Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΕ · Σύνοδος ΕΚΤΑΚΤΟΣ› Συνεδρίαση 31

1900.03.02

3.174 στίχοι · 23.952 λέξεις · 1 πίνακας · 136 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1900.03.02
Προεδρεία
Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΟΥ
Περίοδος
ΙΕ
Σύνοδος
ΕΚΤΑΚΤΟΣ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1900)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31

τῆς 2 Μαρτίου 1900.

(Πέμπτη).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πετρίδης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§2Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρῆλθε πολὺς καιρὸς ἀφ’ ὅτου εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπιληφθῇ ὑποθέσεως τὰ μάλα ἐνδιαφερούσης τὴν Κορινθίαν, ἰδιαιτέρως δὲ τὸν δῆμον Σικυῶνος, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἀστυνομικὸν ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ καθεστώς. Ἡ ἀστυνομία ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ περιῆλθεν εἰς σημεῖον ἀκροσφαλὲς, ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ νῦν ἀστυνόμου· κυριολεκτικῶς δὲν ὑπάρχει ἀστυνομία φρουρὸς τῆς ἀσφαλείας τῆς τιμῆς, τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν. Ἀνέμενον ἀπὸ καιροῦ, ἵνα ὁ κύριος Θεοτόκης, ὅπως εἶχε δηλώσει εἰς τὴν Βουλὴν, καταθέσῃ τὰς σχετικὰς πληροφορίας καὶ τὰ πορίσματα τῶν ἀνακρίσεων, διοικητικῶν ἢ δικαστικῶν, ἐπὶ τῶν ὑποβληθεισῶν καταγγελιῶν διὰ ῥητὰς παραβάσεις, ἀναγομένας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ εἰρημένου ἀστυνόμου, ὅστις πᾶν ἄλλο πράττει ἢ τὸ καθῆκόν του. Βεβαιωθῆτε δὲ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀστυνομικὴ ἀσφάλεια ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ. Ἀποθρασυνθεὶς ὁ ἀστυνόμος οὗτος ἐκ τῆς ἀμεριμνησίας τῆς Κυβερνήσεως, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν συνέλαβε φιλησύχους πολίτας καὶ ἐντίμους καὶ ἔδειρεν αὐτοὺς ἀνηλεῶς δημοσίᾳ, ἄλλους δ’ ἐξύβρισε, σχόντας τὸ θάρρος νὰ καταγγείλωσι τὰς παρεκτροπὰς του. Λυποῦμαι ὅτι εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναλάβω τὴν σύστασίν μου, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διὰ νὰ σώσῃ τὸν τόπον ἀπὸ τοιοῦτον ὄργανον τῆς διοικήσεως. Ἵνα δὲ καταδειχθῇ κατὰ πόσον ἀμερολήπτως καὶ ἀφατρίαστος ὁ ἀστυνόμος οὗτος ἐκπληροῖ τὰ ἀστυνομικά του καθήκοντα, καὶ πῶς ἐννοεῖ νὰ τὰ ἐνασκῇ, δὲν ἔχω παρὰ νὰ ἐπικαλεσθῶ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, τοῦ ὁποίου ὄργανον ἀπαραίτητον κατέστη ὁ ἀστυνόμος οὗτος. Διὰ τοῦ ψηφίσματος τούτου, πρωτοφανοῦς εἰς τὰ καθ’ ἡμᾶς χρονικὰ, ἀποδοκιμάζομαι ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν συνταγματικῶν μου δικαιωμάτων, ὡς Βουλευτοῦ, καὶ ἐκφράζει τὸ Συμβούλιον τὴν λύπην του διὰ τὰ λεχθέντα κατὰ τοῦ ἀστυνόμου ὑπ’ ἐμοῦ ἐν τῇ Βουλῇ! Τὸ ψήφισμα τοῦτο, καταρτισθὲν καθ’ ὅλας τὰς νομίμους διατυπώσεις, ὑπεβλήθη εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ ἀνεγνώσθη, ὡς μὴ ἔδει, παρὰ τοῦ κ. Προέδρου...

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνηγγέλθη μόνον· δὲν ἀνεγνώσθη, νομίζω.

§4ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνεγνώσθη καὶ κατεχωρίσθη εἰς τὰ πρακτικά.

§5ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν θὰ ἐπεθύμουν νὰ μακρηγορήσω, διότι τὸ ζήτημα, ὅπως ἐπιλαμβάνεται αὐτοῦ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, εἶναι προσωπικόν· ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι ἀπὸ τὰ σπάνια ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα εἶδον τὸ φῶς. Ποίαν ἁρμοδιότητα εἶχε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ ἐκφράσῃ γνώμην ἢ μομφὴν κατὰ Βουλευτοῦ ἐνασκοῦντος τὰ συνταγματικὰ αὑτοῦ δικαιώματα, φρουρουμένου δὲ ὑπὸ ῥητῶν καὶ ἀπαραβιάστων διατάξεων τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐξασφαλίζει ἀπολύτως τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου; Ἐναπόκειται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ κρίνῃ. Λυποῦμαι, ὅτι εὐθὺς ὡς ἔλαβε γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς, δὲν ἔσπευσε νὰ ἀκυρώσῃ τὸ ψήφισμα αὐτὸ, τιμωρῶν καὶ εἰσάγων εἰς ποινικὸν δικαστήριον τὸ ἐκτροχιασθὲν Δημοτικὸν Συμβούλιον. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικὸν, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀσχοληθῶ πλειότερον εἰς τοῦτο. Ἀφίεμαι εἰς τὴν εὐσυνειδησίαν καὶ τὴν νομιμοφροσύνην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς ὃν ἀπόκειται νὰ κρίνῃ καὶ ἀποφασίσῃ, ἀποκαθιστῶν ἐντὸς τῆς τροχιᾶς του τὸ παρεκτραπὲν Δημοτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον, ὡς ἀντάλλαγμα τῶν παρεχομένων ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου εὐκολιῶν, ἐπὶ ζημίᾳ τῆς ἀσφαλείας καὶ τῆς δημοσίας ἐκεῖ τάξεως, ἔκρινε νὰ ἐκδώσῃ τὸ παράνομον καὶ αὐθαίρετον τοῦτο ψήφισμα. Τὸ ψήφισμα ἀναφέρεται καὶ εἰς τὴν διαγωγὴν καὶ τὴν ἐν γένει συμπεριφορὰν τοῦ ἀστυνόμου, τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἐκδόντος, οὕτως εἰπεῖν, πιστοποιητικὸν καλῆς αὐτοῦ διαγωγῆς. Ἔστω τοῦτο τρανὸν δεῖγμα τῆς ὑφισταμένης μεταξὺ τοῦ ἀστυνόμου καὶ τῶν διευθυνόντων τὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἀλληλεγγύης. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο διοίκησις; Κατὰ τὸν νόμον, εἰς τρεῖς περιπτώσεις δύναται νὰ ἐπιληφθῇ ἐκδόσεως ψηφισμάτων τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον: 1) ὅταν πρόκειται περὶ συμφερόντων τοῦ δήμου γενικῶς, ὅτε ἐκδίδει ἀποφάσεις, αἵτινες χρήζουσι τῆς ἐπικυρώσεως τῆς προϊσταμένης διοικητικῆς ἀρχῆς, 2) ὅταν ἐκδίδῃ γνωμοδοτήσεις, αἵτινες προκαλοῦνται ὑπὸ τῆς προϊσταμένης διοικητικῆς ἀρχῆς, καὶ 3) ὅταν ἐκδίδῃ εὐχὰς, προκειμένου περὶ συμφερόντων γενικῶν τοῦ δήμου. Τὸ ψήφισμα τὸ ὑποβληθὲν εἰς ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, δὲν νομίζω ὅτι ἀφορᾷ εἰς οὐδεμίαν τῶν περιπτώσεων τούτων· εἶναι ἐντελῶς ἄκυρον καὶ ἐκτὸς τῆς δικαιοδοσίας τῶν δημοτικῶν συμβούλων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, χάριν τοῦ Βουλευτικοῦ ἀξιώματος, νὰ σπεύσῃ νὰ ἀκυρώσῃ τοιοῦτον ἔκτροπον ψήφισμα, νὰ προβῇ δὲ τάχιστα καὶ εἰς τὴν ἐκτόπισιν καὶ τιμωρίαν τοῦ ἀστυνόμου τούτου, ἂν ἐνδιαφέρεται περὶ τῆς ὑπολήψεως τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας ὄργανον φατριαστικὸν παρίσταται ὁ κύριος ἀστυνόμος. Ἡ διοίκησις, ἥτις παρουσιάζεται ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ, δὲν εἶναι ἡ διοίκησις, τὴν ὁποίαν ἐπηγγέλθη ἡ Κυβέρνησις πομπωδῶς πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.

§6Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καίτοι δὲν ἀρέσκομαι νὰ καταγγέλλω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰς παρεκτροπὰς τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, οὐχ ἧττον ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει ὀφείλω νὰ ἐπιβεβαιώσω τοὺς λόγους τοῦ κ. συναδέλφου, καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ταχέως προβῇ εἰς τὴν μετάθεσιν τοῦ ἀστυνόμου Σικυῶνος, διότι ἡ περαιτέρω διαμονὴ αὐτοῦ ἐκεῖ ἀποτελεῖ κίνδυνον σπουδαῖον διαταράξεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τάξεως. Εἰς ἐποχὴν δὲ, καθ’ ἣν ὅλοι βοῶμεν καὶ παραπονούμεθα, ὅτι ἐχαλαρώθη ἡ δημοσία ἀσφάλεια καὶ ὅτι περιέστη αὕτη εἰς οἰκτρὸν σημεῖον, εἶναι ἀκατάληπτον, ἵνα μὴ τὸ χαρακτηρίσω ἄλλως πως, νὰ ἔχωμεν ἀστυνόμον ἔν τινι δήμῳ, ὁ ὁποῖος αὐθαιρέτως, παρανόμως καὶ ἀσυστόλως προσβάλλει τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν. Ἐσχάτως ἐν Κιάτῳ ὕβρισε κατὰ τὴν ὥραν τῆς συνεδριάσεως τοῦ Πταισματοδικείου ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτοῦ ἕνα δικηγόρον, ὑπὸ τοῦ ὁποίου κατηγγέλθη ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ ἐδικάζετο τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου ὡς ἔνοχος ἐξυβρίσεως κατ’ αὐτοῦ· δὲν γνωρίζω δὲ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δίκης. Ἄλλοτε πάλιν συνέλαβεν ἐν μέσῃ ἀγορᾷ καὶ ἐν νυκτερινῇ ὥρᾳ ἕνα τελειόφοιτον τῆς νομικῆς καὶ χρηστὸν νέον, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι οὗτος εἶχε γράψει ἐν τῇ «Ἀκροπόλει» κατ’ αὐτοῦ, καὶ ἀφοῦ περιύβρισεν αὐτὸν, τὸν κατετραυμάτισε δι’ ἑνὸς μαστιγίου, ὃ ἐκράτει ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ. Ἐπίσης συνέλαβε καὶ ἐφυλάκισε πολίτας τινὰς Σικυωνίους, οἱ ὁποῖοι προσῆλθον ἐνώπιόν του, ἵνα τῷ παραπονεθῶσιν, ὅτι τὰ ὄργανα τὰ ἀστυνομικὰ ἐκακομεταχειρίσθησαν αὐτοὺς, κακοποιήσας ἅμα αὐτούς. Παρακαλῶ ἑπομένως καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ τὴν μετάθεσιν τοῦ ἀστυνόμου αὐτοῦ ἐκεῖθεν ταχέως. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τοῦ πρώην βουλευτοῦ Κορινθίας κ. Δημητρίου Οἰκονόμου, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐκτίθησιν οὗτος τὴν κατάστασιν, ἥτις παρήχθη ἐν Φενεῷ τῆς Κορινθίας ἕνεκα τῆς πλημμύρας, ἥτις κατέκλυσε μεγάλην ἔκτασιν γαιῶν, καὶ παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατάξῃ τὴν ἐκτέλεσιν ὅλων τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται πρὸς ἀποξήρανσιν τοῦ κατακλυσθέντος μέρους γῆς, καὶ τὴν Βουλὴν, ἵνα εὐαρεστηθῇ νὰ ἐπιψηφίσῃ τὴν πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου τούτου ἀναγκαίαν δαπάνην. Ἐπίσης ὑποβάλλω ἀναφορὰν πολλῶν κατοίκων διαφόρων χωρίων τοῦ δήμου Στυμφαλίας, οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται, ὅτι κατεκλύσθησαν ὑπὸ τῶν ὑδάτων Στυμφαλίας καὶ Πελλήνης περὶ τὰ χίλια στρέμματα γῆς αὐτῶν καλλιεργηθείσης, καὶ παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατάξῃ, ὅπως καὶ ἐκεῖ ἐκτελεσθῶσι τὰ πρὸς ἀποξήρανσιν τῶν ὑπὸ τῶν ὑδάτων καλυφθεισῶν γαιῶν των ἀπαιτούμενα ὑδραυλικὰ ἔργα. Τὸ Φενεατικὸν πεδίον, Κύριοι, εὔφορον καὶ γονιμώτατον εἰς παραγωγὴν, εἴτε ἕνεκα λόγων φυσικῶν, εἴτε καὶ διότι γειτνιάζει πρὸς ὑδάτινα ὑπόγεια στρώμματα, κατακλύζεται ἀπὸ τῶν παναρχαίων χρόνων κατὰ διαφόρους, μεγάλης ἢ μικρᾶς διαρκείας, χρονικὰς περιόδους ὑπὸ ὑδάτων, τὰ ὁποῖα, λιμνάζοντα ἐκεῖ, σχηματίζουν μεγάλην καὶ θαλασσοειδῆ λίμνην, ὑπὲρ τὰ 750 μέτρα ἀπὸ τῆς ἐπιφανείας τῆς θαλάσσης, καὶ ἡ ὁποία εἶναι γνωστὴ ἐκ τῆς γεωγραφίας, τῆς μυθολογίας καὶ τῆς ἱστορίας τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος. Τὸ συνήθως κατακλυζόμενον ὑπὸ τῆς πλημμύρας ἐκείνης ἔδαφος ὑπολογίζεται εἰς τριάκοντα καὶ πλέον χιλιάδας στρέμματα γῆς εὐφόρου καὶ καλλιεργησίμου· ἡ δὲ ὅλη ἔκτασις τοῦ δήμου Φενεοῦ, ἡ ἐξόχως γόνιμος καὶ εὔφορος, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ ἀπειλεῖται νὰ κατακλυσθῇ ὑπὸ τῶν ὑδάτων τῆς λίμνης, ὑπερβαίνει τὰς ἑκατὸν χιλιάδας στρέμματα γῆς εὐφορωτάτης. Ἐν ἔτει 1881 ἡ τότε Κυβέρνησις, θέλουσα ν’ ἀποσοβήσῃ τὸν κίνδυνον τοῦτον, ἐξεχώρησε διὰ νόμου εἰς ἑταιρείαν τινὰ τὸ δικαίωμα τῆς ἀποξηράνσεως τῶν λιμνῶν Στυμφαλίας καὶ Φενεοῦ, παρασχοῦσα εἰς αὐτὴν δικαιώματα πολλά, μὲ τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως αὕτη ἐκτελέσῃ ταχέως καὶ ἀσφαλῶς τὰ ἀπαιτούμενα ὑδραυλικὰ καὶ ἀποξηραντικὰ ἔργα. Ἀλλὰ καίτοι παρῆλθεν ἡ ταχθεῖσα πρὸς τοῦτο ὀκταέτις προθεσμία διὰ τὴν λίμνην Φενεοῦ, ἡ ἑταιρεία οὐδὲν ἀπολύτως ἐκεῖ ἐνήργησεν, ἀλλ’ ἠρκέσθη μόνον νὰ ἀνορύξῃ ἕνα χάνδακα ὁροθετικὸν, ἵνα δύνηται νὰ φορολογῇ τοὺς καλλιεργοῦντας γεωργούς· ἐν ἔτει δὲ 1888 ἡ ἑταιρεία αὕτη ἐκηρύχθη ἔκπτωτος. Ἡ λίμνη, περὶ ἧς πρόκειται, κατὰ τὸν αἰῶνα τοῦτον ἀπεξηράνθη φυσικῶς δίς, ἐν ἔτει 1824, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ καὶ ἐν ἔτει 1834–1837. Ὁ ἀείμνηστος πρῶτος τῆς Ἑλλάδος Βασιλεύς, θέλων ν’ ἀντιληφθῇ ὁ ἴδιος τῆς καταστάσεως, μετέβη τότε ἐκεῖ, ἐπεσκέφθη τὴν λίμνην, καὶ ὕστερον ἐξαπέστειλεν ἐκεῖ μηχανικούς, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐξετέλεσαν ἔργα τινά, ὅπως προλάβωσι πάντα ἐν τῷ μέλλοντι ἐκ τῶν ὑδάτων κατακλυσμὸν, ἀλλ’ εἴτε ἕνεκα ἀνεπαρκείας γνώσεων, εἴτε ἕνεκα ἐλλείψεως τῶν ἀναγκαίων μέσων, κατεσκεύασαν περὶ τὰ στόμια τῶν ἐπὶ διαφόρων σημείων τῆς λίμνης ὑπαρχουσῶν τεσσάρων καταβοθρῶν ἢ βαράθρων τοιχία, ἅτινα ἔκτισαν δι’ ἀσβέστου, καὶ ἐπέθηκαν ἐπ’ αὐτῶν κιγκλίδας σιδηρᾶς ἰσχυράς. Δυστυχῶς ὅμως, ἅμα τῇ πρώτῃ καταβάσει τοῦ ῥεύματος τῶν ὑδάτων, ὅπερ παρέσυρεν ὄγκους χωμάτων καὶ λίθων μεγάλους καὶ πολλὴν ἄλλην ἰλὺν, ἡ ἄσβεστος ἀποσυνετέθη, τὰ τοιχία κατέπεσαν, καὶ μαζῆ μὲ τὰς κιγκλίδας ἀπέκλεισαν τὰ στόμια τῶν καταβοθρῶν, οὕτως ὥστε τὸ ὕδωρ, τὸ ὁποῖον μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διὰ διοχετευτικῶν χανδάκων μετηγγίζετο ἐκεῖ, καὶ ἄλλο μὲν ἀπερροφᾶτο, ἄλλο δ’ ἐξεχύνετο διὰ τῆς μιᾶς καταβόθρας πρὸς τὴν Λευκωσίαν, ἔνθα ἐσχημάτιζε τὸν Λάδοντα ποταμὸν, δὲν εὕρισκε πλέον διέξοδον, καὶ οὕτως ἡ λίμνη ἀνεσχηματίσθη. Ἀπὸ τριάκοντα ἐτῶν καὶ ἐντεῦθεν ἕνεκα μεγάλης ἀνομβρίας τὰ ὕδατα αὐτομάτως ἤρξαντο ὑποχωροῦντα, μέχρι δὲ τοῦ 1898 ἔτους εἶχον ὑποχωρήσει ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε σχεδὸν ἀπεκαλύφθη ὁλόκληρος ἐκείνη ἡ ἔκτασις τῆς γῆς. Ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐξεμίσθωσε πρὸς τοὺς χωρικοὺς τὰς γαίας, οἱ χωρικοὶ προέβησαν εἰς καλλιέργειαν αὐτῶν, ἀλλ’ ἐφέτος δυστυχῶς, ἐπειδὴ δὲν ἐξετελέσθησαν τότε τὰ ἀπαραίτητα πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης ἔργα, ἕνεκα τῆς πολυομβρίας ἀνεσχηματίσθη ἡ λίμνη, καὶ κατέλαβε μέχρι τῆς σήμερον ἕξ χιλιάδας καὶ πλέον στρέμματα γῆς καλλιεργηθείσης, οὕτω δὲ οἱ δυστυχεῖς καλλιεργηταὶ οὐ μόνον ἀπώλεσαν ὅ,τι ἔσπειραν, ἀλλὰ καὶ δυσκόλως τώρα θέλουσιν ἐξοικονομήσει τὸν ἐπιούσιον ἑαυτῶν τε καὶ τῶν οἰκογενειῶν των ἄρτον, ἀφοῦ ἐκεῖθεν ἔμελλον νὰ προσπορισθῶσι τὰ πρὸς ζωάρκειαν αὐτῶν καὶ τῶν οἰκογενειῶν των ἐπιτήδεια. Ἡ κατάστασις, Κύριοι, ἔχει ὅπως περιγράφω αὐτὴν τὴν στιγμὴν ταύτην. Οἱ κάτοικοι ὅθεν ζητοῦσιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως σπεύσῃ νὰ προστατεύσῃ τόν τε ἰδιωτικὸν αὐτῶν πλοῦτον, ἀλλὰ καὶ τὸν δημόσιον, διότι πολλὰ τὸ Κράτος ἔχει νὰ ὠφεληθῇ εἴτε ἐκ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν περὶ ὧν πρόκειται γαιῶν, εἴτε ἐκ τῆς πληρωμῆς τοῦ δικαιώματος φόρου ἐπικαρπίας, τὸν ὁποῖον κατ’ ἔτος θέλει εἰσπράττει, καὶ παρακαλοῦσιν αὐτὴν, ὅπως πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον σπεύσῃ ἐν καταλλήλῳ χρόνῳ νὰ ἀποστείλῃ ἐκεῖ μηχανικούς, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐξετάσωσι τὰ τοῦ ζητήματος τούτου, προβῶσιν εἰς τὴν προδιαχάραξιν ἑνὸς σχεδίου καὶ συντάξωσιν προϋπολογισμὸν τῆς δαπάνης τῶν ἐκτελεσθησομένων ἔργων, εἰς τρόπον ὥστε πρὸ τοῦ προσεχοῦς φθινοπόρου, ὅτε ἴσως θὰ ἐπαναρχίσουν αἱ βροχαί, νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ἀνοιχθῶσιν αἱ καταβόθραι ἐκεῖναι καὶ νὰ ἐκκαθαρισθῶσιν, ἀφοῦ ἡ μὲν κυριωτέρα καταβόθρα, ἡ πρὸς τὸ νοτιοδυτικὸν μέρος κειμένη, ἡ ὁποία ἀπερρόφα ἄλλοτε τὸ μεγαλείτερον μέρος τῶν ὑδάτων, ἀπεκλείσθη ἤδη, ἡ δὲ ἄλλη καταβόθρα, ἡ πρὸς τὸ νοτιοανατολικὸν μέρος τῆς λίμνης, εἶναι τόσον μικρᾶς περιμέτρου, ὥστε δὲν δύναται ν’ ἀπορροφήσῃ ἀρκετὸν ὕδωρ πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν, πρωτίστως τώρα, ὅτε μέγα μέρος τῶν ἄλλοτε κεκαλυμμένων γαιῶν ἔχει ἀποκαλυφθῆ, νὰ ἐκτελεσθῶσι τὰ ἀπαιτούμενα ὑδραυλικὰ ἔργα, καὶ κατόπιν, πρὸ τοῦ φθινοπώρου πάντοτε, νὰ ἐκτελεσθῶσι καὶ τὰ ὑπολειφθησόμενα, ὥστε νὰ προληφθῇ ἐν τῷ μέλλοντι οὐ μόνον ὁ κατακλυσμὸς τῶν 20 χιλιάδων στρεμμάτων, ἀλλὰ καὶ τῆς ὅλης ἐκτάσεως τοῦ πεδίου, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει ἑκατὸν χιλιάδας στρέμματα γῆς εὐφορωτάτης, καὶ τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον τρέφει τοὺς κατοίκους τοῦ Φενεοῦ, ἀλλὰ καὶ τοὺς κατοίκους τῶν γειτνιαζόντων δήμων Εὐρωστίνης καὶ Νωνάκριδος καὶ τὴν Κορινθίαν ὁλόκληρον δύναται νὰ θρέψῃ. Καθ’ ἃς πληροφορίας ἠδυνήθην νὰ λάβω παρὰ μηχανικῶν, οἱ ὁποῖοι τυχαίως διῆλθον ἐκεῖθεν καὶ ἐμελέτησαν τὸ ζήτημα, ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων ἔργων δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰς 30,000 δραχμάς. Εἶδον δὲ μετ’ εὐχαριστήσεως, ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ἐξέφρασε τὴν εὐχὴν, ὅπως εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων ἀναγραφῇ πρὸς τοῦτο πίστωσις 15,000 δραχμῶν, ἡ ὁποία νὰ χορηγηθῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀπαραιτήτων ἐκείνων ὑδραυλικῶν ἔργων. Αὕτη, Κύριοι, εἶναι ἐν ὀλίγοις ἡ ἐν Φενεῷ κατάστασις, καὶ ταῦτα ζητοῦσιν οἱ Φενεᾶται. Ἤδη φέρω τὸν λόγον περὶ τῆς λίμνης Στυμφαλίας, ἡ ὁποία ἐν ἔτει 1881 ἐδόθη καὶ αὐτὴ πρὸς ἀποξήρανσιν εἴς τινα ἑταιρείαν, ἥτις ἐκηρύχθη καὶ αὐτή, κατὰ τὸ 1888, ἔκπτωτος, ἀφοῦ δὲν κατώρθωσε ν’ ἀποξηράνῃ τὴν λίμνην, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν δὲν ἀπεξήρανεν αὐτὴν τελείως, διότι ἀφῆκε μεγάλην ἔκτασιν γαιῶν κεκαλυμμένην ὑπὸ τῶν ὑδάτων, ἀποκλείσασα διὰ τῶν ἐργασιῶν της καὶ αὐτὴν τὴν καταβόθραν, ὑπὸ τῆς ὁποίας ἀπερροφᾶτο τὸ ὕδωρ καὶ ἐκεῖθεν ἐξεχύνετο πρὸς τὴν Ἀρκαδίαν, καὶ τοιουτοτρόπως ἐπανεσχηματίσθη ἡ λίμνη. Σήμερον δὲ λιμνάζουν ἐκεῖ οὐ μόνον τὰ ὕδατα τὰ Στυμφαλιακὰ, τὰ ἐν τῇ Στυμφαλίᾳ ἀναβλύζοντα, ἀλλ’ εἰσρέουν καὶ τὰ ὕδατα ἄλλης λίμνης, ἐν Κορινθίᾳ κειμένης, ἡ ὁποία ἐπίσης εἶχε δοθῆ πρὸς ἀποξήρανσιν εἰς ἄλλην ἑταιρείαν κατὰ τὸ 1880 ἔτος, τὰ ὕδατα τῆς λίμνης Κλημεντοκαίσαρι τῆς Πελλήνης. Ἡ ἑταιρεία, ἥτις εἶχεν ἀναλάβει τὴν ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης αὐτῆς, ἀνέλαβεν αὐτὴν χωρὶς ποσῶς νὰ ὁρισθῇ ἐν τῇ συμβάσει καὶ τῷ σχετικῷ νόμῳ οὔτε πῶς ἤθελε γείνῃ ἡ ἀποξήρανσις τῆς λίμνης, οὔτε πῶς καὶ ποῦ ἤθελον διοχετευθῆ καὶ ἐκχυθῆ τὰ ὕδατα αὐτῆς. Ἡ ἑταιρεία αὕτη προέβη εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ὀλίγων τεχνικῶν ἔργων, ὧν ἓν ὑπῆρξε καὶ ἡ διάτρησις γειτνιάζοντός τινος πρὸς τὴν Στυμφαλίαν ὄρους, τοῦ ὄρους Φρύγανι, πρὸς μεταφορὰν καὶ ἔκχυσιν τῶν ὑδάτων, τὰ ὁποῖα ἐκχυνόμενα διὰ τῆς ὑπὸ τὸ ὄρος Φρύγανι κατασκευασθείσης σήραγγος εἰς τὸ Στυμφαλιωτικὸν πεδίον, κατακλύζουσιν αὐτὸ, ἀφοῦ δυστυχῶς ἡ ἐν λόγῳ ἑταιρεία δὲν εὐηρεστήθη νὰ ἀνορύξῃ ἕνα διοχετευτικὸν χάνδακα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου εἰσρέοντα τὰ ὕδατα νὰ μεταγγίζωνται κατ’ εὐθεῖαν πρὸς τὴν λίμνην Στυμφαλίαν καὶ νὰ μὴ καταπλημμυρῶσι τὴν πέριξ καλλιεργημένην καὶ εὐφορωτάτην πεδιάδα. Σήμερον δὲ τὰ ὕδατα ταῦτα ἔχουσι κατακλύσει μέγα μέρος τῆς ὅλης ἐκτάσεως, οἱ δὲ δυστυχεῖς γεωργοὶ διαμαρτύρονται καὶ παραπονοῦνται κατὰ τοῦ ἐκ τῶν ὑδάτων Στυμφαλίας κατακλυσμοῦ τῶν γαιῶν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῆς ἐντὸς αὐτῶν εἰσροῆς τῶν ὑδάτων τῆς λίμνης Κλημεντοκαίσαρι. Διὰ τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀρωγὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ παρακαλῶ αὐτὴν νὰ θελήσῃ νὰ διατάξῃ ταχέως τὴν ἐκτέλεσιν τῶν περὶ ὧν ὡμίλησα ὀλίγων, ἀλλ’ ἀναγκαίων, ὑδραυλικῶν ἔργων ἔν τε Φενεῷ καθὼς καὶ ἐν Στυμφαλίᾳ, ἵνα ἀποσοβηθῇ πᾶσα ἐν τῷ μέλλοντι καταστροφὴ τῆς περιουσίας τῶν παραπονουμένων πολιτῶν καὶ πᾶσα προξενηθησομένη ἕνεκα ταύτης εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου βλάβη, διότι ἕνεκα τοῦ κατακλυσμοῦ τῶν γαιῶν ἐκείνων δὲν ζημιοῦνται μόνον οἱ χωρικοί, ἀλλὰ καὶ τὸ Δημόσιον. Εἰς χωρικοὺς δὲ φιλέργους καὶ φιλονόμους, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ ἀρυσθῶσιν ἄλλοθεν τὰ μέσα τῆς ζωῆς, καὶ λόγῳ φιλανθρωπίας, ἀλλὰ καὶ λόγῳ στοιχειώδους καθήκοντος, εἶναι ἐπιβεβλημένον καὶ φρόνιμον νὰ παρασχεθῇ ἡ ἀρωγὴ αὕτη ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον καὶ ἡ δαπάνη ἡ πρὸς τοῦτο ἀπαιτηθησομένη δὲν θέλει εἶσθαι μεγάλη, καὶ ἐντὸς ἑνὸς μόνου ἔτους θέλει κατορθώσει τὸ Δημόσιον ν’ ἀποζημιωθῇ δι’ αὐτὴν ἐκ τοῦ δικαιώματος τοῦ φόρου ἐπικαρπίας, ὃν θὰ πληρώσουν αὐτῷ οἱ μέλλοντες νὰ καλλιεργήσωσι τὰς ἀποκαλυφθησομένας γαίας χωρικοί.

§7ΠΕΡ. ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, κύριε Πρόεδρε, τῆς συστάσεως τοῦ συναδέλφου, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀπασχολήσω καὶ ἐγὼ ἐπ’ ὀλίγον τὴν Βουλήν, καὶ ἐνδιατρίψω ἐπὶ μικρὸν ἐπὶ ζητήματος οὐ μόνον ἀφορῶντος μέγιστα συμπολιτῶν μου συμφέροντα, ἀλλὰ καὶ τοιαῦτα τοῦ Δημοσίου· δι’ ὃ καὶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἰδίᾳ ἐφιστῶ. Ὡς γνωστὸν ὑμῖν, κύριοι Βουλευταί, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Κορινθίας ὑπάρχουσιν αἱ λίμναι Φενεοῦ καὶ Στυμφαλίας. Ἀμφοτέρων τούτων τῶν λιμνῶν ἡ ἀποξήρανσις εἶχε παραχωρηθῆ εἰς ἑταιρείαν, ἥτις ἐν μὲν Φενεῷ οὐδὲν ἄλλο ἔργον ἐξετέλεσε, πλὴν ὁροθετικοῦ τινος χάνδακος, πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν, ἵνα καρπῶται τὰ εἰσοδήματα τῶν ἀποκαλυπτομένων γαιῶν κατὰ τὰς τυχὸν ἑκάστοτε ἐπικρατούσας ξηρασίας, ἐν Στυμφαλίᾳ δὲ ἐξετέλεσεν ἔργα τινὰ ἀποξηράνσεως, ἀλλὰ καὶ ταῦτα ἡμιτελῆ ἐγκατέλειψε, πᾶσα δ’ ἐργασία μετ’ οὐ πολὺ τελείως διεκόπη· δι’ ὃ βραδύτερον ἡ ἑταιρεία ἐκηρύχθη ἔκπτωτος τῶν δικαιωμάτων της. Ἡ ἀποξήρανσις τῆς λίμνης Φενεοῦ καθίστατο ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς τοῦ ἔθνους δυσπραγίας ἀδύνατος· δαπάνη ἑκατομμυρίων ἀπῃτεῖτο. Ἀλλ’ εὐτυχῶς, εἴτε ἐκ τῆς ξηρασίας, ἥτις ἐπεκράτησε κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη, εἴτε ἐκ γεωλογικῶν λόγων, διὰ τῶν ἐν τῇ λίμνῃ ὑπαρχουσῶν καταβοθρῶν, ἐν βραχυτάτῳ χρονικῷ διαστήματι, ἀπεσύρθησαν τὰ πλεῖστα τῶν ὑδάτων, κατὰ τὸ ἔτος δὲ 1898 τελείως ἐπῆλθεν ἡ ἀποξήρανσις, καὶ οὕτω γαῖαι 40,000 στρεμμάτων εὐφορώταται ἀπεκαλύφθησαν, οἱ δὲ κάτοικοι Φενεοῦ ἐπεδόθησαν εἰς τὴν καλλιέργειαν αὐτῶν, καὶ πέρυσι μὲν ἔσπειραν μέρος, ἐφέτος δὲ ὁλόκληρος ἡ εὐφορωτάτη ἐκείνη πεδιὰς καλλιεργηθεῖσα ἐσπάρη δημητριακοὺς καρπούς. Ἀλλὰ δυστυχῶς οὐδεμία φροντὶς ἐλήφθη, ὅπως ἐκτελεσθῶσιν ἀπαραίτητά τινα τεχνικὰ ἔργα, ἵνα μὴ αἱ γαῖαι αὗται καλυφθῶσιν αὖθις ὑπὸ τῶν ὑδάτων. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι διετάχθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου νὰ μεταβῇ εἰς Φενεὸν καὶ προβῇ εἰς τὴν προσήκουσαν μελέτην τῶν ἐκτελεστέων ἔργων ὁ νομομηχανικὸς κ. Σιδερίδης, ἐπιτοπίως δὲ μεταβὰς οὗτος καὶ ἐξετάσας, προϋπελόγισε τὴν ἀπαιτουμένην δαπάνην καὶ συνέταξε τὸν προϋπολογισμὸν αὐτῆς, ἀνερχόμενον, νομίζω, εἰς 33,000 δραχμὰς πρὸς ἐκτέλεσιν τεχνικῶν ἔργων, ὅπως ἐξασφαλισθῶσιν ἀπὸ ἐμφράξεις αἱ καταβόθραι, αἵτινες θὰ ἐδέχοντο οὐ μόνον τὰ ὕδατα τοῦ ποταμοῦ Ὀλβίου ἢ Ἀροανίου, ἀλλὰ καὶ πάντα τὰ ὄμβρια, εἰς τρόπον ὥστε αἱ πλήμμυραι νὰ μὴ κατακλύζωσι τὰς γαίας, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἐξετελέσθη καὶ ἓν ἔργον, οὐδ’ ἀνεγράφη πίστωσις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἢ τοῦ τρέχοντος ἔτους· καὶ ἐν τούτοις ἐφέτος, ὡς ἐκ τῆς πολυομβρίας, τὰ ὕδατα κατέκλυσαν ἔκτασιν 5–6 χιλιάδων στρεμμάτων, ἀναμφιβόλως δὲ θὰ καλυφθῇ ὅλη ἡ ἔκτασις τῆς πεδιάδος, ἐὰν δὲν ληφθῶσι τὰ κατάλληλα μέτρα ὅσον οἷόν τε τάχιον. Οἱ Φενεᾶται, ἐν ἀπογνώσει διατελοῦντες, ἀναμένουσι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀπαραιτήτων τούτων ἔργων, δι’ ἀναφορᾶς των δ’ ὑπέβαλον τὰ παράπονά των διὰ τὴν βραδύτητα τῆς ἐκτελέσεως εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀντίγραφον τῆς ὁποίας ἀπέστειλαν καὶ εἰς ἐμὲ καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους ἐκ Κορινθίας κ. συναδέλφους, ἵνα ἀνακοινώσωμεν αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν. Φρονῶ ὅτι εἶναι ἀσήμαντος διὰ τὸ Δημόσιον δαπάνη 40,000 δραχμῶν τὸ πολὺ, ἀφοῦ ἐκ τῆς μισθώσεως τῶν γαιῶν τούτων, ὡς ἀνηκουσῶν κατὰ τὰ ⅘ εἰς τὸ Δημόσιον, θὰ εἰσπράττῃ ἐκ τοῦ φόρου ἐπικαρπίας ἀνώτερον ποσὸν τῶν 40,000 δραχμῶν. Φρονῶ ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν τεχνικῶν ἔργων εἶναι ἀπαραίτητος, διὰ νὰ μὴ καλυφθῶσιν αὖθις ὑπὸ τῶν ὑδάτων γαῖαι μεγίστης ἀξίας καὶ ὑποστῇ καὶ αὐτὸ τὸ Δημόσιον ἀνυπολόγιστον ζημίαν. Ἐπίσης ὀλίγα ἔργα ἀπαιτοῦνται νὰ ἐκτελεσθῶσι πρὸς ἐκβάθυνσιν τῆς σήραγγος Σοῦρι–Πράθι ἐν Στυμφαλίᾳ, ὅπως ἀποξηρανθῇ καὶ ἡ λίμνη αὕτη, ἐκ τῆς ἀποξηράνσεως τῆς ὁποίας θὰ προκύψῃ μεγίστη ὠφέλεια οὐ μόνον διὰ τοὺς κατοίκους Στυμφαλίας, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ Δημόσιον. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, νὰ ζητήσωσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα καὶ μελετήσωσι τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Πέποιθα δὲ, ὅτι θὰ εἰσακούσωσι τῆς συστάσεως μου ταύτης καὶ θὰ σπεύσωσι, χάριν γενικωτέρων ἄλλως συμφερόντων, νὰ διατάξωσι τὴν ἐκτέλεσιν ὀλιγοδαπάνων ἔργων πρὸς ἐξασφάλισιν περιουσίας οὐ σμικρᾶς τοῦ Δημοσίου.

§8Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ὁ νομομηχανικὸς κ. Σιδερίδης μετέβη ἐπὶ τόπου, τίνα προϋπολογισμὸν ἔκαμε, καὶ ὁποῖα σχεδιογραφήματα ὑπέβαλεν.

§9ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς ἀποξηράνσεως τῶν λιμνῶν Στυμφαλίας καὶ Φενεοῦ, ἵνα μὴ πάλιν κατακλυσθῶσιν αὗται ὁλοσχερῶς ὑπὸ τῶν ὑδάτων. Τότε δὲν εἶχον ἐπέλθει οἱ ὑετοὶ, καὶ ἡ σύστασις μου δὲν εἰσηκούσθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ εἶχε τὴν τύχην ν’ ἀναγραφῇ ἁπλῶς εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ἐνῷ ἔδει πρὸ τῶν βροχῶν νὰ λάβῃ μέτρα τὸ Ὑπουργεῖον. Διὰ νὰ ἦμαι ὅμως ἀκριβὴς, πιθανὸν εἶναι, ὅτι, ἐπειδὴ τὴν σύστασίν μου δὲν ὑπέβαλον ἐγγράφως, δὲν ἐστάλη αὕτη ὑπὸ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἕνεκα τούτου οὐδεμία ἐλήφθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου πρόνοια, ὡς ἐπληροφορήθην, καὶ ἴσως ἡ Ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου σήμερον ἀκόμη ἀγνοεῖ τὴν ἀξίαν τοῦ ζητήματος τούτου. Ἀναγκάζομαι νὰ δηλώσω, ὅτι αἱ γαῖαι τοῦ Φενεοῦ ἀντιπροσωπεύουν ἀξίαν ἀνωτέραν τῶν 10 καὶ 12 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Γνωρίζω δὲ καλῶς τὰ κατὰ τὴν λίμνην ταύτην, διότι συνέβη εἰς ἑταιρείαν, ἡ ὁποία εἶχεν ἀναλάβει τὴν ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης ταύτης καὶ τῆς Στυμφαλίας, νὰ ἔχω μέρος, ὡς μέτοχος καὶ ὡς σύμβουλος αὐτῆς, ἥτις διελύθη, κηρυχθεῖσα ἔκπτωτος. Ὡς γνωρίζων δὲ τὰ κατ’ αὐτὴν, νομίζω χρέος μου νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ θέμα καὶ νὰ διαφωτίσω τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τῶν κατ’ αὐτήν, καθότι δὲν θὰ εὕρῃ στοιχεῖα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διότι τὸ ἀρχεῖον τῆς ἑταιρείας ἐκείνης ἐγένετο παρανάλωμα τοῦ πυρὸς, τοῦ καταστρέψαντος τὴν οἰκίαν Μελᾶ, ἐν ᾗ εὕρηντο καὶ τὰ ἔγγραφα τῆς ἑταιρείας, περὶ ἧς ὁ λόγος. Αἱ συνήθως κατακλυζόμεναι γαῖαι τοῦ Φενεοῦ εἶναι ἐκτάσεως 33 ἕως 35 χιλιάδων στρεμμάτων, ἐπὶ μεγαλειτέρας δὲ πλημμύρας κατακλύζεται ἔκτασις μέχρι καὶ 37,000 στρεμμάτων. Ἡ ἔκτασις ἡ καλυπτομένη ὑπὸ τῶν ὑδάτων, ὁσάκις ἀποξηραίνεται ἡ λίμνη, χρησιμεύει πρὸς καλλιέργειαν καὶ καταλαμβάνεται καὶ καλλιεργεῖται ἀπὸ τοὺς περιοίκους. Ὁ Παυσανίας ὀνομάζει τὴν ἔκτασιν ταύτην μετὰ τῶν συνεχομένων γαιῶν τῆς κοιλάδος ἐκείνης τῆς εὐρείας, ὀνομάζει αὐτὴν πεδίον Φενεατικὸν καὶ γόνιμον· ἀναφέρει δὲ, ὅτι εἰς ἀπώτερον παρελθὸν ὑπῆρχεν ἐκεῖ λίμνη, ἀλλ’ ἀπεξήρανεν αὐτὴν ὁ Ἡρακλῆς, κατασκευάσας τὰ βάραθρα, ἤτοι τὰς καταβόθρας. Ὥστε ἐπὶ Παυσανία ἦτο πεδίον καὶ ὄχι λίμνη. Ἀλλ’ ὅτε ἡ ἐποχὴ τῆς βαρβαρότητος ἐκάλυψε τὴν Ἑλλάδα, καὶ τὰ συντηροῦντα ἴσως τὴν ἀποξήρανσιν ἔργα κατεστράφησαν καὶ τὸ μέρος ἐκεῖνο κατεκλύσθη πάλιν ὑπὸ τῶν ὑδάτων καὶ ἀπετέλεσε λίμνην. Ἡ λίμνη αὕτη ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν αὐτομάτως ἀποξηραίνεται. Κατὰ τὸ 1882 ἐγένετο ἡ πρώτη ἀποξήρανσις, ἣν τότε οἱ Ὀθωμανοὶ κάτοικοι ἐθεώρησαν ὡς κακὸν οἰωνὸν, ἀλλὰ διήρκεσεν ἐπ’ ὀλίγον. Μετὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ Ὄθωνος ἐπῆλθε πάλιν αὐτόματος ἀποξήρανσις, μόλις δ’ ἔμαθε τοῦτο ὁ Ὄθων, μετέβη ἐπιτοπίως, παραλαβὼν μεθ’ ἑαυτοῦ ἐπιτελεῖον μηχανικῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνέθηκε τὴν μελέτην τῶν αἰτίων τῆς ἀποξηράνσεως καὶ τῆς κατασκευῆς ἔργων, ὅπως μὴ ἐν τῷ μέλλοντι κατακλύζηται τὸ μέρος ἐκεῖνο. Οἱ Βαυαροὶ μηχανικοὶ περιέγραψαν ἐν σχεδιογραφήματι τὴν ἔκτασιν καὶ τοὺς ποταμοὺς, οἵτινες ῥέουσιν ἐν τῇ λίμνῃ καὶ οἵτινές εἰσιν ὁ Ἀροάνιος ἢ Ὄλβιος καὶ ὁ Λάδων. Ὡσαύτως ἐσχεδίασαν τὰ ἔργα τὰ ἐκτελεστέα πρὸς πρόληψιν νέας κατακλύσεως. Ἡ ἀποξήρανσις διήρκεσεν ἐπὶ τρία ἔτη, κατόπιν δὲ, εἴτε διὰ τὴν ἀτέλειαν τῶν κατασκευασθέντων ἔργων, εἴτε δι’ ἄλλους λόγους, αἱ καταβόθραι ἢ τὰ βάραθρα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐχωνεύετο τὸ ὕδωρ, ἐπεχώσθησαν, καὶ οὕτως ἐκ νέου αἱ γαῖαι κατεκλύσθησαν, καὶ πάλιν ἐγένετο τὸ μέρος ἐκεῖνο λίμνη, καὶ ἔμεινε μέχρι τοῦδε τοιαύτη. Ἡ ἑταιρεία, ἡ ἀναλαβοῦσα τὴν ἀποξήρανσιν, μετεκαλέσατο ἐξ Εὐρώπης πολλοὺς μηχανικοὺς, ὧν εἷς ἦτο ἐξ Ἀγγλίας καὶ ἕτερος ἐξ Ἰταλίας. Ὁ δεύτερος οὗτος δι’ ἐκθέσεως ὥρισε τὸν τρόπον τῆς ἀποξηράνσεως, διότι ἕνεκα τῆς ἀδυναμίας τοῦ καταμετρῆσαι τὰ στόμια τῶν καταβοθρῶν δὲν ἠδύνατο νὰ γνωρίζῃ, ἂν θὰ ἦτο ἀσφαλὴς ἡ διὰ μόνον τῶν καταβοθρῶν ἀπορρόφησις τῶν ὑδάτων, καὶ αὐτὸς ἀπεφάνθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ μία σῆραγξ εἰς τὴν θέσιν «Διάσελον τῆς Καστανιᾶς», εἰς τὸ ὄρος τὸ ὁποῖον χωρίζει τὸ Φενεατικὸν πεδίον ἀπὸ τὴν λίμνην τῆς Στυμφαλίας, διότι αἱ δύο λίμναι κεῖνται ἐπὶ ὀροπεδίων ἢ κοιλάδων, ὧν τὸ τῆς Φενεοῦ εἶναι ὑψηλότερον κατὰ διακόσια καὶ πλέον μέτρα τοῦ τῆς Στυμφαλίας. Τὴν περὶ σήραγγος γνώμην εἶχον ἐκφράσει καὶ Ἕλληνες μηχανικοί, ἐν οἷς καὶ ὁ κ. Σέχος. Ἡ τότε ἑταιρεία ἤρξατο τῶν ἐργασιῶν τῆς, αἵτινες ἐστρέφοντο εἰς τὴν διεύρυνσιν τῶν ἔργων τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου, δι’ οὗ διωχετεύοντο τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίας εἰς Κόρινθον, ὥστε τὸ ὕδωρ τῆς Φενεοῦ, ὅταν μετοχετευθῇ εἰς τὴν Στυμφαλίαν, νὰ δύναται ἐκεῖθεν διὰ τῶν σηράγγων τοῦ Πράθι καὶ τοῦ Σοῦρι νὰ διοχετεύηται ἀλλαχοῦ. Ἐν τούτῳ δ’ ἐσχεδιάζετο νὰ χρησιμεύσῃ ἡ κοίτη τῆς Στυμφαλίδος λίμνης ὡς μεγάλη ἀποθήκη τῶν ὑδάτων, ὅπως ταῦτα χρησιμεύσωσι πρὸς ἄρδευσιν τῶν γαιῶν τοῦ τε Ἀργολικοῦ πεδίου καὶ τοῦ Κορινθιακοῦ. Ἡ ἑταιρεία ἐδαπάνησεν 1,200,000 δραχμάς, ὡς εἶναι γνωστὸν ἐκ τῶν βιβλίων τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, παρ’ ἧς ἐδανείζετο, καὶ διὰ τῶν χρημάτων τούτων ἐξεκαθάρισε καὶ ἐπεσκεύασε τὰς δύο σήραγγας τοῦ Σοῦρι καὶ Πράθι, καὶ ἥνωσε ταύτας δι’ ὑδρογεφύρας, ὥστε τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίας νὰ φθάνωσιν εἰς τὸ πεδίον τῆς Νεμέας, ὅπου καὶ διωχετεύθησαν καὶ ρέουσιν ἔτι διὰ τῶν ἔργων τῆς ἑταιρείας ἐκείνης. Ἐπὶ τῶν γαιῶν τῆς Φενεοῦ οὐδεμία κτῆσις ὑπάρχει ἰδιωτικὴ, καὶ οὐδὲν δικαίωμα ἰδιώτου· ὥστε αἱ γαῖαι εἶναι κτῆμα τοῦ Δημοσίου· ἐπειδὴ δὲ οἱ περίοικοι στεροῦνται γαιῶν, αὗται καὶ διὰ τοὺς κατοίκους τοῦ δήμου Φενεοῦ καὶ διὰ τοὺς τοῦ δήμου Νωνάκριδος τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων εἶναι χρησιμώταται, ὑπολογίζεται δὲ ἡ ἀξία αὐτῶν οὐχὶ ἐλάσσων τῶν 400 δραχμῶν κατὰ στρέμμα, καὶ ἄν τις κατὰ τὰς γενομένας μελέτας, ὑπολογίσῃ τὰς γαίας εἰς 33,000 στρέμματα μόνον, θέλει πεισθῆ, ὅτι πρόκειται περὶ περιουσίας ἀνωτέρας τῶν 13,000,000 δραχμῶν. Ὅτε ἐσχάτως ἀπεξηράνθη ἡ λίμνη τῆς Φενεοῦ αὐτομάτως, οἱ κάτοικοι προέβησαν εἰς αὐθαίρετον καλλιέργειαν, ἥτις προὐκάλεσε καὶ σύγκρουσιν αὐτῶν. Δὲν ἠξεύρω, ποῖα τὸ Δημόσιον ἔλαβε μέτρα περὶ τῶν γαιῶν, ἀλλ’ ἐὰν προέβαινεν εἰς ἐνοικιάσεις αὐτῶν, θὰ ἐνῳκίαζε αὐτὰς τοὐλάχιστον πρὸς 15 δραχμὰς τὸ στρέμμα, ὡς τοῦτο ἐγένετο καὶ ἀλλαχοῦ, εἰς γαίας πολλῷ ἥσσονος ἀξίας· ὥστε τὸ Δημόσιον θὰ εἶχεν ἔσοδον ἡμίσεος ἑκατομμυρίου. Τὰ ἔργα τῆς Στυμφαλίας, τὰ σκοποῦντα τὴν ἀποξήρανσιν αὐτῆς, σύγκεινται, ὡς εἶπον, ἀπὸ τὰς δύο σήραγγας καὶ τὴν ὑδρογέφυραν, ἀπὸ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν δύο βαράθρων τῆς Στυμφαλίας καὶ ἀπὸ τὰ μήπω γενόμενα ἔργα, τὸν διοχετευτικὸν χάνδακα καὶ ἄλλα. Καὶ τὰ μὲν ὑπὸ τῆς ἑταιρείας γενόμενα ταῦτα ἔργα δὲν ἔβλαψαν, ἀλλὰ καὶ δὲν ὠφέλησαν, διότι δὲν ἐξεκαθαρίσθησαν τὰ βάραθρα τῆς Στυμφαλίας. Ὡς πρὸς δὲ τὴν Φενεόν, παρατηρῶ ὅτι αἱ καταβόθραι εἶναι 3 ἢ 4, εἰς κανονικὴν δ’ ἐποχήν, ὅταν τὰ ὕδατα τῶν δύο ποταμῶν καὶ τὰ ὄμβρια δὲν ἦναι πολλά, τότε ταῦτα δύνανται ν’ ἀπορροφῶνται ἀπὸ τὰς καταβόθρας αὐτάς, ἄνευ ἔργων τεχνικῶν, ἐὰν κατεσκευάζοντο ἔργα τινά, δι’ ὧν νὰ ἐμποδίζοντο τὰ παρασυρόμενα ὑπὸ τῶν ποταμῶν χώματα, πέτραι, δένδρα καὶ ἄλλαι ὗλαι νὰ καλύπτωσι τὰς καταβόθρας. Τότε ἤθελεν ἀποσοβηθῆ εἰς τὸ μέλλον ἡ κατάκλυσις τῆς λίμνης, καὶ θ’ ἀπερροφῶντο τὰ εἰσρέοντα εἰς αὐτὴν ὕδατα, καὶ θὰ καθίστατο ἡ λίμνη πάλιν πεδίον εὐφορώτατον. Ἡ Κυβέρνησις ἀνάγκη νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ νὰ καλέσῃ, εἰ δυνατόν, μηχανικούς, ἵνα μελετήσωσι τὰ μέρη ἐκεῖνα, διότι δὲν εἶναι μόνον ζήτημα χρηματικῆς ὠφελείας τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ ζήτημα ὑγείας ὅλων τῶν περιοίκων, μαστιζομένων ὑπὸ δεινῶν ἑλειογενῶν πυρετῶν. Εἶναι ζήτημα προνοίας τὸ νὰ παραδοθῶσιν εὔφοροι γαῖαι πρὸς καλλιέργειαν, αἱ ὁποῖαι δὲν εὑρίσκονται εὐκόλως ἀλλαχοῦ. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον πρέπει νὰ σπεύσῃ νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος, διότι κατὰ τὰς ἐμὰς πληροφορίας τὸ κατακλυσθὲν μέρος ἤδη ὑπερέβη τὰς 10,000 στρέμματα· ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν κατάκλυσιν αὐτῶν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ μελέτη τῆς πρώτης καταβόθρας, εἶναι δυνατὴ ἡ κατασκευὴ χάνδακος διὰ τὰ ὕδατα τῶν δύο ποταμῶν, καὶ ἡ διαρρύθμισις τῆς κοίτης αὐτῶν. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω νὰ ἑνώσω τὴν σύστασίν μου πρὸς τὰς συστάσεις τῶν κ. συναδέλφων τῶν ἐκ Κορινθίας, καὶ παρακαλῶ θερμῶς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν μερῶν ἐκείνων καὶ προσέτι νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ἔχωσι συγκοινωνίαν τουλάχιστον τηλεγραφικὴν ἢ τηλεφωνικὴν, διότι τὰ ὡραῖα, ἀλλ’ ἐγκαταλελειμμένα ἐκεῖνα μέρη δὲν συγκοινωνοῦσι μετὰ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος ἢ μόνον ταχυδρομικῶς καὶ μόνον δὶς τῆς ἑβδομάδος, τὸν δὲ χειμῶνα οὐδ’ ἅπαξ. Φρονῶ ὅτι εἶναι ἀδικαιολόγητος πᾶσα ἀναβολὴ εἰς τὸ ἔργον. Οὐδὲ ὑπάρχει δὲ λόγος ἀναβολῆς. Ἐλπίζω δὲ, ἢ μᾶλλον δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς θέλει σπεύσει νὰ καλέσῃ μηχανικοὺς, τοὺς ἐκ τῶν παρ’ ἡμῖν εἰς τὰ ὑδραυλικὰ καταγινομένους, (ἐξ ὧν νομίζω ὅτι ὁ κύριος Σούλης ἔχει μελετήσει μόνον τὴν Στυμφαλίαν, οὐχὶ δὲ καὶ τὴν Φενεὸν,) καὶ θέλει πέμψει αὐτοὺς ἐκεῖ· δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ πᾶσαν πίστωσιν ζητηθησομένην πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν θέλει προθύμως ψηφίσει.

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Θ. Π. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.

§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν σκοπῶ νὰ ἀποτρέψω τὴν προσοχὴν τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν ἀπὸ τῶν παραστάσεων τῶν προαγορευσάντων συναδέλφων. Τὸ θέμα, εἰς τὸ ὁποῖον αὐτοὶ περιεστράφησαν, εἶναι θέμα γενικωτάτου ἐνδιαφέροντος, διότι δὲν πρόκειται μόνον νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἀποκάλυψις ἐκτάσεων μεγάλων γαιῶν, κατακλυζομένων νῦν ἀπὸ τὰ ὕδατα, καὶ ἑπομένως ἡ παράδοσις αὐτῶν εἰς τὴν γεωργίαν, ἀλλὰ πρόκειται ἀκόμη νὰ μελετηθῇ, ἂν εἶναι δυνατὸν τὰ ὕδατα, τὰ ὁποῖα πρέπει ν’ ἀποστραγγισθῶσιν ἀπὸ τὸ ἔδαφος ἐκεῖνο, νὰ διατεθῶσιν εἰς ἄρδευσιν τῆς βορειανατολικῆς πλευρᾶς τοῦ Ἀργολικοῦ πεδίου, ἡ ὁποία εἶναι διψαλέα, ἕνεκα δὲ τούτου ξηρὰ καὶ ἄγονος. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει πράξει ἔργον ἄξιον Κυβερνήσεως, ἐκπληροῦν κυρίως τὸν προορισμὸν τῶν Κυβερνήσεων, ἐὰν σπεύσῃ ἀμέσως νὰ διατάξῃ μελέτας ἐπιστημονικὰς τῶν ἔργων τούτων, ὅπως δυνηθῇ νὰ φθάσῃ εἰς ἔναρξιν ἔργου, τὸ ὁποῖον τῷ ὄντι θέλει ὠφελήσει τὴν γεωργίαν, καὶ θέλει ἐνισχύσει τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν. Ἀλλὰ ταῦτα ἠναγκάσθην νὰ εἴπω, διότι παρενεβλήθη ἡ συζήτησις τοῦ θέματος τούτου εἰς ἐπερώτησιν ἄλλην τοῦ πρώτου ἀγορεύσαντος κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κορινθίας. Ὅτε ἀνεγνώσθη εἰς τὴν Βουλὴν ψήφισμά τι Δημοτικοῦ τινος Συμβουλίου, δὲν ἤμην παρὼν, διότι ἠσθένουν, οὔτε ἐγνώριζον, ὅτι ὑπάρχει τοιοῦτον ψήφισμα. Σήμερον μόλις μανθάνω αὐτὸ, καὶ τὸ ἤκουσα μετὰ μεγάλης ἐκπλήξεως. Τὸ ψήφισμα τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος Δημοτικοῦ Συμβουλίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπεδοκιμάσθη εἷς τῶν Βουλευτῶν, περιέχει δύο μεγάλας πλημμελείας. Πρῶτον ἐγένετο καθ’ ὑπέρβασιν τῶν καθηκόντων τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, δεύτερον ἐγένετο πρὸς ὕβριν τοῦ βουλευτικοῦ δικαιώματος. Εἶναι πρᾶξις ἀξία πάσης καταστολῆς. Ἀληθῶς πρώτη ἀρετὴ τῶν πολυμελῶν διοικητικῶν σωμάτων, πρώτη ἀρετὴ τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν εἶναι νὰ ὦσι ζηλότυποι τῆς ἰδίας αὐτῶν ἁρμοδιότητος καὶ τῶν ἀπονεμημένων εἰς αὐτὰ δικαιωμάτων· πρώτη δὲ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ δειχθῇ ζηλότυπος τῶν δικαιωμάτων αὑτῆς· καὶ ὅταν τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποδοκιμάζῃ τοὺς λόγους τῶν Βουλευτῶν, ἀλλὰ μόνον ἔδωκε δικαίωμα εἰς τοὺς Βουλευτὰς νὰ ἀποφαίνωνται, ἂν ἐγκρίνουσιν ἢ δὲν ἐγκρίνουσι τὰς προτάσεις αὐτῶν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ, ὅπως ἓν Δημοτικὸν Συμβούλιον ἀποδοκιμάζῃ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, ὁμιλοῦντας ἢ συζητοῦντας ὑπὲρ τῆς περιστολῆς τῶν καταχρήσεων τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως; Διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι δὲν προσῆκε νὰ ἀφήσω νὰ παρέλθῃ ἐν σιγῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ὅτι ὤφειλον νὰ ἐκδηλώσω τὴν ἀγανάκτησίν μου, τὴν ὁποίαν ἐλπίζω ὅτι θέλουσι συμμερισθῆ καὶ αἱ δύο πτέρυγες, διότι πρόκειται οὐ μόνον περὶ ἀποκαταστάσεως τῆς ἁρμονίας ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῆς διοικήσεως, ἀλλὰ πρόκειται ἀκόμη καὶ περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Σώματος τούτου, καὶ περὶ τοῦ σεβασμοῦ, τὸν ὁποῖον ὀφείλουσιν οἱ πολῖται πρὸς αὐτό. Ἡ Βουλὴ εἶναι μία τῶν πολιτειακῶν ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους· οἱ πολῖται ὀφείλουσι ν’ ἀποφαίνωνται περὶ τῆς διαγωγῆς ἡμῶν, ὅταν καλῶνται νὰ ἐκλέξωσι Βουλευτάς, καὶ ν’ ἀποφαίνωνται, ἂν ἡμεῖς διεχειρίσθημεν καλῶς ἢ κακῶς τὴν ἐντολὴν τὴν ἀνατεθεῖσαν ἡμῖν· οὐδὲν ὅμως ἔχουσι δικαίωμα ν’ ἀποδοκιμάζωσιν ἢ ἐπιδοκιμάζωσι, πολλῷ δὲ μᾶλλον δὲν ἔχει δικαίωμα τοιοῦτον ἓν Συμβούλιον, τοῦ ὁποίου ἐντολὴ εἶναι νὰ μεριμνᾷ μόνον περὶ τῶν τοπικῶν συμφερόντων τῆς περιφερείας ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἐτάχθη συμβουλευτικὴ τοῦ δήμου ἀρχή. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐξ ἀριστερῶν).

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γκίκας ἔχει τὸν λόγον.

§13ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω, ὅτι εἶναι ἀρκούντως σπουδαία ἡ ὑπὸ συζήτησιν περίπτωσις, ὥστε νὰ ἀποφασίσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ περὶ τῆς ὑποθέσεως, καὶ νὰ μεταχειρισθῇ τὴν πειθαρχικὴν αὑτοῦ ἐξουσίαν ἐπὶ Συμβουλίου, ὅπερ προφανῶς παρέβη τὰ καθήκοντα αὑτοῦ, συνελθόν, συσκεφθὲν καὶ ἐκδὸν ἀπόφασιν περὶ θέματος μὴ ἀνήκοντος εἰς τὴν ἁρμοδιότητα αὑτοῦ. Ἡ πρᾶξις εἶναι βεβαιωμένη πανηγυρικῶς, διότι δυστυχῶς, ἐκ παραδρομῆς βεβαίως, ἀνεγνώσθη ἐν τῇ Βουλῇ τὸ ψήφισμα, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ τιμωρήσῃ τὴν παράβασιν ἐπὶ τοσοῦτον αὐστηρότερον, ἐφ’ ὅσον εἶναι καὶ μεγαλειτέρα.

§14Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ δὲν νομίζω ὅτι ἔχω ἀνάγκην νὰ ποιήσωμαι δήλωσιν ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἐγὼ μόλις κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην ἔμαθον, ὅτι τοιοῦτον ψήφισμα ἐξεδόθη ὑπό τινος Δημοτικοῦ Συμβουλίου, διότι καὶ ἐγὼ εἶχον τὸ δυστύχημα νὰ μὴ ἦμαι παρὼν τότε.

§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ. Δὲν ἀνεκοινώθη οὕτω τὸ ψήφισμα ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐλάβετε γνῶσιν. Ἁπλῶς ἀνεκοινώθη ἡ ὕπαρξις.

§16ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐ μόνον ἀνεκοινώθη, ἀλλὰ καὶ κατεχωρίσθη τὸ κείμενον αὐτοῦ εἰς τὰ πρακτικά.

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Παρετήρησα καὶ ἐγὼ εἰς τὰ πρακτικά...

§18ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ διαγραφῇ.

§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρετήρησα καὶ ἐγώ, ὅτι εἶναι ἀναγεγραμμένον τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ, ἀλλὰ βεβαιῶ, ὅτι δὲν ἀνεκοινώθη τὸ περιεχόμενον· ἀντεγράφη ὅμως ἐκ τοῦ ψηφίσματος εἰς τὰ πρακτικά.

§20ΣΚΟΥΖΕΣ. Πρέπει νὰ διαγραφῇ ἐκ τῶν πρακτικῶν.

§21Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναγνωρίζω καὶ ἐγώ, ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον οὐδὲν δικαίωμα εἶχεν, ἵνα προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη, καὶ θέλω λάβει ὅλα τὰ κατάλληλα μέτρα, ἵνα ἐπαναφέρω τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο εἰς τὰ καθήκοντά του.

§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεκοινώθη μέν, ἀλλὰ δὲν ἀνεκοινώθη καθ’ ὃν τρόπον εἶναι ἀναγεγραμμένη ἡ περίληψις εἰς τὰ πρακτικά. Ἀντεγράφη ἐκ τοῦ περιεχομένου τοῦ ψηφίσματος ὑπὸ τοῦ συντάκτου. Ἀνεκοινώθη ἁπλῶς, ὅτι ὑπεβλήθη ψήφισμα τοῦ δήμου Σικυῶνος. Οὐδὲν ἕτερον. Τὸ ἐνθυμοῦμαι δὲ τόσον καλά, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ λόγος περὶ λεχθέντων ὑπὸ Βουλευτοῦ ὑπὸ τοῦ Προέδρου ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει.

§23ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ μένῃ καὶ ἀναγεγραμμένον.

§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι μετὰ τὰς ἐξηγήσεις αὐτὰς δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν ἡ ἀναγραφή.

§25ΣΚΟΥΖΕΣ. Νὰ διαγραφῇ.

§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γκίκας ἔχει τὸν λόγον.

§27Π. ΓΚΙΚΑΣ. Εἶμαι πάντοτε κατὰ τῆς ἐπικρατησάσης συνηθείας τοῦ νὰ φέρωνται πάντα τὰ ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ἀναγραφόμενα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καθὸ μὴ ἔχοντα κανὲν κῦρος. Ὑπάρχουσιν ὅμως φῆμαί τινες, αἱ ὁποῖαι, ὅσον καὶ ἂν θεωρῶνται ἀδέσποτοι, δὲν δύνανται ἢ νὰ ἐπιδράσωσιν, ὡς ἐκ τῆς σπουδαιότητος αὐτῶν, καὶ ἐφελκύσωσι τὴν προσοχὴν παντὸς πολίτου, ἰδίᾳ δὲ τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ αὐτῆς ἔτι τῆς Κυβερνήσεως. Διεδόθη μετ’ ἐπιτάσεως καὶ ἀνεγράφη ἐν ταῖς ἐφημερίσι, χωρὶς ὁπωσδήποτε νὰ ἀναιρεθῇ, φήμη τις, ἡ ὁποία, ἐὰν ἀληθεύῃ, διασαλεύει αὐτὰ τὰ θεμέλια τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Διεδόθη ὅτι ὅτε κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ Βασιλεὺς αὐτὸς ἠπείλησαν, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἐπιψηφίσῃ τὰ νομοσχέδια τὰ ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, θὰ διαλύσωσιν αὐτήν. Δὲν ἔδωκα πίστιν εἰς τὰς τοιαύτας φήμας, καὶ δὲν ἔδωκα πίστιν τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἡ ἱστορία τῶν ἑκάστοτε Ἑλληνικῶν Βουλῶν διδάσκει, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐν τῇ ἐπιτελέσει τῶν καθηκόντων αὐτῆς οὐδέποτε ἀπεδειλίασε πρὸ τοιαύτης ἀπειλῆς. Βεβαίως δικαίωμα καὶ προνόμιον τῆς Βασιλείας εἶναι νὰ διαλύῃ τὴν Βουλήν, ὁσάκις θεωρῇ τοῦτο ἀναγκαῖον, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ φέρηται τοῦτο ὡς φόβητρον κατὰ τῆς ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων τῶν Βουλευτῶν. Αἱ Βουλαὶ αἱ Ἑλληνικαὶ πάντοτε ἐπετέλεσαν τὸ καθῆκον αὐτῶν, οὐδέποτε δὲ ἠρνήθησαν νὰ ἐπιψηφίσωσι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις ὑποβάλλουσιν, ἀλλὰ μετὰ προηγούμενον ἔλεγχον. Ἀπεδείχθη δέ, ὅτι, ὁσάκις τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια δὲν ὑπέκυψαν εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, πάντοτε ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτῶν εὑρέθησαν ἀλυσιτελῆ. Δὲν ἐπίστευσα τὰς διαδοθείσας φήμας, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ διαψευσθῶσι.

§28ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§29Π. ΓΚΙΚΑΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ὑποστατοῦ τῶν τοιούτων φημῶν, διὰ νὰ βεβαιωθῇ, ἂν ἡ Βουλὴ ἐλευθέρως καὶ ἀνεπηρεάστως προβαίνει εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῆς, ἢ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς τοιαύτης ἀπειλῆς, καὶ ἑπομένως τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἄρῃ αὐτὰς τὰς φήμας, αἱ ὁποῖαι, ὡς προεῖπον, ἂν ἀληθεύωσι, καὶ αὐτὸ τὸ πολίτευμα καὶ αὐτὰς τὰς βάσεις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος διασαλεύουσι.

§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δούνης ἔχει τὸν λόγον.

§31ΔΟΥΝΗΣ. Ἐπὶ ἄλλου θέματος ἔχω ἐγώ. Ἑπομένως ἐάν τις ἄλλος ἔχει ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος τὸν λόγον, βεβαίως προηγεῖται ἐμοῦ.

§32Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;

§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.

§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ παρατηρήσεις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας μοὶ φαίνονται ἄξιαι ἐμβριθοῦς μελέτης. Εἶναι ἀληθές, ὅτι δὲν συντελεῖται τὸ πρῶτον τοιοῦτον ἐγχείρημα, καὶ ὅτι κατὰ τὰ παρελθόντα προσφάτως ἔτη, καὶ κατὰ τὸ 1897 καὶ κατὰ τὸ 1898, ὄργανα τινα τοῦ Τύπου, τὰ ὁποῖα δὲν διακρίνονται ἐπὶ ἐγκρατείᾳ γλώσσης, οὐδ’ ἐπὶ εὐλαβείᾳ καὶ σεβασμῷ πρὸς τὴν ἀλήθειαν, διέδωκαν εἰδήσεις περὶ λόγων, τοὺς ὁποίους εἶπε δῆθεν ὁ Βασιλεύς, περὶ σκέψεων, τὰς ὁποίας μετέδωκεν εἰς τοὺς ἐμφανιζομένους ἐνώπιον αὐτοῦ, ἀναρμόστων εἰς τὸν Ἡγεμόνα, ὑβριστικῶν δὲ πρὸς τὸ Κοινοβούλιον καὶ πρὸς τοὺς θεσμούς. Ἐνθυμοῦνται πάντες, ὅτε ὁ Βασιλεὺς περιώδευεν ἀνὰ τὴν Πελοπόννησον, ποίας φήμας διέσπειρον ὄργανά τινα τοῦ Τύπου, τὰ ὁποῖα κρίνω ἀνάξια νὰ μνημονευθῶσιν ὑπ’ ἐμοῦ. Παρίστων τὸν Βασιλέα ἀρχηγὸν κόμματος, κατερχόμενον ἵνα παλαίσῃ πρὸς τὰ ἄλλα κόμματα. Λυποῦμαι δὲ ὄντως, διότι οἱ Ὑπουργοὶ τοῦ χρόνου ἐκείνου δὲν ἔσπευσαν νὰ ἀμυνθῶσιν οὐχὶ ὑπὲρ ἑαυτῶν, ἀλλὰ νὰ θέσωσι τὰ στήθη αὑτῶν ὡς ἀσπίδας πρὸ τοῦ Ἡγεμόνος· δὲν διέψευσαν πάραυτα τότε ἐρεσχελίας καὶ αὐθαδείας, τὰς ὁποίας ἄνθρωποι ἀσυνείδητοι, μηδὲν γνωρίζοντες καὶ μηδαμῶς πονοῦντες τὸν τόπον, διέδιδον, ἵνα ἀποπλανήσωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ὅμοιον ἐγχείρημα συντελεῖται καὶ κατ’ αὐτάς. Ἐδημοσιεύθη ὑπὸ παραπλησίων ἐφημερίδων, ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶπεν εἰς τὸν Πρωθυπουργόν, ὅτι εἶναι ἕτοιμος νὰ ποιήσηται χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα τῷ ἀνέθηκε, τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ψηφίσῃ τὰ εἰσαχθέντα εἰς αὐτὴν νομοσχέδια. Ἐγὼ πιστεύω ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ διάδοσις εἶναι ψευδεστάτη, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Βασιλεὺς νὰ εἶπε τοιοῦτόν τι εἰς τὸν Πρωθυπουργόν· ἀλλὰ καὶ ἂν ἔλεγεν ὁ Βασιλεὺς εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν τοιοῦτόν τι, πιστεύω ὅτι εἶναι ἀδύνατον ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ ἀνακοινώσῃ τοιαύτας ἀνακοινώσεις τοῦ Βασιλέως, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὐλαβεῖται τοὺς θεσμοὺς καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κοινοβουλίου, τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν μελῶν αὐτοῦ, ἤθελε δὲ κρίνει, ὅτι τοιαύτη διάδοσις συντελεῖ εἰς περιστολὴν τῆς ἐλευθερίας τοῦ Κοινοβουλίου, εἰς ἐνάσκησιν ψυχολογικῆς βίας ἐπὶ τάξεως Βουλευτῶν, ἢ ἐπὶ μερίδος Βουλευτῶν, ἑπομένως ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅστις εὐλαβεῖται τὸ πολίτευμα καὶ ὅστις εἰς αὐτὸ ὀφείλει τὴν πολιτικὴν θέσιν του, δὲν ἤθελε βεβαίως προβῆ ποτὲ εἰς τοιαύτας ἀνακοινώσεις. Διὰ τοῦτο ἀποδέχομαι, ὅτι τὰ διαδοθέντα ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων εἶναι ψευδῆ. Λυποῦμαι δὲ, ὅτι δὲν ἔσπευσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, πρὶν ἢ ἡμεῖς διαψεύσωμεν αὐτά, νὰ τὰ διαψεύσῃ, ἀφοῦ εἰς αὐτὸν ἀπέδωκαν, ὅτι εἶπεν ὅσα ἐγράφησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας.

§35Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ, Κύριοι, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν συνειθίζω νὰ διαψεύδω τὰ γραφόμενα ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων, διότι, ἂν ἐπρόκειτο τοιοῦτον ἔργον νὰ ἀναλάβω, μέγα μέρος τοῦ χρόνου, τὸν ὁποῖον δύναμαι νὰ διαθέσω εἰς τὰς δημοσίας ὑποθέσεις, ἔπρεπε ν’ ἀφιερώσω εἰς τὸ ἄχαρι αὐτὸ ἔργον. Αἱ ἐφημερίδες εἶναι ἐλεύθεραι νὰ γράφωσιν ὅ,τι θέλωσιν. Αἱ ἐφημερίδες πολλάκις λέγουσι καὶ διαδίδουσιν εἰδήσεις, αἱ ὁποῖαι οὐδεμίαν ἔχουσι βάσιν, ὅσα δὲ ἀποδίδουσιν εἰς ἐμὲ, ὡς δῆθεν ἀνακοινωθέντα, νομίζω ὅτι δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ διαψεύσω ταῦτα, διότι γνωρίζουσιν ὅλοι, ὅσοι μὲ γνωρίζουσιν, ὅτι οὐδέποτε προβαίνω εἰς ἀνακοινώσεις εἰς ἐφημερίδας. Ἔχω τοῦτο σύστημα ἀπαράβατον. Οὐδέποτε προῆλθον εἰς ἀνακοινώσεις πρὸς ἐφημερίδας. Οὐδεὶς δὲ ὑπῆρχε λόγος, ὅπως κάμω ἐξαίρεσιν τὴν φορὰν ταύτην, ἵνα λάβω τὸν κόπον νὰ διαψεύσω τὰ δημοσιευθέντα, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος· διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἤθελε ποιήσει εἰς ἐμὲ τοιαύτην ἀνακοίνωσιν. Ἐὰν δὲ, ὅπως ὀρθότατα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἤθελε ποιήσει τοιαύτην ἀνακοίνωσιν, βεβαίως ἐγὼ δὲν ἤθελον ἀνακοινώσει αὐτὴν εἰς ἄλλον. Δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν ὁ Βασιλεὺς νὰ κάμῃ εἰς ἐμὲ τοιαύτην ἀνακοίνωσιν, διότι ὁ Βασιλεὺς δὲν συνηθίζει νὰ προεξοφλῇ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα ἀνέθηκεν εἰς αὐτόν. Ὁ Βασιλεὺς δὲν λέγει ποτέ: «Θὰ διαλύσω ἢ θὰ κάμω χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα μοὶ ἔδωκε». Δὲν δύναται νὰ τὸ εἴπῃ, διότι περὶ τῆς χρήσεως τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, μόνον καθ’ ἣν στιγμὴν παρουσιασθῇ ἀνάγκη, ἵνα ποιήσηται χρῆσιν, ἐπιβάλλεται αὐτῷ νὰ σκεφθῇ καὶ ν’ ἀποφασίσῃ. Φρονῶ, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὐδεμίαν εἶχον ἀνάγκην νὰ διαψεύσω τὴν διαδοθεῖσαν εἴδησιν. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ ζήτημα, ὡς μὴ ὤφειλεν, ἦλθεν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ποιήσωμαι τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἐποιήσαμην.

§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸν λόγον.

§37ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι περιττὸν νὰ ὁμιλήσω.

§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἐνόησα.

§39Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν ἀπαντήσεις εἰς ἐπερωτήσεις κυρίων Βουλευτῶν. Πρῶτον εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἐκ Βάλτου κυρίου Στράτου. Δεύτερον εἰς ὁμοίαν τοῦ κ. Λεβίδου, ὁ ὁποῖος ἐζήτησεν ἐπανειλημμένως διαφόρους καταστάσεις, τὰς ὁποίας ἔχω ἐνταῦθα. Ἐπίσης πίνακα τῶν ἀποφάσεων τῶν Στρατοδικείων, ζητηθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βοζίκη.

§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δούνης ἔχει τὸν λόγον.

§41Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Τὸν Δεκέμβριον τοῦ παρελθόντος ἔτους ἡ δημοδιδάσκαλος τοῦ σχολείου τῶν θηλέων τοῦ δήμου Στύρων τῆς Καρυστίας παρῃτήθη. Ἡ παραίτησις αὐτῆς ἀνεκοινώθη εἰς τὸν δήμαρχον, αἴτησις δ’ ἐγένετο παρὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἵνα συνέλθῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ προτείνῃ τὴν διάδοχον τῆς παραιτηθείσης. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον συνῆλθε τὴν 12 Ἰανουαρίου, καὶ προέτεινε μίαν δημοδιδάσκαλον, Τζανῆ καλουμένην. Μετὰ τὴν πρότασιν ταύτην, τὴν νομιμωτάτην, ὁ κύριος νομάρχης Εὐβοίας προέβη εἰς τὸν διορισμὸν αὐτῆς. Ἐγένετο δὲ ὁ διορισμὸς αὐτῆς τὴν 24 Ἰανουαρίου. Περὶ τὰ μέσα τοῦ παρελθόντος μηνὸς Φεβρουαρίου ἡ διορισθεῖσα μετέβη εἰς τὴν θέσιν της, ἔδωκε τὸν κατὰ νόμον ὅρκον καὶ ἀνέλαβε τὰ καθήκοντά της. Ἀλλὰ μετὰ ἡμέρας δύο ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὰ καθήκοντά της, διαταγῇ τοῦ νομάρχου ἀνακαλεῖται ὁ διορισμὸς αὐτῆς, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ εἶχε διορισθῆ ἄλλη τις δημοδιδάσκαλος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας εἰς τὸ σχολεῖον αὐτό. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ ὁ δήμαρχος συνελθόντες ἀπήντησαν εἰς τὴν τοιαύτην τοῦ νομάρχου διαταγήν, ὅτι, πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ προβῇ εἰς διορισμὸν δημοδιδασκαλίσσης, ἀφοῦ εἶχεν ἤδη διορισθῆ τοιαύτη νομίμως; Ἐν τίνι δικαιώματι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως, παραβαῖνον τὸν νόμον, προέβη εἰς διορισμὸν δημοδιδασκαλίσσης, χωρὶς νὰ ἐρωτήσῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον; Ὁ κ. νομάρχης, ἀπαντῶν εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, εἶπεν ἁπλούστατα καὶ αὐταρχικῶς: «ἐννοῶ νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ διαταγή μου· ἄλλως ὑμεῖς, ὁ δήμαρχος, ὑπόκεισθε εἰς πειθαρχικὰς ποινάς». Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ποῦ στηριζόμενος προέβη εἰς διορισμὸν δημοδιδασκαλίσσης, ἀφοῦ κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον τοιοῦτον δικαίωμα δὲν εἶχε; καὶ ἐν τίνι δικαιώματι ἀνεκάλεσε νόμιμον διορισμὸν τῆς δημοδιδασκαλίσσης; Ἢ μήτοι ὁ κ. Ὑπουργὸς, μένεα πνέων κατὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀνατρέψῃ, διότι, ὡς γνωρίζετε, πανηγυρικῶς ἡ Βουλὴ ἀπεδοκίμασε τὰ νομοσχέδια αὐτοῦ, ἐπιμελεῖται ἤδη διὰ καταστρατηγήσεων νὰ ἐκμηδενίσῃ αὐτὸν, καὶ φθάσῃ οὕτω εἰς τὸν ἐπιδιωχθέντα διὰ τῶν νομοσχεδίων του σκοπόν; Τὸ πνεῦμα, κύριε Πρόεδρε, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως προέβη εἰς τὴν τοιαύτην καταστρατήγησιν τοῦ νόμου, μοὶ ἐνθυμίζει Ῥωμαῖόν τινα Αὐτοκράτορα, τὸν Τιβέριον, ὁ ὁποῖος, εὑρισκόμενος ἀπέναντι ἐθίμου ἰσχυροῦ, κρατοῦντος ἐν Ῥώμῃ, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐπετρέπετο ἡ ἐκτέλεσις θανατικῆς ποινῆς κατὰ τῶν παρθένων, διὰ νὰ καταστρατηγήσῃ τὸ τοιοῦτον ἔθιμον, διέτασσε τὸν δήμιον νὰ βιάζῃ τὴν παρθένον καὶ εἶτα νὰ ἐκτελῇ τὴν ποινήν! Τοῦτο εἶναι παρεμφερὲς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως προβαίνει ἀδιακόπως εἰς καταστρατήγησιν τοῦ νόμου. Ἐπιθυμῶ δὲ ν’ ἀκούσω, κατὰ τίνα τρόπον θὰ δικαιολογηθῇ, ἀφοῦ αἱ διατάξεις τοῦ νόμου εἶναι τοσοῦτον σαφεῖς.

§42Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Μεγαρίδος χθὲς ἐπηρώτησε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἵνα πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἀληθεύει, ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς ἐπαύθη, καὶ ἂν ἡ παῦσις αὕτη ἐστηρίζετο εἰς τὸν νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἢ ἐπὶ τίνος νόμου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκώφευσεν εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, καὶ οὔτε σήμερον ἀπήντησέ τι. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἑνούμενος καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ κυρίου συναδέλφου, νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, τί συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου.

§43ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὑποθέτω, ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ λαμβάνουσι τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀναγινώσκουσιν αὐτήν. Ἐν αὐτῇ ἐδημοσιεύθη ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ 1884, δυνάμει τῆς ὁποίας ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἐπιθεωρητὴς ἐτιμωρήθη πειθαρχικῶς διὰ προσωρινῆς ἀπολύσεως. Τὸν νόμον τοῦτον δὲν ἐφαρμόζω ἐγὼ πρῶτος, ἀλλὰ καὶ προκάτοχοί μου Ὑπουργοὶ ἐφήρμοσαν, διότι ὁ νόμος τοῦ 1895 δὲν προέβλεψε περὶ πειθαρχικῶν ποινῶν τῶν διαφόρων ἐπιθεωρητῶν. Ἔκτοτε λοιπὸν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου μου, στηριζομένη εἰς τὸν νόμον περὶ πειθαρχικῆς ἐξουσίας τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, ἐνήσκησε τὴν ἐξουσίαν ταύτην ἐπὶ τῶν διαφόρων ἐπιθεωρητῶν. Ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ μόνος ἐπιθεωρητής, ὁ ὁποῖος παρέσχεν ἀφορμὴν εἰς τὸν Ὑπουργόν, ὅπως ἐνασκήσῃ κατ’ αὐτοῦ οὐχὶ ἅπαξ, οὐχὶ δίς, ἀλλὰ πολλάκις, τὴν πειθαρχικὴν ταύτην ἐξουσίαν τοῦ νόμου τοῦ 1884, εἶναι ὁ ἐπιθεωρητὴς τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς.

§44Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Φημίζεται ὡς εἷς τῶν καλλιτέρων.

§45ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἤξευρον, ὅτι ὁ κύριος συνάδελφος εἶχεν ἀσχοληθῆ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἵνα ζητήσῃ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου μου τὴν γνώμην αὐτοῦ πρότερον· ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τῶν Ὑπουργείων καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, προκειμένου περὶ ἐπιλύσεως τοιούτων ζητημάτων, ἀπευθύνεται εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον· τοῦτο δὲ, ἐρωτηθὲν ἐὰν δύναται νὰ ἐνασκηθῇ ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία τοῦ νόμου τοῦ 1884 ἐπὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀπεφάνθη παμψηφεί, ὅτι ἰσχύει ὁ νόμος, καὶ πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπ’ αὐτῶν. Διὰ τοῦτο ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου μου ἀνέκαθεν, ἀπὸ τοῦ 1897 μέχρι σήμερον, ἐφαρμόζει τὸν νόμον τοῦτον.

§46Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν πρόκειται, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ὁ κύριος Μιχαλόπουλος ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του ἢ ὄχι...

§47Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι καλλίτερον νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τούτου αὔριον, ἢ ἐν ἄλλῃ ἡμέρᾳ, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως καταθέσῃ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου; Οὐχὶ διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ καλύπτουσιν αἱ γνωμοδοτήσεις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου,—διότι ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὰς ἰδίας αὐτοῦ πράξεις, καὶ οὐδὲν ὑποχρεοῖ αὐτὸν ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου, οὐδὲ νὰ ζητήσῃ αὐτὴν,—ἀλλὰ διότι ἐν τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἐκτίθονται οἱ λόγοι, οἵτινες ἔπεισαν πιθανῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ἔχει αὐτὸ τὸ δικαίωμα. Διὰ τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι δύναται νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις μέχρις οὗ προσαχθῇ ἡ γνωμοδότησις αὕτη.

§48ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πολὺ καλά.

§49Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Χθὲς, κύριοι Βουλευταὶ, εἰσερχόμενος εἰς τὸ Βουλευτήριον μετ’ ἄλλων συναδέλφων, εἶδον κατὰ τὴν εἴσοδον αὐτοῦ ἀνάπηρον ἐπαίτην, πλήρη περιβεβλημένον στρατιωτικὴν στολὴν, πωλοῦντα φυλλάδιά τινα καὶ παρακαλοῦντα ἡμᾶς νὰ ἀγοράσωμεν· ἐδώσαμεν δεκάλεπτον καὶ ἠγοράσαμεν μετὰ τῶν κυρίων συναδέλφων ἀνὰ ἕν.

§50ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί λέγει τὸ φυλλάδιον;

§51ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Τίποτε· τὸ φυλλάδιον εἶναι ἀτυχὲς συνοθύλευμα, τίς οἶδε τίνος ῥαψῳδοῦ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τοῦ φυλλαδίου, πρόκειται περὶ τοῦ πωλητοῦ αὐτοῦ, ὅστις εἶναι τραυματίας τοῦ πολέμου... Ἡ περίστασις αὕτη, κ. Βουλευταὶ, καθὼς καὶ ἄλλαι τινὲς ἀθλιότητες, αἵτινες καθ’ ἑκάστην περιπίπτουσιν εἰς τὴν ἀντίληψιν ἡμῶν, μὲ ἠνάγκασε νὰ ἀνέλθω αὖθις τὸ βῆμα, ἵνα ὁμιλήσω περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ εὔχομαι διὰ τελευταίαν φορὰν τώρα, ὅτε ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν τηρεῖται ἀκόμη ποιά τις ψυχραιμία καὶ γαλήνη, ὅπως διὰ βραχέων μὲν, ἀλλ’ εὐρύτερον διαμαρτυρηθῶ ἐπὶ τῆς καταστάσεως ταύτης. Μετὰ τὰ μεγάλα, Κύριοι, ἀτυχῆ γεγονότα πολλὰ ἔμειναν, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ Κράτος, πολλαὶ πληγαὶ, πληγαὶ ὑλικαὶ, πληγαὶ ἠθικαὶ, εὐρυτάτων μάλιστα διαστάσεων, ἔπρεπε νὰ ἐπουλωθῶσι. Καὶ αἱ μὲν ὑλικαὶ, τῆς πρώτης ἀνάγκης θεωρηθεῖσαι, ἐπουλώθησαν κατὰ τὸ πλεῖστον· ἀλλ’ αἱ ἠθικαὶ χαίνουσιν ἔτι, ἀναπαριστῶσαι ζοφερὰν τὴν εἰκόνα ἀνηκούστου ἀναλγησίας καὶ παντελοῦς ἐλλείψεως τοῦ συναισθήματος περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν στοιχειωδεστέρων ἡμῶν ὑποχρεώσεων. Λέγουσιν οἱ πολλοὶ, ὅτι ἡ παρατηρουμένη αὕτη πώρωσις εἶναι ἀποτέλεσμα ἐκφυλισμοῦ· τοῦτο δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον ἀποτελεῖ ὕβριν διὰ πάντα Ἕλληνα, νομίζω ὅμως, ὅτι δεινοτάτην ὕβριν ἀποτελεῖ κατὰ τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, ἡ ὁποία καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν Περίοδον καὶ κατὰ τὴν ἐκπνεύσασαν πάντοτε ἐδράξατο καὶ τῆς ἐλαχίστης περιστάσεως, ὅπως θεραπεύσῃ τὰς τοιαύτας ἀνάγκας. Ἄλλοι λέγουσιν, ὅτι ἡ καταμαστίζουσα τὸ Κράτος μεγάλη οἰκονομικὴ δυσπραγία παρέλυσε καὶ τὰ εὐγενέστερα ἡμῶν αἰσθήματα. Ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι οἱ ἁρμόδιοι, περιστοιχούμενοι πάντοτε ἀπὸ μεγάλας καὶ ἐπειγούσας ἀνάγκας, δὲν ἔχουσι τὸν καιρὸν νὰ σκεφθῶσι καὶ περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς δὲν ἔχουσι στόμα νὰ φωνάξωσιν, ἀλλὰ καὶ ἂν ἔχωσι στόμα, ἡ φωνὴ αὐτῶν εἶναι τοσοῦτον ἀσθενὴς, ὥστε δὲν δύναται νὰ φθάσῃ μέχρι τῶν ὤτων τῶν ἁρμοδίων. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει τὸ πρᾶγμα μένει ἀναλλοίωτον, καὶ τὸ Κράτος ἐλέγχεται ὡς καθυστερῆσαν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν οὐσιωδεστέρων αὐτοῦ ὑποχρεώσεων, ἐνῷ τοὐναντίον ἐν ἄλλοις ὑπερέβαλε τὰ ἐσκαμμένα. Διότι, ἐνῷ ἐντεῦθεν εἴδομεν ἀφειδῶς διασκορπισθέντα χρυσὰ σειρήτια, ἀπαστράπτοντα σήμερον εἰς χρυσοπαρύφους τινὰς λαιμοὺς, εἰς τοὺς ὁποίους πᾶν ἄλλο ἥρμοζεν ἢ τοῦτο, κοσμοῦντα σήμερον κεφαλάς τινας, ἐπὶ τοῦ μετώπου τῶν ὁποίων ἡ καταυγάζουσα αἴγλη προέκυψεν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀπὸ τῆς ἀντανακλάσεως τῶν ἀγώνων τῶν δορυφόρων αὐτῶν, ἐκεῖθεν ἀκούομεν ὑποκώφως ἀναδιδόμενον τὸ πικρὸν παράπονον τῶν ἀθορύβως καὶ ὅλως ἀτύρβως ἐπιτελεσάντων τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον, ἐκεῖθεν βλέπομεν συντετριμμένα καὶ σχεδὸν κατερρειπωμένα τοῦ πολέμου λείψανα, περιερχόμενα τὰς ἀγυιάς, καὶ τὸν ἄρτον τῆς ἡμέρας ἐπαιτοῦντα! Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸν πτωχὸν τραυματίαν. Οὗτος ἦτο στρατιώτης ταξιαρχίας τινὸς τῆς Ἠπείρου, ἐπολέμησε φιλοτίμως καὶ ἐτραυματίσθη κατὰ τὸν ἀριστερὸν πόδα· ὁ ποῦς του ἀπεκόπη, καὶ ὁ γενναῖος ὁπλίτης ἀπεστάλη εἰς τὴν ἑστίαν του μὲ ἕνα πόδα καὶ μὲ σύνταξιν δραχμῶν 10 ἢ 12...

§52Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δέκα ἕξ.

§53Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἔστω. Γνωρίζετε ἴσως τὴν ὑπόθεσιν... Ὁ τραυματίας αὐτὸς ὀνομάζεται Πατρίκιος. Ὑπάρχει, Κύριοι, διάταξίς τις τοῦ νόμου περὶ συντάξεων τοῦ 1852, ἡ ὁποία ὁρίζει, ὅτι, ἐὰν ὁ παθὼν ἐν ὑπηρεσίᾳ πάθῃ κατὰ τὸ ἓν μέλος τοῦ σώματος, λαμβάνει τὸν κατώτατον ὅρον, ἐὰν πάθῃ κατὰ δύο μέλη, λαμβάνει τὸν μέγιστον ὅρον τῆς συντάξεως. Ὁ πτωχὸς Πατρίκιος, ἐπειδὴ εἶχε τὴν ἀτυχίαν νὰ μὴ μεριμνήσῃ ὁ ἐχθρὸς νὰ τῷ ἀποκόψῃ καὶ τὸν ἕτερον πόδα, ἔλαβε τὸν κατώτατον ὅρον. Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, ὅτε ἤμην δεκανεύς, συνάδελφός μου, ἐν ὑπηρεσίᾳ διατελῶν, εἰσῆλθεν εἰς τι χαμαιτυπεῖον, προεκάλεσεν ἔριδας, ἐκτύπησε καὶ ἐκτυπήθη, ἔθραυσε ποτήρια καὶ φιάλας πλήρεις οἴνου, κατέστρεψεν ἀμφοτέρας τὰς χεῖρας, καὶ ἐξῆλθεν ἐκεῖθεν τετραυματισμένος. Ὁ δεκανεὺς ἐκεῖνος ἔλαβε τὸν ἀνώτατον ὅρον τῆς συντάξεως, ὡς παθὼν δῆθεν ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ καθήκοντός του. (Ἐνταῦθα ὁ ρήτωρ διὰ τοῦ ἀντίχειρος τῆς δεξιᾶς χειρὸς κάμνει σημεῖον, ἐμφαῖνον ὅτι ὁ παθὼν δεκανεὺς κατεγίνετο εἰς τὴν οἰνοποσίαν, ὅπερ προκαλεῖ τοὺς γέλωτας τῶν Βουλευτῶν). Γελᾶτε, Κύριοι, διότι ὄντως τὸ ἀντικείμενον εἶναι ἄξιον γέλωτος, μεμιγμένου μετὰ πικρίας καὶ εἰρωνείας, διότι ἐν τῷ συμβάντι τούτῳ ἡ Πολιτεία συλλαμβάνεται ἐγκληματοῦσα. Ἐπωφελουμένη μιᾶς ἀστοχασίας τοῦ ἐχθροῦ, καὶ ὀχυρουμένη ὄπισθεν μιᾶς ἐλλείψεως τῶν νόμων αὑτῆς, ἠθέλησε νὰ κερδοσκοπήσῃ ἐπὶ τοῦ πτωχοῦ τραυματίου, ἀποκόπτουσα ἀπ’ αὐτοῦ τὸν ἄρτον, ἵνα ἀφθονώτερον δώσῃ αὐτὸν εἰς ἕτερον, δεκανέα οἰνόφλυγα, μηδεμίαν μὲν παρασχόντα ὑπηρεσίαν εἰς τὴν πατρίδα, ἀφθονώτερα ὅμως διαθέτοντα πρὸς τοῦτο μέσα. Καὶ ἐντεῦθεν σήμερον βλέπομεν ἀξιωματικούς, τὸν λοχαγὸν Πετρέαν καὶ τοὺς ἀνθυπολοχαγοὺς Σαϊπᾶν καὶ Κουτσονίκαν, συρομένους μὲ κατεαγμένας κνήμας ἐπὶ τῶν λιθοστρώτων, καὶ ἐπὶ ἰσχυρῶν δικανήκων στηριζομένους. Βλέπομεν ἀξιωματικούς, τὸν ταγματάρχην Βασιλειάδην, τὸν ὑπολοχαγὸν τοῦ πυροβολικοῦ Χατζηδημητρίου περιφερομένους μὲ ἐξωρυγμένους τοὺς ὀφθαλμούς· βλέπομεν τὸν λοχαγὸν Παπαδογιάννην ἄνευ δακτύλων, ἄλλον λοχαγόν, τὸν Δ. Γκιταράκον, ὁ ὁποῖος ἵσταται πάντοτε εἰς προσοχήν, διότι εἶναι ἐντελῶς τεθραυσμένη ἡ χείρ του· τὸν ὑπολοχαγὸν Κουρέβελην δεινῶς πάσχοντα, διότι τῷ διετρήθη ὁ πνεύμων· καὶ ἄλλους, οὓς δὲν ἐνθυμοῦμαι τὴν στιγμὴν ταύτην. Καὶ ἐν τούτοις οὐδεμία μέριμνα περὶ αὐτῶν, οὐδεμία πρόνοια ὑπὲρ αὐτῶν! Ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἶδον πέρυσιν ἢ προπέρυσιν ἀναγραφόμενον εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἔφεδρός τις ἀξιωματικός, τραυματίας καὶ αὐτὸς τοῦ πολέμου, διετέλει ὡς ἁπλοῦς ὑπηρέτης ἔν τινι τῶν καφενείων τῆς Κερκύρας· ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἶδον ἀναγεγραμμένον εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι στρατιώτης, τραυματίας καὶ αὐτὸς τοῦ πολέμου, ἀπέθανεν ἐν μέσαις Ἀθήναις ὑπὸ τῆς πείνης καὶ τοῦ ψύχους! Προπέρυσιν, ὅτε ἤμην ἐνταῦθα, προσῆλθε πρός με ἕτερος τραυματίας, ἐθελοντὴς αὐτός,— νομίζω ἐκ Μυτιλήνης,— καὶ μοὶ παρεπονεῖτο, ὅτι ὄχι μόνον ἐστερεῖτο τῶν πρὸς διατροφήν του, ἀλλὰ δὲν τῷ ἐδίδοντο οὔτε τὰ ἔξοδα, ὅπως ἐπανέλθῃ εἰς τὴν πατρίδα του. Μετέβην εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον, παρεκάλεσα ὅπως δοθῶσιν εἰς αὐτὸν τὰ ἔξοδα, ἵνα ἐπανέλθῃ εἰς τὴν πατρίδα του, ἀλλὰ μοὶ ἀπήντησαν, ὅτι μόνον διὰ τὴν Κρήτην δίδονται εἰσιτήρια δωρεάν. Καὶ ἐνεθυμήθην τότε, Κύριοι, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον οἱ πτηνολόγοι ἀναφέρουσιν, ὅτι τὸν μικρὸν κορυδαλὸν, τὸν κεκμηκότα καὶ ἕτοιμον νὰ πέσῃ εἰς τὸν ἀχανῆ ὠκεανὸν, ὑποβαστάζουσιν ἐπὶ τῶν πτερῶν των τὰ εὐγενῆ τῶν πελαργῶν ἄρρενα, καὶ τὰ μεταφέρουσιν εἰς τὰ πάτρια. Καὶ ἐκεῖνοι οἵτινες ἠγωνίσθησαν διὰ τὴν πατρίδα καὶ πολύτιμον δι’ αὐτὴν ἔχυσαν αἷμα, κατήντησαν τόσον τοῦ ἐλέους, ὥστε μήτε κορυδαλλίδος κἂν μοίρας δὲν ἐπέλαχον! Ἐνθυμοῦμαι, ὅτε πέρυσιν περιηρχόμην ἐμποροπανήγυρίν τινα μετὰ φίλων μου, εἶδον ἐπαίτην τείνοντα πρὸς ἡμᾶς τὴν χεῖρα καὶ ἐλεημοσύνην αἰτοῦντα· ἔδωκα αὐτῷ ὀβολὸν καὶ ἀπῆλθον· ἀλλ’ ὁ συνοδός μου μοὶ παρετήρησε: «δόσε πλειότερα χρήματα εἰς τὸν τυφλὸν αὐτὸν ἐπαίτην, διότι εἶναι τραυματίας τοῦ πολέμου». Τὸ ἄκουσμα, ὡς εἰκὸς, μὲ ἐξέπληξε, καὶ ἐπέστρεψα πρὸς τὸν τυφλόν. Ἀφοῦ ἐξεπλήρωσα τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ φίλου μου, ἠρώτησα τὸν ἐπαίτην περὶ τῆς τυφλότητός του· οὗτος δὲ, ἀντὶ πάσης ἀπαντήσεως, ἐξήγαγεν ἐκ τοῦ θυλακίου του καὶ μοὶ ἐνεχείρισε περγαμηνήν. Δύνασθε τώρα, Κύριοι, νὰ φαντασθῆτε ὁποία ὑπῆρξεν ἡ ἔκπληξίς μου, ὅταν ἐν τῷ τυφλῷ ἐκείνῳ ἀνεγνώρισα ἀριστέα στρατιώτην, καὶ τραυματίαν μάλιστα, τῆς ταξιαρχίας τοῦ Βελεστίνου! Ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ φαντασθῆτε ποτὲ τὴν ἔκπληξίν μου, ὅτε ἐξετάσας ἀκριβέστερον τὴν περγαμηνὴν ἐκείνην, διέκρινα ἐν αὐτῇ τὴν ὑπογραφὴν ἐκείνου, εἰς τὸ μέτωπον τοῦ ὁποίου ἐκθαμβοῦν ποτε ἀντενακλάσθη φῶς ἀπὸ τῆς τυφλότητος ἴσως καὶ τοῦ τραυματίου τούτου. Συνέταξα ἀναφορὰν διὰ τὸν τυφλὸν, τὴν ὁποίαν ἅμα ἀφίχθην ἐνταῦθα ἐνεχείρισα τῷ κ. Ὑπουργῷ διὰ τὴν ταχεῖαν ἀπονομὴν συντάξεως εἰς τὸν τυφλὸν, ὀνομαζόμενον Νικόλαον Ζόγαν. Ἔκτοτε, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ὅτι ἐχορηγήθη ἡ σύνταξις εἰς τὸν τυφλὸν τραυματίαν, ἐλησμόνησα τὴν ὑπόθεσιν. Εἶχον ἤδη παρέλθει μῆνες 8, ὅτε προχθὲς λαμβάνω ἐπιστολὴν τοῦ τυφλοῦ, ὅστις μοὶ ἀναγγέλλει, ὅτι ἐξακολουθεῖ ἀκόμη νὰ ἐπαιτῇ, διότι δὲν τῷ ἐχορηγήθη σύνταξις! Ἔφριξα ἐπὶ τῇ εἰδήσει, καὶ πάραυτα μεταβαίνω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἐντόνους ποιοῦμαι διαμαρτυρίας τῷ κυρίῳ προσωπάρχῃ, ὅστις ἔκπληκτος καὶ αὐτὸς ἤκουσε τὴν ὑπόθεσιν· διατάσσει ἐξέτασιν, ἀλλ’ οὐδὲν εὑρίσκεται. Συνεφωνήθη τότε νὰ συνταχθῇ νέα ἀναφορά· ἀγοράζω χαρτόσημον, καὶ τὸ παραδίδω εἰς τὸ ἁρμόδιον ἀξιωματικὸν τοῦ Ὑπουργείου, ἵνα συνταχθῇ ἡ ἀναφορά. Τὴν ἑπομένην μεταβαίνω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα μάθω περὶ τῆς τύχης της, ὅτε μὲ πληροφοροῦσιν, ὅτι γενομένης ἀκριβεστέρας ἐρεύνης ἀνευρέθη ἡ ὑπόθεσις, καὶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἅμα ἔλαβε τὴν πρώτην ἀναφορὰν, ἀπέστειλεν αὐτὴν πρὸ 8 μηνῶν ἀμέσως εἰς τὸ οἰκεῖον σύνταγμα, ἵνα τοῦτο τῷ ὑποβάλῃ τὴν περὶ τοῦ τυφλοῦ ἔκθεσιν. Ἀλλὰ τὸ σύνταγμα ἐκεῖνο, καίτοι 8 παρῆλθον μῆνες, δὲν ὑπέβαλεν ἀκόμη τὴν περὶ τοῦ τραυματίου ἔκθεσίν του! Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, Κύριοι, διὰ τὴν ὁποίαν σήμερον ἠθέλησα νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τῆς πατρίδος μου. Διότι νομίζω, ὅτι, ἂν τὸ σύνταγμα ἐκεῖνο δὲν τὸ διῴκει Ἕλλην ἀξιωματικὸς, καὶ ἂν τοῦτο εὑρίσκετο εἰς τὰς ἐσχατιὰς τῆς Ἀφρικῆς, καὶ ἐν αὐτῇ ἀκόμη τῇ στενῶς πολιορκουμένῃ πόλει τῆς Λαίδυσμιθ, βεβαίως θὰ εὕρισκε τὴν εὐκαιρίαν ἐντὸς 8 μηνῶν νὰ ὑποβάλῃ τῷ Ὑπουργείῳ τὴν ἔκθεσίν του. Ἀλλὰ τὸ σύνταγμα εὑρίσκεται εἰς τὰ πρόθυρα τῶν Ἀθηνῶν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν τὸ κατώρθωσεν ἀκόμη!...

§54Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Φαίνεται ὅτι θ’ ἀπώλεσε τὰ χαρτιά του τὸ σύνταγμα.

§55ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Ἑλληνικῆς δημοσίας ὑπηρεσίας!

§56Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Δὲν ὤφειλε νὰ τὰ ἀπολέσῃ, κύριε Ἀναστασόπουλε, καὶ διὰ τοῦτο διαμαρτύρομαι, κύριε Φλογαΐτη. Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ τραυματίαι, οἵτινες μετέβησαν εἰς τὰ λουτρά, ἐστεροῦντο τῶν πάντων, καὶ προσέφευγον εἰς τὴν φιλανθρωπίαν τῶν λουομένων· διότι ὄχι μόνον δὲν τοῖς κατεβλήθησαν τὰ ἔξοδα, ἵνα μεταβῶσιν ἐκεῖ, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἀπὸ ὅλους τοὺς στρατιωτικοὺς τραυματίας, ὅσοι ἐνοσηλεύθησαν εἰς τὰ στρατιωτικὰ νοσοκομεῖα, ἐκρατήθησαν ὁλόκληροι μισθοί· ἠξεύρετε δὲ, Κύριοι, διατί; ἀπίστευτον, καὶ ἐν τούτοις εἶναι γεγονός! δι’ ἀντίτιμον τῶν φαρμάκων, διὰ τῶν ὁποίων ἐπουλώθησαν αἱ πληγαὶ, τὰς ὁποίας ὁ ἐχθρὸς τῆς πατρίδος κατήνεγκεν εἰς αὐτούς!...

§57Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Φρικώδη!

§58Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Φρικωδέστατα!... Οἱ στρατιωτικοὶ οὗτοι εἶχον λάβει ἄδειαν ἀναρρωτικὴν, ὅπως χορηγεῖται τοιαύτη, καὶ μισθὸς ἀκόμη, καὶ εἰς τοὺς ἀσελγεῖς ἐκείνους στρατιωτικούς, οἱ ὁποῖοι, εἰσερχόμενοι εἰς τοὺς οἴκους τῆς ἀπωλείας, δέχονται ἐκεῖθεν τραύματα. Καὶ ἐδῶ πάλιν ἡ Πολιτεία συλλαμβάνεται ἀδικοῦσα, διότι τίθησιν ἐν ἴσῃ μοίρᾳ, διότι τίθησιν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ δαπέδου τὸν στρατιώτην ἐκεῖνον, ὅστις ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς τιμῆς δέχεται τραύματα ἀπὸ τὸν ἐχθρὸν, καὶ τὸν στρατιώτην ἐκεῖνον, ὅστις εἰς οἴκους τῆς Ἀφροδίτης δέχεται ἐπίσης τραύματα ἀπὸ τὰς ἱεροδούλους! Σήμερον, Κύριοι, καὶ ἐν Φαρσάλοις καὶ ἐν Δομοκῷ καὶ ἐν Ἁλμυρῷ καὶ ἀλλαχοῦ, ἀγρόται ἐξερχόμενοι πρὸς ἐργασίαν, ἀνθρακεῖς ἐξερχόμενοι πρὸς ὑλοτομίαν, εὑρίσκουσιν εἰς τὰς φάραγγας καὶ τοὺς δρυμοὺς μανδύας Ἑλλήνων καὶ Τούρκων στρατιωτῶν ἀναμίξ, καὶ ὑπὸ τοὺς μανδύας τούτους σωρείαν ὀστέων ἀνακαλύπτουσι. Τὰ ὀστᾶ ταῦτα εἶναι ὀστᾶ τῶν τέκνων τῆς πατρίδος, τῶν ὁποίων τὰς μὲν σάρκας κατεσπάραξαν οἱ γῦπες, οἱ κύνες καὶ οἱ χοῖροι, τὰ δὲ ὀστᾶ αὐτῶν ἔμειναν ἔκτοτε ἄταφα, ὑφιστάμενα τὴν ἐναγῆ ἐπιμιξίαν πάσης βεβήλου σποδοῦ. Σήμερον τοῦ ἀπὸ Λαρίσης εἰς Βόλον κατερχομένου διαβάτου πένθιμα ἀντικείμενα προσβάλλουσι τὴν ὅρασιν, καὶ ἀναγκάζουσιν αὐτὸν ἄκοντα νὰ σταματήσῃ, διότι διακρίνει ἔνθεν καὶ ἔνθεν τοῦ Βελεστίνου σωρούς τινας λίθων, καὶ ἐπὶ τῶν σωρῶν τῶν λίθων τούτων εὐρωτιῶντάς τινας Σταυρούς· καὶ γεννᾶται τῷ διαβάτῃ τὸ μελαγχολικὸν ἐρώτημα, ποῖοι νὰ ἦναι τάχα αὐτοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠθέλησαν νὰ ταφῶσιν εἰς τὰ κοιμητήρια τῶν πατέρων των, ἀλλ’ ἀναπαύονται εἰς τοῦ Φεραίου τοὺς λόφους; Δὲν γνωρίζει ὁ διαβάτης, διότι οὐδὲν ὑπάρχει τὸ πεῖθον αὐτὸν περὶ τοῦ τίνες εἶναι ἐκεῖνοι. Ἕν μόνον βλέπει καὶ γνωρίζει, ὅτι ὑπὸ τοὺς σωροὺς τῶν λίθων ἐκείνων τὸν αἰώνιον ὕπνον ἀναπαύονται ἄνθρωποι, καὶ περὶ ἑνὸς καὶ μόνου πείθεται καὶ πιστεύει, ὅτι οἱ ὑπὸ τοὺς εὐρωτιῶντας ἐκείνους Σταυροὺς ἀναπαυόμενοι εἶναι χριστιανοί. Πλέον τούτου οὐδὲν γνωρίζει. Καὶ ἀπέρχεται κεκηφὼς καὶ μελαγχολικὸς ὁ διαβάτης πλειότερον ἢ πρῶτον, ἐξακολουθεῖ δὲ διερωτῶν ἑαυτὸν, ἀλῆται νὰ ἦναι τάχα αὐτοί; λῃσταὶ νὰ ἦναι; ἢ τυχὸν ἐθνικοὶ μάρτυρες; Ἀφίνω νὰ ἀπαντήσωσιν οἱ ἁρμόδιοι...

§59ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Καὶ ὅμως οἱ Τοῦρκοι ἤγειραν μνημεῖον ἐν Δομοκῷ!

§60Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Μάλιστα, κύριε συνάδελφε, οἱ Τοῦρκοι ἤγειραν μαυσωλεῖον ἐν Δομοκῷ, ἀλλὰ δὲν εἶναι μαυσωλεῖον αὐτὸ, εἶναι τρόπαιον, τὸ ὁποῖον ὑψοῦται ἐκεῖ, ὡς κάρφος εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμῶν, καὶ ἵνα ἀντλήσωμεν ἐκεῖθεν διδάγματα παρὰ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς οἱ πεπολιτισμένοι ἑνασμενιζόμεθα ν’ ἀποκαλῶμεν ἀπολιτίστους καὶ βαρβάρους. Δὲν ἐπιθυμῶ σήμερον νὰ ταράξω τὴν τέφραν τῶν οὑτωσὶ κεκοιμημένων, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θὰ συστήσω τίποτε δι’ αὐτοὺς, διότι ἄλλως τε δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην αὐτοὶ οὔτε ἀναγραφῆς μαρτυρολογίων, οὔτε καταθέσεως στεφάνων, οὔτε ἀνεγέρσεως μαυσωλείων. Ἡ σύγχρονος ἱστορία, ἂν καὶ αὐτὴ θελήσῃ, μεταξὺ τῶν μελανῶν αὐτῆς σελίδων, ἂς ἀφήσῃ καὶ μίαν λευκὴν, καὶ ἂς ἀναγράψῃ ἐπ’ αὐτῆς, ὅτι «ἡ λευκὴ αὕτη σελὶς ἀνήκει εἰς τοὺς ὑπὲρ πατρίδος πεσόντας μεγάλους ἀγνώστους». Ἂν ὅμως τὸ ἐπίθετον μέγας ἢ μεγάλος τῆς φανῇ πολὺ, ἂς ἀποκόψῃ καὶ τοῦτο, ἵνα τὸ χρησιμοποιήσῃ εἰς καμμίαν τῶν μελανῶν της σελίδων, ὅπως δυστυχῶς μέχρι τοῦδε ἔπραξε. Ἀλλὰ, Κύριοι, μήπως παριδόντες τὰς πρὸς τοὺς ἡμετέρους ὑποχρεώσεις ἐξετελέσαμεν τοὐλάχιστον τὰς πρὸς τοὺς ξένους ὀφειλομένας; Ἴδωμεν καὶ τοῦτο ἐν ὀλίγοις. Ἀπόγονοι εὐγενεῖς τοῦ Σανταρόζα ἦλθον εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν, ἠγωνίσθησαν καὶ πολύτιμον δι’ αὐτὴν αἷμα ἔχυσαν. Τώρα θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν τῆς πατρίδος, ὅπως μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ὑποβάλω εὐλαβῶς τὸ ἐρώτημα, οὐχὶ πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ πρὸς τοὺς ἁρμοδίους: οἱ ἐκ τῶν εὐγενῶν τούτων ξένων ἐπιζήσαντες καὶ εἰς τὰς πατρίδας αὑτῶν ἐπανελθόντες ποῖον τάχα, ἔστω καὶ εὐτελὲς, ἐνθύμημα τοῦ εὐγενοῦς αὐτῶν ἀγῶνος ἀπὸ τῆς χώρας ἡμῶν ἀπεκόμισαν; Οὐδέν! καθ’ ὅσον ἐγὼ γνωρίζω. Ἀλλ’ εἰς τὴν ἐρώτησιν αὐτὴν, ἀφοῦ οἱ ἁρμόδιοι σιωπῶσιν, ἂς ἀφήσωμεν νὰ ἀπαντήσῃ εἷς ξένος. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅτε πέρυσιν οἱ ἐν Παρισίοις Ἕλληνες σπουδασταὶ, πρὸς ἐξάγνισιν ἴσως τοῦ δημοσίου ἁμαρτήματος, πρὸς ἐλάττωσιν ἴσως τῆς ἐθνικῆς ἀγνωμοσύνης, παρέθεντο γεῦμα πρὸς τιμὴν τοῦ ἐνδόξου πλάνητος τῶν πεδίων τῶν μαχῶν Κυπριάνη, κατὰ τὴν πέμπτην Μαΐου, ἡμέραν ἐπέτειον τῆς ἐν Δομοκῷ μάχης, καθ’ ἣν ἐκεῖνος ἐτραυματίσθη, καὶ ὅτε εἷς τῶν σπουδαστῶν ἐκείνων, ἐγείρας πρόποσιν ὑπὲρ αὐτοῦ, τῷ προσέφερε μετάλλιον πρὸς ἐνθύμησιν, ὁ πολὺς Κυπριάνης, ἀπαντῶν εἰς τὴν πρόποσιν, εἶπε τὰς δύο ταύτας ξηρὰς λέξεις: «Τὸ μετάλλιον τοῦτο καὶ ἡ πληγή μου εἶναι ἡ μόνη ἀπὸ τῆς προσφιλοῦς μοι Ἑλλάδος ἀνάμνησις»! Καὶ τώρα ἐρωτῶ καὶ πάλιν, ποῖος τάχα πικροῦ παραπόνου πόνος ἔκαμε νὰ ἀναδυθῇ εἰς τὰ χείλη τοῦ ῥεμβοπλάνου ἐκείνου καὶ νοσταλγοῦ τοῦ ἐνδόξου θανάτου ἡ βραχεῖα μὲν, ἀλλὰ μεστὴ πικρίας αὐτὴ ἐπῳδή; Ἐρωτῶ καὶ τὸ ὕστατον, ποῖαι τάχα ἔπρεπε νὰ ἦσαν αἱ μεγάλαι ἐκεῖναι θυσίαι, εἰς τὰς ὁποίας ἔμελλε νὰ ὑποβληθῇ τὸ Κράτος διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἱερωτέρων αὑτοῦ ὑποχρεώσεων; Εἰς τοῦτο ἂς ἀπαντήσουν καὶ πάλιν οἱ ἁρμόδιοι. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οὐδ’ εἰς αὐτὰ ἀκόμη τὰ φλυκταινώδη τῶν τριόδων λεξικὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ εὕρω λέξεις, ὅπως χαρακτηρίσω τὴν ἀναλγησίαν ταύτην καὶ τὴν ἀγνωμοσύνην ἐκείνην· διότι, καὶ ἂν ἀκόμη ἀβδηριτισμὸν ἀποκαλέσω αὐτὴν, νομίζω ὅτι ὑβρίζω ἀληθῶς τοὺς Ἀβδηρίτας· ἂν βαρβαρισμὸν, ἀναντιρρήτως τοὺς βαρβάρους συκοφαντῶ.

§61ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἑλληνοπρέπεια λέγεται αὐτό!

§62Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, κύριε Κρίτσα, διότι ἀληθῶς τὸ εὕρατε. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅπως καὶ πρὶν εἶπον, ὅτι καὶ ἡ παροῦσα Βουλὴ καὶ ἡ τῆς ἐκπνευσάσης Περιόδου ἐπετέλεσαν τὸ ἑαυτῶν καθῆκον. Δὲν πρέπει ὅμως, Κύριοι, νὰ ἀρνηθῆτε καὶ σεῖς μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἀκόμη μένουσι πρὸς ἐκτέλεσιν. Διὰ τοῦτο καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον δύο νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι θεραπεύουν ὁπωσδήποτε τὴν ἀθλιότητα ταύτην. Ἐὰν ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ἐπιθυμῇ νὰ βλέπῃ ἐπ’ ἄπειρον τὴν πατρίδα αὑτῆς μεταβεβλημένην εἰς Μήδειαν, κατασπαράττουσαν τοὺς ἰδίους αὐτῆς γόνους, ἂς μὴ ψηφίσῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Ἀλλὰ τότε ἂς στραφῇ εἰς τὴν σκιὰν, καὶ ἐκεῖ θὰ διακρίνῃ, εἰς τὸ βάθος τοῦ ὀφθαλμοῦ τῆς πατρίδος, δάκρυ παραπόνου, χυνόμενον διὰ τὴν ἀναλγησίαν ἡμῶν πρὸς τὰ ὑπὲρ αὐτῆς πεσόντα τέκνα της, ἐκεῖ, ἐπὶ τοῦ αἱμοσταγοῦς αὐτῆς μετώπου, ἀντὶ τῆς αἴγλης τῆς ἀντανακλωμένης ἀπὸ τῆς προγονικῆς εὐκλείας, θὰ διακρίνῃ τώρα μελανὴν πινακίδα, φέρουσαν ἐπιγραφὴν, ὅτι «ἀναλγησία καὶ ἀχαριστία εἶναι τὰ μόνα ἡμῶν ἐμβλήματα!» (Ζωηρὰ χειροκροτήματα ἔκ τε τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ἀκροατηρίων).

§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπὸ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Ἁγυιᾶς ὑποβληθεῖσαι δύο προτάσεις νόμων θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 114–115).

§64Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Φοβοῦμαι βεβαίως νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον τόσον εὐφραδῶς ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, μήπως χάσῃ τοῦτο μέρος τῆς λαμπρᾶς ἐντυπώσεως, ἣν παρήγαγεν εἰς τοὺς ἀκροατάς. Τοῦτο μόνον λέγω, ὅτι εἶναι καιρὸς πλέον νὰ μὴ περιοριζώμεθα εἰς λόγους καὶ μόνον λόγους, ἀφοῦ μάλιστα πρόκειται περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπώλεσαν τὴν ἀκεραιότητα τῶν σωμάτων αὐτῶν, ἀμυνόμενοι ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐμφαίνοντα πόσον εἶναι οἱ πληγωθέντες ἐν τῷ πολέμῳ καὶ καταστάντες ἀνίκανοι πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν, καὶ πόσοι οἱ τραυματίαι οἱ δυνάμενοι νὰ ἐργάζωνται, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀριθμῶν τούτων λάβῃ ἡ Πολιτεία μέτρον τι· διότι ὑπάρχει καὶ ἄλλος κίνδυνος, νὰ βλέπῃ τις τραυματίας τοῦ πολέμου νὰ ἐπαιτῶσιν ἐν ταῖς ἀγυιαῖς τῶν πόλεων καὶ χωρίων. Παρακαλῶ δὲ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ τὸν πίνακα τῶν πληγωθέντων κατ’ ὄνομα καὶ ἀριθμόν.

§65ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἐπὶ συστάσεσι γενομέναις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέσχετο ὅτι θέλει ὑποβάλει νομοσχέδια, τὸ μὲν προνοοῦν περὶ αὐξήσεως τῆς συντάξεως τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τῶν ἐν πολέμῳ πεσόντων, τὸ δὲ προνοοῦν περὶ τῶν τραυματιῶν τοῦ πολέμου. Καὶ τὸ μὲν πρῶτον τῶν νομοσχεδίων ὑπέβαλεν ὁ τότε Ὑπουργὸς, καὶ ἐψηφίσθη παμψηφεὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, οὕτω δὲ βεβαίως τὸ Κράτος ἐξετέλεσε πρὸς τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ τὸ καθῆκον αὑτοῦ, καὶ ἀνεκουφίσθησαν αἱ παθοῦσαι οἰκογένειαι. Τὸ δ’ ἕτερον νομοσχέδιον, καίτοι ὑπεμνήσθη ὑπ’ ἐμοῦ, δὲν ὑπέβαλεν ὁ τότε Ὑπουργὸς, διότι, ὡς εἶχε, δὲν ἦτο περατωμένη ἡ πρὸς τοῦτο ἀπαιτουμένη ἐργασία. Ὑποθέτω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εὗρεν ἐν τοῖς γραφείοις αὑτοῦ τὴν προπαρασκευαστικὴν ἐργασίαν τοῦ προκατόχου του, καὶ ἐκ τούτου ἄγομαι νὰ παρακαλέσω αὐτὸν, ὅπως συμπληρώσῃ τὰς ἐργασίας ταύτας καὶ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς οἷόν τε τάχιον, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ πρὸς τοὺς τραυματίας καθῆκον ἡμῶν, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἁγυιᾶς Βουλευτὴς, καὶ πρὸ παντὸς, ὅπως μὴ βλέπωμεν ἐπαιτοῦντας τοὺς τραυματίας τούτους.

§66ΑΛ. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου περὶ ἀποσπάσεως τοῦ χωρίου Βενέτου ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ἁγυιᾶς καὶ προσαρτήσεως αὐτοῦ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βόλου. Λόγοι δικαιολογοῦντες τὴν τοιαύτην ἀπόσπασιν εἶναι πολλοὶ, ἐκ τῶν ὁποίων μόνον τὸν κυριώτερον ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν. Οὗτος εἶναι, ὅτι τὸ χωρίον, περὶ οὗ πρόκειται, ἀπέχει τῆς μὲν Ἁγυιᾶς 13 ὥρας, τῆς δὲ Λαρίσης 8 ὥρας, ἐνῷ ἀπὸ τοῦ Βόλου ἀπέχει 4 μόνον ὥρας, τῆς Ζαγορᾶς δὲ 3. Ἐκ τοῦ λόγου τούτου ὡρμήθησαν οἱ Βουλευταὶ Ἀγυιᾶς καὶ Βόλου νὰ συνυπογράψωσι πρότασιν νόμου καὶ ὑποβάλωσι ταύτην εἰς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον, ὅπως διατάξῃ τὴν τύπωσιν καὶ διανομὴν αὐτῆς, τὴν δὲ Κυβέρνησιν, ὅπως υἱοθετήσῃ αὐτήν.

§67ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ θέλουν οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων.

§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 116).

§69Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Παρεκλήθην παρὰ πολλῶν συμπολιτῶν μου, ὅπως ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὴν κακὴν κατάστασιν τῶν ὁδῶν Ἀττικῆς, ἰδίως δὲ μοὶ ἔκαμαν παράπονα διὰ τὰς ὁδοὺς αʹ) ἀπὸ Κηφισιᾶς καὶ Καπανδρίτι μέχρι Καλάμου, ἰδίως ἀπὸ Φασίδερι μέχρι Κηφορίου, βʹ) ἀπὸ Καπανδρίτι μέχρι Μαρκοπούλου–Ὠρωποῦ, γʹ) ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Καματερὸν, Λιόσια, Μενίδι, Καλύβια Χασιᾶς, Χασιᾶν, δʹ) ἀπὸ Πορτο–Ράφτι εἰς Μαρκόπουλον, Σπάτα, Κορωπὶ, εʹ) ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Δαφνίου καὶ Καλυβίων Χασιᾶς. Καθημερινῶς διὰ τῶν ὁδῶν τούτων διέρχονται κάρρα, καὶ κινδυνεύουν πολλάκις ἐπιβάται καὶ ὁδηγοί. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν παράκλησιν ταύτην καὶ διατάξῃ τὴν ἐπιδιόρθωσιν τῶν εἰρημένων ὁδῶν. Ὡσαύτως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δηλώσῃ, πότε θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, περὶ τῶν ἀμέσων φόρων ἐν Θεσσαλίᾳ, οἵτινες ἐπληρώθησαν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1899 μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου 1900. Τὰς πληροφορίας ταύτας εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ αὐτὰς ὅσῳ τὸ δυνατὸν τάχιστα.

§70Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὅτε ἡ Βουλὴ εἶχε διακόψει τὰς ἐργασίας της, συμπολίτης μού τις, Παπακυριάκος ὀνόματι, ἔχων ἴσως συγγενεῖς ὑπηρετοῦντας εἰς τὴν ἀστυνομίαν, μοὶ ἐνεχείρισεν ἀναφοράν, διὰ τῆς ὁποίας παραπονεῖται, ὅτι τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα προέβησαν εἰς προβιβασμοὺς διαφόρων ἀστυφυλάκων μὴ συμπληρωσάντων τὸν ἀπαιτούμενον, κατὰ τὸν περὶ ἀστυνομίας νόμον, πρὸς προβιβασμὸν χρόνον, καὶ ἄνευ ἐκθέσεων τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, δυνάμει τῶν ὁποίων οἱ ἀστυφύλακες, κατὰ τὸν αὐτὸν νόμον, δύνανται νὰ προβιβάζωνται καὶ πρὸ τῆς συμπληρώσεως τοῦ χρόνου. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην ὑποβάλλων σήμερον, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ εὐαρεστηθῆτε ν’ ἀποστείλητε εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, μετὰ τῆς παρακλήσεώς μου, ὅπως ὁ Ὑπουργὸς οὗτος πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν τὰ ὑπὸ τοῦ συμπολίτου μου ἀναφερόμενα ἔχονται ἀληθείας, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τῶν προβιβασμῶν τῶν περὶ ὧν πρόκειται ἀστυφυλάκων προηγήθησαν ἐκθέσεις τῶν ἀρχῶν, μαρτυροῦσαι ὅτι οἱ ἀστυφύλακες οὗτοι ἔπραξάν τι ἄξιον ἰδιαιτέρας ἀμοιβῆς, νὰ καταθέσῃ ταύτας εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ἐξ αὐτῶν πεισθῶσιν οἱ παραπονούμενοι, ὅτι ἀδίκως παραπονοῦνται, καὶ σχηματίσωσι τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία οὐδένα ἀμείβει ἄνευ λόγου ἀποχρώντως δικαιολογοῦντος πᾶσαν ἀμοιβήν. Ἐπιτρέψατέ μοι ἤδη, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐπαναλάβω παράκλησίν τινα, ἣν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω πρὸς τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν κατὰ τὰς πρώτας συνεδριάσεις τῆς παρούσης Συνόδου. Κατὰ τὸν νόμον ΑΦΚΗʹ τοῦ 1887 περὶ στρατολογίας τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, οἱ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοὶ ὀφείλουσι νὰ ὑποβάλλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν κατ’ ἔτος καταστατικοὺς πίνακας, περιλαμβάνοντας τὴν στρατολογικὴν ἐν γένει κίνησιν τοῦ τόπου, πίνακας, ἄνευ τῶν ὁποίων οὐδόλως δύναται νὰ προχωρήσῃ τις, ἐπιθυμῶν νὰ μελετήσῃ τὰ κατὰ τὸν στρατὸν ἡμῶν. Οἱ τοιοῦτοι πίνακες ὑπεβάλλοντο τακτικώτατα μέχρι τοῦ 1894· ἀγνοῶ δὲ διατὶ, ἔκτοτε κατηργήθησαν οὗτοι. Δὲν εἶναι, νομίζω, δύσκολος ἡ ἐκτύπωσις καὶ διανομὴ εἰς τοὺς Βουλευτὰς τῶν πινάκων καὶ διὰ τοῦτο καὶ διότι οὗτοί εἰσι χρησιμώτατοι διὰ πάντα ἐπιθυμοῦντα νὰ ᾖ ἐνήμερος εἰς τὰ τοιαῦτα, παρακαλῶ καὶ πάλιν τοὺς κ. Ὑπουργοὺς νὰ διατάξωσιν τὴν τύπωσιν αὐτῶν καὶ τὴν ταχεῖαν διανομὴν εἰς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι πολὺ πιθανὸν εἶναι νὰ κληθῶμεν μετ’ ὀλίγον νὰ σκεφθῶμεν καὶ ν’ ἀποφασίσωμεν ἐπὶ ζητημάτων, πρὸς τὰ ὁποῖα ἀμέσως καὶ στενῶς συνδέονται αἱ πληροφορίαι, ἃς δίδουσιν οἱ πίνακες, τὴν ὑποβολὴν τῶν ὁποίων ζητῶ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἐπιτραπήτω μοι νὰ ἀπευθύνω καὶ ἑτέραν παράκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Πληροφοροῦμαι ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὰς δυσχερείας, ἐν αἷς διατελεῖ ὁ λαὸς τῆς Θεσσαλίας, σκέπτεται διὰ νομοθετήματος νὰ παρατείνῃ τὴν προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλίας ὀφείλουσι νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους τοῦ 1899. Ἂν ἀληθῶς σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις τοιοῦτόν τι, παρακαλῶ αὐτὴν, ὅπως ἀπὸ παντὸς τοιούτου μέτρου μὴ ἐξαιρέσῃ τὴν Φθιώτιδα, οἱ κάτοικοι τῆς ὁποίας ὑπέστησαν κατὰ τὸν πόλεμον ζημίας μεγίστας καὶ ὁμοίας ἐκείνων, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν οἱ Θεσσαλοί. Οἱ συμπολῖταί μου, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ πολέμου καὶ ἐντεῦθεν ἐλάχιστα εἰσέπραξαν, ἐξαιρέσει δὲ τῶν τεσσάρων χωρίων, τὰ ὁποῖα, ὡς καταληφθέντα ὑπὸ τουρκικοῦ στρατοῦ, ἀφωμοιώθησαν ὡς πρὸς τοὺς φόρους πρὸς τοὺς Θεσσαλοὺς, πάντες οἱ Φθιῶται ὑπεχρεώθησαν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων ὅλων τῶν ἐτῶν αὐτῶν, ἡ ὁποία τοὺς ἐξήντλησε τελείως· ἐξηντλημένοι δὲ ὄντες, ζητοῦσι σήμερον, οὐχὶ νὰ τοῖς χαρισθῶσιν οἱ φόροι τοῦ 1899, οὐχὶ νὰ δώσωμεν αὐτοῖς χρήματα, ὅπως δι’ αὐτῶν ἐφοδιασθῶσι διὰ τῶν ἀναγκαιούντων αὐτοῖς πρὸς ἐξακολούθησιν τοῦ ἔργου των, ἀλλ’ ἁπλῶς τὴν χάριν, ὅπως πληρώσωσι τοὺς φόρους των κατὰ δόσεις καὶ μέχρι τοῦ προσεχοῦς Νοεμβρίου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐλπίζουσι νὰ ἔχωσι συγκομίσει τοὺς καρπούς των καὶ νὰ ὦσιν εἰς θέσιν νὰ πληρώσωσι τὸ χρέος των. Ἡ προθεσμία τῆς πληρωμῆς λήγει, καὶ οἱ ταμίαι θὰ καταδιώξωσι τοὺς φορολογουμένους αὐτοὺς, ὧν τοὺς πλείστους θὰ φυλακίσωσιν. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ εὑρεθῶσιν αἱ ἀρχαὶ εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ καταδιώξωσι τοὺς ὀφειλέτας αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς φυλακίσωσιν, ἐπιτείνουσαι οὕτω τὴν δυστυχίαν αὐτῶν, προτιμότερον, νομίζω, εἶναι νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς μία προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας αὐτοὶ, ἐργαζόμενοι ἀνενοχλήτως, θέλουσιν οἰκονομήσει τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὸ Δημόσιον ποσὰ, καὶ θέλουσι πληρώσει ταῦτα ἀμέσως μετὰ τὴν συγκομιδὴν τοῦ καρποῦ των, ἀντὶ νὰ τὰ δανεισθῶσιν ἐν ἀνάγκῃ καὶ νὰ πληρώσωσι διὰ τὸ διάστημα αὐτὸ τῶν ὀλίγων μηνῶν, τίς οἶδε πόσον τόκον.

§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.

§72Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μανθάνω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἀνθυπολοχαγόν τινα τοῦ πεζικοῦ, συμπολίτην μου, δι’ ὑπόθεσιν ὅλως ἰδιωτικὴν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸν Στρατιωτικῶν ἐτιμώρησε διὰ βαρυτάτης ποινῆς. Ἡ ὑπόθεσις, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι φύσεως ὅλως ἰδιωτικῆς. Ἐὰν δὲ διὰ τοιούτου εἴδους ὑποθέσεις ληφθῇ γενικὸν ὅμοιον μέτρον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν γνωρίζω πόσοι ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν θὰ μείνωσιν εἰς τὰς θέσεις των. Διὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην διεξήχθησαν ἀνακρίσεις, κατηρτίσθη δικογραφία ὁλόκληρος, καὶ ἐκ ταύτης, ὡς μανθάνω, δὲν παρουσιάζονται σημεῖα, ἐφ’ ὧν νὰ ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ στηριχθῇ, ἵνα τιμωρήσῃ τόσον βαρέως τὸν ἀξιωματικὸν αὐτόν. Ἐπειδὴ εἶναι ἐνδιαφέρον τὸ ζήτημα, ὄχι πλέον διότι ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς τυγχάνει συμπολίτης μου, ἀλλὰ σχετικῶς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὅπερ εἶχε τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλῃ καθ’ ὑπόδειξιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον τὴν δικογραφίαν, καὶ τὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ τὸ σχετικὸν διάταγμα τῆς τιμωρίας τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ἐπειδὴ δὲ ἴσως αὔριον ἢ μεθαύριον συζητήσω περὶ τούτου, ἡ δὲ δικογραφία εἶναι πρόχειρος εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ ἡ ὑπόθεσις εἶναι περατωμένη ἤδη, παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ αὐτὴν αὔριον, ὅπως τὴν ἔχω ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν. Ὁ ἀξιωματικὸς, περὶ οὗ πρόκειται, εἶναι ὁ ἀνθυπολοχαγὸς τοῦ πεζικοῦ κ. Ἰωάννης Μαυρολίδης.

§73Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀληθῶς ὁ ἀνθυπολοχαγὸς Μαυρολίδης ἐτιμωρήθη μὲ ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως ἐκ τῆς θέσεως. Ὁ ἀνθυπολοχαγὸς οὗτος ὑπέπεσεν εἰς βαρὺ περὶ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν πειθαρχίαν παράπτωμα, παρεπέμφθη δὲ εἰς Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, ὅπερ ἐγνωμάτευσε παμψηφεὶ περὶ τῆς εἰς ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως μεταθέσεώς του. Δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ καταθέσω τὸν φάκελλον, διότι ἡ πρᾶξις αὕτη, ὡς καὶ ἄλλοτε ἐλέχθη, εἶναι ἀντικείμενον ἐσωτερικῆς τοῦ στρατοῦ τάξεως, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν αἱ ἰδιαίτεραι ὑποθέσεις τῶν ἀξιωματικῶν, τὰ παραπτώματα τουτέστι καὶ αἱ τιμωρίαι αὐτῶν, νὰ τίθηνται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ κοινοῦ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετὴ ἡ βεβαίωσις, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς οὐδὲν αὐτοβούλως ἔπραξεν, ἀλλὰ συνεμορφώθη πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς παμψηφίας τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου.

§74Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Παρακαλῶ, δύο λέξεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Πρὸ ἡμερῶν μοὶ ἐνεχειρίσθη μία ἔκθεσις, ἀπευθυνομένη πρὸς τὴν Βουλὴν, ἐσκόπουν δὲ νὰ ὑποβάλω αὐτὴν, ὅτε εἶδον ὅτι ἐτιμωρήθη ὁ ἀξιωματικὸς, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἐτιμωρήθη διὰ τοὺς λόγους τοὺς ἀναφερομένους ἐν τῇ ἐκθέσει ἐκείνῃ. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν δύναται νὰ φέρῃ τὸν φάκελλον καὶ ἀποκαλύψῃ τὰ αἴσχη, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς διέπραξεν· ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω καθῆκον, διότι ἠδικήθη συμπολῖτίς μου, νὰ φέρω τὴν ἔκθεσιν καὶ ἀναγνώσω αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ ἴδῃ, τί ἔπραξεν ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος.

§75Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχω καμμίαν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν λόγον τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν... (Θόρυβος)

§76ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι δά!

§77Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ βιάζεσθε... Αἱ διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν ἔχουσι κανὲν κῦρος ἀπέναντι τῶν πραγμάτων.

§78Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.

§79Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν τοῦ ἀξιωματικοῦ ἀφῃρέθη ὁ βαθμὸς, ὅταν ὁ ἀξιωματικὸς ἐτέθη ἐκποδὼν, ἡ τιμή του διεσύρθη πλέον εἰς τὸ δημόσιον, πρέπει δὲ ν’ ἀποδειχθῇ, ἐὰν ἀληθῶς εἶναι τοιοῦτος ὁ ἀξιωματικὸς, οἷος χαρακτηρίζεται ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Θήρας, καὶ ἂν ἡ πρᾶξις, διὰ τὴν ὁποίαν κατηγορεῖται, εἶναι ἀξία τῆς ποινῆς, τὴν ὁποίαν τῷ ἐπέβαλε τὸ Ὑπουργεῖον. Εἶπον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός. Τοῦτο λέγει τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ῥητῶς, διότι ὁ ἔλεγχος ἐκ μέρους τοῦ Κοινοβουλίου δὲν θὰ ἦτο πραγματικὸς, ἐὰν οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ, ἀνερχόμενοι τὸ βῆμα καὶ βεβαιοῦντες περὶ τῶν ἰδίων πράξεων, ὅτι ἔπραξαν νομίμως, ἔμενον ἀνεξέλεγκτοι, ὅτε ἕκαστος θὰ ἠδύνατο νὰ διαπράξῃ ὅ,τι ἤθελε. Καὶ δὲν ὁμιλῶ διὰ τοὺς παρόντας Ὑπουργοὺς, ἀλλὰ διὰ τοὺς Ὑπουργοὺς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ διὰ τοὺς Ὑπουργοὺς ὅλων τῶν συνταγματικῶν Κρατῶν. Ἕκαστος Ὑπουργὸς, ἔχων ἐλαστικὴν τὴν συνείδησιν, θὰ ἐπήρχετο κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν, θὰ ἐτιμώρει αὐτοὺς, καὶ ὅτε θὰ ἐζητεῖτο ἔλεγχος ἐκ μέρους τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, θὰ ἔλεγεν, ὅτι «ἐγὼ τοὺς ἐτιμώρησα, διότι τοιοῦτοι ἦσαν καὶ τοιαῦτα διέπραξαν, δὲν ἐπιτρέπω δὲ νὰ ἔλθωσι τὰ ἔγγραφα ἐδῶ, διότι ἐγὼ ἐξεπλήρωσα κατὰ νόμον τὸ καθῆκόν μου». Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ὑπάρχει πλέον κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, δὲν ὑπάρχει ἔλεγχος τῶν πράξεων τῶν Ὑπουργῶν. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, καὶ δὲν εἰσέρχομαι, διότι δὲν συνήθισά ποτε νὰ ὁμιλῶ ἄνευ ἀποδείξεων. Δὲν τολμᾷ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ φέρῃ τὰ ἔγγραφα. Ἐὰν τολμήσῃ νὰ φέρῃ αὐτὰ, ὁ συνάδελφος κ. Συνοδινὸς δὲν θὰ ὁμιλήσῃ μὲ τοιαύτην γλῶσσαν περὶ ἀξιωματικοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν πρᾶξιν δὲν γνωρίζει κατὰ βάθος, πλάτος καὶ μῆκος. Τὴν γνωρίζει κατὰ τὰς παραστάσεις τῆς Κυρίας, ἥτις μετέβη πρὸς αὐτόν. Ἐγὼ τὴν γνωρίζω ὡς Ὑπουργὸς, καὶ γνωρίζω πάσας τὰς λεπτομερείας αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένω νὰ κατατεθῇ ἡ δικογραφία. Ἐὰν ἡ δικογραφία, κύριε Πρόεδρε, δὲν κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ τὴν παραλάβῃ τὸ Δικαστήριον, καὶ ἐκεῖθεν θὰ ἐξέλθῃ εἰς τὴν δημοσιότητα ἐντὸς μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος, ἵνα ἅπαξ ἔτι ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν λέγει ἐκεῖνο, ὅπερ ὀφείλει νὰ λέγῃ, ὡς εἶπον καὶ εἰς ἄλλην ὁμιλίαν μου, ὅτε ὡμίλουν περὶ τῆς παραιτήσεώς μου. Τότε εἶπον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ τῷ ὑπεδείχθη, ἀλλ’ οὗτος μὲ διέψευσεν, ὅτι δὲν ἔλεγον ἀλήθειαν· ἡ ἀλήθεια ὅμως τῶν λόγων μου ἀπεδείχθη μετ’ ὀλίγον ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅστις δὲν ἐσεβάσθη τὴν ἀλήθειαν.

§80Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριοι, λυποῦμαι διότι ἀναγκάζομαι νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς πράγματα, διὰ τὰ ὁποῖα βεβαίως θὰ φρίξῃ, ὅταν τὰ ἀκούσῃ...

§81Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μοὶ ἐπιτρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τοῦ κάμω μίαν παρατήρησιν;

§82ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁρίστε.

§83Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, γνωρίζω τί θὰ εἴπητε· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἔχετε τὰς ἀποδείξεις ἐδῶ, οὐδ’ ἐγὼ ἔχω τὰς ἀποδείξεις, καὶ ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀκρίβειαν τῶν λόγων μας, παρακαλῶ, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παρακλήσεως, ἣν ἔκαμα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τῆς ὁμιλίας αὐτοῦ, μὴ ἀνακινήσητε τὸ ζήτημα· ἀφήσατε νὰ ἔλθωσι τὰ ἔγγραφα, καὶ τότε νὰ εἴπητε ὅ,τι ἔχετε νὰ εἴπητε, ὅτε θὰ ἦμαι καὶ ἐγὼ ἐλεύθερος νὰ ὁμιλήσω· διότι ἐγὼ θέλω νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐγγράφων.

§84ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Βουλευτὰ, κατηγορεῖται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἔθεσεν εἰς ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως ἀξιωματικὸν, ὁ ὁποῖος παρουσιάζεται ὡς ἀδικούμενος. Ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι εἶμαι ἐν γνώσει τῆς ὑποθέσεως, διότι ἡ ὑπόθεσις ἔλαβε χώραν ἐν τῇ πόλει τῆς Χαλκίδος, καὶ διότι αἱ παθοῦσαι Κυρίαι προσῆλθον εἰς ἐμὲ κλαίουσαι καὶ ὀδυρόμεναι καὶ ζητοῦσαι τὴν συνδρομήν μου. Εἶμαι λοιπὸν ἐν γνώσει τῆς πράξεως, τὴν ὁποίαν διέπραξεν ὁ κ. ἀξιωματικῆς, καὶ ἡ ὁποία στηρίζεται, Κύριοι, ἐπὶ δημοσίων ἐγγράφων.

§85Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ τὰ φέρητε τὰ ἔγγραφα, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν νὰ ὁμιλήσητε. Δὲν ἐπιτρέπεται, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ ὑβρίζητε ἄνθρωπον ἀπόντα ἄνευ τῆς προσαγωγῆς τῶν ἐγγράφων.

§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριε Βουλευτά.

§87Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε σεῖς, κύριε Πρόεδρε!

§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σεῖς δὲν δύνασθε νὰ διακόπτητε, ὅταν δὲν σᾶς δίδω τὸν λόγον.

§89Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν... (θόρυβος).

§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, παραβιάζετε τὸν Κανονισμόν.

§91Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν παραβιάζω τὸν Κανονισμόν. Σεῖς παραβιάζετε τὸν Κανονισμὸν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος ἄνευ ἐγγράφων ἔρχεται νὰ κατηγορήσῃ ἀξιωματικόν. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπετε νὰ ὁμιλῆτε κατὰ τοιοῦτον τρόπον.

§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, σεβασθῆτε ἑαυτὸν, ἐὰν δὲν σέβεσθε τὸ Προεδρεῖον. Παραβιάζετε τὸν Κανονισμόν.

§93Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν ὁ Ὑπουργὸς ἀρνῆται νὰ φέρῃ τὰ ἔγγραφα, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ φέρητε τὴν συζήτησιν ἄνευ τῆς προσαγωγῆς αὐτῶν, διὰ νὰ προκαταλάβητε τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κοινωνίας.

§94ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι ἀρνεῖται νὰ φέρῃ τὰ ἔγγραφα, ὑπόσχομαι ἐγὼ νὰ παρουσιάσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἐπίσημον συμβόλαιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Ἐγὼ ἀναλαμβάνω τὴν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῆς Βουλῆς νὰ καταθέσω τὸ ἐπίσημον ἀντίγραφον τοῦ συμβολαίου.

§95Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§96ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, κατηγορεῖται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὡς ἀδικήσας ἀξιωματικὸν, ὡς τιμωρήσας διὰ βαρείας πειθαρχικῆς ποινῆς ἀξιωματικὸν, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Οἰτύλου δὲν ἔπραξε τίποτε τὸ ἀξιόποινον. Ἐγὼ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω τὴν ὑπόθεσιν, διότι καὶ ὁ ἀξιωματικὸς, περὶ οὗ ὁ λόγος, ἦλθεν εἰς τὴν οἰκίαν μου, παρακαλῶν με νὰ μεσιτεύσω, ὅπως σωθῇ ἀπὸ τὰς συνεπείας τῆς πράξεως, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν ἐν τῇ πόλει Χαλκίδος. Ἀκούσατε λοιπὸν, τί ἔπραξεν ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἐτιμωρήθη δι’ ἀργίας δι’ ἀπολύσεως. Λυποῦμαι δὲ, διότι δὲν τὸν εἶχον ἐγὼ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, νὰ τοῦ πετάξω τὰ γαλόνια. Εἰς τὴν Χαλκίδα ὑπάρχει μία πτωχὴ οἰκογένεια, ἀποτελουμένη ἀπὸ μητέρα καὶ κόρην. Ἡ μήτηρ ἐπαγγέλλεται τὴν μοδίσταν, ἡ κόρη τὴν διδασκάλισσαν. Αἱ δύο αὗται γυναῖκες κατώρθωσαν διὰ τῆς ἐργασίας των νὰ σχηματίσωσι μίαν μικρὰν περιουσίαν, τὸ ὅλον τῆς ὁποίας ἀνέρχεται εἰς μετρητὰ χρήματα περὶ τὰς 6,000 δραχμάς. Ὁ ἀνθυπολοχαγὸς παρουσιάσθη ὡς γαμβρὸς, ἐτέλεσε τοὺς ἀρραβῶνάς του, καὶ μετ’ αὐτοὺς ἦλθεν εἰς Ἀθήνας διὰ νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν νὰ νυμφευθῇ, ὡς εἶπεν εἰς τὰς γυναῖκας αὐτὰς, ἀφοῦ προηγουμένως συνετάχθη συμβόλαιον, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἔλαβε 3,200 δραχμὰς εἰς μετρητὰ καὶ 1300 εἰς συναλλαγματικὴν, τὴν ὁποίαν κατεῖχον αἱ Κυρίαι αὐταί. Λαβὼν δὲ καὶ 1600 δραχμὰς ἰδιαιτέρως ἀπὸ τὴν μέλλουσαν πενθερὰν, ἦλθεν εἰς τὰς Ἀθήνας ὁ κ. ἀνθυπολοχαγός. Ἐν Ἀθήναις μένων, ἤρχισεν ἀλληλογραφίαν μὲ τὰς δυστυχεῖς αὐτὰς γυναῖκας, ζητῶν ὁτὲ μὲν 50 δραχμὰς, ὁτὲ δὲ 60, καὶ πέμπων ἐπιστολὰς τρυφερωτάτας εἰς τὴν μνηστήν του, αἱ ὁποῖαι ἐστάλησαν κατόπιν εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα τὸν Βασιλέα. Ἀφοῦ εἰσέπραξε τὰ μικρὰ αὐτὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα τῷ ἐστάλησαν δι’ ἐπιταγῶν τοῦ ἐν Χαλκίδι ὑποκαταστήματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐπανῆλθεν εἰς Χαλκίδα. Ἐκεῖ ἐνόμισε καλὸν, δὲν ἠξεύρω ποίαν ἀφορμὴν εὑρὼν, νὰ ξυλοκοπήσῃ τὴν πενθερὰν, νὰ ῥαπίσῃ τὴν νύμφην, νὰ πάρῃ τὰ χρήματα καὶ νὰ ἀπέλθῃ εἰς Ἀθήνας. Ἐννοεῖται ὅτι αἱ δυστυχεῖς αὐταὶ γυναῖκες, αἱ ὁποῖαι εἶχον οἰκονομήσει αὐτὰ τὰ ὀλίγα χρήματα, διὰ μυρίων ἀγώνων καὶ στερήσεων, ἐταράχθησαν· ἔσπευσαν δὲ νὰ εἰδοποιήσουν διὰ τῶν ἐντοπίων ἐφημερίδων τὸν χρεώστην τῆς συναλλαγματικῆς τῶν 1300 δραχμῶν νὰ μὴ πληρώσῃ τὴν συναλλαγματικὴν, διετάχθησαν δὲ καὶ ἀνακρίσεις. Ὁ ἀνθυπολοχαγὸς, ἐννοήσας ὅτι συναλλαγματικὴ δὲν ἠδύνατο νὰ εἰσπραχθῇ, διότι εἰδοποιήθη ὁ χρεώστης, τὴν ἐπέστρεψε, κρατήσας τὰ ἄλλα χρήματα τῶν δυστυχῶν αὐτῶν γυναικῶν. Κατηγγέλθη ἡ πρᾶξις, δὲν ἠξεύρω δὲ τί ἐνήργησεν ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω εἶναι, ὅτι πρὸ μηνὸς, ὅτε ἀνέλαβε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὁ νῦν Ὑπουργὸς, ἦλθον παρ’ ἐμοὶ αἱ γυναῖκες αὗται, κλαίουσαι καὶ ὀδυρόμεναι, καὶ τὰς ὡδήγησα ἐγὼ ἐνώπιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἔλαβον γνῶσιν ὅλων αὐτῶν τῶν ἐγγράφων. Ὁ ἀνθυπολοχαγὸς, μαθὼν ὅτι ἐγὼ ὡδήγησα τὰς Κυρίας αὐτὰς εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἦλθεν εἰς τὴν οἰκίαν μου τεταραγμένος καὶ διαμαρτυρόμενος ὅτι ὁμολογεῖ μὲν ὅτι ὑπέγραψε τὸ ἐπίσημον συμβόλαιον, ἀλλὰ δὲν ἔλαβε τὰ χρήματα. Ὑπέγραψε χωρὶς νὰ λάβῃ τὰ χρήματα! Ἀλλ’ εἶπον εἰς αὐτόν: «Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, κύριε, τὰ Συμβολαιογραφεῖα πρέπει νὰ κλείσουν, καὶ τὰ συμβόλαια ὅλα νὰ ἀκυρωθοῦν, διότι ἕκαστος δύναται, δανειζόμενος καὶ ὑπογράφων συμβόλαια, νὰ λέγῃ ὅτι ὑπέγραψεν, ἀλλὰ δὲν ἔλαβε χρήματα. Ἀλλὰ τὸ συνάλλαγμα δὲν τὸ ἐλάβετε;»—«Ναὶ», λέγει, «τὸ συνάλλαγμα τὸ ἔλαβον καὶ τὸ ἐπέστρεψα».— «Ἀλλὰ διατὶ τὸ συνάλλαγμα ἔλαβες καὶ δὲν ἔλαβες τὰ χρήματα καὶ ὑπέγραψες;»—«Δὲν ἠξεύρω πῶς ὑπέγραψα ἐκείνην τὴν στιγμὴν, χωρὶς νὰ λάβω τὰ χρήματα», μοι ἀπαντᾷ. Διὰ τὴν πρᾶξιν αὐτὴν παρεπέμφθη εἰς Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, καὶ τὸ Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον ἀπεφάνθη παμψηφεὶ νὰ τεθῇ εἰς ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως. Λυποῦμαι, διότι τόσον ἐπιεικῶς ἐδίκασεν· ἔπρεπε νὰ τὸν στείλῃ εἰς ἀπόταξιν, διότι ἀξιωματικὸς τοιαῦτα διαπράττων δὲν εἶναι ἄξιος νὰ φέρῃ τὰς ἐπωμίδας τοῦ ἀξιωματικοῦ.

§97Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς καταγγελίας, ἡ ὁποία ἐδόθη ἐναντίον τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ αὐτοῦ, ἐνηργήθησαν τρεῖς ἀνακρίσεις, ἐκ τῆς διεξαγωγῆς τῶν ὁποίων ἐσχηματίσθη ἡ δικογραφία, καὶ ἐκ τῆς δικογραφίας ταύτης, ἐὰν κατατεθῇ, θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι συκοφαντία, ἥτις ἐπλέχθη λίαν ἐντέχνως, ἵνα καταστραφῇ ὁ ἀξιωματικός. Ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς ἐμνηστεύθη ἀληθῶς τὴν νέαν, καὶ ὑπέβαλε τὴν αἴτησιν διὰ τὴν ἄδειαν γάμου μετ’ αὐτῆς, ἀλλ’ ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος εἶχε κατηγορηθῆ, ὅτι ὡς ἀξιωματικὸς μεταβατικὸς διέπραξεν ἀδικίας τινὰς κατὰ πολιτῶν, ἕνεκα τῶν ὁποίων παρεπέμφθη εἰς τὸ δικαστήριον. Αἱ Κυρίαι τότε, ἅμα εἶδον, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς παρεπέμφθη εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον, ἀμέσως ἐζήτησαν τὴν διάλυσιν τῆς μνηστείας, καὶ πράγματι διελύθη αὕτη, καὶ δὲν ὑπεβλήθη τὸ σχετικὸν διάταγμα διὰ τὸν γάμον· ἀλλ’ ἡ αἴτησις περὶ τούτου εὑρίσκεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ὅτε ἡ κατὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ αὐτοῦ δίκη ἐπερατώθη, καὶ ὁ ἀξιωματικὸς ἠθωώθη ἐκ τῆς κατηγορίας, ἥτις τῷ ἐγένετο, αἱ Κυρίαι μετημελήθησαν, καὶ ἔπλασαν ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀλλ’ ἔπλασαν τὰ μὲν μετὰ τὰ δὲ, δηλαδὴ πρῶτον ὅτι ἔλαβε 2 χιλιάδας δραχμὰς, κατόπιν, ὅτι ἔστειλεν εἰς τὴν μητέρα του ἡ νύμφη χιλίας δραχμὰς, καὶ τελευταῖον, ὅτι διέρρηξεν τὸ κιβώτιον τῆς μελλούσης πενθερᾶς του καὶ ἀφῄρεσε 1060 δραχμάς· τὸ τελευταῖον δὲ πότε; ὅτε τὸ ζήτημα ἦλθεν ἐπὶ τάπητος, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀνέλαβε νὰ καρατομήσῃ τὸν ἀξιωματικὸν αὐτόν! Οὔτε ἐν τῇ ἀνακρίσει τῇ πρώτῃ, τῇ ἐνεργηθείσῃ παρ’ ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, οὔτε ἐν τῇ δευτέρᾳ ἀνακρίσει, οὔτε ἐν τῷ δικαστηρίῳ τῆς Χαλκίδος, ὁπότε ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα αὐτὸ, εἶπον τίποτε ἐξ ὅσων κατόπιν κατήγγειλαν, οὔτε ἐν τῇ ἀγωγῇ πρὸς πληρωμὴν ἀναφέρονται ὅσα ἐξέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ διὰ τοῦτο ὁ μὲν κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ζητεῖ νὰ προσαγάγῃ μόνον τὸ ἐπίσημον συμβόλαιον, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀποφεύγει νὰ φέρῃ ὁλόκληρον τὴν δικογραφίαν. Καθιστῶ δὲ γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι μετά τινας ἡμέρας θὰ ἐκδοθῇ ἀπόφασις,—δὲν λέγω δὲ ποία ἀπόφασις, διότι φοβοῦμαι μήπως ἀνατραπῶσι τὰ πάντα,—τὴν ὁποίαν θὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ θέλω ἀποδείξει, ὅτι ὅσα διατείνεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶναι μὲν διεσκευασμένα κατὰ τρόπον λίαν ἐπιτήδειον, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι πρὸς τοῦτο ἐπιθυμῶ νὰ ἔχω τὰς ἀποδείξεις, καὶ διὰ νὰ ἀποδείξω τὴν ἀλήθειαν, θέλω ἀναγνώσει ἐκ τῆς δικογραφίας τὴν κατάθεσιν ἀνακρίσεως ἀστυνόμου ἀξιωματικοῦ, ἀφορῶσαν τὴν διαγωγὴν τῆς οἰκογενείας, μετὰ τῆς κόρης τῆς ὁποίας ὁ ἀξιωματικὸς εἶχε μνηστευθῆ, ἕνεκα τῆς ὁποίας διαγωγῆς καὶ ἡ οἰκογένεια τοῦ ἀξιωματικοῦ καὶ οἱ συνάδελφοί του, οἵτινες τὴν ἐγνώριζον, τῷ ἐπέβαλον νὰ δεχθῇ τὴν διάλυσιν τῆς μνηστείας. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐπιμένω τώρα πλέον, νὰ καταθέσῃ τὴν δικογραφίαν, διότι, μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀπὸ τοῦ βήματος, οὐδὲν πλέον εἶναι μυστικὸν, καὶ κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ προσαχθῶσιν ἐνταῦθα ὅλα τὰ ἔγγραφα· ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσαγάγῃ πάντα τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Ἐὰν δὲν τὰ προσαγάγῃ, μένει ἀκεραία ἡ ὑπόθεσις τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου, ἡ ὁποία θὰ λυθῇ πολὺ ταχέως, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐγγράφων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ λυθῇ ἡ ὑπόθεσις, θὰ ἀπαντήσω ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν.

§98Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι λελυμένον. Καὶ ἄλλοτε, ὁσάκις ἐζητήθην νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφα περὶ ἀντικειμένου ἀφορῶντος εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, εἰς τὴν πειθαρχίαν καὶ τὴν ἐνέργειαν τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργοῦ, οὐδέποτε κατέθεσα τὰ ἔγγραφα ταῦτα, διότι δὲν ἐννοῶ νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς συζήτησιν τὰ ἀφορῶντα εἰς ἀξιωματικοὺς ζητήματα διὰ παραπτώματα αὐτῶν, διότι οὕτως ἐξευτελίζεται τὸ στράτευμα. Ἐννοῶ νὰ διοικῶ συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους, τὰ Β. Διατάγματα καὶ τοὺς κανονισμούς· δὲν ἐννοῶ νὰ διαπράττω αὐθαιρεσίας ἐν τῇ διοικήσει μου. Δὲν συγχαίρω δὲ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Οἰτύλου, ὅστις αὐθαιρέτως ἐννοεῖ νὰ διοικῇ τὰ τοῦ στρατοῦ, ὥστε νὰ μὴ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς γνωματεύσεις τῶν Ἀνακριτικῶν Συμβουλίων ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι αὗται εἶναι πεπλανημέναι· ἀλλὰ τότε, ἐρωτῶ, πρὸς τί τὰ Ἀνακριτικὰ Συμβούλια; πρὸς τί ὅλος αὐτὸς ὁ μηχανισμὸς τῆς διεξαγωγῆς τῶν πειθαρχικῶν ὑποθέσεων; Οὐδόλως ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ παραβλέπῃ τὰς ἀποφάσεις καὶ τὰς γνωματεύσεις τῶν Ἀνακριτικῶν Συμβουλίων, καὶ εἰ μὲν αὗται εἶναι καταδικαστικαί, ἀθωωτικῶς νὰ ἀποφαίνηται, εἰ δὲ τοὐναντίον, αὐτὸς νὰ ἐπιβάλλῃ ποινάς. Δὲν ἐννοεῖ ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σταθῇ πειθαρχία ἐν τῷ στρατῷ; ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐκτίμησις περὶ τῆς ἠθικῆς καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν; Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, δὲν θέλω καταθέσει τὰ αἰτούμενα ἔγγραφα, καθόσον μάλιστα ὑπάρχει ἀκόμη στάδιον ἐνεργείας. Ἐὰν ὁ ἀξιωματικὸς νομίζῃ ὅτι ἠδικήθη διὰ τῆς ποινῆς τῆς εἰς ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως μεταθέσεώς του, δύναται νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια, καὶ ἐκεῖ νὰ ζητήσῃ τὸ δίκαιόν του, καὶ ὄχι νὰ συζητηθῇ ἐν τῇ Βουλῇ ὑπόθεσις, ἡ ὁποία εἶναι ἐντελῶς ξένη τῆς ἁρμοδιότητος καὶ τοῦ προορισμοῦ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Σώματος.

§99Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀστεῖος μοὶ ἐφάνη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν...

§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀνακαλέσητε. Δὲν εἶναι ἔκφρασις αὐτή.

§101Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε, μοὶ ἐφάνη ἀστεῖος... (θόρυβος)

§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀνακαλέσητε.

§103Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Αὐτὸς ὑπερέβη πᾶν ὅριον!

§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἀνακαλέσητε αὐτὴν τὴν φράσιν, κύριε Κουμουνδοῦρε.

§105Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν τὴν ἀνακαλῶ, διότι θὰ ἀκούσητε τί θὰ εἴπω, καὶ θὰ κρίνητε ἐὰν εἶναι φράσις, ἡ ὁποία πρέπει ν’ ἀνακληθῇ.

§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ καὶ πάλιν νὰ τὴν ἀνακαλέσητε, διότι ἄλλως εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν.

§107Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀνακαλέσατέ με.

§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀνακαλῶ λοιπὸν εἰς τὴν τάξιν.

§109Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Στρέφων τὸν λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπὸ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως, εἶπεν, ὅτι αὐτὸς δὲν ὁμοιάζει τὸν Βουλευτὴν ἐξ Οἰτύλου, ὁ ὁποῖος αὐθαιρέτως διώκει τὸν στρατὸν, καὶ ἄλλοτε μὲν τὰς ἀποφάσεις τῶν Συμβουλίων τὰς ἐπεκύρου, ἄλλοτε δὲ δὲν συνεμορφοῦτο πρὸς αὐτάς. Λοιπὸν δὲν εἶναι ἀστεῖον τὸ πρᾶγμα καὶ λεγόμενον; Καὶ δὲν γνωρίζει τὸ Ἑλληνικὸν ἅπαν, ποία ὑπῆρξεν ἡ διοίκησις ἐμοῦ, καὶ ὅτι βεβαίως δὲν εἶναι ὁμοία πρὸς τὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Ἐὰν θέλῃ, καταθέτομεν τοὺς τίτλους μας, διὰ νὰ ἴδωμεν τὸ ἀνάστημα ἀμφοτέρων.

§110Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Βεβαίως δὲν θὰ καταδεχθῶ νὰ μετρηθῶ ποτὲ μεθ’ ὑμῶν.

§111Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως δὲν θὰ μετρηθῶ μαζῆ σου (θόρυβος). Εἶχον λοιπὸν τὸ δικαίωμα νὰ χαρακτηρίσω τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀστείαν, διότι οὐδεμίαν τῶν ἀποφάσεων τῶν Συμβουλίων ἀπέρριψα, οὐδ’ ἀπεφάσισα ἐναντίον τῶν ἀποφάσεων ἐκείνων, ἀλλ’ ἐμελέτων πάντοτε τὰ ζητήματα, καὶ ἂν ἦσαν ἄξια νὰ εἰσέλθωσιν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν Συμβουλίων τὰ εἰσῆγον, ἄλλως ἀπεφαινόμην ἐγώ. Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ διοίκησίς μου. Νομίζω δὲ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ πᾶς Ὑπουργὸς, προκειμένου περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, ἔχει καθῆκον ν’ ἀφίνῃ τὰς πράξεις του νὰ ἐξελέγχωνται, ἔχει συμφέρον, διὰ νὰ ἔχωσι κῦρος αἱ πράξεις αὐτοῦ, ὅταν ἐπ’ αὐτῶν ἐγείρηται ἀμφιβολία τις οἱαδήποτε, ἔχει καθῆκον νὰ παρέχῃ, προκειμένου περὶ προσωπικοῦ ζητήματος, οἷον εἶναι τὸ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, ὅλα τὰ μέσα, ἵνα ᾖ φανερὰ ἡ ἐργασία αὐτοῦ καὶ προσιτὴ εἰς πάντα, νὰ ἐξελέγχηται δὲ παρ’ ὅλων, ἵνα σχηματίζηται ἡ ὀρθὴ γνώμη, καὶ οὕτω νὰ ἔχῃ τὸ κῦρος τὸ ἀπαιτούμενον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ πειθαρχία, ἐὰν αἱ πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ παντὸς ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, παντὸς διοικητοῦ σώματος, δὲν ἦναι καταφανεῖς καὶ προσιταὶ εἰς τὸν ἔλεγχον παντὸς δυναμένου καὶ ἔχοντος κατὰ νόμον τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐξελέγχῃ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀποφεύγων νὰ προσαγάγῃ τὴν περὶ ἧς πρόκειται δικογραφίαν εἰς τὴν Βουλὴν, πράττει τοῦτο οὐχὶ διότι ἔχει τὴν ἀρχὴν νὰ μὴ εἰσάγῃ τοιαῦτα ζητήματα ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ διότι τὸ ζήτημα εἶναι τοιοῦτον, ὥστε θέλει ἀποδειχθῆ, ποία ὑπῆρξεν ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐπὶ ποίων βάσεων ἐστηρίχθη ἡ ἀπόφασις αὕτη. Βεβαίως τὰ δικαστήρια, ἐνώπιον τῶν ὁποίων κατέφυγεν ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς, θ’ ἀποφασίσωσιν ἐντὸς ὀλίγου, καὶ ἐλπίζω ὅτι οὐδεμία ἐπίδρασις ἐκεῖ θὰ συντελέσῃ, ὥστε νὰ μὴ ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον εἰς τὸν ἀξιωματικόν· βεβαίως τὰ πολιτικὰ δικαστήρια, ἐνώπιον τῶν ὁποίων κατηγγέλθη ἡ μήτηρ καὶ ἡ κόρη, αἵτινες διέλυσαν τὸν ἀρραβῶνα, θέλουσιν ἀποδώσει τὸ δίκαιον εἰς τὸν ἀξιωματικόν. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι ὀφείλω νὰ ἀνυψώσω τὸ γόητρον καὶ τὴν τιμὴν τοῦ ἀξιωματικοῦ αὐτοῦ, ὅστις ἐξῆλθεν ἀλώβητος, μολονότι εἶχε τὴν εἴσοδον ἐλευθέραν εἰς τὴν οἰκίαν τῆς περὶ ἧς πρόκειται νέας· διότι δὲν ἦτο σκοπὸς αὐτοῦ νὰ ἀτιμάσῃ τὴν κόρην, μήτε νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν περιουσίαν αὐτῆς. Κατηγορεῖται ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς ὡς λωποδύτης, καὶ νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι δὲν τῷ ἐπιβάλλεται νὰ σώσῃ τὴν ὑπόληψιν αὐτοῦ καὶ νὰ προσαγάγῃ τὴν δικογραφίαν, ἵνα ἐξελεγχθῇ ἡ πρᾶξις τοῦ ἀξιωματικοῦ!

§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς πρώτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ὁ κύριος Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.

§113Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀγορεύων χθὲς, Κύριοι, κατὰ τῆς προτάσεως περὶ παραπομπῆς εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὑπεδήλουν ἅμα τὴν γνώμην μου περὶ αὐτοῦ. Σπανίως ἀγορεύω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ πολλάκις ἐπιθυμῶν νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ, τί φρονῶ περὶ τῶν ζητημάτων, ἀποφεύγω τοῦτο, μὴ ἐπιθυμῶν νὰ παρεμβάλλω προσκόμματα εἰς τὴν ἐργασίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ὅμως ἀληθῶς, δὲν γνωρίζω διατὶ, ἐφρόντισε πάντοτε ὀλίγον χρόνον νὰ διαθέτῃ πρός τε τὴν νομοθετικὴν καὶ τὴν ἄλλην ἐργασίαν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι, Κύριοι, καὶ ζητήματα, ἐφ’ ὧν πάντες ὀφείλουσι νὰ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην, ἣν ἔχουσι περὶ αὐτῶν. Ὑπεδήλουν χθὲς, ἀγορεύων κατὰ τῆς παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, τὰς ἐπόψεις, ὑφ’ ἃς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἔδει νὰ ἐξετασθῇ, διότι ἐγὼ τολμῶ νὰ πιστεύω, ὅτι νομοσχέδιον, ὡς τὸ συζητούμενον, δυσκόλως δύναται νὰ συζητηθῇ ἐν ταῖς μικραῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ· νομοσχέδιον τεχνικὸν τοιοῦτον εἶναι ἀδύνατον καὶ ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ τύχῃ συζητήσεως ἐν ταῖς εἰδικαῖς διατάξεσιν αὐτοῦ. Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν τοῦτο νομίζω, ὅτι, ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτοῦ, δέον νὰ ἐξετασθῇ ἐν ταῖς γενικαῖς αὐτοῦ γραμμαῖς, ἐν τῇ σπουδαιότητι τῶν γενικῶν ἀρχῶν αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐξετάσω αὐτὸ ὑπὸ τρεῖς διαφόρους μὲν ἐπόψεις, ἀλλὰ καὶ συγγενεῖς ἅμα. Θέλω ἐξετάσει ἄρα αὐτὸ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ συμφέροντος τοῦ στρατοῦ, τὸ δὲ συμφέρον τοῦ στρατοῦ εἶναι καὶ συμφέρον τοῦ ἔθνους· θέλω ἐξετάσει τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τὴν συνταγματικὴν αὐτοῦ ἔποψιν, ἥτις εἶναι ἐπίσης ἔποψις ἐθνικὴ, ὑπὸ τὴν συνταγματικὴν, λέγω, καὶ τὴν κοινοβουλευτικὴν αὐτοῦ ἔποψιν, διότι φρονῶ, ὅτι τὸ Σύνταγμα καὶ τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, τὸ διέπον τὴν χώραν, ἀδιαρρήκτως συνεδέοντο, συνδέονται καὶ θέλουσι συνδέεσθαι πρὸς τὰ ἀληθῆ συμφέροντα αὐτῆς. Διότι καὶ ἐγὼ καὶ μετ’ ἐμοῦ οἱ πλεῖστοι πεποίθαμεν, ὅτι ἄνευ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος, καὶ δὴ Κοινοβουλευτικοῦ, πολλὰ τὰ δεινὰ θέλει πάθει τὸ ἔθνος, ὡς ἐπίσης πεποίθαμεν, ὅτι καὶ μετὰ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ἀδιακόπως ὅμως καταπατουμένου καὶ καταρραδιουργουμένου, ἐπίσης εἶναι βέβαιον, ὅτι πολλὰ τὰ δεινὰ θέλει πάθει τὸ ἔθνος, ὡς ἐπίσης πεποίθαμεν, ὅτι μετὰ πολιτεύματος οἱονεὶ ὑπὸ διηνεκῆ δοκιμασίαν, ἐπίσης πολλὰ θέλει πάθει τὸ ἔθνος· διότι εἶναι γνωστὴ ἡ γνώμη ἐξόχου πολιτειολόγου, δογματίσαντος, ὅτι οὐδὲν εἶναι ἐπικινδυνωδέστερον διὰ τὰ ἔθνη τοῦ διοικεῖσθαι καὶ κυβερνᾶσθαι ὑπὸ πολιτεύματα οἱονεὶ ὑπὸ διηνεκῆ δοκιμασίαν. Ἀλλὰ θέλω ἐξετάσει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ συμφέροντος τῆς Α. Β. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ συμφέροντος τῆς Βασιλικῆς Δυναστείας, διότι καὶ ἡ ἔποψις αὕτη πέποιθα ὅτι συνδέεται πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους. Τίς ἆρά γε κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν εἶναι ὁ ἐνώπιον τῆς χώρας ἀνεύθυνος; Ὁ Βασιλεὺς καὶ μόνος αὐτός. Δὲν γνωρίζω ἐν τοῖς ἄρθροις τοῦ Συντάγματος διάταξίν τινα, ἀναγορεύουσαν πρόσωπον ἄλλο ὡς ἀνεύθυνον. Εἷς εἶναι ὁ ἀνεύθυνος, ὁ Βασιλεὺς, ὁ Βασιλεὺς ὁ κατὰ τὸ δόγμα τῶν Ἄγγλων μὴ δυνάμενος νὰ πράξῃ τὸ κακόν. «Le Roi ne peut mal faire» λέγουσιν οἱ Γάλλοι· δὲν δύναται δὲ νὰ πράξῃ τὸ κακὸν οὐχὶ δι’ ἄλλον τινὰ λόγον, διότι εἶναι ἐξαίφνης ἅγιος, ἀλλὰ διότι εἶναι ἀνεύθυνος. Ἀλλ’ οἱ Βασιλόπαιδες, Κύριοι, εἰσὶν ἀνεύθυνοι; Οὐδεμία τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, οὔτε ῥητῶς οὔτε σιωπηρῶς, περιέβαλε τὰ πρόσωπα τῶν Βασιλοπαίδων διὰ τοῦ ἀνευθύνου, ὀρθῶς καὶ δικαίως. Δύο ἢ τρεῖς ἀνεύθυνοι ἤθελον ἰσοδυναμεῖ πρὸς δύο ἢ τρεῖς Βασιλεῖς. Οἱ Βασιλόπαιδες ἄρα εἰσὶν ὑπεύθυνοι ἐνώπιον τοῦ ἔθνους. Ἂν ὅμως εἶναι ὑπεύθυνοι, εἰσὶ τύπῳ καὶ οὐχὶ κατ’ οὐσίαν· κατ’ οὐσίαν οἱ Βασιλόπαιδες εἰσιν ἀνεύθυνοι. Δὲν ἰσχυρίσθη τάχα τοῦτο καὶ ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος, ὅταν ἔν τινι συνεντεύξει, πρὸ ὀλίγου χρόνου, διετείνετο, ὅτι «αὐτὸς δὲν ὑπόκειται εἰς τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν»; Δὲν ἐνθυμούμεθα τὸ πολλάκις κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας μνημονευθὲν ἐπεισόδιον τοῦ πεδίου τοῦ Ἄρεως; Τίς Ὑπουργὸς, ὅτε τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο ἐλάμβανε χώραν, ἐτόλμησε νὰ ζητήσῃ τὴν εὐθύνην τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου; Ἢ μήπως ὁ ἀντικαταστήσας τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας οὗτινος ἐλάμβανε χώραν τὸ ἐν λόγῳ ἐπεισόδιον, ἐζήτησεν εὐθύνας παρὰ τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος περὶ πράξεως ἀντικειμένης εἰς ῥητὰς διατάξεις τῶν νόμων; Δὲν ἐζήτησαν εὐθύνας, διότι δὲν ἤθελον δυνηθῆ νὰ λάβωσι τοιαύτας. Οἱ Βασιλόπαιδες ἄρα τύπῳ μόνον εἰσὶν ὑπεύθυνοι ἐνώπιον τοῦ ἔθνους, οὐσίᾳ ὅμως ἐντελῶς ἀνεύθυνοι. Ὑπάρχουσι κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους καὶ ἄλλα παραδείγματα, δυνάμενα νὰ πείσωσι τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι οἱ Βασιλόπαιδες τύπῳ εἰσὶν ὑπεύθυνοι, οὐσίᾳ ὅμως ἐντελῶς ἀνεύθυνοι. Ἀλλ’ ἀπέναντι τοῦ εὐγλώττου, τοῦ δευτέρου πρὸ πάντων τῶν παραδειγμάτων, οὗτινος καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἐμνήσθησαν καὶ ἐγὼ ἐπίσης, νομίζω ὅτι τὰ ἄλλα ὠχριῶσιν, ὅπως ἡ Σελήνη ἐνώπιον τοῦ Ἡλίου. Δὲν θέλω, Κύριοι, ἐπιχειρήσει νὰ ἐξετάσω, ἂν ὀρθῶς ἢ ἐσφαλμένως οἱ Βασιλόπαιδες εἶναι κατ’ οὐσίαν ἀνεύθυνοι· ἐγώπιον τοῦ ἔθνους, διότι ἴσως ἤθελον κατηγορηθῆ παρ’ ἀγαπητοῦ συναδέλφου, ὅστις τυγχάνει ὢν καὶ στενώτατός μου συγγενὴς, ὅτι πράττω τοῦτο, ἐπιθυμῶν νὰ ὑποστῶ ἐξετάσεις δι’ ἕδραν Συνταγματικοῦ Δικαίου. Ἄλλοι ἂς ἀναλάβωσι νὰ ἐξετάσωσι τὸ θέμα τοῦτο, καὶ βεβαίως ἐν ἄλλαις αἰθούσαις. Εἰς τὸ ἀνεύθυνον λοιπὸν τοῦτο πρόσωπον, οὗτινος οὐδαμῶς θέλω νὰ ὑποτιμήσω τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν ἀξίαν, ἀλλ’ εἰς τὸ ἀνεύθυνον τοῦτο λοιπὸν πρόσωπον παραδίδετε τὴν ὑπερτάτην διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Παραδίδετε οὐχὶ ταμιακήν τινα ἢ ἐφοριακὴν ἢ ἄλλην τινὰ διδασκαλικὴν π. χ. ὑπηρεσίαν, οὐχὶ τὴν ἐκδίκασιν τῶν πταισμάτων, ἢ τὰς ποικίλας ἐπιστασίας τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν, τὴν μόνην καὶ τιμιωτάτην τοῦ ἔθνους ἐλπίδα, τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν. Καὶ ὅ,τι τὸ Σύνταγμα σοφώτατα δὲν ἀνέθηκεν οὐδ’ εἰς αὐτὸν τὸν Βασιλέα, ὑμεῖς διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὑμῶν ἀναθέτετε ἁπλούστατα εἰς τὸν Διάδοχον. Διότι τὸ Σύνταγμα, σοφώτατα βεβαίως, καὶ ἐπὶ τῆς πολιτικῆς ἱστορίας στηριζόμενον, ἀναγράφει ἐν τῷ γράμματι, τοῦθ’ ὅπερ καὶ ἐν τῷ πνεύματι αὐτοῦ, ὅτι ὁ «Βασιλεὺς βασιλεύει μὲν καὶ κυβερνᾷ, ἀλλὰ δὲν διοικεῖ». Καὶ δὲν διοικεῖ, διότι εἶναι ἀνεύθυνος, οἱ δὲ ἀνεύθυνοι δὲν δύνανται νὰ διοικῶσιν. Ἐλέχθη ἄλλοτε παρὰ δημοσιολόγων, ὅτι «ὁ Βασιλεὺς βασιλεύει μὲν, ἀλλὰ δὲν κυβερνᾷ». Τῆς Σχολῆς ταύτης προΐστατο ὁ περικλεέστατος Benjamin–Constant· ἀλλ’ ἡ Σχολὴ αὕτη καὶ τὰ δόγματα αὐτῆς κατέπεσαν, διότι καὶ ἡ πρόοδος τῶν συνταγματικῶν πολιτευμάτων καὶ ἡ πρόοδος τῶν κοινωνιῶν καὶ ἡ ἀνάπτυξις τῶν λαῶν ἐδέχθησαν, ὅτι «ὁ Βασιλεὺς καὶ βασιλεύει καὶ κυβερνᾷ, καὶ ὀφείλει νὰ κυβερνᾷ, ἀλλὰ δὲν διοικεῖ». Καὶ ἐκεῖνα, ἅπερ τὰ Συντάγματα δὲν ἐτόλμησαν νὰ ἀναθέσωσιν εἰς τοὺς Βασιλεῖς τοῦ κόσμου, δι’ οὓς λόγους προεξέθηκα, ὑμεῖς, Κύριοι, διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἀναδέχεσθε ν’ ἀναθέσητε εἰς τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα τὸν Διάδοχον, ὅστις κατ’ οὐσίαν εἶναι ἀνεύθυνος, ὅστις δὲ, δὲν διστάζω νὰ παραδεχθῶ ὅ,τι πολλοὶ ὑποστηρίζουσιν, ὅτι ἴσως πρέπει καὶ νὰ ἦναι ἀνεύθυνος. Καὶ διατὶ τάχα οἱ συνταγματικοὶ θεσμοὶ ἀπαγορεύουσι τὴν διοίκησιν, ἀνατιθεμένην εἰς τὸ ἀνεύθυνον; Διατὶ διοίκησις καὶ ἀνεύθυνόν εἰσιν ἀσυμβίβαστα; Διότι ἡ ἐναντία ἀρχὴ ἤθελεν εἶσθαι ὀλεθριωτάτη καὶ εἰς τὰ ἔθνη, ἀλλὰ πρὸ πάντων εἰς τοὺς Βασιλεῖς. Ὁ διοικῶν, κατὰ τοὺς ἱστορικοὺς νόμους ὅλων τῶν ἐθνῶν καὶ ὅλων τῶν αἰώνων, κατὰ τοὺς ἀπαραγράπτους νόμους, οἵτινες ἐσαεὶ θέλουσι διέπει τὰς ἀνθρωπείας κοινωνίας καὶ τὰ ἔθνη, ὀφείλει νὰ ἔχῃ χαλινὸν, καὶ χάριν τῶν διοικουμένων, ἀλλὰ πρὸ πάντων χάριν ἑαυτοῦ. Ἀλλὰ χαλινὸν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ ἀνεύθυνος, καὶ ἀνεύθυνος εἶναι ὁ Βασιλόπαις. Ἰδοὺ οἱ ἱστορικοὶ λόγοι, ἰδοὺ οἱ ἐθνικοὶ λόγοι, ἰδοὺ οἱ ἐπιστημονικοὶ λόγοι, οἵτινες, παρακαλῶ καὶ ἱκετεύω ἅμα, νὰ πείσωσιν ὑμᾶς νὰ ἀποσύρητε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὀλέθριον εἰς τὸ ἔθνος, ὀλέθριον πρὸ πάντων εἰς τὴν Βασιλικὴν Δυναστείαν. Διότι, Κύριοι, εἶναι ἱστορικῶς ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἡ μεγίστη ἰσχὺς, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ, καὶ τὸ ἀνεύθυνον ἄγουσιν εὐθὺς εἰς τὴν κατάχρησιν (εἶναι τὸ ἐλάττωμα τῆς ἀνθρωπείας φύσεως), καὶ διὰ τοῦτο οἱ θεσμοὶ τῆς ἀρχαίας Σπάρτης, παρὰ τοὺς Βασιλεῖς, οἵτινες διεχειρίζοντο τὴν μεγίστην τῶν ἐξουσιῶν, ἔταξαν τὴν ἀρχὴν τῶν Ἐφόρων, ἀρχὴν ἐπιτηρητικὴν καὶ ἐλεγκτικὴν τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν καθηκόντων τῶν Βασιλέων τῆς Σπάρτης. Καὶ γινώσκομεν ἐκ τῆς Ἱστορίας πολλὰ παραδείγματα, καθ’ ἃ οἱ Ἔφοροι κατεδίκασαν οὐχὶ εἰς πρόστιμον μόνον καὶ χρηματικὰς ποινὰς, ἀλλὰ καὶ εἰς θάνατον ἀκόμη, πολλοὺς τῶν Βασιλέων τῆς Σπάρτης, πρὸς οὓς, ἐπιεικῶς φερομένη ἡ Πολιτεία ἐκείνη, ἔδειξε τὴν ὁδὸν τὴν ἄγουσαν ἐκτὸς τῶν ὁρίων, καὶ ἐφυγάδευσεν αὐτούς. Ἐνῷ δὲ, Κύριοι, κατὰ τοὺς νόμους ἡμῶν, ἔχομεν δημοσίους λειτουργοὺς, ὑπαλλήλους καὶ ὑπηρέτας, εὐθυνομένους, ὀρθῶς καὶ δικαίως, καὶ ἐπὶ τοῖς ἐλαχίστοις, θέλετε τὰ μέγιστα νὰ παραδώσητε εἰς ἀνεύθυνον ἄρχοντα τοῦ Κράτους! Ἀλλὰ τὸ ἀνεύθυνον, Κύριοι, συνεπάγεται τὴν ἄρνησιν τῆς ἐπιτηρήσεως, τὴν ἄρνησιν τοῦ ἐλέγχου. Καὶ ὅταν ἐν τοῖς ἐλαχίστοις τὰ ὀρθὰ πολιτεύματα ζητῶσι τὴν ἐπιτήρησιν καὶ τὸν ἔλεγχον, ἐπὶ τοῖς μεγίστοις ὑμεῖς ἀναγορεύετε τὸ ἀνεύθυνον, τὴν ἄρνησιν τουτέστι τῆς ἐπιτηρήσεως καὶ τοῦ ἐλέγχου! Πρόκειται δὲ πάντοτε περὶ πράξεων οὐχὶ βασιλικῶν, οὐχὶ κυβερνητικῶν, ἀλλὰ ἁπλῆς καὶ καθαρᾶς διοικήσεως. Διότι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχουσιν, οὐδὲν ἄλλο εἰσὶν, εἰμὴ ἡ ἀνωτάτη καὶ ἡ κατωτάτη ἅμα καθαρὰ διοίκησις τῶν τοῦ στρατεύματος πραγμάτων. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐκτὸς τῶν ἐλαττωμάτων τούτων τῶν συνταγματικῶν, τῶν ἔκ τε τῆς ἱστορίας καὶ τῆς ἐπιστήμης ἀπορρεόντων, καὶ ἐκ τοῦ συμφέροντος τοῦ ἔθνους ἀντλουμένων, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα, μέγιστα, ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ, ὅτι ἀφαιρεῖτε τὴν εὐθύνην καὶ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ αὐτοῦ ἀκόμη. Διότι, ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω, τίς ἔσται ἆρά γε ὁ μέγας ἐκεῖνος ἀνὴρ, ὅστις εἰς ἀντίθετον γνώμην τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος, εἰς γνώμην ἴσως μὴ βασιζομένην ἐπὶ τῶν νόμων, ἤθελεν ἀντιτάξει αὐτὸς τὴν ἰδίαν αὐτοῦ γνώμην; Ἤθελε σπεύσει τοὐναντίον εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἤθελε ζητήσει τὴν ἐπιείκειαν καὶ τὸν οἶκτον τῆς Βουλῆς, διότι ἤθελεν εὑρίσκεσθαι πρὸ τοῦ υἱοῦ τοῦ Βασιλέως, ἐπίσης ἰσχυροῦ, ὅσον καὶ ὁ Βασιλεύς. Καὶ τοιουτοτρόπως, Κύριοι, ὑμεῖς θυσιάζετε τὰ δικαιώματα τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ, διότι τὰ δικαιώματα τοῦ Κοινοβουλίου εἰσὶ τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἔχετε ἆρά γε, ὑμεῖς πρὸ πάντων, τὸ δικαίωμα τοῦτο; Ἔχετε, Κύριοι, τὸ δικαίωμα, καὶ ἐλάβετε τάχα τὴν ἐντολὴν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ ἀναιρέσητε τὰ δικαιώματα τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ ποδοπατήσητε τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ, καθιστῶντες τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν μάλιστα ἀπὸ ὑπευθύνου ἀνεύθυνον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀνεύθυνον ἐνώπιον τοῦ ἔθνους; Διότι εἶπον, ὅτι οὐδείς ποτε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θέλει εὑρεθῆ, ὅστις ν’ ἀντιτάξῃ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ γνώμην, ὡς πρὸς τὰ τῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, εἰς τὴν γνώμην τοῦ Βασιλικοῦ Διαδόχου, τοῦ καὶ Γενικοῦ Διοικητοῦ αὐτοῦ. Κέκτησθε ὑμεῖς, κύριε Πρωθυπουργὲ, πρὸ πάντων τὸ δικαίωμα τοῦτο; Ἔχω εἰς χεῖρας τὸ πολιτικὸν ὑμῶν πρόγραμμα, τὸ πρὸ τῶν τελευταίων βουλευτικῶν ἐκλογῶν, πρὸς τὸν λαὸν, ἐν ᾧ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς διετύπου τὰς γνώμας αὑτοῦ, ὑφ’ ἃς ἔλεγεν ὅτι ἤθελε πολιτευθῆ καὶ ἤθελεν ἐξακολουθεῖ νὰ πολιτεύηται. Ἐν τῷ προγράμματι λοιπὸν αὐτῷ ὁ Ἡγέτης τῆς νῦν πλειονοψηφίας ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Ἡ πολιτικὴ ἡμῶν μερὶς προτίθεται νὰ σεβασθῇ μὲν ἁπάσας τὰς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἡμῶν εἰς τὸ Στέμμα χορηγηθείσας προνομίας, ἀλλ’ ἄνευ οὐδεμιᾶς θυσίας τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κοινοβουλίου, ἅτινα εἶναι δικαιώματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἰς οὗ τὴν ἐκτίμησιν καὶ τὴν συνδρομὴν ἐστήριξεν ἀνέκαθεν καὶ θὰ στηρίζῃ ἀείποτε τὴν ἰσχὺν αὑτῆς καὶ τὸ κῦρος». («Ἄστυ» τῆς 27 Ἰανουαρίου 1899 ἔτους). Ἀφίνω ὑμᾶς, κύριε Πρωθυπουργὲ, νὰ κρίνητε, ἐν τῇ ἐγνωσμένῃ ὑμῶν εἰλικρινείᾳ, ἂν ὑπεραμύνεσθε τῶν δικαιωμάτων τοῦ τε Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δι’ οὗ ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τοῦ Κοινοβουλίου, ἀπὸ τοῦ ἐθνικοῦ ἐλέγχου, τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀφίνω ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀπαντήσητε, ἂν ἐκπληροῦτε τὸ πρόγραμμα ὑμῶν, ὅταν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ Ἄλφα καὶ τὸ Ὠμέγα ἦναι ἀναίρεσις τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν τῆς χώρας. Εἶπον τὸ Ἄλφα καὶ τὸ Ὠμέγα, διότι πρῶτον μὲν εἶναι ἀναγεγραμμένον τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, τελευταῖον δὲ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου τοῦ κ. ἐκ Σύρου Βουλευτοῦ, ἥτις καὶ αὐτὴ οὐδὲν ἄλλο ἐστὶν ἢ ἀναίρεσις τῶν κοινοβουλευτικῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ λαοῦ. Καὶ ἄν, Κύριοι, ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ ἀποτύχῃ, παρακαλῶ, δείξατέ μοι τὸ μέγα ἐκεῖνο ἀνάστημα, ὅπερ θέλει τολμήσει νὰ μεταβάλῃ τὰ πράγματα τότε! Καὶ ἐνῷ κατὰ τοὺς κειμένους ἡμῶν νόμους ἀντικαθιστῶμεν ὅλα τὰ ὄργανα τῆς Διοικήσεως, ἀπὸ τοῦ κατωτάτου μέχρι τοῦ ἀνωτάτου, τὸ σπουδαιότατον τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως, ὅπερ θέλει εἶσθαι ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, αὐτὸ ἀκριβῶς ἀδυνατοῦμεν ν’ ἀντικαταστήσωμεν. Ἰδοὺ, Κύριοι, διατὶ τὸ μετακλητὸν ἐν τῇ Διοικήσει ἐστὶν ἡ τιμαλφεστάτη τῶν ἐγγυήσεων τοῦ καλῶς διοικεῖσθαι τὰ Κράτη, διότι ἐν τῷ μετακλητῷ ὑπάρχει ἡ βελτίωσις τοῦ καθεστῶτος, ἡ ἀναίρεσις τῶν τυχὸν παραπτωμάτων, ἡ πρόοδος. Τὸ μετακλητὸν ζωογονεῖ τὴν Διοίκησιν, ζωοποιεῖ αὐτήν· τὸ ἀμετάκλητον φέρει τὸν παγετὸν, τὴν ἀναίρεσιν αὐτῆς, τὸν θάνατον. Καὶ διὰ τοῦτο σπανίως οἱ νόμοι ἀναγράφουσι τὸ ἀμετάκλητον ἐν τῇ Διοικήσει. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, προκειμένου περὶ τῆς κυριωτάτης καὶ σπουδαιοτάτης τῶν λειτουργιῶν τῆς Διοικήσεως, καθιεροῦται τὸ ἀμετάκλητον αὐτῆς, τὸ ἀγαντικατάστατον. Ἰδοὺ λοιπὸν καὶ ἄλλο ἐλάττωμα τοῦ ἐν λόγῳ νομοθετικοῦ μέτρου. Ὁμιλεῖτε ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει ὑμῶν περὶ ἐγγυήσεων ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ καὶ περὶ προλήψεως τῶν αὐθαιρεσιῶν καὶ τῆς πλάνης (ἀναγινώσκει): «... δʹ) Ἐγγυήσεις ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ἔτι δὲ καὶ ὑπὲρ τῶν ἀτόμων, μὴ ὑποκειμένων οὕτως εἰς τὰς συνεπείας τῆς αὐθαιρεσίας, ἢ τῆς πλάνης, ἣν δύναται νὰ συνεπαγάγῃ ἡ ὑπέρμετρος συγκέντρωσις τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ». Ἀλλ’ ἂν, ὃ μὴ γένοιτο, ἡ Ἀνωτάτη Διοίκησις τοῦ στρατοῦ περιπίπτῃ εἰς πλάνας, ἔστιν ὅτε δὲ καὶ εἰς αὐθαιρεσίας, τίς θέλει τολμήσει νὰ ζητήσῃ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῆς; Λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, διότι συνάδελφος ὑμῶν, μέλος Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, ὑποστηριζομένης ὑπὸ τηλικαύτης πλειονοψηφίας, ὕδρωσεν ἐν μέσῳ χειμῶνι, ἵνα εὕρῃ ἐπιχειρήματα, ὅπως ὑποστηρίξῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτοῦ, ἀναιροῦνται ἄρδην τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἐξευτελίζοντα ὅλους καὶ διὰ μιᾶς τοὺς κατὰ καιροὺς διευθύνοντας τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, μὴ ἐξαιρουμένου καὶ αὐτοῦ τοῦ νῦν κυρίου Ὑπουργοῦ. Διότι ὀδυνηρὸν τῷ ὄντι εἶναι, θέλοντες νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίου, νὰ καταδικάζωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, νὰ κατεξευτελίζωμεν τὴν Πολιτείαν, λέγοντες ὅτι, προκειμένου περὶ τῶν Ὑπουργῶν τοῦ Κράτους, Κράτους διανύοντος ἤδη τὸ ὀγδοηκοστὸν ἔτος τῆς ἀπελευθερώσεως αὐτοῦ, καὶ δὲν ἠξεύρω ποῖον ἔτος τῆς Συνταγματικῆς αὐτοῦ διοικήσεως, ἀνίκανοι δῆθέν εἰσιν οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ἀναιρῶσι τὰς αὐθαιρεσίας, νὰ διαλύωσι τὰς πλάνας, εἴτε ἑαυτῶν, εἴτε τῶν προκατόχων αὐτῶν, καὶ πρέπει ἄρα νὰ τιμωρηθῶσι διὰ τῆς καθιδρύσεως τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ Διαδόχου! Προκειμένου, Κύριοι, περὶ Ὑπουργοῦ, ὅστις εἶναι προσωρινὸς καὶ μετακλητὸς, ἔχομεν τοὐλάχιστον τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν ἐγγύησιν, ὅτι ἡ πλάνη ἢ αἱ αὐθαιρεσίαι ἐπ’ ὀλίγον θέλουσιν ἰσχύει. Ἀλλ’ ἂν τὴν Ἀνωτάτην Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ παραδώσητε εἰς ἓν καὶ ἀδιακόπως τὸ αὐτὸ πρόσωπον, ἀνεύθυνον, τίς ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, παρακαλῶ, θέλει τολμήσει νὰ διαλύσῃ τὴν πλάνην, νὰ ἀναιρέσῃ τὰς τυχὸν, ὃ μὴ γένοιτο, αὐθαιρεσίας αὐτοῦ; Ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν; Ἔχετε τηλικαύτην πεποίθησιν ἐφ’ ὑμᾶς, σήμερον πλέον μάλιστα; Ἐγὼ οὔτε ἐμοὶ αὐτῷ, οὔτε ὅμως καὶ ἄλλῳ τινὶ ἀναγνωρίζω τοσοῦτον ἡρωϊσμὸν καὶ τηλικαύτην πολιτικὴν τόλμην. Ὁμιλῶ, Κύριοι, πάντοτε περὶ τῆς πρώτης ἐπόψεως, ὑφ’ ἣν ἐξετάζω τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὁμιλῶ τουτέστιν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ συμφέροντος τοῦ στρατοῦ, ἀναποδράστως συνδεομένου πρὸς τὸ τοῦ ἔθνους. Καὶ ἂν ἐν τῇ ἀγορεύσει μου συγχίζω ἐνίοτε τὰς σφαίρας τῶν ζητημάτων τούτων, ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ προδιαγράψω αὐτὰς ἐνώπιον ὑμῶν, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, πράττω τοῦτο διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι πάντες, καὶ ἐγὼ, φρονοῦμεν, ὅτι συμφέρον τοῦ στρατοῦ, συμφέρον τοῦ ἔθνους, συμφέρον τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, συμφέροντα Βασιλικῆς Δυναστείας, πάντα ταῦτά εἰσι συναφῆ καὶ συνάλληλα. Ἀλλ’ ἀναιροῦντες καὶ καταργοῦντες τὴν Ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, ἀγωνίζεσθε ἆρά γε ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, καὶ ἀγωνίζεσθε ὑπὲρ τοῦ ἔθνους; Καὶ δείξατέ μοι, παρακαλῶ, ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ, ἓν Κράτος κοινοβουλευτικὸν, ἕνα Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κοινοβουλευτικόν, ὅστις, λαβὼν τὸν κονδυλοφόρον, διέγραψεν ἐκ τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ! Καὶ εἴπετέ μοι, ποῖον Κράτος κοινοβουλευτικὸν δύναται στρατιωτικῶς νὰ μεγαλουργήσῃ ἄνευ ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ; Καὶ τί μένει ὑμῖν, κύριε Ὑπουργέ, ὅταν ἀφαιρέσητε ὅλας ἐκείνας τὰς ἐπιτελικὰς ὑπηρεσίας ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν; Τί ἄλλο, εἰμὴ τὸ Λογιστήριον αὐτοῦ καὶ τὰ τμήματα τῆς Οἰκονομίας καὶ τῶν Προμηθειῶν, δι’ ἃς, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, κατὰ πολὺ ἀναμφισβητήτως ἱκανώτερος ὑμῶν ἐστὶν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; Σβέσατε λοιπὸν μετὰ τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Ὑπουργείου καὶ τὸ ἀξίωμα ὑμῶν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ παραδόσατε τὸ ἀξίωμα ὑμῶν τῷ Ὑπουργῷ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις γνωρίζει τόσον καλῶς μεταξὺ τῶν δακτύλων νὰ διαχειρίζηται τούς τε ἀριθμοὺς καὶ τὰς προσόδους τοῦ Κράτους. Βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι πολὺ ἐντελέστερον καὶ ἐπιτηδειότερον καὶ τεχνικώτερον ὑμῶν θέλει διοικήσει αὐτὸς τότε τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, τὸ Οἰκονομικοστρατιωτικόν! Ἐκ τίνων ἆρά γε ἀποτελεῖται ἡ Ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία; Ἐκ δύο διακεκριμένων κλάδων, ἐκ τῆς παρασκευῆς τοῦ στρατοῦ καὶ ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ στρατοῦ (ἀναγινώσκει): «Ἐν Γαλλίᾳ (γράφει συγγραφεὺς Ἕλλην, στρατιωτικὸς ἀνώτατος καὶ δοκιμώτατος ἅμα) οἱ δύο οὗτοι κλάδοι, μεθ’ ὅλων αὑτῶν τῶν ὑποδιαιρέσεων, εἰσὶν ἡνωμένοι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑπὸ τὴν ἑνιαίαν διεύθυνσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου». Καὶ ἐξακολουθεῖ: «Ἐν Πρωσσίᾳ οἱ δύο οὗτοι κλάδοι εἰσὶ κεχωρισμένοι, εἰς Ἐπιτελεῖον τοῦ Ὑπουργείου καὶ εἰς Ἐπιτελεῖον τοῦ στρατοῦ». Καὶ ἡμεῖς ἠκούομεν ἐνταῦθα νὰ πιστοποιῆται μετὰ μεγίστης ἀφελείας, ὅτι ἐν Γερμανίᾳ δὲν ὑπάρχει Ἐπιτελεῖον στρατοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν! (ἐξακολουθεῖ τὴν ἀνάγνωσιν): «Τὸ Ἐπιτελεῖον τοῦ Ὑπουργείου ὀργανίζει καὶ κινητοποιεῖ τὸν στρατὸν εἰς τὰς ἕδρας τῶν περιοχῶν αὐτοῦ· τὸ δὲ Ἐπιτελεῖον τοῦ στρατοῦ, παραλαμβάνον αὐτὸν, τὸν διευθύνει διὰ τῶν σιδηροδρόμων εἰς τὰ σημεῖα τῆς συγκεντρώσεως, τὰ ὑπ’ αὐτοῦ ὁριζόμενα. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Ὑπουργείου ἀθροίζει καὶ συναρμόζει τὰ μέσα τῆς ἐνεργείας· ὁ ἀρχηγὸς ἀφ’ ἑτέρου τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου τοῦ στρατοῦ μελετᾷ κατὰ τὴν εἰρήνην τὸν προσφορώτερον πρὸς χρησιμοποίησιν τοῦ στρατοῦ τρόπον καὶ τὸν ἐφαρμόζει ἐν πολέμῳ.» Αὐταὶ, Κύριοι, εἰσὶν αἱ ἰσχύουσαι διατάξεις ἐν τοῖς στρατιωτικωτέροις τῶν Κρατῶν τῆς Εὐρώπης. Καὶ ἦλθον ἐνταῦθα, διὰ τῆς συνήθους μεθόδου, «τοῦτο γίνεται καὶ εἰς ἄλλα Κράτη», νὰ ἐξαπατήσωσιν ὑμᾶς,—ἐν ἀγνοίᾳ ἴσως καὶ ἄκοντες—καὶ νὰ ἐξαρπάσωσι τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς! Εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι οὐχὶ πλέον στρατιωτικὸν Κράτος, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ ἐμπορικὸν, εἶναι δυνατὸν ποτε νὰ διευθύνῃ τὰ τοῦ στρατοῦ αὑτοῦ δι’ Ἐπιτελείου τῆς Διοικήσεως μόνον, ἄνευ Ἐπιτελείου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ ποῦ τότε θέλει ὑπάρχει ἡ ἀπαιτουμένη ἑνότης τοῦ Κράτους ὡς πρὸς τὸν στρατόν; ἡ ἀξιοπρέπεια Ὑπουργοῦ καὶ Ὑπουργείου; Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ᾖ, θέλει εἶσθαι ὑποτεταγμένος εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητήν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θέλει εἰσέρχεσθαι διὰ τῆς ἐμπροσθίου θύρας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἐξέρχεσθαι διὰ τῆς ὀπισθίας, χωρὶς οὐδὲν νὰ μανθάνῃ καὶ χωρὶς οὐδὲν νὰ κατανοῇ περὶ τοῦ στρατοῦ, διότι ψυχὴ τοῦ στρατοῦ ἐστὶν ἡ Ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία αὐτοῦ, ταύτην δὲ τὴν ψυχὴν ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλὰ τότε θέλετε ἔχει πτῶμα, καὶ οὐχὶ ζῶντα καὶ δρῶντα λειτουργὸν τοῦ Κράτους. Ἀφαιρεῖτε τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ τότε θέλετε ἔχει ἄνθρωπον ὑπόχρεων νὰ ἐπισκεφθῇ τὰ Ὀφθαλμιατρεῖα τῆς χώρας, οὐχὶ ὅμως ὑπευθύνως καὶ πρωτοβούλως νὰ διευθύνῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀφαιρεῖτε πᾶν ὅ,τι εὐγενὲς ἔχει ἐν τῇ λειτουργίᾳ αὑτοῦ ταύτῃ τῇ στρατιωτικῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφαιρεῖτε πᾶν τὸ ἰδανικὸν, καθιστῶντες αὐτὸν ἁπλοῦν ὑπηρέτην ἀπὸ λειτουργοῦ τοῦ Κράτους, παρουσιάζοντες αὐτὸν οὐχὶ ἰσότιμον πρὸς τοὺς ἄλλους συναδέλφους αὑτοῦ, οἵτινες οὐδεμίαν τῶν ἐξουσιῶν καὶ οὐδὲν τῶν δικαιωμάτων αὑτῶν ἐννοοῦσι νὰ παραχωρήσωσιν εἰς πρόσωπον ἄλλο, καθιστῶντες αὐτὸν οὐχὶ ἴσον πρὸς ὑμᾶς αὐτοὺς, ἀλλ’ ὑπηρέτην ἁπλῶς τῶν ἄλλων Ὑπουργῶν καὶ συναδέλφων αὑτοῦ. «Κατὰ γερμανικόν τι ἀπόφθεγμα (λέγει ὁ συγγραφεὺς, οὗτινος ἐποιησάμην μνείαν, οὗτινος δὲ τὸ ὄνομα δὲν ἀναφέρω, ἵνα μὴ προσβάλω τὴν ἐγνωσμένην μετριοπάθειαν καὶ μετριοφροσύνην αὑτοῦ,) ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Ὑπουργείου σφυρηλατεῖ καὶ ὀξύνει τὰ βέλη, ὁ δὲ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ στρατοῦ τὰ διευθύνει καὶ τὰ ἐκτοξεύει». Ἀλλὰ ὑμεῖς, φαίνεται, ὅτι ἔχετε τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδέποτε πλέον ἡ Ἑλλὰς ἐν τῷ μέλλοντι θέλει χρειασθῆ τὰ βέλη αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦτο τὴν ἐξουσίαν ὑμῶν τοῦ σφυρηλατεῖν τὰ βέλη ἀποβάλλετε, ὡς ἄχρηστον καὶ δυσάρεστον εἰς ἄλλους, καὶ παραδίδετε εἰς τὸν ἀνεύθυνον Γενικὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ. Εὔχομαι, κύριε ἐξ Ὕδρας Βουλευτὰ, ἀξιότιμε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ μὴ μετανοήσητε, ὑμεῖς πρὸ πάντων. Ἀλλὰ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι, ἂν αἱ προτάσεις ὑμῶν γένωνται νόμος τοῦ Κράτους, ὑμεῖς πρὸ πάντων θέλετε αἰσθανθῆ τὰ σφάλματα, ὧν ἐγένεσθε ἔνοχος καὶ ἐνώπιον ὑμῶν τε καὶ ἡμῶν καὶ ἐνώπιον τοῦ ἔθνους. Ἐγὼ, Κύριοι, κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην,—ἐγὼ, Κύριοι, δυνατὸν ἐνίοτε ἐν τῷ πολιτικῷ μου βίῳ νὰ ἡμάρτησα, ἀφοῦ οὐχὶ ἐγὼ, ὅστις δὲν κατέχω τὰ πρῶτα ἐν τῇ πολιτικῇ, ἀλλὰ πάντες οἱ πολιτευταὶ πάντων τῶν ἐθνῶν καὶ πάντων τῶν αἰώνων ἡμάρτησαν ἐν τῷ πολιτικῷ αὑτῶν βίῳ,—ἐγὼ, λέγω, ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, ἀναφερόμενος οὐχὶ εἰς πρόσωπα, ὧν ἐκτιμῶ καὶ τὴν φιλοπατρίαν καὶ τοὺς ὑπὲρ τῆς Πατρίδος ἀγῶνας, ὁμιλῶ, ἀγορεύων ἐκ πεποιθήσεως, ὅτι ἐκφέρω γνώμας, αἵτινες δύνανται ν’ ἀποτρέψωσι τὸ ἔθνος ἀπὸ μελλόντων δεινῶν καὶ κινδύνων. Εὔχομαι νὰ πλανῶμαι. Ἀλλὰ συμβαίνει συνήθως νὰ πλανῶνται ἐκεῖνοι, οἵτινες θεωροῦσιν ἑαυτοὺς ἀλανθάστους, οὐχὶ δὲ οἱ θεωροῦντες ἑαυτοὺς πεπερασμένους καὶ κατὰ τὴν διάνοιαν καὶ κατὰ τὰς γνώμας. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅμως, ὅτι τάχιστα ἐλεύσεται ἐποχὴ, καθ’ ἣν ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργὲ, ἢ ὁ διάδοχος ὑμῶν, ἢ ἡ Α. Β. Ὑψηλότης, θέλετε σπεύσει, διαγωνιζόμενοι, νὰ ζητήσητε τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου τούτου, διότι θέλετε σπείρει θυέλλας ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα, καὶ θέλετε συγκομίσει πικρίας καὶ κινδύνους. Καὶ ὑμεῖς λοιπὸν καὶ ἐκεῖνοι, ἐὰν θέλωσι νὰ προλάβωσι τὰ ἀπειλούμενα δεινὰ, καὶ νὰ διαλύσωσι τὰ ἀπὸ τοῦδε συσσωρευόμενα μέλανα νέφη καὶ τὴν ἐρχομένην καταιγίδα, ἅπερ ἐγὼ διὰ γενικωτάτων ἐκφράσεων ὑπεζωγράφησα ὑμῖν, θέλουσι σπεύσει νὰ ζητήσωσι τὴν ἀντικατάστασιν τοιούτου ὀλεθρίου καὶ ἀντεθνικοῦ καὶ ἀντισυνταγματικοῦ, καὶ δι’ αὐτοὺς πρὸ πάντων ἐπικινδυνωδεστάτου, θεσμοῦ. Ἀλλ’ εἶναι, ἆρά γε, Κύριοι, μόνα ταῦτα τὰ ἐλαττώματα τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου; Ἀνῆλθε χθὲς τῷ ὄντι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὸ βῆμα, καὶ δι’ Ἐγχειριδίου ἐνταῦθά τινος, ἢ Συλλογῆς νόμων, οὓς ὁμολογουμένως καλῶς γινώσκει καὶ διαχειρίζεται ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1877, νομίζω, καὶ κατὰ τὸ 1882, καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι πότε ἄλλοτε, ἐδημοσιεύθησαν διατάξεις διὰ Β. Διαταγμάτων, ὅμοιαι πρὸς ἐκείνας, ἃς ὑποδηλοῖ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Καὶ ἀληθῶς οὕτως ἔχει. Ἀλλὰ σημειώσατε καλῶς, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὰς ἐποχὰς ἐκείνας δὲν εἶχον ἀκόμη ἐκδηλωθῆ τοσοῦτον ἐμφαντικῶς αἱ ἰδέαι ἐκεῖναι, αἵτινες ὑβριστικαὶ τῶν ἐθνικῶν δικαιωμάτων ἐγείρονται ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ, δὲν εἶχον εἰσέτι ἐκδηλωθῆ αἱ ὑπερφίαλοι ἀξιώσεις ἐκεῖναι, αἵτινες, ἀναιρετικαὶ τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, εἰσὶν ἐγκατεσπαρμέναι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπερ συνέταξεν ἡ Α. Ὑψηλότης ὁ Βασιλικὸς Διάδοχος. Εἶπον «ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπερ συνέταξεν ἡ Α. Β. Ὑψηλότης», διότι ἐλέχθη ποτὲ ἐνταῦθα παρὰ τινος τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τίνος, ὅτι τὸ ἔργον ἐκεῖνο ἦτο ἁπλῆ Μελέτη.—«Ποῦ νομοσχέδιον; Τὴν Μελέτην», ἔλεγε πρὸς τοὺς ἀντιτείνοντας Βουλευτὰς, «ὑμεῖς ἀναγορεύετε εἰς νομοσχέδιον»; Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ τεῦχος ἐκεῖνο, ὅπερ ἐφιλοτιμήθη ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διανείμῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τί εὑρίσκομεν; ὅτι αἱ μὲν πρῶται σελίδες εἰσὶ τῳόντι Μελέτη (σελ. 21–42): «Μελέτη τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ.—Αʹ. Κατάστασις εἰρήνης.—Βʹ. Ἐπιστράτευσις καὶ ἐμπόλεμος κατάστασις». Ὅταν ὅμως φθάσωμεν εἰς τὴν 43 σελίδα τοῦ αὐτοῦ τεύχους, εὑρίσκομεν «Σχέδιον νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ», ἐν κεφαλαίοις καὶ ἄρθροις διαγράφοντος τὰ κατ’ αὐτόν. Ἐὰν ἄρα ἄλλοτε πράγματι διατάξεις ὅμοιαι πρὸς ἐκείνας, ἃς ὑμεῖς ἀνεγράψατε ἐν τῷ 11 ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου ὑμῶν, ἐξεδίδοντο διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων, τότε δὲν εἶχον εἰσέτι ἐκδηλωθῆ τοσοῦτον ἀφόβως αἱ τοιαῦται τάσεις, δὲν τολμήσει νὰ προκύψωσιν εἰς τὸ φῶς τῆς ἡμέρας. Ἐφιλοτεχνοῦντο ἴσως, ἐκυοφοροῦντο, πρὸς βλάβην καὶ τῶν κυοφορούντων καὶ τῶν φιλοτεχνούντων κυρίως, ἀλλὰ καὶ πρὸς βλάβην τοῦ ἔθνους. Ὅταν ὅμως σήμερον πλέον κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, ὑπὸ κραταιᾶς πλειονοψηφίας ὑποστηριζομένη, ἀντιπροσωπεύουσα, κατὰ νομικὸν πλάσμα τοὐλάχιστον, τὴν θέλησιν τοῦ ἔθνους, δέχηται καὶ ἀναγκάζηται νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδια ἀναιροῦντα καὶ συγκλονίζοντα τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος, τίς ἐγγυᾶται ἡμῖν τε καὶ τῷ ἔθνει, ὅτι ὑμεῖς ἐν τοῖς διατάγμασιν ὑμῶν, ὧν τὴν ἔκδοσιν ζητεῖτε νὰ λάβητε διὰ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς, δὲν θέλετε ἀναιρέσει καὶ ἔτι πλείονα δικαιώματα τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ λαοῦ; Διὰ τοῦτο δυσπιστῶ πρὸς τὸ ἄρθρον 11 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ πρὸς τὸ νομοσχέδιον, καὶ κηρύσσομαι καὶ ἐκηρύχθην κατ’ αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο καὶ χθὲς ἀντετάχθην εἰς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συμπολίτου μου, οὗτινος ἡ μεγάλη πεῖρα δὲν κατώρθωσε νὰ διΐδῃ, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς τεχνικῆς ἐκείνης ἐπιτροπῆς ἤθελε συναφθῆ συζήτησις μᾶλλον περὶ τῶν λεπτομερειῶν, καὶ οὐχὶ περὶ τῶν γενικῶν αὐτῶν καὶ οὐσιωδεστάτων ζητημάτων, ἐφ’ ὧν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἀνάγκην οὐδεμιᾶς γνώμης οὐδεμιᾶς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ ποῖα τάχα εἶναι τὰ δικαιώματα, ἅτινα τὸ ἄρθρον 11 διακελεύει, ὅτι διὰ Β. Διαταγμάτων θέλουσι καθορισθῆ; (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 11. Δι’ εἰδικοῦ στρατιωτικοῦ κανονισμοῦ, κυρωθησομένου διὰ βασιλικοῦ διατάγματος, ὁρισθήσονται καὶ κανονισθήσονται: αʹ) Ἡ ἁρμοδιότης καὶ ἡ δικαιοδοσία τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, τῶν μεράρχων καὶ ταξιάρχων, ὡς καὶ τὰ ὑπὸ τὴν διοίκησιν αὐτῶν Ὅπλα, Σώματα, Καταστήματα καὶ Ὑπηρεσίαι. βʹ) Ἡ σύνθεσις τῶν Μεραρχιῶν καὶ Ταξιαρχιῶν, ὡς καὶ αἱ ἕδραι αὐτῶν καὶ τῶν ἀποτελούντων αὐτὰς σωμάτων. γʹ) Τὰ τῆς Γενικῆς Ἐπιθεωρήσεως τοῦ στρατοῦ, ὡς καὶ ἡ ἁρμοδιότης καὶ δικαιοδοσία τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, τῶν μεράρχων καὶ τῶν ταξιάρχων, τῶν σωματαρχῶν καὶ τῶν προϊσταμένων τῶν στρατιωτικῶν ἀρχῶν, ἔτι δὲ τῶν εἰδικῶν ἐπιθεωρητῶν τῶν σωμάτων κατὰ τὰς γενικὰς καὶ λοιπὰς ἐπιθεωρήσεις.» Ἀλλ’ ἐδῶ, Κύριοι, διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου τίθεται χεὶρ ἀσεβὴς ἐπὶ τῶν σπουδαιοτάτων δικαιωμάτων, καὶ τῶν γενικῶν καὶ τῶν μερικῶν, καὶ τῶν νόμων καὶ τῶν προσώπων! Εἴδετε τῳόντι, ὅτι ἡ Μελέτη τῆς Α. Β. Ὑψ τοῦ Διαδόχου καὶ ὁ ἐπακολουθῶν αὐτῇ Ὀργανισμὸς ἀδύνατον ἦν νὰ εὕρωσιν ἔδαφος ἐν τῇ Βουλῇ, ἐφ’ οὗ νὰ στηριχθῶσι πρὸς συζήτησιν, καὶ παρευθὺς ἀντεγράψατε ἕνα τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ὑμῶν, πρωτοτυπώτατον ἀληθῶς περὶ τὰ τοιαῦτα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καθιέρωσε νέαν καὶ καινοφανῆ ἀρχὴν ἐν τοῖς χρονικοῖς τοῦ Κοινοβουλίου κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὡς πάντες ἐνθυμεῖσθε. Παρουσίασεν ὑμῖν ἓν νομοσχέδιον ἐξ 168 ἄρθρων, ὧν τὸ ἓν ἦτο μακροσκελέστερον τοῦ ἄλλου, καὶ μετὰ ταῦτα, ἐπειδὴ ἔβλεπεν, ὅτι ὁ κολοσσὸς ἐκεῖνος ἦν ἀδύνατον νὰ χωρήσῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ συζητηθῇ, διὰ ταχυδακτυλουργικῆς μεθόδου κατορθοῖ, τὰ 168 ἄρθρα νὰ τὰ περιορίσῃ εἰς 4 ἢ 5!

§114ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Εἰς ὀκτώ.

§115ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Βεβαίως, ὅταν μὲ ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἐννοῆτε νὰ συζητῆτε, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἶχεν ἀρχικῶς. Διὰ τοῦτο συνεπτύχθη αὐτὸ εἰς τόσα ἄρθρα, ὅσα κεφάλαια εἶχεν ἀρχῆθεν, παρέχεται δὲ ἐξουσία διὰ νομοτελεστικοῦ διατάγματος ν’ ἀποκατασταθῇ πλήρης καὶ ἄρτιος ἐν ταῖς λεπτομερείαις ὁ νόμος, ἅμα ψηφισθείς.

§116ΛΕΒΙΔΗΣ. Δηλαδὴ παρέστημεν πρὸ τοῦ καινοφανοῦς θεάματος, νὰ λαμβάνῃ τὰ ἄρθρα τῶν κεφαλαίων καὶ νὰ στύβῃ αὐτὰ εἰς κεφάλαια, ἵνα δώσῃ ἡμῖν ἓν σιρόπιον.— Θέτετε τὰ βύσσινα ἐντὸς τρυπητοῦ, τὰ στύβετε, ἵνα λάβητε ἓν μικρὸν ποτηράκι ὑγροῦ, τὴν βυσσινόφκαν.—Παρέστημεν ὅμως καὶ πρὸ ἑτέρου καινοφανοῦς κοινοβουλευτικοῦ φαινομένου, πρὸ τῶν μειδιαμάτων τῆς Βουλῆς ἐν ἑκατέρᾳ τῶν πτερύγων. Τοῦτ’ αὐτὸ λοιπὸν συμβαίνει καὶ μὲ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, διότι ὅλα ἐκεῖνα τὰ—δὲν ἠξεύρω πόσα εἶναι—ἄρθρα τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου κατώρθωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, πιστὸς συνάδελφος τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, νὰ περιορισθῶσιν εἰς 13 καὶ μόνον (κακὸς ἀριθμὸς!). Εἶναι καὶ ἓν 14ον ἄρθρον, λέγον ὅτι «ὁ παρὼν νόμος ἰσχύει μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ὁριστικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ», ἀλλὰ αὐτὸ θεωρεῖται ὡς περιττεῦον, διότι, εὐθὺς ὡς λάβωσιν εἰς χεῖρας τοῦτον τὸν νόμον, δὲν θέλουσιν ὑποβάλει ὀργανισμόν. Λοιπὸν 13 ἄρθρα (κακὸς ἀριθμός!!).

§117Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Ὡραῖος!

§118Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ (πρὸς τὸν Πλατούτσαν). Αἰδώς, Ἀργεῖε! (ἱλαρότης).

§119ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἄρα, Κύριοι, εἶναι ἀντισυνταγματικόν, ἀντιβαίνει εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους. Καὶ βεβαίως μὲν πέποιθα, ὅτι, ἐὰν ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ ἀνατεθῇ εἰς τὴν Α.Β. Ὑψηλότητα τὸν Διάδοχον ἐν εἰρήνῃ, ἡ Α. Β. Ὑψηλότης θέλει ἀξιώσει καὶ ἐν πολέμῳ νὰ ἔχῃ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Ἐσχημάτισα δὲ τὴν πεποίθησιν ταύτην, διότι ἔχω εἰς χεῖράς μου τὴν Μελέτην τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἐν ᾗ, ἐν σελ. 6, ἀναγινώσκω τοὺς ἑξῆς ἀξιομνημονεύτους λόγους: «Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ διορίζεται μονίμως διὰ Β. Διατάγματος, καὶ δὲν ἀντικαθίσταται, εἰμὴ ἵνα τεθῇ εἰς ἀποστρατείαν. Εἶναι δὲ ἐνδεδειγμένος ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ ἐν περιπτώσει πολέμου, ὁσάκις δὲν ἀναλαμβάνῃ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ αὐτοπροσώπως ὁ Βασιλεύς. Συνεπῶς πρέπει νὰ ἦναι ἀνώτερος κατὰ βαθμὸν πάντων τῶν ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρετούντων ἀξιωματικῶν.» Ἀλλ’ ἀνώτερος κατὰ βαθμὸν πάντων τῶν ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρετούντων ἀξιωματικῶν ἐστὶ καὶ ἔσεται πάντοτε ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος. Ἄρα δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι, εἴτε πρόκειται περὶ τῶν ἔργων τῆς εἰρήνης, εἴτε περὶ τῶν τοῦ πολέμου, ἡ Α. Β. Ὑψηλότης, ὡς Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, θέλει ἀξιώσει νὰ ἡγῆται αὐτοῦ καὶ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ. Ἀλλὰ τώρα εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνασύρω τὴν αὐλαίαν καὶ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν ἐθνικοῦ τινος καὶ συνταγματικοῦ ζητήματος ἅμα, οὗτινος τὴν σπουδαιότητα ἀφίνω νὰ ἐκτιμήσῃ ἡ Βουλή. Βεβαίως, κατὰ τὰ Συντάγματα σχεδὸν πάντων τῶν Κρατῶν, «οἱ Βασιλεῖς ἄρχουσι πασῶν τῶν κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν δυνάμεων αὐτῶν». Ἀμφιβάλλω ὅμως, κύριοι Βουλευταί, ἂν ἡ συνταγματικὴ αὕτη διάταξις συνέβαλε πάντοτε εἰς τὴν ὠφέλειαν τῶν Βασιλέων καὶ τῶν Κρατῶν. Ἴσως εἶναι πλέον τύπος ἀπηρχαιωμένος, ὅστις, ὡς λέγουσιν οἱ Γάλλοι, ἐτέθη par délicatesse. Διότι ἐκ τῆς Ἱστορίας γιγνώσκομεν, ὅτι πολλάκις συνέβη, καὶ Βασιλεῖς καὶ ἔθνη νὰ μετανοήσωσιν ὡς ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τῆς συνταγματικῆς ταύτης διατάξεως. Διὰ τοῦτο ἀμφιβάλλω, ἂν συνταγματικῶς καὶ ἐθνικῶς τυγχάνει οὖσα ὀρθὴ ἡ ἀρχὴ αὕτη, ὡς ἀμφιβάλλω ἔτι, καὶ ἂν εἶναι σύμφωνος ἐντελῶς πρὸς τὰς ἀρχὰς τῶν νεωτέρων κοινοβουλευτικῶν πολιτευμάτων. Διότι, ἄν, παραδείγματος χάριν, ὁ Βασιλεὺς Κράτους τινὸς ἡττηθῇ, ἢ καὶ αἰχμαλωτισθῇ, τί γενήσεται; Καὶ ἂν μάλιστα ταῦτα συμβῶσιν ἐκ κακῆς διευθύνσεως τοῦ πολέμου; Ὅτε ὁ Βασιλεὺς τῆς Γαλλίας Φραγκῖσκος ὁ Αʹ ἠχμαλωτίσθη ἐν Παβίᾳ τῷ 1525 ἔτει, μετενεχθεὶς εἰς Μαδρίτην, ἠναγκάσθη ἐν αὐτῇ νὰ ὑπογράψῃ ἐπαίσχυντον τῇ Γαλλίᾳ συνθήκην, παραχωρήσας τῷ Καρόλῳ τὸ Δουκάτον τῆς Βουργουνδίας, τὰ ἐπὶ τοῦ Μεδιολάνου καὶ τῆς Νεαπόλεως δικαιώματα αὐτοῦ καὶ τὴν κυριαρχίαν ἐπὶ τοῦ Ἀρτοὰ καὶ τῆς Φλάνδρας. Καὶ ὅτε Ναπολέων ὁ Γʹ ἠχμαλωτίσθη ἐν Σεδὰν, ἀνεκηρύχθη ἡ κραταιὰ καὶ ἔνδοξος Γαλλικὴ Δημοκρατία. Ὁ Βασιλεὺς ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ, κατὰ τὸ ἰσχῦον ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων Σύνταγμα, εἶναι ὁ ἀρχιστράτηγος τοῦ ἀγγλικοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς νίκης Γεωργίου τοῦ Βʹ ἐν Dettingen τῇ 17 Ἰουνίου 1743 ἔτους οὐδεὶς πλέον Βασιλεὺς τῆς Ἀγγλίας ἡγήθη τοῦ ἀγγλικοῦ στρατοῦ ἐν πολέμῳ. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἠμπόδισαν βεβαίως τὸ Ἀγγλικὸν Κράτος πολλαχοῦ καὶ πολλάκις νικηφόρα καὶ ἔνδοξα νὰ περιφέρῃ τὰ ὅπλα τοῦ ἀγγλικοῦ λαοῦ, νὰ καταβάλῃ δὲ τὸν μέγαν στρατηλάτην τῆς Εὐρώπης, τὸν παραβαλλόμενον πρὸς τὸν Μέγαν Ἀλέξανδρον καὶ τὸν Καίσαρα, Ναπολέοντα τὸν Αʹ, ὃν αἰχμάλωτον ἔρριψεν εἰς τὴν γνωστὴν ἐκείνην νῆσον τῆς Ἁγίας Ἑλένης. Ἐν Ἀγγλίᾳ λοιπὸν ἀπὸ τοῦ 1743 ἔτους οὐδεὶς πλέον Ἡγεμὼν αὐτῆς ἡγήθη τοῦ ἀγγλικοῦ στρατοῦ ἐν πολέμῳ, διότι ἡ Ἀγγλία εἶναι χώρα στερρῶς ἐχομένη τῶν συνταγματικῶν αὐτῆς δικαιωμάτων καὶ ἐλευθεριῶν, φιλελευθέρα καὶ σώφρων, εἶναι χώρα καθαρῶς κοινοβουλευτικὴ, καὶ διὰ τοῦτο κραταιὰ καὶ ἔνδοξος. Συγγραφεὺς εἰδικὸς τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου, ὁ πολὺς Φίσσελ, Γερμανὸς μὲν, ἀλλ’ εἰδικώτατος περὶ τὸ Ἀγγλικὸν Συνταγματικὸν Δίκαιον, γράφει, ὅτι «δὲν ἤθελε συνάδει πρὸς τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα τῆς ἐποχῆς ἡμῶν ἡ αὐτοπρόσωπος αὕτη ἀρχηγία τῶν Ἡγεμόνων ἐν τοῖς στρατοῖς». Τὰ αὐτὰ δογματίζει καὶ ὁ πολὺς Στάαλ ἐν τῇ «Φιλοσοφίᾳ τοῦ Δικαίου». Διὰ τοῦτο συνέβη, καὶ Ἡγεμόνες, ἐν ὥρᾳ μάχης μάλιστα, νὰ παραχωρήσωσι τὴν διοίκησιν τῶν μαχομένων εἰς ὑποτεταγμένους εἰς αὐτοὺς στρατηγοὺς, καίτοι οἱ Ἡγεμόνες μετεῖχον τῆς μάχης. Παράδειγμα ἔχομεν τὴν μάχην τοῦ Φοντενοὰ, καθ’ ἣν, καίτοι μετεῖχεν αὐτῆς Λουδοβῖκος ΙΕʹ, ὁ Βασιλεὺς τῆς Γαλλίας, ὁ πολλάκις αὐτοπροσώπως νικήσας τὸν ἐχθρὸν, τὴν γενικὴν στρατηγίαν καὶ τὴν διεύθυνσιν εἶχεν ὅμως ὁ περιφανὴς στρατάρχης τῆς Γαλλίας, ὁ μέγας συγγραφεὺς, ὁ γνωστὸς ὑπὸ τὸ ὄνομα Maréchal de Saxe. Καὶ κατὰ τὴν μάχην ἐκείνην τὰ γαλλικὰ ὅπλα κατετρόπωσαν τοὺς συμμάχους στρατοὺς τῆς Ἀγγλίας, τῆς Αὐστρίας καὶ τῆς Ὁλλανδίας. Καὶ κατὰ τὴν ἀρχαίαν ἀκόμη ἐποχὴν, μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Κόδρου, καὶ μετὰ τὸν θάνατον τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ Μέδοντος, ἐπειδή τινες τῶν Βασιλέων ἐδείχθησαν ἄπειροι περὶ τὰ τοῦ πολέμου, ἡ μεγάλη ἐκείνη, ἡ πολεμικὴ καὶ φιλόσοφος ἅμα Πολιτεία τῶν Ἀθηναίων καθιέρωσε τὸ ἀξίωμα τοῦ Πολεμάρχου, οὗτινος τὸ πρώτιστον καθῆκον ἦτο, ἡγεῖσθαι τοῦ στρατοῦ ἔν τε εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ. Καὶ ὅ,τι εἶπον περὶ τῶν συνταγματικῶν Βασιλέων τῶν ἐθνῶν, τοῦτ’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι δέον νὰ ἐφαρμόζηται καὶ περὶ τῶν Διαδόχων αὐτῶν· διότι ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου εἶναι ὁ ἔφεδρος Βασιλεὺς τοῦ ἔθνους. Εἶναι ὁ ἔφεδρος Βασιλεὺς τοῦ ἔθνους, καὶ διὰ τοῦτο, ἐὰν ὑπάρχῃ πρᾶξις τοῦ Ἡγεμόνος ἡμῶν, ἐφ’ ᾗ συγχαίρω τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα τὸν Βασιλέα εἰλικρινῶς, αὕτη εἶναι αἱ συχναὶ τῆς Α. Μεγαλειότητος εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἀποδημίαι, ἵνα ἐξασκῆται εἰς τὰ βασίλεια καθήκοντα ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος, ὅστις—ἐπιτρέψατέ μοι τὴν ἔκφρασιν—θέλει γείνῃ Βασιλεὺς, οὕτως εἰπεῖν, κατὰ δόσεις. Ἐὰν λοιπὸν ἐν πολέμῳ ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου, ἀναγορευόμενος νῦν Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, ἀξιώσῃ, καὶ δικαίως, νὰ ἡγηθῇ τοῦ πολέμου, ἡγηθῇ δὲ καὶ ἀρχίσῃ ν’ ἀποτυγχάνῃ, εὕρετέ μοι, παρακαλῶ, τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος καὶ τὸν Ὑπουργὸν, ὅστις θέλει τολμήσει ν’ ἀνακαλέσῃ αὐτόν. Ἡ Ἀγγλία ὅμως ἐλευθέρως καὶ ἀμέρως ἀνεκάλεσε τὸν ἐν Τράνσβααλ ἀποτυγχάνοντα ἀρχιστράτηγον. Ἀπεύχομαι νὰ ἴδω τοῦτο συμβαῖνον ἐν τῇ ἡμετέρᾳ πατρίδι, ἀλλ’ οὐδὲν εἶναι ἀδύνατον ὑπὸ τὸν Ἥλιον, ὡς πάντες ἔχομεν δυστυχῶς πικρὰν πεῖραν. Καὶ ἂν ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος ἀντικατασταθῇ, εἴπετέ μοι, κύριε Πρωθυπουργέ, ἐν τῇ χαρακτηριζούσῃ ὑμᾶς εἰλικρινείᾳ, κατὰ τίνα τρόπον θέλει δυνηθῆ μετὰ ταῦτα νὰ βασιλεύσῃ; Οἱ εἰσάγοντες τοιούτους θεσμοὺς ἐνώπιον τῶν Κοινοβουλίων ὀφείλουσι νὰ βλέπωσι πολὺ ἀπώτερον τῶν τοίχων, οἵτινες περιβάλλουσιν ἡμᾶς· τὸ βλέμμα αὐτῶν πρέπει νὰ διεισδύῃ εἰς τὸ ἀπώτατον μέλλον, τὸ ἄγνωστον, τὸ σκοτεινὸν, διότι τότε εἰσὶν ἄνδρες ἄξιοι τῶν ἑδρῶν, ἃς κατέχουσιν, ἄξιοι τῆς ἐμπιστοσύνης, ἣν μετέδωκεν αὐτοῖς ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Εἶπον «ἐὰν ἀρχίσῃ ν’ ἀποτυγχάνῃ ἐν τῷ πολέμῳ». Ἀλλ’ ἐὰν ἡττηθῇ; ἂν αἰχμαλωτισθῇ; Ἐν δὲ εἰρήνῃ, ἐὰν ἀποτύχῃ, πῶς θέλει ἀντικατασταθῆ; Καὶ εἴτε ἀντικατασταθῇ, εἴτε δὲν ἀντικατασταθῇ, ὁποίαν πεποίθησιν πλέον θέλει ἔχει τὸ ἔθνος εἰς αὐτὸν, ὅταν γένηται Βασιλεὺς τῆς χώρας, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὰ στρατιωτικά; Ἀλλὰ καὶ διοικῶν τὸν στρατὸν, ἀφοσιούμενος εἰς τὴν ὕψιστην ταύτην ἐντολὴν καὶ τὴν ὕψιστην καὶ πολύμοχθον ταύτην ἐργασίαν, ἣν ἵνα εἰλικρινῶς ἀντιμετωπίσῃ,—ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Α. Β. Ὑψηλότης θέλει ἐπιχειρήσει,—θέλει ἔχει ἀνάγκην νύκτωρ τε καὶ μεθ’ ἡμέραν ἀδιακόπως νὰ ἐργάζηται, πῶς θέλει δυνηθῆ νὰ παρασκευάσῃ ἑαυτὸν ἀρτίως πρὸς τὰ ἄλλα βασίλεια ἔργα, τὰ ἐπίσης πολλὰ καὶ ἐπίσης σπουδαῖα; Σήμερον, Κύριοι, ὡς ἔχουσι τὰ τοῦ κόσμου, εἶναι ἀδύνατόν τις νὰ γένηται εἰδικὸς, ἐὰν δὲν καταβάλῃ ἀτρύτους κόπους, ἀφοσιούμενος εἰς μίαν καὶ μόνην λεπτομέρειαν συνήθως τῶν ἀνθρωπίνων γνώσεων. Καὶ ἂν παραχωρηθῶσι τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἰς τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα τὸν Διάδοχον, οὗτινος πάντες πρέπει ν’ ἀναγνωρίσωμεν τὴν φιλοτιμίαν, καὶ ἂν ἡ Α. Β. Ὑψηλότης κατορθώσῃ ν’ ἀφοσιωθῇ μετὰ πλήρους τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ πνεύματος αὐτοῦ εἰς τὰς μελέτας τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, θέλει εὑρίσκει τὴν εὐκαιρίαν καὶ τὸν καιρὸν νὰ ἐγκύπτῃ καὶ εἰς ὅλας ἐκείνας τὰς μελέτας, εἰς ἃς σήμερον οἱ φιλοδοξοῦντες νὰ βασιλεύσωσιν ἐγκύπτουσιν, ἵνα ἐπισταμένως καὶ ἀξίως ἡγῶνται τῶν λαῶν, ὧν θέλουσι βασιλεύσει; Διοικῶν δὲ ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος, ὡς Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, καὶ χωρὶς νὰ θέλῃ, ἀκουσίως ὅλως βεβαίως, πάντως ὅμως θέλει προκαλεῖ δυσαρεσκείας καὶ μίση, διότι ἄνθρωποί ἐσμεν πάντες, καὶ αἱ καρδίαι ἡμῶν καὶ ὁ νοῦς ἡμῶν εἶναι πεπερασμένος καὶ ἀτελής. Θέλει προκαλεῖ δυσαρεσκείας καὶ μίση, ὧν τὴν εὐθύνην θέλετε ἔχει ὑμεῖς, διότι ὑμεῖς δημιουργεῖτε τὴν νέαν αὐτὴν κατάστασιν. Ἐνθυμήθητε, παρακαλῶ, καὶ πάλιν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ὑμεῖς πρὸ πάντων, τὸ Πολύγωνον, ἐνθυμήθητε τὴν γνώμην ὑμῶν τε καὶ τοῦ ἀειμνήστου ἀρχηγοῦ ὑμῶν τότε, καὶ εἴπετέ μοι, ὅτε αἱ ἀντιπειθαρχικαὶ ἐκεῖναι καὶ ἀντισυνταγματικαὶ πράξεις ἐξετελοῦντο ἐν τῷ πεδίῳ τοῦ Ἄρεως, ἐὰν δὲν ἠγανάκτουν αἱ ψυχαὶ καὶ αἱ καρδίαι ὑμῶν, καὶ εἴπετέ μοι, ἂν δὲν συνέβαινε νὰ γένησθε καὶ πάλιν Ὑπουργὸς, ἐὰν ἐν τῇ ψυχῇ ὑμῶν δὲν ἠθέλετε διατηρεῖ βεβαίως ἄσπονδον μῖσος ἐναντίον τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου, ὅστις ἄνευ αἰτίας ἐστάλη εἰς τὸ Πολύγωνον, ἵνα κατασβέσῃ οἱονεὶ τὴν στάσιν, ἣν ἤθελε διευθύνει ὁ μακαρίτης καθηγητὴς Βακαλόπουλος! Ἐγὼ, Κύριοι, ὠφελήθην ἐκ τῶν τότε λαβόντων χώραν, διότι, ἐνῷ δὲν ἤμην Βουλευτὴς, διελύθη ἡ Βουλὴ, καὶ διὰ μεγίστης πλειονοψηφίας ἔλαβον τὴν πρώτην ἕδραν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς. Ἀλλὰ καὶ τότε δὲν παρέλειψα νὰ συστήσω τοῖς φίλοις μου νὰ μὴ ἐπιχαίρωσιν ἐπὶ τοῖς τελεσθεῖσι, καὶ τότε δὲν παρέλειψα νὰ εὕρω πολλοὺς τῶν συναδέλφων, τῶν τότε γενομένων Βουλευτῶν καὶ παρακαθησάντων ἐν τῇ πτέρυγι ὑμῶν, τῇ τότε Τρικουπικῇ, πρὸς οὓς ἐν εἰλικρινείᾳ εἶπον, ὅτι ἐλυπήθην ἐπὶ τοῖς τελεσθεῖσι, καίτοι εἶχον ἀπολήξει ταῦτα ὑπὲρ ἡμῶν καὶ κατ’ αὐτῶν, καὶ σήμερον ἐπίσης ἀπεύχομαι νὰ ἴδω ἐν τῇ πατρίδι μου σκηνὰς ὁμοίας, αἵτινες μάλιστα ἔσονται πολὺ χείρονες τῶν τότε, ἃς δὲ, κύριοι Ὑπουργοὶ, διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὑμῶν ὑμεῖς φιλοτεχνεῖτε καὶ παρασκευάζετε. Προκαλοῦσι καὶ οἱ Ὑπουργοὶ, τὰς δυσαρεσκείας καὶ τὰ μίση, ἀλλ’ οὗτοί εἰσιν ἐφήμεροι, ἔρχονται καὶ παρέρχονται· ἐκεῖνοι ὅμως, Βασιλεῖς καὶ Βασιλόπαιδες, εἰσὶν ἀΐδιοι, ὡς πρέπει καὶ νὰ ὦσιν. Ἐκεῖνοι πρέπει νὰ ἵστανται ὑψηλὰ, ἐκεῖ, ὅπου ἀξιοῦσι τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Μὴ καταβιβάζετε αὐτοὺς εἰς τὴν Διοίκησιν· θέλετε ἀδικήσει καὶ συντρίψει αὐτούς! Αὐταὶ νομίζω, ὅτι εἰσὶν ἀλήθειαι, ἃς ἐτόλμησα νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι ὁμιλῶ, οὐχὶ ἀποβλέπων εἰς τὰ πρόσωπα ἐκείνων, ἀλλ’ εἰς τοὺς θεσμοὺς καὶ τὰ πράγματα. Εἰς τὸν μέλλοντα Βασιλέα ἀλλοίμονον, ἂν ὡς προῖκα δωρήσητε αὐτῷ τὰ μίση, τὰς δυσαρεσκείας, τὴν ἔχθραν, τὸ ἄσπονδον πάθος τῶν ὑπηκόων! Ἡ εὐθύνη ὑμῶν εἶναι μεγίστη, καὶ ἂν ὑμεῖς δὲν σκέπτεσθε περὶ τῆς ὑστεροφημίας ὑμῶν, λυπηθῆτε τὴν Ἑλλάδα, λυπηθῆτε τὴν Βασιλείαν! Ἐὰν λοιπὸν αὐτὸς ὁ μέλλων Βασιλεὺς, εἴτε ἐν εἰρήνῃ, εἴτε ἐν πολέμῳ, ἀποτύχῃ, δὲν ἀποβάλλει ὅλην ἐκείνην τὴν αἴγλην, ἥτις πρέπει νὰ ἐκπέμπηται ἐκ τοῦ προσώπου αὐτοῦ καὶ πρὶν βασιλεύσῃ καὶ ὅταν βασιλεύσῃ; Κακίστην ἄρα ὑπηρεσίαν προσφέρετε καὶ εἰς τὸν Τόπον καὶ εἰς τὸ Στέμμα, καὶ πλειοδοτοῦντες, ἵνα φανῆτε εὐχάριστοι, μειοδοτεῖτε εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Στέμματος καὶ εἰς τὴν μέλλουσαν ὑπόληψιν αὐτοῦ, καὶ συναγωνίζεσθε πρὸς ἐκείνους ἐκεῖ (δεικνύει τὴν Ἀντιπολίτευσιν) οὐχὶ ὑπὲρ τῆς αἴγλης τοῦ Στέμματος, οὐχὶ ὑπὲρ τῆς αἴγλης τοῦ μέλλοντος Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἵνα καταρρίψητε τὸν βασιλικὸν θεσμὸν, ὃν, τέλος πάντων, θέλει ὁ Τόπος. Ἀλλὰ μήπως, Κύριοι, ὅταν τὸ Σύνταγμα ἐν τῷ 77 ἄρθρῳ λέγῃ, ὅτι «οὐδεὶς ἐκ τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας δύναται νὰ διορισθῇ Ὑπουργὸς», δὲν ἐνδεικνύει, ὅτι μακρὰν πάσης εὐθύνης πρέπει νὰ διατελῶσιν οἱ Βασιλόπαιδες; Ἀναγνώσατε τὸ Σύνταγμα, καὶ πρέπει νὰ ἀναγιγνώσκητε αὐτὸ οὐχὶ ἐν τῷ γράμματι μόνον, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν γραμμῶν, καὶ ἐν τῷ πνεύματι αὐτοῦ. Καὶ ἂν ἡ τότε Συντακτικὴ Συνέλευσις ἀπέσχε τοῦ νὰ προνοήσῃ περὶ πάντων ῥητῶς, ἀποδόσατε, Κύριοι, τοῦτο εἰς τὰς τότε ἱστορικὰς περιστάσεις καὶ τὰς πολιτικὰς ἀνάγκας, ἀποδόσατε, Κύριοι, τοῦτο εἰς τὸ ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις ἠναγκάζετο νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν αὑτῆς. Ἄλλως περὶ πολλῶν ἄλλων τὸ μεγάτιμον ἐκεῖνο Ἐθνικὸν Συνέδριον ἤθελε σκεφθῆ, καὶ ἔδει νὰ σκεφθῇ, καὶ ἐσκόπει νὰ προνοήσῃ. Καὶ βεβαίως, ἐὰν τὸ ζήτημα ἀνεφαίνετο τότε, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις τοῦ 1863 ἔτους ἤθελεν ἀναγράψει μεγίστοις καὶ ῥητοῖς γράμμασιν εἰδικῶς, ὅτι οἱ υἱοὶ τοῦ Βασιλέως περὶ πάντα τὰ ἄλλα δέον νὰ καταγίνωνται, οὐδέποτε ὅμως ν’ ἀναλαμβάνωσι τὴν διοίκησιν οἱουδήποτε κλάδου τοῦ Κράτους καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ. Καὶ τὸ γράμμα λοιπὸν αὐτὸ τοῦ Συντάγματος καὶ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, μάλιστα ὡς πρὸς τὸν Διάδοχον, καὶ τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ἔθνους, καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Διαδόχου καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Δυναστείας ἐξεγείρονται καὶ δέον νὰ ἐξεγείρωνται κατὰ τοῦ θεσμοῦ, ὃν ζητεῖτε νὰ ἁρπάσητε διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Μακρὰν ἄρα ἡ Διοίκησις ἀπὸ τῶν χειρῶν τῶν Αὐτῶν Βασιλικῶν Ὑψηλοτήτων τῶν Βασιλοπαίδων, καὶ χάριν αὐτῶν, μακρὰν κυρίως ἡ Διοίκησις ἀπὸ τῶν χειρῶν τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου, ὅταν μάλιστα τέλος πάντων ἔχῃ τὴν ὑπερτάτην τύχην, ἐκ πατρικῆς στοργῆς, νὰ βασιλεύῃ ἐπὶ ἓξ μῆνας κατὰ πάντα ἐνιαυτόν. Ἐδῶ ἔχομεν ἕνα ἀτυχῆ Ἡγεμονόπαιδα, οὗτινος, πρὸς δόξαν καὶ εὐτυχίαν τῆς Ἀγγλίας, ἡ σεπτὴ μήτηρ ἀνάσσει ἤδη ἐπὶ ἔτη δύο καὶ ἑξήκοντα, καὶ αὐτὸς μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας κάθηται καὶ περιμένει, μετὰ χριστιανικῆς τωόντι ὑπομονῆς καὶ υἱϊκῆς ἀφοσιώσεως, καὶ ὑμεῖς, προκειμένου περὶ Ἡγεμονόπαιδος ἐνασκοῦντος τὰ βασίλεια ἔργα κατὰ τοὺς ἓξ μῆνας πάντων τῶν ἐτῶν, θέλετε νὰ νομοθετήσητε αὐτῷ ἀξίωμα, ὅπερ οὐδὲν ἐμποδίζει ὑμᾶς, πολλὰ δὲ καὶ ἐπιβάλλουσι, νὰ παραχωρήσητε εἰς ἕνα τῶν ἀναμφισβητήτως διαπρεψάντων ἀξιωματικῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ὠφελοῦντες καὶ τὸν στρατὸν καὶ τὸ ἔθνος καὶ τὸν Διάδοχον αὐτόν! Καὶ ἂν ἡ Α. Β. Ὑψηλότης, ὡς πέποιθα, ἐμφορεῖται γενναίων καὶ μεγάλων ἰδεῶν ὑπὲρ τοῦ στρατεύματος, τίς ἐμποδίζει τὴν Ὑψηλότητά του, τὰς ἰδέας ταύτας νὰ πραγματοποιῇ, ὅταν ἑκάστοτε ἀντιβασιλεύῃ καὶ κυβερνᾷ τὴν χώραν ταύτην, καὶ ἂν ἐμφορεῖται, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, τοιούτων εὐγενῶν καὶ φιλοδόξων ἰδεῶν, τίς ἐμποδίζει τὴν Ὑψηλότητά του, ὅταν ἀντιβασιλεύῃ τοὐλάχιστον, νὰ θέτῃ χαλινὸν εἰς τοὺς διαφθείροντας ἴσως τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν; Τὸ Σύνταγμα, ὡς ἔχει, εἶναι πολίτευμα, δι’ οὗ ἡ Βασιλεία δύναται καὶ ὀφείλει νὰ διαπράττῃ τὸ ἀγαθόν. Δὲν γνωρίζω τι ἀγαθὸν ἐν τῷ κόσμῳ, εἰς ὃ νὰ ἐπιπροσθῇ συνταγματική τις διάταξις τοῦ ἡμετέρου πολιτεύματος. Εἰσὶ προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις τὰ λεγόμενα καὶ γραφόμενα κατὰ τοῦ πολιτεύματος. Ἐὰν ἡ Βασιλεία θελήσῃ, ἐὰν ἡ Ἀντιβασιλεία, εὐθὺς ὑπάρχουσι συνταγματικαὶ διατάξεις, αἵτινες, τιθέμεναι εἰς ἐνέργειαν, δύνανται νὰ φέρωσιν εἰς τὸ καθῆκον τοὺς τυχὸν αὐτοῦ παρεκτρεπομένους Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν ἢ Ὑπουργοὺς οἱουδήποτε ἄλλου τῶν Ὑπουργείων. Ἐὰν θελήσῃ ὁ Βασιλεὺς, ἐπαναλέγω, ἐὰν ὁ Ἀντιβασιλεὺς, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἐντὸς ὀλιγίστου χρονικοῦ διαστήματος δύναται νὰ ἀνορθώσῃ τὰ τυχὸν κακῶς ἔχοντα ἐν τῷ στρατῷ. Ὁμιλῶν, Κύριοι, ὡς ὡμίλησα, βεβαίως δὲν ὡρμήθην ἐκ τοῦ τελευταίου οἱονεὶ Ἑλληνοτουρκικοῦ πολέμου, διότι ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος δὲν εἶχε λάβει τὴν εὐκαιρίαν νὰ διοικήσῃ πράγματι ἐν εἰρήνῃ ἐπὶ μακρὸν στρατόν. Καὶ ἂν συνέβαινον σφάλματα κατὰ τὴν δημιουργίαν τοῦ στρατοῦ καὶ κατὰ τὴν ἑκάστοτε ἄσκησιν αὐτοῦ ἐν εἰρήνῃ, καὶ ἂν ὑπῆρξαν ἐλλείψεις κατὰ τὸν πόλεμον, ἴσως ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ὀλίγον εὐθύνεται ἐπὶ τούτοις. Ἐγὼ ὁμιλῶ ἐκ πνεύματος γενικοῦ, ἐκ τῆς Ἱστορίας καὶ τῶν πραγμάτων. Ὁμιλῶ, ἀναλύων τὰς συνταγματικὰς διατάξεις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν. Ἐὰν ἄρα ὁ στρατὸς ἡττήθη, ἐγὼ πέποιθα, ὅτι δὲν ἡττήθη ἐκ τῆς κακῆς ποιότητος καὶ τῆς κακῆς συγκροτήσεως αὐτοῦ. Καὶ ἐνθυμοῦμαι τοὺς λόγους διαπρέψαντος ἀνωτάτου ἀξιωματικοῦ κατὰ τὸν τελευταῖον οἱονεὶ πόλεμον, ὅστις ἔλεγεν: «ὅπου ὁ στρατὸς διῳκήθη καλῶς, ἐκεῖ ἐνίκησε, καὶ ὅπου κακῶς, ἡττήθη.» Οἱ λόγοι οὗτοί εἰσι τοῦ δαφνοστεφοῦς ὑποστρατήγου Σμολένσκη, ὅστις, ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἔλεγε τότε μεγάλας ἀληθείας. Ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἡττήθη, ἡττήθη δι’ ἄλλους λόγους, ὧν τὴν ἐξέτασιν δὲν δύναμαι σήμερον νὰ ἔχω ἐνταῦθα, διότι περὶ τούτων πρὸ πολλοῦ συνέστη Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἥτις καταγίνεται νὰ εὕρῃ αὐτούς· καὶ ἀσχολουμένη νὰ εὕρῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἡττήθη ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς, ἔχασε τὸν Πρόεδρον αὐτῆς. Ἀντὶ νὰ εὕρωσιν, ἔχασαν, καίτοι δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἐν τοῖς ἐπισκεπτηρίοις αὐτοῦ ὁ κ. Πρόεδρος, πρὸς τῷ τίτλῳ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, δὲν θὰ ἔπαυσε ν’ ἀναγράφῃ καὶ τὸν τίτλον τοῦ Προέδρου τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς.

§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὔτε τὸν ἕνα ἀναγράφω, οὔτε τὸν ἄλλον.

§121ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἴσως, Κύριοι, πλέον τοῦ δέοντος ἀπησχόλησα τὴν ἀνοχὴν ὑμῶν, καὶ αἰτοῦμαι εἰλικρινῶς συγγνώμην. Ἀλλὰ πρὶν ἢ καταλίπω τὸ βῆμα, ἀποτείνομαι πρὸς ὑμᾶς, κύριοι Ὑπουργοὶ, πρὸς τὰς καρδίας καὶ τὴν συνείδησιν ὑμῶν, καὶ προκαλῶ νὰ παρουσιάσητε εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι τάχιστα νομοσχέδιον περὶ πραγματικοῦ, ἀλλὰ καὶ συνταγματικοῦ, ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἂν τὰ φῶτα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, — ὅστις δὲν γνωρίζω ποσοστὴν ταύτην φορὰν κατέχει τὴν ἕδραν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, — δὲν εἶναι ἱκανὰ, ἵνα προβάλωσι τοιοῦτο νομοθέτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι πάντα τὰ ἄλλα περιττεύουσιν· ἂς εὑρεθῇ ἄλλος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Προκαλῶ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν νὰ ψηφίσῃ, ὑποβαλλόμενον ὅτι τάχιστα, ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, διότι τοῦτο ζητεῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, πρὸ παντὸς ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, βασιζόμενον κυρίως εἰς τὴν εὐθύνην τοῦ μέλλοντος νὰ διοικήσῃ αὐτὸν, εὐθύνην πραγματικὴν καὶ οὐσιαστικὴν, μὴ δυναμένην ν’ ἀμφισβητηθῇ, ἣν Ὑπουργοὶ καὶ Βουλὴ θὰ δύνανται ν’ ἀτενίζωσι. Προκαλῶ τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας νὰ προβῇ εἰς σύνταξιν προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ οὐχὶ προϋπολογισμοῦ μισθοτροφοδοσίας ἀξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν. Ἔλεγον, ὅτι εἴχομεν ἀνάγκην προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἀναλύων τὸν προϋπολογισμὸν αὐτοῦ τοῦ 1899 ἔτους εὕρισκον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν (πρώτη Ἰουλίου 1899 ἔτους), ὅτι πᾶν ἄλλο ἦν οὗτος ἢ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἦτο προϋπολογισμὸς μισθοτροφοδοσίας ἀξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν τοῦ στρατοῦ. Καὶ πάντοτε μὲν συνήθισα νὰ μὴ ἐγκρίνω τὸ σύστημα τῶν ἀγορητῶν ἐκείνων, τῶν καταφευγόντων εἰς τὰ ἴδια αὑτῶν κείμενα. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι — καὶ αὐτὸ ζητῶ ὡς χάριν ἐξαιρετικῶς — νὰ ἀναγνώσω, τί ἔλεγον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, προκειμένου περὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσκλήσεως ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν διὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης (ἀναγινώσκει): «Ἀλλὰ, λέγω, αὐτὰ τὰ 16 ἑκατομμύρια δραχμῶν εἰς τί τάχα δαπανῶνται; Μήπως εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἀπολεσθέντος ἢ φθαρέντος ὑλικοῦ; Μήπως εἰς γυμνάσια τῶν συνταγμάτων, ἢ τῶν ταγμάτων, ἢ καὶ τῶν λόχων; Μήπως εἰς ἐκτέλεσιν στρατιωτικῶν ἀσκήσεων ἐν στρατοπέδοις; Μήπως εἰς προμηθείας ἐργαλείων στρατιωτικῶν καὶ παντὸς εἴδους ὑλικοῦ πολεμικοῦ; Ἂς ἴδωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ ἔτους 1899, ἵνα μάθωμεν κατὰ πόσον θέλουσιν ὠφελήσει ἡμᾶς τὰ μεγάλα φῶτα τῶν ξένων ὀργανωτῶν καὶ κατὰ πόσον θέλουσι σώσει ἡμᾶς ἐξ αὐτῆς τῆς καταστάσεως (ἀναγινώσκει): Δι’ ὄργανα καὶ σάλπιγγας δραχ. 5,000. Δι’ ὁπλισμὸν δρ. 100,000. Δι’ ἐργαλεῖα πυροσβεστικὰ καὶ εἴδη στρατοπεδείας δραχ. 15,000. Δι’ ἱππωνίαν δραχ. 40,000». Τὸ σύνολον δραχ. 160,000. Λοιπὸν ἐπὶ προϋπολογισμοῦ 16 περίπου ἑκατομμυρίων δραχμῶν 160, ἁπλούστατα, χιλιάδες δραχμῶν δι’ ἀντικατάστασιν τοῦ ἀπολεσθέντος ὑλικοῦ, πυροβόλων, ὅπλων, πυρομαχικῶν, στολῶν κλπ., δι’ εἴδη στρατοπεδείας, δι’ ἐπιδιόρθωσιν ὅπλων, καὶ δι’ ὅλας τὰς τοιαύτας ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ. Εἰς τί δαπανῶνται λοιπὸν ὅλα σχεδὸν τὰ 16 ἑκατομμύρια δραχμῶν; Ἁπλῶς εἰς τροφοδοσίαν καὶ μισθοδοσίαν τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ τῶν στρατιωτῶν, διότι εὐλόγως ὑπολογίζεται, ὅτι εἰς τοσοῦτον ποσὸν πρέπει νὰ ἀναβαίνῃ τὸ χρῆμα αὐτό. Δὲν κατηγορῶ, ἄπαγε, τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν· διότι βεβαίως, ὅταν ἔχωμεν τὸν στρατὸν, ὃν ἀναγράφει καὶ συγκαλεῖ ὁ νόμος, ὁ ἄρτι ψηφισθεὶς, περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, βεβαίως ἀπαιτοῦνται αὐτὰ τὰ 16 περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν διὰ τὸν ἀτυχῆ αὐτὸν στρατόν. Ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν στρατὸν μόνον διὰ 16 ἑκατομμυρίων; Καὶ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν στρατὸν, ὅταν τὰ 16 ταῦτα μόνα ἑκατομμύρια εἰς οὐδὲν ἄλλο δαπανῶνται, ὡς δέον νὰ δαπανῶνται, εἰμὴ εἰς τὴν μισθοτροφοδοσίαν ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν, καὶ ὅταν ἐκ τῶν 16 τούτων ἑκατομμυρίων μόνον 160,000 δραχμαὶ διατίθενται δι’ ἀγορὰν νέου ὑλικοῦ, διά τινα ἄλλα μικρᾶς σημασίας πράγματα καὶ δι’ ἱππωνίαν; Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ μὴ νομίζωμεν, ὅτι ὁμιλοῦμεν ἐν χώρᾳ, ἥτις δὲν γνωρίζει ἡμᾶς, καὶ νὰ μὴ πιστεύωμεν, ὅτι διὰ προϋπολογισμοῦ 16 καὶ μόνων ἑκατομμυρίων εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν στρατὸν, οἷον ἀπαιτοῦμεν αὐτόν. Καλέσατε λοιπὸν οὐχὶ ἕνα στρατηγὸν ἐκ τῆς Γερμανίας ἢ ἐκ τῆς Γαλλίας, ἀλλὰ καλέσατε ἐξ ὅλων τῶν στρατιωτικῶν ἐθνῶν ἐπιτροπὰς στρατηγῶν καὶ στραταρχῶν· πάντες οὗτοι θέλουσι ζητήσει τὸν προϋπολογισμὸν ὑμῶν, καὶ ἂν ὦσιν εὐσυνείδητοι ἄνδρες, εὐθὺς ὡς ἴδωσι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, θέλουσι φορέσει τὰ πηλήκια αὐτῶν καὶ θέλουσιν ἐπανέλθει εἰς τὰ ἴδια. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνορθωθῇ ὁ στρατὸς ἄνευ χρημάτων. Δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ ἔχωμεν χρήματα, πρῶτον μὲν, διότι δὲν εἶσθε βέβαιοι ὅτι θέλετε νὰ ἔχητε στρατὸν, ἔπειτα δὲ, διότι ἐφροντίσατε νὰ ἔχητε τὸν ξενικὸν ἔλεγχον.» Καὶ περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1898 ἔτους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὴν αὐτὴν περίστασιν ἔλεγον: «Ἀλλὰ ποῖος εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ 1898 ἔτους; Περίπου ὁ αὐτός. Διότι ἐπὶ προϋπολογισμοῦ ὑποβληθέντος 19,839,029 δραχμῶν ἔχομεν (ἀναγινώσκει): «Δι’ ὁπλισμὸν δρ. 40,000, δι’ ἐργαλεῖα πυροσβεστικὰ καὶ εἴδη στρατοπεδείας δραχ. 5,000· δι’ ἱππωνίαν τίποτε, δι’ ὄργανα καὶ σάλπιγκας τίποτε· δι’ ἀσκήσεις γενικὰς στρατοῦ καὶ ἐφεδρείας δραχ. 800,000.» Ἀλλὰ δὲν ἐνθυμοῦμαι ἐὰν ἐγένοντο αὗται. Εἷς Βουλευτής. Δὲν ἔγειναν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Λοιπὸν δὲν ἐγένοντο, καὶ ἑπομένως ἔχομεν ἐν ὅλῳ δρ. 45,000 δι’ ὑλικὰ πολέμου ἐπὶ προϋπολογισμοῦ εἴκοσιν ἑκατομμυρίων περίπου δραχμῶν.» Λοιπὸν 45,000 δρ. ἦσαν δι’ ὑλικὰ στρατοῦ, ἐνῷ τὰ πλεῖστα τούτων κατὰ τὸν τελευταῖον Ἑλληνοτουρκικὸν πόλεμον ἀπωλέσθησαν! Διὰ δὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους; Ἐπὶ προϋπολογισμοῦ 15,679,000 δρ., ὡς ἀρχικῶς εἶχε, δι’ ὁπλισμὸν δρ. 196,500, δι’ ἐργαλεῖα πυροσβεστῶν καὶ εἴδη στρατοπεδείας δραχ. 5,000, καὶ δι’ ἱππωνίαν... δεκαπέντε μηδενικά! Καὶ ὡς εἰ μὴ ἤρκει τὸ τοσοῦτον γλίσχρον, ὡς πρὸς τὰ κεφάλαια καὶ τὰ ἄρθρα ταῦτα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, συνέβη νὰ γένηται καὶ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἥτις κατὰ πολλὰς ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν καταβιβάζει τὴν ἐν γένει δύναμιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν· διότι, ὡς γράφει, «ἐκ τοῦ κεφαλ. 5, ἄρθρ. 3, «Μισθὸς στρατιωτῶν πεζικοῦ», ἕνεκα τῆς μειώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν στρατιωτῶν δέον νὰ ἐκπεσθῇ πίστωσις ἐκ δρ. 209,000». Ἐκ τῶν νοσοκόμων ἐκπίπτονται δρ. 6,500 καὶ ἐκ τῆς ἐκποιήσεως πλεοναζόντων κλπ. κτηνῶν δραχ. 400.000 κλπ. Τοιουτοτρόπως ἐλαττοῦται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κατ’ οὐσιώδη κεφάλαια καὶ ἄρθρα, οὐδὲν δὲ θέλετε ἴδει ἐν αὐτῷ ὑπὲρ προμηθείας ὑλικῶν στρατοῦ, ὑπὲρ ἀντικαταστάσεως τῶν φθαρέντων καὶ ἀπολεσθέντων ὑλικῶν κατὰ τὸν πόλεμον, καὶ ὑπὲρ τοσούτων ἄλλων πραγμάτων καὶ ἀναγκῶν, ὧν ἔχει ἀπόλυτον χρείαν ὁ Ἑλληνικὸς στρατός. Δὲν θέλετε ἴδει, εἰμὴ 200,000 δραχμὰς περίπου δι’ αὐτά. Καὶ ὅταν, Κύριοι, δὲν ἔχητε προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν,—διότι τοῦτο βεβαίως δὲν εἶναι προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου αὐτοῦ, εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, προϋπολογισμὸς μισθοτροφυδοσίας ἀξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν,—τίνι τρόπῳ νομίζετε, ὅτι θέλετε ἔχει στρατὸν, παραβιάζοντες τὰς συνταγματικὰς διατάξεις καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, τὴν Ἱστορίαν αὐτὴν, κλονίζοντες τὸ καθεστὼς, τὸ γόητρον καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου; Ἀλλ’ ὑμεῖς ἐφροντίσατε, ἀντὶ νὰ πολλαπλασιάζητε τὰ μέσα τοῦ στρατοῦ, νὰ πολλαπλασιάζητε τοὺς Νομάρχας καὶ τὰ Πρωτοδικεῖα τοῦ Κράτους, καὶ ἀντὶ νὰ ἐκτελέσητε τοὺς νόμους, οὓς τῇ πρωτοβουλίᾳ ὑμῶν ἐψήφισε τὸ Κοινοβούλιον, τοὺς νόμους περὶ Διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἀντικαταστησάσης τὴν στρατιωτικήν, καίτοι ἡ Διοικητικὴ ἔσεται χείρων τῆς κακίστης στρατιωτικῆς, τὸν νόμον περὶ χωροφυλακῆς, ζητεῖτε Ὀργανισμὸν ἀντισυνταγματικὸν καὶ ἀντεθνικὸν ἅμα, καὶ νομίζετε, ὅτι σήμερον πλέον ἐν τῷ κόσμῳ γίνονται θαύματα καὶ διὰ τῆς ῥάβδου τοῦ Μωϋσέως ἀναπηδῶσι στρατοί. Τί κάθεσθε καὶ χάνετε τὸν καιρὸν ὑμῶν τε καὶ ἡμῶν; Ἐμπνεύσθητε θάρρους, ὅπερ ἀπωλέσατε, καὶ προσκομίσατε εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ οὐχὶ προϋπολογισμὸν προσώπων, καὶ μόνον τότε θέλετε δυνηθῆ νὰ ἔχητε στρατόν. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ, βεβαίως στρατὸν δὲν θέλετε ἔχει· θέλετε ἔχει χείρονα τοῦ παρόντος, ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι οὗτος ἔχει κακῶς,—διότι ἐγὼ διαφωνῶ ὡς πρὸς τοῦτο, νομίζων ὅτι ὑπάρχουσιν ἐλλείψεις, οὐχὶ ὅμως ἐν τῇ φύσει τοῦ στρατοῦ, δυνάμεναι ἄρα διὰ συνήθων νομοθετικῶν μέτρων, πρὸ παντὸς δὲ διὰ τοῦ σθένους Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ἐξαλειφθῶσιν ἀμέσως, καὶ ν’ ἀναπληρωθῶσι διὰ μέτρων, δυναμένων νὰ καταστήσωσι τὸν στρατὸν τῳόντι ἄξιον τοῦ ὀνόματος αὑτοῦ. Διοίκησις τοῦ στρατοῦ, ὡς φιλοτεχνεῖται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, θέλει προκαλέσει ἀφεύκτως καὶ τάχιστα εὐθύνην τῶν ἀνευθύνων. Ἡ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ, ὡς ταχυδακτυλουργεῖται, μεθ’ ὅλας τὰς ἀγαθὰς διαθέσεις τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου, θέλει παραδοθῆ εἰς τὴν Κλίκαν, καὶ περὶ ταύτης παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω ὑμῖν τὴν γνώμην τοῦ περιφήμου τῆς Γερμανίας στρατάρχου Γκόλτς, ὅστις ἀναδιωργάνωσε καὶ τὸν τουρκικὸν στρατόν· διότι οὗτος ἔγραφεν (ἀναγινώσκει): «Σήμερον ἡ ἀξία τῶν στρατιωτῶν εἶναι ὑπέρ ποτε ἀλληλένδετος πρὸς τὴν ἀξίαν τῶν ἀρχηγῶν. Μόνον ὁ ἀπὸ ὑγιεῖα καὶ καλὰς συνθήκας σχηματισθεὶς στρατὸς δύναται νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι θ’ ἀποκτήσῃ καλοὺς στρατηγοὺς, ὅπως τὸν διοικῶσιν. Ἀλλ’ ἡ ὁδὸς, ὅπως ἀναδειχθῶσι τοιοῦτοι στρατηγοὶ, εἶναι ἤδη κλειστὴ, εὐθὺς ὡς τὸ πνεῦμα τῆς εὐνοίας, τὸ τῆς Κλίκας καὶ τὸ τοῦ φατριασμοῦ καταστῶσιν ἐπικρατοῦντες παράγοντες, εὐθὺς ὡς ἡ ἐνδοτικότης τοῦ χαρακτῆρος καὶ ἡ ὑποτέλεια ἐκτιμῶνται περισσότερον τῆς εὐθύτητος καὶ τῆς εἰς τὰς πεποιθήσεις σταθερότητος.» Τοιαύτην λοιπὸν θέλετε τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ; Στρατὸν τῆς Κλίκας; Μεθ’ ὅλας λοιπὸν τὰς ἀγαθὰς ἀξιώσεις τοῦ Ὑψηλοῦ προσώπου, ἃς θέλετε νὰ θεραπεύσητε, παραδίδοντες αὐτῷ τὸν στρατὸν, ἀντὶ τούτου τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ καὶ ἀντεθνικοῦ κατατολμήματος, ἀποκαταστήσατε προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκτελέσατε τοὺς νόμους, ὧν τὴν ἐπιψήφισιν ἐζητήσατε καὶ ἐλάβετε παρὰ τῆς Βουλῆς, τολμήσατε ν’ ἀποστείλητε τοὺς στρατιωτικοὺς Βουλευτὰς εἰς τὰ σώματα αὐτῶν, ἂν νομίζητε τοῦτο δυνατὸν καὶ σκόπιμον, καθιερώσατε τὴν χωροφυλακὴν ἐκεῖ, ὅπου δὲν πρέπει νὰ ὑπηρετῇ ὁ στρατὸς, ἀπαλλάξατε τὸν στρατὸν ἀπὸ ὑπηρεσιῶν ἀλλοτρίων πρὸς τὴν φύσιν καὶ τὸν σκοπὸν αὐτοῦ, ἐργάσθητε, μὴ κοιμᾶσθε, θαρρήσατε, μὴ συναλλάττεσθε, καὶ τότε μόνον θέλετε ἔχει στρατόν. Ἄλλως, συστήσατε ὅσας θέλετε Γενικὰς Διοικήσεις, μετακαλέσατε ὅλους τοὺς ὀργανωτὰς τῶν στρατιωτικῶν Κρατῶν τοῦ κόσμου, προσπαθήσατε πάσῃ δυνάμει οὕτω, χερσί τε ποσί τε, νὰ ἀνορθώσητε τὸν στρατὸν, οὐδὲν ἄλλο θέλετε πράττει, εἰμὴ νὰ καταρρίπτητε τὸ γόητρον αὐτοῦ. Ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος εἶναι ἱκανὸς νὰ ἐργάζηται περὶ πολλὰ καὶ μεγάλα, εἶναι ἀνὴρ ἀκαδημαϊκὸς, καὶ ἂς ἐργάζηται, ἐὰν εὐδοκῇ, ἀκαδημαϊκῶς ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ἂς ἐργάζηται τουτέστι Ἐπιτελικῶς. Ἂν φροντίζῃ εἴτε διὰ τῆς θέσεως, ἣν παρὰ τῷ πατρὶ αὐτοῦ ἔχει, ἢ διὰ τῆς θέσεως, ἣν οἱ θεσμοὶ ἑκάστοτε ἀνατιθέασιν αὐτῷ, ἐπιτρέποντες καθ’ ἑξαμηνίαν τὰ βασίλεια ἔργα, ἂς φροντίζῃ περὶ τῆς βελτιώσεως τοῦ στρατοῦ, καὶ ἂς ὑποδεικνύῃ τὰ δέοντα τοῖς τυχὸν πλανωμένοις καὶ τυχὸν αὐθαιρέτοις Ὑπουργοῖς τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς ἀναγράφει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου. Ὅστις ἐπιθυμεῖ νὰ ἀποκτήσῃ ἡ Βασιλεία αἴγλην, πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ λέγῃ εἰλικρινῶς τὴν γνώμην αὑτοῦ. Ἐγὼ δὲ λέγω, ὅτι, ἵνα ἀποκτήσῃ ἡ Βασιλικὴ Δυναστεία αἴγλην, πρέπει νὰ συμβουλεύσωμεν, εὐλαβῶς μὲν, ἀλλὰ καὶ παντὶ σθένει, ὅπως αἱ Αὐτῶν Βασιλικαὶ Ὑψηλότητες οἱ Βασιλόπαιδες ἀπομακρυνθῶσιν ἀμετακλήτως ἀπὸ πάσης ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας ἐν τῷ Κράτει, καὶ ἐξ αὐτοῦ πρὸ πάντων τοῦ στρατοῦ, καὶ χάριν τοῦ στρατοῦ καὶ χάριν ἑαυτῶν καὶ χάριν τοῦ ἔθνους κυρίως. Δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω ἐνταῦθα τώρα τῆς γνώμης περιφανοῦς ἀξιωματικοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, πρώην δὲ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἥτις δὲ γνώμη εἶναι αὐτὴ αὕτη, ἣν καὶ ἐγὼ ἔχω, ἐξενεχθεῖσα μάλιστα ἐν ὑψίσταις καὶ κρισιμωτάταις στιγμαῖς τοῦ ἔθνους, διότι τὴν γνώμην ταύτην εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτε ἐν παρόδῳ προεκλήθη συζήτησις περὶ τῶν εὐθυνῶν ἐκ τοῦ πολέμου. Οἱ Βασιλόπαιδες ἔχουσι πλεῖστα στάδια καὶ πλείστας τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς δύνανται καὶ πρέπει νὰ φανῶσιν ὠφέλιμοι πρὸ παντὸς εἰς τὸ ἔθνος. Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, ἔξοχον σύγγραμμα «περὶ βολῆς τοῦ πεδινοῦ πυροβολικοῦ», οὗτινος ἀντίτυπον μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μοὶ ἀποστείλῃ ἄλλοτε ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ὁ Βασιλόπαις Νικόλαος. Τιμᾷ τῷ ὄντι τὸ σύγγραμμα ἐκεῖνο καὶ τὰ φῶτα καὶ τὰς μελέτας καὶ τὰς γνώσεις καὶ τὴν φιλοτιμίαν τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Βασιλόπαιδος Νικολάου. Εἰς τοιαῦτα ἂς ἀσχοληθῶσιν οἱ εὐγενεῖς βλαστοὶ τῆς Ἑλληνικῆς Βασιλείας, ἂς μὴ ζητῶσι δὲ νὰ γευθῶσι τῶν πικριῶν τῆς Διοικήσεως καὶ ν’ ἀντιμετωπίσωσι τοὺς ἐξ αὐτῆς κινδύνους. Αὕτη, Κύριοι, εἶναι ἡ συνταγματικὴ, ἡ ἐπιστημονικὴ, ἡ ἱστορικὴ θεωρία, αὕτη εἶναι ἡ κοινοβουλευτικὴ θεωρία, ἀλλ’ αὕτη εἶναι καὶ ἡ ἐξόχως φιλοβασιλικὴ θεωρία· ἡ ἄλλη εἶναι θεωρία συνωμοτῶν, συνωμοτῶν κατὰ τοῦ πολιτεύματος συνωμοτῶν κατὰ τοῦ Θρόνου· εἶναι θεωρία αὐλικὴ, ἀξία τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οὓς ἄλλοτε ἐν Ἀγγλίᾳ ἐκάλεσαν «οἱ φίλοι τοῦ Βασιλέως» ἢ «οἱ ἄνθρωποι τοῦ Βασιλέως» (the King’ s men, «les amis du Roi, les hommes du Roi»). Παρατηρήσατε, Κύριοι, τὸ γόητρον, οὗτινος δικαίως ἀπολαύει ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ἡ σεπτὴ σύζυγος τοῦ Διαδόχου, γόητρον, οὗτινος ἀφειδῶς καὶ δικαίως ἀπολαύει ἕνεκα τῶν εὐγενεστάτων φροντίδων καὶ τῶν ἀδιαλείπτων μεριμνῶν, ὑφ’ ὧν φιλοτιμώτατα καὶ ἀποτελεσματικώτατα ὑπὲρ τῶν κοινωνικῶν ἡμῶν ἀναγκῶν περισπᾶται. Μόνον αἱ ἐργασίαι τῆς σεπτῆς αὐτῆς Βασιλόπαιδος ὑπὲρ τῆς «Φιλοδασικῆς Ἑνώσεως», ἐὰν στεφθῶσιν, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, ὑπὸ ἐπιτυχίας, εἰσὶν ἱκαναὶ νὰ δημιουργήσωσι τῇ Α. Β. Ὑψηλότητι ὄνομα ἱστορικὸν ἀπὸ τοῦδε ἐν Ἑλλάδι. Εἰς τοιαῦτα ἐπεθύμουν, οἱ Σύμβουλοι τοῦ Στέμματος νὰ προκαλέσωσι τὴν ἐγνωσμένην φιλοτιμίαν, τὴν δραστηριότητα καὶ τὰ φῶτα τῶν Αὐτῶν Βασιλικῶν Ὑψηλοτήτων. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ἐν ὅσοις σωματείοις οἱ Βασιλόπαιδες ἀνεμίχθησαν, ἐκτὸς σπανιωτάτων ἴσως ἐξαιρέσεων, τὰ μέγιστα ἀναμφισβητήτως συνετέλεσαν εἴς τε τὴν πρόοδον καὶ τὴν προκοπὴν αὐτῶν. Ἀφαιρέσατε λοιπὸν αὐτοὺς ἀπὸ τῆς Διοικήσεως τῶν τοῦ Κράτους· πείσατε τὰς Αὐτῶν Βασιλικὰς Ὑψηλότητας εὐλαβῶς, ὑπ’ εὐθύνην ὑμῶν, ὅτι ἐπωφελέστεροι καὶ εἰς ἑαυτοὺς καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ εἰς τὸ Κράτος καὶ εἰς τὴν Βασιλείαν καὶ εἰς τὸ ἔθνος ἔσονται, ἐὰν κατ’ ἄλλον τρόπον μεταδώσωσι τά τε φῶτα καὶ τὰς ἐργασίας αὑτῶν. Ἡμεῖς, οἱ πολεμοῦντες μετὰ τοσαύτης ἀντοχῆς τέλος πάντων καὶ τηλικαύτης ἐπιμονῆς καὶ μέλλοντες νὰ πολεμήσωμεν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἡμεῖς, λέγω, Κύριοι, θέλομεν τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα τὸν Διάδοχον ὑψηλὰ ἱστάμενον, μὴ προκαλοῦντα τὰ μίση καὶ τὰς ἔχθρας, μηδὲ ἐν τῷ παρόντι, μηδ’ ἐν τῷ ἐγγὺς ἢ τῷ ἀπωτάτω μέλλοντι, ἱεροφάντην αὐτὸν ἐν τῷ ἀδύτῳ τοῦ ναοῦ. Δὲν θέλομεν παντάπασι νὰ μειωθῇ ἡ αἴγλη, ἥτις, καὶ πρὸς τὸ συμφέρον αὐτοῦ καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνος, δέον νὰ στέφῃ τὸ μέτωπον αὐτοῦ. Καὶ θέλομεν, ὅταν ὁ Ὕψιστος νομίσῃ, ὅτι ἐπέστη ἡ ὥρα νὰ καλέσῃ τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα τὸ ἔθνος εἰς τὸν Θρόνον, θέλομεν κατὰ τὴν μεγάλην ἐκείνην ἡμέραν νὰ λατρεύηται ὁ νέος Βασιλεὺς παρὰ τῶν Ἑλλήνων ἁπάντων, ὅπου ἂν ὁμιλῆται ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ λατρεύηται ὁ Χριστός· οὐδὲν νέφος, οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον, νὰ ἐπισκιάζῃ τὸ παρελθὸν αὐτοῦ, ἀλλὰ νὰ ἀκτινοβολῇ ἐκ λάμψεως ὁ νέος Βασιλεὺς καὶ ἡ οἰκογένεια αὐτοῦ. Τοιουτοτρόπως, Κύριοι, θέλει παύσει καὶ αὐτὴ ἡ ὀλεθρία συνήθεια, ἥτις ἐπ’ ἐσχάτων καθιερώθη ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν, τῆς διὰ τῶν Βασιλοπαίδων ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τῶν Ὑπουργείων καὶ κατὰ τῶν Ὑπουργῶν. Λοιπόν, Κύριοι, πρὸ παντὸς Ὀργανισμὸν, ἀλλ’ Ὀργανισμόν, οἷον ἐσκιαγράφησα τοὐλάχιστον ἐγὼ αὐτὸν, πρὸ παντὸς προϋπολογισμὸν, πρὸ παντὸς ἐργασίαν καὶ ἐπιμονὴν, καὶ θέλησιν ἀγαθὴν καὶ πίστιν ἀγαθήν. Οὐδ’ εἶναι μόνη ἡ χώρα ἡμῶν, ἥτις ἐξῆλθε τετρωμένη καὶ γονατισμένη ἐκ πολέμου καὶ πολεμικῶν καὶ ἐθνικῶν συμφορῶν. Πολλαὶ καὶ πολλάκις χῶραι ὅμοια καὶ χείρονα ἔτι ὑπέστησαν, ἀλλὰ πρωτίστως ἐσκέφθησαν νὰ ὀργανώσωσι τὰ οἰκονομικὰ αὐτῶν. Καὶ τοιουτοτρόπως αἱ χῶραι ἐκεῖναι ἀνέζησαν, διότι εἶχον πράγματι τὰ οἰκονομικὰ αὑτῶν ὀρθῶς. Ἀλλ’ ὑμεῖς, Κύριοι, διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὃν εἰσάγετε, αὐξάνετε κατὰ ὀκτὼ ὅλα ἑκατομμύρια δραχμῶν τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους ἀπὸ τοῦ 1896 ἔτους, τί προσφέροντες εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὡς ἀντάλλαγμα, ἀπέναντι αὐτῶν τῶν ὑπερβολικωτάτων δαπανῶν; Οὐδέν! Καὶ ὅ,τι προσεφέρατε, τὸ ἀνεκαλέσατε, τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν, τὸν νόμον περὶ χωροφυλακῆς. Ἐνθυμοῦμαι περικλεέστατον Ἄγγλον ἱστορικὸν συγγραφέα, τὸν πολὺν λόρδον Μακώλεϋ, ὅστις βιογραφῶν Φρειδερίκον τὸν Μέγαν, ἔγραφεν (ἀναγινώσκει): «Ὁ πόλεμος εἶχε λήξει, ὁ Φρειδερίκος εἶχε σωθῆ.... Εἰσῆλθε θριαμβευτικῶς εἰς Βερολῖνον μετ’ ἀπουσίαν ὑπερεξαετῆ. Καὶ αἱ μὲν ὁδοὶ εἶχον λαμπρῶς φωταγωγηθῆ, ὁ δὲ λαὸς ἐξέβαλλε φωνὰς ἐνθουσιασμοῦ καὶ εὐγνωμοσύνης, ὅτε ὁ Φρειδερῖκος ἐν ἀνοικτῇ ἁμάξῃ διήρχετο τὴν πόλιν. Καὶ αὗται μὲν αἱ ἐκδηλώσεις ἀφοσιώσεως συνεκίνησαν τὸν Βασιλέα, πολλάκις ἀναφωνήσαντα: «Ζῆθι, ἀγαπητέ μου λαὲ, ζῆτε τέκνα μου!» Ἀλλ’ ὁ Φρειδερῖκος καὶ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ζωηροῦ τούτου θεάματος δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ βλέπῃ πανταχοῦ τὰ σημεῖα τῆς καταστροφῆς καὶ τῶν ἐρειπίων. Διότι ἡ μὲν πόλις πολλάκις εἶχε λεηλατηθῆ, ὁ δὲ πληθυσμὸς σπουδαίως ἐλαττωθῆ. Μάλιστα τὰ παθήματα τοῦ Βερολίνου ἦσαν ἀσήμαντα πρὸς ὅσα εἶχεν ὑποστῆ ἡ ἐπίλοιπος χώρα. Αἱ δὲ συμφοραὶ τῶν ἰδιωτῶν καὶ ἡ ἀμηχανία πασῶν τῶν κοινωνικῶν τάξεων ἦσαν τηλικαῦται, ὥστε κατεφόβιζον καὶ τὸν θαρραλεώτατον τῶν ἀνθρώπων. Διότι πᾶσαι μὲν σχεδὸν αἱ ἐπαρχίαι ὑπῆρξαν τὸ θέατρον τοῦ πολέμου, καὶ πολέμου διεξαχθέντος μετ’ ἀγριότητος ἀνηλεοῦς... Οἱ ἀγροὶ εἶχον μείνει ἀκαλλιέργητοι... ὁ λιμὸς καὶ αἱ λοιμώδεις νόσοι, αἱ ἐκ τῆς πείνης γεννηθεῖσαι, εἶχον καταστρέψει τὰ ποίμνια καὶ τοὺς βόας, δικαίως δὲ φόβος ὑπῆρχε, μήπως μεγάλη τις ἐπιδημία ἤθελεν ἐνσκήψει ἐπὶ τοῦ λαοῦ μετὰ τὸν φοβερὸν ἐκεῖνον πόλεμον. Ὑπὲρ τὰς 15,000 οἰκίαι εἶχον πυρποληθῆ μέχρι τοῦ ἐδάφους... Τὸ ἓν ἕκτον τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ δυναμένου φέρειν ὅπλα εἶχε φονευθῆ ἐπὶ τῶν πεδίων τῶν μαχῶν. Ἔν τισι δὲ τῶν διαμερισμάτων, κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς συγκομιδῆς τῶν καρπῶν τῆς γῆς, δὲν ἔβλεπέ τις ἄλλους ἐργάτας, εἰμὴ γυναῖκας. Σειρὰ δὲ χωρίων εἶχεν ὅλως ἐρημωθῆ, οὐδενὸς ἀνθρώπου ἐν αὐτοῖς φαινομένου... Τὸ κράτος τῶν νόμων καὶ τῶν ἀρχῶν εἶχε παύσει. Ὁλόκληρον τὸ κοινωνικὸν σύστημα εἶχεν ἀνατραπῆ. Πᾶν ὅ,τι δὲν ἦτο βία στρατιωτικὴ, ἦτο ἀναρχία. Αὐτὸς ὁ στρατὸς εἶχεν ἀποσυντεθῆ... Καὶ τάγματα ὅλα ἀπετελοῦντο ἐκ λιποτακτῶν καὶ καταδίκων. Ὑπῆρχεν ἐν τούτοις τὶ τὸ παρήγορον, ἡ Πρωσσία δὲν εἶχε χρέη.» Ἀνέγνων τὸ χωρίον τοῦτο ὡς ἐπίκαιρον, ὡς ἔχον σχέσιν πρὸς τὴν πρόκλησιν, ἣν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ποιήσωμαι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, ἐὰν πράγματι αὕτη ἐπιθυμεῖ νὰ ἔχῃ στρατὸν, πρέπει πρωτίστως νὰ ἐπιθυμήσῃ νὰ ἔχῃ οἰκονομικά. Τὸ Κράτος πρέπει πρωτίστως νὰ ζητήσῃ Διοίκησιν, πρέπει πρωτίστως νὰ ζητήσῃ τὴν βελτίωσιν τῆς μονάδος τῆς Πολιτείας, ἐξ ἧς ἐκπορεύονται καὶ τὰ ἄτομα καὶ οἱ θεσμοὶ, τὴν βελτίωσιν λέγω τῶν δήμων. Ἀλλ’ ὑμεῖς ἠρχίσατε τὴν οἰκοδομὴν ὑμῶν ἐκ τῶν κεράμων, ἀφήσαντες τὰ θέμεθλα ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἄμμου, καὶ πᾶν ἐν γένει, ὅ,τι ἐπράξατε, ἀνεκαλέσατε, ἀκόμη καὶ τὸν νόμον περὶ τῶν κυνῶν. Τὸ ἔθνος, Κύριοι, μετὰ τὸν πόλεμον ἤλπισεν, ἀλλ’ ἐπλανήθη. Πολλοὺς τῶν Ἑλλήνων γινώσκω κραυγάζοντας τότε «ζήτω ὁ πόλεμος», διότι ἦσαν ἀπέλπιδες ἐκ τῆς ἐπὶ μακρὸν χρόνον καταστάσεως τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας· ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ δυστυχῶς ἐπλανήθησαν. Μέλαιναι ἡμέραι ἀναμένουσιν ἡμᾶς! Οὐδὲν, οὐδὲν λοιπὸν τὸ σοβαρὸν πράττετε, καίτοι μεγάλα γεγονότα κυοφοροῦνται ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Κλυδωνίζεσθε ὡς ἀκάτιον ἐν τρικυμιώδει πελάγει, διότι ἀπωλέσατε τὸ πηδάλιον αὐτοῦ· καὶ ζητοῦντες παρὰ τὸ πηδάλιον νὰ τάξητε τοὺς ἀνευθύνους, ἵνα σώσητε δῆθεν τὴν εὐθύνην ὑμῶν, διπλῆν πάλιν θέλετε ἐπισύρει τὴν εὐθύνην. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...

§123ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μὴ βιάζεσθε, κύριε Πρόεδρε.

§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχω κανένα ἐγγεγραμμένον.

§125ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Κρίτσας εἶναι ἀπὸ χθές.

§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κρίτσας δὲν εἶναι ἐδῶ. Ὁρίστε, ζητήσατε τὸν λόγον. (Οὐδεὶς ζητεῖ τὸν λόγον). Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§127ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε, νὰ ψηφισθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνοματικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Κ. Ἀργασάρη Λομβάρδου καὶ Περ. Ἀλεξάκη, ὡς ψηφολεκτῶν, καὶ εἶτα ἡ διαλογὴ, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἀνδρέας Πεταλᾶς Ν Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς
Γ. Κυριαζῆς ἀρν.Ἀνδρ. Στρατὸς Ν
Λ. Παναγιωτόπουλος Δημ. Καραγιάννης Ν
Λ. Μελετόπουλος Ν Ἀντ. Καρτάλης Ν
Κ. Μωραϊτίνης Ν Κ. Τοπάλης
Εὐστ. Ραχόπουλος Ν Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ν
Ἐπ. Ἐμπειρῖκος Ἀργύρ. Φιλιππίδης Ν
Εὐκλείδης Μπίστης Ν Ν. Παπαϊωάννου Ν
Δημοσθ. Καΐρης Δημ. Γίδας Ν
Ἀνδρ. Καρατζᾶς Ο Νικ. Τσόγκας
Κ. Ἠλατούτσας Ν Νικ. Γουλιμῆς Ν
Μιχ. Κωτσάκος Ἐπ. Μαυρομμάτης
Κων. Γ. Καραπᾶνος Περ. Ἀλεξάκης Ο
Κων. Κοττίκας Ν. Σπυρακόπουλος Ν
Ἰωάν. Καραπᾶνος Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο
Εὐάγγ. Γαρουφαλιᾶς Ν Θ. Β. Δηλιγιάννης
Στέφ. Δραγούμης Ο Χαρίλ. Διγενόπουλος Ν
Ν. Λεβίδης Ο Ἀρ. Πετροπουλάκης Ν
Θ. Ρετσίνας Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ν
Φωκίων Νέγρης Ν Μιχ. Φωτιάδης Ν
Νικ. Γιαννηκώστας Ν Ν. Λιδωρίκης
Ἐπ. Μ. Κανάρης Ν Γ. Ἀνδρίτσος Ν
Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος ἀρν.
Θεόδ. Φλογαΐτης Μιχ. Στελλάκης Ν
Δ. Γ. Ράλλης Ο Κ. Παπαμιχαλόπουλος
Γεώρ. Βενιζέλος Γ. Λύρας ἀρν.
Νικ. Γουναράκης Ἐμμ. Ρέπουλης Ν
Κ. Σταυρόπουλος Ν Δημ. Τσάτσος
Δημ. Τσιτσάρας Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ν
Κωνστ. Ζῶτος Ν Ἀντ. Μομφερράτος
Γ. Χατζόπουλος Θ. Μαρκέτος
Διον. Στεφάνου Σπ. Ε. Στάης Ν
Κ. Ἀργασάρης ΛομβάρδοςΝ Διον. Καλούτσης
Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας Π. Χοντζόπουλος
Γ. Ρώμας Ν Ν. Τσούχλος
Ἀνδρ. Σπηλιάδης Χ. Κ. Βοζίκης
Χρ. Στεφανόπουλος Θ. Πέρρος Ν
Χαρίλ. Σπηλιώτης Στέφ. Κοπανίτσας Ν
Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Γ. Φικιώρης
Πέτρος Αὐγερινὸς Μελέτ. Ρουσόπουλος Ν
Χρ. Δαραλέξης Βρασίδας Λεώπουλος Ο
Ἄγγελος Πετραλιᾶς Γ. Μαυρομιχάλης
Ν. Δαούτης Ι. Γιαννακίτσας ἀρν.
Π. Παπαχατζῆς Ν. Καραστέργιος
Σπ. Ἰω. Μήλιος Δ. Πιπινόπουλος
Β. Μαρκεζίνης Ν Ἰωάν. Γ. Λάππας
Νικήτας Συνοδινός Ν Ν. Μπουφίδης Ν
Χριστόφορος Ἀσιμῆς Περ. Βαλαωρίτης Ν
Τηλ. Δενδρινός Ν Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς
Π. Μαυροκέφαλος Ν Γερ. Φίλιππας ἀρν.
Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμης Ν Ξ. Κυριαζῆς Ν
Θεόδ. Ζαΐμης Β. Βασιλειάδης
Π. Θ. Ζαΐμης Ν Ἀθαν. Εὐταξίας Ν
Ὀδ. Λαμπρόπουλος Ν. Τριανταφυλλάκος Ν
Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ Παν. Μανέτας
Πρ. Καλαμπάκας Ν Ι. Μπακόπουλος
Γεώργ. Παπαθανασίου Ν Ἠλ. Ζέγγελης Ν
Περ. Περρωτῆς Φ. Βάρβογλης Ν
Ἠλ. Μαυρομιχάλης Ν Ἀθαν. Κατριβάνος
Γ. Οἰκονομόπουλος Ν Ἡλ. Κοσσονάκος
Δ. Τερτίπης Γ. Ἀναστασόπουλος
Τιμ. Ἀδαμόπουλος Ν Γ. Νικολαΐδης
Κ. Ζωγλοπίτης Κ. Τρικούπης
Γ. Φραγκίδης Ν Λεων. Δεληγεώργης Ο
Ι. Καζαμπάκας Σπ. Α. Κουμουνδοῦρος
Σπ. Παπαποστόλου Δ. Λυμπερόπουλος Ν
Ξεν. Τσαμαγκίδης Ν Γ. Λυμπερόπουλος Ν
Περ. Μποῦτος Ν
Κ. Σαραφιανός Ν Ἀρ. Προβελέγγιος
Γ. Χατζηνικολῆς Ν Α. Μάτσας
Π. Λεβέντης Νικ. Κρίσπης Ν
Κ. Δούνης Ι. Ναυπλιώτης Ν
Γ. Μέρμηγκας Ν Γ. Σισμάνης
Γ. Κόρπας Δ. Φαρμάκης
Τριαντάφ. Πατρίκιος Ν Γ. Πλατανιώτης
Γ. Θεοτόκης Ν Ἡλ. Ποταμιάνος
Μιχ. Θεοτόκης Μιχ. Λαμπρυνίδης Ν
Ἀλκίνοος Ζερβός Ν Ι. Βοῦρτσος Ν
Σπ. Χυτήρης Ν Α. Πετσάλης
Γουλ. Σκάρπας Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος
Β. Σαμοΐλης Ν Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης
Σπ. Ἀγάθος Ν Γ. Καπετανάκης Ν
Ν. Καλοσγοῦρας Ν Φ. Μοσχούλας
Κ. Χρηστόπουλος Ν Ἀσημ. Χριστόπουλος
Π. Δ. Πετρίδης Χ. Κανελλόπουλος
Σωτ. Κροκιδᾶς Θάνος Μπασιᾶς
Σπ. Νοταρᾶς Ν Π. Τυπάλδος Ο
Π. Μεντζελόπουλος Ν Θ. Βελλιανίτης
Δ. Δημητριάδης Ν Ἀνάρ. Σιμόπουλος Ν
Ἄθως Ρωμάνος Ν
Ἀθ. Παπαθανασίου Ν Θεόδ. Κριεμάδης
Πέτρος Μόρης Γ. Ραδινός Ν
Ἰω. Γ. Ροῦρος Ν Ἀπ. Ζάππας ἀρν.
Α. Παπαγιαννακόπουλος Θ. Σαρσέντης Ν
Ἀσημάκης Θ. Ζαΐμης Ἀλέξ. Πονηρόπουλος
Ἀντ. Ρικάκης Δ. Ἀναστασόπουλος
Ἀχ. Χοϊδᾶς Δ. Παπατσώνης Ν
Δ. Κατσάνος
Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ν Α. Σκαλτσοδῆμος Ν
Ν. Μισυρλῆς Ν. Τζανετόπουλος
Νικ. Καράπαυλος Ν Γ. Ροδόπουλος ἀρν.
Γ. Ράλλης Ν Θεόδ. Λιμπρίτης
Σπ. Γκεντιλίνης Ν Ι. Κουντουριώτης Ν
Γ. Ζερβός Ν Νικ. Τσαχμαδὺς Ν
Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ν Παντελῆς Γκίκας
Νικολ. Λεωνίδας Ν Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης Ν
Διομήδης Κυριακὸς Κ. Ἀγαθοκλῆς Ν
Α. Μαυρογορδᾶτος Ι. Τσιριμῶκος Ν
Ἀθ. Λαδόπουλος Δημ. Κρίτσας
Ν. Βαφειαδάκης Α. Πλατῆς
Ἀντ. Βιτάλης Νικ. Χατζῖσκος
Ι. Βοκοτόπουλος Ν. Καλογερόπουλος Ν
Ι. Γκιὼν Ν Β. Βουδούρης Ν
Κάρολος Βιτάλης Δ. Κριεζώτης Ν
Κων. Χατζηπέτρος ἀρν.Γ. Ἀβέρωφ
Γ. Κανούτας Ν Μιλτ. Κανάρης
Νικ. Ταρμπάζης Ν Ἀλέξ. Μ. Κανάρης Ν

§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 122. Ἐκ τούτων 105 ὑπὲρ τῆς προτάσεως, 9 κατ’ αὐτῆς, καὶ 8 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπομένως ἐγένετο δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν εἰς πρώτην συζήτησιν. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).

§130ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ διακόψωμεν.

§131Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι δά!

§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τελειώσωμεν τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ διακόψωμεν.

§133ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ παρατηρήσω εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.

§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. Ὁρίστε, κύριε Ἀλεξάκη, ψηφολέκτης.

§135ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἔρχεται ὁ κύριος Τσιτσάρας. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Ι. Τσιριμώκου καὶ Δ. Τσιτσάρα. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).

§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες Βουλευταὶ μόνον 113. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 10 καὶ 25′ μ. μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31
2τῆς 2 Μαρτίου 1900.
3(Πέμπτη).
4(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγι-
5νώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρα-
6κτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πετρίδης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς
8ἡμερησίας διατάξεως.
9§2Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρῆλθε πολὺς καιρὸς
10ἀφ’ ὅτου εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτε-
11ρικῶν νὰ ἐπιληφθῇ ὑποθέσεως τὰ μάλα ἐνδιαφερούσης τὴν
12Κορινθίαν, ἰδιαιτέρως δὲ τὸν δῆμον Σικυῶνος, ἐν σχέσει πρὸς
13τὸ ἀστυνομικὸν ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ καθεστώς. Ἡ ἀστυνομία
14ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ περιῆλθεν εἰς σημεῖον ἀκροσφαλὲς, ὑπὸ
15τὴν διοίκησιν τοῦ νῦν ἀστυνόμου· κυριολεκτικῶς δὲν ὑπάρ-
16χει ἀστυνομία φρουρὸς τῆς ἀσφαλείας τῆς τιμῆς, τῆς περι-
17ουσίας τῶν πολιτῶν. Ἀνέμενον ἀπὸ καιροῦ, ἵνα ὁ κύριος Θεο-
18τόκης, ὅπως εἶχε δηλώσει εἰς τὴν Βουλὴν, καταθέσῃ τὰς
19σχετικὰς πληροφορίας καὶ τὰ πορίσματα τῶν ἀνακρίσεων,
20διοικητικῶν ἢ δικαστικῶν, ἐπὶ τῶν ὑποβληθεισῶν καταγγε-
21λιῶν διὰ ῥητὰς παραβάσεις, ἀναγομένας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν
22τοῦ εἰρημένου ἀστυνόμου, ὅστις πᾶν ἄλλο πράττει ἢ τὸ κα-
23θῆκόν του. Βεβαιωθῆτε δὲ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀστυνομικὴ ἀσφά-
24λεια ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ. Ἀποθρασυνθεὶς ὁ ἀστυνόμος οὗτος
25ἐκ τῆς ἀμεριμνησίας τῆς Κυβερνήσεως, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν
26συνέλαβε φιλησύχους πολίτας καὶ ἐντίμους καὶ ἔδειρεν
27αὐτοὺς ἀνηλεῶς δημοσίᾳ, ἄλλους δ’ ἐξύβρισε, σχόντας τὸ
28θάρρος νὰ καταγγείλωσι τὰς παρεκτροπὰς του. Λυποῦμαι
29ὅτι εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναλάβω τὴν σύστασίν μου,
30ὅπως λάβῃ πρόνοιαν ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύ-
31της, διὰ νὰ σώσῃ τὸν τόπον ἀπὸ τοιοῦτον ὄργανον τῆς διοι-
32κήσεως. Ἵνα δὲ καταδειχθῇ κατὰ πόσον ἀμερολήπτως καὶ
33ἀφατρίαστος ὁ ἀστυνόμος οὗτος ἐκπληροῖ τὰ ἀστυνομικά
34του καθήκοντα, καὶ πῶς ἐννοεῖ νὰ τὰ ἐνασκῇ, δὲν ἔχω παρὰ
35νὰ ἐπικαλεσθῶ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, τοῦ
36ὁποίου ὄργανον ἀπαραίτητον κατέστη ὁ ἀστυνόμος οὗτος. Διὰ
37τοῦ ψηφίσματος τούτου, πρωτοφανοῦς εἰς τὰ καθ’ ἡμᾶς χρο-
38νικὰ, ἀποδοκιμάζομαι ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν συνταγματικῶν
39μου δικαιωμάτων, ὡς Βουλευτοῦ, καὶ ἐκφράζει τὸ Συμβού-
40λιον τὴν λύπην του διὰ τὰ λεχθέντα κατὰ τοῦ ἀστυνόμου
41ὑπ’ ἐμοῦ ἐν τῇ Βουλῇ! Τὸ ψήφισμα τοῦτο, καταρτισθὲν καθ’ ὅ-
42λας τὰς νομίμους διατυπώσεις, ὑπεβλήθη εἰς τὸ Προεδρεῖον
43καὶ ἀνεγνώσθη, ὡς μὴ ἔδει, παρὰ τοῦ κ. Προέδρου...
44§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνηγγέλθη μόνον· δὲν ἀνεγνώσθη, νομίζω.
45§4ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνεγνώσθη καὶ κατεχωρίσθη εἰς τὰ
46πρακτικά.
47§5ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν θὰ ἐπεθύμουν νὰ μακρηγορήσω, διότι τὸ
48ζήτημα, ὅπως ἐπιλαμβάνεται αὐτοῦ τὸ Δημοτικὸν Συμβού-
49λιον, εἶναι προσωπικόν· ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι ἀπὸ τὰ σπά-
50νια ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα εἶδον τὸ φῶς. Ποίαν ἁρμοδιότητα
51εἶχε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ ἐκφράσῃ γνώμην ἢ μομ-
52φὴν κατὰ Βουλευτοῦ ἐνασκοῦντος τὰ συνταγματικὰ αὑτοῦ
53δικαιώματα, φρουρουμένου δὲ ὑπὸ ῥητῶν καὶ ἀπαραβιάστων
54διατάξεων τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐξασφαλίζει ἀπολύ-
55τως τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου; Ἐναπόκειται εἰς τὸν κ. Ὑπουρ-
56γὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ κρίνῃ. Λυποῦμαι, ὅτι εὐθὺς ὡς ἔλαβε
57γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς, δὲν ἔσπευσε νὰ ἀκυρώσῃ τὸ ψήφισμα
58αὐτὸ, τιμωρῶν καὶ εἰσάγων εἰς ποινικὸν δικαστήριον τὸ ἐκ-
59τροχιασθὲν Δημοτικὸν Συμβούλιον.
60Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικὸν, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ
61ἀσχοληθῶ πλειότερον εἰς τοῦτο. Ἀφίεμαι εἰς τὴν εὐσυνειδη-
62σίαν καὶ τὴν νομιμοφροσύνην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσω-
63τερικῶν, εἰς ὃν ἀπόκειται νὰ κρίνῃ καὶ ἀποφασίσῃ, ἀποκα-
64θιστῶν ἐντὸς τῆς τροχιᾶς του τὸ παρεκτραπὲν Δημοτικὸν
65Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον, ὡς ἀντάλλαγμα τῶν παρεχομένων
66ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου εὐκολιῶν, ἐπὶ ζημίᾳ τῆς ἀσφαλείας καὶ
67τῆς δημοσίας ἐκεῖ τάξεως, ἔκρινε νὰ ἐκδώσῃ τὸ παράνομον
68καὶ αὐθαίρετον τοῦτο ψήφισμα. Τὸ ψήφισμα ἀναφέρεται καὶ
69εἰς τὴν διαγωγὴν καὶ τὴν ἐν γένει συμπεριφορὰν τοῦ ἀστυ-
70νόμου, τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἐκδόντος, οὕτως εἰπεῖν,
71πιστοποιητικὸν καλῆς αὐτοῦ διαγωγῆς. Ἔστω τοῦτο τρανὸν
72δεῖγμα τῆς ὑφισταμένης μεταξὺ τοῦ ἀστυνόμου καὶ τῶν
73διευθυνόντων τὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἀλληλεγγύης.
74Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο διοίκησις; Κατὰ τὸν νόμον, εἰς τρεῖς περι-
75πτώσεις δύναται νὰ ἐπιληφθῇ ἐκδόσεως ψηφισμάτων τὸ Δη-
76μοτικὸν Συμβούλιον: 1) ὅταν πρόκειται περὶ συμφερόντων
77τοῦ δήμου γενικῶς, ὅτε ἐκδίδει ἀποφάσεις, αἵτινες χρήζουσι
78τῆς ἐπικυρώσεως τῆς προϊσταμένης διοικητικῆς ἀρχῆς,
792) ὅταν ἐκδίδῃ γνωμοδοτήσεις, αἵτινες προκαλοῦνται ὑπὸ τῆς
80προϊσταμένης διοικητικῆς ἀρχῆς, καὶ 3) ὅταν ἐκδίδῃ εὐχὰς,
81προκειμένου περὶ συμφερόντων γενικῶν τοῦ δήμου. Τὸ ψή-
82φισμα τὸ ὑποβληθὲν εἰς ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, δὲν νομίζω ὅτι
83ἀφορᾷ εἰς οὐδεμίαν τῶν περιπτώσεων τούτων· εἶναι ἐντελῶς
84ἄκυρον καὶ ἐκτὸς τῆς δικαιοδοσίας τῶν δημοτικῶν συμ-
85βούλων.
86Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν,
87χάριν τοῦ Βουλευτικοῦ ἀξιώματος, νὰ σπεύσῃ νὰ ἀκυρώσῃ
88τοιοῦτον ἔκτροπον ψήφισμα, νὰ προβῇ δὲ τάχιστα καὶ εἰς
89τὴν ἐκτόπισιν καὶ τιμωρίαν τοῦ ἀστυνόμου τούτου, ἂν ἐνδια-
90φέρεται περὶ τῆς ὑπολήψεως τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας
91ὄργανον φατριαστικὸν παρίσταται ὁ κύριος ἀστυνόμος. Ἡ
92διοίκησις, ἥτις παρουσιάζεται ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ, δὲν εἶναι
93ἡ διοίκησις, τὴν ὁποίαν ἐπηγγέλθη ἡ Κυβέρνησις πομπωδῶς
94πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
95§6Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καίτοι δὲν ἀρέσκομαι νὰ καταγ-
96γέλλω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰς παρεκτροπὰς τῶν ὀργά-
97νων τῆς ἐξουσίας, οὐχ ἧττον ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει
98ὀφείλω νὰ ἐπιβεβαιώσω τοὺς λόγους τοῦ κ. συναδέλφου, καὶ
99νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως
100ταχέως προβῇ εἰς τὴν μετάθεσιν τοῦ ἀστυνόμου Σικυῶνος,
101διότι ἡ περαιτέρω διαμονὴ αὐτοῦ ἐκεῖ ἀποτελεῖ κίνδυνον
102σπουδαῖον διαταράξεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τάξεως.
103Εἰς ἐποχὴν δὲ, καθ’ ἣν ὅλοι βοῶμεν καὶ παραπονούμεθα, ὅτι
104ἐχαλαρώθη ἡ δημοσία ἀσφάλεια καὶ ὅτι περιέστη αὕτη εἰς
105οἰκτρὸν σημεῖον, εἶναι ἀκατάληπτον, ἵνα μὴ τὸ χαρακτη-
106ρίσω ἄλλως πως, νὰ ἔχωμεν ἀστυνόμον ἔν τινι δήμῳ, ὁ
107ὁποῖος αὐθαιρέτως, παρανόμως καὶ ἀσυστόλως προσβάλλει
108τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν. Ἐσχάτως ἐν Κιάτῳ
109ὕβρισε κατὰ τὴν ὥραν τῆς συνεδριάσεως τοῦ Πταισματοδι-
110κείου ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτοῦ ἕνα δικηγόρον, ὑπὸ τοῦ ὁποίου
111κατηγγέλθη ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ ἐδικάζετο τὴν παρελθοῦσαν
112Δευτέραν ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου ὡς ἔνο-
113χος ἐξυβρίσεως κατ’ αὐτοῦ· δὲν γνωρίζω δὲ τὸ ἀποτέλεσμα
114τῆς δίκης. Ἄλλοτε πάλιν συνέλαβεν ἐν μέσῃ ἀγορᾷ καὶ ἐν
115νυκτερινῇ ὥρᾳ ἕνα τελειόφοιτον τῆς νομικῆς καὶ χρηστὸν
116νέον, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι οὗτος εἶχε γράψει ἐν τῇ «Ἀκροπόλει»
117κατ’ αὐτοῦ, καὶ ἀφοῦ περιύβρισεν αὐτὸν, τὸν κατετραυμάτισε
118δι’ ἑνὸς μαστιγίου, ὃ ἐκράτει ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ. Ἐπίσης
119συνέλαβε καὶ ἐφυλάκισε πολίτας τινὰς Σικυωνίους, οἱ ὁποῖοι
120προσῆλθον ἐνώπιόν του, ἵνα τῷ παραπονεθῶσιν, ὅτι τὰ ὄρ-
121γανα τὰ ἀστυνομικὰ ἐκακομεταχειρίσθησαν αὐτοὺς, κακο-
122ποιήσας ἅμα αὐτούς.
123Παρακαλῶ ἑπομένως καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσω-
124τερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ τὴν μετάθεσιν τοῦ ἀστυ-
125νόμου αὐτοῦ ἐκεῖθεν ταχέως.
126Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω
127εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τοῦ πρώην βουλευτοῦ Κορινθίας κ.
128Δημητρίου Οἰκονόμου, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐκτίθησιν οὗτος τὴν κατά-
129στασιν, ἥτις παρήχθη ἐν Φενεῷ τῆς Κορινθίας ἕνεκα τῆς
130πλημμύρας, ἥτις κατέκλυσε μεγάλην ἔκτασιν γαιῶν, καὶ
131παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατάξῃ τὴν ἐκτέλεσιν ὅλων
132τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται πρὸς ἀποξήρανσιν τοῦ
133κατακλυσθέντος μέρους γῆς, καὶ τὴν Βουλὴν, ἵνα εὐαρεστηθῇ
134νὰ ἐπιψηφίσῃ τὴν πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου τούτου ἀναγ-
135καίαν δαπάνην.
136Ἐπίσης ὑποβάλλω ἀναφορὰν πολλῶν κατοίκων διαφόρων
137χωρίων τοῦ δήμου Στυμφαλίας, οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται,
138ὅτι κατεκλύσθησαν ὑπὸ τῶν ὑδάτων Στυμφαλίας καὶ Πελλή-
139νης περὶ τὰ χίλια στρέμματα γῆς αὐτῶν καλλιεργηθείσης,
140καὶ παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατάξῃ, ὅπως καὶ ἐκεῖ
141ἐκτελεσθῶσι τὰ πρὸς ἀποξήρανσιν τῶν ὑπὸ τῶν ὑδάτων κα-
142λυφθεισῶν γαιῶν των ἀπαιτούμενα ὑδραυλικὰ ἔργα.
143Τὸ Φενεατικὸν πεδίον, Κύριοι, εὔφορον καὶ γονιμώτατον
144εἰς παραγωγὴν, εἴτε ἕνεκα λόγων φυσικῶν, εἴτε καὶ διότι
145γειτνιάζει πρὸς ὑδάτινα ὑπόγεια στρώμματα, κατακλύζεται
146ἀπὸ τῶν παναρχαίων χρόνων κατὰ διαφόρους, μεγάλης ἢ
147μικρᾶς διαρκείας, χρονικὰς περιόδους ὑπὸ ὑδάτων, τὰ ὁποῖα,
148λιμνάζοντα ἐκεῖ, σχηματίζουν μεγάλην καὶ θαλασσοειδῆ λί-
149μνην, ὑπὲρ τὰ 750 μέτρα ἀπὸ τῆς ἐπιφανείας τῆς θαλάσσης,
150καὶ ἡ ὁποία εἶναι γνωστὴ ἐκ τῆς γεωγραφίας, τῆς μυθολο-
151γίας καὶ τῆς ἱστορίας τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος. Τὸ συνήθως
152κατακλυζόμενον ὑπὸ τῆς πλημμύρας ἐκείνης ἔδαφος ὑπολο-
153γίζεται εἰς τριάκοντα καὶ πλέον χιλιάδας στρέμματα γῆς
154εὐφόρου καὶ καλλιεργησίμου· ἡ δὲ ὅλη ἔκτασις τοῦ δήμου
155Φενεοῦ, ἡ ἐξόχως γόνιμος καὶ εὔφορος, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ
156ἀπειλεῖται νὰ κατακλυσθῇ ὑπὸ τῶν ὑδάτων τῆς λίμνης, ὑπερ-
157βαίνει τὰς ἑκατὸν χιλιάδας στρέμματα γῆς εὐφορωτάτης.
158Ἐν ἔτει 1881 ἡ τότε Κυβέρνησις, θέλουσα ν’ ἀποσοβήσῃ τὸν
159κίνδυνον τοῦτον, ἐξεχώρησε διὰ νόμου εἰς ἑταιρείαν τινὰ τὸ
160δικαίωμα τῆς ἀποξηράνσεως τῶν λιμνῶν Στυμφαλίας καὶ Φε-
161νεοῦ, παρασχοῦσα εἰς αὐτὴν δικαιώματα πολλά, μὲ τὴν ὑπο-
162χρέωσιν, ὅπως αὕτη ἐκτελέσῃ ταχέως καὶ ἀσφαλῶς τὰ ἀπαι-
163τούμενα ὑδραυλικὰ καὶ ἀποξηραντικὰ ἔργα. Ἀλλὰ καίτοι
164παρῆλθεν ἡ ταχθεῖσα πρὸς τοῦτο ὀκταέτις προθεσμία διὰ τὴν
165λίμνην Φενεοῦ, ἡ ἑταιρεία οὐδὲν ἀπολύτως ἐκεῖ ἐνήργησεν,
166ἀλλ’ ἠρκέσθη μόνον νὰ ἀνορύξῃ ἕνα χάνδακα ὁροθετικὸν, ἵνα
167δύνηται νὰ φορολογῇ τοὺς καλλιεργοῦντας γεωργούς· ἐν ἔτει
168δὲ 1888 ἡ ἑταιρεία αὕτη ἐκηρύχθη ἔκπτωτος.
169Ἡ λίμνη, περὶ ἧς πρόκειται, κατὰ τὸν αἰῶνα τοῦτον ἀπε-
170ξηράνθη φυσικῶς δίς, ἐν ἔτει 1824, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ
171καὶ ἐν ἔτει 1834–1837. Ὁ ἀείμνηστος πρῶτος τῆς Ἑλ-
172λάδος Βασιλεύς, θέλων ν’ ἀντιληφθῇ ὁ ἴδιος τῆς καταστά-
173σεως, μετέβη τότε ἐκεῖ, ἐπεσκέφθη τὴν λίμνην, καὶ ὕστερον
174ἐξαπέστειλεν ἐκεῖ μηχανικούς, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐξετέλεσαν ἔργα
175τινά, ὅπως προλάβωσι πάντα ἐν τῷ μέλλοντι ἐκ τῶν ὑδά-
176των κατακλυσμὸν, ἀλλ’ εἴτε ἕνεκα ἀνεπαρκείας γνώσεων,
177εἴτε ἕνεκα ἐλλείψεως τῶν ἀναγκαίων μέσων, κατεσκεύασαν
178περὶ τὰ στόμια τῶν ἐπὶ διαφόρων σημείων τῆς λίμνης ὑπαρ-
179χουσῶν τεσσάρων καταβοθρῶν ἢ βαράθρων τοιχία, ἅτινα
180ἔκτισαν δι’ ἀσβέστου, καὶ ἐπέθηκαν ἐπ’ αὐτῶν κιγκλίδας σι-
181δηρᾶς ἰσχυράς. Δυστυχῶς ὅμως, ἅμα τῇ πρώτῃ καταβάσει
182τοῦ ῥεύματος τῶν ὑδάτων, ὅπερ παρέσυρεν ὄγκους χωμάτων
183καὶ λίθων μεγάλους καὶ πολλὴν ἄλλην ἰλὺν, ἡ ἄσβεστος ἀπο-
184συνετέθη, τὰ τοιχία κατέπεσαν, καὶ μαζῆ μὲ τὰς κιγκλίδας
185ἀπέκλεισαν τὰ στόμια τῶν καταβοθρῶν, οὕτως ὥστε τὸ
186ὕδωρ, τὸ ὁποῖον μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διὰ διοχετευτικῶν
187χανδάκων μετηγγίζετο ἐκεῖ, καὶ ἄλλο μὲν ἀπερροφᾶτο, ἄλλο
188δ’ ἐξεχύνετο διὰ τῆς μιᾶς καταβόθρας πρὸς τὴν Λευκωσίαν,
189ἔνθα ἐσχημάτιζε τὸν Λάδοντα ποταμὸν, δὲν εὕρισκε πλέον
190διέξοδον, καὶ οὕτως ἡ λίμνη ἀνεσχηματίσθη. Ἀπὸ τριάκοντα
191ἐτῶν καὶ ἐντεῦθεν ἕνεκα μεγάλης ἀνομβρίας τὰ ὕδατα αὐτο-
192μάτως ἤρξαντο ὑποχωροῦντα, μέχρι δὲ τοῦ 1898 ἔτους εἶχον
193ὑποχωρήσει ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε σχεδὸν ἀπεκαλύφθη ὁλόκλη-
194ρος ἐκείνη ἡ ἔκτασις τῆς γῆς. Ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκεί-
195νης ἐξεμίσθωσε πρὸς τοὺς χωρικοὺς τὰς γαίας, οἱ χωρικοὶ
196προέβησαν εἰς καλλιέργειαν αὐτῶν, ἀλλ’ ἐφέτος δυστυχῶς,
197ἐπειδὴ δὲν ἐξετελέσθησαν τότε τὰ ἀπαραίτητα πρὸς ἀπο-
198ξήρανσιν τῆς λίμνης ἔργα, ἕνεκα τῆς πολυομβρίας ἀνεσχη-
199ματίσθη ἡ λίμνη, καὶ κατέλαβε μέχρι τῆς σήμερον ἕξ χιλιά-
200δας καὶ πλέον στρέμματα γῆς καλλιεργηθείσης, οὕτω δὲ οἱ
201δυστυχεῖς καλλιεργηταὶ οὐ μόνον ἀπώλεσαν ὅ,τι ἔσπειραν,
202ἀλλὰ καὶ δυσκόλως τώρα θέλουσιν ἐξοικονομήσει τὸν ἐπιού-
203σιον ἑαυτῶν τε καὶ τῶν οἰκογενειῶν των ἄρτον, ἀφοῦ ἐκεῖθεν
204ἔμελλον νὰ προσπορισθῶσι τὰ πρὸς ζωάρκειαν αὐτῶν καὶ τῶν
205οἰκογενειῶν των ἐπιτήδεια.
206Ἡ κατάστασις, Κύριοι, ἔχει ὅπως περιγράφω αὐτὴν τὴν
207στιγμὴν ταύτην. Οἱ κάτοικοι ὅθεν ζητοῦσιν ἀπὸ τὴν Κυβέρ-
208νησιν, ὅπως σπεύσῃ νὰ προστατεύσῃ τόν τε ἰδιωτικὸν αὐτῶν
209πλοῦτον, ἀλλὰ καὶ τὸν δημόσιον, διότι πολλὰ τὸ Κράτος ἔχει
210νὰ ὠφεληθῇ εἴτε ἐκ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν περὶ ὧν πρόκειται
211γαιῶν, εἴτε ἐκ τῆς πληρωμῆς τοῦ δικαιώματος φόρου ἐπι-
212καρπίας, τὸν ὁποῖον κατ’ ἔτος θέλει εἰσπράττει, καὶ παρα-
213καλοῦσιν αὐτὴν, ὅπως πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον σπεύσῃ ἐν
214καταλλήλῳ χρόνῳ νὰ ἀποστείλῃ ἐκεῖ μηχανικούς, οἱ ὁποῖοι
215νὰ ἐξετάσωσι τὰ τοῦ ζητήματος τούτου, προβῶσιν εἰς τὴν
216προδιαχάραξιν ἑνὸς σχεδίου καὶ συντάξωσιν προϋπολογισμὸν
217τῆς δαπάνης τῶν ἐκτελεσθησομένων ἔργων, εἰς τρόπον ὥστε
218πρὸ τοῦ προσεχοῦς φθινοπόρου, ὅτε ἴσως θὰ ἐπαναρχίσουν αἱ
219βροχαί, νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ἀνοιχθῶσιν αἱ καταβόθραι
220ἐκεῖναι καὶ νὰ ἐκκαθαρισθῶσιν, ἀφοῦ ἡ μὲν κυριωτέρα κατα-
221βόθρα, ἡ πρὸς τὸ νοτιοδυτικὸν μέρος κειμένη, ἡ ὁποία ἀπερ-
222ρόφα ἄλλοτε τὸ μεγαλείτερον μέρος τῶν ὑδάτων, ἀπεκλεί-
223σθη ἤδη, ἡ δὲ ἄλλη καταβόθρα, ἡ πρὸς τὸ νοτιοανατολικὸν
224μέρος τῆς λίμνης, εἶναι τόσον μικρᾶς περιμέτρου, ὥστε δὲν
225δύναται ν’ ἀπορροφήσῃ ἀρκετὸν ὕδωρ πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς
226λίμνης. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν, πρωτίστως τώρα, ὅτε μέγα
227μέρος τῶν ἄλλοτε κεκαλυμμένων γαιῶν ἔχει ἀποκαλυφθῆ,
228νὰ ἐκτελεσθῶσι τὰ ἀπαιτούμενα ὑδραυλικὰ ἔργα, καὶ κατό-
229πιν, πρὸ τοῦ φθινοπώρου πάντοτε, νὰ ἐκτελεσθῶσι καὶ τὰ
230ὑπολειφθησόμενα, ὥστε νὰ προληφθῇ ἐν τῷ μέλλοντι οὐ μό-
231νον ὁ κατακλυσμὸς τῶν 20 χιλιάδων στρεμμάτων, ἀλλὰ καὶ
232τῆς ὅλης ἐκτάσεως τοῦ πεδίου, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει ἑκα-
233τὸν χιλιάδας στρέμματα γῆς εὐφορωτάτης, καὶ τὸ ὁποῖον
234ὄχι μόνον τρέφει τοὺς κατοίκους τοῦ Φενεοῦ, ἀλλὰ καὶ τοὺς
235κατοίκους τῶν γειτνιαζόντων δήμων Εὐρωστίνης καὶ Νωνά-
236κριδος καὶ τὴν Κορινθίαν ὁλόκληρον δύναται νὰ θρέψῃ.
237Καθ’ ἃς πληροφορίας ἠδυνήθην νὰ λάβω παρὰ μηχανικῶν,
238οἱ ὁποῖοι τυχαίως διῆλθον ἐκεῖθεν καὶ ἐμελέτησαν τὸ ζή-
239τημα, ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων ἔργων δὲν θὰ
240ὑπερβῇ τὰς 30,000 δραχμάς. Εἶδον δὲ μετ’ εὐχαριστήσεως,
241ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ἐξέ-
242φρασε τὴν εὐχὴν, ὅπως εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ ὑδραυλικῶν
243ἔργων ἀναγραφῇ πρὸς τοῦτο πίστωσις 15,000 δραχμῶν, ἡ
244ὁποία νὰ χορηγηθῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν
245ἀπαραιτήτων ἐκείνων ὑδραυλικῶν ἔργων.
246Αὕτη, Κύριοι, εἶναι ἐν ὀλίγοις ἡ ἐν Φενεῷ κατάστασις, καὶ
247ταῦτα ζητοῦσιν οἱ Φενεᾶται.
248Ἤδη φέρω τὸν λόγον περὶ τῆς λίμνης Στυμφαλίας, ἡ
249ὁποία ἐν ἔτει 1881 ἐδόθη καὶ αὐτὴ πρὸς ἀποξήρανσιν εἴς
250τινα ἑταιρείαν, ἥτις ἐκηρύχθη καὶ αὐτή, κατὰ τὸ 1888, ἔκ-
251πτωτος, ἀφοῦ δὲν κατώρθωσε ν’ ἀποξηράνῃ τὴν λίμνην, ἢ
252μᾶλλον εἰπεῖν δὲν ἀπεξήρανεν αὐτὴν τελείως, διότι ἀφῆκε
253μεγάλην ἔκτασιν γαιῶν κεκαλυμμένην ὑπὸ τῶν ὑδάτων, ἀπο-
254κλείσασα διὰ τῶν ἐργασιῶν της καὶ αὐτὴν τὴν καταβόθραν,
255ὑπὸ τῆς ὁποίας ἀπερροφᾶτο τὸ ὕδωρ καὶ ἐκεῖθεν ἐξεχύνετο
256πρὸς τὴν Ἀρκαδίαν, καὶ τοιουτοτρόπως ἐπανεσχηματίσθη ἡ
257λίμνη. Σήμερον δὲ λιμνάζουν ἐκεῖ οὐ μόνον τὰ ὕδατα τὰ
258Στυμφαλιακὰ, τὰ ἐν τῇ Στυμφαλίᾳ ἀναβλύζοντα, ἀλλ’ εἰσ-
259ρέουν καὶ τὰ ὕδατα ἄλλης λίμνης, ἐν Κορινθίᾳ κειμένης, ἡ
260ὁποία ἐπίσης εἶχε δοθῆ πρὸς ἀποξήρανσιν εἰς ἄλλην ἑται-
261ρείαν κατὰ τὸ 1880 ἔτος, τὰ ὕδατα τῆς λίμνης Κλημεντο-
262καίσαρι τῆς Πελλήνης. Ἡ ἑταιρεία, ἥτις εἶχεν ἀναλάβει
263τὴν ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης αὐτῆς, ἀνέλαβεν αὐτὴν χωρὶς
264ποσῶς νὰ ὁρισθῇ ἐν τῇ συμβάσει καὶ τῷ σχετικῷ νόμῳ οὔτε
265πῶς ἤθελε γείνῃ ἡ ἀποξήρανσις τῆς λίμνης, οὔτε πῶς καὶ ποῦ
266ἤθελον διοχετευθῆ καὶ ἐκχυθῆ τὰ ὕδατα αὐτῆς. Ἡ ἑταιρεία
267αὕτη προέβη εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ὀλίγων τεχνικῶν ἔργων, ὧν
268ἓν ὑπῆρξε καὶ ἡ διάτρησις γειτνιάζοντός τινος πρὸς τὴν
269Στυμφαλίαν ὄρους, τοῦ ὄρους Φρύγανι, πρὸς μεταφορὰν καὶ
270ἔκχυσιν τῶν ὑδάτων, τὰ ὁποῖα ἐκχυνόμενα διὰ τῆς ὑπὸ τὸ
271ὄρος Φρύγανι κατασκευασθείσης σήραγγος εἰς τὸ Στυμφα-
272λιωτικὸν πεδίον, κατακλύζουσιν αὐτὸ, ἀφοῦ δυστυχῶς ἡ ἐν
273λόγῳ ἑταιρεία δὲν εὐηρεστήθη νὰ ἀνορύξῃ ἕνα διοχετευτικὸν
274χάνδακα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου εἰσρέοντα τὰ ὕδατα νὰ μεταγ-
275γίζωνται κατ’ εὐθεῖαν πρὸς τὴν λίμνην Στυμφαλίαν καὶ νὰ
276μὴ καταπλημμυρῶσι τὴν πέριξ καλλιεργημένην καὶ εὐφο-
277ρωτάτην πεδιάδα. Σήμερον δὲ τὰ ὕδατα ταῦτα ἔχουσι κατα-
278κλύσει μέγα μέρος τῆς ὅλης ἐκτάσεως, οἱ δὲ δυστυχεῖς γεωρ-
279γοὶ διαμαρτύρονται καὶ παραπονοῦνται κατὰ τοῦ ἐκ τῶν
280ὑδάτων Στυμφαλίας κατακλυσμοῦ τῶν γαιῶν αὐτῶν, ἀλλὰ
281καὶ κατὰ τῆς ἐντὸς αὐτῶν εἰσροῆς τῶν ὑδάτων τῆς λίμνης
282Κλημεντοκαίσαρι.
283Διὰ τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀρωγὴν τῆς Κυβερνήσεως,
284καὶ παρακαλῶ αὐτὴν νὰ θελήσῃ νὰ διατάξῃ ταχέως τὴν ἐκ-
285τέλεσιν τῶν περὶ ὧν ὡμίλησα ὀλίγων, ἀλλ’ ἀναγκαίων, ὑδραυ-
286λικῶν ἔργων ἔν τε Φενεῷ καθὼς καὶ ἐν Στυμφαλίᾳ, ἵνα ἀπο-
287σοβηθῇ πᾶσα ἐν τῷ μέλλοντι καταστροφὴ τῆς περιουσίας
288τῶν παραπονουμένων πολιτῶν καὶ πᾶσα προξενηθησομένη
289ἕνεκα ταύτης εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου βλάβη, διότι
290ἕνεκα τοῦ κατακλυσμοῦ τῶν γαιῶν ἐκείνων δὲν ζημιοῦνται
291μόνον οἱ χωρικοί, ἀλλὰ καὶ τὸ Δημόσιον. Εἰς χωρικοὺς δὲ
292φιλέργους καὶ φιλονόμους, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ ἀρυσθῶ-
293σιν ἄλλοθεν τὰ μέσα τῆς ζωῆς, καὶ λόγῳ φιλανθρωπίας, ἀλλὰ
294καὶ λόγῳ στοιχειώδους καθήκοντος, εἶναι ἐπιβεβλημένον καὶ
295φρόνιμον νὰ παρασχεθῇ ἡ ἀρωγὴ αὕτη ἐκ μέρους τῆς Πολι-
296τείας, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον καὶ ἡ δαπάνη ἡ πρὸς τοῦτο
297ἀπαιτηθησομένη δὲν θέλει εἶσθαι μεγάλη, καὶ ἐντὸς ἑνὸς
298μόνου ἔτους θέλει κατορθώσει τὸ Δημόσιον ν’ ἀποζημιωθῇ
299δι’ αὐτὴν ἐκ τοῦ δικαιώματος τοῦ φόρου ἐπικαρπίας, ὃν θὰ
300πληρώσουν αὐτῷ οἱ μέλλοντες νὰ καλλιεργήσωσι τὰς ἀπο-
301καλυφθησομένας γαίας χωρικοί.
302§7ΠΕΡ. ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ,
303κύριε Πρόεδρε, τῆς συστάσεως τοῦ συναδέλφου, θὰ μοὶ ἐπι-
304τρέψητε νὰ ἀπασχολήσω καὶ ἐγὼ ἐπ’ ὀλίγον τὴν Βουλήν,
305καὶ ἐνδιατρίψω ἐπὶ μικρὸν ἐπὶ ζητήματος οὐ μόνον ἀφορῶν-
306τος μέγιστα συμπολιτῶν μου συμφέροντα, ἀλλὰ καὶ τοιαῦτα
307τοῦ Δημοσίου· δι’ ὃ καὶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἰδίᾳ
308ἐφιστῶ.
309Ὡς γνωστὸν ὑμῖν, κύριοι Βουλευταί, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Κο-
310ρινθίας ὑπάρχουσιν αἱ λίμναι Φενεοῦ καὶ Στυμφαλίας. Ἀμ-
311φοτέρων τούτων τῶν λιμνῶν ἡ ἀποξήρανσις εἶχε παραχω-
312ρηθῆ εἰς ἑταιρείαν, ἥτις ἐν μὲν Φενεῷ οὐδὲν ἄλλο ἔργον ἐξε-
313τέλεσε, πλὴν ὁροθετικοῦ τινος χάνδακος, πρὸς μόνον τὸν
314σκοπὸν, ἵνα καρπῶται τὰ εἰσοδήματα τῶν ἀποκαλυπτομένων
315γαιῶν κατὰ τὰς τυχὸν ἑκάστοτε ἐπικρατούσας ξηρασίας, ἐν
316Στυμφαλίᾳ δὲ ἐξετέλεσεν ἔργα τινὰ ἀποξηράνσεως, ἀλλὰ
317καὶ ταῦτα ἡμιτελῆ ἐγκατέλειψε, πᾶσα δ’ ἐργασία μετ’ οὐ
318πολὺ τελείως διεκόπη· δι’ ὃ βραδύτερον ἡ ἑταιρεία ἐκηρύχθη
319ἔκπτωτος τῶν δικαιωμάτων της. Ἡ ἀποξήρανσις τῆς λί-
320μνης Φενεοῦ καθίστατο ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς τοῦ ἔθνους
321δυσπραγίας ἀδύνατος· δαπάνη ἑκατομμυρίων ἀπῃτεῖτο.
322Ἀλλ’ εὐτυχῶς, εἴτε ἐκ τῆς ξηρασίας, ἥτις ἐπεκράτησε κατὰ
323τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη, εἴτε ἐκ γεωλογικῶν λόγων, διὰ
324τῶν ἐν τῇ λίμνῃ ὑπαρχουσῶν καταβοθρῶν, ἐν βραχυτάτῳ
325χρονικῷ διαστήματι, ἀπεσύρθησαν τὰ πλεῖστα τῶν ὑδάτων,
326κατὰ τὸ ἔτος δὲ 1898 τελείως ἐπῆλθεν ἡ ἀποξήρανσις, καὶ
327οὕτω γαῖαι 40,000 στρεμμάτων εὐφορώταται ἀπεκαλύφθη-
328σαν, οἱ δὲ κάτοικοι Φενεοῦ ἐπεδόθησαν εἰς τὴν καλλιέργειαν
329αὐτῶν, καὶ πέρυσι μὲν ἔσπειραν μέρος, ἐφέτος δὲ ὁλόκλη-
330ρος ἡ εὐφορωτάτη ἐκείνη πεδιὰς καλλιεργηθεῖσα ἐσπάρη δη-
331μητριακοὺς καρπούς. Ἀλλὰ δυστυχῶς οὐδεμία φροντὶς ἐλή-
332φθη, ὅπως ἐκτελεσθῶσιν ἀπαραίτητά τινα τεχνικὰ ἔργα, ἵνα
333μὴ αἱ γαῖαι αὗται καλυφθῶσιν αὖθις ὑπὸ τῶν ὑδάτων. Καὶ
334εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι διετάχθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου νὰ
335μεταβῇ εἰς Φενεὸν καὶ προβῇ εἰς τὴν προσήκουσαν μελέτην
336τῶν ἐκτελεστέων ἔργων ὁ νομομηχανικὸς κ. Σιδερίδης, ἐπι-
337τοπίως δὲ μεταβὰς οὗτος καὶ ἐξετάσας, προϋπελόγισε τὴν
338ἀπαιτουμένην δαπάνην καὶ συνέταξε τὸν προϋπολογισμὸν
339αὐτῆς, ἀνερχόμενον, νομίζω, εἰς 33,000 δραχμὰς πρὸς ἐκτέ-
340λεσιν τεχνικῶν ἔργων, ὅπως ἐξασφαλισθῶσιν ἀπὸ ἐμφράξεις
341αἱ καταβόθραι, αἵτινες θὰ ἐδέχοντο οὐ μόνον τὰ ὕδατα τοῦ
342ποταμοῦ Ὀλβίου ἢ Ἀροανίου, ἀλλὰ καὶ πάντα τὰ ὄμ-
343βρια, εἰς τρόπον ὥστε αἱ πλήμμυραι νὰ μὴ κατακλύζωσι
344τὰς γαίας, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἐξετελέσθη καὶ ἓν ἔργον,
345οὐδ’ ἀνεγράφη πίστωσις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ παρελ-
346θόντος ἢ τοῦ τρέχοντος ἔτους· καὶ ἐν τούτοις ἐφέτος, ὡς ἐκ
347τῆς πολυομβρίας, τὰ ὕδατα κατέκλυσαν ἔκτασιν 5–6 χι-
348λιάδων στρεμμάτων, ἀναμφιβόλως δὲ θὰ καλυφθῇ ὅλη ἡ
349ἔκτασις τῆς πεδιάδος, ἐὰν δὲν ληφθῶσι τὰ κατάλληλα μέτρα
350ὅσον οἷόν τε τάχιον. Οἱ Φενεᾶται, ἐν ἀπογνώσει διατελοῦν-
351τες, ἀναμένουσι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀπαραιτήτων τούτων ἔρ-
352γων, δι’ ἀναφορᾶς των δ’ ὑπέβαλον τὰ παράπονά των διὰ
353τὴν βραδύτητα τῆς ἐκτελέσεως εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυ-
354βερνήσεως, ἀντίγραφον τῆς ὁποίας ἀπέστειλαν καὶ εἰς ἐμὲ
355καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους ἐκ Κορινθίας κ. συναδέλφους, ἵνα ἀνα-
356κοινώσωμεν αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν.
357Φρονῶ ὅτι εἶναι ἀσήμαντος διὰ τὸ Δημόσιον δαπάνη
35840,000 δραχμῶν τὸ πολὺ, ἀφοῦ ἐκ τῆς μισθώσεως τῶν γαιῶν
359τούτων, ὡς ἀνηκουσῶν κατὰ τὰ ⅘ εἰς τὸ Δημόσιον, θὰ εἰσ-
360πράττῃ ἐκ τοῦ φόρου ἐπικαρπίας ἀνώτερον ποσὸν τῶν
36140,000 δραχμῶν. Φρονῶ ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη πρὸς ἐκτέλε-
362σιν τῶν τεχνικῶν ἔργων εἶναι ἀπαραίτητος, διὰ νὰ μὴ κα-
363λυφθῶσιν αὖθις ὑπὸ τῶν ὑδάτων γαῖαι μεγίστης ἀξίας καὶ
364ὑποστῇ καὶ αὐτὸ τὸ Δημόσιον ἀνυπολόγιστον ζημίαν.
365Ἐπίσης ὀλίγα ἔργα ἀπαιτοῦνται νὰ ἐκτελεσθῶσι πρὸς
366ἐκβάθυνσιν τῆς σήραγγος Σοῦρι–Πράθι ἐν Στυμφαλίᾳ, ὅπως
367ἀποξηρανθῇ καὶ ἡ λίμνη αὕτη, ἐκ τῆς ἀποξηράνσεως τῆς
368ὁποίας θὰ προκύψῃ μεγίστη ὠφέλεια οὐ μόνον διὰ τοὺς κα-
369τοίκους Στυμφαλίας, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ Δημόσιον.
370Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνή-
371σεως καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουρ-
372γὸν, νὰ ζητήσωσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα καὶ μελετήσωσι
373τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Πέποιθα δὲ, ὅτι θὰ εἰσακούσωσι
374τῆς συστάσεως μου ταύτης καὶ θὰ σπεύσωσι, χάριν γενικω-
375τέρων ἄλλως συμφερόντων, νὰ διατάξωσι τὴν ἐκτέλεσιν ὀλι-
376γοδαπάνων ἔργων πρὸς ἐξασφάλισιν περιουσίας οὐ σμικρᾶς
377τοῦ Δημοσίου.
378§8Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ.
379Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν,
380ἂν ὁ νομομηχανικὸς κ. Σιδερίδης μετέβη ἐπὶ τόπου, τίνα
381προϋπολογισμὸν ἔκαμε, καὶ ὁποῖα σχεδιογραφήματα ὑπέ-
382βαλεν.
383§9ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον
384εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσω-
385τερικῶν, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς ἀποξηράνσεως τῶν
386λιμνῶν Στυμφαλίας καὶ Φενεοῦ, ἵνα μὴ πάλιν κατακλυ-
387σθῶσιν αὗται ὁλοσχερῶς ὑπὸ τῶν ὑδάτων. Τότε δὲν εἶχον
388ἐπέλθει οἱ ὑετοὶ, καὶ ἡ σύστασις μου δὲν εἰσηκούσθη ὑπὸ τοῦ
389Ὑπουργείου, ἀλλ’ εἶχε τὴν τύχην ν’ ἀναγραφῇ ἁπλῶς εἰς
390τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ἐνῷ ἔδει πρὸ τῶν βροχῶν νὰ λάβῃ
391μέτρα τὸ Ὑπουργεῖον. Διὰ νὰ ἦμαι ὅμως ἀκριβὴς, πιθανὸν
392εἶναι, ὅτι, ἐπειδὴ τὴν σύστασίν μου δὲν ὑπέβαλον ἐγγράφως,
393δὲν ἐστάλη αὕτη ὑπὸ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς εἰς τὸ Ὑπουρ-
394γεῖον, καὶ ἕνεκα τούτου οὐδεμία ἐλήφθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουρ-
395γείου πρόνοια, ὡς ἐπληροφορήθην, καὶ ἴσως ἡ Ὑπηρεσία τοῦ
396Ὑπουργείου σήμερον ἀκόμη ἀγνοεῖ τὴν ἀξίαν τοῦ ζητήμα-
397τος τούτου.
398Ἀναγκάζομαι νὰ δηλώσω, ὅτι αἱ γαῖαι τοῦ Φενεοῦ
399ἀντιπροσωπεύουν ἀξίαν ἀνωτέραν τῶν 10 καὶ 12 ἑκατομ-
400μυρίων δραχμῶν. Γνωρίζω δὲ καλῶς τὰ κατὰ τὴν λίμνην
401ταύτην, διότι συνέβη εἰς ἑταιρείαν, ἡ ὁποία εἶχεν ἀναλάβει
402τὴν ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης ταύτης καὶ τῆς Στυμφαλίας,
403νὰ ἔχω μέρος, ὡς μέτοχος καὶ ὡς σύμβουλος αὐτῆς, ἥτις διε-
404λύθη, κηρυχθεῖσα ἔκπτωτος. Ὡς γνωρίζων δὲ τὰ κατ’ αὐτὴν,
405νομίζω χρέος μου νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ θέμα καὶ νὰ διαφω-
406τίσω τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τῶν κατ’ αὐτήν,
407καθότι δὲν θὰ εὕρῃ στοιχεῖα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διότι τὸ
408ἀρχεῖον τῆς ἑταιρείας ἐκείνης ἐγένετο παρανάλωμα τοῦ
409πυρὸς, τοῦ καταστρέψαντος τὴν οἰκίαν Μελᾶ, ἐν ᾗ εὕρηντο
410καὶ τὰ ἔγγραφα τῆς ἑταιρείας, περὶ ἧς ὁ λόγος.
411Αἱ συνήθως κατακλυζόμεναι γαῖαι τοῦ Φενεοῦ εἶναι ἐκτά-
412σεως 33 ἕως 35 χιλιάδων στρεμμάτων, ἐπὶ μεγαλειτέρας δὲ
413πλημμύρας κατακλύζεται ἔκτασις μέχρι καὶ 37,000 στρεμ-
414μάτων. Ἡ ἔκτασις ἡ καλυπτομένη ὑπὸ τῶν ὑδάτων, ὁσά-
415κις ἀποξηραίνεται ἡ λίμνη, χρησιμεύει πρὸς καλλιέργειαν
416καὶ καταλαμβάνεται καὶ καλλιεργεῖται ἀπὸ τοὺς περιοί-
417κους. Ὁ Παυσανίας ὀνομάζει τὴν ἔκτασιν ταύτην μετὰ τῶν
418συνεχομένων γαιῶν τῆς κοιλάδος ἐκείνης τῆς εὐρείας, ὀνο-
419μάζει αὐτὴν πεδίον Φενεατικὸν καὶ γόνιμον· ἀναφέρει δὲ,
420ὅτι εἰς ἀπώτερον παρελθὸν ὑπῆρχεν ἐκεῖ λίμνη, ἀλλ’ ἀπε-
421ξήρανεν αὐτὴν ὁ Ἡρακλῆς, κατασκευάσας τὰ βάραθρα, ἤτοι
422τὰς καταβόθρας. Ὥστε ἐπὶ Παυσανία ἦτο πεδίον καὶ ὄχι
423λίμνη. Ἀλλ’ ὅτε ἡ ἐποχὴ τῆς βαρβαρότητος ἐκάλυψε τὴν
424Ἑλλάδα, καὶ τὰ συντηροῦντα ἴσως τὴν ἀποξήρανσιν ἔργα
425κατεστράφησαν καὶ τὸ μέρος ἐκεῖνο κατεκλύσθη πάλιν ὑπὸ
426τῶν ὑδάτων καὶ ἀπετέλεσε λίμνην. Ἡ λίμνη αὕτη ἀπὸ
427καιροῦ εἰς καιρὸν αὐτομάτως ἀποξηραίνεται. Κατὰ τὸ 1882
428ἐγένετο ἡ πρώτη ἀποξήρανσις, ἣν τότε οἱ Ὀθωμανοὶ κάτοι-
429κοι ἐθεώρησαν ὡς κακὸν οἰωνὸν, ἀλλὰ διήρκεσεν ἐπ’ ὀλίγον.
430Μετὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ Ὄθωνος ἐπῆλθε πάλιν αὐτόματος
431ἀποξήρανσις, μόλις δ’ ἔμαθε τοῦτο ὁ Ὄθων, μετέβη ἐπιτο-
432πίως, παραλαβὼν μεθ’ ἑαυτοῦ ἐπιτελεῖον μηχανικῶν, εἰς
433τοὺς ὁποίους ἀνέθηκε τὴν μελέτην τῶν αἰτίων τῆς ἀπο-
434ξηράνσεως καὶ τῆς κατασκευῆς ἔργων, ὅπως μὴ ἐν τῷ μέλ-
435λοντι κατακλύζηται τὸ μέρος ἐκεῖνο. Οἱ Βαυαροὶ μηχανικοὶ
436περιέγραψαν ἐν σχεδιογραφήματι τὴν ἔκτασιν καὶ τοὺς πο-
437ταμοὺς, οἵτινες ῥέουσιν ἐν τῇ λίμνῃ καὶ οἵτινές εἰσιν ὁ Ἀρο-
438άνιος ἢ Ὄλβιος καὶ ὁ Λάδων. Ὡσαύτως ἐσχεδίασαν τὰ
439ἔργα τὰ ἐκτελεστέα πρὸς πρόληψιν νέας κατακλύσεως. Ἡ
440ἀποξήρανσις διήρκεσεν ἐπὶ τρία ἔτη, κατόπιν δὲ, εἴτε διὰ
441τὴν ἀτέλειαν τῶν κατασκευασθέντων ἔργων, εἴτε δι’ ἄλλους
442λόγους, αἱ καταβόθραι ἢ τὰ βάραθρα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐχωνεύετο
443τὸ ὕδωρ, ἐπεχώσθησαν, καὶ οὕτως ἐκ νέου αἱ γαῖαι κατε-
444κλύσθησαν, καὶ πάλιν ἐγένετο τὸ μέρος ἐκεῖνο λίμνη, καὶ
445ἔμεινε μέχρι τοῦδε τοιαύτη. Ἡ ἑταιρεία, ἡ ἀναλαβοῦσα τὴν
446ἀποξήρανσιν, μετεκαλέσατο ἐξ Εὐρώπης πολλοὺς μηχανικοὺς,
447ὧν εἷς ἦτο ἐξ Ἀγγλίας καὶ ἕτερος ἐξ Ἰταλίας. Ὁ δεύ-
448τερος οὗτος δι’ ἐκθέσεως ὥρισε τὸν τρόπον τῆς ἀποξηράν-
449σεως, διότι ἕνεκα τῆς ἀδυναμίας τοῦ καταμετρῆσαι τὰ στό-
450μια τῶν καταβοθρῶν δὲν ἠδύνατο νὰ γνωρίζῃ, ἂν θὰ ἦτο
451ἀσφαλὴς ἡ διὰ μόνον τῶν καταβοθρῶν ἀπορρόφησις τῶν ὑδά-
452των, καὶ αὐτὸς ἀπεφάνθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ μία σῆραγξ
453εἰς τὴν θέσιν «Διάσελον τῆς Καστανιᾶς», εἰς τὸ ὄρος
454τὸ ὁποῖον χωρίζει τὸ Φενεατικὸν πεδίον ἀπὸ τὴν λίμνην τῆς
455Στυμφαλίας, διότι αἱ δύο λίμναι κεῖνται ἐπὶ ὀροπεδίων
456ἢ κοιλάδων, ὧν τὸ τῆς Φενεοῦ εἶναι ὑψηλότερον κατὰ δια-
457κόσια καὶ πλέον μέτρα τοῦ τῆς Στυμφαλίας. Τὴν περὶ σή-
458ραγγος γνώμην εἶχον ἐκφράσει καὶ Ἕλληνες μηχανικοί, ἐν
459οἷς καὶ ὁ κ. Σέχος. Ἡ τότε ἑταιρεία ἤρξατο τῶν ἐργασιῶν
460τῆς, αἵτινες ἐστρέφοντο εἰς τὴν διεύρυνσιν τῶν ἔργων τοῦ
461Ἀδριανείου ὑδραγωγείου, δι’ οὗ διωχετεύοντο τὰ ὕδατα τῆς
462Στυμφαλίας εἰς Κόρινθον, ὥστε τὸ ὕδωρ τῆς Φενεοῦ, ὅταν
463μετοχετευθῇ εἰς τὴν Στυμφαλίαν, νὰ δύναται ἐκεῖθεν διὰ
464τῶν σηράγγων τοῦ Πράθι καὶ τοῦ Σοῦρι νὰ διοχετεύηται
465ἀλλαχοῦ. Ἐν τούτῳ δ’ ἐσχεδιάζετο νὰ χρησιμεύσῃ ἡ κοίτη
466τῆς Στυμφαλίδος λίμνης ὡς μεγάλη ἀποθήκη τῶν ὑδάτων,
467ὅπως ταῦτα χρησιμεύσωσι πρὸς ἄρδευσιν τῶν γαιῶν τοῦ τε
468Ἀργολικοῦ πεδίου καὶ τοῦ Κορινθιακοῦ.
469Ἡ ἑταιρεία ἐδαπάνησεν 1,200,000 δραχμάς, ὡς εἶναι
470γνωστὸν ἐκ τῶν βιβλίων τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, παρ’ ἧς
471ἐδανείζετο, καὶ διὰ τῶν χρημάτων τούτων ἐξεκαθάρισε καὶ
472ἐπεσκεύασε τὰς δύο σήραγγας τοῦ Σοῦρι καὶ Πράθι, καὶ
473ἥνωσε ταύτας δι’ ὑδρογεφύρας, ὥστε τὰ ὕδατα τῆς Στυμ-
474φαλίας νὰ φθάνωσιν εἰς τὸ πεδίον τῆς Νεμέας, ὅπου καὶ
475διωχετεύθησαν καὶ ρέουσιν ἔτι διὰ τῶν ἔργων τῆς ἑταιρείας
476ἐκείνης.
477Ἐπὶ τῶν γαιῶν τῆς Φενεοῦ οὐδεμία κτῆσις ὑπάρχει ἰδιω-
478τικὴ, καὶ οὐδὲν δικαίωμα ἰδιώτου· ὥστε αἱ γαῖαι εἶναι
479κτῆμα τοῦ Δημοσίου· ἐπειδὴ δὲ οἱ περίοικοι στεροῦνται
480γαιῶν, αὗται καὶ διὰ τοὺς κατοίκους τοῦ δήμου Φενεοῦ καὶ
481διὰ τοὺς τοῦ δήμου Νωνάκριδος τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων
482εἶναι χρησιμώταται, ὑπολογίζεται δὲ ἡ ἀξία αὐτῶν οὐχὶ
483ἐλάσσων τῶν 400 δραχμῶν κατὰ στρέμμα, καὶ ἄν τις κατὰ
484τὰς γενομένας μελέτας, ὑπολογίσῃ τὰς γαίας εἰς 33,000
485στρέμματα μόνον, θέλει πεισθῆ, ὅτι πρόκειται περὶ περι-
486ουσίας ἀνωτέρας τῶν 13,000,000 δραχμῶν.
487Ὅτε ἐσχάτως ἀπεξηράνθη ἡ λίμνη τῆς Φενεοῦ αὐτομά-
488τως, οἱ κάτοικοι προέβησαν εἰς αὐθαίρετον καλλιέργειαν,
489ἥτις προὐκάλεσε καὶ σύγκρουσιν αὐτῶν. Δὲν ἠξεύρω, ποῖα
490τὸ Δημόσιον ἔλαβε μέτρα περὶ τῶν γαιῶν, ἀλλ’ ἐὰν προέ-
491βαινεν εἰς ἐνοικιάσεις αὐτῶν, θὰ ἐνῳκίαζε αὐτὰς τοὐλάχιστον
492πρὸς 15 δραχμὰς τὸ στρέμμα, ὡς τοῦτο ἐγένετο καὶ ἀλλα-
493χοῦ, εἰς γαίας πολλῷ ἥσσονος ἀξίας· ὥστε τὸ Δημόσιον θὰ
494εἶχεν ἔσοδον ἡμίσεος ἑκατομμυρίου.
495Τὰ ἔργα τῆς Στυμφαλίας, τὰ σκοποῦντα τὴν ἀποξήραν-
496σιν αὐτῆς, σύγκεινται, ὡς εἶπον, ἀπὸ τὰς δύο σήραγγας καὶ
497τὴν ὑδρογέφυραν, ἀπὸ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν δύο βαράθρων
498τῆς Στυμφαλίας καὶ ἀπὸ τὰ μήπω γενόμενα ἔργα, τὸν διο-
499χετευτικὸν χάνδακα καὶ ἄλλα. Καὶ τὰ μὲν ὑπὸ τῆς ἑται-
500ρείας γενόμενα ταῦτα ἔργα δὲν ἔβλαψαν, ἀλλὰ καὶ δὲν ὠφέ-
501λησαν, διότι δὲν ἐξεκαθαρίσθησαν τὰ βάραθρα τῆς Στυμ-
502φαλίας. Ὡς πρὸς δὲ τὴν Φενεόν, παρατηρῶ ὅτι αἱ κατα-
503βόθραι εἶναι 3 ἢ 4, εἰς κανονικὴν δ’ ἐποχήν, ὅταν τὰ ὕδατα
504τῶν δύο ποταμῶν καὶ τὰ ὄμβρια δὲν ἦναι πολλά, τότε ταῦτα
505δύνανται ν’ ἀπορροφῶνται ἀπὸ τὰς καταβόθρας αὐτάς, ἄνευ
506ἔργων τεχνικῶν, ἐὰν κατεσκευάζοντο ἔργα τινά, δι’ ὧν νὰ
507ἐμποδίζοντο τὰ παρασυρόμενα ὑπὸ τῶν ποταμῶν χώματα,
508πέτραι, δένδρα καὶ ἄλλαι ὗλαι νὰ καλύπτωσι τὰς κατα-
509βόθρας. Τότε ἤθελεν ἀποσοβηθῆ εἰς τὸ μέλλον ἡ κατάκλυ-
510σις τῆς λίμνης, καὶ θ’ ἀπερροφῶντο τὰ εἰσρέοντα εἰς αὐτὴν
511ὕδατα, καὶ θὰ καθίστατο ἡ λίμνη πάλιν πεδίον εὐφορώ-
512τατον.
513Ἡ Κυβέρνησις ἀνάγκη νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὸ ζήτημα
514τοῦτο, καὶ νὰ καλέσῃ, εἰ δυνατόν, μηχανικούς, ἵνα μελετή-
515σωσι τὰ μέρη ἐκεῖνα, διότι δὲν εἶναι μόνον ζήτημα χρη-
516ματικῆς ὠφελείας τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ ζήτημα ὑγείας
517ὅλων τῶν περιοίκων, μαστιζομένων ὑπὸ δεινῶν ἑλειογενῶν
518πυρετῶν. Εἶναι ζήτημα προνοίας τὸ νὰ παραδοθῶσιν εὔφοροι
519γαῖαι πρὸς καλλιέργειαν, αἱ ὁποῖαι δὲν εὑρίσκονται εὐκόλως
520ἀλλαχοῦ.
521Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον πρέπει νὰ σπεύσῃ
522νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος, διότι κατὰ τὰς ἐμὰς πληροφο-
523ρίας τὸ κατακλυσθὲν μέρος ἤδη ὑπερέβη τὰς 10,000 στρέμ-
524ματα· ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν κατάκλυσιν αὐτῶν εἶναι δυνατὸν
525νὰ γείνῃ μελέτη τῆς πρώτης καταβόθρας, εἶναι δυνατὴ ἡ
526κατασκευὴ χάνδακος διὰ τὰ ὕδατα τῶν δύο ποταμῶν, καὶ ἡ
527διαρρύθμισις τῆς κοίτης αὐτῶν. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω νὰ
528ἑνώσω τὴν σύστασίν μου πρὸς τὰς συστάσεις τῶν κ. συνα-
529δέλφων τῶν ἐκ Κορινθίας, καὶ παρακαλῶ θερμῶς τὴν Κυ-
530βέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν μερῶν ἐκείνων καὶ προσέτι
531νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ἔχωσι συγκοινωνίαν τουλάχιστον τη-
532λεγραφικὴν ἢ τηλεφωνικὴν, διότι τὰ ὡραῖα, ἀλλ’ ἐγκατα-
533λελειμμένα ἐκεῖνα μέρη δὲν συγκοινωνοῦσι μετὰ τῆς ἄλλης
534Ἑλλάδος ἢ μόνον ταχυδρομικῶς καὶ μόνον δὶς τῆς ἑβδομά-
535δος, τὸν δὲ χειμῶνα οὐδ’ ἅπαξ. Φρονῶ ὅτι εἶναι ἀδικαιο-
536λόγητος πᾶσα ἀναβολὴ εἰς τὸ ἔργον. Οὐδὲ ὑπάρχει δὲ
537λόγος ἀναβολῆς. Ἐλπίζω δὲ, ἢ μᾶλλον δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ
538Ὑπουργὸς θέλει σπεύσει νὰ καλέσῃ μηχανικοὺς, τοὺς ἐκ τῶν
539παρ’ ἡμῖν εἰς τὰ ὑδραυλικὰ καταγινομένους, (ἐξ ὧν νομίζω
540ὅτι ὁ κύριος Σούλης ἔχει μελετήσει μόνον τὴν Στυμφαλίαν,
541οὐχὶ δὲ καὶ τὴν Φενεὸν,) καὶ θέλει πέμψει αὐτοὺς ἐκεῖ· δὲν
542ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ πᾶσαν πίστωσιν ζητηθησομέ-
543νην πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν θέλει προθύμως ψηφίσει.
544§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Θ. Π. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν
545λόγον.
546§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν σκοπῶ νὰ ἀποτρέψω τὴν
547προσοχὴν τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν ἀπὸ τῶν παραστάσεων τῶν
548προαγορευσάντων συναδέλφων. Τὸ θέμα, εἰς τὸ ὁποῖον αὐτοὶ
549περιεστράφησαν, εἶναι θέμα γενικωτάτου ἐνδιαφέροντος,
550διότι δὲν πρόκειται μόνον νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἀποκάλυψις ἐκ-
551τάσεων μεγάλων γαιῶν, κατακλυζομένων νῦν ἀπὸ τὰ ὕδατα,
552καὶ ἑπομένως ἡ παράδοσις αὐτῶν εἰς τὴν γεωργίαν, ἀλλὰ
553πρόκειται ἀκόμη νὰ μελετηθῇ, ἂν εἶναι δυνατὸν τὰ ὕδατα, τὰ
554ὁποῖα πρέπει ν’ ἀποστραγγισθῶσιν ἀπὸ τὸ ἔδαφος ἐκεῖνο,
555νὰ διατεθῶσιν εἰς ἄρδευσιν τῆς βορειανατολικῆς πλευρᾶς
556τοῦ Ἀργολικοῦ πεδίου, ἡ ὁποία εἶναι διψαλέα, ἕνεκα δὲ τού-
557του ξηρὰ καὶ ἄγονος. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις
558θέλει πράξει ἔργον ἄξιον Κυβερνήσεως, ἐκπληροῦν κυρίως τὸν
559προορισμὸν τῶν Κυβερνήσεων, ἐὰν σπεύσῃ ἀμέσως νὰ δια-
560τάξῃ μελέτας ἐπιστημονικὰς τῶν ἔργων τούτων, ὅπως δυ-
561νηθῇ νὰ φθάσῃ εἰς ἔναρξιν ἔργου, τὸ ὁποῖον τῷ ὄντι θέλει
562ὠφελήσει τὴν γεωργίαν, καὶ θέλει ἐνισχύσει τὴν ἐθνικὴν πα-
563ραγωγήν.
564Ἀλλὰ ταῦτα ἠναγκάσθην νὰ εἴπω, διότι παρενεβλήθη ἡ
565συζήτησις τοῦ θέματος τούτου εἰς ἐπερώτησιν ἄλλην τοῦ
566πρώτου ἀγορεύσαντος κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κορινθίας. Ὅτε ἀνε-
567γνώσθη εἰς τὴν Βουλὴν ψήφισμά τι Δημοτικοῦ τινος Συμ-
568βουλίου, δὲν ἤμην παρὼν, διότι ἠσθένουν, οὔτε ἐγνώριζον,
569ὅτι ὑπάρχει τοιοῦτον ψήφισμα. Σήμερον μόλις μανθάνω αὐτὸ,
570καὶ τὸ ἤκουσα μετὰ μεγάλης ἐκπλήξεως. Τὸ ψήφισμα τοῦ
571περὶ οὗ ὁ λόγος Δημοτικοῦ Συμβουλίου, διὰ τοῦ ὁποίου
572ἀπεδοκιμάσθη εἷς τῶν Βουλευτῶν, περιέχει δύο μεγάλας
573πλημμελείας. Πρῶτον ἐγένετο καθ’ ὑπέρβασιν τῶν καθη-
574κόντων τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, δεύτερον ἐγένετο πρὸς
575ὕβριν τοῦ βουλευτικοῦ δικαιώματος. Εἶναι πρᾶξις ἀξία πά-
576σης καταστολῆς. Ἀληθῶς πρώτη ἀρετὴ τῶν πολυμελῶν
577διοικητικῶν σωμάτων, πρώτη ἀρετὴ τῶν διοικητικῶν ἀρ-
578χῶν εἶναι νὰ ὦσι ζηλότυποι τῆς ἰδίας αὐτῶν ἁρμοδιότη-
579τος καὶ τῶν ἀπονεμημένων εἰς αὐτὰ δικαιωμάτων· πρώτη
580δὲ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ δειχθῇ ζηλότυπος τῶν δικαιωμάτων
581αὑτῆς· καὶ ὅταν τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Βου-
582λὴν ν’ ἀποδοκιμάζῃ τοὺς λόγους τῶν Βουλευτῶν, ἀλλὰ μό-
583νον ἔδωκε δικαίωμα εἰς τοὺς Βουλευτὰς νὰ ἀποφαίνωνται,
584ἂν ἐγκρίνουσιν ἢ δὲν ἐγκρίνουσι τὰς προτάσεις αὐτῶν, πῶς
585εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ, ὅπως ἓν Δημοτικὸν Συμβούλιον
586ἀποδοκιμάζῃ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, ὁμιλοῦντας ἢ
587συζητοῦντας ὑπὲρ τῆς περιστολῆς τῶν καταχρήσεων τῶν ὀρ-
588γάνων τῆς διοικήσεως; Διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι δὲν προσῆκε
589νὰ ἀφήσω νὰ παρέλθῃ ἐν σιγῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ὅτι ὤφει-
590λον νὰ ἐκδηλώσω τὴν ἀγανάκτησίν μου, τὴν ὁποίαν ἐλπίζω
591ὅτι θέλουσι συμμερισθῆ καὶ αἱ δύο πτέρυγες, διότι πρόκει-
592ται οὐ μόνον περὶ ἀποκαταστάσεως τῆς ἁρμονίας ἐν τῇ λει-
593τουργίᾳ τῆς διοικήσεως, ἀλλὰ πρόκειται ἀκόμη καὶ περὶ τῆς
594ἀξιοπρεπείας τοῦ Σώματος τούτου, καὶ περὶ τοῦ σεβασμοῦ,
595τὸν ὁποῖον ὀφείλουσιν οἱ πολῖται πρὸς αὐτό. Ἡ Βουλὴ εἶναι
596μία τῶν πολιτειακῶν ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους· οἱ πολῖται ὀφεί-
597λουσι ν’ ἀποφαίνωνται περὶ τῆς διαγωγῆς ἡμῶν, ὅταν κα-
598λῶνται νὰ ἐκλέξωσι Βουλευτάς, καὶ ν’ ἀποφαίνωνται, ἂν
599ἡμεῖς διεχειρίσθημεν καλῶς ἢ κακῶς τὴν ἐντολὴν τὴν ἀνα-
600τεθεῖσαν ἡμῖν· οὐδὲν ὅμως ἔχουσι δικαίωμα ν’ ἀποδοκιμά-
601ζωσιν ἢ ἐπιδοκιμάζωσι, πολλῷ δὲ μᾶλλον δὲν ἔχει δικαίωμα
602τοιοῦτον ἓν Συμβούλιον, τοῦ ὁποίου ἐντολὴ εἶναι νὰ μερι-
603μνᾷ μόνον περὶ τῶν τοπικῶν συμφερόντων τῆς περιφερείας
604ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἐτάχθη συμβουλευτικὴ τοῦ δήμου
605ἀρχή. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐξ ἀριστερῶν).
606§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γκίκας ἔχει τὸν λόγον.
607§13ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ
608θέματος τούτου, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω, ὅτι εἶναι
609ἀρκούντως σπουδαία ἡ ὑπὸ συζήτησιν περίπτωσις, ὥστε νὰ
610ἀποφασίσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξε-
611τάσῃ περὶ τῆς ὑποθέσεως, καὶ νὰ μεταχειρισθῇ τὴν πειθαρ-
612χικὴν αὑτοῦ ἐξουσίαν ἐπὶ Συμβουλίου, ὅπερ προφανῶς παρέβη
613τὰ καθήκοντα αὑτοῦ, συνελθόν, συσκεφθὲν καὶ ἐκδὸν ἀπόφασιν
614περὶ θέματος μὴ ἀνήκοντος εἰς τὴν ἁρμοδιότητα αὑτοῦ. Ἡ
615πρᾶξις εἶναι βεβαιωμένη πανηγυρικῶς, διότι δυστυχῶς, ἐκ
616παραδρομῆς βεβαίως, ἀνεγνώσθη ἐν τῇ Βουλῇ τὸ ψήφισμα,
617καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ τιμωρήσῃ τὴν παράβασιν
618ἐπὶ τοσοῦτον αὐστηρότερον, ἐφ’ ὅσον εἶναι καὶ μεγαλειτέρα.
619§14Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ
620τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ δὲν νομίζω ὅτι ἔχω ἀνάγκην νὰ
621ποιήσωμαι δήλωσιν ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἐγὼ μόλις κατὰ τὴν
622συνεδρίασιν ταύτην ἔμαθον, ὅτι τοιοῦτον ψήφισμα ἐξεδόθη
623ὑπό τινος Δημοτικοῦ Συμβουλίου, διότι καὶ ἐγὼ εἶχον τὸ
624δυστύχημα νὰ μὴ ἦμαι παρὼν τότε.
625§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ. Δὲν ἀνεκοινώθη
626οὕτω τὸ ψήφισμα ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐλάβετε
627γνῶσιν. Ἁπλῶς ἀνεκοινώθη ἡ ὕπαρξις.
628§16ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐ μόνον ἀνεκοινώθη, ἀλλὰ καὶ κατε-
629χωρίσθη τὸ κείμενον αὐτοῦ εἰς τὰ πρακτικά.
630§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Παρετήρησα καὶ ἐγὼ εἰς τὰ
631πρακτικά...
632§18ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ διαγραφῇ.
633§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρετήρησα καὶ ἐγώ, ὅτι εἶναι ἀναγεγραμ-
634μένον τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ, ἀλλὰ βεβαιῶ, ὅτι δὲν ἀνεκοι-
635νώθη τὸ περιεχόμενον· ἀντεγράφη ὅμως ἐκ τοῦ ψηφίσματος
636εἰς τὰ πρακτικά.
637§20ΣΚΟΥΖΕΣ. Πρέπει νὰ διαγραφῇ ἐκ τῶν πρακτικῶν.
638§21Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναγνωρίζω καὶ
639ἐγώ, ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον οὐδὲν δικαίωμα εἶχεν,
640ἵνα προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἀνε-
641γνώσθη, καὶ θέλω λάβει ὅλα τὰ κατάλληλα μέτρα, ἵνα ἐπανα-
642φέρω τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο εἰς τὰ καθήκοντά του.
643§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεκοινώθη μέν, ἀλλὰ δὲν ἀνεκοινώθη καθ’
644ὃν τρόπον εἶναι ἀναγεγραμμένη ἡ περίληψις εἰς τὰ πρακτικά.
645Ἀντεγράφη ἐκ τοῦ περιεχομένου τοῦ ψηφίσματος ὑπὸ τοῦ
646συντάκτου. Ἀνεκοινώθη ἁπλῶς, ὅτι ὑπεβλήθη ψήφισμα τοῦ
647δήμου Σικυῶνος. Οὐδὲν ἕτερον. Τὸ ἐνθυμοῦμαι δὲ τόσον καλά,
648διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ λόγος περὶ λεχθέντων ὑπὸ
649Βουλευτοῦ ὑπὸ τοῦ Προέδρου ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει.
650§23ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ μένῃ καὶ ἀναγεγραμ-
651μένον.
652§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι μετὰ τὰς ἐξηγήσεις αὐτὰς
653δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν ἡ ἀναγραφή.
654§25ΣΚΟΥΖΕΣ. Νὰ διαγραφῇ.
655§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γκίκας ἔχει τὸν λόγον.
656§27Π. ΓΚΙΚΑΣ. Εἶμαι πάντοτε κατὰ τῆς ἐπικρατησάσης
657συνηθείας τοῦ νὰ φέρωνται πάντα τὰ ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ἀνα-
658γραφόμενα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καθὸ μὴ ἔχοντα κανὲν κῦ-
659ρος. Ὑπάρχουσιν ὅμως φῆμαί τινες, αἱ ὁποῖαι, ὅσον καὶ ἂν
660θεωρῶνται ἀδέσποτοι, δὲν δύνανται ἢ νὰ ἐπιδράσωσιν, ὡς ἐκ
661τῆς σπουδαιότητος αὐτῶν, καὶ ἐφελκύσωσι τὴν προσοχὴν παν-
662τὸς πολίτου, ἰδίᾳ δὲ τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ αὐτῆς ἔτι τῆς
663Κυβερνήσεως. Διεδόθη μετ’ ἐπιτάσεως καὶ ἀνεγράφη ἐν ταῖς
664ἐφημερίσι, χωρὶς ὁπωσδήποτε νὰ ἀναιρεθῇ, φήμη τις, ἡ ὁποία,
665ἐὰν ἀληθεύῃ, διασαλεύει αὐτὰ τὰ θεμέλια τοῦ κοινοβουλευ-
666τικοῦ πολιτεύματος. Διεδόθη ὅτι ὅτε κύριος Πρόεδρος τῆς
667Κυβερνήσεως καὶ ὁ Βασιλεὺς αὐτὸς ἠπείλησαν, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ
668δὲν ἐπιψηφίσῃ τὰ νομοσχέδια τὰ ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν
669παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, θὰ διαλύσωσιν αὐτήν. Δὲν ἔδωκα
670πίστιν εἰς τὰς τοιαύτας φήμας, καὶ δὲν ἔδωκα πίστιν το-
671σούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἡ ἱστορία τῶν ἑκάστοτε Ἑλληνικῶν
672Βουλῶν διδάσκει, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐν τῇ ἐπιτελέσει τῶν καθη-
673κόντων αὐτῆς οὐδέποτε ἀπεδειλίασε πρὸ τοιαύτης ἀπειλῆς.
674Βεβαίως δικαίωμα καὶ προνόμιον τῆς Βασιλείας εἶναι νὰ δια-
675λύῃ τὴν Βουλήν, ὁσάκις θεωρῇ τοῦτο ἀναγκαῖον, ἀλλὰ δὲν
676πρέπει νὰ φέρηται τοῦτο ὡς φόβητρον κατὰ τῆς ἐκτελέσεως
677τῶν καθηκόντων τῶν Βουλευτῶν. Αἱ Βουλαὶ αἱ Ἑλληνικαὶ
678πάντοτε ἐπετέλεσαν τὸ καθῆκον αὐτῶν, οὐδέποτε δὲ ἠρνή-
679θησαν νὰ ἐπιψηφίσωσι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα αἱ ἑκάστοτε
680Κυβερνήσεις ὑποβάλλουσιν, ἀλλὰ μετὰ προηγούμενον ἔλεγ-
681χον. Ἀπεδείχθη δέ, ὅτι, ὁσάκις τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια
682δὲν ὑπέκυψαν εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, πάντοτε ἐν τῇ
683ἐφαρμογῇ αὐτῶν εὑρέθησαν ἀλυσιτελῆ. Δὲν ἐπίστευσα τὰς δια-
684δοθείσας φήμας, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ διαψευσθῶσι.
685§28ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
686§29Π. ΓΚΙΚΑΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον νὰ
687διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ὑποστατοῦ τῶν τοιούτων φη-
688μῶν, διὰ νὰ βεβαιωθῇ, ἂν ἡ Βουλὴ ἐλευθέρως καὶ ἀνεπηρεά-
689στως προβαίνει εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῆς, ἢ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς
690τοιαύτης ἀπειλῆς, καὶ ἑπομένως τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις,
691ὅπως ἄρῃ αὐτὰς τὰς φήμας, αἱ ὁποῖαι, ὡς προεῖπον, ἂν ἀλη-
692θεύωσι, καὶ αὐτὸ τὸ πολίτευμα καὶ αὐτὰς τὰς βάσεις τοῦ
693κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος διασαλεύουσι.
694§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δούνης ἔχει τὸν λόγον.
695§31ΔΟΥΝΗΣ. Ἐπὶ ἄλλου θέματος ἔχω ἐγώ. Ἑπομένως ἐάν
696τις ἄλλος ἔχει ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος τὸν λόγον, βεβαίως
697προηγεῖται ἐμοῦ.
698§32Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ
699θέματος ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
700§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
701§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ παρατηρήσεις τοῦ κυρίου
702Βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας μοὶ φαίνονται ἄξιαι ἐμβριθοῦς μελέτης.
703Εἶναι ἀληθές, ὅτι δὲν συντελεῖται τὸ πρῶτον τοιοῦτον ἐγχεί-
704ρημα, καὶ ὅτι κατὰ τὰ παρελθόντα προσφάτως ἔτη, καὶ κατὰ
705τὸ 1897 καὶ κατὰ τὸ 1898, ὄργανα τινα τοῦ Τύπου, τὰ
706ὁποῖα δὲν διακρίνονται ἐπὶ ἐγκρατείᾳ γλώσσης, οὐδ’ ἐπὶ εὐ-
707λαβείᾳ καὶ σεβασμῷ πρὸς τὴν ἀλήθειαν, διέδωκαν εἰδήσεις
708περὶ λόγων, τοὺς ὁποίους εἶπε δῆθεν ὁ Βασιλεύς, περὶ σκέ-
709ψεων, τὰς ὁποίας μετέδωκεν εἰς τοὺς ἐμφανιζομένους ἐνώπιον
710αὐτοῦ, ἀναρμόστων εἰς τὸν Ἡγεμόνα, ὑβριστικῶν δὲ πρὸς
711τὸ Κοινοβούλιον καὶ πρὸς τοὺς θεσμούς. Ἐνθυμοῦνται πάντες,
712ὅτε ὁ Βασιλεὺς περιώδευεν ἀνὰ τὴν Πελοπόννησον, ποίας φή-
713μας διέσπειρον ὄργανά τινα τοῦ Τύπου, τὰ ὁποῖα κρίνω ἀνά-
714ξια νὰ μνημονευθῶσιν ὑπ’ ἐμοῦ. Παρίστων τὸν Βασιλέα ἀρ-
715χηγὸν κόμματος, κατερχόμενον ἵνα παλαίσῃ πρὸς τὰ ἄλλα
716κόμματα. Λυποῦμαι δὲ ὄντως, διότι οἱ Ὑπουργοὶ τοῦ χρόνου
717ἐκείνου δὲν ἔσπευσαν νὰ ἀμυνθῶσιν οὐχὶ ὑπὲρ ἑαυτῶν, ἀλλὰ
718νὰ θέσωσι τὰ στήθη αὑτῶν ὡς ἀσπίδας πρὸ τοῦ Ἡγεμόνος·
719δὲν διέψευσαν πάραυτα τότε ἐρεσχελίας καὶ αὐθαδείας, τὰς
720ὁποίας ἄνθρωποι ἀσυνείδητοι, μηδὲν γνωρίζοντες καὶ μηδα-
721μῶς πονοῦντες τὸν τόπον, διέδιδον, ἵνα ἀποπλανήσωσι τὸν
722Ἑλληνικὸν λαόν.
723Ὅμοιον ἐγχείρημα συντελεῖται καὶ κατ’ αὐτάς. Ἐδημο-
724σιεύθη ὑπὸ παραπλησίων ἐφημερίδων, ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶπεν
725εἰς τὸν Πρωθυπουργόν, ὅτι εἶναι ἕτοιμος νὰ ποιήσηται χρῆσιν
726τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα τῷ ἀνέθηκε, τῆς
727διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ψηφίσῃ τὰ εἰσαχθέντα
728εἰς αὐτὴν νομοσχέδια. Ἐγὼ πιστεύω ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ διά-
729δοσις εἶναι ψευδεστάτη, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Βασιλεὺς νὰ
730εἶπε τοιοῦτόν τι εἰς τὸν Πρωθυπουργόν· ἀλλὰ καὶ ἂν ἔλεγεν
731ὁ Βασιλεὺς εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν τοιοῦτόν τι, πιστεύω ὅτι
732εἶναι ἀδύνατον ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ ἀνακοινώσῃ τοιαύτας ἀνα-
733κοινώσεις τοῦ Βασιλέως, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὐλαβεῖται
734τοὺς θεσμοὺς καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κοινοβουλίου, τὴν
735ἀνεξαρτησίαν τῶν μελῶν αὐτοῦ, ἤθελε δὲ κρίνει, ὅτι τοιαύτη
736διάδοσις συντελεῖ εἰς περιστολὴν τῆς ἐλευθερίας τοῦ Κοινο-
737βουλίου, εἰς ἐνάσκησιν ψυχολογικῆς βίας ἐπὶ τάξεως Βουλευ-
738τῶν, ἢ ἐπὶ μερίδος Βουλευτῶν, ἑπομένως ὁ κ. Πρωθυπουργός,
739ὅστις εὐλαβεῖται τὸ πολίτευμα καὶ ὅστις εἰς αὐτὸ ὀφείλει
740τὴν πολιτικὴν θέσιν του, δὲν ἤθελε βεβαίως προβῆ ποτὲ εἰς
741τοιαύτας ἀνακοινώσεις.
742Διὰ τοῦτο ἀποδέχομαι, ὅτι τὰ διαδοθέντα ὑπὸ τῶν ἐφη-
743μερίδων εἶναι ψευδῆ. Λυποῦμαι δὲ, ὅτι δὲν ἔσπευσεν ὁ κ.
744Πρωθυπουργὸς, πρὶν ἢ ἡμεῖς διαψεύσωμεν αὐτά, νὰ τὰ δια-
745ψεύσῃ, ἀφοῦ εἰς αὐτὸν ἀπέδωκαν, ὅτι εἶπεν ὅσα ἐγράφησαν εἰς
746τὰς ἐφημερίδας.
747§35Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ, Κύριοι, ὀφείλω
748νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν συνειθίζω νὰ διαψεύδω τὰ γραφόμενα
749ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων, διότι, ἂν ἐπρόκειτο τοιοῦτον ἔργον νὰ
750ἀναλάβω, μέγα μέρος τοῦ χρόνου, τὸν ὁποῖον δύναμαι νὰ δια-
751θέσω εἰς τὰς δημοσίας ὑποθέσεις, ἔπρεπε ν’ ἀφιερώσω εἰς
752τὸ ἄχαρι αὐτὸ ἔργον. Αἱ ἐφημερίδες εἶναι ἐλεύθεραι νὰ γρά-
753φωσιν ὅ,τι θέλωσιν. Αἱ ἐφημερίδες πολλάκις λέγουσι καὶ δια-
754δίδουσιν εἰδήσεις, αἱ ὁποῖαι οὐδεμίαν ἔχουσι βάσιν, ὅσα δὲ
755ἀποδίδουσιν εἰς ἐμὲ, ὡς δῆθεν ἀνακοινωθέντα, νομίζω ὅτι
756δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ διαψεύσω ταῦτα, διότι γνωρίζουσιν ὅλοι,
757ὅσοι μὲ γνωρίζουσιν, ὅτι οὐδέποτε προβαίνω εἰς ἀνακοινώσεις
758εἰς ἐφημερίδας. Ἔχω τοῦτο σύστημα ἀπαράβατον. Οὐδέ-
759ποτε προῆλθον εἰς ἀνακοινώσεις πρὸς ἐφημερίδας. Οὐδεὶς δὲ
760ὑπῆρχε λόγος, ὅπως κάμω ἐξαίρεσιν τὴν φορὰν ταύτην, ἵνα
761λάβω τὸν κόπον νὰ διαψεύσω τὰ δημοσιευθέντα, περὶ ὧν
762ἐγένετο λόγος· διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ Βα-
763σιλεὺς ἤθελε ποιήσει εἰς ἐμὲ τοιαύτην ἀνακοίνωσιν. Ἐὰν δὲ,
764ὅπως ὀρθότατα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς,
765ἤθελε ποιήσει τοιαύτην ἀνακοίνωσιν, βεβαίως ἐγὼ δὲν ἤθελον
766ἀνακοινώσει αὐτὴν εἰς ἄλλον. Δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν ὁ Βασι-
767λεὺς νὰ κάμῃ εἰς ἐμὲ τοιαύτην ἀνακοίνωσιν, διότι ὁ Βασι-
768λεὺς δὲν συνηθίζει νὰ προεξοφλῇ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα
769τὸ Σύνταγμα ἀνέθηκεν εἰς αὐτόν. Ὁ Βασιλεὺς δὲν λέγει
770ποτέ: «Θὰ διαλύσω ἢ θὰ κάμω χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ
771ὁποῖον τὸ Σύνταγμα μοὶ ἔδωκε». Δὲν δύναται νὰ τὸ εἴπῃ,
772διότι περὶ τῆς χρήσεως τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, μόνον καθ’ ἣν
773στιγμὴν παρουσιασθῇ ἀνάγκη, ἵνα ποιήσηται χρῆσιν, ἐπιβάλ-
774λεται αὐτῷ νὰ σκεφθῇ καὶ ν’ ἀποφασίσῃ.
775Φρονῶ, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὐδεμίαν εἶχον ἀνάγκην νὰ δια-
776ψεύσω τὴν διαδοθεῖσαν εἴδησιν. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ ζήτημα,
777ὡς μὴ ὤφειλεν, ἦλθεν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου ἐθεώρησα
778καθῆκόν μου νὰ ποιήσωμαι τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἐποιή-
779σαμην.
780§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν
781ἔχει τὸν λόγον.
782§37ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ
783τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι πε-
784ριττὸν νὰ ὁμιλήσω.
785§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἐνόησα.
786§39Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
787κῶν). Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν ἀπαντήσεις εἰς ἐπερωτή-
788σεις κυρίων Βουλευτῶν. Πρῶτον εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἐκ Βάλ-
789του κυρίου Στράτου. Δεύτερον εἰς ὁμοίαν τοῦ κ. Λεβίδου, ὁ
790ὁποῖος ἐζήτησεν ἐπανειλημμένως διαφόρους καταστάσεις, τὰς
791ὁποίας ἔχω ἐνταῦθα. Ἐπίσης πίνακα τῶν ἀποφάσεων τῶν
792Στρατοδικείων, ζητηθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βοζίκη.
793§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δούνης ἔχει τὸν λόγον.
794§41Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Τὸν Δεκέμβριον τοῦ παρελθόντος ἔτους ἡ
795δημοδιδάσκαλος τοῦ σχολείου τῶν θηλέων τοῦ δήμου Στύ-
796ρων τῆς Καρυστίας παρῃτήθη. Ἡ παραίτησις αὐτῆς ἀνεκοι-
797νώθη εἰς τὸν δήμαρχον, αἴτησις δ’ ἐγένετο παρὰ τοῦ ἐπι-
798θεωρητοῦ, ἵνα συνέλθῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ προ-
799τείνῃ τὴν διάδοχον τῆς παραιτηθείσης. Τὸ Δημοτικὸν Συμ-
800βούλιον συνῆλθε τὴν 12 Ἰανουαρίου, καὶ προέτεινε μίαν δημο-
801διδάσκαλον, Τζανῆ καλουμένην. Μετὰ τὴν πρότασιν ταύτην,
802τὴν νομιμωτάτην, ὁ κύριος νομάρχης Εὐβοίας προέβη εἰς τὸν
803διορισμὸν αὐτῆς. Ἐγένετο δὲ ὁ διορισμὸς αὐτῆς τὴν 24 Ἰα-
804νουαρίου. Περὶ τὰ μέσα τοῦ παρελθόντος μηνὸς Φεβρουα-
805ρίου ἡ διορισθεῖσα μετέβη εἰς τὴν θέσιν της, ἔδωκε τὸν κατὰ
806νόμον ὅρκον καὶ ἀνέλαβε τὰ καθήκοντά της. Ἀλλὰ μετὰ
807ἡμέρας δύο ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὰ καθήκοντά της, διαταγῇ τοῦ
808νομάρχου ἀνακαλεῖται ὁ διορισμὸς αὐτῆς, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι
809ἐν τῷ μεταξὺ εἶχε διορισθῆ ἄλλη τις δημοδιδάσκαλος ὑπὸ
810τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας εἰς τὸ σχολεῖον αὐτό. Τὸ Δη-
811μοτικὸν Συμβούλιον καὶ ὁ δήμαρχος συνελθόντες ἀπήντη-
812σαν εἰς τὴν τοιαύτην τοῦ νομάρχου διαταγήν, ὅτι, πῶς εἶ-
813ναι δυνατὸν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ προβῇ εἰς
814διορισμὸν δημοδιδασκαλίσσης, ἀφοῦ εἶχεν ἤδη διορισθῆ τοι-
815αύτη νομίμως; Ἐν τίνι δικαιώματι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς
816Ἐκπαιδεύσεως, παραβαῖνον τὸν νόμον, προέβη εἰς διορισμὸν
817δημοδιδασκαλίσσης, χωρὶς νὰ ἐρωτήσῃ τὸ Δημοτικὸν Συμ-
818βούλιον; Ὁ κ. νομάρχης, ἀπαντῶν εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ Δη-
819μοτικοῦ Συμβουλίου, εἶπεν ἁπλούστατα καὶ αὐταρχικῶς:
820«ἐννοῶ νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ διαταγή μου· ἄλλως ὑμεῖς, ὁ δήμαρ-
821χος, ὑπόκεισθε εἰς πειθαρχικὰς ποινάς».
822Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύ-
823σεως, ποῦ στηριζόμενος προέβη εἰς διορισμὸν δημοδιδασκα-
824λίσσης, ἀφοῦ κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον τοιοῦτον δικαίωμα
825δὲν εἶχε; καὶ ἐν τίνι δικαιώματι ἀνεκάλεσε νόμιμον διο-
826ρισμὸν τῆς δημοδιδασκαλίσσης; Ἢ μήτοι ὁ κ. Ὑπουργὸς,
827μένεα πνέων κατὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀνα-
828τρέψῃ, διότι, ὡς γνωρίζετε, πανηγυρικῶς ἡ Βουλὴ ἀπεδοκί-
829μασε τὰ νομοσχέδια αὐτοῦ, ἐπιμελεῖται ἤδη διὰ καταστρα-
830τηγήσεων νὰ ἐκμηδενίσῃ αὐτὸν, καὶ φθάσῃ οὕτω εἰς τὸν ἐπι-
831διωχθέντα διὰ τῶν νομοσχεδίων του σκοπόν;
832Τὸ πνεῦμα, κύριε Πρόεδρε, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουρ-
833γὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως προέβη εἰς τὴν τοιαύτην
834καταστρατήγησιν τοῦ νόμου, μοὶ ἐνθυμίζει Ῥωμαῖόν τινα
835Αὐτοκράτορα, τὸν Τιβέριον, ὁ ὁποῖος, εὑρισκόμενος ἀπέναντι
836ἐθίμου ἰσχυροῦ, κρατοῦντος ἐν Ῥώμῃ, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν
837ἐπετρέπετο ἡ ἐκτέλεσις θανατικῆς ποινῆς κατὰ τῶν παρ-
838θένων, διὰ νὰ καταστρατηγήσῃ τὸ τοιοῦτον ἔθιμον, διέτασσε
839τὸν δήμιον νὰ βιάζῃ τὴν παρθένον καὶ εἶτα νὰ ἐκτελῇ τὴν
840ποινήν! Τοῦτο εἶναι παρεμφερὲς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ὁ
841κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως προβαίνει ἀδιακόπως εἰς
842καταστρατήγησιν τοῦ νόμου. Ἐπιθυμῶ δὲ ν’ ἀκούσω, κατὰ
843τίνα τρόπον θὰ δικαιολογηθῇ, ἀφοῦ αἱ διατάξεις τοῦ νόμου
844εἶναι τοσοῦτον σαφεῖς.
845§42Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Μεγα-
846ρίδος χθὲς ἐπηρώτησε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκ-
847παιδεύσεως, ἵνα πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἀληθεύει, ὅτι
848ὁ ἐπιθεωρητὴς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ νομοῦ Ἀτ-
849τικῆς ἐπαύθη, καὶ ἂν ἡ παῦσις αὕτη ἐστηρίζετο εἰς τὸν νό-
850μον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἢ ἐπὶ τίνος νόμου. Ὁ κ.
851Ὑπουργὸς ἐκώφευσεν εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, καὶ οὔτε
852σήμερον ἀπήντησέ τι. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἑνούμε-
853νος καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ κυρίου συναδέλφου, νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν
854Βουλήν, τί συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
855§43ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησια-
856στικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὑποθέτω,
857ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ λαμβάνουσι τὴν Ἐφημερίδα τῆς
858Κυβερνήσεως καὶ ἀναγινώσκουσιν αὐτήν. Ἐν αὐτῇ ἐδημο-
859σιεύθη ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου
860τοῦ 1884, δυνάμει τῆς ὁποίας ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἐπιθεωρη-
861τὴς ἐτιμωρήθη πειθαρχικῶς διὰ προσωρινῆς ἀπολύσεως. Τὸν
862νόμον τοῦτον δὲν ἐφαρμόζω ἐγὼ πρῶτος, ἀλλὰ καὶ προκά-
863τοχοί μου Ὑπουργοὶ ἐφήρμοσαν, διότι ὁ νόμος τοῦ 1895 δὲν
864προέβλεψε περὶ πειθαρχικῶν ποινῶν τῶν διαφόρων ἐπιθεω-
865ρητῶν. Ἔκτοτε λοιπὸν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου μου,
866στηριζομένη εἰς τὸν νόμον περὶ πειθαρχικῆς ἐξουσίας τῶν
867διαφόρων Ὑπουργείων, ἐνήσκησε τὴν ἐξουσίαν ταύτην ἐπὶ
868τῶν διαφόρων ἐπιθεωρητῶν. Ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω,
869ὅτι ὁ μόνος ἐπιθεωρητής, ὁ ὁποῖος παρέσχεν ἀφορμὴν εἰς τὸν
870Ὑπουργόν, ὅπως ἐνασκήσῃ κατ’ αὐτοῦ οὐχὶ ἅπαξ, οὐχὶ δίς,
871ἀλλὰ πολλάκις, τὴν πειθαρχικὴν ταύτην ἐξουσίαν τοῦ νόμου
872τοῦ 1884, εἶναι ὁ ἐπιθεωρητὴς τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς.
873§44Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Φημίζεται ὡς εἷς τῶν καλλιτέρων.
874§45ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἤξευρον, ὅτι ὁ κύριος συνάδελφος
875εἶχεν ἀσχοληθῆ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἵνα ζητήσῃ ἡ
876ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου μου τὴν γνώμην αὐτοῦ πρότερον·
877ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τῶν Ὑπουργείων καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς
878Παιδείας, προκειμένου περὶ ἐπιλύσεως τοιούτων ζητημάτων,
879ἀπευθύνεται εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον· τοῦτο δὲ, ἐρωτη-
880θὲν ἐὰν δύναται νὰ ἐνασκηθῇ ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία τοῦ νό-
881μου τοῦ 1884 ἐπὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαι-
882δεύσεως, ἀπεφάνθη παμψηφεί, ὅτι ἰσχύει ὁ νόμος, καὶ πρέ-
883πει νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπ’ αὐτῶν. Διὰ τοῦτο ἡ ὑπηρεσία τοῦ
884Ὑπουργείου μου ἀνέκαθεν, ἀπὸ τοῦ 1897 μέχρι σήμερον,
885ἐφαρμόζει τὸν νόμον τοῦτον.
886§46Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν πρόκειται, κύριοι Βουλευταί,
887νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ὁ κύριος Μιχαλόπουλος ἐκπληροῖ τὸ
888καθῆκόν του ἢ ὄχι...
889§47Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι καλλί-
890τερον νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τούτου αὔριον, ἢ ἐν ἄλλῃ ἡμέ-
891ρᾳ, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως καταθέσῃ
892τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ τοῦ θέμα-
893τος τούτου; Οὐχὶ διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὴν εὐθύνην τοῦ
894Ὑπουργοῦ καλύπτουσιν αἱ γνωμοδοτήσεις τοῦ Νομικοῦ Συμ-
895βουλίου,—διότι ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὰς ἰδίας
896αὐτοῦ πράξεις, καὶ οὐδὲν ὑποχρεοῖ αὐτὸν ν’ ἀκολουθήσῃ
897τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου, οὐδὲ νὰ ζητήσῃ αὐτὴν,—ἀλλὰ
898διότι ἐν τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἐκτί-
899θονται οἱ λόγοι, οἵτινες ἔπεισαν πιθανῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν,
900ὅτι ἔχει αὐτὸ τὸ δικαίωμα. Διὰ τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι δύ-
901ναται νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις μέχρις οὗ προσαχθῇ ἡ γνω-
902μοδότησις αὕτη.
903§48ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πολὺ καλά.
904§49Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Χθὲς, κύριοι Βουλευταὶ, εἰσερχόμενος εἰς
905τὸ Βουλευτήριον μετ’ ἄλλων συναδέλφων, εἶδον κατὰ τὴν
906εἴσοδον αὐτοῦ ἀνάπηρον ἐπαίτην, πλήρη περιβεβλημένον
907στρατιωτικὴν στολὴν, πωλοῦντα φυλλάδιά τινα καὶ παρα-
908καλοῦντα ἡμᾶς νὰ ἀγοράσωμεν· ἐδώσαμεν δεκάλεπτον καὶ
909ἠγοράσαμεν μετὰ τῶν κυρίων συναδέλφων ἀνὰ ἕν.
910§50ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί λέγει τὸ φυλλάδιον;
911§51ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Τίποτε· τὸ φυλλάδιον εἶναι ἀτυχὲς συνο-
912θύλευμα, τίς οἶδε τίνος ῥαψῳδοῦ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ
913τοῦ φυλλαδίου, πρόκειται περὶ τοῦ πωλητοῦ αὐτοῦ, ὅστις
914εἶναι τραυματίας τοῦ πολέμου... Ἡ περίστασις αὕτη, κ. Βου-
915λευταὶ, καθὼς καὶ ἄλλαι τινὲς ἀθλιότητες, αἵτινες καθ’ ἑκά-
916στην περιπίπτουσιν εἰς τὴν ἀντίληψιν ἡμῶν, μὲ ἠνάγκασε
917νὰ ἀνέλθω αὖθις τὸ βῆμα, ἵνα ὁμιλήσω περὶ τοῦ ἀντικειμέ-
918νου τούτου, καὶ εὔχομαι διὰ τελευταίαν φορὰν τώρα, ὅτε ἐν
919ταῖς καρδίαις ἡμῶν τηρεῖται ἀκόμη ποιά τις ψυχραιμία καὶ
920γαλήνη, ὅπως διὰ βραχέων μὲν, ἀλλ’ εὐρύτερον διαμαρτυ-
921ρηθῶ ἐπὶ τῆς καταστάσεως ταύτης.
922Μετὰ τὰ μεγάλα, Κύριοι, ἀτυχῆ γεγονότα πολλὰ ἔμει-
923ναν, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ Κράτος, πολλαὶ πλη-
924γαὶ, πληγαὶ ὑλικαὶ, πληγαὶ ἠθικαὶ, εὐρυτάτων μάλιστα
925διαστάσεων, ἔπρεπε νὰ ἐπουλωθῶσι. Καὶ αἱ μὲν ὑλικαὶ, τῆς
926πρώτης ἀνάγκης θεωρηθεῖσαι, ἐπουλώθησαν κατὰ τὸ πλεῖ-
927στον· ἀλλ’ αἱ ἠθικαὶ χαίνουσιν ἔτι, ἀναπαριστῶσαι ζοφερὰν
928τὴν εἰκόνα ἀνηκούστου ἀναλγησίας καὶ παντελοῦς ἐλλείψεως
929τοῦ συναισθήματος περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν στοιχειωδε-
930στέρων ἡμῶν ὑποχρεώσεων. Λέγουσιν οἱ πολλοὶ, ὅτι ἡ παρα-
931τηρουμένη αὕτη πώρωσις εἶναι ἀποτέλεσμα ἐκφυλισμοῦ· τοῦτο
932δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον ἀποτελεῖ ὕβριν διὰ πάντα Ἕλληνα,
933νομίζω ὅμως, ὅτι δεινοτάτην ὕβριν ἀποτελεῖ κατὰ τῆς Βου-
934λῆς τῶν Ἑλλήνων, ἡ ὁποία καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν Περίο-
935δον καὶ κατὰ τὴν ἐκπνεύσασαν πάντοτε ἐδράξατο καὶ
936τῆς ἐλαχίστης περιστάσεως, ὅπως θεραπεύσῃ τὰς τοιαύτας
937ἀνάγκας. Ἄλλοι λέγουσιν, ὅτι ἡ καταμαστίζουσα τὸ Κρά-
938τος μεγάλη οἰκονομικὴ δυσπραγία παρέλυσε καὶ τὰ εὐγε-
939νέστερα ἡμῶν αἰσθήματα. Ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι οἱ ἁρμό-
940διοι, περιστοιχούμενοι πάντοτε ἀπὸ μεγάλας καὶ ἐπειγού-
941σας ἀνάγκας, δὲν ἔχουσι τὸν καιρὸν νὰ σκεφθῶσι καὶ περὶ
942πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς δὲν ἔχουσι στόμα νὰ φωνά-
943ξωσιν, ἀλλὰ καὶ ἂν ἔχωσι στόμα, ἡ φωνὴ αὐτῶν εἶναι το-
944σοῦτον ἀσθενὴς, ὥστε δὲν δύναται νὰ φθάσῃ μέχρι τῶν ὤτων
945τῶν ἁρμοδίων. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει τὸ πρᾶγμα μένει
946ἀναλλοίωτον, καὶ τὸ Κράτος ἐλέγχεται ὡς καθυστερῆσαν
947εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν οὐσιωδεστέρων αὐτοῦ ὑποχρεώσεων,
948ἐνῷ τοὐναντίον ἐν ἄλλοις ὑπερέβαλε τὰ ἐσκαμμένα. Διότι,
949ἐνῷ ἐντεῦθεν εἴδομεν ἀφειδῶς διασκορπισθέντα χρυσὰ σει-
950ρήτια, ἀπαστράπτοντα σήμερον εἰς χρυσοπαρύφους τινὰς
951λαιμοὺς, εἰς τοὺς ὁποίους πᾶν ἄλλο ἥρμοζεν ἢ τοῦτο, κο-
952σμοῦντα σήμερον κεφαλάς τινας, ἐπὶ τοῦ μετώπου τῶν ὁποίων
953ἡ καταυγάζουσα αἴγλη προέκυψεν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀπὸ
954τῆς ἀντανακλάσεως τῶν ἀγώνων τῶν δορυφόρων αὐτῶν,
955ἐκεῖθεν ἀκούομεν ὑποκώφως ἀναδιδόμενον τὸ πικρὸν παρά-
956πονον τῶν ἀθορύβως καὶ ὅλως ἀτύρβως ἐπιτελεσάντων τὸ
957πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον, ἐκεῖθεν βλέπομεν συντετριμμένα
958καὶ σχεδὸν κατερρειπωμένα τοῦ πολέμου λείψανα, περιερχό-
959μενα τὰς ἀγυιάς, καὶ τὸν ἄρτον τῆς ἡμέρας ἐπαιτοῦντα!
960Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸν πτωχὸν τραυματίαν. Οὗτος
961ἦτο στρατιώτης ταξιαρχίας τινὸς τῆς Ἠπείρου, ἐπολέμησε
962φιλοτίμως καὶ ἐτραυματίσθη κατὰ τὸν ἀριστερὸν πόδα· ὁ
963ποῦς του ἀπεκόπη, καὶ ὁ γενναῖος ὁπλίτης ἀπεστάλη εἰς
964τὴν ἑστίαν του μὲ ἕνα πόδα καὶ μὲ σύνταξιν δραχμῶν 10
965ἢ 12...
966§52Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δέκα ἕξ.
967§53Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἔστω. Γνωρίζετε ἴσως τὴν ὑπόθεσιν...
968Ὁ τραυματίας αὐτὸς ὀνομάζεται Πατρίκιος.
969Ὑπάρχει, Κύριοι, διάταξίς τις τοῦ νόμου περὶ συντά-
970ξεων τοῦ 1852, ἡ ὁποία ὁρίζει, ὅτι, ἐὰν ὁ παθὼν ἐν ὑπη-
971ρεσίᾳ πάθῃ κατὰ τὸ ἓν μέλος τοῦ σώματος, λαμβάνει τὸν
972κατώτατον ὅρον, ἐὰν πάθῃ κατὰ δύο μέλη, λαμβάνει τὸν
973μέγιστον ὅρον τῆς συντάξεως. Ὁ πτωχὸς Πατρίκιος, ἐπειδὴ
974εἶχε τὴν ἀτυχίαν νὰ μὴ μεριμνήσῃ ὁ ἐχθρὸς νὰ τῷ ἀπο-
975κόψῃ καὶ τὸν ἕτερον πόδα, ἔλαβε τὸν κατώτατον ὅρον. Ἐν-
976θυμοῦμαι, Κύριοι, ὅτε ἤμην δεκανεύς, συνάδελφός μου, ἐν
977ὑπηρεσίᾳ διατελῶν, εἰσῆλθεν εἰς τι χαμαιτυπεῖον, προεκά-
978λεσεν ἔριδας, ἐκτύπησε καὶ ἐκτυπήθη, ἔθραυσε ποτήρια καὶ
979φιάλας πλήρεις οἴνου, κατέστρεψεν ἀμφοτέρας τὰς χεῖρας,
980καὶ ἐξῆλθεν ἐκεῖθεν τετραυματισμένος. Ὁ δεκανεὺς ἐκεῖνος
981ἔλαβε τὸν ἀνώτατον ὅρον τῆς συντάξεως, ὡς παθὼν δῆθεν ἐν
982τῇ ἐνασκήσει τοῦ καθήκοντός του. (Ἐνταῦθα ὁ ρήτωρ διὰ
983τοῦ ἀντίχειρος τῆς δεξιᾶς χειρὸς κάμνει σημεῖον,
984ἐμφαῖνον ὅτι ὁ παθὼν δεκανεὺς κατεγίνετο εἰς τὴν
985οἰνοποσίαν, ὅπερ προκαλεῖ τοὺς γέλωτας τῶν Βου-
986λευτῶν).
987Γελᾶτε, Κύριοι, διότι ὄντως τὸ ἀντικείμενον εἶναι ἄξιον
988γέλωτος, μεμιγμένου μετὰ πικρίας καὶ εἰρωνείας, διότι ἐν τῷ
989συμβάντι τούτῳ ἡ Πολιτεία συλλαμβάνεται ἐγκληματοῦσα.
990Ἐπωφελουμένη μιᾶς ἀστοχασίας τοῦ ἐχθροῦ, καὶ ὀχυρουμένη
991ὄπισθεν μιᾶς ἐλλείψεως τῶν νόμων αὑτῆς, ἠθέλησε νὰ κερ-
992δοσκοπήσῃ ἐπὶ τοῦ πτωχοῦ τραυματίου, ἀποκόπτουσα ἀπ’
993αὐτοῦ τὸν ἄρτον, ἵνα ἀφθονώτερον δώσῃ αὐτὸν εἰς ἕτερον,
994δεκανέα οἰνόφλυγα, μηδεμίαν μὲν παρασχόντα ὑπηρεσίαν εἰς
995τὴν πατρίδα, ἀφθονώτερα ὅμως διαθέτοντα πρὸς τοῦτο μέσα.
996Καὶ ἐντεῦθεν σήμερον βλέπομεν ἀξιωματικούς, τὸν λοχαγὸν
997Πετρέαν καὶ τοὺς ἀνθυπολοχαγοὺς Σαϊπᾶν καὶ Κουτσονίκαν,
998συρομένους μὲ κατεαγμένας κνήμας ἐπὶ τῶν λιθοστρώτων,
999καὶ ἐπὶ ἰσχυρῶν δικανήκων στηριζομένους. Βλέπομεν
1000ἀξιωματικούς, τὸν ταγματάρχην Βασιλειάδην, τὸν ὑπολο-
1001χαγὸν τοῦ πυροβολικοῦ Χατζηδημητρίου περιφερομένους μὲ
1002ἐξωρυγμένους τοὺς ὀφθαλμούς· βλέπομεν τὸν λοχαγὸν Πα-
1003παδογιάννην ἄνευ δακτύλων, ἄλλον λοχαγόν, τὸν Δ. Γκιτα-
1004ράκον, ὁ ὁποῖος ἵσταται πάντοτε εἰς προσοχήν, διότι εἶναι
1005ἐντελῶς τεθραυσμένη ἡ χείρ του· τὸν ὑπολοχαγὸν Κουρέβελην
1006δεινῶς πάσχοντα, διότι τῷ διετρήθη ὁ πνεύμων· καὶ ἄλλους,
1007οὓς δὲν ἐνθυμοῦμαι τὴν στιγμὴν ταύτην. Καὶ ἐν τούτοις οὐ-
1008δεμία μέριμνα περὶ αὐτῶν, οὐδεμία πρόνοια ὑπὲρ αὐτῶν!
1009Ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἶδον πέρυσιν ἢ προπέρυσιν ἀναγραφό-
1010μενον εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἔφεδρός τις ἀξιωματικός,
1011τραυματίας καὶ αὐτὸς τοῦ πολέμου, διετέλει ὡς ἁπλοῦς
1012ὑπηρέτης ἔν τινι τῶν καφενείων τῆς Κερκύρας· ἐνθυμοῦμαι
1013ὅτι εἶδον ἀναγεγραμμένον εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι στρα-
1014τιώτης, τραυματίας καὶ αὐτὸς τοῦ πολέμου, ἀπέθανεν ἐν μέ-
1015σαις Ἀθήναις ὑπὸ τῆς πείνης καὶ τοῦ ψύχους! Προπέρυ-
1016σιν, ὅτε ἤμην ἐνταῦθα, προσῆλθε πρός με ἕτερος τραυματίας,
1017ἐθελοντὴς αὐτός,— νομίζω ἐκ Μυτιλήνης,— καὶ μοὶ παρε-
1018πονεῖτο, ὅτι ὄχι μόνον ἐστερεῖτο τῶν πρὸς διατροφήν του,
1019ἀλλὰ δὲν τῷ ἐδίδοντο οὔτε τὰ ἔξοδα, ὅπως ἐπανέλθῃ εἰς τὴν
1020πατρίδα του. Μετέβην εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον, παρεκά-
1021λεσα ὅπως δοθῶσιν εἰς αὐτὸν τὰ ἔξοδα, ἵνα ἐπανέλθῃ εἰς
1022τὴν πατρίδα του, ἀλλὰ μοὶ ἀπήντησαν, ὅτι μόνον διὰ τὴν
1023Κρήτην δίδονται εἰσιτήρια δωρεάν. Καὶ ἐνεθυμήθην τότε,
1024Κύριοι, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον οἱ πτηνολόγοι ἀναφέρουσιν, ὅτι τὸν
1025μικρὸν κορυδαλὸν, τὸν κεκμηκότα καὶ ἕτοιμον νὰ πέσῃ εἰς
1026τὸν ἀχανῆ ὠκεανὸν, ὑποβαστάζουσιν ἐπὶ τῶν πτερῶν των
1027τὰ εὐγενῆ τῶν πελαργῶν ἄρρενα, καὶ τὰ μεταφέρουσιν εἰς
1028τὰ πάτρια. Καὶ ἐκεῖνοι οἵτινες ἠγωνίσθησαν διὰ τὴν πα-
1029τρίδα καὶ πολύτιμον δι’ αὐτὴν ἔχυσαν αἷμα, κατήντησαν
1030τόσον τοῦ ἐλέους, ὥστε μήτε κορυδαλλίδος κἂν μοίρας δὲν
1031ἐπέλαχον!
1032Ἐνθυμοῦμαι, ὅτε πέρυσιν περιηρχόμην ἐμποροπανήγυρίν
1033τινα μετὰ φίλων μου, εἶδον ἐπαίτην τείνοντα πρὸς ἡμᾶς τὴν
1034χεῖρα καὶ ἐλεημοσύνην αἰτοῦντα· ἔδωκα αὐτῷ ὀβολὸν καὶ
1035ἀπῆλθον· ἀλλ’ ὁ συνοδός μου μοὶ παρετήρησε: «δόσε πλειό-
1036τερα χρήματα εἰς τὸν τυφλὸν αὐτὸν ἐπαίτην, διότι εἶναι
1037τραυματίας τοῦ πολέμου». Τὸ ἄκουσμα, ὡς εἰκὸς, μὲ ἐξέπλη-
1038ξε, καὶ ἐπέστρεψα πρὸς τὸν τυφλόν. Ἀφοῦ ἐξεπλήρωσα τὴν
1039ἐπιθυμίαν τοῦ φίλου μου, ἠρώτησα τὸν ἐπαίτην περὶ τῆς
1040τυφλότητός του· οὗτος δὲ, ἀντὶ πάσης ἀπαντήσεως, ἐξήγα-
1041γεν ἐκ τοῦ θυλακίου του καὶ μοὶ ἐνεχείρισε περγαμηνήν.
1042Δύνασθε τώρα, Κύριοι, νὰ φαντασθῆτε ὁποία ὑπῆρξεν ἡ ἔκ-
1043πληξίς μου, ὅταν ἐν τῷ τυφλῷ ἐκείνῳ ἀνεγνώρισα ἀριστέα
1044στρατιώτην, καὶ τραυματίαν μάλιστα, τῆς ταξιαρχίας τοῦ
1045Βελεστίνου! Ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ φαντασθῆτε ποτὲ τὴν ἔκ-
1046πληξίν μου, ὅτε ἐξετάσας ἀκριβέστερον τὴν περγαμηνὴν ἐκεί-
1047νην, διέκρινα ἐν αὐτῇ τὴν ὑπογραφὴν ἐκείνου, εἰς τὸ μέτωπον
1048τοῦ ὁποίου ἐκθαμβοῦν ποτε ἀντενακλάσθη φῶς ἀπὸ τῆς τυφλό-
1049τητος ἴσως καὶ τοῦ τραυματίου τούτου. Συνέταξα ἀναφορὰν
1050διὰ τὸν τυφλὸν, τὴν ὁποίαν ἅμα ἀφίχθην ἐνταῦθα ἐνεχείρισα
1051τῷ κ. Ὑπουργῷ διὰ τὴν ταχεῖαν ἀπονομὴν συντάξεως εἰς
1052τὸν τυφλὸν, ὀνομαζόμενον Νικόλαον Ζόγαν. Ἔκτοτε, ἐπὶ τῇ
1053πεποιθήσει ὅτι ἐχορηγήθη ἡ σύνταξις εἰς τὸν τυφλὸν τραυ-
1054ματίαν, ἐλησμόνησα τὴν ὑπόθεσιν. Εἶχον ἤδη παρέλθει μῆνες
10558, ὅτε προχθὲς λαμβάνω ἐπιστολὴν τοῦ τυφλοῦ, ὅστις μοὶ
1056ἀναγγέλλει, ὅτι ἐξακολουθεῖ ἀκόμη νὰ ἐπαιτῇ, διότι δὲν τῷ
1057ἐχορηγήθη σύνταξις! Ἔφριξα ἐπὶ τῇ εἰδήσει, καὶ πάραυτα
1058μεταβαίνω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἐντόνους ποιοῦμαι διαμαρ-
1059τυρίας τῷ κυρίῳ προσωπάρχῃ, ὅστις ἔκπληκτος καὶ αὐτὸς
1060ἤκουσε τὴν ὑπόθεσιν· διατάσσει ἐξέτασιν, ἀλλ’ οὐδὲν εὑρί-
1061σκεται. Συνεφωνήθη τότε νὰ συνταχθῇ νέα ἀναφορά· ἀγοράζω
1062χαρτόσημον, καὶ τὸ παραδίδω εἰς τὸ ἁρμόδιον ἀξιωματικὸν
1063τοῦ Ὑπουργείου, ἵνα συνταχθῇ ἡ ἀναφορά. Τὴν ἑπομένην
1064μεταβαίνω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα μάθω περὶ τῆς τύχης της,
1065ὅτε μὲ πληροφοροῦσιν, ὅτι γενομένης ἀκριβεστέρας ἐρεύνης
1066ἀνευρέθη ἡ ὑπόθεσις, καὶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἅμα ἔλαβε τὴν
1067πρώτην ἀναφορὰν, ἀπέστειλεν αὐτὴν πρὸ 8 μηνῶν ἀμέσως
1068εἰς τὸ οἰκεῖον σύνταγμα, ἵνα τοῦτο τῷ ὑποβάλῃ τὴν περὶ
1069τοῦ τυφλοῦ ἔκθεσιν. Ἀλλὰ τὸ σύνταγμα ἐκεῖνο, καίτοι 8
1070παρῆλθον μῆνες, δὲν ὑπέβαλεν ἀκόμη τὴν περὶ τοῦ τραυμα-
1071τίου ἔκθεσίν του!
1072Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, Κύριοι, διὰ τὴν ὁποίαν σήμερον
1073ἠθέλησα νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τῆς πατρίδος
1074μου. Διότι νομίζω, ὅτι, ἂν τὸ σύνταγμα ἐκεῖνο δὲν τὸ διῴκει
1075Ἕλλην ἀξιωματικὸς, καὶ ἂν τοῦτο εὑρίσκετο εἰς τὰς ἐσχα-
1076τιὰς τῆς Ἀφρικῆς, καὶ ἐν αὐτῇ ἀκόμη τῇ στενῶς πολιορ-
1077κουμένῃ πόλει τῆς Λαίδυσμιθ, βεβαίως θὰ εὕρισκε τὴν εὐκαι-
1078ρίαν ἐντὸς 8 μηνῶν νὰ ὑποβάλῃ τῷ Ὑπουργείῳ τὴν ἔκθεσίν
1079του. Ἀλλὰ τὸ σύνταγμα εὑρίσκεται εἰς τὰ πρόθυρα τῶν Ἀθη-
1080νῶν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν τὸ κατώρθωσεν ἀκόμη!...
1081§54Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Φαίνεται ὅτι θ’ ἀπώλεσε τὰ
1082χαρτιά του τὸ σύνταγμα.
1083§55ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Ἑλληνικῆς
1084δημοσίας ὑπηρεσίας!
1085§56Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Δὲν ὤφειλε νὰ τὰ ἀπολέσῃ, κύριε Ἀνα-
1086στασόπουλε, καὶ διὰ τοῦτο διαμαρτύρομαι, κύριε Φλογαΐτη.
1087Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ τραυματίαι,
1088οἵτινες μετέβησαν εἰς τὰ λουτρά, ἐστεροῦντο τῶν πάντων,
1089καὶ προσέφευγον εἰς τὴν φιλανθρωπίαν τῶν λουομένων· διότι
1090ὄχι μόνον δὲν τοῖς κατεβλήθησαν τὰ ἔξοδα, ἵνα μεταβῶσιν
1091ἐκεῖ, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἀπὸ ὅλους τοὺς στρατιωτικοὺς τραυμα-
1092τίας, ὅσοι ἐνοσηλεύθησαν εἰς τὰ στρατιωτικὰ νοσοκομεῖα,
1093ἐκρατήθησαν ὁλόκληροι μισθοί· ἠξεύρετε δὲ, Κύριοι, διατί;
1094ἀπίστευτον, καὶ ἐν τούτοις εἶναι γεγονός! δι’ ἀντίτιμον τῶν
1095φαρμάκων, διὰ τῶν ὁποίων ἐπουλώθησαν αἱ πληγαὶ, τὰς
1096ὁποίας ὁ ἐχθρὸς τῆς πατρίδος κατήνεγκεν εἰς αὐτούς!...
1097§57Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Φρικώδη!
1098§58Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Φρικωδέστατα!... Οἱ στρατιωτικοὶ
1099οὗτοι εἶχον λάβει ἄδειαν ἀναρρωτικὴν, ὅπως χορηγεῖται τοι-
1100αύτη, καὶ μισθὸς ἀκόμη, καὶ εἰς τοὺς ἀσελγεῖς ἐκείνους στρα-
1101τιωτικούς, οἱ ὁποῖοι, εἰσερχόμενοι εἰς τοὺς οἴκους τῆς ἀπω-
1102λείας, δέχονται ἐκεῖθεν τραύματα. Καὶ ἐδῶ πάλιν ἡ Πολιτεία
1103συλλαμβάνεται ἀδικοῦσα, διότι τίθησιν ἐν ἴσῃ μοίρᾳ, διότι
1104τίθησιν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ δαπέδου τὸν στρατιώτην ἐκεῖνον, ὅστις
1105ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς τιμῆς δέχεται τραύματα ἀπὸ τὸν ἐχθρὸν,
1106καὶ τὸν στρατιώτην ἐκεῖνον, ὅστις εἰς οἴκους τῆς Ἀφροδίτης
1107δέχεται ἐπίσης τραύματα ἀπὸ τὰς ἱεροδούλους! Σήμερον,
1108Κύριοι, καὶ ἐν Φαρσάλοις καὶ ἐν Δομοκῷ καὶ ἐν Ἁλμυρῷ
1109καὶ ἀλλαχοῦ, ἀγρόται ἐξερχόμενοι πρὸς ἐργασίαν, ἀνθρακεῖς
1110ἐξερχόμενοι πρὸς ὑλοτομίαν, εὑρίσκουσιν εἰς τὰς φάραγγας
1111καὶ τοὺς δρυμοὺς μανδύας Ἑλλήνων καὶ Τούρκων στρατιω-
1112τῶν ἀναμίξ, καὶ ὑπὸ τοὺς μανδύας τούτους σωρείαν ὀστέων
1113ἀνακαλύπτουσι. Τὰ ὀστᾶ ταῦτα εἶναι ὀστᾶ τῶν τέκνων τῆς
1114πατρίδος, τῶν ὁποίων τὰς μὲν σάρκας κατεσπάραξαν οἱ γῦ-
1115πες, οἱ κύνες καὶ οἱ χοῖροι, τὰ δὲ ὀστᾶ αὐτῶν ἔμειναν ἔκτοτε
1116ἄταφα, ὑφιστάμενα τὴν ἐναγῆ ἐπιμιξίαν πάσης βεβήλου σπο-
1117δοῦ. Σήμερον τοῦ ἀπὸ Λαρίσης εἰς Βόλον κατερχομένου δια-
1118βάτου πένθιμα ἀντικείμενα προσβάλλουσι τὴν ὅρασιν, καὶ
1119ἀναγκάζουσιν αὐτὸν ἄκοντα νὰ σταματήσῃ, διότι διακρίνει
1120ἔνθεν καὶ ἔνθεν τοῦ Βελεστίνου σωρούς τινας λίθων, καὶ ἐπὶ
1121τῶν σωρῶν τῶν λίθων τούτων εὐρωτιῶντάς τινας Σταυρούς·
1122καὶ γεννᾶται τῷ διαβάτῃ τὸ μελαγχολικὸν ἐρώτημα, ποῖοι
1123νὰ ἦναι τάχα αὐτοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠθέλησαν νὰ ταφῶσιν εἰς
1124τὰ κοιμητήρια τῶν πατέρων των, ἀλλ’ ἀναπαύονται εἰς τοῦ
1125Φεραίου τοὺς λόφους; Δὲν γνωρίζει ὁ διαβάτης, διότι οὐδὲν
1126ὑπάρχει τὸ πεῖθον αὐτὸν περὶ τοῦ τίνες εἶναι ἐκεῖνοι. Ἕν
1127μόνον βλέπει καὶ γνωρίζει, ὅτι ὑπὸ τοὺς σωροὺς τῶν λίθων
1128ἐκείνων τὸν αἰώνιον ὕπνον ἀναπαύονται ἄνθρωποι, καὶ περὶ
1129ἑνὸς καὶ μόνου πείθεται καὶ πιστεύει, ὅτι οἱ ὑπὸ τοὺς εὐρω-
1130τιῶντας ἐκείνους Σταυροὺς ἀναπαυόμενοι εἶναι χριστιανοί.
1131Πλέον τούτου οὐδὲν γνωρίζει. Καὶ ἀπέρχεται κεκηφὼς καὶ
1132μελαγχολικὸς ὁ διαβάτης πλειότερον ἢ πρῶτον, ἐξακολουθεῖ
1133δὲ διερωτῶν ἑαυτὸν, ἀλῆται νὰ ἦναι τάχα αὐτοί; λῃσταὶ νὰ
1134ἦναι; ἢ τυχὸν ἐθνικοὶ μάρτυρες; Ἀφίνω νὰ ἀπαντήσωσιν οἱ
1135ἁρμόδιοι...
1136§59ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Καὶ ὅμως οἱ Τοῦρκοι ἤγειραν μνημεῖον ἐν
1137Δομοκῷ!
1138§60Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Μάλιστα, κύριε συνάδελφε, οἱ Τοῦρκοι
1139ἤγειραν μαυσωλεῖον ἐν Δομοκῷ, ἀλλὰ δὲν εἶναι μαυσωλεῖον
1140αὐτὸ, εἶναι τρόπαιον, τὸ ὁποῖον ὑψοῦται ἐκεῖ, ὡς κάρφος εἰς
1141τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμῶν, καὶ ἵνα ἀντλήσωμεν ἐκεῖθεν διδάγματα
1142παρὰ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς οἱ πεπολιτισμένοι
1143ἑνασμενιζόμεθα ν’ ἀποκαλῶμεν ἀπολιτίστους καὶ βαρβάρους.
1144Δὲν ἐπιθυμῶ σήμερον νὰ ταράξω τὴν τέφραν τῶν οὑτωσὶ
1145κεκοιμημένων, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θὰ συστήσω τίποτε δι’ αὐ-
1146τοὺς, διότι ἄλλως τε δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην αὐτοὶ οὔτε ἀνα-
1147γραφῆς μαρτυρολογίων, οὔτε καταθέσεως στεφάνων, οὔτε
1148ἀνεγέρσεως μαυσωλείων. Ἡ σύγχρονος ἱστορία, ἂν καὶ αὐτὴ
1149θελήσῃ, μεταξὺ τῶν μελανῶν αὐτῆς σελίδων, ἂς ἀφήσῃ καὶ
1150μίαν λευκὴν, καὶ ἂς ἀναγράψῃ ἐπ’ αὐτῆς, ὅτι «ἡ λευκὴ αὕτη
1151σελὶς ἀνήκει εἰς τοὺς ὑπὲρ πατρίδος πεσόντας μεγάλους ἀγνώ-
1152στους». Ἂν ὅμως τὸ ἐπίθετον μέγας ἢ μεγάλος τῆς φανῇ
1153πολὺ, ἂς ἀποκόψῃ καὶ τοῦτο, ἵνα τὸ χρησιμοποιήσῃ εἰς καμ-
1154μίαν τῶν μελανῶν της σελίδων, ὅπως δυστυχῶς μέχρι τοῦδε
1155ἔπραξε.
1156Ἀλλὰ, Κύριοι, μήπως παριδόντες τὰς πρὸς τοὺς ἡμετέρους
1157ὑποχρεώσεις ἐξετελέσαμεν τοὐλάχιστον τὰς πρὸς τοὺς ξένους
1158ὀφειλομένας; Ἴδωμεν καὶ τοῦτο ἐν ὀλίγοις. Ἀπόγονοι εὐγε-
1159νεῖς τοῦ Σανταρόζα ἦλθον εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν, ἠγωνίσθησαν
1160καὶ πολύτιμον δι’ αὐτὴν αἷμα ἔχυσαν. Τώρα θὰ λάβω τὴν
1161τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν τῆς πατρίδος, ὅπως μοὶ
1162ἐπιτρέψῃ νὰ ὑποβάλω εὐλαβῶς τὸ ἐρώτημα, οὐχὶ πρὸς τὴν
1163Βουλὴν, ἀλλὰ πρὸς τοὺς ἁρμοδίους: οἱ ἐκ τῶν εὐγενῶν τού-
1164των ξένων ἐπιζήσαντες καὶ εἰς τὰς πατρίδας αὑτῶν ἐπανελ-
1165θόντες ποῖον τάχα, ἔστω καὶ εὐτελὲς, ἐνθύμημα τοῦ εὐγενοῦς
1166αὐτῶν ἀγῶνος ἀπὸ τῆς χώρας ἡμῶν ἀπεκόμισαν; Οὐδέν!
1167καθ’ ὅσον ἐγὼ γνωρίζω. Ἀλλ’ εἰς τὴν ἐρώτησιν αὐτὴν, ἀφοῦ οἱ
1168ἁρμόδιοι σιωπῶσιν, ἂς ἀφήσωμεν νὰ ἀπαντήσῃ εἷς ξένος.
1169Ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅτε πέρυσιν οἱ ἐν Παρισίοις Ἕλληνες σπου-
1170δασταὶ, πρὸς ἐξάγνισιν ἴσως τοῦ δημοσίου ἁμαρτήματος, πρὸς
1171ἐλάττωσιν ἴσως τῆς ἐθνικῆς ἀγνωμοσύνης, παρέθεντο γεῦμα
1172πρὸς τιμὴν τοῦ ἐνδόξου πλάνητος τῶν πεδίων τῶν μαχῶν
1173Κυπριάνη, κατὰ τὴν πέμπτην Μαΐου, ἡμέραν ἐπέτειον τῆς
1174ἐν Δομοκῷ μάχης, καθ’ ἣν ἐκεῖνος ἐτραυματίσθη, καὶ ὅτε εἷς
1175τῶν σπουδαστῶν ἐκείνων, ἐγείρας πρόποσιν ὑπὲρ αὐτοῦ, τῷ
1176προσέφερε μετάλλιον πρὸς ἐνθύμησιν, ὁ πολὺς Κυπριάνης,
1177ἀπαντῶν εἰς τὴν πρόποσιν, εἶπε τὰς δύο ταύτας ξηρὰς λέ-
1178ξεις: «Τὸ μετάλλιον τοῦτο καὶ ἡ πληγή μου εἶναι ἡ μόνη
1179ἀπὸ τῆς προσφιλοῦς μοι Ἑλλάδος ἀνάμνησις»! Καὶ τώρα
1180ἐρωτῶ καὶ πάλιν, ποῖος τάχα πικροῦ παραπόνου πόνος ἔκαμε
1181νὰ ἀναδυθῇ εἰς τὰ χείλη τοῦ ῥεμβοπλάνου ἐκείνου καὶ νο-
1182σταλγοῦ τοῦ ἐνδόξου θανάτου ἡ βραχεῖα μὲν, ἀλλὰ μεστὴ
1183πικρίας αὐτὴ ἐπῳδή; Ἐρωτῶ καὶ τὸ ὕστατον, ποῖαι τάχα
1184ἔπρεπε νὰ ἦσαν αἱ μεγάλαι ἐκεῖναι θυσίαι, εἰς τὰς ὁποίας ἔμελ-
1185λε νὰ ὑποβληθῇ τὸ Κράτος διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἱερω-
1186τέρων αὑτοῦ ὑποχρεώσεων; Εἰς τοῦτο ἂς ἀπαντήσουν καὶ πά-
1187λιν οἱ ἁρμόδιοι. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οὐδ’ εἰς αὐτὰ
1188ἀκόμη τὰ φλυκταινώδη τῶν τριόδων λεξικὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ
1189εὕρω λέξεις, ὅπως χαρακτηρίσω τὴν ἀναλγησίαν ταύτην καὶ
1190τὴν ἀγνωμοσύνην ἐκείνην· διότι, καὶ ἂν ἀκόμη ἀβδηριτισμὸν
1191ἀποκαλέσω αὐτὴν, νομίζω ὅτι ὑβρίζω ἀληθῶς τοὺς Ἀβδηρί-
1192τας· ἂν βαρβαρισμὸν, ἀναντιρρήτως τοὺς βαρβάρους συκο-
1193φαντῶ.
1194§61ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἑλληνοπρέπεια λέγεται αὐτό!
1195§62Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, κύριε Κρίτσα, διότι ἀλη-
1196θῶς τὸ εὕρατε.
1197Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅπως καὶ πρὶν εἶπον, ὅτι καὶ ἡ παροῦσα
1198Βουλὴ καὶ ἡ τῆς ἐκπνευσάσης Περιόδου ἐπετέλεσαν τὸ ἑαυ-
1199τῶν καθῆκον. Δὲν πρέπει ὅμως, Κύριοι, νὰ ἀρνηθῆτε καὶ σεῖς
1200μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἀκόμη μένουσι
1201πρὸς ἐκτέλεσιν. Διὰ τοῦτο καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον δύο
1202νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι θεραπεύουν ὁπωσδήποτε
1203τὴν ἀθλιότητα ταύτην. Ἐὰν ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ἐπι-
1204θυμῇ νὰ βλέπῃ ἐπ’ ἄπειρον τὴν πατρίδα αὑτῆς μεταβεβλη-
1205μένην εἰς Μήδειαν, κατασπαράττουσαν τοὺς ἰδίους αὐτῆς
1206γόνους, ἂς μὴ ψηφίσῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Ἀλλὰ τότε
1207ἂς στραφῇ εἰς τὴν σκιὰν, καὶ ἐκεῖ θὰ διακρίνῃ, εἰς τὸ βάθος
1208τοῦ ὀφθαλμοῦ τῆς πατρίδος, δάκρυ παραπόνου, χυνόμενον
1209διὰ τὴν ἀναλγησίαν ἡμῶν πρὸς τὰ ὑπὲρ αὐτῆς πεσόντα τέ-
1210κνα της, ἐκεῖ, ἐπὶ τοῦ αἱμοσταγοῦς αὐτῆς μετώπου, ἀντὶ τῆς
1211αἴγλης τῆς ἀντανακλωμένης ἀπὸ τῆς προγονικῆς εὐκλείας,
1212θὰ διακρίνῃ τώρα μελανὴν πινακίδα, φέρουσαν ἐπιγραφὴν,
1213ὅτι «ἀναλγησία καὶ ἀχαριστία εἶναι τὰ μόνα ἡμῶν ἐμβλή-
1214ματα!» (Ζωηρὰ χειροκροτήματα ἔκ τε τῆς Βουλῆς
1215καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
1216§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπὸ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Ἁγυιᾶς
1217ὑποβληθεῖσαι δύο προτάσεις νόμων θέλουσι τυπωθῆ καὶ δια-
1218νεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 114–115).
1219§64Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Φοβοῦμαι βεβαίως νὰ εἰσέλθω εἰς
1220τὰς λεπτομερείας τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον τόσον εὐφραδῶς
1221ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, μήπως χάσῃ τοῦτο
1222μέρος τῆς λαμπρᾶς ἐντυπώσεως, ἣν παρήγαγεν εἰς τοὺς
1223ἀκροατάς. Τοῦτο μόνον λέγω, ὅτι εἶναι καιρὸς πλέον νὰ μὴ
1224περιοριζώμεθα εἰς λόγους καὶ μόνον λόγους, ἀφοῦ μάλιστα
1225πρόκειται περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπώλεσαν τὴν ἀκεραιό-
1226τητα τῶν σωμάτων αὐτῶν, ἀμυνόμενοι ὑπὲρ τῆς πατρίδος.
1227Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν
1228νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐμφαίνοντα πόσον
1229εἶναι οἱ πληγωθέντες ἐν τῷ πολέμῳ καὶ καταστάντες ἀνί-
1230κανοι πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν, καὶ πόσοι οἱ τραυματίαι οἱ δυνά-
1231μενοι νὰ ἐργάζωνται, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀριθμῶν τού-
1232των λάβῃ ἡ Πολιτεία μέτρον τι· διότι ὑπάρχει καὶ ἄλλος κίν-
1233δυνος, νὰ βλέπῃ τις τραυματίας τοῦ πολέμου νὰ ἐπαιτῶσιν ἐν
1234ταῖς ἀγυιαῖς τῶν πόλεων καὶ χωρίων. Παρακαλῶ δὲ τὸν κύ-
1235ριον Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ τὸν πίνακα τῶν πληγωθέντων
1236κατ’ ὄνομα καὶ ἀριθμόν.
1237§65ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνο-
1238δον, ἐπὶ συστάσεσι γενομέναις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὁ τότε
1239Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέσχετο ὅτι θέλει ὑποβάλει
1240νομοσχέδια, τὸ μὲν προνοοῦν περὶ αὐξήσεως τῆς συντάξεως
1241τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τῶν ἐν πολέμῳ πεσόντων, τὸ δὲ
1242προνοοῦν περὶ τῶν τραυματιῶν τοῦ πολέμου. Καὶ τὸ μὲν
1243πρῶτον τῶν νομοσχεδίων ὑπέβαλεν ὁ τότε Ὑπουργὸς, καὶ
1244ἐψηφίσθη παμψηφεὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, οὕτω δὲ βεβαίως τὸ
1245Κράτος ἐξετέλεσε πρὸς τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ τὸ καθῆ-
1246κον αὑτοῦ, καὶ ἀνεκουφίσθησαν αἱ παθοῦσαι οἰκογένειαι. Τὸ
1247δ’ ἕτερον νομοσχέδιον, καίτοι ὑπεμνήσθη ὑπ’ ἐμοῦ, δὲν ὑπέ-
1248βαλεν ὁ τότε Ὑπουργὸς, διότι, ὡς εἶχε, δὲν ἦτο περατω-
1249μένη ἡ πρὸς τοῦτο ἀπαιτουμένη ἐργασία. Ὑποθέτω ὅτι ὁ
1250Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εὗρεν ἐν τοῖς γραφείοις αὑτοῦ
1251τὴν προπαρασκευαστικὴν ἐργασίαν τοῦ προκατόχου του,
1252καὶ ἐκ τούτου ἄγομαι νὰ παρακαλέσω αὐτὸν, ὅπως συμπλη-
1253ρώσῃ τὰς ἐργασίας ταύτας καὶ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς
1254οἷόν τε τάχιον, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ πρὸς
1255τοὺς τραυματίας καθῆκον ἡμῶν, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ
1256Ἁγυιᾶς Βουλευτὴς, καὶ πρὸ παντὸς, ὅπως μὴ βλέπωμεν ἐπαι-
1257τοῦντας τοὺς τραυματίας τούτους.
1258§66ΑΛ. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω
1259εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου περὶ ἀποσπάσεως τοῦ χωρίου
1260Βενέτου ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ἁγυιᾶς καὶ προσαρτήσεως αὐτοῦ εἰς
1261τὴν ἐπαρχίαν Βόλου. Λόγοι δικαιολογοῦντες τὴν τοιαύτην
1262ἀπόσπασιν εἶναι πολλοὶ, ἐκ τῶν ὁποίων μόνον τὸν κυριώ-
1263τερον ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν. Οὗτος εἶναι, ὅτι τὸ χωρίον,
1264περὶ οὗ πρόκειται, ἀπέχει τῆς μὲν Ἁγυιᾶς 13 ὥρας, τῆς δὲ
1265Λαρίσης 8 ὥρας, ἐνῷ ἀπὸ τοῦ Βόλου ἀπέχει 4 μόνον ὥρας,
1266τῆς Ζαγορᾶς δὲ 3. Ἐκ τοῦ λόγου τούτου ὡρμήθησαν οἱ Βου-
1267λευταὶ Ἀγυιᾶς καὶ Βόλου νὰ συνυπογράψωσι πρότασιν νόμου
1268καὶ ὑποβάλωσι ταύτην εἰς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ δὲ τὸν
1269κ. Πρόεδρον, ὅπως διατάξῃ τὴν τύπωσιν καὶ διανομὴν
1270αὐτῆς, τὴν δὲ Κυβέρνησιν, ὅπως υἱοθετήσῃ αὐτήν.
1271§67ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ θέλουν οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων.
1272§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
1273Παράρτημα, ἀριθ. 116).
1274§69Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Παρεκλήθην παρὰ πολλῶν συμπολιτῶν
1275μου, ὅπως ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ
1276τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὴν κακὴν κατάστασιν τῶν ὁδῶν Ἀτ-
1277τικῆς, ἰδίως δὲ μοὶ ἔκαμαν παράπονα διὰ τὰς ὁδοὺς αʹ) ἀπὸ
1278Κηφισιᾶς καὶ Καπανδρίτι μέχρι Καλάμου, ἰδίως ἀπὸ
1279Φασίδερι μέχρι Κηφορίου, βʹ) ἀπὸ Καπανδρίτι μέχρι Μαρ-
1280κοπούλου–Ὠρωποῦ, γʹ) ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Καματερὸν, Λιό-
1281σια, Μενίδι, Καλύβια Χασιᾶς, Χασιᾶν, δʹ) ἀπὸ Πορτο–Ράφτι
1282εἰς Μαρκόπουλον, Σπάτα, Κορωπὶ, εʹ) ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι
1283Δαφνίου καὶ Καλυβίων Χασιᾶς. Καθημερινῶς διὰ τῶν ὁδῶν
1284τούτων διέρχονται κάρρα, καὶ κινδυνεύουν πολλάκις ἐπιβά-
1285ται καὶ ὁδηγοί. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ
1286ὑπ’ ὄψιν τὴν παράκλησιν ταύτην καὶ διατάξῃ τὴν ἐπιδιόρθω-
1287σιν τῶν εἰρημένων ὁδῶν.
1288Ὡσαύτως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν
1289νὰ δηλώσῃ, πότε θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ καταθέσῃ τὰς πληρο-
1290φορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, περὶ τῶν ἀμέσων φόρων ἐν
1291Θεσσαλίᾳ, οἵτινες ἐπληρώθησαν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1899
1292μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου 1900. Τὰς πληροφορίας ταύτας
1293εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπο-
1294λογισμοῦ, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ
1295αὐτὰς ὅσῳ τὸ δυνατὸν τάχιστα.
1296§70Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὅτε ἡ Βουλὴ εἶχε διακόψει τὰς ἐργα-
1297σίας της, συμπολίτης μού τις, Παπακυριάκος ὀνόματι, ἔχων
1298ἴσως συγγενεῖς ὑπηρετοῦντας εἰς τὴν ἀστυνομίαν, μοὶ ἐνεχεί-
1299ρισεν ἀναφοράν, διὰ τῆς ὁποίας παραπονεῖται, ὅτι τὰ ἁρμό-
1300δια Ὑπουργεῖα προέβησαν εἰς προβιβασμοὺς διαφόρων ἀστυ-
1301φυλάκων μὴ συμπληρωσάντων τὸν ἀπαιτούμενον, κατὰ τὸν
1302περὶ ἀστυνομίας νόμον, πρὸς προβιβασμὸν χρόνον, καὶ ἄνευ
1303ἐκθέσεων τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, δυνάμει τῶν ὁποίων οἱ ἀστυ-
1304φύλακες, κατὰ τὸν αὐτὸν νόμον, δύνανται νὰ προβιβάζων-
1305ται καὶ πρὸ τῆς συμπληρώσεως τοῦ χρόνου.
1306Τὴν ἀναφορὰν ταύτην ὑποβάλλων σήμερον, κύριε Πρόεδρε,
1307παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ εὐαρεστηθῆτε ν’ ἀποστείλητε εἰς τὸν
1308ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, μετὰ τῆς παρακλήσεώς μου, ὅπως ὁ
1309Ὑπουργὸς οὗτος πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν τὰ ὑπὸ τοῦ
1310συμπολίτου μου ἀναφερόμενα ἔχονται ἀληθείας, καὶ ἐν περι-
1311πτώσει, καθ’ ἣν τῶν προβιβασμῶν τῶν περὶ ὧν πρόκειται
1312ἀστυφυλάκων προηγήθησαν ἐκθέσεις τῶν ἀρχῶν, μαρτυροῦ-
1313σαι ὅτι οἱ ἀστυφύλακες οὗτοι ἔπραξάν τι ἄξιον ἰδιαιτέρας
1314ἀμοιβῆς, νὰ καταθέσῃ ταύτας εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ἐξ αὐτῶν
1315πεισθῶσιν οἱ παραπονούμενοι, ὅτι ἀδίκως παραπονοῦνται,
1316καὶ σχηματίσωσι τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία οὐδένα
1317ἀμείβει ἄνευ λόγου ἀποχρώντως δικαιολογοῦντος πᾶσαν
1318ἀμοιβήν.
1319Ἐπιτρέψατέ μοι ἤδη, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐπαναλάβω παρά-
1320κλησίν τινα, ἣν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω πρὸς τοὺς
1321κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν κατὰ
1322τὰς πρώτας συνεδριάσεις τῆς παρούσης Συνόδου. Κατὰ τὸν
1323νόμον ΑΦΚΗʹ τοῦ 1887 περὶ στρατολογίας τοῦ κατὰ γῆν
1324στρατοῦ, οἱ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν Ὑπουρ-
1325γοὶ ὀφείλουσι νὰ ὑποβάλλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν κατ’ ἔτος
1326καταστατικοὺς πίνακας, περιλαμβάνοντας τὴν στρατολογι-
1327κὴν ἐν γένει κίνησιν τοῦ τόπου, πίνακας, ἄνευ τῶν ὁποίων
1328οὐδόλως δύναται νὰ προχωρήσῃ τις, ἐπιθυμῶν νὰ μελετήσῃ
1329τὰ κατὰ τὸν στρατὸν ἡμῶν. Οἱ τοιοῦτοι πίνακες ὑπεβάλ-
1330λοντο τακτικώτατα μέχρι τοῦ 1894· ἀγνοῶ δὲ διατὶ, ἔκ-
1331τοτε κατηργήθησαν οὗτοι. Δὲν εἶναι, νομίζω, δύσκολος ἡ
1332ἐκτύπωσις καὶ διανομὴ εἰς τοὺς Βουλευτὰς τῶν πινάκων
1333καὶ διὰ τοῦτο καὶ διότι οὗτοί εἰσι χρησιμώτατοι διὰ πάντα
1334ἐπιθυμοῦντα νὰ ᾖ ἐνήμερος εἰς τὰ τοιαῦτα, παρακαλῶ καὶ
1335πάλιν τοὺς κ. Ὑπουργοὺς νὰ διατάξωσιν τὴν τύπωσιν αὐτῶν
1336καὶ τὴν ταχεῖαν διανομὴν εἰς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι πολὺ πιθα-
1337νὸν εἶναι νὰ κληθῶμεν μετ’ ὀλίγον νὰ σκεφθῶμεν καὶ ν’ ἀπο-
1338φασίσωμεν ἐπὶ ζητημάτων, πρὸς τὰ ὁποῖα ἀμέσως καὶ στε-
1339νῶς συνδέονται αἱ πληροφορίαι, ἃς δίδουσιν οἱ πίνακες, τὴν
1340ὑποβολὴν τῶν ὁποίων ζητῶ.
1341Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἐπιτραπήτω μοι νὰ ἀπευθύνω
1342καὶ ἑτέραν παράκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Πληροφοροῦ-
1343μαι ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὰς δυσχερείας, ἐν
1344αἷς διατελεῖ ὁ λαὸς τῆς Θεσσαλίας, σκέπτεται διὰ νομοθε-
1345τήματος νὰ παρατείνῃ τὴν προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας οἱ
1346κάτοικοι τῆς Θεσσαλίας ὀφείλουσι νὰ πληρώσωσι τοὺς φό-
1347ρους τοῦ 1899. Ἂν ἀληθῶς σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις τοιοῦ-
1348τόν τι, παρακαλῶ αὐτὴν, ὅπως ἀπὸ παντὸς τοιούτου μέ-
1349τρου μὴ ἐξαιρέσῃ τὴν Φθιώτιδα, οἱ κάτοικοι τῆς ὁποίας
1350ὑπέστησαν κατὰ τὸν πόλεμον ζημίας μεγίστας καὶ ὁμοίας
1351ἐκείνων, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν οἱ Θεσσαλοί.
1352Οἱ συμπολῖταί μου, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ πολέμου καὶ ἐντεῦ-
1353θεν ἐλάχιστα εἰσέπραξαν, ἐξαιρέσει δὲ τῶν τεσσάρων χωρίων,
1354τὰ ὁποῖα, ὡς καταληφθέντα ὑπὸ τουρκικοῦ στρατοῦ, ἀφω-
1355μοιώθησαν ὡς πρὸς τοὺς φόρους πρὸς τοὺς Θεσσαλοὺς, πάν-
1356τες οἱ Φθιῶται ὑπεχρεώθησαν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων
1357ὅλων τῶν ἐτῶν αὐτῶν, ἡ ὁποία τοὺς ἐξήντλησε τελείως· ἐξ-
1358ηντλημένοι δὲ ὄντες, ζητοῦσι σήμερον, οὐχὶ νὰ τοῖς χαρι-
1359σθῶσιν οἱ φόροι τοῦ 1899, οὐχὶ νὰ δώσωμεν αὐτοῖς χρή-
1360ματα, ὅπως δι’ αὐτῶν ἐφοδιασθῶσι διὰ τῶν ἀναγκαιούντων
1361αὐτοῖς πρὸς ἐξακολούθησιν τοῦ ἔργου των, ἀλλ’ ἁπλῶς τὴν
1362χάριν, ὅπως πληρώσωσι τοὺς φόρους των κατὰ δόσεις καὶ
1363μέχρι τοῦ προσεχοῦς Νοεμβρίου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐλπίζουσι
1364νὰ ἔχωσι συγκομίσει τοὺς καρπούς των καὶ νὰ ὦσιν εἰς θέσιν
1365νὰ πληρώσωσι τὸ χρέος των. Ἡ προθεσμία τῆς πληρωμῆς
1366λήγει, καὶ οἱ ταμίαι θὰ καταδιώξωσι τοὺς φορολογουμέ-
1367νους αὐτοὺς, ὧν τοὺς πλείστους θὰ φυλακίσωσιν. Ἀντὶ λοι-
1368πὸν νὰ εὑρεθῶσιν αἱ ἀρχαὶ εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ
1369καταδιώξωσι τοὺς ὀφειλέτας αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς φυλακί-
1370σωσιν, ἐπιτείνουσαι οὕτω τὴν δυστυχίαν αὐτῶν, προτιμότε-
1371ρον, νομίζω, εἶναι νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς μία προθεσμία, ἐντὸς
1372τῆς ὁποίας αὐτοὶ, ἐργαζόμενοι ἀνενοχλήτως, θέλουσιν οἰκονο-
1373μήσει τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὸ Δημόσιον ποσὰ, καὶ θέλουσι
1374πληρώσει ταῦτα ἀμέσως μετὰ τὴν συγκομιδὴν τοῦ καρποῦ
1375των, ἀντὶ νὰ τὰ δανεισθῶσιν ἐν ἀνάγκῃ καὶ νὰ πληρώσωσι
1376διὰ τὸ διάστημα αὐτὸ τῶν ὀλίγων μηνῶν, τίς οἶδε πόσον
1377τόκον.
1378§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
1379§72Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μανθάνω, κύριε Πρόεδρε,
1380ὅτι ἀνθυπολοχαγόν τινα τοῦ πεζικοῦ, συμπολίτην μου, δι’ ὑπό-
1381θεσιν ὅλως ἰδιωτικὴν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸν Στρατιωτικῶν
1382ἐτιμώρησε διὰ βαρυτάτης ποινῆς. Ἡ ὑπόθεσις, ἐπαναλαμ-
1383βάνω, εἶναι φύσεως ὅλως ἰδιωτικῆς. Ἐὰν δὲ διὰ τοιούτου
1384εἴδους ὑποθέσεις ληφθῇ γενικὸν ὅμοιον μέτρον ὑπὸ τοῦ Ὑπουρ-
1385γοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν γνωρίζω πόσοι ἐκ τῶν ἀξιωμα-
1386τικῶν θὰ μείνωσιν εἰς τὰς θέσεις των. Διὰ τὴν ὑπόθεσιν
1387ταύτην διεξήχθησαν ἀνακρίσεις, κατηρτίσθη δικογραφία
1388ὁλόκληρος, καὶ ἐκ ταύτης, ὡς μανθάνω, δὲν παρουσιάζονται
1389σημεῖα, ἐφ’ ὧν νὰ ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν
1390νὰ στηριχθῇ, ἵνα τιμωρήσῃ τόσον βαρέως τὸν ἀξιωματικὸν
1391αὐτόν.
1392Ἐπειδὴ εἶναι ἐνδιαφέρον τὸ ζήτημα, ὄχι πλέον διότι ὁ
1393ἀξιωματικὸς αὐτὸς τυγχάνει συμπολίτης μου, ἀλλὰ σχετι-
1394κῶς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ
1395τοῦ στρατοῦ, ὅπερ εἶχε τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλῃ καθ’ ὑπόδει-
1396ξιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, παρακαλῶ αὐτὸν
1397νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον τὴν δικογραφίαν, καὶ
1398τὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ τὸ σχετικὸν διά-
1399ταγμα τῆς τιμωρίας τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ἐπειδὴ δὲ ἴσως
1400αὔριον ἢ μεθαύριον συζητήσω περὶ τούτου, ἡ δὲ δικογρα-
1401φία εἶναι πρόχειρος εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ ἡ
1402ὑπόθεσις εἶναι περατωμένη ἤδη, παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ
1403αὐτὴν αὔριον, ὅπως τὴν ἔχω ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν.
1404Ὁ ἀξιωματικὸς, περὶ οὗ πρόκειται, εἶναι ὁ ἀνθυπολοχαγὸς
1405τοῦ πεζικοῦ κ. Ἰωάννης Μαυρολίδης.
1406§73Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
1407κῶν). Ἀληθῶς ὁ ἀνθυπολοχαγὸς Μαυρολίδης ἐτιμωρήθη μὲ
1408ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως ἐκ τῆς θέσεως. Ὁ ἀνθυπολοχαγὸς οὗτος
1409ὑπέπεσεν εἰς βαρὺ περὶ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν πειθαρχίαν
1410παράπτωμα, παρεπέμφθη δὲ εἰς Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον,
1411ὅπερ ἐγνωμάτευσε παμψηφεὶ περὶ τῆς εἰς ἀργίαν δι’ ἀπο-
1412λύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως μεταθέσεώς του. Δὲν μοὶ εἶναι ἐπι-
1413τετραμμένον νὰ καταθέσω τὸν φάκελλον, διότι ἡ πρᾶξις αὕτη,
1414ὡς καὶ ἄλλοτε ἐλέχθη, εἶναι ἀντικείμενον ἐσωτερικῆς τοῦ
1415στρατοῦ τάξεως, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν αἱ ἰδιαίτε-
1416ραι ὑποθέσεις τῶν ἀξιωματικῶν, τὰ παραπτώματα τουτέστι
1417καὶ αἱ τιμωρίαι αὐτῶν, νὰ τίθηνται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ κοι-
1418νοῦ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετὴ ἡ βεβαίωσις, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς
1419οὐδὲν αὐτοβούλως ἔπραξεν, ἀλλὰ συνεμορφώθη πρὸς τὴν ἀπό-
1420φασιν τῆς παμψηφίας τοῦ Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου.
1421§74Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Παρακαλῶ, δύο λέξεις ἐπὶ τοῦ ζητή-
1422ματος αὐτοῦ.
1423Πρὸ ἡμερῶν μοὶ ἐνεχειρίσθη μία ἔκθεσις, ἀπευθυνομένη
1424πρὸς τὴν Βουλὴν, ἐσκόπουν δὲ νὰ ὑποβάλω αὐτὴν, ὅτε εἶδον
1425ὅτι ἐτιμωρήθη ὁ ἀξιωματικὸς, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἐτι-
1426μωρήθη διὰ τοὺς λόγους τοὺς ἀναφερομένους ἐν τῇ ἐκθέσει
1427ἐκείνῃ. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν δύ-
1428ναται νὰ φέρῃ τὸν φάκελλον καὶ ἀποκαλύψῃ τὰ αἴσχη, τὰ
1429ὁποῖα ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς διέπραξεν· ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω καθῆ-
1430κον, διότι ἠδικήθη συμπολῖτίς μου, νὰ φέρω τὴν ἔκθεσιν καὶ
1431ἀναγνώσω αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ ἴδῃ, τί ἔπραξεν ὁ
1432ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος.
1433§75Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχω
1434καμμίαν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν λόγον τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουρ-
1435γοῦ τῶν Στρατιωτικῶν... (Θόρυβος)
1436§76ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι δά!
1437§77Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ βιάζεσθε...
1438Αἱ διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν ἔχουσι κανὲν κῦρος
1439ἀπέναντι τῶν πραγμάτων.
1440§78Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν).
1441Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
1442§79Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν τοῦ ἀξιωματικοῦ
1443ἀφῃρέθη ὁ βαθμὸς, ὅταν ὁ ἀξιωματικὸς ἐτέθη ἐκποδὼν, ἡ
1444τιμή του διεσύρθη πλέον εἰς τὸ δημόσιον, πρέπει δὲ ν’ ἀπο-
1445δειχθῇ, ἐὰν ἀληθῶς εἶναι τοιοῦτος ὁ ἀξιωματικὸς, οἷος χαρα-
1446κτηρίζεται ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὑπὸ
1447τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Θήρας, καὶ ἂν ἡ πρᾶξις, διὰ
1448τὴν ὁποίαν κατηγορεῖται, εἶναι ἀξία τῆς ποινῆς, τὴν ὁποίαν
1449τῷ ἐπέβαλε τὸ Ὑπουργεῖον.
1450Εἶπον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς ὅ,τι
1451εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός. Τοῦτο λέγει τὸ κοινοβουλευτικὸν πο-
1452λίτευμα ῥητῶς, διότι ὁ ἔλεγχος ἐκ μέρους τοῦ Κοινοβουλίου
1453δὲν θὰ ἦτο πραγματικὸς, ἐὰν οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ, ἀνερχό-
1454μενοι τὸ βῆμα καὶ βεβαιοῦντες περὶ τῶν ἰδίων πράξεων, ὅτι
1455ἔπραξαν νομίμως, ἔμενον ἀνεξέλεγκτοι, ὅτε ἕκαστος θὰ ἠδύ-
1456νατο νὰ διαπράξῃ ὅ,τι ἤθελε. Καὶ δὲν ὁμιλῶ διὰ τοὺς πα-
1457ρόντας Ὑπουργοὺς, ἀλλὰ διὰ τοὺς Ὑπουργοὺς τοῦ Ἑλληνι-
1458κοῦ Κράτους καὶ διὰ τοὺς Ὑπουργοὺς ὅλων τῶν συνταγ-
1459ματικῶν Κρατῶν. Ἕκαστος Ὑπουργὸς, ἔχων ἐλαστικὴν τὴν
1460συνείδησιν, θὰ ἐπήρχετο κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν, θὰ ἐτιμώ-
1461ρει αὐτοὺς, καὶ ὅτε θὰ ἐζητεῖτο ἔλεγχος ἐκ μέρους τῶν ἀντι-
1462προσώπων τοῦ ἔθνους, θὰ ἔλεγεν, ὅτι «ἐγὼ τοὺς ἐτιμώρησα,
1463διότι τοιοῦτοι ἦσαν καὶ τοιαῦτα διέπραξαν, δὲν ἐπιτρέπω δὲ
1464νὰ ἔλθωσι τὰ ἔγγραφα ἐδῶ, διότι ἐγὼ ἐξεπλήρωσα κατὰ νό-
1465μον τὸ καθῆκόν μου». Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ὑπάρ-
1466χει πλέον κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, δὲν ὑπάρχει ἔλεγχος
1467τῶν πράξεων τῶν Ὑπουργῶν.
1468Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, καὶ δὲν
1469εἰσέρχομαι, διότι δὲν συνήθισά ποτε νὰ ὁμιλῶ ἄνευ ἀποδεί-
1470ξεων. Δὲν τολμᾷ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ φέρῃ τὰ
1471ἔγγραφα. Ἐὰν τολμήσῃ νὰ φέρῃ αὐτὰ, ὁ συνάδελφος κ. Συ-
1472νοδινὸς δὲν θὰ ὁμιλήσῃ μὲ τοιαύτην γλῶσσαν περὶ ἀξιωμα-
1473τικοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν πρᾶξιν δὲν γνωρίζει κατὰ βάθος,
1474πλάτος καὶ μῆκος. Τὴν γνωρίζει κατὰ τὰς παραστάσεις τῆς
1475Κυρίας, ἥτις μετέβη πρὸς αὐτόν. Ἐγὼ τὴν γνωρίζω ὡς Ὑπουρ-
1476γὸς, καὶ γνωρίζω πάσας τὰς λεπτομερείας αὐτῆς, καὶ διὰ
1477τοῦτο ἐπιμένω νὰ κατατεθῇ ἡ δικογραφία. Ἐὰν ἡ δικογρα-
1478φία, κύριε Πρόεδρε, δὲν κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ τὴν
1479παραλάβῃ τὸ Δικαστήριον, καὶ ἐκεῖθεν θὰ ἐξέλθῃ εἰς τὴν δη-
1480μοσιότητα ἐντὸς μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος, ἵνα ἅπαξ
1481ἔτι ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν λέγει ἐκεῖνο, ὅπερ ὀφεί-
1482λει νὰ λέγῃ, ὡς εἶπον καὶ εἰς ἄλλην ὁμιλίαν μου, ὅτε ὡμί-
1483λουν περὶ τῆς παραιτήσεώς μου. Τότε εἶπον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουρ-
1484γὸς θὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ τῷ ὑπεδείχθη, ἀλλ’ οὗ-
1485τος μὲ διέψευσεν, ὅτι δὲν ἔλεγον ἀλήθειαν· ἡ ἀλήθεια ὅμως
1486τῶν λόγων μου ἀπεδείχθη μετ’ ὀλίγον ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ
1487νομοσχεδίου ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅστις δὲν ἐσεβάσθη
1488τὴν ἀλήθειαν.
1489§80Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν).
1490Κύριοι, λυποῦμαι διότι ἀναγκάζομαι νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς
1491Βουλῆς πράγματα, διὰ τὰ ὁποῖα βεβαίως θὰ φρίξῃ, ὅταν τὰ
1492ἀκούσῃ...
1493§81Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μοὶ ἐπι-
1494τρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τοῦ κάμω μίαν παρατήρησιν;
1495§82ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁρίστε.
1496§83Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, γνωρίζω
1497τί θὰ εἴπητε· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἔχετε τὰς ἀποδείξεις ἐδῶ,
1498οὐδ’ ἐγὼ ἔχω τὰς ἀποδείξεις, καὶ ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα
1499ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀκρίβειαν τῶν λόγων μας, παρακαλῶ,
1500ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παρακλήσεως, ἣν ἔκαμα πρὸς τὸν κ. Ὑπουρ-
1501γὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τῆς ὁμιλίας αὐτοῦ, μὴ ἀνακινή-
1502σητε τὸ ζήτημα· ἀφήσατε νὰ ἔλθωσι τὰ ἔγγραφα, καὶ τότε
1503νὰ εἴπητε ὅ,τι ἔχετε νὰ εἴπητε, ὅτε θὰ ἦμαι καὶ ἐγὼ ἐλεύ-
1504θερος νὰ ὁμιλήσω· διότι ἐγὼ θέλω νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῇ βάσει
1505τῶν ἐγγράφων.
1506§84ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Βουλευτὰ, κατηγορεῖται ὁ Ὑπουρ-
1507γὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἔθεσεν εἰς ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως
1508ἀξιωματικὸν, ὁ ὁποῖος παρουσιάζεται ὡς ἀδικούμενος. Ἐγὼ
1509ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι εἶμαι ἐν γνώσει τῆς ὑποθέσεως,
1510διότι ἡ ὑπόθεσις ἔλαβε χώραν ἐν τῇ πόλει τῆς Χαλκίδος, καὶ
1511διότι αἱ παθοῦσαι Κυρίαι προσῆλθον εἰς ἐμὲ κλαίουσαι καὶ
1512ὀδυρόμεναι καὶ ζητοῦσαι τὴν συνδρομήν μου. Εἶμαι λοιπὸν
1513ἐν γνώσει τῆς πράξεως, τὴν ὁποίαν διέπραξεν ὁ κ. ἀξιωμα-
1514τικῆς, καὶ ἡ ὁποία στηρίζεται, Κύριοι, ἐπὶ δημοσίων ἐγ-
1515γράφων.
1516§85Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ τὰ φέρητε τὰ ἔγγραφα,
1517καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν νὰ ὁμιλήσητε. Δὲν ἐπιτρέπεται,
1518κύριε Ὑπουργὲ, νὰ ὑβρίζητε ἄνθρωπον ἀπόντα ἄνευ τῆς
1519προσαγωγῆς τῶν ἐγγράφων.
1520§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριε Βουλευτά.
1521§87Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε σεῖς, κύριε
1522Πρόεδρε!
1523§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σεῖς δὲν δύνασθε νὰ διακόπτητε, ὅταν δὲν
1524σᾶς δίδω τὸν λόγον.
1525§89Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν δύναται ὁ κ. Ὑπουρ-
1526γὸς τῶν Ναυτικῶν... (θόρυβος).
1527§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, παραβιάζετε τὸν Κανο-
1528νισμόν.
1529§91Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν παραβιάζω τὸν Κανο-
1530νισμόν. Σεῖς παραβιάζετε τὸν Κανονισμὸν καὶ ὁ κ. Ὑπουρ-
1531γὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος ἄνευ ἐγγράφων ἔρχεται νὰ κα-
1532τηγορήσῃ ἀξιωματικόν. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπετε νὰ ὁμιλῆτε κατὰ
1533τοιοῦτον τρόπον.
1534§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, σεβασθῆτε ἑαυτὸν, ἐὰν δὲν
1535σέβεσθε τὸ Προεδρεῖον. Παραβιάζετε τὸν Κανονισμόν.
1536§93Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν ὁ Ὑπουργὸς ἀρνῆ-
1537ται νὰ φέρῃ τὰ ἔγγραφα, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ φέρητε τὴν
1538συζήτησιν ἄνευ τῆς προσαγωγῆς αὐτῶν, διὰ νὰ προκατα-
1539λάβητε τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κοινωνίας.
1540§94ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι ἀρνεῖ-
1541ται νὰ φέρῃ τὰ ἔγγραφα, ὑπόσχομαι ἐγὼ νὰ παρουσιάσω
1542εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἐπίσημον συμβόλαιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στη-
1543ρίζεται ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Ἐγὼ ἀναλαμβάνω τὴν ὑποχρέωσιν
1544ἀπέναντι τῆς Βουλῆς νὰ καταθέσω τὸ ἐπίσημον ἀντίγραφον
1545τοῦ συμβολαίου.
1546§95Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
1547§96ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, κατηγορεῖται ὁ Ὑπουρ-
1548γὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὡς ἀδικήσας ἀξιωματικὸν, ὡς τιμω-
1549ρήσας διὰ βαρείας πειθαρχικῆς ποινῆς ἀξιωματικὸν, ὁ ὁποῖος
1550κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Οἰτύλου δὲν ἔπραξε τίποτε τὸ ἀξιό-
1551ποινον. Ἐγὼ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω τὴν ὑπόθεσιν, διότι
1552καὶ ὁ ἀξιωματικὸς, περὶ οὗ ὁ λόγος, ἦλθεν εἰς τὴν οἰκίαν μου,
1553παρακαλῶν με νὰ μεσιτεύσω, ὅπως σωθῇ ἀπὸ τὰς συνεπείας
1554τῆς πράξεως, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν ἐν τῇ πόλει Χαλκίδος.
1555Ἀκούσατε λοιπὸν, τί ἔπραξεν ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς, ὁ ὁποῖος
1556ἐτιμωρήθη δι’ ἀργίας δι’ ἀπολύσεως. Λυποῦμαι δὲ, διότι δὲν
1557τὸν εἶχον ἐγὼ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, νὰ τοῦ
1558πετάξω τὰ γαλόνια.
1559Εἰς τὴν Χαλκίδα ὑπάρχει μία πτωχὴ οἰκογένεια, ἀπο-
1560τελουμένη ἀπὸ μητέρα καὶ κόρην. Ἡ μήτηρ ἐπαγγέλλεται
1561τὴν μοδίσταν, ἡ κόρη τὴν διδασκάλισσαν. Αἱ δύο αὗται γυ-
1562ναῖκες κατώρθωσαν διὰ τῆς ἐργασίας των νὰ σχηματίσωσι
1563μίαν μικρὰν περιουσίαν, τὸ ὅλον τῆς ὁποίας ἀνέρχεται εἰς
1564μετρητὰ χρήματα περὶ τὰς 6,000 δραχμάς. Ὁ ἀνθυπολο-
1565χαγὸς παρουσιάσθη ὡς γαμβρὸς, ἐτέλεσε τοὺς ἀρραβῶνάς του,
1566καὶ μετ’ αὐτοὺς ἦλθεν εἰς Ἀθήνας διὰ νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν
1567νὰ νυμφευθῇ, ὡς εἶπεν εἰς τὰς γυναῖκας αὐτὰς, ἀφοῦ προη-
1568γουμένως συνετάχθη συμβόλαιον, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἔλαβε
15693,200 δραχμὰς εἰς μετρητὰ καὶ 1300 εἰς συναλλαγματικὴν,
1570τὴν ὁποίαν κατεῖχον αἱ Κυρίαι αὐταί. Λαβὼν δὲ καὶ 1600
1571δραχμὰς ἰδιαιτέρως ἀπὸ τὴν μέλλουσαν πενθερὰν, ἦλθεν εἰς
1572τὰς Ἀθήνας ὁ κ. ἀνθυπολοχαγός. Ἐν Ἀθήναις μένων, ἤρχι-
1573σεν ἀλληλογραφίαν μὲ τὰς δυστυχεῖς αὐτὰς γυναῖκας, ζητῶν
1574ὁτὲ μὲν 50 δραχμὰς, ὁτὲ δὲ 60, καὶ πέμπων ἐπιστολὰς τρυ-
1575φερωτάτας εἰς τὴν μνηστήν του, αἱ ὁποῖαι ἐστάλησαν κατό-
1576πιν εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα τὸν Βασιλέα. Ἀφοῦ εἰσέπραξε
1577τὰ μικρὰ αὐτὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα τῷ ἐστάλησαν δι’ ἐπιταγῶν
1578τοῦ ἐν Χαλκίδι ὑποκαταστήματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης,
1579ἐπανῆλθεν εἰς Χαλκίδα. Ἐκεῖ ἐνόμισε καλὸν, δὲν ἠξεύρω ποίαν
1580ἀφορμὴν εὑρὼν, νὰ ξυλοκοπήσῃ τὴν πενθερὰν, νὰ ῥαπίσῃ τὴν
1581νύμφην, νὰ πάρῃ τὰ χρήματα καὶ νὰ ἀπέλθῃ εἰς Ἀθήνας.
1582Ἐννοεῖται ὅτι αἱ δυστυχεῖς αὐταὶ γυναῖκες, αἱ ὁποῖαι εἶχον
1583οἰκονομήσει αὐτὰ τὰ ὀλίγα χρήματα, διὰ μυρίων ἀγώνων
1584καὶ στερήσεων, ἐταράχθησαν· ἔσπευσαν δὲ νὰ εἰδοποιήσουν
1585διὰ τῶν ἐντοπίων ἐφημερίδων τὸν χρεώστην τῆς συναλλαγ-
1586ματικῆς τῶν 1300 δραχμῶν νὰ μὴ πληρώσῃ τὴν συναλλαγ-
1587ματικὴν, διετάχθησαν δὲ καὶ ἀνακρίσεις. Ὁ ἀνθυπολοχαγὸς,
1588ἐννοήσας ὅτι συναλλαγματικὴ δὲν ἠδύνατο νὰ εἰσπραχθῇ,
1589διότι εἰδοποιήθη ὁ χρεώστης, τὴν ἐπέστρεψε, κρατήσας τὰ
1590ἄλλα χρήματα τῶν δυστυχῶν αὐτῶν γυναικῶν. Κατηγγέλθη
1591ἡ πρᾶξις, δὲν ἠξεύρω δὲ τί ἐνήργησεν ὁ προκάτοχος Ὑπουρ-
1592γὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω εἶναι,
1593ὅτι πρὸ μηνὸς, ὅτε ἀνέλαβε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρα-
1594τιωτικῶν ὁ νῦν Ὑπουργὸς, ἦλθον παρ’ ἐμοὶ αἱ γυναῖκες αὗ-
1595ται, κλαίουσαι καὶ ὀδυρόμεναι, καὶ τὰς ὡδήγησα ἐγὼ ἐνώπιον
1596τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἔλαβον γνῶσιν
1597ὅλων αὐτῶν τῶν ἐγγράφων. Ὁ ἀνθυπολοχαγὸς, μαθὼν ὅτι
1598ἐγὼ ὡδήγησα τὰς Κυρίας αὐτὰς εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρα-
1599τιωτικῶν, ἦλθεν εἰς τὴν οἰκίαν μου τεταραγμένος καὶ δια-
1600μαρτυρόμενος ὅτι ὁμολογεῖ μὲν ὅτι ὑπέγραψε τὸ ἐπίσημον
1601συμβόλαιον, ἀλλὰ δὲν ἔλαβε τὰ χρήματα. Ὑπέγραψε χωρὶς νὰ
1602λάβῃ τὰ χρήματα! Ἀλλ’ εἶπον εἰς αὐτόν: «Κατ’ αὐτὸν τὸν
1603τρόπον, κύριε, τὰ Συμβολαιογραφεῖα πρέπει νὰ κλείσουν, καὶ
1604τὰ συμβόλαια ὅλα νὰ ἀκυρωθοῦν, διότι ἕκαστος δύναται, δα-
1605νειζόμενος καὶ ὑπογράφων συμβόλαια, νὰ λέγῃ ὅτι ὑπέγρα-
1606ψεν, ἀλλὰ δὲν ἔλαβε χρήματα. Ἀλλὰ τὸ συνάλλαγμα δὲν τὸ
1607ἐλάβετε;»—«Ναὶ», λέγει, «τὸ συνάλλαγμα τὸ ἔλαβον καὶ
1608τὸ ἐπέστρεψα».— «Ἀλλὰ διατὶ τὸ συνάλλαγμα ἔλαβες καὶ
1609δὲν ἔλαβες τὰ χρήματα καὶ ὑπέγραψες;»—«Δὲν ἠξεύρω πῶς
1610ὑπέγραψα ἐκείνην τὴν στιγμὴν, χωρὶς νὰ λάβω τὰ χρήματα»,
1611μοι ἀπαντᾷ.
1612Διὰ τὴν πρᾶξιν αὐτὴν παρεπέμφθη εἰς Ἀνακριτικὸν
1613Συμβούλιον, καὶ τὸ Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον ἀπεφάνθη παμ-
1614ψηφεὶ νὰ τεθῇ εἰς ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως. Λυποῦμαι, διότι
1615τόσον ἐπιεικῶς ἐδίκασεν· ἔπρεπε νὰ τὸν στείλῃ εἰς ἀπόταξιν,
1616διότι ἀξιωματικὸς τοιαῦτα διαπράττων δὲν εἶναι ἄξιος νὰ
1617φέρῃ τὰς ἐπωμίδας τοῦ ἀξιωματικοῦ.
1618§97Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς καταγ-
1619γελίας, ἡ ὁποία ἐδόθη ἐναντίον τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ αὐτοῦ,
1620ἐνηργήθησαν τρεῖς ἀνακρίσεις, ἐκ τῆς διεξαγωγῆς τῶν ὁποίων
1621ἐσχηματίσθη ἡ δικογραφία, καὶ ἐκ τῆς δικογραφίας ταύτης,
1622ἐὰν κατατεθῇ, θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι συκο-
1623φαντία, ἥτις ἐπλέχθη λίαν ἐντέχνως, ἵνα καταστραφῇ ὁ ἀξιω-
1624ματικός. Ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς ἐμνηστεύθη ἀληθῶς τὴν νέαν,
1625καὶ ὑπέβαλε τὴν αἴτησιν διὰ τὴν ἄδειαν γάμου μετ’ αὐτῆς,
1626ἀλλ’ ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος εἶχε κατηγορηθῆ, ὅτι ὡς ἀξιωμα-
1627τικὸς μεταβατικὸς διέπραξεν ἀδικίας τινὰς κατὰ πολιτῶν,
1628ἕνεκα τῶν ὁποίων παρεπέμφθη εἰς τὸ δικαστήριον. Αἱ Κυρίαι
1629τότε, ἅμα εἶδον, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς παρεπέμφθη εἰς τὸ Κα-
1630κουργιοδικεῖον, ἀμέσως ἐζήτησαν τὴν διάλυσιν τῆς μνηστείας,
1631καὶ πράγματι διελύθη αὕτη, καὶ δὲν ὑπεβλήθη τὸ σχετικὸν
1632διάταγμα διὰ τὸν γάμον· ἀλλ’ ἡ αἴτησις περὶ τούτου εὑρί-
1633σκεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ὅτε ἡ κατὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ
1634αὐτοῦ δίκη ἐπερατώθη, καὶ ὁ ἀξιωματικὸς ἠθωώθη ἐκ τῆς
1635κατηγορίας, ἥτις τῷ ἐγένετο, αἱ Κυρίαι μετημελήθησαν, καὶ
1636ἔπλασαν ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
1637Ναυτικῶν, ἀλλ’ ἔπλασαν τὰ μὲν μετὰ τὰ δὲ, δηλαδὴ πρῶτον
1638ὅτι ἔλαβε 2 χιλιάδας δραχμὰς, κατόπιν, ὅτι ἔστειλεν εἰς τὴν
1639μητέρα του ἡ νύμφη χιλίας δραχμὰς, καὶ τελευταῖον, ὅτι διέρ-
1640ρηξεν τὸ κιβώτιον τῆς μελλούσης πενθερᾶς του καὶ ἀφῄρεσε 1060
1641δραχμάς· τὸ τελευταῖον δὲ πότε; ὅτε τὸ ζήτημα ἦλθεν
1642ἐπὶ τάπητος, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀνέλαβε
1643νὰ καρατομήσῃ τὸν ἀξιωματικὸν αὐτόν! Οὔτε ἐν τῇ ἀνα-
1644κρίσει τῇ πρώτῃ, τῇ ἐνεργηθείσῃ παρ’ ἀνωτέρου ἀξιωματι-
1645κοῦ, οὔτε ἐν τῇ δευτέρᾳ ἀνακρίσει, οὔτε ἐν τῷ δικαστηρίῳ
1646τῆς Χαλκίδος, ὁπότε ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα αὐτὸ, εἶπον τί-
1647ποτε ἐξ ὅσων κατόπιν κατήγγειλαν, οὔτε ἐν τῇ ἀγωγῇ πρὸς
1648πληρωμὴν ἀναφέρονται ὅσα ἐξέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
1649Ναυτικῶν, καὶ διὰ τοῦτο ὁ μὲν κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν
1650ζητεῖ νὰ προσαγάγῃ μόνον τὸ ἐπίσημον συμβόλαιον, ὁ δὲ
1651κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀποφεύγει νὰ φέρῃ ὁλόκλη-
1652ρον τὴν δικογραφίαν. Καθιστῶ δὲ γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν,
1653ὅτι μετά τινας ἡμέρας θὰ ἐκδοθῇ ἀπόφασις,—δὲν λέγω δὲ
1654ποία ἀπόφασις, διότι φοβοῦμαι μήπως ἀνατραπῶσι τὰ πάν-
1655τα,—τὴν ὁποίαν θὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ θέλω ἀπο-
1656δείξει, ὅτι ὅσα διατείνεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν
1657εἶναι μὲν διεσκευασμένα κατὰ τρόπον λίαν ἐπιτήδειον, ἀλλὰ
1658δὲν εἶναι ἀκριβῆ.
1659Δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως ταύ-
1660της, διότι πρὸς τοῦτο ἐπιθυμῶ νὰ ἔχω τὰς ἀποδείξεις, καὶ
1661διὰ νὰ ἀποδείξω τὴν ἀλήθειαν, θέλω ἀναγνώσει ἐκ τῆς δικο-
1662γραφίας τὴν κατάθεσιν ἀνακρίσεως ἀστυνόμου ἀξιωματικοῦ,
1663ἀφορῶσαν τὴν διαγωγὴν τῆς οἰκογενείας, μετὰ τῆς κόρης τῆς
1664ὁποίας ὁ ἀξιωματικὸς εἶχε μνηστευθῆ, ἕνεκα τῆς ὁποίας δια-
1665γωγῆς καὶ ἡ οἰκογένεια τοῦ ἀξιωματικοῦ καὶ οἱ συνάδελφοί
1666του, οἵτινες τὴν ἐγνώριζον, τῷ ἐπέβαλον νὰ δεχθῇ τὴν διά-
1667λυσιν τῆς μνηστείας. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουρ-
1668γὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐπιμένω τώρα πλέον, νὰ κατα-
1669θέσῃ τὴν δικογραφίαν, διότι, μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς
1670τῶν Ναυτικῶν ἀπὸ τοῦ βήματος, οὐδὲν πλέον εἶναι μυστικὸν,
1671καὶ κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ προσαχθῶσιν ἐνταῦθα ὅλα τὰ
1672ἔγγραφα· ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτι-
1673κῶν νὰ προσαγάγῃ πάντα τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ὑπόθεσιν
1674ταύτην. Ἐὰν δὲν τὰ προσαγάγῃ, μένει ἀκεραία ἡ ὑπόθεσις
1675τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου, ἡ ὁποία θὰ λυθῇ πολὺ ταχέως, καὶ
1676ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐγγράφων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ λυθῇ ἡ ὑπό-
1677θεσις, θὰ ἀπαντήσω ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὸν
1678κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν
1679τῶν Ναυτικῶν.
1680§98Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
1681κῶν). Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι λελυμένον. Καὶ ἄλλοτε,
1682ὁσάκις ἐζητήθην νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφα περὶ
1683ἀντικειμένου ἀφορῶντος εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τῆς
1684διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, εἰς τὴν πειθαρχίαν καὶ τὴν ἐνέρ-
1685γειαν τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργοῦ, οὐδέποτε κατέθεσα
1686τὰ ἔγγραφα ταῦτα, διότι δὲν ἐννοῶ νὰ καταθέσω εἰς τὴν
1687Βουλὴν πρὸς συζήτησιν τὰ ἀφορῶντα εἰς ἀξιωματικοὺς
1688ζητήματα διὰ παραπτώματα αὐτῶν, διότι οὕτως ἐξευτελί-
1689ζεται τὸ στράτευμα. Ἐννοῶ νὰ διοικῶ συμφώνως πρὸς τοὺς
1690νόμους, τὰ Β. Διατάγματα καὶ τοὺς κανονισμούς· δὲν ἐννοῶ
1691νὰ διαπράττω αὐθαιρεσίας ἐν τῇ διοικήσει μου. Δὲν συγχαίρω
1692δὲ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Οἰτύλου, ὅστις αὐθαιρέτως ἐννοεῖ νὰ
1693διοικῇ τὰ τοῦ στρατοῦ, ὥστε νὰ μὴ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς
1694γνωματεύσεις τῶν Ἀνακριτικῶν Συμβουλίων ἐπὶ τῷ λόγῳ
1695ὅτι αὗται εἶναι πεπλανημέναι· ἀλλὰ τότε, ἐρωτῶ, πρὸς τί τὰ
1696Ἀνακριτικὰ Συμβούλια; πρὸς τί ὅλος αὐτὸς ὁ μηχανισμὸς
1697τῆς διεξαγωγῆς τῶν πειθαρχικῶν ὑποθέσεων; Οὐδόλως ἔχει
1698τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ παραβλέπῃ τὰς ἀποφάσεις καὶ
1699τὰς γνωματεύσεις τῶν Ἀνακριτικῶν Συμβουλίων, καὶ εἰ μὲν
1700αὗται εἶναι καταδικαστικαί, ἀθωωτικῶς νὰ ἀποφαίνηται, εἰ
1701δὲ τοὐναντίον, αὐτὸς νὰ ἐπιβάλλῃ ποινάς. Δὲν ἐννοεῖ ὅτι
1702δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σταθῇ πειθαρχία
1703ἐν τῷ στρατῷ; ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐκτίμησις
1704περὶ τῆς ἠθικῆς καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν; Διὰ τοῦτο,
1705ἐπαναλαμβάνω, δὲν θέλω καταθέσει τὰ αἰτούμενα ἔγγραφα,
1706καθόσον μάλιστα ὑπάρχει ἀκόμη στάδιον ἐνεργείας. Ἐὰν ὁ
1707ἀξιωματικὸς νομίζῃ ὅτι ἠδικήθη διὰ τῆς ποινῆς τῆς εἰς ἀρ-
1708γίαν δι’ ἀπολύσεως μεταθέσεώς του, δύναται νὰ προσφύγῃ
1709εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια, καὶ ἐκεῖ νὰ ζητήσῃ τὸ δίκαιόν
1710του, καὶ ὄχι νὰ συζητηθῇ ἐν τῇ Βουλῇ ὑπόθεσις, ἡ ὁποία εἶναι
1711ἐντελῶς ξένη τῆς ἁρμοδιότητος καὶ τοῦ προορισμοῦ τοῦ Κοι-
1712νοβουλευτικοῦ Σώματος.
1713§99Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀστεῖος μοὶ ἐφάνη ὁ κ.
1714Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν...
1715§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀνακαλέσητε. Δὲν εἶναι ἔκ-
1716φρασις αὐτή.
1717§101Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε,
1718μοὶ ἐφάνη ἀστεῖος... (θόρυβος)
1719§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀνακαλέσητε.
1720§103Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
1721κῶν). Αὐτὸς ὑπερέβη πᾶν ὅριον!
1722§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἀνακαλέσητε αὐτὴν τὴν φράσιν,
1723κύριε Κουμουνδοῦρε.
1724§105Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν τὴν ἀνακαλῶ, διότι θὰ
1725ἀκούσητε τί θὰ εἴπω, καὶ θὰ κρίνητε ἐὰν εἶναι φράσις, ἡ
1726ὁποία πρέπει ν’ ἀνακληθῇ.
1727§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ καὶ πάλιν νὰ τὴν ἀνακαλέ-
1728σητε, διότι ἄλλως εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς ἀνακαλέσω
1729εἰς τὴν τάξιν.
1730§107Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀνακαλέσατέ με.
1731§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀνακαλῶ λοιπὸν εἰς τὴν τάξιν.
1732§109Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Στρέφων τὸν λόγον ὁ κ.
1733Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπὸ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως,
1734εἶπεν, ὅτι αὐτὸς δὲν ὁμοιάζει τὸν Βουλευτὴν ἐξ Οἰτύλου, ὁ
1735ὁποῖος αὐθαιρέτως διώκει τὸν στρατὸν, καὶ ἄλλοτε μὲν τὰς
1736ἀποφάσεις τῶν Συμβουλίων τὰς ἐπεκύρου, ἄλλοτε δὲ δὲν
1737συνεμορφοῦτο πρὸς αὐτάς. Λοιπὸν δὲν εἶναι ἀστεῖον τὸ πρᾶγμα
1738καὶ λεγόμενον; Καὶ δὲν γνωρίζει τὸ Ἑλληνικὸν ἅπαν, ποία
1739ὑπῆρξεν ἡ διοίκησις ἐμοῦ, καὶ ὅτι βεβαίως δὲν εἶναι ὁμοία
1740πρὸς τὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Ἐὰν θέλῃ, καταθέτομεν τοὺς
1741τίτλους μας, διὰ νὰ ἴδωμεν τὸ ἀνάστημα ἀμφοτέρων.
1742§110Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
1743κῶν). Βεβαίως δὲν θὰ καταδεχθῶ νὰ μετρηθῶ ποτὲ μεθ’ ὑ-
1744μῶν.
1745§111Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως δὲν θὰ μετρηθῶ
1746μαζῆ σου (θόρυβος).
1747Εἶχον λοιπὸν τὸ δικαίωμα νὰ χαρακτηρίσω τὴν ὁμιλίαν
1748τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀστείαν, διότι οὐδεμίαν τῶν ἀποφάσεων
1749τῶν Συμβουλίων ἀπέρριψα, οὐδ’ ἀπεφάσισα ἐναντίον τῶν ἀπο-
1750φάσεων ἐκείνων, ἀλλ’ ἐμελέτων πάντοτε τὰ ζητήματα, καὶ
1751ἂν ἦσαν ἄξια νὰ εἰσέλθωσιν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν Συμβουλίων
1752τὰ εἰσῆγον, ἄλλως ἀπεφαινόμην ἐγώ. Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ
1753διοίκησίς μου. Νομίζω δὲ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτι-
1754κῶν, καὶ πᾶς Ὑπουργὸς, προκειμένου περὶ τῆς καταστάσεως
1755τῶν ἀξιωματικῶν, ἔχει καθῆκον ν’ ἀφίνῃ τὰς πράξεις του νὰ
1756ἐξελέγχωνται, ἔχει συμφέρον, διὰ νὰ ἔχωσι κῦρος αἱ πρά-
1757ξεις αὐτοῦ, ὅταν ἐπ’ αὐτῶν ἐγείρηται ἀμφιβολία τις οἱαδή-
1758ποτε, ἔχει καθῆκον νὰ παρέχῃ, προκειμένου περὶ προσωπι-
1759κοῦ ζητήματος, οἷον εἶναι τὸ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιω-
1760ματικῶν, ὅλα τὰ μέσα, ἵνα ᾖ φανερὰ ἡ ἐργασία αὐτοῦ καὶ
1761προσιτὴ εἰς πάντα, νὰ ἐξελέγχηται δὲ παρ’ ὅλων, ἵνα σχηματί-
1762ζηται ἡ ὀρθὴ γνώμη, καὶ οὕτω νὰ ἔχῃ τὸ κῦρος τὸ ἀπαιτού-
1763μενον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ
1764πειθαρχία, ἐὰν αἱ πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν
1765καὶ παντὸς ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, παντὸς διοικητοῦ σώμα-
1766τος, δὲν ἦναι καταφανεῖς καὶ προσιταὶ εἰς τὸν ἔλεγχον παν-
1767τὸς δυναμένου καὶ ἔχοντος κατὰ νόμον τὸ δικαίωμα καὶ τὸ
1768καθῆκον νὰ ἐξελέγχῃ.
1769Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀποφεύγων νὰ προσ-
1770αγάγῃ τὴν περὶ ἧς πρόκειται δικογραφίαν εἰς τὴν Βουλὴν,
1771πράττει τοῦτο οὐχὶ διότι ἔχει τὴν ἀρχὴν νὰ μὴ εἰσάγῃ τοι-
1772αῦτα ζητήματα ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ διότι τὸ ζήτημα
1773εἶναι τοιοῦτον, ὥστε θέλει ἀποδειχθῆ, ποία ὑπῆρξεν ἡ ἀπό-
1774φασις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐπὶ ποίων βά-
1775σεων ἐστηρίχθη ἡ ἀπόφασις αὕτη. Βεβαίως τὰ δικαστήρια,
1776ἐνώπιον τῶν ὁποίων κατέφυγεν ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς, θ’ ἀπο-
1777φασίσωσιν ἐντὸς ὀλίγου, καὶ ἐλπίζω ὅτι οὐδεμία ἐπίδρασις
1778ἐκεῖ θὰ συντελέσῃ, ὥστε νὰ μὴ ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον εἰς τὸν
1779ἀξιωματικόν· βεβαίως τὰ πολιτικὰ δικαστήρια, ἐνώπιον τῶν
1780ὁποίων κατηγγέλθη ἡ μήτηρ καὶ ἡ κόρη, αἵτινες διέλυσαν τὸν
1781ἀρραβῶνα, θέλουσιν ἀποδώσει τὸ δίκαιον εἰς τὸν ἀξιωματι-
1782κόν. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι ὀφείλω νὰ ἀνυψώσω τὸ γόητρον καὶ
1783τὴν τιμὴν τοῦ ἀξιωματικοῦ αὐτοῦ, ὅστις ἐξῆλθεν ἀλώβητος,
1784μολονότι εἶχε τὴν εἴσοδον ἐλευθέραν εἰς τὴν οἰκίαν τῆς περὶ
1785ἧς πρόκειται νέας· διότι δὲν ἦτο σκοπὸς αὐτοῦ νὰ ἀτιμάσῃ
1786τὴν κόρην, μήτε νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν περιουσίαν αὐτῆς.
1787Κατηγορεῖται ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς ὡς λωποδύτης, καὶ νο-
1788μίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι δὲν τῷ ἐπι-
1789βάλλεται νὰ σώσῃ τὴν ὑπόληψιν αὐτοῦ καὶ νὰ προσαγάγῃ
1790τὴν δικογραφίαν, ἵνα ἐξελεγχθῇ ἡ πρᾶξις τοῦ ἀξιωματι-
1791κοῦ!
1792§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
1793ταξιν.
1794Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς
1795πρώτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικῆς Διοική-
1796σεως τοῦ στρατοῦ.
1797Ὁ κύριος Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
1798§113Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀγορεύων χθὲς, Κύριοι, κατὰ τῆς προτά-
1799σεως περὶ παραπομπῆς εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν τοῦ ὑπὸ συζή-
1800τησιν νομοσχεδίου, ὑπεδήλουν ἅμα τὴν γνώμην μου περὶ
1801αὐτοῦ. Σπανίως ἀγορεύω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ πολ-
1802λάκις ἐπιθυμῶν νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ, τί φρονῶ περὶ τῶν ζητη-
1803μάτων, ἀποφεύγω τοῦτο, μὴ ἐπιθυμῶν νὰ παρεμβάλλω
1804προσκόμματα εἰς τὴν ἐργασίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ὅμως
1805ἀληθῶς, δὲν γνωρίζω διατὶ, ἐφρόντισε πάντοτε ὀλίγον χρό-
1806νον νὰ διαθέτῃ πρός τε τὴν νομοθετικὴν καὶ τὴν ἄλλην ἐρ-
1807γασίαν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι, Κύριοι, καὶ ζητήματα,
1808ἐφ’ ὧν πάντες ὀφείλουσι νὰ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην, ἣν ἔχουσι
1809περὶ αὐτῶν.
1810Ὑπεδήλουν χθὲς, ἀγορεύων κατὰ τῆς παραπομπῆς τοῦ
1811νομοσχεδίου εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, τὰς ἐπόψεις, ὑφ’ ἃς τὸ
1812προκείμενον νομοσχέδιον ἔδει νὰ ἐξετασθῇ, διότι ἐγὼ τολμῶ
1813νὰ πιστεύω, ὅτι νομοσχέδιον, ὡς τὸ συζητούμενον, δυσκό-
1814λως δύναται νὰ συζητηθῇ ἐν ταῖς μικραῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ·
1815νομοσχέδιον τεχνικὸν τοιοῦτον εἶναι ἀδύνατον καὶ ἐν ταῖς
1816ἐπιτροπαῖς καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ τύχῃ συζητήσεως
1817ἐν ταῖς εἰδικαῖς διατάξεσιν αὐτοῦ. Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν
1818τοῦτο νομίζω, ὅτι, ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτοῦ, δέον νὰ ἐξε-
1819τασθῇ ἐν ταῖς γενικαῖς αὐτοῦ γραμμαῖς, ἐν τῇ σπουδαιότητι
1820τῶν γενικῶν ἀρχῶν αὐτοῦ.
1821Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐξετάσω αὐτὸ ὑπὸ
1822τρεῖς διαφόρους μὲν ἐπόψεις, ἀλλὰ καὶ συγγενεῖς ἅμα. Θέλω
1823ἐξετάσει ἄρα αὐτὸ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ συμφέροντος τοῦ στρα-
1824τοῦ, τὸ δὲ συμφέρον τοῦ στρατοῦ εἶναι καὶ συμφέρον τοῦ
1825ἔθνους· θέλω ἐξετάσει τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τὴν συνταγματι-
1826κὴν αὐτοῦ ἔποψιν, ἥτις εἶναι ἐπίσης ἔποψις ἐθνικὴ, ὑπὸ τὴν
1827συνταγματικὴν, λέγω, καὶ τὴν κοινοβουλευτικὴν αὐτοῦ ἔπο-
1828ψιν, διότι φρονῶ, ὅτι τὸ Σύνταγμα καὶ τὸ Κοινοβουλευτι-
1829κὸν πολίτευμα, τὸ διέπον τὴν χώραν, ἀδιαρρήκτως συνεδέ-
1830οντο, συνδέονται καὶ θέλουσι συνδέεσθαι πρὸς τὰ ἀληθῆ συμ-
1831φέροντα αὐτῆς. Διότι καὶ ἐγὼ καὶ μετ’ ἐμοῦ οἱ πλεῖστοι πε-
1832ποίθαμεν, ὅτι ἄνευ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος, καὶ δὴ
1833Κοινοβουλευτικοῦ, πολλὰ τὰ δεινὰ θέλει πάθει τὸ ἔθνος, ὡς
1834ἐπίσης πεποίθαμεν, ὅτι καὶ μετὰ Συνταγματικοῦ πολιτεύ-
1835ματος, ἀδιακόπως ὅμως καταπατουμένου καὶ καταρραδι-
1836ουργουμένου, ἐπίσης εἶναι βέβαιον, ὅτι πολλὰ τὰ δεινὰ θέλει
1837πάθει τὸ ἔθνος, ὡς ἐπίσης πεποίθαμεν, ὅτι μετὰ πολιτεύ-
1838ματος οἱονεὶ ὑπὸ διηνεκῆ δοκιμασίαν, ἐπίσης πολλὰ θέλει
1839πάθει τὸ ἔθνος· διότι εἶναι γνωστὴ ἡ γνώμη ἐξόχου πολιτειο-
1840λόγου, δογματίσαντος, ὅτι οὐδὲν εἶναι ἐπικινδυνωδέστερον
1841διὰ τὰ ἔθνη τοῦ διοικεῖσθαι καὶ κυβερνᾶσθαι ὑπὸ πολιτεύ-
1842ματα οἱονεὶ ὑπὸ διηνεκῆ δοκιμασίαν. Ἀλλὰ θέλω ἐξετάσει
1843τὸ προκείμενον νομοσχέδιον καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ συμ-
1844φέροντος τῆς Α. Β. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ
1845συμφέροντος τῆς Βασιλικῆς Δυναστείας, διότι καὶ ἡ ἔποψις
1846αὕτη πέποιθα ὅτι συνδέεται πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους.
1847Τίς ἆρά γε κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν εἶναι ὁ ἐνώπιον τῆς
1848χώρας ἀνεύθυνος; Ὁ Βασιλεὺς καὶ μόνος αὐτός. Δὲν γνω-
1849ρίζω ἐν τοῖς ἄρθροις τοῦ Συντάγματος διάταξίν τινα, ἀνα-
1850γορεύουσαν πρόσωπον ἄλλο ὡς ἀνεύθυνον. Εἷς εἶναι ὁ ἀνεύ-
1851θυνος, ὁ Βασιλεὺς, ὁ Βασιλεὺς ὁ κατὰ τὸ δόγμα τῶν Ἄγ-
1852γλων μὴ δυνάμενος νὰ πράξῃ τὸ κακόν. «Le Roi ne
1853peut mal faire» λέγουσιν οἱ Γάλλοι· δὲν δύναται δὲ νὰ
1854πράξῃ τὸ κακὸν οὐχὶ δι’ ἄλλον τινὰ λόγον, διότι εἶναι ἐξ-
1855αίφνης ἅγιος, ἀλλὰ διότι εἶναι ἀνεύθυνος. Ἀλλ’ οἱ Βα-
1856σιλόπαιδες, Κύριοι, εἰσὶν ἀνεύθυνοι; Οὐδεμία τῶν συνταγμα-
1857τικῶν διατάξεων, οὔτε ῥητῶς οὔτε σιωπηρῶς, περιέβαλε τὰ
1858πρόσωπα τῶν Βασιλοπαίδων διὰ τοῦ ἀνευθύνου, ὀρθῶς καὶ
1859δικαίως. Δύο ἢ τρεῖς ἀνεύθυνοι ἤθελον ἰσοδυναμεῖ πρὸς δύο
1860ἢ τρεῖς Βασιλεῖς. Οἱ Βασιλόπαιδες ἄρα εἰσὶν ὑπεύθυνοι ἐνώ-
1861πιον τοῦ ἔθνους. Ἂν ὅμως εἶναι ὑπεύθυνοι, εἰσὶ τύπῳ καὶ
1862οὐχὶ κατ’ οὐσίαν· κατ’ οὐσίαν οἱ Βασιλόπαιδες εἰσιν ἀνεύ-
1863θυνοι. Δὲν ἰσχυρίσθη τάχα τοῦτο καὶ ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ὁ
1864Διάδοχος, ὅταν ἔν τινι συνεντεύξει, πρὸ ὀλίγου χρόνου, διε-
1865τείνετο, ὅτι «αὐτὸς δὲν ὑπόκειται εἰς τὴν στρατιωτικὴν πει-
1866θαρχίαν»; Δὲν ἐνθυμούμεθα τὸ πολλάκις κατὰ τὰς ἡμέρας
1867ταύτας μνημονευθὲν ἐπεισόδιον τοῦ πεδίου τοῦ Ἄρεως; Τίς
1868Ὑπουργὸς, ὅτε τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο ἐλάμβανε χώραν, ἐτόλ-
1869μησε νὰ ζητήσῃ τὴν εὐθύνην τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ
1870Διαδόχου; Ἢ μήπως ὁ ἀντικαταστήσας τὸν Ὑπουργὸν τῶν
1871Στρατιωτικῶν, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας οὗτινος ἐλάμβανε χώραν
1872τὸ ἐν λόγῳ ἐπεισόδιον, ἐζήτησεν εὐθύνας παρὰ τῆς Α. Β.
1873Ὑψηλότητος περὶ πράξεως ἀντικειμένης εἰς ῥητὰς διατά-
1874ξεις τῶν νόμων; Δὲν ἐζήτησαν εὐθύνας, διότι δὲν ἤθελον
1875δυνηθῆ νὰ λάβωσι τοιαύτας. Οἱ Βασιλόπαιδες ἄρα τύπῳ
1876μόνον εἰσὶν ὑπεύθυνοι ἐνώπιον τοῦ ἔθνους, οὐσίᾳ ὅμως ἐντε-
1877λῶς ἀνεύθυνοι. Ὑπάρχουσι κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους
1878χρόνους καὶ ἄλλα παραδείγματα, δυνάμενα νὰ πείσωσι τὸ
1879Κοινοβούλιον, ὅτι οἱ Βασιλόπαιδες τύπῳ εἰσὶν ὑπεύθυνοι, οὐ-
1880σίᾳ ὅμως ἐντελῶς ἀνεύθυνοι. Ἀλλ’ ἀπέναντι τοῦ εὐγλώττου,
1881τοῦ δευτέρου πρὸ πάντων τῶν παραδειγμάτων, οὗτινος καὶ
1882ἄλλοι συνάδελφοι ἐμνήσθησαν καὶ ἐγὼ ἐπίσης, νομίζω ὅτι τὰ
1883ἄλλα ὠχριῶσιν, ὅπως ἡ Σελήνη ἐνώπιον τοῦ Ἡλίου.
1884Δὲν θέλω, Κύριοι, ἐπιχειρήσει νὰ ἐξετάσω, ἂν ὀρθῶς ἢ
1885ἐσφαλμένως οἱ Βασιλόπαιδες εἶναι κατ’ οὐσίαν ἀνεύθυνοι· ἐγώ-
1886πιον τοῦ ἔθνους, διότι ἴσως ἤθελον κατηγορηθῆ παρ’ ἀγαπη-
1887τοῦ συναδέλφου, ὅστις τυγχάνει ὢν καὶ στενώτατός μου συγ-
1888γενὴς, ὅτι πράττω τοῦτο, ἐπιθυμῶν νὰ ὑποστῶ ἐξετάσεις
1889δι’ ἕδραν Συνταγματικοῦ Δικαίου. Ἄλλοι ἂς ἀναλάβωσι νὰ
1890ἐξετάσωσι τὸ θέμα τοῦτο, καὶ βεβαίως ἐν ἄλλαις αἰθούσαις.
1891Εἰς τὸ ἀνεύθυνον λοιπὸν τοῦτο πρόσωπον, οὗτινος οὐ-
1892δαμῶς θέλω νὰ ὑποτιμήσω τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν ἀξίαν,
1893ἀλλ’ εἰς τὸ ἀνεύθυνον τοῦτο λοιπὸν πρόσωπον παραδίδετε
1894τὴν ὑπερτάτην διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Παραδίδετε
1895οὐχὶ ταμιακήν τινα ἢ ἐφοριακὴν ἢ ἄλλην τινὰ διδασκα-
1896λικὴν π. χ. ὑπηρεσίαν, οὐχὶ τὴν ἐκδίκασιν τῶν πταισμάτων,
1897ἢ τὰς ποικίλας ἐπιστασίας τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τὴν μέλλου-
1898σαν, τὴν μόνην καὶ τιμιωτάτην τοῦ ἔθνους ἐλπίδα, τὸν Ἑλ-
1899ληνικὸν στρατόν. Καὶ ὅ,τι τὸ Σύνταγμα σοφώτατα δὲν ἀνέ-
1900θηκεν οὐδ’ εἰς αὐτὸν τὸν Βασιλέα, ὑμεῖς διὰ τοῦ νομοσχε-
1901δίου ὑμῶν ἀναθέτετε ἁπλούστατα εἰς τὸν Διάδοχον. Διότι
1902τὸ Σύνταγμα, σοφώτατα βεβαίως, καὶ ἐπὶ τῆς πολιτικῆς
1903ἱστορίας στηριζόμενον, ἀναγράφει ἐν τῷ γράμματι, τοῦθ’ ὅπερ
1904καὶ ἐν τῷ πνεύματι αὐτοῦ, ὅτι ὁ «Βασιλεὺς βασιλεύει μὲν
1905καὶ κυβερνᾷ, ἀλλὰ δὲν διοικεῖ». Καὶ δὲν διοικεῖ, διότι
1906εἶναι ἀνεύθυνος, οἱ δὲ ἀνεύθυνοι δὲν δύνανται νὰ διοικῶσιν.
1907Ἐλέχθη ἄλλοτε παρὰ δημοσιολόγων, ὅτι «ὁ Βασιλεὺς βα-
1908σιλεύει μὲν, ἀλλὰ δὲν κυβερνᾷ». Τῆς Σχολῆς ταύτης προ-
1909ΐστατο ὁ περικλεέστατος Benjamin–Constant· ἀλλ’ ἡ
1910Σχολὴ αὕτη καὶ τὰ δόγματα αὐτῆς κατέπεσαν, διότι καὶ ἡ
1911πρόοδος τῶν συνταγματικῶν πολιτευμάτων καὶ ἡ πρόοδος
1912τῶν κοινωνιῶν καὶ ἡ ἀνάπτυξις τῶν λαῶν ἐδέχθησαν, ὅτι
1913«ὁ Βασιλεὺς καὶ βασιλεύει καὶ κυβερνᾷ, καὶ ὀφείλει νὰ κυ-
1914βερνᾷ, ἀλλὰ δὲν διοικεῖ». Καὶ ἐκεῖνα, ἅπερ τὰ Συντάγματα
1915δὲν ἐτόλμησαν νὰ ἀναθέσωσιν εἰς τοὺς Βασιλεῖς τοῦ κόσμου,
1916δι’ οὓς λόγους προεξέθηκα, ὑμεῖς, Κύριοι, διὰ τοῦ νομοσχε-
1917δίου αὐτοῦ ἀναδέχεσθε ν’ ἀναθέσητε εἰς τὴν Α. Β. Ὑψηλό-
1918τητα τὸν Διάδοχον, ὅστις κατ’ οὐσίαν εἶναι ἀνεύθυνος, ὅστις
1919δὲ, δὲν διστάζω νὰ παραδεχθῶ ὅ,τι πολλοὶ ὑποστηρίζουσιν,
1920ὅτι ἴσως πρέπει καὶ νὰ ἦναι ἀνεύθυνος.
1921Καὶ διατὶ τάχα οἱ συνταγματικοὶ θεσμοὶ ἀπαγορεύουσι
1922τὴν διοίκησιν, ἀνατιθεμένην εἰς τὸ ἀνεύθυνον; Διατὶ διοίκη-
1923σις καὶ ἀνεύθυνόν εἰσιν ἀσυμβίβαστα; Διότι ἡ ἐναντία ἀρχὴ
1924ἤθελεν εἶσθαι ὀλεθριωτάτη καὶ εἰς τὰ ἔθνη, ἀλλὰ πρὸ πάν-
1925των εἰς τοὺς Βασιλεῖς. Ὁ διοικῶν, κατὰ τοὺς ἱστορικοὺς νό-
1926μους ὅλων τῶν ἐθνῶν καὶ ὅλων τῶν αἰώνων, κατὰ τοὺς ἀπαρα-
1927γράπτους νόμους, οἵτινες ἐσαεὶ θέλουσι διέπει τὰς ἀνθρω-
1928πείας κοινωνίας καὶ τὰ ἔθνη, ὀφείλει νὰ ἔχῃ χαλινὸν, καὶ
1929χάριν τῶν διοικουμένων, ἀλλὰ πρὸ πάντων χάριν ἑαυτοῦ.
1930Ἀλλὰ χαλινὸν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ ἀνεύθυνος, καὶ ἀνεύ-
1931θυνος εἶναι ὁ Βασιλόπαις.
1932Ἰδοὺ οἱ ἱστορικοὶ λόγοι, ἰδοὺ οἱ ἐθνικοὶ λόγοι, ἰδοὺ οἱ
1933ἐπιστημονικοὶ λόγοι, οἵτινες, παρακαλῶ καὶ ἱκετεύω ἅμα, νὰ
1934πείσωσιν ὑμᾶς νὰ ἀποσύρητε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὀλέθριον
1935εἰς τὸ ἔθνος, ὀλέθριον πρὸ πάντων εἰς τὴν Βασιλικὴν Δυνα-
1936στείαν. Διότι, Κύριοι, εἶναι ἱστορικῶς ἀποδεδειγμένον, ὅτι
1937ἡ μεγίστη ἰσχὺς, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ Γενικὴ Διοίκη-
1938σις τοῦ στρατοῦ, καὶ τὸ ἀνεύθυνον ἄγουσιν εὐθὺς εἰς τὴν
1939κατάχρησιν (εἶναι τὸ ἐλάττωμα τῆς ἀνθρωπείας φύσεως), καὶ
1940διὰ τοῦτο οἱ θεσμοὶ τῆς ἀρχαίας Σπάρτης, παρὰ τοὺς Βα-
1941σιλεῖς, οἵτινες διεχειρίζοντο τὴν μεγίστην τῶν ἐξουσιῶν,
1942ἔταξαν τὴν ἀρχὴν τῶν Ἐφόρων, ἀρχὴν ἐπιτηρητικὴν καὶ
1943ἐλεγκτικὴν τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν καθηκόντων τῶν Βα-
1944σιλέων τῆς Σπάρτης. Καὶ γινώσκομεν ἐκ τῆς Ἱστορίας πολλὰ
1945παραδείγματα, καθ’ ἃ οἱ Ἔφοροι κατεδίκασαν οὐχὶ εἰς πρόσ-
1946τιμον μόνον καὶ χρηματικὰς ποινὰς, ἀλλὰ καὶ εἰς θάνατον
1947ἀκόμη, πολλοὺς τῶν Βασιλέων τῆς Σπάρτης, πρὸς οὓς, ἐπι-
1948εικῶς φερομένη ἡ Πολιτεία ἐκείνη, ἔδειξε τὴν ὁδὸν τὴν ἄγου-
1949σαν ἐκτὸς τῶν ὁρίων, καὶ ἐφυγάδευσεν αὐτούς.
1950Ἐνῷ δὲ, Κύριοι, κατὰ τοὺς νόμους ἡμῶν, ἔχομεν δημο-
1951σίους λειτουργοὺς, ὑπαλλήλους καὶ ὑπηρέτας, εὐθυνομένους,
1952ὀρθῶς καὶ δικαίως, καὶ ἐπὶ τοῖς ἐλαχίστοις, θέλετε τὰ μέ-
1953γιστα νὰ παραδώσητε εἰς ἀνεύθυνον ἄρχοντα τοῦ Κράτους!
1954Ἀλλὰ τὸ ἀνεύθυνον, Κύριοι, συνεπάγεται τὴν ἄρνησιν τῆς
1955ἐπιτηρήσεως, τὴν ἄρνησιν τοῦ ἐλέγχου. Καὶ ὅταν ἐν τοῖς ἐλα-
1956χίστοις τὰ ὀρθὰ πολιτεύματα ζητῶσι τὴν ἐπιτήρησιν καὶ
1957τὸν ἔλεγχον, ἐπὶ τοῖς μεγίστοις ὑμεῖς ἀναγορεύετε τὸ ἀνεύ-
1958θυνον, τὴν ἄρνησιν τουτέστι τῆς ἐπιτηρήσεως καὶ τοῦ ἐλέγ-
1959χου! Πρόκειται δὲ πάντοτε περὶ πράξεων οὐχὶ βασιλικῶν,
1960οὐχὶ κυβερνητικῶν, ἀλλὰ ἁπλῆς καὶ καθαρᾶς διοικήσεως. Διότι
1961αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχουσιν, οὐδὲν ἄλλο εἰσὶν,
1962εἰμὴ ἡ ἀνωτάτη καὶ ἡ κατωτάτη ἅμα καθαρὰ διοίκησις τῶν
1963τοῦ στρατεύματος πραγμάτων.
1964Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐκτὸς τῶν ἐλαττωμάτων τούτων τῶν συν-
1965ταγματικῶν, τῶν ἔκ τε τῆς ἱστορίας καὶ τῆς ἐπιστήμης ἀπορ-
1966ρεόντων, καὶ ἐκ τοῦ συμφέροντος τοῦ ἔθνους ἀντλουμένων,
1967ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα, μέγιστα, ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ,
1968ὅτι ἀφαιρεῖτε τὴν εὐθύνην καὶ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ αὐτοῦ ἀκόμη.
1969Διότι, ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω, τίς ἔσται ἆρά γε ὁ μέγας ἐκεῖνος
1970ἀνὴρ, ὅστις εἰς ἀντίθετον γνώμην τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος, εἰς
1971γνώμην ἴσως μὴ βασιζομένην ἐπὶ τῶν νόμων, ἤθελεν ἀντιτάξει
1972αὐτὸς τὴν ἰδίαν αὐτοῦ γνώμην; Ἤθελε σπεύσει τοὐναντίον εἰς
1973τὴν αἴθουσαν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἤθελε ζητήσει τὴν ἐπιεί-
1974κειαν καὶ τὸν οἶκτον τῆς Βουλῆς, διότι ἤθελεν εὑρίσκεσθαι πρὸ
1975τοῦ υἱοῦ τοῦ Βασιλέως, ἐπίσης ἰσχυροῦ, ὅσον καὶ ὁ Βασιλεύς.
1976Καὶ τοιουτοτρόπως, Κύριοι, ὑμεῖς θυσιάζετε τὰ δικαιώματα
1977τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ, διότι τὰ δι-
1978καιώματα τοῦ Κοινοβουλίου εἰσὶ τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ.
1979Ἀλλ’ ἔχετε ἆρά γε, ὑμεῖς πρὸ πάντων, τὸ δικαίωμα τοῦτο;
1980Ἔχετε, Κύριοι, τὸ δικαίωμα, καὶ ἐλάβετε τάχα τὴν ἐντο-
1981λὴν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ ἀναιρέσητε τὰ δικαιώματα
1982τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ ποδοπατήσητε τὰ δικαιώματα τοῦ
1983λαοῦ, καθιστῶντες τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν μά-
1984λιστα ἀπὸ ὑπευθύνου ἀνεύθυνον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀνεύ-
1985θυνον ἐνώπιον τοῦ ἔθνους; Διότι εἶπον, ὅτι οὐδείς ποτε
1986Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θέλει εὑρεθῆ, ὅστις ν’ ἀντι-
1987τάξῃ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ γνώμην, ὡς πρὸς τὰ τῆς Διοικήσεως
1988τοῦ στρατοῦ, εἰς τὴν γνώμην τοῦ Βασιλικοῦ Διαδόχου, τοῦ
1989καὶ Γενικοῦ Διοικητοῦ αὐτοῦ. Κέκτησθε ὑμεῖς, κύριε Πρω-
1990θυπουργὲ, πρὸ πάντων τὸ δικαίωμα τοῦτο; Ἔχω εἰς χεῖρας
1991τὸ πολιτικὸν ὑμῶν πρόγραμμα, τὸ πρὸ τῶν τελευταίων βου-
1992λευτικῶν ἐκλογῶν, πρὸς τὸν λαὸν, ἐν ᾧ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερ-
1993κύρας Βουλευτὴς διετύπου τὰς γνώμας αὑτοῦ, ὑφ’ ἃς ἔλεγεν ὅτι
1994ἤθελε πολιτευθῆ καὶ ἤθελεν ἐξακολουθεῖ νὰ πολιτεύηται. Ἐν
1995τῷ προγράμματι λοιπὸν αὐτῷ ὁ Ἡγέτης τῆς νῦν πλειονοψηφίας
1996ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Ἡ πολιτικὴ ἡμῶν μερὶς προτί-
1997θεται νὰ σεβασθῇ μὲν ἁπάσας τὰς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος
1998ἡμῶν εἰς τὸ Στέμμα χορηγηθείσας προνομίας, ἀλλ’ ἄνευ
1999»οὐδεμιᾶς θυσίας τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κοινοβου-
2000»λίου, ἅτινα εἶναι δικαιώματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ,
2001»εἰς οὗ τὴν ἐκτίμησιν καὶ τὴν συνδρομὴν ἐστήριξεν ἀνέκαθεν
2002»καὶ θὰ στηρίζῃ ἀείποτε τὴν ἰσχὺν αὑτῆς καὶ τὸ κῦρος».
2003(«Ἄστυ» τῆς 27 Ἰανουαρίου 1899 ἔτους).
2004Ἀφίνω ὑμᾶς, κύριε Πρωθυπουργὲ, νὰ κρίνητε, ἐν τῇ ἐγνω-
2005σμένῃ ὑμῶν εἰλικρινείᾳ, ἂν ὑπεραμύνεσθε τῶν δικαιωμάτων
2006τοῦ τε Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ τοῦ νομο-
2007σχεδίου τούτου, δι’ οὗ ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τοῦ Κοινοβουλίου, ἀπὸ
2008τοῦ ἐθνικοῦ ἐλέγχου, τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρα-
2009τιωτικῶν. Ἀφίνω ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ
2010ἀπαντήσητε, ἂν ἐκπληροῦτε τὸ πρόγραμμα ὑμῶν, ὅταν ἐν τῇ
2011ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ Ἄλφα καὶ τὸ Ὠμέγα ἦναι ἀναίρεσις
2012τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν τῆς χώρας. Εἶπον τὸ Ἄλφα
2013καὶ τὸ Ὠμέγα, διότι πρῶτον μὲν εἶναι ἀναγεγραμμένον τὸ
2014προκείμενον νομοσχέδιον, τελευταῖον δὲ ἡ συζήτησις τῆς προ-
2015τάσεως νόμου τοῦ κ. ἐκ Σύρου Βουλευτοῦ, ἥτις καὶ αὐτὴ οὐ-
2016δὲν ἄλλο ἐστὶν ἢ ἀναίρεσις τῶν κοινοβουλευτικῶν δικαιω-
2017μάτων τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ λαοῦ.
2018Καὶ ἄν, Κύριοι, ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ ἀπο-
2019τύχῃ, παρακαλῶ, δείξατέ μοι τὸ μέγα ἐκεῖνο ἀνάστημα, ὅπερ
2020θέλει τολμήσει νὰ μεταβάλῃ τὰ πράγματα τότε! Καὶ ἐνῷ
2021κατὰ τοὺς κειμένους ἡμῶν νόμους ἀντικαθιστῶμεν ὅλα τὰ
2022ὄργανα τῆς Διοικήσεως, ἀπὸ τοῦ κατωτάτου μέχρι τοῦ ἀνω-
2023τάτου, τὸ σπουδαιότατον τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως, ὅπερ
2024θέλει εἶσθαι ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, αὐτὸ ἀκριβῶς
2025ἀδυνατοῦμεν ν’ ἀντικαταστήσωμεν.
2026Ἰδοὺ, Κύριοι, διατὶ τὸ μετακλητὸν ἐν τῇ Διοικήσει ἐστὶν
2027ἡ τιμαλφεστάτη τῶν ἐγγυήσεων τοῦ καλῶς διοικεῖσθαι τὰ
2028Κράτη, διότι ἐν τῷ μετακλητῷ ὑπάρχει ἡ βελτίωσις τοῦ
2029καθεστῶτος, ἡ ἀναίρεσις τῶν τυχὸν παραπτωμάτων, ἡ πρόο-
2030δος. Τὸ μετακλητὸν ζωογονεῖ τὴν Διοίκησιν, ζωοποιεῖ αὐτήν·
2031τὸ ἀμετάκλητον φέρει τὸν παγετὸν, τὴν ἀναίρεσιν αὐτῆς, τὸν
2032θάνατον. Καὶ διὰ τοῦτο σπανίως οἱ νόμοι ἀναγράφουσι τὸ
2033ἀμετάκλητον ἐν τῇ Διοικήσει. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου,
2034προκειμένου περὶ τῆς κυριωτάτης καὶ σπουδαιοτάτης τῶν
2035λειτουργιῶν τῆς Διοικήσεως, καθιεροῦται τὸ ἀμετάκλητον αὐ-
2036τῆς, τὸ ἀγαντικατάστατον. Ἰδοὺ λοιπὸν καὶ ἄλλο ἐλάττωμα
2037τοῦ ἐν λόγῳ νομοθετικοῦ μέτρου.
2038Ὁμιλεῖτε ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει ὑμῶν περὶ ἐγγυήσεων
2039ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ καὶ περὶ προλήψεως τῶν αὐθαιρεσιῶν
2040καὶ τῆς πλάνης (ἀναγινώσκει): «... δʹ) Ἐγγυήσεις ὑπὲρ
2041τοῦ στρατοῦ, ἔτι δὲ καὶ ὑπὲρ τῶν ἀτόμων, μὴ ὑποκειμένων
2042οὕτως εἰς τὰς συνεπείας τῆς αὐθαιρεσίας, ἢ τῆς πλάνης, ἣν
2043δύναται νὰ συνεπαγάγῃ ἡ ὑπέρμετρος συγκέντρωσις τῆς ὑπη-
2044ρεσίας καὶ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ». Ἀλλ’ ἂν, ὃ μὴ γέ-
2045νοιτο, ἡ Ἀνωτάτη Διοίκησις τοῦ στρατοῦ περιπίπτῃ εἰς πλά-
2046νας, ἔστιν ὅτε δὲ καὶ εἰς αὐθαιρεσίας, τίς θέλει τολμήσει νὰ
2047ζητήσῃ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῆς;
2048Λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, διότι συνά-
2049δελφος ὑμῶν, μέλος Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, ὑποστη-
2050ριζομένης ὑπὸ τηλικαύτης πλειονοψηφίας, ὕδρωσεν ἐν μέσῳ
2051χειμῶνι, ἵνα εὕρῃ ἐπιχειρήματα, ὅπως ὑποστηρίξῃ τὸ νομο-
2052σχέδιον αὐτοῦ, ἀναιροῦνται ἄρδην τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολί-
2053τευμα, ἐξευτελίζοντα ὅλους καὶ διὰ μιᾶς τοὺς κατὰ καιροὺς
2054διευθύνοντας τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, μὴ ἐξαι-
2055ρουμένου καὶ αὐτοῦ τοῦ νῦν κυρίου Ὑπουργοῦ. Διότι ὀδυνηρὸν
2056τῷ ὄντι εἶναι, θέλοντες νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ἐπιψήφισιν
2057νομοσχεδίου, νὰ καταδικάζωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, νὰ κατεξευτε-
2058λίζωμεν τὴν Πολιτείαν, λέγοντες ὅτι, προκειμένου περὶ τῶν
2059Ὑπουργῶν τοῦ Κράτους, Κράτους διανύοντος ἤδη τὸ ὀγδοη-
2060κοστὸν ἔτος τῆς ἀπελευθερώσεως αὐτοῦ, καὶ δὲν ἠξεύρω ποῖον
2061ἔτος τῆς Συνταγματικῆς αὐτοῦ διοικήσεως, ἀνίκανοι δῆθέν
2062εἰσιν οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ἀναιρῶσι τὰς αὐθαιρεσίας, νὰ διαλύωσι
2063τὰς πλάνας, εἴτε ἑαυτῶν, εἴτε τῶν προκατόχων αὐτῶν, καὶ
2064πρέπει ἄρα νὰ τιμωρηθῶσι διὰ τῆς καθιδρύσεως τῆς Γενικῆς
2065Διοικήσεως τοῦ Διαδόχου!
2066Προκειμένου, Κύριοι, περὶ Ὑπουργοῦ, ὅστις εἶναι προσω-
2067ρινὸς καὶ μετακλητὸς, ἔχομεν τοὐλάχιστον τὴν ἐλπίδα καὶ
2068τὴν ἐγγύησιν, ὅτι ἡ πλάνη ἢ αἱ αὐθαιρεσίαι ἐπ’ ὀλίγον θέ-
2069λουσιν ἰσχύει. Ἀλλ’ ἂν τὴν Ἀνωτάτην Διοίκησιν τοῦ στρα-
2070τοῦ παραδώσητε εἰς ἓν καὶ ἀδιακόπως τὸ αὐτὸ πρόσωπον,
2071ἀνεύθυνον, τίς ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, παρακαλῶ, θέλει τολμήσει
2072νὰ διαλύσῃ τὴν πλάνην, νὰ ἀναιρέσῃ τὰς τυχὸν, ὃ μὴ γένοιτο,
2073αὐθαιρεσίας αὐτοῦ; Ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτι-
2074κῶν; Ἔχετε τηλικαύτην πεποίθησιν ἐφ’ ὑμᾶς, σήμερον πλέον
2075μάλιστα; Ἐγὼ οὔτε ἐμοὶ αὐτῷ, οὔτε ὅμως καὶ ἄλλῳ τινὶ
2076ἀναγνωρίζω τοσοῦτον ἡρωϊσμὸν καὶ τηλικαύτην πολιτικὴν
2077τόλμην.
2078Ὁμιλῶ, Κύριοι, πάντοτε περὶ τῆς πρώτης ἐπόψεως, ὑφ’ ἣν
2079ἐξετάζω τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὁμιλῶ τουτέστιν ὑπὸ
2080τὴν ἔποψιν τοῦ συμφέροντος τοῦ στρατοῦ, ἀναποδράστως
2081συνδεομένου πρὸς τὸ τοῦ ἔθνους. Καὶ ἂν ἐν τῇ ἀγορεύσει μου
2082συγχίζω ἐνίοτε τὰς σφαίρας τῶν ζητημάτων τούτων, ὡς ἔλα-
2083βον τὴν τιμὴν νὰ προδιαγράψω αὐτὰς ἐνώπιον ὑμῶν, ἀρχό-
2084μενος τοῦ λόγου, πράττω τοῦτο διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον,
2085ὅτι πάντες, καὶ ἐγὼ, φρονοῦμεν, ὅτι συμφέρον τοῦ στρατοῦ,
2086συμφέρον τοῦ ἔθνους, συμφέρον τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολι-
2087τεύματος, συμφέροντα Βασιλικῆς Δυναστείας, πάντα ταῦτά
2088εἰσι συναφῆ καὶ συνάλληλα.
2089Ἀλλ’ ἀναιροῦντες καὶ καταργοῦντες τὴν Ἐπιτελικὴν
2090ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, ἀγωνίζεσθε ἆρά γε ὑπὲρ τοῦ
2091στρατοῦ, καὶ ἀγωνίζεσθε ὑπὲρ τοῦ ἔθνους; Καὶ δείξατέ μοι,
2092παρακαλῶ, ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ, ἓν Κράτος κοινοβουλευτικὸν,
2093ἕνα Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κοινοβουλευτικόν, ὅστις,
2094λαβὼν τὸν κονδυλοφόρον, διέγραψεν ἐκ τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ
2095Ὑπουργείου τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ! Καὶ
2096εἴπετέ μοι, ποῖον Κράτος κοινοβουλευτικὸν δύναται στρα-
2097τιωτικῶς νὰ μεγαλουργήσῃ ἄνευ ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας ἐν
2098τῷ Ὑπουργείῳ; Καὶ τί μένει ὑμῖν, κύριε Ὑπουργέ, ὅταν
2099ἀφαιρέσητε ὅλας ἐκείνας τὰς ἐπιτελικὰς ὑπηρεσίας ἀπὸ τοῦ
2100Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν; Τί ἄλλο, εἰμὴ τὸ Λογι-
2101στήριον αὐτοῦ καὶ τὰ τμήματα τῆς Οἰκονομίας καὶ τῶν
2102Προμηθειῶν, δι’ ἃς, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν,
2103κατὰ πολὺ ἀναμφισβητήτως ἱκανώτερος ὑμῶν ἐστὶν ὁ κύριος
2104Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν;
2105Σβέσατε λοιπὸν μετὰ τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Ὑπουργείου
2106καὶ τὸ ἀξίωμα ὑμῶν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτι-
2107κῶν, καὶ παραδόσατε τὸ ἀξίωμα ὑμῶν τῷ Ὑπουργῷ τῶν
2108Οἰκονομικῶν, ὅστις γνωρίζει τόσον καλῶς μεταξὺ τῶν δα-
2109κτύλων νὰ διαχειρίζηται τούς τε ἀριθμοὺς καὶ τὰς προσόδους
2110τοῦ Κράτους. Βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι πολὺ ἐντελέστερον καὶ ἐπι-
2111τηδειότερον καὶ τεχνικώτερον ὑμῶν θέλει διοικήσει αὐτὸς
2112τότε τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, τὸ Οἰκονομικοστρατιωτικόν!
2113Ἐκ τίνων ἆρά γε ἀποτελεῖται ἡ Ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία; Ἐκ
2114δύο διακεκριμένων κλάδων, ἐκ τῆς παρασκευῆς τοῦ στρα-
2115τοῦ καὶ ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ στρατοῦ (ἀναγινώσκει): «Ἐν
2116Γαλλίᾳ (γράφει συγγραφεὺς Ἕλλην, στρατιωτικὸς ἀνώτατος
2117καὶ δοκιμώτατος ἅμα) οἱ δύο οὗτοι κλάδοι, μεθ’ ὅλων αὑτῶν
2118τῶν ὑποδιαιρέσεων, εἰσὶν ἡνωμένοι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑπὸ
2119τὴν ἑνιαίαν διεύθυνσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου».
2120Καὶ ἐξακολουθεῖ: «Ἐν Πρωσσίᾳ οἱ δύο οὗτοι κλάδοι εἰσὶ
2121κεχωρισμένοι, εἰς Ἐπιτελεῖον τοῦ Ὑπουργείου καὶ εἰς Ἐπιτε-
2122λεῖον τοῦ στρατοῦ». Καὶ ἡμεῖς ἠκούομεν ἐνταῦθα νὰ πιστο-
2123ποιῆται μετὰ μεγίστης ἀφελείας, ὅτι ἐν Γερμανίᾳ δὲν ὑπάρχει
2124Ἐπιτελεῖον στρατοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν!
2125(ἐξακολουθεῖ τὴν ἀνάγνωσιν): «Τὸ Ἐπιτελεῖον τοῦ
2126Ὑπουργείου ὀργανίζει καὶ κινητοποιεῖ τὸν στρατὸν εἰς τὰς
2127ἕδρας τῶν περιοχῶν αὐτοῦ· τὸ δὲ Ἐπιτελεῖον τοῦ στρατοῦ,
2128παραλαμβάνον αὐτὸν, τὸν διευθύνει διὰ τῶν σιδηροδρόμων
2129εἰς τὰ σημεῖα τῆς συγκεντρώσεως, τὰ ὑπ’ αὐτοῦ ὁριζόμενα.
2130Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Ὑπουργείου ἀθροίζει καὶ
2131συναρμόζει τὰ μέσα τῆς ἐνεργείας· ὁ ἀρχηγὸς ἀφ’ ἑτέρου τοῦ
2132Γενικοῦ Ἐπιτελείου τοῦ στρατοῦ μελετᾷ κατὰ τὴν εἰρήνην
2133τὸν προσφορώτερον πρὸς χρησιμοποίησιν τοῦ στρατοῦ τρόπον
2134καὶ τὸν ἐφαρμόζει ἐν πολέμῳ.»
2135Αὐταὶ, Κύριοι, εἰσὶν αἱ ἰσχύουσαι διατάξεις ἐν τοῖς στρα-
2136τιωτικωτέροις τῶν Κρατῶν τῆς Εὐρώπης. Καὶ ἦλθον ἐνταῦθα,
2137διὰ τῆς συνήθους μεθόδου, «τοῦτο γίνεται καὶ εἰς ἄλλα
2138Κράτη», νὰ ἐξαπατήσωσιν ὑμᾶς,—ἐν ἀγνοίᾳ ἴσως καὶ ἄκον-
2139τες—καὶ νὰ ἐξαρπάσωσι τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς! Εἶναι ἀδύ-
2140νατον νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι οὐχὶ πλέον στρατιωτικὸν Κρά-
2141τος, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ ἐμπορικὸν, εἶναι δυνατὸν ποτε νὰ διευ-
2142θύνῃ τὰ τοῦ στρατοῦ αὑτοῦ δι’ Ἐπιτελείου τῆς Διοικήσεως
2143μόνον, ἄνευ Ἐπιτελείου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτι-
2144κῶν. Καὶ ποῦ τότε θέλει ὑπάρχει ἡ ἀπαιτουμένη ἑνότης τοῦ
2145Κράτους ὡς πρὸς τὸν στρατόν; ἡ ἀξιοπρέπεια Ὑπουργοῦ
2146καὶ Ὑπουργείου; Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, οἱοσδή-
2147ποτε καὶ ἂν ᾖ, θέλει εἶσθαι ὑποτεταγμένος εἰς τὸν Γενικὸν
2148Διοικητήν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θέλει εἰσέρ-
2149χεσθαι διὰ τῆς ἐμπροσθίου θύρας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἐξ-
2150έρχεσθαι διὰ τῆς ὀπισθίας, χωρὶς οὐδὲν νὰ μανθάνῃ καὶ χωρὶς
2151οὐδὲν νὰ κατανοῇ περὶ τοῦ στρατοῦ, διότι ψυχὴ τοῦ στρατοῦ
2152ἐστὶν ἡ Ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία αὐτοῦ, ταύτην δὲ τὴν ψυχὴν ἀφαι-
2153ρεῖτε ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλὰ τότε θέλετε
2154ἔχει πτῶμα, καὶ οὐχὶ ζῶντα καὶ δρῶντα λειτουργὸν τοῦ Κρά-
2155τους. Ἀφαιρεῖτε τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρα-
2156τιωτικῶν, ἀλλὰ τότε θέλετε ἔχει ἄνθρωπον ὑπόχρεων νὰ
2157ἐπισκεφθῇ τὰ Ὀφθαλμιατρεῖα τῆς χώρας, οὐχὶ ὅμως ὑπευ-
2158θύνως καὶ πρωτοβούλως νὰ διευθύνῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
2159Στρατιωτικῶν. Ἀφαιρεῖτε πᾶν ὅ,τι εὐγενὲς ἔχει ἐν τῇ λει-
2160τουργίᾳ αὑτοῦ ταύτῃ τῇ στρατιωτικῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν
2161Στρατιωτικῶν, ἀφαιρεῖτε πᾶν τὸ ἰδανικὸν, καθιστῶντες αὐτὸν
2162ἁπλοῦν ὑπηρέτην ἀπὸ λειτουργοῦ τοῦ Κράτους, παρουσιά-
2163ζοντες αὐτὸν οὐχὶ ἰσότιμον πρὸς τοὺς ἄλλους συναδέλφους
2164αὑτοῦ, οἵτινες οὐδεμίαν τῶν ἐξουσιῶν καὶ οὐδὲν τῶν δικαιω-
2165μάτων αὑτῶν ἐννοοῦσι νὰ παραχωρήσωσιν εἰς πρόσωπον ἄλλο,
2166καθιστῶντες αὐτὸν οὐχὶ ἴσον πρὸς ὑμᾶς αὐτοὺς, ἀλλ’ ὑπηρέ-
2167την ἁπλῶς τῶν ἄλλων Ὑπουργῶν καὶ συναδέλφων αὑτοῦ.
2168«Κατὰ γερμανικόν τι ἀπόφθεγμα (λέγει ὁ συγγραφεὺς, οὗ-
2169τινος ἐποιησάμην μνείαν, οὗτινος δὲ τὸ ὄνομα δὲν ἀναφέρω,
2170ἵνα μὴ προσβάλω τὴν ἐγνωσμένην μετριοπάθειαν καὶ μετριο-
2171φροσύνην αὑτοῦ,) ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Ὑπουρ-
2172γείου σφυρηλατεῖ καὶ ὀξύνει τὰ βέλη, ὁ δὲ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπι-
2173τελείου τοῦ στρατοῦ τὰ διευθύνει καὶ τὰ ἐκτοξεύει». Ἀλλὰ
2174ὑμεῖς, φαίνεται, ὅτι ἔχετε τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδέποτε πλέον
2175ἡ Ἑλλὰς ἐν τῷ μέλλοντι θέλει χρειασθῆ τὰ βέλη αὐτῆς, καὶ
2176διὰ τοῦτο τὴν ἐξουσίαν ὑμῶν τοῦ σφυρηλατεῖν τὰ βέλη ἀπο-
2177βάλλετε, ὡς ἄχρηστον καὶ δυσάρεστον εἰς ἄλλους, καὶ παρα-
2178δίδετε εἰς τὸν ἀνεύθυνον Γενικὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ.
2179Εὔχομαι, κύριε ἐξ Ὕδρας Βουλευτὰ, ἀξιότιμε Ὑπουργὲ
2180τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ μὴ μετανοήσητε, ὑμεῖς πρὸ πάντων.
2181Ἀλλὰ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι, ἂν αἱ προτάσεις ὑμῶν γένωνται
2182νόμος τοῦ Κράτους, ὑμεῖς πρὸ πάντων θέλετε αἰσθανθῆ τὰ
2183σφάλματα, ὧν ἐγένεσθε ἔνοχος καὶ ἐνώπιον ὑμῶν τε καὶ
2184ἡμῶν καὶ ἐνώπιον τοῦ ἔθνους.
2185Ἐγὼ, Κύριοι, κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην,—ἐγὼ, Κύριοι,
2186δυνατὸν ἐνίοτε ἐν τῷ πολιτικῷ μου βίῳ νὰ ἡμάρτησα, ἀφοῦ
2187οὐχὶ ἐγὼ, ὅστις δὲν κατέχω τὰ πρῶτα ἐν τῇ πολιτικῇ, ἀλλὰ
2188πάντες οἱ πολιτευταὶ πάντων τῶν ἐθνῶν καὶ πάντων τῶν
2189αἰώνων ἡμάρτησαν ἐν τῷ πολιτικῷ αὑτῶν βίῳ,—ἐγὼ, λέγω,
2190ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, ἀναφερόμενος οὐχὶ εἰς πρόσωπα, ὧν
2191ἐκτιμῶ καὶ τὴν φιλοπατρίαν καὶ τοὺς ὑπὲρ τῆς Πατρίδος
2192ἀγῶνας, ὁμιλῶ, ἀγορεύων ἐκ πεποιθήσεως, ὅτι ἐκφέρω γνώ-
2193μας, αἵτινες δύνανται ν’ ἀποτρέψωσι τὸ ἔθνος ἀπὸ μελλόν-
2194των δεινῶν καὶ κινδύνων. Εὔχομαι νὰ πλανῶμαι. Ἀλλὰ
2195συμβαίνει συνήθως νὰ πλανῶνται ἐκεῖνοι, οἵτινες θεωροῦσιν
2196ἑαυτοὺς ἀλανθάστους, οὐχὶ δὲ οἱ θεωροῦντες ἑαυτοὺς πεπε-
2197ρασμένους καὶ κατὰ τὴν διάνοιαν καὶ κατὰ τὰς γνώμας.
2198Δὲν ἀμφιβάλλω ὅμως, ὅτι τάχιστα ἐλεύσεται ἐποχὴ, καθ’ ἣν
2199ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργὲ, ἢ ὁ διάδοχος ὑμῶν, ἢ ἡ Α. Β.
2200Ὑψηλότης, θέλετε σπεύσει, διαγωνιζόμενοι, νὰ ζητήσητε
2201τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου τούτου, διότι θέλετε σπείρει θυ-
2202έλλας ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα, καὶ θέλετε συγκομίσει πικρίας
2203καὶ κινδύνους. Καὶ ὑμεῖς λοιπὸν καὶ ἐκεῖνοι, ἐὰν θέλωσι
2204νὰ προλάβωσι τὰ ἀπειλούμενα δεινὰ, καὶ νὰ διαλύσωσι τὰ
2205ἀπὸ τοῦδε συσσωρευόμενα μέλανα νέφη καὶ τὴν ἐρχομένην
2206καταιγίδα, ἅπερ ἐγὼ διὰ γενικωτάτων ἐκφράσεων ὑπεζω-
2207γράφησα ὑμῖν, θέλουσι σπεύσει νὰ ζητήσωσι τὴν ἀντικατά-
2208στασιν τοιούτου ὀλεθρίου καὶ ἀντεθνικοῦ καὶ ἀντισυνταγ-
2209ματικοῦ, καὶ δι’ αὐτοὺς πρὸ πάντων ἐπικινδυνωδεστάτου,
2210θεσμοῦ.
2211Ἀλλ’ εἶναι, ἆρά γε, Κύριοι, μόνα ταῦτα τὰ ἐλαττώματα
2212τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου; Ἀνῆλθε χθὲς τῷ ὄντι ὁ κύ-
2213ριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὸ βῆμα, καὶ δι’ Ἐγ-
2214χειριδίου ἐνταῦθά τινος, ἢ Συλλογῆς νόμων, οὓς ὁμολογου-
2215μένως καλῶς γινώσκει καὶ διαχειρίζεται ὁ κ. Ὑπουργὸς,
2216ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1877, νομίζω, καὶ
2217κατὰ τὸ 1882, καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι πότε ἄλλοτε, ἐδημοσι-
2218εύθησαν διατάξεις διὰ Β. Διαταγμάτων, ὅμοιαι πρὸς ἐκεί-
2219νας, ἃς ὑποδηλοῖ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχε-
2220δίου. Καὶ ἀληθῶς οὕτως ἔχει. Ἀλλὰ σημειώσατε καλῶς,
2221Κύριοι, ὅτι κατὰ τὰς ἐποχὰς ἐκείνας δὲν εἶχον ἀκόμη ἐκδη-
2222λωθῆ τοσοῦτον ἐμφαντικῶς αἱ ἰδέαι ἐκεῖναι, αἵτινες ὑβρι-
2223στικαὶ τῶν ἐθνικῶν δικαιωμάτων ἐγείρονται ἐν τῷ προκει-
2224μένῳ νομοσχεδίῳ, δὲν εἶχον εἰσέτι ἐκδηλωθῆ αἱ ὑπερφία-
2225λοι ἀξιώσεις ἐκεῖναι, αἵτινες, ἀναιρετικαὶ τῆς ἐθνικῆς κυρι-
2226αρχίας, εἰσὶν ἐγκατεσπαρμέναι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπερ συνέ-
2227ταξεν ἡ Α. Ὑψηλότης ὁ Βασιλικὸς Διάδοχος.
2228Εἶπον «ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπερ συνέταξεν ἡ Α. Β. Ὑψη-
2229λότης», διότι ἐλέχθη ποτὲ ἐνταῦθα παρὰ τινος τῶν κυρίων
2230Ὑπουργῶν, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τίνος, ὅτι τὸ ἔργον ἐκεῖνο
2231ἦτο ἁπλῆ Μελέτη.—«Ποῦ νομοσχέδιον; Τὴν Μελέτην»,
2232ἔλεγε πρὸς τοὺς ἀντιτείνοντας Βουλευτὰς, «ὑμεῖς ἀναγορεύετε
2233εἰς νομοσχέδιον»; Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ
2234τεῦχος ἐκεῖνο, ὅπερ ἐφιλοτιμήθη ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς τῶν
2235Στρατιωτικῶν νὰ διανείμῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τί εὑρίσκομεν; ὅτι
2236αἱ μὲν πρῶται σελίδες εἰσὶ τῳόντι Μελέτη (σελ. 21–42):
2237«Μελέτη τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ.—Αʹ. Κατάστασις
2238εἰρήνης.—Βʹ. Ἐπιστράτευσις καὶ ἐμπόλεμος κατάστασις».
2239Ὅταν ὅμως φθάσωμεν εἰς τὴν 43 σελίδα τοῦ αὐτοῦ τεύχους,
2240εὑρίσκομεν «Σχέδιον νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ»,
2241ἐν κεφαλαίοις καὶ ἄρθροις διαγράφοντος τὰ κατ’ αὐτόν.
2242Ἐὰν ἄρα ἄλλοτε πράγματι διατάξεις ὅμοιαι πρὸς ἐκεί-
2243νας, ἃς ὑμεῖς ἀνεγράψατε ἐν τῷ 11 ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου
2244ὑμῶν, ἐξεδίδοντο διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων, τότε δὲν
2245εἶχον εἰσέτι ἐκδηλωθῆ τοσοῦτον ἀφόβως αἱ τοιαῦται
2246τάσεις, δὲν τολμήσει νὰ προκύψωσιν εἰς τὸ φῶς τῆς ἡμέ-
2247ρας. Ἐφιλοτεχνοῦντο ἴσως, ἐκυοφοροῦντο, πρὸς βλάβην καὶ
2248τῶν κυοφορούντων καὶ τῶν φιλοτεχνούντων κυρίως, ἀλλὰ
2249καὶ πρὸς βλάβην τοῦ ἔθνους. Ὅταν ὅμως σήμερον πλέον κοι-
2250νοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, ὑπὸ κραταιᾶς πλειονοψηφίας ὑπο-
2251στηριζομένη, ἀντιπροσωπεύουσα, κατὰ νομικὸν πλάσμα τοὐ-
2252λάχιστον, τὴν θέλησιν τοῦ ἔθνους, δέχηται καὶ ἀναγκάζηται
2253νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδια ἀναιροῦντα καὶ συγ-
2254κλονίζοντα τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος, τίς
2255ἐγγυᾶται ἡμῖν τε καὶ τῷ ἔθνει, ὅτι ὑμεῖς ἐν τοῖς διατάγ-
2256μασιν ὑμῶν, ὧν τὴν ἔκδοσιν ζητεῖτε νὰ λάβητε διὰ τῆς
2257ἀδείας τῆς Βουλῆς, δὲν θέλετε ἀναιρέσει καὶ ἔτι πλείονα δι-
2258καιώματα τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ λαοῦ;
2259Διὰ τοῦτο δυσπιστῶ πρὸς τὸ ἄρθρον 11 τοῦ νομοσχεδίου,
2260ὡς καὶ πρὸς τὸ νομοσχέδιον, καὶ κηρύσσομαι καὶ ἐκηρύχθην
2261κατ’ αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο καὶ χθὲς ἀντετάχθην εἰς τὴν γνώ-
2262μην τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συμπολίτου μου, οὗτινος ἡ
2263μεγάλη πεῖρα δὲν κατώρθωσε νὰ διΐδῃ, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ
2264τῆς τεχνικῆς ἐκείνης ἐπιτροπῆς ἤθελε συναφθῆ συζήτησις
2265μᾶλλον περὶ τῶν λεπτομερειῶν, καὶ οὐχὶ περὶ τῶν γενικῶν
2266αὐτῶν καὶ οὐσιωδεστάτων ζητημάτων, ἐφ’ ὧν ἡ Βουλὴ δὲν
2267ἔχει ἀνάγκην οὐδεμιᾶς γνώμης οὐδεμιᾶς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς.
2268Καὶ ποῖα τάχα εἶναι τὰ δικαιώματα, ἅτινα τὸ ἄρθρον
226911 διακελεύει, ὅτι διὰ Β. Διαταγμάτων θέλουσι καθορισθῆ;
2270(ἀναγινώσκει):
2271«Ἄρθρον 11. Δι’ εἰδικοῦ στρατιωτικοῦ κανονισμοῦ, κυ-
2272ρωθησομένου διὰ βασιλικοῦ διατάγματος, ὁρισθήσονται καὶ
2273κανονισθήσονται:
2274»αʹ) Ἡ ἁρμοδιότης καὶ ἡ δικαιοδοσία τοῦ Γενικοῦ Διοι-
2275κητοῦ τοῦ στρατοῦ, τῶν μεράρχων καὶ ταξιάρχων, ὡς καὶ
2276τὰ ὑπὸ τὴν διοίκησιν αὐτῶν Ὅπλα, Σώματα, Καταστήματα
2277καὶ Ὑπηρεσίαι.
2278»βʹ) Ἡ σύνθεσις τῶν Μεραρχιῶν καὶ Ταξιαρχιῶν, ὡς καὶ
2279αἱ ἕδραι αὐτῶν καὶ τῶν ἀποτελούντων αὐτὰς σωμάτων.
2280»γʹ) Τὰ τῆς Γενικῆς Ἐπιθεωρήσεως τοῦ στρατοῦ, ὡς καὶ
2281ἡ ἁρμοδιότης καὶ δικαιοδοσία τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ,
2282τῶν μεράρχων καὶ τῶν ταξιάρχων, τῶν σωματαρχῶν καὶ
2283τῶν προϊσταμένων τῶν στρατιωτικῶν ἀρχῶν, ἔτι δὲ τῶν εἰ-
2284δικῶν ἐπιθεωρητῶν τῶν σωμάτων κατὰ τὰς γενικὰς καὶ
2285λοιπὰς ἐπιθεωρήσεις.»
2286Ἀλλ’ ἐδῶ, Κύριοι, διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου τίθεται χεὶρ
2287ἀσεβὴς ἐπὶ τῶν σπουδαιοτάτων δικαιωμάτων, καὶ τῶν γενι-
2288κῶν καὶ τῶν μερικῶν, καὶ τῶν νόμων καὶ τῶν προσώπων! Εἴ-
2289δετε τῳόντι, ὅτι ἡ Μελέτη τῆς Α. Β. Ὑψ τοῦ Διαδόχου
2290καὶ ὁ ἐπακολουθῶν αὐτῇ Ὀργανισμὸς ἀδύνατον ἦν νὰ εὕρω-
2291σιν ἔδαφος ἐν τῇ Βουλῇ, ἐφ’ οὗ νὰ στηριχθῶσι πρὸς συζήτησιν,
2292καὶ παρευθὺς ἀντεγράψατε ἕνα τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων
2293ὑμῶν, πρωτοτυπώτατον ἀληθῶς περὶ τὰ τοιαῦτα. Ὁ κ.
2294Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαι-
2295δεύσεως καθιέρωσε νέαν καὶ καινοφανῆ ἀρχὴν ἐν τοῖς χρο-
2296νικοῖς τοῦ Κοινοβουλίου κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὡς
2297πάντες ἐνθυμεῖσθε. Παρουσίασεν ὑμῖν ἓν νομοσχέδιον ἐξ 168
2298ἄρθρων, ὧν τὸ ἓν ἦτο μακροσκελέστερον τοῦ ἄλλου, καὶ μετὰ
2299ταῦτα, ἐπειδὴ ἔβλεπεν, ὅτι ὁ κολοσσὸς ἐκεῖνος ἦν ἀδύνατον νὰ
2300χωρήσῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ συζητηθῇ, διὰ ταχυδακτυ-
2301λουργικῆς μεθόδου κατορθοῖ, τὰ 168 ἄρθρα νὰ τὰ περιορίσῃ
2302εἰς 4 ἢ 5!
2303§114ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Εἰς ὀκτώ.
2304§115ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησια-
2305στικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Βεβαίως,
2306ὅταν μὲ ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν
2307ἐννοῆτε νὰ συζητῆτε, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τὸ νο-
2308μοσχέδιον, ὡς εἶχεν ἀρχικῶς. Διὰ τοῦτο συνεπτύχθη αὐτὸ
2309εἰς τόσα ἄρθρα, ὅσα κεφάλαια εἶχεν ἀρχῆθεν, παρέχεται
2310δὲ ἐξουσία διὰ νομοτελεστικοῦ διατάγματος ν’ ἀποκατα-
2311σταθῇ πλήρης καὶ ἄρτιος ἐν ταῖς λεπτομερείαις ὁ νόμος, ἅμα
2312ψηφισθείς.
2313§116ΛΕΒΙΔΗΣ. Δηλαδὴ παρέστημεν πρὸ τοῦ καινοφανοῦς
2314θεάματος, νὰ λαμβάνῃ τὰ ἄρθρα τῶν κεφαλαίων καὶ νὰ
2315στύβῃ αὐτὰ εἰς κεφάλαια, ἵνα δώσῃ ἡμῖν ἓν σιρόπιον.—
2316Θέτετε τὰ βύσσινα ἐντὸς τρυπητοῦ, τὰ στύβετε, ἵνα λά-
2317βητε ἓν μικρὸν ποτηράκι ὑγροῦ, τὴν βυσσινόφκαν.—Παρέ-
2318στημεν ὅμως καὶ πρὸ ἑτέρου καινοφανοῦς κοινοβουλευτικοῦ
2319φαινομένου, πρὸ τῶν μειδιαμάτων τῆς Βουλῆς ἐν ἑκατέρᾳ
2320τῶν πτερύγων. Τοῦτ’ αὐτὸ λοιπὸν συμβαίνει καὶ μὲ τὸν
2321ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, διότι ὅλα ἐκεῖνα τὰ—δὲν ἠξεύρω
2322πόσα εἶναι—ἄρθρα τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος
2323τοῦ Διαδόχου κατώρθωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτι-
2324κῶν, πιστὸς συνάδελφος τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, νὰ
2325περιορισθῶσιν εἰς 13 καὶ μόνον (κακὸς ἀριθμὸς!). Εἶναι καὶ
2326ἓν 14ον ἄρθρον, λέγον ὅτι «ὁ παρὼν νόμος ἰσχύει μέχρι τῆς
2327ἐπιψηφίσεως τοῦ ὁριστικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ», ἀλλὰ
2328αὐτὸ θεωρεῖται ὡς περιττεῦον, διότι, εὐθὺς ὡς λάβωσιν εἰς
2329χεῖρας τοῦτον τὸν νόμον, δὲν θέλουσιν ὑποβάλει ὀργανισμόν.
2330Λοιπὸν 13 ἄρθρα (κακὸς ἀριθμός!!).
2331§117Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Ὡραῖος!
2332§118Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ (πρὸς τὸν Πλατούτσαν). Αἰδώς,
2333Ἀργεῖε! (ἱλαρότης).
2334§119ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἄρα, Κύριοι, εἶναι ἀντισυνταγ-
2335ματικόν, ἀντιβαίνει εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους. Καὶ βε-
2336βαίως μὲν πέποιθα, ὅτι, ἐὰν ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ
2337ἀνατεθῇ εἰς τὴν Α.Β. Ὑψηλότητα τὸν Διάδοχον ἐν εἰρήνῃ,
2338ἡ Α. Β. Ὑψηλότης θέλει ἀξιώσει καὶ ἐν πολέμῳ νὰ ἔχῃ τὴν
2339διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Ἐσχημάτισα δὲ τὴν πεποίθησιν
2340ταύτην, διότι ἔχω εἰς χεῖράς μου τὴν Μελέτην τῆς Α. Β.
2341Ὑψηλότητος περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἐν ᾗ, ἐν σελ. 6,
2342ἀναγινώσκω τοὺς ἑξῆς ἀξιομνημονεύτους λόγους: «Ὁ ἀρχη-
2343»γὸς τοῦ στρατοῦ διορίζεται μονίμως διὰ Β. Διατάγματος,
2344»καὶ δὲν ἀντικαθίσταται, εἰμὴ ἵνα τεθῇ εἰς ἀποστρατείαν.
2345»Εἶναι δὲ ἐνδεδειγμένος ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ ἐν περι-
2346»πτώσει πολέμου, ὁσάκις δὲν ἀναλαμβάνῃ τὴν διοίκησιν
2347»τοῦ στρατοῦ αὐτοπροσώπως ὁ Βασιλεύς. Συνεπῶς πρέπει
2348»νὰ ἦναι ἀνώτερος κατὰ βαθμὸν πάντων τῶν ἐν τῷ
2349»στρατῷ ὑπηρετούντων ἀξιωματικῶν.» Ἀλλ’ ἀνώτε-
2350ρος κατὰ βαθμὸν πάντων τῶν ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρετούντων
2351ἀξιωματικῶν ἐστὶ καὶ ἔσεται πάντοτε ἡ Α. Β. Ὑψηλότης
2352ὁ Διάδοχος. Ἄρα δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι, εἴτε πρόκειται περὶ
2353τῶν ἔργων τῆς εἰρήνης, εἴτε περὶ τῶν τοῦ πολέμου, ἡ Α. Β.
2354Ὑψηλότης, ὡς Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, θέλει ἀξιώσει
2355νὰ ἡγῆται αὐτοῦ καὶ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ.
2356Ἀλλὰ τώρα εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνασύρω τὴν αὐλαίαν καὶ
2357εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν ἐθνικοῦ τινος καὶ συνταγματικοῦ
2358ζητήματος ἅμα, οὗτινος τὴν σπουδαιότητα ἀφίνω νὰ ἐκτι-
2359μήσῃ ἡ Βουλή.
2360Βεβαίως, κατὰ τὰ Συντάγματα σχεδὸν πάντων τῶν Κρα-
2361τῶν, «οἱ Βασιλεῖς ἄρχουσι πασῶν τῶν κατὰ γῆν καὶ θά-
2362λασσαν δυνάμεων αὐτῶν». Ἀμφιβάλλω ὅμως, κύριοι Βου-
2363λευταί, ἂν ἡ συνταγματικὴ αὕτη διάταξις συνέβαλε πάντοτε
2364εἰς τὴν ὠφέλειαν τῶν Βασιλέων καὶ τῶν Κρατῶν. Ἴσως εἶναι
2365πλέον τύπος ἀπηρχαιωμένος, ὅστις, ὡς λέγουσιν οἱ Γάλ-
2366λοι, ἐτέθη par délicatesse. Διότι ἐκ τῆς Ἱστορίας γι-
2367γνώσκομεν, ὅτι πολλάκις συνέβη, καὶ Βασιλεῖς καὶ ἔθνη νὰ
2368μετανοήσωσιν ὡς ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τῆς συνταγματικῆς
2369ταύτης διατάξεως. Διὰ τοῦτο ἀμφιβάλλω, ἂν συνταγματι-
2370κῶς καὶ ἐθνικῶς τυγχάνει οὖσα ὀρθὴ ἡ ἀρχὴ αὕτη, ὡς ἀμ-
2371φιβάλλω ἔτι, καὶ ἂν εἶναι σύμφωνος ἐντελῶς πρὸς τὰς ἀρ-
2372χὰς τῶν νεωτέρων κοινοβουλευτικῶν πολιτευμάτων. Διότι,
2373ἄν, παραδείγματος χάριν, ὁ Βασιλεὺς Κράτους τινὸς ἡτ-
2374τηθῇ, ἢ καὶ αἰχμαλωτισθῇ, τί γενήσεται; Καὶ ἂν μάλι-
2375στα ταῦτα συμβῶσιν ἐκ κακῆς διευθύνσεως τοῦ πολέμου;
2376Ὅτε ὁ Βασιλεὺς τῆς Γαλλίας Φραγκῖσκος ὁ Αʹ ἠχμαλωτί-
2377σθη ἐν Παβίᾳ τῷ 1525 ἔτει, μετενεχθεὶς εἰς Μαδρίτην, ἠναγ-
2378κάσθη ἐν αὐτῇ νὰ ὑπογράψῃ ἐπαίσχυντον τῇ Γαλλίᾳ συν-
2379θήκην, παραχωρήσας τῷ Καρόλῳ τὸ Δουκάτον τῆς Βουργουν-
2380δίας, τὰ ἐπὶ τοῦ Μεδιολάνου καὶ τῆς Νεαπόλεως δικαιώματα
2381αὐτοῦ καὶ τὴν κυριαρχίαν ἐπὶ τοῦ Ἀρτοὰ καὶ τῆς Φλάν-
2382δρας. Καὶ ὅτε Ναπολέων ὁ Γʹ ἠχμαλωτίσθη ἐν Σεδὰν,
2383ἀνεκηρύχθη ἡ κραταιὰ καὶ ἔνδοξος Γαλλικὴ Δημοκρατία.
2384Ὁ Βασιλεὺς ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ, κατὰ τὸ ἰσχῦον ἀπὸ ἀμνη-
2385μονεύτων χρόνων Σύνταγμα, εἶναι ὁ ἀρχιστράτηγος τοῦ
2386ἀγγλικοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς νίκης Γεωργίου τοῦ Βʹ
2387ἐν Dettingen τῇ 17 Ἰουνίου 1743 ἔτους οὐδεὶς πλέον Βα-
2388σιλεὺς τῆς Ἀγγλίας ἡγήθη τοῦ ἀγγλικοῦ στρατοῦ ἐν πολέ-
2389μῳ. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἠμπόδισαν βεβαίως τὸ Ἀγγλικὸν
2390Κράτος πολλαχοῦ καὶ πολλάκις νικηφόρα καὶ ἔνδοξα νὰ
2391περιφέρῃ τὰ ὅπλα τοῦ ἀγγλικοῦ λαοῦ, νὰ καταβάλῃ δὲ τὸν
2392μέγαν στρατηλάτην τῆς Εὐρώπης, τὸν παραβαλλόμενον πρὸς
2393τὸν Μέγαν Ἀλέξανδρον καὶ τὸν Καίσαρα, Ναπολέοντα τὸν
2394Αʹ, ὃν αἰχμάλωτον ἔρριψεν εἰς τὴν γνωστὴν ἐκείνην νῆσον
2395τῆς Ἁγίας Ἑλένης.
2396Ἐν Ἀγγλίᾳ λοιπὸν ἀπὸ τοῦ 1743 ἔτους οὐδεὶς πλέον
2397Ἡγεμὼν αὐτῆς ἡγήθη τοῦ ἀγγλικοῦ στρατοῦ ἐν πολέμῳ,
2398διότι ἡ Ἀγγλία εἶναι χώρα στερρῶς ἐχομένη τῶν συνταγ-
2399ματικῶν αὐτῆς δικαιωμάτων καὶ ἐλευθεριῶν, φιλελευθέρα
2400καὶ σώφρων, εἶναι χώρα καθαρῶς κοινοβουλευτικὴ, καὶ διὰ
2401τοῦτο κραταιὰ καὶ ἔνδοξος.
2402Συγγραφεὺς εἰδικὸς τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου, ὁ πολὺς
2403Φίσσελ, Γερμανὸς μὲν, ἀλλ’ εἰδικώτατος περὶ τὸ Ἀγγλικὸν
2404Συνταγματικὸν Δίκαιον, γράφει, ὅτι «δὲν ἤθελε συνάδει
2405πρὸς τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα τῆς ἐποχῆς ἡμῶν ἡ
2406αὐτοπρόσωπος αὕτη ἀρχηγία τῶν Ἡγεμόνων ἐν τοῖς στρα-
2407τοῖς». Τὰ αὐτὰ δογματίζει καὶ ὁ πολὺς Στάαλ ἐν τῇ «Φιλο-
2408σοφίᾳ τοῦ Δικαίου». Διὰ τοῦτο συνέβη, καὶ Ἡγεμόνες, ἐν
2409ὥρᾳ μάχης μάλιστα, νὰ παραχωρήσωσι τὴν διοίκησιν τῶν
2410μαχομένων εἰς ὑποτεταγμένους εἰς αὐτοὺς στρατηγοὺς, καί-
2411τοι οἱ Ἡγεμόνες μετεῖχον τῆς μάχης. Παράδειγμα ἔχομεν
2412τὴν μάχην τοῦ Φοντενοὰ, καθ’ ἣν, καίτοι μετεῖχεν αὐτῆς
2413Λουδοβῖκος ΙΕʹ, ὁ Βασιλεὺς τῆς Γαλλίας, ὁ πολλάκις αὐτο-
2414προσώπως νικήσας τὸν ἐχθρὸν, τὴν γενικὴν στρατηγίαν καὶ
2415τὴν διεύθυνσιν εἶχεν ὅμως ὁ περιφανὴς στρατάρχης τῆς Γαλ-
2416λίας, ὁ μέγας συγγραφεὺς, ὁ γνωστὸς ὑπὸ τὸ ὄνομα Maré-
2417chal de Saxe. Καὶ κατὰ τὴν μάχην ἐκείνην τὰ γαλλικὰ
2418ὅπλα κατετρόπωσαν τοὺς συμμάχους στρατοὺς τῆς Ἀγγλίας,
2419τῆς Αὐστρίας καὶ τῆς Ὁλλανδίας.
2420Καὶ κατὰ τὴν ἀρχαίαν ἀκόμη ἐποχὴν, μετὰ τὸν θάνα-
2421τον τοῦ Κόδρου, καὶ μετὰ τὸν θάνατον τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ Μέ-
2422δοντος, ἐπειδή τινες τῶν Βασιλέων ἐδείχθησαν ἄπειροι περὶ
2423τὰ τοῦ πολέμου, ἡ μεγάλη ἐκείνη, ἡ πολεμικὴ καὶ φιλόσο-
2424φος ἅμα Πολιτεία τῶν Ἀθηναίων καθιέρωσε τὸ ἀξίωμα τοῦ
2425Πολεμάρχου, οὗτινος τὸ πρώτιστον καθῆκον ἦτο, ἡγεῖσθαι
2426τοῦ στρατοῦ ἔν τε εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ.
2427Καὶ ὅ,τι εἶπον περὶ τῶν συνταγματικῶν Βασιλέων
2428τῶν ἐθνῶν, τοῦτ’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι δέον νὰ ἐφαρμόζηται
2429καὶ περὶ τῶν Διαδόχων αὐτῶν· διότι ὁ Διάδοχος τοῦ Θρό-
2430νου εἶναι ὁ ἔφεδρος Βασιλεὺς τοῦ ἔθνους. Εἶναι ὁ ἔφεδρος
2431Βασιλεὺς τοῦ ἔθνους, καὶ διὰ τοῦτο, ἐὰν ὑπάρχῃ πρᾶξις τοῦ
2432Ἡγεμόνος ἡμῶν, ἐφ’ ᾗ συγχαίρω τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα
2433τὸν Βασιλέα εἰλικρινῶς, αὕτη εἶναι αἱ συχναὶ τῆς Α. Με-
2434γαλειότητος εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἀποδημίαι, ἵνα ἐξασκῆται
2435εἰς τὰ βασίλεια καθήκοντα ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος,
2436ὅστις—ἐπιτρέψατέ μοι τὴν ἔκφρασιν—θέλει γείνῃ Βασιλεὺς,
2437οὕτως εἰπεῖν, κατὰ δόσεις.
2438Ἐὰν λοιπὸν ἐν πολέμῳ ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου, ἀναγο-
2439ρευόμενος νῦν Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, ἀξιώσῃ, καὶ
2440δικαίως, νὰ ἡγηθῇ τοῦ πολέμου, ἡγηθῇ δὲ καὶ ἀρχίσῃ
2441ν’ ἀποτυγχάνῃ, εὕρετέ μοι, παρακαλῶ, τὴν λύσιν τοῦ ζητή-
2442ματος καὶ τὸν Ὑπουργὸν, ὅστις θέλει τολμήσει ν’ ἀνακαλέ-
2443σῃ αὐτόν. Ἡ Ἀγγλία ὅμως ἐλευθέρως καὶ ἀμέρως ἀνεκά-
2444λεσε τὸν ἐν Τράνσβααλ ἀποτυγχάνοντα ἀρχιστράτηγον.
2445Ἀπεύχομαι νὰ ἴδω τοῦτο συμβαῖνον ἐν τῇ ἡμετέρᾳ πατρίδι,
2446ἀλλ’ οὐδὲν εἶναι ἀδύνατον ὑπὸ τὸν Ἥλιον, ὡς πάντες ἔχομεν
2447δυστυχῶς πικρὰν πεῖραν. Καὶ ἂν ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ὁ Διά-
2448δοχος ἀντικατασταθῇ, εἴπετέ μοι, κύριε Πρωθυπουργέ, ἐν τῇ
2449χαρακτηριζούσῃ ὑμᾶς εἰλικρινείᾳ, κατὰ τίνα τρόπον θέλει
2450δυνηθῆ μετὰ ταῦτα νὰ βασιλεύσῃ;
2451Οἱ εἰσάγοντες τοιούτους θεσμοὺς ἐνώπιον τῶν Κοινοβουλίων
2452ὀφείλουσι νὰ βλέπωσι πολὺ ἀπώτερον τῶν τοίχων, οἵτινες
2453περιβάλλουσιν ἡμᾶς· τὸ βλέμμα αὐτῶν πρέπει νὰ διεισδύῃ
2454εἰς τὸ ἀπώτατον μέλλον, τὸ ἄγνωστον, τὸ σκοτεινὸν, διότι
2455τότε εἰσὶν ἄνδρες ἄξιοι τῶν ἑδρῶν, ἃς κατέχουσιν, ἄξιοι τῆς
2456ἐμπιστοσύνης, ἣν μετέδωκεν αὐτοῖς ὁ Ἑλληνικὸς λαός.
2457Εἶπον «ἐὰν ἀρχίσῃ ν’ ἀποτυγχάνῃ ἐν τῷ πολέμῳ».
2458Ἀλλ’ ἐὰν ἡττηθῇ; ἂν αἰχμαλωτισθῇ; Ἐν δὲ εἰρήνῃ, ἐὰν
2459ἀποτύχῃ, πῶς θέλει ἀντικατασταθῆ; Καὶ εἴτε ἀντικατα-
2460σταθῇ, εἴτε δὲν ἀντικατασταθῇ, ὁποίαν πεποίθησιν πλέον θέ-
2461λει ἔχει τὸ ἔθνος εἰς αὐτὸν, ὅταν γένηται Βασιλεὺς τῆς χώ-
2462ρας, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὰ στρατιωτικά; Ἀλλὰ καὶ δι-
2463οικῶν τὸν στρατὸν, ἀφοσιούμενος εἰς τὴν ὕψιστην ταύτην
2464ἐντολὴν καὶ τὴν ὕψιστην καὶ πολύμοχθον ταύτην ἐργασίαν,
2465ἣν ἵνα εἰλικρινῶς ἀντιμετωπίσῃ,—ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ
2466Α. Β. Ὑψηλότης θέλει ἐπιχειρήσει,—θέλει ἔχει ἀνάγκην
2467νύκτωρ τε καὶ μεθ’ ἡμέραν ἀδιακόπως νὰ ἐργάζηται, πῶς
2468θέλει δυνηθῆ νὰ παρασκευάσῃ ἑαυτὸν ἀρτίως πρὸς τὰ
2469ἄλλα βασίλεια ἔργα, τὰ ἐπίσης πολλὰ καὶ ἐπίσης σπουδαῖα;
2470Σήμερον, Κύριοι, ὡς ἔχουσι τὰ τοῦ κόσμου, εἶναι ἀδύνατόν
2471τις νὰ γένηται εἰδικὸς, ἐὰν δὲν καταβάλῃ ἀτρύτους κόπους,
2472ἀφοσιούμενος εἰς μίαν καὶ μόνην λεπτομέρειαν συνήθως τῶν
2473ἀνθρωπίνων γνώσεων. Καὶ ἂν παραχωρηθῶσι τὰ δικαιώματα
2474καὶ τὰ καθήκοντα τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἰς
2475τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα τὸν Διάδοχον, οὗτινος πάντες πρέπει
2476ν’ ἀναγνωρίσωμεν τὴν φιλοτιμίαν, καὶ ἂν ἡ Α. Β. Ὑψηλό-
2477της κατορθώσῃ ν’ ἀφοσιωθῇ μετὰ πλήρους τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ
2478πνεύματος αὐτοῦ εἰς τὰς μελέτας τῶν στρατιωτικῶν πραγ-
2479μάτων τῆς χώρας, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, θέλει εὑρίσκει τὴν εὐ-
2480καιρίαν καὶ τὸν καιρὸν νὰ ἐγκύπτῃ καὶ εἰς ὅλας ἐκείνας τὰς
2481μελέτας, εἰς ἃς σήμερον οἱ φιλοδοξοῦντες νὰ βασιλεύσωσιν
2482ἐγκύπτουσιν, ἵνα ἐπισταμένως καὶ ἀξίως ἡγῶνται τῶν λαῶν,
2483ὧν θέλουσι βασιλεύσει;
2484Διοικῶν δὲ ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος, ὡς Γενικὸς
2485Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, καὶ χωρὶς νὰ θέλῃ, ἀκουσίως ὅλως
2486βεβαίως, πάντως ὅμως θέλει προκαλεῖ δυσαρεσκείας καὶ μίση,
2487διότι ἄνθρωποί ἐσμεν πάντες, καὶ αἱ καρδίαι ἡμῶν καὶ ὁ
2488νοῦς ἡμῶν εἶναι πεπερασμένος καὶ ἀτελής. Θέλει προκαλεῖ
2489δυσαρεσκείας καὶ μίση, ὧν τὴν εὐθύνην θέλετε ἔχει ὑμεῖς,
2490διότι ὑμεῖς δημιουργεῖτε τὴν νέαν αὐτὴν κατάστασιν. Ἐνθυ-
2491μήθητε, παρακαλῶ, καὶ πάλιν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιω-
2492τικῶν, ὑμεῖς πρὸ πάντων, τὸ Πολύγωνον, ἐνθυμήθητε τὴν
2493γνώμην ὑμῶν τε καὶ τοῦ ἀειμνήστου ἀρχηγοῦ ὑμῶν τότε,
2494καὶ εἴπετέ μοι, ὅτε αἱ ἀντιπειθαρχικαὶ ἐκεῖναι καὶ ἀντι-
2495συνταγματικαὶ πράξεις ἐξετελοῦντο ἐν τῷ πεδίῳ τοῦ Ἄρεως,
2496ἐὰν δὲν ἠγανάκτουν αἱ ψυχαὶ καὶ αἱ καρδίαι ὑμῶν, καὶ εἴ-
2497πετέ μοι, ἂν δὲν συνέβαινε νὰ γένησθε καὶ πάλιν Ὑπουργὸς,
2498ἐὰν ἐν τῇ ψυχῇ ὑμῶν δὲν ἠθέλετε διατηρεῖ βεβαίως ἄσπον-
2499δον μῖσος ἐναντίον τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου,
2500ὅστις ἄνευ αἰτίας ἐστάλη εἰς τὸ Πολύγωνον, ἵνα κατα-
2501σβέσῃ οἱονεὶ τὴν στάσιν, ἣν ἤθελε διευθύνει ὁ μακαρίτης
2502καθηγητὴς Βακαλόπουλος!
2503Ἐγὼ, Κύριοι, ὠφελήθην ἐκ τῶν τότε λαβόντων χώραν,
2504διότι, ἐνῷ δὲν ἤμην Βουλευτὴς, διελύθη ἡ Βουλὴ, καὶ διὰ
2505μεγίστης πλειονοψηφίας ἔλαβον τὴν πρώτην ἕδραν ἐν τῇ αἰ-
2506θούσῃ ταύτῃ ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς. Ἀλλὰ καὶ τότε
2507δὲν παρέλειψα νὰ συστήσω τοῖς φίλοις μου νὰ μὴ ἐπιχαί-
2508ρωσιν ἐπὶ τοῖς τελεσθεῖσι, καὶ τότε δὲν παρέλειψα νὰ εὕρω
2509πολλοὺς τῶν συναδέλφων, τῶν τότε γενομένων Βουλευτῶν
2510καὶ παρακαθησάντων ἐν τῇ πτέρυγι ὑμῶν, τῇ τότε Τρικου-
2511πικῇ, πρὸς οὓς ἐν εἰλικρινείᾳ εἶπον, ὅτι ἐλυπήθην ἐπὶ τοῖς
2512τελεσθεῖσι, καίτοι εἶχον ἀπολήξει ταῦτα ὑπὲρ ἡμῶν καὶ
2513κατ’ αὐτῶν, καὶ σήμερον ἐπίσης ἀπεύχομαι νὰ ἴδω ἐν τῇ πα-
2514τρίδι μου σκηνὰς ὁμοίας, αἵτινες μάλιστα ἔσονται πολὺ
2515χείρονες τῶν τότε, ἃς δὲ, κύριοι Ὑπουργοὶ, διὰ τοῦ νομο-
2516σχεδίου ὑμῶν ὑμεῖς φιλοτεχνεῖτε καὶ παρασκευάζετε.
2517Προκαλοῦσι καὶ οἱ Ὑπουργοὶ, τὰς δυσαρεσκείας καὶ τὰ
2518μίση, ἀλλ’ οὗτοί εἰσιν ἐφήμεροι, ἔρχονται καὶ παρέρχονται·
2519ἐκεῖνοι ὅμως, Βασιλεῖς καὶ Βασιλόπαιδες, εἰσὶν ἀΐδιοι, ὡς
2520πρέπει καὶ νὰ ὦσιν. Ἐκεῖνοι πρέπει νὰ ἵστανται ὑψηλὰ,
2521ἐκεῖ, ὅπου ἀξιοῦσι τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Μὴ
2522καταβιβάζετε αὐτοὺς εἰς τὴν Διοίκησιν· θέλετε ἀδικήσει καὶ
2523συντρίψει αὐτούς!
2524Αὐταὶ νομίζω, ὅτι εἰσὶν ἀλήθειαι, ἃς ἐτόλμησα νὰ εἴπω
2525ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι ὁμιλῶ, οὐχὶ ἀποβλέπων εἰς τὰ
2526πρόσωπα ἐκείνων, ἀλλ’ εἰς τοὺς θεσμοὺς καὶ τὰ πράγματα.
2527Εἰς τὸν μέλλοντα Βασιλέα ἀλλοίμονον, ἂν ὡς προῖκα
2528δωρήσητε αὐτῷ τὰ μίση, τὰς δυσαρεσκείας, τὴν ἔχθραν, τὸ
2529ἄσπονδον πάθος τῶν ὑπηκόων! Ἡ εὐθύνη ὑμῶν εἶναι μεγί-
2530στη, καὶ ἂν ὑμεῖς δὲν σκέπτεσθε περὶ τῆς ὑστεροφημίας ὑμῶν,
2531λυπηθῆτε τὴν Ἑλλάδα, λυπηθῆτε τὴν Βασιλείαν!
2532Ἐὰν λοιπὸν αὐτὸς ὁ μέλλων Βασιλεὺς, εἴτε ἐν εἰρήνῃ,
2533εἴτε ἐν πολέμῳ, ἀποτύχῃ, δὲν ἀποβάλλει ὅλην ἐκείνην τὴν
2534αἴγλην, ἥτις πρέπει νὰ ἐκπέμπηται ἐκ τοῦ προσώπου αὐτοῦ
2535καὶ πρὶν βασιλεύσῃ καὶ ὅταν βασιλεύσῃ; Κακίστην ἄρα ὑπη-
2536ρεσίαν προσφέρετε καὶ εἰς τὸν Τόπον καὶ εἰς τὸ Στέμμα,
2537καὶ πλειοδοτοῦντες, ἵνα φανῆτε εὐχάριστοι, μειοδοτεῖτε εἰς
2538τὰ συμφέροντα τοῦ Στέμματος καὶ εἰς τὴν μέλλουσαν ὑπό-
2539ληψιν αὐτοῦ, καὶ συναγωνίζεσθε πρὸς ἐκείνους ἐκεῖ (δεικνύει
2540τὴν Ἀντιπολίτευσιν) οὐχὶ ὑπὲρ τῆς αἴγλης τοῦ Στέμμα-
2541τος, οὐχὶ ὑπὲρ τῆς αἴγλης τοῦ μέλλοντος Βασιλέως τῆς Ἑλ-
2542λάδος, ἀλλ’ ἵνα καταρρίψητε τὸν βασιλικὸν θεσμὸν, ὃν, τέ-
2543λος πάντων, θέλει ὁ Τόπος.
2544Ἀλλὰ μήπως, Κύριοι, ὅταν τὸ Σύνταγμα ἐν τῷ 77 ἄρθρῳ
2545λέγῃ, ὅτι «οὐδεὶς ἐκ τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας δύναται
2546νὰ διορισθῇ Ὑπουργὸς», δὲν ἐνδεικνύει, ὅτι μακρὰν πάσης
2547εὐθύνης πρέπει νὰ διατελῶσιν οἱ Βασιλόπαιδες; Ἀναγνώσατε
2548τὸ Σύνταγμα, καὶ πρέπει νὰ ἀναγιγνώσκητε αὐτὸ οὐχὶ ἐν
2549τῷ γράμματι μόνον, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν γραμμῶν, καὶ ἐν
2550τῷ πνεύματι αὐτοῦ. Καὶ ἂν ἡ τότε Συντακτικὴ Συνέλευσις
2551ἀπέσχε τοῦ νὰ προνοήσῃ περὶ πάντων ῥητῶς, ἀποδόσατε,
2552Κύριοι, τοῦτο εἰς τὰς τότε ἱστορικὰς περιστάσεις καὶ τὰς
2553πολιτικὰς ἀνάγκας, ἀποδόσατε, Κύριοι, τοῦτο εἰς τὸ ὅτι ἡ
2554Ἐθνικὴ Συνέλευσις ἠναγκάζετο νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν λῆξιν τῶν
2555ἐργασιῶν αὑτῆς. Ἄλλως περὶ πολλῶν ἄλλων τὸ μεγάτιμον
2556ἐκεῖνο Ἐθνικὸν Συνέδριον ἤθελε σκεφθῆ, καὶ ἔδει νὰ σκεφθῇ,
2557καὶ ἐσκόπει νὰ προνοήσῃ. Καὶ βεβαίως, ἐὰν τὸ ζήτημα ἀνε-
2558φαίνετο τότε, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Συντακτικὴ Συνέλευ-
2559σις τοῦ 1863 ἔτους ἤθελεν ἀναγράψει μεγίστοις καὶ ῥητοῖς
2560γράμμασιν εἰδικῶς, ὅτι οἱ υἱοὶ τοῦ Βασιλέως περὶ πάντα τὰ
2561ἄλλα δέον νὰ καταγίνωνται, οὐδέποτε ὅμως ν’ ἀναλαμβάνωσι
2562τὴν διοίκησιν οἱουδήποτε κλάδου τοῦ Κράτους καὶ τῶν
2563ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ.
2564Καὶ τὸ γράμμα λοιπὸν αὐτὸ τοῦ Συντάγματος καὶ τὸ
2565πνεῦμα αὐτοῦ, μάλιστα ὡς πρὸς τὸν Διάδοχον, καὶ τὸ συμ-
2566φέρον τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ἔθνους, καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Κοι-
2567νοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Διαδό-
2568χου καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Δυναστείας ἐξεγείρονται καὶ δέον
2569νὰ ἐξεγείρωνται κατὰ τοῦ θεσμοῦ, ὃν ζητεῖτε νὰ ἁρπάσητε
2570διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Μακρὰν ἄρα ἡ Διοίκησις
2571ἀπὸ τῶν χειρῶν τῶν Αὐτῶν Βασιλικῶν Ὑψηλοτήτων τῶν
2572Βασιλοπαίδων, καὶ χάριν αὐτῶν, μακρὰν κυρίως ἡ Διοίκη-
2573σις ἀπὸ τῶν χειρῶν τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου,
2574ὅταν μάλιστα τέλος πάντων ἔχῃ τὴν ὑπερτάτην τύχην, ἐκ
2575πατρικῆς στοργῆς, νὰ βασιλεύῃ ἐπὶ ἓξ μῆνας κατὰ πάντα
2576ἐνιαυτόν.
2577Ἐδῶ ἔχομεν ἕνα ἀτυχῆ Ἡγεμονόπαιδα, οὗτινος, πρὸς δό-
2578ξαν καὶ εὐτυχίαν τῆς Ἀγγλίας, ἡ σεπτὴ μήτηρ ἀνάσσει ἤδη
2579ἐπὶ ἔτη δύο καὶ ἑξήκοντα, καὶ αὐτὸς μὲ ἐσταυρωμένας τὰς
2580χεῖρας κάθηται καὶ περιμένει, μετὰ χριστιανικῆς τωόντι
2581ὑπομονῆς καὶ υἱϊκῆς ἀφοσιώσεως, καὶ ὑμεῖς, προκειμένου περὶ
2582Ἡγεμονόπαιδος ἐνασκοῦντος τὰ βασίλεια ἔργα κατὰ τοὺς
2583ἓξ μῆνας πάντων τῶν ἐτῶν, θέλετε νὰ νομοθετήσητε αὐτῷ
2584ἀξίωμα, ὅπερ οὐδὲν ἐμποδίζει ὑμᾶς, πολλὰ δὲ καὶ ἐπιβάλ-
2585λουσι, νὰ παραχωρήσητε εἰς ἕνα τῶν ἀναμφισβητήτως διαπρε-
2586ψάντων ἀξιωματικῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ὠφελοῦντες καὶ
2587τὸν στρατὸν καὶ τὸ ἔθνος καὶ τὸν Διάδοχον αὐτόν!
2588Καὶ ἂν ἡ Α. Β. Ὑψηλότης, ὡς πέποιθα, ἐμφορεῖται γεν-
2589ναίων καὶ μεγάλων ἰδεῶν ὑπὲρ τοῦ στρατεύματος, τίς ἐμ-
2590ποδίζει τὴν Ὑψηλότητά του, τὰς ἰδέας ταύτας νὰ πραγμα-
2591τοποιῇ, ὅταν ἑκάστοτε ἀντιβασιλεύῃ καὶ κυβερνᾷ τὴν χώ-
2592ραν ταύτην, καὶ ἂν ἐμφορεῖται, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, τοιούτων
2593εὐγενῶν καὶ φιλοδόξων ἰδεῶν, τίς ἐμποδίζει τὴν Ὑψηλότητά
2594του, ὅταν ἀντιβασιλεύῃ τοὐλάχιστον, νὰ θέτῃ χαλινὸν εἰς
2595τοὺς διαφθείροντας ἴσως τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν Ὑπουρ-
2596γοὺς τῶν Στρατιωτικῶν; Τὸ Σύνταγμα, ὡς ἔχει, εἶναι πο-
2597λίτευμα, δι’ οὗ ἡ Βασιλεία δύναται καὶ ὀφείλει νὰ δια-
2598πράττῃ τὸ ἀγαθόν. Δὲν γνωρίζω τι ἀγαθὸν ἐν τῷ κόσμῳ, εἰς ὃ
2599νὰ ἐπιπροσθῇ συνταγματική τις διάταξις τοῦ ἡμετέρου πο-
2600λιτεύματος. Εἰσὶ προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις τὰ λεγόμενα καὶ
2601γραφόμενα κατὰ τοῦ πολιτεύματος. Ἐὰν ἡ Βασιλεία θε-
2602λήσῃ, ἐὰν ἡ Ἀντιβασιλεία, εὐθὺς ὑπάρχουσι συνταγματικαὶ
2603διατάξεις, αἵτινες, τιθέμεναι εἰς ἐνέργειαν, δύνανται νὰ φέ-
2604ρωσιν εἰς τὸ καθῆκον τοὺς τυχὸν αὐτοῦ παρεκτρεπομένους
2605Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν ἢ Ὑπουργοὺς οἱουδήποτε ἄλλου
2606τῶν Ὑπουργείων. Ἐὰν θελήσῃ ὁ Βασιλεὺς, ἐπαναλέγω, ἐὰν
2607ὁ Ἀντιβασιλεὺς, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἐντὸς ὀλιγίστου χρο-
2608νικοῦ διαστήματος δύναται νὰ ἀνορθώσῃ τὰ τυχὸν κακῶς
2609ἔχοντα ἐν τῷ στρατῷ.
2610Ὁμιλῶν, Κύριοι, ὡς ὡμίλησα, βεβαίως δὲν ὡρμήθην ἐκ
2611τοῦ τελευταίου οἱονεὶ Ἑλληνοτουρκικοῦ πολέμου, διότι ἡ
2612Α. Β. Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος δὲν εἶχε λάβει τὴν εὐκαιρίαν
2613νὰ διοικήσῃ πράγματι ἐν εἰρήνῃ ἐπὶ μακρὸν στρατόν. Καὶ
2614ἂν συνέβαινον σφάλματα κατὰ τὴν δημιουργίαν τοῦ στρα-
2615τοῦ καὶ κατὰ τὴν ἑκάστοτε ἄσκησιν αὐτοῦ ἐν εἰρήνῃ, καὶ
2616ἂν ὑπῆρξαν ἐλλείψεις κατὰ τὸν πόλεμον, ἴσως ἡ Α. Β. Ὑψη-
2617λότης ὀλίγον εὐθύνεται ἐπὶ τούτοις. Ἐγὼ ὁμιλῶ ἐκ πνεύμα-
2618τος γενικοῦ, ἐκ τῆς Ἱστορίας καὶ τῶν πραγμάτων. Ὁμιλῶ, ἀνα-
2619λύων τὰς συνταγματικὰς διατάξεις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν.
2620Ἐὰν ἄρα ὁ στρατὸς ἡττήθη, ἐγὼ πέποιθα, ὅτι δὲν ἡττήθη
2621ἐκ τῆς κακῆς ποιότητος καὶ τῆς κακῆς συγκροτήσεως αὐτοῦ.
2622Καὶ ἐνθυμοῦμαι τοὺς λόγους διαπρέψαντος ἀνωτάτου ἀξιω-
2623ματικοῦ κατὰ τὸν τελευταῖον οἱονεὶ πόλεμον, ὅστις ἔλεγεν:
2624«ὅπου ὁ στρατὸς διῳκήθη καλῶς, ἐκεῖ ἐνίκησε, καὶ ὅπου
2625κακῶς, ἡττήθη.» Οἱ λόγοι οὗτοί εἰσι τοῦ δαφνοστεφοῦς ὑπο-
2626στρατήγου Σμολένσκη, ὅστις, ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος
2627τούτου, ἔλεγε τότε μεγάλας ἀληθείας.
2628Ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἡττήθη, ἡττήθη δι’ ἄλλους λό-
2629γους, ὧν τὴν ἐξέτασιν δὲν δύναμαι σήμερον νὰ ἔχω ἐνταῦθα,
2630διότι περὶ τούτων πρὸ πολλοῦ συνέστη Ἐξεταστικὴ τῶν
2631πραγμάτων Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἥτις καταγίνεται
2632νὰ εὕρῃ αὐτούς· καὶ ἀσχολουμένη νὰ εὕρῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς
2633ἡττήθη ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς, ἔχασε τὸν Πρόεδρον αὐτῆς.
2634Ἀντὶ νὰ εὕρωσιν, ἔχασαν, καίτοι δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἐν
2635τοῖς ἐπισκεπτηρίοις αὐτοῦ ὁ κ. Πρόεδρος, πρὸς τῷ τίτλῳ
2636τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, δὲν θὰ ἔπαυσε ν’ ἀναγράφῃ καὶ
2637τὸν τίτλον τοῦ Προέδρου τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς.
2638§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὔτε τὸν ἕνα ἀναγράφω, οὔτε τὸν ἄλλον.
2639§121ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἴσως, Κύριοι, πλέον τοῦ δέοντος ἀπησχόλησα
2640τὴν ἀνοχὴν ὑμῶν, καὶ αἰτοῦμαι εἰλικρινῶς συγγνώμην. Ἀλλὰ
2641πρὶν ἢ καταλίπω τὸ βῆμα, ἀποτείνομαι πρὸς ὑμᾶς, κύριοι
2642Ὑπουργοὶ, πρὸς τὰς καρδίας καὶ τὴν συνείδησιν ὑμῶν, καὶ
2643προκαλῶ νὰ παρουσιάσητε εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι τάχιστα νο-
2644μοσχέδιον περὶ πραγματικοῦ, ἀλλὰ καὶ συνταγματικοῦ,
2645ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἂν τὰ φῶτα τοῦ κ. Ὑπουρ-
2646γοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, — ὅστις δὲν γνωρίζω ποσοστὴν ταύ-
2647την φορὰν κατέχει τὴν ἕδραν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιω-
2648τικῶν, — δὲν εἶναι ἱκανὰ, ἵνα προβάλωσι τοιοῦτο νομοθέτημα
2649ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι πάντα τὰ ἄλλα περιττεύ-
2650ουσιν· ἂς εὑρεθῇ ἄλλος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
2651Προκαλῶ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν νὰ ψηφίσῃ,
2652ὑποβαλλόμενον ὅτι τάχιστα, ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ,
2653διότι τοῦτο ζητεῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, πρὸ
2654παντὸς ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, βασιζόμενον κυρίως
2655εἰς τὴν εὐθύνην τοῦ μέλλοντος νὰ διοικήσῃ αὐτὸν,
2656εὐθύνην πραγματικὴν καὶ οὐσιαστικὴν, μὴ δυναμένην
2657ν’ ἀμφισβητηθῇ, ἣν Ὑπουργοὶ καὶ Βουλὴ θὰ δύνανται ν’ ἀτε-
2658νίζωσι. Προκαλῶ τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας νὰ προβῇ εἰς
2659σύνταξιν προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρα-
2660τιωτικῶν, καὶ οὐχὶ προϋπολογισμοῦ μισθοτροφοδοσίας ἀξιω-
2661ματικῶν καὶ στρατιωτῶν.
2662Ἔλεγον, ὅτι εἴχομεν ἀνάγκην προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουρ-
2663γείου τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἀναλύων τὸν προϋπολογι-
2664σμὸν αὐτοῦ τοῦ 1899 ἔτους εὕρισκον κατὰ τὴν παρελθοῦ-
2665σαν Σύνοδον τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν (πρώτη Ἰουλίου 1899
2666ἔτους), ὅτι πᾶν ἄλλο ἦν οὗτος ἢ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουρ-
2667γείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἦτο προϋπολογισμὸς μισθοτρο-
2668φοδοσίας ἀξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν τοῦ στρατοῦ. Καὶ
2669πάντοτε μὲν συνήθισα νὰ μὴ ἐγκρίνω τὸ σύστημα τῶν ἀγο-
2670ρητῶν ἐκείνων, τῶν καταφευγόντων εἰς τὰ ἴδια αὑτῶν κεί-
2671μενα. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι — καὶ αὐτὸ ζητῶ ὡς χάριν ἐξ-
2672αιρετικῶς — νὰ ἀναγνώσω, τί ἔλεγον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν
2673Σύνοδον, προκειμένου περὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσκλή-
2674σεως ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν διὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ
2675στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης (ἀναγινώσκει):
2676«Ἀλλὰ, λέγω, αὐτὰ τὰ 16 ἑκατομμύρια δραχμῶν εἰς τί
2677»τάχα δαπανῶνται; Μήπως εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἀπο-
2678»λεσθέντος ἢ φθαρέντος ὑλικοῦ; Μήπως εἰς γυμνάσια τῶν
2679»συνταγμάτων, ἢ τῶν ταγμάτων, ἢ καὶ τῶν λόχων; Μήπως
2680»εἰς ἐκτέλεσιν στρατιωτικῶν ἀσκήσεων ἐν στρατοπέδοις;
2681»Μήπως εἰς προμηθείας ἐργαλείων στρατιωτικῶν καὶ παν-
2682»τὸς εἴδους ὑλικοῦ πολεμικοῦ; Ἂς ἴδωμεν τὸν προϋπολο-
2683»γισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ ἔτους 1899,
2684»ἵνα μάθωμεν κατὰ πόσον θέλουσιν ὠφελήσει ἡμᾶς τὰ με-
2685»γάλα φῶτα τῶν ξένων ὀργανωτῶν καὶ κατὰ πόσον θέλουσι
2686»σώσει ἡμᾶς ἐξ αὐτῆς τῆς καταστάσεως (ἀναγινώσκει):
2687»Δι’ ὄργανα καὶ σάλπιγγας δραχ. 5,000. Δι’ ὁπλισμὸν
2688»δρ. 100,000. Δι’ ἐργαλεῖα πυροσβεστικὰ καὶ εἴδη στρα-
2689»τοπεδείας δραχ. 15,000. Δι’ ἱππωνίαν δραχ. 40,000».
2690»Τὸ σύνολον δραχ. 160,000. Λοιπὸν ἐπὶ προϋπολογισμοῦ
2691» 16 περίπου ἑκατομμυρίων δραχμῶν 160, ἁπλούστατα,
2692» χιλιάδες δραχμῶν δι’ ἀντικατάστασιν τοῦ ἀπολεσθέντος
2693» ὑλικοῦ, πυροβόλων, ὅπλων, πυρομαχικῶν, στολῶν κλπ.,
2694» δι’ εἴδη στρατοπεδείας, δι’ ἐπιδιόρθωσιν ὅπλων, καὶ δι’ ὅλας
2695» τὰς τοιαύτας ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ. Εἰς τί δαπανῶνται
2696» λοιπὸν ὅλα σχεδὸν τὰ 16 ἑκατομμύρια δραχμῶν; Ἁπλῶς
2697» εἰς τροφοδοσίαν καὶ μισθοδοσίαν τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν
2698» ὑπαξιωματικῶν καὶ τῶν στρατιωτῶν, διότι εὐλόγως ὑπο-
2699» λογίζεται, ὅτι εἰς τοσοῦτον ποσὸν πρέπει νὰ ἀναβαίνῃ τὸ
2700» χρῆμα αὐτό.
2701» Δὲν κατηγορῶ, ἄπαγε, τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιω-
2702» τικῶν· διότι βεβαίως, ὅταν ἔχωμεν τὸν στρατὸν, ὃν ἀνα-
2703» γράφει καὶ συγκαλεῖ ὁ νόμος, ὁ ἄρτι ψηφισθεὶς, περὶ δυνά-
2704» μεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, βεβαίως ἀπαιτοῦνται αὐτὰ
2705» τὰ 16 περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν διὰ τὸν ἀτυχῆ αὐτὸν
2706» στρατόν. Ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν στρατὸν μόνον διὰ 16
2707» ἑκατομμυρίων; Καὶ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν στρατὸν, ὅταν
2708» τὰ 16 ταῦτα μόνα ἑκατομμύρια εἰς οὐδὲν ἄλλο δαπανῶν-
2709» ται, ὡς δέον νὰ δαπανῶνται, εἰμὴ εἰς τὴν μισθοτροφοδο-
2710» σίαν ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν, καὶ
2711» ὅταν ἐκ τῶν 16 τούτων ἑκατομμυρίων μόνον 160,000
2712» δραχμαὶ διατίθενται δι’ ἀγορὰν νέου ὑλικοῦ, διά τινα ἄλλα
2713» μικρᾶς σημασίας πράγματα καὶ δι’ ἱππωνίαν; Διὰ τοῦτο
2714» παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ μὴ νομίζωμεν, ὅτι ὁμιλοῦμεν ἐν
2715» χώρᾳ, ἥτις δὲν γνωρίζει ἡμᾶς, καὶ νὰ μὴ πιστεύωμεν, ὅτι
2716» διὰ προϋπολογισμοῦ 16 καὶ μόνων ἑκατομμυρίων εἶναι δυ-
2717» νατὸν νὰ ἔχωμεν στρατὸν, οἷον ἀπαιτοῦμεν αὐτόν.
2718» Καλέσατε λοιπὸν οὐχὶ ἕνα στρατηγὸν ἐκ τῆς Γερμα-
2719» νίας ἢ ἐκ τῆς Γαλλίας, ἀλλὰ καλέσατε ἐξ ὅλων τῶν στρα-
2720» τιωτικῶν ἐθνῶν ἐπιτροπὰς στρατηγῶν καὶ στραταρχῶν·
2721» πάντες οὗτοι θέλουσι ζητήσει τὸν προϋπολογισμὸν ὑμῶν,
2722» καὶ ἂν ὦσιν εὐσυνείδητοι ἄνδρες, εὐθὺς ὡς ἴδωσι τὸν προ-
2723» ϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, θέλουσι
2724» φορέσει τὰ πηλήκια αὐτῶν καὶ θέλουσιν ἐπανέλθει εἰς τὰ
2725» ἴδια.
2726» Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνορθωθῇ ὁ στρατὸς ἄνευ χρημάτων.
2727» Δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ ἔχωμεν χρήματα, πρῶτον μὲν, διότι
2728» δὲν εἶσθε βέβαιοι ὅτι θέλετε νὰ ἔχητε στρατὸν, ἔπειτα δὲ,
2729» διότι ἐφροντίσατε νὰ ἔχητε τὸν ξενικὸν ἔλεγχον.»
2730Καὶ περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1898 ἔτους τοῦ Ὑπουρ-
2731γείου τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὴν αὐτὴν περίστασιν ἔλεγον:
2732«Ἀλλὰ ποῖος εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν
2733» Στρατιωτικῶν τοῦ 1898 ἔτους; Περίπου ὁ αὐτός. Διότι ἐπὶ
2734» προϋπολογισμοῦ ὑποβληθέντος 19,839,029 δραχμῶν ἔχο-
2735» μεν (ἀναγινώσκει): «Δι’ ὁπλισμὸν δρ. 40,000, δι’ ἐργα-
2736» λεῖα πυροσβεστικὰ καὶ εἴδη στρατοπεδείας δραχ. 5,000·
2737» δι’ ἱππωνίαν τίποτε, δι’ ὄργανα καὶ σάλπιγκας τίποτε·
2738» δι’ ἀσκήσεις γενικὰς στρατοῦ καὶ ἐφεδρείας δραχ. 800,000.»
2739» Ἀλλὰ δὲν ἐνθυμοῦμαι ἐὰν ἐγένοντο αὗται.
2740» Εἷς Βουλευτής. Δὲν ἔγειναν.
2741» ΛΕΒΙΔΗΣ. Λοιπὸν δὲν ἐγένοντο, καὶ ἑπομένως ἔχομεν
2742» ἐν ὅλῳ δρ. 45,000 δι’ ὑλικὰ πολέμου ἐπὶ προϋπολογισμοῦ
2743» εἴκοσιν ἑκατομμυρίων περίπου δραχμῶν.»
2744Λοιπὸν 45,000 δρ. ἦσαν δι’ ὑλικὰ στρατοῦ, ἐνῷ τὰ πλεῖ-
2745στα τούτων κατὰ τὸν τελευταῖον Ἑλληνοτουρκικὸν πόλεμον
2746ἀπωλέσθησαν!
2747Διὰ δὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους; Ἐπὶ
2748προϋπολογισμοῦ 15,679,000 δρ., ὡς ἀρχικῶς εἶχε, δι’ ὁπλι-
2749σμὸν δρ. 196,500, δι’ ἐργαλεῖα πυροσβεστῶν καὶ εἴδη στρα-
2750τοπεδείας δραχ. 5,000, καὶ δι’ ἱππωνίαν... δεκαπέντε
2751μηδενικά!
2752Καὶ ὡς εἰ μὴ ἤρκει τὸ τοσοῦτον γλίσχρον, ὡς πρὸς τὰ κε-
2753φάλαια καὶ τὰ ἄρθρα ταῦτα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουρ-
2754γείου τῶν Στρατιωτικῶν, συνέβη νὰ γένηται καὶ δήλωσις
2755τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἥτις κατὰ πολλὰς
2756ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν καταβιβάζει τὴν ἐν γένει
2757δύναμιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιω-
2758τικῶν· διότι, ὡς γράφει, «ἐκ τοῦ κεφαλ. 5, ἄρθρ. 3, «Μι-
2759»σθὸς στρατιωτῶν πεζικοῦ», ἕνεκα τῆς μειώσεως τοῦ ἀριθμοῦ
2760»τῶν στρατιωτῶν δέον νὰ ἐκπεσθῇ πίστωσις ἐκ δρ. 209,000».
2761Ἐκ τῶν νοσοκόμων ἐκπίπτονται δρ. 6,500 καὶ ἐκ τῆς ἐκ-
2762ποιήσεως πλεοναζόντων κλπ. κτηνῶν δραχ. 400.000 κλπ.
2763Τοιουτοτρόπως ἐλαττοῦται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουρ-
2764γείου τῶν Στρατιωτικῶν κατ’ οὐσιώδη κεφάλαια καὶ ἄρθρα,
2765οὐδὲν δὲ θέλετε ἴδει ἐν αὐτῷ ὑπὲρ προμηθείας ὑλικῶν στρα-
2766τοῦ, ὑπὲρ ἀντικαταστάσεως τῶν φθαρέντων καὶ ἀπολεσθέντων
2767ὑλικῶν κατὰ τὸν πόλεμον, καὶ ὑπὲρ τοσούτων ἄλλων πραγ-
2768μάτων καὶ ἀναγκῶν, ὧν ἔχει ἀπόλυτον χρείαν ὁ Ἑλληνικὸς
2769στρατός. Δὲν θέλετε ἴδει, εἰμὴ 200,000 δραχμὰς περίπου
2770δι’ αὐτά.
2771Καὶ ὅταν, Κύριοι, δὲν ἔχητε προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουρ-
2772γείου τῶν Στρατιωτικῶν,—διότι τοῦτο βεβαίως δὲν εἶναι
2773προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου αὐτοῦ, εἶναι, ἐπαναλαμ-
2774βάνω, προϋπολογισμὸς μισθοτροφυδοσίας ἀξιωματικῶν
2775καὶ στρατιωτῶν,—τίνι τρόπῳ νομίζετε, ὅτι θέλετε ἔχει
2776στρατὸν, παραβιάζοντες τὰς συνταγματικὰς διατάξεις καὶ
2777τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, τὴν Ἱστορίαν αὐτὴν, κλονίζοντες
2778τὸ καθεστὼς, τὸ γόητρον καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Ἑλληνικοῦ
2779Θρόνου;
2780Ἀλλ’ ὑμεῖς ἐφροντίσατε, ἀντὶ νὰ πολλαπλασιάζητε τὰ
2781μέσα τοῦ στρατοῦ, νὰ πολλαπλασιάζητε τοὺς Νομάρχας καὶ
2782τὰ Πρωτοδικεῖα τοῦ Κράτους, καὶ ἀντὶ νὰ ἐκτελέσητε τοὺς
2783νόμους, οὓς τῇ πρωτοβουλίᾳ ὑμῶν ἐψήφισε τὸ Κοινοβούλιον,
2784τοὺς νόμους περὶ Διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἀντικαταστησάσης
2785τὴν στρατιωτικήν, καίτοι ἡ Διοικητικὴ ἔσεται χείρων τῆς
2786κακίστης στρατιωτικῆς, τὸν νόμον περὶ χωροφυλακῆς, ζη-
2787τεῖτε Ὀργανισμὸν ἀντισυνταγματικὸν καὶ ἀντεθνικὸν ἅμα,
2788καὶ νομίζετε, ὅτι σήμερον πλέον ἐν τῷ κόσμῳ γίνονται θαύ-
2789ματα καὶ διὰ τῆς ῥάβδου τοῦ Μωϋσέως ἀναπηδῶσι στρατοί.
2790Τί κάθεσθε καὶ χάνετε τὸν καιρὸν ὑμῶν τε καὶ ἡμῶν;
2791Ἐμπνεύσθητε θάρρους, ὅπερ ἀπωλέσατε, καὶ προσκομίσατε
2792εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρα-
2793τιωτικῶν, καὶ οὐχὶ προϋπολογισμὸν προσώπων, καὶ μόνον
2794τότε θέλετε δυνηθῆ νὰ ἔχητε στρατόν.
2795Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ, βεβαίως στρατὸν δὲν θέλετε
2796ἔχει· θέλετε ἔχει χείρονα τοῦ παρόντος, ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι
2797οὗτος ἔχει κακῶς,—διότι ἐγὼ διαφωνῶ ὡς πρὸς τοῦτο, νομί-
2798ζων ὅτι ὑπάρχουσιν ἐλλείψεις, οὐχὶ ὅμως ἐν τῇ φύσει τοῦ
2799στρατοῦ, δυνάμεναι ἄρα διὰ συνήθων νομοθετικῶν μέτρων,
2800πρὸ παντὸς δὲ διὰ τοῦ σθένους Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν,
2801νὰ ἐξαλειφθῶσιν ἀμέσως, καὶ ν’ ἀναπληρωθῶσι διὰ μέτρων,
2802δυναμένων νὰ καταστήσωσι τὸν στρατὸν τῳόντι ἄξιον τοῦ
2803ὀνόματος αὑτοῦ.
2804Διοίκησις τοῦ στρατοῦ, ὡς φιλοτεχνεῖται ἐν τῷ νομοσχε-
2805δίῳ, θέλει προκαλέσει ἀφεύκτως καὶ τάχιστα εὐθύνην τῶν
2806ἀνευθύνων. Ἡ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ, ὡς ταχυδακτυλουργεῖ-
2807ται, μεθ’ ὅλας τὰς ἀγαθὰς διαθέσεις τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος
2808τοῦ Διαδόχου, θέλει παραδοθῆ εἰς τὴν Κλίκαν, καὶ περὶ
2809ταύτης παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω ὑμῖν τὴν
2810γνώμην τοῦ περιφήμου τῆς Γερμανίας στρατάρχου Γκόλτς,
2811ὅστις ἀναδιωργάνωσε καὶ τὸν τουρκικὸν στρατόν· διότι οὗτος
2812ἔγραφεν (ἀναγινώσκει):
2813«Σήμερον ἡ ἀξία τῶν στρατιωτῶν εἶναι ὑπέρ ποτε ἀλλη-
2814»λένδετος πρὸς τὴν ἀξίαν τῶν ἀρχηγῶν. Μόνον ὁ ἀπὸ ὑγιεῖα
2815»καὶ καλὰς συνθήκας σχηματισθεὶς στρατὸς δύναται νὰ ἐλ-
2816»πίζῃ, ὅτι θ’ ἀποκτήσῃ καλοὺς στρατηγοὺς, ὅπως τὸν διοι-
2817»κῶσιν. Ἀλλ’ ἡ ὁδὸς, ὅπως ἀναδειχθῶσι τοιοῦτοι στρατηγοὶ,
2818»εἶναι ἤδη κλειστὴ, εὐθὺς ὡς τὸ πνεῦμα τῆς εὐνοίας, τὸ τῆς
2819»Κλίκας καὶ τὸ τοῦ φατριασμοῦ καταστῶσιν ἐπικρατοῦντες
2820»παράγοντες, εὐθὺς ὡς ἡ ἐνδοτικότης τοῦ χαρακτῆρος καὶ ἡ
2821»ὑποτέλεια ἐκτιμῶνται περισσότερον τῆς εὐθύτητος καὶ τῆς
2822»εἰς τὰς πεποιθήσεις σταθερότητος.»
2823Τοιαύτην λοιπὸν θέλετε τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ;
2824Στρατὸν τῆς Κλίκας; Μεθ’ ὅλας λοιπὸν τὰς ἀγαθὰς ἀξιώ-
2825σεις τοῦ Ὑψηλοῦ προσώπου, ἃς θέλετε νὰ θεραπεύσητε, παρα-
2826δίδοντες αὐτῷ τὸν στρατὸν, ἀντὶ τούτου τοῦ ἀντισυνταγμα-
2827τικοῦ καὶ ἀντεθνικοῦ κατατολμήματος, ἀποκαταστήσατε
2828προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκ-
2829τελέσατε τοὺς νόμους, ὧν τὴν ἐπιψήφισιν ἐζητήσατε καὶ ἐλά-
2830βετε παρὰ τῆς Βουλῆς, τολμήσατε ν’ ἀποστείλητε τοὺς
2831στρατιωτικοὺς Βουλευτὰς εἰς τὰ σώματα αὐτῶν, ἂν νομίζητε
2832τοῦτο δυνατὸν καὶ σκόπιμον, καθιερώσατε τὴν χωροφυ-
2833λακὴν ἐκεῖ, ὅπου δὲν πρέπει νὰ ὑπηρετῇ ὁ στρατὸς, ἀπαλ-
2834λάξατε τὸν στρατὸν ἀπὸ ὑπηρεσιῶν ἀλλοτρίων πρὸς τὴν
2835φύσιν καὶ τὸν σκοπὸν αὐτοῦ, ἐργάσθητε, μὴ κοιμᾶσθε, θαρ-
2836ρήσατε, μὴ συναλλάττεσθε, καὶ τότε μόνον θέλετε ἔχει
2837στρατόν. Ἄλλως, συστήσατε ὅσας θέλετε Γενικὰς Διοική-
2838σεις, μετακαλέσατε ὅλους τοὺς ὀργανωτὰς τῶν στρατιω-
2839τικῶν Κρατῶν τοῦ κόσμου, προσπαθήσατε πάσῃ δυνάμει
2840οὕτω, χερσί τε ποσί τε, νὰ ἀνορθώσητε τὸν στρατὸν, οὐδὲν
2841ἄλλο θέλετε πράττει, εἰμὴ νὰ καταρρίπτητε τὸ γόητρον
2842αὐτοῦ.
2843Ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος εἶναι ἱκανὸς νὰ ἐργά-
2844ζηται περὶ πολλὰ καὶ μεγάλα, εἶναι ἀνὴρ ἀκαδημαϊκὸς,
2845καὶ ἂς ἐργάζηται, ἐὰν εὐδοκῇ, ἀκαδημαϊκῶς ὑπὲρ τοῦ
2846στρατοῦ, ἂς ἐργάζηται τουτέστι Ἐπιτελικῶς. Ἂν φροντίζῃ
2847εἴτε διὰ τῆς θέσεως, ἣν παρὰ τῷ πατρὶ αὐτοῦ ἔχει, ἢ διὰ
2848τῆς θέσεως, ἣν οἱ θεσμοὶ ἑκάστοτε ἀνατιθέασιν αὐτῷ, ἐπιτρέ-
2849ποντες καθ’ ἑξαμηνίαν τὰ βασίλεια ἔργα, ἂς φροντίζῃ περὶ
2850τῆς βελτιώσεως τοῦ στρατοῦ, καὶ ἂς ὑποδεικνύῃ τὰ δέοντα
2851τοῖς τυχὸν πλανωμένοις καὶ τυχὸν αὐθαιρέτοις Ὑπουρ-
2852γοῖς τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς ἀναγράφει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθε-
2853σις τοῦ νομοσχεδίου.
2854Ὅστις ἐπιθυμεῖ νὰ ἀποκτήσῃ ἡ Βασιλεία αἴγλην, πρέπει
2855νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ λέγῃ εἰλικρινῶς τὴν γνώμην αὑτοῦ. Ἐγὼ
2856δὲ λέγω, ὅτι, ἵνα ἀποκτήσῃ ἡ Βασιλικὴ Δυναστεία αἴγλην,
2857πρέπει νὰ συμβουλεύσωμεν, εὐλαβῶς μὲν, ἀλλὰ καὶ παντὶ
2858σθένει, ὅπως αἱ Αὐτῶν Βασιλικαὶ Ὑψηλότητες οἱ Βασιλό-
2859παιδες ἀπομακρυνθῶσιν ἀμετακλήτως ἀπὸ πάσης ἐνεργοῦ
2860ὑπηρεσίας ἐν τῷ Κράτει, καὶ ἐξ αὐτοῦ πρὸ πάντων τοῦ στρα-
2861τοῦ, καὶ χάριν τοῦ στρατοῦ καὶ χάριν ἑαυτῶν καὶ χάριν
2862τοῦ ἔθνους κυρίως.
2863Δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω ἐνταῦθα τώρα τῆς γνώμης περι-
2864φανοῦς ἀξιωματικοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, πρώην δὲ
2865Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἥτις δὲ γνώμη εἶναι
2866αὐτὴ αὕτη, ἣν καὶ ἐγὼ ἔχω, ἐξενεχθεῖσα μάλιστα ἐν ὑψί-
2867σταις καὶ κρισιμωτάταις στιγμαῖς τοῦ ἔθνους, διότι τὴν
2868γνώμην ταύτην εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτε ἐν πα-
2869ρόδῳ προεκλήθη συζήτησις περὶ τῶν εὐθυνῶν ἐκ τοῦ πολέμου.
2870Οἱ Βασιλόπαιδες ἔχουσι πλεῖστα στάδια καὶ πλείστας τὰς
2871περιστάσεις, καθ’ ἃς δύνανται καὶ πρέπει νὰ φανῶσιν ὠφέ-
2872λιμοι πρὸ παντὸς εἰς τὸ ἔθνος. Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, ἔξοχον
2873σύγγραμμα «περὶ βολῆς τοῦ πεδινοῦ πυροβολικοῦ», οὗ-
2874τινος ἀντίτυπον μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μοὶ ἀποστείλῃ ἄλ-
2875λοτε ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ὁ Βασιλόπαις Νικόλαος. Τιμᾷ τῷ
2876ὄντι τὸ σύγγραμμα ἐκεῖνο καὶ τὰ φῶτα καὶ τὰς μελέτας καὶ
2877τὰς γνώσεις καὶ τὴν φιλοτιμίαν τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος
2878τοῦ Βασιλόπαιδος Νικολάου. Εἰς τοιαῦτα ἂς ἀσχοληθῶσιν οἱ
2879εὐγενεῖς βλαστοὶ τῆς Ἑλληνικῆς Βασιλείας, ἂς μὴ ζητῶσι
2880δὲ νὰ γευθῶσι τῶν πικριῶν τῆς Διοικήσεως καὶ ν’ ἀντι-
2881μετωπίσωσι τοὺς ἐξ αὐτῆς κινδύνους.
2882Αὕτη, Κύριοι, εἶναι ἡ συνταγματικὴ, ἡ ἐπιστημονικὴ, ἡ
2883ἱστορικὴ θεωρία, αὕτη εἶναι ἡ κοινοβουλευτικὴ θεωρία, ἀλλ’ αὕ-
2884τη εἶναι καὶ ἡ ἐξόχως φιλοβασιλικὴ θεωρία· ἡ ἄλλη εἶναι
2885θεωρία συνωμοτῶν, συνωμοτῶν κατὰ τοῦ πολιτεύματος συνω-
2886μοτῶν κατὰ τοῦ Θρόνου· εἶναι θεωρία αὐλικὴ, ἀξία τῶν ἀν-
2887θρώπων ἐκείνων, οὓς ἄλλοτε ἐν Ἀγγλίᾳ ἐκάλεσαν «οἱ φίλοι
2888τοῦ Βασιλέως» ἢ «οἱ ἄνθρωποι τοῦ Βασιλέως» (the King’ s
2889men, «les amis du Roi, les hommes du Roi»).
2890Παρατηρήσατε, Κύριοι, τὸ γόητρον, οὗτινος δικαίως ἀπο-
2891λαύει ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ἡ σεπτὴ σύζυγος τοῦ Διαδόχου,
2892γόητρον, οὗτινος ἀφειδῶς καὶ δικαίως ἀπολαύει ἕνεκα τῶν
2893εὐγενεστάτων φροντίδων καὶ τῶν ἀδιαλείπτων μεριμνῶν,
2894ὑφ’ ὧν φιλοτιμώτατα καὶ ἀποτελεσματικώτατα ὑπὲρ τῶν
2895κοινωνικῶν ἡμῶν ἀναγκῶν περισπᾶται. Μόνον αἱ ἐργασίαι
2896τῆς σεπτῆς αὐτῆς Βασιλόπαιδος ὑπὲρ τῆς «Φιλοδασικῆς
2897Ἑνώσεως», ἐὰν στεφθῶσιν, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, ὑπὸ ἐπιτυ-
2898χίας, εἰσὶν ἱκαναὶ νὰ δημιουργήσωσι τῇ Α. Β. Ὑψηλότητι
2899ὄνομα ἱστορικὸν ἀπὸ τοῦδε ἐν Ἑλλάδι.
2900Εἰς τοιαῦτα ἐπεθύμουν, οἱ Σύμβουλοι τοῦ Στέμματος νὰ
2901προκαλέσωσι τὴν ἐγνωσμένην φιλοτιμίαν, τὴν δραστηριότητα
2902καὶ τὰ φῶτα τῶν Αὐτῶν Βασιλικῶν Ὑψηλοτήτων. Ἐγὼ
2903γνωρίζω, ὅτι ἐν ὅσοις σωματείοις οἱ Βασιλόπαιδες ἀνεμί-
2904χθησαν, ἐκτὸς σπανιωτάτων ἴσως ἐξαιρέσεων, τὰ μέγιστα
2905ἀναμφισβητήτως συνετέλεσαν εἴς τε τὴν πρόοδον καὶ τὴν
2906προκοπὴν αὐτῶν. Ἀφαιρέσατε λοιπὸν αὐτοὺς ἀπὸ τῆς
2907Διοικήσεως τῶν τοῦ Κράτους· πείσατε τὰς Αὐτῶν Βα-
2908σιλικὰς Ὑψηλότητας εὐλαβῶς, ὑπ’ εὐθύνην ὑμῶν, ὅτι ἐπω-
2909φελέστεροι καὶ εἰς ἑαυτοὺς καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ εἰς
2910τὸ Κράτος καὶ εἰς τὴν Βασιλείαν καὶ εἰς τὸ ἔθνος ἔσονται,
2911ἐὰν κατ’ ἄλλον τρόπον μεταδώσωσι τά τε φῶτα καὶ τὰς
2912ἐργασίας αὑτῶν.
2913Ἡμεῖς, οἱ πολεμοῦντες μετὰ τοσαύτης ἀντοχῆς τέλος
2914πάντων καὶ τηλικαύτης ἐπιμονῆς καὶ μέλλοντες νὰ πολε-
2915μήσωμεν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἡμεῖς, λέγω, Κύριοι,
2916θέλομεν τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα τὸν Διάδοχον ὑψηλὰ ἱστά-
2917μενον, μὴ προκαλοῦντα τὰ μίση καὶ τὰς ἔχθρας, μηδὲ ἐν
2918τῷ παρόντι, μηδ’ ἐν τῷ ἐγγὺς ἢ τῷ ἀπωτάτω μέλλοντι,
2919ἱεροφάντην αὐτὸν ἐν τῷ ἀδύτῳ τοῦ ναοῦ. Δὲν θέλομεν παν-
2920τάπασι νὰ μειωθῇ ἡ αἴγλη, ἥτις, καὶ πρὸς τὸ συμφέρον αὐ-
2921τοῦ καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνος, δέον νὰ στέφῃ τὸ μέ-
2922τωπον αὐτοῦ. Καὶ θέλομεν, ὅταν ὁ Ὕψιστος νομίσῃ, ὅτι
2923ἐπέστη ἡ ὥρα νὰ καλέσῃ τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα τὸ ἔθνος
2924εἰς τὸν Θρόνον, θέλομεν κατὰ τὴν μεγάλην ἐκείνην ἡμέραν
2925νὰ λατρεύηται ὁ νέος Βασιλεὺς παρὰ τῶν Ἑλλήνων ἁπάν-
2926των, ὅπου ἂν ὁμιλῆται ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ λατρεύηται
2927ὁ Χριστός· οὐδὲν νέφος, οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον, νὰ ἐπισκιάζῃ τὸ
2928παρελθὸν αὐτοῦ, ἀλλὰ νὰ ἀκτινοβολῇ ἐκ λάμψεως ὁ νέος
2929Βασιλεὺς καὶ ἡ οἰκογένεια αὐτοῦ.
2930Τοιουτοτρόπως, Κύριοι, θέλει παύσει καὶ αὐτὴ ἡ ὀλεθρία
2931συνήθεια, ἥτις ἐπ’ ἐσχάτων καθιερώθη ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν, τῆς
2932διὰ τῶν Βασιλοπαίδων ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τῶν
2933Ὑπουργείων καὶ κατὰ τῶν Ὑπουργῶν.
2934Λοιπόν, Κύριοι, πρὸ παντὸς Ὀργανισμὸν, ἀλλ’ Ὀργανι-
2935σμόν, οἷον ἐσκιαγράφησα τοὐλάχιστον ἐγὼ αὐτὸν, πρὸ παντὸς
2936προϋπολογισμὸν, πρὸ παντὸς ἐργασίαν καὶ ἐπιμονὴν, καὶ θέ-
2937λησιν ἀγαθὴν καὶ πίστιν ἀγαθήν.
2938Οὐδ’ εἶναι μόνη ἡ χώρα ἡμῶν, ἥτις ἐξῆλθε τετρωμένη καὶ
2939γονατισμένη ἐκ πολέμου καὶ πολεμικῶν καὶ ἐθνικῶν συμ-
2940φορῶν. Πολλαὶ καὶ πολλάκις χῶραι ὅμοια καὶ χείρονα ἔτι
2941ὑπέστησαν, ἀλλὰ πρωτίστως ἐσκέφθησαν νὰ ὀργανώσωσι τὰ
2942οἰκονομικὰ αὐτῶν. Καὶ τοιουτοτρόπως αἱ χῶραι ἐκεῖναι ἀνέ-
2943ζησαν, διότι εἶχον πράγματι τὰ οἰκονομικὰ αὑτῶν ὀρθῶς.
2944Ἀλλ’ ὑμεῖς, Κύριοι, διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὃν εἰσάγετε,
2945αὐξάνετε κατὰ ὀκτὼ ὅλα ἑκατομμύρια δραχμῶν τὰς δα-
2946πάνας τοῦ Κράτους ἀπὸ τοῦ 1896 ἔτους, τί προσφέροντες
2947εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὡς ἀντάλλαγμα, ἀπέναντι αὐτῶν τῶν
2948ὑπερβολικωτάτων δαπανῶν; Οὐδέν! Καὶ ὅ,τι προσεφέρατε,
2949τὸ ἀνεκαλέσατε, τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν, τὸν νόμον περὶ
2950χωροφυλακῆς.
2951Ἐνθυμοῦμαι περικλεέστατον Ἄγγλον ἱστορικὸν συγγρα-
2952φέα, τὸν πολὺν λόρδον Μακώλεϋ, ὅστις βιογραφῶν Φρειδερίκον
2953τὸν Μέγαν, ἔγραφεν (ἀναγινώσκει):
2954«Ὁ πόλεμος εἶχε λήξει, ὁ Φρειδερίκος εἶχε σωθῆ....
2955Εἰσῆλθε θριαμβευτικῶς εἰς Βερολῖνον μετ’ ἀπουσίαν ὑπερ-
2956εξαετῆ. Καὶ αἱ μὲν ὁδοὶ εἶχον λαμπρῶς φωταγωγηθῆ, ὁ δὲ
2957λαὸς ἐξέβαλλε φωνὰς ἐνθουσιασμοῦ καὶ εὐγνωμοσύνης, ὅτε ὁ
2958Φρειδερῖκος ἐν ἀνοικτῇ ἁμάξῃ διήρχετο τὴν πόλιν. Καὶ αὗται
2959μὲν αἱ ἐκδηλώσεις ἀφοσιώσεως συνεκίνησαν τὸν Βασιλέα,
2960πολλάκις ἀναφωνήσαντα: «Ζῆθι, ἀγαπητέ μου λαὲ, ζῆτε
2961τέκνα μου!» Ἀλλ’ ὁ Φρειδερῖκος καὶ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ζωηροῦ
2962τούτου θεάματος δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ βλέπῃ πανταχοῦ τὰ
2963σημεῖα τῆς καταστροφῆς καὶ τῶν ἐρειπίων. Διότι ἡ μὲν πό-
2964λις πολλάκις εἶχε λεηλατηθῆ, ὁ δὲ πληθυσμὸς σπουδαίως ἐλατ-
2965τωθῆ. Μάλιστα τὰ παθήματα τοῦ Βερολίνου ἦσαν ἀσήμαντα
2966πρὸς ὅσα εἶχεν ὑποστῆ ἡ ἐπίλοιπος χώρα. Αἱ δὲ συμφοραὶ
2967τῶν ἰδιωτῶν καὶ ἡ ἀμηχανία πασῶν τῶν κοινωνικῶν τάξεων
2968ἦσαν τηλικαῦται, ὥστε κατεφόβιζον καὶ τὸν θαρραλεώτατον
2969τῶν ἀνθρώπων. Διότι πᾶσαι μὲν σχεδὸν αἱ ἐπαρχίαι ὑπῆρ-
2970ξαν τὸ θέατρον τοῦ πολέμου, καὶ πολέμου διεξαχθέντος
2971μετ’ ἀγριότητος ἀνηλεοῦς... Οἱ ἀγροὶ εἶχον μείνει ἀκαλλιέρ-
2972γητοι... ὁ λιμὸς καὶ αἱ λοιμώδεις νόσοι, αἱ ἐκ τῆς πείνης
2973γεννηθεῖσαι, εἶχον καταστρέψει τὰ ποίμνια καὶ τοὺς βόας,
2974δικαίως δὲ φόβος ὑπῆρχε, μήπως μεγάλη τις ἐπιδημία ἤθελεν
2975ἐνσκήψει ἐπὶ τοῦ λαοῦ μετὰ τὸν φοβερὸν ἐκεῖνον πόλεμον.
2976Ὑπὲρ τὰς 15,000 οἰκίαι εἶχον πυρποληθῆ μέχρι τοῦ ἐδά-
2977φους... Τὸ ἓν ἕκτον τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ δυναμένου φέρειν
2978ὅπλα εἶχε φονευθῆ ἐπὶ τῶν πεδίων τῶν μαχῶν. Ἔν τισι δὲ
2979τῶν διαμερισμάτων, κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς συγκομιδῆς τῶν
2980καρπῶν τῆς γῆς, δὲν ἔβλεπέ τις ἄλλους ἐργάτας, εἰμὴ γυ-
2981ναῖκας. Σειρὰ δὲ χωρίων εἶχεν ὅλως ἐρημωθῆ, οὐδενὸς ἀνθρώ-
2982που ἐν αὐτοῖς φαινομένου... Τὸ κράτος τῶν νόμων καὶ τῶν
2983ἀρχῶν εἶχε παύσει. Ὁλόκληρον τὸ κοινωνικὸν σύστημα εἶχεν
2984ἀνατραπῆ. Πᾶν ὅ,τι δὲν ἦτο βία στρατιωτικὴ, ἦτο ἀναρχία.
2985Αὐτὸς ὁ στρατὸς εἶχεν ἀποσυντεθῆ... Καὶ τάγμα-
2986τα ὅλα ἀπετελοῦντο ἐκ λιποτακτῶν καὶ καταδίκων.
2987Ὑπῆρχεν ἐν τούτοις τὶ τὸ παρήγορον, ἡ Πρωσσία δὲν
2988εἶχε χρέη.»
2989Ἀνέγνων τὸ χωρίον τοῦτο ὡς ἐπίκαιρον, ὡς ἔχον σχέσιν
2990πρὸς τὴν πρόκλησιν, ἣν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ποιήσωμαι πρὸς
2991τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, ἐὰν πράγματι αὕτη ἐπιθυμεῖ νὰ ἔχῃ
2992στρατὸν, πρέπει πρωτίστως νὰ ἐπιθυμήσῃ νὰ ἔχῃ οἰκονο-
2993μικά. Τὸ Κράτος πρέπει πρωτίστως νὰ ζητήσῃ Διοίκησιν,
2994πρέπει πρωτίστως νὰ ζητήσῃ τὴν βελτίωσιν τῆς μονάδος τῆς
2995Πολιτείας, ἐξ ἧς ἐκπορεύονται καὶ τὰ ἄτομα καὶ οἱ θεσμοὶ,
2996τὴν βελτίωσιν λέγω τῶν δήμων. Ἀλλ’ ὑμεῖς ἠρχίσατε τὴν
2997οἰκοδομὴν ὑμῶν ἐκ τῶν κεράμων, ἀφήσαντες τὰ θέμεθλα ἐπὶ
2998τῆς αὐτῆς ἄμμου, καὶ πᾶν ἐν γένει, ὅ,τι ἐπράξατε, ἀνεκαλέ-
2999σατε, ἀκόμη καὶ τὸν νόμον περὶ τῶν κυνῶν.
3000Τὸ ἔθνος, Κύριοι, μετὰ τὸν πόλεμον ἤλπισεν, ἀλλ’ ἐπλα-
3001νήθη. Πολλοὺς τῶν Ἑλλήνων γινώσκω κραυγάζοντας τότε
3002«ζήτω ὁ πόλεμος», διότι ἦσαν ἀπέλπιδες ἐκ τῆς ἐπὶ μα-
3003κρὸν χρόνον καταστάσεως τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας·
3004ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ δυστυχῶς ἐπλανήθησαν. Μέλαιναι ἡμέραι
3005ἀναμένουσιν ἡμᾶς!
3006Οὐδὲν, οὐδὲν λοιπὸν τὸ σοβαρὸν πράττετε, καίτοι μεγάλα
3007γεγονότα κυοφοροῦνται ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Κλυδωνίζεσθε ὡς
3008ἀκάτιον ἐν τρικυμιώδει πελάγει, διότι ἀπωλέσατε τὸ πηδά-
3009λιον αὐτοῦ· καὶ ζητοῦντες παρὰ τὸ πηδάλιον νὰ τάξητε τοὺς
3010ἀνευθύνους, ἵνα σώσητε δῆθεν τὴν εὐθύνην ὑμῶν, διπλῆν πά-
3011λιν θέλετε ἐπισύρει τὴν εὐθύνην. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς
3012ἀριστερᾶς).
3013§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχε-
3014δίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...
3015§123ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μὴ βιάζε-
3016σθε, κύριε Πρόεδρε.
3017§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχω κανένα ἐγγεγραμμένον.
3018§125ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Κρίτσας εἶναι
3019ἀπὸ χθές.
3020§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κρίτσας δὲν εἶναι ἐδῶ. Ὁρίστε, ζη-
3021τήσατε τὸν λόγον. (Οὐδεὶς ζητεῖ τὸν λόγον). Λοιπὸν ἡ
3022Βουλὴ παρεδέχθη.
3023§127ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε, νὰ ψηφισθῇ δι’ ὀνο-
3024μαστικῆς κλήσεως.
3025§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
3026Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώ-
3027την συζήτησιν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν
3028Ὄχι.
3029(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνοματικῆς κλήσεως, ὑπὸ
3030τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Κ. Ἀργασάρη Λομ-
3031βάρδου καὶ Περ. Ἀλεξάκη, ὡς ψηφολεκτῶν, καὶ εἶτα
3032ἡ διαλογὴ, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφο-
3033ρίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3034Ἀνδρέας Πεταλᾶς Ν Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς
3035Γ. Κυριαζῆς ἀρν.Ἀνδρ. Στρατὸς Ν
3036Λ. Παναγιωτόπουλος Δημ. Καραγιάννης Ν
3037Λ. Μελετόπουλος Ν Ἀντ. Καρτάλης Ν
3038Κ. Μωραϊτίνης Ν Κ. Τοπάλης
3039Εὐστ. Ραχόπουλος Ν Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ν
3040Ἐπ. Ἐμπειρῖκος Ἀργύρ. Φιλιππίδης Ν
3041Εὐκλείδης Μπίστης Ν Ν. Παπαϊωάννου Ν
3042Δημοσθ. Καΐρης Δημ. Γίδας Ν
3043Ἀνδρ. Καρατζᾶς Ο Νικ. Τσόγκας
3044Κ. Ἠλατούτσας Ν Νικ. Γουλιμῆς Ν
3045Μιχ. Κωτσάκος Ἐπ. Μαυρομμάτης
3046Κων. Γ. Καραπᾶνος Περ. Ἀλεξάκης Ο
3047Κων. Κοττίκας Ν. Σπυρακόπουλος Ν
3048Ἰωάν. Καραπᾶνος Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο
3049Εὐάγγ. Γαρουφαλιᾶς Ν Θ. Β. Δηλιγιάννης
3050Στέφ. Δραγούμης Ο Χαρίλ. Διγενόπουλος Ν
3051Ν. Λεβίδης Ο Ἀρ. Πετροπουλάκης Ν
3052Θ. Ρετσίνας Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ν
3053Φωκίων Νέγρης Ν Μιχ. Φωτιάδης Ν
3054Νικ. Γιαννηκώστας Ν Ν. Λιδωρίκης
3055Ἐπ. Μ. Κανάρης Ν Γ. Ἀνδρίτσος Ν
3056Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος ἀρν.
3057Θεόδ. Φλογαΐτης Μιχ. Στελλάκης Ν
3058Δ. Γ. Ράλλης Ο Κ. Παπαμιχαλόπουλος
3059Γεώρ. Βενιζέλος Γ. Λύρας ἀρν.
3060Νικ. Γουναράκης Ἐμμ. Ρέπουλης Ν
3061Κ. Σταυρόπουλος Ν Δημ. Τσάτσος
3062Δημ. Τσιτσάρας Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ν
3063Κωνστ. Ζῶτος Ν Ἀντ. Μομφερράτος
3064Γ. Χατζόπουλος Θ. Μαρκέτος
3065Διον. Στεφάνου Σπ. Ε. Στάης Ν
3066Κ. Ἀργασάρης ΛομβάρδοςΝ Διον. Καλούτσης
3067Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας Π. Χοντζόπουλος
3068Γ. Ρώμας Ν Ν. Τσούχλος
3069Ἀνδρ. Σπηλιάδης Χ. Κ. Βοζίκης
3070Χρ. Στεφανόπουλος Θ. Πέρρος Ν
3071Χαρίλ. Σπηλιώτης Στέφ. Κοπανίτσας Ν
3072Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Γ. Φικιώρης
3073Πέτρος Αὐγερινὸς Μελέτ. Ρουσόπουλος Ν
3074Χρ. Δαραλέξης Βρασίδας Λεώπουλος Ο
3075Ἄγγελος Πετραλιᾶς Γ. Μαυρομιχάλης
3076Ν. Δαούτης Ι. Γιαννακίτσας ἀρν.
3077Π. Παπαχατζῆς Ν. Καραστέργιος
3078Σπ. Ἰω. Μήλιος Δ. Πιπινόπουλος
3079Β. Μαρκεζίνης Ν Ἰωάν. Γ. Λάππας
3080Νικήτας Συνοδινός Ν Ν. Μπουφίδης Ν
3081Χριστόφορος Ἀσιμῆς Περ. Βαλαωρίτης Ν
3082Τηλ. Δενδρινός Ν Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς
3083Π. Μαυροκέφαλος Ν Γερ. Φίλιππας ἀρν.
3084Ἀλέξ. Θ. Ζαΐμης Ν Ξ. Κυριαζῆς Ν
3085Θεόδ. Ζαΐμης Β. Βασιλειάδης
3086Π. Θ. Ζαΐμης Ν Ἀθαν. Εὐταξίας Ν
3087Ὀδ. Λαμπρόπουλος Ν. Τριανταφυλλάκος Ν
3088Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ Παν. Μανέτας
3089Πρ. Καλαμπάκας Ν Ι. Μπακόπουλος
3090Γεώργ. Παπαθανασίου Ν Ἠλ. Ζέγγελης Ν
3091Περ. Περρωτῆς Φ. Βάρβογλης Ν
3092Ἠλ. Μαυρομιχάλης Ν Ἀθαν. Κατριβάνος
3093Γ. Οἰκονομόπουλος Ν Ἡλ. Κοσσονάκος
3094Δ. Τερτίπης Γ. Ἀναστασόπουλος
3095Τιμ. Ἀδαμόπουλος Ν Γ. Νικολαΐδης
3096Κ. Ζωγλοπίτης Κ. Τρικούπης
3097Γ. Φραγκίδης Ν Λεων. Δεληγεώργης Ο
3098Ι. Καζαμπάκας Σπ. Α. Κουμουνδοῦρος
3099Σπ. Παπαποστόλου Δ. Λυμπερόπουλος Ν
3100Ξεν. Τσαμαγκίδης Ν Γ. Λυμπερόπουλος Ν
3101 Περ. Μποῦτος Ν
3102Κ. Σαραφιανός Ν Ἀρ. Προβελέγγιος
3103Γ. Χατζηνικολῆς Ν Α. Μάτσας
3104Π. Λεβέντης Νικ. Κρίσπης Ν
3105Κ. Δούνης Ι. Ναυπλιώτης Ν
3106Γ. Μέρμηγκας Ν Γ. Σισμάνης
3107Γ. Κόρπας Δ. Φαρμάκης
3108Τριαντάφ. Πατρίκιος Ν Γ. Πλατανιώτης
3109Γ. Θεοτόκης Ν Ἡλ. Ποταμιάνος
3110Μιχ. Θεοτόκης Μιχ. Λαμπρυνίδης Ν
3111Ἀλκίνοος Ζερβός Ν Ι. Βοῦρτσος Ν
3112Σπ. Χυτήρης Ν Α. Πετσάλης
3113Γουλ. Σκάρπας Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος
3114Β. Σαμοΐλης Ν Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης
3115Σπ. Ἀγάθος Ν Γ. Καπετανάκης Ν
3116Ν. Καλοσγοῦρας Ν Φ. Μοσχούλας
3117Κ. Χρηστόπουλος Ν Ἀσημ. Χριστόπουλος
3118Π. Δ. Πετρίδης Χ. Κανελλόπουλος
3119Σωτ. Κροκιδᾶς Θάνος Μπασιᾶς
3120Σπ. Νοταρᾶς Ν Π. Τυπάλδος Ο
3121Π. Μεντζελόπουλος Ν Θ. Βελλιανίτης
3122Δ. Δημητριάδης Ν Ἀνάρ. Σιμόπουλος Ν
3123Ἄθως Ρωμάνος Ν
3124Ἀθ. Παπαθανασίου Ν Θεόδ. Κριεμάδης
3125Πέτρος Μόρης Γ. Ραδινός Ν
3126Ἰω. Γ. Ροῦρος Ν Ἀπ. Ζάππας ἀρν.
3127Α. Παπαγιαννακόπουλος Θ. Σαρσέντης Ν
3128Ἀσημάκης Θ. Ζαΐμης Ἀλέξ. Πονηρόπουλος
3129Ἀντ. Ρικάκης Δ. Ἀναστασόπουλος
3130Ἀχ. Χοϊδᾶς Δ. Παπατσώνης Ν
3131 Δ. Κατσάνος
3132Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ν Α. Σκαλτσοδῆμος Ν
3133Ν. Μισυρλῆς Ν. Τζανετόπουλος
3134Νικ. Καράπαυλος Ν Γ. Ροδόπουλος ἀρν.
3135Γ. Ράλλης Ν Θεόδ. Λιμπρίτης
3136Σπ. Γκεντιλίνης Ν Ι. Κουντουριώτης Ν
3137Γ. Ζερβός Ν Νικ. Τσαχμαδὺς Ν
3138Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ν Παντελῆς Γκίκας
3139Νικολ. Λεωνίδας Ν Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης Ν
3140Διομήδης Κυριακὸς Κ. Ἀγαθοκλῆς Ν
3141Α. Μαυρογορδᾶτος Ι. Τσιριμῶκος Ν
3142Ἀθ. Λαδόπουλος Δημ. Κρίτσας
3143Ν. Βαφειαδάκης Α. Πλατῆς
3144Ἀντ. Βιτάλης Νικ. Χατζῖσκος
3145Ι. Βοκοτόπουλος Ν. Καλογερόπουλος Ν
3146Ι. Γκιὼν Ν Β. Βουδούρης Ν
3147Κάρολος Βιτάλης Δ. Κριεζώτης Ν
3148Κων. Χατζηπέτρος ἀρν.Γ. Ἀβέρωφ
3149Γ. Κανούτας Ν Μιλτ. Κανάρης
3150Νικ. Ταρμπάζης Ν Ἀλέξ. Μ. Κανάρης Ν
3151§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 122. Ἐκ τούτων 105
3152ὑπὲρ τῆς προτάσεως, 9 κατ’ αὐτῆς, καὶ 8 ἠρνήθησαν ψῆφον.
3153Ἑπομένως ἐγένετο δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν εἰς
3154πρώτην συζήτησιν.
3155Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν).
3156Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
3157§130ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ δια-
3158κόψωμεν.
3159§131Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι δά!
3160§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τελειώσωμεν τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ
3161διακόψωμεν.
3162§133ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ. Ἐν τοιαύ-
3163τῃ περιπτώσει εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ παρατηρήσω εἰς τὸ
3164Προεδρεῖον, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
3165§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
3166Ὁρίστε, κύριε Ἀλεξάκη, ψηφολέκτης.
3167§135ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἔρχεται ὁ κύριος Τσιτσάρας.
3168(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν
3169κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν
3170Ι. Τσιριμώκου καὶ Δ. Τσιτσάρα. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ
3171διαλογή).
3172§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες Βουλευταὶ μόνον 113. Δὲν ὑπάρ-
3173χει ἀπαρτία.
3174Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 10 καὶ 25′ μ. μ.)