Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΕ · Σύνοδος ΕΚΤΑΚΤΟΣ› Συνεδρίαση 37

1900.03.09

4.033 στίχοι · 30.897 λέξεις · 1 πίνακας · 147 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1900.03.09
Προεδρεία
Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΟΥ
Περίοδος
ΙΕ
Σύνοδος
ΕΚΤΑΚΤΟΣ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1900)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 37

Τῆς 9 Μαρτίου 1900.

(Πέμπτη).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κατάδικος Ν. Καραναστάσης δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν ζητεῖ χάριν. Θ’ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ κύριος Σαρσέντης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§2ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἀπών.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;

§4ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μᾶς δώσῃ ἀπάντησιν, ἐὰν δύναται, ὅσον ἀφορᾷ τὸν εἰρηνοδίκην ἐκεῖνον τῆς Θεσσαλίας.

§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.

§6Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αὔριον.

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δούνης.

§8Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὅτε χθὲς ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἐπερώτησίν μου περὶ τῆς ἀποδράσεως τοῦ λῃστοῦ Ἀβραμέα, ὁ κύριος Γ. Πετροπουλάκης μὲ διέκοψε, διαβεβαιώσας ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας μοὶ εἶχον δώσει, ἦσαν πεπλανημέναι. Θὰ ἤμην ὄντως εὐτυχής, ἐὰν αὗται ἦσαν πεπλανημέναι. Ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς ἀποδράσεως ταύτης διατρέχει τὸν ἔσχατον κίνδυνον, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ οἰκογένεια διατρέχει κίνδυνον ἐξοντώσεως, διότι συνετέλεσεν εἰς τὴν σύλληψιν τοῦ Ἀβραμέα, μὲ ἐβεβαίωσε,—καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὲ διαψεύσῃ, ἂν δύναται,—ὅτι πρὸ 25 ἡμερῶν ὁ Εἰσαγγελεὺς Καλαμῶν διὰ τηλεγραφήματός του ἀνήγγειλεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἐκεῖνος ὁ φοβερὸς λῃστὴς εἶναι ὁ ἀποδράς, καὶ ὄχι ὁ ἕτερος, ἀδελφός του, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς ἀντικατάστασιν αὐτοῦ. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δηλώσῃ ἐπισήμως, ἐὰν ὄντως ἔλαβε τοιοῦτον τηλεγράφημα ἢ ὄχι.

§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.

§10Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αὔριον.

§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λ. Βιτάλης.

§12Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Μὲ ἠδίκησε, κύριοι Βουλευταί, χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργός, χαρακτηρίσας με ὡς κωλυσιεργοῦντα.

§13Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον αὐτό.

§14Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐξυπακούεται, διότι ἐγὼ ἐκράτησα τὴν Βουλὴν ἐπὶ 5 ὥρας.

§15Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον δι’ ἡμᾶς, ἀλλὰ διὰ τὴν κατάστασιν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐπὶ 8 ἤδη ἡμέρας συζητεῖ τὸ νομοσχέδιον.

§16Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κατόπιν τῆς δηλώσεώς σας ταύτης εἶμαι ἱκανοποιημένος. Ἀναγνωρίζω μάλιστα, ὅτι ἡ θέσις σας εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἔπρεπε νὰ εἴπητε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἴπετε. Ἐγώ, Κύριοι, ἀνῆλθον χθὲς εἰς τὸ βῆμα ὑπὸ συνθήκας πολὺ δυσμενεῖς, διότι εἶχον ν’ ἀντεπεξέλθω εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ τέως Ὑπουργοῦ κ. Κουμουνδούρου, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδυνάμην νὰ χωνέψω (ἱλαρότης). Σκεφθῆτε λοιπὸν τὴν θέσιν μου. Ἦτο ὅμως ἀνάγκη νὰ πράξω τοῦτο,—εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν, καὶ ὡς ἀξιωματικὸς καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας μου,—διότι εἴδετε πόσην ἐπιρροὴν ἐξήσκησεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Κουμουνδούρου εἰς τὸν λαόν. Ἐὰν δὲ παρεξέκλινα τοῦ θέματος, ὡς ἔγραψαν αἱ ἐφημερίδες, τοῦτο προῆλθε ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν, ἥτις μὲ προεκάλεσε.

§17Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι παρεξεκλίνατε τοῦ θέματος.

§18Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὄχι ἡμεῖς, ἀλλ’ ὁ Τύπος. Ἐὰν ἤθελον νὰ κωλυσιεργήσω, μόνον ἐκ τῆς διαγωγῆς τοῦ κ. Συνοδινοῦ ἠδυνάμην νὰ λάβω ἀφορμὴν καὶ νὰ κρατήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ ἡμέρας. Καὶ θὰ σᾶς ἀποδείξω τοῦτο μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἐζήτησα τὸν λόγον διότι ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ὁ κύριος Βελλιανίτης εἶπε πολλά, οὐχὶ ἀκριβῆ, σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τῆς Λέσχης τῶν ἀξιωματικῶν κλπ. Μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν τὰς παραιτήσεις των, ὡς μέλη τῆς Λέσχης, ἤμην καὶ ἐγώ. Ἐγὼ παρῃτήθην, ὡς καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοί μου, διότι ὁ Διάδοχος τότε, ὡς ἀντιστράτηγος τοῦ πεζικοῦ καὶ Ἀντιβασιλεὺς, δὲν ἐπεβλήθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νὰ τῷ εἴπῃ: «μὴ κάμῃς προβιβασμοὺς ἀξιωματικῶν, διότι αὐτὸ καὶ αὐτὸ τὸ κενὸν θὰ παρουσιασθῇ, ἐὰν γείνῃ πόλεμος...»

§19ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἦτο τότε Ὑπουργὸς ὁ νῦν τοιοῦτος;

§20Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἀδιάφορον ποῖος ἦτο. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι οὐδένα σκοπὸν κωλυσιεργίας εἶχον. Εἴδετε ὅτι χάριν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ δυσηρέστησα καὶ τὴν μερίδα, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω· ἐξεδήλωσε δὲ τοῦτο καὶ ὁ συντάκτης τῆς «Πρωΐας», ὅστις, ὑβριζόμενον ὑπὸ τοῦ λοιποῦ Τύπου, μὲ ἀφῆκεν ἀνυπεράσπιστον. Λοιπὸν κακὸς μὲ τὴν μερίδα μου, κακὸς μὲ τὴν πλειονοψηφίαν, κακὸς μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς,—διότι εἴδετε, ὅτι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νομίζει ὅτι κωλυσιεργῶ.

§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαμαρτύρομαι! Ποτὲ δὲν τὸ ἐννοῶ αὐτό.

§22Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Οἱ κωλυσιεργοῦντες εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι Βουλευταὶ ἐκ τῆς πλειονοψηφίας, διότι δὲν ἔπρεπε, νομίζω, νὰ λάβωσιν ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον τόσοι ῥήτορες συμπολιτευόμενοι. Εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσουν ὅσοι ἤθελον ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, κατόπιν νὰ λάβῃ τὸν λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἀκολούθως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἂν ἦτο ἀνάγκη. Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ γείνῃ. Καὶ ἓν ἄλλο ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, Κύριοι. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, χθὲς τὸ ἑσπέρας, ἐὰν ἐπέμενε, θὰ ἐψηφίζετο εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον, διότι θὰ ὡμίλει ὁ κ. Δραγούμης ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ὥρας, καὶ εἰς τὰς 6 τὸ πρωΐ θὰ ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον (διακοπαί). Κύριοι, εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἔχομεν διαιρεθῆ εἰς δύο στρατόπεδα, ὑπὲρ καὶ κατά. Χάριν δὲ τῶν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, χθὲς εἰσήλθομεν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Νομίζω λοιπὸν δίκαιον, σήμερον, χάριν τῶν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἀμέσως.

§23ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὄχι! Ἔχομεν τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§24Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ εἶχον σπουδαιοτάτας ὑποθέσεις τῆς ἐπαρχίας μου ἀπὸ τῆς προχθὲς νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ νομοσχεδίου ἀνέβαλον, ὡς καὶ ἄλλοι πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων. Ἔγεινε πολὺς πάταγος καὶ χθὲς τὸ ἑσπέρας περὶ τῶν διαφόρων τμημάτων τοῦ Ὑπουργείου· εἶπόν τινες, ὅτι ὅλα σχεδὸν τὰ τμήματα μετατίθενται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Α. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου. Σᾶς βεβαιῶ, θὰ ηὐχόμην νὰ ἐγίνετο τοῦτο. Καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τὸ Τμῆμα τῶν Προμηθειῶν, τὸ ὁποῖον γνωρίζω καλῶς, ὡς στρατιωτικός. Οἱ διάφοροι ἐργολάβοι, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἐπιδιώκοντες νὰ κερδίζωσι πολλὰ, φροντίζουσι διὰ παντὸς τρόπου, ὅπως παραδίδωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν πρᾶγμα μὴ σύμφωνον πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἀνέλαβον διὰ συμβολαίου. Τούτου ἕνεκα εἶναι ἠναγκασμένος ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀλλάσσῃ δύο ἢ τρεῖς ἐπιτροπὰς· διότι ἔρχεται ἡ πρώτη ἐπιτροπὴ καὶ κάμνει τὸ καθῆκόν της, ἀλλὰ δὲν εὐχαριστεῖται ὁ ἐργολάβος καὶ καταφεύγει εἰς τὸν Βουλευτὴν, ὅπως αὐτὸς πιέσῃ τὸν Πρωθυπουργὸν, καὶ οὗτος τὸν Ὑπουργόν διὰ νὰ τὸν πείσῃ δὲ, θὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὁ ἁρμόδιος ἀξιωματικὸς ἔχει ἀφορμὰς ἐναντίον τοῦ ἐργολάβου δι’ ἄλλους λόγους... Καὶ στιγματίζεται οὕτω ὁ ἀξιωματικὸς, διότι κάμνει τὸ καθῆκον του! Δὲν ἀρκεῖ δηλ. μόνον, ὅτι εἰσέρχεται ὑλικὸν ἄχρηστον εἰς τὸ στράτευμα, ἀλλὰ συκοφαντεῖται καὶ ὁ ἀξιωματικός! Διὰ νὰ λείψουν τὰ ἄτοπα ταῦτα, καλὸν εἶναι, ἢ μᾶλλον ἐπιβάλλεται, ἵνα καὶ τὸ Τμῆμα τῶν Προμηθειῶν ἀνατεθῇ εἰς τὴν Α. Β. Ὑψ. ὡς Γενικὸν Διοικητήν. Τοιουτοτρόπως μόνον θὰ παύσωμεν νὰ βλέπωμεν ἀξιωματικοὺς, πρώην ἀπόρους, ἐξερχομένους ἐκ τοῦ τμήματος τῶν Προμηθειῶν μὲ περιουσίαν ἑκατομμυρίου. Ἔρχομαι εἰς τὸ Τμῆμα τοῦ Προσωπικοῦ. Τὸ τμῆμα τοῦτο εἶναι ἡ κυρία ἑστία τῆς συναλλαγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ συναλλαγὴ δι’ αὐτοῦ γίνεται. Τούτου ἕνεκεν οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ συγκεντρώνουσιν ὅλην τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ τὴν τοῦ τμήματος τοῦ Πεζικοῦ, εἰς τὸ τμῆμα τοῦτο. Καὶ οὕτως ἀδικεῖται πάλιν τὸ σῶμα τοῦ πεζικοῦ, διότι ὁ τμηματάρχης τοῦ τμήματος τοῦ Πεζικοῦ εἶναι ἔπιπλον τοῦ γραφείου του! Οὐδεμίαν σχεδὸν ὑπηρεσίαν κάμνει. Διατί; Διότι ἀνετέθη ὅλη ἡ ὑπηρεσία εἰς τὸν προσωπάρχην, ὁ ὁποῖος εἶναι τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον λοιπὸν καὶ δι’ ἄλλα ζητήματα, οἷον μητρώων, ὁρίου ἡλικίας ἀξιωματικῶν, κρυφίως διορθουμένων, καὶ λοιπὰ, τὰ ὁποῖα δὲν θέλω νὰ θίξω σήμερον, διὰ νὰ μὴ κωλυσιεργήσω, ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ τὰ εἴπω μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γεν. Διοικήσεως, φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι θὰ ἦτο εὐεργέτημα, ἐὰν καὶ τὸ Τμῆμα τοῦτο μετεφέρετο ἐκ τοῦ Ὑπουργείου εἰς τὴν Γεν. Διοίκησιν τοῦ Διαδόχου. Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τοῦ τμήματος τῆς Δημοσίας ἀσφαλείας, ἢ τῆς χωροφυλακῆς. Τί γίνεται ἐκεῖ, εἶναι γνωστόν· ὁ Βουλευτὴς πηγαίνει εἰς τὸν τμηματάρχην, ταγματάρχην τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ζητεῖ π. χ. τὴν μετάθεσιν ἐκ τῆς δεῖνα Μοιραρχίας τοῦ δεῖνα χωροφύλακος, διατί; διότι οὗτος συνέλαβε τὸν δεῖνα ἐγκληματίαν ἢ τὸν δεῖνα ὀφειλέτην τοῦ Δημοσίου. Ὁ τμηματάρχης θὰ πάρῃ τὰς σημειώσεις του καὶ θὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὁ δὲ Ὑπουργὸς θὰ ἐκδώσῃ ἀμέσως τὴν διαταγὴν τῆς μεταθέσεως τοῦ χωροφύλακος διότι τὸ θέλει τὸ κόμμα, καὶ διότι, ἂν δυσαρεστηθῇ ὁ Βουλευτὴς,—καὶ δὲν θὰ ἦναι εἷς μόνον ὁ ζητῶν τοιαῦτα ρουσφέτια, — θὰ κλονισθῇ ἡ θέσις τοῦ Ὑπουργοῦ, αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις! Δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι, καίτοι ἔλαβε πρόνοιαν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἔθεσεν ἀρχηγὸν εἰς τὸ σῶμα τοῦτο, θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἂν καὶ ὁ ἀρχηγὸς καὶ τὸ τμῆμα τοῦτο ὑπήγετο ὑπὸ τὰς ἀμέσους διαταγὰς τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, δηλ. τοῦ Διαδόχου. Ἔρχεται κατόπιν τὸ Τμῆμα τοῦ Πυροβολικοῦ. Ἐγὼ, σᾶς διαβεβαιῶ, ἕνεκα σεβασμοῦ πρὸς τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν μετεχειρίσθην τὴν πρέπουσαν γλῶσσαν, ὅτε ὡμίλησα περὶ τῶν καλύκων, ὅτε ὡμίλησα περὶ τῶν 750,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἀπὸ καταθέσεις κληρωτῶν ἀπαλλαγέντων κλπ. Ἤθελον μόνον νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου ἁπλῶς, ἵνα δώσω νὰ ἐννοήσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνωνται αὐτά. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι εἶναι ἄχρηστα τὰ φυσίγγια ταῦτα, καὶ ὅτι αἱ 750,000 δραχμαὶ εἶναι διὰ τὸν ὁπλισμὸν τὸν νέον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον, διότι τὰ φυσίγγια αὐτὰ χρησιμεύουσιν εἰς τὴν ἐκγύμνασιν τῶν ὁπλιτῶν τοῦ στρατοῦ. Ἔχομεν μέγαν ἀριθμὸν φυσιγγίων, λέγει ὁ κ. Ὑπουργός. Παραδέχομαι καὶ τοῦτο. Ἀλλὰ τὸ ἔθνος μας εἶναι μὲν μικρὸν, ἔχει ὅμως μεγάλην ἔκτασιν, ἴσως δὲ μετὰ παρέλευσιν δέκα ἔστω ἐτῶν ἀναγκασθῶμεν αὐτὰ τὰ ὅπλα νὰ τὰ στείλωμεν εἰς τὴν Ἤπειρον, Μακεδονίαν κλπ. Ἑπομένως πρέπει νὰ ὑπάρχωσι τὰ φυσίγγια, καὶ νὰ μὴ πωλῶνται σήμερον δι’ ἓν κομμάτι ψωμὶ, χάριν τῆς συναλλαγῆς. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν 750,000 δραχμῶν, διὰ τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι εἶναι προωρισμέναι πρὸς ἀγορὰν νέων ὅπλων καὶ πυροβόλων, φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνηται λόγος περὶ αὐτοῦ, διότι ἀπέναντι 60 ἢ 70 ἑκατομμυρίων χρυσῶν φράγκων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ νέου ὁπλισμοῦ, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν αὐτὸ τὸ μικρὸν ποσὸν, ἀλλὰ δύναται νὰ διατεθῇ αὐτὸ τὸ ποσὸν διὰ τὰς μικρὰς ἀνάγκας, τὰς ἀπολύτους, ὅπως διατηρήσωμεν τὸ ὑλικὸν, τὸ ὁποῖον σήμερον ἔχομεν. Ἀλλ’ ἵνα λείψωσι καὶ τὰ τοιαῦτα καὶ ἄλλα χείρονα, ἓν μόνον καταφύγιον ἔχομεν, νὰ ὑπαγάγωμεν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ τμήματος τούτου εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ Διαδόχου. Τὸ Τμῆμα τὸ Δικαστικὸν, ἐξ ὑπαινιγμῶν, τοὺς ὁποίους κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσίν μου ἔρριψα, δύνασθε νὰ φαντασθῆτε εἰς ποίαν κατάστασιν εἶναι. Δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ἑστία ἐγκληματικότητος! Δὲν φρονεῖτε λοιπὸν, ὅτι ἡ μόνη ἐγγύησις ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης εἶναι ἡ ἀνάθεσις καὶ τοῦ τμήματος τούτου εἰς τὸν Διάδοχον; Καὶ ἤδη ἔρχομαι εἰς τὸ Τμῆμα τῆς Στρατολογίας. Τὸ τμῆμα τοῦτο φρονῶ ὅτι εἶναι τὸ ἀναπόσπαστον μέρος τῆς Γεν. Διοικήσεως, διότι, ἐὰν ἡ Ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία ἔχει νὰ ἐργασθῇ, θὰ ἐργασθῇ πρῶτον ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ἡ στρατολογία εἶναι ἡ βάσις τοῦ στρατεύματος—στελέχη καὶ σύστημα στρατολογικόν. — Ἑπομένως αὐτὸ τὸ τμῆμα πρωτίστως ἔπρεπε νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν Γεν. Διοίκησιν. Θέλετε νὰ δώσητε πρωτοβουλίαν πραγματικὴν εἰς τὸν Γεν. Διοικητήν; ἀφαιρέσατε ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τὸ Τμῆμα τῆς Στρατολογίας. Οὐδεμία ἐργασία σοβαρὰ περὶ ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατοῦ εἶναι δυνατὴ ἄνευ τῆς πρωτοβουλίας τῆς Γεν. Διοικήσεως, ἄνευ τῆς ῥιζικῆς τροποποιήσεως τοῦ στρατολογικοῦ συστήματος. Ἕν ἄλλο ζήτημα στρατιωτικὸν, τὸ ὁποῖον δὲν ἔθιξα χθὲς, ἕνεκα τῆς βίας ὅπως ἀφήσω τὸ βῆμα, καὶ τὸ ὁποῖον ἔθιξεν εἷς τῶν συναδέλφων, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς Ἐπιμελητείας. Ἡ Ἐπιμελητεία, Κύριοι, εἶναι ἡ βάσις παντὸς στρατοῦ, καὶ δὲν ἠρχίσαμεν, κύριοι πολιτευταὶ ἐξ Ἀττικῆς, ἐκ τῆς κορυφῆς, ἀλλ’ ἐκ τῶν ποδῶν! Κατὰ τὸν Γαλλογερμανικὸν πόλεμον ἡ Ἐπιμελητεία τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ ἀνετέθη εἰς τὸν διαπρεπέστερον στρατηγὸν τῆς Γερμανίας, τὸν Linder. Αὐτὸς ἐν ἀρχῇ τόσον βαρέως ἔφερε τοῦτο, ὥστε ἐσκέφθη πρὸς στιγμὴν ν’ ἀποφύγῃ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, ὡς πολὺ μικρὰν δι’ αὐτόν· ὅτε ὅμως ἀνέλαβεν αὐτὴν καὶ εἶδε τὴν σοβαρότητά της καὶ τὰς δυσχερείας της, ἠσθάνθη πόσον ὑψηλὴ ἦτο ἡ ὑπηρεσία, ἥτις τῷ ἐνεπιστεύθη. Μετὰ τὸ πέρας δὲ τοῦ πολέμου, ὁ πρῶτος, τὸν ὁποῖον συνεχάρη ἡ ἐστεμμένη κεφαλὴ, ὁ αὐτοκράτωρ Γουλιέλμος ὁ Αʹ, ἦτο ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐπιμελητείας. Καὶ ὑμεῖς σήμερον φρονεῖτε, ὅτι ἡ Ἐπιμελητεία εἶναι ἄσχετος πρὸς τὸν Γεν. Διοικητήν, καὶ κατηγορεῖτε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι μόνον αὐτὴν ἐκράτησεν, ὥς τι ἐπουσιῶδες δῆθεν καὶ ἐξευτελιστικὸν, ἀντὶ νὰ κατηγορήσητε αὐτὸν διότι δὲν ἀνέθεσε καὶ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητήν! Γενικὴ Διοίκησις, Κύριοι, ἄνευ Ἐπιμελητείας εἶναί τι τραγελαφικόν. Ἐκθέτων, Κύριοι, τὰς γνώμας ταύτας ἐνώπιον ὑμῶν, δὲν ἐσκόπουν νὰ προσφέρω θυμίαμα εἰς οὐδένα, ἀλλὰ μόνον νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν πράγματα, ἅτινα ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γινώσκω, ὡς ἐκ τοῦ στρατιωτικοῦ μου ἐπαγγέλματος. Ἀπὸ νεαρᾶς ἡλικίας μίαν ἤκουον εὐχὴν ἐκ μέρους τῶν στρατιωτικῶν, τὴν εὐχὴν νὰ ἀπαλλαχθῇ ὁ στρατὸς ἀπὸ τῆς πολιτικῆς. Ἤδη δὲ θεωρῶ ἐμαυτὸν εὐτυχῆ, διότι ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέρος τῆς Βουλῆς ταύτης, ἥτις διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς θὰ πραγματοποιήσῃ μίαν εὐσεβῆ εὐχὴν ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους, καὶ θὰ θέσῃ οὕτω τὴν πρώτην βάσιν τῆς στρατιωτικῆς ἡμῶν ἀναδιοργανώσεως. Ἀλλὰ καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα, οὐχ ἧττον σοβαρὸν, ἐλησμόνησα, Κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς λυσεγγυήσεως. Λυσεγγύησις εἶναι, ὅταν οἱ ἐμπορικοὶ τόποι, καὶ ἰδίως οἱ παραθαλάσσιοι, ὡς ἡ Σῦρος, εἶναι ὑποχρεωμένοι, ὁσάκις φορτώνωσιν ἐμπορεύματα διὰ τὴν Τουρκίαν, νὰ δηλώνωσιν, ὅτι στέλλουσιν εἰς Σμύρνην π. χ. 400 ὀκάδας τουμπεκίου ἢ ἄλλο εἶδος· εἶναι δὲ ὑποχρεωμένος ὁ πλοίαρχος νὰ ἀποβιβάσῃ τὸ ἐμπόρευμα ἐκεῖ, ἀδιάφορον ἂν κατὰ τὸν πλοῦν εὕρῃ εἰς ἄλλον λιμένα συμφέρουσαν τιμήν. Αὕτη εἶναι ἡ ἀφορμὴ, ἕνεκα τῆς ὁποίας ζημιοῦται τὸ ἐμπόριον τῆς Σύρου, διότι ὁ ἔμπορος ἄλλοτε, φορτώνων τὸ ἐμπόρευμά του εἰς ἓν πλοῖον, ἔλεγε πρὸς τὸν πλοίαρχον: «ὕπαγε νὰ διέλθῃς ὅλους τοὺς λιμένας τῆς Τουρκίας, καὶ ὅπου εὕρῃς ἀκριβώτερον, νὰ τὸ δώσῃς»· ἐνῷ σήμερον διὰ τῆς λυσεγγυήσεως κανονίζουσιν ὅπως θέλουσι τὴν τιμὴν οἱ ἔμποροι τῆς Τουρκίας. Διὰ τόσῳ λοιπὸν σοβαρὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον τετράκις μέχρι σήμερον ἔφερα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἀπήντησε ποσῶς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἴσως τὸ νομίζει ἀνάξιον λόγου. Ἔπρεπεν ὅμως, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ εἴπητε τοὐλάχιστον, ὅτι εἰς αὐτὸ ἢ ἐκεῖνο τὸ σημεῖον εὑρίσκεται τὸ ζήτημα, καὶ ὅτι φροντίζετε νὰ τὸ λύσητε, ἀλλ’ ἀπαντᾶτε δυσκολίας. Ἀλλὰ φοβεῖσθε νὰ τὸ εἴπητε, διότι θὰ σᾶς ἀπαντήσω καταλλήλως καὶ θὰ σᾶς εἴπω: «Πῶς δὲν γίνεται; Μήπως εἴμεθα χωροφύλακες τῆς Τουρκίας;» Δι’ αὐτὸ δὲν τολμᾶτε ν’ ἀπολογηθῆτε, διότι γνωρίζετε ποίαν ἀπάντησιν θὰ λάβητε τόσον ὑμεῖς, ὅσον καὶ ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἀλλὰ μήπως εἶναι μόνον τὸ ζήτημα τῆς λυσεγγυήσεως, τὸ ὁποῖον κρατεῖ ἐν συγκινήσει τὴν Σῦρον; Εἶναι καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀκτοπλοΐας, ζήτημα διὰ τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1840 ἐπαύθη ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν Ζωγράφος, διότι εἶχε δεχθῆ νὰ ὑπογράψῃ τὴν περὶ τούτου συνθήκην ἀφοῦ εἶχε λάβει τότε τὸ μέγα τουρκικὸν παράσημον...

§25ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ ἄλλοι ἐδέχθησαν τοιαῦτα παράσημα.

§26Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Προσεφέρθησαν καὶ εἰς ἄλλους, καὶ εἰς ὑπαλλήλους ἀκόμη τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ, τὸ λέγω πρὸς τιμήν των, δὲν τὰ ἐδέχθησαν. Ἀλλὰ μήπως μόνον ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀποφεύγει ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὰ λεγόμενά μου; Μήπως ἡ Ἀντιπολίτευσις καθ’ ἑκάστην δὲν διαμαρτύρεται, διότι δὲν λαμβάνει ἀπαντήσεις εἰς διαφόρους ἐπερωτήσεις; Μήπως αὐτὸς ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ κ. Θ. Π. Δηλιγιάννης, μήπως ὁ κ. Δεληγεώργης, ὁ κ. Καραπᾶνος, ὁ κ. Δραγούμης δὲν διεμαρτυρήθησαν διὰ τοῦτο; Μήπως ὁ κ. Δηλιγιάννης δὲν ἠναγκάσθη νὰ παρατηρήσῃ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅτι ἦτο τετάρτη φορὰ, καθ’ ἣν τῷ ἐζήτει ἔγγραφόν τι; Ἀλλ’ εἰς αὐτὰ δὲν δίδει ἡ Κυβέρνησις προσοχήν! καταγίνεται εἰς τὰ σπουδαῖα! Μήπως ἐπανειλημμένως, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν διεμαρτυρήθην, διότι στερούμεθα ἀπὸ ἑνὸς ἤδη ἔτους διευθυντοῦ ἀστυνομίας ἐν Σύρῳ; Θὰ ἐφαρμοσθῇ, λέγει ἡ Κυβέρνησις, ἡ νέα ἀστυνομία. Ἀλλὰ πότε θὰ ἐφαρμοσθῇ; Καὶ ἐγὼ ἐψήφισα ὑπὲρ τοῦ νόμου τούτου καὶ συνηγόρησα, ἀλλὰ διατὶ δὲν τὸν ἐφαρμόζετε; Διατὶ αὐτὴ ἡ κατάστασις; Παρῆλθε, λέγω, ἕν ἔτος, καὶ εἴμεθα ἄνευ διευθυντοῦ ἀστυνομίας ἐν Σύρῳ. Ἀλλ’ ἴσως εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός: «ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν ὑπολοχαγὸν, τὸν ὁποῖον ἔχω ἐκεῖ διευθυντὴν τῆς ἀστυνομίας». Μάλιστα, καὶ ἐγὼ ἔχω περισσοτέραν, καὶ ἀτομικῶς, ὡς ἀξιωματικὸν, τὸν τιμῶ, ἀλλ’ ἔρχομαι καὶ σᾶς καταγγέλλω, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ὁ ἀστυνόμος αὐτὸς ἔχει ἕνα ἀκόλουθον ἀστυφύλακα, ὅστις ἐκμεταλλεύεται τὴν ἐμπιστευτικὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, καὶ τὴν εὔνοιαν τοῦ προϊσταμένου του καταχρᾶται, καὶ οὐδὲν πράττετε, ἐνῷ δύνασθε νὰ ἐνεργήσητε ἀνακρίσεις, καὶ νὰ μάθητε, ὅτι αὐτὸς ὁ ἀκόλουθος τοῦ ἀστυνόμου ἔκαμε περιουσίαν 20,000 δραχμῶν περίπου, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἔχει ἀποθρασυνθῆ καὶ διὰ τῆς λόγχης του ἔχει κτυπήσει ἕως τώρα 10 ἢ 12 πολίτας ἡσύχους. Δὲν ἀδικῶ ὅμως τὸν ἀστυφύλακα, ἀλλὰ ὑμᾶς, οἵτινες τὸν ἀνέχεσθε...

§27Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τὸ παράσημον νὰ μᾶς εἴπητε.

§28Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Νὰ σᾶς εἴπω. Ὅσην σημασίαν δίδετε σεῖς διὰ τὰ παράσημα, ἄλλην τόσην δίδω καὶ ἐγώ· ἑπομένως νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ χάνωμεν τὴν ὥραν μας εἰς τοιαῦτα. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν εἰς τὴν Ἑλλάδα· θεωρῶ δὲ ἄδικον νὰ κουράζω τὴν Βουλὴν διὰ τοιοῦτον ζήτημα. Ἀρκεῖ ἄλλως ἡ πρώτη παρασημοφορία, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Τουρκία εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν τόπον μας τῆς λυσεγγυήσεως. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τούτου. Ἤδη εἰσέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῶν δήμων Σύρου καὶ Ἑρμουπόλεως. Τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εὐχαριστῶ, διότι κατόπιν τῶν παρακλήσεών μου διέταξε νὰ ἀρθῇ ἡ κατάσχεσις τῶν φρυγάνων, τοῦ μόνου σχεδὸν πόρου τοῦ δήμου Σύρου. Ἀλλ’ ἡ ἀστυνομία δὲν ἐκτελεῖ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 10,065 διαταγὴν, ἑπομένως μένουν ἀπροστάτευτα καὶ ἐκτεθειμένα τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου, οὕτως ὥστε ὁ ἐνοικιαστὴς τῶν φρυγάνων ἔκαμε διαμαρτύρησιν κατὰ τοῦ δήμου, διότι δὲν προστατεύεται ἡ φορολογία αὕτη, καὶ τοιουτοτρόπως ζημιοῦται μεγάλως ὁ δῆμος. Βλέπετε, κύριοι Βουλευταὶ, εἰς ποίαν κατάστασιν περιῆλθεν ὁ δῆμος τῆς Σύρου, ἕνεκα τῆς ἀδιαφορίας τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων· ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ ἀναγκάζεται, διὰ νὰ διατηρῆται ὁ δῆμος, νὰ ἐνοικιάζῃ καὶ τὰ φρύγανα ἀκόμη, μὲ τὰ ὁποῖα θερμαίνονται τὸν χειμῶνα οἱ πτωχοὶ χωρικοί, τὰ φρύγανα, μὲ τὰ ὁποῖα μαγειρεύει τὴν τροφὴν τῆς οἰκογενείας του ὁ πτωχὸς χωρικός! Ἐν Ἰταλίᾳ, ὡς σᾶς εἶπον καὶ χθὲς, ἐπὶ 40 ἤδη ἡμέρας καταγίνονται εἰς τὴν Βουλὴν μόνον διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀναδιοργανώσεως τῶν δήμων, καὶ ἡμεῖς ἐγκατελείψαμεν αὐτοὺς εἰς τὴν τύχην των, καὶ ἐπολλαπλασιάσαμεν τὰς Νομαρχίας, χάριν τῆς συναλλαγῆς. Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὸν δῆμον Σύρου. Θὰ περιγράψω νῦν συντόμως τὴν κατάστασιν τοῦ δήμου Ἑρμουπόλεως, οὗτινος δήμαρχος τυγχάνει διακεκριμένος δικηγόρος, ἄλλοτε Βουλευτὴς, ἀλλ’ ἤδη ἀντιπολιτευόμενος. Ἐπειδὴ ὁ δήμαρχος δὲν εἶναι φίλος τοῦ Ὑπουργείου, ἐνῷ κατ’ ἔτος διὰ τὸ πρὸς τὸ Δημόσιον χρέος τοῦ δήμου ἐνηργεῖτο κατάσχεσις μόνον 25,000 δραχ., ἐφέτος αὕτη ἐτριπλασιάσθη, δηλ. ἡ κατάσχεσις ἐπεβλήθη δι’ 75,000 δραχμάς. Παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριοι Ὑπουργοὶ, νὰ μοὶ εἴπητε, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διοικηθῇ αὐτὸς ὁ δῆμος; Ποῖοι εἶναι οἱ μεγάλοι του πόροι, οἵτινες θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐξουδετερώσωσι τὴν κατάσχεσιν ταύτην; Ἀτυχῶς εἰς τοσοῦτον φανατισμὸν ἔφθασαν αἱ πολιτικαὶ μερίδες, ὥστε, διὰ νὰ ἐξευτελισθῇ καὶ ὁ δήμαρχος οὗτος, ἔπαυσεν ὁ Νομάρχης τοὺς δύο ἰατροὺς, τοὺς ὁποίους διώρισεν ἐσχάτως ὁ δήμαρχος εἰς τὸ Δημοτικὸν Νοσοκομεῖον Ἑρμουπόλεως, οὗτινος κατὰ νόμον προΐσταται αὐτὸς ὁ δήμαρχος, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἐσωτερικὴ μόνον ἐπίβλεψις καὶ ἡ διαχείρισις ἔχει ἀνατεθῆ εἰς Ἀδελφᾶτον, τοῦ ὁποίου Ἀδελφάτου πάλιν εἶναι πρόεδρος ὁ αὐτὸς δήμαρχος. Τὴν σχετικὴν ἀλληλογραφίαν ἔχετε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ὥστε, ὡς βλέπετε, βαίνομεν πρὸς τὴν καταστροφὴν καὶ ἕνεκα τῆς αὐθαιρεσίας τῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἕνεκα τῆς ἀδιαφορίας αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις προστατεύει τὰ αὐθαιρέτως ἐνεργοῦντα ὄργανά της! (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§29Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω ἔγγραφων ἐπερώτησιν, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον τὸν φάκελλον τὸν περιέχοντα τὰ πρακτικὰ τῶν ἐξετάσεων τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ, διότι παραπονοῦνταί τινες ἐξ αὐτῶν, ὅτι κατὰ τὰς ἐξετάσεις ταύτας ἔλαβον χώραν παρατυπίαι, ἕνεκα τῶν ὁποίων διεπράχθησαν ἀδικήματά τινα. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ μετὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ σχετικοῦ φακέλλου νὰ ἐπιφέρω τὰς παρατηρήσεις μου. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἐκφράζω τὰς εὐχαριστίας μου πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ηὐδόκησε τέλος πάντων, μετὰ παρέλευσιν ἔτους, νὰ διορίσῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου διαπρεπῆ ἀξιωματικὸν ὡς ἀστυνόμον, καὶ νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ τοῦ ἀστυνομεύοντος ἐνωμοτάρχου. Ἐπίσης τόσον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅσον καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐκφράζω τὰς εὐχαριστίας ἐμοῦ τε καὶ τῶν συμπολιτῶν μου, διότι ἔλαβον σύντονα μέτρα πρὸς καταδίωξιν καὶ τιμωρίαν τοῦ διαβοήτου ἐκείνου ἐνωμοτάρχου διὰ τὸ κατὰ τοῦ καλογήρου Βολτέρα σκάνδαλον.

§30Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐπειδὴ ἀπουσιάζει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ ἀρκεσθῶ μόνον εἰς τὴν κατάθεσιν ἐπερωτήσεώς μου ἐγγράφου. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ἀποσταλῇ αὕτη ἐγκαίρως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως προσαγάγῃ τὸν σχετικὸν φάκελλον τῆς δημοπρασίας πρὸς κατασκευὴν τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ Ζακύνθου–Βασιλικοῦ, περὶ ἧς προχθὲς ἐποιησάμην λόγον.

§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ὁ κύριος Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.

§32ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἶναι προφανῶς νομοσχέδιον ἀνατρέπον κατὰ μέγα μέρος, οὐσιωδῶς, τὸν πέρυσι ψηφισθέντα νόμον ὑπὸ στοιχ. ͵ΒΧΜʹ, δι’ οὗ παρεσχέθη ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ καλέσῃ ἀλλοδαπὸν ἀξιωματικὸν, ὅπως εἰς αὐτὸν ἀνατεθῇ μὲν ἡ ὀργάνωσις τοῦ στρατοῦ, ἀνατεθῶσι δὲ καὶ, εἴτε διακεκριμένως εἴτε καὶ συνηνωμένα, τὰ δύο ἀξιώματα ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου καὶ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ. Εἶναι δὲ καὶ νομοσχέδιον ὀργανισμοῦ, συντελοῦν εἰς τροποποίησιν καὶ συμπλήρωσιν τοῦ ἤδη ὑφισταμένου πολυσχιδοῦς ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Μετέχει τοῦ χαρακτῆρος ὀργανισμοῦ, διότι πρῶτον τίθησιν ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατοῦ, ἐπὶ κεφαλῆς τῆς διοικήσεως αὐτοῦ, ἀρχηγὸν, εἰς ὃν παραδίδει ἐξουσίαν μὴ ὑφισταμένην μέχρι ταύτης τῆς ὥρας εἰς χεῖρας ἄλλας ἢ τὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν· διότι, δεύτερον, κατὰ μεταρρύθμισιν τῆς κειμένης νομοθεσίας, παρεμβάλλει εἰς τὸν ὑφιστάμενον ὀργανισμὸν ἀξίωμα Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, ὅπερ ἀνατίθησιν εἰς αὐτὸν τὸν ἀρχηγόν· διότι, τρίτον, τὴν Ἐπιτελικὴν Ὑπηρεσίαν, τὴν διατηρηθεῖσαν καὶ πέρυσιν, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ ΒΧΜʹ νόμος, ὑπὸ τὰς ἀμέσους διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφαιρεῖ ἀπὸ τῆς τοιαύτης ἐξαρτήσεως, τῆς σχετικῆς, καὶ μεταφέρει ὑπὸ τὰς ἀμέσους διαταγὰς τοῦ διοριζομένου νῦν Γενικοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ· διότι, τέταρτον, καταργεῖ τὰ Ἀρχηγεῖα, καὶ ἀντ’ αὐτῶν καθιστᾷ Μεραρχίας καὶ Ταξιαρχίας· διότι, πέμπτον καὶ τελευταῖον,—ἢ μᾶλλον πέμπτον καὶ πρῶτον, διὰ τὸ ἀκριβέστερον,—καθαιρεῖ σχεδὸν καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπὸ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Τὸ νομοσχέδιον διὰ τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 5, 6 καὶ 8 ἀνατρέπει διατάξεις τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος νόμου, αἵτινες πρέπει βεβαίως νὰ ἦναι ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς, ἵνα δυνηθῇ νὰ κατανοήσῃ τελείως τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν ἔκτασιν τῆς ἐννοίας τοῦ μέλλοντος νὰ ψηφισθῇ ὑπ’ αὐτῆς νομοσχεδίου. Ὅτι ἀφαιρεῖ τὴν γενικὴν ἐπιθεώρησιν ἀπὸ τοῦ ὀργανωτοῦ, τοῦ κλητέου καὶ μέλλοντος ἐπὶ πενταετίαν ν’ ἀποκτήσῃ τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, εἶναι βεβαίως οὐσιώδης μεταβολὴ, ἀνατρέπουσα κεφάλαιον ὅλον τοῦ περυσινοῦ νόμου· ὅτι τὸν ὀργανωτὴν τοῦτον, μεταλαμβάνοντα ἀξίωμα ἀρχηγοῦ τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας, ἀφαιρεῖ ἀπὸ τῆς ἀμέσου ὑπαγωγῆς εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ μετάγει αὐτὸν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τὰς ἀμέσους, ὡς βοηθὸν καὶ ἀκόλουθον τοῦ Γενικοῦ Ἀρχηγοῦ, εἶναι σπουδαιοτάτη μεταβολή· ὅτι τὴν διάταξιν τοῦ περυσινοῦ νόμου, τὴν ἀναβάλλουσαν τὸν ὀργανισμὸν τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας, ἀντικαθιστᾷ διὰ διατάξεως, ἥτις κυροῖ νομοθετικῶς τὸν σήμερον δι’ ἐκτελεστικοῦ διατάγματος ὑφιστάμενον ὀργανισμὸν τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας, εἶναι οὐσιωδεστάτη μεταβολή· ὅτι τὴν σύνθεσιν τοῦ Ἐπιτελείου διὰ τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νομοσχεδίου ὁρίζει ὡς ἐν αὐτῷ γίνεται λόγος, κατὰ τροποποίησιν τῆς παραγράφου γʹ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος νόμου, εἶναι οὐσιωδεστάτη μεταβολή. Καὶ παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ ἐξετάσητε τὸ κείμενον τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ εἰρημένου νόμου, ὅπως τεθῆτε εἰς θέσιν νὰ κρίνητε περὶ τῆς ἀληθείας ἐκείνων, ἅτινα λέγω (ἀναγινώσκει): «Εἰς ἑκάτερον τῶν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ὀργανωτῶν (θέλω ἀναγνώσει μόνα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς) δύναται ν’ ἀνατεθῇ διὰ Β. Διατάγματος, ἐκδιδομένου τῇ προτάσει τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἡ γενικὴ ἐπιθεώρησις τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς ἢ ἡ ἀνωτάτη διεύθυνσις τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας ἢ καὶ ἀμφότερα συγχρόνως. Καθ’ ἣν περίπτωσιν ἀνατεθῇ εἰς τὸν ὀργανωτὴν ἡ ἀνωτάτη διεύθυνσις τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας, ἡ ὑπηρεσία αὕτη, ἀποσπωμένη ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, παρ’ ᾧ μόνον τμῆμα ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας καὶ τμῆμα στρατολογίας τηρηθήσονται διὰ τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν, ἀποτελέσει αὐτοτελῆ ἀρχὴν, Γενικὴν Ἐπιτελικὴν Ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ κληθησομένην, ὑπαγομένην ἀμέσως εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν. Ἡ σύνθεσις καὶ ὁ ὀργανισμὸς τῆς ὑπηρεσίας ταύτης ἐκπονηθήσεται ὑπὸ τοῦ σχετικοῦ ὀργανωτοῦ καὶ καθορισθήσεται διὰ Β. Διατάγματος, τῇ προτάσει τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Ὁ κατὰ τὸν ἰσχύοντα ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς Ἕλλην ἀξιωματικὸς, προϊστάμενος τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ, τηρήσει τὴν θέσιν του καὶ ἐξασκήσει τὰ καθήκοντά του ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ σχετικοῦ ὀργανωτοῦ, ἀναλαμβάνοντος τὴν ἀνωτάτην διεύθυνσιν τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας συμφώνως πρὸς τὰ ἀνωτέρω ἐδάφια τοῦ ἄρθρου τούτου» Πάντα τὰ ἐνταῦθα περιλαμβανόμενα ἐξέθηκα ἤδη πρὸς ὑμᾶς ὡς μεταβληθέντα, πλὴν μόνον ἑνὸς, ὅτι καὶ τὸ Γραφεῖον αὐτῆς τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας, τὸ ἁπλοῦν, τὸ διὰ τὴν συνήθη ὑπηρεσίαν συντηρούμενον, τὸ μέλλον νὰ διευθύνηται ὑπὸ τοῦ ἡμεδαποῦ ἀξιωματικοῦ, τοῦ προϊσταμένου σήμερον τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας, καὶ τὸ Γραφεῖον αὐτὸ καταργεῖται, κατὰ τὴν δευτέραν δήλωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἥτις ὑπῆρξε σαφεστέρα τῆς πρώτης, ἀναγνωρισθεῖσα ὡς ἡ ὀρθὴ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτε ἀπήντησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς ἐμὲ, ὁμιλήσαντα περὶ τῆς ἀσαφείας τῶν δηλώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐρωτᾷ ὁ ἐξετάζων τὰ δύο ταῦτα νομοθετήματα, τὰ εἰς ἀπόστασιν ὀλίγων μηνῶν προταθέντα ὑπὸ τῆς αὐτῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν, ποῖαι σκέψεις ὡδήγησαν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως πέρυσι προτείνῃ τὴν ψήφισιν νόμου, οὐδὲν ἄλλο μεταβάλλοντος ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ στρατοῦ ἢ μόνα τὰ τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας, μόνα τὰ τῆς Γενικῆς Ἐπιθεωρήσεως, ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἀλλοδαπὸν ἄνδρα, ὅστις μέλλει νὰ ἐπιληφθῇ τῶν τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας, μόνα τὰ τῆς μελέτης τοῦ ὀργανισμοῦ, περὶ ἧς ἡ αὐτὴ Κυβέρνησις ἐφρόνει τότε, ὅτι ἡμεῖς οἱ ἐν Ἑλλάδι, ἀπὸ τοῦ πρώτου μέχρι τοῦ τελευταίου, εἴμεθα ὅλως ἀκατάλληλοι νὰ προνοήσωμεν, νὰ μελετήσωμεν καὶ ν’ ἀποφασίσωμεν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις μετέχει τῆς Κυβερνήσεως σήμερον καὶ ὅστις συγχωνεύει τὴν εὐθύνην αὑτοῦ ἐν τῇ τῆς ὅλης Κυβερνήσεως, ἀποτελούσης ἓν συνεχὲς νομικὸν ὄν, παρεπονέθη, ὅτι κατελόγισα αὐτοῦ ἀνακολουθίαν, δι’ ὅσων κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐζητοῦμεν τὴν παραπομπὴν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, εἶπον περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐνδεικνύων τὰ σημεῖα, ἐφ’ ὧν ἦτο ἀναγκαία ἡ ἐξέτασις ὑπὸ ἐπιτροπῆς, καὶ ἐνόμισεν ὅτι αἱ ἐξηγήσεις αἱ βραχύλογοι καὶ, ὡς ἐλέχθη, ἀσαφεῖς, ἃς ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς, ἤρκεσαν, ὅπως λύσωσι τὸ ζήτημα ὑπὲρ ἑαυτοῦ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, Κύριοι, εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀνακολουθία τῆς Κυβερνήσεως τὸ νὰ παρουσιάζῃ νομοσχέδιον πρὸ ἓξ μηνῶν περὶ τόσον σπουδαίου θέματος, προσερχομένη μεμελετημένη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διαβεβαιοῦσα αὐτὴν, ὅτι περὶ πάντων ἐξήτασε καὶ περὶ πάντων ἐπείσθη, ὅτι τοιαύτην πρέπει νὰ λάβωσι τὴν λύσιν, καὶ ἐρχομένη μετ’ ὀλίγους μῆνας ν’ ἀνατρέπῃ τὸ πᾶν; Δὲν εἶναι ἐν τῇ ἀνακολουθίᾳ ἡ Κυβέρνησις ἡ τοιαῦτα πράττουσα; Καὶ εἶναι ἐν ἀνακολουθίᾳ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ πέρυσι σὺν τῇ Κυβερνήσει καὶ ὑπὸ τὰς ὁδηγίας αὐτῆς ψηφίσας τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, σήμερον δὲ ἐρχόμενος, ἐν τῇ θέσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ζητήσῃ νὰ καταλύσῃ τὸ ἑαυτοῦ ἔργον,—διότι καὶ αὑτοῦ ἔργον ἦτο ἐκεῖνο, ὑπὲρ οὗ ἐψήφισεν ἐν τελείᾳ ἐπιγνώσει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. —Δὲν εἶναι ἀνακολουθία νὰ ὀργανίζῃ τὰ τοῦ στρατοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀρχόμενος ἀπὸ τῆς κεφαλῆς καὶ παραλείπων τελείως τὰ θεμέλια, τὴν βάσιν; «Ἡ βάσις, λέγει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπάρχει· εἶναι ὁ ὀργανισμὸς ὁ ὑφιστάμενος, καὶ εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦτον, τὸν ὑφιστάμενον, ἐγὼ ἔθηκα κεφαλὴν τὸν ἀρχηγόν». Ἀλλὰ, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ βάσις, ἣν λέγεις ὅτι ὑπάρχει, ἡ βάσις αὕτη, ὁμολογεῖς σὺ αὐτὸς, ὅτι προκειμένου περὶ τοῦ πρωτίστου τῶν θεμάτων, δι’ ὃ καὶ μεταβάλλεις τὸν ὀργανισμὸν, ἐλλείπει· ὁμολογεῖς τοῦτο ἐν τῇ αἰτιολογικῇ σου ἐκθέσει (ἀναγινώσκει): «Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ περιλαμβάνονται καὶ αἱ ἀναγκαῖαι μεταρυθμίσεις τῆς συνθέσεως τοῦ στρατοῦ, ὡς πρὸς τὰς Ταξιαρχίας καὶ Μοιραρχίας, τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἀναπληρούσης τὴν εἰς τοὺς ξένους στρατοὺς παραδεδεγμένην μονάδα, τὴν στρατηγίαν (σῶμα στρατοῦ), ἧς ὅμως ἡ κανονικὴ σύνθεσις δὲν εἶναι δυνατὸν νῦν νὰ καθορισθῇ» Δὲν εἶναι δυνατὸν νῦν νὰ καθορισθῇ ἡ σύνθεσις τῆς στρατηγίας, ἣν καθιδρύεις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ· ἀγνοεῖς ποία ἔσται ἡ σύνθεσις, ἡ περιγραφὴ, τὸ διάγραμμα αὐτῆς, ποία ἡ οὐσία αὐτῆς· δὲν δύνασαι νὰ γνωρίζῃς ταῦτα, καὶ λέγεις, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι, ὅστις δύναται νὰ καθορίσῃ τὰ τῆς τοιαύτης στρατηγίας, καὶ ἐν τούτοις προτείνεις εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἱδρύσῃ τὴν ἀόριστον ταύτην στρατηγίαν, καὶ νὰ θέσῃ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν μέλλοντα νὰ διευθύνῃ τὴν στρατηγίαν! Εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πλάττεις κεφαλὴν ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχει θεμέλιον; «Ὁ ὀργανισμὸς οὗτος, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι προσωρινὸς, καὶ ὅταν ἔλθῃ ὁ ξένος ἀξιωματικὸς, ἔχομεν πρόβλεψιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐν τῇ τελευταίᾳ διατάξει, ὅτι οὗτος θέλει μελετήσει καὶ προτείνει τὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νέου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ.» Ἀλλὰ πέρυσιν, ὅτε ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρει, ὑπάρχοντος τοῦ ὀργανισμοῦ, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι ἄξιος, ὅπως μελετήσῃ, προτείνῃ καὶ διατυπώσῃ διὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πρότασιν νέου ὀργανισμοῦ, πέρυσι διὰ τίνα λόγον οὕτως ἐσκέπτεσθε, καὶ ἐφέτος διὰ ποῖον λόγον μετεβάλετε γνώμην; Ταῦτα, Κύριοι, ἦσαν ἀναγκαῖα, ὅπως δοθῇ χαρακτὴρ εἰς τὰ τῶν μελετῶν τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὰ τῆς συγχύσεως τῶν γνωμῶν αὐτῆς εἰς τὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐν συνόλῳ, ὁποῖον προσήχθη, ὁποῖον καὶ μετὰ τὴν τροπολογίαν τῆς Κυβερνήσεως διατηρεῖται. Θέλω ἔλθει νῦν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου, τῶν καιρίων διατάξεων αὐτοῦ, ὧν ἡ ἀκριβὴς γνῶσις δύναται νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἰδέαν περὶ τῆς σημασίας αὐτῶν, καὶ νὰ ὁδηγήσῃ αὐτὴν εἰς τὰς σκέψεις, αἵτινες κατ’ ἀνάγκην ἐπιβάλλονται εἰς αὐτὴν περὶ τοῦ ἂν τοιοῦτον νομοσχέδιον εἶναι δυνατὸν, κατὰ τοὺς κειμένους θεσμοὺς ἐν Ἑλλάδι, ἂν εἶναι δυνατὸν, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, οἷον ἐν Ἑλλάδι πολιτεύεται, νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ Ἑλληνικῆς Βουλῆς. Ἐν ἄρθροις 1 καὶ 2 ἡ Κυβέρνησις προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν ἵδρυσιν μιᾶς στρατιωτικῆς περιφερείας, ἣν τάσσει ὑπὸ τὴν μόνιμον καὶ ἑνιαίαν διοίκησιν τοῦ ἀντιστρατήγου, ὑπὸ τὴν μόνιμον καὶ ἑνιαίαν διοίκησιν προσώπου μοναδικοῦ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ ὀργανισμῷ, προσώπου κατέχοντος θέσιν, ἥτις διὰ πάντα ἄλλον εἶναι κατηργημένη, εἰς αὐτὸν μόνον ἐπιφυλαχθεῖσα, λόγῳ τοῦ ἀξιώματος Διαδόχου ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Εἰς τοῦτον τὸν μοναδικὸν ἀντιστράτηγον ἡ Κυβέρνησις προτείνει ν’ ἀναθέσωμεν τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐν τούτῳ ἡ λέξις ἔθιξε τὴν εὐαισθησίαν τοῦ ἐντίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, ὅστις ἐφοβήθη, μήπως ἕνεκα τῆς λέξεως διοικεῖ ἐπέλθῃ σύγχυσις περὶ τὰ δικαιώματα ἀρχηγοῦ καὶ στρατηγοῦ, διότι ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Καλαβρύτων εἶπεν, ὅτι αὐτῆς ταύτης τῆς λέξεως ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος ἐποιήσατο χρῆσιν τὸ Β. Διάταγμα τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1833, τὸ ἔχον ἰσχὺν νόμου. Ὀφείλω νὰ καθησυχάσω τὸν ἔντιμον ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴν, παρατηρῶν ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις τὴν αὐτὴν βεβαίως ἔχει γνώμην, ἀφοῦ τὴν λέξιν, καίπερ τροπολογήσασα τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ μεταβάλῃ διότι διὰ τοιαύτης ἐκφράσεως οὐδὲν τῶν δικαιωμάτων, ἅτινα ἀναφέρει τὸ διάταγμα τοῦ 1833 ἐν τῇ διατάξει, ἧς ἐμνημόνευσεν ὁ κύριος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς, παρεσχέθη εἰς τὸν Ὑπουργόν. Οὐδαμοῦ τοῦ διατάγματος τοῦ 1833 γίνεται λόγος περὶ διοικήσεως. Δὲν ὑπάρχει διάταξις, ἐν ᾗ τὸ διάταγμα τοῦ 1833 λέγει, ὅτι διοικεῖ τὸν στρατὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὸ διάταγμα τοῦ 1833 ὑπάγεται ὁ στρατὸς, διευθύνει δὲ μόνον—μεταχειρίζεται λέξιν συγγενῆ, πλησιάζουσαν πρὸς τὴν λέξιν «διοίκησις», —ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὰ Γραφεῖα αὑτοῦ...

§33ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;

§34ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.

§35ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁμιλεῖτε περὶ ἄλλου διατάγματος. Ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τοῦ διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου συνεστήθησαν αἱ Γραμματεῖαι.

§36ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.

§37ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐκεῖ, γιγνομένου λόγου περὶ δικαιωμάτων τῶν Γραμματειῶν, ὑπάρχει ἡ φράσις «οἱ Γραμματεῖς διοικοῦσι τὰ εἰς τὴν Γραμματείαν των ἀναγόμενα».

§38ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄ! τὸ γενικόν.

§39ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Τὸ γενικόν.

§40ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑμεῖς ἀναφέρεσθε εἰς τὸ γενικόν. Ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι ἀναφέρεσθε εἰς τὸ εἰδικὸν περὶ Γραμματείας τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἠθέλησα νὰ καθησυχάσω ὑμᾶς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, «οἱ Γραμματεῖς διοικοῦσι τὰ εἰς αὐτοὺς ἀνατεθειμένα ἔργα». Ἔχει τοῦτο γενικὴν ἔννοιαν. Τοῦτο δὲν δυσχεραίνει παντελῶς τὴν ἀφαίρεσιν ὡρισμένων τμημάτων τῆς Διοικήσεως καὶ τὴν παράδοσιν εἰς ἄλλον, ἀρκεῖ μόνον ἡ ἀφαίρεσις αὕτη καὶ ἡ παράδοσις εἰς ἄλλον νὰ γίνηται ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν ἀφιέντων ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην τὴν κυβερνητικὴν καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, αἵτινες ἀπαγορεύουσι, τοιαῦται κυβερνητικαὶ πράξεις ν’ ἀνατίθενται εἰς πρόσωπα τινα ἐν τῷ Συντάγματι ὡρισμένα. Εἶπον ἤδη, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως, ἣν περιλαμβάνουσι τὰ δύο πρῶτα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ἀνατίθεται ἡ διοίκησις εἰς πρόσωπον, ὡς ἐρρήθη, μοναδικὸν ἐν Ἑλλάδι, ἀνεπίδεκτον ἀντικαταστάσεως καὶ μὴ δυνάμενον νὰ εὕρῃ μόνιμον διάδοχον, διότι οὐδεὶς ἄλλος ὑπάρχει, οὐδὲ δύναται νὰ ὑπάρξῃ, —ἐκτὸς ἂν ψηφισθῇ νόμος,— ἀντιστράτηγος ἐν Ἑλλάδι Ἵνα ἔχητε ἀκριβῆ ἔννοιαν τοῦ πράγματος, ὅπερ καὶ ἄλλως ὁ καθεὶς ὑμῶν ἀντιλαμβάνεται καὶ ἐξ ὅσων ἀναγινώσκει, ἀλλὰ καὶ ἐξ ὅσων περιφέρονται εἰς τὸν ἀέρα, τὸν πέριξ ἡμῶν, δύνασθε ν’ ἀνατρέξητε, ὡς εἰς ὑπόμνημα, ὡς εἰς γλῶσσαν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅπως ἔλεγον οἱ ἀρχαῖοι νομικοί, εἰς τὴν Μελέτην ἐκείνην, ἧς τὴν ὕπαρξιν ἀπεκάλυψεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἔντιμος Βουλευτὴς Οἰτύλου, καὶ δὲν ἀνῄρεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰς τὴν Μελέτην τοῦ Διαδόχου, —ἵνα μὴ ἀναφέρωμεν καὶ τὸ νομοσχέδιον καὶ γεννᾶται συζήτησις περὶ τούτου.—Ἐκεῖ ἀκριβῶς περιέχονται πάντα τὰ στοιχεῖα, ἅτινα μετηγγισμένα εὑρίσκομεν σήμερον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, περιέχονται μετὰ πολλῆς σαφηνείας, πολὺ μεγαλειτέρας σαφηνείας ἢ ἐνταῦθα. Καὶ ἐκεῖ βλέπετε, ὅτι ὁ συντάξας τὴν Μελέτην λέγει, ὅτι εἰς τὸν ἀνώτερον ἀξιωματικὸν τοῦ στρατοῦ τῆς Ἑλλάδος ἀνατίθεται—λέγει σαφέστερον τὸ πρᾶγμα, οὕτως ἀπ’ εὐθείας ἐκφράζεται, ἡ γενικὴ ἀρχηγία τοῦ στρατοῦ, καὶ μένει παρ’ αὐτῷ μέχρις οὗ τεθῇ εἰς ἀποστρατείαν. Σαφεστέρα δήλωσις τῆς ἐννοίας, ἣν ἔχει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ. Παραλαμβάνετε ἀρχηγὸν, Κύριοι, σήμερον, εὐθὺς ὡς ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν συμβῇ, —εἶναι ἄνθρωπος—οἱαδήποτε καὶ ἂν ὦσιν αἱ ἀδυναμίαι ἐκεῖναι, αἵτινες περιβάλλουσιν αὐτὸν, ὡς ἄνθρωπον, ὀφείλετε ν’ ἀναμείνητε τὴν εἰς ἀποστρατείαν θέσιν, ἵνα φροντίσητε περὶ διορισμοῦ ἄλλου Γενικοῦ Ἀρχηγοῦ. Διατυπῶ ἁπλῶς τὰ θέματα, καὶ θέλω ἐπανέλθει ἔπειτα εἰς αὐτά. Εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦτον, τὸν μόνιμον, τὸν ἰσόβιον, — καὶ λέγων ἰσόβιον, ἐννοῶ τὰ δύο ταῦτα, τὸν μέλλοντα ν’ ἀποχωρήσῃ εἴτε δι’ ἀποστρατείας, εἴτε διότι ἔρχεται ἡ ὥρα νὰ κληθῇ εἰς ὑψηλότερα καθήκοντα, — ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ἐν τῇ τελευταίᾳ παραγράφῳ, ὁρίζει, ὅτι ἀνατίθενται καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἔχομεν λοιπὸν ἀκέραιον τὸ σῶμα τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ καὶ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἔρχεται φυσικὸν ἐρώτημα: Ποία ἡ ἔκτασις τῶν ὁρίων τῆς Διοικήσεως, ἣν ἀνατιθέμεθα εἰς αὐτόν; Τὴν ἔκτασιν τῶν ὁρίων τῆς Διοικήσεως, ἣν ἀνατιθέμεθα εἰς αὐτὸν, περιέχει σαφέστατα διαγεγραμμένην ἡ Μελέτη, περὶ ἧς πρὸ ὀλίγου ἐγένετο λόγος, περιέχει ἔτι καὶ νῦν, μεθ’ ὅλην τὴν τροπολογίαν, ἣν προσήγαγεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀρκούντως ἀσαφῶς τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον ἦτο σαφέστατον, ὅτε ἐκρίθη ἀσαφὲς, διότι εἶχε ληφθῇ πρόνοια περὶ τοῦ θέματος ἐν τῇ παρ’ ὀλίγον ἐσχάτι βαθμίδι αὐτοῦ, ἐν ἄρθρῳ 11, ἐν θέσει, ἐν ᾗ καὶ ὁ παρατηρητικώτερος ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τὴν ἀτυχίαν νὰ διαφύγῃ αὐτὸν ὁ ὁρισμός· ἦτο δὲ σαφέστερος ὁ ὁρισμὸς, διότι ἦτο γενικώτερος, καὶ ἐπειδὴ ἐν τῇ γενικότητι αὐτοῦ εἶχε τὴν εὐτυχίαν νὰ παρακολουθῆται ὑπὸ ἀδείας, ὥστε Β. Διάταγμα νὰ κανονίσῃ τὰ περαιτέρω, δὲν εἴχομεν καμμίαν ἀμφιβολίαν, ποῖα θὰ ἦσαν τὰ ἔσχατα ὅρια, τὰ μέλλοντα νὰ διαγραφῶσιν ὑπὸ τοῦ Β. τούτου Διατάγματος. Τί ἔλεγε τὸ ἄρθρον 11 τοῦ νομοσχεδίου; — καὶ τοῦτο λέγει ἔτι καὶ νῦν, διότι ἔμεινεν ἡ διάταξις, καίτοι σήμερον δὲν ἔχει ἀξίαν,— (ἀναγινώσκει: «Δι’ εἰδικοῦ στρατιωτικοῦ κανονισμοῦ, κυρωθησομένου διὰ Β. Διατάγματος, ὁρισθήσονται καὶ κανονισθήσονται...» —Βλέπετε, ποία ἀκριβολογία. Βεβαίως ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ πολλοῦ χρόνου καὶ πολὺ πρὶν ἢ παραλάβῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ἀνατεθειμένου εἰς αὐτὸν, εἶχε μεμελετημένα τὰ πράγματα μετὰ πάσης προσοχῆς— «...αʹ) ἡ ἁρμοδιότης καὶ ἡ δικαιοδοσία τοῦ Γεν. Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, τῶν Μεράρχων καὶ Ταξιάρχων», — τοῦτο δὲν ἐνδιαφέρει εἰς ἡμᾶς ταύτην τὴν ὥραν, — «ὡς καὶ τὰ ὑπὸ τὴν διοίκησιν αὐτῶν ὅπλα, σώματα, καταστήματα καὶ ὑπηρεσίαι.» Τί ἔλεγε λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον πρὶν ἢ σαφηνισθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τῆς τροπολογίας; Ἔλεγε: «Μὴ ματαιοπονεῖτε, κύριοι Βουλευταὶ, μὴ ἐξετάζετε ποία ἡ ἔκτασις τῶν ὁρίων τῆς Διοικήσεως, ἣν ἐγὼ, ἡ Κυβέρνησις, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀναθέτω εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητήν· τὰ ὅρια ταῦτα μετὰ πάσης ἀκριβολογίας, μετὰ πάσης ἐπιμελείας, ὅταν ἡσυχάσητε ἀπὸ τῶν φροντίδων τῶν ἐν τῇ Βουλῇ, θέλω φροντίσει ἐγὼ νὰ διαγράψω, ὁρίζουσα ποῖα τὰ ὅπλα, τὰ σώματα, τὰ καταστήματα καὶ αἱ ὑπηρεσίαι, ἃς θ’ ἀναθέσω εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητήν». Τοῦτο ἢ ἐνεθυμεῖτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἢ ἐλησμόνησεν. Εἶναι βέβαιον ὅμως, ὅτι ταραχθεὶς ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως, συγχισθεὶς, ἐνόμισεν ὅτι ὤφειλε νὰ διαγράψῃ σαφέστερον τὰ ὅρια, καὶ, λησμονήσας ὅτι ἡ θέσις, ἐν ᾗ ἐγίνετο λόγος περὶ ὁρισμοῦ τῶν σωμάτων, τῶν ὑπηρεσιῶν, τῶν ὅπλων καὶ τῶν καταστημάτων, ἦτο ἡ τοῦ ἄρθρου 11, ἔφερε τὴν ἐξήγησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, προσέθηκε δὲ εἰς τὸ ἄρθρον τὴν παράγραφον, ἣν θέλω ἀναγνώσει. Παρακαλῶ, Κύριοι, προσέξατε, διότι θέλω καὶ ἐπὶ τούτου ἐπανέλθει. Εἶπον, ὅτι διατυπῶ τὰ κεφάλαια τῆς ἐξετάσεως καὶ θέλω ἐπανέλθει ἔπειτα, ὅπως ἐξετάσω αὐτὰ λεπτομερῶς (ἀναγινώσκει): «Ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ ὑπάγονται τὰ στρατιωτικὰ σώματα,—πάντα δηλαδὴ—αἱ ὑπηρεσίαι καὶ τὰ καταστήματα». Ὑπάγονται τὰ στρατιωτικὰ σώματα καὶ τὰ καταστήματα. Βεβαίως, θετικόν. Ὑπάγονται ταῦτα πάντα. Ἐπειδὴ ὅμως πᾶς κανὼν ἔχει καὶ τὴν ἐξαίρεσιν, ἔρχονται αἱ ἐξαιρέσεις (ἐξακολουθεῖ): «Δὲν ὑπάγονται δὲ αʹ) ἡ Χωροφυλακή, βʹ) ἡ Διεύθυνσις ὑλικοῦ πολέμου, γʹ) τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα, δʹ) ἡ Στρατιωτικὴ Δικαιοσύνη καὶ εʹ) αἱ Γενικαὶ Ἀποθῆκαι ὑλικοῦ.» Καὶ ἐνταῦθα δὲ πληρέστερον καὶ σαφέστερον εἶναι τὸ περιεχόμενον ἐν τῇ Μελέτῃ, ἧς προεμνημόνευσα. Δύναμαι μάλιστα νὰ εἴπω, ὅτι τὸ περιεχόμενον ἐν τῇ Μελέτῃ εἶναι καὶ κατὰ ποσὸν ἧττον ἀντισυνταγματικὸν ἢ τὸ περιεχόμενον ἐνταῦθα. Διότι τὸ περιεχόμενον ἐν τῇ Μελέτῃ—παρακαλῶ δὲ κρατήσατε ὅσα ἀνέγνωσα ὅτι περιέχονται ἐν τῇ παραγράφῳ ταύτῃ,—εἶναι τοῦτο, ὅτι ἀφίεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, εὐτυχῶς, πρῶτον τὸ γραφεῖον αὐτοῦ,—εἶναι ἡ φράσις τῆς Μελέτης—τὸ τμῆμα τὸ οἰκονομικὸν καὶ τῶν προμηθειῶν.—Λοιπὸν τεμάχιον ἑνὸς τμήματος, —τὸ γραφεῖόν του,—δύο τμήματα, τὸ τμῆμα τὸ οἰκονομικὸν καὶ τὸ τῶν προμηθειῶν, τὸ τμῆμα τῆς Δικαιοσύνης,— περὶ τοῦτο ἡ σαφήνεια ὑπάρχει εἰς ἀμφότερα τὰ κείμενα— τὸ τμῆμα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας—ἀπαράλλακτα ἀμφότερα τὰ κείμενα—καὶ τὸ Λογιστήριον, ὅπερ γινώσκετε, Κύριοι, ὅτι σύγκειται ἐκ δύο τμημάτων. Ἡ Ἐπιτελικὴ Ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν περιλαμβάνει δύο τμήματα· τὸ Λογιστήριον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν περιλαμβάνει ὡσαύτως δύο τμήματα, 2 καὶ 2=4, τὰ δὲ ὑπόλοιπα 9 τμήματα—τὸ ὅλον 13—ἔχουσιν ὡρισμένον κύκλον ἁρμοδιότητος μοναδικόν, οὐχὶ διπλοῦν. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἡ Μελέτη ἐκείνη κατέλειπεν εἰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τὸ Λογιστήριον. Ἀλλὰ παρετήρησεν ἤδη πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσας ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ὅτι τὸ Λογιστήριον εἶναι ἐξηφανισμένον ἐκ τῶν ἐξαιρέσεων τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅ ἐστὶν, —ἐπειδὴ καὶ τοῦτο εἶναι ὑπηρεσία, —παραδίδεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητήν. Θέλομεν δὲ ἴδει, κατερχόμενοι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων, ποία εἶναι ἡ σημασία τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Λογιστηρίου. Ὑπερπηδῶ τὰ ἄρθρα, ἅτινα δὲν ἔχουσι σημασίαν ἄλλην παρὰ στρατιωτικήν,—διότι καὶ δὲν εἶναι ἔργον ἐμοῦ νὰ κρίνω τὰς στρατιωτικὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἄλλως ἢ ἐν συνόλῳ, ὑπὸ τὴν γενικὴν αὐτῶν ὄψιν,—καὶ καταβαίνω εἰς τὸ ἄρθρον 6, ὅπερ συσχετίζω, ὅπως πάντες οἱ πρὸ ἐμοῦ, διότι ἀρρήκτως συνδέεται, μετὰ τοῦ ἄρθρου 11. Τὸ ἄρθρον 6 ὁρίζει τὰ τοῦ Ἐπιτελείου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως.—Τὸ προηγούμενον ἀναφέρεται εἰς τὸν ἀλλοδαπὸν ἀξιωματικόν, ἵνα θέσῃ αὐτὸν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Γεν. Ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, νὰ μεταβάλῃ δηλ. τὸν νόμον ΒΧΜʹ— (ἀναγινώσκει): «Τὸ Ἐπιτελεῖον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ διεξάγει καὶ τὰς νῦν διεξαγομένας ὑπηρεσίας ὑπὸ τῆς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας...»

§41Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;

§42ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.

§43Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλοδαπὸς ἀξιωματικὸς δὲν θὰ ἔλθῃ.

§44ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ προφητεύσωμεν.

§45Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ἐμάθομεν. Διότι ὁ Αὐτοκράτωρ τῆς Γερμανίας εἶπεν, ὅτι «ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικὸν δὲν στέλλω· ἐὰν θέλετε, πάρετε ἕνα ἀπόστρατον». Ἀπὸ τὰ ἄλλα Κράτη δὲν ἠμποροῦμεν, διότι ἔχουσιν ἀντιζηλίας. Τὸ θέτουσιν ὅμως διὰ νὰ πάρωσι τὴν Ἐπιτελικὴν Ὑπηρεσίαν.

§46ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑμεῖς εἶσθε εἰς θέσιν καλλιτέραν ἐμοῦ, ὅπως ἐμβαθύνητε εἰς τὰ μύχια τῶν Ὑπουργῶν, διότι ἔσχετε τὴν εὐτυχίαν νὰ συνεργασθῆτε μετ’ αὐτῶν...

§47Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀτυχίαν.

§48ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εὐτυχίαν... Ἐγὼ δυστυχῶς δὲν τοὺς ἀναγνωρίζω, διότι παρῆλθε τόσος χρόνος ἀφ’ ὅτου ἐβαδίσαμεν ἐπὶ ἄλλης ὁδοῦ, καὶ τοσοῦτον ἠλλάχθησαν ἔκτοτε τὰ ὑπ’ αὐτῶν πρεσβευόμενα, ὥστε μοὶ καθίσταται ἀδύνατον νὰ ἐμβαθύνω εἰς τὰ μύχια αὐτῶν. Λοιπὸν ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκει πάλιν): «Τὸ Ἐπιτελεῖον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ διεξάγει καὶ τὰς νῦν διεξαγομένας ὑπηρεσίας ὑπὸ τῆς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας». Τὸ καὶ τοῦτο, Κύριοι, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι μ’ ἐβασάνισε πολλὴν ὥραν, διότι ἐζήτησα νὰ ἴδω ποῦ ἀλλοῦ τοῦ νομοσχεδίου ὑπάρχουσιν αἱ ἄλλαι ὑπηρεσίαι. Διεξάγει καὶ τὰς ὑπηρεσίας ταύτας. Ἀλλὰ ἠρώτων: ποίας ἄλλας; τίνες αἱ ἄλλαι ὑπηρεσίαι; Καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ εὕρω μέχρι τοῦδε. Ἀλλ’ ἡ τροπολογία, ἣν προσήγαγεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διασαφεῖ, ὅτι ἄλλαι ὑπηρεσίαι εἶναι ἐκεῖναι, ἃς θέλομεν ἀναζητήσει ἐν τοῖς μεγάλοις τμήμασιν, ἅτινα ἐν ἄρθρῳ 2 παραχωροῦνται εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ· καὶ ὅταν ἔλθω νὰ ἐξετάσω, τί παραδίδεται, τότε θέλομεν ἴδει, ὅτι τὸ καὶ τοῦτο ἔχει οὐχὶ μικροτέραν σημασίαν ἢ αἱ ὑπηρεσίαι, ἃς ὁ σύνδεσμος οὗτος συνδέει μετὰ τῶν ἄλλων, τῶν μὴ κατονομαζομένων. «Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς (λέγει τὸ ἄρθρον) ὑποβάλλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὰς ἀναγκαίας προτάσεις ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἀνωτέρω ἐδαφίου, αἵτινες ἀπαιτοῦσι τὴν ἔκδοσιν Β. Διατάγματος...» Τοῦ ἀνωτέρω ἐδαφίου. Ἐδάφιον λέγων ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, κατ’ ἄγνοιαν βεβαίως, ἐννοεῖ τὴν παράγραφον· εἶναι προφανὲς,— διότι δὲν ὑπάρχει ἐδάφιον—ὅτι πρόκειται περὶ παραγράφου. Λοιπὸν, πᾶσαι αἱ ὑποθέσεις τῆς πρώτης παραγράφου, ἥτις ὁρᾷ περιωρισμένως τὴν Ἐπιτελικὴν Ὑπηρεσίαν,—τὰ δύο τμήματα αὐτῆς,—ἀνήκουσιν εἰς αὐτὸν τὸν Γεν. Διοικητὴν, καὶ ἐκ τούτων ὑποβάλλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὰς ἀναγκαίας προτάσεις μόνον ἐπὶ ἐκείνων, αἵτινες ἀπαιτοῦσι τὴν ἔκδοσιν Β. Διατάγματος. Τοῦτο εἶναι σαφὲς, διότι παραπέμπει εἰς ἐκείνην τὴν παράγραφον. (ἀναγινώσκει): «Ἔτι δὲ ὑποβάλλει προτάσεις περὶ μεταθέσεως ἀξιωματικῶν ἀπὸ σώματος εἰς σῶμα τοῦ αὐτοῦ ὅπλου ἢ εἰς γενικὰς καὶ εἰδικὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ.» Ὁ κύριος Ὑπουργὸς διὰ τῆς προσθήκης, ἣν ἔκρινεν ἀναγκαίαν, —βεβαίως ἐν συνεννοήσει μετὰ τῶν ἄλλων μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, —ἵνα καταστήσῃ σαφέστερα τὰ πράγματα, ἀντὶ νὰ καταστήσῃ αὐτὰ σαφῆ τελείως καὶ πρὸ πάντων εὐρύτερα, κατέστησεν αὐτὰ σκοτεινότερα καὶ ἐπὶ πλέον περιωρισμένα. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν δευτέραν διάταξιν, καθ’ ἣν «ἔτι δὲ ὑποβάλλει προτάσεις περὶ μεταθέσεως ἀξιωματικῶν ἀπὸ σώματος εἰς σῶμα τοῦ αὐτοῦ ὅπλου ἢ εἰς γενικὰς καὶ εἰδικὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ», αὕτη ἦτο ἀπαραιτήτως ἀναγκαία, ἵνα κατορθωθῇ νὰ ἡσυχάσῃ ὁ κόσμος ὅλος τῶν στρατιωτικῶν, ὅστις δὲν ἐγίνωσκε ποία ἤθελεν εἶναι ἡ τύχη αὐτοῦ, ἂν δὲν ὑπῆρχε τοιαύτη τις περιοριστικὴ διάταξις, νὰ καθησυχάσωσι καὶ οἱ ἔξω τῆς Βουλῆς ἀξιωματικοί, νὰ καθησυχάσωσι καὶ οἱ ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἀξιωματικοί, καὶ νὰ ἴδωμεν οὕτω τὰς ἀποφατικὰς ψήφους μεταβαλλομένας εἰς ἀρνήσεις ψήφου καί, σὺν Θεῷ, τὴν τελευταίαν ὥραν, εἰς ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Τοῦτο τὸ μέρος ἔχει καλῶς· οὐδεμίαν ἐγείρει βεβαίως διαμαρτυρίαν, διότι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης περιορίζεται ἡ αὐθαίρετος λύσις ζητημάτων ἀναγομένων εἰς δικαιώματα ὑπὸ προσώπου μὴ φέροντος τελείαν εὐθύνην. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ πρῶτον μέρος τῆς παραγράφου ταύτης, ὅπερ λέγει ὅτι «ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ὑποβάλλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὰς ἀναγκαίας προτάσεις ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἀνωτέρω ἐδαφίου, αἵτινες ἀπαιτοῦσι τὴν ἔκδοσιν βασιλικοῦ διατάγματος», ἐνῷ τὸ ἄρθρον, ὡς ὑπεβλήθη ἐν τῷ ἀρχικῷ νομοσχεδίῳ, ἐπιφυλάττει δικαιοδοσίαν εἰς τὸν ἀπογυμνούμενον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, νὰ λύῃ διὰ Β. Διατάγματος τὰς ἐν γένει ὑποθέσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὰς ἀπαιτούσας Β. Διάταγμα, περιορίζει τὴν τοιαύτην ἐξουσίαν, λέγον, ὅτι μόνον τὰς ὑποθέσεις τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας ὀφείλει νὰ ὑποβάλλῃ ὁ Γεν. Διοικητὴς εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀγνοῶ, ἂν ὑπῆρξεν ἐν ταῖς σκέψεσι τῆς Κυβερνήσεως ἀπόφασις τοιούτου περιορισμοῦ· πιθανὸν νὰ μὴ ὑπῆρξεν· ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔχετε πρὸ ὀφθαλμῶν ὑμῶν δεῖγμα ἁπτὸν τῆς συγχύσεως, ἥτις ἐπικρατεῖ ἐν ταῖς τάξεσιν ἐκείνων, οἵτινες ἀνέλαβον νὰ ὑποβάλωσι τοιοῦτο νομοσχέδιον. Τὸ ἄρθρον 6 εἶναι κεχωρισμένον τοῦ 11, ἀλλὰ καὶ τὸ 6, ἵνα ἐκτιμήσητε ὀρθῶς, πρέπει νὰ παραθέσητε εἰς τὸ 11, καθὼς καὶ τὸ 2 πρέπει νὰ συμπαραθέσητε μετὰ τοῦ 13, διότι καὶ τοῦτο ἀναφέρεται εἰς τὸ θέμα τοῦ ἄρθρου 2. Τὸ ἄρθρον 11 παρέχει ἀδείας εἰς τὴν Κυβέρνησιν· πρώτην ἄδειαν, ἥτις μετὰ τὴν ἐν ἄρθρῳ 2 τροπολογίαν καθίσταται περιττὴ, καὶ ὑποθέτω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει διαγράψει τὸ σχετικὸν μέρος τῆς διατάξεως ἢ μᾶλλον, ὅτι θέλει περιορίσει εἰς μόνους τοὺς διοικητὰς ταξιαρχιῶν καὶ μεραρχιῶν· ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰ ἄλλα, ἡ διάταξις ἐξεταστέα μετὰ μεγάλης προσοχῆς. Διότι τί περιλαμβάνει; Περιλαμβάνει ἄδειαν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις δι’ εἰδικοῦ στρατιωτικοῦ κανονισμοῦ, κυρωθησομένου διὰ Β. Διατάγματος, ὁρίζῃ τὴν ἁρμοδιότητα καὶ δικαιοδοσίαν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ. Πρόκειται, κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, εἰς ἣν ὁ νόμος ἐξεχώρησε νομοθετικὰ δικαιώματα, νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς ἁρμοδιότητος καὶ δικαιοδοσίας τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ. Εἶναι ἀληθές, καὶ ἐφρόντισε νὰ εἴπῃ τοῦτο ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι δὲν ἐμφανίζεται τὸ πρῶτον νῦν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοιαύτη διάταξις, ἀλλὰ, προκειμένου σήμερον περὶ τοιαύτης θεμελιώδους μεταστροφῆς τῶν πραγμάτων τοῦ στρατοῦ καὶ μεταβολῆς καὶ μεταθέσεως τῶν κυβερνητικῶν δικαιωμάτων, τολμηρὸν μοὶ φαίνεται νὰ ἐμφανίζωνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ζητοῦντες τὴν εἰς αὑτοὺς ἐκχώρησιν καθαρῶς νομοθετικῶν δικαιωμάτων. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἐκείνων τῶν πράξεων, αἵτινες δὲν ὑπερβαίνουσι τὰ ὅρια τῶν κανονικῶν δικαιωμάτων, ἔχουσαι τὸ θεμέλιον αὑτῶν ἐν τῇ νομοθετικῇ διατάξει, οὐδεὶς φθόνος· ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἂς κανονίσῃ ταύτας ὡς θέλει. Ἀλλ’ ὅταν πρόκειται περὶ ἁρμοδιότητος καὶ ἰδίως δικαιοδοσίας, ἥτις πρόκειται νὰ μεταγγισθῇ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς Γενικὸν Διοικητὴν ἀνεύθυνον, εἰς ἀνεύθυνον, καθιστάμενον Ὑπουργὸν, κύριοι Βουλευταὶ, ἂν δὲν ἀπεφασίσατε ν’ ἀπεκδυθῆτε τὰ δικαιώματα τῶν πληρεξουσίων τοῦ ἔθνους, προσέξατε, καὶ τοιαύτην διάταξιν μὴ ψηφίσετε. Τί ἐστὶ δικαιοδοσία; Μεταφράζω ἔκ τινος γαλλικοῦ ὁρισμοῦ: «Ἡ λέξις αὕτη ἐν γένει σημαίνει τὴν ἐξουσίαν ἐκείνου, ὅστις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δικάζῃ, ἢ νὰ ἐφαρμόζῃ τοὺς νόμους ἐπὶ τῶν ἰδιωτῶν. Οἱ ναῦται καὶ οἱ στρατιῶται ὑποβάλλονται ἐν περιπτώσεσι ποινικαῖς ἢ πειθαρχικαῖς εἰς εἰδικὰς δικαιοδοσίας.» Ἡ δικαιοδοσία λοιπὸν εἶναι τὸ δικαίωμα νὰ ἐφαρμόζῃ τις — οὐχὶ νὰ δικάζῃ μόνον — τοὺς νόμους ἐπὶ τῶν ἰδιωτῶν, ἐπὶ τῶν ναυτῶν, ἐπὶ τῶν στρατιωτῶν. Καὶ θέλετε ἐπιτρέψει, κανονιστικὸν διάταγμα νὰ διαγράψῃ τὰ ὅρια τῆς δικαιοδοσίας Γενικοῦ Διοικητοῦ, ὅστις θέλει ἔχει εἰς χεῖρας αὑτοῦ τὰς τύχας ὁλοκλήρου τοῦ στρατοῦ; Ἂν ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ παρουσιάσῃ διάγραμμα τῆς δικαιοδοσίας ταύτης, τότε, ἀφοῦ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα, τὸ ἐξονυχίσωμεν καὶ τὸ συζητήσωμεν, δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὰς προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως. Σᾶς ἔδωκε τὸ δικαίωμα τὸ Σύνταγμα ν’ ἀφαιρέσητε ἐξουσίαν ἐξ ἑαυτῶν καὶ μεταβιβάσητε εἰς τοὺς ἐκτελεστὰς τῶν νομοθετικῶν διατάξεων; Ἔχει καὶ παράρτημα τὸ νομοσχέδιον, καὶ κατέρχομαι καὶ εἰς αὐτὸ, εἰς τὸν πίνακα δηλαδὴ, ὅπως ἐξαντλήσω τὴν ἐξέτασιν τῶν κυρίων αὐτοῦ τμημάτων, διότι εἰς τὸ παράρτημα παραπέμπει τὸ ἄρθρον 2 παράγραφος βʹ καὶ τὸ 8. Τὸ παράρτημα εἶναι οὐσιῶδες καὶ ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν, ἔχον πιθανῶς πολλὰ τὰ σπουδαῖα, εἰς ἃ μάλιστα διέτριψε χθὲς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βάλτου· ἀλλ’ εἶναι οὐσιῶδες εἰς ἐμὲ, διότι καὶ ἐνταῦθα βλέπω, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰς εἰρημένας διατάξεις, ὅτι ἔχομεν ἀκριβῶς ἐκεῖνο, ὅπερ περιλαμβάνεται ἐν τῇ Μελέτῃ, ἣν ἀνεκοίνωσεν εἰς ἡμᾶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου· εἶναι δὲ οὐσιῶδες καὶ μετὰ τὴν τροπολογίαν, ἣν ὑπέστη, διότι ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διηνεκῶς εὑρίσκεται ἐν ἀνταλλαγῇ σκέψεων, ἐν συνενοήσεσιν ἔν τε τῷ ἐσωτερικῷ καὶ τῷ ἐξωτερικῷ περὶ τῶν ἀναγομένων εἰς τὰ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου, καὶ ὅτι μάλιστα αἱ σκέψεις αὗται ἐγένοντο γνωσταὶ ἐν καιρῷ ἐν Ἀθήναις, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μεταβιβάζωνται ἔξω καὶ ἔρχωνται ἐκεῖθεν, ἵνα φωτίζωσιν ἡμᾶς. Ὁ πρῶτος πίναξ, ὁ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀτροποποιήτου, εἶχεν ὑποστράτηγον ἢ συνταγματάρχην ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου, εἶχε δὲ κατωτέρω ἀντισυνταγματάρχην. Ἐν δὲ τῇ δευτέρᾳ ἀγορεύσει αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτε ὑπέβαλε καὶ τὴν τροπολογίαν, ἐξήγησε διὰ τρόπου, ὅστις δὲν ὑπῆρξε πολὺ καταληπτὸς, τὸν λόγον, δι’ ὃν διέγραψε τὴν λέξιν «ὑποστράτηγος ἢ συνταγματάρχης», καὶ ὑποκατέστησεν «ἀλλοδαπὸς ἀξιωματικὸς ἀρχηγὸς Ἐπιτελείου». Καὶ ἐνταῦθα ἐνθυμοῦμαι τὴν διακοπὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου, ὅστις μοὶ παρέστησε πρὸ μικροῦ, ὅτι δὲν ἔρχεται ξένος ἀνώτατος ἀξιωματικός. Τί ἔβλαπτεν, ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ φράσις «ὑποστράτηγος ἢ συνταγματάρχης ἀρχηγὸς Ἐπιτελείου»; καὶ διατὶ νὰ σημειωθῇ ἀντ’ αὐτῆς «ἀλλοδαπὸς ἀξιωματικὸς Ἐπιτελείου»; Ὁ ἀλλοδαπὸς ἀξιωματικὸς, ἵνα διορισθῇ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου, γίνεται Ἕλλην πολίτης, — εἶναι ἀληθὲς, ἐπὶ προθεσμίᾳ 5 ἐτῶν, καὶ δίδομεν ἡμεῖς πρῶτοι τὸ παράδειγμα εἰς ὅλον τὸν κόσμον τοιαύτης πολιτογραφήσεως ἐπὶ προθεσμίᾳ. — Τί ἔβλαπτε νὰ μείνῃ ἡ διάταξις ὡς εἶχεν, ἀφοῦ ὁ ἀλλοδαπὸς ἐγίνετο Ἕλλην πολίτης; Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπήντησε τότε εἰς τὴν ἐρώτησίν μου, ἀλλ’ οὐδὲν ἐνόησα. Καὶ ἰδοὺ ἔρχεται ὁ πίναξ, ὅστις ἀναφέρει ἀλλοδαπὸν ἀξιωματικὸν, ἀρχηγὸν Ἐπιτελείου. Θὰ ἦναι ἀντισυνταγματάρχης; ταγματάρχης; λοχαγός; Δὲν πιστεύω, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ καταβῶμεν καὶ κατωτέρω. Ποία ἡ ἀνάγκη, ἠρώτων ἐμαυτὸν, εἰδικῆς μνείας, ὅτι παρὰ τῷ Γενικῷ Διοικητῇ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου ὁ ἀλλοδαπὸς προσκολλᾶται; Καὶ δὲν εὕρισκον τὴν λύσιν, ὅτε αἴφνης ὑπέπεσεν εἰς τοὺς ὀφθαλμούς μου ἀνταπόκρισις ἐξ Ἀθηνῶν τῆς «Γενικῆς Ἐφημερίδος» τοῦ Μονάχου, μεταπεφρασμένη ἐν τῇ «Ἡμέρᾳ», τῇ Τεργεσταίᾳ, τῆς 4)17 Μαρτίου 1900. Ὁ ἐν Ἀθήναις ἀνταποκριτὴς τῆς ἐφημερίδος ταύτης ἐπέστειλεν, ὅτι, «καίτοι ἡ πρόσκλησις ξένου στρατιωτικοῦ διοργανωτοῦ ἀπεφασίσθη πρὸ πολλοῦ, δὲν ὡρίσθη ἐν τούτοις εἰσέτι σαφῶς μετὰ ποίας στρατιωτικῆς ἀρχῆς θὰ κληθῇ νὰ συνεργασθῇ ὁ στρατιωτικὸς διοργανωτής». Ὁ νόμος ὁ πέρυσι ψηφισθεὶς ἦτο γνωστὸς εἰς αὐτὸν, καὶ ἐγνώριζεν ἔτι πιθανῶς, ὅτι θέλει τροποποιηθῆ τὸ νομοσχέδιον ἐν ταῖς γενικαῖς γραμμαῖς· κρίνει ἐν τούτοις, ὅτι δὲν ἦτο ὡρισμένον μετὰ ποίας ἀρχῆς ἤθελε κληθῆ νὰ συνεργασθῇ ὁ ξένος ἀξιωματικός. Ἐδῶ βλέπετε τὴν δυσπιστίαν τοῦ ἀλλοδαποῦ ἀξιωματικοῦ:— «Μὴ τυχὸν θέλετε νὰ ἔλθω εἰς συνάφειαν μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν; Δὲν ἔρχομαι».—«Τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου, ἐξακολουθεῖ ὁ ἀνταποκριτὴς, δὲν δίδει τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, ἔστω καὶ ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο γείνῃ νόμος, δι’ ὅπερ ἀμφιβάλλω».— Βλέπετε, εἶχεν ἀμφιβολίας.—«Ἡ δρᾶσις τοῦ ξένου διοργανωτοῦ θὰ προσκρούῃ συνεχῶς ἐνώπιον ζητημάτων ἁρμοδιότητος»—Βεβαίως, διότι πλάττεται Γενικὸν Ἐπιτελεῖον τοῦ στρατοῦ αὐτοτελὲς, ὑπὸ ξένον ἀξιωματικὸν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἐξαρτώμενον ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν· ἀλλὰ τὸ δυαδικὸν σύστημα φέρει εἰς σύγκρουσιν, ὅπως συνέβη καὶ ἀλλαχοῦ, πλὴν ἀλλαχοῦ, ὅπου ὑπῆρχε νοῦς καὶ φιλελεύθερον πνεῦμα, τὰ πράγματα εὗρον διέξοδον.—«Τὸ κατ’ ἐμὲ, φρονῶ», ἐπιλέγει ὁ ἀνταποκριτὴς, «ὅτι ἀντὶ στρατηγοῦ ἁπλοῦς συνταγματάρχης θὰ ἦτο καταλληλότερος». Καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἦλθεν εἰς ὁμιλίας μετὰ τοῦ ἀνταποκριτοῦ τῆς ἐφημερίδος, καὶ πεισθεὶς ὅτι ἀπῃτεῖτο πολλὴ προσοχὴ, εἶπε: «διατὶ νὰ εἴπω ὑποστράτηγος ἢ καὶ συνταγματάρχης; ἂς γράψω ἁπλῶς ἀλλοδαπὸς ἀξιωματικός· δυνάμεθα ἐν ἀνάγκῃ νὰ καταφύγωμεν καὶ εἰς ταγματάρχην. Θὰ λάβωμεν, ὅ,τι δώσωσιν εἰς ἡμᾶς».

§49Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Δὲν ὠνειρεύετο ὁ ἀνταποκριτὴς ὅτι ἤθελε γείνῃ ἀντικείμενον ἐξετάσεως ἐν τῇ Βουλῇ. Τίς οἶδεν εἰς ποῖον ζυθοπωλεῖον τὰ ἔγραφε.

§50ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐσπουδάσατε ἐν Γερμανίᾳ, καὶ γνωρίζετε βεβαίως, ὅτι ἡ «Γενικὴ Ἐφημερὶς» τοῦ Μονάχου δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἵτινες ἐκλέγουσι τοὺς ἀνταποκριτὰς αὑτῶν ἐκ τῶν ζυθοπωλείων. Εὐτυχῆ τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, ἅτινα ἔχουσι δημοσιογραφίαν, οἵα ἡ γερμανικὴ καὶ ἡ ἀγγλικὴ, αἵτινες δὲν ἐκλέγουσι τοὺς ἀνταποκριτὰς αὑτῶν ὅπου τύχῃ. Τοιοῦτο τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχετε πρὸ ὀφθαλμῶν. Παρακαλῶ δὲ νῦν νὰ μοὶ παράσχητε τὴν ὑμετέραν ὑπομονὴν, ἵνα ἐφαρμόσωμεν τὰς διατάξεις αὐτοῦ, ἀνατρέχοντες εἰς κείμενα ὑφιστάμενα, καὶ ἴδωμεν ποία ἡ ἔκτασις τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν διατάξεων αὐτοῦ. Τὸ ἄρθρον 6—καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τούτου, ἵνα μεταβῶ ἔπειτα εἰς τὸ 2,— λέγει ὅτι «τὸ Ἐπιτελεῖον τῆς Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ διεξάγει καὶ τὰς νῦν διεξαγομένας ὑπηρεσίας ὑπὸ τῆς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας». Καὶ ἔπειτα ἐρωτᾷ ἕκαστος: ποῖαι εἶναι αὗται αἱ ὑπηρεσίαι, ἃς προτείνεται οὕτω νὰ παραδώσωμεν εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου, ὑπὸ τὰς ἀμέσους διαταγὰς τοῦ Διαδόχου; Τὸ Β. Διάταγμα τῆς 25 Σεπτεμβρίου τοῦ 1887, τὸ φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη καὶ τὰς ὑπογραφὰς ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀσκοῦντος τὴν Βασιλικὴν ἐξουσίαν ἕνεκα τῆς ἀπουσίας τοῦ Βασιλέως, τὸ διάταγμα τοῦτο, ἐν ἄρθρῳ 1, ὁρίζει τὰ τῆς διευθύνσεως τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας. Καὶ ἐπιτρεψατέ μοι, Κύριοι, καίτοι εἶναι ὀχληρὸν τοῦτο καὶ εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς ἐμὲ, νὰ ἀναγνώσω τὰ κυριώτερα μέρη αὐτοῦ...

§51ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Αὐτὰ ἔπρεπε νὰ ἦναι εἰς τὰς ἐκθέσεις.

§52ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως, καὶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Βλέπετε, ὅτι ὁ Κανονισμὸς ἀπῄτησεν, ὡς ἐτροπολογήθη τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ τότε Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ νῦν Βουλευτοῦ Καλαβρύτων, ἠξίωσε, λέγω, νὰ ὑποβάλλωνται τὰ νομοσχέδια μετὰ αἰτιολογικῶν ἐκθέσεων, ἀλλὰ δυστυχῶς αἱ ἐκθέσεις αὗται συνίστανται εἰς τρεῖς στίχους, ὑπογραφὴν καὶ χρονολογίαν, τοιαύτη δὲ εἶναι καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, μετὰ τῆς διαφορᾶς, ὅτι καταναλίσκεται πολὺς χάρτης, ὅπως ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ ἀρχηγία συμφέρει νὰ μένῃ ὅπου προτείνεται. Τὰ κυριώτερα μέρη τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 25 Σεπτεμβρίου 1887 ἔχουσιν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας ἔχει τὴν ἄμεσον διεύθυνσιν τῶν ἀποτελούντων ταύτην δύο τμημάτων, διανέμει εἰς ταῦτα τὴν ὑπηρεσίαν, ἣν περατουμένην συγκεντροῖ καὶ ὑποβάλλει εἰς τὸν Ὑπουργὸν»,—νῦν εἰς τὸν Γεν. Ἀρχηγὸν,—«προσυπογράφων τὰ ὑποβαλλόμενα σχέδια διαταγῶν ἢ ἐγγράφων. «Ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας ἐνεργεῖ ἀπ’ εὐθείας μὲν πᾶσαν ὑπόθεσιν ἐκ τῶν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ὑπ’ αὐτὸν τμημάτων ἀναγομένων, ἐὰν κρίνῃ τοῦτο ἀναγκαῖον, ἰδίᾳ δὲ τὰς ἑπομένας: «1) Τὴν τοποθέτησιν τῶν σωμάτων τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν ἀποσπασμάτων αὐτῶν»... Παρακαλῶ, λάβετε πέλεκυν καὶ ἀποκόπτετε ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Σημειώνετε δὲ μόνον ἐκεῖνα, ἅτινα ἀμέσως ἐκ πρώτης ἀναγνώσεως ὑμεῖς κρίνετε μεγίστης σπουδαιότητος. «2) Τὴν μελέτην περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, τῆς ἐφεδρείας αὐτοῦ, τῆς ἐθνοφρουρᾶς κλπ. καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νόμων. 3) Τὴν μελέτην τῶν ὀργανισμῶν τῶν ξένων Κρατῶν. 4) Τὰ σχέδια ἐπιστρατεύσεως. 5) Τὰς βάσεις τῆς προπαρασκευῆς τοῦ πολέμου (σχέδιον ἀμύνης, σχέδιον ἐπιθέσεως). 6) Τὸν κανονισμὸν τῆς στολῆς καὶ τῆς ἐξαρτύσεως...» Σημειώσατε, παρακαλῶ, τὰ τοῦ κανονισμοῦ τῆς στολῆς καὶ τῆς ἐξαρτύσεως. Δὲν εἶμαι στρατιωτικὸς, ἀλλὰ βεβαίως εἶναι ταῦτα ζητήματα, ἅτινα ἀπαιτοῦσι πολλὴν τὴν προσοχὴν, διαφεύγουσι δὲ ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ Ὑπουργοῦ. «7) Τὰς βάσεις τῆς γενικῆς τοῦ στρατοῦ, θεωρητικῆς καὶ πρακτικῆς, ἐκπαιδεύσεως. 8) Τὴν μελέτην πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν πρὸς συντήρησιν τοῦ στρατοῦ ἐν πολέμῳ πόρων. 9) Τὰς μεγάλας ἀσκήσεις. 10) Τὴν ἀποστολὴν ἀξιωματικῶν πρὸς μελέτην ἀντικειμένων ἀναγομένων εἰς τὴν Ἐπιτελικὴν Ὑπηρεσίαν, ἢ πρὸς παράστασιν εἰς τὰς ἀσκήσεις ξένων στρατῶν...» Ἀποκόψατε καὶ τὰς μεγάλας ἀσκήσεις καὶ τὴν παράστασιν τῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὰς ἀσκήσεις τῶν ξένων στρατῶν, εἰς ξένα γυμνάσια. Ἀλλ’ ἐνταῦθα θὰ ὑποβληθῇ βεβαίως πρότασις περὶ ἐκδόσεως βασιλικοῦ διατάγματος. «11) Τὴν ἔκδοσιν ἀδειῶν περὶ δημοσιεύσεως στρατιωτικῶν συγγραμμάτων, περιοδικῶν κλπ. 12) Τὴν μελέτην τῶν ἐκθέσεων τῶν τε ἐπιθεωρητῶν καὶ ἀρχηγῶν στρατοῦ, τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὴν γενικὴν τοῦ στρατοῦ κατάστασιν. 13) Τὴν τήρησιν ἐμπιστευτικοῦ πρωτοκόλλου ἐγγράφων, ἀφορώντων εἰς ἐξωτερικὰς ὑποθέσεις, καὶ τὴν τοῦ κρυπτογραφικοῦ λεξικοῦ...» Ἀφαιρεῖται καὶ τὸ μέρος τῶν ἐμπιστευτικῶν ἀνακοινώσεων, τῶν ἔξωθεν γινομένων ἢ διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἢ καὶ δι’ ἄλλης ὁδοῦ, εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφαιρεῖται ἀπ’ αὐτοῦ καὶ παραδίδεται εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, τὸν ἐπὶ πενταετίαν πολίτην Ἕλληνα. «14) Τὰς ἑρμηνείας ἐπὶ τῶν κανονισμῶν τῶν μεγάλων ἀσκήσεων καὶ ἐν γένει κλπ. 15) Τὸ σχολεῖον τῆς ἱππευτικῆς καὶ τὸ σχολεῖον τῆς βολῆς τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ. 16) Τὴν ἵδρυσιν καὶ ἐπιτήρησιν τῶν μέσων πρὸς πρακτικὴν τοῦ σώματος τῶν ἀξιωματικῶν ἐκπαίδευσιν, οἷον αἰθουσῶν ὁπλομαχητικῆς, ἱπποδρομιῶν, λεσχῶν καὶ τῶν τοιούτων... «Τμῆμα στατιστικῆς, στρατιωτικῶν πληροφοριῶν καὶ τοπογραφίας...» Καὶ ἕπεται σειρὰ διατάξεων, καθορίζουσα τὴν ἐν τῷ τμήματι τούτῳ δικαιοδοσίαν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου. Ἐν τοῖς 14 καὶ 15 ἐδαφίοις τοῦ μέρους τούτου τοῦ ἄρθρου 1 ἔχετε καὶ τοῦτο τὸ κωμικώτατον, ὅτι «ἡ διαχείρησις τῆς Βιβλιοθήκης τοῦ Ὑπουργείου, τῶν χαρτῶν καὶ τῶν σχεδίων» παραδίδεται εἰς τὸν Γενικὸν Ἀρχηγόν. Καὶ εἶχε δίκαιον ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, λέγων προχθές, ὅτι οἱ τοῖχοι θέλουσι μείνει μόνοι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. «Τμῆμα στρατολογίας καὶ ἐπιστρατεύσεως». Παρατηρήσατε ὅτι περὶ στρατολογίας γίνεται λόγος εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐξαιροῦνται ἐκεῖ καὶ δὲν παραδίδονται εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα. Ἔχετε ἄρα τοῦτο τὸ παράδοξον, ὅτι μέρος τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ τμήματος τούτου ἀφαιρεῖται, τὸ δὲ ὑπόλοιπον μένει ἐν τῇ Ἐπιτελικῇ Ὑπηρεσίᾳ...

§53Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λάθος.

§54ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχω καὶ ἄλλα πολλὰ νὰ παρατηρήσω, διότι ὅτε ἀπεχωρίσατε τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα...

§55Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι λάθος, καὶ θὰ διορθωθῇ. Μὴ χάνετε καιρόν.

§56ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν χάνεται καιρός, ὅταν πρόκειται νὰ διορθώσωμεν (ἀναγινώσκει): «1) Ἡ ἐφαρμογὴ τῶν περὶ στρατολογίας νόμων. 2) Αἱ κατατάξεις, ἀνακατατάξεις, ἀφέσεις καὶ ἀπολύσεις τῶν ὁπλιτῶν τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς χωροφυλακῆς (ἡ χωροφυλακὴ ἐξαιρεῖται). 3) Αἱ τοποθετήσεις, μεταθέσεις καὶ χορηγήσεις κανονικῶν καὶ ἀναρρωτικῶν ἀδειῶν τοῦ προσωπικοῦ τῶν στρατολογικῶν γραφείων. 4) Ἡ ἐπιστράτευσις καὶ ἡ ἀποστράτευσις. 5) Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ περὶ εἰσφορῶν νόμου.» Πάντα σπουδαιότατα. Περὶ δὲ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ εἰσφορᾶς—καὶ ὑπάρχει τοιοῦτος τέλειος—μέλλουσι νὰ ἐξετάσωσιν οἱ μελετήσαντες βαθύτερον εἰδικῶς τὸ ζήτημα, κατὰ πόσον ἡ ἀνάμιξις τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ εἰς τὰ τῶν εἰσφορῶν ἄνευ ἀναμίξεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς συμφωνοῦσα πρὸς τὸ καθεστώς. Ἀλλὰ τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς εἴδομεν, ἀφαιρεῖ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν πάσας τὰς ὑπηρεσίας, πάντα τὰ στρατιωτικὰ σώματα καὶ καταστήματα, ἐκτὸς μόνον τῶν ῥητῶς ἐνταῦθα κατονομαζομένων· καὶ ἔχομεν ἐξῃρημένα τὴν χωροφυλακὴν,—παραλείπω τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ διατάγματος, τὸ ὁρίζον τὰ τῆς χωροφυλακῆς,—δεύτερον τὴν Διεύθυνσιν τοῦ ὑλικοῦ πολέμου. Αὕτη δὲν ἀποτελεῖ τμῆμα, καὶ—ὁμολογῶ ὅτι ἡ ἄγνοιά μου ἔχει σχέσιν πρὸς ἔλλειψιν πείρας καὶ εἰδικότητος περὶ τὰ στρατιωτικά,— δὲν δύναμαι νὰ εὕρω, ποῦ εἶναι τὸ τμῆμα, εἰς ὃ ὑπάγεται τὸ ὑλικὸν πολέμου...

§57ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Εἰς τὸ πυροβολικόν.

§58ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ θὰ διακρίνωμεν αὐτὸ ἀπὸ τοῦ ἄλλου ὑλικοῦ, τοῦ ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ, ὅπερ ὑπάγεται ποῦ;

§59ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Εἰς τὸ τμῆμα τῶν προμηθειῶν.

§60ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἰδοὺ, εἰδικὸς πιστοποιεῖ, ὅτι τὸ ὑλικὸν πολέμου ἀνήκει εἰς τὸ τμῆμα τοῦ πυροβολικοῦ, τὸ δὲ ὑλικὸν τοῦ στρατοῦ ὑπάγεται εἰς τὸ τμῆμα τῶν προμηθειῶν. Ἐνταῦθα ἔχομεν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς Μελέτης τοῦ Διαδόχου. Ἐκεῖ ὁλόκληρον τὸ τμῆμα τῶν προμηθειῶν ἔμεινεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐνταῦθα δὲ ἐκ τοῦ τμήματος τῶν προμηθειῶν μόνον ἐξαιροῦνται αἱ Γενικαὶ Ἀποθῆκαι τοῦ ὑλικοῦ, αἵτινες μένουσιν εἰς τὸν Ὑπουργόν. Διότι, ἂν τὸ νομοσχέδιον ἐνόει, ὅτι τὸ τμῆμα τῶν προμηθειῶν μένει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἤθελεν εἴπει τοῦτο, ὡς ἔπραξεν ἡ Μελέτη ἢ τὸ νομοσχέδιον τοῦ Διαδόχου. Λοιπὸν πάντα τὰ ἄλλα μέρη τῆς ὑπηρεσίας τοῦ τμήματος τῶν προμηθειῶν, ἀποχωριζόμενα ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου, μεταγγίζονται εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Γενικοῦ Ἀρχηγοῦ. Ὑπολείπονται δὲ τῷ Ὑπουργῷ αἱ Γενικαὶ Ἀποθῆκαι τοῦ ὑλικοῦ. Τὸ αὐτὸ λεκτέον καὶ περὶ τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολέμου. Πᾶν ὅ,τι σχετίζεται πρὸς τὸ τμῆμα τοῦ πυροβολικοῦ, ἐπειδὴ ἀνάγεται εἰς τὸ σῶμα τοῦ πυροβολικοῦ, μεταβαίνει εἰς χεῖρας τοῦ Γενικοῦ Ἀρχηγοῦ, ἀπομένει δὲ εἰς τὸν Ὑπουργὸν μόνη ἡ Διεύθυνσις τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολέμου, οὐχὶ ἀκέραιον τμῆμα. Ἔχομεν λοιπὸν ἓν ἀκέραιον τῆς χωροφυλακῆς, δεύτερον τὸ τῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης, ἅτινα μένουσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ τρία τμήματα τμημάτων, τὴν Διεύθυνσιν τοῦ ὑλικοῦ πολέμου, τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα καὶ τὰς Γενικὰς ἀποθήκας τοῦ στρατοῦ. Ἀντὶ νὰ μένωσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὡς ὥριζεν ἡ Μελέτη τοῦ Διαδόχου, τμῆμα οἰκονομικὸν, προμηθειῶν, δικαιοσύνης, ἀσφαλείας, Λογιστήριον, μένουσι κατὰ τὸ νομοσχέδιον δύο τμήματα ἀκέραια καὶ τρία τμήματα τμημάτων. Πιστεύω ὅτι ταῦτα οὕτως ἐμελετήθησαν, καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλο σφάλμα, ἐκτὸς τοῦ ἀποκαλυφθέντος πρὸ μικροῦ. Μόνα τὰ περὶ στρατολογικοῦ γραφείου φαίνεται ὅτι ἐγράφησαν οὕτω κατὰ λάθος. «Τμῆμα προσωπικοῦ». Ἔρχεται τοῦτο ἀμέσως μετὰ τὸ τμῆμα τῆς στρατολογίας. Εἰς αὐτὸ ὑπάγονται τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ ἑξῆς: «1) Τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου (τὸ γραφεῖον τοῦ Ὑπουργοῦ). 2) Τὰς τοποθετήσεις, μεταθέσεις, χορηγήσεις κανονικῶν καὶ ἀναρρωτικῶν ἀδειῶν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου, τῶν Ἀρχηγείων στρατοῦ, τῶν Φρουραρχείων καὶ τῶν στρατιωτικῶν ἱερέων»... Τοῦτο φεύγει ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι ἀφοῦ παραδίδεται τὸ σύνολον τῆς καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν εἰς χεῖρας τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, δὲν ἐπιτρέπεται τῷ Ὑπουργῷ νὰ ἐξαιρέσῃ, οὔτε ἐξαιρεῖ τὸ νομοσχέδιον τοὺς ὑπὸ τὴν ἄμεσον αὐτοῦ διεύθυνσιν. Πάντα ταῦτα μεταβαίνουσι σὺν τῇ ἀφαιρέσει τοῦ προσωπικοῦ εἰς χεῖρας τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ. «3) Τὰς ἀδείας τῶν ἐν διαθεσιμότητι καὶ ἐν ἀργίᾳ ἀξιωματικῶν. 4) Τὰς γενικὰς ἐπιθεωρήσεις. 5) Τὴν τάξιν, τὴν πειθαρχίαν κλπ. 6) Τὴν ἑρμηνείαν τῶν διαφόρων κανονισμῶν κλπ. 7) Τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ καταρτισμοῦ στελέχους κλπ. 8) Τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, τὴν παραίτησιν, στέρησιν ἢ ἔκπτωσιν τοῦ βαθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ τὴν μεταβολὴν τῆς καταστάσεως τούτων. 9) Τὴν ἐφαρμογὴν τῶν περὶ συντάξεων τοῦ στρατοῦ νόμων, τὰς μεταθέσεις καὶ ἀποστρατείας τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν καὶ τὴν εἰς τούτους καὶ τὰς οἰκογενείας αὐτῶν ἀπονομὴν συντάξεως. 10) Τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων περὶ διορισμοῦ εἰς ὑπηρεσίαν τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν. 11) Τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τὰς αἰτήσεις περὶ διορθώσεως τῶν μητρώων κλπ. 12) Τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων περὶ προβιβασμοῦ καὶ τοὺς προβιβασμοὺς ἐν γένει τῶν ἀξιωματικῶν κλπ. τῶν διαφόρων ὅπλων καὶ σωμάτων τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς χωροφυλακῆς. 13) Τοὺς διορισμοὺς, τοὺς προβιβασμοὺς καὶ τὰς παύσεις τῶν στρατιωτικῶν ἱερέων καὶ τῶν ἰδιωτικῶν γραφέων...» Τοὺς διορισμοὺς ἐὰν δὲν διορθωθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖ, ὅπου ἀναφέρεται εἰς ὑποθέσεις ἀπαιτούσας ἔκδοσιν Βασ. Διατάγματος, ἐπειδὴ μόνον εἰς τὰ τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας ἀνάγεται ἡ διάταξις, πιθανὸν νὰ μᾶς εἴπητε, ὅτι τὰ τῶν διορισμῶν τῶν ἄλλων ἐν τῷ στρατῷ θὰ ἐκτελῶνται ἄλλως ἢ διὰ Βασ. Διατάγματος. «14) Τὰς κατατάξεις ἐν τῷ στρατῷ μὲ τοὺς βαθμοὺς ἀξιωματικοῦ καὶ ὑπαξιωματικοῦ. 16) Τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων. 17) Τὴν ἐφαρμογὴν τῶν περὶ τῆς φάλαγγος ἐν γένει νόμων, τὰς προικοδοτήσεις καὶ τοὺς προβιβασμοὺς τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ἐνεργοῦ φάλαγγος κλπ.» Διότι πάντοτε περὶ τὸ τέλος πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τὸ κωμικόν. «18) Τὴν ἐφαρμογὴν τῶν περὶ δημαιρεσιῶν καὶ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν νόμων καὶ τὴν χορήγησιν συνταγματικῆς ἀδείας εἰς τοὺς ἀξιωματικούς.» Καὶ ταῦτα, βλέπετε, ἐγχειρίζονται εἰς τὸν Γεν. Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ. Παρατηρήσατε πόσον κόπον κατέβαλον, ἵνα παρουσιάσωσιν εἰς ἡμᾶς, μετὰ μελέτην, τὴν τροπολογίαν, πόσον μετὰ δευτέραν μελέτην κατέστησαν σοφώτεροι. «24) Τὰς αἰτήσεις θεραπείας κλπ. 27) Τὰ περὶ ἀρχαίων ἀπαιτήσεων. 28) Τὰ περὶ κληρονομικῶν δικαιωμάτων τῶν ὁπλιτῶν.»

§61Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλη ἡ γραφειοκρατία τοῦ Ὑπουργείου μεταβαίνει εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητήν, μένουν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον 5 τοῖχοι.

§62ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐνταῦθα, εἰς τὴν πρότασιν τοῦ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὅπως ἐνοικιασθῇ ἄλλο κατάστημα Ὑπουργείου καὶ δοθῇ ὁ τίτλος τοῦ θαλαμοφύλακος εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ἐγὼ θέλω προσθέσει καὶ τὸν τίτλον φύλακος γυναικωνίτιδος, ἀνδρὸς ἔχοντος θέσιν ἀμεριμνομερίμνης. Νῦν δὲ γίνομαι συντομώτερος, διότι καὶ τὰ πράγματα ἐνταῦθα ἁπλούστερα καὶ σαφέστερα. Τμῆμα Πεζικοῦ, ὁλόκληρον μεταβαίνει εἰς χεῖρας τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ. Τμῆμα Πυροβολικοῦ, ἐπίσης, πλὴν τῆς Διευθύνσεως τοῦ ὑλικοῦ πολέμου. Τμῆμα Μηχανικοῦ, ὅλον. Δημοσία ἀσφάλεια καὶ δικαιοσύνη, ὡς εἴπομεν, παραμένουσιν εἰς τὸν Ὑπουργόν. Τμῆμα Ὑγειονομικὸν, εἰς τὸν Ἀρχηγόν. Τμῆμα Οἰκονομικὸν, φεύγει καὶ τοῦτο κατὰ μέγα μέρος ἐκ τῶν χειρῶν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀντιθέτως πρὸς τὰ ἐν τῇ Μελέτῃ τοῦ Διαδόχου. Τμῆμα προμηθειῶν, ἐκτὸς τῶν Γενικῶν Ἀποθηκῶν, φεύγει καὶ αὐτό. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ Λογιστήριον, ὅπερ δὲν κρίνεται ἄξιον μνείας. Ἀφοῦ δὲν ἐξαιρεῖται ἐν τῇ τροπολογίᾳ, καὶ τοῦτο ἀναχωρεῖ. Ἐν τοῖς διαφόροις ἐδαφίοις τῶν κεφαλαίων τούτων, τῶν ἀναγομένων εἰς τὰ διάφορα τμήματα, θέλετε εὕρει, ὅτι εἰς ἐκεῖνα τὰ τμήματα, ἅτινα ἐξαιροῦνται καὶ μένουσιν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ, πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ τοῦτο, ἐκφεῦγον ἐκ τοῦ Ὑπουργοῦ, μεταβαίνει εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητήν. Εὐτυχῶς οὕτως ἔχομεν τοῦτο τὸ κέρδος, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δὲν θέλουσι μένει ἔξω ἐπιθεωρήσεως, ὅταν ἔρχηται ἡ ὥρα τῶν προβιβασμῶν. Διότι δὲν πιστεύω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ πλέον εἰς αὐτοὺς ἡ διάταξις τοῦ νόμου, καθ’ ἣν προβιβάζονται ἄνευ ἀναγραφῆς εἰς τὸν πίνακα, διότι ἡ ἐπιθεώρησις εἶναι νῦν εἰς χεῖρας τοῦ Γεν. Διοικητοῦ, ὑφ’ ὃν ταχθέντες θὰ ὑφίστανται καὶ αὐτοὶ ἰδιαιτέραν ἐπιθεώρησιν, καὶ θὰ ἔχωμεν τοῦτο τὸ ἀγαθὸν, ὅτι καὶ οὗτοι πάντοτε τεθεωρημένοι θέλουσι προάγεσθαι εἰς ἀνωτέρους βαθμούς. Ἀλλὰ δὲν γινώσκω, ἂν θὰ ὑποβάλλωνται εἰς ἐπιθεώρησιν καὶ οἱ ὑπασπισταί. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν εἰς τοῦτο καὶ πάλιν, διότι εἶναι οὐσιωδέστατον, ὡς θέλετε ἴδει ἐκ τῶν μετ’ ὀλίγον λεχθησομένων. Ἀφαιρεῖται τὸ Λογιστήριον ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ Λογιστήριον, ὅπερ ἔδωκε τόσας ἀνησυχίας τελευταῖον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ Λογιστήριον, οὗτινος αἱ πράξεις ἔφερον εἰς τοιαύτην στενοχωρίαν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὥστε πρῶτον μὲν νὰ θελήσῃ νὰ ἐξοβελίσῃ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τὸν συνάδελφον αὐτοῦ Βουλευτὴν ἐξ Οἰτύλου, ἔπειτα δὲ, ἐν τῇ μεγάλῃ αὐτοῦ πεποιθήσει, ὅτι τὰ τοῦ λογιστικοῦ τοῦ στρατοῦ βαίνουσι κακῶς καὶ φέρουσιν εἰς ἐλλείμματα, νὰ σκεφθῇ, ὅτι πρέπει νὰ εἰσαγάγῃ εἰδικὸν νόμον, ἄλλως κανονίζοντα τὰ τῆς λειτουργίας αὐτοῦ. Τοῦτο τὸ Λογιστήριον παντελῶς ἐξέρχεται ἐκ τῶν χειρῶν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ παραδίδεται εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ Στρατοῦ. Θέτω πάλιν, Κύριοι, τὸ ἐρώτημα: Τί μένει εἰς τὸν κυβερνήτην, εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν; ποῖα τὰ δικαιώματα, ἅτινα οὗτος διατηρεῖ, ἅτινα περισωζόμενα παρ’ αὐτῷ γεννῶσι τὰς εὐθύνας τοῦ κυβερνήτου, περὶ ὧν τὸ Σύνταγμα μεριμνᾷ, πάντα, ὑπ’ εὐθύνην, πάντα νὰ ἔχῃ συγκεντρωμένα εἰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ; Ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπῄτησε τὸ Σύνταγμα, νὰ διαχειρίζηται τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Εἰς αὐτὸν ἀνήκουσι πάντα τὰ δικαιώματα, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διαχειρίζηταί τινα αὐτῶν ἀντ’ αὐτοῦ ἄλλος, ἂν δὲν ἦναι ἐξησφαλισμένη ἡ εὐθύνη αὐτοῦ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ ἀκεραία ἡ εὐθύνη πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ δι’ αὐτοῦ ἡ εὐθύνη τοῦ Γενικοῦ Ἀρχηγοῦ πρὸς τὴν Βουλήν. Ὅτι τοιαύτη εἶναι, κατὰ Σύνταγμα, ἡ ὀρθὴ ἀντίληψις τῶν πραγμάτων, δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὸν οὐδεμιᾶς ἀμφισβητήσεως. Κύριοι, καὶ ἐκ πεποιθήσεως φρονῶ, ὅτι ἡ μονιμότης τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἶναι ἀγαθὸν, καὶ ἐκ πεποιθήσεως ἤθελον ψηφίσει νομοσχέδιον, ὅπερ ἤθελον εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλήν, προτεῖνον διοικητὴν μόνιμον καὶ ἑνιαίαν διοίκησιν ἐν τῷ στρατῷ. Ἤθελον ψηφίσει προθύμως νομοσχέδιον, ὅπερ ἤθελε μεταγάγει μέγα μέρος τῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς χεῖρας ἄλλας, αἵτινες ἤθελον προΐστασθαι ἱδρύματος ὑποτεταγμένου, ὑπευθύνου ἀμέσως πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, ἀλλ’ ἔχοντος εἰδικήν τινα ἀνεξαρτησίαν, καὶ ἐκ τῆς ἀνεξαρτησίας ταύτης κεκτημένου μονιμότητα. Ἡ μονιμότης εἶναι χρήσιμος ἐν ταῖς κοινοβουλευτικαῖς χώραις εἰς τὴν πειθαρχίαν, εἶναι χρήσιμος εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ, εἶναι χρήσιμος εἰς τὴν ἑνιαίαν παρασκευὴν ἐν εἰρήνῃ τοῦ στρατοῦ. Διότι ὁ μόνιμος διοικητὴς εἶναι ἔξω τῶν ἐπιδράσεων καὶ τῶν πολιτικῶν καὶ τῶν Αὐλικῶν καὶ πάσης ἄλλης τοιαύτης, διότι εἶναι ἀνεπηρέαστος ἀπὸ τῶν συχνῶν πολιτικῶν μεταβολῶν, οὕτω δὲ κατορθοῦται, καὶ ὁ ὀργανισμὸς νὰ ἔχῃ τι τὸ σταθερὸν καὶ ἡ πειθαρχία σταθερότητα. Ἀλλὰ πρῶτος ὅρος τῆς παραδόσεως εἰς γενικὸν μόνιμον διοικητήν, εἴτε ὀνομάσητε τοῦτον ὑφυπουργὸν στρατιωτικόν, εἴτε ὀνομάσητε τοῦτον ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου, εἴτε γενικὸν ἀρχηγὸν, πρώτιστος ὅρος, ἡ μονιμότης νὰ ἦναι μετακλητὴ, πρώτιστος ὅρος ἐν τῷ αὐτῷ μέτρῳ εἶναι ἡ εὐθύνη νὰ ἦναι τελεία. Δὲν εἶναι δὲ τελεία ἡ εὐθύνη ἐκείνη, ἣν ἐξύμνησαν πρὸς ὑμᾶς, ὅσοι, ὁμιλήσαντες μετὰ ἱεροῦ ζήλου ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶπον, ὅτι θὰ συναισθάνηται ἠθικὴν εὐθύνην ὁ μέλλων νὰ ἀναλάβῃ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Δὲν εἶναι ἀρκοῦσα ἡ ἠθικὴ εὐθύνη, ὅταν παραδίδητε εἰς τὸν διοικητὴν τοῦ στρατοῦ τὴν κυβέρνησιν ὁλοκλήρων τῶν πραγμάτων τοῦ στρατοῦ· διότι, ἂν ἐξήρκουν αὗται αἱ ἠθικαὶ εὐθῦναι, ποῖα εἶναι τὰ πρόσωπα, ἅτινα ἐκ τοῦ πολιτεύματος ἀρύονται μᾶλλον παντὸς ἄλλου τὴν ἐμπιστοσύνην ἢ οἱ Ὑπουργοί; Ἀλλ’ ἠρκέσθη τὸ Σύνταγμα εἰς τὴν εὐθύνην αὐτῶν τὴν ἠθικήν; Καὶ κατὰ τίνα τρόπον τίθεται εἰς θέσιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ζητήσῃ παρὰ τοῦ Γεν. Διοικητοῦ εὐθύνην, ὥστε ἐρχόμενος ἔπειτα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ λέγῃ, «ἐζήτησα ἐγκαίρως, παρήγγειλα ἐγκαίρως, ἔπραξα τὸ καθῆκόν μου, δὲν εἶμαι ὑπεύθυνος»; Ἀφοῦ δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ζητήσῃ λόγον παρ’ αὐτοῦ, τίνα λόγον δύναται νὰ δώσῃ πρὸς ὑμᾶς; Εἰς τὰ ἔθνη, ἅτινα συναισθάνονται τὴν ἀξίαν τῆς ὑποστάσεως τῶν εὐθυνῶν καὶ τοῦ μετακλητοῦ τῶν ἀνωτάτων διοικήσεων, οἱ Βουλευταὶ δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ εἰσάγωνται τοιαῦτα νομοσχέδια ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, οἱ λαοὶ δὲ, οἵτινες δὲν κοιμῶνται, πιέζουσι τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτῶν, ἵνα ἀποβλέπωσιν εἰς τὴν ἀλήθειαν, ἀποβλέπωσιν εἰς τὴν ἐλευθερίαν, ἀποβλέπωσιν εἰς τοὺς θεσμοὺς, οἵτινες εἶναι ἐμπεπιστευμένοι εἰς τὴν φιλοπατρίαν αὐτῶν, ἀγρυπνοῦσι δὲ καὶ προσέχουσι τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτῶν, ὅπως μὴ ψηφίζωσι τοιαῦτα νομοσχέδια. Καὶ τοιοῦτος λαὸς, Κύριοι, εἶναι ὁ Ἀγγλικός. Ἀλλ’ ὁ λαὸς ὁ Ἀγγλικὸς, ἡ Βουλὴ ἡ Ἀγγλικὴ, ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἀγγλικὴ, οἵ τε συντηρητικοὶ οἵ τε φιλελεύθεροι, ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ συντηροῦσι τὰ δικαιώματα τῶν κυβερνητῶν, ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ συντηροῦσι τὸ δικαίωμα τοῦ μετακλητοῦ, ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ συντηροῦσι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, διότι συναισθάνονται, ὅτι ἔχουσι καὶ αὐτοὶ καθῆκον ἀληθὲς, νὰ δώσωσιν εὐθύνας ἐνώπιον τοῦ ἔθνους. Κύριοι, θέλω λάβει τὸ παράδειγμά μου ἐξ Ἀγγλίας, διότι τῆς Ἀγγλίας τὸ πολίτευμα, ἐφ’ ὅσον προσηρμόζετο εἰς τὰ ἤθη ἡμῶν, ἀντεγράψαμεν, διότι τῆς Ἀγγλίας τὸ πολίτευμα ἀντέγραψαν πάντες οἱ λαοὶ, οἱ κοινοβουλευτικῶς κυβερνώμενοι, καὶ τῆς Ἀγγλίας τὸ πολίτευμα καὶ τὰ ἤθη τὰ πολιτικὰ ἔχουσι πρὸ ὀφθαλμῶν πάντες οἱ ποθοῦντες νὰ ἴδωσι ποτὲ τὴν χώραν αὐτῶν προσεγγίζουσαν ὡς οἷόν τε περισσότερον εἰς τὴν ἁγνοτέραν καὶ τελειοτέραν ἐφαρμογὴν τοῦ πολιτεύματος. Λαμβάνω τὸ παράδειγμα ἐκεῖθεν, διότι καίτοι ἐξήτασα τὰ ἁπανταχοῦ, ὅσον ἦτο δυνατὸν εἰς ἐμὲ, δὲν εὗρον ἀλλαχοῦ τελειότερον παράδειγμα. Ὅ,τι δὲ θέλω εἴπει πρὸς ὑμᾶς, εἶναι ἀντιγραφὴ σχεδὸν ἐκ βιβλίου εἰδικοῦ, πραγματευομένου τὸ θέμα. Μέχρι τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου, — καὶ εἶναι ἀναγκαία ἡ ἱστορία αὕτη, διότι θέλετε κατανοήσει, πῶς βαθμηδὸν ἔφθασαν εἰς τὸ σημερινὸν σύστημα ἐν Ἀγγλίᾳ,—πρὸ τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου, τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἦσαν ἐκεῖ λίαν συγκεχυμένα. Ἕξ διάφοροι καὶ ἀπ’ ἀλλήλων ἀνεξάρτητοι ἀρχαὶ διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ὑπὸ παράδοξα ὀνόματα. Ἀρκεῖ νὰ μάθητε, ὅτι αἱ δύο τούτων εἶχον τὸ αὐτὸ περίπου ὄνομα, τῇ διαφορᾷ μιᾶς προθέσεως· τὸ ἓν ὠνομάζετο Ὑπουργεῖον διὰ τὸν πόλεμον, τὸ ἄλλο Ὑπουργεῖον ἐπὶ τοῦ πολέμου. Ἡ ἐκ τούτου ἀκαταστασία καὶ σύγχυσις ἐπέφερον σπουδαιοτάτην ζημίαν κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τῆς ἐμπολέμου ἐργασίας ἐν Κριμαίᾳ, καὶ ἀνεγνωρίσθη ἐν Ἀγγλίᾳ, εὐθὺς μετὰ τὸν πόλεμον, πρῶτον μὲν, ὅτι ἔδει νὰ ζητηθῶσιν εὐθῦναι,— ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ, ἡσυχάσατε, αἱ εὐθῦναι δὲν ἐδόθησαν, διότι συνέπεσε καὶ ἐκεῖ τότε νὰ ἦναι παραλελυμένον τὸ ἕτερον τῶν δύο κομμάτων, ἡ δὲ παράλυσις αὐτοῦ εἶχε κατεστραμμένην τὴν ἰσορροπίαν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐκ τούτου εἶχε κατασταθῆ ὁ ἔλεγχος ἀδύνατος. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο εἶναι ἔξω τοῦ θέματος.—Ἐπελήφθησαν ὅμως ἔπειτα τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος τῆς ἀναδιοργανώσεως, καὶ ἀμέσως μετὰ τὸν Κριμαϊκὸν πόλεμον ἱδρύθη ἔνθεν μὲν τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ πολέμου, ἀπέναντι δ’ αὐτοῦ ἱδρύθη τὸ Γενικὸν Ἀρχηγεῖον τοῦ στρατοῦ, δύο ἀρχαὶ, ὧν ἡ δευτέρα ἦτο μετὰ αὐτοτελείας τινὸς ὑποτεταγμένη εἰς τὴν πρώτην, οὐχὶ ὑποτεταγμένη καθ’ ὃν τρόπον νομίζει ὅτι ὑποτάσσει ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τὴν Γενικὴν Διοίκησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διότι δὲν τὴν ὑποτάσσει. Καὶ—ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ εἴπω τοῦτο—ἀπέφυγεν ἐπιμελῶς ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐκφέρῃ τὴν ἰδέαν τῆς ὑποταγῆς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως εἰς τὸν Ὑπουργόν. Ὅτε πέρυσι προέκειτο περὶ τοῦ ξένου ἀξιωματικοῦ, πλαττομένου γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου, τότε ἐκεῖ ἀντέγραψεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς ὤφειλε νὰ πράξῃ, τὴν φράσιν τὴν ἀρχικὴν, τὴν τοῦ διατάγματος τοῦ 1833, καθ’ ἣν πᾶσαι αἱ στρατιωτικαὶ ἀρχαὶ ὑπάγονται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐφέτος, ὅτε δὲν προέκειτο πλέον περὶ ξένου ἀξιωματικοῦ, ἀλλὰ περὶ τοῦ Διαδόχου καὶ ὑπ’ αὐτὸν τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Ἐπιτελῶν, δὲν ὑπῆρξε δυνατὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τολμήσῃ νὰ μεταχειρισθῇ τὴν λέξιν «ὑπάγεται», καὶ ἐφρόντισε νὰ εὕρῃ ἄλλην λέξιν, «προΐσταται», ἀγνοῶ ἐκ ποίου διατάγματος, ὅπερ καὶ ἐμνημόνευσεν, ὅτε προχθὲς ἐγένετο αὐτῷ ἡ ἐρώτησις, δανεισθεὶς αὐτήν. Ἀλλ’ εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲν διστάζουσι νὰ εἴπωσι καὶ πρὸς τὸν Διάδοχον αὐτὸν καὶ πρὸς τοὺς πρίγκηπας καὶ πρὸς οἱονδήποτε ἄλλον ἀκριβῶς αὐτὰ τὰ πράγματα, καὶ ἐκεῖ, ὅπου ἔχουσιν αὐτοὺς ὑποτεταγμένους, νὰ ζητῶσι παρ’ αὐτῶν εὐθύνας· ἐκεῖ, καὶ ὅταν οἱ πρίγκηπες πταίσωσι καὶ ὅταν πρόκειται νὰ μαρτυρήσωσιν, ἂς ἦναι καὶ ὁ Διάδοχος πρίγκηψ τῆς Οὐαλίας, δὲν μεταβαίνει ὁ δικαστὴς παρὰ τῷ πρίγκηπι, ὡς αἱ νομοθεσίαι τῆς Ἠπειρωτικῆς Εὐρώπης ὁρίζουσιν, ἀλλὰ μεταβαίνει ὁ πρίγκηψ εἰς τὸ δικαστήριον, καὶ ὅτε ἔτι ὀνομάζεται Διάδοχος πρίγκηψ τῆς Οὐαλίας. Καὶ ὅταν, ἐνώπιον τοῦ μόνου δικαστοῦ, τοῦ μὴ συγχέοντος τὰς ἰδίας εὐθύνας ἐν ταῖς ψήφοις δύο, τεσσάρων ἢ πέντε δικαστῶν, ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ Διάδοχος τοῦ θρόνου τοῦ Ἀγγλικοῦ, —ὁ τοσοῦτον ἀγαπητὸς, ὥστε, ὅτε ἐκινδύνευε ν’ ἀποθάνῃ, ὁλόκληρος ἡ Ἀγγλία ἐδάκρυε καὶ ἀνέπεμπε δεήσεις ὑπὲρ τῆς σωτηρίας αὐτοῦ,— ὅταν ἀποδειχθῇ ὅτι ἐγένετο πταίστης, ὁ δικαστὴς λέγει πρὸς τὸν Διάδοχον: «Ἡ θέσις, ἣν κατέχεις, σοὶ ἐπιβάλλει νὰ ἦσαι πολὺ προσεκτικώτερος ἢ ὅσον πάντες οἱ ἄλλοι». Ὁ δὲ Διάδοχος ἐκεῖνος κύπτει τὴν κεφαλὴν ἐνώπιον τοῦ δικαστοῦ, καὶ ἀναγνωρίζει, ὑπερήφανος διὰ τὴν πατρίδα αὐτοῦ, ὅτι οὐδαμοῦ εὑρίσκονται δικασταὶ ἀνώτεροι καὶ ὑψηλοφρονέστεροι τῶν ἐν Ἀγγλίᾳ. Τοιαῦται εἶναι αἱ παραδόσεις, τοιαῦτα εἶναι τὰ ἤθη ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀσφαλίζοντα βεβαίως καὶ μόνα ἐναντίον πολλῶν παρεκτροπῶν, ἀσφαλίζοντα τὴν συναίσθησιν τῆς εὐθύνης. Καὶ ὄντως ἡ νομικὴ εὐθύνη ἐκεῖ ἀπαιτεῖται ἀκεραία. Ἀκούσατε. Κατὰ τὸν πρῶτον ὀργανισμὸν, τὸν μετὰ τὸν Κριμαϊκὸν πόλεμον, ὁ Ὑπουργὸς ἐμερίζετο μετὰ τοῦ Γενικοῦ Ἀρχηγοῦ τὰ στρατιωτικὰ ἔργα. Αὐτὸς μὲν εἶχεν (ἀναγινώσκει) «τὴν ἐπιμέλειαν (administration) καὶ τὴν διεύθυνσιν (gouvernement) στρατοῦ καὶ ἐπιμελητείας, μετὰ πάντων τῶν ἀναγομένων εἰς τὸ οἰκονομικὸν, τὴν ἐγκατάστασιν καὶ συντήρησιν τοῦ στρατοῦ». Ὁ δὲ στρατιωτικὸς ἀρχηγὸς τὴν πειθαρχίαν, τοὺς διορισμοὺς καὶ τὰς προαγωγὰς. Ἦσαν ἀρχαὶ διακεκριμέναι καὶ ἀπ’ ἀλλήλων ἀνεξάρτητοι, ἀλλὰ συχνὰ συμπράττουσαι ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἔργου, κατὰ τὸν λεπτομερῆ τρόπον, τὸν ἀναφερόμενον ἐν τοῖς νόμοις. Ὁ τοιοῦτος ὀργανισμὸς ἔπλαττε δυαδικὸν σύστημα, ὅπερ ἐπέφερε πολλὰς συγκρούσεις, ἀπεδείχθη δὲ ἡ ἀχρηστία αὐτοῦ, καὶ ἠναγκάσθησαν οἱ Ἄγγλοι νὰ σκεφθῶσι περὶ νέου ὀργανισμοῦ. Καὶ ἐν ἔτει 1878 ἔχομεν τὸν δεύτερον τοῦτον ὀργανισμόν. Δι’ αὐτοῦ ἀναδιωργανοῦτο ὁ στρατὸς, καὶ διωρίζετο ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ οὐχὶ ὡς ἁπλοῦς ἀρχηγὸς ὑπηρεσίας, ὡς τμηματάρχης, διότι, λέγεται πάλιν αὐτολεξεὶ, «διετήρει τὴν ἐξουσίαν, ἣν εἶχεν, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἱκανῶς περιωρισμένην ἐπίβλεψιν τοῦ Ὑπουργοῦ.»

§63Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τὸ κείμενον τοῦ νόμου;

§64ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ πρῶτον ἀναγνωσθὲν ἦτο αὐτὸ τὸ κείμενον, τὸ δεύτερον τοῦτο ἔλαβον ἐκ τοῦ συγγράμματος, ἐξ οὗ ἀντέγραψα. Καὶ ὁ μὲν Ὑπουργὸς εἶχε συνεργάτας δύο ὑφυπουργοὺς (ὧν ὁ ἕτερος μόνιμος) καὶ ὑποτεταγμένα, ἐκτὸς τοῦ Γεν. Ἀρχηγείου, περὶ οὗ εἶπον ἤδη, τὴν Γεν. Ἐπιθεώρησιν τοῦ πυροβολικοῦ καὶ τρίτον τμῆμα, τὸ οἰκονομικὸν, ἐν ᾧ καὶ τὸ Λογιστήριον, οὗτινος διευθυντὴς—ἐκεῖ, ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐπιτρέπεται—ἔδει πάντως νὰ ἦναι Βουλευτὴς, δηλαδὴ ὅ,τι πολιτικώτερον καὶ ἐν ἄκρᾳ ἐμπιστοσύνῃ παρὰ τῇ τὰ πράγματα διοικούσῃ Κυβερνήσει. Ὁ Γενικὸς Ἀρχηγὸς εἶχεν ἔργα τὴν ἀρχηγίαν, τὴν σύνθεσιν τοῦ στρατοῦ, τὴν παίδευσιν, τὴν πειθαρχίαν, τοὺς διορισμοὺς καὶ προβιβασμοὺς,—καθ’ ὃν τρόπον ἐπιτρέπεται νὰ γίνωνται ἐν Ἀγγλίᾳ,—τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν, τὰς Σχολάς. Ἡ Ἐπιθεώρησις τοῦ πυροβολικοῦ εἶχε τὴν ἐπιμελητείαν, τὸ ὑλικὸν, τὰ στρατιωτικὰ ἔργα, τὰς ὀχυρώσεις, τοὺς στρατῶνας καὶ τὰ τοιαῦτα. Τὸ δὲ τρίτον τμῆμα εἶχε τὰ οἰκονομικὰ ἐν γένει. Ἀλλὰ καὶ ὁ ὀργανισμὸς οὗτος ἀπεδείχθη οὐχὶ τελεσφόρος, καὶ προέβησαν ἐν Ἀγγλίᾳ εἰς τὸν τελευταῖον ὀργανισμὸν, τὸν νῦν ἰσχύοντα, ὅστις κατηρτίσθη ἐν ἔτει 1888, ὑφ’ οὗ τὰς διατάξεις διεξάγει σήμερον τὸν πόλεμον ὁ στρατηγὸς Ρόμπερτς ἐν τῇ Νοτίῳ Ἀφρικῇ. Καταργεῖται ἡ Ἐπιθεώρησις τοῦ πυροβολικοῦ, καὶ τὸ πλεῖστον μέρος τῶν ἔργων αὐτῆς μεταβαίνει εἰς τὸ Γεν. Ἀρχηγεῖον, τὸ δὲ μέρος τὸ μικρότερον εἰς τὸ ἕτερον τῶν ὑπολοίπων τμημάτων, εἰς τὸ οἰκονομικὸν, οὕτως ὥστε ὁ διευθυντὴς τοῦ οἰκονομικοῦ διατηρεῖ τὸ καθαρῶς οἰκονομικὸν μέρος τῆς ὅλης ὑπηρεσίας. Καὶ ὁ ἀρχηγὸς καὶ ὁ τμηματάρχης τοῦ οἰκονομικοῦ εἶναι τεθειμένοι ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἐν μέτρῳ διαφόρῳ, ὁ μὲν ἀρχηγὸς περιωρισμένως, ὁ δὲ ἄλλος ὡς ἁπλοῦς τμηματάρχης. Ἀκούσατε, Κύριοι, —μεταφράζω αὐτολεξεὶ ἐκ τοῦ συγγράμματος, ὅπερ ἔχω πρὸ ὀφθαλμῶν, προσφάτου συγγράμματος, ἰδίᾳ πραγματευομένου τὰ τῶν Ὑπουργῶν καὶ τὰ τῶν εὐθυνῶν ἐν πᾶσι τοῖς μεγάλοις Κράτεσιν Εὐρώπης καὶ Ἀμερικῆς—(ἀναγινώσκει): «Ἡ μεταρρύθμισις τοῦ 1888 περιώρισε σπουδαίως τὴν ἐξουσίαν καὶ τὸ ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Τὸ τμῆμα τοῦ πυροβολικοῦ ἦν εἰς αὐτὸν τελείως ὑποτεταγμένον, ἐξήσκει δ’ ἐν αὐτῷ τὴν ἐξουσίαν, ἣν ἔχει πᾶς Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἐσωτερικῇ διευθύνσει τοῦ Ὑπουργείου αὐτοῦ. Ἅπασαι σχεδὸν αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ τμήματος τοῦ πυροβολικοῦ εἶναι σήμερον μεταβιβασμέναι εἰς τὸν Γεν. Ἀρχηγόν...»

§65Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός).

§66ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅλα ταῦτα, κύριε Ὑπουργέ, εἶναι σύμφωνα πρὸς ἐκεῖνα, ἅτινα ἀρέσκουσιν εἰς ὑμᾶς, ἀρέσκουσι δὲ καὶ εἰς ἐμέ. Θὰ ἴδητε μετ’ ὀλίγον, ποῦ θὰ διαφωνήσωμεν. Δὲν δύνασθε νὰ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι δὲν λέγω ὅσα πρέπει νὰ λεχθῶσιν ἐπὶ τοῦ θέματος· τίποτε δὲν ἀποκρύπτω.

§67Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοῖς ἐνδιαφέρει ἡ σιωπὴ καὶ τίποτε ἄλλο.

§68Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι δά! Νὰ ὁμιλήσητε καὶ ὑμεῖς.

§69ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων). «Σχεδὸν ἅπασαι αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ τμήματος τοῦ πυροβολικοῦ εἶναι σήμερον μεταβιβασμέναι εἰς τὸν Γενικὸν Ἀρχηγὸν, οὗτος δὲ δὲν εὑρίσκεται ἐν ᾗ τὸ τμῆμα ἐξαρτήσει. Εἶναι μὲν ὑποβεβλημένος εἰς ἔλεγχόν τινα τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ὅμως οὗτος δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ αὐτῷ θέλησιν, οὐδὲ νὰ προστάξῃ ἐν παντί. Ἔχει ἐξουσίαν ἰδίαν... Διετήρησεν ἐν κύκλῳ τινὶ δράσεως ἀνεξαρτησίαν σχεδὸν πλήρη. Ἔξω τούτων, εἶναι ἀληθῶς ὡς κατώτερος ἀπέναντι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὅμως οὗτος θέλει ἀποφύγει νὰ δώσῃ αὐτῷ διαταγάς. Συζητοῦσιν ὁμοῦ τὰ λυτέα ζητήματα, καὶ ἡ γνώμη τοῦ στρατιωτικοῦ ἀρχηγοῦ ἀσκεῖ προφανῶς μεγάλην ἐπίδρασιν ἐπὶ τοῦ πνεύματος τοῦ πολιτικοῦ Ὑπουργοῦ.» —Παρακαλῶ, προσέξατε εἰς τὴν φράσιν· δεικνύει καλῶς τὸν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι καὶ τοῦ δρᾷν τὸν ἀγγλικόν. — «Ἐν περιπτώσει συγκρούσεως ἡ θέλησις τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπικρατεῖ.» Ταῦτα εἶναι τὰ γενικὰ, ἅτινα ὤφειλον νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, οὐδὲν λέγων ἐξ ἐμοῦ, ἀλλὰ μεταφράζων ἀπ’ εὐθείας. Ἂς ἐξετάσωμεν νῦν, Κύριοι, ποῖα τὰ ἔργα τοῦ Ὑπουργοῦ ἐν γένει καὶ ποῖα τὰ ἔργα τοῦ Ἀρχηγοῦ, κατὰ τὸν ἰσχύοντα τοῦτον ὀργανισμὸν ἐν Ἀγγλίᾳ...

§70ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Βεβαίως εἶναι μετακλητὸς αὐτός.

§71ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω κατωτέρω περὶ τοῦ μετακλητοῦ. Ὁ Ὑπουργὸς ἔχει τὸν ἔλεγχον τῆς οἰκονομικῆς διοικήσεως. Δηλαδὴ ἐκεῖ τὸ Λογιστήριον δὲν ὠλίσθησεν ἔξω τῶν θυρῶν τοῦ Ὑπουργείου μετὰ τῶν δύο αὐτοῦ τμημάτων. Ἔχει ὁ Ὑπουργὸς ἀκέραιον τὸν ἔλεγχον τῆς οἰκονομικῆς διοικήσεως, καὶ μὴ λησμονεῖτε εἰς ποῖον ἐδόθη ἡ οἰκονομικὴ διοίκησις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Ἔχει τι περισσότερον, καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξητε καὶ εἰς τοῦτο...

§72Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι κάμνετε ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία δὲν ὑφίσταται.

§73ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ βλέπω, τί εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὸ νομοσχέδιον. Εἰς τὸ νομοσχέδιον λέγετε, ὅτι πᾶσαι αἱ ὑπηρεσίαι, ἐκτὸς τῶν ἐκεῖ ῥητῶς κατονομαζομένων, μεταβαίνουσιν εἰς χεῖρας τοῦ Ἀρχηγοῦ.

§74Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τυπογραφικὸν λάθος!

§75ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὑπάρχει νομοθεσία ὁλόκληρος.

§76ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα, ὑπάρχει νομοθεσία ὁλόκληρος, εἰς ἣν παραπέμπει τὸ ἐκτελεστικὸν τοῦ ὀργανισμοῦ διάταγμα ἐν εἰδικῷ ἄρθρῳ. Δὲν τὸ λησμονῶ. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ νομοσχέδιον, ἐν ᾧ δὲν ἀξιοῦται οὐδεμιᾶς μνείας τὸ Λογιστήριον, τοῦθ’ ὅπερ σημαίνει, παρὰ παντὶ λογικῷ ἀνθρώπῳ ἀναγινώσκοντι τὸ νομοσχέδιον, ὅτι τὸ τμῆμα τὸ Λογιστικὸν μεταβαίνει εἰς χεῖρας τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ. Ἂν νῦν ἔχετε ἄλλας ἀποφάσεις, θὰ τὰς ἀναγράψητε.

§77ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς ἐὰν φέρωσι τροπολογίαν.

§78ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λοιπόν, ἔχων ὁ Ὑπουργὸς τὸν ἔλεγχον τῆς οἰκονομικῆς διοικήσεως, ἔχει καὶ ἄλλο σπουδαιότατον πρᾶγμα, Κύριοι,—ἐξ οὗ ἐξηγεῖται, πῶς ἀνωτέρω ἔλεγεν ὁ συγγραφεύς, οὗ ἐμνημόνευσα, ὅτι ἐν περιπτώσει συγκρούσεως ἡ θέλησις τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπικρατεῖ,—ἔχει τὸν ἔλεγχον τὸν νομικόν, le contrôle juridique, ὡς λέγει, τὸν ἔλεγχον δηλαδὴ ἂν ἐν ταῖς πράξεσι τοῦ Ἀρχηγοῦ ἐτηρήθη ὁ νόμος. Τοῦτο δεικνύει ἐκεῖνο, ὅπερ λέγει καὶ ῥητῶς ὁ συγγραφεὺς, ὅτι οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Ἀρχηγοῦ ἐκτελεῖται, ἂν δὲν λάβῃ ἔγκαιρον γνῶσιν αὐτῆς ὁ Ὑπουργὸς, καὶ ὅταν λάβῃ ἔγκαιρον γνῶσιν, ὁδηγούμενος ὑπὸ τῶν κανόνων ἐκείνων, ὧν ἔδωκα νύξιν πρὸ ὀλίγου, συζητεῖ μετὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ, ἀποφεύγει νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν διαταγὰς, ἀλλ’ ἐὰν παρατηρήσῃ, ὅτι ὑπάρχει τι τὸ μὴ ἔννομον, λέγει εἰς αὐτὸν «ἀρνοῦμαι». Λοιπὸν ἔλεγχον οἰκονομικὸν, ἔλεγχον νομικόν. Ἔχει ὅμως καὶ ἔλεγχον πολιτικόν. Καὶ ἐνταῦθα μεταφράζω ἐκ τοῦ συγγραφέως, οὗ τὸ σύγγραμμα...

§79Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Πῶς ὀνομάζεται;

§80ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι Βέλγος ὁ συγγραφεύς. Ὀνομάζεται δὲ Dupriez, καὶ τὸ σύγγραμμα αὐτοῦ, πρὸ πέντε ἢ ἓξ ἐτῶν ἐκδοθὲν, δίτομον, πολύτιμον ἀληθῶς, ἐβραβεύθη ὑπὸ τῆς Ἀκαδημίας τῶν Ἠθικῶν καὶ Πολιτικῶν Ἐπιστημῶν τῆς Γαλλίας. Ἐγὼ ἤντλησα ἐκεῖθεν πολλὰ ὄχι μόνον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν καθημέραν πολιτικὸν βίον. Λοιπὸν ἔλεγχον πολιτικόν· «δηλαδὴ (λέγει ὁ συγγραφεὺς) ὀφείλει νὰ δώσῃ (ὁ Ὑπουργὸς) εἰς τὴν ἐπιμέλειαν καὶ τὴν διεύθυνσιν τῶν τοῦ στρατοῦ τὴν ὑπό τε τῆς ἐσωτερικῆς καὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἀπαιτουμένην ὤθησιν, μεριζόμενος ἄλλως τὸν πολιτικὸν τοῦτον ἔλεγχον μετὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν ἄλλων μελῶν τοῦ Ὑπουργείου.» Ἐν ἄλλοις λόγοις, ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργεῖον εἶναι ἐκεῖ ἄγρυπνος φύλαξ, φροντίζων, ὅπως προσαρμόζηται ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ εἰς τὰς γενικὰς ἀξιώσεις τῆς ἐσωτερικῆς καὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Ἀγγλίας. Ἀλλὰ τοῦτο βεβαίως ἀπαιτεῖ μετακλητὸν διοικητήν.

§81Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἂν δὲν εἶναι μετακλητὸς, κύριε συνάδελφε, ἔχω νὰ σᾶς εἴπω παράδειγμα σημαντικὸν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀποδεικνύεται, πόσον σεβασμὸν πρὸς τοὺς νόμους ἔχουσιν αἱ Ὑψηλότητες ἐκεῖναι.

§82ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νῦν ἐπιτρέψατε νὰ ἀναγνώσω εἰς ὑμᾶς ἐκ τῶν σημειωμάτων, ἅτινα ἔχω, τὰς πράξεις τοῦ Γενικοῦ Ἀρχηγοῦ. Ἔχει τὴν γενικὴν διοίκησιν τὴν στρατιωτικὴν, τὴν παίδευσιν, τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν. Ἄν αἱ πράξεις αὐτοῦ ἦναι ἔννομοι καὶ δὲν ἐγείρωσι ζήτημα οἰκονομικὸν ἢ πολιτικὸν, οὐδὲν δικαίωμα ἀναμίξεως εἰς αὐτὰς ἔχει ὁ Ὑπουργὸς, ὅστις ὅμως λαμβάνει, ὡς ἐλέχθη, πρὸς ἐξέλεγξιν αὐτῶν ἔγκαιρον γνῶσιν. Αἱ δὲ μικτὸν χαρακτῆρα ἔχουσαι πράξεις κανονίζονται ἀπὸ κοινοῦ ὑπὸ Ὑπουργοῦ καὶ Ἀρχηγοῦ. Καὶ ἐνταῦθα λαμβάνω ἐκ τῶν παραδειγμάτων τῶν ἐν τῷ συγγράμματι τινὰ, τὰ κυριώτερα, διότι τὰ ἄλλα εἶναι δευτερευούσης σημασίας. Οἱ διορισμοὶ ἐκεῖ οἱ ταπεινότεροι ἀνήκουσιν εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ, (κατὰ τὸ Ἀγγλικὸν σύστημα) ὅστις διὰ τοὺς ἀνωτέρω λόγους, συνεννοούμενος ἐγκαίρως μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχει τὸ δικαίωμα, ἀπευθείας νὰ ἐξαιτῆται ἐπ’ αὐτῶν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βασιλίσσης, διότι ἐκεῖ τὸ Σύνταγμα δὲν ἐμποδίζει τοῦτο. Ἀλλ’ οἱ διορισμοὶ οἱ εἰς ἀνωτέρας θέσεις, συνταγματάρχου καὶ ἄνω, ἐπειδή, λέγει ὁ συγγραφεύς, ὅστις ἔχει ὑπ’ ὄψει πάντας τοὺς γράψαντας ἐπὶ τοῦ θέματος, ἔχουσι σημασίαν πολιτικήν, δέονται ἀμέσου ἐγκρίσεως τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ Γεν. Διοικητὴς ὑποβάλλει τὰς προτάσεις εἰς τὸν Ὑπουργόν, ὁ δὲ Ὑπουργὸς φέρει ὅσας ἔχει ἀντιρρήσεις. Ἐπὶ ποινῶν, ὁ μὲν Γεν. Ἀρχηγὸς προτείνει τὸν ὁρισμὸν αὐτῶν, ὁ δὲ Ὑπουργὸς ἐξετάζει καὶ ἀποφαίνεται, ἂν ἡ πρότασις εἶναι νόμιμος καὶ πρόσφορος. Προκειμένου περὶ τῆς κατανομῆς τοῦ στρατοῦ, εἴδετε κατὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν κεφαλαίων τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Γεν. Ἀρχηγοῦ, ὅτι τὴν κατανομὴν τοῦ στρατοῦ εἰς τὰς πόλεις καὶ τὰ φρούρια καὶ τὴν χώραν ὁλόκληρον παραδίδομεν ἡμεῖς ἀνεξελέγκτως εἰς τὸν Γεν. Διοικητήν. Προκειμένου περὶ κατανομῆς τοῦ στρατοῦ ἐν Ἀγγλίᾳ εἰς πόλεις καὶ φρούρια, οὐδὲν γίνεται ἄνευ συμφωνίας μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐκ συμφώνου ὑπ’ αὐτῶν ἀποφασίζεται, προτείνοντος τοῦ Ἀρχηγοῦ καὶ ἐγκρίνοντος τοῦ Ὑπουργοῦ. Καὶ τοιαῦτα, Κύριοι τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἀγγλικοῦ, ὅστις λόγον ἔχει ἀκριβῶς ἐκεῖνον, δι’ ὃν εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐκθύμως ἤθελον ψηφίσει τὸ νομοσχέδιον, καθιεροῦν μονιμότητα Διοικητοῦ μετακλητοῦ καὶ μετὰ πλήρους εὐθύνης. Ἀλλ’ ἐν Ἀγγλίᾳ ταῦτα, πάντα κύριοι Βουλευταί, συμβαίνουσιν ἐν καιρῷ εἰρήνης μόνον. Προτείνατε καὶ ἡμεῖς εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ θέσῃ ἐνταῦθα τὸν ὅρον τοῦτον, ὅπως προέτεινεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, ὁ μετὰ τοσαύτης εὐγλωττίας καὶ τοσοῦτον εὐγενοῦς θάρρους ὁμιλήσας ἀπὸ τοῦ βήματος περὶ τοῦ θέματος. Παρετήρησα τότε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν μειδιάσαντα, γελάσαντα μάλιστα σαρκαστικῶς, καὶ ἀνακοινώσαντα εἰς τὸν παρακαθήμενον τὴν οἰκτρὰν ἐντύπωσιν, ἣν πρὸν αὐτὸν προὐξένησεν ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτοῦ. Ἀλλ’ ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτοῦ ἦτο ἠντλημένη ἐκ τῶν κανονισμῶν τῶν ἀγγλικῶν, καὶ δὲν γνωρίζω, ἂν οἱ ἀγγλικοὶ νόμοι κατηγορήθησαν ποτὲ ἐπὶ γελοίῳ. Ἀκούσατε, τί συμβαίνει ἐν Ἀγγλίᾳ, προκειμένου περὶ πολέμου, καίτοι βλέπετε, τί συμβαίνει σήμερον, ὅτε διεξάγει τὸν πόλεμον ἡ Ἀγγλία, καὶ ἔχετε βεβαίως ἀντίληψίν τινα τῶν πραγμάτων. Καὶ ἐνταῦθα μεταφράζω αὐτολεξεὶ (ἀναγινώσκει): «Ἐν καιρῷ πολέμου, τὸ Ὑπουργεῖον διορίζει τὸν Γενικὸν Ἀρχηγὸν τῆς ἐκστρατείας καὶ τοὺς κυριωτάτους μεράρχους· τὸ Ὑπουργεῖον ὁρίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν στρατευμάτων διὰ τὴν ἐκστρατείαν· τὸ Ὑπουργεῖον ἐγκρίνει ὁριστικῶς τὸ σχέδιον τῆς ἐκστρατείας. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν γίνεται τότε εἰδικῶς ὁ ἐκτελεστής τῶν διαταγῶν τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ δὲ Γεν. Ἀρχηγὸς, μένων ἐν Ἀγγλίᾳ, οὐδεμίαν ἐξουσίαν ἄμεσον ἐνασκεῖ ἐπὶ τοῦ ἐν ἐκστρατείᾳ στρατοῦ· αἱ ἐξουσίαι, ἃς εἶχε τέως, ἀσκοῦνται νῦν ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς ἐκστρατείας, ὅστις ὑπάγεται ἀμέσως εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, παρὰ τούτου λαμβάνει πᾶσαν διαταγὴν ἐξ ὀνόματος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μετὰ τούτου μόνου ἐπικοινωνεῖ.» Καὶ πῶς θέλετε, Κύριοι, νὰ ἔχωσιν ἄλλως τὰ πράγματα; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῆτε, ὅτι ἐχέφρον ἔθνος καὶ σπουδαῖον, ἐχέφρων Κυβέρνησις καὶ σπουδαία, οἷον εἶναι τὸ ἔθνος τὸ Ἀγγλικόν, ὁποία εἶναι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ὅτε ἔρχεται ἡ ὥρα τοῦ πολέμου, θὰ παραβλέψῃ τοὺς τυχὸν ἔξω τοῦ Γεν. Ἀρχηγείου ἱκανωτέρους ἵνα διεξαγάγωσι τὸν πόλεμον, εἴτε λόγῳ ἐξαιρετικῆς ἱκανότητος, εἴτε λόγῳ εἰδικῶν γνώσεων τοῦ ἐδάφους, ἔνθα θέλει διεξαχθῆ ὁ πόλεμος, εἴτε λόγῳ παρωχημένων ὑπηρεσιῶν, ἀσφαλιζουσῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι διὰ τούτων, τῶν ἔξω τῆς γενικῆς ἀρχηγίας, ἐπιτυχέστερον θέλει διεξαχθῆ ὁ πόλεμος; πῶς θέλετε νὰ παραβλέψῃ πάντα ταῦτα καὶ νὰ στηριχθῇ εἰς τὸν ἀρχηγὸν, ὅστις ἐν τῷ μεταξὺ εἶναι δυνατὸν καὶ νὰ ἐγήρασεν, ὅπως ἐγήρασε Γεν. Ἀρχηγὸς ὁ δοὺξ τῆς Κανταβριγίας, περὶ οὗ διακόψας με κατά τινα προηγουμένην συζήτησιν ἐποιήσατο λόγον ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ἦτο δυνατὸν νὰ παραβλέψῃ τοὺς σήμερον στρατηγοὺς, οὓς ἀπέστειλεν, ἵνα σώσῃ τὰ συμφέροντα τὰ ἀγγλικὰ ἐν Νοτίῳ Ἀφρικῇ, ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, καὶ, ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι παρέμενεν ἔτι εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ ὁ δοὺξ τῆς Κανταβριγίας, νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὸν δοῦκα τῆς Κανταβριγίας τὴν διεξαγωγὴν τοῦ πολέμου; Σπουδαία Κυβέρνησις εἶναι δυνατὸν νὰ σκέπτηται οὕτω; Δυνατὸν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, καθ’ ἣν ὥραν γίνεται ἡ ἐκστρατεία, νὰ ἦναι στρατιωτικὸς ἄξιος τῶν καθηκόντων, ἅτινα εἶναι ἀνατεθειμένα εἰς αὐτόν. Ἀλλ’ ἂν ὑπάρχῃ ὁ ἀξιώτερος; Καὶ ὅτε ἔχετε τὸν ἀξιώτερον, ἵνα στείλητε ἐκεῖ, ὅπου ἀπαιτεῖται πᾶσα ἀξία, τελεία ἀξία, ἵνα φέρητε ἀποτέλεσμα ἐθνικῶς συμφέρον, θὰ ἐκλέξητε τὸν ἧττον ἄξιον, διότι συνέπεσε, καθ’ ὃν χρόνον ἐγένετο ἀρχηγὸς, νὰ μὴ ὑπάρχῃ ὁ ἀξιώτερος; Ἀλλ’ ἐνταῦθα ὑπῆρχεν ἀπαίτησις, ἦτο ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον νὰ ἦναι καὶ ἐν πολέμῳ ἀρχηγὸς ὁ ἀρχηγὸς ὁ ἐν εἰρήνῃ, διότι ἐνταῦθα τὸ ὅλον τοῦ προγράμματος εἶναι, ἡ ὅλη ἐξουσία, ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, ἐν παντὶ χρόνῳ καὶ ἐν παντὶ τόπῳ νὰ ἦναι μετατεθειμένη ἀπὸ τῶν χειρῶν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως εἰς χεῖρας μὴ ὀφειλούσης λόγον Ἀρχῆς. Κύριοι, νομίζω ὅτι ἔδειξα, ποίας ἔχω γνώμας περὶ τοῦ χρησίμου τῆς Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ὑπὸ τοὺς ὅρους τοὺς δύο, οὓς ὑπέβαλον εἰς ὑμᾶς. Γενικὴ Διοίκησις ὑπὸ ἀρχηγὸν μετακλητὸν εἶναί τι τὸ ἀσπαστότατον ἐν Ἑλλάδι. Γενικὴ Διοίκησις ὑπὸ ἀρχηγὸν τελείως ὑπεύθυνον εἶναι ἵδρυμα, ὑπὲρ οὗ συμβουλεύω πάντας ὑμᾶς νὰ ψηφίσητε. Γενικὴ Διοίκησις ὑπὸ ἰσοβιότητα ἀκαθαίρετον, Γενικὴ Διοίκησις ὑπὸ εὐθύνην ὑποσκάζουσαν, ἐξορκίζω ὑμᾶς, Κύριοι, μὴ θελήσητε νὰ ψηφισθῇ ἐν Ἑλλάδι,—ἐξορκίζω ὑμᾶς, μὴ θελήσητε νὰ ψηφισθῇ ἐν Ἑλλάδι, καὶ διὰ λόγους ἐθνικοὺς καὶ πολιτικοὺς, ἀνεξαρτήτως τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ διὰ λόγους ἐλευθερίας συνταγματικῆς καὶ ἕνεκα τῆς εἰδικῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, τῆς ἀπαγορευούσης νὰ ψηφισθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον. Τί εἶναι, Κύριοι, ὁ ἀντιστράτηγος, περὶ οὗ προτείνουσιν εἰς ἡμᾶς ν’ ἀνατεθῇ εἰς αὐτὸν ἰσοβίως ἡ Γενικὴ Διοίκησις, μέχρις ὅτου ἀποστρατευθῇ ἢ μέχρις ὅτου ἔλθῃ ἡ ἄλλη ἐκείνη κατάστασις, ἡ ἀνάγουσα αὐτὸν εἰς ὑψηλότερον θρόνον; Ὁ Διάδοχος εἶναι ἀξιωματικὸς, ὅστις εἶναι βεβαίως ὑπεύθυνος, εὑρισκόμενος ἐν τῷ στρατῷ. Εἶναι βεβαίως ὑπεύθυνος, καὶ ἡ νομοθεσία ἡμῶν τοῦτο ὑπαγορεύει ἡμῖν νὰ δεχθῶμεν, καὶ ἔχομεν γνῶσιν, ὅτι ἁπανταχοῦ οὕτω τὸ πρᾶγμα κρίνεται. Ἀλλ’ ἐνῷ εἶναι ὑπεύθυνος, καὶ δυσχέρειαι παρουσιάζονται, ὡς μάλιστα τὰ πράγματα ἔχουσιν ἐν Ἑλλάδι, νὰ ζητηθῶσι παρ’ αὐτοῦ εὐθῦναι δι’ ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν ἀστοχήσῃ, καὶ δὲν ἔχει ὁ ἴδιος τὴν συναίσθησιν ὅτι εἶναι ὑπεύθυνος,—δὲν λέγω τοῦτο μετὰ προθέσεως ἵνα ψέξω τὰς πεποιθήσεις αὐτοῦ, εἶναι πεποιθήσεις, ἀλλ’ ὁ Διάδοχος δημοσίᾳ, ἐν συνομιλίᾳ, ἣν διὰ δηλώσεως τοῦ Γραφείου αὐτοῦ ἐπεκύρωσε, μετὰ μιᾶς μόνης ἐξαιρέσεως,—διότι διέψευσεν, ὡς κακῶς ἐκτεθὲν, τὸ μέρος τὸ ἀναγόμενον εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν στρατηγὸν Σμολένσκην, — ἐδήλωσεν αὐτολεξεὶ ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Ἐγὼ εἶμαι ἐκ τῶν μὴ τιμωρουμένων ἀξιωματικῶν καὶ Διάδοχος». Ἔχει ταύτην τὴν συναίσθησιν ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου. Καὶ σεβαστὴ μὲν εἶναι ἡ πεποίθησις αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰ κείμενα, διότι δὲν ἔχει ἱκανὴν τὴν γνῶσιν τῶν κειμένων, ὥστε νὰ πεισθῇ, ὅτι δὲν εἶναι ἀνεύθυνος. Ἔχει ταύτην τὴν συναίσθησιν. Εἶναι ἄρα ἀτελῶς ὑπεύθυνος, ἀτελῶς λόγῳ τῆς ἐλλείψεως τῆς συναισθήσεως τοῦ ὑπευθύνου, ἀτελῶς λόγῳ τῆς δυσχεροῦς λειτουργίας τῆς εὐθύνης, προκειμένου περὶ τοιούτου προσώπου. Καὶ προτείνουσιν εἰς ἡμᾶς νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς μόνην τὴν συναίσθησιν τῆς ἠθικῆς εὐθύνης! Ταύτην ἔχει βεβαίως πλήρη· εἶναι φιλότιμος, εἶναι φιλόπατρις, εἶναι ἀνδρεῖος, σταθερῶς ἀντεμετώπισε τὸν ἐχθρὸν ὑπὸ τὸ πῦρ,—ταῦτα εἶναι ἀλήθειαι, ἃς ὀφείλω πρῶτος ἐγὼ ν’ ἀνομολογήσω ἐνταῦθα. Διότι δὲν ἐπιτρέπω οὐδὲ κἂν νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι ἐν τῷ σεβασμῷ μου πρὸς τὸν Διάδοχον καὶ τὸν Βασιλέα εἶμαι κατώτερος οὐδενὸς ἄλλου· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ὁ σεβασμὸς ἤθελε μεταβληθῆ εἰς περιφρόνησιν καὶ ἀνευλάβειαν, ἐὰν, σεβόμενος ἐκείνους, οὓς πρῶτος εὐλαβοῦμαι, ἀποκρύπτω εἰς αὐτοὺς τὴν ἀλήθειαν. Καὶ ἂν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς εὐθύνης καὶ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις οὐχὶ φρονοῦσα τὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἥτις καλῶς ὑποκλίνεται, ἀλλὰ Κυβέρνησις σθεναρὰ καὶ θέλουσα νὰ ζητήσῃ εὐθύνας, νομίζετε, Κύριοι,—ποίους θέλετε; ἀναστήσατε ἐνταῦθα καὶ Βούλγαρην καὶ Κουμουνδοῦρον καὶ Δεληγεώργην καὶ Τρικούπην καὶ Ζαΐμην, καὶ καταρτίσατε Ὑπουργεῖον ὑπὸ πάντων τούτων τῶν πρωτευόντων ἀνδρῶν συγκροτούμενον, καὶ θέσατε αὐτοὺς ἐνώπιον τῆς ἀνάγκης νὰ ζητήσωσι λόγον παρὰ τοῦ Διαδόχου, πταίσαντος ἀκουσίως ἢ ἑκουσίως,—διότι οὐδεὶς ἐν τῷ κόσμῳ ἀναμάρτητος, οὐδὲ ὁ Πάπας,—καὶ εἴπατέ μοι, παρακαλῶ, εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσωσιν εὐθύνας; Ἐγὼ βεβαίως οὐδέποτε ἤθελον ἀποφασίσει τοιοῦτόν τι. Διότι φρονῶ, ὅτι τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἤθελον ἀποταθῆ πρὸς τὸν Διάδοχον, ἵνα ζητήσω παρ’ αὐτοῦ εὐθύνας, ἤθελον ἀφαιρέσει ἀπ’ αὐτοῦ τὸ ἀξίωμα τὸ διαδοχικὸν, ἤθελον βεβαίως φθάσει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἀπαιτεῖται καθαίρεσις ἀπὸ τοῦ διαδοχικοῦ ἀξιώματος. Ὅτε δὲ προβάλλετε ἀξιώματα τοιαῦτα εἰς ἐκείνους, οἵτινες δεχόμενοι αὐτὰ περιβάλλονται διφυᾶ χαρακτῆρα, εἰς ἐκείνους, οἵτινες δὲν δύνανται ν’ ἀποχωρισθῶσι τοῦ κυρίου αὑτῶν χαρακτῆρος, τότε πρέπει νὰ ἐξετάσητε, ἂν τὸ προβαλλόμενον εἶναι φρόνιμον, εἶναι σωφρόνων πολιτευτῶν πρότασις, τότε πρέπει ν’ ἀξιώσητε παρ’ ἐκείνου, εἰς ὃν προτείνεται τὸ ἀξίωμα, νὰ εἴπῃ: «Δὲν δέχομαι ἐγὼ λειτουργίαν, ἥτις δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἀπόδοσιν εὐθυνῶν, ἥτις, ἐὰν ζητηθῶσιν εὐθῦναι, μὲ καταβιβάζει ἀπὸ τῆς ὑψηλῆς θέσεως, ἣν ἔχω δικαίωμα, ἔχω καθῆκον νὰ διατηρήσω ὑπὲρ τοῦ ἔθνους μου.» Κύριοι, τίποτε ἐν τῷ κόσμῳ δὲν εἶναι ἄνευ προηγουμένου· καὶ ὅτε ἐνταῦθα, ἐξ ἀφορμῆς τῆς συζητήσεως περὶ τῆς ἀποχωρήσεως τοῦ Βουλευτοῦ Οἰτύλου ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ ὁμοζύγου τῆς Βασιλίσσης τῆς Ἀγγλίας, εἰς ὃν προετάθη ὑπὸ τοῦ στρατάρχου Οὐελλιγκτῶνος ἡ ἀρχηγία, εἶπον δι’ ὀλίγων πρὸς ὑμᾶς, ὅτι αὐτὸς μὲν ἐγγράφως, δι’ ἐπιστολῆς, ἠρνήθη τὴν ἀρχηγίαν, δι’ ὃν λόγον πρὸ ὀλίγου ἀνέπτυσσον, ὁ δὲ πρῶτος τῶν πολιτικῶν τοῦ αἰῶνος ἐν Ἀγγλίᾳ, ὁ Γλάδστων, εἶπε περὶ μὲν τοῦ πρίγκηπος, πρὸς ὃν δὲν εἶχε λίαν εὔνως, ὅτι ἦτο ἡ πρᾶξις αὐτοῦ ἀξία πάσης τιμῆς, καὶ ἐδείκνυεν ἄνδρα ἀληθῶς καὶ νουνεχῆ καὶ φιλόπατριν, περὶ δὲ τοῦ στρατάρχου, τοῦ νικητοῦ ἐν Βατερλῷ, ὅτι ἡ πρᾶξις αὐτοῦ ἦτο «δεῖγμα βέβαιον ἀρχῆς ἐξασθενήσεως αὐτοῦ ἐκ γήρατος». Ἰδοὺ, Κύριοι, τί γράφει ὁ πρίγκηψ Ἀλβέρτος. Ἡ μετάφρασις ὅσων θέλω ἀναγνώσει ὑμῖν ἐγένετο ὑπ’ ἐμοῦ, κατὰ σύμπτωσιν, ἐξ ἀφορμῆς τῆς δηλώσεως τοῦ Διαδόχου, ὅτι εἶναι ἀξιωματικὸς ἐκ τῶν μὴ τιμωρουμένων καὶ Διάδοχος. Καίτοι μὴ πολιτευόμενος ἐνεργῶς τότε ἐν τῇ Βουλῇ, ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω δημοσίως τὴν γνώμην μου, καὶ ἐνυπογράφως ἔγραψα αὐτὴν ἐν πολιτικῇ τινι ἐφημερίδι, συνέπεσε δὲ ἡ δήλωσις αὕτη ἡ ἐνυπόγραφος τῇ 28 Ἰανουαρίου 1898, ἀκριβῶς δύο ἔτη πρὸ τῆς 28 Ἰανουαρίου 1900, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Οἰτύλου, ὅτε συνεζητοῦμεν περὶ τῆς ὑποθέσεως ὑμῶν ἐνταῦθα καὶ ἐλέγομεν τὰ αὐτά, ἐξ οὗ φαίνεται, ὅτι δὲν λογίζομαι καὶ ἐγὼ μεταξὺ ἐκείνων τῶν πολιτευομένων, οἵτινες ἔδωσαν ἄλλας διαβεβαιώσεις, ἂν τὰ γραφόμενα ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ἔχουσι σκιάν τινα ἀκριβείας (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατάστασις», ἔγραφεν ὁ πρίγκηψ Ἀλβέρτος, «ἡ παραγομένη ἐκ τῆς ἐπὶ τοῦ Θρόνου παρουσίας θηλείας ἡγεμόνος ἐπιβάλλει εἰς τὸν Βασιλικὸν σύμβιον...»

§83Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται περὶ υἱοῦ.

§84ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν σημαίνει· ὁ εἷς εἶναι σύμβιος καὶ ὁ ἄλλος υἱός· θὰ ἴδωμεν κατωτέρω, τί λέγει ὁ Γλάδστων (ἀναγινώσκει): «... ἐπιβάλλει εἰς τὸν Βασιλικὸν σύμβιον τὸ καθῆκον νὰ συγχωνεύσῃ τελείως εἰς τὸν τῆς γυναικὸς αὑτοῦ τὸν ἴδιον ἑαυτοῦ βίον, νὰ μὴ ἐπιθυμῇ καμμίαν ἐξουσίαν δι’ ἑαυτοῦ ἢ ὑπὲρ ἑαυτοῦ, ν’ ἀπαγορεύῃ εἰς ἑαυτὸν πᾶσαν ἐπίδειξιν, νὰ μὴ ἀναδέχηται ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ εὐθύνας.» Ἰδοὺ δὲ καὶ τί λέγει ὁ Γλάδστων,—διότι δὲν ἦτο δυνατὸν τὸ παράδειγμά μου νὰ ἦναι τελείως ἀπαράλλακτον, συνέπεσε δὲ ὁ Γενικὸς Ἀρχηγὸς, ὁ ἀρνούμενος τὴν ἀρχηγίαν, νὰ ἦναι πρίγκηψ ὁμόζυγος, καὶ ὄχι τέκνον Βασιλέως καὶ Διάδοχος, —ἰδοὺ τί λέγει ὁ Γλάδστων, πραγματευόμενος τὸ θέμα γενικῶς, πιστεύω δὲ, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ θέλουσιν ἀναγνωρίσει τοὐλάχιστον τοῦτο, ὅτι ὁ Γλάδστων, ὡς πολιτευόμενος ἐκ τῶν πρώτων ἐν Ἀγγλίᾳ, τὰ τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος ἐγνώρισε καὶ διεχειρίσθη κάλλιον ἡμῶν. Ἀκούσατε, Κύριοι· πρόκειται περὶ διδασκαλίας σοφοῦ, ἐξόχου ἀνδρὸς καὶ πεπειραμένου, ὅσον οὐδεὶς ἄλλος καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Ἀγγλίᾳ κατὰ τοὺς χρόνους τούτους (ἀναγινώσκει): «Ἐπιθυμητὴ βεβαίως ἡ διηνεκὴς ὕπαρξις ἰσχυρᾶς κοινωνίας αἰσθημάτων μεταξὺ ἡγεμόνος καὶ στρατοῦ. Ἀλλ’ ὁ στρατὸς ἀποτελεῖ πάντως μίαν τῶν μεγάλων διοικήσεων τοῦ Κράτους, καὶ ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ αἱ μεγάλαι τοῦ Κράτους διοικήσεις μόνον ὑπευθύνους πρὸς τὸ Κοινοβούλιον εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσιν ἐπὶ κεφαλῆς. Ἐπειδὴ δὲ ὁ χαρακτὴρ τῶν ἔργων τοῦ ἀρχιστρατήγου ὑπαγορεύει ἔμμεσον μόνον καὶ οὐχὶ ἀπ’ εὐθείας συνάφειαν πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, διότι ἡ στρατιωτικὴ πειθαρχία, πρᾶγμα σπουδαιότατον, λεπτότατον, πολλαχῶς ἐν ἐπαφῇ πρὸς τὰ συμφέροντα καὶ τὰ αἰσθήματα τῆς κυβερνώσης τάξεως, συμφέρει νὰ μὴ πιέζηται ὑπὸ τῆς κοινοβουλευτικῆς δυνάμεως, φόβῳ μὴ αὕτη σήμερον δράσῃ πολὺ ὀλιγώτερον ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος ἢ πρὸς τὸ συμφέρον μιᾶς τάξεως, διὰ τοῦτο ἡ εὐθύνη τοῦ ἀρχιστρατήγου καλύπτεται ὑπὸ τῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν...»

§85ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.

§86ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου! Ἀπορῶ, πῶς σπεύδετε ὑμεῖς, εὐφυέστατος καὶ νομικώτατος, πῶς σπεύδετε ν’ ἀποφαίνησθε, πρὶν ἢ ἀκούσητε τὸ τέλος· διότι τοὐλάχιστον εἰς τὰ δικαστήρια ἤκουσα ὑμῶν πολλάκις διαμαρτυρομένου, ὅτι τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται (ἀναγινώσκει): «...Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη προστασία δὲν εἶναι ἀπαλλαγή, τοῦ δὲ Κοινοβουλίου ἡ αὐθεντία ὑφίσταται ἀκέραιος ἀπέναντι τοῦ στρατιωτικοῦ ἀρχηγοῦ, ὡς καὶ ἀπέναντι τοῦ ἐπισήμου πολιτικοῦ προϊσταμένου. Καὶ εἶναι μὲν βέβαιον, ὅτι ἡ εὐθύνη τῶν δημοσίων λειτουργῶν δὲν περιβάλλεται σήμερον, ὡς ἐν ἄλλοις χρόνοις, ὑλικὴν μορφὴν ποινικῆς καταδιώξεως...» Ἐκεῖνο, ὅπερ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον, ἵνα ὑπάρχῃ εὐθύνη κοινοβουλευτική, διότι τοῦτο προξενεῖ αὐτῷ ἐντύπωσιν, ἡ ἄλλη ἡ πολιτικὴ εὐθύνη δὲν ἔχει παρ’ αὐτῷ καμμίαν σημασίαν (ἀναγινώσκει): «Ἀλλ’ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἀρκούντως ἀσφαλίζεται ὑπὸ τῆς πολλῷ δραστικωτέρας δυνάμεως τῆς κοινῆς γνώμης, ἧς τὴν ἐπίδρασιν πειθηνίως ὑφιστάμεθα. Ἐσχάτη κύρωσις δὲν εἶναι σήμερον ἀπειλὴ τῆς ζωῆς, τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς περιουσίας τοῦ δημοσίου λειτουργοῦ, ἀλλ’ ἁπλῶς ποινὴ ἀπολύσεως. Πλὴν ἀλλ’ ὅμως τὸ πρὸς ταύτην δικαίωμα εἶναι ἀπαραίτητον, καὶ ἐν τῇ ὑποθέσει τοῦ Δουκὸς τῆς Ὑόρκης ἀπεδείχθη οὐχὶ δικαίωμα κενόν.» Ἀπαιτεῖται λοιπὸν ἀπαραιτήτως τὸ μετακλητόν· καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ ἐν τῇ ὑποθέσει τοῦ Δουκὸς τῆς Ὑόρκης δὲν ἀπεδείχθη δικαίωμα κενόν· θέλω δὲ εἴπει, τίς ἦτο ἡ ὑπόθεσις τοῦ Δουκὸς τῆς Ὑόρκης, ἀφοῦ τελειώσω τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ κειμένου ὅλου (ἀναγινώσκει): «Πλὴν φανερὸν, ὅτι δὲν ἠδύνατό τις νὰ σκεφθῇ νὰ ποιήσηται αὐτοῦ χρῆσιν, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν νὰ συζητήσῃ περὶ αὐτῆς, προκειμένου περὶ τοῦ ἀνδρὸς τῆς Βασιλίσσης, διότι προσέκρουεν εἰς τὸ Στέμμα. Μεταξὺ τῶν δύο ὁ δεσμὸς ἦτο παραπολὺ στενὸς, ὅπως μὴ ἐγγίσῃ τις ταύτην, πλήττων ἐκεῖνον. Ἐν τοιούτοις θέμασι τὸ ὅλον στενόχωρον. Ἐξ οὗ συνάγεται, ὅτι, ὅσαι δήποτε καὶ ἂν ὑπῆρχον ἐγγυήσεις συμπεριφορᾶς φρονίμου καὶ ἀμέμπτου, ἕνεκα τοῦ χαρακτῆρος τοῦ πρίγκηπος, ἡ πρότασις τοῦ Δουκὸς ἐνόσει νόσημα οὐσιῶδες καὶ ἀνίατον. Ὁ Βασιλικὸς σύμβιος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν πρώτιστον ὅρον τοῦ ἀξιώματος τοῦ ἀρχηγοῦ, διότι ἦτο ἀδύνατον νὰ κατασταθῇ μετακλητός.» Καὶ λέγετε μὲν ὑμεῖς,—διότι ἐνστάσεις ἀναξίας τοῦ περιβόλου τούτου ἀκούω ὑποβαλλομένας,—ὅτι εἶναι διάφορος ἡ περίστασις τοῦ συμβίου ἀπὸ τῆς τοῦ τέκνου, ἀλλ’ ἐνῷ λέγετε ταῦτα, λησμονεῖτε, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καθιστᾶτε τὸ ἰσόβιον. Καὶ ὅτε καθιστᾶτε τὸ ἰσόβιον, ποῦ εἶναι τὸ μετακλητὸν, ὅπερ ἀπαιτοῦσιν ἁπανταχοῦ, ἀπαιτεῖ δὲ μετὰ τόσης ῥώμης γνώμης καὶ ὁ ἔνδοξος γέρων τῆς Ἀγγλίας; Ἀκούσατε τώρα, Κύριοι, τὴν ἱστορίαν τοῦ Δουκὸς τῆς Ὑόρκης. Οἱονδήποτε λεξικὸν ἐγκυκλοπαιδικὸν ἂν ἀνοίξητε, θέλετε εὕρει αὐτὴν, διότι εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἵτινες μένουσιν ἐν τοῖς χρονικοῖς, ἵνα δείξωσι τὸ μεγαλεῖον τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ, τὸ σθένος τῶν Ἀγγλικῶν Κυβερνήσεων. Ὁ Δοὺξ τῆς Ὑόρκης ἦτο δευτερότοκος υἱὸς Γεωργίου τοῦ Γʹ τῆς Ἀγγλίας, διῴκει δὲ σῶμα στρατιωτικὸν ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τοὺς πρὸς τὸν Ναπολέοντα πολέμους, καὶ ἡττᾶτο συνεχῶς, οὐχὶ λόγῳ τῆς ὑπεροχῆς τοῦ Ναπολέοντος, ἀλλὰ λόγῳ τῆς ἀνικανότητος, ἣν εἶχεν ὁ υἱὸς τοῦ Βασιλέως· ἠναγκάσθη ἐπὶ τέλους ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀπομακρύνῃ αὐτὸν ἐκ τοῦ πεδίου τοῦ πολέμου, καὶ ἐτοποθέτησεν αὐτὸν Ἀνώτατον Ἀρχηγὸν τοῦ πολεμικοῦ προσωπικοῦ ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν ταύτῃ δὲ τῇ ὑπηρεσίᾳ περιέπεσεν εἰς δεινὰ ἁμαρτήματα. Καὶ ἠθωώθη μὲν ἐν δικαστηρίῳ, διότι παρέπεμψαν αὐτὸν εἰς τὸ δικαστήριον ἐν Ἀγγλίᾳ,— δὲν ἦτο Διάδοχος ἀλλὰ δευτερότοκος υἱὸς,—ἀλλ’ ἀπελύθη τῆς θέσεως τὴν 20 Μαρτίου 1809. Ἔκτοτε δὲν μετεβλήθησαν τὰ πράγματα ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἔκτοτε τὰ πράγματα, ἂν ὑπέστησαν τροπήν τινα, ὑπέστησαν αὐτὴν ἐπὶ τὸ φιλελευθερώτερον, ἐπὶ τὸ μᾶλλον ἀνεξάρτητον, ἐπὶ τὸ ὑπερηφανώτερον, ἐπὶ τὸ αὐστηρότερον, ἐπὶ τὸ ἀληθέστερον. Καὶ ἂν κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ αἰῶνος ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν χρόνοις, καθ’ οὓς ἡ κοινοβουλευτικὴ κακοδαιμονία ἦτο πολὺ μεγαλειτέρα ἢ ὅτι σήμερον ἐν Ἑλλάδι,—διότι γινώσκετε, ὅτι κατὰ τὸ πρῶτον τέταρτον τοῦ αἰῶνος ἐν Ἀγγλίᾳ τὰ ἤθη τὰ κοινοβουλευτικὰ ἦσαν αἰσχρὰ,—ἐὰν, λέγω, ἐν τοιούτοις χρόνοις ἐπράττοντο τοιαῦτα, τί λέγετε περὶ τῶν σημερινῶν πραγμάτων ἐν Ἀγγλίᾳ; Καὶ ἐν ᾗ ὥρᾳ ταῦτα οὕτως ἔχουσιν ἐκεῖ, ἐν ᾗ ὥρᾳ ἡμεῖς ἔχομεν συμφέρον καὶ καθῆκον νὰ ἐργαζώμεθα, ἐντείνοντες τὰς δυνάμεις ἡμῶν καὶ δίδοντες πρὸς ἀλλήλους τὰς χεῖρας πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως ἡμῶν τῆς ἐθνικῆς, τῆς πολιτικῆς, πρὸς ἐξοβέλισιν τῶν ἐλαττωμάτων, ἅτινα συμπαρομαρτοῦσιν εἰς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, εἰς τὰ ἀνθρώπινα πολιτεύματα, ἀλλ’ ἐπλεόνασαν πέραν τοῦ μέτρου ἐν Ἑλλάδι, — κατὰ τοιαύτην ὥραν ἔρχεσθε ἐνταῦθα νὰ ὑποβάλητε νομοσχέδια καταδεδικασμένα ἀπὸ αἰῶνος ὑπὸ τῶν παραδόσεων, τῶν ἐθίμων, τοῦ πνεύματος καὶ τοῦ γράμματος τῶν συνταγματικῶν νόμων, οὓς ἐκεῖθεν ἀντεγράψατε! Δὲν ἠξεύρω τί ἤθελεν εἰς τὴν συζήτησιν τὸ ζήτημα, τὸ ἐντελῶς ξένον πρὸς αὐτήν, περὶ τοῦ δικαιώματος, ὅπερ ἔχει ὁ Βασιλεὺς, τοῦ νὰ διοικῇ τὸν στρατὸν, ὡς διετύπωσαν οἱ ἀγορεύσαντες τὸ πρᾶγμα, διότι πᾶν ἄλλο ἢ τοῦτο ὁρίζει τὸ Σύνταγμα. Ἀλλ’ ἦτο ἀναγκαῖον εἰς αὐτοὺς νὰ φέρωσι τὸ ζήτημα τοῦτο, ἵνα δείξωσιν, ὅτι ἐκεῖνο, ὅπερ ἔχει ὁ ἀρχηγὸς τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ δοθῇ εἰς τὸν υἱὸν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, εἰς τὸν μέλλοντα Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες εἰσήγαγον τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, ὤφειλον πρὸ παντὸς νὰ μελετήσωσι,—καὶ δὲν ἔλειπον οἱ συγγραφεῖς, ἵνα φωτίσωσιν αὐτοὺς, καὶ ἂν μόνον εἰς τοὺς ἐν Ἑλλάδι συγγραφεῖς ἀπηυθύνοντο. Ὤφειλον δὲ νὰ μελετήσωσι καὶ νὰ ἐννοήσωσι, διότι πρὸς ἀμφότερα εἰσιν ἱκανοί. Ἡ γνώμη αὐτῶν φαίνεται εἰς ἐμὲ παράδοξος· εἶναι γνώμη ἐμπνευσθεῖσα ὑπὸ προκαταλήψεως. Διότι ἤρεσκεν εἰς αὐτοὺς νὰ ἦναι ἀρχηγὸς ὁ Διάδοχος, διὰ τοῦτο ἐξέλαβον τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου καθ’ ὃν τρόπον ἠθέλησαν νὰ ὑποβάλωσιν αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν. Κύριοι, ἐν Ἑλλάδι, ἐν ἔτει 1864, ἐλήφθη πρόνοια ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως νὰ καθορισθῇ σαφῶς, ὡς δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῷ προγενεστέρῳ Συντάγματι, ποῖος εἶναι ὁ κύριος ἁπασῶν τῶν ἐξουσιῶν, ποῖος εἶναι ὁ κυρίαρχος· καὶ ὅτε ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ ὁρισθῇ τὸ πρᾶγμα ἐν τῷ Συντάγματι, ἐτέθη ἄρθρον γενικὸν, ὅπερ πάσας τὰς ἐξουσίας ἀναγνωρίζει ἐγκειμένας ἐν τῷ ἔθνει. «Ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ ἔθνους, ἐνεργοῦνται δὲ καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα». Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐλύθη καὶ τὸ περίμαχον ζήτημα, ὅτι ἡ δικαιοσύνη δὲν πηγάζει ἀπὸ τοῦ Βασιλέως, καὶ ἡ περὶ τούτου διάταξις ἐν τῷ προηγουμένῳ Συντάγματι ἐξέλιπεν, ἀντικατασταθεῖσα. Ἐνεργοῦνται λοιπὸν αἱ ἐξουσίαι πᾶσαι, ἡ ἐκτελεστικὴ, ἐν ᾗ περιλαμβάνεται ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ, ἡ δικαστικὴ, ἥτις εἶναι εἶδος ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐνεργοῦνται πᾶσαι ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ὡς ἐντολοδόχου τοῦ κυριάρχου, διότι ἀπὸ τοῦ ἐντολέως πηγάζουσιν αἱ ἐξουσίαι αὐτοῦ. Μεταβῶμεν εἰς τὸ ἄρθρον, ὅπερ ἀφορᾷ εἰς τὸ θέμα· ἄρθρον 32 τοῦ Συντάγματος: «Ὁ Βασιλεὺς εἶναι ὁ ἀνώτατος ἄρχων τοῦ Κράτους, ἄρχει τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων, κηρύττει τὸν πόλεμον κλπ.» Ἄρχει τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων, ἤγουν εἶναι ὁ ἀνώτατος ἄρχων τῶν δυνάμεων τούτων, ὡς εἶναι καὶ τοῦ Κράτους ὅλου. Ποῦ λέγει ἐνταῦθα τὸ Σύνταγμα, ὅτι καὶ διοικεῖ τὰς δυνάμεις ταύτας; Εἰς τὸν Βασιλέα συγκορυφοῦνται πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι, ἐξ ἐντολῆς τοῦ κυριάρχου ἔθνους, συγκορυφοῦνται οὕτως, ὥστε οὐδεμία πρᾶξις νὰ γίνηται ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως αὐτοῦ. Πέραν τούτου, οὐδὲν ἔχει δικαίωμα ὁ Βασιλεύς. Καὶ τοῦτο δὲν λέγω ἐγὼ, λέγει τὸ ἄρθρον 44 τοῦ Συντάγματος, ὅπερ ἠθέλησε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀκριβῆ τήρησιν ἐκείνων, ἅτινα διέταξεν ἀνωτέρω: «Ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει ἄλλας ἐξουσίας, εἰμὴ ὅσας τῷ ἀπονέμει ῥητῶς τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ συνάδοντες πρὸς αὐτὸ ἰδιαίτεροι νόμοι.» Ἀλλὰ δὲν συνάδει πρὸς αὐτὸ ὁ νόμος οὗτος, ὃν θέλουσι νὰ εἰσαγάγωσι,—καίτοι τὸ συζητούμενον νῦν δὲν εἶναι τὸ ζήτημα τοῦτο. Εἰπέ τις τῶν ἀγορευσάντων χθές, ὅτι μόνον ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπάρχει τοιοῦτος ὁρισμός· ἀλλ’ ἐγὼ γινώσκω, ὅτι ἐν Ἀμερικῇ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, κατὰ τὴν ἔννοιαν ταύτην, ἄρχων τοῦ στρατοῦ ἀνώτατος εἶναι ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, καὶ προσέτι ὅτι, ὅτε ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ ἂν ἔχει δικαίωμα ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας,—διότι δὲν λέγει τίποτε περὶ τούτου περισσότερον τὸ Ἀμερικανικὸν Σύνταγμα,—νὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν δυνάμεων τῶν στρατιωτῶν τῆς χώρας, εἶπον οἱ συγγραφεῖς, ὅτι τοῦτο ἤθελεν εἶναι ἀπρεπές. Γινώσκω, ὅτι ἄρχει τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς Ἀγγλίας ἡ Βασίλισσα τῆς Ἀγγλίας, ἀλλὰ δὲν ἐφαντάσθη τις τὴν Βασίλισσαν ἀναλαμβάνουσαν τὴν διοίκησιν τοῦ ἀγγλικοῦ στρατοῦ. Γινώσκομεν καὶ ἄλλο, ὅτι καὶ εἰς ἄνδρας καὶ εἰς γυναῖκας βασιλικοῦ αἵματος δίδονται τίτλοι συνταγματαρχῶν καὶ διοικητῶν σωμάτων, καὶ ἄλλοι τίτλοι τιμητικοὶ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς Κράτους εἰς τὸ ἄλλο· διορίζεται π. χ. Ρῶσσος μέγας δοὺξ συνταγματάρχης ἐν Γερμανίᾳ. Γινώσκομεν, ὅτι καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας εἶναι ἄρχων τοῦ στρατοῦ, καὶ τὸ Σύνταγμα τὸ σημερινὸν δὲν περιέχει ἀπαγόρευσιν ἀμέσου ἀρχηγίας, ἀνωτάτης διοικήσεως, ὡς τὸ τοῦ 1848, γινώσκομεν δὲ, ὅτι τὸ Σύνταγμα τὸ σημερινὸν δίδει τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τῆς λέξεως «ἄρχει», διότι λέγει τὸ Γαλλικὸν Σύνταγμα, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας dispose, διατίθησι, τὰ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως. Οὕτω, βεβαίως, ὅτε διαθέτει ὁ Βασιλεὺς τὰ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, οὐδεμία στρατιωτικὴ κίνησις δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ, ἂν δὲν συναινέσῃ εἰς ταύτην ὁ Βασιλεὺς, καὶ ὅταν δὲν συναινῇ ἀπ’ εὐθείας, τοῦθ’ ὅπερ συμβαίνει ἐπὶ μεγάλων ὑποθέσεων, τεκμαίρεται συναινῶν, διότι οἱ Ὑπουργοὶ αὐτοῦ εἶναι οἱ ἐγκρίνοντες. Τί ἤθελε λοιπὸν ἐνταῦθα ἡ περὶ ἀρχηγίας τοῦ Βασιλέως γνώμη; Ὁ Βασιλεὺς ἔχει βεβαίως δικαίωμα, ἂν ἦναι στρατιωτικὸς, καὶ ἔχει καθῆκον, διότι συνάπτεται εἰς τὰ καθήκοντα αὐτοῦ ἐν τοῖς πρώτοις καὶ τὸ καθῆκον τοῦ ἀμύντορος τῆς ἐθνικῆς ἀκεραιότητος, ἔχει δικαίωμα νὰ μεταβῇ εἰς τὸν στρατὸν, καὶ οὕτω μετέβη καὶ ὁ Αὐτοκράτωρ τῶν Γερμανῶν εἰς τὸν Γαλλογερμανικὸν πόλεμον, καθὼς καὶ ὁ Αὐτοκράτωρ τῶν Γάλλων, ὁ τρίτος Ναπολέων. Ἀλλ’ ἦσαν ἐκεῖ παρακολουθοῦντες καὶ ἀκούοντες τὰ προτεινόμενα εἰς αὐτοὺς καθ’ ἡμέραν, οὐδὲν ὅμως διατάσσοντες ἐξ οἰκείας πρωτοβουλίας, διότι διατάσσοντες ἦσαν οἱ διοικοῦντες, ἐκεῖνοι δὲ δὲν διώκουν ἀληθῶς, ἀλλ’ ἦσαν ἁπλῶς ἐκεῖ πρὸς ἐπίνευσιν...

§87ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ). Ὁ Γουλιέλμος εἶχεν ἐπιτελάρχην τὸν Μόλτκε.

§88Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Βίκτωρ Ἐμμανουήλ;

§89ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν εἰς τὴν σύγχρονον ἱστορίαν παράδειγμα συνταγματικωτάτου Βασιλέως, ὁ ὁποῖος διῴκει αὐτὸς τὸν στρατὸν, τοῦ Βίκτωρος Ἐμμανουήλ.

§90ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ εἰς τοῦτο θέλω ἀπαντήσει. Βεβαίως, ταῦτα λέγων, δὲν ἐννοῶ ὅτι ἀπαγορεύεται ἀπολύτως εἰς τοὺς ἡγεμόνας τοὺς στρατιωτικούς...

§91Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐδῶ τὰ ἐχαλάσατε!

§92ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐχάλασα τίποτε... Δὲν ἐννοῶ, λέγω, ὅτι ἀπαγορεύεται ἀπολύτως εἰς τοὺς ἡγεμόνας τοὺς στρατιωτικοὺς νὰ τίθενται ἐπὶ κεφαλῆς. Βεβαίως, ἂν ὑποθέσητε ἡγεμόνα, οὗ ἡ φύσις εἶναι κυρίως στρατιωτικὴ καὶ ἡ παίδευσις κυρίως στρατιωτική, ἤθελεν εἶναι μωρὸν τὸ ἔθνος ἐκεῖνο, ἂν ηὐμοίρει τοιούτου ἐξόχου παιδεύσεως στρατηγοῦ, νὰ ἀρνηθῇ αὐτῷ τὴν ἀρχηγίαν καὶ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατεύματος. Καὶ ἐκεῖ ἡ εὐθύνη, ἄλλη εὐθύνη, παρακολουθεῖ, ὡς εἶπε πρὸς ὑμᾶς ὁ ἔντιμος συμπολίτης μου κ. Ράλλης ἔν τινι προηγουμένῃ συζητήσει ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἐκ τοῦ Ὑπουργείου ἐξόδου τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Κουμουνδούρου. Ἡ εὐθύνη παρακολουθεῖ, τοιαύτη, ὁποία εἶναι μόνη δυνατὴ ἡ εὐθύνη τῶν ἡγεμόνων, ἡ πτῶσις, ὅπως παρακολουθεῖ τοὺς Ὑπουργοὺς ἡ εὐθύνη, ἡ ἀπόλυσις. Ἂν ἀστοχήσῃ ὁ ἡγεμὼν, δυσκόλως θέλει δυνηθῆ νὰ μείνῃ ἐπὶ τοῦ θρόνου· τὰ δὲ παραδείγματα ἔχομεν ἄφθονα. Ἀλλὰ θέλετε τὴν κρίσιν τοῦ πάντων ἁρμοδιωτάτου κατὰ τὸν αἰῶνα τοῦτον καὶ ἐν πᾶσι τοῖς αἰῶσι μετὰ δύο ἄλλων ἐν τῇ ἱστορίᾳ, τοῦ Ναπολέοντος; Θέλω εἴπει ὑμῖν αὐτὴν, διότι ἤμην βέβαιος, ὅτι θὰ εἶχον τὰς ἀντιρρήσεις τῶν Κυρίων, καὶ ἐφρόντισα νὰ ἔχω ἑτοίμην τὴν ἀπάντησιν. Ὁ Ναπολέων εἶχεν ἀδελφὸν, ὃν ἔταξε Βασιλέα ἐν Ἱσπανίᾳ, τὸν Ἰωσήφ· καὶ ἠστόχει διηνεκῶς ὁ ἀδελφὸς ἐν τοῖς πολέμοις, καίτοι ἐξόχως ἀνδρεῖος. Ἠξεύρετε, τί γράφει ὁ Ναπολέων περὶ τοῦ ἀδελφοῦ του; Ὅτι δὲν ἦτο κατάλληλος, ὅπως μένῃ τεθειμένος ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατοῦ αὐτοῦ. Τῇ 11 Φεβρουαρίου 1809 γράφει ὁ Μέγας Ναπολέων ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Εἶναι ἴσως κακὸν, ὅτι προσωπικῶς ἐγὼ αὐτὸς διοικῶ τὸν στρατὸν, ἀλλὰ τοιαύτη εἶναι ἡ φύσις μου (mon essence). Οἱ Βασιλεῖς, οἱ πρίγκηπες, ἴσως ἔπρεπε ποτὲ νὰ μὴ διοικῶσι τοὺς στρατοὺς αὐτῶν· τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐξεταστέον. Ἂν ἐγὼ διοικῶ τὸν ἐμὸν, τοῦτο λόγον ἔχει τὴν μοῖράν μου, τὸν ἰδιαίτερόν μου κλῆρον. Ἀλλὰ κλῆρος τοιοῦτος δὲν ἔλαχεν εἰς τὸν Ἰωσήφ.»

§93ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δὲν εἶχε λάβει τὴν ἐκπαίδευσιν ὁ Ἰωσήφ.

§94ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ οὕτω λαμβάνεται ἡ ἐκπαίδευσις, ὅπως ἔχομεν ἡμεῖς αὐτὴν ἐν Ἑλλάδι πάντες; Θέλω δείξει ὑμῖν πῶς γίνεται ἡ ἐκπαίδευσις εἰς ἄλλα ἔθνη, καὶ πῶς ἐν ἄλλαις χώραις ὑποχρεοῦνται οἱ πρίγκηπες νὰ γίνωνται ἀληθεῖς στρατιῶται. Δὲν ἀρκεῖ ἡ ἁπλῆ προπαίδευσις, ἡ στοιχείωσις ἡ στρατιωτική· ὁ στρατιώτης γίνεται ἐν τῷ στρατοπέδῳ, ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ, ἀπὸ τῆς κατωτάτης βαθμίδος μέχρι τῆς ἀνωτάτης, γίνεται παραμένων ἐν τοῖς βαθμοῖς ἐπὶ ἔτη, οὐχὶ ὀλιγώτερα, ἂν ἐγεννήθη παρὰ τὸν Θρόνον, ἢ ἐκεῖνος ὅστις ἐγεννήθη ἐν τῇ ἀγροτικῇ καλύβῃ. Ἀλλὰ δὲν ἐπεκράτησαν αἱ τοιαῦται συνήθειαι οὔτε ἐν Ἑλλάδι, οὔτε ἐν τῇ ἠπειρωτικῇ Εὐρώπῃ, ἐξαιρέσει ἐκείνων τῶν Πολιτειῶν, ὅπου τὰ πάντα εἶναι βαθέως μεμελετημένα, τὰ πάντα ἐν τάξει καὶ αὐστηρότητι, καὶ ὅπου ὁ πρίγκηψ, ἤ βασιλικὸς ἢ αὐτοκρατορικὸς, ὁ μὴ ἐκπληρῶν τὸ καθῆκον, ἢ παρεκτρεπόμενος, ἀμέσως τιμωρεῖται, ὡς ὁ τελευταῖος στρατιώτης. Ἰδοὺ λοιπὸν, πῶς γίνεται ἡ παίδευσις... Ὑμεῖς, κύριε Βουλευτὰ, (ἀποτείνεται πρὸς τὸν κ. Γουλιμῆν) γινώσκετε ταῦτα, —κατέφυγον εἰς στρατιωτικὸν σύγγραμμα, ἵνα εὕρω τὰ παραδείγματα, καλῶς γινώσκων, ὅτι τὸ σύγγραμμα τοῦτο κυκλοφορεῖ μεταξὺ πάντων τῶν ταγματαρχῶν καὶ συνταγματαρχῶν τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ, διότι εἶναι γνωστὸν σύγγραμμα. Θέλω εἴπει παραδείγματα πριγκήπων, οἵτινες πράγματι ἐγένοντο ἔμπειροι, διότι δὲν γίνεται τις ἔμπειρος διότι μόνον ἐσπούδασε τὰ στρατιωτικὰ, πρέπει καὶ νὰ μάθῃ νὰ διοικῇ.—Ὑμεῖς γνωρίζετε, ὅτι πάντες οἱ στρατιωτικοὶ συγγραφεῖς λέγουσιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει κατὰ κανόνα διοικητὴς τοῦ στρατοῦ ἀρτιώτερον μεμορφωμένος πρὸς ἀρχηγίαν, παρὰ τὸν ἀξιωματικὸν τοῦ πεζικοῦ, διότι τῶν ἄλλων ὅπλων οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν διοικοῦσι σώματα στρατοῦ μεγάλα· αὐτὸς μόνος διδάσκεται νὰ κινῇ αὐτὰ, νὰ ψυχολογῇ ἐπὶ τῶν ἀποτελούντων αὐτὰ, νὰ ὁδηγῇ αὐτὰ, ἐπωφελούμενος τῆς ψυχολογικῆς αὐτῶν καταστάσεως, ὅπως φθάσῃ εἰς τὴν νίκην. Ἀλλ’ ἂν ταῦτα δὲν γινώσκωσι πάντα καλῶς οἱ κατατρίβοντες τὸν χρόνον αὑτῶν ἐν τῷ στρατῷ τόσον, ὅσον οἱ τοῦ πεζικοῦ ἀξιωματικοί, καὶ ἂν ἔτι ἡ παίδευσις αὐτῶν εἶναι ἀνωτέρα, πῶς θέλετε νὰ κατέχωσιν αὐτὰ οἱ πρίγκηπες, ἂν δὲν ζήσωσι τὸν στρατιωτικὸν βίον συνεχῶς ἐν τῷ στρατεύματι, ὑπὸ σκηνὴν ἐν τῷ στρατοπέδῳ, σκληραγωγούμενοι, ἐν ἀσκήσεσι; Ὁ Διάδοχος τοῦ Σαξωνικοῦ Κοβούργου ὑπηρέτει ὡς λοχαγὸς Πρῶσος ἐν τῷ πολέμῳ ἐν ἔτει 1778,—κατὰ προτίμησιν κατέφυγον εἰς τοῦτο τὸ παράδειγμα μεταξὺ τῶν ὑπαρχόντων πολλῶν, διότι πρόκειται περὶ λόγων Φρειδερίκου τοῦ Μεγάλου, καὶ ἔπρεπε νὰ ἔχω κῦρος, παρουσιαζόμενος ἐνταῦθα, φόβῳ τῶν ἐπιθέσεων τῶν κ. Ὑπουργῶν, οἵτινες εἶναι πάντοτε πρὸς ἐπιθέσεις ἕτοιμοι.—Βαρυνθεὶς τὸν βαθμόν, ἐν ᾧ παρέμενεν ἀπροβίβαστος ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἐζήτησε παρὰ Φρειδερίκου τοῦ Μεγάλου προαγωγήν. Ἀκούσατε τὴν ἀπάντησιν τοῦ Βασιλέως (ἀναγινώσκει): «Ἐνόμισα ὅτι σοὶ περιεποίουν τιμὴν μεγάλην, ὀνομάζων σε λοχαγὸν ἐν τῷ στρατῷ μου· ἂν σὺ ὁ πρίγκηψ ἔχῃς ἀλλοίαν γνώμην, ἐλεύθερος εἶσαι νὰ ἐξέλθῃς αὐτοῦ.» Βεβαίως,—ἀγνοῶ τί ἔπραξεν ἐκεῖνος—βεβαίως πρίγκηψ οὕτως ἐν τῷ στρατῷ παιδευόμενος, σκληραγωγούμενος, ἀναπτυσσόμενος, σὺν τῷ χρόνῳ, ἐπιμένων, δύναται ν’ ἀποβῇ ὅ,τι ὁ Κάρολος τῆς Ρουμανίας, καὶ ἂν ἔτι δὲν ἦναι μεγαλοφυΐα στρατιωτική. Ἀλλὰ πῶς ὁ Κάρολος τῆς Ρουμανίας ἐγένετο ὅ,τι ἐγένετο; Ἀξιωματικὸς τοῦ Πρωσικοῦ στρατοῦ, διῆλθε μίαν πρὸς μίαν πάσας τὰς βαθμίδας τῆς ἱεραρχίας, οὐχὶ τυπικῶς, ὅπως συνήθως γίνεται ἐν ταῖς Αὐλαῖς πάσαις, ἀλλ’ ἐν ἔργῳ καὶ καθὼς πάντες οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ. Κατῆλθεν εἰς Ρουμανίαν ἡγεμὼν, καὶ ἐπειδὴ συνησθάνετο, ὅτι ἦτο παρεσκευασμένος, ἵνα ὀργανώσῃ καὶ παιδεύσῃ αὐτὸς οὗτος, τῇ βοηθείᾳ βεβαίως τῶν ἱκανῶν στοιχείων, τῶν πεπαιδευμένων, ἅτινα εὕρισκεν ἐν Ρουμανίᾳ, τὸν στρατὸν, ἐτέθη εἰς ἔργον, καὶ ἔζησεν ὑπὸ σκηνὴν, καὶ ἔζησεν εἰς τὸν στρατῶνα, καὶ δὲν ἔπαυσεν ἡμέραν μὴ ἐνασχολούμενος εἰς τὰ στρατιωτικὰ ἔργα, καὶ ἐμόρφωσε στρατόν. Διατί; Διότι ἦτο ἡ φύσις αὐτοῦ στρατιωτικὴ, διότι ἡ παίδευσις αὐτοῦ ἦτο στρατιωτικὴ, διότι εἰργάσθη στρατιωτικῶς. Ἀλλὰ πάντων ἡ φύσις καὶ ἡ παίδευσις καὶ ἡ προθυμία δὲν εἶναι στρατιωτικαί. Καὶ διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ δὲν εἶναι πάντοτε δυνατὸν νὰ ἔχητε Διαδόχους ἔχοντας φύσιν καὶ παίδευσιν καὶ ζῆλον στρατιωτικὸν, βλέπετε Διαδόχους, ὡς π. χ. ὁ Πρίγκηψ τῆς Οὐαλίας, οἵτινες μεταβαίνουσι μὲν εἰς τὸ στρατόπεδον, εἰς τοὺς στρατῶνας, ἐπιβλέπουσιν, ἐποπτεύουσιν, ἀλλ’ οὐδὲν στοιχεῖον ἀγαθοῦ στρατιώτου ἔχοντες, ἀπέχουσιν οἰκειοθελῶς ἀπὸ πάσης στρατιωτικῆς διοικήσεως. «Ὁ υἱὸς τοῦ Διαδόχου τῆς Πρωσίας»—ταῦτα λέγει ὁ Μιραβὼ ἐν ἔτει 1787, διότι ὁ Μιραβὼ τότε εἶχε μεταβῆ εἰς Πρωσίαν, ἵνα μελετήσῃ τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐπανελθὼν εἰς Γαλλίαν ἐπραγματεύθη μετ’ ἐνθουσιασμοῦ περὶ τοῦ θέματος,—«ὁ υἱὸς τοῦ Διαδόχου τῆς Πρωσίας, νῦν Βασιλεὺς, ἐξετέλεσε καθήκοντα κατωτέρου ἀξιωματικοῦ ἐν τῷ συντάγματι τῶν φυλάκων μέχρι τῆς εἰς τὸν θρόνον ἀναβάσεως τοῦ πατρός του.» Ἐν ὅσῳ ὁ πατὴρ αὐτοῦ ἦτο πρίγκηψ Διάδοχος, ὁ υἱὸς του ἐξετέλει καθήκοντα κατωτέρου ἀξιωματικοῦ εἰς τὸν στρατόν. Βεβαίως, οὕτω σκληραγωγηθεὶς καὶ παιδευθεὶς ἐν τῷ στρατῷ, ἠδύνατο νὰ καταρτισθῇ στρατιωτικὸς ἀληθὴς καὶ ν’ ἀναλάβῃ ἔπειτα καὶ Γενικὴν Διοίκησιν. Καὶ — προσέξατε εἰς τοῦτο — λέγει ὁ Μιραβὼ, ὅτι «πάντες οὗτοι οἱ πρίγκηπες φροντίζουσι μετὰ σπουδῆς νὰ μὴ ἀπαλλάττωσιν ἑαυτοὺς τῆς πειθαρχίας.» Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἀρκοῦντα εἶπον περὶ τοῦ θέματος. Δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ μὲ διέφυγέ τι ἐξ ὅσων κατὰ νοῦν εἶχον νὰ εἴπω, καὶ κατὰ τοῦτο ἡ ἀγόρευσίς μου εἶναι ἀτελής. Εἰς ἐμὲ εἶναι μεγάλη λύπη, ὅτι ἐπέπρωτο οἱ διάδοχοι τοῦ ἐξόχως φιλελευθέρου, τοῦ ἐξόχως συνταγματικοῦ Ἀρχηγοῦ, ὃν θρηνοῦμεν, νὰ ἔλθωσιν αὐτοὶ ἐνταῦθα νὰ φέρωσι πρὸς ψήφισιν ἐξόχως ἀνελεύθερον, ἐξόχως ἀντισυνταγματικὸν νομοσχέδιον, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παραδίδει εἰς χεῖρας τοῦ Διαδόχου τοῦ Θρόνου μέγα τμῆμα τῆς κυβερνήσεως τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων.

§95Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἢ τὸ ὅλον.

§96ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. ὅπερ ὁ Διάδοχος, ὡς βασιλικὸς ἡγεμονίδης, ἐκ ῥητῆς ἐνταῦθα διατάξεως τοῦ Συντάγματος καὶ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαχειρισθῇ. Οἱ ἐπὶ τῶν δημοσίων πραγμάτων σήμερον ἐλησμόνησαν τὰς ὑποθήκας τοῦ τοσοῦτον στερρᾶς ἔχοντος τὰς συνταγματικὰς, τὰς κοινοβουλευτικάς, τὰς φιλελευθέρους πεποιθήσεις, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν τοῦ θανάτου αὐτοῦ ἐτράπησαν ὁδὸν ἄκρως ἀντίθετον ἐκείνης, ἣν ὁ ἀοίδιμος ἡμῶν Ἀρχηγὸς ἐν τῇ διαθήκῃ αὐτοῦ τῇ πολιτικῇ ὑπέθετο,—διότι διαθήκη αὐτοῦ ἦτο ἡ μόνη, ἡ πρώτη καὶ τελευταία ἐπιστολὴ, ἣν ἐξόριστος ἔγραψεν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς περὶ τῶν ἐθνικῶν πραγμάτων: «Μὴ θίγετε τὰ δικαιώματα τὰ συνταγματικὰ, μὴ ἐλαττοῦτε τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὑπὲρ τοῦ ἔθνους, τὰς ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγεγραμμένας, μὴ ἐπεκτείνετε τὰς παραχωρήσεις, μὴ δίδετε καὶ ἄλλα δικαιώματα· ἀρκετὰ εἶναι δεδομένα ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἀρκετὰ καὶ ὅπως ἐπιτάσσῃ ὁ Βασιλεὺς καὶ ὅπως τὰ τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος βαίνωσιν ἀπροσκόπτως. Μηδὲν ἀφαιρέσατε, μηδὲν προσθέσατε. Ἀλλ’ ἐμμείνατε εἰς τὰ κείμενα, διότι πᾶσα ἄλλη ἐνέργεια φέρει εἰς τοιαῦτα κακὰ, ὥστε δύναμαι ἀπὸ τοῦδε νὰ ὀνομάσω αὐτὴν ἀποτρόπαιον». Δὲν ἐφανταζόμην, Κύριοι, ὅτι τοιαύτη πρότασις ἤθελεν ἔλθει ἐν τῇ Βουλῇ, ἵνα ψηφισθῇ, τῇ προτάσει τῶν διαδόχων τοῦ ἀοιδίμου Τρικούπη,—ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κόμματος τοῦ ἀοιδίμου Τρικούπη,—διότι τὸ κόμμα τοῦ ἀοιδίμου Τρικούπη εὑρίσκεται ὁλόκληρον ἐκεῖ, οὐδὲ λογίζεται τὸ παράπαν ἡ ἀποσπασθεῖσα μειονοψηφία· ἡ πλειονοψηφία ἀποτελεῖ τὸ ὅλον. Καθὼς ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ Βουλὴ, οὕτω καὶ ἡ πλειονοψηφία τοῦ κόμματος εἶναι τὸ κόμμα, καὶ τῆς προεδρίας τῆς πλειονοψηφίας τοῦ κόμματος, μεγίστης, κολοσσιαίας, ἔτυχεν ἐπαξίως ὁ κύριος ἐκ Κερκύρας Βουλευτής. Δὲν ἐφανταζόμην, ὅτι ἐκεῖ, ὅπου ἤχησεν ἡ σθεναρὰ φωνὴ καὶ ἐπέδρασεν ἡ ῥωμαλέα διάνοια τοῦ ἐξόχου ἡμῶν Ἀρχηγοῦ, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ, ἐν ᾗ ἠκούσθησαν οἱ εὔγλωττοι καὶ σοφοὶ λόγοι τοῦ μακαρίτου Καλλιγᾶ, οἱ πανταχοῦ καὶ πάντοτε, καὶ ἐν τῇ Συνελεύσει καὶ ἐνταῦθα, συμβουλεύοντες ἐλευθερίαν, δὲν ἐπίστευον, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἣν ἐξήγειρε τὸ σθένος καὶ ἡ εὐγλωττία τῶν λόγων τοῦ ἐξόχως φιλελευθέρου Ἑπτανησίου ῥιζοσπάστου, τοῦ Λομβάρδου, δὲν ἐπίστευον, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ, ἐν ᾗ ὁ ἔντιμος πολιτευόμενος ἐξ Ἀττικῆς, πρωτοστατῶν παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ Τρικούπη, καθ’ οὓς χρόνους δὲν εἶχεν ἐπέλθει καὶ ἀποχωρίσει αὐτοὺς διαφωνία, ὑπεστήριζε μετ’ εὐγλωττίας χαλυβδίνης τὰς ἐλευθερίας καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ ἔθνους, δὲν ἐπίστευον, ὅτι ἤθελον συμβῆ ταῦτα. Ἀλλ’ ἐπέπρωτο νὰ ἴδωμεν καὶ ταῦτα, Κύριοι, ἐπέπρωτο, τὸ κόμμα τοῦ Τρικούπη, ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν τῆς δυάδος τῶν διαδόχων αὐτοῦ, νὰ φέρῃ τοιαύτην πρότασιν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ν’ ἀπαιτῇ νὰ ψηφίσωμεν αὐτήν!... Οὐδὲν ἄλλο ἔχω νὰ προσθέσω. (Εὖγε! εὖγε! Ὡραῖα! ἐξ ἀριστερῶν.)

§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ρικάκης ἔχει τὸν λόγον... Ἀλλὰ πρὸ τούτου νομίζω ὅτι ὥρα εἶναι νὰ διακόψωμεν. Διακόπτεται λοιπὸν ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 10′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρα 10 μ. μ.)

§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κύριος Ρικάκης ἔχει τὸν λόγον.

§99Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Διαδεχόμενος εἰς τὸ βῆμα, κύριοι συνάδελφοι, τὸν ἔντιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, συναισθάνομαι τὴν ἀδυναμίαν μου καὶ τὸ δύσκολον τῆς θέσεώς μου, ἀναγκαζόμενος νὰ καταβιβάσω τὸ ζήτημα ἀπὸ τοῦ ὕψους, εἰς ὃ ἀνεβίβασεν αὐτὸ, εἰς πρακτικώτερον ἔδαφος, εἰς ὃ, ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας μου, ἀναγκάζομαι νὰ κατέλθω. Δὲν ἤθελον νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι ἐνόμιζον, ὅτι τὸ ζήτημα ὑπεκφεύγει τῆς ἁρμοδιότητός μου, ὑπάρχουσι δὲ πολλοὶ ἄλλοι συνάδελφοι, ἁρμοδιώτεροι ἐμοῦ, νὰ ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου· ἀλλὰ μοὶ ἐπιβάλλεται, πρὶν εἰσέλθω εἰς τὰ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν εἰς τὸν ἔντιμον ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴν, ἵνα δικαιολογήσω τὴν ἀπάντησιν, ἣν τῷ ἔδωκα, ὅτε ἐνόμισεν ἀσέβειαν τὴν πρὸς αὐτὸν ἀπάντησίν μου. Ἐθεώρησε ἀσέβειαν τὴν ἐπίκλησιν τῶν ἰδεῶν καὶ ἀρχῶν τοῦ ἀειμνήστου πατρός του, ἐγὼ δὲ, ὅστις ἐσεβάσθην τὴν μνήμην του καὶ ἐξακολουθῶ νὰ σέβωμαι αὐτὴν, ὀφείλω νὰ δώσω δημοσίᾳ ἐξήγησιν τῆς ἀπαντήσεώς μου. Πρὸς τοῦτο δὲ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μικρὰν παρέκβασιν. Ὅτε ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος ἀπεδέχθη τὴν σύμβασιν, δι’ ἧς ἐπεδικάζετο ὁριστικῶς ἡ Θεσσαλία καὶ μέρος τῆς Ἠπείρου εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συμπράττω μετ’ αὐτοῦ· ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος ἦτο πλήρης ἐθνικοῦ ἐνθουσιασμοῦ. Τὰ πάντα ἦσαν πρὸ αὐτοῦ χαρὰ καὶ ἀγαλλίασις, ἡ δὲ ὁμιλία του περιεστρέφετο εἰς τὸ ἐθνικὸν ζήτημα. Ἡμέραν τινὰ προσεκλήθημεν εἰς Βασιλικὸν γεῦμα ἐν Φαλήρῳ. Μετὰ τὸ γεῦμα ἐξήλθομεν εἰς τὸν κῆπον τοῦ μακαρίτου Κεχαγιᾶ, ὅπου κατῴκει ἡ Βασιλικὴ Οἰκογένεια, ὅτε προσῆλθον οἱ δύο νεαροὶ πρίγκηπες· ὁ Διάδοχος ἦτο τότε μόλις 12 ἐτῶν. Ὁ Κουμουνδοῦρος, στραφεὶς πρὸς ἐμὲ, μοὶ λέγει: «Αὐτὰ τὰ παιδιὰ θὰ μᾶς ὁδηγήσουν εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ Κρήτην» —διότι τὴν Ἤπειρον ἐθεώρει ζήτημα προσεχοῦς μέλλοντος.—«Αὐτὰ τὰ παιδιὰ θὰ μᾶς ὁδηγήσουν εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ Κρήτην!» Καὶ τὸ ἓν τούτων μᾶς ὡδήγησεν εἰς τὴν Κρήτην, ἐλπίζω δὲ, καὶ τὸ ἕτερον νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν Μακεδονίαν. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἐπίκλησις τῶν ἰδεῶν τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, καὶ τὴν ὁποίαν ἐθεώρησεν ὁ υἱός του ἀσέβειαν ἐκ μέρους μου. Ὅτε εἶδον τὸν υἱόν του ἀποτελοῦντα μέρος τοῦ σημερινοῦ Ὑπουργείου, καὶ λέγοντα ὅτι ἦλθε νὰ ἐκπληρώσῃ μίαν εὐγενῆ φιλοδοξίαν του καὶ νὰ ἑνώσῃ τὸ ὄνομά του μὲ τὸν στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν τῆς χώρας, αἱ ἐλπίδες μου ἀνεπτερώθησαν, καὶ ηὐχήθην νὰ ἐνισχύσῃ τὸν Διάδοχον, ἵνα μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν Μακεδονίαν. Ὅτε ἀνέγνωσα τὴν ἔκθεσιν, ἥτις προηγεῖται τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ὑπ’ αὐτοῦ προητοιμάσθη, καὶ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διὰ τοῦ ὁποίου λογικώτατα καὶ μετὰ σθένους δικαιολογεῖ τὴν διάταξιν, ὅτι μία καὶ μόνη διοίκησις πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, εἰς ἑνὸς καὶ μόνου χεῖρας πρέπει νὰ συγκεντρωθῇ ὁ στρατὸς, καὶ ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ θὰ ἦναι ὁ ἀντιστράτηγος καὶ Διάδοχος, τὸν συνεχάρην καὶ τῷ ηὐχήθην ἀπὸ καρδίας. Ἰδοὺ ἡ ἔκθεσίς του, ἥτις ἐν ὀλίγαις λέξεσι δικαιολογεῖ τὸ νομοσχέδιον (ἀναγινώσκει) Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐν τούτοις, μέλος ὢν τῆς Κυβερνήσεως, οὐχ ὀλίγον ἀπασχολεῖται καὶ περὶ τὰ γενικὰ ζητήματα τοῦ Κράτους. Ἡ ἱεραρχία, εἰς ἣν τὸ Κράτος ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ ἐφορᾶν ἐγγὺς τῶν πραγμάτων τοῦ στρατοῦ, ἔχει ἀνάγκην ἀμέσου ἐλέγχου, τὸν ἔλεγχον δὲ τοῦτον ἀδύνατον εἶναι, ὡς ἐκ τῶν ἀσχολιῶν του, νὰ ἐνασκήσῃ αὐτοπροσώπως ὁ Ὑπουργός. Τούτου ἕνεκεν ὁ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νόμος οὗτος καθίστησιν ἀρχηγὸν στρατοῦ, οὗτος δὲ ἐν ὀνόματι τοῦ Ὑπουργοῦ ἐνασκεῖ τὸν ἔλεγχον τοῦτον.» Τὸ δὲ ἄρθρον 34 τοῦ ὀργανισμοῦ λέγει τὰ ἑξῆς: «Ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ διορίζεται διὰ Β. Διατάγματος, προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ἀνώτερος καὶ ἐν ἰσοβαθμίᾳ ἀρχαιότερος τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς.» Διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ λοιπὸν, ὃν ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρεσκεύασε καὶ ἐδημοσίευσεν, ἀναγνωρίζει ὅτι πρέπει νὰ συγκεντρωθῇ ἡ διοίκησις καὶ ἡ ἀρχηγία τοῦ στρατοῦ εἰς χεῖρας ἑνὸς καὶ μόνου, οὗτος δὲ πρέπει νὰ ἦναι ὁ ἀνώτερος κατὰ τὸν βαθμὸν ἐν τῷ στρατῷ, δηλαδὴ ὁ ἀντιστράτηγος, ὁ Διάδοχος· τὴν δὲ γνώμην ταύτην τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ δὲν τολμῶ ν’ ἀμφισβητήσω. Ἐὰν διεφώνησε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰς λεπτομερείας, ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν ὅμως εἶναι σύμφωνος, ὅτι πρέπει ὁ Διάδοχος νὰ ἦναι ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου τί ἀπέμεινεν; Ἠκούσατε συζήτησιν περὶ διαφωνίας μεταξὺ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ νῦν; Αἱ λεπτομέρειαι, ἡ δικαιοδοσία, ἡ ἁρμοδιότης εἰσὶ ζητήματα, τὰ ὁποῖα θὰ συζητηθῶσι μεταξὺ τῶν ἁρμοδίων, αἱ τροπολογίαι δὲ, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε, νομίζω ὅτι ἱκανοποιοῦσι τὸ πλεῖστον τῶν ἀντιθέτων ἰδεῶν, αἵτινες ἠδύναντο ν’ ἀντιταχθῶσι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐγεννήθησαν ζητήματα πολιτικά· προετάθη ὅτι ὑπεξέφυγεν ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὁ στρατὸς, ἀντετάχθη ἡ γνώμη, ὅτι οἱ Βασιλόπαιδες δὲν πρέπει ν’ ἀναμιγνύωνται εἰς τὰ πολιτικὰ τοῦ Κράτους, ἀντετάχθη ἡ ἰδέα τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅστις προχθὲς ἔλαβε τὸν λόγον, ὅτι οἱ Βασιλόπαιδες πρέπει νὰ χρησιμοποιήσωσι τὰς γνώσεις των ἐπωφελῶς, ἀλλὰ χωρὶς νὰ λαμβάνωσιν ἐνεργητικὸν μέρος. Ἐγὼ δὲν ἐνόησα αὐτὴν τὴν θεωρίαν, τοῦ νὰ χρησιμοποιῇ τις τὰς γνώσεις του, μὴ λαμβάνων μέρος εἰς καμμίαν ἐργασίαν, μὴ ἔχων ἐνεργητικὸν μέρος πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτῶν. Θέλετε νὰ ἀποκλείσητε τοὺς Βασιλόπαιδας ἀπὸ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν; Διὰ τίνα λόγον; Οἱ Βασιλόπαιδες ἀποτελοῦσι μέρος τῆς Πολιτείας, μέρος τοῦ στρατοῦ καὶ μέρος τοῦ ναυτικοῦ τοῦ Κράτους. Τοὺς γνωρίζομεν, ἐψηφίσαμεν περὶ αὐτῶν νόμους, ἀνεγνωρίσαμεν τὰς ὑπηρεσίας των, κατετάχθησαν καὶ ὑπηρετοῦσιν ἐν τῷ στρατῷ καὶ ἐν τῷ ναυτικῷ. Ἔχω λοιπὸν, ἐρωτῶ, τὸ δικαίωμα ἐγὼ, ὅταν ἔρχηται ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία καὶ μοὶ λέγῃ ὅτι θεωρεῖ κατάλληλον τὸν ἀνώτερον τοῦ στρατοῦ νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὀργάνωσίν του, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι, ἐπειδὴ συμπίπτει ἀρχαιότερος νὰ ἦναι ὁ Διάδοχος, δὲν τὸν δέχομαι; Ἐρωτῶ ἐκεῖνον, ὅστις προτείνει τὴν ἀντίρρησιν, νὰ μοὶ εἴπῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς ζητεῖ νὰ στερήσωμεν τοὺς Βασιλόπαιδας τοῦ δικαιώματος τούτου, ἀπέναντι κειμένων νόμων, ἀπέναντι ὑπηρεσίας μακρᾶς καὶ δικαιώματος κεκτημένου. Δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ παρίδωμεν τὰ πρόσωπα ταῦτα, τὰ ὁποῖα αὐτοδικαίως καλοῦνται, καὶ νὰ τὰ ἀποκλείσωμεν, διότι νομίζομεν ὅτι τὸ πολίτευμα παραβλάπτεται; ἢ ὅτι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον θὰ καλέσωμεν, δὲν ὑπέχει εὐθύνην; ἢ ὅτι ὑπάρχει ὑποψία, ὅτι δύναται νὰ συγκεντρωθῇ ὁ στρατὸς εἰς χεῖρας ἑνὸς, καὶ ἀπειλοῦνται αἱ ἐλευθερίαι; Τοιαύτη συζήτησις εἶναι δικαιολογημένη; Δύνασθε νὰ πείσητέ τινα καὶ τῶν ἐντὸς καὶ τῶν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ὅτι εἶναι αὕτη ἰδέα πρακτική; ὅτι πράγματι προετοιμάζομεν στρατὸν προωρισμένον νὰ ὑπηρετήσῃ τὸ μέλλον τῆς πατρίδος, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἀναθέσωμεν τὰ σπουδαιότερα καὶ μεγαλείτερα καθήκοντα, στρατὸν, ὅστις ἔχει τὴν ἀποστολὴν νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ἐθνικὰς ἰδέας καὶ τοὺς ἐθνικοὺς πόθους; Εἶναι πρέπον, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τοῦ σχηματισμοῦ του νὰ προκαλῶμεν τοιαῦτα ζητήματα, ἀντιστρατευόμενα πρὸς τὸν σκοπὸν καὶ τὰς προθέσεις ἡμῶν; Ὅταν συζητῶμεν τοιαῦτα ζητήματα,—καὶ συγχωρήσατέ μοι, διότι λέγω πικρὰς ἀληθείας,—ἀπελπίζομεν τὸ ἔθνος.—Ἐγὼ πρέπει νὰ τὰς εἴπω, καὶ διὰ τὸ γῆράς μου καὶ διὰ τὴν πεῖραν, ἣν ἔχω.—Ὅταν συζητῶμεν τοιαῦτα ζητήματα, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι πρὸς τὴν Ἑλλάδα εἰσὶν ἐστραμμένα τὰ βλέμματα τῶν ὁμοεθνῶν, οἵτινες ἔχουσι τοὺς αὐτοὺς πόθους, καὶ ἐλπίζουσι τὴν σωτηρίαν αὑτῶν ἀπὸ ἡμᾶς, ἀπὸ τὴν φρόνησιν καὶ τὸν πατριωτισμόν μας, οἵτινες καταδυναστεύονται καὶ πανταχόθεν καταπολεμοῦνται καὶ σφάζονται σήμερον. Διὰ τοιούτων συζητήσεων τοὺς ἀποθαρρύνομεν, διὰ τοιούτων συζητήσεων γεννῶμεν τὴν δυσπιστίαν, ἐνῷ ἔχομεν ἀνάγκην πλήρους ἐμπιστοσύνης· διὰ τοιούτων συζητήσεων ἀδικοῦμεν τοὺς δόντας εἰς ἡμᾶς τὴν ἐντολὴν νὰ ἐκπληρώσωμεν τοὺς πόθους, οὓς ἀφῆκαν ἡμιτελεῖς οἱ πατέρες ἡμῶν. Κατὰ τί προσβάλλεται τὸ Σύνταγμα, ἐὰν ὁ Διάδοχος, ὁ νῦν ἐν ὑπηρεσίᾳ διατελῶν, δυνάμει τοῦ ἱεραρχικοῦ δικαιώματος, ὅπερ ἔχει, ἀναλάβῃ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ στρατοῦ; Ὑπάρχει τι τὸ ἀποκλεῖον; Τὸ Σύνταγμα ἔχει δυσπιστίαν πρὸς αὐτόν; Ἀπεναντίας τὸ Σύνταγμα εἶπεν, ὅτι γενικὸς ἀρχηγὸς τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους εἶναι ὁ Βασιλεὺς, καὶ ὁ μέλλων Βασιλεὺς εἶναι αὐτός. Εὐτύχημα λοιπὸν εἶναι νὰ ἀναλάβῃ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, καὶ νὰ δυνηθῇ ἀπὸ σήμερον νὰ ἐργασθῇ πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ μέλλοντος καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ ἐκπληρώσῃ· εὐτύχημα, ἐὰν ἀπὸ σήμερον ἔλθῃ εἰς συνάφειαν μετὰ τοῦ στρατοῦ, γνωρίσῃ τὰ ἀνάγκας, καὶ πληρώσῃ τὰς ἐλλείψεις, συναντηθῇ μετ’ αὐτοῦ, καὶ ἐν ὥρᾳ τῇ δεούσῃ εὑρεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατοῦ, ὡς εὑρέθη ὁ Κάρολος τῆς Ρωμουνίας. Δὲν ἔχει, λέγουσιν, εὐθύνην. Ἀφίνω ὅτι ὑπηρετεῖ ἐπὶ 15 ἢ 20 ἤδη ἔτη, καθ’ ἃ ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του, χωρὶς νὰ δώσῃ ἀφορμὴν νὰ ζητηθῶσι παρ’ αὐτοῦ εὐθῦναι, διότι συναισθάνεται τὸ καθῆκόν του κάλλιον παντὸς ἄλλου, διότι συναισθάνεται τὴν ἠθικὴν εὐθύνην, ἣν ἔχει ἀπέναντι τοῦ ἔθνους, καὶ δὲν ἔδωσεν ἀφορμὴν νὰ ζητηθῶσι παρ’ αὐτοῦ εὐθῦναι, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ὑπολογίζομεν. Τὴν νομικὴν εὐθύνην θεωρῶ ἐντελῶς ἀναξίαν λόγου ἀπέναντι τῆς ἠθικῆς, ἣν ἀναλαμβάνει ὁ μέλλων Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς εἶπε προχθὲς, ὅτι δὲν δύναται ὁ Διάδοχος νὰ εἰσαχθῇ ἐνώπιον τοῦ Στρατοδικείου. Ἀλλὰ διατὶ νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι θέλει εὑρεθῆ εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν; διατὶ τὸ ὕψος τῆς θέσεώς του νὰ τὸ καταβιβάσωμεν εἰς τὸ ταπεινὸν αὐτὸ ἔδαφος; διατὶ νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι δύναται νὰ συλλάβῃ τὴν ἰδέαν τῆς μὴ ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντός του, καὶ δώσῃ ἀφορμὴν νὰ ζητηθῶσι παρ’ αὐτοῦ νομικαὶ εὐθῦναι; Ταῦτα ἠκούσαμεν λεγόμενα καὶ περὶ τοῦ πρίγκηπος Γεωργίου, καὶ ἠκούσατε ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι, ἂν δὲν ἦτο πρίγκηψ, ἤθελε γείνῃ σκέψις, ἂν ἔπρεπε νὰ τουφεκισθῇ! Καὶ ὅμως, κληθεὶς νὰ διοικήσῃ τὴν Κρήτην, ἀπεδείχθη ὁ ἄριστος τῶν ἡγεμόνων. Ἡ Κρήτη εὐλογεῖ τὸν Θεὸν, ὅτι εὗρε τοιοῦτον ἡγεμόνα, καὶ τὸ μέλλον εὐτυχὲς ἐξησφαλίσθη ὑπὲρ αὐτῆς. Ἐνόσῳ ἔμενεν ὑπὸ τὸ κράτος τῶν συζητήσεων τῶν ἰδικῶν μας, ἐνθυμεῖσθε ὁποίας σκέψεις ἔκαμνάν τινες, λυπούμενοι ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ τοῦ ζητήσωσιν εὐθύνας. Ὅτε ἀπήρχετο εἰς τὴν Κρήτην, ἔλεγον ὅτι θὰ πράττῃ ὅ,τι θέλουσιν οἱ περὶ αὐτόν. Ἔλαβεν ὑπασπιστὰς ἐκείνους, οὓς ἐνόμιζε καλλιτέρους. Μεταβῆτε νὰ μάθητε, ποία εἶναι ἡ θέσις των, καὶ ποῖον τὸ ὕφος τῆς θέσεως τοῦ ἡγεμόνος. Ὅταν ἀπαντᾷ ἐπιμόνους ἀντιρρήσεις εἰς τὴν γνώμην του, ἔχῃ δὲ πεποίθησιν εἰς τὴν ὀρθότητα αὐτῆς, ἀπαντᾷ «ἔτσι θέλω!» ὁλόκληρος δὲ ὁ λαὸς τὸν ἐπευφημεῖ καὶ τὸν λατρεύει διὰ τὴν θέλησίν του. Δὲν τὸν ἐπηρεάζουσι λοιπὸν οἱ περὶ αὐτὸν, οὔτε ἡ συναίσθησις τῆς εὐθύνης, ἀλλ’ ὁ πατριωτισμός του καὶ ἡ πρὸς τὸ καθῆκον ἀφοσίωσις. Εὔχομαι δὲ καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν καὶ ἕτερα μέρη νὰ διοικήσῃ καὶ ἐκπληρώσῃ τὴν αὐτὴν ἀποστολὴν, οἵαν καὶ ἐν Κρήτῃ.

§100Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ ταῦτα.

§101ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι πολλαὶ ἡμέραι, καθ’ ἃς ἠκούσατε ὅτι, ἐὰν εἴχομεν νὰ ἐφαρμόσωμεν νομικὴν εὐθύνην, θὰ τὸν ἐτουφεκίζαμεν! Τὰ λέγω, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι δυστυχῶς ἐπηρεαζόμεθα ἀπὸ σκέψεις μὴ ὀρθάς.

§102ΔΟΥΝΗΣ. Κύριε Ρικάκη...

§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.

§104Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂς μᾶς εἴπῃ ὁ ῥήτωρ, ὅτι δὲν δέχεται διακοπάς.

§105ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ ἔλεγον τίποτε, ἐὰν δὲν εὑρισκόμην εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ τεθῇ εἰς ἀμφιβολίαν ἡ εἰλικρίνεια τῆς ψήφου μου. Οὐδένα λόγον ἔχω νὰ ἦμαι ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπιθυμῶ ὅμως, ὁ στρατὸς νὰ ὀργανωθῇ ἐπιτυχῶς, καὶ πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ δοθῶσιν ὅλα τὰ μέσα, καὶ μάλιστα θὰ διεφώνουν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐλαττώνει τὸν προϋπολογισμὸν ἀπὸ 18 ἑκατομμύρια εἰς 16 ἑκατομμύρια, ἐνῷ πρέπει νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς 22 ἑκατομμύρια, ἀφοῦ ὁ ἐφετεινὸς προϋπολογισμὸς ηὔξησε κατὰ 10 ἑκατομμύρια...

§106ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῦ θὰ τὰ εὕρωμεν;

§107ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐκεῖ ποῦ τὰ ἐξοδεύομεν ἀλλοῦ, νὰ τὰ ἐξοδεύσωμεν διὰ τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικὸν, καὶ μάλιστα μετὰ ἕνα ἀτυχῆ πόλεμον. Καὶ διὰ τοῦτο ἐπαινῶ πάντας, ὅσοι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς εἰργάσθησαν πρὸς τοῦτο, καὶ ὅπως ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶχε τὸ θάρρος νὰ ὑποβάλῃ ἔργον τέλειον, δι’ οὗ ἐφρόνει, ὅτι θὰ ὀργανωθῇ ὁ στρατὸς, οὕτω ἀφ’ ἑτέρου ἐπαινῶ τὸν νῦν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἔφερε τὰς προτάσεις του, ὅπως σταθμισθῇ ἐν πλήρει ἡσυχίᾳ ὁ σκοπὸς, ὃν πάντες ἐπιδιώκομεν. Αἱ συζητήσεις βλάπτουσιν, ἀντὶ νὰ ὠφελῶσι, διὰ τοῦτο αὗται πρέπει νὰ περιορίζωνται μεταξὺ τῶν ἁρμοδίων, διότι, ἐνῷ πάντες συμφωνοῦμεν ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν, διαφωνοῦμεν εἰς τὰ καθέκαστα.

§108Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν συμφωνοῦμεν πουθενά.

§109ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι προσωρινὸν, ἐπὶ τῇ βάσει ἑτέρου ὑποβληθησομένου ὁριστικοῦ. Τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι συνετάχθη μετὰ πολλὴν σκέψιν καὶ μελέτην, καὶ δὲν πρέπει νὰ δοθῇ τοσαύτη προσοχὴ εἰς τὰς λεπτομερείας, ὅση εἰς τὸν κύριον σκοπὸν, ὃν ἐπιζητεῖ. Ὅτε πέρυσιν ἐψηφίσαμεν τὸν νόμον περὶ ξένου ὀργανωτοῦ, ἐδώσαμεν εἰς τοῦτον σχεδὸν ὅλα τὰ δικαιώματα τοῦ Ὑπουργοῦ, εἰς ὃν ἀφήσαμεν ἁπλῆν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν στρατολογίαν. (Ἀναγινώσκει τὸν νόμον ἐκεῖνον). Βλέπετε ὅτι ὁ νόμος, ὃν ἐψηφίσαμεν πέρυσι, δίδει πλειότερα δικαιώματα εἰς τὸν ξένον, ὅστις πρόκειται νὰ προσκληθῇ, ἀπὸ τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα δίδει τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον. Δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι εἰς τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ τεθῶσιν ὑπὸ λεπτομερῆ συζήτησιν, ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν μένει ἐλευθέρα, καὶ ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν καὶ διοίκησιν αὐτοῦ θέλει διατελεῖ καὶ ὁ ἀρχηγὸς καὶ τὸ Ἐπιτελεῖον καὶ πᾶσαι αἱ στρατιωτικαὶ ὑπηρεσίαι. Ἐγὼ μάλιστα νομίζω, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἡ στρατολογία, ἥτις εἶναι ἡ βάσις τοῦ στρατοῦ, διὰ νὰ παύσωμεν νὰ ζητῶμεν τὰς ἐξαιρέσεις τῶν στρατευσίμων καὶ νὰ ἐκλέγωμεν τὸν προϊστάμενον τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου, ὅπως ὑπηρετῶμεν τοὺς φίλους. Ἐπίσης ἔπρεπε ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν καὶ αἱ προμήθειαι· νὰ μένωσι μὲν ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὡς μετέχοντος τῆς εὐθύνης, ἀλλὰ νὰ προπαρασκευάζωνται καὶ ἐνεργῶνται αἱ δημοπρασίαι παρ’ ἄλλων προσώπων. Θὰ λείψωσιν οὕτω πολλὰ ἀτοπήματα, αἱ δὲ ὑπηρεσίαι αὗται θὰ ἐνεργῶνται δικαιότερον καὶ ἀσφαλέστερον ἀπὸ τὸ ὑπὸ τὸν Γενικὸν Ἀρχηγὸν Ἐπιτελεῖον, παρὰ ἀπὸ οἱονδήποτε Ὑπουργὸν, ὑποκείμενον εἰς τὴν ἐπήρειαν τοῦ μὲν καὶ τοῦ δέ. Ἐλέχθη καὶ ἤκουσα περὶ παραπόνων, γεννηθέντων εἰς τὸ στράτευμα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαφορὰν τῶν ὅπλων. Ἐγὼ ὅμως ἀπεναντίας παρετήρησα, ὅτι διὰ τῶν ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν πᾶν παράπονον προλαμβάνεται καὶ πᾶς πλάγιος σκοπὸς ἐξαλείφεται, διότι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ἀρχηγὸς νὰ προτείνῃ ἄλλας μεταθέσεις καὶ τοποθετήσεις ἢ τὰς ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ὅπλου. Τί ὑπάρχει λοιπὸν τὸ ἐπιλήψιμον, ὅπως ἀρνηθῶμεν νὰ κάμωμεν τὸ πρῶτον βῆμα, ἀποδεικνύοντες ὅτι ἔχομεν ζωὴν καὶ ὕπαρξιν; Διότι, ἐὰν οἱ Ρωμοῦνοι δὲν ἐπέτρεπον εἰς τὸν Βασιλέα των νὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατοῦ, ἐὰν οἱ Βούλγαροι ἐδυσπίστουν πρὸς τὸν ἡγεμόνα των, δὲν θὰ εἶχον στρατὸν, οἷον ἔχουσι σήμερον, καλλίτερον ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα Κράτος 70 ἐτῶν, ἐνῷ ἐκεῖνοι εἶναι χθεσινοί. Προκειμένου δὲ νὰ κάμωμεν ἓν τοιοῦτον βῆμα, πρέπει πάντες νὰ ὑποδείξωμεν τὰ τρωτὰ, ἐὰν ὑπάρχωσι τοιαῦτα, μέρη τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν χρησιμότητα πάντες γινώσκομεν. Ἐστὲ βέβαιοι, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πάντες οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀδελφοὶ ἡμῶν ἔχουσι στρέψει τὴν προσοχήν των πρὸς ἡμᾶς, ἐλπίζοντες ὅτι ἐπὶ τέλους θέλομεν λάβει ὁριστικὴν ἀπόφασιν, καὶ ὅτι θὰ κάμωμεν γενναῖον βῆμα, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἀνορθώσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ θὰ λάβωμεν τὴν ἁρμόζουσαν θέσιν ἀπέναντι τῶν ἐχθρῶν μας. Ὅτε μετὰ τὸν πόλεμον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ γράψω περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ διὰ τῆς ὑπογραφῆς μου, καὶ νὰ διαπραγματευθῶ τὸ ζήτημα κατ’ ἰδίαν μου κρίσιν, ἔλαβον ἐπιστολὰς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, δι’ ὧν προσεφέροντο πρὸς σύστασιν Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, διὰ νὰ ἔχωμεν κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ὁ προϋπολογισμὸς ἡμῶν δὲν ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ. Καὶ συνέστη Σύλλογος, πρόθυμος νὰ συνεισφέρῃ πρὸς τοιοῦτον σκοπόν. Ὁ Σύλλογος αὐτὸς, λαβὼν γνῶσιν τῶν προηγουμένων συζητήσεών μας, ἐξέφρασε δυσμενῶς τὴν γνώμην του, καὶ νομίζω ὅτι ἐκπληρῶ καθῆκον καὶ ὅτι ἀνταποκρίνομαι εἰς τὰς θελήσεις ἐκείνων, ὑποστηρίζων ἐκ πλήρους πεποιθήσεως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἤκουσα ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ θεωρήσῃ τὸ ζήτημα ὡς ζήτημα κυβερνητικῆς ἐμπιστοσύνης, καὶ ὡς τοιοῦτον θὰ ψηφισθῇ. Ὄχι! Θέλω νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς προϊὸν τῆς ἐλευθέρας γνώμης ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐξυπηρετεῖται σκοπὸς ἐθνικὸς, θέλομεν συντελέσει εἰς τὸ νὰ παρασχεθῶσι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἐκτέλεσιν καὶ ἐφαρμογὴν αὐτοῦ.

§110Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἐσκόπουν νὰ λάβω καὶ αὖθις τὸν λόγον, ἐὰν μὴ ἐπιφανεῖς Βουλευταὶ, ἐξετάζοντες τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, δὲν ἀπεφαίνοντο περὶ αὐτοῦ γνώμην ὅλως ἀντίθετον πρὸς τὰ πράγματα. Ἔσχον τὴν τιμὴν εἰς προηγουμένας συνεδρίας τῆς Βουλῆς νὰ ἐξηγήσω τὰς διατάξεις τοῦ συνόλου, τὰς ἐμπεριεχομένας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Παραδόξως ὅμως, ἤκουσα ἀπὸ τοῦ στόματος ἐπιφανῶν Βουλευτῶν ἑρμηνείας διατάξεών τινων τοῦ νομοσχεδίου ὅλως ἀντιθέτους τῆς ἀληθείας. Καὶ ὄντως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος, ἐξετάζοντες τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰσῆλθον καὶ εἰς τὰ καθέκαστα αὐτοῦ, καὶ ἠρεύνησαν τὰς διατάξεις του, ὑπό τε τὴν ἔποψιν τῆς συνταγματικότητος, ὡς καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀνατροπῆς τῆς καθεστηκυίας νομοθεσίας τοῦ στρατοῦ. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς συνταγματικότητος, τοῦτο ἐπαρκῶς μέχρι τοῦδε συνεζητήθη, καὶ συνεπῶς δὲν θὰ ποιήσωμαι λόγον σήμερον. Ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν ἐκχώρησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὴν Γεν. Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, τοῦτο θέλω ἀποκρούσει ὅλαις δυνάμεσιν, ἀκολουθῶν τὴν σειράν, ἣν ἠκολούθησαν καὶ οἱ προλαλήσαντες κύριοι Βουλευταί. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς δὲν ἐπεράτωσε τὴν ἀγόρευσίν του, οὐχ ἧττον εἰς τὸ πρῶτον αὐτῆς μέρος ἐπραγματεύθη τὸ ζήτημα τοῦ συνόλου καὶ τῶν λεπτομερειῶν. Τοῦτ’ αὐτὸ ἔπραξε καὶ ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτής. Παράδοξος τῳόντι εἶναι ἡ ἐπ’ αὐτῶν ἐξενεχθεῖσα γνώμη, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἄρδην ἀνατρέπεται ἡ νομοθεσία ἡμῶν, καὶ ὅτι διὰ τοῦ χορηγουμένου δικαιώματος τῆς ἁρμοδιότητος καὶ δικαιοδοσίας τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ ἀφαιρεῖται πᾶσα ἐξουσία, ἣν ἀσκεῖ σήμερον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν στρατιωτικῶν καταστημάτων καὶ ὑπηρεσιῶν, καὶ ὅτι τέλος αἴρεται πᾶσα ἡ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργοῦ, ἡ δὲ ὑπηρεσία τῶν δεκατριῶν τμημάτων τοῦ Ὑπουργείου μεταφέρεται εἰς τὴν Γεν. Διοίκησιν. Ἀλλ’ ἆρά γε εἶναι τοῦτο ἀληθές; ἢ μήπως εἶναι πλάνη, εἰς ἣν περιέπεσαν οἱ ἔξοχοι πολιτευταί; Δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι δύσκολον ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἀληθῶς εἰς πλάνην περιέπεσαν οἱ κ. Βουλευταὶ, ὑπολαβόντες ὅτι τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ δὲν ἀσκοῦσι νῦν οἱ τρεῖς ἀρχηγοὶ αὐτοῦ, δυνάμει τῆς κειμένης νομοθεσίας, ἤτοι τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν ἐκτελεστικῶν διαταγμάτων. Τὸ διάταγμα τοῦ 1882, λόγου χάριν, τὸ καθορίζον τὴν δικαιοδοσίαν καὶ ἁρμοδιότητα τῶν ἀρχηγῶν, ὁρίζει ποίαν ἀσκοῦσιν οὗτοι διοίκησιν ἐπὶ τοῦ στρατεύματος, καὶ ποίαν τὰ σώματα τὰ ὑπὸ τὴν διοίκησιν αὐτῶν. Καὶ ἐνῷ οἱ ἀρχηγοὶ στρατοῦ ἤσκουν τὴν διοίκησιν ἐπὶ τῶν σωμάτων καὶ τῶν καταστημάτων, οὐδεὶς ἐφαντάσθη ποτὲ, ὅτι τὰ τμήματα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐξέλιπον. Τοῦτ’ αὐτὸ θὰ συμβῇ καὶ ἐπὶ τῆς Γεν. Διοικήσεως, ἥτις ἀντικαθιστῶσα τὰ τρία Ἀρχηγεῖα στρατοῦ, θὰ ἀσκήσῃ ἑνιαίαν τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, τῶν καταστημάτων καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ· καὶ ἐνταῦθα ἔγκειται ἀκριβῶς ἡ ἀξία τοῦ ζητήματος. Τοῦτο ἐξετάζοντες, δυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν τὸ ἀσφαλὲς συμπέρασμα, ὅτι τὰ τμήματα πάντα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δέον νὰ διεξάγωσιν, ὡς καὶ νῦν, τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, ἣν οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον μεταβάλλει ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἐν παραδείγματι, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπε: «καὶ εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ τὸ Τμῆμα τὸ Ὑγειονομικὸν, ἢ τὸ Τμῆμα τοῦ Πυροβολικοῦ ἢ τὸ τοῦ Πεζικοῦ κλπ., ὅταν ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ἔχῃ τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑγειονομικοῦ σώματος, τοῦ Πυροβολικοῦ, τοῦ Πεζικοῦ κλπ.;» Ἀλλὰ τὸ Τμῆμα τοῦ Πυροβολικοῦ δὲν ἔχει μόνον τὴν διοίκησιν τοῦ σώματος, διότι αὕτη καὶ νῦν ἀνήκει εἰς τὸν στρατιωτικὸν διοικητὴν, εἴτε μέραρχος εἶναι οὗτος, εἴτε Γεν. Διοικητής, εἴτε ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ. Τὸ Τμῆμα τοῦ Πυροβολικοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ διεξάγει τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν διοίκησιν, τὴν ὑπερβαίνουσαν τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Γεν. Διοικήσεως καὶ συνεπῶς διεξαγομένην ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ πλὴν τούτου διεξάγει καὶ τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πυροβολικοῦ, ἔχει τὴν διαχείρισιν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πυροβολικοῦ, ὡς καὶ τὴν στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν, τὴν ἀνατεθειμένην ἤδη εἰς τὸ Τμῆμα τοῦ Πυροβολικοῦ, ἔτι δὲ καὶ τὴν ἐξάρτυσιν. Εἰς αὐτὸ εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ἐποπτεία τῶν κανονισμῶν τοῦ πυροβολικοῦ, ὡς καὶ αἱ μεταβολαὶ τῶν πολιτικῶν καθηγητῶν τῶν στρατιωτικῶν σχολείων...

§111Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Τὴν ἐκπαίδευσιν τὴν ἀνέλαβε τὸ Ἀρχηγεῖον.

§112Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τίνι τρόπῳ διορίζει τοὺς καθηγητὰς τὸ Ἀρχηγεῖον; Ἀναγνώσατε τὸ νομοσχέδιον, καὶ θὰ πεισθῆτε περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου.

§113Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Κατὰ πρότασιν τοῦ Ἀρχηγείου θὰ διορίζωνται. Ὅταν ὁ Διάδοχος ἔχῃ τὴν διοίκησιν, ὡς Γενικὸς Διοικητὴς, ὅταν ἔχῃ τὴν ἐπίβλεψιν ἐπὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως, πῶς ὑμεῖς δὲν θὰ διορίσητε τοὺς καθηγητὰς τοὺς προτεινομένους παρ’ αὐτοῦ; Πρότασις δὲ τοῦ Διαδόχου δὲν εἶναι πρότασις, εἶναι ἐπιβολή. Περὶ τούτου πρόκειται.

§114Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Αὐτὴν τὴν γνώμην δύνασθε νὰ ἔχητε ὑμεῖς. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, φρονῶ, ὅτι ὁ Γεν. Διοικητὴς προτείνει τὰς μεταβολὰς τῶν στρατιωτικῶν καθηγητῶν δυνάμει τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ ταύτας ὀφείλει νὰ αἰτιολογήσῃ ἀποχρώντως, διότι ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς, ὅστις θὰ πραγματοποιήσῃ ταύτας διὰ τῆς ὑποβολῆς πρὸς τὸν Βασιλέα τῶν ἀναγκαίων Β. Διαταγμάτων, δέον νὰ πεισθῇ περὶ τῆς χρησιμότητος τῶν προτεινομένων μεταβολῶν καὶ τῆς νομιμότητος αὐτῶν. Τὰ αὐτὰ περίπου δύνανται νὰ λεχθῶσι καὶ περὶ τῶν ἄλλων τμημάτων τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ Μηχανικοῦ, Πεζικοῦ, Ὑγειονομικοῦ κλπ. Τὸ Τμῆμα τοῦ Πεζικοῦ, ὥσπερ καὶ νῦν, θὰ διεξάγῃ πάσας τὰς πειθαρχικὰς ὑποθέσεις, τὰς ἀναγομένας εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὡς καὶ ἐκείνας, περὶ ὧν ἀπαιτεῖται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν. Ἐν τέλει ἐξετάσωμεν καὶ αὐτὴν τὴν Ἐπιτελικὴν Ὑπηρεσίαν. Ἀληθῶς τὸ νομοσχέδιον, ἔχον ὑπ’ ὄψιν τὸν σκοπὸν τῆς συντάξεως τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἔπρεπε νὰ παράσχῃ εὐρὺ στάδιον ἐνεργείας εἰς τοὺς μέλλοντας νὰ ἐργασθῶσιν εἰς τὴν σύνταξιν καὶ τὸν καταρτισμὸν τελείου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Καὶ πράγματι τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νομοσχεδίου ἔχει ὡς ἑξῆς: «Τὸ Ἐπιτελεῖον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ διεξάγει καὶ τὰς νῦν διεξαγομένας ὑπηρεσίας ὑπὸ τῆς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας. Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ὑποβάλλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὰς ἀναγκαίας προτάσεις ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἀνωτέρω ἐδαφίου, αἵτινες ἀπαιτοῦσι τὴν ἔκδοσιν βασιλικοῦ διατάγματος. Ἔτι δὲ ὑποβάλλει προτάσεις περὶ μεταθέσεως ἀξιωματικῶν ἀπὸ σώματος εἰς σῶμα τοῦ αὐτοῦ ὅπλου καὶ εἰς γενικὰς καὶ εἰδικὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ.» Τὰ Ἐπιτελεῖα τῶν Ἀρχηγείων στρατοῦ εἶχον ὡρισμένην ὑπηρεσίαν, ἥτις διεξήγετο ἐν αὐτοῖς. Ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία αὕτη καὶ μόνη δὲν ἦτο ἐπαρκὴς, ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἐπιτελείου τῆς Γεν. Διοικήσεως καὶ πρὸ παντὸς εἰς τὴν μελέτην καὶ σύνταξιν τοῦ μέλλοντος ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἔδει ὅθεν νὰ συμπληρωθῇ αὕτη διὰ τῆς μεταβιβάσεως ὑπηρεσιῶν τινων τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Αἱ μεταβιβαζόμεναι αὗται ὑπηρεσίαι μνημονεύονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἐννοεῖται δ’ ὅτι διὰ τῆς μεταβιβάσεως τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων δὲν καταργεῖται καὶ ἡ Ἐπιτελικὴ Ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, ἥτις ἀπομένει ἀκεραία, ὥσπερ καὶ νῦν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ἡμᾶς, διατὶ ὑφίστανται ἅπαντα τὰ τμήματα τοῦ Ὑπουργείου, διοικουμένου τοῦ στρατοῦ διὰ τῶν τριῶν Ἀρχηγείων, θὰ παύσωσι δὲ, καθ’ ὑμᾶς, ὑφιστάμενα, ὡς ἄχρηστα, εὐθὺς ὡς τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ ἀναλάβῃ ἡ Γενικὴ Διοίκησις ἀντὶ τῶν Ἀρχηγείων; Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον δέον νὰ ἐξετάσωμεν, τί ἀκριβῶς περιλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον, ἂν δηλ. πλὴν τῆς διοικήσεως, ἣν ἀσκοῦσιν οἱ ἀρχηγοὶ, περιλαμβάνει νέας τινὰς διατάξεις, μὴ ὑπαρχούσας σήμερον εἰς τοὺς καθεστηκότας νόμους. Ἀληθῶς, πλὴν τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας, ἥτις μεταβιβάζεται εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, μεταβιβάζεται καὶ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως, προκειμένου περὶ τῶν μεταθέσεων τῶν ἀξιωματικῶν. Κατὰ τὰ νῦν κείμενα, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ προτείνειν τὴν μετάθεσιν παντὸς ἀξιωματικοῦ ἀπὸ ὅπλου εἰς ὅπλον, ἀπὸ σώματος εἰς σῶμα, καὶ ἀπὸ σώματος εἰς γενικὰς ἢ εἰδικὰς θέσεις. Ἀλλ’ ἡ ἀπὸ ὅπλου εἰς ὅπλον μετάθεσις ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἐτέθη εἰς ἀχρηστίαν, καὶ εὔχομαι, οὐδέποτε νὰ πραγματοποιηθῇ, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ τοιαύτη μετάθεσις τῶν ἀξιωματικῶν ἀντιβαίνει καὶ εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἕκαστος ἀξιωματικὸς, εἶναι δὲ ἐπιζήμιος καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ εἰς τὰ ἄτομα. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, πρεσβεύω ὅτι εἰς οὐδένα βαθμὸν ὁ ἀξιωματικὸς πρέπει νὰ μετατίθηται ἀπὸ ὅπλου εἰς ὅπλον· ἐὰν δέ ποτε ἐγένοντο τοιαῦται μεταθέσεις, περὶ ὧν προβλέπει τὸ ἐκτελεστικὸν διάταγμα τοῦ περὶ προβιβασμῶν νόμου τοῦ 1861, τοῦτο ἀποδοτέον εἰς τὴν μὴ ὕπαρξιν τῶν διεπόντων τὰ τῆς κατατάξεως τῶν νέων ἀποφοίτων τῶν Στρατιωτικῶν Σχολῶν· διότι οἱ νόμοι, οἱ διέποντες ἀμφοτέρας τὰς Σχολὰς, τὴν τῶν Εὐελπίδων καὶ τὴν τῶν Ὑπαξιωματικῶν, ὁρίζουσι σαφῶς τὸν τρόπον τῆς κατατάξεως ἐν τοῖς διαφόροις ὅπλοις τοῦ στρατοῦ. Ἔλεγον ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον παρέχει εἰς τὸν Γεν. Διοικητὴν τὸ δικαίωμα τοῦ προτείνειν τὰς μεταθέσεις τῶν ἀξιωματικῶν ἀπὸ σώματος εἰς σῶμα, τουτέστιν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς συντάγματος εἰς τὸ ἄλλο, καὶ ἀπὸ σώματος εἰς γενικὴν ἢ εἰδικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας, διότι σήμερον ἡ μετάθεσις αὕτη ἀνήκει εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὁ Ὑπουργὸς ὅμως, ἕνεκα τῶν πολλῶν ἀσχολιῶν, τὰς ὁποίας ἔχει, καὶ τῆς ἀτελοῦς γνώσεως τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἀτόμων, βεβαίως δὲν θὰ ἦναι ποτὲ εἰς κατάστασιν νὰ κρίνῃ, ποία ἀκριβῶς εἶναι ἡ καλλιτέρα τοποθέτησις καὶ μετάθεσις τῶν ἀξιωματικῶν, ὡς θὰ ἦναι ὁ Γεν. Διοικητὴς, ὅστις πρὸς τοῦτο θὰ ζητῇ ἴσως καὶ τὴν γνώμην τῶν διοικητῶν τῶν Μεραρχιῶν, καὶ θὰ δύναται νὰ ἀσφαλίζῃ τὴν πρότασιν αὐτοῦ περὶ μεταθέσεως, θὰ δύναται νὰ προτείνῃ τὰ κατάλληλα καὶ ἁρμόδια πρόσωπα διὰ τὴν κατάληψιν τῶν θέσεων εἴτε ἐν τῷ αὐτῷ ὅπλῳ, εἴτε καὶ ἐν ταῖς γενικαῖς ὑπηρεσίαις. Ἡ μόνη ὅθεν προνομία, ἥτις δίδεται εἰς τὸν ἀρχηγὸν, εἶναι αἱ προτάσεις περὶ μεταθέσεως, καὶ αὗται ἀναγράφονται ἐν τῷ νόμῳ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐξέφρασεν ἀμφιβολίας καὶ περὶ τοῦ πίνακος, ὅτι οὗτος, ἐνῷ κατ’ ἀρχὰς εἶχε συνταχθῆ ὑπὸ ἄλλων τύπων, μετεβλήθη κατόπιν, ἄγνωστον διατί. Νομίζω ὅτι δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ δώσῃ τις τοσαύτην σημασίαν εἰς λάθος, ὅπερ ἐγένετο—ὅπως σᾶς ἐξήγησα εὐθὺς ἀμέσως κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου—ἐκ κακῆς ἀντιγραφῆς· διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ἐγὼ νὰ καταρτίσω τὸ Ἐπιτελεῖον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως κατώτερον τοῦ Ἐπιτελείου τῶν Ἀρχηγείων κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ὑφισταμένου νόμου. Ἐν ᾧ εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον τοῦ Ἀρχηγείου σήμερον ὑπάρχει εἷς συνταγματάρχης, εἷς ἀντισυνταγματάρχης, εἷς ταγματάρχης, δύο λοχαγοὶ καὶ δύο ὑπολοχαγοί, δὲν ἠδυνάμην νὰ παραλείψω τὸν συνταγματάρχην εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον τοῦτο ὑπάρχει ὁ ἀλλοδαπὸς ἀξιωματικὸς, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ νόμου, τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος, ἐπιβάλλεται ὡς ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται ὡς ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου προσωρινῶς, ὅστις σκοπὸν ἔχει τὴν ὀργάνωσιν καὶ ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι μονίμως θὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ Ἐπιτελείῳ τούτῳ. Εἶναι ὅμως βέβαιον, ὅτι καὶ ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι προσωρινὸς, διότι μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νόμου καὶ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ ἀναντιρρήτως ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος παύει. Ὁ νόμος, δὲ, ὁ ὁποῖος θὰ περιλάβῃ τὴν ὀργάνωσιν πασῶν τῶν ὑπηρεσιῶν, θὰ περιλάβῃ καὶ τὰ τοῦ Ἐπιτελείου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ὡς καὶ τὰ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου, τὰ ὁποῖα δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θ’ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὸν σκοπόν των. Ταῦτα εἶχον, Κύριοι, νὰ εἴπω, ἵνα κάλλιον ἑρμηνεύσω ἁπάσας τὰς περὶ Γενικῆς Διοικήσεως διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου.

§115Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ εἰς τὰ ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα ἀπηύθυναν πρὸς αὐτὸν οἱ προαγορεύσαντες, μὲ ἀπαλλάσσει τοῦ κόπου νὰ ἐκταθῶ ἐπὶ πολὺ εἰς τὰς λεπτομερείας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι τῷ ὄντι καὶ εἰς ἐμὲ ἐγείρουσιν ἀπορίαν τινά. Ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμην καὶ νὰ φαντασθῶ, ὅτι ἦτο ποτὲ δυνατὸν ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν πάντα τὰ τμήματα, ἐκτὸς ἐκείνου, τὸ ὁποῖον, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους ἐδικαιολόγησεν, ἀφήρεσε καὶ ἀνέθηκεν εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὰς πληροφορίας ταύτας ἀπομένει κενόν τι, τὸ ὁποῖον θὰ ζητήσω νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅταν εἰς τὴν σειρὰν τοῦ λόγου μου ἔλθῃ ἡ κατάλληλος θέσις. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, Κύριοι, μεταρρυθμίζει οὐσιώδεις τινὰς τῷ ὄντι διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιζητεῖται πρῶτον ἡ συγχώνευσις τῶν τριῶν Ἀρχηγείων εἰς μίαν μόνιμον καὶ ἑνιαίαν διοίκησιν. Τοῦτο δὲ σαφῶς καταφαίνεται ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλ’ ἐπιζητεῖται καὶ ἕτερόν τι, ἐπιζητεῖται ἡ παρασκευὴ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ ἤδη λειτουργοῦντος· τοῦτο δὲ ἀριδήλως συνάγεται ἐκ τοῦ διορισμοῦ, ὡς ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου, τοῦ ξένου ὀργανωτοῦ, δεύτερον ἐκ τῆς ἀποσπάσεως τῆς Διευθύνσεως τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας καὶ τῆς προσκολλήσεως αὐτῆς παρὰ τῷ Γενικῷ Διοικητῇ, καὶ τελευταῖον ἐκ τοῦ τελευταίου ἄρθρου τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον σαφῶς λέγει, ὅτι ὁ παρὼν νόμος θὰ ἰσχύσῃ μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ὁριστικοῦ ὀργανισμοῦ. Θέλω, Κύριοι, ἐκφέρει τὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου γνώμην μου, ἀπορρέουσαν ἐκ πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἐμόρφωσα, καὶ τὴν ὁποίαν ἔσχον τὴν εὐκαιρίαν πολλάκις καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐξενέγκω, ὅπως θὰ ἀποδείξω μετ’ ὀλίγον. Τὸ ζήτημα τοῦ στρατοῦ, ἀφ’ ἧς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐξήτασα πάντοτε ὡς ζήτημα ἐθνικὸν, καὶ ὡς τοιοῦτον καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην θὰ ἐξετάσω. Παρακαλῶ δὲ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ διὰ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐπὶ τούτου θὰ ἐκφράσω, διότι ἐκ πλήρους πεποιθήσεως θὰ ὁμιλήσω, καὶ θὰ συζητήσω ἐφ’ ὅλων τῶν ἄρθρων, τῶν ἀποτελούντων τὸ νομοσχέδιον. Ἐλέχθη, κύριοι, Βουλευταὶ, καὶ παρεστάθη μάλιστα μετὰ πολλῆς ζωηρότητος, ἂν οὐχὶ παρ’ ὅλων, ἀλλὰ παρὰ τῶν πλείστων βεβαίως τῶν προαγορευσάντων, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ ἡμῶν δὲν εἶναι εὐάρεστος,—ἵνα μὴ εἴπω βαρυτέραν τινὰ λέξιν,—ἰδίως δὲ τὴν γνώμην ταύτην ἐξήνεγκεν ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτής, τοῦ ὁποίου οἱ λόγοι ἀληθῶς ἔχουσι κῦρος, οὐ μόνον διότι ἐκ τῆς μακρᾶς αὐτοῦ πείρας συνήγαγε τὸ συμπέρασμα τοῦτο, ἀλλὰ καὶ διότι διετέλεσεν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, διετέλεσε δὲ καὶ κυβερνήτης τῆς χώρας, καθ’ ὃν χρόνον πάντων τὰ βλέμματα ἦσαν ἐστραμμένα πρὸς τὸν στρατόν. Ἀλλ’ ἆρά γε αἰτία τῆς καταστάσεως ταύτης εἶναι ἡ ἔλλειψις ὀργανισμοῦ τελειοτέρου τοῦ ἤδη λειτουργοῦντος; Παντάπασιν. Αἰτία τῆς καταστάσεως ταύτης τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν λυπηρῶν ἐκείνων ἀποτελεσμάτων τοῦ πολέμου εἶναι πρῶτον ἡ ἀνατροφὴ τοῦ λαοῦ· διότι δὲν ἐνεπνεύσθη εἰς αὐτὸν ἐπαρκῶς ἡ ἀγάπη πρὸς τὴν πατρίδα καὶ τὸ αἴσθημα τὸ θρησκευτικόν. Ῥίψατε ἓν βλέμμα εἰς τὸν μικρὸν, ἀλλὰ γενναῖον ἐκεῖνον λαὸν τῆς Νοτίου Ἀφρικῆς, καὶ θέλετε πεισθῆ περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου. Διὰ μόνης τῆς μικρᾶς καὶ πρακτικῆς ὅλως ἀσκήσεως εἰς τὰ ὅπλα, διὰ τῆς ἀγάπης πρὸς τὴν πατρίδα καὶ τῆς πίστεως πρὸς τὸν Θεὸν διέπραξε κατορθώματα, τὰ ὁποῖα ἐπέσυραν τὸν θαυμασμὸν πάντων τῶν λαῶν, μηδ’ ἡμῶν ἐξαιρουμένων. Ἴσως ὑποκύψουσιν ἐπὶ τέλους, ἀλλὰ θὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὸν μέγαν ἀριθμὸν τῶν ἀντιπάλων καὶ εἰς τὴν περίσσειαν τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα διαθέτει ἡ μεγάλη ἐκείνη Δύναμις. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποκύψωσι, Κύριοι, θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ λέγωσιν ὅ, τι εἶπε μέγας ἄλλοτε ἀνήρ: «Τὸ πᾶν ἀπωλέσαμεν, πλὴν τῆς τιμῆς». Τὰς αὐτὰς περίπου ἰδιότητας ἔχει καὶ ὁ Γερμανικὸς λαὸς, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν, ὅτι τὴν πρακτικὴν καὶ μικρὰν ἐκπαίδευσιν λαμβάνει εἰς Σχολὰς συστηματικῶς ὠργανωμένας, οἷαί εἰσιν αἱ τάξεις τοῦ στρατοῦ. Καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀνατροφῆς ἐκείνης εἴδομεν κατὰ τὸ 1870. Ἀλλὰ δὲν συνέβη ἀτυχῶς τὸ αὐτὸ καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν, συνέβη ὅλως τὸ ἐναντίον, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οἱ Γάλλοι, στηριζόμενοι εἰς τὰς πατραγαθίας, ἢ μᾶλλον εἰς τὰ κατορθώματα τοῦ γαλλικοῦ στρατοῦ, παρημέλησαν τὰ πάντα, οὐδόλως ἀποβλέψαντες εἰς μέλλοντα πόλεμον, διότι ἐνόμιζον ὅτι θὰ ἐξακολουθήσωσιν οἱ πόλεμοι τῆς Ἀφρικῆς, οἱ τόσον ὁμαλοὶ καὶ ἄκοποι. Ἀνάγκη λοιπὸν ἡ ἀνατροφὴ τοῦ λαοῦ νὰ μεταβληθῇ. Ἰδοὺ, τί ἔλεγε, Κύριοι, ὁ μέγας πολίτης τῆς Γαλλίας Γαμβέτας ἀμέσως μετὰ τὸν Γαλλογερμανικὸν πόλεμον, ἤτοι κατὰ τὸ ἔτος 1871 (ἀναγινώσκει): «Δὲν πρέπει, Κύριοι, ν’ ἀπελπιζώμεθα διὰ τὴν ἀτιμωτικὴν εἰρήνην, τὴν ὁποίαν ὑπεγράψαμεν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν πρὸς θεραπείαν τῶν κακῶν, διορίζοντες παντοῦ διδασκάλους, προσλαμβάνοντες πλὴν τοῦ παιδαγωγοῦ τῶν τέκνων μας ἕνα γυμναστὴν, εἴτε καὶ ὑπαξιωματικὸν τοῦ στρατοῦ, ἵνα ἀσκῆται ὅ τε νοῦς καὶ τὸ σῶμα αὐτῶν καὶ κατασταθῶσι ταῦτα ἱκανὰ, ἵνα ἀντέχωσιν εἰς τὰς διαφόρους στερήσεις, εἰς τὸ ψῦχος τοῦ Βορρᾶ καὶ τὸν ἥλιον τοῦ Μεξικοῦ· διότι, ἐὰν μόνον εἰς τὰ γράμματα περιορισθῶμεν, θ’ ἀποκτήσωμεν ἄνδρας ἐγγραμμάτους μὲν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ πατριώτας.» Ταῦτα ἔλεγεν ὁ Γαμβέτας, ὁ ὁποῖος ἐκ τῆς μακρᾶς αὐτοῦ πείρας εἶχε συναγάγει τὸ συμπέρασμα τοῦτο. Ἀλλ’ ἑτέρα αἰτία τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ ἡμῶν εἶναι ὁμολογουμένως ἡ ἔλλειψις πρακτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἡ προερχομένη ἐκ δύο ἄλλων αἰτιῶν, ἐκ τῆς ἐλλείψεως μέσων καὶ ἐκ τῆς ἐνασχολήσεως τοῦ στρατοῦ εἰς ὑπηρεσίας ἀλλοτρίας τοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ. Ἰδοὺ τί ἔλεγον, Κύριοι, εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς 23 Φεβρουαρίου τοῦ 1888, προκειμένου περὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς αὐξήσεως τῆς χωροφυλακῆς, ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκείνην (ἀναγινώσκει): «Ἀλλ’ ἔστω, Κύριοι, δὲν θέλετε τὴν αὔξησιν τῆς χωροφυλακῆς δι’ ἕνα ἢ ἄλλον λόγον; συστήσατε πολιτοφυλακὴν πρὸς συνοδείαν τῶν δημοσίων εἰσπρακτόρων καὶ διὰ τὰς ἄλλας παραπλησίας ὑπηρεσίας, κάμετε κλητῆρας, κάμετε ὅ,τι θέλετε, ἀλλὰ, πρὸς Θεοῦ, ἀπαλλάξατε τὸν στρατὸν ἀπὸ τῶν ξένων πρὸς τὸ ἔργον αὐτοῦ ὑπηρεσιῶν, αἵτινες, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, οὐ μόνον διαφθείρουσι τὸν στρατὸν, ἀλλὰ καὶ παριστῶσι τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν ἀπεχθῆ καὶ ἄσκοπον εἰς τὰς ὄψεις τῶν στρατευσίμων, καθιστῶσαι δυσχερῆ καὶ προβληματικὴν τὴν προσωπικὴν τοῦ πολίτου ὑπηρεσίαν. Αὗται δ’ ὑπῆρξαν σχεδὸν πάντοτε αἱ αἰτίαι τῶν πολλάκις ἐπιρριφθεισῶν κατὰ τοῦ στρατοῦ μομφῶν καὶ τῶν ἐνίοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀκουσθεισῶν δυσμενῶν περὶ αὐτοῦ κρίσεων.» Ταῦτα ἔλεγον, Κύριοι, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Εἶδον δ’ εὐτυχῶς ἐπιψηφιζόμενον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τὸ μέτρον τοῦτο, καὶ εὔχομαι νὰ τεθῶσιν εἰς ἐνέργειαν οἱ δύο νόμοι περὶ χωροφυλακῆς καὶ ἀστυνομίας. Ἀλλὰ ἐλέχθη καὶ ἄλλο τι παρὰ τῶν ἀντιφρονούντων, ὅτι μόνη ἡ πολιτικὴ ἐπήνεγκε τὴν κατάστασιν ταύτην τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ, Κύριοι, ἐμποδίζει τὴν πρακτικὴν ἄσκησιν τοῦ στρατοῦ; ἡ πολιτικὴ ἐμποδίζει τὴν ἐφαρμογὴν τῶν μέτρων ἐκείνων, δι’ ὧν μορφοῦται ὁ στρατός; Ἡ πολιτικὴ, Κύριοι, ἐπιδρᾷ ὅπου εὑρίσκει ἔδαφος πρόσφορον. Ἠδυνάμην νὰ φέρω πρὸς ὑμᾶς πολλὰ παραδείγματα, ἀλλὰ θὰ φέρω ἓν καὶ μόνον παράδειγμα, χωρὶς νὰ πειράξω τὴν μετριοφροσύνην τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Ράλλη. Θὰ σᾶς διηγηθῶ εἰς ὀλίγας λέξεις συμβάν τι, σχετιζόμενον πρὸς τὴν ἐπίδρασιν τῆς πολιτικῆς. Κατὰ τὸ 1893 διηύθυνα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Τὰ ἀντικείμενα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας εἶναι κοινὰ, ὡς γνωρίζετε, εἴς τε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Δύο τῶν τότε Βουλευτῶν, φίλοι τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης καὶ ἰδιαιτέρως φίλοι τοῦ κ. Ράλλη, ἀπετάθησαν πρὸς ἐμὲ καὶ μοὶ ἐζήτησαν τὴν ἐκτόπισιν δύο ἀξιωματικῶν, ἀσχολουμένων εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἔδωκα ἀπάντησιν· ἀλλὰ μετά τινας ἡμέρας ἐστενοχώρησαν οὗτοι τὸν κ. Ράλλην, ὅστις, ἀντὶ νὰ ἔλθῃ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐκτόπισιν τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, ἐξ ἐναντίας ἦλθε νὰ μὲ παρακαλέσῃ νὰ μὴ ἐνδώσω εἰς τὴν ἀπαίτησιν αὐτῶν ταύτην, καίτοι ἦσαν φίλοι αὐτοῦ. Τοῦτο εἶναι, Κύριοι, ἓν παράδειγμα, καὶ τοιαῦτα παραδείγματα ἴσως ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα.

§116Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δυστυχῶς μόνος αὐτὸς ἔδωκε τοιαῦτα παραδείγματα.

§117Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δι’ αὐτὸ εἶπεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην χαρακτήρων.

§118Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Καὶ δι’ αὐτὸ ἔμεινε καὶ μόνος.

§119Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Λοιπὸν δὲν εἶναι ἡ πολιτικὴ, ἡ ὁποία διέφθειρε τὸν στρατὸν, εἶναι τὰ αἴτια, τῶν ὁποίων ἐμνήσθην πρὸ μικροῦ, καὶ ἄλλα. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἀρθῶσι τὰ αἴτια αὐτά· ἀλλὰ μετὰ τὴν ἄρσιν τῶν αἰτίων τούτων, ἢ σὺν τῇ ἄρσει τῶν αἰτίων τούτων, ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἀπὸ πολλοῦ χρόνου πάντες ὁμιλοῦσι περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ περὶ ξένων ὀργανωτῶν. Καὶ ἐγὼ ἄλλοτε πολλάκις ὡμίλησα, ἀλλ’ οὐδὲν ὁριστικὸν ἢ πρακτικὸν ἐγένετο. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναφέρω ἐν ὀλίγοις, τί ἔλεγον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1883 (ἀναγινώσκει): «Ἡ στρατιωτικὴ τῆς χώρας ὀργάνωσις, Κύριοι, δὲν εἶναι ἔργον οὐδὲ μηνῶν, οὐδὲ ὀλίγων ἐτῶν, εἶναι ἔργον ἀπαιτοῦν πολλὴν μελέτην καὶ βάσανα. Δὲν θέλω ἀναφέρει ἐνταῦθα τὴν ἱστορίαν καὶ τὰ συστήματα τῶν στρατιωτικῶν ὀργανισμῶν τῶν διαφόρων εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, οὔτε θέλω μνημονεύσει τῶν μετασχηματισμῶν, οὓς ἔλαβον οὗτοι ἐσχάτως, κατόπιν τῶν τελευταίων πολέμων καὶ τῶν ἔκτοτε ἐπικρατουσῶν νέων σκέψεων καὶ νέων ἰδεῶν, οὔτε θέλω ἐπικαλεσθῆ τὰς αὐθεντικὰς θεωρίας τοῦ Leval, οὗτινος τὸ ὄνομα ἠκούσθη πολλάκις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οὔτε τὰ ἀποφθέγματα τοῦ μεγάλου διδασκάλου τῆς στρατιωτικῆς τέχνης, τοῦ στρατάρχου Μόλτκε, οὔτε τὰς γνώμας τῶν ἄλλων στρατιωτικῶν συγγραφέων, διότι φρονῶ, ὅτι ταῦτα πάντα δύνανται νὰ ὦσι χρήσιμα εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσι τὸ καθῆκον νὰ θέσωσι τὰς βάσεις τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας, καὶ εἰς τοὺς ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ στρατιωτικοῦ σχολείου διδάσκοντας τὸ μάθημα τῶν στρατιωτικῶν τεχνῶν της.» Ἔκτοτε, Κύριοι, παρῆλθον 17 ὅλα ἔτη, καὶ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ποιώμεθα λόγον καὶ σήμερον περὶ τῆς ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ μας. Ἐψηφίσαμεν πέρυσι νόμον περὶ μετακλήσεως ξένου ὀργανωτοῦ, ἀκριβῶς πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ὀργανώσῃ τὸν στρατόν. Ἄς ἔλθῃ λοιπὸν οὗτος, ἂς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν Μελέτην τῆς Α. Β. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου, καὶ τὰς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ εὑρισκομένας τοιαύτας τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ καὶ Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου, τοῦ διακεκριμένου ἀξιωματικοῦ κ. Λυκούδη καὶ ἄλλας ἴσως, οὐχὶ ἵνα ὁδηγηθῇ εἰς τὴν κανονικὴν σύνταξιν αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα γνωρίσῃ κυρίως τὰς πρὸς τοῦτο τοπικὰς ἡμῶν περιστάσεις καὶ τὰ λοιπὰ παρομαρτοῦντα εἰς τοιαύτην ἐργασίαν, οἷον τὸν χαρακτῆρα τοῦ λαοῦ, τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα κλπ. τοῦθ’ ὅπερ ἔπραξαν οἱ Γερμανοὶ ὀργανωταὶ διὰ τὸν τουρκικὸν στρατὸν, οἱ Γάλλοι διὰ τὸς ῥωμουκὸν καὶ ἰαπωνικὸν, καὶ οἱ Ρῶσσοι διὰ τὸν βουλγαρικὸν, καὶ ἂς συντάξῃ ὀργανισμὸν ἀνάλογον πρὸς τὰ χρηματικὰ ἡμῶν μέσα, τῇ συνδρομῇ καὶ συνεργασίᾳ τῶν ἁρμοδίων. Ἤδη, κύριοι Βουλευταὶ, θὰ ἐξετάσω, ἂν εἶναι ἀναγκαῖον, συμφέρον καὶ κανονικὸν νὰ συγχωνευθῶσι τὰ τρία Ἀρχηγεῖα εἰς μίαν ἑνιαίαν καὶ μόνην Διοίκησιν, ἐὰν συμφέρῃ νὰ διορισθῇ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ ἡ Α. Ὑψ. ὁ Διάδοχος, καὶ ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀφαιρεῖ τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἔχομεν Ἀρχηγεῖα στρατοῦ· τὰ Ἀρχηγεῖα στρατοῦ εἶναι μία ἀρχὴ, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει εἰς κανὲν Κράτος τοῦ κόσμου. Εἶχεν ἄλλοτε ἡ Αὐστρία, ἴσως καὶ νῦν ἔχει, διὰ τοπικοὺς μόνον λόγους, εἰς ὡρισμένας ἐπαρχίας· εἶχε πρὸ τοῦ πολέμου τοῦ Ρωσσοτουρκικοῦ ἡ Τουρκία, ἀλλ’ ὅτε, Κύριοι, κατὰ τὸν πόλεμον ἐκεῖνον τὰ ῥωσσικὰ στρατεύματα, ὠργανωμένα κανονικῶς, ἀντεμετώπισαν τάγματα τουρκικὰ μεμονωμένα, ὑπὸ ἕνα πασσᾶν ἀρχηγὸν, κατὰ τὴν διάβασιν τοῦ Δουνάβεως, τότε μόνον ἐνόησεν, ὅτι αἰτία τῆς διαβάσεως τοῦ Δουνάβεως ὑπὸ τῶν Ρώσσων κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο ἡ κακὴ σύνταξις τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, διότι οὐδεμία ἀληθῶς ὑπῆρχεν ἐν αὐτῷ ἑνότης ἐνεργείας καὶ διοικήσεως, καὶ δι’ αὐτὸ οἱ Ρῶσσοι διέβησαν εὐχερῶς τὸν Δούναβιν. Ἀλλαχοῦ λοιπὸν Ἀρχηγεῖα δὲν ὑπάρχουσιν. Ὁ στρατὸς ἡμῶν, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἀποτελεῖ μίαν στρατιωτικὴν περιφέρειαν, τουτέστιν ἓν σῶμα στρατοῦ· ἀφοῦ δὲ ἀποτελεῖ ἓν σῶμα στρατοῦ, ἀναγκαίως πρέπει νὰ ἔχῃ ἐπὶ κεφαλῆς αὐτοῦ ἕνα ἀντιστράτηγον. Οὐδαμοῦ ὑπάρχει σῶμα στρατοῦ, ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ὁποίου νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀντιστράτηγος. Ἀλλὰ συμπίπτει παρ’ ἡμῖν ὁ ἀντιστράτηγος οὗτος νὰ ᾖναι ἡ Α. Ὑ. ὁ Διάδοχος, καὶ ἐδῶ εἶναι ἡ δυσκολία, τῶν μὲν φρονούντων, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀντισυνταγματικόν, τῶν δὲ, ὅτι δὲν συμφέρει οὔτε εἰς τὸν στρατὸν οὔτε εἰς τὸ Κράτος. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν θὰ συμφωνήσω μετὰ τῶν φρονούντων οὕτω, καὶ δὲν θὰ συμφωνήσω, διότι συνήθισα νὰ βλέπω τὴν Α. Υ. τὸν Διάδοχον διοικητὴν τάγματος ὑπὸ τὸν συνταγματάρχην Μαυρομιχάλην, διότι συνήθισα νὰ βλέπω αὐτὸν διοικητὴν συντάγματος ὑπὸ τὸν τότε ἀρχηγὸν, καὶ ἀρχηγὸν τοῦ Γʹ Ἀρχηγείου ὑπὸ τὸν Ὑπουργὸν, ἐπὶ πολλὰ συνεχῶς ἔτη, τελευταῖον δὲ καὶ γενικὸν ἀρχηγὸν τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ κατὰ τὸν πόλεμον. Ἀλλὰ συμφέρει, ὡς εἶπον, εἰς τὴν Α. Υ. τὸν Διάδοχον καὶ εἰς τὸν στρατὸν καὶ εἰς τὸ Κράτος νὰ ἦναι ἡ Α. Ὑψ. Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ; Δὲν θὰ προστρέξω, Κύριοι, εἰς ἐπιχειρήματα, τῶν ὁποίων ἐποιήσαντο χρῆσιν ἄλλοι, ἀλλὰ θὰ στηριχθῶ ἐπὶ τῆς γνώμης ἀνδρὸς, εἰς τὸ κῦρος τῶν λόγων τοῦ ὁποίου, ὑποθέτω, οὐδεὶς θὰ δυνηθῇ νὰ ἀντιτείνῃ. Κατὰ τὸ 1867 ὁ βασιλεὺς τῆς Πρωσίας, ὁ πάππος τοῦ νῦν Αὐτοκράτορος, Γουλιέλμος Αʹ, μετέβη, συνοδευόμενος ὑπὸ τοῦ στρατηγοῦ Μόλτκε, εἰς Παρισίους πρὸς ἐπίσκεψιν τῆς Ἐκθέσεως. Ἡ Κυβέρνησις τότε ἡ Γαλλικὴ διώρισε παρ’ αὐτῷ, ὡς ξεναγὸν, τὸν τότε νομάρχην τοῦ Σηκουάνα Haussman, τοῦ ὁποίου καὶ μία λεωφόρος μεγάλη φέρει ἐν Παρισίοις τὸ ὄνομα. Μετὰ τὴν ἔξοδόν των ἐκ τῆς Ἐκθέσεως, ἐν μιᾷ τῶν ἡμερῶν ἐκείνων, ἐν τῇ αὐτῇ ἁμάξῃ εὑρίσκετο ὁ Μόλτκε μετὰ τοῦ νομάρχου· ὁ νομάρχης, θέλων νὰ μάθῃ τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας ἀπεκόμιζεν ὁ Βασιλεὺς Γουλιέλμος, εἶπε πρὸς τὸν Μόλτκε: «Στρατηγὲ, πιστεύω ὅτι θὰ ἐμείνατε εὐχαριστημένοι καὶ θὰ ἀπεκομίσατε καλὰς ἐντυπώσεις ἀπὸ τὴν Ἔκθεσιν ἡμῶν».— «Ἀληθῶς», ἀπήντησεν ὁ στρατηγὸς, «ἐθαύμασα τὴν πρόοδον τῆς γεωργίας, τῆς βιομηχανίας σας, τῶν τεχνῶν καὶ πάντων».—«Καὶ περὶ στρατοῦ, τί φρονεῖτε;»—«Ὁ στρατός σας εἶναι ἐξαίρετος, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς ἔχομεν στρατὸν ἀξιόμαχον, τοῦτο δὲ ἀναντιρρήτως ὀφείλομεν εἰς τὸν Βασιλέα, διότι πρὶν ἢ ἔλθῃ εἰς τὸν θρόνον, κατὰ τὸ 1861, ἦτο διοικητὴς στρατοῦ ἐπὶ πάμπολλα συναπτὰ ἔτη, καὶ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, ἀντιληφθεὶς τῶν ἐλλείψεων τοῦ στρατοῦ, οὐ μόνον ἐπήνεγκε τὰς ἀναγκαίας βελτιώσεις διὰ τῶν ἁρμοδίων, ἐφήρμοσε ταύτας καὶ ἔλαβεν ὅσα ἐξηρτῶντο ἐκ τῆς ἐξουσίας αὐτοῦ, ὡς ἀρχηγοῦ, μέτρα, ἀλλὰ καὶ ἀνελθὼν εἰς τὸν Θρόνον κατὰ τὸ 1861 ἀπετελείωσε τὸ ἔργον αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριε νομάρχα, νὰ φρονῶ, ὅτι ὁ στρατὸς ἡμῶν εἶναι ἀξιόμαχος». Τοῦτο δὲ καὶ ἀπέδειξεν ὁ πόλεμος τοῦ 1870. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, θέλω, ὁ Διάδοχος νὰ διοικῇ τὸν στρατὸν ἐν εἰρήνῃ, ἵνα ἀποκτήσῃ τὴν ἀναγκαίαν πεῖραν καὶ διὰ τὸν πόλεμον, καὶ ἐν χρόνῳ, ὃν ἔχει ὁ Ὕψιστος ὁρίσει, συμπληρώσῃ τὸ ἔργον, καὶ διὰ τοῦτο κηρύσσομαι ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου τοῦ ὁρίζοντος τὴν Α. Ὑψ. τὸν Διάδοχον Γενικὸν Διοικητήν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρὸ μικροῦ σᾶς ἐξήγησεν ἀκριβῶς, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἀφαιρεῖται ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἕν μόνον ἀληθῶς ἀφαιρεῖται, ἡ Διεύθυνσις τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητήν. Κατὰ τὸ 1880 ἐψηφίσθη νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου κατηργήθη ἀτυχῶς τὸ σῶμα τῶν Γεν. Ἐπιτελῶν· ἀτυχῶς λέγω, ἀλλὰ καλῶς κατηργήθη, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους πάντες οἱ στρατιωτικοὶ ἴσως γινώσκουσιν. Ἀλλὰ μετὰ τὴν κατάργησιν δὲν ἐλήφθη φροντὶς, ὅπως τὸ σῶμα τοῦτο ἀνασυσταθῇ ἐπὶ ἄλλης βάσεως, ἢ τοὐλάχιστον κανονισθῶσι προσόντα διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκτελοῦσι τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου (τὸ 1880), δι’ οὗ ἐζητεῖτο ἡ κατάργησις τοῦ σώματος τῶν Γεν. Ἐπιτελῶν, ὁ ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς κ. Ρικάκης διὰ τῆς διακρινούσης αὐτὸν εἰλικρινείας καὶ ζέσεως ἐφώναξε: «πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπητε εἰς ἓν σῶμα «σὲ καταργῶ»; Ὅταν ὅλα τὰ Κράτη ἔχουν σῶμα Γεν. Ἐπιτελῶν, ἡμεῖς θ’ ἀποτελέσωμεν ἐξαίρεσιν;» Ἀλλ’ αἱ διαμαρτυρίαι τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἰς μάτην ἐγένοντο, διότι τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη, καὶ τὸ σῶμα ἐκεῖνο κατηργήθη. Εἶμαι μεταξὺ τῶν ἀποτελούντων μέρος τοῦ σώματος ἐκείνου· ὑπολειπόμεθα δὲ τρεῖς μόνον ἀξιωματικοὶ ἐκ τοῦ σώματος αὐτοῦ, καὶ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου ἡμεῖς ἔχομεν, ἀντὶ μιᾶς, δύο σπάθας τοῦ Δαμοκλέους ἐπὶ τῆς κεφαλῆς μας, διότι κρέμαται ἐπ’ αὐτῆς ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας ὡς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν, ἐξαρτώμενον ἐκ τοῦ νόμου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸ ὅριον τοῦ βίου, ἐξαρτώμενον ἐκ τῆς Θείας βουλήσεως. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ὁ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς ἠρώτησε τὸν τότε Πρωθυπουργὸν, τὸν μακαρίτην Τρικούπην: «Μέχρις οὗ οἱ ὑπάρχοντες ἐξέλθωσιν ὁπωσδήποτε», λέγει τὸ νομοσχέδιον. Τὸ ὁπωσδήποτε τί σημαίνει;» Καὶ τότε ἐκεῖνος τῷ ἀπήντησεν, ὅτι θὰ ἐξέλθουν δηλαδὴ, εἴτε τιθέμενοι εἰς ἀποστρατείαν ἢ εἰς ἀπόταξιν, εἴτε ἀποθνήσκοντες. Ἑπομένως θέλω νὰ εἴπω, ὅτι συμφέρον κανὲν δὲν ἔχω διὰ τὴν ἀνασύστασιν τοῦ σώματος τῶν Γεν. Ἐπιτελῶν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον πρὸ παντὸς, εἰς τὸν νέον ὀργανισμὸν, ὁ ὁποῖος θὰ συνταχθῇ, νὰ σχηματισθῇ τὸ σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, σῶμα τὸ ὁποῖον πάντα τὰ Κράτη ἔχουσιν, ἐκτὸς τῆς Γαλλίας, ἥτις κατήργησε τοῦτο μετὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1870. Κατὰ τὸ 1890, εὑρισκόμενος ἐν Παρισίοις, ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ἐπισκεφθῶ τὸν τότε ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀντιστράτηγον Miribel, τὸν στρατηγὸν ἐκεῖνον, τὴν στέρησιν τοῦ ὁποίου ἀπό τινων ἐτῶν ἡ Γαλλία θρηνεῖ, καὶ δικαίως. Ὁ στρατηγὸς ἦτο εἰς πλήρη γνῶσιν τῶν καθ’ ἡμᾶς στρατιωτικῶν πραγμάτων. Πρώτη ἐρώτησις, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπηύθυνεν, ἦτο: «διατὶ δὲν ἀνεσυστήσατε τὸ σῶμα τῶν Γεν. Ἐπιτελῶν»; «—Διότι περιμένομεν, στρατηγὲ», τῷ εἶπον, «νὰ σᾶς μιμηθῶμεν καὶ κατὰ τοῦτο, ἀφοῦ σᾶς ἐμιμήθημεν καὶ εἰς τὴν κατάργησιν αὐτοῦ καὶ εἰς ὅλους τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἐλάβομεν παρ’ ὑμῶν.» — «Ἀλλ’ ἡμεῖς εἴμεθα εἰς ἄλως διάφορον θέσιν», μοὶ ἀπήντησεν, «ἡμεῖς πρῶτον κατηργήσαμεν τὸ σῶμα τοῦτο, διότι ἴσως ἐθεωρήθη, ὅτι καὶ αὐτὸ ἦτο μία ἀπὸ τὰς αἰτίας τῶν ἀποτυχιῶν ἡμῶν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ τὸ συστήσωμεν ἐκ νέου, διότι ἀκόμη σκεπτόμεθα, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνασυσταθῇ, καθόσον ἔχομεν στρατὸν πολυάριθμον καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ σχηματίσωμεν ἀνάλογον σῶμα τῶν Γεν. Ἐπιτελῶν, ἐνῷ σεῖς ἔχετε στρατὸν ὀλιγαριθμότερον, καὶ δύνασθε νὰ σχηματίσητε σῶμα Γεν. Ἐπιτελῶν ἐξ ἀναλόγου ἀριθμοῦ ἀξιωματικῶν. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, μέχρις οὗ καταρτίσητε Σχολὴν εἰδικὴν πρὸς τοῦτο, νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἀποστείλητε εἰς Γαλλίαν ἀξιωματικοὺς, οἱ ὁποῖοι νὰ σπουδάζουν, διότι ἡμεῖς ἔχομεν τὰ μέσα νὰ χορηγῶμεν εἰς τοὺς ἐκτελοῦντας ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν τὸ brevet»,—διότι ἄνευ τοῦ διπλώματος τούτου οὐδεὶς ἀξιωματικὸς ἐν Γαλλίᾳ δύναται νὰ ἐκτελέσῃ ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν.» Ἔχω λοιπὸν τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ὅταν θὰ ἔλθῃ ὁ ὀργανωτὴς,—ἐὰν μάλιστα εἶναι Γερμανὸς,—ἐκ τῶν πρώτων, τὰ ὁποῖα θὰ ζητήσῃ, θὰ ἦναι ἡ ἀνασύστασις τοῦ σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Δὲν θεωρῶ βεβαίως ἀναγκαῖον νὰ ἀναπτύξω περισσότερον, διατὶ πρέπει νὰ ἀνασυσταθῇ τὸ σῶμα τοῦτο, διότι ὑποθέτω, ὅτι τοῖς πᾶσιν εἶναι οἱ λόγοι γνωστοί. Ἐλέχθη ἐντεῦθεν, ὅτι οὐδαμοῦ ὑπάρχει Γεν. Ἐπιτελεῖον κεχωρισμένον ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐν Γερμανίᾳ, Κύριοι, τὸ Γεν. Ἐπιτελεῖον εἶναι ἐκτὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὑπάγεται μάλιστα ἀπ’ εὐθείας εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ Αὐτοκράτορος. Ἐν Αὐστρίᾳ μέχρι τοῦ 1881 ὑπῆρχον διάφορα τμήματα ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας ὑπὸ ἕνα ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης συνέστη χωριστὸν Γεν. Ἐπιτελεῖον, ταχθὲν ὑπὸ τὰς ἀμέσους διαταγὰς τοῦ Αὐτοκράτορος. Ἐν Ρωσσίᾳ ἐπίσης πρὸ ὀλίγου δὲ, ὡς θ’ ἀνεγνώσατε ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ἐκάη τὸ κατάστημα τοῦτο, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπῆρχον τὰ Ἀρχεῖα τοῦ Γεν. Ἐπιτελείου, καὶ λέγουσι μάλιστα, ὅτι ἐκάησαν καὶ τὰ σχέδια ἀμύνης καὶ ἐπιθέσεως, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἐν αὐτῷ. Ὅταν γείνῃ ὁ ὀργανισμὸς ὁ νέος, τότε, ἀπὸ τοῦδε δηλῶ, ἐὰν εἶμαι εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ ὑποστηρίξω, ἵνα καὶ παρ’ ἡμῖν ὑπάρχῃ Γεν. Ἐπιτελεῖον κεχωρισμένον ἀπὸ τὴν Γεν. Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, διατηροῦσαν Ἐπιτελεῖον συγκεκροτημένον καθ’ ὃν τρόπον συγκροτεῖται ἐν τοῖς στρατιωτικοῖς Κράτεσι τὸ Ἐπιτελεῖον σώματος στρατοῦ (corps d'armée). Προκειμένου ὅμως ἐπὶ τοῦ παρόντος περὶ προσωρινῆς διατάξεως ἐπὶ τῷ τέλει τῆς παρασκευῆς τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν ἄλλων ἐργασιῶν τοῦ Γεν. Ἐπιτελείου, βεβαίως θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς ἀποσπάσεως τῆς Διευθύνσεως τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας παρὰ τῇ Γεν. Διοικήσει. Ἀλλ’ ἐνταῦθα, θὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, δέον νὰ ὑπάρχῃ ἢ Γραφεῖόν τι Κεντρικὸν ἢ Τμῆμά τι, ὅπερ νὰ ἀναλάβῃ τὴν εἰσήγησιν παρὰ τῷ Ὑπουργῷ τῶν ὑποθέσεων, τὰς ὁποίας κατὰ τὸ διάταγμα τῆς 25 Σεπτεμβρίου 1887 ἐκτελεῖ ἡ Διεύθυνσις τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας, ἥτις ἀπεσπάσθη παρὰ τῇ Γεν. Διοικήσει. Ἐν Γερμανίᾳ τὸ Γεν. Ἐπιτελεῖον εἶναι συγκεκροτημένον ὡς ἀκολούθως. Ἔχει ἕνα στρατηγὸν, ὡς ἀρχηγὸν, 3 ὑποστρατήγους ὡς ὑπαρχηγούς· ἔχει ἓν Κεντρικὸν Γραφεῖον, τὸ ὁποῖον εἶναι Γραφεῖον τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου καὶ ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπάρχει καὶ μία ἐπιτροπή· ἔχει διάφορα τμήματα, ἐξ ὧν τρία τμήματα ἀσχολοῦνται εἰς τὴν μελέτην τῶν χωρῶν καὶ τῶν στρατῶν τῶν διαφόρων Κρατῶν· ἔχει τμήματα ἄλλα, σιδηροδρόμων, φρουρίων, στατιστικῆς κλπ., καὶ ἐργάζεται εἰς ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἀντικείμενα, ἅτινα ὁρίζει τὸ Β. Διάταγμα τῆς 25 Σεπτεμβρίου 1887 διὰ τὴν ἡμετέραν Διεύθυνσιν τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ἐκεῖ, Κύριοι, ἡ ἐργασία τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου, μὴ νομίσητε, ὅτι εἶναι γνωστὴ τοῖς πᾶσι. Τὰ μὲν σχέδια τῆς ἀμύνης καὶ ἐπιθέσεως εὑρίσκονται κεκλεισμένα εἰς τὸ συρτάρι τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου, καὶ εὑρίσκονται κεκλεισμένα, ἵνα παραδοθῶσι κατὰ τὴν στιγμὴν τὴν κατάλληλον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ διοικήσουν τὸν στρατὸν, — διότι δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ προαγορεύσαντος κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι τὸ κρατοῦν σύστημα ἐν Ἀγγλίᾳ τοῦ διορισμοῦ τοῦ ἀρχηγοῦ ἐν πολέμῳ εἶναι προτιμότερον, τουτέστι νὰ διορίζηται ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ κατὰ τὴν στιγμὴν τοῦ πολέμου. Τὰ δύο στρατιωτικώτερα Κράτη, ἡ Γερμανία καὶ ἡ Γαλλία, δὲν σκέπτονται οὕτω. Ἐν Γαλλίᾳ λ. χ. οἱ διοικηταὶ τῶν στρατιῶν εἶναι ἐνδεδειγμένοι ἀπὸ τοῦδε, καὶ ὄχι μόνον εἶναι ἐνδεδειγμένοι, ἀλλ’ ἀποτελοῦσι καὶ μέρος τοῦ Conseil de Guerre, τοῦ πολεμικοῦ τουτέστι Συμβουλίου, τοῦ ὁποίου προΐσταται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ οὗτινος εἰσηγητὴς εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου. Καὶ ἐν Γερμανίᾳ ἐπίσης εἶναι ἐνδεδειγμένοι ὡς τοιοῦτοι οἱ ἐπιθεωρηταὶ καὶ ὁ Γεν. Ἐπιθεωρητὴς, ἀλλὰ δὲν λαμβάνουσι γνῶσιν τοῦ σχεδίου τῆς ἀμύνης καὶ ἐπιθέσεως, παρὰ μόνον ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμή, καθ’ ἣν θὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ἀλλ’ ἀπὸ πολλοῦ παρασκευάζονται, μελετῶντες ὅσα ἀνάγονται εἰς τὴν διοίκησιν τῶν στρατιῶν, τῶν ὁποίων τὴν διοίκησιν θ’ ἀναλάβωσι. Προκειμένου, ὡς εἶπον πρότερον, περὶ τῆς μυστικότητος τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας ἐν Γερμανίᾳ, σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα. Ἐσχάτως τὸ Ἐπιτελεῖον εἶχε συντάξει σχέδιον καὶ προϋπολογισμὸν μεταρρυθμίσεως φρουρίων τινῶν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, λαβὼν ἀνὰ χεῖρας, ὄχι τὸ σχέδιον καὶ τὸν προϋπολογισμὸν, ἀλλ’ ἁπλῶς τὴν αἴτησιν πιστώσεως, προσῆλθεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ ἐζήτησε τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν. Εἷς τῶν Βουλευτῶν, ὅπως συνήθως συμβαίνει, ἠρώτησεν αὐτόν: «διὰ ποῖα φρούρια θὰ χρησιμεύσῃ αὐτὴ ἡ πίστωσις;» — «Πρὸς ἐπισκευὴν φρουρίων», ἐπαναλαμβάνει ὁ Ὑπουργὸς, χωρὶς οὐδεμίαν ἄλλην λέξιν νὰ προσθέσῃ· καὶ ἐψηφίσθη ἡ πίστωσις, χωρὶς ὁ ἐρωτήσας Βουλευτὴς νὰ ζητήσῃ ἄλλην διασάφησιν. Ἐγὼ, Κύριοι, τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ καταργήσεως τῶν Ἀρχηγείων καὶ ἱδρύσεως μιᾶς μονίμου καὶ ἑνιαίας Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, τὴν ἔχω ἀπὸ πολλοῦ χρόνου. Πρὸ δύο μάλιστα ἐτῶν τὴν ἐγνωστοποίησα πρὸς τὸν κ. Ζαΐμην, τότε Πρωθυπουργὸν,—καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ, ἐὰν δὲν εἶπον εἰς αὐτὸν, ὅτι, «καθὼς παρατηρῶ, δὲν ὑπάρχει ἄλλη ἐλπὶς σωτηρίας διὰ τὸν στρατόν»· ὄχι διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπόν τινες, ἀλλὰ διότι διὰ τῶν τριῶν Ἀρχηγείων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἑνότης ἐργασίας καὶ ἐνεργείας. Θεωρῶ ἀναγκαῖον, Κύριοι, καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι δέον νὰ ἐφαρμοσθῶσι πρότερον οἱ δύο νέοι νόμοι, ὁ νόμος περὶ χωροφυλακῆς καὶ ὁ νόμος περὶ ἀστυνομίας, διότι μόνον διὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ συγκεντρωθῇ δύναμίς τις, ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ὁποίας νὰ τεθῇ ἡ Α. Ὑψ. ὁ Διάδοχος. Ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν οἱ νόμοι ἐκεῖνοι, ἂς μείνῃ καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο γράμμα νεκρόν· ἀλλ’ ἔχω πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ προκαλέσαντες τὴν ψήφισιν τῶν νόμων ἐκείνων πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, βεβαίως ἔχουσι τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκτελέσωσιν αὐτούς. Ἀλλὰ καὶ ἡ Βουλὴ, νομίζω ὅτι, ὡς εἶπε καὶ ὁ ἐκ Πατρῶν ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὀφείλει προθύμως νὰ παράσχῃ τὰς ἀναγκαίας πιστώσεις, ὅπως ἐφαρμοσθῶσι τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐν ἅπασι τοῖς Κράτεσιν ἐφαρμόζονται πρὸς μόρφωσιν τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν τὰ μέτρα ταῦτα ἐφηρμόζομεν πρὸ πολλῶν ἐτῶν, βεβαίως δὲν θὰ ἐπαθαίνομεν τὰς συμφορὰς, τὰς ὁποίας ἐπάθομεν, καὶ εὔχομαι νὰ μὴ ἔλθῃ στιγμή, ἵνα εἴπωμεν πάλιν ὅ,τι δυστυχῶς πάντες τότε εἶπον. Τοῦτο δὲ μοὶ ἐνθυμίζει καὶ ἄλλο τι. Ὅτε Ναπολέων ὁ Γʹ ἐπολιορκήθη εἰς τὸ Σεδὰν καὶ ἦτο ἕτοιμος νὰ παραδοθῇ μεθ’ ὅλου τοῦ στρατοῦ αὑτοῦ, ὁ διοικητὴς τοῦ ἑβδόμου σώματος στρατοῦ, θαρραλεώτερος καὶ πατριωτικώτερος τῶν ἄλλων, προσῆλθεν εἰς τὸν Αὐτοκράτορα καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν: «Μεγαλειότατε, ἂς πειραθῶμεν διὰ τελευταίαν φορὰν νὰ διασχίσωμεν τὰς ἐχθρικὰς γραμμάς». Ἀλλ’ ὁ Ναπολέων, δεικνύων διὰ τῆς χειρὸς τὸν ἐν ἀποσυνθέσει σχεδὸν στρατὸν, λέγει πρὸς αὐτόν: «Ἰδοὺ ὁ στρατὸς ἡμῶν εἰς ποίαν κατάστασιν εἶναι! οὔτε δύναται πλέον, ἀλλ’ οὔτε καὶ θέλει. Θερίζομεν εἰς μίαν στιγμὴν ὅ,τι ἐσπείραμεν ἐπὶ τόσα ἔτη!» Εὔχομαι νὰ μὴ εὑρεθῶμεν, Κύριοι, εἰς τοιαύτην θέσιν, νὰ εἴπωμεν καὶ ἡμεῖς τὸ ἴδιον. (Εὖγε! εὖγε!).

§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γουναράκης ἔχει τὸν λόγον.

§121Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι κυβερνητικὸν ἦτο σφάλμα, ὅπως τεθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον περὶ γενικῆς ἀρχηγίας τοῦ στρατοῦ μὲ ἔννοιαν πολιτικήν. Ἂν ἄνευ τοιαύτης ἐννοίας ὑπεβάλλετο, τὸ ἀληθὲς φρόνημα τοῦ λαοῦ, ἀπεικονιζόμενον εἰς τοὺς ἐλευθέρους πάσης πολιτικῆς ἐπηρείας ἀντιπροσώπους του, θὰ κατεφαίνετο πληρέστερον. Καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ καταφανῇ σαφεστέρα ἡ γνώμη ἐπὶ νομοσχεδίου, πρὸς τὸ ὁποῖον συνδέεται ὁ μέλλων Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐφρόνησεν ἄλλως. Ἠθέλησε νὰ ἦναι μᾶλλον ἀσφαλὴς περὶ τοῦ ἀποτελέσματος, διότι ἐξετέλει ἔργον ὄχι ἰδίας πρωτοβουλίας, ὑποβαλοῦσα εἰς τὴν ψήφισιν τῆς Βουλῆς τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι πατριωτικῶς σκεπτομένη ἀπεφάσισε νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν ἔμπνευσιν, ἡ ὁποία ὑπηγόρευσε τὸ παρὸν νομοσχέδιον· δὲν ἀδικῶ αὐτήν. Ἀλλ’ ἡμεῖς, οἵτινες καλούμεθα νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς γενικῆς ἀρχηγίας τοῦ στρατοῦ, κύριοι Βουλευταί, εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὸ ἀσχέτως πρὸς τὴν εὐλάβειαν, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν πρὸς τὸν Βασιλέα ἡμῶν καὶ τὸν μέλλοντα Βασιλέα, νὰ ἐξετάσωμεν, λέγω, αὐτὸ ὅλως ἀκαδημαϊκῶς, ὡς μελετῶσιν αἱ Συντακτικαὶ Συνελεύσεις καὶ καταρτίζουσι τὰ Συντάγματα, τὰ ὁποῖα καθορίζουσι τὰς σχέσεις μεταξὺ τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Βασιλέως. Διότι φρονῶ, ὅτι ψηφίζοντες τοιοῦτον νομοσχέδιον, ψηφίζομεν τύποις μὲν νόμον, κατ’ οὐσίαν δὲ διάταξιν συνταγματικήν· διότι θὰ ἦναι ἀδύνατον, Κύριοι, εἰς Βουλὴν Ἑλληνικήν, χωρὶς νὰ προκαλέσῃ κλονισμόν, νὰ συζητήσῃ ζήτημα καὶ πραγματικὴν κατάργησιν τοῦ νόμου, ἂν ἐκ παντοίων λόγων ἤθελεν ἀποτύχει εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἐμπιστευθῶμεν αὐτήν. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι τὸ παρὸν νομοσχέδιον θὰ κρίνωμεν ὡς εἰ ἤμεθα Συντακτικὴ Συνέλευσις, οὐδόλως ἀφορῶντες εἰς πρόσωπα, ἀλλ’ ἐμπνεόμενοι ἐκ τῆς δυσπιστίας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλουσι τὰ πράγματα. Καὶ οἱ ἔντιμοι ἄνθρωποι καταρτίζουσι πρὸς ἀλλήλους συμβόλαια. Συμβάλλονται οἱ τίμιοι ἄνθρωποι ἑκατέρωθεν, καὶ ὁ καταρτισμὸς τοῦ συμβολαίου οὐδένα ἄλλον λόγον ἔχει, εἰμὴ τὴν πιθανότητα τῆς διαρρήξεως αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ ἑτέρου τῶν συμβαλλομένων. Πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν καὶ ἐκ τοιαύτης αἰτίας καταρτίζονται καὶ τὰ Συντάγματα. Ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα ἀνάγκη εἶναι νὰ κριθῇ καὶ τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Ἂν εἴμεθα πράγματι ἐλεύθερος λαὸς, πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν δυσπιστίαν, ὄχι διότι ἐκ τῆς εἰδικῆς περιπτώσεως αὕτη προκαλεῖται, ἀλλὰ διότι ἔγκειται ἐν αὐτῇ τῇ φύσει τῶν πραγμάτων. Οἱ λαοὶ διατηροῦσι τὰς ἐλευθερίας αὑτῶν, μόνον ὅταν ἐκ τοιαύτης δυσπιστίας προνοοῦντες ἐγκαίρως λαμβάνωσι τὰ κατάλληλα μέτρα, ἵνα ματαιώσωσι πάντα πειρασμὸν καὶ πᾶν ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον πιθανὸν νὰ προέλθῃ ἐκ τῆς δυνάμεως, ἣν ἐμπιστεύονται εἰς τὸν διαχειριστὴν αὐτῆς ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Διότι ὁ κεκτημένος δύναμιν, καὶ αὐτὸς δὲν δύναται νὰ προείπῃ ἐν τῷ παρόντι, πῶς θὰ μεταχειρισθῇ ταύτην ἐν τῷ μέλλοντι. Καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος πρόκειται. Πρόκειται περὶ τῆς ἐνδεχομένης στιγμῆς, περὶ μιᾶς καὶ μόνης στιγμῆς καθ’ ἣν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ κατάχρησις τοιαύτης ἐξουσίας. Ἀλλὰ τίς ἡ παρεχομένη δύναμις εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου; Τί σκοπεῖ τὸ νομοσχέδιον; Σκοπεῖ ἀποκέντρωσιν δικαιωμάτων τοῦ Ὑπουργοῦ; Ἀλλ’ ἂν τοιοῦτόν τι ἐσκόπει, ἠδυνάμεθα βεβαίως νὰ συζητήσωμεν ἄνευ φόβου· διότι τίς δὲν κατανοεῖ ἔν τινι μέτρῳ τὴν ἀνάγκην ἀποκεντρώσεως; Ἀλλὰ παράξενον θὰ ἔχωσι γνώμην περὶ ἀποκεντρώσεως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι ἡ ἀφαίρεσις τῶν δικαιωμάτων ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἡ παροχὴ αὐτῶν εἰς ἄλλην ἀρχὴν εἶναι ἀποκέντρωσις. Ἀποκέντρωσις εἶναι ἡ παροχὴ δικαιωμάτων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς κατώτερα ὄργανα, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπ’ αὐτὸν, ὄργανα τὰ ὁποῖα ἔχουσι κύκλον δικαιοδοσίας, ἐν τῷ ὁποίῳ κατὰ τὸ δοκοῦν πράττουσι καὶ τὰ ὁποῖα διατελοῦσιν ὑπὸ τὴν πειθαρχικὴν αὐτοῦ νόμῳ καὶ πράγματι ἐξουσίαν καὶ τὰ ὁποῖα ἔχουσι μετακλητὴν ἰδιότητα. Ἀλλὰ τὸ περιεχόμενον τοῦ νομοσχεδίου δὲν σκοπεῖ ἀποκέντρωσιν, ἀλλ’ ἀφαίρεσιν δικαιωμάτων ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ παροχὴν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν εἰς ἄλλο πρόσωπον. Ἡ συγκέντρωσις διατηρεῖται, ἁπλῶς δὲ μόνον μετατίθεται. Ἀλλ’ ἂν ὑπῆρχεν ἀνάγκη μεταθέσεως τῆς συγκεντρώσεως ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς ἄλλο πρόσωπον γενικῶς, θὰ εἴχομεν τοὐλάχιστον ζήτημα συστήματος. Συζητοῦντες δὲ περὶ συστήματος, θὰ εἴχομεν μᾶλλον ἐλευθέραν γνώμην, ἠδυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὸ εὐρύτατα. Διὰ τῆς παρεμβολῆς ὅμως τοῦ προσώπου τῆς Α. Υ. τοῦ Διαδόχου ἡ ἰδέα περὶ συστήματος ἐκλείπει. Ὄχι πλέον ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία μετ’ εὐθύνης θ’ ἀναζητῇ καὶ ὁρίζῃ ἑκάστοτε τὸ κατάλληλον πρὸς τὸ ἔργον πρόσωπον, ἀλλ’ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ὁρίζουσα αὐτὸ, περιορίζει τὰ ὅρια τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, κατὰ τὸ μέτρον τοῦ περιορισμοῦ παραδίδουσα αὐτὴν εἰς τὴν Α. Υ. τὸν Διάδοχον. Ἀλλὰ τὸν οὕτω ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ λαοῦ γινόμενον περιορισμὸν ἐγὼ θεωρῶ ὕβριν κατὰ τοῦ παρελθόντος, κατ’ αὐτῆς τῆς ἱστορίας ἡμῶν. Τάχα ὅ,τι οἱ μετ’ εὐθύνης διαχειρισταὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας δὲν ἠδυνήθησαν νὰ πράξωσιν, ὁ Βούλγαρης, ὁ Κουμουνδοῦρος, ὁ Ζαΐμης, ὁ Δεληγεώργης, ὁ Τρικούπης, ὁ γηράσας αὐτὸς Δηλιγιάννης, καὶ ἄλλοι ἀπογοητευθέντες σύγχρονοι πολιτικοὶ ἄνδρες, αὐτὸ θὰ κατορθώσῃ μόνος ἡ Α. Υ. ὁ Διάδοχος; Εἰς τὸν Διάδοχον μόνον τὴν ἐλπίδα τοῦ ἔθνους θ’ ἀναθέσωμεν; Ὄχι, Κύριοι, δὲν εἶναι εὐλάβεια πρὸς τὴν Αὐτοῦ Ὑψηλότητα ἡ ὕβρις κατὰ τοῦ λαοῦ! Πᾶσα ἐξουσία, ἐκπορευομένη ἐκ τοῦ λαοῦ, εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία διατηρεῖ τὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ· εἶναι δὲ ἀνάξιος αὐτῶν ἐκεῖνος ὁ λαὸς, ὅστις φρονεῖ, ὅτι εἰς τὰς βαθμίδας τοῦ Θρόνου ἀνευρίσκονται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ σώσωσιν αὐτόν. Λαοὶ, οἱ ὁποῖοι ἀπώλεσαν τὴν ἐφ’ ἑαυτοὺς ἐμπιστοσύνην, δὲν ἔχουσιν ἐν ἑαυτοῖς τὰ σπέρματα, ὅπως ἐλευθέρως ἀναπτυχθῶσι. Δὲν ἀρνοῦμαι τὴν κακοδαιμονίαν ἡμῶν. Μέμφονται τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὡς αἰτίου ταύτης. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ ἤμην εἰς τὴν ἀρίστην τῶν θέσεων μετ’ ὠφελείας προσωπικῆς νὰ συμβάλω εἰς τὴν κατὰ τοῦ πολιτεύματος καθ’ ἡμέραν ἐπιρριπτομένην μομφὴν, ὡς καὶ εἰς τὴν κατὰ τοῦ κομματικοῦ διαγωνισμοῦ καὶ τῆς πολιτικῆς συναλλαγῆς, ὡς οὐδόλως οὐδέποτε ἀναμιχθεὶς εἰς αὐτὰ, οὔτε ὡς πρόσωπον, οὔτε ὡς πολιτευόμενος· ἀλλ’ ἔχων περὶ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν ἰδέας μορφωθείσας διὰ μελέτης ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ὡς πολίτης ἐν τῷ τόπῳ μου καὶ ἐφρόνησα καὶ φρονῶ, ὅτι μόνον ὅταν κατέχωμεν τὴν πλήρη ἔννοιαν τῶν δύο μεγάλων στύλων, τοῦ λαοῦ καὶ τῆς Βασιλείας, τότε καὶ μόνον δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν βιώσιμον πολιτειακὸν καθεστὼς, ἐπ’ αὐτῶν τῶν στύλων στηριζόμενον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ὁδὸν τῶν βελτιώσεων καὶ τῆς προόδου. Ζητοῦντες ὅμως νὰ ἐνισχύσωμεν τὸν ἕτερον ἐξ αὐτῶν, εἰς τὰς χεῖρας τῆς Δυναστείας παρέχοντες πολλὰ, κατ’ ἀνάγκην θὰ ἔχωμεν ἢ τὴν ἀπολυταρχίαν ἢ τὴν δημοκρατίαν. Ἀλλὰ μετὰ τὴν χρεωκόπησιν πλέον ἁπανταχοῦ τῆς ἀπολυταρχίας, ἂν τεθῶ μεταξὺ τοῦ διλήμματος, βεβαίως ἐγὼ θὰ κηρυχθῶ δημοκράτης. Ἀλλ’ ὡς οἱ δημοκράται, οὕτω καὶ οἱ ἀπολυτόφρονες κλονίζουσι τοὺς Θρόνους, ἀπομακρύνοντες τὴν πίστιν τῶν λαῶν ἀπ’ αὐτῶν. Ὅσοι δ’ ἐμμένουσιν εἰς τὸν σεβασμὸν αὐτῆς τῆς δυάδος, Βασιλείας καὶ λαοῦ, ἡ ὁποία ἐνέχει καὶ τὴν δημοκρατικὴν ἰδέαν καὶ τὸ ἀριστοκρατικὸν πνεῦμα, ἐκεῖνοι μόνον εἶναι οἱ ὀπαδοὶ οἱ ὑποστηρίζοντες τὸν Θρόνον, ἀλλὰ καὶ οἱ φύλακες τῶν ἐλευθέρων ἰδεῶν, ἐκεῖνοι εἶναι οἱ πιστοὶ φύλακες τῶν ἐλευθεριῶν, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ φρουρῶσι καὶ φυλάττωσιν ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν ἐξέλεξεν αὐτούς. Καὶ ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐκχωροῦνται ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὴν Α. Υ. τὸν Διάδοχον; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὤφειλεν, εἰσάγων τὸ παρὸν νομοσχέδιον, λεπτομερεστάτην ἔκθεσιν νὰ συντάξῃ περὶ τῶν ἰσχυουσῶν περὶ στρατοῦ διατάξεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἄπειροι, νὰ ἀναφέρῃ τοὺς νόμους καὶ τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι διέπουσι τὸ καθεστὼς, νὰ εἴπῃ ἡμῖν, τί ὑπολείπεται ἐκ τῆς ἐκχωρουμένης ἐξουσίας εἰς τὸν ὑπεύθυνον Ὑπουργὸν, καὶ πῶς ἐλπίζει ὅτι δι’ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐκχωρεῖ, θὰ μορφωθῇ ὁ στρατός. Δὲν ἐθεώρησεν ἀναγκαίαν τοιαύτην ἔκθεσιν, προκειμένου περὶ νομοθετήσεως τόσον μεγάλου ἔργου, ἔκθεσιν τὴν ὁποίαν τουλάχιστον ἔκαμεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, εἰσάγων τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια, παρασχὼν εἰς ἡμᾶς τὰ μέσα, ἵνα κατανοήσωμεν τὸ ἐκπαιδευτικὸν ζήτημα, μελετῶντες τὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει καθορισθέντος ζητήματος ἐκθέσῃ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν τὴν γνώμην του. Ταῦτα μὴ πράξας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἠνάγκασε τοὺς ἀνελθόντας εἰς τὸ βῆμα νὰ ἐκθέσωσι λεπτομερείας, αἱ ὁποῖαι κουράζουσι τὴν Βουλὴν, εἶναι δ’ ἀντικείμενον ἐπιτροπῶν καὶ ἐκθέσεων, ἀναλαβόντες αὐτοὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Καὶ δυσανασχετοῦσιν ἔπειτα οἱ περὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι παρέρχεται χρόνος πολὺς πρὸς ἐπιψήφισιν τοιούτου νομοσχεδίου! Ἀλλ’ ἐλάχιστος χρόνος μέχρι σήμερον διετέθη πρὸς συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου· ἀπῃτεῖτο μάλιστα πλειότερος χρόνος, ὅπως κατανοήσωμεν πάντες ἐπαρκῶς τὸ ζήτημα. Διότι τὸ ζήτημα, εἰς ὃ ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον, συνδέεται καὶ μὲ τὸ τεχνικὸν μέρος τοῦ στρατοῦ, καὶ δὲν δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν παρὰ πάντων ἡμῶν, ποικίλων ἐπαγγελμάτων ἀνθρώπων, ὅτι εἴμεθα ἱκανοὶ ἐν μιᾷ ἑσπέρᾳ νὰ μελετήσωμεν καὶ μορφώσωμεν ἐν τῇ διανοίᾳ ἡμῶν τὸ ζήτημα, πρὸς δὲ τούτοις νὰ ἔχωμεν καὶ γνώμην ἐπὶ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἠξίωσεν οὔτε ἔκθεσιν νὰ ὑποβάλῃ, οὐδὲ κἂν ἐκτεταμένην εἰσηγητήριον ὁμιλίαν νὰ ποιήσηται ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός. Ἀλλὰ ποῖα εἶναι τὰ παρεχόμενα δικαιώματα; Ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἐξέθεσε ποσοτικῶς πολλὰ πράγματα, ὅτι διατηροῦνται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ μετὰ τὴν γενομένην ἀφαίρεσιν δικαιωμάτων παρεχομένων εἰς τὸν Γενικὸν Ἀρχηγόν. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν, Κύριοι, δὲν ἀποτελεῖ τὴν ἔννοιαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀρκεῖ ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς τοποθετήσεως τῶν σωμάτων τοῦ στρατοῦ, τὸ δικαίωμα τῆς μεταθέσεως, τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιθεωρήσεως, τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν προβιβασμῶν, ἀνήκει εἰς τὸν Ἀρχηγὸν, ὅπως πεισθῶμεν, ὅτι πᾶσαν τὴν ἐξουσίαν τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ παρέχομεν εἰς τὸν Γενικὸν Ἀρχηγὸν, ὅτι τὴν ὑλικὴν δύναμιν τῆς Πολιτείας, τὸν στρατὸν, παρέχομεν εἰς αὐτόν. Διατηροῦντες μάλιστα τμήματα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ πρὸς ἐπιθεώρησιν τῶν νοσοκομείων, τῶν ἱματισμῶν κλπ., ἀπαλλάσσομεν ἀπὸ τῶν ὀχληρῶν ἔργων, ἀπὸ τῶν ὑπηρετικῶν ἔργων, τὸν Γενικὸν Ἀρχηγόν. Ἀλλὰ ταῦτα τὰ ἔργα δὲν ἀποτελοῦσι τὴν ἀνωτέραν Διοίκησιν, τὴν ἐξουσίαν. Τὸ κύριον ζήτημα, δι’ ὃ ἐπλάσθησαν αἱ πολιτικαὶ καὶ ἠθικαὶ εὐθῦναι, εἶναι τοῦτο, τίς τοποθετεῖ τὰ σώματα τοῦ στρατοῦ; τίς προβιβάζει τοὺς ἀξιωματικούς; τίς ἐπιθεωρεῖ αὐτούς; τίς κρίνει αὐτοὺς ἱκανοὺς ἢ ἀνικάνους; τίς μεταθέτει αὐτούς;

§122Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ Βασιλεύς.

§123ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὁ Βασιλεύς, τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ τοῦ Ὑπουργοῦ δεσμευομένου καὶ ὑποχρεωμένου ὑπὸ τῆς προτάσεως τοῦ Διαδόχου. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ περιστάσεις, καθ’ ἃς οὐδ’ ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ ἐνασκήσῃ δικαιώματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τῆς ἐνασκήσεως τῆς ὁποίας τὸ δικαίωμα θὰ ἔχῃ μόνον ὁ Διάδοχος. Ὅταν γείνῃ ἓν καθεστὼς τῆς τοποθετήσεως τῶν σωμάτων καθ’ ὑπόθεσιν, θὰ δικαιῶται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐπιφέρῃ τὴν μεταβολὴν τοῦ καθεστῶτος, μὴ θέλοντος τοῦ Διαδόχου;

§124Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Καὶ διατί;

§125ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Καὶ διατί; Διότι τὸ νομοσχέδιον μεταφέρει τὸ δικαίωμα τῆς μεταθέσεως εἰς τὸν Ἀρχηγόν. Ἴσως εἰς τὸν νοῦν σας αὐτὸ ἔχετε, ὅτι ἐξακολουθεῖ ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα, ἀλλ’ εἰς τὸ νομοσχέδιον δὲν ὑπάρχει.

§126ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Σᾶς ἠρώτησα, διατὶ νὰ κάμῃ τὴν μετάθεσιν τῶν σωμάτων.

§127ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀνεχώρησα ἐκ τῆς ἀρχῆς, ὅτι ἡ τοποθέτησις τῶν σωμάτων εἶναι τὸ οὐσιῶδες πολιτικὸν περιεχόμενον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ὁ Ὑπουργός, ἔχων λόγους νὰ θέλῃ, ὅπως κάμῃ ἄλλην τοποθέτησιν, καὶ ὄχι ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐν δεδομένῳ χρόνῳ ὑπάρχει, δὲν θὰ δικαιῶται· διότι τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς τοποθετήσεως δίδεται εἰς αὐτὸν τὸν Διάδοχον, ὅστις τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ θὰ ζητῇ τότε μόνον, ὅταν εἰς αὐτὸν (τὸν Διάδοχον) γεννηθῇ ἡ ἰδέα, ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἡ μεταβολὴ καθεστηκυίας ἐν ὡρισμένῳ χρόνῳ τοποθετήσεως...

§128ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐγένετο μία τοποθέτησις· πρόκειται νὰ μεταβληθῇ αὕτη, πρὸς τίνα σκοπόν;

§129ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τώρα θὰ σᾶς τὸ εἴπω. Τὸ δικαίωμα τῆς μεταθέσεως τῶν σωμάτων, εἶπον ὅτι θεωρῶ ὡς ἓν τῶν κυρίων, ἅτινα διαχειρίζεται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία διὰ τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Εἶναι δὲ τόσον οὐσιῶδες τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἰς ἀποτελέσματα, ἀφ’ ὧν ἔχομεν καθῆκον νὰ προφυλαχθῶμεν, ὥστε ἐν ταῖς Ἡνωμέναις Πολιτείαις τῆς Ἀμερικῆς δι’ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος ἔχει ἀφαιρεθῆ καὶ ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, καὶ διετηρήθη τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Πρόεδρον ἐκεῖ οὐδὲ τὰς στάσεις νὰ καταστέλλῃ δι’ ἀποστολῆς στρατευμάτων· πρέπει ἑκάστοτε νὰ ἐρωτᾷ προηγουμένως τὴν γνώμην καὶ νὰ λαμβάνῃ τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς. Βεβαίως ἐκεῖ εἶναι Δημοκρατία. Ἀλλ’ ἐντεῦθεν οὐδόλως μεταβάλλεται τὸ ζήτημα. Τὸ ζήτημα εἶναι ἡ σπουδαιότης τοῦ δικαιώματος τῆς διαθέσεως τῶν στρατευμάτων, δικαιώματος τὸ ὁποῖον, δυσπιστοῦντες οἱ ἐλεύθεροι λαοί, ἀφαιροῦσι καὶ ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀνωτάτου ἀρχηγοῦ των, διότι φοβοῦνται τοὺς ἄρχοντας νὰ ἔχωσιν εἰς χεῖράς των τὴν δύναμιν τῆς Πολιτείας, τὸν στρατόν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τῆς ἐρωτήσεως, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπηύθυνε, φαίνεται ὅτι δὲν δίδει σημασίαν τινὰ εἰς τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἡμεῖς εἴμεθα Συνταγματικὴ Μοναρχία, καὶ τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς τοποθετήσεως ἐνυπάρχει εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, τὸν Βασιλέα, ἐνασκούμενον ὑπὸ τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ ὅμως· πῶς λοιπὸν αὐτοῦ τοῦ οὐσιώδους δικαιώματος ἀποστεροῦμεν τὸν ὑπεύθυνον Ὑπουργόν; Καὶ ἂν περιστάσεις, διὰ τὴν τάξιν ἐν τῇ χώρᾳ, διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ἐπιβάλλωσι νέαν τοποθέτησιν καὶ μετακίνησιν σωμάτων, τίς θὰ ἦναι ὑπεύθυνος ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, διότι δὲν συνεμορφώθη πρὸς τὰς νέας ἀνάγκας, τὰς ἐπιβαλλομένας ἐκ τῶν πραγμάτων; Καὶ ὅταν ἡμεῖς ἐδῶ ἐρωτήσωμεν τὸν ὑπεύθυνον Ὑπουργὸν καὶ ἐλέγξωμεν αὐτόν, ὅτι δὲν ἔπραξεν ὅ,τι αἱ περιστάσεις ἐπέβαλλον αὐτῷ, δὲν θὰ μᾶς ἀπαντήσῃ οὗτος, ὅτι οὐδὲν αὐτὸς εἶχε δικαίωμα μεταβολῆς, ὑπαρχούσης τοποθετήσεως τῶν στρατευμάτων, διότι τὸ δικαίωμα αὐτὸ ὁ νόμος, ὃν ἐψηφίσαμεν, μετέδωκεν εἰς τὸν Διάδοχον; Εἰς ἀπείρως ἥσσονος σπουδαιότητος ζήτημα, πρὸ ἡμερῶν, ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς ἠρώτησε τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διαμαρτυρόμενος διότι τὸ δημοτικὸν σχολεῖον ἐν Τριπόλει ἦτο ἑτοιμόρροπον καὶ διεκινδύνευεν ἐντεῦθεν ἡ ζωὴ τῶν μαθητῶν καὶ προεκάλει τὴν προσοχὴν καὶ τὴν μέριμναν αὐτοῦ, ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν μᾶς εἶπε: «Τί νὰ σᾶς κάμω ἐγώ! Ἔχω δικαιοδοσίαν ἐνεργείας; Δὲν παρεχωρήσατε τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἐπιθεωρητὰς τῶν δημοτικῶν σχολείων;» Ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα, ὅτι πᾶσαι αἱ διαμαρτυρίαι αὗται τοῦ Ὑπουργοῦ περὶ δικαιώματος, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τῆς ζωῆς τῶν μαθητῶν, δὲν ἠμπόδισαν τὸν κ. Ὑπουργὸν ν’ ἀναζητήσῃ καὶ ἀνεύρῃ ἐν τοῖς νόμοις δικαίωμά του, ὅπως τιμωρήσῃ ἐπιθεωρητὴν δημοτικῶν σχολῶν διὰ πράξεις ἥττονος ἴσως σημασίας ἐκείνης, δι’ ἣν ἐζήτει μέριμναν ὁ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτής. Ἐκ τούτων ἕπεται, ὅτι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν καθαυτὸ εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ περιεχόμενον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, αὐτὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου παραχωροῦνται εἰς τὸν Γενικὸν Ἀρχηγὸν, μὴ ὑπεύθυνον ἀπέναντι τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ προσέρχεται ὁ σεβαστός μοι ἐκ Πατρῶν συνάδελφος κ. Ρικάκης καὶ λέγει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου: «Προκειμένου περὶ Διαδόχου, προκειμένου περὶ πριγκήπων, οἵτινες ὑπῆρξαν ἡ πηγὴ, ὅθεν ἀνέβλυσεν ἡ ἐλευθερία τῆς Κρήτης, καὶ θ’ ἀναβλύσῃ καὶ ἡ τῆς Μακεδονίας ἐν τῷ μέλλοντι, σεῖς ἔχετε δυσπιστίαν;» Ἀλλ’ οἱ Βασιλόπαιδες προωρίσθησαν ὑπὸ τῆς Εἱμαρμένης διὰ τὰς θέσεις, αἱ ὁποῖαι παρεσκευάσθησαν δι’ αὐτούς. Δύνανται νὰ γείνωσιν Ἡγεμόνες, καὶ Ἡγεμὼν ἐγένετο ἡ Α. Ὑψ. ὁ πρίγκηψ Γεώργιος, Ὕπατος Ἁρμοστὴς τῆς Κρήτης. Ἀλλ’ ἡμεῖς νῦν συζητοῦμεν, ἂν δικαιούμεθα, ἂν πρέπει ἀπὸ τῆς ἐννοίας τῆς Πολιτείας ν’ ἀφαιρέσωμεν τὴν δύναμιν τῆς Πολιτείας, καὶ νὰ θέσωμεν αὐτὴν ἐκτὸς τῆς Πολιτείας. Διότι ὁ Διάδοχος εἶναι ὁ μέλλων Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος, οὐδὲν τούτου πλειότερον. Ὁ Διάδοχος οὐδεμίαν ἄλλην ἔννοιαν ἔχει ἐν τῇ Πολιτείᾳ, οὐδεμίαν συνταγματικὴν ἔννοιαν ἄλλην· διότι ἡ Πολιτεία εἶναι μόνος ὁ λαὸς διὰ τῶν ἀντιπροσώπων του, καὶ ὁ Βασιλεὺς εἶναι ὁ Βασιλεὺς, καὶ ὁ ὑπεύθυνος ὁ Ὑπουργός του. Τί δὲ ζητοῦσι παρ’ ἡμῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου; Ζητοῦσι ν’ ἀφαιρέσωσι τὴν δύναμιν τῆς Πολιτείας, καὶ νὰ θέσωσιν αὐτὴν ἐκτὸς τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ πρὸ τοιαύτης ἀπαιτήσεως ἔχομεν καθῆκον νὰ δυσπιστῶμεν. Εἶπον προηγουμένως περὶ τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς· ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Ἑλβετίαν, τὴν μικρὰν Δημοκρατίαν, οὐδ’ ὁ Πρόεδρος αὐτῆς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συναθροίζῃ πλέον τῶν 2,000 στρατοῦ, διότι ἐξουσία τοιαύτη δύναται νὰ τῷ χρησιμεύσῃ ὡς πρόσχημα, ἡ δὲ Βουλή, κρίνουσα ἑκάστοτε, παρέχει τὴν ἄδειαν. Καὶ πῶς ἐκεῖνοι δυσπιστοῦσιν; Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ δυσπιστήσωμεν; Ἐφ’ ὅσον τὸ Σύνταγμα παρέσχεν ὅσα παρέσχε δικαιώματα εἰς τὸν Βασιλέα, οὐδεὶς ἐσκέφθη, ὅπως ὁμιλήσῃ περὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν. Ἀλλὰ ποῦ, εἰς ποῖον Κράτος, καὶ μοναρχούμενον συνταγματικῶς ἔστω, καὶ ὄχι κοινοβουλευτικῶς, δύνασθε νὰ εὕρητε θέσιν πολιτικὴν εἰς τὸν Διάδοχον; Εἶπε πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος ἄλλοτε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Κόρπας: «Διατὶ νὰ μὴ δώσωμεν ἐργασίαν εἰς τὸν Διάδοχον; Ἀντὶ νὰ δώσωμεν εἰς ἄλλον, ἂς δώσωμεν εἰς τὸν Διάδοχον. Μήπως οἱ νόμοι οἱ προηγούμενοι, εἶπε, δὲν ἔδιδον εἰς αὐτὸν ὑπηρεσίαν;» Ἀλλ’ εἶναι ἄλλο τὸ ζήτημα αὐτό. Ἐὰν ἔφερον ἓν νομοσχέδιον, ἑνοῦντες τὰ τρία Ἀρχηγεῖα εἰς ἓν, ἠδύναντο νὰ διορίζωσι κατὰ τοὺς κειμένους νόμους ἔστω καὶ τὸν Διάδοχον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ διώριζεν αὐτὸν τοὐλάχιστον ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ὄχι ἡ νομοθετική. Ἀλλὰ τότε δὲν θὰ ὑπῆρχε τὸ ἰσόβιον διὰ νόμου, τὸ ὁποῖον ἰσόβιον παρέχομεν εἰς αὐτόν. Θὰ ὑπῆρχε δὲ τρόπος, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅταν καὶ ἂν περιστάσεις ἐνδεχόμεναι προεκάλουν τῆς παῦσιν τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ, νὰ ἐγίνετο ἡ παραίτησις χωρὶς νὰ κλονισθῇ ὁ τόπος. Ἐνῷ σήμερον, Κύριοι, ἐὰν ὑποθέσητε ἐξ οἱωνδήποτε λόγων, ἔστω καὶ ἀντικειμενικῶν, ἀποτυχίαν, ἐὰν ὑποθέσητε φόβους, ἔστω καὶ ἀβασίμους, ἀναπτυσσομένους ἐν τῷ μέλλοντι παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ, ὁ ὁποῖος οὐδόλως ἔλαβεν ἀκόμη τὸν καιρὸν νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἐννοήσῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ νομοσχεδίου, ποία θὰ ἦναι ἡ συνέπεια; Ἡ συνέπεια θὰ ἦναι βεβαίως, ὅτι εἰς τὰς μελλούσας βουλευτικὰς ἐκλογὰς εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα: «Νὰ ὑπάρχῃ ἢ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ὁ νόμος;» Ἀπεύχομαι τοῦτο. Ἀλλ’ ἂν αἱ περιστάσεις φέρωσι τὴν θέσιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, τί συμβήσεται; Δὲν εἶναι δεδικαιολογημένοι οἱ φόβοι μου; Ἀλλὰ τόσον ἀπηλπίσθημεν ἀφ’ ἡμῶν αὐτῶν, καὶ πρέπει νὰ προστρέξωμεν εἰς τὸ ἔλεος τῆς Βασιλείας; Τότε ἂς θέσωμεν καθαρῶς τὸ ζήτημα. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι βεβαίως δὲν εἴμεθα πολιτικῶς εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον καλὸν ἦτο νὰ ἤμεθα καὶ ἠδυνάμεθα νὰ ἤμεθα. Ἀλλὰ κρίνων ἐκ τῆς ἱστορίας, καὶ συγκρίνων ἡμᾶς αὐτοὺς πρὸς τοὺς ἄλλους λαοὺς, εὑρίσκω ὅτι ἔχομεν τοὐλάχιστον καὶ ἡμεῖς ἐν Ἑλλάδι μίαν τάξιν σχετικὴν, μίαν ἀσφάλειαν. Ταύτην δὲ τὴν τάξιν ἐξησφάλισε τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα παρ’ ἡμῖν. Φοβοῦμαι αὐτὴν ἀκόμη τὴν τάξιν, ὅταν παύσωμεν ἔχοντες τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται, ὅτι εἶναι ἄωρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀκόμη, ὅπως ἔχῃ τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα,—καὶ ἴσως εἶναι ἄωρος διὰ νὰ ἔχῃ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα τῆς Ἀγγλίας,—ὀφείλουσι νὰ ὁμολογήσωσιν, ὅτι καὶ ἡ Δυναστεία ἡμῶν δὲν ἔχει τὴν ἱστορίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἀπετέλεσε τὴν νῦν Συνταγματικὴν Γερμανίαν, δὲν ἔχει τὴν ἱστορίαν τῶν Χοεντζόλερν, οἱ ὁποῖοι δύνανται μόνον δι’ αὐτῆς νὰ διατηρήσωσιν ὄχι κοινοβουλευτικὴν συνταγματικὴν Μοναρχίαν, τὴν Δυναστείαν τῶν Χοεντζόλερν, ἡ ὁποία ἀπὸ τοῦ δεκάτου ἕκτου αἰῶνος ἀκόμη παρέλαβε Πρωσίαν ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου κατοίκων, καὶ παρέδωκεν εἰς τὸν Διάδοχον αὐτῆς Φρειδερίκον, μετὰ ἕνα αἰῶνα, μὲ πέντε ἑκατομμύρια κατοίκους, καὶ οὗτος εἰς τὸν ἀποθανόντα Γουλιέλμον παρέδωκε τὴν Πρωσίαν μὲ 25 ἑκατομμύρια, καὶ οὗτος εἰς τὸν ἐγγονόν του, τὸν νῦν Αὐτοκράτορα τῆς Γερμανίας, μὲ 30 ἑκατομμύρια, τὴν Πρωσίαν μὲ ἡνωμένην τὴν Γερμανίαν καὶ μὲ αὔξησιν τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου τῆς Γερμανίας ἐντὸς δεκαπενταετίας ἀπὸ 3 εἰς 5 δισεκατομμύρια φράγκων. Βεβαίως μὲ τοιαύτην ἱστορίαν αἱ Δυναστεῖαι δύνανται νὰ μὴ ἔχωσιν ἀνάγκην καθαρῶς Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Καὶ δύνανται νὰ μὴ ἔχωσιν ἀνάγκην τοιούτου, ὅταν καὶ δὲν προϋπῆρξεν οὐδέποτε παρ’ ἐκείνοις Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα· διότι, ἂν προϋπῆρχε, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταργηθῇ. Μήπως εἰς αὐτὴν τὴν Γερμανίαν δὲν ὑπῆρχον μέχρι τοῦ 1865 τὰ πολιτικὰ παράπονα, Κύριοι, ἅτινα ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν; Διδαχθῆτε ἐκ τῆς ἱστορίας, καὶ μὴ κρίνετε οὕτω, ἄνευ συγκρίσεως, τὰ καθ’ ἡμᾶς. Ὁ Μὸλ, ὁ διάσημος πολιτικολόγος, ἔλεγεν: «ἂς παρασκευάσωμεν μίαν πολιτικὴν κατάστασιν, διὰ νὰ μὴ ἐντρεπώμεθα νὰ ὀνομαζώμεθα Γερμανοί». Καὶ τί εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπέτρεψεν αὐτὴν τὴν Γερμανίαν ἀπὸ διαταράξεις ἐσωτερικὰς, ἡ ὁποία ἐζήτει ἐπιμόνως τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος πρὸς διόρθωσιν τῆς ὑφισταμένης τότε πολιτικῆς καταστάσεως, εἰμὴ ἡ μεγάλη νίκη τοῦ 1870, ἡ ὁποία ἐνίσχυσε τὴν Αὐτοκρατορίαν καὶ τὴν ἰσχυροποίησεν ἐν τῇ συνειδήσει καὶ τὴν ἐνέβαλεν βαθύτερον εἰς τὴν καρδίαν τοῦ Γερμανικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος δικαίως ζῇ νῦν μὲ τὸν Αὐτοκράτορά του; Ἂς βλέπωμεν σαφῶς καὶ ἀμερολήπτως τὰ πράγματα. Ἡ Πολιτεία εἶναι δύο παράγοντες, καὶ οἱ δύο εἶναι ἀσθενεῖς παράγοντες παρ’ ἡμῖν· ὁ λαὸς, ἕνεκα τῆς μὴ ὡρίμου πολιτικῆς ἀναπτύξεως καὶ μορφώσεως, ἡ Δυναστεία, ἕνεκα ἐλλείψεως ἱστορίας καὶ ἕνεκα μικροῦ χρόνου διαμονῆς ἐν τῷ τόπῳ. Ἀλλ’ εἶναι τάχα προσωπικοὶ ἐμοῦ φόβοι, Κύριοι, ὅσα ἰσχυρίζομαι; Ὄχι! Τὰ ἐδιδάχθην. Τὴν δυσπιστίαν ἐδιδάχθην παρ’ ἑνὸς μεγάλου διδασκάλου μου, τοῦ Bluntschli, ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τῆς Heidelberg, ἐν Γερμανίᾳ, ὅτε ἐκεῖ ἐσπούδαζον· ἤκουσα διδασκομένην τὴν δυσπιστίαν παρ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ὑπὲρ πάντα ἄλλον μετέσχε τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ἑνότητος τοῦ Γερμανικοῦ ἔθνους, διδάσκων, ἐνθουσιάζων τὴν νεότητα τὴν Γερμανικὴν καὶ τὴν παγκόσμιον, δύναμαι νὰ εἴπω, διότι ἡ σοφὴ γνώμη αὐτοῦ καὶ οἱ σοφοί του λόγοι πανταχοῦ τοῦ κόσμου ἐπέχυσαν τὸ φῶς. Τί ἔλεγεν αὐτός; Ὅτι «εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀποχωρίσητε τὸν στρατὸν ἀπὸ τῆς πολιτικῆς. Ὁ στρατὸς πρέπει καλῶς νὰ ὑπηρετῇ τὴν πολιτικήν. Οὐδεμίαν αὐτοβουλίαν, οὐδεμίαν ἰδιαιτέραν δύναμιν νὰ ἔχῃ»...

§130Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν ὁμιλεῖ περὶ ῥουσφετίων, ὑποθέτω.

§131ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Θὰ συνίστων εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ἀναγνώσῃ τὸ ἔξοχον σύγγραμμα τοῦ Γερμανοῦ Μὸλ, (δὲν ἠξεύρω ἂν εἶναι μεταπεφρασμένον Γαλλιστὶ) διὰ νὰ ἴδῃ μέχρι τοῦ 1867 τὸ εἶδος τῆς συναλλαγῆς ἐν τοῖς Γερμανικοῖς Κράτεσι, καὶ πεισθῇ διὰ ποίου εἴδους συναλλαγῆς, ῥουσφετίου καὶ πολιτικῆς διαφθορᾶς αἱ πλειονοψηφίαι συνεκεντροῦντο περὶ τὴν Κυβέρνησιν τῶν Ἡγεμόνων.

§132Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἔφθασε καὶ μέχρι τοῦ στρατοῦ; Πρόκειται περὶ στρατοῦ τώρα.

§133ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Πρὸ μικροῦ ὁ κατελθὼν τοῦ βήματος ἀξιότιμος πρώην ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς κ. Κόρπας, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, εἶχε τὸ θάρρος νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι εἷς πολιτικὸς ἐκ τῶν συγχρόνων ἔσχε τὸ σθένος νὰ θυσιάσῃ ἔτη μακρᾶς πολιτικῆς ἐργασίας του πρὸς κατίσχυσιν ἐν τῇ πολιτικῇ, ἀντιτάξας ἰσχυρὸν χαρακτῆρα, ἐπιμονὴν καὶ εὐστάθειαν κατὰ τῆς παρ’ ἡμῖν πολιτικῆς συναλλαγῆς. Ὁ Ράλλης! Μιμηθῆτε αὐτόν! Οὕτως ἄρχονται αἱ βελτιώσεις. Ἀντὶ νὰ ζητῆτε νὰ μάθητε παρ’ ἐμοῦ λεπτομερείας νῦν, τί ἔγεινεν εἰς τὴν Γερμανίαν, ἔχετε πρὸ ὑμῶν τὸ παράδειγμα. Ἂν σήμερον εἶναι εἷς, διὰ τοῦ χρόνου θὰ εὑρεθῶσι δύο, τρεῖς. Καὶ ὅταν εὑρεθῶσι δύο ἢ τρεῖς, θὰ γείνωσι καὶ πέντε καὶ δέκα, ἀλλὰ τότε ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἡ συναλλαγὴ θὰ ἀρχίσῃ νὰ ἐξαλείφηται καὶ αὐτὴ, ἔμφυτος ἐν μέτρῳ τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει, ἥτις θεωρεῖται παρ’ ἡμῖν ὡς ἐλάττωμα Ἑλληνικὸν μόνον. Ἀλλ’ ἀποδεικνύομεν ἄγνοιαν τῆς ἱστορίας, ἄγνοιαν τῶν ἀλλαχοῦ συμβαινόντων, ἰσχυριζόμενοι, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ὁ πολιτικῶς διεφθαρμένος λαός. Τὸ μέγιστον δ’ ἐθνικὸν ἀτύχημα ἡμῶν εἶναι, ὅτι ἡμεῖς αὐτοὶ ἐξευτελίζομεν ἡμᾶς αὐτοὺς, εἶναι ἡ μικρὰ ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἔχομεν περὶ ἡμῶν αὐτῶν, ὡς εὐτελῶν καὶ κοινῶν, ὡς «Ρωμηῶν». Ἰδοὺ, Κύριοι, τί αὐτολεξεὶ λέγει ὁ Bluntschli περὶ τῆς σχέσεως τοῦ στρατοῦ πρὸς τὴν πολιτικήν: «Ὁ στρατὸς πρέπει νὰ ὑπηρετῇ εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους». Ἡ ἰδέα τοῦ νεωτέρου Κράτους δὲν ἀνέχεται Γενιτσάρους καὶ Πραιτωριανούς. Καὶ τάχα ὁ στρατός μας θὰ γείνῃ Γιανίτσαρος, θὰ γείνῃ Πραιτωριανός; Ἀλλ’ ἡ ἀνατροφὴ εἶναι τὸ πᾶν. Δὲν θὰ γείνῃ τὰ πρῶτα ἔτη, ἀλλὰ τὴν πειθαγότητα τοῦ μέλλοντος οὐδεὶς δύναται νὰ προΐδῃ. Βεβαίως πρέπει ὁ στρατὸς νὰ ὑπακούῃ εἰς τὸν Βασιλέα, πρέπει νὰ ὑπακούῃ εἰς τὸν μέλλοντα Βασιλέα του, ἀλλ’ ὄχι καὶ νὰ ὑποταχθῇ τυφλῶς εἰς αὐτόν. Ἀλλ’ ὅταν ἐξ αὐτοῦ θὰ ἐξαρτῶνται οἱ ἀξιωματικοί, ὅταν οὐδένα ἄλλον θ’ ἀναγνωρίζωσιν, ὅταν ἀπὸ τοῦ νεύματος αὐτοῦ, ὅταν ἀπὸ τῆς εὐμενείας καὶ τῆς συστάσεως τῶν ἀπαραιτήτων αὐλικῶν, ὅταν ἀπὸ τοῦ περιβάλλοντος αὐτὸν, τὸ ὁποῖον οὐδ’ ἀπὸ τῶν Ὑπουργῶν αὐτῶν καὶ Πρωθυπουργῶν δύναται νὰ λείψῃ, θὰ περιμένωσι τὴν προαγωγὴν καὶ τὴν ἐκτίμησιν καὶ τὴν ἀνάδειξιν καὶ τὴν τοποθέτησίν των, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι θὰ ὑποταχθῶσι κατ’ ἀνάγκην, ὄχι διότι εἶναι Ἕλληνες, ἀλλὰ διότι εἶναι ἄνθρωποι. Ἡ τυφλὴ ὑποταγὴ θὰ γείνῃ ἀνατροφὴ, θὰ γείνῃ πρόληψις. Γνωρίζετε, Κύριοι, ἓν πολύμαχον ζήτημα, ἂν πρέπει ὁ στρατὸς νὰ ὁρκίζηται εἰς τὸν Βασιλέα ἢ εἰς τὸ Σύνταγμα. Ὑπάρχουσι διάφοροι γνῶμαι. Κατὰ τὸ φαινόμενον, εἶναι ἀσήμαντον τὸ ζήτημα. Ἀκούσατε ὅμως, πῶς θεωρεῖ αὐτὸ τὸ ζήτημα, μὲ πρακτικὰ ἀποτελέσματα, εἷς, ὁ ὁποῖος κάπως καλλίτερον ἡμῶν θὰ ἐσκέπτετο καὶ εἰδικώτερος ἦτο νὰ κρίνῃ περὶ τῆς ψυχολογικῆς ἐπιδράσεως ὡρισμένης καταστάσεως πραγμάτων. Ὁ Μέγας Ναπολέων, ἀφ’ ὅτου ὥρισαν ὅτι πρέπει καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα νὰ ὁρκίζηται ὁ στρατὸς, ἰδοὺ τί γράφει περὶ τῆς μετατροπῆς, ἣν εἶχεν ὁ νόμος, ὁ κατὰ τὸ φαινόμενον τυπικὸς, ἐπὶ τοῦ φρονήματος τοῦ στρατοῦ, καὶ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου (ἀναγινώσκει): «Αἱ γνῶμαι τῆς ἡμέρας κατὰ μικρὸν εἰσήρχοντο καὶ ἐν τῷ κύκλῳ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, ἰδίως ἀπὸ τοῦ χρόνου τοῦ περιφήμου ἐκείνου ὅρκου ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους, τοῦ Νόμου καὶ τοῦ Βασιλέως. Ἂν μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου ἤθελον λάβει διαταγὴν, τὰ πυροβόλα μου νὰ στρέψω κατὰ τοῦ λαοῦ, οὐδόλως ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ συνήθεια, ἡ πρόληψις, ἡ ἀνατροφὴ, τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως θὰ μὲ διέθετον νὰ ὑπακούσω. Ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου τὸν ἐθνικὸν ὅρκον ὤμοσα, μόνον εἰς τὸ ἔθνος θὰ προσεῖχον.» Παρέχονται λοιπὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου δικαιώματα εἰς τὸν Γενικὸν Ἀρχηγὸν, ἐξαδυνατοῦντα τὴν ἔννοιαν τῆς Πολιτείας, ἥτις δὲν γίνεται ἀκέραιος διὰ τῶν λέξεων. Διότι λέξεις εἶναι, ὅτι ὡρίσθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διατηρεῖται ὡς «ἡ προϊσταμένη τοῦ στρατοῦ ἀρχή.» Ὅταν εἰς αὐτὸ μείνωσιν ὑπηρετικὰ μόνον ἔργα, ὡς καὶ προηγουμένως εἶπον, δὲν δύναται νὰ νοηθῇ ὡς προϊσταμένη ἀρχή. Ἀλλὰ μήπως δὲν εἶναι προϊσταμένη ἀρχὴ τῶν Δικαστηρίων τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης; Ἀλλ’ ἕπεται ἐντεῦθεν, ὅτι ἡ ἐνάσκησις τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἀποτελεῖ ἰδιαιτέραν καὶ διακεκριμένην ἐξουσίαν; Ἀλλ’ ὑπῆρξεν ἀνάγκη ἄλλη, νὰ κηρύσσηται ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ὡς ἰδία ἐξουσία ὑπ’ αὐτῶν τῶν Συνταγμάτων. Εἶναι πασίγνωστοι οἱ λόγοι. Καὶ ὅμως ὑπείκοντες εἰς τὴν ἀνάγκην τοῦ σχηματισμοῦ ἰδίας ἐξουσίας τῆς δικαστικῆς, παρεσκεύασαν νομοθετικῶς τοὺς ὅρους, ὅπως προφυλάσσηται ὁ λαὸς ἀπὸ τῆς ἐνδεχομένης αὐθαιρεσίας τῶν δικαστῶν. Καὶ μεθ’ ὅλας τὰς προφυλάξεις, νῦν ἔτι, ἐνῷ οὐχὶ εἷς, ἀλλὰ πλείονες ἐνασκοῦσι τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἔρχεται στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν αἰσθανόμεθα τὴν τυραννίαν αὐτῶν. Καὶ ὅμως ὑπάρχουσιν ἐγγυήσεις ἐκ τοῦ νόμου περὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν προσώπων, ἅτινα θὰ ἐνασκήσωσι τὴν δικαιοσύνην, περὶ τῆς προαγωγῆς ἢ τῆς μεταθέσεως αὐτῶν, ὑπάρχουσι νόμοι ἐπιτρέποντες καὶ ἐπιβάλλοντες τὴν τιμωρίαν αὐτῶν, καὶ αὐτὴν τὴν ἀπόλυσίν των. Ἀλλὰ ποία ἐγγύησις περιλαμβάνεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ περιληφθῇ, ὅταν ὁρίζηται τὸ πρόσωπον τοῦ Ἀρχηγοῦ, ὅταν αὐτὸ θὰ ἦναι ἰσόβιον, ὅταν δὲν θὰ ὑπέχῃ οὐδὲ πειθαρχικὴν τιμωρίαν; Ἀλλ’ οὐδ’ αὐτὴ ἡ ἀνάγκη τῆς ἔν τινι μέτρῳ ἀποκεντρώσεως δικαιολογεῖ τὴν τοῦ στρατοῦ ἀποκέντρωσιν. Διότι καὶ οἱ τὴν ἀποκέντρωσιν πρεσβεύοντες τὴν συγκέντρωσιν συνιστῶσι διὰ τὸν στρατὸν, καὶ ἐν τῇ συγκεντρώσει, καὶ δὴ εἰς χεῖρας τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ, ἀνευρίσκουσι τὴν ἡσυχίαν αὐτῶν οἱ λαοί. Ἐν αὐτῇ τῇ Γερμανίᾳ, ἐνῷ ὁ αὐτοκράτωρ Γουλιέλμος καὶ ὁ Βίσμαρκ καὶ ὁ Μόλτκε διὰ τῶν νικῶν αὐτῶν ἀπετέλουν τὴν ἑνότητα τῆς Γερμανικῆς Αὐκοκρατορίας, αὐτὴ ἡ Βαυαρία, δυσπιστοῦσα, χωρὶς διὰ τοῦτο νὰ προσβάλῃ τὸν μέγαν Αὐτοκράτορα, χωρὶς τὰς ἐθνικὰς αὐτοῦ ὑπηρεσίας νὰ ὑποτιμήσῃ, ἐν τούτοις διετήρησε τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ αὐτῆς, τὸν ὁποῖον διοικεῖ ἡ Βαυαρία καὶ νῦν ἔτι δι’ ἰδίων νόμων καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως αὐτῆς, κατ’ ἐξαίρεσιν ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα Κράτη τῆς Γερμανίας. Μόνον ἐν καιρῷ πολέμου καὶ ἀπὸ τοῦ χρόνου τῆς ἐπιστρατεύσεως τίθεται ὁ στρατὸς τῆς Βαυαρίας ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Αὐτοκράτορος, διὰ τὴν ἑνότητα τῆς γενικῆς ἐν πολέμῳ ἀναγκαίας ἀρχηγίας. Πολλάκις ἐγένετο λόγος, κύριοι Βουλευταὶ, περὶ τοῦ γνωστοῦ ἐκείνου συμβάντος εἰς τὸ πεδίον τοῦ Ἄρεως, ὅπου παρῆν καὶ ἡ Α. Ὑψ. ὁ Διάδοχος. Δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες ποικίλα συμπεράσματα ἐπιστοποίησαν ἐκ τοῦ συμβάντος ἐκείνου. Ἐγὼ ἀναφέρω τὸ γεγονὸς δι’ ἕνα μόνον λόγον. Ὁ Διάδοχος, ἐκεῖ εὑρεθεὶς, ἐν μέσῳ τοῦ λαοῦ, ἀπαιτοῦντος τὴν νόμιμόν του ἐλευθερίαν παρακωλυομένην, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ λαὸς ἐπρόκειτο νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ ἐνδιαφέροντος αὐτὸν δημοσίου ζητήματος, ἐζήτησέ τι παρὰ τοῦ ἐκεῖ παρόντος Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας. Ἀλλ’ ὁ λαμπρὸς ἐκεῖνος στρατιώτης, ὁ τότε Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, ὁ ἔξοχος τοῦ καθήκοντος στρατιώτης, ὁ συνταγματάρχης Νικόλαος Βλαχόπουλος, ἠξεύρετε τί ἀπήντησε τότε;— καὶ πολὺ ὀρθῶς ἀπήντησεν—: «Ὑψηλότατε, ἐγὼ ἔχω ἄλλας διαταγὰς παρὰ τῆς Κυβερνήσεώς μου». Αὐτὸ τὸ ἄγνωστον εἰς τοὺς πολλοὺς, αὐτὸ τὸ ὅλως ἀσήμαντον φαινόμενον εἰς πρακτικὰ ἀποτελέσματα, αὐτὴ ἡ ἀπάντησις ἐν τούτοις ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ, ἐφ’ ὅσον αἱ ἀρχαὶ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος κατίσχυον καὶ ἐν τῷ πραγματικῷ πολιτικῷ βίῳ. Μετὰ τὴν ψήφισιν ὅμως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, πιστεύετε, ὅτι θὰ ἦναι δυνατόν ποτε ἀξιωματικὸς νὰ εἴπῃ τὴν προσήκουσαν τῷ καθήκοντι ἀπάντησιν, ἂν τυχὸν ὁ Διάδοχον ἤθελεν ἐπιχειρήσει τι παρὰ τὰς διαταγὰς, παρὰ τὴν θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως; Ὄχι! Δὲν ἐπιχειρῶ νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου. Ἀπαλλάσσει με ἡ ἔξοχος ἀγόρευσις τοῦ ἐξ Ἀττικῆς συμπολίτου μου κ. Δραγούμη, ὅστις, ὑποκατασταθεὶς εἰς τὸ καθῆκον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐξέθετο ὑμῖν λεπτομερέστατα τὰ τοῦ ζητήματος. Διὰ τοῦτο ἀρκοῦμαι εἰς τὴν ἐκφρασθεῖσαν ὑπ’ ἐμοῦ γνώμην περὶ τῆς φύσεως καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ νομοσχεδίου, προσθέτων μόνον, ὅτι πιθανὸν ἡ παροχὴ δικαιωμάτων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὸν Διάδοχον νὰ ἦναι ἀπαρχὴ τῆς κατὰ μικρὸν μεταβολῆς τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ καθεστῶτος· τόσῳ δὲ μᾶλλον ὑποπτεύομαι τοῦτο, ὅσῳ ἔναυλον ἔχω εἰς τὴν ἀκοήν μου, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς προχθὲς, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν, εἶπε πρὸς αὐτὸν—περὶ τοῦ γεγονότος, τὴν εὐθύνην ἔχει ὁ εἰπὼν,— εἶπε, λέγω, προχθὲς πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, ὅτι συμμερίζεται καὶ αὐτὸς (ὁ Πρωθυπουργὸς) τὴν ἰδέαν, ἣν καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἔχουσιν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἡ Ἑλλὰς νὰ προκόψῃ διὰ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος! Τὴν γνώμην ταύτην ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κατελόγισεν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν...

§134Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον αὐτό. Ἐπιφυλάσσομαι, ὅταν θὰ λάβω τὸν λόγον, ὅτε θὰ ἦναι ἐνταῦθα καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, νὰ ἐπαναφέρω εἰς τὴν μνήμην του, τί εἶπον, καὶ ποῖαι ὑπῆρξαν αἱ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ αὐτοῦ διαφωνίαι. Ἀναβάλετε μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θὰ δώσω ἐξηγήσεις.

§135ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Μάλιστα. Ὅσα εἶπον, Κύριοι, μέχρι τοῦδε οὐδόλως συνέδεσα πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας καὶ τοῦ Κράτους. Ἄν ἠθέλομεν καὶ τὸν ἀναγκαῖον αὐτὸν παράγοντα θέσει ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς ἡμῶν, δὲν πιστεύω ὅτι σπουδαίως θὰ ὡμιλοῦμεν περὶ διοργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον μόνον ὁ διοργανωτὴς ἐλλείπει. Οἱ μελετήσαντες τὸν προϋπολογισμόν, τὸν ὑποβληθέντα ἡμῖν, οἱ γνωρίζοντες ὅτι οὐδεμία πρόνοια ἐν αὐτῷ λαμβάνεται πρὸς πλήρωσιν τῶν πραγματικῶν ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ, οἱ πεπεισμένοι ὅτι μόνον προσωπικὰς δαπάνας ἀναγράφει ὁ προϋπολογισμὸς, οὐδόλως δὲ πραγματικὰς, ἐκεῖνοι ἔχουσι τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν σπουδαιολογοῦμεν, ὁμιλοῦντες καὶ ἐφευρίσκοντες μέσα πρὸς διόρθωσιν τῶν τοῦ στρατοῦ. Παρέχοντες δὲ ὑπὸ τοιαύτας προϋποθέσεις τὸ δικαίωμα τῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατοῦ εἰς τὴν Α. Υ. τὸν Διάδοχον, οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἢ νὰ προορίσωμεν τὸν ὑπάρχοντα, ὡς ὑπάρχει, στρατὸν νὰ καταστῇ μὲν τέλειος πρὸς σωματοφυλακὴν, ἀλλ’ οὐδέποτε πρὸς ἐθνικὸν σκοπὸν, πρὸς ἐπίτευξιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ.

§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσω τὴν συζήτησιν περατωμένην. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχήν...

§137ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τῶν βουλευτῶν Γ. Ἀναστασοπούλου καὶ Α. Κασσαβέτη, ὡς ψηφολεκτῶν, καὶ εἶτα ἡ διαλογή, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἀνδρέας Πεταλᾶς Ν Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς
Γεώργιος Κυριαζῆς ἀρν.Θεόδ. Φλογαΐτης
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Δημ. Γ. Ράλλης Ο
Λεωνίδας Μελετόπουλος Γεώργιος Βενιζέλος
Κωνστ. Μωραϊτίνης Ν Νικόλαος Γουναράκης Ο
Εὐστάθιος Ρακόπουλος Κωνστ. Σταυρόπουλος Ν
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς
Εὐκλείδης Μπίστης Ν Δημήτριος Καραγιάννης Ν
Δημοσθ. Καΐρης Ἀνδρέας Στράτος
Ἀνδρέας Καρατζᾶς Ἀντώνιος Καρτάλης Ν
Κωνστ. Πλατούτσας Ν Κωνστ. Τοπάλης Ν
Μιχαὴλ Κωτσάκος Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ν
Κων. Γ. Καραπᾶνος Ἀργύρ. Φιλιππίδης Ν
Κωνστ. Κοττίκας Ν Νικ. Παπαϊωάννου Ν
Ἰωάννης Καραπᾶνος Δημ. Γίδας Ν
Εὐάγγελος Γαρουφαλιᾶς Ν Νικόλαος Τσόγκας
Στέφανος Δραγούμης Νικόλαος Γουλιμῆς Ν
Νικόλαος Λεβίδης Ο Ἐπ. Μαυρομμάτης
Θεόδωρος Ρετσίνας Περ. Ἀλεξάκης
Φωκίων Νέγρης Ν Νικολ. Σπυρακόπουλος Ν
Νικόλαος Γιαννηκώστας Ν Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης
Ἐπαμ. Μ. Κανάρης Ν Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης
Χαρίλαος Διγενόπουλος Ν Σπυρίδων Χυτήρης
Ἀρ. Πετροπουλάκης Ν Γουλιέλμος Σκάρπας Ν
Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ν Βασίλειος Σαμοΐλης Ν
Μιχαὴλ Φωτιάδης Σπυρ. Ἀγάθος Ν
Γεώργ. Λιδωρίκης Νικόλαος Καλοσγοῦρος Ν
Γεώργ. Ἀνδρίτσος Ν Κ. Χρηστόπουλος Ν
Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος Ν Παναγ. Δ. Πετρίδης
Μιχ. Στελλάκης Ν Σωτ. Κροκιδᾶς
Κ. Παπαμιχαλόπουλος Σπ. Νοταρᾶς
Γεώργ. Λύρας ἀρν.Περ. Μεντζελόπουλος Ν
Ἐμμ. Ρέπουλης Ν Δημ. Δημητριάδης Ν
Δημ. Τσάτσος Ν Ἄθως Ρωμάνος Ν
Δημ. Τσιτσάρας Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ν
Κωνστ. Ζῶτος Ἀντ. Μομφερρᾶτος
Γεώργ. Χατζόπουλος Ν Θεόδ. Μαρκέτος Ο
Διονύσιος Στεφάνου Σπ. Ε. Στάης Ν
Κ. Ἀργασάρης Λουβάρδος Ν Διον. Καλούτσης
Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας Παν. Χοντζόπουλος Ν
Γεώργιος Ρώμας Ν Νικόλαος Τσοῦχλος Ν
Ἀνδρέας Σπηλιάδης Ν Χ. Κ. Βοζίκης Ν
Χρ. Στεφανόπουλος Ν Θ. Πέρρος Ν
Χαρίλαος Σπηλιώτης Στέφ. Κοπανίτσας Ν
Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ν Γεώργ. Φικιώρης
Μελέτιος Ρουσόπουλος Ν
Πέτρος Αὐγερινός Βρασίδας Λεώπουλος ἀρν.
Χρῆστος Δαραλέξης Γεώργ. Μαυρομιχάλης
Ἄγγελος Πετραλιᾶς Ἰωάννης Γιαννακίτσας
Νικόλαος Δαούτης Ν. Καραστέργιος
Παναγ. Παπαχατζῆς Δημ. Πιπινόπουλος
Σπ. Ἰω. Μήλιος Ν Ἰω. Γ. Λάππας
Βασ. Μαρκεζίνης Ν Νικ. Μπουφίδης Ν
Νικήτας Συνοδινός Ν Περ. Βαλαωρίτης Ν
Χριστόφορος Ἀσιμῆς Εὐάγγελος Τσαρλαμπᾶς
Τηλέμαχος Δενδρινός Ν Γεράσιμος Φίλιππας
Παν. Μαυροκέφαλος Ν Ξενοφῶν Κυριαζῆς Ν
Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμης Ν Β. Βασιλειάδης
Θεόδ. Ζαΐμης Ἀθαν. Εὐταξίας Ν
Παναγ. Θ. Ζαΐμης Ν. Τριανταφυλλάκος Ν
Ὀδυσ. Λαμπρόπουλος Ν Παν. Μανέτας
Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ Ἰω. Μπακόπουλος
Ἡρακλῆς Καλαμπάκας Ἡλ. Ζέγγελης Ν
Γεώργ. Παπαθανασίου Ν Φίλ. Βάρβογλης Ν
Περικλῆς Περρωτῆς Ἀθ. Κατριβάνος Ν
Ἡλίας Μαυρομιχάλης Ν Ἡλίας Κοσσονάκος
Γεώργ. Οἰκονομόπουλος Γ. Ἀναστασόπουλος Ο
Δημ. Τερτίπης Ν Γ. Νικολαΐδης
Τιμολ. Ἀδαμόπουλος Κ. Τρικούπης
Κωνστ. Ζωγλοπίτης Λεων. Δεληγεώργης
Γεώργιος Φραγκίδης Ν Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος
Ἰωάννης Καζαμπάκας Δ. Λυμπερόπουλος Ν
Σπυρ. Παπαποστόλου Ν Γ. Λυμπερόπουλος Ν
Ξενοφῶν Τσαμαγκίδης Ν Περ. Μποῦτος Ν
Κωνστ. Σαραφιανός Ν Ἀριστομ. Προβελέγγιος Ν
Γ. Χατζηνικολῆς Ν Ἀντ. Μάτσας
Παν. Λεβέντης Νικ. Κρίσπης Ν
Κ. Δούνης Ι. Ναυπλιώτης Ν
Γεώργ. Μέρμηγκας Ν
Γεώργ. Κόρπας Ν Γεώργ. Σισμάνης Ν
Τριαντάφ. Πατρίκιος Ν Δ. Φαρμάκης Ν
Γεώργ. Θεοτόκης Ν Γεώργ. Πλατανιώτης
Μιχαὴλ Θεοτόκης Ἡλίας Ποταμιάνος
Ἀλκίνοος Ζερβός Μιχ. Λαμπρυνίδης Ν
Ι. Βοῦρτσος Ν Δ. Βοκοτόπουλος Ν
Α. Πετσάλης Ι. Γκιὼν Ν
Κ. Α. Κουμουνδοῦρος Κάρολος Βιτάλης
Κυριακ. Π. Μαυρομιχάλης Κων. Χατζηπέτρος
Γ. Καπετανάκης Ν Γ. Κανούτας Ν
Φώτιος Μοσχούλας Ν Νικ. Ταρμπάκης
Ἀσημ. Χριστόπουλος Θεόδ. Κριεμάδης
Χαράλ. Κανελλόπουλος Γ. Ραδινὸς Ν
Θάνος Μπασιᾶς Ἀπόστ. Ζάππας ἀρν.
Παναγῆς Τυπάλδος Ο Θ. Σαρσέντης
Θεόδ. Βελλισάρης Ο Α. Πονηρόπουλος
Ἀνάργ. Σιμόπουλος Δ. Ἀναστασόπουλος Ν
Ἀθ. Παπαθανασίου Ν Δ. Παπατσώρης Ν
Πέτρος Μόρης Ν Δ. Κατσᾶνος
Ἰω. Γ. Ροῦφος Ν Α. Σκαλτσοδῆμος
Α. Παπαγιαννακόπουλος Ν. Τζανετόπουλος
Ἀσημάκης Θ. Ζαΐμης Γ. Ροδόπουλος Ν
Ἀντ. Ρικάκης Ν Θεόδ. Λυμπρίτης
Ἀχ. Χοϊδᾶς Ι. Κουντουριώτης Ν
Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ν Νικ. Τσαμαδὸς Ν
Ν. Μισυρλῆς Παντελῆς Γκίκας
Ν. Καράπαυλος Ν Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης Ν
Γ. Ράλλης Κ. Ἀγαθοκλῆς Ν
Σπ. Γκεντιλίνης Ν Ι. Δ. Τσιριμῶκος Ν
Γ. Ζερβὸς Ν Δημ. Κρίτσας
Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ν Α. Πλατῆς
Νικολ. Λεωνίδας Ν Νικ. Χατζῖσκος
Διομήδης Κυριακὸς Ν. Καλογερόπουλος
Α. Μαυρογορδᾶτος Β. Βουδούρης Ν
Ἀθ. Λαδόπουλος Γ. Γαζέπης
Ν. Βαφειάδακης Γ. Ἀβέρωφ
Ἀντ. Βιτάλης Ν Μιλτ. Κανάρης
Ἀλέξ. Μ. Κανάρης

§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 123, ἐξ ὧν 112 ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς, 7 κατὰ τῆς ἀρχῆς, καὶ 4 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπομένως ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἐγένετο δεκτὴ εἰς δευτέραν συζήτησιν. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–10 ἄνευ ἀντιρρήσεως).

§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).

§141Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἔδωκέ τι βάσιν τινὰ παρεξηγήσεως ἢ ἐξηγήσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι τοῦτο ἀντίκειται πρὸς τὸ Σύνταγμα, εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 11, κατὰ τὴν ὁποίαν (ἀναγινώσκει). «Ἡ ἁρμοδιότης καὶ ἡ δικαιοδοσία τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ κλπ. ὁρισθήσονται καὶ κανονισθήσονται δι’ εἰδικοῦ στρατιωτικοῦ κανονισμοῦ, κυρωθησομένου διὰ Β. Διατάγματος...» Καλὸν θὰ ἦτο, — νομίζω δὲ, ὅτι ἐπροτάθη καὶ ὑπό τινος τῶν κυρίων Βουλευτῶν, — νὰ προσετίθεντο ὀλίγαι λέξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦρον τὰς παρεξηγήσεις ἢ τὴν ὑπόνοιαν. Προτείνω, ἵνα μετὰ τὰς λέξεις «δι’ εἰδικοῦ στρατιωτικοῦ κανονισμοῦ» προστεθῇ: «ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων».

§142Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Νομίζω ὅτι αὔριον εἶναι ἡ καταλληλοτέρα στιγμὴ δι’ αὐτὰς τὰς τροποποιήσεις, διότι ἔχομεν καὶ ἄλλας νὰ κάμωμεν.

§143Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο τὸ «ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων», δι’ ἐμὲ, νομικὸν, παρέλκει ἴσως, διότι ἐννοεῖται, ὅτι ὁ Κανονισμὸς δέον νὰ συνταχθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων, ἀλλὰ δὲν βλάπτει, ἂν προστεθῇ ἡ περιττολογία αὕτη, διὰ νὰ παύσῃ ἄλλη περιττολογία, ἡ ὁποία θὰ γείνῃ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.

§144ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω ν’ ἀφήσωμεν δι’ αὔριον.

§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τὴν φέρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁμοῦ μὲ ἄλλας τροποποιήσεις.

§146Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. Ἀλλὰ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά, ὅτι τὴν ἀποδέχεται ὁ κ. Ὑπουργός. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν).

§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 καὶ 10′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 37
2Τῆς 9 Μαρτίου 1900.
3(Πέμπτη).
4(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκον-
5ται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς
6προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κατάδικος Ν. Καραναστάσης δι’ ἀνα-
8φορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν ζητεῖ χάριν. Θ’ ἀποσταλῇ ἡ
9ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
10Ὁ κύριος Σαρσέντης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας
11διατάξεως.
12§2ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἀπών.
13§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας
14διατάξεως;
15§4ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς
16Δικαιοσύνης νὰ μᾶς δώσῃ ἀπάντησιν, ἐὰν δύναται, ὅσον
17ἀφορᾷ τὸν εἰρηνοδίκην ἐκεῖνον τῆς Θεσσαλίας.
18§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
19§6Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύ-
20νης). Αὔριον.
21§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δούνης.
22§8Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὅτε χθὲς ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. Ὑπουρ-
23γὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἐπερώτησίν μου περὶ τῆς ἀποδρά-
24σεως τοῦ λῃστοῦ Ἀβραμέα, ὁ κύριος Γ. Πετροπουλάκης μὲ
25διέκοψε, διαβεβαιώσας ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας μοὶ
26εἶχον δώσει, ἦσαν πεπλανημέναι. Θὰ ἤμην ὄντως εὐτυχής,
27ἐὰν αὗται ἦσαν πεπλανημέναι. Ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι πρόσω-
28πον, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς ἀποδράσεως ταύτης διατρέχει τὸν
29ἔσχατον κίνδυνον, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ οἰκογένεια διατρέχει
30κίνδυνον ἐξοντώσεως, διότι συνετέλεσεν εἰς τὴν σύλληψιν τοῦ
31Ἀβραμέα, μὲ ἐβεβαίωσε,—καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν
32τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὲ διαψεύσῃ, ἂν δύναται,—ὅτι πρὸ 25
33ἡμερῶν ὁ Εἰσαγγελεὺς Καλαμῶν διὰ τηλεγραφήματός του
34ἀνήγγειλεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἐκεῖ-
35νος ὁ φοβερὸς λῃστὴς εἶναι ὁ ἀποδράς, καὶ ὄχι ὁ ἕτερος,
36ἀδελφός του, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς ἀντικατάστασιν αὐτοῦ. Παρα-
37καλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δηλώσῃ ἐπι-
38σήμως, ἐὰν ὄντως ἔλαβε τοιοῦτον τηλεγράφημα ἢ ὄχι.
39§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
40§10Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύ-
41νης). Αὔριον.
42§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λ. Βιτάλης.
43§12Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Μὲ ἠδίκησε, κύριοι Βουλευταί, χθὲς ὁ κ.
44Πρωθυπουργός, χαρακτηρίσας με ὡς κωλυσιεργοῦντα.
45§13Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον αὐτό.
46§14Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐξυπακούεται, διότι ἐγὼ ἐκράτησα τὴν
47Βουλὴν ἐπὶ 5 ὥρας.
48§15Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον δι’ ἡμᾶς,
49ἀλλὰ διὰ τὴν κατάστασιν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐπὶ 8 ἤδη
50ἡμέρας συζητεῖ τὸ νομοσχέδιον.
51§16Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κατόπιν τῆς δηλώσεώς σας ταύτης εἶμαι
52ἱκανοποιημένος. Ἀναγνωρίζω μάλιστα, ὅτι ἡ θέσις σας εἶναι
53τοιαύτη, ὥστε ἔπρεπε νὰ εἴπητε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἴπετε.
54Ἐγώ, Κύριοι, ἀνῆλθον χθὲς εἰς τὸ βῆμα ὑπὸ συνθήκας
55πολὺ δυσμενεῖς, διότι εἶχον ν’ ἀντεπεξέλθω εἰς τὰ ἐπιχειρή-
56ματα τοῦ τέως Ὑπουργοῦ κ. Κουμουνδούρου, τὰ ὁποῖα δὲν
57ἠδυνάμην νὰ χωνέψω (ἱλαρότης). Σκεφθῆτε λοιπὸν τὴν
58θέσιν μου. Ἦτο ὅμως ἀνάγκη νὰ πράξω τοῦτο,—εἶχον τὴν
59ὑποχρέωσιν, καὶ ὡς ἀξιωματικὸς καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς
60ἐπαρχίας μου,—διότι εἴδετε πόσην ἐπιρροὴν ἐξήσκησεν ἡ ἀγό-
61ρευσις τοῦ κ. Κουμουνδούρου εἰς τὸν λαόν. Ἐὰν δὲ παρεξέ-
62κλινα τοῦ θέματος, ὡς ἔγραψαν αἱ ἐφημερίδες, τοῦτο προῆλθε
63ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν, ἥτις μὲ προεκάλεσε.
64§17Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι
65παρεξεκλίνατε τοῦ θέματος.
66§18Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὄχι ἡμεῖς, ἀλλ’ ὁ Τύπος.
67Ἐὰν ἤθελον νὰ κωλυσιεργήσω, μόνον ἐκ τῆς διαγωγῆς τοῦ
68κ. Συνοδινοῦ ἠδυνάμην νὰ λάβω ἀφορμὴν καὶ νὰ κρατήσω
69τὴν Βουλὴν ἐπὶ ἡμέρας. Καὶ θὰ σᾶς ἀποδείξω τοῦτο μετὰ
70τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου.
71Ἐζήτησα τὸν λόγον διότι ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ὁ
72κύριος Βελλιανίτης εἶπε πολλά, οὐχὶ ἀκριβῆ, σχετικῶς μὲ
73τὸ ζήτημα τῆς Λέσχης τῶν ἀξιωματικῶν κλπ. Μεταξὺ τῶν
74ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν τὰς παραιτήσεις των, ὡς μέλη
75τῆς Λέσχης, ἤμην καὶ ἐγώ. Ἐγὼ παρῃτήθην, ὡς καὶ οἱ ἄλλοι
76συνάδελφοί μου, διότι ὁ Διάδοχος τότε, ὡς ἀντιστράτηγος
77τοῦ πεζικοῦ καὶ Ἀντιβασιλεὺς, δὲν ἐπεβλήθη εἰς τὸν Ὑπουρ-
78γὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νὰ τῷ εἴπῃ: «μὴ κάμῃς προ-
79βιβασμοὺς ἀξιωματικῶν, διότι αὐτὸ καὶ αὐτὸ τὸ κενὸν θὰ
80παρουσιασθῇ, ἐὰν γείνῃ πόλεμος...»
81§19ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἦτο τότε Ὑπουργὸς ὁ νῦν τοι-
82οῦτος;
83§20Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἀδιάφορον ποῖος ἦτο.
84Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι οὐδένα σκοπὸν κωλυσιεργίας
85εἶχον. Εἴδετε ὅτι χάριν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ δυσηρέστησα
86καὶ τὴν μερίδα, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω· ἐξεδήλωσε δὲ τοῦτο
87καὶ ὁ συντάκτης τῆς «Πρωΐας», ὅστις, ὑβριζόμενον ὑπὸ τοῦ
88λοιποῦ Τύπου, μὲ ἀφῆκεν ἀνυπεράσπιστον. Λοιπὸν κακὸς μὲ
89τὴν μερίδα μου, κακὸς μὲ τὴν πλειονοψηφίαν, κακὸς μὲ τὸν
90κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς,—διότι εἴδετε, ὅτι καὶ ὁ κ. Πρόε-
91δρος τῆς Βουλῆς νομίζει ὅτι κωλυσιεργῶ.
92§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαμαρτύρομαι! Ποτὲ δὲν τὸ ἐννοῶ αὐτό.
93§22Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Οἱ κωλυσιεργοῦντες εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο
94εἶναι Βουλευταὶ ἐκ τῆς πλειονοψηφίας, διότι δὲν ἔπρεπε, νο-
95μίζω, νὰ λάβωσιν ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον τόσοι ῥήτορες συμπο-
96λιτευόμενοι. Εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσουν
97ὅσοι ἤθελον ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, κατόπιν νὰ λάβῃ τὸν
98λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἀκολούθως ὁ
99κ. Πρωθυπουργὸς, ἂν ἦτο ἀνάγκη. Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ γείνῃ.
100Καὶ ἓν ἄλλο ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, Κύριοι. Ὁ κ. Πρω-
101θυπουργὸς, χθὲς τὸ ἑσπέρας, ἐὰν ἐπέμενε, θὰ ἐψηφίζετο εἰς
102δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον, διότι θὰ ὡμίλει ὁ κ.
103Δραγούμης ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ὥρας, καὶ εἰς τὰς 6 τὸ πρωΐ θὰ
104ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον (διακοπαί).
105Κύριοι, εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἔχομεν διαιρεθῆ
106εἰς δύο στρατόπεδα, ὑπὲρ καὶ κατά. Χάριν δὲ τῶν κατὰ
107τοῦ νομοσχεδίου, χθὲς εἰσήλθομεν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν ἡμερη-
108σίαν διάταξιν. Νομίζω λοιπὸν δίκαιον, σήμερον, χάριν τῶν
109ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
110ταξιν ἀμέσως.
111§23ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὄχι! Ἔχομεν τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμε-
112ρησίας διατάξεως.
113§24Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ εἶχον σπουδαιοτάτας ὑποθέσεις
114τῆς ἐπαρχίας μου ἀπὸ τῆς προχθὲς νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν
115Βουλὴν, ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ νομοσχεδίου ἀνέβαλον, ὡς καὶ ἄλ-
116λοι πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων.
117Ἔγεινε πολὺς πάταγος καὶ χθὲς τὸ ἑσπέρας περὶ τῶν δια-
118φόρων τμημάτων τοῦ Ὑπουργείου· εἶπόν τινες, ὅτι ὅλα σχε-
119δὸν τὰ τμήματα μετατίθενται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς
120Α. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου. Σᾶς βεβαιῶ, θὰ ηὐχόμην νὰ ἐγίνετο
121τοῦτο. Καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τὸ Τμῆμα τῶν Προμηθειῶν,
122τὸ ὁποῖον γνωρίζω καλῶς, ὡς στρατιωτικός. Οἱ διάφοροι ἐρ-
123γολάβοι, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἐπιδιώκοντες νὰ κερδίζωσι
124πολλὰ, φροντίζουσι διὰ παντὸς τρόπου, ὅπως παραδίδωσιν
125εἰς τὴν ὑπηρεσίαν πρᾶγμα μὴ σύμφωνον πρὸς τὰς ὑποχρεώ-
126σεις, ἃς ἀνέλαβον διὰ συμβολαίου. Τούτου ἕνεκα εἶναι ἠναγ-
127κασμένος ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀλλάσσῃ δύο ἢ τρεῖς ἐπιτροπὰς·
128διότι ἔρχεται ἡ πρώτη ἐπιτροπὴ καὶ κάμνει τὸ καθῆκόν της,
129ἀλλὰ δὲν εὐχαριστεῖται ὁ ἐργολάβος καὶ καταφεύγει εἰς τὸν
130Βουλευτὴν, ὅπως αὐτὸς πιέσῃ τὸν Πρωθυπουργὸν, καὶ οὗτος τὸν
131Ὑπουργόν διὰ νὰ τὸν πείσῃ δὲ, θὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὁ ἁρμό-
132διος ἀξιωματικὸς ἔχει ἀφορμὰς ἐναντίον τοῦ ἐργολάβου δι’ ἄλ-
133λους λόγους... Καὶ στιγματίζεται οὕτω ὁ ἀξιωματικὸς,
134διότι κάμνει τὸ καθῆκον του! Δὲν ἀρκεῖ δηλ. μόνον, ὅτι εἰσέρ-
135χεται ὑλικὸν ἄχρηστον εἰς τὸ στράτευμα, ἀλλὰ συκοφαντεῖ-
136ται καὶ ὁ ἀξιωματικός! Διὰ νὰ λείψουν τὰ ἄτοπα ταῦτα,
137καλὸν εἶναι, ἢ μᾶλλον ἐπιβάλλεται, ἵνα καὶ τὸ Τμῆμα τῶν
138Προμηθειῶν ἀνατεθῇ εἰς τὴν Α. Β. Ὑψ. ὡς Γενικὸν Διοικη-
139τήν. Τοιουτοτρόπως μόνον θὰ παύσωμεν νὰ βλέπωμεν ἀξιω-
140ματικοὺς, πρώην ἀπόρους, ἐξερχομένους ἐκ τοῦ τμήματος τῶν
141Προμηθειῶν μὲ περιουσίαν ἑκατομμυρίου.
142Ἔρχομαι εἰς τὸ Τμῆμα τοῦ Προσωπικοῦ. Τὸ τμῆμα
143τοῦτο εἶναι ἡ κυρία ἑστία τῆς συναλλαγῆς τοῦ Ὑπουργείου
144τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ συναλλαγὴ δι’ αὐτοῦ γίνεται. Τούτου
145ἕνεκεν οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ συγκεντρώνουσιν ὅλην τὴν ὑπη-
146ρεσίαν, καὶ τὴν τοῦ τμήματος τοῦ Πεζικοῦ, εἰς τὸ τμῆμα
147τοῦτο. Καὶ οὕτως ἀδικεῖται πάλιν τὸ σῶμα τοῦ πεζικοῦ,
148διότι ὁ τμηματάρχης τοῦ τμήματος τοῦ Πεζικοῦ εἶναι ἔπι-
149πλον τοῦ γραφείου του! Οὐδεμίαν σχεδὸν ὑπηρεσίαν κάμνει.
150Διατί; Διότι ἀνετέθη ὅλη ἡ ὑπηρεσία εἰς τὸν προσωπάρχην,
151ὁ ὁποῖος εἶναι τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
152Στρατιωτικῶν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον λοιπὸν καὶ δι’ ἄλλα ζη-
153τήματα, οἷον μητρώων, ὁρίου ἡλικίας ἀξιωματικῶν, κρυφίως
154διορθουμένων, καὶ λοιπὰ, τὰ ὁποῖα δὲν θέλω νὰ θίξω σήμε-
155ρον, διὰ νὰ μὴ κωλυσιεργήσω, ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ τὰ εἴπω
156μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γεν. Διοικήσεως,
157φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι θὰ ἦτο εὐεργέτημα, ἐὰν καὶ τὸ Τμῆμα
158τοῦτο μετεφέρετο ἐκ τοῦ Ὑπουργείου εἰς τὴν Γεν. Διοίκησιν
159τοῦ Διαδόχου.
160Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τοῦ τμήματος τῆς Δημοσίας
161ἀσφαλείας, ἢ τῆς χωροφυλακῆς. Τί γίνεται ἐκεῖ, εἶναι γνω-
162στόν· ὁ Βουλευτὴς πηγαίνει εἰς τὸν τμηματάρχην, ταγμα-
163τάρχην τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ζητεῖ π. χ. τὴν μετάθεσιν
164ἐκ τῆς δεῖνα Μοιραρχίας τοῦ δεῖνα χωροφύλακος, διατί; διότι
165οὗτος συνέλαβε τὸν δεῖνα ἐγκληματίαν ἢ τὸν δεῖνα ὀφειλέ-
166την τοῦ Δημοσίου. Ὁ τμηματάρχης θὰ πάρῃ τὰς σημειώ-
167σεις του καὶ θὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὁ δὲ Ὑπουργὸς
168θὰ ἐκδώσῃ ἀμέσως τὴν διαταγὴν τῆς μεταθέσεως τοῦ χωρο-
169φύλακος διότι τὸ θέλει τὸ κόμμα, καὶ διότι, ἂν δυσαρε-
170στηθῇ ὁ Βουλευτὴς,—καὶ δὲν θὰ ἦναι εἷς μόνον ὁ ζητῶν τοι-
171αῦτα ρουσφέτια, — θὰ κλονισθῇ ἡ θέσις τοῦ Ὑπουργοῦ,
172αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις!
173Δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι, καίτοι ἔλαβε πρόνοιαν ὁ κ. Ὑπουρ-
174γὸς καὶ ἔθεσεν ἀρχηγὸν εἰς τὸ σῶμα τοῦτο, θὰ ἦτο εὐχῆς ἔρ-
175γον, ἂν καὶ ὁ ἀρχηγὸς καὶ τὸ τμῆμα τοῦτο ὑπήγετο ὑπὸ
176τὰς ἀμέσους διαταγὰς τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, δηλ. τοῦ Δια-
177δόχου.
178Ἔρχεται κατόπιν τὸ Τμῆμα τοῦ Πυροβολικοῦ. Ἐγὼ,
179σᾶς διαβεβαιῶ, ἕνεκα σεβασμοῦ πρὸς τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουρ-
180γοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν μετεχειρίσθην τὴν πρέπουσαν
181γλῶσσαν, ὅτε ὡμίλησα περὶ τῶν καλύκων, ὅτε ὡμίλησα περὶ
182τῶν 750,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἀπὸ κατα-
183θέσεις κληρωτῶν ἀπαλλαγέντων κλπ. Ἤθελον μόνον νὰ ἐκ-
184φέρω τὴν γνώμην μου ἁπλῶς, ἵνα δώσω νὰ ἐννοήσῃ ὁ κύριος
185Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνωνται αὐτά. Ἀλλ’ ὁ κ.
186Ὑπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι εἶναι ἄχρηστα τὰ φυσίγγια ταῦτα,
187καὶ ὅτι αἱ 750,000 δραχμαὶ εἶναι διὰ τὸν ὁπλισμὸν τὸν
188νέον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω, ὅτι
189δὲν ἔχει δίκαιον, διότι τὰ φυσίγγια αὐτὰ χρησιμεύουσιν εἰς
190τὴν ἐκγύμνασιν τῶν ὁπλιτῶν τοῦ στρατοῦ. Ἔχομεν μέγαν
191ἀριθμὸν φυσιγγίων, λέγει ὁ κ. Ὑπουργός. Παραδέχομαι καὶ
192τοῦτο. Ἀλλὰ τὸ ἔθνος μας εἶναι μὲν μικρὸν, ἔχει ὅμως με-
193γάλην ἔκτασιν, ἴσως δὲ μετὰ παρέλευσιν δέκα ἔστω ἐτῶν
194ἀναγκασθῶμεν αὐτὰ τὰ ὅπλα νὰ τὰ στείλωμεν εἰς τὴν Ἤπει-
195ρον, Μακεδονίαν κλπ. Ἑπομένως πρέπει νὰ ὑπάρχωσι τὰ
196φυσίγγια, καὶ νὰ μὴ πωλῶνται σήμερον δι’ ἓν κομμάτι ψωμὶ,
197χάριν τῆς συναλλαγῆς.
198Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν 750,000 δραχμῶν, διὰ
199τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι εἶναι προωρισμέναι πρὸς
200ἀγορὰν νέων ὅπλων καὶ πυροβόλων, φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει
201νὰ γίνηται λόγος περὶ αὐτοῦ, διότι ἀπέναντι 60 ἢ 70 ἑκα-
202τομμυρίων χρυσῶν φράγκων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν
203ἀγορὰν τοῦ νέου ὁπλισμοῦ, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ
204ὑπ’ ὄψιν αὐτὸ τὸ μικρὸν ποσὸν, ἀλλὰ δύναται νὰ διατεθῇ
205αὐτὸ τὸ ποσὸν διὰ τὰς μικρὰς ἀνάγκας, τὰς ἀπολύτους, ὅπως
206διατηρήσωμεν τὸ ὑλικὸν, τὸ ὁποῖον σήμερον ἔχομεν. Ἀλλ’ ἵνα
207λείψωσι καὶ τὰ τοιαῦτα καὶ ἄλλα χείρονα, ἓν μόνον κατα-
208φύγιον ἔχομεν, νὰ ὑπαγάγωμεν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ τμή-
209ματος τούτου εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ Διαδόχου.
210Τὸ Τμῆμα τὸ Δικαστικὸν, ἐξ ὑπαινιγμῶν, τοὺς ὁποίους
211κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσίν μου ἔρριψα, δύνασθε νὰ φαν-
212τασθῆτε εἰς ποίαν κατάστασιν εἶναι. Δὲν διστάζω νὰ εἴπω,
213ὅτι εἶναι ἑστία ἐγκληματικότητος! Δὲν φρονεῖτε λοιπὸν,
214ὅτι ἡ μόνη ἐγγύησις ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης εἶναι ἡ ἀνάθεσις
215καὶ τοῦ τμήματος τούτου εἰς τὸν Διάδοχον;
216Καὶ ἤδη ἔρχομαι εἰς τὸ Τμῆμα τῆς Στρατολογίας.
217Τὸ τμῆμα τοῦτο φρονῶ ὅτι εἶναι τὸ ἀναπόσπαστον μέρος
218τῆς Γεν. Διοικήσεως, διότι, ἐὰν ἡ Ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία ἔχει
219νὰ ἐργασθῇ, θὰ ἐργασθῇ πρῶτον ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
220Ἡ στρατολογία εἶναι ἡ βάσις τοῦ στρατεύματος—στελέχη
221καὶ σύστημα στρατολογικόν. — Ἑπομένως αὐτὸ τὸ τμῆμα
222πρωτίστως ἔπρεπε νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν Γεν. Διοίκησιν. Θέ-
223λετε νὰ δώσητε πρωτοβουλίαν πραγματικὴν εἰς τὸν Γεν.
224Διοικητήν; ἀφαιρέσατε ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τὸ Τμῆμα τῆς
225Στρατολογίας. Οὐδεμία ἐργασία σοβαρὰ περὶ ἀναδιοργανώ-
226σεως τοῦ στρατοῦ εἶναι δυνατὴ ἄνευ τῆς πρωτοβουλίας τῆς
227Γεν. Διοικήσεως, ἄνευ τῆς ῥιζικῆς τροποποιήσεως τοῦ στρα-
228τολογικοῦ συστήματος.
229Ἕν ἄλλο ζήτημα στρατιωτικὸν, τὸ ὁποῖον δὲν ἔθιξα χθὲς,
230ἕνεκα τῆς βίας ὅπως ἀφήσω τὸ βῆμα, καὶ τὸ ὁποῖον ἔθιξεν
231εἷς τῶν συναδέλφων, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς Ἐπιμελητείας.
232Ἡ Ἐπιμελητεία, Κύριοι, εἶναι ἡ βάσις παντὸς στρατοῦ, καὶ
233δὲν ἠρχίσαμεν, κύριοι πολιτευταὶ ἐξ Ἀττικῆς, ἐκ τῆς κο-
234ρυφῆς, ἀλλ’ ἐκ τῶν ποδῶν! Κατὰ τὸν Γαλλογερμανικὸν πόλε-
235μον ἡ Ἐπιμελητεία τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ ἀνετέθη εἰς τὸν
236διαπρεπέστερον στρατηγὸν τῆς Γερμανίας, τὸν Linder. Αὐ-
237τὸς ἐν ἀρχῇ τόσον βαρέως ἔφερε τοῦτο, ὥστε ἐσκέφθη πρὸς
238στιγμὴν ν’ ἀποφύγῃ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, ὡς πολὺ μικρὰν
239δι’ αὐτόν· ὅτε ὅμως ἀνέλαβεν αὐτὴν καὶ εἶδε τὴν σοβαρότητά
240της καὶ τὰς δυσχερείας της, ἠσθάνθη πόσον ὑψηλὴ ἦτο ἡ ὑπη-
241ρεσία, ἥτις τῷ ἐνεπιστεύθη. Μετὰ τὸ πέρας δὲ τοῦ πολέμου,
242ὁ πρῶτος, τὸν ὁποῖον συνεχάρη ἡ ἐστεμμένη κεφαλὴ, ὁ αὐτο-
243κράτωρ Γουλιέλμος ὁ Αʹ, ἦτο ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐπιμελητείας.
244Καὶ ὑμεῖς σήμερον φρονεῖτε, ὅτι ἡ Ἐπιμελητεία εἶναι ἄσχετος
245πρὸς τὸν Γεν. Διοικητήν, καὶ κατηγορεῖτε τὸν Ὑπουργὸν τῶν
246Στρατιωτικῶν, ὅτι μόνον αὐτὴν ἐκράτησεν, ὥς τι ἐπουσιῶδες
247δῆθεν καὶ ἐξευτελιστικὸν, ἀντὶ νὰ κατηγορήσητε αὐτὸν διότι
248δὲν ἀνέθεσε καὶ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην εἰς τὸν Γενικὸν Διοι-
249κητήν! Γενικὴ Διοίκησις, Κύριοι, ἄνευ Ἐπιμελητείας εἶναί
250τι τραγελαφικόν.
251Ἐκθέτων, Κύριοι, τὰς γνώμας ταύτας ἐνώπιον ὑμῶν, δὲν
252ἐσκόπουν νὰ προσφέρω θυμίαμα εἰς οὐδένα, ἀλλὰ μόνον νὰ
253γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν πράγματα, ἅτινα ἐξ ἰδίας ἀντιλή-
254ψεως γινώσκω, ὡς ἐκ τοῦ στρατιωτικοῦ μου ἐπαγγέλματος.
255Ἀπὸ νεαρᾶς ἡλικίας μίαν ἤκουον εὐχὴν ἐκ μέρους τῶν
256στρατιωτικῶν, τὴν εὐχὴν νὰ ἀπαλλαχθῇ ὁ στρατὸς ἀπὸ τῆς
257πολιτικῆς. Ἤδη δὲ θεωρῶ ἐμαυτὸν εὐτυχῆ, διότι ἔχω τὴν τι-
258μὴν νὰ ἀποτελῶ μέρος τῆς Βουλῆς ταύτης, ἥτις διὰ τῆς ψήφου
259αὐτῆς θὰ πραγματοποιήσῃ μίαν εὐσεβῆ εὐχὴν ὁλοκλήρου τοῦ
260ἔθνους, καὶ θὰ θέσῃ οὕτω τὴν πρώτην βάσιν τῆς στρατιω-
261τικῆς ἡμῶν ἀναδιοργανώσεως.
262Ἀλλὰ καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα, οὐχ ἧττον σοβαρὸν, ἐλησμό-
263νησα, Κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς λυσεγγυήσεως. Λυσεγγύη-
264σις εἶναι, ὅταν οἱ ἐμπορικοὶ τόποι, καὶ ἰδίως οἱ παραθαλάσ-
265σιοι, ὡς ἡ Σῦρος, εἶναι ὑποχρεωμένοι, ὁσάκις φορτώνωσιν ἐμ-
266πορεύματα διὰ τὴν Τουρκίαν, νὰ δηλώνωσιν, ὅτι στέλλου-
267σιν εἰς Σμύρνην π. χ. 400 ὀκάδας τουμπεκίου ἢ ἄλλο εἶδος·
268εἶναι δὲ ὑποχρεωμένος ὁ πλοίαρχος νὰ ἀποβιβάσῃ τὸ ἐμπό-
269ρευμα ἐκεῖ, ἀδιάφορον ἂν κατὰ τὸν πλοῦν εὕρῃ εἰς ἄλλον λι-
270μένα συμφέρουσαν τιμήν. Αὕτη εἶναι ἡ ἀφορμὴ, ἕνεκα τῆς
271ὁποίας ζημιοῦται τὸ ἐμπόριον τῆς Σύρου, διότι ὁ ἔμπορος ἄλ-
272λοτε, φορτώνων τὸ ἐμπόρευμά του εἰς ἓν πλοῖον, ἔλεγε πρὸς τὸν
273πλοίαρχον: «ὕπαγε νὰ διέλθῃς ὅλους τοὺς λιμένας τῆς Τουρ-
274κίας, καὶ ὅπου εὕρῃς ἀκριβώτερον, νὰ τὸ δώσῃς»· ἐνῷ σήμε-
275ρον διὰ τῆς λυσεγγυήσεως κανονίζουσιν ὅπως θέλουσι τὴν τι-
276μὴν οἱ ἔμποροι τῆς Τουρκίας.
277Διὰ τόσῳ λοιπὸν σοβαρὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον τετράκις
278μέχρι σήμερον ἔφερα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὁ κ. Ὑπουργὸς
279τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἀπήντησε ποσῶς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἴσως
280τὸ νομίζει ἀνάξιον λόγου. Ἔπρεπεν ὅμως, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ
281εἴπητε τοὐλάχιστον, ὅτι εἰς αὐτὸ ἢ ἐκεῖνο τὸ σημεῖον εὑρί-
282σκεται τὸ ζήτημα, καὶ ὅτι φροντίζετε νὰ τὸ λύσητε, ἀλλ’ ἀ-
283παντᾶτε δυσκολίας. Ἀλλὰ φοβεῖσθε νὰ τὸ εἴπητε, διότι θὰ
284σᾶς ἀπαντήσω καταλλήλως καὶ θὰ σᾶς εἴπω: «Πῶς δὲν γίνε-
285ται; Μήπως εἴμεθα χωροφύλακες τῆς Τουρκίας;» Δι’ αὐτὸ
286δὲν τολμᾶτε ν’ ἀπολογηθῆτε, διότι γνωρίζετε ποίαν ἀπάν-
287τησιν θὰ λάβητε τόσον ὑμεῖς, ὅσον καὶ ὁλόκληρον τὸ Ὑπουρ-
288γικὸν Συμβούλιον.
289Ἀλλὰ μήπως εἶναι μόνον τὸ ζήτημα τῆς λυσεγγυή-
290σεως, τὸ ὁποῖον κρατεῖ ἐν συγκινήσει τὴν Σῦρον; Εἶναι
291καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀκτοπλοΐας, ζήτημα διὰ τὸ ὁποῖον κατὰ
292τὸ 1840 ἐπαύθη ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν Ζωγρά-
293φος, διότι εἶχε δεχθῆ νὰ ὑπογράψῃ τὴν περὶ τούτου συν-
294θήκην ἀφοῦ εἶχε λάβει τότε τὸ μέγα τουρκικὸν παράσημον...
295§25ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ ἄλλοι ἐδέχθησαν τοιαῦτα παράσημα.
296§26Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Προσεφέρθησαν καὶ εἰς ἄλλους, καὶ εἰς
297ὑπαλλήλους ἀκόμη τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ,
298τὸ λέγω πρὸς τιμήν των, δὲν τὰ ἐδέχθησαν.
299Ἀλλὰ μήπως μόνον ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν
300ἀποφεύγει ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὰ λεγόμενά μου; Μήπως ἡ Ἀντι-
301πολίτευσις καθ’ ἑκάστην δὲν διαμαρτύρεται, διότι δὲν λαμ-
302βάνει ἀπαντήσεις εἰς διαφόρους ἐπερωτήσεις; Μήπως αὐτὸς
303ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ κ. Θ. Π. Δηλιγιάννης, μή-
304πως ὁ κ. Δεληγεώργης, ὁ κ. Καραπᾶνος, ὁ κ. Δραγούμης
305δὲν διεμαρτυρήθησαν διὰ τοῦτο; Μήπως ὁ κ. Δηλιγιάννης
306δὲν ἠναγκάσθη νὰ παρατηρήσῃ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅτι
307ἦτο τετάρτη φορὰ, καθ’ ἣν τῷ ἐζήτει ἔγγραφόν τι; Ἀλλ’ εἰς
308αὐτὰ δὲν δίδει ἡ Κυβέρνησις προσοχήν! καταγίνεται εἰς τὰ
309σπουδαῖα!
310Μήπως ἐπανειλημμένως, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν διεμαρτυ-
311ρήθην, διότι στερούμεθα ἀπὸ ἑνὸς ἤδη ἔτους διευθυντοῦ ἀστυ-
312νομίας ἐν Σύρῳ; Θὰ ἐφαρμοσθῇ, λέγει ἡ Κυβέρνησις, ἡ νέα
313ἀστυνομία. Ἀλλὰ πότε θὰ ἐφαρμοσθῇ; Καὶ ἐγὼ ἐψήφισα
314ὑπὲρ τοῦ νόμου τούτου καὶ συνηγόρησα, ἀλλὰ διατὶ δὲν τὸν
315ἐφαρμόζετε; Διατὶ αὐτὴ ἡ κατάστασις; Παρῆλθε, λέγω, ἕν
316ἔτος, καὶ εἴμεθα ἄνευ διευθυντοῦ ἀστυνομίας ἐν Σύρῳ. Ἀλλ’
317ἴσως εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός: «ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν
318ὑπολοχαγὸν, τὸν ὁποῖον ἔχω ἐκεῖ διευθυντὴν τῆς ἀστυνομίας».
319Μάλιστα, καὶ ἐγὼ ἔχω περισσοτέραν, καὶ ἀτομικῶς, ὡς ἀξιω-
320ματικὸν, τὸν τιμῶ, ἀλλ’ ἔρχομαι καὶ σᾶς καταγγέλλω, κύριε
321Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρα-
322τιωτικῶν, ὅτι ὁ ἀστυνόμος αὐτὸς ἔχει ἕνα ἀκόλουθον ἀστυ-
323φύλακα, ὅστις ἐκμεταλλεύεται τὴν ἐμπιστευτικὴν θέσιν, τὴν
324ὁποίαν ἔχει, καὶ τὴν εὔνοιαν τοῦ προϊσταμένου του κατα-
325χρᾶται, καὶ οὐδὲν πράττετε, ἐνῷ δύνασθε νὰ ἐνεργήσητε ἀνα-
326κρίσεις, καὶ νὰ μάθητε, ὅτι αὐτὸς ὁ ἀκόλουθος τοῦ ἀστυνό-
327μου ἔκαμε περιουσίαν 20,000 δραχμῶν περίπου, ἐκτὸς τοῦ
328ὅτι ἔχει ἀποθρασυνθῆ καὶ διὰ τῆς λόγχης του ἔχει κτυπήσει
329ἕως τώρα 10 ἢ 12 πολίτας ἡσύχους. Δὲν ἀδικῶ ὅμως τὸν
330ἀστυφύλακα, ἀλλὰ ὑμᾶς, οἵτινες τὸν ἀνέχεσθε...
331§27Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τὸ παράσημον νὰ μᾶς
332εἴπητε.
333§28Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Νὰ σᾶς εἴπω. Ὅσην σημασίαν δίδετε σεῖς
334διὰ τὰ παράσημα, ἄλλην τόσην δίδω καὶ ἐγώ· ἑπομένως νο-
335μίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ χάνωμεν τὴν ὥραν μας εἰς τοιαῦτα.
336Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν εἰς
337τὴν Ἑλλάδα· θεωρῶ δὲ ἄδικον νὰ κουράζω τὴν Βουλὴν διὰ
338τοιοῦτον ζήτημα. Ἀρκεῖ ἄλλως ἡ πρώτη παρασημοφορία,
339τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Τουρκία εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξω-
340τερικῶν τῆς Ἑλλάδος νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ ἀπαλλάξῃ
341τὸν τόπον μας τῆς λυσεγγυήσεως.
342Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τούτου. Ἤδη εἰσέρχομαι εἰς τὸ ζή-
343τημα τῶν δήμων Σύρου καὶ Ἑρμουπόλεως.
344Τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εὐχαριστῶ, διότι κα-
345τόπιν τῶν παρακλήσεών μου διέταξε νὰ ἀρθῇ ἡ κατάσχεσις
346τῶν φρυγάνων, τοῦ μόνου σχεδὸν πόρου τοῦ δήμου Σύρου.
347Ἀλλ’ ἡ ἀστυνομία δὲν ἐκτελεῖ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 10,065 δια-
348ταγὴν, ἑπομένως μένουν ἀπροστάτευτα καὶ ἐκτεθειμένα τὰ
349συμφέροντα τοῦ δήμου, οὕτως ὥστε ὁ ἐνοικιαστὴς τῶν φρυ-
350γάνων ἔκαμε διαμαρτύρησιν κατὰ τοῦ δήμου, διότι δὲν προ-
351στατεύεται ἡ φορολογία αὕτη, καὶ τοιουτοτρόπως ζημιοῦται
352μεγάλως ὁ δῆμος. Βλέπετε, κύριοι Βουλευταὶ, εἰς ποίαν
353κατάστασιν περιῆλθεν ὁ δῆμος τῆς Σύρου, ἕνεκα τῆς ἀδια-
354φορίας τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων· ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ ἀναγ-
355κάζεται, διὰ νὰ διατηρῆται ὁ δῆμος, νὰ ἐνοικιάζῃ καὶ τὰ
356φρύγανα ἀκόμη, μὲ τὰ ὁποῖα θερμαίνονται τὸν χειμῶνα οἱ
357πτωχοὶ χωρικοί, τὰ φρύγανα, μὲ τὰ ὁποῖα μαγειρεύει τὴν
358τροφὴν τῆς οἰκογενείας του ὁ πτωχὸς χωρικός! Ἐν Ἰταλίᾳ,
359ὡς σᾶς εἶπον καὶ χθὲς, ἐπὶ 40 ἤδη ἡμέρας καταγίνονται εἰς
360τὴν Βουλὴν μόνον διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀναδιοργανώσεως τῶν
361δήμων, καὶ ἡμεῖς ἐγκατελείψαμεν αὐτοὺς εἰς τὴν τύχην των,
362καὶ ἐπολλαπλασιάσαμεν τὰς Νομαρχίας, χάριν τῆς συναλ-
363λαγῆς.
364Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὸν δῆμον Σύρου.
365Θὰ περιγράψω νῦν συντόμως τὴν κατάστασιν τοῦ δήμου
366Ἑρμουπόλεως, οὗτινος δήμαρχος τυγχάνει διακεκριμένος δι-
367κηγόρος, ἄλλοτε Βουλευτὴς, ἀλλ’ ἤδη ἀντιπολιτευόμενος.
368Ἐπειδὴ ὁ δήμαρχος δὲν εἶναι φίλος τοῦ Ὑπουργείου, ἐνῷ κατ’
369ἔτος διὰ τὸ πρὸς τὸ Δημόσιον χρέος τοῦ δήμου ἐνηργεῖτο
370κατάσχεσις μόνον 25,000 δραχ., ἐφέτος αὕτη ἐτριπλασιάσθη,
371δηλ. ἡ κατάσχεσις ἐπεβλήθη δι’ 75,000 δραχμάς. Παρακα-
372λῶ ὑμᾶς, κύριοι Ὑπουργοὶ, νὰ μοὶ εἴπητε, πῶς εἶναι δυνα-
373τὸν νὰ διοικηθῇ αὐτὸς ὁ δῆμος; Ποῖοι εἶναι οἱ μεγάλοι του
374πόροι, οἵτινες θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐξουδετερώσωσι τὴν κατάσχε-
375σιν ταύτην; Ἀτυχῶς εἰς τοσοῦτον φανατισμὸν ἔφθασαν αἱ
376πολιτικαὶ μερίδες, ὥστε, διὰ νὰ ἐξευτελισθῇ καὶ ὁ δήμαρχος
377οὗτος, ἔπαυσεν ὁ Νομάρχης τοὺς δύο ἰατροὺς, τοὺς ὁποίους
378διώρισεν ἐσχάτως ὁ δήμαρχος εἰς τὸ Δημοτικὸν Νοσοκο-
379μεῖον Ἑρμουπόλεως, οὗτινος κατὰ νόμον προΐσταται αὐτὸς
380ὁ δήμαρχος, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἐσωτερικὴ μόνον ἐπίβλεψις καὶ
381ἡ διαχείρισις ἔχει ἀνατεθῆ εἰς Ἀδελφᾶτον, τοῦ ὁποίου Ἀδελ-
382φάτου πάλιν εἶναι πρόεδρος ὁ αὐτὸς δήμαρχος. Τὴν σχετι-
383κὴν ἀλληλογραφίαν ἔχετε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
384Ὥστε, ὡς βλέπετε, βαίνομεν πρὸς τὴν καταστροφὴν καὶ
385ἕνεκα τῆς αὐθαιρεσίας τῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως καὶ
386ἕνεκα τῆς ἀδιαφορίας αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις
387προστατεύει τὰ αὐθαιρέτως ἐνεργοῦντα ὄργανά της! (Εὖγε!
388εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
389§29Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω ἔγγραφων ἐπερώ-
390τησιν, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρα-
391τιωτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον τὸν φάκελλον τὸν
392περιέχοντα τὰ πρακτικὰ τῶν ἐξετάσεων τῶν ὑπαξιωματικῶν
393τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ, διότι παραπονοῦνταί τινες ἐξ αὐ-
394τῶν, ὅτι κατὰ τὰς ἐξετάσεις ταύτας ἔλαβον χώραν παρα-
395τυπίαι, ἕνεκα τῶν ὁποίων διεπράχθησαν ἀδικήματά τινα.
396Ἐπιφυλάσσομαι δὲ μετὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ σχετικοῦ φακέλ-
397λου νὰ ἐπιφέρω τὰς παρατηρήσεις μου.
398Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἐκφράζω τὰς εὐχαριστίας μου πρὸς
399τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν
400Ἐσωτερικῶν, διότι ηὐδόκησε τέλος πάντων, μετὰ παρέλευσιν
401ἔτους, νὰ διορίσῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου διαπρεπῆ ἀξιωματι-
402κὸν ὡς ἀστυνόμον, καὶ νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ τοῦ ἀστυνομεύοντος
403ἐνωμοτάρχου. Ἐπίσης τόσον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσω-
404τερικῶν, ὅσον καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης,
405ἐκφράζω τὰς εὐχαριστίας ἐμοῦ τε καὶ τῶν συμπολιτῶν μου,
406διότι ἔλαβον σύντονα μέτρα πρὸς καταδίωξιν καὶ τιμωρίαν
407τοῦ διαβοήτου ἐκείνου ἐνωμοτάρχου διὰ τὸ κατὰ τοῦ καλογή-
408ρου Βολτέρα σκάνδαλον.
409§30Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐπειδὴ ἀπουσιάζει ὁ κύριος Ὑπουργὸς
410τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ ἀρκεσθῶ μόνον εἰς τὴν κατάθεσιν ἐπε-
411ρωτήσεώς μου ἐγγράφου. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ
412μεριμνήσῃ, ὅπως ἀποσταλῇ αὕτη ἐγκαίρως εἰς τὸ Ὑπουρ-
413γεῖον.
414Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουρ-
415γὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως προσαγάγῃ τὸν σχετικὸν φά-
416κελλον τῆς δημοπρασίας πρὸς κατασκευὴν τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ
417Ζακύνθου–Βασιλικοῦ, περὶ ἧς προχθὲς ἐποιησάμην λόγον.
418§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
419ταξιν.
420Ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου
421περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ.
422Ὁ κύριος Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
423§32ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ Γενικῆς
424Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἶναι προφανῶς νομοσχέδιον ἀνα-
425τρέπον κατὰ μέγα μέρος, οὐσιωδῶς, τὸν πέρυσι ψηφισθέντα
426νόμον ὑπὸ στοιχ. ͵ΒΧΜʹ, δι’ οὗ παρεσχέθη ἄδεια εἰς τὴν Κυ-
427βέρνησιν νὰ καλέσῃ ἀλλοδαπὸν ἀξιωματικὸν, ὅπως εἰς αὐτὸν
428ἀνατεθῇ μὲν ἡ ὀργάνωσις τοῦ στρατοῦ, ἀνατεθῶσι δὲ καὶ,
429εἴτε διακεκριμένως εἴτε καὶ συνηνωμένα, τὰ δύο ἀξιώ-
430ματα ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου καὶ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ.
431Εἶναι δὲ καὶ νομοσχέδιον ὀργανισμοῦ, συντελοῦν εἰς τροπο-
432ποίησιν καὶ συμπλήρωσιν τοῦ ἤδη ὑφισταμένου πολυσχιδοῦς
433ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Μετέχει τοῦ χαρακτῆρος ὀργανι-
434σμοῦ, διότι πρῶτον τίθησιν ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατοῦ, ἐπὶ
435κεφαλῆς τῆς διοικήσεως αὐτοῦ, ἀρχηγὸν, εἰς ὃν παραδίδει
436ἐξουσίαν μὴ ὑφισταμένην μέχρι ταύτης τῆς ὥρας εἰς χεῖρας
437ἄλλας ἢ τὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν· διότι, δεύ-
438τερον, κατὰ μεταρρύθμισιν τῆς κειμένης νομοθεσίας, παρεμ-
439βάλλει εἰς τὸν ὑφιστάμενον ὀργανισμὸν ἀξίωμα Γενικοῦ Ἐπι-
440θεωρητοῦ, ὅπερ ἀνατίθησιν εἰς αὐτὸν τὸν ἀρχηγόν· διότι,
441τρίτον, τὴν Ἐπιτελικὴν Ὑπηρεσίαν, τὴν διατηρηθεῖσαν καὶ
442πέρυσιν, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ ΒΧΜʹ νόμος, ὑπὸ τὰς ἀμέσους δια-
443ταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφαιρεῖ ἀπὸ τῆς
444τοιαύτης ἐξαρτήσεως, τῆς σχετικῆς, καὶ μεταφέρει ὑπὸ τὰς
445ἀμέσους διαταγὰς τοῦ διοριζομένου νῦν Γενικοῦ Ἀρχηγοῦ
446τοῦ στρατοῦ· διότι, τέταρτον, καταργεῖ τὰ Ἀρχηγεῖα, καὶ
447ἀντ’ αὐτῶν καθιστᾷ Μεραρχίας καὶ Ταξιαρχίας· διότι, πέμ-
448πτον καὶ τελευταῖον,—ἢ μᾶλλον πέμπτον καὶ πρῶτον, διὰ
449τὸ ἀκριβέστερον,—καθαιρεῖ σχεδὸν καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπὸ τῆς
450διοικήσεως τοῦ στρατοῦ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
451Τὸ νομοσχέδιον διὰ τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 5, 6 καὶ
4528 ἀνατρέπει διατάξεις τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος νόμου, αἵτινες
453πρέπει βεβαίως νὰ ἦναι ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς, ἵνα δυνηθῇ νὰ
454κατανοήσῃ τελείως τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν ἔκτασιν τῆς ἐν-
455νοίας τοῦ μέλλοντος νὰ ψηφισθῇ ὑπ’ αὐτῆς νομοσχεδίου. Ὅτι
456ἀφαιρεῖ τὴν γενικὴν ἐπιθεώρησιν ἀπὸ τοῦ ὀργανωτοῦ, τοῦ κλη-
457τέου καὶ μέλλοντος ἐπὶ πενταετίαν ν’ ἀποκτήσῃ τὴν Ἑλλη-
458νικὴν ἰθαγένειαν, εἶναι βεβαίως οὐσιώδης μεταβολὴ, ἀνατρέ-
459πουσα κεφάλαιον ὅλον τοῦ περυσινοῦ νόμου· ὅτι τὸν ὀργανωτὴν
460τοῦτον, μεταλαμβάνοντα ἀξίωμα ἀρχηγοῦ τῆς Ἐπιτελικῆς
461Ὑπηρεσίας, ἀφαιρεῖ ἀπὸ τῆς ἀμέσου ὑπαγωγῆς εἰς τὸν Ὑπουρ-
462γὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ μετάγει αὐτὸν ὑπὸ τὰς διαταγὰς
463τὰς ἀμέσους, ὡς βοηθὸν καὶ ἀκόλουθον τοῦ Γενικοῦ Ἀρχηγοῦ,
464εἶναι σπουδαιοτάτη μεταβολή· ὅτι τὴν διάταξιν τοῦ περυ-
465σινοῦ νόμου, τὴν ἀναβάλλουσαν τὸν ὀργανισμὸν τῆς Ἐπιτε-
466λικῆς Ὑπηρεσίας, ἀντικαθιστᾷ διὰ διατάξεως, ἥτις κυροῖ
467νομοθετικῶς τὸν σήμερον δι’ ἐκτελεστικοῦ διατάγματος ὑφι-
468στάμενον ὀργανισμὸν τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας, εἶναι οὐσιω-
469δεστάτη μεταβολή· ὅτι τὴν σύνθεσιν τοῦ Ἐπιτελείου διὰ
470τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νομοσχεδίου ὁρίζει ὡς ἐν αὐτῷ γίνεται
471λόγος, κατὰ τροποποίησιν τῆς παραγράφου γʹ τοῦ ἄρθρου 2
472τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος νόμου, εἶναι οὐσιωδεστάτη μεταβολή.
473Καὶ παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ ἐξετάσητε τὸ κείμενον τῆς δια-
474τάξεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ εἰρημένου νόμου, ὅπως τεθῆτε εἰς
475θέσιν νὰ κρίνητε περὶ τῆς ἀληθείας ἐκείνων, ἅτινα λέγω
476(ἀναγινώσκει):
477«Εἰς ἑκάτερον τῶν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ὀργα-
478νωτῶν (θέλω ἀναγνώσει μόνα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸν στρατὸν
479τῆς ξηρᾶς) δύναται ν’ ἀνατεθῇ διὰ Β. Διατάγματος, ἐκδι-
480δομένου τῇ προτάσει τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἡ γενικὴ ἐπι-
481θεώρησις τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς ἢ ἡ ἀνωτάτη διεύθυνσις τῆς
482Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας ἢ καὶ ἀμφότερα συγχρόνως.
483»Καθ’ ἣν περίπτωσιν ἀνατεθῇ εἰς τὸν ὀργανωτὴν ἡ ἀνω-
484τάτη διεύθυνσις τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας, ἡ ὑπηρεσία αὕτη,
485ἀποσπωμένη ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, παρ’ ᾧ
486μόνον τμῆμα ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας καὶ τμῆμα στρατολογίας
487τηρηθήσονται διὰ τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν, ἀποτελέσει αὐ-
488τοτελῆ ἀρχὴν, Γενικὴν Ἐπιτελικὴν Ὑπηρεσίαν τοῦ
489στρατοῦ κληθησομένην, ὑπαγομένην ἀμέσως εἰς τὸν ἁρμόδιον
490Ὑπουργόν.
491»Ἡ σύνθεσις καὶ ὁ ὀργανισμὸς τῆς ὑπηρεσίας ταύτης ἐκπο-
492νηθήσεται ὑπὸ τοῦ σχετικοῦ ὀργανωτοῦ καὶ καθορισθήσεται
493διὰ Β. Διατάγματος, τῇ προτάσει τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ.
494»Ὁ κατὰ τὸν ἰσχύοντα ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς
495Ἕλλην ἀξιωματικὸς, προϊστάμενος τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρε-
496σίας τοῦ στρατοῦ, τηρήσει τὴν θέσιν του καὶ ἐξασκήσει τὰ
497καθήκοντά του ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ σχετικοῦ ὀργανωτοῦ,
498ἀναλαμβάνοντος τὴν ἀνωτάτην διεύθυνσιν τῆς ἐπιτελικῆς
499ὑπηρεσίας συμφώνως πρὸς τὰ ἀνωτέρω ἐδάφια τοῦ ἄρθρου
500τούτου»
501Πάντα τὰ ἐνταῦθα περιλαμβανόμενα ἐξέθηκα ἤδη πρὸς
502ὑμᾶς ὡς μεταβληθέντα, πλὴν μόνον ἑνὸς, ὅτι καὶ τὸ Γραφεῖον
503αὐτῆς τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας, τὸ ἁπλοῦν, τὸ διὰ τὴν
504συνήθη ὑπηρεσίαν συντηρούμενον, τὸ μέλλον νὰ διευθύνηται
505ὑπὸ τοῦ ἡμεδαποῦ ἀξιωματικοῦ, τοῦ προϊσταμένου σήμερον
506τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας, καὶ τὸ Γραφεῖον αὐτὸ καταργεῖ-
507ται, κατὰ τὴν δευτέραν δήλωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρα-
508τιωτικῶν, ἥτις ὑπῆρξε σαφεστέρα τῆς πρώτης, ἀναγνωρισθεῖσα
509ὡς ἡ ὀρθὴ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτε ἀπήντησεν ὁ κ.
510Πρωθυπουργὸς εἰς ἐμὲ, ὁμιλήσαντα περὶ τῆς ἀσαφείας τῶν
511δηλώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
512Ἐρωτᾷ ὁ ἐξετάζων τὰ δύο ταῦτα νομοθετήματα, τὰ εἰς
513ἀπόστασιν ὀλίγων μηνῶν προταθέντα ὑπὸ τῆς αὐτῆς Κυβερ-
514νήσεως εἰς τὴν Βουλὴν, ποῖαι σκέψεις ὡδήγησαν τὴν Κυβέρ-
515νησιν, ὅπως πέρυσι προτείνῃ τὴν ψήφισιν νόμου, οὐδὲν ἄλλο
516μεταβάλλοντος ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ στρατοῦ ἢ μόνα τὰ τῆς
517Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας, μόνα τὰ τῆς Γενικῆς Ἐπιθεωρήσεως,
518ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἀλλοδαπὸν ἄνδρα, ὅστις μέλλει νὰ ἐπιλη-
519φθῇ τῶν τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας, μόνα τὰ τῆς μελέτης
520τοῦ ὀργανισμοῦ, περὶ ἧς ἡ αὐτὴ Κυβέρνησις ἐφρόνει τότε, ὅτι
521ἡμεῖς οἱ ἐν Ἑλλάδι, ἀπὸ τοῦ πρώτου μέχρι τοῦ τελευταίου,
522εἴμεθα ὅλως ἀκατάλληλοι νὰ προνοήσωμεν, νὰ μελετήσωμεν
523καὶ ν’ ἀποφασίσωμεν;
524Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις μετέχει τῆς
525Κυβερνήσεως σήμερον καὶ ὅστις συγχωνεύει τὴν εὐθύνην αὑ-
526τοῦ ἐν τῇ τῆς ὅλης Κυβερνήσεως, ἀποτελούσης ἓν συνεχὲς νο-
527μικὸν ὄν, παρεπονέθη, ὅτι κατελόγισα αὐτοῦ ἀνακολουθίαν,
528δι’ ὅσων κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐζητοῦμεν τὴν παραπομ-
529πὴν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, εἶπον περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου,
530ἐνδεικνύων τὰ σημεῖα, ἐφ’ ὧν ἦτο ἀναγκαία ἡ ἐξέτασις ὑπὸ
531ἐπιτροπῆς, καὶ ἐνόμισεν ὅτι αἱ ἐξηγήσεις αἱ βραχύλογοι καὶ,
532ὡς ἐλέχθη, ἀσαφεῖς, ἃς ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς, ἤρκεσαν, ὅπως λύ-
533σωσι τὸ ζήτημα ὑπὲρ ἑαυτοῦ.
534Ἀλλ’ ἐρωτῶ, Κύριοι, εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀνακολουθία τῆς
535Κυβερνήσεως τὸ νὰ παρουσιάζῃ νομοσχέδιον πρὸ ἓξ μηνῶν
536περὶ τόσον σπουδαίου θέματος, προσερχομένη μεμελετημένη
537εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διαβεβαιοῦσα αὐτὴν, ὅτι περὶ πάντων
538ἐξήτασε καὶ περὶ πάντων ἐπείσθη, ὅτι τοιαύτην πρέπει νὰ
539λάβωσι τὴν λύσιν, καὶ ἐρχομένη μετ’ ὀλίγους μῆνας ν’ ἀνα-
540τρέπῃ τὸ πᾶν; Δὲν εἶναι ἐν τῇ ἀνακολουθίᾳ ἡ Κυβέρνησις ἡ
541τοιαῦτα πράττουσα; Καὶ εἶναι ἐν ἀνακολουθίᾳ ὁ Ὑπουργὸς
542τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ πέρυσι σὺν τῇ Κυβερνήσει καὶ ὑπὸ τὰς
543ὁδηγίας αὐτῆς ψηφίσας τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, σήμερον δὲ ἐρ-
544χόμενος, ἐν τῇ θέσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ
545ζητήσῃ νὰ καταλύσῃ τὸ ἑαυτοῦ ἔργον,—διότι καὶ αὑτοῦ ἔργον
546ἦτο ἐκεῖνο, ὑπὲρ οὗ ἐψήφισεν ἐν τελείᾳ ἐπιγνώσει ὁ Ὑπουργὸς
547τῶν Στρατιωτικῶν. —Δὲν εἶναι ἀνακολουθία νὰ ὀργανίζῃ τὰ
548τοῦ στρατοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀρχόμενος ἀπὸ
549τῆς κεφαλῆς καὶ παραλείπων τελείως τὰ θεμέλια, τὴν βάσιν;
550«Ἡ βάσις, λέγει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπάρχει·
551εἶναι ὁ ὀργανισμὸς ὁ ὑφιστάμενος, καὶ εἰς τὸν ὀργανισμὸν
552τοῦτον, τὸν ὑφιστάμενον, ἐγὼ ἔθηκα κεφαλὴν τὸν ἀρχηγόν».
553Ἀλλὰ, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ βάσις, ἣν λέ-
554γεις ὅτι ὑπάρχει, ἡ βάσις αὕτη, ὁμολογεῖς σὺ αὐτὸς, ὅτι
555προκειμένου περὶ τοῦ πρωτίστου τῶν θεμάτων, δι’ ὃ καὶ
556μεταβάλλεις τὸν ὀργανισμὸν, ἐλλείπει· ὁμολογεῖς τοῦτο ἐν τῇ
557αἰτιολογικῇ σου ἐκθέσει (ἀναγινώσκει): «Ἐν τῷ νομοσχε-
558δίῳ τούτῳ περιλαμβάνονται καὶ αἱ ἀναγκαῖαι μεταρυθμίσεις
559τῆς συνθέσεως τοῦ στρατοῦ, ὡς πρὸς τὰς Ταξιαρχίας καὶ
560Μοιραρχίας, τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἀναπληρούσης τὴν εἰς
561τοὺς ξένους στρατοὺς παραδεδεγμένην μονάδα, τὴν στρα-
562τηγίαν (σῶμα στρατοῦ), ἧς ὅμως ἡ κανονικὴ σύνθε-
563σις δὲν εἶναι δυνατὸν νῦν νὰ καθορισθῇ»
564Δὲν εἶναι δυνατὸν νῦν νὰ καθορισθῇ ἡ σύνθεσις τῆς στρα-
565τηγίας, ἣν καθιδρύεις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ· ἀγνοεῖς ποία ἔσται
566ἡ σύνθεσις, ἡ περιγραφὴ, τὸ διάγραμμα αὐτῆς, ποία ἡ οὐσία
567αὐτῆς· δὲν δύνασαι νὰ γνωρίζῃς ταῦτα, καὶ λέγεις, ὅτι οὐ-
568δεὶς ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι, ὅστις δύναται νὰ καθορίσῃ τὰ τῆς
569τοιαύτης στρατηγίας, καὶ ἐν τούτοις προτείνεις εἰς τὴν Βου-
570λὴν νὰ ἱδρύσῃ τὴν ἀόριστον ταύτην στρατηγίαν, καὶ νὰ θέσῃ
571ἐπὶ κεφαλῆς τὸν μέλλοντα νὰ διευθύνῃ τὴν στρατηγίαν! Εἶ-
572ναι ἢ δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πλάττεις κεφαλὴν ἐκεῖ, ὅπου δὲν
573ὑπάρχει θεμέλιον;
574«Ὁ ὀργανισμὸς οὗτος, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιω-
575τικῶν, εἶναι προσωρινὸς, καὶ ὅταν ἔλθῃ ὁ ξένος ἀξιωματικὸς,
576ἔχομεν πρόβλεψιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐν τῇ τελευταίᾳ δια-
577τάξει, ὅτι οὗτος θέλει μελετήσει καὶ προτείνει τὰ τῆς ἐπι-
578ψηφίσεως τοῦ νέου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ.» Ἀλλὰ πέρυσιν,
579ὅτε ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρει, ὑπάρχοντος τοῦ ὀργανισμοῦ, ὅτι
580οὐδεὶς ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι ἄξιος, ὅπως μελετήσῃ, προτείνῃ
581καὶ διατυπώσῃ διὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν τὴν
582πρότασιν νέου ὀργανισμοῦ, πέρυσι διὰ τίνα λόγον οὕτως ἐσκέ-
583πτεσθε, καὶ ἐφέτος διὰ ποῖον λόγον μετεβάλετε γνώμην;
584Ταῦτα, Κύριοι, ἦσαν ἀναγκαῖα, ὅπως δοθῇ χαρακτὴρ εἰς
585τὰ τῶν μελετῶν τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὰ τῆς συγχύσεως τῶν
586γνωμῶν αὐτῆς εἰς τὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐν συνόλῳ, ὁποῖον
587προσήχθη, ὁποῖον καὶ μετὰ τὴν τροπολογίαν τῆς Κυβερνή-
588σεως διατηρεῖται.
589Θέλω ἔλθει νῦν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου, τῶν και-
590ρίων διατάξεων αὐτοῦ, ὧν ἡ ἀκριβὴς γνῶσις δύναται νὰ δώσῃ
591εἰς τὴν Βουλὴν ἰδέαν περὶ τῆς σημασίας αὐτῶν, καὶ νὰ ὁδη-
592γήσῃ αὐτὴν εἰς τὰς σκέψεις, αἵτινες κατ’ ἀνάγκην ἐπιβάλ-
593λονται εἰς αὐτὴν περὶ τοῦ ἂν τοιοῦτον νομοσχέδιον εἶναι δυνα-
594τὸν, κατὰ τοὺς κειμένους θεσμοὺς ἐν Ἑλλάδι, ἂν εἶναι δυνατὸν,
595κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, οἷον ἐν
596Ἑλλάδι πολιτεύεται, νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ Ἑλληνικῆς Βουλῆς.
597Ἐν ἄρθροις 1 καὶ 2 ἡ Κυβέρνησις προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν
598νὰ ψηφίσῃ τὴν ἵδρυσιν μιᾶς στρατιωτικῆς περιφερείας, ἣν
599τάσσει ὑπὸ τὴν μόνιμον καὶ ἑνιαίαν διοίκησιν τοῦ ἀντιστρα-
600τήγου, ὑπὸ τὴν μόνιμον καὶ ἑνιαίαν διοίκησιν προσώπου μο-
601ναδικοῦ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ ὀργανισμῷ, προσώπου κατέχοντος
602θέσιν, ἥτις διὰ πάντα ἄλλον εἶναι κατηργημένη, εἰς αὐτὸν
603μόνον ἐπιφυλαχθεῖσα, λόγῳ τοῦ ἀξιώματος Διαδόχου ἐν τῇ
604Πολιτείᾳ. Εἰς τοῦτον τὸν μοναδικὸν ἀντιστράτηγον ἡ Κυβέρ-
605νησις προτείνει ν’ ἀναθέσωμεν τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ
606στρατοῦ, καὶ ἐν τούτῳ ἡ λέξις ἔθιξε τὴν εὐαισθησίαν τοῦ
607ἐντίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, ὅστις ἐφοβήθη, μήπως
608ἕνεκα τῆς λέξεως διοικεῖ ἐπέλθῃ σύγχυσις περὶ τὰ δικαιώ-
609ματα ἀρχηγοῦ καὶ στρατηγοῦ, διότι ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς
610Καλαβρύτων εἶπεν, ὅτι αὐτῆς ταύτης τῆς λέξεως ἐπὶ τοῦ
611αὐτοῦ θέματος ἐποιήσατο χρῆσιν τὸ Β. Διάταγμα τοῦ Ἀπρι-
612λίου τοῦ 1833, τὸ ἔχον ἰσχὺν νόμου.
613Ὀφείλω νὰ καθησυχάσω τὸν ἔντιμον ἐκ Καλαβρύτων Βου-
614λευτὴν, παρατηρῶν ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις τὴν αὐτὴν βεβαίως
615ἔχει γνώμην, ἀφοῦ τὴν λέξιν, καίπερ τροπολογήσασα τὸ νο-
616μοσχέδιον, δὲν ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ μεταβάλῃ διότι διὰ
617τοιαύτης ἐκφράσεως οὐδὲν τῶν δικαιωμάτων, ἅτινα ἀναφέρει
618τὸ διάταγμα τοῦ 1833 ἐν τῇ διατάξει, ἧς ἐμνημόνευσεν ὁ
619κύριος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς, παρεσχέθη εἰς τὸν Ὑπουρ-
620γόν. Οὐδαμοῦ τοῦ διατάγματος τοῦ 1833 γίνεται λόγος περὶ
621διοικήσεως. Δὲν ὑπάρχει διάταξις, ἐν ᾗ τὸ διάταγμα τοῦ
6221833 λέγει, ὅτι διοικεῖ τὸν στρατὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν
623Στρατιωτικῶν. Εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ
624τὸ διάταγμα τοῦ 1833 ὑπάγεται ὁ στρατὸς, διευθύνει δὲ
625μόνον—μεταχειρίζεται λέξιν συγγενῆ, πλησιάζουσαν πρὸς
626τὴν λέξιν «διοίκησις», —ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὰ
627Γραφεῖα αὑτοῦ...
628§33ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
629§34ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
630§35ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁμιλεῖτε περὶ ἄλλου
631διατάγματος. Ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τοῦ διατάγματος, διὰ τοῦ
632ὁποίου συνεστήθησαν αἱ Γραμματεῖαι.
633§36ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
634§37ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐκεῖ, γιγνομένου λόγου περὶ δι-
635καιωμάτων τῶν Γραμματειῶν, ὑπάρχει ἡ φράσις «οἱ Γραμ-
636ματεῖς διοικοῦσι τὰ εἰς τὴν Γραμματείαν των ἀναγόμενα».
637§38ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄ! τὸ γενικόν.
638§39ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Τὸ γενικόν.
639§40ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑμεῖς ἀναφέρεσθε εἰς τὸ γενικόν. Ἐγὼ
640ἐνόμισα, ὅτι ἀναφέρεσθε εἰς τὸ εἰδικὸν περὶ Γραμματείας
641τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἠθέλησα νὰ καθησυχάσω ὑμᾶς. Ἐν
642πάσῃ περιπτώσει, «οἱ Γραμματεῖς διοικοῦσι τὰ εἰς αὐτοὺς
643ἀνατεθειμένα ἔργα». Ἔχει τοῦτο γενικὴν ἔννοιαν. Τοῦτο δὲν
644δυσχεραίνει παντελῶς τὴν ἀφαίρεσιν ὡρισμένων τμημάτων
645τῆς Διοικήσεως καὶ τὴν παράδοσιν εἰς ἄλλον, ἀρκεῖ μόνον ἡ
646ἀφαίρεσις αὕτη καὶ ἡ παράδοσις εἰς ἄλλον νὰ γίνηται ἐντὸς
647τῶν ὁρίων τῶν ἀφιέντων ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην τὴν κυβερνη-
648τικὴν καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν συνταγματικῶν διατάξεων,
649αἵτινες ἀπαγορεύουσι, τοιαῦται κυβερνητικαὶ πράξεις ν’ ἀνα-
650τίθενται εἰς πρόσωπα τινα ἐν τῷ Συντάγματι ὡρισμένα.
651Εἶπον ἤδη, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως, ἣν περιλαμβάνουσι τὰ
652δύο πρῶτα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ἀνατίθεται ἡ διοίκησις
653εἰς πρόσωπον, ὡς ἐρρήθη, μοναδικὸν ἐν Ἑλλάδι, ἀνεπίδεκτον
654ἀντικαταστάσεως καὶ μὴ δυνάμενον νὰ εὕρῃ μόνιμον διά-
655δοχον, διότι οὐδεὶς ἄλλος ὑπάρχει, οὐδὲ δύναται νὰ ὑπάρξῃ,
656—ἐκτὸς ἂν ψηφισθῇ νόμος,— ἀντιστράτηγος ἐν Ἑλλάδι
657Ἵνα ἔχητε ἀκριβῆ ἔννοιαν τοῦ πράγματος, ὅπερ καὶ ἄλλως
658ὁ καθεὶς ὑμῶν ἀντιλαμβάνεται καὶ ἐξ ὅσων ἀναγινώσκει,
659ἀλλὰ καὶ ἐξ ὅσων περιφέρονται εἰς τὸν ἀέρα, τὸν πέριξ
660ἡμῶν, δύνασθε ν’ ἀνατρέξητε, ὡς εἰς ὑπόμνημα, ὡς εἰς γλῶσ-
661σαν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅπως ἔλεγον οἱ ἀρχαῖοι νομι-
662κοί, εἰς τὴν Μελέτην ἐκείνην, ἧς τὴν ὕπαρξιν ἀπεκάλυψεν ὁ
663πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἔντιμος Βουλευτὴς
664Οἰτύλου, καὶ δὲν ἀνῄρεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰς τὴν Μελέ-
665την τοῦ Διαδόχου, —ἵνα μὴ ἀναφέρωμεν καὶ τὸ νομοσχέδιον
666καὶ γεννᾶται συζήτησις περὶ τούτου.—Ἐκεῖ ἀκριβῶς περιέ-
667χονται πάντα τὰ στοιχεῖα, ἅτινα μετηγγισμένα εὑρίσκομεν
668σήμερον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, περιέχονται μετὰ πολ-
669λῆς σαφηνείας, πολὺ μεγαλειτέρας σαφηνείας ἢ ἐνταῦθα. Καὶ
670ἐκεῖ βλέπετε, ὅτι ὁ συντάξας τὴν Μελέτην λέγει, ὅτι εἰς
671τὸν ἀνώτερον ἀξιωματικὸν τοῦ στρατοῦ τῆς Ἑλλάδος ἀνα-
672τίθεται—λέγει σαφέστερον τὸ πρᾶγμα, οὕτως ἀπ’ εὐθείας
673ἐκφράζεται, ἡ γενικὴ ἀρχηγία τοῦ στρατοῦ, καὶ μένει
674παρ’ αὐτῷ μέχρις οὗ τεθῇ εἰς ἀποστρατείαν. Σαφε-
675στέρα δήλωσις τῆς ἐννοίας, ἣν ἔχει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο,
676δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ. Παραλαμβάνετε ἀρχηγὸν, Κύ-
677ριοι, σήμερον, εὐθὺς ὡς ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὅ,τι
678δήποτε καὶ ἂν συμβῇ, —εἶναι ἄνθρωπος—οἱαδήποτε καὶ ἂν
679ὦσιν αἱ ἀδυναμίαι ἐκεῖναι, αἵτινες περιβάλλουσιν αὐτὸν, ὡς
680ἄνθρωπον, ὀφείλετε ν’ ἀναμείνητε τὴν εἰς ἀποστρατείαν θέ-
681σιν, ἵνα φροντίσητε περὶ διορισμοῦ ἄλλου Γενικοῦ Ἀρχηγοῦ.
682Διατυπῶ ἁπλῶς τὰ θέματα, καὶ θέλω ἐπανέλθει ἔπειτα εἰς
683αὐτά.
684Εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦτον, τὸν μόνιμον, τὸν ἰσό-
685βιον, — καὶ λέγων ἰσόβιον, ἐννοῶ τὰ δύο ταῦτα, τὸν μέλλοντα
686ν’ ἀποχωρήσῃ εἴτε δι’ ἀποστρατείας, εἴτε διότι ἔρχεται ἡ
687ὥρα νὰ κληθῇ εἰς ὑψηλότερα καθήκοντα, — ἡ διάταξις τοῦ
688ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ἐν τῇ τελευταίᾳ παραγράφῳ,
689ὁρίζει, ὅτι ἀνατίθενται καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ Γενικοῦ Ἐπι-
690θεωρητοῦ τοῦ στρατοῦ.
691Ἔχομεν λοιπὸν ἀκέραιον τὸ σῶμα τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ
692καὶ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἔρχεται φυσικὸν
693ἐρώτημα: Ποία ἡ ἔκτασις τῶν ὁρίων τῆς Διοικήσεως, ἣν ἀνα-
694τιθέμεθα εἰς αὐτόν; Τὴν ἔκτασιν τῶν ὁρίων τῆς Διοική-
695σεως, ἣν ἀνατιθέμεθα εἰς αὐτὸν, περιέχει σαφέστατα διαγε-
696γραμμένην ἡ Μελέτη, περὶ ἧς πρὸ ὀλίγου ἐγένετο λόγος,
697περιέχει ἔτι καὶ νῦν, μεθ’ ὅλην τὴν τροπολογίαν, ἣν προσήγα-
698γεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀρκούντως ἀσαφῶς τὸ
699νομοσχέδιον.
700Τὸ νομοσχέδιον ἦτο σαφέστατον, ὅτε ἐκρίθη ἀσαφὲς, διότι
701εἶχε ληφθῇ πρόνοια περὶ τοῦ θέματος ἐν τῇ παρ’ ὀλίγον
702ἐσχάτι βαθμίδι αὐτοῦ, ἐν ἄρθρῳ 11, ἐν θέσει, ἐν ᾗ καὶ ὁ
703παρατηρητικώτερος ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τὴν ἀτυχίαν νὰ δια-
704φύγῃ αὐτὸν ὁ ὁρισμός· ἦτο δὲ σαφέστερος ὁ ὁρισμὸς, διότι
705ἦτο γενικώτερος, καὶ ἐπειδὴ ἐν τῇ γενικότητι αὐτοῦ εἶχε
706τὴν εὐτυχίαν νὰ παρακολουθῆται ὑπὸ ἀδείας, ὥστε Β. Διά-
707ταγμα νὰ κανονίσῃ τὰ περαιτέρω, δὲν εἴχομεν καμμίαν
708ἀμφιβολίαν, ποῖα θὰ ἦσαν τὰ ἔσχατα ὅρια, τὰ μέλλοντα νὰ
709διαγραφῶσιν ὑπὸ τοῦ Β. τούτου Διατάγματος. Τί ἔλεγε τὸ
710ἄρθρον 11 τοῦ νομοσχεδίου; — καὶ τοῦτο λέγει ἔτι καὶ νῦν,
711διότι ἔμεινεν ἡ διάταξις, καίτοι σήμερον δὲν ἔχει ἀξίαν,—
712(ἀναγινώσκει: «Δι’ εἰδικοῦ στρατιωτικοῦ κανονισμοῦ,
713κυρωθησομένου διὰ Β. Διατάγματος, ὁρισθήσονται καὶ
714κανονισθήσονται...» —Βλέπετε, ποία ἀκριβολογία. Βε-
715βαίως ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ πολλοῦ χρόνου καὶ
716πολὺ πρὶν ἢ παραλάβῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὴν
717διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ἀνατεθειμένου εἰς αὐτὸν,
718εἶχε μεμελετημένα τὰ πράγματα μετὰ πάσης προσοχῆς—
719«...αʹ) ἡ ἁρμοδιότης καὶ ἡ δικαιοδοσία τοῦ Γεν. Διοικητοῦ τοῦ
720στρατοῦ, τῶν Μεράρχων καὶ Ταξιάρχων», — τοῦτο δὲν ἐνδια-
721φέρει εἰς ἡμᾶς ταύτην τὴν ὥραν, — «ὡς καὶ τὰ ὑπὸ τὴν διοίκη-
722σιν αὐτῶν ὅπλα, σώματα, καταστήματα καὶ ὑπηρεσίαι.» Τί
723ἔλεγε λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον πρὶν ἢ σαφηνισθῇ ὑπὸ τοῦ κ.
724Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τῆς τροπολογίας; Ἔλεγε:
725«Μὴ ματαιοπονεῖτε, κύριοι Βουλευταὶ, μὴ ἐξετάζετε ποία ἡ
726ἔκτασις τῶν ὁρίων τῆς Διοικήσεως, ἣν ἐγὼ, ἡ Κυβέρνησις, διὰ
727τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀναθέτω εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητήν·
728τὰ ὅρια ταῦτα μετὰ πάσης ἀκριβολογίας, μετὰ πάσης ἐπι-
729μελείας, ὅταν ἡσυχάσητε ἀπὸ τῶν φροντίδων τῶν ἐν τῇ
730Βουλῇ, θέλω φροντίσει ἐγὼ νὰ διαγράψω, ὁρίζουσα ποῖα τὰ
731ὅπλα, τὰ σώματα, τὰ καταστήματα καὶ αἱ ὑπηρεσίαι, ἃς
732θ’ ἀναθέσω εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητήν». Τοῦτο ἢ ἐνεθυμεῖτο
733ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἢ ἐλησμόνησεν. Εἶναι
734βέβαιον ὅμως, ὅτι ταραχθεὶς ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως,
735συγχισθεὶς, ἐνόμισεν ὅτι ὤφειλε νὰ διαγράψῃ σαφέστερον
736τὰ ὅρια, καὶ, λησμονήσας ὅτι ἡ θέσις, ἐν ᾗ ἐγίνετο λόγος
737περὶ ὁρισμοῦ τῶν σωμάτων, τῶν ὑπηρεσιῶν, τῶν ὅπλων
738καὶ τῶν καταστημάτων, ἦτο ἡ τοῦ ἄρθρου 11, ἔφερε τὴν
739ἐξήγησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, προσέθηκε δὲ εἰς τὸ ἄρθρον
740τὴν παράγραφον, ἣν θέλω ἀναγνώσει.
741Παρακαλῶ, Κύριοι, προσέξατε, διότι θέλω καὶ ἐπὶ τού-
742του ἐπανέλθει. Εἶπον, ὅτι διατυπῶ τὰ κεφάλαια τῆς ἐξετά-
743σεως καὶ θέλω ἐπανέλθει ἔπειτα, ὅπως ἐξετάσω αὐτὰ λεπτο-
744μερῶς (ἀναγινώσκει): «Ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ Γενικοῦ
745Διοικητοῦ ὑπάγονται τὰ στρατιωτικὰ σώματα,—πάντα δη-
746λαδὴ—αἱ ὑπηρεσίαι καὶ τὰ καταστήματα». Ὑπάγονται
747τὰ στρατιωτικὰ σώματα καὶ τὰ καταστήματα. Βεβαίως,
748θετικόν. Ὑπάγονται ταῦτα πάντα. Ἐπειδὴ ὅμως πᾶς κα-
749νὼν ἔχει καὶ τὴν ἐξαίρεσιν, ἔρχονται αἱ ἐξαιρέσεις (ἐξακο-
750λουθεῖ): «Δὲν ὑπάγονται δὲ αʹ) ἡ Χωροφυλακή, βʹ) ἡ Δι-
751εύθυνσις ὑλικοῦ πολέμου, γʹ) τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα, δʹ)
752ἡ Στρατιωτικὴ Δικαιοσύνη καὶ εʹ) αἱ Γενικαὶ Ἀποθῆκαι
753ὑλικοῦ.»
754Καὶ ἐνταῦθα δὲ πληρέστερον καὶ σαφέστερον εἶναι τὸ
755περιεχόμενον ἐν τῇ Μελέτῃ, ἧς προεμνημόνευσα. Δύναμαι
756μάλιστα νὰ εἴπω, ὅτι τὸ περιεχόμενον ἐν τῇ Μελέτῃ εἶναι
757καὶ κατὰ ποσὸν ἧττον ἀντισυνταγματικὸν ἢ τὸ περιεχόμε-
758νον ἐνταῦθα. Διότι τὸ περιεχόμενον ἐν τῇ Μελέτῃ—παρα-
759καλῶ δὲ κρατήσατε ὅσα ἀνέγνωσα ὅτι περιέχονται ἐν τῇ
760παραγράφῳ ταύτῃ,—εἶναι τοῦτο, ὅτι ἀφίεται εἰς τὸν Ὑπουρ-
761γὸν τῶν Στρατιωτικῶν, εὐτυχῶς, πρῶτον τὸ γραφεῖον αὐ-
762τοῦ,—εἶναι ἡ φράσις τῆς Μελέτης—τὸ τμῆμα τὸ οἰκονομι-
763κὸν καὶ τῶν προμηθειῶν.—Λοιπὸν τεμάχιον ἑνὸς τμήματος,
764—τὸ γραφεῖόν του,—δύο τμήματα, τὸ τμῆμα τὸ οἰκονομι-
765κὸν καὶ τὸ τῶν προμηθειῶν, τὸ τμῆμα τῆς Δικαιοσύνης,—
766περὶ τοῦτο ἡ σαφήνεια ὑπάρχει εἰς ἀμφότερα τὰ κείμενα—
767τὸ τμῆμα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας—ἀπαράλλακτα ἀμφό-
768τερα τὰ κείμενα—καὶ τὸ Λογιστήριον, ὅπερ γινώσκετε, Κύ-
769ριοι, ὅτι σύγκειται ἐκ δύο τμημάτων. Ἡ Ἐπιτελικὴ Ὑπη-
770ρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν περιλαμβάνει δύο
771τμήματα· τὸ Λογιστήριον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιω-
772τικῶν περιλαμβάνει ὡσαύτως δύο τμήματα, 2 καὶ 2=4, τὰ
773δὲ ὑπόλοιπα 9 τμήματα—τὸ ὅλον 13—ἔχουσιν ὡρισμένον
774κύκλον ἁρμοδιότητος μοναδικόν, οὐχὶ διπλοῦν. Οὕτως ἐχόν-
775των τῶν πραγμάτων, ἡ Μελέτη ἐκείνη κατέλειπεν εἰς χεῖ-
776ρας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τὸ Λογιστήριον. Ἀλλὰ
777παρετήρησεν ἤδη πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσας ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυ-
778νος Βουλευτής, ὅτι τὸ Λογιστήριον εἶναι ἐξηφανισμένον ἐκ
779τῶν ἐξαιρέσεων τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅ ἐστὶν, —ἐπειδὴ
780καὶ τοῦτο εἶναι ὑπηρεσία, —παραδίδεται διὰ τοῦ νομοσχε-
781δίου εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητήν. Θέλομεν δὲ ἴδει, κατερχό-
782μενοι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων, ποία εἶναι ἡ σημα-
783σία τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Λογιστηρίου.
784Ὑπερπηδῶ τὰ ἄρθρα, ἅτινα δὲν ἔχουσι σημασίαν ἄλλην
785παρὰ στρατιωτικήν,—διότι καὶ δὲν εἶναι ἔργον ἐμοῦ νὰ
786κρίνω τὰς στρατιωτικὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἄλλως ἢ
787ἐν συνόλῳ, ὑπὸ τὴν γενικὴν αὐτῶν ὄψιν,—καὶ καταβαίνω
788εἰς τὸ ἄρθρον 6, ὅπερ συσχετίζω, ὅπως πάντες οἱ πρὸ ἐμοῦ,
789διότι ἀρρήκτως συνδέεται, μετὰ τοῦ ἄρθρου 11.
790Τὸ ἄρθρον 6 ὁρίζει τὰ τοῦ Ἐπιτελείου τῆς Γενικῆς Δι-
791οικήσεως.—Τὸ προηγούμενον ἀναφέρεται εἰς τὸν ἀλλοδαπὸν
792ἀξιωματικόν, ἵνα θέσῃ αὐτὸν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Γεν.
793Ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, νὰ μεταβάλῃ δηλ. τὸν νόμον ΒΧΜʹ—
794(ἀναγινώσκει): «Τὸ Ἐπιτελεῖον τῆς Γενικῆς Διοική-
795σεως τοῦ στρατοῦ διεξάγει καὶ τὰς νῦν διεξαγομένας ὑπη-
796ρεσίας ὑπὸ τῆς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν
797Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας...»
798§41Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
799§42ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
800§43Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλοδαπὸς ἀξιωματικὸς
801δὲν θὰ ἔλθῃ.
802§44ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ προφητεύσωμεν.
803§45Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ἐμάθομεν. Διότι ὁ Αὐτο-
804κράτωρ τῆς Γερμανίας εἶπεν, ὅτι «ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικὸν
805δὲν στέλλω· ἐὰν θέλετε, πάρετε ἕνα ἀπόστρατον». Ἀπὸ τὰ
806ἄλλα Κράτη δὲν ἠμποροῦμεν, διότι ἔχουσιν ἀντιζηλίας. Τὸ
807θέτουσιν ὅμως διὰ νὰ πάρωσι τὴν Ἐπιτελικὴν Ὑπηρεσίαν.
808§46ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑμεῖς εἶσθε εἰς θέσιν καλλιτέραν ἐμοῦ,
809ὅπως ἐμβαθύνητε εἰς τὰ μύχια τῶν Ὑπουργῶν, διότι ἔσχετε
810τὴν εὐτυχίαν νὰ συνεργασθῆτε μετ’ αὐτῶν...
811§47Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀτυχίαν.
812§48ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εὐτυχίαν... Ἐγὼ δυστυχῶς δὲν τοὺς ἀνα-
813γνωρίζω, διότι παρῆλθε τόσος χρόνος ἀφ’ ὅτου ἐβαδίσαμεν
814ἐπὶ ἄλλης ὁδοῦ, καὶ τοσοῦτον ἠλλάχθησαν ἔκτοτε τὰ ὑπ’ αὐ-
815τῶν πρεσβευόμενα, ὥστε μοὶ καθίσταται ἀδύνατον νὰ ἐμ-
816βαθύνω εἰς τὰ μύχια αὐτῶν.
817Λοιπὸν ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκει πάλιν): «Τὸ Ἐπιτελεῖον
818τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ διεξάγει καὶ τὰς νῦν
819διεξαγομένας ὑπηρεσίας ὑπὸ τῆς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν
820Στρατιωτικῶν Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας». Τὸ καὶ τοῦτο, Κύ-
821ριοι, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι μ’ ἐβασάνισε πολλὴν ὥραν, διότι ἐζή-
822τησα νὰ ἴδω ποῦ ἀλλοῦ τοῦ νομοσχεδίου ὑπάρχουσιν αἱ ἄλ-
823λαι ὑπηρεσίαι. Διεξάγει καὶ τὰς ὑπηρεσίας ταύτας. Ἀλλὰ
824ἠρώτων: ποίας ἄλλας; τίνες αἱ ἄλλαι ὑπηρεσίαι; Καὶ δὲν
825ἠδυνήθην νὰ εὕρω μέχρι τοῦδε. Ἀλλ’ ἡ τροπολογία, ἣν προσ-
826ήγαγεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διασαφεῖ,
827ὅτι ἄλλαι ὑπηρεσίαι εἶναι ἐκεῖναι, ἃς θέλομεν ἀναζητήσει ἐν
828τοῖς μεγάλοις τμήμασιν, ἅτινα ἐν ἄρθρῳ 2 παραχωροῦνται
829εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ· καὶ ὅταν ἔλθω νὰ
830ἐξετάσω, τί παραδίδεται, τότε θέλομεν ἴδει, ὅτι τὸ καὶ
831τοῦτο ἔχει οὐχὶ μικροτέραν σημασίαν ἢ αἱ ὑπηρεσίαι, ἃς ὁ
832σύνδεσμος οὗτος συνδέει μετὰ τῶν ἄλλων, τῶν μὴ κατονο-
833μαζομένων.
834«Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς (λέγει τὸ ἄρθρον) ὑποβάλλει εἰς
835τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὰς ἀναγκαίας προτάσεις
836ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἀνωτέρω ἐδαφίου, αἵτινες ἀπαι-
837τοῦσι τὴν ἔκδοσιν Β. Διατάγματος...» Τοῦ ἀνωτέρω ἐδα-
838φίου. Ἐδάφιον λέγων ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, κατ’ ἄ-
839γνοιαν βεβαίως, ἐννοεῖ τὴν παράγραφον· εἶναι προφανὲς,—
840διότι δὲν ὑπάρχει ἐδάφιον—ὅτι πρόκειται περὶ παραγράφου.
841Λοιπὸν, πᾶσαι αἱ ὑποθέσεις τῆς πρώτης παραγράφου, ἥτις
842ὁρᾷ περιωρισμένως τὴν Ἐπιτελικὴν Ὑπηρεσίαν,—τὰ δύο
843τμήματα αὐτῆς,—ἀνήκουσιν εἰς αὐτὸν τὸν Γεν. Διοικητὴν,
844καὶ ἐκ τούτων ὑποβάλλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιω-
845τικῶν τὰς ἀναγκαίας προτάσεις μόνον ἐπὶ ἐκείνων, αἵτινες
846ἀπαιτοῦσι τὴν ἔκδοσιν Β. Διατάγματος. Τοῦτο εἶναι σαφὲς,
847διότι παραπέμπει εἰς ἐκείνην τὴν παράγραφον. (ἀναγινώ-
848σκει): «Ἔτι δὲ ὑποβάλλει προτάσεις περὶ μεταθέσεως ἀξιω-
849ματικῶν ἀπὸ σώματος εἰς σῶμα τοῦ αὐτοῦ ὅπλου ἢ εἰς γε-
850νικὰς καὶ εἰδικὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ.»
851Ὁ κύριος Ὑπουργὸς διὰ τῆς προσθήκης, ἣν ἔκρινεν ἀναγ-
852καίαν, —βεβαίως ἐν συνεννοήσει μετὰ τῶν ἄλλων μελῶν τῆς
853Κυβερνήσεως, —ἵνα καταστήσῃ σαφέστερα τὰ πράγματα,
854ἀντὶ νὰ καταστήσῃ αὐτὰ σαφῆ τελείως καὶ πρὸ πάντων εὐ-
855ρύτερα, κατέστησεν αὐτὰ σκοτεινότερα καὶ ἐπὶ πλέον περιω-
856ρισμένα.
857Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν δευτέραν διάταξιν,
858καθ’ ἣν «ἔτι δὲ ὑποβάλλει προτάσεις περὶ μεταθέσεως ἀξιω-
859ματικῶν ἀπὸ σώματος εἰς σῶμα τοῦ αὐτοῦ ὅπλου ἢ εἰς γε-
860νικὰς καὶ εἰδικὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ», αὕτη ἦτο ἀπα-
861ραιτήτως ἀναγκαία, ἵνα κατορθωθῇ νὰ ἡσυχάσῃ ὁ κόσμος
862ὅλος τῶν στρατιωτικῶν, ὅστις δὲν ἐγίνωσκε ποία ἤθελεν εἶ-
863ναι ἡ τύχη αὐτοῦ, ἂν δὲν ὑπῆρχε τοιαύτη τις περιοριστικὴ
864διάταξις, νὰ καθησυχάσωσι καὶ οἱ ἔξω τῆς Βουλῆς ἀξιω-
865ματικοί, νὰ καθησυχάσωσι καὶ οἱ ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἀξιω-
866ματικοί, καὶ νὰ ἴδωμεν οὕτω τὰς ἀποφατικὰς ψήφους μετα-
867βαλλομένας εἰς ἀρνήσεις ψήφου καί, σὺν Θεῷ, τὴν τελευ-
868ταίαν ὥραν, εἰς ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
869Τοῦτο τὸ μέρος ἔχει καλῶς· οὐδεμίαν ἐγείρει βεβαίως δια-
870μαρτυρίαν, διότι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης περιορίζεται ἡ
871αὐθαίρετος λύσις ζητημάτων ἀναγομένων εἰς δικαιώματα ὑπὸ
872προσώπου μὴ φέροντος τελείαν εὐθύνην.
873Ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ πρῶτον μέρος τῆς παραγράφου ταύτης,
874ὅπερ λέγει ὅτι «ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ὑποβάλλει εἰς τὸ Ὑπουρ-
875γεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὰς ἀναγκαίας προτάσεις ἐπὶ τῶν
876ὑποθέσεων τοῦ ἀνωτέρω ἐδαφίου, αἵτινες ἀπαιτοῦσι τὴν
877ἔκδοσιν βασιλικοῦ διατάγματος», ἐνῷ τὸ ἄρθρον, ὡς ὑπεβλήθη
878ἐν τῷ ἀρχικῷ νομοσχεδίῳ, ἐπιφυλάττει δικαιοδοσίαν εἰς τὸν
879ἀπογυμνούμενον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὴν ἐκ-
880τελεστικὴν ἐξουσίαν, νὰ λύῃ διὰ Β. Διατάγματος τὰς ἐν
881γένει ὑποθέσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὰς
882ἀπαιτούσας Β. Διάταγμα, περιορίζει τὴν τοιαύτην ἐξουσίαν,
883λέγον, ὅτι μόνον τὰς ὑποθέσεις τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπη-
884ρεσίας ὀφείλει νὰ ὑποβάλλῃ ὁ Γεν. Διοικητὴς εἰς τὸν Ὑπουρ-
885γὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀγνοῶ, ἂν ὑπῆρξεν ἐν ταῖς σκέψεσι
886τῆς Κυβερνήσεως ἀπόφασις τοιούτου περιορισμοῦ· πιθανὸν νὰ
887μὴ ὑπῆρξεν· ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔχετε πρὸ ὀφθαλμῶν
888ὑμῶν δεῖγμα ἁπτὸν τῆς συγχύσεως, ἥτις ἐπικρατεῖ ἐν ταῖς
889τάξεσιν ἐκείνων, οἵτινες ἀνέλαβον νὰ ὑποβάλωσι τοιοῦτο νομο-
890σχέδιον.
891Τὸ ἄρθρον 6 εἶναι κεχωρισμένον τοῦ 11, ἀλλὰ καὶ τὸ 6,
892ἵνα ἐκτιμήσητε ὀρθῶς, πρέπει νὰ παραθέσητε εἰς τὸ 11, κα-
893θὼς καὶ τὸ 2 πρέπει νὰ συμπαραθέσητε μετὰ τοῦ 13, διότι
894καὶ τοῦτο ἀναφέρεται εἰς τὸ θέμα τοῦ ἄρθρου 2. Τὸ ἄρθρον
89511 παρέχει ἀδείας εἰς τὴν Κυβέρνησιν· πρώτην ἄδειαν, ἥτις
896μετὰ τὴν ἐν ἄρθρῳ 2 τροπολογίαν καθίσταται περιττὴ, καὶ
897ὑποθέτω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει διαγράψει τὸ σχετικὸν μέ-
898ρος τῆς διατάξεως ἢ μᾶλλον, ὅτι θέλει περιορίσει εἰς μόνους
899τοὺς διοικητὰς ταξιαρχιῶν καὶ μεραρχιῶν· ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰ
900ἄλλα, ἡ διάταξις ἐξεταστέα μετὰ μεγάλης προσοχῆς. Διότι
901τί περιλαμβάνει; Περιλαμβάνει ἄδειαν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις
902δι’ εἰδικοῦ στρατιωτικοῦ κανονισμοῦ, κυρωθησομένου διὰ Β.
903Διατάγματος, ὁρίζῃ τὴν ἁρμοδιότητα καὶ δικαιοδοσίαν
904τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ. Πρόκειται, κατὰ τὴν
905διάταξιν ταύτην, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, εἰς ἣν ὁ νόμος
906ἐξεχώρησε νομοθετικὰ δικαιώματα, νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς
907ἁρμοδιότητος καὶ δικαιοδοσίας τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ
908στρατοῦ. Εἶναι ἀληθές, καὶ ἐφρόντισε νὰ εἴπῃ τοῦτο ὁ
909κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι δὲν ἐμφανίζε-
910ται τὸ πρῶτον νῦν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοιαύτη διάταξις,
911ἀλλὰ, προκειμένου σήμερον περὶ τοιαύτης θεμελιώδους μετα-
912στροφῆς τῶν πραγμάτων τοῦ στρατοῦ καὶ μεταβολῆς καὶ
913μεταθέσεως τῶν κυβερνητικῶν δικαιωμάτων, τολμηρὸν μοὶ
914φαίνεται νὰ ἐμφανίζωνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ζητοῦντες
915τὴν εἰς αὑτοὺς ἐκχώρησιν καθαρῶς νομοθετικῶν δικαιωμά-
916των. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἐκείνων τῶν πράξεων, αἵτι-
917νες δὲν ὑπερβαίνουσι τὰ ὅρια τῶν κανονικῶν δικαιωμάτων,
918ἔχουσαι τὸ θεμέλιον αὑτῶν ἐν τῇ νομοθετικῇ διατάξει, οὐ-
919δεὶς φθόνος· ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἂς κανονίσῃ ταύτας ὡς
920θέλει. Ἀλλ’ ὅταν πρόκειται περὶ ἁρμοδιότητος καὶ ἰδίως
921δικαιοδοσίας, ἥτις πρόκειται νὰ μεταγγισθῇ ἀπὸ τοῦ
922Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς Γενικὸν Διοικητὴν ἀνεύ-
923θυνον, εἰς ἀνεύθυνον, καθιστάμενον Ὑπουργὸν, κύριοι Βουλευ-
924ταὶ, ἂν δὲν ἀπεφασίσατε ν’ ἀπεκδυθῆτε τὰ δικαιώματα τῶν
925πληρεξουσίων τοῦ ἔθνους, προσέξατε, καὶ τοιαύτην διάταξιν
926μὴ ψηφίσετε.
927Τί ἐστὶ δικαιοδοσία; Μεταφράζω ἔκ τινος γαλλικοῦ ὁρι-
928σμοῦ: «Ἡ λέξις αὕτη ἐν γένει σημαίνει τὴν ἐξουσίαν
929ἐκείνου, ὅστις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δικάζῃ, ἢ νὰ ἐφαρμόζῃ
930τοὺς νόμους ἐπὶ τῶν ἰδιωτῶν. Οἱ ναῦται καὶ οἱ στρα-
931τιῶται ὑποβάλλονται ἐν περιπτώσεσι ποινικαῖς ἢ πειθαρχι-
932καῖς εἰς εἰδικὰς δικαιοδοσίας.» Ἡ δικαιοδοσία λοιπὸν εἶναι
933τὸ δικαίωμα νὰ ἐφαρμόζῃ τις — οὐχὶ νὰ δικάζῃ μόνον —
934τοὺς νόμους ἐπὶ τῶν ἰδιωτῶν, ἐπὶ τῶν ναυτῶν, ἐπὶ τῶν
935στρατιωτῶν. Καὶ θέλετε ἐπιτρέψει, κανονιστικὸν διάταγμα
936νὰ διαγράψῃ τὰ ὅρια τῆς δικαιοδοσίας Γενικοῦ Διοικητοῦ,
937ὅστις θέλει ἔχει εἰς χεῖρας αὑτοῦ τὰς τύχας ὁλοκλήρου τοῦ
938στρατοῦ; Ἂν ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ παρουσιάσῃ διάγραμμα
939τῆς δικαιοδοσίας ταύτης, τότε, ἀφοῦ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα,
940τὸ ἐξονυχίσωμεν καὶ τὸ συζητήσωμεν, δυνάμεθα νὰ ψηφί-
941σωμεν τὰς προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως. Σᾶς ἔδωκε τὸ δι-
942καίωμα τὸ Σύνταγμα ν’ ἀφαιρέσητε ἐξουσίαν ἐξ ἑαυτῶν καὶ
943μεταβιβάσητε εἰς τοὺς ἐκτελεστὰς τῶν νομοθετικῶν διατά-
944ξεων;
945Ἔχει καὶ παράρτημα τὸ νομοσχέδιον, καὶ κατέρχομαι καὶ
946εἰς αὐτὸ, εἰς τὸν πίνακα δηλαδὴ, ὅπως ἐξαντλήσω τὴν ἐξέ-
947τασιν τῶν κυρίων αὐτοῦ τμημάτων, διότι εἰς τὸ παράρτημα
948παραπέμπει τὸ ἄρθρον 2 παράγραφος βʹ καὶ τὸ 8. Τὸ παράρ-
949τημα εἶναι οὐσιῶδες καὶ ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν, ἔχον
950πιθανῶς πολλὰ τὰ σπουδαῖα, εἰς ἃ μάλιστα διέτριψε χθὲς ὁ
951κ. Βουλευτὴς ἐκ Βάλτου· ἀλλ’ εἶναι οὐσιῶδες εἰς ἐμὲ, διότι
952καὶ ἐνταῦθα βλέπω, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰς εἰρημένας διατά-
953ξεις, ὅτι ἔχομεν ἀκριβῶς ἐκεῖνο, ὅπερ περιλαμβάνεται ἐν τῇ
954Μελέτῃ, ἣν ἀνεκοίνωσεν εἰς ἡμᾶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύ-
955λου· εἶναι δὲ οὐσιῶδες καὶ μετὰ τὴν τροπολογίαν, ἣν ὑπέστη,
956διότι ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διηνεκῶς εὑρίσκεται ἐν
957ἀνταλλαγῇ σκέψεων, ἐν συνενοήσεσιν ἔν τε τῷ ἐσωτερικῷ
958καὶ τῷ ἐξωτερικῷ περὶ τῶν ἀναγομένων εἰς τὰ τοῦ Γενικοῦ
959Ἐπιτελείου, καὶ ὅτι μάλιστα αἱ σκέψεις αὗται ἐγένοντο γνω-
960σταὶ ἐν καιρῷ ἐν Ἀθήναις, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μεταβιβά-
961ζωνται ἔξω καὶ ἔρχωνται ἐκεῖθεν, ἵνα φωτίζωσιν ἡμᾶς.
962Ὁ πρῶτος πίναξ, ὁ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀτροποποιήτου,
963εἶχεν ὑποστράτηγον ἢ συνταγματάρχην ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτε-
964λείου, εἶχε δὲ κατωτέρω ἀντισυνταγματάρχην. Ἐν δὲ τῇ
965δευτέρᾳ ἀγορεύσει αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν,
966ὅτε ὑπέβαλε καὶ τὴν τροπολογίαν, ἐξήγησε διὰ τρόπου, ὅσ-
967τις δὲν ὑπῆρξε πολὺ καταληπτὸς, τὸν λόγον, δι’ ὃν διέγραψε
968τὴν λέξιν «ὑποστράτηγος ἢ συνταγματάρχης», καὶ ὑποκα-
969τέστησεν «ἀλλοδαπὸς ἀξιωματικὸς ἀρχηγὸς Ἐπιτελείου».
970Καὶ ἐνταῦθα ἐνθυμοῦμαι τὴν διακοπὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ
971Οἰτύλου, ὅστις μοὶ παρέστησε πρὸ μικροῦ, ὅτι δὲν ἔρχεται
972ξένος ἀνώτατος ἀξιωματικός. Τί ἔβλαπτεν, ἐρωτῶ τὸν κ.
973Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ φράσις «ὑποστράτηγος ἢ
974συνταγματάρχης ἀρχηγὸς Ἐπιτελείου»; καὶ διατὶ νὰ ση-
975μειωθῇ ἀντ’ αὐτῆς «ἀλλοδαπὸς ἀξιωματικὸς Ἐπιτελείου»;
976Ὁ ἀλλοδαπὸς ἀξιωματικὸς, ἵνα διορισθῇ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπι-
977τελείου, γίνεται Ἕλλην πολίτης, — εἶναι ἀληθὲς, ἐπὶ προθε-
978σμίᾳ 5 ἐτῶν, καὶ δίδομεν ἡμεῖς πρῶτοι τὸ παράδειγμα εἰς
979ὅλον τὸν κόσμον τοιαύτης πολιτογραφήσεως ἐπὶ προθεσμίᾳ. —
980Τί ἔβλαπτε νὰ μείνῃ ἡ διάταξις ὡς εἶχεν, ἀφοῦ ὁ ἀλλοδα-
981πὸς ἐγίνετο Ἕλλην πολίτης;
982Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπήντησε τότε εἰς τὴν ἐρώτησίν μου,
983ἀλλ’ οὐδὲν ἐνόησα. Καὶ ἰδοὺ ἔρχεται ὁ πίναξ, ὅστις ἀναφέ-
984ρει ἀλλοδαπὸν ἀξιωματικὸν, ἀρχηγὸν Ἐπιτελείου. Θὰ
985ἦναι ἀντισυνταγματάρχης; ταγματάρχης; λοχαγός; Δὲν
986πιστεύω, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ καταβῶμεν καὶ κατωτέρω.
987Ποία ἡ ἀνάγκη, ἠρώτων ἐμαυτὸν, εἰδικῆς μνείας, ὅτι παρὰ
988τῷ Γενικῷ Διοικητῇ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου ὁ ἀλλοδα-
989πὸς προσκολλᾶται; Καὶ δὲν εὕρισκον τὴν λύσιν, ὅτε αἴφνης
990ὑπέπεσεν εἰς τοὺς ὀφθαλμούς μου ἀνταπόκρισις ἐξ Ἀθηνῶν
991τῆς «Γενικῆς Ἐφημερίδος» τοῦ Μονάχου, μεταπεφρασμένη ἐν
992τῇ «Ἡμέρᾳ», τῇ Τεργεσταίᾳ, τῆς 4)17 Μαρτίου 1900. Ὁ
993ἐν Ἀθήναις ἀνταποκριτὴς τῆς ἐφημερίδος ταύτης ἐπέστειλεν,
994ὅτι, «καίτοι ἡ πρόσκλησις ξένου στρατιωτικοῦ διοργανωτοῦ
995ἀπεφασίσθη πρὸ πολλοῦ, δὲν ὡρίσθη ἐν τούτοις εἰσέτι σα-
996φῶς μετὰ ποίας στρατιωτικῆς ἀρχῆς θὰ κληθῇ νὰ συν-
997εργασθῇ ὁ στρατιωτικὸς διοργανωτής».
998Ὁ νόμος ὁ πέρυσι ψηφισθεὶς ἦτο γνωστὸς εἰς αὐτὸν, καὶ
999ἐγνώριζεν ἔτι πιθανῶς, ὅτι θέλει τροποποιηθῆ τὸ νομοσχέ-
1000διον ἐν ταῖς γενικαῖς γραμμαῖς· κρίνει ἐν τούτοις, ὅτι δὲν
1001ἦτο ὡρισμένον μετὰ ποίας ἀρχῆς ἤθελε κληθῆ νὰ συνεργα-
1002σθῇ ὁ ξένος ἀξιωματικός. Ἐδῶ βλέπετε τὴν δυσπιστίαν τοῦ
1003ἀλλοδαποῦ ἀξιωματικοῦ:— «Μὴ τυχὸν θέλετε νὰ ἔλθω εἰς
1004συνάφειαν μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν; Δὲν ἔρ-
1005χομαι».—«Τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου, ἐξακολουθεῖ ὁ
1006ἀνταποκριτὴς, δὲν δίδει τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, ἔστω καὶ
1007ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο γείνῃ νόμος, δι’ ὅπερ ἀμφιβάλλω».—
1008Βλέπετε, εἶχεν ἀμφιβολίας.—«Ἡ δρᾶσις τοῦ ξένου διοργα-
1009νωτοῦ θὰ προσκρούῃ συνεχῶς ἐνώπιον ζητημάτων ἁρμοδιό-
1010τητος»—Βεβαίως, διότι πλάττεται Γενικὸν Ἐπιτελεῖον τοῦ
1011στρατοῦ αὐτοτελὲς, ὑπὸ ξένον ἀξιωματικὸν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε
1012ἐξαρτώμενον ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν· ἀλλὰ
1013τὸ δυαδικὸν σύστημα φέρει εἰς σύγκρουσιν, ὅπως συνέβη καὶ
1014ἀλλαχοῦ, πλὴν ἀλλαχοῦ, ὅπου ὑπῆρχε νοῦς καὶ φιλελεύθερον
1015πνεῦμα, τὰ πράγματα εὗρον διέξοδον.—«Τὸ κατ’ ἐμὲ, φρονῶ»,
1016ἐπιλέγει ὁ ἀνταποκριτὴς, «ὅτι ἀντὶ στρατηγοῦ ἁπλοῦς συν-
1017ταγματάρχης θὰ ἦτο καταλληλότερος». Καὶ ἐγὼ λέγω,
1018ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἦλθεν εἰς ὁμιλίας
1019μετὰ τοῦ ἀνταποκριτοῦ τῆς ἐφημερίδος, καὶ πεισθεὶς ὅτι
1020ἀπῃτεῖτο πολλὴ προσοχὴ, εἶπε: «διατὶ νὰ εἴπω ὑποστρά-
1021τηγος ἢ καὶ συνταγματάρχης; ἂς γράψω ἁπλῶς ἀλλο-
1022δαπὸς ἀξιωματικός· δυνάμεθα ἐν ἀνάγκῃ νὰ καταφύγω-
1023μεν καὶ εἰς ταγματάρχην. Θὰ λάβωμεν, ὅ,τι δώσωσιν εἰς
1024ἡμᾶς».
1025§49Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
1026κῶν κλπ.). Δὲν ὠνειρεύετο ὁ ἀνταποκριτὴς ὅτι ἤθελε γείνῃ
1027ἀντικείμενον ἐξετάσεως ἐν τῇ Βουλῇ. Τίς οἶδεν εἰς ποῖον ζυ-
1028θοπωλεῖον τὰ ἔγραφε.
1029§50ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐσπουδάσατε ἐν Γερμανίᾳ, καὶ
1030γνωρίζετε βεβαίως, ὅτι ἡ «Γενικὴ Ἐφημερὶς» τοῦ Μονάχου
1031δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἵτινες ἐκλέγουσι τοὺς ἀνταποκριτὰς
1032αὑτῶν ἐκ τῶν ζυθοπωλείων. Εὐτυχῆ τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, ἅτινα
1033ἔχουσι δημοσιογραφίαν, οἵα ἡ γερμανικὴ καὶ ἡ ἀγγλικὴ, αἵ-
1034τινες δὲν ἐκλέγουσι τοὺς ἀνταποκριτὰς αὑτῶν ὅπου τύχῃ.
1035Τοιοῦτο τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχετε πρὸ ὀφθαλμῶν.
1036Παρακαλῶ δὲ νῦν νὰ μοὶ παράσχητε τὴν ὑμετέραν ὑπομονὴν,
1037ἵνα ἐφαρμόσωμεν τὰς διατάξεις αὐτοῦ, ἀνατρέχοντες εἰς κεί-
1038μενα ὑφιστάμενα, καὶ ἴδωμεν ποία ἡ ἔκτασις τῶν ἀποτελε-
1039σμάτων τῶν διατάξεων αὐτοῦ.
1040Τὸ ἄρθρον 6—καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τούτου, ἵνα μεταβῶ ἔπειτα
1041εἰς τὸ 2,— λέγει ὅτι «τὸ Ἐπιτελεῖον τῆς Γεν. Διοικήσεως
1042τοῦ στρατοῦ διεξάγει καὶ τὰς νῦν διεξαγομένας ὑπηρεσίας
1043ὑπὸ τῆς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν Ἐπιτελικῆς
1044Ὑπηρεσίας». Καὶ ἔπειτα ἐρωτᾷ ἕκαστος: ποῖαι εἶναι αὗ-
1045ται αἱ ὑπηρεσίαι, ἃς προτείνεται οὕτω νὰ παραδώσωμεν εἰς
1046τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου, ὑπὸ τὰς ἀμέσους δια-
1047ταγὰς τοῦ Διαδόχου; Τὸ Β. Διάταγμα τῆς 25 Σεπτεμβρίου
1048τοῦ 1887, τὸ φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη
1049καὶ τὰς ὑπογραφὰς ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου,
1050ἀσκοῦντος τὴν Βασιλικὴν ἐξουσίαν ἕνεκα τῆς ἀπουσίας τοῦ
1051Βασιλέως, τὸ διάταγμα τοῦτο, ἐν ἄρθρῳ 1, ὁρίζει τὰ τῆς
1052διευθύνσεως τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας. Καὶ ἐπιτρεψατέ μοι,
1053Κύριοι, καίτοι εἶναι ὀχληρὸν τοῦτο καὶ εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς ἐμὲ,
1054νὰ ἀναγνώσω τὰ κυριώτερα μέρη αὐτοῦ...
1055§51ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Αὐτὰ ἔπρεπε νὰ ἦναι εἰς τὰς ἐκθέσεις.
1056§52ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως, καὶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ κ.
1057Ὑπουργοῦ. Βλέπετε, ὅτι ὁ Κανονισμὸς ἀπῄτησεν, ὡς ἐτρο-
1058πολογήθη τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ τότε Προέδρου τῆς Βουλῆς
1059καὶ νῦν Βουλευτοῦ Καλαβρύτων, ἠξίωσε, λέγω, νὰ ὑποβάλ-
1060λωνται τὰ νομοσχέδια μετὰ αἰτιολογικῶν ἐκθέσεων, ἀλλὰ
1061δυστυχῶς αἱ ἐκθέσεις αὗται συνίστανται εἰς τρεῖς στίχους,
1062ὑπογραφὴν καὶ χρονολογίαν, τοιαύτη δὲ εἶναι καὶ ἡ ἔκθεσις
1063τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, μετὰ τῆς διαφορᾶς, ὅτι καταναλί-
1064σκεται πολὺς χάρτης, ὅπως ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ ἀρχηγία συμ-
1065φέρει νὰ μένῃ ὅπου προτείνεται.
1066Τὰ κυριώτερα μέρη τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 25 Σεπτεμ-
1067βρίου 1887 ἔχουσιν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
1068«Ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας ἔχει τὴν ἄμε-
1069σον διεύθυνσιν τῶν ἀποτελούντων ταύτην δύο τμημάτων, δια-
1070νέμει εἰς ταῦτα τὴν ὑπηρεσίαν, ἣν περατουμένην συγκεντροῖ
1071καὶ ὑποβάλλει εἰς τὸν Ὑπουργὸν»,—νῦν εἰς τὸν Γεν. Ἀρχη-
1072γὸν,—«προσυπογράφων τὰ ὑποβαλλόμενα σχέδια διαταγῶν
1073ἢ ἐγγράφων.
1074«Ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας ἐνεργεῖ ἀπ’ εὐ-
1075θείας μὲν πᾶσαν ὑπόθεσιν ἐκ τῶν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν
1076ὑπ’ αὐτὸν τμημάτων ἀναγομένων, ἐὰν κρίνῃ τοῦτο ἀναγκαῖον,
1077ἰδίᾳ δὲ τὰς ἑπομένας:
1078«1) Τὴν τοποθέτησιν τῶν σωμάτων τοῦ στρατοῦ
1079καὶ τῶν ἀποσπασμάτων αὐτῶν»... Παρακαλῶ, λάβετε
1080πέλεκυν καὶ ἀποκόπτετε ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιω-
1081τικῶν. Σημειώνετε δὲ μόνον ἐκεῖνα, ἅτινα ἀμέσως ἐκ πρώ-
1082της ἀναγνώσεως ὑμεῖς κρίνετε μεγίστης σπουδαιότητος.
1083«2) Τὴν μελέτην περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐνεργοῦ στρα-
1084τοῦ, τῆς ἐφεδρείας αὐτοῦ, τῆς ἐθνοφρουρᾶς κλπ. καὶ τὴν ἐκ-
1085τέλεσιν τῶν περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νόμων. 3) Τὴν
1086μελέτην τῶν ὀργανισμῶν τῶν ξένων Κρατῶν. 4) Τὰ σχέδια
1087ἐπιστρατεύσεως. 5) Τὰς βάσεις τῆς προπαρασκευῆς τοῦ πο-
1088λέμου (σχέδιον ἀμύνης, σχέδιον ἐπιθέσεως). 6) Τὸν κανο-
1089νισμὸν τῆς στολῆς καὶ τῆς ἐξαρτύσεως...» Σημειώσατε, παρα-
1090καλῶ, τὰ τοῦ κανονισμοῦ τῆς στολῆς καὶ τῆς ἐξαρτύσεως. Δὲν
1091εἶμαι στρατιωτικὸς, ἀλλὰ βεβαίως εἶναι ταῦτα ζητήματα,
1092ἅτινα ἀπαιτοῦσι πολλὴν τὴν προσοχὴν, διαφεύγουσι δὲ ἀπὸ
1093τῶν χειρῶν τοῦ Ὑπουργοῦ.
1094«7) Τὰς βάσεις τῆς γενικῆς τοῦ στρατοῦ, θεωρητικῆς καὶ
1095πρακτικῆς, ἐκπαιδεύσεως. 8) Τὴν μελέτην πρὸς ἐξασφάλισιν
1096τῶν πρὸς συντήρησιν τοῦ στρατοῦ ἐν πολέμῳ πόρων. 9) Τὰς
1097μεγάλας ἀσκήσεις. 10) Τὴν ἀποστολὴν ἀξιωματικῶν
1098πρὸς μελέτην ἀντικειμένων ἀναγομένων εἰς τὴν Ἐπιτελι-
1099κὴν Ὑπηρεσίαν, ἢ πρὸς παράστασιν εἰς τὰς ἀσκήσεις ξένων
1100στρατῶν...» Ἀποκόψατε καὶ τὰς μεγάλας ἀσκήσεις καὶ
1101τὴν παράστασιν τῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὰς ἀσκήσεις τῶν ξέ-
1102νων στρατῶν, εἰς ξένα γυμνάσια. Ἀλλ’ ἐνταῦθα θὰ ὑποβληθῇ
1103βεβαίως πρότασις περὶ ἐκδόσεως βασιλικοῦ διατάγματος.
1104«11) Τὴν ἔκδοσιν ἀδειῶν περὶ δημοσιεύσεως στρατιωτικῶν
1105συγγραμμάτων, περιοδικῶν κλπ. 12) Τὴν μελέτην τῶν ἐκ-
1106θέσεων τῶν τε ἐπιθεωρητῶν καὶ ἀρχηγῶν στρατοῦ, τῶν
1107ἀφορωσῶν εἰς τὴν γενικὴν τοῦ στρατοῦ κατάστασιν. 13)
1108Τὴν τήρησιν ἐμπιστευτικοῦ πρωτοκόλλου ἐγγράφων, ἀφο-
1109ρώντων εἰς ἐξωτερικὰς ὑποθέσεις, καὶ τὴν τοῦ κρυπτογραφι-
1110κοῦ λεξικοῦ...» Ἀφαιρεῖται καὶ τὸ μέρος τῶν ἐμπιστευτικῶν
1111ἀνακοινώσεων, τῶν ἔξωθεν γινομένων ἢ διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
1112Ἐξωτερικῶν ἢ καὶ δι’ ἄλλης ὁδοῦ, εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν
1113Στρατιωτικῶν, ἀφαιρεῖται ἀπ’ αὐτοῦ καὶ παραδίδεται εἰς
1114τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, τὸν
1115ἐπὶ πενταετίαν πολίτην Ἕλληνα.
1116«14) Τὰς ἑρμηνείας ἐπὶ τῶν κανονισμῶν τῶν μεγάλων
1117ἀσκήσεων καὶ ἐν γένει κλπ. 15) Τὸ σχολεῖον τῆς ἱππευ-
1118τικῆς καὶ τὸ σχολεῖον τῆς βολῆς τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπα-
1119ξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ. 16) Τὴν ἵδρυσιν καὶ ἐπιτήρησιν
1120τῶν μέσων πρὸς πρακτικὴν τοῦ σώματος τῶν ἀξιωματικῶν
1121ἐκπαίδευσιν, οἷον αἰθουσῶν ὁπλομαχητικῆς, ἱπποδρομιῶν, λε-
1122σχῶν καὶ τῶν τοιούτων...
1123«Τμῆμα στατιστικῆς, στρατιωτικῶν πληροφοριῶν
1124καὶ τοπογραφίας...» Καὶ ἕπεται σειρὰ διατάξεων, καθορί-
1125ζουσα τὴν ἐν τῷ τμήματι τούτῳ δικαιοδοσίαν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ
1126Ἐπιτελείου. Ἐν τοῖς 14 καὶ 15 ἐδαφίοις τοῦ μέρους τού-
1127του τοῦ ἄρθρου 1 ἔχετε καὶ τοῦτο τὸ κωμικώτατον, ὅτι «ἡ
1128διαχείρησις τῆς Βιβλιοθήκης τοῦ Ὑπουργείου, τῶν χαρτῶν
1129καὶ τῶν σχεδίων» παραδίδεται εἰς τὸν Γενικὸν Ἀρχηγόν.
1130Καὶ εἶχε δίκαιον ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, λέγων προχθές,
1131ὅτι οἱ τοῖχοι θέλουσι μείνει μόνοι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
1132Στρατιωτικῶν.
1133«Τμῆμα στρατολογίας καὶ ἐπιστρατεύσεως». Παρα-
1134τηρήσατε ὅτι περὶ στρατολογίας γίνεται λόγος εἰς τὸ δεύτερον
1135ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐξαιροῦνται ἐκεῖ καὶ δὲν παρα-
1136δίδονται εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ τὰ στρα-
1137τολογικὰ γραφεῖα. Ἔχετε ἄρα τοῦτο τὸ παράδοξον, ὅτι
1138μέρος τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ τμήματος τούτου ἀφαιρεῖται, τὸ
1139δὲ ὑπόλοιπον μένει ἐν τῇ Ἐπιτελικῇ Ὑπηρεσίᾳ...
1140§53Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
1141κῶν). Λάθος.
1142§54ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχω καὶ ἄλλα πολλὰ νὰ παρατηρήσω,
1143διότι ὅτε ἀπεχωρίσατε τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα...
1144§55Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι λάθος, καὶ θὰ
1145διορθωθῇ. Μὴ χάνετε καιρόν.
1146§56ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν χάνεται καιρός, ὅταν πρόκειται νὰ
1147διορθώσωμεν (ἀναγινώσκει):
1148«1) Ἡ ἐφαρμογὴ τῶν περὶ στρατολογίας νόμων. 2) Αἱ
1149κατατάξεις, ἀνακατατάξεις, ἀφέσεις καὶ ἀπολύσεις τῶν ὁπλι-
1150τῶν τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς χωροφυλακῆς (ἡ χωροφυλακὴ ἐξαι-
1151ρεῖται). 3) Αἱ τοποθετήσεις, μεταθέσεις καὶ χορηγήσεις κα-
1152νονικῶν καὶ ἀναρρωτικῶν ἀδειῶν τοῦ προσωπικοῦ τῶν στρα-
1153τολογικῶν γραφείων. 4) Ἡ ἐπιστράτευσις καὶ ἡ ἀποστράτευ-
1154σις. 5) Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ περὶ εἰσφορῶν νόμου.» Πάντα
1155σπουδαιότατα.
1156Περὶ δὲ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ εἰσφορᾶς—καὶ
1157ὑπάρχει τοιοῦτος τέλειος—μέλλουσι νὰ ἐξετάσωσιν οἱ με-
1158λετήσαντες βαθύτερον εἰδικῶς τὸ ζήτημα, κατὰ πόσον ἡ ἀνά-
1159μιξις τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ εἰς τὰ τῶν εἰσφορῶν ἄνευ ἀνα-
1160μίξεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ θεω-
1161ρηθῇ ὡς συμφωνοῦσα πρὸς τὸ καθεστώς.
1162Ἀλλὰ τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς εἴδομεν,
1163ἀφαιρεῖ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν πάσας τὰς
1164ὑπηρεσίας, πάντα τὰ στρατιωτικὰ σώματα καὶ καταστή-
1165ματα, ἐκτὸς μόνον τῶν ῥητῶς ἐνταῦθα κατονομαζομένων· καὶ
1166ἔχομεν ἐξῃρημένα τὴν χωροφυλακὴν,—παραλείπω τὸ σχετι-
1167κὸν ἄρθρον τοῦ διατάγματος, τὸ ὁρίζον τὰ τῆς χωροφυλα-
1168κῆς,—δεύτερον τὴν Διεύθυνσιν τοῦ ὑλικοῦ πολέμου. Αὕτη δὲν
1169ἀποτελεῖ τμῆμα, καὶ—ὁμολογῶ ὅτι ἡ ἄγνοιά μου ἔχει σχέσιν
1170πρὸς ἔλλειψιν πείρας καὶ εἰδικότητος περὶ τὰ στρατιωτικά,—
1171δὲν δύναμαι νὰ εὕρω, ποῦ εἶναι τὸ τμῆμα, εἰς ὃ ὑπάγεται τὸ
1172ὑλικὸν πολέμου...
1173§57ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Εἰς τὸ πυροβολικόν.
1174§58ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ θὰ διακρίνωμεν αὐτὸ ἀπὸ τοῦ
1175ἄλλου ὑλικοῦ, τοῦ ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ, ὅπερ ὑπάγεται ποῦ;
1176§59ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Εἰς τὸ τμῆμα τῶν προμηθειῶν.
1177§60ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἰδοὺ, εἰδικὸς πιστοποιεῖ, ὅτι τὸ ὑλικὸν
1178πολέμου ἀνήκει εἰς τὸ τμῆμα τοῦ πυροβολικοῦ, τὸ δὲ
1179ὑλικὸν τοῦ στρατοῦ ὑπάγεται εἰς τὸ τμῆμα τῶν προ-
1180μηθειῶν. Ἐνταῦθα ἔχομεν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ νομοσχε-
1181δίου καὶ τῆς Μελέτης τοῦ Διαδόχου. Ἐκεῖ ὁλόκληρον τὸ
1182τμῆμα τῶν προμηθειῶν ἔμεινεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐνταῦθα δὲ
1183ἐκ τοῦ τμήματος τῶν προμηθειῶν μόνον ἐξαιροῦνται αἱ Γε-
1184νικαὶ Ἀποθῆκαι τοῦ ὑλικοῦ, αἵτινες μένουσιν εἰς τὸν Ὑπουρ-
1185γόν. Διότι, ἂν τὸ νομοσχέδιον ἐνόει, ὅτι τὸ τμῆμα τῶν προ-
1186μηθειῶν μένει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἤθελεν εἴπει τοῦτο, ὡς
1187ἔπραξεν ἡ Μελέτη ἢ τὸ νομοσχέδιον τοῦ Διαδόχου. Λοιπὸν
1188πάντα τὰ ἄλλα μέρη τῆς ὑπηρεσίας τοῦ τμήματος τῶν προ-
1189μηθειῶν, ἀποχωριζόμενα ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου, μεταγγίζονται
1190εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Γενικοῦ Ἀρχηγοῦ. Ὑπολείπονται δὲ τῷ
1191Ὑπουργῷ αἱ Γενικαὶ Ἀποθῆκαι τοῦ ὑλικοῦ.
1192Τὸ αὐτὸ λεκτέον καὶ περὶ τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολέμου.
1193Πᾶν ὅ,τι σχετίζεται πρὸς τὸ τμῆμα τοῦ πυροβολικοῦ, ἐπειδὴ
1194ἀνάγεται εἰς τὸ σῶμα τοῦ πυροβολικοῦ, μεταβαίνει εἰς χεῖ-
1195ρας τοῦ Γενικοῦ Ἀρχηγοῦ, ἀπομένει δὲ εἰς τὸν Ὑπουργὸν
1196μόνη ἡ Διεύθυνσις τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολέμου, οὐχὶ ἀκέ-
1197ραιον τμῆμα.
1198Ἔχομεν λοιπὸν ἓν ἀκέραιον τῆς χωροφυλακῆς, δεύ-
1199τερον τὸ τῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης, ἅτινα μένουσιν
1200εἰς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ τρία τμήματα τμημάτων, τὴν Διεύ-
1201θυνσιν τοῦ ὑλικοῦ πολέμου, τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα
1202καὶ τὰς Γενικὰς ἀποθήκας τοῦ στρατοῦ. Ἀντὶ νὰ μένω-
1203σιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὡς ὥριζεν ἡ Μελέτη τοῦ Διαδόχου, τμῆμα
1204οἰκονομικὸν, προμηθειῶν, δικαιοσύνης, ἀσφαλείας, Λογιστή-
1205ριον, μένουσι κατὰ τὸ νομοσχέδιον δύο τμήματα ἀκέραια
1206καὶ τρία τμήματα τμημάτων. Πιστεύω ὅτι ταῦτα οὕτως ἐμε-
1207λετήθησαν, καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλο σφάλμα, ἐκτὸς τοῦ ἀποκα-
1208λυφθέντος πρὸ μικροῦ. Μόνα τὰ περὶ στρατολογικοῦ γρα-
1209φείου φαίνεται ὅτι ἐγράφησαν οὕτω κατὰ λάθος.
1210«Τμῆμα προσωπικοῦ». Ἔρχεται τοῦτο ἀμέσως μετὰ
1211τὸ τμῆμα τῆς στρατολογίας. Εἰς αὐτὸ ὑπάγονται τὰ ἀφο-
1212ρῶντα εἰς τὰ ἑξῆς:
1213«1) Τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου (τὸ γρα-
1214φεῖον τοῦ Ὑπουργοῦ). 2) Τὰς τοποθετήσεις, μεταθέσεις, χο-
1215ρηγήσεις κανονικῶν καὶ ἀναρρωτικῶν ἀδειῶν τοῦ προσωπι-
1216κοῦ τοῦ Ὑπουργείου, τῶν Ἀρχηγείων στρατοῦ, τῶν Φρου-
1217ραρχείων καὶ τῶν στρατιωτικῶν ἱερέων»... Τοῦτο φεύγει
1218ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι ἀφοῦ παραδίδεται τὸ
1219σύνολον τῆς καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν εἰς χεῖρας τοῦ
1220Γενικοῦ Διοικητοῦ, δὲν ἐπιτρέπεται τῷ Ὑπουργῷ νὰ ἐξαι-
1221ρέσῃ, οὔτε ἐξαιρεῖ τὸ νομοσχέδιον τοὺς ὑπὸ τὴν ἄμεσον αὐτοῦ
1222διεύθυνσιν. Πάντα ταῦτα μεταβαίνουσι σὺν τῇ ἀφαιρέσει τοῦ
1223προσωπικοῦ εἰς χεῖρας τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ.
1224«3) Τὰς ἀδείας τῶν ἐν διαθεσιμότητι καὶ ἐν ἀργίᾳ ἀξιω-
1225ματικῶν. 4) Τὰς γενικὰς ἐπιθεωρήσεις. 5) Τὴν τάξιν, τὴν
1226πειθαρχίαν κλπ. 6) Τὴν ἑρμηνείαν τῶν διαφόρων κανονισμῶν
1227κλπ. 7) Τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ καταρτισμοῦ στε-
1228λέχους κλπ. 8) Τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων περὶ καταστά-
1229σεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, τὴν παραίτησιν, στέ-
1230ρησιν ἢ ἔκπτωσιν τοῦ βαθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ τὴν
1231μεταβολὴν τῆς καταστάσεως τούτων. 9) Τὴν ἐφαρμογὴν τῶν
1232περὶ συντάξεων τοῦ στρατοῦ νόμων, τὰς μεταθέσεις καὶ ἀπο-
1233στρατείας τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν καὶ τὴν εἰς τού-
1234τους καὶ τὰς οἰκογενείας αὐτῶν ἀπονομὴν συντάξεως. 10)
1235Τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων περὶ διορισμοῦ εἰς ὑπηρεσίαν τῶν
1236ἀποστράτων ἀξιωματικῶν. 11) Τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων
1237περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τὰς αἰτήσεις περὶ
1238διορθώσεως τῶν μητρώων κλπ. 12) Τὴν ἐφαρμογὴν τῶν
1239νόμων περὶ προβιβασμοῦ καὶ τοὺς προβιβασμοὺς ἐν γέ-
1240νει τῶν ἀξιωματικῶν κλπ. τῶν διαφόρων ὅπλων καὶ σωμά-
1241των τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς χωροφυλακῆς. 13) Τοὺς διο-
1242ρισμοὺς, τοὺς προβιβασμοὺς καὶ τὰς παύσεις τῶν στρατιωτι-
1243κῶν ἱερέων καὶ τῶν ἰδιωτικῶν γραφέων...» Τοὺς διορισμοὺς
1244ἐὰν δὲν διορθωθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖ, ὅπου ἀναφέρεται εἰς
1245ὑποθέσεις ἀπαιτούσας ἔκδοσιν Βασ. Διατάγματος, ἐπειδὴ
1246μόνον εἰς τὰ τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας ἀνάγεται ἡ διάτα-
1247ξις, πιθανὸν νὰ μᾶς εἴπητε, ὅτι τὰ τῶν διορισμῶν τῶν ἄλλων
1248ἐν τῷ στρατῷ θὰ ἐκτελῶνται ἄλλως ἢ διὰ Βασ. Διατάγ-
1249ματος.
1250«14) Τὰς κατατάξεις ἐν τῷ στρατῷ μὲ τοὺς βαθμοὺς
1251ἀξιωματικοῦ καὶ ὑπαξιωματικοῦ. 16) Τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ
1252νόμου περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων. 17) Τὴν ἐφαρμογὴν τῶν
1253περὶ τῆς φάλαγγος ἐν γένει νόμων, τὰς προικοδοτήσεις καὶ
1254τοὺς προβιβασμοὺς τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ἐνεργοῦ φάλαγγος
1255κλπ.» Διότι πάντοτε περὶ τὸ τέλος πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τὸ
1256κωμικόν.
1257«18) Τὴν ἐφαρμογὴν τῶν περὶ δημαιρεσιῶν καὶ περὶ ἐκλο-
1258γῆς Βουλευτῶν νόμων καὶ τὴν χορήγησιν συνταγματικῆς
1259ἀδείας εἰς τοὺς ἀξιωματικούς.»
1260Καὶ ταῦτα, βλέπετε, ἐγχειρίζονται εἰς τὸν Γεν. Διοικητὴν
1261τοῦ στρατοῦ.
1262Παρατηρήσατε πόσον κόπον κατέβαλον, ἵνα παρουσιάσω-
1263σιν εἰς ἡμᾶς, μετὰ μελέτην, τὴν τροπολογίαν, πόσον μετὰ
1264δευτέραν μελέτην κατέστησαν σοφώτεροι.
1265«24) Τὰς αἰτήσεις θεραπείας κλπ. 27) Τὰ περὶ ἀρχαίων
1266ἀπαιτήσεων. 28) Τὰ περὶ κληρονομικῶν δικαιωμάτων τῶν
1267ὁπλιτῶν.»
1268§61Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλη ἡ γραφειοκρατία τοῦ
1269Ὑπουργείου μεταβαίνει εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητήν, μένουν
1270εἰς τὸ Ὑπουργεῖον 5 τοῖχοι.
1271§62ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐνταῦθα, εἰς τὴν πρότασιν τοῦ ἐκ Γόρ-
1272τυνος Βουλευτοῦ, ὅπως ἐνοικιασθῇ ἄλλο κατάστημα Ὑπουρ-
1273γείου καὶ δοθῇ ὁ τίτλος τοῦ θαλαμοφύλακος εἰς τὸν Ὑπουρ-
1274γὸν, ἐγὼ θέλω προσθέσει καὶ τὸν τίτλον φύλακος γυναικωνί-
1275τιδος, ἀνδρὸς ἔχοντος θέσιν ἀμεριμνομερίμνης.
1276Νῦν δὲ γίνομαι συντομώτερος, διότι καὶ τὰ πράγματα
1277ἐνταῦθα ἁπλούστερα καὶ σαφέστερα.
1278Τμῆμα Πεζικοῦ, ὁλόκληρον μεταβαίνει εἰς χεῖρας τοῦ
1279Γενικοῦ Διοικητοῦ.
1280Τμῆμα Πυροβολικοῦ, ἐπίσης, πλὴν τῆς Διευθύνσεως τοῦ
1281ὑλικοῦ πολέμου.
1282Τμῆμα Μηχανικοῦ, ὅλον.
1283Δημοσία ἀσφάλεια καὶ δικαιοσύνη, ὡς εἴπομεν,
1284παραμένουσιν εἰς τὸν Ὑπουργόν.
1285Τμῆμα Ὑγειονομικὸν, εἰς τὸν Ἀρχηγόν.
1286Τμῆμα Οἰκονομικὸν, φεύγει καὶ τοῦτο κατὰ μέγα
1287μέρος ἐκ τῶν χειρῶν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀντιθέτως πρὸς τὰ ἐν
1288τῇ Μελέτῃ τοῦ Διαδόχου.
1289Τμῆμα προμηθειῶν, ἐκτὸς τῶν Γενικῶν Ἀποθηκῶν,
1290φεύγει καὶ αὐτό.
1291Ἐρχόμεθα εἰς τὸ Λογιστήριον, ὅπερ δὲν κρίνεται ἄξιον
1292μνείας. Ἀφοῦ δὲν ἐξαιρεῖται ἐν τῇ τροπολογίᾳ, καὶ τοῦτο
1293ἀναχωρεῖ.
1294Ἐν τοῖς διαφόροις ἐδαφίοις τῶν κεφαλαίων τούτων, τῶν
1295ἀναγομένων εἰς τὰ διάφορα τμήματα, θέλετε εὕρει, ὅτι εἰς
1296ἐκεῖνα τὰ τμήματα, ἅτινα ἐξαιροῦνται καὶ μένουσιν εἰς τὰς
1297χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ, πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὸ προσωπικὸν
1298τῆς καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ τοῦτο, ἐκφεῦγον ἐκ
1299τοῦ Ὑπουργοῦ, μεταβαίνει εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητήν. Εὐτυ-
1300χῶς οὕτως ἔχομεν τοῦτο τὸ κέρδος, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς οἱ ὑπάλ-
1301ληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δὲν θέλουσι μένει
1302ἔξω ἐπιθεωρήσεως, ὅταν ἔρχηται ἡ ὥρα τῶν προβιβασμῶν.
1303Διότι δὲν πιστεύω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ πλέον
1304εἰς αὐτοὺς ἡ διάταξις τοῦ νόμου, καθ’ ἣν προβιβάζονται ἄνευ
1305ἀναγραφῆς εἰς τὸν πίνακα, διότι ἡ ἐπιθεώρησις εἶναι νῦν εἰς
1306χεῖρας τοῦ Γεν. Διοικητοῦ, ὑφ’ ὃν ταχθέντες θὰ ὑφίστανται
1307καὶ αὐτοὶ ἰδιαιτέραν ἐπιθεώρησιν, καὶ θὰ ἔχωμεν τοῦτο τὸ
1308ἀγαθὸν, ὅτι καὶ οὗτοι πάντοτε τεθεωρημένοι θέλουσι προά-
1309γεσθαι εἰς ἀνωτέρους βαθμούς. Ἀλλὰ δὲν γινώσκω, ἂν θὰ
1310ὑποβάλλωνται εἰς ἐπιθεώρησιν καὶ οἱ ὑπασπισταί.
1311Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν εἰς τοῦτο καὶ
1312πάλιν, διότι εἶναι οὐσιωδέστατον, ὡς θέλετε ἴδει ἐκ τῶν
1313μετ’ ὀλίγον λεχθησομένων. Ἀφαιρεῖται τὸ Λογιστήριον ἐκ
1314τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ Λογιστήριον, ὅπερ
1315ἔδωκε τόσας ἀνησυχίας τελευταῖον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν
1316Οἰκονομικῶν, τὸ Λογιστήριον, οὗτινος αἱ πράξεις ἔφερον εἰς
1317τοιαύτην στενοχωρίαν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὥστε
1318πρῶτον μὲν νὰ θελήσῃ νὰ ἐξοβελίσῃ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τὸν
1319συνάδελφον αὐτοῦ Βουλευτὴν ἐξ Οἰτύλου, ἔπειτα δὲ, ἐν τῇ
1320μεγάλῃ αὐτοῦ πεποιθήσει, ὅτι τὰ τοῦ λογιστικοῦ τοῦ στρα-
1321τοῦ βαίνουσι κακῶς καὶ φέρουσιν εἰς ἐλλείμματα, νὰ σκε-
1322φθῇ, ὅτι πρέπει νὰ εἰσαγάγῃ εἰδικὸν νόμον, ἄλλως κανονί-
1323ζοντα τὰ τῆς λειτουργίας αὐτοῦ. Τοῦτο τὸ Λογιστήριον παν-
1324τελῶς ἐξέρχεται ἐκ τῶν χειρῶν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιω-
1325τικῶν, καὶ παραδίδεται εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ
1326Στρατοῦ.
1327Θέτω πάλιν, Κύριοι, τὸ ἐρώτημα: Τί μένει εἰς τὸν κυ-
1328βερνήτην, εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν; ποῖα τὰ δι-
1329καιώματα, ἅτινα οὗτος διατηρεῖ, ἅτινα περισωζόμενα παρ’ αὐ-
1330τῷ γεννῶσι τὰς εὐθύνας τοῦ κυβερνήτου, περὶ ὧν τὸ Σύν-
1331ταγμα μεριμνᾷ, πάντα, ὑπ’ εὐθύνην, πάντα νὰ ἔχῃ συγκεν-
1332τρωμένα εἰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ;
1333Ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπῄτησε τὸ
1334Σύνταγμα, νὰ διαχειρίζηται τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτι-
1335κῶν. Εἰς αὐτὸν ἀνήκουσι πάντα τὰ δικαιώματα, καὶ δὲν
1336ἐπιτρέπεται νὰ διαχειρίζηταί τινα αὐτῶν ἀντ’ αὐτοῦ ἄλλος,
1337ἂν δὲν ἦναι ἐξησφαλισμένη ἡ εὐθύνη αὐτοῦ πρὸς τὸν Ὑπουρ-
1338γὸν, καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ ἀκεραία ἡ εὐθύνη πρὸς τὴν Βουλήν,
1339καὶ δι’ αὐτοῦ ἡ εὐθύνη τοῦ Γενικοῦ Ἀρχηγοῦ πρὸς τὴν Βου-
1340λήν. Ὅτι τοιαύτη εἶναι, κατὰ Σύνταγμα, ἡ ὀρθὴ ἀντίληψις
1341τῶν πραγμάτων, δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὸν οὐδεμιᾶς ἀμφισβη-
1342τήσεως.
1343Κύριοι, καὶ ἐκ πεποιθήσεως φρονῶ, ὅτι ἡ μονιμότης τῆς
1344διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἶναι ἀγαθὸν, καὶ ἐκ πεποιθήσεως
1345ἤθελον ψηφίσει νομοσχέδιον, ὅπερ ἤθελον εἰσαχθῇ εἰς τὴν
1346Βουλήν, προτεῖνον διοικητὴν μόνιμον καὶ ἑνιαίαν διοίκησιν
1347ἐν τῷ στρατῷ. Ἤθελον ψηφίσει προθύμως νομοσχέδιον, ὅπερ
1348ἤθελε μεταγάγει μέγα μέρος τῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ
1349εἰς χεῖρας ἄλλας, αἵτινες ἤθελον προΐστασθαι ἱδρύματος ὑπο-
1350τεταγμένου, ὑπευθύνου ἀμέσως πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, ἀλλ’ ἔ-
1351χοντος εἰδικήν τινα ἀνεξαρτησίαν, καὶ ἐκ τῆς ἀνεξαρτησίας
1352ταύτης κεκτημένου μονιμότητα.
1353Ἡ μονιμότης εἶναι χρήσιμος ἐν ταῖς κοινοβουλευτικαῖς
1354χώραις εἰς τὴν πειθαρχίαν, εἶναι χρήσιμος εἰς τὴν ἐκπαί-
1355δευσιν τοῦ στρατοῦ, εἶναι χρήσιμος εἰς τὴν ἑνιαίαν παρα-
1356σκευὴν ἐν εἰρήνῃ τοῦ στρατοῦ. Διότι ὁ μόνιμος διοικητὴς
1357εἶναι ἔξω τῶν ἐπιδράσεων καὶ τῶν πολιτικῶν καὶ τῶν
1358Αὐλικῶν καὶ πάσης ἄλλης τοιαύτης, διότι εἶναι ἀνεπηρέα-
1359στος ἀπὸ τῶν συχνῶν πολιτικῶν μεταβολῶν, οὕτω δὲ κα-
1360τορθοῦται, καὶ ὁ ὀργανισμὸς νὰ ἔχῃ τι τὸ σταθερὸν καὶ ἡ
1361πειθαρχία σταθερότητα.
1362Ἀλλὰ πρῶτος ὅρος τῆς παραδόσεως εἰς γενικὸν μόνιμον
1363διοικητήν, εἴτε ὀνομάσητε τοῦτον ὑφυπουργὸν στρατιωτικόν,
1364εἴτε ὀνομάσητε τοῦτον ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου, εἴτε γενικὸν
1365ἀρχηγὸν, πρώτιστος ὅρος, ἡ μονιμότης νὰ ἦναι μετακλητὴ,
1366πρώτιστος ὅρος ἐν τῷ αὐτῷ μέτρῳ εἶναι ἡ εὐθύνη νὰ ἦναι
1367τελεία. Δὲν εἶναι δὲ τελεία ἡ εὐθύνη ἐκείνη, ἣν ἐξύμνησαν
1368πρὸς ὑμᾶς, ὅσοι, ὁμιλήσαντες μετὰ ἱεροῦ ζήλου ὑπὲρ τοῦ νομο-
1369σχεδίου τούτου, εἶπον, ὅτι θὰ συναισθάνηται ἠθικὴν εὐθύνην
1370ὁ μέλλων νὰ ἀναλάβῃ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Δὲν εἶναι
1371ἀρκοῦσα ἡ ἠθικὴ εὐθύνη, ὅταν παραδίδητε εἰς τὸν διοικητὴν
1372τοῦ στρατοῦ τὴν κυβέρνησιν ὁλοκλήρων τῶν πραγμάτων
1373τοῦ στρατοῦ· διότι, ἂν ἐξήρκουν αὗται αἱ ἠθικαὶ εὐθῦναι,
1374ποῖα εἶναι τὰ πρόσωπα, ἅτινα ἐκ τοῦ πολιτεύματος ἀρύονται
1375μᾶλλον παντὸς ἄλλου τὴν ἐμπιστοσύνην ἢ οἱ Ὑπουργοί;
1376Ἀλλ’ ἠρκέσθη τὸ Σύνταγμα εἰς τὴν εὐθύνην αὐτῶν τὴν
1377ἠθικήν;
1378Καὶ κατὰ τίνα τρόπον τίθεται εἰς θέσιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν
1379Στρατιωτικῶν, ἵνα ζητήσῃ παρὰ τοῦ Γεν. Διοικητοῦ εὐθύ-
1380νην, ὥστε ἐρχόμενος ἔπειτα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ λέγῃ,
1381«ἐζήτησα ἐγκαίρως, παρήγγειλα ἐγκαίρως, ἔπραξα τὸ καθῆ-
1382κόν μου, δὲν εἶμαι ὑπεύθυνος»; Ἀφοῦ δὲν δύναται ὁ Ὑπουρ-
1383γὸς νὰ ζητήσῃ λόγον παρ’ αὐτοῦ, τίνα λόγον δύναται νὰ
1384δώσῃ πρὸς ὑμᾶς;
1385Εἰς τὰ ἔθνη, ἅτινα συναισθάνονται τὴν ἀξίαν τῆς ὑποστά-
1386σεως τῶν εὐθυνῶν καὶ τοῦ μετακλητοῦ τῶν ἀνωτάτων διοι-
1387κήσεων, οἱ Βουλευταὶ δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ εἰσάγωνται τοι-
1388αῦτα νομοσχέδια ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, οἱ λαοὶ δὲ, οἵτινες δὲν
1389κοιμῶνται, πιέζουσι τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτῶν, ἵνα ἀποβλέ-
1390πωσιν εἰς τὴν ἀλήθειαν, ἀποβλέπωσιν εἰς τὴν ἐλευθερίαν, ἀπο-
1391βλέπωσιν εἰς τοὺς θεσμοὺς, οἵτινες εἶναι ἐμπεπιστευμένοι εἰς
1392τὴν φιλοπατρίαν αὐτῶν, ἀγρυπνοῦσι δὲ καὶ προσέχουσι τοὺς
1393ἀντιπροσώπους αὐτῶν, ὅπως μὴ ψηφίζωσι τοιαῦτα νομοσχέδια.
1394Καὶ τοιοῦτος λαὸς, Κύριοι, εἶναι ὁ Ἀγγλικός. Ἀλλ’ ὁ λαὸς ὁ
1395Ἀγγλικὸς, ἡ Βουλὴ ἡ Ἀγγλικὴ, ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἀγγλικὴ,
1396οἵ τε συντηρητικοὶ οἵ τε φιλελεύθεροι, ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ συν-
1397τηροῦσι τὰ δικαιώματα τῶν κυβερνητῶν, ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ
1398συντηροῦσι τὸ δικαίωμα τοῦ μετακλητοῦ, ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ
1399συντηροῦσι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, διότι συναισθάνονται,
1400ὅτι ἔχουσι καὶ αὐτοὶ καθῆκον ἀληθὲς, νὰ δώσωσιν εὐθύνας ἐνώ-
1401πιον τοῦ ἔθνους.
1402Κύριοι, θέλω λάβει τὸ παράδειγμά μου ἐξ Ἀγγλίας,
1403διότι τῆς Ἀγγλίας τὸ πολίτευμα, ἐφ’ ὅσον προσηρμόζετο
1404εἰς τὰ ἤθη ἡμῶν, ἀντεγράψαμεν, διότι τῆς Ἀγγλίας τὸ πο-
1405λίτευμα ἀντέγραψαν πάντες οἱ λαοὶ, οἱ κοινοβουλευτικῶς κυ-
1406βερνώμενοι, καὶ τῆς Ἀγγλίας τὸ πολίτευμα καὶ τὰ ἤθη τὰ
1407πολιτικὰ ἔχουσι πρὸ ὀφθαλμῶν πάντες οἱ ποθοῦντες νὰ ἴδωσι
1408ποτὲ τὴν χώραν αὐτῶν προσεγγίζουσαν ὡς οἷόν τε περισσό-
1409τερον εἰς τὴν ἁγνοτέραν καὶ τελειοτέραν ἐφαρμογὴν τοῦ
1410πολιτεύματος. Λαμβάνω τὸ παράδειγμα ἐκεῖθεν, διότι καί-
1411τοι ἐξήτασα τὰ ἁπανταχοῦ, ὅσον ἦτο δυνατὸν εἰς ἐμὲ, δὲν
1412εὗρον ἀλλαχοῦ τελειότερον παράδειγμα. Ὅ,τι δὲ θέλω εἴ-
1413πει πρὸς ὑμᾶς, εἶναι ἀντιγραφὴ σχεδὸν ἐκ βιβλίου εἰδικοῦ,
1414πραγματευομένου τὸ θέμα.
1415Μέχρι τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου, — καὶ εἶναι ἀναγκαία ἡ
1416ἱστορία αὕτη, διότι θέλετε κατανοήσει, πῶς βαθμηδὸν ἔφθα-
1417σαν εἰς τὸ σημερινὸν σύστημα ἐν Ἀγγλίᾳ,—πρὸ τοῦ Κρι-
1418μαϊκοῦ πολέμου, τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἦσαν ἐκεῖ
1419λίαν συγκεχυμένα. Ἕξ διάφοροι καὶ ἀπ’ ἀλλήλων ἀνεξάρ-
1420τητοι ἀρχαὶ διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ὑπὸ παράδοξα ὀνόματα.
1421Ἀρκεῖ νὰ μάθητε, ὅτι αἱ δύο τούτων εἶχον τὸ αὐτὸ περίπου
1422ὄνομα, τῇ διαφορᾷ μιᾶς προθέσεως· τὸ ἓν ὠνομάζετο Ὑπουρ-
1423γεῖον διὰ τὸν πόλεμον, τὸ ἄλλο Ὑπουργεῖον ἐπὶ τοῦ πολέ-
1424μου. Ἡ ἐκ τούτου ἀκαταστασία καὶ σύγχυσις ἐπέφερον σπου-
1425δαιοτάτην ζημίαν κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τῆς ἐμπολέμου
1426ἐργασίας ἐν Κριμαίᾳ, καὶ ἀνεγνωρίσθη ἐν Ἀγγλίᾳ, εὐθὺς μετὰ
1427τὸν πόλεμον, πρῶτον μὲν, ὅτι ἔδει νὰ ζητηθῶσιν εὐθῦναι,—
1428ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ, ἡσυχάσατε, αἱ εὐθῦναι δὲν ἐδόθησαν, διότι
1429συνέπεσε καὶ ἐκεῖ τότε νὰ ἦναι παραλελυμένον τὸ ἕτερον
1430τῶν δύο κομμάτων, ἡ δὲ παράλυσις αὐτοῦ εἶχε κατεστραμ-
1431μένην τὴν ἰσορροπίαν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐκ τούτου εἶχε κατα-
1432σταθῆ ὁ ἔλεγχος ἀδύνατος. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο εἶναι
1433ἔξω τοῦ θέματος.—Ἐπελήφθησαν ὅμως ἔπειτα τῆς ἐξετά-
1434σεως τοῦ ζητήματος τῆς ἀναδιοργανώσεως, καὶ ἀμέσως μετὰ
1435τὸν Κριμαϊκὸν πόλεμον ἱδρύθη ἔνθεν μὲν τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ
1436πολέμου, ἀπέναντι δ’ αὐτοῦ ἱδρύθη τὸ Γενικὸν Ἀρχηγεῖον τοῦ
1437στρατοῦ, δύο ἀρχαὶ, ὧν ἡ δευτέρα ἦτο μετὰ αὐτοτελείας τινὸς
1438ὑποτεταγμένη εἰς τὴν πρώτην, οὐχὶ ὑποτεταγμένη καθ’ ὃν
1439τρόπον νομίζει ὅτι ὑποτάσσει ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
1440Στρατιωτικῶν τὴν Γενικὴν Διοίκησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον,
1441διότι δὲν τὴν ὑποτάσσει.
1442Καὶ—ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ εἴπω τοῦτο—ἀπέφυγεν ἐπιμελῶς ὁ
1443κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐκφέρῃ τὴν ἰδέαν
1444τῆς ὑποταγῆς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως εἰς τὸν Ὑπουργόν.
1445Ὅτε πέρυσι προέκειτο περὶ τοῦ ξένου ἀξιωματικοῦ, πλατ-
1446τομένου γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου,
1447τότε ἐκεῖ ἀντέγραψεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς
1448ὤφειλε νὰ πράξῃ, τὴν φράσιν τὴν ἀρχικὴν, τὴν τοῦ διατάγ-
1449ματος τοῦ 1833, καθ’ ἣν πᾶσαι αἱ στρατιωτικαὶ ἀρχαὶ ὑπά-
1450γονται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐφέτος, ὅτε
1451δὲν προέκειτο πλέον περὶ ξένου ἀξιωματικοῦ, ἀλλὰ περὶ τοῦ
1452Διαδόχου καὶ ὑπ’ αὐτὸν τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Ἐπιτελῶν, δὲν
1453ὑπῆρξε δυνατὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν
1454νὰ τολμήσῃ νὰ μεταχειρισθῇ τὴν λέξιν «ὑπάγεται», καὶ
1455ἐφρόντισε νὰ εὕρῃ ἄλλην λέξιν, «προΐσταται», ἀγνοῶ ἐκ
1456ποίου διατάγματος, ὅπερ καὶ ἐμνημόνευσεν, ὅτε προχθὲς
1457ἐγένετο αὐτῷ ἡ ἐρώτησις, δανεισθεὶς αὐτήν.
1458Ἀλλ’ εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲν διστάζουσι νὰ εἴπωσι καὶ
1459πρὸς τὸν Διάδοχον αὐτὸν καὶ πρὸς τοὺς πρίγκηπας καὶ πρὸς
1460οἱονδήποτε ἄλλον ἀκριβῶς αὐτὰ τὰ πράγματα, καὶ ἐκεῖ,
1461ὅπου ἔχουσιν αὐτοὺς ὑποτεταγμένους, νὰ ζητῶσι παρ’ αὐ-
1462τῶν εὐθύνας· ἐκεῖ, καὶ ὅταν οἱ πρίγκηπες πταίσωσι καὶ ὅταν
1463πρόκειται νὰ μαρτυρήσωσιν, ἂς ἦναι καὶ ὁ Διάδοχος πρίγ-
1464κηψ τῆς Οὐαλίας, δὲν μεταβαίνει ὁ δικαστὴς παρὰ τῷ πρίγ-
1465κηπι, ὡς αἱ νομοθεσίαι τῆς Ἠπειρωτικῆς Εὐρώπης ὁρίζου-
1466σιν, ἀλλὰ μεταβαίνει ὁ πρίγκηψ εἰς τὸ δικαστήριον, καὶ ὅτε
1467ἔτι ὀνομάζεται Διάδοχος πρίγκηψ τῆς Οὐαλίας. Καὶ
1468ὅταν, ἐνώπιον τοῦ μόνου δικαστοῦ, τοῦ μὴ συγχέοντος τὰς
1469ἰδίας εὐθύνας ἐν ταῖς ψήφοις δύο, τεσσάρων ἢ πέντε δικα-
1470στῶν, ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ Διάδοχος τοῦ θρόνου τοῦ Ἀγγλικοῦ,
1471—ὁ τοσοῦτον ἀγαπητὸς, ὥστε, ὅτε ἐκινδύνευε ν’ ἀποθάνῃ,
1472ὁλόκληρος ἡ Ἀγγλία ἐδάκρυε καὶ ἀνέπεμπε δεήσεις ὑπὲρ
1473τῆς σωτηρίας αὐτοῦ,— ὅταν ἀποδειχθῇ ὅτι ἐγένετο πταίστης,
1474ὁ δικαστὴς λέγει πρὸς τὸν Διάδοχον: «Ἡ θέσις, ἣν κατέ-
1475χεις, σοὶ ἐπιβάλλει νὰ ἦσαι πολὺ προσεκτικώτερος ἢ ὅσον
1476πάντες οἱ ἄλλοι». Ὁ δὲ Διάδοχος ἐκεῖνος κύπτει τὴν κεφα-
1477λὴν ἐνώπιον τοῦ δικαστοῦ, καὶ ἀναγνωρίζει, ὑπερήφανος διὰ
1478τὴν πατρίδα αὐτοῦ, ὅτι οὐδαμοῦ εὑρίσκονται δικασταὶ ἀνώ-
1479τεροι καὶ ὑψηλοφρονέστεροι τῶν ἐν Ἀγγλίᾳ. Τοιαῦται εἶναι αἱ
1480παραδόσεις, τοιαῦτα εἶναι τὰ ἤθη ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀσφαλίζοντα
1481βεβαίως καὶ μόνα ἐναντίον πολλῶν παρεκτροπῶν, ἀσφαλί-
1482ζοντα τὴν συναίσθησιν τῆς εὐθύνης.
1483Καὶ ὄντως ἡ νομικὴ εὐθύνη ἐκεῖ ἀπαιτεῖται ἀκεραία.
1484Ἀκούσατε. Κατὰ τὸν πρῶτον ὀργανισμὸν, τὸν μετὰ τὸν Κρι-
1485μαϊκὸν πόλεμον, ὁ Ὑπουργὸς ἐμερίζετο μετὰ τοῦ Γενικοῦ
1486Ἀρχηγοῦ τὰ στρατιωτικὰ ἔργα. Αὐτὸς μὲν εἶχεν (ἀναγι-
1487νώσκει) «τὴν ἐπιμέλειαν (administration) καὶ τὴν δι-
1488εύθυνσιν (gouvernement) στρατοῦ καὶ ἐπιμελητείας, μετὰ
1489πάντων τῶν ἀναγομένων εἰς τὸ οἰκονομικὸν, τὴν ἐγκατά-
1490στασιν καὶ συντήρησιν τοῦ στρατοῦ». Ὁ δὲ στρατιωτικὸς
1491ἀρχηγὸς τὴν πειθαρχίαν, τοὺς διορισμοὺς καὶ τὰς προαγω-
1492γὰς. Ἦσαν ἀρχαὶ διακεκριμέναι καὶ ἀπ’ ἀλλήλων ἀνεξάρ-
1493τητοι, ἀλλὰ συχνὰ συμπράττουσαι ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἔργου, κατὰ
1494τὸν λεπτομερῆ τρόπον, τὸν ἀναφερόμενον ἐν τοῖς νόμοις.
1495Ὁ τοιοῦτος ὀργανισμὸς ἔπλαττε δυαδικὸν σύστημα, ὅπερ
1496ἐπέφερε πολλὰς συγκρούσεις, ἀπεδείχθη δὲ ἡ ἀχρηστία αὐ-
1497τοῦ, καὶ ἠναγκάσθησαν οἱ Ἄγγλοι νὰ σκεφθῶσι περὶ νέου
1498ὀργανισμοῦ. Καὶ ἐν ἔτει 1878 ἔχομεν τὸν δεύτερον τοῦτον
1499ὀργανισμόν. Δι’ αὐτοῦ ἀναδιωργανοῦτο ὁ στρατὸς, καὶ διω-
1500ρίζετο ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Ὑπουρ-
1501γοῦ, ἀλλ’ οὐχὶ ὡς ἁπλοῦς ἀρχηγὸς ὑπηρεσίας, ὡς τμηματάρ-
1502χης, διότι, λέγεται πάλιν αὐτολεξεὶ, «διετήρει τὴν ἐξουσίαν,
1503ἣν εἶχεν, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἱκανῶς περιωρισμένην ἐπίβλεψιν τοῦ
1504Ὑπουργοῦ.»
1505§63Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τὸ κείμενον τοῦ νόμου;
1506§64ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ πρῶτον ἀναγνωσθὲν ἦτο αὐτὸ τὸ κεί-
1507μενον, τὸ δεύτερον τοῦτο ἔλαβον ἐκ τοῦ συγγράμματος, ἐξ
1508οὗ ἀντέγραψα. Καὶ ὁ μὲν Ὑπουργὸς εἶχε συνεργάτας δύο
1509ὑφυπουργοὺς (ὧν ὁ ἕτερος μόνιμος) καὶ ὑποτεταγμένα, ἐκτὸς
1510τοῦ Γεν. Ἀρχηγείου, περὶ οὗ εἶπον ἤδη, τὴν Γεν. Ἐπιθεώρησιν
1511τοῦ πυροβολικοῦ καὶ τρίτον τμῆμα, τὸ οἰκονομικὸν, ἐν ᾧ καὶ
1512τὸ Λογιστήριον, οὗτινος διευθυντὴς—ἐκεῖ, ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐπιτρέ-
1513πεται—ἔδει πάντως νὰ ἦναι Βουλευτὴς, δηλαδὴ ὅ,τι πολι-
1514τικώτερον καὶ ἐν ἄκρᾳ ἐμπιστοσύνῃ παρὰ τῇ τὰ πράγματα
1515διοικούσῃ Κυβερνήσει.
1516Ὁ Γενικὸς Ἀρχηγὸς εἶχεν ἔργα τὴν ἀρχηγίαν, τὴν σύν-
1517θεσιν τοῦ στρατοῦ, τὴν παίδευσιν, τὴν πειθαρχίαν, τοὺς διο-
1518ρισμοὺς καὶ προβιβασμοὺς,—καθ’ ὃν τρόπον ἐπιτρέπεται νὰ
1519γίνωνται ἐν Ἀγγλίᾳ,—τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν, τὰς Σχο-
1520λάς. Ἡ Ἐπιθεώρησις τοῦ πυροβολικοῦ εἶχε τὴν ἐπιμελητείαν,
1521τὸ ὑλικὸν, τὰ στρατιωτικὰ ἔργα, τὰς ὀχυρώσεις, τοὺς στρα-
1522τῶνας καὶ τὰ τοιαῦτα. Τὸ δὲ τρίτον τμῆμα εἶχε τὰ οἰκο-
1523νομικὰ ἐν γένει.
1524Ἀλλὰ καὶ ὁ ὀργανισμὸς οὗτος ἀπεδείχθη οὐχὶ τελεσφόρος,
1525καὶ προέβησαν ἐν Ἀγγλίᾳ εἰς τὸν τελευταῖον ὀργανισμὸν,
1526τὸν νῦν ἰσχύοντα, ὅστις κατηρτίσθη ἐν ἔτει 1888, ὑφ’ οὗ
1527τὰς διατάξεις διεξάγει σήμερον τὸν πόλεμον ὁ στρατηγὸς
1528Ρόμπερτς ἐν τῇ Νοτίῳ Ἀφρικῇ. Καταργεῖται ἡ Ἐπιθεώρη-
1529σις τοῦ πυροβολικοῦ, καὶ τὸ πλεῖστον μέρος τῶν ἔργων αὐτῆς
1530μεταβαίνει εἰς τὸ Γεν. Ἀρχηγεῖον, τὸ δὲ μέρος τὸ μικρότε-
1531ρον εἰς τὸ ἕτερον τῶν ὑπολοίπων τμημάτων, εἰς τὸ οἰκονο-
1532μικὸν, οὕτως ὥστε ὁ διευθυντὴς τοῦ οἰκονομικοῦ διατηρεῖ τὸ
1533καθαρῶς οἰκονομικὸν μέρος τῆς ὅλης ὑπηρεσίας. Καὶ ὁ ἀρ-
1534χηγὸς καὶ ὁ τμηματάρχης τοῦ οἰκονομικοῦ εἶναι τεθειμένοι
1535ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἐν μέτρῳ διαφόρῳ, ὁ
1536μὲν ἀρχηγὸς περιωρισμένως, ὁ δὲ ἄλλος ὡς ἁπλοῦς τμημα-
1537τάρχης. Ἀκούσατε, Κύριοι, —μεταφράζω αὐτολεξεὶ ἐκ τοῦ
1538συγγράμματος, ὅπερ ἔχω πρὸ ὀφθαλμῶν, προσφάτου συγ-
1539γράμματος, ἰδίᾳ πραγματευομένου τὰ τῶν Ὑπουργῶν καὶ
1540τὰ τῶν εὐθυνῶν ἐν πᾶσι τοῖς μεγάλοις Κράτεσιν Εὐρώπης καὶ
1541Ἀμερικῆς—(ἀναγινώσκει):
1542«Ἡ μεταρρύθμισις τοῦ 1888 περιώρισε σπουδαίως τὴν
1543ἐξουσίαν καὶ τὸ ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
1544Τὸ τμῆμα τοῦ πυροβολικοῦ ἦν εἰς αὐτὸν τελείως ὑποτεταγ-
1545μένον, ἐξήσκει δ’ ἐν αὐτῷ τὴν ἐξουσίαν, ἣν ἔχει πᾶς Ὑπουρ-
1546γὸς ἐν τῇ ἐσωτερικῇ διευθύνσει τοῦ Ὑπουργείου αὐτοῦ. Ἅπα-
1547σαι σχεδὸν αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ τμήματος τοῦ πυροβολικοῦ εἶ-
1548ναι σήμερον μεταβιβασμέναι εἰς τὸν Γεν. Ἀρχηγόν...»
1549§65Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός).
1550§66ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅλα ταῦτα, κύριε Ὑπουργέ, εἶναι σύμφωνα
1551πρὸς ἐκεῖνα, ἅτινα ἀρέσκουσιν εἰς ὑμᾶς, ἀρέσκουσι δὲ καὶ εἰς
1552ἐμέ. Θὰ ἴδητε μετ’ ὀλίγον, ποῦ θὰ διαφωνήσωμεν. Δὲν δύ-
1553νασθε νὰ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι δὲν λέγω ὅσα πρέπει νὰ λεχθῶσιν
1554ἐπὶ τοῦ θέματος· τίποτε δὲν ἀποκρύπτω.
1555§67Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοῖς ἐνδιαφέρει ἡ σιωπὴ
1556καὶ τίποτε ἄλλο.
1557§68Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι δά! Νὰ ὁμι-
1558λήσητε καὶ ὑμεῖς.
1559§69ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων). «Σχε-
1560δὸν ἅπασαι αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ τμήματος τοῦ πυροβολικοῦ εἶ-
1561ναι σήμερον μεταβιβασμέναι εἰς τὸν Γενικὸν Ἀρχηγὸν, οὗτος δὲ
1562δὲν εὑρίσκεται ἐν ᾗ τὸ τμῆμα ἐξαρτήσει. Εἶναι μὲν ὑπο-
1563βεβλημένος εἰς ἔλεγχόν τινα τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ὅμως οὗτος
1564δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ αὐτῷ θέλησιν, οὐδὲ νὰ προστάξῃ ἐν
1565παντί. Ἔχει ἐξουσίαν ἰδίαν... Διετήρησεν ἐν κύκλῳ τινὶ
1566δράσεως ἀνεξαρτησίαν σχεδὸν πλήρη. Ἔξω τούτων, εἶναι
1567ἀληθῶς ὡς κατώτερος ἀπέναντι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρα-
1568τιωτικῶν, καὶ ὅμως οὗτος θέλει ἀποφύγει νὰ δώσῃ
1569αὐτῷ διαταγάς. Συζητοῦσιν ὁμοῦ τὰ λυτέα ζητήματα,
1570καὶ ἡ γνώμη τοῦ στρατιωτικοῦ ἀρχηγοῦ ἀσκεῖ προφανῶς
1571μεγάλην ἐπίδρασιν ἐπὶ τοῦ πνεύματος τοῦ πολιτι-
1572κοῦ Ὑπουργοῦ.» —Παρακαλῶ, προσέξατε εἰς τὴν φράσιν·
1573δεικνύει καλῶς τὸν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι καὶ τοῦ δρᾷν τὸν
1574ἀγγλικόν. — «Ἐν περιπτώσει συγκρούσεως ἡ θέλησις τοῦ
1575Ὑπουργοῦ ἐπικρατεῖ.»
1576Ταῦτα εἶναι τὰ γενικὰ, ἅτινα ὤφειλον νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς,
1577οὐδὲν λέγων ἐξ ἐμοῦ, ἀλλὰ μεταφράζων ἀπ’ εὐθείας.
1578Ἂς ἐξετάσωμεν νῦν, Κύριοι, ποῖα τὰ ἔργα τοῦ Ὑπουρ-
1579γοῦ ἐν γένει καὶ ποῖα τὰ ἔργα τοῦ Ἀρχηγοῦ, κατὰ τὸν
1580ἰσχύοντα τοῦτον ὀργανισμὸν ἐν Ἀγγλίᾳ...
1581§70ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Βεβαίως εἶναι μετακλητὸς αὐτός.
1582§71ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω κατωτέρω περὶ τοῦ μετα-
1583κλητοῦ. Ὁ Ὑπουργὸς ἔχει τὸν ἔλεγχον τῆς οἰκονομικῆς διοι-
1584κήσεως. Δηλαδὴ ἐκεῖ τὸ Λογιστήριον δὲν ὠλίσθησεν ἔξω
1585τῶν θυρῶν τοῦ Ὑπουργείου μετὰ τῶν δύο αὐτοῦ τμημά-
1586των. Ἔχει ὁ Ὑπουργὸς ἀκέραιον τὸν ἔλεγχον τῆς οἰκονο-
1587μικῆς διοικήσεως, καὶ μὴ λησμονεῖτε εἰς ποῖον ἐδόθη ἡ οἰ-
1588κονομικὴ διοίκησις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Ἔχει τι περισσότε-
1589ρον, καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξητε καὶ εἰς τοῦτο...
1590§72Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
1591κῶν). Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι κάμνετε ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία δὲν
1592ὑφίσταται.
1593§73ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ βλέπω, τί εἶναι ἀναγεγραμμένον
1594εἰς τὸ νομοσχέδιον. Εἰς τὸ νομοσχέδιον λέγετε, ὅτι πᾶσαι αἱ
1595ὑπηρεσίαι, ἐκτὸς τῶν ἐκεῖ ῥητῶς κατονομαζομένων, μετα-
1596βαίνουσιν εἰς χεῖρας τοῦ Ἀρχηγοῦ.
1597§74Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τυπογραφικὸν λάθος!
1598§75ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὑπάρχει νομοθεσία ὁλόκληρος.
1599§76ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα, ὑπάρχει νομοθεσία ὁλόκληρος,
1600εἰς ἣν παραπέμπει τὸ ἐκτελεστικὸν τοῦ ὀργανισμοῦ διά-
1601ταγμα ἐν εἰδικῷ ἄρθρῳ. Δὲν τὸ λησμονῶ. Ἀλλ’ ὑπάρχει
1602καὶ νομοσχέδιον, ἐν ᾧ δὲν ἀξιοῦται οὐδεμιᾶς μνείας τὸ Λο-
1603γιστήριον, τοῦθ’ ὅπερ σημαίνει, παρὰ παντὶ λογικῷ ἀνθρώπῳ
1604ἀναγινώσκοντι τὸ νομοσχέδιον, ὅτι τὸ τμῆμα τὸ Λογιστικὸν
1605μεταβαίνει εἰς χεῖρας τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ. Ἂν νῦν ἔχετε
1606ἄλλας ἀποφάσεις, θὰ τὰς ἀναγράψητε.
1607§77ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς ἐὰν φέρωσι
1608τροπολογίαν.
1609§78ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λοιπόν, ἔχων ὁ Ὑπουργὸς τὸν ἔλεγχον
1610τῆς οἰκονομικῆς διοικήσεως, ἔχει καὶ ἄλλο σπουδαιότατον
1611πρᾶγμα, Κύριοι,—ἐξ οὗ ἐξηγεῖται, πῶς ἀνωτέρω ἔλεγεν ὁ
1612συγγραφεύς, οὗ ἐμνημόνευσα, ὅτι ἐν περιπτώσει συγκρούσεως ἡ
1613θέλησις τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπικρατεῖ,—ἔχει τὸν ἔλεγχον τὸν νο-
1614μικόν, le contrôle juridique, ὡς λέγει, τὸν ἔλεγχον δη-
1615λαδὴ ἂν ἐν ταῖς πράξεσι τοῦ Ἀρχηγοῦ ἐτηρήθη ὁ νόμος.
1616Τοῦτο δεικνύει ἐκεῖνο, ὅπερ λέγει καὶ ῥητῶς ὁ συγγρα-
1617φεὺς, ὅτι οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Ἀρχηγοῦ ἐκτελεῖται, ἂν δὲν
1618λάβῃ ἔγκαιρον γνῶσιν αὐτῆς ὁ Ὑπουργὸς, καὶ ὅταν λάβῃ ἔγ-
1619καιρον γνῶσιν, ὁδηγούμενος ὑπὸ τῶν κανόνων ἐκείνων, ὧν
1620ἔδωκα νύξιν πρὸ ὀλίγου, συζητεῖ μετὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ, ἀπο-
1621φεύγει νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν διαταγὰς, ἀλλ’ ἐὰν παρατηρήσῃ,
1622ὅτι ὑπάρχει τι τὸ μὴ ἔννομον, λέγει εἰς αὐτὸν «ἀρνοῦμαι».
1623Λοιπὸν ἔλεγχον οἰκονομικὸν, ἔλεγχον νομικόν. Ἔχει ὅμως
1624καὶ ἔλεγχον πολιτικόν. Καὶ ἐνταῦθα μεταφράζω ἐκ τοῦ συγ-
1625γραφέως, οὗ τὸ σύγγραμμα...
1626§79Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Πῶς ὀνομάζεται;
1627§80ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι Βέλγος ὁ συγγραφεύς. Ὀνομάζε-
1628ται δὲ Dupriez, καὶ τὸ σύγγραμμα αὐτοῦ, πρὸ πέντε ἢ ἓξ
1629ἐτῶν ἐκδοθὲν, δίτομον, πολύτιμον ἀληθῶς, ἐβραβεύθη ὑπὸ τῆς
1630Ἀκαδημίας τῶν Ἠθικῶν καὶ Πολιτικῶν Ἐπιστημῶν τῆς
1631Γαλλίας. Ἐγὼ ἤντλησα ἐκεῖθεν πολλὰ ὄχι μόνον ἐπὶ τῆς
1632ὑποθέσεως ταύτης, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν καθημέραν πολιτικὸν
1633βίον.
1634Λοιπὸν ἔλεγχον πολιτικόν· «δηλαδὴ (λέγει ὁ συγγρα-
1635φεὺς) ὀφείλει νὰ δώσῃ (ὁ Ὑπουργὸς) εἰς τὴν ἐπιμέλειαν καὶ
1636τὴν διεύθυνσιν τῶν τοῦ στρατοῦ τὴν ὑπό τε τῆς ἐσωτερικῆς
1637καὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἀπαιτουμέ-
1638νην ὤθησιν, μεριζόμενος ἄλλως τὸν πολιτικὸν τοῦτον ἔλεγ-
1639χον μετὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν ἄλλων μελῶν τοῦ
1640Ὑπουργείου.»
1641Ἐν ἄλλοις λόγοις, ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργεῖον εἶναι ἐκεῖ
1642ἄγρυπνος φύλαξ, φροντίζων, ὅπως προσαρμόζηται ἡ διοίκη-
1643σις τοῦ στρατοῦ εἰς τὰς γενικὰς ἀξιώσεις τῆς ἐσωτερικῆς
1644καὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Ἀγγλίας. Ἀλλὰ τοῦτο βε-
1645βαίως ἀπαιτεῖ μετακλητὸν διοικητήν.
1646§81Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἂν δὲν εἶναι μετα-
1647κλητὸς, κύριε συνάδελφε, ἔχω νὰ σᾶς εἴπω παράδειγμα ση-
1648μαντικὸν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀποδεικνύεται, πόσον σεβασμὸν πρὸς
1649τοὺς νόμους ἔχουσιν αἱ Ὑψηλότητες ἐκεῖναι.
1650§82ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νῦν ἐπιτρέψατε νὰ ἀναγνώσω εἰς ὑμᾶς ἐκ
1651τῶν σημειωμάτων, ἅτινα ἔχω, τὰς πράξεις τοῦ Γενικοῦ Ἀρ-
1652χηγοῦ. Ἔχει τὴν γενικὴν διοίκησιν τὴν στρατιωτικὴν, τὴν
1653παίδευσιν, τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν. Ἄν αἱ πράξεις
1654αὐτοῦ ἦναι ἔννομοι καὶ δὲν ἐγείρωσι ζήτημα οἰκονομικὸν ἢ
1655πολιτικὸν, οὐδὲν δικαίωμα ἀναμίξεως εἰς αὐτὰς ἔχει ὁ
1656Ὑπουργὸς, ὅστις ὅμως λαμβάνει, ὡς ἐλέχθη, πρὸς ἐξέλεγξιν
1657αὐτῶν ἔγκαιρον γνῶσιν. Αἱ δὲ μικτὸν χαρακτῆρα ἔχουσαι
1658πράξεις κανονίζονται ἀπὸ κοινοῦ ὑπὸ Ὑπουργοῦ καὶ Ἀρ-
1659χηγοῦ.
1660Καὶ ἐνταῦθα λαμβάνω ἐκ τῶν παραδειγμάτων τῶν ἐν τῷ
1661συγγράμματι τινὰ, τὰ κυριώτερα, διότι τὰ ἄλλα εἶναι δευτε-
1662ρευούσης σημασίας. Οἱ διορισμοὶ ἐκεῖ οἱ ταπεινότεροι ἀνή-
1663κουσιν εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ, (κατὰ τὸ
1664Ἀγγλικὸν σύστημα) ὅστις διὰ τοὺς ἀνωτέρω λόγους, συνεν-
1665νοούμενος ἐγκαίρως μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν,
1666ἔχει τὸ δικαίωμα, ἀπευθείας νὰ ἐξαιτῆται ἐπ’ αὐτῶν τὴν
1667ἀπόφασιν τῆς Βασιλίσσης, διότι ἐκεῖ τὸ Σύνταγμα δὲν ἐμπο-
1668δίζει τοῦτο. Ἀλλ’ οἱ διορισμοὶ οἱ εἰς ἀνωτέρας θέσεις, συν-
1669ταγματάρχου καὶ ἄνω, ἐπειδή, λέγει ὁ συγγραφεύς, ὅστις ἔχει
1670ὑπ’ ὄψει πάντας τοὺς γράψαντας ἐπὶ τοῦ θέματος, ἔχουσι ση-
1671μασίαν πολιτικήν, δέονται ἀμέσου ἐγκρίσεως τοῦ Ὑπουργοῦ,
1672ὁ Γεν. Διοικητὴς ὑποβάλλει τὰς προτάσεις εἰς τὸν Ὑπουρ-
1673γόν, ὁ δὲ Ὑπουργὸς φέρει ὅσας ἔχει ἀντιρρήσεις. Ἐπὶ ποι-
1674νῶν, ὁ μὲν Γεν. Ἀρχηγὸς προτείνει τὸν ὁρισμὸν αὐτῶν, ὁ δὲ
1675Ὑπουργὸς ἐξετάζει καὶ ἀποφαίνεται, ἂν ἡ πρότασις εἶναι
1676νόμιμος καὶ πρόσφορος.
1677Προκειμένου περὶ τῆς κατανομῆς τοῦ στρατοῦ, εἴδετε
1678κατὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν κεφαλαίων τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ
1679Γεν. Ἀρχηγοῦ, ὅτι τὴν κατανομὴν τοῦ στρατοῦ εἰς τὰς πό-
1680λεις καὶ τὰ φρούρια καὶ τὴν χώραν ὁλόκληρον παραδίδομεν
1681ἡμεῖς ἀνεξελέγκτως εἰς τὸν Γεν. Διοικητήν. Προκειμένου
1682περὶ κατανομῆς τοῦ στρατοῦ ἐν Ἀγγλίᾳ εἰς πόλεις καὶ φρού-
1683ρια, οὐδὲν γίνεται ἄνευ συμφωνίας μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
1684Στρατιωτικῶν. Ἐκ συμφώνου ὑπ’ αὐτῶν ἀποφασίζεται, προ-
1685τείνοντος τοῦ Ἀρχηγοῦ καὶ ἐγκρίνοντος τοῦ Ὑπουργοῦ.
1686Καὶ τοιαῦτα, Κύριοι τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἀγγλικοῦ,
1687ὅστις λόγον ἔχει ἀκριβῶς ἐκεῖνον, δι’ ὃν εἶπον πρὸ ὀλίγου,
1688ὅτι ἐκθύμως ἤθελον ψηφίσει τὸ νομοσχέδιον, καθιεροῦν μονι-
1689μότητα Διοικητοῦ μετακλητοῦ καὶ μετὰ πλήρους εὐθύνης.
1690Ἀλλ’ ἐν Ἀγγλίᾳ ταῦτα, πάντα κύριοι Βουλευταί, συμ-
1691βαίνουσιν ἐν καιρῷ εἰρήνης μόνον. Προτείνατε καὶ ἡμεῖς εἰς
1692τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ θέσῃ ἐνταῦθα τὸν ὅρον
1693τοῦτον, ὅπως προέτεινεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος,
1694ὁ μετὰ τοσαύτης εὐγλωττίας καὶ τοσοῦτον εὐγενοῦς θάρρους
1695ὁμιλήσας ἀπὸ τοῦ βήματος περὶ τοῦ θέματος. Παρετήρησα
1696τότε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν μειδιάσαντα, γε-
1697λάσαντα μάλιστα σαρκαστικῶς, καὶ ἀνακοινώσαντα εἰς τὸν
1698παρακαθήμενον τὴν οἰκτρὰν ἐντύπωσιν, ἣν πρὸν αὐτὸν προὐ-
1699ξένησεν ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτοῦ.
1700Ἀλλ’ ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτοῦ ἦτο
1701ἠντλημένη ἐκ τῶν κανονισμῶν τῶν ἀγγλικῶν, καὶ δὲν γνω-
1702ρίζω, ἂν οἱ ἀγγλικοὶ νόμοι κατηγορήθησαν ποτὲ ἐπὶ γελοίῳ.
1703Ἀκούσατε, τί συμβαίνει ἐν Ἀγγλίᾳ, προκειμένου περὶ πο-
1704λέμου, καίτοι βλέπετε, τί συμβαίνει σήμερον, ὅτε διεξάγει
1705τὸν πόλεμον ἡ Ἀγγλία, καὶ ἔχετε βεβαίως ἀντίληψίν τινα
1706τῶν πραγμάτων. Καὶ ἐνταῦθα μεταφράζω αὐτολεξεὶ (ἀνα-
1707γινώσκει): «Ἐν καιρῷ πολέμου, τὸ Ὑπουργεῖον διορίζει
1708τὸν Γενικὸν Ἀρχηγὸν τῆς ἐκστρατείας καὶ τοὺς κυριωτά-
1709τους μεράρχους· τὸ Ὑπουργεῖον ὁρίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν στρα-
1710τευμάτων διὰ τὴν ἐκστρατείαν· τὸ Ὑπουργεῖον ἐγκρίνει ὁρι-
1711στικῶς τὸ σχέδιον τῆς ἐκστρατείας. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρα-
1712τιωτικῶν γίνεται τότε εἰδικῶς ὁ ἐκτελεστής τῶν διαταγῶν
1713τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ δὲ Γεν. Ἀρχηγὸς, μένων ἐν Ἀγγλίᾳ, οὐδε-
1714μίαν ἐξουσίαν ἄμεσον ἐνασκεῖ ἐπὶ τοῦ ἐν ἐκστρατείᾳ στρατοῦ·
1715αἱ ἐξουσίαι, ἃς εἶχε τέως, ἀσκοῦνται νῦν ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγοῦ
1716τῆς ἐκστρατείας, ὅστις ὑπάγεται ἀμέσως εἰς τὸν Ὑπουργὸν
1717τῶν Στρατιωτικῶν, παρὰ τούτου λαμβάνει πᾶσαν διατα-
1718γὴν ἐξ ὀνόματος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μετὰ τούτου μόνου
1719ἐπικοινωνεῖ.»
1720Καὶ πῶς θέλετε, Κύριοι, νὰ ἔχωσιν ἄλλως τὰ πράγματα;
1721Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῆτε, ὅτι ἐχέφρον ἔθνος καὶ
1722σπουδαῖον, ἐχέφρων Κυβέρνησις καὶ σπουδαία, οἷον εἶναι τὸ
1723ἔθνος τὸ Ἀγγλικόν, ὁποία εἶναι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ὅτε
1724ἔρχεται ἡ ὥρα τοῦ πολέμου, θὰ παραβλέψῃ τοὺς τυχὸν ἔξω
1725τοῦ Γεν. Ἀρχηγείου ἱκανωτέρους ἵνα διεξαγάγωσι τὸν πό-
1726λεμον, εἴτε λόγῳ ἐξαιρετικῆς ἱκανότητος, εἴτε λόγῳ εἰδικῶν
1727γνώσεων τοῦ ἐδάφους, ἔνθα θέλει διεξαχθῆ ὁ πόλεμος, εἴτε
1728λόγῳ παρωχημένων ὑπηρεσιῶν, ἀσφαλιζουσῶν εἰς τὴν Κυ-
1729βέρνησιν, ὅτι διὰ τούτων, τῶν ἔξω τῆς γενικῆς ἀρχηγίας, ἐπι-
1730τυχέστερον θέλει διεξαχθῆ ὁ πόλεμος; πῶς θέλετε νὰ παρα-
1731βλέψῃ πάντα ταῦτα καὶ νὰ στηριχθῇ εἰς τὸν ἀρχηγὸν,
1732ὅστις ἐν τῷ μεταξὺ εἶναι δυνατὸν καὶ νὰ ἐγήρασεν, ὅπως
1733ἐγήρασε Γεν. Ἀρχηγὸς ὁ δοὺξ τῆς Κανταβριγίας, περὶ οὗ δια-
1734κόψας με κατά τινα προηγουμένην συζήτησιν ἐποιήσατο λό-
1735γον ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ἦτο δυνατὸν νὰ παραβλέψῃ τοὺς
1736σήμερον στρατηγοὺς, οὓς ἀπέστειλεν, ἵνα σώσῃ τὰ συμφέ-
1737ροντα τὰ ἀγγλικὰ ἐν Νοτίῳ Ἀφρικῇ, ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρ-
1738νησις, καὶ, ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι παρέμενεν ἔτι εἰς τὴν διοίκη-
1739σιν τοῦ στρατοῦ ὁ δοὺξ τῆς Κανταβριγίας, νὰ ἀναθέσῃ εἰς
1740τὸν δοῦκα τῆς Κανταβριγίας τὴν διεξαγωγὴν τοῦ πολέμου;
1741Σπουδαία Κυβέρνησις εἶναι δυνατὸν νὰ σκέπτηται οὕτω;
1742Δυνατὸν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, καθ’ ἣν ὥραν γίνεται ἡ
1743ἐκστρατεία, νὰ ἦναι στρατιωτικὸς ἄξιος τῶν καθηκόντων,
1744ἅτινα εἶναι ἀνατεθειμένα εἰς αὐτόν. Ἀλλ’ ἂν ὑπάρχῃ ὁ ἀξιώ-
1745τερος; Καὶ ὅτε ἔχετε τὸν ἀξιώτερον, ἵνα στείλητε ἐκεῖ, ὅπου
1746ἀπαιτεῖται πᾶσα ἀξία, τελεία ἀξία, ἵνα φέρητε ἀποτέλεσμα
1747ἐθνικῶς συμφέρον, θὰ ἐκλέξητε τὸν ἧττον ἄξιον, διότι συνέ-
1748πεσε, καθ’ ὃν χρόνον ἐγένετο ἀρχηγὸς, νὰ μὴ ὑπάρχῃ ὁ ἀξιώ-
1749τερος;
1750Ἀλλ’ ἐνταῦθα ὑπῆρχεν ἀπαίτησις, ἦτο ἀπαραιτήτως ἀναγ-
1751καῖον νὰ ἦναι καὶ ἐν πολέμῳ ἀρχηγὸς ὁ ἀρχηγὸς ὁ ἐν εἰ-
1752ρήνῃ, διότι ἐνταῦθα τὸ ὅλον τοῦ προγράμματος εἶναι, ἡ ὅλη
1753ἐξουσία, ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, ἐν παντὶ χρόνῳ καὶ ἐν παντὶ
1754τόπῳ νὰ ἦναι μετατεθειμένη ἀπὸ τῶν χειρῶν τῆς Κοινο-
1755βουλευτικῆς Κυβερνήσεως εἰς χεῖρας μὴ ὀφειλούσης λόγον
1756Ἀρχῆς.
1757Κύριοι, νομίζω ὅτι ἔδειξα, ποίας ἔχω γνώμας περὶ τοῦ
1758χρησίμου τῆς Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ὑπὸ τοὺς ὅρους
1759τοὺς δύο, οὓς ὑπέβαλον εἰς ὑμᾶς. Γενικὴ Διοίκησις ὑπὸ ἀρ-
1760χηγὸν μετακλητὸν εἶναί τι τὸ ἀσπαστότατον ἐν Ἑλλάδι. Γε-
1761νικὴ Διοίκησις ὑπὸ ἀρχηγὸν τελείως ὑπεύθυνον εἶναι ἵδρυμα,
1762ὑπὲρ οὗ συμβουλεύω πάντας ὑμᾶς νὰ ψηφίσητε. Γενικὴ Διοί-
1763κησις ὑπὸ ἰσοβιότητα ἀκαθαίρετον, Γενικὴ Διοίκησις ὑπὸ
1764εὐθύνην ὑποσκάζουσαν, ἐξορκίζω ὑμᾶς, Κύριοι, μὴ θελήσητε
1765νὰ ψηφισθῇ ἐν Ἑλλάδι,—ἐξορκίζω ὑμᾶς, μὴ θελήσητε νὰ ψη-
1766φισθῇ ἐν Ἑλλάδι, καὶ διὰ λόγους ἐθνικοὺς καὶ πολιτικοὺς,
1767ἀνεξαρτήτως τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ διὰ
1768λόγους ἐλευθερίας συνταγματικῆς καὶ ἕνεκα τῆς εἰδικῆς δια-
1769τάξεως τοῦ Συντάγματος, τῆς ἀπαγορευούσης νὰ ψηφισθῇ
1770τοιοῦτο νομοσχέδιον.
1771Τί εἶναι, Κύριοι, ὁ ἀντιστράτηγος, περὶ οὗ προτείνουσιν
1772εἰς ἡμᾶς ν’ ἀνατεθῇ εἰς αὐτὸν ἰσοβίως ἡ Γενικὴ Διοίκησις,
1773μέχρις ὅτου ἀποστρατευθῇ ἢ μέχρις ὅτου ἔλθῃ ἡ ἄλλη ἐκείνη
1774κατάστασις, ἡ ἀνάγουσα αὐτὸν εἰς ὑψηλότερον θρόνον; Ὁ
1775Διάδοχος εἶναι ἀξιωματικὸς, ὅστις εἶναι βεβαίως ὑπεύθυ-
1776νος, εὑρισκόμενος ἐν τῷ στρατῷ. Εἶναι βεβαίως ὑπεύθυνος,
1777καὶ ἡ νομοθεσία ἡμῶν τοῦτο ὑπαγορεύει ἡμῖν νὰ δεχθῶμεν,
1778καὶ ἔχομεν γνῶσιν, ὅτι ἁπανταχοῦ οὕτω τὸ πρᾶγμα κρίνεται.
1779Ἀλλ’ ἐνῷ εἶναι ὑπεύθυνος, καὶ δυσχέρειαι παρουσιάζονται,
1780ὡς μάλιστα τὰ πράγματα ἔχουσιν ἐν Ἑλλάδι, νὰ ζητηθῶσι
1781παρ’ αὐτοῦ εὐθῦναι δι’ ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν ἀστοχήσῃ, καὶ
1782δὲν ἔχει ὁ ἴδιος τὴν συναίσθησιν ὅτι εἶναι ὑπεύθυνος,—δὲν
1783λέγω τοῦτο μετὰ προθέσεως ἵνα ψέξω τὰς πεποιθήσεις αὐτοῦ,
1784εἶναι πεποιθήσεις, ἀλλ’ ὁ Διάδοχος δημοσίᾳ, ἐν συνομιλίᾳ,
1785ἣν διὰ δηλώσεως τοῦ Γραφείου αὐτοῦ ἐπεκύρωσε, μετὰ μιᾶς
1786μόνης ἐξαιρέσεως,—διότι διέψευσεν, ὡς κακῶς ἐκτεθὲν, τὸ
1787μέρος τὸ ἀναγόμενον εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Στρατιω-
1788τικῶν, τὸν στρατηγὸν Σμολένσκην, — ἐδήλωσεν αὐτολεξεὶ
1789ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Ἐγὼ εἶμαι ἐκ τῶν μὴ τιμωρου-
1790μένων ἀξιωματικῶν καὶ Διάδοχος». Ἔχει ταύτην τὴν συναί-
1791σθησιν ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου. Καὶ σεβαστὴ μὲν
1792εἶναι ἡ πεποίθησις αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς
1793τὰ κείμενα, διότι δὲν ἔχει ἱκανὴν τὴν γνῶσιν τῶν κειμένων,
1794ὥστε νὰ πεισθῇ, ὅτι δὲν εἶναι ἀνεύθυνος. Ἔχει ταύτην τὴν
1795συναίσθησιν. Εἶναι ἄρα ἀτελῶς ὑπεύθυνος, ἀτελῶς λόγῳ τῆς
1796ἐλλείψεως τῆς συναισθήσεως τοῦ ὑπευθύνου, ἀτελῶς λόγῳ τῆς
1797δυσχεροῦς λειτουργίας τῆς εὐθύνης, προκειμένου περὶ τοιούτου
1798προσώπου.
1799Καὶ προτείνουσιν εἰς ἡμᾶς νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς μόνην τὴν
1800συναίσθησιν τῆς ἠθικῆς εὐθύνης! Ταύτην ἔχει βεβαίως πλήρη·
1801εἶναι φιλότιμος, εἶναι φιλόπατρις, εἶναι ἀνδρεῖος, σταθερῶς
1802ἀντεμετώπισε τὸν ἐχθρὸν ὑπὸ τὸ πῦρ,—ταῦτα εἶναι ἀλήθειαι,
1803ἃς ὀφείλω πρῶτος ἐγὼ ν’ ἀνομολογήσω ἐνταῦθα. Διότι δὲν
1804ἐπιτρέπω οὐδὲ κἂν νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι ἐν τῷ σεβασμῷ μου
1805πρὸς τὸν Διάδοχον καὶ τὸν Βασιλέα εἶμαι κατώτερος οὐδενὸς
1806ἄλλου· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ὁ σεβασμὸς ἤθελε μεταβληθῆ εἰς
1807περιφρόνησιν καὶ ἀνευλάβειαν, ἐὰν, σεβόμενος ἐκείνους, οὓς
1808πρῶτος εὐλαβοῦμαι, ἀποκρύπτω εἰς αὐτοὺς τὴν ἀλήθειαν.
1809Καὶ ἂν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς εὐθύνης καὶ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις
1810οὐχὶ φρονοῦσα τὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἥτις καλῶς
1811ὑποκλίνεται, ἀλλὰ Κυβέρνησις σθεναρὰ καὶ θέλουσα νὰ ζη-
1812τήσῃ εὐθύνας, νομίζετε, Κύριοι,—ποίους θέλετε; ἀναστήσατε
1813ἐνταῦθα καὶ Βούλγαρην καὶ Κουμουνδοῦρον καὶ Δεληγεώργην
1814καὶ Τρικούπην καὶ Ζαΐμην, καὶ καταρτίσατε Ὑπουργεῖον ὑπὸ
1815πάντων τούτων τῶν πρωτευόντων ἀνδρῶν συγκροτούμενον,
1816καὶ θέσατε αὐτοὺς ἐνώπιον τῆς ἀνάγκης νὰ ζητήσωσι λόγον
1817παρὰ τοῦ Διαδόχου, πταίσαντος ἀκουσίως ἢ ἑκουσίως,—διότι
1818οὐδεὶς ἐν τῷ κόσμῳ ἀναμάρτητος, οὐδὲ ὁ Πάπας,—καὶ εἴ-
1819πατέ μοι, παρακαλῶ, εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσωσιν εὐθύνας;
1820Ἐγὼ βεβαίως οὐδέποτε ἤθελον ἀποφασίσει τοιοῦτόν τι. Διότι
1821φρονῶ, ὅτι τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἤθελον ἀποταθῆ πρὸς τὸν
1822Διάδοχον, ἵνα ζητήσω παρ’ αὐτοῦ εὐθύνας, ἤθελον ἀφαιρέσει
1823ἀπ’ αὐτοῦ τὸ ἀξίωμα τὸ διαδοχικὸν, ἤθελον βεβαίως φθάσει
1824εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἀπαιτεῖται καθαίρεσις ἀπὸ τοῦ δια-
1825δοχικοῦ ἀξιώματος. Ὅτε δὲ προβάλλετε ἀξιώματα τοιαῦτα
1826εἰς ἐκείνους, οἵτινες δεχόμενοι αὐτὰ περιβάλλονται διφυᾶ
1827χαρακτῆρα, εἰς ἐκείνους, οἵτινες δὲν δύνανται ν’ ἀποχωρι-
1828σθῶσι τοῦ κυρίου αὑτῶν χαρακτῆρος, τότε πρέπει νὰ ἐξετά-
1829σητε, ἂν τὸ προβαλλόμενον εἶναι φρόνιμον, εἶναι σωφρόνων
1830πολιτευτῶν πρότασις, τότε πρέπει ν’ ἀξιώσητε παρ’ ἐκείνου,
1831εἰς ὃν προτείνεται τὸ ἀξίωμα, νὰ εἴπῃ: «Δὲν δέχομαι ἐγὼ
1832λειτουργίαν, ἥτις δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἀπόδοσιν εὐθυνῶν, ἥτις,
1833ἐὰν ζητηθῶσιν εὐθῦναι, μὲ καταβιβάζει ἀπὸ τῆς ὑψηλῆς θέ-
1834σεως, ἣν ἔχω δικαίωμα, ἔχω καθῆκον νὰ διατηρήσω ὑπὲρ
1835τοῦ ἔθνους μου.»
1836Κύριοι, τίποτε ἐν τῷ κόσμῳ δὲν εἶναι ἄνευ προηγουμένου·
1837καὶ ὅτε ἐνταῦθα, ἐξ ἀφορμῆς τῆς συζητήσεως περὶ τῆς ἀπο-
1838χωρήσεως τοῦ Βουλευτοῦ Οἰτύλου ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, ἐγένετο
1839λόγος περὶ τοῦ ὁμοζύγου τῆς Βασιλίσσης τῆς Ἀγγλίας, εἰς ὃν
1840προετάθη ὑπὸ τοῦ στρατάρχου Οὐελλιγκτῶνος ἡ ἀρχηγία,
1841εἶπον δι’ ὀλίγων πρὸς ὑμᾶς, ὅτι αὐτὸς μὲν ἐγγράφως, δι’ ἐπι-
1842στολῆς, ἠρνήθη τὴν ἀρχηγίαν, δι’ ὃν λόγον πρὸ ὀλίγου ἀνέ-
1843πτυσσον, ὁ δὲ πρῶτος τῶν πολιτικῶν τοῦ αἰῶνος ἐν Ἀγγλίᾳ,
1844ὁ Γλάδστων, εἶπε περὶ μὲν τοῦ πρίγκηπος, πρὸς ὃν δὲν εἶχε
1845λίαν εὔνως, ὅτι ἦτο ἡ πρᾶξις αὐτοῦ ἀξία πάσης τιμῆς, καὶ
1846ἐδείκνυεν ἄνδρα ἀληθῶς καὶ νουνεχῆ καὶ φιλόπατριν, περὶ δὲ
1847τοῦ στρατάρχου, τοῦ νικητοῦ ἐν Βατερλῷ, ὅτι ἡ πρᾶξις αὐ-
1848τοῦ ἦτο «δεῖγμα βέβαιον ἀρχῆς ἐξασθενήσεως αὐτοῦ ἐκ γή-
1849ρατος». Ἰδοὺ, Κύριοι, τί γράφει ὁ πρίγκηψ Ἀλβέρτος. Ἡ
1850μετάφρασις ὅσων θέλω ἀναγνώσει ὑμῖν ἐγένετο ὑπ’ ἐμοῦ, κατὰ
1851σύμπτωσιν, ἐξ ἀφορμῆς τῆς δηλώσεως τοῦ Διαδόχου, ὅτι εἶναι
1852ἀξιωματικὸς ἐκ τῶν μὴ τιμωρουμένων καὶ Διάδοχος. Καίτοι
1853μὴ πολιτευόμενος ἐνεργῶς τότε ἐν τῇ Βουλῇ, ἐνόμισα ὅτι
1854εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω δημοσίως τὴν γνώμην μου, καὶ ἐνυπο-
1855γράφως ἔγραψα αὐτὴν ἐν πολιτικῇ τινι ἐφημερίδι, συνέπεσε
1856δὲ ἡ δήλωσις αὕτη ἡ ἐνυπόγραφος τῇ 28 Ἰανουαρίου 1898,
1857ἀκριβῶς δύο ἔτη πρὸ τῆς 28 Ἰανουαρίου 1900, κύριε Βου-
1858λευτὰ ἐξ Οἰτύλου, ὅτε συνεζητοῦμεν περὶ τῆς ὑποθέσεως ὑμῶν
1859ἐνταῦθα καὶ ἐλέγομεν τὰ αὐτά, ἐξ οὗ φαίνεται, ὅτι δὲν λογί-
1860ζομαι καὶ ἐγὼ μεταξὺ ἐκείνων τῶν πολιτευομένων, οἵτινες
1861ἔδωσαν ἄλλας διαβεβαιώσεις, ἂν τὰ γραφόμενα ἐν ταῖς ἐφη-
1862μερίσιν ἔχουσι σκιάν τινα ἀκριβείας (ἀναγινώσκει): «Ἡ
1863κατάστασις», ἔγραφεν ὁ πρίγκηψ Ἀλβέρτος, «ἡ παραγομένη
1864ἐκ τῆς ἐπὶ τοῦ Θρόνου παρουσίας θηλείας ἡγεμόνος ἐπιβάλ-
1865λει εἰς τὸν Βασιλικὸν σύμβιον...»
1866§83Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται περὶ
1867υἱοῦ.
1868§84ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν σημαίνει· ὁ εἷς εἶναι σύμβιος καὶ
1869ὁ ἄλλος υἱός· θὰ ἴδωμεν κατωτέρω, τί λέγει ὁ Γλάδστων
1870(ἀναγινώσκει): «... ἐπιβάλλει εἰς τὸν Βασιλικὸν σύμβιον
1871τὸ καθῆκον νὰ συγχωνεύσῃ τελείως εἰς τὸν τῆς γυναικὸς αὑτοῦ
1872τὸν ἴδιον ἑαυτοῦ βίον, νὰ μὴ ἐπιθυμῇ καμμίαν ἐξουσίαν
1873δι’ ἑαυτοῦ ἢ ὑπὲρ ἑαυτοῦ, ν’ ἀπαγορεύῃ εἰς ἑαυτὸν πᾶσαν
1874ἐπίδειξιν, νὰ μὴ ἀναδέχηται ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ εὐθύνας.»
1875Ἰδοὺ δὲ καὶ τί λέγει ὁ Γλάδστων,—διότι δὲν ἦτο δυνατὸν
1876τὸ παράδειγμά μου νὰ ἦναι τελείως ἀπαράλλακτον, συνέπεσε
1877δὲ ὁ Γενικὸς Ἀρχηγὸς, ὁ ἀρνούμενος τὴν ἀρχηγίαν, νὰ ἦναι
1878πρίγκηψ ὁμόζυγος, καὶ ὄχι τέκνον Βασιλέως καὶ Διάδοχος,
1879—ἰδοὺ τί λέγει ὁ Γλάδστων, πραγματευόμενος τὸ θέμα γε-
1880νικῶς, πιστεύω δὲ, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ
1881θέλουσιν ἀναγνωρίσει τοὐλάχιστον τοῦτο, ὅτι ὁ Γλάδστων,
1882ὡς πολιτευόμενος ἐκ τῶν πρώτων ἐν Ἀγγλίᾳ, τὰ τοῦ Συν-
1883ταγματικοῦ πολιτεύματος ἐγνώρισε καὶ διεχειρίσθη κάλλιον
1884ἡμῶν. Ἀκούσατε, Κύριοι· πρόκειται περὶ διδασκαλίας σοφοῦ,
1885ἐξόχου ἀνδρὸς καὶ πεπειραμένου, ὅσον οὐδεὶς ἄλλος καὶ ἐν
1886αὐτῇ τῇ Ἀγγλίᾳ κατὰ τοὺς χρόνους τούτους (ἀναγινώ-
1887σκει): «Ἐπιθυμητὴ βεβαίως ἡ διηνεκὴς ὕπαρξις ἰσχυρᾶς
1888κοινωνίας αἰσθημάτων μεταξὺ ἡγεμόνος καὶ στρατοῦ. Ἀλλ’ ὁ
1889στρατὸς ἀποτελεῖ πάντως μίαν τῶν μεγάλων διοικήσεων τοῦ
1890Κράτους, καὶ ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ αἱ μεγάλαι τοῦ Κράτους
1891διοικήσεις μόνον ὑπευθύνους πρὸς τὸ Κοινοβούλιον εἶναι δυ-
1892νατὸν νὰ ἔχωσιν ἐπὶ κεφαλῆς. Ἐπειδὴ δὲ ὁ χαρακτὴρ τῶν
1893ἔργων τοῦ ἀρχιστρατήγου ὑπαγορεύει ἔμμεσον μόνον καὶ
1894οὐχὶ ἀπ’ εὐθείας συνάφειαν πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, διότι ἡ
1895στρατιωτικὴ πειθαρχία, πρᾶγμα σπουδαιότατον, λεπτότα-
1896τον, πολλαχῶς ἐν ἐπαφῇ πρὸς τὰ συμφέροντα καὶ τὰ αἰσθή-
1897ματα τῆς κυβερνώσης τάξεως, συμφέρει νὰ μὴ πιέζηται ὑπὸ
1898τῆς κοινοβουλευτικῆς δυνάμεως, φόβῳ μὴ αὕτη σήμερον δράσῃ
1899πολὺ ὀλιγώτερον ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος ἢ πρὸς τὸ συμ-
1900φέρον μιᾶς τάξεως, διὰ τοῦτο ἡ εὐθύνη τοῦ ἀρχιστρατήγου
1901καλύπτεται ὑπὸ τῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν...»
1902§85ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.
1903§86ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου! Ἀπορῶ, πῶς
1904σπεύδετε ὑμεῖς, εὐφυέστατος καὶ νομικώτατος, πῶς σπεύδετε
1905ν’ ἀποφαίνησθε, πρὶν ἢ ἀκούσητε τὸ τέλος· διότι τοὐλάχιστον
1906εἰς τὰ δικαστήρια ἤκουσα ὑμῶν πολλάκις διαμαρτυρομένου,
1907ὅτι τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται (ἀναγινώσκει): «...Ἀλλ’ ἡ
1908τοιαύτη προστασία δὲν εἶναι ἀπαλλαγή, τοῦ δὲ Κοινοβουλίου
1909ἡ αὐθεντία ὑφίσταται ἀκέραιος ἀπέναντι τοῦ στρατιωτικοῦ
1910ἀρχηγοῦ, ὡς καὶ ἀπέναντι τοῦ ἐπισήμου πολιτικοῦ προϊστα-
1911μένου. Καὶ εἶναι μὲν βέβαιον, ὅτι ἡ εὐθύνη τῶν δημοσίων
1912λειτουργῶν δὲν περιβάλλεται σήμερον, ὡς ἐν ἄλλοις χρόνοις,
1913ὑλικὴν μορφὴν ποινικῆς καταδιώξεως...» Ἐκεῖνο, ὅπερ
1914ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον, ἵνα ὑπάρχῃ
1915εὐθύνη κοινοβουλευτική, διότι τοῦτο προξενεῖ αὐτῷ ἐντύπω-
1916σιν, ἡ ἄλλη ἡ πολιτικὴ εὐθύνη δὲν ἔχει παρ’ αὐτῷ καμμίαν
1917σημασίαν (ἀναγινώσκει): «Ἀλλ’ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἀρκούν-
1918τως ἀσφαλίζεται ὑπὸ τῆς πολλῷ δραστικωτέρας δυνάμεως
1919τῆς κοινῆς γνώμης, ἧς τὴν ἐπίδρασιν πειθηνίως ὑφιστάμεθα.
1920Ἐσχάτη κύρωσις δὲν εἶναι σήμερον ἀπειλὴ τῆς ζωῆς, τῆς ἐλευ-
1921θερίας καὶ τῆς περιουσίας τοῦ δημοσίου λειτουργοῦ, ἀλλ’ ἁπλῶς
1922ποινὴ ἀπολύσεως. Πλὴν ἀλλ’ ὅμως τὸ πρὸς ταύτην δικαίωμα
1923εἶναι ἀπαραίτητον, καὶ ἐν τῇ ὑποθέσει τοῦ Δουκὸς τῆς Ὑόρκης
1924ἀπεδείχθη οὐχὶ δικαίωμα κενόν.»
1925Ἀπαιτεῖται λοιπὸν ἀπαραιτήτως τὸ μετακλητόν· καὶ ἐν
1926Ἀγγλίᾳ ἐν τῇ ὑποθέσει τοῦ Δουκὸς τῆς Ὑόρκης δὲν ἀπε-
1927δείχθη δικαίωμα κενόν· θέλω δὲ εἴπει, τίς ἦτο ἡ ὑπόθεσις
1928τοῦ Δουκὸς τῆς Ὑόρκης, ἀφοῦ τελειώσω τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ
1929κειμένου ὅλου (ἀναγινώσκει): «Πλὴν φανερὸν, ὅτι δὲν
1930ἠδύνατό τις νὰ σκεφθῇ νὰ ποιήσηται αὐτοῦ χρῆσιν, ἀλλ’ οὐδὲ
1931κἂν νὰ συζητήσῃ περὶ αὐτῆς, προκειμένου περὶ τοῦ ἀνδρὸς
1932τῆς Βασιλίσσης, διότι προσέκρουεν εἰς τὸ Στέμμα. Μεταξὺ
1933τῶν δύο ὁ δεσμὸς ἦτο παραπολὺ στενὸς, ὅπως μὴ ἐγγίσῃ τις
1934ταύτην, πλήττων ἐκεῖνον. Ἐν τοιούτοις θέμασι τὸ ὅλον στε-
1935νόχωρον. Ἐξ οὗ συνάγεται, ὅτι, ὅσαι δήποτε καὶ ἂν ὑπῆρχον
1936ἐγγυήσεις συμπεριφορᾶς φρονίμου καὶ ἀμέμπτου, ἕνεκα τοῦ χα-
1937ρακτῆρος τοῦ πρίγκηπος, ἡ πρότασις τοῦ Δουκὸς ἐνόσει νό-
1938σημα οὐσιῶδες καὶ ἀνίατον. Ὁ Βασιλικὸς σύμβιος δὲν ἦτο
1939δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν πρώτιστον ὅρον τοῦ ἀξιώματος
1940τοῦ ἀρχηγοῦ, διότι ἦτο ἀδύνατον νὰ κατασταθῇ μετακλη-
1941τός.» Καὶ λέγετε μὲν ὑμεῖς,—διότι ἐνστάσεις ἀναξίας τοῦ
1942περιβόλου τούτου ἀκούω ὑποβαλλομένας,—ὅτι εἶναι διάφορος
1943ἡ περίστασις τοῦ συμβίου ἀπὸ τῆς τοῦ τέκνου, ἀλλ’ ἐνῷ λέ-
1944γετε ταῦτα, λησμονεῖτε, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καθιστᾶτε τὸ
1945ἰσόβιον. Καὶ ὅτε καθιστᾶτε τὸ ἰσόβιον, ποῦ εἶναι τὸ μετακλη-
1946τὸν, ὅπερ ἀπαιτοῦσιν ἁπανταχοῦ, ἀπαιτεῖ δὲ μετὰ τόσης ῥώ-
1947μης γνώμης καὶ ὁ ἔνδοξος γέρων τῆς Ἀγγλίας;
1948Ἀκούσατε τώρα, Κύριοι, τὴν ἱστορίαν τοῦ Δουκὸς τῆς
1949Ὑόρκης. Οἱονδήποτε λεξικὸν ἐγκυκλοπαιδικὸν ἂν ἀνοίξητε,
1950θέλετε εὕρει αὐτὴν, διότι εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἵτινες μένουσιν ἐν
1951τοῖς χρονικοῖς, ἵνα δείξωσι τὸ μεγαλεῖον τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ,
1952τὸ σθένος τῶν Ἀγγλικῶν Κυβερνήσεων. Ὁ Δοὺξ τῆς Ὑόρκης
1953ἦτο δευτερότοκος υἱὸς Γεωργίου τοῦ Γʹ τῆς Ἀγγλίας, διῴ-
1954κει δὲ σῶμα στρατιωτικὸν ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τοὺς πρὸς τὸν
1955Ναπολέοντα πολέμους, καὶ ἡττᾶτο συνεχῶς, οὐχὶ λόγῳ τῆς
1956ὑπεροχῆς τοῦ Ναπολέοντος, ἀλλὰ λόγῳ τῆς ἀνικανότητος,
1957ἣν εἶχεν ὁ υἱὸς τοῦ Βασιλέως· ἠναγκάσθη ἐπὶ τέλους ἡ Κυ-
1958βέρνησις ν’ ἀπομακρύνῃ αὐτὸν ἐκ τοῦ πεδίου τοῦ πολέμου,
1959καὶ ἐτοποθέτησεν αὐτὸν Ἀνώτατον Ἀρχηγὸν τοῦ πολεμικοῦ
1960προσωπικοῦ ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν ταύτῃ δὲ τῇ ὑπηρεσίᾳ περιέπε-
1961σεν εἰς δεινὰ ἁμαρτήματα. Καὶ ἠθωώθη μὲν ἐν δικαστηρίῳ,
1962διότι παρέπεμψαν αὐτὸν εἰς τὸ δικαστήριον ἐν Ἀγγλίᾳ,—
1963δὲν ἦτο Διάδοχος ἀλλὰ δευτερότοκος υἱὸς,—ἀλλ’ ἀπελύθη
1964τῆς θέσεως τὴν 20 Μαρτίου 1809.
1965Ἔκτοτε δὲν μετεβλήθησαν τὰ πράγματα ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἔκ-
1966τοτε τὰ πράγματα, ἂν ὑπέστησαν τροπήν τινα, ὑπέστησαν
1967αὐτὴν ἐπὶ τὸ φιλελευθερώτερον, ἐπὶ τὸ μᾶλλον ἀνεξάρτητον,
1968ἐπὶ τὸ ὑπερηφανώτερον, ἐπὶ τὸ αὐστηρότερον, ἐπὶ τὸ ἀλη-
1969θέστερον. Καὶ ἂν κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ αἰῶνος ἐν Ἀγγλίᾳ,
1970ἐν χρόνοις, καθ’ οὓς ἡ κοινοβουλευτικὴ κακοδαιμονία ἦτο
1971πολὺ μεγαλειτέρα ἢ ὅτι σήμερον ἐν Ἑλλάδι,—διότι γινώ-
1972σκετε, ὅτι κατὰ τὸ πρῶτον τέταρτον τοῦ αἰῶνος ἐν Ἀγγλίᾳ
1973τὰ ἤθη τὰ κοινοβουλευτικὰ ἦσαν αἰσχρὰ,—ἐὰν, λέγω, ἐν
1974τοιούτοις χρόνοις ἐπράττοντο τοιαῦτα, τί λέγετε περὶ τῶν
1975σημερινῶν πραγμάτων ἐν Ἀγγλίᾳ;
1976Καὶ ἐν ᾗ ὥρᾳ ταῦτα οὕτως ἔχουσιν ἐκεῖ, ἐν ᾗ ὥρᾳ ἡμεῖς
1977ἔχομεν συμφέρον καὶ καθῆκον νὰ ἐργαζώμεθα, ἐντείνοντες τὰς
1978δυνάμεις ἡμῶν καὶ δίδοντες πρὸς ἀλλήλους τὰς χεῖρας πρὸς
1979βελτίωσιν τῆς καταστάσεως ἡμῶν τῆς ἐθνικῆς, τῆς πολιτι-
1980κῆς, πρὸς ἐξοβέλισιν τῶν ἐλαττωμάτων, ἅτινα συμπαρομαρ-
1981τοῦσιν εἰς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, εἰς τὰ ἀνθρώπινα πολιτεύ-
1982ματα, ἀλλ’ ἐπλεόνασαν πέραν τοῦ μέτρου ἐν Ἑλλάδι, — κατὰ
1983τοιαύτην ὥραν ἔρχεσθε ἐνταῦθα νὰ ὑποβάλητε νομοσχέδια
1984καταδεδικασμένα ἀπὸ αἰῶνος ὑπὸ τῶν παραδόσεων, τῶν ἐθί-
1985μων, τοῦ πνεύματος καὶ τοῦ γράμματος τῶν συνταγματικῶν
1986νόμων, οὓς ἐκεῖθεν ἀντεγράψατε!
1987Δὲν ἠξεύρω τί ἤθελεν εἰς τὴν συζήτησιν τὸ ζήτημα, τὸ
1988ἐντελῶς ξένον πρὸς αὐτήν, περὶ τοῦ δικαιώματος, ὅπερ ἔχει
1989ὁ Βασιλεὺς, τοῦ νὰ διοικῇ τὸν στρατὸν, ὡς διετύπωσαν οἱ
1990ἀγορεύσαντες τὸ πρᾶγμα, διότι πᾶν ἄλλο ἢ τοῦτο ὁρίζει τὸ
1991Σύνταγμα. Ἀλλ’ ἦτο ἀναγκαῖον εἰς αὐτοὺς νὰ φέρωσι τὸ
1992ζήτημα τοῦτο, ἵνα δείξωσιν, ὅτι ἐκεῖνο, ὅπερ ἔχει ὁ ἀρχη-
1993γὸς τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ δοθῇ
1994εἰς τὸν υἱὸν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, εἰς τὸν
1995μέλλοντα Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες εἰσή-
1996γαγον τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, ὤφειλον πρὸ παν-
1997τὸς νὰ μελετήσωσι,—καὶ δὲν ἔλειπον οἱ συγγραφεῖς, ἵνα φω-
1998τίσωσιν αὐτοὺς, καὶ ἂν μόνον εἰς τοὺς ἐν Ἑλλάδι συγγρα-
1999φεῖς ἀπηυθύνοντο. Ὤφειλον δὲ νὰ μελετήσωσι καὶ νὰ ἐν-
2000νοήσωσι, διότι πρὸς ἀμφότερα εἰσιν ἱκανοί. Ἡ γνώμη αὐτῶν
2001φαίνεται εἰς ἐμὲ παράδοξος· εἶναι γνώμη ἐμπνευσθεῖσα ὑπὸ
2002προκαταλήψεως. Διότι ἤρεσκεν εἰς αὐτοὺς νὰ ἦναι ἀρχηγὸς ὁ
2003Διάδοχος, διὰ τοῦτο ἐξέλαβον τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου
2004καθ’ ὃν τρόπον ἠθέλησαν νὰ ὑποβάλωσιν αὐτὴν εἰς τὴν
2005Βουλήν.
2006Κύριοι, ἐν Ἑλλάδι, ἐν ἔτει 1864, ἐλήφθη πρόνοια ὑπὸ τῆς
2007Συνελεύσεως νὰ καθορισθῇ σαφῶς, ὡς δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῷ προ-
2008γενεστέρῳ Συντάγματι, ποῖος εἶναι ὁ κύριος ἁπασῶν τῶν
2009ἐξουσιῶν, ποῖος εἶναι ὁ κυρίαρχος· καὶ ὅτε ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ
2010ὁρισθῇ τὸ πρᾶγμα ἐν τῷ Συντάγματι, ἐτέθη ἄρθρον γενικὸν,
2011ὅπερ πάσας τὰς ἐξουσίας ἀναγνωρίζει ἐγκειμένας ἐν τῷ ἔθνει.
2012«Ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ ἔθνους, ἐνεργοῦνται
2013δὲ καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα». Διὰ τοῦ ἄρθρου
2014τούτου ἐλύθη καὶ τὸ περίμαχον ζήτημα, ὅτι ἡ δικαιοσύνη
2015δὲν πηγάζει ἀπὸ τοῦ Βασιλέως, καὶ ἡ περὶ τούτου διάταξις ἐν
2016τῷ προηγουμένῳ Συντάγματι ἐξέλιπεν, ἀντικατασταθεῖσα.
2017Ἐνεργοῦνται λοιπὸν αἱ ἐξουσίαι πᾶσαι, ἡ ἐκτελεστικὴ, ἐν
2018ᾗ περιλαμβάνεται ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ, ἡ δικαστικὴ,
2019ἥτις εἶναι εἶδος ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐνεργοῦνται πᾶσαι
2020ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ὡς ἐντολοδόχου τοῦ κυριάρχου, διότι ἀπὸ
2021τοῦ ἐντολέως πηγάζουσιν αἱ ἐξουσίαι αὐτοῦ.
2022Μεταβῶμεν εἰς τὸ ἄρθρον, ὅπερ ἀφορᾷ εἰς τὸ θέμα· ἄρ-
2023θρον 32 τοῦ Συντάγματος: «Ὁ Βασιλεὺς εἶναι ὁ ἀνώτατος
2024ἄρχων τοῦ Κράτους, ἄρχει τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν
2025δυνάμεων, κηρύττει τὸν πόλεμον κλπ.» Ἄρχει τῶν κατὰ
2026ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων, ἤγουν εἶναι ὁ ἀνώτατος ἄρ-
2027χων τῶν δυνάμεων τούτων, ὡς εἶναι καὶ τοῦ Κράτους ὅλου.
2028Ποῦ λέγει ἐνταῦθα τὸ Σύνταγμα, ὅτι καὶ διοικεῖ τὰς δυνά-
2029μεις ταύτας; Εἰς τὸν Βασιλέα συγκορυφοῦνται πᾶσαι αἱ ἐξου-
2030σίαι, ἐξ ἐντολῆς τοῦ κυριάρχου ἔθνους, συγκορυφοῦνται οὕτως,
2031ὥστε οὐδεμία πρᾶξις νὰ γίνηται ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως
2032αὐτοῦ. Πέραν τούτου, οὐδὲν ἔχει δικαίωμα ὁ Βασιλεύς. Καὶ
2033τοῦτο δὲν λέγω ἐγὼ, λέγει τὸ ἄρθρον 44 τοῦ Συντάγματος,
2034ὅπερ ἠθέλησε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀκριβῆ τήρησιν ἐκείνων,
2035ἅτινα διέταξεν ἀνωτέρω: «Ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει ἄλλας ἐξου-
2036σίας, εἰμὴ ὅσας τῷ ἀπονέμει ῥητῶς τὸ Σύνταγμα
2037καὶ οἱ συνάδοντες πρὸς αὐτὸ ἰδιαίτεροι νόμοι.» Ἀλλὰ
2038δὲν συνάδει πρὸς αὐτὸ ὁ νόμος οὗτος, ὃν θέλουσι νὰ εἰσαγά-
2039γωσι,—καίτοι τὸ συζητούμενον νῦν δὲν εἶναι τὸ ζήτημα
2040τοῦτο.
2041Εἰπέ τις τῶν ἀγορευσάντων χθές, ὅτι μόνον ἐν Ἀγγλίᾳ
2042ὑπάρχει τοιοῦτος ὁρισμός· ἀλλ’ ἐγὼ γινώσκω, ὅτι ἐν Ἀμε-
2043ρικῇ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, κατὰ τὴν ἔννοιαν ταύτην, ἄρχων
2044τοῦ στρατοῦ ἀνώτατος εἶναι ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας,
2045καὶ προσέτι ὅτι, ὅτε ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ ἂν ἔχει δικαίωμα
2046ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας,—διότι δὲν λέγει τίποτε περὶ
2047τούτου περισσότερον τὸ Ἀμερικανικὸν Σύνταγμα,—νὰ τεθῇ
2048ἐπὶ κεφαλῆς τῶν δυνάμεων τῶν στρατιωτῶν τῆς χώρας, εἶ-
2049πον οἱ συγγραφεῖς, ὅτι τοῦτο ἤθελεν εἶναι ἀπρεπές. Γινώ-
2050σκω, ὅτι ἄρχει τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς Ἀγγλίας
2051ἡ Βασίλισσα τῆς Ἀγγλίας, ἀλλὰ δὲν ἐφαντάσθη τις τὴν
2052Βασίλισσαν ἀναλαμβάνουσαν τὴν διοίκησιν τοῦ ἀγγλικοῦ
2053στρατοῦ. Γινώσκομεν καὶ ἄλλο, ὅτι καὶ εἰς ἄνδρας καὶ εἰς
2054γυναῖκας βασιλικοῦ αἵματος δίδονται τίτλοι συνταγματαρ-
2055χῶν καὶ διοικητῶν σωμάτων, καὶ ἄλλοι τίτλοι τιμητικοὶ
2056ἀπὸ τοῦ ἑνὸς Κράτους εἰς τὸ ἄλλο· διορίζεται π. χ. Ρῶσσος
2057μέγας δοὺξ συνταγματάρχης ἐν Γερμανίᾳ. Γινώσκομεν, ὅτι
2058καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας εἶναι ἄρχων τοῦ
2059στρατοῦ, καὶ τὸ Σύνταγμα τὸ σημερινὸν δὲν περιέχει ἀπα-
2060γόρευσιν ἀμέσου ἀρχηγίας, ἀνωτάτης διοικήσεως, ὡς τὸ τοῦ
20611848, γινώσκομεν δὲ, ὅτι τὸ Σύνταγμα τὸ σημερινὸν δίδει
2062τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τῆς λέξεως «ἄρχει», διότι λέγει τὸ Γαλ-
2063λικὸν Σύνταγμα, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας dispose,
2064διατίθησι, τὰ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως. Οὕτω, βεβαίως,
2065ὅτε διαθέτει ὁ Βασιλεὺς τὰ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, οὐ-
2066δεμία στρατιωτικὴ κίνησις δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ, ἂν δὲν
2067συναινέσῃ εἰς ταύτην ὁ Βασιλεὺς, καὶ ὅταν δὲν συναινῇ ἀπ’ εὐ-
2068θείας, τοῦθ’ ὅπερ συμβαίνει ἐπὶ μεγάλων ὑποθέσεων, τεκμαί-
2069ρεται συναινῶν, διότι οἱ Ὑπουργοὶ αὐτοῦ εἶναι οἱ ἐγκρίνοντες.
2070Τί ἤθελε λοιπὸν ἐνταῦθα ἡ περὶ ἀρχηγίας τοῦ Βασιλέως
2071γνώμη;
2072Ὁ Βασιλεὺς ἔχει βεβαίως δικαίωμα, ἂν ἦναι στρατιωτι-
2073κὸς, καὶ ἔχει καθῆκον, διότι συνάπτεται εἰς τὰ καθήκοντα
2074αὐτοῦ ἐν τοῖς πρώτοις καὶ τὸ καθῆκον τοῦ ἀμύντορος τῆς
2075ἐθνικῆς ἀκεραιότητος, ἔχει δικαίωμα νὰ μεταβῇ εἰς τὸν στρα-
2076τὸν, καὶ οὕτω μετέβη καὶ ὁ Αὐτοκράτωρ τῶν Γερμανῶν εἰς
2077τὸν Γαλλογερμανικὸν πόλεμον, καθὼς καὶ ὁ Αὐτοκράτωρ
2078τῶν Γάλλων, ὁ τρίτος Ναπολέων. Ἀλλ’ ἦσαν ἐκεῖ παρακο-
2079λουθοῦντες καὶ ἀκούοντες τὰ προτεινόμενα εἰς αὐτοὺς καθ’ ἡ-
2080μέραν, οὐδὲν ὅμως διατάσσοντες ἐξ οἰκείας πρωτοβουλίας, διότι
2081διατάσσοντες ἦσαν οἱ διοικοῦντες, ἐκεῖνοι δὲ δὲν διώκουν
2082ἀληθῶς, ἀλλ’ ἦσαν ἁπλῶς ἐκεῖ πρὸς ἐπίνευσιν...
2083§87ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησια-
2084στικῶν κλπ). Ὁ Γουλιέλμος εἶχεν ἐπιτελάρχην τὸν Μόλ-
2085τκε.
2086§88Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Βίκτωρ Ἐμμα-
2087νουήλ;
2088§89ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν εἰς τὴν σύγχρονον ἱστο-
2089ρίαν παράδειγμα συνταγματικωτάτου Βασιλέως, ὁ ὁποῖος
2090διῴκει αὐτὸς τὸν στρατὸν, τοῦ Βίκτωρος Ἐμμανουήλ.
2091§90ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ εἰς τοῦτο θέλω ἀπαντήσει. Βεβαίως,
2092ταῦτα λέγων, δὲν ἐννοῶ ὅτι ἀπαγορεύεται ἀπολύτως εἰς τοὺς
2093ἡγεμόνας τοὺς στρατιωτικούς...
2094§91Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐδῶ τὰ ἐχαλάσατε!
2095§92ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐχάλασα τίποτε... Δὲν ἐννοῶ, λέγω,
2096ὅτι ἀπαγορεύεται ἀπολύτως εἰς τοὺς ἡγεμόνας τοὺς στρατιω-
2097τικοὺς νὰ τίθενται ἐπὶ κεφαλῆς. Βεβαίως, ἂν ὑποθέσητε ἡγε-
2098μόνα, οὗ ἡ φύσις εἶναι κυρίως στρατιωτικὴ καὶ ἡ παίδευ-
2099σις κυρίως στρατιωτική, ἤθελεν εἶναι μωρὸν τὸ ἔθνος ἐκεῖνο,
2100ἂν ηὐμοίρει τοιούτου ἐξόχου παιδεύσεως στρατηγοῦ, νὰ ἀρ-
2101νηθῇ αὐτῷ τὴν ἀρχηγίαν καὶ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατεύμα-
2102τος. Καὶ ἐκεῖ ἡ εὐθύνη, ἄλλη εὐθύνη, παρακολουθεῖ, ὡς εἶπε
2103πρὸς ὑμᾶς ὁ ἔντιμος συμπολίτης μου κ. Ράλλης ἔν τινι
2104προηγουμένῃ συζητήσει ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἐκ τοῦ Ὑπουρ-
2105γείου ἐξόδου τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Κου-
2106μουνδούρου. Ἡ εὐθύνη παρακολουθεῖ, τοιαύτη, ὁποία εἶναι μόνη
2107δυνατὴ ἡ εὐθύνη τῶν ἡγεμόνων, ἡ πτῶσις, ὅπως παρακολου-
2108θεῖ τοὺς Ὑπουργοὺς ἡ εὐθύνη, ἡ ἀπόλυσις. Ἂν ἀστοχήσῃ ὁ
2109ἡγεμὼν, δυσκόλως θέλει δυνηθῆ νὰ μείνῃ ἐπὶ τοῦ θρόνου·
2110τὰ δὲ παραδείγματα ἔχομεν ἄφθονα.
2111Ἀλλὰ θέλετε τὴν κρίσιν τοῦ πάντων ἁρμοδιωτάτου κατὰ
2112τὸν αἰῶνα τοῦτον καὶ ἐν πᾶσι τοῖς αἰῶσι μετὰ δύο ἄλλων
2113ἐν τῇ ἱστορίᾳ, τοῦ Ναπολέοντος; Θέλω εἴπει ὑμῖν αὐτὴν,
2114διότι ἤμην βέβαιος, ὅτι θὰ εἶχον τὰς ἀντιρρήσεις τῶν Κυ-
2115ρίων, καὶ ἐφρόντισα νὰ ἔχω ἑτοίμην τὴν ἀπάντησιν. Ὁ Να-
2116πολέων εἶχεν ἀδελφὸν, ὃν ἔταξε Βασιλέα ἐν Ἱσπανίᾳ, τὸν
2117Ἰωσήφ· καὶ ἠστόχει διηνεκῶς ὁ ἀδελφὸς ἐν τοῖς πολέμοις,
2118καίτοι ἐξόχως ἀνδρεῖος. Ἠξεύρετε, τί γράφει ὁ Ναπολέων
2119περὶ τοῦ ἀδελφοῦ του; Ὅτι δὲν ἦτο κατάλληλος, ὅπως μένῃ
2120τεθειμένος ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατοῦ αὐτοῦ. Τῇ 11 Φεβρουα-
2121ρίου 1809 γράφει ὁ Μέγας Ναπολέων ταῦτα (ἀναγινώ-
2122σκει): «Εἶναι ἴσως κακὸν, ὅτι προσωπικῶς ἐγὼ αὐτὸς δι-
2123οικῶ τὸν στρατὸν, ἀλλὰ τοιαύτη εἶναι ἡ φύσις μου (mon
2124essence). Οἱ Βασιλεῖς, οἱ πρίγκηπες, ἴσως ἔπρεπε
2125ποτὲ νὰ μὴ διοικῶσι τοὺς στρατοὺς αὐτῶν· τοῦτο εἶναι
2126ζήτημα ἐξεταστέον. Ἂν ἐγὼ διοικῶ τὸν ἐμὸν, τοῦτο λόγον
2127ἔχει τὴν μοῖράν μου, τὸν ἰδιαίτερόν μου κλῆρον. Ἀλλὰ κλῆ-
2128ρος τοιοῦτος δὲν ἔλαχεν εἰς τὸν Ἰωσήφ.»
2129§93ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δὲν εἶχε λάβει τὴν ἐκπαίδευσιν ὁ Ἰωσήφ.
2130§94ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ οὕτω λαμβάνεται ἡ ἐκπαίδευσις,
2131ὅπως ἔχομεν ἡμεῖς αὐτὴν ἐν Ἑλλάδι πάντες; Θέλω δείξει
2132ὑμῖν πῶς γίνεται ἡ ἐκπαίδευσις εἰς ἄλλα ἔθνη, καὶ πῶς ἐν
2133ἄλλαις χώραις ὑποχρεοῦνται οἱ πρίγκηπες νὰ γίνωνται ἀλη-
2134θεῖς στρατιῶται. Δὲν ἀρκεῖ ἡ ἁπλῆ προπαίδευσις, ἡ στοι-
2135χείωσις ἡ στρατιωτική· ὁ στρατιώτης γίνεται ἐν τῷ στρα-
2136τοπέδῳ, ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ, ἀπὸ τῆς κατωτάτης
2137βαθμίδος μέχρι τῆς ἀνωτάτης, γίνεται παραμένων ἐν τοῖς
2138βαθμοῖς ἐπὶ ἔτη, οὐχὶ ὀλιγώτερα, ἂν ἐγεννήθη παρὰ τὸν Θρό-
2139νον, ἢ ἐκεῖνος ὅστις ἐγεννήθη ἐν τῇ ἀγροτικῇ καλύβῃ. Ἀλλὰ
2140δὲν ἐπεκράτησαν αἱ τοιαῦται συνήθειαι οὔτε ἐν Ἑλλάδι, οὔτε
2141ἐν τῇ ἠπειρωτικῇ Εὐρώπῃ, ἐξαιρέσει ἐκείνων τῶν Πολι-
2142τειῶν, ὅπου τὰ πάντα εἶναι βαθέως μεμελετημένα, τὰ πάντα
2143ἐν τάξει καὶ αὐστηρότητι, καὶ ὅπου ὁ πρίγκηψ, ἤ βασιλικὸς
2144ἢ αὐτοκρατορικὸς, ὁ μὴ ἐκπληρῶν τὸ καθῆκον, ἢ παρεκτρεπό-
2145μενος, ἀμέσως τιμωρεῖται, ὡς ὁ τελευταῖος στρατιώτης. Ἰδοὺ
2146λοιπὸν, πῶς γίνεται ἡ παίδευσις... Ὑμεῖς, κύριε Βουλευτὰ,
2147(ἀποτείνεται πρὸς τὸν κ. Γουλιμῆν) γινώσκετε ταῦτα,
2148—κατέφυγον εἰς στρατιωτικὸν σύγγραμμα, ἵνα εὕρω τὰ
2149παραδείγματα, καλῶς γινώσκων, ὅτι τὸ σύγγραμμα τοῦτο
2150κυκλοφορεῖ μεταξὺ πάντων τῶν ταγματαρχῶν καὶ συνταγ-
2151ματαρχῶν τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ, διότι εἶναι γνωστὸν σύγ-
2152γραμμα. Θέλω εἴπει παραδείγματα πριγκήπων, οἵτινες πράγ-
2153ματι ἐγένοντο ἔμπειροι, διότι δὲν γίνεται τις ἔμπειρος διότι
2154μόνον ἐσπούδασε τὰ στρατιωτικὰ, πρέπει καὶ νὰ μάθῃ νὰ
2155διοικῇ.—Ὑμεῖς γνωρίζετε, ὅτι πάντες οἱ στρατιωτικοὶ συγ-
2156γραφεῖς λέγουσιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει κατὰ κανόνα διοικητὴς
2157τοῦ στρατοῦ ἀρτιώτερον μεμορφωμένος πρὸς ἀρχηγίαν, παρὰ
2158τὸν ἀξιωματικὸν τοῦ πεζικοῦ, διότι τῶν ἄλλων ὅπλων οἱ
2159ἀξιωματικοὶ δὲν διοικοῦσι σώματα στρατοῦ μεγάλα· αὐτὸς
2160μόνος διδάσκεται νὰ κινῇ αὐτὰ, νὰ ψυχολογῇ ἐπὶ τῶν ἀπο-
2161τελούντων αὐτὰ, νὰ ὁδηγῇ αὐτὰ, ἐπωφελούμενος τῆς ψυχο-
2162λογικῆς αὐτῶν καταστάσεως, ὅπως φθάσῃ εἰς τὴν νίκην.
2163Ἀλλ’ ἂν ταῦτα δὲν γινώσκωσι πάντα καλῶς οἱ κατατρίβον-
2164τες τὸν χρόνον αὑτῶν ἐν τῷ στρατῷ τόσον, ὅσον οἱ τοῦ πε-
2165ζικοῦ ἀξιωματικοί, καὶ ἂν ἔτι ἡ παίδευσις αὐτῶν εἶναι ἀνω-
2166τέρα, πῶς θέλετε νὰ κατέχωσιν αὐτὰ οἱ πρίγκηπες, ἂν δὲν
2167ζήσωσι τὸν στρατιωτικὸν βίον συνεχῶς ἐν τῷ στρατεύματι,
2168ὑπὸ σκηνὴν ἐν τῷ στρατοπέδῳ, σκληραγωγούμενοι, ἐν ἀσκή-
2169σεσι;
2170Ὁ Διάδοχος τοῦ Σαξωνικοῦ Κοβούργου ὑπηρέτει ὡς λο-
2171χαγὸς Πρῶσος ἐν τῷ πολέμῳ ἐν ἔτει 1778,—κατὰ προ-
2172τίμησιν κατέφυγον εἰς τοῦτο τὸ παράδειγμα μεταξὺ τῶν
2173ὑπαρχόντων πολλῶν, διότι πρόκειται περὶ λόγων Φρειδερί-
2174κου τοῦ Μεγάλου, καὶ ἔπρεπε νὰ ἔχω κῦρος, παρουσιαζόμενος
2175ἐνταῦθα, φόβῳ τῶν ἐπιθέσεων τῶν κ. Ὑπουργῶν, οἵτινες εἶ-
2176ναι πάντοτε πρὸς ἐπιθέσεις ἕτοιμοι.—Βαρυνθεὶς τὸν βαθ-
2177μόν, ἐν ᾧ παρέμενεν ἀπροβίβαστος ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἐζήτησε
2178παρὰ Φρειδερίκου τοῦ Μεγάλου προαγωγήν. Ἀκούσατε τὴν
2179ἀπάντησιν τοῦ Βασιλέως (ἀναγινώσκει): «Ἐνόμισα ὅτι
2180σοὶ περιεποίουν τιμὴν μεγάλην, ὀνομάζων σε λοχαγὸν ἐν
2181τῷ στρατῷ μου· ἂν σὺ ὁ πρίγκηψ ἔχῃς ἀλλοίαν γνώμην, ἐλεύ-
2182θερος εἶσαι νὰ ἐξέλθῃς αὐτοῦ.»
2183Βεβαίως,—ἀγνοῶ τί ἔπραξεν ἐκεῖνος—βεβαίως πρίγκηψ
2184οὕτως ἐν τῷ στρατῷ παιδευόμενος, σκληραγωγούμενος, ἀνα-
2185πτυσσόμενος, σὺν τῷ χρόνῳ, ἐπιμένων, δύναται ν’ ἀποβῇ ὅ,τι
2186ὁ Κάρολος τῆς Ρουμανίας, καὶ ἂν ἔτι δὲν ἦναι μεγαλοφυΐα
2187στρατιωτική. Ἀλλὰ πῶς ὁ Κάρολος τῆς Ρουμανίας ἐγένετο
2188ὅ,τι ἐγένετο; Ἀξιωματικὸς τοῦ Πρωσικοῦ στρατοῦ, διῆλθε
2189μίαν πρὸς μίαν πάσας τὰς βαθμίδας τῆς ἱεραρχίας, οὐχὶ τυ-
2190πικῶς, ὅπως συνήθως γίνεται ἐν ταῖς Αὐλαῖς πάσαις, ἀλλ’ ἐν
2191ἔργῳ καὶ καθὼς πάντες οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ. Κατῆλθεν εἰς
2192Ρουμανίαν ἡγεμὼν, καὶ ἐπειδὴ συνησθάνετο, ὅτι ἦτο παρε-
2193σκευασμένος, ἵνα ὀργανώσῃ καὶ παιδεύσῃ αὐτὸς οὗτος, τῇ
2194βοηθείᾳ βεβαίως τῶν ἱκανῶν στοιχείων, τῶν πεπαιδευμέ-
2195νων, ἅτινα εὕρισκεν ἐν Ρουμανίᾳ, τὸν στρατὸν, ἐτέθη εἰς ἔρ-
2196γον, καὶ ἔζησεν ὑπὸ σκηνὴν, καὶ ἔζησεν εἰς τὸν στρατῶνα,
2197καὶ δὲν ἔπαυσεν ἡμέραν μὴ ἐνασχολούμενος εἰς τὰ στρατιω-
2198τικὰ ἔργα, καὶ ἐμόρφωσε στρατόν. Διατί; Διότι ἦτο ἡ φύ-
2199σις αὐτοῦ στρατιωτικὴ, διότι ἡ παίδευσις αὐτοῦ ἦτο στρατιω-
2200τικὴ, διότι εἰργάσθη στρατιωτικῶς. Ἀλλὰ πάντων ἡ φύσις
2201καὶ ἡ παίδευσις καὶ ἡ προθυμία δὲν εἶναι στρατιωτικαί. Καὶ
2202διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ δὲν εἶναι πάντοτε δυνατὸν νὰ ἔχητε Δια-
2203δόχους ἔχοντας φύσιν καὶ παίδευσιν καὶ ζῆλον στρατιωτικὸν,
2204βλέπετε Διαδόχους, ὡς π. χ. ὁ Πρίγκηψ τῆς Οὐαλίας, οἵ-
2205τινες μεταβαίνουσι μὲν εἰς τὸ στρατόπεδον, εἰς τοὺς στρα-
2206τῶνας, ἐπιβλέπουσιν, ἐποπτεύουσιν, ἀλλ’ οὐδὲν στοιχεῖον
2207ἀγαθοῦ στρατιώτου ἔχοντες, ἀπέχουσιν οἰκειοθελῶς ἀπὸ πά-
2208σης στρατιωτικῆς διοικήσεως.
2209«Ὁ υἱὸς τοῦ Διαδόχου τῆς Πρωσίας»—ταῦτα λέγει ὁ
2210Μιραβὼ ἐν ἔτει 1787, διότι ὁ Μιραβὼ τότε εἶχε μεταβῆ
2211εἰς Πρωσίαν, ἵνα μελετήσῃ τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρα-
2212τοῦ, καὶ ἐπανελθὼν εἰς Γαλλίαν ἐπραγματεύθη μετ’ ἐνθου-
2213σιασμοῦ περὶ τοῦ θέματος,—«ὁ υἱὸς τοῦ Διαδόχου τῆς Πρω-
2214σίας, νῦν Βασιλεὺς, ἐξετέλεσε καθήκοντα κατωτέρου ἀξιω-
2215ματικοῦ ἐν τῷ συντάγματι τῶν φυλάκων μέχρι τῆς εἰς τὸν
2216θρόνον ἀναβάσεως τοῦ πατρός του.» Ἐν ὅσῳ ὁ πατὴρ αὐ-
2217τοῦ ἦτο πρίγκηψ Διάδοχος, ὁ υἱὸς του ἐξετέλει καθήκοντα
2218κατωτέρου ἀξιωματικοῦ εἰς τὸν στρατόν. Βεβαίως, οὕτω
2219σκληραγωγηθεὶς καὶ παιδευθεὶς ἐν τῷ στρατῷ, ἠδύνατο νὰ
2220καταρτισθῇ στρατιωτικὸς ἀληθὴς καὶ ν’ ἀναλάβῃ ἔπειτα καὶ
2221Γενικὴν Διοίκησιν. Καὶ — προσέξατε εἰς τοῦτο — λέγει ὁ
2222Μιραβὼ, ὅτι «πάντες οὗτοι οἱ πρίγκηπες φροντίζουσι
2223μετὰ σπουδῆς νὰ μὴ ἀπαλλάττωσιν ἑαυτοὺς τῆς
2224πειθαρχίας.»
2225Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἀρκοῦντα εἶπον περὶ τοῦ θέματος.
2226Δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ μὲ διέφυγέ τι ἐξ ὅσων κατὰ νοῦν
2227εἶχον νὰ εἴπω, καὶ κατὰ τοῦτο ἡ ἀγόρευσίς μου εἶναι ἀτε-
2228λής. Εἰς ἐμὲ εἶναι μεγάλη λύπη, ὅτι ἐπέπρωτο οἱ διάδοχοι
2229τοῦ ἐξόχως φιλελευθέρου, τοῦ ἐξόχως συνταγματικοῦ Ἀρχη-
2230γοῦ, ὃν θρηνοῦμεν, νὰ ἔλθωσιν αὐτοὶ ἐνταῦθα νὰ φέρωσι πρὸς
2231ψήφισιν ἐξόχως ἀνελεύθερον, ἐξόχως ἀντισυνταγματικὸν νομο-
2232σχέδιον, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παραδίδει εἰς χεῖρας
2233τοῦ Διαδόχου τοῦ Θρόνου μέγα τμῆμα τῆς κυβερνήσεως τῶν
2234στρατιωτικῶν πραγμάτων.
2235§95Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἢ τὸ ὅλον.
2236§96ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ... ὅπερ ὁ Διάδοχος, ὡς βασιλικὸς ἡγε-
2237μονίδης, ἐκ ῥητῆς ἐνταῦθα διατάξεως τοῦ Συντάγματος καὶ
2238δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαχειρισθῇ. Οἱ ἐπὶ τῶν δημοσίων
2239πραγμάτων σήμερον ἐλησμόνησαν τὰς ὑποθήκας τοῦ τοσοῦ-
2240τον στερρᾶς ἔχοντος τὰς συνταγματικὰς, τὰς κοινοβουλευ-
2241τικάς, τὰς φιλελευθέρους πεποιθήσεις, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν τοῦ
2242θανάτου αὐτοῦ ἐτράπησαν ὁδὸν ἄκρως ἀντίθετον ἐκείνης, ἣν
2243ὁ ἀοίδιμος ἡμῶν Ἀρχηγὸς ἐν τῇ διαθήκῃ αὐτοῦ τῇ πολι-
2244τικῇ ὑπέθετο,—διότι διαθήκη αὐτοῦ ἦτο ἡ μόνη, ἡ πρώτη
2245καὶ τελευταία ἐπιστολὴ, ἣν ἐξόριστος ἔγραψεν ἐκ τῆς ἀλλο-
2246δαπῆς περὶ τῶν ἐθνικῶν πραγμάτων:
2247«Μὴ θίγετε τὰ δικαιώματα τὰ συνταγματικὰ, μὴ ἐλατ-
2248τοῦτε τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὑπὲρ τοῦ ἔθνους, τὰς ἐν τῷ Συντάγ-
2249ματι ἀναγεγραμμένας, μὴ ἐπεκτείνετε τὰς παραχωρήσεις,
2250μὴ δίδετε καὶ ἄλλα δικαιώματα· ἀρκετὰ εἶναι δεδομένα ἐκ
2251τοῦ Συντάγματος, ἀρκετὰ καὶ ὅπως ἐπιτάσσῃ ὁ Βασιλεὺς
2252καὶ ὅπως τὰ τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος βαίνωσιν
2253ἀπροσκόπτως. Μηδὲν ἀφαιρέσατε, μηδὲν προσθέσατε. Ἀλλ’ ἐμ-
2254μείνατε εἰς τὰ κείμενα, διότι πᾶσα ἄλλη ἐνέργεια φέρει
2255εἰς τοιαῦτα κακὰ, ὥστε δύναμαι ἀπὸ τοῦδε νὰ ὀνομάσω αὐ-
2256τὴν ἀποτρόπαιον».
2257Δὲν ἐφανταζόμην, Κύριοι, ὅτι τοιαύτη πρότασις ἤθελεν
2258ἔλθει ἐν τῇ Βουλῇ, ἵνα ψηφισθῇ, τῇ προτάσει τῶν διαδόχων
2259τοῦ ἀοιδίμου Τρικούπη,—ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κόμματος τοῦ ἀοι-
2260δίμου Τρικούπη,—διότι τὸ κόμμα τοῦ ἀοιδίμου Τρικούπη
2261εὑρίσκεται ὁλόκληρον ἐκεῖ, οὐδὲ λογίζεται τὸ παράπαν ἡ
2262ἀποσπασθεῖσα μειονοψηφία· ἡ πλειονοψηφία ἀποτελεῖ τὸ
2263ὅλον. Καθὼς ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ Βουλὴ,
2264οὕτω καὶ ἡ πλειονοψηφία τοῦ κόμματος εἶναι τὸ κόμμα, καὶ
2265τῆς προεδρίας τῆς πλειονοψηφίας τοῦ κόμματος, μεγίστης,
2266κολοσσιαίας, ἔτυχεν ἐπαξίως ὁ κύριος ἐκ Κερκύρας Βουλευ-
2267τής. Δὲν ἐφανταζόμην, ὅτι ἐκεῖ, ὅπου ἤχησεν ἡ σθεναρὰ
2268φωνὴ καὶ ἐπέδρασεν ἡ ῥωμαλέα διάνοια τοῦ ἐξόχου ἡμῶν
2269Ἀρχηγοῦ, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ, ἐν ᾗ ἠκούσθησαν οἱ εὔγλωττοι
2270καὶ σοφοὶ λόγοι τοῦ μακαρίτου Καλλιγᾶ, οἱ πανταχοῦ καὶ
2271πάντοτε, καὶ ἐν τῇ Συνελεύσει καὶ ἐνταῦθα, συμβουλεύοντες
2272ἐλευθερίαν, δὲν ἐπίστευον, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἣν ἐξή-
2273γειρε τὸ σθένος καὶ ἡ εὐγλωττία τῶν λόγων τοῦ ἐξόχως
2274φιλελευθέρου Ἑπτανησίου ῥιζοσπάστου, τοῦ Λομβάρδου, δὲν
2275ἐπίστευον, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ, ἐν ᾗ ὁ ἔντιμος πολιτευόμενος
2276ἐξ Ἀττικῆς, πρωτοστατῶν παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ Τρικούπη,
2277καθ’ οὓς χρόνους δὲν εἶχεν ἐπέλθει καὶ ἀποχωρίσει αὐτοὺς
2278διαφωνία, ὑπεστήριζε μετ’ εὐγλωττίας χαλυβδίνης τὰς ἐλευ-
2279θερίας καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ ἔθνους, δὲν ἐπίστευον, ὅτι ἤθε-
2280λον συμβῆ ταῦτα. Ἀλλ’ ἐπέπρωτο νὰ ἴδωμεν καὶ ταῦτα, Κύ-
2281ριοι, ἐπέπρωτο, τὸ κόμμα τοῦ Τρικούπη, ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν
2282τῆς δυάδος τῶν διαδόχων αὐτοῦ, νὰ φέρῃ τοιαύτην πρότα-
2283σιν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ν’ ἀπαιτῇ νὰ ψηφίσωμεν αὐτήν!...
2284Οὐδὲν ἄλλο ἔχω νὰ προσθέσω. (Εὖγε! εὖγε! Ὡραῖα!
2285ἐξ ἀριστερῶν.)
2286§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ρικάκης ἔχει τὸν λόγον... Ἀλλὰ
2287πρὸ τούτου νομίζω ὅτι ὥρα εἶναι νὰ διακόψωμεν.
2288Διακόπτεται λοιπὸν ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἐνάτης
2289ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 10′ μ. μ. Ἐπαναλαμ-
2290βάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρα 10 μ. μ.)
2291§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
2292Ὁ κύριος Ρικάκης ἔχει τὸν λόγον.
2293§99Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Διαδεχόμενος εἰς τὸ βῆμα, κύριοι συνά-
2294δελφοι, τὸν ἔντιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, συναισθάνομαι
2295τὴν ἀδυναμίαν μου καὶ τὸ δύσκολον τῆς θέσεώς μου, ἀναγ-
2296καζόμενος νὰ καταβιβάσω τὸ ζήτημα ἀπὸ τοῦ ὕψους, εἰς ὃ
2297ἀνεβίβασεν αὐτὸ, εἰς πρακτικώτερον ἔδαφος, εἰς ὃ, ὡς ἐκ τῆς
2298ἡλικίας μου, ἀναγκάζομαι νὰ κατέλθω.
2299Δὲν ἤθελον νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι ἐνόμιζον, ὅτι τὸ
2300ζήτημα ὑπεκφεύγει τῆς ἁρμοδιότητός μου, ὑπάρχουσι δὲ
2301πολλοὶ ἄλλοι συνάδελφοι, ἁρμοδιώτεροι ἐμοῦ, νὰ ὁμιλήσωσιν
2302ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου· ἀλλὰ μοὶ ἐπιβάλλεται,
2303πρὶν εἰσέλθω εἰς τὰ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ δώσω μίαν ἐξήγη-
2304σιν εἰς τὸν ἔντιμον ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴν, ἵνα δικαιολογήσω
2305τὴν ἀπάντησιν, ἣν τῷ ἔδωκα, ὅτε ἐνόμισεν ἀσέβειαν τὴν
2306πρὸς αὐτὸν ἀπάντησίν μου. Ἐθεώρησε ἀσέβειαν τὴν ἐπίκλη-
2307σιν τῶν ἰδεῶν καὶ ἀρχῶν τοῦ ἀειμνήστου πατρός του, ἐγὼ
2308δὲ, ὅστις ἐσεβάσθην τὴν μνήμην του καὶ ἐξακολουθῶ νὰ σέ-
2309βωμαι αὐτὴν, ὀφείλω νὰ δώσω δημοσίᾳ ἐξήγησιν τῆς ἀπαν-
2310τήσεώς μου. Πρὸς τοῦτο δὲ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μικρὰν παρέκ-
2311βασιν.
2312Ὅτε ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος ἀπεδέχθη τὴν σύμβα-
2313σιν, δι’ ἧς ἐπεδικάζετο ὁριστικῶς ἡ Θεσσαλία καὶ μέρος τῆς
2314Ἠπείρου εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συμπράττω
2315μετ’ αὐτοῦ· ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὁ ἀείμνηστος Κουμουν-
2316δοῦρος ἦτο πλήρης ἐθνικοῦ ἐνθουσιασμοῦ. Τὰ πάντα ἦσαν
2317πρὸ αὐτοῦ χαρὰ καὶ ἀγαλλίασις, ἡ δὲ ὁμιλία του περιεστρέ-
2318φετο εἰς τὸ ἐθνικὸν ζήτημα. Ἡμέραν τινὰ προσεκλήθημεν
2319εἰς Βασιλικὸν γεῦμα ἐν Φαλήρῳ. Μετὰ τὸ γεῦμα ἐξήλθομεν
2320εἰς τὸν κῆπον τοῦ μακαρίτου Κεχαγιᾶ, ὅπου κατῴκει ἡ
2321Βασιλικὴ Οἰκογένεια, ὅτε προσῆλθον οἱ δύο νεαροὶ πρίγκη-
2322πες· ὁ Διάδοχος ἦτο τότε μόλις 12 ἐτῶν. Ὁ Κουμουνδοῦ-
2323ρος, στραφεὶς πρὸς ἐμὲ, μοὶ λέγει: «Αὐτὰ τὰ παιδιὰ θὰ μᾶς
2324ὁδηγήσουν εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ Κρήτην» —διότι τὴν
2325Ἤπειρον ἐθεώρει ζήτημα προσεχοῦς μέλλοντος.—«Αὐτὰ τὰ
2326παιδιὰ θὰ μᾶς ὁδηγήσουν εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ Κρήτην!»
2327Καὶ τὸ ἓν τούτων μᾶς ὡδήγησεν εἰς τὴν Κρήτην, ἐλπίζω
2328δὲ, καὶ τὸ ἕτερον νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν Μακεδονίαν. Αὐτὴ
2329ἦτο ἡ ἐπίκλησις τῶν ἰδεῶν τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδού-
2330ρου, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, καὶ τὴν ὁποίαν ἐθεώρησεν ὁ υἱός του
2331ἀσέβειαν ἐκ μέρους μου.
2332Ὅτε εἶδον τὸν υἱόν του ἀποτελοῦντα μέρος τοῦ σημερι-
2333νοῦ Ὑπουργείου, καὶ λέγοντα ὅτι ἦλθε νὰ ἐκπληρώσῃ μίαν
2334εὐγενῆ φιλοδοξίαν του καὶ νὰ ἑνώσῃ τὸ ὄνομά του μὲ τὸν
2335στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν τῆς χώρας, αἱ ἐλπίδες μου ἀνε-
2336πτερώθησαν, καὶ ηὐχήθην νὰ ἐνισχύσῃ τὸν Διάδοχον, ἵνα
2337μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν Μακεδονίαν. Ὅτε ἀνέγνωσα τὴν ἔκθε-
2338σιν, ἥτις προηγεῖται τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ὑπ’ αὐτοῦ προη-
2339τοιμάσθη, καὶ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διὰ
2340τοῦ ὁποίου λογικώτατα καὶ μετὰ σθένους δικαιολογεῖ τὴν
2341διάταξιν, ὅτι μία καὶ μόνη διοίκησις πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, εἰς
2342ἑνὸς καὶ μόνου χεῖρας πρέπει νὰ συγκεντρωθῇ ὁ στρατὸς,
2343καὶ ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ θὰ ἦναι ὁ ἀντιστράτηγος καὶ
2344Διάδοχος, τὸν συνεχάρην καὶ τῷ ηὐχήθην ἀπὸ καρδίας. Ἰδοὺ
2345ἡ ἔκθεσίς του, ἥτις ἐν ὀλίγαις λέξεσι δικαιολογεῖ τὸ νομο-
2346σχέδιον (ἀναγινώσκει)
2347Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐν τούτοις, μέλος ὢν
2348τῆς Κυβερνήσεως, οὐχ ὀλίγον ἀπασχολεῖται καὶ περὶ τὰ γε-
2349νικὰ ζητήματα τοῦ Κράτους. Ἡ ἱεραρχία, εἰς ἣν τὸ Κρά-
2350τος ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ ἐφορᾶν ἐγγὺς τῶν πραγ-
2351μάτων τοῦ στρατοῦ, ἔχει ἀνάγκην ἀμέσου ἐλέγχου, τὸν ἔλεγ-
2352χον δὲ τοῦτον ἀδύνατον εἶναι, ὡς ἐκ τῶν ἀσχολιῶν του, νὰ
2353ἐνασκήσῃ αὐτοπροσώπως ὁ Ὑπουργός. Τούτου ἕνεκεν ὁ περὶ
2354ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νόμος οὗτος καθίστησιν ἀρχηγὸν
2355στρατοῦ, οὗτος δὲ ἐν ὀνόματι τοῦ Ὑπουργοῦ ἐνασκεῖ τὸν
2356ἔλεγχον τοῦτον.»
2357Τὸ δὲ ἄρθρον 34 τοῦ ὀργανισμοῦ λέγει τὰ ἑξῆς: «Ἀρ-
2358χηγὸς τοῦ στρατοῦ διορίζεται διὰ Β. Διατάγματος, προτά-
2359σει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ἀνώτερος καὶ ἐν
2360ἰσοβαθμίᾳ ἀρχαιότερος τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ
2361στρατοῦ τῆς ξηρᾶς.»
2362Διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ λοιπὸν, ὃν ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν
2363Στρατιωτικῶν παρεσκεύασε καὶ ἐδημοσίευσεν, ἀναγνωρίζει
2364ὅτι πρέπει νὰ συγκεντρωθῇ ἡ διοίκησις καὶ ἡ ἀρχηγία τοῦ
2365στρατοῦ εἰς χεῖρας ἑνὸς καὶ μόνου, οὗτος δὲ πρέπει νὰ ἦναι
2366ὁ ἀνώτερος κατὰ τὸν βαθμὸν ἐν τῷ στρατῷ, δηλαδὴ ὁ
2367ἀντιστράτηγος, ὁ Διάδοχος· τὴν δὲ γνώμην ταύτην τοῦ
2368πρώην Ὑπουργοῦ δὲν τολμῶ ν’ ἀμφισβητήσω. Ἐὰν διεφώ-
2369νησε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰς λεπτομερείας, ὡς πρὸς τὴν
2370ἀρχὴν ὅμως εἶναι σύμφωνος, ὅτι πρέπει ὁ Διάδοχος νὰ ἦναι
2371ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ.
2372Μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου τί ἀπέμει-
2373νεν; Ἠκούσατε συζήτησιν περὶ διαφωνίας μεταξὺ τοῦ πρώην
2374Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ νῦν; Αἱ λεπτομέ-
2375ρειαι, ἡ δικαιοδοσία, ἡ ἁρμοδιότης εἰσὶ ζητήματα, τὰ ὁποῖα
2376θὰ συζητηθῶσι μεταξὺ τῶν ἁρμοδίων, αἱ τροπολογίαι δὲ,
2377τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε, νομίζω ὅτι ἱκανοποιοῦσι
2378τὸ πλεῖστον τῶν ἀντιθέτων ἰδεῶν, αἵτινες ἠδύναντο ν’ ἀντι-
2379ταχθῶσι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου.
2380Ἀλλὰ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐγεννήθησαν ζητήματα πο-
2381λιτικά· προετάθη ὅτι ὑπεξέφυγεν ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουρ-
2382γοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὁ στρατὸς, ἀντετάχθη ἡ γνώμη, ὅτι
2383οἱ Βασιλόπαιδες δὲν πρέπει ν’ ἀναμιγνύωνται εἰς τὰ πολι-
2384τικὰ τοῦ Κράτους, ἀντετάχθη ἡ ἰδέα τοῦ ἀξιοτίμου Βου-
2385λευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅστις προχθὲς ἔλαβε τὸν λόγον, ὅτι οἱ
2386Βασιλόπαιδες πρέπει νὰ χρησιμοποιήσωσι τὰς γνώσεις των
2387ἐπωφελῶς, ἀλλὰ χωρὶς νὰ λαμβάνωσιν ἐνεργητικὸν μέρος.
2388Ἐγὼ δὲν ἐνόησα αὐτὴν τὴν θεωρίαν, τοῦ νὰ χρησιμοποιῇ
2389τις τὰς γνώσεις του, μὴ λαμβάνων μέρος εἰς καμμίαν ἐρ-
2390γασίαν, μὴ ἔχων ἐνεργητικὸν μέρος πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτῶν.
2391Θέλετε νὰ ἀποκλείσητε τοὺς Βασιλόπαιδας ἀπὸ τὴν στρα-
2392τιωτικὴν ὑπηρεσίαν; Διὰ τίνα λόγον; Οἱ Βασιλόπαιδες ἀπο-
2393τελοῦσι μέρος τῆς Πολιτείας, μέρος τοῦ στρατοῦ καὶ μέρος
2394τοῦ ναυτικοῦ τοῦ Κράτους. Τοὺς γνωρίζομεν, ἐψηφίσαμεν
2395περὶ αὐτῶν νόμους, ἀνεγνωρίσαμεν τὰς ὑπηρεσίας των, κα-
2396τετάχθησαν καὶ ὑπηρετοῦσιν ἐν τῷ στρατῷ καὶ ἐν τῷ ναυ-
2397τικῷ. Ἔχω λοιπὸν, ἐρωτῶ, τὸ δικαίωμα ἐγὼ, ὅταν ἔρχηται
2398ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία καὶ μοὶ λέγῃ ὅτι θεωρεῖ κατάλ-
2399ληλον τὸν ἀνώτερον τοῦ στρατοῦ νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὀργάνω-
2400σίν του, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι, ἐπειδὴ συμπίπτει
2401ἀρχαιότερος νὰ ἦναι ὁ Διάδοχος, δὲν τὸν δέχομαι; Ἐρωτῶ
2402ἐκεῖνον, ὅστις προτείνει τὴν ἀντίρρησιν, νὰ μοὶ εἴπῃ τοὺς
2403λόγους, δι’ οὓς ζητεῖ νὰ στερήσωμεν τοὺς Βασιλόπαιδας
2404τοῦ δικαιώματος τούτου, ἀπέναντι κειμένων νόμων, ἀπέ-
2405ναντι ὑπηρεσίας μακρᾶς καὶ δικαιώματος κεκτημένου. Δυ-
2406νάμεθα ἡμεῖς νὰ παρίδωμεν τὰ πρόσωπα ταῦτα, τὰ ὁποῖα
2407αὐτοδικαίως καλοῦνται, καὶ νὰ τὰ ἀποκλείσωμεν, διότι νο-
2408μίζομεν ὅτι τὸ πολίτευμα παραβλάπτεται; ἢ ὅτι ἐκεῖνος,
2409τὸν ὁποῖον θὰ καλέσωμεν, δὲν ὑπέχει εὐθύνην; ἢ ὅτι ὑπάρ-
2410χει ὑποψία, ὅτι δύναται νὰ συγκεντρωθῇ ὁ στρατὸς εἰς χεῖ-
2411ρας ἑνὸς, καὶ ἀπειλοῦνται αἱ ἐλευθερίαι; Τοιαύτη συζήτη-
2412σις εἶναι δικαιολογημένη; Δύνασθε νὰ πείσητέ τινα καὶ τῶν
2413ἐντὸς καὶ τῶν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ὅτι εἶναι αὕτη ἰδέα πρα-
2414κτική; ὅτι πράγματι προετοιμάζομεν στρατὸν προωρισμέ-
2415νον νὰ ὑπηρετήσῃ τὸ μέλλον τῆς πατρίδος, εἰς τὸν ὁποῖον
2416θὰ ἀναθέσωμεν τὰ σπουδαιότερα καὶ μεγαλείτερα καθήκοντα,
2417στρατὸν, ὅστις ἔχει τὴν ἀποστολὴν νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ἐθνικὰς
2418ἰδέας καὶ τοὺς ἐθνικοὺς πόθους; Εἶναι πρέπον, ἀπὸ τῆς πρώ-
2419της στιγμῆς τοῦ σχηματισμοῦ του νὰ προκαλῶμεν τοιαῦτα
2420ζητήματα, ἀντιστρατευόμενα πρὸς τὸν σκοπὸν καὶ τὰς προ-
2421θέσεις ἡμῶν; Ὅταν συζητῶμεν τοιαῦτα ζητήματα,—καὶ
2422συγχωρήσατέ μοι, διότι λέγω πικρὰς ἀληθείας,—ἀπελπίζο-
2423μεν τὸ ἔθνος.—Ἐγὼ πρέπει νὰ τὰς εἴπω, καὶ διὰ τὸ γῆράς
2424μου καὶ διὰ τὴν πεῖραν, ἣν ἔχω.—Ὅταν συζητῶμεν τοιαῦτα
2425ζητήματα, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι πρὸς τὴν Ἑλ-
2426λάδα εἰσὶν ἐστραμμένα τὰ βλέμματα τῶν ὁμοεθνῶν, οἵτινες
2427ἔχουσι τοὺς αὐτοὺς πόθους, καὶ ἐλπίζουσι τὴν σωτηρίαν αὑ-
2428τῶν ἀπὸ ἡμᾶς, ἀπὸ τὴν φρόνησιν καὶ τὸν πατριωτισμόν μας,
2429οἵτινες καταδυναστεύονται καὶ πανταχόθεν καταπολεμοῦν-
2430ται καὶ σφάζονται σήμερον. Διὰ τοιούτων συζητήσεων τοὺς
2431ἀποθαρρύνομεν, διὰ τοιούτων συζητήσεων γεννῶμεν τὴν δυσ-
2432πιστίαν, ἐνῷ ἔχομεν ἀνάγκην πλήρους ἐμπιστοσύνης· διὰ
2433τοιούτων συζητήσεων ἀδικοῦμεν τοὺς δόντας εἰς ἡμᾶς τὴν
2434ἐντολὴν νὰ ἐκπληρώσωμεν τοὺς πόθους, οὓς ἀφῆκαν ἡμιτε-
2435λεῖς οἱ πατέρες ἡμῶν.
2436Κατὰ τί προσβάλλεται τὸ Σύνταγμα, ἐὰν ὁ Διάδοχος, ὁ
2437νῦν ἐν ὑπηρεσίᾳ διατελῶν, δυνάμει τοῦ ἱεραρχικοῦ δικαιώ-
2438ματος, ὅπερ ἔχει, ἀναλάβῃ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ στρατοῦ;
2439Ὑπάρχει τι τὸ ἀποκλεῖον; Τὸ Σύνταγμα ἔχει δυσπιστίαν
2440πρὸς αὐτόν; Ἀπεναντίας τὸ Σύνταγμα εἶπεν, ὅτι γενικὸς
2441ἀρχηγὸς τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων τοῦ Κρά-
2442τους εἶναι ὁ Βασιλεὺς, καὶ ὁ μέλλων Βασιλεὺς εἶναι αὐτός.
2443Εὐτύχημα λοιπὸν εἶναι νὰ ἀναλάβῃ τὴν διοίκησιν τοῦ στρα-
2444τοῦ, καὶ νὰ δυνηθῇ ἀπὸ σήμερον νὰ ἐργασθῇ πρὸς ἐκπλήρω-
2445σιν τοῦ μέλλοντος καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ ἐκπλη-
2446ρώσῃ· εὐτύχημα, ἐὰν ἀπὸ σήμερον ἔλθῃ εἰς συνάφειαν μετὰ
2447τοῦ στρατοῦ, γνωρίσῃ τὰ ἀνάγκας, καὶ πληρώσῃ τὰς ἐλλεί-
2448ψεις, συναντηθῇ μετ’ αὐτοῦ, καὶ ἐν ὥρᾳ τῇ δεούσῃ εὑρεθῇ ἐπὶ
2449κεφαλῆς τοῦ στρατοῦ, ὡς εὑρέθη ὁ Κάρολος τῆς Ρωμουνίας.
2450Δὲν ἔχει, λέγουσιν, εὐθύνην. Ἀφίνω ὅτι ὑπηρετεῖ ἐπὶ 15
2451ἢ 20 ἤδη ἔτη, καθ’ ἃ ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του, χωρὶς
2452νὰ δώσῃ ἀφορμὴν νὰ ζητηθῶσι παρ’ αὐτοῦ εὐθῦναι, διότι
2453συναισθάνεται τὸ καθῆκόν του κάλλιον παντὸς ἄλλου, διότι
2454συναισθάνεται τὴν ἠθικὴν εὐθύνην, ἣν ἔχει ἀπέναντι τοῦ
2455ἔθνους, καὶ δὲν ἔδωσεν ἀφορμὴν νὰ ζητηθῶσι παρ’ αὐτοῦ εὐ-
2456θῦναι, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ὑπολογίζομεν. Τὴν νομικὴν εὐθύνην
2457θεωρῶ ἐντελῶς ἀναξίαν λόγου ἀπέναντι τῆς ἠθικῆς, ἣν ἀνα-
2458λαμβάνει ὁ μέλλων Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος.
2459Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς εἶπε προχθὲς, ὅτι δὲν
2460δύναται ὁ Διάδοχος νὰ εἰσαχθῇ ἐνώπιον τοῦ Στρατοδικείου.
2461Ἀλλὰ διατὶ νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι θέλει εὑρεθῆ εἰς αὐτὴν τὴν
2462θέσιν; διατὶ τὸ ὕψος τῆς θέσεώς του νὰ τὸ καταβιβάσωμεν
2463εἰς τὸ ταπεινὸν αὐτὸ ἔδαφος; διατὶ νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι δύ-
2464ναται νὰ συλλάβῃ τὴν ἰδέαν τῆς μὴ ἐκπληρώσεως τοῦ καθή-
2465κοντός του, καὶ δώσῃ ἀφορμὴν νὰ ζητηθῶσι παρ’ αὐτοῦ νομι-
2466καὶ εὐθῦναι; Ταῦτα ἠκούσαμεν λεγόμενα καὶ περὶ τοῦ πρίγ-
2467κηπος Γεωργίου, καὶ ἠκούσατε ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος
2468τούτου, ὅτι, ἂν δὲν ἦτο πρίγκηψ, ἤθελε γείνῃ σκέψις, ἂν
2469ἔπρεπε νὰ τουφεκισθῇ! Καὶ ὅμως, κληθεὶς νὰ διοικήσῃ τὴν
2470Κρήτην, ἀπεδείχθη ὁ ἄριστος τῶν ἡγεμόνων. Ἡ Κρήτη εὐ-
2471λογεῖ τὸν Θεὸν, ὅτι εὗρε τοιοῦτον ἡγεμόνα, καὶ τὸ μέλλον
2472εὐτυχὲς ἐξησφαλίσθη ὑπὲρ αὐτῆς. Ἐνόσῳ ἔμενεν ὑπὸ τὸ κρά-
2473τος τῶν συζητήσεων τῶν ἰδικῶν μας, ἐνθυμεῖσθε ὁποίας σκέ-
2474ψεις ἔκαμνάν τινες, λυπούμενοι ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ τοῦ ζη-
2475τήσωσιν εὐθύνας. Ὅτε ἀπήρχετο εἰς τὴν Κρήτην, ἔλεγον ὅτι
2476θὰ πράττῃ ὅ,τι θέλουσιν οἱ περὶ αὐτόν. Ἔλαβεν ὑπασπιστὰς
2477ἐκείνους, οὓς ἐνόμιζε καλλιτέρους. Μεταβῆτε νὰ μάθητε, ποία
2478εἶναι ἡ θέσις των, καὶ ποῖον τὸ ὕφος τῆς θέσεως τοῦ ἡγε-
2479μόνος. Ὅταν ἀπαντᾷ ἐπιμόνους ἀντιρρήσεις εἰς τὴν γνώμην
2480του, ἔχῃ δὲ πεποίθησιν εἰς τὴν ὀρθότητα αὐτῆς, ἀπαντᾷ
2481«ἔτσι θέλω!» ὁλόκληρος δὲ ὁ λαὸς τὸν ἐπευφημεῖ καὶ τὸν
2482λατρεύει διὰ τὴν θέλησίν του. Δὲν τὸν ἐπηρεάζουσι λοιπὸν
2483οἱ περὶ αὐτὸν, οὔτε ἡ συναίσθησις τῆς εὐθύνης, ἀλλ’ ὁ πα-
2484τριωτισμός του καὶ ἡ πρὸς τὸ καθῆκον ἀφοσίωσις. Εὔχο-
2485μαι δὲ καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν καὶ ἕτερα μέρη
2486νὰ διοικήσῃ καὶ ἐκπληρώσῃ τὴν αὐτὴν ἀποστολὴν, οἵαν καὶ
2487ἐν Κρήτῃ.
2488§100Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ ταῦτα.
2489§101ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι πολλαὶ ἡμέραι, καθ’ ἃς ἠκούσατε
2490ὅτι, ἐὰν εἴχομεν νὰ ἐφαρμόσωμεν νομικὴν εὐθύνην, θὰ τὸν
2491ἐτουφεκίζαμεν! Τὰ λέγω, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι δυστυχῶς ἐπη-
2492ρεαζόμεθα ἀπὸ σκέψεις μὴ ὀρθάς.
2493§102ΔΟΥΝΗΣ. Κύριε Ρικάκη...
2494§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
2495§104Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂς μᾶς εἴπῃ ὁ ῥήτωρ, ὅτι
2496δὲν δέχεται διακοπάς.
2497§105ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ ἔλεγον τίποτε, ἐὰν δὲν εὑρισκό-
2498μην εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ τεθῇ εἰς ἀμφιβολίαν ἡ εἰλι-
2499κρίνεια τῆς ψήφου μου. Οὐδένα λόγον ἔχω νὰ ἦμαι ὑπὲρ ἢ
2500κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπιθυμῶ ὅμως, ὁ στρατὸς νὰ ὀργα-
2501νωθῇ ἐπιτυχῶς, καὶ πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ δοθῶσιν ὅλα τὰ
2502μέσα, καὶ μάλιστα θὰ διεφώνουν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν
2503Οἰκονομικῶν, ἐὰν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐλαττώνει τὸν προϋπολο-
2504γισμὸν ἀπὸ 18 ἑκατομμύρια εἰς 16 ἑκατομμύρια, ἐνῷ πρέ-
2505πει νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς 22 ἑκατομμύρια, ἀφοῦ ὁ ἐφετεινὸς
2506προϋπολογισμὸς ηὔξησε κατὰ 10 ἑκατομμύρια...
2507§106ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῦ θὰ τὰ εὕρωμεν;
2508§107ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐκεῖ ποῦ τὰ ἐξοδεύομεν ἀλλοῦ, νὰ τὰ ἐξο-
2509δεύσωμεν διὰ τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικὸν, καὶ μάλιστα
2510μετὰ ἕνα ἀτυχῆ πόλεμον. Καὶ διὰ τοῦτο ἐπαινῶ πάντας, ὅσοι
2511ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς εἰργάσθησαν πρὸς τοῦτο, καὶ ὅπως
2512ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶχε τὸ θάρρος νὰ
2513ὑποβάλῃ ἔργον τέλειον, δι’ οὗ ἐφρόνει, ὅτι θὰ ὀργανωθῇ ὁ
2514στρατὸς, οὕτω ἀφ’ ἑτέρου ἐπαινῶ τὸν νῦν Ὑπουργὸν τῶν
2515Στρατιωτικῶν, διότι ἔφερε τὰς προτάσεις του, ὅπως σταθμι-
2516σθῇ ἐν πλήρει ἡσυχίᾳ ὁ σκοπὸς, ὃν πάντες ἐπιδιώκομεν. Αἱ
2517συζητήσεις βλάπτουσιν, ἀντὶ νὰ ὠφελῶσι, διὰ τοῦτο αὗται
2518πρέπει νὰ περιορίζωνται μεταξὺ τῶν ἁρμοδίων, διότι, ἐνῷ
2519πάντες συμφωνοῦμεν ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν, διαφωνοῦμεν εἰς τὰ
2520καθέκαστα.
2521§108Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν συμφωνοῦμεν πουθενά.
2522§109ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι προσωρινὸν, ἐπὶ τῇ βά-
2523σει ἑτέρου ὑποβληθησομένου ὁριστικοῦ. Τὸ ὑποβληθὲν νομο-
2524σχέδιον, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι συνετάχθη μετὰ πολλὴν σκέψιν
2525καὶ μελέτην, καὶ δὲν πρέπει νὰ δοθῇ τοσαύτη προσοχὴ εἰς
2526τὰς λεπτομερείας, ὅση εἰς τὸν κύριον σκοπὸν, ὃν ἐπιζητεῖ.
2527Ὅτε πέρυσιν ἐψηφίσαμεν τὸν νόμον περὶ ξένου ὀργανωτοῦ,
2528ἐδώσαμεν εἰς τοῦτον σχεδὸν ὅλα τὰ δικαιώματα τοῦ Ὑπουρ-
2529γοῦ, εἰς ὃν ἀφήσαμεν ἁπλῆν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν
2530στρατολογίαν. (Ἀναγινώσκει τὸν νόμον ἐκεῖνον).
2531Βλέπετε ὅτι ὁ νόμος, ὃν ἐψηφίσαμεν πέρυσι, δίδει πλειότερα
2532δικαιώματα εἰς τὸν ξένον, ὅστις πρόκειται νὰ προσκληθῇ, ἀπὸ
2533τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα δίδει τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον.
2534Δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι εἰς τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται
2535νὰ τεθῶσιν ὑπὸ λεπτομερῆ συζήτησιν, ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουρ-
2536γοῦ τῶν Στρατιωτικῶν μένει ἐλευθέρα, καὶ ὑπὸ τὴν ἐπί-
2537βλεψιν καὶ διοίκησιν αὐτοῦ θέλει διατελεῖ καὶ ὁ ἀρχηγὸς καὶ
2538τὸ Ἐπιτελεῖον καὶ πᾶσαι αἱ στρατιωτικαὶ ὑπηρεσίαι. Ἐγὼ
2539μάλιστα νομίζω, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ
2540καὶ ἡ στρατολογία, ἥτις εἶναι ἡ βάσις τοῦ στρατοῦ, διὰ νὰ
2541παύσωμεν νὰ ζητῶμεν τὰς ἐξαιρέσεις τῶν στρατευσίμων καὶ
2542νὰ ἐκλέγωμεν τὸν προϊστάμενον τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου,
2543ὅπως ὑπηρετῶμεν τοὺς φίλους. Ἐπίσης ἔπρεπε ν’ ἀφαιρεθῶσιν
2544ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν καὶ αἱ προμήθειαι· νὰ μένωσι μὲν ὑπὸ
2545τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὡς μετέχοντος τῆς εὐθύνης,
2546ἀλλὰ νὰ προπαρασκευάζωνται καὶ ἐνεργῶνται αἱ δημοπρασίαι
2547παρ’ ἄλλων προσώπων. Θὰ λείψωσιν οὕτω πολλὰ ἀτοπήματα,
2548αἱ δὲ ὑπηρεσίαι αὗται θὰ ἐνεργῶνται δικαιότερον καὶ ἀσφα-
2549λέστερον ἀπὸ τὸ ὑπὸ τὸν Γενικὸν Ἀρχηγὸν Ἐπιτελεῖον, παρὰ
2550ἀπὸ οἱονδήποτε Ὑπουργὸν, ὑποκείμενον εἰς τὴν ἐπήρειαν τοῦ
2551μὲν καὶ τοῦ δέ.
2552Ἐλέχθη καὶ ἤκουσα περὶ παραπόνων, γεννηθέντων εἰς τὸ
2553στράτευμα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαφορὰν τῶν ὅπλων. Ἐγὼ
2554ὅμως ἀπεναντίας παρετήρησα, ὅτι διὰ τῶν ὑποβληθεισῶν τρο-
2555πολογιῶν πᾶν παράπονον προλαμβάνεται καὶ πᾶς πλάγιος
2556σκοπὸς ἐξαλείφεται, διότι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ἀρχηγὸς
2557νὰ προτείνῃ ἄλλας μεταθέσεις καὶ τοποθετήσεις ἢ τὰς ἐντὸς
2558τοῦ αὐτοῦ ὅπλου. Τί ὑπάρχει λοιπὸν τὸ ἐπιλήψιμον, ὅπως
2559ἀρνηθῶμεν νὰ κάμωμεν τὸ πρῶτον βῆμα, ἀποδεικνύοντες ὅτι
2560ἔχομεν ζωὴν καὶ ὕπαρξιν; Διότι, ἐὰν οἱ Ρωμοῦνοι δὲν ἐπέ-
2561τρεπον εἰς τὸν Βασιλέα των νὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατοῦ,
2562ἐὰν οἱ Βούλγαροι ἐδυσπίστουν πρὸς τὸν ἡγεμόνα των, δὲν θὰ
2563εἶχον στρατὸν, οἷον ἔχουσι σήμερον, καλλίτερον ἡμῶν, οἱ
2564ὁποῖοι εἴμεθα Κράτος 70 ἐτῶν, ἐνῷ ἐκεῖνοι εἶναι χθεσινοί.
2565Προκειμένου δὲ νὰ κάμωμεν ἓν τοιοῦτον βῆμα, πρέπει πάντες
2566νὰ ὑποδείξωμεν τὰ τρωτὰ, ἐὰν ὑπάρχωσι τοιαῦτα, μέρη τοῦ
2567νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν χρησιμότητα
2568πάντες γινώσκομεν.
2569Ἐστὲ βέβαιοι, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πάντες οἱ ἐν τῷ ἐξω-
2570τερικῷ ἀδελφοὶ ἡμῶν ἔχουσι στρέψει τὴν προσοχήν των πρὸς
2571ἡμᾶς, ἐλπίζοντες ὅτι ἐπὶ τέλους θέλομεν λάβει ὁριστικὴν ἀπό-
2572φασιν, καὶ ὅτι θὰ κάμωμεν γενναῖον βῆμα, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ
2573ἀνορθώσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ θὰ λάβωμεν τὴν ἁρμόζουσαν
2574θέσιν ἀπέναντι τῶν ἐχθρῶν μας. Ὅτε μετὰ τὸν πόλεμον ἔλα-
2575βον τὴν τιμὴν νὰ γράψω περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ διὰ τῆς
2576ὑπογραφῆς μου, καὶ νὰ διαπραγματευθῶ τὸ ζήτημα κατ’ ἰδίαν
2577μου κρίσιν, ἔλαβον ἐπιστολὰς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, δι’ ὧν προσ-
2578εφέροντο πρὸς σύστασιν Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, διὰ νὰ
2579ἔχωμεν κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ὁ προϋπολογισμὸς ἡμῶν δὲν ἠδύ-
2580νατο νὰ διαθέσῃ. Καὶ συνέστη Σύλλογος, πρόθυμος νὰ συνεισ-
2581φέρῃ πρὸς τοιοῦτον σκοπόν. Ὁ Σύλλογος αὐτὸς, λαβὼν γνῶ-
2582σιν τῶν προηγουμένων συζητήσεών μας, ἐξέφρασε δυσμενῶς
2583τὴν γνώμην του, καὶ νομίζω ὅτι ἐκπληρῶ καθῆκον καὶ ὅτι
2584ἀνταποκρίνομαι εἰς τὰς θελήσεις ἐκείνων, ὑποστηρίζων ἐκ
2585πλήρους πεποιθήσεως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
2586Ἤκουσα ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ θεωρήσῃ τὸ ζήτημα ὡς ζή-
2587τημα κυβερνητικῆς ἐμπιστοσύνης, καὶ ὡς τοιοῦτον θὰ ψηφι-
2588σθῇ. Ὄχι! Θέλω νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς προϊὸν τῆς
2589ἐλευθέρας γνώμης ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπὶ τῇ πεποι-
2590θήσει ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐξυπηρετεῖται σκοπὸς
2591ἐθνικὸς, θέλομεν συντελέσει εἰς τὸ νὰ παρασχεθῶσι τὰ μέσα,
2592τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἐκτέλεσιν καὶ ἐφαρμογὴν αὐτοῦ.
2593§110Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
2594Δὲν ἐσκόπουν νὰ λάβω καὶ αὖθις τὸν λόγον, ἐὰν μὴ ἐπιφα-
2595νεῖς Βουλευταὶ, ἐξετάζοντες τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, δὲν
2596ἀπεφαίνοντο περὶ αὐτοῦ γνώμην ὅλως ἀντίθετον πρὸς τὰ
2597πράγματα. Ἔσχον τὴν τιμὴν εἰς προηγουμένας συνεδρίας
2598τῆς Βουλῆς νὰ ἐξηγήσω τὰς διατάξεις τοῦ συνόλου, τὰς ἐμ-
2599περιεχομένας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Παραδόξως ὅμως, ἤκουσα
2600ἀπὸ τοῦ στόματος ἐπιφανῶν Βουλευτῶν ἑρμηνείας διατά-
2601ξεών τινων τοῦ νομοσχεδίου ὅλως ἀντιθέτους τῆς ἀληθείας.
2602Καὶ ὄντως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ ὁ κ. ἐκ Γόρτυ-
2603νος, ἐξετάζοντες τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰσῆλθον καὶ
2604εἰς τὰ καθέκαστα αὐτοῦ, καὶ ἠρεύνησαν τὰς διατάξεις του,
2605ὑπό τε τὴν ἔποψιν τῆς συνταγματικότητος, ὡς καὶ ὑπὸ τὴν
2606ἔποψιν τῆς ἀνατροπῆς τῆς καθεστηκυίας νομοθεσίας τοῦ στρα-
2607τοῦ. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς συνταγματικότητος,
2608τοῦτο ἐπαρκῶς μέχρι τοῦδε συνεζητήθη, καὶ συνεπῶς δὲν
2609θὰ ποιήσωμαι λόγον σήμερον. Ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν ἐκχώ-
2610ρησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὴν Γεν. Διοί-
2611κησιν τοῦ στρατοῦ, τοῦτο θέλω ἀποκρούσει ὅλαις δυνάμεσιν,
2612ἀκολουθῶν τὴν σειράν, ἣν ἠκολούθησαν καὶ οἱ προλαλήσαν-
2613τες κύριοι Βουλευταί. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ὁ ἀξιότιμος
2614ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς δὲν ἐπεράτωσε τὴν ἀγόρευσίν του,
2615οὐχ ἧττον εἰς τὸ πρῶτον αὐτῆς μέρος ἐπραγματεύθη τὸ ζή-
2616τημα τοῦ συνόλου καὶ τῶν λεπτομερειῶν. Τοῦτ’ αὐτὸ ἔπραξε
2617καὶ ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτής. Παράδοξος τῳόντι εἶναι ἡ
2618ἐπ’ αὐτῶν ἐξενεχθεῖσα γνώμη, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τού-
2619του ἄρδην ἀνατρέπεται ἡ νομοθεσία ἡμῶν, καὶ ὅτι διὰ τοῦ
2620χορηγουμένου δικαιώματος τῆς ἁρμοδιότητος καὶ δικαιο-
2621δοσίας τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ ἀφαιρεῖται πᾶσα ἐξουσία, ἣν
2622ἀσκεῖ σήμερον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τοῦ
2623στρατοῦ καὶ τῶν στρατιωτικῶν καταστημάτων καὶ ὑπηρε-
2624σιῶν, καὶ ὅτι τέλος αἴρεται πᾶσα ἡ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργοῦ,
2625ἡ δὲ ὑπηρεσία τῶν δεκατριῶν τμημάτων τοῦ Ὑπουργείου
2626μεταφέρεται εἰς τὴν Γεν. Διοίκησιν. Ἀλλ’ ἆρά γε εἶναι τοῦτο
2627ἀληθές; ἢ μήπως εἶναι πλάνη, εἰς ἣν περιέπεσαν οἱ ἔξοχοι
2628πολιτευταί; Δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι δύσκολον ν’ ἀποδειχθῇ,
2629ὅτι ἀληθῶς εἰς πλάνην περιέπεσαν οἱ κ. Βουλευταὶ, ὑπολα-
2630βόντες ὅτι τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ δὲν ἀσκοῦσι νῦν οἱ
2631τρεῖς ἀρχηγοὶ αὐτοῦ, δυνάμει τῆς κειμένης νομοθεσίας, ἤτοι
2632τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν ἐκτελε-
2633στικῶν διαταγμάτων. Τὸ διάταγμα τοῦ 1882, λόγου χάριν,
2634τὸ καθορίζον τὴν δικαιοδοσίαν καὶ ἁρμοδιότητα τῶν ἀρχη-
2635γῶν, ὁρίζει ποίαν ἀσκοῦσιν οὗτοι διοίκησιν ἐπὶ τοῦ στρα-
2636τεύματος, καὶ ποίαν τὰ σώματα τὰ ὑπὸ τὴν διοίκησιν αὐ-
2637τῶν. Καὶ ἐνῷ οἱ ἀρχηγοὶ στρατοῦ ἤσκουν τὴν διοίκησιν ἐπὶ
2638τῶν σωμάτων καὶ τῶν καταστημάτων, οὐδεὶς ἐφαντάσθη
2639ποτὲ, ὅτι τὰ τμήματα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν
2640ἐξέλιπον. Τοῦτ’ αὐτὸ θὰ συμβῇ καὶ ἐπὶ τῆς Γεν. Διοική-
2641σεως, ἥτις ἀντικαθιστῶσα τὰ τρία Ἀρχηγεῖα στρατοῦ, θὰ
2642ἀσκήσῃ ἑνιαίαν τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, τῶν καταστημά-
2643των καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ· καὶ ἐνταῦθα ἔγκειται ἀκρι-
2644βῶς ἡ ἀξία τοῦ ζητήματος. Τοῦτο ἐξετάζοντες, δυνάμεθα νὰ
2645πορισθῶμεν τὸ ἀσφαλὲς συμπέρασμα, ὅτι τὰ τμήματα πάντα
2646τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δέον νὰ διεξάγωσιν, ὡς
2647καὶ νῦν, τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, ἣν οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχι-
2648στον μεταβάλλει ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἐν
2649παραδείγματι, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπε: «καὶ εἰς
2650τί θὰ χρησιμεύσῃ τὸ Τμῆμα τὸ Ὑγειονομικὸν, ἢ τὸ Τμῆμα
2651τοῦ Πυροβολικοῦ ἢ τὸ τοῦ Πεζικοῦ κλπ., ὅταν ὁ Γενικὸς Δι-
2652οικητὴς ἔχῃ τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑγειονομικοῦ σώματος, τοῦ
2653Πυροβολικοῦ, τοῦ Πεζικοῦ κλπ.;» Ἀλλὰ τὸ Τμῆμα τοῦ Πυ-
2654ροβολικοῦ δὲν ἔχει μόνον τὴν διοίκησιν τοῦ σώματος, διότι
2655αὕτη καὶ νῦν ἀνήκει εἰς τὸν στρατιωτικὸν διοικητὴν, εἴτε
2656μέραρχος εἶναι οὗτος, εἴτε Γεν. Διοικητής, εἴτε ἀρχηγὸς τοῦ
2657στρατοῦ. Τὸ Τμῆμα τοῦ Πυροβολικοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ
2658διεξάγει τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν διοίκησιν, τὴν
2659ὑπερβαίνουσαν τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Γεν. Διοικήσεως καὶ
2660συνεπῶς διεξαγομένην ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ πλὴν τού-
2661του διεξάγει καὶ τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πυροβολικοῦ,
2662ἔχει τὴν διαχείρισιν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πυροβολικοῦ, ὡς καὶ
2663τὴν στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν, τὴν ἀνατεθειμένην ἤδη εἰς τὸ
2664Τμῆμα τοῦ Πυροβολικοῦ, ἔτι δὲ καὶ τὴν ἐξάρτυσιν. Εἰς
2665αὐτὸ εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ἐποπτεία τῶν κανονισμῶν τοῦ
2666πυροβολικοῦ, ὡς καὶ αἱ μεταβολαὶ τῶν πολιτικῶν καθηγη-
2667τῶν τῶν στρατιωτικῶν σχολείων...
2668§111Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Τὴν ἐκπαίδευσιν τὴν ἀνέλαβε τὸ Ἀρχη-
2669γεῖον.
2670§112Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τίνι τρόπῳ διορίζει τοὺς καθηγητὰς
2671τὸ Ἀρχηγεῖον; Ἀναγνώσατε τὸ νομοσχέδιον, καὶ θὰ πει-
2672σθῆτε περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου.
2673§113Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Κατὰ πρότασιν τοῦ Ἀρχηγείου θὰ διο-
2674ρίζωνται. Ὅταν ὁ Διάδοχος ἔχῃ τὴν διοίκησιν, ὡς Γενικὸς
2675Διοικητὴς, ὅταν ἔχῃ τὴν ἐπίβλεψιν ἐπὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως,
2676πῶς ὑμεῖς δὲν θὰ διορίσητε τοὺς καθηγητὰς τοὺς προτεινο-
2677μένους παρ’ αὐτοῦ; Πρότασις δὲ τοῦ Διαδόχου δὲν εἶναι
2678πρότασις, εἶναι ἐπιβολή. Περὶ τούτου πρόκειται.
2679§114Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Αὐτὴν τὴν γνώμην δύνασθε νὰ ἔχητε
2680ὑμεῖς. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, φρονῶ, ὅτι ὁ Γεν. Διοικητὴς προτείνει
2681τὰς μεταβολὰς τῶν στρατιωτικῶν καθηγητῶν δυνάμει
2682τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ ταύτας ὀφείλει
2683νὰ αἰτιολογήσῃ ἀποχρώντως, διότι ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς,
2684ὅστις θὰ πραγματοποιήσῃ ταύτας διὰ τῆς ὑποβολῆς πρὸς
2685τὸν Βασιλέα τῶν ἀναγκαίων Β. Διαταγμάτων, δέον νὰ πει-
2686σθῇ περὶ τῆς χρησιμότητος τῶν προτεινομένων μεταβολῶν
2687καὶ τῆς νομιμότητος αὐτῶν.
2688Τὰ αὐτὰ περίπου δύνανται νὰ λεχθῶσι καὶ περὶ τῶν ἄλ-
2689λων τμημάτων τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ Μηχανικοῦ, Πεζικοῦ,
2690Ὑγειονομικοῦ κλπ.
2691Τὸ Τμῆμα τοῦ Πεζικοῦ, ὥσπερ καὶ νῦν, θὰ διεξάγῃ
2692πάσας τὰς πειθαρχικὰς ὑποθέσεις, τὰς ἀναγομένας εἰς τὴν
2693δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὡς καὶ ἐκείνας, περὶ ὧν ἀπαι-
2694τεῖται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως ἀξιωμα-
2695τικῶν.
2696Ἐν τέλει ἐξετάσωμεν καὶ αὐτὴν τὴν Ἐπιτελικὴν Ὑπηρε-
2697σίαν. Ἀληθῶς τὸ νομοσχέδιον, ἔχον ὑπ’ ὄψιν τὸν σκοπὸν τῆς
2698συντάξεως τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἔπρεπε
2699νὰ παράσχῃ εὐρὺ στάδιον ἐνεργείας εἰς τοὺς μέλλοντας νὰ
2700ἐργασθῶσιν εἰς τὴν σύνταξιν καὶ τὸν καταρτισμὸν τελείου
2701ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Καὶ πράγματι τὸ ἄρθρον 6 τοῦ
2702νομοσχεδίου ἔχει ὡς ἑξῆς:
2703«Τὸ Ἐπιτελεῖον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ δι-
2704εξάγει καὶ τὰς νῦν διεξαγομένας ὑπηρεσίας ὑπὸ τῆς παρὰ τῷ
2705Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας.
2706»Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ὑποβάλλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
2707Στρατιωτικῶν τὰς ἀναγκαίας προτάσεις ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων
2708τοῦ ἀνωτέρω ἐδαφίου, αἵτινες ἀπαιτοῦσι τὴν ἔκδοσιν βασι-
2709λικοῦ διατάγματος. Ἔτι δὲ ὑποβάλλει προτάσεις περὶ μετα-
2710θέσεως ἀξιωματικῶν ἀπὸ σώματος εἰς σῶμα τοῦ αὐτοῦ ὅπλου
2711καὶ εἰς γενικὰς καὶ εἰδικὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ.»
2712Τὰ Ἐπιτελεῖα τῶν Ἀρχηγείων στρατοῦ εἶχον ὡρισμένην
2713ὑπηρεσίαν, ἥτις διεξήγετο ἐν αὐτοῖς. Ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία αὕτη
2714καὶ μόνη δὲν ἦτο ἐπαρκὴς, ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας
2715τοῦ Ἐπιτελείου τῆς Γεν. Διοικήσεως καὶ πρὸ παντὸς εἰς τὴν
2716μελέτην καὶ σύνταξιν τοῦ μέλλοντος ὀργανισμοῦ τοῦ στρα-
2717τοῦ. Ἔδει ὅθεν νὰ συμπληρωθῇ αὕτη διὰ τῆς μεταβιβάσεως
2718ὑπηρεσιῶν τινων τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου
2719τῶν Στρατιωτικῶν. Αἱ μεταβιβαζόμεναι αὗται ὑπηρεσίαι
2720μνημονεύονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἐννοεῖται δ’ ὅτι διὰ τῆς
2721μεταβιβάσεως τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων δὲν καταργεῖται καὶ ἡ
2722Ἐπιτελικὴ Ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, ἥτις ἀπομένει ἀκε-
2723ραία, ὥσπερ καὶ νῦν.
2724Ἀλλ’ ἐρωτῶ ἡμᾶς, διατὶ ὑφίστανται ἅπαντα τὰ τμή-
2725ματα τοῦ Ὑπουργείου, διοικουμένου τοῦ στρατοῦ διὰ τῶν
2726τριῶν Ἀρχηγείων, θὰ παύσωσι δὲ, καθ’ ὑμᾶς, ὑφιστάμενα,
2727ὡς ἄχρηστα, εὐθὺς ὡς τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ ἀναλάβῃ
2728ἡ Γενικὴ Διοίκησις ἀντὶ τῶν Ἀρχηγείων;
2729Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον δέον νὰ ἐξετάσωμεν, τί ἀκριβῶς
2730περιλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον, ἂν δηλ. πλὴν τῆς διοικήσεως,
2731ἣν ἀσκοῦσιν οἱ ἀρχηγοὶ, περιλαμβάνει νέας τινὰς διατάξεις,
2732μὴ ὑπαρχούσας σήμερον εἰς τοὺς καθεστηκότας νόμους. Ἀλη-
2733θῶς, πλὴν τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας, ἥτις μεταβιβάζεται
2734εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, μεταβιβάζεται καὶ
2735τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως, προκειμένου περὶ τῶν μετα-
2736θέσεων τῶν ἀξιωματικῶν. Κατὰ τὰ νῦν κείμενα, ὁ Ὑπουρ-
2737γὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ προτείνειν τὴν
2738μετάθεσιν παντὸς ἀξιωματικοῦ ἀπὸ ὅπλου εἰς ὅπλον, ἀπὸ
2739σώματος εἰς σῶμα, καὶ ἀπὸ σώματος εἰς γενικὰς ἢ εἰδικὰς
2740θέσεις. Ἀλλ’ ἡ ἀπὸ ὅπλου εἰς ὅπλον μετάθεσις ἀπὸ μακροῦ
2741χρόνου ἐτέθη εἰς ἀχρηστίαν, καὶ εὔχομαι, οὐδέποτε νὰ πραγ-
2742ματοποιηθῇ, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ τοιαύτη μετάθεσις τῶν ἀξιω-
2743ματικῶν ἀντιβαίνει καὶ εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει
2744ἕκαστος ἀξιωματικὸς, εἶναι δὲ ἐπιζήμιος καὶ εἰς τὴν ὑπηρε-
2745σίαν καὶ εἰς τὰ ἄτομα. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, πρεσβεύω ὅτι εἰς οὐδένα
2746βαθμὸν ὁ ἀξιωματικὸς πρέπει νὰ μετατίθηται ἀπὸ ὅπλου
2747εἰς ὅπλον· ἐὰν δέ ποτε ἐγένοντο τοιαῦται μεταθέσεις, περὶ
2748ὧν προβλέπει τὸ ἐκτελεστικὸν διάταγμα τοῦ περὶ προβιβα-
2749σμῶν νόμου τοῦ 1861, τοῦτο ἀποδοτέον εἰς τὴν μὴ ὕπαρξιν
2750τῶν διεπόντων τὰ τῆς κατατάξεως τῶν νέων ἀποφοίτων τῶν
2751Στρατιωτικῶν Σχολῶν· διότι οἱ νόμοι, οἱ διέποντες ἀμφο-
2752τέρας τὰς Σχολὰς, τὴν τῶν Εὐελπίδων καὶ τὴν τῶν Ὑπα-
2753ξιωματικῶν, ὁρίζουσι σαφῶς τὸν τρόπον τῆς κατατάξεως ἐν
2754τοῖς διαφόροις ὅπλοις τοῦ στρατοῦ.
2755Ἔλεγον ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον παρέχει εἰς
2756τὸν Γεν. Διοικητὴν τὸ δικαίωμα τοῦ προτείνειν τὰς μετα-
2757θέσεις τῶν ἀξιωματικῶν ἀπὸ σώματος εἰς σῶμα, τουτέστιν
2758ἀπὸ τοῦ ἑνὸς συντάγματος εἰς τὸ ἄλλο, καὶ ἀπὸ σώματος εἰς
2759γενικὴν ἢ εἰδικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι τὸ
2760συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας, διότι σήμερον ἡ μετάθεσις αὕτη
2761ἀνήκει εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὁ Ὑπουργὸς ὅμως, ἕνεκα τῶν πολ-
2762λῶν ἀσχολιῶν, τὰς ὁποίας ἔχει, καὶ τῆς ἀτελοῦς γνώσεως τῆς
2763ὑπηρεσίας τῶν ἀτόμων, βεβαίως δὲν θὰ ἦναι ποτὲ εἰς κατά-
2764στασιν νὰ κρίνῃ, ποία ἀκριβῶς εἶναι ἡ καλλιτέρα τοποθέτησις
2765καὶ μετάθεσις τῶν ἀξιωματικῶν, ὡς θὰ ἦναι ὁ Γεν. Διοι-
2766κητὴς, ὅστις πρὸς τοῦτο θὰ ζητῇ ἴσως καὶ τὴν γνώμην τῶν
2767διοικητῶν τῶν Μεραρχιῶν, καὶ θὰ δύναται νὰ ἀσφαλίζῃ τὴν
2768πρότασιν αὐτοῦ περὶ μεταθέσεως, θὰ δύναται νὰ προτείνῃ
2769τὰ κατάλληλα καὶ ἁρμόδια πρόσωπα διὰ τὴν κατάληψιν τῶν
2770θέσεων εἴτε ἐν τῷ αὐτῷ ὅπλῳ, εἴτε καὶ ἐν ταῖς γενικαῖς ὑπη-
2771ρεσίαις. Ἡ μόνη ὅθεν προνομία, ἥτις δίδεται εἰς τὸν ἀρχη-
2772γὸν, εἶναι αἱ προτάσεις περὶ μεταθέσεως, καὶ αὗται ἀναγρά-
2773φονται ἐν τῷ νόμῳ.
2774Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐξέφρασεν ἀμφιβολίας
2775καὶ περὶ τοῦ πίνακος, ὅτι οὗτος, ἐνῷ κατ’ ἀρχὰς εἶχε συν-
2776ταχθῆ ὑπὸ ἄλλων τύπων, μετεβλήθη κατόπιν, ἄγνωστον διατί.
2777Νομίζω ὅτι δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ δώσῃ τις τοσαύτην ση-
2778μασίαν εἰς λάθος, ὅπερ ἐγένετο—ὅπως σᾶς ἐξήγησα εὐθὺς
2779ἀμέσως κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου—ἐκ κακῆς ἀντι-
2780γραφῆς· διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ἐγὼ νὰ καταρτίσω τὸ Ἐπι-
2781τελεῖον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως κατώτερον τοῦ Ἐπιτελείου
2782τῶν Ἀρχηγείων κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ὑφισταμένου νόμου.
2783Ἐν ᾧ εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον τοῦ Ἀρχηγείου σήμερον ὑπάρχει εἷς
2784συνταγματάρχης, εἷς ἀντισυνταγματάρχης, εἷς ταγματάρ-
2785χης, δύο λοχαγοὶ καὶ δύο ὑπολοχαγοί, δὲν ἠδυνάμην νὰ
2786παραλείψω τὸν συνταγματάρχην εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον τῆς Γε-
2787νικῆς Διοικήσεως. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον τοῦτο
2788ὑπάρχει ὁ ἀλλοδαπὸς ἀξιωματικὸς, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ νόμου,
2789τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος, ἐπιβάλλεται ὡς ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτε-
2790λείου, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται ὡς ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου προσω-
2791ρινῶς, ὅστις σκοπὸν ἔχει τὴν ὀργάνωσιν καὶ ὁ ὁποῖος δὲν
2792δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι μονίμως θὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ Ἐπιτελείῳ
2793τούτῳ. Εἶναι ὅμως βέβαιον, ὅτι καὶ ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι προσω-
2794ρινὸς, διότι μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ
2795στρατοῦ νόμου καὶ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ ἀναντιρρήτως ἡ ἰσχὺς
2796τοῦ παρόντος παύει. Ὁ νόμος, δὲ, ὁ ὁποῖος θὰ περιλάβῃ τὴν
2797ὀργάνωσιν πασῶν τῶν ὑπηρεσιῶν, θὰ περιλάβῃ καὶ τὰ τοῦ
2798Ἐπιτελείου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ὡς καὶ τὰ τοῦ Γενικοῦ
2799Ἐπιτελείου, τὰ ὁποῖα δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θ’ ἀνταποκρίνων-
2800ται εἰς τὸν σκοπόν των.
2801Ταῦτα εἶχον, Κύριοι, νὰ εἴπω, ἵνα κάλλιον ἑρμηνεύσω
2802ἁπάσας τὰς περὶ Γενικῆς Διοικήσεως διατάξεις τοῦ νομο-
2803σχεδίου.
2804§115Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Στρα-
2805τιωτικῶν Ὑπουργοῦ εἰς τὰ ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα ἀπηύθυναν
2806πρὸς αὐτὸν οἱ προαγορεύσαντες, μὲ ἀπαλλάσσει τοῦ κόπου νὰ
2807ἐκταθῶ ἐπὶ πολὺ εἰς τὰς λεπτομερείας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι τῷ
2808ὄντι καὶ εἰς ἐμὲ ἐγείρουσιν ἀπορίαν τινά. Ἀλλὰ δὲν ἠδυνά-
2809μην καὶ νὰ φαντασθῶ, ὅτι ἦτο ποτὲ δυνατὸν ν’ ἀφαιρεθῶσιν
2810ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν πάντα τὰ τμή-
2811ματα, ἐκτὸς ἐκείνου, τὸ ὁποῖον, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους ἐδι-
2812καιολόγησεν, ἀφήρεσε καὶ ἀνέθηκεν εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκη-
2813σιν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὰς πληροφορίας ταύτας
2814ἀπομένει κενόν τι, τὸ ὁποῖον θὰ ζητήσω νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ ὁ
2815κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅταν εἰς τὴν σειρὰν τοῦ
2816λόγου μου ἔλθῃ ἡ κατάλληλος θέσις.
2817Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, Κύριοι, μεταρρυθμίζει οὐ-
2818σιώδεις τινὰς τῷ ὄντι διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος στρατιωτι-
2819κοῦ ὀργανισμοῦ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιζητεῖται
2820πρῶτον ἡ συγχώνευσις τῶν τριῶν Ἀρχηγείων εἰς μίαν μό-
2821νιμον καὶ ἑνιαίαν διοίκησιν. Τοῦτο δὲ σαφῶς καταφαίνεται
2822ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλ’ ἐπιζητεῖται καὶ
2823ἕτερόν τι, ἐπιζητεῖται ἡ παρασκευὴ στρατιωτικοῦ ὀργανι-
2824σμοῦ πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ ἤδη λειτουργοῦντος· τοῦτο
2825δὲ ἀριδήλως συνάγεται ἐκ τοῦ διορισμοῦ, ὡς ἀρχηγοῦ τοῦ
2826Ἐπιτελείου, τοῦ ξένου ὀργανωτοῦ, δεύτερον ἐκ τῆς ἀποσπά-
2827σεως τῆς Διευθύνσεως τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας καὶ τῆς
2828προσκολλήσεως αὐτῆς παρὰ τῷ Γενικῷ Διοικητῇ, καὶ τε-
2829λευταῖον ἐκ τοῦ τελευταίου ἄρθρου τοῦ παρόντος νομοσχε-
2830δίου, τὸ ὁποῖον σαφῶς λέγει, ὅτι ὁ παρὼν νόμος θὰ ἰσχύσῃ
2831μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ὁριστικοῦ ὀργανισμοῦ.
2832Θέλω, Κύριοι, ἐκφέρει τὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου
2833γνώμην μου, ἀπορρέουσαν ἐκ πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν ἀπὸ
2834πολλοῦ χρόνου ἐμόρφωσα, καὶ τὴν ὁποίαν ἔσχον τὴν εὐκαι-
2835ρίαν πολλάκις καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐξενέγκω,
2836ὅπως θὰ ἀποδείξω μετ’ ὀλίγον.
2837Τὸ ζήτημα τοῦ στρατοῦ, ἀφ’ ἧς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρα-
2838κάθημαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐξήτασα πάντοτε ὡς ζήτημα
2839ἐθνικὸν, καὶ ὡς τοιοῦτον καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην θὰ ἐξετά-
2840σω. Παρακαλῶ δὲ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ διὰ τὰς ἰδέας, τὰς
2841ὁποίας ἐπὶ τούτου θὰ ἐκφράσω, διότι ἐκ πλήρους πεποιθή-
2842σεως θὰ ὁμιλήσω, καὶ θὰ συζητήσω ἐφ’ ὅλων τῶν ἄρθρων, τῶν
2843ἀποτελούντων τὸ νομοσχέδιον.
2844Ἐλέχθη, κύριοι, Βουλευταὶ, καὶ παρεστάθη μάλιστα μετὰ
2845πολλῆς ζωηρότητος, ἂν οὐχὶ παρ’ ὅλων, ἀλλὰ παρὰ τῶν πλεί-
2846στων βεβαίως τῶν προαγορευσάντων, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ
2847στρατοῦ ἡμῶν δὲν εἶναι εὐάρεστος,—ἵνα μὴ εἴπω βαρυτέραν
2848τινὰ λέξιν,—ἰδίως δὲ τὴν γνώμην ταύτην ἐξήνεγκεν ὁ ἐκ
2849Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτής, τοῦ ὁποίου οἱ λόγοι ἀληθῶς
2850ἔχουσι κῦρος, οὐ μόνον διότι ἐκ τῆς μακρᾶς αὐτοῦ πείρας
2851συνήγαγε τὸ συμπέρασμα τοῦτο, ἀλλὰ καὶ διότι διετέλε-
2852σεν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, διετέλεσε δὲ καὶ
2853κυβερνήτης τῆς χώρας, καθ’ ὃν χρόνον πάντων τὰ βλέμ-
2854ματα ἦσαν ἐστραμμένα πρὸς τὸν στρατόν. Ἀλλ’ ἆρά γε αἰ-
2855τία τῆς καταστάσεως ταύτης εἶναι ἡ ἔλλειψις ὀργανισμοῦ
2856τελειοτέρου τοῦ ἤδη λειτουργοῦντος; Παντάπασιν. Αἰτία τῆς
2857καταστάσεως ταύτης τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν λυπηρῶν ἐκείνων
2858ἀποτελεσμάτων τοῦ πολέμου εἶναι πρῶτον ἡ ἀνατροφὴ τοῦ
2859λαοῦ· διότι δὲν ἐνεπνεύσθη εἰς αὐτὸν ἐπαρκῶς ἡ ἀγάπη πρὸς
2860τὴν πατρίδα καὶ τὸ αἴσθημα τὸ θρησκευτικόν. Ῥίψατε ἓν
2861βλέμμα εἰς τὸν μικρὸν, ἀλλὰ γενναῖον ἐκεῖνον λαὸν τῆς Νο-
2862τίου Ἀφρικῆς, καὶ θέλετε πεισθῆ περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λό-
2863γων μου. Διὰ μόνης τῆς μικρᾶς καὶ πρακτικῆς ὅλως ἀσκή-
2864σεως εἰς τὰ ὅπλα, διὰ τῆς ἀγάπης πρὸς τὴν πατρίδα καὶ
2865τῆς πίστεως πρὸς τὸν Θεὸν διέπραξε κατορθώματα, τὰ ὁποῖα
2866ἐπέσυραν τὸν θαυμασμὸν πάντων τῶν λαῶν, μηδ’ ἡμῶν ἐξ-
2867αιρουμένων. Ἴσως ὑποκύψουσιν ἐπὶ τέλους, ἀλλὰ θὰ ὑποκύ-
2868ψωσιν εἰς τὸν μέγαν ἀριθμὸν τῶν ἀντιπάλων καὶ εἰς τὴν
2869περίσσειαν τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα διαθέτει ἡ μεγάλη ἐκείνη
2870Δύναμις. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποκύψωσι, Κύριοι, θὰ ἔχωσι τὸ δι-
2871καίωμα νὰ λέγωσιν ὅ, τι εἶπε μέγας ἄλλοτε ἀνήρ: «Τὸ πᾶν
2872ἀπωλέσαμεν, πλὴν τῆς τιμῆς».
2873Τὰς αὐτὰς περίπου ἰδιότητας ἔχει καὶ ὁ Γερμανικὸς λαὸς,
2874μὲ μόνην τὴν διαφορὰν, ὅτι τὴν πρακτικὴν καὶ μικρὰν ἐκπαί-
2875δευσιν λαμβάνει εἰς Σχολὰς συστηματικῶς ὠργανωμένας,
2876οἷαί εἰσιν αἱ τάξεις τοῦ στρατοῦ. Καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς
2877ἀνατροφῆς ἐκείνης εἴδομεν κατὰ τὸ 1870. Ἀλλὰ δὲν συν-
2878έβη ἀτυχῶς τὸ αὐτὸ καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν, συνέβη ὅλως τὸ
2879ἐναντίον, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οἱ Γάλλοι, στηριζό-
2880μενοι εἰς τὰς πατραγαθίας, ἢ μᾶλλον εἰς τὰ κατορθώματα
2881τοῦ γαλλικοῦ στρατοῦ, παρημέλησαν τὰ πάντα, οὐδόλως ἀπο-
2882βλέψαντες εἰς μέλλοντα πόλεμον, διότι ἐνόμιζον ὅτι θὰ ἐξακο-
2883λουθήσωσιν οἱ πόλεμοι τῆς Ἀφρικῆς, οἱ τόσον ὁμαλοὶ καὶ
2884ἄκοποι.
2885Ἀνάγκη λοιπὸν ἡ ἀνατροφὴ τοῦ λαοῦ νὰ μεταβληθῇ.
2886Ἰδοὺ, τί ἔλεγε, Κύριοι, ὁ μέγας πολίτης τῆς Γαλλίας
2887Γαμβέτας ἀμέσως μετὰ τὸν Γαλλογερμανικὸν πόλεμον, ἤτοι
2888κατὰ τὸ ἔτος 1871 (ἀναγινώσκει): «Δὲν πρέπει, Κύριοι,
2889ν’ ἀπελπιζώμεθα διὰ τὴν ἀτιμωτικὴν εἰρήνην, τὴν ὁποίαν
2890ὑπεγράψαμεν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν πρὸς θεραπείαν
2891τῶν κακῶν, διορίζοντες παντοῦ διδασκάλους, προσλαμβάνον-
2892τες πλὴν τοῦ παιδαγωγοῦ τῶν τέκνων μας ἕνα γυμναστὴν,
2893εἴτε καὶ ὑπαξιωματικὸν τοῦ στρατοῦ, ἵνα ἀσκῆται ὅ τε νοῦς
2894καὶ τὸ σῶμα αὐτῶν καὶ κατασταθῶσι ταῦτα ἱκανὰ, ἵνα ἀν-
2895τέχωσιν εἰς τὰς διαφόρους στερήσεις, εἰς τὸ ψῦχος τοῦ Βορρᾶ
2896καὶ τὸν ἥλιον τοῦ Μεξικοῦ· διότι, ἐὰν μόνον εἰς τὰ γράμ-
2897ματα περιορισθῶμεν, θ’ ἀποκτήσωμεν ἄνδρας ἐγγραμμάτους
2898μὲν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ πατριώτας.»
2899Ταῦτα ἔλεγεν ὁ Γαμβέτας, ὁ ὁποῖος ἐκ τῆς μακρᾶς αὐτοῦ
2900πείρας εἶχε συναγάγει τὸ συμπέρασμα τοῦτο.
2901Ἀλλ’ ἑτέρα αἰτία τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ ἡμῶν
2902εἶναι ὁμολογουμένως ἡ ἔλλειψις πρακτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἡ
2903προερχομένη ἐκ δύο ἄλλων αἰτιῶν, ἐκ τῆς ἐλλείψεως μέσων
2904καὶ ἐκ τῆς ἐνασχολήσεως τοῦ στρατοῦ εἰς ὑπηρεσίας ἀλλο-
2905τρίας τοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ. Ἰδοὺ τί ἔλεγον, Κύριοι, εἰς τὴν
2906συνεδρίασιν τῆς 23 Φεβρουαρίου τοῦ 1888, προκειμένου περὶ
2907τοῦ νομοσχεδίου τῆς αὐξήσεως τῆς χωροφυλακῆς, ἀποτεινό-
2908μενος πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκείνην (ἀναγινώσκει):
2909«Ἀλλ’ ἔστω, Κύριοι, δὲν θέλετε τὴν αὔξησιν τῆς χωρο-
2910φυλακῆς δι’ ἕνα ἢ ἄλλον λόγον; συστήσατε πολιτοφυλακὴν
2911πρὸς συνοδείαν τῶν δημοσίων εἰσπρακτόρων καὶ διὰ τὰς ἄλλας
2912παραπλησίας ὑπηρεσίας, κάμετε κλητῆρας, κάμετε ὅ,τι θέ-
2913λετε, ἀλλὰ, πρὸς Θεοῦ, ἀπαλλάξατε τὸν στρατὸν ἀπὸ τῶν
2914ξένων πρὸς τὸ ἔργον αὐτοῦ ὑπηρεσιῶν, αἵτινες, ὡς εἶπον καὶ
2915ἄλλοτε, οὐ μόνον διαφθείρουσι τὸν στρατὸν, ἀλλὰ καὶ παρι-
2916στῶσι τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν ἀπεχθῆ καὶ ἄσκοπον
2917εἰς τὰς ὄψεις τῶν στρατευσίμων, καθιστῶσαι δυσχερῆ καὶ
2918προβληματικὴν τὴν προσωπικὴν τοῦ πολίτου ὑπηρεσίαν. Αὗ-
2919ται δ’ ὑπῆρξαν σχεδὸν πάντοτε αἱ αἰτίαι τῶν πολλάκις ἐπιρ-
2920ριφθεισῶν κατὰ τοῦ στρατοῦ μομφῶν καὶ τῶν ἐνίοτε ἀπὸ τοῦ
2921βήματος τούτου ἀκουσθεισῶν δυσμενῶν περὶ αὐτοῦ κρίσεων.»
2922Ταῦτα ἔλεγον, Κύριοι, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Εἶδον
2923δ’ εὐτυχῶς ἐπιψηφιζόμενον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον
2924τὸ μέτρον τοῦτο, καὶ εὔχομαι νὰ τεθῶσιν εἰς ἐνέργειαν οἱ δύο
2925νόμοι περὶ χωροφυλακῆς καὶ ἀστυνομίας.
2926Ἀλλὰ ἐλέχθη καὶ ἄλλο τι παρὰ τῶν ἀντιφρονούντων,
2927ὅτι μόνη ἡ πολιτικὴ ἐπήνεγκε τὴν κατάστασιν ταύτην τοῦ
2928στρατοῦ. Ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ, Κύριοι, ἐμποδίζει τὴν πρακτι-
2929κὴν ἄσκησιν τοῦ στρατοῦ; ἡ πολιτικὴ ἐμποδίζει τὴν ἐφαρ-
2930μογὴν τῶν μέτρων ἐκείνων, δι’ ὧν μορφοῦται ὁ στρατός;
2931Ἡ πολιτικὴ, Κύριοι, ἐπιδρᾷ ὅπου εὑρίσκει ἔδαφος πρόσφο-
2932ρον. Ἠδυνάμην νὰ φέρω πρὸς ὑμᾶς πολλὰ παραδείγματα,
2933ἀλλὰ θὰ φέρω ἓν καὶ μόνον παράδειγμα, χωρὶς νὰ πειράξω
2934τὴν μετριοφροσύνην τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς
2935κ. Ράλλη. Θὰ σᾶς διηγηθῶ εἰς ὀλίγας λέξεις συμβάν τι, σχε-
2936τιζόμενον πρὸς τὴν ἐπίδρασιν τῆς πολιτικῆς. Κατὰ τὸ 1893
2937διηύθυνα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ δὲ Ὑπουρ-
2938γεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς
2939Βουλευτής. Τὰ ἀντικείμενα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας εἶναι
2940κοινὰ, ὡς γνωρίζετε, εἴς τε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου
2941τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου
2942τῶν Ἐσωτερικῶν. Δύο τῶν τότε Βουλευτῶν, φίλοι τῆς Κυ-
2943βερνήσεως ἐκείνης καὶ ἰδιαιτέρως φίλοι τοῦ κ. Ράλλη, ἀπε-
2944τάθησαν πρὸς ἐμὲ καὶ μοὶ ἐζήτησαν τὴν ἐκτόπισιν δύο ἀξιω-
2945ματικῶν, ἀσχολουμένων εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Ἐγὼ
2946οὐδεμίαν ἔδωκα ἀπάντησιν· ἀλλὰ μετά τινας ἡμέρας ἐστε-
2947νοχώρησαν οὗτοι τὸν κ. Ράλλην, ὅστις, ἀντὶ νὰ ἔλθῃ νὰ ζη-
2948τήσῃ τὴν ἐκτόπισιν τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, ἐξ ἐναντίας
2949ἦλθε νὰ μὲ παρακαλέσῃ νὰ μὴ ἐνδώσω εἰς τὴν ἀπαίτησιν
2950αὐτῶν ταύτην, καίτοι ἦσαν φίλοι αὐτοῦ. Τοῦτο εἶναι, Κύριοι,
2951ἓν παράδειγμα, καὶ τοιαῦτα παραδείγματα ἴσως ὑπάρχουσι
2952καὶ ἄλλα.
2953§116Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δυστυχῶς μόνος αὐτὸς ἔδωκε τοι-
2954αῦτα παραδείγματα.
2955§117Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δι’ αὐτὸ εἶπεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην χα-
2956ρακτήρων.
2957§118Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Καὶ δι’ αὐτὸ ἔμεινε καὶ μόνος.
2958§119Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Λοιπὸν δὲν εἶναι ἡ πολιτικὴ, ἡ ὁποία διέ-
2959φθειρε τὸν στρατὸν, εἶναι τὰ αἴτια, τῶν ὁποίων ἐμνήσθην
2960πρὸ μικροῦ, καὶ ἄλλα. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἀρθῶσι τὰ αἴτια
2961αὐτά· ἀλλὰ μετὰ τὴν ἄρσιν τῶν αἰτίων τούτων, ἢ σὺν τῇ ἄρ-
2962σει τῶν αἰτίων τούτων, ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ
2963ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἀπὸ πολλοῦ χρόνου πάντες ὁμι-
2964λοῦσι περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ περὶ ξένων ὀργανω-
2965τῶν. Καὶ ἐγὼ ἄλλοτε πολλάκις ὡμίλησα, ἀλλ’ οὐδὲν ὁριστι-
2966κὸν ἢ πρακτικὸν ἐγένετο. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ἡ Βουλὴ νὰ
2967ἀναφέρω ἐν ὀλίγοις, τί ἔλεγον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ
2968τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1883 (ἀναγινώσκει):
2969«Ἡ στρατιωτικὴ τῆς χώρας ὀργάνωσις, Κύριοι, δὲν εἶναι
2970ἔργον οὐδὲ μηνῶν, οὐδὲ ὀλίγων ἐτῶν, εἶναι ἔργον ἀπαιτοῦν
2971πολλὴν μελέτην καὶ βάσανα. Δὲν θέλω ἀναφέρει ἐνταῦθα τὴν
2972ἱστορίαν καὶ τὰ συστήματα τῶν στρατιωτικῶν ὀργανισμῶν
2973τῶν διαφόρων εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, οὔτε θέλω μνημονεύσει
2974τῶν μετασχηματισμῶν, οὓς ἔλαβον οὗτοι ἐσχάτως, κατόπιν
2975τῶν τελευταίων πολέμων καὶ τῶν ἔκτοτε ἐπικρατουσῶν νέων
2976σκέψεων καὶ νέων ἰδεῶν, οὔτε θέλω ἐπικαλεσθῆ τὰς αὐθεν-
2977τικὰς θεωρίας τοῦ Leval, οὗτινος τὸ ὄνομα ἠκούσθη πολλά-
2978κις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οὔτε τὰ ἀποφθέγματα τοῦ μεγά-
2979λου διδασκάλου τῆς στρατιωτικῆς τέχνης, τοῦ στρατάρχου
2980Μόλτκε, οὔτε τὰς γνώμας τῶν ἄλλων στρατιωτικῶν συγ-
2981γραφέων, διότι φρονῶ, ὅτι ταῦτα πάντα δύνανται νὰ ὦσι
2982χρήσιμα εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσι τὸ καθῆκον νὰ θέσωσι
2983τὰς βάσεις τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας, καὶ εἰς
2984τοὺς ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ στρατιωτικοῦ σχολείου διδάσκοντας
2985τὸ μάθημα τῶν στρατιωτικῶν τεχνῶν της.»
2986Ἔκτοτε, Κύριοι, παρῆλθον 17 ὅλα ἔτη, καὶ εὑρισκόμεθα
2987εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ποιώμεθα λόγον καὶ σήμερον περὶ τῆς
2988ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ μας.
2989Ἐψηφίσαμεν πέρυσι νόμον περὶ μετακλήσεως ξένου ὀργα-
2990νωτοῦ, ἀκριβῶς πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ὀργανώσῃ τὸν στρατόν.
2991Ἄς ἔλθῃ λοιπὸν οὗτος, ἂς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν Μελέτην τῆς
2992Α. Β. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου, καὶ τὰς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ εὑρι-
2993σκομένας τοιαύτας τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ καὶ Βουλευτοῦ ἐξ
2994Οἰτύλου, τοῦ διακεκριμένου ἀξιωματικοῦ κ. Λυκούδη καὶ
2995ἄλλας ἴσως, οὐχὶ ἵνα ὁδηγηθῇ εἰς τὴν κανονικὴν σύνταξιν
2996αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα γνωρίσῃ κυρίως τὰς πρὸς τοῦτο τοπικὰς ἡμῶν
2997περιστάσεις καὶ τὰ λοιπὰ παρομαρτοῦντα εἰς τοιαύτην ἐργα-
2998σίαν, οἷον τὸν χαρακτῆρα τοῦ λαοῦ, τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα κλπ.
2999τοῦθ’ ὅπερ ἔπραξαν οἱ Γερμανοὶ ὀργανωταὶ διὰ τὸν τουρκι-
3000κὸν στρατὸν, οἱ Γάλλοι διὰ τὸς ῥωμουκὸν καὶ ἰαπωνικὸν,
3001καὶ οἱ Ρῶσσοι διὰ τὸν βουλγαρικὸν, καὶ ἂς συντάξῃ ὀργα-
3002νισμὸν ἀνάλογον πρὸς τὰ χρηματικὰ ἡμῶν μέσα, τῇ συνδρομῇ
3003καὶ συνεργασίᾳ τῶν ἁρμοδίων.
3004Ἤδη, κύριοι Βουλευταὶ, θὰ ἐξετάσω, ἂν εἶναι ἀναγκαῖον,
3005συμφέρον καὶ κανονικὸν νὰ συγχωνευθῶσι τὰ τρία Ἀρχηγεῖα
3006εἰς μίαν ἑνιαίαν καὶ μόνην Διοίκησιν, ἐὰν συμφέρῃ νὰ διορι-
3007σθῇ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ ἡ Α. Ὑψ. ὁ Διάδοχος,
3008καὶ ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀφαιρεῖ τὸ νομο-
3009σχέδιον ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
3010Ἔχομεν Ἀρχηγεῖα στρατοῦ· τὰ Ἀρχηγεῖα στρατοῦ εἶναι
3011μία ἀρχὴ, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει εἰς κανὲν Κράτος τοῦ κό-
3012σμου. Εἶχεν ἄλλοτε ἡ Αὐστρία, ἴσως καὶ νῦν ἔχει, διὰ τοπικοὺς
3013μόνον λόγους, εἰς ὡρισμένας ἐπαρχίας· εἶχε πρὸ τοῦ πολέμου
3014τοῦ Ρωσσοτουρκικοῦ ἡ Τουρκία, ἀλλ’ ὅτε, Κύριοι, κατὰ τὸν
3015πόλεμον ἐκεῖνον τὰ ῥωσσικὰ στρατεύματα, ὠργανωμένα κα-
3016νονικῶς, ἀντεμετώπισαν τάγματα τουρκικὰ μεμονωμένα, ὑπὸ
3017ἕνα πασσᾶν ἀρχηγὸν, κατὰ τὴν διάβασιν τοῦ Δουνάβεως,
3018τότε μόνον ἐνόησεν, ὅτι αἰτία τῆς διαβάσεως τοῦ Δουνάβεως
3019ὑπὸ τῶν Ρώσσων κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο ἡ κακὴ σύν-
3020ταξις τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, διότι οὐδεμία ἀληθῶς ὑπῆρχεν
3021ἐν αὐτῷ ἑνότης ἐνεργείας καὶ διοικήσεως, καὶ δι’ αὐτὸ οἱ
3022Ρῶσσοι διέβησαν εὐχερῶς τὸν Δούναβιν. Ἀλλαχοῦ λοιπὸν
3023Ἀρχηγεῖα δὲν ὑπάρχουσιν.
3024Ὁ στρατὸς ἡμῶν, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἀποτελεῖ μίαν
3025στρατιωτικὴν περιφέρειαν, τουτέστιν ἓν σῶμα στρατοῦ· ἀφοῦ
3026δὲ ἀποτελεῖ ἓν σῶμα στρατοῦ, ἀναγκαίως πρέπει νὰ ἔχῃ ἐπὶ
3027κεφαλῆς αὐτοῦ ἕνα ἀντιστράτηγον. Οὐδαμοῦ ὑπάρχει σῶμα
3028στρατοῦ, ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ὁποίου νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀντιστράτη-
3029γος. Ἀλλὰ συμπίπτει παρ’ ἡμῖν ὁ ἀντιστράτηγος οὗτος νὰ
3030ᾖναι ἡ Α. Ὑ. ὁ Διάδοχος, καὶ ἐδῶ εἶναι ἡ δυσκολία, τῶν μὲν
3031φρονούντων, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀντισυνταγματικόν, τῶν δὲ, ὅτι
3032δὲν συμφέρει οὔτε εἰς τὸν στρατὸν οὔτε εἰς τὸ Κράτος. Τὸ
3033ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν θὰ συμφωνήσω μετὰ τῶν φρονούντων οὕτω, καὶ
3034δὲν θὰ συμφωνήσω, διότι συνήθισα νὰ βλέπω τὴν Α. Υ. τὸν
3035Διάδοχον διοικητὴν τάγματος ὑπὸ τὸν συνταγματάρχην Μαυ-
3036ρομιχάλην, διότι συνήθισα νὰ βλέπω αὐτὸν διοικητὴν συν-
3037τάγματος ὑπὸ τὸν τότε ἀρχηγὸν, καὶ ἀρχηγὸν τοῦ Γʹ Ἀρχη-
3038γείου ὑπὸ τὸν Ὑπουργὸν, ἐπὶ πολλὰ συνεχῶς ἔτη, τελευταῖον
3039δὲ καὶ γενικὸν ἀρχηγὸν τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ κατὰ τὸν
3040πόλεμον.
3041Ἀλλὰ συμφέρει, ὡς εἶπον, εἰς τὴν Α. Υ. τὸν Διάδοχον
3042καὶ εἰς τὸν στρατὸν καὶ εἰς τὸ Κράτος νὰ ἦναι ἡ Α. Ὑψ.
3043Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ; Δὲν θὰ προστρέξω, Κύριοι,
3044εἰς ἐπιχειρήματα, τῶν ὁποίων ἐποιήσαντο χρῆσιν ἄλλοι, ἀλλὰ
3045θὰ στηριχθῶ ἐπὶ τῆς γνώμης ἀνδρὸς, εἰς τὸ κῦρος τῶν λόγων
3046τοῦ ὁποίου, ὑποθέτω, οὐδεὶς θὰ δυνηθῇ νὰ ἀντιτείνῃ. Κατὰ
3047τὸ 1867 ὁ βασιλεὺς τῆς Πρωσίας, ὁ πάππος τοῦ νῦν Αὐτο-
3048κράτορος, Γουλιέλμος Αʹ, μετέβη, συνοδευόμενος ὑπὸ τοῦ
3049στρατηγοῦ Μόλτκε, εἰς Παρισίους πρὸς ἐπίσκεψιν τῆς Ἐκθέ-
3050σεως. Ἡ Κυβέρνησις τότε ἡ Γαλλικὴ διώρισε παρ’ αὐτῷ, ὡς
3051ξεναγὸν, τὸν τότε νομάρχην τοῦ Σηκουάνα Haussman, τοῦ
3052ὁποίου καὶ μία λεωφόρος μεγάλη φέρει ἐν Παρισίοις τὸ ὄνομα.
3053Μετὰ τὴν ἔξοδόν των ἐκ τῆς Ἐκθέσεως, ἐν μιᾷ τῶν ἡμερῶν
3054ἐκείνων, ἐν τῇ αὐτῇ ἁμάξῃ εὑρίσκετο ὁ Μόλτκε μετὰ τοῦ νο-
3055μάρχου· ὁ νομάρχης, θέλων νὰ μάθῃ τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας
3056ἀπεκόμιζεν ὁ Βασιλεὺς Γουλιέλμος, εἶπε πρὸς τὸν Μόλτκε:
3057«Στρατηγὲ, πιστεύω ὅτι θὰ ἐμείνατε εὐχαριστημένοι καὶ θὰ
3058ἀπεκομίσατε καλὰς ἐντυπώσεις ἀπὸ τὴν Ἔκθεσιν ἡμῶν».—
3059«Ἀληθῶς», ἀπήντησεν ὁ στρατηγὸς, «ἐθαύμασα τὴν πρόοδον
3060τῆς γεωργίας, τῆς βιομηχανίας σας, τῶν τεχνῶν καὶ πάν-
3061των».—«Καὶ περὶ στρατοῦ, τί φρονεῖτε;»—«Ὁ στρατός
3062σας εἶναι ἐξαίρετος, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς ἔχομεν στρατὸν ἀξιό-
3063μαχον, τοῦτο δὲ ἀναντιρρήτως ὀφείλομεν εἰς τὸν Βασιλέα,
3064διότι πρὶν ἢ ἔλθῃ εἰς τὸν θρόνον, κατὰ τὸ 1861, ἦτο διοικητὴς
3065στρατοῦ ἐπὶ πάμπολλα συναπτὰ ἔτη, καὶ κατὰ τὸ διάστημα
3066τοῦτο, ἀντιληφθεὶς τῶν ἐλλείψεων τοῦ στρατοῦ, οὐ μόνον ἐπή-
3067νεγκε τὰς ἀναγκαίας βελτιώσεις διὰ τῶν ἁρμοδίων, ἐφήρμοσε
3068ταύτας καὶ ἔλαβεν ὅσα ἐξηρτῶντο ἐκ τῆς ἐξουσίας αὐτοῦ, ὡς
3069ἀρχηγοῦ, μέτρα, ἀλλὰ καὶ ἀνελθὼν εἰς τὸν Θρόνον κατὰ τὸ
30701861 ἀπετελείωσε τὸ ἔργον αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο θὰ μοὶ
3071ἐπιτρέψητε, κύριε νομάρχα, νὰ φρονῶ, ὅτι ὁ στρατὸς ἡμῶν
3072εἶναι ἀξιόμαχος». Τοῦτο δὲ καὶ ἀπέδειξεν ὁ πόλεμος τοῦ
30731870.
3074Διὰ τοῦτο, Κύριοι, θέλω, ὁ Διάδοχος νὰ διοικῇ τὸν στρα-
3075τὸν ἐν εἰρήνῃ, ἵνα ἀποκτήσῃ τὴν ἀναγκαίαν πεῖραν καὶ διὰ
3076τὸν πόλεμον, καὶ ἐν χρόνῳ, ὃν ἔχει ὁ Ὕψιστος ὁρίσει, συμ-
3077πληρώσῃ τὸ ἔργον, καὶ διὰ τοῦτο κηρύσσομαι ὑπὲρ τοῦ
3078ἄρθρου τοῦ ὁρίζοντος τὴν Α. Ὑψ. τὸν Διάδοχον Γενικὸν Διοι-
3079κητήν.
3080Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρὸ μικροῦ σᾶς
3081ἐξήγησεν ἀκριβῶς, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἀφαιρεῖται ἀπὸ τοῦ
3082Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἕν μόνον ἀληθῶς ἀφαιρεῖ-
3083ται, ἡ Διεύθυνσις τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία δίδεται
3084εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητήν. Κατὰ τὸ 1880 ἐψηφίσθη νόμος,
3085διὰ τοῦ ὁποίου κατηργήθη ἀτυχῶς τὸ σῶμα τῶν Γεν. Ἐπι-
3086τελῶν· ἀτυχῶς λέγω, ἀλλὰ καλῶς κατηργήθη, διὰ λόγους,
3087τοὺς ὁποίους πάντες οἱ στρατιωτικοὶ ἴσως γινώσκουσιν. Ἀλλὰ
3088μετὰ τὴν κατάργησιν δὲν ἐλήφθη φροντὶς, ὅπως τὸ σῶμα
3089τοῦτο ἀνασυσταθῇ ἐπὶ ἄλλης βάσεως, ἢ τοὐλάχιστον κανονι-
3090σθῶσι προσόντα διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι
3091ἐκτελοῦσι τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα,
3092ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου (τὸ 1880),
3093δι’ οὗ ἐζητεῖτο ἡ κατάργησις τοῦ σώματος τῶν Γεν. Ἐπιτελῶν,
3094ὁ ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς κ. Ρικάκης διὰ τῆς διακρινούσης αὐτὸν
3095εἰλικρινείας καὶ ζέσεως ἐφώναξε: «πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἴ-
3096πητε εἰς ἓν σῶμα «σὲ καταργῶ»; Ὅταν ὅλα τὰ Κράτη
3097ἔχουν σῶμα Γεν. Ἐπιτελῶν, ἡμεῖς θ’ ἀποτελέσωμεν ἐξαί-
3098ρεσιν;» Ἀλλ’ αἱ διαμαρτυρίαι τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἰς μάτην
3099ἐγένοντο, διότι τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη, καὶ τὸ σῶμα ἐκεῖνο
3100κατηργήθη.
3101Εἶμαι μεταξὺ τῶν ἀποτελούντων μέρος τοῦ σώματος ἐκεί-
3102νου· ὑπολειπόμεθα δὲ τρεῖς μόνον ἀξιωματικοὶ ἐκ τοῦ σώματος
3103αὐτοῦ, καὶ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου ἡμεῖς ἔχο-
3104μεν, ἀντὶ μιᾶς, δύο σπάθας τοῦ Δαμοκλέους ἐπὶ τῆς κεφα-
3105λῆς μας, διότι κρέμαται ἐπ’ αὐτῆς ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸ ὅριον τῆς
3106ἡλικίας ὡς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν, ἐξαρτώμενον ἐκ τοῦ νόμου,
3107ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸ ὅριον τοῦ βίου, ἐξαρτώμενον ἐκ τῆς Θείας
3108βουλήσεως. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ὁ κ. ἐκ Πατρῶν Βου-
3109λευτὴς ἠρώτησε τὸν τότε Πρωθυπουργὸν, τὸν μακαρίτην
3110Τρικούπην: «Μέχρις οὗ οἱ ὑπάρχοντες ἐξέλθωσιν ὁπωσδή-
3111ποτε», λέγει τὸ νομοσχέδιον. Τὸ ὁπωσδήποτε τί σημαίνει;»
3112Καὶ τότε ἐκεῖνος τῷ ἀπήντησεν, ὅτι θὰ ἐξέλθουν δηλαδὴ,
3113εἴτε τιθέμενοι εἰς ἀποστρατείαν ἢ εἰς ἀπόταξιν, εἴτε ἀπο-
3114θνήσκοντες.
3115Ἑπομένως θέλω νὰ εἴπω, ὅτι συμφέρον κανὲν δὲν ἔχω
3116διὰ τὴν ἀνασύστασιν τοῦ σώματος τῶν Γεν. Ἐπιτελῶν, ἀλλὰ
3117νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον πρὸ παντὸς, εἰς τὸν νέον ὀρ-
3118γανισμὸν, ὁ ὁποῖος θὰ συνταχθῇ, νὰ σχηματισθῇ τὸ σῶμα
3119τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν, σῶμα τὸ ὁποῖον πάντα τὰ Κράτη
3120ἔχουσιν, ἐκτὸς τῆς Γαλλίας, ἥτις κατήργησε τοῦτο μετὰ
3121τὸν πόλεμον τοῦ 1870.
3122Κατὰ τὸ 1890, εὑρισκόμενος ἐν Παρισίοις, ἐνόμισα καθῆ-
3123κόν μου νὰ ἐπισκεφθῶ τὸν τότε ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου
3124παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀντιστράτηγον
3125Miribel, τὸν στρατηγὸν ἐκεῖνον, τὴν στέρησιν τοῦ ὁποίου
3126ἀπό τινων ἐτῶν ἡ Γαλλία θρηνεῖ, καὶ δικαίως. Ὁ στρατηγὸς
3127ἦτο εἰς πλήρη γνῶσιν τῶν καθ’ ἡμᾶς στρατιωτικῶν πραγ-
3128μάτων. Πρώτη ἐρώτησις, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπηύθυνεν, ἦτο:
3129«διατὶ δὲν ἀνεσυστήσατε τὸ σῶμα τῶν Γεν. Ἐπιτελῶν»;
3130«—Διότι περιμένομεν, στρατηγὲ», τῷ εἶπον, «νὰ σᾶς μιμη-
3131θῶμεν καὶ κατὰ τοῦτο, ἀφοῦ σᾶς ἐμιμήθημεν καὶ εἰς τὴν
3132κατάργησιν αὐτοῦ καὶ εἰς ὅλους τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους,
3133τοὺς ὁποίους ἐλάβομεν παρ’ ὑμῶν.» — «Ἀλλ’ ἡμεῖς εἴμεθα εἰς
3134»ἄλως διάφορον θέσιν», μοὶ ἀπήντησεν, «ἡμεῖς πρῶτον κα-
3135»τηργήσαμεν τὸ σῶμα τοῦτο, διότι ἴσως ἐθεωρήθη, ὅτι καὶ
3136»αὐτὸ ἦτο μία ἀπὸ τὰς αἰτίας τῶν ἀποτυχιῶν ἡμῶν, ἀλλὰ
3137»δὲν ἠδυνήθημεν νὰ τὸ συστήσωμεν ἐκ νέου, διότι ἀκόμη σκε-
3138»πτόμεθα, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνασυσταθῇ, καθόσον ἔχο-
3139»μεν στρατὸν πολυάριθμον καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ σχηματί-
3140»σωμεν ἀνάλογον σῶμα τῶν Γεν. Ἐπιτελῶν, ἐνῷ σεῖς ἔχετε
3141»στρατὸν ὀλιγαριθμότερον, καὶ δύνασθε νὰ σχηματίσητε σῶμα
3142»Γεν. Ἐπιτελῶν ἐξ ἀναλόγου ἀριθμοῦ ἀξιωματικῶν. Ἐν τοι-
3143»αύτῃ δὲ περιπτώσει, μέχρις οὗ καταρτίσητε Σχολὴν εἰδι-
3144»κὴν πρὸς τοῦτο, νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἀποστείλητε εἰς
3145»Γαλλίαν ἀξιωματικοὺς, οἱ ὁποῖοι νὰ σπουδάζουν, διότι ἡμεῖς
3146»ἔχομεν τὰ μέσα νὰ χορηγῶμεν εἰς τοὺς ἐκτελοῦντας ἐπι-
3147»τελικὴν ὑπηρεσίαν τὸ brevet»,—διότι ἄνευ τοῦ διπλώμα-
3148τος τούτου οὐδεὶς ἀξιωματικὸς ἐν Γαλλίᾳ δύναται νὰ ἐκτε-
3149λέσῃ ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν.»
3150Ἔχω λοιπὸν τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ὅταν θὰ ἔλθῃ ὁ ὀργα-
3151νωτὴς,—ἐὰν μάλιστα εἶναι Γερμανὸς,—ἐκ τῶν πρώτων, τὰ
3152ὁποῖα θὰ ζητήσῃ, θὰ ἦναι ἡ ἀνασύστασις τοῦ σώματος τῶν
3153Γενικῶν Ἐπιτελῶν. Δὲν θεωρῶ βεβαίως ἀναγκαῖον νὰ ἀνα-
3154πτύξω περισσότερον, διατὶ πρέπει νὰ ἀνασυσταθῇ τὸ σῶμα
3155τοῦτο, διότι ὑποθέτω, ὅτι τοῖς πᾶσιν εἶναι οἱ λόγοι γνωστοί.
3156Ἐλέχθη ἐντεῦθεν, ὅτι οὐδαμοῦ ὑπάρχει Γεν. Ἐπιτελεῖον
3157κεχωρισμένον ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐν
3158Γερμανίᾳ, Κύριοι, τὸ Γεν. Ἐπιτελεῖον εἶναι ἐκτὸς τοῦ Ὑπουρ-
3159γείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὑπάγεται μάλιστα ἀπ’ εὐ-
3160θείας εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ Αὐτοκράτορος. Ἐν Αὐστρίᾳ μέ-
3161χρι τοῦ 1881 ὑπῆρχον διάφορα τμήματα ἐπιτελικῆς ὑπη-
3162ρεσίας ὑπὸ ἕνα ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐπο-
3163χῆς ἐκείνης συνέστη χωριστὸν Γεν. Ἐπιτελεῖον, ταχθὲν ὑπὸ
3164τὰς ἀμέσους διαταγὰς τοῦ Αὐτοκράτορος. Ἐν Ρωσσίᾳ ἐπί-
3165σης πρὸ ὀλίγου δὲ, ὡς θ’ ἀνεγνώσατε ἐν ταῖς ἐφημερίσιν,
3166ἐκάη τὸ κατάστημα τοῦτο, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπῆρχον τὰ Ἀρ-
3167χεῖα τοῦ Γεν. Ἐπιτελείου, καὶ λέγουσι μάλιστα, ὅτι ἐκάη-
3168σαν καὶ τὰ σχέδια ἀμύνης καὶ ἐπιθέσεως, τὰ ὁποῖα ὑπῆρ-
3169χον ἐν αὐτῷ. Ὅταν γείνῃ ὁ ὀργανισμὸς ὁ νέος, τότε, ἀπὸ
3170τοῦδε δηλῶ, ἐὰν εἶμαι εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ ὑποστηρίξω, ἵνα
3171καὶ παρ’ ἡμῖν ὑπάρχῃ Γεν. Ἐπιτελεῖον κεχωρισμένον ἀπὸ
3172τὴν Γεν. Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, διατηροῦσαν Ἐπιτελεῖον
3173συγκεκροτημένον καθ’ ὃν τρόπον συγκροτεῖται ἐν τοῖς στρα-
3174τιωτικοῖς Κράτεσι τὸ Ἐπιτελεῖον σώματος στρατοῦ (corps
3175d'armée).
3176Προκειμένου ὅμως ἐπὶ τοῦ παρόντος περὶ προσωρινῆς δια-
3177τάξεως ἐπὶ τῷ τέλει τῆς παρασκευῆς τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ
3178στρατοῦ καὶ τῶν ἄλλων ἐργασιῶν τοῦ Γεν. Ἐπιτελείου, βε-
3179βαίως θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς ἀποσπάσεως τῆς Διευθύνσεως τῆς
3180Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας παρὰ τῇ Γεν. Διοικήσει. Ἀλλ’ ἐν-
3181ταῦθα, θὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιω-
3182τικῶν, δέον νὰ ὑπάρχῃ ἢ Γραφεῖόν τι Κεντρικὸν ἢ Τμῆμά τι,
3183ὅπερ νὰ ἀναλάβῃ τὴν εἰσήγησιν παρὰ τῷ Ὑπουργῷ τῶν ὑπο-
3184θέσεων, τὰς ὁποίας κατὰ τὸ διάταγμα τῆς 25 Σεπτεμβρίου
31851887 ἐκτελεῖ ἡ Διεύθυνσις τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας, ἥτις
3186ἀπεσπάσθη παρὰ τῇ Γεν. Διοικήσει.
3187Ἐν Γερμανίᾳ τὸ Γεν. Ἐπιτελεῖον εἶναι συγκεκροτημένον
3188ὡς ἀκολούθως. Ἔχει ἕνα στρατηγὸν, ὡς ἀρχηγὸν, 3 ὑποστρα-
3189τήγους ὡς ὑπαρχηγούς· ἔχει ἓν Κεντρικὸν Γραφεῖον, τὸ ὁποῖον
3190εἶναι Γραφεῖον τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου καὶ ἐν τῷ ὁποίῳ
3191ὑπάρχει καὶ μία ἐπιτροπή· ἔχει διάφορα τμήματα, ἐξ ὧν
3192τρία τμήματα ἀσχολοῦνται εἰς τὴν μελέτην τῶν χωρῶν καὶ
3193τῶν στρατῶν τῶν διαφόρων Κρατῶν· ἔχει τμήματα ἄλλα,
3194σιδηροδρόμων, φρουρίων, στατιστικῆς κλπ., καὶ ἐργάζεται εἰς
3195ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἀντικείμενα, ἅτινα ὁρίζει τὸ Β. Διάταγμα τῆς
319625 Σεπτεμβρίου 1887 διὰ τὴν ἡμετέραν Διεύθυνσιν τῆς Ἐπι-
3197τελικῆς Ὑπηρεσίας.
3198Ἀλλ’ ἐκεῖ, Κύριοι, ἡ ἐργασία τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου, μὴ
3199νομίσητε, ὅτι εἶναι γνωστὴ τοῖς πᾶσι. Τὰ μὲν σχέδια τῆς
3200ἀμύνης καὶ ἐπιθέσεως εὑρίσκονται κεκλεισμένα εἰς τὸ συρ-
3201τάρι τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου, καὶ εὑρίσκονται κεκλει-
3202σμένα, ἵνα παραδοθῶσι κατὰ τὴν στιγμὴν τὴν κατάλληλον
3203εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ διοικήσουν τὸν στρατὸν, — διότι
3204δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ προαγορεύσαντος κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ
3205Ἀττικῆς, ὅτι τὸ κρατοῦν σύστημα ἐν Ἀγγλίᾳ τοῦ διορισμοῦ
3206τοῦ ἀρχηγοῦ ἐν πολέμῳ εἶναι προτιμότερον, τουτέστι νὰ διο-
3207ρίζηται ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ κατὰ τὴν στιγμὴν τοῦ πο-
3208λέμου. Τὰ δύο στρατιωτικώτερα Κράτη, ἡ Γερμανία καὶ ἡ
3209Γαλλία, δὲν σκέπτονται οὕτω. Ἐν Γαλλίᾳ λ. χ. οἱ διοικηταὶ
3210τῶν στρατιῶν εἶναι ἐνδεδειγμένοι ἀπὸ τοῦδε, καὶ ὄχι μόνον
3211εἶναι ἐνδεδειγμένοι, ἀλλ’ ἀποτελοῦσι καὶ μέρος τοῦ Conseil
3212de Guerre, τοῦ πολεμικοῦ τουτέστι Συμβουλίου, τοῦ ὁποίου
3213προΐσταται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ οὗτινος
3214εἰσηγητὴς εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου. Καὶ ἐν Γερμανίᾳ
3215ἐπίσης εἶναι ἐνδεδειγμένοι ὡς τοιοῦτοι οἱ ἐπιθεωρηταὶ καὶ ὁ
3216Γεν. Ἐπιθεωρητὴς, ἀλλὰ δὲν λαμβάνουσι γνῶσιν τοῦ σχεδίου
3217τῆς ἀμύνης καὶ ἐπιθέσεως, παρὰ μόνον ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμή,
3218καθ’ ἣν θὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ἀλλ’ ἀπὸ πολλοῦ
3219παρασκευάζονται, μελετῶντες ὅσα ἀνάγονται εἰς τὴν διοί-
3220κησιν τῶν στρατιῶν, τῶν ὁποίων τὴν διοίκησιν θ’ ἀναλά-
3221βωσι.
3222Προκειμένου, ὡς εἶπον πρότερον, περὶ τῆς μυστικότητος
3223τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας ἐν Γερμανίᾳ, σᾶς φέρω ἓν παρά-
3224δειγμα. Ἐσχάτως τὸ Ἐπιτελεῖον εἶχε συντάξει σχέδιον καὶ
3225προϋπολογισμὸν μεταρρυθμίσεως φρουρίων τινῶν. Ὁ Ὑπουρ-
3226γὸς τῶν Στρατιωτικῶν, λαβὼν ἀνὰ χεῖρας, ὄχι τὸ σχέδιον καὶ
3227τὸν προϋπολογισμὸν, ἀλλ’ ἁπλῶς τὴν αἴτησιν πιστώσεως,
3228προσῆλθεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ ἐζήτησε τὴν ἀναγκαίαν πί-
3229στωσιν. Εἷς τῶν Βουλευτῶν, ὅπως συνήθως συμβαίνει, ἠρώ-
3230τησεν αὐτόν: «διὰ ποῖα φρούρια θὰ χρησιμεύσῃ αὐτὴ ἡ πί-
3231στωσις;» — «Πρὸς ἐπισκευὴν φρουρίων», ἐπαναλαμβάνει ὁ
3232Ὑπουργὸς, χωρὶς οὐδεμίαν ἄλλην λέξιν νὰ προσθέσῃ· καὶ
3233ἐψηφίσθη ἡ πίστωσις, χωρὶς ὁ ἐρωτήσας Βουλευτὴς νὰ ζητήσῃ
3234ἄλλην διασάφησιν.
3235Ἐγὼ, Κύριοι, τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ καταρ-
3236γήσεως τῶν Ἀρχηγείων καὶ ἱδρύσεως μιᾶς μονίμου καὶ ἑνι-
3237αίας Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, τὴν ἔχω ἀπὸ πολλοῦ χρόνου.
3238Πρὸ δύο μάλιστα ἐτῶν τὴν ἐγνωστοποίησα πρὸς τὸν κ. Ζαΐ-
3239μην, τότε Πρωθυπουργὸν,—καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν
3240αὐτοῦ, ἐὰν δὲν εἶπον εἰς αὐτὸν, ὅτι, «καθὼς παρατηρῶ, δὲν
3241ὑπάρχει ἄλλη ἐλπὶς σωτηρίας διὰ τὸν στρατόν»· ὄχι διὰ τοὺς
3242λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπόν τινες, ἀλλὰ διότι διὰ τῶν τριῶν
3243Ἀρχηγείων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἑνότης ἐργασίας καὶ
3244ἐνεργείας.
3245Θεωρῶ ἀναγκαῖον, Κύριοι, καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω,
3246ὅτι δέον νὰ ἐφαρμοσθῶσι πρότερον οἱ δύο νέοι νόμοι, ὁ νό-
3247μος περὶ χωροφυλακῆς καὶ ὁ νόμος περὶ ἀστυνομίας, διότι
3248μόνον διὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ συγκεν-
3249τρωθῇ δύναμίς τις, ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ὁποίας νὰ τεθῇ ἡ Α.
3250Ὑψ. ὁ Διάδοχος. Ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν οἱ νό-
3251μοι ἐκεῖνοι, ἂς μείνῃ καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο γράμμα νε-
3252κρόν· ἀλλ’ ἔχω πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ προκαλέσαν-
3253τες τὴν ψήφισιν τῶν νόμων ἐκείνων πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον,
3254βεβαίως ἔχουσι τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκτελέσωσιν αὐτούς.
3255Ἀλλὰ καὶ ἡ Βουλὴ, νομίζω ὅτι, ὡς εἶπε καὶ ὁ ἐκ Πατρῶν
3256ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὀφείλει προθύμως νὰ παράσχῃ τὰς
3257ἀναγκαίας πιστώσεις, ὅπως ἐφαρμοσθῶσι τὰ μέτρα ἐκεῖνα,
3258τὰ ὁποῖα ἐν ἅπασι τοῖς Κράτεσιν ἐφαρμόζονται πρὸς μόρφω-
3259σιν τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν τὰ μέτρα ταῦτα ἐφηρμόζομεν πρὸ
3260πολλῶν ἐτῶν, βεβαίως δὲν θὰ ἐπαθαίνομεν τὰς συμφορὰς, τὰς
3261ὁποίας ἐπάθομεν, καὶ εὔχομαι νὰ μὴ ἔλθῃ στιγμή, ἵνα εἴπω-
3262μεν πάλιν ὅ,τι δυστυχῶς πάντες τότε εἶπον. Τοῦτο δὲ μοὶ
3263ἐνθυμίζει καὶ ἄλλο τι. Ὅτε Ναπολέων ὁ Γʹ ἐπολιορκήθη
3264εἰς τὸ Σεδὰν καὶ ἦτο ἕτοιμος νὰ παραδοθῇ μεθ’ ὅλου τοῦ
3265στρατοῦ αὑτοῦ, ὁ διοικητὴς τοῦ ἑβδόμου σώματος στρατοῦ,
3266θαρραλεώτερος καὶ πατριωτικώτερος τῶν ἄλλων, προσῆλθεν
3267εἰς τὸν Αὐτοκράτορα καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν: «Μεγαλειότατε,
3268ἂς πειραθῶμεν διὰ τελευταίαν φορὰν νὰ διασχίσωμεν τὰς
3269ἐχθρικὰς γραμμάς». Ἀλλ’ ὁ Ναπολέων, δεικνύων διὰ τῆς χει-
3270ρὸς τὸν ἐν ἀποσυνθέσει σχεδὸν στρατὸν, λέγει πρὸς αὐτόν:
3271«Ἰδοὺ ὁ στρατὸς ἡμῶν εἰς ποίαν κατάστασιν εἶναι! οὔτε δύ-
3272ναται πλέον, ἀλλ’ οὔτε καὶ θέλει. Θερίζομεν εἰς μίαν στιγ-
3273μὴν ὅ,τι ἐσπείραμεν ἐπὶ τόσα ἔτη!» Εὔχομαι νὰ μὴ εὑρεθῶ-
3274μεν, Κύριοι, εἰς τοιαύτην θέσιν, νὰ εἴπωμεν καὶ ἡμεῖς τὸ
3275ἴδιον. (Εὖγε! εὖγε!).
3276§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γουναράκης ἔχει τὸν λόγον.
3277§121Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι κυβερνητικὸν ἦτο
3278σφάλμα, ὅπως τεθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέ-
3279διον περὶ γενικῆς ἀρχηγίας τοῦ στρατοῦ μὲ ἔννοιαν πολιτι-
3280κήν. Ἂν ἄνευ τοιαύτης ἐννοίας ὑπεβάλλετο, τὸ ἀληθὲς φρό-
3281νημα τοῦ λαοῦ, ἀπεικονιζόμενον εἰς τοὺς ἐλευθέρους πάσης
3282πολιτικῆς ἐπηρείας ἀντιπροσώπους του, θὰ κατεφαίνετο πλη-
3283ρέστερον. Καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ καταφανῇ σαφεστέρα ἡ γνώμη
3284ἐπὶ νομοσχεδίου, πρὸς τὸ ὁποῖον συνδέεται ὁ μέλλων Βασι-
3285λεὺς τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐφρόνησεν ἄλλως.
3286Ἠθέλησε νὰ ἦναι μᾶλλον ἀσφαλὴς περὶ τοῦ ἀποτελέσματος,
3287διότι ἐξετέλει ἔργον ὄχι ἰδίας πρωτοβουλίας, ὑποβαλοῦσα εἰς
3288τὴν ψήφισιν τῆς Βουλῆς τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Θέλω νὰ πι-
3289στεύω, ὅτι πατριωτικῶς σκεπτομένη ἀπεφάσισε νὰ ὑπακούσῃ
3290εἰς τὴν ἔμπνευσιν, ἡ ὁποία ὑπηγόρευσε τὸ παρὸν νομοσχέ-
3291διον· δὲν ἀδικῶ αὐτήν. Ἀλλ’ ἡμεῖς, οἵτινες καλούμεθα νὰ ἐκ-
3292φέρωμεν γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς γενικῆς ἀρχηγίας
3293τοῦ στρατοῦ, κύριοι Βουλευταί, εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ ἐξετάσω-
3294μεν αὐτὸ ἀσχέτως πρὸς τὴν εὐλάβειαν, τὴν ὁποίαν ὀφείλο-
3295μεν πρὸς τὸν Βασιλέα ἡμῶν καὶ τὸν μέλλοντα Βασιλέα, νὰ
3296ἐξετάσωμεν, λέγω, αὐτὸ ὅλως ἀκαδημαϊκῶς, ὡς μελετῶσιν
3297αἱ Συντακτικαὶ Συνελεύσεις καὶ καταρτίζουσι τὰ Συντάγ-
3298ματα, τὰ ὁποῖα καθορίζουσι τὰς σχέσεις μεταξὺ τοῦ λαοῦ
3299καὶ τοῦ Βασιλέως. Διότι φρονῶ, ὅτι ψηφίζοντες τοιοῦτον
3300νομοσχέδιον, ψηφίζομεν τύποις μὲν νόμον, κατ’ οὐσίαν δὲ
3301διάταξιν συνταγματικήν· διότι θὰ ἦναι ἀδύνατον, Κύριοι, εἰς
3302Βουλὴν Ἑλληνικήν, χωρὶς νὰ προκαλέσῃ κλονισμόν, νὰ συ-
3303ζητήσῃ ζήτημα καὶ πραγματικὴν κατάργησιν τοῦ νόμου,
3304ἂν ἐκ παντοίων λόγων ἤθελεν ἀποτύχει εἰς τὴν διοίκη-
3305σιν τοῦ στρατοῦ ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἐμπιστευθῶ-
3306μεν αὐτήν. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι τὸ παρὸν νομοσχέδιον
3307θὰ κρίνωμεν ὡς εἰ ἤμεθα Συντακτικὴ Συνέλευσις, οὐδό-
3308λως ἀφορῶντες εἰς πρόσωπα, ἀλλ’ ἐμπνεόμενοι ἐκ τῆς
3309δυσπιστίας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλουσι τὰ πράγματα.
3310Καὶ οἱ ἔντιμοι ἄνθρωποι καταρτίζουσι πρὸς ἀλλήλους συμ-
3311βόλαια. Συμβάλλονται οἱ τίμιοι ἄνθρωποι ἑκατέρωθεν, καὶ
3312ὁ καταρτισμὸς τοῦ συμβολαίου οὐδένα ἄλλον λόγον ἔχει,
3313εἰμὴ τὴν πιθανότητα τῆς διαρρήξεως αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ ἑτέρου
3314τῶν συμβαλλομένων. Πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν καὶ ἐκ τοιαύ-
3315της αἰτίας καταρτίζονται καὶ τὰ Συντάγματα. Ὑπὸ τοι-
3316οῦτον πνεῦμα ἀνάγκη εἶναι νὰ κριθῇ καὶ τὸ παρὸν νομοσχέ-
3317διον. Ἂν εἴμεθα πράγματι ἐλεύθερος λαὸς, πρέπει νὰ ἔχω-
3318μεν τὴν δυσπιστίαν, ὄχι διότι ἐκ τῆς εἰδικῆς περιπτώσεως
3319αὕτη προκαλεῖται, ἀλλὰ διότι ἔγκειται ἐν αὐτῇ τῇ φύσει τῶν
3320πραγμάτων. Οἱ λαοὶ διατηροῦσι τὰς ἐλευθερίας αὑτῶν, μόνον
3321ὅταν ἐκ τοιαύτης δυσπιστίας προνοοῦντες ἐγκαίρως λαμβά-
3322νωσι τὰ κατάλληλα μέτρα, ἵνα ματαιώσωσι πάντα πειρα-
3323σμὸν καὶ πᾶν ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον πιθανὸν νὰ προέλθῃ ἐκ
3324τῆς δυνάμεως, ἣν ἐμπιστεύονται εἰς τὸν διαχειριστὴν αὐ-
3325τῆς ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Διότι ὁ κεκτημένος δύναμιν, καὶ αὐτὸς
3326δὲν δύναται νὰ προείπῃ ἐν τῷ παρόντι, πῶς θὰ μεταχειρι-
3327σθῇ ταύτην ἐν τῷ μέλλοντι. Καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος πρό-
3328κειται. Πρόκειται περὶ τῆς ἐνδεχομένης στιγμῆς, περὶ μιᾶς
3329καὶ μόνης στιγμῆς καθ’ ἣν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ κατά-
3330χρησις τοιαύτης ἐξουσίας.
3331Ἀλλὰ τίς ἡ παρεχομένη δύναμις εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ
3332στρατοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου; Τί σκοπεῖ τὸ νομοσχέδιον;
3333Σκοπεῖ ἀποκέντρωσιν δικαιωμάτων τοῦ Ὑπουργοῦ; Ἀλλ’ ἂν
3334τοιοῦτόν τι ἐσκόπει, ἠδυνάμεθα βεβαίως νὰ συζητήσωμεν ἄνευ
3335φόβου· διότι τίς δὲν κατανοεῖ ἔν τινι μέτρῳ τὴν ἀνάγκην
3336ἀποκεντρώσεως; Ἀλλὰ παράξενον θὰ ἔχωσι γνώμην περὶ
3337ἀποκεντρώσεως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι ἡ ἀφαίρε-
3338σις τῶν δικαιωμάτων ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἡ παροχὴ αὐ-
3339τῶν εἰς ἄλλην ἀρχὴν εἶναι ἀποκέντρωσις. Ἀποκέντρωσις εἶ-
3340ναι ἡ παροχὴ δικαιωμάτων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς κατώ-
3341τερα ὄργανα, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπ’ αὐτὸν, ὄργανα τὰ ὁποῖα
3342ἔχουσι κύκλον δικαιοδοσίας, ἐν τῷ ὁποίῳ κατὰ τὸ δοκοῦν
3343πράττουσι καὶ τὰ ὁποῖα διατελοῦσιν ὑπὸ τὴν πειθαρχικὴν
3344αὐτοῦ νόμῳ καὶ πράγματι ἐξουσίαν καὶ τὰ ὁποῖα ἔχουσι
3345μετακλητὴν ἰδιότητα. Ἀλλὰ τὸ περιεχόμενον τοῦ νομοσχε-
3346δίου δὲν σκοπεῖ ἀποκέντρωσιν, ἀλλ’ ἀφαίρεσιν δικαιωμάτων
3347ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ παροχὴν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν
3348εἰς ἄλλο πρόσωπον. Ἡ συγκέντρωσις διατηρεῖται, ἁπλῶς δὲ
3349μόνον μετατίθεται. Ἀλλ’ ἂν ὑπῆρχεν ἀνάγκη μεταθέσεως
3350τῆς συγκεντρώσεως ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς ἄλλο πρόσωπον
3351γενικῶς, θὰ εἴχομεν τοὐλάχιστον ζήτημα συστήματος. Συ-
3352ζητοῦντες δὲ περὶ συστήματος, θὰ εἴχομεν μᾶλλον ἐλευθέ-
3353ραν γνώμην, ἠδυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὸ εὐρύτατα. Διὰ
3354τῆς παρεμβολῆς ὅμως τοῦ προσώπου τῆς Α. Υ. τοῦ Διαδό-
3355χου ἡ ἰδέα περὶ συστήματος ἐκλείπει. Ὄχι πλέον ἡ ἐκτε-
3356λεστικὴ ἐξουσία μετ’ εὐθύνης θ’ ἀναζητῇ καὶ ὁρίζῃ ἑκάστοτε
3357τὸ κατάλληλον πρὸς τὸ ἔργον πρόσωπον, ἀλλ’ ἡ νομοθετικὴ
3358ἐξουσία, ὁρίζουσα αὐτὸ, περιορίζει τὰ ὅρια τῆς ἐκτελεστι-
3359κῆς ἐξουσίας, κατὰ τὸ μέτρον τοῦ περιορισμοῦ παραδίδουσα
3360αὐτὴν εἰς τὴν Α. Υ. τὸν Διάδοχον.
3361Ἀλλὰ τὸν οὕτω ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὑπ’ αὐτοῦ
3362τοῦ λαοῦ γινόμενον περιορισμὸν ἐγὼ θεωρῶ ὕβριν κατὰ τοῦ
3363παρελθόντος, κατ’ αὐτῆς τῆς ἱστορίας ἡμῶν. Τάχα ὅ,τι οἱ
3364μετ’ εὐθύνης διαχειρισταὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας δὲν ἠδυ-
3365νήθησαν νὰ πράξωσιν, ὁ Βούλγαρης, ὁ Κουμουνδοῦρος, ὁ Ζαΐ-
3366μης, ὁ Δεληγεώργης, ὁ Τρικούπης, ὁ γηράσας αὐτὸς Δηλι-
3367γιάννης, καὶ ἄλλοι ἀπογοητευθέντες σύγχρονοι πολιτικοὶ
3368ἄνδρες, αὐτὸ θὰ κατορθώσῃ μόνος ἡ Α. Υ. ὁ Διάδοχος; Εἰς
3369τὸν Διάδοχον μόνον τὴν ἐλπίδα τοῦ ἔθνους θ’ ἀναθέσωμεν;
3370Ὄχι, Κύριοι, δὲν εἶναι εὐλάβεια πρὸς τὴν Αὐτοῦ Ὑψηλότητα
3371ἡ ὕβρις κατὰ τοῦ λαοῦ! Πᾶσα ἐξουσία, ἐκπορευομένη ἐκ
3372τοῦ λαοῦ, εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία διατηρεῖ τὰς ἐλευθερίας τοῦ
3373λαοῦ· εἶναι δὲ ἀνάξιος αὐτῶν ἐκεῖνος ὁ λαὸς, ὅστις φρονεῖ,
3374ὅτι εἰς τὰς βαθμίδας τοῦ Θρόνου ἀνευρίσκονται ἐκεῖνοι, οἱ
3375ὁποῖοι θὰ σώσωσιν αὐτόν. Λαοὶ, οἱ ὁποῖοι ἀπώλεσαν τὴν
3376ἐφ’ ἑαυτοὺς ἐμπιστοσύνην, δὲν ἔχουσιν ἐν ἑαυτοῖς τὰ σπέρ-
3377ματα, ὅπως ἐλευθέρως ἀναπτυχθῶσι.
3378Δὲν ἀρνοῦμαι τὴν κακοδαιμονίαν ἡμῶν. Μέμφονται τοῦ Κοι-
3379νοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὡς αἰτίου ταύτης. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ
3380ἤμην εἰς τὴν ἀρίστην τῶν θέσεων μετ’ ὠφελείας προσωπικῆς νὰ
3381συμβάλω εἰς τὴν κατὰ τοῦ πολιτεύματος καθ’ ἡμέραν ἐπιρρι-
3382πτομένην μομφὴν, ὡς καὶ εἰς τὴν κατὰ τοῦ κομματικοῦ διαγω-
3383νισμοῦ καὶ τῆς πολιτικῆς συναλλαγῆς, ὡς οὐδόλως οὐδέποτε
3384ἀναμιχθεὶς εἰς αὐτὰ, οὔτε ὡς πρόσωπον, οὔτε ὡς πολιτευό-
3385μενος· ἀλλ’ ἔχων περὶ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν ἰδέας μορ-
3386φωθείσας διὰ μελέτης ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ὡς πολίτης ἐν τῷ τόπῳ
3387μου καὶ ἐφρόνησα καὶ φρονῶ, ὅτι μόνον ὅταν κατέχωμεν τὴν
3388πλήρη ἔννοιαν τῶν δύο μεγάλων στύλων, τοῦ λαοῦ καὶ τῆς
3389Βασιλείας, τότε καὶ μόνον δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν βιώσιμον πο-
3390λιτειακὸν καθεστὼς, ἐπ’ αὐτῶν τῶν στύλων στηριζόμενον,
3391διὰ τοῦ ὁποίου νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ὁδὸν τῶν βελτιώσεων
3392καὶ τῆς προόδου. Ζητοῦντες ὅμως νὰ ἐνισχύσωμεν τὸν ἕτερον
3393ἐξ αὐτῶν, εἰς τὰς χεῖρας τῆς Δυναστείας παρέχοντες πολλὰ,
3394κατ’ ἀνάγκην θὰ ἔχωμεν ἢ τὴν ἀπολυταρχίαν ἢ τὴν δημο-
3395κρατίαν. Ἀλλὰ μετὰ τὴν χρεωκόπησιν πλέον ἁπανταχοῦ
3396τῆς ἀπολυταρχίας, ἂν τεθῶ μεταξὺ τοῦ διλήμματος, βε-
3397βαίως ἐγὼ θὰ κηρυχθῶ δημοκράτης. Ἀλλ’ ὡς οἱ δημοκρά-
3398ται, οὕτω καὶ οἱ ἀπολυτόφρονες κλονίζουσι τοὺς Θρόνους,
3399ἀπομακρύνοντες τὴν πίστιν τῶν λαῶν ἀπ’ αὐτῶν. Ὅσοι
3400δ’ ἐμμένουσιν εἰς τὸν σεβασμὸν αὐτῆς τῆς δυάδος, Βασι-
3401λείας καὶ λαοῦ, ἡ ὁποία ἐνέχει καὶ τὴν δημοκρατικὴν ἰδέαν
3402καὶ τὸ ἀριστοκρατικὸν πνεῦμα, ἐκεῖνοι μόνον εἶναι οἱ ὀπα-
3403δοὶ οἱ ὑποστηρίζοντες τὸν Θρόνον, ἀλλὰ καὶ οἱ φύλακες τῶν
3404ἐλευθέρων ἰδεῶν, ἐκεῖνοι εἶναι οἱ πιστοὶ φύλακες τῶν ἐλευ-
3405θεριῶν, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ φρουρῶσι καὶ φυλάττωσιν ὑπὲρ
3406τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν ἐξέλεξεν αὐτούς.
3407Καὶ ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐκχωροῦνται ἀπὸ
3408τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὴν Α. Υ. τὸν Διάδοχον; Ὁ κ. Ὑπουρ-
3409γὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὤφειλεν, εἰσάγων τὸ παρὸν νομοσχέ-
3410διον, λεπτομερεστάτην ἔκθεσιν νὰ συντάξῃ περὶ τῶν ἰσχυου-
3411σῶν περὶ στρατοῦ διατάξεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἄπειροι, νὰ ἀνα-
3412φέρῃ τοὺς νόμους καὶ τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι διέπουσι τὸ
3413καθεστὼς, νὰ εἴπῃ ἡμῖν, τί ὑπολείπεται ἐκ τῆς ἐκχωρου-
3414μένης ἐξουσίας εἰς τὸν ὑπεύθυνον Ὑπουργὸν, καὶ πῶς ἐλπί-
3415ζει ὅτι δι’ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐκχωρεῖ, θὰ μορφωθῇ ὁ στρα-
3416τός. Δὲν ἐθεώρησεν ἀναγκαίαν τοιαύτην ἔκθεσιν, προκειμένου
3417περὶ νομοθετήσεως τόσον μεγάλου ἔργου, ἔκθεσιν τὴν ὁποίαν
3418τουλάχιστον ἔκαμεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, εἰσ-
3419άγων τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια, παρασχὼν εἰς ἡμᾶς τὰ
3420μέσα, ἵνα κατανοήσωμεν τὸ ἐκπαιδευτικὸν ζήτημα, μελε-
3421τῶντες τὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει καθορισθέντος
3422ζητήματος ἐκθέσῃ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν τὴν γνώμην του. Ταῦτα
3423μὴ πράξας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἠνάγκασε τοὺς
3424ἀνελθόντας εἰς τὸ βῆμα νὰ ἐκθέσωσι λεπτομερείας, αἱ ὁποῖαι
3425κουράζουσι τὴν Βουλὴν, εἶναι δ’ ἀντικείμενον ἐπιτροπῶν καὶ
3426ἐκθέσεων, ἀναλαβόντες αὐτοὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τοῦ
3427κ. Ὑπουργοῦ. Καὶ δυσανασχετοῦσιν ἔπειτα οἱ περὶ τὴν Κυ-
3428βέρνησιν, ὅτι παρέρχεται χρόνος πολὺς πρὸς ἐπιψήφισιν τοι-
3429ούτου νομοσχεδίου! Ἀλλ’ ἐλάχιστος χρόνος μέχρι σήμερον
3430διετέθη πρὸς συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου· ἀπῃτεῖτο μάλιστα
3431πλειότερος χρόνος, ὅπως κατανοήσωμεν πάντες ἐπαρκῶς τὸ
3432ζήτημα. Διότι τὸ ζήτημα, εἰς ὃ ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον, συν-
3433δέεται καὶ μὲ τὸ τεχνικὸν μέρος τοῦ στρατοῦ, καὶ δὲν δι-
3434καιοῦται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν παρὰ πάντων
3435ἡμῶν, ποικίλων ἐπαγγελμάτων ἀνθρώπων, ὅτι εἴμεθα ἱκανοὶ
3436ἐν μιᾷ ἑσπέρᾳ νὰ μελετήσωμεν καὶ μορφώσωμεν ἐν τῇ δια-
3437νοίᾳ ἡμῶν τὸ ζήτημα, πρὸς δὲ τούτοις νὰ ἔχωμεν καὶ γνώ-
3438μην ἐπὶ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἠξίωσεν οὔτε ἔκθεσιν
3439νὰ ὑποβάλῃ, οὐδὲ κἂν ἐκτεταμένην εἰσηγητήριον ὁμιλίαν νὰ
3440ποιήσηται ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός.
3441Ἀλλὰ ποῖα εἶναι τὰ παρεχόμενα δικαιώματα; Ἀνῆλθεν
3442εἰς τὸ βῆμα ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἐξέθεσε ποσοτικῶς πολλὰ
3443πράγματα, ὅτι διατηροῦνται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιω-
3444τικῶν καὶ μετὰ τὴν γενομένην ἀφαίρεσιν δικαιωμάτων παρε-
3445χομένων εἰς τὸν Γενικὸν Ἀρχηγόν. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν, Κύριοι, δὲν
3446ἀποτελεῖ τὴν ἔννοιαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀρκεῖ ὅτι τὸ δι-
3447καίωμα τῆς τοποθετήσεως τῶν σωμάτων τοῦ στρατοῦ, τὸ
3448δικαίωμα τῆς μεταθέσεως, τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιθεωρήσεως,
3449τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν προβιβασμῶν, ἀνήκει εἰς
3450τὸν Ἀρχηγὸν, ὅπως πεισθῶμεν, ὅτι πᾶσαν τὴν ἐξουσίαν τοῦ
3451ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ παρέχομεν εἰς τὸν Γενικὸν Ἀρχηγὸν,
3452ὅτι τὴν ὑλικὴν δύναμιν τῆς Πολιτείας, τὸν στρατὸν, παρέχο-
3453μεν εἰς αὐτόν. Διατηροῦντες μάλιστα τμήματα ἐν τῷ Ὑπουρ-
3454γείῳ πρὸς ἐπιθεώρησιν τῶν νοσοκομείων, τῶν ἱματισμῶν κλπ.,
3455ἀπαλλάσσομεν ἀπὸ τῶν ὀχληρῶν ἔργων, ἀπὸ τῶν ὑπηρετι-
3456κῶν ἔργων, τὸν Γενικὸν Ἀρχηγόν. Ἀλλὰ ταῦτα τὰ ἔργα δὲν
3457ἀποτελοῦσι τὴν ἀνωτέραν Διοίκησιν, τὴν ἐξουσίαν. Τὸ κύ-
3458ριον ζήτημα, δι’ ὃ ἐπλάσθησαν αἱ πολιτικαὶ καὶ ἠθικαὶ εὐ-
3459θῦναι, εἶναι τοῦτο, τίς τοποθετεῖ τὰ σώματα τοῦ στρατοῦ;
3460τίς προβιβάζει τοὺς ἀξιωματικούς; τίς ἐπιθεωρεῖ αὐτούς;
3461τίς κρίνει αὐτοὺς ἱκανοὺς ἢ ἀνικάνους; τίς μεταθέτει αὐτούς;
3462§122Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
3463κῶν). Ὁ Βασιλεύς.
3464§123ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὁ Βασιλεύς, τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουρ-
3465γοῦ, ἀλλὰ τοῦ Ὑπουργοῦ δεσμευομένου καὶ ὑποχρεωμένου
3466ὑπὸ τῆς προτάσεως τοῦ Διαδόχου. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ περι-
3467στάσεις, καθ’ ἃς οὐδ’ ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ ἐνασκήσῃ δι-
3468καιώματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τῆς ἐνασκήσεως τῆς
3469ὁποίας τὸ δικαίωμα θὰ ἔχῃ μόνον ὁ Διάδοχος. Ὅταν γείνῃ
3470ἓν καθεστὼς τῆς τοποθετήσεως τῶν σωμάτων καθ’ ὑπόθεσιν,
3471θὰ δικαιῶται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐπιφέρῃ τὴν μεταβολὴν τοῦ
3472καθεστῶτος, μὴ θέλοντος τοῦ Διαδόχου;
3473§124Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Καὶ διατί;
3474§125ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Καὶ διατί; Διότι τὸ νομοσχέδιον μετα-
3475φέρει τὸ δικαίωμα τῆς μεταθέσεως εἰς τὸν Ἀρχηγόν. Ἴσως
3476εἰς τὸν νοῦν σας αὐτὸ ἔχετε, ὅτι ἐξακολουθεῖ ὁ Ὑπουργὸς νὰ
3477ἔχῃ τὸ δικαίωμα, ἀλλ’ εἰς τὸ νομοσχέδιον δὲν ὑπάρχει.
3478§126ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Σᾶς ἠρώτησα, διατὶ νὰ κάμῃ τὴν μετάθε-
3479σιν τῶν σωμάτων.
3480§127ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀνεχώρησα ἐκ τῆς ἀρχῆς, ὅτι ἡ το-
3481ποθέτησις τῶν σωμάτων εἶναι τὸ οὐσιῶδες πολιτικὸν περιε-
3482χόμενον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ,
3483καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ὁ Ὑπουργός, ἔχων λόγους νὰ θέλῃ,
3484ὅπως κάμῃ ἄλλην τοποθέτησιν, καὶ ὄχι ἐκείνην, ἡ ὁποία
3485ἐν δεδομένῳ χρόνῳ ὑπάρχει, δὲν θὰ δικαιῶται· διότι τὸ δι-
3486καίωμα αὐτὸ τῆς τοποθετήσεως δίδεται εἰς αὐτὸν τὸν Διά-
3487δοχον, ὅστις τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ θὰ ζητῇ τότε μόνον,
3488ὅταν εἰς αὐτὸν (τὸν Διάδοχον) γεννηθῇ ἡ ἰδέα, ὅτι πρέπει
3489νὰ ἐπέλθῃ ἡ μεταβολὴ καθεστηκυίας ἐν ὡρισμένῳ χρόνῳ το-
3490ποθετήσεως...
3491§128ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐγένετο μία τοποθέτησις· πρόκειται νὰ
3492μεταβληθῇ αὕτη, πρὸς τίνα σκοπόν;
3493§129ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τώρα θὰ σᾶς τὸ εἴπω. Τὸ δικαίωμα
3494τῆς μεταθέσεως τῶν σωμάτων, εἶπον ὅτι θεωρῶ ὡς ἓν τῶν
3495κυρίων, ἅτινα διαχειρίζεται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία διὰ τοῦ
3496ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Εἶναι δὲ τόσον
3497οὐσιῶδες τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἰς ἀποτελέσματα, ἀφ’ ὧν ἔχο-
3498μεν καθῆκον νὰ προφυλαχθῶμεν, ὥστε ἐν ταῖς Ἡνωμέναις
3499Πολιτείαις τῆς Ἀμερικῆς δι’ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος ἔχει
3500ἀφαιρεθῆ καὶ ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς ἐκτελεστικῆς
3501ἐξουσίας, ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, καὶ
3502διετηρήθη τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ἐπιτρέ-
3503πεται εἰς τὸν Πρόεδρον ἐκεῖ οὐδὲ τὰς στάσεις νὰ καταστέλλῃ
3504δι’ ἀποστολῆς στρατευμάτων· πρέπει ἑκάστοτε νὰ ἐρωτᾷ
3505προηγουμένως τὴν γνώμην καὶ νὰ λαμβάνῃ τὴν συγκατάθεσιν
3506τῆς Βουλῆς. Βεβαίως ἐκεῖ εἶναι Δημοκρατία. Ἀλλ’ ἐντεῦθεν
3507οὐδόλως μεταβάλλεται τὸ ζήτημα. Τὸ ζήτημα εἶναι ἡ σπου-
3508δαιότης τοῦ δικαιώματος τῆς διαθέσεως τῶν στρατευμάτων,
3509δικαιώματος τὸ ὁποῖον, δυσπιστοῦντες οἱ ἐλεύθεροι λαοί,
3510ἀφαιροῦσι καὶ ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀνωτάτου ἀρχηγοῦ των, διότι
3511φοβοῦνται τοὺς ἄρχοντας νὰ ἔχωσιν εἰς χεῖράς των τὴν δύ-
3512ναμιν τῆς Πολιτείας, τὸν στρατόν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς
3513τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τῆς ἐρωτήσεως, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπηύ-
3514θυνε, φαίνεται ὅτι δὲν δίδει σημασίαν τινὰ εἰς τὸ δικαίωμα
3515τοῦτο. Ἡμεῖς εἴμεθα Συνταγματικὴ Μοναρχία, καὶ τὸ δι-
3516καίωμα αὐτὸ τῆς τοποθετήσεως ἐνυπάρχει εἰς τὸν ἀνώ-
3517τατον ἄρχοντα, τὸν Βασιλέα, ἐνασκούμενον ὑπὸ τοῦ ὑπευ-
3518θύνου Ὑπουργοῦ ὅμως· πῶς λοιπὸν αὐτοῦ τοῦ οὐσιώδους δι-
3519καιώματος ἀποστεροῦμεν τὸν ὑπεύθυνον Ὑπουργόν; Καὶ ἂν
3520περιστάσεις, διὰ τὴν τάξιν ἐν τῇ χώρᾳ, διὰ τὴν δημοσίαν
3521ἀσφάλειαν, ἐπιβάλλωσι νέαν τοποθέτησιν καὶ μετακίνησιν
3522σωμάτων, τίς θὰ ἦναι ὑπεύθυνος ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, διότι
3523δὲν συνεμορφώθη πρὸς τὰς νέας ἀνάγκας, τὰς ἐπιβαλλομένας
3524ἐκ τῶν πραγμάτων; Καὶ ὅταν ἡμεῖς ἐδῶ ἐρωτήσωμεν τὸν
3525ὑπεύθυνον Ὑπουργὸν καὶ ἐλέγξωμεν αὐτόν, ὅτι δὲν ἔπραξεν
3526ὅ,τι αἱ περιστάσεις ἐπέβαλλον αὐτῷ, δὲν θὰ μᾶς ἀπαντήσῃ
3527οὗτος, ὅτι οὐδὲν αὐτὸς εἶχε δικαίωμα μεταβολῆς, ὑπαρχούσης
3528τοποθετήσεως τῶν στρατευμάτων, διότι τὸ δικαίωμα αὐτὸ ὁ
3529νόμος, ὃν ἐψηφίσαμεν, μετέδωκεν εἰς τὸν Διάδοχον;
3530Εἰς ἀπείρως ἥσσονος σπουδαιότητος ζήτημα, πρὸ ἡμερῶν,
3531ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς ἠρώτησε τὸν κ.
3532Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διαμαρτυρόμενος διότι
3533τὸ δημοτικὸν σχολεῖον ἐν Τριπόλει ἦτο ἑτοιμόρροπον καὶ
3534διεκινδύνευεν ἐντεῦθεν ἡ ζωὴ τῶν μαθητῶν καὶ προεκάλει
3535τὴν προσοχὴν καὶ τὴν μέριμναν αὐτοῦ, ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν
3536μᾶς εἶπε: «Τί νὰ σᾶς κάμω ἐγώ! Ἔχω δικαιοδοσίαν ἐνερ-
3537γείας; Δὲν παρεχωρήσατε τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἐπιθεωρη-
3538τὰς τῶν δημοτικῶν σχολείων;» Ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα, ὅτι
3539πᾶσαι αἱ διαμαρτυρίαι αὗται τοῦ Ὑπουργοῦ περὶ δικαιώ-
3540ματος, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τῆς ζωῆς τῶν μαθητῶν, δὲν
3541ἠμπόδισαν τὸν κ. Ὑπουργὸν ν’ ἀναζητήσῃ καὶ ἀνεύρῃ ἐν
3542τοῖς νόμοις δικαίωμά του, ὅπως τιμωρήσῃ ἐπιθεωρητὴν δη-
3543μοτικῶν σχολῶν διὰ πράξεις ἥττονος ἴσως σημασίας ἐκεί-
3544νης, δι’ ἣν ἐζήτει μέριμναν ὁ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτής.
3545Ἐκ τούτων ἕπεται, ὅτι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀποτε-
3546λοῦσι τὴν καθαυτὸ εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ, τὰ ὁποῖα ἀπο-
3547τελοῦσι τὸ περιεχόμενον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, αὐτὰ διὰ
3548τοῦ νομοσχεδίου παραχωροῦνται εἰς τὸν Γενικὸν Ἀρχηγὸν,
3549μὴ ὑπεύθυνον ἀπέναντι τῆς Βουλῆς.
3550Ἀλλὰ προσέρχεται ὁ σεβαστός μοι ἐκ Πατρῶν συνάδελ-
3551φος κ. Ρικάκης καὶ λέγει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου: «Προκει-
3552μένου περὶ Διαδόχου, προκειμένου περὶ πριγκήπων, οἵτινες
3553ὑπῆρξαν ἡ πηγὴ, ὅθεν ἀνέβλυσεν ἡ ἐλευθερία τῆς Κρήτης, καὶ
3554θ’ ἀναβλύσῃ καὶ ἡ τῆς Μακεδονίας ἐν τῷ μέλλοντι, σεῖς ἔχε-
3555τε δυσπιστίαν;» Ἀλλ’ οἱ Βασιλόπαιδες προωρίσθησαν ὑπὸ
3556τῆς Εἱμαρμένης διὰ τὰς θέσεις, αἱ ὁποῖαι παρεσκευάσθησαν
3557δι’ αὐτούς. Δύνανται νὰ γείνωσιν Ἡγεμόνες, καὶ Ἡγεμὼν
3558ἐγένετο ἡ Α. Ὑψ. ὁ πρίγκηψ Γεώργιος, Ὕπατος Ἁρμοστὴς
3559τῆς Κρήτης. Ἀλλ’ ἡμεῖς νῦν συζητοῦμεν, ἂν δικαιούμεθα, ἂν
3560πρέπει ἀπὸ τῆς ἐννοίας τῆς Πολιτείας ν’ ἀφαιρέσωμεν τὴν
3561δύναμιν τῆς Πολιτείας, καὶ νὰ θέσωμεν αὐτὴν ἐκτὸς τῆς Πο-
3562λιτείας. Διότι ὁ Διάδοχος εἶναι ὁ μέλλων Βασιλεὺς τῆς Ἑλ-
3563λάδος, οὐδὲν τούτου πλειότερον. Ὁ Διάδοχος οὐδεμίαν ἄλλην
3564ἔννοιαν ἔχει ἐν τῇ Πολιτείᾳ, οὐδεμίαν συνταγματικὴν ἔν-
3565νοιαν ἄλλην· διότι ἡ Πολιτεία εἶναι μόνος ὁ λαὸς διὰ τῶν
3566ἀντιπροσώπων του, καὶ ὁ Βασιλεὺς εἶναι ὁ Βασιλεὺς, καὶ ὁ
3567ὑπεύθυνος ὁ Ὑπουργός του. Τί δὲ ζητοῦσι παρ’ ἡμῶν διὰ τοῦ
3568νομοσχεδίου τούτου; Ζητοῦσι ν’ ἀφαιρέσωσι τὴν δύναμιν τῆς
3569Πολιτείας, καὶ νὰ θέσωσιν αὐτὴν ἐκτὸς τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ
3570πρὸ τοιαύτης ἀπαιτήσεως ἔχομεν καθῆκον νὰ δυσπιστῶμεν.
3571Εἶπον προηγουμένως περὶ τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς
3572Ἀμερικῆς· ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Ἑλβετίαν, τὴν μικρὰν
3573Δημοκρατίαν, οὐδ’ ὁ Πρόεδρος αὐτῆς ἔχει τὸ δικαίωμα
3574νὰ συναθροίζῃ πλέον τῶν 2,000 στρατοῦ, διότι ἐξουσία τοι-
3575αύτη δύναται νὰ τῷ χρησιμεύσῃ ὡς πρόσχημα, ἡ δὲ Βουλή,
3576κρίνουσα ἑκάστοτε, παρέχει τὴν ἄδειαν. Καὶ πῶς ἐκεῖνοι
3577δυσπιστοῦσιν; Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ δυσπιστή-
3578σωμεν; Ἐφ’ ὅσον τὸ Σύνταγμα παρέσχεν ὅσα παρέσχε δι-
3579καιώματα εἰς τὸν Βασιλέα, οὐδεὶς ἐσκέφθη, ὅπως ὁμιλήσῃ
3580περὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν. Ἀλλὰ ποῦ, εἰς ποῖον Κράτος,
3581καὶ μοναρχούμενον συνταγματικῶς ἔστω, καὶ ὄχι κοινοβου-
3582λευτικῶς, δύνασθε νὰ εὕρητε θέσιν πολιτικὴν εἰς τὸν Διάδο-
3583χον; Εἶπε πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος ἄλλοτε Ὑπουργὸς τῶν
3584Στρατιωτικῶν κ. Κόρπας: «Διατὶ νὰ μὴ δώσωμεν ἐργα-
3585σίαν εἰς τὸν Διάδοχον; Ἀντὶ νὰ δώσωμεν εἰς ἄλλον, ἂς
3586δώσωμεν εἰς τὸν Διάδοχον. Μήπως οἱ νόμοι οἱ προηγούμε-
3587νοι, εἶπε, δὲν ἔδιδον εἰς αὐτὸν ὑπηρεσίαν;» Ἀλλ’ εἶναι ἄλλο
3588τὸ ζήτημα αὐτό. Ἐὰν ἔφερον ἓν νομοσχέδιον, ἑνοῦντες τὰ
3589τρία Ἀρχηγεῖα εἰς ἓν, ἠδύναντο νὰ διορίζωσι κατὰ τοὺς κει-
3590μένους νόμους ἔστω καὶ τὸν Διάδοχον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώ-
3591σει θὰ διώριζεν αὐτὸν τοὐλάχιστον ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία,
3592ὄχι ἡ νομοθετική. Ἀλλὰ τότε δὲν θὰ ὑπῆρχε τὸ ἰσόβιον
3593διὰ νόμου, τὸ ὁποῖον ἰσόβιον παρέχομεν εἰς αὐτόν. Θὰ ὑπῆρ-
3594χε δὲ τρόπος, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅταν καὶ ἂν περιστά-
3595σεις ἐνδεχόμεναι προεκάλουν τῆς παῦσιν τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ,
3596νὰ ἐγίνετο ἡ παραίτησις χωρὶς νὰ κλονισθῇ ὁ τόπος. Ἐνῷ
3597σήμερον, Κύριοι, ἐὰν ὑποθέσητε ἐξ οἱωνδήποτε λόγων, ἔστω
3598καὶ ἀντικειμενικῶν, ἀποτυχίαν, ἐὰν ὑποθέσητε φόβους, ἔστω
3599καὶ ἀβασίμους, ἀναπτυσσομένους ἐν τῷ μέλλοντι παρὰ τῷ
3600Ἑλληνικῷ λαῷ, ὁ ὁποῖος οὐδόλως ἔλαβεν ἀκόμη τὸν και-
3601ρὸν νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἐννοήσῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ νομοσχεδίου,
3602ποία θὰ ἦναι ἡ συνέπεια; Ἡ συνέπεια θὰ ἦναι βεβαίως, ὅτι
3603εἰς τὰς μελλούσας βουλευτικὰς ἐκλογὰς εἶναι δυνατὸν νὰ
3604τεθῇ τὸ ζήτημα: «Νὰ ὑπάρχῃ ἢ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ὁ νόμος;»
3605Ἀπεύχομαι τοῦτο. Ἀλλ’ ἂν αἱ περιστάσεις φέρωσι τὴν θέ-
3606σιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, τί συμβήσεται; Δὲν εἶναι δεδι-
3607καιολογημένοι οἱ φόβοι μου;
3608Ἀλλὰ τόσον ἀπηλπίσθημεν ἀφ’ ἡμῶν αὐτῶν, καὶ πρέπει νὰ
3609προστρέξωμεν εἰς τὸ ἔλεος τῆς Βασιλείας; Τότε ἂς θέσωμεν
3610καθαρῶς τὸ ζήτημα. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι βεβαίως δὲν εἴμεθα
3611πολιτικῶς εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον καλὸν ἦτο νὰ ἤμεθα
3612καὶ ἠδυνάμεθα νὰ ἤμεθα. Ἀλλὰ κρίνων ἐκ τῆς ἱστορίας, καὶ
3613συγκρίνων ἡμᾶς αὐτοὺς πρὸς τοὺς ἄλλους λαοὺς, εὑρίσκω ὅτι
3614ἔχομεν τοὐλάχιστον καὶ ἡμεῖς ἐν Ἑλλάδι μίαν τάξιν σχετι-
3615κὴν, μίαν ἀσφάλειαν. Ταύτην δὲ τὴν τάξιν ἐξησφάλισε τὸ Κοι-
3616νοβουλευτικὸν πολίτευμα παρ’ ἡμῖν. Φοβοῦμαι αὐτὴν ἀκόμη τὴν
3617τάξιν, ὅταν παύσωμεν ἔχοντες τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευ-
3618μα. Ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται, ὅτι εἶναι ἄωρος ὁ
3619Ἑλληνικὸς λαὸς ἀκόμη, ὅπως ἔχῃ τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολί-
3620τευμα,—καὶ ἴσως εἶναι ἄωρος διὰ νὰ ἔχῃ τὸ κοινοβουλευτικὸν
3621πολίτευμα τῆς Ἀγγλίας,—ὀφείλουσι νὰ ὁμολογήσωσιν, ὅτι
3622καὶ ἡ Δυναστεία ἡμῶν δὲν ἔχει τὴν ἱστορίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία
3623ἀπετέλεσε τὴν νῦν Συνταγματικὴν Γερμανίαν, δὲν ἔχει τὴν
3624ἱστορίαν τῶν Χοεντζόλερν, οἱ ὁποῖοι δύνανται μόνον δι’ αὐτῆς
3625νὰ διατηρήσωσιν ὄχι κοινοβουλευτικὴν συνταγματικὴν Μο-
3626ναρχίαν, τὴν Δυναστείαν τῶν Χοεντζόλερν, ἡ ὁποία ἀπὸ τοῦ
3627δεκάτου ἕκτου αἰῶνος ἀκόμη παρέλαβε Πρωσίαν ἑνὸς καὶ
3628ἡμίσεος ἑκατομμυρίου κατοίκων, καὶ παρέδωκεν εἰς τὸν
3629Διάδοχον αὐτῆς Φρειδερίκον, μετὰ ἕνα αἰῶνα, μὲ πέντε ἑκα-
3630τομμύρια κατοίκους, καὶ οὗτος εἰς τὸν ἀποθανόντα Γουλιέλ-
3631μον παρέδωκε τὴν Πρωσίαν μὲ 25 ἑκατομμύρια, καὶ οὗτος εἰς
3632τὸν ἐγγονόν του, τὸν νῦν Αὐτοκράτορα τῆς Γερμανίας, μὲ 30
3633ἑκατομμύρια, τὴν Πρωσίαν μὲ ἡνωμένην τὴν Γερμανίαν καὶ
3634μὲ αὔξησιν τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου τῆς Γερμανίας ἐντὸς
3635δεκαπενταετίας ἀπὸ 3 εἰς 5 δισεκατομμύρια φράγκων. Βε-
3636βαίως μὲ τοιαύτην ἱστορίαν αἱ Δυναστεῖαι δύνανται νὰ μὴ
3637ἔχωσιν ἀνάγκην καθαρῶς Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Καὶ
3638δύνανται νὰ μὴ ἔχωσιν ἀνάγκην τοιούτου, ὅταν καὶ δὲν προϋ-
3639πῆρξεν οὐδέποτε παρ’ ἐκείνοις Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα·
3640διότι, ἂν προϋπῆρχε, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταργηθῇ. Μήπως
3641εἰς αὐτὴν τὴν Γερμανίαν δὲν ὑπῆρχον μέχρι τοῦ 1865 τὰ
3642πολιτικὰ παράπονα, Κύριοι, ἅτινα ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν;
3643Διδαχθῆτε ἐκ τῆς ἱστορίας, καὶ μὴ κρίνετε οὕτω, ἄνευ συγ-
3644κρίσεως, τὰ καθ’ ἡμᾶς. Ὁ Μὸλ, ὁ διάσημος πολιτικολόγος,
3645ἔλεγεν: «ἂς παρασκευάσωμεν μίαν πολιτικὴν κατάστασιν,
3646διὰ νὰ μὴ ἐντρεπώμεθα νὰ ὀνομαζώμεθα Γερμανοί». Καὶ τί
3647εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπέτρεψεν αὐτὴν τὴν Γερμανίαν ἀπὸ
3648διαταράξεις ἐσωτερικὰς, ἡ ὁποία ἐζήτει ἐπιμόνως τὴν ἐφαρ-
3649μογὴν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος πρὸς διόρθωσιν
3650τῆς ὑφισταμένης τότε πολιτικῆς καταστάσεως, εἰμὴ ἡ με-
3651γάλη νίκη τοῦ 1870, ἡ ὁποία ἐνίσχυσε τὴν Αὐτοκρατορίαν
3652καὶ τὴν ἰσχυροποίησεν ἐν τῇ συνειδήσει καὶ τὴν ἐνέβαλεν
3653βαθύτερον εἰς τὴν καρδίαν τοῦ Γερμανικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος
3654δικαίως ζῇ νῦν μὲ τὸν Αὐτοκράτορά του;
3655Ἂς βλέπωμεν σαφῶς καὶ ἀμερολήπτως τὰ πράγματα. Ἡ
3656Πολιτεία εἶναι δύο παράγοντες, καὶ οἱ δύο εἶναι ἀσθενεῖς
3657παράγοντες παρ’ ἡμῖν· ὁ λαὸς, ἕνεκα τῆς μὴ ὡρίμου πολι-
3658τικῆς ἀναπτύξεως καὶ μορφώσεως, ἡ Δυναστεία, ἕνεκα ἐλλεί-
3659ψεως ἱστορίας καὶ ἕνεκα μικροῦ χρόνου διαμονῆς ἐν τῷ τόπῳ.
3660Ἀλλ’ εἶναι τάχα προσωπικοὶ ἐμοῦ φόβοι, Κύριοι, ὅσα
3661ἰσχυρίζομαι; Ὄχι! Τὰ ἐδιδάχθην. Τὴν δυσπιστίαν ἐδιδά-
3662χθην παρ’ ἑνὸς μεγάλου διδασκάλου μου, τοῦ Bluntschli,
3663ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τῆς Heidelberg, ἐν Γερμανίᾳ, ὅτε ἐκεῖ
3664ἐσπούδαζον· ἤκουσα διδασκομένην τὴν δυσπιστίαν παρ’ ἐκεί-
3665νου, ὁ ὁποῖος ὑπὲρ πάντα ἄλλον μετέσχε τῆς ἀποκαταστά-
3666σεως τῆς ἑνότητος τοῦ Γερμανικοῦ ἔθνους, διδάσκων, ἐνθου-
3667σιάζων τὴν νεότητα τὴν Γερμανικὴν καὶ τὴν παγκόσμιον,
3668δύναμαι νὰ εἴπω, διότι ἡ σοφὴ γνώμη αὐτοῦ καὶ οἱ σοφοί
3669του λόγοι πανταχοῦ τοῦ κόσμου ἐπέχυσαν τὸ φῶς. Τί ἔλεγεν
3670αὐτός; Ὅτι «εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀποχωρίσητε τὸν στρατὸν
3671ἀπὸ τῆς πολιτικῆς. Ὁ στρατὸς πρέπει καλῶς νὰ ὑπηρετῇ
3672τὴν πολιτικήν. Οὐδεμίαν αὐτοβουλίαν, οὐδεμίαν ἰδιαιτέραν
3673δύναμιν νὰ ἔχῃ»...
3674§130Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν).
3675Δὲν ὁμιλεῖ περὶ ῥουσφετίων, ὑποθέτω.
3676§131ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Θὰ συνίστων εἰς τὸν ἀξιότιμον κ.
3677Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ἀναγνώσῃ τὸ ἔξοχον σύγγραμμα
3678τοῦ Γερμανοῦ Μὸλ, (δὲν ἠξεύρω ἂν εἶναι μεταπεφρασμένον
3679Γαλλιστὶ) διὰ νὰ ἴδῃ μέχρι τοῦ 1867 τὸ εἶδος τῆς συναλ-
3680λαγῆς ἐν τοῖς Γερμανικοῖς Κράτεσι, καὶ πεισθῇ διὰ ποίου
3681εἴδους συναλλαγῆς, ῥουσφετίου καὶ πολιτικῆς διαφθορᾶς αἱ
3682πλειονοψηφίαι συνεκεντροῦντο περὶ τὴν Κυβέρνησιν τῶν
3683Ἡγεμόνων.
3684§132Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἔφθασε καὶ μέχρι τοῦ στρατοῦ; Πρό-
3685κειται περὶ στρατοῦ τώρα.
3686§133ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Πρὸ μικροῦ ὁ κατελθὼν τοῦ βήματος
3687ἀξιότιμος πρώην ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς κ. Κόρ-
3688πας, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, εἶχε τὸ θάρρος νὰ μᾶς
3689εἴπῃ, ὅτι εἷς πολιτικὸς ἐκ τῶν συγχρόνων ἔσχε τὸ σθένος νὰ
3690θυσιάσῃ ἔτη μακρᾶς πολιτικῆς ἐργασίας του πρὸς κατίσχυσιν
3691ἐν τῇ πολιτικῇ, ἀντιτάξας ἰσχυρὸν χαρακτῆρα, ἐπιμονὴν καὶ
3692εὐστάθειαν κατὰ τῆς παρ’ ἡμῖν πολιτικῆς συναλλαγῆς. Ὁ
3693Ράλλης! Μιμηθῆτε αὐτόν! Οὕτως ἄρχονται αἱ βελτιώσεις.
3694Ἀντὶ νὰ ζητῆτε νὰ μάθητε παρ’ ἐμοῦ λεπτομερείας νῦν, τί
3695ἔγεινεν εἰς τὴν Γερμανίαν, ἔχετε πρὸ ὑμῶν τὸ παράδειγμα.
3696Ἂν σήμερον εἶναι εἷς, διὰ τοῦ χρόνου θὰ εὑρεθῶσι δύο, τρεῖς.
3697Καὶ ὅταν εὑρεθῶσι δύο ἢ τρεῖς, θὰ γείνωσι καὶ πέντε καὶ δέκα,
3698ἀλλὰ τότε ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἡ συναλλαγὴ θὰ ἀρχίσῃ νὰ ἐξα-
3699λείφηται καὶ αὐτὴ, ἔμφυτος ἐν μέτρῳ τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει,
3700ἥτις θεωρεῖται παρ’ ἡμῖν ὡς ἐλάττωμα Ἑλληνικὸν μόνον.
3701Ἀλλ’ ἀποδεικνύομεν ἄγνοιαν τῆς ἱστορίας, ἄγνοιαν τῶν ἀλλα-
3702χοῦ συμβαινόντων, ἰσχυριζόμενοι, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ὁ πολιτι-
3703κῶς διεφθαρμένος λαός. Τὸ μέγιστον δ’ ἐθνικὸν ἀτύχημα ἡμῶν
3704εἶναι, ὅτι ἡμεῖς αὐτοὶ ἐξευτελίζομεν ἡμᾶς αὐτοὺς, εἶναι ἡ
3705μικρὰ ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἔχομεν περὶ ἡμῶν αὐτῶν, ὡς εὐτελῶν
3706καὶ κοινῶν, ὡς «Ρωμηῶν».
3707Ἰδοὺ, Κύριοι, τί αὐτολεξεὶ λέγει ὁ Bluntschli περὶ τῆς
3708σχέσεως τοῦ στρατοῦ πρὸς τὴν πολιτικήν: «Ὁ στρατὸς πρέ-
3709πει νὰ ὑπηρετῇ εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους». Ἡ ἰδέα
3710τοῦ νεωτέρου Κράτους δὲν ἀνέχεται Γενιτσάρους καὶ Πραι-
3711τωριανούς.
3712Καὶ τάχα ὁ στρατός μας θὰ γείνῃ Γιανίτσαρος, θὰ γείνῃ
3713Πραιτωριανός; Ἀλλ’ ἡ ἀνατροφὴ εἶναι τὸ πᾶν. Δὲν θὰ γεί-
3714νῃ τὰ πρῶτα ἔτη, ἀλλὰ τὴν πειθαγότητα τοῦ μέλλοντος
3715οὐδεὶς δύναται νὰ προΐδῃ. Βεβαίως πρέπει ὁ στρατὸς νὰ ὑπα-
3716κούῃ εἰς τὸν Βασιλέα, πρέπει νὰ ὑπακούῃ εἰς τὸν μέλλοντα
3717Βασιλέα του, ἀλλ’ ὄχι καὶ νὰ ὑποταχθῇ τυφλῶς εἰς αὐτόν.
3718Ἀλλ’ ὅταν ἐξ αὐτοῦ θὰ ἐξαρτῶνται οἱ ἀξιωματικοί, ὅταν
3719οὐδένα ἄλλον θ’ ἀναγνωρίζωσιν, ὅταν ἀπὸ τοῦ νεύματος αὐ-
3720τοῦ, ὅταν ἀπὸ τῆς εὐμενείας καὶ τῆς συστάσεως τῶν ἀπα-
3721ραιτήτων αὐλικῶν, ὅταν ἀπὸ τοῦ περιβάλλοντος αὐτὸν, τὸ
3722ὁποῖον οὐδ’ ἀπὸ τῶν Ὑπουργῶν αὐτῶν καὶ Πρωθυπουργῶν
3723δύναται νὰ λείψῃ, θὰ περιμένωσι τὴν προαγωγὴν καὶ τὴν
3724ἐκτίμησιν καὶ τὴν ἀνάδειξιν καὶ τὴν τοποθέτησίν των, ἐστὲ
3725βέβαιοι, ὅτι θὰ ὑποταχθῶσι κατ’ ἀνάγκην, ὄχι διότι εἶναι
3726Ἕλληνες, ἀλλὰ διότι εἶναι ἄνθρωποι. Ἡ τυφλὴ ὑποταγὴ θὰ
3727γείνῃ ἀνατροφὴ, θὰ γείνῃ πρόληψις. Γνωρίζετε, Κύριοι, ἓν
3728πολύμαχον ζήτημα, ἂν πρέπει ὁ στρατὸς νὰ ὁρκίζηται εἰς τὸν
3729Βασιλέα ἢ εἰς τὸ Σύνταγμα. Ὑπάρχουσι διάφοροι γνῶμαι.
3730Κατὰ τὸ φαινόμενον, εἶναι ἀσήμαντον τὸ ζήτημα. Ἀκούσατε
3731ὅμως, πῶς θεωρεῖ αὐτὸ τὸ ζήτημα, μὲ πρακτικὰ ἀποτελέ-
3732σματα, εἷς, ὁ ὁποῖος κάπως καλλίτερον ἡμῶν θὰ ἐσκέπτετο
3733καὶ εἰδικώτερος ἦτο νὰ κρίνῃ περὶ τῆς ψυχολογικῆς ἐπιδρά-
3734σεως ὡρισμένης καταστάσεως πραγμάτων. Ὁ Μέγας Ναπο-
3735λέων, ἀφ’ ὅτου ὥρισαν ὅτι πρέπει καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα νὰ
3736ὁρκίζηται ὁ στρατὸς, ἰδοὺ τί γράφει περὶ τῆς μετατροπῆς,
3737ἣν εἶχεν ὁ νόμος, ὁ κατὰ τὸ φαινόμενον τυπικὸς, ἐπὶ τοῦ
3738φρονήματος τοῦ στρατοῦ, καὶ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου (ἀναγινώ-
3739σκει): «Αἱ γνῶμαι τῆς ἡμέρας κατὰ μικρὸν εἰσήρχοντο καὶ
3740ἐν τῷ κύκλῳ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, ἰδίως ἀπὸ τοῦ
3741χρόνου τοῦ περιφήμου ἐκείνου ὅρκου ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους, τοῦ
3742Νόμου καὶ τοῦ Βασιλέως. Ἂν μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου ἤθε-
3743λον λάβει διαταγὴν, τὰ πυροβόλα μου νὰ στρέψω κατὰ τοῦ
3744λαοῦ, οὐδόλως ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ συνήθεια, ἡ πρόληψις, ἡ ἀνα-
3745τροφὴ, τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως θὰ μὲ διέθετον νὰ ὑπακούσω.
3746Ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου τὸν ἐθνικὸν ὅρκον ὤμοσα, μόνον εἰς τὸ ἔθνος
3747θὰ προσεῖχον.»
3748Παρέχονται λοιπὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου δικαιώματα εἰς
3749τὸν Γενικὸν Ἀρχηγὸν, ἐξαδυνατοῦντα τὴν ἔννοιαν τῆς Πο-
3750λιτείας, ἥτις δὲν γίνεται ἀκέραιος διὰ τῶν λέξεων. Διότι λέ-
3751ξεις εἶναι, ὅτι ὡρίσθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον
3752τῶν Στρατιωτικῶν διατηρεῖται ὡς «ἡ προϊσταμένη τοῦ στρα-
3753τοῦ ἀρχή.» Ὅταν εἰς αὐτὸ μείνωσιν ὑπηρετικὰ μόνον ἔργα,
3754ὡς καὶ προηγουμένως εἶπον, δὲν δύναται νὰ νοηθῇ ὡς προϊ-
3755σταμένη ἀρχή. Ἀλλὰ μήπως δὲν εἶναι προϊσταμένη ἀρχὴ
3756τῶν Δικαστηρίων τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης; Ἀλλ’ ἕ-
3757πεται ἐντεῦθεν, ὅτι ἡ ἐνάσκησις τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἀποτε-
3758λεῖ ἰδιαιτέραν καὶ διακεκριμένην ἐξουσίαν; Ἀλλ’ ὑ-
3759πῆρξεν ἀνάγκη ἄλλη, νὰ κηρύσσηται ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ὡς
3760ἰδία ἐξουσία ὑπ’ αὐτῶν τῶν Συνταγμάτων. Εἶναι πασίγνω-
3761στοι οἱ λόγοι. Καὶ ὅμως ὑπείκοντες εἰς τὴν ἀνάγκην τοῦ
3762σχηματισμοῦ ἰδίας ἐξουσίας τῆς δικαστικῆς, παρεσκεύασαν
3763νομοθετικῶς τοὺς ὅρους, ὅπως προφυλάσσηται ὁ λαὸς ἀπὸ τῆς
3764ἐνδεχομένης αὐθαιρεσίας τῶν δικαστῶν. Καὶ μεθ’ ὅλας τὰς
3765προφυλάξεις, νῦν ἔτι, ἐνῷ οὐχὶ εἷς, ἀλλὰ πλείονες ἐνασκοῦσι
3766τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἔρχεται στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν
3767αἰσθανόμεθα τὴν τυραννίαν αὐτῶν. Καὶ ὅμως ὑπάρχουσιν
3768ἐγγυήσεις ἐκ τοῦ νόμου περὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν προσώπων,
3769ἅτινα θὰ ἐνασκήσωσι τὴν δικαιοσύνην, περὶ τῆς προαγωγῆς ἢ
3770τῆς μεταθέσεως αὐτῶν, ὑπάρχουσι νόμοι ἐπιτρέποντες καὶ
3771ἐπιβάλλοντες τὴν τιμωρίαν αὐτῶν, καὶ αὐτὴν τὴν ἀπόλυ-
3772σίν των.
3773Ἀλλὰ ποία ἐγγύησις περιλαμβάνεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ,
3774καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ περιληφθῇ, ὅταν ὁρίζηται τὸ πρόσω-
3775πον τοῦ Ἀρχηγοῦ, ὅταν αὐτὸ θὰ ἦναι ἰσόβιον, ὅταν δὲν θὰ
3776ὑπέχῃ οὐδὲ πειθαρχικὴν τιμωρίαν;
3777Ἀλλ’ οὐδ’ αὐτὴ ἡ ἀνάγκη τῆς ἔν τινι μέτρῳ ἀποκεντρώ-
3778σεως δικαιολογεῖ τὴν τοῦ στρατοῦ ἀποκέντρωσιν. Διότι καὶ
3779οἱ τὴν ἀποκέντρωσιν πρεσβεύοντες τὴν συγκέντρωσιν συνι-
3780στῶσι διὰ τὸν στρατὸν, καὶ ἐν τῇ συγκεντρώσει, καὶ δὴ εἰς
3781χεῖρας τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ, ἀνευρίσκουσι τὴν ἡσυχίαν
3782αὐτῶν οἱ λαοί. Ἐν αὐτῇ τῇ Γερμανίᾳ, ἐνῷ ὁ αὐτοκράτωρ Γου-
3783λιέλμος καὶ ὁ Βίσμαρκ καὶ ὁ Μόλτκε διὰ τῶν νικῶν αὐτῶν
3784ἀπετέλουν τὴν ἑνότητα τῆς Γερμανικῆς Αὐκοκρατορίας, αὐτὴ
3785ἡ Βαυαρία, δυσπιστοῦσα, χωρὶς διὰ τοῦτο νὰ προσβάλῃ τὸν
3786μέγαν Αὐτοκράτορα, χωρὶς τὰς ἐθνικὰς αὐτοῦ ὑπηρεσίας νὰ
3787ὑποτιμήσῃ, ἐν τούτοις διετήρησε τὴν διοίκησιν τοῦ στρα-
3788τοῦ αὐτῆς, τὸν ὁποῖον διοικεῖ ἡ Βαυαρία καὶ νῦν ἔτι δι’ ἰ-
3789δίων νόμων καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως αὐτῆς, κατ’ ἐξαί-
3790ρεσιν ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα Κράτη τῆς Γερμανίας. Μόνον ἐν και-
3791ρῷ πολέμου καὶ ἀπὸ τοῦ χρόνου τῆς ἐπιστρατεύσεως τίθεται
3792ὁ στρατὸς τῆς Βαυαρίας ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Αὐτοκράτο-
3793ρος, διὰ τὴν ἑνότητα τῆς γενικῆς ἐν πολέμῳ ἀναγκαίας ἀρ-
3794χηγίας.
3795Πολλάκις ἐγένετο λόγος, κύριοι Βουλευταὶ, περὶ τοῦ γνω-
3796στοῦ ἐκείνου συμβάντος εἰς τὸ πεδίον τοῦ Ἄρεως, ὅπου πα-
3797ρῆν καὶ ἡ Α. Ὑψ. ὁ Διάδοχος. Δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώ-
3798μην ἐκείνων, οἵτινες ποικίλα συμπεράσματα ἐπιστοποίησαν
3799ἐκ τοῦ συμβάντος ἐκείνου. Ἐγὼ ἀναφέρω τὸ γεγονὸς δι’ ἕνα
3800μόνον λόγον. Ὁ Διάδοχος, ἐκεῖ εὑρεθεὶς, ἐν μέσῳ τοῦ λαοῦ,
3801ἀπαιτοῦντος τὴν νόμιμόν του ἐλευθερίαν παρακωλυομένην,
3802καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ λαὸς ἐπρόκειτο νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην
3803του ἐπὶ ἐνδιαφέροντος αὐτὸν δημοσίου ζητήματος, ἐζήτησέ τι
3804παρὰ τοῦ ἐκεῖ παρόντος Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας. Ἀλλ’ ὁ
3805λαμπρὸς ἐκεῖνος στρατιώτης, ὁ τότε Διευθυντὴς τῆς Ἀστυ-
3806νομίας, ὁ ἔξοχος τοῦ καθήκοντος στρατιώτης, ὁ συνταγμα-
3807τάρχης Νικόλαος Βλαχόπουλος, ἠξεύρετε τί ἀπήντησε τότε;—
3808καὶ πολὺ ὀρθῶς ἀπήντησεν—: «Ὑψηλότατε, ἐγὼ ἔχω ἄλλας
3809διαταγὰς παρὰ τῆς Κυβερνήσεώς μου». Αὐτὸ τὸ ἄγνωστον
3810εἰς τοὺς πολλοὺς, αὐτὸ τὸ ὅλως ἀσήμαντον φαινόμενον εἰς
3811πρακτικὰ ἀποτελέσματα, αὐτὴ ἡ ἀπάντησις ἐν τούτοις ἦτο
3812δυνατὸν νὰ γείνῃ, ἐφ’ ὅσον αἱ ἀρχαὶ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ
3813πολιτεύματος κατίσχυον καὶ ἐν τῷ πραγματικῷ πολιτικῷ
3814βίῳ. Μετὰ τὴν ψήφισιν ὅμως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου,
3815πιστεύετε, ὅτι θὰ ἦναι δυνατόν ποτε ἀξιωματικὸς νὰ εἴπῃ
3816τὴν προσήκουσαν τῷ καθήκοντι ἀπάντησιν, ἂν τυχὸν ὁ Διά-
3817δοχον ἤθελεν ἐπιχειρήσει τι παρὰ τὰς διαταγὰς, παρὰ τὴν
3818θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως; Ὄχι!
3819Δὲν ἐπιχειρῶ νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ νομο-
3820σχεδίου. Ἀπαλλάσσει με ἡ ἔξοχος ἀγόρευσις τοῦ ἐξ Ἀττι-
3821κῆς συμπολίτου μου κ. Δραγούμη, ὅστις, ὑποκατασταθεὶς
3822εἰς τὸ καθῆκον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐξέ-
3823θετο ὑμῖν λεπτομερέστατα τὰ τοῦ ζητήματος. Διὰ τοῦτο
3824ἀρκοῦμαι εἰς τὴν ἐκφρασθεῖσαν ὑπ’ ἐμοῦ γνώμην περὶ τῆς
3825φύσεως καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ νομοσχεδίου, προσθέτων
3826μόνον, ὅτι πιθανὸν ἡ παροχὴ δικαιωμάτων τῆς ἐκτελεστι-
3827κῆς ἐξουσίας εἰς τὸν Διάδοχον νὰ ἦναι ἀπαρχὴ τῆς κατὰ μι-
3828κρὸν μεταβολῆς τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ καθεστῶτος· τόσῳ δὲ
3829μᾶλλον ὑποπτεύομαι τοῦτο, ὅσῳ ἔναυλον ἔχω εἰς τὴν ἀκοήν
3830μου, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς προχθὲς, ἀπο-
3831τεινόμενος πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν, εἶπε πρὸς
3832αὐτὸν—περὶ τοῦ γεγονότος, τὴν εὐθύνην ἔχει ὁ εἰπὼν,—
3833εἶπε, λέγω, προχθὲς πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, ὅτι συμμερίζε-
3834ται καὶ αὐτὸς (ὁ Πρωθυπουργὸς) τὴν ἰδέαν, ἣν καὶ πολλοὶ
3835ἄλλοι ἔχουσιν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἡ Ἑλλὰς νὰ προκόψῃ διὰ
3836τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος! Τὴν γνώμην ταύτην
3837ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κατελόγισεν εἰς τὸν κ. Πρωθυ-
3838πουργόν...
3839§134Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον αὐτό.
3840Ἐπιφυλάσσομαι, ὅταν θὰ λάβω τὸν λόγον, ὅτε θὰ ἦναι ἐν-
3841ταῦθα καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, νὰ ἐπαναφέρω
3842εἰς τὴν μνήμην του, τί εἶπον, καὶ ποῖαι ὑπῆρξαν αἱ μεταξὺ
3843ἐμοῦ καὶ αὐτοῦ διαφωνίαι. Ἀναβάλετε μέχρι τῆς στιγμῆς,
3844καθ’ ἣν θὰ δώσω ἐξηγήσεις.
3845§135ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Μάλιστα.
3846Ὅσα εἶπον, Κύριοι, μέχρι τοῦδε οὐδόλως συνέδεσα πρὸς
3847τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας καὶ τοῦ Κράτους.
3848Ἄν ἠθέλομεν καὶ τὸν ἀναγκαῖον αὐτὸν παράγοντα θέσει ἐν
3849τοῖς ὑπολογισμοῖς ἡμῶν, δὲν πιστεύω ὅτι σπουδαίως θὰ ὡμι-
3850λοῦμεν περὶ διοργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον μό-
3851νον ὁ διοργανωτὴς ἐλλείπει. Οἱ μελετήσαντες τὸν προϋπο-
3852λογισμόν, τὸν ὑποβληθέντα ἡμῖν, οἱ γνωρίζοντες ὅτι οὐδεμία
3853πρόνοια ἐν αὐτῷ λαμβάνεται πρὸς πλήρωσιν τῶν πραγματι-
3854κῶν ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ, οἱ πεπεισμένοι ὅτι μόνον προσω-
3855πικὰς δαπάνας ἀναγράφει ὁ προϋπολογισμὸς, οὐδόλως δὲ
3856πραγματικὰς, ἐκεῖνοι ἔχουσι τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν σπου-
3857δαιολογοῦμεν, ὁμιλοῦντες καὶ ἐφευρίσκοντες μέσα πρὸς διόρ-
3858θωσιν τῶν τοῦ στρατοῦ. Παρέχοντες δὲ ὑπὸ τοιαύτας προϋ-
3859ποθέσεις τὸ δικαίωμα τῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατοῦ εἰς
3860τὴν Α. Υ. τὸν Διάδοχον, οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἢ νὰ προορί-
3861σωμεν τὸν ὑπάρχοντα, ὡς ὑπάρχει, στρατὸν νὰ καταστῇ μὲν
3862τέλειος πρὸς σωματοφυλακὴν, ἀλλ’ οὐδέποτε πρὸς ἐθνι-
3863κὸν σκοπὸν, πρὸς ἐπίτευξιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλλη-
3864νισμοῦ.
3865§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσω τὴν συζήτησιν περατωμένην.
3866Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχήν...
3867§137ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
3868§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχε-
3869δίου εἰς δευτέραν συζήτησιν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχό-
3870μενοι λέγουσιν Ὄχι.
3871(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ
3872τὴν ἐπίβλεψιν τῶν βουλευτῶν Γ. Ἀναστασοπούλου
3873καὶ Α. Κασσαβέτη, ὡς ψηφολεκτῶν, καὶ εἶτα ἡ δια-
3874λογή, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3875Ἀνδρέας Πεταλᾶς Ν Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς
3876Γεώργιος Κυριαζῆς ἀρν.Θεόδ. Φλογαΐτης
3877Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Δημ. Γ. Ράλλης Ο
3878Λεωνίδας Μελετόπουλος Γεώργιος Βενιζέλος
3879Κωνστ. Μωραϊτίνης Ν Νικόλαος Γουναράκης Ο
3880Εὐστάθιος Ρακόπουλος Κωνστ. Σταυρόπουλος Ν
3881Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς
3882Εὐκλείδης Μπίστης Ν Δημήτριος Καραγιάννης Ν
3883Δημοσθ. Καΐρης Ἀνδρέας Στράτος
3884Ἀνδρέας Καρατζᾶς Ἀντώνιος Καρτάλης Ν
3885Κωνστ. Πλατούτσας Ν Κωνστ. Τοπάλης Ν
3886Μιχαὴλ Κωτσάκος Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ν
3887Κων. Γ. Καραπᾶνος Ἀργύρ. Φιλιππίδης Ν
3888Κωνστ. Κοττίκας Ν Νικ. Παπαϊωάννου Ν
3889Ἰωάννης Καραπᾶνος Δημ. Γίδας Ν
3890Εὐάγγελος Γαρουφαλιᾶς Ν Νικόλαος Τσόγκας
3891Στέφανος Δραγούμης Νικόλαος Γουλιμῆς Ν
3892Νικόλαος Λεβίδης Ο Ἐπ. Μαυρομμάτης
3893Θεόδωρος Ρετσίνας Περ. Ἀλεξάκης
3894Φωκίων Νέγρης Ν Νικολ. Σπυρακόπουλος Ν
3895Νικόλαος Γιαννηκώστας Ν Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης
3896Ἐπαμ. Μ. Κανάρης Ν Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης
3897Χαρίλαος Διγενόπουλος Ν Σπυρίδων Χυτήρης
3898Ἀρ. Πετροπουλάκης Ν Γουλιέλμος Σκάρπας Ν
3899Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ν Βασίλειος Σαμοΐλης Ν
3900Μιχαὴλ Φωτιάδης Σπυρ. Ἀγάθος Ν
3901Γεώργ. Λιδωρίκης Νικόλαος Καλοσγοῦρος Ν
3902Γεώργ. Ἀνδρίτσος Ν Κ. Χρηστόπουλος Ν
3903Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος Ν Παναγ. Δ. Πετρίδης
3904Μιχ. Στελλάκης Ν Σωτ. Κροκιδᾶς
3905Κ. Παπαμιχαλόπουλος Σπ. Νοταρᾶς
3906Γεώργ. Λύρας ἀρν.Περ. Μεντζελόπουλος Ν
3907Ἐμμ. Ρέπουλης Ν Δημ. Δημητριάδης Ν
3908Δημ. Τσάτσος Ν Ἄθως Ρωμάνος Ν
3909Δημ. Τσιτσάρας Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ν
3910Κωνστ. Ζῶτος Ἀντ. Μομφερρᾶτος
3911Γεώργ. Χατζόπουλος Ν Θεόδ. Μαρκέτος Ο
3912Διονύσιος Στεφάνου Σπ. Ε. Στάης Ν
3913Κ. Ἀργασάρης Λουβάρδος Ν Διον. Καλούτσης
3914Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας Παν. Χοντζόπουλος Ν
3915Γεώργιος Ρώμας Ν Νικόλαος Τσοῦχλος Ν
3916Ἀνδρέας Σπηλιάδης Ν Χ. Κ. Βοζίκης Ν
3917Χρ. Στεφανόπουλος Ν Θ. Πέρρος Ν
3918Χαρίλαος Σπηλιώτης Στέφ. Κοπανίτσας Ν
3919Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ν Γεώργ. Φικιώρης
3920 Μελέτιος Ρουσόπουλος Ν
3921Πέτρος Αὐγερινός Βρασίδας Λεώπουλος ἀρν.
3922Χρῆστος Δαραλέξης Γεώργ. Μαυρομιχάλης
3923Ἄγγελος Πετραλιᾶς Ἰωάννης Γιαννακίτσας
3924Νικόλαος Δαούτης Ν. Καραστέργιος
3925Παναγ. Παπαχατζῆς Δημ. Πιπινόπουλος
3926Σπ. Ἰω. Μήλιος Ν Ἰω. Γ. Λάππας
3927Βασ. Μαρκεζίνης Ν Νικ. Μπουφίδης Ν
3928Νικήτας Συνοδινός Ν Περ. Βαλαωρίτης Ν
3929Χριστόφορος Ἀσιμῆς Εὐάγγελος Τσαρλαμπᾶς
3930Τηλέμαχος Δενδρινός Ν Γεράσιμος Φίλιππας
3931Παν. Μαυροκέφαλος Ν Ξενοφῶν Κυριαζῆς Ν
3932Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμης Ν Β. Βασιλειάδης
3933Θεόδ. Ζαΐμης Ἀθαν. Εὐταξίας Ν
3934Παναγ. Θ. Ζαΐμης Ν. Τριανταφυλλάκος Ν
3935Ὀδυσ. Λαμπρόπουλος Ν Παν. Μανέτας
3936Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ Ἰω. Μπακόπουλος
3937Ἡρακλῆς Καλαμπάκας Ἡλ. Ζέγγελης Ν
3938Γεώργ. Παπαθανασίου Ν Φίλ. Βάρβογλης Ν
3939Περικλῆς Περρωτῆς Ἀθ. Κατριβάνος Ν
3940Ἡλίας Μαυρομιχάλης Ν Ἡλίας Κοσσονάκος
3941Γεώργ. Οἰκονομόπουλος Γ. Ἀναστασόπουλος Ο
3942Δημ. Τερτίπης Ν Γ. Νικολαΐδης
3943Τιμολ. Ἀδαμόπουλος Κ. Τρικούπης
3944Κωνστ. Ζωγλοπίτης Λεων. Δεληγεώργης
3945Γεώργιος Φραγκίδης Ν Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος
3946Ἰωάννης Καζαμπάκας Δ. Λυμπερόπουλος Ν
3947Σπυρ. Παπαποστόλου Ν Γ. Λυμπερόπουλος Ν
3948Ξενοφῶν Τσαμαγκίδης Ν Περ. Μποῦτος Ν
3949Κωνστ. Σαραφιανός Ν Ἀριστομ. Προβελέγγιος Ν
3950Γ. Χατζηνικολῆς Ν Ἀντ. Μάτσας
3951Παν. Λεβέντης Νικ. Κρίσπης Ν
3952Κ. Δούνης Ι. Ναυπλιώτης Ν
3953Γεώργ. Μέρμηγκας Ν
3954Γεώργ. Κόρπας Ν Γεώργ. Σισμάνης Ν
3955Τριαντάφ. Πατρίκιος Ν Δ. Φαρμάκης Ν
3956Γεώργ. Θεοτόκης Ν Γεώργ. Πλατανιώτης
3957Μιχαὴλ Θεοτόκης Ἡλίας Ποταμιάνος
3958Ἀλκίνοος Ζερβός Μιχ. Λαμπρυνίδης Ν
3959Ι. Βοῦρτσος Ν Δ. Βοκοτόπουλος Ν
3960Α. Πετσάλης Ι. Γκιὼν Ν
3961Κ. Α. Κουμουνδοῦρος Κάρολος Βιτάλης
3962Κυριακ. Π. Μαυρομιχάλης Κων. Χατζηπέτρος
3963Γ. Καπετανάκης Ν Γ. Κανούτας Ν
3964Φώτιος Μοσχούλας Ν Νικ. Ταρμπάκης
3965Ἀσημ. Χριστόπουλος Θεόδ. Κριεμάδης
3966Χαράλ. Κανελλόπουλος Γ. Ραδινὸς Ν
3967Θάνος Μπασιᾶς Ἀπόστ. Ζάππας ἀρν.
3968Παναγῆς Τυπάλδος Ο Θ. Σαρσέντης
3969Θεόδ. Βελλισάρης Ο Α. Πονηρόπουλος
3970Ἀνάργ. Σιμόπουλος Δ. Ἀναστασόπουλος Ν
3971Ἀθ. Παπαθανασίου Ν Δ. Παπατσώρης Ν
3972Πέτρος Μόρης Ν Δ. Κατσᾶνος
3973Ἰω. Γ. Ροῦφος Ν Α. Σκαλτσοδῆμος
3974Α. Παπαγιαννακόπουλος Ν. Τζανετόπουλος
3975Ἀσημάκης Θ. Ζαΐμης Γ. Ροδόπουλος Ν
3976Ἀντ. Ρικάκης Ν Θεόδ. Λυμπρίτης
3977Ἀχ. Χοϊδᾶς Ι. Κουντουριώτης Ν
3978Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ν Νικ. Τσαμαδὸς Ν
3979Ν. Μισυρλῆς Παντελῆς Γκίκας
3980Ν. Καράπαυλος Ν Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης Ν
3981Γ. Ράλλης Κ. Ἀγαθοκλῆς Ν
3982Σπ. Γκεντιλίνης Ν Ι. Δ. Τσιριμῶκος Ν
3983Γ. Ζερβὸς Ν Δημ. Κρίτσας
3984Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ν Α. Πλατῆς
3985Νικολ. Λεωνίδας Ν Νικ. Χατζῖσκος
3986Διομήδης Κυριακὸς Ν. Καλογερόπουλος
3987Α. Μαυρογορδᾶτος Β. Βουδούρης Ν
3988Ἀθ. Λαδόπουλος Γ. Γαζέπης
3989Ν. Βαφειάδακης Γ. Ἀβέρωφ
3990Ἀντ. Βιτάλης Ν Μιλτ. Κανάρης
3991 Ἀλέξ. Μ. Κανάρης
3992§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 123, ἐξ ὧν 112 ὑπὲρ
3993τῆς ἀρχῆς, 7 κατὰ τῆς ἀρχῆς, καὶ 4 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπο-
3994μένως ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἐγένετο δεκτὴ εἰς δευτέραν
3995συζήτησιν.
3996(Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρ-
3997θρα 1–10 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
3998§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
3999§141Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἔδωκέ τι
4000βάσιν τινὰ παρεξηγήσεως ἢ ἐξηγήσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι
4001τοῦτο ἀντίκειται πρὸς τὸ Σύνταγμα, εἶναι ἡ διάταξις τοῦ
4002ἄρθρου 11, κατὰ τὴν ὁποίαν (ἀναγινώσκει). «Ἡ ἁρμο-
4003»διότης καὶ ἡ δικαιοδοσία τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρα-
4004»τοῦ κλπ. ὁρισθήσονται καὶ κανονισθήσονται δι’ εἰδικοῦ στρα-
4005»τιωτικοῦ κανονισμοῦ, κυρωθησομένου διὰ Β. Διατάγμα-
4006»τος...» Καλὸν θὰ ἦτο, — νομίζω δὲ, ὅτι ἐπροτάθη καὶ ὑπό
4007τινος τῶν κυρίων Βουλευτῶν, — νὰ προσετίθεντο ὀλίγαι λέ-
4008ξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦρον τὰς παρεξηγήσεις ἢ τὴν ὑπόνοιαν.
4009Προτείνω, ἵνα μετὰ τὰς λέξεις «δι’ εἰδικοῦ στρατιωτικοῦ
4010κανονισμοῦ» προστεθῇ: «ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων».
4011§142Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
4012κῶν). Νομίζω ὅτι αὔριον εἶναι ἡ καταλληλοτέρα στιγμὴ
4013δι’ αὐτὰς τὰς τροποποιήσεις, διότι ἔχομεν καὶ ἄλλας νὰ
4014κάμωμεν.
4015§143Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο τὸ «ἐπὶ τῇ βάσει
4016τῶν κειμένων νόμων», δι’ ἐμὲ, νομικὸν, παρέλκει ἴσως,
4017διότι ἐννοεῖται, ὅτι ὁ Κανονισμὸς δέον νὰ συνταχθῇ ἐπὶ τῇ
4018βάσει τῶν κειμένων, ἀλλὰ δὲν βλάπτει, ἂν προστεθῇ ἡ περιτ-
4019τολογία αὕτη, διὰ νὰ παύσῃ ἄλλη περιττολογία, ἡ ὁποία θὰ
4020γείνῃ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
4021§144ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, ἀλλὰ θὰ σᾶς παρα-
4022καλέσω ν’ ἀφήσωμεν δι’ αὔριον.
4023§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τὴν φέρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁμοῦ μὲ ἄλλας
4024τροποποιήσεις.
4025§146Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. Ἀλλὰ νὰ ση-
4026μειωθῇ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά, ὅτι τὴν ἀποδέχεται ὁ κ.
4027Ὑπουργός.
4028(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀνα-
4029γινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα,
4030ὡς τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζή-
4031τησιν).
4032§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 καὶ 10′
4033μετὰ τὸ μεσονύκτιον).