεύσῃ...
1913§126Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς τὰ λέγετε αὐτά;
1914§127Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν).
1915Ὑποθέτετε, ὅτι ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς εἶναι ἐκ τῶν
1916Πρωθυπουργῶν ἐκείνων, οἵτινες θὰ ἐπέτρεπον νὰ γείνωσι προ-
1917βιβασμοὶ ἐν ἀγνοίᾳ του;
1918§128ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Καὶ ἐν τούτοις ὑπεγράφησαν οὗτοι,
1919ἀγνοοῦντος τοῦ κ. Δηλιγιάννη καὶ τῇ ἐπιδράσει τοῦ Διαδόχου
1920ἐπὶ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ κ. Δηλιγιάν-
1921νης, δυσαρεστηθεὶς ἐπὶ τούτοις, δὲν ἤθελε νὰ δημοσιεύσῃ τοὺς
1922γενομένους προβιβασμούς. Ἐπείσθη δὲ νὰ δημοσιευθῶσιν οὗ-
1923τοι δι’ ἀνωτέρας παρεμβάσεως, τῇ παρακλήσει τοῦ Διαδόχου
1924καὶ ἵνα μὴ ἐκτεθῇ οὗτος, ἀφοῦ τοὺς ὑπέγραψε, καὶ ἐπὶ τῇ
1925ὑποσχέσει του, ὅτι δὲν ἤθελε προβῆ εἰς ἑτέρους προβιβασμούς.
1926Οἱ προβιβασμοὶ δὲ ἐκεῖνοι καὶ αἱ γενόμεναι κατ’ αὐτοὺς
1927ἀδικίαι ἀνεστάτωσαν τὸν στρατὸν καὶ συνετέλεσαν εἰς τὸν
1928ἐρεθισμὸν τῶν πνευμάτων ἐν αὐτῷ, καταλήξαντα εἰς τὸν πό-
1929λεμον...
1930§129Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταθέτετε οὕτω τὰς εὐθύνας.
1931§130ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐγὼ ἁπλῶς θέλω νὰ ἀποδείξω, ὅτι
1932εἰς τοὺς τοιούτους προβιβασμοὺς δὲν ἐπέδρασαν τὰ κοινοβου-
1933λευτικὰ Ὑπουργεῖα καὶ ἡ πολιτικὴ, ἀλλ’ ἡ Αὐλὴ καὶ τὰ
1934Βασιλικὰ Ὑπουργεῖα. Ἐπὶ τοῦ τελευταίου δὲ Βασιλικοῦ
1935Ὑπουργείου ἐγένοντο καὶ οἱ σκανδαλωδέστατοι ἐκεῖνοι, μετὰ
1936τὸν πόλεμον, προβιβασμοὶ, οἵτινες ἐδυσφήμησαν τὸν στρατὸν
1937καὶ τὸν τόπον χεῖρον καὶ αὐτοῦ τοῦ πολέμου. Ὑπηρετήσας
1938ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, διατηρήσας μέχρι τῆς
1939σήμερον σχέσεις μετὰ διακεκριμένων πατριωτῶν Ἑλλήνων,
1940σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι τ’ ἀποτελέσματα τοῦ πολέμου δὲν
1941εἶχον ἀπελπίσει τόσον καὶ ἀηδιάσει αὐτοὺς, ὅσον οἱ προβι-
1942βασμοὶ οὗτοι· δι’ ὃ καὶ πολλὰς ἔλαβον τότε ἐπιστολὰς, παρι-
1943στώσας τὸ ἄλγος καὶ τὴν ἐντροπὴν αὐτῶν ἐπὶ τούτοις.
1944Ἂς ἐξετάσωμεν δὲ ἤδη καὶ τὴν ἐπίδρασιν τῆς δράσεως
1945τῶν Βασιλοπαίδων ἐπὶ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, συμ-
1946πιπτούσης ἐπίσης ταύτης μετὰ τῆς λεγομένης δράσεως τῆς
1947Βασιλείας...
1948§131ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Δὲν φρονεῖτε, ὅτι ταῦτα εἶναι ἐκτὸς τοῦ
1949θέματος;
1950§132ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Τοὐναντίον· πρόκειται περὶ τῆς
1951πραγματικῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἤτοι περὶ τῆς ἐπιδρά-
1952σεως καὶ τοῦ χωρισμοῦ τῆς πολιτικῆς ἀπὸ τοῦ στρατοῦ καὶ
1953τῆς ἀναθέσεως τῆς Γενικῆς Διοικήσεως εἰς τὸν Διάδοχον,
1954πρὸς ἀποφυγὴν τῆς τοιαύτης ἐπιδράσεως.
1955Ἡ δευτέρα περίοδος τῆς λεγομένης δράσεως τῆς Βασιλείας
1956ἤρξατο τὴν 17 Φεβρουαρίου 1892 διὰ τῆς τότε ἀποπομπῆς
1957τοῦ Ὑπουργείου Δηλιγιάννη, μεγάλην πλειονοψηφίαν διαθέ-
1958τοντος ἐν τῇ Βουλῇ ἐκείνῃ. Ἐνῷ, μέχρις οὗ σχηματισθῇ τὸ
1959διάδοχον Ὑπουργεῖον, διεχειρίζετο ἔτι τὴν ὑπηρεσίαν τὸ
1960Ὑπουργεῖον Δηλιγιάννη, ἐγένοντο αἱ πρὸ τῶν Ἀνακτόρων
1961ἐκεῖναι σκηναί. Δοθείσης καὶ τότε εἰς τὸ ἄρθρον 32 τοῦ
1962Συντάγματος τῆς ἑρμηνείας, ἣν ζητοῦσι καὶ ἤδη νὰ δώσωσι,
1963διέθεσεν ὁ Βασιλεὺς τὰς δυνάμεις τοῦ στρατοῦ κατὰ τρόπον,
1964ὥστε οἱ Αὐλικοὶ νὰ ἔλθωσιν εἰς ἐχθρικὴν στάσιν καὶ δια-
1965πληκτισμοὺς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, παρι-
1966σταμένων καὶ ἐπικροτούντων τῶν Βασιλοπαίδων, καὶ νὰ
1967παραστῶμεν εἰς τὸ σκανδαλῶδες ἐκεῖνο θέαμα, ὅπερ παρέ-
1968λυεν ἐντελῶς τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν καὶ τὴν διοίκη-
1969σιν τοῦ Ὑπουργείου.
1970Αἱ διεξαχθεῖσαι τότε ἐκλογαὶ ἤγαγον εἰς τὴν ἀρχὴν τὸ
1971Κοινοβουλευτικὸν Ὑπουργεῖον τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη,
1972ὅπερ, παραιτηθὲν πρὸς στιγμὴν τῷ 1893, ἐπανῆλθε καὶ αὖ-
1973θις εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ ἐκυβέρνα τῷ 1894. Εἶχον τότε γραφῆ
1974ἐν τῇ «Ἀκροπόλει» ἄρθρα τινὰ περὶ στρατοῦ, μετά τινος
1975πικρίας γεγραμμένα. Ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ τὸ ἕνεκα τῶν
1976ἄρθρων ἐκείνων γενόμενον πραξικόπημα κατὰ τῆς «Ἀκρο-
1977πόλεως» καὶ ὁ πόλεμος ἀπέδειξαν, πόσον πραγματικαὶ ἦσαν
1978αἱ πικραὶ ἐκεῖναι ἀλήθειαι. Ὅπως δήποτε παρέστημεν τότε
1979εἰς τὸ ὀδυνηρὸν ἐκεῖνο θέαμα στρατοῦ συντεταγμένου, μετὰ
1980βοῆς καὶ σαλπίγκων, ἐν πλήρει μεσημβρίᾳ καὶ διὰ τῶν κεν-
1981τρικωτάτων ὁδῶν τῶν Ἀθηνῶν, προβάντος εἰς τὴν κατα-
1982στροφὴν τῶν πιεστηρίων καὶ γραφείων τῆς «Ἀκροπόλεως».
1983Ὅτε δὲ βραδύτερον, πληροφορηθεὶς τὰ γενόμενα, μετέβην
1984πρὸ τῶν γραφείων τῆς «Ἀκροπόλεως», ἐξέστην ἐνώπιον τῆς
1985καταστροφῆς ἐκείνης, χαρακτηριζούσης τὴν κατάστασιν τοῦ
1986στρατοῦ καὶ τοῦ τόπου! Ἐπρόκειτο, Κύριοι, περὶ συρροῆς
1987ἐγκλημάτων, ἤτοι συνωμοσίας, στάσεως, αὐτοδικίας, κατα-
1988στροφῆς ξένης ἰδιοκτησίας καὶ ἀντιπειθαρχίας. Σπεύσας τότε
1989νὰ μεταβῶ παρὰ τῷ ἀειμνήστῳ Τρικούπῃ, καὶ ὡς πολίτης
1990καὶ ὡς φίλος του Βουλευτὴς, ὅπως διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς
1991τοιαύτης καταστάσεως, καὶ ἀφιχθεὶς εἰς τὸν προθάλαμον
1992τοῦ γραφείου του, εἶδον ὅτι ἦτο περιττὴ ἡ διαμαρτυρία μου.
1993Εἶχε καλέσει παρ’ ἑαυτῷ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν,
1994ἔξαλλος δὲ ἐξ ὀργῆς ἐπὶ τοῖς γενομένοις καὶ διὰ τὴν τοιαύ-
1995την κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, παρήγγελλε τῷ Ὑπουργῷ νὰ
1996λάβῃ αὐστηρότατα μέτρα κατὰ τῶν πρωταιτίων. Ἀλλὰ τί
1997ἀπήντησε, νομίζετε, Κύριοι, τότε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιω-
1998τικῶν; Ἐὰν ληφθῶσι τοιαῦτα μέτρα, ἔλεγεν ὁ κ. Τσαμα-
1999δὸς, πρῶτος πρέπει νὰ τιμωρηθῇ ὁ Διάδοχος, διατελῶν ἐν
2000γνώσει τοῦ τοιούτου κινήματος, ἐπιδοκιμάσας αὐτὸ καὶ
2001παρασυρθεὶς εἰς τοῦτο ὑπὸ τῶν περὶ αὐτόν.
2002§133Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
2003κῶν). Σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ἀμέσως μετέβην εἰς τὸ Τηλεγρα-
2004φεῖον τῶν Ἀνακτόρων καὶ συνεννοήθην μετὰ τοῦ Διαδόχου,
2005βασιλεύοντος τότε, καὶ εὑρισκομένου ἐν Τατοΐῳ, ὅστις κατη-
2006γανάκτησε διὰ τοῦτο, καὶ μοὶ ἔδωκεν ἐντολὴν νὰ προβῶ εἰς
2007ὅ,τι μοὶ ἐπέβαλλε τὸ καθῆκόν μου.
2008§134ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ὅ,τι εἶπον εἶναι ἡ καθαρὰ ἀλήθεια.
2009§135Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς δύναται νὰ διαψεύσῃ
2010τὴν ἀλήθειαν.
2011§136Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ ἤμην ἐν γνώσει, καὶ σᾶς λέ-
2012γω, ὅτι ταῦτα εἶναι ἀληθέστατα.
2013§137ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Καὶ ἐν τούτοις, Κύριοι, ἡ μεγάλη
2014ἐκείνη καὶ αὐστηρὰ προσωπικότης, ἀνὴρ ἐξόχου θελήσεως,
2015ὡς ὁ Τρικούπης, ἐσταμάτησε πρὸ τῶν τοιούτων προσκομμά-
2016των. Καὶ διετάχθη μὲν τότε καταδίωξις κατὰ τῶν πρω-
2017ταιτίων ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ παρέστημεν πρὸ τῆς σκανδα-
2018λώδους ἐκείνης δίκης, πρὸ τῆς ἀποθεώσεως τοῦ πραξικοπή-
2019ματος ὑπὸ τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, προκαλέσαντος τὴν
2020ἀθώωσιν τῶν πρωταιτίων. Ὅτε δὲ ὁ Ὑπουργὸς ἠθέλησεν,
2021ἀπέναντι τοιούτου σκανδάλου καὶ χάριν τῆς ἐπὶ τῶν ξένων
2022ἐντυπώσεως, νὰ τιμωρήσῃ διὰ μεταθέσεως τὸν Βασ. Ἐπίτρο-
2023πον, τὸ διάταγμα ἐκεῖνο δὲν ὑπεγράφη!
2024Βλέπετε ἑπομένως, τί συμβαίνει κατὰ τὴν ἀνάμιξιν εἰς
2025τὰ τοῦ στρατοῦ προσώπων κατὰ τύπους μὲν ὑπευθύνων,
2026πράγματι δὲ ἀνευθύνων, καθ’ ὧν, ἀναμιγνυομένων ἐπὶ βλάβῃ
2027τοῦ στρατοῦ, οὐδὲν δύναται νὰ ἐνεργηθῇ.
2028Ὀλίγους δὲ μῆνας κατόπιν ἐπῆλθον τὰ συμβάντα τοῦ
2029πεδίου τοῦ Ἄρεως, ὅτε εἴδομεν τὸν Διάδοχον, ὡς ἀρχηγὸν
2030τοῦ στρατοῦ, συνωμοτοῦντα κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, τὸν δὲ
2031Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν οὐδὲν δυνάμενον νὰ ἐνεργήσῃ
2032κατὰ τοῦ Διαδόχου, ὡς ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, παρισταμένου
2033ἐκεῖ καὶ παραλύοντος τὰς ἐνεργείας του!...
2034§138ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ Διάδοχος τότε ἐβασίλευε.
2035§139ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Πρόκειται ἤδη περὶ τῶν γεγονότων
2036τοῦ πεδίου τοῦ Ἄρεως. Προκειμένου δὲ περὶ τοῦ ἑτέρου γε-
2037γονότος, ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὑμεῖς αὐτὸς εἴπετε πρὸς τὸν
2038Τρικούπην, ὅτι, ἂν πρόκειται νὰ γείνωσι καταδιώξεις, πρέπει
2039ν’ ἀρχίσητε ἀπὸ τὸν Διάδοχον.
2040§140ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀπὸ τὸν Βασιλέα δηλαδή! Τοῦτο δὲν εἶναι
2041ἀληθές.
2042§141ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἀληθέστατον!
2043Ὅπωςδήποτε, ἀνελθόντος κατόπιν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἐκ
2044Γόρτυνος Βουλευτοῦ, πολλαὶ συζητήσεις ἐγένοντο κατὰ τὴν
2045Βουλευτικὴν ἐκείνην περίοδον περὶ τῶν Βασιλικῶν Ὑπουρ-
2046γείων, περὶ τοῦ Ναυστάθμου, περὶ τῆς «Μπουμπουλίνας»,
2047καθ’ ἃς καὶ πολλαὶ ἐγένοντο ἀποκαλύψεις, εἰς ἃς συνετέλεσε
2048καὶ τὸ τότε Ὑπουργεῖον, καὶ ἰδίως ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν
2049Ναυτικῶν καὶ ἤδη ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος. Ὀφείλω ὅμως
2050νὰ παρατηρήσω, ὅτι οὗτος, ἐκ λεπτότητος ἴσως πρὸς τὰ
2051ἐνεχόμενα πρόσωπα, ἕνεκα τῆς θέσεώς του ὡς Ὑπουργοῦ,
2052ἐνῷ ἀπεκάλυπτε, συνεκάλυπτε συνάμα. Ἐὰν ἄλλως ἔπραττε,
2053θὰ ἠδύνατό τις νὰ παραβάλῃ τὰς ἀποκαλύψεις του ἐκείνας
2054πρὸς τὰ μυθολογικὰ ἐκεῖνα βέλη, ἅτινα ἐτίτρωσκον, ἀλλὰ
2055καὶ ἐθεράπευον συνάμα. Ἀλλ’ ἐνῷ διὰ τῶν γενομένων ἀπο-
2056καλύψεων καιρίως ἐτίτρωσκεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτι-
2057κῶν καὶ τὰς περὶ Βασιλικῶν Ὑπουργείων ἰδέας καὶ τάσεις
2058καὶ τὰ τοῦ Ναυστάθμου καὶ τὰ τῆς «Μπουμπουλίνας»,
2059προσπαθῶν ὅμως συγχρόνως, ἐκ λεπτότητος πρὸς τοὺς ἀνευ-
2060θύνους, νὰ συγκαλύπτῃ τ’ ἀποκαλυπτόμενα ἕλκη, δὲν τὰ ἐθε-
2061ράπευεν, ἀλλὰ τὰ ἄφινε χαίνοντα, ὄζοντα! Καὶ ὄντως, ὅτε
2062τὸ πρῶτον κατήγγειλα εἰς τὴν Βουλὴν τὰς τερατώδεις ἐκεί-
2063νας παρανομίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ὑπασπιστῶν τῆς Α. Μ.
2064καὶ ἐζήτησα ἐπὶ ταύταις πληροφορίας, ὁ τότε Πρωθυπουρ-
2065γὸς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔσπευσαν ἀμέσως τὴν
2066ἐπαύριον νὰ χορηγήσωσι τὰς πληροφορίας, δι’ ὧν ἐπισημο-
2067ποιοῦντο αἱ γενόμεναι παρανομίαι. Ὅτε δὲ βραδύτερον πα-
2068ρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα τῆς «Μπουμπουλίνας»,
2069ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, μετὰ τόλμης τιμώσης τὸν
2070χαρακτῆρά του, ἐξηγέρθη κατὰ τῆς καταστάσεως τοῦ Ναυ-
2071στάθμου, καὶ ἰδίως κατὰ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς ὑπηρεσίας
2072αὐτοῦ ἀπὸ τῆς τοῦ Ὑπουργείου, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας καὶ τὰς
2073ζητουμένας πληροφορίας δὲν ἠδύνατο νὰ προσαγάγῃ καὶ τὴν
2074ἐξουσίαν του ὡς Ὑπουργοῦ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐνασκήσῃ, διότι
2075ἡ ἐξουσία τοῦ Ναυστάθμου ἦτο ὡς τὸ προκείμενον νομοσχέ-
2076διον. Ὑπέσχετο δὲ, ὅτι προσεχῶς θὰ ἐλάμβανε νομοθετικὴν
2077πρόνοιαν πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ τούτου. Ἀλλ’ ἐνῷ κατὰ
2078τὴν προσεχῆ ἐκείνην Σύνοδον ὑπέβαλε σωρείαν νομοσχε-
2079δίων, οὐδὲν τούτων ἀφεώρα εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν τοῦ Ναυ-
2080στάθμου. Ἐβελτιώθη ἆρά γε δι’ ἄλλου τρόπου ἡ κατάστα-
2081σίς του; Τοὐναντίον, ἀπεκαλύπτοντο τότε παρανομίαι, κακο-
2082διοίκησις καὶ σπατάλαι, αἵτινες εἰκότως κατέπληξαν τότε
2083τὴν Βουλήν. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι εἰς πάντα ταῦτα οὐδόλως
2084ἐπέδρα ἡ πολιτική.
2085Ἀλλ’ ἐνῷ αἴτιοι τῆς τοιαύτης καταστάσεως τοῦ Ναυ-
2086στάθμου καὶ τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης ἦσαν ὁ βασιλόπαις
2087Γεώργιος, ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου καὶ ὁ πρώην Ὑπουρ-
2088γὸς τῶν Ναυτικῶν, οὐδὲν ἐνηργήθη κατ’ αὐτῶν, διότι ἦσαν καὶ
2089οὗτοι κατὰ τύπους ὑπεύθυνοι, πράγματι ὅμως ἀνεύθυνοι,
2090καὶ ἐξηκολούθουν διαμένοντες εἰς τὰς θέσεις των, καταγινόμε-
2091νοι ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ μέγα ἔργον τῆς «Μπουμπουλίνας»!
2092Τί δὲ εἶχε προκύψει τότε καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου,
2093ὅπερ τοσοῦτον εἶχεν ἐγείρει θόρυβον καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν
2094τῇ κοινωνίᾳ; Λυποῦμαι τῇ ἀληθείᾳ, διότι συνάδελφοι καὶ
2095φίλοι, οἵτινες εἶχον πρωταγωνιστήσει εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο,
2096κατελήφθησαν ἔκτοτε ὑπὸ γλωσσοδέτου, ὅστις ἀπέβη, τοὺς
2097διαβεβαιῶ, πρὸς ζημίαν των. Ἐν περιλήψει οὐχ ἧττον ὀφείλω
2098νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι Βασιλικὸν Ὑπουργεῖον εἶχε συλλάβει καὶ
2099τὴν μεγαλεπήβολον ἰδέαν νὰ μετασκευάσῃ τὸ μόνον ὁπλι-
2100ταγωγὸν, τὸ ὁποῖον εἴχομεν, εἰς θαλαμηγόν· ὅτι ἕτερος
2101Ὑπουργὸς, οὐχὶ Βασιλικὸς αὐτὸς, ἀλλὰ στενῶς συνδεόμενος
2102τότε μετὰ τῆς Αὐλῆς, εἶχεν ὑποβάλει καὶ τὸν νόμον περὶ
2103τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου καὶ εἶχεν ἀποφασίσει καὶ
2104τὴν μετασκευὴν τῆς «Μπουμπουλίνας»· ἀλλ’ ἐνῷ εἶχον
2105προϋπολογισθῆ πρὸς τοῦτο 50,000 δραχμαὶ, τὸ τρισάθλιον
2106τοῦτο ἔθνος, τὸ χρεωκοπημένον, τὸ περικόπτον τότε καὶ αὐ-
2107τοὺς τοὺς μισθοὺς τῶν Ἀρεοπαγιτῶν διὰ νὰ ἐξοικονομήσῃ
2108ὀλίγας χιλιάδας δραχμῶν, ἐδαπάνα διὰ τὴν «Μπουμπουλί-
2109ναν» 3,000,000 δραχμάς!...
2110§142Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν).
2111Τοῦτο εἶναι ἀνακριβέστατον.
2112§143ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἀκριβέστατον, κύριε Ὑπουργέ.
2113§144ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀνακριβέστατον!
2114§145ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Νὰ τὸ ἀποδείξητε.
2115§146ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πόσα λοιπὸν ἐξωδεύθησαν;
2116§147ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ... Πρὸς τοῦτο δὲ εἶχον διατεθῆ ἐπὶ 4
2117ἔτη ἅπασαι αἱ δι’ ἐπισκευὴν τοῦ στόλου χορηγούμεναι πι-
2118στώσεις, πρὸς τοῦτο καὶ μόνον εἶχεν ὁρισθῆ ἅπασα ἡ ἐργασία
2119τοῦ Ναυστάθμου. Ἂν δὲ ὁ στόλος ἡμῶν εἶχε μείνει ἄνευ
2120ἐπισκευῶν, καίτοι ἕνεκα τούτου ἠθέλησαν νὰ δικαιολογήσωσι
2121τὴν ἀδράνειαν τοῦ στόλου, εἰς τοῦτο βεβαίως συνετέλεσαν καὶ
2122τὰ τῆς «Μπουμπουλίνας».
2123§148Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καμμία ἔλλειψις δὲν ἦτο.
2124§149ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Δὲν ἐννοῶ, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ
2125ὑπῆρχον ἐλλείψεις ἐν τῷ στόλῳ, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν, ὅτι
2126ἅπασαι αἱ πιστώσεις, αἱ χορηγηθεῖσαι κατὰ τὰ τέσσαρα τότε
2127ἔτη πρὸς ἐπισκευὴν τοῦ στόλου, καὶ ἅπασα ἡ ἐργασία τοῦ
2128Ναυστάθμου εἶχον διατεθῆ εἰς τὴν μετασκευὴν τῆς «Μπου-
2129μπουλίνας»...
2130§150ΛΕΒΙΔΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς ἀπαντήσω;
2131§151ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ὄχι.
2132§152Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
2133κῶν). Αὐτὸς εἶναι ἁρμόδιος νὰ σᾶς ἀπαντήσῃ, ἂν ἐδαπανή-
2134θησαν τὰ 3 ἑκατομμύρια ἢ ὄχι.
2135§153ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐγὼ ἀναπτύσσω πληροφορίας, τὰς
2136ὁποίας σεῖς τότε ἀντελαμβάνεσθε περισσότερον παντὸς ἄλλου,
2137—ἀφοῦ μὲ διακόπτετε,—σεῖς, μετὰ τοῦ ὁποίου ἀντηλλάσ-
2138σομεν τότε τὰς ἰδέας μας καὶ ἤμεθα συμφωνότατοι.
2139§154ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν ἤμεθα σύμφωνοι.
2140§155ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Συμφωνότατοι. Σεῖς μετεβλήθητε
2141ἐσχάτως καὶ θὰ εἴπω κατόπιν διατί.
2142§156ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς ὅλα ἴσως λέγετε ἀκριβείας, εἰς αὐτὰ μόνον
2143δὲν εἶσθε ἀκριβεῖς.
2144§157Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐξ αὐτῶν θὰ κρί-
2145νωμεν καὶ περὶ τῶν ἄλλων.
2146§158ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ παύσουν αἱ διακοπαί.
2147§159ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐπῆλθε κατόπιν καὶ ὁ πόλεμος. Εἶ-
2148ναι περιττὸν νὰ θίξω καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου δρᾶσιν
2149τῶν Βασιλοπαίδων, καὶ τὴν βλάβην, ἥτις ἐπῆλθεν ὡς ἐκ ταύ-
2150της καὶ εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς τὰ τοῦ πολέμου, ἕνεκα τῶν μεταξὺ
2151τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ Διαδόχου διαφωνιῶν. Ἐν ἐκτάσει
2152καὶ λίαν ἐγλώττως διέλαβε περὶ πάντων τούτων ὁ ἐκ Πα-
2153τρῶν συνάδελφος καὶ φίλος κ. Παππαγιαννακόπουλος.
2154Εἴδετε λοιπόν, Κύριοι, τὰς ἐπὶ τοῦ στρατοῦ ἐπιδράσεις
2155τῆς πολιτικῆς, ἃς μετὰ πάσης εἰλικρινείας, ἀρχόμενος τοῦ
2156λόγου, ἐξέθηκα. Εἴδετε ὅμως καὶ τὰς ἐπὶ τοῦ στρατοῦ ἐπι-
2157δράσεις τῶν Βασιλοπαίδων καὶ τῶν Βασιλικῶν Ὑπουργείων,
2158ὅτε οὐδόλως ἐπέδρα ἡ πολιτική. Ἐπῆλθον δὲ τοσαῦτα λυ-
2159πηρὰ ἐκ τῆς τοιαύτης ἐπιδράσεως ἀποτελέσματα, χωρὶς νὰ
2160ἦναι θεσμοθετημένη ἔτι ἡ τοιαύτη ἐπίδρασις, ὡς θεσμοθε-
2161τεῖται νῦν διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου.
2162Καὶ ταῦτα πάντα ἐγένοντο, οὐχί, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοι
2163συνάδελφοι, διότι οἱ ἀναμιγνυόμενοί εἰσιν ἀνεύθυνοι, ἀλλ’ ἕ-
2164νεκα τῆς στενῆς μετὰ τῶν ἀνευθύνων σχέσεώς των καὶ ἰδίως
2165ἕνεκα ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν. Ἐὰν ἔκρινον ἐξ ἰδίων τοὺς
2166ἄλλους, δὲν θὰ ἐνόουν βεβαίως τὰς τοιαύτας ἀδυναμίας, διότι,
2167ἐὰν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρα-
2168τιωτικῶν ἢ τῶν Ναυτικῶν, εὐλαβῶς πρὸς ἕκαστον προσφε-
2169ρόμενος, ἀποδίδων ἑκάστῳ τὸ ἑαυτοῦ, θὰ ἔθετον συνάμα
2170ἕκαστον εἰς τὴν θέσιν του, καὶ θὰ ἤμην λίαν ζηλότυπος τῶν
2171δικαιωμάτων μου καὶ τῶν καθηκόντων μου ὡς Ὑπουργοῦ.
2172Ἀλλ’ αὐστηρὸς πρὸς ἐμαυτὸν, ἐπιεικὴς πρὸς τοὺς ἄλλους,
2173ἐννοῶ καὶ τὰς τοιαύτας ἀδυναμίας μέχρι τοῦ σημείου νὰ
2174ἐννοῶ καὶ τὴν ἀδυναμίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν
2175τοῦ νὰ μεταπηδᾷ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸ ἕτερον ἄκρον. Ἕνεκα
2176δὲ τῶν τοιούτων ἀδυναμιῶν τῶν ὑπευθύνων, χάριν αὐτῆς
2177ταύτης τῆς ὑψηλῆς θέσεως τῶν Βασιλοπαίδων, χάριν τῆς
2178πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ, θὰ ἐπεθύμουν, οὐ μόνον νὰ μὴ ὑπε-
2179βάλλετο τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἀλλὰ, συμφωνῶν πληρέστατα
2180ἐπὶ τοῦ προκειμένου μετὰ τοῦ ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου κ.
2181Λεβίδου, φρονῶ, ὅτι θὰ ἦτο ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ ὑπο-
2182βληθῇ νομοσχέδιον περὶ ἀπομακρύνσεως τῶν Βασιλοπαίδων
2183ἀπὸ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ.
2184Βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, αἱ τελευταῖαι ἐθνικαὶ συμφο-
2185ραὶ οὐδόλως συνετέλεσαν νὰ ἀνοίξωμεν τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμῶν.
2186Φαίνεται μάλιστα τοὐναντίον, ὅτι ἡ ἀπαισία λάμψις τῶν
2187συμφορῶν τούτων ἐτύφλωσεν ἐντελῶς ἡμᾶς. Δι’ ὃ καὶ βλέπο-
2188μεν, ὅτι τολμῶσι νῦν νὰ ὑποβάλλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τοιαῦτα
2189νομοσχέδια, καὶ νὰ ὑποστηρίζωσι καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
2190του αὐτὰς ἐκείνας τὰς γνώμας, αἵτινες, λάθρᾳ ἐφαρμοσθεῖσαι
2191κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη, ὑπῆρξαν ἡ κυριωτέρα αἰτία
2192τῶν ἐθνικῶν συμφορῶν. Λυποῦμαι δὲ ἰδίως, διότι τοιαῦται
2193γνῶμαι, ἐκ διαμέτρου ἀντίθετοι πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ ἀειμνή-
2194στου Τρικούπη, ὑπεστηρίχθησαν ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες ὑπῆρ-
2195ξαν ἄλλοτε ἐκ τῶν πρωτοστατῶν τοῦ κόμματος, καὶ οἵτινες
2196παρουσιάζονται νῦν ὡς διάδοχοι καὶ διευθύνοντες τὸ κόμμα
2197ἐκείνου. Δι’ ὃ καὶ χάριν ἀρχῶν, ὑπὲρ ὧν ἀείποτε καὶ μέχρι
2198τελευταίας πνοῆς του προεμάχησεν ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης,
2199χάριν ἀρχῶν, ἐφ’ ὧν ἑδραιότερον καὶ μετὰ μείζονος πεποιθή-
2200σεως θὰ ἐβάδιζε νῦν, ἐὰν ἔζη, χάριν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας ἀλανθά-
2201στους ἀπέδειξαν αἱ τελευταῖαι ἐθνικαὶ συμφοραὶ καὶ τὰ ἀπό
2202τινος χρόνου ἐν τῇ Πολιτείᾳ τελούμενα, ἠναγκάσθην, παρὰ
2203τὰς συνηθείας μου, διὰ μακρῶν νὰ λάβω τὸν λόγον, διὰ νὰ
2204διαμαρτυρηθῶ ἐναντίον τῶν θεσμοθετουμένων διὰ τοῦ νομο-
2205σχεδίου ἀρχῶν, αἵτινες, ἐὰν ἐπεκράτουν, ὀλέθρια διὰ τὸν
2206στρατὸν καὶ τὸν τόπον θὰ εἶχον ἀποτελέσματα.
2207Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, ἐκπλήττομαι διότι τοιαύτας ἔχει νῦν
2208γνώμας καὶ τοιαῦτα ὑποβάλλει νομοσχέδια ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
2209Στρατιωτικῶν, δὲν ἐκπλήττομαι βεβαίως διὰ τὰς τοιαύτας
2210γνώμας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Καὶ ἄλλοτε, ὀλίγον πρὸ τοῦ θα-
2211νάτου τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, εἶχεν ἐξενέγκει τοιαύτας γνώ-
2212μας· εἶχον μάλιστα ἀνακοινωθῆ αὗται τῷ ἀειμνήστῳ Τρικούπῃ,
2213καὶ εἶχεν οὗτος ἐξενέγκει τὰς περὶ τῶν γνωμῶν τούτων κρίσεις
2214του. Πιστεύω, Κύριοι, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ πιστεύω, ὅτι καὶ ὅσοι ἐξ
2215ὑμῶν, ἐν τῇ ἐξάψει τοῦ κομματικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, ὡς δυσ-
2216τυχῶς ὁ ἀνταγωνισμὸς οὗτος διεξάγεται παρ’ ἡμῖν, ἐδεί-
2217χθητε ἀμείλικτοι πρὸς τὸν Τρικούπην ζῶντα, νῦν ὅμως, ὅτε
2218ὁ ἀπηνὴς θάνατος ἐπράϋνε τὰ τοιαῦτα πάθη, νῦν, ὅτε βλέ-
2219πετε, τίνες ἐπικάθηνται τῶν ἐδωλίων, ἔνθα ἐκάθητο ἐκεῖνος...
2220§160Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν).
2221Καὶ δὲν κάθεσθε σεῖς! Ἀλλὰ τὸ κόμμα θέλει ἡμᾶς, δὲν θέ-
2222λει σᾶς. Ἡμεῖς ἠγωνιζόμεθα μετ’ αὐτοῦ 25 χρόνια, σὺ ἦσο
2223ὑπάλληλος.
2224§161ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Σὺ ἔτρεχες εἰς μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα
2225ἐγὼ δὲν ἔτρεχον, καὶ συνηγελάζεσο μὲ ἐκείνους, μὲ τοὺς ὁποίους
2226ἐγὼ ποτέ!
2227§162Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σὺ παρουσιάζεσαι τώρα ὡς ἄνθρωπος
2228ὑπηρετήσας τὸν Τρικούπην!
2229§163ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Θὰ εἴπω καὶ περὶ σοῦ.
2230§164Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ (πρὸς τὸν κ. Βουδούρην). Τὸν ὑπηρετή-
2231σατε, ἀλλὰ τὸν ἐλησμονήσατε. Αὐτὸ λέγει ὁ κ. Βουλευτής.
2232§165ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Νῦν, λέγω, κύριοι Βουλευταὶ, θὰ
2233κρίνητε ἀπαθέστερον τὴν ἔκτακτον ἐκείνην φυσιογνωμίαν,
2234καὶ θὰ ἐπιθυμῆτε ἑκάστοτε νὰ μανθάνητε τὰς περὶ τῶν κοι-
2235νῶν γνώμας του. Ἰδίως δὲ ἐπίκαιρον εἶναι νὰ μάθητε, τίνα
2236περὶ τῆς θέσεως τῶν Βασιλοπαίδων ἐν τῷ στρατῷ τὸ ὕστα-
2237τον εἶχε γνώμην ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, τίνα περὶ τῆς δρά-
2238σεως τῆς Βασιλείας, καὶ ὑπὸ τίνας περιστάσεις καὶ πῶς ἐξή-
2239νεγκεν αὐτάς.
2240Καὶ περὶ μὲν τῆς θέσεως τῶν Βασιλοπαίδων ἐν τῷ στρατῷ
2241καὶ τῷ ναυτικῷ, ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, θελήσας ἐν ἀρχῇ
2242νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ ἐνδιαφέρον αὐτῶν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ
2243καὶ τοῦ ναυτικοῦ, καὶ ν’ ἀπασχολήσῃ αὐτοὺς, τοὺς ἔταξεν
2244εἰς ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ὅτε εἶδεν ἐν τῷ ἔργῳ, ὅτι διὰ
2245τῆς ἀναμίξεως τῶν Βασιλοπαίδων ἀνῃρεῖτο ἡ εὐθύνη τῶν
2246Ὑπουργῶν, παρεκωλύετο ἡ ἐργασία τῶν Ὑπουργείων, ἐπήρ-
2247χετο δ’ οὕτω βλάβη καὶ σύγχυσις εἰς τὴν πειθαρχίαν τοῦ
2248στρατοῦ, χωρὶς οὐδὲν ἀπολύτως νὰ προέρχηται ἐκ τῆς ἀναμί-
2249ξεώς των καλὸν, ὅτε ἰδίως ἐπῆλθον τὰ συμβάντα τῆς «Ἀκρο-
2250πόλεως» καὶ τοῦ πεδίου τοῦ Ἄρεως, εἶχε λάβει ὁριστικὴν
2251καὶ ἀμετάκλητον ἀπόφασιν νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀπομάκρυνσίν
2252των ἐκ τῆς ἐνεργοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ ὑπηρεσίας.
2253Δὲν εἶμαι δὲ μόνος ἐγὼ κάτοχος τῶν τοιούτων σκέψεων
2254τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη. Εἶχεν ἀνακοινώσει ταύτας εἰς
2255πλείστους ἐξ ἡμῶν. Ἐγίνωσκε δὲ ἰδίως καὶ συνεμερίζετο τὰς
2256γνώμας ταύτας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις,
2257πιστὸς τέως θεματοφύλαξ τῶν τοιούτων γνωμῶν, ἔλεγεν εἰς
2258πάντας, ὅτι «πρῶτον ἔργον ἡμῶν, ἐρχομένων εἰς τὴν ἐξου-
2259σίαν, δέον νὰ ἦναι ἡ ἀπομάκρυνσις τῶν Βασιλοπαίδων ἐκ
2260τοῦ στρατοῦ»...
2261§166Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
2262κῶν). Αὐτὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ εἶπεν ὁ ἀείμνηστος
2263Τρικούπης.
2264§167ΚΡΙΤΣΑΣ. Διατὶ ἡ ἀνυπομονησία αὕτη τῶν Κυρίων;
2265Ἂς ἀφήσωσι τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ ὁμιλήσῃ, καὶ ὕστερον
2266ἂς τὸν ἀντικρούσωσι.
2267§168ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Σεῖς ἐλέγετε τότε καὶ ἄλλα πολλά.
2268§169ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Βουλευτά, βεβαιοῦτε ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς
2269τιμῆς σας, ὅτι τὰ ἔλεγε;
2270§170ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς μου βε-
2271βαιῶ, ὅτι ἔλεγε: «Πρῶτον ἔργον ἡμῶν, ἐρχομένων εἰς τὴν
2272ἐξουσίαν, δέον νὰ ᾖναι ἡ ἀπομάκρυνσις τῶν Βασιλοπαίδων
2273ἀπὸ τοῦ στρατοῦ».
2274§171ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δύνασθε νὰ βεβαιῶτε ὅ,τι θέλετε. Ἐγὼ
2275σᾶς λέγω, ὅτι τίποτε ἀπ’ αὐτὰ δὲν εἶναι ἀληθές.
2276§172ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἀληθέστατα.
2277§173ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὰ πράγματα μαρτυροῦν ἄλλως.
2278§174ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν καυχῶμαι ὅτι εἶμαι
2279ὁ μόνος θεματοφύλαξ τῶν μυστικῶν καὶ τῶν γνωμῶν τοῦ ἀει-
2280μνήστου Τρικούπη. Πάντες οἱ τέως φίλοι αὐτοῦ γινώσκουσιν
2281αὐτάς, περισσότερον δὲ παντὸς ἄλλου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
2282Στρατιωτικῶν.
2283Τοιαύτην, Κύριοι, ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης εἶχε τὸ ὕστα-
2284τον γνώμην περὶ τῆς ἐν τῷ στρατῷ θέσεως τῶν Βασιλοπαί-
2285δων.
2286Περὶ δὲ τῆς δράσεως τῆς Βασιλείας, τίνα εἶχε γνώμην ὁ
2287ἀείμνηστος Τρικούπης; Εἰ καὶ ἐν παρόδῳ ἔθιξε τὸ ζήτημα
2288τοῦτο ὁ ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος καὶ φίλος, θὰ μοὶ ἐπιτρέ-
2289ψητε, Κύριοι, ἐν μείζονι ἐκτάσει νὰ ἀναπτύξω νῦν τὸ ζήτημα
2290τοῦτο, καὶ διότι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἶναι κυρίως
2291πρωτότοκον τέκνον τῆς δράσεως τῆς Βασιλείας, καὶ διότι ἄλ-
2292λως ἐξετέθησαν τὰ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐν τῷ Τύπῳ, καὶ
2293διότι εἰμὶ ἐκ τῶν παραστάντων κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκεί-
2294νην τοῦ Τρικουπικοῦ κόμματος, καθ’ ἣν ἐξετυλίχθησαν ταῦτα.
2295Ὅτε, Κύριοι, κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1896 ὁ τότε
2296Πρωθυπουργὸς καὶ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ὑπέ-
2297βαλε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους ἐκείνου μετὰ τῶν σχε-
2298τικῶν νομοσχεδίων, συνήλθομεν καὶ ἡμεῖς, οἱ ἐν τῇ Βουλῇ
2299ἐκείνῃ περισωθέντες ναυαγοὶ τοῦ Τρικουπικοῦ κόμματος, ἐν
2300ἰδιαιτέρᾳ τινὶ συνεδριάσει, διὰ νὰ κανονίσωμεν τὴν ἐν τῇ
2301Βουλῇ πορείαν μας. Ἡ θέσις ἡμῶν ἦτο λίαν δυσχερὴς, διότι
2302μετὰ τὴν περίφημον δήλωσιν τοῦ Τρικούπη περὶ τῆς ἀπο-
2303χῆς του ἀπὸ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς δὲν ἐδικαιούμεθα ἡμεῖς
2304βεβαίως νὰ παρουσιαζώμεθα ἐν τῇ Βουλῇ ἐκείνῃ ὡς ἀντιπρο-
2305σωπεύοντες τὰς γνώμας ἐκείνου. Δὲν ἠδυνάμεθα ὅμως καὶ νὰ
2306παραιτηθῶμεν τῆς ἐλπίδος, ὅτι θὰ ἐβαίνομεν καὶ αὖθις μετ’ ὀ-
2307λίγον ὑπὸ τὴν σημαίαν καὶ τὴν ὁδηγίαν τοιούτου ἀρχηγοῦ!
2308Ὁπωσδήποτε, κατὰ τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀνταλλαγὴν
2309τῶν ἰδεῶν μας ὁ τότε καὶ νῦν ἐκ Κερκύρας συνάδελφος καὶ
2310Πρωθυπουργὸς ἀνέπτυξεν ὅτι συμφέρει εἰς τὸ κόμμα νὰ ἐμ-
2311φανισθῇ ἐν τῇ Βουλῇ μὲ νέον πρόγραμμα, βάσις δὲ τοῦ προ-
2312γράμματος ἐκείνου ἔδει νὰ ᾖναι ἡ καταδίκη τοῦ Κοινοβου-
2313λευτικοῦ πολιτεύματος, ὅπως...
2314§175Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ εἶπον αὐτό!
2315Αὐτὰ εἶναι ἀνακριβῆ.
2316§176ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Παρακαλῶ, ἀκούσατε· ἀφήσατε νὰ
2317τελειώσω... Ἡ καταδίκη τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύ-
2318ματος, ὅπως μέχρι τότε ἐλειτούργει παρ’ ἡμῖν...
2319§177Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἄ!
2320§178ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Βλέπετε; Δὲν λέγω ἀνακριβείας, κύ-
2321ριε Πρωθυπουργέ, διότι οὐδέποτε ψεῦδος διέφυγε τῶν χει-
2322λέων μου... Ἐζητήσατε λοιπὸν νὰ παρουσιάσωμεν ὡς πρό-
2323γραμμα τὴν καταδίκην τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος,
2324ὡς μέχρι τότε εἶχε λειτουργήσει παρ’ ἡμῖν, καὶ τὴν ἐπέκ-
2325τασιν τῶν προνομιῶν καὶ τῆς δράσεως τῆς Βασιλείας.
2326§179Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ συμφωνῶ μὲ
2327τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι εἶσθε νοημονέστατος,
2328ἀλλὰ κάμετέ μοι καὶ τὴν χάριν νὰ μὴ ὑποθέτητε, ὅτι οἱ ἄλ-
2329λοι στεροῦνται νοῦ, καὶ νὰ μὴ λέγητε ὅτι ἐγὼ εἶπον ἐνώ-
2330πιον 16 νοημόνων ἀνδρῶν, ὅτι θέλω τὴν ἐπέκτασιν τῶν προ-
2331νομίων τοῦ Στέμματος. Ἐὰν ἐλέγετε ὅτι θέλω τὴν δρᾶσιν
2332τοῦ Στέμματος ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος
2333κανονιζομένων, θὰ ἦσθε ἐν τῇ ἀληθείᾳ, — διότι αὐτὸ εἶπον καὶ
2334αὐτὸ εἶναι ἡ ἀλήθεια, — λέγοντες ὅμως, ὅτι ἐπρότεινα ἐπέκτα-
2335σιν τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος, δὲν λέγετε ἀληθῆ. Παρα-
2336καλῶ δὲ νὰ πιστεύσητε, ὅτι δὲν ἤθελον ἀποταθῆ εἰς ὑμᾶς,
2337ἵνα συνομόσωμεν κατὰ τοῦ Συντάγματος, ἐὰν τοιαύτην εἶχον
2338ἀνόητον διάθεσιν· θὰ εὕρισκον ἀνθρώπους δυναμένους μᾶλλον
2339ὑμῶν νὰ δράσωσιν. Ἀλλὰ βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι δὲν μοῦ ἐπέρασε
2340ποτὲ ἀπὸ τὸν νοῦν νὰ γείνω συνωμότης, οὔτε νὰ προτείνω
2341εἰς 16 συναδέλφους νὰ συνομόσωμεν πρὸς κατάργησιν τοῦ
2342Συντάγματος· καὶ λέγω νὰ συνομόσωμεν, διότι δὲν εἶναι
2343δυνατὸν νὰ ἐπεκταθῶσι τὰ προνόμια τοῦ Στέμματος ἄνευ
2344πραξικοπήματος ἢ ἄνευ ἐπαναστάσεως.
2345§180ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ....
2346§181Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ ἀνακοινῶτε ἀκρι-
2347βῶς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τότε εἶπον, καὶ τὰ ὁποῖα θὰ ὑποστη-
2348ρίξω καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἐφρόνουν τότε καὶ φρονῶ
2349ἀκόμη καὶ σήμερον, ὅτι τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν
2350λειτουργεῖ παρ’ ἡμῖν καθ’ ὃν τρόπον δέον νὰ λειτουργῇ, ἐφρό-
2351νουν καὶ φρονῶ, ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν ἐφαρμόζεται παρ’ ἡμῖν.
2352Ταῦτα ὑπεστήριξα τότε, ταῦτα καὶ σήμερον θὰ ὑποστη-
2353ρίξω. Καθῆκον ἔχετε, ἐὰν νομίζητε ὅτι ἔχετε δικαίωμα νὰ
2354ποιήσητε ἀνακοινώσεις, νὰ προβῆτε εἰς ταύτας μετ’ ἀκρι-
2355βείας, καὶ μετ’ ἀκριβείας νὰ ἐπαναλάβητε ὅσα εἶπον· ἐγὼ
2356θέλω δέ, λαμβάνων τὸν λόγον, εἴπει ποία ὑπῆρξεν ἡ διαφω-
2357νία ὄχι μεταξὺ ἐμοῦ καὶ ὑμῶν, ἀλλὰ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ
2358ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς· λέγω ὄχι μεταξὺ ἐμοῦ
2359καὶ ὑμῶν, διότι, μεθ’ ὅλον τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ἔχω πρὸς
2360ὑμᾶς, πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, ἐπὶ δεκαπενταετίαν ὑπη-
2361ρετήσας πιστῶς τὸν ἀρχηγὸν ἡμῶν, οὐδέποτε ἔβλεπον ὑμᾶς
2362εἰς τὰς πολιτικὰς συνεδριάσεις, αἵτινες ὑπὸ τὴν προεδρίαν
2363αὐτοῦ ἐγίνοντο. Δὲν ἠξεύρω, ἐάν ποτε ἐβλέπετε τὸν ἀρχη-
2364γὸν ἡμῶν, ἀλλὰ βεβαίως δὲν τὸν ἐβλέπετε ὅτε τὸν ἔβλεπον
2365ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μετ’ αὐτοῦ ἀπὸ πολλοῦ χρόνου συνειργά-
2366ζοντο. Καὶ ὁ λόγος τούτου ἁπλούστατος. Πότε ἐγείνατε σεῖς
2367Τρικουπικός, ἵνα ἔχητε τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῆτε μετὰ τοι-
2368ούτου στόμφου περὶ Τρικουπικοῦ κόμματος; Τρία ἔτη πρὶν
2369ἀποθάνῃ ὁ ἀρχηγὸς ἡμῶν. Μὴ ὁμιλεῖτε λοιπὸν περὶ Τρικου-
2370πικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ δεκαπενταετίαν ἔμειναν πιστοὶ εἰς τὸ
2371κόμμα καὶ εἰς τὸν ἀρχηγόν του, σεῖς, ὁ ὁποῖος τρία μόλις
2372ἔτη πρὸ τοῦ θανάτου τοῦ ἀρχηγοῦ ἡμῶν εἰσήλθετε εἰς τὸ
2373κόμμα, καὶ δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω πῶς εἰσήλθετε...
2374§182ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐγὼ εἰσῆλθον μὲ τὸν ζῆλον τῶν
2375νεοφωτίστων, ἐνῷ ὁ ἰδικός σας ζῆλος εἶχε μαρανθῆ.
2376§183Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ περὶ τοῦ ζήλου ὑμῶν δὲν ἀσχο-
2377λοῦμαι. Ἀλλ’ ὑμεῖς γινώσκετε ποία ὑπῆρξεν ἡ πορεία μου.
2378Πιστῶς ἠκολούθησα τὸν ἀρχηγόν μου, ἀλλ’ ἐτήρησα πάντοτε
2379ἀνεξαρτησίαν γνώμης καὶ ἀπέναντι ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀνώ-
2380τερος ὅλων ἡμῶν, ἐνῷ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι σήμερον παρουσιά-
2381ζονται ὡς μόνοι κληρονόμοι τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, οὐ-
2382δὲν ἕτερον ἦσαν, ὡς καλῶς ἐνθυμεῖσθε, ἢ δοῦλοι τῆς θελή-
2383σεως ἐκείνου, ἐγὼ δὲ, ἔχω τὸ θάρρος νὰ εἴπω, χωρὶς οὐδεὶς
2384νὰ μὲ διαψεύσῃ, ὅτι ποτὲ δὲν ἔγεινα δοῦλος. Ἠξεύρετε ὅτι
2385εἰς ὑμᾶς γνωστοὶ οὐδέποτε ὑπεστήριξαν τὴν ἑαυτῶν γνώ-
2386μην, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσητε, ὅτι μόνος ἴσως ἐγὼ εἶ-
2387χον τὸ θάρρος νὰ ἐπιμένω εἰς τὴν γνώμην μου, οἱ δὲ ἄλλοι
2388ἐνέδιδον εἰς τὸ «αὐτὸς ἔφα». Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ παρα-
2389καλέσω ὑμᾶς νὰ μὴ ὁμιλῆτε—δὲν ἠξεύρω ἐν ὀνόματι τίνων δι-
2390καιωμάτων—ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔμειναν πιστοὶ εἰς
2391τὸν ἀρχηγόν των ἐπὶ δεκαπενταετίαν ὅλην, οἱ ὁποῖοι πάντοτε
2392ἔλεγον πρὸς αὐτὸν τὴν ἀλήθειαν, καὶ τότε ἀκόμη, ὅτε λέ-
2393γοντες τὴν ἀλήθειαν ἐπολέμουν τὴν γνώμην τοῦ ἀρχηγοῦ των.
2394Τὸ καθῆκόν μου αὐτὸ ἐξετέλεσα πάντοτε καὶ εἰς ὅλας τὰς
2395περιστάσεις. Ἔχω τὸ θάρρος νὰ εἴπω, ὅτι τὴν γνώμην μου τὴν
2396εἶπον πάντοτε ἐλευθέρως. Πολλάκις ἴσως ἐπλανήθην ἀλλ’ ἔχω
2397τὴν συνείδησίν μου ἥσυχον, διότι πάντοτε ἐτήρησα ἐλευ-
2398θερίαν γνώμης, καὶ ὅπως ἐτήρησα ταύτην ἀπέναντι τοιού-
2399του ἀρχηγοῦ, πιστεύσατε ὅτι, καὶ ἐν τῇ θέσει ταύτῃ καθή-
2400μενος, τηρῶ καὶ θέλω πάντοτε τηρήσει αὐτὴν ἀπέναντι τῶν
2401ὑπεράνω ἐμοῦ ἱσταμένων. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).
2402§184ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἂν καὶ ἔχω τὴν μνήμην ἀσθενῆ, το-
2403σαύτην ἐντύπωσιν μοὶ εἶχε προξενήσει τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο,
2404ὥστε ἐπὶ λέξει ἔμεινε κεχαραγμένον ἐν τῇ μνήμῃ μου. Πρῶ-
2405τος δ’ ἔσχον τότε τὴν τιμὴν νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τοιού-
2406του προγράμματος. Ὀφείλω δὲ νὰ προσθέσω, ὅτι ἐκ τῶν ἐν
2407τῇ συνεδριάσει ἐκείνῃ, ἐκτὸς ἑνὸς ἢ δύο, οἵτινες ἴσως διὰ
2408τῆς σιωπῆς των ἐπεδοκίμαζον τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο, πάντες
2409ὅμως οἱ λοιποὶ ἐξηγέρθησαν κατ’ αὐτοῦ. Πρωτηγωνίστει δὲ
2410κατὰ τὴν τοιαύτην ἐξέγερσιν καὶ τὰς διαμαρτυρίας ὁ κύριος
2411Τσαμαδός. Ἀπέναντι δὲ τῆς τοιαύτης ἐξεγέρσεως ὁ κ. Πρω-
2412θυπουργὸς, παρὰ τὸ θάρρος, ὅπερ διακρίνει αὐτὸν, ἐσιώπη-
2413σεν, ἐγκαταλείψας τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο. Ἔκτοτε μόλις νῦν,
2414δι’ ἄλλης ὁδοῦ, διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἐπανέρχε-
2415ται εἰς τὰς γνώμας ἐκείνας.
2416Ἀλλ’ αἱ τοιαῦται γνῶμαι ἀνεκοινώθησαν τότε εἰς τὸν
2417ἀείμνηστον Τρικούπην. Ἀνεκοινώθησαν δὲ οὐχὶ βεβαίως ὑφ’ ἡ-
2418μῶν, τῶν ἐντὸς ἢ τῶν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἐκείνης πολιτικῶν
2419του φίλων, διότι ἡμεῖς, καὶ ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὴν περίφημον
2420δήλωσίν του καὶ διότι ἐντελῆ ἐτήρησε σιωπὴν πρὸς ἐκεί-
2421νους, οἵτινες εἶχον ἀποπειραθῆ νὰ τὸν ἐξαγάγωσι τῆς σιω-
2422πῆς του ταύτης, εἰς οὐδεμίαν μετὰ τοῦ ἀειμνήστου διετε-
2423λοῦμεν ἐπικοινωνίαν. Παρὰ τὴν μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης
2424ἐντελῆ ἀπὸ τῆς πολιτικῆς ἀηδίαν του καὶ ἀποχήν του, το-
2425σοῦτον ἐξεπλάγη ἐπὶ τῷ τοιούτῳ προγράμματι, ὥστε τὸ
2426πρῶτον καὶ τὸ ὕστατον τότε, ἤτοι 30 περίπου ἡμέρας πρὸ
2427τοῦ θανάτου του, ἐξελθὼν τῆς σιωπῆς του καὶ τῆς ἐπιφυ-
2428λακτικότητός του, ἔγραφε—τὸ ῥηθὲν ἤδη—ἐν τῇ ἐπιστολῇ
2429ἐκείνῃ: «Αἱ τοιαῦται περὶ ἐπεκτάσεως τῆς δράσεως τῆς Βα-
2430σιλείας καὶ περὶ τοῦ πολιτεύματος γνῶμαί εἰσιν ἀποτρό-
2431παιοι, καὶ χαίρω, διότι οἱ πολιτικοί μου φίλοι ἐπολέμησαν
2432αὐτάς.»
2433Ὡς ἀποτροπαίους λοιπὸν ἐχαρακτήρισε τὰς τοιαύτας
2434περὶ τοῦ πολιτεύματος καὶ περὶ τῆς δράσεως τῆς Βασιλείας
2435γνώμας ἐκεῖνος, ὅστις ἤθελε τὴν Βασιλείαν ὑψηλὰ ἱσταμέ-
2436νην καὶ ὑπὸ αἴγλης περιβαλλομένην, καὶ ὅστις ἐθυσίασε μέγα
2437μέρος τῆς δημοτικότητός του χάριν τῆς αἴγλης ταύτης, ἐκεῖ-
2438νος, ὅστις ἤθελε τὴν Βασιλείαν δρῶσαν, ἀλλ’ ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ
2439τόπου καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ὅστις
2440λυπηροτάτην ἔλαβε πεῖραν καὶ τῆς ἐντὸς καὶ τῆς ἐκτὸς τῶν
2441ὁρίων τοῦ Συντάγματος δράσεως αὐτῆς.
2442Ἀλλ’ αἱ τοιαῦται περὶ δράσεως τῆς Βασιλείας γνῶμαι
2443οὔτε κἂν τὴν χάριν τῆς πρωτοτυπίας ἔχουσιν. Οἱ πλεῖστοι
2444ἐξ ὑμῶν θ’ ἀπαντήσητε τὰς τοιαύτας γνώμας, οὐχὶ ἐν Κοι-
2445νοβουλευτικοῖς κύκλοις, ἀλλ’ ἐν Αὐλικοῖς καὶ ἄλλοις κύκλοις,
2446οἵτινες κύριον ἔργον ἔχουσι νὰ ἐξευτελίσωσι τὸ Κοινοβου-
2447λευτικὸν πολίτευμα, παριστῶντες αὐτὸ ὡς ἑστίαν πάντων
2448τῶν κακῶν, τοὺς δὲ Βουλευτὰς ὡς λυμεῶνας, ὡς ἐχθροὺς,
2449νὰ παρουσιάζωσι δὲ ὡς πανάκειαν τὴν δρᾶσιν τῆς Βασι-
2450λείας. Καὶ τοῦτο, διότι, μὴ δυνάμενοι νὰ ἱκανοποιήσωσι τὴν
2451μωρὰν φιλοδοξίαν των διὰ τῶν ἀναπεπταμένων πυλῶν τοῦ
2452Κοινοβουλίου, ζητοῦσι νὰ ἱκανοποιήσωσι ταύτην διὰ τῶν στε-
2453νῶν διαδρόμων τῆς δράσεως τῆς Βασιλείας, ὡς καὶ ἕτεροι
2454ὅμοιοί των ἱκανοποίησαν αὐτὴν μέχρι τοῦδε. Δυστυχῶς δὲ,
2455αἱ τοιαῦται γνῶμαι διεδόθησαν καὶ εἰς ἀνωτέρους κύκλους,
2456εἴδετε δὲ, τὸ παρελθὸν ἔτος, κατὰ τὴν περιοδείαν τοῦ Βασι-
2457λέως, πόσα ἐρρήθησαν περὶ Κοινοβουλίου καὶ Βουλευτῶν.
2458Τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, Κύριοι, πανταχοῦ, ἰδίως
2459δὲ ὅπως λειτουργεῖ παρ’ ἡμῖν, ὄντως πολλὰ ἔχει τὰ τρωτὰ
2460μέρη, πολλὰς τὰς ἀτελείας. Ἀλλ’ αὗται δύνανται νὰ ἐκ-
2461λείψωσιν, ἢ καὶ ἐπαισθητῶς νὰ μειωθῶσι, διὰ κοινῆς συνεν-
2462νοήσεως τῶν πολιτευομένων καὶ τοῦ Βασιλέως, διὰ σειρᾶς
2463νομοθετημάτων, ἀπαλλαττόντων ἡμᾶς, τοὺς δυστυχεῖς πολι-
2464τευομένους, τῆς ἀναποφεύκτου ἀνάγκης, ἐν ᾗ εὑρισκόμεθα,
2465νὰ ἀναμιγνυώμεθα εἰς τὰ ἔργα τῆς Διοικήσεως καὶ τοῦ στρα-
2466τοῦ. Σειρὰν δὲ καὶ δείγματα τοιούτων νομοθετημάτων παρέ-
2467σχεν ἡμῖν ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης.
2468Ἀλλὰ, παρὰ πάσας τὰς ἐλλείψεις του, τὸ Κοινοβουλευτι-
2469κὸν πολίτευμα ἔχει καὶ μέγιστα πλεονεκτήματα. Πρώτι-
2470στον δὲ τούτων εἶναι ὁ ἔλεγχος, ὃν ζητοῦσι νὰ ἄρωσι διὰ τοῦ
2471προκειμένου νομοσχεδίου. Ἐὰν ὁ ἔλεγχος οὗτος, Κύριοι, εἶναι
2472ἀναγκαῖος πανταχοῦ, εἶναι βεβαίως ἀπαραίτητος παρ’ ἡμῖν,
2473παρ’ οἷς τὸ αἰσθητήριον τοῦ δικαίου καὶ τοῦ νομίμου ἐλά-
2474χιστά ἐστιν ἀνεπτυγμένον. Ἐκ τούτου δὲ καὶ ἡ ἐπιείκεια
2475ἐκείνη τοῦ Ἕλληνος, ἥτις συντελεῖ, ὥστε τὰ πάντα νὰ συγ-
2476χωρῶμεν, καὶ ἥτις τοὺς πάντας εἰς πάντα ἐνθαρρύνει. Μό-
2477νος ἑπομένως ὁ ἔλεγχος δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς φραγμὸς
2478ἀνυπέρβλητος κατὰ τῆς τάσεως τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῶν
2479πλειονοψηφιῶν εἰς αὐθαιρεσίας καὶ παρανομίας. Καὶ διὰ τοῦτο
2480εἴδομεν πολλάκις, καὶ ἐσχάτως ἔτι, πανισχύρους Κυβερνήσεις
2481καὶ πλειονοψηφίας νὰ σταματῶσιν εἰς τὸν κατήφορον τῆς αὐ-
2482θαιρεσίας καὶ τῆς παρανομίας ἀπέναντι τοῦ ἐλέγχου ὀλίγων
2483εὐθαρσῶν ἀντιπολιτευομένων.
2484Δεύτερον πλεονέκτημα τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύ-
2485ματος εἶναι ἡ συμβαδίζουσα μετ’ αὐτοῦ ἐλευθεροτυπία. Ὅσῳ
2486καὶ ἂν κατέπεσεν ὁ Τύπος παρ’ ἡμῖν, ὅσῳ καὶ ἂν συνετέ-
2487λεσε διὰ τῶν ὑπερβολῶν του, ὥστε καὶ οἱ ἔπαινοί του καὶ
2488οἱ ψόγοι του νὰ χάσωσι τὴν σημασίαν των, δέον ὅμως νὰ
2489ὁμολογήσωμεν, ὅτι προσήνεγκε καὶ προσφέρει μεγάλας ὑπη-
2490ρεσίας, ἐνασκῶν τὸν ἔλεγχον ἀπόντος τοῦ Κοινοβουλίου.
2491Τρίτον καὶ μέγιστον προσὸν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πο-
2492λιτεύματος εἶναι, ὅτι χρησιμεύει ὡς Λυδία λίθος πάσης ἱκα-
2493νότητος. Οὐδεμία τοιαύτη, ἐπιζητήσασα νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ
2494Κοινοβούλιον, ἐστερήθη τῆς τιμῆς ταύτης. Μόλις δὲ εἰσελ-
2495θοῦσα, διέτρεξε τὸν δρόμον της. Δι’ ὃ καὶ ἀφ’ ὅτου λειτουρ-
2496γεῖ τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἐν Ἑλλάδι, ὅ,τι ἐκλεκτὸν
2497καὶ ἔξοχον παρήγαγεν αὕτη, ἀνεδείχθη καὶ ἀνῆλθεν εἰς τὰ
2498ὕπατα ἀξιώματα διὰ τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀπόδειξις τούτου
2499ἔστωσαν οἱ ἀείμνηστοι Κουμουνδοῦρος, Δεληγεώργης, Τρι-
2500κούπης,—ἵνα μὴ ὁμιλήσωμεν ἢ περὶ τῶν τεθνεώτων.—Ἀπό-
2501δειξις τούτου ἔστω αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλή. Παρὰ τὴν λεγομένην
2502λειψανδρίαν, ὅ,τι ἐκλεκτὸν ἔχει ἡ Ἑλλὰς περιλαμβάνεται ἐν
2503τῇ Βουλῇ ταύτῃ.
2504Παρ’ ὅσα δὲ καὶ ἂν ἐρρήθησαν κατὰ τῆς δεδηλωμένης,
2505ἀφ’ ὅτου αὕτη ἐλειτούργησε πράγματι, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1876 μέ-
2506χρι τοῦ 1892, ἐὰν δὲν ἐπραγματοποιήθησαν πάντες οἱ πόθοι
2507ἡμῶν, παρήχθη οὐχ ἧττον κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ὅ,τι κα-
2508λὸν ἐγένετο μέχρι τοῦδε παρ’ ἡμῖν.
2509Ἀπέναντι δὲ τῶν τοιούτων πλεονεκτημάτων τοῦ Κοινο-
2510βουλευτικοῦ πολιτεύματος, τί βλέπομεν, Κύριοι, ἐν τῇ λε-
2511γομένῃ ἐπεκτάσει τῆς δράσεως τῆς Βασιλείας; Ἀντὶ τοῦ
2512κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, βλέπομεν τὰ Βασιλικὰ ἐκεῖνα
2513Ὑπουργεῖα, τὸ Ὑπουργεῖον ἰδίως ἐκεῖνο τῶν ὑπασπιστῶν
2514τοῦ Βασιλέως, διαπρᾶττον τὰς τερατώδεις ἐκείνας παρανο-
2515μίας, αἵτινες ἀπεκαλύφθησαν ἐν τῇ παρελθούσῃ Βουλῇ! Εἴ-
2516δετε δὲ, πῶς προσηνέχθησαν πρὸς ἐκείνους, οἵτινες, ἐν τῷ δι-
2517καιώματί των, ἐστιγμάτισεν τὰς παρανομίας ἐκείνας! Φαν-
2518τασθῆτε δὲ τὸ μοναδικὸν, τὸ τερατῶδες φαινόμενον, Ὑπουρ-
2519γοὺς ἐν Ἑλλάδι ἄνευ χαλινοῦ, ἄνευ ἐλέγχου, ἄνευ εὐθύνης!
2520Ἀπέναντι δὲ τῆς συμβαδιζούσης, ὡς ἐρρήθη, μετὰ τοῦ Κοι-
2521νοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἐλευθεροτυπίας, τί βλέπομεν ἐν
2522τῇ ἐπεκτάσει τῆς δράσεως; Τὴν κατάπτωσιν μεγάλης με-
2523ρίδος τοῦ Τύπου, παλαιούσης μεταξὺ τῶν ἐπιδράσεων τῆς
2524Ἀνακτορικῆς Ἐπιμελητείας καὶ τοῦ τρόμου, ἕνεκα τῶν γε-
2525νομένων κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἀδίκων καὶ ἀπηνῶν κατα-
2526διώξεων κατὰ τοῦ Τύπου!
2527Ἐνῷ δὲ, ὡς ἐρρήθη, διὰ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύμα-
2528τος, περιῆλθεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ τόπου πάντοτε εἰς τοὺς ἱκα-
2529νωτέρους, ἐνῷ πανταχοῦ, εἴτε εἰς μοναρχικὰ (Συνταγματικὰ
2530ἢ Κοινοβουλευτικὰ), εἴτε εἰς Δημοκρατικὰ, εἴτε εἰς δεσπο-
2531τικὰ Κράτη, ἡ Κυβέρνησις περιέρχεται, ἂν ὄχι πάντοτε εἰς
2532τοὺς χρηστοτέρους, ἀείποτε ὅμως εἰς τοὺς ἱκανωτέρους καὶ
2533εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐπεβλήθησαν διὰ μακρῶν καὶ μεγάλων
2534ὑπηρεσιῶν, τί βλέπομεν παρ’ ἡμῖν, ὁσάκις ἐνησκήθη ἡ μείζων
2535δρᾶσις τῆς Βασιλείας; Ποῖα πρόσωπα περιεστοίχισαν αὐ-
2536τὴν, ἢ εἰς ποῖα πρόσωπα ἀνετέθη ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας,
2537ὁσάκις, ἀκολουθοῦσα τὰς ἐμπνεύσεις της, ἡ Βασιλεία ἐξέλε-
2538ξεν ἐλευθέρως αὐτά; Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομε-
2539ρείας ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀποδεικνυούσας ὅτι οὐδεμία προ-
2540φανῶς ἱκανότης ἐξελέγη ἢ ἀνεδείχθη διὰ τῆς δράσεως τῆς
2541Βασιλείας, ἵνα μὴ κατέλθω εἰς προσωπικότητας καὶ εἰς λυπη-
2542ροτάτας διὰ τὴν δρᾶσιν παραβολάς.
2543Ἐὰν δὲ εἰσέλθωμεν καὶ εἰς τὰ καθέκαστα τῆς δράσεως
2544τῆς Βασιλείας, σταματῶμεν πρὸ παντὸς εἰς δύο περιόδους
2545τῆς τοιαύτης δράσεως, τὴν ἀπὸ τοῦ 1863 μέχρι τοῦ 1875
2546καὶ τὴν ἀπὸ τοῦ 1892 καὶ ἐντεῦθεν. Ὅτε, Κύριοι, νεώ-
2547τατος, κατὰ τὸ 1870, ὑπηρέτουν ἐν Ῥουμανίᾳ, τὸ Κράτος
2548ἐκεῖνο διετέλει εἰς πολλῷ χείρονα ἡμῶν κατάστασιν. Ἐγγύ-
2549θεν ἀντιληφθεὶς τῆς τοιαύτης καταστάσεως, παρὰ τὴν ἀπαι-
2550σιοδοξίαν, ἥτις διακρίνει πάντας τοὺς Ἕλληνας, προκειμέ-
2551νου περὶ τῶν καθ’ ἡμᾶς, εἶπον: «Δόξα τῷ Θεῷ, ὅτι ὑπάρχουσι
2552καὶ ἄλλοι χείρονες ἡμῶν!» Ἐν τούτοις, χάρις τῷ ἡγεμόνι Κα-
2553ρόλῳ, ἐντὸς δέκα ἐτῶν καὶ στρατὸς καὶ διοίκησις καὶ τὰ πάντα
2554ἐδημιουργήθησαν ἐκ τοῦ μηδενός. Ὑπῆρχον καὶ ἐκεῖ προσω-
2555πικὰ κόμματα, ἄνευ ἀρχῶν, ἄνευ παραδόσεων, τὰ τῶν λε-
2556γομένων συντηρητικῶν καὶ τὰ τῶν φιλελευθέρων. Ἀλλ’ ὁ
2557ἡγεμὼν Κάρολος δὲν ἐφρόνει, ὅτι τὰ κόμματά εἰσιν ἐπικίν-
2558δυνα εἰς τὴν Βασιλείαν (ἂν καὶ συνώμοσαν τῷ 1870 κατ’ αὐ-
2559τοῦ) καὶ ὅτι ἕνεκα τούτου ἔδει νὰ ὑποδιαιρεθῶσι καὶ νὰ ἐξα-
2560σθενήσωσι. Τουναντίον συνετέλεσε νὰ ἠθικοποιηθῶσι, νὰ πα-
2561γιωθῶσι καὶ νὰ στερεωθῶσι τὰ κόμματα ταῦτα, ὑποστηρί-
2562ξας διαδοχικῶς ἀμφότερα. Οὕτω δὲ, ὑποστηρίξας ἐκθύμως
2563καὶ διαδοχικῶς καὶ τὰς ἐκ τῶν δύο τούτων κομμάτων ὁρ-
2564μωμένας Κυβερνήσεις, καὶ συντελέσας εἰς τὸ νὰ διατηρηθῇ ἐπὶ
2565δεκαετίαν περίπου ἑκάστη τῶν Κυβερνήσεων τούτων, συνε-
2566τέλεσεν ἐν ταυτῷ εἰς τὸ νὰ ἐπέλθωσιν ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν
2567ἐν Ῥουμανίᾳ αἱ καταπληκτικαὶ ἐκεῖναι μεταβολαὶ, αἵτινες
2568κατέστησαν ἀγνώριστον τὴν εὐδαίμονα ἐκείνην χώραν, καὶ
2569ἐπίζηλον τὴν συμμαχίαν της.
2570Καὶ παρ’ ἡμῖν δὲ ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1862 εἶχε δημιουρ-
2571γήσει δύο οἱονεὶ κόμματα, κατ’ ἀπομίμησιν τῆς Γαλλικῆς
2572ἐπαναστάσεως, τὸ τῶν Πεδινῶν καὶ τὸ τῶν Ὀρεινῶν. Ἐν ἀμ-
2573φοτέροις τούτοις τοῖς κόμμασι καὶ παρ’ αὐτοῖς ὑπῆρχον ἐπιφα-
2574νέστατοι, ἱκανώτατοι καὶ χρηστότατοι ἄνδρες, παρέχοντες
2575ἄριστον ὑλικόν, ὅπως διὰ τούτων παγιωθῶσι δύο μεγάλα
2576κόμματα, κυβερνῶντα ἐκ περιτροπῆς τὸν τόπον. Τοιαῦται
2577δὲ Κυβερνήσεις, θερμῶς καὶ εἰλικρινῶς ὑποστηριζόμεναι ὑπὸ
2578τοῦ Βασιλέως, πολλὰ θὰ ἠδύναντο νὰ κατορθώσωσιν ὑπὲρ τοῦ
2579ἔθνους, καὶ ἄλλη θὰ ἦτο σήμερον ἡ θέσις ἡμῶν. Δυστυχῶς οἱ
2580κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ξένοι σύμβουλοι τοῦ Στέμματος, ἢ
2581καὶ οἱ ἐκ τῶν ἡμετέρων ἐκεῖνοι, οἵτινες, ὡς σήμερον, συνεβού-
2582λευον τὴν δρᾶσιν τοῦ Στέμματος, ἐφρόνουν ὅτι τὰ μεγάλα
2583κόμματά εἰσιν ἐπικίνδυνα εἰς τὴν Βασιλείαν καὶ εἰς τὸν τόπον,
2584καὶ ὅτι συνέφερε διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἐξασθενήσωσιν αὐτά.
2585Οὕτω δὲ, ἀντὶ ἀπὸ τοῦ 1863 καὶ ἐντεῦθεν νὰ ἔχωμεν διαδο-
2586χικῶς δύο μεγάλα Ὑπουργεῖα, μὲ Πρωθυπουργοὺς καὶ Ἐπι-
2587τελεῖα ὡς τὸν Βούλγαρην, τὸν Κανάρην, τὸν Χρηστίδην,
2588τὸν Κουμουνδοῦρον, τὸν Γρίβαν, τὸν Δεληγεώργην, τὸν Ζαΐ-
2589μην, τὸν Τρικούπην, τὸν Δηλιγιάννην καὶ τοὺς τοιούτους,
2590βλέπομεν ἐν διαστήματι πέντε περίπου ἐτῶν 6 ἢ 7 διά-
2591φορα Ὑπουργεῖα, ὑπὸ 6 ἢ 7 διαφόρους Πρωθυπουργούς. Οὕτω
2592δὲ ἐπῆλθον τὰ ἡμερόβια ἐκεῖνα Ὑπουργεῖα, αἱ συχναὶ διαλύ-
2593σεις τῶν Βουλῶν αἱ ἐκνευρίσασαι τὸ δύστηνον τοῦτο Κράτος
2594καὶ καταστήσασαι ἀδύνατον τὴν διοργάνωσιν τοῦ στρατοῦ
2595καὶ τῆς διοικήσεως, μέχρις οὗ ἀπὸ τοῦ 1875 ἐφηρμόσθη
2596(οὐχὶ πάντοτε εἰλικρινῶς) τὸ δόγμα τῆς δεδηλωμένης τοῦ
2597ἀειμνήστου Τρικούπη, ὅπερ τοσοῦτον ἐσυκοφαντήθη καὶ διε-
2598βλήθη. Ἔκτοτε ἐν τούτοις ἐπαγιώθη τάξις τις πραγμάτων
2599καὶ ποιά τις μονιμοποίησις Κυβερνήσεως καὶ Διοικήσεως.
2600Ἀλλ’ ἀνετράπη δυστυχῶς τὸ δόγμα τοῦτο τῇ 17 Φεβρουαρίου
2601τοῦ 1892 διὰ τῶν ἀναφανεισῶν καὶ αὖθις ἔκτοτε ἰδεῶν τῆς
2602δράσεως τῆς Βασιλείας, αἵτινες κατέληξαν εἰς τὰς τελευ-
2603ταίας ἐθνικὰς συμφορὰς καὶ εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν
2604τῶν πραγμάτων.
2605Ἐνῷ λοιπὸν ἡ συνήθης δρᾶσις τῆς Βασιλείας οὐδέποτε
2606ἐχρησιμοποιήθη πρὸς τὸ καλὸν τοῦ τόπου, εἴδετε καὶ πόσα
2607κακὰ ἐπῆλθον εἰς τὸν στρατὸν, εἰς τὴν διοίκησιν καὶ εἰς τὸν
2608τόπον διὰ τῶν γνωμῶν τῆς ἐπεκτάσεως τῆς δράσεως ταύτης.
2609Ἐν τούτοις τὴν τοιαύτην δρᾶσιν, ἤτοι τὴν κατάργησιν τῆς
2610ὑπουργικῆς εὐθύνης καὶ τὴν παρὰ τὸ Σύνταγμα ἐνέργειαν
2611τῶν κατὰ τύπους ὑπευθύνων, πράγματι ὅμως ἀνευθύνων, ζη-
2612τοῦσι νῦν νὰ ἐπιβάλωσι διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου!
2613Λυποῦμαι πολὺ, Κύριοι, διότι, διὰ τῆς μακρᾶς ἀγορεύ-
2614σεώς μου ἐκούρασα ὑμᾶς, λυποῦμαι δὲ ἰδίως διότι καὶ εἰς
2615προσωπικότητας ἠναγκάσθην νὰ παρασυρθῶ, δι’ ὃ καὶ αἰτοῦ-
2616μαι συγγνώμην Ἀλλ’ ἦτο, φρονῶ, καιρὸς νὰ ῥηθῇ ἡ ἁγνὴ,
2617ἡ ἀμείλικτος, ἡ πικρὰ ἀλήθεια. Ἐν ταῖς ἰδέαις, Κύριοι, αἵ-
2618τινες σήμερον ἐπικρατοῦσιν ἐν τῷ ἔθνει, ἐν τοῖς κινδύνοις, οἵ-
2619τινες ἀπειλοῦσιν ἡμᾶς ἕνεκα τῶν ἰδεῶν τούτων, ἀληθεῖς φίλοι
2620τῆς Βασιλείας εἰσὶν ἐκεῖνοι, οἵτινες ὁμιλοῦσιν ὡς ἡμεῖς
2621περὶ τῆς δράσεως αὐτῆς καὶ περὶ τοῦ προκειμένου νομο-
2622σχεδίου, καὶ οὐχὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες, εὐσυνειδήτως ἢ ἀσυν-
2623ειδήτως, ἀπὸ πεποιθήσεως ἢ ἀπὸ ταπεινῆς ὑστεροβουλίας,
2624ἐξευτελίζουσιν ἀπαύστως τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα,
2625παριστῶντες αὐτὸ ὡς αἰτίαν πάντων τῶν κακῶν, καὶ προ-
2626τείνοντες ὡς πανάκειαν τὴν δρᾶσιν τῆς Βασιλείας, ἐνῷ λυπη-
2627ροτάτην ἐλάβομεν πεῖραν τῆς δράσεως ταύτης.
2628Ἐν πεποιθήσει μάλιστα φρονῶν, ὅτι ἡ Βασιλεία ἀναπο-
2629σπάστως συνδέεται μετὰ τοῦ μέλλοντος καὶ τῆς ὑπάρξεως
2630τοῦ ἔθνους, βλέπων δ’ ὅτι διὰ τοιούτων περὶ δράσεως τῆς
2631Βασιλείας γνωμῶν διασαλεύονται τὰ θεμέλια τῆς παρούσης
2632τάξεως τῶν πραγμάτων, ὑπολαμβάνω ἐχθροὺς τῆς Βασι-
2633λείας ἐκείνους, οἵτινες διὰ τοιούτων νομοσχεδίων συντε-
2634λοῦσι νὰ ἀνατρέπωνται ἐντελῶς τὰ θεμέλια ταῦτα. Δι’ ὃ
2635καὶ ἐπικαλοῦμαι κατὰ τῶν τοιούτων ἀνατρεπτικῶν ἰδεῶν τὴν
2636σύμπραξιν πάντων τῶν κομμάτων. Ἰδίως δὲ, ἐπικαλούμενος
2637τὴν ὑποστήριξιν τῶν τοιούτων ὑπὲρ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ
2638πολιτεύματος καὶ κατὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς δράσεως τῆς
2639Βασιλείας γνωμῶν, ἀπευθύνομαι πρὸς τοὺς ὀπαδοὺς τῶν ἀρχῶν
2640τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ὅστις ὡς ἀποτροπαίους εἶχε χα-
2641ρακτηρίσει τὰς τοιαύτας κατὰ τοῦ πολιτεύματος καὶ ὑπὲρ τῆς
2642δράσεως τῆς Βασιλείας γνώμας. Εἴτε ἐξακολουθήσωσιν οὗτοι
2643ὑπάρχοντες ὡς Τρικουπικὸν κόμμα, εἴτε, ὑφιστάμενοι τὴν τύ-
2644χην τῶν προσωπικῶν κομμάτων, διασκορπισθῶσιν εἰς τὰ διά-
2645φορα κόμματα, φέροντες πανταχοῦ μεθ’ ἑαυτῶν τὰς γνησίας
2646Τρικουπικὰς γνώμας, θὰ προσφέρωσι πραγματικὰς ὑπηρεσίας
2647εἰς τὴν πατρίδα. Ἂς ἔχωσι δὲ τὴν βεβαιότητα, ὅτι, ὅταν θᾶτ-
2648τον ἢ βράδιον τεθῇ καθαρῶς τὸ ζήτημα ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ
2649λαοῦ, ὅταν οὗτος δηλ. κληθῇ νὰ ἐκλέξῃ μεταξὺ τῶν γελωτο-
2650ποιῶν ἐκείνων, οἵτινες τοιαύτας περὶ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πο-
2651λιτεύματος καὶ περὶ τῆς δράσεως τῆς Βασιλείας ἐπαγγέλλον-
2652ται γνώμας, καὶ ἐκείνων, οἵτινες ζητοῦσι τὴν πιστὴν ἐφαρ-
2653μογὴν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, καὶ τὴν ἀπαλλα-
2654γὴν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν περιστοιχούντων αὐτὸ κακῶν διὰ καταλ-
2655λήλων νομοθετημάτων, ὅταν ἔλθῃ, λέγω, ἡ ὥρα ἐκείνη, ὁ
2656Ἑλληνικὸς λαὸς οὐδεμίαν θὰ εὕρῃ δυσκολίαν εἰς τὴν ἀπόφα-
2657σίν του καὶ τὴν ἐκλογήν του.
2658§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
2659§186Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐζήτησα τὸν λό-
2660γον, ὅπως ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Βονίτσης Βουλευ-
2661τὴν, δὲν ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα ἀπαντήσω εἰς αὐτὸν, διότι
2662ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ἀγόρευσίς του οὐδὲν ἕτερον ἦτο ἢ ἀνακρί-
2663βεια ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους. Βεβαίως δὲν θέλω ἀποφύγει,
2664ἵνα εἴς τινα σημεῖα τῆς ἀγορεύσεως ταύτης ἀπαντήσω, καὶ
2665τοῦτο, ὅπως ἐμποδίσω, ἵνα αἱ ἀνακρίβειαι αὗται, ἔστω καὶ
2666πρὸς στιγμὴν, πιστευθῶσιν, ἀλλὰ θέλω συναντήσει τὰς ἀνα-
2667κριβείας ταύτας κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου.
2668Λυποῦμαι, Κύριοι, λαμβάνων τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήμα-
2669τος, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοσούτων ἡμερῶν συζητεῖται ὑπὸ τῆς
2670Βουλῆς, ὅτι δὲν παρίσταται ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βου-
2671λευτής· διότι, ἐὰν παρίστατο κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην,
2672καθῆκον ἤθελον θεωρήσει νὰ ἀπαντήσω εἰς μέρη τινὰ τῆς
2673ἀγορεύσεώς του, τὰ ὁποῖα προεκλήθησαν ἐκ τῆς ἀγορεύ-
2674σεως τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ.
2675§187ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν πληροφορίαν;
2676§188Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ.
2677§189ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πιστεύω ὅτι θὰ ἦναι εἰς θέσιν αὔριον νὰ
2678ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν.
2679§190Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ... τὰ ὁποῖα, λέγω, προεκλήθησαν ἐκ
2680τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, καὶ τὰ ὁποῖα
2681κατ’ ἐμὲ χρήζουσιν ἀπαντήσεως. Ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι περί-
2682στασις πρὸς τοῦτο θέλει ἴσως ἄλλοτε παρουσιασθῇ, καὶ περι-
2683ορίζομαι εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον.
2684Τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο διὰ μακρῶν συνε-
2685ζητήθησαν. Πολλαὶ ἀνεπτύχθησαν ἰδέαι εἴτε ὑπὲρ εἴτε κατὰ
2686τοῦ νομοσχεδίου· ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσιν ὅμως οἱ λαβόντες ἐπ’ αὐ-
2687τοῦ τὸν λόγον νὰ εἴπω, ὅτι τὰ ζητήματα τὰ ἐκ τοῦ νομο-
2688σχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀπορρέοντα καθώρισεν ἀκριβέ-
2689στατα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Ἂς μοὶ ἐπιτρέ-
2690ψωσι νὰ εἴπω, ὅτι τὰ ζητήματα, ὅπως ἐτέθησαν παρὰ τοῦ
2691ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Λεβίδου, εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέ-
2692πει νὰ ἀπασχολήσωσι τὴν Βουλήν, εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα
2693πρέπει νὰ προκαλέσωσι τὴν σύντονον προσοχὴν αὐτῆς. Ὁ
2694ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ἀγορεύσας ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζή-
2695τησιν νομοσχεδίου, ἐξήτασε πρῶτον, ἂν τὸ ὑπὸ συζήτησιν
2696νομοσχέδιον εἶναι συνταγματικὸν, ἢ ἂν ἀπ’ ἐναντίας εἶναι
2697ἀντισυνταγματικόν· ἐξήτασε δεύτερον, ἂν τὸ νομοσχέδιον τὸ
2698ὑπὸ συζήτησιν εἶναι ὠφέλιμον εἰς τὸν στρατὸν ἢ ἀπ’ ἐναν-
2699τίας ἐπιζήμιον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ· ἐξήτασε
2700τρίτον, ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ψηφιζόμενον θὰ ἦναι ἐπι-
2701κίνδυνον διὰ τὸν Διάδοχον καὶ τὴν Βασιλείαν. Ἐν τῇ ἐξε-
2702τάσει τῶν τριῶν τούτων ζητημάτων ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέ-
2703πτυξεν εὐγλώττως τὰ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου κύρια ἐπιχει-
2704ρήματα, τὰ ὁποῖα εὐγλώττως ἐπίσης πολλοὶ ἄλλοι μετ’ αὐ-
2705τὸν ἀνέπτυξαν. Θέλω, συζητῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀκο-
2706λουθήσει τὴν αὐτὴν τάξιν, ἀρχόμενος ἀπὸ τῆς ἐξετάσεως τοῦ
2707ζητήματος, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον εἶναι συνταγματικὸν ἢ ἀπ’ ἐ-
2708ναντίας εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Δύο διατάξεις τοῦ Συν-
2709τάγματος ἐπεκαλέσθησαν κυρίως οἱ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου
2710ἀγορεύσαντες· τὴν πρώτην, τοῦ ἄρθρου 29, τὴν ἀναγνωρί-
2711ζουσαν τὸ ἀνεύθυνον τοῦ Βασιλέως, τὴν δευτέραν, τοῦ ἄρ-
2712θρου 77, δυνάμει τῆς ὁποίας οἱ Βασιλόπαιδες δὲν δύνανται νὰ
2713διατελῶσιν Ὑπουργοί. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ὑπάρχει τι ἐν
2714τῷ γράμματι τῶν διατάξεων τούτων τοῦ Συντάγματος, τὸ
2715ὁποῖον νὰ χαρακτηρίζῃ τὸ ὑποβληθὲν εἰς ὑμᾶς νομοσχέδιον
2716ὡς ἀντισυνταγματικόν; Ὑπάρχει διάταξις, κηρύττουσα τὸν
2717Διάδοχον ἀνεύθυνον καὶ ἑπομένως μὴ δυνάμενον νὰ κατέχῃ
2718θέσιν συνεπαγομένην εὐθύνας; Ὑπάρχει διάταξις, κηρύτ-
2719τουσα ὅτι ὁ Διάδοχος δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀρχηγὸς, διοι-
2720κητὴς τοῦ στρατοῦ; Οὐδεμία τοιαύτη διάταξις ὑπάρχει, οὐδε-
2721μία διάταξις ὑπάρχει, ἡ ὁποία διὰ τοῦ γράμματος αὐτῆς
2722νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς ὑμᾶς, ὅπως τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον
2723χαρακτηρίσητε ὡς ἀντισυνταγματικόν.
2724Ἀλλὰ λέγει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής: «ἂν ὁ
2725Διάδοχος τύποις εἶναι ὑπεύθυνος, κατ’ οὐσίαν εἶναι ἀνεύθυνος,
2726καὶ ὡς τοιοῦτος, δὲν δύναται νὰ ἀναλάβῃ τὴν διοίκησιν τοῦ
2727στρατοῦ, διότι ἡ διοίκησις ἐπάγεται εὐθύνας, αἵτινες δὲν
2728συμβιβάζονται μὲ τὸ κατ’ οὐσίαν ἀνεύθυνον». Ἀλλ’ ἐρωτῶ
2729ὑμᾶς, ἂν τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν δοθεῖσαν
2730εἰς αὐτὸ ἑρμηνείαν, ἀναγνωρίζει τὸ ἀνεύθυνον κατ’ οὐσίαν
2731τοῦ Διαδόχου καὶ τῶν πριγκήπων, πῶς ὑπὸ ὅλων τῶν Κυ-
2732βερνήσεων, αἵτινες διῴκησαν τὴν χώραν, ἐδόθησαν εἰς τοὺς
2733Βασιλόπαιδας βαθμοί; Πῶς, ἂν τὸ γράμμα τοῦ Συντάγμα-
2734τος δὲν ἐπιτρέπει τοῦτο, ἢ τοὐλάχιστον ἂν τὸ πνεῦμα αὐ-
2735τοῦ ἀπαγορεύει τοῦτο, πῶς ἅπασαι αἱ Κυβερνήσεις διώρισαν
2736τοὺς Βασιλόπαιδας ταγματάρχας, ἀντισυνταγματάρχας, συν-
2737ταγματάρχας, πλοιάρχους, στρατηγούς; Πῶς ὑμεῖς, κύριε
2738Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς, (ἀποτείνεται πρὸς τὸν κ. Λεβί-
2739δην) ἀνεθέσατε τὴν διεύθυνσιν τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης
2740εἰς τὸν πρίγκηπα Γεώργιον; πῶς ἀνεθέσατε εἰς αὐτὸν ὑπη-
2741ρεσίαν ἐπαγομένην εὐθύνην; Πῶς, ἂν ἔχετε τὴν γνώμην, ὅτι
2742οἱ Βασιλόπαιδες οὐδεμίαν δύνανται νὰ ἀναλάβωσιν ὑπηρεσίαν
2743ἐπαγομένην εὐθύνην, πῶς συνηνέσατε, ὅπως ἡ Κυβέρνησις τοῦ
2744ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, τῆς ὁποίας ἀπετελεῖτε μέρος, ἀνα-
2745θέσῃ εἰς τὸν Διάδοχον τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ ἐν πολέμῳ;
2746Ἢ τὸ ἐπιχείρημά σας ἔχει ἀξίαν, καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Συν-
2747τάγματος ἀπαγορεύει, ἵνα οἱ Βασιλόπαιδες ἀναλάβωσιν ὑπη-
2748ρεσίαν ἐπαγομένην εὐθύνην, καὶ τότε ἅπαντα τὰ μέχρι τοῦδε
2749γενόμενα παρ’ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων κακῶς ἐγένοντο, καὶ
2750ἡ ἐνέργεια αὐτῶν ἦτο ἀντισυνταγματικὴ, καὶ πρέπει νὰ δη-
2751λώσητε ὅτι ταῦτα κακῶς ἐγένοντο, ὅτι ἅπασαι αἱ Κυβερ-
2752νήσεις ἀντισυνταγματικῶς ἐνήργησαν, ἢ, ἂν τὴν δήλωσιν ταύ-
2753την δὲν ποιήσητε,—καὶ βεβαίως δὲν θὰ τὴν κάμητε,—τότε
2754οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχει ἡ ἔνστασις τῆς ἀντισυνταγματικότητος,
2755οὐδεμίαν βαρύτητα δύναται ἡ ἔνστασις νὰ ἔχῃ ἐν τῷ ζητή-
2756ματι, ὅπερ ἀπασχολεῖ ἡμᾶς, καὶ ἐπιτρέπεται εἰς ἐμὲ νὰ
2757εἴπω, ὅτι ἠθελήσατε, ταύτην προτείνοντες νὰ παραστήσητε
2758τοὺς ὑποβαλόντας τὸ νομοσχέδιον ὡς κακοβούλως ἐνεργοῦν-
2759τας, ὡς ἀθετοῦντας τοὺς θεσμοὺς καὶ ὡς παρασκευάζοντας
2760διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἠξεύρω ποίαν κατὰ
2761τῶν θεσμῶν ἐπικίνδυνον ἐκστρατείαν.
2762Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀντισυνταγματικὸν τὸ ὑποβληθὲν νομο-
2763σχέδιον· ἀπέδειξα τοῦτο διὰ τρόπου ἀναμφισβητήτου. Καὶ
2764ἠσθάνθησαν πολλοὶ τῶν ἀγορευσάντων τὴν ὀλίγην ἀξίαν τοῦ
2765ἐπιχειρήματός των, ὅπως δ’ ἀποφύγωσι τὴν δυσκολίαν, ἐφεῦρον
2766ἄλλο ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον δύναται ἴσως νὰ ἔχῃ ὄψιν μᾶλ-
2767λον εὐπρόσωπον. Εἶπον ὅτι «διὰ τοῦ νομοσχεδίου μεταδίδετε
2768εἰς τὸν ἀρχηγὸν, εἰς τὸν διοικητὴν τοῦ στρατοῦ, τινὰ τῶν
2769δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ Ὑπουργὸς, μεταδίδοντες δ’ εἰς
2770αὐτὸν τὰ δικαιώματα ταῦτα, μεταδίδετε ἀναγκαίως μέρος
2771τῆς εὐθύνης τοῦ Ὑπουργοῦ, ἄρα καταπατεῖτε ῥητὴν διάταξιν
2772τοῦ Συντάγματος, τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 77, δυνάμει τῆς
2773ὁποίας οἱ Βασιλόπαιδες δὲν δύνανται νὰ ὦσιν Ὑπουργοί».
2774Ἀλλὰ μήπως καὶ οὕτω παρουσιαζόμενον τὸ ἐπιχείρημα ἔχει
2775μεγαλειτέραν ἀξίαν τοῦ πρώτου; Ὁμιλεῖτε περὶ μεταβιβά-
2776σεως δικαιωμάτων τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ λησμονεῖτε ὅτι
2777πρὸ ὀλίγων μηνῶν ἐψηφίσατε νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ δι-
2778καιώματα, περὶ ὧν πρόκειται, μετεβιβάσατε εἰς ξένον ἀξιω-
2779ματικὸν, τὸν ὁποῖον ἀπεκαλέσατε ὀργανωτὴν τοῦ Ἑλ-
2780ληνικοῦ στρατοῦ. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, ὁ νόμος περὶ ὀργανωτοῦ
2781τοῦ στρατοῦ δὲν μεταβιβάζει εἰς τὸν ὀργανωτὴν τὴν ἐπιτε-
2782λικὴν ὑπηρεσίαν, περὶ ἧς τοσοῦτος ἐγένετο λόγος; Ἀλλὰ
2783λέγετε: «ὁ ὀργανωτὴς αὐτὸς θὰ ἐνεργῇ δυνάμει τοῦ νόμου, ὑπὸ
2784τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ». Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἐν τῷ πρώτῳ
2785ἄρθρῳ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου μήπως δὲν ἀπαντᾷ
2786διάταξις, δι’ ἧς ὁ ἀνώτερος διοικητὴς τοῦ στρατοῦ ἐξαρτᾶ-
2787ται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν, διοικῶν ὑπὸ τὴν ἀνωτέραν διεύθυν-
2788σιν τοῦ Ὑπουργοῦ;
2789Ἀλλὰ κατηγοροῦσιν ἡμᾶς, Κύριοι, ὅτι προτείνοντες τὸ
2790ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἐγκατελείψαμεν τὰς ἀρχὰς τοῦ
2791ἀειμνήστου ἀρχηγοῦ ἡμῶν, ὅτι ὑπεδουλώσαμεν τὴν θέλησιν
2792ἡμῶν, χάριν δὲν ἠξεύρω τίνων σκοπῶν, καὶ ὅτι λησμονοῦν-
2793τες τὸ παρελθὸν ἡμῶν ἐτράπημεν πρὸς νέαν ὁδόν. Ἀλλ’ οἱ
2794ταῦτα λέγοντες λησμονοῦσιν ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πρῶτος
2795ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νόμον, δι’ οὗ ἐδίδοντο βαθμοὶ εἰς
2796τοὺς Βασιλόπαιδας, ὑπῆρξεν ὁ Τρικούπης. Ἀλλὰ λησμονοῦ-
2797σιν οἱ τρεῖς ἢ τέσσαρες, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι ἐξακολουθοῦσι
2798νὰ ἔχωσι τὸ μονοπώλιον τοῦ Τρικουπισμοῦ, ὅτι ἐκεῖνος ὁ
2799ὁποῖος τὸν Διάδοχον ἀνεβίβασεν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντι-
2800στρατήγου, ὑπῆρξεν ὁ Τρικούπης· διότι ἀντιστράτηγος ἐγέ-
2801νετο ὁ Διάδοχος κατὰ τὸ 1893 διὰ νόμου ψηφισθέντος τῇ
2802προτάσει τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου κ. Τσαμαδοῦ, ὡς
2803Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τῆς ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ
2804ἀειμνήστου Τρικούπη Κυβερνήσεως. Ἔρχονται οἱ τέσσαρες
2805δῆθεν Τρικουπικοί, πολεμοῦντες τοὺς 135 πράγματι τοιού-
2806τους, νὰ μᾶς εἴπωσιν, ὅτι ἐλησμονήσαμεν τὰς ἀρχὰς τοῦ Τρι-
2807κούπη, λησμονοῦντες αὐτοὶ, ὅτι εἰς τὸν ἀντιστράτηγον Διάδο-
2808χον ὁ Τρικούπης ἀνέθηκε τὴν ἀρχηγίαν τοῦ Αʹ Ἀρχηγείου,
2809τὴν ἀρχηγίαν τοῦ μεγαλειτέρου μέρους τοῦ στρατοῦ, καὶ ὅτι
2810ἡ ἀρχηγία αὕτη συνεπήγετο κατ’ ἀνάγκην εὐθύνας, καὶ ὅτι
2811ἑπομένως ὁ Τρικούπης ἀνεγνώριζεν, ὅτι ὁ Διάδοχος ἠδύνατο
2812νὰ καθέξῃ θέσιν ἐπαγομένην εὐθύνας. Ἀντιτάσσω εἰς αὐτοὺς
2813τοὺς νόμους, οὓς ἐμνημόνευσα, καὶ προσκαλῶ αὐτοὺς εἰς τὴν
2814μελέτην τῶν νόμων τούτων.
2815Ἀλλὰ μᾶς λέγουσιν: «ἀναθέτοντες τὴν ἀρχηγίαν τοῦ στρα-
2816τοῦ εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, πράττετέ τι,
2817τὸ ὁποῖον εἰς οὐδὲν Συνταγματικὸν Κράτους γίνεται». Καὶ
2818ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀτ-
2819τικῆς βουλευτοῦ κ. Δραγούμη, καὶ παρηκολούθησα μετὰ
2820πλείστης προσοχῆς τὴν ἀγόρευσιν ταύτην, ἂν δ’ ἐπρόκειτο
2821ἀληθῶς νὰ συνοψίσω τὰς ἐντυπώσεις μου ἐπὶ τῆς ἀγορεύσεως
2822ταύτης, ἤθελον εἴπει, ὅτι ἡ ἀγόρευσις αὕτη περιλαμβάνει
2823πλεῖστα ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου καὶ πολλὰς
2824εὐγλώττους φράσεις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ τὰ ἐπιχει-
2825ρήματα μένουσι, καὶ αἱ φράσεις παρέρχονται· τὰ ἐπιχειρή-
2826ματα δ’ αὐτοῦ εἶναι ὅλα ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ὅσα
2827παραδείγματα ἀνέφερε ξένων Κρατῶν, τί ἀποδεικνύουν; ὅτι
2828παντοῦ Βασιλόπαιδες διοικοῦσι σώματα στρατοῦ, ὅτι παντοῦ
2829Βασιλόπαιδες διοικοῦσι στρατὸν, ὅτι διοικοῦσι στρατὸν καὶ
2830ἐν ὥρᾳ πολέμου. Ἔφερε παραδείγματα ἐκ Γερμανίας, μᾶς
2831ὡμίλησε περὶ Ἀγγλίας, μᾶς ἀνέφερε κείμενα, διὰ τῶν ὁποίων
2832ἱστορεῖ ὁ Γλάδστων τὰ πλεονεκτήματα τῆς ἑνιαίας διοι-
2833κήσεως, τῆς μονίμου διοικήσεως. Ἀλλὰ μᾶς ἔλεγεν, ὅτι ὁ
2834Γλάδστων, προκειμένου περὶ τοῦ συμβίου τῆς Βασιλίσσης,
2835εἶπεν ὅτι καλὸν εἶναι νὰ μὴ λάβῃ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ στρα-
2836τοῦ· ἀλλὰ λησμονεῖ ὁ ταῦτα εἰπὼν, ὅτι ὁ Γλάδστων ἐπὶ
2837πολλὰ, ἐπὶ πλεῖστα ἔτη κυβερνῶν τὴν Ἀγγλίαν, εἶχεν ὡς
2838ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ πρίγκηπα τοῦ αἵματος, τὸν Δοῦκα τῆς
2839Κανταβριγίας. Ταῦτα ἐλησμόνησεν ὁ κ. Βουλευτής. Ἀλλ’ ἐ-
2840λησμόνησε καὶ τὴν Ἰταλίαν· ὅτε δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγίου
2841ἀνέφερε τὸ ὄνομα τοῦ Βίκτωρος Ἐμμανουήλ, τότε μᾶς εἶ-
2842πεν, ὅτι ἐκεῖνος ἦτο ἔκτακτος ἰδιοφυΐα στρατηγικὴ, καὶ χά-
2843ριν τῆς ἰδιοφυΐας ταύτης παρημέλησαν ἐν Ἰταλίᾳ τὰ συν-
2844ταγματικὰ νόμιμα καὶ τοὺς συνταγματικοὺς θεσμούς. Ἐγὼ
2845λέγω, ὅτι ἐφήρμοσαν αὐτοὺς, διότι τὸ πρῶτον καθῆκον τοῦ
2846Βασιλέως καὶ τοῦ Διαδόχου τοῦ Θρόνου εἶναι νὰ προκινδυ-
2847νεύωσιν ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Δεύτερον ἔφερε τὸ παράδειγμα
2848τοῦ Ἡγεμόνος τῆς Ρουμανίας. Ἀλλὰ μᾶς εἶπεν, ὅτι ἦτο ἔξο-
2849χος αὐτὴ ἡ ἰδιοφυΐα. Ἀλλὰ, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς, διατί
2850τὰ ἱστορικὰ γεγονότα τὰ λησμονεῖτε τόσον εὐκόλως; Ὅτε
2851ἤρχισε νὰ ἀσχολῆται περὶ τοῦ στρατοῦ ὁ Ἡγεμὼν τῆς Ρου-
2852μανίας, ἦτο ἔξοχος στρατιωτικὴ ἰδιοφυΐα; Μικρὸς ἀξιωματι-
2853κὸς τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ ἦτο, ὅτε μετέβη εἰς Ρουμανίαν.
2854Ἀλλὰ ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, εἰργάσθη, καὶ ἔφερε
2855τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὁ κόσμος ὅλος ἐθαύμασε πρὸ τῆς
2856Πλεύνας. Τὰ αὐτὰ παρατηροῦμεν ἐν Βουλγαρίᾳ. Ὁ βουλ-
2857γαρικὸς στρατὸς τῇ ἐνεργείᾳ τοῦ Ἡγεμόνος του ἔγεινεν ὅ,τι
2858ἔγεινεν. Ἄρα τὰ παραδείγματα ὅλων τῶν συνταγματικῶν
2859ἐθνῶν ὑποστηρίζουσι τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ συνταγματικὸν τοῦ ὑπὸ
2860συζήτησιν νομοσχεδίου.
2861Ἀλλὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἶναι ὠφέλιμον
2862διὰ τὸν στρατόν; Καὶ ἰδοὺ ἔρχεται τὸ δεύτερον ἐρώτημα, τὸ
2863δεύτερον ζήτημα. Ὑποβάλλοντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐνε-
2864πνεύσθημεν ὑπὸ τῶν συμφερόντων τοῦ στρατοῦ; ἐλάβομεν
2865ἀποκλειστικῶς ὑπ’ ὄψιν τὰ συμφέροντα ταῦτα; ἐνηργήσα-
2866μεν πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως αὐτοῦ; Ἢ ἀπεναν-
2867τίας, ὑποδουλοῦντες τὴν θέλησιν ἡμῶν, ὡς ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ
2868ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, εἰς κακόβουλα σχέδια,
2869ὑπεβάλομεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν
2870κατὰ τοῦ Συντάγματος σχεδίων τούτων;... Καὶ ἐνταῦθα,
2871Κύριοι, νομίζω ὅτι εἶναι κατάλληλος ὁ χρόνος, ἵνα ἀπαντήσω
2872εἰς φράσεις τινὰς, τὰς ὁποίας ἡμέραν τινὰ ἔρριψεν ὁ ἐξ Ἀτ-
2873τικῆς ἀξιότιμος Βουλευτὴς, καὶ τὰς ὁποίας ἐν πλάτει ἐπα-
2874νέλαβεν ὁ ὀπαδὸς αὐτοῦ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Παρέστησεν
2875ἐμὲ ὡς πολέμιον τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὡς ἐπι-
2876θυμοῦντα τὴν αὔξησιν τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος, ἢ τοὐ-
2877λάχιστον—ὅπως περιώρισεν—ὡς ἐπιθυμοῦντα τὴν ἐπέκτασιν
2878τῆς δράσεως αὐτοῦ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἓν μόνον γινώσκω, ὅτι
2879διεφώνησα πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν—διότι
2880ἡ διαφωνία μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἐμοῦ ἐπῆλθεν, οὐχὶ μεταξὺ
2881ἐμοῦ καὶ ἄλλων,—ὡς πρὸς τὸ ζήτημα κυρίως τῆς δεδηλω-
2882μένης. Ἐγὼ ὡμολόγουν, ὅτι δὲν εἶχον ποτὲ κατορθώσει νὰ
2883ἐννοήσω, τί σημαίνει ἡ δεδηλωμένη, ὅτι δὲν εἶχον ποτὲ
2884κατορθώσει τοὐλάχιστον νὰ ἐννοήσω ταύτην ὑπὸ τὴν ἔν-
2885νοιαν, τὴν ὁποίαν ἀπέδιδεν εἰς αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττι-
2886κῆς Βουλευτής. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς τὴν
2887δεδηλωμένην ἤθελεν ὑπὲρ ἑαυτοῦ, ἡ δὲ μῆνις αὐτοῦ κατὰ
2888τῆς Βασιλείας χρονολογεῖται ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἡ Βα-
2889σιλεία, ὅτε νέα δεδηλωμένη ἦλθεν ἀναιροῦσα τὰ τῆς πρώτης
2890δεδηλωμένης, ὑπέκυψεν εἰς τὴν θέλησιν τῆς δευτέρας ταύ-
2891της δεδηλωμένης. Ἐνόμιζεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ὁ Βασιλεὺς
2892ἔπρεπε νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων του, ὅτι
2893ἔπρεπε νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ θυσιάσῃ
2894νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα μία δεδηλωμένη εἶχε ψηφίσει. Καὶ
2895ἔλεγον πρὸς αὐτόν: Ἢ παρεδέχεσθε τὴν δεδηλωμένην ἢ δὲν
2896τὴν παρεδέχεσθε. Ἂν τὴν παραδέχεσθε, πρέπει νὰ τὴν παρα-
2897δεχθῆτε μὲ ὅλα τὰ συμπεράσματα αὐτῆς, καὶ ν’ ἀπαιτή-
2898σητε, ὅπως ὁ Βασιλεὺς ἐγκρίνῃ ἄνευ ἐξετάσεως νομοσχέδια
2899εἰς αὐτὸν ὑποβληθέντα» (τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἐθεώρουν καλὰ καὶ
2900τὰ ὁποῖα ἐξακολουθῶ θεωρῶν ἄριστα). Ἀλλ’ ἐρωτῶ, πῶς ἠδύ-
2901νατο ὁ Βασιλεὺς, εἰς τὰ ὦτα τοῦ ὁποίου ἦσαν ἔναυλοι ἀκόμη
2902αἱ φωναὶ περὶ δεδηλωμένης, πῶς ἠδύνατο νὰ ἀντιστῇ εἰς
2903τὴν δευτέραν δεδηλωμένην; Καὶ ποία ἦτο ἡ δευτέρα αὕτη
2904δεδηλωμένη, Κύριοι; Ἦτο ἡ δεδηλωμένη τοῦ 1890! Ἐρω-
2905τῶ, καὶ ἂν ἡ δεδηλωμένη δὲν τὸν ὑπεχρέωνε νὰ ὑποταχθῇ,
2906ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῇ κατὰ τὸ 1890, μὲ τὸ ῥεῦμα τὸ ὁποῖον
2907ὑπῆρχε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἵνα προβῇ εἰς διάλυσιν;
2908Ἰδοὺ τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐχώριζον ἐμὲ ἀπὸ τὸν κύριον
2909ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτήν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι οἱ ἀκούοντες θέ-
2910λουσι δικαιώσει ἐμὲ, καὶ θέλουσιν εἴπει, ὅτι οἱ ὑποστηρί-
2911ζοντες λέξεις καὶ νομίζοντες, ὅτι πολιτικὰ κόμματα μὲ λέ-
2912ξεις μόνον δύνανται νὰ ζήσωσι, πλανῶνται πλάνην οἰκτράν.
2913Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸ θέμα καὶ ἐπαναλαμ-
2914βάνω αὐτὸ εἰς ὃ σημεῖον εἶχον ἀφήσει αὐτό. Ἔλεγον ὅτι
2915τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἐνεπνεύσθη ἡμῖν ὑπὸ τῶν
2916συμφερόντων τοῦ στρατοῦ. Πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος τού-
2917του νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ποία εἶναι ἡ κατά-
2918στασις τοῦ στρατοῦ. Δὲν σκοπεύω, Κύριοι, πρὸς ἀπεικό-
2919νισιν τῆς καταστάσεως ταύτης νὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπεν ὁ
2920λίαν εὐπαίδευτος ἀξιωματικὸς, ὁ συνάδελφος ἡμῶν, ὁ ἀξιό-
2921τιμος Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, δὲν σκοπεύω νὰ ἐπαναλάβω ταῦτα,
2922διότι ταῦτα εἶναι γνωστὰ εἰς πάντας ὑμᾶς. Τίς ἀγνοεῖ, Κύριοι,
2923ὅτι μεταξὺ τῶν κατεχόντων τοὺς ἀνωτέρους βαθμοὺς τοῦ
2924στρατοῦ ὑπάρχουσι καί τινες ἄχρηστοι ἀξιωματικοί; τίς
2925ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ παρουσία αὐτῶν ἐν τῷ στρατῷ, ἐνῷ οὐδόλως
2926δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν αὐτοῦ, παρεμποδί-
2927ζει τὴν προαγωγὴν ἄλλων κατωτέρων, λίαν εὐπαιδεύτων,
2928καὶ δυναμένων λίαν τελεσφόρως νὰ ἐργασθῶσι πρὸς μόρφω-
2929σιν τοῦ στρατοῦ; Περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, τῶν ἀχρή-
2930στων, οὐδεμία οὐδέποτε ἐλήφθη φροντίς. Ἐνόμισεν ἡ Πολι-
2931τεία, ὅτι ἀρκεῖ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας,
2932ἵνα ἀπαλλάξῃ τὸν στρατὸν ἐκ τῶν ἀχρήστων τούτων στοι-
2933χείων. Ἀλλ’ ἐλησμονήσαμεν, ὅτι ὁ νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας,
2934ὁποῖος ὑπάρχει σήμερον, ἀσχολεῖται μόνον περὶ τῶν λησμο-
2935νηθέντων ὑπὸ τοῦ θανάτου· οἱ προνομιοῦχοι τῆς ζωῆς δύ-
2936νανται ἴσως μίαν ἡμέραν νὰ ἐπικαλεσθῶσιν, ἢ τοὐλάχιστον
2937δύναται ἡ Πολιτεία κατ’ αὐτῶν νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸ ὅριον τῆς
2938ἡλικίας, ἀλλ’ οἱ κοινοὶ θνητοὶ, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν ὑπερ-
2939βαίνουσι τὸ σύνηθες ὅριον τῆς ζωῆς, οὐδὲν κοινὸν ἔχουσι μὲ
2940τὸν νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας...
2941§191Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Εἶναι καὶ ἡ μέθοδος τῆς διορθώσεως τῆς
2942ἡλικίας.
2943§192Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ... Τίς ἀγνοεῖ, Κύριοι, ὅτι ἡ πειθαρχία
2944ἐξέλιπεν ἀπὸ τὸν στρατὸν ἡμῶν; Τίς δύναται νὰ λησμο-
2945νήσῃ καὶ τὴν Λαμίαν καὶ τὴν Λάρισαν καὶ τὰ προνουν-
2946τσιαμέντα καὶ τὰς συστάσεις καὶ τὰς ἐκθέσμους συνεννοή-
2947σεις; Τίς λησμονεῖ ὅτι εἴδομεν ἀξιωματικοὺς ἐν τῷ περιβόλῳ
2948αὐτῷ τῆς Βουλῆς ἐνεργοῦντας εἴτε ὑπὲρ εἴτε κατὰ ὑποβλη-
2949θέντος στρατιωτικοῦ νομοσχεδίου; Τίς ἀγνοεῖ, Κύριοι, ὅτι
2950διὰ τοῦ συστήματος τῶν μεταθέσεων, τῶν προσκολλήσεων,
2951τῶν ἀποσπάσεων, οἱ πλεῖστοι τῶν ἀξιωματικῶν εὑρίσκον-
2952ται πάντοτε ὅπου τὰ συμφέροντα αὐτῶν καλοῦσιν αὐτοὺς, πολὺ
2953σπανίως δὲ ὅπου τὸ καθῆκον ἐπιβάλλει αὐτοῖς νὰ ᾖναι; Τίς
2954ἀγνοεῖ τέλος, ἢ τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐξα-
2955σκεῖ τὴν δηλητηριώδη αὑτῆς ἐπιρροὴν ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν
2956τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν; Ὑπάρχει τις ὁ δυνά-
2957μενος τὰ γεγονότα ταῦτα ν’ ἀμφισβητήσῃ;
2958Ἀλλὰ μοὶ λέγει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής:
2959«κατὰ τῶν ἐπιρροῶν τῆς πολιτικῆς ἀπαιτοῦνται ἰσχυροὶ χα-
2960ρακτῆρες, ἀπαιτεῖται θέλησις· δι’ ἰσχυρῶν χαρακτήρων καὶ
2961διὰ θελήσεως δύνασθε νὰ ματαιώσητε τὴν ἐπέμβασιν ταύ-
2962την, δύνασθε νὰ ματαιώσητε τὴν δηλητηριώδη ἐπιρροὴν τῆς
2963πολιτικῆς». Ταῦτα λέγων ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, δὲν ἀπο-
2964βλέπει εἰς τὰ πράγματα. Ἐὰν ἀπέβλεπεν εἰς τὰ πράγματα,
2965θὰ ἔβλεπεν ὅτι ταῦτα βοῶσιν, ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ θέλησις οὔτε
2966ἑνὸς οὔτε ἑπτὰ ἀνθρώπων, ὅπως ἐπέλθῃ βελτίωσις τῆς κατα-
2967στάσεως. Τὸ σύστημα εἶναι τοιοῦτον, ὥστε τὴν θέλησιν τῶν
2968ἀνθρώπων ἐκείνων, ἂν ἠδύναντο νὰ εὑρεθῶσιν, ἤθελε ταχέως
2969τὸ σύστημα θραύσει. Μὴ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι τὸ Ὑπουρ-
2970γεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διῴκησαν οἱ ἐξοχώτεροι παρ’ ἡμῖν
2971πολιτικοί, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο διῴκησαν πλεῖστοι
2972ὅσοι ἀξιωματικοί, σοφοὶ καὶ μὴ, εὐπαίδευτοι καὶ μή. Παρα-
2973καλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα εἰς ὑμᾶς παρέστησα,
2974ὑπῆρξαν ἢ δὲν ὑπῆρξαν ὑπὸ τὴν διοίκησιν πάντων ἀνεξαι-
2975ρέτως τῶν Ὑπουργῶν; Εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι
2976ὅλοι οἱ ἄνδρες οὗτοι, οἱ διακεκριμένοι, οἵτινες διῆλθον διὰ
2977τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν εἶχον τὴν ἐπιθυ-
2978μίαν, ὅπως τὰ κακὰ ταῦτα θεραπεύσωσιν; Ἐὰν δὲν τὸ κα-
2979τώρθωσαν, τί σημαίνει; Σημαίνει, Κύριοι, ὅτι τὸ σύστημα
2980ὑπῆρξεν ἐπικρατέστερον τῆς θελήσεως αὐτῶν.
2981Ἀλλὰ μήπως, Κύριοι, τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον παρε-
2982σκεύασε τὸν στρατὸν, τοῦ ὁποίου τὴν δρᾶσιν εἴδομεν κατὰ
2983τὸν τελευταῖον πόλεμον, μήπως ἔπαυσεν ὑφιστάμενον μετὰ
2984τὸν πόλεμον; Ὅλοι ἠλπίσαμεν, Κύριοι, ὅλος ὁ λαὸς ἤλπισεν,
2985ὅτι ἤθελεν ἐπέλθει ἀλλαγὴ ῥιζικὴ συστήματος. Τὸ Ὑπουρ-
2986γεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀνέλαβεν ἀνὴρ, ὅστις, ἀναδειχθεὶς
2987κατὰ τὸν πόλεμον, τοιαύτην εἶχεν ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ ἐν τῷ
2988στρατῷ θέσιν, ὥστε ὅλοι ἐπεριμένομεν, ὅτι αὐτὸς ἤθελε τὰ
2989κακὰ τὰ ἐν τῷ στρατῷ θεραπεύσει, ὅτι ἤθελεν ἐμφυσήσει
2990νέαν ζωὴν εἰς τὸν στρατὸν, ὅτι ἤθελε τὰ πάντα μεταρρυθ-
2991μίσει. Ἐρωτῶ, αἱ ἐλπίδες αὗται ἐπραγματοποιήθησαν; Καὶ
2992ἂν δὲν ἐπραγματοποιήθησαν, δὲν εἶναι ἀπόδειξις αὕτη, ὅτι
2993τὸ σύστημα παρημπόδισε τὴν πραγμάτωσιν αὐτῶν; Τὸ σύ-
2994στημα ὑπῆρξεν ἐπικρατέστερον τῆς θελήσεως αὐτοῦ. Κατὰ
2995τοῦ συστήματος οὐδὲν ἴσχυσεν, οὔτε νίκαι, οὔτε δάφναι...
2996§193Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν εἶχε Βουλὴν τότε.
2997§194Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶχεν ἀνάγκην Βουλῆς, ἵνα ἐλευθε-
2998ρώσῃ τὸν στρατὸν ἀπὸ τοὺς ἀχρήστους ἐκείνους, οἵτινες περιή-
2999γαγον αὐτὸν εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν εἴδομεν, καὶ οἵτινες
3000βεβαίως δὲν δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν
3001πραγμάτων. Ἐλεύθερος ἦτο νὰ πράξῃ τοῦτο τοὐλάχιστον.
3002Εἶχεν ἐξουσίαν τοιαύτην καὶ κῦρος τοιοῦτον, ὥστε ἦτο ἐλεύ-
3003θερος νὰ πράξῃ ὅ,τι ἤθελεν...
3004§195ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπέβαλε προτάσεις
3005διότι ἦτο τοιαύτη ἡ ψυχολογικὴ στιγμή!...
3006§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι.
3007§197Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς
3008νὰ ἀλλάξωμεν ῥιζικῶς τὸ κρατοῦν σύστημα, ἐπιβάλλεται
3009εἰς ἡμᾶς, ὅπως ἀποφασίσωμεν, ἵνα ὁ στρατὸς ἀποδοθῇ εἰς
3010τὸν στρατὸν, ἵνα ὁ στρατὸς διοικηθῇ ὄχι πλέον πολιτικῶς,
3011ἀλλὰ στρατιωτικῶς· ἔχομεν δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι δίδοντες
3012τὴν διοίκησιν εἰς τὸν ἀρχαιότερον τῶν Ἑλλήνων στρατηγῶν,
3013θέλομεν ἐπιτύχει βελτίωσιν τῆς καταστάσεως, ἔχομεν τὴν
3014πεποίθησιν, ὅτι ὁ στρατηγὸς οὗτος ἐν τῇ ἐνεργείᾳ αὑτοῦ θέλει
3015ἐμπνέεσθαι ἀποκλειστικῶς ὑπὸ τῶν συμφερόντων τοῦ στρα-
3016τοῦ, ὅτι τὰ συμφέροντα ταῦτα θέλει λάβει πάντοτε ὑπ’ ὄψιν,
3017ὅτι οὐδὲν πλάγιον συμφέρον θέλει ποτὲ ἐπηρεάσει τὰ μέτρα
3018καὶ τὰς σκέψεις αὐτοῦ. Καὶ ἄγομαι, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω τοὺς
3019πλαγίους ἐκείνους σκοποὺς, περὶ τῶν ὁποίων τοσοῦτος ἐγέ-
3020νετο λόγος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. «Ἐξεδηλώθησαν τάσεις, ἐγεν-
3021νήθησαν ἐν τῷ νῷ μου ὑπόνοιαι», ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος κ. Λε-
3022βίδης, «αἵτινες μὲ ἀνησυχοῦσιν». Ἀνέπτυξε δὲ τὴν ἰδέαν ταύ-
3023την δι’ εὐγλώττου καὶ μεμετρημένης φράσεως. «Κακόβουλοι
3024διαδόσεις ἐξεδηλώθησαν ὑπὸ ὑποδούλων Κυβερνήσεων»,
3025διὰ τραχειῶν καὶ ἴσως ἀναρμόστων φράσεων ἔλεγεν ὁ ἕτερος
3026ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής! Ἀλλὰ, Κύριοι, αἱ τάσεις αὗται, αἱ
3027διαθέσεις, αἱ ὑπόνοιαι, οἱ κίνδυνοι οὗτοι εἶναι πραγματικοί;
3028Τεσσαράκοντα σχεδὸν ἐτῶν συνταγματικὸν βίον ἔχομεν ὑπὸ
3029τὸν Βασιλέα Γεώργιον, καὶ εἴδομεν τὸν Βασιλέα μετ’ εὐλα-
3030βείας σεβόμενον τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ὡρκίσθη νὰ τηρήσῃ,
3031καὶ εἴδομεν αὐτὸν οὐδέποτε δόντα ἀφορμὴν, ἵνα αἱ ὑπόνοιαι,
3032αἱ ἀνησυχίαι, οἱ κίνδυνοι πιστευθῶσι.
3033Δὲν ὑπάρχουσι, Κύριοι, οἱ κίνδυνοι οὗτοι· ἀλλ’ ἐὰν δὲν
3034ὑπάρχουσιν οὗτοι, ὑπάρχουσιν ἄλλοι, οἵτινες ἀπειλοῦσι τοὺς
3035κοινοβουλευτικοὺς θεσμοὺς, καὶ οἱ κίνδυνοι οὗτοι προέρχον-
3036ται ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν οἱ θεσμοὶ παρ’ ἡμῖν ἐφαρμόζον-
3037ται, καὶ τὸ Σύνταγμα λειτουργεῖ. Καὶ ἐδῶ ἔρχομαι νὰ
3038ἀπαντήσω εἰς τὴν κατ’ ἐμοῦ κατηγορίαν.
3039Τὸ Σύνταγμα, Κύριοι, καθιεροῖ τρεῖς ἐξουσίας, τὴν ἐκ-
3040τελεστικὴν, τὴν νομοθετικὴν καὶ τὴν δικαστικὴν, ἀναγνω-
3041ρίζον τὴν ἀνεξάρτητον λειτουργίαν αὐτῶν. Ἀφίνω κατὰ μέ-
3042ρος τὴν δικαστικὴν, ἐλπίζων, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς δικαιο-
3043σύνης, ὅτι αὕτη ἐνεργεῖ ἀνεξαρτήτως, καὶ περιορίζομαι εἰς
3044τὴν ἐξέτασιν τῆς λειτουργίας τῶν δύο ἄλλων ἐξουσιῶν.
3045Κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία διοικεῖ, ἡ δὲ
3046νομοθετικὴ νομοθετεῖ. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο ἀκριβὲς παρ’ ἡ-
3047μῖν; Ἀκριβέστερον ἴσως θὰ ἦτο, ἂν ἐλέγομεν, ὅτι ἐν πολλοῖς
3048ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία διοικεῖ διὰ τῆς ἐκτελεστικῆς, καὶ ἡ
3049ἐκτελεστικὴ νομοθετεῖ διὰ τῆς νομοθετικῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ
3050ἀκρίβεια. Αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν λειτουργεῖ τὸ Σύν-
3051ταγμα παρ’ ἡμῖν!
3052Δύνανται ἰδεολόγοι ν’ ἀμφισβητῶσι τὴν ἀλήθειαν τῶν
3053παρ’ ἐμοῦ λεγομένων· ἀλλὰ τὰ πράγματα καταδεικνύουσιν,
3054ὅτι ὅσα εἶπον εἶναι ἀκριβῆ. Τὰ κακὰ ταῦτα ἄλλως τε μή-
3055πως παρ’ ἡμῖν μόνον παρατηροῦνται; Εἰς ὅλα τὰ Κοινο-
3056βουλευτικὰ Κράτη τὰ κακὰ ταῦτα παρατηροῦνται. Ἀλλὰ
3057δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν ἔλαβον ἐπίτασιν τοιαύτην, ὥστε ἀπειλεῖ-
3058ται μέγας κίνδυνος. Ἀλλ’ ἐνταῦθα μοὶ λέγουσιν, ὅτι, ἂν ἡ
3059νομοθετικὴ ἐξουσία διοικεῖ διὰ τῆς ἐκτελεστικῆς, πταίουσιν
3060οἱ διοικοῦντες, ὅτι αἰτία τούτου εἶναι ἡ ἔλλειψις θάρρους
3061καὶ ἔλλειψις χαρακτῆρος ἐκ μέρους τῶν διοικούντων. Οἱ
3062ταῦτα ὅμως λέγοντες δὲν ἐμελέτησαν τὰ πράγματα· διότι,
3063ἂν εὑρίσκοντο πολιτικοὶ ἄνδρες, ἀποφασισμένοι ἵνα ἀπολύ-
3064τως ἐφαρμόσωσι τὸ Σύνταγμα καθ’ ὃν τρόπον ἐξήγησα ὑμῖν,
3065ὀλίγων μόνον ἡμερῶν ὕπαρξιν ἤθελον ἔχει, καὶ δυστυχῶς δὲν
3066θὰ τοὺς διεδέχοντο ἄλλοι ἀποφασισμένοι τὴν αὐτὴν νὰ τη-
3067ρήσωσι πολιτείαν, ἀλλ’ ἄλλοι διατεθειμένοι νὰ ἐξακολουθή-
3068σωσι τὸ κακὸν, ἐκ τοῦ ὁποίου οἱ κίνδυνοι προέρχονται. Ζή-
3069τημα τίθεται εἰς ἕκαστον πολιτικὸν ἄνδρα, ἢ πρέπει νὰ
3070καταδικασθῇ εἰς τὴν ἐγκατάλειψιν τοῦ πολιτικοῦ του βίου,
3071ἢ πρέπει μὲ τὸ σύστημα αὐτὸ νὰ κυβερνήσῃ, προσπαθῶν, ὅσον
3072δύναται, νὰ περιορίσῃ τὰ κακὰ τοῦ συστήματος. Σύστημα,
3073μὲ τὸ ὁποῖον οἱ πολῖται ἀνετράφησαν, μὲ τὸ ὁποῖον ἔζησαν,
3074δὲν καταργεῖται διὰ τῆς θελήσεως ἑνὸς ἢ ἑπτὰ ἀνθρώπων.
3075Μία μόνην ἐλπίδα ἔχω, ὅτι διὰ νόμων περιοριστικῶν τῆς
3076ἐλευθερίας τῶν Ὑπουργῶν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν
3077τὴν τόσον ἀναγκαίαν ἐλευθερίαν τοῦ Ὑπουργοῦ...
3078§198ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀδύνατον!
3079§199Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς μου· καὶ ἐν
3080ὅσῳ νόμοι δὲν ὑπάρχουσι, βεβαιωθῆτε, ὅτι μάτην θὰ ζητή-
3081σητε τοῦ συστήματος τὴν βελτίωσιν.
3082Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ἕτερον μέρος, ὅπερ ἔθηκα ἐνώ-
3083πιον ὑμῶν. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νομοθετεῖ; ἢ εἶναι ἀκρι-
3084βὲς τὸ παρ’ ἐμοῦ λεχθὲν, ὅτι αὕτη διὰ τῆς νομοτελεστικῆς
3085ἐξουσίας νομοθετεῖ; Ἡ ὑπηρεσία παρασκευάζει τοὺς νόμους
3086τῇ διευθύνσει τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ οὗτος ὑποβάλλει αὐτοὺς
3087εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐπεξεργάζεται τοὺς
3088νόμους ἡ Βουλή; Ὄχι. Παρ’ ἡμῖν αἱ ἐπιτροπαὶ ἀργοῦσιν,
3089ἡ δὲ Βουλὴ τὸ πλεῖστον τοῦ χρόνου καταναλίσκει εἰς τὰς
3090ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦ ἐλέγχου ἀτελευτήτους ἀγορεύσεις, ἢ
3091κωλυσιεργεῖ. Γινώσκω ὅτι ἡ λέξις κωλυσιεργία ταράττει
3092τὰ νεῦρα τῶν ἑκάστοτε ἀντιπολιτευομένων, ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ
3093μοι νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν ἐννοῶ νὰ μεμφθῶ τινα τῶν συναδέλ-
3094φων· μὲ ἠδίκησε δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς,
3095ὅστις ἐξέλαβεν ἀπάντησίν μού τινα ὡς ἀφορῶσαν εἰς αὐτόν.
3096Ἐγὼ οὐδὲν ἔχω δικαίωμα νὰ κανονίσω τὰς τῶν ἄλλων σκέ-
3097ψεις· ἕκαστος πράττει τὸ καθῆκόν του ὡς ἡ συνείδησίς του
3098ὑπαγορεύει αὐτῷ νὰ ἐκτελέσῃ τοῦτο. Ἀλλ’ ἂν δὲν ἔχω δι-
3099καίωμα νὰ ἐπικρίνω τὴν διαγωγὴν τῶν συναδέλφων, ἔχω
3100ὅμως δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι ὁ Κανονισμὸς ἡμῶν οὐδὲν ἕτε-
3101ρον εἶναι ἢ ἄρνησις τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος.
3102Παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ποία εἶναι ἡ βάσις τοῦ πολι-
3103τεύματος; Ἡ βάσις εἶναι τὸ τεκμήριον τῆς πλειονοψηφίας.
3104Πολίτευμα, καθ’ ὃ πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ
3105λαοῦ, ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας πρέπει νὰ βασίζηται· ἡ πλειο-
3106νοψηφία στέλλει τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους εἰς τὴν
3107Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ ἀντιπροσωπεύει τὸ ἔθνος διὰ τῆς πλειο-
3108νοψηφίας τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὅταν τὸ τεκμή-
3109ριον τοῦτο καταστρέψητε, ὅταν εἰς τὴν θέσιν τῆς πλειονο-
3110ψηφίας καὶ ὑπὲρ ταύτην θέτητε τὴν θέλησιν τῆς μειονοψη-
3111φίας καὶ ἐνίοτε οὔτε ταύτης τὴν θέλησιν, ἀλλὰ τὴν θέλησιν
3112δέκα ἀτόμων, ἐχόντων ἰσχυροὺς πνεύμονας, νομιζόντων ὅτι
3113ἡ φιλοτιμία αὐτῶν δὲν ἀπαγορεύει ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους νὰ
3114φλυαρῶσι, χωρὶς οὐδεὶς νὰ προσέχῃ εἰς αὐτοὺς, ἐρωτῶ, οἱ
3115δέκα οὗτοι, ἂν θέλωσι, δὲν δύνανται νὰ ματαιώσωσι τὴν
3116ἐνέργειαν τῆς πλειονοψηφίας; Καὶ τότε ποία ἡ σημασία τοῦ
3117Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος; Καὶ τοῦτο δυστυχῶς βλέ-
3118πομεν παρ’ ἡμῖν τακτικῶς γινόμενον, διότι παρ’ ἡμῖν τὰ
3119πάντα ἐν τῷ Συνταγματικῷ πολιτεύματι εἶναι παράδοξα!
3120Ἔχομεν Κανονισμὸν Βουλῆς, ὃν οὐδεμία Βουλὴ τῆς ὑφηλίου
3121ἔχει. Ἀλλ’ ἄν ποτε ἔλθῃ εἰς τὸν νοῦν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Σύ-
3122ρου Βουλευτοῦ, ἢ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων, νὰ προ-
3123τείνῃ μεταρρύθμισιν, ἐγείρεται ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βου-
3124λευτὴς καὶ λέγει: «Ἰδοὺ τὸ Ὠμέγα, διὰ τοῦ ὁποίου θέλετε
3125νὰ ἐπισφραγίσητε τὸ Ἄλφα!»
3126Ἀλλ’ ἐρωτῶ, διατὶ νομίζετε, ὅτι ἡμεῖς, οἱ τελευταῖοι ἐλ-
3127θόντες εἰς τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, δὲν ἔχομεν ἀνάγ-
3128κην κανονισμοῦ τῶν ἐργασιῶν μας; Λάβετε τοὺς Κανονι-
3129σμοὺς εἴτε τῆς Ἰταλίας, εἴτε τῆς Ἀγγλίας, εἴτε τῆς Γαλ-
3130λίας, παραβάλετε τούτους πρὸς τὸν ἰδικόν μας, καὶ εἴπατέ
3131μοι, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ ὑπ’ αὐτὸν Κοινοβου-
3132λευτικὸν πολίτευμα. Περιορίζομαι εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς
3133δημοκρατουμένης Γαλλίας, Κράτους ἀπολύτου ἐλευθερίας.
3134Ὁ Κανονισμὸς τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς εἶναι αὐστηρότατος.
3135Ὁ Βουλευτὴς ἀνακαλεῖται εἰς τὴν τάξιν, ἀνακαλεῖται εἰς
3136τὴν τάξιν μετ’ ἐγγραφῆς εἰς τὰ πρακτικά, ὑποβάλλεται εἰς
3137πρόστιμον διὰ πᾶσαν ἐπιβληθεῖσαν αὐτῷ τιμωρίαν, ἐὰν δ’ ἐπι-
3138μένῃ ἀτακτῶν, ἐκδιώκεται τῆς αἰθούσης. Τὰ μέτρα ταῦτα
3139ἐθεώρησεν ἡ Γαλλία ἀναγκαῖα πρὸς εὔρυθμον λειτουργίαν
3140τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν
3141δικαιωμάτων τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλὰ καὶ πρὸς σεβασμὸν
3142τῶν δικαιωμάτων τῆς μειονοψηφίας. Παρ’ ἡμῖν ἓν εἶναι κα-
3143θιερωμένον, τὸ δικαίωμα τοῦ Προέδρου τοῦ νὰ ἀνακαλῇ τὸν
3144ἀγορεύοντα εἰς τὴν τάξιν, ἀλλ’ οὐδεμία ἀπαγόρευσις ὑπάρχει,
3145ὅπως μὴ ὁ ἀγορεύων ἀνακαλῇ αὐτὸς τὸν Πρόεδρον εἰς τὴν
3146τάξιν (ἱλαρότης). Αὐτὸς εἶναι ὁ Κανονισμὸς, δι’ οὗ νομί-
3147ζετε, ὅτι δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ τελεσφόρος ἐργασία!
3148Ἐγώ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ὁ τρόπος οὗτος τῆς ἐφαρμογῆς
3149τῶν θεσμῶν ἀποτελεῖ ἀληθῆ κίνδυνον τῶν θεσμῶν, διότι
3150θὰ γεννήσῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ θεσμοὶ οὗτοι δὲν συν-
3151τελοῦσι πρὸς παρεμπόδισιν τοῦ κακοῦ. Κατὰ τῶν κινδύ-
3152νων τούτων πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν, καὶ οὐχὶ νὰ ἔχωμεν τοὺς
3153ὀφθαλμοὺς κλειστοὺς πρὸ αὐτῶν, καὶ μόνον νὰ τοὺς ἀνοίγω-
3154μεν εὐρύτερον, ὅπως ἀνακαλύψωμεν δὲν ἠξεύρω ποίους ἰδανι-
3155κοὺς κινδύνους, οὓς ἡ ψυχοπάθειά τινων, οἵτινες, φαίνεται, δὲν
3156κοιμῶνται ἥσυχοι, ὑπερμέτρως μεγαλοποιεῖ.
3157Δὲν ἀπειλεῖ τοὺς θεσμοὺς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον,
3158ἀλλ’ ὑπηρετεῖ τὰ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἂν δὲν
3159ἀπειλεῖ τοὺς θεσμούς, εἶναι τάχα ἐπικίνδυνον εἰς τὴν Δυ-
3160ναστείαν; εἶναι ἐπικίνδυνον εἰς τὸν Διάδοχον;
3161Ὑπεστηρίχθη παρὰ πολλῶν, ὅτι παρ’ ἡμῖν οἱ Βασιλόπαι-
3162δες ἔπρεπε νὰ διάγωσι βίον ἀκαδημαϊκὸν,... ὅτι ἔπρεπε νὰ
3163ἦναι ἱεροκήρυκες, λέγει ὁ διακόπτων με βουλευτὴς κ. Ρικά-
3164κης (ἱλαρότης), ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀσχολῶνται εἰς σωματεῖα
3165ἐπιστημονικὰ ἢ ἄλλα φιλολογικὰ, καὶ πλέον τούτου οὐδὲν,
3166διότι ἄλλως κινδυνεύουσιν οἱ θεσμοί! Ἀλλά, κατὰ τοὺς λέ-
3167γοντας ταῦτα, κινδυνεύει καὶ ἕτερόν τι, ἡ θέσις αὐτῶν· καὶ
3168παρετήρησα ἀνησυχίαν τινὰ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρὸ ὀλί-
3169γου προσεπάθησαν ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἡ Δυναστεία, οἱ Βα-
3170σιλόπαιδες ἀπειλοῦσι τοὺς θεσμοὺς, καὶ ἠμύνοντο κατὰ τῶν
3171θεσμῶν!
3172Καὶ ποῖοι οὗτοι οἱ κίνδυνοι; Θὰ ἐκτεθῶσιν οἱ Βασιλό-
3173παιδες εἰς μίση, εἰς πάθη ἄγρια, θὰ ἐκτεθῶσιν εἰς ὕβρεις, εἰς
3174συκοφαντίας· καὶ ἐν ὀνόματι τῶν μικρῶν αὐτῶν ἐπιχειρημά-
3175των ζητοῦσι νὰ καταδικάσωσιν αὐτοὺς εἰς ἀργίαν! Ἀλλὰ δὲν
3176μοὶ λέγετε, Κύριοι, ὑπῆρξε ποτὲ ἄνθρωπος αἰσθανόμενος τὴν
3177δύναμιν νὰ πράξῃ τι γενναῖον, ὅστις νὰ φοβηθῇ τὰς κατ’ αὐτοῦ
3178ἐκτοξευομένας ὕβρεις; Οἱ ἄνδρες οἱ ἔχοντες συναίσθησιν τῆς
3179ἀξίας των περιφρονοῦσι καὶ τὰ μέσα καὶ τὰς ὕβρεις καὶ τὰς
3180συκοφαντίας· διότι γνωρίζουσιν, ὅτι ἐκ τῶν ὕβρεων καὶ τῶν
3181συκοφαντιῶν οὐδέν ποτε σταθερὸν οἰκοδόμημα ἀπετελέσθη. Τὸ
3182οἰκοδόμημα τὸ ἐπὶ τῶν συκοφαντιῶν καὶ ὕβρεων στηριζό-
3183μενον καταπίπτει ταχέως ἐπὶ τῶν οἰκοδομησάντων αὐτό,
3184συντρῖβον αὐτούς. Ὁ ἐργαζόμενος καὶ ἐν τῇ ἐργασίᾳ του
3185ἐμπνεόμενος ὑπὸ τῆς φιλοπατρίας καὶ τοῦ καθήκοντος ἐπι-
3186ζῇ, καὶ πατάσσει τὰς συκοφαντίας καὶ τὰς ὕβρεις.
3187Αὐτὸ τὸ ἔργον ἐγὼ περιμένω παρὰ τοῦ Διαδόχου, καὶ ἂν
3188τὸν ἔβλεπον τρέμοντα πρὸ τῶν κινδύνων, οὓς παρεστήσατε
3189ὡς φόβητρον, δὲν θὰ εἶχον πεποίθησιν ἐπὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ.
3190Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι θέλει ἐργασθῆ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ὑπὲρ
3191τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ βελτιώσεως αὐτοῦ, καὶ ὅτι θέλει παρα-
3192σκευάσει καὶ τὸν στρατὸν καὶ ἑαυτὸν, ἵνα ἐν δεδομένῃ στιγμῇ
3193ἐκτελέσωσιν ὡς πρέπει τὸ καθῆκόν των. Καὶ ὅταν οἱ κύριοι
3194Βουλευταὶ, καὶ ὁ ἐκ Βάλτου καὶ ὁ ἐξ Ἀττικῆς, λησμονή-
3195σαντες τὴν ἀντισυνταγματικότητα καὶ τοὺς κινδύνους, ἐδήλω-
3196σαν ὅτι ἡμέραν τινὰ πρέπει ὁ Διάδοχος νὰ δράσῃ, ἐρωτῶ,
3197δὲν πρέπει νὰ παρασκευασθῇ, ὅπως δράσῃ; ἢ θέλετε ἀπαρά-
3198σκευον νὰ τὸν θέσητε ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατοῦ; Ἐγὼ θέλω
3199παρεσκευασμένον ἀρχηγὸν ἐπὶ κεφαλῆς παρεσκευασμένου
3200στρατοῦ. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον
3201τοῦτο, τὸ ὁποῖον κανονίζει, ὅπως ἐλέχθη, τὰ τῆς κεφαλῆς,
3202θὰ συντελέσῃ μεγάλως εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν τοῦ στρατοῦ.
3203Ἀλλὰ μοὶ λέγουσι: «τρέχει καὶ ἕτερον κίνδυνον ὁ Διά-
3204δοχος· δίδετε εἰς αὐτὸν στρατὸν, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν δύνα-
3205σθε νὰ δαπανήσητε τριάκοντα καὶ τεσσαράκοντα ἑκατομ-
3206μύρια, δίδετε εἰς αὐτὸν στρατὸν ἀσχολούμενον εἰς ξένας ὑπη-
3207ρεσίας, διότι ἀκόμη δὲν ἐφηρμόσατε τὸν νόμον περὶ ἀστυνο-
3208μίας καὶ χωροφυλακῆς». Ἄρχομαι ἐκ τοῦ τελευταίου, καὶ
3209λέγω ὅτι μετὰ χαρᾶς εἶδον, Κύριοι, τὴν ὁμοφωνίαν, ἡ ὁποία
3210τέλος παρουσιάσθη ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, συμπολι-
3211τευόμενοι καὶ ἀντιπολιτευόμενοι νὰ ἐκθειάζωσιν ὅλοι τὸν νό-
3212μον περὶ ἀστυνομίας καὶ τὸν νόμον περὶ χωροφυλακῆς, καὶ ὅλοι
3213νὰ παραπονῶνται, ὅτι οἱ νόμοι αὐτοὶ δὲν ἐφηρμόσθησαν ἔτι· καὶ
3214ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν τὰ νομοσχέδια καὶ ἐχαρακτή-
3215ρισαν ἡμᾶς ὡς σπατάλους, ὡς μὴ λαμβάνοντας ὑπ’ ὄψιν τὴν
3216οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, καθ’ ἡμέραν μᾶς λέ-
3217γουσι: «διατὶ δὲν ἐφαρμόζεται ὁ νόμος τῆς ἀστυνομίας,
3218διατὶ δὲν ἐφαρμόζεται ὁ νόμος τῆς χωροφυλακῆς, διὰ τῶν
3219ὁποίων καὶ μόνων ὁ στρατὸς θὰ σωθῇ;» Ἡσυχάσατε, Κύριοι,
3220θὰ ἐφαρμοσθῶσιν οἱ νόμοι οὗτοι, ἀλλὰ πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς
3221αὐτῶν εἶχον ἀνάγκην πρῶτον νὰ ἴδω, ἂν ἡ ἀπαισιοδοξία
3222πολλῶν, ἡ τοσοῦτον συχνὰ ἐκφρασθεῖσα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν
3223οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν, ἦτο βάσιμος· καὶ ὅτε εἶδον
3224ταύτην εὐτυχῶς μὴ πραγματοποιουμένην, ἀπηλλάγην τῆς
3225σπουδαιοτέρας δυσκολίας, ἥτις παρενεβάλλετο εἰς τὴν ἐφαρ-
3226μογὴν τῶν νόμων αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἡ κατάστασις τοῦ
3227στρατοῦ εἶναι οἵα σήμερον, ἐν ὅσῳ οἱ ἀξιωματικοὶ εἶναι μα-
3228κρὰν τῶν ταγμάτων αὐτῶν καὶ τῆς ὑπηρεσίας αὑτῶν, εἶναι
3229περιττὸν νὰ προστεθῶσι καὶ ἄλλοι τριακόσιοι ἀξιωματικοὶ,
3230ὅπως αὐξήσῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ ἄλλαις πόλεσι
3231μενόντων, καὶ δι’ αὐτὸ ἀνέβαλον τὴν ἐφαρμογὴν τῶν περὶ
3232ὧν ὁ λόγος νόμων. Ἀλλὰ βεβαίως οἱ νόμοι ἐκεῖνοι θὰ ἐφαρ-
3233μοσθῶσι, καὶ διὰ τῶν νόμων αὐτῶν θὰ πραγματοποιηθῇ
3234ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς ὑμᾶς,
3235θὰ πραγματοποιηθῇ ὁ χωρισμὸς τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῶν
3236ὑπηρεσιῶν τῶν ὅλως ξένων πρὸς τὸν προορισμὸν αὐτοῦ.
3237Ἀλλὰ καθῆκον ἔχω ν’ ἀπαντήσω καὶ εἰς ἕτερον ἰσχυρισμὸν
3238περὶ ἄλλου κινδύνου, ἐπαπειλοῦντος δῆθεν τὸν Διάδοχον. «Δὲν
3239ὑπάρχουν, λέγουσιν οἱ Κύριοι, ἐπαρκῆ μέσα, καὶ ἑπομέ-
3240νως, μὴ ἐπαρκῶν ὄντων τούτων, διατὶ νομοθετεῖτε διοίκη-
3241σιν στρατοῦ ὑπὲρ τοῦ Διαδόχου; Πράττετε ταῦτα ἵνα ἐκ-
3242θέσητε αὐτόν;» Καὶ ἤκουσα μετ’ ἀπορίας τὸ ἐπιχείρημα
3243τοῦτο ὑποστηριζόμενον ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βου-
3244λευτοῦ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἀναπτυσσόμενον δὲ εὐρέως ὑπὸ τοῦ
3245ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Λοκρίδος κ. Βασιλειάδου. Ἀλλὰ τότε
3246ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ Κύριοι, οἱ τοιαύτην γνώμην ἔχοντες, νὰ
3247εἴπω εἰς αὐτοὺς, ὅτι, ὅπως ὦσι συνεπεῖς, ὅπως ἀποδείξωσιν
3248ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα δὲν ἐφευρίσκονται μόνον πρὸς
3249καταπολέμησιν τοῦ νομοσχεδίου, πρέπει νὰ προβῶσι μέχρι
3250τοῦ ἄκρου, καὶ νὰ εἴπωσιν «ἂς καταργηθῇ ὁ στρατός»! Ἐν
3251ὅσῳ δὲν γείνῃ παρ’ ὑμῶν πρότασις περὶ καταργήσεως τοῦ
3252στρατοῦ, δὲν δικαιοῦσθε νὰ εἴπητε, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν
3253τὰ ἑκατομμύρια ὅλα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα, ὅπως ἀπο-
3254κτήσωμεν τέλειον στρατὸν, διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ κάμω-
3255μεν ἐκεῖνα τὰ βήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται τὴν κατάστασιν
3256αὐτοῦ νὰ βελτιώσωσιν. Ἂν ἔχετε τὰς ἀπελπιστικὰς ταύτας
3257ἰδέας, τότε προτείνατε τὴν κατάργησιν τοῦ στρατοῦ. Τοῦτο
3258πράττοντες, θὰ ἦσθε συνεπεῖς πρὸς τὰ παρ’ ὑμῶν λεγόμενα.
3259Ἀλλ’ ὅταν προτρέπητε ἡμᾶς, ὅπως τὰ εἴκοσιν ἑκατομμύρια,
3260τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν, δαπανήσωμεν κακῶς, ἐνῷ
3261δυνάμεθα ἐπιτυχέστερον νὰ τὰ δαπανήσωμεν, τοῦτο δὲν εἶναι
3262ἐπιχείρημα πρὸς καταπολέμησιν τοῦ νομοσχεδίου.
3263Ἕν καὶ τελευταῖον μένει, ἵνα ἐξετάσωμεν, τὸ ἄρθρον 6
3264καὶ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ νομοσχεδίου. Ἔχουσι ταῦτα τὴν ση-
3265μασίαν, τὴν ὁποίαν πολλοὶ ἀπέδωκαν εἰς αὐτά; Τὸ μὲν
3266ἄρθρον 6 οὐδὲν ἕτερον εἶναι ἢ ἐπανάληψις, μετά τινος ἴσως
3267περιορισμοῦ, τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ ξένων ὀργανω-
3268τῶν, τὸ δὲ ἄρθρον 11, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον ἐτάραξε τοὺς
3269κυρίους Βουλευτὰς, οὐδεμίαν ἄλλην σημασίαν δύναται νὰ ἔχῃ
3270ἢ τὴν τῶν κανονιστικῶν διαταγμάτων πρὸς ἐφαρμογὴν κει-
3271μένων νόμων. Ἑπομένως πᾶσα ἀνησυχία ἐκ τοῦ λόγου τού-
3272του ἐκλείπει.
3273Κύριοι, ὑπεβάλομεν τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ ἀκραδάντῳ πε-
3274ποιθήσει, ὅτι δι’ αὐτοῦ ὑπηρετοῦνται τὰ συμφέροντα τοῦ
3275στρατοῦ· καὶ μετὰ τὴν διεξαχθεῖσαν δὲ συζήτησιν ἐξακολουθῶ
3276ἔχων τὴν πεποίθησιν, ὅτι δι’ αὐτοῦ ὑπηρετοῦνται τὰ συμφέ-
3277ροντα τοῦ στρατοῦ. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ
3278ὁποῖοι θὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ αὐτοῦ, δὲν θὰ ἐκτεθῶσιν, ὡς ἐλέχθη,
3279εἰς τὰς ἀρὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ θέλουσιν εὕρει ἐν
3280τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νομοσχεδίου τὴν δικαιολογίαν τῆς ψήφου
3281αὐτῶν, καὶ θέλουσι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς ἔτι μᾶλλον πεισθῆ,
3282ὅτι διὰ τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ
3283τὸ ὁποῖον πρόκειται τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ ψηφισθῇ, ὑπη-
3284ρετοῦνται τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. (Χειρο-
3285κροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς.)
3286§200Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
3287§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ λόγον ἔχει ὁ κύριος Δ. Ράλλης.
3288§202Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
3289§203ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν θὰ διακόψωμεν;
3290§204Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ, Κύριοι, τῆς συζητήσεως
3291τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ
3292στρατοῦ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμισεν,
3293ὅτι ὤφειλε ν’ ἀπαγγείλῃ κατηγορητήριον καὶ κατὰ τῆς πλειο-
3294νοψηφίας καὶ κατὰ τῆς μειονοψηφίας, ἀλλὰ καὶ καθ’ ἑαυ-
3295τοῦ, διότι πανθ’ ὅσα εἶπεν, ἐλέγχων τὴν πλημμελῆ λειτουρ-
3296γίαν τοῦ Κοινοβουλίου παρ’ ἡμῖν, ἀποτελοῦσι τὸ μᾶλλον θε-
3297τικὸν καὶ τὸ μᾶλλον ἀπηνὲς κατηγορητήριον κατὰ τῆς ὅλης
3298πολιτείας, τὴν ὁποίαν μετέρχεται, ἀφ’ ἧς στιγμῆς διευθύνει
3299τὴν πλειονοψηφίαν. Κατηγορεῖ τῆς μειονοψηφίας διὰ τὴν
3300κωλυσιεργίαν· ἀλλὰ λησμονεῖ, ὅτι ἡ κωλυσιεργία εἶναι ἡ
3301συνέπεια, ἡ ἄμυνα κατὰ τῆς ἐπιβολῆς τῆς πλειονοψηφίας, καὶ
3302λησμονεῖ ὅτι κατὰ τὰς δύο Συνόδους, καθ’ ἃς διευθύνει τὰς
3303ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἀκριβῶς ἠθέλησε ν’ ἀντιποιηθῇ τὰ δι-
3304καιώματα τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ δικαιώματα τὰ νομοθε-
3305τικὰ, ἀπεμπολῶν, λόγῳ ἀνταλλάγματος, τὴν εἰς χεῖράς του
3306ἐμπιστευθεῖσαν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Τοιοῦτο τὸ κατηγο-
3307ρητήριον, ὅπερ ἀπήγγειλε κατὰ τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ κα-
3308τηγορητήριον, τὸ ὁποῖον πράγματι ἀπήγγειλε καθ’ ἑαυτοῦ,
3309διότι κατήγγειλε τὴν ὅλην πολιτείαν του, πολιτείαν ἥτις εἶ-
3310ναι ἁπλῆ ἐξακολούθησις, ἁπλῆ ἀπομίμησις τῶν κατὰ τὸ πα-
3311ρελθὸν πεπραγμένων. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
3312σεως δὲν εἶναι παλαιὸς πολιτευτὴς, εἶναι πολιτευτὴς ἀπὸ τοῦ
33131885· ἐντεῦθεν εἶδε τὸ πολίτευμα ἡμῶν λειτουργοῦν ἀκρι-
3314βῶς ὑπὸ τὰς ἀντιποιήσεις τῶν Κυβερνήσεων τῶν στηριζομέ-
3315νων ἐπὶ τῶν μεγάλων πλειονοψηφιῶν. Τὸ πολίτευμα αὐτὸ
3316ἐν τούτοις ἐλειτούργησε πρότερον ἐπὶ εἴκοσιν ὅλα ἔτη, καὶ
3317ἐλειτούργησεν ὁμαλῶς· ἐλειτούργησε καὶ ὑπὸ τὸν Κουμουν-
3318δοῦρον, ἐλειτούργησε καὶ ὑπὸ τὸν Βούλγαρην, ἐλειτούργησε
3319καὶ ὑπὸ τὸν Δεληγεώργην, ἐλειτούργησε καὶ ὑπὸ τὸν Ζαΐ-
3320μην, ἡμεῖς δὲ, οἱ παρακαθήμενοι ἐνταῦθα ἀπὸ 27 ὅλων
3321ἐτῶν, δυνάμεθα νὰ μαρτυρήσωμεν, ὅτι μέχρι τοῦ 1884 οὐ-
3322δεμία περίπτωσις κωλυσιεργίας προέκυψεν. Ἡ κωλυσιεργία
3323προέβαλε τὴν κεφαλήν της τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ
3324ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, παραβᾶσα τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῇ ἐντο-
3325λὴν, ἐνοσφίσθη νομοθετικὰ δικαιώματα. Καὶ τί πράττετε,
3326ὅταν ἐν μιᾷ νυκτὶ, κατὰ τὸν ἀληθῶς grotesque τρόπον
3327τοῦ ψηφίζειν τοὺς νόμους, παρίστασθε ὄχι μόνον μάρτυρες,
3328ἀλλὰ συνένοχοι τῆς νοσφίσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κοι-
3329νοβουλίου; Τί πράττετε, ὅταν ἔχητε γραμματέα, ὅστις δῆ-
3330θεν ἀναγινώσκει, ἀλλὰ δὲν ἀναγινώσκει, τὰ ἄρθρα τῶν νομο-
3331σχεδίων; ὅστις καταπίνει αὐτά; Δὲν νοθεύετε τὸ πολίτευμα;
3332Καὶ ὅταν σεῖς ἦσθε οἱ νοθεύοντες τὸ πολίτευμα, καταγγέλ-
3333λετε ἡμᾶς! Καὶ λυπεῖσθε, ὅτι σᾶς λείπει τι ἐκ τῶν χειρῶν
3334ὑμῶν, σᾶς λείπει τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ ἀπο-
3335βάλλητε ἐκ τῆς αἰθούσης τοὺς ἀνθισταμένους εἰς τοιαύτην
3336κατάχρησιν τῶν δικαιωμάτων τῆς πλειονοψηφίας! Ἀλλ’ ἐὰν
3337σᾶς ἐδίδετο τοιοῦτον δικαίωμα, οὐδεὶς ἐκ τῆς πλευρᾶς ἐκεί-
3338νης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ἤθελεν ἀπομείνει ἐνταῦθα,
3339διότι οὐδ’ ἐνοήσατε, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσητε, τί εἶ-
3340ναι Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα· διότι δὲν ἐνοήσατε, ὅτι
3341ἐν Κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι δι’ ἀμοιβαίων παραχωρή-
3342σεων καὶ δι’ ἀμοιβαίων συνεννοήσεων προβαίνουσιν αἱ ἐρ-
3343γασίαι. Σεῖς νομίζετε, ὅτι διὰ τῆς ἐπιβολῆς δύνασθε νὰ προ-
3344χωρήσητε, ἐπιβάλλοντες τὰς σκέψεις ὑμῶν καὶ τὰς ἀποφά-
3345σεις ὑμῶν· ἀλλὰ τότε ἔχετε ἀνατροπὴν τῶν θεσμῶν, πᾶν
3346ἕτερον ἢ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα.
3347Κύριοι, δὲν θέλω νὰ πραγματευθῶ τὰ ἄλλα ζητήματα, ἐπὶ
3348τῶν ὁποίων παρεμπιπτόντως, ὡς εἶπεν, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ὁποίων
3349κυρίως ἠσχολήθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ζή-
3350τημα τῆς δεδηλωμένης, τὸ ζήτημα τὸ κομματικὸν, τὸ ζή-
3351τημα τὸ οἰκογενειακὸν, πρὸς τὰ ὁποῖα τὸ ζήτημα τὸ ὑπὸ
3352συζήτησιν, τὸ τόσον μέγα ζήτημα, εἶναι ἐντελῶς ἀλλότριον,
3353καὶ θὰ περιορισθῶ εἰς συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου πρὸς κατα-
3354πολέμησιν αὐτοῦ, διότι κατ’ ἐμὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέ-
3355διον ἀποτελεῖ διὰ τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἀληθῆ συμφοράν.
3356Ἠσχολήθη καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸ
3357ἡμερῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως πεί-
3358σωσιν ἡμᾶς, ὅτι ὄπισθεν τοῦ νομοσχεδίου δὲν κρύπτεται ἐπι-
3359βουλὴ κατὰ τοῦ πολιτεύματος· καὶ περὶ τούτου εἶμαι ἐν-
3360τελῶς σύμφωνος μετ’ αὐτῶν· οὐδ’ ὑπολαμβάνω, ὅτι, περι-
3361βαλλόμενος τὴν ἀρχὴν, διὰ τῆς ὁποίας πρόκειται νὰ περι-
3362βληθῇ διὰ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ ὁ Διάδοχος, θὰ θελήσῃ
3363νὰ ἐπιχειρήσῃ τι κατὰ τοῦ πολιτεύματος, κατὰ τοῦ Συν-
3364τάγματος, διότι θεωρῶ, ὅτι οὐδεὶς τοσαύτην ἔχει μωρίαν.
3365Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦ συνταγματικοῦ ἢ τοῦ μὴ συνταγ-
3366ματικοῦ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τίθεται ὅλως δια-
3367φόρως. Θαυμάζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
3368ἀφοῦ ἀπέφυγε νὰ τὸ θίξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτι-
3369κῶν, λαλήσας ὡς ἂν ἦτο ἁπλοῦς ὑπάλληλος, ὅστις ὤφειλε νὰ
3370ἐξηγήσῃ τὰς κατὰ μέρος διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἐνώπιον
3371τῆς Βουλῆς, θαυμάζω, λέγω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
3372νήσεως δὲν ἠθέλησεν οὐδὲ νὰ ἐννοήσῃ, πῶς τίθεται τὸ ζή-
3373τημα τῆς συνταγματικότητος ἢ ἀντισυνταγματικότητος τοῦ
3374νομοσχεδίου. Σᾶς ἐμνημόνευσε τὸ ἄρθρον 29 καὶ τὸ ἄρθρον
337577 τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 29 ἀνακηρύττει τὸ ἀνεύ-
3376θυνον τοῦ Βασιλέως, τὸ ἄρθρον 77 ὁρίζει, ὅτι οἱ Βασιλόπαι-
3377δες δὲν δύνανται νὰ ὦσιν Ὑπουργοί· καὶ σᾶς εἶπεν, ἀφοῦ
3378μόνος ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀνεύθυνος, ἀφοῦ οἱ Βασιλόπαιδες μό-
3379νον Ὑπουργοὶ δὲν δύνανται νὰ γείνωσιν, δύνανται κάλλιστα
3380νὰ γείνωσιν ἀρχηγοὶ στρατοῦ, καὶ ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον
3381καὶ αἱ διατάξεις αὐτοῦ εἶναι ἐντελῶς συνταγματικαί». Ἀλλὰ
3382δὲν ἐξετάζονται οὕτω τὰ ζητήματα ταῦτα. Κατ’ ἐμὲ, δὲν
3383εἶναι ὀρθὴ ἡ διατύπωσις τοῦ ζητήματος, ὡς ἐτέθη παρὰ τοῦ
3384κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἐνόμισεν, ὅτι ἠκολού-
3385θησε τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου κατὰ τὴν ἀνάλυσιν, ἣν
3386ἔκαμεν οὗτος, τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ
3387στρατοῦ. Τὸ ζήτημα τῆς συνταγματικότητος τίθεται ὅλως
3388διαφόρως. Προκειμένης συζητήσεως τοιούτου νομοσχεδίου, ἡ
3389Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ, ἂν διὰ τῆς ἐγκαθιδρύσεως Γε-
3390νικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἀποκλείεται ἡ ὑπεύθυνος διοί-
3391κησις αὐτοῦ, ἂν κατὰ τὴν διοίκησιν, συμφώνως ταῖς διατά-
3392ξεσι τοῦ νομοσχεδίου, καταλύεται ἡ πραγματικὴ εὐθύνη ὡς
3393πρὸς τὴν διοίκησιν αὐτοῦ, καὶ ἂν μετατίθεται ἐκεῖ, ὅπου δὲν
3394δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ἐὰν ἐκλίπῃ εἴτε ἐκ τοῦ μηχανισμοῦ
3395τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, εἴτε ἐκ τῆς ἰδιότητος ἐκείνου, εἰς
3396τὸν ὁποῖον ἀνατίθεται ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ, ἐὰν
3397ἐκλίπῃ ἡ εὐθύνη, ἀναγκαίως τὸ νομοσχέδιον ὑμῶν εἶναι ἀντι-
3398συνταγματικόν, διότι ἐν Κοινοβουλευτικῷ καὶ Συνταγμα-
3399τικῷ πολιτεύματι τὸ ὑπεύθυνον ἀποτελεῖ τὴν κυρίαν βάσιν
3400τῆς πολιτειακῆς δράσεως. Διὰ πᾶσαν ἐνέργειαν πολιτειακὴν
3401ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ ν’ ἀπαιτήσῃ εὐθύνας παρὰ τῶν
3402Ὑπουργῶν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, τὸ νομοσχέδιον, ὅπως εἶναι κα-
3403τηρτισμένον, ἀφίησι τὴν εὐθύνην, ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν τοῦ
3404στρατοῦ, εἰς τὸν ὑπεύθυνον Ὑπουργόν; Ἐὰν δὲ δὲν ἀφίνει
3405τὴν εὐθύνην τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν ὑπεύθυνον
3406Ὑπουργόν, εἰς τίνα ἐπιβάλλει αὐτήν; καὶ ἐκεῖνος εἰς τὸν
3407ὁποῖον τὴν ἐπιβάλλει, δύναται νὰ ὑπόκειται εἰς τοιαύτην
3408εὐθύνην; Αὐτὰ εἶναι τὰ ζητήματα τὰ συνταγματικά, ὄχι
3409ἐὰν κηρύσσει τὸ Σύνταγμα μόνον ἀνεύθυνον τὸν Βασιλέα, ἢ
3410ἂν λέγει τὸ Σύνταγμα, ὅτι δὲν διορίζονται οἱ Βασιλόπαιδες
3411Ὑπουργοί· διότι μὲ τὴν τοιαύτην θεωρίαν σας, ὡς ὁ ἀξιό-
3412τιμος Βουλευτὴς Μαντινείας πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν μοὶ παρετή-
3413ρει, μετ’ ὀλίγον θὰ ἔχωμεν τοὺς Βασιλόπαιδας Βουλευτὰς,
3414διότι δὲν ὑπάρχει σχετικὴ ἐν τῷ Συντάγματι ἀπαγόρευσις.
3415Δὲν ἠξεύρω δὲ διατὶ, ἀφοῦ πρόκειται νὰ εὕρῃ ὁ κ. Πρόεδρος
3416τῆς Κυβερνήσεως ἀσχολίαν διὰ τοὺς Βασιλόπαιδας, διατὶ
3417δὲν τοὺς συμβουλεύει νὰ θέσωσι μίαν κάλπην, ὅπως παρί-
3418στανται καὶ οὗτοι μεταξὺ ἡμῶν, —διότι ἐγὼ, γνωρίζων ἱκα-
3419νῶς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, οὐδεμίαν εὑρίσκω διάτα-
3420ξιν ἀπαγορεύουσαν εἰς τοὺς Βασιλόπαιδας νὰ ὦσι Βουλευταί.
3421Ἀναγκαίως, Κύριοι, διὰ ν’ ἀποφανθῆτε, διὰ ν’ ἀπαντή-
3422σητε ἐπὶ τῶν ἐρωτήσεων περὶ συνταγματικότητος, ὅπως
3423ἔθηκα αὐτὰς, πρέπει νὰ ἐξετάσητε τὸν μηχανισμὸν τοῦ νομο-
3424σχεδίου, τὰς κατὰ μέρος διατάξεις αὐτοῦ. Καὶ δὲν εἶναι πολ-
3425λαί. Ἔχετε κατὰ πρῶτον τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 1, καθ’ ἣν
3426καθίσταται μόνιμος καὶ ἑνιαία ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ. Ἐν
3427τῷ νομοσχεδίῳ τῷ ἀρχικῶς ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν
3428δὲν δύνασθε νὰ εὕρητε διάταξιν οἱανδήποτε, δυναμένην νὰ
3429στηρίξῃ τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς, ὁ ὑποβαλὼν τὸ
3430νομοσχέδιον, ὁ εἰσηγησάμενος αὐτοῦ, ἀπέβλεψεν εἰς τὸ νὰ
3431διατηρήσῃ τὰς εὐθύνας εἰς βάρος ἑαυτοῦ. Κατὰ τὴν δευτέ-
3432ραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου ὑπεβλήθησαν τροπολογίαι,
3433καὶ μεταξὺ αὐτῶν ἐκείνη, ἥτις θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποληφθῇ ὡς
3434καλύπτουσα τὴν τοιαύτην ἀντισυνταγματικότητα τοῦ νομο-
3435σχεδίου, εἶναι δ’ αὕτη ἡ περιληφθεῖσα ἐν τῷ ἄρθρῳ 2. Ἐν
3436τῷ ἄρθρῳ τούτῳ περιελήφθη ἡ τροπολογία, καθ’ ἣν «προϊ-
3437σταμένη ἀρχὴ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ εἶναι τὸ
3438Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν». Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
3439Στρατιωτικῶν ἀπαντᾷ: «Θέλετε ὑπεύθυνον διὰ τὴν διοίκη-
3440σιν τοῦ στρατοῦ; ἰδοὺ ὁ ὑπεύθυνος, ἡ προϊσταμένη ἀρχὴ τοῦ
3441Γενικοῦ Διοικητοῦ, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν».
3442Ἀλλ’ ἐρωτῶ, Κύριοι, ἡ διάταξις αὕτη, συνδυαζομένη μὲ τὴν
3443διάταξιν τοῦ ἄρθρου 1 καὶ τὰς λοιπὰς διατάξεις τοῦ νομο-
3444σχεδίου, δι’ ὧν καθορίζονται τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθή-
3445κοντα τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, ἀποδίδει ἔννοιαν πραγματι-
3446κῆς εὐθύνης; ἢ πρόκειται περὶ εἰκονικῆς τοιαύτης; Ποῖα
3447εἶναι τὰ καθήκοντα τοῦ διοικητοῦ, ὡς διαγράφει αὐτὰ τὸ
3448νομοσχέδιον; (ἀναγινώσκει):
3449«Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, φέρων βαθμὸν ἀντι-
3450στρατήγου, διοικεῖ τὸν στρατὸν, βοηθούμενος ὑπὸ προσωπι-
3451κοῦ ἐξ ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων ἀξιωματικῶν, ὡς ἐμφαί-
3452νεται ἐν τῷ προσηρτημένῳ πίνακι.»
3453Σχετικῶς μὲ τὴν διάταξιν ταύτην παρατηρῶ μίαν ἀνα-
3454κρίβειαν, εἰς ἣν χθὲς ὑπέπεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρα-
3455τιωτικῶν. Πραγματευόμενος περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῶν πι-
3456νάκων, προέβαλε τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι αὐτὸς, ἡ Κυβέρνησις,
3457θὰ διορίσῃ τὸ πρῶτον κατὰ τοὺς πίνακας προσωπικόν. Ἀλλὰ
3458ποῦ εὗρε τοῦτο; Ποία διάταξις τοῦ νομοσχεδίου σᾶς χορη-
3459γεῖ τοιοῦτον δικαίωμα; Ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ἀπο-
3460βλέπουσα εἰς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐν γένει οἱ βαθμοφόροι
3461τοποθετοῦνται, ἀφορᾷ ὄχι μόνον εἰς τὰς ὑπηρεσίας ἐκείνας,
3462αἵτινες ὁριστικῶς ἀποσπῶνται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρα-
3463τιωτικῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐκείνας, ἃς νομίζετε ὅτι θὰ διοικῆτε
3464εἰς τὸ μέλλον. Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν τοποθετοῦνται οἱ βαθμο-
3465φόροι, καθορίζεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 6, τὸ ὁποῖον λέγει, κατὰ
3466τὴν τροπολογίαν σας: «Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ὑποβάλλει εἰς
3467τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὰς ἀναγκαίας προτά-
3468σεις ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, αἵτινες
3469ἀπαιτοῦσι τὴν ἔκδοσιν Β. Διατάγματος. Ἔτι δὲ ὑποβάλλει
3470προτάσεις περὶ μεταθέσεως ἀξιωματικῶν ἀπὸ σώματος εἰς
3471σῶμα τοῦ αὐτοῦ ὅπλου, ἢ εἰς γενικὰς καὶ εἰδικὰς ὑπηρε-
3472σίας τοῦ στρατοῦ.»
3473Ἐπλανήθητε λοιπὸν, ὅτε ἐλέγετε χθὲς, ὅτι σεῖς θὰ διο-
3474ρίσητε τὸ προσωπικὸν τῆς Γεν. Διοικήσεως, διότι, καὶ ἂν
3475προβάλητε συγχρόνως μὲ τὸ διάταγμα τοῦ διορισμοῦ τοῦ
3476Γενικοῦ Διοικητοῦ τὸ διάταγμα τὸ περὶ συγκροτήσεως τῶν
3477πινάκων, τί θὰ πράξητε;
3478§205Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
3479Θὰ πράξω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κανονίζει ὁ νόμος τοῦ 1861.
3480§206Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν θὰ πράξητε τίποτε, διότι τὴν ἐπιοῦ-
3481σαν θὰ σᾶς ὑποβάλουν νέας προτάσεις.
3482§207ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὰς ὁποίας θὰ θέσω ὑπὸ ἔλεγχον.
3483§208Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι. Καὶ θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω. Διότι δὲν
3484καθιεροῦται ὁ ὑμέτερος ἔλεγχος διὰ τοῦ νομοσχεδίου· ἀνα-
3485γράφεται εἰκονικῶς, ὅτι προϊσταμένη ἀρχὴ τοῦ Γενικοῦ Διοι-
3486κητοῦ τοῦ στρατοῦ εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
3487Οὐδὲν ἕτερον λέγετε. Σεῖς εἶσθε ἐφήμερος, ὁ δὲ Γενικὸς Διοι-
3488κητὴς τοῦ στρατοῦ εἶναι μόνιμος, τὴν δ’ ἔννοιαν τῆς μονι-
3489μότητος τὴν ἀποδίδει ἡ σχετικὴ διάταξις ἐν τῇ Μελέτῃ τοῦ
3490Διαδόχου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καθ’ ἣν διάταξιν
3491τοῦ δευτέρου ἄρθρου Γενικὸς Διοικητὴς διορίζεται ὁ ἀρχαιό-
3492τερος καὶ ἀνώτερος μεταξὺ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικῶν μέ-
3493χρις ἀποστρατεύσεως.
3494§209ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Διατὶ ὁμιλεῖτε περὶ τῆς Μελέτης, ἡ ὁποία
3495δὲν ἐγένετο νόμος;
3496§210Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Διότι, καὶ μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν παρ’ ὑμῶν,
3497τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν, τὸ καὶ συζητούμενον, εἶναι
3498ἀκριβῶς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρέστησεν ἐνώ-
3499πιον τῆς Βουλῆς ὁ προκάτοχος ὑμῶν Βουλευτὴς Οἰτύλου.
3500§211ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν πιστεύω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύῃ
3501τοιαῦτα ἀνὴρ, οἷος ὑμεῖς.
3502Ἐὰν κακῶς ἀντελήφθην, εἶναι σφάλμα ἰδικόν μου· ἐκεῖνα
3503ὅμως, τὰ ὁποῖα ἀντελήφθην ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ Βουλευ-
3504τοῦ Οἰτύλου, σχετικῶς πρὸς τὸ τότε μελετώμενον νομοσχέ-
3505διον, τὰ εὗρον πάντα ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν
3506νομοσχεδίῳ. Ἀλλὰ τίνα ἔννοιαν ἀποδίδετε σεῖς εἰς τὴν λέ-
3507ξιν μονιμότης; Εἴπατέ μοι, ἂν δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν, ἣν
3508ἀποδίδει τὸ ἄρθρον 2 τῆς Μελέτης τοῦ Διαδόχου.
3509§212Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
3510κῶν). Ἐγὼ ἐννοῶ, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἐν εἰρήνῃ στρατοῦ νὰ
3511παρασκευάζηται, ὅπως ᾖ ἀρχηγὸς τοῦ ἐν πολέμῳ στρατοῦ,
3512διότι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἐν πολέμῳ στρατοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν
3513νὰ ἦναι ἄλλος παρὰ ὁ διοικῶν τὸν στρατὸν ἐν εἰρήνῃ.
3514§213Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν ἡ μονιμότης παρατείνεται μέχρις
3515ὅτου γείνῃ πόλεμος· καὶ ὅταν ὁ πόλεμος αὐτὸς τελειώσῃ,
3516διατὶ νὰ μὴ παραταθῇ καὶ κατὰ τὸν δεύτερον ἢ καὶ τρίτον
3517πόλεμον; Ἐφ’ ὅσον ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ ἐλπίζῃ ἢ νὰ φο-
3518βῆται ὅτι θὰ ἔχῃ πόλεμον, θὰ ὑφίσταται ἡ μονιμότης.
3519§214ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ἔχει στρατὸν, δὲν νομίζετε ὅτι
3520πρέπει νὰ παρασκευάζηται πρὸς πόλεμον;
3521§215Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ναὶ, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς ἐννοίας τῆς
3522μονιμότητος, καὶ ἡ Μελέτη τοῦ Διαδόχου ἔλεγέ τι ὀλιγώ-
3523τερον, παρατείνουσα ταύτην μέχρις ἀποστρατεύσεως. Ἠδύ-
3524νατο νὰ εἴπῃ ἔτι πλέον, ὅτι ἡ μονιμότης τοῦ ἀρχηγοῦ θὰ
3525λήξῃ ὅταν οὗτος, κατὰ τὰς Βουλὰς τῆς Θείας Προνοίας, ἤθελε
3526κληθῆ ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸν Βασιλέα πατέρα του. Ὅταν
3527δὲν ὑπάρχῃ ὁ λόγος ἐκεῖνος, ὅστις ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ
3528τοιαῦτα νομοθετήματα, ταῦτα καταπίπτουσι μετ’ οὐ πολὺ
3529ἀφ’ ἑαυτῶν, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πολλὴ τιμὴ καὶ πολλὴ
3530σημασία ἀπεδόθη εἰς αὐτό. Ἡ Κυβέρνησις, ἥτις θὰ σᾶς δια-
3531δεχθῇ, θὰ καταργήσῃ αὐτὸ, ἀποκτῶσα οὕτως εὐχερῶς πολ-
3532λὴν δημοτικότητα. Οὗτος εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ὁ τρόπος, δι’ οὗ
3533θὰ λήξῃ ἡ μονιμότης τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ.
3534§216ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅσα εἴπετε εἶναι ἀληθέστατα, καὶ ἔτι
3535πλέον· ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐν τῇ διατάξει, ἣν ἀνεγνώσατε,
3536περιλαμβάνεται ἡ ἔννοια τῆς μεταθέσεως εἰς ἀποστρατείαν,
3537ἥν διὰ τὸ εὐφημότερον παρέλειψαν. Διὰ νὰ φθάσωμεν δὲ εἰς
3538τὰ συμπεράσματα, ὅτε, κατὰ νόμον ὑπάρχει εἷς καὶ μόνος
3539ἀντιστράτηγος, πῶς θέλετε νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἄλλος;
3540§217Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲ προσθέτω, ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειται
3541περὶ τοῦ Διαδόχου καὶ ἐπειδὴ ὁ Διάδοχος εἶναι ἐκτὸς τῶν
3542στελεχῶν, καὶ ὡς πρὸς αὐτὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμο-
3543σθῇ ὁ νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας, θὰ ἦναι πάντοτε ὁ γενικὸς
3544ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, καὶ πολλοὶ πόλεμοι θὰ διεξαχθῶσιν,
3545ὅπως λήξῃ ἡ μονιμότης του.
3546Ἀλλ’ ἂν ἐπιμένω νὰ καθορίσω τὴν ἔκτασιν τῆς μονιμό-
3547τητος, ἐπιμένω διότι ἡ ἔκτασις αὐτῆς θὰ χρησιμεύσῃ, ὅπως
3548ἐκτιμήσωμεν τὴν ἐξουσίαν, ἣν ἀντιποιεῖται, κατόπιν τῆς
3549τροπολογίας, ἣν ἔφερεν ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου, ὁ Ὑπουργὸς
3550τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τὸν Γενικὸν Διοικητήν. Εἶναι κατ’ αὐ-
3551τὸν ὑπόχρεως νὰ διατηρήσῃ τὸν Γενικὸν Διοικητὴν εἰς τὴν
3552Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ μέχρις ὅτου πολεμήσῃ ἡ
3553Ἑλλὰς ἅπαξ ἢ δὶς ἢ τρίς. Κατὰ τὴν Μελέτην τοῦ Δια-
3554δόχου, οὗ τὰς ἰδέας ἀπεδέχθητε καὶ υἱοθετήσατε, ἡ ἔννοια
3555τῆς μονιμότητός του καθορίζεται ἐκ τοῦ δικαιώματος τοῦ
3556παραμένειν εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν μέχρις ἀποστρατεύ-
3557σεως. Κατ’ ἐμὲ, ἡ μονιμότης, ἐπειδὴ ἡ ἀποστράτευσις δὲν
3558εἶναι δυνατὴ ὡς πρὸς τὸν Διάδοχον, ἔχει ὡς ἔννοιαν τὴν
3559παραμονὴν αὐτοῦ ὡς Γενικοῦ Διοικητοῦ μέχρι συντελείας
3560τῶν αἰώνων, ἢ τοὐλάχιστον ἰσοβίως, ἢ μέχρι τῆς βασιλείας
3561αὐτοῦ. Λοιπὸν δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀντικαταστήσητε τὸν Γε-
3562νικὸν Διοικητήν. Ἀλλ’ ἔχετε ἄλλην τινὰ πειθαρχικὴν ἐξου-
3563σίαν ἐπ’ αὐτόν; Ἀνεζήτησα ἐπιμελῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοι-
3564αύτην, ἀλλὰ δὲν εὗρον, καὶ οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ τοι-
3565αύτη. Καὶ τοῦτο σᾶς ἀποδεικνύει ἤδη κατὰ πόσον ἡ τροπο-
3566λογία, ἣν περιελάβετε ἐν τῷ ἄρθρῳ 2, καθιστᾷ πραγματικὴν
3567ὑπεροχὴν ἐπὶ τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ τῆς ἀρχῆς
3568τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ εἶναι αὕτη ἐντελῶς
3569εἰκονική. Ἡ μονιμότης ἀποδεικνύει, ὅτι εἶναι καθαρῶς εἰκο-
3570νικὴ, ἡ δὲ ἔλλειψις πάσης πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἐπ’ αὐτὸν
3571ἀποδεικνύει, ὅτι οὐδὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς ἀπέναντι τοῦ Γε-
3572νικοῦ Διοικητοῦ.
3573§218ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀποδείξατε ὅτι δὲν ἔχει ἐξουσίαν ὁ Ὑπουρ-
3574γὸς ἐπὶ τὸν Διάδοχον δυνάμει τῶν κειμένων νόμων.
3575§219Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν τὴν βλέπω.
3576§220ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ τεθῇ ὑπὸ κράτησιν ὁ Διάδοχος;
3577§221Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ, ἐκ δὲ τῶν
3578κατὰ μέρος διατάξεων θὰ ἴδητε, ὅτι δὲν ἔχετε πειθαρχικὴν
3579ἐξουσίαν. Ὁ Διάδοχος ἔχει ὑφ’ ἑαυτὸν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ
3580Γενικοῦ Ἐπιτελείου, εἶναι γενικὸς ἐπιθεωρητὴς τοῦ στρατοῦ,
3581καὶ εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ συγκεντροῦνται ὅλαι αἱ ἐπιθεωρή-
3582σεις, αἱ γινόμεναι εἴτε παρὰ τῶν μεράρχων, εἴτε παρ’ εἰδι-
3583κῶν ἐπιθεωρητῶν, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει ὁ νόμος. Ἀλλ’ ὁ
3584γενικὸς ἀρχηγὸς ἔχει περιπλέον τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως
3585ἐπὶ πάσης ὑποθέσεως ἀφορώσης τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν,
3586καὶ ἐπὶ πάσης τοποθετήσεως βαθμοφόρων, δι’ ἣν ἀπαιτεῖται
3587ἡ ἔκδοσις βασιλικοῦ διατάγματος. Ἀλλ’ ἔχει καὶ ἄλλο δι-
3588καίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ὅπερ
3589προκύπτει, διότι οὐδὲν ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον περὶ πα-
3590σῶν ἐκείνων τῶν ποικίλων καὶ πολυαρίθμων ὑποθέσεων, τὰς
3591ὁποίας διαχειρίζεται μέχρι τοῦδε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρα-
3592τιωτικῶν—καὶ τὰς διαχειρίζεται κακῶς—καὶ αἵτινες ἀπο-
3593τελοῦσι τὰς προσωπικὰς παροχὰς, ἤτοι περὶ τῶν προσκολ-
3594λήσεων, τῶν ἀποσπάσεων, τῶν ἀδειῶν καὶ ὅλων τῶν ἄλλων
3595ὑποθέσεων, ἃς γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, οὐδ’ ἔχει νὰ δώσῃ
3596λόγον δι’ ὅλας αὐτὰς, ὡς πρὸς τὰς ὑπηρεσίας τὰς ἀποσπωμέ-
3597νας ἐκ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι αὗται ὑπό-
3598κεινται εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ.
3599§222ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Πόθεν συμπεραίνετε αὐτό;
3600§223Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Διότι «ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ
3601»διοικεῖ τὸν στρατὸν, βοηθούμενος ὑπὸ προσωπικοῦ ἐξ ἀνω-
3602»τέρων καὶ κατωτέρων ἀξιωματικῶν». Πᾶσαι δὲ αἱ ὑποθέ-
3603σεις, ὡς πρὸς ἃς δὲν ἀπαιτεῖται ἡ ἔκδοσις Β. Διατάγματος,
3604εἶναι ἐκ τῶν καθηκόντων τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ.
3605§224ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Πῶς θ’ ἀποσπασθῶσι;
3606§225Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὅπως ἀποσπῶνται καὶ σήμερον. Ἀλλ’ ἔ-
3607χετε τὸ δικαίωμα νὰ τοῦ ζητήσητε λόγον, διατὶ ἀπεσπάσθη-
3608σαν ἢ προσεκολλήθησαν βαθμοφόροι; Πόθεν ἀντλεῖτε τὸ δι-
3609καίωμα τοῦτο;
3610§226ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀντλῶ τὸ δικαίωμα ἐκ τῆς κειμένης νο-
3611μοθεσίας.
3612§227Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὰς σχέσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιω-
3613τικῶν πρὸς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν καθορίζει αὐτὸ καὶ μόνον
3614τὸ νομοσχέδιον, δι’ οὗ καθίσταται μόνιμος καὶ ἑνιαία διοί-
3615κησις τοῦ στρατοῦ, καὶ τὴν διοίκησιν ταύτην θὰ διαχειρί-
3616ζηται ὁ Διάδοχος, χωρὶς νὰ ὀφείλῃ ὑμῖν λόγον, διότι αἱ θέ-
3617σεις, περὶ ὧν πρόκειται, ἀνήκουσιν εἰς τὴν Γεν. Διοίκησιν τοῦ
3618στρατοῦ.
3619§228ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἶναι ἀξιωματικὸς ὅμως ὁ Διάδοχος;
3620§229Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλ’ ἀντιστράτηγος καὶ Διάδοχος καὶ
3621Γενικὸς Διοικητής.
3622§230ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὑποθέσατε ὅτι εἶναι ἄλλος ἀντιστρά-
3623τηγος.
3624§231Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν θέλετε νὰ θέσητε τὸ ζήτημα οὕτω, τότε
3625πρέπει νὰ διαγράψητε καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀντιστρατήγου
3626ὡς προσὸν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ.
3627§232ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὅτε ἦτο ἀρχηγὸς τοῦ Γʹ Ἀρχηγείου, ὑπέ-
3628κειτο εἰς τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ.
3629§233Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναμφισβητήτως, διότι τότε ὑπέκειτο
3630κατὰ τοὺς καθεστῶτας νόμους εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρα-
3631τιωτικῶν.
3632§234ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι καὶ τώρα.
3633§235ΡΑΛΛΗΣ. Διόλου.
3634§236ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι νέα ἀρχή, ἣν καθιεροῦμεν.
3635§237Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ τοῦτο εἶπον· εἶπον ὅτι τὰ δικαιώ-
3636ματα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὰ δικαιώματα
3637καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ καθορίζονται διὰ
3638τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ὁ Γενικὸς Διοικη-
3639τὴς συγκεντρώνει τὴν ὅλην διοίκησιν, διατάσσει καὶ ἐνεργεῖ
3640ἐπιθεωρήσεις, προτείνει τὴν τοποθέτησιν τῶν βαθμοφόρων εἰς
3641πᾶσαν θέσιν καὶ κατ’ ἰδίαν ἀνεξέλεγκτον κρίσιν, καὶ σεῖς θέ-
3642λετε νὰ ἔχητε πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπ’ αὐτόν! Οὐδὲν δι-
3643καίωμα ἀναμίξεως ἔχει εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ
3644ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἰμὴ εἰς μίαν μόνην περί-
3645πτωσιν. Διὰ τὰς ἄλλας καταργεῖται τελείως ὁ ἔλεγχος, κα-
3646θίσταται δ’ ἀνεξέλεγκτος ὁ Γενικὸς Διοικητής. Ἡ ἐξαιρε-
3647τικὴ περίπτωσις εἶναι ἡ τοῦ ἄρθρου 6.
3648§238ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ, μίαν διακοπήν. Τίς εἶναι ἐκεῖ-
3649νος, ὁ ὁποῖος θὰ διορίσῃ τὴν Αὐτοῦ Ὑψηλότητα Γενικὸν
3650Διοικητήν;
3651§239ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁ νόμος θὰ τὸν διορίσῃ.
3652§240ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρα-
3653τιωτικῶν.
3654§241Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην.
3655§242ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὅταν ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ θὰ
3656γείνῃ, συμφώνως τοῖς νόμοις, ὁ διορισμὸς τοῦ Διαδόχου ὡς
3657Γενικοῦ Διοικητοῦ, δὲν εἶναι αὐτὸς οὗτος ὁ Ὑπουργός, ὅστις
3658θὰ τοποθετήσῃ πάντας τοὺς ἀξιωματικούς; Ποῦ εἶναι πλέον
3659τὸ δικαίωμα τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ; Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς
3660μεταθέσεις τῶν ἀξιωματικῶν, κατὰ τὸ ἄρθρον 6, πάντοτε
3661θὰ παραμένῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐγκρίσεως αὐτῶν εἰς τὸν
3662Ὑπουργὸν, πολλῷ δὲ μᾶλλον, ὅταν πρόκηται περὶ μετακι-
3663νήσεως σωμάτων. Ὅταν δὲν ἐπιτρέπῃ ὁ Ὑπουργὸς, δὲν δύ-
3664ναται νὰ κάμῃ τίποτε ὁ Γενικὸς Διοικητής.
3665§243Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Βουλευτὰ, εἴμεθα ἐντελῶς σύμφωνοι·
3666καὶ θὰ ἴδητε ὅτι εἴμεθα ἐντελῶς σύμφωνοι. Μόνον καθ’ ἓν
3667διαφωνοῦμεν· σεῖς νομίζετε, ὅτι ἡ πρότασις εἶναι ἁπλοῦς τύ-
3668πος, ἐνῷ κατ’ ἐμὲ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως εἶναι οὐσια-
3669στικόν. Διὰ νὰ εἴπῃ δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰς
3670τὸ διάταγμα περὶ διορισμοῦ τοῦ Γεν. Διοικητοῦ «προτάσει
3671τοῦ Ἡμετέρου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ διορίζομεν
3672τὸν ἀντιστράτηγον κτλ. Διάδοχον ὡς Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ
3673στρατοῦ», πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως, ἤτοι
3674τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς. Ἀλλὰ δὲν ἔχει δικαίωμα τοιοῦ-
3675τον. Ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν, καὶ τὸν ὁποῖον θὰ
3676κυρώσῃ αὔριον ὁ Βασιλεύς, καθιστᾷ τὸν Διάδοχον Γενικὸν
3677Διοικητήν. Θὰ ἐκδοθῇ ἓν διάταγμα ἐκτελεστικόν, ἀλλὰ τοῦτο
3678δὲν σημαίνει ὅτι δυνάμει αὐτοῦ τοῦ διατάγματος θὰ διορισθῇ
3679ὁ Γενικὸς Διοικητής. Διορίζεται δυνάμει τοῦ νόμου.
3680§244Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
3681κῶν). Δὲν γίνεται συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ.
3682§245Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν διορίζεται δυνάμει τοῦ νόμου, ἕπεται
3683ὅτι δὲν τὸν διορίζετε σεῖς· διότι εἰς αὐτὸ ἤθελε νὰ καταλήξῃ
3684ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Βάλτου, ὅτι, ἐπειδὴ τὸν διορίζετε
3685σεῖς, διὰ τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ ὑμᾶς. Δὲν τὸν διορίζετε σεῖς·
3686ἔχει τὴν καταγωγήν του ἐκ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ
3687δυνάμει τοῦ νομοθετήματος τούτου εἶναι μόνιμος· ἔχει τε-
3688λείαν ἐλευθερίαν ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν τοῦ στρατεύματος,
3689τὴν ἀποκλειστικὴν διοίκησιν τοῦ στρατεύματος, χωρὶς νὰ
3690ἔχῃ νὰ δώσῃ εἰς κανένα λόγον, οὐδ’ εἰς ὑμᾶς, οὐδ’ εἰς τὴν
3691Βουλήν. Οὐδὲ δύνασθε σεῖς, ἐνασκοῦντες πειθαρχικὴν ἐξου-
3692σίαν, τὴν ὁποίαν φαντάζεσθε ὅτι ἔχετε, νὰ τὸν καλέσητε καὶ
3693νὰ τὸν ἐρωτήσητε, διατὶ ἔπραξε τοῦτο· διότι θὰ σᾶς εἴπῃ
3694ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπε χθὲς ὁ Βουλευτὴς Πατρῶν περὶ ἄλλου
3695Βασιλόπαιδος: «ἔτσι θέλω!» Οὕτω καταργεῖται πᾶς ἔλεγχος
3696ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν τοῦ στρατεύματος, καθόσον δὲν εἶναι
3697ἀναγκαία ἡ ἔκδοσις Β. Διατάγματος. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον, ὅτι
3698ἐκεῖ, ὅπου δύνασθε νὰ προβάλητε ὅτι διατηρεῖται τὸν ἔλεγ-
3699χον καὶ ἑπομένως τὴν εὐθύνην, εἶναι ἡ περίπτωσις τοῦ ἄρθρου
37006, ὅταν πρόκηται περὶ ὑποθέσεων τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας,
3701ὡς πρὸς τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖται ἡ ἔκδοσις Β. Διατάγματος, ἢ
3702ὅταν πρόκηται περὶ τῆς ἀποσπάσεως καὶ μεταθέσεως ἀπὸ
3703σώματος εἰς σῶμα ἢ εἰς γενικὰς καὶ εἰδικὰς ὑπηρεσίας τοῦ
3704στρατοῦ, ἀπαιτούσας ἐπίσης τὴν ἔκδοσιν Β. Διατάγματος.
3705Καὶ λέγετε ὅτι «ὁ Διάδοχος προτείνει, ἐγὼ δέχομαι, καὶ ἑπο-
3706μένως, καθ’ ὅσον ἤθελον δεχθῆ, εἶμαι ἀναγκαίως καὶ ὑπεύ-
3707θυνος ἀπέναντι τῆς ἀντιπροσωπείας, καὶ ἰδοὺ ἡ εὐθύνη». Αὐτὸ
3708δὲν λέγετε;
3709§246Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
3710Μάλιστα.
3711§247Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι πραγματικόν. Διότι ἐκεῖ-
3712νος, ὅστις δύναται νὰ προβάλῃ, ὅτι ἐξ αὐτοῦ ἐξαρτᾶται νὰ
3713δεχθῇ, πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ τὸ δικαίωμα νὰ μὴ δεχθῇ· καὶ δὲν
3714τὸ ἔχετε τὸ δικαίωμα. Διότι τί θὰ πράξητε; Σᾶς προτείνει
3715ὁ Διάδοχος, καὶ σεῖς ἔχετε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ πραγμα-
3716τοποίησις τῆς προτάσεως τοῦ Διαδόχου εἶναι ἐπιζήμιος εἰς τὰ
3717συμφέροντα τοῦ στρατοῦ. Τί θὰ πράξητε; Δὲν ἔχετε δικαίωμα
3718νὰ ἐλέγξητε αὐτὴν τὴν πρότασιν, οὐδὲ σᾶς δίδει τὸ δικαίωμα
3719τοῦτο τὸ ἄρθρον 6. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ζητήσητε παρ’ αὐ-
3720τοῦ, ὅπως ὑποβάλῃ ἄλλην πρότασιν, οὐδ’ ἔχετε δικαίωμα, ὅταν
3721πρόκηται περὶ τῶν ἐπιθεωρήσεων τῶν ἐνιαυσίων καὶ τῆς
3722ὑποβολῆς τῶν προτάσεων περὶ προαγωγῆς βαθμοφόρων, νὰ
3723ζητήσητε παρὰ τοῦ Διαδόχου, ὅπως μεταβάλῃ τὰς προτάσεις
3724του, οὐδὲ δύνασθε νὰ ἐλέγξητε τὰς προτάσεις αὐτοῦ, τὰς μετὰ
3725τὰς γενικὰς ἐπιθεωρήσεις. Ἕν ἔχετε δικαίωμα, νὰ σταμα-
3726τήσητε τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, νὰ μὴ ὑποβάλητε τὸ διά-
3727ταγμα. Ἀλλ’ ὁ στρατὸς πρέπει νὰ διοικηθῇ, καὶ ἀναγκαίως
3728θὰ διοικηθῇ, καὶ θὰ γείνῃ τότε τὸ παιγνίδι τοῦ «pot de
3729terre καὶ pot de fer»· διότι σεῖς μὲν εἶσθε ἐφήμερος, ἐκεῖ-
3730νος δὲ μόνιμος· ἓν δ’ ἐκ τῶν δύο θὰ συμβῇ: ἢ θὰ δεχθῆτε τὴν
3731κηδεμονίαν αὐτοῦ τελείαν καὶ πλήρη, ἢ ἀμέσως πρέπει νὰ
3732ἐξέλθητε ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Θὰ ἐξέλθητε
3733δ’ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν οὐχὶ διαφωνῶν πρὸς
3734τὸν Βασιλέα, οὐχὶ στερούμενος τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς,
3735ἀλλὰ διαφωνῶν πρὸς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον κατὰ τὴν διάταξιν
3736τοῦ ἄρθρου 2 θεωρεῖτε ὡς ὑφιστάμενον ὑμῶν, ὡς ὑπὸ τὰς
3737διαταγὰς ὑμῶν, καὶ ἐπὶ τὸν ὁποῖον ὑπολαμβάνετε ὅτι δύ-
3738νασθε νὰ ἀσκήσητε τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ὑμῶν. Αὐτὴ
3739εἶναι ἡ ἀληθὴς ἐκτίμησις τοῦ νομοθετήματος.
3740Λοιπὸν ὡς πρὸς μὲν ὅλας τὰς περιπτώσεις, τὰς ἀφορώσας
3741τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ὡς πρὸς τὰς ὁποίας δὲν ἀπαι-
3742τεῖται ἡ ἔκδοσις Β. Διατάγματος, οὐδεμία ὑφίσταται εὐθύνη,
3743τὸ ἀνεξέλεγκτον εἶναι πλῆρες, σεῖς δὲ, ἐὰν τολμήσητέ ποτε
3744νὰ προβάλητε μίαν ἐρώτησιν, ἢ νὰ ζητήσητε οἱανδήποτε πλη-
3745ροφορίαν, θὰ σᾶς ἀπαντήσωσιν, ὅτι αἱ ὑποθέσεις αὗται δὲν
3746σᾶς ἀφορῶσιν. Ὡς πρὸς δὲ τὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας
3747ἀπαιτεῖται ἡ ἔκδοσις Β. Διατάγματος, ἀναγκαίως θὰ ὑπο-
3748στῆτε τὸν νόμον τοῦ ἰσχυροτέρου, διότι ἔχετε ἀπέναντι ὑμῶν
3749τὸν μόνιμον Γεν. Διοικητὴν, ὁ ὁποῖος δὲν ὑπόκειται εἰς πει-
3750θαρχικὴν ἐξουσίαν, ὁ ὁποῖος ἀναγκαίως θὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέ-
3751λησίν του, διότι ὁ στρατὸς δὲν δύναται παρὰ νὰ διοικηθῇ,
3752καὶ διὰ νὰ διοικηθῇ, θ’ ἀπαιτηθῇ ἡ ἔκδοσις Β. Διατάγματος
3753ἐντελῶς συμφώνου πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ Διαδόχου, καὶ οὐχὶ
3754συμφώνου πρὸς τὰς σκέψεις ὑμῶν.
3755§248Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
3756Ἀλλ’ ἐξαφανίζετε οὕτω τὸν Βασιλέα ἐκ τοῦ μέσου!
3757§249Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἄ! ἔχετε τὸν Βασιλέα εἰς τὸ μέσον! Μὲ
3758τὴν διαφοράν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν διοικεῖ, οὐδὲ ὑπέχει εὐθύ-
3759νας ὁ Βασιλεύς. Τὰς εὐθύνας ὀφείλει νὰ ὑπέχῃ ἄλλος τις, καὶ
3760θὰ τὰς ὑπέχῃ ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἢ ὁ Διά-
3761δοχος.
3762§250ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὴν διαφωνίαν, παρακαλῶ, μεταξὺ Διαδό-
3763χου, ἤτοι Γεν. Διοικητοῦ καὶ Ὑπουργοῦ, ποῖος θὰ τὴν λύσῃ;
3764§251Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔλυσε τὴν διαφωνίαν
3765μεταξὺ τοῦ Διαδόχου καὶ τοῦ κ. Κουμουνδούρου (γέλωτες).
3766Δὲν τὸ καταλαμβάνετε;
3767§252ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀλλ’ αὐτὸς δὲν λύει καὶ σήμερον τὴν δια-
3768φωνίαν;
3769§253ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχετε μέγα λάθος· δὲν λύει σήμερον τὴν δια-
3770φωνίαν, οὐδὲ δύναται νὰ ὑπάρξῃ διαφωνία μεταξὺ ἀρχηγοῦ,
3771πράγματι ὑφισταμένου, καὶ τοῦ προϊσταμένου Ὑπουργοῦ, ἐκ-
3772προσωποῦντος τὴν ὅλην στρατιωτικὴν διοίκησιν. Σήμερον ὑφί-
3773σταται ἔλεγχος, καὶ ἐντεῦθεν πραγματικὴ εὐθύνη, ἥτις βαρύνει
3774τὸν Ὑπουργὸν, καὶ ἡ εὐθύνη αὕτη ἀποτίεται ἐνταῦθα. Ἀλλ’ ἀπο-
3775τίων τὴν εὐθύνην ἐνταῦθα ὁ Ὑπουργὸς, ἔχει ἀφ’ ἑτέρου ὄπισθέν
3776του, ὅταν ἐγκαλῆται διὰ πράξεις συμφώνους πρὸς τὸ καθῆκόν
3777του, διὰ πράξεις τὰς ὁποίας ἐπετέλεσεν ἀκριβῶς πρὸς τὴν ἐπί-
3778τευξιν τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν ἀνετέθη αὐτῷ ἡ ἀρχὴ, ἔχει, λέγω,
3779ὄπισθέν του ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ τὸν ὑπερασπισθῶσι καὶ θὰ
3780τὸν ὑποστηρίξωσιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τῶν πραγμάτων,
3781τοιοῦτος ὁ ἔλεγχος τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοὺς ὑφισταμένους,
3782αὐτὸς ὁ μηχανισμὸς τῆς εὐθύνης τῆς κοινοβουλευτικῆς. Ἀλλὰ
3783καταργεῖτε τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τὸν ὑφιστάμενον ὑμῶν, ἐντεῦ-
3784θεν δὲ καὶ τὸν μηχανισμὸν αὐτὸν τῆς εὐθύνης τῆς κοινο-
3785βουλευτικῆς. Δὲν ὑφίσταται λοιπὸν ὁ ἔλεγχος τοῦ Ὑπουργοῦ
3786ἐπὶ τὸν Γεν. Διοικητὴν, διότι οὐδὲν διετηρήσατε ὑπὲρ ὑμῶν.
3787Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ
3788ἀξιότιμος συμπολίτης μου, ὅστις τόσον εὐγλώττως ἀπέδειξε
3789τὸ πλημμελὲς τοῦ νομοσχεδίου, ἔσφαλεν εἰς τὰ παραδείγ-
3790ματα, τὰ ὁποῖα ἔφερε διὰ ν’ ἀποδείξῃ τοῦτο, καὶ δι’ αὐ-
3791τῶν οὐδὲν ἕτερον ἔπραξεν ἢ νὰ ἐνισχύσῃ τὰς διατάξεις τοῦ
3792νομοσχεδίου. Καὶ ἐπεκαλεῖτο ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
3793σεως τὴν περίπτωσιν τοῦ Βίκτωρος Ἐμμανουήλ, τοῦ Βασι-
3794λέως, ὅστις κατὰ τὴν στιγμὴν τοῦ κινδύνου καὶ ὅτε ἐπρό-
3795κειτο περὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς ὅλης Ἰταλίας, ἀναγκαίως
3796ἵππευσε τὸ ἵππον του καὶ ἐτέθη ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατοῦ
3797του, ὡς ἀρχηγὸς αὐτοῦ.
3798§254ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ δικτάτωρ προσέτι ἀνεκηρύχθη.
3799§255ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι οὔτε ὁ Καβοὺρ, οὔτε ἄλ-
3800λος τις Ὑπουργὸς, —δὲν ἐνθυμοῦμαι, τίς ἦτο τότε Ὑπουρ-
3801γὸς τῶν Στρατιωτικῶν τῆς Ἰταλίας, —ἐσκέφθη νὰ ὑποβάλῃ
3802νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ καταστήσῃ τὸν Βίκτωρα
3803Ἐμμανουὴλ Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ του. Βεβαίως ἐν
3804ὥρᾳ πολέμου ὅλα αὐτὰ δὲν ἔχουσι καμμίαν σημασίαν, καὶ
3805ὁ ἡγεμὼν ἐκεῖνος, ὅστις αἰσθάνεται, τί ὀφείλει πρὸς τὸν τό-
3806πον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου βασιλεύει, ὅλα αὐτὰ τὰ ξεσχίζει, διότι
3807καὶ τὴν ζωὴν αὑτοῦ πρόκειται νὰ θύσῃ ὑπὲρ τοῦ τόπου του,
3808ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τοῦ τόπου του, ὑπὲρ τῆς σωτηρίας
3809καὶ ἀνεξαρτησίας αὐτοῦ. Οὐδὲ πρόκειται περὶ τῶν περιπτώ-
3810σεων ἐκείνων τῶν ἐξαιρετικῶν· πρόκειται περὶ τῶν περι-
3811πτώσεων, κατὰ τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ εὐθύνη
3812καὶ νὰ ζητηθῇ εὐθύνη, τὰς περιπτώσεις δὲ ταύτας θὰ τὰς
3813συναντήσητε οὐχὶ πλέον ἐν ὥρᾳ πολέμου, ὅτε κινδυνεύει ἡ
3814ἀνεξαρτησία ἡ ἐθνική, ἡ ὕπαρξις ἡ ἐθνική, ὅτε τὰ πάντα
3815ἀπέναντι τοῦ κινδύνου καὶ πρὸς ἀπόκρουσιν αὐτοῦ πρέπει νὰ
3816ὑποχωρῶσι, θὰ τὰς εὕρητε κατὰ τὴν τακτικήν, κατὰ τὴν
3817ὁμαλὴν τῶν πολιτευμάτων λειτουργίαν. Εἴπετε ὅτι ὑπάρ-
3818χουσι νομοθεσίαι, αἱ ὁποῖαι περιβάλλουσι διὰ τοιαύτης ἀπο-
3819λύτου ἐξουσίας οἱονδήποτε ἀρχηγὸν στρατοῦ, οὐχὶ τὸν Διά-
3820δοχον τοῦ Θρόνου, καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
3821σεως, ὅπως ἀποδείξῃ τοῦτο, ἐπεκαλέσθη ἀκριβῶς τὴν Ἀγ-
3822γλικὴν νομοθεσίαν. Ἐφρόντισα νὰ συμβουλευθῶ Ἄγγλον συγ-
3823γραφέα, τὸν Alpheus Todd, ὅστις ἔγραψε περὶ τοῦ Κοινο-
3824βουλευτικοῦ πολιτεύματος ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ οὗ τὸ σύγγραμμα
3825εὑρίσκετε εἰς τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς. Ἐν τόμῳ Αʹ
3826σελίδι 324 θέλετε εὕρει τὰ ἑξῆς ὡς πρὸς τὴν θέσιν τοῦ Γεν.
3827Ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ ἐν Ἀγγλίᾳ (the Commander in
3828chief).
3829Λέγει ὁ Alpheus Todd, ὅστις ἀποτελεῖ autorité, ἐν
3830τόμ. 1 σελ. 324: «... Εἴδομεν ἤδη, ὅτι ὡς πρὸς τὴν διοί-
3831κησιν καὶ τὸν ἔλεγχον τοῦ στρατοῦ ὑπῆρξεν ἡ τελευταία προνο-
3832μία τοῦ Στέμματος, ἥτις ἀπεδόθη ὑπὸ τὴν φυλακὴν (custody)
3833ὑπευθύνων Ὑπουργῶν». (Τοῦτο ἐγένετο κατὰ τὸ 1806,
3834ὅτε μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Pitt ὁ βασιλεὺς Γεώργιος Γʹ
3835ἠναγκάσθη νὰ προσφύγῃ εἰς τοὺς Οὐΐγγους. Τότε ἐσχημα-
3836τίσθη τὸ Ὑπουργεῖον «all the salients» («πᾶσαι αἱ ἱκα-
3837νότητες») ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ λόρδου Γκρέμβιλλ καὶ τοῦ
3838Φόξ). Καὶ ἐξακολουθεῖ ὁ συγγραφεύς: «Καὶ κατὰ τὰ τε-
3839λευταῖα ἔτη ὑπῆρξάν τινες, οἵτινες ἐπεθύμουν, ὅπως ἡ διοί-
3840κησις τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων ἀφεθῇ εἰς
3841τὸν ἀνεπερώτητον (unquestioned) ἔλεγχον τῆς ἐκτελεστι-
3842κῆς ἐξουσίας, καὶ πᾶσα ἀπόπειρα ἀναμίξεως κατ’ αὐτὴν
3843παρ’ ἑκατέρας τῶν Βουλῶν, ὑφ’ οἱασδήποτε περιστάσεις,
3844ν’ ἀποκρουσθῇ, ὡς ἀντισυνταγματική. Ἀλλ’ αἱ ὑγιεῖς ἀρχαὶ
3845ἀπαγορεύουσι πᾶσαν διάκρισιν κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῆς Βασι-
3846λικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικὸν καὶ τοὺς
3847λοιποὺς κλάδους τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Ἐφ’ ὅλων ἑκατέρα
3848τῶν Βουλῶν εἶναι ἁρμοδία νὰ προβάλῃ τὴν γνώμην της, καὶ
3849οὐδὲν δύναται νὰ διαπραχθῇ εἰς οἱονδήποτε κλάδον τῆς Διοι-
3850κήσεως, ὡς πρὸς τὸ ὁποῖον Ὑπουργός τις τοῦ Στέμματος
3851νὰ μὴ ᾖ ὑπεύθυνος. Ἐὰν ἀπεδεχόμεθα οἱανδήποτε ἐξαίρεσιν
3852διὰ τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικόν, ἤθελεν ἐπακολουθήσει, ὅτι
3853ἡ εὐθύνη τῆς διοικήσεως αὐτῶν ἤθελε βαρύνει ἀπ’ εὐθείας τὸν
3854Ἡγεμόνα. Ἀλλὰ τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὸ Συνταγματικὸν
3855ἀξίωμα, ὅπερ ἀνακηρύττει, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν δύναται νὰ
3856διαπράξῃ τὸ κακὸν, οὐδ’ ὑπόκειται εἰς οἱονδήποτε ἐπίγειον
3857δικαστήριον. Ὑπεδείχθη ὅτι ὁ Commander in chief,
3858καὶ οὐχὶ οἱ σύμβουλοι τοῦ Στέμματος, ὤφειλε νὰ ὑπέχῃ μονα-
3859δικὴν εὐθύνην διὰ πᾶσαν πρᾶξιν στρατιωτικῆς διοικήσεως,
3860ἀλλ’ ὁ λόρδος Γκρέϋ κατηγορηματικῶς παρετήρησεν, ὅτι τοῦτο
3861οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἤθελε μειώσει τὸ ἄτοπον, διότι ὁ κά-
3862τοχος τοῦ ἀξιώματος τούτου θὰ εὑρίσκετο εἰς ἐπικίνδυνον θέ-
3863σιν, ἐὰν δὲν ἐπανεπαύετο εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῶν Ὑπουργῶν,
3864ὅτε τὰ μέτρα αὐτοῦ ἤθελον ἐξετασθῆ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ,
3865καὶ οὗτοι δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ τῷ δώσωσι τὴν συνδρομήν
3866των, εἰμὴ καθ’ ὅσον ὁ ἀξιωματικός, εἰς ὃν ἐνεπιστεύθη ἡ
3867διοίκησις, ἐπικοινωνεῖ μετὰ τούτων κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν
3868καθηκόντων του κατὰ τρόπον, ὥστε αὐτοὶ νὰ ὦσιν εἰς θέσιν νὰ
3869τηρῶσιν ἀπέναντι τῶν πράξεών του ἢ τῶν παραλείψεών του
3870τοιαύτην στάσιν, ὥστε νὰ ὦσι παρεσκευασμένοι νὰ τὸν ὑπε-
3871ρασπίσωσιν. Ἡ κακὴ διαχείρισις τῶν δυνάμεων ἡμῶν κατὰ
3872τὸν Ρωσσικὸν πόλεμον τοῦ 1854–1855 ἀρκούντως ἀπέ-
3873δειξε τὴν ἀνάγκην μᾶλλον ἀμέσου καὶ ἀδιαιρέτου εὐθύνης,
3874παρ’ ἐκείνην, ἥτις πρότερον ἀνεγνωρίζετο. Καὶ ἐκ τῆς γενο-
3875μένης κοινοβουλευτικῆς ἀνακρίσεως ἀπεδείχθη ἡ ὠφέλεια τῆς
3876συνταγματικῆς ἐπιβλέψεως.»
3877Αὐτὸς εἶναι ὁ μηχανισμὸς τῆς Ἀγγλικῆς νομοθεσίας ἐπὶ
3878τοῦ ἀξιώματος τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ (Commander in
3879chief).
3880§256Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι
3881εἴμεθα εἰς ἀντίθεσιν.
3882§257Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως·
3883διότι, ὅτε πρὸ ὀλίγου ἀνέλυον τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχε-
3884δίου, σεῖς δὲν εὑρίσκεσθε εἰς τὴν αἴθουσαν, φρονῶ δὲ, ὅτι
3885ἀπέδειξα, ἐρευνῶν τὰς κατὰ μέρος διατάξεις τοῦ νομοσχε-
3886δίου, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν οὐδεμίαν πλέον
3887ὑπέχει εὐθύνην ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν τοῦ στρατεύματος,
3888ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰς οὐδεμίαν πλέον εὑρί-
3889σκεται ἐπικοινωνίαν μὲ τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ,
3890οὐδ’ ἔχει ἐπ’ αὐτοῦ ἔλεγχον, οὐδὲ κατὰ τὴν περίπτωσιν τοῦ
3891ἄρθρου 6, καθ’ ἣν ἀποτελεῖ μόνον διαβιβαστικὴν ἀρχὴν καὶ
3892οὐδὲν πλέον. Ἀληθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν
3893ἐκαυχᾶτο χθὲς, ἴσως ἀμυνόμενος κατὰ τῆς εἰρωνείας, ἂν οὐχὶ
3894τῆς μομφῆς, τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἑρμιονίδος, ἀποκα-
3895λοῦντος αὐτὸν σκιὰν Ὑπουργοῦ, καὶ ἔλεγε: «Πῶς μὲ ὑπο-
3896λαμβάνετε ὡς σκιὰν Ὑπουργοῦ; Ἐγὼ θὰ τηρήσω ὅλα τὰ
3897τμήματα, τὰ ὁποῖα ἔχω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιω-
3898τικῶν». Καὶ κατεπλάγην, ὅτε ἤκουσα τοῦτο ἐκ στόματος
3899τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἴσως αὐτὸ θεραπεύει τὴν φιλοτιμίαν του,
3900ἴσως κολακεύεται δι’ αὐτῶν τῶν σκέψεων, πιστεύων ὅτι θὰ
3901ἦναι πράγματι Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ οὐχὶ σκιὰ
3902Ὑπουργοῦ, Ὑπουργὸς en effigie, μετὰ τὴν αὐτοκτονίαν, τὴν
3903ὁποίαν διαπράττει διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ τὸν
3904συνεβούλευον,—καὶ ὑποθέτω ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰ-
3905κονομικῶν, ὁ συνάδελφός του, θὰ εἶναι σύμφωνος μετ’ ἐμοῦ,
3906ὅλα ἐκεῖνα τὰ πολυποίκιλα τμήματα, τὰ ὁποῖα ἐπηγγέλθη
3907ὅτι θὰ διατηρήσῃ, νὰ τὰ συμπτύξῃ εἰς ἓν καὶ μόνον, εἰς ἓν
3908Τμῆμα καταχωρίσεων, διότι εἰς τὸ ἑξῆς ὁ Ὑπουργὸς
3909τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς πρὸς τὰς ὑπηρεσίας τὰς ἀποσπωμέ-
3910νας ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι ἁπλοῦς
3911τμηματάρχης καταχωρίσεων καὶ οὐδὲν πλέον. Δύνασθε νὰ
3912διατηρήσητε τὸ τμῆμα τοῦ προσωπικοῦ, νὰ διατηρήσητε τὸ
3913τμῆμα τὸ στρατολογικὸν, τὸ τμῆμα τοῦ μηχανικοῦ, τὸ
3914τμῆμα τοῦ πυροβολικοῦ· ἀλλ’ εἰς τί θὰ σᾶς χρησιμεύσωσι;
3915τίνα ἐργασίαν πραγματικὴν θὰ ἔχωσι; Θὰ ἔχητε θέσεις
3916ἀμεριμνομερίμνης, ἀλλ’ οὐχὶ πραγματικὴν στρατιωτικὴν ὑπη-
3917ρεσίαν, διότι ἡ πραγματικὴ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ὁλοκλή-
3918ρου τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἀναγκαίως διὰ τοῦ νομο-
3919σχεδίου μεταβιβάζεται εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, σεῖς δὲ
3920οὐδὲν ἕτερον θὰ ἔχητε νὰ πράττητε παρ’ ὅ,τι μία διαβι-
3921βαστικὴ ἀρχή· εἰς τίνας δὲ περιπτώσεις; εἰς μόνας τὰς
3922περιπτώσεις τοῦ ἄρθρου 6 καὶ εἰς τὰς περιπτώσεις τὰς μετὰ
3923τὴν γενικὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ στρατοῦ κατόπιν τῶν προτά-
3924σεων τοῦ Γεν. Διοικητοῦ διὰ τὰς προαγωγὰς ἢ τὴν στασι-
3925μότητα.
3926Τοιαύτην διαπλάττει τὴν θέσιν σας τὸ νομοσχέδιον.
3927Ἀλλὰ διὰ τοῦ τοιούτου μηχανισμοῦ τοῦ νομοσχεδίου ἀναγ-
3928καίως καταργεῖτε τὴν εὐθύνην ὡς πρὸς τὰ τῆς διοικήσεως
3929τοῦ στρατοῦ, τὴν ἐν γένει εὐθύνην, διότι ὡς πρὸς μὲν τὰς
3930περιπτώσεις, διὰ τὰς ὁποίας δὲν ἀπαιτεῖται ἡ ἔκδοσις Β.
3931Διατάγματος, ὡς πρὸς πάσας τὰς περιπτώσεις τῆς πραγμα-
3932τικῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ὁ Διάδοχος εἶναι ἀνεξέλεγ-
3933κτος, μὴ ὑπαγόμενος εἰς οὐδεμίαν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν,
3934διότι δυνάμει τοῦ νομοθετήματος τούτου δὲν καλεῖται νὰ
3935δώσῃ λόγον οὐδὲ πρὸς ὑμᾶς, οὐδὲ πρὸς τὴν Βουλήν. Ὡς πρὸς
3936δὲ τὰς περιπτώσεις ἐκείνας, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει τὸ ἄρ-
3937θρον 7, σεῖς εἶσθε ἡ διαβιβαστικὴ ἀρχὴ, καὶ οὐδ’ εἶναι δυνα-
3938τὸν νὰ καταλογίσῃ τις εὐθύνην εἰς βάρος ὑμῶν, ὅτε ἀναγ-
3939καίως ἔπρεπε νὰ ὑποταχθῆτε εἰς τὰς προτάσεις αὐτοῦ, διότι
3940ἄλλως ἤθελε σταματήσει ἡ μηχανὴ τῆς διοικήσεως τοῦ
3941στρατοῦ.
3942Λοιπὸν ἐκ τούτων προκύπτει, ὅτι ἀντιθέτως πρὸς τὴν τρο-
3943πολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο εἰς τὸ ἄρθρον 2, ἀντὶ νὰ
3944ἦναι προϊσταμένη ἀρχὴ τῆς Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ὁ
3945Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ Γεν. Διοίκησις τοῦ στρατοῦ
3946εἶναι προϊσταμένη ἀρχὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτι-
3947κῶν... Εὑρίσκεσθε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν,—
3948καὶ μὴ ἔχετε καμμίαν ἀμφιβολίαν περὶ αὐτοῦ, θὰ τὸ ἴδητε
3949μετ’ ὀλίγας ἡμέρας,—εὑρίσκεσθε ὑπὸ καθολικὴν κηδεμονίαν,
3950ἢ μᾶλλον ἀπαγόρευσιν· καὶ μὴ νομίζετε, ὅτι διὰ τῆς τρο-
3951πολογίας, τὴν ὁποίαν ἐπροτείνατε εἰς τὸ ἄρθρον 6, διατη-
3952ρεῖτε κανὲν δικαίωμα. Πᾶσαι δ’ ἐκεῖναι αἱ θέσεις, εἴτε γενι-
3953καὶ εἶναι, εἴτε εἰδικαὶ, εἴτε ἀνήκουσιν εἰς τὰς γενικὰς ἀπο-
3954θήκας, εἴτε εἰς τὸ ὑλικὸν πολεμικὸν, εἴτε εἰς τὴν στρατιω-
3955τικὴν δικαιοσύνην, πᾶσαι ἐκεῖναι αἱ θέσεις, διὰ τὰς ὁποίας
3956ἀπαιτεῖται ἡ ἔκδοσις Β. Διαταγμάτων, ἀναγκαίως θέλουσι
3957διατεθῆ κατὰ τὰς ἰδέας καὶ κατὰ τὰς σκέψεις τοῦ Διαδό-
3958χου, τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, καὶ σεῖς θὰ ὀφείλητε νὰ ὑποτα-
3959χθῆτε εἰς αὐτὰς, διότι σεῖς μὲν εἶσθε ἐφήμερος, ἐκεῖνος δὲ
3960μόνιμος· διότι λέγετε μὲν, ὅτι εἶσθε προϊσταμένη ἀρχὴ τῆς
3961Γεν. Διοικήσεως, ἀλλ’ ἀληθῶς εἶσθε ὑφισταμένη, καὶ κατὰ
3962τὰς εἰσηγήσεις αὐτῆς ὀφείλετε νὰ ἐνεργήσητε, ἀφοῦ οὐδὲν μέ-
3963σον, ἵνα ἐπιβάλητε τὴν θέλησιν ὑμῶν, περιλαμβάνει τὸ νο-
3964μοσχέδιον.
3965Ἀκριβῶς ὅμως—διὰ νὰ ἐπανέλθω εἰς τὰ γραφόμενα ὑπὸ
3966τοῦ Ἄγγλου συγγραφέως—κατὰ τοῦτο διαφέρει τὸ νομο-
3967σχέδιον ὑμῶν ἀπὸ τὴν νομοθεσίαν τὴν κρατοῦσαν ὡς πρὸς
3968τὸν Commander in chief, τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τὸν
3969Ἄγγλον, κατ’ αὐτὸ δὲ τὸ ἀπόσπασμα, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα
3970ὑμῖν ἐκ τοῦ συγγράμματος τοῦ Todd, ἀναγκαίως ἐπιβάλλε-
3971ται ἐκ τῆς Ἀγγλικῆς νομοθεσίας ἡ συνεννόησις τοῦ Com-
3972mander in chief, τοῦ Γεν. Διοικητοῦ, πρὸς τὸν Ὑπουργὸν
3973τῶν Στρατιωτικῶν. Ἂν δὲ θελήσητε νὰ συμβουλευθῆτε ἐν
3974τῷ δευτέρῳ τόμῳ τὴν σελ. 545 τοῦ αὐτοῦ συγγραφέως, θὰ
3975εὕρητε σχετικὴν περίεργον δήλωσιν τοῦ Δουκὸς τοῦ Cam-
3976bridge. Ἐπρόκειτο συζήτησις περὶ τῆς περιπτώσεως, καθ’ ἣν
3977ἤθελε προκύψει διαφωνία μεταξὺ τοῦ Γεν. Διοικητοῦ τοῦ ἀγ-
3978γλικοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ
3979ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ὁ Δοὺξ τοῦ Κάμβριτζ διεκήρυξεν, ὅτι ἡ
3980ἀπόφασις ἀπομένει τῷ Ὑπουργῷ, διότι ἐν τῇ μορφῇ τῇ συν-
3981ταγματικῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ ὤφειλε νὰ
3982εἰδοποιήσῃ τὴν Μεγαλειότητά της νὰ δεχθῇ τὴν γνώμην του
3983καὶ οὐχὶ τὴν τοῦ Commander in chief, καὶ οὕτω τὸ
3984ἀντικείμενον ὑπόκειται εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
3985Στρατιωτικῶν, ὅστις εἶναι καὶ ὁ ὑπεύθυνος.
3986§258Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπεθύμουν νὰ μοὶ
3987ἐξηγήσητε τὸ ἑξῆς. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχων
3988τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ ἢ μὴ τὸ διάταγμα, εἶναι κύριος
3989τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος, ναὶ ἢ οὔ;
3990§259Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι.
3991§260Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ λέγω ναί. Καὶ ἰδοὺ διατί. Διότι
3992ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος, ὑποστηρί-
3993ζουσα τὴν λύσιν τὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ζητουμένην.
3994§261Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι· ὁ Ὑπουργὸς δὲν δύναται τίποτε.
3995§262Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δύναται. Ἰδοὺ πῶς. Ὁ Ὑπουργὸς, ὁ
3996ὁποῖος θὰ εὑρεθῇ εἰς διαφωνίαν πρὸς τὸν Διάδοχον, δύναται
3997νὰ παραιτηθῇ, ἔχων δὲ τὴν ὑποστήριξιν τῆς Βουλῆς, διὰ τῆς
3998πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς ἐπιβάλλει τὴν γνώμην του, καὶ
3999ἑπομένως εὑρίσκω πλῆρες τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ.
4000§263Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἠξεύρετε πῶς θὰ τὴν ἐπιβάλῃ ἡ Βουλὴ;
4001Καταργοῦσα τὸν νόμον αὐτόν. Ἀλλ’ ὁ μηχανισμὸς τοῦ νο-
4002μοσχεδίου σας δὲν ἐπιτρέπει τὴν παρέμβασιν τῆς Βουλῆς.
4003§264Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ ἀφίνει τὸν Ὑπουργὸν ἐλεύθερον
4004νὰ παραιτηθῇ, ἐὰν ἡ γνώμη του δὲν γείνῃ δεκτή.
4005§265Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ναί· ἀλλὰ μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι, ἐν ᾗ περι-
4006πτώσει τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ψηφισθῇ καὶ κυρωθῇ, ὅπως ἰσχύσῃ
4007ὡς νόμος τοῦ Κράτους, θὰ ὑπάρχουν πολλοί, καὶ ἰδίᾳ ἐκεῖ-
4008νοι, οἵτινες εἰσηγήσαντο τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι θὰ
4009ἀποστομώνουν τοὺς Βουλευτάς, λέγοντες: «Κύριοι, δὲν ἔχετε
4010»δικαίωμα ν’ ἀναμιχθῆτε εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ στρα-
4011»τοῦ, διότι δυνάμει τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσατε, καὶ
4012»ὁ ὁποῖος ἰσχύει ὡς νόμος τοῦ Κράτους, πάντα τὰ τῆς διοι-
4013»κήσεως τοῦ στρατοῦ ἀνήκουσιν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἐκ-
4014»τίμησιν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ, ὅστις εἶναι ὁ Διάδοχος». Οὕτω
4015δὲ καὶ οἱ τῆς παραιτήσεως λόγοι τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν θὰ ἦναι
4016δυνατὸν νὰ συζητηθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ.
4017Αὕτη εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ νομοθετήματός σας καὶ
4018τῆς Ἀγγλικῆς νομοθεσίας. Ἡ νομοθεσία αὕτη ἐξ ἐναντίας
4019ἐπιβάλλει εἰς τὸν Γενικὸν Ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ τοῦ ἀγγλι-
4020κοῦ νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρα-
4021τιωτικῶν, καὶ ἐν περιπτώσει διαφωνίας, ἀναγκαίως ὀφείλει
4022ἡ Βασίλισσα νὰ δεχθῇ τὰς προτάσεις τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐνῷ
4023δὲ σεῖς καταργεῖτε τὴν εὐθύνην ἐκείνου, εἰς ὃν ἀναθέτετε τὴν
4024ὅλην διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ἐκεῖνοι τὴν ἐγκαθιστοῦν· καὶ
4025τὴν ἐγκαθιστοῦν οἱ Ἄγγλοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὰς ἱστορικὰς
4026παραδόσεις των, παρ’ οἷς μέχρι τοῦ 1806, καθ’ ἣν ἐποχὴν
4027ἔλαβε τὸ Ὑπουργεῖον ὑπὸ τὴν φυλακὴν αὑτοῦ τὴν προνο-
4028μίαν ταύτην τοῦ Στέμματος, ἀνῆκεν ἀληθῶς καὶ ἀποκλει-
4029στικῶς ἡ ἀρχηγία καὶ ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ εἰς τὸ Στέμ-
4030μα. Ἀλλ’ ὑμεῖς, οὔτε οὐδέποτε τὸ Στέμμα τὸ Ἑλληνικὸν εἶχε
4031τοιαύτην διοίκησιν, οὔτε λειτουργεῖ τελείως ἡ εὐθύνη ἡ κοινο-
4032βουλευτικὴ καὶ ὁ ἔλεγχος ἐπὶ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ἔρ-
4033χεσθε ν’ ἀφαιρέσητε τὴν εὐθύνην ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ
4034καταργοῦντες τὸν παρ’ αὐτοῦ ἔλεγχον νὰ τὸν ἀποδώσητε εἰς
4035πρόσωπον, τοῦ ὁποίου ἡ ἰδιότης δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἀναλάβῃ
4036τοιαύτην εὐθύνην.
4037Εἶπον, καταρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι ἀσκόπως ὁ κ. Πρόε-
4038δρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλαβε τὸν κόπον νὰ μᾶς διαβεβαιώσῃ,
4039ὅτι ὁ μέλλων Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ δὲν θὰ ἐπιβου-
4040λευθῇ τὸ πολίτευμα, ὅτι τοιοῦτόν τι δὲν θὰ γείνῃ, καὶ ἀσκό-
4041πως προέβαλεν, ὅπως ἀποδείξῃ τὸ μὴ ἀντισυνταγματικὸν
4042τοῦ νομοσχεδίου, τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 29 καὶ 77 τοῦ
4043Συντάγματος, διότι οὐχὶ ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν θεωρῶ αὐτὸ
4044ἀντισυνταγματικόν.
4045Ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, ἤδη κατὰ πόσον δύναται ὁ
4046Διάδοχος νὰ ἀναλάβῃ εὐθύνας, νὰ ἐξετάσωμεν τὰς συνεπείας
4047τῆς συγκομίσεως τῆς τοιαύτης εὐθύνης ἐκ μέρους τοῦ Δια-
4048δόχου. Ἀλλὰ παρετήρησαν πάλιν, «πότε ἐζητήθησαν εὐθῦ-
4049ναι;» ὡς ἂν ἔπρεπεν ἀναγκαίως νὰ ἔχουν ἀποσταλῆ εἰς τὰ
4050κάτεργα 10 ἢ 15 Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως θεω-
4051ρηθῇ ὑφισταμένη ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη. Ἡ πραγματικὴ εὐθύνη
4052ὑφίσταται καὶ ἀποτίνεται, ὡς λίαν ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ συμ-
4053πολίτης μου, ἐνταῦθα, ἐντὸς τῆς Βουλῆς, καὶ εἶναι ὑπερτέρα
4054ἡ πολιτικὴ αὕτη εὐθύνη, τὴν ὁποίαν ἀποτίνει ὁ Ὑπουργὸς
4055ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τὴν ποινικὴν εὐθύνην. Ἀλλὰ τὴν πο-
4056λιτικὴν εὐθύνην δύνασθε νὰ τὴν ζητήσητε παρὰ τοῦ Δια-
4057δόχου; δύνασθε νὰ τὴν ἐπιβάλητε εἰς τὸν Διάδοχον; Θὰ συ-
4058ζητήσητε καὶ καταψηφίσητε τὰς πράξεις αὐτοῦ ἐντὸς τῆς
4059αἰθούσης ταύτης; Κατὰ τοῦτο δὲ θεωρῶ τὸ νομοσχέδιόν σας
4060ἀντισυνταγματικόν, διότι καὶ τὴν πολιτικὴν εὐθύνην καταρ-
4061γεῖ. Ἀλλ’ ἐν ᾗ περιπτώσει ἐπιβάλετε τὴν ποινικὴν εὐθύνην
4062εἰς τὸν Διάδοχον, εἰς τίνα θέσιν θέτετε αὐτὸν ὡς Διάδοχον;
4063Βεβαίως πολλὰ ἀναγράφει ἡ ἱστορία παραδείγματα καταδιώ-
4064ξεως πριγκήπων, καὶ ὁ συμπολίτης μου ἐμνημόνευσε παρά-
4065δειγμα Βασιλόπαιδος, τὸ τοῦ Δουκὸς τῆς Ὑόρκης, ὅστις
4066ἤχθη ἐνώπιον ποινικοῦ Ἀγγλικοῦ Δικαστηρίου καὶ ἠδύνατο νὰ
4067καταδικασθῇ, διότι εἶχε καταφώρως ἀποδειχθῇ πωλῶν τοὺς
4068βαθμοὺς ἐν τῷ στρατῷ διὰ τῆς Mistress Clarke. Ἀλλ’ ἐὰν
4069ὁ Δοὺξ τῆς Ὑόρκης ἦν Διάδοχος τοῦ Θρόνου καὶ κατε-
4070δικάζετο, τί θὰ ἐγίνετο; πῶς θὰ ἐλύετο αὐτὸ τὸ ζήτημα;
4071Ὁ Διάδοχος τὴν θέσιν αὐτοῦ, τὴν ἰδιότητα αὐτοῦ, ὡς Διαδό-
4072χου, καὶ τὸ δικαίωμα τῆς διαδοχῆς κέκτηται ἐκ τῆς γεννή-
4073σεως αὐτοῦ καὶ ἐκ τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ θὰ τὸν ἀπολύ-
4074σητε ἐκ τῶν φυλακῶν τὸν Διάδοχον, ἵνα τὸν θέσητε ἐπὶ τὸν
4075Θρόνον τὸν Βασιλικόν; Ἀλλ’ ἐὰν δὲν πράξητε αὐτὸ, ὀφείλετε
4076νὰ τὸν καθαιρέσητε, καὶ δὲν δύνασθε, διότι αὐτὸς ἔχει τὸ δι-
4077καίωμα τῆς διαδοχῆς ἐκ τῆς γεννήσεώς του. Οὗτος εἶναι ὁ
4078λόγος, δι’ ὃν δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐπιβολὴ εὐθυνῶν εἰς τὸν Διά-
4079δοχον. Ἐπιβάλλοντες δ’ αὐτῷ τοιαύτας, οὐδὲν ἕτερον πράτ-
4080τετε ἢ νὰ παρασκευάζητε τὴν ἐπανάστασιν, διότι μόνον
4081δι’ ἐπαναστάσεως εἶναι δυνατὸν νὰ καθαιρεθῇ ὁ Διάδοχος
4082τοῦ Θρόνου, κεκτημένος, ὡς εἶπον, τὸ δικαίωμα τῆς διαδοχῆς
4083ἐκ τῆς γεννήσεως.
4084Βεβαίως ταῦτα εἶναι ἐντελῶς ἔκτακτα, ἀλλὰ τὸ τακτικὸν,
4085τὸ ὁποῖον ἔχομεν, καὶ τὸ ὁμαλὸν, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐν τῇ
4086νομοθεσίᾳ ἡμῶν, καὶ τὸ ὁποῖον ὑφίσταται εἰς πᾶσαν νομοθε-
4087σίαν Συνταγματικοῦ Κράτους, εἶναι ἡ εὐθύνη. Ἡ εὐθύνη αὕτη,
4088ὠθουμένη εἰς τὰ ἄκρα, φέρει εἰς τοιαῦτα ἀποτελέσματα, καὶ
4089δι’ αὐτὸ ἀπ’ ἀρχῆς ἐθεώρησα ἀντισυνταγματικὸν τὸ νομο-
4090σχέδιον ὑμῶν. Ἀφαιροῦντες ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρα-
4091τιωτικῶν καὶ καταργοῦντες ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Ὑπουργοῦ
4092τῶν Στρατιωτικῶν τὴν εὐθύνην, εἴτε τὴν πολιτικὴν εἴτε τὴν
4093ποινικὴν, ἀναγκαίως τὴν ἐπιρρίπτετε ἐπί τινα, καὶ θὰ τὴν
4094ἐπιρρίψητε ἐπὶ τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου. Αὐταὶ αἱ συζητή-
4095σεις, αἵτινες ἐγένοντο μέχρι τοῦδε, ἀποδεικνύουν κατὰ πό-
4096σον καὶ ἡ εἰσαγωγὴ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ἦτο συνετή. Εὐ-
4097τυχῶς πάντες οἱ λαλήσαντες κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀπέδει-
4098ξαν τελείαν ἐπίγνωσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν καὶ τῆς θέσεως
4099αὐτῶν καὶ ἀπέναντι τῆς Πολιτείας καὶ ἀπέναντι τῆς Δυνα-
4100στείας, ἀλλὰ βεβαίως δύνασθε νὰ ἐννοήσητε, εἰς τίνα ἄτοπα
4101καὶ αὐτὴ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου ἠδύνατο νὰ δώσῃ
4102χώραν.
4103Κύριοι, κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ
4104συζήτησιν νομοσχεδίου καταργεῖται ἡ εὐθύνη ἡ πραγματικὴ
4105τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καταργεῖται καὶ τὸ δι-
4106καίωμα τῆς Βουλῆς τὸ κοινοβουλευτικὸν, τὸ δικαίωμα τοῦ
4107ἐλέγχειν τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, διότι ἀκέραιος ἡ
4108διοίκησις τοῦ στρατοῦ ἀποδίδεται εἰς χεῖρας τοῦ Διαδόχου,
4109καθ’ ἣν δὲ στιγμὴν ἤθελεν ἐπιληφθῆ τις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ
4110τοῦ ἐλέγχου τῆς διοικήσεως αὐτοῦ, θέλει τῷ ἀντιταχθῆ τὸ
4111ἔργον ὑμῶν, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἀνεξέλεγκτος ἡ διοίκησις
4112τοῦ στρατοῦ ἀποδίδεται εἰς τὸν Διάδοχον, θέλει λεχθῇ πρὸς
4113τὸν Βουλευτὴν ἐκεῖνον, ὅστις ἤθελε τολμήσει νὰ ζητήσῃ νὰ
4114ἐξετάσῃ τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, θέλει λε-
4115χθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγον ὑμῖν πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἡ Βουλὴ
4116δὲν ἔχει δικαίωμα πλέον νὰ ἐξελέγχῃ τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ
4117στρατοῦ, ὅτι αὕτη ἀνήκει ἐντελῶς εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ
4118Γεν. Διοικητοῦ, κατηργήθη δὲ ὁ ἐπ’ αὐτῆς ἔλεγχος. Ἀλλ’ ἐὰν
4119κατηργήθη ὁ ἔλεγχος, ἀναγκαίως τὸ σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως,
4120καὶ ἂν δὲν ἦναι ἐπίβουλον, εἶναι ὅμως ἐπιζήμιον καὶ εἶναι
4121ἀντισυνταγματικόν· οὐδεὶς δὲ θέλει δυνηθῆ νὰ μὲ πείσῃ, ὅτι
4122δὲν ἐνέχει τὴν πλημμέλειαν ταύτην τὸ νομοσχέδιον.
4123Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἄλλοι πολλοὶ τῶν
4124συναδέλφων, τῶν συνηγορεσάντων ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου,
4125ἐνόμισαν, ὅτι ἦτο πάλιν εὐκαιρία, ὅπως ἐκδηλώσωσι τὴν ἀφο-
4126σίωσιν αὑτῶν πρὸς τὴν Δυναστείαν· ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι δὲν
4127ἤκουσαν καμμίαν ἀνευλαβῆ λέξιν, ἀπευθυνθεῖσαν κατὰ τῆς
4128Δυναστείας, ἢ κατὰ τοῦ Διαδόχου, ἢ κατὰ τῶν Βασιλοπαί-
4129δων· τοὐλάχιστον ἐγὼ δὲν ἀντελήφθην τοιαύτην. Ὑπῆρξε
4130κατάκρισις, καὶ κατάκρισις σοβαρά, τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ
4131βεβαίως αἱ κατακρίσεις αὗται δὲν ἀπέβλεπον εἰς τὴν Δυνα-
4132στείαν, δὲν ἀπέβλεπον εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Διαδόχου, δὲν
4133ἀπέβλεπον εἰς τὸ πρόσωπον τῶν Βασιλοπαίδων, ἀλλ’ εἰς τὸ
4134ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ σκέψεις, ἐκ τῶν ὁποίων ἀνεχώρη-
4135σαν οἱ ἐπικρίναντες τὸ νομοσχέδιον, ἦσαν σκέψεις στηριζόμε-
4136ναι ἐπὶ τὴν εὐθύνην, πολιτικὴν ἢ ποινικὴν, τὴν ὁποίαν πρέ-
4137πει νὰ ὑπέχῃ πᾶς, ὅστις περιβάλλεται ἐξουσίαν πολιτεια-
4138κὴν ἐν Κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι, καὶ πάντες ἠθέλησαν
4139ν’ ἀποδείξωσι πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἡ ἰδιότης τοῦ Διαδόχου δὲν ἐπι-
4140τρέπει, ὅπως συγκομίσῃ τοιαύτην εὐθύνην.
4141Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε πρὸ ὀλίγου
4142πρὸς ἡμᾶς: «τάχα δὲν διωρίσθη ὁ Διάδοχος ἀξιωματικὸς,
4143»καὶ δὲν ἔγεινε καὶ συνταγματάρχης καὶ ὑποστράτηγος καὶ
4144»ἀντιστάτηγος καὶ ἀρχηγὸς Ἀρχηγείου; δὲν ἦτο καὶ ἀρχη-
4145»γὸς τοῦ στρατοῦ ἐν πολέμῳ;» Ἀναμφισβητήτως πάντα
4146ταῦτα ἐγένοντο, ἀλλὰ πάντα ταῦτα ἔφεραν εἰς τ’ ἀποτελέσματα
4147τὰ ὁποῖα γνωρίζετε, τ’ ἀποτελέσματα δ’ αὐτὰ τὰ ἀντελήφθη
4148ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι κοινῶς ἐποτίσθημεν
4149τὰς πικρίας τῶν δοκιμασιῶν τῶν ἐθνικῶν, ἐξ ὧν πρὸ ὀλίγου
4150ἐξήλθομεν καὶ καθ’ ἃς εἴδομεν συγκλονιζομένην τὴν Δυνα-
4151στείαν, συγκλονιζομένην ἐκ βάθρων τὴν θέσιν τῆς Βασι-
4152λείας...
4153§266ΛΕΒΙΔΗΣ. Κατεβίβαζον τὰς εἰκόνας τῆς Βασιλικῆς Οἰκο-
4154γενείας ἐκ τῶν καταστημάτων εἰς τὰς ὁδούς!
4155§267Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁλόκληρος ἡ κοινωνία ἦτο ἐξεγηγερμένη,
4156καὶ οὔτε ἐτόλμων οἱ ἱερεῖς νὰ μνημονεύσωσι τῶν ὀνομάτων
4157τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας ἐντὸς τῶν ναῶν! Καὶ διατὶ πάντα
4158ταῦτα; διότι ἀπεδόθη ἡ εὐθύνη ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἔπρεπε ν’ ἀπο-
4159δοθῇ, διότι κατέστη ὑπεύθυνος τῶν ἀτυχημάτων τοῦ στρατοῦ
4160ἐκεῖνος, ὅστις δὲν ὑπεῖχεν εὐθύνας διὰ τὰ ἀτυχήματα ταῦτα.
4161Ὁ πολὺς ὁ λαὸς ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων κρίνει καὶ ἐκ τῶν
4162ἀποτελεσμάτων ἀποδίδει τὰς εὐθύνας· τ’ ἀποτελέσματα ὑπῆρ-
4163ξαν ὀδυνηρὰ, καὶ ἀναγκαίως αἱ εὐθῦναι τῶν ἀποτελεσμάτων
4164ἐκείνων ἐπερρίπτοντο ἐπὶ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ, ἀδιά-
4165φορον ἂν ἐκεῖνος ἦτο νέος, ὅλως ἄπειρος, ἂν δὲν ἠδύνατο νὰ
4166ἀξιώσῃ παρ’ αὐτοῦ τὸ ἔθνος, ὅπως ἐπιβληθῇ ἐπὶ στρατεύ-
4167ματος, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀσύντακτον ἀληθῶς, ἀδιάφορον ἂν καὶ
4168τὸ ἔθνος ὤφειλε ν’ ἀπαιτήσῃ εὐθύνας παρὰ τῶν πεπειραμένων
4169ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, μόνων ὑπαιτίων διὰ τὴν
4170κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, μόνον ὑπαιτίων διὰ τὴν κακὴν
4171διοίκησιν αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν διεύθυνσιν τοῦ πολέμου.
4172Ἀλλ’ ὁ πολὺς ὁ κόσμος, ὡς εἶπον, κρίνων μόνον ἐκ τῶν ἀπο-
4173τελεσμάτων, εὑρίσκει τὸν ὑπεύθυνον· εὗρε λοιπὸν τὸν Διάδοχον
4174ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐπ’ αὐτὸν ἐπέρριψεν ὅλην τὴν εὐ-
4175θύνην. Αὐτοὶ εἶναι οἱ κίνδυνοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἐξετέθη ὁ
4176Διάδοχος, καὶ αὐτοὺς τοὺς κινδύνους οἱ κατακρίνοντες τὸ νο-
4177μοσχέδιον ἤθελον ἀκριβῶς ν’ ἀποσοβήσουν ἀπ’ αὐτοῦ. Διατί;
4178Διότι ὁ Διάδοχος εἶναι ἡ συνέχεια τῆς Βασιλείας, διότι αὐτὸς
4179ἐκπροσωπεῖ τὸ μέλλον τῆς Δυναστείας, διότι ἡ Δυναστεία
4180συνδέεται ἀναποσπάστως μὲ τὴν δημοσίαν τάξιν, συνδέεται
4181ἀναποσπάστως μὲ τὸν τόπον ἡμῶν, ἐπ’ οὐδενὶ δὲ λόγῳ, καὶ
4182μάλιστα ὅταν πρόκηται μόνον περὶ θεραπείας ἁπλῆς φιλοτι-
4183μίας, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐπιτρέπεται, ἵνα εἰς τὸν μέλλοντα
4184Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος ἐπιβάλητε εὐθύνας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι
4185δυνατὸν παρὰ νὰ ζημιώσωσι τὴν ἀπέναντι τοῦ ἔθνους θέσιν
4186αὐτοῦ. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἔπρεπε νὰ ἐξετάσητε τὸ συν-
4187ταγματικὸν ἢ τὸ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ
4188τὸ ἀπεφύγετε· ἐνομίσατε ὅτι ἐπικαλούμενοι τὰ ἄρθρα 29
4189καὶ 77 τοῦ Συντάγματος ἐτελειώσατε μὲ αὐτό.
4190Ἀλλὰ λέγετε: «τί νὰ πράξῃ ὁ Διάδοχος καὶ οἱ Βασιλό-
4191παιδες; νὰ γείνουν ἱεροκήρυκες;» Ἀλλὰ τί πράττουν οἱ Βα-
4192σιλεῖς καὶ οἱ Ἡγεμόνες; Οἱ Βασιλεῖς καὶ οἱ Ἡγεμόνες δὲν
4193γυμνάζουν τοὺς νεοσυλλέκτους, οἱ Βασιλεῖς καὶ οἱ Ἡγεμόνες
4194καταγίνονται εἰς τὰ ἔργα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προάγουν τοὺς
4195λαούς. Ὁ Βασιλεὺς ἔχει βεβαίως καθῆκον νὰ ἐπιβλέπῃ τὸ
4196στράτευμα, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγράφεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 32 τοῦ
4197Συντάγματος, ὅτι ἄρχει τοῦ στρατοῦ. Ὁ Βασιλεὺς ἔχει κα-
4198θῆκον νὰ προκινδυνεύῃ ὑπὲρ τοῦ τόπου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου βασι-
4199λεύει, ἀλλὰ δὲν σημαίνει ὅτι διὰ τοῦτο πρέπει νὰ διοικῇ τὸν
4200στρατόν. Ἂν ἔχωσιν ἐν ἑαυτοῖς τὸ θεῖον πῦρ τῶν μαχῶν,
4201θὰ εὕρωσι τὸ μέσον καὶ ἄνευ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ ὁ
4202Βασιλεὺς καὶ ὁ Διάδοχος νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τὰς τύχας τοῦ
4203τόπου, ἐπὶ τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, χωρὶς—ὅπως δυνάμει
4204τοῦ νομοθετήματος τούτου—νὰ συγκομίσωσιν εὐθύνας, χωρὶς
4205νὰ ἐπισπάσωσιν ἐφ’ ἑαυτοὺς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἐμυκτή-
4206ριζεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς νὰ ἐπισπάσωσι
4207τὰ μίση καὶ τὰς προσωπικὰς ἀντιπαθείας. Διότι ἀναγκαίως,
4208ὅταν τοιαύτην ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ συγκεντρώνῃ ἐξουσίαν ὁ
4209Διάδοχος, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐπισπάσῃ τὰ μίση αὐτὰ,
4210καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐξεγείρῃ τὰς ἀντιπαθείας, ἐνῷ
4211ὁ Διάδοχος πρέπει νὰ ᾖναι ἐντελῶς προπεφυλαγμένος ἀπὸ
4212τοιαῦτα μίση καὶ ἀπὸ τοιαύτας ἀντιπαθείας. Αὔριον, ἂν ὑπο-
4213βάλῃ ἐκθέσεις περὶ ἀποστρατεύσεως ἐκείνων τῶν ἀξιωματι-
4214κῶν, τοὺς ὁποίους θεωρεῖτε σεῖς ὡς ἀποβλητέους, τοὺς ὁποίους
4215ὅμως δὲν θὰ πείσητε ποτὲ, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως,
4216ὅτι πρέπει ν’ ἀφήσωσι τὴν θέσιν των εἰς ἄλλους, ὧν οὐδὲ
4217κατ’ ἐλάχιστον μειονεκτοῦσιν, ἀναγκαίως αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι
4218θέλουσιν ἀποστρατευθῆ, οἱ ὁποῖοι ὑπολαμβάνουσιν ἑαυτοὺς
4219ἱκανοὺς νὰ συνεχίσωσι τὰς ὑπηρεσίας των ἐν τῷ στρατῷ,
4220ἀναγκαίως τὸ μῖσος καὶ τὴν ἀντιπάθειαν θὰ στρέψωσι κατὰ
4221τοῦ Διαδόχου. Ἑπομένως τί πράττετε; Καθιστᾶτε τὴν θέσιν
4222τοῦ Διαδόχου, τὴν θέσιν τὴν μετὰ τὸν Βασιλέα ὑπερτάτην
4223τῆς Δυναστείας, θέσιν ὑπευθύνου· τοῦτο δὲ πράττοντες, βε-
4224βαίως ἀντιστρατεύεσθε πρὸς τοὺς θεσμοὺς, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν
4225τὴν Δυναστείαν ἐντελῶς ἀνεύθυνον, μὴ συγκομίζουσαν τὰ μίση
4226καὶ τὰς ἀντιπαθείας, αἱ ὁποῖαι ἀναγκαίως συγκομίζονται
4227παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται ἐξουσίαν, οἱ ὁποῖοι
4228διοικοῦσι.
4229Κύριοι, δυστυχῶς δὲν βλέπω ἐνταῦθα τὸν Βουλευτὴν Πα-
4230τρῶν,—εἶναι καὶ ἡ ὥρα ἀργά.—Ὁ σεβαστός μοι φίλος χθὲς
4231ἐκ πολλοῦ ζήλου καὶ πολλῆς ἀφοσιώσεως εἶπέ τι, τὸ ὁποῖον
4232ἀληθῶς ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς προσβολὴ διὰ τὸν βασιλό-
4233παιδα Γεώργιον. Εἶπε χθὲς, ὅτι ἔλαβεν ἐπιστολὴν ἐκ Κρή-
4234της, διὰ τῆς ὁποίας τῷ ἐλέγετο ἢ τῷ κατηγγέλλετο, ὅτι ὁ
4235βασιλόπαις Γεώργιος καθ’ ὡρισμένην στιγμὴν ἀσκήσεως τῶν
4236ὑψηλῶν καθηκόντων του ἐπὶ τὸν Κρητικὸν λαὸν εἶπεν: «ἔτσι
4237θέλω!» Ἐγὼ, κρίνων ἐκ τῆς πολιτείας του τῆς μέχρι τοῦδε,
4238ἐκ τῆς μετριοπαθείας, μεθ’ ἧς διεξάγει τὰ ὑψηλὰ αὐτοῦ
4239καθήκοντα ὁ βασιλόπαις Γεώργιος, φρονῶ ὅτι ὀφείλω νὰ δια-
4240ψεύσω τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Πατρῶν,
4241διότι τὸ «ἔτσι θέλω» δὲν λέγεται πρὸς λαὸν, ὁποῖος ὁ Κρη-
4242τικός. Τὸν Κρητικὸν λαὸν δὲν τὸν κατέκτησεν ὁ βασιλό-
4243παις Γεώργιος, ὁ Κρητικὸς λαὸς δι’ ἀγώνων ὁλοκλήρου αἰῶ-
4244νος κατέκτησε τὴν ἡμιτελῆ ἐλευθερίαν αὑτοῦ, ἂν δὲ ἡ Κρήτη θὰ
4245ἔλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, θὰ ἔλθῃ κατόπιν τῶν ἀγώνων τῆς Κρή-
4246της κατὰ πρῶτον λόγον, ἀλλὰ καὶ κατόπιν τῶν ἀγώνων τῆς
4247μικρᾶς καὶ ἀτυχοῦς Ἑλλάδος· διότι τοὺς κλοιοὺς τῆς Κρή-
4248της καὶ τὰ δεσμὰ αὐτῆς, δύναται νὰ καυχηθῇ ἡ Ἑλλάς, ὅτι
4249αὐτὴ τὰ κατέλυσε, τὰ κατέλυσε δὲ διὰ τῆς ἀποβάσεως τοῦ
4250σώματος τοῦ ἀποσταλέντος ἐντεῦθεν. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκεί-
4251νης κατελύθη ἡ κυριαρχία τοῦ Σουλτάνου. Ἂν δ’ ἀπέβλε-
4252ψαν αἱ Δυνάμεις πρὸς τὸν βασιλόπαιδα Γεώργιον, ἀπέβλε-
4253ψαν πρὸς τὸν βασιλόπαιδα τῆς Ἑλλάδος, ἀπέβλεψαν πρὸς
4254ἐκεῖνον, ὅστις ἔχει κοινὴν τὴν καταγωγὴν μὲ τοὺς Κρῆτας,
4255κοινὴν τὴν θρησκείαν, ἀλλὰ καὶ κοινοὺς τοὺς πόθους. Τάχα
4256ὀλίγοι ἦσαν οἱ πρίγκηπες καὶ οἱ βασιλόπαιδες ἐν Εὐρώπῃ;
4257Διατὶ δὲν ἀπέβλεψαν εἰς αὐτούς; διατὶ ἀπέβλεψαν εἰς τὸν
4258βασιλόπαιδα Γεώργιον; Ἀπέβλεψαν εἰς αὐτὸν διότι ἐπρό-
4259κειτο περὶ ἱκανοποιήσεως οἰκογενειακῶν δικαίων ἢ συμφε-
4260ρόντων; Ὄχι. Ἀπέβλεψαν εἰς αὐτὸν, διότι ἐξεπροσώπει τὰ
4261ἐθνικὰ ἡμῶν δίκαια. Δύνανται νὰ θέλουν νὰ διαστρέψουν τὰ
4262γεγονότα, καὶ δύνανται νὰ κερδοσκοπῶσιν ἐπὶ τῶν γεγο-
4263νότων οἱ ἐπιρρεπεῖς εἰς κολακείαν, ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια εἶναι
4264μία, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὴν ἀμφισβητήσῃ· τὰ δεσμὰ τῆς
4265Κρήτης τὰ κατέλυσεν ὁ Κρητικὸς λαὸς, τὰ κατέλυσεν
4266ὁ Κρητικὸς λαὸς βοηθούμενος παρὰ τῆς Ἑλλάδος, παρὰ τῆς
4267μικρᾶς καὶ ἀτυχοῦς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία τὸν ὑπὲρ τῶν ὅλων
4268κύβον ὑπὲρ ἐκείνης ἔρριψε. Χαίρω ἀληθῶς, καὶ εὐφροσύνως
4269ἀποβλέπω εἰς τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἐκτελεῖ τὰ ὑψηλὰ
4270αὐτοῦ καθήκοντα, τὴν ὑψηλὴν αὐτοῦ ἐντολὴν ὁ βασιλόπαις
4271τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ δὲν δύναμαι, ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ, νὰ πι-
4272στεύσω, ὅτι ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ ἡ βλασφημία,
4273ἣν ἐμνημόνευσεν ἀσεβῶς τὸ πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν
4274Πατρῶν γράμμα, δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι εἶπε πρὸς
4275τὸν Κρητικὸν λαὸν «ἔτσι θέλω». Λαοὶ, ὡς ὁ Κρητικὸς, ὅστις
4276διὰ τῶν ἀγώνων του, διὰ τοῦ αἱματοκυλίσματός του ἐκτή-
4277σατο τὴν ἐλευθερίαν του, δὲν κυβερνῶνται μὲ τὸ «ἔτσι θέλω».
4278Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κολακεύοντες συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τοῦ «ἔτσι
4279θέλω», ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι καθιστῶσιν ἐν τοῖς θεσμοῖς ἡμῶν
4280τὸ «ἔτσι θέλω», βεβαίως ὑπονομεύουν μὲν τοὺς θεσμοὺς, ἀλλὰ
4281καὶ τὴν Δυναστείαν. (Ἐπευφημίαι καὶ χειροκροτήματα).
4282§268ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
4283§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δεληγεώργης ἔχει τὸν λόγον.
4284§270Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ προχω-
4285ρήσωμεν. Μὴ ἀναγκάζετε ἡμᾶς νὰ κάμνωμεν ἐνστάσεις. Δὲν
4286εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς ἐπιμονῆς νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις.
4287§271ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόε-
4288δρε· εἶναι 2½ ἡ ὥρα.
4289§272Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι, ἐγὼ πάν-
4290τοτε ἀπέδειξα, ὅτι ἐκ συνεννοήσεως πρὸς τὴν μειονοψηφίαν
4291προσπαθῶ νὰ φθάσω εἰς συμπεράσματα. Δὲν ἔχω διόλου
4292σκοπὸν νὰ βιάσω τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ ἀγορεύσῃ, ἂν νομίζει
4293ὅτι παρῆλθεν ἡ ὥρα. Θὰ ἐπεθύμουν ὅμως νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς,
4294ὅτι αὔριον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρέπει νὰ τελειώσῃ. Τοῦτο
4295δὲ λέγων, δὲν ἐννοῶ διόλου νὰ βιάσω τὴν μειονοψηφίαν.
4296Παρακαλῶ νὰ πιστεύσητε, ὅτι τὸ λέγω διότι ἔχομεν πολ-
4297λὰς ἐργασίας ἐκκρεμεῖς καὶ δὲν ἔχομεν καιρὸν ἀνάλογον πρὸ
4298ἡμῶν. Ἑπομένως ζητῶ νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ συμφωνία μεταξὺ
4299ἡμῶν καὶ ὑμῶν, ὅτι αὔριον θὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις τοῦ
4300νομοσχεδίου αὐτοῦ.
4301§273ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
4302§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὧρα 2 καὶ 15′
4303π. μ. τῆς ἐπιούσης).