1900.03.04
2.798 στίχοι · 21.735 λέξεις · 194 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 33
τῆς 4 Μαρτίου 1900.
(Σάββατον).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρα 4 καὶ 40′ μ. μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίρρησιν κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἔχω ἐγώ. Κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσωπικῆς κρατήσεως ἐζήτησα τὸν λόγον, ἀλλὰ δὲν μοὶ ἐδόθη· ἐζήτησα δὲ τὸν λόγον, ὅπως διαμαρτυρηθῶ καὶ δηλώσω, ὅτι θὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν τροπολογίαν μου. Παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ τοῦτο εἰς τὰ πρακτικά.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο. Θὰ ἐζητήσατε τὸν λόγον, ὅτε δὲν ὑπῆρχε συζήτησις, ἢ ὅτε ἐλύετο ἡ συνεδρίασις.
§4Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ μίαν διόρθωσιν διὰ τὸν κύριον Πεταλᾶν, ὁ ὁποῖος νομίζω ὅτι ὑπεχώρησε τὴν τελευταίαν στιγμὴν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσωπικῆς κρατήσεως (γέλωτες).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Οἱ κάτοικοι δήμων τινῶν τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας ὑποβάλλουσιν αἴτησιν περὶ ἐπιβολῆς ἀναλόγου φόρου ἐπὶ τῶν ἐκ τῶν ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων μαλλίνων ὑφασμάτων, χάριν τῆς παρ’ αὐτοῖς ἀσκουμένης βιομηχανίας.
§6Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Συνιστῶ τὴν αἴτησιν ταύτην, διότι πρόκειται περὶ προστασίας τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας μαλλίνων ὑφασμάτων κατὰ τῶν τοιούτων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ προερχομένων, ἅτινα ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἐγχώρια εἶναι κατωτάτης ποιότητος, καὶ ἐν τούτοις οὐδεμία φροντὶς ἐλήφθη μέχρι τοῦδε, ὅπως ὑποστηριχθῇ ἡ ἐγχώριος βιομηχανία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μοναδικὸν προϊὸν παραγωγῆς.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Νέγρης ἔχει τὸν λόγον.
§8ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἰς μίαν τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων ἐγένετο λόγος περὶ τῆς περιθάλψεως τῶν ἐργατῶν ἐν περιπτώσει δυστυχήματος. Πλεῖσται δὲ τότε φωναὶ συμπαθείας ἠκούσθησαν ἐκ μέρους ἡμῶν, καὶ εἶπον τότε, ὅτι ἐν τῷ περὶ μεταλλείων προετοιμαζομένῳ νομοσχεδίῳ παρ’ ἐπιτροπῆς διορισθείσης παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ἣν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συμπεριληφθῶ, λαμβάνεται πρόνοια περὶ τῶν ταμείων ἀλληλοβοηθείας, ὧν οἱ πόροι αὐξάνουν ἐπαισθητῶς. Διὰ τῆς αὐξήσεως ταύτης θὰ δυνηθῶσι τὰ ταμεῖα ταῦτα νὰ φανῶσι γενναιότερα διὰ τοὺς ἐκ φυσικῆς παθήσεως προσβαλλομένους, καὶ διὰ τοὺς καθισταμένους ἀνικάνους μετὰ πολυετῆ ἐργασίαν εἴτε ἐκ γήρατος, εἴτε καὶ προώρως ἐκ τοῦ εἴδους τῆς ἐργασίας. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς παθόντας ἐκ βιαίου δυστυχήματος, ἐθεώρησα καθῆκόν μου, ἐμπνεόμενος ἐκ τῶν τελευταίων νομοθετημάτων τῆς Γερμανίας καὶ ἰδίως τῆς Γαλλίας, νὰ καταρτίσω πλῆρες εἰδικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω σήμερον εἰς τὴν Βουλήν, παρακαλῶν αὐτὴν νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸ πᾶσαν τὴν προσοχήν της ἕνεκα τῆς σπουδαιότητος τοῦ ζητήματος. Ἀπὸ πολλοῦ ἤδη ἡ κοινὴ συνείδησις ἐν Εὐρώπῃ ἐξανίστατο ἐνώπιον τῶν δυστυχημάτων τῶν συμβαινόντων ἐν τῇ βιομηχανίᾳ ἐν γένει, ἀλλ’ ἰδίως ἐν τοῖς μεταλλείοις καὶ μεταλλουργείοις, χωρὶς νὰ δίδηται ἡ δέουσα ἱκανοποίησις εἴτε εἰς τὸν παθόντα καὶ καταστάντα ἀνίκανον, εἴτε εἰς τὰ τέκνα ἢ τὴν σύζυγον ἢ τοὺς γονεῖς αὐτοῦ, εἰς τὰ πρόσωπα δηλαδή, ὧν ἦτο στήριγμα ὁ παθών. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, Κύριοι, ὅτι ἡ συνήθης σύνταξις, ἐν περιπτώσει πλήρους ἀνικανότητος, ἐν Εὐρώπῃ καὶ ἐν Ἑλλάδι, ἦτο 15 φράγκα κατὰ μῆνα ἐκεῖ, 15 δραχμὰς ἐνταῦθα. Καθ’ ὅσον δὲ ἀνεπτύσσετο περισσότερον ἡ βιομηχανία, καθ’ ὅσον ἐπολλαπλασιάζοντο οἱ ἐργάται, καθ’ ὅσον τὰ ἐργοστάσια ἐγίνοντο πολυπλοκώτερα, ηὔξανον καὶ τὰ δυστυχήματα, εἰς βαθμὸν, ὥστε ἠναγκάσθησαν αἱ Κυβερνήσεις νὰ παρεμβῶσι καὶ νὰ κανονίσωσι τὰ τῶν ἀποζημιώσεων ἐν περιπτώσει δυστυχημάτων. Καὶ τὸ πρῶτον βῆμα ἔκαμεν ἡ Γερμανία διὰ τοῦ νόμου τῆς Αὐτοκρατορίας τῆς 6 Ἰουλίου 1884, ὅστις ἐπέβαλεν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων νὰ ἀσφαλίζωσι τοὺς ἐργάτας κατὰ τῶν δυστυχημάτων. Ἡ δὲ Γαλλία, καίπερ ἀπὸ τοῦ 1880 μελετῶσα τὸ ζήτημα, μόλις πρὸ δύο ἐτῶν ἐψήφισε νόμον, φέροντα ἡμερομηνίαν 9 Ἀπριλίου 1898, περὶ τῶν δυστυχημάτων τῶν ἐργατῶν. Διὰ τοῦ νόμου τούτου καθιεροῦται ἀποζημίωσις ἱκανοποιητικὴ διὰ τὸν παθόντα εἰς βάρος τῆς ἐπιχειρήσεως, εἴτε ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ ἐργάτου, εἴτε μὴ, συνέβη τὸ δυστύχημα, ἐκτὸς ἐὰν ἀπεδεικνύετο, ὅτι ὁ παθὼν τὸ ἐπροκάλεσε σκοπίμως. Οὕτω μετὰ πολυετῆ συζήτησιν ἐγένετο δεκτὸν, ὅτι αἱ ἐπιχειρήσεις, χάριν τῶν ὁποίων οἱ ἐργαζόμενοι ὑπεβάλλοντο εἰς μεγαλειτέρους ἢ ἄλλοτε κινδύνους καὶ εἰς συντονωτέραν προσοχὴν, ἦσαν ὑπεύθυνοι διὰ τὸ δυστύχημα. Οὐχ ἧττον ὅμως ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως, ὅτι συντείνει πολλάκις εἰς τὸ δυστύχημα καὶ ἡ ἀπροσεξία τοῦ ἐργαζομένου, καὶ ἐμετριάσθη ἀναλόγως ἡ ἀποζημίωσις. Ἐσκέφθην, Κύριοι, πῶς ἦτο δυνατὸν, τὰς εὐεργετικὰς διατάξεις τοῦ Γαλλικοῦ νόμου νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν, χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνωμεν ὑπὲρ τὸ δέον τὴν ἀρτισύστατον βιομηχανίαν ἡμῶν. Τὸ τοιοῦτον νομίζω ὅτι κατώρθωσα, ἀποτελεσματικῶς μὲν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἤθελε τεθῆ εἰς ἐνέργειαν ὁ προτεινόμενος νόμος διὰ τὰ μεταλλεῖα καὶ μεταλλουργεῖα, ἐλπίζων δὲ, ὅτι δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς καιρὸς, καὶ αἱ εὐεργετικαὶ αὐτοῦ διατάξεις θὰ ἐπεκταθῶσι καὶ ἐπὶ τῶν ὑπολοίπων βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων. Καὶ ἰδοὺ πῶς. Ὡς γνωστὸν, κατὰ τὸ ἄρθρον 31 τοῦ ΧϞʹ νόμου περὶ μεταλλείων τῆς 22 Αὐγούστου 1861 ἐπιβάλλεται 1% φόρος ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος τῶν μεταλλείων πρὸς περίθαλψιν τῶν ἐργατῶν ἐν περιπτώσει δυστυχημάτων. Τὸ ἔσοδον τοῦτο εἰσεπράττετο ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, ἀλλὰ μόνον τὴν 31 Μαΐου 1882 διὰ Β. Διατάγματος ἱδρύθη εἰδικὸν ταμεῖον μὲ τὰ κεφάλαια ταῦτα πρὸς περίθαλψιν τῶν ἐργαζομένων ἐν τοῖς μεταλλείοις ἢ τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν. Τὸ ταμεῖον τοῦτο,—τὸ ὁποῖον χάριν συντομίας θὰ ὀνομάσωμεν Ταμεῖον Μεταλλευτῶν,—ὡς ἐκ τοῦ ἀτελοῦς αὐτοῦ κανονισμοῦ, ἐλάχιστα ἀνταπεκρίθη εἰς τὸν προορισμόν του, ὥστε τὴν 31 Δεκεμβρίου 1898 παρουσιάζει κεφάλαιον 525,000 δραχμῶν, ὡς ἐμφαίνεται ἐν τῷ ἀπολογισμῷ αὐτοῦ, τῷ δημοσιευθέντι ἐν τῷ παραρτήματι τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, τεύχει τετάρτῳ, τμήματι πρώτῳ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 91 φύλλου τῆς 28 Σεπτεμβρίου 1899. Δέον ὅμως νὰ γείνῃ ἡ ἑξῆς ἐπιδιόρθωσις: ἐν τῷ ἀνωτέρω ποσῷ τῶν 525, 000 δραχμῶν περιλαμβάνονται καὶ 569 ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 120, 000, 000, αἵτινες ἐπὶ τῇ τρεχούσῃ τιμῇ τῶν 330 δρ. δίδουν ποσὸν δραχ. 187, 970, ἐνῷ εἶναι ἐκτετιμημέναι ἀντὶ 293,319.20. Ὁπωσδήποτε τὴν 31 Δεκεμβρίου 1898 τὸ Ταμεῖον Μεταλλευτῶν διέθετε περὶ τὰς 420,000 δραχμάς. Τὸ Ταμεῖον τοῦτο εἰσέπραξε κατὰ τὸ 1898 δρ. 58,392, ἐδαπάνησε δὲ μόνον 3,158, ὥστε ηὔξησε τὸ κεφάλαιον κατὰ τὸ 1898 κατὰ 55,000 δραχ. ὡς ἔγγιστα, καὶ καθ’ ὅμοιον ποσὸν θὰ ηὔξησε βεβαίως κατὰ τὸ 1899· ὥστε εἰς τὸ τέλος τοῦ 1900 θὰ ὑπερβαίνῃ τὰς 500,000 δραχμάς. Ἐσκέφθην λοιπὸν, ὅτι ἦτο δυνατὸν, τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ὁ Γαλλικὸς ἐπιβάλλει εἰς μόνον τὸν ἰδιοκτήτην τῆς ἐπιχειρήσεως, νὰ μοιρασθῇ, ὡς πρὸς τὰ μεταλλεῖα καὶ μεταλλουργεῖα, μεταξὺ τοῦ ἰδιοκτήτου τούτου καὶ τοῦ Ταμείου Μεταλλευτῶν. Τοῦτο εἶναι δίκαιον, διότι τὸ Ταμεῖον Μεταλλευτῶν ἐσχηματίσθη διὰ καταβολῶν αὐτῶν τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ χάριν αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ τῶν παθόντων. Ἅπαξ γενομένου δεκτοῦ, ὅτι τὸ Ταμεῖον τοῦτο ἤθελε χρησιμεύσει πρὸς ἀπονομὴν συντάξεων κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς τοὺς παθόντας, δυνάμεθα νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὸ καὶ ἄλλην δικαιοδοσίαν, οἵα ἐδόθη ἐν Γαλλίᾳ εἰς τὴν «Caisse Nationale de retrait pour la vieillesse» κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τῆς 9 Ἀπριλίου 1898. Ἀλλ’ ὀφείλω ἐν συντόμῳ νὰ ἀναπτύξω, τίνι τρόπῳ λειτουργεῖ ὁ Γαλλικὸς νόμος, πρῶτον ὡς πρὸς τὸν κανονισμὸν τῶν βοηθημάτων, δεύτερον ὡς πρὸς τὴν ἐξασφάλισιν τῶν συντάξεων, καὶ τρίτον ὡς πρὸς τὴν διαδικασίαν τῆς ἀπονομῆς, καὶ νὰ ὑποδείξω κατὰ τί ἐνόμισα πρέπον νὰ μεταβάλω αὐτόν. Καὶ πρῶτον, ὡς πρὸς τὸν κανονισμὸν τῶν βοηθημάτων, παρατηρῶ, ὅτι κατὰ τὸν Γαλλικὸν νόμον ὁ παθὼν λαμβάνει τὰ ⅔ τῶν ἀποδοχῶν αὑτοῦ, δηλαδὴ 66,66%. Ἀλλὰ μετὰ θάνατον τοῦ συνταξιούχου οὐδὲν δικαίωμα δίδει ὁ νόμος εἰς τοὺς συγγενεῖς αὑτοῦ, ἤτοι εἰς τὴν σύζυγον, τὰ τέκνα, τοὺς γονεῖς. Ἐνόμισα, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο δὲν ἦτο δίκαιον, καὶ ἰδίως δὲν συνῇδε πρὸς τὰ παρ’ ἡμῖν παραδεδεγμένα, καὶ ἐπροτίμησα νὰ ἐλαττώσω τὴν σύνταξιν κατά τι, ἤτοι ἀπὸ 66,66% εἰς 50%, ἀλλὰ νὰ ἀσφαλίσω καὶ εἰς τοὺς συγγενεῖς τοῦ συνταξιούχου τὰ ¾ τῆς συντάξεώς του μετὰ θάνατον αὐτοῦ. Καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι τοιαύτη τροποποίησις θὰ ἦναι μᾶλλον εὐχάριστος καὶ εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους. Ἐξ ἄλλου μέρους ἐν Γαλλίᾳ παρεδέχθησαν, ὅτι εὐθὺς ὡς τὰ ⅔ τῶν ἐτησίων ἀποδοχῶν ὑπερβαίνωσι τὰ 2,400 φράγκα, τὸ περιπλέον δὲν ἀπονέμεται ὁλόκληρον, ἀλλὰ μόνον τὸ ¼ αὑτοῦ. Ὁ λόγος δὲ τοῦ μέτρου τούτου εἶναι, ὅτι ὁ νόμος ἐννοεῖ νὰ προστατεύσῃ ἰδίως ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι μᾶλλον ἐκτεθειμένοι εἰς τὰ δυστυχήματα, δηλαδὴ τοὺς ἐργάτας, καὶ βεβαίως οὐδέποτε σύνταξις ἐργάτου ἤθελον ὑπερβῆ τὸ ποσὸν τοῦτο. Δὲν ἦτο ἐξ ἄλλου μέρους δίκαιον ν’ ἀποξενωθῶσιν ἐντελῶς οἱ ὑπάλληλοι, οἵτινες ἤθελον ὑποστῆ δυστύχημά τι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, τοῦ εὐεργετήματος τοῦ νόμου, καὶ οὕτω διὰ τῆς διατάξεως τοῦ νόμου ἀσφαλίζεται εἰς τὸν ὑπάλληλον ἀποζημίωσις, ἀλλ’ ὄχι ἀνάλογος μὲ τὸν μισθόν του, ἂν οὗτος ὑπερβαίνῃ τὰ 3,600 φράγκα κατ’ ἔτος! Οἱ ἔχοντες μείζονα μισθὸν ὑπάλληλοι δύνανται νὰ ἀσφαλίσωσιν ἑαυτοὺς ἐναντίον τῶν δυστυχημάτων διὰ τῶν ἰδίων αὑτῶν μέσων. Λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀρχὰς ταύτας, ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξετάσω, ἂν τὸ ὅριον τῶν 2,400 φράγκων ἐφηρμόζετο καὶ παρ’ ἡμῖν, ἢ ἔπρεπε νὰ ἐλαττώσωμεν αὐτό. Ἀλλὰ τὸ ἡμερομίσθιον ἐν Ἑλλάδι καὶ αὐτοῦ τοῦ τεχνίτου καὶ αὐτοῦ τοῦ πρωτεργάτου ἢ ἐπικεφαλῆς δὲν ὑπερβαίνει τὰς 8 δραχμάς. Τοιοῦτον ἂν παραδεχθῶμεν ἀνώτατον ἡμερομίσθιον καὶ 300 ἐργασίμους ἡμέρας κατ’ ἔτος, φθάνομεν εἰς 2,400 δρ. ὡς ἀνώτατον ὅρον τῶν ἐτησίων ἀποδοχῶν ἐργάτου ἡμερομισθίου. Τὸ ἥμισυ, ἤτοι ἡ σύνταξις, ἤθελεν εἶσθαι 1200. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ ἐλαφρύνωμεν κατὰ δύναμιν τὰ βάρη τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς ἐπιχειρήσεως, περιορίζοντες εἰς 1200 δραχ. τὴν σύνταξιν, πέραν τῆς ὁποίας δὲν θὰ χορηγῆται πλέον τὸ ἥμισυ τῶν ἀποδοχῶν, ἀλλὰ μόνον 1200 δρ. καὶ τὸ ¼ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τοῦ ποσοῦ τούτου καὶ τοῦ ἡμίσεος τῶν ἀποδοχῶν. Ὡς βλέπετε, Κύριοι, τὰ βάρη, εἰς ἃ ὑποβάλλεται ὁ ἰδιοκτήτης μεταλλείου ἢ μεταλλουργείου, κατὰ τὸν προτεινόμενον νόμον, εἶναι ἀσυγκρίτως μικρότερα ἢ ἐν Γαλλίᾳ, τὸ μὲν διότι τὸ Ταμεῖον Μεταλλευτῶν ἀναλαμβάνει τὸ ἥμισυ αὐτῶν, τὸ δὲ διότι πέραν τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἀνερχομένων εἰς 2400 δρ. ἐτησίως αἱ ἀποζημιώσεις ἐλαττοῦνται, ἐνῶ ὁ Γαλλικὸς νόμος δὲν ἐλαττώνει αὐτὰς, εἰμὴ πέραν τῶν 3600 φράγκων. Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη τὰ τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν συντάξεων. Ἐν Γαλλίᾳ, εὐθὺς ὡς ἡ ἐπιχείρησις, ἡ ὑπόχρεως εἰς πληρωμὴν συντάξεων, περιέλθῃ εἰς χρηματικὴν στενοχωρίαν, καὶ ἀδυνατῇ νὰ πληρώσῃ τὰς κεκανονισμένας συντάξεις, ὑποχρεοῦται ἡ «Caisse Nationale de retraite pour la vieillesse», ἤτοι τὸ Ἐθνικὸν Ταμεῖον συντάξεων διὰ τοὺς γέροντας, νὰ ἀναλάβῃ τὴν πληρωμὴν τῶν συντάξεων τῶν μὴ πληρονομένων παρὰ τοῦ ὑπευθύνου ἰδιοκτήτου τῆς ἐπιχειρήσεως. Ἐνόμισα ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἀναθέσωμεν καὶ ἐνταῦθα τὰ αὐτὰ καθήκοντα εἰς τὸ Ταμεῖον Μεταλλευτῶν, καὶ τοῦτο προτείνω. Τρίτον, τίνι τρόπῳ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιταχυνθῇ ἡ διαδικασία πρὸς ἀπονομὴν τῶν συντάξεων; Ἐν Γαλλίᾳ ἡ σύνταξις ἀπονέμεται δι’ ἀποφάσεως τοῦ Πρωτοδικείου, ἐπιτρέπεται δὲ εἰς τὸν παθόντα νὰ ἐκκαλέσῃ τὴν ἀπόφασιν ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου, καὶ νὰ ἐπιδιώξῃ καὶ ἀναίρεσιν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἀλλὰ τοῦτο εὗρον πολύπλοκον. Ἐνόμισα ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἀναθέσωμεν τὴν πρωτόδικον ἀπόφασιν εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦ Ταμείου Μεταλλευτῶν. Πρὸς τοῦτο σχηματίζομεν τὸ Συμβούλιον τοῦ Ταμείου Μεταλλευτῶν ἐκ πέντε ἀνωτέρων ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους καὶ δύο ἀνωτέρων ὑπαλλήλων Μεταλλευτικῶν ἑταιρειῶν. Τοιοῦτο Συμβούλιον παρουσιάζει ἅπαντα τὰ ἐχέγγυα δικαίας καὶ ἀμερολήπτου ἀπονομῆς τῶν συντάξεων. Ἐπιτρέπομεν ἄλλως εἰς τὸν παθόντα νὰ ἐφεσιβάλλῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου ἐνώπιον τῶν Ἐφετῶν, ὅπου θὰ δικάζηται συνοπτικῶς καὶ προτετιμημένως. Νομίζω ὅτι τοιουτοτρόπως σημαντικῶς ἁπλοποιεῖται ἡ ἀπονομὴ τῶν συντάξεων. Καὶ ταῦτα μὲν, Κύριοι, περὶ μεταλλείων καὶ μεταλλουργείων. Ἀλλ’ ὁ προτεινόμενος ὑπ’ ἐμοῦ νόμος προνοεῖ καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἐργοστασίων τὰ ἑξῆς. Ἐπιτρέπεται εἰς πάντα ἐργοστασιάρχην νὰ ὑπαχθῇ προαιρετικῶς εἰς τὰς διατάξεις τοῦ προτεινομένου νόμου δι’ ἁπλῆς δηλώσεως, κοινοποιουμένης πρὸς τὸ Συμβούλιον τοῦ Ταμείου Μεταλλευτῶν καὶ τὸν ἁρμόδιον οἰκονομικὸν ἔφορον, δι’ ἧς ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταβάλλῃ σὺν τῷ φόρῳ τοῦ ἐπιτηδεύματος καὶ ½% ἐπὶ τῶν μισθοδοτικῶν αὐτοῦ καταστάσεων, ἐκτὸς ἂν μεταχειρίζηται ἐκρηκτικὰς ὕλας, ὅτε ὀφείλει νὰ καταβάλλῃ 1%. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ἐν τῷ νόμῳ ΒΦΚΔʹ περὶ ἐπιτηδευμάτων, ὃν ἐψηφίσαμεν πέρυσιν, ἐν ἄρθρῳ 3, ὁρίζεται, ὅτι ἐν τῇ δηλώσει ὁ ἐπιτηδευματίας ἀναφέρει καὶ τὰς ἐτησίας ἀποδοχὰς τῶν ὑπ’ αὐτὸν ὑπαλλήλων καὶ ἐργατῶν. Ἂν λοιπὸν ὁ ἐργοστασιάρχης καταβάλλῃ ½% ἐπὶ τῶν ἀποδοχῶν τούτων, δύναται ν’ ἀποκτήσῃ διὰ τοὺς ἐργάτας αὑτοῦ τὰ εὐεργετήματα τοῦ νόμου τούτου. Ἀλλ’ ἤθελέ τις ἐρωτήσει, εἶναι ὁ νόμος εὐεργετικὸς καὶ διὰ τὸν ἐργοστασιάρχην; Νομίζω, ναί· διότι πρῶτον ὁ ἐργάτης θὰ προτιμᾷ πάντοτε νὰ ζητῇ ἐργασίαν παρ’ ἐργοστασιάρχῃ, ὅστις ἤθελεν ἀσφαλίσει αὐτῷ τὰ εὐεργετήματα τοῦ προτεινομένου νόμου, ἔστω καὶ μὲ μικρότερον ἡμερομίσθιον· δεύτερον δὲ ὁ νόμος οὗτος, κατὰ μίμησιν τοῦ τε Γαλλικοῦ καὶ τοῦ Γερμανικοῦ, ἀπαλλάσσει τὸν ἐργοστασιάρχην, τὸν ὑπαγόμενον εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ, πάσης πολιτικῆς ἀγωγῆς περὶ ἀποζημιώσεως ἄλλης ἢ ἐκείνης, ἣν ὁρίζει ὁ αὐτὸς νόμος. Ἐλπίζω λοιπὸν, ὅτι ὀλίγον κατ’ ὀλίγον θὰ κατορθωθῇ, ἄνευ πιέσεως, ὅπως ἅπαντες οἱ ἐργοστασιάρχαι ὑπαχθῶσιν ἑκουσίως εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ὑποβαλλομένου νόμου, καὶ τοιουτοτρόπως διὰ μὲν τὰ μεταλλεῖα καὶ μεταλλουργεῖα ὁ ὑποβαλλόμενος νόμος εἶναι ἀποτελεσματικὸς εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς ἄλλους ἐργοστασιάρχας ἄλλων ἐργοστασίων, ἐπεκτείνει καὶ εἰς αὐτὰ τὴν εὐεργετικὴν αὐτοῦ ἐπίδρασιν προϊόντος τοῦ χρόνου. Παρακαλῶ ἤδη τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ υἱοθετήσῃ τὸν προτεινόμενον νόμον, ὡς προωρισμένον νὰ εὐεργετήσῃ τὸ μεγαλείτερον καὶ συμπαθέστερον μέρος τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, καὶ ἔστω βέβαιος ὅτι θὰ προσελκύσῃ τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ λαοῦ.
§9ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Νέγρη ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὥρα Παράρτημα, ἀριθ. 118).
§11Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ὅσον ἔνεστι ταχείας ἀναγραφῆς τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ συμπολίτου μου νομοσχεδίου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὅπως τοῦτο μετὰ προηγουμένην μελέτην αὐτοῦ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ ταχέως, διότι εἶναι τῷ ὄντι πολὺ κατεπεῖγον τὸ ζήτημα τῆς προστασίας τῆς ἐργατικῆς τάξεως.
§12Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Σχετικῶς πρὸς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ προαγορεύσαντος ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπερώτησίν μου, ἣν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Συνόδου, περὶ παροχῆς πληροφοριῶν τινων ὡς πρὸς τοὺς παθόντας ἐργάτας ἐκ μεταλλευτικῶν ἐργασιῶν. Ἡ ἐπερώτησίς μου ἐκείνη ὑπεβλήθη συνεπείᾳ μακρᾶς συζητήσεως, γενομένης κατά τινα τῶν συνεδριάσεων ἐκείνων, ἦν δὲ ἐπερώτησις λεπτομερὴς, καὶ ἐτυπώθη ἐν τοῖς πρακτικοῖς τοῖς ἐπισήμοις τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσκομίσῃ τὰς πληροφορίας ἐκείνας, αἵτινες θέλουσι χρησιμεύσει κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως νόμου τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου.
§13Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον ἔχει σκοπὸν εὐεργετικόν, καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι θέλει δώσει προσοχὴν κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ ζήτημα τῶν ἐργατῶν ἐν γένει ἐρρίφθη εἰς τὸ μέσον, συγχωρήσατέ μοι νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μελετήσῃ καὶ ἓν ἄλλο. Ἐπεκράτησεν ἡ ἀρχὴ, τὰ ἡμερομίσθια τὰ ὁποῖα πληρόνονται εἰς τοὺς ἐργάτας, τοὺς ἐργαζομένους εἰς τὰ διάφορα ἐργαστάσια, κατὰ τὸ τέλος τῆς ἑβδομάδος, νὰ κατάσχωνται ὑπὸ τῶν δανειστῶν· κοινοποιεῖται δὲ ἡ κατάσχεσις οὐ μόνον διὰ τὰ δεδουλευμένα ἡμερομίσθια, ἀλλὰ καὶ διὰ μέλλοντα· κατάσχονται δὲ 300 δραχμῶν ἡμερομίσθια! Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου στεροῦνται οἱ ἐργάται τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου, ζήτημα σπουδαιότατον. Δέον λοιπὸν νὰ κανονισθῇ ὁ τρόπος τῆς κατασχέσεως καὶ τὸ ποσὸν τὸ δυνάμενον νὰ κατασχεθῇ, οὕτως ὥστε νὰ μὴ καταστρέφηται ὁ ἀτυχὴς ἐργάτης διὰ τῆς ἀφαιρέσεως καὶ τοῦ ἐπιουσίου αὐτοῦ ἄρτου. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὑπαλλήλους τῶν διαφόρων ἑταιρειῶν, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ κατάσχηται ὁλόκληρος ἡ μισθοδοσία αὐτῶν. Ἀφοῦ διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ἐκανονίσαμεν ὅτι οἱ μισθοί των εἶναι ἀκατάσχετοι, πρέπει καὶ διὰ τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους νὰ ὁρίσωμεν ποσοστόν τι, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ κατάσχηται, διότι ἡ ὁλοσχερὴς κατάσχεσις στερεῖ τοὺς ἐργαζομένους τῆς καθημερινῆς των δαπάνης καὶ αὐτοῦ τοῦ μέσου τῆς συντηρήσεως καὶ ὑπάρξεώς των. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μελετήσῃ αὐτὰ τὰ ζητήματα, διότι συντελοῦν εἰς τακτοποίησιν κοινωνικῶν σχέσεων τάξεων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς ἐργασίας των συντηροῦσιν ἑαυτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των.
§14Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Εὐτυχῶς τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ ἐμοῦ νομοσχέδιον προνοεῖ περὶ τούτου, ὁρίζον ὅτι μένουν ἀκατάσχετα τὰ ¾ τῶν ἀπολαυῶν.
§15ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἐκάμετε λόγον περὶ αὐτοῦ.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βελλιανίτης ἔχει τὸν λόγον.
§17Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔλαβον ἐπιστολὴν πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἐγκρίτου πολίτου τῆς Ἠπείρου, ὁ ὁποῖος μὲ παρακαλεῖ νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν ἐπὶ ζητήματος, ὅπερ θεωρῶ καὶ ἐγὼ ἄξιον τῆς προσοχῆς καὶ τῆς μερίμνης αὐτῶν. Ὁ γράφων μοι εἶχεν ἀποταθῆ πρὸ πολλοῦ εἰς ἐμὲ, καὶ ἐζήτει, ὅπως ἐνεργήσω ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης· ἀλλὰ συνέστησα εἰς αὐτὸν νὰ ἀποταθῇ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα αὕτη, ὡς μόνη ἁρμοδία, λύσῃ τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου αὐτὸς μοὶ ἔγραφε· μοὶ ἀπήντησε δὲ, ὅτι ἀπετάθη ἤδη πρὸ πολλοῦ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλ’ ἐπειδὴ παρῆλθεν ἔκτοτε ἀρκετὸν χρονικὸν διάστημα, οὐδεμίαν δ’ ἔλαβεν ἀπάντησιν, μὲ παρακαλεῖ νὰ φέρω τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ ζητήσω τὴν ἀπάντησιν ἐντεῦθεν. Πρόκειται περὶ τοῦ ἀκολούθου ζητήματος. Πρὸ δώδεκα ἐτῶν ἐν Κερκύρᾳ ἀπεβίωσε φιλόπατρις Ἠπειρώτης, ὁ Ἰωάννης Λαμπριάδης, ὅστις τὴν περιουσίαν αὐτοῦ διέθεσεν ὑπὲρ τῆς συστάσεως Ἐπαγγελματικῆς Σχολῆς ἐν Ζαγοροχωρίοις τῆς Ἠπείρου· ἐν τῇ Ἐπαγγελματικῇ δὲ ταύτῃ Σχολῇ, ἀνεγράφετο ῥητῶς ἐν τῇ διαθήκῃ, ὅτι μόνον τὰ ὀρφανὰ τῆς κοινότητος ταύτης θὰ ἐσπούδαζον· ἀπὸ δωδεκαετίας ὅμως οἱ διαχειρισταὶ τοῦ κληροδοτήματος τούτου, ἢ οἱ ἐκτελεσταὶ τῆς διαθήκης, εἰς οὐδένα ἔδωκαν λογοδοσίαν· ἀλλ’ ἐκτὸς ὅτι δὲν ἔδωκαν οἱανδήποτε λογοδοσίαν, καίπερ προσκληθέντες ὑπὸ τῆς Δημογεροντίας τῆς κοινότητος Ζαγοροχωρίων, ὅπως παραδώσωσι τὰ χρήματα, ἀπέφυγαν νὰ καταθέσωσι ταῦτα εἰς τοὺς νομίμους κληρονόμους. Ἑπομένως ἡ βούλησις τοῦ διαθέτου Ἰωάννου Λαμπριάδου δὲν ἐξεπληρώθη ἔκτοτε...
§18Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πολὺ τὸ ποσόν;
§19ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐν τῇ ἐπιστολῇ δὲν μοὶ ἀναφέρεται τὸ ἀρχικὸν ποσὸν, ὅπως δὲν ἀναφέρεται καὶ τίνες ἦσαν οἱ ἐκτελεσταὶ τῆς διαθήκης· ἀλλ’ ἔκ τινος περικοπῆς τῆς ἐπιστολῆς εἰκάζω, ὅτι εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖον τὸ ποσόν. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ νὰ ἀναγνώσω τῆς ἐπιστολῆς ταύτης περικοπὴν, ὅπως ἀκριβέστερον κατανοήσητε περὶ τίνος πρόκειται (ἀναγινώσκει): «Ὑπάρχει ἐν Κερκύρᾳ κληροδότημα τοῦ πρὸ δωδεκαετίας ἀποβιώσαντος Ἰωάννου Λαμπριάδου, καταγομένου ἐκ τῶν Ζαγοροχωρίων τῆς Ἠπείρου, ὅπερ ἀποβλέπει εἰς τὴν σύστασιν Σχολῆς Ἐπαγγελματικῆς ἀπόρων ὀρφανῶν ἐν τῇ γενεθλίῳ, καὶ ὅπερ, ἂν δὲν συνέβαινον καταχρήσεις, θὰ ἀνήρχετο εἰς 250,000 δραχμάς. Δυστυχῶς ὅμως ὁ εἷς ἐκ τῶν δύο αὐτοχειροτονήτων διαχειριστῶν νέμεται ἐπὶ ἰδίῳ ὀφέλει τὰ εἰσοδήματα τῆς κτηματικῆς περιουσίας, ὁ δὲ ἕτερος ἔλαβε τὴν ἀκίνητον περιουσίαν, καὶ ἐπλήρωσε τὰ ἐκ τοῦ συμβιβασμοῦ τῆς χρεωκοπίας του πρὸς τοὺς πιστωτάς του συμφωνηθὲν ποσόν. Τοιουτοτρόπως σήμερον δὲν ὑπολείπεται, εἰμὴ ἡ κτηματικὴ περιουσία, μὴ ὑπερβαίνουσα τὰς 80,000 δραχμὰς, καὶ δι’ ἣν καταστρώνεται σχέδιον καταβροχθίσεως καὶ ταύτης. Γνωρίζετε ὑμεῖς, κύριε Βελλιανίτη, ὅτι αἱ Ἠπειρωτικαὶ κοινότητες, ὡς ἐκ τῶν κατατρυχουσῶν αὐτὰς δυστυχιῶν καὶ τῆς μαστιζούσης αὐτὰς οἰκονομικῆς δυσπραγίας, στεροῦνται καὶ τῶν μέσων τῆς ἰδίας συντηρήσεως, κατ’ ἀκολουθίαν δὲν δύνανται νὰ εἰσέλθωσιν εἰς δικαστικὸν ἀγῶνα, ὅπως λάβωσι τὸ πρὸς αὐτὰς διατεθὲν κληροδότημα.» Τοιουτοτρόπως, λέγει, ἐκ τῆς περιουσίας, ἥτις θ’ ἀνήρχετο —ἂν δὲν ἐγίνοντο αἱ καταχρήσεις, περὶ ὧν ἀναφέρει,—εἰς 250, 000 δραχμὰς, δὲν ἀπέμεινεν ἢ ἡ κτηματικὴ περιουσία ἐν Κερκύρᾳ, ἡ ὁποία ἀνέρχεται μόνον εἰς 80,000, καὶ ἀκριβῶς, ὅπως διασωθῇ τὸ ποσὸν αὐτὸ τῆς κτηματικῆς περιουσίας,—διότι φαίνεται ὅτι γίνεται ἐνέργεια, ὅπως καὶ αὕτη καταβροχθισθῇ,— μὲ παρακαλεῖ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, πρὸς ποίους ἐκ τῶν Ὑπουργῶν ὀφείλω νὰ ἀποταθῶ, δὲν γνωρίζω ἂν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ὡς ἐκ τῆς φύσεως τοῦ ζητήματος τούτου δυνατὸν νὰ ἦναι ὁ ἐπόπτης τῶν κληροδοτημάτων τῶν ἀφορώντων εἰς κοινότητας ἐν Ἠπείρῳ ἢ ἐν τῇ ὑποδούλῳ Ἑλλάδι, ἢ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, εἰς τὸν ὁποῖον εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ἐποπτεία τῶν κληροδοτημάτων τούτων...
§20ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν.
§21ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. .. Δὲν γνωρίζω τέλος πάντων, ἂν πρόκειται καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀποταθῶ, ὁ ὁποῖος, μετὰ τὴν καταγγελίαν, ἀφοῦ ἀνεφέρθη τὸ πρᾶγμα ἐν τῇ Βουλῇ, ὀφείλει νὰ διατάξῃ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν ἢ Πλημμελειοδικῶν ἐν Κερκύρᾳ νὰ ἐνεργήσῃ ἐξέλεγξιν τῆς διαχειρίσεως, ἵνα ἴδωμεν, ἂν εἶναι πραγματικὰ τὰ ἀναφερόμενα ἐν τῇ ἐπιστολῇ, ἂν ἐγένετο πράγματι κατάχρησις 180 χιλιάδων δραχμῶν· διότι ἴσως εἶναι καὶ ὑπερβολικὰ τὰ ἀνακοινούμενα, καθόσον ἐγὼ τίποτε ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως δὲν γνωρίζω. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὑποθέτω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει λάβει γνῶσιν τοῦ ζητήματος τούτου καὶ θέλει προβῆ εἰς τὴν δέουσαν ἐνέργειαν. Ὁπωσδήποτε ἐγὼ συνιστῶ τὸ πρᾶγμα εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, καὶ ἐλπίζω ὅτι θέλει ληφθῆ πρόνοια, ὅπως διασωθῇ ὅ,τι ἀπέμεινεν ἐκ τοῦ κληροδοτήματος, διότι πραγματικῶς θὰ ἦναι λυπηρὸν, ὅταν ἔχωμεν ἕτοιμα χρήματα, ἀφορῶντα εἰς κοινωφελεῖς σκοποὺς τῆς ὑποδούλου Ἑλληνικῆς χώρας, νὰ καταστρέφωμεν ταῦτα καὶ νὰ τὰ νοσφίζωνται διαχειρισταὶ ἀσυνείδητοι, ἐνῷ τὰ Βαλκανικὰ Κράτη διαθέτουσι μεγάλα ποσὰ ἐκ τῶν προϋπολογισμῶν των, ὅπως συστήσωσι προπαγάνδας καὶ ἐνασκήσωσιν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῶν μερῶν ἐκείνων, ἅτινα διεκδικοῦσι τὰ ἀντίζηλα ἡμῶν Κράτη.
§22ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε τὸν λόγον.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ναυπλιώτης προηγεῖται.
§24Ι. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν προσοχὴν σύστασίν μου ὑπὲρ τῆς ἀπορφανισθείσης οἰκογενείας τοῦ τέως συναδέλφου ἡμῶν μακαρίτου Βαρότση. Ὁ ἀποθανὼν ὑπηρέτησεν ἐπὶ εἴκοσιν ὁλόκληρα ἔτη ὡς δημόσιος ὑπάλληλος, καὶ ὅμως στερεῖται συντάξεως· ὑπηρέτησεν ὡς προξενικὸς πράκτωρ ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη, διετέλεσεν ἐπὶ πολλὰς περιόδους Βουλευτὴς, καὶ ὅμως ἀπέθανεν ἐντελῶς πένης, μὴ ἐγκαταλιπὼν εἰς τὴν οἰκογένειάν του, συγκειμένην ἀπὸ τὴν σύζυγον καὶ δύο ἀγάμους θυγατέρας, ἐξ ὧν ἡ μία 18 ἐτῶν, ἡ δὲ ἑτέρα 20, οὔτε ὀβολὸν, οὔτε οἰκίαν, οὔτε κτῆμά τι, οὔτε τίποτε! Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐν γένει τὴν Κυβέρνησιν νὰ χορηγήσῃ ἰσόβιον μηνιαίαν σύνταξιν, ἐκ δραχμῶν τουλάχιστον 50 δι’ ἑκάστην, εἰς τὴν μητέρα καὶ τὰς δύο θυγατέρας, αἵτινες ἀπὸ τοῦ θανάτου τοῦ προστάτου αὐτῶν στεροῦνται καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου!
§25ΚΡΙΣΠΗΣ. Καὶ ἐγὼ συνενῶ τὴν παράκλησίν μου καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν τοῦ κ. συναδέλφου καὶ νὰ ἀπονείμῃ ἀνάλογον σύνταξιν εἰς τὴν οἰκογένειαν ταύτην, διότι στερεῖται καὶ τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων. Θέλει πράξει φιλάνθρωπον ἔργον.
§26ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σχετικόν;
§28ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Μάλιστα. Ὁ μακαρίτης Βαρότσης δικαιοῦται νὰ λάβῃ μικρὰν σύνταξιν παρὰ τῆς Βουλῆς, διότι εἶχεν ὑπηρετήσει ὡς ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν πλέον τῆς δεκαπενταετίας. Μετὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, ἡ ὁποία βεβαίως θὰ τῷ ἐχορήγει σύνταξιν, ἀλλὰ τὴν διέκοψεν ἕνεκα τῆς πολιτικῆς, ὑπηρέτησεν ὡς προξενικὸς πράκτωρ ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη, ὅπως συμπληρώσῃ τὰ ἔτη τῆς συντάξεως, ἀλλ’ ἀτυχῶς διὰ τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ, δὲν δικαιοῦται νὰ λάβῃ σύνταξιν. Εἶναι λοιπὸν δίκαιον νὰ ἔλθῃ ἡ Βουλὴ ἀρωγὸς καὶ νὰ χορηγήσῃ τὴν μικρὰν σύνταξιν, τὴν ὁποίαν οἱ ἐκ Νάξου συνάδελφοι ὑπέμνησαν. Παρακαλῶ δὲ καὶ ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τούτου.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κανελλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§30ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ προχθὲς, καὶ ἐνόμισα ὅτι θὰ ἤμην ἐγγεγραμμένος.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε ἐγγεγραμμένος. Σᾶς ἐγγράφω τώρα.
§32ΧΑΡ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, κύριε Πρόεδρε, ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ πρώην ἐν Κυπαρισσίᾳ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν κυρίου Οἰκονόμου, ὡς σκανδαλωδῶς ἐκπληρώσαντος τὰ καθήκοντά του μέχρι τῆς μεταθέσεώς του ἐκεῖθεν. Τὰ ἐν τῇ Βουλῇ λεχθέντα τότε ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει μαθόντες οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως Ἀνδριτσαίνης, διεμαρτυρήθησαν κατὰ τῶν μομφῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπερρίφθησαν ἐναντίον τοῦ δικαστικοῦ αὐτοῦ προσώπου, μοὶ ἀπέστειλαν δὲ σήμερον ἀναφορὰν, ἥτις εἶναι ὑπογεγραμμένη παρ’ ὅλων τῶν ἐγκρίτων πολιτῶν τῆς Ἀνδριτσαίνης ὅλων τῶν πολιτικῶν ἀποχρώσεων, καὶ μὲ παρακαλοῦσι νὰ ὑποβάλω αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ τὴν παρακαλέσω νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀνάγνωσιν αὐτῆς, ἂν ὄχι ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς ἀνακλήσεως τῆς μεταθέσεως τοῦ εἰρημένου Προέδρου, καὶ τῆς ἐπανόδου αὐτοῦ εἰς τὴν ἰδίαν θέσιν, τοὐλάχιστον πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς φιλοτιμίας του· διότι κατ’ ἐκείνην τὴν συνεδρίασιν ἐρρήθη, ὅτι ἅπαντες ἀνεξαιρέτως οἱ πολῖται, μὴ ἐξαιρουμένων καὶ τῶν ἐν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ ὑπογεγραμμένων, ἔχουσιν ἐναντίον του παράπονα διὰ τὴν σκανδαλώδη δῆθεν διαγωγήν του, διὰ τὴν ἀμέλειάν του, καὶ διὰ διάφορα ἄλλα ἐλαττώματά του, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν τότε, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἤμην παρὼν διὰ νὰ τ’ ἀκούσω. Μὲ παρακαλοῦσι δὲ καὶ δι’ ἰδιαιτέρων ἐπιστολῶν νὰ ὑποβάλω τὴν ἀναφοράν των ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ ἐπιμείνω, ὅπως αὕτη ἐπιτρέψῃ τὴν ἀνάγνωσίν της. Ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Ὀλυμπίας καὶ ὡς παλαιὸς Βουλευτὴς, ἀπήντησα τὸ δικαστικὸν αὐτὸ πρόσωπον καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου καὶ εἰς διαφόρους ἄλλους νομοὺς, καὶ γνωρίζω ἄριστα, ὅτι εἶναι ἐκ τῶν δικαστικῶν ἐκείνων προσώπων, τὰ ὁποῖα περιποιοῦσι μεγάλην τιμὴν εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον.
§33ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Τί λόγος!
§34ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπαρχίαν μου, ἥτις ὑπάγεται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ δικαστηρίου Κυπαρισσίας, βεβαιῶ ὅτι ὁ ἀνώτερος οὗτος δικαστικὸς ὑπάλληλος διὰ τῆς ἀμεροληψίας του, διὰ τῆς δραστηριότητός του καὶ διὰ τῆς αὐστηρότητός του περιέστειλε τὴν ζωοκλοπὴν, περιώρισε πολλὰ ἀτοπήματα καὶ πολυειδῆ ἐγκλήματα, καὶ ἂν ἐπὶ ἓν ἔτος ἀκόμη παρέμενεν ὡς Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου Κυπαρισσίας, ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ἤθελε μᾶς ἀπαλλάξει ἐντελῶς ἀπὸ τὴν φοβερὰν μάστιγα τῆς ζωοκλοπῆς, καὶ ἤθελεν ἐξασφαλίσει, ὅσον ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς δικαστικῆς του ἐξουσίας, τὴν τάξιν, ἥτις ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν εἶχεν ἐκλείψει. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, καὶ ἵνα μὴ ἀναγκασθῶ νὰ ζητήσω τὸν λόγον ἐκ νέου, καθιστῶ γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἓν ἕτερον γεγονὸς, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔλαβε χώραν ἐν τῇ πόλει Ἀνδριτσαίνης, πρωτευούσῃ τῆς ἐπαρχίας Ὀλυμπίας. Καὶ μολονότι εὐχαριστοῦμαι διότι βλέπω τὸ θεωρεῖον τῶν Κυριῶν πλῆρες, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως λυποῦμαι, διότι θέλω ἀναγκασθῆ νὰ παραλείψω λεπτομερείας τινὰς, τὰς ὁποίας ἐξ ἁβροφροσύνης, ὀφειλομένης πρὸς τὸ θεωρεῖον τῶν Κυριῶν, ὑποχρεοῦμαι νὰ παραλείψω. Κατ’ ἄλλην τινὰ συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ἐνθυμεῖσθε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τακτοποιήσῃ τὰ ἀστυνομικὰ τῆς ἐπαρχίας Ὀλυμπίας, ἀπαλλάσσων αὐτὴν ἀπὸ τοὺς διοικοῦντας τὴν ἀστυνομίαν πανογαλονάδαις ὑπενωμοτάρχας καὶ ἐνίοτε ἐνωμοτάρχας, καὶ νὰ διορίσῃ ἀστυνόμον ἕνα ἐκ τῶν καταλλήλων ἀξιωματικῶν, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὴν τάξιν καὶ προλαμβάνῃ τὰ μεγάλα κακὰ, τὰ ὁποῖα καὶ τότε συνέβαινον καὶ σήμερον ἐξακολουθοῦσι νὰ συμβαίνωσι. Καὶ μολονότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν μὲ ἐβεβαίωσε καὶ ὑπεσχέθη ἀπὸ τῆς θέσεώς του τότε, ὅτι θέλει ληφθῆ πρόνοια, μέχρι τῆς στιγμῆς ὅμως ταύτης οὐδεμία ἐλήφθη τοιαύτη πρόνοια. Ἀπ’ ἐναντίας, ἐξακολουθοῦμεν νὰ ἔχωμεν ἀστυνόμους ὑπενωμοτάρχας. Ἠρκέσθη μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μεταθέσῃ τὸν ἀστυνομεύοντα ἐκεῖνον ὑπενωμοτάρχην, κατὰ τοῦ ὁποίου εἶχεν ἐξεγερθῆ ὁλόκληρος ἡ κοινωνία, εἰς ἕτερον δῆμον, ἀλλ’ ἐντὸς τῆς ἰδίας ἀστυνομικῆς περιφερείας, δηλαδὴ διετήρησε τὸ κακὸν ἐν τῷ τόπῳ, νομίσας ὁ κ. Πρόεδρος καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἐξεπλήρωσεν οὕτω τὴν ὑπόσχεσίν του διὰ τῆς μεταθέσεως ἀπὸ τοῦ ἑνὸς δήμου εἰς ἕτερον τῆς αὐτῆς ἀστυνομικῆς περιφερείας τοῦ ἐκπληροῦντος ἀστυνόμου καθήκοντα ὑπενωμοτάρχου, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸν διετήρησεν εἰς τὴν ἰδίαν ἀστυνομικὴν περιφέρειαν. Τὸ κακὸν δὲ, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐκ τῆς ἀδιαφορίας ταύτης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐκ τῆς ἐπιμονῆς αὐτοῦ τοῦ νὰ διατηρήσῃ εἰς τὴν ἰδίαν ἀστυνομικὴν περιφέρειαν αὐτὸν τὸν ὑπενωμοτάρχην ὡς διευθυντὴν τῆς ἀστυνομίας, ἤτοι τὸν περιβόητον καταστάντα Βελισσαρόπουλον, ἔλαβε μεγαλειτέρας διαστάσεις. Καὶ θὰ ἀφηγηθῶ ὑμῖν ἐν συντόμῳ, κύριοι Βουλευταὶ, τί συνέβη πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ὑπενωμοτάρχου τούτου. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ὀλυμπίας ὑπάρχει μία Μονὴ διαλελυμένη, ἀλλ’ ἱστορικὴ, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ γονεῖς καὶ οἱ προπάτορες ἡμῶν μετὰ τῶν οἰκογενειῶν των προσέφυγον κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Μεγάλου ἀγῶνος, καὶ ἐκεῖ ἔσωσαν ὅ,τι ἠδύναντο νὰ διασώσουν ἀπὸ τὸν Ἰμβραήμ. Ἡ Μονὴ αὕτη ὑπάρχει ἀκόμη, καὶ εἶναι Μονὴ, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ τῆς ἐπαρχίας κάτοικοι πολλάκις προσέρχονται καὶ ἐκπληροῦσι τὰ θρησκευτικά των καθήκοντα, ἀναμιμνησκόμενοι οἱ πλεῖστοι μάλιστα ἐκ τῶν ἐπιζώντων, ὅτι ἐγεννήθησαν ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τόπου καὶ διέσωσαν αὐτόθι τὴν ζωὴν, τὴν τιμὴν καὶ τὰ ὑπάρχοντά των. Πρὸς συντήρησιν τῶν ἐν αὐτῇ ὑπαρχόντων ἱερῶν ναῶν ὁ ἀρχιερεὺς Τριφυλίας καὶ Ὀλυμπίας ἐτοποθέτησεν ἕνα νεωκόρον, ὁ ὁποῖος χρησιμεύει καὶ ὡς ἐπιστάτης συγχρόνως τῶν κτημάτων τῆς Μονῆς καὶ φύλαξ τῶν ἱερῶν σκευῶν. Ὁ νεωκόρος αὐτὸς τυγχάνει μοναχὸς, καὶ ὀνομάζεται Βολτέρας, μέλος εὐγενοῦς οἰκογενείας τῆς Ζακύνθου καὶ συγγενὴς τοῦ κυρίου Ῥώμα,—ὁ ὁποῖος, λυποῦμαι ὅτι δὲν εἶναι παρὼν, διὰ νὰ ἀναλάβῃ καὶ αὐτὸς τὴν ὑπεράσπισίν του σήμερον.—Ὁ ἐνωμοτάρχης, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται,—καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ νὰ ἐννοήσῃ τοὺς λόγους μου, ἵνα μὴ ἀναγκασθῶ καὶ παραβιάσω τὸν ὀφειλόμενον εἰς τὸ θεωρεῖον τῶν κυριῶν σεβασμὸν (ἱλαρότης),—ὁ ἐνωμοτάρχης οὗτος, ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ ἀστυνομεύοντος ἐνωμοτάρχου Ἀνδριτσαίνης ἐκπληρῶν ἀστυνομικὰ καθήκοντα, καὶ ἔχων ἀφορμὰς κατὰ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος μοναχοῦ, ὡς μὴ περιποιηθέντος αὐτὸν ἄλλοτε, ἐκ τῆς Μονῆς διελθόντα, καὶ θέλων νὰ τὸν ἐκδικηθῇ, ἀποστέλλει δύο ἢ τρεῖς ἄνδρας εἰς τὸ μέρος, ἔνθα εἰργάζετο ἢ εὑρίσκετο, τὸν συλλαμβάνει καὶ τὸν μεταφέρει εἰς τὴν ἕδραν τῆς ἐπαρχίας καὶ ἐν τῷ ἀστυνομικῷ καταστήματι, τὸν ἐγκλείει εἰς ἓν δωμάτιον, καὶ παρόντων τῶν χωροφυλάκων καί τινων πολιτῶν τὸν ἐρωτᾷ, ἂν εἶναι ἀρσενικὸς ἢ θηλυκὸς, ἢ καὶ ἑρμαφρόδιτος, δηλ. καὶ τῶν δύο γενῶν (γέλωτες). Ὁ δυστυχὴς μοναχὸς, ἡλικιωμένος ἄνθρωπος καὶ ἀρκετὰ σεβαστὸς, ἐκπλήσσεται ἐπὶ τῷ παραδόξῳ τούτῳ ἐρωτήματι καὶ διαμαρτύρεται, ὡς ὑβριζόμενος καὶ ἐξευτελιζόμενος· ἀλλ’ ὁ ἐνωμοτάρχης τὸν ἐξαναγκάζει ν’ ἀπογυμνωθῇ!...
§35ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄ! ἄ!
§36ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγω τὴν ἐλαχίστην ὑπερβολὴν, Κύριοι. Τὸν ἀπογυμνώνει τὸν δυστυχῆ διὰ τῆς βίας, μέχρι τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ὁ Θεὸς τὸν Ἀδάμ! (ἱλαρότης).
§37ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὀλίγα φύλλα συκῆς, κύριε Πρόεδρε!
§38ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ ταῦτα, ἀφοῦ τὸν ἐπιθεώρησεν αὐτὸς καὶ οἱ ὑπ’ αὐτὸν στρατιῶται, καὶ εἶδον ὅτι ἦτο ἀνὴρ τέλειος, μολονότι τὰ γένειά του καὶ οἱ μύστακές του ἀπεδείκνυον τοῦτο, τὸν διατάσσει νὰ ἐνδυθῇ καὶ νὰ διευθυνθῇ εἰς τὴν Μονὴν, ἀπειλήσας αὐτὸν, ὅτι, ἐὰν παραπονεθῇ ἢ εἴπῃ τι εἰς κανένα, ἐξ ὅσων ἔπαθε, θὰ τὸν τιμωρήσῃ! Ὁ καλόγηρος, ἐν ᾧ ἐνεδύετο, καταλαμβάνεται ὁ δυστυχὴς ὑπὸ σπασμῶν ἰσχυρῶν, περιπίπτει εἰς λιποθυμίαν καὶ πίπτει ἄπνους! Ὁ ἐνωμοτάρχης, εὑρεθεὶς τότε εἰς δύσκολον θέσιν, τὸν ἀποστέλλει εἴς τινα γειτονικὴν οἰκίαν, διὰ νὰ τὸν περιποιηθῶσι καὶ τὸν ἐπαναφέρωσιν ἐν τῇ ζωῇ. Τοῦτο μαθόντες πολλοὶ τῶν κατοίκων ἔσπευσαν ἐκεῖ, καὶ εὑρόντες τὸν καλόγηρον ἀναίσθητον ἐζήτησαν τὴν συνδρομὴν τριῶν ἰατρῶν, οἱ ὁποῖοι ἀμέσως τὸν ἐπεσκέφθησαν καὶ τὸν εὗρον ἐν καταστάσει ἐλεεινῇ καὶ μὲ συμπτώματα παραφροσύνης. Ἀνακοινοῦσι τὸ γεγονὸς τοῦτο οἱ ἰατροὶ εἰς τὸν Εἰρηνοδίκην, μεταβαίνει ὁ Εἰρηνοδίκης διὰ νὰ τὸν ἐξετάσῃ, καὶ τὸν εὑρίσκει καὶ αὐτὸς παραληροῦντα καὶ ἐντελῶς ἀνίκανον νὰ ὁμιλήσῃ· μετέβην δὲ καὶ ἐγὼ τὴν ἑπομένην καὶ τὸν εὗρον ἐν τῇ ἰδίᾳ καταστάσει, εἰς ἣν καὶ τὸν ἀφῆκα, ἀφοῦ ἐπληροφορήθην πάνθ’ ὅσα ἐξέθηκα ὑμῖν καὶ ἄλλα φρικωδέστερα! Ὡς ἦτο ἑπόμενον, κύριοι Βουλευταί, παράπονα ἐγένοντο πρὸς τὸν Ἐπίσκοπον, παράπονα πρὸς τὸν Εἰρηνοδίκην, καὶ καταγγελίαι πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τὸν Νομάρχην. Πάντες δὲ οὗτοι ἀνεκοίνωσαν ἕκαστος πρὸς τὴν προϊσταμένην αὑτοῦ ἀρχὴν τὸ γεγονὸς, ὅπως ἔλαβε χώραν, μεθ’ ὅλων τῶν λεπτομερειῶν, τὰς ὁποίας παραλείπω, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἐκθέσω ἐν τῇ Βουλῇ καὶ δημοσίᾳ, χάριν ἐκείνου τοῦ θεωρείου (δεικνύει τὸ θεωρεῖον τῶν Κυριῶν).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ ὑποθέτω καὶ χάριν ἡμῶν.
§40ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως καὶ χάριν ὑμῶν. Ὁ Εἰρηνοδίκης, ἐπισκεφθεὶς τὸν παθόντα δυστυχῆ καλόγηρον καὶ τὴν μεθεπομένην ἡμέραν, τὸν ἐξήτασε, καὶ ἀφοῦ ἐβεβαιώθη περὶ τοῦ γεγονότος, εἰδοποίησε περὶ τούτου τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα, ὅστις παρήγγειλε τὸν Εἰρηνοδίκην νὰ ἐνεργήσῃ τακτικὰς ἀνακρίσεις, ἃς καὶ ἐνήργησεν οὗτος. Τὸ τελικὸν δὲ ἀποτέλεσμα τοῦ οἰκτροῦ τούτου δράματος ἦτο νὰ παραφρονήσῃ ὁ μοναχὸς αὐτὸς, ὁ ὁποῖος, ἐπαναλαμβάνω νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, εἶναι ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν σεβαστὸς καὶ κατάγεται ἐκ τῆς εὐγενοῦς οἰκογενείας τῶν ἐκ Ζακύνθου Βολτέρα. Ἕως τώρα ἔχω πληροφορίας, ὅτι, ἐνῷ ἔλαβε χώραν τοιοῦτο στυγερὸν, κατ’ ἐμὲ, ἔγκλημα, οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια περὶ ἱκανοποιήσεως τῆς κοινωνίας, περὶ ἱκανοποιήσεως τῆς οὕτω περιυβρισθείσης τιμῆς τοῦ μοναχοῦ, καὶ πρὸς τιμωρίαν τοῦ ἐκτελεσθέντος ἐγκλήματος. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τοῦ Νομάρχου, διότι καὶ πρὸς αὐτὸν ἀνεκοινώθη τὸ γεγονὸς, ἐὰν πάντα, ὅσα λέγω, δὲν ἔχονται ἀληθείας.
§41ΡΙΚΑΚΗΣ. Πρὸ πόσου καιροῦ ἐγένοντο αὐτά;
§42ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν. Παρακαλῶ ἐπίσης καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐρωτήσῃ τὸν Εἰσαγγελέα, ἂν ἡ πρᾶξις αὕτη κατηγγέλθη, καὶ τί ἐνήργησε πρὸς βεβαίωσιν αὐτῆς καὶ πρὸς τιμωρίαν τοῦ ἐγκληματίσαντος δημοσίου ὀργάνου. Τὸν δὲ κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ μοναχοῦ, παρακαλῶ νὰ ἐνεργήσῃ καὶ οὗτος τὸ καθ’ ἑαυτὸν, διότι περιυβρίσθη τὸ μοναχικὸν ἀξίωμα διὰ τῆς καταγγελλομένης πράξεως, καὶ ἔχει τὸ καθῆκον καὶ τὴν ἁρμοδιότητα νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἱκανοποιήσεως τοῦ καλογήρου. Πληροφορῶ τὴν Βουλὴν καὶ βεβαιῶ, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη ἐξήγειρε τὴν ἀγανάκτησιν οὐχὶ τῆς πόλεώς μας μόνον, ἀλλ’ ὁλοκλήρου τῆς ἐπαρχίας, ἥτις ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν ἀναμένει ἱκανοποίησιν. Εἶχον ἀναγνώσει ἄλλοτε περὶ ἑνὸς Πάπα Ἰωάννου, δὲν ἠξεύρω ποίας ἐποχῆς, ὅτι ἦτο γυνὴ καὶ κατηγορήθη ὡς τοιαύτη, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, ἂν ἡ ἱστορία αὕτη εἶναι ἀληθὴς (ἱλαρότης). Ὁ δυστυχὴς ὅμως μοναχὸς Βολτέρας, χωρὶς νὰ κατηγορηθῇ ὡς γένους ἀμφιβόλου, ἐξεβιάσθη ὑπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς καὶ ἀπεγυμνώθη, ὅπερ δικαίως προκαλεῖ ἱλαρότητα· ἐξεταζόμενον ὅμως ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν, πρέπει νὰ προσελκύσῃ τὴν προσοχὴν ὑμῶν, καὶ ἀπαιτῶ ἐξ ὀνόματος τῆς ἐπαρχίας μου, ἐξ ὀνόματος τῶν συμπολιτῶν μου, ἱκανοποίησιν πλήρη διὰ τῆς παραδειγματικῆς τιμωρίας τοῦ διαπράξαντος τὸ φοβερὸν καὶ στυγερὸν τοῦτο ἔγκλημα ἐνωμοτάρχου. Ἐπειδὴ δ’ ἔχω τὸν λόγον, δὲν θεωρῶ ἄσκοπον νὰ ἐπερωτήσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν περὶ τοῦ ἑξῆς ἀντικειμένου. Ἀναγινώσκω εἰς τὰς ἐφημερίδας καθ’ ἑκάστην πολλὰ περὶ καταχρήσεων συμβαινουσῶν ἐν τοῖς Λιμενικοῖς ταμείοις, καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, τί συμβαίνει, διὰ νὰ γίνηται τόσος λόγος εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ ἐν τούτοις νὰ μὴ δίδηται μία πληροφορία, ἡ ὁποία νὰ πείσῃ ἡμᾶς, εἴτε ὡς πολίτας, εἴτε ὡς Βουλευτὰς, τί ἐπὶ τοῦ προκειμένου συμβαίνει. Νομίζω δὲ, ὅτι ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας περὶ τῶν γραφομένων ἐν τῷ Τύπῳ, καὶ τὸν παρακαλῶ πολὺ, ἐὰν εἶναι ἤδη ἕτοιμος, νὰ δώσῃ ταύτας εἰς τὴν Βουλήν.
§43Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριοι Βουλευταὶ, ἀληθῶς πολλὰ ἐγράφησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας περὶ καταχρήσεων, αἵτινες ἔλαβον χώραν εἰς διάφορα Λιμεναρχεῖα τοῦ Κράτους. Εἰς ἐμὲ ἐδόθη καταγγελία, ὅτι εἰς τὸ Λιμεναρχεῖον Πειραιῶς ἔλαβον χώραν καταχρήσεις· διέταξα αὐθωρεὶ ἀνακρίσεις, καὶ δὲν εἶχον παρέλθει 24 ὧραι, ὅτε ὁ παρ’ ἐμοῦ διορισθεὶς ἀνακριτὴς μοὶ ἐπαρουσίασε πράγματι διπλότυπα πλαστογραφημένα, ἐκ τῶν ὁποίων σαφῶς ἐνοχοποιοῦνται δύο ἀξιωματικοὶ τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου τοῦ Ναυτικοῦ. Ἐκ τῆς ἐξελέγξεως, ἡ ὁποία ἐγένετο, ἐφάνη ὅτι ἐκ πέντε καὶ μόνον διπλοτύπων ἐκλάπησαν περὶ τὰς 800 δραχμαὶ ἐκ τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, τουτέστιν ἐκ τῆς περιουσίας τῶν χηρῶν καὶ τῶν ὀρφανῶν. Διέταξα ἀμέσως νὰ γείνῃ ἐξέτασις εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ ταμείου, καὶ κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔλαβον, μένουν περὶ τὰ 100 διπλότυπα ἀνεξέλεγκτα εἰσέτι, ἐκ τῶν ὁποίων φόβος εἶναι, ὅτι θὰ παρουσιασθῶσι μεγάλαι καταχρήσεις. Διέταξα ἀμέσως τὴν προφυλάκισιν τῶν ἀξιωματικῶν, τοὺς παρέπεμψα εἰς τὸν εἰσηγητὴν τοῦ Ναυτοδικείου, συνελήφθησαν, καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην εἶναι εἰς τὰς φυλακάς. Ἐκτὸς τούτου ἐξαπέστειλα διαφόρους ἀξιωματικοὺς τοῦ οἰκονομικοῦ εἰς τὰ κυριώτερα Λιμεναρχεῖα τοῦ Κράτους, εἰς τὸ Λιμεναρχεῖον Βόλου, εἰς τὸ Λιμεναρχεῖον Κερκύρας, εἰς τὸ Λιμεναρχεῖον Πατρῶν, εἰς τὸ Λιμεναρχεῖον Ζακύνθου, εἰς τὸ Λιμεναρχεῖον Σύρου, καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐνεργοῦνται ἐξελέγξεις. Σήμερον δὲ διώρισα ἐπιτροπὴν ἐξ ἑνὸς ἀνωτέρου μαχίμου ἀξιωματικοῦ καὶ δύο ἀνωτέρων οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους διέταξα νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, καθόσον ὑπόνοιαι ὑπάρχουσιν, ὅτι καταχρήσεις πολλαὶ θὰ φανερωθῶσι. Διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἐξέλεγξις θὰ γείνῃ μὲ τὸν αὐστηρότερον τρόπον, καὶ ὅτι πᾶς ὅστις ἤθελεν ἀποδειχθῆ καταχραστὴς, θὰ συλληφθῇ καὶ θὰ σταλῇ εἰς τὰς φυλακάς.
§44ΦΩΤ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Σχετικῶς πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ σεβαστός μοι συνάδελφος, θέλω ἀπαντήσει. Ὁ κ. συνάδελφος ὑπέβαλεν ἀναφορὰν ἐκ μέρους τῶν ἐναπολειφθέντων ἐν Ἀνδριτσαίνῃ φίλων του, διὰ τῆς ὁποίας παρίσταται ὁ μετατεθεὶς ἐκ Κυπαρισσίας Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου τῶν Πρωτοδικῶν κ. Οἰκονόμου, ὅτι εἶναι τὸ ἀγλάϊσμα τῆς ἐν Ἑλλάδι Δικαιοσύνης. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἔλαβον οὐχὶ μίαν, ἀλλὰ χιλίας ἀναφορὰς ἐναντίον τοῦ Προέδρου τούτου, ὡς ἐνασκοῦντος οὐχὶ ἀμερολήπτως τὴν ὑπάτην τῶν ἐξουσιῶν, τουτέστι τὰ καθήκοντα καὶ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἡ Πολιτεία ἀνέθηκεν εἰς τοὺς δικαστάς. Ὑπέβαλον, Κύριοι, ἐπερώτησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως καταθέσῃ δικογραφίαν ἀφορῶσαν τὸ πρόσωπον τοῦ ἀνωτέρου τούτου δικαστικοῦ λειτουργοῦ. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος κύριος συνάδελφος ἐγνώριζε, τί ἤθελον, ἐὰν ἠρώτα τινὰς ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τῶν ὁποίων ὑπηρέτησεν ὁ κ. Οἰκονόμου, βεβαίως δὲν ἤθελε τολμήσει νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς...
§45ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τόλμη εἶναι νὰ ὑποβάλῃ τις ἀναφοράν;
§46Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κάμετέ μοι τὴν χάριν νὰ μοὶ εἴπητε τὸ ὄνομα τοῦ Προέδρου· διότι εἶναι δύο Οἰκονόμοι.
§47ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὁ περὶ οὗ πρόκειται εἶναι ὁ μετατεθεὶς ἐκ Κυπαρισσίας, ὁ ἐπιλεγόμενος Κωλέττης.
§48ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριε συνάδελφε, ὑπέβαλον ἀναφορὰν τῶν συμπολιτῶν μου, οἱ πλειότεροι τῶν ὁποίων εἶναι κομματικοὶ καὶ προσωπικοὶ φίλοι τοῦ ἑτέρου συναδέλφου μας κυρίου Χριστοπούλου.
§49ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν εἶδον τὰς ὑπογραφὰς, ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι θὰ εἶναι πολὺ ὀλίγαι. Ἐν σχέσει πρὸς τὸν κ. Οἰκονόμου, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ σπεύσῃ νὰ προσαγάγῃ τὴν δικογραφίαν τὴν ἀφορῶσαν τὸ πρόσωπον τοῦ ἀξιοτίμου τούτου κυρίου, συγχρόνως δὲ καὶ τοὺς πίνακας τοῦ δικαστηρίου κατὰ τὸ ἔτος 1899, καθ’ ὃν χρόνον διετέλει ὁ κ. Οἰκονόμου Πρόεδρος τῶν ἐν Κυπαρισσίᾳ Πρωτοδικῶν. Ὅταν δὲ κατατεθῶσιν οἱ πίνακες, τότε θὰ ἴδητε, πῶς ὁ κ. Οἰκονόμου διεχειρίσθη τὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς αὐτὸν ὑπὸ τῆς Πολιτείας. Ἔχω ἐδῶ πρόχειρον σημείωμα, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ν’ ἀνακοινώσω τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ τὸ 1896, ἐπὶ τῆς προεδρίας Νικολοπούλου, ἐξεδόθησαν πολιτικαὶ ἀποφάσεις 1401, ἔμειναν δ’ ἐκκρεμεῖς ἐν τοῖς πινακίοις 4, ἐξεδόθησαν ποινικαὶ Πλημμελειοδικείου 3001, καὶ βουλεύματα 2790· κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1898, ὅτε προήδρευε τὸ πλεῖστον ὁ κ. Οἰκονόμου, ἐξεδόθησαν πολιτικαὶ ἀποφάσεις 802, ἀπέναντι 1401 τοῦ 1896, καὶ ἔμειναν ἐκκρεμεῖς ἐν τοῖς πινακίοις 546 ἀπέναντι τεσσάρων τοῦ 1896, ποινικαὶ δὲ τοῦ Πλημμελειοδικείου 1579, ἀπέναντι 3001 τοῦ 1896, καὶ βουλεύματα 1663 ἀπέναντι 2790 τοῦ 1896...
§50Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Πιθανὸν νὰ μὴ ἦσαν περισσότεραι ὑποθέσεις· πιθανὸν νὰ ἦσαν φιλονομώτεροι οἱ ἄνθρωποι.
§51ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι δικηγόρος διὰ νὰ σᾶς δώσω ἀπάντησιν σοφιστικήν. Ἀλλ’ ὅπως σᾶς δείξω καὶ ἓν ἄλλο τεκμήριον τῆς ἱκανότητος καὶ εὐθύτητος τοῦ κ. Οἰκονόμου, σᾶς ἀναφέρω τὸ ἑξῆς. Ἡμέραν τινὰ τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἐνῷ ἦτο ἐπισήμως βεβαιωμένον, ὅτι ἐν τῷ Ταμείῳ τῆς Κυπαρισσίας δὲν ὑπῆρχε χαρτόσημον τῆς μιᾶς δραχμῆς καὶ τῶν τριῶν δραχμῶν, ἐξεφωνήθη, παρὰ τὰς ἐντόνους διαμαρτυρίας τῶν δικηγόρων, πληθὺς ὑποθέσεων ἐκ τῶν πινακίων, ἵνα εἰκονικῶς ἐκκαθαρισθῶσι ταῦτα διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἀναγκαστικῆς διαγραφῆς. Θέλετε νὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ ἄλλα παραπλήσια; Τὸ Δικαστήριον τῶν ἐν Κυπαρισσίᾳ Πρωτοδικῶν, προεδρευόμενον παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Οἰκονόμου καὶ ἀποτελούμενον ὑπὸ τῶν αὐτῶν δικαστῶν καὶ ἐν τῇ αὐτῇ συνεδριάσει, προκειμένου περὶ τοῦ συμβατικοῦ τόκου, διά τινα ὑπόθεσιν παρεδέχθη ὅτι ὁ συμβατικὸς τόκος πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς 12%, δι’ ἄλλην δὲ ὁμοίας φύσεως ὑπόθεσιν μεταξὺ ἄλλων διαδίκων ἀπεφάσισε καὶ ἐκηρύχθη ὑπὲρ τῆς πλήρους ἐλευθερίας τοῦ συμβατικοῦ τόκου!
§52ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐν τῇ αὐτῇ συνεδριάσει;
§53ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐν τῇ αὐτῇ συνεδριάσει.
§54Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Οἱ αὐτοὶ δικασταὶ ἐδίκασαν; καὶ κατὰ ποίαν ἐποχήν;
§55ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Μάλιστα. Τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1899, νομίζω. Δὲν θέλω νὰ κουράσω τὴν Βουλὴν, ἀναφέρων πολλὰ παραδείγματα περὶ τῆς ποιότητος τοῦ δικαστικοῦ τούτου λειτουργοῦ, ἀλλ’ ὅταν κατατεθῶσιν αἱ δικογραφίαι αἱ ἀφορῶσαι αὐτὸν, τότε θὰ λάβω τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἀπαντήσω πρὸς τὸν συνάδελφον καὶ νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ παρίσταται, διὰ νὰ ἀποδείξω εἰς αὐτὸν εἰς τίνων χεῖρας δυστυχῶς ἀνατίθενται τοιαῦται δημόσιαι λειτουργίαι.
§56ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν παρεπονέθην.
§57ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὁ κ. Κανελλόπουλος παρουσιάσθη καὶ ὑπέβαλε τὴν ἀναφοράν· ἂν δὲ δὲν ἐπρέσβευε τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ, δὲν θὰ ἐλάμβανε τὸν λόγον διὰ νὰ τὴν συστήσῃ. Ἐν σχέσει δὲ πρὸς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ αὐτοῦ συναδέλφου διὰ τὸν καλόγηρον, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐγνώριζον ὅτι ὑπάρχει καλόγηρός τις, ὅστις μονάζει ἐν Ὀλυμπίᾳ· παρὰ τοῦ συναδέλφου ἔμαθον τοῦτο, καὶ ὅτι εἷς ἐνωμοτάρχης, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐν Ἀνδριτσαίνῃ, συνέλαβε τοῦτον, τὸν ἀπεγύμνωσε κλπ. Ὑποθέτω ὅμως, ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς καταγγελίας, ἐπιδοθείσης κατὰ τοῦ καλογήρου τούτου ἐπὶ ἀκατονομάστῳ ἐγκλήματι. Ὡς δ’ ἔμαθον, ὁ ἀστυνόμος ἐκάλεσε τὸν καλόγηρον τοῦτον καὶ τὸν ὑπέβαλεν εἰς ἀνάκρισιν. Δὲν γνωρίζω, ἂν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πράγματι ὑπέστη βασάνους ὁ καλόγηρος οὗτος ἐκ μέρους τοῦ ἀστυνόμου...
§58ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ρεζιλίκια, ὄχι βασάνους!
§59ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἂν ὁ καλόγηρος εἶναι ἔνοχος τοῦ ἐγκλήματος, δι’ ὃ κατηγγέλθη, δὲ γνωρίζω ἂν πρέπει νὰ ἀδικηθῇ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός του ὁ ἀστυνόμος. Θὰ παρακαλέσω ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, ἂν πράγματι ἐξετράπη τῶν καθηκόντων του ὁ ἀστυνόμος οὗτος, καὶ τότε νὰ λάβῃ μέτρα κατ’ αὐτοῦ.
§60Χ. ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Πρόεδρος, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ προαγορεύσας, εἶναι εἷς ἐκ τῶν καλλίστων, τοὺς ὁποίους ἔχομεν. Τὴν περὶ αὐτοῦ κρίσιν μου δὲν ἀναιροῦν ὅσα εἶπεν ὁ συνάδελφος, διότι οὐδὲν ἀνέφερε κατ’ αὐτοῦ· δικαιολογεῖται δὲ, ἐκλαμβάνων τὰς ἀρετὰς αὐτοῦ ὡς σφάλματα, διότι δὲν εἶναι δικηγόρος. Τὸ νὰ διαγράφῃ ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου ἐκ τοῦ πινακίου ὑποθέσεις, εἶναι πολὺ φυσικόν. Ὁ Πρόεδρος πρέπει νὰ κάμνῃ συνεδριάσεις· ἂν οἱ δικηγόροι δὲν θέλουν, τῷ εἶναι ἀδιάφορον. Τότε μόνον ἠμπορεῖ νὰ τὸν κατηγορήσῃ τις, ἂν δὲν ἐξεδικάσθησαν ὑποθέσεις. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν θέλω νὰ ἀφήσω σκοτεινὰ σημεῖα, ὡς πρὸς αὐτὸν, διά τινας δικογραφίας, τὰς ὁποίας ζητεῖ ὁ συνάδελφος νὰ προσαχθῶσι καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν προσάγονται, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι, ἂν προσαχθῶσι, αὐταὶ θὰ ᾖναι εἰς ὑπεράσπισίν του, διότι ἐξ αὐτῶν θὰ ἀποδειχθῇ πόσον εἶναι τίμιος καὶ ἱκανὸς, καὶ θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι αὐτὸς ἔσωσε καὶ τὴν τιμὴν τῆς Δικαιοσύνης καὶ σωφρόνως διηύθυνε τὰς συνεδριάσεις. Εἰς μίαν συνεδρίασιν ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Πρωτοδικείου ἐξετράπη καὶ ἐξύβρισε Μοίραρχον κατηγορούμενον ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου Πύργου· ὁ Πρόεδρος εὑρέθη εἰς τὴν δύσκολον θέσιν, ἢ νὰ ἀφήσῃ τὸν Εἰσαγγελέα νὰ ὑβρίζῃ τὸν Μοίραρχον, ἢ νὰ τὸν ἐπιτιμήσῃ· ἀλλὰ δικαίωμα τοιοῦτον δὲν εἶχεν ἐκ τοῦ νόμου· καλῶς δὲ ποιῶν, διέκοψε τὴν συνεδρίασιν ἐπὶ πέντε λεπτά. Τόσον δὲ ἀσήμαντος ἦτο ἡ ὑπόθεσις, δι’ ἣν κατηγορεῖτο ὁ Μοίραρχος, ὥστε ἀμέσως τὸ αὐτὸ Δικαστήριον τὸν ἠθώωσεν. Ὅτε μετὰ τὴν διακοπὴν ἐπανελήφθη ἡ συνεδρίασις, ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐζήτησε τὴν τιμωρίαν τοῦ Μοιράρχου, διότι τάχα οὗτος ἐξύβρισε τὸν Εἰσαγγελέα. Τὸ Δικαστήριον κατὰ πλειονοψηφίαν ἐτιμώρησε τὸν Μοίραρχον μὲ διετῆ φυλάκισιν διὰ τὴν ἐπ’ ἀκροατηρίῳ δῆθεν ὕβριν, ἡ ἀπόφασις ὅμως αὕτη ἀνῃρέθη ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅστις παρέπεμψε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Πατρῶν, ὅπερ πανηγυρικῶς ἠθώωσε τὸν Μοίραρχον. Μετὰ τοῦτο ὁ Εἰσαγγελεὺς κατήγγειλε τὸν Πρόεδρον, διότι τάχα δὲν ἐτιμώρησε τὸν Μοίραρχον ὡς ὑβρίσαντα τὸν Εἰσαγγελέα· ἀλλὰ κατόπιν διεξαχθεισῶν ἀνακρίσεων τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν ἠθώωσε τὸν ἐν λόγῳ Πρόεδρον. Αὐταὶ εἶναι αἱ δικογραφίαι, τὰς ὁποίας ζητεῖ ὁ συνάδελφος νὰ κατατεθῶσι, καὶ αἱ ὁποῖαι, ἂν κατατεθῶσι, θὰ ἀποδείξουν, ὅτι καὶ ἔντιμος καὶ ἱκανὸς εἶναι ὁ Πρόεδρος κ. Οἰνόμου.
§61ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ μὴ μὲ ἀναγκάσουν νὰ τοῖς ὑπομνήσω τὴν ἐπερώτησίν μου καὶ νὰ ἀναφέρω καλογήρους καὶ αἴσχη.
§62Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Τὸ παράπονον τοῦ κυρίου Κανελλοπούλου περὶ τῆς ἐλλείψεως τῶν κ. Ὑπουργῶν πρὸς ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησίν του ἐκφράζω καὶ ἐγὼ πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀπὸ τὰς πρώτας συνεδριάσεις τοῦ παρελθόντος Φεβρουαρίου ὑπέβαλον τρεῖς ἐπερωτήσεις, καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσαγάγῃ κατάστασιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Καπνοκοπτηρίου Σπάρτης. Εἰς ἑπομένην ἀμέσως συνεδρίασιν παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ προσαγάγῃ κατάλογον τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῶν διαφόρων ἐπαρχιακῶν γραφείων ἔχουν ἀποσπασθῆ δῆθεν δι’ ὑπηρεσίαν καὶ διαμένουσιν ἐν Ἀθήναις, καὶ τρίτον νὰ πληροφορήσσῃ τὴν Βουλὴν, πῶς ἄνθρωπος οὐδεμίαν θέσιν νόμιμον ἔχων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, μὴ ὢν διωρισμένος ὑπάλληλος, παρακάθηται ἐν δημοσίῳ γραφείῳ καὶ διεξάγει ὅλην τὴν ὑπηρεσίαν, εἰσερχόμενος καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς ἀπορρήτοις αὐτῆς, καὶ ἐρχόμενος εἰς ἐπικοινωνίαν μετὰ πάντων τῶν ἐξαρτωμένων καὶ σχέσιν ἐχόντων πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν ἐκείνην. Ἐν τούτοις οὐδεμίαν πληροφορίαν, οὐδὲν ἔγγραφον σχετικὸν κατέθηκε, καίτοι παρῆλθε μὴν ἀπὸ τῶν ἐπερωτήσεών μου ἐκείνων. Ἐπίστευον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς κατενόησε τότε τὸν λόγον, ἐκ τοῦ ὁποίου ὡρμήθην νὰ κάμω τὰς ἐπερωτήσεις μου ἐκείνας, καὶ ἤθελε διορθώσει τὰ γενόμενα ἄτοπα. Ἀτυχῶς ἐπληροφορήθην, ὅτι τὰ ἄτοπα ταῦτα δὲν διωρθώθησαν. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεών μου ἐκείνων προσκομίσῃ τοὐλάχιστον μέχρι τῆς Δευτέρας τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας· ἄλλως, μὲ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἔχω, θὰ κατέλθω εἰς συζήτησιν καὶ ἔκθεσιν τῶν ἀτόπων, τὰ ὁποῖα γνωρίζω ὅτι συμβαίνουσι. Πρὸς τούτοις παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν σχετικὸν φάκελλον τῆς παραδόσεως τοῦ ταμίου Πατρῶν Ἰωάννου Κυριακοῦ πρὸς τὸν διάδοχόν του Τρύφωνα Ἀναστασόπουλον, καὶ ὅμοιον φάκελλον τῶν διοικητικῶν ἀνακρίσεων, τὰς ὁποίας κατὰ τοῦ ταμίου Πατρῶν Κυριακοῦ ἐνήργησεν ὁ τότε νομάρχης Ἀχαϊοήλιδος κ. Θρασύβουλος Ἀγγελόπουλος Ἀθάνατος, καὶ τρίτον τὸν σχετικὸν φάκελλον ἐπὶ τῆς ἀποκαλυφθείσης καταχρήσεως τῶν 100,000 δραχμῶν, διὰ τὴν ὁποίαν ὁ ταμίας οὗτος δίδει δίκην μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐνώπιον τοῦ Κακουργοδικείου Πατρῶν. Πιστεύω ὅτι τὰ αἰτούμενα ταῦτα ἔγγραφα θέλει σπεύσει νὰ προσαγάγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ δὴ πρὶν γείνῃ ἡ δίκη ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου, ὅπως ἴδωμεν, ἂν μόνον ὁ ταμίας αὐτὸς ἐνέχεται, καὶ ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ διαπραχθῶσι τοιαῦτα ἐγκλήματα ἄνευ τῆς συμπράξεως καὶ ἄλλων συνυπευθύνων. Πρὸς τούτοις παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τίνες εἶναι οἱ ἐπιθεωρηταὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ταμίου Ι. Κυριακοῦ ἐν τῷ Ταμείῳ Πατρῶν ἐνήργησαν ἐπιθεωρήσεις, διὰ νὰ γνωρίσωμεν, ἂν ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, ἢ εἶναι ἐπιθεωρηταὶ διὰ νὰ συνεννοῶνται μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτῶν ἐλεγχομένων. Τὰς πληροφορίας ταύτας ζητῶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ πιστεύω ὅτι θὰ σπεύσῃ νὰ φέρῃ αὐτάς. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν δι’ ἐπισκευὴν τῆς παραλιακῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ Ζακύνθου–Βασιλικοῦ ἐδόθη ἔγκρισις δημοπρασίας ἐνεργηθείσης καθ’ ὃν χρόνον ὑπηρέτει ἐκεῖ ὡς νομάρχης ὁ κύριος Δρακόπουλος, καὶ νὰ προσαγάγῃ τὸν σχετικὸν φάκελλον τῆς ὑποθέσεως ταύτης, τὰ ἔγγραφα δηλ. τὰ διαμειφθέντα μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ Νομάρχου τότε.
§63Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ πληροφορίαι, αἱ αἰτηθεῖσαι κατὰ τὸ παρελθὸν τμῆμα τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Βουλευτικῆς Συνόδου, εἶναι συγκεντρωμέναι, ἐπρόκειτο δὲ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐπανελήφθησαν αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, νὰ ὑποβληθῶσιν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀπεδώσαμεν πολλὴν σπουδαιότητα εἰς τὸν κατὰ τὰς συνεδριάσεις ταύτας χρόνον, ὡς χρήσιμον εἰς νομοθετικὴν ἐργασίαν, δι’ αὐτὸ ἀνεβάλομεν τὴν προσαγωγὴν αὐτῶν μέχρις οὗ εἰσέλθωμεν εἰς τὰς κανονικὰς συζητήσεις. Τὴν προσεχῆ Δευτέραν θὰ ὑποβληθῶσι πᾶσαι, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ αἱ τοῦ ἐκ Λακεδαίμονος κ. Βουλευτοῦ.
§64ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὴν ἐρχομένην Δευτέραν παρακαλῶ νὰ προσκομίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας τετράκις μέχρι τοῦδε ἐζήτησα, ἤτοι τὴν διαταγὴν αὐτοῦ,—διὰ τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον τελευταῖον καὶ ἔγγραφον ἐπερώτησιν, πρὸς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον Πειραιῶς περὶ κανονισμοῦ τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον θὰ πληρώσουν οἱ ποτοποιοὶ Πειραιῶς, διότι παρεπονέθην, ὅτι οἱ ποτοποιοὶ τῆς Τριπόλεως κατελογίσθησαν μὲ φόρον βαρύτερον, τὸ ἀδίκημα δὲ ἀνεγνωρίσθη καὶ παρὰ τῆς οἰκείας ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς τοὺς ποτοποιοὺς Τριπόλεως, παρουσιασθέντας ἐνώπιόν του, εἶπεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ κάμῃ μεταβολὴν, διότι δὲν ἐπιτρέπει ὁ νόμος· διὰ τοῦτο ἤθελον νὰ προσκομίσῃ τὴν διαταγὴν αὐτοῦ πρὸς τὸν ἔφορον Πειραιῶς, διὰ νὰ μάθωμεν ἐκεῖθεν, ἐὰν συμφώνως πρὸς τὸν νόμον ἐνήργησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς προσφιλεῖς αὐτῷ Πειραιεῖς, καὶ διατὶ δὲν ἐνήργησεν οὕτω καὶ διὰ τοὺς ποτοποιοὺς Τριπόλεως. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ προσαχθῶσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα, τὰ ἀφορῶντα τὴν ἀπόλυσιν τοῦ συμβολαιογράφου Τανίας κ. Ι. Εὐθυμίου, διότι ἄχρι τοῦδε οὐδεμία πληροφορία μᾶς ἐδόθη, καίτοι πολλάκις ἐζητήθη τοιαύτη.
§65Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐσκόπουν νὰ ἐπερωτήσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ἀκριβῶς περὶ τοῦ ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου ἔδωκε πρὸ ὀλίγου πληροφορίας. Ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν διενεργεῖται εἰς βάρος τῶν ἀτυχῶν ναυτικῶν ληστεία—διότι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν χωρεῖ χαρακτηρισμὸς ἄλλος— ἐν τοῖς Λιμεναρχείοις τοῦ Κράτους. Πρό τινων ἡμερῶν μεταβὰς εἰς Θήραν ἀνεκάλυψα ἄλλου εἴδους ληστείαν, τὴν ὁποίαν βεβαίως οὔτε ἡ ἀνάκρισις οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν γνωρίζει. Ἐκτὸς τῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα λαμβάνουν οἱ λογισταὶ, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐγένοντο αἱ καταχρήσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέφερε, συμβαίνει καὶ ἄλλο τι. Ὅταν ὁ ναύτης προσέρχηται εἰς τὸ Λιμεναρχεῖον, ἵνα ναυτολογηθῇ, ἐγγράφεται ἡ ναυτολόγησις ἢ ἡ ἀπόλυσις αὐτοῦ εἰς τὸ φυλλάδιον, καὶ ὁ ναύτης ἀπέρχεται μετὰ τοῦ φυλλαδίου. Ἀλλ’ ἡ ἡμερομηνία τῆς ἐκ νέου ναυτολογήσεως διαφέρει τῆς ἡμερομηνίας τοῦ ναυτολογίου τοῦ πλοίου. Ἐφιστῶ δὲ τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ τῆς καταχρήσεως ταύτης, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἡ μεγαλειτέρα. Ἂν παραβάλῃ τις τὰ φυλλάδια—καὶ ἔχω πολλὰ τοιαῦτα—πλοιάρχων, καὶ αὐτὰ ἀκόμη τῶν ἐργατῶν θαλάσσης, οἱ ὁποῖοι προσέρχονται ἀπὸ ἐποχῆς εἰς ἐποχὴν εἰς τὰ διάφορα Λιμεναρχεῖα, πρὸς τὰ ναυτολόγια, τὰ ὁποῖα ἔχουν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, θ’ ἀνακαλύψῃ πολὺ μεγαλειτέρας καταχρήσεις. Εὗρον φυλλάδιον, Κύριοι, ναυτικοῦ ὑπηρετήσαντος ἐπὶ 45 ἔτη εἰς τὴν θάλασσαν ἀδιαλείπτως, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ φυλλαδίου του· ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς πρὸ τεσσάρων ἐτῶν ὑπέβαλεν αἴτησιν περὶ ἀπονομῆς συντάξεως, καὶ ἡ αἴτησίς του ἀπερρίφθη· ἐξετάσας δὲ τὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ βιβλία τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, εὗρον ὅτι, ἐνῷ ἐν τῷ φυλλαδίῳ του ἔχει περισσοτέραν τῶν 30 ἐτῶν ὑπηρεσίαν ναυτικὴν, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον εὑρίσκεται ὑπηρεσία 12 ἐτῶν καὶ 2 ἡμερῶν! Τόσην ὑπηρεσίαν ἀνέγραφον τὰ μητρῷα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Οἱ ἀτυχεῖς αὐτοὶ ναυτικοὶ κλέπτονται ἀναιδῶς παρὰ τῶν Λιμεναρχείων ὅλων. Δι’ αὐτὸ ἔχομεν ναυτικοὺς ἐργαζομένους ἐπὶ 40 ἔτη καὶ μὴ δυναμένους ν’ ἀποκτήσωσι τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως. Ἀλλ’ ἠπόρει τὸ Ταμεῖον τῶν ναυτικῶν ἀπομάχων, καὶ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἀνεβιβάσθησαν ἀπὸ 20 εἰς 25 τὰ ἔτη τῆς συντάξεως, ἠπόρει καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, καὶ ὁ Ὑπουργὸς μᾶς παρουσίασε νομοσχέδιον περὶ προικοδοτήσεως τοῦ Ταμείου τούτου, διὰ νὰ διασώσῃ τοὺς ἀτυχεῖς ναύτας· ἐν τούτοις ἔχομεν τοὺς ληστὰς, οἱ ὁποῖοι γυμνώνουν καὶ τοὺς ναύτας καὶ τὸ Ταμεῖον αὐτό! Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, ὅτε ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κυρίου Σκουλούδη ἔφερα ἐπερώτησιν περὶ τῶν καταχρήσεων τῶν συμβαινουσῶν εἰς τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον, ὁ τότε Ὑπουργὸς, μεταβὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀνεκάλυψε καταχρήσεις 180,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἐπειδὴ μετὰ δύο ἡμέρας ἔληξεν ἡ Βουλὴ, δὲν ἀνεκοίνωσεν εἰς αὐτὴν τὴν ἀνακάλυψίν του, οὐχ ἧττον ὅμως εἶναι γεγονὸς, τὸ ὁποῖον δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ βεβαιώσῃ καὶ σήμερον. Ηὔξησαν τὰ ἔτη τῆς συντάξεως, ἀλλ’ ἐκ τούτου οἱ ὑπάλληλοι τῶν Λιμεναρχείων δὲν ἀφίνουσι τοὺς ἀτυχεῖς ναύτας νὰ ἀποκτήσωσι τὰ ἔτη τῆς συντάξεώς των ποτέ! Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῶν ἀνακριτῶν, ἵνα ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκόν των αὐστηρῶς καὶ ἐπακριβῶς.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Κυνουρίας κ. Θ. Πέρρος κατέθηκε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς σχετικοὺς φακέλλους, τοὺς ἀφορῶντας τὰς ἑξῆς ἀπολύσεις συμβολαιογράφων: 1) Νικ. Παπανδρέου, οὗτινος ὁ διορισμὸς ἀνεκλήθη τῇ 3 Ἰουνίου 1895 (Μεγαλοπόλεως ἢ Σινάνου). 2) Χαρ. Οἰκονόμου (Ἠραίας), ἀπολυθέντος τῇ 1 Σεπτεμβρίου 1895. 3) Γεωργ. Βαρβουλάκου (Μολάων), ἀπολυθέντος τῇ 20 Μαΐου 1896. 4) Παναγ. Ρωμανιώλη (Πατρῶν), ἀπολυθέντος τῇ 28 Νοεμβρίου 1895. 5) Χρ. Ράπτου (Φελλόης), ἀπολυθέντος τῇ 25 Φεβρουαρίου 1896. 6) Χαραλ. Θωμοπούλου (Μυρτουντίων), ἀπολυθέντος τῇ 7 Σεπτεμβρίου 1895. 7) Νικ. Συριοπούλου (Στρεζόβης), ἀπολυθέντος τῇ 25 Ἰανουαρίου 1896. 8) Γ. Χονδρογιάννη (Ἀπηλιωτῶν), ἀπολυθέντος τῇ 30 Νοεμβρίου 1896. 9) Θεοδ. Ζωγράφου (Φαρσάλων), ἀπολυθέντος τῇ 20 Μαΐου 1896.»
§67Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐν Εὐρυτανίᾳ συμβαίνει τι ἄδικον. Ἀπὸ τοὺς πίνακας τοὺς δασικούς, οἱ ὁποῖοι ἐδημοσιεύθησαν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐν οἷς ἀναγράφονται αἱ δασικαὶ θέσεις, εἰς ἃς ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς κατοίκους ἀτελῶς νὰ ὑλοτομῶσιν, ἔχουν διαγραφῆ πολλαὶ θέσεις ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Οἱ κάτοικοι, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον καὶ τὸ ἐδάφιον γʹ τοῦ παλαιοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον δὲν κατηργήθη, ὑπέβαλον αἰτήσεις, τὰς ὁποίας ὁ δασάρχης ἐνέκρινεν, ἀλλ’ ὁ οἰκονομ. ἔφορος ἀρνεῖται νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐν Εὐρυτανίᾳ πανταχοῦ ὑπάρχου δάση, ἕνεκα τῆς στοργῆς μόνον τῶν κατοίκων πρὸς αὐτά, διότι ἡ Πολιτεία δὲν ἐμερίμνησε περὶ τῶν δασῶν ποσῶς. Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ νόμος εἶναι ἀποκλειστικῶς εὐεργετικὸς διὰ τοὺς κατοίκους τῶν κοινοτήτων, θὰ ἦναι ἄδικον νὰ στερηθῶσι οἱ κάτοικοι οὗτοι πέντε ξύλων, χρησίμων εἰς αὐτοὺς διὰ νὰ κατασκευάσουν τὰς καλύβας των καὶ τὰς οἰκίας των. Θὰ παρακαλέσω ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπειδή, ὡς γνωστόν, πολλοὶ τῶν κατοίκων τῆς Εὐρυτανίας διαχειμάζουσιν ἀλλαχοῦ, ἐπὶ τέσσαρας δὲ μόνον μῆνας μένουσιν ἐν Εὐρυτανίᾳ, ὅπως ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς, ἵνα τὸν Μάρτιον, Ἀπρίλιον, Μάϊον καὶ Ἰούνιον ὑλοτομῶσι τὴν ξυλείαν των, καὶ ἀπαγορεύσῃ τὴν ὑλοτομίαν κατὰ τοὺς μῆνας Ἰούλιον καὶ Αὔγουστον. Ἐπειδὴ δὲ εἰς τοὺς δασικοὺς πίνακας, δὲν ἠξεύρω διατί, ἀπεσβέσθησαν αἱ δασικαὶ θέσεις, θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν παράκλησιν τῶν κατοίκων καὶ συστήσῃ εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον Εὐρυτανίας νὰ δίδῃ ἀδείας, ἀναγράφων εἰς νέον πίνακα τὰς δασικὰς θέσεις, διότι οὕτω θὰ ἐξασφαλίσῃ μεγάλην ἀξίαν εἰς τὰ δάση, καθόσον οἱ μόνοι φίλοι τῶν δασῶν εἶναι οἱ κάτοικοι τῶν κοινοτήτων τῆς Εὐρυτανίας, καὶ οὐχὶ ὁ δασάρχης καὶ ὁ ἔφορος.
§68Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ δώσητε σημείωμα τῶν θέσεων.
§69ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Θὰ παρακαλέσω ἤδη τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταθέσῃ τοὺς φακέλλους, τοὺς ἀφορῶντας τὴν μίσθωσιν τῶν νομαρχιακῶν καταστημάτων Εὐρυτανίας καὶ Ἀμφίσσης, διότι εἶδον εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἕνεκα τῆς μισθώσεως τῶν οἰκιῶν αὐτῶν πρόκειται τὸ Δημόσιον νὰ ζημιωθῇ πλέον τῶν 3,000 δραχμῶν. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἔδωσα πολλὴν σημασίαν εἰς τὰ δημοσιευθέντα, οὐχ ἧττον παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ ὁ φάκελλος, ἵνα ἐξακριβωθῇ ἡ ἀλήθεια.
§70ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ἓν μέτρον διὰ τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Εὑρισκόμεθα εἰς τὸν μῆνα Μάρτιον τοῦ 1900, καὶ ὁ πίναξ τοῦ 1898 οὔτε ἐτυπώθη οὔτε διενεμήθη εἰσέτι! Ὁ πίναξ οὗτος εἶναι χρησιμώτατος εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρακολουθοῦσι τὰς νομοθετικὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου, εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖος, δὲν δύναται δέ τις νὰ προσφύγῃ εἰς μελέτας, ὅταν ἡ πηγὴ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἦναι ἄχρηστος. Συνέβησαν καὶ ἄλλοτε βραδύτητες, ἀλλ’ οὐχὶ τοιαῦται, ὥστε, ἐνῷ εὑρισκόμεθα εἰς τὸν Μάρτιον τοῦ 1900, νὰ λείπῃ ὁ πίναξ τοῦ 1898!
§71Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συζητουμένων κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς νομοσχεδίων περὶ ἐγκρίσεως συμβάσεων ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω πρὸς τὴν Βουλὴν, μεταξὺ δὲ ἄλλων ἔθιξα καὶ θέματα ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν. Προτιθέμενος νὰ ὁμιλήσω καὶ αὖθις περὶ τούτων κατά τινα τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων, θεωρῶ καθῆκόν μου, διὰ νὰ μὴ ἀπασχολήσω σήμερον τὴν Βουλὴν, νὰ λάβω τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς, κατὰ ποίαν ἡμέραν δύναται νὰ ὁρίσῃ τὴν συζήτησιν ταύτην. Λέγω δὲ τοῦτο οὐχὶ διότι εἶναι ἄξιον τοῦ κόπου, ἀλλὰ διότι ἐπιθυμῶ νὰ προειδοποιήσω τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν καὶ τὸν παρακαλέσω νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν εὐαρεστεῖται, περὶ τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασαν αἱ μεταξὺ τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν διαπραγματεύσεις πρὸς κανονισμὸν κοινοῦ τιμολογίου, καὶ περὶ τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον προσέκοψαν, καὶ περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἤθελε θεωρήσει ἀναγκαῖα νὰ λάβῃ τὸ Ὑπουργεῖον. Παρακαλῶ νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας ταύτας. Ἐγὼ ὁρίζω τὴν προσεχῆ Δευτέραν πρὸς συζήτησιν, ἐὰν δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§72Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς τὰς ἑπομένας πληροφορίας: 1) Σημείωσιν τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἐδαπανήθη τὰ ἔτη 1898 καὶ 1899 διὰ τὸ Κεφ. 18 ἄρθρ. 2 (ὑλικὸν καὶ ἔξοδα Σφραγιστηρίου καὶ τοῦ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐκτυπουμένου σφραγιστοῦ χάρτου) καὶ Κεφ. 19 ἄρθρον 1 (δικαιώματα καὶ προμήθεια ἐπὶ τοῦ πωλουμένου χαρτοσήμου) τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ ἔτους 1900. 2) Σημείωσιν τῶν δαπανηθέντων, δυνάμει τοῦ Κεφ. 13 ἄρθρ. αʹ καὶ βʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς ἔξοδα παρελθουσῶν χρήσεων ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1898 καὶ τοῦ διανυθέντος μέρους τῆς χρήσεως τοῦ 1899. 3) Σημείωσιν τοῦ ποσοῦ διὰ συντάξεις τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, δι’ ὃ ἐξεδόθησαν ἐντάλματα ἐντὸς τῆς χρήσεως 1898, καὶ μέχρι 31 Ἰανουαρίου 1900 τῆς χρήσεως 1899, ἔτι δὲ τοῦ κατ’ ἄρθρον ποσοῦ τοῦ δαπανηθέντος ἐπὶ τοῦ Κεφαλ. Γʹ Μέρους Αʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1898 μέχρι 31 Ἰανουαρίου 1900. 4) Σημείωσιν τοῦ ποσοῦ τῶν ἐνταλμάτων τῶν ἐκδοθέντων εἰς βάρος τῶν εἰδικῶν ταμείων τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας (Κεφάλ. 33 ἄρθρ. 1 καὶ 2 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν) κατὰ τὰ ἔτη 1898 καὶ 1899, ὡς καὶ τῶν δι’ ἐπιστροφὰς χρημάτων (Κεφ. 32 ἄρθρ. 1 καὶ 2 τοῦ αὐτοῦ προϋπολογισμοῦ) κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη. 5) Τὴν μετὰ τοῦ Γ. Ἀσπιώτη σύμβασιν περὶ παιγνιοχάρτων, ἔτι δὲ σημείωσιν τοῦ ποσοῦ, ὅπερ εἰς χρυσὸν πληρωθήσεται ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 125,000 δρ. διὰ προμήθειαν παιγνιοχάρτων (Κεφ. 21, ἄρθρ. 1, ἐδάφ. αʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ 1900).
§73Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τῆς τελευταίας διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, τῇ ἐμῇ προτάσει, συνεστήθη εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅπως ὁρίσῃ ἀξιότιμα μέλη τῆς Βουλῆς, ἅτινα ἀπὸ κοινοῦ νὰ ἐπεξεργασθῶσι τὰς προτάσεις νόμων, ἃς ὑπέβαλεν ὁ κ. Σταυρόπουλος, ἀφορώσας εἰς μετατροπὴν διατάξεών τινων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας σχετικῶς πρὸς τὴν προφυλάκισιν. Ὁ κ. Πρόεδρος ὥρισε τὰ μέλη, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συγκαταλεχθῶ καὶ ἐγώ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπεξειργάσθη τὰς προτάσεις ταύτας, συνέταξεν ἰδίαν πρότασιν νόμου, καὶ ταύτην κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτῆς κ. Βοκοτοπούλου. Ἡ πρότασις νόμου αὕτη, ἥτις ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη, δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον θέλει ἀνταποκριθῆ εἰς τὰς προσδοκίας τῆς Βουλῆς, διότι δὲν ἀνταποκρίνεται οὔτε εἰς τὰς ἐμὰς προσδοκίας· ὁπωσδήποτε ὅμως ἀποτελεῖ πρόοδόν τινα. Ἀλλ’ ἐνῷ αὕτη κατετέθη πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, οὐδόλως ἀνεγράφη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Θέλω παρακαλέσει λοιπὸν τοὺς κανονίζοντας τὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἵνα ἐγγράψωσι ταύτην ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ ἐν μιᾷ τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων συζητηθῇ. Φρονῶ ὅτι δὲν θέλει ὑπάρξει ἀντίρρησις. Ἔχει δὲ καὶ καθῆκον ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν νόμου ταύτην, διότι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν συνειργάσθη μετὰ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐμείναμεν πάντες σύμφωνοι. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φέρῃ εἰς συζήτησιν τὴν πρότασιν ταύτην, ὅπως περισταλῶσιν αἱ πλαστογραφίαι, αἱ ἐνεργούμεναι ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νόμου ὑπὸ τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ.
§75Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Σήμερον μόλις διενεμήθησαν αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας ἠναγκάσθην νὰ ὑποβάλω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ἑπομένως δὲν εἶναι ἐν γνώσει πάντες οἱ Βουλευταί, καὶ ἰδίᾳ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος χθὲς ἀνήγγειλεν, ὅτι πρόκειται νὰ φέρῃ μερικὰς τροποποιήσεις εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ἐπειδὴ δὲ δύναται νὰ ὑπάρξῃ συνταύτισις μεταξὺ τῶν ἰδικῶν μου τροπολογιῶν καὶ τῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, θεωρῶ ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ στιγμή, ὅπως ἀναπτύξω ἐν συνόλῳ τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον, καὶ διὰ τοῦτο ἀναβάλλω νὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μὲ ἐγγράψῃ ἀπὸ τοῦδε.
§76Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ τροποποιήσεις, θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ τὰς ὑποβάλῃ σήμερον, ἵνα ἔχωμεν τὸν καιρὸν νὰ ἴδωμεν, ἂν πρέπει νὰ λάβωμεν τὸν λόγον, ἢ ὄχι, κατὰ τὴν συζήτησιν, διότι πιθανὸν αὗται νὰ τροποποιῶσι τὴν βάσιν τοῦ νόμου.
§77ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, πρὶν ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις, νὰ ὑποβάλῃ τὰς τροποποιήσεις.
§78Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἔσπευσα, Κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἐλπίζων ὅτι θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀπαντήσω εἰς πάντας τοὺς ἀντιφρονοῦντας, ὅσοι ἐσκόπουν νὰ ἀγορεύσωσιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπειδὴ ὅμως ἀνήγγειλα, ὅτι προτίθεμαι νὰ ἐπενέγκω τροποποιήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἔκρινα καλὸν νὰ ὠφεληθῶ τῆς εὐκαιρίας ταύτης, τοῦτο μὲν ὅπως ἀπαντήσω εἰς τοὺς ἀγορεύσαντας κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦτο δὲ, ὅπως ὑποβάλω τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἐνόμισα ἀναγκαίας πρὸς φωτισμὸν πλειότερον τῆς Βουλῆς. Καὶ πρῶτον καθῆκον θεωρῶ ἐπιβεβλημένον μοι, ὅπως ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴν κ. Δραγούμην, ὅστις πρῶτος ἠγόρευσε κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Μὲ ἤλεγξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ὡς ἀνακόλουθον καὶ ὡς μεταβαλόντα δῆθεν σκέψεις καὶ ἀποφάσεις, διότι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τῆς Βουλῆς Σύνοδον, συζητουμένου τοῦ νόμου περὶ προσκλήσεως ὀργανωτοῦ τοῦ στρατοῦ, εἶπον ἄλλα, σήμερον δὲ διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἔχω ἄλλας γνώμας. Ἀνέγνωσε μάλιστα καὶ περικοπὰς τοῦ λόγου του, καὶ διακοπὴν ἰδικήν μου, ὡς Προέδρου τῆς Βουλῆς, μετ’ ἀποσιωπητικῶν, καὶ εἶπεν ὅτι οὐδὲν ἀναφέρεται εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά· τοῦθ’ ὅπερ σημαίνει, ὅτι οὐδεμίαν ἐξέφερα γνώμην. Ἀλλὰ πλὴν τούτων μὲ ἤλεγξε καὶ ἐπὶ τοῦ κειμένου τοῦ νομοσχεδίου, καὶ κατηγόρησεν ἐμοῦ, ὅτι εἶμαι ἄγευστος γνώσεων νομικῶν, καὶ ὅτι διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου παρουσιάζεται τι τερατῶδες, καθόσον ἀποπειρῶμαι, εἶπε, νὰ θέσω κεφαλὴν ἐπὶ ἀνυπάρκτου σώματος. Δὲν ἔχω βεβαίως τὴν ἀξίωσιν, ὅτι εἶμαι νομικὸς, οὐδ’ ἐσπούδασα τὰ νομικὰ, οὐδὲ πτυχιοῦχος εἶμαι Νομικῆς τινος Σχολῆς, οὐδὲ ἐδικηγόρησα, οὐδὲ ὑπῆρξα Εἰσαγγελεύς ποτε ἐν τῷ βίῳ μου· φρονῶ ὅμως, ὅτι καὶ ὁ κύριος συνάδελφος, ὁ κατηγορῶν με σήμερον ἐπὶ ἐλλείψει νομικῶν γνώσεων, δὲν εὑρίσκεται εἰς ἀνωτέραν μοῖραν, προκειμένου περὶ γνώσεως τῆς ὑφισταμένης στρατιωτικῆς νομοθεσίας, ἧς τυγχάνει ἐντελῶς ἄγευστος. Πρόκειται ἀληθῶς διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ θέσω κεφαλὴν οὐχὶ ἐπὶ ἀνυπάρκτου σώματος ἀλλ’ ἐπὶ σώματος ἀληθοῦς καὶ πραγματικοῦ, τοῦ σώματος, τοῦ στρατοῦ. Καὶ θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, τί ἄλλο εἶναι ὁ νόμος ΑΦΛΓʹ τοῦ 1887 περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ; Ἀληθῶς ὁ ὀργανισμὸς οὗτος ἐστερεῖτο κεφαλῆς, ἢ μᾶλλον ἦτο τρικέφαλος, διότι ὁ νόμος οὗτος τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ ἀναθέτει εἰς τρία Ἀρχηγεῖα στρατοῦ. Διὰ τοῦ προκειμένου ὅμως νομοσχεδίου ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ, ἥτις μέχρι τοῦ νῦν ἠσκεῖτο ὑπὸ τῶν τριῶν Ἀρχηγείων, συγκεντροῦται εἰς ἑνιαίαν διοίκησιν. Δὲν νομίζω ὅτι διαφεύγει παντὸς πρακτικοῦ τὰς γνώσεις, ὅτι ἡ ἑνιαία διοίκησις τοῦ στρατοῦ εἶναι ἡ ἀρίστη. Εἰς οὐδὲν Κράτος ἀπαντᾶ, στρατὸς ἀποτελούμενος ἐκ πλειόνων Μεραρχιῶν νὰ μὴ ἦναι ὑπὸ ἑνιαίαν διοίκησιν. Φρονῶ δὲ, ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε διοίκησις τοῦ στρατοῦ διὰ τῶν τριῶν Ἀρχηγείων μᾶς ἐδίδαξεν ἀρκούντως, ὅτι πρέπει ν’ ἀντικαταστήσωμεν ταύτην διὰ τῆς ἑνιαίας διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἐξ ἧς μεγάλη θὰ προκύψῃ ὠφέλεια εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν. Δὲν εἶμαι λοιπὸν ἀνακόλουθος εἰς τὰς γνώμας μου, οὐδὲ πρόκειται νὰ θέσω κεφαλὴν ἐπὶ σώματος ἀνυπάρκτου. Ἀλλὰ πλὴν τῆς κεφαλῆς ταύτης πρόκειται καὶ ἑτέραν νὰ θέσω κεφαλὴν, καὶ ταύτην ἐπὶ τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς. Κατὰ τὸν ψηφισθέντα τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς νόμον, ἡ χωροφυλακὴ ἀποτελεῖται ἐκ τοῦ Ἀρχηγείου αὐτῆς καὶ ἐξ εἴκοσι καὶ ἕξ Μοιραρχιῶν. Συνεπῶς ἐφαρμοζομένου τοῦ νόμου τούτου καθ’ ὅσον ἀφορᾶ εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον, ἡ χωροφυλακὴ θὰ παύσῃ οὖσα ἀκέφαλος, ὡς μέχρι τοῦ νῦν ὑπάρχει. Εἴκοσι καὶ ἕξ Μοιραρχίαι αὐτῆς εὑρίσκονται ἀνεξάρτητοι, διεσπαρμέναι εἰς ὅλον τὸ Κράτος καὶ ἐνεργοῦσαι αὐτοβούλως, ἐξαρτώμεναι ἀπὸ μόνης τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Τὸ δὲ Ὑπουργεῖον διαρκῶς ἀποσχολεῖ ἡ τοποθέτησις καὶ ἡ μετάθεσις τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν τῆς χωροφυλακῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ ἄλλην εὗρεν ἔλλειψιν, οὐχὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀλλ’ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει αὐτοῦ, ὅτι δηλ. ἀναγράφεται ἐν ταύτῃ περὶ τελωνοφυλακῆς. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ προφανοῦς λάθους τυπογραφικοῦ. Ἀντὶ νὰ γραφῇ χωροφυλακῆς ἐτέθη τελωνοφυλακῆς. Δὲν νομίζω ὅτι τὸ τοιοῦτον ἦτο ἄξιον προσοχῆς καὶ ἐλέγχου ἐκ μέρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§79ΔΟΥΝΗΣ. Τί λάθος ἦτο;
§80ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀντὶ χωροφυλακῆς ἐτέθη τελωνοφυλακῆς. Ἤδη ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω πρὸς τὸν ἕτερον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, ὅστις ὄντως διὰ μακρᾶς καὶ καλλιεποῦς ἀγορεύσεως ἐξετάσας τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, εἰς δύο διῄρεσεν αὐτὸ μέρη, εἰς τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν εἰς αὐτὸ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον, καὶ εἰς τὸ ἀφορῶν εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ μέλλοντος Γενικοῦ Διοικητοῦ, ἤτοι τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου. Ἐξετάζων ὁ κ. Βουλευτὴς τὰ τοῦ πρώτου μέρους τοῦ νομοσχεδίου, κατήγγειλεν αὐτὰ ὡς ἀντισυνταγματικὸν, ἢ καὶ ἀνατρέπον ἄρδην τὸ Σύνταγμα, διότι τοῦτο, λέγει, καθιεροῖ τὴν ἀπολυταρχίαν. Παρέστησε δὲ τοῦτο ὡς τρομερὸν ὅπλον κατὰ τῆς Πολιτείας. Ἀλλ’ ἐὰν ἀνέτρεχεν εἰς τὴν κειμένην νομοθεσίαν, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ ἀπὸ πολλοῦ ἀσκεῖται ὑπὸ τῶν ὑποδεεστέρων τοῦ Ὑπουργείου ἀρχῶν. Ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς τὰ τρία Ἀρχηγεῖα τοῦ στρατοῦ, ἅτινα ἀπ’ εὐθείας διοικοῦσι τὸν στρατόν. Ἐχαρακτήρισε τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀντισυνταγματικὸν, διότι, λέγει, ὁ Ὑπουργὸς ἀπόλλυσι πᾶσαν αὐτοῦ τὴν ἐνέργειαν καὶ ἐξουσίαν, καὶ ἐφεξῆς οὐδὲν κῦρος ἔχει ἐπὶ τοῦ στρατοῦ ἡ παρουσία αὐτοῦ, ἐν τέλει δὲ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶναι ἴσος μεταξὺ τῶν συναδέλφων του. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Βουλευτὴν, πρὸς ἡσυχίαν του, ὅτι οὐδὲν ἐκ τούτων θὰ συμβῇ, καὶ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πάντοτε θὰ διατελῇ ἔχων πᾶσαν αὐτοῦ τὴν ἐξουσίαν καὶ ὢν ὑπεύθυνος διὰ τὰς πράξεις του ἐνώπιον τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὸ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ νομοσχεδίου, ἀκριβῶς θὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ ἐγὼ τὸ αὐτὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον προβλέπει, ὅτι οὐδὲν μέλος τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας δύναται νὰ διορισθῇ Ὑπουργὸς καὶ φέρῃ εὐθύνην ἀπέναντι τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὁ μέλλων Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ εἶναι ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ὑπεύθυνος ἀπέναντι τούτου, οὐχὶ δὲ ἀπέναντι τῆς Πολιτείας καὶ τῆς Βουλῆς. Κατὰ τί λοιπὸν ὁ Γενικὸς Διοικητὴς εἶναι ὑπεύθυνος ἀπέναντι τῆς Πολιτείας; Αὐτὸς μόνον πρὸς τὴν ἀνωτέραν στρατιωτικὴν ἀρχὴν καθίσταται ὑπεύθυνος. Ἀλλὰ μήπως δὲν ἦτο τοιοῦτος μέχρι τοῦδε; Μήπως ἀπὸ τοῦ 1892, προαχθεὶς εἰς ὑποστράτηγον, δὲν διωρίσθη ἀρχηγὸς τοῦ Γʹ Ἀρχηγείου στρατοῦ; Μήπως πρὸ 20 ἡμερῶν πρὸ τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου δὲν ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν ὁλοκλήρου τοῦ στρατοῦ τῆς ἐκστρατείας; Μήπως δὲν παρέμεινεν ὡς τοιοῦτος μέχρι τῆς χθὲς ἀκόμη; Πῶς λοιπὸν ὁ Ὑπουργὸς τότε ἦτο ὑπεύθυνος, καὶ ἤδη δὲν εἶναι ὑπεύθυνος; Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, ἀναλαμβάνων τὴν διοίκησιν, ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον καὶ τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, πρὸς αὐτὸν ὑποβάλλει πάσας τὰς αἰτήσεις, τὰς ἀφορώσας εἴς τε τὰς τοποθετήσεις καὶ μεταθέσεις τῶν ἀξιωματικῶν καὶ εἰς τὰς κινήσεις τοῦ στρατεύματος, ὁ δὲ Ὑπουργὸς ἐκδίδει τὰ ἀναγκαῖα βασιλικὰ διατάγματα, ἐὰν τοιαῦτα ἀπαιτῶνται, ἑπομένως οὐδεμία ἀφαιρεῖται ἐξουσία ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, οὐδεμία γίνεται ἐκχώρησις τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ, οὐδ’ ἀποβάλλει οὗτος τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών του, τοὐναντίον διακανονίζεται ἡ ἐνέργεια τῆς ὑπηρεσίας του οὕτως, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ εἰσχωρήσῃ οὔτε αὐθαιρεσία, οὔτε ἀδικία, οὔτε κατάχρησις τῆς ἐξουσίας του κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτοῦ. Διότι ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ εἶναι ἐγγύτερον τοῦ στρατεύματος καὶ εἰς ἄμεσον ἐπαφὴν μετὰ τῶν ὑποδεεστέρων στρατιωτικῶν ἀρχῶν, ἀσκεῖ ἑπομένως ἐπ’ αὐτῶν διοίκησιν πραγματικὴν, μεταβαίνει εἰς τὰ στρατόπεδα, εἰς τὰς ἀσκήσεις κλπ., ἐνεργεῖ ἐπιθεωρήσεις καὶ διατελεῖ ἐνήμερος τῆς ἀληθοῦς αὐτῶν καταστάσεως. Ἑπομένως αἱ προτάσεις αὐτῆς περὶ μετακινήσεως τῶν σωμάτων καὶ τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι αἱ ἀκριβέστεραι καὶ αἱ μᾶλλον συμφέρουσαι εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Ταύτην λοιπὸν τὴν ἐξουσίαν ἀποβάλλει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ὅσον ἀφορᾶ εἰς τὸ δεύτερον μέρος τοῦ λόγου τοῦ κ. Βουλευτοῦ, τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι πρέπον νὰ γίνεται περὶ αὐτοῦ λόγος καὶ νὰ κρίνηται ἡ ἱκανότης αὐτοῦ, οὐδὲ θὰ πειραθῶ τοιοῦτον νὰ ποιήσωμαι ἔλεγχον τῆς παρελθούσης αὐτοῦ διοικήσεως, διότι εἶναι ἤδη γνωστὸς εἰς τὸν στρατὸν, ἔνθα αἱ ἐντυπώσεις εἶναι ἄρισται· ἀλλ’ οὐδὲ θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι δὲν προσήκει εἰς μέλος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὁμιλῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς περὶ τῶν προσώπων τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας.
§81Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Πῶς θὰ τὸν διοικῇ τότε;
§82ΤΣΑΜΑΔΟΣ. .. Δὲν προσήκει, ἐπαναλαμβάνω, ν’ ἀποφανθῶ ἐκ προκαταβολῆς περὶ τοῦ ἂν εἶναι ἱκανὸς ὁ Διάδοχος νὰ διοικήσῃ τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν.
§83ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν ἐτέθη ζήτημα περὶ τῆς ἱκανότητος, ἐτέθη ζήτημα περὶ τοῦ ἐλέγχου τῶν πράξεών του.
§84ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν φρονῶ δὲ, ὅτι εἶναι καὶ ἀνεύθυνος ἀπέναντι τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς, τοὐναντίον φέρει τὴν εὐθύνην, ἣν διαγράφουσιν οἱ στρατιωτικοὶ κανονισμοί. Τί μέχρι τοῦδε ἐγίνετο; Ἀφοῦ ἐπὶ ἐννέα ὅλα ἔτη ἦτο ἀρχηγὸς στρατοῦ, διατὶ ἡμεῖς σήμερον συζητοῦμεν περὶ τῆς ἱκανότητός του;
§85Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι οὐδεὶς συνεζήτησε περὶ τῆς ἱκανότητος τοῦ μέλλοντος ἀρχηγοῦ, ἀλλὰ περὶ τῶν κινδύνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ προέλθωσιν ἐκ τῆς ἀναμίξεώς του εἰς τὰ προσωπικὰ ζητήματα τοῦ στρατοῦ.
§86Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μόνον ὁ κ. ἐκ Βόλου Βουλευτὴς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσῃ περὶ ἱκανότητος τοῦ Διαδόχου, καὶ ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμῃ τὸν πανηγυρικὸν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχεν ἀνάγκην τοῦ πανηγυρικοῦ αὐτοῦ.
§87ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ κύριος Βουλευτής, ἐξετάζων τὰ καθέκαστα τοῦ νομοσχεδίου, εὗρεν ὅτι τῆς Ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας ἡ μεταφορὰ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ ἀφαιρεῖ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τὴν ἐξουσίαν, ἣν οὗτος ἤσκει ἐπὶ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Δὲν φρονῶ ὅτι τοῦτο εἶναι ἀληθές. Ὡς καὶ πρότερον εἶπον, σκοπὸς τοῦ νομοθετήματος εἶναι, ὅπως παράσχωμεν τὰ μέσα εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ἵνα αὕτη εὐκολώτερον ἐκπονήσῃ τὸν ὀριστικὸν τοῦ στρατοῦ ὀργανισμὸν, ὅστις προσαγόμενος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τὸ ταχύτερον. Ἡ Ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία ἐν Ἑλλάδι ἐκτελεῖται ἀτελῶς, σῶμα δὲ ἐπιτελῶν δὲν ὑφίσταται, οὔτε ἀρχηγὸς αὐτοῦ ὑπάρχει. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἐν τοῖς διαφόροις νόμοις, τοῖς κατὰ καιροὺς ψηφισθεῖσι, παρενεβλήθησαν διατάξεις περὶ Ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ οὔτε ὀργανισμὸς ἐγένετο, οὔτε σῶμα Ἐπιτελικὸν συνετάχθη, οὔτε προσόντα, οὔτε κανονισμός ποτε ἐγένετο τῆς τοιαύτης ὑπηρεσίας, καὶ πιθανὸν ἡ ἔλλειψις αὕτη νὰ ἦναι ἡ μεγαλειτέρα ἐξ ὅσων πάσχει σήμερον ὁ Ἑλληνικὸς στρατός. Ποία ἄρα ὑπηρεσία μετετέθη ἐκ τοῦ Ὑπουργείου εἰς τὴν ἀνωτέραν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ; Οὐδεμία. Ἐξουσιοδοτήθη ἡ ἀνωτέρα Διοίκησις νὰ μελετήσῃ τὰ θέματα τὰ ἀπασχολοῦντα σήμερον τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Οὔτε ἀντισυνταγματικὸν λοιπὸν εἶναι τὸ νομοσχέδιον, οὔτε ἐπικίνδυνον ἢ ἐπιζήμιον εἰς τὸν στρατόν, τοὐναντίον θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν κανονικωτέραν λειτουργίαν τῶν διαφόρων σωμάτων τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ πολλὰς ἁμαρτίας, αἵτινες σήμερον κατατρύχουσιν αὐτὸν, καὶ θὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὰ ἔργα αὑτοῦ, ἐφ’ ὅσον ἡ Πολιτεία ἀφθονώτερα παρέχῃ τὰ μέσα τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς ἐκγυμνάσεώς του. Ἐπειδὴ ὅμως ἠγέρθησαν ἀμφιβολίαι τινὲς ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν καὶ παρὰ τῷ στρατεύματι καὶ παρὰ τῇ κοινωνίᾳ, ἔκρινα καλὸν, τὰς γενικὰς διατάξεις, αἵτινες ἔμελλον νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῷ ἐκτελεστικῷ διατάγματι, νὰ περιλάβω ἐν αὐτῷ τῷ νόμῳ, οὕτως ὥστε νὰ ἀρθῇ πᾶσα ἀμφιβολία περὶ τῆς εἰλικρινείας, μεθ’ ἧς συντάσσεται ὁ προσωρινὸς οὗτος νόμος. Καὶ πρῶτον εἶναι γνωστὸν, ὅτι, ὡς καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην ὁμιλίαν μου—τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἀπεκάλεσε πεζὴν—ἀνέφερα, μόνον ἄρθρα τινὰ τοῦ νόμου εἶναι ἀσαφῆ, αὐτὰ δὲ, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα ἢ μᾶλλον ἀνέγνωσα ἐκ τῶν διαταγμάτων τῶν ἐκτελεστικῶν τῶν νόμων περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, δὲν ἐθεωρήθησαν ἀτυχῶς ἀρκετὰ νὰ πείσωσι τὸν ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτὴν, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον οὐδένα ἔχει πλάγιον σκοπὸν ἀλλὰ μόνον σκοπὸν ἔχει τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ. Τοῦ νόμου τοῦ 1882 περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ τὸ ἐκτελεστικὸν διάταγμα, λέγει: «Οἱ ἀρχηγοὶ τοῦ στρατοῦ, διατελοῦντες ὑπὸ τὰς ἀμέσως διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διοικοῦσι τὸν ἐν τῇ περιφερείᾳ στρατὸν κλπ.» Τὴν τοιαύτην διάταξιν οὐδεὶς ἠμφισβήτησε, καίπερ μὴ περιλαμβανομένην εἰς τὸ κείμενον τοῦ νόμου. Ἐπειδὴ ὅμως ἠγέρθησαν ἀμφιβολίαι, ὁ δὲ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς, ποιούμενος τὴν σύγκρισιν τῆς φράσεως τοῦ νομοσχεδίου «ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, φέρων βαθμὸν ἀντιστρατήγου, διοικεῖ τὸν στρατὸν» πρὸς τὴν ἀναφερομένην εἰς τὴν Γραμματείαν τῶν Στρατιωτικῶν, ἥτις συμπίπτει μὲ τὴν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, συμπεραίνει ὅτι ἡ Α. Ὑψ. ὁ Διάδοχος θὰ διοικῇ τὸν στρατὸν, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τίθεται ἐκποδὼν, πρὸς ἄρσιν πάσης ἀμφιβολίας τροποποιῶ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἑξῆς: «Συνιστᾶται Γενικὴ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ. Προϊσταμένη ἀρχὴ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς κλπ.» Ἐξετάζοντες ἤδη τὸ διάταγμα τοῦ 1887, καθ’ ὃ προϊσταμένη ἀρχὴ τῶν Μεραρχιῶν καὶ τοῦ συντάγματος τοῦ μηχανικοῦ εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, παρατηροῦμεν ὅτι τοῦτο ἐπὶ λέξει διατυποῦται ὡς ἑξῆς: «Ὁ διοικητὴς τῆς Μεραρχίας διοικεῖ τὸν στρατὸν, βοηθούμενος ὑπὸ προσωπικοῦ ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων ἀξιωματικῶν». Τοιοῦτον δὲ προσωπικὸν εἶναι τὸ Ἐπιτελεῖον. Παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχουσιν ἐπιτελεῖς, ὡς εἰς τοὺς λοιποὺς στρατούς. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1887 τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν ἐκτελοῦσι πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ. Ἡ διάταξις αὕτη ἀποτελεῖ πρόσκαιρον οἰκονομίαν τῆς ὑπηρεσίας. Δὲν εἶναι ὅμως δυνατόν ποτε τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν νὰ ἐκτελῶσι πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ, διότι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν εἶναι ἀνάγκη νὰ παρασκευασθῶσι καὶ καταρτισθῶσιν εἰδικῶς, καθόσον εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν εἰς ποίας δοκιμασίας ὑποβάλλονται οὗτοι, ὅπως λάβωσι τὸ πτυχίον τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ἡμεῖς, μὴ ἔχοντες τοιούτους ἀξιωματικούς, διορίζομεν ἄλλοτε τοὺς καταλλήλους καὶ ἄλλοτε τοὺς ἥκιστα καταλλήλους διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς εἰδικῆς ταύτης ὑπηρεσίας. Τοιοῦτοι λοιπὸν εἶναι καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ἀνώτεροι καὶ οἱ κατώτεροι, οἱ ὁποῖοι θὰ διορισθῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ, ὅπως χρησιμεύσωσιν ὡς Ἐπιτελεῖον αὐτοῦ.
§88ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ποῖος θὰ τοὺς προτείνῃ;
§89ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὸ πρῶτον θὰ τοὺς διορίσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Προσθέτω (ἀναγινώσκει): «Ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ ὑπάγονται τὰ στρατιωτικὰ σώματα, αἱ Ὑπηρεσίαι καὶ τὰ Καταστήματα...»
§90ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον;
§91ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα... «Δὲν ὑπάγονται δὲ ἡ Χωροφυλακή, ἡ Διεύθυνσις τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολέμου, τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα, ἡ Στρατιωτικὴ Δικαιοσύνη, αἱ Γενικαὶ Ἀποθῆκαι ὑλικοῦ» κλπ., ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον.
§92ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Αἱ Σχολαὶ ὑπάγονται;
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§94ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἤδη ἐξετάσωμεν τὰ τοῦ ἄρθρου 6, τὸ ὁποῖον ἔχει γενικωτέραν ἔννοιαν, μολονότι κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν εἶναι ἀρκετὰ σαφές. Ἡ πρώτη παράγραφος ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ Ἐπιτελεῖον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ διεξάγει καὶ τὰς νῦν διεξαγομένας ὑπηρεσίας ὑπὸ τῆς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας». Διότι ἄνευ τούτων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι Ἐπιτελεῖον, ὡς καταρτίζεται παρ’ ἄλλοις στρατοῖς. Τί δὲ εἶναι αἱ Γενικαὶ ὑπηρεσίαι, σᾶς ἀνέγνωσα ἐν περιλήψει κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ὁμιλίαν μου.
§95ΛΕΒΙΔΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν;
§96ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα.
§97ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἴπετε ὅτι δὲν ὑπάρχει Ἐπιτελικὴ Ὑπηρεσία· ἀλλὰ τότε πῶς ἀναγράφεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 6, ὅτι τὸ Ἐπιτελεῖον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ διεξάγει καὶ τὰς νῦν διεξαγομένας ὑπηρεσίας ὑπὸ τῆς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας», ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει Ἐπιτελεῖον;
§98ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἶπον ὅτι μὴ ὑπαρχούσης Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας μονίμου καί ὁριστικῆς (servis) καὶ κεκανονισμένης δι’ εἰδικοῦ νόμου, ὡς παρ’ ἅπασι τοῖς εὐρωπαϊκοῖς Κράτεσιν, αὕτη ἀντικαθίσταται προσωρινῶς παρ’ ἡμῖν ὑπὸ προσωπικοῦ ἀξιωματικῶν τῶν διαφόρων ὅπλων, διοριζομένων εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε πρὸς διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης.
§99ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία;
§100ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἔχω ἀντίθετον αὐτοῦ γνώμην (διακοπαί).
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε. Ἀφήσατε νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός.
§102ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Προτείνω λοιπὸν, ἡ Ἐπιτελικὴ Ὑπηρεσία, ἡ οὕτω συσταθεῖσα, ἢ οὕτω προτεινομένη διὰ τοῦ σχεδίου νόμου, νὰ ἀσχολῆται εἰς τὰ αὐτὰ ἀντικείμενα, εἰς τὰ ὁποῖα καὶ ἡ Ἐπιτελικὴ Ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.
§103Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ τοῦ 1887 ἐτροποποιήθησαν αἱ περὶ ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας διατάξεις τοῦ ὀργανισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1882, καὶ τοῦ ὀργανισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1880, καὶ τοῦ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1877. Ἐνῷ πρότερον οἱ ὀργανισμοὶ τοῦ στρατοῦ τοῦ 1877, τοῦ 1880, τοῦ 1882 καὶ 1885 ἀνέφερον, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν Γραφεῖον Ἐπιτελικὸν, μετ’ αὐτὸ δ’ ἀνεγράφοντο τὰ διάφορα τμήματα, εἰς τὰ ὁποῖα διῃρεῖτο ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ διὰ μὲν τοῦ ἑνὸς ὀργανισμοῦ προσδιωρίζετο ὁ ἀριθμὸς τῶν τμημάτων εἰς ὀκτὼ, διὰ τοῦ ἑτέρου εἰς δέκα, καὶ διὰ τοῦ ἄλλου εἰς δώδεκα, ὁ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νόμος τοῦ 1887 κατέστησεν ὄχι πλέον Γραφεῖον Ἐπιτελικὸν, ἀλλὰ Διεύθυνσιν τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας καὶ Διευθυντὴν αὐτῆς (Directeur). Ὅσοι δ’ ἀσχολοῦνται εἰς τὰ περὶ ὀργανισμῶν τῶν Ὑπουργείων ἐννοοῦσι τὴν μεγάλην διαφορὰν, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ Διευθυντοῦ καὶ τοῦ τμηματάρχου. Τὴν δὲ διεύθυνσιν αὐτὴν τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας τὴν ἀπετέλεσαν κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ 1887 δύο τμήματα, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας, τὸ τμῆμα τῆς στρατολογίας, τῆς ἐπιστρατεύσεως, τῆς στατιστικῆς, τῶν στρατιωτικῶν πληροφοριῶν καὶ τῆς τοπογραφίας, καὶ τὸ τμῆμα τὸ καθαρῶς Ἐπιτελικόν. Κατ’ ἐντολὴν δὲ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐξεδόθη διάταγμα, ἀναγράφον μίαν πρὸς μίαν τὰς ὑποθέσεις καὶ ἐργασίας, αἵτινες ὑπάγονται εἰς τὸ τμῆμα τοῦτο. Τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἀνέγραψε τὰς εἰδικὰς αὐτὰς ὑπηρεσίας, εἶναι διάταγμα νομοθετικόν. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐπέτρεψεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν νὰ πράξῃ πρᾶξιν, ἡ ὁποία δὲν ἀνῆκεν εἰς αὐτὴν, ἀλλ’ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἥτις ἔδωκε τὴν ἄδειαν νὰ πράξῃ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία τὴν πρᾶξιν ταύτην καὶ νὰ φέρῃ τὰς ὑπηρεσίας ταύτας· εἶναι δὲ αἱ ὑπηρεσίαι αὗται (ἀναγινώσκει): «ἡ τοποθέτησις τῶν σωμάτων τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν ἀποσπασμάτων αὐτοῦ, ἡ μελέτη περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, τῆς ἐφεδρείας αὐτοῦ, τῆς ἐθνοφρουρᾶς καὶ τῆς ἐφεδρείας αὐτῆς, καὶ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νόμου, ἡ μελέτη τῶν ὀργανισμῶν τῶν ξένων στρατῶν, τὰ σχέδια τῆς ἐπιστρατεύσεως, αἱ βάσεις τῆς προπαρασκευῆς τοῦ πολέμου (σχέδιον ἀμύνης καὶ ἐπιθέσεως), ὁ κανονισμὸς τῆς στολῆς καὶ τῆς ἐξαρτύσεως, αἱ βάσεις τῆς γενικῆς τοῦ στρατοῦ, θεωρητικῆς καὶ πρακτικῆς, ἐκπαιδεύσεως, ἡ μελέτη πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν πρὸς συντήρησιν τοῦ στρατοῦ ἐν πολέμῳ πόρων», καὶ ἄλλαι διάφοροι ἐργασίαι. Αὐτὰ τὰ δύο τμήματα, τὸ τῆς Στρατολογίας καὶ τὸ Ἐπιτελικὸν, αὐτὰ θέλουσι διατηρηθῆ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν;
§104Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Βεβαίως.
§105Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν θὰ ὑπάρχωσι, καὶ πλὴν αὐτῶν θέλει προστεθῆ Ἐπιτελικὸν Γραφεῖον εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ;
§106ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Βεβαίως.
§107Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὥστε πλὴν αὐτῶν συνιστᾶται ἓν Ἐπιτελικὸν Γραφεῖον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ;
§108ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα.
§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ ἠθέλησα νὰ ἐννοήσω.
§110ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον καθορίζει ποίας ὑπηρεσίας θὰ ἐκτελῇ ἡ Ἐπιτελικὴ Ὑπηρεσία τῆς ἀνωτέρας Διοικήσεως. Τοῦτο δὲν καταργεῖ τὰς καθιερωμένας ὑπηρεσίας, δὲν καταργεῖ τὴν μελέτην ὅλων αὐτῶν τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα ἀνεφέρατε.
§111Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφοῦ τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια ὑμῶν, κύριε Ὑπουργὲ, παρακαλῶ νὰ καταστήσητε σαφεστέραν τὴν φράσιν, διότι, ὡς ἔχει, δὲν εἶναι σαφής.
§112ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ αʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 6 καταργεῖ τὴν Ἐπιτελικὴν Ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.
§113ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Προσέξατε, παρακαλῶ (ἀναγινώσκει): «Τὸ Ἐπιτελεῖον τῆς Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ διεξάγει καὶ τὰς νῦν διεξαγομένας ὑπηρεσίας ὑπὸ τῆς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας», λέγει τὸ πρῶτον ἐδάφιον...
§114ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρα εἶναι περιττὴ ἡ Ἐπιτελικὴ Ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, διότι τὰς παρ’ αὐτῆς διεξαγομένας ὑπηρεσίας νῦν θὰ τὰς διεξάγῃ ἡ ὑπηρεσία ἡ νέα.
§115ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Περιμείνατε νὰ ἀκούσητε καὶ τὸ ἄλλο ἐδάφιον, ὡς τροποποιεῖται (ἀναγινώσκει): «Ὁ Γεν. Διοικητὴς ὑποβάλλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὰς ἀναγκαίας προτάσεις ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἀνωτέρω ἐδαφίου, αἵτινες ἀπαιτοῦσι τὴν ἔκδοσιν Β. Διατάγματος. Ἔτι δὲ ὑποβάλλει προτάσεις περὶ μεταθέσεως ἀξιωματικῶν ἀπὸ σώματος εἰς σῶμα τοῦ αὐτοῦ ὅπλου, εἰς γενικὰς καὶ εἰδικὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ.»
§116ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σβύνει καὶ ὁ Ὑπουργὸς οὕτω!
§117ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε... (διακοπαί).
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε! Οὕτω δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ συζήτησις.
§119ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Διὰ τοῦ πρώτου μέρους ἡ Ἐπιτελικὴ Ὑπηρεσία τῆς Γενικῆς Διοικήσεως διεξάγει τὰς αὐτὰς ὑποθέσεις, ἃς καὶ ἡ Ἐπιτελικὴ Ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν...
§120ΛΕΒΙΔΗΣ. Τότε θὰ μείνῃ καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε τέλος πάντων!
§122ΤΣΑΜΑΔΟΣ. .. Σὺν τῇ διαφορᾷ, ὅτι διὰ τὰ ἀντικείμενα τὰ ἀπαιτοῦντα τὴν ἔκδοσιν Β. Διατάγματος, οἷον μετακίνησιν στρατεύματος, μετάθεσιν ἀξιωματικῶν κλπ., θὰ ὑποβάλλῃ προτάσεις ἠτιολογημένας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἐπὶ τούτων ἐκδίδωνται τὰ προσήκοντα βασιλικὰ διατάγματα. Ἡ τοιαύτη ἐνέργεια εἶναι ἡ πρέπουσα καὶ ἡ συμφέρουσα εἰς τὸν στρατόν, διότι διὰ ταύτης δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νὰ προνοῇ περὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ στρατεύματος καὶ νὰ μεριμνᾷ περὶ τῶν θέσεων, εἰς ἃς τὰ στρατεύματα δέον νὰ συγκεντρῶνται, τὸ μὲν πρὸς ἄσκησιν, τὸ δὲ πρὸς ὑπηρεσίαν. Ἑπόμενον ἄρα εἶναι, ὅτι καὶ τὴν μετάθεσιν τῶν ἀξιωματικῶν ὀφείλει νὰ προτείνῃ· διότι, ὡς καὶ πρὸ μικροῦ εἶπον, δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Ὑπουργὸς νὰ γνωρίζῃ τὰς λεπτομερείας τῆς ὑπηρεσίας, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ γινώσκῃ, ἐὰν ὁ Α λοχαγὸς ἢ ὑπολοχαγὸς εἶναι κατάλληλος διὰ τὴν δεῖνα ἢ τὴν δεῖνα ὑπηρεσίαν, οὔτε εἶναι πρέπον, ὁ Ὑπουργὸς ἀπ’ εὐθείας, ἀρυόμενος τὰς πληροφορίας του ἐκ μόνου τοῦ προσωπικοῦ του, ὅπερ διαρκῶς παραμένει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει ἴσως ὀλιγωτέρας γνώσεις τῶν προσόντων καὶ ἰδιοτήτων τῶν ἀξιωματικῶν, νὰ κινῇ τούτους ἀδιακρίτως. Εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστόν, ὅτι ἡ τοποθέτησις κατωτέρων ἀξιωματικῶν ἐν ταῖς σώμασι στρατοῦ τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν διενεργεῖται ὑπὸ τῶν στρατηγῶν, διοικητῶν τῶν σωμάτων τούτων, ἢ δὲ τῶν ἀνωτέρων, ἐπὶ τῇ προτάσει τῶν αὐτῶν στρατηγῶν, παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Πρὸς τὸ συμφέρον λοιπὸν τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς πειθαρχίας, ἔτι δὲ πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῶν τῶν ἰδίων ἀξιωματικῶν, εἶναι χρησιμωτάτη ἡ διάταξις αὕτη, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιμείνητε, ὅπως τὸ παράπαν μεταβληθῇ.
§123Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ τοῦ νόμου περὶ ὀργανωτοῦ ξένου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν πέρυσιν, ὁρίζονται ἐν ἄρθρῳ 2 τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Καθ’ ἣν περίπτωσιν ἀνατεθῇ εἰς τὸν ὀργανωτὴν ἡ ἀνωτάτη διεύθυνσις τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας, ἡ ὑπηρεσία αὕτη, ἀποσπωμένη ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ τοῦ τῶν Ναυτικῶν, παρ’ οἷς μόνον τμῆμα Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας καὶ τμῆμα Στρατολογίας τηρηθήσονται διὰ τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν, ἀποτελέσει αὐτοτελῆ ἀρχὴν, «Γενικὴν Ἐπιτελικὴν Ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ ἢ τοῦ ναυτικοῦ» κληθησομένην, ὑπαγομένην ἀμέσως εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν.» Διὰ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἡ διάταξις αὕτη καταργεῖται. Εἶναι τοῦτο ἀληθές; ὅτι δηλαδὴ δὲν θὰ ὑπάρχῃ πλέον τμῆμα Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας καὶ τμῆμα Στρατολογίας ὑφιστάμενον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν;
§124ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὑπάρχῃ τὸ τμῆμα τῆς Στρατολογίας, ἀφοῦ δὲν ἀναφέρεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὡς καταργούμενον;
§125ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ παρατηρῶ, τί πρέπει νὰ λέγηται ἐν τῷ νόμῳ, ὄχι δὲ τί ἐννοεῖται.
§126ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον λέγει περὶ Στρατολογίας, ὅτι αὕτη δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ.
§127ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐν ποίῳ ἄρθρῳ τὸ λέγει;
§128ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐν τῇ προσθήκῃ, τὴν ὁποίαν ἔκαμα· τὸ λέγει ἡ τροπολογία.
§129Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὥστε δὲν ὑπάρχει τὸ ἄλλο, τὸ τμῆμα τῆς Στρατολογίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ· καταργεῖται.
§130ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἅπασα ἡ Ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου θὰ ἐξακολουθῇ ὑφισταμένη συμφώνως πρὸς τὸν νῦν κρατοῦντα νόμον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὡς καὶ ἡ Χαρτογραφικὴ ὑπηρεσία, ἥτις νῦν ἐκτελεῖται δι’ ἀποσπάσεως ἀξιωματικῶν τῶν διαφόρων ὅπλων τοῦ στρατοῦ. Δὲν φρονῶ, κατόπιν τῶν τροποποιήσεων, αἵτινες ἐπηνέχθησαν ἐν τοῖς ἄρθροις, ὅτι τὸ ἄρθρον 11 δεῖται μεταρρυθμίσεως, διότι ἐν αὐτῷ πρόκειται μόνον περὶ εἰδικῆς ἁρμοδιότητος καὶ δικαιοδοσίας τῆς ἀνωτέρας Διοικήσεως, ὁμοίας πρὸς τὴν ἁρμοδιότητα καὶ δικαιοδοσίαν τῶν ὑφισταμένων Ἀρχηγείων, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκδοσιν ἀδειῶν, τὴν ἐπιβολὴν ποινῶν καὶ τὰς λεπτομερείας τῆς ὑπηρεσίας, σχετικῶς πρὸς τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, περιλαμβανομένας ἄλλως ἐν τῷ ἰσχύοντι νῦν διατάγματι περὶ ἐκτελέσεως τοῦ νόμου τοῦ 1887, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἁρμοδιότητα καὶ τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ἀρχηγῶν.
§131ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅλαι αἱ πειθαρχικαὶ ποιναὶ ἐπιβάλλονται ἀπὸ τὸν ἀρχηγόν;
§132ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς ἔχει ἀνωτέραν δικαιοδοσίαν οὗτος ἔχει δικαίωμα ἐπιβολῆς ποινῆς μέχρι δύο μηνῶν φυλακίσεως εἰς πάντα στρατιωτικόν.
§133ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καθορίζεται τοῦτο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ;
§134ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐν τῷ διατάγματι θὰ καθορισθῇ εἰς μὲν τὸν Γενικὸν Διοικητὴν δικαιοδοσία 50 ἡμερῶν φυλακίσεως, εἰς δὲ τὰς ἄλλας στρατιωτικὰς ἀρχὰς μικροτέρα δικαιοδοσία, ἀπομένει δὲ πάντοτε εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα τῶν δύο μηνῶν, ὅπερ χορηγεῖ ὁ νόμος περὶ Στρατιωτικῆς Ποινικῆς Νομοθεσίας. Θεωρῶ ὅθεν περιττὸν νὰ τροποποιήσω τὸ ἄρθρον τοῦτο.
§135ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὰς σπουδαίας τροπολογίας, ἃς ἐξέθηκε πρὸς ἡμᾶς ὅτι ὑποβάλλει σήμερον, ἐννοεῖται ὅτι τὸ ἔδαφος τῆς συζητήσεως ἐτροποποιήθη οὐχὶ μικρόν. Δὲν λέγω ταῦτα πιστοποιῶν ὅτι ἔπεισε πάντας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸ ἔδαφος ἕνεκα τῶν τροπολογιῶν εἶναι μεταβεβλημένον, καὶ ἴσως ἡ τοιαύτη μεταβολὴ δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν συνείδησίν τινων, οἵτινες, νομίζοντες ὅτι αἱ τροποποιήσεις αὗται εἶναι ἐπαρκεῖς, θὰ φέρωσιν ἴσως νῦν ἄλλην ψῆφον ἢ ἐκείνην, ἣν τέως ἐσκόπουν νὰ φέρωσιν. Ἐγὼ βεβαίως δὲν μετέβαλον γνώμην.
§136ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὔτε ἐγώ.
§137ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Προκειμένου περὶ τοιούτων οὐσιωδῶν μεταβολῶν, προκειμένου περὶ τροπολογιῶν, αἵτινες εἶναι μὲν τροπολογίαι ἐν ἄρθροις, ἀλλὰ σχετίζονται ἀμέσως μετὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῶν δύο πρώτων ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου, — ἡ μία μάλιστα ἐξ αὐτῶν κεῖται ἐντὸς τῶν δύο ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου, — νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι ἀδύνατος, ἂν μὴ πρότερον ὑποβληθῶσιν εἰς ἡμᾶς αἱ τροπολογίαι αἱ ἀναγγελθεῖσαι, τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν, ἵνα λάβωμεν καιρὸν νὰ μελετήσωμεν ἐπ’ αὐταῖς καὶ κατέχωμεν τὸ ζήτημα ἐν πάσῃ γνώσει κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν. Πρὸς τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ συναινέσῃ, ὥστε νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅπως τὴν προσεχῆ Δευτέραν ἐπιληφθῶμεν αὐτῆς, ὄντες κάτοχοι τῶν τροπολογιῶν.
§138Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Φρονῶ ὅτι, μετὰ τὴν διαλογικὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία διεξήχθη μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ πολλῶν ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ ἀντικείμενον τῶν ὑποβληθεισῶν σήμερον τροπολογιῶν, καθωρίσθησαν κατὰ τρόπον τοσοῦτον σαφῆ, ὥστε πᾶσα ἀναβολὴ μοὶ φαίνεται ἐντελῶς περιττή. Δὲν εἶναι δὲ τοιαῦται αἱ τροπολογίαι, ὥστε ν’ ἀπαιτηθῇ ἡ τύπωσις καὶ ἡ μακρὰ μελέτη ἐπ’ αὐτῶν, ἵνα κατανοηθῇ ἡ ἔννοια τῶν τροπολογιῶν αὐτῶν. Παρατηρῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι σήμερον γίνεται ἡ δευτέρα συζήτησις, μένει δὲ καὶ ἡ τρίτη· ὥστε, ἂν ὑπάρχουσί τινες, οἱ ἔχοντες ἀμφιβολίας περὶ τῆς ἐννοίας τῶν δύο τροπολογιῶν, τῶν προταθεισῶν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, δύνανται νὰ προβάλωσι ταύτας, ὅπως δοθῇ ἡ ἀναγκαία ἐξήγησις καὶ ἀρθῶσι πᾶσαι αἱ ἀπορίαι, αἵτινες τυχὸν δύνανται νὰ ὑπάρξωσι, κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι αἱ τροπολογίαι εἶναι τοσοῦτον σαφεῖς, μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὰς ἐπεξηγήσεις τὰς ὁποίας ἔδωκεν εἰς ἐρωτήσεις κατόπιν ὑποβληθείσας, ὥστε πᾶσα ἀναβολὴ εἶναι περιττή.
§139ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασίν μου, διότι τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως παντελῶς δὲν μὲ ἔπεισαν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως φρονεῖ, ὅτι ἡ ἀνάπτυξις, ἣν ἐποιήσατο ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, καὶ αἱ μεταβολαὶ, ἃς ἐπήνεγκεν εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἐγένοντο οὕτω σαφῶς, ὥστε ταύτην τὴν στιγμὴν κατέχομεν τὰ πράγματα μετὰ πάσης ἀκριβείας, καὶ δὲν μένει ἄλλο ἢ νὰ συζητήσωμεν. Δὲν ἠξεύρω τί συμβαίνει εἰς ἄλλους, ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐξ ὅσων ἐλέχθησαν οὐδόλως μετεβλήθη ἡ ἀσάφεια τῶν λόγων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις, ὅτε εἰδικῶς ἠρωτᾶτο περὶ τοῦ ζητήματος τῆς Ὑπηρεσίας τῆς Ἐπιτελικῆς, ἥτις παραμένει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, κατώρθωσε νὰ εἴπῃ τὰ ἀντίθετα ἐκείνων, ἅτινα ἔλεγεν ὅτε ἀνέπτυσσεν ἀνεπερώτητος τὸ θέμα...
§140ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Μάλιστα, μάλιστα.
§141ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. Διότι, ὅτε μὲν ἀνεπερώτητος ἀνέπτυσσε τὸ θέμα, ἔλεγεν ὅτι θὰ μείνῃ Γραφεῖον Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἀφοῦ ἱδρυθῇ ἰδιαιτέρα Ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία ὑπὸ τὸν ἀντιστράτηγον, ὅστις ὀνομάζεται ἀρχηγός· ἀλλ’ ὅτε ἐπηρωτήθη ἐν διακοπῇ ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, τότε συλλαβὼν τὰς ἰδέας αὐτοῦ ἀπήντησεν, ὅτι ὄχι, ἀλλὰ μόνον τὸ τμῆμα τῆς Στρατολογίας, ὅπερ δὲν θέλει ἀνήκει εἰς τὴν Ἐπιτελικὴν Ὑπηρεσίαν, μεταβαλλομένην εἰς καθαρῶς Ἐπιτελικὸν Τμῆμα. Ἐκτὸς δὲ τούτου εὑρέθη καὶ ἀπέναντι ἄλλης δυσχερείας, ἄλλης ἀσαφείας, ὅτε ἀνέμνησεν αὐτὸν ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ὅτι τὸ ἄρθρον 6, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος νόμου, ψηφιζομένου νῦν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, φαίνεται καταργούμενον. Ἐγὼ λίαν ἀμφιβάλλω, ἂν τὸ ἄρθρον αὐτὸ καταργεῖται· καταργεῖται ἐν μέρει κατὰ τοῦτο, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου δὲν ἐξαρτᾶται πλέον ἀμέσως ἐκ τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ δὲν εἶναι πλέον Γενικὸς Ἐπιθεωρητὴς ὁ ξένος ἀξιωματικὸς, ἀλλ’ ὁ Ἕλλην ἀντιστράτηγος, ἀνεξάρτητος ἀρχὴ, ἀπόλυτος, οὐχὶ ἀμέσως ἐξηρτημένη ἐκ τοῦ Ὑπουργοῦ. Ταῦτα κατηργήθησαν. Ἀλλ’ οὐδεμίαν βλέπω διάταξιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, οὐδὲ τροπολογίαν, ἥτις ἐμφαίνει, ὅτι καταργεῖται καὶ τὸ ἕτερον μέρος τῆς παραγράφου ἐκείνης, καθ’ ἣν διατηρεῖται ὑφισταμένη παρὰ τῷ Ὑπουργῷ τῶν Στρατιωτικῶν οὐχὶ μόνον ἡ Στρατολογικὴ Ὑπηρεσία, οὐχὶ μόνον Γραφεῖον ἓν, ἀλλὰ καὶ Γραφεῖον Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας. Ἐκ τῶν τροπολογιῶν, ἃς προσήγαγεν ἐνταῦθα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἓν μόνον ἐσαφηνίσθη,—ὅπερ μέχρι τοῦδε δὲν ἔλεγον εἰς ἡμᾶς σαφῶς, καὶ δὲν ἠξεύρω πῶς ἀπεφάσισαν σήμερον νὰ εἴπωσιν,—ὅτι διαλύονται τὰ πλεῖστα τμήματα τοῦ Ὑπουργείου. Ἔπρεπε νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τρία ἐδάφια, ἵνα διαρρεύσωσιν ἐκ τῶν δεκατριῶν τὰ 8 τμήματα καὶ μείνωσι 5 μόνον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Ἀλλὰ ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας, κατὰ τὰ ἤδη ἐκτεθέντα. Νῦν δ’ ἐγὼ ἀμφιβάλλω, ἂν ὑπάρχει τις καὶ ἐκ τῆς μιᾶς καὶ ἐκ τῆς ἄλλης πτέρυγος, ὅστις δύναται, θέτων τὴν χεῖρα ἐπὶ τοῦ στήθους, νὰ ἀπαντήσῃ ἐν πεποιθήσει, τί πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν. Γνωρίζει μόνον ἕκαστος, ὅτι πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν ἰσόβιον ἀρχηγόν. Τοῦτο γνωρίζει ἐπὶ τοῦ θέματος. Τὰ δὲ ἄλλα πάντα εἶναι ἀσαφῆ, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα διαρκούσης τῆς συζητήσεως νὰ σαφηνίσωμεν οὐδεμίαν τῶν ἀνακοινώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τῶν τροπολογιῶν, ἃς δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν, καὶ κοπιάζοντες ὁπωσδήποτε νὰ φθάσωμεν εἰς συμπέρασμά τι, ὀρθὸν ἢ ὄχι. Ὅτε ἔχομεν τὸ μὲν νομοσχέδιον ἔντυπον ἐνώπιον ἡμῶν, τὰς δὲ τροπολογίας ἐναύλους μὲν εἰς τὰς ἀκοὰς ἡμῶν, ἀλλ’ ὄχι καὶ τελείως ἐντετυπωμένας εἰς τὸν νοῦν καὶ ἀσαφεῖς, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ μὴ προκύψωσι καὶ συγκρούσεις καὶ διακοπαὶ ἀλλεπάλληλοι, ὅπως ἢ σαφηνίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς ἰδέας του, ἢ ἀναιρῇ τὴν ἐσφαλμένην ἑρμηνείαν, ἣν ἐξ ἐσφαλμένης ἀντιλήψεως ὁ Α ἢ ὁ Β Βουλευτὴς ἔδωκεν εἰς τὰς γενομένας προτάσεις; Ἡ συζήτησις θέλει πολὺ πάθει ἐκ τούτου, καὶ ἀντὶ συντομωτέρας ἔσεται πολὺ μακροτέρα, καὶ πολὺ δικαίως, ἀφοῦ προχθὲς οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δὲν συνῄνεσαν νὰ σταλῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς ἐπιτροπήν· διότι, ἂν ἐστέλλετο, ἀπὸ προχθὲς τὰ ζητήματα ταῦτα ἤθελον εἶναι διασεσαφησμένα, καὶ ἠθέλομεν ἔχει πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἤθελε πείσει τὸν Ὑπουργὸν περὶ τῆς ἀσαφείας, οὕτως ὥστε νὰ ἀναγκασθῇ νὰ συναινέσῃ εἰς προσαγωγὴν νομοσχεδίου καταληπτοῦ εἰς πάντας καὶ ἐν παντὶ ἐντύπου. Διὰ τοῦτο ἐξακολουθῶ ἐπιμένων νὰ δοθῇ ἀναβολὴ μέχρι τῆς προσεχοῦς Δευτέρας, ὅτε ἡ συζήτησις θέλει προβῆ κανονικῶς καὶ θέλομεν φθάσει εἰς ἀποτέλεσμα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ἔχομεν καὶ τρίτην συζήτησιν, καὶ ὅ,τι σφάλλεται σήμερον, ἐπανορθοῦται κατὰ τὴν τρίτην. Ἀλλὰ, προκειμένου περὶ τοιούτου νομοσχεδίου, ὅπερ εἶναι θεμελιῶδες, μάλιστα ἐπὶ ἀνατροπῇ θεμελιωδῶν διατάξεων, νομίζομεν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διακρίνῃ ἡ Κυβέρνησις, ἂν εἶναι ἡ πρώτη ἢ ἡ τρίτη συζήτησις. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θέλει συζητηθῆ ἐν πάσῃ εὐρύτητι κατὰ πᾶσαν συζήτησιν, ἀπὸ κεφαλῆς μέχρι ποδῶν, ἀπὸ τῆς κορυφῆς μέχρι τῶν ὀνύχων, καὶ θέλει συζητηθῆ οὕτω, ἵνα ἀποδειχθῇ ὅτι εἰσάγεται ἐνταῦθα οὐχὶ μετὰ καθαρᾶς προθέσεως, διότι δὲν ζητεῖται δι’ αὐτοῦ ἐκεῖνο, εἰς ὃ ἡ Βουλὴ ὅλη ἤθελεν εἶναι σύμφωνος, ἡ ἀπομάκρυνσις τῶν κακῶν ἐπιδράσεων ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας τῆς στρατιωτικῆς, ἀλλὰ ζητεῖται, ἀπὸ τῆς χειρὸς τῶν ὑπευθύνων, τῶν Ὑπουργῶν, ἀφαιρουμένη νὰ δοθῇ ἡ ἐξουσία εἰς ἐκείνους, οἵτινες δὲν δύνανται κατὰ τὸ Σύνταγμα νὰ ἔχωσιν ὑπουργικὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ ταῦτα εἶπον ὅτι θέλω εἴπει κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ τῆς οὐσίας· ταῦτα λέγω μόνον, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι καὶ νῦν, κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσωμεν νὰ ἔχωμεν τὰς δηλώσεις καὶ τροπολογίας τοῦ Ὑπουργοῦ ἐγγράφους καὶ ἐντύπους, ὥστε ἐν γνώσει νὰ συζητήσωμεν. Ἄλλως καὶ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς εἶναι ἐν τῷ θέματι τούτῳ σαφέστατος, καὶ δὲν βλέπω διατὶ ἐνταῦθα νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ. Τὸ ἄρθρον 40 τοῦ Κανονισμοῦ λέγει: «Ἂν τροπολογία τις προταθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν, ὁ Πρόεδρος λαμβάνει τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἂν ἡ τροπολογία πρέπει νὰ συζητηθῇ εὐθύς, ἢ τυπουμένη νὰ διανεμηθῇ πρὸ τῆς συζητήσεως εἰς τοὺς Βουλευτάς». Ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Κανονισμοῦ σκοπεῖ νὰ δώσῃ εἰς τοὺς Βουλευτὰς τὸ δικαίωμα, νὰ τοῖς ἐξασφαλίσῃ αὐτὸ, ὅτε πρόκειται περὶ σπουδαίου ζητήματος, περὶ σπουδαίου νομοσχεδίου, ὅτε πρόκειται περὶ σπουδαίων τροπολογιῶν, ὡς ἐνταῦθα, μιᾶς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ μιᾶς τοῦ κ. ἐκ Βάλτου Βουλευτοῦ, ὅτε ἡ Βουλὴ πείθεται ὅτι δὲν δύναται ἐπὶ τοιούτων τροπολογιῶν νὰ ἐξακολουθήσῃ συζητοῦσα, μὴ ἔχουσα ἐνώπιον αὑτῆς ἐντύπους τὰς τροπολογίας, ἔδωκε, λέγω, εἰς τοὺς Βουλευτὰς τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιῶσι τὴν δόσιν ἀναβολῆς. Ἔχει δὲ καὶ καθῆκον πρὸς τοῦτο, ὅτε ἡ μειονοψηφία ζητεῖ τοιαῦτα, πρέπει, ἔχει καθῆκον νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὴν καὶ αὐτὴ ἡ πλειονοψηφία ἡ ἰσχυρά. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς φιλελευθέρους κυρίους Ὑπουργοὺς, ὅπως σεβόμενοι τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας παραχωρήσωσι τὴν αἰτουμένην ἀναβολήν.
§142Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν θέλω ἀκολουθήσει τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν εἰς τὴν δευτέραν ἀπόπειραν, ἣν τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐπιχειρεῖ, ὅπως συζητήσῃ τὰ τῆς οὐσίας τοῦ νομοσχεδίου. Ἐλπίζω ὅτι θέλει λάβει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὅτι εἰς τὴν τρίτην ἐπανάληψιν τῶν δὶς ἐπαναληφθέντων θὰ δυνηθῶ καὶ ἐγὼ νὰ ἀπαντήσω. Θέλω ἤδη περιορισθῆ εἰς τὰ τῆς ἀποπείρας ταύτης, τῆς δευτέρας, πρὸς ἀναβολὴν ἢ ματαίωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Λέγω δὲ «ἀποπείρας πρὸς ματαίωσιν τοῦ νομοσχεδίου», διότι δὲν ἐννοῶ τὴν δικαιολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ὅπως ζητήσῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, ἀφοῦ πρὸ ὀλίγου ἐκήρυξεν, ὅτι ἐνόησε τὰς τροπολογίας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ μελετήσῃ τὰς τροπολογίας, ὅπως μεταβάλῃ γνώμην, διότι ἐπανειλημμένως ἐδήλωσεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι παρ’ αὐτοῦ καταδεδικασμένον καὶ συνεπῶς δὲν θ’ ἀπασχοληθῇ περὶ καλλιτέρας καταρτίσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν τὰ περὶ τούτου διὰ τοὺς ἐπιθυμοῦντας νὰ συζητήσωσι πράγματι, ὅπως πεισθῶσιν ἢ πείσωσι, διότι δὲν ἀσχολούμεθα περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκ προκαταβολῆς εἶναι πεπεισμένοι ὅτι δὲν θὰ πεισθῶσι κατ’ οὐδένα τρόπον, ἀσχολούμεθα περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται νὰ συζητήσωσι τὰ τοῦ νομοσχεδίου οὐχὶ μὲ τὸν μόνον σκοπὸν νὰ κατηγορῶσι τὰς προθέσεις τῶν ἄλλων, ἀλλὰ μὲ τὸν σκοπὸν νὰ φωτισθῶσι, καὶ ἂν πεισθῶσι, νὰ δώσωσι λευκὴν ψῆφον ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν δὲ δὲν πεισθῶσι, νὰ καταψηφίσωσιν αὐτό. Αἱ τροπολογίαι δὲν εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ ἔχωσιν ἀνάγκην ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως. Καὶ ἠθέλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, μὲ τὴν ἐμπειρίαν, ἣν εἰς τοιαῦτα ζητήματα πάντοτε ἀνέπτυξε, νὰ ὠφεληθῇ ἔκ τινων παρεξηγήσεων, ἃς ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτε εἰσηγήσατο τὰς τροπολογίας. Ἐρώτησις ἀπηυθύνθη πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, ἐὰν ἡ ὑπηρεσία ἡ ἐπιτελικὴ θὰ παύσῃ ὑφισταμένη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, καὶ ἀποβλέπων ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὰς ὑπηρεσίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν τροπολογίαν ἀκριβῶς μένουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπήντησεν, ὅτι δὲν μένουσι· καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς, βασιζόμενος εἰς τὴν μικρὰν παρεξήγησιν, ἥτις ἤρθη δι’ ἑτέρας ἐξηγήσεως, ἠθέλησε νὰ ἐπιμείνῃ ζητῶν τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου. Κύριοι, αἱ τροπολογίαι αἱ ὑποβληθεῖσαι εἶναι καθαραὶ, καθαρώταται, καὶ προσπίπτουσιν εἰς τὴν αἴσθησιν παντὸς πειρωμένου νὰ ἀκροασθῇ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 προστίθενται αἱ λέξεις: «Προϊσταμένη ἀρχὴ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν». Ἐρωτῶ, ἡ τροπολογία αὕτη ἔχει ἀνάγκην τυπώσεως; ἢ ἀρκεῖ μόνον νὰ ἀκούσῃ τις αὐτὴν, ὅπως τὴν κατανοήσῃ; Ἑπομένως περὶ τοῦ πρώτου αὐτοῦ οὐδεὶς δύναται νὰ εὑρεθῇ ἀμφιβάλλων, καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀπαιτήσῃ, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, διὰ νὰ κατανοήσῃ τὴν τροπολογίαν ταύτην. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ δεύτερον (ἀναγινώσκει): «Ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ ὑπάγονται τὰ στρατιωτικὰ σώματα, αἱ Ὑπηρεσίαι καὶ τὰ Καταστήματα, δὲν ὑπάγονται δὲ ἡ Χωροφυλακὴ, ἡ Διεύθυνσις τοῦ ὑλικοῦ πολέμου, τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα, ἡ Στρατιωτικὴ Δικαιοσύνη καὶ αἱ Γενικαὶ Ἀποθῆκαι ὑλικοῦ». Εἶναι δύσκολον νὰ κατανοηθῇ ἡ διάταξις αὕτη, ἡ καθαρωτάτη; Ἐκτὸς τῆς δευτέρας ταύτης τροπολογίας, ποία εἶναι ἡ τρίτη καὶ τελευταία; Ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, ποῖα εἶναι τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ κανονισθῶσι διὰ Β. Διατάγματος, καὶ ἠκούσαμεν ἀπορίας, ἂν θὰ κανονίζωνται διὰ διατάγματος τὰ περὶ χορηγίας συντάξεων ἢ ἀδειῶν τῇ προτάσει τοῦ ἀρχηγοῦ· καὶ ἀπαντᾷ ἡ τρίτη τροπολογία ἐν ἄρθρῳ 6 εἰς τὴν ἀπορίαν, ἡ ὁποία ἐγεννήθη (ἀναγινώσκει): «Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ὑποβάλλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὰς ἀναγκαίας προτάσεις ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἀνωτέρω ἐδαφίου, αἵτινες ἀπαιτοῦσι τὴν ἔκδοσιν βασιλικοῦ διατάγματος». Εἰς τὰς λέξεις «βασιλικοῦ διατάγματος» προστίθενται αἱ λέξεις «τοῦ ἀνωτέρω ἐδαφίου», ὅπως καταστῇ τὸ πρᾶγμα καθαρὸν, ὅπως ἐννοηθῇ, ὅτι ὑπηρεσία τις ἀναγομένη εἰς τὴν Ἐπιτελικὴν Ὑπηρεσίαν, ἐὰν ἔχῃ ἀνάγκην βασιλικοῦ διατάγματος, θὰ γείνῃ τῇ προτάσει τοῦ ἀρχηγοῦ διὰ βασιλικοῦ διατάγματος. Αὗται εἶναι αἱ τροπολογίαι. Εἶναι δὲ τόσον σαφεῖς καὶ καθαραὶ, ὥστε δὲν βλέπω τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναβολῆς. Βεβαίως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς βιάζεται, ὅταν φθάσωμεν εἰς μίαν τινὰ ὥραν, νὰ ἐγκαταλίπῃ τὴν ἕδραν του. Ἐγὼ βεβαίως οὐδὲν δικαίωμα ἔχω νὰ ἐξετάσω, διατὶ ἐγκαταλείπει τὴν ἕδραν αὐτοῦ. Ἀλλὰ βεβαίως ἐπιτρέπεταί μοι νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἐκεῖνοι μόνοι, οἱ ὁποῖοι εἰς ὡρισμένην τινὰ ὥραν νομίζουσι καλὸν νὰ ἐγκαταλείπωσι τὴν ἕδραν αὐτῶν, ἐκεῖνοι μόνον, οἱ ὁποῖοι εἰς ἑκάστην συνεδρίασιν προτείνουσιν ἐπανειλημμένας ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἐκεῖνοι δύνανται νὰ ζητήσωσι τὴν παραπομπὴν τῶν τροπολογιῶν εἰς ἐπιτροπὴν, διότι διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἐπιζητοῦσι νὰ ματαιώσωσιν ἢ νὰ ἀναβάλωσι τὰς συζητήσεις· ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκον αὑτῶν καὶ εἶναι πεπεισμένοι, ὅτι διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ὑπηρετοῦσιν ἐθνικὰ συμφέροντα, ἐκεῖνοι ἐπιθυμοῦσιν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄνευ ἀναβολῆς συζητηθῇ, καὶ ἀπορριφθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς.
§143ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δύο λέξεις, κύριε Πρόεδρε...
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω περὶ τούτου τὴν Βουλήν, διότι ὡμιλήσατε πολλάκις ἐπὶ τοῦ θέματος.
§145Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Βουλευτής.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§147ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, προκειμένου περὶ ὑπηρεσιῶν, αἵτινες προσφέρονται εἰς τὴν πατρίδα διὰ νομοσχεδίου, ὁποῖον τὸ προκείμενον, θὰ προετίμων νὰ ἐγκατέλειπε τὴν ἐν τῇ αἰθούσῃ ἕδραν αὑτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἣν ἄλλοτε συνήθως ἐγκατέλειπεν, ὅπως ἀναπαύηται ἀπὸ τῶν πολλῶν κόπων, διότι συνήθως ἐβαρύνετο τὰς συνεδριάσεις...
§148Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠκολούθησα ὅμως ποτὲ τὸ παράδειγμά σας ἐπὶ τῶν ἐνστάσεων.
§149ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. Δὲν ἐνθυμεῖται πρὸς ἄλλοις καὶ τὰς ἀτελευτήτους ὁλονυκτίας, εἰς ἃς ἐκράτει τὴν Βουλήν, ὅτε ἠγόρευεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐτοκινήτων ἁμαξῶν, καὶ ἔρχεται νὰ ψέξῃ ἐμὲ νῦν, διότι θέλων νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητῶ ἀναβολὴν, καὶ ἀποδίδει τὴν αἴτησίν μου εἰς μόνην πρόθεσιν ματαιώσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἕτερον πταῖσμα, ὅπερ μοὶ προσῆψεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, γνωρίζει καλῶς, ὅτι καθ’ ἁπάσας τῆς παρελθούσης Συνόδου τὰς συνεδριάσεις οὐδέποτε μέχρι πρωΐας ἐγκατέλιπον τὴν ἕδραν μου, μόνον δ’ ἀπὸ τῆς συνεδριάσεως, καθ’ ἣν συνεπτύχθη τὸ περίφημον νομοσχέδιον τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἀπὸ 168 ἄρθρων εἰς 8, μόνον τότε ἔλειψα τὴν πρωΐαν, ὅτε μὲ ἀντεπροσώπευσεν ὑπερεπαρκῶς ὁ φίλος βουλευτὴς κ. Γ. Ἀναστασόπουλος, ὅστις καὶ ἐπετέλεσε τὸ κατόρθωμα τοῦτο τῆς συμπτύξεως. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς γνωρίζει, ὅτι ἀπὸ τῆς Συνόδου ταύτης, ἐκτὸς ὀλίγων ἡμερῶν, καθ’ ἃς ἠσθένουν, δὲν ἔλειψα καμμίαν ἡμέραν, καμμίαν ὥραν, καὶ γνωρίζει ὅτι οὐδεμίαν ἔνστασιν οὔτε ἐγὼ οὔτε κανεὶς ἐξ ἐκείνων, μεθ’ ὧν ἰδίως συνδέομαι, ὑπέβαλεν, ὄχι διότι θὰ ἦτό τι κακὸν ἡ ὑποβολὴ, ἀλλὰ διότι δὲν ἐνομίσαμεν ὅτι εἴχομεν ἀνάγκην τοιαύτης ἐνστάσεως. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς γνωρίζει, ὅτι οὐδέποτε ἐτήρησα τοιαύτην πορείαν, καὶ οὐδέποτε ὑπῆρξεν ἀνάγκη νὰ τηρήσῃ τις ἡμῶν τοιαύτην πορείαν, γνωρίζει δὲ καὶ ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν, καθ’ ἣν πρὸ μικροῦ εἶπεν, ὅτι ἐξῆλθον τῆς συνεδριάσεως, ἐμείναμεν καὶ κατεψηφίσαμεν τὸ ὀλέθριον αὐτοῦ νομοσχέδιον. Γνωρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι, ὅτε ὑποβάλλονται εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια τοιαῦτα, ὁποῖα τὸ προκείμενον, δὲν κρίνεται ἡ πολιτεία τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διὰ τοῦ συνήθους κανόνος, διότι τὰ τοιαῦτα νομοσχέδια εἶναι ἀφετηρία σφετερισμοῦ δικαιωμάτων, ὃν Κυβερνήσεις ὑπόδουλοι ζητοῦσι...
§150ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ). Κύριε Πρόεδρε!...
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν ἀγορεύοντα). Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλῆτε περὶ τῶν Κυβερνήσεων τῆς πατρίδος σας μὲ τοιαύτην γλῶσσαν.
§152ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ ἐκλέξω ἄλλην λέξιν, ἀλλὰ τὴν λέξιν ταύτην μετεχειρίσθη ὁ Γλάδστων· ἐγὼ ἀντέγραψα αὐτὴν, δὲν εἶμαι ὁ πατὴρ αὐτῆς, καὶ τὴν ἐγκαταλείπω, διότι ἀνήκει εἰς στόμα μεγαλείτερον... Λοιπὸν, Κυβερνήσεις ὄχι πολὺ ἐλεύθεραι ζητοῦσι νὰ καθιερώσωσιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς γνωρίζει, ὅτι δὲν κρίνονται διὰ τοῦ κοινοῦ μέτρου αἱ πράξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, προκειμένου περὶ τοιούτων νομοσχεδίων, γνωρίζει δὲ, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἔθνος, ἐν ᾧ, ὅτε τοιοῦτοι κίνδυνοι ἐνεφανίσθησαν, δὲν εὑρέθησαν πολιτευόμενοι τηρήσαντες στάσιν παρατείνουσαν τὰ ζητήματα. Ἐγὼ γνωρίζω μάλιστα, ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἐνθυμεῖται καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι, ὅτε παρεσκευάζετο ἐν Ῥώμῃ ὁ σφετερισμὸς τῆς ἀρχῆς τῆς δημοκρατικῆς ὑπὸ τοῦ Καίσαρος, ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἠγωνίζοντο πολλοὶ, ὅπως ἀνακόψωσι τὸ κακὸν, μεταξὺ δὲ τῶν ἀγωνιζομένων εἷς τῶν μεγαλειτέρων ἀνδρῶν τῆς Ῥώμης, ὁ Κάτων, ἐκαυχᾶτο ὅτι κατηνάλωσεν ὁλόκληρον ἡμέραν, μὴ ἐπιτρέψας νὰ ψηφισθῇ ἐν τῇ ἀγορᾷ πρότασίς τις, ἥτις ὑπεβάλλετο τότε πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν, καὶ ὅτε ἐπανειλημμένως ἀπεβλήθη ἀπὸ τοῦ περιβόλου τῆς ἀγορᾶς ὑπὸ τοῦ κλητῆρος, ὅστις τότε, κατὰ προσταγὴν τοῦ προϊσταμένου τῆς συναθροίσεως, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἀποβάλλῃ τοὺς βουλευομένους θορυβοῦντας, ὡς σήμερον ἐν ἄλλοις Κοινοβουλίοις γίνεται, ἐπανῆλθε δὶς καὶ τρὶς, προσπαθῶν νὰ ματαιώσῃ ἐκεῖνα, ἅτινα κατὰ πεποίθησιν ἔκρινε, καὶ ἦσαν, ἐπίβουλα κατὰ τῶν θεσμῶν τῆς πατρίδος του. Ὅτε τοιαῦτα νομοσχέδια εἰσάγονται εἰς τὰς Βουλὰς, δὲν πρέπει νὰ ἀπορῶσιν αἱ Κυβερνήσεις, ὅτι εὑρίσκουσιν ἀντιστάσεις, ἐγὼ δὲ, ἂν ἦτο δυνατὸν ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει νὰ κυβερνῶ καὶ ψῆφον ἄλλην, ἐκτὸς τῆς ἐμῆς, δὲν ἤθελον διστάσει, ἀφοῦ ἤθελον καταβάλει πάντα ἀγῶνα πρὸς ἀποτροπὴν τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἤθελον διστάσει βεβαίως νὰ δηλώσω, ὅτι ἐξέρχομαι τοῦ Βουλευτηρίου, ὄχι ὑποβάλλων ἔνστασιν ἐλλείψεως ἀπαρτίας, ἀλλ’ ἀποχωρῶν καὶ ἀφίνων τοὺς θέλοντας νὰ ψηφίσωσι τὸ νομοσχέδιον νὰ ψηφίσωσιν αὐτό. Βεβαίως ἔξοδος ἑνὸς Βουλευτοῦ δὲν ἔχει σημασίαν, ἀλλ’ ἡ ἔξοδος Ἀντιπολιτεύσεως ὁλοκλήρου, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ συμμερίζηται τὴν γνώμην μου ταύτην, βεβαίως ἤθελε φέρει συνετισμὸν εἰς ἐκείνους, οἵτινες θέλουσι νὰ ψηφίζωνται τοιαῦτα νομοσχέδια. Ταῦτα ὡς ἐκ τοῦ ζητήματος, ὅπερ ἤγειρεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις εἶναι φυσικὸν νὰ μὴ προσέχῃ εἰς ἐμὲ,—καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ προσέχῃ.—Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσέχῃ βεβαίως εἰς ἄνδρα, περὶ οὗ γνωρίζει, ὅτι εἶναι,—πῶς ἔλεγεν ἄλλοτε ὁ κ. ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργός; — ὅτι εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες δὲν μεταβάλλουσιν εὐκόλως γνώμας· ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως φράσιν ἰδιαιτέραν, ἣν μετὰ τῆς ἰδιαζούσης αὐτῷ χαριτολογίας καὶ εὐπρεπείας ῥίπτει ἑκάστοτε ἐπὶ τῆς κεφαλῆς παντὸς ἀντιφρονοῦντος. Βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προσέξῃ εἰς ἐμὲ, διότι ἐγνώριζεν ὅτι, ἂν εἰς ἐμὲ προσεῖχε, ἤθελεν ἀντιληφθῆ ἄλλως ταῦτα, περὶ ὧν οὕτω σήμερον ἀντιλαμβάνεται· μὲ βλέπει καὶ ἀντιπαρέρχεται, διότι ἔχει ἀνάγκην νὰ προσέξῃ εἰς ἄλλους, ἔχει ἀνάγκην νὰ διευκολύνῃ δυσχερείας,—καὶ εἴδομεν πῶς τὰς διευκολύνει.—Δὲν ἦτο βεβαίως ἀνάγκη, καὶ εἶμαι εὐτυχὴς, ὅτι δὲν προσέσχεν εἰς ἐμέ. Ἀρκεῖ ὅτι προσέχει εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ σκοποῦ, ὃν ἐπιδιώκει. Μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ ἱκανὰ ἔτη εὑρέθημεν εἰς τὰς αὐτὰς τάξεις, καὶ ἐπίστευον ὅτι ἦτο ἀληθῶς προσηλωμένος εἰς τὰς αὐτὰς ἀρχάς· ἐπίστευον τοῦτο, καὶ ἤμην λίαν εὐτυχὴς, ὅτι τὸ ἐπίστευον, διότι εἶχον ἰδιαιτέραν συμπάθειαν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν.
§153Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπίσης.
§154ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εὐχαριστῶ... καὶ ἐνόμιζον ὅτι ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἔχοντος τοιαύτας ἀρχὰς, ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν συνεργάτην ἀληθῆ, ἄξιον νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸν ἀγῶνα, ὃν, ὑπὸ ἄλλον, διεξηγάγομεν ἐπί τινα χρόνον ὁμοῦ. Ἀλλ’ ὅτε ἐξέλιπεν ὁ ἀντιπροσωπεύων τὰς ἀρχὰς καὶ κατασκεδάζων αὐτὰς ἐπὶ τοῦ κόμματος, τότε ἐφάνη πόσον κατείχετο ὑπὸ δισταγμῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ὅτε ἔτι τὰς ἀρχὰς ἐκείνας ἐφαίνετο ὅτι ἐπρέσβευε,—μετὰ δισταγμῶν βεβαίως,—καὶ οἱ δισταγμοὶ οὗτοι ἀπέληξαν σὺν τῷ χρόνῳ εἰς τὸ νὰ μεταβάλῃ γνώμας ὁ κ. Πρωθυπουργός. Δὲν μετέβαλε μόνον τὰς γνώμας ὅτε ἐπῆλθεν ὁ θάνατος, μετέβαλε τὰς γνώμας, καίτοι ἐφεκτικώτερον, πρὶν ἢ ἐπέλθῃ ὁ θάνατος.
§155Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔμεινα πιστότατος καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπῆλθεν ὁ θάνατος, χωρὶς ποτὲ νὰ δυσφορῶ, ἂν δὲν κατέλαβον χαρτοφυλάκιον.
§156ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐνθυμοῦνται πάντες, ὅσοι ἐπολιτεύοντο κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον, ὅτε 16 μέλη, ἀντεπροσώπευον ἐνταῦθα τὸ κόμμα, οὗ τὴν ἀρχὴν ἐγκατέλιπεν ὁ ἀπελθὼν, ἐνθυμοῦνται τί συνεζητεῖτο ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ αἰθούσῃ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Μαντινείας, ὅπου συνήρχοντό τινες τῶν 16, καὶ ἐνθυμοῦνται ὅτι ἐκεῖ ἐξεφέρετο ἡ γνώμη, ὅτι ἦτο καιρὸς νὰ περιορισθῶσι τὰ κοινοβουλευτικὰ δικαιώματα καὶ νὰ ἐπεκταθῶσιν ἄλλα δικαιώματα· ἐνθυμεῖται δὲ κάλλιστα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν,—διότι ἦλθεν ἐνταῦθα ὁ λόγος,—ὅτι ἀνέγνωσε καὶ αὐτὸς τὴν μόνην ἐπιστολὴν, ἥτις ἦλθεν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὁμιλοῦσα περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Ἑλλάδος, τὴν μόνην ἐπιστολὴν τοῦ ἡμετέρου ἀρχηγοῦ, ἥτις ἐπραγματεύθη περὶ τῶν πραγμάτων τῶν πολιτικῶν τῆς Ἑλλάδος, (μία ἦτο καὶ μόνη, δὲν ὑπῆρξεν ἄλλη) ἐν ᾗ πρὸς τὸν ἀνακοινώσαντα εἰς αὐτὸν τὰ ἐν ταῖς συνεδριάσεσιν ἐκείναις λεχθέντα ἀπήντησε τὰ ὀλίγα ταῦτα, αὐτολεξεί: «Ἐλπίζω ὅτι οἱ φίλοι μου δὲν συμμερίζονται τὰς ἀποτροπαίους ταύτας ἰδέας». (Εὖγε!).
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Θ. Π. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§158Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα ἀγορεύσω ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ νομοσχεδίου· ἐπιφυλάσσομαι νὰ τὸ πράξω, ἀφοῦ ὁδηγηθῶ προηγουμένως ἐκ τῆς ἐκβάσεως τῆς συζητήσεως ταύτης, ἥτις παρεμπιπτόντως προεκλήθη. Δὲν λαμβάνω δὲ ὡσαύτως τὸν λόγον, ἵνα ἀναμιχθῶ εἰς ἀμοιβαίας παραστάσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἀπηύθυναν πρὸς ἀλλήλους, διότι αὗται ὀξύνουσι τὴν συζήτησιν, ἐπιθυμῶ δὲ νὰ ἀποσοβήσω πᾶσαν ὀξύτητα ἐκ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἀφοῦ τοῦτο συνδέεται ἀοράτως μετὰ προσώπου, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλεται εὐλάβεια. Καὶ ἀληθῶς ὑπέλαβον, ὅτι ἦλθεν ἡ στιγμὴ, καθ’ ἣν ἐδυνάμεθα ἠπιώτερον καὶ ἠρεμώτερον νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· διότι, ἂν τὰ προταθέντα ἐλαττώματα τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ἀντισυνταγματικὸν καὶ ἡ ἐπιφαινομένη ὑπονόμευσις τῆς ἁρμοδιότητος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἂν ταῦτα ἤθελον ἀρθῆ διὰ συνεννοήσεως μεταξὺ ἡμῶν, ἂν ἤροντο αἱ παραστάσεις αἱ γενόμεναι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἔμενεν εἰς ἡμᾶς πλέον, εἰμὴ νὰ συζητήσωμεν τὸ χρήσιμον καὶ λυσιτελὲς, ἢ τὸ μὴ χρήσιμον καὶ ἐπιζήμιον αὐτοῦ. Συζητήσεις δὲ περὶ χρησιμότητος καὶ λυσιτελείας τοῦ νομοσχεδίου, ἢ περὶ μὴ χρησιμότητος καὶ περὶ τοῦ ἐπιζημίου αὐτοῦ, εἶναι συζητήσεις, αἵτινες ἐπεθύμουν νὰ γένωνται μετὰ πάσης εἰλικρινείας, ἄνευ ὀξύτητος, ἄνευ φαρμακεύσεως τῶν συζητήσεων. Ἀληθῶς τί ἐλέχθη κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου; Ἐλέχθη ὅτι δικαιώματα καὶ ἐργασίαι, τὰς ὁποίας οἱ νόμοι ἀνέθηκαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν, αὐτὰ τὰ δικαιώματα καὶ αἱ ἐργασίαι ἀφαιροῦνται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν καὶ ἀνατίθενται εἰς τὸν ἀντιστράτηγον. Ἀλλὰ τοῦτο παρέστησαν, ὅτι εἶναι ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, διότι τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπιτρέπει, ἐργασίαι ἀνήκουσαι εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ ἀνατίθηνται εἰς Βασιλόπαιδας, καὶ εἰς αὐτὸν τὸν Διάδοχον. Διότι, ὅτε τὸ Σύνταγμα ἀπηγόρευσεν, Ὑπουργὸς νὰ ἦναι μέλος τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἀξιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῶν ἔργων τοῦ Ὑπουργοῦ. Καὶ ὅτε τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπέτρεψε νὰ ἀνατεθῶσι τὰ ἔργα τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς Βασιλόπαιδα, νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον περιέλαβε διάταξιν τοιαύτην, νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ἀνατίθενται πάντα τὰ ἔργα ἢ μέρος τῶν ἔργων τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς Βασιλόπαιδα, εὐλόγως παρεστάθη ὡς ἀντισυνταγματικόν. Ὁμολογῶ δὲ μετὰ πάσης εἰλικρινείας, ὅτι ἐπιθυμῶ νὰ ἐξαλειφθῇ ἀπὸ τοῦ νομοσχεδίου τὸ τοιοῦτον ἐλάττωμα, καὶ ἂν ἔτι οἱ Ὑπουργοὶ ἤθελον φρονεῖ, ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον ἐλάττωμα ἐν αὐτῷ, οἷον παρεστάθη. Διότι δὲν συμφέρει εἰς τὸ Κράτος νὰ μείνῃ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου δημιουργεῖται ἐξουσία προωρισμένη εἰς ἐκεῖνον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περιλαμβάνει διατάξεις, αἵτινες ἀντίκεινται εἰς τὸ Σύνταγμα. Τοιαύτη ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ λαοῦ πεποίθησις, ἔστω καὶ ἂν ἦναι ὑπόνοια, εἶναι σπέρμα, τὸ ὁποῖον θέλει ἀποφέρει ὀλεθρίους διὰ τὴν πατρίδα καρπούς. Διὰ τοῦτο ὅτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μοὶ εἶπε πρὸ μικροῦ ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι διὰ τῆς τροπολογίας, ἣν προέτεινε, δὲν ἀφηρεῖτο ἡ Ἐπιτελικὴ Ὑπηρεσία ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ διετηρεῖτο ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τὸ Διευθυντήριον τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας, ὡς ἔχει κατὰ τὸν ἰσχύοντα ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, καὶ ὅτι προετείνετο νὰ συσταθῇ καὶ παρὰ τῇ Γενικῇ Διοικήσει τοῦ στρατοῦ ἕτερον Ἐπιτελικὸν Γραφεῖον, εὐχαρίστως ἐδέχθην τὴν ἐξήγησιν, ὑπολαβὼν ὅτι ἤρθη ἓν τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ νομοσχεδίου. Δεύτερον ἐλάττωμα ἀπεδόθη εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ποῖον εἶναι αὐτό; Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐλέχθη περὶ τοῦ ἄρθρου 11. Τὸ ἄρθρον 11 εἶναι ἀσαφές· ἀναφέρει περὶ διατάγματος κυροῦντος στρατιωτικοὺς κανονισμούς. Ποῖον τὸ διάταγμα τοῦτο; Εἶναι διάταγμα νομοτελεστικόν; Ἢ εἶναι διάταγμα, τὸ ὁποῖον τὸ ἄρθρον 11 ἐντέλλεται εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐκδώσῃ, ἐνῷ εἶναι ὕλης νομοθετικῆς; Ἂν δὲ διὰ διατάγματος κανονίζωνται σχέσεις, δικαιώματα, ὑποχρεώσεις, αἵτινες δὲν ἐπιτρέπεται κατὰ τὸ Σύνταγμα νὰ κανονισθῶσιν, εἰμὴ διὰ νόμου, βεβαίως τὸ διάταγμα ἐκεῖνο εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἤρθη τὸ πρῶτον ἐλάττωμα, προσεδόκων ὅτι ἤθελε κατασταθῆ δυνατὸν νὰ ἀρθῇ καὶ τὸ δεύτερον ἐλάττωμα διὰ διασαφήσεως, ὅτε ἤθελεν ἀφαιρεθῆ πᾶσα ὀξύτης ἐκ τῆς συζητήσεως, ἤθελε δ’ ὑπολειφθῆ εἰς ἡμᾶς νὰ συζητήσωμεν ἠρέμα καὶ ἀδελφικῶς, ἂν τὸ νομοσχέδιον χρησιμεύει, ἂν συντελεῖ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἂν θέλει συντελέσει, ἵνα ἀποκτήσωμεν τέλος πάντων στρατὸν, ἢ ἂν πρόκειται ἁπλῶς νὰ δημιουργήσωμεν μίαν ἀρχὴν καὶ νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὴν ἀρχὴν ἐκείνην τὸ βάρος ὅλον τῆς ἐνδεχομένης ἀποτυχίας τοῦ νομοσχεδίου, νὰ συντελέσωμεν δ’ οὕτω, ἵνα παραχθῇ ἐν τῷ κοινῷ ἡ γνώμη, ὅτι, ἂν ὁ στρατὸς δὲν ἀποκατασταθῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ λάθος εἶναι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου κατεστάθησαν ἐπιμεληταὶ αὐτοῦ. Τοιοῦτον συμβεβηκὸς ἐνδιαφέρει ἐξ ἴσου καὶ ἡμᾶς καὶ ὑμᾶς· εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι ἤθελεν ἐπέλθει συνεννόησις, ὅπως τὸ νομοσχέδιον διαρρυθμισθῇ καὶ βελτιωθῇ οὕτως, ὥστε νὰ μὴ προκύψῃ ἐξ αὐτοῦ τοιαύτη ζωηρὰ ἀντίδρασις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν, ἀντίδρασις, ἡ ὁποία ὁπωσδήποτε ἤθελεν ἀφήσει ἀπήχησιν ὀλεθρίαν, μάλιστα ὅταν πρόκειται περὶ τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορᾷ. Ὅτε δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐζήτησε νὰ τυπωθῶσιν αἱ τροπολογίαι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νὰ μεταβῶμεν εἰς ἄλλο θέμα, νὰ ἀναβάλωμεν δὲ διὰ τὴν ἐπιοῦσαν τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, μοὶ ἐγεννήθη ἡ ἐλπὶς, ὅτι αἱ ὧραι, αἵτινες ἤθελον μεσολαβήσει μεταξὺ τῆς ἀναβολῆς καὶ τῆς ἐπαναλήψεως τῆς συζητήσεως, ἤθελον χρησιμεύσει εἰς πληρεστέραν καὶ εἰλικρινεστέραν συνεννόησιν μεταξὺ ἡμῶν καὶ αὐτῶν.
§159ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§160Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι, ἂν τὰ πράγματα διατηρηθῶσιν ὡς ἔχουσι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθυσυχάσῃ τὴν ἐμὴν συνείδησιν μόνη ἡ ψῆφος τῶν πλειόνων μελῶν τῆς Βουλῆς, οὐδὲ νὰ ὑπολάβω, ὅτι, ἀφοῦ ἡ πλειονοψηφία δὲν θεωρεῖ ἀντισυνταγματικὸν τὸ νομοσχέδιον, πρέπει νὰ πεισθῶ, ὅτι δὲν θέλει ἐπέλθει βλάβη εἰς τὰ κοινά. Ἐγὼ θέλω πάντως συνταχθῆ μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔκριναν ἀντισυνταγματικὸν τὸ νομοσχέδιον, διότι, καὶ ἂν ἡ συζήτησις ἁπλῆν κατέλειπεν ὑπόνοιαν, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀντισυνταγματικὴ διάταξις, ὤφειλον νὰ προτιμήσω πᾶσαν τροπολογίαν, ἥτις ἤθελον ἐξαλείψει τὴν ὑπόνοιαν, ἤθελε καταταστήσει δῆλον, ὅτι δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικὸν τὸ νομοσχέδιον, παρὰ νὰ στέρξω νὰ ὑπολείπωνται ἀκέραιοι οἱ δισταγμοὶ καὶ αἱ ὑπόνοιαι, αἱ ὁποῖαι βεβαίως θέλουσιν ἐγερθῆ τότε ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἴσως καὶ ἐν τῇ συνειδήσει ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὸ στράτευμα. Ἐὰν ὅμως ἤθελον ἀκουσθῆ αἱ παραστάσεις μου, ἂν ἤθελεν ἐκφρασθῆ καὶ ὑπὸ τῶν πλειόνων ἡ προθυμία νὰ ἐπέλθῃ τοιαύτη συνεννόησις, ὅπως ἀρθῶσι τὰ εἰρημένα ἐλαττώματα ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, τότε ἤθελον περιορισθῆ νὰ ἐξετάσω τὴν opportunité, τὴν χρησιμότητα, τὴν λυσιτέλειαν τοῦ νομοσχεδίου. Πάντα τὰ ἄλλα, τὰ λεχθέντα, νομίζω ὅτι κακῶς ἐλέχθησαν. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικρίνῃ τοὺς ἄλλους δι’ ὅ,τι πράττουσιν ἢ δι’ ὅ,τι δὲν πράττουσι· τὸ δικαίωμα τοῦτο ἔχουσι μόνον οἱ ἐκλογεῖς, ἐνώπιον τῶν ὁποίων θέλομεν παρασταθῆ, ὅταν ἤθελον οὗτοι κληθῆ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἵνα ἐκλέξωσιν ἐκ νέου τοὺς Βουλευτάς. Τὰ γραφόμενα ἐν ἐφημερίσιν, αἱ ὁποῖαι ἀναξίως φέρουσι τὸ ὄνομα τῆς ἐφημερίδος, καὶ τὰς ὁποίας ὁδηγεῖ ἡ φαυλότης, ὅσον καὶ ἂν γράφωνται ταῦτα πρὸς ἀποπλάνησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, πρὸς ἐπισκότισιν τῆς ἀληθείας, οὐδέποτε προεκάλεσαν ἐν ἐμοὶ ἄλλο αἴσθημα ἢ τὴν καταφρόνησιν. Ἀλλὰ ἐν τῇ Βουλῇ νὰ λέγηται, ὅτι κωλυσιεργοῦσιν ἐκεῖνοι, ἢ ὅτι κωλυσιεργοῦσιν οὗτοι, οἱ λέγοντες ταῦτά εἰσιν ἄφρονες, ἂν τοιαῦτα λέγωσι· διότι ἐπικρίνουσιν ἡμᾶς σήμερον, ὅτι δὲν στέργομεν νὰ μείνωμεν μέχρι τῆς πρωΐας ἐνταῦθα συζητοῦντες, μᾶς ἐπικρίνουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐν μέσῃ ἡμέρᾳ κατέλιπον τὰς θέσεις των ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀποχωρήσαντες οὐχὶ διὰ νὰ ἀποσοβήσωσι παράβασιν συνταγματικὴν, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ἀφήσωσι νὰ ψηφισθῇ πίστωσις εὐτελοῦς ποσοῦ, 8,000 δραχμῶν, ἥτις ἐπρόκειτο νὰ δαπανηθῇ ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Μεθάνων! (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἀκροατήρια, παρακαλῶ, νὰ κάθηνται σιωπηλά· οὔτε νὰ ἐπιδοκιμάζουν, οὔτε νὰ ἀποδοκιμάζουν. Διότι ἄλλως θὰ κενωθῶσιν.
§162ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐκτὸς ἐὰν πρόκειται νὰ χειροκροτήσωσι τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης (ἱλαρότης).
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ λέγετε αὐτὸ, διότι ἐγὼ δὲν ἔκαμα τὴν παρατήρησιν ταύτην τώρα πρῶτον· τὸ ἔχω ὡς ἀρχὴν αὐτό.
§164Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς γνωρίζομεν τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀπένειμεν εἰς ἡμᾶς, ὡς Βουλευτὰς, τὸ Σύνταγμα· φρονοῦμεν δὲ πεποιθότως, ὅτι μεταξὺ τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν εἶναι καὶ τὸ δικαίωμα νὰ προσπαθῶμεν νὰ μὴ ἀφίνωμεν νὰ ψηφίζωνται νόμοι ὀλέθριοι καὶ ἐπιβλαβεῖς εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα. Τῶν τοιούτων δικαιωμάτων ἐποιησάμεθα χρῆσιν κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς Συνόδου, καὶ ἐσώσαμεν τὸν δῆμον Ἀθηναίων καὶ τὸν δῆμον Πειραιῶς ἀπὸ βάρους 40 ἑκατομμυρίων, διὰ τῶν ὁποίων ἐζητεῖτε νὰ περιδέσητε τὸν τράχηλον τῶν πολιτῶν τῶν δύο εἰρημένων πόλεων. Τοιούτων δικαιωμάτων ἐνάσκησις ἔσωσε πολλὰ ἄλλα συμφέροντα τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω, ἵνα μὴ ὀξύνω τὰ πράγματα, ὠφείλετε δὲ νὰ ὁμολογῆτε ἡμῖν χάριτας, διότι ἐσώσαμεν ὑμᾶς ἀπὸ τῆς εὐθύνης, ἀντὶ νὰ παραπονῆσθε ὅτι κωλυσιεργοῦμεν. Ἀφοῦ δ’ ἔχομεν τὸ δικαίωμα τοῦτο, νὰ προσπαθῶμεν νὰ ἐμποδίζωμεν νὰ ψηφίζωνται νόμοι ἐπιβλαβεῖς εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα, ἡμεῖς θέλομεν πάντοτε τὸ πράττει, πρὸ παντὸς ὅταν πρόκειται περὶ ἀθετήσεως τοῦ Συντάγματος καὶ περὶ ὑπονομεύσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας διὰ νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα συνδέονται μετὰ προσώπων, πρὸς τὰ ὁποῖα πάντες εὐλαβῶς ἔχομεν. (Εὖγε! εὖγε! καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§165Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι ἐγὼ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀποκρούσω τὸ προκείμενον νομοσχέδιον οὐχὶ μόνον ὡς ἀντισυνταγματικὸν, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀντεθνικὸν ἅμα. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι, ὅπως διὰ μακρῶν ἀνέπτυξα τὸ πρῶτον θέμα τῆς ἀγορεύσεώς μου, τοιουτοτρόπως ἐπίσης διὰ μακρῶν καὶ ἐν τῷ μέτρῳ τῶν ἀσθενῶν μου δυνάμεων ἀνέπτυξα καὶ τὸ δεύτερον μέρος αὐτῆς. Εἶπον, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἀναιρεῖ θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον κλονίζει τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, διότι κλονίζει τὴν πεποίθησιν τοῦ ἔθνους ἐπὶ τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα τὸν Διάδοχον, τὸν μέλλοντα Βασιλέα. Ἐὰν οἱ Κύριοι, οἱ ἐπίσης, ὡς ἐγὼ, ἀποκρούοντες τὸ νομοσχέδιον, συγκατέβαινον καὶ ἐδέχοντο νὰ συζητήσωσι τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ,—ὅπερ ἐγὼ τοὐλάχιστον ποτὲ βεβαίως δὲν ἐφαντάσθην, — ἐγὼ δὲν ἤθελον ἀναμιχθῆ εἰς τὰ τοιαῦτα, ἤθελον περιορισθῆ ἁπλῶς καὶ μόνον ἐν μιᾷ τῶν διατάξεων αὐτοῦ, ἐν ἐκείνῃ, ἥτις ἀνατίθησι τὴν διοίκησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἰς τὴν Α. Β. Ὑψ. τὸν Διάδοχον. Περὶ τῶν λεπτομερειῶν οὐδαμῶς ἤθελον σκεφθῆ. Ἐνθυμεῖσθε ἐπίσης, ὅτι, ὅτε ὁ ἐξ Ἀττικῆς συμπολίτης μου προέβαλε τὴν πρότασιν περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ἐγὼ ἠγέρθην καὶ ἀπέκρουσα τὴν πρότασιν ἐκείνην, διότι ἡ πεποίθησίς μου εἶναι,—καὶ ζητῶ συγγνώμην, ἐὰν αὕτη δὲν εἶναι ἀσπαστὴ παρὰ τῆς Βουλῆς,—ὅτι εἶναι ἀνάξιον τῆς Βουλῆς νὰ συζητῇ τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἄξιον αὐτῆς τοὐναντίον ἤθελεν εἶσθαι νὰ συζητήσῃ τὴν ἀρχὴν καὶ τὸν σκοπὸν καὶ τὴν ἀφορμὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἥτις οὐδὲν ἄλλο ἐστὶν, εἰμὴ ἡ ἀνάθεσις τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἰς τὴν Α. Β. Ὑψ. τὸν Διάδοχον. Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, Συνέλευσίν τινα Συντακτικὴν ἔθνους τινὸς, ἐν ᾗ, ὅτε ἐκομίσθη ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν Βασιλικόν τι Διάγγελμα αὔθαδες, γηραλέος τις ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους ἔλαβεν αὐτὸ εἰς χεῖρας, καὶ ἀναβὰς ἐπὶ τὸ βῆμα τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης, ἀφοῦ δι’ ὀλίγων λέξεων ἐκαυτηρίασε τὸ Βασιλικὸν ἐκεῖνο Διάγγελμα, ὅπερ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐκράτει εἰς τὰς χεῖρας,—χεῖρας γηραλέας μὲν, ἀλλὰ καὶ νευρώδεις,—ἔρριψεν αὐτὸ ἀπὸ τοῦ βήματος κατὰ τῶν κομισάντων αὐτὸ, καὶ εἶπεν, ὅτι ἡ Συνέλευσις ὤφειλε νὰ χαρακτηρίσῃ αὐτὸ ὡς χάρτην ἄγραφον. Τοιαύτης ὑποδοχῆς νομίζω, ὅτι ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων νὰ κρίνῃ ἄξιον καὶ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καὶ οὐχὶ νὰ καταγίνηται συζητοῦσα τὰς λεπτομερείας, διότι περὶ τούτων βεβαίως, εἰλικρινῶς ὁμιλοῦντες, ὀφείλομεν νὰ δηλώσωμεν, ὅτι δὲν πρόκειται. Οὐδεμία τροπολογία ἐν ταῖς λεπτομερείαις, οὐδεμία μεταβολὴ τῶν ἄρθρων, τῶν λέξεων, ἢ τῶν περιόδων αὐτῶν, οὐδεμία μεταβολὴ μικρὰ καὶ ταπεινὴ, οὐδεμία μεγάλη ἢ μικρά τις ὑποχώρησις ἐντεῦθεν ἢ ἐκεῖθεν, εἰσὶν ἱκαναὶ νὰ προσδώσωσι ζωὴν καὶ ψυχὴν καὶ πεποίθησιν εἰς τὴν Βουλὴν, εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, γιγνομένου νόμου τοῦ Κράτους, προστατεύονται τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, προστατεύονται τὰ συμφέροντα τῆς Βασιλικῆς Δυναστείας. Διαφέρει, ἐὰν ἄλλοι ζητοῦσιν ἀφορμὰς, ζητοῦσι τρόπους καὶ προφάσεις, ἵνα καταψηφίσωσι τὸ νομοσχέδιον διὰ μικράς τινας δῆθεν διαφωνίας ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ. Ἀλλὰ πέποιθα, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἀκούων μετὰ προσοχῆς καὶ ἀτενίζων μὲ ἄγρυπνον ὄμμα τὰ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ γινόμενα, καὶ κατανοεῖ καὶ ἐπίσταται, τίς ἐστὶν ἡ ἀληθὴς ἐξέτασις τοῦ ζητήματος, καὶ ὁποία ὀφείλει νὰ ἦναι αὕτη. Ἀλλὰ περὶ τούτων θέλει δικάσει ἡ Ἱστορία τοῦ ἔθνους. Ἐκηρύχθην λοιπὸν κατὰ τῆς παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ἐκ τῶν ἰδεῶν τούτων ὁρμώμενος. Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, ὑπάρχωσιν ἄτομα, ἢ ὁμάδες, ἀδιάφορον, οἵτινες ἐπιθυμοῦσιν ἐπὶ τέλους νὰ συζητήσωσιν ἐν ταῖς λεπτομερείαις, ὅταν δὲν ἦναι διατεθειμένη ἡ Βουλὴ νὰ πολεμήσῃ τὸ νομοσχέδιον στῆθος πρὸς στῆθος, καὶ νὰ θεωρήσῃ αὐτὸ ὡς ἐθεώρει τὸ Διάγγελμα ἐκεῖνο ὁ πρεσβύτης ἐκεῖνος ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, τίς δύναται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν Κανονισμῶν καὶ τῶν κειμένων νόμων νὰ ἰσχυρισθῇ καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι εἶναι φιλελεύθερον, ὅτι εἶναι συνταγματικὸν, ὅτι εἶναι κοινοβουλευτικὸν, νὰ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἴτε ἐν τῷ συνόλῳ, εἴτε ἐν τοῖς προσώποις τοῖς ἀποτελοῦσιν αὐτὴν, τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ἀξίωσιν νὰ συζητήσῃ πεφωτισμένως τὰς λεπτομερείας, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὰς τροπολογίας, ἃς πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀνήγγειλε; Διὰ τοῦτο ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ὅστις παντάπασι δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ συζητήσω περὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω, ὅτι καθῆκον ὅμως ἔχω διὰ τῆς ἀσθενοῦς μου ψήφου καὶ διὰ τῆς ἀσθενοῦς μου φωνῆς νὰ ὑπερασπίσω τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες διὰ τοῦτον ἢ διὰ τὸν ἄλλον λόγον, ἀδιάφορον,—καὶ δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τώρα ταῦτα,—ζητοῦσι νὰ συζητήσωσιν ἐπὶ τέλους περὶ τῶν λεπτομερειῶν. Εἶπον, ὅτι, ἐὰν ἡ φωνή μου καὶ τὸ κῦρος τὸ ἐμὸν ἦσαν τοσοῦτον ἰσχυρὰ, ὥστε νὰ διευθύνωσιν ἢ νὰ ἀφαρπάσωσι τοὐλάχιστον τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἤθελον εἴπει καὶ συμβουλεύσει αὐτήν: «Ἄπεχε ἀπὸ τοιούτων λεπτομερειῶν, διότι, ἂν οὐχὶ ἄλλο, δεικνύεσθε καὶ ἀφελεῖς. Ἄπεχε ἀπὸ τοιούτων λεπτομερειῶν, ἄπεχε ἀπὸ τοιούτων συγκαταβάσεων. Θὲς τὸν δάκτυλον ἐπὶ τῆς πληγῆς, εἰπὲ τέλος πάντων μίαν φορὰν μετὰ θάρρους τὴν ἀλήθειαν». Καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι αὕτη: οὐδὲ περὶ τῶν λεπτομερειῶν πρόκειται, οὐδὲ περὶ τῶν τροπολογιῶν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, οὐδὲ περὶ τῶν ἐπιτελικῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἀρχηγοῦ, οὐδὲ περὶ τοιούτων τινῶν δευτερευόντων ζητημάτων. Ταῦτα οὐδενὸς λόγου εἰσὶν ἄξια, παραβαλλόμενα πρὸς τὸ μέγα συνταγματικὸν ζήτημα, πρὸς τὸ μέγα ἐθνικὸν ζήτημα. Ποῖον δὲ εἶναι τὸ μέγα συνταγματικὸν ζήτημα; καὶ ποῖον εἶναι τὸ μέγα ἐθνικόν; Εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου, ὅτι οὐδὲ εἰς τὸ ἔθνος, οὐδὲ εἰς τὴν Βασιλικὴν Δυναστείαν ἐν συνόλῳ, οὔτε εἰς τὰ μέλη αὐτῆς κατὰ μέρος, συμφέρει νὰ ἀναμιγνύωνται εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, τοῦ τε κατὰ γῆν καὶ τοῦ κατὰ θάλασσαν. Καὶ καθῆκον ἔχουσι καὶ δικαίωμα ἔχουσι βεβαίως νὰ ἐνδιαφέρωνται περὶ τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἀλλὰ περὶ τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν πραγμάτων μὴ θιγομένων τῶν θεσμῶν, μὴ θιγομένων τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, μὴ ἐλαττουμένης τῆς αἴγλης, ὑφ’ ἧς τὰ ὑψηλὰ αὐτὰ πρόσωπα πρέπει ἀδιαλείπτως νὰ περιβάλλωνται. Ἀλλ’ ἵνα ταῦτα οὕτως ἔχωσι, πρέπει τὰ ὑψηλὰ ταῦτα πρόσωπα νὰ παραμένωσιν ἐν τῷ ἀδύτῳ τοῦ ναοῦ, ἐξ οὗ νὰ ἀκτινοβολῇ ἡ αἴγλη, πρέπει ν’ ἀποφασίσωσι νὰ ἀπέχωσι πάσης προστριβῆς πρὸς τοὺς διοικουμένους, ἵνα θεωρῶνται καὶ ὡς τι ἐξόχως ἰδανικὸν καὶ ἄσπιλον, καὶ ἵνα ἡ αἴγλη ἐκ τοῦ προσώπου αὐτῶν ἀντανακλᾷ ἐφ’ ἁπάσης τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Τὰ ὑψηλὰ ταῦτα πρόσωπα πρέπει νὰ θεωρῶνται ὡς ἱεροφάνται ἐν τῷ ναῷ, καὶ ἡ θέλησις ἡ μυστικὴ τῆς Βουλῆς καὶ ἡ θέλησις ἡ δεδηλωμένη τοῦ ἔθνους εἶναι νὰ περιορισθῶσιν οἱ Βασιλόπαιδες ἐκεῖ, ὅπου τὰ συμφέροντα αὐτῶν καὶ τὰ συμφέροντα τὰ ἐθνικὰ ἔταξαν καὶ προώρισαν αὐτούς.
§166Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρὸ μικροῦ, κύριοι Βουλευταὶ, ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον τροπολογίαι, καὶ ἐπ’ αὐτῶν καλούμεθα νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην, καὶ νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῶν, καὶ καλούμεθα νὰ σκεφθῶμεν, ἂν αἱ τροπολογίαι αὗται εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ἀνεκτὸν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ συνταγματικὸν, καὶ ἂν ἐπιβάλλεται τοιουτοτρόπως καὶ εἰς ἡμᾶς, τοὺς ἀντιφρονοῦντας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ δεχθῶμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ νὰ ὑπερψηφίσωμεν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν γνώμην, ἵνα δυνηθῶμεν τὴν γνώμην ἡμῶν ταύτην νὰ ἐξωτερικεύσωμεν, καὶ, ἂν αὕτη ἦναι ἀντίθετος πρὸς τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἔχωμεν τὴν ἐλπίδα ὅτι ἡ γνώμη ἡμῶν θὰ εἰσακουσθῇ, καὶ ἂν τὰ ἐπιχειρήματα ἡμῶν ἦναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ δύνανται νὰ πείσωσιν ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσιν ἀπόφασιν νὰ πεισθῶσι περὶ τοῦ ὀρθοῦ καὶ ν’ ἀποφασίσωσιν ἐν ἐπιγνώσει, κατὰ τρόπον συμφέροντα εἰς τὴν χώραν, δὲν μᾶς εἶναι ὁ χρόνος ἀρκετὸς πρὸς τοῦτο. Πῶς θέλετε νὰ συζητήσωμεν εὐθὺς ἀμέσως ἐπὶ νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου αἱ τροπολογίαι, αἱ παρουσιασθεῖσαι σήμερον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι ἄγνωστοι πρὸς ἡμᾶς; Καὶ ἂν ἡμεῖς ἐκφέρωμεν γνώμην ἐπὶ ἑνὸς ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἐτροποποίησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ ἡ γνώμη ἡμῶν αὕτη ἦναι σύμφωνος ἢ πλησιάζῃ πρὸς τὴν τροπολογίαν, θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐλέγξῃ ἡμᾶς καὶ νὰ ἀνατρέψῃ πάντα τὰ ἐπιχειρήματα ἡμῶν ἐφ’ ὅλων τῶν ἄλλων ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου, καὶ νὰ δείξῃ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πληροῖ τὰς συνθήκας, αἵτινες ἀπαιτοῦνται, ἵνα ἡ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ τῆς πατρίδος ἡμῶν ἀνατεθῇ εἰς τὴν Α. Ὑψηλότητα. Μήπως, Κύριοι, φρονοῦσιν οἱ κυβερνῶντες, ὅτι τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον εἶναι τοιοῦτον, ὥστε ἡ ἀνάπτυξις ἐκ μέρους τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) εἶναι δυνατὸν νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι κακῶς θέλει πράξει, ψηφίζουσα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ διὰ τοῦτο σπεύδουσιν ἐξ ὑφαρπαγῆς νὰ λάβωσιν αὐτὸ, καὶ νὰ τὸ καταστήσωσι νόμον τοῦ Κράτους; καὶ διὰ τοῦτο διὰ τῆς δημοσιογραφίας διεκήρυξαν ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα, ὅτι ἡ Βουλὴ διαλύεται; Διὰ ψυχολογικῆς λοιπὸν βίας ζητοῦσι νὰ λάβωσι τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου; Ἤθελον, Κύριοι, ἐννοήσει τὴν σπουδὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἔβλεπεν ἐκ μέρος ἡμῶν τάσιν πρὸς κωλυσιεργίαν... Μία φωνή. Ἆ μπά!
§167Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῖος τὸ εἶπεν; Ὅστις ὁμιλεῖ, πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ ἀκούηται καὶ ἡ φωνή του.
§168ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ.
§169Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς λυποῦμαι, καὶ σᾶς λυποῦμαι μόνον διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς εἴπω περισσότερα, διότι μεταξὺ ἡμῶν ὑπάρχει δεσμός τις, ὅστις μὲ συγκρατεῖ. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι πολὺ ταχέως θὰ ἐνθυμηθῆτε αὐτὰ, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον. Ἐὰν, λέγω, οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἔβλεπον ἐκ μέρους ἡμῶν πείσμονα συζήτησιν καὶ ἐπιμονὴν τοιαύτην, ὥστε διὰ παντοίων μέσων καὶ τρόπων νὰ καταστήσωμεν ἀδύνατον τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἤθελον δικαιολογήσει τὴν στάσιν αὐτῶν. Ἤθελον δικαιολογήσει τὴν στάσιν αὐτῶν, ἐὰν ἔβλεπον, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὁ χρόνος εἶναι τόσον ὀλίγος, ὥστε ἡ ἀναβολὴ ἤθελε παραλύσει τὴν ἐνέργειαν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν λειτουργίαν αὐτῆς. Ἐνθυμοῦμαι ἄλλοτε, ὅτι ὁ ἡγέτης τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ἀντέτασσε πείσμονα στάσιν ἀπέναντι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ἀλλ’ ὁ ἀγὼν ὑπῆρξε τότε σφοδρὸς, καὶ εὕρισκε ποιάν τινα δικαιολογίαν. Ἀλλὰ σήμερον καμμίαν δικαιολογίαν δὲν δύναται νὰ προτάξῃ ἡ Κυβέρνησις, εἰμὴ μόνον τὴν τυφλὴν ὑπακοὴν τῶν φίλων αὑτῆς. Ἤθελον ἐρωτήσει τοὺς κυρίους συναδέλφους τῆς ὑπουργικῆς πτέρυγος, διατὶ ἐπὶ τόσον λογικῆς προτάσεως, ἐπιβεβλημμένης ἐκ τῶν πραγμάτων, ὑποστηρίζουσι τὴν Κυβέρνησιν, μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ μᾶς ἀρνηθῶσι τὴν συζήτησιν τὴν ὑπὸ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος ἐπιβαλλομένην; Διατὶ δὲν μᾶς δίδουσι τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἐκφράσωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν περιεσκεμμένως καὶ καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν; Ποῖοι λόγοι ἆρά γε πείθουσι τοὺς κυρίους Βουλευτὰς τῆς ὑπουργικῆς πτέρυγος, ἵνα λάβωσι τοιαύτην στάσιν ἀπέναντι τῶν συναδέλφων αὐτῶν; Δὲν φρονοῦσιν, ὅτι θὰ λάβωσιν ἡμέραν τινὰ τὴν θέσιν ἡμῶν, καὶ ὅτι δύσκολος θὰ ἦναι ἡ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος, διότι ἡ τοιαύτη διεξαγωγὴ τῶν συζητήσεων δύναται νὰ δώσῃ ἔρεισμα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ἀνατρέψωσι τὸ καθεστώς; Δὲν νομίζουσιν, ὅτι διὰ τοιαύτης στάσεως αὑτῶν ὑποστηρίζουσιν ἐκείνους, οἵτινες διὰ τῆς δημοσιογραφίας καταγγέλλουσι τοὺς Βουλευτὰς, ὅτι ἐκτρέπονται τῆς ἀποστολῆς αὑτῶν χάριν ῥουσφετίων καὶ ὅτι παρακάθηνται καὶ ψηφίζουσι τὴν καρατόμησιν αὑτῶν ἕνεκα ῥουσφετίων, καὶ ὅτι ἡ τοιαύτη συμπεριφορὰ, ἡ τοιαύτη τακτικὴ αὑτῶν δίδει τὸ δικαίωμα εἰς πάντας νὰ σκεφθῶσιν, ὅτι τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ ἐπ’ ἀγαθῷ εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν. Καταγγελλόμεθα ἑκάστην πρωΐαν ὑπὸ τοῦ Τύπου, ὅτι κωλυσιεργοῦμεν καὶ ὅτι δὲν ἐπιτρέπομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προχωρήσῃ καὶ καταστήσῃ τὰ μέτρα αὑτῆς νόμους τοῦ Κράτους, καὶ εὐοδωθῇ οὕτω τὸ σκάφος τῆς Πολιτείας, ἐνῷ σήμερον, δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ἐπειδὴ ἤμην ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς συνεδριάσεως ἐδῶ, ἂν ἡ πτέρυξ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἦτο πεπληρωμένη, δὲν θὰ ἦσαν οὐδὲ 30 οἱ ἐκ τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος παρόντες Βουλευταὶ, καὶ ἂν ἤθελε γείνῃ ἔνστασις ἀπαρτίας καὶ ἤθελε ζητηθῆ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου, ἤθελε βεβαιωθῆ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Ἐρωτῶ λοιπὸν, κωλυσιεργοῦμεν ἡμεῖς; ἢ ὑβριζόμεθα καὶ συκοφαντούμεθα ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσι τὸ συμφέρον νὰ παραλύσωσι τὸν ἔλεγχον τὸν κοινοβουλευτικὸν τῆς Κυβερνήσεως, ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσι τὸ συμφέρον νὰ καταστήσωσι τὴν Βουλὴν βωβὴν, νὰ καταστήσωσιν αὐτὴν μηχανὴν, τὴν ὁποίαν νὰ στρέφῃ ἐκεῖνος, ὅστις θέλει νὰ στρέψῃ κατὰ τῆς Ἑλλάδος τὰ βέλη αὑτοῦ; Καὶ ἂν φθάσω εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἀναπτύξω τοὺς λόγους τούτους, καὶ θ’ ἀποδείξω εἰς ὑμᾶς, Κύριοι, ποῖον κακὸν θὰ προξενήσητε εἰς τὴν πατρίδα ὑμῶν, ἐὰν προβῆτε εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος, δὲν πρόκειται περὶ νομοσχεδίου ἁπλῆς φορολογίας, τὴν ὁποίαν δύναται ἡ διάδοχος Κυβέρνησις νὰ ἀνατρέψῃ καὶ μεταβάλῃ κατὰ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος. Πρόκειται νὰ δώσητε διοίκησιν εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Βασιλέως. Ἐὰν οὗτος, ἐκ διαφόρων λόγων, δὲν ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀποστολὴν αὑτοῦ, ἐρωτῶ, ποία Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ τὸ σθένος νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὸν Βασιλέα ψήφισμα τῆς Βουλῆς, θέτον ἐκποδὼν τὸν διοικητὴν τοῦ στρατοῦ; Ἦλθον εἰς τὴν ἐξουσίαν κατὰ τὸν πόλεμον μὲ πρόγραμμα νὰ ἀφαιρέσωσι τὴν ἀρχηγίαν ἀπὸ τὴν Α. Ὑψηλότητα, καὶ μόλις ὡρκίσθησαν ὡς Ὑπουργοί, δὲν ἐτόλμησαν οὐδὲ νὰ τὸ σκεφθῶσι. Καὶ ὅμως αὐτὸ ἐπηγγέλλοντο, καὶ ὅμως αὐτὸ τοὺς ἔφερεν εἰς τὴν ἀνωτάτην ἀρχήν. Ἰδοὺ ποῖον νομοσχέδιον πρόκειται νὰ ψηφίσητε ἀσυζητητεί, καθ’ ὃν τρόπον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιμένει νὰ τὸ συζητήσῃ! Εἶμαι ἀνίσχυρος καὶ δὲν δύναμαι ταύτην τὴν στιγμὴν τὰ αἰσθήματά μου καὶ τὰς σκέψεις μου νὰ τὰς καταστήσω τοιαύτας, ὥστε νὰ σᾶς παρεμποδίσω ἀπὸ τὸ βῆμα, εἰς τὸ ὁποῖον προάγεσθε, καὶ εἶμαι ἀνίσχυρος, διότι ὑπάρχει πτέρυξ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ἡ ὁποία ἀνατρέπει πᾶσάν μου τὴν ἐνέργειαν, καὶ δὲν δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ἐκ τῆς θέσεως ταύτης, ὅπως εἶπον ἄλλοτε εἰς πολὺ ἰσχυρότερον ἄνδρα, φέροντα ὄνομα, τοῦ ὁποίου τὸ κῦρος εἶναι ἀπρόσβλητον ἐν τῇ χώρᾳ, ὅτι δὲν θὰ προχωρήσῃ! Ἀλλ’ αὐτός, ὅστις σᾶς δίδει τὸ κῦρος, θὰ ἔχῃ τὴν κατάραν καὶ τοῦ πατρὸς αὑτοῦ καὶ τῶν μεταγενεστέρων γενεῶν, ὡς ἐκ τοῦ αἵματος, τὸ ὁποῖον θὰ χυθῇ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ!...
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι καλλίτερον μὲ μετριωτέρας ἐκφράσεις νὰ λέγητε τὰ πράγματα;
§171Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὴ μὲ διακόπτετε, διὰ νὰ μὴ λησμονήσω τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέλαβον εἰς τὴν Πολιτείαν, καὶ λαλήσω μὲ ἄλλην γλῶσσαν. Κύριοι, σεῖς, οἵτινες παρατάσσεσθε ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ, καί τινες ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης, δίδετε τὴν πεποίθησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι οὐδὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ ἐκ τῆς ἀναβολῆς. Αὐτὴ δὲ ἡ σκέψις μὲ φέρει εἰς τὸ ἐρώτημα: διατὶ τάχα τόσον πεισμόνως ἡ Κυβέρνησις ἀνθίσταται εἰς μιᾶς ἡμέρας ἀναβολήν; διατὶ δὲν μᾶς δίδει αὐτὸν τὸν ὀλίγον χρόνον, ἵνα μελετήσωμεν τὰς προβαλλομένας τροποποιήσεις καὶ σκεφθῶμεν ἐπ’ αὐτῶν;—διότι εἶναι ἐνδεχόμενον αὗται νὰ ἦναι χειρότεραι τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου.— Μὴ τάχα εἶναι ἀληθὲς τὸ διαδοθὲν ἀνὰ τὴν πόλιν, ὅτι προσκληθεὶς ὁ Πρωθυπουργὸς ἔλαβε τὴν ἐντολήν, ἢ νὰ τὸ ψηφίσῃ ἢ νὰ παραιτηθῇ;...
§172Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτό, νὰ ἦσθε βέβαιος, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθές.
§173Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἄν δὲν εἶναι ἀληθές,—καὶ τὸ εὔχομαι, μὰ τὸν Θεόν,— ἂν δὲν εἶναι ἀληθές, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀναβάλητε τὴν συζήτησιν, πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκείνου, ὅστις θὰ ἀναλάβῃ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ.
§174Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως, ἐὰν εἶχε τεθῇ οὕτω πως τὸ ζήτημα, θὰ εἶχον παραιτηθῆ ἤδη.
§175Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῖον δηλαδή;
§176Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν μοὶ ἔλεγον «ἢ πρέπει νὰ ψηφισθῇ, ἢ παραιτηθῆτε», θὰ ἔλεγον ὅτι παραιτοῦμαι. Νομίζω ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται μεγάλη σκέψις, ὅπως φθάσητε εἰς αὐτὸ τὸ συμπέρασμα.
§177Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἔχω γνώμην ἐπ’ αὐτῆς τῆς βεβαιώσεως, τὴν ὁποίαν δίδετε. Ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος, ἀφοῦ τὴν δίδετε, νὰ τὴν ἀποδεχθῶ.
§178Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐλπίζω.
§179Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλὰ ἠθέλετε μοὶ ἀποδείξῃ τὸ πρᾶγμα τοῦτο ὡς ἀληθές, ἐὰν ἐδέχεσθε τὴν ἀναβολὴν (ἱλαρότης).
§180Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὡς ἐπιχείρημα, εἶναι καλόν.
§181Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπεθύμουν, Κύριοι, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἦτο εὐλαβέστερος καὶ πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, ἡ ὁποία τὸν ἀκολουθεῖ, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι παρευρισκόμεθα ἐνταῦθα καὶ εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, καὶ νὰ ἔλεγεν εἰς ἡμᾶς τὸν κίνδυνον, ὁ ὁποῖος ἀπειλεῖ τὴν χώραν, καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου βιάζεται ἀπόψε, σώνει καὶ καλὰ, νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. Δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ βεβαίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι διεξήχθη ἡ πρώτη ἀνάγνωσις χωρὶς νὰ γείνῃ σπουδαία καὶ μακρὰ ἢ ἐπίμονος καὶ κωλυσιεργικὴ συζήτησις. Θέλει νὰ ἐνδυθῇ τὸν χιτῶνα τοῦ μακαρίτου Τρικούπη; Δὲν βλέπω τὸ ἀνάστημα (γέλωτες). Θὰ παρέλθῃ χρόνος πολὺς, θὰ μελετήσητε πολλὰ πράγματα, ἵνα λάβητε τὴν ἐπιστημονικὴν δύναμιν ἐκείνου, τὸ σθένος αὐτοῦ, καὶ τότε πιθανὸν νὰ ὑψωθῆτε μέχρις αὐτοῦ. Ἀλλὰ διὰ τοιούτων μιμήσεων, ὡς ἡ προκειμένη, δὲν καθίσταταί τις σοβαρὸς, οὐδὲ συντελεῖ εἰς τὸν σκοπὸν, εἰς τὸν ὁποῖον βαδίζει, οὐδὲ κρατεῖ εἰς τὸ ὕψος του τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον κατέχει, συντρίβει δὲ τὸ Κοινοβούλιον καὶ τὸ πολίτευμα, καὶ δίδει τὴν εὐκολίαν εἰς τοὺς ἐχθροὺς τῆς πατρίδος νὰ ψάλλωσι κατ’ αὐτοῦ ὅσα ἔψαλον, καὶ χείρονα ἀκόμη, καὶ νὰ διασαλεύσωσι τὴν πίστιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπ’ αὐτὸ, καὶ νὰ διευκολύνωσι τὴν ἀνατροπὴν αὐτοῦ. Ἐπιθυμεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ κρατήσω τὸ βῆμα ἐπὶ 15 ἡμέρας, διὰ νὰ μὴ ἴδῃ κανὲν ἐκ τῶν νομοσχεδίων του συζητούμενον; (γέλωτες). Βεβαίως τὸ διάβημα τοῦτο θὰ μὲ ταπεινώσῃ εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι ἡ δημοσιογραφία θὰ κατασυκοφαντήσῃ τὴν στάσιν μου. Ἀλλ’ ὅταν ἐκ τοῦ κόπου καταβληθῶ καὶ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐπέλθωσι τὰ δυσάρεστα ἀποτελέσματα αὐτοῦ, τότε, ἐλπίζω, ἡ ὑστεροφημία θὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε πρὸ ἐμοῦ ν’ ἀποκαλύπτωνται ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ μὲ ἐξυβρίσωσι...
§182Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ κανεὶς δὲν ταπεινοῦται, ὅταν ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του.
§183Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε, κανεὶς δὲν ταπεινοῦται, ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν του, ὅταν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παρακολουθοῦσι τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος τούτου, ἐκτιμῶσιν ἀληθῶς αὐτὸ, ὅταν εὑρίσκησθε εἰς Πολιτείαν, ἡ ὁποία δὲν ὑπερβάλλει τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμὸν καὶ δὲν κατασυκοφαντεῖ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀντιστρατεύονται εἰς τὰ σχέδια τῶν ἄλλων, ὅταν καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες διαχειρίζονται τὸν κάλαμον, καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες συζητοῦσιν ἐν ἐκκλησίαις, ἓν ἔχωσι πρὸ ὀφθαλμῶν, τὸ ἠθικὸν τῆς πατρίδος κῦρος, καὶ δὲν σπεύδωσι νὰ κλονίσωσι τὸ γόητρον παντὸς διαπράττοντος τὰ κοινὰ, διότι ἐν στιγμῇ δεδομένῃ θὰ εὕρῃ στήριγμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τὸ Κράτος θὰ στηριχθῇ. Καὶ τοῦτο ἔπαθε τὸ Ἑλληνικόν. Ἀπό τινος χρόνου κατεσυκοφαντήθησαν πάντες οἱ ἀνελθόντες εἰς τὰ ὕπατα τῆς Πολιτείας ἀξιώματα, πάντες δὲ οἱ δράσαντες ὁπωσδήποτε ἔχασαν τὴν αἴγλην αὑτῶν, καὶ διὰ τοῦτο σήμερον εὑρισκόμεθα εἰς τοιαύτην νάρκην πολιτειακήν· διὰ τοῦτο εἴδομεν, ὅτι ὑποβάλλονται τοιαῦτα νομοσχέδια, περὶ διοικήσεως στρατοῦ καὶ περὶ φορολογίας, μὴ φέροντα τοὺς ἐπιστημονικοὺς ὅρους, καὶ τὸ Ἑλληνικὸν δὲν συνταράσσεται, διότι τὴν πρωΐαν θὰ ἀκούσητε αὐτοὺς ἐκεῖ (δεικνύει τὸ θεωρεῖον τῶν δημοσιογράφων) νὰ σᾶς συκοφαντήσωσιν, ὅτι παρακωλύετε τὴν ἀγαθὴν διοίκησιν Κυβερνήσεως, ὅλα ἡ τοῦ ἐκ Κερκύρας συναδέλφου. Ὅταν τοιουτοτρόπως διεξάγωνται ὅλα τὰ ζητήματα καὶ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ, βεβαίως τὸ Κράτος τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ, καὶ φοβοῦμαι, πολὺ ταχέως. Ὅταν ἡμεῖς καταγινώμεθα νὰ συκοφαντῶμεν ἀλλήλους, ὅταν ἡμεῖς δὲν ἐπιτρέπωμεν τὴν συζήτησιν τοσοῦτον σπουδαίων νομοσχεδίων, ἐνῷ τὰ ἄλλα Κράτη καταγίνονται εἰς τὸ νὰ ἐξοπλίζωνται καὶ ὦσιν ἕτοιμα εἰς πᾶσαν στιγμήν, βεβαίως τὸ Κράτος τοῦτο προορισμὸν δὲν ἔχει, μέλλον δὲν ἔχει. Ὅτε ἔγκριτα μέλη τοῦ περιβόλου τούτου, μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν τροπολογιῶν τοῦ νομοσχεδίου, μέλη, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνώτερα πάσης ὑπονοίας περὶ παρακωλύσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἐζήτησαν τὴν ἀναβολὴν, καὶ αὕτη ἀποκρούεται τόσον σκαιῶς, ἐρωτῶ, τί ἐλπίζετε ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ταύτην, ἥτις ζητεῖ, ὅπως καὶ ἂν ἔχωσι τὰ νομοσχέδια αὐτῆς, νὰ τὰ καταστήσῃ νόμους τοῦ Κράτους; Πιστεύει εἰς τὸ ἀλάθητον αὐτῆς, ὡς ὁ Πάπας! Καὶ δὲν ἔχετε τάχα τὸ παράδειγμα τοῦ παρελθόντος; Νομοσχέδια ἐπίσης σοβαρὰ συνεζητήθησαν καὶ ἄλλοτε καὶ ἐψηφίσθησαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, καὶ τ’ ἀποτελέσματα ἦσαν τοσοῦτον δυσάρεστα, ὥστε αὐτοὶ οὗτοι οἱ πατέρες τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, δι’ ἐγκυκλίων περίπου ἑκατὸν πεντήκοντα, ἐκτὸς τοῦ θέματος, ἀλληλαναιρουμένων, ἐζήτησαν νὰ διορθώσωσιν αὐτὰ, γενόμενα νόμους, καὶ νὰ δώσωσι νὰ ἐννοηθῇ ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων ἡ ἔννοια τῶν νόμων αὐτῶν, καὶ ὁ τρόπος τῆς λειτουργίας αὐτῶν. Καὶ ἡ τοιαύτη ἀναστάτωσις ἐκ μέρους τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν τοιούτων νόμων δὲν εἶναι ἴσως εἷς τῶν λόγων τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως; Ἀλλὰ, τέλος πάντων, ἀφοῦ δὲν ἐννοεῖτε νὰ συζητῆτε τὰ νομοσχέδια, διατὶ δὲν φέρετε ἓν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ζητῆτε τὴν ἄδειαν, ἵνα διὰ διαταγμάτων ἐφαρμόσητε ὅλα τὰ σχέδια ὑμῶν, καὶ κλείσητε οὕτω τὸν περίβολον τοῦτον; Ἐρωτῶ ἐκείνους, οἵτινες μᾶς συκοφαντοῦσιν, ἔχομεν δικαίωμα, ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἀμυνθῶμεν ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα μᾶς παρέχει; Ὑπῆρξαν σοφοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν, πάντα τὰ νομοσχέδια νὰ συζητῶνται. Ὑπῆρξαν σοφοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἐκ τῆς συζητήσεως καὶ τοῦ ἐλέγχου ἡ Κυβέρνησις ἑδραιοῦται καὶ διευθύνει τὸ πηδάλιον τῆς Πολιτείας κατὰ τρόπον δυνάμενον νὰ φέρῃ τὸ σκάφος αὐτῆς εἰς λιμένα ἀσφαλῆ. Ἡ ἱστορία μαρτυρεῖ, ὅτι ἡ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐπιψήφισις τῶν νομοσχεδίων δὲν εἶχεν ἄλλο ἀποτέλεσμα ἢ τὴν καταστροφὴν τῶν Κρατῶν, ἐν οἷς ταῦτα ἐψηφίσθησαν. Μοὶ ἐπέρχεται ἡ ἐπιθυμία νὰ ζητήσω τὴν ἱστορίαν τοῦ Thiers, διὰ νὰ ἀναγνώσω πολλὰ παραδείγματα τῆς τοιαύτης λειτουργίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τῶν Κυβερνήσεων. Ἀφήσατε, κύριοι Ὑπουργοὶ, τὴν συζήτησιν ἐλευθέραν. Μὴ στενοχωρεῖτε τὸν ποταμὸν κατερχόμενον, δίδοντες εἰς αὐτὸν ἄλλην κοίτην, διότι θέλει πλημμυρήσει, καὶ δὲν ἠξεύρω ἂν δὲν θὰ παρασύρῃ καὶ ὑμᾶς εἰς τὴν πλημμύραν. Μὴ ὠθῆτε ἐκείνους, οἵτινες σκοπὸν ἔχουσι νὰ σώσωσι τὴν Βασιλικὴν Δυναστείαν ἀπὸ τοῦ μεγάλου κακοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον τὴν σύρετε, νὰ ἐκτραγῳδήσωσι πράγματα, τὰ ὁποῖα θὰ βλάψωσι τὴν πατρίδα ἡμῶν. Ἂν ἀγαπᾶτε τὴν πατρίδα, σταθῆτε, μὴ προχωρῆτε εἰς τὴν κατωφέρειαν! Δὲν ἔχετε τὸ κῦρος τοῦ Τρικούπη, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς σταματήσητε κατερχομένους. Μὴ καθιστᾶτε διὰ τῆς στάσεως ὑμῶν ἀδύνατον τὴν συνεργασίαν ἡμῶν. Δὲν ἐνεπνεύσατε ἀκόμη τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ τὸ κῦρος εἰς τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας· εἶσθε ἀρτισύστατοι. Καὶ ἂν αὐτὴν τὴν στιγμὴν κρατεῖτε καθηλωμένους εἰς τὰ ἑδώλια τοὺς φίλους ὑμῶν, δὲν θέλει παρέλθει μέγα χρονικὸν διάστημα, καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι κλονίζεσθε ἐκ βάθρων. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν σκέπτεσθε ὅλα αὐτὰ, δὲν νομίζετε ὅτι δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ μᾶς στερήσητε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου; δὲν νομίζετε ὅτι δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ μᾶς παρεμποδίσητε ἀπὸ τοῦ νὰ συζητήσωμεν νομοσχέδια τηλικαύτης σημασίας; Τί δυστυχία!... Τέλος πάντων δὲν θὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν ἀρχὴν ἡγήτορες τῶν Κυβερνήσεων, οἱ ὁποῖοι νὰ ἔχωσι σεβασμὸν εἰς ἑαυτοὺς, οἱ ὁποῖοι νὰ σέβωνται τοὺς νόμους τῆς πατρίδος αὑτῶν, οἱ ὁποῖοι νὰ σέβωνται τὸ πολίτευμα αὐτὸ τῆς πατρίδος μας, οἱ ὁποῖοι τέλος πάντων νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς εἶναι homme d’ Etat, καὶ ὅτι ὡς τοιοῦτος πρέπει νὰ σκέπτηται; Εἴμεθα ἐδῶ εἰς μονομαχίαν; ἤλθομεν ἐδῶ νὰ δείξωμεν τὴν ἀντοχὴν ἡμῶν καὶ νὰ γρονθοκοπήσωμεν ἀλλήλους; Ἤλθομεν ἐδῶ νὰ παλαίσωμεν μέσην πρὸς μέσην; Βεβαίως ὄχι. Ἤλθομεν ἐδῶ νὰ παλαίσωμεν μὲ τὴν λογικὴν καὶ τὴν ὀρθότητα τῶν πραγμάτων. Ἐρωτῶ, διατὶ τάχα αὐτὴ ἡ στάσις τῆς Κυβερνήσεως; διατὶ αὐτὴ ἡ πρόκλησις τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν; Διατὶ ἡ πλειονοψηφία τοσοῦτον σκαιῶς φέρεται πρὸς ἡμᾶς, καὶ μᾶς ἀπαγορεύει τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσωμεν νομοσχέδιον τοιοῦτον; Τί γίνεται τέλος πάντων εἰς τὴν Πολιτείαν, τὸ ὁποῖον δὲν ἠξεύρομεν ἡμεῖς; Δὲν εἴμεθα καὶ ἡμεῖς πολῖται Ἕλληνες; Δὲν ἀγαπῶμεν, ὡς ὑμεῖς, τὴν πατρίδα ἡμῶν; Πρόκειται νὰ χαθῇ ἡ Ἑλλάς; Εἰσῆλθεν ὁ Ἐτὲμ καὶ ἔφθασε μέχρι Θηβῶν, καὶ σπεύδετε νὰ θέσητε τὸν ἀρχηγὸν ἐπὶ κεφαλῆς, ἵνα ἀναπτυχθῶσι τὰ στρατεύματα καὶ σταματήσωσι τὸν ἐχθρὸν καὶ τὸν ἐκτοπίσωσιν ἐκ τοῦ πατρίου ἐδάφους; Διατὶ αὐτὴ ἡ σπουδὴ καὶ ἡ μουρμούρα; Διατὶ πνίγετε μέχρις ἀπελπισίας τὴν Ἀντιπολίτευσιν; Ἐὰν, Κύριοι, εἴχομεν ἐπὶ ἡμέρας συζητήσει τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν εἴχομεν κωλυσιεργήσει, ἐὰν ἀνερχόμενοι ἐδῶ ἐλέγομεν λόγους κενοὺς, ἵνα κρατήσωμεν ἐπὶ μακρότερον χρόνον τὴν συζήτησιν, θὰ ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τοιαύτη στάσις. Ἀπεξενώθημεν ἡμεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι; Δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν τῆς πατρίδος μας, περὶ τῶν τέκνων ἡμῶν, περὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ὑπὸ τὰς σημαίας; Δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ μεριμνήσωμεν καὶ νὰ ἴδωμεν, ἂν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ζητοῦσι νὰ ἐφαρμόσωσιν ἐπ’ αὐτῶν, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐξασφαλίζωσι τὴν ὕπαρξίν των; Δὲν ἔχομεν τέλος πάντων τοιοῦτον δικαίωμα; Ἡ ἰσχὺς τῶν ἀριθμῶν θὰ ἐπικρατήσῃ; Αὐτὴ ἡ κατάστασις εἶναι ἔκτροπος, Κύριοι, αὐτὴ ἡ κατάστασις εἶναι ἐπαναστατικὴ, αὐτὴ ἡ κατάστασις καὶ αὐτοὺς τοὺς μᾶλλον νομοταγεῖς ἐξεγείρει. Θὰ ἐπιμείνητε εἰς τὸ νὰ μᾶς στερήσητε τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ συζητήσωμεν περὶ ἡμῶν αὐτῶν; Πρόκειται περὶ ἐμοῦ, περὶ τῆς κεφαλῆς μου· θὰ μὲ δικάσητε χωρὶς νὰ μοὶ δώσητε τὸ δικαίωμα νὰ δείξω, πῶς δύναμαι νὰ σωθῶ; Δὲν ἔχω τοιοῦτον δικαίωμα; Ἀλλὰ τέλος πάντων καὶ εἰς τὸν δαίμονα ὁ Θεὸς ἐπέτρεψε νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτόν! Εἴμεθα προγεγραμμένοι οἱ στρατιωτικοὶ οἱ εὑρισκόμενοι ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ; Δὲν μᾶς δίδετε τὸ δικαίωμα νὰ ἴδωμεν, τί κατεργάζεσθε ὑπὲρ ἡμῶν ἢ καθ’ ἡμῶν; Πρέπει νὰ σιωπήσωμεν, καθήμενοι εἰς τὰ ἑδώλια ἐκεῖνα; Θὰ ἐπιμείνητε; Θὰ μᾶς σύρητε μέχρις αὐτῆς τῆς ἀπογνώσεως; Δὲν θὰ μᾶς δώσητε τὸ δικαίωμα νὰ σκεφθῶμεν; Δὲν θὰ μᾶς δώσητε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν; Θὰ μᾶς ἀρνηθῆτε, σεῖς, οἱ ὁποῖοι πάντες σχεδὸν ἔχετε μέλη εἰς τὸν στρατὸν, στενῶς συνδεόμενα μεθ’ ὑμῶν, θὰ μᾶς ἀρνηθῆτε, λέγω, τὸ δικαίωμα νὰ σκεφθῶμεν; Κύριοι, εἰς τὸ ὄνομα τῆς πατρίδος σᾶς ἐξορκίζω! Μὴ μᾶς ἀπελπίσητε! Ἀκούσατε τὴν κραυγήν μου αὐτὴν, καὶ σταματήσατε! Δὲν σᾶς ζητοῦμεν νὰ παραιτηθῆτε τοῦ νομοσχεδίου, δὲν σᾶς ζητοῦμεν νὰ τροποποιήσητε αὐτὸ κατὰ τὰς ἰδέας μας. Σᾶς ζητοῦμεν νὰ μᾶς ἀφήσητε νὰ τὸ διαβάσωμεν, σᾶς ζητοῦμεν νὰ μᾶς ἀφήσητε νὰ σχηματίσωμεν γνώμην ἐπ’ αὐτοῦ... Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, σκέψου. Δὲν εἶναι νομοθέτημα ἁπλοῦν. Παραλαμβάνει εἰς χεῖρας αὑτοῦ τὸν πέλεκυν θνητὸς, μέχρι τοῦ ὁποίου δὲν δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν, διότι δὲν ἰσχύουσι τὰ παράπονα ἡμῶν, δὲν δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν, ὅπως δυνάμεθα εἰς τοὺς συνεργάτας καὶ τοὺς κυρίους συναδέλφους. Δὲν δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν μέχρι τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, καὶ νὰ μᾶς ἀκούσῃ αὐτὸς, διὰ νὰ κρίνῃ αὐτὸς περὶ ἡμῶν. Ἐὰν φθάσωμέν ποτε καταπεπονημένοι, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦναι κάκιστον καὶ δι’ ἡμᾶς καὶ δι’ ἐκεῖνον... (Ὁ κ. Συνοδινὸς ψιθυρίζει). Ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω, τί εἶπεν ὁ κύριος Βουλευτής.
§184ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Εἶπον ὅτι ἴσως δὲν θὰ λάβητέ ποτε ἀφορμὴν παραπόνων, διὰ νὰ ἔχητε ἀνάγκην νὰ φθάσητε μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου.
§185Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Συγχαίρω τὴν λογικήν!
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, θὰ ἐξακολουθήσητε ἐπὶ πολὺ ἀκόμη;
§187Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρα 9 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρα 10 καὶ 30′ μ. μ.)
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§190Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀληθῶς, κύριοι Βουλευταὶ, εἰς τὸ σημεῖον, εἰς ὃ περιῆλθε τὸ Κοινοβούλιον, εὔλογον εἶναι νὰ διαλυθῇ, καὶ ἐπιβάλλεται νὰ ἀνακηρυχθῇ ἡ Μοναρχία, ἐπιβάλλεται νὰ μὴ βουλεύηται πλέον τὸ Κράτος, ὅταν οἱ κυβερνῆται τοιαύτην στάσιν λαμβάνωσιν ἀπέναντι λογικῶν προτάσεων καὶ τόσῳ σοβαροῦ ζητήματος. Καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ μεταβάλλητε τὸ Κράτος εἰς Διοικητήριον, διότι τοὐλάχιστον εἰς τοὺς ἄρχοντας αὐτοῦ ἡ φωνὴ τοῦ πολίτου νὰ φθάνῃ καὶ ἡ δικαιοσύνη θὰ ἀποδίδηται. Εἶναι περιττὸν νὰ ἔχωμεν Κοινοβούλιον, ὅταν κατὰ τοιοῦτον τρόπον διεξάγωνται αἱ συζητήσεις καὶ οὕτω λαμβάνωνται τοιαῦται ἀποφάσεις...
§191ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω νὰ ὑποβάλω μίαν παράκλησιν. Ἐπειδὴ ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἐπέφερε μακρὰν συζήτησιν, ἥτις φαίνεται ὅτι θὰ παραταθῇ, νομίζω καλὸν νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις καὶ νὰ συνεχίσωμεν τὴν ἐρχομένην Δευτέραν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§192Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνόμιζον, ὅτε ἀπήντησα εἰς τὴν ἀρχῆθεν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς, ὅτι ἡ περὶ αὐτῆς συζήτησις δὲν ἤθελεν ἐπὶ τοσοῦτον παραταθῆ, ἐνόμιζον ὅτι μετὰ βραχεῖαν συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἀναβολῆς ἠθέλομεν εἰσέλθει εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας τοῦ νομοσχεδίου. Βλέπω ἤδη, ὅτι ἡ συζήτησις τῆς ἀναβολῆς λαμβάνει τοιαύτας διαστάσεις, ὥστε ἀπειλούμεθα νὰ μείνωμεν μέχρι τῆς πρωΐας. Ἐπειδὴ δὲ ἐμείναμεν χθὲς μέχρι τῆς τρίτης μετὰ τὸ μεσονύκτιον, μοὶ ἐπιβάλλεται, πρὸς τὸ συμφέρον ὅλων ἡμῶν, τὸ καθῆκον νὰ δεχθῶ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ. Οὕτω δὲ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς θὰ ἀρχίσῃ τὴν προσεχῆ Δευτέραν.
§193Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἦτο ἀδύνατον νὰ γείνῃ ἄλλως, διότι ἡμεῖς ὠφείλομεν νὰ ἐπιμείνωμεν, καὶ νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 10 καὶ 40′ μετὰ μεσημβρίαν).