Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΕ · Σύνοδος ΕΚΤΑΚΤΟΣ› Συνεδρίαση 32

1900.03.03

5.497 στίχοι · 40.196 λέξεις · 2 πίνακες · 433 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1900.03.03
Προεδρεία
Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΟΥ
Περίοδος
ΙΕ
Σύνοδος
ΕΚΤΑΚΤΟΣ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1900)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32

Τῆς 3 Μαρτίου 1900.

(Παρασκευή).

Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ δημόται τοῦ δήμου Τροπαίων τῆς ἐπαρχίας Γορτυνίας ὑποβάλλουσιν αἴτησιν, δι’ ἧς παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ὅπως ὁ δῆμος αὐτῶν ὑπαχθῇ δικαστικῶς εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἠλείας. Ὁ Σύλλογος τῶν ἐν Πάτραις Καλαβρυτινῶν δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν ὑποβάλλει τὰς σκέψεις του ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ προσωπικῆς κρατήσεως διατάξεων. Ὁ βουλευτὴς Βάλτου κ. Στράτος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 117). Ὁ κύριος Θ. Π. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πληροφορίας τινὰς σκοπῶ νὰ ζητήσω ἀπὸ τοὺς κυρίους Ὑπουργούς. Κατὰ τὸν δημοσιευθέντα ἀπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1897, πλὴν τῶν 4,465,741.99 δραχμῶν, αἵτινες ἐδαπανήθησαν πρὸς βοήθειαν τῶν προσφύγων Θεσσαλῶν, ὧν αἱ ἐπαρχίαι εἶχον καταληφθῆ ὑπὸ τῶν Τούρκων, πλὴν τῶν 2,930,782.30, αἵτινες ἐδαπανήθησαν δι’ ἔξοδα παλινοστήσεως τῶν εἰρημένων Θεσσαλῶν, πλὴν τῶν δι’ ἀποζημιώσεις καὶ λοιπὰ ἔξοδα τῶν ἐπὶ τῆς παλινοστήσεως τῶν Θεσσαλῶν συσταθεισῶν ἐπιτροπῶν καὶ τῶν ἀποσταλέντων ὑπαλλήλων δαπανηθέντων ὡσαύτως ἐκ δραχμῶν 44,434.60, ἐδαπανήθησαν προσέτι δρ. 570,764.97 διὰ μικρὰ βοηθήματα. Καὶ ἐνῷ ἡ ἐπιγραφὴ τῶν ἄλλων δαπανῶν εἶναι σαφής, καταδεικνύουσα καὶ τὸν σκοπὸν καὶ τὴν ἀνάγκην, δι’ ἣν αἱ δαπάναι αὗται ἐγένοντο, ἡ ἐπιγραφὴ τῶν δαπανῶν τούτων τῶν τελευταίων εἶναι ἐντελῶς ἀόριστος, διότι δὲν δύναταί τις νὰ διακρίνῃ ἄλλην κατηγορίαν ἀναγκῶν, πλὴν ἐκείνων, δι’ ἃς ἐγένοντο αἱ ἄλλαι δαπάναι. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὸν φάκελλον τῶν μικρῶν ἐκείνων λοιπῶν δαπανῶν. Προσέτι παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐξετάσῃ καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἡ κατὰ τὸ 1897 γενομένη ἀγορὰ κτηνῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ, δι’ ἣν κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1897 ἐδαπανήθησαν 4,431,696 δραχμαὶ, ἐγένετο διὰ μιᾶς παραγγελίας, ἢ δι’ ἐπανειλημμένων παραγγελιῶν, καὶ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργείου, δι’ ὧν ἐξετελέσθησαν πᾶσαι αἱ πρὸς ἀγορὰν κτηνῶν γενόμεναι παραγγελίαι. Προσέτι νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πόσοι δυνάμει τῶν παραγγελιῶν τούτων ἠγοράσθησαν ἵπποι καὶ πόσοι ἡμίονοι, καὶ ποία ἡ τιμὴ ἑκάστου ἵππου καὶ ἑκάστου ἡμιόνου ἑκάστης τῶν γενομένων παραγγελιῶν ἰδίᾳ. Παρακαλῶ καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν τρία νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα πρὸ ἐννέα μηνῶν εἰσήχθησαν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ κυρώσεως ἀπολογισμῶν, τοῦ πρώτου νομοσχεδίου τῶν ἀπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1833–1844, τοῦ δευτέρου νομοσχεδίου τῶν ἀπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1845 ἕως 1881, καὶ τοῦ τρίτου νομοσχεδίου τῶν ἐτῶν 1882–1895, ἐὰν τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἀπεστάλησαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπεξειργάσθη αὐτὰ, καὶ εἰς ποῖον σημεῖον διατελοῦσιν αἱ ἐπ’ αὐτῶν ἐργασίαι· ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει δὲν ἀπεστάλησαν ὑπὸ τοῦ προκατόχου Προέδρου, ἐὰν ὁ νῦν Πρόεδρος ἔλαβε τὴν πρόνοιαν ταύτην· καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια οὐδὲ παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις προσῆκε νὰ ἐπιμεληθῇ, ἵνα βασανισθῶσι καὶ ὡριμάσωσι πρὸς συζήτησιν αἱ νομοθετικαὶ προτάσεις του, ἀποβαίνει ἀναγκαῖον νὰ ἐξακριβωθῇ, πρὸς τίνα σκοπὸν εἰσήχθησαν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἐὰν εἰσήχθησαν πρὸς συζήτησιν καὶ ψήφισιν, ἢ πρὸς ἄλλον σκοπόν. Διότι κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἂν τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἐπροτάθησαν πρὸς ἀποκατάστασιν πλήρους ἐλέγχου τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων ἐξόδων, ἡ μεταρρύθμισις αὕτη εἶναι ἡ μόνη λυσιτελὴς καὶ σπουδαία ἐκ τῶν μεταρρυθμίσεων, εἰς τὰς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον λέγει ὅτι ἀσχολεῖται.

§3ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, λαβὼν δὶς ἀφορμὴν ἐκ τοῦ θέματος, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, παρεπονέθη κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν ἀπεστάλησαν οἱ ἀπολογισμοὶ πρὸς ἐξέτασιν, ὅτι δὲν εἰργάσθη αὕτη ἐπαρκῶς, καὶ παρεκάλεσεν αὐτὴν νὰ ἐπισπεύσῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς. Προσέθηκε δὲ κατὰ τὴν δευτέραν αὑτοῦ ἀγόρευσιν, ὅτι, ὡς ἐτροποποιήθησαν τὰ περὶ ἀπολογισμῶν, περιωρίσθη τὸ ἔλλειμμα ἀπὸ ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων εἰς ἔλλειμμα 33 ἑκατομμυρίων, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς. Ὁμιλήσας δηλαδὴ ἐκ δευτέρας ἀφορμῆς περὶ τοῦ θέματος τούτου, προσδιώρισεν ὅτι τὸ ἔλλειμμα εἶναι 33,000,000, καθόσον δὲν εἶχε λάβει ὑπ’ ὄψιν τὸν προηγούμενον λογαριασμόν. Ἀλλ’ οἱ ἀπολογισμοὶ οὗτοι, δι’ οὓς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτησε νὰ δείξῃ ἰδιαιτέραν φροντίδα ἡ ἐπιτροπή, καὶ εὐλόγως, ἐπιθυμῶν τὴν ταχυτάτην ἐκκαθάρισιν αὐτῶν, δὲν βλέπω κατὰ τίνα τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετασθῶσιν, οὐδὲ κατὰ τίνα τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν ἐπ’ αὐτῶν εἰς τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα αἱ διατάξεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου ἐπιδιώκουσι. Διότι οἱ ἀπολογισμοὶ οὗτοι ἔρχονται εἰς τὴν Βουλὴν τελείως ἀνεξέλεγκτοι, εἶναι λογαριασμοὶ καθαρῶς διοικητικῆς ὑπηρεσίας, ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου παντελῶς μὴ ἐξετασθέντες, κατὰ τὰς ὡρισμένας διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Φέρονται ἵνα ἐξετασθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐνῷ ὁ νόμος ὁ κείμενος, ὁ ὁρίζων τὸν τρόπον τῆς ἐξετάσεως αὐτῶν, ὁρίζει, ὅτι οἱ λογαριασμοὶ τῶν Ὑπουργείων δὲν ἐξετάζονται ὑπὸ ἐπιτροπῆς ἀποτελουμένης ἐκ μελῶν μόνης τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς Γερουσίας καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Οὐδεμία δὲ νομοθετικὴ πρᾶξις ἐτροποποίησε τὸν νόμον τοῦτον, ὁρίσασα νομοθετικῶς τρόπον ἄλλον συγκροτήσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ ἐν τούτοις οἱ ἀπολογισμοὶ εἰσάγονται εἰς τὴν Βουλὴν χωρὶς νὰ γείνῃ σκέψις τις περὶ τῆς τοιαύτης ἀπαραιτήτου τροποποιήσεως, τῆς νομοθετικῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ὅτε εἰσήχθη ἀπολογισμός τις ὑπὸ προγενεστέρας Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλήν, διὰ μακρῶν ὁμιλήσας ἐπὶ τοῦ θέματος, κατέκρινε τὴν ἐργασίαν ἐκείνην, τὴν κατὰ τὴν προηγουμένην Περίοδον, καὶ ἐπετίμησε τοὺς τότε Ὑπουργοὺς, ὅτι προκαλοῦσι τὴν Βουλὴν εἰς ματαιοπονίαν. Εὐτυχῶς ἔχω τὰ ἔγγραφα ἐνταῦθα, καὶ θὰ παραπέμψω τὸν Ὑπουργὸν εἰς τοὺς λόγους αὑτοῦ τοὺς πρώτους. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁμιλήσας διὰ μακρῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑποβληθέντος κατὰ τὸ 1896 ὑπὸ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ, τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ἔλεγε τὴν 14 Μαρτίου 1896 εἰς τὴν τότε Βουλήν, κατηγορῶν τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ, ὅτι εἶχε λησμονήσει, ὅτι, πρὶν ἢ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξελέγξεως τοῦ ἀπολογισμοῦ, ἔπρεπε νὰ ἐξελέγξῃ αὐτὸν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ ἐξετάθη ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐπὶ πολύ. Ἀλλ’ ὅ,τι κατὰ τὸ 1896 ἦτο ἀκριβές, κατὰ τὸ 1899 καὶ 1900 δὲν εἶναι ἀκριβές; Δὲν ἐγνώριζεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τότε, ταῦτα λέγων, κατὰ τὴν τελευταίαν περίπτωσιν, ἐπὶ θέματος, ἐπὶ πράξεως, ἣν ἔκρινε καὶ κατεδίκαζε πρότερον ὡς πρᾶξιν ματαίαν, ἐν τῇ φιλοπατρίᾳ αὑτοῦ παρακαλῶν τὴν τότε Βουλὴν νὰ σπεύσῃ πρὸς νομοθετικὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ ζητήματος, δὲν ἐγνώριζεν ὅτι πρὸς τοὺς τοίχους ὡμίλει;—διότι τοῖχοι ἦσαν ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ μὴ ἔχουσα νόμιμον συγκρότησιν καὶ ἁρμοδιότητα, ὅπως ἐξελέγξῃ τοὺς λογαριασμοὺς τῶν Ὑπουργείων, ἀλλ’ οὐδὲ τὰ μέσα, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχον οἱ λογαριασμοὶ, ὧν ἠθέλησεν ὁ λογιστικὸς νόμος νὰ προταχθῇ ἡ ἐξέτασις πρὸ πάσης ἄλλης ἐξετάσεως. Ταῦτα ἐρωτῶ, καὶ παρακαλῶ νὰ δοθῇ ἀπάντησις καὶ ἐπὶ τούτων, ὅταν δοθῇ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων.

§4Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς μοὶ ὑπενθυμίζει ἀγόρευσίν μου ὡς Βουλευτοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1896 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους αὐτοῦ. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψιν του τὸ θέμα τῆς ἀγορεύσεώς μου, διότι ἤθελε παρατηρήσει διάκρισιν μεταξὺ ἐλέγχου διοικητικοῦ, ἀσκουμένου ὑπὸ τοῦ Λογιστηρίου, καὶ τοῦ ἑτέρου ἐλέγχου, ὅστις δὲν δύναται νὰ ἀσκηθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς πρὶν προηγηθῇ ὁ ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἀσκούμενος δικαστικὸς ἔλεγχος. Κατὰ τὸν περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμον καὶ κατὰ τὸν καταστατικὸν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου νόμον, ὁ δικαστικὸς ἔλεγχος εἶναι ἀπαραίτητος, οὗτος δὲ εἶναι ὁ ἔλεγχος ὁ ἐξασφαλίζων τοῦ Δημοσίου τὰ συμφέροντα. Ἡ ἔλλειψις ὅμως αὐτοῦ ἰδίως ἐπὶ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν κωλύει τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, διότι τὸ Κοινοβούλιον δύναται, καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ δικαστικοῦ ἐλέγχου, νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ἐλέγχου τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ ὑποβαλλομένου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀφορῶντος εἰς μόνα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα, τ’ ἀναγραφόμενα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, μόνος δὲ ὁ γενικὸς λογαριασμὸς, ὅστις ἀποτελεῖ τὸ σύνολον τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, πρὶν ἢ ἐξελεγχθῇ προηγουμένως ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ὡς πρὸς τὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὰ εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ παρακολουθήσωσι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα, ἐνησχολήθην, καὶ ἐμελέτησα τὰς ἐπιβαλλομένας μεταρρυθμίσεις εἰς τὸν καταστατικὸν τοῦ Συνεδρίου νόμον, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ ἐνήμερος ὑπ’ αὐτοῦ ἄσκησις τοῦ δικαστικοῦ ἐλέγχου τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων. Ἐὰν ἐντὸς τῆς Συνόδου ταύτης ὁ χρόνος τῆς Βουλῆς εἶναι ἐπαρκὴς, θέλω ὑποβάλει εἰς αὐτὴν τὸ παρεσκευασμένον νομοσχέδιον περὶ νέου ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τοῦτο ὅμως οὐδόλως κωλύει τὴν ἄσκησιν τοῦ ἐλέγχου τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ. Βεβαίως, ἐὰν πρόκειται νὰ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, πῶς ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ παρ’ ἡμῖν ἐργάζεται καὶ πῶς μετὰ δυσκολίας περατώνει τὸ ἔργον αὑτῆς, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν προεξέλεγξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, βεβαίως θὰ ἀπολήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ὁ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἔλεγχος τοῦ ἀπολογισμοῦ. Ὑπάρχει ὅμως τρόπος, καθ’ ὃν ἐργαζομένη δύναται νὰ προέλθῃ εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ ἀπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν συνδρομὴν λογιστικῶν ὑπαλλήλων. Ἄλλοτε, ὡς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπρότεινα τὸ μέτρον τοῦτο, ζητήσας, ὅπως προσληφθῇ προσωπικὸν ἀνάλογον ὑπαλλήλων εἰς τὸ Γεν. Λογιστήριον, ἵνα τῇ βοηθείᾳ αὐτοῦ κατορθωθῇ ὁ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἔλεγχος τοῦ ἀπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἡ πρότασίς μου δὲν ἐγένετο δεκτή. Νομίζω ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ θελήσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου νὰ ἐργασθῇ σοβαρῶς, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ ὁ τρόπος, δι’ οὗ δύναται νὰ ἐξελεγχθῇ ὁ ὑποβαλλόμενος ἀπολογισμός· ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι δύναται νὰ προσληφθῇ προσωπικὸν ὑπαλλήλων ἐπαρκὲς διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην.

§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι τὰ ἐκτεθέντα δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀκριβῆ· θέλω δὲ παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ ἀκούσῃ τῶν λαβόντων χώραν κατὰ τὴν 27 Ἰανουαρίου 1896. Ἐγὼ δὲν εἶχον τότε εἰσαγάγει νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως ἀπολογισμῶν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἶχον ἀναγγείλει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐδημοσιεύθη ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1892 καὶ ὁ ἀπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1878 μετὰ τοῦ γενικοῦ λογαριασμοῦ τοῦ 1879, καὶ προσέτι ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1879 μετὰ τοῦ γενικοῦ λογαριασμοῦ τοῦ 1880. Ἔλεγον τότε (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ γνωρίζει, ὅτι ἡ σύνταξις καὶ ἡ δημοσίευσις τῶν ἀπολογισμῶν δὲν εἶναι ἐν πλήρει τάξει· ἵνα δὲ δυνηθῶμεν νὰ γενώμεθα ἐνήμεροι, ἐδέησε νὰ ἀσχολώμεθα εἰς τὴν σύνταξιν καὶ δημοσίευσιν τῶν ἀπολογισμῶν, ἀρξάμενοι συγχρόνως ἀπὸ διαφόρους χρονικὰς περιόδους. Ἀσχολεῖται τὸ Γενικὸν Λογιστήριον εἰς τὴν σύνταξιν τῶν ἀπολογισμῶν τῆς μέχρι τοῦ ἔτους 1883 περιόδου, ἀλλ’ ἀσχολεῖται συγχρόνως καὶ εἰς τὴν σύνταξιν τῶν ἀπολογισμῶν τῆς ἀπὸ τοῦ εἰρημένου ἔτους 1883 ἀρχομένης περιόδου. Καὶ ἡ μὲν σύνταξις τῶν ἀπολογισμῶν τῶν ἐτῶν τῆς ἀπὸ τοῦ 1883 ἀρχομένης περιόδου προώδευσε μέχρι τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1892, τὸν ὁποῖον πρὸ μικροῦ κατέθηκα, ἂν καὶ ἡ σύνταξις καὶ ἡ δημοσίευσις αὐτοῦ ἐβράδυνε ὑπὲρ τὸ δέον, διότι δύο ἔτη καὶ τρεῖς μῆνες παρῆλθον ἀφ’ ἧς χρῆσις τοῦ 1892 ἔκλεισεν. Ἡ σύνταξις δὲ τῶν ἀπολογισμῶν τῆς πρὸ τοῦ ἔτους 1883 χρονικῆς περιόδου προώδευσε καὶ αὕτη μέχρι τοῦ ἔτους 1879. Ἑπομένως μεταξὺ τῶν δύο χρονικῶν περιόδων λείπουσιν ἔτι οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν ἐτῶν 1880, 1881 καὶ 1882. Ὅταν δὲ περατωθῇ ἡ σύνταξις τῶν ἀπολογισμῶν καὶ τῶν τριῶν τούτων χρήσεων, θέλει συμπληρωθῆ τὸ ἔργον τῆς συντάξεως καὶ δημοσιεύσεως τῶν ἀπολογισμῶν μέχρι τοῦ ἔτους ἐκείνου, κατὰ τὸ ὁποῖον θέλομεν ἔχει τὸν ἀπολογισμὸν τῆς τελευταίας χρήσεως. Ἐὰν τοῦτο ἐπιτευχθῇ ἐντὸς δύο ἐτῶν, θέλομεν ἔχει πάντας τοὺς ἀπολογισμοὺς μέχρι τοῦ ἔτους 1895. Ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ γένηται ἀρχὴ τῆς ἐκπληρώσεως ἄλλου καθήκοντος, τοῦ καθήκοντος νὰ ἐπιλάβηται ἡ Βουλὴ τῆς ἐρεύνης καὶ ἐξελέγξεως αὐτοῦ, διότι οὕτω θέλει ἀποκατασταθῆ ὁ νενομισμένος ἔλεγχος τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἄνευ τοῦ ὁποίου βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ προσδοκᾷ ἄψογον τὴν διαχείρισιν αὐτῶν.» Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμισε τότε, τυγχάνων ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ὅτι συνέλαβον ἐμὲ προβάλλοντα προτάσεις ἀντιβαινούσας εἰς τὸν νόμον, καὶ ἀνέστη καὶ μὲ ἐπέκρινε, παραστήσας, ὅτι ἐγὼ προεκάλουν τὴν Βουλὴν εἰς ἐξέλεγξιν ἀπολογισμῶν, ἐνῷ αὐτοὶ δὲν εἶχον ἐξελεχθῆ ἔτι ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἀκούσατε, τί ἔλεγεν ὁ κύριος Σιμόπουλος (ἀναγινώσκει): «Περὶ τούτου μάλιστα ἐν τῇ εἰσηγητηρίῳ ἀγορεύσει του ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προσέθηκεν, ὅτι, ὅταν κατορθωθῇ μετ’ ὀλίγον νὰ δημοσιευθῶσιν οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν ἐτῶν 1880, 1881 καὶ 1882, καὶ τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν δευτέραν περίοδον, ἤτοι τῶν ἐτῶν 1893 καὶ 1894, τότε οὐδὲν ἕτερον ὑπολείπεται ἢ νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ ἡ Βουλὴ τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὴν καθῆκον, ἤτοι νὰ ἐπιλάβηται αὕτη τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἀπολογισμῶν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ εἶχε λησμονήσει ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι, πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ δυνηθῇ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἀπολογισμῶν, πρέπει προηγουμένως νὰ ἐξελέγξῃ τοὺς λογαριασμοὺς τῶν ὑπολόγων, καὶ νὰ δημοσιεύσῃ τὰς πρὸς τὸν Βασιλέα δηλώσεις του, ὅτε καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὴν καθῆκον.» Καὶ προέβη τότε νὰ μὲ ἐλέγξῃ, διότι κατηργήσαμεν τὸν νόμον περὶ προσόντων τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, καὶ ἑπομένως καὶ τὸν πρὸς διορισμὸν τῶν ἐλεγκτῶν καὶ τῶν παρέδρων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ ἀπέδωκεν εἰς ἐμέ, ὅτι σκοπὸν εἶχον νὰ πληρώσω τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον διὰ προσώπων ἀναξίων τῶν θέσεων, χαριζόμενος εἰς αὐτά. Ἀλλ’ ἐγὼ μὲν οὐδένα διώρισα ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ, αὐτὸς ὅμως ἐπλήρωσε τὰς κενὰς ἐν τῷ Συνεδρίῳ θέσεις διὰ τῶν περισαινόντων αὐτόν. Ἑπομένως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐφρόνει τότε, ὅτι ἔπρεπε νὰ προεξελεγχθῶσιν οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν εἰρημένων ἐτῶν ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἀλλ’ αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐφρόνει τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἦτο ὄντως ὀρθὸν, διότι αἱ διατάξεις τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου εἰσὶ ῥηταὶ καὶ μὴ δεκτικαὶ ἀντιρρήσεων, οὐδὲ δικαιολογοῦσιν, ἵνα ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι καὶ ἄνευ προεξελέγξεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιλάβηται τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἀπολογισμῶν, ἀρκεῖ μόνον νὰ διορισθῶσι πρόσθετοι 20–25 λογιστικοὶ ὑπάλληλοι, ὅτε βεβαίως θέλει κατορθωθῆ νὰ δημιουργηθῶσιν εἴκοσι καὶ πέντε νέαι θέσεις ὑπαλλήλων, ἵνα διορίσῃ καὶ αὐτοὺς ὁ κ. Ὑπουργός. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 219 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, «τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον μετὰ ἐξέλεγξιν βεβαιώνει τὴν ὀρθότητα τῶν ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν δημοσιευθέντων λογαριασμῶν.» Κατὰ τὸ ἄρθρον 221 τοῦ αὐτοῦ νόμου, «τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐκδίδει ἐν γενικῇ συνεδριάσει διαδήλωσιν, ὅτι ὁ γενικὸς λογαριασμὸς τῆς ἐτησίας οἰκονομικῆς διαχειρίσεως συμφωνεῖ μὲ τὰς ἀποφάσεις του.» Κατὰ τὸ ἄρθρον 222 τοῦ εἰρημένου νόμου, «ὡσαύτως ἐν γενικῇ συνεδριάσει ἐκδίδει ὁμοίαν διαδήλωσιν περὶ τῆς ὀρθότητος τοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς κλεισθείσης χρήσεως, ὅστις προσωρινῶς εἶχεν ἐξελεγχθῆ ἀπὸ ἰδίαν ἐπιτροπὴν, ἥτις, κατὰ τὸ ἄρθρον 113, εἰς τὸ τέλος ἑκάστου ἔτους διορίζεται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, συνισταμένη ἐκ δύο μελῶν τῆς Γερουσίας, ἐκ δύο μελῶν τῆς Βουλῆς καὶ ἐξ ἑνὸς ἐλεγκτοῦ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὸ Καθημερινὸν καὶ τὸ Καθολικὸν τοῦ Γεν. Λογιστηρίου μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου, καὶ βεβαιώσῃ, ὅτι οἱ λογαριασμοὶ τῶν Ὑπουργείων συμφωνοῦν κατὰ τ’ ἀποτελέσματα μὲ τὰς ἐγγραφὰς τοῦ Γεν. Λογιστηρίου· συντάσσεται δὲ περὶ τῆς ἐργασίας ταύτης πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται εἰς τήν Βουλήν.» Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 223 τοῦ εἰρημένου νόμου, «συζητοῦνται εἶτα ἐν γενικῇ συνεδριάσει τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου αἱ διαδηλώσεις, καὶ ἀφοῦ ἀκουσθῇ ὁ Γεν. Ἐπίτροπος, ἀποφασίζεται ἡ ἔκδοσις αὐτῶν. Ἐκφωνοῦνται δι’ ἕν τινι ἡμέρᾳ ἐπισήμως καὶ διευθύνονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ δημοσιευθῶσι διὰ τοῦ Τύπου καὶ ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς Βουλάς. Πᾶσαι δὲ αἱ πράξεις αὗται πρέπει νὰ ἦναι περατωμέναι τὴν 4 Φεβρουαρίου.» Λοιπὸν μέχρι τῆς 4 Φεβρουαρίου τοῦ ἔτους τοῦ ἑπομένου μετὰ τὸ κλείσιμον τῆς χρήσεως πρέπει νὰ περατώνηται ἡ προεξέλεγξις τῶν ἀπολογισμῶν, τότε δὲ καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ἐξελέγξῃ τὸν ἀπολογισμὸν, ἀφοῦ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν πάντα τὰ ἀνωτέρω καὶ παραβάλῃ ταῦτα πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν. Ἑπομένως ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δύνανται νὰ ἐξελεγχθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς οἱ ἀπολογισμοὶ καὶ πρὶν ἢ ὑποβληθῶσιν εἰς αὐτὴν, ἀναιρεῖται ὑπὸ τοῦ νόμου, δὲν εἶναι δὲ καὶ ἡ γνώμη, ἣν εἶχε κατὰ τὸ 1896, ὅτε ἔπλασε καὶ μοὶ ἀπέδωκε γνώμην, ἣν δὲν εἶχον, ἵνα δυνηθῇ νὰ μὲ ἐπικρίνῃ.

§6Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μεθ’ ὅλα ὅσα ἀνεκοίνωσεν πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς, δὲν ἠδυνήθη νὰ ὑποδείξῃ διάταξιν τοῦ νόμου κωλύουσαν τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ ἐλέγχου τῶν ὑποβαλλομένων εἰς αὐτὴν ἀπολογισμῶν. Ὅ,τι εἶπε, δὲν εἶναι ἄλλο ἢ τὸ τακτικῶς γινόμενον ἁπανταχοῦ, ὅπου λειτουργεῖ λογιστικὸν σύστημα ὡς τὸ ἡμέτερον, δηλ. οἱ ἀπολογισμοὶ ὑποβάλλονται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ τὸ Συνέδριον ἐκδώσῃ τὴν διαδήλωσίν του μετὰ τὴν ὑπ’ αὐτοῦ ἐξέλεγξιν τοῦ οἰκονομικοῦ λογαριασμοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως παρ’ ἡμῖν τὰ τοῦ Συνεδρίου εὑρίσκονται εἰς ἣν κατάστασιν εὑρίσκονται, ἠδύνατο νὰ γένηται ἡ ἐξέλεγξις τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, διότι πλὴν αὐτοῦ ὑπάρχει ἡ γενικὴ ληψοδοσία, ἡ ὁποία μετὰ τοῦ ἀπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀποτελεῖ τὸν οἰκονομικὸν λογαριασμόν. Εἰς ὅ,τι δ’ ἀφορᾷ τὰ τοῦ Συνεδρίου, δὲν ἠξεύρω ἐὰν ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἢ ἕτερός τις φρονεῖ, ὅτι ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ ὑπέχωμεν εὐθύνην διὰ τὴν ὑφισταμένην κατάστασιν ταύτην.

§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὀφείλω νὰ ἀντιλέξω εἰς τὸν κανόνα, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέγραψε τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ πράττῃ πᾶν ὅ,τι νόμος ῥητὸς δὲν ὑπηγόρευσεν εἰς αὐτὴν νὰ πράξῃ. Βεβαίως γνωρίζω, ὅτι κρατεῖ ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ κανών τις, καθ’ ὃν ἡ Βουλὴ δύναται πάντα νὰ πράττῃ, μόνον δὲν δύναται νὰ μεταβάλλῃ τὸ ἄρρεν εἰς θῆλυ· ἀλλὰ ἡ Βουλὴ οὐδέποτε πράττει ἄλλο, εἰμὴ ὅ,τι οἱ νόμοι ἐπιβάλλουσιν εἰς αὐτὴν νὰ πράξῃ· ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος δὲν ἐπιβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐξελέγχῃ τοὺς ἀπολογισμοὺς πρὶν ἢ ἐξελέγξῃ αὐτοὺς τὸ Συνέδριον, ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐπιλάβηται τῆς ἐξελέγξεως αὐτῶν, ἐπιλαμβανομένη δὲ ταύτης, παραβαίνει τὰ καθήκοντα αὑτῆς.

§8ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ εὐχαριστῶ τὸν προαγορεύσαντα ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, διότι μὲ ἀπήλλαξε τοῦ κόπου νὰ ἀναγνώσω καὶ ἐγὼ τὸ σχετικὸν μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ 1896, καὶ μετὰ τῆς ἐμπειρίας, ἣν ἔχει, τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, ἐξέθηκε τὰ τῶν κειμένων νόμων. Ἀλλ’ ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης τῆς μικρᾶς προέκυψε τοῦτο τὸ ἀγαθὸν, ὅτι ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὁ νόμος ἔχει ὡς εἴπομεν ἡμεῖς, καὶ ὅτι ἐδικαιολόγησε τὴν εἰσαγωγὴν τῶν νομοσχεδίων αὑτοῦ διὰ τῆς αἰτιολογίας, ὅτι δὲν κωλύεται ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ τοὺς ἀπολογισμοὺς, διότι, ἐὰν ἀπηγορεύετο τοῦτο, θὰ ὑπῆρχε περὶ τούτου διάταξις. Καὶ εἰς τοῦτο μὲν ἐδόθη ἐπαρκὴς ἀπάντησις ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, ὅτι μόνα τὰ ἔργα, ἅτινα οἱ νόμοι ὑπαγορεύουσι, δύναται ἡ Βουλὴ νὰ πράττῃ, καὶ ἐκεῖνα ἔχει καθῆκον νὰ πράττῃ· ἀλλ’ ἐγὼ θέλω προσθέσει εἰς ταῦτα, ὅτι βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις νομοθέτην, ὅστις ἤθελεν ἐπιτρέψει νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ ἀπολογισμοὺς,—καὶ μάλιστα, ὡς συμβαίνει ἐνταῦθα, μακρῶν χρόνων,—ἄνευ προεπεξεργασίας. Ὁ λογιστικὸς νόμος, ἀντιγραφὴ ξένων νόμων, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὰ γινόμενα ἀλλαχοῦ, καὶ ἐφρόντισε καὶ διέταξε καὶ αὐτὸς ἐνταῦθα προεπεξεργασίαν τῶν λογαριασμῶν, μεθ’ ἣν καὶ μόνην εἰσάγεται ὁ ἀπολογισμὸς εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ προεπεξεργασία δύναται νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν καὶ καταστήσῃ δυνατὸν εἰς αὐτὴν ἐν ἐπιτροπῇ νὰ ἐργασθῇ, ὅπως ὑπάρξῃ καὶ ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος. Ἄλλο, εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι ἤθελε λεχθῆ ὑπὸ τοῦ νόμου. Ἀλλὰ βεβαίως ἡ στενοχωρία ἐν ᾗ εὑρέθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἠνάγκασεν αὐτὸν νὰ καταφύγῃ, ὡς εἰς τελευταῖον ὀχύρωμα, εἰς τὸ ἐπιχείρημα, ὅπερ ἠκούσατε, ὅπερ ὅμως εἰς τὴν πρώτην προσβολὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος συναδέλφου ἐγκατελείφθη. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα δίδουσιν ἀφορμὴν ταύτην τὴν ὥραν, ὅτε τὸ ζήτημα ἐξεκαθαρίσθη, νὰ προκαλέσωμεν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου, ὅτι κατωρθώθη ἐπὶ τέλους, χάρις εἰς τὴν δραστηρίαν ἐνέργειαν τοῦ Λογιστηρίου κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη, νὰ συμπληρωθῶσι τὰ κενά, καὶ νὰ ἔχωμεν τὴν διοικητικὴν ἐκκαθάρισιν τῶν λογαριασμῶν τοῦ Κράτους ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τοῦ 1897, οὗτινος τελευταίου ἔχομεν ἀπολογισμόν. Ὁ τελευταῖος οὗτος ἀπολογισμὸς προσθέτει ἑκατομμύριά τινα εἰς τὰ ἐλλείμματα τῶν προηγουμένων περιόδων, καὶ τὰ 33,317,907 δρ. γίνονται τῇ προσθήκῃ ταύτῃ 71 ἑκατομμύρια. Τοῦτο, νομίζω, εἶναι τὸ ἔλλειμμα, ὅπερ βαρύνει τὸ Κράτος θετικῶς, ἐπιφυλασσομένων τῶν διαφορῶν, ἃς ἔλεγχός τις νεώτερος δύναται νὰ καταδείξῃ καὶ αἵτινες δὲν πιστεύω νὰ ἦναι σπουδαῖαι, χιλιάδες δραχμῶν ἴσως, ἴσως ἑκατοντάδες χιλιάδων δραχμῶν, πάντως κάτω τοῦ ἑκατομμυρίου. Ἔχοντες τοῦτο τὸ δεδομένον σήμερον, ἔχοντες δηλαδὴ ἐκκαθαρισμένην τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καὶ κατὰ τοῦτο, ἀφοῦ ἐξεκαθαρίσθη ἤδη κατὰ τὰ εἰς τὸ δημόσιον χρέος ἀναγόμενα διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ τοῦ νόμου περὶ Ἐλέγχου, ἔχομεν καθῆκον νὰ φροντίσωμεν, ὅπως τακτοποιήσωμεν τὴν θέσιν ἡμῶν ἀπέναντι τοῦ παρελθόντος, ὅπως ἐτακτοποιήθη καὶ διὰ τὰ ἄλλα ἡμῶν χρέη· ἔχομεν καθῆκον νὰ φροντίσωμεν, ὅπως ἀποδώσωμεν εἰς τοὺς ἔχοντας δικαίωμα, ἢ ἰδιώτας, ἢ ἐθνωφελῆ ἱδρύματα, ἢ εἰδικὰ ταμεῖα, ὅπως ἀποδώσωμεν τὸ χρῆμα, ὅπερ δικαιοῦνται νὰ λάβωσι καὶ ἐξ οὗ ἀποζῶμεν, διότι ἀντλοῦμεν καθ’ ἡμέραν ἐξ ἐκείνων, ἅτινα εἶναι προσωρινῶς κατατεθειμένα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον πρὸς ἀπόδοσιν, καὶ ἐκεῖθεν καλύπτομεν τὰ ἐλλείμματα ἡμῶν. Δὲν ἐπιτρέπεται ἐφεξῆς, μεθ’ ὅσα ἐπάθομεν, νὰ ἐξακολουθήσωμεν οὕτω πράττοντες. Ἀλλὰ πρέπει νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ὀφειλομένων, περὶ ὁριστικῆς διατυπώσεως θετικῶν ἀριθμῶν, καὶ περὶ ἐξευρέσεως τρόπου, ὅπως τὰ ποσὰ ταῦτα ἀποδοθῶσι, τοῦ Κράτους εὑρίσκοντος τὸν τρόπον νὰ πορισθῇ τὰ πρὸς ἀπόδοσιν χρήματα, καθ’ ἃ γινώσκει βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ θέλει ἴσως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλήν. Ἀφοῦ σήμερον γινώσκομεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἁρμοδιότης εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ ἱκανότης, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν εἰσαχθέντων εἰς τὴν Βουλὴν παλαιῶν ἀπολογισμῶν, ἐνδεικνύεται τὸ καθῆκον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ θέλει νομοθετηθῆ εἰδικῶς διὰ τοὺς ἀπολογισμοὺς τούτους τῶν ἐτῶν τῶν ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τοῦ 1897 τρόπος ἐξελέγξεως, θέλουσιν ὁρισθῆ οἱ κατάλληλοι πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐξελέγξεως, ἐν συνεργασίᾳ βεβαίως μετὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καθ’ ὃν τρόπον τὸ νομοσχέδιον θέλει ὁρίσει, οὕτως ὥστε νὰ δυνηθῶμεν κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον τῆς Βουλῆς νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς ἐργασίας, ἥτις θέλει εἶναι ἤδη προπαρεσκευασμένη ὑπὸ τῶν εἰδικῶν ἐλεγκτῶν, οὓς ὁ νόμος θέλει πρὸς τοῦτο ὁρίσει, καὶ ἀποφανθῶμεν τότε ἐν πλήρη γνώσει καὶ ἐν πάσῃ εὐκολίᾳ, μετὰ τὴν κατὰ τὸ Σύνταγμα ἀπαραίτητον ἐξέτασιν, ἣν θέλει ἐκτελέσει ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.

§9Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες ὑπολαμβάνουσιν, ὅτι, καίτοι κατωρθώθη νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν οἱ ὁριστικοὶ ἀπολογισμοὶ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους μέχρι τοῦ 1897, πρόκειται δὲ κατ’ αὐτὰς νὰ ὑποβληθῇ εἰς αὐτὴν καὶ ὁ τῆς χρήσεως τοῦ 1898, οὐχ ἧττον ὑφίσταται ἀξιοσημείωτος καθυστέρησις εἰς τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων χρημάτων. Ὁ δὲ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ὁμιλῶν περὶ τῶν ἐλλειμμάτων τῶν παρελθουσῶν χρήσεων, ὑπῃνίχθη, ὅτι αἱ ἐκ παρακαταθηκῶν ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ ὀφειλαὶ τοῦ Κράτους δὲν εἶναι ἐξησφαλισμέναι...

§10ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ τοῦτο.

§11ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε, ὅτι πρόνοιά τις δέον νὰ ληφθῇ, ὅπως τὰ εἰδικὰ ταμεῖα, ὅσα ἔχουσι χρήματα παρακατατεθειμένα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὦσιν ἐξησφαλισμένα ἐπαρκῶς. Ἡ κατάστασις τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους εἶναι καὶ παρ’ ἡμῖν ἐν κανονικῇ καταστάσει, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς διαχειρίσεως τῶν παρακαταθηκῶν. Ἤθελον ἐνοήσει τὴν δυσπιστίαν ταύτην, ἐάν τις παρακαταθέτης παρεπονεῖτο, ὅτι ἐζήτησε τὰ χρήματά του καὶ δὲν τὰ ἔλαβε. Περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν τὰ τῶν παρελθουσῶν χρήσεων ἐλλείμματα θέλουσι καλυφθῆ, ἐπιφυλάσσομαι νὰ πραγματευθῶ εἰδικώτερον, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τότε θέλω ἀποδείξει, ὅτι δὲν εὑρίσκονται ἐν ἐλαττωματικῇ καταστάσει τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη εἰδικῆς τινος προνοίας. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸν ἔλεγχον τῶν ἀπολογισμῶν τῶν ὑποβεβλημένων εἰς τὴν Βουλήν, ἐμμένω εἰς ἣν ὑπεδήλωσα γνώμην, ὅτι δύναται ἡ Βουλή, ἂν ἐγκρίνῃ, νὰ προέλθῃ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν αὐτῶν.

§12ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὲ ἀναγκάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβω καὶ ἐκ τρίτου τὸν λόγον, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἀπαντήσῃ, ἔθηκεν εἰς τὸ στόμα μου λόγους, ὧν οὐδὲ ἴχνος ἐξῆλθε τοῦ στόματός μου· ὅτι δῆθεν ἐγὼ ἐξεδήλωσα φόβους, μήπως τὰ χρήματα τῶν ἱδρυμάτων καὶ εἰδικῶν ταμείων διατρέξωσι κίνδυνον. Τοιαύτην ὑπόνοιαν ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐκφέρω, διότι γινώσκω, ὅτι ἐκ τοῦ Δημοσίου οὐδείς ποτε ἀπώλεσε· καὶ ἂν ἔτι ἀφαιρεθῇ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου χρῆμα εἰς αὐτὸ ἀνῆκον, ζημιοῦται τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ οὐχὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες οὕτως ἦλθον εἰς συνάφειαν πρὸς αὐτό, ὡς ἔχομεν παραδείγματα καὶ ἐνταῦθα καὶ ἀλλαχοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους, συζητῶν καὶ ἀξιῶν παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ σπεύσῃ νὰ ἐξελέγξῃ τοὺς ἀπολογισμοὺς τοὺς ὑποβαλλομένους εἰς αὐτὴν, ἔλεγε ταῦτα: «Ἐὰν ἤθελε προβληθῆ εἰς ἐμὲ τὸ ἐρώτημα, πῶς καλύπτονται τὰ ἐλλείμματα ταῦτα», (τότε ἀνεγράφοντο 63 ἑκατομμύρια) «ὑποχρεοῦμαι νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ συγκάλυψις τῶν ἐλλειμμάτων τούτων γίνεται ἐκ τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους τῆς ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐάν τις ἀναγνώσῃ τὸν ἰσολογισμὸν τῆς ληψοδοσίας τῆς 28 Φεβρουαρίου 1899, θέλει παρατηρήσει, ὅτι εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὑπάρχουσιν ἐκ παρακαταθηκῶν κοινῶν δρ. 16,977,000, ἐκ παρακαταθηκῶν διὰ χρηματικὰς ἐγγυήσεις 5,980,000, ἐκ συνεισφορῶν καὶ κληροδοτημάτων 5,899,000, ἐκ δικαιωμάτων λιμένων καὶ προκυμαιῶν 24,480,000, ἐκ χρηματικῶν γραμματίων δρ. 2,071,000, ἐκ γραμματίων συμψηφισμοῦ δρ. 6,066,000· ἐν ὅλῳ 61,473.000». Καὶ διὰ τῶν 61,473,000 τούτων δρ. ἐδικαιολόγει περίπου τὰ κατὰ τὴν συγκάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος τῶν 63,000,000, ὅπερ τότε ὑπελόγιζε. Τὰ ποσὰ δὲ ταῦτα, ἅτινα τότε ἦσαν 61,473,000, παρ’ ὅλην τὴν κίνησιν, ἥτις γίνεται εἰς τὴν γενικὴν ληψοδοσίαν τοῦ Κράτους, καὶ κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1899 ἦσαν μεταξὺ 60 καὶ 61 ἑκατομμυρίων. Βλέπετε, κατὰ ταῦτα, ὅτι ἔχομεν διαρκῶς ἐκ τούτου ποσὸν 61 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ ἄλλα, διότι τὰ ἐλλείμματα ἀπεδείχθησαν διὰ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1897 ἀνερχόμενα εἰς 71 ἑκατομμύρια· ὥστε καὶ ἄλλοθεν ποριζόμεθα τὰ πρὸς συγκάλυψιν αὐτῶν ἀπαιτούμενα. Ὅτε τις εὑρίσκεται ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως, ἥτις ἐπὶ τέλους κατωρθώθη, ἔστω καὶ τῇ ἐπιμελείᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ πιστοποιηθῇ, ἔχει καθῆκον νὰ φροντίσῃ ἀμέσως νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν δι’ ὧν ἔχει εἰς χεῖρας ἢ δύναται νὰ λάβῃ χρημάτων. Ὀφείλει νὰ καταβάλῃ τὴν τοιαύτην πρόνοιαν τὸ ταχύτερον. Καὶ τοῦτο συνέστησα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, μὴ θελήσας νὰ ἐλέγξω αὐτόν. Λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν: «Τί σημαίνει; Οὐδένα κίνδυνον ἔχουσι νὰ διατρέξωσι τὰ ἱδρύματα· καὶ ἂν πληρώσωμεν αὐτὰ, πάλιν ἐκεῖ θὰ καταφύγωμεν». Ἀλλ’ ἐγὼ λέγω, ἂν πληρώσωμεν αὐτὰ, οὐδέποτε πλέον πρέπει νὰ καταφύγωμεν ἐκεῖ. Διότι, ἂν παρατηρήσητε, τί συμβαίνει ἀλλαχοῦ, θέλετε ἴδει, ὅτι ἐκεῖ τὰ χρήματα τῶν τοιούτων ἱδρυμάτων εἰσάγονται εἰς τὰ λεγόμενα ταμεῖα παρακαταθηκῶν καὶ καταβολῶν, ἐκεῖθεν δὲ δὲν ἔχει ἡ Κυβέρνησις δικαίωμα νὰ ἀντλήσῃ χρήματα, εἰμὴ μόνον κανονικῶς δανειζομένη διὰ προσωρινῶν δανείων ἐντόκων, διότι ὁ μηχανισμὸς τῶν ταμείων ἐκείνων εἶναι τοιοῦτος, ὥστε καὶ νὰ φυλάττωσι τὰ παρ’ αὐτοῖς κατατιθέμενα, ἀλλὰ καὶ νὰ κερδαίνωσιν ἀσφαλῶς ἐκ προσωρινῆς τοποθετήσεως αὐτῶν τόκον. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εὑρεθῇ εἰς ἀνάγκας, δὲν προσφεύγει ἀλλαχοῦ, ἵνα ζητήσῃ χρήματα δι’ ἐκδόσεως ἐντόκων γραμματίων, ἀλλὰ δύναται νὰ εὕρῃ αὐτὰ, οὕτω δανειζομένη παρὰ τοῦ ταμείου τῶν παρακαταθηκῶν. Ταῦτα ἁπλῶς ἤθελον νὰ ἐκθέσω, μὴ ἔχων πρόθεσιν παντάπασι νὰ φανῶ δυσάρεστος εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.

§13Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ πάλιν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐπανέλαβε τὴν ὑπόνοιαν αὐτοῦ, ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶναι κατατεθειμένα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, εἶναι δυνατὸν νὰ διατεθῶσιν εἰς πλήρωσιν δημοσίων ἀναγκῶν, οὕτω δὲ θέλουσι διατρέξει κίνδυνον οἱ δικαιοῦχοι τῶν παρακαταθηκῶν καὶ ἰδίως τὰ εἰδικὰ ταμεῖα. Εἶπεν, ὅτι ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς ἀνάγκας, εἶναι δυνατὸν εἰς τὰ ταμεῖα ταῦτα νὰ προστρέξῃ. Μήπως τὸ δημόσιον ταμεῖον συνομολογεῖ δάνειον πρὸς τὰ ταμεῖα ταῦτα; Μήπως προεκάλεσε τὰς παρακαταθήκας ταύτας; Αἱ παρακαταθῆκαι αὗται γίνονται φυσικῶς, δυνάμει τῶν νόμων τῶν κειμένων. Παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχει ταμεῖον παρακαταθηκῶν, τὰ δὲ τοιαῦτα χρήματα εἰσάγονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, μὴ διακρινόμενα ἀπὸ τῶν δημοσίων χρημάτων. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, εἶναι νὰ καταστῇ ἐνήμερος ὁ δικαστικὸς ἔλεγχος. Ἐπειδὴ δὲ πολὺς ἐγένετο λόγος περὶ τῶν ὀφειλῶν τοῦ Δημοσίου ἐκ παρωχημένων χρήσεων, ὀφείλω νὰ σημειώσω, ὅτι καὶ τὸ Δημόσιον ἔχει λαμβάνειν ἀπὸ καθυστεροῦντα πλέον τῶν ἑκατὸν ἑκατομμυρίων...

§14Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Διατὶ δὲν εἰσπράττονται;

§15ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι τὰ πλεῖστα τούτων δὲν εἶναι εἰσπράξιμα. Διὰ τοῦτο αὔριον ἢ μεθαύριον θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον ἀφορῶν εἰς τὴν τακτοποίησιν αὐτῶν.

§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γ. Ἀναστασόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§17Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιθυμῶ ἵνα προηγουμένως ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως εὐαρεστούμενος καταθέσῃ τὴν πρᾶξιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, δι’ ἧς τοῦτο ἐγνωμάτευσεν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ τιμωρηθῇ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ὁ ἐπιθεωρητὴς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως κ. Θεμιστοκλῆς Μιχαλόπουλος.

§18ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καταθέτω αὐτήν.

§19Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρουσι, κύριοι Βουλευταί, τὰ πρόσωπα, μὲ ἐνδιαφέρουσι τὰ ζητήματα, πολλῷ δὲ μᾶλλον δὲν μὲ ἐνδιαφέρει τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Λέγω τοῦτο, ἵνα μή τις ὑπολάβῃ, ὅτι ἀσυμπαθὴς τάσις κατ’ αὐτοῦ μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα, ὅπως συζητήσω περὶ πράξεώς του παρανόμου, καίτοι τάσις τοιαύτη, ἠδύνατό τις νὰ παραδεχθῇ, ὅτι εἶναι γενικωτέρα. Μὲ ἐνδιαφέρουσι τὰ ζητήματα, πολλῷ δὲ μᾶλλον μὲ ἐνδιαφέρει τὸ ζήτημα ἐνεργείας ἐμπαθοῦς καὶ παρανόμου ἑνὸς Ὑπουργοῦ. Καθ’ ἡμέραν, ὁσάκις διαπράττωνται παρανομίαι ὑπὸ κατωτέρων ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀκούομεν ἡμεῖς οἱ ἀπεσταλμένοι ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ «ὑψώσατε φωνήν!» Καὶ ἐγείρεται φωνὴ ἐν τῷ Τύπῳ κατὰ τῶν παρανομιῶν τῶν δημοσίων ὀργάνων, καὶ ἐγείρεται καθ’ ἡμέραν φωνὴ, καὶ ἐνασκεῖται ὁ ἔλεγχος ἐπὶ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ὀργάνων αὐτῆς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Ἀλλ’ ὅταν πράξεις παράνομοι διαπράττωνται ὑπὸ τῶν πρώτων προσώπων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὁ ἔλεγχος δέον νὰ ἀσκηθῇ αὐστηρότερος, πολλῷ δὲ μᾶλλον ὅταν φωρᾶται παρανομῶν Ὑπουργὸς, ὅστις, ὑψωθεὶς ἐπὶ τῶν δύο αὑτοῦ ποδῶν, ὡς ἀλέκτωρ, διελάλησε πανταχοῦ, ὅτι ἔρχεται νὰ ἀναπλάσῃ τὴν παιδείαν, καὶ ἐπηγγέλθη ὅτι θὰ μεταβάλῃ τοὺς Ἑλληνόπαιδας μαθητὰς τῆς κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως εἰς Γερμανοὺς, οὕτως ὥστε μίαν ἡμέραν νὰ ἐπιτελέσωσι τὰ ἐθνικὰ ἰδεώδη. Καὶ ἔρχομαι σήμερον, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ καταγγείλω πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἥτις, δὲν θέλετε πιστεύσει, ὅτι ἔλαβεν χώραν ἐν μέσῳ Ἀθήναις, ὑπαρχούσης τῆς Βουλῆς. Τοσοῦτον εἶναι αὕτη αὐθαίρετος καὶ ἔκνομος! Ἠρωτήθη ὑπ’ ἐμοῦ ἐν προτέρᾳ συνεδριάσει καὶ ἐπηρωτήθη προηγουμένως ὑπὸ ἄλλου συναδέλφου περὶ τῆς ἀπολύσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως κ. Μιχαλοπούλου, καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, πρὶν εἴπῃ τὴν σύντομον ἀπάντησιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας θέλω δώσει ἀπάντησιν κατάλληλον εἰς τὴν ἀπρεπῆ γλῶσσαν, ἥτις τὸν χαρακτηρίζει, ἀλλ’ ἥτις ἐψαλιδίσθη πρὸ καιροῦ μετὰ τῆς θρασύτητός του, ἀπήντησε διὰ τῆς δημοσιογραφίας...

§20ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἀποκηρύττω πᾶν ὅ,τι ἐγράφη ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ὡς ὑπ’ ἐμοῦ δῆθεν ῥηθέν. Ἐγὼ εὐθύνομαι μόνον δι’ ὅ,τι λέγω ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου ἢ δημοσιεύω ἐνυπογράφως.

§21Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Διατὶ ταράττεσθε, κύριε Ὑπουργέ;

§22Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ταραχθῇ πολὺ περισσότερον μετ’ ὀλίγον, πιστεύσατε, κύριε Βουλευτά. Ἐγράφη ἔν τινι ἐφημερίδι, — καὶ ἐξακολουθῶ, καίτοι ἀκούω τὴν δήλωσιν ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι εὐθύνεται μόνον δι’ ὅσα ἐν τῇ Βουλῇ λέγει, — ἀνεγράφη ἐν τῇ ἐφημερίδι «Καιροῖς», ἐν τῷ φύλλῳ τῆς 29 Φεβρουαρίου, ὅτι ἠρωτήθη ὁ Ὑπουργὸς κ. Εὐταξίας καὶ εἶπεν εἰς τὸν συντάκτην της ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ προέβην ἐκ καθήκοντος πρὸς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἥτις ἕνεκα τῆς συμπεριφορᾶς του καὶ τῆς ἀδιαφορίας του παρέλυσεν ἐν τῷ νομῷ. Ὡς ἐπιθεωρητὴς, αὐτὸς οὐδέποτε ἐξῆλθε τῶν Ἀθηνῶν πρὸς ἐπιθεώρησιν τόσων σχολείων· ἀφῆκεν ἐπὶ δύο ἔτη τὰ σχολεῖα Πειραιῶς κλειστά· ἐτέθη ὑπεράνω τῆς Πολιτείας καὶ τῶν νόμων, δημιουργήσας κράτος ἐν κράτει. Ἐγὼ ἕνα γνωρίζω ἀνεύθυνον, τὸν Βασιλέα, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐφαντάσθην ὅτι κατὰ τὸν πολιτικόν μου βίον θὰ συνήντων ἀνεύθυνον ἕνα ἐπιθεωρητὴν τῶν δημοτικῶν σχολείων, τιθέμενον ὑπὲρ τοὺς νόμους, περιφρονοῦντα καὶ περιυβρίζοντα τὰς προϊσταμένας του ἀρχάς. Ἐγὼ ἔπραξα τὸ καθῆκόν μου, στηριχθεὶς εἰς τὸν νόμον, ὁ νομικὸς δ’ ἐκεῖνος, ὅστις δὲν ἐδίστασε νὰ χορηγήσῃ γνωμοδότησιν κατὰ τῆς ἀπολύσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, φαίνεται ὅτι ἐλησμόνησε τὰς ἀρχὰς ἑαυτοῦ καὶ τοῦ Δικαίου, τοῦ μὴ ἀναγνωρίζοντος κράτος ἐν κράτει. Εἰς τὰ 1867, κύριέ μου, ὁ Ὑπουργὸς Σαράβας ἔπαυσεν ἐπὶ τετράμηνον Ἀρεοπαγίτην, ἰσόβιον δικαστὴν, διὰ παράβασιν καθήκοντος, ἐνασκῶν ἔλεγχον, ὡς Ὑπουργὸς, καὶ ἔρχονται τώρα νὰ ἰσχυρισθοῦν, ὅτι παρηνόμησα, ὑπερασπίσας τὸ γόητρον τῆς ἀρχῆς μου ἀπέναντι τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, οὗτινος ἡ ἐν τῇ δημοτικῇ ἐκπαιδεύσει εἴσοδος ὑπῆρξε δυστύχημα.» Ἐξέθηκα δὲ ταῦτα ἐν εἰσαγωγικοῖς, ἵνα μὴ ὑποληφθῇ, ὅτι καὶ μία λέξις δὲν ἀνήκει εἰς τὸ ὕφος καὶ τὰς ἀρχὰς, τὴν ἐνέργειαν καὶ τὴν ὑπαγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐγὼ ὀφείλω ἤδη νὰ μὴ λάβω ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, ἀφοῦ ἀπεκηρύχθησαν ὡς ἔκθετα, καὶ θὰ ἀρκεσθῶ εἰς τὴν δήλωσίν του· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐν τούτοις, ἐλέχθη ὅτι ἀπήντησε διὰ τοῦ Τύπου, λέγω ὅτι θὰ ἐπέλθῃ πολὺ ταχέως καιρὸς, καθ’ ὃν θέλει πάλιν διὰ τοῦ Τύπου ἀπαντᾷ, καθ’ ὃν θέλει πάλιν εἰς τὴν δημοσιογραφίαν ζητήσει καταφυγήν. Ἐκεῖθεν ἤρχισεν, ἀλλ’ ὑβρίζων, καὶ ἐγένετο Βουλευτὴς, ὑβρίζων καὶ Ὑπουργὸς, ὑβρίζων πάντας, καὶ τὸν πολιτικὸν, εἰς ὃν ἤδη ἀνήκει! Ἀπὸ δὲ τῆς θέσεως τοῦ ἀχαλινώτου ὑβριστοῦ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη μετεπήδησεν ὁ ἀσεβὴς (θόρυβος) εἰς τὸν γείτονα ἐκείνου Ὑπουργικὸν θῶκον, ἕως οὗ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν δημοσιογραφίαν, οὐχὶ ὑπ’ ἀγαθῷ καὶ ταύτης, ὁπόταν λυθῶσιν οἱ δεσμοὶ τῆς ἀρχῆς, οἵτινες συνδέουσιν αὐτὸν προσωρινῶς καὶ μετὰ τῆς τελευταίας μερίδος, εἰς ἣν πρό τινος μετεπήδησεν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐπηγγέλθη διὰ πολλῶν λόγων καὶ διὰ μακρῶν ἐκθέσεων καὶ διὰ νομοσχεδίων ἀπεράντων, ὅτι θὰ ἀναμορφώσῃ τὰ τῆς Παιδείας. Τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως δὲν εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον ἅπαξ ἤδη ἀπησχόλησε τὸ Ἑλληνικὸν δημόσιον. Ὑπῆρξε περίοδος, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὡς Παρίαι ἀπόβλητοι, οἱ δημοδιδάσκαλοι, ἔκ τε τῆς Πολιτείας καὶ τῆς κοινωνίας, εἰς ἐποχὴν ὡρισμένην τοῦ ἔτους, κατὰ τὸ θέρος, ἐπλήρουν τὰς ἀγυιὰς τῶν Ἀθηνῶν καὶ τὰς κλίμακας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, παρέχοντες ἄκοσμον καὶ θλιβερὸν θέαμα, ἐρχόμενοι ἐκ περάτων τῆς Ἑλληνικῆς γῆς, διὰ νὰ μὴ σφενδονισθῶσι μετατιθέμενοι, ἢ διὰ νὰ μὴ ἀπολυθῶσιν. Ἡ οἰκτρὰ περίοδος παρῆλθεν. Εὑρέθη ἀνὴρ, ὁ ὁποῖος καὶ μόνον διὰ τὸ ἔργον τοῦτο εἶναι ἄξιος ἐθνικῆς εὐλαβείας, ὅστις ἐζήτησε νὰ δεσμεύσῃ τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ κατήρτισε τὸν γνωστὸν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ τῆς κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως ὑπήχθησαν εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον καὶ τὸν ἐπιθεωρητήν. Ποῖα τ’ ἀποτελέσματα τῆς νομοθεσίας ταύτης, τὰ βλέπομεν. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι κατὰ πολλὰ τυπογραφικὰ φύλλα ἠλαττώθη ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐξέλιπον αἱ χιλιάδες διορισμῶν, μεταθέσεων καὶ ἀπολύσεων τῶν δημοδιδασκάλων, ὡς ἐλάμβανον χώραν πρότερον. Διότι ἔθεσε φραγμὸν καὶ τέρμα εἰς τὰς ὀρέξεις τοῦ Ὑπουργοῦ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον καὶ ὁ ἐπιθεωρητής. Τοιοῦτον Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, τοιοῦτος ἐπιθεωρητὴς ὑπάρχει καὶ ἐν Ἀθήναις. Ἦτο γνωστὸν, ὅτι ὑπῆρχον σημεῖα, ἐν τοῖς ὁποίοις διεφώνησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς τὸν ἐπιθεωρητήν. Ἀλλὰ δὲν ἦσαν σημεῖα ὑπηρεσιακὰ, ἦσαν ἄλλα ζητήματα, ἐφ’ ὧν ἠξίωσε νὰ ἐπιβληθῇ ὁ Ὑπουργὸς πρὸς τὸν ἐπιθεωρητὴν, ὅστις δὲν ὑπετάσσετο εἰς τὰ κελεύσματα, ἀλλ’ αὐστηρὸς τηρητὴς τῶν διατάξεων τοῦ νόμου καὶ τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ πρὸς τὴν Πολιτείαν, ἐπέδειξεν ὅτι δὲν ἐγνώριζεν οὔτε Ὑπουργὸν, οὐδὲ ἕτερον ἄλλον, ἀλλὰ τὸ καθῆκόν του μόνον. Ὅτι δὲ περὶ τοιούτου ἐπιθεωρητοῦ πρόκειται, βεβαιοῦται καὶ ἐκ περικοπῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως εἰπόντος, ὅτε νομοσχέδιόν τι περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως ὑπέβαλεν, ὅτι εἶχε τὴν γνώμην τῶν ἐπιθεωρητῶν, καὶ τίνων ἐπιθεωρητῶν; τοῦ ἄνθους τῶν ὑπαλλήλων τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως· προκειμένου δὲ περὶ τοῦ Μιχαλοπούλου; εἶπε τοῦ ἀδάμαντος τῶν ἐπιθεωρητῶν...

§23ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὸ λέγετε σεῖς.

§24Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐλέγετε σεῖς· καὶ θὰ φέρω τὴν ὁμιλίαν σας.

§25ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα, νὰ τὴν φέρητε.

§26Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πεισθῆτε ὅτι, ὅ,τι λέγω, θὰ τὸ ἀποδείξω διὰ τῶν κειμένων... Ἀλλ’ ὁ ἀδάμας οὗτος ὠξειδώθη παραδόξως βραδύτερον! Ποῖα εἶναι τὰ αἴτια; Θὰ ἐρευνηθῇ, καὶ δέον νὰ λεχθῇ ἐν τῇ Βουλῇ πᾶν αἴτιον, τὸ ὁποῖον προεκάλεσε τὴν τοιαύτην ἔκθεσμον ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐναντίον τοῦ ἐπιθεωρητοῦ κ. Μιχαλοπούλου. Εἶπον ὅμως, ὅτι δὲν μὲ ἐνδιαφέρουν τὰ πρόσωπα, οὐδὲ αἱ ἔριδες τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς τὸν κ. Μιχαλόπουλον· μ’ ἐνδιαφέρει ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ ἐναντίον νόμου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐν ἰσχύϊ, καὶ εἶναι ἐν ἰσχύϊ πρὸς τὸ καλὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς μαθητιώσης νεολαίας τῆς Ἑλλάδος. Ἠκούσθη μίαν ἡμέραν, ὅτι ὁ κύριος Μιχαλόπουλος ἐτιμωρήθη διὰ τριμήνου ἀπολύσεως, καὶ ἐγένετο ἡ ἐρώτησις: «εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦτο ὁ Ὑπουργός;» Καὶ ὅτε ἐγένετο ἡ ἐρώτησις ὑπὸ τοῦ Τύπου, ἀπήντησεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς (ὅπερ σήμερον ἀρνεῖται), ὅτε δὲ ἠρωτήθη ὑπ’ ἐμοῦ, εἶπεν ὅτι ἠγνόει ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ ὑπάρχουσιν εἰδικοὶ ἄνδρες, τῶν ὁποίων νὰ ἐζήτει τὴν γνώμην ἐπὶ τῆς ἐνεργείας αὑτοῦ, ἀλλ’ ὅτι, εἰς ὅ,τι προέβη, προέβη κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Εἰς τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ δὲν θὰ τὸν ἀκολουθήσω, εἰς τὸ στάδιον δηλ. τῆς ἀπρεποῦς συμπεριφορᾶς πρὸς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς καὶ πρὸς τὸ Κοινοβούλιον. Λέγω μόνον πρὸς αὐτὸν, ὅτι ὄντως ὑπάρχουσιν ἄνδρες ἐν τῇ Βουλῇ, παρὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ζητήσῃ τοιαῦτα φῶτα, καὶ οἵτινες δύνανται νὰ τῷ εἴπωσιν, ὅτι εἶναι εἰς θέσιν νὰ δώσωσιν εἰς αὐτὸν διδάγματα σήμερον, καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, τῆς λειτουργίας τῶν νόμων καὶ τῆς εὐπρεπεστέρας καὶ πρὸς τὸ Κοινοβούλιον καὶ πρὸς τὸ καθῆκόν τοῦ συμπεριφορᾶς. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι, ἐὰν προέβη εἰς τοῦτο, προέβη βασιζόμενος ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ, Κύριοι, ῥητοῦ κειμένου τοῦ νόμου δὲν δύναται νὰ ὑπέρκειται γνώμη οἱουδήποτε Νομικοῦ Συμβουλίου. Ὁ νόμος περὶ Νομικοῦ Συμβουλίου διαγράφει τὰς περιπτώσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ γνώμη του, καὶ ἡ γνώμη αὕτη δὲν ἀπαλλάσσει τὸν Ὑπουργὸν οὐδὲ τῆς πολιτικῆς οὐδὲ τῆς ποινικῆς εὐθύνης. Τοιαύτη εἶναι ἡ γνώμη συντηρητικωτάτου ἀνδρὸς ἐν τῇ Πολιτείᾳ καὶ εἰδικωτέρου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τοῦ κυρίου Φλογαΐτου, ὅστις διὰ γνωμοδοτήσεώς του ἀποφαίνεται οὕτω... (Ἀναγινώσκει γνωμοδότησιν τοῦ κυρίου Φλογαΐτου, καταδικάζουσαν τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ). Ἀλλὰ καὶ ἂν προβάλῃ ὁ Ὑπουργὸς τὸν φετφᾶν,—ἂς εἴπωμεν οὕτω,—τὸν ὁποῖον ἐξέδωκε τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, δὲν ἀπαλλάσσεται τῆς πολιτικῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἔρχομαι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ ζητήσω παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ...

§27Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔχετε τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου;

§28Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἔχω.

§29Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναφέρεται δικαιολογία, διὰ τῆς ὁποίας λέγει, ὅτι κατηργήθη ἡ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργοῦ;

§30Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θ’ ἀκούσητε τὸ κείμενον τῆς γνώμης τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἂν ἔχητε ἐναντίαν τῆς ἐμῆς γνώμης, ἔλθετε νὰ ὑπερασπίσητε τὸν κύριον Ὑπουργόν.

§31Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι οὐδὲ ὑπὲρ οὐδὲ κατά.

§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε!

§33Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐπιτρέπω νὰ μὲ διακόπτωσιν. Ἀλλὰ συνέβη παράδοξόν τι ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Θὰ ἐσεβόμην ἴσως τὴν ἐνέργειαν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ἐὰν ἀπεφαίνετο τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἐπὶ δικαστικῆς ὑποθέσεως. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου οἱ Ὑπουργοὶ προστρέχουσιν εἰς τὰς γνώμας τῶν νομικῶν συμβούλων ἐπὶ ἐφαρμογῆς νόμων, μόνον ὅταν θέλωσι νὰ σχηματισθῇ δι’ αὐτῶν ἡ χρυσῆ γέφυρα, ἡ ἄγουσα εἰς τὴν παρανομίαν. Ἀλλὰ μήπως ἡ γνώμη τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἀπαλλάσσει τούτους ἐκ τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς συζητήσεως καὶ τῆς ψήφου, ἣν θὰ ζητήσω παρὰ τῆς Βουλῆς ἐναντίον τῆς παρανόμου πράξεως τοῦ Ὑπουργοῦ;...

§34ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Πικρὸν τὸ ποτήριον, ἀλλὰ θὰ τὸ πίω!

§35Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ πίητε πολλά... Δὲν ἀπαλλάσσει τὸν Ὑπουργόν· ἀλλὰ μήπως ἀπαλλάσσεται τοῦ ἐλέγχου καὶ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ὅπερ ἀπαλλάσσει τὸν Ὑπουργόν; Τόν τε Ὑπουργὸν καὶ τὴν γνωμοδότησιν, καθ’ ὃν τρόπον προεκλήθη καὶ καθ’ ὃν τρόπον ἐγένετο αὕτη, φέρω εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς. Τί λέγει, Κύριοι, ἡ γνωμοδότησις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου; Δὲν ἐξιστορῶ τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἐτέθη, καὶ δὲν ἀναπτύσσω, ἐὰν τὸ γεγονὸς ἐτέθη εὐσυνειδήτως ὑπ’ ὄψιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου καθ’ ὅλην τὴν ἀκρίβειαν αὐτοῦ. Ἰδοὺ ἡ γνωμοδότησις (ἀναγινώσκει): «Τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ δευτέρου ζητήματος ὑποβάλλει εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τὸ ἑξῆς πραγματικόν: ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς Θ. Μιχαλόπουλος τὴν ἑπομένην ἡμέραν τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ προσωπικοῦ, τοῦ διορισθέντος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ τῆς ἐνάρξεως τῆς λειτουργίας τῶν σχολείων, ἀπέπεμψε βίᾳ τό τε προσωπικὸν τῶν σχολείων καὶ τὰς μαθητρίας. Ἐρωτᾷ δὲ, ἐὰν ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι ποινικῶς κολάσιμος, καὶ εἰδικῶς, ἐὰν προβλέπεται ὑπὸ τῶν ἄρθρων 169, 479 καὶ 487 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου.» Κατὰ τὴν ὁμόφωνον τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου κρίσιν, ἡ πρᾶξις αὕτη, ὡς ὑποβάλλεται τὸ πραγματικὸν αὐτῆς, εἶναι ἀναντιρρήτως κολάσιμος, οὐχὶ κατὰ τὰ ἄρθρα 169 καὶ 479 τοῦ Ποιν. Νόμου, ἅτινα δὲν ἔχουσι, καθ’ ἃ φρονεῖ, ἐφαρμογὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 487 § 2, μετὰ προηγουμένην ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου πειθαρχικὴν τιμωρίαν δι’ ἐπιβολῆς τινος τῶν ποινῶν τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ ΑΡΛΓʹ νόμου τῆς 14 Μαΐου 1884, ὄντος γενικοῦ καὶ ἐφαρμοζομένου ἐπὶ πάντων τῶν ὑπαλλήλων τῶν κλάδων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, περὶ ὧν νεώτεροι νόμοι δὲν προνοοῦσιν εἰδικῶς· τοιοῦτοι δὲ εἶναι καὶ οἱ ἐπιθεωρηταὶ, περὶ τῆς πειθαρχικῆς τιμωρίας τῶν ὁποίων οὔτε ὁ νόμος ΒΤΜΘʹ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, οὔτε ἄλλος τις νεώτερος νόμος ἐτροποποίησε τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ μνησθέντος ΑΡΛΓʹ νόμου περὶ προσόντων καὶ πειθαρχικῆς τιμωρίας τῶν δημοσίων λειτουργῶν.»

§36ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπὴν, ὅπως διευκολύνω τὴν συζήτησιν;

§37Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.

§38ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐκ πλάνης ὑπετέθη χθὲς, ὅτι ἐγὼ ἐζήτουν νὰ καλύψω τὴν ἐμὴν εὐθύνην διὰ τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Ἐγὼ τοὐναντίον ἐδήλωσα ῥητῶς, ὅτι πρὶν ἢ ἀποφανθῇ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἐγὼ αὐτὸς πρῶτος, μετ’ ἐμὲ δὲ καὶ ὁ κύριος Παναγιωτόπουλος καὶ ὁ κ. Μομφερρᾶτος ἐφηρμόσαμεν τὸν νόμον τοῦ 1884, ὡς πρὸς τὰς πειθαρχικὰς ποινὰς, ἐπὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν. Ὥστε μὴ νομίζετε ὅτι ἐγὼ καταφεύγω νῦν εἰς τὴν σκέπην τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, εἰ καὶ ἐλήφθη αὕτη παμψηφεὶ, ὅπως καλύψω τὴν ἐμὴν εὐθύνην. Συζητήσατε τὴν πρᾶξιν αὐτὴν καθ’ ἑαυτὴν, καὶ ἄφετε, παρακαλῶ, κατὰ μέρος τὸ Νομικὸν Συμβούλιον.

§39Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐπηυξημένη καὶ διωρθωμένη ἡ σημερινή σας δήλωσις. Καὶ εἶναι ὀψιγενὴς ὁ ἡρωϊσμὸς τοῦ Ὑπουργοῦ σήμερον, ἐξερχομένου ἐκ τῆς σκέπης τῆς γνώμης τοῦ Ν. Συμβουλίου. Ἀλλ’ ἔστω. Μὲ ἐκπλήττει, πῶς ἀνὴρ τοῦ θάρρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅστις δὲν κατέφυγεν εἰς τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ὅτε ἐξέπεμπε τὰς γνωστὰς πηχυαίας ἀπειλὰς αὐτοῦ κατὰ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ὅστις εἶχε τὸ θάρρος νὰ προκαλέσῃ τὴν ὑπογραφὴν βασιλικοῦ διατάγματος, ἵνα ἀποχωρήσῃ τῆς ἀρχῆς προσωρινῶς, μέχρις ὅτου ἀναρρώσῃ ἐξ ἀνυπάρκτου ἀσθενείας, καὶ ἀνατεθῇ εἰς ἕτερον ἔντιμον Ὑπουργὸν ἡ διεύθυνσις τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως, μόνον καὶ μόνον ἵνα διορισθῇ εἷς καθηγητὴς τῆς Ἰατρικῆς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, πρόσωπον, περὶ τῆς ἐπιστημονικῆς ἀρτιότητος τοῦ ὁποίου δὲν ἔχω ἐναντίαν γνώμην, ἀλλ’ οἰκτείρω τὸν σκανδαλώδη τρόπον. Μὲ ἐκπλήττει, λέγω, πῶς αὐτὸς, ὅστις εἶχε τὸ θάρρος τότε νὰ γυρίζῃ εἰς τὰς πλατείας τῶν Ἀθηνῶν, ἐνῷ ἦτο ἀσθενὴς, μέχρις οὗ διορισθῇ ὁ καθηγητὴς, πῶς ἀνὴρ τοιούτου θάρρους ἀπέναντι τοῦ κοινοῦ οἴκτου ἐπὶ τοῖς τελουμένοις, ἐφάνη ἤδη ἔχων ἀνάγκην τῆς γνώμης τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Ἀνὴρ λοιπὸν τοῦ ἤθους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως δὲν δύναται νὰ μᾶς πείσῃ, μὲ ὅλας τὰς ὀψίμους δηλώσεις, τὰς ὁποίας ποιεῖται ἐντεῦθεν, ὅτι δὲν ἐζήτησε τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ὅπως καλύψῃ τὴν εὐθύνην του. Ἀλλὰ θὰ τὸν ἐρωτήσω, καὶ ἂς ἀπαντήσῃ ἀπεριστρόφως: Ἡ τιμωρία, τὴν ὁποίαν ἐπεβάλετε, κύριε Ὑπουργὲ, χρονολογεῖται πρὸ τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου;

§40ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Νομίζω, ὅτι ἐξεφράσθην σαφέστατα. Καὶ τῷ 1897 καὶ τῷ 1898 καὶ τῷ 1899 καὶ τῷ 1900 ἐπεβλήθησαν πειθαρχικαὶ ποιναὶ εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ 1884, χωρὶς νὰ ζητηθῇ ποτὲ ἡ γνώμη τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Ἡ γνώμη τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἐδόθη μόλις πρὸ μηνὸς περίπου, καὶ δὴ οὐχὶ εἰς ἐρώτησίν μου γενομένην πρὸς αὐτὸ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀπ’ εὐθείας, ἀλλ’ εἰς ἄλλην ἐρώτησιν. Παμψηφεὶ δ’ ἀπεφάνθη τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ὅτι ἐφαρμόζεται ὁ νόμος τοῦ 1884 ἐπὶ τῆς προκειμένης περιπτώσεως.

§41Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρα δὲν εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπετε εἰς τὴν προτέραν διακοπήν σας, ὅτι πρὶν ἢ ἀποφανθῇ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἐφηρμόσατε τὰς πειθαρχικὰς ποινὰς κατὰ τοῦ κ. ἐπιθεωρητοῦ.

§42ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀκριβέστατον.

§43Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὅσα τώρα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι μία δικαιολογία, οὐχὶ ἀξία τοῦ πνεύματος αὐτοῦ. Ἡ προηγουμένη δικαιολογία, ὅτι ἔχει τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, δὲν ἦτο ἀξία τοῦ θάρρους του, αὕτη δὲν εἶναι ἀξία τοῦ πνεύματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Δὲν εἶναι ἀξία τοῦ πνεύματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἡ δικαιολογία, ὅτι, ἐπειδὴ οὕτως ἔπραξαν καὶ προηγούμενοι Ὑπουργοί, ἐδικαιοῦτο καὶ αὐτὸς νὰ πράξῃ. Ἀλλὰ σεῖς, ὅστις ἐπαγγέλλεσθε τὸν ἀνακαινιστὴν καὶ τὸν πολυΐδμονα τόσων πραγμάτων, ἐγχωρίων τε καὶ ξένων, εἴχετε ἀνάγκην νὰ προστρέξητε εἰς τὰ φῶτα καὶ τὰ ἔργα τῶν παρελθόντων Ὑπουργῶν; Ἔπρεπε μόνον νὰ ἐρευνήσητε τοὺς νόμους, καὶ μόνον τοὺς νόμους θὰ ἐρευνήσω ἐγώ. Ἀλλ’ εἴτε, Κύριοι, ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι αὐθύπαρκτος, εἴτε ἡ γνώμη τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου προεκλήθη ἵνα καλύψῃ τὴν πρᾶξιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὴν κατ’ ἐμὲ καὶ καθ’ ὑμᾶς, ὡς θὰ πεισθῆτε, ἔκθεσμον, ἰδοὺ ἡ βάσις, ἐφ’ ἧς στηρίζεται καὶ ὁ Ὑπουργὸς καὶ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὴν ὁμόφωνον γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἡ πρᾶξις, ὡς ὑποβάλλεται τὸ πραγματικὸν αὐτῆς μέρος, ἀναντιρρήτως εἶναι κολάσιμος». Ἡ δὲ πρᾶξις ἦτο, ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς ἐξεδίωξε διδασκάλισσαν ἐκ σχολείου, εἰς τὸ ὁποῖον διωρίσθη αὕτη χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ πίστωσις καὶ χωρὶς νὰ προηγηθῶσι τὰ ἀπαιτούμενα κατὰ τὸν νόμον τοῦ ἀειμνήστου Πετρίδου διὰ τὸν διορισμὸν διδασκαλίσσης. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐπεδίωξεν ὄχι μόνον τὴν πειθαρχικὴν τιμωρίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν ποινικὴν καταδίωξιν. Τοῦτο ἦτο τὸ πνεῦμα τῆς ἐρωτήσεώς του. Ἀνεκόπη εἰς τὴν ποινικὴν καταδίωξιν ἐκ τῆς σώφρονος γνώμης τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ὅπερ λέγει, ὅτι ἡ πρᾶξις εἶναι κολάσιμος οὐχὶ κατὰ τὰ ἄρθρα 169 καὶ 479, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 487 § 2 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Τὸ ἄρθρον ἀφορᾷ εἰς τοὺς πράξαντας παράβασιν καθήκοντος, ἀλλ’ ὅπου δὲν ὑπάρχει τὸ στοιχεῖον τῆς ἰδιοτελείας, ἐπιτρέπεται καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ εἰς τὸ Πλημμελιοδικεῖον παραπομπὴ, ἀλλὰ μετὰ προηγηθεῖσαν ὑπὸ τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς πρώτην πειθαρχικὴν ποινήν. Ἔδει λοιπὸν, διὰ νὰ ὁδηγηθῇ ὁ ἐπιθεωρητὴς εἰς τὴν ὁδὸν τὴν ἄγουσαν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, νὰ προηγηθῇ ἡ πειθαρχικὴ τιμωρία. Καὶ ἐδικαιολόγησεν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ τοιαύτη τιμωρία ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ λήγει (ἀναγινώσκει ἐκ τῆς γνωμοδοτήσεως): «Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 487 § 2 (εἶναι κολάσιμος ἡ πρᾶξις) μετὰ προηγηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου πειθαρχικὴν τιμωρίαν δι’ ἐπιβολῆς τινος τῶν ποινῶν τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ ΑΡϞΓʹ νόμου τῆς 14 Μαΐου τοῦ 1884, ὄντος γενικοῦ καὶ ἐφαρμοζομένου ἐπὶ πάντων τῶν ὑπαλλήλων τῶν κλάδων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, περὶ ὧν νεώτεροι νόμοι δὲν προνοοῦσιν εἰδικῶς». Ὁ νόμος τοῦ 1884 καθιεροῖ τὴν τιμωρίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ὑπὸ τῶν κεντρικῶν ὑπηρεσιῶν, τῶν Ὑπουργῶν «ὄντος», λέγει τὸ Συμβούλιον καὶ ἀποφαίνεται καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅστις συμφωνεῖ, «ὄντος τοῦ νόμου τοῦ 1884 γενικοῦ καὶ ἐφαρμοζομένου ἐπὶ πάντων τῶν ὑπαλλήλων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, περὶ ὧν νεώτεροι νόμοι δὲν προνοοῦσιν εἰδικῶς». Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐὰν ὁ νόμος οὗτος τοῦ 1884 εἶναι γενικὸς, ὑπάρχει εἰδικὸς νόμος, ἀντιτεθέμενος εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τούτου. Εἶναι ὁ νόμος τοῦ 1895. Κατὰ δόγμα δὲ τοῦ δικαίου, οἱ νεώτεροι νόμοι εἶναι ἐπικρατέστεροι τῶν παλαιοτέρων, πολλῷ δὲ μᾶλλον, ὅταν οἱ νεώτεροι οὗτοι νόμοι ἦναι εἰδικοὶ καὶ περιέχωσι διατάξεις ἀναιρούσας ἀντιστοίχους τοῦ προηγουμένου γενικοῦ νόμου. Καὶ ὁρίζονται ἐν νεωτέρῳ νόμῳ αἱ περιπτώσεις τιμωρίας τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Ἄρα προενόησεν ὁ νεώτερος νόμος περὶ τῆς τιμωρίας τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, καὶ ἀργεῖ ὁ παλαιότερος γενικὸς νόμος. Τί λέγει τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νόμου περὶ προσόντων καὶ πειθαρχικῆς τιμωρίας τῶν δημοσίων λειτουργῶν; (ἀναγινώσκει): «Αἱ πειθαρχικαὶ ποιναὶ εἶναι: 1) ἐπίπληξις, 2) πρόστιμον ἀπὸ τριῶν μέχρις 100 δραχμῶν, καὶ 3) προσωρινὴ παῦσις ἀπὸ τριῶν ἡμερῶν μέχρι τριῶν μηνῶν». Βλέπετε ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπήδησεν ὅλας τὰς βαθμίδας τῶν πειθαρχικῶν ποινῶν, καὶ ἔφθασεν εἰς τὴν τελευταίαν ποινήν, τῆς παύσεως μέχρι τοῦ ἀκροτάτου ὁρίου τῶν τριῶν μηνῶν. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 19, Κύριοι, ἐννοεῖ πάντας τοὺς ὑπαλλήλους τῶν ὑπηρεσιῶν; Τὸ ἄρθρον 19 λέγει (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου ὑπάγονται 1) οἱ λειτουργοὶ τῆς διοικητικῆς καὶ οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας, 2) οἱ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ οἱ τοῦ τῆς Δικαιοσύνης...» Ἀλλ’ ὁ εἰδικὸς νόμος τοῦ 1895, ὁ ͵ΒΤΜΘʹ, ἐξαρτᾷ ἐκ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως τὸν ἐπιθεωρητήν; Ἐὰν δὲν τὸν ἐξαρτᾷ, τότε οὗτος δὲν ἀνήκει εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὥστε νὰ ἀσκῆται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως πειθαρχικὴ ἐξουσία ἐναντίον αὐτοῦ. Τί λέγει ὁ νόμος τοῦ 1895; (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 33. Ἡ εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργεῖον ἀνατεθειμένη ἐποπτεία ἐπὶ τῶν σχολείων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, ὡς συμπληρωτικῶν, τό γε νῦν, τῆς ἐκπαιδεύσεως ταύτης καὶ προπαρασκευαστικῶν διὰ τὴν Μέσην ἐκπαίδευσιν, τῶν τε δημοσίων, ἰδιωτικῶν καὶ κοινοτικῶν, ἐνασκεῖται τοῦ λοιποῦ...» — φεύγει ἐκ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργοῦ· καὶ τὸ ἔκαμε μάλιστα παράπονον, ὡς ἐνθυμεῖσθε, πέρυσιν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτε ὑπέβαλον ἀναφορὰν ἐναντίον δημοδιδασκάλου τινὸς ἐν Εἰδυλλίᾳ, καὶ ἀπήντησεν: «ἀπευθυνθῆτε εἰς τὸν ἐπιθεωρητήν, καθόσον αὐτὸς εἶναι ὁ τὰ πάντα δυνάμενος» — (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «ἐνασκεῖται τοῦ λοιποῦ ἐπὶ μὲν τῶν σχολείων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως διὰ τῶν κατὰ νομὸν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων καὶ τῶν παρ’ αὐτοῖς ἐπιθεωρητῶν, ἐπὶ δὲ τῶν ἑλληνικῶν σχολείων διὰ τῶν παρ’ αὐταῖς Γυμνασιαρχῶν, λειτουργούντων πάντων ὑπὸ τὴν ἐπιμέλειαν αὐτοῦ.» Οὕτω λοιπὸν ὁ ἐπιθεωρητὴς ἐξέρχεται ἐκ τοῦ κύκλου τῶν ὑπαλλήλων τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἑπομένως ὁ νόμος τοῦ 1884 δὲν ἀφορᾷ εἰς τὸν ἐπιθεωρητήν. Ἀλλὰ λέγω πρὸς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1884 καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν ἐπὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν, διότι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἀφορᾷ εἰς ὑπαλλήλους ὑπάρχοντας κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Οἱ ὑπάλληλοι δὲ, ὡς γνωστὸν, ὑπάρχουσιν ἐπὶ τῇ βάσει κειμένων νόμων. Οὐδὲ νόμος δ’ ὑπῆρχε τότε περὶ ἐπιθεωρητῶν, οὐδὲ ὑπάλληλοι τοιοῦτοι ὑπῆρχον κατὰ τὸ 1884, διότι ὁ νόμος τοῦ 1895 εἶναι κατὰ ἑνδεκαετίαν μεταγενέστερος, καὶ ἑπομένως ὁ νόμος τοῦ 1884 δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀφορᾷ εἰς τιμωρίαν ὑπαλλήλων μὴ ὑπαρχόντων. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, καὶ ἂν τοῦτο ἦτο δυνατὸν, κατὰ παρακεκινδυνευμένην ἑρμηνείαν, φέρω ἄλλο ἐπιχείρημα, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1884 ἀφορᾷ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας, δὲν ἀνήκει δὲ εἰς τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν ὁ ἐπιθεωρητὴς, τοὐναντίον ἐδόθησαν εἰς αὐτὸν ἀπόλυτα ἐντελῶς δικαιώματα, καὶ ἤρθη πᾶσα σχέσις ἐξαρτήσεώς του ἐκ τοῦ Ὑπουργείου. Καὶ τοῦτο ἠθέλησεν ἀκριβῶς ὁ νόμος, ἀπὸ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργείου νὰ ἀφαιρέσῃ ἐν γένει τὸ τμῆμα τῶν δημοδιδασκάλων. Ἀλλὰ καὶ ἄν τις, κατὰ ἐπιεικεστέραν καὶ συμπαθεστέραν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν γνώμην, ὑπολάβῃ ὅτι δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀκαταμάχητα ὅσα λέγω ἐντεῦθεν, καὶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῶσι καὶ κατὰ τὴν ἀντίστροφον ὄψιν τοῦ ζητήματος, τότε, λέγω πρὸς ὑμᾶς, ὑπάρχει εἰδικὸς νόμος, προνοῶν περὶ τιμωρίας τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Καὶ ὅταν ἔχωμεν ἐν τῷ νεωτέρῳ νόμῳ εἰδικὴν διάταξιν, προνοοῦσαν καὶ καθορίζουσαν τὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας, καὶ τὰ πρόσωπα, διὰ τῶν ὁποίων δύνανται νὰ ἐπιβληθῶσι ποιναὶ πειθαρχικαὶ εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν, τότε εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ καὶ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία εἴς τινα, ὅτι ἡ πρᾶξις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι καταφώρως παράνομος; Ἴδωμεν τὸ ἄρθρον 48 τοῦ ͵ΒΤΜΘʹ νόμου τοῦ 1895, τοῦ εἰδικοῦ δηλαδὴ νόμου, τοῦ ἐπικρατεστέρου τοῦ γενικοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον καθορίζει τὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ τιμωρηθῇ ὁ ἐπιθεωρητὴς καὶ ἐνῷ καθορίζει τὰς περιπτώσεις, καθορίζει καὶ τὰ πρόσωπα, ἐναντίον τῶν ὁποίων δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν αἱ τοιαῦται τιμωρίαι, καθορίζει δὲ καὶ τὸν τρόπον ἀκόμη, καθ’ ὃν ἐπάγονται αἱ τιμωρίαι αὗται. Τὸ ἄρθρον 48 λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον δύναται νὰ συνέλθῃ καὶ εἰς ἰδίαν συνεδρίασιν, ἄνευ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, συγκαλούμενον πρὸς τοῦτο ὑπὸ τοῦ προέδρου αὐτοῦ. Ἀλλὰ μόνον κατὰ τὴν περίπτωσιν τῆς πρώτης διατάξεως τοῦ ἄρθρου 39, ὅτε ἀκούει τὰς πρὸς αὐτὸ γιγνομένας παραστάσεις κατὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, εἴτε ἐπὶ ἀκηδίᾳ ἢ ἀσυγγνώστῳ ὀλιγωρίᾳ, εἴτε ἐπὶ ἐλλείψεσιν ἢ παραβάσεσιν αὐτοῦ κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του, εἴτε ἐπὶ ἀνωμαλίαις ἢ πλημμελείαις τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου αὐτοῦ, καὶ μετὰ ἐπισταμένην συζήτησιν καὶ ἔρευναν ἀποφασίζει, ἂν ὑπάρχει ἀφορμή, ἵνα ὑποβάλῃ πρότασιν εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργεῖον περὶ μεταθέσεως ἢ ἀπολύσεως αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας.» Τί δὲ λέγει τὸ ἄρθρον 39; (ἀναγινώσκει): «Οἱ νομαρχιακοὶ ἐπιθεωρηταὶ καὶ οἱ βοηθοὶ αὐτῶν οὔτε μετατίθενται, οὔτε ἀπολύονται τῆς ὑπηρεσίας, εἰμὴ μόνον συνεπείᾳ ᾐτιολογημένης προτάσεως τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, παρ’ ᾧ διατελοῦσι. Γίγνεται δὲ ἡ μετάθεσις ἢ ἡ ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἀπόλυσις αὐτῶν διὰ Β. Διατάγματος ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ. Μετὰ τοῦ περὶ τῆς μεταθέσεως ἢ τῆς ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἀπολύσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ Β. Διατάγματος δημοσιεύεται διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ κατὰ τὴν προηγουμένην παράγραφον πρότασις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας προεκλήθη τὸ Β. Διάταγμα.» Καὶ ἵνα ἐξασφαλίσῃ, κύριοι Βουλευταί, ὁ νομοθέτης τὴν μονιμότητα καὶ τὸ ἀνεπηρέαστον τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἔταξε παρ’ αὐτὸν Ἐποπτικὸν Συμβούλιον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ᾖναι ἀνώτερον πάσης ὑπονοίας, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συμπαθῇ πρὸς τὸ πρόσωπον καὶ οὐχὶ πρὸς τὸ καθῆκον, καὶ νὰ διστάζῃ διὰ τὴν ὑποβολὴν ἐκθέσεως περὶ ἀπολύσεως, ὁριστικῆς ἢ προσωρινῆς, τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, καὶ ἔταξεν ὡς μέλη τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τὸν Ἐπίσκοπον τοῦ τόπου, τὸν Γυμνασιάρχην καὶ δύο ἔγκριτα πρόσωπα, ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἐκλεγόμενα. Εἰς τοιοῦτον Συμβούλιον ἐνεπιστεύθη ὁ νόμος τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ τιμωρηθῇ ὁ ἐπιθεωρητὴς διὰ προσωρινῆς ἢ ὁριστικῆς παύσεως· διότι, ἐὰν ἐνεπιστεύετο εἰς τὴν πειθαρχικὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ μάλιστα τοῦ παρόντος, τὰς τοιαύτας περιπτώσεις, ὁ νόμος τοῦ ἀειμνήστου Πετρίδου θὰ ἦτο ἄγραφος χάρτης, καὶ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ δὲν θὰ ἐπέφερε τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπήνεγκε, καὶ δὲν θὰ ἠρέθιζε τὴν χαλκέντερον φιλοπονίαν τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ, ἵνα παρασκευάσῃ διὰ παντοίων μέσων καὶ προσώπων τόσα νόμων σχέδια,— ἅτινα εὐτυχῶς θὰ μείνουν σχέδια,—ἵνα διασαλεύσῃ τὸν νόμον τοῦτον καὶ ἐπαναφέρῃ ὑπὸ τὸ κράτος αὐτοῦ τὸ γένος τῶν διδασκάλων. Τί λέγει λοιπὸν τὸ ἄρθρον 39; ὅτι μόνον τῇ προτάσει τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου μετατίθεται ἢ ἀπολύεται ὁ ἐπιθεωρητής. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀνάγει τὴν τιμωρίαν τῆς προσωρινῆς ἀπολύσεως εἰς τὰς πειθαρχικὰς παραβάσεις, ἃς ἴδωμεν, τί λέγει καὶ ἐπὶ τῶν πειθαρχικῶν παραβάσεων τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τὸ ἄρθρον 48 (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 48). Ἑπομένως πᾶσαι αἱ περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἐπάγονται τιμωρίαι κατὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, καὶ τίνες τιμωρίαι, εἶναι καθωρισμέναι ἐν τῷ εἰδικῷ νόμῳ. Ἔχομεν ἄρα εἰδικὸν νόμον, ἐπικρατέστερον τοῦ γενικοῦ, εἰδικὸν νόμον περὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν, ὑπαγαγόντα αὐτοὺς εἰς τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια ὑπὸ πειθαρχικὴν δικαιοδοσίαν καὶ οὐχὶ εἰς τὸν Ὑπουργόν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Ἐκεῖ, ὅπου ἠθέλησεν ὁ νόμος νὰ ἀναθέσῃ τὴν πειθαρχικὴν τιμωρίαν κατὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὥρισε τὴν περίπτωσιν ταύτην, τὴν ὥρισε δὲ σαφῶς καὶ ῥητῶς· καὶ θέλω σᾶς τὴν ἀναφέρει. Εἶναι τὸ ἄρθρον 24 § 4. Εἶναι ἡ μόνη περίπτωσις, καθ’ ἣν εἶναι ἐπιτετραμμένη ἡ ἐπέμβασις καὶ ἡ ἐνάσκησις πειθαρχικῆς δικαιοδοσίας Ὑπουργοῦ. Ὁ νομοθέτης ἐγνώριζεν ἢ ἐμάντευεν, ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι θὰ ἦσαν Ὑπουργοὶ φατριασταὶ, οἵτινες θὰ ἐνήργουν ἵνα καταρρίψωσι τὸν νόμον διὰ τῆς τιμωρίας τῶν ἐπιθεωρητῶν καὶ διὰ τῆς ἐκβιάσεως, ὅπως ὑποκύψωσιν εἰς τὰ κελεύσματά των, καὶ ἔθεσε φραγμὸν, καὶ ἔδωκε τὸ δικαίωμα μόνον νὰ ἐπιβάλλωσι πρόστιμον κατὰ τῶν ἐπιθεωρητῶν 20 ἕως 100 δραχμῶν εἰς μίαν μόνην περίπτωσιν· καὶ ἰδοὺ ἡ περίπτωσις (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 24 § 4. Ὁ νομάρχης ὀφείλει νὰ προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς παραλαβῆς τῆς προτάσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἢ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου· ἐὰν δὲ ὑπερβῇ τὴν προθεσμίαν ταύτην, τιμωρεῖται διὰ προστίμου δραχ. 20–100, ἐπιβαλλομένου ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου. Ἡ αὐτὴ ποινὴ ἐπιβάλλεται καὶ εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν, ἂν ἀναβάλῃ ὑπὲρ τὴν ἑβδομάδα νὰ προτείνῃ τὸν διοριστέον δημοδιδάσκαλον.» Ἔλαβον, Κύριοι, τὸν νόμον ἐκ τοῦ γενικωτέρου αὐτοῦ πνεύματος, καὶ κατέληξα εἰς πάσας τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ, διὰ νὰ σᾶς δείξω, πόσον εἰδικὸς εἶναι ὁ νόμος τοῦ 1895 καὶ πόσον εἶναι ἐπικρατέστερος, κατίδητε δὲ πόσον ἐδυσπίστησεν εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ πόσον περιώρισε τὴν περίπτωσιν τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ. Καὶ δικαίως. Ἄλλως, ἂν ὁ νομοθέτης δὲν ἐπρονόει νὰ θέση τοιούτους χάνδακας πρὸς τὴν φορὰν τοῦ Ὑπουργοῦ κατὰ τῆς ἐλευθέρας ἐνεργείας τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, θὰ ἔλειπε πᾶσα ἐγγύησις περὶ ἐπιτυχίας τοῦ σκοποῦ τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔφερε καὶ μίαν ἔκθεσιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Ἠδύνατο νὰ φέρῃ μυρίας τοιαύτας. Ὅταν πρόκειται, ὡς εἶπον, περὶ σαφοῦς καὶ ῥητῆς διατάξεως τοῦ νόμου τοῦ 1895, τί ὠφελοῦσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν αἱ γνωμοδοτήσεις τῶν νομικῶν συμβούλων, οἵτινες ἐνίοτε κατ’ ἐπιταγὴν διαπράττουσι τοιαύτας γνωμοδοτήσεις; Τί δὲ ἐφέρετο ἐν τῇ—ἀποκηρυχθείσῃ ὅμως σήμερον—ἀπαντήσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ διὰ τῶν «Καιρῶν» ὡς προκαλέσαν τὴν τιμωρίαν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ; (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ προέβην ἐκ καθήκοντος πρὸς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἥτις ἕνεκα τῆς συμπεριφορᾶς του καὶ τῆς ἀδιαφορίας του παρέλυσεν ἐν τῷ νομῷ...» Ἀλλ’ ἂν παρέλυσεν ἐν τῷ νομῷ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, ἔχομεν Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀσκεῖ ἐποπτείαν καὶ ἐπὶ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Τί ἐνήργησε τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον κατὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ; Καὶ τί ἔπραξε κατὰ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ὁ Ὑπουργὸς, ἐὰν τοῦτο ἠμέλησε κατὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ; Καὶ ἦλθεν ἐνταῦθα νὰ καταγγείλῃ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἠμέλησε τάχα ἐν τῇ ἐκπληρώσει τοῦ καθήκοντός του ἐναντίον αὐτοῦ, τοῦ «παραλύσαντος» τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν; «Ὁ ἐπιθεωρητὴς αὐτὸς οὐδέποτε ἐξῆλθε τῶν Ἀθηνῶν πρὸς ἐπιθεώρησιν τόσων σχολείων», λέγει ὁ Ὑπουργὸς ἐν τῷ Τύπῳ...

§44ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Σκιαμαχεῖτε!

§45Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀπαντῶ εἰς ὅσα ἐγράφησαν, ἵνα δικαιολογηθῇ ἡ παράνομος ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἂν εἶναι δὲ σκιὰ αὐτὸς, τότε ὄντως σκιαμαχῶ.

§46ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πλάττετε σκιὰν σεῖς.

§47Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς οἱ πολιτευόμενοι τῆς Ἀττικῆς, Κύριοι, δὲν εἶσθε τόσον γνωστοὶ, ὅσον ἡ φυσιογνωμία ἡ ἄγρυπνος τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων καθ’ ὅλην τὴν Ἀττικὴν, τακτικῶς ἐξερχομένου.

§48Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Καὶ εἰς τὸν νομὸν ὁλόκληρον. Ἀπειράκις μετέβη εἰς τὴν Λεβαδείαν.

§49ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ....

§50Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ συνάδελφός σας ἐξ Ἀττικῆς καὶ αὐτάδελφός σας γνωρίζει τὰ πράγματα τῆς Ἀττικῆς καλῶς, πλειότερον ἐμοῦ ὅμως ὄχι. Εἰς ἀπάντησιν δύναμαι νὰ ζητήσω, καὶ αὔριον νὰ ἔχητε, ἐν γένει τὰς καταστάσεις τῶν ὁδοιπορικῶν ἐξόδων τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, καὶ θέλετε ἴδει, πόσον τακτικῶς ἤσκει οὗτος τὸ ἔργον τῆς ἐπιθεωρήσεως. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι ἀλύγιστος, ὅτι δὲν εἶναι ὑπόδουλος, ὅτι εἶναι ἴσως ἄξεστος πρὸς τὸν Ὑπουργὸν καὶ τοὺς εὐνοουμένους τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ δὲν πτοεῖται ἀπὸ τὰς ἀπειλάς του. Αὐτὸ τὸ κακὸν μόνον ἔχει, καὶ ἐντεῦθεν προεκλήθη ἡ μῆνις τοῦ Ὑπουργοῦ κατ’ αὐτοῦ. «Ἕνα, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, γνωρίζω ἀνεύθυνον, τὸν Βασιλέα». Ἔδει νὰ προσθέσῃ: «ἕνα γνωρίζω ἀνεξάρτητον, τὸν ἐπιθεωρητὴν»,—τὸν ὁποῖον δι’ αὐτὸ ἐζήτησε νὰ τιμωρήσῃ.—Ἐλέχθη δὲ, «πῶς γίνεται συζήτησις περὶ τῆς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τιμωρίας, ἀφοῦ ὁ Ὑπουργὸς ἐτιμώρησεν Ἀρεοπαγίτην;» (ἀναγινώσκει): «Ὅτε εἰς τὰ 1867 ὁ τότε Ὑπουργὸς Σαράβας ἔπαυσεν ἐπὶ τετράμηνον ἕνα ἰσόβιον Ἀρεοπαγίτην.!» Δυστυχῶς διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ εὐτυχῶς διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν, τὸ ἐπιχείρημα εἶναι σαθρόν. Ἀπάντησις πρὸς τὸ κείμενον εἶναι τὸ ἄρθρον 301 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, τὸ ὁποῖον ἔδωκε καὶ δίδει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα τοῦτο. Τί λέγει τὸ 301 ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, τοῦ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ Εἰσαγγελέως, ἀντεισαγγελέως κλπ. αἱ πειθαρχικαὶ ποιναὶ ἐπιβάλλονται μόνον παρὰ τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Γραμματείας». Γραμματεῖαι ὠνομάζοντο τότε τὰ Ὑπουργεῖα, ὡς ὀρθότατα ἀνέπτυξε καὶ ἡρμήνευσε τὸ ζήτημα ἐν τῇ συζητήσει περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Καλαβρύτων, συμφωνήσας ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ διαφωνήσας ἐν ταῖς λεπτομερείαις, αἵτινες ὅμως εἶναι τὸ πᾶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ. Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ ὑπὸ ἱστορικὴν ἔρευναν ὁ ὑπαγορεύσας τὴν ἀπάντησιν δὲν ἦτο ἀκριβής. Εἰς τὰ 1867 ὁ Σαράβας δὲν ὑπῆρχεν Ὑπουργός· Ὑπουργὸς ἔγεινεν ἀργότερα, κατὰ τὸ 1869, ὑπὸ τὸν Θρασύβουλον Ζαΐμην.

§51ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως ἠγνόουν ἐγώ...

§52Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ἀγνοεῖτε, ἢ ἠγνόει καὶ ἄλλο τι ὁ γράψας ἢ ὑπαγορεύσας ταῦτα· ἠγνόει ὅτι, ὅτε ἐπεβλήθη ἡ ποινὴ εἰς τὸν Ἀρεοπαγίτην, δὲν εἶχον καθιερωθῇ τὰ τῆς ἰσοβιότητος τῶν Ἀρεοπαγιτῶν καὶ Ἐφετῶν, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν μετὰ ἓν ἔτος! Ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν, ἀκριβῶς νομικὴν, ἐγὼ ἐρευνῶν, εὑρίσκω ὅτι ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι πρᾶξις παραβιάζουσα τοὺς κειμένους νόμους, εἶναι πρᾶξις παράνομος. Δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω τὰ αὐστηρὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξεν ἄκρως μετριοπαθὴς ἀνήρ, ὡς ὁ κ. Φλογαΐτης, καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς ἰδίας αὑτοῦ ὑπογραφῆς ὑπεστήριξεν. Ἀλλ’ ἤθελέ τις ἐρωτήσει: καὶ διὰ τίνα λόγον διέπραξε τὴν παρανομίαν ὁ Ὑπουργός; Ἄν, Κύριοι, οὐσιαστικὰ γεγονότα ῥαγδαίως ἐξηνάγκαζον τὸν Ὑπουργὸν νὰ παρίδῃ τοὺς τύπους, ἵνα περιορίσῃ αὐθαίρετον τυχὸν ἐνέργειαν τοῦ κ. ἐπιθεωρητοῦ, θὰ περιώριζον τὸν λόγον· ἀλλὰ γνωρίζω, ὅτι καὶ αἱ αἰτίαι, αἵτινες ὤθησαν τὸν Ὑπουργὸν εἰς τὴν κατὰ τοῦ εἰρημένου ἐπιθεωρητοῦ ἐνέργειαν, τιμῶσι τὸν ἐπιθεωρητὴν, ὅσον καταβιβάζουσι τὸν Ὑπουργόν. Τίνες οἱ λόγοι τῆς τιμωρίας, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς γνωρίσω. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναγνώσω στατιστικὴν ἐκ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Πόσαι, Κύριοι, ἐκ τῆς ἐκπαιδεύσεως τῆς ἄλλης, τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως, τῶν Γυμνασίων καὶ τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, τῶν ἀφεθέντων εἰς τὸ ἀπεριόριστον δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, ὡς πρὸς τὰς ἀπολύσεις καὶ μεταθέσεις, πόσαι μεταβολαὶ ἤδη ἐγένοντο ὑπὸ τοῦ ἀναμορφωτοῦ αὐτοῦ Ὑπουργοῦ; Ἐπὶ προσωπικοῦ καθηγητῶν καὶ ἑλληνοδιδασκάλων 1127 ἀνδρῶν διέπραξε μεταθέσεις, ἀπολύσεις καὶ ἐν γένει μετακινήσεις ὁ κύριος Εὐταξίας 582! Πλέον τοῦ ἡμίσεος! Ἄν κατὰ τὸ αὐτὸ μέτρον ἐνήργει καὶ εἰς τὸ γένος τῶν δημοδιδασκάλων, ἂν ἀφίετο ἐλευθέρα ἡ ἐνάσκησις τῆς περιορισθείσης ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ, θὰ εἴχομεν 2500 δημοδιδασκάλους πελεκημένους ὑπ’ αὐτοῦ, ἢ σφενδονιζομένους ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, κατὰ τὰς φατριαστικὰς ὁρμάς. Εὐτυχῶς τὸ θέαμα τοῦτο ἐξέλιπε. Καὶ ἔμεινε τὸ θέαμα Ὑπουργοῦ ἀφηνιάσαντος κατὰ ἐπιθεωρητοῦ μὴ ὑποκύψαντος εἰς τὰς ὀρέξεις του. Ἐν τῇ ἐνεργείᾳ ταύτῃ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως βλέπομεν τὴν παράβασιν ἑνὸς νόμου. Ἀλλὰ θεωροῦμεν καὶ τὴν ἀντίθεσιν τῶν πολιτικῶν θεωριῶν τοῦ πρὸς ἄλλον συνάδελφόν του Ὑπουργόν. Διὰ τῆς πράξεώς του ταύτης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως φωνάζει: «λύσατέ μου τὰς χεῖρας!» Τὸ ἀντίθετον δηλαδὴ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον κραυγάζει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, λέγων: «δέσατέ μου τὰς χεῖρας (ἱλαρότης), καὶ παραδόσατε ἐκ τῶν χειρῶν μου τὰ πάντα εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ». Ἐγὼ ἤθελον συμβουλεύσει νὰ δέσωμεν οὐχὶ μόνον τὰς χεῖρας, ἀλλὰ καὶ τοὺς πόδας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα μετὰ περισσοτέρας δυσκολίας κάμνῃ τοιαῦτα ἅλματα ἀπὸ τῶν ἀσεβῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἐξέφερεν ἄλλοτε ἐν τῇ πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος περὶ ἀρχηγοῦ, μέχρι τῶν σημερινῶν τερατωδῶν ἰδεῶν του περὶ τῆς Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως λέγει τοὐναντίον «λύσατέ μου τὰς χεῖρας». Ἀλλ’ ἡμεῖς, πρὸ τοιαύτης ἐνεργείας του, πρὸ τοιούτων πράξεών του καὶ τάσεων, θὰ προετείνομεν πρὸς τὴν Βουλὴν, ὄχι μόνον νὰ μὴ λύσῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ καταβιβάσῃ τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπὸ τοιαύτης αὐτοῦ ἐνεργείας κατὰ τῶν νόμων. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Νέγρης ἔχει τὸν λόγον.

§54ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν θὰ ὁμιλήσῃ ἕτερός τις ἐπὶ τοῦ θέματος; Ἤθελον ν’ ἀπαντήσω ἐφ’ ἅπαξ.

§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.

§56ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τ’ ἀποτελέσματα, Κύριοι, τοῦ νόμου τοῦ 1895 περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἔλαβον ἤδη ἐπανειλημμένως τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλὴν ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ. Καὶ διὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, μεθ’ ἧς συνώδευσα τὸ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νομοσχέδιόν μου, καὶ διὰ τῶν διαφόρων περὶ τούτου ἀγορεύσεών μου κατέδειξα, ὡς νομίζω, κατὰ τρόπον ἀναντίλεκτον, ὅτι, ἐὰν ὁ ἐν ἰσχύϊ νόμος ἔσχεν ὑπό τινας ἐπόψεις ἀγαθὰ, ὑπ’ ἄλλας ὅμως ἐπόψεις ἔσχεν, αὐτὸ τοῦτο, ὀλέθρια ἀποτελέσματα διὰ τὴν πρώτην πνευματικὴν τροφὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ τ’ ἀποτελέσματα ταῦτα, Κύριοι, συναισθάνεσθε, εἴπερ τις καὶ ἄλλος, ὑμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, οἵτινες, καθ’ ἑκάστην, σχεδὸν προσερχόμενοι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, οὗ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι, διατραγῳδεῖτε τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν, εἰς ἣν ἔχει περιστῆ ἡ δημοτικὴ ἡμῶν ἐκπαίδευσις ὑπὸ τὸ διέπον αὐτὴν τὴν σήμερον σύστημα. Ὑμεῖς γινώσκετε κάλλιον παντὸς ἄλλου, ὁπόσον ἕωλος ἦτο ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ προλαλήσαντος, καθ’ ὃν δῆθεν, ἐνῷ πρὶν κατὰ χιλιάδας ἐγίνοντο αἱ διδασκαλικαὶ μεταβολαί, ἔμενον δὲ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος πολλὰ σχολεῖα ἄνευ διδασκάλων, τώρα οὐδεμία σχεδὸν γίνεται τοιαύτη μεταβολή, τὰ δὲ σχολεῖα οὐδέποτε μένουσι πλέον κλειστά. Βεβαίως δὲ ἀληθῆ οἶκτον θὰ συνησθάνθητε πρὸς τὸν τοιαῦτα τερατευόμενον, ἀφοῦ διὰ τῆς στατιστικῆς, ἣν ἄλλοτε, ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἣν οὐδεὶς τότε διημφισβήτησεν, ἀπεδείχθη ἡλίου φαεινότερον, ὅτι ἰσάριθμοι σχεδὸν εἶναι αἱ κατ’ ἔτος διδασκαλικαὶ μεταβολαί, αἱ ὑπὸ τὸν νόμον τοῦ 1895, πρὸς τὰς ὑπὸ τὸν νόμον τοῦ 1892 γενομένας, μὲ μόνον τὴν διαφοράν, ὅτι, ἐνῷ αὐταὶ τότε ἐγίνοντο ἀθρόαι εἰς τὸ τέλος ἑκάστου σχολικοῦ ἔτους, οὕτως ὥστε εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἐπιόντος σχολικοῦ ἔτους νὰ ἦναι ὅλοι οἱ διδάσκαλοι εἰς τὰς θέσεις των, τώρα αἱ μεταβολαὶ γίνονται δι’ ὁλοκλήρου τοῦ ἔτους, αἱ πλεῖσται μάλιστα ἐν τῷ μέσῳ αὐτοῦ, οὕτω δὲ μένουσι πολλάκις πολλὰ τῶν σχολείων, ἐλλείψει διδασκάλων, ἐπὶ μῆνας κλειστά, ἀκριβῶς καθ’ ὃν χρόνον ἔπρεπεν αὐτὰ νὰ λειτουργῶσιν. Ἀλλὰ τίνα ἀνάγκην ἔχετε ὑμεῖς τῆς ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθείσης εἰς τὴν Βουλὴν στατιστικῆς; Μήπως αὐτὴν τὴν στιγμήν, Κύριοι, δὲν μένουσι πολλὰ σχολεῖα τῶν ἐπαρχιῶν σας κλειστά, ἐλλείψει διδασκάλων, δὲν λαμβάνετε δὲ σωρείαν ἐπιστολῶν ἑκάστοτε παρὰ τῶν συνεπαρχιωτῶν σας, παραπονουμένων διὰ τὴν κατάστασιν ταύτην;

§57ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Μάλιστα, μάλιστα!

§58ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ὅμως ἀδημονεῖτε καὶ ὑμεῖς, εὑρίσκετε δὲ καὶ ἐμὲ πάντοτε ἀδημονοῦντα, ὁσάκις μοὶ διαβιβάζητε αὐτὰ τὰ παράπονα, διότι ἡ ὑπ’ ἐμὲ ὑπηρεσία, ὑπὸ τὸ χάος, ὅπερ ἐδημιούργησεν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, ὁ νόμος τοῦ 1895, ἀδυνατεῖ νὰ πράξῃ τι πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ.

§59Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Διότι σεῖς δὲν θέλετε νὰ διορίζητε διδασκάλους.

§60ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς ὑπὸ τὸν νόμον τοῦ 1892 ἐτόλμα ν’ ἀπολύσῃ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους διδάσκαλόν τινα, καὶ νὰ μείνῃ ὡς ἐκ τούτου κλειστὸν τὸ οἰκεῖον σχολεῖον, ἔστω καὶ ἐπὶ ἡμέρας μόνον, ἀλλοίμονον τότε εἰς αὐτὸν! οἱ ἐνδιαφερόμενοι Βουλευταὶ ἤγειρον ἀληθῆ σταυροφορίαν ἐναντίον του καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἰδιαιτέρως, καὶ ἐνταῦθα, ἐν τῇ Βουλῇ. Τώρα ποῦ νὰ εὕρητε ὑμεῖς τοὺς 16 ἐπιθεωρητὰς μὲ τὰ 16 Ἐποπτικὰ Συμβούλια, ἅτινα ἀντικατέστησαν τὸ ἓν Ὑπουργεῖον,—εἰς τὸ ἑξῆς θὰ ἀνέλθῃ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν εἰς 26—ἵνα ἀπευθύνητε τὰ παράπονά σας, τὰ ὁποῖα εἶναι δίκαια παράπονα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὃν ἀντιπροσωπεύετε; Καὶ ἂν τοὺς εὕρητε ἐπὶ τέλους, μήπως εἶναι αὐτοὶ ὑποχρεωμένοι ν’ ἀκούσωσι τὰ παράπονά σας; Αὐτοὶ εἶναι ἀνεύθυνοι...

§61ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ τώρα ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ διορίσῃ.

§62ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἐπὶ δύο μῆνας μένῃ κενὸν τὸ σχολεῖον.

§63Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πρόκειται νὰ διορίσητε, καὶ δὲν διορίζετε.

§64Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ταράσσεται ἀπὸ τοιαύτας διακοπάς.

§65ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παντάπασιν, ὅταν μάλιστα διὰ τῶν διακοπῶν αὐτῶν ἐπιβεβαιοῦται ὅ,τι ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, ὅτι δηλαδὴ πρέπει κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1895 νὰ μένωσιν ἐπὶ δύο μῆνας κλειστὰ τὰ σχολεῖα, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ σχολικοῦ ἔτους, ἕως οὗ ἔχω ἐγὼ τὸ δικαίωμα νὰ διορίσω ἐν αὐτοῖς διδασκάλους! Ἀλλὰ μήπως καὶ οὕτω γίνονται ἐγκαίρως γνωσταὶ εἰς τὴν ὑπ’ ἐμὲ ὑπηρεσίαν αἱ κεναὶ θέσεις; Καὶ ἂν δὲ γείνωσι γνωσταί, μήπως ἔχω καὶ ἐγὼ πάντοτε προχείρους τοὺς διοριστέους διδασκάλους; Πλὴν δὲν εἶναι μόνον τὸ κακὸν τοῦτο. Ὡς ἄλλοτε σᾶς ἀπέδειξα, πολλοὶ διδάσκαλοι ἐγκαταλείπουσιν αὐτοβούλως τὰς θέσεις των, χωρὶς νὰ ὑποβάλωσι κἂν παραιτήσεις, εἴτε ὅπως τραπῶσιν ἐπὶ ἄλλο τοῦ βίου στάδιον, εἴτε ἀποδεχόμενοι ἄλλην ἐν ἄλλῳ νομῷ καλλιτέραν θέσιν. Ἂν συμβῇ τότε ὁ Πρόεδρος τοῦ ἁρμοδίου Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, συνήθως ὢν Ἀρχιερεὺς, νὰ διατελῇ Συνοδικός, τότε ἐπὶ ἔτος ὁλόκληρον δὲν δύναται νὰ συνεδριάσῃ αὐτὸ, κατ’ ἀκολουθίαν δ’ ἐπὶ ἔτος ὁλόκληρον δὲν δύναται νὰ προτείνῃ αὐτὸ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ἐγκαταλιπόντος τὴν θέσιν τοῦ διδασκάλου. Οὕτω δὲ μένει κλειστὸν ἐπὶ ἔτος τὸ οἰκεῖον σχολεῖον, ἕως οὗ ἀπολυθῇ αὐτὸς, καὶ ἐπί τινας ἔτι μῆνας, ἕως οὗ διορισθῇ ὁ ἀντικαταστάτης του. Καὶ ὅπου, Κύριοι, λειτουργοῦσιν ἀπροσκόπτως τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια, ἕως οὗ οἱ γονεῖς πεισθῶσιν ὅτι ὁ διδάσκαλος ἐγκατέλιπεν, οὐχὶ ἐπ’ ἀδείᾳ καὶ προσωρινῶς, ἀλλ’ αὐτοβούλως καὶ ὁριστικῶς, τὴν θέσιν του, ἕως οὗ πληροφορηθεὶς τὸ πρᾶγμα πεισθῇ περὶ τούτου καὶ ὁ ἐπιθεωρητὴς, ἕως οὗ πεισθῇ περὶ τούτου καὶ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον καὶ ἀποφασίσῃ τὴν ἀπόλυσίν του, ἕως οὗ τὰ σχετικὰ πρακτικὰ διαβιβασθῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐνταῦθα δὲ συνταχθῇ, ὑποβληθῇ εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα καὶ κυρωθὲν δημοσιευθῇ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τὸ διάταγμα τῆς ἀπολύσεως, παρέρχονται συνήθως μῆνες, καὶ μῆνες πολλοί. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τοῦτο εἰς τοὺς πλείστους νομοὺς ποῦ νὰ ἔχωσι πρόχειρον τὸν ἀντικαταστάτην διδάσκαλον τὸ Δημοτικὸν καὶ εἶτα τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον; Ποῦ δὲ μετὰ παρέλευσιν διμηνίας νὰ εὕρῃ τοὺς πανταχόθεν ζητουμένους ἀντικαταστάτας διδασκάλους καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως προβῇ τοῦτο εἰς τὸν διορισμόν των; Διότι, Κύριοι, μὴ λησμονεῖτε, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ διδάσκαλοι, οἱ ἐκτὸς ὑπηρεσίας, οἱ ὁποῖοι πρὶν, γινώσκοντες μίαν καὶ μόνην ἀρχὴν, τὸ Ὑπουργεῖον, ἀπετείνοντο πρὸς τοῦτο καὶ ἐζήτουν θέσιν, τώρα, μὲ τὴν πολυκοιρανίην τῶν τέως 16 καὶ ἐφεξῆς 26 ἐπιθεωρητῶν καὶ Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, ἔχουσι σαστίσει καὶ αὐτοὶ, καὶ ἀγνοοῦσι πρὸς τίνα ν’ ἀποταθῶσι περὶ διορισμοῦ. Ἀλλ’ ὑμεῖς γινώσκετε κάλλιστα τὴν παντοδαπὴν σύγχυσιν, τὸν ἀληθῆ κυκεῶνα, εἰς ὃν ἐνέβαλε τὴν δημοτικὴν ἡμῶν ἐκπαίδευσιν ὁ νόμος τοῦ 1895. Διὰ τοῦτο ἐπροθυμοποιήθητε νὰ ψηφίσητε εἰς πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιόν μου, δι’ οὗ καταργεῖται αὐτὸς, θὰ ψηφίσητε δὲ τοῦτο καὶ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, ὅπως οὕτω τεθῇ τέρμα εἰς τὸ νῦν χάος, ἀδιαφοροῦντες παντάπασι πρὸς τὴν ἀντίδρασιν ἐκείνων, οἵτινες θέλουσι νὰ διαιωνίσωσι τὴν παροῦσαν οἰκτρὰν κατάστασιν, οἵτινες δὲν θέλουσι ν’ ἀποκτήσῃ αὐτὸς ὁ τόπος ἀληθῆ δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἥτις εἶναι ἡ βάσις καὶ ἡ κρηπὶς τῆς ἀνορθώσεως καὶ τῆς εὐημερίας του...

§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ παρατηρήσω τι;

§67ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εὐχαρίστως.

§68Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ συζήτησις ἐξετράπη ἀπὸ ἄλλου θέματος εἰς ἄλλο. Τὸ κύριον θέμα εἶναι, ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως εἶχε δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ πειθαρχικὴν ποινὴν εἰς ἕνα ἐπιθεωρητήν. Ὑμεῖς παριστᾶτε τὰ ἐλαττώματα τοῦ νόμου τοῦ 1895, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1895 δὲν εἶναι καλὸς, καὶ ἑπομένως ἔχομεν τὴν ἀφήγησιν τῶν ἐλαττωμάτων αὐτοῦ, οὕτω δὲ θέλομεν κληθῆ νὰ ὑποστηρίξωμεν ἡμεῖς τὸν νόμον τοῦ 1895, καὶ ἡ συζήτησις αὕτη δὲν θὰ τελειώσῃ ἀπόψε (γέλωτες).

§69ΑΝΤ. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὥστε ὑμεῖς κωλυσιεργεῖτε, κύριε Ὑπουργὲ, ὄχι ἡ Ἀντιπολίτευσις.

§70ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἠκούσατε, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Γόρτυνος, ὅτι ὁ προλαλήσας ἀνήγγειλέ τι φοβερὸν δι’ ἐμέ. Εἶπεν, ὅτι θὰ προκαλέσῃ ψηφοφορίαν, δι’ ἧς θὰ μὲ παραπέμψῃ εἰς ποινικὴν καταδίωξιν, καὶ δι’ ἄλλα πολλὰ, μάλιστα δὲ διότι ἥμαρτον εἰς τὸ ὁμοούσιον, τολμήσας νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ προτείνω τὴν κατάργησιν τοῦ σωτηρίου νόμου τοῦ 1895. Καὶ θέλετε λοιπὸν πρὸ τῆς τοιαύτης ψήφου τῆς Βουλῆς νὰ μείνω ἀναπολόγητος; Δύνασθε ν’ ἀξιώσητε παρ’ ἐμοῦ, ἵνα περιφρονήσω καὶ μὴ δώσω οἱανδήποτε προσοχὴν εἰς τὰς ὕβρεις καὶ τοὺς ἄλλους προσωπικούς του κατ’ ἐμοῦ ὑπαινιγμοὺς,—καὶ τοῦτο πράττω εὐχαρίστως·—ἀλλὰ νὰ μὴ ἀπολογηθῶ πρὸς ὡρισμένας κατηγορίας του, καὶ μάλιστα πρὸς τὴν δεινοτάτην πασῶν, ὅτι ζητῶ τὴν ἀνατροπὴν τοῦ νόμου τοῦ 1895, αὐτὸ δὰ θὰ ἦτο πάρα πολύ!

§71Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ δὲν ἀφορᾷ ἡμᾶς· ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργεῖον, ἐὰν πρόκειται νὰ παραταθῶσιν αἱ συζητήσεις.

§72ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον ὅμως γινώσκει κάλλιστα, ὅτι τὸ προκείμενον ζήτημα ἀνεκινήθη ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ μόνῳ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ παραταθῶσιν αἱ συζητήσεις, καὶ ν’ ἀποτραπῇ οὕτως ἡ Βουλὴ, εἰ δυνατὸν, ἀπὸ τοῦ κυρίου αὐτῆς ἔργου, τοῦ νομοθετικοῦ. Διότι ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι θὰ προσεκρούομεν εἰς τὴν ἐγνωσμένην ὑμῶν νοημοσύνην, ἐὰν ἀπεδεχόμεθα, ὅτι ὑμεῖς προεκαλέσατε τὴν προκειμένην συζήτησιν ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἐξενέγκῃ ψῆφον δυσπιστίας ἐναντίον μου, ὡς δῆθεν παρὰ τὸν νόμον παύσαντος προσωρινῶς τὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν δημοτικῶν σχολείων τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς Θ. Μιχαλόπουλον. Ἡμεῖς τοὐναντίον πιστεύομεν ἀδιστάκτως, ὅτι ἐν τῇ συνειδήσει ὑμῶν θεωρεῖτε τὴν πρᾶξίν μου ταύτην νομιμωτάτην.

§73ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον ὁ νόμος διαφωνεῖ.

§74ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τοῦτο θὰ ἴδωμεν μετ’ ὀλίγον, ὅτε θὰ καταστῇ καὶ τυφλῷ δῆλον, ὅτι ἡ πρᾶξίς μου οὐ μόνον νομιμωτάτη ὑπῆρξεν, ἀλλὰ καὶ ἐπεβλήθη ἐπιτακτικῶς ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ καλῶς ἐννοουμένου συμφέροντος τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν τῷ νομῷ Ἀττικῆς. Τότε δὲ θὰ ἴδωμεν, ἐὰν θὰ εὑρεθῇ ἕτερος Βουλευτὴς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, σωφρονῶν, ὅστις θ’ ἀπεφάσιζε νὰ συνεχίσῃ τὸν ἀνούσιον αὐτὸν ἀγῶνα, οὗτινος κατήρξατο ὁ προλαλήσας Βουλευτὴς Μεγαρίδος. Καὶ νῦν μεταβαίνω εἰς τὸ κύριον θέμα. Ὁ νόμος, Κύριοι, τοῦ 1895, συνταχθεὶς, ὡς συνετάχθη, καὶ ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἄνευ οἱασδήποτε προεπεξεργασίας, ὑπέστη παντοίας τροποποιήσεις κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ ἐν τῇ ὁλομελείᾳ ταύτης, τὰς πλείστας καθ’ ὑπόδειξιν ἡμῶν, ὧν ἄνευ θὰ ἦτο αὐτὸς πάντη ἀνεφάρμοστος. Ἀλλὰ καὶ οὕτως ἔμεινεν ἐλλιπὴς καὶ πλημμελὴς ἐν πολλοῖς, ἀστοχήσας διὰ τοῦτο καὶ περὶ αὐτὴν τὴν κυριωτάτην τῶν καινοτομιῶν του, περὶ τὸν θεσμὸν τῶν ἐπιθεωρητῶν τῶν δημοτικῶν σχολείων. Ἐγὼ τότε ὑπέδειξα, ὅτι οὗτοι, παραμένοντες ἄνευ ἀνωτέρου τινὸς ἐλέγχου, παρακολουθοῦντος τὴν ἐνέργειαν αὐτῶν, θὰ ἦσαν Κράτος ἐν Κράτει, θὰ καθίσταντο ἀληθεῖς σατράπαι τῶν δυστυχῶν διδασκάλων, οὕτω δὲ, ἀντὶ νὰ βελτιώσωσιν, ὡς πάντες προσεδοκῶμεν ἐκ τοῦ θεσμοῦ αὐτῶν, θὰ ἐχειροτέρευον μᾶλλον τὴν κατάστασιν τῆς δημοτικῆς ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἰσηκούσθην, ταχέως δ’ ἔμελλεν αὐτὸς ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου ἐκείνου νὰ πεισθῇ ἐκ τῶν πραγμάτων, ὁπόσον δίκαιον εἶχον τότε.

§75Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἠθέλετε τοὺς ἐπιθεωρητὰς ὑποχειρίους τοῦ Ὑπουργοῦ, ὡς γίνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας.

§76ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ προλαλήσας ἰσχυρίσθη, ὅτι ζητῶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου μου νὰ λύσητε τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ, τὰς ὁποίας δῆθεν ἔχει δεσμεύσει ὁ νόμος τοῦ 1895 καὶ ὡς πρὸς τοὺς διδασκάλους καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἐπιθεωρητάς. Ἀλλ’ εἶναι, Κύριοι, καὶ τοῦτο ἀληθές; Οὐδόλως! Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ 1895 ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ἐλεύθερος νὰ διορίσῃ εἰς θέσιν, κενὴν μείνασαν ἐπὶ δύο μῆνας, αὐτοβούλως οἱονδήποτε θέλει διδάσκαλον, ἢ νὰ μεταθέσῃ τινὰ εἰς αὐτὴν, δεχόμενος σήμερον τὴν παραίτησίν του ἐξ ἄλλης θέσεως, καὶ αὔριον διορίζων αὐτὸν εἰς αὐτήν. Ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ἐλεύθερος, ἂν θέλῃ, νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου περὶ ἀπολύσεως ἑνὸς διδασκάλου, ἂν δὲν θέλῃ, νὰ θέσῃ αὐτὴν εἰς τὸ χρονοντούλαπον, καὶ νὰ παραλύσῃ οὕτω πᾶσαν σχετικὴν ἐνέργειαν καὶ ἐπιθεωρητῶν καὶ Ἐποπτικῶν Συμβουλίων.

§77Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα εὐσυνειδησίας διὰ τὸν Ὑπουργόν.

§78ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ Ὑπουργὸς, διορίζων ἀπ’ εὐθείας τοὺς ἐπιθεωρητὰς, ἄνευ οἱασδήποτε γνωμοδοτήσεως, εἶναι ἐλεύθερος ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ τιμωρήσῃ αὐτοὺς πειθαρχικῶς μὲ πρόστιμον μέχρις 100 δραχμῶν καὶ μὲ προσωρινὴν παῦσιν μέχρι τριῶν μηνῶν.

§79ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Βεβαίως ὄχι.

§80ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὸ τοὐλάχιστον ἔγεινε μέχρι τοῦδε, ὡς δὲ θὰ σᾶς ἀποδείξω μετ’ ὀλίγον, αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ συνᾷδον πρὸς τὴν κειμένην νομοθεσίαν ... Ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ἐλεύθερος, ἂν θέλῃ, νὰ ἐκτελέσῃ ἢ μὴ ἐκτελέσῃ τὴν περὶ ἀπολύσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ πρότασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι οὕτω πῶς ὁ Ὑπουργὸς ἔχει ἀρκετὰ λελυμένας τὰς χεῖρας. Ἀκούσατε δὲ νῦν, πῶς δεσμεύονται αὗται διὰ τοῦ ἐμοῦ νομοσχεδίου. Ὁ Ὑπουργὸς οὐδένα οὐδέποτε διδάσκαλον θὰ διορίζῃ ἄνευ προτάσεως τοῦ οἰκείου Δημοτικοῦ καὶ ἐν ἀνάγκῃ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, οὐδένα θὰ μεταθέτῃ ἢ ἀπολύῃ ἄνευ ἐπίσης ἠτιολογημένης ἀποφάσεως τούτου. Τὴν τοιαύτην δὲ ἀπόφασιν ὑποχρεοῦται ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἢ νὰ ἐκτελέσῃ ἢ νὰ δημοσιεύσῃ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως μετ’ ἰδίας ἀποφάσεως, αἰτιολογούσης τὴν ἀρνησικυρίαν του. Οἱ ἐπιθεωρηταὶ θὰ διορίζωνται ὑπ’ αὐτοῦ κατὰ πρότασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, θὰ τιμωρῶνται πειθαρχικῶς διὰ τούτου καὶ μόνου, καὶ θ’ ἀπολύωνται ἐπὶ τῇ βάσει ἀποφάσεως αὐτοῦ, ὡς καὶ οἱ δημοδιδάσκαλοι. Ἐρωτῶ δὲ νῦν πάντα ἔχοντα σώας τὰς φρένας καὶ σεβόμενον ἑαυτὸν νὰ εἴπῃ, ἐὰν οὕτω πῶς λύονται, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ προλαλήσας Βουλευτὴς Μεγαρίδος, ἢ μᾶλλον δεσμεύονται αἱ χεῖρες τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐξασφαλιζομένης ἐν ταὐτῷ καὶ τῆς ἀπροσκόπτου λειτουργίας τῆς ὅλης διοικητικῆς μηχανῆς τῆς δημοτικῆς ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως, ἥτις ὑπὸ τὸ κρατοῦν σύστημα ἔχει παραλύσει ὅλως. Καὶ ἡ παράλυσίς της ἔχει προέλθει κυρίως ἐκ τῆς ἀνεξελέγκτου καὶ ἀχαλιναγωγήτου ἐνεργείας τῶν ἑκασταχοῦ ἐπιθεωρητῶν, οἵτινες, μὴ ἔχοντες ὑπεράνω αὑτῶν τοὺς ἀνωτέρους ἐπιθεωρητὰς, τοὺς δυναμένους νὰ παρακολουθῶσιν αὐτοὺς βῆμα πρὸς βῆμα, ὡς τοῦτο θὰ γείνῃ διὰ τοῦ νομοσχεδίου μου, μηδ’ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, ἀπαρτιζόμενον οὐχὶ ἐκ τῶν τυχόντων ἐπιστημόνων καὶ παντοπωλῶν, ὡς νῦν, ἀλλ’ ἐξ ἀνδρῶν εἰδικῶν καὶ πεπειραμένων περὶ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ ὄντων εἰς θέσιν νὰ ἐπαγρυπνῶσιν εἰς τὴν πιστὴν τήρησιν τῶν καθηκόντων τῶν ὑφισταμένων αὑτῶν, κατοργιάζουσιν ἐπὶ τῶν δυστυχῶν διδασκάλων, οἵτινες ἔχουσι νῦν ἐγκαταλειφθῆ ἕρμαιον τῆς αὐθαιρεσίας των. Δὲν εἶναι, Κύριοι, τοῦτο ἀτομική τις γνώμη ἐμοῦ καὶ μόνου. Εἶναι γενικὴ πεποίθησις ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἶναι πεποίθησις ἀκράδαντος ὑμῶν τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ...

§81ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μάλιστα, μάλιστα!

§82ΕΥΤΑΞΙΑΣ. .. Εἶναι πεποίθησις, ἣν ἐσχημάτισαν πάντες οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Παιδείας, ἀφ’ ἧς λειτουργεῖ ὁ θεσμὸς τῶν ἐπιθεωρητῶν παρ’ ἡμῖν. Εἰς ἀπόδειξιν δὲ τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς ἑξῆς περικοπὰς ἐξ ἐγκυκλίων, ἃς ἀπηύθυναν ἐπὶ τούτῳ πρὸς τοὺς ἐπιθεωρητὰς δύο τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος Ὑπουργῶν, τὴν μίαν ὁ πρῶτος εἰσηγητὴς καὶ ἐφαρμοστὴς τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ, τὴν ἄλλην ὁ προκάτοχός μου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας. Ὁ θεσμὸς τῶν ἐπιθεωρητῶν ἐφηρμόσθη τῇ 1 Ἰανουαρίου 1896, τῇ δὲ 25 Σεπτεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους ὁ εἰσηγητὴς αὐτοῦ Δημ. Πετρίδης διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 13819 ἐγκυκλίου ἀπηύθυνε πρὸς αὐτοὺς τὰς πικρὰς ταύτας παρατηρήσεις (ἀναγινώσκει): «... Ὑποκατεστάθη λοιπὸν ἡ ἀπόφασις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ εἰς τὴν γνώμην τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, καὶ μετετέθησαν ἢ ἀπελύθησαν διδάσκαλοι καὶ διδασκάλισσαι, διότι οὕτως ἔδοξεν ἑνὶ ἀνθρώπῳ μετὰ μίαν τοῦ σχολείου ἐπίσκεψιν, καὶ πολλάκις ἄνευ ἀπολογίας τοῦ δικαζομένου. Τοῦτο οὐδὲ ὑμᾶς τιμᾷ, κατάχρησιν ποιησαμένους τῆς δοθείσης ὑμῖν ἐξουσίας, οὐδὲ τοὺς λοιποὺς συμβούλους, ἀφ’ ὧν ἤλπιζεν ἡ Πολιτεία, ἡ ἀναθεῖσα αὐτοῖς τὴν ἐκτέλεσιν τοιούτων καθηκόντων, ὅτι μετὰ πλείονος στοργῆς καὶ ὀλιγωτέρας ἀδιαφορίας θὰ ἤσκουν τὸν πρέποντα ἔλεγχον τῶν διδασκάλων καὶ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Ἐκφράζοντες ἐπὶ τοῖς γενομένοις τὴν λύπην ἡμῶν, ἐλπίζομεν, ὅτι τοῦ λοιποῦ θέλετε συμμορφοῦσθαι ἀκριβέστερον πρὸς τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου διατασσόμενα.» Αἱ ἐλπίδες ὅμως αὗται τοῦ μακαρίτου Πετρίδου ἠλέχθησαν φροῦδαι, ὡς δυνάμεθα νὰ μαρτυρήσωμεν πάντες οἱ διάδοχοί του Ὑπουργοὶ τῆς Παιδείας, εὐγλώττως δὲ πάνυ διηρμήνευσε τὴν τοιαύτην ἡμῶν γνώμην ὁ προκάτοχός μου κ. Μομφερρᾶτος διὰ τῆς ἀπὸ 27 Μαρτίου 1899 καὶ ὑπ’ ἀριθ. 4059 ἐγκυκλίου του, γράφων πρὸς τοὺς ἐπιθεωρητὰς (ἀναγινώσκει:) «... Λυπούμεθα, ὅτι πολλοὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν οὐδὲ τοῦ πνεύματος τοῦ νόμου ἀντελήφθησαν, οὐδὲ τὸν σκοπὸν τοῦ νομοθέτου κατενόησαν. Πολλοὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν, κατὰ τὴν ἐπίσκεψιν τῶν σχολείων, εἰς ἐπουσιώδη τὸν νοῦν προσέχοντες, ἠμέλησαν τῶν σπουδαιοτάτων· εἰς ἀλληλογραφίαν μικρολόγον κατατριβόμενοι, ἀφῆκαν ἐπὶ ἔτος δήμων ὅλων σχολεῖα ἀνεπιθεώρητα, διὰ παράβασιν ἀναξίων λόγου τύπων ἐτιμώρησαν διὰ βαρέων προστίμων πένητας δημοδιδασκάλους. Πρόθυμον ἔχοντες τὴν συνδρομὴν πολλῶν νομομηχανικῶν καὶ τῆς Διευθύνσεως τῶν Δημοσίων Ἔργων εἰς οἰκοδομὴν διδακτηρίων, οὐδ’ ἐπεχείρησαν τοιαῦτα ἔργα. Οὐδέποτε ὑποδειγματικῶς πρὸ διδασκάλων ἐδίδαξαν, οὐδένα ὡδήγησαν, οὐδένα παρῄνεσαν· χρῆσιν δὲ τῆς ἐσχάτης τῶν ποινῶν, τῆς ἀπολύσεως, ἐποιήσαντο πρὶν ἢ πεισθῶσιν, ὅτι οἱ ἀπολυόμενοι, τιμωρηθέντες πρότερον ἐλαφροτέρα ποινῇ, ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἀνεπίδεκτοι βελτιώσεως· εἰς ἀπολύσεις διδασκάλων προέβησαν πρὶν ἢ βεβαιωθῶσιν, ὅτι ὑπῆρχον καλλίτεροι τούτων ἀντικαταστάται, καὶ ἀφῆκαν ἐπὶ μακρὸν κλειστὰ τὰ σχολεῖα, ἀναρίθμητον δὲ σχεδὸν πλῆθος μεταθέσεων προέτειναν ἄνευ λόγου πολλάκις καὶ ἐν μέσῳ σχολικῷ ἔτει. Καὶ συντόμως εἰπεῖν, ἀντὶ νὰ καθοδηγήσωσιν, ἐνισχύσωσιν, ἐνθαρρύνωσιν, ἐμψυχώσωσι καὶ φρονηματίσωσι τοὺς Ἕλληνας δημοδιδασκάλους, οὕτω προσηνέχθησαν καὶ προσφέρονται εἰς αὐτοὺς, ὥστε δὲν πιστεύουσιν οὗτοι, ὅτι τῆς τυραννίας ἀπηλλάγησαν, ἀλλ’ ὅτι τυράννους μετήλλαξαν μόνον...» Ἀλλ’ ὁ ἐπιθεωρητὴς, Κύριοι, ὅστις ὑπὲρ πάντα ἄλλον παρέσχε πράγματα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν διὰ τῆς αὐθαιρεσίας καὶ τῶν ἀτασθαλιῶν του, ἐπισύρας ἐπὶ τῆς κεφαλῆς του ἐπανειλημμένας πειθαρχικὰς τιμωρίας, τελευταῖον δὲ καὶ αὐτὴν τὴν προσωρινὴν παῦσιν, εἶναι ὁ τοῦ νόμου Ἀττικῆς κ. Θεμ. Μιχαλόπουλος. Οὗτος, ὅπου καὶ ἂν ὑπηρέτησε, διεκρίθη ἀείποτε διὰ τὸ αὐθαίρετον, τὸ φίλερι καὶ καθόλου διὰ τὸ ἀνοικονόμητον αὐτοῦ. Εἶχε διορισθῆ ποτε Διευθυντὴς τοῦ Διδασκαλείου Θεσσαλίας, ὡς τοιοῦτος δὲ κατώρθωσεν ἐντὸς βραχέος χρόνου νὰ περιέλθῃ εἰς ῥῆξιν πρὸς τοὺς συναδέλφους του καθηγητὰς, πρὸς τοὺς ὑπ’ αὐτὸν διδασκάλους καὶ μαθητὰς, πρὸς τὸν γυμνασιάρχην καὶ τοὺς καθηγητὰς τοῦ Γυμνασίου, πρὸς τὸν νομάρχην καὶ πρὸς πάντα ἰδιώτην, πρὸς ὃν εἶχεν ἔλθει εἰς ἐπαφὴν, καὶ τέλος πρὸς τὴν ἐφορευτικὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἐξετάσεων τοῦ Διδασκαλείου, καταστήσας οὕτω πάντη ἀφόρητον τὴν ἐκεῖ θέσιν του. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας κ. Κοσσονάκος εἶχε, κατ’ ἀκολουθίαν πολλῶν καταγγελιῶν, ἀναθέσει εἰς τὸν νομάρχην Λαρίσσης κ. Γονατᾶν διοικητικὰς περὶ αὐτοῦ ἀνακρίσεις, ἃς διεξαγαγὼν οὗτος ἀπηύθυνεν ἐν ὀγκωδεστάτῳ φακέλλῳ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, συνοδεύσας αὐτὰς διὰ τῆς ἑξῆς ἐκθέσεώς του ἀπὸ 2 Μαρτίου 1893 καὶ ὑπ’ ἀριθ. 936 (ἀναγινώσκει): «... 1) Ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τῶν χορηγηθεισῶν αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου πιστώσεων πρὸς κατασκευὴν ἐπίπλων καὶ σκευῶν τοῦ Διδασκαλείου... ὁ κ. Μιχαλόπουλος ἔδωκεν ἀφορμὴν ὑπονοιῶν ἐπὶ νοσφίσει χρημάτων διὰ τοὺς ἑξῆς κυρίως λόγους· διότι... δὲν συνέταξε τὰς καταστάσεις τῆς πληρωμῆς τῶν τεχνιτῶν ἐπ’ ὀνόματι αὐτῶν τούτων, ἵνα καὶ τὰ χρηματικὰ ἐντάλματα ἐκδοθῶσιν ἐπ’ ὀνόματι αὐτῶν... ἀλλὰ λαβὼν παρὰ τῶν τεχνιτῶν ἀποδείξεις ὅτι ἐπλήρωσεν αὐτοὺς, πρὶν τοὺς πληρώσῃ, ἐζήτησε τὴν ἐπ’ ὀνόματί του ἔκδοσιν τῶν ἐνταλμάτων, καὶ ἐξαργυρώνων αὐτὰ ἐπλήρωσεν αὐτούς. Ἕνεκα δὲ τούτου... ἠγέρθησάν τινες ὑπόνοιαι... ὅτε εἷς τῶν τεχνιτῶν, ὁ Εὐθ. Βούλγαρης, νομίσας ὅτι ὁ Διευθυντὴς Μιχαλόπουλος, λαβὼν παρὰ τοῦ Δημοσίου πάντα τὰ χρήματα, ἠρνεῖτο νὰ πληρώσῃ αὐτὸν, ἤγειρεν ἀγωγὴν ἐνώπιον τῶν Πρωτοδικῶν... Πλὴν ὅμως τοῦ ἀντιτίμου τῶν θρανίων, ὁ Βούλγαρης ἐζήτει διὰ τῆς αὐτῆς ἀγωγῆς καὶ ἀντίτιμον δρ. 60 διὰ μίαν τράπεζαν... ἀλλ’ ὁ Διευθυντὴς ἰσχυρίζεται, ὅτι τὴν τράπεζαν ἔλαβε παρὰ τοῦ τεχνίτου ὡς δανείαν, ἐνῷ ὁ τεχνίτης λέγει, ὅτι ὁ Διευθυντὴς ἠγόρασεν αὐτήν· ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ τεχνίτης ἔχει δίκαιον, διότι μετὰ πολλοὺς μῆνας ὁ Διευθυντὴς ἠθέλησε νὰ ἐπιστρέψῃ τὴν τράπεζαν, ἐνῷ, ἂν εἶχε προσωρινὴν χρῆσιν, ἔδει νὰ ἐπιστρέψῃ αὐτὴν εὐθὺς ὡς κατεσκευάσθησαν τὰ σκεύη τοῦ σχολείου. ... 2) Ὡς πρὸς τὴν συμπεριφορὰν τοῦ Διευθυντοῦ πρὸς τοὺς μαθητὰς, καὶ τοὺς ἐράνους, εἰς οὓς ὑπέβαλεν αὐτοὺς, ὡς καὶ τὰς ὑπηρετικὰς ἐργασίας, δι’ ὧν ἐπεβάρυνεν αὐτοὺς, προέκυψαν τὰ ἑξῆς: Καὶ πάλιν ἀπροσέκτως ἐπιθυμῶν νὰ ἀποδείξῃ πρωτοτύπους ἢ ὠφελίμους καινοτομίας, εἰσέπραξε παρὰ τῶν γονέων τῶν μαθητῶν τοῦ Προτύπου χρήματα διὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ δένδρου καὶ παρὰ τῶν πτωχῶν μαθητῶν τοῦ Διδασκαλείου μηνιαίας καταβολὰς διὰ τὴν σύστασιν κοινοῦ ταμείου, χρησίμου εἰς τελετὰς καὶ κοινὰς ἀνάγκας τῶν μαθητῶν. Οὕτω δὲ ἤγειρε πάλιν τὰς ὑπονοίας, αἵτινες συνήθως ἐγείρονται κατὰ πάντων τῶν διαχειριζομένων ξένα χρήματα, καὶ ταῦτα ἔπραξε παρὰ τὴν γνώμην τῶν συναδέλφων του... Πρὸς δὲ τοὺς μαθητὰς εὐγενῶς μὲν τῇ γλώττῃ φέρεται, μετεχειρίσθη ὅμως αὐτοὺς εἰς ὑπηρετικὰς ἐργασίας, διότι ἕνεκα ἰδιοτροπιῶν μὴ εὑρίσκων ἄριστον ὑπηρέτην ἀφῆκεν ἐπὶ μακρὸν χρόνον τὸ σχολεῖον ἄνευ ὑπηρέτου. 3) Ὡς πρὸς τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ χαρακτῆρός του, τὸ φίλερι, τὸ ἐπίμονον, τὸ ἐγωϊστικὸν καὶ τὸ δύσκολον αὐτοῦ, ὅλη ἡ δικογραφία ἀποδεικνύει, ὅτι ἕνεκα τῶν ἰδιοτήτων του αὐτῶν σχεδὸν πάντες οἱ μετ’ αὐτοῦ ἐλθόντες εἰς σχέσιν τινὰ ἐψυχράνθησαν ἐκ τοῦ τρόπου του· γυμνασιάρχης, καθηγηταὶ τοῦ Γυμνασίου, νομάρχαι, καθηγηταὶ τοῦ Διδασκαλείου ἔλαβον ἀφορμὰς δυσαρεσκείας...» Ἠναγκάσθη τότε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ κ. Μιχαλοπούλου ἐκ τῆς διευθύνσεως τοῦ Διδασκαλείου Θεσσαλίας, ὡς ἑξῆς αἰτιολογῆσαν αὐτὴν δι’ ἐκθέσεώς του πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα (ἀναγινώσκει): «Ὁ βίος τοῦ ἀνδρὸς ἀπὸ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν εἰσῆλθεν εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, εἶναι σειρὰ ἀδιάκοπος ἐρίδων πρὸς πάντας, μεθ’ ὧν ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του εἰς ποιάν τινα ἐπικοινωνίαν ἦλθε. Δύσκολός τις καὶ φιλόνικος καὶ τραχὺς τὸν χαρακτῆρα ὤν, ἀλαζονείας δὲ καὶ οἰήσεως μεστός, καταφρονεῖ πάντας τοὺς μετ’ αὐτοῦ ὁπωσδήποτε ἐπικοινωνοῦντας, οὐδαμῶς παραδέχεται τὴν ὕπαρξιν ποιᾶς τινος πνευματικῆς δυνάμεως καὶ ἐν ἄλλοις ἀνθρώποις, καὶ συγκρούεται ἀείποτε πρός τε νομάρχας καὶ πρὸς καθηγητὰς καὶ πρὸς διδασκάλους καὶ πρὸς ἐξεταστικὰς ἐπιτροπὰς καὶ συλλήβδην πρὸς πάντας, μεθ’ ὧν τύχῃ ποτὲ νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπαφήν, πληροῖ δ’ οὕτω ἀκοσμίας καὶ ταραχῆς καὶ θορύβου τό τε Διδασκαλεῖον, ἐν ᾧ ἐργάζεται, καὶ τὰς προϊσταμένας αὐτοῦ ἀρχὰς, Νομαρχίας καὶ Ὑπουργεῖα, αἵτινες διηνεκῶς εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀσχολοῦνται, εἰμὴ εἰς τὸ ἄχαρι καὶ ἀνιαρὸν ἔργον τοῦ ν’ ἀνακρίνωσι τοὺς διαπληκτιζομένους, νὰ συμβιβάζωσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς μεθ’ ὧν διαπληκτίζεται, νὰ παραινῶσι καὶ νὰ ἐπιπλήττωσιν αὐτόν... Περὶ οὐδενὸς τῶν καθ’ ἡμᾶς ὑπαλλήλων, Μεγαλειότατε, ὑπάρχει τόση σωρεία ἐγγράφων ἐριστικῶν, κατακειμένων ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου, ὅση περὶ τοῦ Διευθυντοῦ τούτου. Ἡ μακροθυμία τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου ὑπῆρξε μεγίστη. Ὡδήγησε, παρῄνεσεν, ἐπέπληξεν, ὑπέμεινεν· ἀλλ’ ὅλα εἰς μάτην. Ὁ μὲν Διευθυντὴς οὐδαμῶς μετεβλήθη, τὸ δὲ Διδασκαλεῖον σφόδρα ἐζημιώθη.» Ἰδοὺ, Κύριοι, ὁ ἄνθρωπος, εἰς ὃν πρῶτον ἀνετέθη νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν θεσμὸν τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν δημοτικῶν σχολείων ἐν τῇ μητροπόλει τοῦ Κράτους καὶ τῷ πρωτεύοντι αὐτοῦ νομῷ! Ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τοῦ διορισμοῦ του περιέστη καὶ ἐξηκολούθησεν εὑρισκόμενος μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς προσωρινῆς παύσεώς του εἰς διηνεκεῖς ἔριδας πρὸς τοὺς διδασκάλους, πρὸς τοὺς δημάρχους καὶ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, πρὸς τοὺς νομάρχας καὶ πρὸς αὐτοὺς τοὺς Ὑπουργούς...

§83Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. δήμαρχος Ἀθηναίων μοὶ ἔλεγεν: «Ὁ ἐπιθεωρητὴς αὐτὸς εἶναι τύραννος, καὶ θὰ φάγῃ ξύλον ἀπὸ ἐμὲ τὸν δήμαρχον!»

§84Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διαβεβαιῶ τὸν κ. Βουλευτήν, ὅτι εἶδον τὸν κ. ἐπιθεωρητὴν μετὰ τοῦ κ. δημάρχου ἐν τῇ αὐτῇ ἁμάξῃ (γέλωτες).

§85ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τοὺς διδασκάλους διῄρεσεν ἀρχῆθεν εἰς εὐνοουμένους καὶ μὴ τοιούτους. Καὶ παρ’ ἐκείνοις μὲν ἠνείχετο πᾶσαν παράβασιν τοῦ καθήκοντος, τούτους δὲ ἄνευ ἀφορμῆς ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐτιμώρει διὰ προστίμου ἢ δι’ ἀπολύσεως. Ἐναντίον τῶν ῥητῶν διατάξεων τοῦ νόμου, καθ’ ἃς ἀπαιτοῦνται ἀποφάσεις τῶν οἰκείων Δημοτικῶν Συμβουλίων καὶ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, πρὸς δὲ Β. Διάταγμα, προκαλούμενον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, αὐτὸς πλείστους ὅσους διδασκάλους μετέθεσεν ἀπὸ σχολείου εἰς σχολεῖον. Ἄλλους προεβίβαζε καὶ ἄλλους ὑπεβίβαζε παρ’ ἀξίαν. Οὕτω λ. χ., ἐναντίον τῆς ῥητῆς διατάξεως τοῦ νόμου, καθίστα πρωτοβαθμίους ἀπὸ δευτεροβαθμίων δημοδιδασκάλους, οὓς ἀνεδείκνυεν αὐθαιρέτως διευθυντὰς ἐκείνων. Οὐδέποτε σχεδὸν ἐκάλεσεν ἐγκαίρως τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, ἵνα προτείνωσι τοὺς διοριστέους διδασκάλους, ἀλλ’ ἄφινε νὰ παρέρχηται ἡ ὑπὸ τοῦ νόμου τεταγμένη εἰς αὐτὰ προθεσμία, ὅπως εἶτα διορίζῃ αὐτὸς διὰ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, οὓς ἤθελε διδασκάλους. Μετέβαλλεν αὐθαιρέτως τὴν τάξιν καὶ τὴν ὀνομασίαν τῶν διαφόρων σχολείων, καὶ μετέθετεν ὁλόκληρον τὸ διδακτικόν των προσωπικὸν μετὰ τῶν μαθητῶν ἀπὸ σχολείου εἰς σχολεῖον. Ἔχω, Κύριοι, ἀκριβεῖς πληροφορίας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπ’ ἐμὲ Ὑπουργείου, ὅτι καὶ ὁ Πετρίδης καὶ ὁ Μομφερρᾶτος τὴν ἔκθεσμον καὶ ἔκρυθμον αὐτοῦ ἐνέργειαν ἔχοντες ἰδίᾳ πρὸ ὀφθαλμῶν, ἀπηύθυναν τὰς πικροχόλους ἐκείνας ἐγκυκλίους πρὸς τοὺς ἐπιθεωρητάς, ἐξ ὧν ἀνέγνων ἤδη περικοπὰς πρὸς ὑμᾶς. Αὐτὸς ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, διαδεξάμενος προσωρινῶς τὸν μακαρίτην Πετρίδην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας, ἠναγκάσθη νὰ τιμωρήσῃ τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος ἐπιθεωρητὴν ὡς ἑξῆς. Διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 8 Ἰανουαρίου 1896, προσυπογεγραμμένου ὑπὸ τοῦ Δ. Πετρίδου, διωρίσθη ὁ Θ. Μιχαλόπουλος, πρώην Διευθυντὴς Διδασκαλείου, νομαρχιακὸς ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοτικῶν σχολείων κατὰ τὸν νομὸν Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας (ἀναγινώσκει) «ἐπὶ βαθμῷ καὶ μισθῷ τμηματάρχου πρώτης τάξεως, δυνάμει τοῦ ἐδαφίου αʹ τοῦ ἄρθρου 38 τοῦ εἰρημένου ΒΤΜΘʹ νόμου». Τῇ 11 ὅμως Φεβρουαρίου τοῦ 1897 ἐδημοσιεύθη ἕτερον διάταγμα, προσυπογεγραμμένον ὑπὸ τοῦ κ. Θ. Π. Δηλιγιάννη, Προέδρου τότε τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ προσωρινοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Τὸ διάταγμα τοῦτο ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 38 τοῦ ΒΤΜΘʹ νόμου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 38 ἐν. ἔτους ἀπόφασιν τῆς ὁλομελείας τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, προτάσει τοῦ ἡμετέρου ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ διατάσσομεν τάδε: Ὁ μισθὸς τοῦ νομαρχιακοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Θεμ. Μιχαλοπούλου ὁρίζεται εἰς δρ. 320 μηνιαίως ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ του.» Οὐδεὶς βεβαίως τότε ἐσκέφθη νὰ μεμφθῇ τὸν ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν, ὅτι ἐπικαλούμενος ἐν τῷ ἀναγνωσθέντι διατάγματι αὐτοῦ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, εἰ καὶ αὐτὴ ἐλήφθη κατὰ πλειονοψηφίαν μόνον, ὡς μαρτυρεῖ τὸ κείμενον αὐτῆς, ὅπερ καταθέτω νῦν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐζήτησεν οὕτω νὰ καλύψῃ τὴν εὐθύνην του. Ἀλλ’ οὐδ’ αὐτός, νομίζω, ἐδικαιοῦτο χθὲς νὰ ὑπαινιχθῇ κατ’ ἐμοῦ, ὅτι ἐπικαλούμενος καὶ ἐγὼ ἐν τῇ ἀποφάσει μου περὶ προσωρινῆς παύσεως τοῦ Μιχαλοπούλου τὴν ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, καὶ δὴ παμψηφεῖ, ληφθεῖσαν ἀπόφασιν, ἐζήτησα οὕτω νὰ καλύψω δι’ αὐτῆς τὴν εὐθύνην μου. Τὴν ἀπόφασιν ταύτην ἐπεκαλέσθην, Κύριοι, οὐχὶ ὅπως συγκαλύψω τὴν εὐθύνην μου, ἥτις παραμένει πλήρης καὶ ἀκεραία ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὅπως ἀποδείξω, ὅτι πλὴν ἐμοῦ ὑπάρχουσι καὶ νομομαθεῖς, κύρους ἀνεγνωρισμένου ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Κράτους, οἵτινες ὁμοφώνως ἀσπάζονται τὴν γνώμην, ἣν ἐγὼ πρὸ πολλοῦ ἤδη εἶχον καὶ ἐφήρμοσα, ὡς θ’ ἀποδείξω μετ’ ὀλίγον. Ἡ ὁμόφωνος δὲ αὕτη ἀπόφασις τῆς ὁλομελείας τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου δὲν προεκλήθη ὑπ’ ἐμοῦ ἐξεπίτηδες, οὐδ’ ἐξελιπαρήθη τὸ παράπαν, ὡς ἐν ἐπιγνώσει τοῦ ἀνυποστάτου τοῦ πράγματος εἶχε τὴν τόλμην νὰ ὑπαινιχθῇ ὁ προλαλήσας. Ὁ Βουλευτὴς δηλαδὴ Μεγαρίδος προέβη εἰς τοὺς τοιούτους ὑπαινιγμοὺς, καίπερ ἔχων ἀνὰ χεῖρας αὐτὴν τὴν ὁμόφωνον ἀπόφασιν τῆς ὁλομελείας τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἐξ ἧς τί ἐμφαίνεται; Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει): «Τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ δευτέρου ζητήματος ὑποβάλλει εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τὸ ἑξῆς πραγματικόν ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς Θ. Μιχαλόπουλος τὴν ἑπομένην ἡμέραν τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ διορισθέντος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς ἐνάρξεως τῆς λειτουργίας τῶν σχολείων ἀπέπεμψε βίᾳ τό τε πρόσωπον τῶν σχολείων καὶ τὰς μαθητρίας. Ἐρωτᾷ δὲ, ἐὰν ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι κολάσιμος, καὶ εἰδικῶς, ἐὰν προβλέπεται ὑπὸ τῶν ἄρθρων 167, 479 καὶ 487 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. «Κατὰ τὴν ὁμόφωνον τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου κρίσιν, ἡ πρᾶξις αὕτη, ὡς ὑποβάλλεται τὸ πραγματικὸν αὐτῆς, εἶναι ἀναντιρρήτως κολάσιμος, οὐχὶ κατὰ τὰ ἄρθρα 169 καὶ 479 τοῦ Ποιν. Νόμου, ἅτινα δὲν ἔχουσι, καθ’ ἃ φρονεῖ, ἐφαρμογὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 487 § 2, μετὰ προηγουμένην ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ πειθαρχικὴν τιμωρίαν δι’ ἐπιβολῆς τινος τῶν ποινῶν τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ ΑΡϞΓʹ νόμου τῆς 14 Μαΐου 1884, ὄντος γενικοῦ καὶ ἐφαρμοζομένου ἐπὶ πάντων τῶν ὑπαλλήλων τῶν κλάδων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, περὶ ὧν νεώτεροι νόμοι δὲν προνοοῦσιν εἰδικῶς. Τοιοῦτοι δὲ εἶναι καὶ οἱ ἐπιθεωρηταὶ, περὶ τῆς πειθαρχικῆς τιμωρίας τῶν ὁποίων οὔτε ὁ νόμος ΒΤΜΘʹ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, οὔτε ἄλλος τις νεώτερος νόμος ἐτροποποίησε τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ μνησθέντος ΑΡϞΓʹ νόμου περὶ προσόντων καὶ πειθαρχικῆς τιμωρίας τῶν δημοσίων λειτουργῶν.» Ἐκ τοῦ κειμένου τούτου, Κύριοι, πείθεται ἕκαστος, ὅτι ἐγὼ ἠρώτησα τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ἐὰν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τίνων ἄρθρων τοῦ Ποιν. Νόμου εἶναι ποινικῶς καταδιωκτέος ὁ ἐπιθεωρητὴς Μιχαλόπουλος διὰ τὰς ὑπ’ αὐτοῦ τολμηθείσας ἐν Πειραιεῖ παραβάσεις, αὐτὸ δὲ ἀπεφήνατο ὁμοφώνως, ὅτι εἶναι μὲν αὐτὸς ποινικῶς καταδιωκτέος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 487 § 2 τοῦ Ποιν. Νόμου, ἀλλ’ ὅτι ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ ἡ πειθαρχικὴ τιμωρία του ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου ΑΡϞΓʹ τῆς 14 Μαΐου 1884, «ὄντος γενικοῦ καὶ ἐφαρμοζομένου ἐπὶ πάντων τῶν ὑπαλλήλων τῶν κλάδων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας». Ὑπάρχει, Κύριοι, ἐν τῷ ἀναγνωσθέντι κειμένῳ ἴχνος ἐξεπίτηδες προκλήσεως ἢ ἐκλιπαρήσεως τῆς τοιαύτης γνώμης τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου; Ἦτο δὲ ἐπιτετραμμένον εἰς ἄνθρωπον σεβόμενον ἑαυτὸν, ἐνῷ τοιοῦτον κείμενον ἐκράτει ἀνὰ χεῖρας καὶ ἐπεδείκνυεν εἰς ἡμᾶς, νὰ ἰσχυρισθῇ τὰ ἐναντία, ὡς ὁ Βουλευτὴς Μεγαρίδος. Ἀλλὰ πρὸς τί νὰ προκαλέσω καὶ ἐκλιπαρήσω ἐγὼ τὴν τοιαύτην γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἐν ἔτει 1900, ἀφοῦ τὸ ὑπ’ ἐμὲ Ὑπουργεῖον ἔχει σταθερὰν, οὕτως εἰπεῖν, περὶ αὐτῆς νομολογίαν ἀφ’ ἧς ἐγὼ πρῶτος, ἐν ἔτει 1897, ἐφήρμοσα τὸ 7 ἄρθρον τοῦ ΑΡϞΓʹ νόμου τοῦ 1884 εἰς τὴν ράχιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ Μιχαλοπούλου; Τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ἄρθρον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Αἱ πειθαρχικαὶ ποιναί εἰσιν: αʹ) ἐπίπληξις, βʹ) πρόστιμον ἀπὸ τριῶν μέχρις ἑκατὸν δραχμῶν καὶ γʹ) προσωρινὴ παῦσις ἀπὸ τριῶν ἡμερῶν μέχρι τριῶν μηνῶν». Τὴν δευτέραν τῶν ποινῶν τούτων, ἤτοι πρόστιμον ἐξ 75 δραχμῶν, ἐπέβαλον εἰς τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος ἐπιθεωρητὴν, ἀφοῦ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 9875 ἀπὸ 18 Αὐγούστου 1897 διαταγῆς μου ἐκάλεσα αὐτὸν εἰς ἀπολογίαν, κατὰ τὸ ἄρθρον 8 τοῦ αὐτοῦ νόμου, διὰ δὲ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 11404 καὶ ἀπὸ 17 Σεπτεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους ὑπουργικῆς διαταγῆς παρήγγειλα τὸν ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐσόδων Ἀττικῆς ταμίαν νὰ εἰσπράξῃ τό τε πρόστιμον καὶ τὰ τέλη σημάνσεως, τὰ ἐπιβληθέντα εἰς αὐτόν.

§86ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατὶ ἐτιμωρήθη;

§87ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διότι τιθέμενος ὑπεράνω καὶ τοῦ νόμου καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ ἠρνεῖτο νὰ ὁρκίσῃ τὸν ὑπ’ ἐμοῦ διορισθέντα τότε δημοδιδάσκαλον ἐν Νεαπόλει τοῦ δήμου Λαυρεωτικῆς Δικαῖον Κανακάκην, ἀφοῦ τὸ ἐκεῖ σχολεῖον ἔμενεν ἄνευ διδασκάλου ὑπὲρ τοὺς δύο μῆνας. Τὸ παράδειγμά μου ἐκεῖνο ἐμιμήθη μετ’ ὀλίγον ὁ διαδεξάμενός με τότε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας ἀξιότιμος βουλευτὴς Αἰγιαλείας κ. Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος, ὅστις τῇ 18 Ὀκτωβρίου 1897 ἐξέδωκε τὴν ὑπ’ ἀριθ. 15386 ἀπόφασιν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰ ἄρθρα 6, 7 καὶ 8 τοῦ περὶ προσόντων καὶ πειθαρχικῆς τιμωρίας τῶν δημοσίων λειτουργῶν τῆς 19 Μαΐου 1884 ΑΡϞΓʹ νόμου καὶ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 2096 ἐ. ἔ. ἀπολογίαν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Θ. Μιχαλοπούλου, ἐπιβάλλομεν αὐτῷ χρηματικὴν ζημίαν δραχμῶν ἑβδομήκοντα πέντε καὶ τὰ τέλη τῆς σημάνσεως.» Ἀφοῦ ἀπὸ τριετίας ἤδη ἐφαρμόζεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νόμου τοῦ 1884 ἐν τῇ δευτέρᾳ αὐτοῦ περιπτώσει, τῇ τοῦ προστίμου, χωρὶς ποτε νὰ ἐξαναστῇ τις, οὔτ’ ἐν τῷ Τύπῳ οὔτ’ ἐν τῇ Βουλῇ, κατὰ τῆς τοιαύτης ἐφαρμογῆς του, ἄπορόν μοι φαίνεται, πῶς νῦν ξενίζονταί τινες ἐπὶ τούτῳ, μόνον καὶ μόνον διότι εὑρέθην ἐγὼ εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ ἐφαρμόσω ἐπὶ τοῦ Μιχαλοπούλου καὶ τὴν τρίτην περίπτωσιν τοῦ ἄρθρου, ἤτοι τὴν προσωρινὴν παῦσιν. Ἢ εἶναι ἐξ ἴσου παράνομος ἡ ἐφαρμογὴ καὶ τῆς δευτέρας καὶ τῆς τρίτης πειθαρχικῆς ποινῆς τοῦ ἄρθρου ἐπὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν, ἢ νόμιμος, νομιμωτάτη, ἡ ἐφαρμογὴ ἀμφοτέρων αὐτῶν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐδόλως ὀκνῶ νὰ ἦμαι ὑπὲρ τῆς δευτέρας ταύτης ἐκδοχῆς, βεβαιῶ δὲ τὴν Βουλὴν, ὅτι τὴν αὐτὴν γνώμην θὰ εἶχον, καὶ ἂν ἔτι ὁμοφώνως τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἐν τῇ ὁλομελείᾳ αὑτοῦ ἀπεφαίνετο ἐναντίαν γνώμην. Κύριοι, εἶναι ἐπιτετραμμένον, νομίζω, εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴν, τὸν κ. Φλογαΐτην, τὸν ἀνέκαθεν καθηλωμένον εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἀποκεντρώσεως, νὰ ἐξανίσταται κατὰ πάσης πράξεως ὑπουργικῆς, τιμωρούσης οἱανδήποτε παρεκτροπὴν τῶν ἐπιθεωρητῶν τῶν δημοτικῶν σχολείων, διότι αὐτός, δικαίως ἢ ἀδίκως, τοὺς ἐπιθεωρητὰς τούτους ὑπολαμβάνει ὡς τὴν πρώτην ἐνσάρκωσιν τῶν ἀποκεντρωτικῶν του ἰδεῶν, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ δὲν δύναται ἢ νὰ φέρῃ βαρέως πᾶν ὅ,τι θ’ ἀπεδείκνυεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι ἀκόμη ἐπιτηδεία διὰ τὴν πραγματοποίησιν τῶν ἰδεῶν του. Ἀλλὰ πᾶς ἄλλος, ἀπροκαλύπτως κρίνων τὸ πρᾶγμα, ἑκὼν ἄκων θὰ συμφωνήσῃ μὲ τὴν νομολογίαν τοῦ ὑπ’ ἐμὲ Ὑπουργείου, ἣν καὶ ἡ ὁλομέλεια τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου καὶ πολλοὶ ἄλλοι νομομαθεῖς παρ’ ἡμῖν ἀσπάζονται. Δὲν εἶναι, Κύριοι, ἀληθὲς, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1895 τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ἀπεξενώθη πάσης δικαιοδοσίας ἐπὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Αὐτὸ τὸ ἄρθρον 33 τοῦ νόμου, ὅπερ ἐπεκαλέσθη ὁ προλαλήσας ὑπὲρ τῆς τοιαύτης γνώμης, πᾶν τοὐναντίον μαρτυρεῖ. Τὸ ἄρθρον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργεῖον ἀνατεθειμένη ἐποπτεία ἐπὶ τῶν σχολείων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως... ἐνασκεῖται τοῦ λοιποῦ... διὰ τῶν κατὰ νομὸν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων καὶ τῶν παρ’ αὐτοῖς ἐπιθεωρητῶν». Ἔχει λοιπὸν πλήρη καὶ ἀκεραίαν καὶ νῦν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τὴν ἐποπτείαν ἐπὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καθ’ ὅσον δ’ ἐνασκεῖ αὐτὴν διὰ τῶν ἐπιθεωρητῶν, ἐννοεῖται ὅτι οὗτοι ὑπάγονται ὑπὸ τὴν ἄμεσον δικαιοδοσίαν του, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ καὶ ὑπὸ τὴν ἄμεσον πειθαρχικήν του ἐξουσίαν, ἀφοῦ ἄλλως τε τὸ Ὑπουργεῖον διορίζει αὐτοὺς κατὰ τὸ ἄρθρον 34, καὶ μεταθέτει καὶ ἀπολύει αὐτοὺς ὁριστικῶς κατὰ τὸ ἄρθρον 38. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι τὸ τελευταῖον τοῦτο δικαίωμα ὑπήγαγεν ὁ νόμος εἰς περιορισμόν τινα διὰ τοῦ ἄρθρου 48, καθ’ ὃ διὰ τὴν μετάθεσιν καὶ τὴν ὁριστικὴν ἀπόλυσιν ἀπαιτεῖται πρότασις τοῦ οἰκείου Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ δι’ ὅλας τὰς κυρίως πειθαρχικὰς ποινὰς οὐδένα περιορισμὸν ἔθεσεν εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ἣν κέκτηται οὗτος, ὡς προϊσταμένη ἀρχή, ἐφ’ ὅλων τῶν ὑπ’ αὐτοῦ διοριζομένων καὶ ἀπολυομένων ὑπαλλήλων...

§88ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς διορίζει καὶ τὸν δικαστήν.

§89ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις διορίζει αὐτὸν, ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ νὰ τιμωρῇ αὐτὸν πειθαρχικῶς.

§90Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπαιτεῖται ὅμως ἀπόφασις καὶ γνωμοδότησις τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν.

§91ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διότι τοῦτο ἐπιβάλλει εἰδικὸς νόμος εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐνῷ διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας οὐδεὶς νόμος ἐπιβάλλει αὐτό. Ὁ νόμος ὁ κανονίζων τὰ τῆς πειθαρχικῆς τούτου ἐξουσίας εἶναι ὁ γενικὸς νόμος τοῦ 1884 «περὶ προσόντων καὶ πειθαρχικῆς τιμωρίας τῶν δημοσίων λειτουργῶν». Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ὁ προλαλήσας καὶ τοῦτο ἠθέλησε νὰ διαμφισβητήσῃ, ἐπικαλούμενος τὸ 19 ἄρθρον τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος νόμου, καὶ δὴ μόνον τὰς τρεῖς πρώτας αὐτοῦ παραγράφους, καθ’ ἃς «εἰς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου ὑπάγονται: αʹ) οἱ λειτουργοὶ τῆς διοικητικῆς (ὡς ἐὰν οἱ ἐπιθεωρηταὶ μὴ ἦναι λειτουργοὶ διοικητικῆς ὑπηρεσίας!) καὶ οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας, βʹ) οἱ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ τοῦ τῆς Δικαιοσύνης κλπ». Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, Κύριοι, ἀναφέρεται κυρίως εἰς τὰς περὶ προσόντων διατάξεις τοῦ νόμου, ὡς γίνεται δῆλον ἐκ τῆς ἕκτης, τῆς ἑβδόμης καὶ ὀγδόης τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου παραγράφου, καθ’ ἃς (ἀναγινώσκει): «Ἐκ τῶν κατὰ τὸ ἐδάφ. αʹ δημοσίων λειτουργῶν ἐξαιροῦνται οἱ τῶν Δημοσίων Ἔργων» (καθόσον εἰδικὸς νόμος εἶχε κανονίσει τὰ προσόντα ταῦτα)... «Ἐξαιροῦνται ὡσαύτως, ἀλλ’ ὑπαγόμενοι εἰς μόνας τὰς περὶ πειθαρχικῆς ἐξουσίας διατάξεις, αʹ) οἱ δημόσιοι λειτουργοί, οἱ ἔχοντες βαθμὸν ἀνώτερον τοῦ τμηματάρχου αʹ τάξεως, βʹ) οἱ Βασιλικοὶ Ἐπίτροποι ἐν γένει» κλπ. Κύριοι, ἐν ὅσῳ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου ΑΡϞΓʹ κελεύει σαφῶς καὶ ἀπεριφράστως τάδε: «Οἱ δημόσιοι λειτουργοὶ ὑπόκεινται εἰς πειθαρχικὰς ποινὰς διὰ πᾶσαν παράβασιν ἢ ὑπέρβασιν τοῦ ἰδίου καθήκοντος, μὴ ἀποκλειομένης τῆς ποινικῆς καταδιώξεως», ἐν ὅσῳ ἀδύνατον ν’ ἀποδείξῃ τις, μεθ’ ὅλην τὴν δικολαβικὴν διαστροφὴν τοῦ νόμου, ὅτι οἱ ἐπιθεωρηταὶ δὲν εἶναι δημόσιοι λειτουργοί, ἐν ὅσῳ ὁ Ὑπουργὸς δικαιοῦται κατὰ τὸ ἄρθρον 7 νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτοὺς καὶ πρόστιμον καὶ προσωρινὴν παῦσιν, ἀφοῦ καλέσῃ αὐτοὺς εἰς ἀπολογίαν κατὰ τὸ ἄρθρον 8, ἐν ὅσῳ εἶναι βέβαιον, ὅτι νεώτερος εἰδικὸς νόμος δὲν ἐκανόνισεν ἄλλως τὰ περὶ πειθαρχικῶν ποινῶν τῶν ἐπιθεωρητῶν, εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον ἔχει νὰ ἐφαρμόζῃ ἐπὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν, παρεκτρεπομένων, τὸν νόμον τοῦ 1884 καὶ ἰδίᾳ τὰ ἄρθρα 6, 7 καὶ 8 αὐτοῦ ἐν συνδυασμῷ. Τοῦτο ἔπραξα καὶ ἐγώ, τιμωρήσας τὸν ἐπιθεωρητὴν Μιχαλόπουλον πειθαρχικῶς διὰ προστίμου καὶ τελευταῖον διὰ προσωρινῆς παύσεως. Διαβεβαιῶ δὲ τὴν Βουλήν, ὅτι τοῦτο θὰ πράξω καὶ ἐν τῷ μέλλοντι καὶ πρὸς αὐτὸν καὶ πρὸς πάντα ἄλλον ἐπιθεωρητὴν παρεκτρεπόμενον, ἐν ὅσῳ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας.

§92Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Διατὶ δὲν τοὺς καταγγέλλετε εἰς τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια, ἵνα τιμωρηθῶσι κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1895;

§93ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δι’ ὃν λόγον καὶ ὁ πατήρ σας, ὁ εἰσηγητὴς καὶ πρῶτος ἐφαρμοστὴς τοῦ νόμου τοῦ 1895, δὲν κατήγγειλεν αὐτοὺς, παρεκτρεπομένους, εἰς τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια, ἀλλ’ ἠρκέσθη μόνον εἰς τὸ νὰ στιγματίσῃ καὶ αὐτοὺς καὶ ταῦτα διὰ τῆς ἐγκυκλίου τῆς 25 Σεπτεμβρίου 1896, ἣν πρὸ μικροῦ ἀνέγνων πρὸς τὴν Βουλήν! Ὁ νόμος, Κύριοι, ΒΤΜΘʹ προὐνόησε διὰ τοῦ ἄρθρου 24 περὶ μιᾶς μόνης περιπτώσεως πειθαρχικῆς τιμωρίας διὰ τοὺς ἐπιθεωρητὰς, καθ’ ἣν οὗτοι, ἀναβάλλοντες ὑπὲρ τὴν ἑβδομάδα νὰ προτείνωσι τὸν διοριστέον δημοδιδάσκαλον, τιμωροῦνται διὰ προστίμου 20 μέχρις 100 δραχμῶν. Διὰ πάσας τὰς ἄλλας ἀπειραρίθμους περιπτώσεις τῆς πειθαρχικῆς τιμωρίας ἄφησεν ἐν ἰσχύϊ τὸν γενικὸν νόμον τοῦ 1884. Ἐὰν ἐνόμιζεν ὁ νομοθέτης, ὅτι διὰ πᾶσαν ἄλλην παράβασιν καὶ ὑπέρβασιν, συνεπαγομένην πειθαρχικὴν ποινὴν προστίμου ἢ προσωρινῆς παύσεως, ἔπρεπε νὰ μένωσιν ἀτιμώρητοι οἱ ἐπιθεωρηταί, ὤφειλε ν’ ἀναγράψῃ ῥητῶς τὴν τοιαύτην διάταξιν. Ἀλλὰ θὰ ἦτο μωρὸς, ἐὰν καθιέρου οὑτωσὶ τὸ ἀτιμώρητον τῶν ἐπιθεωρητῶν, θὰ ἦτο δ’ ἔτι μωρότερος, ἐὰν διὰ πᾶσαν παράβασιν καὶ ὑπέρβασιν αὐτῶν, συνεπαγομένην πρόστιμον ἢ προσωρινὴν παῦσιν, καθιέρου αὐτὸς μόνην τὴν κατὰ πρότασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου μετάθεσιν ἢ ἀπόλυσιν αὐτῶν, ὡς νομίζει ὁ προλαλήσας. Θὰ ἦτο τὸ ἴδιον, ὡς ἐὰν καθιέρου ποινικός τις νομοθέτης δι’ ὅλα τὰ πταίσματα καὶ πλημμελήματα μόνας τὰς ποινὰς τῶν κακουργημάτων, ὡς τὰ δεσμὰ καὶ τὴν κεφαλικὴν ποινήν! Ἐλπίζω, Κύριοι, πρὸς τιμὴν τῆς Βουλῆς, ὅτι οὐδεὶς ἄλλος Βουλευτὴς, πλὴν τοῦ προλαλήσαντος ἐκ Μεγαρίδος, θὰ θελήσῃ νὰ ὑποστηρίξῃ τόσον ἑώλους γνώμας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν νὰ διαμφισβητήσῃ τὴν νομιμότητα τῆς προσωρινῆς παύσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ Μιχαλοπούλου. Καταθέτω, Κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς ἔγγραφα: αʹ) τὸ ὑπ’ ἀριθ. 28 καὶ ἀπὸ 29 Μαρτίου 1897 πρακτικὸν συνεδριάσεως τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου Ἀττικῆς, ὅπερ κατὰ πρότασιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ Θ. Μιχαλοπούλου προέτεινεν ἀνὰ δύο νέα δημοτικὰ σχολεῖα ἀρρένων καὶ θηλέων ἐν Πειραιεῖ· βʹ) ἀπόσπασμα πρακτικῶν τῆς ΚΓʹ συνεδρίας τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἀπὸ 30 Ἀπριλίου 1897, ὅπερ κατὰ πρότασιν αὖθις τοῦ αὐτοῦ ἐπιθεωρητοῦ ἀπεφάσισε τὴν ἵδρυσιν τῶν εἰρημένων σχολείων διὰ τὴν πληθώραν τῶν ἤδη ὑφισταμένων τοιούτων, ἐξ ὧν τινα ἀριθμοῦσιν ὡς 450 μαθητρίας, τοῦθ’ ὅπερ καὶ ἀντιπαιδαγωγικὸν καὶ ἀνθυγιεινὸν εἶναι· καὶ γʹ) τὸ ἀπὸ 20 Νοεμβρίου 1897 Β. Διάταγμα, δι’ οὗ συνεστάθησαν τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος σχολεῖα. Ἔργον τοῦ ἐπιθεωρητοῦ Μιχαλοπούλου ἦτο, ἅμα τῇ κοινοποιήσει τοῦ διατάγματος τούτου εἰς αὐτὸν, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ ἀπὸ 26 Νοεμβρίου 1897 καὶ ὑπ’ ἀριθ. 17201 ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὸν νομάρχην Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, νὰ σπεύσῃ πάραυτα εἰς τὴν ἐξεύρεσιν καὶ ἐνοικίασιν τῶν καταλλήλων οἰκιῶν ἐν Πειραιεῖ, ἵνα χρησιμεύσωσιν ὡς διδακτήρια τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος σχολείων, καὶ εἰς τὴν πρόσκλησιν τοῦ οἰκείου Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἵνα προτείνῃ τοὺς διοριστέους εἰς αὐτοὺς διδασκάλους ἑκατέρου φύλου...

§94ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ἂν ὑπῆρχεν ἡ ἀναγκαία πίστωσις ἀναγεγραμμένη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ δήμου.

§95ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τοῦτο δὲν ἦτο ἔργον τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἀλλὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ὅπερ ἐὰν ἠρνεῖτο τὴν ἀναγραφήν, ὑπάρχουσιν οἱ ἐκ τοῦ νόμου δικαιούμενοι νὰ ἐξαναγκάσωσιν αὐτὸ εἰς τοῦτο, πρὸς οὓς βεβαίως οὐδὲν τὸ κοινὸν ἔχει αὐτός. Ἐάν, Κύριοι, ἦτο ἀληθὴς ἡ γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, τότε βεβαίως ἐν τοῖς πλείστοις τῶν δήμων τοῦ Κράτους οὐδέποτε θὰ συνιστῶντο δημοτικὰ σχολεῖα, ἢ τοὐλάχιστον οὐδέποτε θὰ ἐλειτούργουν αὐτά. Οἱ πλεῖστοι τῶν δήμων, στερούμενοι, ὡς γνωστόν, ἐπαρκῶν πόρων, μὴ δυνάμενοι δὲ νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτουμένην αὔξησιν τῶν δημοτικῶν των φόρων, ὅπως τύχωσι τῆς ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου συνδρομῆς διὰ τὴν δημοτικήν των ἐκπαίδευσιν, θὰ ἔμενον ἐς ἀεὶ ἄνευ δημοτικῶν σχολείων, ἐὰν οἱ ἐπιθεωρηταὶ ἀνέμενον προηγουμένως τὴν ὑπ’ αὐτῶν ἀναγραφὴν τῶν ἀναγκαίων πιστώσεων ἐν τοῖς οἰκείοις προϋπολογισμοῖς. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, Κύριοι, ἔχομεν ἐν τῷ Κράτει εὐπορώτερον δῆμον τοῦ τῆς γείτονος πόλεως; Καὶ ἂν δὲν ἀνεγράφη τότε ἀμέσως ἀναπληρωματικὴ πίστωσις διὰ τὸ ἔτος 1897, ἠδύνατο ν’ ἀρχίσῃ ἡ λειτουργία τῶν νέων σχολείων ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου τοῦ 1898 ἢ τοῦ 1899, ὅπως ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τούτων τοὐλάχιστον τῶν ἐτῶν ἀναγραφῇ τακτικὴ τοιαύτη πίστωσις. Ἀλλ’ ἐν ἀρχῇ, εἰ καὶ ἀτόπως, οὐχ ἧττον προεφασίζετο ὁ ἐπιθεωρητὴς, ὅτι ὁ δῆμος Πειραιέων ἀπεφάσισε νὰ οἰκοδομήσῃ ἴδια διδακτήρια διὰ νέα σχολεῖα. Ἀρχομένου ὅμως τοῦ Αὐγούστου μηνὸς τοῦ 1899 τὰ διδακτήρια ταῦτα εἶχον συντελεσθῆ, ἐγένοντο δ’ ἐν πάσῃ πομπῇ τὰ ἐγκαίνια αὐτῶν. Ἔκτοτε ἦτο πάντη ἀδικαιολόγητος ὁ ἐπιθεωρητὴς, μὴ προκαλῶν πάραυτα τὸν διορισμὸν τῶν διδασκάλων. Παρῆλθον οὕτω δύο μῆνες, ὅτε ὁ προσωρινὸς ἀναπληρωτής μου ἐν τῇ διευθύνσει τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν συνάδελφός μου προέβη κατὰ τὰ μέσα Ὀκτωβρίου π. ἔ., καθ’ ὃ εἶχεν ἐκ τοῦ νόμου δικαίωμα καὶ καθῆκον, εἰς τὸν διορισμὸν τῶν διδασκαλισσῶν ἐν τοῖς νέοις σχολείοις τῶν θηλέων. Τότε ὁ μὲν δήμαρχος Πειραιέων ἐξανέστη, παραπονούμενος κατὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ὡς μὴ προκαλέσαντος ἐγκαίρως τὴν πρότασιν τοῦ Συμβουλίου περὶ τῶν διοριστέων διδασκαλισσῶν, ὁ δὲ ἐπιθεωρητὴς ἠρνήθη αὐθαιρέτως ὅλως νὰ ὁρκίσῃ τὰς διορισθείσας διδασκαλίσσας· διὸ ἠναγκάσθη τὸ Ὑπουργεῖον νὰ διατάξῃ τὸν ἁρμόδιον εἰρηνοδίκην, ἵνα ὁρκίσῃ αὐτάς. Ἀλλὰ καὶ οὕτως ὁ ἐπιθεωρητὴς ἠρνεῖτο ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους νὰ ἐγκαθιδρύσῃ αὐτὰς εἰς τὰ σχολεῖά των. Ὑπείκων τότε εἰς τὰς παραστάσεις καὶ διαμαρτυρίας πλείστων γονέων τοῦ Πειραιῶς, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῶν ἀναφορῶν τούτων (ἐπιδεικνύει αὐτὰς), παρήγγειλα τὸν γενικὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν δημοτικῶν σχολείων καὶ τὸν νομάρχην Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἵνα μεταβάντες εἰς Πειραιᾶ ἐγκαθιδρύσωσιν αὐτοὶ τὰς νέας διδασκαλίσσας εἰς τὰς θέσεις των. Τοῦτο καὶ ἐγένετο· ἀλλ’ ὅμως τῇ ὑστεραίᾳ τῆς ἐγκαθιδρύσεως ταύτης μεταβὰς εἰς Πειραιᾶ ὁ ἐπιθεωρητὴς ἀπέπεμψε βίᾳ καὶ πρὸς κοινὸν σκάνδαλον τὰς διδασκαλίσσας μετὰ τῶν μαθητριῶν των ἐκ τῶν σχολείων. Ἐπὶ τῇ ἐκθέσμῳ ταύτῃ ἐνεργείᾳ ἐζήτησα τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἐὰν ἔπρεπε νὰ καταδιωχθῇ αὐτὸς ποινικῶς, τοῦτο δὲ, ὁμοφώνως ἀπαντῆσάν μοι καταφατικῶς, ἀπεφάνθη συγχρόνως, ὅτι ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ καὶ ἡ ἐφαρμογὴ μιᾶς τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ ᾼΡϞΓʹ νόμου πειθαρχικῶν ποινῶν, ὡς τοιαύτην δ’ ἐγὼ ἐξέλεξα τὴν ἐπὶ τρίμηνον προσωρινὴν παῦσίν του, ἣν οὐδεὶς, νομίζω, ἀναλογιζόμενος τὸ ἔγκλημά του, θὰ εὕρῃ βαρεῖαν...

§96Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νὰ ἴδωμεν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, καὶ τότε θὰ συζητήσωμεν.

§97ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὰ σχετικὰ ἔγγραφα εἶναι πάντα ἐνταῦθα, καὶ βεβαίως, ἀφοῦ ἀναγνώσητε ὑμεῖς αὐτὰ, θὰ λάβητε εἶτα τὸν λόγον καὶ ἐν τῇ ἐγνωσμένῃ εὐγλωττίᾳ ὑμῶν θὰ μὲ ἀποστομώσητε! Ἐγὼ, Κύριοι, ἐνόμισα, ὅτι ἐπιτακτικὸν καθῆκον ἐπεβάλλετο εἰς ἐμὲ νὰ τιμωρήσω τὸν οὕτω πως παρεκτραπέντα ἐπιθεωρητὴν Μιχαλόπουλον. Τοῦτο ἀπῄτει ἡ ἀξιοπρέπεια καὶ ἐμοῦ καὶ τοῦ γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ τοῦ νομάρχου· τοῦτο ἀπῄτει καὶ ἡ ἐξεγερθεῖσα κατὰ τῆς τοιαύτης τοῦ ἀνθρώπου διαγωγῆς κοινὴ συνείδησις· τοῦτο ἀπῄτει τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον αὐτῆς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν τῷ νομῷ Ἀττικῆς, ἣν ἡ ἀνισόρροπος διάνοια τοῦ ἐπιθεωρητοῦ Μιχαλοπούλου — διότι ἄλλως δυστυχῶς δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω τὸ φαινόμενον αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου — ἐνέβαλλεν εἰς ἀληθῆ ἀναστάτωσιν.

§98Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ δὲν τὸν κατηγγείλατε εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον;

§99ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπιτροπὴ, Κύριοι, συγκειμένη ἐκ τοῦ γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἐκ τοῦ νομάρχου Ἀττικῆς καὶ ἐκ τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων ἀνέλαβε νὰ ἐπιθεωρήσῃ πάντα τὰ δημοτικὰ σχολεῖα τῆς πρωτευούσης. Τὰς ἐντυπώσεις της ἐκ τῆς τοιαύτης ἐπιθεωρήσεως θὰ ἀναγράψῃ ἐν ἐκθέσει, ἧς ἀντίγραφον θὰ ὑποβληθῇ καὶ εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, ὅπως ἐπιτελέσῃ καὶ τοῦτο τὸ διὰ τοῦ ἄρθρου 48 τοῦ ͵ΒΤΜΘʹ νόμου ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὸ καθῆκον. Δύναμαι δὲ νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦδε, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας παρὰ τοῦ γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων, ὅτι αἱ ἐντυπώσεις τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ἐπιτροπῆς εἶναι οἰκτραὶ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Ἐπεσκέφθη ἤδη αὐτὴ τὴν ἐν τῇ συνοικίᾳ Μακρυγιάννη κειμένην ΙΑʹ Σχολὴν τῶν ἀρρένων, εὗρε δ’ αὐτὴν ἐγκαθιδρυμένην ἔν τινι παλαιᾷ ἀποθήκῃ σανοῦ, ἐπὶ τῆς ὁδοῦ τῆς ἀγούσης εἰς τὸ Νεκροταφεῖον. Εἰς αὐτὴν τὴν ἀποθήκην τοῦ σανοῦ, τὴν μισθωθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Μιχαλοπούλου ἀντὶ 200 δραχ. τὸν μῆνα, φοιτῶσιν εἰς δύο διαχωρίσματα, ἀπ’ ἀλλήλων διὰ σανίδων χωριζόμενα, 225 μαθηταὶ, συνωστιζόμενοι ἐν αὐτοῖς δίκην σαρδελῶν...

§100ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ ἰδιοκτήτης;

§101ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὀνομάζεται, νομίζω, Χατζηδημητρίου... Προὐτίμησε τὴν ἀποθήκην ταύτην τοῦ σανοῦ ὁ ἐπιθεωρητὴς πολλῶν ἄλλων λαμπρῶν οἰκιῶν ἐν τῇ συνοικίᾳ ἐκείνῃ, καὶ αὐτῆς τῆς οἰκίας ἐν τῇ Γαργαρέτᾳ, ἥτις ἐχρησίμευεν ὡς διδακτήριον Διδασκαλείου! Ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος Σχολὴ ἔμεινε κλειστὴ ἐπὶ δύο ὅλα ἔτη διὰ τὴν αὐθαιρεσίαν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, εἰ καὶ ἐμισθοδοτοῦντο τακτικῶς ὑπὸ τοῦ δημοτικοῦ ταμείου οἱ δύο διδάσκαλοι· ὁ ἕτερος μάλιστα αὐτῶν, διδάσκων ἐν τῷ Ὀρφανοτροφείῳ Χατζηκώστα, ἐμισθοδοτεῖτο συγχρόνως καὶ ἐκ τούτου. Ἔν τινι γειτονικῇ Σχολῇ τῶν θηλέων, ἧς ἡ κατάστασις δὲν εἶναι πολὺ καλλιτέρα τῆς τῶν ἀρρένων, εἰ καὶ πληρώνεται δι’ αὐτὴν μηνιαῖον ἐνοίκιον ἐκ 300 δραχμῶν, ἀνεκάλυψεν ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι διδασκάλισσά τις ἀπουσίαζεν ἄνευ ἀδείας ἐπὶ ἕνα μῆνα. Γράφει δ’ ἐν τῇ προχείρῳ ἐκθέσει πρὸς ἐμὲ ὁ γεν. ἐπιθεωρητὴς (ἀναγινώσκει): «Ὁ λόγος τῆς μακρᾶς ἀπουσίας εἶναι ὁ τοκετός της. Ἐπὶ τῇ τυχαίᾳ ἐρωτήσει μου, πότε ἐνυμφεύθη, ἐλάβομεν πρὸς ἔκπληξιν πάντων ἡμῶν τὴν ἀπάντησιν, ὅτι τοῦτο ἐγένετο κατὰ Ὀκτώβριον μῆνα!» Καὶ ὅμως, Κύριοι, ὡς ἐπληροφορήθην ὕστερον, ἐνῷ ὁ ἐπιθεωρητὴς ἠρνήθη νὰ ἐγκρίνῃ ἀναρρωτικὴν ἄδειαν διὰ τὸν δημοδιδάσκαλον Σκουρλέτην, ὑποστάντα σοβαρὰν ἐγχείρησιν ἐν τῷ Νοσοκομείῳ τοῦ «Εὐαγγελισμοῦ», ὡς ἀναφέρει οὗτος ἔν τινι ἀναφορᾷ αὐτοῦ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, διότι ἠρνήθη νὰ προτείνῃ ὡς ὑπηρέτριαν τοῦ σχολείου εὐνοουμένην τινὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἐνέκρινεν οὗτος νὰ χορηγηθῇ ἀναρρωτικὴ ἄδεια πρὸς τὴν λεχωΐδα διδάσκαλον, ὅπως μὴ αὐτὴ ἀναγκασθῇ ἄλλως ν’ ἀπομακρυνθῇ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἀφοῦ ἐπὶ ἕξ μῆνας, ἐν γνώσει καὶ τῇ ἀνοχῇ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἐδίδασκε τὰ δυστυχισμένα κοράσια, ἔγκυος οὖσα ἄνευ νομίμου συζύγου!

§102ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἔγγαμος ὁ ἐπιθεωρητής;

§103ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω, ἄγαμος. Ἀλλὰ τίνα χρείαν ἔχετε, Κύριοι, ὑμεῖς τῶν ἐκθέσεων καὶ τῶν ἐπιθεωρήσεων τῶν ἄλλων; Ἐπισκεφθῆτε μόνοι σας τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος σχολεῖα καὶ τὰ ἄλλα σχολεῖα τῆς πρωτευούσης, καθ’ ὃ ἔχετε δικαίωμα καὶ καθῆκον, ὡς πατέρες τοῦ ἔθνους, καὶ θὰ φρίξητε πρὸ τῆς καταστάσεως αὐτῶν! Ἐπισκεφθῆτε τὸ ὑπὸ τὸν γηραιὸν Χελιδόνην διατελοῦν σχολεῖον τῶν ἀρρένων ἐπὶ τῆς Ἱερᾶς ὁδοῦ, ἐν τῷ μέσῳ τῶν ἐκεῖ χασισοποτείων· ἐπισκεφθῆτε τὴν Ηʹ Δημοτικὴν Σχολὴν τῶν ἀρρένων, ἣν ὁ ἐπιθεωρητὴς κατεδίκασε νὰ καταφύγῃ εἰς ἰσόγειόν τινα αἴθουσαν τοῦ Δημαρχείου, μεταξὺ τῶν ἐκεῖ φερετροποιείων, καὶ θὰ ἴδητε τὴν ἀπαισιωτέραν εἰκόνα τῆς δημοτικῆς ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως, ὡς κατήντησεν αὐτὴ ὑπὸ τὸν ἐπιθεωρητὴν Μιχαλόπουλον! Μετὰ τοῦτο κρίνατε ὑμεῖς, ἐὰν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ γείνῃ ποτὲ λόγος περὶ τοιούτου ἀνθρώπου ἐν τῇ Βουλῇ, ἐὰν ἐγὼ δὲν εἶχον καθῆκον ἐπιτακτικὸν νὰ τιμωρήσω, ὡς ἐτιμώρησα, αὐτόν. Ἐγώ, Κύριοι, καταπαύων τὸν λόγον, ὀφείλω νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ αὖθις, χάριν τῆς ἐπικειμένης ψηφοφορίας, ἂν προκληθῇ τοιαύτη, ὅτι, ἐν ὅσῳ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, θὰ ἐξακολουθήσω ἐφαρμόζων τὸν νόμον τοῦ 1884, ὡς κατὰ τοῦ Μιχαλοπούλου, καὶ κατὰ παντὸς ἄλλου ἐπιθεωρητοῦ, παρεκτρεπομένου, ὡς αὐτός· διότι τοῦτο θεωρῶ νόμιμον, τοῦτο θεωρῶ ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τοῦ καλῶς ἐννοουμένου συμφέροντος τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§104Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἡ εἰκὼν, τὴν ὁποίαν παρουσίασεν εἰς ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων εἶναι ζοφερωτάτη, καὶ δὲν ἔχω λόγον νὰ ἀμφιβάλλω περὶ τῆς πιστότητος τῆς εἰκόνος αὐτῆς. Ἀλλ’ ἓν πρᾶγμα μὲ ἐκπλήττει, καὶ θὰ ἐκπλήξῃ πάντας ὑμᾶς, ὅτι τὸ πρόσωπον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ παραβληθῇ πρὸς ἄνθρωπον ὅλως διόλου ἀνισόρροπον ἔχοντα τὸν νοῦν, τὸ πρόσωπον τοῦτο προσελήφθη ὡς διδάσκαλος τοῦ μέλλοντος Διαδόχου τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου. Διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως δὲν προσέτρεξεν εἰς τὰ Ἀνάκτορα, δὲν προσέτρεξεν εἰς τὸν Διάδοχον, ἵνα τῷ εἴπῃ: «Τί κάμνετε, Ὑψηλότατε! Εἰς ποῖον ἄνθρωπον ἐμπιστεύεσθε τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ υἱοῦ σας!» Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπιστευθῇ τις τὴν διαπαιδαγώγησιν τοῦ τρυφεροῦ τούτου βλαστοῦ εἰς χεῖρας ἀνθρώπου, οἷος ὁ ἐπιθεωρητής, περὶ τοῦ ὁποίου τοσαῦτα κατήγγειλεν ὁ κ. Ὑπουργός; ποῖον φρόνημα δύναται νὰ ἐμπνεύσῃ ἄνθρωπος τοιαύτης ἠθικῆς, τοιαύτης διανοητικῆς καταστάσεως; Εἶναι τῷ ὄντι λυπηρὸν, Κύριοι, ὅτι μετὰ τοσαύτης ἐπιπολαιότητος ἐκλέγονται οἱ μέλλοντες νὰ μορφώσωσι τὸν μέλλοντα Διάδοχον τοῦ Θρόνου!

§105Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας εἶναι προσήκουσα ἀπάντησις εἰς τὰ λεχθέντα περὶ τῆς ἀξίας τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Διότι πάσης προνοίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας ὑπέρκειται ἡ στοργὴ τοῦ πατρὸς, τοῦ μέλλοντας Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ὁποίου τὸ ὄμμα δὲν ἠδύνατο νὰ πλανηθῇ ἐν τῇ ἐπιλογῇ τοῦ διδασκάλου τοῦ τέκνου του. Ἐὰν δ’ ὑπῆρχε καὶ σκιὰ ἀληθείας εἰς ὅσα ἀνέφερε περὶ τῆς ἀξίας τοῦ κ. ἐπιθεωρητοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς, οὗτος παρέβη τὸ καθῆκόν του, μὴ ἀνακοινώσας ταῦτα τῇ Α. Ὑψηλότητι. Ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον κατέγεινεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, δὲν ἦτο τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἤτοι ἡ παράβασις ὑπ’ αὐτοῦ, ἡ ῥητὴ, ἡ κατάφωρος, τοῦ νόμου τοῦ 1895. Καὶ εἴδομεν τὸν κ. Ὑπουργὸν διαφεύγοντα τὸ θέμα, καὶ μάτην διεκόπτετο καὶ διὰ λόγων καὶ διὰ νευμάτων ἐξ αὐτῆς τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος, ὅτι τὰ λεγόμενα ὑπ’ αὐτοῦ ἦσαν ἄσχετα πρὸς τὴν ἐπερώτησιν. Ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἐν ὅσῳ ὑπάρχει εἷς νόμος, ὁ νόμος οὗτος ἔδει νὰ ᾖ σεβαστὸς, ἀφαιρῶν τῆς δικαιοδοσίας του τὸν ἐπιθεωρητὴν, καὶ ἔδει νὰ λειτουργήσῃ ὁ νόμος, καὶ οὐχὶ ἡ αὐθαιρεσία τοῦ Ὑπουργοῦ· οὐδὲν δὲ δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν παράβασιν τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἵνα ἐξαλείψῃ τὰς βαθείας ἐντυπώσεις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῇ παραβάσει ταύτῃ τοῦ νόμου, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἔπλασε τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τοιαύτην, ὥστε νὰ μειωθῶσιν αἱ κατὰ τῆς ἐνεργείας του ἐντυπώσεις καὶ ὑποδειχθῇ ὅτι χάριν τῆς οὐσίας παρέβη τὸν νόμον ὁ Ὑπουργός. Ἀλλ’ εἶναι ἡ δευτέρα Σύνοδος τῆς Βουλῆς αὕτη, καὶ ἂν πολλοστημόριον τῶν κατὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ προσαφθέντων εἴχετο ἀληθείας, παρέβη τὸ καθῆκόν του ὁ Ὑπουργὸς, παραλείψας νὰ ἐκθέσῃ ταῦτα ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον, καὶ ἂν ἴχνος ἀκριβείας ὑπῆρχεν ἐν αὐτοῖς, παρέβη τὰς ὑποχρεώσεις του ὁ Ὑπουργὸς, μὴ καταγγείλας εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ταῦτα, ἵνα τοῦτο προβῇ εἰς ἀπόφασιν κατὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Ἡμεῖς συνηθίσαμεν νὰ μὴ πιστεύωμεν πλέον εἰς λόγους ἀστηρίκτους καὶ πεφυσιωμένους· διότι, ἐὰν εἴχοντο τὰ λεχθέντα ἀληθείας τινὸς, ὤφειλε νὰ μᾶς φέρῃ τὰ κείμενα τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀπηύθυνε πρὸς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, ἐλέγχων τὸν ἐπιθεωρητήν. Ἐν ὅσῳ τοιαῦτα κείμενα δὲν φέρῃ, μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον οὐδὲ ἴχνος ἀκριβείας ἐν τῇ πραγματικότητι νὰ δεχώμεθα ἐκ τῶν λεχθέντων παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι σημεῖά τινα, ἐν τοῖς ὁποίοις καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην προχείρως δύναταί τις νὰ διαψεύσῃ τὸν Ὑπουργόν. Ἐστηρίχθημεν εἰς τῶν νόμων καὶ μόνον εἰς τῶν νόμων τὰ κείμενα, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς μόνην τὴν αὐθαίρετον αὐτοῦ σκέψιν. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἀφέθη ἀπεριόριστον τὸ δικαίωμα εἰς αὐτὸν τῆς τιμωρίας τοῦ ἐπιθεωρητοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1884. Ἀλλὰ μεθ’ ὅσα εἶπον προηγουμένως εἶναι ὕβρις πρὸς τὴν ἀντίληψιν τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἡ τοιαύτη ἰδέα του. Εἶπεν ὅτι ἐκ τῆς ἀμελείας τοῦ ἐπιθεωρητοῦ ἔμειναν σχολεῖα ἄνευ διδασκάλων. Ἀλλ’ ἔχω τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κατὰ τὸ 1894, ὅτε ἀνωμολόγει μετὰ θλίψεως, ὅτι αὐτὸς, Ὑπουργὸς τυγχάνων, δὲν ἠδύνατο ἐν τοῖς πλείστοις χωρίοις τοῦ Κράτους νὰ εὕρῃ διδασκάλους, καὶ ἔμενον ἐπὶ μῆνας σχολεῖα πλεῖστα ἄνευ διδασκάλων.

§106ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀναγνώσατέ την.

§107Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα (ἀναγινώσκει). Ἀλλὰ διατὶ νὰ ἐλεγχθῇ ὁ κ. ἐπιθεωρητής, ὅτι ἠμέλησε περὶ τὴν ἐνάσκησιν τῶν εὐρέων δικαιωμάτων, ἅτινα ἔδωκεν αὐτῷ ὁ νόμος; Ἐὰν ὄντως ὑπῆρξαν σχολεῖα ἄνευ διδασκάλων, ἔχει ταχθῆ προθεσμία, πέραν τῆς ὁποίας λειτουργεῖ τὸ δικαίωμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ ἂν ὄντως ἠμέλησεν ὁ κ. ἐπιθεωρητής, διατὶ δὲν ἐπηκολούθησεν ἡ ἐπιμέλεια καὶ ἡ πρόνοια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὥστε νὰ μὴ μένωσι τὰ σχολεῖα ἄνευ διδασκάλων; Καὶ διατὶ λέγει ἡμῖν λόγια, καὶ δὲν λέγει τίνας καὶ πόσους διδασκάλους διώρισεν αὐτὸς, ἀναπληρῶν τὴν ἀμέλειαν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ; Ἀλλὰ λέγει, ὅτι πολλάκις ἠθέλησεν ὁ ἐπιθεωρητὴς νὰ διορίσῃ κατ’ ἐπιλογὴν ἢ συμπαθείας διδασκάλους. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἔχεται ἀληθείας, διατὶ ἀφῆκε σχολεῖα ἄνευ διδασκάλων; διατὶ δὲν διώρισεν ἐκεῖ τοὺς συμπαθεῖς του καὶ τοὺς ἐκλεκτούς του, ἀλλ’ ἀφῆκε ἐλεύθερον τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργόν; Δὲν ἔχει τὸ θάρρος νὰ μᾶς εἴπῃ τὴν ἀληθῆ ἀφορμὴν τῆς ἔριδος. Ἐὰν δὲν ἐλειτούργησαν σχολεῖα συσταθέντα, ἡ εὐθύνη βαρύνει τὸν Ὑπουργόν. Περὶ τίνων σχολείων καταγγέλλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸν ἐπιθεωρητήν; Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου Β. Διάταγμα τοῦ 1897, ὑπογεγραμμένον ὑπὸ τοῦ κ. Παναγιωτοπούλου, λέγον: «Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ κλπ. διατάσσομεν τάδε. αʹ) Συνιστῶνται δύο δημοτικὰ σχολεῖα ἀρρένων ἐν Πειραιεῖ. βʹ) Συνιστῶνται δύο δημοτικὰ σχολεῖα θηλέων ἐν τῇ αὐτῇ πόλει, τὸ μὲν ἐν τῇ Ὑδραϊκῇ συνοικίᾳ τὸ δ’ ἕτερον μεταξὺ τοῦ Αʹ καὶ Δʹ ὑφισταμένων ἤδη τοιούτων σχολείων. Εἰς τὸν αὐτὸν Ὑμέτερον Ὑπουργὸν ἀνατίθεται ἡ ἐκτέλεσις τοῦ διατάγματος τούτου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Νοεμβρίου 1897.» Διετάχθη ἡ σύστασις τῶν σχολείων, ἀλλὰ πῶς γίνεται αὕτη καὶ πῶς ἐκτελεῖται τὸ διάταγμα; Τὸ λέγει τὸ βασιλικὸν διάταγμα, ἐμπιστευθὲν εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ. Τὸ λέγει τὸ διάταγμα: «ἀνατίθεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἡ ἐκτέλεσις τοῦ διατάγματος». Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐξετέλεσε τὸ διάταγμα. Ἵνα τοῦτο ἐκτελεσθῇ, ἔπρεπε νὰ ἀνακοινωθῇ τὸ διάταγμα δι’ ἐγγράφου πρὸς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον καὶ τὸν ἐπιθεωρητὴν, καὶ νὰ προκληθῇ ἡ ἐνέργεια ὑπὸ τούτων τῶν νομίμων διατυπώσεων πρὸς σύστασιν καὶ λειτουργίαν τῶν σχολείων τούτων. Ἔχομεν τοιοῦτον ἔγγραφον; Τὸ διάταγμα λοιπὸν τοῦ 1897 συνέστησε τὰ σχολεῖα ταῦτα, ἀλλὰ τὸ διάταγμα δὲν ἐξετέλεσεν ὁ Ὑπουργός. Λίαν δὲ βραδέως ἐξαίφνης ὁ κ. Ὑπουργὸς, κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1899, χωρὶς νὰ προηγηθῇ ἡ ἐνέργεια τῶν νομίμων διατυπώσεων, προβαίνει εἰς τὸν διορισμὸν διδασκαλίσσης...

§108Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐὰν θέλετε νὰ φέρητε κατηγορητήριον κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας διὰ τὸν διορισμὸν τῆς διδασκαλίσσης, στραφῆτε κατ’ ἐμοῦ, διότι ἐγὼ, ὡς προσωρινὸς Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, διώρισα αὐτήν.

§109Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πρόσωπον δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ποσῶς. Τὰ γεγονότα ἱστορῶ, ἕνεκα τῶν ὁποίων χολωθεὶς προῆλθεν εἰς ἐκνόμους ἐνεργείας ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων φέρει εὐθύνην. Ἐὰν θέλετε, λάβετέ την ὑμεῖς· περὶ τούτου δὲν ἐξετάζω.

§110Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ ὑπέχω τὴν εὐθύνην, διότι ἐγὼ τὴν διώρισα.

§111Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ τίς τὴν διώρισεν, ἀλλὰ περὶ τοῦ πῶς διωρίσθη καὶ ἂν ὁ διορισμὸς ὑπῆρξεν ἡ ἀφετηρία τῆς διαφωνίας καὶ τῆς ἔριδος μεταξὺ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας καὶ τοῦ κ. ἐπιθεωρητοῦ. Διωρίσθη δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1899 εἰς τὸ ἐν Πειραιεῖ ἕβδομον δημοτικὸν σχολεῖον θηλέων διδασκάλισσά τις. Ἀλλὰ τί σχολεῖον εἶναι τὸ ἕβδομον; Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἐκ Πειραιῶς βουλευτοῦ κ. Ρετσίνα. Εἶναι τὸ σχολεῖον τὸ εὑρισκόμενον εἰς τὴν συνοικίαν Ρέντη, εἶναι δὲ δημοτικὸν σχολεῖον μὴ περιλαμβάνον ἄνω τῶν 80 μαθητριῶν καὶ ἕνεκα τούτου κατὰ νόμον μὴ δυνάμενον νὰ ἔχῃ δύο διδασκαλίσσας. Ἐν τῷ σχολείῳ δὲ τούτῳ, καίπερ μὴ ἀριθμοῦντι 80 μαθητρίας,—ὁ δὲ Ὑπουργὸς μᾶς ἐβεβαίωσεν ὅτι πρόκειται περὶ σχολείου, τὸ ὁποῖον δὲν περιελάμβανεν ἄνω τῶν 45 μαθητριῶν,—διωρίσθη καὶ δευτέρα διδασκάλισσα. Ὁ ἐπιθεωρητὴς δὲν ὑπερῆρε τὴν κεφαλήν, ἀλλ’ ἠξίωσε τὴν λειτουργίαν τοῦ νόμου, καὶ ἔκτοτε ἐπῆλθον ὅσα ἐπῆλθον. Ταῦτα πάντα μαρτυροῦνται διὰ διαταγμάτων· παραλείπω δὲ ἄλλα, ἀποκαλύπτοντα τὰ φατριαστικὰ ἐλατήρια τῆς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργοῦ. Διότι ἕτερον εἶναι τὸ κύριον ζήτημα· οὐχὶ τὸ τῆς πολιτείας τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἀλλὰ τὸ τῆς ἐκνόμου ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργοῦ. Καὶ περὶ τοῦ τελευταίου τούτου οὐδὲ λέξιν εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, οὐδὲν ἀπελογήθη! Εἶπεν ὅμως, ἀποστρεφόμενος πρὸς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς κ. Φλογαΐτην, ὅτι «σεῖς, ὁ ὁποῖος ἔχετε ἰδέας ἀποκεντρωτικὰς, προσηλοῦσθε εἰς πᾶν τοιοῦτον ζήτημα, καὶ ἀποφαίνεσθε πάντοτε κατὰ τὰς ἰδέας σας ταύτας». Ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὅτι δὲν ἐνήργησε νομίμως ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ὅτι ἠξίωσε νὰ συγκεντρώσῃ εἰς ἑαυτὸν μείζονα τῆς ἐκ τοῦ νόμου παρεχομένης αὐτῷ ἐξουσίας, ἀπεφάνθησαν δύο νομομαθεῖς δι’ ἑτέρας γνωμοδοτήσεως, ὁ κύριος Κωνσταντόπουλος καὶ ὁ κύριος Φλογαΐτης. Ἀλλὰ μήπως ἀντιτίθενται αἱ ἰδέαι τῆς ἀποκεντρώσεως ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει πρὸς τὰς γνώμας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Ὁσάκις πρόκειται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ εἴπῃ στομφώδεις λέξεις, θεωρίας, ἐπαγγελίας, ἡ ἀποκέντρωσις εἶναι ἡ σημαία του· ἀλλ’ ὅταν ἡ ἀποκέντρωσις ἀντιτίθηται εἰς τὰς ἐμπαθεῖς αὐτοῦ ὁρμὰς καὶ δεσμεύῃ τὰς χεῖράς του, τότε ἡ ἀποκέντρωσις γίνεται ράκος, καὶ ἀξιοῖ νὰ συγκεντρώσῃ ἐν ἑαυτῷ τόσην ἐξουσίαν, ὥστε νὰ κόπτῃ τὴν κεφαλήν, ἥτις ἤθελεν ὑπεραρθῆ. Εἰς τὸν κατήφορον αὐτὸν τῆς ἐνεργείας του ἐννοοῦμεν νὰ σταματήσωμεν τὸν Ὑπουργόν. Ἐπὶ δὲ τοῦ προκειμένου ζητήματος ἔπληξεν οὐχὶ τὸν ὑπεραρθέντα, ἀλλὰ τοὐναντίον νομίμως ἐνεργήσαντα ἐπιθεωρητὴν, ἀλλ’ ἔπληξε τὸν νόμον, πρὸ τοῦ ὁποίου ὤφειλε νὰ κύψῃ τὴν ἀληθῶς ὑπεραρθεῖσαν κεφαλήν του ὁ Ὑπουργός.

§112ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). (Ὅρα Παράρτημα).

§113Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ περὶ τῆς ἀπολύσεως τοῦ κυρίου Μιχαλοπούλου οὐδὲν ἀνέφερεν. Ἐπὶ τῆς παρανόμου ταύτης πράξεως οὐδὲν εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλ’ ἀπήγγειλε κατηγορητήριον κατὰ τοῦ νόμου. Σήμερον δὲν ἔχομεν συζήτησιν περὶ τοῦ νόμου, καὶ διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὑποβάλω πρότασιν,—ἣν παρακαλῶ νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν,—δι’ ἧς ἡ Βουλὴ συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ ἐκτελῇ τὸν νόμον τοῦ 1895. Καταθέτω γραπτὴν τὴν πρότασιν.

§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἔχει οὕτω: «Ἡ Βουλὴ, συνιστῶσα, ὅπως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐκτελῇ τὸν νόμον τοῦ 1895 περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, προβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»

§115Ι. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ἄλλην πρότασιν: «Ἡ Βουλὴ, ἐγκρίνουσα τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»

§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Ναυπλιώτου, ὡς ἀπωτέρα.

§117Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ ἔποψιν τυπικὴν, δὲν ἀντιτίθεμαι εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Ἀπευθυνόμενος ὅμως πρὸς τὴν Βουλὴν, λέγω...

§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε ἤδη νὰ ἀγορεύσητε. Ἐτέθη ἡ πρότασις εἰς ψηφοφορίαν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Ναυπλιώτου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Α. Σκαλτσοδήμου καὶ Π. Δ. Πετρίδου, καὶ εἶτα ἡ διαλογὴ, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας):

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἀνδρέας Πεταλᾶς Ν Γεώργ. Λιδωρίκης
Γεώργιος Κυριαζῆς Ν Γεώργ. Ἀνδρίτσος Ν
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος Ν
Λεωνίδας Μελετόπουλος Ν Μιχ. Στελλάκης
Κωνστ. Μωραϊτίνης Ν Κ. Παπαμιχαλόπουλος Ο
Εὐστάθιος Ρακόπουλος Ν Γεώργ. Λύρας Ν
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Ἐμμ. Ρέπουλης Ν
Εὐκλείδης Μπίστης Ν Δημ. Τσάτσος Ν
Δημοσθ. Καΐρης Δημ. Τσιτσάρας Ο
Ἀνδρέας Καρατζᾶς Ν Κωνστ. Ζῶτος Ν
Κωνστ. Πλατούτσας Ν Γεώργ. Χατζόπουλος
Μιχαὴλ Κωτσάκος Διονύσιος Στεφάνου
Κων. Γ. Καραπᾶνος Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ν
Κωνστ. Κοττίκας Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρῶμας
Ἰωάννης Καραπᾶνος Γεώργιος Ρῶμας Ν
Εὐάγγελος Γαρουφαλιᾶς Ν Ἀνδρέας Σπηλιάδης
Στέφανος Δραγούμης Ο Χρ. Στεφανόπουλος
Νικόλαος Λεβίδης Χαρίλαος Σπηλιώτης
Θεόδωρος Ρετσίνας Ν Ἀνδρ. Στεφανόπουλος
Φωκίων Νέγρης Ο
Νικόλαος Γιαννηκώστας Ν Πέτρος Αὐγερινός
Ἐπαμ. Μ. Κανάρης Ν Χρῆστος Δαραλέξης
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ν Ἄγγελος Πετραλιᾶς
Θεόδ. Φλογαΐτης Ο Νικόλαος Δακούτης
Δημ. Γ. Ράλλης Παναγ. Παπαχατζῆς
Γεώργιος Βενιζέλος Σπ. Ἰω. Μήλιος
Νικόλαος Γουναράκης Βασ. Μαρκεζίνης Ν
Κωνστ. Σταυρόπουλος Νικήτας Συνοδινός Ν
Ἀλέξ. Γ. Σκουζές Ο Χριστόφορος Ἀσιμῆς
Ἀνδρέας Στράτος Ο Τηλέμαχος Δενδρινός Ν
Δημήτριος Καραγιάννης Ν Παν. Μαυροκέφαλος Ν
Ἀντώνιος Καρτάλης Ν Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμης Ν
Κωνστ. Τοπάλης Ν Θεόδ. Ζαΐμης
Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ν Παναγ. Θ. Ζαΐμης Ο
Ἀργύρ. Φιλιππίδης Ν Ὀδυσ. Λαμπρόπουλος
Νικ. Παπαϊωάννου Ν Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ
Δημ. Γίδας Ν Ἡρακλῆς Καλαμπάκας Ν
Νικόλαος Τσόγκας Γεώργ. Παπαθανασίου Ν
Νικόλαος Γουλινῆς Ν Περικλῆς Περρωτῆς
Ἐπ. Μαυρομμάτης Ο Ἡλίας Μαυρομιχάλης Ν
Περ. Ἀλεξάκης Ο Γεώργ. Οἰκονομόπουλος Ν
Νικολ. Σπυρακόπουλος Ν Δημ. Τερτίπης
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο Τιμολ. Ἀδαμόπουλος Ν
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Κωνστ. Ζωγλοπίτης
Χαρίλαος Διγενόπουλος Ν Γεώργιος Φραγκίδης Ν
Ἀρ. Πετροπουλάκης Ν Ἰωάννης Καζαμπάκας
Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ν Σπυρ. Παπαποστόλου
Μιχαὴλ Φωτιάδης Ν Ξενοφῶν Τσαμαγκίδης Ν
Κωνστ. Σαραφιανός Ν Ἀριστομ. Προβελέγγιος Ν
Γ. Χατζηνικολῆς Ν Ἀντ. Μάτσας
Παν. Λεβέντης Νικ. Κρίσπης Ν
Κ. Δούνης Ι. Ναυπλιώτης Ν
Γεώργ. Μέρμηγκας Ν
Γεώργ. Κόρπας Γεώργ. Σισμάνης
Τριαντάφ. Πατρίκιος Ν Δ. Φαρμάκης
Γεώργ. Θεοτόκης Ν Γεώργ. Πλατανιώτης
Μιχαὴλ Θεοτόκης Ἡλίας Ποταμιᾶνος
Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ν Μιχ. Λαμπρυνίδης Ν
Σπυρίδων Χυτήρης Ν Ι. Βοῦρτσος Ν
Γουλιέλμος Σκάρπας Α. Πετσάλης
Βασίλειος Σαμοΐλης Ν Κ. Α. Κουμουνδοῦρος
Σπυρ. Ἀγάθος Ν Κυριακ. Π. Μαυρομιχάλης
Νικόλαος Καλοσγοῦρος Ν Γ. Καπετανάκης
Κ. Χρηστόπουλος Ν Φώτιος Μοσχούλας
Παναγ. Δ. Πετρίδης Ο Ἀσημ. Χριστόπουλος
Σωτ. Κροκιδᾶς Ο Χαράλ. Κανελλόπουλος Ο
Σπ. Νοταρᾶς Ν Θάνος Μπασιᾶς
Περ. Μπεντζελόπουλος Ν Παναγῆς Τυπάλδος Ν
Δημ. Δημητριάδης Ν Θεόδ. Βελλιανίτης Ο
Ἄθως Ρωμάνος Ν Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ν
Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ν Ἀθ. Παπαθανασίου Ν
Ἀντ. Μαυροφρέατος Πέτρος Μόρης
Θεόδ. Μαρκέτος Ἰω. Γ. Ροῦφος Ν
Σπ. Ε. Στάης Ν Α. Παπαγιαννακόπουλος Ν
Διον. Καλούτσης Ἀσημάκης Θ. Ζαΐμης Ο
Παν. Χοντζόπουλος Ν Ἀντ. Ρικάκης
Νικόλαος Τσοῦχλος Ν Ἀχ. Χοϊδᾶς
Χ. Κ. Βοζίκης
Θ. Πέρρος Ν Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ν
Στέφ. Κοπανίτσας Ν Ν. Μισυρλῆς
Γεώργ. Φικιώρης Ο Ν. Καράπαυλος Ν
Μελέτιος Ρουσόπουλος Ν Γ. Ράλλης Ν
Βρασίδας Λεώπουλος Σπ. Γκεντελίνης Ν
Γεώργ. Μαυρομιχάλης Γ. Ζερβός Ν
Ἰωάννης Γιαννακίτσας Ν Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ν
Ν. Καραστέργιος Νικολ. Λεωνίδας Ν
Δημ. Πιπινόπουλος Ο Διομήδης Κυριακός
Ἰω. Γ. Λάππας Ο Α. Μαυρογορδάτος
Νικ. Μπουφίδης Ν Ἀθ. Λαδόπουλος
Περ. Βλαχωρίτης Ν Ν. Βαφειαδάκης
Εὐάγγελος Τζαρλαμπᾶς Ο Ἀντ. Βιτάλης
Γεράσιμος Φίλιππας Ν Δ. Βοκοτόπουλος
Ξενοφῶν Κυριαζῆς Ν Ι. Γκιὼν Ν
Β. Βασιλειάδης Κάρολος Βιτάλης
Ἀθαν. Εὐταξίας ἀρν.Κων. Χατζηπέτρος Ν
Ν. Τριανταφυλλάκος Ν Γ. Κανούτας Ν
Ἰω. Μανέτας Νικ. Ταρμπάκης Ν
Ἰω. Μπακόπουλος Θεόδ. Κριεμάδης
Ἡλ. Ζέγγελης Ν Γ. Ραδινός Ν
Φίλ. Βάρβογλης Ν Ἀπόστ. Ζάππας
Ἀθ. Ἰατρίβανος Ν Θ. Σαρσέντης Ν
Ἡλίας Κοσσονάκος Α. Πονηρόπουλος Ν
Γ. Ἀναστασόπουλος Ο Δ. Ἀναστασόπουλος
Γ. Νικολέδης Δ. Παπατσώρης Ν
Κ. Τρικούπης Δ. Κατσάνος
Λεων. Δεληγεώργης Ο Α. Σκαλτσοδῆμος Ν
Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος Ν. Τζανετόπουλος Ν
Δ. Λυμπερόπουλος Ν Ρ. Ροδόπουλος Ν
Γ. Λυμπερόπουλος Θεόδ. Λυμπρίτης
Περ. Μποῦτος Ν Ι. Κουντουριώτης Ν
Νικ. Τσαμαδὸς Ν Νικ. Χατζῖσκος Ο
Παντελῆς Γκίκας Ν. Καλογερόπουλος
Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης Ν Β. Βουδούρης Ν
Κ. Ἀγαθοκλῆς Ν Δ. Κριεζώτης Ν
Ι. Δ. Τσιριμῶκος Γ. Ἀβέρωφ Ο
Δημ. Κρίτσας Ο Μιλτ. Κανάρης
Α. Πλατῆς Ἀλέξ. Μ. Κανάρης Ν

§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 139. Ἐκ τούτων 114 ὑπὲρ τῆς προτάσεως, 24 κατὰ τῆς προτάσεως, καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον. Ἑπομένως ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Ναυπλιώτου. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν...

§120Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὄχι δά!

§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι τοιαύτη.

§122ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι εὐφυεστάτη ἰδέα τοῦ κυρίου Προέδρου!

§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν θέλῃ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐγὼ βεβαίως δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ καλέσω τὸν κύριον Νέγρην, ὅστις εἶχε ζητήσει τὸν λόγον· ἀλλὰ πρέπει ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ.

§124Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀπεφάσισε τίποτε ἡ Βουλή. Προτοῦ ψηφισθῇ ἡ πρότασις, εἶχε ζητήσει τὸν λόγον ὁ κ. Νέγρης, εἶχον ζητήσει καὶ ἐγὼ τὸν λόγον.

§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτέθη πρότασις καὶ ἐψηφίσθη, ὅτι ἡ Βουλὴ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Δὲν χάνει τὸ δικαίωμά του ὁ κύριος Νέγρης νὰ ὁμιλήσῃ αὔριον. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην, ὁ κ. Νέγρης θὰ ἔλθῃ νὰ λάβῃ τὸν λόγον.

§126Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱονδήποτε Ἐγχειρίδιον περὶ τακτικῆς ἐν τοῖς πολιτικοῖς σώμασιν ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, θέλει μάθει, ὅτι μετὰ ἐπερώτησιν, ἐὰν ἤθελε τεθῆ ζήτημα πρὸς ψηφοφορίαν, τίθεται εἴτε ἁπλοῦν, «ἡ Βουλὴ, ἀκούσασα τὰ λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν», εἴτε σύνθετον, τὸ ὁποῖον περιέχει ἔκφρασιν γνώμης τινὸς ἄμεσον ἢ ἔμμεσον ἐπὶ τῆς γενομένης ἐπερωτήσεως. Λοιπὸν τὸ «μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν» εἶναι τρόπος τοῦ λέγειν, δηλοῖ τὸ πέρας τῆς ἐπερωτήσεως, οὐχὶ δὲ καὶ ὑποχρέωσιν τῆς Βουλῆς, ὅπως μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, οὐδ’ ἀπαιτεῖται ἑρμηνεία πρὸς τοῦτο.

§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ οὕτως ἐξήγησα τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἐὰν Βουλὴ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην, βεβαίως θὰ ὑποκύψω εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.

§128ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ παρεκωλύετε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, διότι καὶ ὁ κ. Νέγρης καὶ ἐγὼ εἴχομεν ζητήσει τὸν λόγον προτοῦ ὁ κ. Ἀναστασόπουλος λάβῃ αὐτόν.

§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον πρὸ ἡμερῶν παρετήρησα εἰς ὑμᾶς, ἐπέρχεται· ὑμεῖς στερεῖσθε ἤδη τοῦ δικαιώματος νὰ κάμητε τὴν ἐπερώτησίν σας, σήμερον, ἐννοεῖται· αὔριον θὰ τὸ ἔχητε βεβαίως.

§130ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Διόλου· διότι κάθε στιγμὴν δύναται νὰ ὑποβάλληται τοιαύτη πρότασις πρὸς ψηφοφορίαν.

§131ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπανειλημμένως μάλιστα ἐκλήθη σήμερον νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κύριος Νέγρης.

§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, μέχρις ὅτου ὑπεβλήθη πρότασις, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ὅτι ἀρκεῖται εἰς τὰ λεχθέντα καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§133Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς κανὲν Κοινοβούλιον, οὐδὲ εἰς τὴν ἡμετέραν Βουλὴν, δὲν ἐγένετο ποτὲ τοιαύτη ἑρμηνεία. Ἐπικαλοῦμαι τὴν γνώμην τῶν κυρίων Ὑπουργῶν.

§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν γνωρίζω.

§135ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος δὲν ἔχει πεῖραν.

§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο εἶναι ἀληθές, ὅτι δὲν ὑπῆρξα ἄλλοτε Πρόεδρος· ἀλλ’ ἑρμηνεύων τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, καθ’ ὃ ἔχω δικαίωμα, ὡς Πρόεδρος, νομίζω ὅτι ἡ ἔννοια τῆς Βουλῆς εἶναι τοιαύτη. Ἐὰν ἡ Βουλὴ φρονῇ τὸ ἐναντίον, δύναται ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ ἐναντίου.

§137Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἐδώσατε πρὸ ὀλίγου, ἐδόθη παρ’ ὑμῶν διότι μετὰ πολύωρον συζήτησιν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο τοῦ χρόνου, κατὰ τὸ ὁποῖον συνήθως ἡ Βουλὴ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Βεβαίως ἡ ἑρμηνεία αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὀρθή, διότι, ὡς ὀρθῶς παρετηρήθη, ἐὰν ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως συζητεῖται ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν προκαλεῖ πολλὴν συζήτησιν καὶ μετὰ τὸ πέρας ταύτης τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις «ἡ Βουλὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν», δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ δεκτόν, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δύναται νὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν παρεμπόδισιν τῆς συζητήσεως ἄλλων ἐπερωτήσεων. Πιστεύω ὅμως, ὅτι σήμερον, ἀφοῦ ἡ ἐπερώτησις ἔλαβε τοσαύτας διαστάσεις, ὥστε ἐφθάσαμεν εἰς τὴν 8ην ὥραν, δὲν θὰ ἔχωσιν ἀντίρρησιν οἱ Κύριοι νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον ἡ ἀνάπτυξις ἄλλων ἐπερωτήσεων, καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§138Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν μελλόντων νὰ προβάλωσιν ἐπερωτήσεις, ἀλλ’ ἀνήκει εἰς αὐτούς, ὅσοι θέλουσι, νὰ παραιτηθῶσι.

§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, εἶναι προφανές, ὅτι εἶναι ἐναντία τῆς ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔδωσα, διότι καὶ ὁ ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας καὶ ὁ ἡγέτης τῆς μειονοψηφίας ἐδήλωσαν τοῦτο, καὶ ἐγὼ ὀφείλω νὰ ἐκτελέσω τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ, μεθ’ ὅλην τὴν ἀπειρίαν τῶν προεδρικῶν καθηκόντων, μοὶ ἐπιβάλλεται πάντως νὰ μὴ ἀρνηθῶ τὴν γνώμην μου, καὶ νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν γνώμην μου ταύτην, φρονῶν ὅτι αὕτη εἶναι ὀρθή· ἀλλὰ θὰ ἐκτελέσω βεβαίως τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.

§140Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω κἀμμίαν δυσκολίαν νὰ δεχθῶ ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, νὰ ἀναβάλω τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου δι’ αὔριον, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ τὸ γινόμενον ὡς κανών.

§141ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως ὄχι.

§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ εἶπεν ἤδη ἡ Βουλή.

§143ΝΕΓΡΗΣ. Μετὰ τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀναβάλλω δι’ αὔριον τὴν ἐπερώτησίν μου.

§144ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἓν μόνον παρακαλοῦμεν, νὰ μᾶς ἐγγράψητε πρώτους δι’ αὔριον.

§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Εἰσερχόμεθα λοιπὸν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἐξακολούθησις τῆς πρώτης κατ’ ἄρθρον συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως τὰ ἄρθρα 2–5).

§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).

§147Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ψηφισθῇ, ἴσως δὲ καὶ ἐφαρμοσθῇ, τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἐπεθύμουν νὰ διασαφήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου τούτου. Ἡ παράγραφος αὕτη λέγει ὅτι «ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ὑποβάλλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὰς ἀναγκαίας προτάσεις ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων, αἵτινες ἀπαιτοῦσι τὴν ἔκδοσιν Β. Διατάγματος». Ἐντεῦθεν δύο κατηγοριῶν ὑποθέσεις συνάγονται· αἱ ὑποθέσεις αἱ μὴ ἔχουσαι ἀνάγκην Β. Διατάγματος, καὶ αἱ ὑποθέσεις αἱ ἔχουσαι ἀνάγκην Β. Διατάγματος. Περὶ τῶν ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἀνάγκην Β. Διατάγματος, φρονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι καὶ ταύτας ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ ὑποβάλλει, ἀργοῦντος τοῦ Ὑπουργοῦ; Ἐννοεῖται ὅτι περὶ τῶν ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην Β. Διατάγματος, θὰ διαπράττῃ ταύτας ὁ Γενικὸς Διοικητής. Ἀλλὰ τί ὑπολείπεται πλέον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν; Ἐπεθύμουν νὰ εὐηρεστεῖτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις.

§148Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπειδὴ προτίθεμαι κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ παράσχω πάσας ταύτας τὰς πληροφορίας καὶ νὰ προβάλω ἴσως καὶ διορθώσεις καὶ τροποποιήσεις ἐπί τινων μερῶν τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀφήσωμεν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, καὶ κατὰ τὴν δευτέραν νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν περὶ ὅλων αὐτῶν.

§149Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς διὰ τὴν ἐπιφύλαξιν ταύτην σήμερον ἡ Ἀντιπολίτευσις συναινεῖ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ συζητήσεως (ἱλαρότης).

§150Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν θέλομεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου σήμερον, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ κρίνει, ἵνα ἡ συζήτησις γένηται αὔριον· ἀλλὰ δὲν στέργομεν νὰ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην περὶ τῆς ψηφίσεως τοῦ ἄρθρου 6, δι’ οὗ μεταφέρεται ἡ εὐθύνη ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ. Διὰ τοῦτο ζητοῦμεν νὰ γείνῃ ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὅπως καταδηλωθῇ ἡ γνώμη ἡμῶν καὶ μὴ ὑπέχωμεν τὴν εὐθύνην ταύτην.

§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.

§152ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀλλὰ νὰ καθήσωσιν εἰς τὰς θέσεις των οἱ κύριοι Βουλευταί.

§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία ἔχει ἕνα σκοπὸν, νὰ ἀκούωσι πάντες οἱ Βουλευταὶ καὶ τὸ κοινὸν, ποίαν ψῆφον δίδει ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν. Ἐὰν οἱ κύριοι Βουλευταὶ κρύπτωνται ὄπισθεν τοῦ Προεδρείου καὶ λέγουσι Ναὶ, ἐνδέχεται ἡ ψῆφος αὕτη νὰ μὴ ἦναι ἀληθής. Τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν· πρέπει παρρησίᾳ νὰ λέγωσι τὴν γνώμην των.

§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πάντοτε παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ καθήσωσιν εἰς τὰς θέσεις των, ἀλλὰ δὲν ἀκούουσι· δὲν δύναμαι δὲ νὰ τοὺς ἐκβιάσω νὰ καθήσωσι.

§155Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς πρὸ ὀλίγου εἶπον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι κατ’ ἀρχὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται δεκτὴ ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἐδώσατε πρὸ ὀλίγου, καὶ ἐδῶ δὲν παραδέχομαι ὡς ὀρθὸν τὸ γινόμενον, διότι πολλάκις συμβαίνει κατὰ τὴν ψηφοφορίαν νὰ ἦναι πολλοὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ὄπισθεν τοῦ Προεδρείου, κατὰ τὴν ψηφοφορίαν δὲ ταύτην καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι καλὸν εἶναι νὰ δείξῃ ἕκαστος ποίαν ἔχει γνώμην.

§156ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ἐγὼ προτίθεμαι νὰ ὁμιλήσω αὔριο ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ θὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου· ἑπομένως θὰ ἀρνηθῶ ἤδη ψήφων.

§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6 λέγουσι Ναὶ, οἱ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Περ. Ἀλεξάκη καὶ Κ. Χατζηπέτρου, ὡς ψηφολεκτῶν, καὶ εἶτα ἡ διαλογὴ, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἀνδρέας Πεταλᾶς Ν Λεων. Μελετόπουλος Ν
Γεώργιος Κυριαζῆς ἀρν.Κωνστ. Μωραϊτίνης Ν
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Εὐστάθ. Ρουσόπουλος Ν
Ἔπαμ. Ἐμπειρίκος Πέτρος Αὐγερινός
Εὐκλείδης Μπίστης Ν Χρῆστος Δαραλέξης
Δημοσθ. Καΐρης Ἀγγελος Πετραλιᾶς
Ἀνδρέας Καρατζάς Ο Νικόλαος Δαούτης
Κωνστ. Πλατούτσας Ν Παναγ. Παπαχατζῆς
Μιχαὴλ Κωτσάκος Ο Σπ. Ι. Μήλιος
Κωνστ. Γ. Καραπάνος Βασ. Μαρκεζίνης Ν
Κωνστ. Κοττίκας Νικήτας Συνοδινός Ν
Ἰωάννης Καραπᾶνος Ο Χριστόφορος Ἀσιμῆς
Εὐάγγελος Γαρουφαλιᾶς Ν Τηλέμαχος Δενδρινός Ν
Στέφανος Δραγούμης Ο Παν. Μαυροκέφαλος Ν
Νικόλαος Λεβίδης Ο Ἀλέξ. Θ. Ζαίμης Ν
Θεόδωρος Ρετσίνας Ν Θεόδ. Ζαΐμης
Φωκίων Νέγρης Ν Παν. Θ. Ζαΐμης
Νικ. Γιαννηκώστας Ν Ὄδυς. Λαμπρόπουλος
Ἔπαμ. Μ. Κανάρης Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ἀρν.Ἡρακλῆς Καλαμπάκας Ν
Θεόδ. Φλογαΐτης ἀρν.Γεώργ. Παπαθανασίου Ν
Δημ. Γ. Ράλλης Περικλῆς Περρωτῆς
Γεώργιος Βενιζέλος Ἠλίας Μαυρομιχάλης Ν
Νικ. Γουναράκης Ο Γεώργ. ΟἰκονομόπουλοςΝ
Κωνστ. Σταυρόπουλος ἀρν.Δημ. Τερτίπης Ν
Ἀλέξ. Γ. Σκουζές Τιμολ. Ἀδαμόπουλος Ν
Ἀνδρ. Στράτος Ο Κωνστ. Ζωγλοπίτης
Δημ. Καραγιάννης Ν Γεώργ. Φραγκίδης
Ἀντώνιος Καρτάλης Ν Ἰωάν. Καζαμπάκας
Κωνστ. Τοπάλης Ν Σπ. Παπαποστόλου Ν
Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ν Ξενοφῶν Τσαμαγκίδης Ν
Ἀργύριος Φιλιππίδης Ν Κωνστ. Σαραφιανᾶς
Νικόλαος Παπαϊωάννου Ν Γ. Χατζηνικολῆς Ν
Δημήτριος Γίδας Ν Παν. Λεβέντης
Νικόλαος Τσόγκας Κ. Δούνης
Νικόλαος Γουλιμῆς Ν Γεώργ. Μέρμηγκας Ν
Ἔπαμ. Μαυρομμάτης Γεώργ. Κόρπας Ν
Περ. Ἀλεξάκης Ο Τριαντάφ. Πατρίκιος Ν
Νικ. Σπυρακόπουλος Ν Γεώργ. Θεοτόκης Ν
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο Μιχαὴλ Θεοτόκης
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Ἀλκίνοος Ζερβός Ν
Χαρίλαος Διγενόπουλος Ν Σπυρίδων Χυτήρης Ν
Ἀρ. Πετροπουλάκης Ν Γουλ. Σκάρπας
Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ν Βασίλ. Σαμοΐλης Ν
Μιχαὴλ Φωτιάδης Ν Σπυρ. Ἀγάθος Ν
Γεώργ. Λιδωρίκης Νικ. Καλοσγοῦρος Ν
Γεώργ. Ἀνδρίτσος Ν Κ. Χρηστόπουλος Ν
Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος ἀρν.Παν. Δ. Πετρίδης
Μιχαὴλ Στελλάκης Ν Σωτ. Κροκιδᾶς
Κ. Παπαμιχαλόπουλος Ο Σπ. Νοταρᾶς Ν
Γεώργιος Λύρας ἀρν.Περ. Μεντζελόπουλος Ν
Ἔμμ. Ρέπουλης Ν Δημ. Δημητριάδης Ν
Δημήτριος Τσάτσος Ν Ἄθως Ρωμάνος Ν
Δημήτριος Τσιτσάρας Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ν
Κωνστ. Ζῶτος Ν Ἀντ. Μουρρερᾶτος
Γεώργ. Χατζόπουλος Θεόδ. Μαρκέτος
Διονύσιος Στεφάνου Σπ. Ε. Στάης Ν
Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ν Διον. Καλούτσης
Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας Παν. Χοντζόπουλος Ν
Γεώργ. Ρώμας Ν Νικόλαος Τσούχλος Ν
Ἀνδρ. Σπηλιάδης Θ. Πέρρος Ν
Χρ. Στεφανόπουλος Χ. Κ. Βοζίκης
Χαρίλ. Σπηλιώτης Στέφ. Κοπανίτσας Ν
Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ν Γεώργ. Φικιώρης
Μελέτιος Ρουσόπουλος Ν
Βρασίδας Λεώπουλος Ο Ἰω. Γ. Ροῦφος Ν
Γεώργιος Μαυρομιχάλης Α. ΠαπαγιαννακόπουλοςΟ
Ἰωάννης Γιαννακίτσας ἀρν.Ἀσημάκης Θ. Ζαΐμης Ο
Ν. Καραστέργιος Ἀντ. Ρικάκης Ν
Δημ. Πιπινόπουλος Ἀχ. Χοϊδᾶς
Ἰω. Γ. Λάππας Γ. ΠαπαδιαμαντόπουλοςΝ
Νικ. Μπουρίδης Ν Ν. Μισυρλῆς
Περ. Βλαχωρίτης Ν Ν. Καράπαυλος Ν
Εὐάγγ. Τζαρλαμπᾶς Ο Γ. Ράλλης Ν
Γεράσιμος Φίλιππας ἀρν.Σπ. Γκεντιλίνης Ν
Ξενοφῶν Κυριαζῆς Ν Γ. Ζερβὸς Ν
Β. Βασιλειάδης Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ν
Ἀθην. Εὐταξίας Ν Νικολ. Λεωνίδας Ν
Ν. Τριανταφυλλάκος Ν Διομήδης Κυριακὸς
Παν. Μανέτας Ο Α. Μαυρογορδᾶτος
Ἰω. Μπακόπουλος Ἀθ. Λαδόπουλος
Ἠλ. Ζέγγελης Ν. Βαρειδάκης
Φιλ. Βάρβογλης Ν Ἀντ. Βιτάλης
Ἀθ. Κατριβάνος Ν Δ. Βοκοτόπουλος
Ἠλίας Κοσσονάκος Ι. Γκιὼν Ν
Γ. Ἀναστασόπουλος Κάρολος Βιτάλης
Γ. Νικολαΐδης Κων. Χατζηπέτρος
Κ. Τρικούπης Γ. Κανούτας Ν
Διον. Δεληγεώργης Ο Νικ. Ταρπάζης
Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος Θεόδ. Κριεμάδης
Δ. Λυμπερόπουλος Ν Γ. Ραδινός Ν
Γ. Λυμπερόπουλος Ν Ἀπόστ. Ζάππας
Περ. Μποῦτος Ν Θ. Σαρσέντης Ν
Ἀρίστου. Προβελέγγιος Ν Α. Πονηρόπουλος Ν
Ἀντ. Μάτσας Δ. Ἀναστασόπουλος
Νικ. Κρίσπης Ν Δ. Παπατσώρης Ν
Ι. Ναυπλιώτης Ν Δ. Κατσᾶνος
Γεώργ. Σισμάνης Ν Α. Σκαλτσοδῆμος Ν
Δ. Φαρμάκης Ν Ν. Τζανετόπουλος Ν
Γεώργ. Πλατανιώτης Γ. Ροδόπουλος
Ἠλίας Ποταμιᾶνος Θεόδ. Λιμπρίτης
Μιχ. Λαμπρυνίδης Ν Ι. Κουντουριώτης Ν
Ι. Βοῦρτσος Ν Νικ. Τσαμαδὸς Ν
Α. Πετσάλης Παντελῆς Γκίκας Ο
Κ. Α. Κουμουνδοῦρος Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης Ν
Κυριακ. Π. Μαυρομιχάλης Κ. Ἀγαθοκλῆς Ν
Γ. Καπετανάκης Ι. Δ. Τσιριμῶκος Ν
Φώτιος Μοσχούλας ἀρν.Δημ. Κρίτσας
Ἀσημ. Χριστόπουλος Α. Πλατῆς
Χαράλ. Κανελλόπουλος Ο Νικ. Χατζῖσκος
Θάνος Μπασιᾶς Ν. Καλογερόπουλος Ν
Παναγῆς Τυπάλδος Ο Β. Βουδούρης Ν
Θεόδ. Βελλικιώτης Δ. Κριεζώτης Ν
Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ν Γ. Ἀβέρωφ Ο
Ἀθ. Παπαθανασίου Ν Μιλτ. Κανάρης
Πέτρος Μόρης Ἀλέξ. Μ. Κανάρης Ν

§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 141. Ἐκ τούτων 112 εἶπον Ναί, 20 Ὄχι, καὶ 9 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπομένως τὸ τὸ ἄρθρον 6 ἐγένετο δεκτόν. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).

§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ προσωπικῆς κρατήσεως διατάξεων.

§160ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε (θόρυβος).

§161Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.

§162Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς διακόψωμεν.

§163ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Πεταλᾶς ὑπέβαλεν ἔνστασιν ἀπαρτίας.

§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν τὴν συνεδρίασιν διὰ νὰ ἐπαναλάβωμεν αὐτὴν ὥρᾳ 9½.

§165ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.

§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε, κύριε Πεταλᾶ;

§167ΠΕΤΑΛΑΣ. Παραιτοῦμαι.

§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πεταλᾶς ἀποσύρει τὴν ἔνστασίν του.

§169ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν δύναται νὰ τὴν ἀποσύρῃ.

§170ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἀφοῦ διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, ἀποσύρω τὴν ἔνστασίν μου.

§171ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι, δὲν δύναται. Θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος ἅμα τῇ ἐπανόδῳ τῶν κυρίων Βουλευτῶν (θόρυβος καὶ διάλογοι). (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 40′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 15′ μ. μ.)

§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε εἰς τὰς θέσεις σας, παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταί. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ προσωπικῆς κρατήσεως διατάξεων. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;

§173ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται περὶ ἄλλου ἀντικειμένου, πρὶν ἢ ἀκόμη συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Πρὶν διακοπῇ ἡ συνεδρίασις προετάθη ἔνστασις ἀπαρτίας παρὰ τοῦ κ. ἐξ Ἁγυιᾶς Βουλευτοῦ...

§174ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Τὴν ἀνεκάλεσεν.

§175ΑΛΕΞΑΚΗΣ. .. Ὁ δὲ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐβεβαίωσεν, ὅτι θὰ ἀρχίσωμεν μετὰ τὴν διακοπὴν ἀπὸ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου.

§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως!

§177ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μάλιστα.

§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἤκουσα νὰ βεβαιώσῃ τοιοῦτόν τι.

§179ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Βεβαίως.

§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἤκουσα. Ἀλλ’ ἐὰν ὑποβάλλετε ἔνστασιν, βεβαίως θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.

§181ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι, δὲν ἔχω σκοπὸν ἐγώ· ἀλλὰ νομίζω ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ τάξις.

§182Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων εἶναι ἡ ἑξῆς. Ὅτε ὑπεβλήθη ἡ ἔνστασις ἀπαρτίας, ἐπέμενόν τινες, ὅπως προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου· ἐπειδὴ εἶχεν ἐν τούτοις ἀναγγελθῆ ἡ διακοπὴ, ἐλέχθη ὅτι, ἐὰν ἐπιμένῃ ὁ ὑποβαλὼν τὴν ἔνστασιν, θὰ γείνῃ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἐπαναλήψεως. Ἑπομένως, ἐὰν νομίζει ὁ κύριος Βουλευτὴς, ὁ ὑποβαλὼν τὴν ἔνστασιν, ἢ ἄλλος τις, ὅτι πρέπει νὰ προβάλῃ ἔνστασιν ἀπαρτίας, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου.

§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅτε ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προέβαλε τὴν διακοπὴν, τότε μοὶ ἀνηγγέλθη, ὅτι ὁ κύριος Πεταλᾶς εἶχε προτείνει ἔνστασιν ἀπαρτίας, ἣν ἐγὼ δὲν εἶχον ἀκούσει...

§184Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Καὶ τὴν ἀνεκάλεσε.

§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. .. Τότε ἠρώτησα τὸν κύριον Πεταλᾶν, ἂν ἐπιμένῃ, καὶ ὁ κ. Πεταλᾶς μοὶ ἀπήντησεν ὄχι.

§186ΖΩΤΟΣ. Εἶπε «παραιτοῦμαι».

§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Παραιτοῦμαι», μάλιστα.

§188ΖΩΤΟΣ. Οὕτω πως ἀντελήφθημεν ὅλοι.

§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶχον ἀκούσει, ὅτι εἶχεν ὑποβάλει ἔνστασιν.

§190ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ διαφωνήσω πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασε πρὸς τὴν Βουλήν. Τὸ πρᾶγμα ἔχει ἄλλως. Πρὶν ἢ ἀκόμη προταθῇ ἡ διακοπὴ τῆς συνεδριάσεως ὁ κ. ἐξ Ἀγυιᾶς Βουλευτὴς ὑπέβαλεν ἔνστασιν ἀπαρτίας...

§191ΦΩΝΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι! ὄχι!

§192ΑΛΕΞΑΚΗΣ. .. Τότε δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι διακόπτομεν ἤδη.

§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.

§194ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ μετὰ τὴν διακοπὴν, εἶπεν, ἀρχόμεθα ἀπὸ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου.

§195ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καὶ ὁ κ. ἐξ Ἀγυιᾶς Βουλευτὴς ἀνεκάλεσεν.

§196ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τοῦτο εἶναι ἀληθές. Ἀλλὰ δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἀνακαλέσῃ. Λοιπὸν νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶχεν ὑποχρέωσιν, μόλις προετάθη ἔνστασις ἀπαρτίας, ἢ ἠγέρθη ὑπόνοια τοιαύτη παρά τινος Βουλευτοῦ, νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Ταῦτα ἐγένοντο κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, καὶ νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναγνώσῃ τὸν κατάλογον.

§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Διὰ νὰ ἤμεθα ἐν τάξει καὶ πρὸ πάντων διὰ νὰ ἦναι ἐν τάξει τὸ Προεδρεῖον, ὀφείλει νὰ δηλώσῃ τὸ ἑξῆς ὁ Πρόεδρος, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε ὑμεῖς, δυνατὸν νὰ ἦναι τὸ ἀληθὲς, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι ἐγὼ δὲν ἀντελήφθην ὅτι ἐπροτάθη τοιαύτη ἔνστασις, διότι τῇ στιγμῇ ἐκείνῃ ἐγένετο θόρυβος. Ὅτε δ’ ἐγένετο συζήτησις περὶ τῆς διακοπῆς, εἷς τῶν κυρίων Βουλευτῶν εἶπεν, ὅτι ὁ κύριος Πεταλᾶς ὑπέβαλεν ἔνστασιν ἀπαρτίας· τότε ἠρώτησα τὸν κ. Πεταλᾶν, ὁ ὁποῖος ἀπεκρίθη, ὅτι παραιτεῖται τῆς ἐνστάσεως. Ἐπειδὴ ὅμως ὑμεῖς ἀμφισβητεῖτε τὸ γεγονὸς, ἐγὼ βεβαίως θέλω προβῆ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου.

§198ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ κἀνὲν γεγονός. Ἐγὼ εἶπον τὰ πράγματα ὡς συνέβησαν. Ὅ,τι θέλετε, κάμετε.

§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ ἐγείρεται ἀμφισβήτησις, θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τῶν βουλευτῶν Περ. Ἀλεξάκη καὶ Κ. Χατζηπέτρου. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).

§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες Βουλευταὶ 125. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ προσωπικῆς κρατήσεως διατάξεων»;

§201ΜΙΧ. ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Μετὰ τὴν τόσῳ ἰσχυρὰν ἀντίδρασιν, ἥτις παρετηρήθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν καὶ αὖθις φερομένου νομοσχεδίου, ἐνόμιζον, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργὸς ἤθελεν ἀποσύρει τοῦτο, πειθόμενος περὶ τοῦ ἀλυσιτελοῦς καὶ ἀσυμφόρου αὐτοῦ. Ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιμένει καὶ θέλει νὰ καταστήσῃ νόμον τοῦ Κράτους νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου αἱ συνέπειαι, ἐπιψηφιζομένου τυχὸν, βεβαίως ἔσονται ὀλεθριώταται εἰς τὸν ἐμπορικὸν ἡμῶν κόσμον, τὸν ὁποῖον κυριολεκτικῶς θέλει ἀναστατώσει. Καὶ ἂν προέκειτο, Κύριοι, περὶ γενικῆς τινος ἀρχῆς, περὶ θεμελιώδους τινὸς ἰδέας, περὶ ὁλοσχεροῦς τουτέστι καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης θὰ μοὶ ἦτο σεβαστὴ, καὶ ἡ ἐπιμονὴ αὐτοῦ πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου καταληπτή πως. Ἤθελον δὲ τότε καὶ ἐγὼ περιορισθῆ νὰ ὑποβάλω ἐρωτήματά τινα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐκ δὲ τῶν ἀπαντήσεων αὐτοῦ ἐπὶ τῶν ἐρωτημάτων ἐκείνων ἤθελε δυνηθῆ νὰ μορφώσῃ ἀσφαλῆ γνώμην ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ λυσιτελοῦς ἢ ἀσυμφόρου τῆς καταργήσεως. Ἤθελον π. χ. ἐρωτήσει τότε τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν περὶ τῆς ἐνημερότητος τῆς παρ’ ἡμῖν Δικαιοσύνης, καὶ ἂν αὕτη δύναται ν’ ἀνταποκρίνηται εἰς τὰς δικαίας καὶ εὐλόγους ἀξιώσεις τοῦ ἐμπορικοῦ ἡμῶν κόσμου περὶ τῆς ταχείας, ὅσον ἔνεστιν, ἐκδικάσεως τῶν ἐμπορικῶν διαφορῶν. Ἤθελον παρακαλέσει τότε τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ὑφίστανται καὶ παρ’ ἡμῖν ἐμπορικὰ σωματεῖα, οἷον ἐμπορικοὶ σύλλογοι ὠργανωμένοι καὶ ἐπιμελητήρια, ἐὰν ἐμορφώθησαν ἤδη καὶ ἔθιμα τοιαῦτα παρὰ τῷ ἐμπορικῷ ἡμῶν κόσμῳ, τὰ ὁποῖα, ἀλλαχοῦ ὑφιστάμενα, εἰσὶν ἱκανὰ αὐτὰ καὶ μόνα νὰ προστατεύωσι τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν καλὴν πίστιν κατὰ τῶν δολιοτήτων καὶ τῶν κακοπιστιῶν, τῶν ἀναφαινομένων ἐν αὐτῷ. Ἤθελον ἐπὶ τέλους παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸ ἑξῆς ἐρώτημα: πόθεν ἔχει ἐνδεδειγμένην τὴν ἀνάγκην περὶ καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως; πότε δὲ καὶ πῶς ἐξεφράσθη τὸ δημόσιον παρ’ ἡμῖν φρόνημα περὶ τοῦ θεσμοῦ τούτου; Διότι, Κύριοι, οἱ νόμοι καταργοῦνται ἢ ὅταν περιπέσωσιν εἰς ἀχρηστίαν, ὅτε ὁ νομοθέτης παρεμβαίνων ἐκπληροῖ ἁπλῶς χρέη νεκροθάπτου ἀχρήστων καὶ νεκρῶν νόμων, ἢ ὅταν τοῦτο ἐνδείκνυται ὑπὸ τοῦ δημοσίου φρονήματος ὡς κοινωνικὴ ἀνάγκη. Διότι, ὅπως ἡ δημιουργία νόμου τινὸς πρέπει νὰ ᾖναι ἀπόρροια ἀληθὴς καὶ πραγματικὴ τοῦ δημοσίου φρονήματος, ἐνδεδειγμένη κοινωνικὴ ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν ὁ νομοθέτης παρεμβαίνων κανονίζει κατὰ τὸν λυσιτελέστερον τρόπον, οὕτω καὶ ἡ κατάργησις ἢ μεταρρύθμισις νόμου τινὸς πρέπει νὰ ἐνδείκνυται ὑπὸ τοῦ δημοσίου φρονήματος, ὡς μέτρον ὠφέλιμον κοινωνικῶς, μάλιστα δὲ προκειμένου περὶ θεσμοῦ ἀπὸ μακροῦ χρόνου διέποντος μέγιστα καὶ ποικίλα κοινωνικὰ συμφέροντα, οἷος ὁ θεσμὸς περὶ προσωπικῆς κρατήσεως. Θ’ ἀπεδείκνυον δὲ τότε, ὅτι οὐδετέρα τῶν ἀναγκαίων τούτων προϋποθέσεων πρὸς κατάργησιν ἢ μεταρρύθμισιν νόμου τινὸς ὑφίσταται. Τοῦτο δ’ ἄλλως ἀναμφισβητήτως κατέδειξαν αἱ ἐν πλήθει ἀνακοινωθεῖσαι ἡμῖν ὑπὸ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς ἀναφοραὶ καὶ διαμαρτυρίαι ἔκ τε τῶν πρωτευουσῶν καὶ τῶν δευτερευουσῶν ἐμπορικῶν πόλεων κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ὡς εἶπον ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας μου, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου δὲν ἐπιδιώκεται ἡ ὁλοσχερὴς κατάργησις τοῦ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως θεσμοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠρκέσθη καὶ διὰ τῆς αἰτιολογικῆς αὑτοῦ ἐκθέσεως καὶ διὰ τῶν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὁμιλιῶν του εἰς ἀρὰς καὶ ἀναθέματα κατὰ τοῦ θεσμοῦ, ἐχαρακτήρισεν αὐτὸν ὡς βάρβαρον καὶ ἀπάνθρωπον, (καίπερ τοῦ θεσμοῦ τούτου ἔχοντος νὰ ἐπιδείξῃ τίτλους ζωῆς καὶ λειτουργίας ἐν τοῖς μᾶλλον φιλελευθέροις πολιτεύμασι καὶ τοῖς μᾶλλον πεπολιτισμένοις λαοῖς) ἠρκέσθη, λέγω, νὰ καταθεματίσῃ καὶ καθυβρίσῃ τὸν θεσμὸν, ἀλλ’ ὡμολόγησε συγχρόνως, ὅτι κοινωνικαὶ ἀνάγκαι ἐπιβάλλουσιν ἡμῖν τὴν διατήρησιν αὐτοῦ, ὡς χρησίμου καὶ ἀναγκαίου. Ἀλλὰ τί λοιπὸν ζητεῖται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου; Ἐάν τις ἐπιπολαίως ἐξετάσῃ τὰ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου ἀναφερόμενα, καὶ πιστεύσῃ ἀπολύτως εἰς τὰς προφορικὰς δηλώσεις, τὰς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ νομοσχεδίου σκοπεῖται ἁπλῶς ὁ περιορισμὸς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως μόνον κατὰ τῶν κατ’ ἐπάγγελμα ἐμπόρων καὶ διὰ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῶν τὰς ἐκ τῶν ἐμπορικῶν αὐτῶν πράξεων πηγαζούσας. Ἀλλ’ ἐάν τις ἐντείνῃ τὴν προσοχὴν αὑτοῦ, καὶ ἂν βαθύτερον καὶ ἐταστικώτερον ῥίψῃ τὸ βλέμμα εἰς τὰ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ τοῦ νομοσχεδίου ἐκθέσει ἀναφερόμενα, θέλει πεισθῆ, ὅτι ἀληθὴς σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι νὰ ἀπαλλάξῃ τοὺς μὴ ἐξ ἐπαγγέλματος ἐμπόρους ἐκ τῶν συνεπειῶν, ἃς συνεπάγονται αἱ παρ’ αὐτῶν ἐνεργούμεναι φύσει ἐμπορικαὶ πράξεις, θέλει ἀνακαλύψει, ὅτι ἄλλος εἶναι ὁ ἀληθὴς, πραγματικὸς καὶ κύριος σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, σκοπὸς ὅλως ἀνάξιος νὰ δημιουργήσῃ τόσας δυσκολίας εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ νὰ ἀπασχολήσῃ ἔστω καὶ ἐπὶ τέταρτον ὥρας ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί. Σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι ἡ πλήρωσις ἐνδεδειγμένης κοινωνικῆς ἀνάγκης· τὸ δημόσιον φρόνημα, ἡ κοινὴ γνώμη παρ’ ἡμῖν οὐδέποτε ἐξεδηλώθη κατὰ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως τῶν μὴ ἐξ ἐπαγγέλματος ἐμπόρων, ἀλλ’ ἐνεργούντων ἐν τούτοις πράξεις φύσει ἐμπορικὰς, ἐμπορικωτάτας. Οὐδὲ ὑπῆρξε πρὸς τοῦτο εὔλογός τι αἰτία καὶ ἀφορμή. Καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου οὐδεμία ἀπαντᾷ ἀληθὴς καὶ λογικὴ αἰτιολογία τοῦ φαινομενικοῦ τούτου σκοποῦ τοῦ νομοσχεδίου, οὐδεὶς δικαιολογικὸς λόγος τοῦ σκοποῦ τούτου ἀπαντᾷ ἐν αὐτῇ, ὁ δὲ ἐν αὐτῇ ἀναφερόμενος, ἂν ἀληθῶς ἀφορᾷ εἰς τὸν φαινομενικὸν τοῦτον σκοπὸν, ὁ λόγος οὗτος, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι παρασάγγας ὅλους ἀπέχει τῆς ἀληθείας καὶ τῆς λογικῆς, ὅτι εἶναι αὐτόχρημα παραλογισμός! Καὶ διὰ νὰ μὴ ὑποληφθῶ καὶ πρὸς στιγμὴν ἔτι, ὅτι ἀνακριβῆ ἢ ὑπερβολικὰ λέγω, σᾶς παρακαλῶ μετὰ συντόνου προσοχῆς νὰ μὲ ἀκολουθήσητε, ἀναγινώσκοντα τὴν αἰτιολογικὴν τοῦ νομοσχεδίου ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, τουτέστιν ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου, διότι τὸ πρῶτον ἄρθρον αὐτοῦ εἶναι τὸ ὅλον τοῦ νομοσχεδίου τούτου, αὐτὸ περιέχει τὴν σκοπουμένην μεταρρύθμισιν (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ προσωπικὴ κράτησις ἐξ ἐμπορικῶν ὑποχρεώσεων δὲν δύναται ν’ ἀπαγγελθῇ, εἰμὴ κατ’ ἐμπόρων, οὐχὶ δὲ κατὰ παντὸς ἄλλου προσώπου, μὴ μετερχομένου τὴν ἐμπορίαν, ἐνεχομένου δ’ ἁπλῶς ἐξ ἐμπορικῆς σχέσεως· διότι, ἂν ἡ ὁλοσχερὴς κατάργησις τοῦ θεσμοῦ ἐπὶ ἐμπορικῶν ὑποθέσεων δὲν ἔτυχεν εἰσέτι τῆς ψήφου πάντων τῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀσχοληθέντων, διότι κατά τινας τούτων αἱ ἀνάγκαι τῆς ἐμπορίας ὑπαγορεύουσι τὴν διατήρησιν τοῦ θεσμοῦ ὡς στοιχείου πίστεως τῶν μετερχομένων αὐτὴν, λόγῳ ὅτι ἡ ἀπειλὴ καὶ μόνη τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας ἐξαναγκάζει αὐτοὺς συνήθως εἰς πλήρωσιν τῶν ἐμπορικῶν ὑποχρεώσεων, οὐχ ἧττον ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ῥηθέντος μέτρου ἥκιστα δικαιολογεῖται κατὰ προσώπων ξένων τῆς ἐμπορίας, ἅτινα πολλάκις, ὑπὸ τὸ κράτος τῆς πιέσεως τοκογλύφου καὶ τῆς ἰδίας συγχρόνως ἀκατασχέτου ὁρμῆς πρὸς τὴν σπατάλην, δὲν διστάζουσι νὰ προεξοφλήσωσι τὴν προσωπικὴν αὑτῶν ἐλευθερίαν κλπ.» Οὗτοι εἶναι οἱ λόγοι οἱ προβαλλόμενοι πρὸς δικαιολογίαν τοῦ νομοσχεδίου. Κατὰ τὴν αἰτιολογικὴν λοιπὸν ἔκθεσιν, ὁ μὴ κατ’ ἐπάγγελμα ἔμπορος, ὁ ἐνεργῶν ἐν τούτοις φύσει ἐμπορικὴν πρᾶξιν, ἐξ ἐκείνων, ἃς ἀναγράφουσι τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3 τοῦ ἀπὸ 2 Μαΐου 1835 Β. Διατάγματος περὶ ἁρμοδιότητος τῶν Ἐμποροδικείων, ὁ ἐνεργῶν, λέγω, τοιαύτην πρᾶξιν δὲν πρέπει νὰ ὑπάγηται διὰ τὰς ἐκ τῆς πράξεως ταύτης ὑποχρεώσεις του εἰς προσωπικὴν κράτησιν· καὶ ἂν ἡ ἀξία, ἡ σημαντικότης τῆς πράξεως ταύτης ὑπερβαίνῃ πάσας ὁμοῦ, ἐν συνόλῳ λαμβανομένας, τὰς πράξεις ἐμπόρου τινὸς κατ’ ἐπάγγελμα, τὰς καθ’ ὅλον αὐτοῦ τὸν ἐμπορικὸν βίον ἐνεργηθείσας, δὲν πρέπει, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, νὰ ὑπόκειται οὗτος εἰς προσωπικὴν κράτησιν, πρέπει νὰ καταργηθῶσι δι’ αὐτὸν πᾶσαι αἱ ἐγγυήσεις, αἱ ἀσφάλειαι, αἱ μέχρι τοῦδε ὑπὸ τοῦ νόμου διδόμεναι εἰς τοὺς μετ’ αὐτοῦ συναλλαττομένους, διατί; ἠκούσατε τὸ διατί· διότι ὁ μὴ ἔμπορος, ὁ τοιαύτας ἐνεργῶν πράξεις, εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν πίεσιν τοῦ τοκογλύφου, διότι ὁ τοιαύτας σημαντικὰς πράξεις ἐνεργῶν διατελεῖ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἰδίας ἀκατασχέτου ὁρμῆς πρὸς τὴν σπατάλην! Αὕτη εἶναι ἡ αἰτιολογία τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ διὰ νὰ κατασταθῶ καταληπτὸς, ὅσον ἔνεστι, φέρω παραδείγματά τινα. Ὑποθέσατε πλούσιόν τινα ἐπιχειρηματίαν, κατερχόμενον εἰς Πειραιᾶ καὶ ἀγοράζοντα φορτίον σίτου ἢ ζακχάρεως ἢ καφὲ ἢ ὀρύζης, καὶ ἀγοράζοντα ἐπὶ σκοπῷ μεταπωλήσεως ἐπὶ κέρδει. Ὁ Κύριος οὗτος, αὐτὸς ὁ μέγας ἐπιχειρηματίας, δὲν πρέπει κατὰ τὴν μνησθεῖσαν αἰτιολογίαν νὰ ὑπόκειται εἰς προσωπικὴν κράτησιν, δυστροπῶν νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ἐκ τῆς πράξεως ταύτης ὑποχρεώσεις του, διότι κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν πίεσιν τοῦ τοκογλύφου καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἀκατασχέτου ὁρμῆς πρὸς τὸ σπαταλᾶν! Ἂν ἕτερός τις ἀγοράσῃ πλοῖον, ἢ ναυπηγήσῃ τοιοῦτον, ἡ πρᾶξίς του αὕτη, κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε κρατοῦντα, θεωρεῖται ὡς πρᾶξις φύσει ἐμπορικὴ, καὶ χάριν τῆς ναυτιλίας καὶ ἐπὶ προστασίᾳ αὐτῆς ἐπάγεται προσωπικὴν κράτησιν κατὰ τοῦ δυστροποῦντος νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ἐκ τῆς τοιαύτης πράξεως ὑποχρεώσεις του. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει: «Μὴ, πρὸς Θεοῦ! ἄφετε τὸν δυστυχῆ αὐτὸν ἄνθρωπον· αὐτὸς ἐνεργεῖ ὑπὸ τὴν πίεσιν τοῦ τοκογλύφου, ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀκατασχέτου αὐτοῦ ὁρμῆς πρὸς τὸ σπαταλᾶν»! Ἂν ἕτερός τις ἐνεργήσῃ κολλυβιστικὴν ἢ τραπεζιτικὴν πρᾶξιν ἐξ ἑκατομμυρίων δραχμῶν, πρᾶξιν δηλαδὴ φύσει ἐμπορικὴν, κατὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν πρέπει καὶ αὐτὸς νὰ ὑπόκειται εἰς προσωπικὴν κράτησιν, διότι κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς τὴν πρᾶξιν αὐτὴν ὠθεῖται ὑπὸ τοῦ μισητοῦ τοκογλύφου, ἤχθη εἰς αὐτὴν ὑπὸ τῆς ἀκατασχέτου αὐτοῦ ὁρμῆς πρὸς τὴν σπατάλην, ὁ πολυμήχανος οὗτος ἐπιχειρηματίας! Ἐκ τῆς προσωπικῆς τοῦ πολυμηχάνου τούτου ἐπιχειρηματίου κρατήσεως γεννᾶται, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, σκάνδαλον ἐν τῇ κοινωνίᾳ, καὶ ἐγείρεται κατακραυγὴ, καταξεσχίζουσα τὰ ὦτα αὐτοῦ καὶ συγκινοῦσα τὴν ψυχήν του! Ἀλλὰ δὲν συγκινεῖ ἐν τούτοις τὴν εὐαίσθητον αὐτοῦ καρδίαν ἡ προσωπικὴ κράτησις μικρεμπόρου τινὸς κατ’ ἐπάγγελμα, δὲν τὴν συγκινεῖ ἡ προσωπικὴ κράτησις ἑνὸς λαχανοπώλου ἢ ὀπωροπώλου, ἀγοράζοντος καὶ μεταπωλοῦντος ὀπώρας! Καὶ τολμῶσι νὰ λέγωσι, δυνάμει τούτου τοῦ τραγελάφου, ὃν θέτουσι πρὸ ἡμῶν, ὅτι ἐπιζητοῦσι τὴν κατάργησιν ἢ τὸν περιορισμὸν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἐντὸς ὁρίων λογικῶν, ἵνα προκαλῶσι τὰς ἐπιδοκιμασίας κακοπίστων τινῶν, μὴ θελόντων νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις των, ἢ ἄλλων ἀκρίτων, ἀσυνειδήτως ἐλευθεριαζόντων! Τοιαύτη εἶναι, Κύριοι, ἡ αἰτιολογία τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ ἀπεδείχθη, νομίζω, ὅτι οὐδὲν ἀνακριβὲς, οὐδὲν ὑπερβολικὸν εἶπον. Κατέδειξα ὄντως, ὅτι αἱ αἰτιολογίαι τοῦ νομοσχεδίου εἶναι σαθραὶ καὶ ἕωλοι, ἵνα μὴ εἴπω τι χεῖρον, κατέδειξα ὅτι ἀληθὴς σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι οὔτε δύναται νὰ ᾖναι αὐτὸς, τὸν ὁποῖον προβάλλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἄλλος εἶναι ὁ ἀληθὴς σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἔπρεπεν ἀπροκαλύπτως νὰ τὸν εἴπῃ. Ἀλλ’ ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐτόλμησε νὰ τὸν εἴπῃ, ἐγὼ ἀπροκαλύπτως καὶ ἀπεριστρόφως θὰ τὸν εἴπω, διότι ὀφείλω νὰ τὸν εἴπω, κηδόμενος τοῦ ἐμπορίου τοῦ παρ’ ἡμῖν, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν πίεσιν μυρίων ὅσων κακῶν, καὶ δὲν πρέπει νὰ προσθέσωμεν καὶ ἕτερον. Ὁ ἀληθὴς σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι ἡ προστασία νέων τινῶν ἀπερισκέπτων καὶ ἀσώτων, περιπεσόντων εἰς χρέη ἐκ συναλλαγματικῆς, καὶ χάριν τοῦ σκοποῦ τούτου, τοῦ ἀναξίου, ὡς εἶπον, νὰ ἀπασχολήσῃ καὶ ἐπὶ τέταρτον ὥρας τὸ νομοθετικὸν σῶμα, καλεῖσθε νὰ φέρητε ψῆφον ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διὰ νὰ διασαλεύσητε τελείως τὴν ἐμπορικὴν ἡμῶν τάξιν. Τρία ἢ τέσσαρα, Κύριοι, περιστατικὰ τοιαῦτα, λαβόντα χώραν παρ’ ἡμῖν, ἔδωσαν τὸ ἐνδόσιμον εἴς τινας ἐνδιαφερομένους νὰ μεριμνήσωσι περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν ἀπερισκέπτων τούτων νέων ἀπὸ τῶν ἐκ συναλλαγματικῆς χρεῶν αὐτῶν, καὶ μεριμνῶντες περὶ τῶν μέσων τῶν προσφόρων πρὸς τὸν σκοπόν των τοῦτον, εὗρον ὅτι τὸ προσφορώτερον εἶναι νὰ ἐκστρατεύσωσιν ἐμμέσως κατὰ τῆς συναλλαγματικῆς, δυνάμει τῆς ὁποίας ἐφείλουσιν οἱ ἄσωτοι οὗτοι. Καὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἔπεισαν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐν τῇ προθυμίᾳ αὐτοῦ ἴσως, ἵνα μὴ καθυστερήσῃ τῶν κυρίων συναδέλφων του ἐν τῷ μεταρρυθμιστικῷ αὐτῶν ἔργῳ, ἔπεισαν, λέγω, τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀποδεχθῇ τὰς γνώμας των καὶ νὰ εἰσηγήσηται ἐνώπιον ὑμῶν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ὅπως ἐπιτύχωσι τοῦ σκοποῦ των τούτου οἱ ἐνδιαφερόμενοι, εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ προβῶσιν εἰς ἀληθὲς νομικὸν πραξικόπημα, ἀπογυμνοῦντες σπουδαιοτάτας ἐμπορικὰς πράξεις τῶν νομίμων αὐτῶν ἐγγυήσεων καὶ συνεπειῶν. Ὁ σκοπὸς αὐτῶν δὲν ἦτο δυνατὸν ἄλλως νὰ ἐπιτευχθῇ ἢ διὰ τῆς ἐξουδετερώσεως τῆς ἰσχύος τῆς συναλλαγματικῆς, δυνάμει τῆς ὁποίας ἐδανείσθησαν τὰ ἔντιμα ἐκεῖνα ὑποκείμενα. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξουδετερωθῇ ἡ δύναμις τὴν συναλλαγματικῆς, ἥτις, ὡς γνωστόν, εἶναι πρᾶξις φύσει ἐμπορική, ἔπρεπε συγχρόνως καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι φύσει ἐμπορικαὶ πράξεις, ὧν πρὸ μικροῦ ἐμνήσθην, καὶ ἐν παραδείγμασι τινὰς τούτων ἀνέφερα, νὰ ὑποστῶσι τὴν αὐτὴν τύχην τῆς συναλλαγματικῆς, αἰρομένων πασῶν τῶν ἐγγυήσεων καὶ ἀσφαλειῶν, δι’ ὧν περιεβάλλοντο ὑπὸ τοῦ νόμου μέχρι τοῦδε. Καὶ οὕτω συντελεῖται τὸ νομικὸν πραξικόπημα! Καὶ ἐντεῦθεν, Κύριοι, πάντα τὰ ἄτοπα καὶ ἔκτροπα, τὰ καινοφανῆ καὶ παράδοξα, τὰ ὁποῖα ἐξέθηκα πρὸς ὑμᾶς, ὡς προκύπτοντα ἐκ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐντεῦθεν οἱ τόσοι νομικοὶ καὶ λογικοὶ σολοικισμοί, οὓς ἐπίσης κατέδειξα πρὸς ὑμᾶς, νὰ διατηρῶμεν δηλονότι τὴν προσωπικὴν κράτησιν διὰ τὸν λαχανοπώλην, διὰ τὸν πωλητὴν βελονῶν, νὰ καταργῶμεν δὲ ταύτην διὰ τὸν μέγαν, τὸν πολυμήχανον ἐπιχειρηματίαν, τὸν μὴ ἐξ ἐπαγγέλματος μὲν ἔμπορον, ἀλλ’ ἐνεργοῦντα κατὰ χρονικὰ διαστήματα μεμακρυσμένα σπουδαιοτάτας φύσει ἐμπορικὰς πράξεις. Χάριν τῶν ἐντίμων αὐτῶν ὑποκειμένων, χάριν τῶν ἀπερισκέπτων ἐκείνων νέων θέλετε νὰ συγκλονήσητε ἐκ βάθρων τὴν ἀρκούντως σεσαλευμένην ἐμπορικὴν τάξιν...

§202ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Χάριν τῶν δυστυχῶν χωρικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔγειναν ἕρμαιον τῶν τοκογλύφων.

§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε!

§204ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Δέχομαι διακοπάς, διότι θὰ ἔχω πάντοτε ἑτοίμην τὴν ἀπάντησιν... Χάριν αὐτῶν, κύριε Βουλευτά, οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια, περὶ αὐτῶν οὐδαμῶς προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον. Τοὐναντίον τὴν γεωργικὴν πίστιν τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ γεωργῶν τελείως ἠθέλατε καταστρέψει διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐὰν δὲν διετηροῦντο τὰ προνόμια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, παρ’ ἧς δανείζονται ἐπὶ τριτεγγυήσει. Καταργεῖτε διὰ τοὺς μεγάλους ἐπιχειρηματίας, διὰ τοὺς πολυμηχάνους ἐπιχειρηματίας τὴν προσωπικὴν κράτησιν, ἀλλὰ δὲν ἐννοεῖτε νὰ καταργήσητε αὐτὴν καὶ διὰ τοὺς ἐκμισθωτὰς ἀγροτικῶν κτημάτων, τοὺς προσφέροντας ὡς ἐγγύησιν τὴν προσωπικὴν αὑτῶν ἐλευθερίαν. Οὐδὲν λοιπὸν πράττετε ὑπὲρ τῶν χωρικῶν, ὑπὲρ ὧν εἶπεν ὅτι μεριμνᾶτε ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, καὶ οὐδὲν πράττετε, διότι οὐδὲν ἐσκοπεῖτε διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ πράξητε ὑπὲρ τῶν ἀξίων προστασίας.

§205ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε!

§206ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Τότε ἂς καταργηθῇ ὁλόκληρος ὁ θεσμός.

§207ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου· λίαν ἄλλως εὐχαρίστως θὰ ἀπεδεχόμην τοιοῦτόν τι, ὑπό τινας λογικοὺς καὶ ἀναγκαίους ὅρους, παρὰ τὸν νομικὸν τοῦτον σολοικισμόν, ὃν θέλετε νὰ δημιουργήσητε. Ἐδῶ, ὡς εἶπον, ὑπάρχει εἷς κεκαλυμμένος, κρύφιος σκοπός, ὑποβληθεὶς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ γενόμενος παρ’ αὐτοῦ δεκτὸς διὰ πρόσωπά τινα.

§208ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὡρισμένα πρόσωπα!... Τί μὲ ἀγριοκυττάζετε, κύριε Πρόεδρε;

§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς ἀγριοκυττάζω, ἀλλὰ σᾶς λέγω, νὰ καθορίζητε τοὺς λόγους σας. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγητε, ὅτι ὁ νόμος γίνεται δι’ ὡρισμένα πρόσωπα.

§210ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως γίνεται χάριν ὡρισμένων προσώπων.

§211ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Ἐγὼ εἶπον ἀορίστως, καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι χάριν ἀπερισκέπτων καὶ ἀσώτων τινῶν νέων, οὓς βεβαίως δὲν γνωρίζω, καὶ τούτους ἐννοεῖ καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου.

§212ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Οἱ ὁποῖοι ἐξεπατρίσθησαν.

§213ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Ὥρα τους καλή! Δὲν εἶναι ἄξιοι νὰ ἀπασχολῶσιν οὔτε τὴν Βουλὴν, οὔτε ἐμὲ, οἱ ἄσωτοι αὐτοί, οἱ τρέχοντες ὄπισθεν τῆς ἡδονῆς καὶ τῆς κραιπάλης! Ἂς μεριμνήσωσι περὶ αὐτῶν οἱ γονεῖς καὶ οἱ ἐπιμεληταί των. Ὑπάρχουσι νόμοι προνοοῦντες περὶ τῶν τοιούτων. Χάριν λοιπὸν τῶν ἐντίμων ἐκείνων ὑποκειμένων πρόκειται ἡ συναλλαγματική, τὸ σπουδαιότατον καὶ κυριώτατον τοῦτο ὄργανον τῆς ἐμπορικῆς κινήσεως καὶ τῆς δημοσίας πίστεως, νὰ καταστῇ χάρτης ἄγραφος! Ἐὰν δὲ σήμερον ὑπόθεσίς τις δικαστικὴ ἐμπορικὴ, ἔστω καὶ συναλλαγματικὴν ἢ γραμμάτιον εἰς διαταγὴν ἔχουσα ἀντικείμενον, ἵνα περατωθῇ, χρήζει καὶ χρόνου μακροῦ, παρὰ τὴν ἀπαιτουμένην ταχύτητα περὶ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐμπορικῶν ὑποθέσεων, καὶ δαπάνης οὐ σμικρᾶς, ἕνεκα τῆς μὴ ἐνημερότητος τῶν δικαστηρίων μας καὶ τῶν πολλῶν ἐνστάσεων τῶν ὑπὸ τῆς νομοθεσίας μας ἐπιτρεπομένων, φαντασθῆτε ὁποῖον κακὸν θὰ πράξητε, προσθέτοντες μίαν ἔτι ἀσφαλῆ ἔνστασιν εἰς τὸ ἀρκούντως πλούσιον ἐνστασιολόγιον ἡμῶν, δημιουργοῦντες τουτέστι μίαν ἀκόμη ἔνστασιν περὶ τῆς ἰδιότητος τοῦ ἑκάστοτε ἐναγομένου. Ἀλλὰ θέλουσι, Κύριοι, νὰ φαίνωνται, ἔστω καὶ ψευδῶς καὶ βλαβερῶς, ἐλευθεριάζοντες. Θέλουσι νὰ καινοτομήσωσιν ἐπὶ τὸ φιλελευθερώτερον δῆθεν. Ἀλλ’ ὁ θέλων νὰ καινοτομήσῃ εἰς τοιαῦτα λεπτεπίλεπτα κοινωνικὰ καὶ νομικὰ ζητήματα, πολλὰ ἔχει καὶ σπουδαῖα νὰ ἐξετάσῃ. Ὀφείλετε πρωτίστως νὰ ἐρευνήσητε, ὁποία εἶναι ἡ κοινωνικὴ κατάστασις ἡμῶν, ὁποία εἶναι ἡ ἀνάπτυξις τῶν παρ’ ἡμῖν ἐμπόρων· δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε τὴν ἔλλειψιν ἐν ἀρχῇ ὑπέδειξα ὡς ὑφισταμένην παρ’ ἡμῖν, τὴν ἔλλειψιν ἐμπορικῶν σωματείων, συλλόγων καὶ ἐπιμελητηρίων, καὶ πρὸ παντὸς τὴν ἔλλειψιν αὐστηρῶν ἐμπορικῶν ἠθῶν, τὰ ὁποῖα ἀλλαχοῦ ὑφιστάμενα προστατεύουσι τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν καλὴν πίστιν κατὰ τῶν δολιοτήτων τῶν ἐν αὐτῷ ἀναφαινομένων, καὶ ἐνισχύουσι τοὺς ἐλευθεριάζοντες νόμους, ἀπαραλλάκτως ὅπως τὰ χρηστὰ πολιτικὰ ἤθη κρατύνουσι καὶ ἀγαθοὺς ἀναδεικνύουσι τοὺς φιλελευθέρους θεσμούς. Ἀλλαχοῦ, Κύριοι, ἡ διαμαρτυρία συναλλαγματικῆς φερούσης τὴν ὑπογραφὴν ἐμπόρου στιγματίζει τὸν ἔμπορον καὶ συντρίβει τὴν πίστιν αὐτοῦ. Ἡ διαμαρτυρία συναλλαγματικῆς χαρακτηρίζει ἀμέσως τὸν ἔμπορον ὡς εὑρισκόμενον εἰς στάσιν πληρωμῶν, καὶ προκαλεῖ τὴν κήρυξιν τῆς πτωχεύσεως αὐτοῦ, ἄγρυπνος δὲ καὶ πρόθυμος ἡ δικαστικὴ ἀρχή, συνεπικούρους ἔχουσα χρηστοὺς καὶ ἐντίμους δανειστάς, ἐπιλαμβάνεται μετ’ αὐτῶν δραστηρίως τῆς αὐστηρᾶς ἐξετάσεως τῶν αἰτίων, ἅτινα προὐκάλεσαν τὴν στάσιν τῶν πληρωμῶν τοῦ ἐμπόρου ἐκείνου. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν ἐν ὁμοίαις περιστάσεσι τί συμβαίνει; Ἀλγεινὸν τὸ ἐκθέσαι τὴν παρ’ ἡμῖν κατάστασιν, ἀλλὰ καὶ περιττὸν, διότι πάντες καλῶς ταύτην γνωρίζετε. Οὕτως, ἐχόντων, Κύριοι, τῶν πραγμάτων παρ’ ἡμῖν, πέποιθα ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ θελήσῃ διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς νὰ ἐπειδεινώσῃ τὴν ἀρκούντως δεινὴν ταύτην κατάστασιν, οὐδὲ θὰ θελήσῃ νὰ ἀναλάβῃ εἰς τὴν ῥάχιν αὐτῆς πάντας τοὺς νομικοὺς καὶ λογικοὺς ἐκείνους σολοικισμοὺς, οὓς κατέδειξα ὡς δημιουργουμένους διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ δὴ χάριν ὡρισμένων προσώπων.

§214Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἦμαι ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ὡς θεσμοῦ βαρβάρου καὶ ἀπηρχαιωμένου· ἀλλ’ ἔχω ὑποχρέωσιν τοπικὴν, ἡ ὁποία μοὶ ἐπιβάλλει νὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐπιφέρῃ τροποποίησίν τινα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ναυτιλλομένους, τοὺς πλοιάρχους καὶ ἰδίως τοὺς σπογγαλιεῖς· διότι, ἐὰν καταργηθῇ ἡ προσωπικὴ κράτησις, ἡ ἰδιαιτέρα πατρίς μου καταστρέφεται καθ’ ὁλοκληρίαν! Καὶ σπογγαλιεῖς κυρίως εἶναι οἱ περισσότεροι κάτοικοι τῆς Ὕδρας. Οἱ πλοίαρχοι θεωροῦνται ὡς ἔμποροι, ὁ δύτης ὅμως, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ ψυχὴ τῆς σπογγαλιείας, δὲν θεωρεῖται ὡς τοιοῦτος.

§215Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν σήμερον αὐτοὶ δὲν εἶναι ἔμποροι, δὲν θὰ ἦναι οὔτε αὔριον.

§216ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καὶ περὶ αὐτοῦ ἰδίως πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπως θεωρηθῇ ἔμπορος, καὶ συνεπῶς ἐξακολουθήσῃ δι’ αὐτὸν ὑφισταμένη ἡ προσωπικὴ κράτησις· διότι ἄλλως θέλουσι καιρίως τρωθῆ τὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν μου, καθόσον ὁ δύτης, λαμβάνων κατ’ ἀνάγκην μεγάλας προκαταβολὰς, ἀνερχομένας καὶ μέχρι 10,000 δραχμῶν, οὐδὲν ἕτερον ἔχει, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὸν χορηγοῦντα πλοίαρχον, ἢ τὸ φόβητρον τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, τὸ ὁποῖον σπανιώτατα ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν, ἀλλ’ ἐν τούτοις εἶναι ἀρκετὸν, ὥστε νὰ περιστέλλῃ τὰς διαθέσεις πρὸς κατάχρησιν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ποιήσηται τροποποίησίν τινα, διότι ἄλλως εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον, καὶ τοῦτο, ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι θέλουσι πράξει καὶ οἱ ἕτεροι ἐξ Ὕδρας συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι, δὲν ἀμφιβάλλω, τὴν ἰδίαν μὲ ἐμὲ ἔχουσιν ἐντολὴν παρὰ τῶν συμπολιτῶν μας.

§217Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ φανῶσιν ὑμῖν παράδοξοι αἱ ἀντιρρήσεις, αἵτινες στρέφονται κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Οὐχὶ μόνον παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ ἐν οἱᾳδήποτε ἄλλῃ χώρᾳ, ἔνθα τὸ πρῶτον εἰσήγετο νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως ἢ τροποποιήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, καὶ ἐκεῖ ἠκούσθησαν σφοδραὶ διαμαρτυρίαι. Καὶ ἐκεῖ ἐκτὸς τῶν Κοινοβουλίων ἠκούσθησαν οἱ γόοι καὶ οἱ ὀλοφυρμοὶ τῶν τοκογλύφων, καὶ ἐκτὸς αὐτῶν ἐκ πεποιθήσεως ἄνδρες δόκιμοι ὑπεστήριξαν τὸν θεσμὸν αὐτὸν ὡς κοινωνικῶς ἀπαραίτητον, ὡς χρήσιμον πρακτικῶς. Ἀλλὰ καὶ οἱ εἰσηγηταὶ τοιούτων νομοσχεδίων ἐν ταῖς Εὐρωπαϊκαῖς χώραις οὐδόλως ἐπείσθησαν, οὐδ’ ἔστερξαν νὰ μεταβάλωσι γνώμην, οὐχὶ ἀπέναντι ἐπιχειρημάτων, οἷα ὑμεῖς ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου ἠκούσατε, ἀλλ’ ἀπέναντι ἄλλων σπουδαιοτάτων λόγων, οἵτινες ὑπηγόρευον δῆθεν τὴν ἀνάγκην, ἵνα ἡ κοινωνία τοῦ νεωτέρου πολιτισμοῦ φέρῃ ἐν ταῖς νομοθεσίαις αὑτῆς θεσμὸν, τοὺς σκοτεινοὺς χρόνους τῆς δουλείας ὑπομιμνήσκοντα. Καὶ δὲν ἐπείσθησαν οἱ νομοθέται τῶν νεωτέρων χρόνων νὰ ὀπισθοχωρήσωσι, διότι οὐχὶ μόνον θεωρητικῶς, ἀλλὰ καὶ πρακτικῶς καὶ ὑπὸ οἱανδήποτε ἔποψιν ἂν ἐξετασθῇ, ἀποδεικνύεται οὐ μόνον βάρβαρος, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως ἐπιβλαβὴς ἀκριβῶς, ἐκεῖ ὅπου νομίζουσιν, ὅτι δύναται νὰ ἦναι χρήσιμος καὶ λυσιτελής. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅτε εἰσήχθη ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τῆς Αὐτοκρατορίας νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, τὰ 40 ἐν Παρισίοις Ἐμπορικὰ Ἐπιμελητήρια, ἐκ τῶν 42 αὐτόθι τότε ὑπαρχόντων, διεμαρτυρήθησαν, ἐσχημάτισαν μάλιστα ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία παρουσιάσθη ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς καὶ εὐγλωττότατα ὑπεστήριξε τὸν κατάδικον θεσμὸν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως· ἐνώπιον τῆς Γερουσίας δὲ διάσημος συγγραφεὺς καὶ ῥήτωρ μεγάλης δυνάμεως, ὁ Delangle, μετὰ σθένους ὑπερήσπισεν αὐτὴν, ἀλλ’ ἐκάμφθη ἀπέναντι τῶν λόγων καὶ τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ τῆς Γαλλίας Ρουὲ, ἔχοντος ὡς στήριγμα τὴν ἀλήθειαν, ἔχοντος ὡς στήριγμα τὰς ἀρχὰς τοῦ πολιτισμοῦ. Πρόεδρος κατὰ τὴν συζήτησιν ἦτο ὁ διάσημος Τρολλὼν, ὅστις οὐδὲ λέξιν ὑπὲρ αὐτῆς ἐξήνεγκε, διότι δὲν ἀνεύρισκε λόγους ὑπερασπίσεως αὐτῆς. Ἐν Ἰταλίᾳ, οἱ παρακολουθοῦντες τὰς νομοθετικὰς αὐτῆς ἐργασίας θὰ παρετήρησαν βεβαίως, ὁπόσας δυσκολίας, ὁπόσα προσκόμματα εὗρεν ὁ Ὑπουργὸς Μαντσίνης. Ἠναγκάσθη ἀπέναντι τῆς σφοδρᾶς ἀντιδράσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ εἴπῃ, ὅτι «ὅτε ἐγὼ εἶχον ἀποφασίσει νὰ εἰσαγάγω νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ἐγνώριζον le gagliarde opposizioni, αἵτινες ἔμελλον νὰ ἀντιταχθῶσιν». Ἀλλ’ οὔτε αὐτὸς οὔτε ἄλλοι εἰσηγηταὶ τοιούτων νομοσχεδίων ἐδειλίασαν, ἀλλ’ ἐσφυγμομέτρησαν τὴν κοινωνίαν, ἐμελέτησαν τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ἀξιώσεις αὐτῆς, καὶ προέβησαν εἰς τὴν κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον κατάργησιν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Ἐπίσης σφοδρὰ διεξήχθη καὶ ἐν Γερμανίᾳ πάλη, ὅτε ἐπεχείρησαν τὴν κατάργησιν αὐτῆς ὡς μέσου ἐκτελέσεως. Ὁλόκληρος δὲ σήμερον ἡ Εὐρώπη ἀπεσκοράκισε κατ’ ἀρχὴν ἐκ τῶν κωδίκων αὑτῆς τὸ στίγμα τοῦτο, καὶ ἀπολαύει ἐκεῖ ἡ κοινωνία τῶν ἀγαθῶν τοῦ νόμου, κατὰ τὸ μέτρον τοῦ σεβασμοῦ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, ἣν ἐπιβάλλει ἡ πρόοδος καὶ αἱ φιλάνθρωποι σημεριναὶ ἀρχαί. Καὶ εὐλόγως· διότι ὑπὸ οἱανδήποτε ἔποψιν καὶ ἂν ἐξετασθῇ ἡ διὰ χρέη ἀποστέρησις τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, ὑπό τε τὴν θεωρητικὴν καὶ τὴν πρακτικὴν, ἀποδεικνύεται ἐντελῶς ἀγρία, ἐντελῶς ἀντιστρατευομένη πρὸς τοὺς κανόνας καὶ τοὺς ὅρους τῶν κοινωνικῶν ὅρων, καὶ πρὸ πάντων ὑπὸ τὸ ἀπαίσιον σύστημα τῆς ἡμετέρας Δικονομίας. Καὶ θεωρητικῶς μὲν οὐδεὶς ὑπάρχει, ὅστις, προκειμένου περὶ τοῦ θεσμοῦ τούτου, δύναται νὰ κηρυχθῇ ὑπὲρ αὐτοῦ, διότι τὰ κατ’ αὐτοῦ ἐπιχειρήματα καὶ πλεῖστα καὶ ἀναμφισβήτητά εἰσιν. Ἐν πρώτοις, ἐνῷ δὲν ἀναγράφεται ἐν τοῖς ποινικοῖς κώδιξιν, ἐμπερικλείει πάντα τὰ στοιχεῖα τῆς ποινῆς ὁ θεσμὸς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Αἱ κιγκλίδες τῶν διὰ χρέη κρατουμένων δὲν διαφέρουσι τῶν κιγκλίδων τῶν ἐγκληματικῶν φυλακῶν. Ἡ αὐτὴ ἠθικὴ πίεσις, ἡ αὐτὴ στέρησις τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας καὶ εἰς τὴν μίαν περίστασιν καὶ εἰς τὴν ἄλλην ὑπάρχει. Τὸ περίεργον δὲ εἶναι, ὅτι ὑπό τινας περιπτώσεις δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ προσωπικὴ κράτησις πολλῷ χείρων καὶ αὐτῆς τῆς ποινῆς, διότι ὁ ἐγκληματίας, ὁ στυγνότερος κακοῦργος, καὶ αὐτὸς ὁ ληστής, βαυκαλίζεται ὑπὸ τῆς ἐλπίδος, ὅτι δύναται νὰ ἐπιτύχῃ ἐκ τῶν φιλανθρώπων χειρῶν τοῦ Ἄνακτος τὸ ἱερὸν τῆς χάριτος δῶρον. Ἀλλ’ εἴπετέ μοι, παρακαλῶ, ὁ διὰ χρέη κρατούμενος πόθεν δύναται νὰ ἐλπίσῃ τὴν σωτηρίαν αὐτοῦ;...

§218Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ δύο ἔτη. Τὸ λέγει ὁ νόμος.

§219ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. .. Πᾶσα ἐλπὶς αὐτοῦ ἐναποτίθεται εἰς τὰς χεῖρας τοῦ δανειστοῦ, ἐκείνου δηλαδή, ὅστις ἔχει χρηματικὸν συμφέρον, ἐκείνου, τοῦ ὁποίου ἡ καρδία καὶ ἡ συνείδησις αἰσθάνεται τὸ ἐλατήριον μόνον τοῦ χρήματος. Ὅτι χείρων τῆς ποινῆς εἶναι ἡ προσωπικὴ κράτησις, ἐπικαλοῦμαι καὶ ἕτερον ἐπιχείρημα, ὅπερ μοὶ ἐνθυμίζει ἡ διακοπὴ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου. Ἐπὶ δύο ἔτη δικαιοῦται ὁ δανειστὴς νὰ κρατῇ δέσμιον τὸν ὀφειλέτην αὑτοῦ...

§220ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ αὔριον ἄλλος δανειστής.

§221ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. .. Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ μέτρον τῆς ποινῆς ταύτης; Οἱοσδήποτε ὀφειλέτης, εἴτε καλῆς εἴτε κακῆς πίστεως εἶναι, γέρων ἢ νέος, ἀνὴρ ἢ γυνή, εἴτε δόλιος εἴτε θῦμα τῆς τύχης, εἴτε 10 δραχμὰς εἴτε 100,000 χρεωστεῖ, ἓν εἶναι τὸ μέτρον τῆς ποινῆς, μέτρον σκληρόν, ἄκαμπτον, δύο ἔτη. Ἐν τοῖς ποινικοῖς νόμοις ἐν τούτοις βλέπομεν ἐγλήματα τιμωρούμενα πολὺ ἠπιώτερον. Ἡ παραβίασις τῶν ξένων ἀπορρήτων, ἡ ἐξ ἀμελείας ἀνθρωποκτονία, οἱ σοδομῖται, οἱ λωποδύται, ἐπισύρουσι ποινὴν ἥττονα τῶν δύο ἐτῶν. Οἱ παραβιάζοντες ὅμως τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ κώδικος παρουσιάζονται ἐνώπιον τοῦ δικαστοῦ αὐτῶν, ὅστις, ψυχρός, μὴ κινούμενος ὑπὸ ὑλικοῦ συμφέροντος, ἐν εὐρείᾳ κλίμακι, κανονίζει τὸ μέγεθος τῆς ποινῆς ἐντὸς ὡρισμένων ὁρίων, σταθμίζων τὰς περιστάσεις. Ἀλλὰ ἀλλοίμονον εἰς τὸν δυστυχῆ ἐκεῖνον, ὅστις ἠναγκάσθη νὰ συνάψῃ χρέος, προσωπικὴν κράτησιν ἐπαγόμενον! Δικαστὴς αὐτοῦ εἶναι ὁ δανειστής του, ὁ τοκογλύφος του· ἓν μέτρον δὲ ποινῆς ἐφαρμόζεται κατ’ αὐτοῦ, πάντοτε δύο ἔτη! Οὕτως ἠθέλησεν ὁ φιλάνθρωπος νομοθέτης! Ἀλλ’ εἶναι καὶ θεσμὸς ἀνήθικος, Κύριοι, ἡ προσωπικὴ κράτησις, διότι ἀντιτίθεται βεβαίως πρὸς τὴν στοιχειωδεστέραν ἐπιείκειαν, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι παρὰ τοῦ ὀφειλέτου ζητεῖτε διὰ τῆς πίστεως, διὰ τῆς φυλακίσεως νὰ ἀποσπάσησε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑποτίθεται ὅτι ἔχει, τὸ ὁποῖον ὅμως σχεδὸν οὐδέποτε ἔχει, χρήματα δηλαδή. Ἀλλὰ λέγουσιν οἱ ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως κοπτόμενοι ὅτι εἶναι ὑπερβολικὴ ἡ τοιαύτη κατὰ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἐπίθεσις. Ὁ ἐξερχόμενος ἐκ τῶν φυλακῶν δὲν ἀπόλλυσι τὴν ἠθικὴν αὑτοῦ ὑπόστασιν, δὲν ἀπόλλυσι τὴν τιμήν του, ἐξέρχεται τῶν φυλακῶν μὲ ἄσπιλον τὸ μέτωπον, ἐνῷ ὁ στιγματιζόμενος διὰ μιᾶς ἀποφάσεως ποινικοῦ δικαστηρίου δὲ ἔχει πλέον θέσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἐλαττοῦται καὶ καταρρέει ἠθικῶς. Μὴ παραβάλετε λοιπὸν αὐτὴν πρὸς τὴν ποινήν, μὴ ἐξισοῦτε τὸν ἐγκληματίαν πρὸς τὸν ἀτυχῆ ὀφειλέτην. Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, φυλακίζηται ὁ οἰκογενειάρχης, καὶ διαρκούσης τῆς φυλακίσεως αὐτοῦ ἡ πενία χειραγωγῇ εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ μετὰ τῆς συμφορᾶς τὴν πορνείαν, τὴν μοιχείαν, εἴπετέ μοι, παρακαλῶ, ἐὰν γνωρίζετε μεγαλειτέραν τιμῆς καταστροφήν! (χειροκροτήματα). Ἡ προσωπικὴ κράτησις, Κύριοι, εἶναι καὶ βάσανος ἰσχύουσα καὶ μετὰ τὴν κατάργησιν τῶν βασάνων διὰ τοῦ Συντάγματος, εἶναι torture civilisée, ὡς ὠνόμασαν αὐτήν, καὶ εἶναι βάσανος, διότι ὑποβάλλεται εἰς τὴν προσωπικὴν κράτησιν ὁ ταλαίπωρος ὀφειλέτης διὰ νὰ ἐξαναγκασθῇ νὰ πληρώσῃ. Εἶναι χίμαιρα λοιπὸν τὸ ἄρθρον 18 τοῦ Συντάγματος, ὅτι «αἱ βάσανοι ἀπαγορεύονται!» Ἡ προσωπικὴ κράτησις ἔχει τὴν πηγὴν αὐτῆς ἐκ τῆς δουλείας τῶν ἀπωτάτων τοῦ παρελθόντος χρόνων, διότι ὁ ἀρνούμενος, ὁ μὴ δυνάμενος νὰ καταβάλῃ τὸ χρέος αὑτοῦ ἐγίνετο δοῦλος, ὑφίστατο ἐλάττωσιν μεγίστην καταστάσεως. Ἀλλὰ τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι ὁ δοῦλος τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου εὑρίσκετο ὑπὸ ὅρους, καὶ πλουτολογικῶς καὶ φυσικῶς, πολὺ εὐνοϊκωτέρους, διότι ὁ δοῦλος τῆς ἀρχαιότητος ἠδύνατο νὰ ἐργάζηται, διὰ τῆς ἐργασίας του ἀπέκτα peculium (χρημάτιον), τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευεν εἰς πληρωμὴν τοῦ χρέους, ἠδύνατο δ’ ὅμως καὶ κατὰ τὰς ὥρας τῆς ἀναπαύσεώς του νὰ ἀναπνέῃ καθαρὸν ἀέρα, νὰ στρέφῃ πέριξ τὰ βλέμματά του καὶ νὰ θαυμάζῃ τοὐλάχιστον τὴν φύσιν. Ἀλλ’ ὁ διὰ χρέη κρατούμενος, ὁ δοῦλος τοῦ νεωτέρου πολιτισμοῦ, κεκλεισμένος ἐντὸς τῶν τεσσάρων ὑγρῶν τοίχων τῆς φυλακῆς, πλήττει ἐν τῇ ἀνίᾳ, καταστρέφεται οἰκονομικῶς ἐν τῇ ἀργίᾳ, συναναστρεφόμενος δὲ μετ’ ἄλλων, κακῆς ἴσως πίστεως, ἀνθρώπων, φθείρεται καὶ ἠθικῶς. Ἀλλὰ εἶναι παράδοξος, Κύριοι, καὶ ἡ τρομερὰ ἀντίφασις καὶ ἀνακολουθία, ἥτις παρατηρεῖται ἐν τῷ πνεύματι τῆς νομοθεσίας διὰ τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον καθιεροῖ ὁ νόμος ὡς πρὸς τὸν ὑπὸ συζήτησιν θεσμόν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 855 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ὡς μάλιστα φιλανθρώπως μετερρυθμίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς πρό τινων ἡμερῶν, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ κατάσχεσις τῶν ἐργαλείων πτωχοῦ βιομηχάνου, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ κατάσχεσις ἀρότρων καὶ γεωργικῶν ὀργάνων. Διὰ ποῖον ἆρά γε λόγον; Ἵνα προσπορίζηται ὁ ὀφειλέτης δι’ αὑτῶν τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαῖα, ἵνα μὴ ἀποστερῆται τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων μέσων πρὸς ὑποστήριξιν ἑαυτοῦ καὶ τῆς γυναικός του καὶ τῶν τέκνων του. Ἀλλ’ ἐνῷ τόσον φιλάνθρωπος φαίνεται ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ὁ νομοθέτης, χάριν τῆς οἰκογενείας, χάριν τῆς κοινωνίας, ἔρχεται διὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως καὶ φυλακίζει τὸν ὀφειλέτην, δεσμεύει δηλαδὴ τὰς χεῖρας, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ χρησιμοποιήσωσι τὰ ἀκατάσχετα ἐργαλεῖα, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ ἐργασθῶσιν, ἵνα προσπορίσωσι τὸν ἐπιούσιον ἄρτον εἰς τὴν ἀδύνατον οἰκογένειαν. Ἐρωτῶ λοιπὸν ὑμᾶς, Κύριοι, δὲν εἶναι τοῦτο ἐντελῶς ἀνακόλουθον; δὲν εἶναι μωρόν; Εἶπεν ὅμως ὁ προλαλήσας συνάδελφός μου καὶ φίλος Βουλευτὴς ἐξ Ἄργους, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐμελέτησε βαθέως τὰς ἀνάγκας, δι’ ἃς καταργεῖ, ἔστω καὶ ἐν μέρει, τὸν θεσμὸν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, δὲν ἐξήτασε τοὺς κοινωνικοὺς λόγους τοιαύτης καινοτομίας. «Δὲν βλέπετε, εἶπεν, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἔζησε τόσους αἰῶνας; Ὅλαι αἱ νομοθεσίαι ἐφιλοξένησαν αὐτόν. Σεβασθῆτε τοὐλάχιστον τὴν ἡλικίαν του!» Δὲν εἶναι τυχαῖον, Κύριοι, τὸ ἐπιχείρημα. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο μετεχειρίσθη καὶ ὁ Delangle ἐν τῇ Γαλλικῇ Γερουσίᾳ. Ὁ θεσμὸς, εἶπε καὶ ἐκεῖνος, διήνυσεν ὅλους τοὺς αἰῶνας (il a traversé les âges). «Τοῦτο δὲν σᾶς πείθει, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἐθεωρήθη ἀπολύτως ἀναγκαῖος; ὅτι εἶναι στοιχεῖον ὑπάρξεως ἐν τῇ κοινωνίᾳ;» Ἀλλ’ ἡ ἀπάντησις εἶναι ἁπλῆ. Ἡ ἡλικία δὲν ῥυθμίζει πάντοτε τὴν χρησιμότητα τῶν νόμων. Μήπως αἱ βάσανοι, ὡς μέσα ἀνακρίσεως, δὲν διήνυσαν πάντας τοὺς αἰῶνας, καὶ μέχρις ἔτι τοῦ 1830 ἔν τισι Κρατιδίοις Γερμανικοῖς; Ἀλλοίμονον, ἐὰν ἐλέγετε εἰς ποινικολόγον τοῦ παρελθόντος αἰῶνος, ὅτι πρόκειται νὰ καταργήσητε τὰς βασάνους, ὡς μέσα ἀνακρίσεως! Ἤθελε διαρρήξει τὰ ἱμάτιά του, ἤθελε διαμαρτυρηθῆ, ὅτι ὄλωλεν ἡ ἀνάκρισις, ἀδύνατος πλέον ἡ ἀνακάλυψις τῆς ἀληθείας! Καὶ αἱ βάσανοι ὅμως κατηργήθησαν, καὶ οὐδεὶς σήμερον ὑπάρχει φρονῶν, ὅτι ἡ ἀνάκρισις δὲν διεξάγεται καὶ ἄνευ βασάνων. Ὥστε ἡ ἡλικία δὲν εἶναι στοιχεῖον, ὅπως ὑποστηρίζωμεν ἕνα θεσμὸν βάρβαρον, θεσμὸν μάλιστα διατυπούμενον ἐν τῇ νομοθεσίᾳ τοιουτρόπως, ὥστε νὰ ὑπομιμνήσκῃ χρόνους σκοτεινοὺς καὶ κοινωνίαν ἐστερημένην τῶν ὅρων τῆς προόδου καὶ τοῦ πολιτισμοῦ. Ἀλλὰ καὶ πρακτικῶς ἐὰν ἐξετάσωμεν τὸν θεσμὸν τοῦτον, εὑρίσκομεν, Κύριοι, ἕωλα ἐπίσης πάντα τὰ ἀντιτασσόμενα ἐπιχειρήματα. Ἐγὼ πρὸ πάντων καὶ διὰ τὰς ἐμπορικὰς συναλλαγὰς θεωρῶ τὴν προσωπικὴν κράτησιν ἥκιστα πρακτικήν! Ἰσχυρίζονται ὅτι «ἡ προσωπικὴ κράτησις εἶναι στοιχεῖον τῆς ἐμπορικῆς πίστεως», ὅτι «τραυματίζεται τὸ ἐμπόριον διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, οἱ ἔμποροι δὲν θὰ εὑρίσκωσι κεφάλαια». Ἀλλὰ νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὁ κατέχων τὰ πρῶτα στοιχεῖα τῆς οἰκονομικῆς ἀκραδάντως πείθεται, ὅτι οὐδεμίαν σχέσιν πρὸς τὴν πίστιν τὴν ἐμπορικὴν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ θεσμὸς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Εἶναι οἰκτρὰ πλάνη. Καὶ ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος· διότι, ἐὰν εἶχε σχέσιν τινὰ, ἐὰν ἦτο στοιχεῖον ἐμπορικῆς πίστεως, ἔπρεπε νὰ λάβῃ καὶ αὐτὸ τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον ὅλα τὰ στοιχεῖα τοῦ ἐμπορίου ἐν τῷ νεωτέρῳ πολιτισμῷ. Νὰ ἐπανέλθωμεν λοιπὸν εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς Νεαρᾶς 60 τοῦ Ἰουστινιανοῦ; ἐκ τῆς ὁποίας τί φαίνεται; ὅτι ὑπῆρξεν ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐχὶ μόνον τοὺς ζῶντας, ἀλλὰ καὶ τοὺς νεκροὺς ὀφειλέτας οἱ δανεισταὶ συνελάμβανον! Ὑπῆρξαν δανεισταὶ, οἵτινες δὲν ἐπέτρεψαν τὴν ταφὴν τοῦ ὀφειλέτου αὐτῶν, ἐὰν μὴ πρῶτον κατέβαλε τὸ χρέος, καὶ ἐντεῦθεν ἠναγκάσθη ὁ αὐτοκράτωρ Ἰουστινιανὸς νὰ ἐκδώσῃ τὴν Νεαρὰν. Διατὶ λοιπὸν δὲν ἐπαναφέρετε τοιαύτην διαδικασίαν ἐκτελέσεως, διὰ νὰ ἐνισχύσητε τὸ περίφημον αὐτὸ στοιχεῖον τῆς ἐμπορικῆς πίστεως; Διατὶ δὲν ἐπανεφέρετε καὶ τὸ δικαίωμα τῶν ἰδιωτικῶν φυλακῶν καὶ τὴν μολυβδωτὴν μάστιγα τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου διὰ τοὺς ἐμπόρους ὀφειλέτας; Διατὶ δὲν παρεκτείνετε τὴν προσωπικὴν κράτησιν καὶ ἐπὶ πάσης νομικῆς σχέσεως ἀνεξαιρέτως, ἀφοῦ εἶναι τὸ στήριγμα τῆς πίστεως; Ἀλλ’ ἰσχυρίσθησαν ὅτι εἶναι σφραγὶς τῆς συναλλαγματικῆς, ὅτι ἄνευ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἡ συναλλαγματικὴ δὲν ἔχει ὕπαρξιν, ἡ συναλλαγματικὴ, ἥτις εἶναι τὸ ὄργανον τοῦ ἐμπορίου, θὰ σκοντάψῃ ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες δύνανται νὰ ἔχωσι σχέσιν τινὰ ἐν οἱῳδήποτε κύκλῳ συναλλαγῆς πείθονται βεβαίως, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα εἶναι ἀπολύτως σαθρόν. Οὔτε ἐν Γαλλίᾳ, οὔτε ἐν Ἰταλίᾳ, οὔτε ἀλλαχοῦ που τῆς Εὐρώπης, καὶ ἐν ταῖς δοσοληψίαις αὐτῆς πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἀποβλέπουσι σήμερον εἰς τὸ στοιχεῖον τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ τῆς συναλλαγματικῆς. Ἡ κυκλοφορία τῆς συναλλαγματικῆς ἐξακολουθεῖ ἀναλλοίωτος, οὐδὲ ἀνεκόπη ἢ ἠλαττώθη τὸ παράπαν, ὅτε ἡ προσωπικὴ κράτησις κατηργήθη. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν ἐὰν ἐξετάσωμεν, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἐμπόριον, τὴν προσωπικὴν κράτησιν, τί βλέπομεν; Λέγουσιν ὅτι ἡ προσωπικὴ κράτησις εἶναι μέσον ἀπειλητικόν. Δὲν θέλω νὰ μεταχειρισθῶ τὸ ἐπιχείρημα τῆς στατιστικῆς, ὅτι ἐκ τῶν ἐν τῇ φυλακῇ κλεισθέντων ἐμπόρων δὲν ἐξάγεται ἡ χρησιμότης τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Οἱ ὑπέρμαχοι αὐτῆς ἰσχυρίζονται, ὅτι διὰ τῆς ἀπειλῆς καὶ τοῦ φόβου οἱ πλεῖστοι ἠναγκάσθησαν νὰ πληρώσωσι, καὶ διὰ τοῦ φόβου τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἐκπληροῦσι τὰς ἐμπορικὰς ὑποχρεώσεις των, καὶ δὲν φυλακίζονται. Ἀλλ’ αἱ σκέψεις αὗται, Κύριοι, εἰσὶ βεβαίως φαντασιώδεις. Ἀκριβῶς οἱ ἔμποροι, οἵτινες καὶ ἐν συλλόγοις καὶ ἐν ἀναφοραῖς ἤγειραν τὸν μεγαλείτερον θόρυβον, οὐδεμίαν ἔχουσι πρὸς τὴν προσωπικὴν κράτησιν σχέσιν, αἱ δ’ ἐκ τῆς ἀπειλῆς ὠφέλειαι εἰσιν ἀνύπαρκτοι. Ὁ ὀφειλέτης ἔμπορος οὐδὲν ἔχει νὰ φοβηθῇ ἐκ τοῦ μορμολυκείου τῆς προσωπικῆς κρατήσεως· ἄλλος εἶναι ὁ φόβος, ἄλλη ἡ πραγματικὴ ἀπειλὴ τοῦ κατ’ ἐπάγγελμα ἐμπόρου, ὁ φόβος τῆς ἀπωλείας τῆς πίστεώς του, ὁ φόβος τῆς πτωχεύσεως. Διότι ἓν ἐκ τῶν δύο, ἢ εἶναι ὁ ἔμπορος ἀναξιόχρεως, ἢ εἶναι ἀξιόχρεως. Καὶ ἂν μὲν ᾖναι ὁπωσδήποτε ἀξιόχρεως, ὁ φόβος διαμαρτυρήσεως μιᾶς συναλλαγματικῆς, ὁ κίνδυνος καὶ ἡ ἀπειλὴ τῆς πτωχεύσεως ἀναγκάζουσιν αὐτὸν νὰ ἀνοίξῃ καὶ τὰς τέσσαρας αὐτοῦ φλέβας, ἵνα φανῇ συνεπὴς, ἵνα διατηρήσῃ τὴν πίστιν του, ἵνα πληρώσῃ τὸ χρέος του. Ἀλλ’ ἂν ὁ ἔμπορος ᾖναι ἀναξιόχρεως, οὐ μόνον δὲν φοβεῖται τὴν προσωπικὴν κράτησιν, ἀλλ’ ὅταν κατορθώσῃ ὁ δανειστὴς νὰ ἐπιτύχῃ ἀπόφασιν προσωπικῆς κρατήσεως καὶ δὲν δυνηθῇ διὰ τῶν ἐνστάσεων ὁ ὀφειλέτης ἔμπορος νὰ ἀποσοβήσῃ αὐτὴν, τότε εἴτε αὐτὸς κατ’ εὐθεῖαν, εἴτε διὰ φίλου τού τινος, λαμβάνει τὸ ἀσφαλέστατον κατὰ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἀντιφάρμακον, προκαλεῖ αὐτὸς τὴν πτώχευσιν. Καὶ ποῦ λοιπὸν εὑρίσκεται τότε ἡ ἀπειλητικὴ μορφὴ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως εἰς τὸ ἐμπόριον; Ποῦ εἶναι τὸ περίφημον φόβητρον τῶν ἐμπόρων, ὑπὲρ οὗ τοσοῦτον κόπτονται οἱ κεφαλαιοῦχοι, ἀφοῦ ἡ πτώχευσις ἐξουδετεροῖ πᾶσαν ἀπειλὴν προσωπικῆς κρατήσεως; Ἀλλ’ ὑπό τινα ὅμως ἔποψιν ἐγὼ θεωρῶ καὶ ἐπιζήμιον ἐν τῷ ἐμπορίῳ τὸν τοιοῦτον θεσμόν· διότι, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι εἷς δανειστὴς ἐπεδίωξε τὴν ἀπαίτησιν αὐτοῦ καὶ κατώρθωσε νὰ ἐπιτύχῃ ἀπόφασιν, ἐξηνάγκασε δὲ τὸν ὀφειλέτην ἔμπορον νὰ πωλήσῃ τὴν περιουσίαν του, νὰ στενοχωρηθῇ, νὰ πληρώσῃ τὸ χρέος, ἡ καταβολὴ αὐτὴ δὲν νομίζετε ὅτι παραβλάπτει τὴν ὁμάδα τῶν δανειστῶν; Ἐὰν ἐξαναγκασθῇ ὁ ἔμπορος νὰ καταβάλῃ τὸ χρέος, οἱ ἄλλοι δανεισταὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔσπευσαν νὰ ἐπιτύχωσιν ἀπόφασιν, οἵτινες δὲν ἔχουσι ληξιπρόθεσμα δάνεια, θὰ ἐπέλθωσι κατόπιν ἑορτῆς καὶ δὲν θὰ εὕρωσι περιουσίαν, διότι ὁ πρῶτος δανειστὴς παρέλαβεν ἴσως αὐτήν. Ἐντεῦθεν δὲν δύνασθε βεβαίως νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι προσγίνεται ζημία ἐν τῇ ὁμάδι τῶν δανειστῶν. Ὠφελεῖται εἷς, ἀλλὰ βλάπτονται οἱ ἄλλοι δανεισταί. Ποῦ λοιπὸν ἡ χρησιμότης τῆς προσωπικῆς κρατήσεως διὰ τὸ ἐμπόριον; Εἶναι βλασφημία, Κύριοι, bestemia economica, ὡς τὴν ὠνόμασεν ὁ Μαντσίνης, ὅτι ἡ προσωπικὴ κράτησις εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν ἐμπορικὴν πίστιν. Πῶς εἶναι δυνατὸν διὰ τὸ ἐμπόριον νὰ ᾖναι χρήσιμος ἡ διὰ χρέη ἀποστέρησις τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, διὰ τὸ ἐμπόριον, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ μοχλὸς τοῦ πολιτισμοῦ;

§222Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Νὰ καταργηθῇ καὶ διὰ τοὺς ἐμπόρους.

§223ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, καὶ διὰ τοὺς ἐμπόρους πρὸ πάντων πρέπει νὰ καταργηθῇ.

§224ΤΣΑΤΣΟΣ. Καὶ κατ’ ἐμέ.

§225ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Καὶ ὀρθῶς, διότι οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν προσωπικὴν κράτησιν κατὰ τῶν ἐμπόρων εὑρίσκονται ἐν μεγίστῃ πλάνῃ, διότι ἀκριβῶς οἱ ἔμποροι οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον ἔχουσι συμφέρον, ὅπως περιθάλψωσιν αὐτήν. Ἀλλὰ λέγουσιν, ὅτι τὸ μικρεμπόριον θὰ πάθῃ. Καὶ ἐγὼ ὅμως δέχομαι πρὸς στιγμήν, ὅτι θὰ πάθῃ, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ κλονισμός τις ἐν αὐτῷ μικρός. Ἀλλ’ ἐν μελέτῃ τινὶ, τὴν ὁποίαν ἐδημοσίευσεν εἷς ἐκ τῶν ἀρίστων παρ’ ἡμῖν οἰκονομολόγων ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὁ κύριος Κατσελίδης, εὑρίσκω ὅτι, ἐὰν πρόκειται ἡ κατάργησις τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως νὰ περιορίσῃ τὸ μικρεμπόριον, τὸ ἀποτέλεσμα ἤθελεν εἶσθαι ὑπὸ πολλὰς πρακτικὰς ἐπόψεις εὐεργετικόν. Διότι οἱ μικρέμποροι, οἱ γυρολόγοι, εἶναι τὰ μικρόβια τοῦ ἐμπορίου, εἶναι οἱ σάρακες τοῦ ἐμπορίου· διότι πόθεν στρατολογοῦνται οἱ μικρέμποροι; Στρατολογοῦνται ἐκ τῶν χωρίων. Ἡ μεσαία κοινωνικὴ τάξις συνήθως παραδίδει τὰ τέκνα αὑτῆς εἰς τὴν ἐπιστήμην ἢ εἰς ἄλλο τι στάδιον, εἰς δημόσια ἀξιώματα, ἀλλ’ ἐκ τῶν χωρίων λαμβάνονται συνήθως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μετέρχονται τὸν μικρέμπορον. Ἐνῷ λοιπὸν οὗτοι ἠδύναντο τὰς δυνάμεις αὐτῶν νὰ χρησιμοποιήσωσιν ὡς ἐργάται εἰς ἑταιρείας σιδηροδρομικάς, εἰς τὴν γῆν, προτιμῶσι νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς τὸ μικρεμπόριον, ἵνα ἐν νωθρότητι διαβιώσωσιν. Ἀποστεροῦσι τοιουτοτρόπως τὴν κοινωνίαν τῶν χειρῶν αὑτῶν, παραβλάπτουσι δὲ αὐτὴν καὶ ἠθικῶς καὶ οἰκονομικῶς, διότι τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα ἐμπορεύονται, μεταπωλοῦσιν εἰς τερατώδεις τιμὰς οἱ ἀναρίθμητοι ἐμπορίσκοι, ἀναπτύσσουσι δὲ καὶ ὑποθάλπουσι τὴν δολιότητα, τὴν αἰσχροκέρδειαν, τὴν φιλοδικίαν, καὶ ἐκμυζῶσι τὰς μικρὰς κοινωνικὰς τάξεις. Ἀγοράσατε, λέγει ὁ κύριος Κατσελίδης, ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος ἓν εἶδος ἐν πόλει ἐχούσῃ μεγάλα καταστήματα, ζητήσατε τὸ αὐτὸ εἶδος ἐν πόλει, ὅπου βρίθει ἡ μυρμηκιὰ τῶν μικρεμπορικῶν, καὶ θέλετε αἰσθανθῆ ἀμέσως τὴν διαφοράν. Τὸ δασμολόγιον, οἱ δημοτικοὶ φόροι, τὰ λιμενικὰ εἶναι ἶσα ἐν ἀμφοτέραις, ἡ διαφορὰ ὅμως τῆς τιμῆς εἶναι μεγίστη. Διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι τὸ μικρεμπόριον εἶναι ἄχρηστον, διότι ἀποτελεῖ μέρος τῆς κοινωνικῆς μηχανῆς, ἀλλ’ ἡ μεγίστη καὶ δυσανάλογος αὐτοῦ ἀνάπτυξις παραβλάπτει τὴν κοινωνίαν καὶ τὸ ἐμπόριον καθόλου. Ὑπάρχει τῳόντι στατιστικὴ παρὰ τῷ κ. Κατσελίδῃ, τοῦ 1879,—διότι νεωτέρα δὲν ὑπάρχει,—ἐν τῇ ὁποίᾳ τί βλέπομεν; Ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν 350 χιλιάδας ἐπιτηδευματίας, ἐκ τῶν ὁποίων γεωργοκτηματίαι εἶναι 254 χιλιάδες, βιομήχανοι 45 χιλιάδες, ἔμποροι 34 χιλιάδες, ἤτοι 6½% ἐπὶ τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος ἔμποροι. Ἐν Ἰταλίᾳ οἱ παραγωγοὶ τῶν πρώτων ὑλῶν 62%, οἱ βιομήχανοι 23%, οἱ ἔμποροι 1,40%. Φαντασθῆτε λοιπὸν ποία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἰταλίας! Καὶ ἂν πρόκειται λοιπὸν νὰ περιορισθῇ τὸ μικρεμπόριον, οὐδὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ ἡ κοινωνία, ἀπ’ ἐναντίας καὶ τὸ ἀληθὲς ἐμπόριον θὰ ἐνισχυθῇ καὶ ἡ κοινωνία θέλει ὠφεληθῇ ἐκ τούτου καὶ ἠθικῶς καὶ οἰκονομικῶς. Ἀλλ’ εἶπεν εἷς συνάδελφος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου «διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως τραυματίζεται τὸ κεφάλαιον. Σήμερον ὑπάρχουσι κεφάλαια, τὰ ὁποῖα τοποθετοῦνται εἰς δάνεια ἐν Ἑλλάδι· ἐὰν καταργηθῇ ἡ προσωπικὴ κράτησις, τότε βεβαίως τὰ δάνεια ταῦτα θὰ περιορισθῶσιν.» Ὅτι ὑπάρχει κεφάλαιον ἐν Ἑλλάδι διατιθέμενον εἰς δάνεια, οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ, ἀλλ’ ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν καταργήσωμεν τὴν προσωπικὴν κράτησιν, τὸ κεφάλαιον τοῦτο θὰ διοχετευθῇ χρησιμώτερον. Σήμερον οἱ μικροὶ κεφαλαιοῦχοι δανείζουσιν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις χωρικοὺς καὶ κτηματίας, ἀλλὰ δανείζουσι διὰ βαρυτάτου τόκου· ἐὰν καταργηθῇ ἡ προσωπικὴ κράτησις, ἐὰν οἱ κεφαλαιοῦχοι ἐπὶ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἀποβλέπουσι δανείζοντες, τότε βεβαίως τὰ κεφάλαια θὰ στραφῶσιν εἰς ἀσφαλεῖς ὀφειλέτας, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι κτήματα, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι πραγματικὴν πίστιν καὶ οἵτινες σήμερον δὲν δύνανται νὰ δανεισθῶσιν ἕνεκα τῶν βαρέων τόκων, καὶ τότε ἀναμφισβητήτως θὰ ὠφεληθῇ ἡ κοινωνία ἡμῶν, θὰ ἐνισχυθῇ ἡ παράλυτος ἀγροτικὴ πίστις, θὰ καταπέσῃ ὁ τόκος καὶ θὰ περιορισθῇ ἡ μάστιξ τῆς τοκογλυφίας. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ κουράσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλὴν ἐπὶ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ἔπρεπεν ἀσυζητητεὶ νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ἀφοῦ μάλιστα δὲν πρόκειται καὶ περὶ ὁλοσχεροῦς καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεων. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παρέλθω ἐν σιγῇ νομικὸν θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου μακρὰ ἐγένετο συζήτησις. «Πῶς εἶναι δυνατὸν, λέγουσι, νὰ δώσητε ἀναδρομικὴν δύναμιν εἰς τὸν νόμον περὶ καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως; Ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, οἵτινες ἐδάνεισαν ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ὅτι ἀσφαλίζονται διὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου, καὶ ἔρχεται λοιπὸν ὁ νόμος καὶ πλήττει κεκτημένα δικαιώματα! Ὑπάρχουσιν ἀποφάσεις τελεσίδικοι, καὶ ἔχετε τὴν ἀξίωσιν λοιπὸν ν’ ἀνατρέψητε τὸ δεδικασμένον;» Ἀλλ’ ὅσον εὐλογοφανὲς φαίνεται τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ, τόσον εἶναι σαθρὸν τέλεον. Οἱ νόμοι τῷ ὄντι δὲν πρέπει νὰ ἐπεκτείνωσι τὸ κράτος αὐτῶν ἀναδρομικῶς. Οἱ νόμοι futuris regulam ponunt. Ἀλλὰ ἐνίοτε οἱ νόμοι ἔχουσιν ὀπισθενεργὸν δύναμιν, διότι ὁ νομοθέτης θέλει νὰ δώσῃ τοιαύτην δύναμιν εἰς τοὺς νόμους. Νομοθετικῶς βεβαίως, οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ὑπάρχει πλήρης ἡ ἐξουσία τῆς προσβολῆς τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων. Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ νόμοι, οἵτινες ἀφορῶσιν εἰς θεραπείαν ἀναγκῶν ὑψίστης κοινωνικῆς σημασίας, καὶ θεσμοὶ δημοσίας τάξεως καὶ μεγίστης ἠθικῆς ἐννοίας. Τοιοῦτοι νόμοι εἰσὶν ἀναμφιβόλως οἱ ἀφορῶντες εἰς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν. Τοιοῦτος δὲ νόμος εἶναι ὁ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐπιβάλλεται ἡ ὑποχρέωσις τῆς ἀναδρομικῆς δυνάμεως τοιούτου νόμου, καὶ ἡ θέλησις τοῦ νομοθέτου περὶ ἀναδρομικῆς δυνάμεως ἐνυπάρχει ἐν αὐτῷ καὶ ἐν ᾗ ἔτι περιπτώσει δὲν ἤθελε ῥητῶς ἀναγραφῆ. Τὸ ἐπιχείρημα ὅτι, «ἐὰν ἐγνώριζον ἐγὼ ὅτι ἤθελε καταργηθῆ ἡ προσωπικὴ κράτησις, δὲν ἤθελον δανείσει», εἶναι ἕωλον, οὐδεμίαν ἔχει σπουδαιότητα, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἡ προσωπικὴ κράτησις δὲν ἀποτελεῖ οὐσιαστικὸν στοιχεῖον τῆς ἐνοχικῆς ἀπαιτήσεως, ἡ προσωπικὴ κράτησις ἀνάγεται εἰς τὴν διαδικασίαν τῆς ἐκτελέσεως, τὰ μέσα δὲ τῆς ἐκτελέσεως δὲν κανονίζει ἡ ἰδιωτικὴ βούλησις καὶ αὐθαιρεσία, τὴν δικονομίαν τῆς ἐκτελέσεως κανονίζει ὁ νόμος. Εἰς τὸν δανειστὴν λοιπὸν, ὅστις ἀποκτᾷ μίαν ἀπόφασιν, ἢ ὅστις ἔχει ἕνα τίτλον πρὸς ἀπόκτησιν ἀποφάσεως, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγῃ «ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ὑποκύψω εἰς τὰ μέσα τῆς ἐκτελέσεως, τὰ ὁποῖα κανονίζει ἡ Πολιτεία»· καὶ δὲν ἐπιτρέπεται, διότι τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον τῆς δημοσίας τάξεως καὶ δὲν ἀνάγεται εἰς τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα...

§226ΠΕΡΡΟΣ. Δὲν καταργεῖται ὁλοσχερῶς, δι’ ὅλας τὰς περιπτώσεις.

§227ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐφ’ ὅσον καταργεῖται, ἐπὶ τοσοῦτον ἡ ἀναδρομικὴ δύναμις ἐκτείνεται.

§228ΠΕΡΡΟΣ. Ὅταν ὑπάρχῃ τὸ δεδικασμένον...

§229ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν προσβολὴν τοῦ δεδικασμένου, πρέπει νὰ γνωρίζητε, διότι εἶσθε ἔμπειρος νομικὸς, ὅτι δὲν ὑπάρχει δεδικασμένον διὰ τὴν προσωπικὴν κράτησιν.

§230ΠΕΡΡΟΣ. Πῶς δὲν ὑπάρχει;

§231ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Βεβαίως δὲν ὑπάρχει· διότι, ἐὰν τὸ δικαστήριον κακῶς ἀπαγγείλῃ προσωπικὴν κράτησιν, καὶ ἂν παρέλθωσιν αἱ προθεσμίαι τῶν ἐνδίκων μέσων, ἔχετε πάντοτε τὸ δικαίωμα νὰ ἀσκήσητε τὰ ἔνδικα μέσα ὡς πρὸς τὸ κεφάλαιον τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, διότι ὁ νομοθέτης, ἕνεκα τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, ἐξαιρετικῶς ἔκαμψεν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ δεδικασμένον. Ὑπάρχει ῥητὴ περὶ τούτου διάταξις ἐν τῇ Δικονομίᾳ.

§232Χ. ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἤδη εἰσαγομένων νόμων, ὄχι περὶ τῶν κειμένων.

§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε!

§234ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ ἀνέφερα ἓν παράδειγμα εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἐκ Κυνουρίας κ. συναδέλφου, ὅστις ἔσπευσε νὰ μὲ διακόψῃ.

§235ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ὄχι κατὰ τοὺς εἰσαγομένους, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὰς ἀποφάσεις τὰς πρὸ εἰκοσαετίας ἤδη ἐκδοθείσας ἐπὶ τῇ βάσει ἄλλων νόμων· διαφέρει τοῦτο.

§236ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Δὲν διαφέρει καθόλου (διακοπαί). Προσπαθήσατε νὰ μὲ ἐννοήσητε. Τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο, ἐὰν ἀποφάσεις οὖσαι σήμερον τελεσίδικοι, ἀπαγγέλλουσαι δὲ προσωπικὴν κράτησιν, πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νεκροῦ νόμου. Ἀπαντῶ λοιπὸν, ὅτι, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν τοιαῦται ἀποφάσεις δὲν ἤθελον ὑποβληθῆ εἰς τὴν δύναμιν τοῦ νόμου, ὁ νόμος αὐτὸς ἤθελεν εἶσθαι ὅλως ἔκτροπος, ἀπὸ ῥίζης πλημμελής.

§237ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ θεωρεῖτε ὀρθόν;

§238ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὀρθότατον· διότι πρόκειται περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας.

§239ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καταστρέφομεν τὰ δικαιώματα τοῦ κόσμου διὰ τὰς ἐλευθερίας! (διάλογοι).

§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε!

§241ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ τρομάζητε περὶ τῆς τύχης τοῦ δεδικασμένου, διότι, ἐπαναλαμβάνω, προκειμένου περὶ θεσμοῦ προσωπικῆς ἐλευθερίας, ἀναμφισβητήτως ὁ νόμος πρέπει νὰ ἔχῃ ὀπισθενεργὸν δύναμιν, καὶ διότι, ὡς λέγει ὁ Τρολλὼν, «en cette matière il n’ y a pas des droits acquis». Καὶ ὅτι κεκτημένα δικαιώματα οὐδεὶς δύναται πρὸς τοῦτο νὰ ἐπικαλεσθῇ, ἐρωτῶ ὑμᾶς, δύνασθε νὰ εἴπητε «καταργῶ τὴν δουλείαν, ἀλλὰ κρατῶ τοὺς δούλους»; Πῶς εἶναι δυνατόν; Τὰ θέματα ταῦτα εἶναι κατ’ ἐξοχὴν δημοσίας τάξεως, καὶ ὅταν τοιαύτας ἀνάγκας προσωπικῆς ἐλευθερίας ἀναγνωρίζῃ ὁ νομοθέτης χάριν τῆς κοινωνίας, ἔχει καθῆκον νὰ σπεύσῃ νὰ περιλάβῃ εἰς τὴν εὐεργετικὴν προστασίαν τοῦ νόμου οὐ μόνον τὰς μελλούσας ἐνοχικὰς σχέσεις, ἀλλὰ καὶ τὰς ὑφισταμένας καὶ τὰς παρῳχημένας. Καὶ τίνα τῳόντι σημασίαν δύναται νὰ ἔχῃ διάταξις προσωπικῆς κρατήσεως, ἐὰν ὁ νομοθέτης σᾶς εἴπῃ «κλείω τὰς φυλακάς, καταργῶ τὰς φυλακάς»; Θὰ ἀνοίξητε λοιπὸν ὑμεῖς τὰς ἰδιωτικὰς φυλακὰς τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου, χάριν σεβασμοῦ πρὸς τὸ δεδικασμένον; Ἀλλὰ καὶ ἓν ἄλλο ἐπιχείρημα ἀνατρέπει τὸ σινικὸν τεῖχος τοῦ δεδικασμένου. Ἡ διάταξις τῆς ἀποφάσεως περὶ προσωπικῆς κρατήσεως εἶναι διάταξις accidentalis. Ἐὰν ὁ ὀφειλέτης σας κρατῆται ἐν ταῖς φυλακαῖς, θεωρεῖται ὅτι καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἀσκεῖται τὸ μέτρον τοῦτο τῆς ἐκτελέσεως. Ἐὰν λοιπὸν ὁ νομοθέτης σᾶς εἴπῃ, καταργῶ τὴν προσωπικὴν κράτησιν, ὑμεῖς θὰ ἔχητε τὴν ἀξίωσιν νὰ κρατήσητε αὐτὸν εἰς τὰς φυλακάς; Βεβαίως οὐχί. Ἀλλ’ αἱ θύραι τῆς φυλακῆς ἀνοιγήσονται, καὶ οἱ κρατούμενοι ἀπολυθήσονται. Ὑπὸ ποῖον λοιπὸν νομικὸν πλάσμα θὰ διασώσητε ὑμεῖς ἄτρωτον τὸ δεδικασμένον; Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ὀρθῶς τὸ νομοσχέδιον προβλέπει καὶ ἀναγράφει τὴν διάταξιν τῆς ἀναδρομικῆς δυνάμεως τοῦ νόμου, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἤθελεν εἶσθαι ἀνάξιος καὶ τῆς πείρας καὶ τῆς εὐφυΐας του, ἐὰν ἔφερε νόμον περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως καὶ δὲν ἀνέγραφεν ὡς τελευταῖον ἐδάφιον τὴν ἀναδρομικὴν δύναμιν αὐτοῦ. Ἐπιχείρημα ὅμως ἄξιον λόγου τῳόντι ἔφερεν ὁ ἐξ Ἄργους ἀξιότιμος Βουλευτής. Διατὶ, εἶπε, διατηρεῖτε τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 798 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας; Θὰ ηὐχόμην καὶ ἐγὼ, Κύριοι, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ περιελαμβάνετο καὶ διάταξις τοιαύτη. Πρόκειται περὶ τῆς περιπτώσεως, καθ’ ἣν μισθοῦται ἀγροτικὸν τμῆμα καὶ ἐπιτρέπεται ἡ συμφωνία περὶ ὑποβολῆς εἰς τὴν προσωπικὴν κράτησιν ὡς πρὸς τὸ μίσθωμα. Τοῦτο ἀντιβαίνει εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀναπαλλοτριώτου ἀπολύτου δικαιώματος, εἶναι ἀπήχησις τοῦ παρελθόντος, διότι ἡ διάταξις ἀνάγεται εἰς τὸ Ρωμαϊκὸν Δίκαιον, καθ’ ὃ ὁ μισθωτὴς τοῦ ἀγροτικοῦ κτήματος ἐθεωρεῖτο κλέπτης τῶν καρπῶν, ἂν δὲν κατέβαλλε τὸ μίσθωμα. Γενικῶς, Κύριοι, ἐξεταζόμενον τὸ νομοσχέδιον ἐπαγγέλλεται τὸν περιορισμὸν τῆς τοκογλυφίας. Ἡ προσωπικὴ κράτησις εἶναι τὸ ἰσχυρότερον αὐτῆς ὅπλον. Ἡ τοκογλυφία θεωρεῖ ὡς πίστιν τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν. Ἐὰν ἔχητε μητέρα, (λέγει συγγραφεύς τις) ἡ ὁποία διατηρεῖ περιουσίαν τινὰ, ἐὰν ἔχητε συγγενῆ, ὅστις ἀγαπᾷ ὑμᾶς, ἐὰν ἔχητε πατέρα, ὅστις αἰσθάνεται στοργὴν πρὸς ὑμᾶς, μὴ πηγαίνετε εἰς ἔντιμον τραπεζίτην, ἵνα ζητήσητε δάνειον, παρέχοντες ὡς ἀσφάλειαν τὸ σῶμα ὑμῶν. Αὐτὸς εἰς τὰ βιβλία του δὲν συνηθίζει νὰ ἀναγράφῃ τοιαύτας πράξεις κερδοσκοπικάς. Κρούσατε ὅμως τὴν θύραν τοῦ τοκογλύφου, αὐτὸς θὰ σᾶς ὑποδεχθῇ, θὰ τρίψῃ τὰς χεῖράς του, αὐτὸς μόνον ἀποβλέπει εἰς τὴν προσωπικὴν κράτησιν, αὐτὸς θὰ ἐνθαρρύνῃ ὑμᾶς βεβαίως, θὰ παράσχῃ πάντα τὰ μέσα, ἵνα κατασπαταλήσητε, ἵνα τραπῆτε ἐπὶ τὴν ὁδὸν τῆς διαφθορᾶς, ὅπως ἀπορροφήσῃ τὴν περιουσίαν τῶν προσφιλῶν συγγενῶν σας, τὴν προῖκα τῆς ἀδελφῆς σας. Ἡ τοκογλυφία μόνον βεβαίως θεωρεῖ ὡς πίστιν τὴν προσωπικὴν κράτησιν. Ἂν πρόκειται λοιπὸν νὰ πάθῃ ἡ πίστις τῆς βδελολάρυγγος τοκογλυφίας διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, καὶ μόνον αὕτη ἡ εὐεργεσία δύναται νὰ ἀνυψώσῃ τεραστίως τὸν ἀγαθὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου, διότι οὔτε τὸ ἐμπόριον οὔτε οἱ τίμιοι κεφαλαιοῦχοι ἔχουσιν ἀνάγκην τοῦ βαρβάρου θεσμοῦ. Ἐγὼ θὰ ηὐχόμην βεβαίως, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἦτο γενναιότερος, νὰ ἔπληττε κατ’ ἀρχὴν καὶ οὐσιαστικώτερον τὴν προσωπικὴν κράτησιν, τὸ κακόηθες τοῦτο νεόπλασμα τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας, νὰ μὴ ἐπροστάτευε καὶ αὐτὰς τὰς Τραπέζας. Καὶ ἡ ἑτέρα ἀξίωσις ἐκείνων, οἵτινες ζητοῦσι παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ καὶ ἕτερα νομοσχέδια, νομοσχέδιον περὶ συναλλαγματικῆς, νομοσχέδιον περὶ ἐκτελέσεως, εἶναι βεβαίως λογικὴ, διότι σήμερον, Κύριοι, κατηργήθη μὲν ἐν Εὐρώπῃ ἡ προσωπικὴ κράτησις, ἀλλὰ συγχρόνως ἐνισχύθη πολλαχοῦ ὁ θεσμὸς τῆς συναλλαγματικῆς. Σήμερον αἱ νεώτεραι νομοθεσίαι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην ἀποφάσεως τοῦ δικαστηρίου, ἵνα προβαίνῃ εἰς ἐκτέλεσιν ὁ δανειστὴς διὰ τὰ χρέη ἐκ συναλλαγματικῆς. Ἐπὶ τῆς συναλλαγματικῆς μία πρᾶξις τοῦ Προέδρου παρέχει τὸν τύπον τῆς ἐκτελέσεως, ὅπως γίνεται εἰς πᾶν συμβόλαιον. Τὸ νομοσχέδιον περὶ συναλλαγματικῶν εἶχον ἐγὼ ἕτοιμον, ὅτε διηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Ζαΐμη καὶ συμφώνως πρὸς τὸ πρόγραμμα αὐτῆς, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ηὐτύχησα νὰ ὑποβάλω αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ υἱοθετήσῃ αὐτὸ ὡς τάχιστα, διότι εἶναι νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἐμπορικὴν πίστιν...

§242ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Εἰσαγάγετέ το τώρα.

§243ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. .. Εἶναι ἀνάγκη ἐπίσης νὰ σπεύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίου περὶ ὁλοκλήρου τῆς διαδικασίας τῆς ἐκτελέσεως. Καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶχον παρασκευάσει ἐπίσης, ἀλλ’ ἔμεινεν ἀτυχῶς ἁπλοῦν νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπεσχέθη νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ τοιούτου νομοσχεδίου, καὶ θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν ὑποβολὴν καὶ αὐτοῦ, διότι, ὅταν ἡ ἡμετέρα νομοθεσία ἀποκτήσῃ νόμον περὶ συναλλαγματικῆς, οἷος κρατεῖ ἐν Ἰταλίᾳ, καὶ νόμον περὶ τῆς διαδικασίας τῆς ἐκτελέσεως, τότε ἡ νομοθετικὴ ἐγχείρισις τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως θέλει εἶσθαι ἀνώδυνος, οὐχὶ δὲ μερικῶς μόνον θίγουσα τὴν προσωπικὴν κράτησιν ἀλλὰ μετὰ γενναιότητος πλήττουσα τὸν βάρβαρον θεσμόν. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ μόνον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι τὸ γενναιότερον ἔργον, ἐξ ὅσων ὑπέβαλεν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, καὶ φθονῶ αὐτὸν διὰ τοῦτο, διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε, Κύριοι, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1887 ἐκ τῶν στηλῶν τῆς «Ἀκροπόλεως», τῆς «Ἐφημερίδος» καὶ ἄλλων ἐφημερίδων, ἠγωνίσθην μετὰ πείσματος κατὰ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἐξ ἀκραδάντου πεποιθήσεως, χαίρω δέ, ὅτι ἠξιώθην νὰ ἐγείρω τὴν φωνήν μου κατ’ αὐτῆς καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τοῦ Κοινοβουλίου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κύριε Καράπαυλε, γινόμενον νόμος, μεθ’ ὅλας τὰς ἀτελείας του, τιμᾷ ὑμᾶς καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν. Δύναμαι δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι καὶ μόνον αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὑμῖν ὡς τίτλος, ἵνα λάβητε ἄφεσιν ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν, ἃς ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μέχρι τοῦδε διεπράξατε! (Χειροκροτήματα).

§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σταυρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§245Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρῶτον παρατηρῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Γορτυνίας κύριον Διγενόπουλον, ὅτι ματαίως ἐπάλαισε πρὸς τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα κ. Μομφερρᾶτον, φιλονικῶν, ἂν ἡ προσωπικὴ κράτησις εἶναι ζήτημα δημοσίας τάξεως ἢ οὔ. Παρατηρῶ δὲ εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι παρέλκει ἡ διάταξις περὶ ὀπισθενεργείας· διότι, ἐὰν καταργηθῇ ἡ προσωπικὴ κράτησις, ἡ ἐκτέλεσις θὰ γείνῃ μετὰ τὸν νόμον τὸν καταργοῦντα, ἄρα δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναδράμῃ εἰς τὸ παρελθὸν ἡ ἰσχύς του. Εἶναι δικονομικὴ ἡ διάταξις. Παρέλκει λοιπὸν ἡ διάταξις περὶ ὀπισθενεργείας· ἐκτὸς ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐναντίαι θελήσεις πρὸς τὴν θέλησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ τότε δέον τὸ νομοσχέδιον νὰ περιλάβῃ τοιαύτην διάταξιν, ἀπαγορεύουσαν τὴν ὀπισθενέργειαν. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ συμφωνήσω μετὰ τῶν λαλησάντων ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῆς διατάξεως περὶ προσωπικῆς κρατήσεως. Εἶναι ἀληθές, ὅτι οὐδέποτε ἐφυλάκισα ἄνθρωπον. Τριάκοντα πέντε ἔτη ἔχω δικηγόρος· δὲν ἠξεύρω πόσας ἀποφάσεις εἶχον καὶ ἔχω εἰς χεῖράς μου, ἀπαγγελλούσας προσωπικὴν κράτησιν. Πάσας ταύτας τὰς μετεχειρίσθην ὡς φόβητρον, καὶ οἱ ὀφειλέται ἐξεπλήρωσαν τὰς ὑποχρεώσεις των. Εἰς τὸ φόβητρον τοῦτο χρησιμεύει κατὰ κανόνα ἡ προσωπικὴ κράτησις.

§246Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Γνωρίζετε καὶ ἄλλους ὁμοιάζοντας πρὸς ὑμᾶς;

§247ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ προσωπικὴ κράτησις, λέγουσιν, εἶναι βάρβαρος θεσμός. Καὶ ἐγὼ τὸ λέγω. Καταργήσατέ τον. Διατὶ ὡς πρὸς τὸν ἰδιώτην εἶναι βάρβαρος, ὡς πρὸς δὲ τὴν Τράπεζαν ἀγαθός, ὡς πρὸς τὸ Δημόσιον ἀγαθώτερος, καὶ ὡς πρὸς τὸν ἔμπορον, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν νόμον θὰ φυλακίζηται, εἶναι ἀγαθώτατος; Εἶναι ἐμπαιγμὸς τοῦτο! Δὲν λέγεται νομοθετικὴ δικαιοσύνη. Δὲν εἴμεθα ἀληθῶς εὐνομούμενον ἔθνος, ἀλλ’ ἔθνος κατεργαραίων, ὅταν διαιρῶμεν τοὺς ὀφειλέτας Ἕλληνας εἰς βαρβάρους καὶ μὴ βαρβάρους. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν θεωρῶ τὸν θεσμὸν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ὡς παγίδα, ὡς πλανώμενοι ὀνομάζουσι τοῦτον οἱ ἐναντιοφρονοῦντες· τὸν θεωρῶ ὡς ἀπολύτως καὶ διὰ τοὺς ἐμπόρους καὶ διὰ τοὺς μὴ ἐμπόρους χρησιμεύοντα. Χρησιμεύει εἰς ἐμέ, μὴ ὄντα ἔμπορον, ὁ θεσμὸς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Τὸν θεωρῶ καὶ εἶναι κεφάλαιόν μου. Σεῖς μοῦ τὸ ἀφαιρεῖτε. Ἐὰν θέλετε νὰ τὸ ἀφαιρέσητε, εἶσθε κύριοι, ἀλλὰ σκεφθῆτε, ὅτι ἀναχωρεῖτε τοῦ Βουλευτηρίου, ἀφοῦ ἀφῃρέσατε τὴν περιουσίαν μου καὶ μὲ καταστρέψατε! Ὑπῆρξαν ἀληθῶς αἰσχροὶ τοκογλύφοι, οἵτινες θεωροῦνται ὡς ἀφετηρία τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι ἐξεμεταλλεύθησαν τὴν ἀδυναμίαν καὶ τὴν ἀσωτίαν τῶν τέκνων μας. Κατ’ αὐτῶν πρέπει νὰ στραφῆτε. Φροντίσατε λοιπὸν νὰ καταδιώξητε αὐτοὺς τοὺς ῥυπαροὺς, οἱ ὁποῖοι κατέστησαν κληρονόμοι μας, εἴτε διὰ τῆς ποινικῆς ὁδοῦ, εἴτε διὰ διατάξεων ἐπιτρεπουσῶν τὴν ἀπόδειξιν τῆς τοκογλυφίας καὶ τὴν ἀκύρωσιν πάσης συμβάσεως καὶ πάσης ἀποφάσεως τελεσιδίκου, τοιαύτην ἀφετηρίαν ἐχούσης, οὐχὶ ὅμως διὰ τοιούτων αὐθαιρέτων νομοθετημάτων νὰ καταργήσητε τὸ κεφάλαιόν μου, ἐφ’ οὗ οὐδὲν ἔχετε δικαίωμα. Ἐγὼ, Κύριοι, μὴ δυνάμενος νὰ παράσχω πρώτην ὑποθήκην πρὸς εὕρεσιν χρημάτων διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν οἰκογενειακῶν μου ἀναγκῶν, ᾠκονόμησα πάσας τὰς ἀνάγκας μου διὰ τῆς ὑπογραφῆς μου ἐν συναλλαγματικαῖς ἢ γραμματίοις. Ἐὰν μοῦ στερήσητε τὴν τοιαύτην περιουσίαν μου διὰ τοιούτου νομοθετήματος, βεβαίως παύω τοῦ νὰ δύναμαι νὰ θεραπεύσω τὰς ἀνάγκας μου ταύτας, οὔτε θὰ δυνηθῶ νὰ ἀναθρέψω, ἐκπαιδεύσω καὶ ἀποκαταστήσω τὰ τέκνα μου· δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ δανεισθῶ ἄνευ ὑποθήκης οὔτε ἑκατὸν δραχμάς. Εὔχομαι δὲ νὰ μὴ εὑρεθῆτε ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, αἵτινες ἄγουσι πάντας εἰς αὐτοχειρίαν! Φαντασθῆτε, νὰ ἦσθε οἰκογενειάρχης, ἰδίως ἐν Ἀθήναις, καὶ νὰ μὴ ἔχητε ἀκίνητον κτῆσιν, ἐφ’ ἧς νὰ χορηγήσητε πρώτην ὑποθήκην, καὶ συγχρόνως νὰ μὴ δύνασθε νὰ θεραπεύσητε τὰς ἀπολύτους ἀνάγκας σας, καὶ ἐν τούτοις νὰ στερῆσθε τοῦ ἐχεγγύου τῆς ὑπογραφῆς σας, ἵνα δανεισθῆτε. Αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ κεφάλαιον, ὅπερ παρέχω καὶ εἰς χρῆσιν τοῦ ἐμπόρου καὶ τὸ ὁποῖον τῷ δίδω διὰ τῆς ὑπογραφῆς μου, ἵνα τὸν σώσω ἀπὸ ἐμπορικὰς δυσχερείας. Καταργήσατέ το· ἀλλὰ δὲν σκέπτεσθε, ποῦ θὰ εὑρεθῇ καὶ ὁ δημόσιος θησαυρός; παρὰ τίνος θὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον; Λέγουσιν, ὅτι εἶναι βάρβαρος ὁ θεσμὸς, καὶ ὁ Ρωμηὸς δὲν ἀντέχει κατὰ τὸ Ἑλληνικὸν δημῶδες, «Ἕλληνος τράχηλος ζυγὸν δὲν ὑποφέρει!» Ἀλλὰ δὲν εἶναι βάρβαροι οἱ ἀστυφύλακες, οἱ ὁποῖοι καθ’ ἑκάστην, δίκην κτηνῶν, σύρουσι τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὰς φυλακὰς; Διατὶ δὲν ἐπροστατεύσατε τούτους, κύριε Μομφερράτε; Δὲν εἶναι χάρισμα τοῦ Θεοῦ ἡ ἐλευθερία εἰς τοὺς οὕτως αὐθαιρέτως συρομένους εἰς τὰς φυλακὰς;

§248ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Τοὺς τιμωροῦν οἱ νόμοι τοὺς παραβάτας αὐτούς.

§249ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς νόμος ὑπάρχει διὰ τοὺς παραβάτας τῶν νόμων ἀστυνομικούς!

§250ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Καταγγείλατέ τους.

§251ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐνῷ ἄνευ ἀποφάσεως δὲν δύνασθε νὰ φυλακίσητέ τινα, αἴφνης βλέπετε ἀξιωματικούς τινας, ἢ καὶ πάντα ἀστυφύλακα, νὰ φυλακίζωσι τὸν δυστυχῆ πολίτην ἀνεξετάστως!

§252ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πάντοτε παράβασις τοῦ καθήκοντος, καὶ τιμωρεῖται αὐτὴ ἡ πρᾶξις.

§253ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν νομίζητε ὅτι ζῆτε ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, πλανᾶσθε. Ἠξεύρετε τί πράττουσιν αὐτοὶ οἱ ἀστυνομικοὶ, οἱ ὁποῖοι παραβαίνουσι τὸ καθῆκόν των διὰ παρανόμων φυλακίσεων; Συλλαμβάνουν τὸν πολίτην, τὸν προσκαλοῦν νὰ ὑπάγῃ ἐμπρὸς, εἰς τὸ κρατητήριον, καὶ ἂν ὁ συλλαμβανόμενος, ἐν τῷ δικαίῳ του, δὲν ὑπακούσῃ εἰς τὴν παράνομον διαταγὴν, συντάσσουν ἔκθεσιν ἀντιστάσεως, καὶ τὸν σύρουν εἰς τὰς φυλακὰς, ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς τὸν εἰσάγει ἀμέσως εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, ἔνθα καὶ καταδικάζεται ὁ ἀδικηθείς! Πηγαίνετε εἰς ἡμέραν συνεδριάσεως ἐκεῖ, ἵνα ἴδητε τί γίνεται ἐν τῇ Δικαιοσύνῃ τῆς πατρίδος μας!

§254ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αὐτὸ εἶναι κακόν.

§255ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν γίνεται ὁ ἐμπαιγμὸς τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ λεγομένου ἐλευθέρου πολίτου. Δὲν πιστεύω ὁ πολὺς λαὸς νὰ θέλῃ νὰ προστατευθῇ οὕτως ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία του, ἤτοι διὰ νομοθετήματος τοιούτου. Ὁ λαὸς ὅλος, καὶ ἰδίως ὁ ἐμπορικὸς κόσμος, παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν τοιούτου νομοσχεδίου, ἢ τοὐλάχιστον νὰ τὸ τροποποιήσῃ. Ἐπικαλοῦμαι δὲ πρὸς τοῦτο, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τὴν πεῖράν σας, τὰ φῶτά σας, τὸν πατριωτισμόν σας. Ἀναβάλετέ το, μελετήσατέ το, διορθώσατέ το, καὶ ἔπειτα φέρετε αὐτὸ νὰ τὸ ψηφίσωμεν. Ἔχω πολλὴν πεποίθησιν εἰς ὑμᾶς. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν, ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος, μὴ τὸ ψηφίζετε. Ἐὰν θέλητε δὲ νὰ σώσωμεν αὐτοὺς τοὺς ἐκπατρισθέντας ἀσώτους, δόσατε αὐτοῖς τριῶν ἐτῶν ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως, καὶ ἐπιτρέψατε τὴν ἀπόδειξιν τῆς τοκογλυφικῆς αἰτίας. Ἀλλ’ ἐὰν προβῆτε οὕτω πως, διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κυρίου Καραπαύλου, εἰς τὴν κατάργησιν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, καταργεῖτε αὐτὸ τὸ ἐμπόριον, αὐτὸν τὸν Ἑλληνισμὸν, ὅστις ἐπὶ τούτου στηρίζει τὰς παραγωγικάς του δυνάμεις.

§256Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπίστευον, Κύριοι, ὅτι τὸ μακρὸν χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον παρῆλθεν ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν μέχρι τῆς σήμερον, ἤθελε πείσει πάντας περὶ τῆς ὀρθότητος τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἤθελε τοὺς πείσει, Κύριοι, διότι ἡ κοινὴ γνώμη ἐξεφράσθη πλήρης καὶ τελεία ὑπὲρ αὐτοῦ. Εἴδετε διατριβὰς ἐπιστημονικὰς, εἴδετε κορυφαίους νομικοὺς ἐκ τῶν παρ’ ἡμῖν νὰ κατέλθωσιν εἰς τὸ στάδιον τῆς δημοσιογραφίας, καὶ πάντες ἐν μιᾷ φωνῇ ἐπεκρότησαν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, δὲν εἶναι ἔργον ἡμῶν· εἶναι ἔργον προκληθὲν ἐκ τῆς ἀνάγκης. Καὶ εἶπεν ὁ πρῶτος ἀγορεύσας: «ποῦ εὑρίσκετε τὴν ἀνάγκην;» Ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅστις εἶναι καὶ νομικὸς, νὰ μοῦ δείξῃ ἓν καὶ μόνον σύγγραμμα, ἐκδοθὲν καὶ δημοσιευθὲν καὶ πραγματευθὲν περὶ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, εἰς τὸ ὁποῖον διαρρήδην νὰ μὴ καταδικάζηται ἡ προσωπικὴ κράτησις, ὅπως ἰσχύει παρ’ ἡμῖν. Καὶ τίνα δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω γράψαντα περὶ τούτου; Μήπως ὁ μακαρίτης Παπαρρηγόπουλος δὲν ἔγραψε μακρὰς διατριβὰς περὶ τούτου; Μήπως ὁ μακαρίτης Σοῦτσος δὲν ἔγραψεν ἐπίσης περὶ τούτου, καὶ τόσοι ἄλλοι ἐπιστήμονες, νομικοὶ καὶ οἰκονομολόγοι; Καὶ τίς ἐκ τῶν νομικῶν δὲν κατέκρινε τὸν θεσμὸν, ὅπως ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν; Καὶ ὅμως σᾶς εἶπε «ποῦ εὑρίσκετε τὴν ἀνάγκην»! Ἀλλὰ μήπως καὶ κοινωνικὴ ἀνάγκη ὑπὲρ αὐτοῦ πανταχόθεν δὲν ἐκδηλοῦται; Ἐὰν, Κύριοι, ἀνοίξω τὸν φάκελλον ἐκεῖνον (δεικνύει τὸ χαρτοφυλάκιόν του), θέλω σᾶς δείξει χιλιάδας ὑπογραφῶν, δι’ ὧν ζητεῖται ἡ κατάρριψις τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Καὶ ὅμως σᾶς λέγουσιν, ὅτι οὐδαμοῦ ἠκούσθη παράπονον ἐπὶ τῆς ἐκτελέσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως! Εἶπον, Κύριοι, καὶ ἐπανέλαβον ὅτι πρόκειται νὰ καταργήσωμεν ἐντελῶς τὴν προσωπικὴν κράτησιν, καὶ ἠθέλησαν νὰ συναρπάσωσιν, οὕτως εἰπεῖν, τὸν κόσμον, καὶ ἰδίως τὸν ἐμπορικὸν κόσμον. Οὐδὲν τούτου ψευδέστερον. Προβαίνομεν, Κύριοι, μετὰ μέτρου. Ἀποδεχόμεθα ὅλας τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ὁ πρὸ ὀλίγου λαλήσας εἶπε, περὶ ἐντελοῦς καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἐτολμήσαμεν νὰ τὸ πράξωμεν. Ἠθελήσαμεν, Κύριοι, νὰ προβῶμεν δοκιμαστικῶς, ὅπως πράττομεν πάντοτε· ἠθελήσαμεν νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον θέλει ἐπιτύχει ἡ κατὰ μικρὸν κατάργησις τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, καὶ μετὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ μέτρου τούτου νὰ προβῶμεν καὶ περαιτέρω. Καὶ ἰδοὺ ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου. Ποίαν προσωπικὴν κράτησιν, ἐρωτῶ, καταργεῖ τὸ νομοσχέδιον; ποῖον νόμον καταργεῖ; Τὸ νομοσχέδιον ἔρχεται εἰς ἐπίρρωσιν τοῦ νόμου. Ἡ προσωπικὴ κράτησις, ὅπως εἶναι γνωστὸν, ἐπιβάλλεται παρ’ ἡμῖν κυρίως ἐπὶ ἐμπορικῶν σχέσεων ἐν γένει· ἐπιβάλλεται ἐπὶ εἰδικῶν περιπτώσεων, τὰς ὁποίας ἡ Πολιτικὴ Δικονομία καὶ ἄλλοι νόμοι ἀναγράφουν, ἐπιβάλλεται δὲ καὶ ὅταν ἰδιώτης συνάψῃ ἐμπορικὴν πρᾶξιν. Τὴν τελευταίαν μόνον διάταξιν καταργεῖ τὸ νομοσχέδιον· καὶ τὴν καταργεῖ διατί; Διότι, ἐνῷ δὲν εἶναι ἀναγκαία, ἐνῷ δὲν εἶναι χρήσιμος, δίδει ἀφορμὴν εἰς τὰς μεγαλειτέρας τῶν καταχρήσεων. Τὸ ὄντι δύναται ἰδιώτης νὰ ἐπιχειρήσῃ ἐμπορικὴν πρᾶξιν. Ἀλλ’ ὅταν ἰδιώτης ἐπιχειρῇ ἐμπορικὴν πρᾶξιν, ὁ μετ’ αὐτοῦ συναλλασσόμενος πρέπει νὰ ἐμβλέψῃ εἰς τὸ ἀξιόπιστον αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, εἰς τὸ φερέγγυον αὐτοῦ τοῦ ἰδίου. Ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτως ἐπὶ ἐμπόρων. Ἐπὶ ἐμπόρων, ἐκ συστήματος ἐνεργούντων τὴν ἐμπορίαν, ἡ ἐμπορικὴ πίστις ἔχει ἄλλως. Ὁ ἔμπορος, ὁ ἐξασκῶν τὸ ἐπάγγελμα αὑτοῦ, διὰ μόνης τῆς ἐξασκήσεως αὐτοῦ παρέχει πίστιν. Ἡ ἐμπορικὴ πίστις εἶναι ἀλληλένδετος μεταξὺ ἐμπόρων. Ἐνῷ λοιπὸν δὲν εἶναι χρήσιμος καὶ δὲν εἶναι ἀπαραίτητος, δίδει ἀφορμὴν, λέγω, εἰς τὰς μεγίστας τῶν καταχρήσεων. Ποίων καταχρήσεων; Ἐνῷ ἡ Πολιτικὴ Δικονομία ῥητῶς ἀναγράφει, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποβάλῃ τὸν ἑαυτόν του εἰς προσωπικὴν κράτησιν, εἰμὴ κατὰ τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένας περιπτώσεις, καὶ ἂν τὸν ὑποβάλῃ, ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι ἄκυρος, τί ἐμηχανεύθησαν, Κύριοι; Ἐμηχανεύθησαν τὸν τύπον τῆς ψευδοῦς συναλλαγματικῆς καὶ ἐπὶ ἰδιωτῶν μὴ ἐμπόρων, διὰ νὰ δημιουργήσωσι καὶ κατ’ αὐτῶν τὴν προσωπικὴν κράτησιν. Καὶ μοὶ λέγουσιν, ὅτι προνοῶ μόνον περὶ θυμάτων τινῶν νέων, ἢ περί τινων πλανοδίων ἄλλων, τοὺς ὁποίους προστατεύομεν! Καὶ λησμονοῦσιν, ὅτι τὸ μέσον τοῦτο τῆς συναλλαγματικῆς ἐπενοήθη, Κύριοι, ὅπως εἶπεν ἀξιότιμος συνάδελφος, πρὸ πάντων κατὰ τῶν κτηματιῶν, πρὸ πάντων κατὰ τῶν γεωργῶν. Ἡ Ἠλεία τὸ μαρτυρεῖ. (Φωναί. Μάλιστα, μάλιστα). Ἡ Θεσσαλία τὸ μαρτυρεῖ.

§257ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Βεβαιότατα.

§258ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Ὄχι.

§259ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κτηματίαι, οἵτινες εἶχον ἀνάγκην ἵνα καλλιεργήσωσι τὰ κτήματα αὑτῶν, ἐδανείσθησαν, καὶ οἱ τοκογλύφοι προσηνέχθησαν νὰ τοὺς δανείσωσιν, ἀλλ’ ὑπὸ ποῖον ὅρον; Νὰ ἐκδώσωσι συναλλαγματικὰς ψευδεῖς ἀπὸ Γαργαλιάνων εἰς Πύργον. (Φωναί. Μάλιστα, μάλιστα). Καὶ βλέπετε, Κύριοι, ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἑκατοντάδας τοιούτων συναλλαγματικῶν, ψευδῶν, εἰκονικῶν.

§260Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Χιλιάδας.

§261ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Οὕτω, Κύριοι, λοιπὸν καταστρατηγεῖται ὁ νόμος, καταστρατηγεῖται τὸ Σύνταγμα, τὸ καθιεροῦν τὸ ἀπαραβίαστον τῆς ἐλευθερίας, καταστρατηγεῖται ἡ Πολιτικὴ Δικονομία. Καὶ ἐνῷ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸ ἄτομον νὰ θέσῃ ὑπέγγυον τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν του, διὰ τῆς καταστρατηγήσεως αὐτῆς τοῦ νόμου τίθεται ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία τοῦ πολίτου ὑπέγγυος εἰς τὸν τοκογλύφον! Λαλοῦσι, Κύριοι, περὶ ἐμπορικῆς πίστεως. Ἡ ἐμπορικὴ πίστις ἡ ἀληθὴς δὲν ἔχει ἀνάγκην τοιούτων τοκογλυφικῶν τεχνασμάτων. Οὐδεὶς ἔντιμος τοκιστὴς, οὐδεὶς δανειστὴς ἔντιμος θὰ θελήσῃ ποτὲ νὰ ὑποχρεώσῃ τὸν ὀφειλέτην του νὰ ἐκδώσῃ ψευδῆ, εἰκονικὴν, νόθον συναλλαγματικήν. Καὶ περὶ αὐτῶν τῶν νόθων συναλλαγματικῶν προνοεῖ ὁ νόμος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐμπορικὴ πίστις, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ προστατεύσητε; Δι’ αὐτῆς τῆς ἐμπορικῆς πίστεως θέλετε νὰ ζήσητε; Δι’ αὐτῆς τῆς ἐμπορικῆς πίστεως θέλετε ν’ ἀναπτύξητε τὸ ἐμπόριον ἐν Ἑλλάδι; Ἀλλ’ ἐρωτῶ τοὺς Κυρίους, οἱ ὁποῖοι ἐπέδειξαν αὐτὸ τὸ φόβητρον τῆς διασαλεύσεως τῆς ἐμπορικῆς πίστεως. Ἔχομεν τέσσαρα ἔτη τὸ δικαιοστάσιον... Ἀληθῶς;

§262ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.

§263ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἔχομεν τέσσαρα ἔτη, καὶ οὐδεμία προσωπικὴ κράτησις ἐκτελεῖται. Ποῦ εἴδετε διασαλευθεῖσαν τὴν ἐμπορικὴν πίστιν; Ποῦ εὕρετε τὴν διασάλευσιν αὐτήν; Μήπως τὸ ἐξωτερικὸν ἐμπόριον ἠμποδίσθη, Κύριοι, διότι κατηργήθη παρ’ ἡμῖν προσωρινῶς ἡ προσωπικὴ κράτησις; ...

§264ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ κατηργήθη καὶ ὡς πρὸς τὸ ἐμπόριον ἀκόμη.

§265ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Βεβαίως... Μήπως αἱ πιστώσεις μας ὡς πρὸς τοὺς ἐμπόρους ἔπαυσαν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ; Τὰ τελωνεῖα μαρτυροῦσι τὸ ἐναντίον. Αἱ πιστώσεις ηὔξησαν μάλιστα. Καὶ ὅμως σᾶς λέγουσιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ διασαλεύσῃ τὴν ἐμπορικὴν πίστιν!

§266ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ἐμπορικὴν πίστιν.

§267ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν τὴν διεσάλευσε, Κύριοι, τὴν ἐμπορικὴν πίστιν πανταχοῦ, ὅπου κατηργήθη. Παντοῦ ἠκούσθησαν, ὅτε ἐπρόκειτο περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, οἰμωγαὶ καὶ θρῆνοι τῶν τοκογλύφων. Κατηργήθη, καὶ ἀντὶ τὸ ἐμπόριον νὰ ναυαγήσῃ, ηὔξησε καὶ ἤνθησε. Διότι τὸ ἀληθὲς ἐμπόριον θέλει πεδίον ἀληθές, εἰλικρινὲς καὶ ὄχι νόθον.

§268ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν θέλει συναλλαγματικὰς τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν παππάδων (γέλωτες).

§269ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τῆς διατάξεως λοιπὸν, Κύριοι, τῆς Δικονομίας, ἥτις διὰ τῆς συναλλαγματικῆς παρέχει προσωπικὴν κράτησιν εἰς τὸν δανειστὴν, αὐτῆς ἐγένετο κατάχρησις. Καὶ ἡ κατάργησις τῆς καταχρήσεως εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου. Ἐγένοντο καταχρήσεις οὐχὶ μόνον, ὅπως σᾶς εἶπον οἱ ἀντιφρονοῦντες, κατὰ τῶν νέων, οὐχὶ μόνον κατὰ τῶν ἀσώτων, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῶν κτηματιῶν καὶ κατὰ τῶν γεωργῶν καὶ κατὰ τῶν οἰκογενειαρχῶν. Πόσοι, Κύριοι, οἰκογενειάρχαι, εὑρισκόμενοι εἰς τὴν ἀνάγκην, ἀνάγκην ἀπόλυτον, προσφεύγουσι ζητοῦντες οὕτω νὰ συντηρήσωσι τὴν οἰκογένειάν των! Καὶ ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ἀξιώσεως, Κύριοι, εὗρον ἀμείλικτον τὸν δανειστὴν, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε τὴν ἔκδοσιν συναλλαγματικῆς. Ἡ συναλλαγματικὴ δὲ ἐκείνη ποῖον ἐπέφερεν ἀποτέλεσμα;

§270ΡΙΚΑΚΗΣ. Νὰ πτωχεύσωσι καὶ οἱ παππάδες! (γέλωτες).

§271ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τὴν καταστροφὴν τοῦ οἰκογενειάρχου. Ἔχει δὲ καὶ τοῦτο τὸ κακὸν ἡ προσωπικὴ κράτησις, ὅτι τιμωρεῖ ὄχι μόνον τὸν προσωποκρατούμενον, ἀλλὰ καὶ τὴν οἰκογένειαν, τὰ τέκνα. Τὴν σύζυγον τοῦ προσωποκρατουμένου καὶ τὰ τέκνα του τοὺς ἀφήνει εἰς τοὺς πέντε δρόμους! Ποῦ ἠκούσθη, διὰ χρέος 50 δραχμῶν νὰ κρατῆται ἐπὶ δύο ἔτη ὁ ὀφειλέτης ἐν τῇ φυλακῇ! Καὶ θέλετε νὰ προστατεύσητε ὑμεῖς τοιοῦτον θεσμὸν, Κύριοι!

§272ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Δὲν τὸν προστατεύομεν. Σεῖς δὲν ἐφέρατε νομοσχέδιον καταργοῦν αὐτὸν τὸν θεσμόν.

§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ παύσουν αἱ διακοπαί.

§274ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἶμαι βέβαιος, Κύριοι, ὅτι οἱ Κύριοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σήμερον εἶναι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν ἤρχετο νομοσχέδιον καταργοῦν ἐντελῶς τὴν προσωπικὴν κράτησιν, ἤθελον ἀντιτάξει κραυγὰς ἰσχυροτέρας ἀπὸ τὰς σημερινάς.

§275ΦΩΝΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Βεβαίως. Εὖγε!

§276ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τώρα τὸ μεταχειρίζονται ὡς ἐπιχείρημα. Ἀλλ’ ὑμεῖς δὲν θὰ ἠκούετε τὰς φωνάς των.

§277ΖΩΤΟΣ. Εἶναι τὸ πρῶτον βῆμα.

§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δοκιμαστικῶς.

§279ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Βλέπετε λοιπόν, Κύριοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀπόρροια τῆς κοινωνικῆς ἀνάγκης, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου οὔτε ἡ ἐμπορικὴ πίστις θὰ πάθῃ, οὔτε ἡ ἐμπορικὴ πίστις θὰ διασαλευθῇ. Ἠξεύρετε, Κύριοι, πόσος ἀριθμὸς συμπολιτῶν ἡμῶν εἰς τὸ διάστημα ἔτους φυλακίζεται; Ἔχω πρόχειρον τὸν κατάλογον. Εἰς διάστημα πέντε ἐτῶν, Κύριοι, δέκα χιλιάδες ἀπὸ ἰδιωτικὰ χρέη ἐφυλακίσθησαν!

§280ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Ὄχι ἀπὸ ἰδιωτικά.

§281ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἀπὸ ἰδιωτικά.

§282ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τῶν Τραπεζῶν.

§283ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Αἱ Τράπεζαι δὲν φυλακίζουν.

§284ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Παρακαλῶ (ἀναγινώσκει): «Πίναξ τῶν ἀπὸ τοῦ 1892 ἕως 1896 φυλακισθέντων: 9727 διὰ χρέη πρὸς ἰδιώτας». Λοιπὸν διὰ χρέη πρὸς ἰδιώτας ἐφυλακίσθησαν περὶ τὰς 10,000, δηλαδὴ 2,000 κατ’ ἔτος.

§285ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Πόσοι διὰ χρέη εἰς τὰς Τραπέζας;

§286ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω σημείωσιν· ἀλλ’ αἱ Τράπεζαι ποτὲ δὲν κάμνουσι χρῆσιν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως.

§287ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Αὐτοὶ οἱ προσωποκρατηθέντες διὰ χρέη ἰδιῶται εἶναι ἔμποροι;

§288Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἐγὼ γνωρίζω, καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου ἐν διαστήματι 5 ἢ 6 ἐτῶν οὐδεὶς ἐφυλακίσθη ὑπὸ τῶν Τραπεζῶν.

§289ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Αἱ Τράπεζαι σπανιώτατα φυλακίζουν. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου ἔχομεν διδόμενα, ὅτι μέγας ἀριθμὸς συμπολιτῶν ἡμῶν δι’ ἰδιωτικὰ χρέη κατ’ ἔτος φυλακίζονται. Ἀλλὰ μήπως τὸ πρῶτον ἡμεῖς ἐφέραμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο; Τὴν ἀνάγκην τούτου συνέχεια Κυβερνήσεων ᾐσθάνθη. Πολλὰ νομοσχέδια ἦλθον ἐνώπιον ὑμῶν περὶ περιορισμοῦ ἢ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Καὶ ἡμεῖς δυνάμεθα, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Κεφαλληνίας, νὰ ὑπερηφανευώμεθα, διότι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ καταστῇ νόμος, καὶ θὰ ὑπερηφανεύηται καὶ ἡ Βουλή, διότι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ θὰ εἴπητε εἰς τοὺς συμπολίτας σας, ὅτι κατηργήσατε βάρβαρον καὶ κακοήθη θεσμόν.

§290ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν διατηρεῖτε ἐν πληρεστάτῃ ἰσχύϊ.

§291ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ βαθμηδὸν ἡ τοῦ θεσμοῦ κατάργησις, δὲν εἶναι ἰδέα ἰδική μου, ἀλλ’ εἶναι ἰδέα καὶ ἄλλου νομικοῦ ἐπίσης συναδέλφου, διότι ὑπάρχει εἰσηγμένον πρὸ πολλοῦ νομοσχέδιον, φέρον τὴν ὑπογραφὴν καὶ τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου καὶ ἄλλων νομικῶν, οἵτινες ἰδοὺ πῶς δικαιολογοῦσιν ἀνεπιφυλάκτως τὴν βαθμιαίαν κατάργησιν. (Ἀναγινώσκει ἔκθεσιν νομοσχεδίου, εἰσαχθέντος ὑπὸ τοῦ πρώην βουλευτοῦ Βόλου κ. Γ. Φιλαρέτου καὶ ἄλλων Βουλευτῶν.) Βλέπετε, ὅτι καὶ ἄλλοι πρὸ ἡμῶν οὕτως ἐσκέφθησαν. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε ἄλλο, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἰσαγαγόντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐξεπληρώσαμεν ἓν καθῆκον πρὸς τὸν τόπον καὶ πρὸς τὴν δημοσίαν πίστιν, καὶ ἡ κοινὴ γνώμη καὶ ὁ κόσμος ὅλος θέλει ἐπιδοκιμάσει τὴν ἐπιψήφισίν του. Σεῖς δὲ δύνασθε ὑπερηφάνως νὰ ἀτενίζητε πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς σας, διότι κατηργήσατε θεσμὸν πανταχόθεν καταδεδικασμένον. (Χειροκροτήματα).

§292Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀμφιβάλλω, Κύριοι, ἄν ποτε εὑρέθη νομοθετικὸν σῶμα εἰς ψευδεστέραν θέσιν ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν ταύτῃ τῇ στιγμῇ εὑρίσκεται ἡ Ἑλληνικὴ Βουλή. Οἱ κηρυχθέντες ὑπὲρ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ὁμιλοῦν περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ἐνῷ πᾶν ἄλλο ἐπιδιώκεται δι’ αὐτοῦ ἢ ἡ κατάργησις τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Ἐβροντοφώνει πρὸ ὀλίγων στιγμῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, ὅτι θὰ ἦναι ὑπερήφανος, διότι ἐπ’ αὐτοῦ καταργεῖται ἡ προσωπικὴ κράτησις. Ἀλλὰ ποίαν προσωπικὴν κράτησιν καταργεῖτε, κύριε Ὑπουργέ; Διατὶ ἐξακολουθεῖτε νὰ πλανᾶτε τὸν λαόν; Ἡ προσωπικὴ κράτησις διατηρεῖται ἐν πλήρει ἰσχύϊ καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν! Σεῖς ὁ ἴδιος ἀνωμολογήσατε, ὅτι εἰς διάστημα τεσσάρων ἐτῶν τὸ Δημόσιον ἐπροσωποκράτησε πρὸς εἴσπραξιν τῶν φόρων τριάκοντα ὀκτὼ χιλιάδας πολίτας! Καὶ διὰ τὸ Δημόσιον διατηρεῖτε τὴν προσωπικὴν κράτησιν. Αἱ Τράπεζαι ἔχουν τὸ δικαίωμα τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἀδιακρίτως καθ’ ὅλων τῶν ὀφειλετῶν των. Καὶ διὰ τὰς Τραπέζας διατηρεῖτε τὴν προσωπικὴν κράτησιν. Ποῦ λοιπὸν εἶναι ἡ κατάργησις; Εἴπετε ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως εἶναι ἀπαίσιος. Μάλιστα, εἴμεθα σύμφωνοι. Ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ ἔχητε τὸ θάρρος νὰ τὸν καταργήσητε γενικῶς, καὶ προθύμως τότε θὰ ψηφίσω τὴν γενικὴν κατάργησιν. Ἂν ὅμως δὲν ἔχητε τὸ θάρρος νὰ προβῆτε εἰς τὴν γενικὴν κατάργησιν, τότε ἔχετε καθῆκον ἐπιτακτικὸν νὰ μὴ κινήσητε κακὸν εὖ κείμενον. Μὴ συνταράσσετε τὴν κοινωνίαν διὰ τῶν μισῶν μέτρων. Μὴ θέτετε χεῖρα ἐπὶ τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων διὰ τῆς ἀναδρομικῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ δώσητε εἰς τὸν νόμον, τοῦ ὁποίου μετὰ πείσματος ἐπιδιώκετε τὴν ἐπιψήφισιν. Εἴπετε ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη ἐκηρύχθη ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου σας: ἀλλ’ οὐδὲν τούτου ἀνακριβέστερον, διότι ῥαγδαῖαι ἐξηγέρθησαν πανταχόθεν διαμαρτυρίαι. Εἴπετε ὅτι μόνον οἱ τοκισταὶ καὶ οἱ τοκογλύφοι ἐξανέστησαν. Ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ! καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς ἄπειρα ἀπεστάλησαν καὶ ἀνεκοινώθησαν ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου τηλεγραφήματα καὶ ὑπομνήματα παρ’ ὅλων τῶν Ἐμπορικῶν Ἐπιμελητηρίων καὶ Συλλόγων. Καὶ ἔχετε τὴν τόλμην νὰ ἰσχυρίζησθε, ὅτι ὅλος ὁ ἐμπορικὸς τοῦ Κράτους κόσμος συνίσταται ἀπὸ τοκιστὰς καὶ τοκογλύφους! Τί εἶναι αὐτὰ, κύριε Ὑπουργέ; Διατὶ μετὰ τηλικαύτης τόλμης παραχαράσσετε τὰ γεγονότα; Πρὸ μικροῦ ἀκόμη ὁ κ. Πρόεδρος ἀνεκοίνωσε μακρὸν καὶ ἐμβριθέστατον ὑπόμνημα τοῦ Συλλόγου τῶν ἐν Πάτραις Καλαβρυτινῶν· τοῦ ὑπομνήματος δὲ τούτου τὰ ἐπιχειρήματα, ὡς ἠκούσατε, εἶναι ἀκαταμάχητα. Ὁ Σύλλογος οὗτος εἶναι εἷς τῶν ἀρίστων ἐν τῷ Κράτει Συλλόγων, ἱδρύσας πρὸ πολλῶν ἐτῶν καὶ συντηρῶν τὴν ἐν Πάτραις Σχολὴν τοῦ Λαοῦ, ἡ ὁποία, θαυμασίως λειτουργοῦσα, γίνεται ἀνυπολογίστου κοινωνικῆς ὠφελείας πρόξενος. Καὶ λέγετε ἔπειτα, ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες τὸν Σύλλογον τοῦτον εἶναι τοκισταὶ καὶ τοκογλύφοι! Δὲν ἠξεύρω τί νὰ εἴπω καὶ πῶς νὰ χαρακτηρίσω αὐτοὺς τοὺς ἰσχυρισμούς σας. Ἔπρεπε νὰ ἦσθε εἰλικρινεῖς, ἔπρεπε νὰ μὴ ὀχυρώνησθε ὄπισθεν βεβιασμένων καὶ σαθρῶν ἐπιχειρημάτων. Ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν ἐπιδιώκετε διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας, καὶ ὁ σκοπὸς οὗτος εἶναι νὰ καθιερώσητε ἓν εἶδος σεισαχθείας ὑπὲρ ὡρισμένων τινῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐδανείζοντο ἀπὸ μίαν σπεῖραν τοκογλύφων ἐν Ἀθήναις πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ θεραπεύσωσι διάφορα πάθη καὶ ποικίλας ἡδονάς. Κατ’ αὐτῶν ὑπάρχουσιν ἀποφάσεις μὲ προσωπικὴν κράτησιν, καὶ δι’ αὐτὸ ἐχαλάσατε τὸν κόσμον νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιόν σας, καὶ χάριν αὐτῶν ἐπιμένετε νὰ δώσητε ἀναδρομικὴν δύναμιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Βεβαιωθῆτε ὅμως, ὅτι, ἂν κατορθωθῇ νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ μὲ τὴν ἀναδρομικὴν δύναμιν, μεγίστην εὐθύνην ἀναλαμβάνει καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειονοψηφία διὰ τὰς θλιβερὰς συνεπείας. Ἀφίνετε τὴν προσωπικὴν κράτησιν προνομιακῶς καὶ ὡς μονοπώλιον ὑπὲρ τῶν Τραπεζῶν καὶ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἐνῷ καὶ αἱ Τράπεζαι καὶ τὸ Δημόσιον ἔχουν τόσας ἄλλας εὐκολίας καὶ τόσα ἄλλα μέσα πρὸς ἐξασφάλισιν καὶ εἴσπραξιν τῶν ἀπαιτήσεών των. Καὶ ὅμως τὴν καταργεῖτε διὰ τοὺς ἰδιώτας, οἱ ὁποῖοι τὴν ἔχουν ὡς ἁπλῆν ἀπειλὴν κατὰ τῶν δυστροπούντων ὀφειλετῶν. Τὴν καταργεῖτε διὰ τοὺς ἰδιώτας, οἱ ὁποῖοι οὐδεμιᾶς ἢ ἐλαχίστης τυγχάνουν συνδρομῆς ἐκ μέρους καὶ τῆς δικαστικῆς καὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς. Καὶ ἐπὶ τέλους διὰ τῆς ἀναδρομικῆς δυνάμεως καταστρέφετε κεκτημένα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα οἱ πιστωταὶ ἀπέκτησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων. Μεγαλύτερον ἀδίκημα κοινωνικὸν, τολμηρότερον κοινωνικὸν σκάνδαλον εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῇ κανείς. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἢ πρέπει νὰ καταργήσητε γενικῶς τὴν προσωπικὴν κράτησιν, ἢ πρέπει νὰ μὴ ἐπιμείνητε εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν πράξητε τὸ ἐναντίον, λίαν προσεχῶς θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀνομολογήσητε τὸ σφάλμα σας, ἀλλὰ θὰ ἦναι ἀργά.

§293Ι. Δ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐλέχθησαν τόσα πολλὰ κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως καὶ παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκηρύχθησαν ὑπὲρ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, καὶ παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκηρύχθησαν κατ’ αὐτοῦ, ὥστε δὲν ὑπολείπεται νὰ προσθέσῃ τις νέα ἐπιχειρήματα, ὅπως ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ κατάργησις τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ἐφ’ ὅσον αἱ κοινωνικαὶ ἀνάγκαι ἐπιτρέπουσι τοῦτο, εἶναι ἐπιβεβλημένη. Ἀλλ’ ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα ἐρωτήσω τοὺς κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀγορεύσαντας καὶ συγχρόνως τοσοῦτον ἐνθέρμως ὑποστηρίξαντας τὴν τελείαν κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, τί ἐννοοῦσι, λέγοντες ὅτι «ὁ θεσμὸς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως εἶναι θεσμὸς βάρβαρος, σκληρὸς, ἀπάνθρωπος, καὶ στέργομεν νὰ καταργηθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν, ἀλλὰ δὲν ψηφίζομεν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως, σκοποῦντος νὰ περιορίσῃ τὴν ἀπαγγελίαν προσωπικῆς κρατήσεως καὶ ἐν αἷς περιπτώσεσιν οὐδὲ κατὰ τὸ πνεῦμα τῶν κρατουσῶν διατάξεων ἔδει ν’ ἀπαγγέλληται τοιαύτη, νομοσχεδίου σκοποῦντος νὰ περιορίσῃ τὸ κακὸν καὶ νὰ χορηγήσῃ τοῖς δικαστηρίοις τὸ δικαίωμα τοῦ καθορισμοῦ τοῦ ἀνωτάτου χρονικοῦ ὁρίου τῆς κρατήσεως ἀναλόγως τῶν περιστάσεων τοῦ ποσοῦ τῆς ἀπαιτήσεως»; Ἐννοῶ τοὺς ὑποστηρίζοντας, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ διατήρησις τοῦ θεσμοῦ τούτου, ἐν ὅλῃ αὐτοῦ τῇ ἀγριότητι καὶ τῇ ἐκτάσει, ὑπὸ τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν. Λέγουσί τι σαφὲς, ἔστω καὶ ἂν τοῦτο δὲν ἦναι ἀληθές. Ἀλλὰ οἱ λέγοντες ὅτι οὐδεμία ὑφίσταται ἀνάγκη διατηρήσεως τοῦ θεσμοῦ, οὔτε ὅσον ἀφορᾷ τὰς πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλὰς, οὔτε τὰς μετὰ τῶν Τραπεζῶν διὰ γραμματίων συναλλαγὰς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἀνακράζοντες, «πῶς τολμᾶτε, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ εἰσάγητε νομοσχέδιον καταργοῦν ἐν μέρει τὴν προσωπικὴν κράτησιν!», λέγουσιν ἀκατάληπτόν τι δι’ ἐμέ· ὡς ἐπίσης δὲν ἐννοῶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καὶ κατὰ τοῦ θεσμοῦ κηρύσσονται, καὶ τὴν διατήρησιν τούτου εὑρίσκουσιν ἀναγκαίαν, καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τέλους ἐλέγχουσιν, ὅτι διατηρεῖ αὐτὴν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐν ὅλῃ αὐτῆς τῇ ἰσχύϊ! Ὄντως, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν καταργεῖ τὴν προσωπικὴν κράτησιν· ἐὰν θέλετε μάλιστα, οὔτε περιορίζει τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἀπαγγέλλεται τοιαύτη, ἀλλὰ παρακωλύει μόνον τὴν γιγνομένην μέχρι τοῦδε καταδολίευσιν τοῦ νόμου, καθορίζον σαφῶς καὶ ἀκριβῶς διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου, ὅτι ἀπαγγέλλεται «ἐν πάσῃ περὶ ἐμπορικῆς διαφορᾶς ἐκδιδομένῃ ἀποφάσει, αἰτήσει τοῦ ἐνάγοντος, προσωπικὴ κράτησις κατὰ τοῦ ἡττηθέντος ἐμπόρου ἕνεκα μόνον τοῦ ἐπιδίκου ἀντικειμένου». Λέγομεν δηλ. διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ καλούμεθα διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν νὰ μεταβάλωμεν εἰς νόμον, ὅτι ἡ συναλλαγματικὴ καὶ τὰ γραμμάτια εἰς διαταγὴν μὲ τὴν κλασικὴν φράσιν «δι’ ἐμπορικὰς ἀνάγκας» δὲν ἐπιβάλλουσι τὴν ὑποχρέωσιν τῷ δικαστῇ νὰ ἀπαγγείλῃ προσωπικὴν κράτησιν κατὰ τοῦ ἐκδότου αὐτῶν, ἂν μὴ ἀποδειχθῇ, ὅτι οὗτος ἦτο πράγματι ἔμπορος. Λέγομεν πρὸς ἐκείνους, οἵτινες, ἐκμεταλλευόμενοι ἢ τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας τοῦ πτωχοῦ οἰκογενειάρχου, ἢ τὴν ἀσυνεσίαν καὶ ἀπερισκεψίαν τοῦ νεανίου, ἐξεβίαζον αὐτοὺς νὰ ὑπογράφωσι συναλλαγματικὴν ἢ γραμμάτιον εἰς διαταγὴν ἐμπορικόν, ἵνα οὕτως ἀκουσίως ὑποβάλωσιν ἑαυτοὺς εἰς προσωπικὴν κράτησιν, ὅτι «δύνασθε νὰ δανείζητε τὰ χρήματά σας, ἀλλὰ τοῦ μέσου τούτου, τοῦ ἀνηθίκου, συντελοῦντος εἰς τὴν καταστροφὴν καὶ τοῦ ἀπείρου νεανίου καὶ τοῦ πτωχοῦ ἐργάτου, δὲν δύνασθε τοῦ λοιποῦ νὰ ποιήσησθε χρῆσιν». Τοῦτο ὅμως, ὅπερ ἀπαλλάσσει ὁλοκλήρους κοινωνικὰς τάξεις ἀπὸ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ἀποκρούουσιν ἤδη οἱ θερμοὶ ὑποστηρικταὶ τῆς πλήρους καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως! Καὶ ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης: «διατὶ διατηρεῖτε τὴν προσωπικὴν κράτησιν ὑπὲρ τῶν Τραπεζῶν; διατὶ διατηρεῖτε αὐτὴν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου;» Καὶ ἐρωτῶσι, φρονοῦντες ὅτι τὰ ἐρωτήματα ταῦτά εἰσιν ἐπιχειρήματα σοβαρὰ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Λησμονεῖτε ὅμως, Κύριοι, ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν εἶναι κοινός τις δανειστής, ὡς πᾶς ἰδιώτης, λησμονεῖτε, ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀποτελεῖται ἐκ τῶν εἰσφορῶν ὅλων τῶν πολιτῶν, καὶ πρέπει πάντες, ἀνακουφίζοντες ἀλλήλους, νὰ πληρώνωσι τὴν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλήν των ἀγογγύστως, διὰ νὰ ἐπαρκῇ τοῦτο εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, αἵτινες εἶναι κοιναὶ τῶν πολιτῶν, τοῦ λαοῦ, ἀνάγκαι. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους τὸ Δημόσιον, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν στέργετε τὴν παραχώρησιν ταύτην, δὲν ἐξαρτᾷ ἐκ μόνης τῆς θελήσεώς του τὴν προσωπικὴν κράτησιν τοῦ ὀφειλέτου του. Κρατεῖ τὸ Δημόσιον ἐν ταῖς φυλακαῖς τοὺς πένητας; Εἶναι καὶ πρέπει νὰ ἦναι γνωστὸν ὑμῖν, ὅτι ὁ ὀφειλέτης τοῦ Δημοσίου ἀπολύεται τῶν φυλακῶν, εὐθὺς ὡς ἤθελε παρουσιάσει πιστοποιητικὸν ἀκτημοσύνης εἰς τὸν ταμίαν. Καὶ ἐπὶ τῶν ποινικῶν ἔτι ἐξόδων οἱ ὀφειλέται οἱ φυλακισθέντες ἕνεκεν ἐγκληματικῆς πράξεως ἀπολαύουσι τοῦ εὐεργετήματος ν’ ἀπολυθῶσι τῶν διὰ χρέη φυλακῶν μετὰ φυλάκισιν δύο μὲν μηνῶν οἱ ἐπὶ πλημμελήματι, τεσσάρων δὲ μηνῶν οἱ ἐπὶ κακουργήματι καταδικασθέντες. Τοιαύτην εὐσπλαγχνίαν τίς τῶν ἰδιωτῶν δανειστῶν ἐπεδείξατο ἢ θέλει ἐπιδείξει; Ὑπάρχει περιοριστική τις διάταξις ἐν ἰσχύϊ διὰ τοὺς λοιποὺς δανειστάς; Καὶ τίνας ἄλλους ἢ τοὺς πένητας ὀφειλέτας αὑτῶν ῥίπτουσι καὶ κρατοῦσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς; Πῶς λοιπὸν, κύριοι συνάδελφοι, δὲν εὑρίσκετε ὀρθὴν τὴν διάκρισιν μεταξὺ Δημοσίου καὶ λοιπῶν δανειστῶν; Τὸ Δημόσιον ζητεῖ νὰ λάβῃ παρὰ τῶν δυναμένων νὰ πληρώσωσιν ἐκ τῶν ὀφειλετῶν του, τοὺς δὲ μὴ δυναμένους δὲν ἐγκλείει ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἐνῶ ὁ κοινὸς δανειστὴς, χωρὶς νὰ εἴπω ὁ τοκογλύφος, λαμβάνει παρὰ τοῦ ὀφειλέτου του ὅ,τι ἔχει, καὶ ἔπειτα τὸν ἐγκλείει ἐν ταῖς φυλακαῖς, διὰ νὰ λάβῃ παρ’ αὐτοῦ καὶ ὅ,τι δὲν ἔχει. Ὁ κοινὸς δανειστὴς τὴν προσωπικὴν κράτησιν κρατεῖ καὶ ὡς μέσον ἐκδικήσεως ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ, ἐπισείει αὐτὴν ὡς ἀπειλήν, καθιστῶν οὕτω τὸν ἀτυχήσαντα ὀφειλέτην ἕρμαιον τῶν ἰδίων αὑτοῦ θελήσεων, μεταβάλλων αὐτὸν εἰς δοῦλον τέλειον, ἄνευ ἰδίας γνώμης, ἄνευ ἰδίας θελήσεως! Ἐμέμφθησαν προσέτι τοῦ νομοσχεδίου ὡς διατηροῦντος ῥητῶς τὸ προνόμιον τῶν Τραπεζῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ σοβαροῦ λόγου τῆς ὑφισταμένης μετὰ τῶν Τραπεζῶν συμβάσεως, ἥτις ὑποχρεοῖ τὸ Κράτος νὰ διατηρήσῃ τὸ προνόμιον τοῦτο, ἂς μὴ λησμονῶσιν οἱ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου λαλήσαντες Κύριοι τὸν τρόπον, καθ’ ὃν συναλλάσσεται ἡ Τράπεζα διὰ γραμματίων. Ἕκαστος, θέλων νὰ λάβῃ δάνειον παρὰ τῆς Τραπέζης, ὀφείλει νὰ ἔχῃ δύο ὑπογραφὰς ἀξιοχρέων ἐγγυητῶν, πιστούχων τῆς Τραπέζης. Ἑπομένως οὐδεμίαν ἔχει ἀνάγκην ἡ Τράπεζα νὰ καταφύγῃ, καὶ οὐδέποτε ἢ σπανίως τὸ ἔπραξεν, εἰς τὴν προσωπικὴν κράτησιν τοῦ πρωτοφειλέτου, ὅστις ἄλλως τε, διὰ νὰ ἔχῃ δύο ἀξιοχρέους ἐγγυητὰς, εἶναι καὶ αὐτὸς οὗτος ἀξιόχρεως. Ἐὰν ὅμως συμπέσῃ νὰ παύσῃ οὗτος ὢν ἀξιόχρεως, ἢ ἀπολέσῃ τὴν περιουσίαν του, ἡ Τράπεζα θέλει πληρωθῆ παρὰ τῶν ἐγγυητῶν, οὗτοι δὲ δὲν κέκτηνται κατὰ τοῦ ὀφειλέτου τὸ προνόμιον τῆς Τραπέζης. Οὐδεὶς λοιπὸν κίνδυνος ὑπάρχει νὰ κρατηθῇ ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης ὀφειλέτης πτωχὸς καὶ μὴ δυνάμενος νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του. Φρονῶ δὲ, ὅτι περὶ τούτων τῶν ἀτυχησάντων ὀφειλετῶν κυρίως πρέπει νὰ μεριμνῶμεν. Περαίνων τὸν λόγον, κύριοι Βουλευταὶ, λέγω πρὸς τοὺς κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀγορεύσαντας, ὅτι ἡ πρότασις αὐτῶν περὶ πλήρους καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ἐφευρεθεῖσα ὡς τὸ μοναδικὸν μέσον πρὸς καταπολέμησιν τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, πόρρω ἀπέχει τοῦ νὰ διαθέσῃ τινὰ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου· τοὐναντίον ἐνισχύει τὴν γνώμην τῶν εἰσηγητῶν τοῦ νομοσχεδίου, φρονούντων ὅτι δέον νὰ συντελεσθῇ τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς τὴν κατάργησιν θεσμοῦ καταδικασθέντος ὑφ’ ὅλου τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, ἀφοῦ σκληρὰ κοινωνικὴ ἀνάγκη δὲν ἐπιτρέπει ἡμῖν εἰσέτι τὴν πλήρη αὐτοῦ κατάργησιν. Εὔχομαι δὲ νὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ψηφίσω βραδύτερον, ὅταν ἐπιστῇ ἡ στιγμὴ, καὶ ὑπὲρ τοιούτου νομοσχεδίου, ὡς θέλω σήμερον ψηφίσει ὑπὲρ τοῦ συζητουμένου. (Ἐπευφημίαι).

§294Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, βραχέα τινὰ θὰ εἴπω. Ἔχω ἰδίαν γνώμην ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ, καὶ κατ’ αὐτῆς. Βεβαίως ζητήματα τοιαῦτα δὲν πρέπει νὰ ἐξετάζωνται ὑπὸ ἔποψιν θεωρητικὴν ἢ ὑπὸ ἔποψιν αἰσθηματικὴν, οὔτε νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν αἱ περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως γνῶμαι τῶν συγγραφέων ἄλλων ἐθνῶν, διότι αὗται οὐδεμίαν πρακτικὴν ἀξίαν ἔχουσι διὰ τὴν ἐν Ἑλλάδι οἰκονομικὴν κατάστασιν. Εἶναι ὀλίγον ἀστεῖον νὰ παραβάλλωμεν τὴν ἐν Ἑλλάδι κρατοῦσαν οἰκονομικὴν κατάστασιν πρὸς τὴν κρατοῦσαν ἐν ἄλλαις χώραις· τοῦτο δὲ μοὶ ὑπενθυμίζει κοινήν τινα παροιμίαν, τῆς κοσκινοῦς, ’ποῦ ἔβαλε τὸν ἄνδρα της...

§295ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὲ τοὺς πραγματευτάδες!

§296ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρακτικὴ ἔποψις τοῦ ζητήματος εἶναι ἡ ἑξῆς: Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰσήγαγε νομοσχέδιον, ὅπως διετυμπανίσθη, «περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως». Βεβαίως, ἐὰν ἐτίθετο τοιοῦτον ζήτημα καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ὡς μέσου ἐκτελέσεως, ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ: εἶναι βάρβαρος ὁ θεσμὸς αὐτὸς, ἢ δὲν εἶναι βάρβαρος; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶχον θέσιν ὅλα τὰ ἀναπτυχθέντα ἐνταῦθα περὶ νεκρῶν καὶ ζώντων, καὶ βεβαίως ἔπρεπε νὰ γείνῃ εὐρεῖα συζήτησις καὶ ἐξετασθῇ ὑπό τε θεωρητικὴν καὶ αἰσθηματικὴν ἔποψιν, ἐὰν εἶναι βάρβαρος ὁ θεσμὸς οὗτος, ἢ δὲν εἶναι βάρβαρος. Ἀλλ’ ἀφοῦ διὰ τοῦ προταθέντος νομοσχεδίου, δὲν προτείνεται ἡ κατάργησις τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ὡς μέσου ἐκτελέσεως, νομίζω ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ τοιαύτη συζήτησις· διότι καὶ οἱ προβαλόντες τὸ νομοσχέδιον ἔθεσαν ἐν αὐτῷ ἀρχὴν, καὶ ἡμεῖς ἀπόψε ψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον θ’ ἀποφανθῶμεν, ὅτι δὲν εἶναι βάρβαρος ὁ θεσμὸς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως· διότι, ἂν ἦτο βάρβαρος, ἔπρεπεν ἀπόψε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ καταργηθῇ, ἔπρεπε νὰ σωριασθῇ, καὶ μόνον ὡς ἱστορικὴ ἀνάμνησις νὰ μείνῃ. Ἀλλὰ τοὐναντίον, ὄχι μόνον δὲν καταργεῖται, ἀλλ’ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον μετ’ ὀλίγον θέλομεν μεταβάλει εἰς νόμον, ἐξάγεται, ὅτι δὲν ἐθεωρήθη βάρβαρος ὁ θεσμὸς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, δὲν ἐθεωρήθη ἀντιβαίνων εἰς τὰς περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας ἀρχὰς τοῦ λήγοντος αἰῶνος τὸ μέσον τοῦτο τῆς ἐκτελέσεως, καὶ διὰ τοῦτο διατηρεῖται, καὶ μόνον μία μοναδικὴ περίπτωσις ἐφαρμογῆς αὐτοῦ καταργεῖται. Προτείνεται νὰ μὴ ἀπαγγέλληται ἐφεξῆς προσωπικὴ κράτησις, ὡς μέσον ἐκτελέσεως, μόνον κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, χωρὶς νὰ ἦναι ἔμποροι, ἐπεχείρησαν ἐμπορικὰς πράξεις, ἤτοι συνηλλάγησαν δι’ ἐμπορικήν τινα πρᾶξιν...

§297ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πρόκειται διὰ τοὺς ὑπογράψαντας ἐμπορικὰ γραμμάτια πρὸς τοὺς τοκογλύφους.

§298ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ’ποῦ λέγετε, εἶναι καταστρατήγησις τοῦ νόμου. Περὶ τούτου δὲν πρόκειται νῦν. Ὁ νόμος, Κύριοι, ἔχει ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀλήθειαν, προβλέπει περὶ τῶν ἀληθῶς ἐμπορικῶν πράξεων, καὶ ὄχι περὶ τῶν εἰκονικῶν, διότι, ὅταν αἱ σχέσεις δὲν ἦναι ἐμπορικαὶ καὶ καλύπτωνται ὑπὸ τὸν πέπλον τῆς ἐμπορικότητος, ἵνα ἀπαγγελθῇ προσωπικὴ κράτησις, ὑπάρχουσιν ἄλλα μέσα, ὅπως ἀποτρέπωνται αἱ συνέπειαι τῶν τοιούτων ὑποβολιμιαίων ἐμπορικῶν δῆθεν πράξεων. Δὲν εἶναι τοῦτο τὸ θέμα τοῦ νομοσχεδίου, καὶ συνεπῶς θὰ ὁμιλήσωμεν ἐπὶ τῆς ἀληθείας, ὄχι ἐπὶ τῆς ὑπονοίας. Ὁ σκοπὸς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου εἶναι, ὅπως οἱ ἐπιχειροῦντες ἐμπορικὰς πράξεις ἐφεξῆς μὴ ὑποβάλλωνται πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἐκ τῶν πράξεων τούτων ὑποχρεώσεών των εἰς προσωπικὴν κράτησιν. Τοιαύτην πρόνοιαν ἔχει τὸ νομοσχέδιον. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, Κύριοι, εἰς τὴν ἀρχὴν ταύτην τοῦ νομοσχεδίου, καίτοι δὲν εἶναι πολὺ οὐσιῶδες τὸ πρᾶγμα, καὶ δὲν δυσκολεύομαι ν’ ἀποδεχθῶ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἥτις ἔχει δικαιολογικὸν λόγον, καὶ φρονῶ ὅτι θὰ ἔχῃ ἐφεξῆς ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, τὸ νὰ περιορισθῇ ἡ προσωπικὴ κράτησις εἰς μόνους τοὺς ἐξ ἐπαγγέλματος ἐμπόρους. Τοῦτο θὰ ἠδύνατο νὰ συνδυασθῇ καὶ μὲ τὸν νέον νόμον περὶ ἐπιτηδευμάτων, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, καὶ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν εὔκολον τὴν ἀπόδειξιν περὶ τῆς ἰδιότητος τῶν συναλλασσομένων, δυναμένου τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου νὰ πιστοποιῇ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁριστικοῦ καταλόγου τῶν ἐπιτηδευματιῶν, ἐάν τις ἔχει κύριον ἐπάγγελμα τὴν ἐμπορίαν ἢ ὄχι. Θὰ συνετέλει τοῦτο, ὅπως πᾶς ἐπιθυμῶν νὰ μετέρχηται ἐμπορικὰς πράξεις δηλώνῃ, ὅτι μετέρχεται τὸν ἔμπορον, καὶ οὕτω ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ μὴ διαφεύγῃ τὸν φόρον ἐπιτηδεύματος, ἐξ ἄλλου δὲ νὰ μὴ δύναται νὰ ἀρνῆται τὴν ἰδιότητά του ὡς ἐμπόρου. Ἀλλ’ ἀφοῦ οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα καὶ δεχόμεθα ὅτι δὲν εἶναί τι κακὸν, δὲν εἶναι βλαβερὸν τὸ προτεινόμενον μέτρον, ὅπερ, ὡς προεῖπον, ἴσως εἶναι καὶ ὠφέλιμον, ὅπως ἐφεξῆς οἱ μὴ ἐξ ἐπαγγέλματος ἔμποροι μὴ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν προσωπικὴν κράτησιν, δὲν βλέπω, τίς λόγος ὑπάρχει νὰ ὑπαγάγωμεν εἰς τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνηλλάγησαν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νόμου, ὅστις ὑπῆγεν εἰς τὴν προσωπικὴν κράτησιν καὶ ἐκείνους, οἵτινες, μὴ ὄντες ἔμποροι, συνηλλάγησαν ἐμπορικῶς. Ὁ λόγος τῆς ὑπαγωγῆς τούτων εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου δὲν ὑπάρχει. Ἠθέλησαν νὰ δικαιολογήσωσιν, ὅτι ἡ προσωπικὴ κράτησις εἶναι δημοσίας τάξεως, καὶ εἶναι ἀνακόλουθον νὰ γίνηται χρῆσις μέσου ἐκτελέσεως κατηργημένου· ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν καταργοῦμεν τὴν προσωπικὴν κράτησιν ὡς μέσον ἐκτελέσεως, εἰμὴ μόνον μερικῶς, μίαν μόνην περίπτωσιν ἀπαγγελίας προσωπικῆς κρατήσεως ἀπαλείφοντες ἐκ τοῦ νόμου, δυνάμεθα καὶ νὰ διατηρήσωμεν τὴν προσωπικὴν κράτησιν εἰς τὰς σχέσεις, αἱ ὁποῖαι συνήφθησαν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νόμου, ὅστις ἐπέτρεπε ταύτην καὶ εἰς τὴν ὡρισμένην ταύτην περίπτωσιν. Εἶπον ὅτι ἐγένοντο καταχρήσεις τοῦ θεσμοῦ τούτου, καὶ ἄνθρωποι μὴ ἔμποροι, νεανίαι ἄσωτοι, ἢ κτηματίαι ἢ γεωργοί, εὑρισκόμενοι εἰς δυσχερείας, ὑπήχθησαν ἑκουσίως εἰς τὴν προσωπικὴν κράτησιν, ὁμολογήσαντες εἰκονικῶς ἐμπορικὴν αἰτίαν τῆς ἐκδόσεως γραμματίων κλπ., ἵνα εὕρωσι δάνεια· παρελείφθη ὅμως νὰ ῥηθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν μέχρι τοῦδε δι’ ἀποφάσεως ὁριστικῆς καὶ τελεσιδίκου διὰ τοιαῦτα χρέη καὶ ἀπηγγέλθη κατ’ αὐτῶν καὶ προσωπικὴ κράτησις, ἔχουσι τὰ μέσα νὰ ἐξαφανίσωσι τὴν προσωρινῶς καὶ διὰ τὴν ταχεῖαν κατὰ νόμον περάτωσιν τῆς δίκης ἀπαγγελθεῖσαν προσωπικὴν κράτησιν. Διότι, ὡς εἶναι γνωστόν, οἱ τοιοῦτοι ὀφειλέται, καλοῦντες τοὺς ἀντιδίκους των εἰς ἰδιαιτέραν συζήτησιν, (διότι αἱ ἐνστάσεις τῆς μὴ ἐμπορικότητος, ὡς γνωστὸν, κατὰ τὸ ἄρθρον 729 τῆς Πολιτ. Δικονομίας δὲν ἀπορρίπτονται, ἀλλὰ παραπέμπονται εἰς ἰδιαιτέραν συζήτησιν,) ἔχουσι δικαίωμα νὰ φέρωσιν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἂν ἦσαν ἢ δὲν ἦσαν ἔμποροι, νὰ φέρωσι πρὸς νέαν ἐξέτασιν τὰς ἐνστάσεις των περὶ τοῦ ὅτι εἰκονικῶς ὡμολόγησαν ὅτι ἦσαν ἔμποροι, ἢ περὶ τοῦ ὅτι ἡ συναλλαγματική, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκαν ἢ ἀπεδέχθησαν, ἦτο ὑποβολιμαία, ὅτι περιελάμβανεν ὑποβολὴν τόπου ἢ χρόνου, αἱ δὲ ἐνστάσεις των αὗται, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀπερρίφθησαν, ὡς προεξετέθη, ἀλλὰ παρεπέμφθησαν εἰς ἰδιαιτέραν συζήτησιν, θέλουσιν ἐξετασθῆ συνεπείᾳ τῆς νέας ταύτης κλήσεως, καὶ ἀποδεικνυόμεναι θέλουσι φέρει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν μὴ ἐμπόρων ὀφειλετῶν ἀπὸ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Ἀλλὰ καὶ ἕνεκα τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν, ἕνεκα τοῦ ἐπὶ διετίαν καὶ πλέον ἤδη ἰσχύοντος δικαιοστασίου, εἶχον ἅπαντες οὗτοι τὸν καιρὸν νὰ καλέσωσι πρὸς συζήτησιν τοὺς ἀντιδίκους καὶ ν’ ἀπαλλαχθῶσι τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Ἑπομένως ὁ ἰσχύων νόμος παρέχει τὰ μέσα εἰς τοὺς μὴ ἐμπόρους, ἢ εἰς τοὺς εἰκονικῶς ὁμολογήσαντας, ὅτι ὀφείλουν ἐξ ἐμπορικῆς πράξεως, ν’ ἀποφύγουν τὴν προσωπικὴν κράτησιν, καὶ δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς δικαιολογητικὸς λόγος τοῦ νομοσχεδίου ἡ προστασία τούτων, μόνος δὲ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου μένει, ν’ ἀπαλλαγῶσι τῆς προσωπικῆς κρατήσεως οἱ ἐμπορικῶς ἐν τῷ παρελθόντι συναλλαγέντες μὴ ἔμποροι. Τοῦτο, ἐξεταστέον, πρακτικῶς συμφέρει ἢ δὲν συμφέρει; Νομίζω ὅτι τὸ θέμα τοῦτο θίγει οὐσιῶδες κοινωνικὸν ζήτημα. Ἔχω σχηματίσει γνώμην, ὅτι, ἐὰν ἀποφασίσωμεν νὰ δώσωμεν ἀναδρομικὴν δύναμιν εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, — ἣν καὶ ἔχει, ἂν δὲν κάμωμεν ῥητὴν ἐξαίρεσιν, — τὸ ἐμπόριον, τὸ μεσαῖον ἰδίως ἐμπόριον, ἡ μεσαία τάξις τῶν ἐμπόρων θὰ κλονισθῇ, καὶ θὰ ἴδωμεν μετά τινα καιρὸν τὰς πτωχεύσεις αὐτῶν ἐπερχομένας σωρηδόν. Σήμερον τὸ μεσαῖον ἐμπόριον, ἕνεκα τοῦ δικαιοστασίου, δὲν αἰσθάνεται τὴν πίεσιν, ἣν θὰ αἰσθανθῇ, ἅμα τοῦτο ἀρθῇ. Μὴ δυναμένη νὰ εἰσπράξῃ ἀπὸ τοὺς ὀφειλέτας της ἡ μεσαία τάξις τῶν ἐμπόρων, δὲν πληρόνει καὶ αὕτη πρὸς τοὺς μεγάλους ἐμπόρους, ἀνεχομένους κατὰ συγκατάβασιν τὰς καθυστερήσεις· ψηφιζομένου ὅμως τοῦ νομοσχεδίου, ἡ μικρὰ τάξις, μὴ διατρέχουσα πλέον οὐδένα κίνδυνον, θὰ ἀπόσχῃ τῆς ἐκπληρώσεως πάσης ὑποχρεώσεώς της, καὶ θὰ ῥίψωμεν οὕτως εἰς τὸν ὄλεθρον τὴν μεσαίαν ἐμπορικὴν τάξιν, ἡ ὁποία, κινδυνεύουσα νὰ χάσῃ μέγα μέρος τῶν κεφαλαίων της, διατεθειμένων συνήθως εἰς ἀνθρώπους, καθ’ ὧν ἐνήργει ἀποτελεσματικῶς ἡ ἀπειλὴ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ὅπως μὴ ἀπομακρυθῶσι τῆς καλῆς πίστεως, θὰ κλονισθῇ σοβαρῶς καὶ θὰ δυσπραγήσῃ. Φρονῶν ὅτι πρακτικῶς ὠφέλιμον εἶναι νὰ προστατευθῇ ἡ τάξις αὕτη καὶ ἀποτραπῇ ἀπ’ αὐτῆς ὁ βίαιος οὗτος συγκλονισμὸς τῆς πίστεώς της, ὑποβάλλω τὴν γνώμην νὰ δεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ἐπεξεργασθεῖσα τὸ νομοσχέδιον, ἐπρότεινε, νὰ δεχθῶμεν, ὅπως ῥητῶς ἐξαιρεθῇ ἡ ἰσχὺς τοῦ νέου νόμου ἀπὸ τῶν προγενεστέρων τῆς δημοσιεύσεώς του σχέσεων, ἤτοι τὸ ἄρθρον 19 τοῦ νομοσχεδίου νὰ μεταρρυθμισθῇ ὡς ἑξῆς: «Ὁ παρὼν νόμος δὲν ἐφαρμόζεται ἐπὶ προσωπικῆς κρατήσεως ἐπιβληθείσης διὰ προγενεστέρας ἀποφάσεως, ἰσχύει δὲ ὡς πρὸς μόνας τὰς ὑπὸ τὸ κράτος αὐτοῦ δημιουργηθείσας σχέσεις. Πᾶσα δὲ διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖται». Αὐτὴν τὴν πρότασιν, ἣν δικαιοῦμαι νὰ θεωρῶ πρακτικὴν καὶ ὠφέλιμον εἰς ὅλας τὰς κοινωνικὰς τάξεις, εἶχον νὰ προτείνω. Ἔχω δὲ καὶ ἄλλας τινὰς τροποποιήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀφορώσας εἰς τὰς λεπτομερείας, τὰς ὁποίας καὶ ὑποβάλλω, ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν σχετικῶν ἄρθρων. Νομίζω δ’ ὅτι ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου, ἀκολουθήσας μέσην ὁδὸν, καὶ μὴ ἀκολουθήσας οὔτε τὰς θεωρίας οὔτε τὰς αἰσθηματολογίας πρὸς σχηματισμὸν τῆς γνώμης μου ἐπὶ τοιούτου ἐξόχως πρακτικοῦ ζητήματος.

§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§300Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον, Κύριοι, ὅπως συντελέσω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἀποκάλυψιν τῆς ἀποπλανήσεως, εἰς ἣν περιέστη ὁ Ἑλληνικὸς λαός· διότι δὲν πρόκειται περὶ σοβαροῦ τινος. Ἀποπλανᾶται ἐπὶ ἔτος ἤδη ὁλόκληρον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, μανθάνων διὰ τοῦ Τύπου, ὅτι ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων πρόκειται νὰ καταργήσῃ τὴν προσωπικὴν κράτησιν ὡς μέσον ἐκτελέσεως. Πολλὰ ἐρρήθησαν, Κύριοι, κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην καὶ ὑπὲρ καὶ κατὰ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, δηλῶ ὅτι δὲν συμβαίνει νὰ ἦμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι πᾶς πτωχὸς ὀφειλέτης δύναται νὰ δίδῃ τὸ σῶμά του ὡς ἐνέχυρον εἰς τὸν δανειστήν του, ἵνα δανείζηται χρηματικά τινα κερμάτια, ἀλλ’ ἐπίσης δὲν ἀνήκω εἰς τὴν τάξιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται ἔστω καὶ ἐπὶ μίαν στιγμὴν νὰ ἀνεχθῶσιν, ὅπως ἀποπλανᾶται ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Οὔτε ἡ παροῦσα Κυβέρνησις οὔτε ἄλλη Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ τὸ ἀνάστημα νὰ προβῇ εἰς πρότασιν τείνουσαν εἰς κατάργησιν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, διότι ὑπὲρ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος κεῖται ἓν κατάστημα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑποχείριον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, κεῖται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, τῆς ὁποίας τὰ συμφέροντα οὐδεὶς δύναται νὰ θίξῃ. Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι εἶναι βάρβαρος ὁ θεσμὸς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ὡς μέσου ἐκτελέσεως; προβῆτε εἰς τὴν κατάργησιν αὐτοῦ· μὴ ἔρχεσθε ὅμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐν τῇ ἐπισημότητι τοῦ ἀξιώματός σας, λέγοντες: «ἀναγνωρίζομεν τὸ βάρβαρον τοῦ θεσμοῦ τούτου, δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ καταργήσωμεν καθ’ ὁλοκληρίαν αὐτὸν, καὶ προβαίνομεν ἓν βῆμα πρὸς τὴν κατάργησιν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως». Καὶ λέγει ταῦτα ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, χωρὶς νὰ καταδείξῃ καὶ ποῖον εἶναι τὸ πρῶτον βῆμα, εἰς τὸ ὁποῖον προβαίνει πρὸς κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως! Οὐδὲν βῆμα γίνεται· ἀλλὰ περὶ σκιᾶς μόνον πρόκειται, καὶ σκιαμαχοῦμεν ἐπὶ δύο ἤδη Βουλευτικὰς Συνόδους πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἀπορῶ μόνον, πῶς διέφυγε τὴν ὀξυδέρκειαν τῶν προαγορευσάντων, ἐγκρατεστάτων περὶ τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι καὶ αὐτοὶ ἐπλανήθησαν, νομίσαντες ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προβαίνομεν ἓν βῆμα εἰς τὴν κατάργησιν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Ποῖον εἶναι τὸ βῆμα; Ὅτι καταργεῖται ἡ προσωπικὴ κράτησις ὡς πρὸς τοὺς μὴ ἐμπόρους; Ἀλλὰ καὶ ἄνευ τοῦ νομοσχεδίου δὲν ὑφίσταται προσωπικὴ κράτησις ἐπὶ τῶν μὴ ἐμπόρων. Εἶναι ἀληθές, ὅτι νεώτερός τις νόμος ἐπιβάλλει εἰς τὰ δικαστήρια νὰ μὴ δέχωνται ἐπὶ τῶν συναλλαγματικῶν καὶ τῶν γραμματίων εἰς διαταγὴν ἀνεκκαθαρίστους ἐνστάσεις, δὲν ἀπορρίπτουσιν ὅμως αὐτὰς, ἀλλὰ τὰς παραπέμπουσιν εἰς ἰδιαιτέραν συζήτησιν, καθ’ ἣν ἐξετάζεται τὸ βάσιμον, ὡς ὁ προαγορεύσας ὑπέμνησεν, αὐτῶν. Καὶ ἐνῷ ἐπὶ τρία ἤδη ἔτη ἔχομεν πλῆρες δικαιοστάσιον, καθ’ ὃ δὲν ἐφαρμόζεται ἡ προσωπικὴ κράτησις ὡς μέσον ἐκτελέσεως, ἐπεθύμουν νὰ ἐμάνθανον, τίς τῶν τοιούτου εἴδους ὀφειλετῶν, καθ’ ὧν ἐξεδόθη δικαστικὴ ἀπόφασις, ἀπαγγέλλουσα κατ’ αὐτοῦ προσωπικὴν κράτησιν, ἐκάλεσε τὸν ἀντίδικόν του, ὅπως ἀκυρωθῇ δικαστικῶς ἡ διάταξις τῆς ἀποφάσεως, ἡ ἀπαγγέλλουσα προσωπικὴν κράτησιν ἐπὶ τῇ βάσει ὑποβολιμαίας συναλλαγματικῆς. Διότι μὴ λησμονεῖτε, ὅτι οἱ ἐξ ὑποβολιμαίας συναλλαγματικῆς ὀφειλέται ἔχουσι δικαίωμα καὶ μετὰ τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν νὰ καλέσωσι τὸν ἐνάγοντα ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου καὶ ζητήσωσι τὴν ἀκύρωσιν τῆς διατάξεως περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, ἀφοῦ ἀποδείξωσιν ὅτι ἡ συναλλαγματικὴ εἶναι ὑποβολιμαία, ὅτι ἡ ἐμπορικὴ αἰτία ἐτέθη πρὸς τὸν σκοπὸν, ὅπως ἐπιτύχῃ ὁ δανειστὴς τὴν προσωπικὴν κράτησιν κατὰ τοῦ ὀφειλέτου, μὴ ἔχοντος τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ ἑαυτὸν εἰς προσωπικὴν κράτησιν...

§301ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὅταν ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις;

§302ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ φανῇ ἐπιμελὴς τοσοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ἀφήσῃ νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις. Φέρετέ μοι ἓν παράδειγμα ἐπιμελοῦς ὀφειλέτου, καὶ οὐχὶ νεανίου ἀσώτου, ἐξ ἐκείνων τοὺς ὁποίους ὑμεῖς οἱ ἐν Ἀθήναις γνωρίζετε, —διότι τοιοῦτοι εἰς τὰ μέρη μας εἶναι ἄγνωστοι,— ἐπιδιώξαντος τὴν ἀκύρωσιν τῆς περὶ προσωπικῆς κρατήσεως διατάξεως τῆς ἀποφάσεως, ὅστις νὰ μὴ ἐπέτυχε τοῦτο.

§303ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ναὶ, ἀλλ’ οἱ τοκογλύφοι δανείζουσι πολλάκις διὰ τελεσιδίκων ἀποφάσεων!

§304ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ τρόπος αὐτὸς τοῦ δανεισμοῦ μοὶ εἶναι ἄγνωστος. Ἡ πρώτη ἔνστασις τοῦ δυστρόπου ὀφειλέτου εἶναι ἡ ἄρνησις τῆς ὑπογραφῆς του· μέχρις οὗ δ’ ἀποδειχθῇ ἡ γνησιότης αὐτῆς, βεβαίως θὰ καλέσῃ τὸν ἀντίδικον ὁ ὀφειλέτης πρὸς συζήτησιν τῶν εἰς ἰδιαιτέραν συζήτησιν παραπεμφθεισῶν ἐνστάσεών του, πρὶν δὲ ἢ ἀποκτήσῃ τελεσιδικίαν ὁ δανειστὴς καὶ ἐπιτύχῃ τὴν προσωπικὴν κράτησιν, ὁ ὀφειλέτης βεβαίως θὰ ἔχῃ ἀντίθετον τελεσιδικίαν, ἀκυροῦσαν τὴν ἀπόφασιν ὡς πρὸς τὴν προσωπικὴν κράτησιν. Ὑμεῖς ὑπεστηρίξατε πρὸ μικροῦ, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἀπόφασις, ὡς πρὸς τὸ μέρος τὸ ἀπαγγέλλον προσωπικὴν κράτησιν, οὐδέποτε ἀποτελεῖ τελεσιδικίαν, καὶ κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐκτελέσεως δύναται νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν νομίμως ἢ παρανόμως ἀπηγγέλθη προσωπικὴ κράτησις. Ἄρα δὲν ὑφίσταται προσωπικὴ κράτησις ὡς πρὸς τοὺς μὴ ἐμπόρους, καὶ σκιαμαχοῦμεν, Κύριοι, ἐπὶ δύο ἤδη Βουλευτικὰς Συνόδους ζητοῦντες τὴν ψήφισιν νομοθετικῶν διατάξεων, αἵτινές εἰσιν ἐν ἰσχύϊ σήμερον, καὶ μετὰ τὸ μεσονύκτιον ψηφίζοντες νομοσχέδια σκοποῦντα νὰ ἐκπλήξωσι τοὺς ἁπλουστέρους, νομίζοντας ὅτι καταργεῖται ἡ προσωπικὴ κράτησις ὡς μέσον ἐκτελέσεως, ἐνῷ τοὐναντίον διατάξεις τινὲς τοῦ νομοσχεδίου καθιστῶσιν αὐστηρότερα τὰ ἤδη κρατοῦντα. Διότι, ἐνῷ σήμερον ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ὀφειλέτης διὰ πᾶσαν ἀντίρρησιν κατὰ τῆς συλλήψεώς του νὰ προσφύγῃ εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ δικαστηρίου τοῦ τόπου τῆς ἐκτελέσεως, καὶ οὗτος ἔχει δικαίωμα νὰ κρατήσῃ ἢ ἀπολύσῃ αὐτὸν, λύει δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο μόνος καὶ κατὰ τρόπον κυριαρχικὸν, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀφαιρεῖται τὸ δικαίωμα τοῦ Προέδρου νὰ ἀπολύῃ τὸν συλλαμβανόμενον ὡς ὀφειλέτην, καὶ ὅταν ἀκόμη πείθηται, ὅτι δὲν εἶναι ὀφειλέτης. Καὶ ἰδοὺ ἡ διάταξις, δι’ ἣν πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προὐκάλεσε χειροκροτήματα πολλά! Τί νομοθετεῖτε λοιπὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ; Διὰ τοῦ ἄρθρου 9 τὸ ἄρθρον 1008 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Ἐὰν ὁ ὀφειλέτης συλλαμβανόμενος φέρῃ ἀντιρρήσεις κατὰ τῆς προσωπικῆς αὐτοῦ κρατήσεως, εἴτε ὡς συντηρητικοῦ εἴτε ὡς ἀναγκαστικοῦ μέτρου, προσάγεται ἀμέσως ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν τοῦ μέρους τῆς ἐκτελέσεως, ὅστις παραχρῆμα παραπέμπει τὰς ἀντιρρήσεις εἰς τὸ παρ’ αὐτοῦ συγκαλούμενον δικαστήριον. Κατὰ τὰ λοιπὰ ἐφαρμόζονται τὰ ἐν τοῖς ἄρθρ. 1006–1007 καὶ 1009–1023 ὡρισμένα». Αὐτὸ τοῦτο ἰσχύει καὶ μέχρι σήμερον, ἀλλ’ ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Πρόεδρος ν’ ἀποφανθῇ μόνος περὶ ἀπολύσεως ἢ μή. Γνωρίζω ἐπίσημον πρόσωπον, κατοικοῦν ἐν Ἀθήναις, ὀφειλέτην χιλιάδων δραχμῶν ἐκ συναλλαγματικῶν, κατὰ πᾶσαν νουμηνίαν ἀγόμενον ὑπὸ κλητῆρος ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τοῦ Πρωτοδικείου. Οὗτος δὲ, ἔχων κυριαρχικὸν δικαίωμα νὰ ἀναστέλλῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, καὶ βλέπων ἐνώπιόν του ἐπίσημον πρόσωπον εἰκονικῶς ὑπαχθὲν εἰς τὴν προσωπικὴν κράτησιν, διατάσσει τὴν ἀπόλυσίν του. Ἐπὶ τούτου τί γίνεται κατὰ τὸ νομοσχέδιον; Μόλις ὁ δικαστικὸς κλητὴρ ὁδηγήσῃ τὸ πρόσωπον αὐτὸ εἰς τὸν Πρόεδρον, θέλει παραπεμφθῆ τοῦτο ὑπ’ αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου. Ἀλλ’ ὅταν ὁ ὀφειλέτης παραπεμφθῇ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, τὸ δικαστήριον δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, ὅπερ μέχρι τοῦδε εἶχεν ὁ Πρόεδρος. Διότι διὰ νὰ διατάξῃ τὸ δικαστήριον τὸν δικαστικὸν κλητῆρα νὰ ἀπολύσῃ ἢ μὴ τὸν συλληφθέντα, πρέπει νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν, καὶ διὰ νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν, πρέπει νὰ δικαιολογήσῃ αὐτὴν, πρὸς τοῦτο δὲ πρέπει νὰ συντρέχωσι νομικοὶ λόγοι ὑπὲρ τῆς ἀπολύσεως τοῦ ὀφειλέτου. Ὥστε τὸ ὡς ἐλαφρότερον διαφημιζόμενον νομοσχέδιον εἶναι βαρύτερον. Τὸ πρῶτον λοιπὸν βῆμα, καθ’ ὃ, ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου, προοδεύομεν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἰσχύει καὶ σήμερον· ἀρκεῖ ὁ ὀφειλέτης νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς προδικαστικῆς ἀποφάσεως, καὶ ν’ ἀποδείξῃ, μέχρι τῆς ἐκδόσεως τῆς ὁριστικῆς, ὅτι δὲν εἶναι ἔμπορος. Δὲν εἶναι δὲ ὀρθὸν, ὑπαρχουσῶν τοιούτων διατάξεων, ν’ ἀπασχολῆται ἐπὶ τοσοῦτον ἡ Βουλὴ πρὸς χάριν ἀσώτων τινῶν νεανιῶν, καὶ νὰ διαφημίζηται ὅτι πρόκειται περὶ καταργήσεως δῆθεν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Νομίζετε ὅτι ἡ προσωπικὴ κράτησις πρέπει νὰ καταργηθῇ; Ὑποστηρίξατε τὴν τροπολογίαν, ἣν πρὸ μικροῦ ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ συνυπογράψω μετὰ τοῦ κ. ἐκ Πατρῶν συναδέλφου καὶ ἄλλων. Εἶναι δὲ περιττὰ τὰ τόσα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης, δι’ ὀλίγων λέξεων λύεται τὸ ζήτημα τῆς προσωπικῆς κρατήσεως: «Καταργεῖται ἡ προσωπικὴ κράτησις ὡς μέσον ἐκτελέσεως». Τολμᾶτε νὰ πράξητε τοῦτο; Ἐὰν τολμᾶτε, πράξατέ το. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους δὲν ἔχει νὰ πάθῃ τίποτε· μόνον οἱ ταμίαι θὰ κοπιάζωσιν ὀλίγον πρὸς λῆψιν τῶν ποσοστῶν, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσι σήμερον ἀκόπως. Διὰ τίνας λόγους φυλακίζει σήμερον τοὺς ὀφειλέτας του τὸ Δημόσιον, κύριε Ὑπουργέ; Βεβαίως διὰ φόρους. Ἀλλ’ ὁ πληρόνων φόρον βεβαίως θὰ εἶναι κτηματίας, κύριος τοῦ ἀντικειμένου, ὅθεν προέρχεται ὁ φόρος. Δὲν ἔχει νὰ πάθῃ βλάβην οὐδὲ κατὰ λεπτὸν τὸ Δημόσιον. Ἐὰν ὑποχρεωθῶσιν οἱ ταμίαι, οἱ εἰσπράκτορες, οἱ ὑποταμίαι, ἀντὶ νὰ ἐκδίδωσι φετφάδες, διατάσσοντες τὴν σύλληψιν παντὸς πτωχοῦ φορολογουμένου, καὶ ἀντὶ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἐνταλμάτων τούτων νὰ καταγίνηται ὁλόκληρος ἡ δημοσία δύναμις, ἂς ἐκδίδωσι κατασχετήρια ἐπὶ τῆς περιουσίας τοῦ ὀφειλέτου. Ἐὰν δέ τις τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου στερῆται περιουσίας, ὥστε νὰ μὴ δύναται τὸ δημόσιον ὄργανον νὰ εὕρῃ τοιαύτην, ἐφ’ ἧς νὰ ἐκτελέσῃ πρὸς εἴσπραξιν τῶν χρεῶν, ἅτινα οὗτος ὀφείλει πρὸς τὸ Δημόσιον, δὲν νομίζετε, παρακαλῶ, ἀπάνθρωπον νὰ κρατῇ αὐτὸν τὸν ἀκτήμονα τὸ Δημόσιον εἰς τὰς πολιτικὰς φυλακάς; Περὶ τῶν τοιούτων ὡμίλησεν ὁ συνάδελφος κ. Τσιριμῶκος. Δὲν γνωρίζω τίνι τρόπῳ ἐφαρμόζονται εἰς τὴν ἐπαρχίαν τοῦ συναδέλφου οἱ τοιούτου εἴδους νόμοι· εἰς τὴν ἐμὴν ὅμως ἐπαρχίαν εἶναι ἄγνωστοι, διότι ὁ νόμος περὶ εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἀπολύωνται οἱ ἀκτήμονες, πρὶν ἢ βεβαιωθῇ ἡ ἀκτημοσύνη, ἢ ἡ ὑπέρβασις τῆς ἡλικίας τοῦ ὀφειλέτου, διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως, ἢ διὰ δημαρχικοῦ πιστοποιητικοῦ. Ἀλλὰ γινώσκετε πάντες εἰς ὁπόσας δαπάνας πρέπει νὰ ὑποβληθῇ τις διὰ νὰ προκαλέσῃ τοιαύτην ἀπόφασιν, καὶ ποσάκις πρὸ παντὸς οἱ Βουλευταί, οἱ ζῶντες ἐν Ἀθήναις, ὀλιγώτερον οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, βλέπουσι καταδίκους, οἱ ὁποῖοι ἐξέτισαν πολυχρόνιον ποινὴν εἱρκτῆς ἢ πρόσκαιρων δεσμῶν, νὰ ὁδηγῶνται εἰς τὰς φυλακὰς τῶν διὰ πολιτικὰ χρέη κρατουμένων, ὅπως ὑποχρεωθῶσι διὰ τοῦ βαρβάρου αὐτοῦ μέσου νὰ πληρώσωσι τῷ Δημοσίῳ τὰ δικαστικὰ ἔξοδα, τὸν ἄρτον δηλαδή, τὸν ὁποῖον ἐλάμβανον ὡς ὑπόδικοι, καὶ τὸν χάρτην, τὸν ὁποῖον κατηνάλωσε τὸ Δημόσιον πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς προδικασίας καὶ τῆς ἐπ’ ἀκροατηρίου διαδικασίας! Ἀλλ’ οὐκ ἂν λάβοι παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος. Νομίζετε, ὅτι εἶναι βάρβαρον τὸ μέσον τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ὡς μέσον ἐκτελέσεως; μὴ διστάσητε νὰ τὸ καταργήσητε τελείως, ἀφοῦ οὔτε τὸ Δημόσιον οὔτε ἄλλος οὐδεὶς ἔχει νὰ πάθῃ τι, οὔτε αὐταὶ αἱ Τράπεζαι, διότι διὰ νὰ δώσωσιν αὐταὶ χρήματα εἴς τινα, πρέπει σὺν αὐτῷ νὰ ἔχωσι καὶ δύο ἄλλων τὰς ὑπογραφὰς, ἔστω καὶ ἂν ὁ ζητῶν εἶναι πιστοῦχος, ὅστις διὰ νὰ γείνῃ τοιοῦτος, ἡ Τράπεζα θὰ τοῦ καταμετρήσῃ καὶ τὰ ἔπιπλα τῆς οἰκίας του καὶ τὰ ἐπιτραπέζια σκεύη του· βεβαίως δὲ ἐκ τριῶν φερεγγύων ὑπογραφῶν ἡ Τράπεζα οὐδὲν ἔχει νὰ χάσῃ. Οὔτε τὸ Δημόσιον λοιπὸν ὑφίσταται βλάβην κατὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων, οὔτε ἡ Τράπεζα. Ἀφοῦ δ’ ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Τράπεζαν προσωπικὴ κράτησις, διατὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπηται εἰς τὸν ἐμπορίσκον τῆς Τριπόλεως, ὅστις ὅλην τὴν περιουσίαν του ἔχει διαθέσει εἰς πιστώσεις μικροεμπόρων τῆς Ὀλυμπίας, τῆς Γόρτυνος καὶ ἄλλων μερῶν; Πῶς θέλει ἐκεῖνος ἐκτελέσει τὰς ἀποφάσεις, ἃς μετὰ πολλοὺς δικαστικοὺς ἀγῶνας ἀπέκτησε κατὰ τῶν μικρεμπόρων ἐκείνων, τῶν πέριξ τῆς Τριπόλεως; Ἐδοκιμάσατε, Κύριοι, νὰ ἐκτελέσητε δικαστικὴν ἀπόφασιν; ἀγωνίζεσθε ἕνα αἰῶνα, ἵνα λάβητε τελεσιδικίαν· λαμβάνοντες δ’ αὐτὴν καὶ θέλοντες νὰ ἐκτελέσητε ἐπὶ τῆς ἀκινήτου περιουσίας τῶν τοιούτου εἴδους ὀφειλετῶν, εὑρίσκεσθε ἐνώπιον προσκομμάτων ἀνυπερβλήτων, διότι ἡ περιουσία αὐτῶν ἔχει μεταβιβασθῆ ἤδη εἰς τοὺς οἰκείους των πολλαπλῶς, ἐπὶ δὲ τῆς κινητῆς περιουσίας εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκτελέσητε, διότι, ὅπως ἔχουν αἱ διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἀδυνατεῖτε νὰ λάβητε συνδρομὴν ἐκ μέρους τῆς δημοσίας δυνάμεως πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως ταύτης. Πρέπει πρῶτον ν’ ἀποστείλητε κλητῆρα εἰς μεγάλην ἀπόστασιν πρὸς ἐκτέλεσιν, καὶ ἂν γείνῃ ἀντίστασις κατ’ αὐτοῦ, τότε νὰ ἐπανέλθῃ ὁ κλητὴρ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ ἐκθέσῃ αὐτῷ, ὅτι τῷ ἐγένετο ἀντίστασις, καὶ τότε νὰ δοθῇ αὐτῷ, ὡς ἐπικουρία, ἔνοπλος δύναμις πρὸς ἐκτέλεσιν· ἀλλὰ κατὰ τὸ δεύτερον αὐτὸ ταξείδιον δὲν θὰ εὕρῃ ὁ κλητὴρ οὐδ’ ἴχνος περιουσίας τοῦ ὀφειλέτου. Καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἀντιτιθέμεθα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Καταργεῖτε τὴν προσωπικὴν κράτησιν μόνον διὰ τὴν ἐμπορευομένην γυναῖκα καὶ τοὺς ἀπηγορευμένους καὶ τοὺς καταδικαζομένους εἰς τὰ δικαστικὰ ἔξοδα· ἀλλὰ πότε εἴδετε γυναῖκα διὰ πολιτικὰ χρέη κρατουμένην εἰς τὰς φυλακάς; οὐδέποτε· καὶ ὅμως δι’ αὐτὴν μόνην καταργεῖτε τὴν προσωπικὴν κράτησιν! Καταργήσατε καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ βάρβαρον μέσον, τὸ καθιστῶν ὑπέγγυον τὸ σῶμα τοῦ ὀφειλέτου πρὸς πληρωμὴν χρεῶν, ἄλλως ἄφετε τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν ὅπως ἔχει, καὶ μὴ καταστρέφετε αὐτὴν τελείως, ἀφοῦ, κατὰ τὰς ἐπανειλημμένας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διαβεβαιώσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, μετ’ οὐ πολὺ θέλει ἴδει τὸ φῶς νέον σύστημα Πολιτικῆς Δικονομίας, ἐν τῷ ὁποίῳ τακτοποιοῦνται τὰ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ὥστε νὰ συνᾴδωσι πρὸς ὁλόκληρον τὸ σύστημα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀποσύρῃ τὸ ἄχρηστον τοῦτο νομοσχέδιον· ἄλλως παρακαλῶ τὴν Βουλήν, διὰ νὰ ἦναι συνεπὴς πρὸς ἑαυτὴν, νὰ ψηφίσῃ τὴν τροπολογίαν, ἣν ὑπεβάλομεν, δι’ ἧς καταργεῖται τελείως ἡ προσωπικὴ κράτησις ὡς μέσον ἐκτελέσεως.

§305Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Οὐδαμῶς φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ διατηρηθῇ ἡ προσωπικὴ κράτησις, ἀλλὰ διὰ νὰ καταργηθῇ, πρέπει ὁ νομοθετῶν νὰ συμβουλεύηται προηγουμένως καὶ ἀκολουθῇ τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας καὶ τὰς περιστάσεις. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξεν ὁ κ. προαγορεύσας, προέρχονται ἐξ εἰλικρινείας. Καὶ ἐγὼ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐξέφρασα τὴν γνώμην μου ὑπὲρ τῆς πλήρους καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, καὶ ἤδη ἤκουσα διαφόρων συναδέλφων ὁμιλησάντων περὶ τούτου. Λαμβάνων ὅμως ὑπ’ ὄψιν τὰς διαφόρους ἀνάγκας, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν εἴμεθα ἔτι εἰς θέσιν νὰ καταργήσωμεν τὸν βάρβαρον αὐτὸν θεσμὸν, καὶ ἂν ἀκόμη θέλωμεν νὰ τὸν καταργήσωμεν. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ἡ τροπολογία αὕτη καὶ νὰ ὑποστηριχθῇ, ὑπὸ τὴν κοινωνικὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα. Ὥστε ἂς ἀρκεσθῶμεν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σήμερον γίνεται.

§306ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γίνεται τίποτε.

§307ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι καταργεῖται διὰ μίαν καὶ μόνον περίπτωσιν, δηλαδὴ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου περιορίζεται ἡ προσωπικὴ κράτησις ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ἐμπόρου, χωρὶς νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν αἱ πράξεις αἱ ἐνεργούμεναι ὑπὸ τῶν λοιπῶν προσώπων, τῶν μὴ ἐμπόρων. Κατὰ τοῦτο ὠφελεῖ καὶ κατὰ τοῦτο προλαμβάνει ὅλα τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἐγίνοντο. Ἐὰν δὲ καὶ ἡ νομοθεσία, ὡς προείπετε, δύναται ν’ ἀπολήξῃ εἰς τὸν αὐτὸν σκοπὸν διὰ τῆς διαδικασίας, ἡ ὁποία εἶναι διαγεγραμμένη ὑπὸ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, οὐχ ἧττον ἦτο μία περιπλοκὴ μεγάλη, καὶ πολλάκις ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχῃ τὸ δίκαιον τοῦ ἐνισταμένου, διότι ὁ τύπος τῆς συναλλαγματικῆς, ὡς γνωρίζετε, εἶναι τοιοῦτος, ὥστε κατ’ αὐτοῦ δὲν ἰσχύει καὶ δὲν γίνεται ἀποδεκτὴ καμμία ἔνστασις μὴ ἐκκαθαρισμένη...

§308ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παραπέμπεται εἰς ἰδιαιτέραν συζήτησιν.

§309ΡΙΚΑΚΗΣ. .. Ἡ παραπομπὴ δὲ, ἤτοι ἡ ἀπόδειξις τῶν πραγματικῶν ἰσχυρισμῶν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, εἶναι μακρά. Λοιπὸν πάντοτε εἶναι εὐεργετικὸν τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι εὐεργετικὸν τὸ νομοσχέδιον, συμφώνως μὲ τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας πάντες ἔχομεν, νὰ καταργήσωμεν, ἂν ἦτο δυνατὸν, ἐντελῶς τὴν προσωπικὴν κράτησιν, νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον καὶ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον λαμβάνομεν, δυνάμεθα νὰ τὸ ἐπεκτείνωμεν μέχρις ἐκείνου τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον δύναται νὰ φθάσῃ, χωρὶς νὰ κλονισθῶσιν αἱ κοινωνικαὶ σχέσεις καὶ αἱ κοινωνικαὶ ὑποχρεώσεις. Διὰ τοῦτο εἶχον ὑποβάλει κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον μίαν τροπολογίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἑξῆς. Τοὺς ἐμπόρους τοὺς θεωροῦμεν ὑποχρέους καὶ τοὺς ὑποβάλλομεν εἰς τὴν προσωπικὴν κράτησιν διὰ τὰ ἐμπορικὰ χρέη, ἀλλὰ παρατηρῶ τὸ ἑξῆς, ὅτι δυνάμεθα νὰ θέσωμεν τὴν ἑξῆς ἀρχήν· ὁ ἔμπορος, ὁ ὁποῖος καταδικάζεται νὰ πληρώσῃ μέχρι 500 δραχμῶν, νὰ μὴ ὑποβάλληται εἰς προσωπικὴν κράτησιν. Θὰ πιστεύσητε ποτὲ, ὅτι ἔμπορος, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσῃ 500 δραχμὰς, θὰ δεχθῇ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὰς φυλακὰς, δηλαδὴ νὰ κηρυχθῇ χρεωκόπος, διὰ νὰ μὴ πληρώσῃ τὰς 500 δραχμάς; Καὶ ἔχετε ἀνάγκην νὰ μεταχειρισθῆτε τὸ βάρβαρον αὐτὸ μέσον καὶ νὰ προσωποκρατήσητε δυστυχῆ ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ 500 δραχμὰς, ἐνῷ ἔχετε ἔνδειξιν ἰσχυροτάτην, ὅτι ἐξ ἀδυναμίας δὲν τὰς πληρόνει; Ἐὰν δὲ καταργήσωμεν τὴν προσωπικὴν κράτησιν καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἐμπόρους, ὅταν τὸ χρέος ἦναι ἔλασσον τῶν 500 δραχμῶν, ἐλπίζω καὶ πιστεύω, ὅτι οὐχὶ ἀργὰ θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ καταργήσωμεν ἐντελῶς αὐτήν. Ἐὰν, Κύριοι λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἱστορίαν ἄλλων ἐθνῶν, θὰ ἴδητε πόσα ἔτη παρῆλθον, πόσαι περιστάσεις ἔλαβον χώραν διὰ ν’ ἀπολήξωσιν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπέληξαν. Ἑπομένως ἐννοῶ καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῶσι τὴν τροπολογίαν μου αὐτὴν, διὰ νὰ ἀποδείξωμεν πράγματι, ὅτι ἔχομεν τὴν ἐπιθυμίαν καὶ τὴν τάσιν, ὅταν θὰ μᾶς ἦναι ἐπιτετραμμένον, νὰ καταργήσωμεν τὴν προσωπικὴν κράτησιν ἐντελῶς, διότι ἡ προσωπικὴ κράτησις εἶναι δουλεία, καὶ ὑπὸ τοὺς θεσμοὺς, ὑπὸ τοὺς ὁποίους διατελοῦμεν, καὶ εἰς τὸν αἰῶνα, κατὰ τὸν ὁποῖον ζῶμεν, εἶναι πράγματι αἶσχος διὰ τὴν κοινωνίαν μας νὰ ἔχωμεν αὐτὸν τὸν βάρβαρον θεσμὸν ἐν ἐνεργείᾳ. Ἔχω καὶ δευτέραν πρότασιν. Ἡ Δικονομία ἡ Πολιτικὴ, ἐκτὸς τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον διαγράφει τὰς περιπτώσεις τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ὡς πρὸς τοὺς ἐμπόρους καὶ τὰς ἐμπορικὰς πράξεις, ἔχει καὶ μίαν ἄλλην διάταξιν, περὶ ἧς προβλέπει τὸ ἄρθρον 998· καὶ αὐτὸ μοὶ φαίνεται βαρύτερον. Ἑπομένως θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ δεχθῆτε, ἐν ὀνόματι τῆς φιλανθρωπίας, ἐν ὀνόματι τοῦ πολιτισμοῦ, τὴν τροπολογίαν ταύτην. Ὁ μισθωτὴς ὑποβάλλεται διὰ συμβολαίου εἰς προσωπικὴν κράτησιν, γίνεται ὑποζύγιον τοῦ ἰδιοκτήτου, τοῦ ὁποίου τὸ κτῆμα ἐνοικιάζει, ἐνῷ ὁ ἰδιοκτήτης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃ αὐτὸν, ἐὰν ἦναι ἀξιόχρεως ἢ ὄχι, ἐὰν ἦναι τίμιος ἢ ὄχι, ἔχει δεύτερον τὴν ἀσφάλειαν τῶν καρπῶν, τοὺς ὁποίους τὸ κτῆμα θὰ παράσχῃ, καὶ τοὺς ὁποίους δύναται νὰ κατάσχῃ καὶ πρὶν ἢ ἀποκοπῶσι. Καὶ ἀφοῦ ὁ ἰδιοκτήτης ἔχει τὴν ἀσφάλειαν αὐτὴν, πρέπει ὁ δυστυχὴς μισθωτὴς, ὁ ζητῶν νὰ ἐνοικιάσῃ ἓν κτῆμα διὰ νὰ ζήσῃ, νὰ ὑποβάλληται ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου εἰς τὰς ὑποχρεώσεις ὑποζυγίου, καὶ διὰ συμβολαίου νὰ ὁμολογῇ, ὅτι συνομολογεῖ τὴν στέρησιν τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας; Ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ! Γνωρίζω ὅτι, ὅτε ὑπέβαλον τὴν πρότασιν, ἠγέρθησαν φωναί τινες ἰδιοκτητῶν καὶ κτηματιῶν· ἀλλ’ οἱ κτηματίαι οὐδὲν δίκαιον δύνανται νὰ ἔχωσιν, ἀφοῦ ἔχουσι τοὺς καρποὺς πρὸς ἀσφάλειάν των, ἀπόκειται δὲ εἰς αὐτοὺς νὰ ἐκλέξωσι τὸν μισθωτήν. Αὗται αἱ δύο προτάσεις λοιπὸν παρακαλῶ νὰ γείνωσι δεκταὶ, καὶ νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὸν περιορισμὸν, τὸν ὁποῖον σήμερον τὸ νομοσχέδιον ἐπιβάλλει, νὰ εὐχηθῶμεν δὲ, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον νὰ εὑρεθῶμεν εἰς θέσιν, ὄχι μόνον νὰ λέγωμεν τὰς ἐπιθυμίας μας, ἀλλὰ καὶ νὰ πραγματοποιήσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ ἡ ψυχή μας θέλει καὶ ἡ θέσις μας ἡ πολιτικὴ ἐπιβάλλει.

§310ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καραστέργιος ἔχει τὸν λόγον.

§311ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. Καραστέργιος θὰ ὁμιλήσῃ διὰ μακρῶν, τότε νὰ ἀναβάλωμεν.

§312Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι.

§313Ν. ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§314ΡΙΚΑΚΗΣ. Δύο λέξεις, κύριε Πρόεδρε... (θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ πλείστων ἑδρῶν).

§315ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ.

§316ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὅλη ἡ ὁμιλία τοῦ κυρίου προαγορεύσαντος ἦτο ὡραία. Εἶμαι συμφωνότατος μὲ τὴν θεωρίαν του. Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον διεπραγματεύθη. Πρόκειται νὰ καθορίσωμεν ἕνα ὁρισμὸν ἐν τῇ Δικονομίᾳ, ὁ ὁποῖος μέχρι τοῦδε ἦτο ἀόριστος καὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο κακοηθεστάτη κατάχρησις. Αὐτὸ ἔρχεται νὰ κάμῃ ὁ νομοθέτης, καὶ παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι δὲν συμφωνοῦσι μὲ τὰς ἰδέας τὰς ἰδικάς μας, νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι πρόκειται νὰ περιορίσωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ὅπως ἡ Δικονομία ἡ ἰσχύουσα ἐννοεῖ νὰ διατάσσῃ, τουτέστι τὰς σχέσεις καὶ ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγέννησεν ἡ διαφθορὰ τῆς κοινωνίας, νὰ τὰ καταργήσωμεν.

§317ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχήν...

§318ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασίς μου.

§319ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἔπειτα ἡ τροπολογία.

§320ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἄν γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία, εἶναι περιττὸν τὸ νομοσχέδιον. Λοιπὸν κατὰ τὸν Κανονισμόν...

§321ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἴμεθα ἐγγεγραμμένοι καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κύριος Τσιτσάρας νὰ ὁμιλήσωμεν.

§322ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ βιάζεσθε! Δὲν ἐτελείωσε.

§323ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα ἐγγεγραμμένοι.

§324ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε. Πρόκειται νὰ ὑποβάλητε τροπολογίας ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου. Λοιπὸν ἔχετε καιρόν. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς οὐδεὶς ἄλλος ἦτο ἐγγεγραμμένος. Ἐκηρύχθη περατωμένη ἡ συζήτησις. Ὅσοι ἔχουσι τροπολογίας, ἔχουσι καιρὸν εἰς τὰ ἄρθρα νὰ ὑποβάλωσιν αὐτάς. Τώρα, παρακαλῶ, νὰ σαφηνίσω τὸ ζήτημα. Ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Μπακοπούλου κλπ. ἔχει ὡς ἑξῆς: «Καταργεῖται ἡ προσωπικὴ κράτησις ὡς μέσον ἐκτελέσεως». Ἑπομένως εἶναι τροπολογία τοῦ νόμου.

§325ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διόλου.

§326ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀρχὴ εἶναι αὐτή.

§327ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μεταβολὴ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.

§328ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε.

§329ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Ἡ τροπολογία μου... (θόρυβος καὶ φωναί.) Θέλετε νὰ συζητήσωμεν; Ἀκούσατέ μου. Ἐγὼ μετὰ σεβασμοῦ θὰ σᾶς ἀκούσω.

§330Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ κειμένου. Δὲν εἶναι κείμενον ἡ πρότασίς σας, εἶναι κείμενον τὸ νομοσχέδιον.

§331ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε πρῶτον τί θέλω; Διατὶ ἀπαντᾶτε; Γνωρίζω βεβαίως, ὅτι θὰ σᾶς ἀκολουθήσουν ἑκατὸν δέκα, ἐνῷ ἐμὲ οὐδείς. Λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ. Πρόκειται περὶ μεταρρυθμίσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συνίσταται ἐξ ἕνδεκα ἄρθρων. Ἐὰν γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία μου, κατὰ τὴν ὁποίαν καταργεῖται ἡ προσωπικὴ κράτησις ὡς μέσον ἐκτελέσεως, εἶναι περιττὸν ν’ ἀποσχολήσωμεν τὴν Βουλὴν, ἐρωτῶντες αὐτὴν, ἂν δέχεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἢ κατ’ ἄρθρον. Ἡ πρότασίς μου εἶναι τροπολογία ἐπὶ ὅλου τοῦ νομοσχεδίου. Ἑπομένως κατὰ τὸν Κανονισμὸν πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ πρῶτον ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν.

§332ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν ἀρχὴν πάντοτε. Ἀφοῦ ἔχει τὴν αὐτὴν ἀρχήν...

§333ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καθόλου. Δὲν πρόκειται περὶ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ὥστε νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἀρχῆς. Θὰ ἐρωτηθῇ λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς τροπολογίας μου.

§334Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅπως τὴν χαρακτηρίζει ὁ κύριος Βουλευτὴς, εἶναι ἀπαράδεκτος· διότι εἶναι πρότασις νόμου, ὅπως τὴν χαρακτηρίζει. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν εἶναι τροπολογία τοῦ νομοσχεδίου. Διατὶ ἐπιμένει;

§335ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τούτου.

§336ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Ἡ Βουλὴ θὰ ἐρωτηθῇ πρῶτον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.

§337ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ διαφωνῶ εἰς τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, καὶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.

§338ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαφωνεῖτε. Ἀλλ’ ὁ Κανονισμὸς λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἂν τροπολογία τις προταθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν, ὁ Πρόεδρος λαμβάνει τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἂν ἡ τροπολογία πρέπει νὰ συζητηθῇ εὐθὺς, ἢ τυπουμένη νὰ διανεμηθῇ πρὸ τῆς συζητήσεως εἰς τοὺς Βουλευτάς.»

§339ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν αὐτὸ ζητῶ καὶ ἐγώ.

§340ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ναὶ, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀρχήν. Ὑμεῖς τροπολογεῖτε ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου.

§341ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ζηλεύω τῷ ὄντι τὴν εὐφυΐαν σας, διὰ τῆς ὁποίας διατυποῦτε ἰδέας ἐναντίας τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τροπολογίας ἐπὶ ὡρισμένου ἄρθρου, κύριε Πρόεδρε· πρόκειται περὶ τροπολογίας ὁλοκλήρου τοῦ νομοσχεδίου.

§342ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς τοιαύτη εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ τροπολογία σας.

§343ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἂν γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία μου, εἶναι περιττὸν νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ ὅλου τοῦ νομοσχεδίου. Λοιπὸν νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς τροπολογίας.

§344ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἡ τροπολογία σας τροπολογεῖ, ὅπως φρονῶ ἐγὼ, τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, καθιστῶσα ἁπλοῦν αὐτό...

§345ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διόλου τὸ πρῶτον.

§346ΠΡΟΕΔΡΟΣ. .. ἂν γείνῃ δεκτὴ, περιττεύουσιν ὅλα τὰ ἄλλα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου. Δύναται νὰ ψηφισθῇ ὡς τροπολογία ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου. Ἐὰν ψηφισθῇ χωριστὰ, εἶναι ἐντελῶς ἀπαράδεκτος, διότι τότε πρέπει νὰ τυπωθῇ, διανεμηθῇ καὶ συζητηθῇ τρὶς, ὡς πρότασις.

§347ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἄλλο συζητεῖται ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἢ τὸ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως; Παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν πρέπει νὰ προταχθῇ ἡ τροπολογία μου.

§348ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ζήτημα. Τὴν τάξιν τὴν κανονίζει, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ὁ Πρόεδρος.

§349ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅταν ὁ Πρόεδρος διαφωνῇ, ἐρωτᾶται ἡ Βουλή.

§350ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν τὴν Βουλὴν, ἂν ἡ πρότασις νόμου δύναται νὰ γείνῃ δεκτή.

§351ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι πρότασις νόμου. Εἶναι τροπολογία... (θόρυβος καὶ φωναί). Εὑρισκόμεθα ἐν Βουλῇ, ἢ ἐν Ἑβραϊκῇ Χάβρᾳ, κύριε Πρόεδρε;

§352ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διόλου δὲν εὑρισκόμεθα ἐν Χάβρᾳ.

§353ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ἐγὼ ζητῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.

§354ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται ὀλίγοι)...

§355ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§356ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε δεκαπέντε.

§357ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα. (Ἐγείρονται ὀλιγώτεροι τῶν 15).

§358ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπερρίφθη.

§359ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀπερρίφθη.

§360ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπερρίφθη. Παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταὶ, καθήσατε. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1. Νὰ ἀναγνωσθῇ πρῶτον τὸ ἄρθρον, διὰ νὰ κατανοήσω τὰς τροπολογίας (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχουσιν αἱ ἑξῆς τροπολογίαι. Ἡ τοῦ κυρίου Μπακοπούλου καὶ λοιπῶν, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ πλήρης κατάργησις τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Ἐπ’ αὐτῆς τῆς τροπολογίας, ἥτις εἶναι ἡ ἀπωτέρα, θὰ ἐρωτηθῇ πρῶτον ἡ Βουλή. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.

§361ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§362ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄν εἶσθε 15. (Ἐγείρονταί τινες). Δὲν εἶσθε. Ὑπάρχει ἄλλη τροπολογία, τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις προτείνει, ὅπως εἰς τὸ ἄρθρον 1 προστεθῇ τρίτον ἐδάφιον, ὡς ἑξῆς: «Ἐπὶ συναλλαγματικῶν καὶ γραμματίων εἰς διαταγὴν, ἐκδεδομένων ἐπὶ ῥητῇ ἐμπορικῇ αἰτίᾳ, ὑποχρεοῦται ὁ ἐναγόμενος νὰ ἀποδείξῃ τὸ ἐναντίον τῆς ἐμπορικότητος τοῦ ἐγγράφου. Αἱ περὶ τούτου προδικαστικαὶ καὶ παρεμπίπτουσαι ἀποφάσεις δὲν ἐκκαλοῦνται, εἰμὴ μετὰ τῆς ὁριστικῆς ἀποφάσεως, γενομένης δ’ ἐφέσεως αὐτῶν, τὸ κατώτερον δικαστήριον προχωρεῖ εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῆς διαφορᾶς.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.

§363Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπέβαλον καὶ ἐγὼ τροπολογίαν.

§364ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα τροπολογία, ἡ τοῦ κυρίου Ρικάκη.

§365ΡΙΚΑΚΗΣ. Τί λέγει ὁ κύριος Ὑπουργός;

§366ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, ὄχι τὸν κύριον Ὑπουργόν. Ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Ρικάκη ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐν πάσῃ περὶ ἐμπορικῆς διαφορᾶς ἐκδιδομένῃ ἀποφάσει ἀπαγγέλλεται, αἰτήσει τοῦ ἐνάγοντος, προσωπικὴ κράτησις κατὰ τοῦ ἡττηθέντος ἐμπόρου ἕνεκεν μόνον τοῦ ἐπιδίκου ἀντικειμένου, τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία ὑπερβαίνει τὰς δραχμὰς πεντακοσίας». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).

§367ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη τροπολογία, ἀλλὰ τεχνηέντως ἀπεκρύβη. (Διαμαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν).

§368ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διόλου δὲν ἀπεκρύβη· μοῦ διέφυγε.

§369ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐπ’ αὐτῆς, παρακαλῶ, τὸν λόγον.

§370ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου.

§371Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μὴ ἐπιτρέπετε τοιαύτας φράσεις, κύριε Πρόεδρε. Τί θὰ εἰπῇ «τεχνηέντως»;

§372ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν Τσιτσάραν). Τὸ Προεδρεῖον, βλέπετε, μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν του. Διατὶ λέγετε τεχνηέντως; Ἰδοὺ ἡ τροπολογία σας. Ἀλλ’ εἶναι ἀόριστος, μὴ συνδεομένη μὲ κανὲν ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «Καταργεῖται ἡ προσωπικὴ κράτησις διὰ τοὺς πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλέτας, τοὐλάχιστον μέχρι τῶν 50 δραχμῶν.»

§373ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον, διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν πρότασίν μου.

§374ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι! ὄχι! (θόρυβος).

§375ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐπὶ τῆς τροπολογίας, κύριε Πρόεδρε, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ. Δὲν δύνασθε νὰ τοῦ ἀφαιρέσητε τὸν λόγον.

§376ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔδωκα τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ πρώτου ἄρθρου. Μὴ ἐπιμένετε. Ἐὰν νομίζητε ὅτι δὲν εἴμεθα ἐν τάξει, ἐγὼ θὰ δώσω τὸν λόγον εἰς τὸν κύριον Βουλευτήν. Ἀλλὰ παραβαίνετε τὸν Κανονισμόν. Ὅταν ἔδωκα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου, τότε ἕκαστος ὤφειλε νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν τροπολογίαν του.

§377ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου ὑπέβαλον.

§378ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλω νὰ παραστήσω, ὅτι ἔδωκα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου καὶ δὲν ὡμίλησε κανείς.

§379ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τὴν ὑπέβαλον, κύριε Πρόεδρε. Σᾶς παρακαλῶ, ἂν εἶναι δυνατόν, δύο λέξεις νὰ εἴπω.

§380ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατὶ θέλετε νὰ παραβαίνωμεν τὸν Κανονισμόν;

§381ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ, δύο λέξεις. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀφοῦ δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ μέγα κακὸν εἰς τὸ Δημόσιον, εἶναι δὲ γνωστὸν εἰς πᾶσαν τὴν Βουλήν, ποῖα μαρτύρια τραβοῦν οἱ ὀφειλέται πρὸς τὸ Δημόσιον τριῶν, τεσσάρων, πέντε ἢ καὶ δέκα δραχμῶν, νὰ συγκατατεθῇ νὰ δεχθῇ μίαν προσθήκην, ὥστε οἱ ὀφειλέται μέχρι τοὐλάχιστον εἴκοσι δραχμῶν, ἢ καὶ δεκαπέντε, νὰ ἀπαλλάσσωνται.

§382ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§383ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Τσιτσάρα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.

§384ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Παρεδέχθη.

§385ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Παρεδέχθη, κύριε Πρόεδρε.

§386ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν παρεδέχθη.

§387ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§388ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε 15.

§389ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὑποβάλλω ἔνστασιν ἀπαρτίας (θόρυβος).

§390ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε 15. Διατὶ ἐπιμένετε;

§391ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε (θόρυβος.)

§392ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἀφήσατε, κύριε Τσιτσάρα, νὰ τελειώσωμεν.

§393ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν ἐπιμένει ὁ κύριος Τσιτσάρας, κύριε Πρόεδρε.

§394ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη ἤδη, ὑπάρχουσι τροπολογίαι. Ὑπάρχει τροπολογία τῆς ἐπιτροπῆς πρῶτον...

§395ΑΛΕΞΑΚΗΣ (πρὸς τὸν Τσιτσάραν). Δὲν ὑπέβαλες ἔνστασιν;

§396ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν ἀπέσυρε.

§397ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου προτείνει ἡ ἐπιτροπὴ νὰ τεθῇ εἰς τὸν τέταρτον στίχον, ἀντὶ τῆς λέξεως «ὀνομασθῇ», ἡ λέξις «χαρακτηρισθῇ», εἰς δὲ τὸν πέμπτον στίχον, ἀντὶ «ὁρώσας», νὰ τεθῇ «ἀφορώσας εἰς», καὶ τέλος νὰ διαγραφῶσιν αἱ ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου λέξεις «πάντοτε δι’ αὐτὴν εἰς μόνον τὸν ὀφειλέτην». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.

§398ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἔκαμεν ἡ Βουλή;

§399ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν παρεδέχθη.

§400ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἀποδοκιμάζει καὶ ὑμᾶς, διότι καὶ ὑμεῖς ἦσθε μέλος τῆς ἐπιτροπῆς (θόρυβος).

§401ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα τροπολογία, τοῦ κυρίου Ροδοπούλου (ἀναγινώσκει): «Κατὰ πάσης ἀποφάσεως ἀπαγγελλούσης προσωπικὴν κράτησιν ἢ ἀπορριπτούσης αἴτησιν περὶ ἀπαγγελίας τοιαύτης ἐπιτρέπεται πάντοτε ἔφεσις εἰς τοὺς διαδίκους.»

§402ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπεται καὶ τώρα.

§403ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται). Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει, μεταξὺ τῶν ἄρθρων 2 καὶ 3 νὰ παρεμβληθῇ ἄρθρον αὐτοτελὲς, μεταρρυθμίζον τὴν § 1 τοῦ ἄρθρου 999 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ὡς ἑξῆς: «εἰς ὅλας τὰς δίκας κατὰ τῶν ἐμπόρων καὶ μόνον διὰ τὰς ἐμπορικὰς αὐτῶν ὑποθέσεις.»

§404Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κατὰ τὴν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ συζήτησιν ἀπεδέχθη τὴν πρότασιν ταύτην καὶ ὁ κύριος Ὑπουργός.

§405ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἐπίσης προτείνει ἡ ἐπιτροπὴ, ὅπως ἀντικατασταθῇ ἡ λέξις «ἐμπόρων» ἐν στίχ. δʹ τοῦ ἄρθρου 3 διὰ τῆς φράσεως «τῶν ἐνασκούντων νομίμως τὴν ἐμπορίαν». Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.

§406ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Πιστεύω ὅτι θὰ δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 9 ἢ 8 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἡ ἑξῆς πρότασις, δικαιοτάτη ἄλλως τε: «Καταργεῖται ἡ προσωπικὴ κράτησις καὶ ὡς πρὸς τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου ἐκ διαφόρων φόρων μέχρις 20 δραχμῶν.»

§407ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπερρίφθη πρὸ ὀλίγου ἡ πρότασις αὕτη (θόρυβος). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 4–7 ἄνευ ἀντιρρήσεως).

§408ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται). Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει, ἀντὶ τῆς λέξεως «τριῶν» νὰ τεθῇ «ὀκτώ». Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κυρίου Ροδοπούλου, προτείνοντος ν’ ἀντικατασταθῇ ἡ δευτέρα περίοδος τοῦ τροποποιουμένου ἄρθρου 1048 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ὡς ἑξῆς: «Ἐντὸς δὲ προθεσμίας τριῶν ἡμερῶν, παρατεινομένης λόγῳ ἀποστάσεως κατὰ τὰ ἄρθρα 195 καὶ 196 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἐπιδίδεται αὐτῷ κλπ.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).

§409Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 10 χρῄζει τῆς ἰδιαζούσης προσοχῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τῆς Βουλῆς· διότι, ἂν ψηφισθῇ ὡς ἔχει, οὐ μόνον θέλει καταστῆ ἀνεφάρμοστον, ἀλλὰ θὰ ἐπιφέρῃ καὶ πλείονα ταραχὴν εἰς τὴν μέχρι τοῦδε διαδικασίαν. Τὸ ἄρθρον ἔχει οὕτω: «Ὁ παρὼν νόμος ἐφαρμόζεται καὶ ἐπὶ προσωπικῆς κρατήσεως ἐπιβληθείσης διὰ προγενεστέρας ἀποφάσεως· πᾶσα δὲ διάταξις ἀντικειμένη εἰς αὐτὸν καταργεῖται κλπ.» Ἀλλ’ οὕτω θέλει σταματήσει ἡ ἐκτέλεσις πάσης ἀποφάσεως, εἴτε δικαίας, εἴτε ἀδίκου, θὰ σταματήσῃ ἡ δικαιοσύνη. Συλλογίσθητε, ὅτι ἐπὶ πολλὰ ἔτη εἰργάσθη εἷς κεφαλαιοῦχος, ἵνα ἐπιτύχῃ μίαν τελεσίδικον ἀπόφασιν καὶ λάβῃ ἕνα τίτλον, ἀλλ’ ἤδη δὲν θὰ γείνῃ ἡ ἐκτέλεσις κατὰ τοῦ τοιούτου ὀφειλέτου. Θὰ παρακαλέσω νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία, ἣν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπρότεινε, δηλαδὴ νὰ ἰσχύῃ ὁ νόμος εἰς τὰς ἀπὸ τοῦδε καὶ ἑξῆς ἐκδοθησομένας ἀποφάσεις.

§410Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἔβλεπον ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς ἔτεινεν ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς ἀρχῆς. Ἀλλ’ εἰς τὸ ἄρθρον 10 ὑπάρχει διάταξις, ἥτις τείνει, οὐχὶ δι’ ὃν λόγον ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, νὰ ἀναιρέσῃ τὰ εὐεργετήματα ὑπὲρ τῆς τάξεως ἐκείνης, διὰ τὴν ὁποίαν ἐσκέφθη νὰ προνοήσῃ ὁ νόμος. Τί λέγει ἡ διάταξις; (ἀναγινώσκει): «Πᾶσα δὲ διάταξις ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖται, ἐκτὸς τῶν ἐν ἰσχύϊ κεχορηγημένων δι’ εἰδικῶν νόμων εἰς τὰς Τραπέζας προνομίων περὶ ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως καὶ διὰ προσωπικῆς κρατήσεως τῶν ὀφειλετῶν αὐτῶν»...

§411Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).!...

§412Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὑπέλαβεν ὅτι θὰ εἴπω διὰ τὴν Μεγαρίδα. Ὄχι· θὰ εἴπω κἄτι τι δι’ ἵδρυμα τραπεζιτικόν, περὶ οὗ ἐνδιαφέρεται ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ τὸ ἐνδιαφέρον του ἀποδεικνύει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἀκούσατε λοιπόν. Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου εἶναι νὰ μὴ ἐπάγηται προσωπικὴ κράτησις κατὰ τῶν μὴ ἀποδειχθέντων ἐμπόρων. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς στιγμῆς τάσσεται ὑπὲρ τῶν Τραπεζῶν ἐξαιρετικῶς ἡ προσωπικὴ κράτησις, πιστεύω ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ εὐφυΐα θὰ εὕρῃ ἔδαφος ἐκμεταλλεύσεως, ὥστε νὰ ἀφαιρέσῃ τὰς εὐεργετικὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι διὰ καταλλήλου τρόπου θὰ ἐνεργῆται ἡ προσωπικὴ κράτησις ὑπὸ τῶν Τραπεζῶν· καὶ πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ γενησόμενα. Παραδείγματος χάριν, ἐγὼ ἔχω ἀποδεχθῆ συναλλαγματικὴν καὶ δὲν ὑποχρεοῦμαι εἰς προσωπικὴν κράτησιν, ἀλλ’ ὁ κομιστὴς τῆς συναλλαγματικῆς, ὅστις δὲν ἔχει κατ’ ἐμοῦ τὴν προσωπικὴν κράτησιν, δύναται νὰ μεταβιβάσῃ τὴν συναλλαγματικὴν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἥτις ὡς κομίστρια δύναται νὰ ἐναγάγῃ ἐμὲ, τὸν ὑπογράψαντα καὶ ἀποδεχθέντα, καὶ ἐπιτύχῃ τὴν προσωπικὴν μου κράτησιν. Τί δύναται νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός; Ἐγὼ συνεφώνησα καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν πρὸς τὸ νομοσχέδιον· ἀλλ’ ἐπεθύμουν, ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἔδιδε μικρὰν διασάφησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.

§413Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἡ Τράπεζα δὲν δέχεται νὰ δανείσῃ κανὲν ἄλλο πρόσωπον, ἐκτὸς ἐκείνων, ἅτινα ἔχει εἰς τὸν πιστωτικὸν κατάλογον.

§414Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ Τράπεζα ἔχει προνόμιον δυνάμει τοῦ καταστατικοῦ αὐτῆς κατὰ τῶν μετ’ αὐτῆς συναλλασσομένων ἀπ’ εὐθείας, καίπερ μὴ ὄντων ἐμπόρων.

§415Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, τοῦτο νὰ ἐγγραφῇ ὡς ἑρμηνεία ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς. Ἀλλ’ ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λοκρίδος. Τὸ πιστωτικὸν κατάστημα ἔχει κατάλογον τῶν μετ’ αὐτοῦ συναλλασσομένων. Ἀλλ’ ὁ κατάλογος τῶν ὑπογραφῶν μιᾶς συναλλαγματικῆς εἶναι ἀπροσδιόριστος· λέγει δὲ ἡ συναλλαγματική: «... Καὶ ἀντ’ ἐμοῦ πληρώσατε εἰς τὴν διαταγὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης». Αὕτη εἶναι ἡ δικαιοῦχος, καὶ ἔχει δικαίωμα νὰ ἐνεργήσῃ κατὰ πάντων.

§416Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέσατε, ὅτι ἀφερέγγυος ὀφειλέτης ἐκδίδει γραμμάτιον καὶ ὑπόσχεται νὰ πληρώσῃ εἰς διαταγὴν ἑτέρου καὶ ἐντὸς τοῦ καταστήματος τῆς Τραπέζης δραχμὰς τόσας, καὶ τὸ γραμμάτιον αὐτὸ ὀπισθογραφεῖται παρ’ ἑνὸς ἢ πλειοτέρων πιστωτῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ μεταβιβάζεται εἰς τὴν Τράπεζαν. Κατὰ τοῦ ἐκδότου ἔχει αὕτη προσωπικὴν κράτησιν;

§417Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ Τράπεζα δὲν δύναται ἢ νὰ ἐκτελέσῃ κατὰ τῶν ὀφειλετῶν αὐτῆς, οἵτινες εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸν πιστωτικὸν κατάλογόν της. Δὲν δύναταί τις νὰ τῆς φέρῃ ἕνα ἀπὸ τὸν δρόμον.

§418Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ Τράπεζα, δυνάμει τοῦ καταστατικοῦ της, ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς προσωπικῆς κρατήσεως κατὰ τῶν ἀπ’ εὐθείας συναλλασσομένων μετ’ αὐτῆς, καίτοι μὴ ἐμπόρων. Ἐὰν ἐγὼ, μὴ συναλλασσόμενος μὲ τὴν Τράπεζαν, ἔχω γραμμάτιον, τὸ ὁποῖον δὲν συνεπάγει προσωπικὴν κράτησιν, δὲν ἕπεται, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ ἐξεχώρησα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, χωρὶς νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν ἐκχώρησιν ὁ ὀφειλέτης, θὰ καταστήσω βαρυτέραν τὴν θέσιν τοῦ ὀφειλέτου.

§419Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι μετὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἐν ταῖς γραμμαῖς τῆς βραχείας παρατηρήσεως, ἣν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, δὲν εὑρίσκεται Βουλευτὴς, μὴ ἀναγνωρίζων τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ δίκαιον αὐτῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι τὸ προνόμιον τῆς Τραπέζης εἶναι ἐναντίον μόνον τῶν συναλλασσομένων ἀπ’ εὐθείας πρὸς αὐτήν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ ἐκχωρήσεως συναλλαγματικῆς διὰ συμβολαιογραφικοῦ ἐγγράφου, πρόκειται περὶ μεταβιβάσεως. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς μεταβιβασθῇ ἡ συναλλαγματικὴ διὰ τοῦ τελευταίου κομιστοῦ, πάντες οἱ ὑπογεγραμμένοι εἶναι συναλλασσόμενοι μετ’ αὐτῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν θέλει νὰ καταδιώξῃ τοὺς πιστωτὰς αὐτῆς. Εἶναι τοῦτο καὶ συμφέρον της. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἀγωγῇ θὰ ἀπαγγελθῇ κατὰ πάντων ἡ προσωπικὴ κράτησις. Πῶς θὰ διακριθῇ τοῦτο;... Μοὶ δίδει τὸ ἐνδόσιμον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, καὶ προτείνω νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «πιστούχων», ἥτις οὐδὲν προνόμιον διακυβεύει τῆς Τραπέζης, οὐδὲ πραγματικὰ συμφέροντα αὐτῆς· διότι, ὅτε ἡ Τράπεζα ἔδωκε τὰ χρήματα, δὲν τὰ ἔδωκεν ἢ μὲ τὰς δύο ὑπογραφὰς τῶν ἐμπόρων, τῶν πιστούχων.

§420Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ὅταν ἐγὼ δανείζωμαι ἀπὸ πιστοῦχον τῆς Τραπέζης, ὅστις θὰ μεταβιβάσῃ τὴν συναλλαγματικὴν εἰς αὐτήν, δὲν θ’ ἀπευθυνθῇ ἡ Τράπεζα κατ’ ἐμοῦ, ἀλλὰ κατὰ τοῦ πιστούχου.

§421Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Κυριαζῆς ἔχει δίπλωμα νομικῆς, ἀλλ’ ἔμεινεν εἰς τὸ ἔδαφος τῆς θεωρίας μέχρι τοῦδε. Δὲν γνωρίζει, ὅτι πᾶς κομιστὴς συναλλαγματικῆς ἔχει δικαίωμα ν’ ἀπευθυνθῇ ἐναντίον παντός.

§422Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου δὲν ἔχει δικαίωμα

§423Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, βεβαιώθητε, ὅτι τὰ εἰδικὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα ἀπονέμονται εἰς τὰ πιστωτικὰ ἐν γένει ἱδρύματα, οὐδὲν ἔχουσι διὰ τῆς προσθήκης τῆς λέξεως «πιστοῦχος» νὰ ζημιωθῶσιν. Εἰς τίνα ἐνεπιστεύθη ἡ Τράπεζα τὸ χρῆμά της; Ἐὰν πέντε ἢ δέκα ὑπογραφαὶ μὴ πιστούχων αὐτῆς προστεθῶσι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κερδήσωσι τὴν πίστιν τῆς Τραπέζης, ἵνα δώσῃ τὸ χρῆμα αὐτῆς· ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχωσι δύο ὑπογραφαὶ πιστούχων, θὰ δώσῃ τὸ χρῆμά της. Εἰς τὴν Τράπεζαν ἀρκοῦσιν αἱ δύο ὑπογραφαί· ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐναγάγῃ μόνον τὰς δύο ὑπογραφὰς, διότι, ὡς ἔχουσα εὐθύνην ἀπέναντι τῶν μετόχων, ὑποχρεοῦται πάντας νὰ καταδιώξῃ. Ἑπομένως πρέπει νὰ περιορίσῃ τὸν κύκλον τῆς ἐνεργείας της, ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ἐναντίον ἐκείνων μόνον, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπογραφῶν τῶν ὁποίων ἔδωκε τὸ χρῆμά της ἀρχῆθεν, ἤτοι τῶν πιστούχων της.

§424Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐνόμισαν, ὅτι μεγάλην ἔκαμον ἀνακάλυψιν, συμπληροῦντες τὴν διάταξιν αὐτὴν διὰ τῆς λέξεως «πιστοῦχος». Ἐν πρώτοις πρέπει νὰ παρατηρήσω εἰς αὐτοὺς, ὅτι τίς εἶναι πιστοῦχος καὶ τίς δὲν εἶναι, τὸ κοινὸν τὸ ἀγνοεῖ, διότι εἶναι ζήτημα τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τῶν Τραπεζῶν, καὶ μάλιστα τῆς μυστικῆς αὐτῶν ὑπηρεσίας. Ἐὰν προστεθῇ ἡ λέξις «πιστοῦχος», ἀντὶ νὰ φέρωμεν τὴν διευκόλυνσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην τῆς Τραπέζης καὶ τὴν προνομιακὴν αὐτῆς διαδικασίαν, θὰ φέρωμεν τὸν κυκεῶνα διὰ νέων ἐνστάσεων περὶ τοῦ πιστωτικοῦ αὐτῆς καταλόγου. Νομίζω ὅτι δωρεὰν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀπέδωκεν εἰς τὰς Τραπέζας πρόθεσιν καταδολιεύσεως τῶν νόμων, τῆς ὁποίας, ἡ πεῖρα μέχρι τοῦδε ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν εἶναι ἄξιαι· εἶναι δὲ πολὺ ἄδικον νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι αἱ Τράπεζαι δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς γέφυρα εἰς τοὺς τοκογλύφους καὶ νὰ χρησιμοποιήσωσι τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα ἡ Πολιτεία ἐνεπιστεύθη εἰς αὐτὰς, χάριν τῶν τοκογλύφων. Ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι μετὰ πλείονος φειδωλίας τὰ πιστωτικὰ ταῦτα ἱδρύματα χρησιμοποιοῦσι τὸ δικαίωμα τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ὡς μέσον ἐκτελέσεως, καὶ ἐκεῖ μόνον, ὅπου ὁ ὀφειλέτης δὲν εὑρίσκεται ἐν ἀπορίᾳ πραγματικῇ, ἀλλὰ θέλων νὰ δολιευθῇ τὸ χρῆμα τῶν Τραπεζῶν ἀποκρύπτει τὴν περιουσίαν του. Ὅταν δὲ σήμερον πρόκειται νὰ χρησιμοποιήσωσιν αἱ Τράπεζαι τὰ κεφάλαιά των ἐπὶ τῷ κατωτάτῳ τόκῳ, δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἐρχώμεθα νὰ συζητῶμεν περὶ τοιούτων πραγμάτων, τὰ ὁποῖα, ἐὰν γείνωσι δεκτὰ, εἰς οὐδὲν ἕτερον θὰ χρησιμεύσωσιν ἢ νὰ καταστρέψωσι σπουδαιότατα συμφέροντα οὐ μόνον τῶν Τραπεζῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν μετ’ αὐτῶν συναλλασσομένων.

§425Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§426ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡμιλήσατε ἤδη ἐπανειλημμένως.

§427Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποχωρῶ, διότι ἐγὼ οὐδέποτε πρόκειται νὰ ἔχω τοιαύτας δοσοληψίας μετὰ τῶν Τραπεζῶν.

§428Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος, παρατηρῶ, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν τὴν κακὴν πίστιν τῶν Τραπεζῶν, ἀλλὰ νὰ διορθώσωμεν ἓν ἄτοπον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ φέρῃ ἔστω καὶ ἐλάχιστον κακόν. Ἵνα ἀποφύγωμεν τοῦτο, παρακαλῶ νὰ δηλώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι μόνον ὁ συναλλασσόμενος ἀπ’ εὐθείας μετὰ τῆς Τραπέζης ὑπόκειται εἰς τὴν προσωπικὴν κράτησιν, ἐὰν ἐννοεῖ ὡς τοιοῦτον μόνον τὸν τελευταῖον ὀπισθογράφον,

§429Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι. Ἐννοῶ ἐκεῖνον, τὸ ὁποῖον ἐννοεῖ ὁ νόμος.

§430Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἔπρεπε νὰ τὸ καθορίσητε.

§431ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10 ὑπάρχει τροπολογία τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις προτείνει τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἄρθρου ὡς ἑξῆς: «Ὁ παρὼν νόμος δὲν ἐφαρμόζεται ἐπὶ προσωπικῆς κρατήσεως ἐπιβληθείσης διὰ προγενεστέρας ἀποφάσεως, ἰσχύει δὲ ὡς πρὸς μόνας τὰς ὑπὸ τὸ κράτος αὐτοῦ δημιουργηθείσας σχέσεις. Πᾶσα δὲ διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖται.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὡσαύτως ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κυρίου Βοκοτοπούλου, προτείνοντος νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον 10 ὡς ἑξῆς: «Πάσης προγενεστέρας τοῦ παρόντος νόμου ἀποφάσεως διάταξις περὶ προσωπικῆς κρατήσεως κατὰ διαδίκου ὑποχρέου συναλλαγματικῆς δύναται νὰ κηρυχθῇ ἄκυρος ὑπὸ τοῦ ἐκδόντος αὐτὴν δικαστηρίου κατὰ τὸ ἄρθρον 1001 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, χωρὶς ἐκ τούτου νὰ ἀναστέλληται ἡ ἐκτέλεσις τῆς τοιαύτης διατάξεως, ἐκτὸς ἐὰν τὸ Δικαστήριον ἤθελε διατάξει ἄλλως.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Βοκοτοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὡσαύτως ὑπάρχουσι δύο ἕτεραι τροπολογίαι, ἡ μία τῶν κυρίων Ε. Γαρουφαλιᾶ καὶ Κ. Χρηστοπούλου, καὶ ἡ ἑτέρα τῶν κ. Κ. Ἀγαθοκλέους κλπ. (Ἀναγινώσκονται ἰδίᾳ ἑκατέρα καὶ ἀπορρίπτονται δι’ ἀναστάσεως).

§432ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).

§433ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 2 καὶ 50′ π. μ. τῆς ἐπιούσης).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32
2Τῆς 3 Μαρτίου 1900.
3(Παρασκευή).
4Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγι-
5νώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρα-
6κτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ δημόται τοῦ δήμου Τροπαίων τῆς ἐπαρ-
8χίας Γορτυνίας ὑποβάλλουσιν αἴτησιν, δι’ ἧς παρακαλοῦσι
9τὴν Βουλὴν, ὅπως ὁ δῆμος αὐτῶν ὑπαχθῇ δικαστικῶς εἰς τὸ
10Πρωτοδικεῖον Ἠλείας.
11Ὁ Σύλλογος τῶν ἐν Πάτραις Καλαβρυτινῶν δι’ ἀναφο-
12ρᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν ὑποβάλλει τὰς σκέψεις του ἐπὶ τοῦ
13νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ προσωπικῆς κρα-
14τήσεως διατάξεων.
15Ὁ βουλευτὴς Βάλτου κ. Στράτος ὑποβάλλει τροπολογίαν
16ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρα-
17τοῦ». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα,
18ἀριθ. 117).
19Ὁ κύριος Θ. Π. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμε-
20ρησίας διατάξεως.
21§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πληροφορίας τινὰς σκοπῶ νὰ ζη-
22τήσω ἀπὸ τοὺς κυρίους Ὑπουργούς. Κατὰ τὸν δημοσιευθέντα
23ἀπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1897,
24πλὴν τῶν 4,465,741.99 δραχμῶν, αἵτινες ἐδαπανήθησαν
25πρὸς βοήθειαν τῶν προσφύγων Θεσσαλῶν, ὧν αἱ ἐπαρχίαι
26εἶχον καταληφθῆ ὑπὸ τῶν Τούρκων, πλὴν τῶν 2,930,782.30,
27αἵτινες ἐδαπανήθησαν δι’ ἔξοδα παλινοστήσεως τῶν εἰρημέ-
28νων Θεσσαλῶν, πλὴν τῶν δι’ ἀποζημιώσεις καὶ λοιπὰ ἔξοδα
29τῶν ἐπὶ τῆς παλινοστήσεως τῶν Θεσσαλῶν συσταθεισῶν ἐπι-
30τροπῶν καὶ τῶν ἀποσταλέντων ὑπαλλήλων δαπανηθέντων
31ὡσαύτως ἐκ δραχμῶν 44,434.60, ἐδαπανήθησαν προσέτι δρ.
32570,764.97 διὰ μικρὰ βοηθήματα. Καὶ ἐνῷ ἡ ἐπιγραφὴ τῶν
33ἄλλων δαπανῶν εἶναι σαφής, καταδεικνύουσα καὶ τὸν σκο-
34πὸν καὶ τὴν ἀνάγκην, δι’ ἣν αἱ δαπάναι αὗται ἐγένοντο, ἡ
35ἐπιγραφὴ τῶν δαπανῶν τούτων τῶν τελευταίων εἶναι ἐντε-
36λῶς ἀόριστος, διότι δὲν δύναταί τις νὰ διακρίνῃ ἄλλην κα-
37τηγορίαν ἀναγκῶν, πλὴν ἐκείνων, δι’ ἃς ἐγένοντο αἱ ἄλλαι
38δαπάναι. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσω-
39τερικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὸν φάκελλον τῶν
40μικρῶν ἐκείνων λοιπῶν δαπανῶν.
41Προσέτι παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν
42νὰ ἐξετάσῃ καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἡ κατὰ τὸ 1897
43γενομένη ἀγορὰ κτηνῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ, δι’ ἣν
44κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρήσεως
45τοῦ 1897 ἐδαπανήθησαν 4,431,696 δραχμαὶ, ἐγένετο διὰ
46μιᾶς παραγγελίας, ἢ δι’ ἐπανειλημμένων παραγγελιῶν, καὶ
47νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργείου,
48δι’ ὧν ἐξετελέσθησαν πᾶσαι αἱ πρὸς ἀγορὰν κτηνῶν γενόμε-
49ναι παραγγελίαι. Προσέτι νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πό-
50σοι δυνάμει τῶν παραγγελιῶν τούτων ἠγοράσθησαν ἵπποι καὶ
51πόσοι ἡμίονοι, καὶ ποία ἡ τιμὴ ἑκάστου ἵππου καὶ ἑκάστου
52ἡμιόνου ἑκάστης τῶν γενομένων παραγγελιῶν ἰδίᾳ.
53Παρακαλῶ καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ εὐαρεστηθῇ
54νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν τρία νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα
55πρὸ ἐννέα μηνῶν εἰσήχθησαν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουρ-
56γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ κυρώσεως ἀπολογισμῶν, τοῦ πρώ-
57του νομοσχεδίου τῶν ἀπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1833–1844,
58τοῦ δευτέρου νομοσχεδίου τῶν ἀπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1845
59ἕως 1881, καὶ τοῦ τρίτου νομοσχεδίου τῶν ἐτῶν 1882–1895,
60ἐὰν τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἀπεστάλησαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν
61τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπεξειργάσθη αὐτὰ,
62καὶ εἰς ποῖον σημεῖον διατελοῦσιν αἱ ἐπ’ αὐτῶν ἐργασίαι· ἐν
63ᾗ δὲ περιπτώσει δὲν ἀπεστάλησαν ὑπὸ τοῦ προκατόχου Προέ-
64δρου, ἐὰν ὁ νῦν Πρόεδρος ἔλαβε τὴν πρόνοιαν ταύτην· καὶ ἐν
65ᾗ περιπτώσει οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια οὐδὲ παρὰ τοῦ κυ-
66ρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις προσῆκε νὰ ἐπι-
67μεληθῇ, ἵνα βασανισθῶσι καὶ ὡριμάσωσι πρὸς συζήτησιν αἱ
68νομοθετικαὶ προτάσεις του, ἀποβαίνει ἀναγκαῖον νὰ ἐξακρι-
69βωθῇ, πρὸς τίνα σκοπὸν εἰσήχθησαν τὰ νομοσχέδια ταῦτα,
70ἐὰν εἰσήχθησαν πρὸς συζήτησιν καὶ ψήφισιν, ἢ πρὸς ἄλλον
71σκοπόν. Διότι κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἂν τὰ νομοσχέδια
72ταῦτα ἐπροτάθησαν πρὸς ἀποκατάστασιν πλήρους ἐλέγχου
73τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων ἐξόδων, ἡ μεταρρύθμισις αὕτη
74εἶναι ἡ μόνη λυσιτελὴς καὶ σπουδαία ἐκ τῶν μεταρρυθμίσεων,
75εἰς τὰς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον λέγει ὅτι ἀσχολεῖται.
76§3ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐνθυμοῦμαι καλῶς,
77ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, λαβὼν δὶς ἀφορ-
78μὴν ἐκ τοῦ θέματος, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος προαγο-
79ρεύσας, παρεπονέθη κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν ἀπεστάλη-
80σαν οἱ ἀπολογισμοὶ πρὸς ἐξέτασιν, ὅτι δὲν εἰργάσθη αὕτη
81ἐπαρκῶς, καὶ παρεκάλεσεν αὐτὴν νὰ ἐπισπεύσῃ τὰς ἐργασίας
82αὐτῆς. Προσέθηκε δὲ κατὰ τὴν δευτέραν αὑτοῦ ἀγόρευσιν,
83ὅτι, ὡς ἐτροποποιήθησαν τὰ περὶ ἀπολογισμῶν, περιωρίσθη
84τὸ ἔλλειμμα ἀπὸ ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων εἰς ἔλλειμμα 33
85ἑκατομμυρίων, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς. Ὁμιλήσας δηλαδὴ ἐκ
86δευτέρας ἀφορμῆς περὶ τοῦ θέματος τούτου, προσδιώρισεν ὅτι
87τὸ ἔλλειμμα εἶναι 33,000,000, καθόσον δὲν εἶχε λάβει
88ὑπ’ ὄψιν τὸν προηγούμενον λογαριασμόν. Ἀλλ’ οἱ ἀπολογι-
89σμοὶ οὗτοι, δι’ οὓς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτησε
90νὰ δείξῃ ἰδιαιτέραν φροντίδα ἡ ἐπιτροπή, καὶ εὐλόγως, ἐπι-
91θυμῶν τὴν ταχυτάτην ἐκκαθάρισιν αὐτῶν, δὲν βλέπω κατὰ
92τίνα τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετασθῶσιν, οὐδὲ κατὰ τίνα
93τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν ἐπ’ αὐτῶν εἰς τὰ ἀπο-
94τελέσματα, ἅτινα αἱ διατάξεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου ἐπι-
95διώκουσι. Διότι οἱ ἀπολογισμοὶ οὗτοι ἔρχονται εἰς τὴν Βου-
96λὴν τελείως ἀνεξέλεγκτοι, εἶναι λογαριασμοὶ καθαρῶς διοι-
97κητικῆς ὑπηρεσίας, ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου παντε-
98λῶς μὴ ἐξετασθέντες, κατὰ τὰς ὡρισμένας διατάξεις τοῦ νό-
99μου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Φέρονται ἵνα ἐξετασθῶσιν ὑπὸ
100τῆς Βουλῆς, ἐνῷ ὁ νόμος ὁ κείμενος, ὁ ὁρίζων τὸν τρόπον
101τῆς ἐξετάσεως αὐτῶν, ὁρίζει, ὅτι οἱ λογαριασμοὶ τῶν Ὑπουρ-
102γείων δὲν ἐξετάζονται ὑπὸ ἐπιτροπῆς ἀποτελουμένης ἐκ με-
103λῶν μόνης τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς Γερουσίας καὶ τοῦ Ἐλεγ-
104κτικοῦ Συνεδρίου. Οὐδεμία δὲ νομοθετικὴ πρᾶξις ἐτροποποίησε
105τὸν νόμον τοῦτον, ὁρίσασα νομοθετικῶς τρόπον ἄλλον συγ-
106κροτήσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ ἐν τούτοις οἱ ἀπολογισμοὶ εἰσ-
107άγονται εἰς τὴν Βουλὴν χωρὶς νὰ γείνῃ σκέψις τις περὶ τῆς
108τοιαύτης ἀπαραιτήτου τροποποιήσεως, τῆς νομοθετικῆς. Ὁ
109κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη,
110ὅτε εἰσήχθη ἀπολογισμός τις ὑπὸ προγενεστέρας Κυβερνήσεως
111εἰς τὴν Βουλήν, διὰ μακρῶν ὁμιλήσας ἐπὶ τοῦ θέματος, κα-
112τέκρινε τὴν ἐργασίαν ἐκείνην, τὴν κατὰ τὴν προηγουμένην
113Περίοδον, καὶ ἐπετίμησε τοὺς τότε Ὑπουργοὺς, ὅτι προκα-
114λοῦσι τὴν Βουλὴν εἰς ματαιοπονίαν. Εὐτυχῶς ἔχω τὰ ἔγ-
115γραφα ἐνταῦθα, καὶ θὰ παραπέμψω τὸν Ὑπουργὸν εἰς τοὺς
116λόγους αὑτοῦ τοὺς πρώτους. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομι-
117κῶν, ὁμιλήσας διὰ μακρῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ προϋπο-
118λογισμοῦ τοῦ ὑποβληθέντος κατὰ τὸ 1896 ὑπὸ τοῦ τότε
119Πρωθυπουργοῦ, τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ἔλεγε τὴν 14 Μαρ-
120τίου 1896 εἰς τὴν τότε Βουλήν, κατηγορῶν τοῦ τότε Πρω-
121θυπουργοῦ, ὅτι εἶχε λησμονήσει, ὅτι, πρὶν ἢ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξ-
122ελέγξεως τοῦ ἀπολογισμοῦ, ἔπρεπε νὰ ἐξελέγξῃ αὐτὸν τὸ
123Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ ἐξετάθη ἐπὶ τοῦ θέματος τού-
124του ἐπὶ πολύ. Ἀλλ’ ὅ,τι κατὰ τὸ 1896 ἦτο ἀκριβές, κατὰ
125τὸ 1899 καὶ 1900 δὲν εἶναι ἀκριβές; Δὲν ἐγνώριζεν ὁ κ.
126Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τότε, ταῦτα λέγων, κατὰ τὴν
127τελευταίαν περίπτωσιν, ἐπὶ θέματος, ἐπὶ πράξεως, ἣν ἔκρινε
128καὶ κατεδίκαζε πρότερον ὡς πρᾶξιν ματαίαν, ἐν τῇ φιλο-
129πατρίᾳ αὑτοῦ παρακαλῶν τὴν τότε Βουλὴν νὰ σπεύσῃ πρὸς
130νομοθετικὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ ζητήματος, δὲν ἐγνώριζεν ὅτι
131πρὸς τοὺς τοίχους ὡμίλει;—διότι τοῖχοι ἦσαν ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ
132μὴ ἔχουσα νόμιμον συγκρότησιν καὶ ἁρμοδιότητα, ὅπως ἐξ-
133ελέγξῃ τοὺς λογαριασμοὺς τῶν Ὑπουργείων, ἀλλ’ οὐδὲ τὰ
134μέσα, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχον οἱ λογαριασμοὶ, ὧν ἠθέλησεν ὁ λο-
135γιστικὸς νόμος νὰ προταχθῇ ἡ ἐξέτασις πρὸ πάσης ἄλλης
136ἐξετάσεως.
137Ταῦτα ἐρωτῶ, καὶ παρακαλῶ νὰ δοθῇ ἀπάντησις καὶ ἐπὶ
138τούτων, ὅταν δοθῇ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων.
139§4Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
140κῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς μοὶ ὑπενθυμίζει
141ἀγόρευσίν μου ὡς Βουλευτοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1896 ἐπὶ τοῦ προ-
142ϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους αὐτοῦ. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψιν
143του τὸ θέμα τῆς ἀγορεύσεώς μου, διότι ἤθελε παρατηρήσει
144διάκρισιν μεταξὺ ἐλέγχου διοικητικοῦ, ἀσκουμένου ὑπὸ τοῦ
145Λογιστηρίου, καὶ τοῦ ἑτέρου ἐλέγχου, ὅστις δὲν δύναται
146νὰ ἀσκηθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς πρὶν προηγηθῇ ὁ ὑπὸ τοῦ Ἐλεγ-
147κτικοῦ Συνεδρίου ἀσκούμενος δικαστικὸς ἔλεγχος. Κατὰ τὸν
148περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμον καὶ κατὰ τὸν καταστατι-
149κὸν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου νόμον, ὁ δικαστικὸς ἔλεγχος
150εἶναι ἀπαραίτητος, οὗτος δὲ εἶναι ὁ ἔλεγχος ὁ ἐξασφαλίζων
151τοῦ Δημοσίου τὰ συμφέροντα. Ἡ ἔλλειψις ὅμως αὐτοῦ ἰδίως
152ἐπὶ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν κωλύει
153τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, διότι τὸ Κοινοβούλιον δύναται, καὶ
154ἀνεξαρτήτως τοῦ δικαστικοῦ ἐλέγχου, νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ἐλέγ-
155χου τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ ὑποβαλλομένου ὑπὸ τοῦ Ὑπουρ-
156γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀφορῶντος εἰς μόνα τὰ ἔσοδα καὶ
157ἔξοδα, τ’ ἀναγραφόμενα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, μόνος δὲ ὁ
158γενικὸς λογαριασμὸς, ὅστις ἀποτελεῖ τὸ σύνολον τῆς γενικῆς
159ληψοδοσίας τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν
160ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, πρὶν ἢ ἐξελεγχθῇ προηγουμένως ὑπὸ τοῦ
161Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ὡς πρὸς τὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνε-
162δρίου, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὰ εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἔλαβον
163ἀφορμὴν νὰ παρακολουθήσωσι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγ-
164ματα, ἐνησχολήθην, καὶ ἐμελέτησα τὰς ἐπιβαλλομένας μεταρ-
165ρυθμίσεις εἰς τὸν καταστατικὸν τοῦ Συνεδρίου νόμον, ὅπως
166ἐπιτευχθῇ ἡ ἐνήμερος ὑπ’ αὐτοῦ ἄσκησις τοῦ δικαστικοῦ ἐλέγ-
167χου τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων. Ἐὰν ἐντὸς τῆς Συνόδου
168ταύτης ὁ χρόνος τῆς Βουλῆς εἶναι ἐπαρκὴς, θέλω ὑποβάλει
169εἰς αὐτὴν τὸ παρεσκευασμένον νομοσχέδιον περὶ νέου ὀργα-
170νισμοῦ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τοῦτο ὅμως οὐδόλως κω-
171λύει τὴν ἄσκησιν τοῦ ἐλέγχου τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἀπολογι-
172σμοῦ. Βεβαίως, ἐὰν πρόκειται νὰ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, πῶς ἡ
173ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ παρ’ ἡμῖν ἐργάζεται καὶ πῶς
174μετὰ δυσκολίας περατώνει τὸ ἔργον αὑτῆς, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν
175προεξέλεγξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, βεβαίως θὰ ἀπολήξῃ εἰς
176τὸ συμπέρασμα, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ὁ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἔλεγ-
177χος τοῦ ἀπολογισμοῦ. Ὑπάρχει ὅμως τρόπος, καθ’ ὃν ἐργα-
178ζομένη δύναται νὰ προέλθῃ εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ ἀπολογι-
179σμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δύναται
180νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν συνδρομὴν λογιστικῶν ὑπαλλήλων. Ἄλ-
181λοτε, ὡς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπρό-
182τεινα τὸ μέτρον τοῦτο, ζητήσας, ὅπως προσληφθῇ προσωπι-
183κὸν ἀνάλογον ὑπαλλήλων εἰς τὸ Γεν. Λογιστήριον, ἵνα τῇ
184βοηθείᾳ αὐτοῦ κατορθωθῇ ὁ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἔλεγχος τοῦ ἀπο-
185λογισμοῦ, ἀλλ’ ἡ πρότασίς μου δὲν ἐγένετο δεκτή. Νομίζω
186ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ θελήσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου νὰ ἐργα-
187σθῇ σοβαρῶς, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ ὁ τρόπος, δι’ οὗ δύ-
188ναται νὰ ἐξελεγχθῇ ὁ ὑποβαλλόμενος ἀπολογισμός· ἐπανα-
189λαμβάνω δὲ, ὅτι δύναται νὰ προσληφθῇ προσωπικὸν ὑπαλ-
190λήλων ἐπαρκὲς διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην.
191§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι τὰ ἐκτεθέντα
192δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀκριβῆ· θέλω δὲ παρακαλέσει τὴν Βουλὴν
193νὰ ἀκούσῃ τῶν λαβόντων χώραν κατὰ τὴν 27 Ἰανουαρίου
1941896. Ἐγὼ δὲν εἶχον τότε εἰσαγάγει νομοσχέδιον περὶ κυ-
195ρώσεως ἀπολογισμῶν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἶχον ἀναγγείλει εἰς
196τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐδημοσιεύθη ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1892 καὶ
197ὁ ἀπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1878 μετὰ τοῦ γενικοῦ λο-
198γαριασμοῦ τοῦ 1879, καὶ προσέτι ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1879
199μετὰ τοῦ γενικοῦ λογαριασμοῦ τοῦ 1880. Ἔλεγον τότε
200(ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ γνωρίζει, ὅτι ἡ σύνταξις καὶ ἡ
201»δημοσίευσις τῶν ἀπολογισμῶν δὲν εἶναι ἐν πλήρει τάξει·
202»ἵνα δὲ δυνηθῶμεν νὰ γενώμεθα ἐνήμεροι, ἐδέησε νὰ ἀσχο-
203»λώμεθα εἰς τὴν σύνταξιν καὶ δημοσίευσιν τῶν ἀπολογισμῶν,
204»ἀρξάμενοι συγχρόνως ἀπὸ διαφόρους χρονικὰς περιόδους.
205»Ἀσχολεῖται τὸ Γενικὸν Λογιστήριον εἰς τὴν σύνταξιν τῶν
206»ἀπολογισμῶν τῆς μέχρι τοῦ ἔτους 1883 περιόδου, ἀλλ’ ἀ-
207»σχολεῖται συγχρόνως καὶ εἰς τὴν σύνταξιν τῶν ἀπολογι-
208»σμῶν τῆς ἀπὸ τοῦ εἰρημένου ἔτους 1883 ἀρχομένης περιό-
209»δου. Καὶ ἡ μὲν σύνταξις τῶν ἀπολογισμῶν τῶν ἐτῶν τῆς
210»ἀπὸ τοῦ 1883 ἀρχομένης περιόδου προώδευσε μέχρι τοῦ
211»ἀπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1892, τὸν ὁποῖον πρὸ μικροῦ κα-
212»τέθηκα, ἂν καὶ ἡ σύνταξις καὶ ἡ δημοσίευσις αὐτοῦ ἐβρά-
213»δυνε ὑπὲρ τὸ δέον, διότι δύο ἔτη καὶ τρεῖς μῆνες παρῆλ-
214»θον ἀφ’ ἧς χρῆσις τοῦ 1892 ἔκλεισεν. Ἡ σύνταξις δὲ τῶν
215»ἀπολογισμῶν τῆς πρὸ τοῦ ἔτους 1883 χρονικῆς περιόδου
216»προώδευσε καὶ αὕτη μέχρι τοῦ ἔτους 1879. Ἑπομένως με-
217»ταξὺ τῶν δύο χρονικῶν περιόδων λείπουσιν ἔτι οἱ ἀπολο-
218»γισμοὶ τῶν ἐτῶν 1880, 1881 καὶ 1882. Ὅταν δὲ περα-
219»τωθῇ ἡ σύνταξις τῶν ἀπολογισμῶν καὶ τῶν τριῶν τούτων
220»χρήσεων, θέλει συμπληρωθῆ τὸ ἔργον τῆς συντάξεως καὶ
221»δημοσιεύσεως τῶν ἀπολογισμῶν μέχρι τοῦ ἔτους ἐκείνου,
222»κατὰ τὸ ὁποῖον θέλομεν ἔχει τὸν ἀπολογισμὸν τῆς τελευ-
223»ταίας χρήσεως. Ἐὰν τοῦτο ἐπιτευχθῇ ἐντὸς δύο ἐτῶν, θέ-
224»λομεν ἔχει πάντας τοὺς ἀπολογισμοὺς μέχρι τοῦ ἔτους
225»1895. Ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ γένηται ἀρχὴ τῆς ἐκπληρώ-
226»σεως ἄλλου καθήκοντος, τοῦ καθήκοντος νὰ ἐπιλάβηται ἡ
227»Βουλὴ τῆς ἐρεύνης καὶ ἐξελέγξεως αὐτοῦ, διότι οὕτω θέλει
228»ἀποκατασταθῆ ὁ νενομισμένος ἔλεγχος τῆς διαχειρίσεως
229»τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἄνευ τοῦ ὁποίου βεβαίως δὲν δύνα-
230»ταί τις νὰ προσδοκᾷ ἄψογον τὴν διαχείρισιν αὐτῶν.»
231Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμισε τότε,
232τυγχάνων ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ὅτι συνέλαβον ἐμὲ προβάλ-
233λοντα προτάσεις ἀντιβαινούσας εἰς τὸν νόμον, καὶ ἀνέστη
234καὶ μὲ ἐπέκρινε, παραστήσας, ὅτι ἐγὼ προεκάλουν τὴν Βου-
235λὴν εἰς ἐξέλεγξιν ἀπολογισμῶν, ἐνῷ αὐτοὶ δὲν εἶχον ἐξελε-
236χθῆ ἔτι ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἀκούσατε, τί ἔλεγεν
237ὁ κύριος Σιμόπουλος (ἀναγινώσκει): «Περὶ τούτου μά-
238»λιστα ἐν τῇ εἰσηγητηρίῳ ἀγορεύσει του ὁ κ. Πρόεδρος
239»τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προσέθηκεν, ὅτι, ὅταν κατορ-
240»θωθῇ μετ’ ὀλίγον νὰ δημοσιευθῶσιν οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν
241»ἐτῶν 1880, 1881 καὶ 1882, καὶ τῶν ἀναγομένων εἰς
242»τὴν δευτέραν περίοδον, ἤτοι τῶν ἐτῶν 1893 καὶ 1894,
243»τότε οὐδὲν ἕτερον ὑπολείπεται ἢ νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ ἡ
244»Βουλὴ τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὴν καθῆκον, ἤτοι νὰ ἐπιλά-
245»βηται αὕτη τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἀπολογισμῶν τοῦ Κράτους.
246»Ἀλλ’ εἶχε λησμονήσει ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ
247»Συμβουλίου, ὅτι, πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ δυνηθῇ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς
248»ἐξελέγξεως τῶν ἀπολογισμῶν, πρέπει προηγουμένως νὰ
249»ἐξελέγξῃ τοὺς λογαριασμοὺς τῶν ὑπολόγων, καὶ νὰ δη-
250»μοσιεύσῃ τὰς πρὸς τὸν Βασιλέα δηλώσεις του, ὅτε καλεῖ-
251»ται ἡ Βουλὴ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὴν
252»καθῆκον.»
253Καὶ προέβη τότε νὰ μὲ ἐλέγξῃ, διότι κατηργήσαμεν τὸν
254νόμον περὶ προσόντων τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, καὶ
255ἑπομένως καὶ τὸν πρὸς διορισμὸν τῶν ἐλεγκτῶν καὶ τῶν πα-
256ρέδρων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ ἀπέδωκεν εἰς ἐμέ,
257ὅτι σκοπὸν εἶχον νὰ πληρώσω τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον
258διὰ προσώπων ἀναξίων τῶν θέσεων, χαριζόμενος εἰς αὐτά.
259Ἀλλ’ ἐγὼ μὲν οὐδένα διώρισα ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ,
260αὐτὸς ὅμως ἐπλήρωσε τὰς κενὰς ἐν τῷ Συνεδρίῳ θέσεις διὰ
261τῶν περισαινόντων αὐτόν.
262Ἑπομένως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐφρόνει τότε,
263ὅτι ἔπρεπε νὰ προεξελεγχθῶσιν οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν εἰρη-
264μένων ἐτῶν ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἀλλ’ αὐτό, τὸ
265ὁποῖον ἐφρόνει τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἦτο
266ὄντως ὀρθὸν, διότι αἱ διατάξεις τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ
267νόμου εἰσὶ ῥηταὶ καὶ μὴ δεκτικαὶ ἀντιρρήσεων, οὐδὲ δικαιο-
268λογοῦσιν, ἵνα ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι καὶ ἄνευ προεξελέγξεως τοῦ
269Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιλάβηται τῆς
270ἐξελέγξεως τῶν ἀπολογισμῶν, ἀρκεῖ μόνον νὰ διορισθῶσι
271πρόσθετοι 20–25 λογιστικοὶ ὑπάλληλοι, ὅτε βεβαίως θέλει
272κατορθωθῆ νὰ δημιουργηθῶσιν εἴκοσι καὶ πέντε νέαι θέσεις
273ὑπαλλήλων, ἵνα διορίσῃ καὶ αὐτοὺς ὁ κ. Ὑπουργός.
274Ἰδοὺ τί λέγει ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ.
275Κατὰ τὸ ἄρθρον 219 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ,
276«τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον μετὰ ἐξέλεγξιν βεβαιώνει τὴν ὀρ-
277»θότητα τῶν ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν δημοσιευθέντων λογαρια-
278»σμῶν.»
279Κατὰ τὸ ἄρθρον 221 τοῦ αὐτοῦ νόμου, «τὸ Ἐλεγκτικὸν
280»Συνέδριον ἐκδίδει ἐν γενικῇ συνεδριάσει διαδήλωσιν, ὅτι ὁ
281»γενικὸς λογαριασμὸς τῆς ἐτησίας οἰκονομικῆς διαχειρίσεως
282»συμφωνεῖ μὲ τὰς ἀποφάσεις του.»
283Κατὰ τὸ ἄρθρον 222 τοῦ εἰρημένου νόμου, «ὡσαύτως ἐν
284»γενικῇ συνεδριάσει ἐκδίδει ὁμοίαν διαδήλωσιν περὶ τῆς ὀρ-
285»θότητος τοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς κλεισθείσης χρήσεως, ὅστις
286»προσωρινῶς εἶχεν ἐξελεγχθῆ ἀπὸ ἰδίαν ἐπιτροπὴν, ἥτις,
287»κατὰ τὸ ἄρθρον 113, εἰς τὸ τέλος ἑκάστου ἔτους διορίζεται
288»ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονο-
289»μικῶν Ὑπουργοῦ, συνισταμένη ἐκ δύο μελῶν τῆς Γερου-
290»σίας, ἐκ δύο μελῶν τῆς Βουλῆς καὶ ἐξ ἑνὸς ἐλεγκτοῦ τοῦ
291»Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὸ Καθημερινὸν καὶ
292»τὸ Καθολικὸν τοῦ Γεν. Λογιστηρίου μέχρι τῆς 31 Δεκεμ-
293»βρίου, καὶ βεβαιώσῃ, ὅτι οἱ λογαριασμοὶ τῶν Ὑπουργείων
294»συμφωνοῦν κατὰ τ’ ἀποτελέσματα μὲ τὰς ἐγγραφὰς τοῦ Γεν.
295»Λογιστηρίου· συντάσσεται δὲ περὶ τῆς ἐργασίας ταύτης
296»πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται εἰς τήν Βουλήν.»
297Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 223 τοῦ εἰρημένου νόμου, «συζητοῦν-
298»ται εἶτα ἐν γενικῇ συνεδριάσει τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου
299»αἱ διαδηλώσεις, καὶ ἀφοῦ ἀκουσθῇ ὁ Γεν. Ἐπίτροπος, ἀπο-
300»φασίζεται ἡ ἔκδοσις αὐτῶν. Ἐκφωνοῦνται δι’ ἕν τινι ἡμέρᾳ
301»ἐπισήμως καὶ διευθύνονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονο-
302»μικῶν, διὰ νὰ δημοσιευθῶσι διὰ τοῦ Τύπου καὶ ὑποβληθῶσιν
303»εἰς τὰς Βουλάς. Πᾶσαι δὲ αἱ πράξεις αὗται πρέπει νὰ ἦναι
304»περατωμέναι τὴν 4 Φεβρουαρίου.»
305Λοιπὸν μέχρι τῆς 4 Φεβρουαρίου τοῦ ἔτους τοῦ ἑπομένου
306μετὰ τὸ κλείσιμον τῆς χρήσεως πρέπει νὰ περατώνηται ἡ
307προεξέλεγξις τῶν ἀπολογισμῶν, τότε δὲ καλεῖται ἡ Βουλὴ
308νὰ ἐξελέγξῃ τὸν ἀπολογισμὸν, ἀφοῦ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν πάντα
309τὰ ἀνωτέρω καὶ παραβάλῃ ταῦτα πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν.
310Ἑπομένως ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
311Οἰκονομικῶν, ὅτι δύνανται νὰ ἐξελεγχθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς
312οἱ ἀπολογισμοὶ καὶ πρὶν ἢ ὑποβληθῶσιν εἰς αὐτὴν, ἀναιρεῖται
313ὑπὸ τοῦ νόμου, δὲν εἶναι δὲ καὶ ἡ γνώμη, ἣν εἶχε κατὰ τὸ
3141896, ὅτε ἔπλασε καὶ μοὶ ἀπέδωκε γνώμην, ἣν δὲν εἶχον,
315ἵνα δυνηθῇ νὰ μὲ ἐπικρίνῃ.
316§6Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
317κῶν). Μεθ’ ὅλα ὅσα ἀνεκοίνωσεν πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ ἐκ Γόρ-
318τυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς, δὲν ἠδυνήθη νὰ ὑποδείξῃ διάτα-
319ξιν τοῦ νόμου κωλύουσαν τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ ἐλέγχου τῶν
320ὑποβαλλομένων εἰς αὐτὴν ἀπολογισμῶν. Ὅ,τι εἶπε, δὲν
321εἶναι ἄλλο ἢ τὸ τακτικῶς γινόμενον ἁπανταχοῦ, ὅπου λει-
322τουργεῖ λογιστικὸν σύστημα ὡς τὸ ἡμέτερον, δηλ. οἱ ἀπο-
323λογισμοὶ ὑποβάλλονται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ τὸ
324Συνέδριον ἐκδώσῃ τὴν διαδήλωσίν του μετὰ τὴν ὑπ’ αὐτοῦ
325ἐξέλεγξιν τοῦ οἰκονομικοῦ λογαριασμοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως παρ’ ἡ-
326μῖν τὰ τοῦ Συνεδρίου εὑρίσκονται εἰς ἣν κατάστασιν εὑρί-
327σκονται, ἠδύνατο νὰ γένηται ἡ ἐξέλεγξις τοῦ ἀπολογισμοῦ
328τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὸν
329προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, διότι πλὴν αὐτοῦ ὑπάρχει ἡ
330γενικὴ ληψοδοσία, ἡ ὁποία μετὰ τοῦ ἀπολογισμοῦ τῶν ἐσό-
331δων καὶ ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀποτελεῖ τὸν οἰκονο-
332μικὸν λογαριασμόν.
333Εἰς ὅ,τι δ’ ἀφορᾷ τὰ τοῦ Συνεδρίου, δὲν ἠξεύρω ἐὰν ὁ ἐκ
334Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἢ ἕτερός τις φρονεῖ, ὅτι ἡμεῖς
335δυνάμεθα νὰ ὑπέχωμεν εὐθύνην διὰ τὴν ὑφισταμένην κατά-
336στασιν ταύτην.
337§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὀφείλω νὰ ἀντιλέξω εἰς τὸν
338κανόνα, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέ-
339γραψε τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ πράττῃ
340πᾶν ὅ,τι νόμος ῥητὸς δὲν ὑπηγόρευσεν εἰς αὐτὴν νὰ πράξῃ.
341Βεβαίως γνωρίζω, ὅτι κρατεῖ ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβου-
342λίῳ κανών τις, καθ’ ὃν ἡ Βουλὴ δύναται πάντα νὰ πράττῃ,
343μόνον δὲν δύναται νὰ μεταβάλλῃ τὸ ἄρρεν εἰς θῆλυ· ἀλλὰ
344ἡ Βουλὴ οὐδέποτε πράττει ἄλλο, εἰμὴ ὅ,τι οἱ νόμοι ἐπιβάλ-
345λουσιν εἰς αὐτὴν νὰ πράξῃ· ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος δὲν
346ἐπιβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐξελέγχῃ τοὺς ἀπολογισμοὺς
347πρὶν ἢ ἐξελέγξῃ αὐτοὺς τὸ Συνέδριον, ἡ Βουλὴ δὲν δύνα-
348ται νὰ ἐπιλάβηται τῆς ἐξελέγξεως αὐτῶν, ἐπιλαμβανομένη
349δὲ ταύτης, παραβαίνει τὰ καθήκοντα αὑτῆς.
350§8ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ εὐχαριστῶ τὸν προαγορεύσαντα
351ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, διότι μὲ ἀπήλλαξε τοῦ
352κόπου νὰ ἀναγνώσω καὶ ἐγὼ τὸ σχετικὸν μέρος τῆς ἀγο-
353ρεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ 1896,
354καὶ μετὰ τῆς ἐμπειρίας, ἣν ἔχει, τῶν οἰκονομικῶν πραγμά-
355των, ἐξέθηκε τὰ τῶν κειμένων νόμων. Ἀλλ’ ἐκ τῆς συζητή-
356σεως ταύτης τῆς μικρᾶς προέκυψε τοῦτο τὸ ἀγαθὸν, ὅτι
357ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὁ
358νόμος ἔχει ὡς εἴπομεν ἡμεῖς, καὶ ὅτι ἐδικαιολόγησε τὴν εἰσα-
359γωγὴν τῶν νομοσχεδίων αὑτοῦ διὰ τῆς αἰτιολογίας, ὅτι δὲν
360κωλύεται ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ τοὺς ἀπολογισμοὺς, διότι, ἐὰν
361ἀπηγορεύετο τοῦτο, θὰ ὑπῆρχε περὶ τούτου διάταξις. Καὶ εἰς
362τοῦτο μὲν ἐδόθη ἐπαρκὴς ἀπάντησις ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προα-
363γορεύσαντος, ὅτι μόνα τὰ ἔργα, ἅτινα οἱ νόμοι ὑπαγορεύ-
364ουσι, δύναται ἡ Βουλὴ νὰ πράττῃ, καὶ ἐκεῖνα ἔχει καθῆκον
365νὰ πράττῃ· ἀλλ’ ἐγὼ θέλω προσθέσει εἰς ταῦτα, ὅτι βεβαίως
366δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις νομοθέτην, ὅστις ἤθελεν
367ἐπιτρέψει νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ ἀπολογισμοὺς,—καὶ μάλιστα,
368ὡς συμβαίνει ἐνταῦθα, μακρῶν χρόνων,—ἄνευ προεπεξεργα-
369σίας. Ὁ λογιστικὸς νόμος, ἀντιγραφὴ ξένων νόμων, εἶχεν
370ὑπ’ ὄψιν τὰ γινόμενα ἀλλαχοῦ, καὶ ἐφρόντισε καὶ διέταξε
371καὶ αὐτὸς ἐνταῦθα προεπεξεργασίαν τῶν λογαριασμῶν,
372μεθ’ ἣν καὶ μόνην εἰσάγεται ὁ ἀπολογισμὸς εἰς τὴν Βουλήν.
373Ἡ προεπεξεργασία δύναται νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν καὶ κατα-
374στήσῃ δυνατὸν εἰς αὐτὴν ἐν ἐπιτροπῇ νὰ ἐργασθῇ, ὅπως
375ὑπάρξῃ καὶ ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος. Ἄλλο, εἶναι ἀδύνα-
376τον νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι ἤθελε λεχθῆ ὑπὸ τοῦ νόμου. Ἀλλὰ
377βεβαίως ἡ στενοχωρία ἐν ᾗ εὑρέθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰ-
378κονομικῶν, ἠνάγκασεν αὐτὸν νὰ καταφύγῃ, ὡς εἰς τελευταῖον
379ὀχύρωμα, εἰς τὸ ἐπιχείρημα, ὅπερ ἠκούσατε, ὅπερ ὅμως εἰς
380τὴν πρώτην προσβολὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος συνα-
381δέλφου ἐγκατελείφθη. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα δίδουσιν ἀφορμὴν
382ταύτην τὴν ὥραν, ὅτε τὸ ζήτημα ἐξεκαθαρίσθη, νὰ προκα-
383λέσωμεν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ σπουδαιο-
384τάτου τούτου, ὅτι κατωρθώθη ἐπὶ τέλους, χάρις εἰς τὴν
385δραστηρίαν ἐνέργειαν τοῦ Λογιστηρίου κατὰ τὰ τελευταῖα
386ταῦτα ἔτη, νὰ συμπληρωθῶσι τὰ κενά, καὶ νὰ ἔχωμεν τὴν
387διοικητικὴν ἐκκαθάρισιν τῶν λογαριασμῶν τοῦ Κράτους ἀπὸ
388τοῦ 1833 μέχρι τοῦ 1897, οὗτινος τελευταίου ἔχομεν ἀπο-
389λογισμόν. Ὁ τελευταῖος οὗτος ἀπολογισμὸς προσθέτει ἑκα-
390τομμύριά τινα εἰς τὰ ἐλλείμματα τῶν προηγουμένων περιό-
391δων, καὶ τὰ 33,317,907 δρ. γίνονται τῇ προσθήκῃ ταύτῃ 71
392ἑκατομμύρια. Τοῦτο, νομίζω, εἶναι τὸ ἔλλειμμα, ὅπερ βαρύ-
393νει τὸ Κράτος θετικῶς, ἐπιφυλασσομένων τῶν διαφορῶν, ἃς
394ἔλεγχός τις νεώτερος δύναται νὰ καταδείξῃ καὶ αἵτινες δὲν
395πιστεύω νὰ ἦναι σπουδαῖαι, χιλιάδες δραχμῶν ἴσως, ἴσως ἑκα-
396τοντάδες χιλιάδων δραχμῶν, πάντως κάτω τοῦ ἑκατομμυρίου.
397Ἔχοντες τοῦτο τὸ δεδομένον σήμερον, ἔχοντες δηλαδὴ ἐκκαθα-
398ρισμένην τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καὶ κατὰ
399τοῦτο, ἀφοῦ ἐξεκαθαρίσθη ἤδη κατὰ τὰ εἰς τὸ δημόσιον χρέος
400ἀναγόμενα διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ τοῦ νόμου περὶ Ἐλέγ-
401χου, ἔχομεν καθῆκον νὰ φροντίσωμεν, ὅπως τακτοποιήσωμεν
402τὴν θέσιν ἡμῶν ἀπέναντι τοῦ παρελθόντος, ὅπως ἐτακτο-
403ποιήθη καὶ διὰ τὰ ἄλλα ἡμῶν χρέη· ἔχομεν καθῆκον νὰ φρον-
404τίσωμεν, ὅπως ἀποδώσωμεν εἰς τοὺς ἔχοντας δικαίωμα, ἢ
405ἰδιώτας, ἢ ἐθνωφελῆ ἱδρύματα, ἢ εἰδικὰ ταμεῖα, ὅπως ἀποδώ-
406σωμεν τὸ χρῆμα, ὅπερ δικαιοῦνται νὰ λάβωσι καὶ ἐξ οὗ
407ἀποζῶμεν, διότι ἀντλοῦμεν καθ’ ἡμέραν ἐξ ἐκείνων, ἅτινα
408εἶναι προσωρινῶς κατατεθειμένα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον
409πρὸς ἀπόδοσιν, καὶ ἐκεῖθεν καλύπτομεν τὰ ἐλλείμματα ἡμῶν.
410Δὲν ἐπιτρέπεται ἐφεξῆς, μεθ’ ὅσα ἐπάθομεν, νὰ ἐξακολουθή-
411σωμεν οὕτω πράττοντες. Ἀλλὰ πρέπει νὰ φροντίσωμεν περὶ
412τῆς ἐξελέγξεως τῶν ὀφειλομένων, περὶ ὁριστικῆς διατυπώ-
413σεως θετικῶν ἀριθμῶν, καὶ περὶ ἐξευρέσεως τρόπου, ὅπως τὰ
414ποσὰ ταῦτα ἀποδοθῶσι, τοῦ Κράτους εὑρίσκοντος τὸν τρό-
415πον νὰ πορισθῇ τὰ πρὸς ἀπόδοσιν χρήματα, καθ’ ἃ γινώσκει
416βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ θέλει ἴσως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ
417προϋπολογισμοῦ ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλήν. Ἀφοῦ σήμερον
418γινώσκομεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἁρμοδιότης εἰς τὴν Βουλήν,
419ἀλλ’ οὐδὲ καὶ ἱκανότης, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, ὅπως προβῇ
420εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν εἰσαχθέντων εἰς τὴν Βουλὴν παλαιῶν
421ἀπολογισμῶν, ἐνδεικνύεται τὸ καθῆκον εἰς τὸν κ. Ὑπουρ-
422γὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέ-
423διον, δι’ οὗ θέλει νομοθετηθῆ εἰδικῶς διὰ τοὺς ἀπολογισμοὺς
424τούτους τῶν ἐτῶν τῶν ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τοῦ 1897 τρό-
425πος ἐξελέγξεως, θέλουσιν ὁρισθῆ οἱ κατάλληλοι πρὸς τὴν
426ἐνέργειαν τῆς ἐξελέγξεως, ἐν συνεργασίᾳ βεβαίως μετὰ τοῦ
427Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καθ’ ὃν τρόπον τὸ νομοσχέδιον θέλει
428ὁρίσει, οὕτως ὥστε νὰ δυνηθῶμεν κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνο-
429δον τῆς Βουλῆς νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς ἐργασίας, ἥτις θέλει εἶναι
430ἤδη προπαρεσκευασμένη ὑπὸ τῶν εἰδικῶν ἐλεγκτῶν, οὓς ὁ
431νόμος θέλει πρὸς τοῦτο ὁρίσει, καὶ ἀποφανθῶμεν τότε ἐν
432πλήρη γνώσει καὶ ἐν πάσῃ εὐκολίᾳ, μετὰ τὴν κατὰ τὸ Σύν-
433ταγμα ἀπαραίτητον ἐξέτασιν, ἣν θέλει ἐκτελέσει ἡ ἐπιτροπὴ
434τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
435§9Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
436κῶν). Οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες ὑπολαμβάνουσιν, ὅτι,
437καίτοι κατωρθώθη νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν οἱ ὁρι-
438στικοὶ ἀπολογισμοὶ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους
439μέχρι τοῦ 1897, πρόκειται δὲ κατ’ αὐτὰς νὰ ὑποβληθῇ εἰς
440αὐτὴν καὶ ὁ τῆς χρήσεως τοῦ 1898, οὐχ ἧττον ὑφίσταται
441ἀξιοσημείωτος καθυστέρησις εἰς τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν δη-
442μοσίων χρημάτων. Ὁ δὲ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής,
443ὁμιλῶν περὶ τῶν ἐλλειμμάτων τῶν παρελθουσῶν χρήσεων,
444ὑπῃνίχθη, ὅτι αἱ ἐκ παρακαταθηκῶν ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ
445ὀφειλαὶ τοῦ Κράτους δὲν εἶναι ἐξησφαλισμέναι...
446§10ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ τοῦτο.
447§11ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε, ὅτι πρόνοιά τις δέον νὰ ληφθῇ,
448ὅπως τὰ εἰδικὰ ταμεῖα, ὅσα ἔχουσι χρήματα παρακατατε-
449θειμένα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὦσιν ἐξησφαλισμένα ἐπαρ-
450κῶς. Ἡ κατάστασις τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους
451εἶναι καὶ παρ’ ἡμῖν ἐν κανονικῇ καταστάσει, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν
452τῆς διαχειρίσεως τῶν παρακαταθηκῶν. Ἤθελον ἐνοήσει τὴν
453δυσπιστίαν ταύτην, ἐάν τις παρακαταθέτης παρεπονεῖτο,
454ὅτι ἐζήτησε τὰ χρήματά του καὶ δὲν τὰ ἔλαβε. Περὶ τοῦ
455τρόπου, καθ’ ὃν τὰ τῶν παρελθουσῶν χρήσεων ἐλλείμματα
456θέλουσι καλυφθῆ, ἐπιφυλάσσομαι νὰ πραγματευθῶ εἰδικώ-
457τερον, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
458Τότε θέλω ἀποδείξει, ὅτι δὲν εὑρίσκονται ἐν ἐλαττωματικῇ
459καταστάσει τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη
460εἰδικῆς τινος προνοίας. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸν ἔλεγχον τῶν
461ἀπολογισμῶν τῶν ὑποβεβλημένων εἰς τὴν Βουλήν, ἐμμένω
462εἰς ἣν ὑπεδήλωσα γνώμην, ὅτι δύναται ἡ Βουλή, ἂν ἐγκρίνῃ,
463νὰ προέλθῃ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν αὐτῶν.
464§12ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὲ ἀναγκάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
465Οἰκονομικῶν νὰ λάβω καὶ ἐκ τρίτου τὸν λόγον, διότι ὁ κ.
466Ὑπουργὸς, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἀπαντήσῃ, ἔθηκεν εἰς τὸ στόμα μου
467λόγους, ὧν οὐδὲ ἴχνος ἐξῆλθε τοῦ στόματός μου· ὅτι δῆθεν
468ἐγὼ ἐξεδήλωσα φόβους, μήπως τὰ χρήματα τῶν ἱδρυμάτων
469καὶ εἰδικῶν ταμείων διατρέξωσι κίνδυνον. Τοιαύτην ὑπό-
470νοιαν ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐκφέρω, διότι γινώσκω, ὅτι ἐκ
471τοῦ Δημοσίου οὐδείς ποτε ἀπώλεσε· καὶ ἂν ἔτι ἀφαιρεθῇ ἐκ
472τοῦ δημοσίου ταμείου χρῆμα εἰς αὐτὸ ἀνῆκον, ζημιοῦται τὸ
473Δημόσιον, ἀλλ’ οὐχὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες οὕτως ἦλθον εἰς συνά-
474φειαν πρὸς αὐτό, ὡς ἔχομεν παραδείγματα καὶ ἐνταῦθα καὶ
475ἀλλαχοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ
476τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους,
477συζητῶν καὶ ἀξιῶν παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ σπεύσῃ νὰ ἐξελέγξῃ
478τοὺς ἀπολογισμοὺς τοὺς ὑποβαλλομένους εἰς αὐτὴν, ἔλεγε
479ταῦτα: «Ἐὰν ἤθελε προβληθῆ εἰς ἐμὲ τὸ ἐρώτημα, πῶς
480καλύπτονται τὰ ἐλλείμματα ταῦτα», (τότε ἀνεγράφοντο 63
481ἑκατομμύρια) «ὑποχρεοῦμαι νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ συγκά-
482λυψις τῶν ἐλλειμμάτων τούτων γίνεται ἐκ τῆς γενικῆς λη-
483ψοδοσίας τοῦ Κράτους τῆς ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐάν
484τις ἀναγνώσῃ τὸν ἰσολογισμὸν τῆς ληψοδοσίας τῆς 28 Φε-
485βρουαρίου 1899, θέλει παρατηρήσει, ὅτι εἰς τὸ δημόσιον τα-
486μεῖον ὑπάρχουσιν ἐκ παρακαταθηκῶν κοινῶν δρ. 16,977,000,
487ἐκ παρακαταθηκῶν διὰ χρηματικὰς ἐγγυήσεις 5,980,000,
488ἐκ συνεισφορῶν καὶ κληροδοτημάτων 5,899,000, ἐκ δικαιω-
489μάτων λιμένων καὶ προκυμαιῶν 24,480,000, ἐκ χρημα-
490τικῶν γραμματίων δρ. 2,071,000, ἐκ γραμματίων συμψη-
491φισμοῦ δρ. 6,066,000· ἐν ὅλῳ 61,473.000». Καὶ διὰ τῶν
49261,473,000 τούτων δρ. ἐδικαιολόγει περίπου τὰ κατὰ τὴν
493συγκάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος τῶν 63,000,000, ὅπερ τότε ὑπε-
494λόγιζε. Τὰ ποσὰ δὲ ταῦτα, ἅτινα τότε ἦσαν 61,473,000,
495παρ’ ὅλην τὴν κίνησιν, ἥτις γίνεται εἰς τὴν γενικὴν ληψοδο-
496σίαν τοῦ Κράτους, καὶ κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1899 ἦσαν
497μεταξὺ 60 καὶ 61 ἑκατομμυρίων. Βλέπετε, κατὰ ταῦτα, ὅτι
498ἔχομεν διαρκῶς ἐκ τούτου ποσὸν 61 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ
499πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ ἄλλα, διότι τὰ ἐλλείμματα ἀπεδείχθη-
500σαν διὰ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1897 ἀνερχόμενα εἰς 71 ἑκα-
501τομμύρια· ὥστε καὶ ἄλλοθεν ποριζόμεθα τὰ πρὸς συγκάλυψιν
502αὐτῶν ἀπαιτούμενα. Ὅτε τις εὑρίσκεται ἀπέναντι τοιαύτης
503καταστάσεως, ἥτις ἐπὶ τέλους κατωρθώθη, ἔστω καὶ τῇ ἐπι-
504μελείᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ πιστο-
505ποιηθῇ, ἔχει καθῆκον νὰ φροντίσῃ ἀμέσως νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν
506τάξιν δι’ ὧν ἔχει εἰς χεῖρας ἢ δύναται νὰ λάβῃ χρημάτων.
507Ὀφείλει νὰ καταβάλῃ τὴν τοιαύτην πρόνοιαν τὸ ταχύτερον.
508Καὶ τοῦτο συνέστησα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκο-
509νομικῶν, μὴ θελήσας νὰ ἐλέγξω αὐτόν. Λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς
510ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν: «Τί σημαίνει; Οὐδένα κίνδυνον ἔχουσι
511νὰ διατρέξωσι τὰ ἱδρύματα· καὶ ἂν πληρώσωμεν αὐτὰ, πά-
512λιν ἐκεῖ θὰ καταφύγωμεν». Ἀλλ’ ἐγὼ λέγω, ἂν πληρώσω-
513μεν αὐτὰ, οὐδέποτε πλέον πρέπει νὰ καταφύγωμεν ἐκεῖ.
514Διότι, ἂν παρατηρήσητε, τί συμβαίνει ἀλλαχοῦ, θέλετε ἴδει,
515ὅτι ἐκεῖ τὰ χρήματα τῶν τοιούτων ἱδρυμάτων εἰσάγονται
516εἰς τὰ λεγόμενα ταμεῖα παρακαταθηκῶν καὶ καταβολῶν,
517ἐκεῖθεν δὲ δὲν ἔχει ἡ Κυβέρνησις δικαίωμα νὰ ἀντλήσῃ χρή-
518ματα, εἰμὴ μόνον κανονικῶς δανειζομένη διὰ προσωρινῶν
519δανείων ἐντόκων, διότι ὁ μηχανισμὸς τῶν ταμείων ἐκείνων
520εἶναι τοιοῦτος, ὥστε καὶ νὰ φυλάττωσι τὰ παρ’ αὐτοῖς
521κατατιθέμενα, ἀλλὰ καὶ νὰ κερδαίνωσιν ἀσφαλῶς ἐκ προσω-
522ρινῆς τοποθετήσεως αὐτῶν τόκον. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εὑ-
523ρεθῇ εἰς ἀνάγκας, δὲν προσφεύγει ἀλλαχοῦ, ἵνα ζητήσῃ χρή-
524ματα δι’ ἐκδόσεως ἐντόκων γραμματίων, ἀλλὰ δύναται νὰ
525εὕρῃ αὐτὰ, οὕτω δανειζομένη παρὰ τοῦ ταμείου τῶν παρα-
526καταθηκῶν. Ταῦτα ἁπλῶς ἤθελον νὰ ἐκθέσω, μὴ ἔχων πρό-
527θεσιν παντάπασι νὰ φανῶ δυσάρεστος εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
528§13Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
529κῶν). Καὶ πάλιν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐπα-
530νέλαβε τὴν ὑπόνοιαν αὐτοῦ, ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα
531εἶναι κατατεθειμένα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, εἶναι δυνα-
532τὸν νὰ διατεθῶσιν εἰς πλήρωσιν δημοσίων ἀναγκῶν, οὕτω δὲ
533θέλουσι διατρέξει κίνδυνον οἱ δικαιοῦχοι τῶν παρακαταθηκῶν
534καὶ ἰδίως τὰ εἰδικὰ ταμεῖα. Εἶπεν, ὅτι ἐν περιπτώσει, κατὰ
535τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς ἀνάγκας, εἶναι
536δυνατὸν εἰς τὰ ταμεῖα ταῦτα νὰ προστρέξῃ. Μήπως τὸ δη-
537μόσιον ταμεῖον συνομολογεῖ δάνειον πρὸς τὰ ταμεῖα ταῦτα;
538Μήπως προεκάλεσε τὰς παρακαταθήκας ταύτας; Αἱ παρα-
539καταθῆκαι αὗται γίνονται φυσικῶς, δυνάμει τῶν νόμων τῶν
540κειμένων. Παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχει ταμεῖον παρακαταθηκῶν,
541τὰ δὲ τοιαῦτα χρήματα εἰσάγονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον,
542μὴ διακρινόμενα ἀπὸ τῶν δημοσίων χρημάτων. Ἀλλ’ ἐπανα-
543λαμβάνω, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσο-
544χὴν τῆς Βουλῆς, εἶναι νὰ καταστῇ ἐνήμερος ὁ δικαστικὸς
545ἔλεγχος. Ἐπειδὴ δὲ πολὺς ἐγένετο λόγος περὶ τῶν ὀφειλῶν τοῦ
546Δημοσίου ἐκ παρωχημένων χρήσεων, ὀφείλω νὰ σημειώσω,
547ὅτι καὶ τὸ Δημόσιον ἔχει λαμβάνειν ἀπὸ καθυστεροῦντα πλέον
548τῶν ἑκατὸν ἑκατομμυρίων...
549§14Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Διατὶ δὲν εἰσπράττονται;
550§15ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι τὰ πλεῖστα τούτων δὲν εἶναι εἰσ-
551πράξιμα. Διὰ τοῦτο αὔριον ἢ μεθαύριον θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν
552Βουλὴν νομοσχέδιον ἀφορῶν εἰς τὴν τακτοποίησιν αὐτῶν.
553§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γ. Ἀναστασόπουλος ἔχει τὸν
554λόγον.
555§17Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιθυμῶ ἵνα προηγουμένως
556ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως εὐαρεστούμενος
557καταθέσῃ τὴν πρᾶξιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, δι’ ἧς τοῦτο
558ἐγνωμάτευσεν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ τιμωρηθῇ ὑπὸ τοῦ Ὑπουρ-
559γείου ὁ ἐπιθεωρητὴς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως κ. Θεμι-
560στοκλῆς Μιχαλόπουλος.
561§18ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησια-
562στικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καταθέτω
563αὐτήν.
564§19Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρουσι, κύριοι
565Βουλευταί, τὰ πρόσωπα, μὲ ἐνδιαφέρουσι τὰ ζητήματα, πολ-
566λῷ δὲ μᾶλλον δὲν μὲ ἐνδιαφέρει τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Ὑπουρ-
567γοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Λέγω τοῦτο, ἵνα μή τις ὑπολάβῃ,
568ὅτι ἀσυμπαθὴς τάσις κατ’ αὐτοῦ μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα, ὅπως
569συζητήσω περὶ πράξεώς του παρανόμου, καίτοι τάσις τοιαύτη,
570ἠδύνατό τις νὰ παραδεχθῇ, ὅτι εἶναι γενικωτέρα. Μὲ ἐνδιαφέ-
571ρουσι τὰ ζητήματα, πολλῷ δὲ μᾶλλον μὲ ἐνδιαφέρει τὸ
572ζήτημα ἐνεργείας ἐμπαθοῦς καὶ παρανόμου ἑνὸς Ὑπουργοῦ.
573Καθ’ ἡμέραν, ὁσάκις διαπράττωνται παρανομίαι ὑπὸ κατω-
574τέρων ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀκούομεν ἡμεῖς
575οἱ ἀπεσταλμένοι ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ «ὑψώ-
576σατε φωνήν!» Καὶ ἐγείρεται φωνὴ ἐν τῷ Τύπῳ κατὰ τῶν
577παρανομιῶν τῶν δημοσίων ὀργάνων, καὶ ἐγείρεται καθ’ ἡμέ-
578ραν φωνὴ, καὶ ἐνασκεῖται ὁ ἔλεγχος ἐπὶ τῶν πράξεων τῆς
579Κυβερνήσεως καὶ τῶν ὀργάνων αὐτῆς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ.
580Ἀλλ’ ὅταν πράξεις παράνομοι διαπράττωνται ὑπὸ τῶν πρώ-
581των προσώπων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὁ ἔλεγχος δέον νὰ
582ἀσκηθῇ αὐστηρότερος, πολλῷ δὲ μᾶλλον ὅταν φωρᾶται παρα-
583νομῶν Ὑπουργὸς, ὅστις, ὑψωθεὶς ἐπὶ τῶν δύο αὑτοῦ ποδῶν,
584ὡς ἀλέκτωρ, διελάλησε πανταχοῦ, ὅτι ἔρχεται νὰ ἀναπλάσῃ
585τὴν παιδείαν, καὶ ἐπηγγέλθη ὅτι θὰ μεταβάλῃ τοὺς Ἑλλη-
586νόπαιδας μαθητὰς τῆς κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως εἰς Γερμα-
587νοὺς, οὕτως ὥστε μίαν ἡμέραν νὰ ἐπιτελέσωσι τὰ ἐθνικὰ
588ἰδεώδη.
589Καὶ ἔρχομαι σήμερον, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ καταγγείλω
590πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἥτις, δὲν θέλετε
591πιστεύσει, ὅτι ἔλαβεν χώραν ἐν μέσῳ Ἀθήναις, ὑπαρχούσης
592τῆς Βουλῆς. Τοσοῦτον εἶναι αὕτη αὐθαίρετος καὶ ἔκνομος!
593Ἠρωτήθη ὑπ’ ἐμοῦ ἐν προτέρᾳ συνεδριάσει καὶ ἐπηρωτήθη
594προηγουμένως ὑπὸ ἄλλου συναδέλφου περὶ τῆς ἀπολύσεως
595τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως κ. Μιχαλο-
596πούλου, καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, πρὶν
597εἴπῃ τὴν σύντομον ἀπάντησιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας θέλω δώσει
598ἀπάντησιν κατάλληλον εἰς τὴν ἀπρεπῆ γλῶσσαν, ἥτις τὸν
599χαρακτηρίζει, ἀλλ’ ἥτις ἐψαλιδίσθη πρὸ καιροῦ μετὰ τῆς
600θρασύτητός του, ἀπήντησε διὰ τῆς δημοσιογραφίας...
601§20ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
602κῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἀποκηρύττω
603πᾶν ὅ,τι ἐγράφη ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ὡς ὑπ’ ἐμοῦ δῆθεν
604ῥηθέν. Ἐγὼ εὐθύνομαι μόνον δι’ ὅ,τι λέγω ἐνώπιον τοῦ Κοι-
605νοβουλίου ἢ δημοσιεύω ἐνυπογράφως.
606§21Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Διατὶ ταράττεσθε, κύριε Ὑπουργέ;
607§22Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ταραχθῇ πολὺ περισσό-
608τερον μετ’ ὀλίγον, πιστεύσατε, κύριε Βουλευτά.
609Ἐγράφη ἔν τινι ἐφημερίδι, — καὶ ἐξακολουθῶ, καίτοι ἀκούω
610τὴν δήλωσιν ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι εὐθύνεται μόνον
611δι’ ὅσα ἐν τῇ Βουλῇ λέγει, — ἀνεγράφη ἐν τῇ ἐφημερίδι «Και-
612ροῖς», ἐν τῷ φύλλῳ τῆς 29 Φεβρουαρίου, ὅτι ἠρωτήθη ὁ
613Ὑπουργὸς κ. Εὐταξίας καὶ εἶπεν εἰς τὸν συντάκτην της ἐπὶ
614λέξει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
615«Εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ προέβην ἐκ καθήκον-
616»τος πρὸς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἥτις ἕνεκα τῆς συμ-
617»περιφορᾶς του καὶ τῆς ἀδιαφορίας του παρέλυσεν ἐν τῷ
618»νομῷ. Ὡς ἐπιθεωρητὴς, αὐτὸς οὐδέποτε ἐξῆλθε τῶν Ἀθηνῶν
619»πρὸς ἐπιθεώρησιν τόσων σχολείων· ἀφῆκεν ἐπὶ δύο ἔτη τὰ
620»σχολεῖα Πειραιῶς κλειστά· ἐτέθη ὑπεράνω τῆς Πολιτείας
621»καὶ τῶν νόμων, δημιουργήσας κράτος ἐν κράτει. Ἐγὼ ἕνα
622»γνωρίζω ἀνεύθυνον, τὸν Βασιλέα, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐφαντάσθην
623»ὅτι κατὰ τὸν πολιτικόν μου βίον θὰ συνήντων ἀνεύθυνον
624»ἕνα ἐπιθεωρητὴν τῶν δημοτικῶν σχολείων, τιθέμενον ὑπὲρ
625»τοὺς νόμους, περιφρονοῦντα καὶ περιυβρίζοντα τὰς προϊ-
626»σταμένας του ἀρχάς. Ἐγὼ ἔπραξα τὸ καθῆκόν μου, στηρι-
627»χθεὶς εἰς τὸν νόμον, ὁ νομικὸς δ’ ἐκεῖνος, ὅστις δὲν ἐδίστασε
628»νὰ χορηγήσῃ γνωμοδότησιν κατὰ τῆς ἀπολύσεως τοῦ ἐπι-
629»θεωρητοῦ, φαίνεται ὅτι ἐλησμόνησε τὰς ἀρχὰς ἑαυτοῦ καὶ
630»τοῦ Δικαίου, τοῦ μὴ ἀναγνωρίζοντος κράτος ἐν κράτει. Εἰς
631»τὰ 1867, κύριέ μου, ὁ Ὑπουργὸς Σαράβας ἔπαυσεν ἐπὶ
632»τετράμηνον Ἀρεοπαγίτην, ἰσόβιον δικαστὴν, διὰ παράβασιν
633»καθήκοντος, ἐνασκῶν ἔλεγχον, ὡς Ὑπουργὸς, καὶ ἔρχονται
634»τώρα νὰ ἰσχυρισθοῦν, ὅτι παρηνόμησα, ὑπερασπίσας τὸ γόη-
635»τρον τῆς ἀρχῆς μου ἀπέναντι τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, οὗτινος
636»ἡ ἐν τῇ δημοτικῇ ἐκπαιδεύσει εἴσοδος ὑπῆρξε δυστύχημα.»
637Ἐξέθηκα δὲ ταῦτα ἐν εἰσαγωγικοῖς, ἵνα μὴ ὑποληφθῇ, ὅτι
638καὶ μία λέξις δὲν ἀνήκει εἰς τὸ ὕφος καὶ τὰς ἀρχὰς, τὴν
639ἐνέργειαν καὶ τὴν ὑπαγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
640Ἐγὼ ὀφείλω ἤδη νὰ μὴ λάβω ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, ἀφοῦ ἀπε-
641κηρύχθησαν ὡς ἔκθετα, καὶ θὰ ἀρκεσθῶ εἰς τὴν δήλωσίν του·
642ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐν τούτοις, ἐλέχθη ὅτι ἀπήντησε διὰ τοῦ Τύπου,
643λέγω ὅτι θὰ ἐπέλθῃ πολὺ ταχέως καιρὸς, καθ’ ὃν θέλει πάλιν
644διὰ τοῦ Τύπου ἀπαντᾷ, καθ’ ὃν θέλει πάλιν εἰς τὴν δημοσιο-
645γραφίαν ζητήσει καταφυγήν. Ἐκεῖθεν ἤρχισεν, ἀλλ’ ὑβρίζων,
646καὶ ἐγένετο Βουλευτὴς, ὑβρίζων καὶ Ὑπουργὸς, ὑβρίζων πάν-
647τας, καὶ τὸν πολιτικὸν, εἰς ὃν ἤδη ἀνήκει! Ἀπὸ δὲ τῆς θέ-
648σεως τοῦ ἀχαλινώτου ὑβριστοῦ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη
649μετεπήδησεν ὁ ἀσεβὴς (θόρυβος) εἰς τὸν γείτονα ἐκείνου
650Ὑπουργικὸν θῶκον, ἕως οὗ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν δημοσιογραφίαν,
651οὐχὶ ὑπ’ ἀγαθῷ καὶ ταύτης, ὁπόταν λυθῶσιν οἱ δεσμοὶ τῆς
652ἀρχῆς, οἵτινες συνδέουσιν αὐτὸν προσωρινῶς καὶ μετὰ τῆς
653τελευταίας μερίδος, εἰς ἣν πρό τινος μετεπήδησεν.
654Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐπηγγέλθη διὰ
655πολλῶν λόγων καὶ διὰ μακρῶν ἐκθέσεων καὶ διὰ νομοσχεδίων
656ἀπεράντων, ὅτι θὰ ἀναμορφώσῃ τὰ τῆς Παιδείας. Τὸ ζή-
657τημα τοῦτο τῆς κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως δὲν εἶναι θέμα,
658τὸ ὁποῖον ἅπαξ ἤδη ἀπησχόλησε τὸ Ἑλληνικὸν δημόσιον.
659Ὑπῆρξε περίοδος, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὡς Παρίαι ἀπόβλητοι, οἱ
660δημοδιδάσκαλοι, ἔκ τε τῆς Πολιτείας καὶ τῆς κοινωνίας, εἰς
661ἐποχὴν ὡρισμένην τοῦ ἔτους, κατὰ τὸ θέρος, ἐπλήρουν τὰς
662ἀγυιὰς τῶν Ἀθηνῶν καὶ τὰς κλίμακας τοῦ Ὑπουργείου τῶν
663Ἐκκλησιαστικῶν, παρέχοντες ἄκοσμον καὶ θλιβερὸν θέαμα,
664ἐρχόμενοι ἐκ περάτων τῆς Ἑλληνικῆς γῆς, διὰ νὰ μὴ σφεν-
665δονισθῶσι μετατιθέμενοι, ἢ διὰ νὰ μὴ ἀπολυθῶσιν. Ἡ οἰκτρὰ
666περίοδος παρῆλθεν. Εὑρέθη ἀνὴρ, ὁ ὁποῖος καὶ μόνον διὰ τὸ
667ἔργον τοῦτο εἶναι ἄξιος ἐθνικῆς εὐλαβείας, ὅστις ἐζήτησε νὰ
668δεσμεύσῃ τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ κατήρτισε τὸν γνω-
669στὸν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ τῆς κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως
670ὑπήχθησαν εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον καὶ τὸν ἐπιθεω-
671ρητήν. Ποῖα τ’ ἀποτελέσματα τῆς νομοθεσίας ταύτης, τὰ βλέ-
672πομεν. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι κατὰ πολλὰ τυπογραφικὰ
673φύλλα ἠλαττώθη ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐξέ-
674λιπον αἱ χιλιάδες διορισμῶν, μεταθέσεων καὶ ἀπολύσεων τῶν
675δημοδιδασκάλων, ὡς ἐλάμβανον χώραν πρότερον. Διότι ἔθεσε
676φραγμὸν καὶ τέρμα εἰς τὰς ὀρέξεις τοῦ Ὑπουργοῦ τὸ Ἐπο-
677πτικὸν Συμβούλιον καὶ ὁ ἐπιθεωρητής. Τοιοῦτον Ἐποπτικὸν
678Συμβούλιον, τοιοῦτος ἐπιθεωρητὴς ὑπάρχει καὶ ἐν Ἀθήναις.
679Ἦτο γνωστὸν, ὅτι ὑπῆρχον σημεῖα, ἐν τοῖς ὁποίοις διεφώ-
680νησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς τὸν ἐπιθεωρητήν. Ἀλλὰ δὲν ἦσαν
681σημεῖα ὑπηρεσιακὰ, ἦσαν ἄλλα ζητήματα, ἐφ’ ὧν ἠξίωσε νὰ
682ἐπιβληθῇ ὁ Ὑπουργὸς πρὸς τὸν ἐπιθεωρητὴν, ὅστις δὲν ὑπε-
683τάσσετο εἰς τὰ κελεύσματα, ἀλλ’ αὐστηρὸς τηρητὴς τῶν δια-
684τάξεων τοῦ νόμου καὶ τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ πρὸς τὴν Πο-
685λιτείαν, ἐπέδειξεν ὅτι δὲν ἐγνώριζεν οὔτε Ὑπουργὸν, οὐδὲ
686ἕτερον ἄλλον, ἀλλὰ τὸ καθῆκόν του μόνον. Ὅτι δὲ περὶ τοι-
687ούτου ἐπιθεωρητοῦ πρόκειται, βεβαιοῦται καὶ ἐκ περικοπῆς
688ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως κατὰ
689τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς
690Ἐκπαιδεύσεως εἰπόντος, ὅτε νομοσχέδιόν τι περὶ τῆς ἐκ-
691παιδεύσεως ὑπέβαλεν, ὅτι εἶχε τὴν γνώμην τῶν ἐπιθεωρητῶν,
692καὶ τίνων ἐπιθεωρητῶν; τοῦ ἄνθους τῶν ὑπαλλήλων τῆς δη-
693μοσίας ἐκπαιδεύσεως· προκειμένου δὲ περὶ τοῦ Μιχαλοπούλου;
694εἶπε τοῦ ἀδάμαντος τῶν ἐπιθεωρητῶν...
695§23ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
696παιδεύσεως). Τὸ λέγετε σεῖς.
697§24Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐλέγετε σεῖς· καὶ θὰ φέρω
698τὴν ὁμιλίαν σας.
699§25ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα, νὰ τὴν φέρητε.
700§26Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πεισθῆτε ὅτι, ὅ,τι λέγω, θὰ
701τὸ ἀποδείξω διὰ τῶν κειμένων... Ἀλλ’ ὁ ἀδάμας οὗτος
702ὠξειδώθη παραδόξως βραδύτερον! Ποῖα εἶναι τὰ αἴτια; Θὰ
703ἐρευνηθῇ, καὶ δέον νὰ λεχθῇ ἐν τῇ Βουλῇ πᾶν αἴτιον, τὸ
704ὁποῖον προεκάλεσε τὴν τοιαύτην ἔκθεσμον ἐνέργειαν τοῦ κ.
705Ὑπουργοῦ ἐναντίον τοῦ ἐπιθεωρητοῦ κ. Μιχαλοπούλου. Εἶπον
706ὅμως, ὅτι δὲν μὲ ἐνδιαφέρουν τὰ πρόσωπα, οὐδὲ αἱ ἔριδες
707τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς τὸν κ. Μιχαλόπουλον· μ’ ἐνδιαφέρει
708ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ ἐναντίον νόμου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐν
709ἰσχύϊ, καὶ εἶναι ἐν ἰσχύϊ πρὸς τὸ καλὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως
710καὶ τῆς μαθητιώσης νεολαίας τῆς Ἑλλάδος. Ἠκούσθη μίαν
711ἡμέραν, ὅτι ὁ κύριος Μιχαλόπουλος ἐτιμωρήθη διὰ τριμήνου
712ἀπολύσεως, καὶ ἐγένετο ἡ ἐρώτησις: «εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦτο
713ὁ Ὑπουργός;» Καὶ ὅτε ἐγένετο ἡ ἐρώτησις ὑπὸ τοῦ Τύπου,
714ἀπήντησεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς (ὅπερ σήμερον ἀρνεῖται), ὅτε
715δὲ ἠρωτήθη ὑπ’ ἐμοῦ, εἶπεν ὅτι ἠγνόει ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ ὑπάρ-
716χουσιν εἰδικοὶ ἄνδρες, τῶν ὁποίων νὰ ἐζήτει τὴν γνώμην ἐπὶ
717τῆς ἐνεργείας αὑτοῦ, ἀλλ’ ὅτι, εἰς ὅ,τι προέβη, προέβη κατό-
718πιν ἀποφάσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Εἰς τὸ πρῶτον
719μέρος τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ δὲν θὰ τὸν
720ἀκολουθήσω, εἰς τὸ στάδιον δηλ. τῆς ἀπρεποῦς συμπεριφο-
721ρᾶς πρὸς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς καὶ πρὸς τὸ Κοινοβούλιον.
722Λέγω μόνον πρὸς αὐτὸν, ὅτι ὄντως ὑπάρχουσιν ἄνδρες ἐν
723τῇ Βουλῇ, παρὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ζητήσῃ τοιαῦτα
724φῶτα, καὶ οἵτινες δύνανται νὰ τῷ εἴπωσιν, ὅτι εἶναι εἰς θέσιν
725νὰ δώσωσιν εἰς αὐτὸν διδάγματα σήμερον, καὶ ἀπὸ τῆς θέ-
726σεως ταύτης, τῆς λειτουργίας τῶν νόμων καὶ τῆς εὐπρεπε-
727στέρας καὶ πρὸς τὸ Κοινοβούλιον καὶ πρὸς τὸ καθῆκόν τοῦ
728συμπεριφορᾶς.
729Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι, ἐὰν προέβη εἰς τοῦτο,
730προέβη βασιζόμενος ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβου-
731λίου. Ἀλλὰ, Κύριοι, ῥητοῦ κειμένου τοῦ νόμου δὲν δύναται
732νὰ ὑπέρκειται γνώμη οἱουδήποτε Νομικοῦ Συμβουλίου. Ὁ
733νόμος περὶ Νομικοῦ Συμβουλίου διαγράφει τὰς περιπτώσεις,
734ἐπὶ τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ γνώμη του, καὶ ἡ γνώμη αὕτη
735δὲν ἀπαλλάσσει τὸν Ὑπουργὸν οὐδὲ τῆς πολιτικῆς οὐδὲ τῆς
736ποινικῆς εὐθύνης. Τοιαύτη εἶναι ἡ γνώμη συντηρητικωτάτου
737ἀνδρὸς ἐν τῇ Πολιτείᾳ καὶ εἰδικωτέρου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τοῦ
738κυρίου Φλογαΐτου, ὅστις διὰ γνωμοδοτήσεώς του ἀποφαίνε-
739ται οὕτω... (Ἀναγινώσκει γνωμοδότησιν τοῦ κυ-
740ρίου Φλογαΐτου, καταδικάζουσαν τὴν ἐνέργειαν τοῦ
741Ὑπουργοῦ).
742Ἀλλὰ καὶ ἂν προβάλῃ ὁ Ὑπουργὸς τὸν φετφᾶν,—ἂς εἴπω-
743μεν οὕτω,—τὸν ὁποῖον ἐξέδωκε τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, δὲν
744ἀπαλλάσσεται τῆς πολιτικῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἔρχομαι
745ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ ζητήσω παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ...
746§27Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔχετε τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νο-
747μικοῦ Συμβουλίου;
748§28Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἔχω.
749§29Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναφέρεται δικαιολογία, διὰ
750τῆς ὁποίας λέγει, ὅτι κατηργήθη ἡ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργοῦ;
751§30Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θ’ ἀκούσητε τὸ κείμενον τῆς
752γνώμης τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἂν ἔχητε ἐναντίαν τῆς
753ἐμῆς γνώμης, ἔλθετε νὰ ὑπερασπίσητε τὸν κύριον Ὑπουργόν.
754§31Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι οὐδὲ ὑπὲρ οὐδὲ κατά.
755§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε!
756§33Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐπιτρέπω νὰ μὲ διακό-
757πτωσιν.
758Ἀλλὰ συνέβη παράδοξόν τι ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Θὰ
759ἐσεβόμην ἴσως τὴν ἐνέργειαν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ἐὰν ἀπε-
760φαίνετο τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἐπὶ δικαστικῆς ὑποθέσεως.
761Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου οἱ Ὑπουργοὶ προστρέχουσιν εἰς
762τὰς γνώμας τῶν νομικῶν συμβούλων ἐπὶ ἐφαρμογῆς νόμων,
763μόνον ὅταν θέλωσι νὰ σχηματισθῇ δι’ αὐτῶν ἡ χρυσῆ γέφυρα,
764ἡ ἄγουσα εἰς τὴν παρανομίαν. Ἀλλὰ μήπως ἡ γνώμη τοῦ
765Νομικοῦ Συμβουλίου ἀπαλλάσσει τούτους ἐκ τοῦ ἐλέγχου
766καὶ τῆς συζητήσεως καὶ τῆς ψήφου, ἣν θὰ ζητήσω παρὰ τῆς
767Βουλῆς ἐναντίον τῆς παρανόμου πράξεως τοῦ Ὑπουργοῦ;...
768§34ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
769παιδεύσεως). Πικρὸν τὸ ποτήριον, ἀλλὰ θὰ τὸ πίω!
770§35Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ πίητε πολλά... Δὲν ἀπαλ-
771λάσσει τὸν Ὑπουργόν· ἀλλὰ μήπως ἀπαλλάσσεται τοῦ ἐλέγχου
772καὶ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ὅπερ ἀπαλλάσσει τὸν Ὑπουργόν;
773Τόν τε Ὑπουργὸν καὶ τὴν γνωμοδότησιν, καθ’ ὃν τρόπον
774προεκλήθη καὶ καθ’ ὃν τρόπον ἐγένετο αὕτη, φέρω εἰς τὸν
775ἔλεγχον τῆς Βουλῆς. Τί λέγει, Κύριοι, ἡ γνωμοδότησις τοῦ
776Νομικοῦ Συμβουλίου; Δὲν ἐξιστορῶ τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον
777ἐτέθη, καὶ δὲν ἀναπτύσσω, ἐὰν τὸ γεγονὸς ἐτέθη εὐσυνει-
778δήτως ὑπ’ ὄψιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου καθ’ ὅλην τὴν
779ἀκρίβειαν αὐτοῦ. Ἰδοὺ ἡ γνωμοδότησις (ἀναγινώσκει):
780«Τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ δευτέρου ζητήματος ὑποβάλλει
781εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τὸ ἑξῆς πραγματι-
782κόν: ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς Θ. Μιχαλόπουλος τὴν ἑπομένην ἡμέ-
783ραν τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ προσωπικοῦ, τοῦ διορισθέντος
784ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ τῆς
785ἐνάρξεως τῆς λειτουργίας τῶν σχολείων, ἀπέπεμψε βίᾳ
786τό τε προσωπικὸν τῶν σχολείων καὶ τὰς μαθητρίας. Ἐρωτᾷ
787δὲ, ἐὰν ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι ποινικῶς κολάσιμος, καὶ εἰδι-
788κῶς, ἐὰν προβλέπεται ὑπὸ τῶν ἄρθρων 169, 479 καὶ 487
789τοῦ Ποινικοῦ Νόμου.»
790»Κατὰ τὴν ὁμόφωνον τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου κρίσιν, ἡ
791πρᾶξις αὕτη, ὡς ὑποβάλλεται τὸ πραγματικὸν αὐτῆς, εἶναι
792ἀναντιρρήτως κολάσιμος, οὐχὶ κατὰ τὰ ἄρθρα 169 καὶ 479
793τοῦ Ποιν. Νόμου, ἅτινα δὲν ἔχουσι, καθ’ ἃ φρονεῖ, ἐφαρμο-
794γὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 487 § 2,
795μετὰ προηγουμένην ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου πειθαρχικὴν τιμω-
796ρίαν δι’ ἐπιβολῆς τινος τῶν ποινῶν τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ ΑΡΛΓʹ
797νόμου τῆς 14 Μαΐου 1884, ὄντος γενικοῦ καὶ ἐφαρμοζομέ-
798νου ἐπὶ πάντων τῶν ὑπαλλήλων τῶν κλάδων τῆς δημοσίας
799ὑπηρεσίας, περὶ ὧν νεώτεροι νόμοι δὲν προνοοῦσιν εἰδικῶς·
800τοιοῦτοι δὲ εἶναι καὶ οἱ ἐπιθεωρηταὶ, περὶ τῆς πειθαρχικῆς
801τιμωρίας τῶν ὁποίων οὔτε ὁ νόμος ΒΤΜΘʹ περὶ δημοτικῆς
802ἐκπαιδεύσεως, οὔτε ἄλλος τις νεώτερος νόμος ἐτροποποίησε
803τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ μνησθέντος ΑΡΛΓʹ νόμου
804περὶ προσόντων καὶ πειθαρχικῆς τιμωρίας τῶν δημοσίων
805λειτουργῶν.»
806§36ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
807παιδεύσεως). Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπὴν, ὅπως διευ-
808κολύνω τὴν συζήτησιν;
809§37Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
810§38ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐκ πλάνης ὑπετέθη χθὲς, ὅτι ἐγὼ
811ἐζήτουν νὰ καλύψω τὴν ἐμὴν εὐθύνην διὰ τῆς γνωμοδοτή-
812σεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Ἐγὼ τοὐναντίον ἐδήλωσα
813ῥητῶς, ὅτι πρὶν ἢ ἀποφανθῇ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἐγὼ
814αὐτὸς πρῶτος, μετ’ ἐμὲ δὲ καὶ ὁ κύριος Παναγιωτόπουλος
815καὶ ὁ κ. Μομφερρᾶτος ἐφηρμόσαμεν τὸν νόμον τοῦ 1884, ὡς
816πρὸς τὰς πειθαρχικὰς ποινὰς, ἐπὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν. Ὥστε
817μὴ νομίζετε ὅτι ἐγὼ καταφεύγω νῦν εἰς τὴν σκέπην τῆς
818γνωμοδοτήσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, εἰ καὶ ἐλήφθη
819αὕτη παμψηφεὶ, ὅπως καλύψω τὴν ἐμὴν εὐθύνην. Συζη-
820τήσατε τὴν πρᾶξιν αὐτὴν καθ’ ἑαυτὴν, καὶ ἄφετε, παρα-
821καλῶ, κατὰ μέρος τὸ Νομικὸν Συμβούλιον.
822§39Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐπηυξημένη καὶ διωρ-
823θωμένη ἡ σημερινή σας δήλωσις. Καὶ εἶναι ὀψιγενὴς ὁ ἡρωϊ-
824σμὸς τοῦ Ὑπουργοῦ σήμερον, ἐξερχομένου ἐκ τῆς σκέπης
825τῆς γνώμης τοῦ Ν. Συμβουλίου. Ἀλλ’ ἔστω. Μὲ ἐκπλήττει,
826πῶς ἀνὴρ τοῦ θάρρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως,
827ὅστις δὲν κατέφυγεν εἰς τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμ-
828βουλίου, ὅτε ἐξέπεμπε τὰς γνωστὰς πηχυαίας ἀπειλὰς αὐτοῦ
829κατὰ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ὅστις εἶχε τὸ
830θάρρος νὰ προκαλέσῃ τὴν ὑπογραφὴν βασιλικοῦ διατάγμα-
831τος, ἵνα ἀποχωρήσῃ τῆς ἀρχῆς προσωρινῶς, μέχρις ὅτου ἀναρ-
832ρώσῃ ἐξ ἀνυπάρκτου ἀσθενείας, καὶ ἀνατεθῇ εἰς ἕτερον ἔντιμον
833Ὑπουργὸν ἡ διεύθυνσις τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως,
834μόνον καὶ μόνον ἵνα διορισθῇ εἷς καθηγητὴς τῆς Ἰατρικῆς
835ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, πρόσωπον, περὶ τῆς ἐπιστημονικῆς
836ἀρτιότητος τοῦ ὁποίου δὲν ἔχω ἐναντίαν γνώμην, ἀλλ’ οἰ-
837κτείρω τὸν σκανδαλώδη τρόπον. Μὲ ἐκπλήττει, λέγω, πῶς
838αὐτὸς, ὅστις εἶχε τὸ θάρρος τότε νὰ γυρίζῃ εἰς τὰς πλα-
839τείας τῶν Ἀθηνῶν, ἐνῷ ἦτο ἀσθενὴς, μέχρις οὗ διορισθῇ ὁ
840καθηγητὴς, πῶς ἀνὴρ τοιούτου θάρρους ἀπέναντι τοῦ κοινοῦ
841οἴκτου ἐπὶ τοῖς τελουμένοις, ἐφάνη ἤδη ἔχων ἀνάγκην τῆς
842γνώμης τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Ἀνὴρ λοιπὸν τοῦ ἤθους
843τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως δὲν δύναται νὰ μᾶς
844πείσῃ, μὲ ὅλας τὰς ὀψίμους δηλώσεις, τὰς ὁποίας ποιεῖται ἐν-
845τεῦθεν, ὅτι δὲν ἐζήτησε τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου,
846ὅπως καλύψῃ τὴν εὐθύνην του. Ἀλλὰ θὰ τὸν ἐρωτήσω, καὶ
847ἂς ἀπαντήσῃ ἀπεριστρόφως: Ἡ τιμωρία, τὴν ὁποίαν ἐπε-
848βάλετε, κύριε Ὑπουργὲ, χρονολογεῖται πρὸ τῆς γνωμοδο-
849τήσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου;
850§40ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
851παιδεύσεως). Νομίζω, ὅτι ἐξεφράσθην σαφέστατα. Καὶ τῷ
8521897 καὶ τῷ 1898 καὶ τῷ 1899 καὶ τῷ 1900 ἐπεβλή-
853θησαν πειθαρχικαὶ ποιναὶ εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν τοῦ νομοῦ
854Ἀττικῆς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ 1884, χωρὶς νὰ ζη-
855τηθῇ ποτὲ ἡ γνώμη τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Ἡ γνώμη
856τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἐδόθη μόλις πρὸ μηνὸς περίπου,
857καὶ δὴ οὐχὶ εἰς ἐρώτησίν μου γενομένην πρὸς αὐτὸ περὶ
858τοῦ ζητήματος τούτου ἀπ’ εὐθείας, ἀλλ’ εἰς ἄλλην ἐρώτησιν.
859Παμψηφεὶ δ’ ἀπεφάνθη τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ὅτι ἐφαρ-
860μόζεται ὁ νόμος τοῦ 1884 ἐπὶ τῆς προκειμένης περιπτώσεως.
861§41Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρα δὲν εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο,
862τὸ ὁποῖον εἴπετε εἰς τὴν προτέραν διακοπήν σας, ὅτι πρὶν
863ἢ ἀποφανθῇ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἐφηρμόσατε τὰς πει-
864θαρχικὰς ποινὰς κατὰ τοῦ κ. ἐπιθεωρητοῦ.
865§42ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀκριβέστατον.
866§43Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὅσα τώρα εἶπεν ὁ κ.
867Ὑπουργὸς εἶναι μία δικαιολογία, οὐχὶ ἀξία τοῦ πνεύματος
868αὐτοῦ. Ἡ προηγουμένη δικαιολογία, ὅτι ἔχει τὴν γνώμην
869τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, δὲν ἦτο ἀξία τοῦ θάρρους του, αὕτη
870δὲν εἶναι ἀξία τοῦ πνεύματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Δὲν εἶναι ἀξία
871τοῦ πνεύματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἡ δικαιολογία, ὅτι, ἐπειδὴ
872οὕτως ἔπραξαν καὶ προηγούμενοι Ὑπουργοί, ἐδικαιοῦτο καὶ αὐ-
873τὸς νὰ πράξῃ. Ἀλλὰ σεῖς, ὅστις ἐπαγγέλλεσθε τὸν ἀνακαινιστὴν
874καὶ τὸν πολυΐδμονα τόσων πραγμάτων, ἐγχωρίων τε καὶ
875ξένων, εἴχετε ἀνάγκην νὰ προστρέξητε εἰς τὰ φῶτα καὶ τὰ
876ἔργα τῶν παρελθόντων Ὑπουργῶν; Ἔπρεπε μόνον νὰ ἐρευ-
877νήσητε τοὺς νόμους, καὶ μόνον τοὺς νόμους θὰ ἐρευνήσω ἐγώ.
878Ἀλλ’ εἴτε, Κύριοι, ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι
879αὐθύπαρκτος, εἴτε ἡ γνώμη τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου προε-
880κλήθη ἵνα καλύψῃ τὴν πρᾶξιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὴν κατ’ ἐμὲ
881καὶ καθ’ ὑμᾶς, ὡς θὰ πεισθῆτε, ἔκθεσμον, ἰδοὺ ἡ βάσις, ἐφ’ ἧς
882στηρίζεται καὶ ὁ Ὑπουργὸς καὶ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον
883(ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὴν ὁμόφωνον γνώμην τοῦ Νο-
884μικοῦ Συμβουλίου, ἡ πρᾶξις, ὡς ὑποβάλλεται τὸ πραγμα-
885τικὸν αὐτῆς μέρος, ἀναντιρρήτως εἶναι κολάσιμος». Ἡ δὲ πρᾶ-
886ξις ἦτο, ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς ἐξεδίωξε διδασκάλισσαν ἐκ σχο-
887λείου, εἰς τὸ ὁποῖον διωρίσθη αὕτη χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ πίστω-
888σις καὶ χωρὶς νὰ προηγηθῶσι τὰ ἀπαιτούμενα κατὰ τὸν
889νόμον τοῦ ἀειμνήστου Πετρίδου διὰ τὸν διορισμὸν διδα-
890σκαλίσσης.
891Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐπεδίωξεν ὄχι
892μόνον τὴν πειθαρχικὴν τιμωρίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν ποινικὴν
893καταδίωξιν. Τοῦτο ἦτο τὸ πνεῦμα τῆς ἐρωτήσεώς του. Ἀνε-
894κόπη εἰς τὴν ποινικὴν καταδίωξιν ἐκ τῆς σώφρονος γνώμης
895τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ὅπερ λέγει, ὅτι ἡ πρᾶξις εἶναι κο-
896λάσιμος οὐχὶ κατὰ τὰ ἄρθρα 169 καὶ 479, ἀλλὰ κατὰ τὸ
897ἄρθρον 487 § 2 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Τὸ ἄρθρον ἀφορᾷ εἰς
898τοὺς πράξαντας παράβασιν καθήκοντος, ἀλλ’ ὅπου δὲν ὑπάρ-
899χει τὸ στοιχεῖον τῆς ἰδιοτελείας, ἐπιτρέπεται καὶ ἐν τοι-
900αύτῃ περιπτώσει ἡ εἰς τὸ Πλημμελιοδικεῖον παραπομπὴ,
901ἀλλὰ μετὰ προηγηθεῖσαν ὑπὸ τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς πρώ-
902την πειθαρχικὴν ποινήν. Ἔδει λοιπὸν, διὰ νὰ ὁδηγηθῇ ὁ ἐπι-
903θεωρητὴς εἰς τὴν ὁδὸν τὴν ἄγουσαν εἰς τὸ Πλημμελειοδι-
904κεῖον, νὰ προηγηθῇ ἡ πειθαρχικὴ τιμωρία. Καὶ ἐδικαιολό-
905γησεν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ τοιαύτη τιμωρία ὑπὸ τοῦ
906Ὑπουργοῦ, καὶ λήγει (ἀναγινώσκει ἐκ τῆς γνωμοδοτή-
907σεως): «Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 487 § 2 (εἶναι κολάσιμος
908ἡ πρᾶξις) μετὰ προηγηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου πειθαρ-
909χικὴν τιμωρίαν δι’ ἐπιβολῆς τινος τῶν ποινῶν τοῦ ἄρθρου 7
910τοῦ ΑΡϞΓʹ νόμου τῆς 14 Μαΐου τοῦ 1884, ὄντος γενικοῦ
911καὶ ἐφαρμοζομένου ἐπὶ πάντων τῶν ὑπαλλήλων τῶν κλάδων
912τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, περὶ ὧν νεώτεροι νόμοι δὲν
913προνοοῦσιν εἰδικῶς». Ὁ νόμος τοῦ 1884 καθιεροῖ τὴν
914τιμωρίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ὑπὸ τῶν κεντρικῶν ὑπη-
915ρεσιῶν, τῶν Ὑπουργῶν «ὄντος», λέγει τὸ Συμβούλιον καὶ
916ἀποφαίνεται καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅστις συμφωνεῖ, «ὄντος
917τοῦ νόμου τοῦ 1884 γενικοῦ καὶ ἐφαρμοζομένου ἐπὶ πάν-
918των τῶν ὑπαλλήλων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, περὶ ὧν νεώ-
919τεροι νόμοι δὲν προνοοῦσιν εἰδικῶς». Ἀλλὰ, Κύριοι,
920ἐὰν ὁ νόμος οὗτος τοῦ 1884 εἶναι γενικὸς, ὑπάρχει εἰδικὸς
921νόμος, ἀντιτεθέμενος εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τούτου. Εἶναι ὁ νό-
922μος τοῦ 1895. Κατὰ δόγμα δὲ τοῦ δικαίου, οἱ νεώτεροι
923νόμοι εἶναι ἐπικρατέστεροι τῶν παλαιοτέρων, πολλῷ δὲ μᾶλ-
924λον, ὅταν οἱ νεώτεροι οὗτοι νόμοι ἦναι εἰδικοὶ καὶ περιέ-
925χωσι διατάξεις ἀναιρούσας ἀντιστοίχους τοῦ προηγουμένου
926γενικοῦ νόμου. Καὶ ὁρίζονται ἐν νεωτέρῳ νόμῳ αἱ περιπτώ-
927σεις τιμωρίας τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Ἄρα προενόησεν ὁ νεώτε-
928ρος νόμος περὶ τῆς τιμωρίας τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, καὶ ἀργεῖ ὁ
929παλαιότερος γενικὸς νόμος. Τί λέγει τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νό-
930μου περὶ προσόντων καὶ πειθαρχικῆς τιμωρίας τῶν δημο-
931σίων λειτουργῶν; (ἀναγινώσκει): «Αἱ πειθαρχικαὶ ποι-
932ναὶ εἶναι: 1) ἐπίπληξις, 2) πρόστιμον ἀπὸ τριῶν μέχρις 100
933δραχμῶν, καὶ 3) προσωρινὴ παῦσις ἀπὸ τριῶν ἡμερῶν μέ-
934χρι τριῶν μηνῶν». Βλέπετε ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπήδησεν
935ὅλας τὰς βαθμίδας τῶν πειθαρχικῶν ποινῶν, καὶ ἔφθασεν
936εἰς τὴν τελευταίαν ποινήν, τῆς παύσεως μέχρι τοῦ ἀκροτά-
937του ὁρίου τῶν τριῶν μηνῶν. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 19, Κύριοι,
938ἐννοεῖ πάντας τοὺς ὑπαλλήλους τῶν ὑπηρεσιῶν; Τὸ ἄρθρον
93919 λέγει (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος
940νόμου ὑπάγονται 1) οἱ λειτουργοὶ τῆς διοικητικῆς καὶ οἰκο-
941νομικῆς ὑπηρεσίας, 2) οἱ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τῶν
942Ὑπουργείων τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως
943καὶ οἱ τοῦ τῆς Δικαιοσύνης...» Ἀλλ’ ὁ εἰδικὸς νόμος τοῦ
9441895, ὁ ͵ΒΤΜΘʹ, ἐξαρτᾷ ἐκ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργοῦ
945ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως τὸν ἐπιθεωρητήν; Ἐὰν δὲν τὸν ἐξαρτᾷ,
946τότε οὗτος δὲν ἀνήκει εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς κεντρικῆς ὑπη-
947ρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκ-
948παιδεύσεως, ὥστε νὰ ἀσκῆται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκ-
949παιδεύσεως πειθαρχικὴ ἐξουσία ἐναντίον αὐτοῦ. Τί λέγει ὁ
950νόμος τοῦ 1895; (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 33. Ἡ εἰς τὸ
951ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως
952Ὑπουργεῖον ἀνατεθειμένη ἐποπτεία ἐπὶ τῶν σχολείων τῆς
953στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, ὡς
954συμπληρωτικῶν, τό γε νῦν, τῆς ἐκπαιδεύσεως ταύτης καὶ
955προπαρασκευαστικῶν διὰ τὴν Μέσην ἐκπαίδευσιν, τῶν τε
956δημοσίων, ἰδιωτικῶν καὶ κοινοτικῶν, ἐνασκεῖται τοῦ λοι-
957ποῦ...» — φεύγει ἐκ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργοῦ· καὶ τὸ
958ἔκαμε μάλιστα παράπονον, ὡς ἐνθυμεῖσθε, πέρυσιν ὁ κ.
959Ὑπουργός, ὅτε ὑπέβαλον ἀναφορὰν ἐναντίον δημοδιδασκάλου
960τινὸς ἐν Εἰδυλλίᾳ, καὶ ἀπήντησεν: «ἀπευθυνθῆτε εἰς τὸν ἐπι-
961θεωρητήν, καθόσον αὐτὸς εἶναι ὁ τὰ πάντα δυνάμενος» — (ἐξ-
962ακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «ἐνασκεῖται τοῦ λοιποῦ ἐπὶ
963μὲν τῶν σχολείων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως διὰ τῶν
964κατὰ νομὸν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων καὶ τῶν παρ’ αὐτοῖς
965ἐπιθεωρητῶν, ἐπὶ δὲ τῶν ἑλληνικῶν σχολείων διὰ τῶν
966παρ’ αὐταῖς Γυμνασιαρχῶν, λειτουργούντων πάντων ὑπὸ τὴν
967ἐπιμέλειαν αὐτοῦ.»
968Οὕτω λοιπὸν ὁ ἐπιθεωρητὴς ἐξέρχεται ἐκ τοῦ κύκλου τῶν
969ὑπαλλήλων τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν
970τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως,
971καὶ ἑπομένως ὁ νόμος τοῦ 1884 δὲν ἀφορᾷ εἰς τὸν ἐπιθεω-
972ρητήν. Ἀλλὰ λέγω πρὸς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὁ νό-
973μος τοῦ 1884 καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν
974ἐπὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν, διότι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἀφορᾷ εἰς ὑπαλ-
975λήλους ὑπάρχοντας κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Οἱ ὑπάλληλοι
976δὲ, ὡς γνωστὸν, ὑπάρχουσιν ἐπὶ τῇ βάσει κειμένων νόμων.
977Οὐδὲ νόμος δ’ ὑπῆρχε τότε περὶ ἐπιθεωρητῶν, οὐδὲ ὑπάλ-
978ληλοι τοιοῦτοι ὑπῆρχον κατὰ τὸ 1884, διότι ὁ νόμος τοῦ
9791895 εἶναι κατὰ ἑνδεκαετίαν μεταγενέστερος, καὶ ἑπομένως
980ὁ νόμος τοῦ 1884 δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀφορᾷ εἰς τιμωρίαν
981ὑπαλλήλων μὴ ὑπαρχόντων. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, καὶ
982ἂν τοῦτο ἦτο δυνατὸν, κατὰ παρακεκινδυνευμένην ἑρμηνείαν,
983φέρω ἄλλο ἐπιχείρημα, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1884 ἀφορᾷ εἰς
984τοὺς ὑπαλλήλους τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας, δὲν ἀνήκει
985δὲ εἰς τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν ὁ ἐπιθεωρητὴς, τοὐναντίον
986ἐδόθησαν εἰς αὐτὸν ἀπόλυτα ἐντελῶς δικαιώματα, καὶ ἤρθη
987πᾶσα σχέσις ἐξαρτήσεώς του ἐκ τοῦ Ὑπουργείου. Καὶ τοῦτο
988ἠθέλησεν ἀκριβῶς ὁ νόμος, ἀπὸ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουρ-
989γείου νὰ ἀφαιρέσῃ ἐν γένει τὸ τμῆμα τῶν δημοδιδασκάλων.
990Ἀλλὰ καὶ ἄν τις, κατὰ ἐπιεικεστέραν καὶ συμπαθεστέραν
991πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν γνώμην, ὑπολάβῃ ὅτι δὲν εἶναι ἐντε-
992λῶς ἀκαταμάχητα ὅσα λέγω ἐντεῦθεν, καὶ ὅτι εἶναι δυνατὸν
993νὰ συζητηθῶσι καὶ κατὰ τὴν ἀντίστροφον ὄψιν τοῦ ζητήμα-
994τος, τότε, λέγω πρὸς ὑμᾶς, ὑπάρχει εἰδικὸς νόμος, προνοῶν
995περὶ τιμωρίας τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Καὶ ὅταν ἔχωμεν ἐν τῷ
996νεωτέρῳ νόμῳ εἰδικὴν διάταξιν, προνοοῦσαν καὶ καθορίζουσαν
997τὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας, καὶ τὰ πρόσωπα, διὰ τῶν
998ὁποίων δύνανται νὰ ἐπιβληθῶσι ποιναὶ πειθαρχικαὶ εἰς τὸν
999ἐπιθεωρητὴν, τότε εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ καὶ ἡ ἐλαχίστη
1000ἀμφιβολία εἴς τινα, ὅτι ἡ πρᾶξις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι
1001καταφώρως παράνομος; Ἴδωμεν τὸ ἄρθρον 48 τοῦ ͵ΒΤΜΘʹ
1002νόμου τοῦ 1895, τοῦ εἰδικοῦ δηλαδὴ νόμου, τοῦ ἐπικρατε-
1003στέρου τοῦ γενικοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον καθορίζει τὰς περι-
1004πτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ τιμωρηθῇ ὁ ἐπι-
1005θεωρητὴς καὶ ἐνῷ καθορίζει τὰς περιπτώσεις, καθορίζει καὶ
1006τὰ πρόσωπα, ἐναντίον τῶν ὁποίων δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν
1007αἱ τοιαῦται τιμωρίαι, καθορίζει δὲ καὶ τὸν τρόπον ἀκόμη,
1008καθ’ ὃν ἐπάγονται αἱ τιμωρίαι αὗται. Τὸ ἄρθρον 48 λέγει
1009(ἀναγινώσκει): «Τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον δύναται νὰ
1010συνέλθῃ καὶ εἰς ἰδίαν συνεδρίασιν, ἄνευ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, συγ-
1011καλούμενον πρὸς τοῦτο ὑπὸ τοῦ προέδρου αὐτοῦ. Ἀλλὰ μόνον
1012κατὰ τὴν περίπτωσιν τῆς πρώτης διατάξεως τοῦ ἄρθρου 39,
1013ὅτε ἀκούει τὰς πρὸς αὐτὸ γιγνομένας παραστάσεις κατὰ τοῦ
1014ἐπιθεωρητοῦ, εἴτε ἐπὶ ἀκηδίᾳ ἢ ἀσυγγνώστῳ ὀλιγωρίᾳ, εἴτε
1015ἐπὶ ἐλλείψεσιν ἢ παραβάσεσιν αὐτοῦ κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν
1016τῶν καθηκόντων του, εἴτε ἐπὶ ἀνωμαλίαις ἢ πλημμελείαις
1017τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου αὐτοῦ, καὶ μετὰ ἐπισταμένην συζήτησιν
1018καὶ ἔρευναν ἀποφασίζει, ἂν ὑπάρχει ἀφορμή, ἵνα ὑποβάλῃ
1019πρότασιν εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημο-
1020σίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργεῖον περὶ μεταθέσεως ἢ ἀπολύ-
1021σεως αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας.»
1022Τί δὲ λέγει τὸ ἄρθρον 39; (ἀναγινώσκει): «Οἱ νομαρ-
1023χιακοὶ ἐπιθεωρηταὶ καὶ οἱ βοηθοὶ αὐτῶν οὔτε μετατίθενται,
1024οὔτε ἀπολύονται τῆς ὑπηρεσίας, εἰμὴ μόνον συνεπείᾳ ᾐτιο-
1025λογημένης προτάσεως τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, παρ’ ᾧ
1026διατελοῦσι. Γίγνεται δὲ ἡ μετάθεσις ἢ ἡ ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας
1027ἀπόλυσις αὐτῶν διὰ Β. Διατάγματος ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ
1028ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως
1029Ὑπουργοῦ.
1030»Μετὰ τοῦ περὶ τῆς μεταθέσεως ἢ τῆς ἀπὸ τῆς ὑπηρε-
1031σίας ἀπολύσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ Β. Διατάγματος δημοσιεύε-
1032ται διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ κατὰ τὴν
1033προηγουμένην παράγραφον πρότασις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμ-
1034βουλίου, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας προεκλήθη τὸ Β. Διά-
1035ταγμα.»
1036Καὶ ἵνα ἐξασφαλίσῃ, κύριοι Βουλευταί, ὁ νομοθέτης τὴν
1037μονιμότητα καὶ τὸ ἀνεπηρέαστον τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἔταξε
1038παρ’ αὐτὸν Ἐποπτικὸν Συμβούλιον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ᾖναι
1039ἀνώτερον πάσης ὑπονοίας, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συμπαθῇ πρὸς
1040τὸ πρόσωπον καὶ οὐχὶ πρὸς τὸ καθῆκον, καὶ νὰ διστάζῃ διὰ
1041τὴν ὑποβολὴν ἐκθέσεως περὶ ἀπολύσεως, ὁριστικῆς ἢ προσω-
1042ρινῆς, τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, καὶ ἔταξεν ὡς μέλη τοῦ Ἐποπτικοῦ
1043Συμβουλίου τὸν Ἐπίσκοπον τοῦ τόπου, τὸν Γυμνασιάρχην
1044καὶ δύο ἔγκριτα πρόσωπα, ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου
1045ἐκλεγόμενα. Εἰς τοιοῦτον Συμβούλιον ἐνεπιστεύθη ὁ νόμος
1046τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ τιμω-
1047ρηθῇ ὁ ἐπιθεωρητὴς διὰ προσωρινῆς ἢ ὁριστικῆς παύσεως·
1048διότι, ἐὰν ἐνεπιστεύετο εἰς τὴν πειθαρχικὴν δικαιοδοσίαν τοῦ
1049Ὑπουργοῦ, καὶ μάλιστα τοῦ παρόντος, τὰς τοιαύτας περι-
1050πτώσεις, ὁ νόμος τοῦ ἀειμνήστου Πετρίδου θὰ ἦτο ἄγραφος
1051χάρτης, καὶ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ δὲν θὰ ἐπέφερε τὰ ἀγαθὰ
1052ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπήνεγκε, καὶ δὲν θὰ ἠρέθιζε τὴν
1053χαλκέντερον φιλοπονίαν τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ, ἵνα παρασκευάσῃ
1054διὰ παντοίων μέσων καὶ προσώπων τόσα νόμων σχέδια,—
1055ἅτινα εὐτυχῶς θὰ μείνουν σχέδια,—ἵνα διασαλεύσῃ τὸν νό-
1056μον τοῦτον καὶ ἐπαναφέρῃ ὑπὸ τὸ κράτος αὐτοῦ τὸ γένος τῶν
1057διδασκάλων.
1058Τί λέγει λοιπὸν τὸ ἄρθρον 39; ὅτι μόνον τῇ προτάσει
1059τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου μετατίθεται ἢ ἀπολύεται ὁ ἐπι-
1060θεωρητής. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀνάγει τὴν τιμωρίαν τῆς προσωρινῆς
1061ἀπολύσεως εἰς τὰς πειθαρχικὰς παραβάσεις, ἃς ἴδωμεν, τί
1062λέγει καὶ ἐπὶ τῶν πειθαρχικῶν παραβάσεων τοῦ ἐπιθεωρη-
1063τοῦ τὸ ἄρθρον 48 (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 48). Ἑπο-
1064μένως πᾶσαι αἱ περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἐπάγονται τιμωρίαι
1065κατὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, καὶ τίνες τιμωρίαι, εἶναι καθωρισμέ-
1066ναι ἐν τῷ εἰδικῷ νόμῳ. Ἔχομεν ἄρα εἰδικὸν νόμον, ἐπικρα-
1067τέστερον τοῦ γενικοῦ, εἰδικὸν νόμον περὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν,
1068ὑπαγαγόντα αὐτοὺς εἰς τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια ὑπὸ πει-
1069θαρχικὴν δικαιοδοσίαν καὶ οὐχὶ εἰς τὸν Ὑπουργόν. Ἀλλὰ δὲν
1070εἶναι μόνον τοῦτο. Ἐκεῖ, ὅπου ἠθέλησεν ὁ νόμος νὰ ἀναθέσῃ
1071τὴν πειθαρχικὴν τιμωρίαν κατὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ εἰς τὸν
1072Ὑπουργὸν, ὥρισε τὴν περίπτωσιν ταύτην, τὴν ὥρισε δὲ σα-
1073φῶς καὶ ῥητῶς· καὶ θέλω σᾶς τὴν ἀναφέρει. Εἶναι τὸ ἄρθρον
107424 § 4. Εἶναι ἡ μόνη περίπτωσις, καθ’ ἣν εἶναι ἐπιτετραμ-
1075μένη ἡ ἐπέμβασις καὶ ἡ ἐνάσκησις πειθαρχικῆς δικαιοδοσίας
1076Ὑπουργοῦ. Ὁ νομοθέτης ἐγνώριζεν ἢ ἐμάντευεν, ὅτι ἐν τῷ
1077μέλλοντι θὰ ἦσαν Ὑπουργοὶ φατριασταὶ, οἵτινες θὰ ἐνήργουν
1078ἵνα καταρρίψωσι τὸν νόμον διὰ τῆς τιμωρίας τῶν ἐπιθεω-
1079ρητῶν καὶ διὰ τῆς ἐκβιάσεως, ὅπως ὑποκύψωσιν εἰς τὰ κε-
1080λεύσματά των, καὶ ἔθεσε φραγμὸν, καὶ ἔδωκε τὸ δικαίωμα
1081μόνον νὰ ἐπιβάλλωσι πρόστιμον κατὰ τῶν ἐπιθεωρητῶν 20
1082ἕως 100 δραχμῶν εἰς μίαν μόνην περίπτωσιν· καὶ ἰδοὺ ἡ
1083περίπτωσις (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 24 § 4. Ὁ νομάρ-
1084χης ὀφείλει νὰ προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν
1085ἀπὸ τῆς παραλαβῆς τῆς προτάσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβου-
1086λίου ἢ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου· ἐὰν δὲ ὑπερβῇ τὴν προ-
1087θεσμίαν ταύτην, τιμωρεῖται διὰ προστίμου δραχ. 20–100,
1088ἐπιβαλλομένου ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς
1089Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου. Ἡ αὐτὴ ποινὴ ἐπι-
1090βάλλεται καὶ εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν, ἂν ἀναβάλῃ ὑπὲρ
1091τὴν ἑβδομάδα νὰ προτείνῃ τὸν διοριστέον δημοδι-
1092δάσκαλον.»
1093Ἔλαβον, Κύριοι, τὸν νόμον ἐκ τοῦ γενικωτέρου αὐτοῦ
1094πνεύματος, καὶ κατέληξα εἰς πάσας τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ,
1095διὰ νὰ σᾶς δείξω, πόσον εἰδικὸς εἶναι ὁ νόμος τοῦ 1895 καὶ
1096πόσον εἶναι ἐπικρατέστερος, κατίδητε δὲ πόσον ἐδυσπίστη-
1097σεν εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ πόσον περιώρισε
1098τὴν περίπτωσιν τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ. Καὶ δικαίως. Ἄλλως,
1099ἂν ὁ νομοθέτης δὲν ἐπρονόει νὰ θέση τοιούτους χάνδακας πρὸς
1100τὴν φορὰν τοῦ Ὑπουργοῦ κατὰ τῆς ἐλευθέρας ἐνεργείας τοῦ
1101ἐπιθεωρητοῦ, θὰ ἔλειπε πᾶσα ἐγγύησις περὶ ἐπιτυχίας τοῦ
1102σκοποῦ τοῦ νόμου.
1103Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔφερε καὶ μίαν ἔκθεσιν τοῦ Νομι-
1104κοῦ Συμβουλίου. Ἠδύνατο νὰ φέρῃ μυρίας τοιαύτας. Ὅταν
1105πρόκειται, ὡς εἶπον, περὶ σαφοῦς καὶ ῥητῆς διατάξεως τοῦ
1106νόμου τοῦ 1895, τί ὠφελοῦσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν αἱ γνωμο-
1107δοτήσεις τῶν νομικῶν συμβούλων, οἵτινες ἐνίοτε κατ’ ἐπιτα-
1108γὴν διαπράττουσι τοιαύτας γνωμοδοτήσεις; Τί δὲ ἐφέρετο
1109ἐν τῇ—ἀποκηρυχθείσῃ ὅμως σήμερον—ἀπαντήσει τοῦ κ.
1110Ὑπουργοῦ διὰ τῶν «Καιρῶν» ὡς προκαλέσαν τὴν τιμωρίαν
1111τοῦ ἐπιθεωρητοῦ; (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ἐπι-
1112θεωρητοῦ προέβην ἐκ καθήκοντος πρὸς τὴν δημοτικὴν ἐκπαί-
1113δευσιν, ἥτις ἕνεκα τῆς συμπεριφορᾶς του καὶ τῆς ἀδιαφορίας
1114του παρέλυσεν ἐν τῷ νομῷ...» Ἀλλ’ ἂν παρέλυσεν ἐν τῷ
1115νομῷ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, ἔχομεν Ἐποπτικὸν Συμβού-
1116λιον, τὸ ὁποῖον ἀσκεῖ ἐποπτείαν καὶ ἐπὶ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ.
1117Τί ἐνήργησε τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον κατὰ τοῦ ἐπιθεωρη-
1118τοῦ; Καὶ τί ἔπραξε κατὰ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ὁ
1119Ὑπουργὸς, ἐὰν τοῦτο ἠμέλησε κατὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ; Καὶ
1120ἦλθεν ἐνταῦθα νὰ καταγγείλῃ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, τὸ
1121ὁποῖον ἠμέλησε τάχα ἐν τῇ ἐκπληρώσει τοῦ καθήκοντός του
1122ἐναντίον αὐτοῦ, τοῦ «παραλύσαντος» τὴν δημοτικὴν ἐκπαί-
1123δευσιν; «Ὁ ἐπιθεωρητὴς αὐτὸς οὐδέποτε ἐξῆλθε τῶν Ἀθη-
1124νῶν πρὸς ἐπιθεώρησιν τόσων σχολείων», λέγει ὁ Ὑπουργὸς
1125ἐν τῷ Τύπῳ...
1126§44ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
1127παιδεύσεως). Σκιαμαχεῖτε!
1128§45Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀπαντῶ εἰς ὅσα ἐγρά-
1129φησαν, ἵνα δικαιολογηθῇ ἡ παράνομος ἐνέργεια τοῦ Ὑπουρ-
1130γοῦ. Ἂν εἶναι δὲ σκιὰ αὐτὸς, τότε ὄντως σκιαμαχῶ.
1131§46ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πλάττετε σκιὰν σεῖς.
1132§47Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς οἱ πολιτευόμενοι τῆς
1133Ἀττικῆς, Κύριοι, δὲν εἶσθε τόσον γνωστοὶ, ὅσον ἡ φυσιογνω-
1134μία ἡ ἄγρυπνος τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων
1135καθ’ ὅλην τὴν Ἀττικὴν, τακτικῶς ἐξερχομένου.
1136§48Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Καὶ εἰς τὸν νομὸν ὁλόκληρον. Ἀπειρά-
1137κις μετέβη εἰς τὴν Λεβαδείαν.
1138§49ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ....
1139§50Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ συνάδελφός σας ἐξ Ἀττι-
1140κῆς καὶ αὐτάδελφός σας γνωρίζει τὰ πράγματα τῆς Ἀττι-
1141κῆς καλῶς, πλειότερον ἐμοῦ ὅμως ὄχι. Εἰς ἀπάντησιν δύνα-
1142μαι νὰ ζητήσω, καὶ αὔριον νὰ ἔχητε, ἐν γένει τὰς καταστά-
1143σεις τῶν ὁδοιπορικῶν ἐξόδων τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, καὶ θέλετε
1144ἴδει, πόσον τακτικῶς ἤσκει οὗτος τὸ ἔργον τῆς ἐπιθεωρήσεως.
1145Δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι ἀλύγιστος, ὅτι δὲν εἶναι ὑπό-
1146δουλος, ὅτι εἶναι ἴσως ἄξεστος πρὸς τὸν Ὑπουργὸν καὶ τοὺς
1147εὐνοουμένους τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ δὲν πτοεῖται ἀπὸ τὰς ἀπει-
1148λάς του. Αὐτὸ τὸ κακὸν μόνον ἔχει, καὶ ἐντεῦθεν προεκλήθη
1149ἡ μῆνις τοῦ Ὑπουργοῦ κατ’ αὐτοῦ. «Ἕνα, λέγει ὁ κ. Ὑπουρ-
1150γὸς, γνωρίζω ἀνεύθυνον, τὸν Βασιλέα». Ἔδει νὰ προσθέσῃ:
1151«ἕνα γνωρίζω ἀνεξάρτητον, τὸν ἐπιθεωρητὴν»,—τὸν ὁποῖον
1152δι’ αὐτὸ ἐζήτησε νὰ τιμωρήσῃ.—Ἐλέχθη δὲ, «πῶς γίνε-
1153ται συζήτησις περὶ τῆς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τιμωρίας, ἀφοῦ
1154ὁ Ὑπουργὸς ἐτιμώρησεν Ἀρεοπαγίτην;» (ἀναγινώσκει):
1155«Ὅτε εἰς τὰ 1867 ὁ τότε Ὑπουργὸς Σαράβας ἔπαυσεν ἐπὶ
1156τετράμηνον ἕνα ἰσόβιον Ἀρεοπαγίτην.!» Δυστυχῶς διὰ τὸν
1157κ. Ὑπουργὸν καὶ εὐτυχῶς διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν, τὸ ἐπιχεί-
1158ρημα εἶναι σαθρόν. Ἀπάντησις πρὸς τὸ κείμενον εἶναι τὸ
1159ἄρθρον 301 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, τὸ ὁποῖον
1160ἔδωκε καὶ δίδει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα τοῦτο. Τί
1161λέγει τὸ 301 ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τῶν Ἀρεο-
1162παγιτῶν, τοῦ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ Εἰσαγγελέως, ἀντεισαγ-
1163γελέως κλπ. αἱ πειθαρχικαὶ ποιναὶ ἐπιβάλλονται μόνον παρὰ
1164τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Γραμματείας». Γραμματεῖαι ὠνο-
1165μάζοντο τότε τὰ Ὑπουργεῖα, ὡς ὀρθότατα ἀνέπτυξε καὶ ἡρ-
1166μήνευσε τὸ ζήτημα ἐν τῇ συζητήσει περὶ Γενικῆς Διοικήσεως
1167τοῦ στρατοῦ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Καλαβρύτων, συμφωνή-
1168σας ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ διαφωνήσας ἐν ταῖς
1169λεπτομερείαις, αἵτινες ὅμως εἶναι τὸ πᾶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ
1170τούτῳ.
1171Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ ὑπὸ ἱστορικὴν ἔρευναν ὁ ὑπαγορεύσας
1172τὴν ἀπάντησιν δὲν ἦτο ἀκριβής. Εἰς τὰ 1867 ὁ Σαράβας δὲν
1173ὑπῆρχεν Ὑπουργός· Ὑπουργὸς ἔγεινεν ἀργότερα, κατὰ τὸ
11741869, ὑπὸ τὸν Θρασύβουλον Ζαΐμην.
1175§51ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως ἠγνόουν ἐγώ...
1176§52Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ἀγνοεῖτε, ἢ ἠγνόει
1177καὶ ἄλλο τι ὁ γράψας ἢ ὑπαγορεύσας ταῦτα· ἠγνόει ὅτι, ὅτε
1178ἐπεβλήθη ἡ ποινὴ εἰς τὸν Ἀρεοπαγίτην, δὲν εἶχον καθιερωθῇ
1179τὰ τῆς ἰσοβιότητος τῶν Ἀρεοπαγιτῶν καὶ Ἐφετῶν, τὰ ὁποῖα
1180ἐψηφίσθησαν μετὰ ἓν ἔτος!
1181Ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν, ἀκριβῶς νομικὴν, ἐγὼ ἐρευνῶν, εὑ-
1182ρίσκω ὅτι ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι πρᾶξις παραβιά-
1183ζουσα τοὺς κειμένους νόμους, εἶναι πρᾶξις παράνομος. Δὲν
1184θέλω νὰ ἐπαναλάβω τὰ αὐστηρὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα
1185κατέληξεν ἄκρως μετριοπαθὴς ἀνήρ, ὡς ὁ κ. Φλογαΐτης, καὶ
1186ἄλλα, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς ἰδίας αὑτοῦ ὑπογραφῆς ὑπεστήριξεν.
1187Ἀλλ’ ἤθελέ τις ἐρωτήσει: καὶ διὰ τίνα λόγον διέπραξε τὴν
1188παρανομίαν ὁ Ὑπουργός; Ἄν, Κύριοι, οὐσιαστικὰ γεγονότα
1189ῥαγδαίως ἐξηνάγκαζον τὸν Ὑπουργὸν νὰ παρίδῃ τοὺς τύ-
1190πους, ἵνα περιορίσῃ αὐθαίρετον τυχὸν ἐνέργειαν τοῦ κ. ἐπι-
1191θεωρητοῦ, θὰ περιώριζον τὸν λόγον· ἀλλὰ γνωρίζω, ὅτι καὶ
1192αἱ αἰτίαι, αἵτινες ὤθησαν τὸν Ὑπουργὸν εἰς τὴν κατὰ τοῦ
1193εἰρημένου ἐπιθεωρητοῦ ἐνέργειαν, τιμῶσι τὸν ἐπιθεωρητὴν,
1194ὅσον καταβιβάζουσι τὸν Ὑπουργόν. Τίνες οἱ λόγοι τῆς τι-
1195μωρίας, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς γνωρίσω. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς
1196ἀναγνώσω στατιστικὴν ἐκ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως.
1197Πόσαι, Κύριοι, ἐκ τῆς ἐκπαιδεύσεως τῆς ἄλλης, τῆς Μέσης
1198ἐκπαιδεύσεως, τῶν Γυμνασίων καὶ τῶν ἑλληνικῶν σχολείων,
1199τῶν ἀφεθέντων εἰς τὸ ἀπεριόριστον δικαίωμα τοῦ Ὑπουρ-
1200γοῦ, ὡς πρὸς τὰς ἀπολύσεις καὶ μεταθέσεις, πόσαι μεταβο-
1201λαὶ ἤδη ἐγένοντο ὑπὸ τοῦ ἀναμορφωτοῦ αὐτοῦ Ὑπουργοῦ;
1202Ἐπὶ προσωπικοῦ καθηγητῶν καὶ ἑλληνοδιδασκάλων 1127
1203ἀνδρῶν διέπραξε μεταθέσεις, ἀπολύσεις καὶ ἐν γένει μετα-
1204κινήσεις ὁ κύριος Εὐταξίας 582! Πλέον τοῦ ἡμίσεος! Ἄν
1205κατὰ τὸ αὐτὸ μέτρον ἐνήργει καὶ εἰς τὸ γένος τῶν δημοδιδα-
1206σκάλων, ἂν ἀφίετο ἐλευθέρα ἡ ἐνάσκησις τῆς περιορισθείσης
1207ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ, θὰ εἴχομεν 2500 δημοδιδασκάλους
1208πελεκημένους ὑπ’ αὐτοῦ, ἢ σφενδονιζομένους ἐδῶ καὶ ἐκεῖ,
1209κατὰ τὰς φατριαστικὰς ὁρμάς. Εὐτυχῶς τὸ θέαμα τοῦτο
1210ἐξέλιπε. Καὶ ἔμεινε τὸ θέαμα Ὑπουργοῦ ἀφηνιάσαντος κατὰ
1211ἐπιθεωρητοῦ μὴ ὑποκύψαντος εἰς τὰς ὀρέξεις του.
1212Ἐν τῇ ἐνεργείᾳ ταύτῃ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύ-
1213σεως βλέπομεν τὴν παράβασιν ἑνὸς νόμου. Ἀλλὰ θεωροῦμεν
1214καὶ τὴν ἀντίθεσιν τῶν πολιτικῶν θεωριῶν τοῦ πρὸς ἄλλον
1215συνάδελφόν του Ὑπουργόν. Διὰ τῆς πράξεώς του ταύτης ὁ
1216κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως φωνάζει: «λύσατέ μου τὰς
1217χεῖρας!» Τὸ ἀντίθετον δηλαδὴ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον κραυγά-
1218ζει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, λέγων: «δέσατέ μου τὰς
1219χεῖρας (ἱλαρότης), καὶ παραδόσατε ἐκ τῶν χειρῶν μου τὰ
1220πάντα εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ». Ἐγὼ ἤθελον
1221συμβουλεύσει νὰ δέσωμεν οὐχὶ μόνον τὰς χεῖρας, ἀλλὰ καὶ
1222τοὺς πόδας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα μετὰ
1223περισσοτέρας δυσκολίας κάμνῃ τοιαῦτα ἅλματα ἀπὸ τῶν ἀσε-
1224βῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἐξέφερεν ἄλλοτε ἐν τῇ πλατείᾳ τοῦ
1225Συντάγματος περὶ ἀρχηγοῦ, μέχρι τῶν σημερινῶν τερατω-
1226δῶν ἰδεῶν του περὶ τῆς Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ὁ
1227Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας
1228Ἐκπαιδεύσεως λέγει τοὐναντίον «λύσατέ μου τὰς χεῖρας».
1229Ἀλλ’ ἡμεῖς, πρὸ τοιαύτης ἐνεργείας του, πρὸ τοιούτων πρά-
1230ξεών του καὶ τάσεων, θὰ προετείνομεν πρὸς τὴν Βουλὴν, ὄχι
1231μόνον νὰ μὴ λύσῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ καταβιβάσῃ τὰς χεῖρας τοῦ
1232Ὑπουργοῦ ἀπὸ τοιαύτης αὐτοῦ ἐνεργείας κατὰ τῶν νόμων.
1233(Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
1234§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Νέγρης ἔχει τὸν λόγον.
1235§54ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησια-
1236στικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν θὰ
1237ὁμιλήσῃ ἕτερός τις ἐπὶ τοῦ θέματος; Ἤθελον ν’ ἀπαντήσω
1238ἐφ’ ἅπαξ.
1239§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
1240§56ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τ’ ἀποτελέσματα, Κύριοι, τοῦ νόμου τοῦ 1895
1241περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἔλαβον ἤδη ἐπανειλημμένως
1242τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλὴν ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ.
1243Καὶ διὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, μεθ’ ἧς συνώδευσα τὸ
1244περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νομοσχέδιόν μου, καὶ διὰ τῶν
1245διαφόρων περὶ τούτου ἀγορεύσεών μου κατέδειξα, ὡς νομίζω,
1246κατὰ τρόπον ἀναντίλεκτον, ὅτι, ἐὰν ὁ ἐν ἰσχύϊ νόμος ἔσχεν
1247ὑπό τινας ἐπόψεις ἀγαθὰ, ὑπ’ ἄλλας ὅμως ἐπόψεις ἔσχεν,
1248αὐτὸ τοῦτο, ὀλέθρια ἀποτελέσματα διὰ τὴν πρώτην πνευμα-
1249τικὴν τροφὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ τ’ ἀποτελέσματα
1250ταῦτα, Κύριοι, συναισθάνεσθε, εἴπερ τις καὶ ἄλλος, ὑμεῖς
1251οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, οἵτινες, καθ’ ἑκάστην, σχεδὸν
1252προσερχόμενοι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, οὗ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ
1253προΐσταμαι, διατραγῳδεῖτε τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν, εἰς ἣν
1254ἔχει περιστῆ ἡ δημοτικὴ ἡμῶν ἐκπαίδευσις ὑπὸ τὸ διέπον
1255αὐτὴν τὴν σήμερον σύστημα. Ὑμεῖς γινώσκετε κάλλιον παν-
1256τὸς ἄλλου, ὁπόσον ἕωλος ἦτο ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ προλαλή-
1257σαντος, καθ’ ὃν δῆθεν, ἐνῷ πρὶν κατὰ χιλιάδας ἐγίνοντο αἱ
1258διδασκαλικαὶ μεταβολαί, ἔμενον δὲ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος πολλὰ
1259σχολεῖα ἄνευ διδασκάλων, τώρα οὐδεμία σχεδὸν γίνεται
1260τοιαύτη μεταβολή, τὰ δὲ σχολεῖα οὐδέποτε μένουσι πλέον
1261κλειστά. Βεβαίως δὲ ἀληθῆ οἶκτον θὰ συνησθάνθητε πρὸς τὸν
1262τοιαῦτα τερατευόμενον, ἀφοῦ διὰ τῆς στατιστικῆς, ἣν ἄλ-
1263λοτε, ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ,
1264ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἣν οὐδεὶς τότε διημφισβή-
1265τησεν, ἀπεδείχθη ἡλίου φαεινότερον, ὅτι ἰσάριθμοι σχεδὸν
1266εἶναι αἱ κατ’ ἔτος διδασκαλικαὶ μεταβολαί, αἱ ὑπὸ τὸν νό-
1267μον τοῦ 1895, πρὸς τὰς ὑπὸ τὸν νόμον τοῦ 1892 γενομέ-
1268νας, μὲ μόνον τὴν διαφοράν, ὅτι, ἐνῷ αὐταὶ τότε ἐγίνοντο
1269ἀθρόαι εἰς τὸ τέλος ἑκάστου σχολικοῦ ἔτους, οὕτως ὥστε εἰς
1270τὴν ἀρχὴν τοῦ ἐπιόντος σχολικοῦ ἔτους νὰ ἦναι ὅλοι οἱ
1271διδάσκαλοι εἰς τὰς θέσεις των, τώρα αἱ μεταβολαὶ γίνονται
1272δι’ ὁλοκλήρου τοῦ ἔτους, αἱ πλεῖσται μάλιστα ἐν τῷ μέσῳ
1273αὐτοῦ, οὕτω δὲ μένουσι πολλάκις πολλὰ τῶν σχολείων,
1274ἐλλείψει διδασκάλων, ἐπὶ μῆνας κλειστά, ἀκριβῶς καθ’ ὃν
1275χρόνον ἔπρεπεν αὐτὰ νὰ λειτουργῶσιν. Ἀλλὰ τίνα ἀνάγκην
1276ἔχετε ὑμεῖς τῆς ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθείσης εἰς τὴν Βουλὴν στα-
1277τιστικῆς; Μήπως αὐτὴν τὴν στιγμήν, Κύριοι, δὲν μένουσι
1278πολλὰ σχολεῖα τῶν ἐπαρχιῶν σας κλειστά, ἐλλείψει διδα-
1279σκάλων, δὲν λαμβάνετε δὲ σωρείαν ἐπιστολῶν ἑκάστοτε παρὰ
1280τῶν συνεπαρχιωτῶν σας, παραπονουμένων διὰ τὴν κατάστα-
1281σιν ταύτην;
1282§57ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Μάλιστα, μάλι-
1283στα!
1284§58ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ὅμως ἀδημονεῖτε καὶ ὑμεῖς, εὑρίσκετε
1285δὲ καὶ ἐμὲ πάντοτε ἀδημονοῦντα, ὁσάκις μοὶ διαβιβάζητε
1286αὐτὰ τὰ παράπονα, διότι ἡ ὑπ’ ἐμὲ ὑπηρεσία, ὑπὸ τὸ χάος,
1287ὅπερ ἐδημιούργησεν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, ὁ νόμος τοῦ
12881895, ἀδυνατεῖ νὰ πράξῃ τι πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ.
1289§59Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Διότι σεῖς δὲν θέλετε νὰ διορίζητε
1290διδασκάλους.
1291§60ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς ὑπὸ τὸν νόμον τοῦ 1892
1292ἐτόλμα ν’ ἀπολύσῃ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους διδάσκαλόν τινα,
1293καὶ νὰ μείνῃ ὡς ἐκ τούτου κλειστὸν τὸ οἰκεῖον σχολεῖον, ἔστω
1294καὶ ἐπὶ ἡμέρας μόνον, ἀλλοίμονον τότε εἰς αὐτὸν! οἱ ἐνδια-
1295φερόμενοι Βουλευταὶ ἤγειρον ἀληθῆ σταυροφορίαν ἐναντίον
1296του καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἰδιαιτέρως, καὶ ἐνταῦθα, ἐν τῇ
1297Βουλῇ. Τώρα ποῦ νὰ εὕρητε ὑμεῖς τοὺς 16 ἐπιθεωρητὰς μὲ
1298τὰ 16 Ἐποπτικὰ Συμβούλια, ἅτινα ἀντικατέστησαν τὸ ἓν
1299Ὑπουργεῖον,—εἰς τὸ ἑξῆς θὰ ἀνέλθῃ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν εἰς
130026—ἵνα ἀπευθύνητε τὰ παράπονά σας, τὰ ὁποῖα εἶναι δί-
1301καια παράπονα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὃν ἀντιπροσωπεύετε;
1302Καὶ ἂν τοὺς εὕρητε ἐπὶ τέλους, μήπως εἶναι αὐτοὶ ὑποχρεω-
1303μένοι ν’ ἀκούσωσι τὰ παράπονά σας; Αὐτοὶ εἶναι ἀνεύθυ-
1304νοι...
1305§61ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ τώρα ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς
1306νὰ διορίσῃ.
1307§62ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἐπὶ δύο μῆνας μένῃ κενὸν τὸ
1308σχολεῖον.
1309§63Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πρόκειται νὰ διορίσητε, καὶ δὲν διο-
1310ρίζετε.
1311§64Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ταράσ-
1312σεται ἀπὸ τοιαύτας διακοπάς.
1313§65ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παντάπασιν, ὅταν μάλιστα διὰ τῶν διακο-
1314πῶν αὐτῶν ἐπιβεβαιοῦται ὅ,τι ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, ὅτι δηλαδὴ
1315πρέπει κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1895 νὰ μένωσιν ἐπὶ δύο μῆνας
1316κλειστὰ τὰ σχολεῖα, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ σχο-
1317λικοῦ ἔτους, ἕως οὗ ἔχω ἐγὼ τὸ δικαίωμα νὰ διορίσω ἐν
1318αὐτοῖς διδασκάλους! Ἀλλὰ μήπως καὶ οὕτω γίνονται ἐγ-
1319καίρως γνωσταὶ εἰς τὴν ὑπ’ ἐμὲ ὑπηρεσίαν αἱ κεναὶ θέσεις;
1320Καὶ ἂν δὲ γείνωσι γνωσταί, μήπως ἔχω καὶ ἐγὼ πάντοτε
1321προχείρους τοὺς διοριστέους διδασκάλους; Πλὴν δὲν εἶναι
1322μόνον τὸ κακὸν τοῦτο. Ὡς ἄλλοτε σᾶς ἀπέδειξα, πολλοὶ δι-
1323δάσκαλοι ἐγκαταλείπουσιν αὐτοβούλως τὰς θέσεις των, χωρὶς
1324νὰ ὑποβάλωσι κἂν παραιτήσεις, εἴτε ὅπως τραπῶσιν ἐπὶ
1325ἄλλο τοῦ βίου στάδιον, εἴτε ἀποδεχόμενοι ἄλλην ἐν ἄλλῳ
1326νομῷ καλλιτέραν θέσιν. Ἂν συμβῇ τότε ὁ Πρόεδρος τοῦ ἁρ-
1327μοδίου Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, συνήθως ὢν Ἀρχιερεὺς, νὰ
1328διατελῇ Συνοδικός, τότε ἐπὶ ἔτος ὁλόκληρον δὲν δύναται νὰ
1329συνεδριάσῃ αὐτὸ, κατ’ ἀκολουθίαν δ’ ἐπὶ ἔτος ὁλόκληρον δὲν
1330δύναται νὰ προτείνῃ αὐτὸ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ἐγκαταλιπόντος
1331τὴν θέσιν τοῦ διδασκάλου. Οὕτω δὲ μένει κλειστὸν ἐπὶ ἔτος
1332τὸ οἰκεῖον σχολεῖον, ἕως οὗ ἀπολυθῇ αὐτὸς, καὶ ἐπί τινας ἔτι
1333μῆνας, ἕως οὗ διορισθῇ ὁ ἀντικαταστάτης του. Καὶ ὅπου, Κύ-
1334ριοι, λειτουργοῦσιν ἀπροσκόπτως τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια,
1335ἕως οὗ οἱ γονεῖς πεισθῶσιν ὅτι ὁ διδάσκαλος ἐγκατέλιπεν,
1336οὐχὶ ἐπ’ ἀδείᾳ καὶ προσωρινῶς, ἀλλ’ αὐτοβούλως καὶ ὁριστι-
1337κῶς, τὴν θέσιν του, ἕως οὗ πληροφορηθεὶς τὸ πρᾶγμα πεισθῇ
1338περὶ τούτου καὶ ὁ ἐπιθεωρητὴς, ἕως οὗ πεισθῇ περὶ τούτου καὶ
1339τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον καὶ ἀποφασίσῃ τὴν ἀπόλυσίν
1340του, ἕως οὗ τὰ σχετικὰ πρακτικὰ διαβιβασθῶσιν εἰς τὸ
1341Ὑπουργεῖον, ἐνταῦθα δὲ συνταχθῇ, ὑποβληθῇ εἰς τὴν Α. Μ.
1342τὸν Βασιλέα καὶ κυρωθὲν δημοσιευθῇ διὰ τῆς Ἐφημερίδος
1343τῆς Κυβερνήσεως τὸ διάταγμα τῆς ἀπολύσεως, παρέρχον-
1344ται συνήθως μῆνες, καὶ μῆνες πολλοί. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τοῦτο
1345εἰς τοὺς πλείστους νομοὺς ποῦ νὰ ἔχωσι πρόχειρον τὸν ἀντι-
1346καταστάτην διδάσκαλον τὸ Δημοτικὸν καὶ εἶτα τὸ Ἐπο-
1347πτικὸν Συμβούλιον; Ποῦ δὲ μετὰ παρέλευσιν διμηνίας νὰ
1348εὕρῃ τοὺς πανταχόθεν ζητουμένους ἀντικαταστάτας διδα-
1349σκάλους καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως προβῇ τοῦτο εἰς τὸν διο-
1350ρισμόν των; Διότι, Κύριοι, μὴ λησμονεῖτε, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ
1351διδάσκαλοι, οἱ ἐκτὸς ὑπηρεσίας, οἱ ὁποῖοι πρὶν, γινώσκοντες
1352μίαν καὶ μόνην ἀρχὴν, τὸ Ὑπουργεῖον, ἀπετείνοντο πρὸς
1353τοῦτο καὶ ἐζήτουν θέσιν, τώρα, μὲ τὴν πολυκοιρανίην τῶν
1354τέως 16 καὶ ἐφεξῆς 26 ἐπιθεωρητῶν καὶ Ἐποπτικῶν Συμ-
1355βουλίων, ἔχουσι σαστίσει καὶ αὐτοὶ, καὶ ἀγνοοῦσι πρὸς τίνα
1356ν’ ἀποταθῶσι περὶ διορισμοῦ. Ἀλλ’ ὑμεῖς γινώσκετε κάλλιστα
1357τὴν παντοδαπὴν σύγχυσιν, τὸν ἀληθῆ κυκεῶνα, εἰς ὃν ἐνέ-
1358βαλε τὴν δημοτικὴν ἡμῶν ἐκπαίδευσιν ὁ νόμος τοῦ 1895.
1359Διὰ τοῦτο ἐπροθυμοποιήθητε νὰ ψηφίσητε εἰς πρώτην καὶ
1360δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιόν μου, δι’ οὗ καταργεῖται
1361αὐτὸς, θὰ ψηφίσητε δὲ τοῦτο καὶ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, ὅπως
1362οὕτω τεθῇ τέρμα εἰς τὸ νῦν χάος, ἀδιαφοροῦντες παντάπασι
1363πρὸς τὴν ἀντίδρασιν ἐκείνων, οἵτινες θέλουσι νὰ διαιωνίσωσι
1364τὴν παροῦσαν οἰκτρὰν κατάστασιν, οἵτινες δὲν θέλουσι ν’ ἀπο-
1365κτήσῃ αὐτὸς ὁ τόπος ἀληθῆ δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἥτις
1366εἶναι ἡ βάσις καὶ ἡ κρηπὶς τῆς ἀνορθώσεως καὶ τῆς εὐη-
1367μερίας του...
1368§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ παρα-
1369τηρήσω τι;
1370§67ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εὐχαρίστως.
1371§68Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ συζήτησις
1372ἐξετράπη ἀπὸ ἄλλου θέματος εἰς ἄλλο. Τὸ κύριον θέμα εἶ-
1373ναι, ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως εἶχε δικαίωμα νὰ
1374ἐπιβάλῃ πειθαρχικὴν ποινὴν εἰς ἕνα ἐπιθεωρητήν. Ὑμεῖς
1375παριστᾶτε τὰ ἐλαττώματα τοῦ νόμου τοῦ 1895, ὅτι ὁ νό-
1376μος τοῦ 1895 δὲν εἶναι καλὸς, καὶ ἑπομένως ἔχομεν τὴν
1377ἀφήγησιν τῶν ἐλαττωμάτων αὐτοῦ, οὕτω δὲ θέλομεν κληθῆ
1378νὰ ὑποστηρίξωμεν ἡμεῖς τὸν νόμον τοῦ 1895, καὶ ἡ συζήτη-
1379σις αὕτη δὲν θὰ τελειώσῃ ἀπόψε (γέλωτες).
1380§69ΑΝΤ. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὥστε ὑμεῖς κωλυσιεργεῖτε, κύριε
1381Ὑπουργὲ, ὄχι ἡ Ἀντιπολίτευσις.
1382§70ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἠκούσατε, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Γόρ-
1383τυνος, ὅτι ὁ προλαλήσας ἀνήγγειλέ τι φοβερὸν δι’ ἐμέ. Εἶ-
1384πεν, ὅτι θὰ προκαλέσῃ ψηφοφορίαν, δι’ ἧς θὰ μὲ παραπέμψῃ
1385εἰς ποινικὴν καταδίωξιν, καὶ δι’ ἄλλα πολλὰ, μάλιστα δὲ
1386διότι ἥμαρτον εἰς τὸ ὁμοούσιον, τολμήσας νὰ ὑποβάλω εἰς
1387τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ προτείνω τὴν κατάργησιν τοῦ
1388σωτηρίου νόμου τοῦ 1895. Καὶ θέλετε λοιπὸν πρὸ τῆς τοι-
1389αύτης ψήφου τῆς Βουλῆς νὰ μείνω ἀναπολόγητος; Δύνασθε
1390ν’ ἀξιώσητε παρ’ ἐμοῦ, ἵνα περιφρονήσω καὶ μὴ δώσω οἱαν-
1391δήποτε προσοχὴν εἰς τὰς ὕβρεις καὶ τοὺς ἄλλους προσωπι-
1392κούς του κατ’ ἐμοῦ ὑπαινιγμοὺς,—καὶ τοῦτο πράττω εὐχα-
1393ρίστως·—ἀλλὰ νὰ μὴ ἀπολογηθῶ πρὸς ὡρισμένας κατηγο-
1394ρίας του, καὶ μάλιστα πρὸς τὴν δεινοτάτην πασῶν, ὅτι ζητῶ
1395τὴν ἀνατροπὴν τοῦ νόμου τοῦ 1895, αὐτὸ δὰ θὰ ἦτο πάρα
1396πολύ!
1397§71Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ δὲν ἀφορᾷ ἡμᾶς· ἀφορᾷ τὸ
1398Ὑπουργεῖον, ἐὰν πρόκειται νὰ παραταθῶσιν αἱ συζητήσεις.
1399§72ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον ὅμως γινώσκει κάλλιστα,
1400ὅτι τὸ προκείμενον ζήτημα ἀνεκινήθη ὑπὸ τῆς Ἀντιπολι-
1401τεύσεως ἐπὶ μόνῳ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ παραταθῶσιν αἱ συζη-
1402τήσεις, καὶ ν’ ἀποτραπῇ οὕτως ἡ Βουλὴ, εἰ δυνατὸν, ἀπὸ τοῦ
1403κυρίου αὐτῆς ἔργου, τοῦ νομοθετικοῦ. Διότι ἡμεῖς νομίζομεν,
1404ὅτι θὰ προσεκρούομεν εἰς τὴν ἐγνωσμένην ὑμῶν νοημοσύνην,
1405ἐὰν ἀπεδεχόμεθα, ὅτι ὑμεῖς προεκαλέσατε τὴν προκειμένην
1406συζήτησιν ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἐξενέγκῃ ψῆφον
1407δυσπιστίας ἐναντίον μου, ὡς δῆθεν παρὰ τὸν νόμον παύσαντος
1408προσωρινῶς τὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν δημοτικῶν σχολείων τοῦ
1409νομοῦ Ἀττικῆς Θ. Μιχαλόπουλον. Ἡμεῖς τοὐναντίον πιστεύο-
1410μεν ἀδιστάκτως, ὅτι ἐν τῇ συνειδήσει ὑμῶν θεωρεῖτε τὴν
1411πρᾶξίν μου ταύτην νομιμωτάτην.
1412§73ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον ὁ νόμος διαφωνεῖ.
1413§74ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τοῦτο θὰ ἴδωμεν μετ’ ὀλίγον, ὅτε θὰ κα-
1414ταστῇ καὶ τυφλῷ δῆλον, ὅτι ἡ πρᾶξίς μου οὐ μόνον νομιμω-
1415τάτη ὑπῆρξεν, ἀλλὰ καὶ ἐπεβλήθη ἐπιτακτικῶς ὑπ’ αὐτοῦ
1416τοῦ καλῶς ἐννοουμένου συμφέροντος τῆς δημοτικῆς ἐκπαι-
1417δεύσεως ἐν τῷ νομῷ Ἀττικῆς. Τότε δὲ θὰ ἴδωμεν, ἐὰν θὰ
1418εὑρεθῇ ἕτερος Βουλευτὴς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, σωφρονῶν,
1419ὅστις θ’ ἀπεφάσιζε νὰ συνεχίσῃ τὸν ἀνούσιον αὐτὸν ἀγῶνα,
1420οὗτινος κατήρξατο ὁ προλαλήσας Βουλευτὴς Μεγαρίδος.
1421Καὶ νῦν μεταβαίνω εἰς τὸ κύριον θέμα.
1422Ὁ νόμος, Κύριοι, τοῦ 1895, συνταχθεὶς, ὡς συνετάχθη,
1423καὶ ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἄνευ οἱασδήποτε προεπεξερ-
1424γασίας, ὑπέστη παντοίας τροποποιήσεις κατὰ τὴν συζήτησιν
1425αὐτοῦ ἐν τῇ ὁλομελείᾳ ταύτης, τὰς πλείστας καθ’ ὑπόδειξιν
1426ἡμῶν, ὧν ἄνευ θὰ ἦτο αὐτὸς πάντη ἀνεφάρμοστος. Ἀλλὰ
1427καὶ οὕτως ἔμεινεν ἐλλιπὴς καὶ πλημμελὴς ἐν πολλοῖς, ἀστο-
1428χήσας διὰ τοῦτο καὶ περὶ αὐτὴν τὴν κυριωτάτην τῶν και-
1429νοτομιῶν του, περὶ τὸν θεσμὸν τῶν ἐπιθεωρητῶν τῶν δη-
1430μοτικῶν σχολείων. Ἐγὼ τότε ὑπέδειξα, ὅτι οὗτοι, παραμέ-
1431νοντες ἄνευ ἀνωτέρου τινὸς ἐλέγχου, παρακολουθοῦντος τὴν
1432ἐνέργειαν αὐτῶν, θὰ ἦσαν Κράτος ἐν Κράτει, θὰ καθίσταντο
1433ἀληθεῖς σατράπαι τῶν δυστυχῶν διδασκάλων, οὕτω δὲ, ἀντὶ
1434νὰ βελτιώσωσιν, ὡς πάντες προσεδοκῶμεν ἐκ τοῦ θεσμοῦ
1435αὐτῶν, θὰ ἐχειροτέρευον μᾶλλον τὴν κατάστασιν τῆς δημο-
1436τικῆς ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἰσηκούσθην,
1437ταχέως δ’ ἔμελλεν αὐτὸς ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου ἐκείνου νὰ
1438πεισθῇ ἐκ τῶν πραγμάτων, ὁπόσον δίκαιον εἶχον τότε.
1439§75Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἠθέλετε τοὺς ἐπιθεωρητὰς ὑποχει-
1440ρίους τοῦ Ὑπουργοῦ, ὡς γίνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας.
1441§76ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ προλαλήσας ἰσχυρίσθη, ὅτι ζητῶ διὰ τοῦ
1442νομοσχεδίου μου νὰ λύσητε τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ, τὰς
1443ὁποίας δῆθεν ἔχει δεσμεύσει ὁ νόμος τοῦ 1895 καὶ ὡς πρὸς
1444τοὺς διδασκάλους καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἐπιθεωρητάς. Ἀλλ’ εἶναι,
1445Κύριοι, καὶ τοῦτο ἀληθές; Οὐδόλως! Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νό-
1446μου τοῦ 1895 ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ἐλεύθερος νὰ διορίσῃ εἰς
1447θέσιν, κενὴν μείνασαν ἐπὶ δύο μῆνας, αὐτοβούλως οἱονδή-
1448ποτε θέλει διδάσκαλον, ἢ νὰ μεταθέσῃ τινὰ εἰς αὐτὴν, δε-
1449χόμενος σήμερον τὴν παραίτησίν του ἐξ ἄλλης θέσεως, καὶ
1450αὔριον διορίζων αὐτὸν εἰς αὐτήν. Ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ἐλεύ-
1451θερος, ἂν θέλῃ, νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ
1452Συμβουλίου περὶ ἀπολύσεως ἑνὸς διδασκάλου, ἂν δὲν θέλῃ,
1453νὰ θέσῃ αὐτὴν εἰς τὸ χρονοντούλαπον, καὶ νὰ παραλύσῃ
1454οὕτω πᾶσαν σχετικὴν ἐνέργειαν καὶ ἐπιθεωρητῶν καὶ Ἐπο-
1455πτικῶν Συμβουλίων.
1456§77Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα εὐσυνειδησίας διὰ
1457τὸν Ὑπουργόν.
1458§78ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ Ὑπουργὸς, διορίζων ἀπ’ εὐθείας τοὺς ἐπι-
1459θεωρητὰς, ἄνευ οἱασδήποτε γνωμοδοτήσεως, εἶναι ἐλεύθερος
1460ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ τιμωρήσῃ αὐτοὺς πειθαρχικῶς μὲ
1461πρόστιμον μέχρις 100 δραχμῶν καὶ μὲ προσωρινὴν παῦσιν
1462μέχρι τριῶν μηνῶν.
1463§79ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Βεβαίως ὄχι.
1464§80ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὸ τοὐλάχιστον ἔγεινε μέχρι τοῦδε, ὡς
1465δὲ θὰ σᾶς ἀποδείξω μετ’ ὀλίγον, αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ συνᾷδον
1466πρὸς τὴν κειμένην νομοθεσίαν ... Ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ἐλεύ-
1467θερος, ἂν θέλῃ, νὰ ἐκτελέσῃ ἢ μὴ ἐκτελέσῃ τὴν περὶ ἀπολύ-
1468σεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ πρότασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου.
1469Νομίζω, Κύριοι, ὅτι οὕτω πῶς ὁ Ὑπουργὸς ἔχει ἀρκετὰ λε-
1470λυμένας τὰς χεῖρας. Ἀκούσατε δὲ νῦν, πῶς δεσμεύονται αὗται
1471διὰ τοῦ ἐμοῦ νομοσχεδίου. Ὁ Ὑπουργὸς οὐδένα οὐδέποτε
1472διδάσκαλον θὰ διορίζῃ ἄνευ προτάσεως τοῦ οἰκείου Δημοτικοῦ
1473καὶ ἐν ἀνάγκῃ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, οὐδένα θὰ μετα-
1474θέτῃ ἢ ἀπολύῃ ἄνευ ἐπίσης ἠτιολογημένης ἀποφάσεως τού-
1475του. Τὴν τοιαύτην δὲ ἀπόφασιν ὑποχρεοῦται ἐντὸς 15 ἡμερῶν
1476ἢ νὰ ἐκτελέσῃ ἢ νὰ δημοσιεύσῃ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυ-
1477βερνήσεως μετ’ ἰδίας ἀποφάσεως, αἰτιολογούσης τὴν ἀρνησι-
1478κυρίαν του. Οἱ ἐπιθεωρηταὶ θὰ διορίζωνται ὑπ’ αὐτοῦ κατὰ
1479πρότασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, θὰ τιμωρῶνται πει-
1480θαρχικῶς διὰ τούτου καὶ μόνου, καὶ θ’ ἀπολύωνται ἐπὶ τῇ
1481βάσει ἀποφάσεως αὐτοῦ, ὡς καὶ οἱ δημοδιδάσκαλοι. Ἐρωτῶ
1482δὲ νῦν πάντα ἔχοντα σώας τὰς φρένας καὶ σεβόμενον ἑαυτὸν
1483νὰ εἴπῃ, ἐὰν οὕτω πῶς λύονται, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ προλαλήσας
1484Βουλευτὴς Μεγαρίδος, ἢ μᾶλλον δεσμεύονται αἱ χεῖρες τοῦ
1485Ὑπουργοῦ, ἐξασφαλιζομένης ἐν ταὐτῷ καὶ τῆς ἀπροσκόπτου
1486λειτουργίας τῆς ὅλης διοικητικῆς μηχανῆς τῆς δημοτικῆς ἡμῶν
1487ἐκπαιδεύσεως, ἥτις ὑπὸ τὸ κρατοῦν σύστημα ἔχει παραλύσει
1488ὅλως. Καὶ ἡ παράλυσίς της ἔχει προέλθει κυρίως ἐκ τῆς
1489ἀνεξελέγκτου καὶ ἀχαλιναγωγήτου ἐνεργείας τῶν ἑκασταχοῦ
1490ἐπιθεωρητῶν, οἵτινες, μὴ ἔχοντες ὑπεράνω αὑτῶν τοὺς ἀνω-
1491τέρους ἐπιθεωρητὰς, τοὺς δυναμένους νὰ παρακολουθῶσιν
1492αὐτοὺς βῆμα πρὸς βῆμα, ὡς τοῦτο θὰ γείνῃ διὰ τοῦ νομο-
1493σχεδίου μου, μηδ’ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, ἀπαρτιζόμενον
1494οὐχὶ ἐκ τῶν τυχόντων ἐπιστημόνων καὶ παντοπωλῶν, ὡς
1495νῦν, ἀλλ’ ἐξ ἀνδρῶν εἰδικῶν καὶ πεπειραμένων περὶ τὴν δη-
1496μοτικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ ὄντων εἰς θέσιν νὰ ἐπαγρυπνῶσιν
1497εἰς τὴν πιστὴν τήρησιν τῶν καθηκόντων τῶν ὑφισταμένων
1498αὑτῶν, κατοργιάζουσιν ἐπὶ τῶν δυστυχῶν διδασκάλων, οἵτι-
1499νες ἔχουσι νῦν ἐγκαταλειφθῆ ἕρμαιον τῆς αὐθαιρεσίας των.
1500Δὲν εἶναι, Κύριοι, τοῦτο ἀτομική τις γνώμη ἐμοῦ καὶ μό-
1501νου. Εἶναι γενικὴ πεποίθησις ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ,
1502εἶναι πεποίθησις ἀκράδαντος ὑμῶν τῶν ἀντιπροσώπων αὐ-
1503τοῦ...
1504§81ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μάλιστα, μά-
1505λιστα!
1506§82ΕΥΤΑΞΙΑΣ... Εἶναι πεποίθησις, ἣν ἐσχημάτισαν πάντες οἱ
1507Ὑπουργοὶ τῆς Παιδείας, ἀφ’ ἧς λειτουργεῖ ὁ θεσμὸς τῶν ἐπι-
1508θεωρητῶν παρ’ ἡμῖν. Εἰς ἀπόδειξιν δὲ τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου
1509θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς ἑξῆς περικοπὰς ἐξ
1510ἐγκυκλίων, ἃς ἀπηύθυναν ἐπὶ τούτῳ πρὸς τοὺς ἐπιθεωρητὰς
1511δύο τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος Ὑπουργῶν, τὴν μίαν ὁ πρῶτος
1512εἰσηγητὴς καὶ ἐφαρμοστὴς τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ, τὴν ἄλλην ὁ
1513προκάτοχός μου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας Βουλευτὴς
1514ἐκ Κραναίας.
1515Ὁ θεσμὸς τῶν ἐπιθεωρητῶν ἐφηρμόσθη τῇ 1 Ἰανουαρίου
15161896, τῇ δὲ 25 Σεπτεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους ὁ εἰσηγητὴς
1517αὐτοῦ Δημ. Πετρίδης διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 13819 ἐγκυκλίου
1518ἀπηύθυνε πρὸς αὐτοὺς τὰς πικρὰς ταύτας παρατηρήσεις (ἀνα-
1519γινώσκει):
1520«... Ὑποκατεστάθη λοιπὸν ἡ ἀπόφασις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ
1521εἰς τὴν γνώμην τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, καὶ μετετέ-
1522θησαν ἢ ἀπελύθησαν διδάσκαλοι καὶ διδασκάλισσαι, διότι
1523οὕτως ἔδοξεν ἑνὶ ἀνθρώπῳ μετὰ μίαν τοῦ σχολείου ἐπίσκεψιν,
1524καὶ πολλάκις ἄνευ ἀπολογίας τοῦ δικαζομένου. Τοῦτο οὐδὲ
1525ὑμᾶς τιμᾷ, κατάχρησιν ποιησαμένους τῆς δοθείσης ὑμῖν ἐξου-
1526σίας, οὐδὲ τοὺς λοιποὺς συμβούλους, ἀφ’ ὧν ἤλπιζεν ἡ Πολι-
1527τεία, ἡ ἀναθεῖσα αὐτοῖς τὴν ἐκτέλεσιν τοιούτων καθηκόντων,
1528ὅτι μετὰ πλείονος στοργῆς καὶ ὀλιγωτέρας ἀδιαφορίας θὰ
1529ἤσκουν τὸν πρέποντα ἔλεγχον τῶν διδασκάλων καὶ τοῦ ἐπι-
1530θεωρητοῦ.
1531»Ἐκφράζοντες ἐπὶ τοῖς γενομένοις τὴν λύπην ἡμῶν, ἐλπί-
1532ζομεν, ὅτι τοῦ λοιποῦ θέλετε συμμορφοῦσθαι ἀκριβέστερον
1533πρὸς τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου διατασσόμενα.»
1534Αἱ ἐλπίδες ὅμως αὗται τοῦ μακαρίτου Πετρίδου ἠλέχθη-
1535σαν φροῦδαι, ὡς δυνάμεθα νὰ μαρτυρήσωμεν πάντες οἱ διά-
1536δοχοί του Ὑπουργοὶ τῆς Παιδείας, εὐγλώττως δὲ πάνυ διηρ-
1537μήνευσε τὴν τοιαύτην ἡμῶν γνώμην ὁ προκάτοχός μου κ.
1538Μομφερρᾶτος διὰ τῆς ἀπὸ 27 Μαρτίου 1899 καὶ ὑπ’ ἀριθ.
15394059 ἐγκυκλίου του, γράφων πρὸς τοὺς ἐπιθεωρητὰς (ἀνα-
1540γινώσκει:)
1541«... Λυπούμεθα, ὅτι πολλοὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν οὐδὲ τοῦ
1542πνεύματος τοῦ νόμου ἀντελήφθησαν, οὐδὲ τὸν σκοπὸν τοῦ
1543νομοθέτου κατενόησαν. Πολλοὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν, κατὰ τὴν
1544ἐπίσκεψιν τῶν σχολείων, εἰς ἐπουσιώδη τὸν νοῦν προσέχον-
1545τες, ἠμέλησαν τῶν σπουδαιοτάτων· εἰς ἀλληλογραφίαν μικρο-
1546λόγον κατατριβόμενοι, ἀφῆκαν ἐπὶ ἔτος δήμων ὅλων σχολεῖα
1547ἀνεπιθεώρητα, διὰ παράβασιν ἀναξίων λόγου τύπων ἐτιμώ-
1548ρησαν διὰ βαρέων προστίμων πένητας δημοδιδασκάλους. Πρό-
1549θυμον ἔχοντες τὴν συνδρομὴν πολλῶν νομομηχανικῶν καὶ τῆς
1550Διευθύνσεως τῶν Δημοσίων Ἔργων εἰς οἰκοδομὴν διδακτη-
1551ρίων, οὐδ’ ἐπεχείρησαν τοιαῦτα ἔργα. Οὐδέποτε ὑποδειγμα-
1552τικῶς πρὸ διδασκάλων ἐδίδαξαν, οὐδένα ὡδήγησαν, οὐδένα
1553παρῄνεσαν· χρῆσιν δὲ τῆς ἐσχάτης τῶν ποινῶν, τῆς ἀπολύ-
1554σεως, ἐποιήσαντο πρὶν ἢ πεισθῶσιν, ὅτι οἱ ἀπολυόμενοι, τιμω-
1555ρηθέντες πρότερον ἐλαφροτέρα ποινῇ, ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἀνε-
1556πίδεκτοι βελτιώσεως· εἰς ἀπολύσεις διδασκάλων προέβησαν
1557πρὶν ἢ βεβαιωθῶσιν, ὅτι ὑπῆρχον καλλίτεροι τούτων ἀντι-
1558καταστάται, καὶ ἀφῆκαν ἐπὶ μακρὸν κλειστὰ τὰ σχολεῖα,
1559ἀναρίθμητον δὲ σχεδὸν πλῆθος μεταθέσεων προέτειναν ἄνευ
1560λόγου πολλάκις καὶ ἐν μέσῳ σχολικῷ ἔτει. Καὶ συντόμως
1561εἰπεῖν, ἀντὶ νὰ καθοδηγήσωσιν, ἐνισχύσωσιν, ἐνθαρρύνωσιν,
1562ἐμψυχώσωσι καὶ φρονηματίσωσι τοὺς Ἕλληνας δημοδιδασκά-
1563λους, οὕτω προσηνέχθησαν καὶ προσφέρονται εἰς αὐτοὺς, ὥστε
1564δὲν πιστεύουσιν οὗτοι, ὅτι τῆς τυραννίας ἀπηλλάγησαν, ἀλλ’ ὅτι
1565τυράννους μετήλλαξαν μόνον...»
1566Ἀλλ’ ὁ ἐπιθεωρητὴς, Κύριοι, ὅστις ὑπὲρ πάντα ἄλλον πα-
1567ρέσχε πράγματα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν διὰ τῆς αὐθαιρεσίας καὶ
1568τῶν ἀτασθαλιῶν του, ἐπισύρας ἐπὶ τῆς κεφαλῆς του ἐπανει-
1569λημμένας πειθαρχικὰς τιμωρίας, τελευταῖον δὲ καὶ αὐτὴν
1570τὴν προσωρινὴν παῦσιν, εἶναι ὁ τοῦ νόμου Ἀττικῆς κ. Θεμ.
1571Μιχαλόπουλος. Οὗτος, ὅπου καὶ ἂν ὑπηρέτησε, διεκρίθη ἀεί-
1572ποτε διὰ τὸ αὐθαίρετον, τὸ φίλερι καὶ καθόλου διὰ τὸ ἀνοι-
1573κονόμητον αὐτοῦ. Εἶχε διορισθῆ ποτε Διευθυντὴς τοῦ Διδα-
1574σκαλείου Θεσσαλίας, ὡς τοιοῦτος δὲ κατώρθωσεν ἐντὸς βραχέος
1575χρόνου νὰ περιέλθῃ εἰς ῥῆξιν πρὸς τοὺς συναδέλφους του καθη-
1576γητὰς, πρὸς τοὺς ὑπ’ αὐτὸν διδασκάλους καὶ μαθητὰς, πρὸς
1577τὸν γυμνασιάρχην καὶ τοὺς καθηγητὰς τοῦ Γυμνασίου, πρὸς
1578τὸν νομάρχην καὶ πρὸς πάντα ἰδιώτην, πρὸς ὃν εἶχεν ἔλθει
1579εἰς ἐπαφὴν, καὶ τέλος πρὸς τὴν ἐφορευτικὴν ἐπιτροπὴν τῶν
1580ἐξετάσεων τοῦ Διδασκαλείου, καταστήσας οὕτω πάντη ἀφό-
1581ρητον τὴν ἐκεῖ θέσιν του. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας
1582κ. Κοσσονάκος εἶχε, κατ’ ἀκολουθίαν πολλῶν καταγγελιῶν,
1583ἀναθέσει εἰς τὸν νομάρχην Λαρίσσης κ. Γονατᾶν διοικητικὰς
1584περὶ αὐτοῦ ἀνακρίσεις, ἃς διεξαγαγὼν οὗτος ἀπηύθυνεν ἐν
1585ὀγκωδεστάτῳ φακέλλῳ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, συνοδεύσας αὐ-
1586τὰς διὰ τῆς ἑξῆς ἐκθέσεώς του ἀπὸ 2 Μαρτίου 1893 καὶ
1587ὑπ’ ἀριθ. 936 (ἀναγινώσκει):
1588«... 1) Ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τῶν χορηγηθεισῶν αὐτῷ
1589»ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου πιστώσεων πρὸς κατασκευὴν ἐπίπλων
1590»καὶ σκευῶν τοῦ Διδασκαλείου... ὁ κ. Μιχαλόπουλος ἔδωκεν
1591»ἀφορμὴν ὑπονοιῶν ἐπὶ νοσφίσει χρημάτων διὰ τοὺς ἑξῆς
1592»κυρίως λόγους· διότι... δὲν συνέταξε τὰς καταστάσεις τῆς
1593»πληρωμῆς τῶν τεχνιτῶν ἐπ’ ὀνόματι αὐτῶν τούτων, ἵνα καὶ
1594»τὰ χρηματικὰ ἐντάλματα ἐκδοθῶσιν ἐπ’ ὀνόματι αὐτῶν...
1595»ἀλλὰ λαβὼν παρὰ τῶν τεχνιτῶν ἀποδείξεις ὅτι ἐπλήρωσεν
1596»αὐτοὺς, πρὶν τοὺς πληρώσῃ, ἐζήτησε τὴν ἐπ’ ὀνόματί του
1597»ἔκδοσιν τῶν ἐνταλμάτων, καὶ ἐξαργυρώνων αὐτὰ ἐπλήρωσεν
1598»αὐτούς. Ἕνεκα δὲ τούτου... ἠγέρθησάν τινες ὑπόνοιαι...
1599»ὅτε εἷς τῶν τεχνιτῶν, ὁ Εὐθ. Βούλγαρης, νομίσας ὅτι ὁ Διευ-
1600»θυντὴς Μιχαλόπουλος, λαβὼν παρὰ τοῦ Δημοσίου πάντα τὰ
1601»χρήματα, ἠρνεῖτο νὰ πληρώσῃ αὐτὸν, ἤγειρεν ἀγωγὴν ἐνώ-
1602»πιον τῶν Πρωτοδικῶν... Πλὴν ὅμως τοῦ ἀντιτίμου τῶν
1603»θρανίων, ὁ Βούλγαρης ἐζήτει διὰ τῆς αὐτῆς ἀγωγῆς καὶ
1604»ἀντίτιμον δρ. 60 διὰ μίαν τράπεζαν... ἀλλ’ ὁ Διευθυντὴς
1605»ἰσχυρίζεται, ὅτι τὴν τράπεζαν ἔλαβε παρὰ τοῦ τεχνίτου ὡς
1606»δανείαν, ἐνῷ ὁ τεχνίτης λέγει, ὅτι ὁ Διευθυντὴς ἠγόρασεν
1607»αὐτήν· ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ τεχνίτης ἔχει δίκαιον, διότι
1608»μετὰ πολλοὺς μῆνας ὁ Διευθυντὴς ἠθέλησε νὰ ἐπιστρέψῃ τὴν
1609»τράπεζαν, ἐνῷ, ἂν εἶχε προσωρινὴν χρῆσιν, ἔδει νὰ ἐπιστρέψῃ
1610»αὐτὴν εὐθὺς ὡς κατεσκευάσθησαν τὰ σκεύη τοῦ σχολείου.
1611»... 2) Ὡς πρὸς τὴν συμπεριφορὰν τοῦ Διευθυντοῦ πρὸς
1612»τοὺς μαθητὰς, καὶ τοὺς ἐράνους, εἰς οὓς ὑπέβαλεν αὐτοὺς, ὡς
1613»καὶ τὰς ὑπηρετικὰς ἐργασίας, δι’ ὧν ἐπεβάρυνεν αὐτοὺς,
1614»προέκυψαν τὰ ἑξῆς: Καὶ πάλιν ἀπροσέκτως ἐπιθυμῶν νὰ
1615»ἀποδείξῃ πρωτοτύπους ἢ ὠφελίμους καινοτομίας, εἰσέπραξε
1616»παρὰ τῶν γονέων τῶν μαθητῶν τοῦ Προτύπου χρήματα διὰ
1617»τὴν ἑορτὴν τοῦ δένδρου καὶ παρὰ τῶν πτωχῶν μαθητῶν
1618»τοῦ Διδασκαλείου μηνιαίας καταβολὰς διὰ τὴν σύστασιν
1619»κοινοῦ ταμείου, χρησίμου εἰς τελετὰς καὶ κοινὰς ἀνάγκας
1620»τῶν μαθητῶν. Οὕτω δὲ ἤγειρε πάλιν τὰς ὑπονοίας, αἵτινες
1621»συνήθως ἐγείρονται κατὰ πάντων τῶν διαχειριζομένων ξένα
1622»χρήματα, καὶ ταῦτα ἔπραξε παρὰ τὴν γνώμην τῶν συνα-
1623»δέλφων του... Πρὸς δὲ τοὺς μαθητὰς εὐγενῶς μὲν τῇ γλώττῃ
1624»φέρεται, μετεχειρίσθη ὅμως αὐτοὺς εἰς ὑπηρετικὰς ἐργασίας,
1625»διότι ἕνεκα ἰδιοτροπιῶν μὴ εὑρίσκων ἄριστον ὑπηρέτην ἀφῆ-
1626»κεν ἐπὶ μακρὸν χρόνον τὸ σχολεῖον ἄνευ ὑπηρέτου.
1627» 3) Ὡς πρὸς τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ χαρακτῆρός του, τὸ
1628»φίλερι, τὸ ἐπίμονον, τὸ ἐγωϊστικὸν καὶ τὸ δύσκολον αὐτοῦ,
1629»ὅλη ἡ δικογραφία ἀποδεικνύει, ὅτι ἕνεκα τῶν ἰδιοτήτων του
1630»αὐτῶν σχεδὸν πάντες οἱ μετ’ αὐτοῦ ἐλθόντες εἰς σχέσιν τινὰ
1631»ἐψυχράνθησαν ἐκ τοῦ τρόπου του· γυμνασιάρχης, καθηγηταὶ
1632»τοῦ Γυμνασίου, νομάρχαι, καθηγηταὶ τοῦ Διδασκαλείου ἔλα-
1633»βον ἀφορμὰς δυσαρεσκείας...»
1634Ἠναγκάσθη τότε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπό-
1635λυσιν τοῦ κ. Μιχαλοπούλου ἐκ τῆς διευθύνσεως τοῦ Διδα-
1636σκαλείου Θεσσαλίας, ὡς ἑξῆς αἰτιολογῆσαν αὐτὴν δι’ ἐκθέ-
1637σεώς του πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα (ἀναγινώσκει):
1638«Ὁ βίος τοῦ ἀνδρὸς ἀπὸ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν εἰσῆλθεν εἰς
1639»τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, εἶναι σειρὰ ἀδιάκοπος ἐρίδων πρὸς
1640»πάντας, μεθ’ ὧν ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του εἰς ποιάν τινα ἐπι-
1641»κοινωνίαν ἦλθε. Δύσκολός τις καὶ φιλόνικος καὶ τραχὺς
1642»τὸν χαρακτῆρα ὤν, ἀλαζονείας δὲ καὶ οἰήσεως μεστός,
1643»καταφρονεῖ πάντας τοὺς μετ’ αὐτοῦ ὁπωσδήποτε ἐπικοι-
1644»νωνοῦντας, οὐδαμῶς παραδέχεται τὴν ὕπαρξιν ποιᾶς τινος
1645»πνευματικῆς δυνάμεως καὶ ἐν ἄλλοις ἀνθρώποις, καὶ συγ-
1646»κρούεται ἀείποτε πρός τε νομάρχας καὶ πρὸς καθηγητὰς
1647»καὶ πρὸς διδασκάλους καὶ πρὸς ἐξεταστικὰς ἐπιτροπὰς καὶ
1648»συλλήβδην πρὸς πάντας, μεθ’ ὧν τύχῃ ποτὲ νὰ ἔλθῃ εἰς
1649»ἐπαφήν, πληροῖ δ’ οὕτω ἀκοσμίας καὶ ταραχῆς καὶ θορύβου
1650»τό τε Διδασκαλεῖον, ἐν ᾧ ἐργάζεται, καὶ τὰς προϊσταμένας
1651»αὐτοῦ ἀρχὰς, Νομαρχίας καὶ Ὑπουργεῖα, αἵτινες διηνεκῶς
1652»εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀσχολοῦνται, εἰμὴ εἰς τὸ ἄχαρι καὶ ἀνιαρὸν
1653»ἔργον τοῦ ν’ ἀνακρίνωσι τοὺς διαπληκτιζομένους, νὰ συμβι-
1654»βάζωσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς μεθ’ ὧν διαπληκτίζεται, νὰ πα-
1655»ραινῶσι καὶ νὰ ἐπιπλήττωσιν αὐτόν... Περὶ οὐδενὸς τῶν
1656»καθ’ ἡμᾶς ὑπαλλήλων, Μεγαλειότατε, ὑπάρχει τόση σωρεία
1657»ἐγγράφων ἐριστικῶν, κατακειμένων ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ
1658»καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου, ὅση περὶ τοῦ Διευθυντοῦ τούτου. Ἡ
1659»μακροθυμία τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου ὑπῆρξε μεγίστη.
1660»Ὡδήγησε, παρῄνεσεν, ἐπέπληξεν, ὑπέμεινεν· ἀλλ’ ὅλα εἰς
1661»μάτην. Ὁ μὲν Διευθυντὴς οὐδαμῶς μετεβλήθη, τὸ δὲ Δι-
1662»δασκαλεῖον σφόδρα ἐζημιώθη.»
1663Ἰδοὺ, Κύριοι, ὁ ἄνθρωπος, εἰς ὃν πρῶτον ἀνετέθη νὰ ἐφαρ-
1664μόσῃ τὸν θεσμὸν τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν δημοτικῶν σχολείων
1665ἐν τῇ μητροπόλει τοῦ Κράτους καὶ τῷ πρωτεύοντι αὐτοῦ
1666νομῷ! Ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τοῦ διορισμοῦ του περιέστη
1667καὶ ἐξηκολούθησεν εὑρισκόμενος μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς
1668προσωρινῆς παύσεώς του εἰς διηνεκεῖς ἔριδας πρὸς τοὺς διδα-
1669σκάλους, πρὸς τοὺς δημάρχους καὶ τὰ Δημοτικὰ Συμβού-
1670λια, πρὸς τοὺς νομάρχας καὶ πρὸς αὐτοὺς τοὺς Ὑπουργούς...
1671§83Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. δήμαρχος Ἀθηναίων μοὶ
1672ἔλεγεν: «Ὁ ἐπιθεωρητὴς αὐτὸς εἶναι τύραννος, καὶ θὰ φάγῃ
1673»ξύλον ἀπὸ ἐμὲ τὸν δήμαρχον!»
1674§84Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διαβεβαιῶ τὸν κ. Βουλευτήν,
1675ὅτι εἶδον τὸν κ. ἐπιθεωρητὴν μετὰ τοῦ κ. δημάρχου ἐν τῇ
1676αὐτῇ ἁμάξῃ (γέλωτες).
1677§85ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τοὺς διδασκάλους διῄρεσεν ἀρχῆθεν εἰς εὐ-
1678νοουμένους καὶ μὴ τοιούτους. Καὶ παρ’ ἐκείνοις μὲν ἠνεί-
1679χετο πᾶσαν παράβασιν τοῦ καθήκοντος, τούτους δὲ ἄνευ
1680ἀφορμῆς ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐτιμώρει διὰ προστίμου ἢ δι’ ἀπο-
1681λύσεως. Ἐναντίον τῶν ῥητῶν διατάξεων τοῦ νόμου, καθ’ ἃς
1682ἀπαιτοῦνται ἀποφάσεις τῶν οἰκείων Δημοτικῶν Συμβουλίων
1683καὶ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, πρὸς δὲ Β. Διάταγμα, προ-
1684καλούμενον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, αὐτὸς πλείστους ὅσους δι-
1685δασκάλους μετέθεσεν ἀπὸ σχολείου εἰς σχολεῖον. Ἄλλους
1686προεβίβαζε καὶ ἄλλους ὑπεβίβαζε παρ’ ἀξίαν. Οὕτω λ. χ.,
1687ἐναντίον τῆς ῥητῆς διατάξεως τοῦ νόμου, καθίστα πρωτο-
1688βαθμίους ἀπὸ δευτεροβαθμίων δημοδιδασκάλους, οὓς ἀνεδεί-
1689κνυεν αὐθαιρέτως διευθυντὰς ἐκείνων. Οὐδέποτε σχεδὸν ἐκά-
1690λεσεν ἐγκαίρως τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, ἵνα προτείνωσι τοὺς
1691διοριστέους διδασκάλους, ἀλλ’ ἄφινε νὰ παρέρχηται ἡ ὑπὸ
1692τοῦ νόμου τεταγμένη εἰς αὐτὰ προθεσμία, ὅπως εἶτα διο-
1693ρίζῃ αὐτὸς διὰ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, οὓς ἤθελε διδα-
1694σκάλους. Μετέβαλλεν αὐθαιρέτως τὴν τάξιν καὶ τὴν ὀνομα-
1695σίαν τῶν διαφόρων σχολείων, καὶ μετέθετεν ὁλόκληρον τὸ
1696διδακτικόν των προσωπικὸν μετὰ τῶν μαθητῶν ἀπὸ σχο-
1697λείου εἰς σχολεῖον. Ἔχω, Κύριοι, ἀκριβεῖς πληροφορίας ἐκ
1698τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπ’ ἐμὲ Ὑπουργείου, ὅτι καὶ ὁ Πετρίδης
1699καὶ ὁ Μομφερρᾶτος τὴν ἔκθεσμον καὶ ἔκρυθμον αὐτοῦ ἐνέρ-
1700γειαν ἔχοντες ἰδίᾳ πρὸ ὀφθαλμῶν, ἀπηύθυναν τὰς πικροχό-
1701λους ἐκείνας ἐγκυκλίους πρὸς τοὺς ἐπιθεωρητάς, ἐξ ὧν ἀνέ-
1702γνων ἤδη περικοπὰς πρὸς ὑμᾶς. Αὐτὸς ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βου-
1703λευτής, διαδεξάμενος προσωρινῶς τὸν μακαρίτην Πετρίδην
1704ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας, ἠναγκάσθη νὰ τιμωρήσῃ
1705τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος ἐπιθεωρητὴν ὡς ἑξῆς. Διὰ τοῦ διατάγ-
1706ματος τῆς 8 Ἰανουαρίου 1896, προσυπογεγραμμένου ὑπὸ
1707τοῦ Δ. Πετρίδου, διωρίσθη ὁ Θ. Μιχαλόπουλος, πρώην Διευ-
1708θυντὴς Διδασκαλείου, νομαρχιακὸς ἐπιθεωρητὴς τῶν δημο-
1709τικῶν σχολείων κατὰ τὸν νομὸν Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας
1710(ἀναγινώσκει) «ἐπὶ βαθμῷ καὶ μισθῷ τμηματάρχου πρώ-
1711της τάξεως, δυνάμει τοῦ ἐδαφίου αʹ τοῦ ἄρθρου 38 τοῦ εἰρη-
1712μένου ΒΤΜΘʹ νόμου». Τῇ 11 ὅμως Φεβρουαρίου τοῦ 1897
1713ἐδημοσιεύθη ἕτερον διάταγμα, προσυπογεγραμμένον ὑπὸ τοῦ
1714κ. Θ. Π. Δηλιγιάννη, Προέδρου τότε τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
1715βουλίου καὶ προσωρινοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.
1716Τὸ διάταγμα τοῦτο ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἔχον-
1717τες ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 38 τοῦ ΒΤΜΘʹ νόμου περὶ στοι-
1718χειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 38 ἐν. ἔτους ἀπό-
1719φασιν τῆς ὁλομελείας τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, προτάσει τοῦ
1720ἡμετέρου ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
1721παιδεύσεως Ὑπουργοῦ διατάσσομεν τάδε: Ὁ μισθὸς τοῦ
1722νομαρχιακοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων τοῦ νο-
1723μοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Θεμ. Μιχαλοπούλου ὁρίζεται εἰς
1724δρ. 320 μηνιαίως ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ του.»
1725Οὐδεὶς βεβαίως τότε ἐσκέφθη νὰ μεμφθῇ τὸν ἐκ Γόρτυνος
1726Βουλευτήν, ὅτι ἐπικαλούμενος ἐν τῷ ἀναγνωσθέντι διατάγ-
1727ματι αὐτοῦ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, εἰ καὶ
1728αὐτὴ ἐλήφθη κατὰ πλειονοψηφίαν μόνον, ὡς μαρτυρεῖ τὸ κεί-
1729μενον αὐτῆς, ὅπερ καταθέτω νῦν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐζήτησεν
1730οὕτω νὰ καλύψῃ τὴν εὐθύνην του. Ἀλλ’ οὐδ’ αὐτός, νομίζω,
1731ἐδικαιοῦτο χθὲς νὰ ὑπαινιχθῇ κατ’ ἐμοῦ, ὅτι ἐπικαλούμενος
1732καὶ ἐγὼ ἐν τῇ ἀποφάσει μου περὶ προσωρινῆς παύσεως τοῦ
1733Μιχαλοπούλου τὴν ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τοῦ Νομικοῦ Συμβου-
1734λίου, καὶ δὴ παμψηφεῖ, ληφθεῖσαν ἀπόφασιν, ἐζήτησα οὕτω
1735νὰ καλύψω δι’ αὐτῆς τὴν εὐθύνην μου. Τὴν ἀπόφασιν ταύ-
1736την ἐπεκαλέσθην, Κύριοι, οὐχὶ ὅπως συγκαλύψω τὴν εὐθύ-
1737νην μου, ἥτις παραμένει πλήρης καὶ ἀκεραία ἀπέναντι τῆς
1738Βουλῆς, ἀλλ’ ὅπως ἀποδείξω, ὅτι πλὴν ἐμοῦ ὑπάρχουσι καὶ
1739νομομαθεῖς, κύρους ἀνεγνωρισμένου ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Κράτους,
1740οἵτινες ὁμοφώνως ἀσπάζονται τὴν γνώμην, ἣν ἐγὼ πρὸ πολ-
1741λοῦ ἤδη εἶχον καὶ ἐφήρμοσα, ὡς θ’ ἀποδείξω μετ’ ὀλίγον.
1742Ἡ ὁμόφωνος δὲ αὕτη ἀπόφασις τῆς ὁλομελείας τοῦ Νομι-
1743κοῦ Συμβουλίου δὲν προεκλήθη ὑπ’ ἐμοῦ ἐξεπίτηδες, οὐδ’ ἐξε-
1744λιπαρήθη τὸ παράπαν, ὡς ἐν ἐπιγνώσει τοῦ ἀνυποστάτου
1745τοῦ πράγματος εἶχε τὴν τόλμην νὰ ὑπαινιχθῇ ὁ προλαλήσας.
1746Ὁ Βουλευτὴς δηλαδὴ Μεγαρίδος προέβη εἰς τοὺς τοιούτους
1747ὑπαινιγμοὺς, καίπερ ἔχων ἀνὰ χεῖρας αὐτὴν τὴν ὁμόφωνον
1748ἀπόφασιν τῆς ὁλομελείας τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἐξ ἧς τί
1749ἐμφαίνεται; Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει):
1750«Τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ δευτέρου ζητήματος ὑποβάλλει
1751εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τὸ ἑξῆς πραγματι-
1752κόν ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς Θ. Μιχαλόπουλος τὴν ἑπομένην ἡμέ-
1753ραν τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ διορισθέντος
1754ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς
1755ἐνάρξεως τῆς λειτουργίας τῶν σχολείων ἀπέπεμψε βίᾳ τό τε
1756πρόσωπον τῶν σχολείων καὶ τὰς μαθητρίας. Ἐρωτᾷ δὲ,
1757ἐὰν ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι κολάσιμος, καὶ εἰδικῶς, ἐὰν προ-
1758βλέπεται ὑπὸ τῶν ἄρθρων 167, 479 καὶ 487 τοῦ Ποινι-
1759κοῦ Νόμου.
1760«Κατὰ τὴν ὁμόφωνον τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου κρίσιν,
1761ἡ πρᾶξις αὕτη, ὡς ὑποβάλλεται τὸ πραγματικὸν αὐτῆς,
1762εἶναι ἀναντιρρήτως κολάσιμος, οὐχὶ κατὰ τὰ ἄρθρα 169
1763καὶ 479 τοῦ Ποιν. Νόμου, ἅτινα δὲν ἔχουσι, καθ’ ἃ φρο-
1764νεῖ, ἐφαρμογὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἄρθρον
1765487 § 2, μετὰ προηγουμένην ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ πειθαρ-
1766χικὴν τιμωρίαν δι’ ἐπιβολῆς τινος τῶν ποινῶν τοῦ ἄρθρου
17677 τοῦ ΑΡϞΓʹ νόμου τῆς 14 Μαΐου 1884, ὄντος γενικοῦ
1768καὶ ἐφαρμοζομένου ἐπὶ πάντων τῶν ὑπαλλήλων τῶν κλά-
1769δων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, περὶ ὧν νεώτεροι νόμοι δὲν
1770προνοοῦσιν εἰδικῶς. Τοιοῦτοι δὲ εἶναι καὶ οἱ ἐπιθεωρηταὶ,
1771περὶ τῆς πειθαρχικῆς τιμωρίας τῶν ὁποίων οὔτε ὁ νόμος
1772ΒΤΜΘʹ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, οὔτε ἄλλος τις νεώ-
1773τερος νόμος ἐτροποποίησε τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ
1774μνησθέντος ΑΡϞΓʹ νόμου περὶ προσόντων καὶ πειθαρχικῆς
1775τιμωρίας τῶν δημοσίων λειτουργῶν.»
1776Ἐκ τοῦ κειμένου τούτου, Κύριοι, πείθεται ἕκαστος, ὅτι
1777ἐγὼ ἠρώτησα τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ἐὰν καὶ ἐπὶ τῇ βά-
1778σει τίνων ἄρθρων τοῦ Ποιν. Νόμου εἶναι ποινικῶς καταδιω-
1779κτέος ὁ ἐπιθεωρητὴς Μιχαλόπουλος διὰ τὰς ὑπ’ αὐτοῦ τολ-
1780μηθείσας ἐν Πειραιεῖ παραβάσεις, αὐτὸ δὲ ἀπεφήνατο ὁμο-
1781φώνως, ὅτι εἶναι μὲν αὐτὸς ποινικῶς καταδιωκτέος ἐπὶ τῇ
1782βάσει τοῦ ἄρθρου 487 § 2 τοῦ Ποιν. Νόμου, ἀλλ’ ὅτι ἔπρεπε
1783νὰ προηγηθῇ ἡ πειθαρχικὴ τιμωρία του ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ
1784ἄρθρου 7 τοῦ νόμου ΑΡϞΓʹ τῆς 14 Μαΐου 1884, «ὄντος
1785γενικοῦ καὶ ἐφαρμοζομένου ἐπὶ πάντων τῶν ὑπαλ-
1786λήλων τῶν κλάδων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας».
1787Ὑπάρχει, Κύριοι, ἐν τῷ ἀναγνωσθέντι κειμένῳ ἴχνος ἐξε-
1788πίτηδες προκλήσεως ἢ ἐκλιπαρήσεως τῆς τοιαύτης γνώμης
1789τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου; Ἦτο δὲ ἐπιτετραμμένον εἰς ἄν-
1790θρωπον σεβόμενον ἑαυτὸν, ἐνῷ τοιοῦτον κείμενον ἐκράτει
1791ἀνὰ χεῖρας καὶ ἐπεδείκνυεν εἰς ἡμᾶς, νὰ ἰσχυρισθῇ τὰ ἐναν-
1792τία, ὡς ὁ Βουλευτὴς Μεγαρίδος.
1793Ἀλλὰ πρὸς τί νὰ προκαλέσω καὶ ἐκλιπαρήσω ἐγὼ τὴν
1794τοιαύτην γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἐν ἔτει 1900,
1795ἀφοῦ τὸ ὑπ’ ἐμὲ Ὑπουργεῖον ἔχει σταθερὰν, οὕτως εἰπεῖν,
1796περὶ αὐτῆς νομολογίαν ἀφ’ ἧς ἐγὼ πρῶτος, ἐν ἔτει 1897,
1797ἐφήρμοσα τὸ 7 ἄρθρον τοῦ ΑΡϞΓʹ νόμου τοῦ 1884 εἰς τὴν
1798ράχιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ Μιχαλοπούλου; Τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος
1799ἄρθρον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Αἱ πειθαρχικαὶ ποι-
1800ναί εἰσιν: αʹ) ἐπίπληξις, βʹ) πρόστιμον ἀπὸ τριῶν μέχρις
1801ἑκατὸν δραχμῶν καὶ γʹ) προσωρινὴ παῦσις ἀπὸ τριῶν ἡμε-
1802ρῶν μέχρι τριῶν μηνῶν». Τὴν δευτέραν τῶν ποινῶν τού-
1803των, ἤτοι πρόστιμον ἐξ 75 δραχμῶν, ἐπέβαλον εἰς τὸν περὶ οὗ
1804ὁ λόγος ἐπιθεωρητὴν, ἀφοῦ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 9875 ἀπὸ
180518 Αὐγούστου 1897 διαταγῆς μου ἐκάλεσα αὐτὸν εἰς ἀπολο-
1806γίαν, κατὰ τὸ ἄρθρον 8 τοῦ αὐτοῦ νόμου, διὰ δὲ τῆς ὑπ’ ἀριθ.
180711404 καὶ ἀπὸ 17 Σεπτεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους ὑπουρ-
1808γικῆς διαταγῆς παρήγγειλα τὸν ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων τῶν
1809ἐσόδων Ἀττικῆς ταμίαν νὰ εἰσπράξῃ τό τε πρόστιμον καὶ
1810τὰ τέλη σημάνσεως, τὰ ἐπιβληθέντα εἰς αὐτόν.
1811§86ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατὶ ἐτιμωρήθη;
1812§87ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διότι τιθέμενος ὑπεράνω καὶ τοῦ νόμου καὶ
1813τοῦ Ὑπουργοῦ ἠρνεῖτο νὰ ὁρκίσῃ τὸν ὑπ’ ἐμοῦ διορισθέντα
1814τότε δημοδιδάσκαλον ἐν Νεαπόλει τοῦ δήμου Λαυρεωτικῆς
1815Δικαῖον Κανακάκην, ἀφοῦ τὸ ἐκεῖ σχολεῖον ἔμενεν ἄνευ δι-
1816δασκάλου ὑπὲρ τοὺς δύο μῆνας. Τὸ παράδειγμά μου ἐκεῖνο
1817ἐμιμήθη μετ’ ὀλίγον ὁ διαδεξάμενός με τότε ἐν τῷ Ὑπουρ-
1818γείῳ τῆς Παιδείας ἀξιότιμος βουλευτὴς Αἰγιαλείας κ. Ἀνδρ.
1819Παναγιωτόπουλος, ὅστις τῇ 18 Ὀκτωβρίου 1897 ἐξέδωκε
1820τὴν ὑπ’ ἀριθ. 15386 ἀπόφασιν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς (ἀναγι-
1821νώσκει):
1822«Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰ ἄρθρα 6, 7 καὶ 8 τοῦ περὶ προσόν-
1823»των καὶ πειθαρχικῆς τιμωρίας τῶν δημοσίων λειτουργῶν
1824»τῆς 19 Μαΐου 1884 ΑΡϞΓʹ νόμου καὶ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 2096
1825»ἐ. ἔ. ἀπολογίαν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων
1826»τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Θ. Μιχαλοπούλου, ἐπι-
1827»βάλλομεν αὐτῷ χρηματικὴν ζημίαν δραχμῶν ἑβδομήκοντα
1828»πέντε καὶ τὰ τέλη τῆς σημάνσεως.»
1829Ἀφοῦ ἀπὸ τριετίας ἤδη ἐφαρμόζεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουρ-
1830γείου τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νόμου τοῦ 1884 ἐν τῇ δευτέρᾳ αὐ-
1831τοῦ περιπτώσει, τῇ τοῦ προστίμου, χωρὶς ποτε νὰ ἐξαναστῇ
1832τις, οὔτ’ ἐν τῷ Τύπῳ οὔτ’ ἐν τῇ Βουλῇ, κατὰ τῆς τοιαύτης
1833ἐφαρμογῆς του, ἄπορόν μοι φαίνεται, πῶς νῦν ξενίζονταί τι-
1834νες ἐπὶ τούτῳ, μόνον καὶ μόνον διότι εὑρέθην ἐγὼ εἰς τὴν
1835ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ ἐφαρμόσω ἐπὶ τοῦ Μιχαλοπού-
1836λου καὶ τὴν τρίτην περίπτωσιν τοῦ ἄρθρου, ἤτοι τὴν προσω-
1837ρινὴν παῦσιν. Ἢ εἶναι ἐξ ἴσου παράνομος ἡ ἐφαρμογὴ καὶ
1838τῆς δευτέρας καὶ τῆς τρίτης πειθαρχικῆς ποινῆς τοῦ ἄρθρου
1839ἐπὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν, ἢ νόμιμος, νομιμωτάτη, ἡ ἐφαρμογὴ
1840ἀμφοτέρων αὐτῶν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐδόλως ὀκνῶ νὰ ἦμαι
1841ὑπὲρ τῆς δευτέρας ταύτης ἐκδοχῆς, βεβαιῶ δὲ τὴν Βουλὴν,
1842ὅτι τὴν αὐτὴν γνώμην θὰ εἶχον, καὶ ἂν ἔτι ὁμοφώνως τὸ
1843Νομικὸν Συμβούλιον ἐν τῇ ὁλομελείᾳ αὑτοῦ ἀπεφαίνετο
1844ἐναντίαν γνώμην.
1845Κύριοι, εἶναι ἐπιτετραμμένον, νομίζω, εἰς τὸν ἀξιότιμον
1846ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴν, τὸν κ. Φλογαΐτην, τὸν ἀνέκαθεν κα-
1847θηλωμένον εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἀποκεντρώσεως, νὰ ἐξανίστα-
1848ται κατὰ πάσης πράξεως ὑπουργικῆς, τιμωρούσης οἱανδή-
1849ποτε παρεκτροπὴν τῶν ἐπιθεωρητῶν τῶν δημοτικῶν σχο-
1850λείων, διότι αὐτός, δικαίως ἢ ἀδίκως, τοὺς ἐπιθεωρητὰς τού-
1851τους ὑπολαμβάνει ὡς τὴν πρώτην ἐνσάρκωσιν τῶν ἀποκεν-
1852τρωτικῶν του ἰδεῶν, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ δὲν δύναται ἢ νὰ
1853φέρῃ βαρέως πᾶν ὅ,τι θ’ ἀπεδείκνυεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶ-
1854ναι ἀκόμη ἐπιτηδεία διὰ τὴν πραγματοποίησιν τῶν ἰδεῶν
1855του. Ἀλλὰ πᾶς ἄλλος, ἀπροκαλύπτως κρίνων τὸ πρᾶγμα,
1856ἑκὼν ἄκων θὰ συμφωνήσῃ μὲ τὴν νομολογίαν τοῦ ὑπ’ ἐμὲ
1857Ὑπουργείου, ἣν καὶ ἡ ὁλομέλεια τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου
1858καὶ πολλοὶ ἄλλοι νομομαθεῖς παρ’ ἡμῖν ἀσπάζονται.
1859Δὲν εἶναι, Κύριοι, ἀληθὲς, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1895
1860τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ἀπεξενώθη πάσης δικαιοδοσίας
1861ἐπὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Αὐτὸ τὸ ἄρθρον 33
1862τοῦ νόμου, ὅπερ ἐπεκαλέσθη ὁ προλαλήσας ὑπὲρ τῆς τοιαύ-
1863της γνώμης, πᾶν τοὐναντίον μαρτυρεῖ. Τὸ ἄρθρον ἔχει ὡς
1864ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
1865»κῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργεῖον ἀνατε-
1866»θειμένη ἐποπτεία ἐπὶ τῶν σχολείων τῆς στοιχειώδους ἐκ-
1867»παιδεύσεως... ἐνασκεῖται τοῦ λοιποῦ... διὰ τῶν κατὰ νο-
1868»μὸν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων καὶ τῶν παρ’ αὐτοῖς ἐπιθεω-
1869»ρητῶν». Ἔχει λοιπὸν πλήρη καὶ ἀκεραίαν καὶ νῦν τὸ
1870Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τὴν ἐποπτείαν ἐπὶ τῆς
1871δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καθ’ ὅσον δ’ ἐνασκεῖ αὐτὴν διὰ τῶν
1872ἐπιθεωρητῶν, ἐννοεῖται ὅτι οὗτοι ὑπάγονται ὑπὸ τὴν ἄμε-
1873σον δικαιοδοσίαν του, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ καὶ ὑπὸ τὴν ἄμε-
1874σον πειθαρχικήν του ἐξουσίαν, ἀφοῦ ἄλλως τε τὸ Ὑπουργεῖον
1875διορίζει αὐτοὺς κατὰ τὸ ἄρθρον 34, καὶ μεταθέτει καὶ ἀπο-
1876λύει αὐτοὺς ὁριστικῶς κατὰ τὸ ἄρθρον 38.
1877Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι τὸ τελευταῖον τοῦτο δικαίωμα
1878ὑπήγαγεν ὁ νόμος εἰς περιορισμόν τινα διὰ τοῦ ἄρθρου 48,
1879καθ’ ὃ διὰ τὴν μετάθεσιν καὶ τὴν ὁριστικὴν ἀπόλυσιν ἀπαι-
1880τεῖται πρότασις τοῦ οἰκείου Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ
1881δι’ ὅλας τὰς κυρίως πειθαρχικὰς ποινὰς οὐδένα περιορισμὸν
1882ἔθεσεν εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παι-
1883δείας, ἣν κέκτηται οὗτος, ὡς προϊσταμένη ἀρχή, ἐφ’ ὅλων
1884τῶν ὑπ’ αὐτοῦ διοριζομένων καὶ ἀπολυομένων ὑπαλλήλων...
1885§88ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς διορίζει καὶ τὸν δικαστήν.
1886§89ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιο-
1887σύνης, ὅστις διορίζει αὐτὸν, ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ νὰ τιμωρῇ
1888αὐτὸν πειθαρχικῶς.
1889§90Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπαιτεῖται ὅμως ἀπόφασις
1890καὶ γνωμοδότησις τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν.
1891§91ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διότι τοῦτο ἐπιβάλλει εἰδικὸς νόμος εἰς τὸν
1892Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐνῷ διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παι-
1893δείας οὐδεὶς νόμος ἐπιβάλλει αὐτό. Ὁ νόμος ὁ κανονίζων τὰ τῆς
1894πειθαρχικῆς τούτου ἐξουσίας εἶναι ὁ γενικὸς νόμος τοῦ 1884
1895«περὶ προσόντων καὶ πειθαρχικῆς τιμωρίας τῶν δημοσίων
1896λειτουργῶν». Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ὁ προλαλήσας καὶ
1897τοῦτο ἠθέλησε νὰ διαμφισβητήσῃ, ἐπικαλούμενος τὸ 19 ἄρ-
1898θρον τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος νόμου, καὶ δὴ μόνον τὰς τρεῖς
1899πρώτας αὐτοῦ παραγράφους, καθ’ ἃς «εἰς τὰς διατάξεις τοῦ
1900παρόντος νόμου ὑπάγονται: αʹ) οἱ λειτουργοὶ τῆς διοικητικῆς
1901(ὡς ἐὰν οἱ ἐπιθεωρηταὶ μὴ ἦναι λειτουργοὶ διοικητικῆς ὑπη-
1902ρεσίας!) καὶ οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας, βʹ) οἱ τῆς κεντρικῆς
1903ὑπηρεσίας τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς
1904Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ τοῦ τῆς Δικαιοσύνης κλπ». Ἀλλὰ
1905τὸ ἄρθρον τοῦτο, Κύριοι, ἀναφέρεται κυρίως εἰς τὰς περὶ
1906προσόντων διατάξεις τοῦ νόμου, ὡς γίνεται δῆλον ἐκ τῆς
1907ἕκτης, τῆς ἑβδόμης καὶ ὀγδόης τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου παραγρά-
1908φου, καθ’ ἃς (ἀναγινώσκει): «Ἐκ τῶν κατὰ τὸ ἐδάφ. αʹ
1909»δημοσίων λειτουργῶν ἐξαιροῦνται οἱ τῶν Δημοσίων Ἔργων»
1910(καθόσον εἰδικὸς νόμος εἶχε κανονίσει τὰ προσόντα ταῦτα)...
1911«Ἐξαιροῦνται ὡσαύτως, ἀλλ’ ὑπαγόμενοι εἰς μόνας τὰς περὶ
1912»πειθαρχικῆς ἐξουσίας διατάξεις, αʹ) οἱ δημόσιοι λειτουργοί,
1913»οἱ ἔχοντες βαθμὸν ἀνώτερον τοῦ τμηματάρχου αʹ τάξεως,
1914»βʹ) οἱ Βασιλικοὶ Ἐπίτροποι ἐν γένει» κλπ.
1915Κύριοι, ἐν ὅσῳ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου ΑΡϞΓʹ κελεύει
1916σαφῶς καὶ ἀπεριφράστως τάδε: «Οἱ δημόσιοι λειτουργοὶ
1917»ὑπόκεινται εἰς πειθαρχικὰς ποινὰς διὰ πᾶσαν παράβασιν ἢ
1918»ὑπέρβασιν τοῦ ἰδίου καθήκοντος, μὴ ἀποκλειομένης τῆς
1919»ποινικῆς καταδιώξεως», ἐν ὅσῳ ἀδύνατον ν’ ἀποδείξῃ τις,
1920μεθ’ ὅλην τὴν δικολαβικὴν διαστροφὴν τοῦ νόμου, ὅτι οἱ
1921ἐπιθεωρηταὶ δὲν εἶναι δημόσιοι λειτουργοί, ἐν ὅσῳ ὁ Ὑπουρ-
1922γὸς δικαιοῦται κατὰ τὸ ἄρθρον 7 νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτοὺς
1923καὶ πρόστιμον καὶ προσωρινὴν παῦσιν, ἀφοῦ καλέσῃ αὐτοὺς
1924εἰς ἀπολογίαν κατὰ τὸ ἄρθρον 8, ἐν ὅσῳ εἶναι βέβαιον, ὅτι
1925νεώτερος εἰδικὸς νόμος δὲν ἐκανόνισεν ἄλλως τὰ περὶ πει-
1926θαρχικῶν ποινῶν τῶν ἐπιθεωρητῶν, εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφι-
1927βολίας, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον ἔχει
1928νὰ ἐφαρμόζῃ ἐπὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν, παρεκτρεπομένων, τὸν
1929νόμον τοῦ 1884 καὶ ἰδίᾳ τὰ ἄρθρα 6, 7 καὶ 8 αὐτοῦ ἐν
1930συνδυασμῷ. Τοῦτο ἔπραξα καὶ ἐγώ, τιμωρήσας τὸν ἐπιθεω-
1931ρητὴν Μιχαλόπουλον πειθαρχικῶς διὰ προστίμου καὶ τελευ-
1932ταῖον διὰ προσωρινῆς παύσεως. Διαβεβαιῶ δὲ τὴν Βουλήν,
1933ὅτι τοῦτο θὰ πράξω καὶ ἐν τῷ μέλλοντι καὶ πρὸς αὐτὸν καὶ
1934πρὸς πάντα ἄλλον ἐπιθεωρητὴν παρεκτρεπόμενον, ἐν ὅσῳ
1935ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας.
1936§92Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Διατὶ δὲν τοὺς καταγγέλλετε εἰς τὰ
1937Ἐποπτικὰ Συμβούλια, ἵνα τιμωρηθῶσι κατὰ τὸν νόμον
1938τοῦ 1895;
1939§93ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δι’ ὃν λόγον καὶ ὁ πατήρ σας, ὁ εἰσηγητὴς
1940καὶ πρῶτος ἐφαρμοστὴς τοῦ νόμου τοῦ 1895, δὲν κατήγ-
1941γειλεν αὐτοὺς, παρεκτρεπομένους, εἰς τὰ Ἐποπτικὰ Συμ-
1942βούλια, ἀλλ’ ἠρκέσθη μόνον εἰς τὸ νὰ στιγματίσῃ καὶ αὐ-
1943τοὺς καὶ ταῦτα διὰ τῆς ἐγκυκλίου τῆς 25 Σεπτεμβρίου
19441896, ἣν πρὸ μικροῦ ἀνέγνων πρὸς τὴν Βουλήν!
1945Ὁ νόμος, Κύριοι, ΒΤΜΘʹ προὐνόησε διὰ τοῦ ἄρθρου 24
1946περὶ μιᾶς μόνης περιπτώσεως πειθαρχικῆς τιμωρίας διὰ τοὺς
1947ἐπιθεωρητὰς, καθ’ ἣν οὗτοι, ἀναβάλλοντες ὑπὲρ τὴν ἑβδο-
1948μάδα νὰ προτείνωσι τὸν διοριστέον δημοδιδάσκαλον, τιμω-
1949ροῦνται διὰ προστίμου 20 μέχρις 100 δραχμῶν. Διὰ πάσας
1950τὰς ἄλλας ἀπειραρίθμους περιπτώσεις τῆς πειθαρχικῆς τιμω-
1951ρίας ἄφησεν ἐν ἰσχύϊ τὸν γενικὸν νόμον τοῦ 1884. Ἐὰν ἐνό-
1952μιζεν ὁ νομοθέτης, ὅτι διὰ πᾶσαν ἄλλην παράβασιν καὶ
1953ὑπέρβασιν, συνεπαγομένην πειθαρχικὴν ποινὴν προστίμου ἢ
1954προσωρινῆς παύσεως, ἔπρεπε νὰ μένωσιν ἀτιμώρητοι οἱ ἐπι-
1955θεωρηταί, ὤφειλε ν’ ἀναγράψῃ ῥητῶς τὴν τοιαύτην διάταξιν.
1956Ἀλλὰ θὰ ἦτο μωρὸς, ἐὰν καθιέρου οὑτωσὶ τὸ ἀτιμώρητον
1957τῶν ἐπιθεωρητῶν, θὰ ἦτο δ’ ἔτι μωρότερος, ἐὰν διὰ πᾶσαν
1958παράβασιν καὶ ὑπέρβασιν αὐτῶν, συνεπαγομένην πρόστιμον
1959ἢ προσωρινὴν παῦσιν, καθιέρου αὐτὸς μόνην τὴν κατὰ πρότα-
1960σιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου μετάθεσιν ἢ ἀπόλυσιν αὐ-
1961τῶν, ὡς νομίζει ὁ προλαλήσας. Θὰ ἦτο τὸ ἴδιον, ὡς ἐὰν κα-
1962θιέρου ποινικός τις νομοθέτης δι’ ὅλα τὰ πταίσματα καὶ
1963πλημμελήματα μόνας τὰς ποινὰς τῶν κακουργημάτων, ὡς
1964τὰ δεσμὰ καὶ τὴν κεφαλικὴν ποινήν! Ἐλπίζω, Κύριοι, πρὸς
1965τιμὴν τῆς Βουλῆς, ὅτι οὐδεὶς ἄλλος Βουλευτὴς, πλὴν τοῦ
1966προλαλήσαντος ἐκ Μεγαρίδος, θὰ θελήσῃ νὰ ὑποστηρίξῃ τό-
1967σον ἑώλους γνώμας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ἐπὶ τῇ
1968βάσει αὐτῶν νὰ διαμφισβητήσῃ τὴν νομιμότητα τῆς προσω-
1969ρινῆς παύσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ Μιχαλοπούλου.
1970Καταθέτω, Κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς ἔγγραφα: αʹ) τὸ
1971ὑπ’ ἀριθ. 28 καὶ ἀπὸ 29 Μαρτίου 1897 πρακτικὸν συνε-
1972δριάσεως τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου Ἀττικῆς, ὅπερ κατὰ
1973πρότασιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ Θ. Μιχαλοπούλου προέτεινεν ἀνὰ
1974δύο νέα δημοτικὰ σχολεῖα ἀρρένων καὶ θηλέων ἐν Πειραιεῖ·
1975βʹ) ἀπόσπασμα πρακτικῶν τῆς ΚΓʹ συνεδρίας τοῦ Ἐπο-
1976πτικοῦ Συμβουλίου τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἀπὸ
197730 Ἀπριλίου 1897, ὅπερ κατὰ πρότασιν αὖθις τοῦ αὐτοῦ
1978ἐπιθεωρητοῦ ἀπεφάσισε τὴν ἵδρυσιν τῶν εἰρημένων σχολείων
1979διὰ τὴν πληθώραν τῶν ἤδη ὑφισταμένων τοιούτων, ἐξ ὧν
1980τινα ἀριθμοῦσιν ὡς 450 μαθητρίας, τοῦθ’ ὅπερ καὶ ἀντιπαι-
1981δαγωγικὸν καὶ ἀνθυγιεινὸν εἶναι· καὶ γʹ) τὸ ἀπὸ 20 Νοεμ-
1982βρίου 1897 Β. Διάταγμα, δι’ οὗ συνεστάθησαν τὰ περὶ ὧν
1983ὁ λόγος σχολεῖα.
1984Ἔργον τοῦ ἐπιθεωρητοῦ Μιχαλοπούλου ἦτο, ἅμα τῇ κοι-
1985νοποιήσει τοῦ διατάγματος τούτου εἰς αὐτὸν, ὡς ἐμφαίνεται
1986ἐκ τοῦ ἀπὸ 26 Νοεμβρίου 1897 καὶ ὑπ’ ἀριθ. 17201 ἐγ-
1987γράφου τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὸν νομάρχην Ἀττικῆς καὶ
1988Βοιωτίας, νὰ σπεύσῃ πάραυτα εἰς τὴν ἐξεύρεσιν καὶ ἐνοι-
1989κίασιν τῶν καταλλήλων οἰκιῶν ἐν Πειραιεῖ, ἵνα χρησιμεύ-
1990σωσιν ὡς διδακτήρια τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος σχολείων, καὶ εἰς
1991τὴν πρόσκλησιν τοῦ οἰκείου Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἵνα
1992προτείνῃ τοὺς διοριστέους εἰς αὐτοὺς διδασκάλους ἑκατέρου
1993φύλου...
1994§94ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ἂν ὑπῆρχεν ἡ ἀναγκαία πίστωσις ἀνα-
1995γεγραμμένη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ δήμου.
1996§95ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τοῦτο δὲν ἦτο ἔργον τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἀλλὰ
1997τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ὅπερ ἐὰν ἠρνεῖτο τὴν ἀναγρα-
1998φήν, ὑπάρχουσιν οἱ ἐκ τοῦ νόμου δικαιούμενοι νὰ ἐξαναγκά-
1999σωσιν αὐτὸ εἰς τοῦτο, πρὸς οὓς βεβαίως οὐδὲν τὸ κοινὸν ἔχει
2000αὐτός. Ἐάν, Κύριοι, ἦτο ἀληθὴς ἡ γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ
2001ἐξ Ἀττικῆς, τότε βεβαίως ἐν τοῖς πλείστοις τῶν δήμων τοῦ
2002Κράτους οὐδέποτε θὰ συνιστῶντο δημοτικὰ σχολεῖα, ἢ τοὐ-
2003λάχιστον οὐδέποτε θὰ ἐλειτούργουν αὐτά. Οἱ πλεῖστοι τῶν
2004δήμων, στερούμενοι, ὡς γνωστόν, ἐπαρκῶν πόρων, μὴ δυνά-
2005μενοι δὲ νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτουμένην
2006αὔξησιν τῶν δημοτικῶν των φόρων, ὅπως τύχωσι τῆς ἐκ τοῦ
2007δημοσίου ταμείου συνδρομῆς διὰ τὴν δημοτικήν των ἐκπαί-
2008δευσιν, θὰ ἔμενον ἐς ἀεὶ ἄνευ δημοτικῶν σχολείων, ἐὰν οἱ
2009ἐπιθεωρηταὶ ἀνέμενον προηγουμένως τὴν ὑπ’ αὐτῶν ἀναγρα-
2010φὴν τῶν ἀναγκαίων πιστώσεων ἐν τοῖς οἰκείοις προϋπολο-
2011γισμοῖς.
2012Ἀλλ’ ἐρωτῶ, Κύριοι, ἔχομεν ἐν τῷ Κράτει εὐπορώτερον
2013δῆμον τοῦ τῆς γείτονος πόλεως; Καὶ ἂν δὲν ἀνεγράφη τότε
2014ἀμέσως ἀναπληρωματικὴ πίστωσις διὰ τὸ ἔτος 1897, ἠδύ-
2015νατο ν’ ἀρχίσῃ ἡ λειτουργία τῶν νέων σχολείων ἀπὸ τῆς 1
2016Ἰανουαρίου τοῦ 1898 ἢ τοῦ 1899, ὅπως ἐν τοῖς προϋπολο-
2017γισμοῖς τούτων τοὐλάχιστον τῶν ἐτῶν ἀναγραφῇ τακτικὴ
2018τοιαύτη πίστωσις.
2019Ἀλλ’ ἐν ἀρχῇ, εἰ καὶ ἀτόπως, οὐχ ἧττον προεφασίζετο
2020ὁ ἐπιθεωρητὴς, ὅτι ὁ δῆμος Πειραιέων ἀπεφάσισε νὰ οἰκο-
2021δομήσῃ ἴδια διδακτήρια διὰ νέα σχολεῖα. Ἀρχομένου ὅμως
2022τοῦ Αὐγούστου μηνὸς τοῦ 1899 τὰ διδακτήρια ταῦτα εἶχον
2023συντελεσθῆ, ἐγένοντο δ’ ἐν πάσῃ πομπῇ τὰ ἐγκαίνια αὐτῶν.
2024Ἔκτοτε ἦτο πάντη ἀδικαιολόγητος ὁ ἐπιθεωρητὴς, μὴ προ-
2025καλῶν πάραυτα τὸν διορισμὸν τῶν διδασκάλων. Παρῆλθον
2026οὕτω δύο μῆνες, ὅτε ὁ προσωρινὸς ἀναπληρωτής μου ἐν τῇ
2027διευθύνσει τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν
2028Ναυτικῶν συνάδελφός μου προέβη κατὰ τὰ μέσα Ὀκτω-
2029βρίου π. ἔ., καθ’ ὃ εἶχεν ἐκ τοῦ νόμου δικαίωμα καὶ καθῆ-
2030κον, εἰς τὸν διορισμὸν τῶν διδασκαλισσῶν ἐν τοῖς νέοις σχο-
2031λείοις τῶν θηλέων. Τότε ὁ μὲν δήμαρχος Πειραιέων ἐξανέστη,
2032παραπονούμενος κατὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ὡς μὴ προκαλέσαν-
2033τος ἐγκαίρως τὴν πρότασιν τοῦ Συμβουλίου περὶ τῶν διορι-
2034στέων διδασκαλισσῶν, ὁ δὲ ἐπιθεωρητὴς ἠρνήθη αὐθαιρέτως
2035ὅλως νὰ ὁρκίσῃ τὰς διορισθείσας διδασκαλίσσας· διὸ ἠναγ-
2036κάσθη τὸ Ὑπουργεῖον νὰ διατάξῃ τὸν ἁρμόδιον εἰρηνοδί-
2037κην, ἵνα ὁρκίσῃ αὐτάς. Ἀλλὰ καὶ οὕτως ὁ ἐπιθεωρητὴς ἠρ-
2038νεῖτο ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους νὰ ἐγκαθιδρύσῃ αὐτὰς εἰς τὰ
2039σχολεῖά των.
2040Ὑπείκων τότε εἰς τὰς παραστάσεις καὶ διαμαρτυρίας
2041πλείστων γονέων τοῦ Πειραιῶς, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῶν ἀνα-
2042φορῶν τούτων (ἐπιδεικνύει αὐτὰς), παρήγγειλα τὸν γενι-
2043κὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν δημοτικῶν σχολείων καὶ τὸν νομάρχην
2044Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἵνα μεταβάντες εἰς Πειραιᾶ ἐγκα-
2045θιδρύσωσιν αὐτοὶ τὰς νέας διδασκαλίσσας εἰς τὰς θέσεις των.
2046Τοῦτο καὶ ἐγένετο· ἀλλ’ ὅμως τῇ ὑστεραίᾳ τῆς ἐγκαθιδρύσεως
2047ταύτης μεταβὰς εἰς Πειραιᾶ ὁ ἐπιθεωρητὴς ἀπέπεμψε βίᾳ
2048καὶ πρὸς κοινὸν σκάνδαλον τὰς διδασκαλίσσας μετὰ τῶν μα-
2049θητριῶν των ἐκ τῶν σχολείων. Ἐπὶ τῇ ἐκθέσμῳ ταύτῃ ἐνερ-
2050γείᾳ ἐζήτησα τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἐὰν
2051ἔπρεπε νὰ καταδιωχθῇ αὐτὸς ποινικῶς, τοῦτο δὲ, ὁμοφώνως
2052ἀπαντῆσάν μοι καταφατικῶς, ἀπεφάνθη συγχρόνως, ὅτι ἔπρεπε
2053νὰ προηγηθῇ καὶ ἡ ἐφαρμογὴ μιᾶς τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ
2054ᾼΡϞΓʹ νόμου πειθαρχικῶν ποινῶν, ὡς τοιαύτην δ’ ἐγὼ ἐξέ-
2055λεξα τὴν ἐπὶ τρίμηνον προσωρινὴν παῦσίν του, ἣν οὐδεὶς,
2056νομίζω, ἀναλογιζόμενος τὸ ἔγκλημά του, θὰ εὕρῃ βαρεῖαν...
2057§96Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νὰ ἴδωμεν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, καὶ
2058τότε θὰ συζητήσωμεν.
2059§97ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὰ σχετικὰ ἔγγραφα εἶναι πάντα ἐνταῦθα,
2060καὶ βεβαίως, ἀφοῦ ἀναγνώσητε ὑμεῖς αὐτὰ, θὰ λάβητε εἶτα
2061τὸν λόγον καὶ ἐν τῇ ἐγνωσμένῃ εὐγλωττίᾳ ὑμῶν θὰ μὲ ἀπο-
2062στομώσητε!
2063Ἐγὼ, Κύριοι, ἐνόμισα, ὅτι ἐπιτακτικὸν καθῆκον ἐπεβάλ-
2064λετο εἰς ἐμὲ νὰ τιμωρήσω τὸν οὕτω πως παρεκτραπέντα
2065ἐπιθεωρητὴν Μιχαλόπουλον. Τοῦτο ἀπῄτει ἡ ἀξιοπρέπεια
2066καὶ ἐμοῦ καὶ τοῦ γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ τοῦ νομάρχου·
2067τοῦτο ἀπῄτει καὶ ἡ ἐξεγερθεῖσα κατὰ τῆς τοιαύτης τοῦ ἀν-
2068θρώπου διαγωγῆς κοινὴ συνείδησις· τοῦτο ἀπῄτει τὸ καλῶς
2069ἐννοούμενον συμφέρον αὐτῆς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν
2070τῷ νομῷ Ἀττικῆς, ἣν ἡ ἀνισόρροπος διάνοια τοῦ ἐπιθεωρη-
2071τοῦ Μιχαλοπούλου — διότι ἄλλως δυστυχῶς δὲν δύναμαι νὰ
2072ἐξηγήσω τὸ φαινόμενον αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου — ἐνέβαλλεν εἰς
2073ἀληθῆ ἀναστάτωσιν.
2074§98Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ δὲν τὸν κατηγγείλατε
2075εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον;
2076§99ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπιτροπὴ, Κύριοι, συγκειμένη ἐκ τοῦ γε-
2077νικοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἐκ τοῦ νομάρχου Ἀττικῆς καὶ ἐκ τοῦ
2078δημάρχου Ἀθηναίων ἀνέλαβε νὰ ἐπιθεωρήσῃ πάντα τὰ δη-
2079μοτικὰ σχολεῖα τῆς πρωτευούσης. Τὰς ἐντυπώσεις της ἐκ
2080τῆς τοιαύτης ἐπιθεωρήσεως θὰ ἀναγράψῃ ἐν ἐκθέσει, ἧς ἀντί-
2081γραφον θὰ ὑποβληθῇ καὶ εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, ὅπως
2082ἐπιτελέσῃ καὶ τοῦτο τὸ διὰ τοῦ ἄρθρου 48 τοῦ ͵ΒΤΜΘʹ
2083νόμου ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὸ καθῆκον. Δύναμαι δὲ νὰ δια-
2084βεβαιώσω τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦδε, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας
2085παρὰ τοῦ γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων,
2086ὅτι αἱ ἐντυπώσεις τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ἐπιτροπῆς εἶναι οἰκ-
2087τραὶ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν.
2088Ἐπεσκέφθη ἤδη αὐτὴ τὴν ἐν τῇ συνοικίᾳ Μακρυγιάννη
2089κειμένην ΙΑʹ Σχολὴν τῶν ἀρρένων, εὗρε δ’ αὐτὴν ἐγκαθιδρυ-
2090μένην ἔν τινι παλαιᾷ ἀποθήκῃ σανοῦ, ἐπὶ τῆς ὁδοῦ τῆς ἀγού-
2091σης εἰς τὸ Νεκροταφεῖον. Εἰς αὐτὴν τὴν ἀποθήκην τοῦ σα-
2092νοῦ, τὴν μισθωθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Μιχαλοπούλου ἀντὶ 200
2093δραχ. τὸν μῆνα, φοιτῶσιν εἰς δύο διαχωρίσματα, ἀπ’ ἀλλήλων
2094διὰ σανίδων χωριζόμενα, 225 μαθηταὶ, συνωστιζόμενοι ἐν
2095αὐτοῖς δίκην σαρδελῶν...
2096§100ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ ἰδιοκτήτης;
2097§101ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὀνομάζεται, νομίζω, Χατζηδημητρίου...
2098Προὐτίμησε τὴν ἀποθήκην ταύτην τοῦ σανοῦ ὁ ἐπιθεωρητὴς
2099πολλῶν ἄλλων λαμπρῶν οἰκιῶν ἐν τῇ συνοικίᾳ ἐκείνῃ, καὶ
2100αὐτῆς τῆς οἰκίας ἐν τῇ Γαργαρέτᾳ, ἥτις ἐχρησίμευεν ὡς δι-
2101δακτήριον Διδασκαλείου! Ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος Σχολὴ ἔμεινε
2102κλειστὴ ἐπὶ δύο ὅλα ἔτη διὰ τὴν αὐθαιρεσίαν τοῦ ἐπιθεω-
2103ρητοῦ, εἰ καὶ ἐμισθοδοτοῦντο τακτικῶς ὑπὸ τοῦ δημοτικοῦ
2104ταμείου οἱ δύο διδάσκαλοι· ὁ ἕτερος μάλιστα αὐτῶν, διδά-
2105σκων ἐν τῷ Ὀρφανοτροφείῳ Χατζηκώστα, ἐμισθοδοτεῖτο συγ-
2106χρόνως καὶ ἐκ τούτου.
2107Ἔν τινι γειτονικῇ Σχολῇ τῶν θηλέων, ἧς ἡ κατάστασις
2108δὲν εἶναι πολὺ καλλιτέρα τῆς τῶν ἀρρένων, εἰ καὶ πληρώνεται
2109δι’ αὐτὴν μηνιαῖον ἐνοίκιον ἐκ 300 δραχμῶν, ἀνεκάλυψεν ἡ
2110ἐπιτροπὴ, ὅτι διδασκάλισσά τις ἀπουσίαζεν ἄνευ ἀδείας ἐπὶ
2111ἕνα μῆνα. Γράφει δ’ ἐν τῇ προχείρῳ ἐκθέσει πρὸς ἐμὲ ὁ γεν.
2112ἐπιθεωρητὴς (ἀναγινώσκει): «Ὁ λόγος τῆς μακρᾶς ἀπου-
2113»σίας εἶναι ὁ τοκετός της. Ἐπὶ τῇ τυχαίᾳ ἐρωτήσει μου,
2114»πότε ἐνυμφεύθη, ἐλάβομεν πρὸς ἔκπληξιν πάντων ἡμῶν τὴν
2115»ἀπάντησιν, ὅτι τοῦτο ἐγένετο κατὰ Ὀκτώβριον μῆνα!»
2116Καὶ ὅμως, Κύριοι, ὡς ἐπληροφορήθην ὕστερον, ἐνῷ ὁ ἐπιθεω-
2117ρητὴς ἠρνήθη νὰ ἐγκρίνῃ ἀναρρωτικὴν ἄδειαν διὰ τὸν δημο-
2118διδάσκαλον Σκουρλέτην, ὑποστάντα σοβαρὰν ἐγχείρησιν ἐν
2119τῷ Νοσοκομείῳ τοῦ «Εὐαγγελισμοῦ», ὡς ἀναφέρει οὗτος ἔν
2120τινι ἀναφορᾷ αὐτοῦ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, διότι ἠρνήθη νὰ
2121προτείνῃ ὡς ὑπηρέτριαν τοῦ σχολείου εὐνοουμένην τινὰ τοῦ
2122ἐπιθεωρητοῦ, ἐνέκρινεν οὗτος νὰ χορηγηθῇ ἀναρρωτικὴ ἄδεια
2123πρὸς τὴν λεχωΐδα διδάσκαλον, ὅπως μὴ αὐτὴ ἀναγκασθῇ
2124ἄλλως ν’ ἀπομακρυνθῇ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἀφοῦ ἐπὶ ἕξ μῆ-
2125νας, ἐν γνώσει καὶ τῇ ἀνοχῇ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἐδίδασκε τὰ
2126δυστυχισμένα κοράσια, ἔγκυος οὖσα ἄνευ νομίμου συζύγου!
2127§102ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἔγγαμος ὁ ἐπιθεωρητής;
2128§103ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω, ἄγαμος.
2129Ἀλλὰ τίνα χρείαν ἔχετε, Κύριοι, ὑμεῖς τῶν ἐκθέσεων καὶ
2130τῶν ἐπιθεωρήσεων τῶν ἄλλων; Ἐπισκεφθῆτε μόνοι σας τὰ
2131περὶ ὧν ὁ λόγος σχολεῖα καὶ τὰ ἄλλα σχολεῖα τῆς πρω-
2132τευούσης, καθ’ ὃ ἔχετε δικαίωμα καὶ καθῆκον, ὡς πατέρες
2133τοῦ ἔθνους, καὶ θὰ φρίξητε πρὸ τῆς καταστάσεως αὐτῶν!
2134Ἐπισκεφθῆτε τὸ ὑπὸ τὸν γηραιὸν Χελιδόνην διατελοῦν σχο-
2135λεῖον τῶν ἀρρένων ἐπὶ τῆς Ἱερᾶς ὁδοῦ, ἐν τῷ μέσῳ τῶν
2136ἐκεῖ χασισοποτείων· ἐπισκεφθῆτε τὴν Ηʹ Δημοτικὴν Σχολὴν
2137τῶν ἀρρένων, ἣν ὁ ἐπιθεωρητὴς κατεδίκασε νὰ καταφύγῃ εἰς
2138ἰσόγειόν τινα αἴθουσαν τοῦ Δημαρχείου, μεταξὺ τῶν ἐκεῖ
2139φερετροποιείων, καὶ θὰ ἴδητε τὴν ἀπαισιωτέραν εἰκόνα τῆς
2140δημοτικῆς ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως, ὡς κατήντησεν αὐτὴ ὑπὸ τὸν
2141ἐπιθεωρητὴν Μιχαλόπουλον! Μετὰ τοῦτο κρίνατε ὑμεῖς,
2142ἐὰν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ γείνῃ ποτὲ λόγος περὶ τοιούτου
2143ἀνθρώπου ἐν τῇ Βουλῇ, ἐὰν ἐγὼ δὲν εἶχον καθῆκον ἐπιτα-
2144κτικὸν νὰ τιμωρήσω, ὡς ἐτιμώρησα, αὐτόν.
2145Ἐγώ, Κύριοι, καταπαύων τὸν λόγον, ὀφείλω νὰ καταστήσω
2146γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ αὖθις, χάριν τῆς ἐπικειμένης
2147ψηφοφορίας, ἂν προκληθῇ τοιαύτη, ὅτι, ἐν ὅσῳ ἔχω τὴν τιμὴν
2148νὰ προΐσταμαι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, θὰ ἐξακολου-
2149θήσω ἐφαρμόζων τὸν νόμον τοῦ 1884, ὡς κατὰ τοῦ Μιχα-
2150λοπούλου, καὶ κατὰ παντὸς ἄλλου ἐπιθεωρητοῦ, παρεκτρε-
2151πομένου, ὡς αὐτός· διότι τοῦτο θεωρῶ νόμιμον, τοῦτο θεωρῶ
2152ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τοῦ καλῶς ἐννοουμένου συμφέροντος τῆς
2153δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).
2154§104Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἡ εἰκὼν, τὴν ὁποίαν παρου-
2155σίασεν εἰς ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, τοῦ ἐπι-
2156θεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων εἶναι ζοφερωτάτη, καὶ
2157δὲν ἔχω λόγον νὰ ἀμφιβάλλω περὶ τῆς πιστότητος τῆς εἰ-
2158κόνος αὐτῆς. Ἀλλ’ ἓν πρᾶγμα μὲ ἐκπλήττει, καὶ θὰ ἐκ-
2159πλήξῃ πάντας ὑμᾶς, ὅτι τὸ πρόσωπον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον δύ-
2160ναται νὰ παραβληθῇ πρὸς ἄνθρωπον ὅλως διόλου ἀνισόρρο-
2161πον ἔχοντα τὸν νοῦν, τὸ πρόσωπον τοῦτο προσελήφθη ὡς
2162διδάσκαλος τοῦ μέλλοντος Διαδόχου τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρό-
2163νου. Διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως δὲν προσέ-
2164τρεξεν εἰς τὰ Ἀνάκτορα, δὲν προσέτρεξεν εἰς τὸν Διάδοχον,
2165ἵνα τῷ εἴπῃ: «Τί κάμνετε, Ὑψηλότατε! Εἰς ποῖον ἄνθρω-
2166πον ἐμπιστεύεσθε τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ υἱοῦ σας!» Πῶς
2167εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπιστευθῇ τις τὴν διαπαιδαγώγησιν τοῦ
2168τρυφεροῦ τούτου βλαστοῦ εἰς χεῖρας ἀνθρώπου, οἷος ὁ ἐπι-
2169θεωρητής, περὶ τοῦ ὁποίου τοσαῦτα κατήγγειλεν ὁ κ. Ὑπουρ-
2170γός; ποῖον φρόνημα δύναται νὰ ἐμπνεύσῃ ἄνθρωπος τοιαύ-
2171της ἠθικῆς, τοιαύτης διανοητικῆς καταστάσεως; Εἶναι τῷ
2172ὄντι λυπηρὸν, Κύριοι, ὅτι μετὰ τοσαύτης ἐπιπολαιότητος ἐκ-
2173λέγονται οἱ μέλλοντες νὰ μορφώσωσι τὸν μέλλοντα Διά-
2174δοχον τοῦ Θρόνου!
2175§105Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βου-
2176λευτὴς ἐξ Ὕδρας εἶναι προσήκουσα ἀπάντησις εἰς τὰ λε-
2177χθέντα περὶ τῆς ἀξίας τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Διότι πάσης προ-
2178νοίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας
2179ὑπέρκειται ἡ στοργὴ τοῦ πατρὸς, τοῦ μέλλοντας Βασιλέως
2180τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ὁποίου τὸ ὄμμα δὲν ἠδύνατο νὰ πλα-
2181νηθῇ ἐν τῇ ἐπιλογῇ τοῦ διδασκάλου τοῦ τέκνου του. Ἐὰν
2182δ’ ὑπῆρχε καὶ σκιὰ ἀληθείας εἰς ὅσα ἀνέφερε περὶ τῆς ἀξίας
2183τοῦ κ. ἐπιθεωρητοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς, οὗτος παρέβη τὸ καθῆκόν
2184του, μὴ ἀνακοινώσας ταῦτα τῇ Α. Ὑψηλότητι.
2185Ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον κατέγεινεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς
2186ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, δὲν ἦτο τὸ ζήτημα, τὸ
2187ὁποῖον ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον τῆς Βου-
2188λῆς, ἤτοι ἡ παράβασις ὑπ’ αὐτοῦ, ἡ ῥητὴ, ἡ κατάφωρος, τοῦ
2189νόμου τοῦ 1895. Καὶ εἴδομεν τὸν κ. Ὑπουργὸν διαφεύγοντα
2190τὸ θέμα, καὶ μάτην διεκόπτετο καὶ διὰ λόγων καὶ διὰ νευ-
2191μάτων ἐξ αὐτῆς τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος, ὅτι τὰ λεγό-
2192μενα ὑπ’ αὐτοῦ ἦσαν ἄσχετα πρὸς τὴν ἐπερώτησιν. Ἔπρεπεν
2193ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἐν ὅσῳ ὑπάρχει εἷς νό-
2194μος, ὁ νόμος οὗτος ἔδει νὰ ᾖ σεβαστὸς, ἀφαιρῶν τῆς δικαιο-
2195δοσίας του τὸν ἐπιθεωρητὴν, καὶ ἔδει νὰ λειτουργήσῃ ὁ νόμος,
2196καὶ οὐχὶ ἡ αὐθαιρεσία τοῦ Ὑπουργοῦ· οὐδὲν δὲ δύναται νὰ δι-
2197καιολογήσῃ τὴν παράβασιν τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἵνα ἐξαλείψῃ
2198τὰς βαθείας ἐντυπώσεις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῇ παραβάσει ταύτῃ
2199τοῦ νόμου, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἔπλασε
2200τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τοιαύτην, ὥστε νὰ μειωθῶσιν
2201αἱ κατὰ τῆς ἐνεργείας του ἐντυπώσεις καὶ ὑποδειχθῇ ὅτι
2202χάριν τῆς οὐσίας παρέβη τὸν νόμον ὁ Ὑπουργός. Ἀλλ’ εἶναι
2203ἡ δευτέρα Σύνοδος τῆς Βουλῆς αὕτη, καὶ ἂν πολλοστημόριον
2204τῶν κατὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ προσαφθέντων εἴχετο ἀληθείας,
2205παρέβη τὸ καθῆκόν του ὁ Ὑπουργὸς, παραλείψας νὰ ἐκθέσῃ
2206ταῦτα ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον, καὶ ἂν ἴχνος ἀκριβείας ὑπῆρ-
2207χεν ἐν αὐτοῖς, παρέβη τὰς ὑποχρεώσεις του ὁ Ὑπουργὸς, μὴ
2208καταγγείλας εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ταῦτα, ἵνα τοῦτο
2209προβῇ εἰς ἀπόφασιν κατὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Ἡμεῖς συνηθί-
2210σαμεν νὰ μὴ πιστεύωμεν πλέον εἰς λόγους ἀστηρίκτους καὶ
2211πεφυσιωμένους· διότι, ἐὰν εἴχοντο τὰ λεχθέντα ἀληθείας τι-
2212νὸς, ὤφειλε νὰ μᾶς φέρῃ τὰ κείμενα τῶν ἐγγράφων, τὰ
2213ὁποῖα ἀπηύθυνε πρὸς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, ἐλέγχων
2214τὸν ἐπιθεωρητήν. Ἐν ὅσῳ τοιαῦτα κείμενα δὲν φέρῃ, μᾶς εἶ-
2215ναι ἐπιτετραμμένον οὐδὲ ἴχνος ἀκριβείας ἐν τῇ πραγματικό-
2216τητι νὰ δεχώμεθα ἐκ τῶν λεχθέντων παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
2217Ἀλλ’ ὑπάρχουσι σημεῖά τινα, ἐν τοῖς ὁποίοις καὶ τὴν
2218στιγμὴν ταύτην προχείρως δύναταί τις νὰ διαψεύσῃ τὸν
2219Ὑπουργόν. Ἐστηρίχθημεν εἰς τῶν νόμων καὶ μόνον εἰς τῶν
2220νόμων τὰ κείμενα, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς μόνην τὴν αὐθαί-
2221ρετον αὐτοῦ σκέψιν. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἀφέθη ἀπεριό-
2222ριστον τὸ δικαίωμα εἰς αὐτὸν τῆς τιμωρίας τοῦ ἐπιθεω-
2223ρητοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1884. Ἀλλὰ μεθ’ ὅσα εἶπον προη-
2224γουμένως εἶναι ὕβρις πρὸς τὴν ἀντίληψιν τῶν κυρίων Βου-
2225λευτῶν ἡ τοιαύτη ἰδέα του. Εἶπεν ὅτι ἐκ τῆς ἀμελείας τοῦ
2226ἐπιθεωρητοῦ ἔμειναν σχολεῖα ἄνευ διδασκάλων. Ἀλλ’ ἔχω
2227τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κατὰ τὸ 1894, ὅτε
2228ἀνωμολόγει μετὰ θλίψεως, ὅτι αὐτὸς, Ὑπουργὸς τυγχάνων,
2229δὲν ἠδύνατο ἐν τοῖς πλείστοις χωρίοις τοῦ Κράτους νὰ εὕρῃ
2230διδασκάλους, καὶ ἔμενον ἐπὶ μῆνας σχολεῖα πλεῖστα ἄνευ
2231διδασκάλων.
2232§106ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀναγνώσατέ την.
2233§107Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα (ἀναγινώσκει).
2234Ἀλλὰ διατὶ νὰ ἐλεγχθῇ ὁ κ. ἐπιθεωρητής, ὅτι ἠμέλησε
2235περὶ τὴν ἐνάσκησιν τῶν εὐρέων δικαιωμάτων, ἅτινα ἔδωκεν
2236αὐτῷ ὁ νόμος; Ἐὰν ὄντως ὑπῆρξαν σχολεῖα ἄνευ διδασκά-
2237λων, ἔχει ταχθῆ προθεσμία, πέραν τῆς ὁποίας λειτουργεῖ
2238τὸ δικαίωμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ ἂν ὄντως ἠμέλησεν ὁ
2239κ. ἐπιθεωρητής, διατὶ δὲν ἐπηκολούθησεν ἡ ἐπιμέλεια καὶ ἡ
2240πρόνοια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὥστε νὰ μὴ μένωσι τὰ σχολεῖα
2241ἄνευ διδασκάλων; Καὶ διατὶ λέγει ἡμῖν λόγια, καὶ δὲν λέ-
2242γει τίνας καὶ πόσους διδασκάλους διώρισεν αὐτὸς, ἀναπλη-
2243ρῶν τὴν ἀμέλειαν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ; Ἀλλὰ λέγει, ὅτι πολ-
2244λάκις ἠθέλησεν ὁ ἐπιθεωρητὴς νὰ διορίσῃ κατ’ ἐπιλογὴν ἢ
2245συμπαθείας διδασκάλους. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἔχεται ἀληθείας,
2246διατὶ ἀφῆκε σχολεῖα ἄνευ διδασκάλων; διατὶ δὲν διώρισεν
2247ἐκεῖ τοὺς συμπαθεῖς του καὶ τοὺς ἐκλεκτούς του, ἀλλ’ ἀφῆκε
2248ἐλεύθερον τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργόν; Δὲν ἔχει τὸ θάρ-
2249ρος νὰ μᾶς εἴπῃ τὴν ἀληθῆ ἀφορμὴν τῆς ἔριδος. Ἐὰν δὲν
2250ἐλειτούργησαν σχολεῖα συσταθέντα, ἡ εὐθύνη βαρύνει τὸν
2251Ὑπουργόν. Περὶ τίνων σχολείων καταγγέλλει ὁ κ. Ὑπουρ-
2252γὸς τὸν ἐπιθεωρητήν; Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου Β. Διάταγμα τοῦ
22531897, ὑπογεγραμμένον ὑπὸ τοῦ κ. Παναγιωτοπούλου, λέγον:
2254«Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ κλπ.
2255διατάσσομεν τάδε.
2256»αʹ) Συνιστῶνται δύο δημοτικὰ σχολεῖα ἀρρένων ἐν Πει-
2257ραιεῖ.
2258»βʹ) Συνιστῶνται δύο δημοτικὰ σχολεῖα θηλέων ἐν τῇ
2259αὐτῇ πόλει, τὸ μὲν ἐν τῇ Ὑδραϊκῇ συνοικίᾳ τὸ δ’ ἕτερον
2260μεταξὺ τοῦ Αʹ καὶ Δʹ ὑφισταμένων ἤδη τοιούτων σχολείων.
2261»Εἰς τὸν αὐτὸν Ὑμέτερον Ὑπουργὸν ἀνατίθεται ἡ ἐκ-
2262τέλεσις τοῦ διατάγματος τούτου.
2263»Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Νοεμβρίου 1897.»
2264Διετάχθη ἡ σύστασις τῶν σχολείων, ἀλλὰ πῶς γίνεται
2265αὕτη καὶ πῶς ἐκτελεῖται τὸ διάταγμα; Τὸ λέγει τὸ βα-
2266σιλικὸν διάταγμα, ἐμπιστευθὲν εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουρ-
2267γοῦ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ. Τὸ λέγει τὸ διάταγμα: «ἀνατί-
2268θεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἡ ἐκτέλεσις τοῦ διατάγματος».
2269Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐξετέλεσε τὸ διάταγμα. Ἵνα
2270τοῦτο ἐκτελεσθῇ, ἔπρεπε νὰ ἀνακοινωθῇ τὸ διάταγμα δι’ ἐγ-
2271γράφου πρὸς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον καὶ τὸν ἐπιθεω-
2272ρητὴν, καὶ νὰ προκληθῇ ἡ ἐνέργεια ὑπὸ τούτων τῶν νομί-
2273μων διατυπώσεων πρὸς σύστασιν καὶ λειτουργίαν τῶν σχο-
2274λείων τούτων. Ἔχομεν τοιοῦτον ἔγγραφον; Τὸ διάταγμα
2275λοιπὸν τοῦ 1897 συνέστησε τὰ σχολεῖα ταῦτα, ἀλλὰ τὸ
2276διάταγμα δὲν ἐξετέλεσεν ὁ Ὑπουργός. Λίαν δὲ βραδέως ἐξ-
2277αίφνης ὁ κ. Ὑπουργὸς, κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1899, χω-
2278ρὶς νὰ προηγηθῇ ἡ ἐνέργεια τῶν νομίμων διατυπώσεων,
2279προβαίνει εἰς τὸν διορισμὸν διδασκαλίσσης...
2280§108Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν).
2281Ἐὰν θέλετε νὰ φέρητε κατηγορητήριον κατὰ τοῦ Ὑπουρ-
2282γοῦ τῆς Παιδείας διὰ τὸν διορισμὸν τῆς διδασκαλίσσης,
2283στραφῆτε κατ’ ἐμοῦ, διότι ἐγὼ, ὡς προσωρινὸς Ὑπουργὸς
2284τῆς Παιδείας, διώρισα αὐτήν.
2285§109Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πρόσωπον δὲν μὲ ἐνδια-
2286φέρει ποσῶς. Τὰ γεγονότα ἱστορῶ, ἕνεκα τῶν ὁποίων χολω-
2287θεὶς προῆλθεν εἰς ἐκνόμους ἐνεργείας ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ
2288ἕνεκα τῶν ὁποίων φέρει εὐθύνην. Ἐὰν θέλετε, λάβετέ την
2289ὑμεῖς· περὶ τούτου δὲν ἐξετάζω.
2290§110Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ ὑπέχω τὴν εὐθύνην, διότι ἐγὼ
2291τὴν διώρισα.
2292§111Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ τίς
2293τὴν διώρισεν, ἀλλὰ περὶ τοῦ πῶς διωρίσθη καὶ ἂν ὁ διορι-
2294σμὸς ὑπῆρξεν ἡ ἀφετηρία τῆς διαφωνίας καὶ τῆς ἔριδος
2295μεταξὺ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας καὶ τοῦ κ. ἐπιθεω-
2296ρητοῦ.
2297Διωρίσθη δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς τὸν Ὀκτώβριον τοῦ
22981899 εἰς τὸ ἐν Πειραιεῖ ἕβδομον δημοτικὸν σχολεῖον θη-
2299λέων διδασκάλισσά τις. Ἀλλὰ τί σχολεῖον εἶναι τὸ ἕβδο-
2300μον; Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἐκ Πειραιῶς βου-
2301λευτοῦ κ. Ρετσίνα. Εἶναι τὸ σχολεῖον τὸ εὑρισκόμενον εἰς
2302τὴν συνοικίαν Ρέντη, εἶναι δὲ δημοτικὸν σχολεῖον μὴ περι-
2303λαμβάνον ἄνω τῶν 80 μαθητριῶν καὶ ἕνεκα τούτου κατὰ
2304νόμον μὴ δυνάμενον νὰ ἔχῃ δύο διδασκαλίσσας. Ἐν τῷ σχο-
2305λείῳ δὲ τούτῳ, καίπερ μὴ ἀριθμοῦντι 80 μαθητρίας,—ὁ δὲ
2306Ὑπουργὸς μᾶς ἐβεβαίωσεν ὅτι πρόκειται περὶ σχολείου, τὸ
2307ὁποῖον δὲν περιελάμβανεν ἄνω τῶν 45 μαθητριῶν,—διωρί-
2308σθη καὶ δευτέρα διδασκάλισσα. Ὁ ἐπιθεωρητὴς δὲν ὑπερ-
2309ῆρε τὴν κεφαλήν, ἀλλ’ ἠξίωσε τὴν λειτουργίαν τοῦ νόμου,
2310καὶ ἔκτοτε ἐπῆλθον ὅσα ἐπῆλθον.
2311Ταῦτα πάντα μαρτυροῦνται διὰ διαταγμάτων· παραλείπω
2312δὲ ἄλλα, ἀποκαλύπτοντα τὰ φατριαστικὰ ἐλατήρια τῆς ἐν-
2313εργείας τοῦ Ὑπουργοῦ. Διότι ἕτερον εἶναι τὸ κύριον ζήτημα·
2314οὐχὶ τὸ τῆς πολιτείας τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἀλλὰ τὸ τῆς ἐκνό-
2315μου ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργοῦ. Καὶ περὶ τοῦ τελευταίου τού-
2316του οὐδὲ λέξιν εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, οὐδὲν ἀπελογήθη! Εἶ-
2317πεν ὅμως, ἀποστρεφόμενος πρὸς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν ἐξ
2318Ἀττικῆς κ. Φλογαΐτην, ὅτι «σεῖς, ὁ ὁποῖος ἔχετε ἰδέας
2319ἀποκεντρωτικὰς, προσηλοῦσθε εἰς πᾶν τοιοῦτον ζήτημα, καὶ
2320ἀποφαίνεσθε πάντοτε κατὰ τὰς ἰδέας σας ταύτας». Ἀκρι-
2321βῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὅτι δὲν ἐνήργησε νομίμως ὁ
2322κ. Ὑπουργὸς καὶ ὅτι ἠξίωσε νὰ συγκεντρώσῃ εἰς ἑαυτὸν μεί-
2323ζονα τῆς ἐκ τοῦ νόμου παρεχομένης αὐτῷ ἐξουσίας, ἀπεφάν-
2324θησαν δύο νομομαθεῖς δι’ ἑτέρας γνωμοδοτήσεως, ὁ κύριος
2325Κωνσταντόπουλος καὶ ὁ κύριος Φλογαΐτης. Ἀλλὰ μήπως
2326ἀντιτίθενται αἱ ἰδέαι τῆς ἀποκεντρώσεως ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει
2327πρὸς τὰς γνώμας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Ὁσάκις πρόκειται ἀπὸ
2328τοῦ βήματος τούτου νὰ εἴπῃ στομφώδεις λέξεις, θεωρίας,
2329ἐπαγγελίας, ἡ ἀποκέντρωσις εἶναι ἡ σημαία του· ἀλλ’ ὅταν
2330ἡ ἀποκέντρωσις ἀντιτίθηται εἰς τὰς ἐμπαθεῖς αὐτοῦ ὁρμὰς
2331καὶ δεσμεύῃ τὰς χεῖράς του, τότε ἡ ἀποκέντρωσις γίνεται
2332ράκος, καὶ ἀξιοῖ νὰ συγκεντρώσῃ ἐν ἑαυτῷ τόσην ἐξουσίαν,
2333ὥστε νὰ κόπτῃ τὴν κεφαλήν, ἥτις ἤθελεν ὑπεραρθῆ. Εἰς τὸν
2334κατήφορον αὐτὸν τῆς ἐνεργείας του ἐννοοῦμεν νὰ σταματή-
2335σωμεν τὸν Ὑπουργόν. Ἐπὶ δὲ τοῦ προκειμένου ζητήματος
2336ἔπληξεν οὐχὶ τὸν ὑπεραρθέντα, ἀλλὰ τοὐναντίον νομίμως
2337ἐνεργήσαντα ἐπιθεωρητὴν, ἀλλ’ ἔπληξε τὸν νόμον, πρὸ τοῦ
2338ὁποίου ὤφειλε νὰ κύψῃ τὴν ἀληθῶς ὑπεραρθεῖσαν κεφαλήν του
2339ὁ Ὑπουργός.
2340§112ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησια-
2341στικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). (Ὅρα
2342Παράρτημα).
2343§113Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ περὶ
2344τῆς ἀπολύσεως τοῦ κυρίου Μιχαλοπούλου οὐδὲν ἀνέφερεν. Ἐπὶ
2345τῆς παρανόμου ταύτης πράξεως οὐδὲν εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός,
2346ἀλλ’ ἀπήγγειλε κατηγορητήριον κατὰ τοῦ νόμου. Σήμερον
2347δὲν ἔχομεν συζήτησιν περὶ τοῦ νόμου, καὶ διὰ τοῦτο, κύριε
2348Πρόεδρε, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὑποβάλω πρότασιν,—ἣν παρα-
2349καλῶ νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν,—δι’ ἧς ἡ Βουλὴ συνιστᾷ
2350εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ ἐκτελῇ τὸν νό-
2351μον τοῦ 1895. Καταθέτω γραπτὴν τὴν πρότασιν.
2352§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἔχει οὕτω:
2353«Ἡ Βουλὴ, συνιστῶσα, ὅπως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύ-
2354σεως ἐκτελῇ τὸν νόμον τοῦ 1895 περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύ-
2355σεως, προβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
2356§115Ι. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ἄλλην πρότασιν: «Ἡ
2357Βουλὴ, ἐγκρίνουσα τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
2358παιδεύσεως Ὑπουργοῦ, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
2359ταξιν.»
2360§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κυ-
2361ρίου Ναυπλιώτου, ὡς ἀπωτέρα.
2362§117Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ ἔποψιν τυπικὴν, δὲν
2363ἀντιτίθεμαι εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Ἀπευθυνόμενος ὅμως πρὸς
2364τὴν Βουλὴν, λέγω...
2365§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε ἤδη νὰ ἀγορεύσητε. Ἐτέθη ἡ
2366πρότασις εἰς ψηφοφορίαν.
2367Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Ναυπλιώτου
2368λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2369(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ
2370τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν
2371Α. Σκαλτσοδήμου καὶ Π. Δ. Πετρίδου, καὶ εἶτα ἡ δια-
2372λογὴ, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας):
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2373Ἀνδρέας Πεταλᾶς Ν Γεώργ. Λιδωρίκης
2374Γεώργιος Κυριαζῆς Ν Γεώργ. Ἀνδρίτσος Ν
2375Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος Ν
2376Λεωνίδας Μελετόπουλος Ν Μιχ. Στελλάκης
2377Κωνστ. Μωραϊτίνης Ν Κ. Παπαμιχαλόπουλος Ο
2378Εὐστάθιος Ρακόπουλος Ν Γεώργ. Λύρας Ν
2379Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Ἐμμ. Ρέπουλης Ν
2380Εὐκλείδης Μπίστης Ν Δημ. Τσάτσος Ν
2381Δημοσθ. Καΐρης Δημ. Τσιτσάρας Ο
2382Ἀνδρέας Καρατζᾶς Ν Κωνστ. Ζῶτος Ν
2383Κωνστ. Πλατούτσας Ν Γεώργ. Χατζόπουλος
2384Μιχαὴλ Κωτσάκος Διονύσιος Στεφάνου
2385Κων. Γ. Καραπᾶνος Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ν
2386Κωνστ. Κοττίκας Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρῶμας
2387Ἰωάννης Καραπᾶνος Γεώργιος Ρῶμας Ν
2388Εὐάγγελος Γαρουφαλιᾶς Ν Ἀνδρέας Σπηλιάδης
2389Στέφανος Δραγούμης Ο Χρ. Στεφανόπουλος
2390Νικόλαος Λεβίδης Χαρίλαος Σπηλιώτης
2391Θεόδωρος Ρετσίνας Ν Ἀνδρ. Στεφανόπουλος
2392Φωκίων Νέγρης Ο
2393Νικόλαος Γιαννηκώστας Ν Πέτρος Αὐγερινός
2394Ἐπαμ. Μ. Κανάρης Ν Χρῆστος Δαραλέξης
2395Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ν Ἄγγελος Πετραλιᾶς
2396Θεόδ. Φλογαΐτης Ο Νικόλαος Δακούτης
2397Δημ. Γ. Ράλλης Παναγ. Παπαχατζῆς
2398Γεώργιος Βενιζέλος Σπ. Ἰω. Μήλιος
2399Νικόλαος Γουναράκης Βασ. Μαρκεζίνης Ν
2400Κωνστ. Σταυρόπουλος Νικήτας Συνοδινός Ν
2401Ἀλέξ. Γ. Σκουζές Ο Χριστόφορος Ἀσιμῆς
2402Ἀνδρέας Στράτος Ο Τηλέμαχος Δενδρινός Ν
2403Δημήτριος Καραγιάννης Ν Παν. Μαυροκέφαλος Ν
2404Ἀντώνιος Καρτάλης Ν Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμης Ν
2405Κωνστ. Τοπάλης Ν Θεόδ. Ζαΐμης
2406Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ν Παναγ. Θ. Ζαΐμης Ο
2407Ἀργύρ. Φιλιππίδης Ν Ὀδυσ. Λαμπρόπουλος
2408Νικ. Παπαϊωάννου Ν Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ
2409Δημ. Γίδας Ν Ἡρακλῆς Καλαμπάκας Ν
2410Νικόλαος Τσόγκας Γεώργ. Παπαθανασίου Ν
2411Νικόλαος Γουλινῆς Ν Περικλῆς Περρωτῆς
2412Ἐπ. Μαυρομμάτης Ο Ἡλίας Μαυρομιχάλης Ν
2413Περ. Ἀλεξάκης Ο Γεώργ. Οἰκονομόπουλος Ν
2414Νικολ. Σπυρακόπουλος Ν Δημ. Τερτίπης
2415Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο Τιμολ. Ἀδαμόπουλος Ν
2416Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Κωνστ. Ζωγλοπίτης
2417Χαρίλαος Διγενόπουλος Ν Γεώργιος Φραγκίδης Ν
2418Ἀρ. Πετροπουλάκης Ν Ἰωάννης Καζαμπάκας
2419Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ν Σπυρ. Παπαποστόλου
2420Μιχαὴλ Φωτιάδης Ν Ξενοφῶν Τσαμαγκίδης Ν
2421Κωνστ. Σαραφιανός Ν Ἀριστομ. Προβελέγγιος Ν
2422Γ. Χατζηνικολῆς Ν Ἀντ. Μάτσας
2423Παν. Λεβέντης Νικ. Κρίσπης Ν
2424Κ. Δούνης Ι. Ναυπλιώτης Ν
2425Γεώργ. Μέρμηγκας Ν
2426Γεώργ. Κόρπας Γεώργ. Σισμάνης
2427Τριαντάφ. Πατρίκιος Ν Δ. Φαρμάκης
2428Γεώργ. Θεοτόκης Ν Γεώργ. Πλατανιώτης
2429Μιχαὴλ Θεοτόκης Ἡλίας Ποταμιᾶνος
2430Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ν Μιχ. Λαμπρυνίδης Ν
2431Σπυρίδων Χυτήρης Ν Ι. Βοῦρτσος Ν
2432Γουλιέλμος Σκάρπας Α. Πετσάλης
2433Βασίλειος Σαμοΐλης Ν Κ. Α. Κουμουνδοῦρος
2434Σπυρ. Ἀγάθος Ν Κυριακ. Π. Μαυρομιχάλης
2435Νικόλαος Καλοσγοῦρος Ν Γ. Καπετανάκης
2436Κ. Χρηστόπουλος Ν Φώτιος Μοσχούλας
2437Παναγ. Δ. Πετρίδης Ο Ἀσημ. Χριστόπουλος
2438Σωτ. Κροκιδᾶς Ο Χαράλ. Κανελλόπουλος Ο
2439Σπ. Νοταρᾶς Ν Θάνος Μπασιᾶς
2440Περ. Μπεντζελόπουλος Ν Παναγῆς Τυπάλδος Ν
2441Δημ. Δημητριάδης Ν Θεόδ. Βελλιανίτης Ο
2442Ἄθως Ρωμάνος Ν Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ν
2443Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ν Ἀθ. Παπαθανασίου Ν
2444Ἀντ. Μαυροφρέατος Πέτρος Μόρης
2445Θεόδ. Μαρκέτος Ἰω. Γ. Ροῦφος Ν
2446Σπ. Ε. Στάης Ν Α. Παπαγιαννακόπουλος Ν
2447Διον. Καλούτσης Ἀσημάκης Θ. Ζαΐμης Ο
2448Παν. Χοντζόπουλος Ν Ἀντ. Ρικάκης
2449Νικόλαος Τσοῦχλος Ν Ἀχ. Χοϊδᾶς
2450Χ. Κ. Βοζίκης
2451Θ. Πέρρος Ν Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ν
2452Στέφ. Κοπανίτσας Ν Ν. Μισυρλῆς
2453Γεώργ. Φικιώρης Ο Ν. Καράπαυλος Ν
2454Μελέτιος Ρουσόπουλος Ν Γ. Ράλλης Ν
2455Βρασίδας Λεώπουλος Σπ. Γκεντελίνης Ν
2456Γεώργ. Μαυρομιχάλης Γ. Ζερβός Ν
2457Ἰωάννης Γιαννακίτσας Ν Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ν
2458Ν. Καραστέργιος Νικολ. Λεωνίδας Ν
2459Δημ. Πιπινόπουλος Ο Διομήδης Κυριακός
2460Ἰω. Γ. Λάππας Ο Α. Μαυρογορδάτος
2461Νικ. Μπουφίδης Ν Ἀθ. Λαδόπουλος
2462Περ. Βλαχωρίτης Ν Ν. Βαφειαδάκης
2463Εὐάγγελος Τζαρλαμπᾶς Ο Ἀντ. Βιτάλης
2464Γεράσιμος Φίλιππας Ν Δ. Βοκοτόπουλος
2465Ξενοφῶν Κυριαζῆς Ν Ι. Γκιὼν Ν
2466Β. Βασιλειάδης Κάρολος Βιτάλης
2467Ἀθαν. Εὐταξίας ἀρν.Κων. Χατζηπέτρος Ν
2468Ν. Τριανταφυλλάκος Ν Γ. Κανούτας Ν
2469Ἰω. Μανέτας Νικ. Ταρμπάκης Ν
2470Ἰω. Μπακόπουλος Θεόδ. Κριεμάδης
2471Ἡλ. Ζέγγελης Ν Γ. Ραδινός Ν
2472Φίλ. Βάρβογλης Ν Ἀπόστ. Ζάππας
2473Ἀθ. Ἰατρίβανος Ν Θ. Σαρσέντης Ν
2474Ἡλίας Κοσσονάκος Α. Πονηρόπουλος Ν
2475Γ. Ἀναστασόπουλος Ο Δ. Ἀναστασόπουλος
2476Γ. Νικολέδης Δ. Παπατσώρης Ν
2477Κ. Τρικούπης Δ. Κατσάνος
2478Λεων. Δεληγεώργης Ο Α. Σκαλτσοδῆμος Ν
2479Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος Ν. Τζανετόπουλος Ν
2480Δ. Λυμπερόπουλος Ν Ρ. Ροδόπουλος Ν
2481Γ. Λυμπερόπουλος Θεόδ. Λυμπρίτης
2482Περ. Μποῦτος Ν Ι. Κουντουριώτης Ν
2483Νικ. Τσαμαδὸς Ν Νικ. Χατζῖσκος Ο
2484Παντελῆς Γκίκας Ν. Καλογερόπουλος
2485Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης Ν Β. Βουδούρης Ν
2486Κ. Ἀγαθοκλῆς Ν Δ. Κριεζώτης Ν
2487Ι. Δ. Τσιριμῶκος Γ. Ἀβέρωφ Ο
2488Δημ. Κρίτσας Ο Μιλτ. Κανάρης
2489Α. Πλατῆς Ἀλέξ. Μ. Κανάρης Ν
2490§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 139. Ἐκ τούτων 114
2491ὑπὲρ τῆς προτάσεως, 24 κατὰ τῆς προτάσεως, καὶ εἷς ἠρ-
2492νήθη ψῆφον. Ἑπομένως ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ.
2493Ναυπλιώτου.
2494Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν...
2495§120Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὄχι δά!
2496§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι τοιαύτη.
2497§122ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι εὐφυεστάτη ἰδέα τοῦ κυρίου Προ-
2498έδρου!
2499§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν θέλῃ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν
2500ἡμερησίαν διάταξιν, ἐγὼ βεβαίως δὲν ἔχω καμμίαν δυσκο-
2501λίαν νὰ καλέσω τὸν κύριον Νέγρην, ὅστις εἶχε ζητήσει τὸν
2502λόγον· ἀλλὰ πρέπει ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ.
2503§124Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀπεφάσισε τί-
2504ποτε ἡ Βουλή. Προτοῦ ψηφισθῇ ἡ πρότασις, εἶχε ζητήσει τὸν
2505λόγον ὁ κ. Νέγρης, εἶχον ζητήσει καὶ ἐγὼ τὸν λόγον.
2506§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτέθη πρότασις καὶ ἐψηφίσθη, ὅτι ἡ Βουλὴ
2507μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Νομίζω ὅτι
2508τοῦτο εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Δὲν χάνει τὸ δικαίωμά του
2509ὁ κύριος Νέγρης νὰ ὁμιλήσῃ αὔριον. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἐναν-
2510τίαν γνώμην, ὁ κ. Νέγρης θὰ ἔλθῃ νὰ λάβῃ τὸν λόγον.
2511§126Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱονδήποτε Ἐγχειρίδιον περὶ
2512τακτικῆς ἐν τοῖς πολιτικοῖς σώμασιν ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν,
2513θέλει μάθει, ὅτι μετὰ ἐπερώτησιν, ἐὰν ἤθελε τεθῆ ζήτημα
2514πρὸς ψηφοφορίαν, τίθεται εἴτε ἁπλοῦν, «ἡ Βουλὴ, ἀκούσασα
2515τὰ λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν», εἴτε
2516σύνθετον, τὸ ὁποῖον περιέχει ἔκφρασιν γνώμης τινὸς ἄμεσον
2517ἢ ἔμμεσον ἐπὶ τῆς γενομένης ἐπερωτήσεως. Λοιπὸν τὸ «μετα-
2518βαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν» εἶναι τρόπος τοῦ λέγειν,
2519δηλοῖ τὸ πέρας τῆς ἐπερωτήσεως, οὐχὶ δὲ καὶ ὑποχρέωσιν
2520τῆς Βουλῆς, ὅπως μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, οὐδ’ ἀ-
2521παιτεῖται ἑρμηνεία πρὸς τοῦτο.
2522§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ οὕτως ἐξήγησα τὴν ἀπόφασιν τῆς
2523Βουλῆς. Ἐὰν Βουλὴ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην, βεβαίως θὰ ὑπο-
2524κύψω εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
2525§128ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ παρεκω-
2526λύετε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, διότι καὶ ὁ κ. Νέγρης καὶ
2527ἐγὼ εἴχομεν ζητήσει τὸν λόγον προτοῦ ὁ κ. Ἀναστασόπου-
2528λος λάβῃ αὐτόν.
2529§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον
2530πρὸ ἡμερῶν παρετήρησα εἰς ὑμᾶς, ἐπέρχεται· ὑμεῖς στερεῖ-
2531σθε ἤδη τοῦ δικαιώματος νὰ κάμητε τὴν ἐπερώτησίν σας,
2532σήμερον, ἐννοεῖται· αὔριον θὰ τὸ ἔχητε βεβαίως.
2533§130ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Διόλου· διότι κάθε στιγμὴν δύναται νὰ
2534ὑποβάλληται τοιαύτη πρότασις πρὸς ψηφοφορίαν.
2535§131ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπανειλημμένως μάλιστα ἐκλήθη
2536σήμερον νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κύριος Νέγρης.
2537§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, μέχρις ὅτου ὑπεβλήθη πρότασις,
2538καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ὅτι ἀρκεῖται εἰς τὰ λεχθέντα καὶ
2539μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
2540§133Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς κανὲν Κοινοβούλιον, οὐδὲ εἰς
2541τὴν ἡμετέραν Βουλὴν, δὲν ἐγένετο ποτὲ τοιαύτη ἑρμηνεία.
2542Ἐπικαλοῦμαι τὴν γνώμην τῶν κυρίων Ὑπουργῶν.
2543§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν γνωρίζω.
2544§135ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος δὲν ἔχει πεῖραν.
2545§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο εἶναι ἀληθές, ὅτι δὲν ὑπῆρξα ἄλλοτε
2546Πρόεδρος· ἀλλ’ ἑρμηνεύων τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, καθ’ ὃ
2547ἔχω δικαίωμα, ὡς Πρόεδρος, νομίζω ὅτι ἡ ἔννοια τῆς Βου-
2548λῆς εἶναι τοιαύτη. Ἐὰν ἡ Βουλὴ φρονῇ τὸ ἐναντίον, δύνα-
2549ται ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ ἐναντίου.
2550§137Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι βέβαιον, ὅτι
2551ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἐδώσατε πρὸ ὀλίγου, ἐδόθη παρ’ ὑ-
2552μῶν διότι μετὰ πολύωρον συζήτησιν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ση-
2553μεῖον ἐκεῖνο τοῦ χρόνου, κατὰ τὸ ὁποῖον συνήθως ἡ Βουλὴ
2554μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Βεβαίως ἡ ἑρμηνεία
2555αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὀρθή, διότι, ὡς ὀρθῶς
2556παρετηρήθη, ἐὰν ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως συζητεῖται
2557ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν προκαλεῖ πολλὴν συζήτησιν καὶ μετὰ
2558τὸ πέρας ταύτης τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις «ἡ Βουλὴ
2559ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν
2560διάταξιν», δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ δεκτόν, ὅτι ἡ πρό-
2561τασις αὕτη δύναται νὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν παρεμπό-
2562δισιν τῆς συζητήσεως ἄλλων ἐπερωτήσεων. Πιστεύω ὅμως,
2563ὅτι σήμερον, ἀφοῦ ἡ ἐπερώτησις ἔλαβε τοσαύτας διαστάσεις,
2564ὥστε ἐφθάσαμεν εἰς τὴν 8ην ὥραν, δὲν θὰ ἔχωσιν ἀντίρρησιν
2565οἱ Κύριοι νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον ἡ ἀνάπτυξις ἄλλων ἐπερω-
2566τήσεων, καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
2567§138Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν μελλόντων νὰ
2568προβάλωσιν ἐπερωτήσεις, ἀλλ’ ἀνήκει εἰς αὐτούς, ὅσοι θέλουσι,
2569νὰ παραιτηθῶσι.
2570§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, εἶναι προφανές,
2571ὅτι εἶναι ἐναντία τῆς ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔδωσα, διότι
2572καὶ ὁ ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας καὶ ὁ ἡγέτης τῆς μειονοψη-
2573φίας ἐδήλωσαν τοῦτο, καὶ ἐγὼ ὀφείλω νὰ ἐκτελέσω τὴν ἀπό-
2574φασιν τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ, μεθ’ ὅλην τὴν ἀπειρίαν τῶν προε-
2575δρικῶν καθηκόντων, μοὶ ἐπιβάλλεται πάντως νὰ μὴ ἀρνηθῶ
2576τὴν γνώμην μου, καὶ νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν γνώμην μου ταύ-
2577την, φρονῶν ὅτι αὕτη εἶναι ὀρθή· ἀλλὰ θὰ ἐκτελέσω βεβαίως
2578τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
2579§140Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω κἀμμίαν δυσκολίαν
2580νὰ δεχθῶ ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, νὰ ἀναβάλω τὴν
2581ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου δι’ αὔριον, ἀλλὰ δὲν πρέπει
2582νὰ θεωρηθῇ τὸ γινόμενον ὡς κανών.
2583§141ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως ὄχι.
2584§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ εἶπεν ἤδη ἡ Βουλή.
2585§143ΝΕΓΡΗΣ. Μετὰ τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ.
2586Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀναβάλλω δι’ αὔριον τὴν ἐπερώ-
2587τησίν μου.
2588§144ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἓν μόνον παρακαλοῦμεν, νὰ μᾶς ἐγ-
2589γράψητε πρώτους δι’ αὔριον.
2590§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
2591Εἰσερχόμεθα λοιπὸν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
2592Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἐξακολούθησις τῆς πρώ-
2593της κατ’ ἄρθρον συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικῆς
2594Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ.
2595(Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρ-
2596ρήσεως τὰ ἄρθρα 2–5).
2597§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
2598§147Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ
2599ψηφισθῇ, ἴσως δὲ καὶ ἐφαρμοσθῇ, τὸ προκείμενον νομοσχέ-
2600διον, ἐπεθύμουν νὰ διασαφήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιω-
2601τικῶν τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου τούτου. Ἡ παρά-
2602γραφος αὕτη λέγει ὅτι «ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ὑποβάλλει εἰς
2603τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὰς ἀναγκαίας προτά-
2604σεις ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων, αἵτινες ἀπαιτοῦσι τὴν ἔκδοσιν
2605Β. Διατάγματος». Ἐντεῦθεν δύο κατηγοριῶν ὑποθέσεις
2606συνάγονται· αἱ ὑποθέσεις αἱ μὴ ἔχουσαι ἀνάγκην Β. Διατάγ-
2607ματος, καὶ αἱ ὑποθέσεις αἱ ἔχουσαι ἀνάγκην Β. Διατάγμα-
2608τος. Περὶ τῶν ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἀνάγκην Β. Δια-
2609τάγματος, φρονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι καὶ ταύτας ὁ Γενικὸς
2610Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ ὑποβάλλει, ἀργοῦντος τοῦ Ὑπουργοῦ;
2611Ἐννοεῖται ὅτι περὶ τῶν ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσιν
2612ἀνάγκην Β. Διατάγματος, θὰ διαπράττῃ ταύτας ὁ Γενικὸς
2613Διοικητής. Ἀλλὰ τί ὑπολείπεται πλέον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν
2614Στρατιωτικῶν; Ἐπεθύμουν νὰ εὐηρεστεῖτο ὁ κ. Ὑπουργὸς
2615τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις.
2616§148Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
2617Ἐπειδὴ προτίθεμαι κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομο-
2618σχεδίου νὰ παράσχω πάσας ταύτας τὰς πληροφορίας καὶ νὰ
2619προβάλω ἴσως καὶ διορθώσεις καὶ τροποποιήσεις ἐπί τινων
2620μερῶν τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀφήσω-
2621μεν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, καὶ
2622κατὰ τὴν δευτέραν νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν περὶ ὅλων αὐτῶν.
2623§149Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς διὰ τὴν ἐπιφύλα-
2624ξιν ταύτην σήμερον ἡ Ἀντιπολίτευσις συναινεῖ εἰς τὴν ψή-
2625φισιν τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ συζητήσεως (ἱλαρότης).
2626§150Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν θέλομεν νὰ προβῶμεν εἰς
2627τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου σήμερον, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ κρί-
2628νει, ἵνα ἡ συζήτησις γένηται αὔριον· ἀλλὰ δὲν στέργομεν νὰ
2629ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην περὶ τῆς ψηφίσεως τοῦ ἄρθρου 6,
2630δι’ οὗ μεταφέρεται ἡ εὐθύνη ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρα-
2631τιωτικῶν εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ. Διὰ τοῦτο
2632ζητοῦμεν νὰ γείνῃ ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως,
2633ὅπως καταδηλωθῇ ἡ γνώμη ἡμῶν καὶ μὴ ὑπέχωμεν τὴν
2634εὐθύνην ταύτην.
2635§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
2636§152ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀλλὰ νὰ καθήσωσιν εἰς τὰς θέ-
2637σεις των οἱ κύριοι Βουλευταί.
2638§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία ἔχει
2639ἕνα σκοπὸν, νὰ ἀκούωσι πάντες οἱ Βουλευταὶ καὶ τὸ κοινὸν,
2640ποίαν ψῆφον δίδει ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν. Ἐὰν οἱ κύριοι
2641Βουλευταὶ κρύπτωνται ὄπισθεν τοῦ Προεδρείου καὶ λέγουσι
2642Ναὶ, ἐνδέχεται ἡ ψῆφος αὕτη νὰ μὴ ἦναι ἀληθής. Τοῦτο δὲν
2643εἶναι ὀρθόν· πρέπει παρρησίᾳ νὰ λέγωσι τὴν γνώμην των.
2644§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πάντοτε παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευ-
2645τὰς νὰ καθήσωσιν εἰς τὰς θέσεις των, ἀλλὰ δὲν ἀκούουσι· δὲν
2646δύναμαι δὲ νὰ τοὺς ἐκβιάσω νὰ καθήσωσι.
2647§155Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς πρὸ ὀλίγου εἶ-
2648πον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι κατ’ ἀρχὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γέ-
2649νηται δεκτὴ ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἐδώσατε πρὸ ὀλίγου,
2650καὶ ἐδῶ δὲν παραδέχομαι ὡς ὀρθὸν τὸ γινόμενον, διότι πολ-
2651λάκις συμβαίνει κατὰ τὴν ψηφοφορίαν νὰ ἦναι πολλοὶ τῶν
2652κυρίων Βουλευτῶν ὄπισθεν τοῦ Προεδρείου, κατὰ τὴν ψηφο-
2653φορίαν δὲ ταύτην καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι καλὸν εἶναι νὰ δείξῃ
2654ἕκαστος ποίαν ἔχει γνώμην.
2655§156ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ἐγὼ προτίθεμαι νὰ ὁμιλήσω αὔριο ἐπὶ
2656τοῦ νομοσχεδίου, καὶ θὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου· ἑπομένως
2657θὰ ἀρνηθῶ ἤδη ψήφων.
2658§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6 λέγουσι
2659Ναὶ, οἱ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2660(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ
2661τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Περ. Ἀλεξάκη καὶ
2662Κ. Χατζηπέτρου, ὡς ψηφολεκτῶν, καὶ εἶτα ἡ δια-
2663λογὴ, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2664Ἀνδρέας Πεταλᾶς Ν Λεων. Μελετόπουλος Ν
2665Γεώργιος Κυριαζῆς ἀρν.Κωνστ. Μωραϊτίνης Ν
2666Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Εὐστάθ. Ρουσόπουλος Ν
2667Ἔπαμ. Ἐμπειρίκος Πέτρος Αὐγερινός
2668Εὐκλείδης Μπίστης Ν Χρῆστος Δαραλέξης
2669Δημοσθ. Καΐρης Ἀγγελος Πετραλιᾶς
2670Ἀνδρέας Καρατζάς Ο Νικόλαος Δαούτης
2671Κωνστ. Πλατούτσας Ν Παναγ. Παπαχατζῆς
2672Μιχαὴλ Κωτσάκος Ο Σπ. Ι. Μήλιος
2673Κωνστ. Γ. Καραπάνος Βασ. Μαρκεζίνης Ν
2674Κωνστ. Κοττίκας Νικήτας Συνοδινός Ν
2675Ἰωάννης Καραπᾶνος Ο Χριστόφορος Ἀσιμῆς
2676Εὐάγγελος Γαρουφαλιᾶς Ν Τηλέμαχος Δενδρινός Ν
2677Στέφανος Δραγούμης Ο Παν. Μαυροκέφαλος Ν
2678Νικόλαος Λεβίδης Ο Ἀλέξ. Θ. Ζαίμης Ν
2679Θεόδωρος Ρετσίνας Ν Θεόδ. Ζαΐμης
2680Φωκίων Νέγρης Ν Παν. Θ. Ζαΐμης
2681Νικ. Γιαννηκώστας Ν Ὄδυς. Λαμπρόπουλος
2682Ἔπαμ. Μ. Κανάρης Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ
2683Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ἀρν.Ἡρακλῆς Καλαμπάκας Ν
2684Θεόδ. Φλογαΐτης ἀρν.Γεώργ. Παπαθανασίου Ν
2685Δημ. Γ. Ράλλης Περικλῆς Περρωτῆς
2686Γεώργιος Βενιζέλος Ἠλίας Μαυρομιχάλης Ν
2687Νικ. Γουναράκης Ο Γεώργ. ΟἰκονομόπουλοςΝ
2688Κωνστ. Σταυρόπουλος ἀρν.Δημ. Τερτίπης Ν
2689Ἀλέξ. Γ. Σκουζές Τιμολ. Ἀδαμόπουλος Ν
2690Ἀνδρ. Στράτος Ο Κωνστ. Ζωγλοπίτης
2691Δημ. Καραγιάννης Ν Γεώργ. Φραγκίδης
2692Ἀντώνιος Καρτάλης Ν Ἰωάν. Καζαμπάκας
2693Κωνστ. Τοπάλης Ν Σπ. Παπαποστόλου Ν
2694Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ν Ξενοφῶν Τσαμαγκίδης Ν
2695Ἀργύριος Φιλιππίδης Ν Κωνστ. Σαραφιανᾶς
2696Νικόλαος Παπαϊωάννου Ν Γ. Χατζηνικολῆς Ν
2697Δημήτριος Γίδας Ν Παν. Λεβέντης
2698Νικόλαος Τσόγκας Κ. Δούνης
2699Νικόλαος Γουλιμῆς Ν Γεώργ. Μέρμηγκας Ν
2700Ἔπαμ. Μαυρομμάτης Γεώργ. Κόρπας Ν
2701Περ. Ἀλεξάκης Ο Τριαντάφ. Πατρίκιος Ν
2702Νικ. Σπυρακόπουλος Ν Γεώργ. Θεοτόκης Ν
2703Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο Μιχαὴλ Θεοτόκης
2704Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Ἀλκίνοος Ζερβός Ν
2705Χαρίλαος Διγενόπουλος Ν Σπυρίδων Χυτήρης Ν
2706Ἀρ. Πετροπουλάκης Ν Γουλ. Σκάρπας
2707Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ν Βασίλ. Σαμοΐλης Ν
2708Μιχαὴλ Φωτιάδης Ν Σπυρ. Ἀγάθος Ν
2709Γεώργ. Λιδωρίκης Νικ. Καλοσγοῦρος Ν
2710Γεώργ. Ἀνδρίτσος Ν Κ. Χρηστόπουλος Ν
2711Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος ἀρν.Παν. Δ. Πετρίδης
2712Μιχαὴλ Στελλάκης Ν Σωτ. Κροκιδᾶς
2713Κ. Παπαμιχαλόπουλος Ο Σπ. Νοταρᾶς Ν
2714Γεώργιος Λύρας ἀρν.Περ. Μεντζελόπουλος Ν
2715Ἔμμ. Ρέπουλης Ν Δημ. Δημητριάδης Ν
2716Δημήτριος Τσάτσος Ν Ἄθως Ρωμάνος Ν
2717Δημήτριος Τσιτσάρας Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ν
2718Κωνστ. Ζῶτος Ν Ἀντ. Μουρρερᾶτος
2719Γεώργ. Χατζόπουλος Θεόδ. Μαρκέτος
2720Διονύσιος Στεφάνου Σπ. Ε. Στάης Ν
2721Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ν Διον. Καλούτσης
2722Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας Παν. Χοντζόπουλος Ν
2723Γεώργ. Ρώμας Ν Νικόλαος Τσούχλος Ν
2724Ἀνδρ. Σπηλιάδης Θ. Πέρρος Ν
2725Χρ. Στεφανόπουλος Χ. Κ. Βοζίκης
2726Χαρίλ. Σπηλιώτης Στέφ. Κοπανίτσας Ν
2727Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ν Γεώργ. Φικιώρης
2728 Μελέτιος Ρουσόπουλος Ν
2729Βρασίδας Λεώπουλος Ο Ἰω. Γ. Ροῦφος Ν
2730Γεώργιος Μαυρομιχάλης Α. ΠαπαγιαννακόπουλοςΟ
2731Ἰωάννης Γιαννακίτσας ἀρν.Ἀσημάκης Θ. Ζαΐμης Ο
2732Ν. Καραστέργιος Ἀντ. Ρικάκης Ν
2733Δημ. Πιπινόπουλος Ἀχ. Χοϊδᾶς
2734Ἰω. Γ. Λάππας Γ. ΠαπαδιαμαντόπουλοςΝ
2735Νικ. Μπουρίδης Ν Ν. Μισυρλῆς
2736Περ. Βλαχωρίτης Ν Ν. Καράπαυλος Ν
2737Εὐάγγ. Τζαρλαμπᾶς Ο Γ. Ράλλης Ν
2738Γεράσιμος Φίλιππας ἀρν.Σπ. Γκεντιλίνης Ν
2739Ξενοφῶν Κυριαζῆς Ν Γ. Ζερβὸς Ν
2740Β. Βασιλειάδης Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ν
2741Ἀθην. Εὐταξίας Ν Νικολ. Λεωνίδας Ν
2742Ν. Τριανταφυλλάκος Ν Διομήδης Κυριακὸς
2743Παν. Μανέτας Ο Α. Μαυρογορδᾶτος
2744Ἰω. Μπακόπουλος Ἀθ. Λαδόπουλος
2745Ἠλ. Ζέγγελης Ν. Βαρειδάκης
2746Φιλ. Βάρβογλης Ν Ἀντ. Βιτάλης
2747Ἀθ. Κατριβάνος Ν Δ. Βοκοτόπουλος
2748Ἠλίας Κοσσονάκος Ι. Γκιὼν Ν
2749Γ. Ἀναστασόπουλος Κάρολος Βιτάλης
2750Γ. Νικολαΐδης Κων. Χατζηπέτρος
2751Κ. Τρικούπης Γ. Κανούτας Ν
2752Διον. Δεληγεώργης Ο Νικ. Ταρπάζης
2753Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος Θεόδ. Κριεμάδης
2754Δ. Λυμπερόπουλος Ν Γ. Ραδινός Ν
2755Γ. Λυμπερόπουλος Ν Ἀπόστ. Ζάππας
2756Περ. Μποῦτος Ν Θ. Σαρσέντης Ν
2757Ἀρίστου. Προβελέγγιος Ν Α. Πονηρόπουλος Ν
2758Ἀντ. Μάτσας Δ. Ἀναστασόπουλος
2759Νικ. Κρίσπης Ν Δ. Παπατσώρης Ν
2760Ι. Ναυπλιώτης Ν Δ. Κατσᾶνος
2761Γεώργ. Σισμάνης Ν Α. Σκαλτσοδῆμος Ν
2762Δ. Φαρμάκης Ν Ν. Τζανετόπουλος Ν
2763Γεώργ. Πλατανιώτης Γ. Ροδόπουλος
2764Ἠλίας Ποταμιᾶνος Θεόδ. Λιμπρίτης
2765Μιχ. Λαμπρυνίδης Ν Ι. Κουντουριώτης Ν
2766Ι. Βοῦρτσος Ν Νικ. Τσαμαδὸς Ν
2767Α. Πετσάλης Παντελῆς Γκίκας Ο
2768Κ. Α. Κουμουνδοῦρος Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης Ν
2769Κυριακ. Π. Μαυρομιχάλης Κ. Ἀγαθοκλῆς Ν
2770Γ. Καπετανάκης Ι. Δ. Τσιριμῶκος Ν
2771Φώτιος Μοσχούλας ἀρν.Δημ. Κρίτσας
2772Ἀσημ. Χριστόπουλος Α. Πλατῆς
2773Χαράλ. Κανελλόπουλος Ο Νικ. Χατζῖσκος
2774Θάνος Μπασιᾶς Ν. Καλογερόπουλος Ν
2775Παναγῆς Τυπάλδος Ο Β. Βουδούρης Ν
2776Θεόδ. Βελλικιώτης Δ. Κριεζώτης Ν
2777Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ν Γ. Ἀβέρωφ Ο
2778Ἀθ. Παπαθανασίου Ν Μιλτ. Κανάρης
2779Πέτρος Μόρης Ἀλέξ. Μ. Κανάρης Ν
2780§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 141. Ἐκ τούτων 112
2781εἶπον Ναί, 20 Ὄχι, καὶ 9 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπομένως τὸ
2782τὸ ἄρθρον 6 ἐγένετο δεκτόν.
2783(Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ
2784λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου
2785εἰς αʹ συζήτησιν).
2786§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
2787τροποποιήσεως τῶν περὶ προσωπικῆς κρατήσεως διατάξεων.
2788§160ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε (θόρυβος).
2789§161Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
2790§162Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς διακόψωμεν.
2791§163ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Πεταλᾶς ὑπέβαλεν ἔνστα-
2792σιν ἀπαρτίας.
2793§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν τὴν συνεδρίασιν διὰ νὰ ἐπανα-
2794λάβωμεν αὐτὴν ὥρᾳ 9½.
2795§165ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
2796§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε, κύριε Πεταλᾶ;
2797§167ΠΕΤΑΛΑΣ. Παραιτοῦμαι.
2798§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πεταλᾶς ἀποσύρει τὴν ἔνστα-
2799σίν του.
2800§169ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν δύναται νὰ τὴν ἀποσύρῃ.
2801§170ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἀφοῦ διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, ἀποσύρω
2802τὴν ἔνστασίν μου.
2803§171ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι, δὲν δύναται. Θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ
2804κατάλογος ἅμα τῇ ἐπανόδῳ τῶν κυρίων Βουλευτῶν (θόρυ-
2805βος καὶ διάλογοι).
2806(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 40′ μ. μ. Ἐπανα-
2807λαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 15′ μ. μ.)
2808§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε εἰς τὰς θέσεις σας, παρακαλῶ,
2809κύριοι Βουλευταί. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνε-
2810δρίασις.
2811Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως
2812τῶν περὶ προσωπικῆς κρατήσεως διατάξεων. Ἔχει τις τὸν
2813λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
2814§173ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται περὶ ἄλλου
2815ἀντικειμένου, πρὶν ἢ ἀκόμη συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
2816Πρὶν διακοπῇ ἡ συνεδρίασις προετάθη ἔνστασις ἀπαρτίας
2817παρὰ τοῦ κ. ἐξ Ἁγυιᾶς Βουλευτοῦ...
2818§174ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Τὴν ἀνεκάλεσεν.
2819§175ΑΛΕΞΑΚΗΣ... Ὁ δὲ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
2820σεως ἐβεβαίωσεν, ὅτι θὰ ἀρχίσωμεν μετὰ τὴν διακοπὴν ἀπὸ
2821τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου.
2822§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως!
2823§177ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μάλιστα.
2824§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἤκουσα νὰ βεβαιώσῃ τοιοῦτόν τι.
2825§179ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Βεβαίως.
2826§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἤκουσα. Ἀλλ’ ἐὰν ὑποβάλλετε ἔνστα-
2827σιν, βεβαίως θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
2828§181ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι, δὲν ἔχω σκοπὸν ἐγώ· ἀλλὰ νομίζω
2829ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ τάξις.
2830§182Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀλήθεια τῶν
2831πραγμάτων εἶναι ἡ ἑξῆς. Ὅτε ὑπεβλήθη ἡ ἔνστασις ἀπαρ-
2832τίας, ἐπέμενόν τινες, ὅπως προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν ἀνάγνω-
2833σιν τοῦ καταλόγου· ἐπειδὴ εἶχεν ἐν τούτοις ἀναγγελθῆ ἡ
2834διακοπὴ, ἐλέχθη ὅτι, ἐὰν ἐπιμένῃ ὁ ὑποβαλὼν τὴν ἔνστασιν,
2835θὰ γείνῃ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς
2836ἐπαναλήψεως. Ἑπομένως, ἐὰν νομίζει ὁ κύριος Βουλευτὴς, ὁ
2837ὑποβαλὼν τὴν ἔνστασιν, ἢ ἄλλος τις, ὅτι πρέπει νὰ προβάλῃ
2838ἔνστασιν ἀπαρτίας, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι πρέπει νὰ
2839προβῶμεν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου.
2840§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅτε ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
2841προέβαλε τὴν διακοπὴν, τότε μοὶ ἀνηγγέλθη, ὅτι ὁ κύριος
2842Πεταλᾶς εἶχε προτείνει ἔνστασιν ἀπαρτίας, ἣν ἐγὼ δὲν εἶχον
2843ἀκούσει...
2844§184Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν).
2845Καὶ τὴν ἀνεκάλεσε.
2846§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ... Τότε ἠρώτησα τὸν κύριον Πεταλᾶν, ἂν
2847ἐπιμένῃ, καὶ ὁ κ. Πεταλᾶς μοὶ ἀπήντησεν ὄχι.
2848§186ΖΩΤΟΣ. Εἶπε «παραιτοῦμαι».
2849§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Παραιτοῦμαι», μάλιστα.
2850§188ΖΩΤΟΣ. Οὕτω πως ἀντελήφθημεν ὅλοι.
2851§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶχον ἀκούσει,
2852ὅτι εἶχεν ὑποβάλει ἔνστασιν.
2853§190ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βου-
2854λῆς νὰ διαφωνήσω πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασε
2855πρὸς τὴν Βουλήν. Τὸ πρᾶγμα ἔχει ἄλλως. Πρὶν ἢ ἀκόμη
2856προταθῇ ἡ διακοπὴ τῆς συνεδριάσεως ὁ κ. ἐξ Ἀγυιᾶς Βου-
2857λευτὴς ὑπέβαλεν ἔνστασιν ἀπαρτίας...
2858§191ΦΩΝΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι! ὄχι!
2859§192ΑΛΕΞΑΚΗΣ... Τότε δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
2860εἶπεν, ὅτι διακόπτομεν ἤδη.
2861§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
2862§194ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ μετὰ τὴν διακοπὴν, εἶπεν, ἀρχόμεθα
2863ἀπὸ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου.
2864§195ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καὶ ὁ κ. ἐξ Ἀγυιᾶς Βουλευτὴς ἀνεκά-
2865λεσεν.
2866§196ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τοῦτο εἶναι ἀληθές. Ἀλλὰ δὲν εἶχε δι-
2867καίωμα νὰ ἀνακαλέσῃ.
2868Λοιπὸν νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶχεν ὑπο-
2869χρέωσιν, μόλις προετάθη ἔνστασις ἀπαρτίας, ἢ ἠγέρθη ὑπό-
2870νοια τοιαύτη παρά τινος Βουλευτοῦ, νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἡ Βουλὴ
2871εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Ταῦτα ἐγένοντο κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον,
2872καὶ νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶναι ὑποχρεωμέ-
2873νος νὰ ἀναγνώσῃ τὸν κατάλογον.
2874§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Διὰ νὰ ἤμεθα ἐν τάξει καὶ πρὸ
2875πάντων διὰ νὰ ἦναι ἐν τάξει τὸ Προεδρεῖον, ὀφείλει νὰ δη-
2876λώσῃ τὸ ἑξῆς ὁ Πρόεδρος, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε ὑμεῖς,
2877δυνατὸν νὰ ἦναι τὸ ἀληθὲς, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι ἐγὼ
2878δὲν ἀντελήφθην ὅτι ἐπροτάθη τοιαύτη ἔνστασις, διότι τῇ
2879στιγμῇ ἐκείνῃ ἐγένετο θόρυβος. Ὅτε δ’ ἐγένετο συζήτησις
2880περὶ τῆς διακοπῆς, εἷς τῶν κυρίων Βουλευτῶν εἶπεν, ὅτι ὁ
2881κύριος Πεταλᾶς ὑπέβαλεν ἔνστασιν ἀπαρτίας· τότε ἠρώτησα
2882τὸν κ. Πεταλᾶν, ὁ ὁποῖος ἀπεκρίθη, ὅτι παραιτεῖται τῆς ἐν-
2883στάσεως. Ἐπειδὴ ὅμως ὑμεῖς ἀμφισβητεῖτε τὸ γεγονὸς, ἐγὼ
2884βεβαίως θέλω προβῆ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου.
2885§198ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ κἀνὲν γεγονός. Ἐγὼ εἶπον
2886τὰ πράγματα ὡς συνέβησαν. Ὅ,τι θέλετε, κάμετε.
2887§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ ἐγείρεται ἀμφισβήτησις, θ’ ἀναγνω-
2888σθῇ ὁ κατάλογος.
2889(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν
2890κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τῶν βουλευτῶν Περ.
2891Ἀλεξάκη καὶ Κ. Χατζηπέτρου. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ δια-
2892λογή).
2893§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες Βουλευταὶ 125. Ἡ Βουλὴ εἶναι
2894ἐν ἀπαρτίᾳ.
2895Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
2896τροποποιήσεως τῶν περὶ προσωπικῆς κρατήσεως διατάξεων»;
2897§201ΜΙΧ. ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Μετὰ τὴν τόσῳ ἰσχυρὰν ἀντίδρασιν,
2898ἥτις παρετηρήθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς
2899κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν καὶ αὖθις φερομένου νομοσχεδίου,
2900ἐνόμιζον, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ.
2901Ὑπουργὸς ἤθελεν ἀποσύρει τοῦτο, πειθόμενος περὶ τοῦ ἀλυ-
2902σιτελοῦς καὶ ἀσυμφόρου αὐτοῦ. Ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς
2903ἐπιμένει καὶ θέλει νὰ καταστήσῃ νόμον τοῦ Κράτους νομο-
2904σχέδιον, τοῦ ὁποίου αἱ συνέπειαι, ἐπιψηφιζομένου τυχὸν, βε-
2905βαίως ἔσονται ὀλεθριώταται εἰς τὸν ἐμπορικὸν ἡμῶν κόσμον,
2906τὸν ὁποῖον κυριολεκτικῶς θέλει ἀναστατώσει.
2907Καὶ ἂν προέκειτο, Κύριοι, περὶ γενικῆς τινος ἀρχῆς, περὶ
2908θεμελιώδους τινὸς ἰδέας, περὶ ὁλοσχεροῦς τουτέστι καταργή-
2909σεως τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ἡ γνώμη τοῦ
2910κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης θὰ μοὶ ἦτο σεβαστὴ, καὶ ἡ
2911ἐπιμονὴ αὐτοῦ πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου καταληπτή
2912πως. Ἤθελον δὲ τότε καὶ ἐγὼ περιορισθῆ νὰ ὑποβάλω ἐρω-
2913τήματά τινα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐκ
2914δὲ τῶν ἀπαντήσεων αὐτοῦ ἐπὶ τῶν ἐρωτημάτων ἐκείνων ἤθελε
2915δυνηθῆ νὰ μορφώσῃ ἀσφαλῆ γνώμην ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ λυσι-
2916τελοῦς ἢ ἀσυμφόρου τῆς καταργήσεως. Ἤθελον π. χ. ἐρω-
2917τήσει τότε τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν περὶ τῆς
2918ἐνημερότητος τῆς παρ’ ἡμῖν Δικαιοσύνης, καὶ ἂν αὕτη δύναται
2919ν’ ἀνταποκρίνηται εἰς τὰς δικαίας καὶ εὐλόγους ἀξιώσεις τοῦ
2920ἐμπορικοῦ ἡμῶν κόσμου περὶ τῆς ταχείας, ὅσον ἔνεστιν, ἐκδι-
2921κάσεως τῶν ἐμπορικῶν διαφορῶν. Ἤθελον παρακαλέσει τότε
2922τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν
2923Βουλήν, ἐὰν ὑφίστανται καὶ παρ’ ἡμῖν ἐμπορικὰ σωματεῖα,
2924οἷον ἐμπορικοὶ σύλλογοι ὠργανωμένοι καὶ ἐπιμελητήρια, ἐὰν
2925ἐμορφώθησαν ἤδη καὶ ἔθιμα τοιαῦτα παρὰ τῷ ἐμπορικῷ ἡμῶν
2926κόσμῳ, τὰ ὁποῖα, ἀλλαχοῦ ὑφιστάμενα, εἰσὶν ἱκανὰ αὐτὰ καὶ
2927μόνα νὰ προστατεύωσι τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν καλὴν πίστιν
2928κατὰ τῶν δολιοτήτων καὶ τῶν κακοπιστιῶν, τῶν ἀναφαινομέ-
2929νων ἐν αὐτῷ. Ἤθελον ἐπὶ τέλους παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουρ-
2930γὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸ ἑξῆς ἐρώτημα:
2931πόθεν ἔχει ἐνδεδειγμένην τὴν ἀνάγκην περὶ καταργήσεως τοῦ
2932θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως; πότε δὲ καὶ πῶς ἐξε-
2933φράσθη τὸ δημόσιον παρ’ ἡμῖν φρόνημα περὶ τοῦ θεσμοῦ τού-
2934του; Διότι, Κύριοι, οἱ νόμοι καταργοῦνται ἢ ὅταν περιπέ-
2935σωσιν εἰς ἀχρηστίαν, ὅτε ὁ νομοθέτης παρεμβαίνων ἐκπληροῖ
2936ἁπλῶς χρέη νεκροθάπτου ἀχρήστων καὶ νεκρῶν νόμων, ἢ ὅταν
2937τοῦτο ἐνδείκνυται ὑπὸ τοῦ δημοσίου φρονήματος ὡς κοινωνικὴ
2938ἀνάγκη. Διότι, ὅπως ἡ δημιουργία νόμου τινὸς πρέπει νὰ ᾖναι
2939ἀπόρροια ἀληθὴς καὶ πραγματικὴ τοῦ δημοσίου φρονήματος,
2940ἐνδεδειγμένη κοινωνικὴ ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν ὁ νομοθέτης πα-
2941ρεμβαίνων κανονίζει κατὰ τὸν λυσιτελέστερον τρόπον, οὕτω
2942καὶ ἡ κατάργησις ἢ μεταρρύθμισις νόμου τινὸς πρέπει νὰ
2943ἐνδείκνυται ὑπὸ τοῦ δημοσίου φρονήματος, ὡς μέτρον ὠφέ-
2944λιμον κοινωνικῶς, μάλιστα δὲ προκειμένου περὶ θεσμοῦ ἀπὸ
2945μακροῦ χρόνου διέποντος μέγιστα καὶ ποικίλα κοινωνικὰ συμ-
2946φέροντα, οἷος ὁ θεσμὸς περὶ προσωπικῆς κρατήσεως. Θ’ ἀπε-
2947δείκνυον δὲ τότε, ὅτι οὐδετέρα τῶν ἀναγκαίων τούτων προϋ-
2948ποθέσεων πρὸς κατάργησιν ἢ μεταρρύθμισιν νόμου τινὸς ὑφί-
2949σταται. Τοῦτο δ’ ἄλλως ἀναμφισβητήτως κατέδειξαν αἱ ἐν
2950πλήθει ἀνακοινωθεῖσαι ἡμῖν ὑπὸ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς
2951ἀναφοραὶ καὶ διαμαρτυρίαι ἔκ τε τῶν πρωτευουσῶν καὶ τῶν
2952δευτερευουσῶν ἐμπορικῶν πόλεων κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν
2953νομοσχεδίου.
2954Ἀλλ’ ὡς εἶπον ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας μου, διὰ τοῦ ὑπὸ συ-
2955ζήτησιν νομοσχεδίου δὲν ἐπιδιώκεται ἡ ὁλοσχερὴς κατάργησις
2956τοῦ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως θεσμοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς
2957ἠρκέσθη καὶ διὰ τῆς αἰτιολογικῆς αὑτοῦ ἐκθέσεως καὶ διὰ τῶν
2958ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὁμιλιῶν του εἰς ἀρὰς καὶ ἀναθέματα
2959κατὰ τοῦ θεσμοῦ, ἐχαρακτήρισεν αὐτὸν ὡς βάρβαρον καὶ
2960ἀπάνθρωπον, (καίπερ τοῦ θεσμοῦ τούτου ἔχοντος νὰ ἐπιδείξῃ
2961τίτλους ζωῆς καὶ λειτουργίας ἐν τοῖς μᾶλλον φιλελευθέροις
2962πολιτεύμασι καὶ τοῖς μᾶλλον πεπολιτισμένοις λαοῖς) ἠρκέσθη,
2963λέγω, νὰ καταθεματίσῃ καὶ καθυβρίσῃ τὸν θεσμὸν, ἀλλ’ ὡμο-
2964λόγησε συγχρόνως, ὅτι κοινωνικαὶ ἀνάγκαι ἐπιβάλλουσιν ἡμῖν
2965τὴν διατήρησιν αὐτοῦ, ὡς χρησίμου καὶ ἀναγκαίου.
2966Ἀλλὰ τί λοιπὸν ζητεῖται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομο-
2967σχεδίου; Ἐάν τις ἐπιπολαίως ἐξετάσῃ τὰ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ
2968ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου ἀναφερόμενα, καὶ πιστεύσῃ ἀπολύ-
2969τως εἰς τὰς προφορικὰς δηλώσεις, τὰς ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
2970του, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ νομοσχεδίου
2971σκοπεῖται ἁπλῶς ὁ περιορισμὸς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως
2972μόνον κατὰ τῶν κατ’ ἐπάγγελμα ἐμπόρων καὶ διὰ τὰς ὑπο-
2973χρεώσεις αὐτῶν τὰς ἐκ τῶν ἐμπορικῶν αὐτῶν πράξεων πηγα-
2974ζούσας. Ἀλλ’ ἐάν τις ἐντείνῃ τὴν προσοχὴν αὑτοῦ, καὶ ἂν
2975βαθύτερον καὶ ἐταστικώτερον ῥίψῃ τὸ βλέμμα εἰς τὰ ἐν τῇ
2976αἰτιολογικῇ τοῦ νομοσχεδίου ἐκθέσει ἀναφερόμενα, θέλει πει-
2977σθῆ, ὅτι ἀληθὴς σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι νὰ ἀπαλ-
2978λάξῃ τοὺς μὴ ἐξ ἐπαγγέλματος ἐμπόρους ἐκ τῶν συνεπειῶν,
2979ἃς συνεπάγονται αἱ παρ’ αὐτῶν ἐνεργούμεναι φύσει ἐμπορικαὶ
2980πράξεις, θέλει ἀνακαλύψει, ὅτι ἄλλος εἶναι ὁ ἀληθὴς, πραγ-
2981ματικὸς καὶ κύριος σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, σκοπὸς ὅλως
2982ἀνάξιος νὰ δημιουργήσῃ τόσας δυσκολίας εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ
2983νὰ ἀπασχολήσῃ ἔστω καὶ ἐπὶ τέταρτον ὥρας ὑμᾶς, κύριοι
2984Βουλευταί. Σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι ἡ πλήρωσις
2985ἐνδεδειγμένης κοινωνικῆς ἀνάγκης· τὸ δημόσιον φρόνημα, ἡ
2986κοινὴ γνώμη παρ’ ἡμῖν οὐδέποτε ἐξεδηλώθη κατὰ τῆς προσω-
2987πικῆς κρατήσεως τῶν μὴ ἐξ ἐπαγγέλματος ἐμπόρων, ἀλλ’ ἐν-
2988εργούντων ἐν τούτοις πράξεις φύσει ἐμπορικὰς, ἐμπορικω-
2989τάτας. Οὐδὲ ὑπῆρξε πρὸς τοῦτο εὔλογός τι αἰτία καὶ ἀφορμή.
2990Καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου
2991οὐδεμία ἀπαντᾷ ἀληθὴς καὶ λογικὴ αἰτιολογία τοῦ φαινομε-
2992νικοῦ τούτου σκοποῦ τοῦ νομοσχεδίου, οὐδεὶς δικαιολογικὸς
2993λόγος τοῦ σκοποῦ τούτου ἀπαντᾷ ἐν αὐτῇ, ὁ δὲ ἐν αὐτῇ ἀνα-
2994φερόμενος, ἂν ἀληθῶς ἀφορᾷ εἰς τὸν φαινομενικὸν τοῦτον σκο-
2995πὸν, ὁ λόγος οὗτος, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι παρασάγγας ὅλους
2996ἀπέχει τῆς ἀληθείας καὶ τῆς λογικῆς, ὅτι εἶναι αὐτόχρημα
2997παραλογισμός!
2998Καὶ διὰ νὰ μὴ ὑποληφθῶ καὶ πρὸς στιγμὴν ἔτι, ὅτι ἀνα-
2999κριβῆ ἢ ὑπερβολικὰ λέγω, σᾶς παρακαλῶ μετὰ συντόνου
3000προσοχῆς νὰ μὲ ἀκολουθήσητε, ἀναγινώσκοντα τὴν αἰτιολο-
3001γικὴν τοῦ νομοσχεδίου ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ
3002νομοσχεδίου, τουτέστιν ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου, διότι
3003τὸ πρῶτον ἄρθρον αὐτοῦ εἶναι τὸ ὅλον τοῦ νομοσχεδίου τού-
3004του, αὐτὸ περιέχει τὴν σκοπουμένην μεταρρύθμισιν (ἀνα-
3005γινώσκει):
3006«Κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου τούτου
3007»ἡ προσωπικὴ κράτησις ἐξ ἐμπορικῶν ὑποχρεώσεων δὲν δύ-
3008»ναται ν’ ἀπαγγελθῇ, εἰμὴ κατ’ ἐμπόρων, οὐχὶ δὲ κατὰ
3009»παντὸς ἄλλου προσώπου, μὴ μετερχομένου τὴν ἐμπορίαν,
3010»ἐνεχομένου δ’ ἁπλῶς ἐξ ἐμπορικῆς σχέσεως· διότι, ἂν ἡ ὁλο-
3011»σχερὴς κατάργησις τοῦ θεσμοῦ ἐπὶ ἐμπορικῶν ὑποθέσεων
3012»δὲν ἔτυχεν εἰσέτι τῆς ψήφου πάντων τῶν ἐπὶ τοῦ θέματος
3013»τούτου ἀσχοληθέντων, διότι κατά τινας τούτων αἱ ἀνάγκαι
3014»τῆς ἐμπορίας ὑπαγορεύουσι τὴν διατήρησιν τοῦ θεσμοῦ ὡς
3015»στοιχείου πίστεως τῶν μετερχομένων αὐτὴν, λόγῳ ὅτι ἡ
3016»ἀπειλὴ καὶ μόνη τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας ἐξαναγκάζει
3017»αὐτοὺς συνήθως εἰς πλήρωσιν τῶν ἐμπορικῶν ὑποχρεώσεων,
3018»οὐχ ἧττον ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ῥηθέντος μέτρου ἥκιστα δικαιο-
3019»λογεῖται κατὰ προσώπων ξένων τῆς ἐμπορίας, ἅτινα πολ-
3020»λάκις, ὑπὸ τὸ κράτος τῆς πιέσεως τοκογλύφου καὶ τῆς ἰδίας
3021»συγχρόνως ἀκατασχέτου ὁρμῆς πρὸς τὴν σπατάλην, δὲν
3022»διστάζουσι νὰ προεξοφλήσωσι τὴν προσωπικὴν αὑτῶν ἐλευ-
3023»θερίαν κλπ.»
3024Οὗτοι εἶναι οἱ λόγοι οἱ προβαλλόμενοι πρὸς δικαιολογίαν
3025τοῦ νομοσχεδίου. Κατὰ τὴν αἰτιολογικὴν λοιπὸν ἔκθεσιν, ὁ
3026μὴ κατ’ ἐπάγγελμα ἔμπορος, ὁ ἐνεργῶν ἐν τούτοις φύσει
3027ἐμπορικὴν πρᾶξιν, ἐξ ἐκείνων, ἃς ἀναγράφουσι τὰ ἄρθρα 2
3028καὶ 3 τοῦ ἀπὸ 2 Μαΐου 1835 Β. Διατάγματος περὶ ἁρμο-
3029διότητος τῶν Ἐμποροδικείων, ὁ ἐνεργῶν, λέγω, τοιαύτην
3030πρᾶξιν δὲν πρέπει νὰ ὑπάγηται διὰ τὰς ἐκ τῆς πράξεως ταύ-
3031της ὑποχρεώσεις του εἰς προσωπικὴν κράτησιν· καὶ ἂν ἡ
3032ἀξία, ἡ σημαντικότης τῆς πράξεως ταύτης ὑπερβαίνῃ πάσας
3033ὁμοῦ, ἐν συνόλῳ λαμβανομένας, τὰς πράξεις ἐμπόρου τινὸς
3034κατ’ ἐπάγγελμα, τὰς καθ’ ὅλον αὐτοῦ τὸν ἐμπορικὸν βίον
3035ἐνεργηθείσας, δὲν πρέπει, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, νὰ ὑπόκειται
3036οὗτος εἰς προσωπικὴν κράτησιν, πρέπει νὰ καταργηθῶσι
3037δι’ αὐτὸν πᾶσαι αἱ ἐγγυήσεις, αἱ ἀσφάλειαι, αἱ μέχρι τοῦδε
3038ὑπὸ τοῦ νόμου διδόμεναι εἰς τοὺς μετ’ αὐτοῦ συναλλαττο-
3039μένους, διατί; ἠκούσατε τὸ διατί· διότι ὁ μὴ ἔμπορος, ὁ
3040τοιαύτας ἐνεργῶν πράξεις, εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν πίεσιν τοῦ
3041τοκογλύφου, διότι ὁ τοιαύτας σημαντικὰς πράξεις ἐνεργῶν
3042διατελεῖ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἰδίας ἀκατασχέτου ὁρμῆς πρὸς
3043τὴν σπατάλην! Αὕτη εἶναι ἡ αἰτιολογία τοῦ νομοσχεδίου.
3044Καὶ διὰ νὰ κατασταθῶ καταληπτὸς, ὅσον ἔνεστι, φέρω παρα-
3045δείγματά τινα.
3046Ὑποθέσατε πλούσιόν τινα ἐπιχειρηματίαν, κατερχόμενον
3047εἰς Πειραιᾶ καὶ ἀγοράζοντα φορτίον σίτου ἢ ζακχάρεως ἢ
3048καφὲ ἢ ὀρύζης, καὶ ἀγοράζοντα ἐπὶ σκοπῷ μεταπωλήσεως
3049ἐπὶ κέρδει. Ὁ Κύριος οὗτος, αὐτὸς ὁ μέγας ἐπιχειρηματίας,
3050δὲν πρέπει κατὰ τὴν μνησθεῖσαν αἰτιολογίαν νὰ ὑπόκειται
3051εἰς προσωπικὴν κράτησιν, δυστροπῶν νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ἐκ
3052τῆς πράξεως ταύτης ὑποχρεώσεις του, διότι κατὰ τὸν κ.
3053Ὑπουργὸν εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν πίεσιν τοῦ τοκογλύφου καὶ
3054ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἀκατασχέτου ὁρμῆς πρὸς τὸ
3055σπαταλᾶν! Ἂν ἕτερός τις ἀγοράσῃ πλοῖον, ἢ ναυπηγήσῃ
3056τοιοῦτον, ἡ πρᾶξίς του αὕτη, κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε κρατοῦντα,
3057θεωρεῖται ὡς πρᾶξις φύσει ἐμπορικὴ, καὶ χάριν τῆς ναυτι-
3058λίας καὶ ἐπὶ προστασίᾳ αὐτῆς ἐπάγεται προσωπικὴν κρά-
3059τησιν κατὰ τοῦ δυστροποῦντος νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ἐκ τῆς
3060τοιαύτης πράξεως ὑποχρεώσεις του. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς
3061λέγει: «Μὴ, πρὸς Θεοῦ! ἄφετε τὸν δυστυχῆ αὐτὸν ἄνθρω-
3062πον· αὐτὸς ἐνεργεῖ ὑπὸ τὴν πίεσιν τοῦ τοκογλύφου, ὑπὸ τὸ
3063κράτος τῆς ἀκατασχέτου αὐτοῦ ὁρμῆς πρὸς τὸ σπαταλᾶν»!
3064Ἂν ἕτερός τις ἐνεργήσῃ κολλυβιστικὴν ἢ τραπεζιτικὴν πρᾶ-
3065ξιν ἐξ ἑκατομμυρίων δραχμῶν, πρᾶξιν δηλαδὴ φύσει ἐμπο-
3066ρικὴν, κατὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν πρέπει καὶ αὐτὸς νὰ ὑπό-
3067κειται εἰς προσωπικὴν κράτησιν, διότι κατὰ τὸν κ. Ὑπουρ-
3068γὸν εἰς τὴν πρᾶξιν αὐτὴν ὠθεῖται ὑπὸ τοῦ μισητοῦ τοκο-
3069γλύφου, ἤχθη εἰς αὐτὴν ὑπὸ τῆς ἀκατασχέτου αὐτοῦ ὁρμῆς
3070πρὸς τὴν σπατάλην, ὁ πολυμήχανος οὗτος ἐπιχειρηματίας!
3071Ἐκ τῆς προσωπικῆς τοῦ πολυμηχάνου τούτου ἐπιχειρημα-
3072τίου κρατήσεως γεννᾶται, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, σκάνδαλον
3073ἐν τῇ κοινωνίᾳ, καὶ ἐγείρεται κατακραυγὴ, καταξεσχίζουσα
3074τὰ ὦτα αὐτοῦ καὶ συγκινοῦσα τὴν ψυχήν του! Ἀλλὰ δὲν
3075συγκινεῖ ἐν τούτοις τὴν εὐαίσθητον αὐτοῦ καρδίαν ἡ προσω-
3076πικὴ κράτησις μικρεμπόρου τινὸς κατ’ ἐπάγγελμα, δὲν τὴν
3077συγκινεῖ ἡ προσωπικὴ κράτησις ἑνὸς λαχανοπώλου ἢ ὀπω-
3078ροπώλου, ἀγοράζοντος καὶ μεταπωλοῦντος ὀπώρας! Καὶ τολ-
3079μῶσι νὰ λέγωσι, δυνάμει τούτου τοῦ τραγελάφου, ὃν θέτουσι
3080πρὸ ἡμῶν, ὅτι ἐπιζητοῦσι τὴν κατάργησιν ἢ τὸν περιορισμὸν
3081τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἐντὸς ὁρίων λογικῶν, ἵνα προκα-
3082λῶσι τὰς ἐπιδοκιμασίας κακοπίστων τινῶν, μὴ θελόντων
3083νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις των, ἢ ἄλλων ἀκρίτων,
3084ἀσυνειδήτως ἐλευθεριαζόντων! Τοιαύτη εἶναι, Κύριοι, ἡ αἰ-
3085τιολογία τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ ἀπεδείχθη, νομίζω,
3086ὅτι οὐδὲν ἀνακριβὲς, οὐδὲν ὑπερβολικὸν εἶπον. Κατέδειξα
3087ὄντως, ὅτι αἱ αἰτιολογίαι τοῦ νομοσχεδίου εἶναι σαθραὶ καὶ
3088ἕωλοι, ἵνα μὴ εἴπω τι χεῖρον, κατέδειξα ὅτι ἀληθὴς σκο-
3089πὸς τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι οὔτε δύναται νὰ ᾖναι αὐτὸς,
3090τὸν ὁποῖον προβάλλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἄλλος
3091εἶναι ὁ ἀληθὴς σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἔπρεπεν ἀπρο-
3092καλύπτως νὰ τὸν εἴπῃ.
3093Ἀλλ’ ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐτόλμησε νὰ
3094τὸν εἴπῃ, ἐγὼ ἀπροκαλύπτως καὶ ἀπεριστρόφως θὰ τὸν εἴπω,
3095διότι ὀφείλω νὰ τὸν εἴπω, κηδόμενος τοῦ ἐμπορίου τοῦ παρ’
3096ἡμῖν, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν πίεσιν μυρίων ὅσων κα-
3097κῶν, καὶ δὲν πρέπει νὰ προσθέσωμεν καὶ ἕτερον. Ὁ ἀληθὴς
3098σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι ἡ προστασία νέων τι-
3099νῶν ἀπερισκέπτων καὶ ἀσώτων, περιπεσόντων εἰς χρέη ἐκ
3100συναλλαγματικῆς, καὶ χάριν τοῦ σκοποῦ τούτου, τοῦ ἀνα-
3101ξίου, ὡς εἶπον, νὰ ἀπασχολήσῃ καὶ ἐπὶ τέταρτον ὥρας τὸ
3102νομοθετικὸν σῶμα, καλεῖσθε νὰ φέρητε ψῆφον ὑπὲρ τοῦ νομο-
3103σχεδίου τούτου, διὰ νὰ διασαλεύσητε τελείως τὴν ἐμπορι-
3104κὴν ἡμῶν τάξιν. Τρία ἢ τέσσαρα, Κύριοι, περιστατικὰ τοι-
3105αῦτα, λαβόντα χώραν παρ’ ἡμῖν, ἔδωσαν τὸ ἐνδόσιμον εἴς
3106τινας ἐνδιαφερομένους νὰ μεριμνήσωσι περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς
3107τῶν ἀπερισκέπτων τούτων νέων ἀπὸ τῶν ἐκ συναλλαγμα-
3108τικῆς χρεῶν αὐτῶν, καὶ μεριμνῶντες περὶ τῶν μέσων τῶν
3109προσφόρων πρὸς τὸν σκοπόν των τοῦτον, εὗρον ὅτι τὸ προσ-
3110φορώτερον εἶναι νὰ ἐκστρατεύσωσιν ἐμμέσως κατὰ τῆς
3111συναλλαγματικῆς, δυνάμει τῆς ὁποίας ἐφείλουσιν οἱ ἄσω-
3112τοι οὗτοι.
3113Καὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἔπεισαν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δι-
3114καιοσύνης, ἐν τῇ προθυμίᾳ αὐτοῦ ἴσως, ἵνα μὴ καθυστερήσῃ
3115τῶν κυρίων συναδέλφων του ἐν τῷ μεταρρυθμιστικῷ αὐτῶν
3116ἔργῳ, ἔπεισαν, λέγω, τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀποδεχθῇ τὰς
3117γνώμας των καὶ νὰ εἰσηγήσηται ἐνώπιον ὑμῶν τὸ ὑπὸ συ-
3118ζήτησιν νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ὅπως ἐπιτύχωσι τοῦ σκοποῦ των
3119τούτου οἱ ἐνδιαφερόμενοι, εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀναπόδραστον
3120ἀνάγκην νὰ προβῶσιν εἰς ἀληθὲς νομικὸν πραξικόπημα, ἀπο-
3121γυμνοῦντες σπουδαιοτάτας ἐμπορικὰς πράξεις τῶν νομίμων
3122αὐτῶν ἐγγυήσεων καὶ συνεπειῶν. Ὁ σκοπὸς αὐτῶν δὲν ἦτο
3123δυνατὸν ἄλλως νὰ ἐπιτευχθῇ ἢ διὰ τῆς ἐξουδετερώσεως τῆς
3124ἰσχύος τῆς συναλλαγματικῆς, δυνάμει τῆς ὁποίας ἐδανεί-
3125σθησαν τὰ ἔντιμα ἐκεῖνα ὑποκείμενα. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξουδε-
3126τερωθῇ ἡ δύναμις τὴν συναλλαγματικῆς, ἥτις, ὡς γνωστόν,
3127εἶναι πρᾶξις φύσει ἐμπορική, ἔπρεπε συγχρόνως καὶ πᾶσαι
3128αἱ ἄλλαι φύσει ἐμπορικαὶ πράξεις, ὧν πρὸ μικροῦ ἐμνήσθην,
3129καὶ ἐν παραδείγμασι τινὰς τούτων ἀνέφερα, νὰ ὑποστῶσι
3130τὴν αὐτὴν τύχην τῆς συναλλαγματικῆς, αἰρομένων πασῶν
3131τῶν ἐγγυήσεων καὶ ἀσφαλειῶν, δι’ ὧν περιεβάλλοντο ὑπὸ τοῦ
3132νόμου μέχρι τοῦδε.
3133Καὶ οὕτω συντελεῖται τὸ νομικὸν πραξικόπημα! Καὶ ἐν-
3134τεῦθεν, Κύριοι, πάντα τὰ ἄτοπα καὶ ἔκτροπα, τὰ καινοφανῆ
3135καὶ παράδοξα, τὰ ὁποῖα ἐξέθηκα πρὸς ὑμᾶς, ὡς προκύπτοντα
3136ἐκ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐντεῦθεν οἱ τόσοι νομικοὶ καὶ λογικοὶ
3137σολοικισμοί, οὓς ἐπίσης κατέδειξα πρὸς ὑμᾶς, νὰ διατηρῶ-
3138μεν δηλονότι τὴν προσωπικὴν κράτησιν διὰ τὸν λαχανοπώ-
3139λην, διὰ τὸν πωλητὴν βελονῶν, νὰ καταργῶμεν δὲ ταύτην
3140διὰ τὸν μέγαν, τὸν πολυμήχανον ἐπιχειρηματίαν, τὸν μὴ
3141ἐξ ἐπαγγέλματος μὲν ἔμπορον, ἀλλ’ ἐνεργοῦντα κατὰ χρο-
3142νικὰ διαστήματα μεμακρυσμένα σπουδαιοτάτας φύσει ἐμπο-
3143ρικὰς πράξεις. Χάριν τῶν ἐντίμων αὐτῶν ὑποκειμένων, χά-
3144ριν τῶν ἀπερισκέπτων ἐκείνων νέων θέλετε νὰ συγκλονήσητε
3145ἐκ βάθρων τὴν ἀρκούντως σεσαλευμένην ἐμπορικὴν τάξιν...
3146§202ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Χάριν τῶν δυστυχῶν χωρικῶν, οἱ ὁποῖοι
3147ἔγειναν ἕρμαιον τῶν τοκογλύφων.
3148§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε!
3149§204ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Δέχομαι διακοπάς, διότι θὰ ἔχω πάντοτε
3150ἑτοίμην τὴν ἀπάντησιν... Χάριν αὐτῶν, κύριε Βουλευτά,
3151οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια, περὶ αὐτῶν οὐδαμῶς προνοεῖ
3152τὸ νομοσχέδιον. Τοὐναντίον τὴν γεωργικὴν πίστιν τῶν ἐν
3153Θεσσαλίᾳ γεωργῶν τελείως ἠθέλατε καταστρέψει διὰ τοῦ
3154ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐὰν δὲν διετηροῦντο τὰ προνό-
3155μια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, παρ’ ἧς δανείζονται ἐπὶ τριτεγ-
3156γυήσει. Καταργεῖτε διὰ τοὺς μεγάλους ἐπιχειρηματίας, διὰ
3157τοὺς πολυμηχάνους ἐπιχειρηματίας τὴν προσωπικὴν κράτη-
3158σιν, ἀλλὰ δὲν ἐννοεῖτε νὰ καταργήσητε αὐτὴν καὶ διὰ τοὺς
3159ἐκμισθωτὰς ἀγροτικῶν κτημάτων, τοὺς προσφέροντας ὡς
3160ἐγγύησιν τὴν προσωπικὴν αὑτῶν ἐλευθερίαν. Οὐδὲν λοιπὸν
3161πράττετε ὑπὲρ τῶν χωρικῶν, ὑπὲρ ὧν εἶπεν ὅτι μεριμνᾶτε
3162ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, καὶ οὐδὲν πράττετε, διότι οὐδὲν
3163ἐσκοπεῖτε διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ πράξητε ὑπὲρ τῶν ἀξίων
3164προστασίας.
3165§205ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε!
3166§206ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Τότε ἂς καταργηθῇ ὁλόκληρος ὁ θεσμός.
3167§207ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου· λίαν ἄλλως
3168εὐχαρίστως θὰ ἀπεδεχόμην τοιοῦτόν τι, ὑπό τινας λογικοὺς
3169καὶ ἀναγκαίους ὅρους, παρὰ τὸν νομικὸν τοῦτον σολοικισμόν,
3170ὃν θέλετε νὰ δημιουργήσητε. Ἐδῶ, ὡς εἶπον, ὑπάρχει εἷς
3171κεκαλυμμένος, κρύφιος σκοπός, ὑποβληθεὶς εἰς τὸν κ. Ὑπουρ-
3172γὸν καὶ γενόμενος παρ’ αὐτοῦ δεκτὸς διὰ πρόσωπά τινα.
3173§208ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὡρισμένα πρόσωπα!... Τί μὲ ἀγριο-
3174κυττάζετε, κύριε Πρόεδρε;
3175§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς ἀγριοκυττάζω, ἀλλὰ σᾶς λέγω, νὰ
3176καθορίζητε τοὺς λόγους σας. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγητε,
3177ὅτι ὁ νόμος γίνεται δι’ ὡρισμένα πρόσωπα.
3178§210ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως γίνεται χάριν ὡρισμένων
3179προσώπων.
3180§211ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Ἐγὼ εἶπον ἀορίστως, καὶ ἐπαναλαμβάνω
3181ὅτι χάριν ἀπερισκέπτων καὶ ἀσώτων τινῶν νέων, οὓς βεβαίως
3182δὲν γνωρίζω, καὶ τούτους ἐννοεῖ καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελ-
3183φός μου.
3184§212ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Οἱ ὁποῖοι ἐξεπατρίσθησαν.
3185§213ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Ὥρα τους καλή! Δὲν εἶναι ἄξιοι νὰ ἀπα-
3186σχολῶσιν οὔτε τὴν Βουλὴν, οὔτε ἐμὲ, οἱ ἄσωτοι αὐτοί, οἱ
3187τρέχοντες ὄπισθεν τῆς ἡδονῆς καὶ τῆς κραιπάλης! Ἂς με-
3188ριμνήσωσι περὶ αὐτῶν οἱ γονεῖς καὶ οἱ ἐπιμεληταί των.
3189Ὑπάρχουσι νόμοι προνοοῦντες περὶ τῶν τοιούτων.
3190Χάριν λοιπὸν τῶν ἐντίμων ἐκείνων ὑποκειμένων πρόκει-
3191ται ἡ συναλλαγματική, τὸ σπουδαιότατον καὶ κυριώτατον
3192τοῦτο ὄργανον τῆς ἐμπορικῆς κινήσεως καὶ τῆς δημοσίας πί-
3193στεως, νὰ καταστῇ χάρτης ἄγραφος! Ἐὰν δὲ σήμερον ὑπό-
3194θεσίς τις δικαστικὴ ἐμπορικὴ, ἔστω καὶ συναλλαγματικὴν
3195ἢ γραμμάτιον εἰς διαταγὴν ἔχουσα ἀντικείμενον, ἵνα περα-
3196τωθῇ, χρήζει καὶ χρόνου μακροῦ, παρὰ τὴν ἀπαιτουμένην
3197ταχύτητα περὶ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐμπορικῶν ὑποθέσεων, καὶ
3198δαπάνης οὐ σμικρᾶς, ἕνεκα τῆς μὴ ἐνημερότητος τῶν δικα-
3199στηρίων μας καὶ τῶν πολλῶν ἐνστάσεων τῶν ὑπὸ τῆς νομο-
3200θεσίας μας ἐπιτρεπομένων, φαντασθῆτε ὁποῖον κακὸν θὰ πρά-
3201ξητε, προσθέτοντες μίαν ἔτι ἀσφαλῆ ἔνστασιν εἰς τὸ ἀρ-
3202κούντως πλούσιον ἐνστασιολόγιον ἡμῶν, δημιουργοῦντες του-
3203τέστι μίαν ἀκόμη ἔνστασιν περὶ τῆς ἰδιότητος τοῦ ἑκάστοτε
3204ἐναγομένου.
3205Ἀλλὰ θέλουσι, Κύριοι, νὰ φαίνωνται, ἔστω καὶ ψευδῶς
3206καὶ βλαβερῶς, ἐλευθεριάζοντες. Θέλουσι νὰ καινοτομήσωσιν
3207ἐπὶ τὸ φιλελευθερώτερον δῆθεν. Ἀλλ’ ὁ θέλων νὰ καινοτο-
3208μήσῃ εἰς τοιαῦτα λεπτεπίλεπτα κοινωνικὰ καὶ νομικὰ ζη-
3209τήματα, πολλὰ ἔχει καὶ σπουδαῖα νὰ ἐξετάσῃ. Ὀφείλετε
3210πρωτίστως νὰ ἐρευνήσητε, ὁποία εἶναι ἡ κοινωνικὴ κατά-
3211στασις ἡμῶν, ὁποία εἶναι ἡ ἀνάπτυξις τῶν παρ’ ἡμῖν ἐμ-
3212πόρων· δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε τὴν ἔλλειψιν ἐν ἀρχῇ ὑπέ-
3213δειξα ὡς ὑφισταμένην παρ’ ἡμῖν, τὴν ἔλλειψιν ἐμπορικῶν σω-
3214ματείων, συλλόγων καὶ ἐπιμελητηρίων, καὶ πρὸ παντὸς τὴν
3215ἔλλειψιν αὐστηρῶν ἐμπορικῶν ἠθῶν, τὰ ὁποῖα ἀλλαχοῦ ὑφι-
3216στάμενα προστατεύουσι τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν καλὴν πίστιν
3217κατὰ τῶν δολιοτήτων τῶν ἐν αὐτῷ ἀναφαινομένων, καὶ ἐνι-
3218σχύουσι τοὺς ἐλευθεριάζοντες νόμους, ἀπαραλλάκτως ὅπως
3219τὰ χρηστὰ πολιτικὰ ἤθη κρατύνουσι καὶ ἀγαθοὺς ἀναδει-
3220κνύουσι τοὺς φιλελευθέρους θεσμούς.
3221Ἀλλαχοῦ, Κύριοι, ἡ διαμαρτυρία συναλλαγματικῆς φερού-
3222σης τὴν ὑπογραφὴν ἐμπόρου στιγματίζει τὸν ἔμπορον καὶ
3223συντρίβει τὴν πίστιν αὐτοῦ. Ἡ διαμαρτυρία συναλλαγμα-
3224τικῆς χαρακτηρίζει ἀμέσως τὸν ἔμπορον ὡς εὑρισκόμενον
3225εἰς στάσιν πληρωμῶν, καὶ προκαλεῖ τὴν κήρυξιν τῆς πτω-
3226χεύσεως αὐτοῦ, ἄγρυπνος δὲ καὶ πρόθυμος ἡ δικαστικὴ ἀρχή,
3227συνεπικούρους ἔχουσα χρηστοὺς καὶ ἐντίμους δανειστάς, ἐπι-
3228λαμβάνεται μετ’ αὐτῶν δραστηρίως τῆς αὐστηρᾶς ἐξετάσεως
3229τῶν αἰτίων, ἅτινα προὐκάλεσαν τὴν στάσιν τῶν πληρωμῶν
3230τοῦ ἐμπόρου ἐκείνου. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν ἐν ὁμοίαις περιστά-
3231σεσι τί συμβαίνει; Ἀλγεινὸν τὸ ἐκθέσαι τὴν παρ’ ἡμῖν κατά-
3232στασιν, ἀλλὰ καὶ περιττὸν, διότι πάντες καλῶς ταύτην γνω-
3233ρίζετε.
3234Οὕτως, ἐχόντων, Κύριοι, τῶν πραγμάτων παρ’ ἡμῖν, πέ-
3235ποιθα ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ θελήσῃ διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς νὰ
3236ἐπειδεινώσῃ τὴν ἀρκούντως δεινὴν ταύτην κατάστασιν, οὐδὲ
3237θὰ θελήσῃ νὰ ἀναλάβῃ εἰς τὴν ῥάχιν αὐτῆς πάντας τοὺς νο-
3238μικοὺς καὶ λογικοὺς ἐκείνους σολοικισμοὺς, οὓς κατέδειξα ὡς
3239δημιουργουμένους διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ δὴ χά-
3240ριν ὡρισμένων προσώπων.
3241§214Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἦμαι ὑπὲρ
3242τῆς καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ὡς θεσμοῦ βαρ-
3243βάρου καὶ ἀπηρχαιωμένου· ἀλλ’ ἔχω ὑποχρέωσιν τοπικὴν,
3244ἡ ὁποία μοὶ ἐπιβάλλει νὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν
3245ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐπιφέρῃ τροποποίησίν
3246τινα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ναυτιλλομένους, τοὺς πλοιάρχους
3247καὶ ἰδίως τοὺς σπογγαλιεῖς· διότι, ἐὰν καταργηθῇ ἡ προσω-
3248πικὴ κράτησις, ἡ ἰδιαιτέρα πατρίς μου καταστρέφεται καθ’ ὁ-
3249λοκληρίαν! Καὶ σπογγαλιεῖς κυρίως εἶναι οἱ περισσότεροι
3250κάτοικοι τῆς Ὕδρας. Οἱ πλοίαρχοι θεωροῦνται ὡς ἔμποροι,
3251ὁ δύτης ὅμως, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ ψυχὴ τῆς σπογγαλιείας, δὲν
3252θεωρεῖται ὡς τοιοῦτος.
3253§215Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν σήμερον αὐτοὶ δὲν εἶ-
3254ναι ἔμποροι, δὲν θὰ ἦναι οὔτε αὔριον.
3255§216ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καὶ περὶ αὐτοῦ ἰδίως πρέπει νὰ
3256ληφθῇ πρόνοια ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπως θεωρηθῇ ἔμπορος,
3257καὶ συνεπῶς ἐξακολουθήσῃ δι’ αὐτὸν ὑφισταμένη ἡ προσω-
3258πικὴ κράτησις· διότι ἄλλως θέλουσι καιρίως τρωθῆ τὰ συμ-
3259φέροντα τῶν συμπολιτῶν μου, καθόσον ὁ δύτης, λαμβάνων
3260κατ’ ἀνάγκην μεγάλας προκαταβολὰς, ἀνερχομένας καὶ μέ-
3261χρι 10,000 δραχμῶν, οὐδὲν ἕτερον ἔχει, ὅπως ἐξασφαλίσῃ
3262τὸν χορηγοῦντα πλοίαρχον, ἢ τὸ φόβητρον τῆς προσωπικῆς
3263κρατήσεως, τὸ ὁποῖον σπανιώτατα ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν,
3264ἀλλ’ ἐν τούτοις εἶναι ἀρκετὸν, ὥστε νὰ περιστέλλῃ τὰς δια-
3265θέσεις πρὸς κατάχρησιν.
3266Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ποιήσηται τρο-
3267ποποίησίν τινα, διότι ἄλλως εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κατα-
3268ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον, καὶ τοῦτο, ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι θέ-
3269λουσι πράξει καὶ οἱ ἕτεροι ἐξ Ὕδρας συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι,
3270δὲν ἀμφιβάλλω, τὴν ἰδίαν μὲ ἐμὲ ἔχουσιν ἐντολὴν παρὰ τῶν
3271συμπολιτῶν μας.
3272§217Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ φανῶσιν ὑμῖν
3273παράδοξοι αἱ ἀντιρρήσεις, αἵτινες στρέφονται κατὰ τοῦ ὑπὸ
3274συζήτησιν νομοσχεδίου. Οὐχὶ μόνον παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ ἐν
3275οἱᾳδήποτε ἄλλῃ χώρᾳ, ἔνθα τὸ πρῶτον εἰσήγετο νομοσχέδιον
3276περὶ καταργήσεως ἢ τροποποιήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς προσω-
3277πικῆς κρατήσεως, καὶ ἐκεῖ ἠκούσθησαν σφοδραὶ διαμαρτυρίαι.
3278Καὶ ἐκεῖ ἐκτὸς τῶν Κοινοβουλίων ἠκούσθησαν οἱ γόοι καὶ οἱ
3279ὀλοφυρμοὶ τῶν τοκογλύφων, καὶ ἐκτὸς αὐτῶν ἐκ πεποιθήσεως
3280ἄνδρες δόκιμοι ὑπεστήριξαν τὸν θεσμὸν αὐτὸν ὡς κοινωνικῶς
3281ἀπαραίτητον, ὡς χρήσιμον πρακτικῶς. Ἀλλὰ καὶ οἱ εἰση-
3282γηταὶ τοιούτων νομοσχεδίων ἐν ταῖς Εὐρωπαϊκαῖς χώραις
3283οὐδόλως ἐπείσθησαν, οὐδ’ ἔστερξαν νὰ μεταβάλωσι γνώμην,
3284οὐχὶ ἀπέναντι ἐπιχειρημάτων, οἷα ὑμεῖς ἐντὸς τοῦ περιβόλου
3285τούτου ἠκούσατε, ἀλλ’ ἀπέναντι ἄλλων σπουδαιοτάτων λό-
3286γων, οἵτινες ὑπηγόρευον δῆθεν τὴν ἀνάγκην, ἵνα ἡ κοινωνία
3287τοῦ νεωτέρου πολιτισμοῦ φέρῃ ἐν ταῖς νομοθεσίαις αὑτῆς θε-
3288σμὸν, τοὺς σκοτεινοὺς χρόνους τῆς δουλείας ὑπομιμνήσκοντα.
3289Καὶ δὲν ἐπείσθησαν οἱ νομοθέται τῶν νεωτέρων χρόνων νὰ
3290ὀπισθοχωρήσωσι, διότι οὐχὶ μόνον θεωρητικῶς, ἀλλὰ καὶ
3291πρακτικῶς καὶ ὑπὸ οἱανδήποτε ἔποψιν ἂν ἐξετασθῇ, ἀποδει-
3292κνύεται οὐ μόνον βάρβαρος, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως ἐπιβλαβὴς
3293ἀκριβῶς, ἐκεῖ ὅπου νομίζουσιν, ὅτι δύναται νὰ ἦναι χρήσιμος
3294καὶ λυσιτελής. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅτε εἰσήχθη ἐν Γαλλίᾳ
3295κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τῆς Αὐτοκρατορίας νομοσχέδιον περὶ
3296καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, τὰ 40 ἐν Παρι-
3297σίοις Ἐμπορικὰ Ἐπιμελητήρια, ἐκ τῶν 42 αὐτόθι τότε ὑπαρ-
3298χόντων, διεμαρτυρήθησαν, ἐσχημάτισαν μάλιστα ἐπιτροπὴν,
3299ἡ ὁποία παρουσιάσθη ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς καὶ
3300εὐγλωττότατα ὑπεστήριξε τὸν κατάδικον θεσμὸν τῆς προσω-
3301πικῆς κρατήσεως· ἐνώπιον τῆς Γερουσίας δὲ διάσημος συγ-
3302γραφεὺς καὶ ῥήτωρ μεγάλης δυνάμεως, ὁ Delangle, μετὰ
3303σθένους ὑπερήσπισεν αὐτὴν, ἀλλ’ ἐκάμφθη ἀπέναντι τῶν λό-
3304γων καὶ τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ τῆς Γαλ-
3305λίας Ρουὲ, ἔχοντος ὡς στήριγμα τὴν ἀλήθειαν, ἔχοντος ὡς
3306στήριγμα τὰς ἀρχὰς τοῦ πολιτισμοῦ. Πρόεδρος κατὰ τὴν συ-
3307ζήτησιν ἦτο ὁ διάσημος Τρολλὼν, ὅστις οὐδὲ λέξιν ὑπὲρ αὐτῆς
3308ἐξήνεγκε, διότι δὲν ἀνεύρισκε λόγους ὑπερασπίσεως αὐτῆς.
3309Ἐν Ἰταλίᾳ, οἱ παρακολουθοῦντες τὰς νομοθετικὰς αὐτῆς ἐρ-
3310γασίας θὰ παρετήρησαν βεβαίως, ὁπόσας δυσκολίας, ὁπόσα
3311προσκόμματα εὗρεν ὁ Ὑπουργὸς Μαντσίνης. Ἠναγκάσθη
3312ἀπέναντι τῆς σφοδρᾶς ἀντιδράσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ
3313εἴπῃ, ὅτι «ὅτε ἐγὼ εἶχον ἀποφασίσει νὰ εἰσαγάγω νομοσχέ-
3314διον περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ἐγνώριζον
3315le gagliarde opposizioni, αἵτινες ἔμελλον νὰ ἀντιτα-
3316χθῶσιν». Ἀλλ’ οὔτε αὐτὸς οὔτε ἄλλοι εἰσηγηταὶ τοιούτων
3317νομοσχεδίων ἐδειλίασαν, ἀλλ’ ἐσφυγμομέτρησαν τὴν κοινω-
3318νίαν, ἐμελέτησαν τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ἀξιώσεις αὐτῆς, καὶ
3319προέβησαν εἰς τὴν κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον κατάργησιν
3320τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Ἐπίσης σφοδρὰ διεξήχθη καὶ
3321ἐν Γερμανίᾳ πάλη, ὅτε ἐπεχείρησαν τὴν κατάργησιν αὐτῆς
3322ὡς μέσου ἐκτελέσεως. Ὁλόκληρος δὲ σήμερον ἡ Εὐρώπη ἀπε-
3323σκοράκισε κατ’ ἀρχὴν ἐκ τῶν κωδίκων αὑτῆς τὸ στίγμα
3324τοῦτο, καὶ ἀπολαύει ἐκεῖ ἡ κοινωνία τῶν ἀγαθῶν τοῦ νόμου,
3325κατὰ τὸ μέτρον τοῦ σεβασμοῦ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας,
3326ἣν ἐπιβάλλει ἡ πρόοδος καὶ αἱ φιλάνθρωποι σημεριναὶ ἀρχαί.
3327Καὶ εὐλόγως· διότι ὑπὸ οἱανδήποτε ἔποψιν καὶ ἂν ἐξετασθῇ
3328ἡ διὰ χρέη ἀποστέρησις τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, ὑπό τε
3329τὴν θεωρητικὴν καὶ τὴν πρακτικὴν, ἀποδεικνύεται ἐντελῶς
3330ἀγρία, ἐντελῶς ἀντιστρατευομένη πρὸς τοὺς κανόνας καὶ τοὺς
3331ὅρους τῶν κοινωνικῶν ὅρων, καὶ πρὸ πάντων ὑπὸ τὸ ἀπαίσιον
3332σύστημα τῆς ἡμετέρας Δικονομίας.
3333Καὶ θεωρητικῶς μὲν οὐδεὶς ὑπάρχει, ὅστις, προκειμένου
3334περὶ τοῦ θεσμοῦ τούτου, δύναται νὰ κηρυχθῇ ὑπὲρ αὐτοῦ,
3335διότι τὰ κατ’ αὐτοῦ ἐπιχειρήματα καὶ πλεῖστα καὶ ἀναμ-
3336φισβήτητά εἰσιν. Ἐν πρώτοις, ἐνῷ δὲν ἀναγράφεται ἐν τοῖς
3337ποινικοῖς κώδιξιν, ἐμπερικλείει πάντα τὰ στοιχεῖα τῆς ποι-
3338νῆς ὁ θεσμὸς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Αἱ κιγκλίδες τῶν
3339διὰ χρέη κρατουμένων δὲν διαφέρουσι τῶν κιγκλίδων τῶν
3340ἐγκληματικῶν φυλακῶν. Ἡ αὐτὴ ἠθικὴ πίεσις, ἡ αὐτὴ στέ-
3341ρησις τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας καὶ εἰς τὴν μίαν περίστα-
3342σιν καὶ εἰς τὴν ἄλλην ὑπάρχει. Τὸ περίεργον δὲ εἶναι, ὅτι
3343ὑπό τινας περιπτώσεις δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ προσωπικὴ
3344κράτησις πολλῷ χείρων καὶ αὐτῆς τῆς ποινῆς, διότι ὁ ἐγ-
3345κληματίας, ὁ στυγνότερος κακοῦργος, καὶ αὐτὸς ὁ ληστής,
3346βαυκαλίζεται ὑπὸ τῆς ἐλπίδος, ὅτι δύναται νὰ ἐπιτύχῃ ἐκ
3347τῶν φιλανθρώπων χειρῶν τοῦ Ἄνακτος τὸ ἱερὸν τῆς χάρι-
3348τος δῶρον. Ἀλλ’ εἴπετέ μοι, παρακαλῶ, ὁ διὰ χρέη κρα-
3349τούμενος πόθεν δύναται νὰ ἐλπίσῃ τὴν σωτηρίαν αὐτοῦ;...
3350§218Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ δύο ἔτη. Τὸ λέγει ὁ
3351νόμος.
3352§219ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ... Πᾶσα ἐλπὶς αὐτοῦ ἐναποτίθεται
3353εἰς τὰς χεῖρας τοῦ δανειστοῦ, ἐκείνου δηλαδή, ὅστις ἔχει
3354χρηματικὸν συμφέρον, ἐκείνου, τοῦ ὁποίου ἡ καρδία καὶ ἡ
3355συνείδησις αἰσθάνεται τὸ ἐλατήριον μόνον τοῦ χρήματος.
3356Ὅτι χείρων τῆς ποινῆς εἶναι ἡ προσωπικὴ κράτησις, ἐπι-
3357καλοῦμαι καὶ ἕτερον ἐπιχείρημα, ὅπερ μοὶ ἐνθυμίζει ἡ δια-
3358κοπὴ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου. Ἐπὶ δύο ἔτη
3359δικαιοῦται ὁ δανειστὴς νὰ κρατῇ δέσμιον τὸν ὀφειλέτην
3360αὑτοῦ...
3361§220ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ αὔριον ἄλλος δανειστής.
3362§221ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ... Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ μέτρον τῆς
3363ποινῆς ταύτης; Οἱοσδήποτε ὀφειλέτης, εἴτε καλῆς εἴτε κα-
3364κῆς πίστεως εἶναι, γέρων ἢ νέος, ἀνὴρ ἢ γυνή, εἴτε δόλιος
3365εἴτε θῦμα τῆς τύχης, εἴτε 10 δραχμὰς εἴτε 100,000 χρεω-
3366στεῖ, ἓν εἶναι τὸ μέτρον τῆς ποινῆς, μέτρον σκληρόν, ἄκαμ-
3367πτον, δύο ἔτη. Ἐν τοῖς ποινικοῖς νόμοις ἐν τούτοις βλέπο-
3368μεν ἐγλήματα τιμωρούμενα πολὺ ἠπιώτερον. Ἡ παραβία-
3369σις τῶν ξένων ἀπορρήτων, ἡ ἐξ ἀμελείας ἀνθρωποκτονία, οἱ
3370σοδομῖται, οἱ λωποδύται, ἐπισύρουσι ποινὴν ἥττονα τῶν
3371δύο ἐτῶν. Οἱ παραβιάζοντες ὅμως τὰς διατάξεις τοῦ ποινι-
3372κοῦ κώδικος παρουσιάζονται ἐνώπιον τοῦ δικαστοῦ αὐτῶν,
3373ὅστις, ψυχρός, μὴ κινούμενος ὑπὸ ὑλικοῦ συμφέροντος, ἐν εὐ-
3374ρείᾳ κλίμακι, κανονίζει τὸ μέγεθος τῆς ποινῆς ἐντὸς ὡρι-
3375σμένων ὁρίων, σταθμίζων τὰς περιστάσεις. Ἀλλὰ ἀλλοίμονον
3376εἰς τὸν δυστυχῆ ἐκεῖνον, ὅστις ἠναγκάσθη νὰ συνάψῃ χρέος,
3377προσωπικὴν κράτησιν ἐπαγόμενον! Δικαστὴς αὐτοῦ εἶναι ὁ
3378δανειστής του, ὁ τοκογλύφος του· ἓν μέτρον δὲ ποινῆς ἐφαρ-
3379μόζεται κατ’ αὐτοῦ, πάντοτε δύο ἔτη! Οὕτως ἠθέλησεν ὁ
3380φιλάνθρωπος νομοθέτης!
3381Ἀλλ’ εἶναι καὶ θεσμὸς ἀνήθικος, Κύριοι, ἡ προσωπικὴ
3382κράτησις, διότι ἀντιτίθεται βεβαίως πρὸς τὴν στοιχειωδε-
3383στέραν ἐπιείκειαν, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι παρὰ τοῦ
3384ὀφειλέτου ζητεῖτε διὰ τῆς πίστεως, διὰ τῆς φυλακίσεως νὰ
3385ἀποσπάσησε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑποτίθεται ὅτι ἔχει, τὸ ὁποῖον
3386ὅμως σχεδὸν οὐδέποτε ἔχει, χρήματα δηλαδή. Ἀλλὰ λέγουσιν
3387οἱ ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως κοπτόμενοι
3388ὅτι εἶναι ὑπερβολικὴ ἡ τοιαύτη κατὰ τῆς προσωπικῆς κρα-
3389τήσεως ἐπίθεσις. Ὁ ἐξερχόμενος ἐκ τῶν φυλακῶν δὲν ἀπόλ-
3390λυσι τὴν ἠθικὴν αὑτοῦ ὑπόστασιν, δὲν ἀπόλλυσι τὴν τιμήν
3391του, ἐξέρχεται τῶν φυλακῶν μὲ ἄσπιλον τὸ μέτωπον, ἐνῷ ὁ
3392στιγματιζόμενος διὰ μιᾶς ἀποφάσεως ποινικοῦ δικαστηρίου
3393δὲ ἔχει πλέον θέσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἐλαττοῦται καὶ καταρ-
3394ρέει ἠθικῶς. Μὴ παραβάλετε λοιπὸν αὐτὴν πρὸς τὴν ποινήν,
3395μὴ ἐξισοῦτε τὸν ἐγκληματίαν πρὸς τὸν ἀτυχῆ ὀφειλέτην.
3396Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, φυλακίζηται ὁ οἰκογενειάρχης, καὶ διαρ-
3397κούσης τῆς φυλακίσεως αὐτοῦ ἡ πενία χειραγωγῇ εἰς τὸν
3398οἶκον αὐτοῦ μετὰ τῆς συμφορᾶς τὴν πορνείαν, τὴν μοιχείαν,
3399εἴπετέ μοι, παρακαλῶ, ἐὰν γνωρίζετε μεγαλειτέραν τιμῆς
3400καταστροφήν! (χειροκροτήματα).
3401Ἡ προσωπικὴ κράτησις, Κύριοι, εἶναι καὶ βάσανος ἰσχύ-
3402ουσα καὶ μετὰ τὴν κατάργησιν τῶν βασάνων διὰ τοῦ Συν-
3403τάγματος, εἶναι torture civilisée, ὡς ὠνόμασαν αὐτήν,
3404καὶ εἶναι βάσανος, διότι ὑποβάλλεται εἰς τὴν προσωπικὴν
3405κράτησιν ὁ ταλαίπωρος ὀφειλέτης διὰ νὰ ἐξαναγκασθῇ νὰ
3406πληρώσῃ. Εἶναι χίμαιρα λοιπὸν τὸ ἄρθρον 18 τοῦ Συντάγ-
3407ματος, ὅτι «αἱ βάσανοι ἀπαγορεύονται!»
3408Ἡ προσωπικὴ κράτησις ἔχει τὴν πηγὴν αὐτῆς ἐκ τῆς δου-
3409λείας τῶν ἀπωτάτων τοῦ παρελθόντος χρόνων, διότι ὁ ἀρνού-
3410μενος, ὁ μὴ δυνάμενος νὰ καταβάλῃ τὸ χρέος αὑτοῦ ἐγίνετο
3411δοῦλος, ὑφίστατο ἐλάττωσιν μεγίστην καταστάσεως. Ἀλλὰ
3412τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι ὁ δοῦλος τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου εὑρί-
3413σκετο ὑπὸ ὅρους, καὶ πλουτολογικῶς καὶ φυσικῶς, πολὺ εὐ-
3414νοϊκωτέρους, διότι ὁ δοῦλος τῆς ἀρχαιότητος ἠδύνατο νὰ
3415ἐργάζηται, διὰ τῆς ἐργασίας του ἀπέκτα peculium (χρη-
3416μάτιον), τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευεν εἰς πληρωμὴν τοῦ χρέους,
3417ἠδύνατο δ’ ὅμως καὶ κατὰ τὰς ὥρας τῆς ἀναπαύσεώς του νὰ
3418ἀναπνέῃ καθαρὸν ἀέρα, νὰ στρέφῃ πέριξ τὰ βλέμματά του
3419καὶ νὰ θαυμάζῃ τοὐλάχιστον τὴν φύσιν. Ἀλλ’ ὁ διὰ χρέη
3420κρατούμενος, ὁ δοῦλος τοῦ νεωτέρου πολιτισμοῦ, κεκλεισμένος
3421ἐντὸς τῶν τεσσάρων ὑγρῶν τοίχων τῆς φυλακῆς, πλήττει ἐν
3422τῇ ἀνίᾳ, καταστρέφεται οἰκονομικῶς ἐν τῇ ἀργίᾳ, συνανα-
3423στρεφόμενος δὲ μετ’ ἄλλων, κακῆς ἴσως πίστεως, ἀνθρώπων,
3424φθείρεται καὶ ἠθικῶς.
3425Ἀλλὰ εἶναι παράδοξος, Κύριοι, καὶ ἡ τρομερὰ ἀντίφασις
3426καὶ ἀνακολουθία, ἥτις παρατηρεῖται ἐν τῷ πνεύματι τῆς νο-
3427μοθεσίας διὰ τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον καθιεροῖ ὁ νόμος
3428ὡς πρὸς τὸν ὑπὸ συζήτησιν θεσμόν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 855 τῆς
3429Πολιτικῆς Δικονομίας, ὡς μάλιστα φιλανθρώπως μετερρυθ-
3430μίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς πρό τινων ἡμερῶν, δὲν ἐπιτρέπεται
3431ἡ κατάσχεσις τῶν ἐργαλείων πτωχοῦ βιομηχάνου, δὲν ἐπι-
3432τρέπεται ἡ κατάσχεσις ἀρότρων καὶ γεωργικῶν ὀργάνων. Διὰ
3433ποῖον ἆρά γε λόγον; Ἵνα προσπορίζηται ὁ ὀφειλέτης δι’ αὑ-
3434τῶν τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαῖα, ἵνα μὴ ἀποστερῆται τῶν
3435ἀπολύτως ἀναγκαίων μέσων πρὸς ὑποστήριξιν ἑαυτοῦ καὶ τῆς
3436γυναικός του καὶ τῶν τέκνων του. Ἀλλ’ ἐνῷ τόσον φιλάν-
3437θρωπος φαίνεται ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ὁ νομοθέτης, χάριν τῆς
3438οἰκογενείας, χάριν τῆς κοινωνίας, ἔρχεται διὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς
3439προσωπικῆς κρατήσεως καὶ φυλακίζει τὸν ὀφειλέτην, δεσμεύει
3440δηλαδὴ τὰς χεῖρας, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ χρησιμοποιήσωσι
3441τὰ ἀκατάσχετα ἐργαλεῖα, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ ἐργασθῶ-
3442σιν, ἵνα προσπορίσωσι τὸν ἐπιούσιον ἄρτον εἰς τὴν ἀδύνατον
3443οἰκογένειαν. Ἐρωτῶ λοιπὸν ὑμᾶς, Κύριοι, δὲν εἶναι τοῦτο
3444ἐντελῶς ἀνακόλουθον; δὲν εἶναι μωρόν;
3445Εἶπεν ὅμως ὁ προλαλήσας συνάδελφός μου καὶ φίλος Βου-
3446λευτὴς ἐξ Ἄργους, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν
3447ἐμελέτησε βαθέως τὰς ἀνάγκας, δι’ ἃς καταργεῖ, ἔστω καὶ
3448ἐν μέρει, τὸν θεσμὸν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, δὲν ἐξή-
3449τασε τοὺς κοινωνικοὺς λόγους τοιαύτης καινοτομίας. «Δὲν
3450βλέπετε, εἶπεν, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως
3451ἔζησε τόσους αἰῶνας; Ὅλαι αἱ νομοθεσίαι ἐφιλοξένησαν
3452αὐτόν. Σεβασθῆτε τοὐλάχιστον τὴν ἡλικίαν του!» Δὲν εἶναι
3453τυχαῖον, Κύριοι, τὸ ἐπιχείρημα. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο με-
3454τεχειρίσθη καὶ ὁ Delangle ἐν τῇ Γαλλικῇ Γερουσίᾳ. Ὁ
3455θεσμὸς, εἶπε καὶ ἐκεῖνος, διήνυσεν ὅλους τοὺς αἰῶνας (il a
3456traversé les âges). «Τοῦτο δὲν σᾶς πείθει, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς
3457προσωπικῆς κρατήσεως ἐθεωρήθη ἀπολύτως ἀναγκαῖος; ὅτι
3458εἶναι στοιχεῖον ὑπάρξεως ἐν τῇ κοινωνίᾳ;» Ἀλλ’ ἡ ἀπάντη-
3459σις εἶναι ἁπλῆ. Ἡ ἡλικία δὲν ῥυθμίζει πάντοτε τὴν χρησι-
3460μότητα τῶν νόμων. Μήπως αἱ βάσανοι, ὡς μέσα ἀνακρί-
3461σεως, δὲν διήνυσαν πάντας τοὺς αἰῶνας, καὶ μέχρις ἔτι τοῦ
34621830 ἔν τισι Κρατιδίοις Γερμανικοῖς; Ἀλλοίμονον, ἐὰν
3463ἐλέγετε εἰς ποινικολόγον τοῦ παρελθόντος αἰῶνος, ὅτι πρόκει-
3464ται νὰ καταργήσητε τὰς βασάνους, ὡς μέσα ἀνακρίσεως!
3465Ἤθελε διαρρήξει τὰ ἱμάτιά του, ἤθελε διαμαρτυρηθῆ, ὅτι
3466ὄλωλεν ἡ ἀνάκρισις, ἀδύνατος πλέον ἡ ἀνακάλυψις τῆς ἀλη-
3467θείας! Καὶ αἱ βάσανοι ὅμως κατηργήθησαν, καὶ οὐδεὶς σή-
3468μερον ὑπάρχει φρονῶν, ὅτι ἡ ἀνάκρισις δὲν διεξάγεται καὶ
3469ἄνευ βασάνων. Ὥστε ἡ ἡλικία δὲν εἶναι στοιχεῖον, ὅπως
3470ὑποστηρίζωμεν ἕνα θεσμὸν βάρβαρον, θεσμὸν μάλιστα διατυ-
3471πούμενον ἐν τῇ νομοθεσίᾳ τοιουτρόπως, ὥστε νὰ ὑπομιμνή-
3472σκῃ χρόνους σκοτεινοὺς καὶ κοινωνίαν ἐστερημένην τῶν ὅρων
3473τῆς προόδου καὶ τοῦ πολιτισμοῦ.
3474Ἀλλὰ καὶ πρακτικῶς ἐὰν ἐξετάσωμεν τὸν θεσμὸν τοῦ-
3475τον, εὑρίσκομεν, Κύριοι, ἕωλα ἐπίσης πάντα τὰ ἀντιτασσό-
3476μενα ἐπιχειρήματα. Ἐγὼ πρὸ πάντων καὶ διὰ τὰς ἐμπο-
3477ρικὰς συναλλαγὰς θεωρῶ τὴν προσωπικὴν κράτησιν ἥκιστα
3478πρακτικήν! Ἰσχυρίζονται ὅτι «ἡ προσωπικὴ κράτησις εἶναι
3479στοιχεῖον τῆς ἐμπορικῆς πίστεως», ὅτι «τραυματίζεται τὸ
3480ἐμπόριον διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως,
3481οἱ ἔμποροι δὲν θὰ εὑρίσκωσι κεφάλαια». Ἀλλὰ νομίζω, Κύ-
3482ριοι, ὅτι ὁ κατέχων τὰ πρῶτα στοιχεῖα τῆς οἰκονομικῆς
3483ἀκραδάντως πείθεται, ὅτι οὐδεμίαν σχέσιν πρὸς τὴν πίστιν
3484τὴν ἐμπορικὴν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ θεσμὸς τῆς προσωπικῆς
3485κρατήσεως. Εἶναι οἰκτρὰ πλάνη. Καὶ ὁ λόγος εἶναι ἁπλού-
3486στατος· διότι, ἐὰν εἶχε σχέσιν τινὰ, ἐὰν ἦτο στοιχεῖον ἐμ-
3487πορικῆς πίστεως, ἔπρεπε νὰ λάβῃ καὶ αὐτὸ τὴν ἀνάπτυ-
3488ξιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον ὅλα τὰ στοιχεῖα τοῦ ἐμπορίου ἐν τῷ
3489νεωτέρῳ πολιτισμῷ. Νὰ ἐπανέλθωμεν λοιπὸν εἰς τὴν ἐπο-
3490χὴν τῆς Νεαρᾶς 60 τοῦ Ἰουστινιανοῦ; ἐκ τῆς ὁποίας τί
3491φαίνεται; ὅτι ὑπῆρξεν ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐχὶ μό-
3492νον τοὺς ζῶντας, ἀλλὰ καὶ τοὺς νεκροὺς ὀφειλέτας οἱ δα-
3493νεισταὶ συνελάμβανον! Ὑπῆρξαν δανεισταὶ, οἵτινες δὲν
3494ἐπέτρεψαν τὴν ταφὴν τοῦ ὀφειλέτου αὐτῶν, ἐὰν μὴ πρῶτον
3495κατέβαλε τὸ χρέος, καὶ ἐντεῦθεν ἠναγκάσθη ὁ αὐτοκρά-
3496τωρ Ἰουστινιανὸς νὰ ἐκδώσῃ τὴν Νεαρὰν. Διατὶ λοιπὸν δὲν
3497ἐπαναφέρετε τοιαύτην διαδικασίαν ἐκτελέσεως, διὰ νὰ ἐνισχύ-
3498σητε τὸ περίφημον αὐτὸ στοιχεῖον τῆς ἐμπορικῆς πίστεως;
3499Διατὶ δὲν ἐπανεφέρετε καὶ τὸ δικαίωμα τῶν ἰδιωτικῶν φυ-
3500λακῶν καὶ τὴν μολυβδωτὴν μάστιγα τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου
3501διὰ τοὺς ἐμπόρους ὀφειλέτας; Διατὶ δὲν παρεκτείνετε τὴν
3502προσωπικὴν κράτησιν καὶ ἐπὶ πάσης νομικῆς σχέσεως ἀνε-
3503ξαιρέτως, ἀφοῦ εἶναι τὸ στήριγμα τῆς πίστεως;
3504Ἀλλ’ ἰσχυρίσθησαν ὅτι εἶναι σφραγὶς τῆς συναλλαγμα-
3505τικῆς, ὅτι ἄνευ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἡ συναλλαγμα-
3506τικὴ δὲν ἔχει ὕπαρξιν, ἡ συναλλαγματικὴ, ἥτις εἶναι τὸ ὄρ-
3507γανον τοῦ ἐμπορίου, θὰ σκοντάψῃ ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ. Ἀλλ’ ἐκεῖ-
3508νοι, οἵτινες δύνανται νὰ ἔχωσι σχέσιν τινὰ ἐν οἱῳδήποτε κύ-
3509κλῳ συναλλαγῆς πείθονται βεβαίως, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα εἶναι
3510ἀπολύτως σαθρόν. Οὔτε ἐν Γαλλίᾳ, οὔτε ἐν Ἰταλίᾳ, οὔτε
3511ἀλλαχοῦ που τῆς Εὐρώπης, καὶ ἐν ταῖς δοσοληψίαις αὐτῆς
3512πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἀποβλέπουσι σήμερον εἰς τὸ στοιχεῖον
3513τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ τῆς συναλλαγ-
3514ματικῆς. Ἡ κυκλοφορία τῆς συναλλαγματικῆς ἐξακολουθεῖ
3515ἀναλλοίωτος, οὐδὲ ἀνεκόπη ἢ ἠλαττώθη τὸ παράπαν, ὅτε ἡ
3516προσωπικὴ κράτησις κατηργήθη.
3517Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν ἐὰν ἐξετάσωμεν, ἐν σχέσει
3518πρὸς τὸ ἐμπόριον, τὴν προσωπικὴν κράτησιν, τί βλέπομεν;
3519Λέγουσιν ὅτι ἡ προσωπικὴ κράτησις εἶναι μέσον ἀπειλη-
3520τικόν. Δὲν θέλω νὰ μεταχειρισθῶ τὸ ἐπιχείρημα τῆς στα-
3521τιστικῆς, ὅτι ἐκ τῶν ἐν τῇ φυλακῇ κλεισθέντων ἐμπόρων
3522δὲν ἐξάγεται ἡ χρησιμότης τῆς προσωπικῆς κρατήσεως.
3523Οἱ ὑπέρμαχοι αὐτῆς ἰσχυρίζονται, ὅτι διὰ τῆς ἀπειλῆς καὶ
3524τοῦ φόβου οἱ πλεῖστοι ἠναγκάσθησαν νὰ πληρώσωσι, καὶ διὰ
3525τοῦ φόβου τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἐκπληροῦσι τὰς ἐμ-
3526πορικὰς ὑποχρεώσεις των, καὶ δὲν φυλακίζονται. Ἀλλ’ αἱ
3527σκέψεις αὗται, Κύριοι, εἰσὶ βεβαίως φαντασιώδεις. Ἀκρι-
3528βῶς οἱ ἔμποροι, οἵτινες καὶ ἐν συλλόγοις καὶ ἐν ἀναφοραῖς
3529ἤγειραν τὸν μεγαλείτερον θόρυβον, οὐδεμίαν ἔχουσι πρὸς τὴν
3530προσωπικὴν κράτησιν σχέσιν, αἱ δ’ ἐκ τῆς ἀπειλῆς ὠφέλειαι
3531εἰσιν ἀνύπαρκτοι. Ὁ ὀφειλέτης ἔμπορος οὐδὲν ἔχει νὰ φο-
3532βηθῇ ἐκ τοῦ μορμολυκείου τῆς προσωπικῆς κρατήσεως· ἄλλος
3533εἶναι ὁ φόβος, ἄλλη ἡ πραγματικὴ ἀπειλὴ τοῦ κατ’ ἐπάγ-
3534γελμα ἐμπόρου, ὁ φόβος τῆς ἀπωλείας τῆς πίστεώς του, ὁ
3535φόβος τῆς πτωχεύσεως. Διότι ἓν ἐκ τῶν δύο, ἢ εἶναι ὁ ἔμπο-
3536ρος ἀναξιόχρεως, ἢ εἶναι ἀξιόχρεως. Καὶ ἂν μὲν ᾖναι ὁπωσ-
3537δήποτε ἀξιόχρεως, ὁ φόβος διαμαρτυρήσεως μιᾶς συναλλαγ-
3538ματικῆς, ὁ κίνδυνος καὶ ἡ ἀπειλὴ τῆς πτωχεύσεως ἀναγκά-
3539ζουσιν αὐτὸν νὰ ἀνοίξῃ καὶ τὰς τέσσαρας αὐτοῦ φλέβας, ἵνα
3540φανῇ συνεπὴς, ἵνα διατηρήσῃ τὴν πίστιν του, ἵνα πληρώσῃ
3541τὸ χρέος του. Ἀλλ’ ἂν ὁ ἔμπορος ᾖναι ἀναξιόχρεως, οὐ μό-
3542νον δὲν φοβεῖται τὴν προσωπικὴν κράτησιν, ἀλλ’ ὅταν κα-
3543τορθώσῃ ὁ δανειστὴς νὰ ἐπιτύχῃ ἀπόφασιν προσωπικῆς κρα-
3544τήσεως καὶ δὲν δυνηθῇ διὰ τῶν ἐνστάσεων ὁ ὀφειλέτης ἔμ-
3545πορος νὰ ἀποσοβήσῃ αὐτὴν, τότε εἴτε αὐτὸς κατ’ εὐθεῖαν, εἴτε
3546διὰ φίλου τού τινος, λαμβάνει τὸ ἀσφαλέστατον κατὰ τῆς
3547προσωπικῆς κρατήσεως ἀντιφάρμακον, προκαλεῖ αὐτὸς τὴν
3548πτώχευσιν. Καὶ ποῦ λοιπὸν εὑρίσκεται τότε ἡ ἀπειλητικὴ
3549μορφὴ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως εἰς τὸ ἐμπόριον; Ποῦ
3550εἶναι τὸ περίφημον φόβητρον τῶν ἐμπόρων, ὑπὲρ οὗ τοσοῦ-
3551τον κόπτονται οἱ κεφαλαιοῦχοι, ἀφοῦ ἡ πτώχευσις ἐξουδε-
3552τεροῖ πᾶσαν ἀπειλὴν προσωπικῆς κρατήσεως;
3553Ἀλλ’ ὑπό τινα ὅμως ἔποψιν ἐγὼ θεωρῶ καὶ ἐπιζήμιον
3554ἐν τῷ ἐμπορίῳ τὸν τοιοῦτον θεσμόν· διότι, ἐὰν ὑποθέσωμεν
3555ὅτι εἷς δανειστὴς ἐπεδίωξε τὴν ἀπαίτησιν αὐτοῦ καὶ κατώρ-
3556θωσε νὰ ἐπιτύχῃ ἀπόφασιν, ἐξηνάγκασε δὲ τὸν ὀφειλέτην ἔμ-
3557πορον νὰ πωλήσῃ τὴν περιουσίαν του, νὰ στενοχωρηθῇ, νὰ
3558πληρώσῃ τὸ χρέος, ἡ καταβολὴ αὐτὴ δὲν νομίζετε ὅτι παρα-
3559βλάπτει τὴν ὁμάδα τῶν δανειστῶν; Ἐὰν ἐξαναγκασθῇ ὁ ἔμ-
3560πορος νὰ καταβάλῃ τὸ χρέος, οἱ ἄλλοι δανεισταὶ, οἱ ὁποῖοι
3561δὲν ἔσπευσαν νὰ ἐπιτύχωσιν ἀπόφασιν, οἵτινες δὲν ἔχουσι
3562ληξιπρόθεσμα δάνεια, θὰ ἐπέλθωσι κατόπιν ἑορτῆς καὶ δὲν
3563θὰ εὕρωσι περιουσίαν, διότι ὁ πρῶτος δανειστὴς παρέλαβεν
3564ἴσως αὐτήν. Ἐντεῦθεν δὲν δύνασθε βεβαίως νὰ ἀρνηθῆτε,
3565ὅτι προσγίνεται ζημία ἐν τῇ ὁμάδι τῶν δανειστῶν. Ὠφε-
3566λεῖται εἷς, ἀλλὰ βλάπτονται οἱ ἄλλοι δανεισταί. Ποῦ λοι-
3567πὸν ἡ χρησιμότης τῆς προσωπικῆς κρατήσεως διὰ τὸ ἐμ-
3568πόριον;
3569Εἶναι βλασφημία, Κύριοι, bestemia economica, ὡς
3570τὴν ὠνόμασεν ὁ Μαντσίνης, ὅτι ἡ προσωπικὴ κράτησις εἶναι
3571ἀπαραίτητος διὰ τὴν ἐμπορικὴν πίστιν. Πῶς εἶναι δυνατὸν
3572διὰ τὸ ἐμπόριον νὰ ᾖναι χρήσιμος ἡ διὰ χρέη ἀποστέρησις
3573τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, διὰ τὸ ἐμπόριον, τὸ ὁποῖον εἶναι
3574ὁ μοχλὸς τοῦ πολιτισμοῦ;
3575§222Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Νὰ καταργηθῇ καὶ διὰ τοὺς ἐμπόρους.
3576§223ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, καὶ διὰ τοὺς
3577ἐμπόρους πρὸ πάντων πρέπει νὰ καταργηθῇ.
3578§224ΤΣΑΤΣΟΣ. Καὶ κατ’ ἐμέ.
3579§225ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Καὶ ὀρθῶς, διότι οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν
3580προσωπικὴν κράτησιν κατὰ τῶν ἐμπόρων εὑρίσκονται ἐν με-
3581γίστῃ πλάνῃ, διότι ἀκριβῶς οἱ ἔμποροι οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον
3582ἔχουσι συμφέρον, ὅπως περιθάλψωσιν αὐτήν.
3583Ἀλλὰ λέγουσιν, ὅτι τὸ μικρεμπόριον θὰ πάθῃ. Καὶ ἐγὼ
3584ὅμως δέχομαι πρὸς στιγμήν, ὅτι θὰ πάθῃ, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ
3585κλονισμός τις ἐν αὐτῷ μικρός. Ἀλλ’ ἐν μελέτῃ τινὶ, τὴν
3586ὁποίαν ἐδημοσίευσεν εἷς ἐκ τῶν ἀρίστων παρ’ ἡμῖν οἰκονομο-
3587λόγων ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὁ κύριος Κατσελίδης, εὑρίσκω
3588ὅτι, ἐὰν πρόκειται ἡ κατάργησις τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς
3589κρατήσεως νὰ περιορίσῃ τὸ μικρεμπόριον, τὸ ἀποτέλεσμα
3590ἤθελεν εἶσθαι ὑπὸ πολλὰς πρακτικὰς ἐπόψεις εὐεργετικόν.
3591Διότι οἱ μικρέμποροι, οἱ γυρολόγοι, εἶναι τὰ μικρόβια τοῦ
3592ἐμπορίου, εἶναι οἱ σάρακες τοῦ ἐμπορίου· διότι πόθεν στρα-
3593τολογοῦνται οἱ μικρέμποροι; Στρατολογοῦνται ἐκ τῶν χω-
3594ρίων. Ἡ μεσαία κοινωνικὴ τάξις συνήθως παραδίδει τὰ τέκνα
3595αὑτῆς εἰς τὴν ἐπιστήμην ἢ εἰς ἄλλο τι στάδιον, εἰς δημόσια
3596ἀξιώματα, ἀλλ’ ἐκ τῶν χωρίων λαμβάνονται συνήθως ἐκεῖνοι,
3597οἱ ὁποῖοι μετέρχονται τὸν μικρέμπορον. Ἐνῷ λοιπὸν οὗτοι
3598ἠδύναντο τὰς δυνάμεις αὐτῶν νὰ χρησιμοποιήσωσιν ὡς ἐρ-
3599γάται εἰς ἑταιρείας σιδηροδρομικάς, εἰς τὴν γῆν, προτιμῶσι
3600νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς τὸ μικρεμπόριον, ἵνα ἐν νωθρότητι δια-
3601βιώσωσιν. Ἀποστεροῦσι τοιουτοτρόπως τὴν κοινωνίαν τῶν
3602χειρῶν αὑτῶν, παραβλάπτουσι δὲ αὐτὴν καὶ ἠθικῶς καὶ οἰκο-
3603νομικῶς, διότι τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα ἐμπορεύονται, μεταπωλοῦσιν
3604εἰς τερατώδεις τιμὰς οἱ ἀναρίθμητοι ἐμπορίσκοι, ἀναπτύσ-
3605σουσι δὲ καὶ ὑποθάλπουσι τὴν δολιότητα, τὴν αἰσχροκέρδειαν,
3606τὴν φιλοδικίαν, καὶ ἐκμυζῶσι τὰς μικρὰς κοινωνικὰς τάξεις.
3607Ἀγοράσατε, λέγει ὁ κύριος Κατσελίδης, ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος
3608ἓν εἶδος ἐν πόλει ἐχούσῃ μεγάλα καταστήματα, ζητήσατε
3609τὸ αὐτὸ εἶδος ἐν πόλει, ὅπου βρίθει ἡ μυρμηκιὰ τῶν μικρεμ-
3610πορικῶν, καὶ θέλετε αἰσθανθῆ ἀμέσως τὴν διαφοράν. Τὸ δα-
3611σμολόγιον, οἱ δημοτικοὶ φόροι, τὰ λιμενικὰ εἶναι ἶσα ἐν
3612ἀμφοτέραις, ἡ διαφορὰ ὅμως τῆς τιμῆς εἶναι μεγίστη. Διὰ
3613τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι τὸ μικρεμπόριον εἶναι
3614ἄχρηστον, διότι ἀποτελεῖ μέρος τῆς κοινωνικῆς μηχανῆς,
3615ἀλλ’ ἡ μεγίστη καὶ δυσανάλογος αὐτοῦ ἀνάπτυξις παραβλά-
3616πτει τὴν κοινωνίαν καὶ τὸ ἐμπόριον καθόλου. Ὑπάρχει τῳόντι
3617στατιστικὴ παρὰ τῷ κ. Κατσελίδῃ, τοῦ 1879,—διότι νεω-
3618τέρα δὲν ὑπάρχει,—ἐν τῇ ὁποίᾳ τί βλέπομεν; Ὅτι ἐν Ἑλλάδι
3619ἔχομεν 350 χιλιάδας ἐπιτηδευματίας, ἐκ τῶν ὁποίων γεωρ-
3620γοκτηματίαι εἶναι 254 χιλιάδες, βιομήχανοι 45 χιλιάδες,
3621ἔμποροι 34 χιλιάδες, ἤτοι 6½% ἐπὶ τοῦ πληθυσμοῦ
3622τῆς Ἑλλάδος ἔμποροι. Ἐν Ἰταλίᾳ οἱ παραγωγοὶ τῶν πρώ-
3623των ὑλῶν 62%, οἱ βιομήχανοι 23%, οἱ ἔμποροι 1,40%.
3624Φαντασθῆτε λοιπὸν ποία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ
3625τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἰταλίας! Καὶ ἂν πρόκειται λοιπὸν
3626νὰ περιορισθῇ τὸ μικρεμπόριον, οὐδὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ ἡ
3627κοινωνία, ἀπ’ ἐναντίας καὶ τὸ ἀληθὲς ἐμπόριον θὰ ἐνισχυθῇ
3628καὶ ἡ κοινωνία θέλει ὠφεληθῇ ἐκ τούτου καὶ ἠθικῶς καὶ
3629οἰκονομικῶς.
3630Ἀλλ’ εἶπεν εἷς συνάδελφος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου «διὰ
3631τοῦ περιορισμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως τραυματίζεται
3632τὸ κεφάλαιον. Σήμερον ὑπάρχουσι κεφάλαια, τὰ ὁποῖα τοπο-
3633θετοῦνται εἰς δάνεια ἐν Ἑλλάδι· ἐὰν καταργηθῇ ἡ προσωπικὴ
3634κράτησις, τότε βεβαίως τὰ δάνεια ταῦτα θὰ περιορισθῶσιν.»
3635Ὅτι ὑπάρχει κεφάλαιον ἐν Ἑλλάδι διατιθέμενον εἰς δάνεια,
3636οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ, ἀλλ’ ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν
3637ὁποίαν καταργήσωμεν τὴν προσωπικὴν κράτησιν, τὸ κεφά-
3638λαιον τοῦτο θὰ διοχετευθῇ χρησιμώτερον. Σήμερον οἱ μικροὶ
3639κεφαλαιοῦχοι δανείζουσιν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις χωρικοὺς καὶ κτη-
3640ματίας, ἀλλὰ δανείζουσι διὰ βαρυτάτου τόκου· ἐὰν καταρ-
3641γηθῇ ἡ προσωπικὴ κράτησις, ἐὰν οἱ κεφαλαιοῦχοι ἐπὶ τῆς
3642προσωπικῆς κρατήσεως ἀποβλέπουσι δανείζοντες, τότε βε-
3643βαίως τὰ κεφάλαια θὰ στραφῶσιν εἰς ἀσφαλεῖς ὀφειλέτας, οἱ
3644ὁποῖοι θὰ ἔχωσι κτήματα, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι πραγματικὴν
3645πίστιν καὶ οἵτινες σήμερον δὲν δύνανται νὰ δανεισθῶσιν ἕνεκα
3646τῶν βαρέων τόκων, καὶ τότε ἀναμφισβητήτως θὰ ὠφεληθῇ ἡ
3647κοινωνία ἡμῶν, θὰ ἐνισχυθῇ ἡ παράλυτος ἀγροτικὴ πίστις,
3648θὰ καταπέσῃ ὁ τόκος καὶ θὰ περιορισθῇ ἡ μάστιξ τῆς το-
3649κογλυφίας.
3650Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ κουράσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλὴν ἐπὶ
3651νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ἔπρεπεν ἀσυζητητεὶ νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ
3652τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ἀφοῦ μάλιστα δὲν πρόκειται καὶ περὶ
3653ὁλοσχεροῦς καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατή-
3654σεων. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παρέλθω ἐν σιγῇ νομικὸν θέμα,
3655ἐπὶ τοῦ ὁποίου μακρὰ ἐγένετο συζήτησις. «Πῶς εἶναι δυνα-
3656τὸν, λέγουσι, νὰ δώσητε ἀναδρομικὴν δύναμιν εἰς τὸν νόμον
3657περὶ καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως;
3658Ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, οἵτινες ἐδάνεισαν ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ὅτι
3659ἀσφαλίζονται διὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου, καὶ ἔρχεται λοιπὸν ὁ
3660νόμος καὶ πλήττει κεκτημένα δικαιώματα! Ὑπάρχουσιν
3661ἀποφάσεις τελεσίδικοι, καὶ ἔχετε τὴν ἀξίωσιν λοιπὸν ν’ ἀνα-
3662τρέψητε τὸ δεδικασμένον;» Ἀλλ’ ὅσον εὐλογοφανὲς φαίνε-
3663ται τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ, τόσον εἶναι σαθρὸν τέλεον. Οἱ νό-
3664μοι τῷ ὄντι δὲν πρέπει νὰ ἐπεκτείνωσι τὸ κράτος αὐτῶν
3665ἀναδρομικῶς. Οἱ νόμοι futuris regulam ponunt. Ἀλλὰ
3666ἐνίοτε οἱ νόμοι ἔχουσιν ὀπισθενεργὸν δύναμιν, διότι ὁ νομο-
3667θέτης θέλει νὰ δώσῃ τοιαύτην δύναμιν εἰς τοὺς νόμους. Νο-
3668μοθετικῶς βεβαίως, οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ὑπάρχει
3669πλήρης ἡ ἐξουσία τῆς προσβολῆς τῶν κεκτημένων δικαιω-
3670μάτων. Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ νόμοι, οἵτινες ἀφορῶσιν εἰς
3671θεραπείαν ἀναγκῶν ὑψίστης κοινωνικῆς σημασίας, καὶ θεσμοὶ
3672δημοσίας τάξεως καὶ μεγίστης ἠθικῆς ἐννοίας. Τοιοῦτοι νόμοι
3673εἰσὶν ἀναμφιβόλως οἱ ἀφορῶντες εἰς τὴν προσωπικὴν ἐλευθε-
3674ρίαν. Τοιοῦτος δὲ νόμος εἶναι ὁ περὶ προσωπικῆς κρατή-
3675σεως, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐπιβάλλεται ἡ ὑποχρέωσις
3676τῆς ἀναδρομικῆς δυνάμεως τοιούτου νόμου, καὶ ἡ θέλησις
3677τοῦ νομοθέτου περὶ ἀναδρομικῆς δυνάμεως ἐνυπάρχει ἐν αὐτῷ
3678καὶ ἐν ᾗ ἔτι περιπτώσει δὲν ἤθελε ῥητῶς ἀναγραφῆ. Τὸ ἐπι-
3679χείρημα ὅτι, «ἐὰν ἐγνώριζον ἐγὼ ὅτι ἤθελε καταργηθῆ ἡ
3680προσωπικὴ κράτησις, δὲν ἤθελον δανείσει», εἶναι ἕωλον, οὐδε-
3681μίαν ἔχει σπουδαιότητα, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἡ
3682προσωπικὴ κράτησις δὲν ἀποτελεῖ οὐσιαστικὸν στοιχεῖον τῆς
3683ἐνοχικῆς ἀπαιτήσεως, ἡ προσωπικὴ κράτησις ἀνάγεται εἰς
3684τὴν διαδικασίαν τῆς ἐκτελέσεως, τὰ μέσα δὲ τῆς ἐκτελέσεως
3685δὲν κανονίζει ἡ ἰδιωτικὴ βούλησις καὶ αὐθαιρεσία, τὴν δι-
3686κονομίαν τῆς ἐκτελέσεως κανονίζει ὁ νόμος. Εἰς τὸν δανει-
3687στὴν λοιπὸν, ὅστις ἀποκτᾷ μίαν ἀπόφασιν, ἢ ὅστις ἔχει ἕνα
3688τίτλον πρὸς ἀπόκτησιν ἀποφάσεως, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγῃ
3689«ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ὑποκύψω εἰς τὰ μέσα τῆς ἐκτελέσεως,
3690τὰ ὁποῖα κανονίζει ἡ Πολιτεία»· καὶ δὲν ἐπιτρέπεται, διότι
3691τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον τῆς δημοσίας τάξεως καὶ δὲν ἀνά-
3692γεται εἰς τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα...
3693§226ΠΕΡΡΟΣ. Δὲν καταργεῖται ὁλοσχερῶς, δι’ ὅλας τὰς περι-
3694πτώσεις.
3695§227ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐφ’ ὅσον καταργεῖται, ἐπὶ τοσοῦτον
3696ἡ ἀναδρομικὴ δύναμις ἐκτείνεται.
3697§228ΠΕΡΡΟΣ. Ὅταν ὑπάρχῃ τὸ δεδικασμένον...
3698§229ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν προσβολὴν τοῦ δε-
3699δικασμένου, πρέπει νὰ γνωρίζητε, διότι εἶσθε ἔμπειρος νο-
3700μικὸς, ὅτι δὲν ὑπάρχει δεδικασμένον διὰ τὴν προσωπικὴν
3701κράτησιν.
3702§230ΠΕΡΡΟΣ. Πῶς δὲν ὑπάρχει;
3703§231ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Βεβαίως δὲν ὑπάρχει· διότι, ἐὰν τὸ
3704δικαστήριον κακῶς ἀπαγγείλῃ προσωπικὴν κράτησιν, καὶ
3705ἂν παρέλθωσιν αἱ προθεσμίαι τῶν ἐνδίκων μέσων, ἔχετε πάν-
3706τοτε τὸ δικαίωμα νὰ ἀσκήσητε τὰ ἔνδικα μέσα ὡς πρὸς τὸ
3707κεφάλαιον τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, διότι ὁ νομοθέτης,
3708ἕνεκα τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, ἐξαι-
3709ρετικῶς ἔκαμψεν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ δεδικασμένον.
3710Ὑπάρχει ῥητὴ περὶ τούτου διάταξις ἐν τῇ Δικονομίᾳ.
3711§232Χ. ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἤδη εἰσα-
3712γομένων νόμων, ὄχι περὶ τῶν κειμένων.
3713§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε!
3714§234ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ ἀνέφερα ἓν παράδειγμα εἰς
3715ἀπάντησιν τοῦ ἐκ Κυνουρίας κ. συναδέλφου, ὅστις ἔσπευσε
3716νὰ μὲ διακόψῃ.
3717§235ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ὄχι
3718κατὰ τοὺς εἰσαγομένους, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὰς ἀποφά-
3719σεις τὰς πρὸ εἰκοσαετίας ἤδη ἐκδοθείσας ἐπὶ τῇ βάσει
3720ἄλλων νόμων· διαφέρει τοῦτο.
3721§236ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Δὲν διαφέρει καθό-
3722λου (διακοπαί). Προσπαθήσατε νὰ μὲ ἐννοήσητε. Τὸ ζή-
3723τημα εἶναι τοῦτο, ἐὰν ἀποφάσεις οὖσαι σήμερον τελεσίδι-
3724κοι, ἀπαγγέλλουσαι δὲ προσωπικὴν κράτησιν, πρέπει νὰ
3725ὑποβληθῶσιν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νεκροῦ νόμου. Ἀπαντῶ λοι-
3726πὸν, ὅτι, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν τοιαῦται ἀποφάσεις δὲν ἤθε-
3727λον ὑποβληθῆ εἰς τὴν δύναμιν τοῦ νόμου, ὁ νόμος αὐτὸς
3728ἤθελεν εἶσθαι ὅλως ἔκτροπος, ἀπὸ ῥίζης πλημμελής.
3729§237ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ θεωρεῖτε ὀρθόν;
3730§238ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὀρθότατον· διότι πρόκειται περὶ
3731προσωπικῆς ἐλευθερίας.
3732§239ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καταστρέφομεν τὰ δικαιώματα τοῦ
3733κόσμου διὰ τὰς ἐλευθερίας! (διάλογοι).
3734§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε!
3735§241ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ τρομάζητε περὶ
3736τῆς τύχης τοῦ δεδικασμένου, διότι, ἐπαναλαμβάνω, προκει-
3737μένου περὶ θεσμοῦ προσωπικῆς ἐλευθερίας, ἀναμφισβητήτως
3738ὁ νόμος πρέπει νὰ ἔχῃ ὀπισθενεργὸν δύναμιν, καὶ διότι, ὡς
3739λέγει ὁ Τρολλὼν, «en cette matière il n’ y a pas des
3740droits acquis». Καὶ ὅτι κεκτημένα δικαιώματα οὐδεὶς δύ-
3741ναται πρὸς τοῦτο νὰ ἐπικαλεσθῇ, ἐρωτῶ ὑμᾶς, δύνασθε νὰ
3742εἴπητε «καταργῶ τὴν δουλείαν, ἀλλὰ κρατῶ τοὺς δούλους»;
3743Πῶς εἶναι δυνατόν; Τὰ θέματα ταῦτα εἶναι κατ’ ἐξοχὴν δη-
3744μοσίας τάξεως, καὶ ὅταν τοιαύτας ἀνάγκας προσωπικῆς ἐλευ-
3745θερίας ἀναγνωρίζῃ ὁ νομοθέτης χάριν τῆς κοινωνίας, ἔχει κα-
3746θῆκον νὰ σπεύσῃ νὰ περιλάβῃ εἰς τὴν εὐεργετικὴν προστα-
3747σίαν τοῦ νόμου οὐ μόνον τὰς μελλούσας ἐνοχικὰς σχέσεις,
3748ἀλλὰ καὶ τὰς ὑφισταμένας καὶ τὰς παρῳχημένας. Καὶ τίνα
3749τῳόντι σημασίαν δύναται νὰ ἔχῃ διάταξις προσωπικῆς κρα-
3750τήσεως, ἐὰν ὁ νομοθέτης σᾶς εἴπῃ «κλείω τὰς φυλακάς,
3751καταργῶ τὰς φυλακάς»; Θὰ ἀνοίξητε λοιπὸν ὑμεῖς τὰς ἰδιω-
3752τικὰς φυλακὰς τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου, χάριν σεβασμοῦ πρὸς
3753τὸ δεδικασμένον; Ἀλλὰ καὶ ἓν ἄλλο ἐπιχείρημα ἀνατρέπει
3754τὸ σινικὸν τεῖχος τοῦ δεδικασμένου. Ἡ διάταξις τῆς ἀπο-
3755φάσεως περὶ προσωπικῆς κρατήσεως εἶναι διάταξις acciden-
3756talis. Ἐὰν ὁ ὀφειλέτης σας κρατῆται ἐν ταῖς φυλακαῖς, θεω-
3757ρεῖται ὅτι καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἀσκεῖται τὸ μέτρον τοῦτο
3758τῆς ἐκτελέσεως. Ἐὰν λοιπὸν ὁ νομοθέτης σᾶς εἴπῃ, καταργῶ
3759τὴν προσωπικὴν κράτησιν, ὑμεῖς θὰ ἔχητε τὴν ἀξίωσιν νὰ
3760κρατήσητε αὐτὸν εἰς τὰς φυλακάς; Βεβαίως οὐχί. Ἀλλ’ αἱ
3761θύραι τῆς φυλακῆς ἀνοιγήσονται, καὶ οἱ κρατούμενοι ἀπολυ-
3762θήσονται. Ὑπὸ ποῖον λοιπὸν νομικὸν πλάσμα θὰ διασώσητε
3763ὑμεῖς ἄτρωτον τὸ δεδικασμένον;
3764Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ὀρθῶς τὸ νομοσχέδιον προβλέπει καὶ
3765ἀναγράφει τὴν διάταξιν τῆς ἀναδρομικῆς δυνάμεως τοῦ νό-
3766μου, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἤθελεν εἶσθαι ἀνάξιος
3767καὶ τῆς πείρας καὶ τῆς εὐφυΐας του, ἐὰν ἔφερε νόμον περὶ
3768καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως καὶ δὲν ἀνέγραφεν
3769ὡς τελευταῖον ἐδάφιον τὴν ἀναδρομικὴν δύναμιν αὐτοῦ.
3770Ἐπιχείρημα ὅμως ἄξιον λόγου τῳόντι ἔφερεν ὁ ἐξ Ἄρ-
3771γους ἀξιότιμος Βουλευτής. Διατὶ, εἶπε, διατηρεῖτε τὴν διά-
3772ταξιν τοῦ ἄρθρου 798 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας; Θὰ ηὐ-
3773χόμην καὶ ἐγὼ, Κύριοι, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ περιελαμβά-
3774νετο καὶ διάταξις τοιαύτη. Πρόκειται περὶ τῆς περιπτώ-
3775σεως, καθ’ ἣν μισθοῦται ἀγροτικὸν τμῆμα καὶ ἐπιτρέπεται
3776ἡ συμφωνία περὶ ὑποβολῆς εἰς τὴν προσωπικὴν κράτησιν ὡς
3777πρὸς τὸ μίσθωμα. Τοῦτο ἀντιβαίνει εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀνα-
3778παλλοτριώτου ἀπολύτου δικαιώματος, εἶναι ἀπήχησις τοῦ
3779παρελθόντος, διότι ἡ διάταξις ἀνάγεται εἰς τὸ Ρωμαϊκὸν Δί-
3780καιον, καθ’ ὃ ὁ μισθωτὴς τοῦ ἀγροτικοῦ κτήματος ἐθεωρεῖτο
3781κλέπτης τῶν καρπῶν, ἂν δὲν κατέβαλλε τὸ μίσθωμα.
3782Γενικῶς, Κύριοι, ἐξεταζόμενον τὸ νομοσχέδιον ἐπαγγέλ-
3783λεται τὸν περιορισμὸν τῆς τοκογλυφίας. Ἡ προσωπικὴ κρά-
3784τησις εἶναι τὸ ἰσχυρότερον αὐτῆς ὅπλον. Ἡ τοκογλυφία θεω-
3785ρεῖ ὡς πίστιν τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν. Ἐὰν ἔχητε μη-
3786τέρα, (λέγει συγγραφεύς τις) ἡ ὁποία διατηρεῖ περιουσίαν
3787τινὰ, ἐὰν ἔχητε συγγενῆ, ὅστις ἀγαπᾷ ὑμᾶς, ἐὰν ἔχητε πα-
3788τέρα, ὅστις αἰσθάνεται στοργὴν πρὸς ὑμᾶς, μὴ πηγαίνετε εἰς
3789ἔντιμον τραπεζίτην, ἵνα ζητήσητε δάνειον, παρέχοντες ὡς
3790ἀσφάλειαν τὸ σῶμα ὑμῶν. Αὐτὸς εἰς τὰ βιβλία του δὲν
3791συνηθίζει νὰ ἀναγράφῃ τοιαύτας πράξεις κερδοσκοπικάς. Κρού-
3792σατε ὅμως τὴν θύραν τοῦ τοκογλύφου, αὐτὸς θὰ σᾶς ὑπο-
3793δεχθῇ, θὰ τρίψῃ τὰς χεῖράς του, αὐτὸς μόνον ἀποβλέπει εἰς
3794τὴν προσωπικὴν κράτησιν, αὐτὸς θὰ ἐνθαρρύνῃ ὑμᾶς βεβαίως,
3795θὰ παράσχῃ πάντα τὰ μέσα, ἵνα κατασπαταλήσητε, ἵνα τρα-
3796πῆτε ἐπὶ τὴν ὁδὸν τῆς διαφθορᾶς, ὅπως ἀπορροφήσῃ τὴν περι-
3797ουσίαν τῶν προσφιλῶν συγγενῶν σας, τὴν προῖκα τῆς ἀδελ-
3798φῆς σας. Ἡ τοκογλυφία μόνον βεβαίως θεωρεῖ ὡς πίστιν τὴν
3799προσωπικὴν κράτησιν. Ἂν πρόκειται λοιπὸν νὰ πάθῃ ἡ πί-
3800στις τῆς βδελολάρυγγος τοκογλυφίας διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῆς
3801προσωπικῆς κρατήσεως, καὶ μόνον αὕτη ἡ εὐεργεσία δύναται
3802νὰ ἀνυψώσῃ τεραστίως τὸν ἀγαθὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου,
3803διότι οὔτε τὸ ἐμπόριον οὔτε οἱ τίμιοι κεφαλαιοῦχοι ἔχου-
3804σιν ἀνάγκην τοῦ βαρβάρου θεσμοῦ. Ἐγὼ θὰ ηὐχόμην βεβαίως,
3805ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἦτο γενναιότερος, νὰ
3806ἔπληττε κατ’ ἀρχὴν καὶ οὐσιαστικώτερον τὴν προσωπικὴν
3807κράτησιν, τὸ κακόηθες τοῦτο νεόπλασμα τῆς ἡμετέρας νομο-
3808θεσίας, νὰ μὴ ἐπροστάτευε καὶ αὐτὰς τὰς Τραπέζας.
3809Καὶ ἡ ἑτέρα ἀξίωσις ἐκείνων, οἵτινες ζητοῦσι παρὰ τοῦ κ.
3810Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ καὶ ἕτερα νομοσχέ-
3811δια, νομοσχέδιον περὶ συναλλαγματικῆς, νομοσχέδιον περὶ
3812ἐκτελέσεως, εἶναι βεβαίως λογικὴ, διότι σήμερον, Κύριοι, κα-
3813τηργήθη μὲν ἐν Εὐρώπῃ ἡ προσωπικὴ κράτησις, ἀλλὰ συγ-
3814χρόνως ἐνισχύθη πολλαχοῦ ὁ θεσμὸς τῆς συναλλαγματικῆς.
3815Σήμερον αἱ νεώτεραι νομοθεσίαι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην ἀπο-
3816φάσεως τοῦ δικαστηρίου, ἵνα προβαίνῃ εἰς ἐκτέλεσιν ὁ δα-
3817νειστὴς διὰ τὰ χρέη ἐκ συναλλαγματικῆς. Ἐπὶ τῆς συναλ-
3818λαγματικῆς μία πρᾶξις τοῦ Προέδρου παρέχει τὸν τύπον
3819τῆς ἐκτελέσεως, ὅπως γίνεται εἰς πᾶν συμβόλαιον. Τὸ νομο-
3820σχέδιον περὶ συναλλαγματικῶν εἶχον ἐγὼ ἕτοιμον, ὅτε δι-
3821ηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τῆς Κυβερνή-
3822σεως Ζαΐμη καὶ συμφώνως πρὸς τὸ πρόγραμμα αὐτῆς, ἀλλὰ
3823δυστυχῶς δὲν ηὐτύχησα νὰ ὑποβάλω αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν.
3824Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ υἱοθετήσῃ
3825αὐτὸ ὡς τάχιστα, διότι εἶναι νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον βεβαίως
3826θὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἐμπορικὴν πίστιν...
3827§242ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Εἰσαγάγετέ το τώρα.
3828§243ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ... Εἶναι ἀνάγκη ἐπίσης νὰ σπεύσῃ ὁ κ.
3829Ὑπουργὸς εἰς τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίου περὶ ὁλοκλήρου τῆς
3830διαδικασίας τῆς ἐκτελέσεως. Καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶχον
3831παρασκευάσει ἐπίσης, ἀλλ’ ἔμεινεν ἀτυχῶς ἁπλοῦν νομοσχέ-
3832διον. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπεσχέθη νὰ ἐρ-
3833γασθῇ ἐπὶ τοιούτου νομοσχεδίου, καὶ θὰ παρακαλέσω αὐτὸν
3834νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν ὑποβολὴν καὶ αὐτοῦ, διότι, ὅταν ἡ ἡμε-
3835τέρα νομοθεσία ἀποκτήσῃ νόμον περὶ συναλλαγματικῆς, οἷος
3836κρατεῖ ἐν Ἰταλίᾳ, καὶ νόμον περὶ τῆς διαδικασίας τῆς ἐκ-
3837τελέσεως, τότε ἡ νομοθετικὴ ἐγχείρισις τοῦ θεσμοῦ τῆς προσω-
3838πικῆς κρατήσεως θέλει εἶσθαι ἀνώδυνος, οὐχὶ δὲ μερικῶς μό-
3839νον θίγουσα τὴν προσωπικὴν κράτησιν ἀλλὰ μετὰ γενναιό-
3840τητος πλήττουσα τὸν βάρβαρον θεσμόν.
3841Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ μόνον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπο-
3842βάλλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι τὸ γενναιό-
3843τερον ἔργον, ἐξ ὅσων ὑπέβαλεν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς,
3844καὶ φθονῶ αὐτὸν διὰ τοῦτο, διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε, Κύ-
3845ριοι, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1887 ἐκ τῶν στηλῶν τῆς «Ἀκροπόλεως»,
3846τῆς «Ἐφημερίδος» καὶ ἄλλων ἐφημερίδων, ἠγωνίσθην μετὰ
3847πείσματος κατὰ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἐξ ἀκραδάντου
3848πεποιθήσεως, χαίρω δέ, ὅτι ἠξιώθην νὰ ἐγείρω τὴν φωνήν
3849μου κατ’ αὐτῆς καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τοῦ Κοινοβουλίου.
3850Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κύριε Καράπαυλε, γινόμενον νόμος,
3851μεθ’ ὅλας τὰς ἀτελείας του, τιμᾷ ὑμᾶς καὶ τὴν Κυβέρνησιν
3852καὶ τὴν Βουλήν. Δύναμαι δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι καὶ μόνον
3853αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὑμῖν ὡς τίτλος,
3854ἵνα λάβητε ἄφεσιν ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν, ἃς ὡς Ὑπουργὸς
3855τῆς Δικαιοσύνης μέχρι τοῦδε διεπράξατε! (Χειροκροτή-
3856ματα).
3857§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σταυρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
3858§245Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρῶτον παρατηρῶ εἰς τὸν ἀξιό-
3859τιμον συνάδελφον ἐκ Γορτυνίας κύριον Διγενόπουλον, ὅτι μα-
3860ταίως ἐπάλαισε πρὸς τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα κ. Μομ-
3861φερρᾶτον, φιλονικῶν, ἂν ἡ προσωπικὴ κράτησις εἶναι ζήτημα
3862δημοσίας τάξεως ἢ οὔ. Παρατηρῶ δὲ εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὸν
3863κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι παρέλκει ἡ διάταξις περὶ
3864ὀπισθενεργείας· διότι, ἐὰν καταργηθῇ ἡ προσωπικὴ κράτησις,
3865ἡ ἐκτέλεσις θὰ γείνῃ μετὰ τὸν νόμον τὸν καταργοῦντα, ἄρα
3866δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναδράμῃ εἰς τὸ παρελθὸν ἡ ἰσχύς του.
3867Εἶναι δικονομικὴ ἡ διάταξις. Παρέλκει λοιπὸν ἡ διάταξις
3868περὶ ὀπισθενεργείας· ἐκτὸς ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐναν-
3869τίαι θελήσεις πρὸς τὴν θέλησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας,
3870καὶ τότε δέον τὸ νομοσχέδιον νὰ περιλάβῃ τοιαύτην διάτα-
3871ξιν, ἀπαγορεύουσαν τὴν ὀπισθενέργειαν. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ
3872μοι νὰ μὴ συμφωνήσω μετὰ τῶν λαλησάντων ὑπὲρ τῆς κα-
3873ταργήσεως τῆς διατάξεως περὶ προσωπικῆς κρατήσεως. Εἶ-
3874ναι ἀληθές, ὅτι οὐδέποτε ἐφυλάκισα ἄνθρωπον. Τριάκοντα
3875πέντε ἔτη ἔχω δικηγόρος· δὲν ἠξεύρω πόσας ἀποφάσεις εἶχον
3876καὶ ἔχω εἰς χεῖράς μου, ἀπαγγελλούσας προσωπικὴν κρά-
3877τησιν. Πάσας ταύτας τὰς μετεχειρίσθην ὡς φόβητρον, καὶ οἱ
3878ὀφειλέται ἐξεπλήρωσαν τὰς ὑποχρεώσεις των. Εἰς τὸ φόβη-
3879τρον τοῦτο χρησιμεύει κατὰ κανόνα ἡ προσωπικὴ κράτησις.
3880§246Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Γνωρίζετε καὶ ἄλλους ὁμοιάζον-
3881τας πρὸς ὑμᾶς;
3882§247ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ προσωπικὴ κράτησις, λέγουσιν,
3883εἶναι βάρβαρος θεσμός. Καὶ ἐγὼ τὸ λέγω. Καταργήσατέ τον.
3884Διατὶ ὡς πρὸς τὸν ἰδιώτην εἶναι βάρβαρος, ὡς πρὸς δὲ τὴν
3885Τράπεζαν ἀγαθός, ὡς πρὸς τὸ Δημόσιον ἀγαθώτερος, καὶ ὡς
3886πρὸς τὸν ἔμπορον, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν νόμον θὰ φυλακίζηται,
3887εἶναι ἀγαθώτατος; Εἶναι ἐμπαιγμὸς τοῦτο! Δὲν λέγεται
3888νομοθετικὴ δικαιοσύνη. Δὲν εἴμεθα ἀληθῶς εὐνομούμενον ἔθνος,
3889ἀλλ’ ἔθνος κατεργαραίων, ὅταν διαιρῶμεν τοὺς ὀφειλέτας
3890Ἕλληνας εἰς βαρβάρους καὶ μὴ βαρβάρους.
3891Ἐγώ, Κύριοι, δὲν θεωρῶ τὸν θεσμὸν τῆς προσωπικῆς κρα-
3892τήσεως ὡς παγίδα, ὡς πλανώμενοι ὀνομάζουσι τοῦτον οἱ ἐναν-
3893τιοφρονοῦντες· τὸν θεωρῶ ὡς ἀπολύτως καὶ διὰ τοὺς ἐμπό-
3894ρους καὶ διὰ τοὺς μὴ ἐμπόρους χρησιμεύοντα. Χρησιμεύει
3895εἰς ἐμέ, μὴ ὄντα ἔμπορον, ὁ θεσμὸς τῆς προσωπικῆς κρατή-
3896σεως. Τὸν θεωρῶ καὶ εἶναι κεφάλαιόν μου. Σεῖς μοῦ τὸ ἀφαι-
3897ρεῖτε. Ἐὰν θέλετε νὰ τὸ ἀφαιρέσητε, εἶσθε κύριοι, ἀλλὰ σκε-
3898φθῆτε, ὅτι ἀναχωρεῖτε τοῦ Βουλευτηρίου, ἀφοῦ ἀφῃρέσατε
3899τὴν περιουσίαν μου καὶ μὲ καταστρέψατε!
3900Ὑπῆρξαν ἀληθῶς αἰσχροὶ τοκογλύφοι, οἵτινες θεωροῦνται
3901ὡς ἀφετηρία τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι ἐξεμεταλλεύθησαν
3902τὴν ἀδυναμίαν καὶ τὴν ἀσωτίαν τῶν τέκνων μας. Κατ’ αὐ-
3903τῶν πρέπει νὰ στραφῆτε. Φροντίσατε λοιπὸν νὰ καταδιώξητε
3904αὐτοὺς τοὺς ῥυπαροὺς, οἱ ὁποῖοι κατέστησαν κληρονόμοι μας,
3905εἴτε διὰ τῆς ποινικῆς ὁδοῦ, εἴτε διὰ διατάξεων ἐπιτρεπου-
3906σῶν τὴν ἀπόδειξιν τῆς τοκογλυφίας καὶ τὴν ἀκύρωσιν πά-
3907σης συμβάσεως καὶ πάσης ἀποφάσεως τελεσιδίκου, τοιαύτην
3908ἀφετηρίαν ἐχούσης, οὐχὶ ὅμως διὰ τοιούτων αὐθαιρέτων νο-
3909μοθετημάτων νὰ καταργήσητε τὸ κεφάλαιόν μου, ἐφ’ οὗ οὐδὲν
3910ἔχετε δικαίωμα.
3911Ἐγὼ, Κύριοι, μὴ δυνάμενος νὰ παράσχω πρώτην ὑποθή-
3912κην πρὸς εὕρεσιν χρημάτων διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν οἰκο-
3913γενειακῶν μου ἀναγκῶν, ᾠκονόμησα πάσας τὰς ἀνάγκας μου
3914διὰ τῆς ὑπογραφῆς μου ἐν συναλλαγματικαῖς ἢ γραμματίοις.
3915Ἐὰν μοῦ στερήσητε τὴν τοιαύτην περιουσίαν μου διὰ τοι-
3916ούτου νομοθετήματος, βεβαίως παύω τοῦ νὰ δύναμαι νὰ θερα-
3917πεύσω τὰς ἀνάγκας μου ταύτας, οὔτε θὰ δυνηθῶ νὰ ἀνα-
3918θρέψω, ἐκπαιδεύσω καὶ ἀποκαταστήσω τὰ τέκνα μου· δὲν θὰ
3919δυνηθῶ νὰ δανεισθῶ ἄνευ ὑποθήκης οὔτε ἑκατὸν δραχμάς.
3920Εὔχομαι δὲ νὰ μὴ εὑρεθῆτε ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, αἵτινες
3921ἄγουσι πάντας εἰς αὐτοχειρίαν! Φαντασθῆτε, νὰ ἦσθε οἰκο-
3922γενειάρχης, ἰδίως ἐν Ἀθήναις, καὶ νὰ μὴ ἔχητε ἀκίνητον κτῆ-
3923σιν, ἐφ’ ἧς νὰ χορηγήσητε πρώτην ὑποθήκην, καὶ συγχρόνως
3924νὰ μὴ δύνασθε νὰ θεραπεύσητε τὰς ἀπολύτους ἀνάγκας σας,
3925καὶ ἐν τούτοις νὰ στερῆσθε τοῦ ἐχεγγύου τῆς ὑπογραφῆς σας,
3926ἵνα δανεισθῆτε. Αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ κεφάλαιον, ὅπερ παρέχω
3927καὶ εἰς χρῆσιν τοῦ ἐμπόρου καὶ τὸ ὁποῖον τῷ δίδω διὰ τῆς
3928ὑπογραφῆς μου, ἵνα τὸν σώσω ἀπὸ ἐμπορικὰς δυσχερείας.
3929Καταργήσατέ το· ἀλλὰ δὲν σκέπτεσθε, ποῦ θὰ εὑρεθῇ καὶ ὁ
3930δημόσιος θησαυρός; παρὰ τίνος θὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον;
3931Λέγουσιν, ὅτι εἶναι βάρβαρος ὁ θεσμὸς, καὶ ὁ Ρωμηὸς δὲν
3932ἀντέχει κατὰ τὸ Ἑλληνικὸν δημῶδες, «Ἕλληνος τράχηλος
3933ζυγὸν δὲν ὑποφέρει!» Ἀλλὰ δὲν εἶναι βάρβαροι οἱ ἀστυφύ-
3934λακες, οἱ ὁποῖοι καθ’ ἑκάστην, δίκην κτηνῶν, σύρουσι τοὺς
3935ἀνθρώπους εἰς τὰς φυλακὰς; Διατὶ δὲν ἐπροστατεύσατε τού-
3936τους, κύριε Μομφερράτε; Δὲν εἶναι χάρισμα τοῦ Θεοῦ ἡ ἐλευ-
3937θερία εἰς τοὺς οὕτως αὐθαιρέτως συρομένους εἰς τὰς φυλακὰς;
3938§248ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Τοὺς τιμωροῦν οἱ νόμοι τοὺς παραβάτας
3939αὐτούς.
3940§249ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς νόμος ὑπάρχει διὰ τοὺς παρα-
3941βάτας τῶν νόμων ἀστυνομικούς!
3942§250ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Καταγγείλατέ τους.
3943§251ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐνῷ ἄνευ ἀποφάσεως δὲν δύνα-
3944σθε νὰ φυλακίσητέ τινα, αἴφνης βλέπετε ἀξιωματικούς τινας,
3945ἢ καὶ πάντα ἀστυφύλακα, νὰ φυλακίζωσι τὸν δυστυχῆ πο-
3946λίτην ἀνεξετάστως!
3947§252ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πάντοτε παράβασις τοῦ κα-
3948θήκοντος, καὶ τιμωρεῖται αὐτὴ ἡ πρᾶξις.
3949§253ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν νομίζητε ὅτι ζῆτε ἐντὸς τῆς
3950Ἑλλάδος, πλανᾶσθε. Ἠξεύρετε τί πράττουσιν αὐτοὶ οἱ ἀστυ-
3951νομικοὶ, οἱ ὁποῖοι παραβαίνουσι τὸ καθῆκόν των διὰ παρα-
3952νόμων φυλακίσεων; Συλλαμβάνουν τὸν πολίτην, τὸν προσ-
3953καλοῦν νὰ ὑπάγῃ ἐμπρὸς, εἰς τὸ κρατητήριον, καὶ ἂν ὁ συλ-
3954λαμβανόμενος, ἐν τῷ δικαίῳ του, δὲν ὑπακούσῃ εἰς τὴν παρά-
3955νομον διαταγὴν, συντάσσουν ἔκθεσιν ἀντιστάσεως, καὶ τὸν
3956σύρουν εἰς τὰς φυλακὰς, ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς τὸν εἰσάγει ἀμέ-
3957σως εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, ἔνθα καὶ καταδικάζεται ὁ
3958ἀδικηθείς! Πηγαίνετε εἰς ἡμέραν συνεδριάσεως ἐκεῖ, ἵνα ἴδητε
3959τί γίνεται ἐν τῇ Δικαιοσύνῃ τῆς πατρίδος μας!
3960§254ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αὐτὸ εἶναι κακόν.
3961§255ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ
3962περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν γίνεται ὁ ἐμπαιγμὸς τῆς προσωπι-
3963κῆς ἐλευθερίας τοῦ λεγομένου ἐλευθέρου πολίτου.
3964Δὲν πιστεύω ὁ πολὺς λαὸς νὰ θέλῃ νὰ προστατευθῇ οὕτως
3965ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία του, ἤτοι διὰ νομοθετήματος τοιού-
3966του. Ὁ λαὸς ὅλος, καὶ ἰδίως ὁ ἐμπορικὸς κόσμος, παρακα-
3967λεῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν τοιούτου
3968νομοσχεδίου, ἢ τοὐλάχιστον νὰ τὸ τροποποιήσῃ. Ἐπικαλοῦ-
3969μαι δὲ πρὸς τοῦτο, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τὴν πεῖ-
3970ράν σας, τὰ φῶτά σας, τὸν πατριωτισμόν σας. Ἀναβάλετέ
3971το, μελετήσατέ το, διορθώσατέ το, καὶ ἔπειτα φέρετε αὐτὸ
3972νὰ τὸ ψηφίσωμεν. Ἔχω πολλὴν πεποίθησιν εἰς ὑμᾶς. Σᾶς
3973παρακαλῶ λοιπὸν, ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος, μὴ τὸ ψη-
3974φίζετε. Ἐὰν θέλητε δὲ νὰ σώσωμεν αὐτοὺς τοὺς ἐκπατρι-
3975σθέντας ἀσώτους, δόσατε αὐτοῖς τριῶν ἐτῶν ἀναστολὴν τῆς
3976ἐκτελέσεως, καὶ ἐπιτρέψατε τὴν ἀπόδειξιν τῆς τοκογλυφικῆς
3977αἰτίας. Ἀλλ’ ἐὰν προβῆτε οὕτω πως, διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ
3978νομοσχεδίου τοῦ κυρίου Καραπαύλου, εἰς τὴν κατάργησιν τῆς
3979προσωπικῆς κρατήσεως, καταργεῖτε αὐτὸ τὸ ἐμπόριον, αὐ-
3980τὸν τὸν Ἑλληνισμὸν, ὅστις ἐπὶ τούτου στηρίζει τὰς παρα-
3981γωγικάς του δυνάμεις.
3982§256Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύ-
3983νης). Ἐπίστευον, Κύριοι, ὅτι τὸ μακρὸν χρονικὸν διάστημα,
3984τὸ ὁποῖον παρῆλθεν ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου εἰς
3985δευτέραν ἀνάγνωσιν μέχρι τῆς σήμερον, ἤθελε πείσει πάντας
3986περὶ τῆς ὀρθότητος τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἤθελε τοὺς πεί-
3987σει, Κύριοι, διότι ἡ κοινὴ γνώμη ἐξεφράσθη πλήρης καὶ τε-
3988λεία ὑπὲρ αὐτοῦ. Εἴδετε διατριβὰς ἐπιστημονικὰς, εἴδετε
3989κορυφαίους νομικοὺς ἐκ τῶν παρ’ ἡμῖν νὰ κατέλθωσιν εἰς
3990τὸ στάδιον τῆς δημοσιογραφίας, καὶ πάντες ἐν μιᾷ φωνῇ
3991ἐπεκρότησαν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι,
3992δὲν εἶναι ἔργον ἡμῶν· εἶναι ἔργον προκληθὲν ἐκ τῆς ἀνάγ-
3993κης. Καὶ εἶπεν ὁ πρῶτος ἀγορεύσας: «ποῦ εὑρίσκετε τὴν
3994ἀνάγκην;» Ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅστις εἶναι
3995καὶ νομικὸς, νὰ μοῦ δείξῃ ἓν καὶ μόνον σύγγραμμα, ἐκδο-
3996θὲν καὶ δημοσιευθὲν καὶ πραγματευθὲν περὶ τῆς προσωπικῆς
3997κρατήσεως, εἰς τὸ ὁποῖον διαρρήδην νὰ μὴ καταδικάζηται
3998ἡ προσωπικὴ κράτησις, ὅπως ἰσχύει παρ’ ἡμῖν. Καὶ τίνα
3999δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω γράψαντα περὶ τούτου; Μή-
4000πως ὁ μακαρίτης Παπαρρηγόπουλος δὲν ἔγραψε μακρὰς δια-
4001τριβὰς περὶ τούτου; Μήπως ὁ μακαρίτης Σοῦτσος δὲν ἔγρα-
4002ψεν ἐπίσης περὶ τούτου, καὶ τόσοι ἄλλοι ἐπιστήμονες, νομι-
4003κοὶ καὶ οἰκονομολόγοι; Καὶ τίς ἐκ τῶν νομικῶν δὲν κατέ-
4004κρινε τὸν θεσμὸν, ὅπως ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν; Καὶ ὅμως σᾶς
4005εἶπε «ποῦ εὑρίσκετε τὴν ἀνάγκην»!
4006Ἀλλὰ μήπως καὶ κοινωνικὴ ἀνάγκη ὑπὲρ αὐτοῦ παντα-
4007χόθεν δὲν ἐκδηλοῦται; Ἐὰν, Κύριοι, ἀνοίξω τὸν φάκελλον
4008ἐκεῖνον (δεικνύει τὸ χαρτοφυλάκιόν του), θέλω σᾶς δεί-
4009ξει χιλιάδας ὑπογραφῶν, δι’ ὧν ζητεῖται ἡ κατάρριψις τῆς
4010προσωπικῆς κρατήσεως. Καὶ ὅμως σᾶς λέγουσιν, ὅτι οὐδα-
4011μοῦ ἠκούσθη παράπονον ἐπὶ τῆς ἐκτελέσεως τῆς προσωπικῆς
4012κρατήσεως!
4013Εἶπον, Κύριοι, καὶ ἐπανέλαβον ὅτι πρόκειται νὰ καταρ-
4014γήσωμεν ἐντελῶς τὴν προσωπικὴν κράτησιν, καὶ ἠθέλησαν
4015νὰ συναρπάσωσιν, οὕτως εἰπεῖν, τὸν κόσμον, καὶ ἰδίως τὸν
4016ἐμπορικὸν κόσμον. Οὐδὲν τούτου ψευδέστερον. Προβαίνομεν,
4017Κύριοι, μετὰ μέτρου. Ἀποδεχόμεθα ὅλας τὰς ἀρχὰς, τὰς
4018ὁποίας ὁ πρὸ ὀλίγου λαλήσας εἶπε, περὶ ἐντελοῦς καταργή-
4019σεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἐτολμή-
4020σαμεν νὰ τὸ πράξωμεν. Ἠθελήσαμεν, Κύριοι, νὰ προβῶμεν
4021δοκιμαστικῶς, ὅπως πράττομεν πάντοτε· ἠθελήσαμεν νὰ ἴδω-
4022μεν κατὰ πόσον θέλει ἐπιτύχει ἡ κατὰ μικρὸν κατάργησις
4023τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, καὶ μετὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ
4024μέτρου τούτου νὰ προβῶμεν καὶ περαιτέρω. Καὶ ἰδοὺ ὁ σκο-
4025πὸς τοῦ νομοσχεδίου.
4026Ποίαν προσωπικὴν κράτησιν, ἐρωτῶ, καταργεῖ τὸ νομο-
4027σχέδιον; ποῖον νόμον καταργεῖ; Τὸ νομοσχέδιον ἔρχεται
4028εἰς ἐπίρρωσιν τοῦ νόμου. Ἡ προσωπικὴ κράτησις, ὅπως εἶναι
4029γνωστὸν, ἐπιβάλλεται παρ’ ἡμῖν κυρίως ἐπὶ ἐμπορικῶν σχέ-
4030σεων ἐν γένει· ἐπιβάλλεται ἐπὶ εἰδικῶν περιπτώσεων, τὰς
4031ὁποίας ἡ Πολιτικὴ Δικονομία καὶ ἄλλοι νόμοι ἀναγράφουν,
4032ἐπιβάλλεται δὲ καὶ ὅταν ἰδιώτης συνάψῃ ἐμπορικὴν πρᾶξιν.
4033Τὴν τελευταίαν μόνον διάταξιν καταργεῖ τὸ νομοσχέδιον·
4034καὶ τὴν καταργεῖ διατί; Διότι, ἐνῷ δὲν εἶναι ἀναγκαία, ἐνῷ
4035δὲν εἶναι χρήσιμος, δίδει ἀφορμὴν εἰς τὰς μεγαλειτέρας τῶν
4036καταχρήσεων. Τὸ ὄντι δύναται ἰδιώτης νὰ ἐπιχειρήσῃ ἐμπο-
4037ρικὴν πρᾶξιν. Ἀλλ’ ὅταν ἰδιώτης ἐπιχειρῇ ἐμπορικὴν πρᾶ-
4038ξιν, ὁ μετ’ αὐτοῦ συναλλασσόμενος πρέπει νὰ ἐμβλέψῃ εἰς τὸ
4039ἀξιόπιστον αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, εἰς τὸ φερέγγυον αὐτοῦ τοῦ ἰδίου.
4040Ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτως ἐπὶ ἐμπόρων. Ἐπὶ ἐμπόρων, ἐκ συστή-
4041ματος ἐνεργούντων τὴν ἐμπορίαν, ἡ ἐμπορικὴ πίστις ἔχει
4042ἄλλως. Ὁ ἔμπορος, ὁ ἐξασκῶν τὸ ἐπάγγελμα αὑτοῦ, διὰ μό-
4043νης τῆς ἐξασκήσεως αὐτοῦ παρέχει πίστιν. Ἡ ἐμπορικὴ πί-
4044στις εἶναι ἀλληλένδετος μεταξὺ ἐμπόρων.
4045Ἐνῷ λοιπὸν δὲν εἶναι χρήσιμος καὶ δὲν εἶναι ἀπαραίτη-
4046τος, δίδει ἀφορμὴν, λέγω, εἰς τὰς μεγίστας τῶν καταχρή-
4047σεων. Ποίων καταχρήσεων; Ἐνῷ ἡ Πολιτικὴ Δικονομία ῥη-
4048τῶς ἀναγράφει, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποβάλῃ τὸν ἑαυτόν
4049του εἰς προσωπικὴν κράτησιν, εἰμὴ κατὰ τὰς ὑπὸ τοῦ νό-
4050μου ὁριζομένας περιπτώσεις, καὶ ἂν τὸν ὑποβάλῃ, ἡ σύμβα-
4051σις αὕτη εἶναι ἄκυρος, τί ἐμηχανεύθησαν, Κύριοι; Ἐμηχα-
4052νεύθησαν τὸν τύπον τῆς ψευδοῦς συναλλαγματικῆς καὶ ἐπὶ
4053ἰδιωτῶν μὴ ἐμπόρων, διὰ νὰ δημιουργήσωσι καὶ κατ’ αὐτῶν
4054τὴν προσωπικὴν κράτησιν. Καὶ μοὶ λέγουσιν, ὅτι προνοῶ μό-
4055νον περὶ θυμάτων τινῶν νέων, ἢ περί τινων πλανοδίων ἄλ-
4056λων, τοὺς ὁποίους προστατεύομεν! Καὶ λησμονοῦσιν, ὅτι τὸ
4057μέσον τοῦτο τῆς συναλλαγματικῆς ἐπενοήθη, Κύριοι, ὅπως
4058εἶπεν ἀξιότιμος συνάδελφος, πρὸ πάντων κατὰ τῶν κτημα-
4059τιῶν, πρὸ πάντων κατὰ τῶν γεωργῶν. Ἡ Ἠλεία τὸ μαρ-
4060τυρεῖ. (Φωναί. Μάλιστα, μάλιστα). Ἡ Θεσσαλία τὸ
4061μαρτυρεῖ.
4062§257ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Βεβαιότατα.
4063§258ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Ὄχι.
4064§259ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κτηματίαι, οἵτινες εἶχον ἀνάγκην ἵνα
4065καλλιεργήσωσι τὰ κτήματα αὑτῶν, ἐδανείσθησαν, καὶ οἱ
4066τοκογλύφοι προσηνέχθησαν νὰ τοὺς δανείσωσιν, ἀλλ’ ὑπὸ ποῖον
4067ὅρον; Νὰ ἐκδώσωσι συναλλαγματικὰς ψευδεῖς ἀπὸ Γαργα-
4068λιάνων εἰς Πύργον. (Φωναί. Μάλιστα, μάλιστα). Καὶ
4069βλέπετε, Κύριοι, ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἑκατοντάδας τοι-
4070ούτων συναλλαγματικῶν, ψευδῶν, εἰκονικῶν.
4071§260Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Χιλιάδας.
4072§261ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Οὕτω, Κύριοι, λοιπὸν καταστρατηγεῖ-
4073ται ὁ νόμος, καταστρατηγεῖται τὸ Σύνταγμα, τὸ καθιεροῦν
4074τὸ ἀπαραβίαστον τῆς ἐλευθερίας, καταστρατηγεῖται ἡ Πολι-
4075τικὴ Δικονομία. Καὶ ἐνῷ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸ ἄτομον νὰ
4076θέσῃ ὑπέγγυον τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν του, διὰ τῆς κατα-
4077στρατηγήσεως αὐτῆς τοῦ νόμου τίθεται ἡ προσωπικὴ ἐλευ-
4078θερία τοῦ πολίτου ὑπέγγυος εἰς τὸν τοκογλύφον!
4079Λαλοῦσι, Κύριοι, περὶ ἐμπορικῆς πίστεως. Ἡ ἐμπορικὴ
4080πίστις ἡ ἀληθὴς δὲν ἔχει ἀνάγκην τοιούτων τοκογλυφικῶν
4081τεχνασμάτων. Οὐδεὶς ἔντιμος τοκιστὴς, οὐδεὶς δανειστὴς ἔν-
4082τιμος θὰ θελήσῃ ποτὲ νὰ ὑποχρεώσῃ τὸν ὀφειλέτην του νὰ
4083ἐκδώσῃ ψευδῆ, εἰκονικὴν, νόθον συναλλαγματικήν. Καὶ περὶ
4084αὐτῶν τῶν νόθων συναλλαγματικῶν προνοεῖ ὁ νόμος. Αὐτὴ
4085εἶναι ἡ ἐμπορικὴ πίστις, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ προστατεύ-
4086σητε; Δι’ αὐτῆς τῆς ἐμπορικῆς πίστεως θέλετε νὰ ζήσητε;
4087Δι’ αὐτῆς τῆς ἐμπορικῆς πίστεως θέλετε ν’ ἀναπτύξητε τὸ
4088ἐμπόριον ἐν Ἑλλάδι; Ἀλλ’ ἐρωτῶ τοὺς Κυρίους, οἱ ὁποῖοι
4089ἐπέδειξαν αὐτὸ τὸ φόβητρον τῆς διασαλεύσεως τῆς ἐμπο-
4090ρικῆς πίστεως. Ἔχομεν τέσσαρα ἔτη τὸ δικαιοστάσιον...
4091Ἀληθῶς;
4092§262ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
4093§263ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἔχομεν τέσσαρα ἔτη, καὶ οὐδεμία
4094προσωπικὴ κράτησις ἐκτελεῖται. Ποῦ εἴδετε διασαλευθεῖσαν
4095τὴν ἐμπορικὴν πίστιν; Ποῦ εὕρετε τὴν διασάλευσιν αὐτήν;
4096Μήπως τὸ ἐξωτερικὸν ἐμπόριον ἠμποδίσθη, Κύριοι, διότι κα-
4097τηργήθη παρ’ ἡμῖν προσωρινῶς ἡ προσωπικὴ κράτησις; ...
4098§264ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ κατηργήθη καὶ ὡς πρὸς τὸ ἐμπόριον
4099ἀκόμη.
4100§265ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Βεβαίως... Μήπως αἱ πιστώσεις μας
4101ὡς πρὸς τοὺς ἐμπόρους ἔπαυσαν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ; Τὰ τε-
4102λωνεῖα μαρτυροῦσι τὸ ἐναντίον. Αἱ πιστώσεις ηὔξησαν μά-
4103λιστα. Καὶ ὅμως σᾶς λέγουσιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ
4104διασαλεύσῃ τὴν ἐμπορικὴν πίστιν!
4105§266ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ἐμ-
4106πορικὴν πίστιν.
4107§267ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν τὴν διεσάλευσε, Κύριοι, τὴν ἐμπο-
4108ρικὴν πίστιν πανταχοῦ, ὅπου κατηργήθη. Παντοῦ ἠκούσθη-
4109σαν, ὅτε ἐπρόκειτο περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρα-
4110τήσεως, οἰμωγαὶ καὶ θρῆνοι τῶν τοκογλύφων. Κατηργήθη,
4111καὶ ἀντὶ τὸ ἐμπόριον νὰ ναυαγήσῃ, ηὔξησε καὶ ἤνθησε.
4112Διότι τὸ ἀληθὲς ἐμπόριον θέλει πεδίον ἀληθές, εἰλικρινὲς καὶ
4113ὄχι νόθον.
4114§268ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν θέλει συναλλαγματικὰς τῶν ἀξιωματικῶν
4115καὶ τῶν παππάδων (γέλωτες).
4116§269ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τῆς διατάξεως λοιπὸν, Κύριοι, τῆς Δι-
4117κονομίας, ἥτις διὰ τῆς συναλλαγματικῆς παρέχει προσωπι-
4118κὴν κράτησιν εἰς τὸν δανειστὴν, αὐτῆς ἐγένετο κατάχρησις.
4119Καὶ ἡ κατάργησις τῆς καταχρήσεως εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νο-
4120μοσχεδίου. Ἐγένοντο καταχρήσεις οὐχὶ μόνον, ὅπως σᾶς εἶ-
4121πον οἱ ἀντιφρονοῦντες, κατὰ τῶν νέων, οὐχὶ μόνον κατὰ τῶν
4122ἀσώτων, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῶν κτηματιῶν καὶ κατὰ τῶν γε-
4123ωργῶν καὶ κατὰ τῶν οἰκογενειαρχῶν. Πόσοι, Κύριοι, οἰκο-
4124γενειάρχαι, εὑρισκόμενοι εἰς τὴν ἀνάγκην, ἀνάγκην ἀπόλυτον,
4125προσφεύγουσι ζητοῦντες οὕτω νὰ συντηρήσωσι τὴν οἰκογέ-
4126νειάν των! Καὶ ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ἀξιώσεως, Κύριοι, εὗρον
4127ἀμείλικτον τὸν δανειστὴν, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε τὴν ἔκδοσιν
4128συναλλαγματικῆς. Ἡ συναλλαγματικὴ δὲ ἐκείνη ποῖον ἐπέ-
4129φερεν ἀποτέλεσμα;
4130§270ΡΙΚΑΚΗΣ. Νὰ πτωχεύσωσι καὶ οἱ παππάδες! (γέλωτες).
4131§271ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τὴν καταστροφὴν τοῦ οἰκογενειάρχου.
4132Ἔχει δὲ καὶ τοῦτο τὸ κακὸν ἡ προσωπικὴ κράτησις, ὅτι
4133τιμωρεῖ ὄχι μόνον τὸν προσωποκρατούμενον, ἀλλὰ καὶ τὴν
4134οἰκογένειαν, τὰ τέκνα. Τὴν σύζυγον τοῦ προσωποκρατουμέ-
4135νου καὶ τὰ τέκνα του τοὺς ἀφήνει εἰς τοὺς πέντε δρό-
4136μους! Ποῦ ἠκούσθη, διὰ χρέος 50 δραχμῶν νὰ κρατῆται ἐπὶ
4137δύο ἔτη ὁ ὀφειλέτης ἐν τῇ φυλακῇ! Καὶ θέλετε νὰ προστατεύ-
4138σητε ὑμεῖς τοιοῦτον θεσμὸν, Κύριοι!
4139§272ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Δὲν τὸν προστατεύομεν. Σεῖς δὲν ἐφέρατε
4140νομοσχέδιον καταργοῦν αὐτὸν τὸν θεσμόν.
4141§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ παύσουν αἱ δια-
4142κοπαί.
4143§274ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἶμαι βέβαιος, Κύριοι, ὅτι οἱ Κύριοι
4144ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σήμερον εἶναι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν
4145ἤρχετο νομοσχέδιον καταργοῦν ἐντελῶς τὴν προσωπικὴν κρά-
4146τησιν, ἤθελον ἀντιτάξει κραυγὰς ἰσχυροτέρας ἀπὸ τὰς ση-
4147μερινάς.
4148§275ΦΩΝΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Βεβαίως. Εὖγε!
4149§276ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τώρα τὸ μεταχειρίζονται ὡς
4150ἐπιχείρημα. Ἀλλ’ ὑμεῖς δὲν θὰ ἠκούετε τὰς φωνάς των.
4151§277ΖΩΤΟΣ. Εἶναι τὸ πρῶτον βῆμα.
4152§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δοκιμαστικῶς.
4153§279ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Βλέπετε λοιπόν, Κύριοι, ὅτι τὸ νομο-
4154σχέδιον εἶναι ἀπόρροια τῆς κοινωνικῆς ἀνάγκης, εἰς τὴν ὁποίαν
4155εὑρισκόμεθα. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου οὔτε ἡ ἐμπορικὴ πίστις
4156θὰ πάθῃ, οὔτε ἡ ἐμπορικὴ πίστις θὰ διασαλευθῇ. Ἠξεύρετε,
4157Κύριοι, πόσος ἀριθμὸς συμπολιτῶν ἡμῶν εἰς τὸ διάστημα
4158ἔτους φυλακίζεται; Ἔχω πρόχειρον τὸν κατάλογον. Εἰς διά-
4159στημα πέντε ἐτῶν, Κύριοι, δέκα χιλιάδες ἀπὸ ἰδιωτικὰ χρέη
4160ἐφυλακίσθησαν!
4161§280ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Ὄχι ἀπὸ ἰδιωτικά.
4162§281ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἀπὸ ἰδιωτικά.
4163§282ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τῶν Τραπεζῶν.
4164§283ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Αἱ Τράπεζαι δὲν φυλακίζουν.
4165§284ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Παρακαλῶ (ἀναγινώσκει):
4166«Πίναξ τῶν ἀπὸ τοῦ 1892 ἕως 1896 φυλακισθέντων:
41679727 διὰ χρέη πρὸς ἰδιώτας».
4168Λοιπὸν διὰ χρέη πρὸς ἰδιώτας ἐφυλακίσθησαν περὶ τὰς
416910,000, δηλαδὴ 2,000 κατ’ ἔτος.
4170§285ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. Πόσοι διὰ χρέη εἰς τὰς Τραπέζας;
4171§286ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω σημείωσιν· ἀλλ’ αἱ Τράπεζαι
4172ποτὲ δὲν κάμνουσι χρῆσιν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως.
4173§287ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Αὐτοὶ οἱ προσωποκρατηθέντες διὰ χρέη
4174ἰδιῶται εἶναι ἔμποροι;
4175§288Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἐγὼ γνωρίζω, καὶ δύναμαι νὰ
4176βεβαιώσω, ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου ἐν διαστήματι 5 ἢ 6
4177ἐτῶν οὐδεὶς ἐφυλακίσθη ὑπὸ τῶν Τραπεζῶν.
4178§289ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Αἱ Τράπεζαι σπανιώτατα φυλακίζουν.
4179Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου ἔχομεν διδόμενα, ὅτι μέγας ἀριθ-
4180μὸς συμπολιτῶν ἡμῶν δι’ ἰδιωτικὰ χρέη κατ’ ἔτος φυλα-
4181κίζονται.
4182Ἀλλὰ μήπως τὸ πρῶτον ἡμεῖς ἐφέραμεν τὸ νομοσχέδιον
4183τοῦτο; Τὴν ἀνάγκην τούτου συνέχεια Κυβερνήσεων ᾐσθάνθη.
4184Πολλὰ νομοσχέδια ἦλθον ἐνώπιον ὑμῶν περὶ περιορισμοῦ ἢ
4185καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Καὶ ἡμεῖς δυνά-
4186μεθα, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Κεφαλληνίας, νὰ
4187ὑπερηφανευώμεθα, διότι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ καταστῇ
4188νόμος, καὶ θὰ ὑπερηφανεύηται καὶ ἡ Βουλή, διότι οἱ ἀντι-
4189πρόσωποι τοῦ λαοῦ θὰ εἴπητε εἰς τοὺς συμπολίτας σας, ὅτι
4190κατηργήσατε βάρβαρον καὶ κακοήθη θεσμόν.
4191§290ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν διατηρεῖτε ἐν πλη-
4192ρεστάτῃ ἰσχύϊ.
4193§291ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ βαθμηδὸν ἡ τοῦ
4194θεσμοῦ κατάργησις, δὲν εἶναι ἰδέα ἰδική μου, ἀλλ’ εἶναι
4195ἰδέα καὶ ἄλλου νομικοῦ ἐπίσης συναδέλφου, διότι ὑπάρχει
4196εἰσηγμένον πρὸ πολλοῦ νομοσχέδιον, φέρον τὴν ὑπογραφὴν
4197καὶ τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου καὶ ἄλλων νομικῶν, οἵτινες
4198ἰδοὺ πῶς δικαιολογοῦσιν ἀνεπιφυλάκτως τὴν βαθμιαίαν κα-
4199τάργησιν. (Ἀναγινώσκει ἔκθεσιν νομοσχεδίου, εἰσα-
4200χθέντος ὑπὸ τοῦ πρώην βουλευτοῦ Βόλου κ. Γ. Φιλα-
4201ρέτου καὶ ἄλλων Βουλευτῶν.)
4202Βλέπετε, ὅτι καὶ ἄλλοι πρὸ ἡμῶν οὕτως ἐσκέφθησαν.
4203Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε ἄλλο, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω,
4204ὅτι εἰσαγαγόντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐξεπληρώσαμεν ἓν
4205καθῆκον πρὸς τὸν τόπον καὶ πρὸς τὴν δημοσίαν πίστιν, καὶ
4206ἡ κοινὴ γνώμη καὶ ὁ κόσμος ὅλος θέλει ἐπιδοκιμάσει τὴν
4207ἐπιψήφισίν του. Σεῖς δὲ δύνασθε ὑπερηφάνως νὰ ἀτενίζητε
4208πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς σας, διότι κατηργήσατε θεσμὸν παντα-
4209χόθεν καταδεδικασμένον. (Χειροκροτήματα).
4210§292Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀμφιβάλλω, Κύριοι,
4211ἄν ποτε εὑρέθη νομοθετικὸν σῶμα εἰς ψευδεστέραν θέσιν
4212ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν ταύτῃ τῇ στιγμῇ εὑρίσκεται ἡ Ἑλ-
4213ληνικὴ Βουλή. Οἱ κηρυχθέντες ὑπὲρ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νο-
4214μοσχεδίου ὁμιλοῦν περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρα-
4215τήσεως, ἐνῷ πᾶν ἄλλο ἐπιδιώκεται δι’ αὐτοῦ ἢ ἡ κατάργη-
4216σις τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Ἐβροντοφώνει πρὸ ὀλίγων
4217στιγμῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύ-
4218νης Ὑπουργὸς, ὅτι θὰ ἦναι ὑπερήφανος, διότι ἐπ’ αὐτοῦ
4219καταργεῖται ἡ προσωπικὴ κράτησις. Ἀλλὰ ποίαν προσωπι-
4220κὴν κράτησιν καταργεῖτε, κύριε Ὑπουργέ; Διατὶ ἐξακολου-
4221θεῖτε νὰ πλανᾶτε τὸν λαόν; Ἡ προσωπικὴ κράτησις δια-
4222τηρεῖται ἐν πλήρει ἰσχύϊ καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν! Σεῖς ὁ
4223ἴδιος ἀνωμολογήσατε, ὅτι εἰς διάστημα τεσσάρων ἐτῶν τὸ
4224Δημόσιον ἐπροσωποκράτησε πρὸς εἴσπραξιν τῶν φόρων τριά-
4225κοντα ὀκτὼ χιλιάδας πολίτας! Καὶ διὰ τὸ Δημόσιον διατη-
4226ρεῖτε τὴν προσωπικὴν κράτησιν. Αἱ Τράπεζαι ἔχουν τὸ δι-
4227καίωμα τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἀδιακρίτως καθ’ ὅλων
4228τῶν ὀφειλετῶν των. Καὶ διὰ τὰς Τραπέζας διατηρεῖτε τὴν
4229προσωπικὴν κράτησιν. Ποῦ λοιπὸν εἶναι ἡ κατάργησις;
4230Εἴπετε ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως εἶναι ἀπαί-
4231σιος. Μάλιστα, εἴμεθα σύμφωνοι. Ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ
4232ἔχητε τὸ θάρρος νὰ τὸν καταργήσητε γενικῶς, καὶ προθύμως
4233τότε θὰ ψηφίσω τὴν γενικὴν κατάργησιν. Ἂν ὅμως δὲν
4234ἔχητε τὸ θάρρος νὰ προβῆτε εἰς τὴν γενικὴν κατάργησιν,
4235τότε ἔχετε καθῆκον ἐπιτακτικὸν νὰ μὴ κινήσητε κακὸν εὖ
4236κείμενον. Μὴ συνταράσσετε τὴν κοινωνίαν διὰ τῶν μισῶν
4237μέτρων. Μὴ θέτετε χεῖρα ἐπὶ τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων
4238διὰ τῆς ἀναδρομικῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ δώ-
4239σητε εἰς τὸν νόμον, τοῦ ὁποίου μετὰ πείσματος ἐπιδιώκετε
4240τὴν ἐπιψήφισιν. Εἴπετε ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη ἐκηρύχθη ὑπὲρ
4241τοῦ νομοσχεδίου σας: ἀλλ’ οὐδὲν τούτου ἀνακριβέστερον,
4242διότι ῥαγδαῖαι ἐξηγέρθησαν πανταχόθεν διαμαρτυρίαι. Εἴπε-
4243τε ὅτι μόνον οἱ τοκισταὶ καὶ οἱ τοκογλύφοι ἐξανέστησαν.
4244Ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ! καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν καὶ κατὰ τὴν
4245παροῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς ἄπειρα ἀπεστάλησαν καὶ
4246ἀνεκοινώθησαν ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου τηλεγραφήματα
4247καὶ ὑπομνήματα παρ’ ὅλων τῶν Ἐμπορικῶν Ἐπιμελητηρίων
4248καὶ Συλλόγων. Καὶ ἔχετε τὴν τόλμην νὰ ἰσχυρίζησθε, ὅτι
4249ὅλος ὁ ἐμπορικὸς τοῦ Κράτους κόσμος συνίσταται ἀπὸ το-
4250κιστὰς καὶ τοκογλύφους! Τί εἶναι αὐτὰ, κύριε Ὑπουργέ;
4251Διατὶ μετὰ τηλικαύτης τόλμης παραχαράσσετε τὰ γεγο-
4252νότα; Πρὸ μικροῦ ἀκόμη ὁ κ. Πρόεδρος ἀνεκοίνωσε μακρὸν
4253καὶ ἐμβριθέστατον ὑπόμνημα τοῦ Συλλόγου τῶν ἐν Πάτραις
4254Καλαβρυτινῶν· τοῦ ὑπομνήματος δὲ τούτου τὰ ἐπιχειρήματα,
4255ὡς ἠκούσατε, εἶναι ἀκαταμάχητα. Ὁ Σύλλογος οὗτος εἶναι
4256εἷς τῶν ἀρίστων ἐν τῷ Κράτει Συλλόγων, ἱδρύσας πρὸ
4257πολλῶν ἐτῶν καὶ συντηρῶν τὴν ἐν Πάτραις Σχολὴν τοῦ
4258Λαοῦ, ἡ ὁποία, θαυμασίως λειτουργοῦσα, γίνεται ἀνυπολογί-
4259στου κοινωνικῆς ὠφελείας πρόξενος. Καὶ λέγετε ἔπειτα, ὅτι
4260οἱ ἀποτελοῦντες τὸν Σύλλογον τοῦτον εἶναι τοκισταὶ καὶ
4261τοκογλύφοι! Δὲν ἠξεύρω τί νὰ εἴπω καὶ πῶς νὰ χαρακτη-
4262ρίσω αὐτοὺς τοὺς ἰσχυρισμούς σας. Ἔπρεπε νὰ ἦσθε εἰλικρι-
4263νεῖς, ἔπρεπε νὰ μὴ ὀχυρώνησθε ὄπισθεν βεβιασμένων καὶ
4264σαθρῶν ἐπιχειρημάτων. Ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν ἐπιδιώκετε
4265διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας, καὶ ὁ σκοπὸς οὗτος εἶναι νὰ κα-
4266θιερώσητε ἓν εἶδος σεισαχθείας ὑπὲρ ὡρισμένων τινῶν προσώ-
4267πων, τὰ ὁποῖα ἐδανείζοντο ἀπὸ μίαν σπεῖραν τοκογλύφων
4268ἐν Ἀθήναις πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ θεραπεύσωσι διάφορα
4269πάθη καὶ ποικίλας ἡδονάς. Κατ’ αὐτῶν ὑπάρχουσιν ἀπο-
4270φάσεις μὲ προσωπικὴν κράτησιν, καὶ δι’ αὐτὸ ἐχαλάσατε
4271τὸν κόσμον νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιόν σας, καὶ χάριν
4272αὐτῶν ἐπιμένετε νὰ δώσητε ἀναδρομικὴν δύναμιν. Αὐτὴ
4273εἶναι ἡ ἀλήθεια.
4274Βεβαιωθῆτε ὅμως, ὅτι, ἂν κατορθωθῇ νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε
4275τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ μὲ τὴν ἀναδρομικὴν δύναμιν, μεγίστην
4276εὐθύνην ἀναλαμβάνει καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειονοψηφία
4277διὰ τὰς θλιβερὰς συνεπείας. Ἀφίνετε τὴν προσωπικὴν κρά-
4278τησιν προνομιακῶς καὶ ὡς μονοπώλιον ὑπὲρ τῶν Τραπεζῶν
4279καὶ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἐνῷ καὶ αἱ Τράπεζαι καὶ τὸ Δημό-
4280σιον ἔχουν τόσας ἄλλας εὐκολίας καὶ τόσα ἄλλα μέσα πρὸς
4281ἐξασφάλισιν καὶ εἴσπραξιν τῶν ἀπαιτήσεών των. Καὶ ὅμως
4282τὴν καταργεῖτε διὰ τοὺς ἰδιώτας, οἱ ὁποῖοι τὴν ἔχουν ὡς
4283ἁπλῆν ἀπειλὴν κατὰ τῶν δυστροπούντων ὀφειλετῶν. Τὴν
4284καταργεῖτε διὰ τοὺς ἰδιώτας, οἱ ὁποῖοι οὐδεμιᾶς ἢ ἐλαχί-
4285στης τυγχάνουν συνδρομῆς ἐκ μέρους καὶ τῆς δικαστικῆς
4286καὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς. Καὶ ἐπὶ τέλους διὰ τῆς ἀνα-
4287δρομικῆς δυνάμεως καταστρέφετε κεκτημένα δικαιώματα,
4288τὰ ὁποῖα οἱ πιστωταὶ ἀπέκτησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμέ-
4289νων νόμων.
4290Μεγαλύτερον ἀδίκημα κοινωνικὸν, τολμηρότερον κοινω-
4291νικὸν σκάνδαλον εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῇ κανείς. Διὰ
4292τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἢ πρέπει νὰ καταργήσητε γενι-
4293κῶς τὴν προσωπικὴν κράτησιν, ἢ πρέπει νὰ μὴ ἐπιμείνητε
4294εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν πράξητε τὸ ἐναν-
4295τίον, λίαν προσεχῶς θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀνομο-
4296λογήσητε τὸ σφάλμα σας, ἀλλὰ θὰ ἦναι ἀργά.
4297§293Ι. Δ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐλέχθησαν τόσα
4298πολλὰ κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως καὶ
4299παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκηρύχθησαν ὑπὲρ τοῦ συζητουμέ-
4300νου νομοσχεδίου, καὶ παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκηρύχθησαν
4301κατ’ αὐτοῦ, ὥστε δὲν ὑπολείπεται νὰ προσθέσῃ τις νέα ἐπι-
4302χειρήματα, ὅπως ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ κατάργησις τοῦ θεσμοῦ
4303τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ἐφ’ ὅσον αἱ κοινωνικαὶ ἀνάγκαι
4304ἐπιτρέπουσι τοῦτο, εἶναι ἐπιβεβλημένη. Ἀλλ’ ἔλαβον τὸν λό-
4305γον, ἵνα ἐρωτήσω τοὺς κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀγορεύσαντας
4306καὶ συγχρόνως τοσοῦτον ἐνθέρμως ὑποστηρίξαντας τὴν τε-
4307λείαν κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως,
4308τί ἐννοοῦσι, λέγοντες ὅτι «ὁ θεσμὸς τῆς προσωπικῆς κρα-
4309τήσεως εἶναι θεσμὸς βάρβαρος, σκληρὸς, ἀπάνθρωπος, καὶ
4310στέργομεν νὰ καταργηθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν, ἀλλὰ δὲν ψηφί-
4311ζομεν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως, σκοποῦντος
4312νὰ περιορίσῃ τὴν ἀπαγγελίαν προσωπικῆς κρατήσεως καὶ ἐν
4313αἷς περιπτώσεσιν οὐδὲ κατὰ τὸ πνεῦμα τῶν κρατουσῶν
4314διατάξεων ἔδει ν’ ἀπαγγέλληται τοιαύτη, νομοσχεδίου σκο-
4315ποῦντος νὰ περιορίσῃ τὸ κακὸν καὶ νὰ χορηγήσῃ τοῖς δι-
4316καστηρίοις τὸ δικαίωμα τοῦ καθορισμοῦ τοῦ ἀνωτάτου
4317χρονικοῦ ὁρίου τῆς κρατήσεως ἀναλόγως τῶν περιστάσεων
4318τοῦ ποσοῦ τῆς ἀπαιτήσεως»; Ἐννοῶ τοὺς ὑποστηρίζοντας,
4319ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ διατήρησις τοῦ θεσμοῦ τούτου, ἐν ὅλῃ
4320αὐτοῦ τῇ ἀγριότητι καὶ τῇ ἐκτάσει, ὑπὸ τῶν κοινωνικῶν
4321ἀναγκῶν. Λέγουσί τι σαφὲς, ἔστω καὶ ἂν τοῦτο δὲν ἦναι ἀλη-
4322θές. Ἀλλὰ οἱ λέγοντες ὅτι οὐδεμία ὑφίσταται ἀνάγκη δια-
4323τηρήσεως τοῦ θεσμοῦ, οὔτε ὅσον ἀφορᾷ τὰς πρὸς τὸ Δημό-
4324σιον ὀφειλὰς, οὔτε τὰς μετὰ τῶν Τραπεζῶν διὰ γραμμα-
4325τίων συναλλαγὰς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἀνακράζοντες, «πῶς τολ-
4326μᾶτε, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ εἰσάγητε νομοσχέδιον καταργοῦν
4327ἐν μέρει τὴν προσωπικὴν κράτησιν!», λέγουσιν ἀκατά-
4328ληπτόν τι δι’ ἐμέ· ὡς ἐπίσης δὲν ἐννοῶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι
4329καὶ κατὰ τοῦ θεσμοῦ κηρύσσονται, καὶ τὴν διατήρησιν τού-
4330του εὑρίσκουσιν ἀναγκαίαν, καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τέλους
4331ἐλέγχουσιν, ὅτι διατηρεῖ αὐτὴν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐν ὅλῃ
4332αὐτῆς τῇ ἰσχύϊ!
4333Ὄντως, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν καταργεῖ
4334τὴν προσωπικὴν κράτησιν· ἐὰν θέλετε μάλιστα, οὔτε περιο-
4335ρίζει τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἀπαγγέλλεται τοιαύτη, ἀλλὰ
4336παρακωλύει μόνον τὴν γιγνομένην μέχρι τοῦδε καταδο-
4337λίευσιν τοῦ νόμου, καθορίζον σαφῶς καὶ ἀκριβῶς διὰ τοῦ
4338πρώτου ἄρθρου, ὅτι ἀπαγγέλλεται «ἐν πάσῃ περὶ ἐμπορι-
4339κῆς διαφορᾶς ἐκδιδομένῃ ἀποφάσει, αἰτήσει τοῦ ἐνάγον-
4340τος, προσωπικὴ κράτησις κατὰ τοῦ ἡττηθέντος ἐμπόρου
4341ἕνεκα μόνον τοῦ ἐπιδίκου ἀντικειμένου». Λέγομεν δηλ. διὰ
4342τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ καλούμεθα διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν νὰ
4343μεταβάλωμεν εἰς νόμον, ὅτι ἡ συναλλαγματικὴ καὶ τὰ γραμ-
4344μάτια εἰς διαταγὴν μὲ τὴν κλασικὴν φράσιν «δι’ ἐμπορικὰς
4345ἀνάγκας» δὲν ἐπιβάλλουσι τὴν ὑποχρέωσιν τῷ δικαστῇ
4346νὰ ἀπαγγείλῃ προσωπικὴν κράτησιν κατὰ τοῦ ἐκδότου αὐτῶν,
4347ἂν μὴ ἀποδειχθῇ, ὅτι οὗτος ἦτο πράγματι ἔμπορος. Λέγο-
4348μεν πρὸς ἐκείνους, οἵτινες, ἐκμεταλλευόμενοι ἢ τὰς οἰκονο-
4349μικὰς δυσχερείας τοῦ πτωχοῦ οἰκογενειάρχου, ἢ τὴν ἀσυνε-
4350σίαν καὶ ἀπερισκεψίαν τοῦ νεανίου, ἐξεβίαζον αὐτοὺς νὰ
4351ὑπογράφωσι συναλλαγματικὴν ἢ γραμμάτιον εἰς διαταγὴν
4352ἐμπορικόν, ἵνα οὕτως ἀκουσίως ὑποβάλωσιν ἑαυτοὺς εἰς
4353προσωπικὴν κράτησιν, ὅτι «δύνασθε νὰ δανείζητε τὰ χρή-
4354ματά σας, ἀλλὰ τοῦ μέσου τούτου, τοῦ ἀνηθίκου, συντε-
4355λοῦντος εἰς τὴν καταστροφὴν καὶ τοῦ ἀπείρου νεανίου καὶ
4356τοῦ πτωχοῦ ἐργάτου, δὲν δύνασθε τοῦ λοιποῦ νὰ ποιήσησθε
4357χρῆσιν». Τοῦτο ὅμως, ὅπερ ἀπαλλάσσει ὁλοκλήρους κοινωνι-
4358κὰς τάξεις ἀπὸ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ἀποκρούουσιν
4359ἤδη οἱ θερμοὶ ὑποστηρικταὶ τῆς πλήρους καταργήσεως τῆς
4360προσωπικῆς κρατήσεως! Καὶ ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς
4361Δικαιοσύνης: «διατὶ διατηρεῖτε τὴν προσωπικὴν κράτησιν
4362ὑπὲρ τῶν Τραπεζῶν; διατὶ διατηρεῖτε αὐτὴν ὑπὲρ τοῦ Δημο-
4363σίου;» Καὶ ἐρωτῶσι, φρονοῦντες ὅτι τὰ ἐρωτήματα ταῦτά
4364εἰσιν ἐπιχειρήματα σοβαρὰ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Λησμο-
4365νεῖτε ὅμως, Κύριοι, ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν εἶναι κοινός τις δα-
4366νειστής, ὡς πᾶς ἰδιώτης, λησμονεῖτε, ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον
4367ἀποτελεῖται ἐκ τῶν εἰσφορῶν ὅλων τῶν πολιτῶν, καὶ πρέπει
4368πάντες, ἀνακουφίζοντες ἀλλήλους, νὰ πληρώνωσι τὴν πρὸς
4369τὸ Δημόσιον ὀφειλήν των ἀγογγύστως, διὰ νὰ ἐπαρκῇ τοῦτο
4370εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, αἵτινες εἶναι κοιναὶ τῶν πολιτῶν,
4371τοῦ λαοῦ, ἀνάγκαι. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους τὸ Δημόσιον, διὰ τὸ
4372ὁποῖον δὲν στέργετε τὴν παραχώρησιν ταύτην, δὲν ἐξαρτᾷ
4373ἐκ μόνης τῆς θελήσεώς του τὴν προσωπικὴν κράτησιν τοῦ
4374ὀφειλέτου του. Κρατεῖ τὸ Δημόσιον ἐν ταῖς φυλακαῖς τοὺς
4375πένητας; Εἶναι καὶ πρέπει νὰ ἦναι γνωστὸν ὑμῖν, ὅτι ὁ ὀφει-
4376λέτης τοῦ Δημοσίου ἀπολύεται τῶν φυλακῶν, εὐθὺς ὡς ἤθελε
4377παρουσιάσει πιστοποιητικὸν ἀκτημοσύνης εἰς τὸν ταμίαν. Καὶ
4378ἐπὶ τῶν ποινικῶν ἔτι ἐξόδων οἱ ὀφειλέται οἱ φυλακισθέντες
4379ἕνεκεν ἐγκληματικῆς πράξεως ἀπολαύουσι τοῦ εὐεργετήματος
4380ν’ ἀπολυθῶσι τῶν διὰ χρέη φυλακῶν μετὰ φυλάκισιν δύο
4381μὲν μηνῶν οἱ ἐπὶ πλημμελήματι, τεσσάρων δὲ μηνῶν οἱ ἐπὶ
4382κακουργήματι καταδικασθέντες. Τοιαύτην εὐσπλαγχνίαν τίς
4383τῶν ἰδιωτῶν δανειστῶν ἐπεδείξατο ἢ θέλει ἐπιδείξει; Ὑπάρ-
4384χει περιοριστική τις διάταξις ἐν ἰσχύϊ διὰ τοὺς λοιποὺς
4385δανειστάς; Καὶ τίνας ἄλλους ἢ τοὺς πένητας ὀφειλέτας
4386αὑτῶν ῥίπτουσι καὶ κρατοῦσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς; Πῶς λοι-
4387πὸν, κύριοι συνάδελφοι, δὲν εὑρίσκετε ὀρθὴν τὴν διάκρισιν
4388μεταξὺ Δημοσίου καὶ λοιπῶν δανειστῶν; Τὸ Δημόσιον ζη-
4389τεῖ νὰ λάβῃ παρὰ τῶν δυναμένων νὰ πληρώσωσιν ἐκ τῶν
4390ὀφειλετῶν του, τοὺς δὲ μὴ δυναμένους δὲν ἐγκλείει ἐν ταῖς
4391φυλακαῖς, ἐνῶ ὁ κοινὸς δανειστὴς, χωρὶς νὰ εἴπω ὁ τοκο-
4392γλύφος, λαμβάνει παρὰ τοῦ ὀφειλέτου του ὅ,τι ἔχει, καὶ
4393ἔπειτα τὸν ἐγκλείει ἐν ταῖς φυλακαῖς, διὰ νὰ λάβῃ παρ’ αὐ-
4394τοῦ καὶ ὅ,τι δὲν ἔχει. Ὁ κοινὸς δανειστὴς τὴν προσωπικὴν
4395κράτησιν κρατεῖ καὶ ὡς μέσον ἐκδικήσεως ἐν ταῖς χερσὶν
4396αὐτοῦ, ἐπισείει αὐτὴν ὡς ἀπειλήν, καθιστῶν οὕτω τὸν
4397ἀτυχήσαντα ὀφειλέτην ἕρμαιον τῶν ἰδίων αὑτοῦ θελήσεων,
4398μεταβάλλων αὐτὸν εἰς δοῦλον τέλειον, ἄνευ ἰδίας γνώμης,
4399ἄνευ ἰδίας θελήσεως!
4400Ἐμέμφθησαν προσέτι τοῦ νομοσχεδίου ὡς διατηροῦντος
4401ῥητῶς τὸ προνόμιον τῶν Τραπεζῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ σοβα-
4402ροῦ λόγου τῆς ὑφισταμένης μετὰ τῶν Τραπεζῶν συμβάσεως,
4403ἥτις ὑποχρεοῖ τὸ Κράτος νὰ διατηρήσῃ τὸ προνόμιον τοῦτο,
4404ἂς μὴ λησμονῶσιν οἱ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου λαλήσαντες
4405Κύριοι τὸν τρόπον, καθ’ ὃν συναλλάσσεται ἡ Τράπεζα διὰ
4406γραμματίων. Ἕκαστος, θέλων νὰ λάβῃ δάνειον παρὰ τῆς
4407Τραπέζης, ὀφείλει νὰ ἔχῃ δύο ὑπογραφὰς ἀξιοχρέων ἐγγυη-
4408τῶν, πιστούχων τῆς Τραπέζης. Ἑπομένως οὐδεμίαν ἔχει
4409ἀνάγκην ἡ Τράπεζα νὰ καταφύγῃ, καὶ οὐδέποτε ἢ σπανίως
4410τὸ ἔπραξεν, εἰς τὴν προσωπικὴν κράτησιν τοῦ πρωτοφειλέ-
4411του, ὅστις ἄλλως τε, διὰ νὰ ἔχῃ δύο ἀξιοχρέους ἐγγυητὰς,
4412εἶναι καὶ αὐτὸς οὗτος ἀξιόχρεως. Ἐὰν ὅμως συμπέσῃ νὰ
4413παύσῃ οὗτος ὢν ἀξιόχρεως, ἢ ἀπολέσῃ τὴν περιουσίαν του,
4414ἡ Τράπεζα θέλει πληρωθῆ παρὰ τῶν ἐγγυητῶν, οὗτοι δὲ δὲν
4415κέκτηνται κατὰ τοῦ ὀφειλέτου τὸ προνόμιον τῆς Τραπέ-
4416ζης. Οὐδεὶς λοιπὸν κίνδυνος ὑπάρχει νὰ κρατηθῇ ἐν ταῖς
4417φυλακαῖς ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης ὀφειλέτης πτωχὸς καὶ μὴ
4418δυνάμενος νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του. Φρονῶ δὲ,
4419ὅτι περὶ τούτων τῶν ἀτυχησάντων ὀφειλετῶν κυρίως πρέπει
4420νὰ μεριμνῶμεν.
4421Περαίνων τὸν λόγον, κύριοι Βουλευταὶ, λέγω πρὸς τοὺς
4422κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀγορεύσαντας, ὅτι ἡ πρότασις αὐτῶν
4423περὶ πλήρους καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ἐφευ-
4424ρεθεῖσα ὡς τὸ μοναδικὸν μέσον πρὸς καταπολέμησιν τοῦ συ-
4425ζητουμένου νομοσχεδίου, πόρρω ἀπέχει τοῦ νὰ διαθέσῃ τινὰ
4426κατὰ τοῦ νομοσχεδίου· τοὐναντίον ἐνισχύει τὴν γνώμην τῶν
4427εἰσηγητῶν τοῦ νομοσχεδίου, φρονούντων ὅτι δέον νὰ συν-
4428τελεσθῇ τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς τὴν κατάργησιν θεσμοῦ
4429καταδικασθέντος ὑφ’ ὅλου τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, ἀφοῦ
4430σκληρὰ κοινωνικὴ ἀνάγκη δὲν ἐπιτρέπει ἡμῖν εἰσέτι τὴν
4431πλήρη αὐτοῦ κατάργησιν. Εὔχομαι δὲ νὰ λάβω τὴν τιμὴν
4432νὰ ψηφίσω βραδύτερον, ὅταν ἐπιστῇ ἡ στιγμὴ, καὶ ὑπὲρ
4433τοιούτου νομοσχεδίου, ὡς θέλω σήμερον ψηφίσει ὑπὲρ τοῦ συ-
4434ζητουμένου. (Ἐπευφημίαι).
4435§294Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, βραχέα τινὰ θὰ εἴπω.
4436Ἔχω ἰδίαν γνώμην ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Εἶ-
4437μαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ, καὶ κατ’ αὐτῆς. Βεβαίως ζητή-
4438ματα τοιαῦτα δὲν πρέπει νὰ ἐξετάζωνται ὑπὸ ἔποψιν θεω-
4439ρητικὴν ἢ ὑπὸ ἔποψιν αἰσθηματικὴν, οὔτε νὰ λαμβάνωνται
4440ὑπ’ ὄψιν αἱ περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως
4441γνῶμαι τῶν συγγραφέων ἄλλων ἐθνῶν, διότι αὗται οὐδεμίαν
4442πρακτικὴν ἀξίαν ἔχουσι διὰ τὴν ἐν Ἑλλάδι οἰκονομικὴν
4443κατάστασιν. Εἶναι ὀλίγον ἀστεῖον νὰ παραβάλλωμεν τὴν
4444ἐν Ἑλλάδι κρατοῦσαν οἰκονομικὴν κατάστασιν πρὸς τὴν κρα-
4445τοῦσαν ἐν ἄλλαις χώραις· τοῦτο δὲ μοὶ ὑπενθυμίζει κοινήν
4446τινα παροιμίαν, τῆς κοσκινοῦς, ’ποῦ ἔβαλε τὸν ἄνδρα
4447της...
4448§295ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὲ τοὺς πραγματευτάδες!
4449§296ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρακτικὴ ἔποψις τοῦ ζητήματος εἶναι
4450ἡ ἑξῆς: Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰσήγαγε νομοσχέδιον,
4451ὅπως διετυμπανίσθη, «περὶ καταργήσεως τῆς προσω-
4452πικῆς κρατήσεως». Βεβαίως, ἐὰν ἐτίθετο τοιοῦτον ζή-
4453τημα καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ὡς μέσου ἐκ-
4454τελέσεως, ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ: εἶναι βάρβαρος ὁ θεσμὸς αὐ-
4455τὸς, ἢ δὲν εἶναι βάρβαρος; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶχον
4456θέσιν ὅλα τὰ ἀναπτυχθέντα ἐνταῦθα περὶ νεκρῶν καὶ ζών-
4457των, καὶ βεβαίως ἔπρεπε νὰ γείνῃ εὐρεῖα συζήτησις καὶ ἐξε-
4458τασθῇ ὑπό τε θεωρητικὴν καὶ αἰσθηματικὴν ἔποψιν, ἐὰν εἶναι
4459βάρβαρος ὁ θεσμὸς οὗτος, ἢ δὲν εἶναι βάρβαρος. Ἀλλ’ ἀφοῦ
4460διὰ τοῦ προταθέντος νομοσχεδίου, δὲν προτείνεται ἡ κατάρ-
4461γησις τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ὡς μέσου ἐκτελέσεως, νο-
4462μίζω ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ τοιαύτη συζήτησις· διότι καὶ οἱ
4463προβαλόντες τὸ νομοσχέδιον ἔθεσαν ἐν αὐτῷ ἀρχὴν, καὶ ἡμεῖς
4464ἀπόψε ψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον θ’ ἀποφανθῶμεν, ὅτι δὲν
4465εἶναι βάρβαρος ὁ θεσμὸς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως· διότι,
4466ἂν ἦτο βάρβαρος, ἔπρεπεν ἀπόψε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ
4467καταργηθῇ, ἔπρεπε νὰ σωριασθῇ, καὶ μόνον ὡς ἱστορικὴ
4468ἀνάμνησις νὰ μείνῃ. Ἀλλὰ τοὐναντίον, ὄχι μόνον δὲν κα-
4469ταργεῖται, ἀλλ’ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον μετ’ ὀ-
4470λίγον θέλομεν μεταβάλει εἰς νόμον, ἐξάγεται, ὅτι δὲν ἐθεω-
4471ρήθη βάρβαρος ὁ θεσμὸς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, δὲν ἐθεω-
4472ρήθη ἀντιβαίνων εἰς τὰς περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας ἀρχὰς
4473τοῦ λήγοντος αἰῶνος τὸ μέσον τοῦτο τῆς ἐκτελέσεως, καὶ διὰ
4474τοῦτο διατηρεῖται, καὶ μόνον μία μοναδικὴ περίπτωσις ἐφαρ-
4475μογῆς αὐτοῦ καταργεῖται. Προτείνεται νὰ μὴ ἀπαγγέλλη-
4476ται ἐφεξῆς προσωπικὴ κράτησις, ὡς μέσον ἐκτελέσεως, μόνον
4477κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, χωρὶς νὰ ἦναι ἔμποροι, ἐπεχείρησαν
4478ἐμπορικὰς πράξεις, ἤτοι συνηλλάγησαν δι’ ἐμπορικήν τινα
4479πρᾶξιν...
4480§297ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πρόκειται διὰ τοὺς ὑπογράψαντας
4481ἐμπορικὰ γραμμάτια πρὸς τοὺς τοκογλύφους.
4482§298ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ’ποῦ λέγετε, εἶναι καταστρατή-
4483γησις τοῦ νόμου. Περὶ τούτου δὲν πρόκειται νῦν.
4484Ὁ νόμος, Κύριοι, ἔχει ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀλήθειαν, προβλέπει
4485περὶ τῶν ἀληθῶς ἐμπορικῶν πράξεων, καὶ ὄχι περὶ τῶν εἰκο-
4486νικῶν, διότι, ὅταν αἱ σχέσεις δὲν ἦναι ἐμπορικαὶ καὶ καλύ-
4487πτωνται ὑπὸ τὸν πέπλον τῆς ἐμπορικότητος, ἵνα ἀπαγγελθῇ
4488προσωπικὴ κράτησις, ὑπάρχουσιν ἄλλα μέσα, ὅπως ἀποτρέ-
4489πωνται αἱ συνέπειαι τῶν τοιούτων ὑποβολιμιαίων ἐμπορικῶν
4490δῆθεν πράξεων. Δὲν εἶναι τοῦτο τὸ θέμα τοῦ νομοσχεδίου,
4491καὶ συνεπῶς θὰ ὁμιλήσωμεν ἐπὶ τῆς ἀληθείας, ὄχι ἐπὶ τῆς
4492ὑπονοίας. Ὁ σκοπὸς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου εἶναι,
4493ὅπως οἱ ἐπιχειροῦντες ἐμπορικὰς πράξεις ἐφεξῆς μὴ ὑποβάλ-
4494λωνται πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἐκ τῶν πράξεων τούτων ὑποχρεώ-
4495σεών των εἰς προσωπικὴν κράτησιν. Τοιαύτην πρόνοιαν ἔχει
4496τὸ νομοσχέδιον.
4497Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, Κύριοι, εἰς τὴν ἀρχὴν ταύτην τοῦ
4498νομοσχεδίου, καίτοι δὲν εἶναι πολὺ οὐσιῶδες τὸ πρᾶγμα, καὶ
4499δὲν δυσκολεύομαι ν’ ἀποδεχθῶ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομο-
4500σχεδίου, ἥτις ἔχει δικαιολογικὸν λόγον, καὶ φρονῶ ὅτι θὰ
4501ἔχῃ ἐφεξῆς ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, τὸ νὰ περιορισθῇ ἡ προσω-
4502πικὴ κράτησις εἰς μόνους τοὺς ἐξ ἐπαγγέλματος ἐμπόρους.
4503Τοῦτο θὰ ἠδύνατο νὰ συνδυασθῇ καὶ μὲ τὸν νέον νόμον περὶ
4504ἐπιτηδευμάτων, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, καὶ κατὰ τὰς διατά-
4505ξεις τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν εὔκολον τὴν ἀπόδειξιν
4506περὶ τῆς ἰδιότητος τῶν συναλλασσομένων, δυναμένου τοῦ οἰκο-
4507νομικοῦ ἐφόρου νὰ πιστοποιῇ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁριστικοῦ κατα-
4508λόγου τῶν ἐπιτηδευματιῶν, ἐάν τις ἔχει κύριον ἐπάγγελμα
4509τὴν ἐμπορίαν ἢ ὄχι. Θὰ συνετέλει τοῦτο, ὅπως πᾶς ἐπιθυμῶν νὰ
4510μετέρχηται ἐμπορικὰς πράξεις δηλώνῃ, ὅτι μετέρχεται τὸν
4511ἔμπορον, καὶ οὕτω ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ μὴ διαφεύγῃ τὸν φόρον
4512ἐπιτηδεύματος, ἐξ ἄλλου δὲ νὰ μὴ δύναται νὰ ἀρνῆται τὴν
4513ἰδιότητά του ὡς ἐμπόρου. Ἀλλ’ ἀφοῦ οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα
4514καὶ δεχόμεθα ὅτι δὲν εἶναί τι κακὸν, δὲν εἶναι βλαβερὸν τὸ
4515προτεινόμενον μέτρον, ὅπερ, ὡς προεῖπον, ἴσως εἶναι καὶ ὠφέ-
4516λιμον, ὅπως ἐφεξῆς οἱ μὴ ἐξ ἐπαγγέλματος ἔμποροι μὴ ὑπο-
4517βάλλωνται εἰς τὴν προσωπικὴν κράτησιν, δὲν βλέπω, τίς λό-
4518γος ὑπάρχει νὰ ὑπαγάγωμεν εἰς τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ
4519νομοσχεδίου καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνηλλάγησαν ὑπὸ τὸ κρά-
4520τος τοῦ νόμου, ὅστις ὑπῆγεν εἰς τὴν προσωπικὴν κράτησιν
4521καὶ ἐκείνους, οἵτινες, μὴ ὄντες ἔμποροι, συνηλλάγησαν ἐμπο-
4522ρικῶς. Ὁ λόγος τῆς ὑπαγωγῆς τούτων εἰς τὴν διάταξιν τοῦ
4523ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου δὲν ὑπάρχει. Ἠθέλησαν νὰ δι-
4524καιολογήσωσιν, ὅτι ἡ προσωπικὴ κράτησις εἶναι δημοσίας τά-
4525ξεως, καὶ εἶναι ἀνακόλουθον νὰ γίνηται χρῆσις μέσου ἐκτελέ-
4526σεως κατηργημένου· ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν καταργοῦμεν τὴν προσω-
4527πικὴν κράτησιν ὡς μέσον ἐκτελέσεως, εἰμὴ μόνον μερικῶς,
4528μίαν μόνην περίπτωσιν ἀπαγγελίας προσωπικῆς κρατήσεως
4529ἀπαλείφοντες ἐκ τοῦ νόμου, δυνάμεθα καὶ νὰ διατηρήσωμεν
4530τὴν προσωπικὴν κράτησιν εἰς τὰς σχέσεις, αἱ ὁποῖαι συνήφθη-
4531σαν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νόμου, ὅστις ἐπέτρεπε ταύτην καὶ εἰς
4532τὴν ὡρισμένην ταύτην περίπτωσιν.
4533Εἶπον ὅτι ἐγένοντο καταχρήσεις τοῦ θεσμοῦ τούτου, καὶ
4534ἄνθρωποι μὴ ἔμποροι, νεανίαι ἄσωτοι, ἢ κτηματίαι ἢ γεωρ-
4535γοί, εὑρισκόμενοι εἰς δυσχερείας, ὑπήχθησαν ἑκουσίως εἰς τὴν
4536προσωπικὴν κράτησιν, ὁμολογήσαντες εἰκονικῶς ἐμπορικὴν
4537αἰτίαν τῆς ἐκδόσεως γραμματίων κλπ., ἵνα εὕρωσι δάνεια·
4538παρελείφθη ὅμως νὰ ῥηθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι καὶ ἐκεῖ-
4539νοι, οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν μέχρι τοῦδε δι’ ἀποφάσεως
4540ὁριστικῆς καὶ τελεσιδίκου διὰ τοιαῦτα χρέη καὶ ἀπηγγέλθη
4541κατ’ αὐτῶν καὶ προσωπικὴ κράτησις, ἔχουσι τὰ μέσα νὰ ἐξ-
4542αφανίσωσι τὴν προσωρινῶς καὶ διὰ τὴν ταχεῖαν κατὰ νόμον
4543περάτωσιν τῆς δίκης ἀπαγγελθεῖσαν προσωπικὴν κράτησιν.
4544Διότι, ὡς εἶναι γνωστόν, οἱ τοιοῦτοι ὀφειλέται, καλοῦντες
4545τοὺς ἀντιδίκους των εἰς ἰδιαιτέραν συζήτησιν, (διότι αἱ ἐν-
4546στάσεις τῆς μὴ ἐμπορικότητος, ὡς γνωστὸν, κατὰ τὸ ἄρθρον
4547729 τῆς Πολιτ. Δικονομίας δὲν ἀπορρίπτονται, ἀλλὰ παρα-
4548πέμπονται εἰς ἰδιαιτέραν συζήτησιν,) ἔχουσι δικαίωμα νὰ φέ-
4549ρωσιν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἂν ἦσαν
4550ἢ δὲν ἦσαν ἔμποροι, νὰ φέρωσι πρὸς νέαν ἐξέτασιν τὰς ἐν-
4551στάσεις των περὶ τοῦ ὅτι εἰκονικῶς ὡμολόγησαν ὅτι ἦσαν
4552ἔμποροι, ἢ περὶ τοῦ ὅτι ἡ συναλλαγματική, τὴν ὁποίαν ἐξέ-
4553δωκαν ἢ ἀπεδέχθησαν, ἦτο ὑποβολιμαία, ὅτι περιελάμβανεν
4554ὑποβολὴν τόπου ἢ χρόνου, αἱ δὲ ἐνστάσεις των αὗται, αἱ
4555ὁποῖαι δὲν ἀπερρίφθησαν, ὡς προεξετέθη, ἀλλὰ παρεπέμφθη-
4556σαν εἰς ἰδιαιτέραν συζήτησιν, θέλουσιν ἐξετασθῆ συνεπείᾳ
4557τῆς νέας ταύτης κλήσεως, καὶ ἀποδεικνυόμεναι θέλουσι φέρει
4558ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν μὴ ἐμπόρων ὀφειλετῶν
4559ἀπὸ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Ἀλλὰ καὶ ἕνεκα τῶν ἐξαι-
4560ρετικῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν, ἕνεκα τοῦ
4561ἐπὶ διετίαν καὶ πλέον ἤδη ἰσχύοντος δικαιοστασίου, εἶχον
4562ἅπαντες οὗτοι τὸν καιρὸν νὰ καλέσωσι πρὸς συζήτησιν τοὺς
4563ἀντιδίκους καὶ ν’ ἀπαλλαχθῶσι τῆς προσωπικῆς κρατήσεως.
4564Ἑπομένως ὁ ἰσχύων νόμος παρέχει τὰ μέσα εἰς τοὺς μὴ ἐμ-
4565πόρους, ἢ εἰς τοὺς εἰκονικῶς ὁμολογήσαντας, ὅτι ὀφείλουν ἐξ
4566ἐμπορικῆς πράξεως, ν’ ἀποφύγουν τὴν προσωπικὴν κράτη-
4567σιν, καὶ δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς δικαιολογητικὸς λό-
4568γος τοῦ νομοσχεδίου ἡ προστασία τούτων, μόνος δὲ σκοπὸς
4569τοῦ νομοσχεδίου μένει, ν’ ἀπαλλαγῶσι τῆς προσωπικῆς κρα-
4570τήσεως οἱ ἐμπορικῶς ἐν τῷ παρελθόντι συναλλαγέντες μὴ
4571ἔμποροι. Τοῦτο, ἐξεταστέον, πρακτικῶς συμφέρει ἢ δὲν συμ-
4572φέρει; Νομίζω ὅτι τὸ θέμα τοῦτο θίγει οὐσιῶδες κοινωνικὸν
4573ζήτημα. Ἔχω σχηματίσει γνώμην, ὅτι, ἐὰν ἀποφασίσωμεν
4574νὰ δώσωμεν ἀναδρομικὴν δύναμιν εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομο-
4575σχέδιον, — ἣν καὶ ἔχει, ἂν δὲν κάμωμεν ῥητὴν ἐξαίρεσιν, —
4576τὸ ἐμπόριον, τὸ μεσαῖον ἰδίως ἐμπόριον, ἡ μεσαία τάξις τῶν
4577ἐμπόρων θὰ κλονισθῇ, καὶ θὰ ἴδωμεν μετά τινα καιρὸν τὰς
4578πτωχεύσεις αὐτῶν ἐπερχομένας σωρηδόν. Σήμερον τὸ μεσαῖον
4579ἐμπόριον, ἕνεκα τοῦ δικαιοστασίου, δὲν αἰσθάνεται τὴν πίε-
4580σιν, ἣν θὰ αἰσθανθῇ, ἅμα τοῦτο ἀρθῇ. Μὴ δυναμένη νὰ εἰσ-
4581πράξῃ ἀπὸ τοὺς ὀφειλέτας της ἡ μεσαία τάξις τῶν ἐμπόρων,
4582δὲν πληρόνει καὶ αὕτη πρὸς τοὺς μεγάλους ἐμπόρους, ἀνε-
4583χομένους κατὰ συγκατάβασιν τὰς καθυστερήσεις· ψηφιζομέ-
4584νου ὅμως τοῦ νομοσχεδίου, ἡ μικρὰ τάξις, μὴ διατρέχουσα
4585πλέον οὐδένα κίνδυνον, θὰ ἀπόσχῃ τῆς ἐκπληρώσεως πάσης
4586ὑποχρεώσεώς της, καὶ θὰ ῥίψωμεν οὕτως εἰς τὸν ὄλεθρον τὴν
4587μεσαίαν ἐμπορικὴν τάξιν, ἡ ὁποία, κινδυνεύουσα νὰ χάσῃ
4588μέγα μέρος τῶν κεφαλαίων της, διατεθειμένων συνήθως εἰς
4589ἀνθρώπους, καθ’ ὧν ἐνήργει ἀποτελεσματικῶς ἡ ἀπειλὴ τῆς
4590προσωπικῆς κρατήσεως, ὅπως μὴ ἀπομακρυθῶσι τῆς καλῆς
4591πίστεως, θὰ κλονισθῇ σοβαρῶς καὶ θὰ δυσπραγήσῃ. Φρονῶν
4592ὅτι πρακτικῶς ὠφέλιμον εἶναι νὰ προστατευθῇ ἡ τάξις αὕτη
4593καὶ ἀποτραπῇ ἀπ’ αὐτῆς ὁ βίαιος οὗτος συγκλονισμὸς τῆς
4594πίστεώς της, ὑποβάλλω τὴν γνώμην νὰ δεχθῶμεν τὴν τρο-
4595πολογίαν, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ἐπεξεργασθεῖσα τὸ νομο-
4596σχέδιον, ἐπρότεινε, νὰ δεχθῶμεν, ὅπως ῥητῶς ἐξαιρεθῇ ἡ ἰσχὺς
4597τοῦ νέου νόμου ἀπὸ τῶν προγενεστέρων τῆς δημοσιεύσεώς του
4598σχέσεων, ἤτοι τὸ ἄρθρον 19 τοῦ νομοσχεδίου νὰ μεταρρυθ-
4599μισθῇ ὡς ἑξῆς: «Ὁ παρὼν νόμος δὲν ἐφαρμόζεται ἐπὶ προσω-
4600πικῆς κρατήσεως ἐπιβληθείσης διὰ προγενεστέρας ἀποφάσεως,
4601ἰσχύει δὲ ὡς πρὸς μόνας τὰς ὑπὸ τὸ κράτος αὐτοῦ δημιουρ-
4602γηθείσας σχέσεις. Πᾶσα δὲ διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν πα-
4603ρόντα νόμον καταργεῖται».
4604Αὐτὴν τὴν πρότασιν, ἣν δικαιοῦμαι νὰ θεωρῶ πρακτικὴν
4605καὶ ὠφέλιμον εἰς ὅλας τὰς κοινωνικὰς τάξεις, εἶχον νὰ προ-
4606τείνω. Ἔχω δὲ καὶ ἄλλας τινὰς τροποποιήσεις ἐπὶ τοῦ νομο-
4607σχεδίου, ἀφορώσας εἰς τὰς λεπτομερείας, τὰς ὁποίας καὶ ὑπο-
4608βάλλω, ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν σχε-
4609τικῶν ἄρθρων. Νομίζω δ’ ὅτι ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου,
4610ἀκολουθήσας μέσην ὁδὸν, καὶ μὴ ἀκολουθήσας οὔτε τὰς θεω-
4611ρίας οὔτε τὰς αἰσθηματολογίας πρὸς σχηματισμὸν τῆς γνώ-
4612μης μου ἐπὶ τοιούτου ἐξόχως πρακτικοῦ ζητήματος.
4613§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
4614§300Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον, Κύριοι, ὅπως
4615συντελέσω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἀποκάλυψιν τῆς ἀποπλανήσεως,
4616εἰς ἣν περιέστη ὁ Ἑλληνικὸς λαός· διότι δὲν πρόκειται περὶ
4617σοβαροῦ τινος. Ἀποπλανᾶται ἐπὶ ἔτος ἤδη ὁλόκληρον ὁ
4618Ἑλληνικὸς λαὸς, μανθάνων διὰ τοῦ Τύπου, ὅτι ἡ Βουλὴ τῶν
4619Ἑλλήνων πρόκειται νὰ καταργήσῃ τὴν προσωπικὴν κρά-
4620τησιν ὡς μέσον ἐκτελέσεως.
4621Πολλὰ ἐρρήθησαν, Κύριοι, κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην καὶ
4622ὑπὲρ καὶ κατὰ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Τὸ ἐπ’ ἐμοί,
4623δηλῶ ὅτι δὲν συμβαίνει νὰ ἦμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νο-
4624μίζουσιν, ὅτι πᾶς πτωχὸς ὀφειλέτης δύναται νὰ δίδῃ τὸ
4625σῶμά του ὡς ἐνέχυρον εἰς τὸν δανειστήν του, ἵνα δανείζη-
4626ται χρηματικά τινα κερμάτια, ἀλλ’ ἐπίσης δὲν ἀνήκω εἰς
4627τὴν τάξιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται ἔστω καὶ ἐπὶ μίαν
4628στιγμὴν νὰ ἀνεχθῶσιν, ὅπως ἀποπλανᾶται ὁ Ἑλληνικὸς
4629λαός. Οὔτε ἡ παροῦσα Κυβέρνησις οὔτε ἄλλη Κυβέρνησις θὰ
4630ἔχῃ τὸ ἀνάστημα νὰ προβῇ εἰς πρότασιν τείνουσαν εἰς κα-
4631τάργησιν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, διότι ὑπὲρ τὸ Ἑλλη-
4632νικὸν Κράτος κεῖται ἓν κατάστημα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑποχεί-
4633ριον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, κεῖται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, τῆς
4634ὁποίας τὰ συμφέροντα οὐδεὶς δύναται νὰ θίξῃ.
4635Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι εἶναι βάρβαρος ὁ θεσμὸς τῆς προσω-
4636πικῆς κρατήσεως ὡς μέσου ἐκτελέσεως; προβῆτε εἰς τὴν
4637κατάργησιν αὐτοῦ· μὴ ἔρχεσθε ὅμως ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
4638του, ἐν τῇ ἐπισημότητι τοῦ ἀξιώματός σας, λέγοντες: «ἀνα-
4639γνωρίζομεν τὸ βάρβαρον τοῦ θεσμοῦ τούτου, δὲν δυνά-
4640μεθα ὅμως νὰ καταργήσωμεν καθ’ ὁλοκληρίαν αὐτὸν, καὶ
4641προβαίνομεν ἓν βῆμα πρὸς τὴν κατάργησιν τῆς προσωπικῆς
4642κρατήσεως». Καὶ λέγει ταῦτα ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης
4643Ὑπουργὸς, χωρὶς νὰ καταδείξῃ καὶ ποῖον εἶναι τὸ πρῶτον
4644βῆμα, εἰς τὸ ὁποῖον προβαίνει πρὸς κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ
4645τῆς προσωπικῆς κρατήσεως! Οὐδὲν βῆμα γίνεται· ἀλλὰ περὶ
4646σκιᾶς μόνον πρόκειται, καὶ σκιαμαχοῦμεν ἐπὶ δύο ἤδη Βου-
4647λευτικὰς Συνόδους πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
4648Ἀπορῶ μόνον, πῶς διέφυγε τὴν ὀξυδέρκειαν τῶν προαγο-
4649ρευσάντων, ἐγκρατεστάτων περὶ τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι καὶ
4650αὐτοὶ ἐπλανήθησαν, νομίσαντες ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου
4651τούτου προβαίνομεν ἓν βῆμα εἰς τὴν κατάργησιν τῆς προσω-
4652πικῆς κρατήσεως. Ποῖον εἶναι τὸ βῆμα; Ὅτι καταργεῖται
4653ἡ προσωπικὴ κράτησις ὡς πρὸς τοὺς μὴ ἐμπόρους; Ἀλλὰ
4654καὶ ἄνευ τοῦ νομοσχεδίου δὲν ὑφίσταται προσωπικὴ κρά-
4655τησις ἐπὶ τῶν μὴ ἐμπόρων. Εἶναι ἀληθές, ὅτι νεώτερός τις
4656νόμος ἐπιβάλλει εἰς τὰ δικαστήρια νὰ μὴ δέχωνται ἐπὶ τῶν
4657συναλλαγματικῶν καὶ τῶν γραμματίων εἰς διαταγὴν ἀνεκ-
4658καθαρίστους ἐνστάσεις, δὲν ἀπορρίπτουσιν ὅμως αὐτὰς, ἀλλὰ
4659τὰς παραπέμπουσιν εἰς ἰδιαιτέραν συζήτησιν, καθ’ ἣν ἐξε-
4660τάζεται τὸ βάσιμον, ὡς ὁ προαγορεύσας ὑπέμνησεν, αὐτῶν.
4661Καὶ ἐνῷ ἐπὶ τρία ἤδη ἔτη ἔχομεν πλῆρες δικαιοστάσιον,
4662καθ’ ὃ δὲν ἐφαρμόζεται ἡ προσωπικὴ κράτησις ὡς μέσον
4663ἐκτελέσεως, ἐπεθύμουν νὰ ἐμάνθανον, τίς τῶν τοιούτου εἴ-
4664δους ὀφειλετῶν, καθ’ ὧν ἐξεδόθη δικαστικὴ ἀπόφασις, ἀπαγ-
4665γέλλουσα κατ’ αὐτοῦ προσωπικὴν κράτησιν, ἐκάλεσε τὸν
4666ἀντίδικόν του, ὅπως ἀκυρωθῇ δικαστικῶς ἡ διάταξις τῆς
4667ἀποφάσεως, ἡ ἀπαγγέλλουσα προσωπικὴν κράτησιν ἐπὶ τῇ
4668βάσει ὑποβολιμαίας συναλλαγματικῆς. Διότι μὴ λησμονεῖτε,
4669ὅτι οἱ ἐξ ὑποβολιμαίας συναλλαγματικῆς ὀφειλέται ἔχουσι
4670δικαίωμα καὶ μετὰ τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν νὰ καλέσωσι τὸν
4671ἐνάγοντα ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου καὶ ζητήσωσι τὴν ἀκύρωσιν
4672τῆς διατάξεως περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, ἀφοῦ ἀποδείξωσιν
4673ὅτι ἡ συναλλαγματικὴ εἶναι ὑποβολιμαία, ὅτι ἡ ἐμπορικὴ
4674αἰτία ἐτέθη πρὸς τὸν σκοπὸν, ὅπως ἐπιτύχῃ ὁ δανειστὴς τὴν
4675προσωπικὴν κράτησιν κατὰ τοῦ ὀφειλέτου, μὴ ἔχοντος τὸ
4676δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ ἑαυτὸν εἰς προσωπικὴν κράτησιν...
4677§301ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὅταν ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις;
4678§302ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ φανῇ ἐπιμελὴς τοσοῦτον,
4679ὥστε νὰ μὴ ἀφήσῃ νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις. Φέρετέ μοι
4680ἓν παράδειγμα ἐπιμελοῦς ὀφειλέτου, καὶ οὐχὶ νεανίου ἀσώ-
4681του, ἐξ ἐκείνων τοὺς ὁποίους ὑμεῖς οἱ ἐν Ἀθήναις γνωρίζετε,
4682—διότι τοιοῦτοι εἰς τὰ μέρη μας εἶναι ἄγνωστοι,— ἐπι-
4683διώξαντος τὴν ἀκύρωσιν τῆς περὶ προσωπικῆς κρατήσεως
4684διατάξεως τῆς ἀποφάσεως, ὅστις νὰ μὴ ἐπέτυχε τοῦτο.
4685§303ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ναὶ, ἀλλ’ οἱ τοκογλύφοι δανείζουσι
4686πολλάκις διὰ τελεσιδίκων ἀποφάσεων!
4687§304ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ τρόπος αὐτὸς τοῦ δανεισμοῦ μοὶ
4688εἶναι ἄγνωστος.
4689Ἡ πρώτη ἔνστασις τοῦ δυστρόπου ὀφειλέτου εἶναι ἡ ἄρ-
4690νησις τῆς ὑπογραφῆς του· μέχρις οὗ δ’ ἀποδειχθῇ ἡ γνη-
4691σιότης αὐτῆς, βεβαίως θὰ καλέσῃ τὸν ἀντίδικον ὁ ὀφειλέτης
4692πρὸς συζήτησιν τῶν εἰς ἰδιαιτέραν συζήτησιν παραπεμφθεισῶν
4693ἐνστάσεών του, πρὶν δὲ ἢ ἀποκτήσῃ τελεσιδικίαν ὁ δανει-
4694στὴς καὶ ἐπιτύχῃ τὴν προσωπικὴν κράτησιν, ὁ ὀφειλέτης βε-
4695βαίως θὰ ἔχῃ ἀντίθετον τελεσιδικίαν, ἀκυροῦσαν τὴν ἀπό-
4696φασιν ὡς πρὸς τὴν προσωπικὴν κράτησιν. Ὑμεῖς ὑπεστηρί-
4697ξατε πρὸ μικροῦ, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἀπόφασις, ὡς πρὸς τὸ μέ-
4698ρος τὸ ἀπαγγέλλον προσωπικὴν κράτησιν, οὐδέποτε ἀποτε-
4699λεῖ τελεσιδικίαν, καὶ κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐκτελέσεως δύ-
4700ναται νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν νομίμως ἢ παρανόμως ἀπηγγέλθη
4701προσωπικὴ κράτησις. Ἄρα δὲν ὑφίσταται προσωπικὴ κρά-
4702τησις ὡς πρὸς τοὺς μὴ ἐμπόρους, καὶ σκιαμαχοῦμεν, Κύριοι,
4703ἐπὶ δύο ἤδη Βουλευτικὰς Συνόδους ζητοῦντες τὴν ψήφισιν
4704νομοθετικῶν διατάξεων, αἵτινές εἰσιν ἐν ἰσχύϊ σήμερον, καὶ
4705μετὰ τὸ μεσονύκτιον ψηφίζοντες νομοσχέδια σκοποῦντα νὰ
4706ἐκπλήξωσι τοὺς ἁπλουστέρους, νομίζοντας ὅτι καταργεῖται
4707ἡ προσωπικὴ κράτησις ὡς μέσον ἐκτελέσεως, ἐνῷ τοὐναντίον
4708διατάξεις τινὲς τοῦ νομοσχεδίου καθιστῶσιν αὐστηρότερα
4709τὰ ἤδη κρατοῦντα. Διότι, ἐνῷ σήμερον ἔχει τὸ δικαίωμα
4710ὁ ὀφειλέτης διὰ πᾶσαν ἀντίρρησιν κατὰ τῆς συλλήψεώς του
4711νὰ προσφύγῃ εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ δικαστηρίου τοῦ τόπου
4712τῆς ἐκτελέσεως, καὶ οὗτος ἔχει δικαίωμα νὰ κρατήσῃ ἢ ἀπο-
4713λύσῃ αὐτὸν, λύει δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο μόνος καὶ κατὰ τρό-
4714πον κυριαρχικὸν, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀφαιρεῖται τὸ
4715δικαίωμα τοῦ Προέδρου νὰ ἀπολύῃ τὸν συλλαμβανόμενον
4716ὡς ὀφειλέτην, καὶ ὅταν ἀκόμη πείθηται, ὅτι δὲν εἶναι ὀφειλέ-
4717της. Καὶ ἰδοὺ ἡ διάταξις, δι’ ἣν πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς
4718τῆς Δικαιοσύνης προὐκάλεσε χειροκροτήματα πολλά!
4719Τί νομοθετεῖτε λοιπὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ; Διὰ τοῦ
4720ἄρθρου 9 τὸ ἄρθρον 1008 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας τρο-
4721ποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Ἐὰν ὁ ὀφειλέτης συλλαμβανόμενος
4722φέρῃ ἀντιρρήσεις κατὰ τῆς προσωπικῆς αὐτοῦ κρατήσεως,
4723εἴτε ὡς συντηρητικοῦ εἴτε ὡς ἀναγκαστικοῦ μέτρου, προσά-
4724γεται ἀμέσως ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν τοῦ
4725μέρους τῆς ἐκτελέσεως, ὅστις παραχρῆμα παραπέμπει τὰς
4726ἀντιρρήσεις εἰς τὸ παρ’ αὐτοῦ συγκαλούμενον δικαστήριον.
4727Κατὰ τὰ λοιπὰ ἐφαρμόζονται τὰ ἐν τοῖς ἄρθρ. 1006–1007
4728καὶ 1009–1023 ὡρισμένα». Αὐτὸ τοῦτο ἰσχύει καὶ μέ-
4729χρι σήμερον, ἀλλ’ ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Πρόεδρος ν’ ἀπο-
4730φανθῇ μόνος περὶ ἀπολύσεως ἢ μή. Γνωρίζω ἐπίσημον πρόσω-
4731πον, κατοικοῦν ἐν Ἀθήναις, ὀφειλέτην χιλιάδων δραχμῶν
4732ἐκ συναλλαγματικῶν, κατὰ πᾶσαν νουμηνίαν ἀγόμενον ὑπὸ
4733κλητῆρος ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τοῦ Πρωτοδικείου. Οὗτος
4734δὲ, ἔχων κυριαρχικὸν δικαίωμα νὰ ἀναστέλλῃ τὴν ἐκτέλεσιν
4735τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, καὶ βλέπων ἐνώπιόν του ἐπίση-
4736μον πρόσωπον εἰκονικῶς ὑπαχθὲν εἰς τὴν προσωπικὴν κρά-
4737τησιν, διατάσσει τὴν ἀπόλυσίν του. Ἐπὶ τούτου τί γίνεται
4738κατὰ τὸ νομοσχέδιον; Μόλις ὁ δικαστικὸς κλητὴρ ὁδηγήσῃ
4739τὸ πρόσωπον αὐτὸ εἰς τὸν Πρόεδρον, θέλει παραπεμφθῆ τοῦτο
4740ὑπ’ αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου. Ἀλλ’ ὅταν ὁ ὀφειλέτης
4741παραπεμφθῇ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, τὸ δικαστήριον δὲν
4742ἔχει τὸ δικαίωμα, ὅπερ μέχρι τοῦδε εἶχεν ὁ Πρόεδρος. Διότι
4743διὰ νὰ διατάξῃ τὸ δικαστήριον τὸν δικαστικὸν κλητῆρα
4744νὰ ἀπολύσῃ ἢ μὴ τὸν συλληφθέντα, πρέπει νὰ ἐκδώσῃ ἀπό-
4745φασιν, καὶ διὰ νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν, πρέπει νὰ δικαιολο-
4746γήσῃ αὐτὴν, πρὸς τοῦτο δὲ πρέπει νὰ συντρέχωσι νομικοὶ
4747λόγοι ὑπὲρ τῆς ἀπολύσεως τοῦ ὀφειλέτου. Ὥστε τὸ ὡς ἐλα-
4748φρότερον διαφημιζόμενον νομοσχέδιον εἶναι βαρύτερον.
4749Τὸ πρῶτον λοιπὸν βῆμα, καθ’ ὃ, ψηφιζομένου τοῦ νομο-
4750σχεδίου, προοδεύομεν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἰσχύει καὶ
4751σήμερον· ἀρκεῖ ὁ ὀφειλέτης νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς προδικα-
4752στικῆς ἀποφάσεως, καὶ ν’ ἀποδείξῃ, μέχρι τῆς ἐκδόσεως τῆς
4753ὁριστικῆς, ὅτι δὲν εἶναι ἔμπορος. Δὲν εἶναι δὲ ὀρθὸν, ὑπαρ-
4754χουσῶν τοιούτων διατάξεων, ν’ ἀπασχολῆται ἐπὶ τοσοῦτον
4755ἡ Βουλὴ πρὸς χάριν ἀσώτων τινῶν νεανιῶν, καὶ νὰ διαφημί-
4756ζηται ὅτι πρόκειται περὶ καταργήσεως δῆθεν τῆς προσω-
4757πικῆς κρατήσεως.
4758Νομίζετε ὅτι ἡ προσωπικὴ κράτησις πρέπει νὰ καταρ-
4759γηθῇ; Ὑποστηρίξατε τὴν τροπολογίαν, ἣν πρὸ μικροῦ ἔσχον
4760τὴν τιμὴν νὰ συνυπογράψω μετὰ τοῦ κ. ἐκ Πατρῶν συνα-
4761δέλφου καὶ ἄλλων. Εἶναι δὲ περιττὰ τὰ τόσα ἄρθρα τοῦ
4762νομοσχεδίου. Διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης, δι’ ὀλίγων λέξεων
4763λύεται τὸ ζήτημα τῆς προσωπικῆς κρατήσεως: «Καταρ-
4764γεῖται ἡ προσωπικὴ κράτησις ὡς μέσον ἐκτελέσεως». Τολ-
4765μᾶτε νὰ πράξητε τοῦτο; Ἐὰν τολμᾶτε, πράξατέ το. Ὁ
4766προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους δὲν ἔχει νὰ πάθῃ τίποτε· μό-
4767νον οἱ ταμίαι θὰ κοπιάζωσιν ὀλίγον πρὸς λῆψιν τῶν ποσο-
4768στῶν, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσι σήμερον ἀκόπως. Διὰ τίνας λό-
4769γους φυλακίζει σήμερον τοὺς ὀφειλέτας του τὸ Δημόσιον, κύ-
4770ριε Ὑπουργέ; Βεβαίως διὰ φόρους. Ἀλλ’ ὁ πληρόνων φόρον
4771βεβαίως θὰ εἶναι κτηματίας, κύριος τοῦ ἀντικειμένου, ὅθεν
4772προέρχεται ὁ φόρος. Δὲν ἔχει νὰ πάθῃ βλάβην οὐδὲ κατὰ
4773λεπτὸν τὸ Δημόσιον. Ἐὰν ὑποχρεωθῶσιν οἱ ταμίαι, οἱ εἰσ-
4774πράκτορες, οἱ ὑποταμίαι, ἀντὶ νὰ ἐκδίδωσι φετφάδες, δια-
4775τάσσοντες τὴν σύλληψιν παντὸς πτωχοῦ φορολογουμένου,
4776καὶ ἀντὶ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἐνταλμάτων τούτων νὰ κατα-
4777γίνηται ὁλόκληρος ἡ δημοσία δύναμις, ἂς ἐκδίδωσι κατα-
4778σχετήρια ἐπὶ τῆς περιουσίας τοῦ ὀφειλέτου. Ἐὰν δέ τις
4779τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου στερῆται περιουσίας, ὥστε νὰ
4780μὴ δύναται τὸ δημόσιον ὄργανον νὰ εὕρῃ τοιαύτην, ἐφ’ ἧς
4781νὰ ἐκτελέσῃ πρὸς εἴσπραξιν τῶν χρεῶν, ἅτινα οὗτος ὀφείλει
4782πρὸς τὸ Δημόσιον, δὲν νομίζετε, παρακαλῶ, ἀπάνθρωπον νὰ
4783κρατῇ αὐτὸν τὸν ἀκτήμονα τὸ Δημόσιον εἰς τὰς πολιτικὰς
4784φυλακάς; Περὶ τῶν τοιούτων ὡμίλησεν ὁ συνάδελφος κ.
4785Τσιριμῶκος. Δὲν γνωρίζω τίνι τρόπῳ ἐφαρμόζονται εἰς τὴν
4786ἐπαρχίαν τοῦ συναδέλφου οἱ τοιούτου εἴδους νόμοι· εἰς τὴν
4787ἐμὴν ὅμως ἐπαρχίαν εἶναι ἄγνωστοι, διότι ὁ νόμος περὶ
4788εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἀπολύων-
4789ται οἱ ἀκτήμονες, πρὶν ἢ βεβαιωθῇ ἡ ἀκτημοσύνη, ἢ ἡ ὑπέρ-
4790βασις τῆς ἡλικίας τοῦ ὀφειλέτου, διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως,
4791ἢ διὰ δημαρχικοῦ πιστοποιητικοῦ. Ἀλλὰ γινώσκετε πάντες
4792εἰς ὁπόσας δαπάνας πρέπει νὰ ὑποβληθῇ τις διὰ νὰ προκα-
4793λέσῃ τοιαύτην ἀπόφασιν, καὶ ποσάκις πρὸ παντὸς οἱ Βου-
4794λευταί, οἱ ζῶντες ἐν Ἀθήναις, ὀλιγώτερον οἱ ἐν ταῖς ἐπαρ-
4795χίαις, βλέπουσι καταδίκους, οἱ ὁποῖοι ἐξέτισαν πολυχρό-
4796νιον ποινὴν εἱρκτῆς ἢ πρόσκαιρων δεσμῶν, νὰ ὁδηγῶνται
4797εἰς τὰς φυλακὰς τῶν διὰ πολιτικὰ χρέη κρατουμένων, ὅπως
4798ὑποχρεωθῶσι διὰ τοῦ βαρβάρου αὐτοῦ μέσου νὰ πληρώσωσι
4799τῷ Δημοσίῳ τὰ δικαστικὰ ἔξοδα, τὸν ἄρτον δηλαδή, τὸν
4800ὁποῖον ἐλάμβανον ὡς ὑπόδικοι, καὶ τὸν χάρτην, τὸν ὁποῖον
4801κατηνάλωσε τὸ Δημόσιον πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς προδικασίας
4802καὶ τῆς ἐπ’ ἀκροατηρίου διαδικασίας! Ἀλλ’ οὐκ ἂν λάβοι
4803παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος.
4804Νομίζετε, ὅτι εἶναι βάρβαρον τὸ μέσον τῆς προσωπικῆς
4805κρατήσεως ὡς μέσον ἐκτελέσεως; μὴ διστάσητε νὰ τὸ καταρ-
4806γήσητε τελείως, ἀφοῦ οὔτε τὸ Δημόσιον οὔτε ἄλλος οὐδεὶς
4807ἔχει νὰ πάθῃ τι, οὔτε αὐταὶ αἱ Τράπεζαι, διότι διὰ νὰ δώ-
4808σωσιν αὐταὶ χρήματα εἴς τινα, πρέπει σὺν αὐτῷ νὰ ἔχωσι
4809καὶ δύο ἄλλων τὰς ὑπογραφὰς, ἔστω καὶ ἂν ὁ ζητῶν εἶναι
4810πιστοῦχος, ὅστις διὰ νὰ γείνῃ τοιοῦτος, ἡ Τράπεζα θὰ τοῦ
4811καταμετρήσῃ καὶ τὰ ἔπιπλα τῆς οἰκίας του καὶ τὰ ἐπιτρα-
4812πέζια σκεύη του· βεβαίως δὲ ἐκ τριῶν φερεγγύων ὑπογρα-
4813φῶν ἡ Τράπεζα οὐδὲν ἔχει νὰ χάσῃ. Οὔτε τὸ Δημόσιον λοι-
4814πὸν ὑφίσταται βλάβην κατὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων, οὔτε
4815ἡ Τράπεζα. Ἀφοῦ δ’ ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Τράπεζαν προσω-
4816πικὴ κράτησις, διατὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπηται εἰς τὸν ἐμπορί-
4817σκον τῆς Τριπόλεως, ὅστις ὅλην τὴν περιουσίαν του ἔχει δια-
4818θέσει εἰς πιστώσεις μικροεμπόρων τῆς Ὀλυμπίας, τῆς Γόρ-
4819τυνος καὶ ἄλλων μερῶν; Πῶς θέλει ἐκεῖνος ἐκτελέσει τὰς
4820ἀποφάσεις, ἃς μετὰ πολλοὺς δικαστικοὺς ἀγῶνας ἀπέκτησε
4821κατὰ τῶν μικρεμπόρων ἐκείνων, τῶν πέριξ τῆς Τριπόλεως;
4822Ἐδοκιμάσατε, Κύριοι, νὰ ἐκτελέσητε δικαστικὴν ἀπόφα-
4823σιν; ἀγωνίζεσθε ἕνα αἰῶνα, ἵνα λάβητε τελεσιδικίαν· λαμ-
4824βάνοντες δ’ αὐτὴν καὶ θέλοντες νὰ ἐκτελέσητε ἐπὶ τῆς ἀκι-
4825νήτου περιουσίας τῶν τοιούτου εἴδους ὀφειλετῶν, εὑρίσκεσθε
4826ἐνώπιον προσκομμάτων ἀνυπερβλήτων, διότι ἡ περιουσία
4827αὐτῶν ἔχει μεταβιβασθῆ ἤδη εἰς τοὺς οἰκείους των πολλα-
4828πλῶς, ἐπὶ δὲ τῆς κινητῆς περιουσίας εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκ-
4829τελέσητε, διότι, ὅπως ἔχουν αἱ διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δι-
4830κονομίας, ἀδυνατεῖτε νὰ λάβητε συνδρομὴν ἐκ μέρους τῆς
4831δημοσίας δυνάμεως πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως ταύτης.
4832Πρέπει πρῶτον ν’ ἀποστείλητε κλητῆρα εἰς μεγάλην ἀπό-
4833στασιν πρὸς ἐκτέλεσιν, καὶ ἂν γείνῃ ἀντίστασις κατ’ αὐτοῦ,
4834τότε νὰ ἐπανέλθῃ ὁ κλητὴρ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Εἰσαγγελέως
4835καὶ ἐκθέσῃ αὐτῷ, ὅτι τῷ ἐγένετο ἀντίστασις, καὶ τότε νὰ
4836δοθῇ αὐτῷ, ὡς ἐπικουρία, ἔνοπλος δύναμις πρὸς ἐκτέλεσιν·
4837ἀλλὰ κατὰ τὸ δεύτερον αὐτὸ ταξείδιον δὲν θὰ εὕρῃ ὁ κλη-
4838τὴρ οὐδ’ ἴχνος περιουσίας τοῦ ὀφειλέτου. Καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος,
4839ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἀντιτιθέμεθα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου.
4840Καταργεῖτε τὴν προσωπικὴν κράτησιν μόνον διὰ τὴν ἐμ-
4841πορευομένην γυναῖκα καὶ τοὺς ἀπηγορευμένους καὶ τοὺς
4842καταδικαζομένους εἰς τὰ δικαστικὰ ἔξοδα· ἀλλὰ πότε εἴ-
4843δετε γυναῖκα διὰ πολιτικὰ χρέη κρατουμένην εἰς τὰς φυ-
4844λακάς; οὐδέποτε· καὶ ὅμως δι’ αὐτὴν μόνην καταργεῖτε τὴν
4845προσωπικὴν κράτησιν! Καταργήσατε καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ
4846βάρβαρον μέσον, τὸ καθιστῶν ὑπέγγυον τὸ σῶμα τοῦ ὀφει-
4847λέτου πρὸς πληρωμὴν χρεῶν, ἄλλως ἄφετε τὴν Πολιτικὴν
4848Δικονομίαν ὅπως ἔχει, καὶ μὴ καταστρέφετε αὐτὴν τελείως,
4849ἀφοῦ, κατὰ τὰς ἐπανειλημμένας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου
4850διαβεβαιώσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, μετ’ οὐ πολὺ
4851θέλει ἴδει τὸ φῶς νέον σύστημα Πολιτικῆς Δικονομίας, ἐν
4852τῷ ὁποίῳ τακτοποιοῦνται τὰ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως,
4853ὥστε νὰ συνᾴδωσι πρὸς ὁλόκληρον τὸ σύστημα.
4854Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀποσύρῃ τὸ
4855ἄχρηστον τοῦτο νομοσχέδιον· ἄλλως παρακαλῶ τὴν Βουλήν,
4856διὰ νὰ ἦναι συνεπὴς πρὸς ἑαυτὴν, νὰ ψηφίσῃ τὴν τροπολο-
4857γίαν, ἣν ὑπεβάλομεν, δι’ ἧς καταργεῖται τελείως ἡ προσω-
4858πικὴ κράτησις ὡς μέσον ἐκτελέσεως.
4859§305Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Οὐδαμῶς φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ διατηρηθῇ
4860ἡ προσωπικὴ κράτησις, ἀλλὰ διὰ νὰ καταργηθῇ, πρέπει ὁ
4861νομοθετῶν νὰ συμβουλεύηται προηγουμένως καὶ ἀκολουθῇ
4862τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας καὶ τὰς περιστάσεις. Δὲν ἀμφι-
4863βάλλω, ὅτι τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξεν ὁ κ. προα-
4864γορεύσας, προέρχονται ἐξ εἰλικρινείας. Καὶ ἐγὼ κατὰ τὴν πα-
4865ρελθοῦσαν Σύνοδον ἐξέφρασα τὴν γνώμην μου ὑπὲρ τῆς πλή-
4866ρους καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, καὶ ἤδη ἤκουσα
4867διαφόρων συναδέλφων ὁμιλησάντων περὶ τούτου. Λαμβάνων
4868ὅμως ὑπ’ ὄψιν τὰς διαφόρους ἀνάγκας, ὀφείλω νὰ ὁμολο-
4869γήσω, ὅτι δὲν εἴμεθα ἔτι εἰς θέσιν νὰ καταργήσωμεν τὸν
4870βάρβαρον αὐτὸν θεσμὸν, καὶ ἂν ἀκόμη θέλωμεν νὰ τὸν καταρ-
4871γήσωμεν. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ
4872ἡ τροπολογία αὕτη καὶ νὰ ὑποστηριχθῇ, ὑπὸ τὴν κοινωνικὴν
4873κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα. Ὥστε ἂς ἀρκεσθῶμεν εἰς
4874ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σήμερον γίνεται.
4875§306ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γίνεται τίποτε.
4876§307ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι καταργεῖται διὰ μίαν καὶ
4877μόνον περίπτωσιν, δηλαδὴ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου περι-
4878ορίζεται ἡ προσωπικὴ κράτησις ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ πρόσω-
4879πον τοῦ ἐμπόρου, χωρὶς νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν αἱ πρά-
4880ξεις αἱ ἐνεργούμεναι ὑπὸ τῶν λοιπῶν προσώπων, τῶν μὴ
4881ἐμπόρων. Κατὰ τοῦτο ὠφελεῖ καὶ κατὰ τοῦτο προλαμβάνει
4882ὅλα τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἐγίνοντο. Ἐὰν δὲ καὶ
4883ἡ νομοθεσία, ὡς προείπετε, δύναται ν’ ἀπολήξῃ εἰς τὸν αὐ-
4884τὸν σκοπὸν διὰ τῆς διαδικασίας, ἡ ὁποία εἶναι διαγεγραμ-
4885μένη ὑπὸ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, οὐχ ἧττον ἦτο μία
4886περιπλοκὴ μεγάλη, καὶ πολλάκις ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχῃ
4887τὸ δίκαιον τοῦ ἐνισταμένου, διότι ὁ τύπος τῆς συναλλαγμα-
4888τικῆς, ὡς γνωρίζετε, εἶναι τοιοῦτος, ὥστε κατ’ αὐτοῦ δὲν
4889ἰσχύει καὶ δὲν γίνεται ἀποδεκτὴ καμμία ἔνστασις μὴ ἐκ-
4890καθαρισμένη...
4891§308ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παραπέμπεται εἰς ἰδιαιτέραν συ-
4892ζήτησιν.
4893§309ΡΙΚΑΚΗΣ... Ἡ παραπομπὴ δὲ, ἤτοι ἡ ἀπόδειξις τῶν
4894πραγματικῶν ἰσχυρισμῶν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, εἶναι
4895μακρά. Λοιπὸν πάντοτε εἶναι εὐεργετικὸν τὸ νομοσχέδιον.
4896Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι εὐεργετικὸν τὸ νομοσχέδιον, συμφώνως
4897μὲ τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας πάντες ἔχομεν, νὰ καταργήσωμεν,
4898ἂν ἦτο δυνατὸν, ἐντελῶς τὴν προσωπικὴν κράτησιν, νομίζω
4899ὅτι τὸ νομοσχέδιον καὶ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον λαμβάνομεν,
4900δυνάμεθα νὰ τὸ ἐπεκτείνωμεν μέχρις ἐκείνου τοῦ σημείου,
4901εἰς τὸ ὁποῖον δύναται νὰ φθάσῃ, χωρὶς νὰ κλονισθῶσιν αἱ
4902κοινωνικαὶ σχέσεις καὶ αἱ κοινωνικαὶ ὑποχρεώσεις. Διὰ τοῦτο
4903εἶχον ὑποβάλει κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον μίαν τρο-
4904πολογίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἑξῆς. Τοὺς ἐμπόρους τοὺς θεω-
4905ροῦμεν ὑποχρέους καὶ τοὺς ὑποβάλλομεν εἰς τὴν προσωπι-
4906κὴν κράτησιν διὰ τὰ ἐμπορικὰ χρέη, ἀλλὰ παρατηρῶ τὸ
4907ἑξῆς, ὅτι δυνάμεθα νὰ θέσωμεν τὴν ἑξῆς ἀρχήν· ὁ ἔμπορος,
4908ὁ ὁποῖος καταδικάζεται νὰ πληρώσῃ μέχρι 500 δραχμῶν,
4909νὰ μὴ ὑποβάλληται εἰς προσωπικὴν κράτησιν. Θὰ πιστεύ-
4910σητε ποτὲ, ὅτι ἔμπορος, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ
4911πληρώσῃ 500 δραχμὰς, θὰ δεχθῇ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὰς φυλα-
4912κὰς, δηλαδὴ νὰ κηρυχθῇ χρεωκόπος, διὰ νὰ μὴ πληρώσῃ τὰς
4913500 δραχμάς; Καὶ ἔχετε ἀνάγκην νὰ μεταχειρισθῆτε τὸ
4914βάρβαρον αὐτὸ μέσον καὶ νὰ προσωποκρατήσητε δυστυχῆ
4915ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ 500 δραχμὰς,
4916ἐνῷ ἔχετε ἔνδειξιν ἰσχυροτάτην, ὅτι ἐξ ἀδυναμίας δὲν τὰς
4917πληρόνει; Ἐὰν δὲ καταργήσωμεν τὴν προσωπικὴν κράτη-
4918σιν καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἐμπόρους, ὅταν τὸ χρέος ἦναι ἔλασσον
4919τῶν 500 δραχμῶν, ἐλπίζω καὶ πιστεύω, ὅτι οὐχὶ ἀργὰ θὰ
4920εὑρεθῶμεν εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ καταργήσωμεν ἐντε-
4921λῶς αὐτήν. Ἐὰν, Κύριοι λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἱστορίαν ἄλλων
4922ἐθνῶν, θὰ ἴδητε πόσα ἔτη παρῆλθον, πόσαι περιστάσεις ἔλα-
4923βον χώραν διὰ ν’ ἀπολήξωσιν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, εἰς τὸ
4924ὁποῖον ἀπέληξαν.
4925Ἑπομένως ἐννοῶ καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ
4926τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῶσι τὴν τροπολογίαν μου αὐτὴν, διὰ νὰ
4927ἀποδείξωμεν πράγματι, ὅτι ἔχομεν τὴν ἐπιθυμίαν καὶ τὴν
4928τάσιν, ὅταν θὰ μᾶς ἦναι ἐπιτετραμμένον, νὰ καταργήσωμεν
4929τὴν προσωπικὴν κράτησιν ἐντελῶς, διότι ἡ προσωπικὴ κρά-
4930τησις εἶναι δουλεία, καὶ ὑπὸ τοὺς θεσμοὺς, ὑπὸ τοὺς ὁποίους
4931διατελοῦμεν, καὶ εἰς τὸν αἰῶνα, κατὰ τὸν ὁποῖον ζῶμεν, εἶ-
4932ναι πράγματι αἶσχος διὰ τὴν κοινωνίαν μας νὰ ἔχωμεν αὐ-
4933τὸν τὸν βάρβαρον θεσμὸν ἐν ἐνεργείᾳ.
4934Ἔχω καὶ δευτέραν πρότασιν. Ἡ Δικονομία ἡ Πολιτικὴ,
4935ἐκτὸς τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον διαγράφει τὰς περιπτώσεις τῆς
4936προσωπικῆς κρατήσεως ὡς πρὸς τοὺς ἐμπόρους καὶ τὰς ἐμπο-
4937ρικὰς πράξεις, ἔχει καὶ μίαν ἄλλην διάταξιν, περὶ ἧς προ-
4938βλέπει τὸ ἄρθρον 998· καὶ αὐτὸ μοὶ φαίνεται βαρύτερον.
4939Ἑπομένως θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ δεχθῆτε, ἐν ὀνόματι τῆς
4940φιλανθρωπίας, ἐν ὀνόματι τοῦ πολιτισμοῦ, τὴν τροπολογίαν
4941ταύτην. Ὁ μισθωτὴς ὑποβάλλεται διὰ συμβολαίου εἰς προσω-
4942πικὴν κράτησιν, γίνεται ὑποζύγιον τοῦ ἰδιοκτήτου, τοῦ ὁποίου
4943τὸ κτῆμα ἐνοικιάζει, ἐνῷ ὁ ἰδιοκτήτης ἔχει τὸ δικαίωμα
4944νὰ ἐκλέγῃ αὐτὸν, ἐὰν ἦναι ἀξιόχρεως ἢ ὄχι, ἐὰν ἦναι τί-
4945μιος ἢ ὄχι, ἔχει δεύτερον τὴν ἀσφάλειαν τῶν καρπῶν, τοὺς
4946ὁποίους τὸ κτῆμα θὰ παράσχῃ, καὶ τοὺς ὁποίους δύναται νὰ
4947κατάσχῃ καὶ πρὶν ἢ ἀποκοπῶσι. Καὶ ἀφοῦ ὁ ἰδιοκτήτης ἔχει
4948τὴν ἀσφάλειαν αὐτὴν, πρέπει ὁ δυστυχὴς μισθωτὴς, ὁ ζητῶν
4949νὰ ἐνοικιάσῃ ἓν κτῆμα διὰ νὰ ζήσῃ, νὰ ὑποβάλληται ὑπὸ τοῦ
4950ἰδιοκτήτου εἰς τὰς ὑποχρεώσεις ὑποζυγίου, καὶ διὰ συμβο-
4951λαίου νὰ ὁμολογῇ, ὅτι συνομολογεῖ τὴν στέρησιν τῆς προσω-
4952πικῆς του ἐλευθερίας; Ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ! Γνωρίζω ὅτι, ὅτε
4953ὑπέβαλον τὴν πρότασιν, ἠγέρθησαν φωναί τινες ἰδιοκτητῶν
4954καὶ κτηματιῶν· ἀλλ’ οἱ κτηματίαι οὐδὲν δίκαιον δύνανται
4955νὰ ἔχωσιν, ἀφοῦ ἔχουσι τοὺς καρποὺς πρὸς ἀσφάλειάν των,
4956ἀπόκειται δὲ εἰς αὐτοὺς νὰ ἐκλέξωσι τὸν μισθωτήν.
4957Αὗται αἱ δύο προτάσεις λοιπὸν παρακαλῶ νὰ γείνωσι δε-
4958κταὶ, καὶ νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὸν περιορισμὸν, τὸν ὁποῖον
4959σήμερον τὸ νομοσχέδιον ἐπιβάλλει, νὰ εὐχηθῶμεν δὲ, ὅσον τὸ
4960δυνατὸν ταχύτερον νὰ εὑρεθῶμεν εἰς θέσιν, ὄχι μόνον νὰ λέ-
4961γωμεν τὰς ἐπιθυμίας μας, ἀλλὰ καὶ νὰ πραγματοποιήσωμεν
4962ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ ἡ ψυχή μας θέλει καὶ ἡ θέσις μας ἡ
4963πολιτικὴ ἐπιβάλλει.
4964§310ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καραστέργιος ἔχει τὸν λόγον.
4965§311ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. Καραστέργιος θὰ ὁμιλήσῃ
4966διὰ μακρῶν, τότε νὰ ἀναβάλωμεν.
4967§312Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
4968§313Ν. ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
4969§314ΡΙΚΑΚΗΣ. Δύο λέξεις, κύριε Πρόεδρε... (θόρυβος καὶ
4970διαμαρτυρίαι ἐκ πλείστων ἑδρῶν).
4971§315ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ.
4972§316ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὅλη ἡ ὁμιλία τοῦ κυρίου προαγορεύσαντος
4973ἦτο ὡραία. Εἶμαι συμφωνότατος μὲ τὴν θεωρίαν του. Δὲν
4974πρόκειται ὅμως περὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον διεπραγματεύθη.
4975Πρόκειται νὰ καθορίσωμεν ἕνα ὁρισμὸν ἐν τῇ Δικονομίᾳ, ὁ
4976ὁποῖος μέχρι τοῦδε ἦτο ἀόριστος καὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο κα-
4977κοηθεστάτη κατάχρησις. Αὐτὸ ἔρχεται νὰ κάμῃ ὁ νομοθέτης,
4978καὶ παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι δὲν συμφω-
4979νοῦσι μὲ τὰς ἰδέας τὰς ἰδικάς μας, νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι πρό-
4980κειται νὰ περιορίσωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ὅπως ἡ
4981Δικονομία ἡ ἰσχύουσα ἐννοεῖ νὰ διατάσσῃ, τουτέστι τὰς σχέ-
4982σεις καὶ ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγέννησεν ἡ διαφθορὰ τῆς
4983κοινωνίας, νὰ τὰ καταργήσωμεν.
4984§317ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
4985Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις. Οἱ παραδεχόμενοι
4986τὴν ἀρχήν...
4987§318ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασίς
4988μου.
4989§319ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἔπειτα
4990ἡ τροπολογία.
4991§320ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἄν γείνῃ δεκτὴ ἡ
4992τροπολογία, εἶναι περιττὸν τὸ νομοσχέδιον. Λοιπὸν κατὰ
4993τὸν Κανονισμόν...
4994§321ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἴμεθα ἐγγεγραμ-
4995μένοι καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κύριος Τσιτσάρας νὰ ὁμιλήσωμεν.
4996§322ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ βιάζεσθε! Δὲν ἐτελείωσε.
4997§323ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα ἐγγεγραμμένοι.
4998§324ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε. Πρόκειται νὰ ὑποβάλητε τροπο-
4999λογίας ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου. Λοιπὸν ἔχετε
5000καιρόν. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς οὐδεὶς ἄλλος ἦτο ἐγγεγραμμένος.
5001Ἐκηρύχθη περατωμένη ἡ συζήτησις. Ὅσοι ἔχουσι τροπολο-
5002γίας, ἔχουσι καιρὸν εἰς τὰ ἄρθρα νὰ ὑποβάλωσιν αὐτάς. Τώρα,
5003παρακαλῶ, νὰ σαφηνίσω τὸ ζήτημα.
5004Ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Μπακοπούλου κλπ. ἔχει ὡς ἑξῆς:
5005«Καταργεῖται ἡ προσωπικὴ κράτησις ὡς μέσον ἐκτελέσεως».
5006Ἑπομένως εἶναι τροπολογία τοῦ νόμου.
5007§325ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διόλου.
5008§326ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀρχὴ εἶναι αὐτή.
5009§327ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μεταβολὴ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομο-
5010σχεδίου.
5011§328ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε.
5012§329ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Ἡ τρο-
5013πολογία μου... (θόρυβος καὶ φωναί.) Θέλετε νὰ συζητή-
5014σωμεν; Ἀκούσατέ μου. Ἐγὼ μετὰ σεβασμοῦ θὰ σᾶς ἀκούσω.
5015§330Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
5016κῶν). Θὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ κειμένου. Δὲν εἶναι κείμενον
5017ἡ πρότασίς σας, εἶναι κείμενον τὸ νομοσχέδιον.
5018§331ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε πρῶτον τί θέλω; Διατὶ
5019ἀπαντᾶτε; Γνωρίζω βεβαίως, ὅτι θὰ σᾶς ἀκολουθήσουν ἑκατὸν
5020δέκα, ἐνῷ ἐμὲ οὐδείς.
5021Λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ. Πρόκειται περὶ
5022μεταρρυθμίσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, πρόκειται περὶ
5023νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συνίσταται ἐξ ἕνδεκα ἄρθρων. Ἐὰν
5024γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία μου, κατὰ τὴν ὁποίαν καταργεῖται
5025ἡ προσωπικὴ κράτησις ὡς μέσον ἐκτελέσεως, εἶναι περιττὸν
5026ν’ ἀποσχολήσωμεν τὴν Βουλὴν, ἐρωτῶντες αὐτὴν, ἂν δέχεται
5027τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἢ κατ’ ἄρθρον. Ἡ πρότασίς μου
5028εἶναι τροπολογία ἐπὶ ὅλου τοῦ νομοσχεδίου. Ἑπομένως κατὰ
5029τὸν Κανονισμὸν πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ πρῶτον ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν
5030τροπολογιῶν.
5031§332ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν ἀρχὴν πάντοτε. Ἀφοῦ ἔχει τὴν
5032αὐτὴν ἀρχήν...
5033§333ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καθόλου. Δὲν πρόκειται περὶ νομο-
5034σχεδίου περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ὥστε
5035νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἀρχῆς. Θὰ ἐρωτηθῇ λοιπὸν ἡ
5036Βουλὴ ἐπὶ τῆς τροπολογίας μου.
5037§334Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
5038κῶν). Ὅπως τὴν χαρακτηρίζει ὁ κύριος Βουλευτὴς, εἶναι
5039ἀπαράδεκτος· διότι εἶναι πρότασις νόμου, ὅπως τὴν χαρα-
5040κτηρίζει. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν εἶναι τροπολογία τοῦ
5041νομοσχεδίου. Διατὶ ἐπιμένει;
5042§335ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τούτου.
5043§336ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Ἡ Βουλὴ θὰ ἐρωτηθῇ πρῶτον
5044ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
5045§337ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ διαφωνῶ εἰς τοῦτο, κύριε Πρόε-
5046δρε, καὶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
5047§338ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαφωνεῖτε. Ἀλλ’ ὁ Κανονισμὸς λέγει (ἀνα-
5048γινώσκει): «Ἂν τροπολογία τις προταθῇ κατὰ τὴν συζήτη-
5049σιν, ὁ Πρόεδρος λαμβάνει τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἂν ἡ τρο-
5050πολογία πρέπει νὰ συζητηθῇ εὐθὺς, ἢ τυπουμένη νὰ διανεμηθῇ
5051πρὸ τῆς συζητήσεως εἰς τοὺς Βουλευτάς.»
5052§339ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν αὐτὸ ζητῶ καὶ ἐγώ.
5053§340ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ναὶ, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀρχήν. Ὑμεῖς τροπο-
5054λογεῖτε ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου.
5055§341ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ζηλεύω τῷ ὄντι τὴν
5056εὐφυΐαν σας, διὰ τῆς ὁποίας διατυποῦτε ἰδέας ἐναντίας τοῦ
5057Κανονισμοῦ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τροπολογίας ἐπὶ ὡρι-
5058σμένου ἄρθρου, κύριε Πρόεδρε· πρόκειται περὶ τροπολογίας
5059ὁλοκλήρου τοῦ νομοσχεδίου.
5060§342ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς τοιαύτη εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ τροπο-
5061λογία σας.
5062§343ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ... Ἂν γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία μου,
5063εἶναι περιττὸν νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ ὅλου τοῦ νομοσχεδίου.
5064Λοιπὸν νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς τροπολογίας.
5065§344ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἡ τροπολογία σας τροπολογεῖ, ὅπως
5066φρονῶ ἐγὼ, τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, καθιστῶσα
5067ἁπλοῦν αὐτό...
5068§345ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διόλου τὸ πρῶτον.
5069§346ΠΡΟΕΔΡΟΣ... ἂν γείνῃ δεκτὴ, περιττεύουσιν ὅλα τὰ
5070ἄλλα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου. Δύναται νὰ ψηφισθῇ ὡς τρο-
5071πολογία ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου. Ἐὰν ψηφισθῇ χωριστὰ, εἶναι
5072ἐντελῶς ἀπαράδεκτος, διότι τότε πρέπει νὰ τυπωθῇ, διανε-
5073μηθῇ καὶ συζητηθῇ τρὶς, ὡς πρότασις.
5074§347ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἄλλο συζητεῖται ἐπὶ τοῦ νομοσχε-
5075δίου ἢ τὸ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως;
5076Παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν πρέπει νὰ προταχθῇ
5077ἡ τροπολογία μου.
5078§348ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ζήτημα. Τὴν τάξιν τὴν κα-
5079νονίζει, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ὁ Πρόεδρος.
5080§349ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅταν ὁ Πρόεδρος διαφωνῇ, ἐρω-
5081τᾶται ἡ Βουλή.
5082§350ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν τὴν Βουλὴν, ἂν ἡ πρό-
5083τασις νόμου δύναται νὰ γείνῃ δεκτή.
5084§351ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι πρότασις νόμου. Εἶναι τρο-
5085πολογία... (θόρυβος καὶ φωναί). Εὑρισκόμεθα ἐν Βουλῇ,
5086ἢ ἐν Ἑβραϊκῇ Χάβρᾳ, κύριε Πρόεδρε;
5087§352ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διόλου δὲν εὑρισκόμεθα ἐν Χάβρᾳ.
5088§353ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ἐγὼ ζητῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ
5089Βουλή.
5090§354ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν
5091(Ἐγείρονται ὀλίγοι)...
5092§355ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
5093§356ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε δεκαπέντε.
5094§357ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα. (Ἐγείρονται ὀλιγώτεροι
5095τῶν 15).
5096§358ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπερρίφθη.
5097§359ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀπερρίφθη.
5098§360ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπερρίφθη.
5099Παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταὶ, καθήσατε.
5100Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην
5101συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ
5102περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
5103Ἄρθρον 1. Νὰ ἀναγνωσθῇ πρῶτον τὸ ἄρθρον, διὰ νὰ κα-
5104τανοήσω τὰς τροπολογίας (ἀναγινώσκεται).
5105Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχουσιν αἱ ἑξῆς τροπολογίαι.
5106Ἡ τοῦ κυρίου Μπακοπούλου καὶ λοιπῶν, διὰ τῆς ὁποίας ζη-
5107τεῖται ἡ πλήρης κατάργησις τῆς προσωπικῆς κρατήσεως.
5108Ἐπ’ αὐτῆς τῆς τροπολογίας, ἥτις εἶναι ἡ ἀπωτέρα, θὰ ἐρω-
5109τηθῇ πρῶτον ἡ Βουλή. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλοῦν-
5110ται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν
5111παρεδέχθη.
5112§361ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
5113§362ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄν εἶσθε 15. (Ἐγείρονταί τινες). Δὲν
5114εἶσθε.
5115Ὑπάρχει ἄλλη τροπολογία, τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις προτεί-
5116νει, ὅπως εἰς τὸ ἄρθρον 1 προστεθῇ τρίτον ἐδάφιον, ὡς ἑξῆς:
5117«Ἐπὶ συναλλαγματικῶν καὶ γραμματίων εἰς διαταγὴν, ἐκ-
5118δεδομένων ἐπὶ ῥητῇ ἐμπορικῇ αἰτίᾳ, ὑποχρεοῦται ὁ ἐναγό-
5119μενος νὰ ἀποδείξῃ τὸ ἐναντίον τῆς ἐμπορικότητος τοῦ ἐγ-
5120γράφου. Αἱ περὶ τούτου προδικαστικαὶ καὶ παρεμπίπτουσαι
5121ἀποφάσεις δὲν ἐκκαλοῦνται, εἰμὴ μετὰ τῆς ὁριστικῆς ἀπο-
5122φάσεως, γενομένης δ’ ἐφέσεως αὐτῶν, τὸ κατώτερον δικα-
5123στήριον προχωρεῖ εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῆς διαφορᾶς.»
5124Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται
5125νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν πα-
5126ρεδέχθη.
5127§363Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπέβαλον καὶ
5128ἐγὼ τροπολογίαν.
5129§364ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα τροπολογία, ἡ τοῦ κυ-
5130ρίου Ρικάκη.
5131§365ΡΙΚΑΚΗΣ. Τί λέγει ὁ κύριος Ὑπουργός;
5132§366ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, ὄχι τὸν κύριον
5133Ὑπουργόν.
5134Ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Ρικάκη ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγι-
5135νώσκει): «Ἐν πάσῃ περὶ ἐμπορικῆς διαφορᾶς ἐκδιδομένῃ
5136ἀποφάσει ἀπαγγέλλεται, αἰτήσει τοῦ ἐνάγοντος, προσωπικὴ
5137κράτησις κατὰ τοῦ ἡττηθέντος ἐμπόρου ἕνεκεν μόνον τοῦ
5138ἐπιδίκου ἀντικειμένου, τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία ὑπερβαίνει τὰς
5139δραχμὰς πεντακοσίας».
5140Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦν-
5141ται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν
5142παρεδέχθη.
5143Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει,
5144παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότε-
5145ροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
5146Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
5147§367ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη τροπολογία, ἀλλὰ τε-
5148χνηέντως ἀπεκρύβη. (Διαμαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν).
5149§368ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διόλου δὲν ἀπεκρύβη· μοῦ διέφυγε.
5150§369ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐπ’ αὐτῆς, παρακαλῶ, τὸν λόγον.
5151§370ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου.
5152§371Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
5153κῶν). Μὴ ἐπιτρέπετε τοιαύτας φράσεις, κύριε Πρόεδρε. Τί
5154θὰ εἰπῇ «τεχνηέντως»;
5155§372ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν Τσιτσάραν). Τὸ Προεδρεῖον,
5156βλέπετε, μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν
5157του. Διατὶ λέγετε τεχνηέντως; Ἰδοὺ ἡ τροπολογία σας.
5158Ἀλλ’ εἶναι ἀόριστος, μὴ συνδεομένη μὲ κανὲν ἄρθρον (ἀνα-
5159γινώσκει): «Καταργεῖται ἡ προσωπικὴ κράτησις διὰ τοὺς
5160πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλέτας, τοὐλάχιστον μέχρι τῶν 50
5161δραχμῶν.»
5162§373ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον, διὰ
5163νὰ δικαιολογήσω τὴν πρότασίν μου.
5164§374ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι! ὄχι! (θόρυβος).
5165§375ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐπὶ τῆς τροπολογίας, κύριε Πρόεδρε,
5166ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ. Δὲν δύνασθε νὰ τοῦ ἀφαιρέ-
5167σητε τὸν λόγον.
5168§376ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔδωκα τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν
5169τοῦ πρώτου ἄρθρου. Μὴ ἐπιμένετε. Ἐὰν νομίζητε ὅτι δὲν
5170εἴμεθα ἐν τάξει, ἐγὼ θὰ δώσω τὸν λόγον εἰς τὸν κύριον Βου-
5171λευτήν. Ἀλλὰ παραβαίνετε τὸν Κανονισμόν. Ὅταν ἔδωκα
5172τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου, τότε ἕκαστος ὤφειλε νὰ
5173ὑποστηρίξῃ τὴν τροπολογίαν του.
5174§377ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου ὑπέβαλον.
5175§378ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλω νὰ παραστήσω, ὅτι ἔδωκα τὸν λό-
5176γον ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου καὶ δὲν ὡμίλησε κανείς.
5177§379ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τὴν ὑπέβαλον,
5178κύριε Πρόεδρε. Σᾶς παρακαλῶ, ἂν εἶναι δυνατόν, δύο λέξεις
5179νὰ εἴπω.
5180§380ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατὶ θέλετε νὰ παραβαίνωμεν τὸν Κα-
5181νονισμόν;
5182§381ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ, δύο λέξεις.
5183Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀφοῦ δὲν
5184πρόκειται νὰ γείνῃ μέγα κακὸν εἰς τὸ Δημόσιον, εἶναι δὲ
5185γνωστὸν εἰς πᾶσαν τὴν Βουλήν, ποῖα μαρτύρια τραβοῦν οἱ
5186ὀφειλέται πρὸς τὸ Δημόσιον τριῶν, τεσσάρων, πέντε ἢ καὶ
5187δέκα δραχμῶν, νὰ συγκατατεθῇ νὰ δεχθῇ μίαν προσθήκην,
5188ὥστε οἱ ὀφειλέται μέχρι τοὐλάχιστον εἴκοσι δραχμῶν, ἢ καὶ
5189δεκαπέντε, νὰ ἀπαλλάσσωνται.
5190§382ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
5191§383ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ
5192κ. Τσιτσάρα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ
5193ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
5194§384ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Παρεδέχθη.
5195§385ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Παρεδέχθη, κύριε Πρόεδρε.
5196§386ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν παρεδέχθη.
5197§387ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
5198§388ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε 15.
5199§389ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὑποβάλλω ἔνστασιν ἀπαρτίας (θόρυβος).
5200§390ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε 15. Διατὶ ἐπιμένετε;
5201§391ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε
5202(θόρυβος.)
5203§392ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἀφήσατε, κύριε
5204Τσιτσάρα, νὰ τελειώσωμεν.
5205§393ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν ἐπιμένει ὁ κύριος Τσιτσάρας, κύριε Πρόεδρε.
5206§394ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη
5207ἤδη, ὑπάρχουσι τροπολογίαι. Ὑπάρχει τροπολογία τῆς ἐπι-
5208τροπῆς πρῶτον...
5209§395ΑΛΕΞΑΚΗΣ (πρὸς τὸν Τσιτσάραν). Δὲν ὑπέβαλες
5210ἔνστασιν;
5211§396ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν ἀπέσυρε.
5212§397ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου προτείνει ἡ ἐπι-
5213τροπὴ νὰ τεθῇ εἰς τὸν τέταρτον στίχον, ἀντὶ τῆς λέξεως
5214«ὀνομασθῇ», ἡ λέξις «χαρακτηρισθῇ», εἰς δὲ τὸν πέμπτον
5215στίχον, ἀντὶ «ὁρώσας», νὰ τεθῇ «ἀφορώσας εἰς», καὶ τέλος
5216νὰ διαγραφῶσιν αἱ ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου λέξεις «πάντοτε
5217δι’ αὐτὴν εἰς μόνον τὸν ὀφειλέτην».
5218Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς παρα-
5219καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ
5220δὲν παρεδέχθη.
5221§398ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἔκαμεν ἡ Βουλή;
5222§399ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν παρεδέχθη.
5223§400ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἀποδοκιμάζει καὶ ὑμᾶς, διότι
5224καὶ ὑμεῖς ἦσθε μέλος τῆς ἐπιτροπῆς (θόρυβος).
5225§401ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα τροπολογία, τοῦ κυρίου
5226Ροδοπούλου (ἀναγινώσκει): «Κατὰ πάσης ἀποφάσεως
5227ἀπαγγελλούσης προσωπικὴν κράτησιν ἢ ἀπορριπτούσης αἴ-
5228τησιν περὶ ἀπαγγελίας τοιαύτης ἐπιτρέπεται πάντοτε ἔφε-
5229σις εἰς τοὺς διαδίκους.»
5230§402ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπεται καὶ τώρα.
5231§403ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύ-
5232την παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι).
5233Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
5234Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει,
5235παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσό-
5236τεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
5237Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
5238Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει, μεταξὺ τῶν ἄρθρων 2 καὶ 3 νὰ
5239παρεμβληθῇ ἄρθρον αὐτοτελὲς, μεταρρυθμίζον τὴν § 1 τοῦ
5240ἄρθρου 999 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ὡς ἑξῆς: «εἰς ὅλας
5241τὰς δίκας κατὰ τῶν ἐμπόρων καὶ μόνον διὰ τὰς ἐμπορικὰς
5242αὐτῶν ὑποθέσεις.»
5243§404Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κατὰ τὴν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ συζήτησιν
5244ἀπεδέχθη τὴν πρότασιν ταύτην καὶ ὁ κύριος Ὑπουργός.
5245§405ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς ἐπι-
5246τροπῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι).
5247Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
5248Ἐπίσης προτείνει ἡ ἐπιτροπὴ, ὅπως ἀντικατασταθῇ ἡ
5249λέξις «ἐμπόρων» ἐν στίχ. δʹ τοῦ ἄρθρου 3 διὰ τῆς φρά-
5250σεως «τῶν ἐνασκούντων νομίμως τὴν ἐμπορίαν».
5251Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγεί-
5252ρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
5253§406ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Πιστεύω ὅτι θὰ δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ
5254προστεθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 9 ἢ 8 τοῦ ὑπὸ συζή-
5255τησιν νομοσχεδίου ἡ ἑξῆς πρότασις, δικαιοτάτη ἄλλως τε:
5256«Καταργεῖται ἡ προσωπικὴ κράτησις καὶ ὡς πρὸς τοὺς
5257ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου ἐκ διαφόρων φόρων μέχρις 20
5258δραχμῶν.»
5259§407ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπερρίφθη πρὸ ὀλίγου ἡ πρότασις αὕτη
5260(θόρυβος).
5261(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀνα-
5262γινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 4–7 ἄνευ
5263ἀντιρρήσεως).
5264§408ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται). Εἰς τὸ ἄρ-
5265θρον τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει, ἀντὶ τῆς λέξεως «τριῶν»
5266νὰ τεθῇ «ὀκτώ». Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερ-
5267θῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
5268Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται
5269νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ
5270παρεδέχθη.
5271Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου
5272ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κυρίου Ροδοπούλου, προτείνοντος
5273ν’ ἀντικατασταθῇ ἡ δευτέρα περίοδος τοῦ τροποποιουμένου
5274ἄρθρου 1048 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ὡς ἑξῆς: «Ἐντὸς δὲ
5275προθεσμίας τριῶν ἡμερῶν, παρατεινομένης λόγῳ ἀποστάσεως
5276κατὰ τὰ ἄρθρα 195 καὶ 196 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας,
5277ἐπιδίδεται αὐτῷ κλπ.»
5278Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦν-
5279ται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν
5280παρεδέχθη.
5281Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται
5282νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ
5283παρεδέχθη.
5284Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
5285§409Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 10 χρῄζει τῆς ἰδιαζού-
5286σης προσοχῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τῆς Βουλῆς· διότι,
5287ἂν ψηφισθῇ ὡς ἔχει, οὐ μόνον θέλει καταστῆ ἀνεφάρμοστον,
5288ἀλλὰ θὰ ἐπιφέρῃ καὶ πλείονα ταραχὴν εἰς τὴν μέχρι τοῦδε
5289διαδικασίαν. Τὸ ἄρθρον ἔχει οὕτω: «Ὁ παρὼν νόμος ἐφαρ-
5290μόζεται καὶ ἐπὶ προσωπικῆς κρατήσεως ἐπιβληθείσης διὰ
5291προγενεστέρας ἀποφάσεως· πᾶσα δὲ διάταξις ἀντικειμένη εἰς
5292αὐτὸν καταργεῖται κλπ.» Ἀλλ’ οὕτω θέλει σταματήσει ἡ ἐκ-
5293τέλεσις πάσης ἀποφάσεως, εἴτε δικαίας, εἴτε ἀδίκου, θὰ στα-
5294ματήσῃ ἡ δικαιοσύνη. Συλλογίσθητε, ὅτι ἐπὶ πολλὰ ἔτη εἰρ-
5295γάσθη εἷς κεφαλαιοῦχος, ἵνα ἐπιτύχῃ μίαν τελεσίδικον ἀπό-
5296φασιν καὶ λάβῃ ἕνα τίτλον, ἀλλ’ ἤδη δὲν θὰ γείνῃ ἡ ἐκτέ-
5297λεσις κατὰ τοῦ τοιούτου ὀφειλέτου. Θὰ παρακαλέσω νὰ γείνῃ
5298δεκτὴ ἡ τροπολογία, ἣν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπρότεινε, δηλαδὴ νὰ
5299ἰσχύῃ ὁ νόμος εἰς τὰς ἀπὸ τοῦδε καὶ ἑξῆς ἐκδοθησομένας
5300ἀποφάσεις.
5301§410Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ
5302νομοσχεδίου, διότι ἔβλεπον ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς ἔτει-
5303νεν ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς ἀρχῆς. Ἀλλ’ εἰς τὸ ἄρθρον 10
5304ὑπάρχει διάταξις, ἥτις τείνει, οὐχὶ δι’ ὃν λόγον ἀνέφερεν ὁ
5305κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, νὰ ἀναιρέσῃ τὰ εὐεργετήματα
5306ὑπὲρ τῆς τάξεως ἐκείνης, διὰ τὴν ὁποίαν ἐσκέφθη νὰ προ-
5307νοήσῃ ὁ νόμος. Τί λέγει ἡ διάταξις; (ἀναγινώσκει): «Πᾶσα
5308δὲ διάταξις ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖ-
5309ται, ἐκτὸς τῶν ἐν ἰσχύϊ κεχορηγημένων δι’ εἰδικῶν νόμων εἰς
5310τὰς Τραπέζας προνομίων περὶ ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως καὶ
5311διὰ προσωπικῆς κρατήσεως τῶν ὀφειλετῶν αὐτῶν»...
5312§411Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύ-
5313νης).!...
5314§412Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι
5315ὑπέλαβεν ὅτι θὰ εἴπω διὰ τὴν Μεγαρίδα. Ὄχι· θὰ εἴπω κἄτι
5316τι δι’ ἵδρυμα τραπεζιτικόν, περὶ οὗ ἐνδιαφέρεται ὁ κ. Ὑπουρ-
5317γὸς, καὶ τὸ ἐνδιαφέρον του ἀποδεικνύει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
5318Ἀκούσατε λοιπόν. Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου εἶναι νὰ μὴ
5319ἐπάγηται προσωπικὴ κράτησις κατὰ τῶν μὴ ἀποδειχθέντων
5320ἐμπόρων. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς στιγμῆς τάσσεται ὑπὲρ τῶν Τραπεζῶν
5321ἐξαιρετικῶς ἡ προσωπικὴ κράτησις, πιστεύω ὅτι ἡ Ἑλλη-
5322νικὴ εὐφυΐα θὰ εὕρῃ ἔδαφος ἐκμεταλλεύσεως, ὥστε νὰ ἀφαι-
5323ρέσῃ τὰς εὐεργετικὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Εἶμαι πεπεισμέ-
5324νος, ὅτι διὰ καταλλήλου τρόπου θὰ ἐνεργῆται ἡ προσωπικὴ
5325κράτησις ὑπὸ τῶν Τραπεζῶν· καὶ πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν
5326τὰ γενησόμενα. Παραδείγματος χάριν, ἐγὼ ἔχω ἀποδεχθῆ
5327συναλλαγματικὴν καὶ δὲν ὑποχρεοῦμαι εἰς προσωπικὴν κρά-
5328τησιν, ἀλλ’ ὁ κομιστὴς τῆς συναλλαγματικῆς, ὅστις δὲν ἔχει
5329κατ’ ἐμοῦ τὴν προσωπικὴν κράτησιν, δύναται νὰ μεταβιβάσῃ
5330τὴν συναλλαγματικὴν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἥτις ὡς
5331κομίστρια δύναται νὰ ἐναγάγῃ ἐμὲ, τὸν ὑπογράψαντα καὶ
5332ἀποδεχθέντα, καὶ ἐπιτύχῃ τὴν προσωπικὴν μου κράτησιν. Τί
5333δύναται νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός; Ἐγὼ συνεφώνησα
5334καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν πρὸς τὸ νομοσχέδιον· ἀλλ’ ἐπεθύμουν,
5335ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἔδιδε μικρὰν διασάφησιν ἐπὶ τοῦ ζητήμα-
5336τος τούτου.
5337§413Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἡ Τράπεζα δὲν δέχεται νὰ δανείσῃ κα-
5338νὲν ἄλλο πρόσωπον, ἐκτὸς ἐκείνων, ἅτινα ἔχει εἰς τὸν πιστω-
5339τικὸν κατάλογον.
5340§414Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύ-
5341νης). Ἡ Τράπεζα ἔχει προνόμιον δυνάμει τοῦ καταστατι-
5342κοῦ αὐτῆς κατὰ τῶν μετ’ αὐτῆς συναλλασσομένων ἀπ’ εὐ-
5343θείας, καίπερ μὴ ὄντων ἐμπόρων.
5344§415Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, τοῦτο νὰ ἐγ-
5345γραφῇ ὡς ἑρμηνεία ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς.
5346Ἀλλ’ ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λοκρίδος. Τὸ πι-
5347στωτικὸν κατάστημα ἔχει κατάλογον τῶν μετ’ αὐτοῦ συν-
5348αλλασσομένων. Ἀλλ’ ὁ κατάλογος τῶν ὑπογραφῶν μιᾶς συν-
5349αλλαγματικῆς εἶναι ἀπροσδιόριστος· λέγει δὲ ἡ συναλλαγμα-
5350τική: «... Καὶ ἀντ’ ἐμοῦ πληρώσατε εἰς τὴν διαταγὴν τῆς
5351Ἐθνικῆς Τραπέζης». Αὕτη εἶναι ἡ δικαιοῦχος, καὶ ἔχει δι-
5352καίωμα νὰ ἐνεργήσῃ κατὰ πάντων.
5353§416Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέσατε, ὅτι ἀφερέγγυος ὀφει-
5354λέτης ἐκδίδει γραμμάτιον καὶ ὑπόσχεται νὰ πληρώσῃ εἰς
5355διαταγὴν ἑτέρου καὶ ἐντὸς τοῦ καταστήματος τῆς Τραπέ-
5356ζης δραχμὰς τόσας, καὶ τὸ γραμμάτιον αὐτὸ ὀπισθογραφεῖ-
5357ται παρ’ ἑνὸς ἢ πλειοτέρων πιστωτῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέ-
5358ζης καὶ μεταβιβάζεται εἰς τὴν Τράπεζαν. Κατὰ τοῦ ἐκδότου
5359ἔχει αὕτη προσωπικὴν κράτησιν;
5360§417Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ Τράπεζα δὲν δύναται ἢ νὰ ἐκτελέσῃ
5361κατὰ τῶν ὀφειλετῶν αὐτῆς, οἵτινες εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς
5362τὸν πιστωτικὸν κατάλογόν της. Δὲν δύναταί τις νὰ τῆς φέρῃ
5363ἕνα ἀπὸ τὸν δρόμον.
5364§418Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύ-
5365νης). Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ Τράπεζα, δυνάμει τοῦ καταστατι-
5366κοῦ της, ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς προσωπικῆς κρατήσεως κατὰ
5367τῶν ἀπ’ εὐθείας συναλλασσομένων μετ’ αὐτῆς, καίτοι μὴ ἐμ-
5368πόρων. Ἐὰν ἐγὼ, μὴ συναλλασσόμενος μὲ τὴν Τράπεζαν, ἔχω
5369γραμμάτιον, τὸ ὁποῖον δὲν συνεπάγει προσωπικὴν κράτησιν,
5370δὲν ἕπεται, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ ἐξεχώρησα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τρά-
5371πεζαν, χωρὶς νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν ἐκχώρησιν ὁ ὀφειλέτης,
5372θὰ καταστήσω βαρυτέραν τὴν θέσιν τοῦ ὀφειλέτου.
5373§419Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι μετὰ τοῦ
5374κυρίου Ὑπουργοῦ. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἐν ταῖς γραμμαῖς
5375τῆς βραχείας παρατηρήσεως, ἣν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑπο-
5376βάλω, δὲν εὑρίσκεται Βουλευτὴς, μὴ ἀναγνωρίζων τὸ ὀρθὸν
5377καὶ τὸ δίκαιον αὐτῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι τὸ προ-
5378νόμιον τῆς Τραπέζης εἶναι ἐναντίον μόνον τῶν συναλλασσο-
5379μένων ἀπ’ εὐθείας πρὸς αὐτήν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ ἐκ-
5380χωρήσεως συναλλαγματικῆς διὰ συμβολαιογραφικοῦ ἐγγρά-
5381φου, πρόκειται περὶ μεταβιβάσεως. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς μετα-
5382βιβασθῇ ἡ συναλλαγματικὴ διὰ τοῦ τελευταίου κομιστοῦ,
5383πάντες οἱ ὑπογεγραμμένοι εἶναι συναλλασσόμενοι μετ’ αὐτῆς.
5384Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν θέλει νὰ κατα-
5385διώξῃ τοὺς πιστωτὰς αὐτῆς. Εἶναι τοῦτο καὶ συμφέρον της.
5386Ἀλλ’ ἐν τῇ ἀγωγῇ θὰ ἀπαγγελθῇ κατὰ πάντων ἡ προσω-
5387πικὴ κράτησις. Πῶς θὰ διακριθῇ τοῦτο;... Μοὶ δίδει τὸ ἐνδό-
5388σιμον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, καὶ προτείνω νὰ προστεθῇ
5389ἡ λέξις «πιστούχων», ἥτις οὐδὲν προνόμιον διακυβεύει τῆς
5390Τραπέζης, οὐδὲ πραγματικὰ συμφέροντα αὐτῆς· διότι, ὅτε
5391ἡ Τράπεζα ἔδωκε τὰ χρήματα, δὲν τὰ ἔδωκεν ἢ μὲ τὰς δύο
5392ὑπογραφὰς τῶν ἐμπόρων, τῶν πιστούχων.
5393§420Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ὅταν ἐγὼ δανείζωμαι ἀπὸ πιστοῦχον
5394τῆς Τραπέζης, ὅστις θὰ μεταβιβάσῃ τὴν συναλλαγματικὴν
5395εἰς αὐτήν, δὲν θ’ ἀπευθυνθῇ ἡ Τράπεζα κατ’ ἐμοῦ, ἀλλὰ κατὰ
5396τοῦ πιστούχου.
5397§421Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Κυριαζῆς ἔχει δί-
5398πλωμα νομικῆς, ἀλλ’ ἔμεινεν εἰς τὸ ἔδαφος τῆς θεωρίας μέ-
5399χρι τοῦδε. Δὲν γνωρίζει, ὅτι πᾶς κομιστὴς συναλλαγματικῆς
5400ἔχει δικαίωμα ν’ ἀπευθυνθῇ ἐναντίον παντός.
5401§422Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου δὲν ἔχει δικαίωμα
5402§423Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, βεβαιώθητε,
5403ὅτι τὰ εἰδικὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα ἀπονέμονται εἰς τὰ πιστω-
5404τικὰ ἐν γένει ἱδρύματα, οὐδὲν ἔχουσι διὰ τῆς προσθήκης τῆς
5405λέξεως «πιστοῦχος» νὰ ζημιωθῶσιν. Εἰς τίνα ἐνεπιστεύθη ἡ
5406Τράπεζα τὸ χρῆμά της; Ἐὰν πέντε ἢ δέκα ὑπογραφαὶ μὴ
5407πιστούχων αὐτῆς προστεθῶσι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κερδή-
5408σωσι τὴν πίστιν τῆς Τραπέζης, ἵνα δώσῃ τὸ χρῆμα αὐτῆς·
5409ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχωσι δύο ὑπογραφαὶ πιστούχων, θὰ δώσῃ τὸ
5410χρῆμά της. Εἰς τὴν Τράπεζαν ἀρκοῦσιν αἱ δύο ὑπογραφαί·
5411ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐναγάγῃ μόνον τὰς δύο ὑπογρα-
5412φὰς, διότι, ὡς ἔχουσα εὐθύνην ἀπέναντι τῶν μετόχων, ὑπο-
5413χρεοῦται πάντας νὰ καταδιώξῃ. Ἑπομένως πρέπει νὰ περιο-
5414ρίσῃ τὸν κύκλον τῆς ἐνεργείας της, ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς
5415προσωπικῆς κρατήσεως, ἐναντίον ἐκείνων μόνον, ἐπὶ τῇ βάσει
5416τῶν ὑπογραφῶν τῶν ὁποίων ἔδωκε τὸ χρῆμά της ἀρχῆθεν,
5417ἤτοι τῶν πιστούχων της.
5418§424Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐνόμι-
5419σαν, ὅτι μεγάλην ἔκαμον ἀνακάλυψιν, συμπληροῦντες τὴν
5420διάταξιν αὐτὴν διὰ τῆς λέξεως «πιστοῦχος». Ἐν πρώτοις
5421πρέπει νὰ παρατηρήσω εἰς αὐτοὺς, ὅτι τίς εἶναι πιστοῦχος
5422καὶ τίς δὲν εἶναι, τὸ κοινὸν τὸ ἀγνοεῖ, διότι εἶναι ζήτημα
5423τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τῶν Τραπεζῶν, καὶ μάλιστα τῆς
5424μυστικῆς αὐτῶν ὑπηρεσίας. Ἐὰν προστεθῇ ἡ λέξις «πιστοῦ-
5425χος», ἀντὶ νὰ φέρωμεν τὴν διευκόλυνσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν
5426ταύτην τῆς Τραπέζης καὶ τὴν προνομιακὴν αὐτῆς διαδι-
5427κασίαν, θὰ φέρωμεν τὸν κυκεῶνα διὰ νέων ἐνστάσεων περὶ
5428τοῦ πιστωτικοῦ αὐτῆς καταλόγου. Νομίζω ὅτι δωρεὰν ὁ
5429ἀξιότιμος συνάδελφος ἀπέδωκεν εἰς τὰς Τραπέζας πρόθεσιν
5430καταδολιεύσεως τῶν νόμων, τῆς ὁποίας, ἡ πεῖρα μέχρι τοῦδε
5431ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν εἶναι ἄξιαι· εἶναι δὲ πολὺ ἄδικον νὰ ὑπο-
5432τεθῇ, ὅτι αἱ Τράπεζαι δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς γέφυρα
5433εἰς τοὺς τοκογλύφους καὶ νὰ χρησιμοποιήσωσι τὰ προνόμια,
5434τὰ ὁποῖα ἡ Πολιτεία ἐνεπιστεύθη εἰς αὐτὰς, χάριν τῶν το-
5435κογλύφων. Ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι μετὰ πλείονος φειδωλίας
5436τὰ πιστωτικὰ ταῦτα ἱδρύματα χρησιμοποιοῦσι τὸ δικαίωμα
5437τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ὡς μέσον ἐκτελέσεως, καὶ ἐκεῖ
5438μόνον, ὅπου ὁ ὀφειλέτης δὲν εὑρίσκεται ἐν ἀπορίᾳ πραγμα-
5439τικῇ, ἀλλὰ θέλων νὰ δολιευθῇ τὸ χρῆμα τῶν Τραπεζῶν ἀπο-
5440κρύπτει τὴν περιουσίαν του. Ὅταν δὲ σήμερον πρόκειται νὰ
5441χρησιμοποιήσωσιν αἱ Τράπεζαι τὰ κεφάλαιά των ἐπὶ τῷ κατω-
5442τάτῳ τόκῳ, δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἐρχώμεθα νὰ συζητῶμεν περὶ
5443τοιούτων πραγμάτων, τὰ ὁποῖα, ἐὰν γείνωσι δεκτὰ, εἰς οὐδὲν
5444ἕτερον θὰ χρησιμεύσωσιν ἢ νὰ καταστρέψωσι σπουδαιότατα
5445συμφέροντα οὐ μόνον τῶν Τραπεζῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν μετ’ αὐ-
5446τῶν συναλλασσομένων.
5447§425Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
5448§426ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡμιλήσατε ἤδη ἐπανειλημμένως.
5449§427Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποχωρῶ, διότι ἐγὼ οὐδέποτε
5450πρόκειται νὰ ἔχω τοιαύτας δοσοληψίας μετὰ τῶν Τραπεζῶν.
5451§428Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ
5452Χαλκίδος, παρατηρῶ, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν τὴν
5453κακὴν πίστιν τῶν Τραπεζῶν, ἀλλὰ νὰ διορθώσωμεν ἓν ἄτοπον,
5454τὸ ὁποῖον δύναται νὰ φέρῃ ἔστω καὶ ἐλάχιστον κακόν. Ἵνα
5455ἀποφύγωμεν τοῦτο, παρακαλῶ νὰ δηλώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁ
5456ὁποῖος εἶπεν, ὅτι μόνον ὁ συναλλασσόμενος ἀπ’ εὐθείας μετὰ
5457τῆς Τραπέζης ὑπόκειται εἰς τὴν προσωπικὴν κράτησιν, ἐὰν
5458ἐννοεῖ ὡς τοιοῦτον μόνον τὸν τελευταῖον ὀπισθογράφον,
5459§429Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύ-
5460νης). Ὄχι. Ἐννοῶ ἐκεῖνον, τὸ ὁποῖον ἐννοεῖ ὁ νόμος.
5461§430Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἔπρεπε νὰ τὸ καθορίσητε.
5462§431ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10 ὑπάρχει τροπολογία
5463τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις προτείνει τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἄρθρου
5464ὡς ἑξῆς:
5465«Ὁ παρὼν νόμος δὲν ἐφαρμόζεται ἐπὶ προσωπικῆς κρατή-
5466σεως ἐπιβληθείσης διὰ προγενεστέρας ἀποφάσεως, ἰσχύει δὲ
5467ὡς πρὸς μόνας τὰς ὑπὸ τὸ κράτος αὐτοῦ δημιουργηθείσας
5468σχέσεις. Πᾶσα δὲ διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν παρόντα νό-
5469μον καταργεῖται.»
5470Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται
5471νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρε-
5472δέχθη.
5473Ὡσαύτως ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κυρίου Βοκοτοπούλου,
5474προτείνοντος νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον 10 ὡς ἑξῆς:
5475«Πάσης προγενεστέρας τοῦ παρόντος νόμου ἀποφάσεως
5476διάταξις περὶ προσωπικῆς κρατήσεως κατὰ διαδίκου ὑπο-
5477χρέου συναλλαγματικῆς δύναται νὰ κηρυχθῇ ἄκυρος ὑπὸ τοῦ
5478ἐκδόντος αὐτὴν δικαστηρίου κατὰ τὸ ἄρθρον 1001 τῆς Πολι-
5479τικῆς Δικονομίας, χωρὶς ἐκ τούτου νὰ ἀναστέλληται ἡ ἐκτέ-
5480λεσις τῆς τοιαύτης διατάξεως, ἐκτὸς ἐὰν τὸ Δικαστήριον
5481ἤθελε διατάξει ἄλλως.»
5482Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Βοκοτο-
5483πούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι).
5484Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
5485Ὡσαύτως ὑπάρχουσι δύο ἕτεραι τροπολογίαι, ἡ μία τῶν
5486κυρίων Ε. Γαρουφαλιᾶ καὶ Κ. Χρηστοπούλου, καὶ ἡ ἑτέρα
5487τῶν κ. Κ. Ἀγαθοκλέους κλπ.
5488(Ἀναγινώσκονται ἰδίᾳ ἑκατέρα καὶ ἀπορρίπτονται
5489δι’ ἀναστάσεως).
5490§432ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει,
5491παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότε-
5492ροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
5493(Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν
5494τὸ ἄρθρον 11, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου
5495εἰς τρίτην συζήτησιν).
5496§433ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 2 καὶ 50′
5497π. μ. τῆς ἐπιούσης).