1899.12.11
2,395 rows · 18,537 words · 180 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 6
τῆς 11 Δεκεμβρίου 1899.
(Σάββατον).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Μπασιᾶς.
§2Α. ΜΠΑΣΙΑΣ. Πρό τινων ἡμερῶν ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἔφεραν τὸν λόγον ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, παραστήσαντες πάνυ δικαίως τὴν κατάστασιν αὐτῆς ἥκιστα ἐπίζηλον. Ἀλλ’ οὐδείς ποτε λόγος ἐγένετο περὶ τῆς καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Κράτους, μολονότι καθ’ ἑκάστην σχεδὸν ἀναγινώσκομεν εἰς τὰς ἐφημερίδας ἔκτροπα, πρὸ ἡμερῶν δὲ λῃστεία διεπράχθη κατὰ Ἀγγλίδος παρὰ τὸ Πολυτεχνεῖον, ἑτέρα δὲ λῃστεία κατὰ Γάλλου περὶ τὸ Ζάππειον, ἐννοεῖται δέ, πάντοτε παρὰ τῶν αἰωνίως ἀγνώστων· σήμερον δὲ τὰ αὐτὰ φύλλα, ἅπαντα ἀνεξαιρέτως, βρίθουσιν ἀστυνομικῶν ὀργίων πλέον, ἅτινα δὲν ἐγένοντο τυχαίως καὶ ὑπὸ τῶν ἀγνώστων, ἀλλ’ εἶναι σκάνδαλα διαπραττόμενα ἐπὶ ὁλόκληρον σειρὰν ἐτῶν ἐν μέσῃ πρωτευούσῃ καὶ ὑπὸ αὐτὰ τὰ ὄμματα τῆς προϊσταμένης κεντρικῆς ἀρχῆς. Φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις, καὶ χάριν τῆς ἰδίας αὐτῆς ἀξιοπρεπείας καὶ πρὸς ἄρσιν τοῦ κακοῦ καὶ αὐστηρὰν τῶν ἐνόχων τιμωρίαν, δέον νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα, φροντίζουσα ὅπως ἐνεργηθῇ πραγματικὴ καὶ ἀποτελεσματικὴ ἀνάκρισις καὶ μὴ ἀρκουμένη εἰς ἀπολύσεις ἢ παραιτήσεις, δι’ ὧν συνήθως ἐπιδιώκεται παρ’ ἡμῖν ἡ λήθη τῶν πρώτων ἐντυπώσεων καὶ ἡ ἄφεσις τῶν ἁμαρτιῶν, νὰ γνωρίσῃ δὲ καὶ ἡμῖν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐνεργειῶν της.
§3Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ πάλιν σήμερον ἔχομεν ὑπερβολάς. Λέγουσιν ὅτι λῃστεῖαι ἔγειναν ἐν μέσαις Ἀθήναις, ἐνῷ πρόκειται ἁπλῶς περὶ μιᾶς λωποδυσίας. Εἷς λωποδύτης ἀφῄρεσε κοσμήματά τινα ἀπό τινα κυρίαν, ἡ ὁποία ἐπανήρχετο περὶ τὴν 6 ὥραν μ. μ. ἀπὸ τὴν Ἀκρόπολιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ λῃστεία, περὶ τῆς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς τοσοῦτον ἔκαμε πάταγον! Ὡς πρὸς τὴν κατάστασιν τῆς ἀστυνομίας τῆς πρωτευούσης, παρατηρῶ τὰ ἑξῆς. Πρό τινων ἡμερῶν παρουσιάσθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, ὁ ὁποῖος μοὶ ἀνήγγειλεν, ὅτι ἀστυνόμος τις κατήγγειλεν εἰς αὐτὸν καταχρήσεις, τὰς ὁποίας διέπραξεν ὁ Γραμματεὺς τῆς Ἀστυνομίας, ἐν ταὐτῷ δὲ, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ καταγγείλας τὸν Γραμματέα περιέπεσεν εἰς τὸ ἴδιον ἁμάρτημα. Ὁ Διευθυντής μοι εἶπεν, ὅτι μετέθεσε τοὺς κυρίους ἐκείνους, τὸν Γραμματέα καὶ τὸν ἀστυνόμον. Τῷ εἶπον ὅτι τὸ παρ’ αὐτοῦ ληφθὲν μέτρον δὲν ἐθεωρεῖτο παρ’ ἐμοῦ ἐπαρκὲς, ὑπέβαλον δὲ ἀμέσως διάταγμα ἀπολύσεως τοῦ ἀστυνόμου καὶ τοῦ Γραμματέως, κατὰ τῶν ὁποίων ὑπῆρχε καταγγελία, διέταξα δὲ τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν καταγγελίαν κατ’ αὐτῶν. Τὸ διάταγμα ὑπεβλήθη σήμερον, ἐκυρώθη καὶ θὰ δημοσιευθῇ. Ὑπεβλήθη ἐπίσης ἡ καταγγελία εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ἡ ὁποία καὶ ἐκλήθη παρ’ ἐμοῦ, ἵνα δραστηριώτατα ἐνεργήσῃ ἐπὶ τῆς καταγγελίας. Αὕτη εἶναι ἡ ἐνέργεια ἡμῶν ἐπὶ τῶν καταγγελλομένων καταχρήσεων τῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν. Ἐπωφελούμενος ἐκ τῆς περιστάσεως ταύτης, παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτάς, ὅταν ὁμιλῶσι περὶ δημοσίας τάξεως, νὰ μὴ ἀρέσκωνται εἰς ὑπερβολάς, αἱ ὁποῖαι δυσφημίζουσι τὸν τόπον. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι πρό τινων ἡμερῶν πολὺς ἐγένετο λόγος παρά τινος Βουλευτοῦ, ὅτι δήμαρχός τις τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, ὁ τοῦ δήμου Λαπαθῶν Σακελλαρόπουλος, ἐπολιορκεῖτο κλπ. Ἤκουσα τὰ λεχθέντα, ὅτε σήμερον ἔλαβον τηλεγράφημα τοῦ ἀστυνόμου Λαπαθῶν καὶ τοῦ Νομάρχου Ἀχαΐας, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Περιβόητος ληστοφυγόδικος ἐν δήμῳ Λαπαθῶν Βλάσιος Καραμεσίνης, περὶ οὗ ἐγένετο τοσοῦτος λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, συνελήφθη χθὲς παρὰ ἀστυνόμου ἐν οἰκίᾳ δημάρχου Λαπαθῶν Σακελλαροπούλου». Ἐνῷ λοιπὸν παρουσιάζετο ὁ δήμαρχος ὡς θῦμα ληστείας, ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ συνελήφθη ὁ ληστοφυγόδικος! Ἤθελον παρακαλέσει λοιπὸν τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ ἦναι ὀλιγώτερον αὐστηροὶ εἰς τὰς ἐπικρίσεις των, καὶ νὰ μὴ ἀρέσκωνται εἰς ὑπερβολάς, παρουσιαζούσας τὸν τόπον ὡς ἔχοντα ληστὰς καὶ ἐν αὐτῇ τῇ πρωτευούσῃ, ἐνῷ βλέπετε ὅτι τὰ πράγματα δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς ὅσα ἐν τῇ Βουλῇ λέγονται.
§4Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μὴ θέλῃ ἑκάστοτε ν’ ἀμφισβητῇ ἀνεπίδεκτα ἀμφισβητήσεως γεγονότα, ὅταν ἰδίως δὲν γνωρίζῃ ἀκριβῶς περὶ τίνος πρόκειται. Εἶπον καὶ ἐπιμένω λέγων, καὶ ἂς ζητήσῃ πληροφορίας ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα, τὸν Νομάρχην, τὸν Μοίραρχον, ὅτι πρὸ ἡμερῶν αὐτὸς ὁ δήμαρχος, περὶ οὗ ἐγένετο λόγος, ἐπολιορκεῖτο ὄχι ἀπ’ αὐτὸν τὸν φυγόδικον, ὃν ἀναφέρει τὸ τηλεγράφημα, ἀλλ’ ἀπὸ ἄλλους. Ἀμέσως ἐξεπέμφθη ἐκ Πατρῶν στρατιωτικὴ δύναμις, διὰ νὰ λύσῃ τὸν ἀποκλεισμόν, καὶ μετέβη ὁ ἴδιος ὁ ὑπομοίραρχος ἀπὸ τὰς Πάτρας. Αὐτὸ λοιπὸν ἐγένετο, καὶ δὲν ἐπιδέχεται ἀντίρρησιν. Τί ἐπικαλεῖσθε γεγονὸς, τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα ἐγώ; Εἶναι ἐνδεχόμενον, ὅπως πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ὅτι ὁ δήμαρχος, μὴ δυνάμενος νὰ ἐξασφαλισθῇ ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν, προσέλαβεν ἕνα φυγόδικον, ἵνα τὸν ἀντιτάξῃ κατὰ τῶν ἄλλων. Δὲν ἐπιδοκιμάζω βεβαίως τὴν πρᾶξιν ταύτην τοῦ δημάρχου, ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω, ὅτι τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα χθὲς, οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπικαλεῖται σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργός. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐπολιορκήθη τοῦ δημάρχου ἡ οἰκία ὑπὸ φυγοδίκων, οἵτινες ἐπυροβόλησαν, καὶ ἐκ τῶν πυροβολισμῶν διέτρεξε κίνδυνον ἡ σύζυγος τοῦ δημάρχου, ἐνῷ αὐτὸς εὑρίσκετο ἐν Πάτραις καὶ δὲν ἐτόλμα νὰ ὑπάγῃ πρὸς βοήθειαν τῆς οἰκογενείας του. Ἐρωτήσατε περὶ τούτου καὶ τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τὸν Νομάρχην καὶ τὸν ὑπομοίραρχον, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι θὰ ἐπιβεβαιώσουν τοὺς λόγους μου.
§5Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κατηγορούμεθα, ὅτι παρημελήσαμεν τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, καὶ κατὰ συνέπειαν λυμαίνονται τὸν τόπον οἱ φυγόδικοι καὶ οἱ ληστοφυγόδικοι, καὶ δὲν δύνανται οἱ πολῖται νὰ μεταβαίνωσιν ἀπὸ σημείου εἰς σημεῖον τῆς Ἑλλάδος, φοβούμενοι μήπως ληστευθῶσιν ἢ φονευθῶσι καθ’ ὁδόν. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ δώσω μερικὰς ἀπαντήσεις πρὸς τοὺς κυρίους κατηγόρους σήμερον, ἐπιφυλασσόμενος, ὅταν νέα ἀποτελέσματα ἔλθουν ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργείου, —διὰ τὰ ὁποῖα θὰ παρέλθῃ πολὺ χρονικὸν διάστημα—νὰ ἀπαντήσω ἐκτενέστερον πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔψαλλον χθὲς μοιρολόγια διὰ τὴν καταστροφήν, τὴν ὁποίαν ὑποφέρουν αἱ ἐπαρχίαι των ἕνεκα τῶν ληστοφυγοδίκων. Κύριοι, δὲν ἀγνοεῖτε βεβαίως, διότι ἄλλοι μὲν ἐπήγατε εἰς τὴν Εὐρώπην, ἄλλοι δὲ ἀναγινώσκετε τὰ συμβαίνοντα ἐν Εὐρώπῃ, σχετικῶς πρὸς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ὅτι λωποδυσίαι πανταχοῦ γίνονται, φόνοι ἐντὸς τῶν Παρισίων, ἐν τῇ πρωτευούσῃ Κράτους, ὅπερ φέρει εἰς τὴν ῥάχιν του αἰῶνας, καὶ ἔχει ἀστυνομίαν πλήρη, διότι οἱ πληθυσμοὶ ἐκεῖ εἶναι συγκεντρωμένοι, ἀστυνομίαν κατηρτισμένην στρατιωτικῶς. Καὶ ὅμως, ἐπαναλέγω, ἐν μέσῳ τῶν Παρισίων γίνονται φόνοι καὶ λῃστεῖαι. Δὲν ἠκούσαμεν ἐν τούτοις ποτὲ, εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Γάλλων νὰ ἀναβῇ εἰς τὸ βῆμα Βουλευτὴς καὶ νὰ κατηγορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τάχα αὐτὴ διοικεῖ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἐντὸς τῶν Παρισίων γίνονται τοιαῦτα καὶ τηλικαῦτα ἐγκλήματα, ὅμοια τῶν ὁποίων—τὸ λέγω πρὸς ἔπαινον τῆς Ἑλλάδος—δὲν ἀναφαίνονται ἐδῶ παρὰ σπανίως. Καὶ ἀνέμνησα προχθὲς εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου τὸν Νταβέλην, τὸν Βελούλαν, τὸν Λύγκον, λῃστὰς, οἵτινες ἀληθῶς ἐτρόμαξαν τὸν κόσμον, καὶ ἐξηνάγκασαν τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ ἀντισυνταγματικὸν νόμον, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν. Ἀποδείξατέ μοι σήμερον, ποῦ εὑρίσκετε ἐν Ἑλλάδι τὴν κατάστασιν αὐτὴν τοῦ παρελθόντος, καὶ ἂν ἡ δημοσία ἀσφάλεια παρ’ ἡμῖν εἶναι ὁμοία πρὸς τὴν ἐντὸς τῶν Παρισίων. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι δὲν εἶναι ἐν Ἑλλάδι συγκεντρωμένος ὁ πληθυσμὸς, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ ἡ ἀστυνομία ὡς ἐν Εὐρώπῃ, δὲν ἀριθμεῖ τὸ Κράτος μας βίον τόσων αἰώνων, ὥστε νὰ ἦναι ἐντελῶς συγκεκροτημένον εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἀσυγκρίτως ὀλιγώτερα γίνονται ἐδῶ, παρὰ εἰς τοὺς Παρισίους, εἰς τὴν Βιέννην, εἰς τὴν Γερμανίαν. Κύριοι, ἀπὸ τῆς ἀναρρήσεως ἡμῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν μέχρι σήμερον συνελήφθησαν τῇ ἐνεργείᾳ ἡμῶν λῃστοφυγόδικοι 2845. Αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι λέγονται λῃσταὶ, εἶναι φυγόδικοι, διαπράξαντες εἴτε ζωοκλοπὴν, εἴτε ἁπλῆν κλοπὴν, ἢ ἀπειλήσαντες ἕνα ἄνθρωπον εἰς τὸν τόπον των. Αὐτοὶ τρέχουν μὲ τὰ ὅπλα ἀνὰ τὰ χωρία καὶ τὰ κτήματα, αὐτοὶ κατήντησαν μάστιγες, πιέζοντες καὶ φορολογοῦντες τὸν κόσμον, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Ῥάλλη νὰ κηρύξῃ αὐτοὺς λῃστὰς, καὶ ἔλαβον τὴν ὀνομασίαν τῶν λῃστῶν. Δὲν εἶναι λῃσταὶ, εἶναι λωποδύται· καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι λωποδύται, διὰ νὰ δημοσιευθῇ ἄλλην μίαν φοράν. Ἂς μοὶ ἀποδείξουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατηγόρησαν τὴν Κυβέρνησιν, ἂν οἱ λῃσταὶ αὐτοὶ, οἱ ὀνομασθέντες λῃσταὶ, ἔκαψαν γυναῖκας μὲ ζέον ἔλαιον, ἐξώρυξαν ὀφθαλμοὺς, ἐστρέβλωσαν παῖδας, ἤνοιξαν κοιλίας γυναικῶν, ἐκρεούργησαν ἀνθρώπους, ἂς μοὶ ἀποδείξουν, ὅτι συνέβη παρόμοιόν τι πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Βουδούρη...
§6Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι κατέπεσε τὸ γόητρον τῆς λῃστείας.
§7Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς θαυμάζω διὰ τὴν εὐφυολογίαν σας, ἀλλ’ εἰς τοιούτου εἴδους ζητήματα νὰ μὴ εὐφυολογῆτε, διότι δι’ αὐτῶν καὶ διὰ τῶν ῥεκλαμῶν, τὰς ὁποίας ἐπανέλαβε χθὲς ὁ Βουλευτὴς Λακεδαίμονος, δυσφημεῖται καὶ συκοφαντεῖται ὁ τόπος, ἕνεκα δὲ τούτου δὲν ἔρχονται ἄνθρωποι ἐδῶ, ἔχοντες κεφάλαια, διὰ ποικίλας ἐργασίας, ἀφοῦ παριστάνομεν ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τὸν τόπον ἡμῶν ὡς ἑστίαν λῃστῶν καὶ ἐγκληματιῶν, ἡμεῖς, οἵτινες ὑποτίθεται, ὅτι γνωρίζομεν τὰ πράγματα κάλλιον παντὸς ἄλλου, καὶ διὰ τοῦτο εἴμεθα πιστευτοὶ παρ’ ὅλου τοῦ κόσμου. Ὁ ἀντιπολιτευόμενος Βουλευτὴς, ὁ θέλων νὰ κατηγορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὀφείλει κατὰ πρῶτον νὰ συλλογισθῇ τὴν πατρίδα του, μήπως βλάπτῃ αὐτὴν διὰ τῶν ὑπερβολῶν του. Λοιπὸν φυγόδικοι καὶ ληστοφυγόδικοι συνελήφθησαν 2845, φυγόποινοι 3293, φυγόστρατοι 2762, λιποτάκται δὲ 545. Εἶμαι ἠναγκασμένος, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω τηλεγράφημα, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, πῶς σχηματίζεται ἡ περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας γνώμη, καὶ πῶς ἑδραιοῦται αὕτη, καὶ πῶς ἀναγκάζονται πολλοὶ τῶν Βουλευτῶν νὰ πιστεύωσι, καὶ ἄλλοι πάλιν νὰ καταγγέλλωσι τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ ἀνικανότητι περὶ τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου, ἐπὶ ἀμελείᾳ περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος. Εἶχε τηλεγραφηθῆ εἰς τὴν δημοσιογραφίαν, ἴσως καὶ εἰς τὰς ἀρχάς, ὅτι φυγόδικοι ζωοκλέπται μετέβησαν εἰς τὸ χωρίον Πτελεὸν τῆς περιφερείας Σούρπης, καὶ ὅτι διέπραξαν ληστείας. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ φαίνεται ὅτι ἀπηύθυνε τηλεγράφημα περὶ τούτου πρὸς τὸν ἐκεῖ διοικητὴν τοῦ μεταβατικοῦ, καὶ οὗτος ἀπαντᾷ: «Δοθεῖσα πληροφορία περὶ ἀναφανέντων ληστοφυγοδίκων ἐδημιουργήθη ὑπὸ ζωοκλέπτου, ὃν κατήγγειλα εἰς Εἰσαγγελέα Πλημμελειοδικῶν Λαμίας. Δημοσία ἀσφάλεια εὑρίσκεται ἤδη εἰς εὐάρεστον σημεῖον. Ἐκ τῶν ἀποδράντων τῶν φυλακῶν Λαμίας φυγοδίκων εἷς προσῆλθε, δύο ἐδήλωσαν ἡμῖν ὅτι θὰ προσέλθωσι, καὶ τοῦ τετάρτου, Παναγιώτου Βλάχου, ἐπίκειται ταχέως ἡ σύλληψις». Ὥστε παρατηρεῖτε, ὅτι εἷς προσῆλθεν, οἱ δύο ἔρχονται καὶ ὁ τέταρτος συλλαμβάνεται. Τοιαύτη ἡ ἐνέργεια, τὴν ὁποίαν τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τῶν τοιούτων ζητημάτων ἔκαμαν. Παρακαλῶ κατὰ συνέπειαν τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ περιορίζουν τὰς ὑπερβολάς των. Ὁλόκληρον τὸ παρελθὸν θέρος, Κύριοι, δὲν ἔχετε οὔτε ἓν παράδειγμα διασαλεύσεως τῆς δημοσίας τάξεως. Ἐν Θεσσαλίᾳ κατὰ τὸ θέρος εὑρίσκετο πολυτάλαντος δεσποινίς, ἀδελφὴ τοῦ κ. Φωτιάδου, τοῦ βουλευτοῦ, καὶ ἦτο εὔκολον νὰ συλληφθῇ ὑπὸ ληστῶν, καὶ ἄλλοι πολυτάλαντοι ὑπῆρχον ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ μάλιστα πλησίον τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, ὅπου ἦτο εὔκολον νὰ εἰσελάσωσι τὰ ἄτακτα στοιχεῖα, καὶ ὅμως τίποτε δὲν ἠκούσθη. Καὶ ὁ κ. Χατζίσκος ὁλόκληρον τὸ θέρος εὑρίσκετο ἐν Ὑπάτῃ, εἰσπράττων τὰς προσόδους τῶν κτημάτων αὐτοῦ, καὶ ὅμως ποτὲ δὲν παρεπονήθη, ὅτι εὑρέθη τις νὰ διαταράξῃ αὐτὸν ἢ τοὺς λουομένους ἐκεῖ. Γνωρίζει δὲ ὁ κ. Χατζῖσκος, ὅτι χάριν τῆς ἐννόμου τάξεως καὶ τῆς ἀσφαλείας μετέθεσα ἐκεῖ τὸ δεύτερον σύνταγμα καὶ διετήρησα καθ’ ὅλον τὸ θέρος μίαν ἴλην ἱππικοῦ.
§8Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, οἰκειοποιούμενος ἔργα καὶ καθήκοντα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀνέλαβε νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Κυβέρνησιν ὡς μεριμνῶσαν ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ ἐννόμου τάξεως, καὶ παρέστησεν ἡμᾶς, τοὺς καταγγείλαντας διαφόρους διαταράξεις αὐτῆς, ὡς συκοφαντήσαντας τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει ἀλλοίαν, φαίνεται, ἰδέαν περὶ δημοσίας ἀσφαλείας ἀπὸ ἐκείνην, ἣν ἔχομεν ἡμεῖς οἱ ἄλλοι ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους. Ἡμεῖς, λέγοντες δημοσίαν ἀσφάλειαν, ἐννοοῦμεν, ὅτι ὁ πολίτης, ὁ ἀποτίων τοσούτους φόρους, δέον νὰ τυγχάνῃ καὶ αὐτὸς προστασίας οὐ μόνον τῆς ζωῆς αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς τιμῆς καὶ τῆς περιουσίας του. Ἐρωτῶ πάντας νὰ ἀπαντήσουν, ἂν ὑπὸ τὴν σημερινὴν διοίκησιν ὁ πολίτης εἶναι ἐξησφαλισμένος ἐκ τῶν τριῶν τούτων, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ διατηρηθῇ καὶ νὰ ὑπάρξῃ. Ἐρρήθη τοῦτο παρ’ ἐμοῦ χθές, καὶ ἐμειδία ὁ κ. Πρωθυπουργός, θεωρῶν ὅτι αἱ ἐκβιάσεις καὶ αἱ ἀπαγωγαὶ αἱ γινόμεναι δὲν εἶναι ἀντικείμενον δημοσίας ἀσφαλείας. Βεβαίως ἀπαγωγαί τινες, συμβαίνουσαι εἰς τὰς κοινωνίας, — τοιαύτη δὲ, ὡς ἀνέφερεν εἷς τῶν κ. Βουλευτῶν Φθιώτιδος, συνέβη καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, ὅπου νέος τις ἀπήγαγεν ἐξ ἔρωτος νέαν τινὰ, — δὲν εἶναι σημεῖον διαταράξεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἀλλ’ ὅταν συμβαίνωσιν ἀπαγωγαὶ ἀκούσιοι θυγατέρων ἐντίμων οἰκογενειῶν τῶν χωρίων, καὶ ἀναγκάζωνται αἱ κόραι αὗται διὰ ψευδῶν ὑποσχέσεων νὰ ἐπανέλθωσι γυναῖκες εἰς τὴν πατρικὴν στέγην, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τῆς ἁρπαγῆς ἐκείνης, καὶ ἀναγκάζηται τέλος ὁ πατὴρ, διεκδικῶν τὴν τιμὴν τῆς θυγατρός του, νὰ καταδιώκῃ ὁπουδήποτε εὕρῃ αὐτοὺς, φυγοδίκους ὄντας, ἵνα τοὺς φονεύσῃ, ὡς συνέβη ἐν τῇ ἐμῇ ἐπαρχίᾳ, τότε τί θ’ ἀπαντήσωσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί; Ὑπάρχει ἀσφάλεια, ὁπόταν ἀκμάζῃ ἡ ζωοκλοπὴ, ἣν θεωροῦσι μηδαμινὸν ἴσως ἔγκλημα οἱ κ. Ὑπουργοὶ, ἀλλὰ δὲν ἐξέρχονται εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὅπως ἀντιληφθῶσιν ὅτι δὲν παρέρχεται νὺξ, χωρὶς νὰ ἀφαιρῶνται δύο καὶ τρία ἀροτριῶντα κτήνη ἐκ διαφόρων χωρίων, χωρὶς νὰ κλέπτωνται δεκάδες αἰγῶν καὶ προβάτων, ἡ μόνη περιουσία τῶν ἀτυχῶν γεωργῶν καὶ ποιμένων; Βεβαίως θὰ ἦτο φοβερὸν εἰς τὴν χώραν ἡμῶν, ἂν ἐπανήρχετο ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, καθ’ ἣν οἱ λησταὶ εἰσήρχοντο εἰς τὰ χωρία καὶ τὰς πόλεις καὶ ᾐχμαλώτιζον τοὺς κατοίκους. Ἀλλ’ ἂν δὲν εἶναι ἡ κατάστασις τοιαύτη, ἀλλ’ ἁπλοῖ ληστοφυγόδικοι καὶ ἕτερα ἄτακτα στοιχεῖα, ὡς ἐνασμενίζεται νὰ κηρύττῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, λυμαίνονται τὴν χώραν, σημαίνει τοῦτο, ὅτι ἔχομεν πλήρη δημοσίαν ἀσφάλειαν; Ἡμεῖς ἐκ πόνου, ἐκ χρηστοῦ τοῦ συνειδότος καὶ ἐξ ἐνδιαφέροντος ὑπὲρ τῆς εὐημερίας τοῦ Κράτους, παρεστήσαμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν κατάστασιν λαλοῦσαν, καὶ παρεκαλέσαμεν νὰ ληφθῶσι δραστήρια μέτρα ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τῆς ἐννόμου τάξεως· καὶ ἐτόλμησε κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ παραστήσῃ ἡμᾶς ὡς ἀνακριβῆ λέγοντας, σήμερον δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ἠξεύρω διατὶ ἐξαπτόμενος, ἐπιμένει νὰ παριστᾷ, ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια εὑρίσκεται εἰς τοιοῦτον ἀνθηρὸν σημεῖον, ὥστε ὁ ἴδιος κατεδίκασεν ἑαυτὸν, ὁμολογήσας, ὅτι συνέλαβε δύο χιλιάδας ληστοφυγοδίκους. Καὶ θέλετε μεγαλειτέραν ἀπόδειξιν τούτου;
§9Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λησμονεῖτε· δὲν εἶπον αὐτό.
§10ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν λησμονῶ. Ἐγὼ ἐξετάζω τὸ πρᾶγμα, Δὲν λέγω ὅτι σεῖς δὲν ἐξεπληρώσατε τὸ καθῆκόν σας. Ἐξεπληρώσατε τὸ καθῆκόν σας, καὶ σᾶς συγχαίρω διὰ τοῦτο.
§11Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ ἦσθε εὐγενέστερος εἰς τὰς ἐκφράσεις σας.
§12ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Αἱ ἐκφράσεις μου εἶναι τόσον εὐγενεῖς, ὥστε λυποῦμαι διότι δὲν τὰς ἐννοεῖτε. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετὰ τὴν ἀπόδειξιν, ἣν ἔδωκα πρὸς αὐτὸν, πεισθεὶς ὅτι ἐκ χρηστοῦ τοῦ συνειδότος ὡμίλησα, δὲν ἐθεώρησε κατάλληλον νὰ δώσῃ ἄλλην ἀπάντησιν...
§13Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐθεώρησε περιττόν.
§14ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Περιττὸν διὰ σᾶς... Ἐκ χρηστοῦ τοῦ συνειδότος ὁμιλοῦντες, δὲν ἐπιστεύομεν ὅτι ἠθέλομεν τύχει τοιαύτης ἀπαντήσεως, καὶ ἰδίως παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐμμένοντες δ’ εἰς τὴν γνώμην μας, λέγομεν ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια δὲν εἶναι βεβαίως εἰς τὸ ἀλγεινὸν σημεῖον, εἰς ὃ ἄλλοτε, ἀλλ’ εἶναι εἰς τοιοῦτον, ὥστε ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ δραστηριώτερα μέτρα, καὶ χάριν τοῦ Κράτους καὶ χάριν ἑαυτῆς. Ὀρθῶς δὲ παρέστησε χθὲς εἰς τῶν κ. συναδέλφων, ὅτι ἐκτὸς τῶν διοικητικῶν μέτρων ἐπιβάλλεται καὶ χρῆσις νομοθετικῶν μέτρων, —ὡς καὶ ἐγὼ αὐτὸ τοῦτο διετύπωσα προχθὲς,—ἰδίως διὰ τὸ ἔγκλημα τῆς ζωοκλοπῆς, ἐγὼ δὲ προσθέτω καὶ τῆς φυγοδικίας, διότι ἡ ζωοκλοπὴ εἶναι τὸ σπέρμα τῆς φυγοδικίας. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ υἱοθετήσῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν, δι’ οὗ ἠδύνατο νὰ περιορισθῇ ἡ φυγοδικία, καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο νὰ τὸ ἐπεκτείνῃ καὶ ἐπὶ τῆς ζωοκλοπῆς, διότι ἀπροκαλύπτως σᾶς λέγω, ὅτι, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις, ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὴν ζωοκλοπὴν, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ γεωργία, μὴ ὑπαρχούσης δὲ γεωργίας, δὲν ὑπάρχει Κράτος, καὶ διὰ τοῦτο περὶ τῆς γεωργίας ἀνάγκη νὰ ληφθῶσι πολλὰ καὶ σύντονα μέτρα, ἐὰν θέλωμεν τὸ Κράτος καὶ ἡ χώρα ἡμῶν νὰ εὐημερήσῃ.
§15Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Μετ’ ἄκρας προσοχῆς ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν παριστῶντα τοσοῦτον εὐάρεστον τὴν ἐν τῷ Κράτει κατάστασιν τῆς δημοσίας τάξεως, περὶ τῆς ὁποίας πάντες ἐνδιαφερόμεθα. Ἐγὼ ὅμως ἔχω καθῆκον νὰ ἐκθέσω, ὅτι τὸ αὐτὸ δὲν συμβαίνει εἰς τὴν πατρίδα μου. Φυγόδικοι καὶ εἰς τὰς δημοσίας ὁδοὺς περιφέρονται καὶ ἐντὸς τῶν οἰκιῶν τῶν εὐπορούντων κατοίκων εἰσβάλλουσι, λῃστεύοντες αὐτούς. Οἱ εὔποροι οἰκοκυραῖοι τῆς ἐξοχῆς δὲν ἔχουσι τὴν ἐλευθερίαν ν’ ἀποκαθιστῶσι τὰς κόρας των, διότι συμμορίαι ἐνόπλων καὶ τοὺς γαμβροὺς καὶ τοὺς γονεῖς ἀπειλοῦσιν, ἐνεδρεύοντες καὶ πυροβολοῦντες κατὰ τῶν οἰκιῶν των, φονεύοντες τὰ ζῷά των καὶ ἄλλα ἐγκλήματα ἀποπειρώμενοι πρὸς ἐκφοβισμὸν, οἱ πλεῖστοι δὲ τῶν γονέων δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς τὰς κόρας των νὰ ἐξέρχωνται τῆς θύρας τῶν οἰκιῶν των, ἵνα μὴ τὰ φαῦλα στοιχεῖα ἀπαγάγωσιν αὐτάς. Ἄλλοτε εἴχομεν εἰς τὴν πατρίδα μου μικροκλοπὰς αἰγῶν καὶ ἐριφίων, σήμερον ὅμως κλέπτονται ὁλόκληρα ποίμνια. Αἱ ἀνθρωποκτονίαι ἐπολλαπλασιάσθησαν, υἱὸς ἐφόνευσε τὸν πατέρα του, καὶ ἄλλος τὸν πενθερόν του, καὶ ἄλλοι φόνοι καθημερινῶς γίνονται, τῶν φονέων μὴ καταδιωκομένων. Δὲν ἐννοῶ διὰ τοῦτο νὰ μεμφθῶ τοὺς ἐν τοῖς δήμοις εὑρισκομένους ἀστυνόμους, διότι γνωρίζω ὅτι στεροῦνται ἀρκούσης δυνάμεως, ὅπως ἐπιτύχωσι τὴν σύλληψιν τῶν κακοποιῶν καὶ ἐπιβληθῶσι κατὰ τοῦ φαύλου στοιχείου. Ἀλλ’ εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην ἐκτὸς τῶν ἄλλων συντείνει καὶ ἡ ἀδιαφορία τῆς Εἰσαγγελικῆς τοῦ τόπου ἀρχῆς. Ὁ Εἰσαγγελεὺς κ. Ἀντωνιάδης, ὅστις καὶ ἄλλοτε ὑπηρέτησεν εἰς τὴν Λευκάδα, ὅπου καὶ ἀρέσκεται νὰ ὑπηρετῇ, τρέφει, ὡς φαίνεται, τρυφερὰ αἰσθήματα διὰ τὴν φαύλην τάξιν τῶν συμπατριωτῶν μου, διότι, ὡς ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ἀνέγνων, δικαζομένων τινῶν λαθρεμπόρων, ἐσύστησεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐπιείκειαν τοῦ δικαστηρίου, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι τὸ λαθρεμπόριον διενεργοῦσιν ἐξ ἐπιβαλλομένης ἀνάγκης, πρὸς συντήρησιν τῶν πτωχῶν οἰκογενειῶν των· ἴσως δὲ, ἵνα ἀποφεύγῃ τὰς αὐτὰς συγκινήσεις, δὲν προβαίνει εἰς τὴν αὐστηρὰν καταδίωξιν τῶν ταρασσόντων τὴν δημοσίαν τάξιν. Τούτων ἕνεκεν παρακαλῶ τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς, ὅπως λάβωσι τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς ἐπαναφορὰν τῆς διασαλευθείσης τάξεως.
§16ΓΕΡ. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ἡμετέρας ἐπαρχίας, ἀναγκάζομαι καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω τινά. Ὀφείλω κατὰ καθῆκον ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν προλαλήσαντα, ὄχι τόσον διὰ νὰ τὸν ψέξω, διότι ἔλαβε τὴν καλωσύνην νὰ ὑποβάλῃ τὰς συστάσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ διὰ νὰ ὑποδείξω εἰς αὐτὸν, ὅτι, ἐὰν ἐλάμβανε τὸν κόπον καὶ μετέβαινεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ ἐπληροφορεῖτο, ὅτι ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία ἐκληροδοτήθη ἐκ τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων εἰς τὴν Λευκάδα, δὲν ὠκνήσαμεν νὰ συστήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἅμα ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα, νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως βελτιωθῇ. Καὶ ὄντως εὐθὺς ἀμέσως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν—καὶ μετὰ παρρησίας τὸ λέγω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς—ἔλαβεν ἅπαντα τὰ κατάλληλα μέτρα, ἵνα ἡ τάξις παγιωθῇ καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος καὶ ἰδίᾳ ἐν Λευκάδι, ὅπου ἡ τάξις σαλεύεται, οὐχὶ διότι τὸ τοπικὸν στοιχεῖον συντελεῖ εἰς τοῦτο, ἀλλὰ διότι ἡ γεωγραφικὴ αὐτῆς θέσις εἶναι τοιαύτη πρὸς τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν, τὴν Τουρκίαν, καὶ πρὸς τὴν γειτνιάζουσαν Ἀκαρνανίαν, ὥστε ἡ Λευκὰς εἶναι τὸ κρησφύγετον ὅλων τῶν ἀτάκτων στοιχείων. Δὲν εἶναι τοπικὰ στοιχεῖα ἐν Λευκάδι τὰ κακοποιά, ἀλλ’ ἐπωφελοῦνται ἐκ τῶν περιστάσεων μερικὰ τοιαῦτα ἐκ τῶν πλησίον ἐπαρχιῶν καὶ καταφεύγουσιν εἰς τὴν Λευκάδα. Ἐν τούτοις τὰ μέτρα τὰ κατάλληλα ἐλήφθησαν, καὶ τελευταῖον ἀπεστάλη εἰς Λευκάδα ἀπόσπασμα στρατιωτικὸν πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως. Φυγόδικοι, ὡς τοὺς παρέστησεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, δὲν ὑπάρχουσιν. Ὑπάρχουσί τινες ἀπὸ τοὺς ὀχληροὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπωφελοῦνται μιᾶς ἀνωμαλίας ἢ μιᾶς καταστάσεως ὀλίγον ἐκρύθμου, καὶ οἱ ὁποῖοι, μὴ ἔχοντες ἄλλην ἐπίβλεψιν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς των, διαπράττουσι νυκτοκλοπάς τινας ἢ ἄλλα παρομοίου εἴδους ἀδικήματα· οὐχὶ βεβαίως ἐξ ἐπαγγέλματος ζωοκλέπται. Οἱ τοιοῦτοι, λέγω, ἐπωφελούμενοι ἐκ μιᾶς τοιαύτης ἀνωμαλίας, προέβησαν εἰς μερικὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν εἶναι ἄξια σοβαρᾶς συζητήσεως, καὶ δὴ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ληστεία δὲν ἐγένετο καμμία εἰς τὸν τόπον. Ἐὰν ἔγειναν φόνοι τινὲς, εἶναι πράξεις τυχαῖαι, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ συμβῶσιν εἰς κάθε τόπον, δὲν εἶναι πράξεις, αἱ ὁποῖαι μονομερῶς συμβαίνουσιν εἰς τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ μέρος. Πάντες ἡμεῖς, καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ σήμερον ἀντιπροσωπεύοντες τὸν τόπον ἐκεῖνον, προσπαθοῦμεν νὰ ἐπαναφέρωμεν τὴν τάξιν· πολὺ δὲ περισσότερον ἄξιαι ἐπαίνου εἶναι αἱ ἀρχαὶ ἐν Λευκάδι. Ἐὰν δ’ ἔχῃ προσωπικὰς ἀφορμὰς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κατὰ τῶν ἐκεῖ ἀρχῶν, καὶ ἰδίως κατὰ τῆς Εἰσαγγελικῆς, ἔχω τὸ θάρρος νὰ εἴπω ἐνώπιον ὅλων τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ὅτι οὐδέποτε ἄλλοτε ἡ Λευκὰς ἠξιώθη νὰ ἔχῃ τοιοῦτον Εἰσαγγελέα.
§17ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ποῖος εἶναι;
§18ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Ὁ κ. Ἀντωνιάδης, γνωστὸς ἄλλως τε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, Κύριοι. Ἑπομένως, αἱ αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας κατ’ αὐτοῦ ἐπέρριψεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, δὲν ἔχουσι καμμίαν βάσιν. Ἐὰν ἔχῃ προσωπικὰς ἀφορμὰς κατ’ αὐτοῦ, ἄλλο ζήτημα.
§19ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Οὐδεμίαν.
§20ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Ἑπομένως, κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ προκαλῆται τοσοῦτος πάταγος ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ διὰ τοιαῦτα ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ λείψωσι ποτὲ ἐκ τῆς Λευκάδος, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τοῦ ἐδάφους αὐτῆς. Ἐὰν ξένος τις ἀκούσῃ ἐντεῦθεν λεγόμενον παρ’ ἡμῶν, ὅτι ἡ φυγοδικία, ἡ ζωοκλοπή, ἡ ληστεία, κλπ. λυμαίνονται τὸν τόπον,—χωρὶς ὅμως καὶ νὰ φέρωμεν καμμίαν ἀπόδειξιν περὶ τούτου,—βεβαίως θέλει ἀπομακρυνθῆ ἀφ’ ἡμῶν, ἐνῷ πρώτιστον καθῆκον ἔχομεν νὰ ἐμπνεύσωμεν τὴν πεποίθησιν εἰς τοὺς ξένους, ὅτι ἐν τάξει καὶ νομιμότητι ζῶμεν. (Εὖγε! ἐκ δεξιῶν).
§21ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Δὲν ἐννοῶ τότε διατὶ νὰ σταλῇ στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα, ἀφοῦ ὑπάρχει τοιαύτη τάξις εἰς τὸν τόπον.
§22ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Σημειωτέον δὲ,— καὶ ἴσως νὰ ἐκληφθῶ ὡς λέγων τερατώδη ἐνταῦθα—ὅτι παρατηρεῖται τοιαύτη παρέκκλισις εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, κύριε Πρόεδρε, ὅταν ὁ κ. Τσαρλαμπᾶς ἦναι ἀντιπολιτευόμενος, ὅτε λαμβάνουν θάρρος τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα, καὶ οὕτω μᾶς ἀναγκάζει πάντοτε νὰ ἔχωμεν ἀποσπάσματα. Καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κυρίου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του οὐδέποτε ὑπῆρχεν ἀπόσπασμα ἐν Λευκάδι (γέλωτες).
§23ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Δὲν ἀπαντῶ εἰς αὐτὰ, διότι εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους, ἂν ἐγὼ ὑπερήσπισά ποτε τὰ κακουργήματα ἢ τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα.
§24Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας δὲν ἐφαντάσθην ποτὲ ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμεύσῃ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου ὡς ζήτημα διαιρέσεως τῶν Βουλευτῶν εἰς συμπολιτευομένους καὶ ἀντιπολιτευομένους. Ἐπίστευον ὅτι οὐδεὶς θὰ ἤρχετο εἰς ἀναίρεσιν ἀναμφισβητήτων γεγονότων ἐκ λόγων χαριστικῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ὅ,τι εἶπον προχθὲς, εἶναι βεβαιωμένον διὰ πάντων τῶν μέσων, ὅσα εἶναι δυνατὸν νὰ παράσχωσιν ἀναμφισβήτητον ἀπόδειξιν. Ἐὰν δὲ δὲν ἀρκοῦσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον, καὶ τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς δύο μόνον ἐπαρχίας, τὴν ἐπαρχίαν Πατρῶν καὶ τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων, διατὶ δὲν ἐνθυμεῖται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διατὶ δὲν ἐνθυμεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Γυθείου ἐν διαστήματι ὀλίγων ἡμερῶν συνέβησαν ἑπτὰ ἀνθρωποκτονίαι;
§25ΖΩΤΟΣ. Ὄχι δά!
§26ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Αἱ ἀνθρωποκτονίαι δὲν εἶναι λῃστεῖαι (διάλογοι).
§27ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θαυμάζω τὴν διάκρισιν, ἡ ὁποία γίνεται μεταξὺ λῃστείας καὶ ἀνθρωποκτονίας. Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι γίνονται ἀνθρωποκτονίαι, ὅτι γίνονται ἀπαγωγαὶ, ὅτι γίνονται βιασμοὶ, ὅτι γίνονται κλοπαὶ, ὅτι γίνονται νυκτοκλοπαὶ, ὅτι γίνονται ζωοκλοπαὶ,—αἱ ζωοκλοπαὶ μάλιστα εἶναι εἰς τὸν ὕπατον βαθμὸν, —τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ διασάλευσιν τῆς δημοσίας τάξεως!
§28ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἄλλο λέγομεν ἡμεῖς, καὶ ἄλλο λέγετε σεῖς.
§29ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λῃστείαν δι’ αὐτοὺς ἀποτελεῖ τὸ νὰ ἀκρωτηριάζωνται ἄνθρωποι, νὰ ἐξορύσσωνται οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν. Αὐτὴν τὴν ἰδέαν ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Αὐτὸ εἶπον ἐγώ; Ἐγὼ εἶπον προχθὲς, ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια, ἰδίως ἐν Πάτραις, εἶναι λίαν τεταραγμένη ἀπὸ πολλοῦ. Διατί; Διότι ἡ ζωοκλοπὴ ἔφθασεν εἰς τὸ μὴ περαιτέρω, διότι αἱ ἀνθρωποκτονίαι ὑπερεπληθύνθησαν, διότι δὲν ἔχουσιν ἀσφαλῆ τὰ ζῷά των οἱ ἄνθρωποι οὔτε ἐν ταῖς οἰκίαις των. Εἶπον ὅτι ὑπάρχει ἐν Καλαβρύτοις μία συμμορία, ἀποτελουμένη ἀπὸ ὡρισμένα πρόσωπα, ἡ ὁποία, ὅπως σᾶς εἶπον, διαπράττει λῃστρικὰς πράξεις, πράξεις δηλαδὴ λῃστρικὰς ὅπως χαρακτηρίζονται ὑπὸ τοῦ νόμου. Ὅταν ὁ φυγόδικος ἐν δημοσίῳ τόπῳ συλλαμβάνῃ τοὺς πολίτας καὶ τοὺς ἀπογυμνώνῃ, χρώμενος ὑλικῇ βίᾳ, τοῦτο εἶναι λῃστεία. Βεβαίως δὲν εἶναι ἐκ τῶν λῃστειῶν ἐκείνων τῶν φοβερῶν. Δὲν πρόκειται, ὡς εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, περὶ τῆς συμμορίας τοῦ Νταβέλη καὶ τῶν ἄλλων ἐκείνων φοβερῶν λῃστῶν, ἀλλὰ δὲν χάνουν διὰ τοῦτο αἱ λῃστρικαὶ πράξεις, τὰς ὁποίας μετέρχονται κατὰ τῶν συμπολιτῶν των οἱ λῃστοφυγόδικοι, τὸν χαρακτῆρά των. Διατὶ λοιπὸν ταράττεσθε, ὁσάκις σᾶς ὁμιλῶμεν περὶ λῃστοφυγοδίκων; Δὲν σᾶς ὁμιλοῦμεν περὶ λῃστρικῶν συμμοριῶν. Ἐν τούτοις, ἂν θέλετε, ἂς συζητηθῇ τὸ ζήτημα εὐρύτερον. Νομίζω ὅτι ἔχομεν ὅλοι καθῆκον πρὸς τοῦτο. Ὅσον ἀφορᾷ τοὐλάχιστον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον ἐγὼ, παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἀπὸ τὸν Νομάρχην Πατρῶν διὰ νὰ μάθῃ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ἀπὸ πολλῶν μηνῶν ἡ δημοσία τάξις καὶ ἀσφάλεια ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Πατρῶν καὶ Καλαβρύτων, ὅταν δὲ λάβῃ αὐτὰς τὰς πληροφορίας, τότε θὰ συζητήσωμεν, καὶ θὰ πεισθῇ καὶ ὁ ἴδιος, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον, ὄχι μόνον δὲν εἶναι ὑπερβολικά, ἀλλ’ εἶναι καὶ κατώτερα τῆς πραγματικότητος.
§30Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ τόπος δὲν περιμένει ἐκ τῶν ἐπερωτήσεων τῶν Βουλευτῶν ἐν τῇ Βουλῇ νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια δὲν ἔχει καλῶς, ὡς δὲν περιμένει ἐκ τῶν ἀπαντήσεων τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, τῶν ἐνδιαφερομένων ὅπως τὰ πάντα παρίστανται καλῶς ἔχοντα, νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἔχει καλῶς. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι γενικὴ ἐπικρατεῖ γνώμη, γενικὴ ἐπικρατεῖ ἰδέα ἐν τῷ τόπῳ, ὅτι τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἔχουσι κακῶς, καὶ ἔχουσι κακῶς ἀσυνήθως. Ἂν ἐπρόκειτο περὶ τῆς συνήθους κακῆς καταστάσεως, βεβαίως δὲν θὰ ἦτο ἄπορον τοῦτο. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἀσυνήθως κακῆς καταστάσεως τῆς δημοσίας τάξεως. Πόθεν τοῦτο προέκυψεν; Ὁ τύπος ἅπας ἀπό τινος χρόνου ἀναγράφει καθ’ ἡμέραν ἐγκληματικὰς πράξεις, εἴτε λῃστρικάς, εἴτε ὑπὸ φυγοδίκων διαπραττομένας, εἴτε ὑπὸ λωποδυτῶν, αἵτινες ἐνέπνευσαν φυσικῶς τὴν ἰδέαν ἀπό τινος χρόνου εἰς πάντας, ὅτι δὲν ἔχουσι καλῶς τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Δὲν ἔχω ταύτην τὴν στιγμὴν μετ’ ἐμοῦ φύλλον τῆς «Ἀκροπόλεως», τὸ ὁποῖον ἔδιδε πρό τινων ἡμερῶν τὴν ἀπογραφὴν τῶν ἐγκληματικῶν πράξεων, αἱ ὁποῖαι διεπράχθησαν ἐν τῷ τόπῳ κατὰ τὸν μῆνα Νοέμβριον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἠθέλετε σχηματίσει τὴν χειρίστην ἰδέαν περὶ τῆς δημοσίας τάξεως κατὰ τὴν παροῦσαν ἐποχήν. Ἀναφέρων δὲ τὸν τύπον, ὁμιλῶ περὶ τύπου, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι κομματικός, ἀλλ’ εἶναι ὁ τύπος ὁ ἀνεξάρτητος, ὁ φιλικῶς μάλιστα διακείμενος πρὸς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Ἐν τούτοις ὁ τύπος ἀνέγραψε καὶ ἀναγράφει πλείστας τοιαύτας πράξεις, οὐδέποτε δὲ ἐνθυμοῦμαι δι’ οὐδενὸς φύλλου φιλικοῦ τῆς Κυβερνήσεως νὰ διεψεύσθησαν. Πιθανὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ θεωρῇ περιττὸν, διότι δὲν θέλει νὰ ἀσχολῆται εἰς διαψεύσεις, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα ἐπέρχεται κατ’ αὐτῆς, πιστεύεται δηλαδή, ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια σπουδαίως πάσχει. Εἰς τὰ παράπονα Βουλευτῶν ἀντετάχθησαν, ὡς παρετήρησα, δικαιολογίαι οὐδόλως ἐνθαρρυντικαί. Ἐρρήθη ὅτι πολλαὶ πράξεις δὲν εἶναι λῃστεῖαι, καὶ ὅτι, ἂν ὑπῆρξαν ἀνωμαλίαι ἐν τῇ δημοσίᾳ ἀσφαλείᾳ, ἀποδοτέον τοῦτο εἰς τὴν μὴ ἐφαρμογὴν ἀκόμη τῶν νόμων περὶ χωροφυλακῆς καὶ περὶ ἀστυνομίας. Νομίζω ὅτι τὸ νὰ μὴ ὑπάρχῃ σήμερον λῃστεία, εἶναι μᾶλλον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, παρὰ ὑπὲρ αὐτῆς, διότι λῃστείαν δὲν παρέλαβε, καὶ ἄτοπον νὰ καυχᾶται ὅτι καθαυτὸ λῃστρικαὶ πράξεις δὲν γίνονται. Τὸν τόπον ἐνδιαφέρει νὰ μὴ συμβαίνωσιν αἱ μικραὶ λῃστρικαὶ πράξεις, ἐξ ὧν ἐλαττοῦται ἡ πεποίθησις αὐτοῦ ἐπὶ τοὺς νόμους καὶ τὰς ἀρχὰς, ἀδιάφορον δ’ ἂν διαπράττωνται ὑπὸ μὴ λῃστῶν. Τοιαῦται πράξεις γίνονται καθ’ ἡμέραν, καὶ ὁ τόπος δὲν ἐξετάζει, ἂν γίνονται ἀπὸ Νταβέλας ἢ ἀπὸ Λύγκους. Τοῦτο θὰ ἦτο ὀλιγώτερον, διότι ἀπὸ τοιούτους εὐκολώτερον προφυλάσσεται ὁ ἀγροτικὸς πληθυσμός. Δὲν φρονῶ δὲ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιρρίπτηται μομφὴ εἰς τοὺς Βουλευτάς, ὅτι ἀφίνουν νὰ ἐπικρατοῦν τοιαῦται ἰδέαι, βλάπτουσαι ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς τὸν τόπον ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὅταν αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις δὲν διαψεύδῃ τὰς τοιαύτας εἰδήσεις. Καὶ οὔτε εἶναι δίκαιον νὰ ἰσχυρίζηται ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι αἱ πράξεις εἶναι κατὰ ποιότητα καὶ κατὰ ποσότητα ὀλιγώτεραι παρὰ ἀλλαχοῦ. Αἱ στατιστικαὶ πληροφορίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐν ταῖς μεγάλαις πόλεσι τῆς Εὐρώπης αἱ ἐγκληματικαὶ πράξεις ὑπερβαίνουσι τὰς παρ’ ἡμῖν συμβαινούσας. Αὗται ἐκεῖ εἶναι ἀπείρως ὀλιγώτεραι. Ἐν ταῖς μεγάλαις πόλεσι τῆς Εὐρώπης ἄλλως, ὡς καὶ ἀλλαχοῦ, κακουργοῦν οἱ ἐκ φύσεως κακοῦργοι, καὶ διὰ τοῦτο συνήθως ἀποδίδουν τὰ ἐγκλήματα εἰς τὴν φύσιν, εἰς τὴν κληρονομικότητα καὶ τὸν ἀλκολισμὸν, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν βλέπομεν, ὅτι αὐτοὶ οἱ φιλήσυχοι πολῖται καὶ οἰκογενειάρχαι φέρονται πολλάκις νὰ διαπράξωσιν ἀξιοποίνους πράξεις. Λοιπὸν σύγκρισις καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν δύναται νὰ γείνῃ. Περὶ τούτου ὅμως δὲν ἐννοῶ νὰ ὁμιλήσω. Ὁπωσδήποτε, καίτοι θεωρῶ τὴν συζήτησιν μὴ ἔχουσαν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ διατυπώσαντες εὐχὰς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἔπραξαν τοῦτο ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως ἢ ἐξ ὑπερβολῆς, ἀλλ’ οὔτε πάλιν πρέπει νὰ πιστεύσωμεν εἰς τὰς διαβεβαιώσεις τῶν Ὑπουργῶν, ὅτι τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἔχουσι καλῶς. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἤθελον ζητήσει, ἂν ἐπιθυμοῦν τινες τῶν κ. Βουλευτῶν νὰ φέρωσι τὴν συζήτησιν εἰδικῶς ἐπὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα συζητήσεως, καὶ νὰ προσαγάγῃ ἕκαστος ὅ,τι νομίζει, ἡ δὲ Κυβέρνησις νὰ διαψεύσῃ αὐτά, καὶ νὰ ἀπέλθωμεν πάντες μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας δὲν πάσχουσιν ἀληθῶς, ἀλλ’ εὑρίσκονται εἰς κατάστασιν ἀνώμαλον μέν, ἀλλ’ ἐκ τῶν συνήθων.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σταυρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§32Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατόπιν τῶν λεχθέντων κατὰ τὰς προηγουμένας συνεδριάσεις περὶ τῶν δικαστῶν ὑποβάλλω πρότασιν νόμου εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὴν υἱοθετήσῃ, καὶ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν ψηφίσῃ. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς παρακαλῶ νὰ μελετήσουν ὅλοι οἱ κύριοι Βουλευταί, καὶ οἱ νομικοὶ καὶ οἱ μὴ νομικοί, μετὰ πολλῆς προσοχῆς τὰ ἄρθρα αὐτῆς, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ τιμαλφέστερον τῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου, ἤτοι εἰς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν καὶ εἰς τὸν χειρισμὸν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ὑπὸ τῶν δικαστῶν. Ἡ πρότασις αὕτη νομίζω ὅτι λύει τὸ ζήτημα, καὶ δὲν θὰ ἀναγκάσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσαγάγῃ ἄλλοτε κατάλογον τῶν φυγοποίνων, θὰ λύσῃ δὲ καὶ τὸ κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου αἴνιγμα, διότι διὰ τῆς προτάσεως ταύτης, νόμου καθισταμένης, θ’ ἀναγκασθοῦν οἱ φυγόποινοι νὰ προσέρχωνται, ἐὰν κανονισθῶσι ἀνθρωπινώτερον καὶ δικαιότερον τὰ περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασίν μου.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 24).
§34Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν παρακαλῶ νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας τινὰς σχετιζομένας μὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων καὶ μὲ τὸ ἕτερον νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων. Καταθέτω τὴν ἐπερώτησίν μου γραπτήν.
§35Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας...
§36Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἀπήντησεν ἤδη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ ὀλίγου εἰς ὁμοίαν ἐπερώτησιν.
§37ΔΟΥΝΗΣ. Ὁ κ. Διευθυντὴς ἐποιήσατο δήλωσιν ὅτι κατέστησε γνωστὸν πρὸ μηνῶν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρωθυπουργὸν πολλὰς πράξεις σκανδαλώδεις, λαμβανούσας χώραν ἐν αὐτῇ τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας. Ἐνοεῖται ὅτι ἐκ τῶν δηλώσεων τούτων ἐταράχθη μεγάλως ἡ συνείδησις τῶν κατοίκων τῆς πόλεως, διότι ἀγνοεῖ, τί ὄντως συμβαίνει, καὶ ἕνεκα τούτου εὑρίσκεται ὑπὸ τὸ κράτος ἀλγεινοῦ συναισθήματος. Διότι, ἐὰν ὄντως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι γνώστης πραγμάτων σκανδαλωδῶν καὶ οὐδὲν ἐνήργησεν, ἀφῆκε δὲ νὰ καλυφθῶσιν ὑπὸ τῆς ἐγκληματούσης ἀρχῆς, τότε πᾶσα ἐμπιστοσύνη πρὸς τὴν ὑφεστῶσαν τάξιν τῶν τῆς Πολιτείας ἐκ βάθρων κλονίζεται, καὶ γεννᾶται εὐλόγως τὸ ἀλγεινὸν συναίσθημα, ὅτι οὐχὶ πνεῦμα ἔννομον διέπει τὰ τῆς Πολιτείας, ἀλλ’ ἔνστικτα κακοποιὰ διέπουσι τὰ κατ’ αὐτήν. Καὶ τίς δύναται νὰ ἀμυνθῇ κατὰ τοιούτου συναισθήματος, ὅταν ἀποδεικνύηται ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν μεριμνᾷ οὔτε περὶ τῶν στοιχειωδῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται αὐτῇ; Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅπως διαλευκάνῃ τὸ ζήτημα τοῦτο.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡμίλησεν ἤδη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τούτου ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως.
§39ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν ἤμην ἐδῶ.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπαναλάβῃ τὰ αὐτά.
§41Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἦτο πράγματι λυπηρόν, ἐὰν καθιεροῦτο ἡ ἀρχή, ὅτι οἱ Βουλευταὶ οἱ μὴ ἐννοοῦντες νὰ ἐξασκήσωσι τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει αὐτοῖς τὸ ἀξίωμά των, δικαιοῦνται νὰ ταράξωσι τὴν Βουλήν, ζητοῦντες πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι ἤδη ἐδόθησαν. Ἔπρεπε, κύριε Βουλευτά, νὰ ἦσθε τὴν τετάρτην ὥραν εἰς τὴν θέσιν σας, καὶ ἠθέλετε ἀκούσει τότε τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πάλλης, καὶ τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωσα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ τόνος τῆς παρατηρήσεώς σας εἶναι τοιοῦτος, ὥστε νὰ φθάσῃ ὄχι μόνον εἰς ἐμὲ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ ἀκροατήρια, διὰ τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρεσθε, καθῆκον θεωρῶ νὰ ἐπαναλάβω καὶ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας πρὸ τριῶν ἡμερῶν μοὶ ἀνέφερεν ὅτι ἀστυνόμος κατήγγειλεν εἰς αὐτὸν τὸν Γραμματέα τῆς Ἀστυνομίας καὶ τὸν ἑαυτόν του, ὅτι συνεπείᾳ τῆς καταγγελίας ταύτης προέβη ὁ Διευθυντὴς εἰς τὴν τοποθέτησιν τοῦ Γραμματέως εἴς τι ἀστυνομικὸν τμῆμα, εἰς τὴν μετάθεσιν δὲ τοῦ καταγγείλαντος ἀστυνόμου· ὅτι εἰς τὴν καταγγελίαν ταύτην τοῦ Διευθυντοῦ τῆς ἀστυνομίας ἀπήντησα ὅτι τὸ μέτρον τὸ παρ’ αὐτοῦ ληφθὲν δὲν εὑρίσκω ἐπαρκὲς, ὅτι κατόπιν τῶν ὅσων ἀνήγγειλεν εἰς ἐμὲ ἐνόμιζον ὅτι ἔπρεπε ἀμέσως νὰ προκαλέσω διάταγμα περὶ ἀπολύσεως τῶν τριῶν αὐτῶν ἀστυνόμων, ἐπέβαλον δὲ εἰς τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, ἵνα ἀμέσως προβῇ εἰς καταγγελίαν ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως κατ’ αὐτῶν. Ὑπέβαλον τὸ διάταγμα τῆς ἀπολύσεως, ὑπεγράφη τοῦτο καὶ σήμερον δημοσιεύεται. Ὑπεβλήθη δὲ καὶ ἡ καταγγελία εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ἐγὼ δὲ δι’ ἐγγράφου ἐσύστησα εἰς αὐτὸν δραστηριωτάτην ἐνέργειαν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἔπραξα τὸ καθῆκόν μου, καὶ ὅτι, ἐὰν, ἀντὶ νὰ λάβητε αὐτὸν τὸν τόνον τὸν ἀπειλητικὸν, ἠθέλετε ἐρωτήσει τὸν Ὑπουργὸν, ἂν ἀληθεύουν αὐτὰ, ἤθελον δώσει ἀπάντησιν ἱκανοποιοῦσαν ὑμᾶς. Ἠθέλετε βεβαίως στερηθῆ τῆς μακρᾶς ἀγορεύσεως, τῆς τόσον πομπώδους, ἀλλ’ ἠθέλετε εἶσθαι ἐντὸς τῆς ἀληθείας.
§42ΔΟΥΝΗΣ. Ἐὰν ὅτε ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ἐξεδήλωσα τὸν σκοπὸν τῆς ἐπερωτήσεώς μου, μοὶ ἀνήγγελλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἤδη περὶ τούτου ἔδωκε πληροφορίας, ἔστω βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ ἔκαμνα λόγον.
§43ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Σᾶς τὸ εἴπομεν.
§44ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν ἠδύνασθε νὰ γινώσκητε ἐκ τῶν προτέρων περὶ τίνος ἐπρόκειτο νὰ ὁμιλήσω.
§45ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν καταδίκου τινὸς, ὀνόματι Δ. Καραγιάννη, ὅστις παραπονεῖται ὅτι διὰ βασιλικοῦ διατάγματος τῷ ἀπενεμήθη βασιλικὴ χάρις, ἀλλὰ τὸ διάταγμα δὲν ἐξετελέσθη. Καταθέτω αὐτὴν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως διατάξῃ τὰ δέοντα.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἀποσταλῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
§47Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ζητῶ πληροφορίας τινὰς δι’ ἐπερωτήσεώς μου, ἣν καταθέτω γραπτήν.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Φαρμάκης καὶ Ν. Τσόγκας ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου περὶ ζωοκλοπῆς». Ὡσαύτως ὁ βουλευτὴς κ. Γαρουφαλιᾶς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ τοῦ ἐκ συμβάσεως τόκου». Ἀμφότεραι αἱ προτάσεις νόμου αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 25–26). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς ἐκτάκτου Συνόδου τῆς ΙΕʹ Περιόδου.
§49Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔμελλε νὰ προτείνῃ προσθήκας.
§50Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον, διότι περιέχεται ἡ προσθήκη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος Ἀλέξ. Μ. Κανάρης).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Αʹ. «Βουλή». (Ἀναγινώσκεται).
§52ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν προτίθεμαι, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἀνακόψω τὴν ψήφισιν τῆς προκειμένης προτάσεως, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν παρατηρήσεις τινὰς, συνοψιζούσας τὴν πεποίθησίν μου ἐπὶ τοῦ θέματος, ὅπερ ἡ παροῦσα πρότασις ἀνακινεῖ. Δὲν ἤθελον μάλιστα λάβει τὸν λόγον παντελῶς ἐπὶ τοῦ θέματος, ἂν παρελθὸν ἐμὸν προσωπικὸν δὲν μὲ ὑποχρέου νὰ μὴ ἀφήσω νὰ παρέλθῃ ἡ περίστασις αὕτη ἐν τῇ Βουλῇ ἄνευ ἐκφράσεως γνώμης, ἣν ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν πεποιθότως πρεσβεύω. Ἡ Βουλὴ βεβαίως εἶναι κυρία νὰ πράξῃ ὅ,τι αὐτὴ φρονεῖ. Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ,—καὶ ἐπιμένω εἰς ὅ,τι εἶπον χθὲς,—ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ψηφισθῇ πρότασις τοιαύτη, ἀφορῶσα εἰς δαπάνας τῆς Βουλῆς, ἂν μὴ προηγουμένως ὑπάρχῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἢ ἐν νόμῳ περὶ πιστώσεως, πρόβλεψις περὶ αὐτῆς. Διότι ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Βουλῆς—ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς—εἶναι πρᾶξις ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας, προϋπολογισμὸς ἐσωτερικός, κανονίζων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Βουλῆς τὰ πράγματα τὰ ἤδη κεκανονισμένα γενικῶς τῇ πρωτοβουλίᾳ τῶν ὑπευθύνων διὰ τοῦ νομίμου τρόπου. Τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς εἴτε εἰς ἔκτακτον εἴτε εἰς τακτικὴν Σύνοδον ἐπιμελεῖται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Αὕτη ἔχει ἐντολὴν ἐκ τοῦ Συντάγματος νὰ φροντίζῃ, ὥστε κατὰ τοὺς ὅρους αὐτοῦ καὶ κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Πολιτείας νὰ καλῆται τακτικὴ ἢ ἔκτακτος Σύνοδος, καὶ νὰ προνοῇ περὶ τῶν κατὰ νόμον ἀπαραιτήτων πρὸς λειτουργίαν τῆς Βουλῆς. Πρὸς τοῦτο εἶναι ὑπόχρεως ἡ Κυβέρνησις, ὑπευθύνως, νὰ περιλάβῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῆς προβλέψεως ταύτης τῆς Κυβερνητικῆς ἡ Βουλή, ἐργαζομένη ἐλευθέρως, παρασκευάζει τὰ τοῦ ἰδίου ἑαυτῆς προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ πρόβλεψις νομοθετικὴ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἢ ἐν εἰδικῇ πιστώσει, ἡ πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως, προτεινούσης καὶ συναινούσης νὰ ψηφισθῇ τοιοῦτος προϋπολογισμός, ὁποῖος ὁ σήμερον συζητούμενος, εἶναι πρᾶξις μὴ δυναμένη νὰ ἔχῃ νόμιμον ἀποτέλεσμα. Παρετήρησα χθές, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1899 δὲν ὑπάρχει πίστωσις καλύπτουσα τὴν πρότασιν τὴν ἐν τῷ πρώτῳ κεφαλαίῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς, τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἡ παρατήρησίς μου εἶναι ἀκριβής, διότι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1899 τὸ κατ’ ἀρχὰς μὲν περιελαμβάνετο πίστωσις ἐκ δραχμῶν 550,620, ἀναλυομένων οὕτως: «Ἀποζημιώσεις Βουλευτῶν 421,200. Μισθοὶ προσωπικοῦ καὶ ἔξοδα ἐν γένει 111,420. Ἀντίτιμον χάρτου κλπ. 18,000. Τὸ ὅλον 550,620». Ταῦτα προβλέπονται ἐν τῷ ἐκτεθέντι προϋπολογισμῷ. Ὅτε ὅμως προέβησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ἡ Κυβέρνησις ἐσχημάτισε πεποίθησιν περὶ ἀνάγκης συγκλήσεως τῆς Βουλῆς εἰς ἔκτακτον Σύνοδον, διαρκοῦντος τοῦ ἔτους 1899, καὶ προέβλεψε περὶ τῆς ἐκτάκτου Συνόδου διὰ δηλώσεως, ἣν ἀνέγραψεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ζητήσασα ποσὸν δραχμὰς 398,600· δηλαδὴ ὑπελόγισε 1800 δρ. διὰ Βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν ἑκάστου Βουλευτοῦ, καὶ προσέθηκε καὶ 1000 δρ. ἐν ὅλῳ δι’ ἄλλας ἀνάγκας, ἃς ἀνεγνώριζεν, ὡς ὑπεύθυνος, ἀπαραιτήτους. Τοιοῦτος εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς, ὃν ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τούτου δὲν δυνάμεθα νὰ ἀξιώσωμεν ν’ ἀποδοθῇ ἡ ἀποζημίωσις ἡ Βουλευτικὴ, ἡ ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς ἐπιτροπῆς. Παρετήρησε χθὲς ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ὅτι τοῦτο δὲν ἔχει σημασίαν, διότι δύναται δι’ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, ἀρχομένου τοῦ νέου ἔτους, νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς συμπληρώσεως τῆς διαφορᾶς. Δὲν εἶπεν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1900 προβλέπει ἤδη ἄλλως περὶ τῆς περιπτώσεως ταύτης, διότι οὗτος περιλαμβάνει μόνην πρόβλεψιν τὴν τῆς τακτικῆς Συνόδου τοῦ ἑπομένου ἔτους, καὶ ἀναγράφει δι’ αὐτὴν ποσὸν ἀνάλογον τοῦ ἐγγεγραμμένου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899. Ἀλλ’ εἶναι ἀναγκαῖον βεβαίως νὰ γνωρίζωμεν ἀπὸ τοῦδε ποία εἶναι ἡ γνώμη τῶν ὑπευθύνων ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου· πρὸς τοῦτο δὲ πρέπει νὰ ἔχωμεν ἐνώπιον ἡμῶν ὑποβεβλημένον νομοσχέδιον ἀποτυποῦν αὐτὴν, διότι προκειμένου περὶ δαπάνης τοῦ Κράτους δὲν ἀρκεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ δηλοῖ, ὅτι θέλει προνοήσει νὰ ἀναπληρώσῃ τὰ ὑποδεικνυόμενα ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ πρέπει αὐτὴ ὑπευθύνως νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν πιστώσεως, ἥτις νὰ δίδῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κανονίσῃ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τὰ τοῦ ἰδίου αὐτῆς προϋπολογισμοῦ. Καὶ ἐν τῷ παρελθόντι ἔχομεν παράδειγμα· ἐν τῇ τελευταίᾳ ἐκτάκτῳ Συνόδῳ κατὰ τοιοῦτον τρόπον προέβη ἡ Βουλὴ, ἐπὶ προτάσει τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Λογιστικοῦ, εἰς ψήφισιν συμπληρωματικῆς ἀποζημιώσεως διὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον. Ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους ἐκείνου, ὅτε ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ Ὑπουργοῦ τοῦ κ. Στρέϊτ, ἦτο ἐλλιπὴς κατὰ τοῦτο, μὴ προβλέπων τοιαύτην δαπάνην. Διὸ καὶ ἐφρόντισε τότε ὁ Ὑπουργὸς, ὅστις κατ’ ἀρχὰς δὲν ἐφαίνετο ὅτι ἀντελήφθη τοῦ ἀτόπου τοῦ πράγματος,— ἀγνοῶ δὲ πόθεν ἔπειτα ἐφωτίσθη,—νὰ φέρῃ τὴν ἐπιοῦσαν, τὴν 21 Φεβρουαρίου, τροπολογίαν εἰς ἐκκρεμές τι νομοσχέδιον περὶ δαπανῶν τῆς Βουλῆς, εἰς ὃ παρενέβαλε συμπληρωματικὴν πίστωσιν, ἥτις καὶ ἐψηφίσθη, καὶ μόνον μετὰ τὴν ψήφισιν ἐξετελέσθη ἡ ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Ταῦτα λέγω διότι νομίζω ὅτι διὰ τούτων προκαλῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς εὐθύνης, ἣν ἀκέραιον φέρει διὰ πάντα, ὅσα ἐνταῦθα οὕτω πράττονται. Ἡ Βουλὴ δὲν φέρει εὐθύνην, ἔτι δὲ ὀλιγώτερον εἷς ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν. Πᾶσα ἡ εὐθύνη ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἵνα ἄρῃ αὐτὴν, ὀφείλει νὰ προσαγάγῃ τὴν νόμιμον πρότασιν. Τοιαύτης προτάσεως ὑποβαλλομένης καὶ ψηφιζομένης, ὁλόκληρος ἡ εὐθύνη, ἥ τε πολιτικὴ καὶ ἡ ἠθικὴ, ἀφίεται, νὰ πέσῃ ἐκεῖ, ὅπου πρέπει νὰ πίπτῃ, ἐπὶ μόνης τῆς Κυβερνήσεως, καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἡ πρότασίς μου αὕτη προέρχεται καὶ ἐκ γνώμης ἄλλης, ἣν ἀπὸ μακροῦ πρεσβεύω, θέλω δ’ ἐκθέσει, μεθ’ ὅλου τοῦ σεβασμοῦ, πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι δὲν ὑποβάλλω πρότασιν πρὸς ψήφισιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἁπλῆν γνώμην. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐπιτρέπεται νὰ ζητῇ τις ὑπὲρ τῆς Βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως ἐν ἐκτάκτῳ Συνόδῳ ποσὸν ἀνώτερον τοῦ ὁριζομένου ἐν τῷ Συντάγματι διὰ τὰς τακτικάς. Ὁμολογῶ μὲν, ὅτι εἶναι ἀτελὴς ἡ πρόνοια τοῦ Συντάγματος εἰς τὰ περὶ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν Βουλευτῶν. Σύνταγμα οὐσιωδῶς δημοκρατικὸν, Σύνταγμα μὴ ἀναγνωρίζον ὑπεροχὴν ἀριστοκρατίας καὶ πλουτοκρατίας, Σύνταγμα θέλον ν’ ἀντιπροσωπεύηται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δι’ ὅλων τῶν τάξεων εἰς τὴν Βουλὴν, ἔπρεπε νὰ προνοήσῃ ἄλλως περὶ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν Βουλευτῶν, ὥστε οἱ Βουλευταὶ νὰ δύνανται εὐκόλως νὰ ἐγκαταλείπωσι τὰς ἑστίας αὐτῶν καὶ διαμένωσιν ἐν Ἀθήναις μῆνας ὅλους, συντηρούμενοι εὐπρεπῶς, διότι οἱ πλεῖστοι τῶν Βουλευτῶν σήμερον δὲν ἐπαρκοῦσι διὰ τῆς ἀποζημιώσεως τῆς συνταγματικῆς εἰς ἰδίαν ἁπλουστάτην συντήρησιν. Ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα εἶναι νόμος, καὶ νόμος θεμελιώδης, ὀφείλομεν δὲ, ὡς πάντα νόμον καὶ ὑπὲρ πάντα, νὰ σεβώμεθα καὶ ὑποστηρίζωμεν αὐτό. Ὀφείλομεν ἡμεῖς πρὸ πάντων νὰ ἀποφεύγωμεν νὰ ἐπιφέρωμεν εἰς αὐτὸ ἀμυχάς· διότι αἱ πληγαὶ, ἃς ἡμεῖς φέρομεν ἐπ’ αὐτοῦ, γεννῶσι προφάσεις, αἵτινες χρησιμεύουσιν εἰς ἄλλους, ὑπευθύνους, κατὰ καιροὺς, ἔχοντας τοιαύτας ἢ τοιαύτας ἰδέας, νὰ ἐπεμβαίνωσιν εἰς τὰ τοῦ Συντάγματος ὀλεθρίως. Διὰ τοῦτο ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Τὰ τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως τῶν Βουλευτῶν ἐν ἐκτάκτῳ Συνόδῳ πολλάκις ἐξετέθησαν καὶ εὐρέως συνεζητήθησαν, καὶ ὡρίσθησαν ἑκάστοτε τὰ τῶν ἐξόδων τῆς ἐλεύσεως καὶ ἐπανόδου τῶν Βουλευτῶν, ἅτινα ὑπὲρ αὐτῶν μόνον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα, καὶ καλῶς ἐξετιμήθησαν. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὅστις ἤθελεν εἴπει, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ φειδὼ περὶ τὸν προσδιορισμὸν τῶν δαπανῶν τούτων, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὑπάρχει καὶ ὅριον, οὗ πέραν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προβῶμεν, τοῦτο δὲ τὸ ὅριον δεικνύει σαφῶς αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, ὅτε τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι κατὰ τὴν τακτικὴν Σύνοδον δι’ ἔξοδα ἐλεύσεως καὶ ἐπανόδου καὶ πρὸς ἀποζημίωσιν διὰ τὴν ἑξάμηνον διατριβὴν τῶν Βουλευτῶν ὁρίζονται 2,000 παλαιαὶ δραχμαὶ, ἃς ἀκριβῶς διὰ τοῦτο δὲν μετετρέψαμεν εἰς νέας, διότι τὸ ποσὸν ἐθεωρήθη ὑποχρεωτικῶς περιωρισμένον οὕτω κατὰ συνταγματικὴν ἐπιταγήν. Ὅτε τὸ Σύνταγμα λέγει ταῦτα, δὲν ἐπιτρέπεται, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερβῶσι τὰς τῆς τακτικῆς Συνόδου αἱ διὰ τὴν ἔκτακτον παρεχόμεναι μόνον δι’ ἔξοδα ἐλεύσεως καὶ ἐπανόδου ἀποζημιώσεις. Ταύτην τὴν γνώμην ἠθέλησα νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, ζητῶ δὲ συγγνώμην, διότι εἰσῆλθον εἰς ἐξέτασιν τόσον λεπτοῦ ζητήματος. Ἐνόμισα ὅμως, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ μὴ τηρήσω τὴν γνώμην μου μυστικήν.
§53Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δύο παρατηρήσεις προέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής· ἡ πρώτη ἀφορᾷ εἰς τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, ἡ δευτέρα εἰς τὴν παραβίασιν τοῦ Συντάγματος. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει εὐγνωμοσύνην αὐτῷ, διότι ὑπέμνησεν εἰς αὐτὴν τὰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνει. Δύναται ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς νὰ ἦναι ἥσυχος, διότι ἡ Κυβέρνησις σύνοιδε τὰς εὐθύνας αὐτῆς, καὶ οὐδέποτε θὰ θελήσῃ νὰ μερισθῇ ταύτας εἴτε μετὰ τῆς Βουλῆς, εἴτε μετ’ ἄλλων. Ἐνόμισα δι’ ὅσων εἶπον χθὲς, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς δὲν ἤθελεν ἐπαναλάβει τὰς παρατηρήσεις αὐτοῦ, ὅτι δὲν ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν αὐτῆς, ἐὰν μὴ ἀνεγράφετο εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις δι’ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως. Εἶπον εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν χθὲς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προὐνόησε νὰ ἀναγράψῃ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 πίστωσιν δι’ ἐνδεχομένην ἔκτακτον ἢ τακτικὴν τῆς Βουλῆς σύνοδον· ἂν δὲ ἡ ζητηθεῖσα πίστωσις ἀποδειχθῇ ἀνεπαρκής, οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι θέλομεν ἀναπληρώσει ταύτην δι’ ἐκτάκτου πιστώσεως. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοσχεδίου, ἐνῷ χθὲς ἐβεβαίωσα, ὅτι αὐτὰς τὰς ἡμέρας θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον δι’ ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν, ἀναγράφουσιν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Βουλῆς ὁρίζει. Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ εἴπω πλειότερα περὶ τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας τοσοῦτον κήδεται ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής. Μεταβαίνω δὲ εἰς τὸ ἕτερον θέμα, τὴν παραβίασιν τοῦ Συντάγματος. Δὲν γνωρίζω ὁποίαν ἔχει περὶ Συντάγματος ἰδέαν ὁ κ. Βουλευτής, ἀλλὰ δὲν νομίζω νὰ φρονῇ ὅτι αὐτὸς μόνον κήδεται τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, διότι καὶ ἄλλοι πολιτευόμενοι τὴν αὐτὴν δεικνύουσιν εὐλάβειαν πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Πάντες γινώσκομεν, ὅτι τὰ τῶν ἀποζημιώσεων τῶν Βουλευτῶν ὡς πρὸς τὴν τακτικὴν Σύνοδον ὡρίσθησαν ἐν ἐποχῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ συνθῆκαι τοῦ βίου ἦσαν διάφοροι, καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ἴσως ἐπιστεύετο, ὅτι οἱ Βουλευταὶ ἠδύναντο νὰ ζῶσι καὶ ἄνευ ἐνδυμάτων καὶ ἄνευ τροφῆς, ὡς ἐκ τούτου δὲ μετ’ ἀδικαιολογήτου γλισχρότητος ἀνέγραψαν τὸ ποσὸν τῶν 2,000 δρ. ἐν τῷ Συντάγματι· πράγματι δὲ ἐν τῷ παρελθόντι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ τὴν ἀποζημίωσιν διὰ τὰς τακτικὰς Συνόδους διετήρησαν ὡς ἀνεγράφη ἐν τῷ Συντάγματι, ὡς δὲ παρετήρησε καὶ ὁ κ. Βουλευτής, καίτοι πᾶσαι αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους, αἱ εἰς παλαιὰς δραχμὰς ἀναγεγραμμέναι, μετετράπησαν εἰς νέας, οὐχ ἧττον, ἀπὸ εὐλάβειαν πρὸς τὸ Σύνταγμα, τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως τῶν Βουλευτῶν ἔμεινεν εἰς 2,000 παλαιὰς δραχμάς. Ἀλλ’ ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι, κανονίζουσα τὰ τῆς ἀποζημιώσεως διὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον; Ἐν τῷ παρελθόντι ἔχομεν ἀληθῶς ποσὸν καθωρισμένον ὑπὲρ τῶν Βουλευτῶν δι’ ἐκτάτους Συνόδους μὴ ὑπερβαῖνον τὰς 1500 δραχμάς· ἀλλ’ ἔχομεν ἐν ἐποχῇ παλαιοτέρᾳ καὶ ὑπέρβασιν τοῦ ποσοῦ τούτου, οὐδεὶς δὲ ἐφαντάσθη, ὅτι τὸ Σύνταγμα παρεβιάσθη. Σήμερον ὑποβάλλεται ἀποζημίωσις ἐκ δραχμῶν 2,000, ἡ δὲ Κυβέρνησις εἶναι τῆς γνώμης, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν εἶναι ὑπερβολικόν· τοὐναντίον νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο πρέπον διὰ γενναιοτέρας ποσότητος διὰ τὰς ἐκτάκτους Συνόδους ν’ ἀποζημιῶνται οἱ Βουλευταὶ, ἕνεκα τῆς γλίσχρας ἀποζημιώσεως, τὴν ὁποίαν λαμβάνουσιν εἰς τὰς τακτικάς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ Βουλὴ εἶναι ἐλευθέρα νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς ἀποζημιώσεως εἰς 1800 δραχμὰς, χωρὶς νὰ φοβῆται, ὅτι παραβιάζει τὸ πολίτευμα.
§54Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ ἔλθῃ νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ μετατρέψῃ τὰς 2,000 παλαιὰς δραχμὰς εἰς νέας. Ἐγὼ κάμνω τὴν δήλωσιν ταύτην, καὶ τὸ λέγω χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος, διότι πολλάκις γράφουσιν, ὅτι οἱ Βουλευταὶ λαμβάνουσι «χιλιάδας», δηλαδή, λέγω ἐγὼ, λαμβάνουσιν 148 δραχμὰς τὸν μῆνα, τὸν μισθὸν ἑνὸς μικροῦ ὑπαλλήλου! Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ψηφίζουσιν 110,000,000 κατ’ ἔτος, δικαιοῦνται νὰ ἔχωσιν ἐπαρκῆ ἀποζημίωσιν. Ἐγὼ ἀνταλλάσσω τὴν ἀποζημίωσίν μου μὲ τὸν χάρτην καὶ τὰ γραμματόσημα, τὰ ὁποῖα ἐξοδεύω ὡς Βουλευτής. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι μὲ ἀδιαφορίαν βλέπουν τὴν βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν, ἀλλ’ οὐδ’ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται ἄνευ αὐτῆς νὰ ζήσωσιν. Οἱ Βουλευταὶ πρέπει νὰ ἔχωσι τὰ μέσα τῆς ἀξιοπρεποῦς παραστάσεώς των. Παρακολουθοῦνται ἀπὸ 10, 20, 30 ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἐπιβαρύνουσιν. Ὡς ἄτομον διεξάγω τὰ τῶν κοινωνικῶν ὑποχρεώσεών μου ὡς θέλω, ἀλλ’ ὡς βουλευτὴς Παπαμιχαλόπουλος ἔχω ἀπείρους, περισσοτέρας... Ἕκαστος γνωρίζει πόσους ἔχει ν’ ἀποστείλῃ εἰς τὰς ἐπαρχίας των, δίδων 5 καὶ 10 καὶ 20 δραχμάς. Λέγω ὅτι χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ φέρῃ ἡ Κυβέρνησις πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ μετατρέψῃ τὰς παλαιὰς δραχμὰς εἰς νέας, ὡς τοῦτο ἐγένετο δι’ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους.
§55Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ἐναντίαν γνώμην πρὸς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα· νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νόμου, ὅπως μετατραπῇ τὸ ποσὸν ἐκ παλαιῶν δραχμῶν εἰς νέας. Ἐγὼ δὲν παρεκαθήμην ἐνταῦθα κατὰ τὴν Σύνοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο ἡ μετατροπή, ἀλλ’ ὅτε εἶδον τὴν ἀπόφασιν, εἶπον ὅτι δὲν ἦτο ὀρθή. Τὸ Σύνταγμα ἀνέγραψε 2,000 δραχμάς, ἀλλὰ δὲν προσδιώρισε καὶ τὴν ἀξίαν τοῦ νομίσματος. Ἑπομένως δὲν χρειάζεται νόμος πρὸς μετατροπήν. Καὶ ταῦτα ἐν παρόδῳ. Ἀλλὰ κάμνω ἑτέραν παρατήρησιν. Ἡ ἐπιτροπὴ συνέταξε προϋπολογισμὸν διὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον, ἀλλ’ ἐδῶ περιλαμβάνονται πιστώσεις καὶ διὰ τὸ παρελθόν, καὶ διὰ τοῦτο παρουσιάζεται τόσον ἐξωγκωμένος. Νομίζω ὅτι δὲν ἐδόθη ἡ δέουσα προσοχή, καὶ ἐτέθησαν ποσὰ διὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον πολὺ μεγαλείτερα, τὰ ὁποῖα προξενοῦσιν ἐντύπωσιν. Δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίζωμεν διπλᾶς μισθοδοσίας, διότι ἐδῶ βλέπω μισθοὺς διὰ τὸν Δεκέμβριον.
§56Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ ἐπιτροπῆς ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Ρικάκην, ὅτι εἰς ἑκάστην Σύνοδον οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς ψηφίζονται δι’ ὅλον τὸ ἔτος, ἀλλὰ δὲν πληρώνονται δίς. Οἱ μισθοὶ οἱ ἐν τῷ παρόντι προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενοι εἶναι διὰ τὸ ἔτος 1900, διότι ἡ Βουλὴ θὰ συγκληθῇ μετὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1900· δὲν βλάπτει δὲ, ἂν δὶς ψηφίζεται ἡ πίστωσις τῶν μισθῶν. Διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησε πρέπον νὰ ἀναγράψῃ τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον Αʹ, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον Βʹ «Γραφεῖον Βουλῆς»).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Γʹ. «Στενογραφικὸν Γραφεῖον». (Ἀναγινώσκεται).
§58Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου Γʹ θεωρῶ καθῆκον νὰ ποιήσωμαι σύστασιν ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας ἑνὸς τῶν μονίμων καὶ ἀρχαιοτέρων ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, ὅστις εἶναι πλειότερον ἐπιφορτισμένος πάντων τῶν ἄλλων μὲ μεγαλειτέραν ἐργασίαν καὶ διαρκῶς ἐργάζεται ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ καθ’ ὃν ἀκόμη χρόνον ἡ Βουλὴ σχολάζει. Οὗτος εἶναι ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, τὸν ὁποῖον πάντες γινώσκετε καὶ ὁ ὁποῖος ἀληθῶς δὲν μισθοδοτεῖται ἀναλόγως πρὸς τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν μετὰ μεγάλου ζήλου προσφέρει.
§59ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§60Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πολυζωΐδης εἶναι, δύναμαι νὰ εἴπω ἀσφαλῶς, ὁ ἱκανώτερος καὶ φιλοπονώτερος τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους.
§61ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Προτείνω λοιπὸν, ὅπως ἡ μισθοδοσία τοῦ κ. Πολυζωΐδου αὐξηθῇ ἀπὸ 280 εἰς 320 δραχμάς.
§62ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§63ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ, προτείνω νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἐδάφιον ιγʹ τοῦ ἄρθρου 76 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ὡς ἑξῆς: «Τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν πρὸς δραχ. 320», καὶ παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ καὶ ψηφισθῇ ἡ τροποποίησις αὕτη τοῦ Κανονισμοῦ, διὰ νὰ ἔχῃ κῦρος καὶ ἡ αὔξησις τῆς μισθοδοσίας.
§64ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Γίνεται δεκτὴ δι’ ἀναστάσεως ἡ προταθεῖσα τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ ἡ πρότασις τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν ἀπὸ δραχμῶν 280 εἰς δραχ. 320, ὡς καὶ ὁλόκληρον τὸ κεφάλαιον Ιʹ.)
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Δʹ. «Βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς». (Ἀναγινώσκεται).
§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ δοθῇ ἡ ἑπομένη διασάφησις. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 8 τοῦ κεφαλαίου Δʹ ἀναγράφεται πίστωσις ἐκ δραχμῶν 450 διὰ «καθυστερούμενα παρελθούσης χρήσεως», καὶ ἐν τῷ κεφαλ. Εʹ, ἄρθρ. 1, ἐπίσης διὰ «καθυστερούμενα παρελθούσης χρήσεως δρ. 1020». Ὡσαύτως δὲ διὰ «καθυστερούμενα παρελθουσῶν χρήσεων» ἐν τῷ αὐτῷ κεφαλαίῳ, ἄρθρ. 2, δρ. 603. Ὥστε ἔχομεν τρεῖς κατηγορίας καθυστερουμένων παρελθουσῶν χρήσεων.
§67Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐὰν ὁ κύριος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς παρευρίσκετο ἐνταῦθα κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς προχθές, ἤθελεν ἀκούσει τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναγραφῆς τῶν πιστώσεων τούτων. Εἶπον, ὅτι ἡ πρώτη πίστωσις τῶν 450 δραχμῶν ἀνάγεται εἰς καθυστερουμένην ἀντιμισθίαν τοῦ ξυλουργοῦ τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, ὅστις χρησιμεύει καὶ ὡς κλητήρ· ἡ πίστωσις τῶν δρ. 603 ἀφορᾷ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Ζακύνθου βουλευτοῦ κ. Ῥώμα διὰ καθυστερούμενα γραφικῆς ὕλης· ἡ ἄλλη πίστωσις τῶν δραχμῶν 1020 ἀφορᾷ εἰς καθυστερούμενα τῆς τελευταίας Συνόδου τῆς Βουλῆς ἐκ γραφικῆς ἐπίσης ὕλης. Προχθὲς εἶχον τὰς σημειώσεις, τὰς ἀποδείξεις καὶ ὅλους τοὺς λογαριασμούς, τοὺς ὁποίους κατέθεσα, καὶ δύναται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος νὰ λάβῃ πληροφορίας.
§68Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ζητῶ λεπτομερείας. Ἐν τῷ Δʹ κεφαλαίῳ θέλω δώσει γνώμην εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς πιστώσεως δρ. 5,000, ἀναγραφομένης πρὸς σύνταξιν καὶ ἐκτύπωσιν καταλόγου. Πρὸ πολλοῦ χρόνου ἐγένετο ἀποδεκτὸν ὑπὸ ὅλων τῶν Βιβλιοθηκῶν, ὅτι ἡ σύνταξις καὶ ἐκτύπωσις καταλόγου εἶναι ἔργον περιττὸν καὶ μάταιον, διότι αἱ Βιβλιοθῆκαι δὲν μένουσιν ἀκίνητοι, μεταβάλλονται ἑκάστοτε δι’ ἀγορᾶς νέων βιβλίων, ἢ δι’ ἀγορᾶς νέων ἐκδόσεων, ἐν ᾧ ὑπάρχουσιν ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ αἱ παλαιαί· διὰ τοῦτο τηροῦνται μόνον κατάλογοι τῶν χειρογράφων, τῶν νομισμάτων καὶ τῶν ἀρχετύπων ἢ παλαιοτύπων βιβλίων, τὰ ὁποῖα δὲν πρόκειται νὰ μεταβληθῶσι. Κατάλογοι ὑπάρχουσιν εἰς τὰς Βιβλιοθήκας κινητοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκτυποῦνται, ἀλλὰ χρησιμεύουσι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν. Ὑποτίθεται δὲ πάντοτε, ὅτι, ὅταν εἰσάγηται ἓν βιβλίον ἔν τινι Βιβλιοθήκῃ, ταξινομεῖται καὶ καταχωρίζεται ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ. Τοιαύτη ἡ τάξις καὶ ἐν τῇ Ἐθνικῇ Βιβλιοθήκῃ τῆς Γαλλίας (Rue Richelieu). Ἐξαίρεσις ὑπάρχει μόνον ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ κλάδου τῆς ἱστορίας τῆς Γαλλίας, διότι ἡ ἱστορία αὕτη δὲν πρόκειται πλέον οὔτε νὰ μεταβληθῇ, οὐδὲ νὰ προστεθῇ τι εἰς αὐτήν, ἑπομένως δὲν πρόκειται νὰ ἐκδοθῶσιν ἄλλα βιβλία, καὶ νὰ ἐπέλθῃ μεταβολή τις εἰς αὐτήν. Ἡ ἡμετέρα Βουλὴ εἶχεν ἀναγράψει πίστωσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὑτῆς κατὰ δύο Συνόδους διὰ τὴν ἐκτύπωσιν τοῦ καταλόγου, ἀμφιβάλλω δ’ ἂν ἐγένετο χρῆσις τῆς πιστώσεως ταύτης. Διὰ τὴν Ἐθνικὴν Βιβλιοθήκην ἀνεγράφετο πίστωσις ἐκ δραχμῶν 6,500 δι’ ἐκτύπωσιν καταλόγου, εἶχον δὲ δαπανηθῆ μέχρι τοῦ 1890 δραχ. 65,000, καὶ εἶχον ἐκτυπωθῆ πέντε μόνον τεύχη, περιλαμβάνοντα ἐλλιπῶς τὰ ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ ὑπάρχοντα βιβλία τῶν κλάδων, εἰς οὓς ἀνῆκον τὰ τεύχη, καὶ ταῦτα δὲ κατεστάθησαν ἄχρηστα. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸ 1881, ὅτε ἐτύγχανον ἐν τῇ ἀρχῇ, ἐπειδὴ ἦτο δύσκολον νὰ διαγράψω ἐντελῶς τὴν πίστωσιν τῶν 6,500, ἥτις ἀνεγράφετο κατ’ ἔτος, περιώρισα ταύτην εἰς δραχ. 3,500· κατὰ τὸ 1882 δὲ διέγραψα ἐντελῶς αὐτὴν, καὶ ἔκτοτε αἱ διάφοροι Κυβερνήσεις ἠκολούθησαν τὴν γνώμην μου ταύτην, καὶ ἔπαυσαν ἀναγράφουσαι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους πίστωσιν δι’ ἐκτύπωσιν καταλόγων. Ὅθεν διὰ τοὺς λόγους τούτους φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ μὴ ἀναγραφῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς πίστωσις πρὸς ἐκτύπωσιν καταλόγου τῆς Βιβλιοθήκης αὐτῆς, διότι ἡ δαπάνη θέλει ἀποβῆ ἄχρηστος καὶ ματαία.
§69ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἡ πίστωσις αὕτη, περὶ ἧς ἐποιήσατο λόγον ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Γόρτυνος, περιελήφθη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς Βουλῆς τῇ ἐμῇ προτάσει. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἡ σύνταξις καταλόγων Βιβλιοθηκῶν δὲν εἶναι ἔργον εὐχερὲς, ἀλλ’ οὐδὲ μάταιον καὶ ἄσκοπον εἶναι, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Ὁποία ἡ χρησιμότης τῶν τοιούτων καταλόγων, εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστόν. Ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ τῆς Βουλῆς ὑπάρχουσι τόμοι βιβλίων 150,000 περίπου, ἀξίας μεγίστης. Ὑπάρχουσι συλλογαὶ συγγραμμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εὑρίσκονται εἰς ἄλλας Βιβλιοθήκας πεπολιτισμένων Κρατῶν. Ὑπὲρ τῆς διασώσεως καὶ διαφυλάξεως τῶν συλλογῶν τούτων ἐνόμισα ὅτι πρέπει νὰ συνταχθῇ κατάλογος τῶν βιβλίων τῆς βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, διότι σήμερον ἡ κολοσσιαία αὕτη περιουσία εὑρίσκεται εἰς χεῖρας ὑπαλλήλων ἱκανῶν καὶ ἠθικῶν, ἀλλ’ ἴσως αὔριον δὲν συμβῇ τοῦτο, ἐπειδὴ εἶναι δυνατὸν νὰ προσληφθῶσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς ἄνθρωποι, εἰς τὰς χεῖρας τῶν ὁποίων νὰ μὴ ᾖναι ἐξησφαλισμένη ἡ ἐθνικὴ αὕτη περιουσία. Ἵνα δὲ ἐξαφανισθῇ ἓν τῶν πολυτιμοτέρων τούτων βιβλίων, ἀρκεῖ ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ οἰκεῖον δελτίον, ἤτοι τεμάχιον χάρτου ἐπιφανείας μεγάλου ἐπισκεπτηρίου, ὅπερ καὶ μόνον δηλοῖ σήμερον τὴν ὕπαρξιν παντὸς βιβλίου· ὑπάρχουσι δὲ τοιαῦτα δελτία περὶ τὰς 800,000. Τοῦτο κυρίως, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐπιβάλλει τὴν σύνταξιν καταλόγου.
§70Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι ἐναντίος τῆς γνώμης σας, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει «βιβλίον εἰσερχομένων»;
§71ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ δὲν εὗρον «βιβλίον εἰσερχομένων»· εὗρον βιβλίον τῶν ὑπαρχόντων περιοδικῶν καὶ τῶν διαφόρων ἄλλων βιβλίων, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι συνδρομήτρια ἡ Βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς, κατήρτισα δὲ τοιοῦτον καὶ καταρτίζω καὶ ἄλλα βιβλία, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν. Ἡ σύνταξις ἐπιστημονικοῦ καταλόγου εἶναι δυσχερέστατον ἔργον, καὶ δὲν θὰ κατορθώσω οὔτε ἐγὼ οὐδ’ ἄλλος τις νὰ καταρτίσῃ τέλειον ἐπιστημονικὸν κατάλογον· ἀπαραιτήτως ὅμως ἀναγκαῖον εἶναι νὰ δημοσιευθῇ βιβλίον, τὸ ὁποῖον—ὀνομάσατέ το κατάλογον ἐπιστημονικὸν, ἢ ὅπως δήποτε ἄλλως θέλετε,—νὰ περιέχῃ τὰ ὀνόματα τῶν βιβλίων τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς. Τὸ βιβλίον τοῦτο θὰ ἔχῃ καὶ ἄλλην χρησιμότητα· θὰ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς εὑρετήριον εἰς τοὺς ἐπιθυμοῦντας νὰ συμβουλευθῶσι συγγράμματα, τῶν ὁποίων οἱ πολλοὶ ἀγνοοῦσι καὶ αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γινώσκῃ τις πάντα τὰ γεγραμμένα συγγράμματα περὶ θέματος οἱουδήποτε ἐπιστημονικοῦ. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται πρόσθετον προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον θέλει πληρωθῆ διὰ τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος πιστώσεως. Παρακαλῶ ἑπομένως τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἀλλ’ εἰ δυνατὸν μάλιστα, νὰ αὐξήσῃ τὴν πίστωσιν.
§72Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ἀξιέπαινος ὁ κ. Ἔφορος τῆς Βιβλιοθήκης, ὑπερασπιζόμενος τὴν εἰδικὴν ὑπηρεσίαν αὐτῆς, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ ἄλλοτε, ὅτε τὸ ζήτημα περὶ διευθετήσεως καὶ συντηρήσεως τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς ἀνεκινήθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, πάντοτε ἡ Βουλὴ σχεδὸν συνεφώνησεν, ὅτι ἡ Βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἦναι διὰ τὰς μελέτας, τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ ποιήσωμεν, ὅτι ὁ μέγας ὄγκος τῶν βιβλίων τῶν ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ τῆς Βουλῆς εἶναι δίκαιον καὶ συμφέρον νὰ μετατεθῇ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Βιβλιοθήκην, ἐνταῦθα δὲ νὰ μείνωσι μόνον τὰ βιβλία ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται πράγματι νὰ ὦσι χρήσιμα εἰς τὰς μελέτας τῶν ἀσχολουμένων ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῶν παρουσιαζομένων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Νομίζω δὲ, ὅτι, ὅταν περατωθῇ ἡ Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη, ἡ Βουλὴ, ἐπανερχομένη εἰς τὸ θέμα τοῦτο, ἴσως ἐγκρίνῃ τὴν γνώμην ταύτην. Νομίζω δὲ, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν παραδέχονται ὅτι εὑρισκόμεθα ἐν πλήρει ἀφθονίᾳ χρήματος, θὰ συμφωνήσωσι μετ’ ἐμοῦ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δαπανῶμεν ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἴσως καὶ ἄλλα πλουσιώτερα Κράτη ἀποφεύγουσι νὰ δαπανῶσι, καὶ ὅτι δὲν θὰ θεωρήσωσιν, οὕτω σκεπτόμενοι, δεδικαιολογημένην τὴν πίστωσιν τῶν 5,000 δραχμῶν τοῦ κεφαλαίου τούτου. Τὰ κονδύλια «ἀγορὰ βιβλίων, δετικὰ βιβλίων, συνδρομαὶ ξένων ἐφημερίδων καὶ περιοδικῶν, καὶ σύνταξις καταλόγου» ἀποτελοῦσι ποσὸν 20,000 περίπου δραχμῶν. Τὴν δαπάνην ταύτην θεωρῶ ὑπερβολικὴν, ἀφοῦ τόσον ὀλίγα βιβλία ἐκ τῆς Βιβλιοθήκης ταύτης χρησιμοποιοῦνται ὑπὸ τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύνταξιν καταλόγου, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συντάξωσι κατάλογον ἐπιστημονικὸν, ἴσως ἡ δαπάνη τῶν 5,000 δραχμῶν θὰ ἦτο ἀνεπαρκής· ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι σήμερον διὰ Βιβλιοθήκας, τῶν ὁποίων τὰ βιβλία ἀνανεοῦνται πάντοτε καὶ τὰ ὁποῖα ἔχουσι πρακτικὸν σκοπὸν, χρησιμεύοντα πρὸς πρακτικὴν μελέτην, ἀπαιτεῖται τοιοῦτος κατάλογος. Συντάσσεται κατάλογος εἰς Βιβλιοθήκας μεγάλας καὶ ἰδίως διὰ τὰ βιβλία τὰ σπάνια, διὰ τὰ βιβλία τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι γνωστὰ εἰς πάντας τοὺς προσερχομένους, διὰ τὰ βιβλία τῶν ὁποίων ἴσως ἀπαιτεῖται καὶ ἐπίδειξις. Διὰ τὰ βιβλία ὅμως τὰ ἀνήκοντα εἰς τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς, μηδεμίαν δ’ ἔχοντα σχέσιν μὲ τὰς μελέτας τῶν κυρίων Βουλευτῶν, εἶναι ὄντως ἡ σύνταξις τοιούτου καταλόγου ματαία. Ὅσον ἀφορᾶ δὲ τὸ ζήτημα τῆς προφυλάξεως τῶν βιβλίων, τοῦτο βεβαίως δὲν εἶναι ὁ κατάλογος ὁ ἐπιστημονικὸς, ὁ ὁποῖος θὰ τὸ λύσῃ· ἡ προφύλαξις θὰ γείνῃ διὰ τῆς ὑπάρξεως βιβλίου εἰσαγωγῆς. Σύνταξις δὲ βιβλίου εἰσαγωγῆς δύναται πράγματι νὰ γείνῃ δι’ ἑτέρας πιστώσεως.
§73Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει.
§74Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν. Ταξινόμησις δὲν ἐγένετο;
§75Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἀδικοῦμεν τοὺς ἀπὸ ἐτῶν ἐργαζομένους ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ ὑπαλλήλους, ὑποθέτοντες ὅτι δὲν ὑπάρχει βιβλίον εἰσαγωγῆς, δηλαδὴ ἁπλοῦς κατάλογος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βιβλίων. Καὶ νομίζω ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος Ἔφορος τῆς Βιβλιοθήκης τοῦτο πρὸ ὀλίγου εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, εἰπὼν ὅτι ὑπάρχουσιν 150,000 τόμοι.
§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι, ὁσάκις ἐζήτησα βιβλίον τι παρὰ τῆς Βιβλιοθήκης, ἀμέσως μοὶ ἐδόθη. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι ὑπάρχει ταξινόμησις.
§77Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πρέπει ν’ ἀδικήσωμεν τοὺς μετὰ πολλοῦ ζήλου ἀπὸ ἐτῶν ἐργαζομένους ὑπαλλήλους, ὑποθέτοντες ὅτι δὲν ὑπάρχει βιβλίον εἰσαγωγῆς. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ, δύναται νὰ γείνῃ δι’ ἑτέρας πιστώσεως, διὰ τῆς πιστώσεως τοῦ «ἐπιμελητοῦ καὶ ἐπὶ τῆς συντάξεως τοῦ καταλόγου». Ὅταν δὲν πρόκειται νὰ συντάξωμεν ἐπιστημονικὸν κατάλογον, ὁ ὁποῖος διὰ Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι ἀπαραίτητος, ἡ πίστωσις αὕτη εἶναι ἀρκετὴ, ἵνα διατηρήσῃ τὸν κατάλογον τοῦτον, τὸν χρησιμεύοντα πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν βιβλίων, οὐχὶ διὰ τὴν σύνταξιν ἐπιστημονικοῦ καταλόγου, χρησιμεύοντος πρὸς φωτισμὸν τῶν βιβλιοφίλων, τῶν ποιουμένων σπουδὰς εὐρυτέρας. Διὰ τοῦτο νομίζω καὶ θεωρῶ καλὸν νὰ μὴ δαπανῶμεν εἰς δαπάνας πολυτελείας· πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ἐλάττωσιν τῶν τριῶν πρώτων πιστώσεων, τῶν ἀφορωσῶν εἰς ἀγορὰν βιβλίων, δετικὰ βιβλίων καὶ συνδρομὰς ξένων ἐφημερίδων καὶ περιοδικῶν, ἀπάλειψιν δὲ τῆς πιστώσεως πρὸς σύνταξιν καταλόγου ὑπὸ τὴν ἔννοιαν καταλόγου ἐπιστημονικοῦ.
§78Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μολονότι εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῶν οἰκονομιῶν, νομίζω ἐν τούτοις, ὅτι τὸ πνεῦμα αὐτὸ τῆς οἰκονομίας, δὲν δικαιολογούμεθα, θέλοντες νὰ ἐφαρμόσωμεν καὶ ἐπὶ τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ ἡ Βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς εἶναι ἄψυχον, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει μετὰ μεγάλης σκληρότητος νὰ καταφερώμεθα κατ’ αὐτῆς. Τὰ περὶ συντάξεως τοῦ καταλόγου δὲν νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀντιλαμβανώμεθα καθ’ ὃν τρόπον ἀντελήφθησαν οἱ προλαλήσαντες. Σκοπὸς τῆς συντάξεως τοῦ καταλόγου δὲν εἶναι μόνον, ὅπως διασώσωμεν ἀναγράφοντες ἐν τῷ καταλόγῳ τὰ βιβλία, τὰ ὁποῖα εἰσέρχονται ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ τῆς Βουλῆς, διότι ἴσως περὶ αὐτοῦ ἔχει ληφθῆ μέτρον διὰ τῆς ἀναγραφῆς τῶν βιβλίων ἐν τοῖς δελτίοις, ἐξ ἡμῶν δ’ ἐξαρτᾶται νὰ τοποθετῶμεν ἐν τῇ Βουλῇ ἀνθρώπους χρηστοὺς, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ κίνδυνος αὐτῆς ἐκ τοῦ ἰδιοτελοῦς χαρακτῆρος αὐτῶν, εἴτε ἐκ τῆς ἀμελείας αὐτῶν. Καὶ ἂν ὁ κατάλογος ἤθελε καταρτισθῆ, βεβαίως θὰ ἦναι εὐκολωτέρα ἡ ἐξέλεγξις, ἀλλὰ τοῦτο δὲν θ’ ἀποτελῇ ἀπόλυτον ἀσφάλειαν τῆς περιουσίας ταύτης τῆς Βουλῆς. Ὁ κίνδυνος ἐκ τῶν μὴ χρηστῶν ὑπαλλήλων πάντοτε θὰ ὑπάρχῃ. Σκοπὸς τοῦ καταλόγου εἶναι, ὅπως διευκολύνῃ τὴν χρησιμοποίησιν τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς. Ὡς ἐλέχθη πρὸ μικροῦ ὑπὸ τοῦ κ. Ἐφόρου τῆς Βιβλιοθήκης, ἐν αὐτῇ ἔχουσιν ἤδη εἰσαχθῆ 150,000 τόμοι, οἱ ὁποῖοι σήμερον εἶναι δύσχρηστοι. Δύσχρηστοι διότι ἡ ἀναζήτησις αὐτῶν δύσκολος. Δύναται νὰ συμβῇ, ὥστε ὁ ζητῶν βιβλίον τι νὰ τὸ εὕρῃ κατὰ τύχην ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ σκοπὸς τῶν Βιβλιοθηκῶν δὲν εἶναι ν’ ἀναζητῆτε διὰ τῶν ὑπαλλήλων, ἂν ἔχουσιν ὅ,τι ζητεῖτε, ἀλλ’ εὐθὺς ἀμέσως διὰ τῶν καταλόγων νὰ μανθάνητε οὐ μόνον ἂν ὑπάρχει ὅ,τι βιβλίον εἰδικῶς ζητεῖτε, ἀλλὰ καὶ ἂν πᾶν ὅ,τι σχετικὸν πρὸς τὸ ἐνδιαφέρον ὑμᾶς θέμα εὑρίσκεται ἐν αὐτῇ, καίτοι δὲν τὸ γνωρίζετε. Ἄνευ αὐτῆς τῆς εὐκολίας αἱ μεγάλαι Βιβλιοθῆκαι ἀποβαίνουσιν ἄχρηστοι, διότι δὲν δύνασθε νὰ γινώσκητε τὸν πλοῦτον, ὃν κρύπτουσι, καὶ εὐθὺς ἀμέσως νὰ ἐπωφεληθῆτε αὐτοῦ. Τοῦτο σήμερον δὲν δύνασθε. Μεταβαίνετε εἰς τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία περιέχει 150,000 τόμους σήμερον πάσης ὕλης· θέλετε νὰ εὕρητε τὸ βιβλίον, τὸ ὁποῖον ἀναγκαιοῖ ὑμῖν, καὶ δὲν ἔχετε πρὸς τίνα ν’ ἀποταθῆτε, διότι ὁ κ. Καλογερόπουλος εἶναι μὲν ἄριστος ὑπάλληλος, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἦναι ἐνήμερος διὰ πᾶν εἶδος βιβλίων, οὐδὲ δύναται νὰ γνωρίζῃ μεταξὺ 150,000 τόμων τὰ βιβλία, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ἐπὶ τοῦ θέματος, ὅπερ ἀπασχολεῖ τινα Βουλευτὴν ἢ ἄλλους. Καὶ ἂν ταῦτα οὕτως ἔχωσι σήμερον, πολὺ χείρονα θὰ ἦναι εἰς μεταγενέστερον χρόνον. Ἐν τούτοις ὅλα τὰ βιβλία, ὅλοι οἱ 150,000 τόμοι, δύνανται μᾶλλον ἢ ἧττον νὰ χρησιμεύσωσιν εἴς τινα Βουλευτὴν, διότι ὁ Βουλευτὴς, ὡς ἐκ τοῦ ἔργου του, περὶ παντὸς πράγματος ἐνδιαφέρεται καὶ περὶ παντὸς πράγματος δύναται νὰ ζητήσῃ πληροφορίας εἰς βιβλία. Οὐ μόνον συγγράμματα πολιτικὰ καὶ ἱστορικὰ καὶ οἰκονομολογικὰ, ἀλλὰ καὶ φιλολογικὰ καὶ γεωγραφικὰ καὶ ὅλων τῶν τεχνῶν καὶ τῶν ἐπιστημῶν δύναται νὰ λάβῃ ἀνάγκην νὰ συμβουλευθῇ. Δὲν ὑπάρχει πρᾶγμα, ὅπερ δὲν ἐνδιαφέρει τὴν Βουλήν, λόγῳ τῶν νομοθετημάτων, ἀμέσως ἢ ἐμμέσως. Οὐδὲ συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος, ὅτι πρέπει μίαν ἡμέραν νὰ καθαρισθῇ ἡ Βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς, καὶ ὅσα βιβλία δὲν θεωροῦνται ὡς θίγοντα θέματα ἀμέσως ἀπασχολοῦντα τοὺς Βουλευτάς, αὐτὰ νὰ δοθῶσιν εἰς ἄλλας Βιβλιοθήκας. Νομίζω ὅτι ἡ Βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς πρέπει, ὡς ἔχει, νὰ μείνῃ Βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ χρησιμοποιηθῇ οὐ μόνον διὰ σήμερον, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς μεταγενεστέρους, χωρὶς οὐδὲν ν’ ἀφαιρεθῇ, ἐκτὸς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα, ὄντα διπλᾶ, ἤθελον ζητηθῇ μίαν ἡμέραν, ἵνα ἀποτελέσωσιν ἄλλας Βιβλιοθήκας. Εἰς τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν Βιβλιοθηκῶν πρέπει νὰ συντελέσωμεν διὰ τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, διότι τὰ βιβλία πρέπει νὰ ᾖναι ὅσον τὸ δυνατὸν προσιτώτερα εἰς τοὺς πεπαιδευμένους καὶ τὸν λαόν. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν συνιστῶμεν τοιαύτας, ὡς πρέπει νὰ συστήσωμεν, ἐφ’ ὅσον δὲν συνιστῶμεν Βιβλιοθήκας δημοτικάς, εἴτε ἐπαρχιακὰς, πρέπει τὰ βιβλία νὰ μένωσιν ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ τῆς Βουλῆς, ὅπως μένουσι καὶ ἐν τῇ Ἐθνικῇ Βιβλιοθήκῃ. Διὰ τοῦτο κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς πιστώσεως πρὸς σύνταξιν τοῦ καταλόγου, διότι θεωρῶ τοῦτον ἀναγκαιότατον, ὅπως χρησιμοποιῆται ὁ πλοῦτος ὁ ὑπάρχων ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ παρὰ παντὸς Βουλευτοῦ καὶ παντὸς πολίτου. Καὶ ἂν σήμερον δὲν αἰσθανώμεθα τὴν ἀνάγκην ταύτην λίαν ζωηρὰν, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι μετά τινα ἔτη ἡ Βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς θὰ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ καλλίτερον καὶ νὰ μεταδίδῃ ὅλα τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα εἶναι τεθησαυρισμένα ἐντὸς αὐτῆς. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς ἄλλας πιστώσεις, δηλαδὴ τὰς ἀφορώσας τὴν ἀγορὰν βιβλίων, δετικὰ βιβλίων καὶ συνδρομὰς ξένων ἐφημερίδων καὶ περιοδικῶν, δὲν εὑρίσκω τὰς αἰτιάσεις, αἵτινες ὑπεβλήθησαν, ὀρθάς. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀληθὴς Βιβλιοθήκη, ὅταν κατ’ ἔτος δὲν παρακολουθῇ πᾶν νέον βιβλίον ἐκδιδόμενον καὶ ἐνδιαφέρον τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς Βιβλιοθήκης, ἀφοῦ συνήθως τὰ νεώτερα εἶναι καὶ τὰ πληρέστερα, καὶ πρέπει ἀνελλιπῶς νὰ εἰσέρχωνται εἰς αὐτήν; Ἀλλοίμονον, ἂν ἠθέλομεν νὰ σταματήσωμεν τὸν πλοῦτον τῶν βιβλίων τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς εἰς μόνον τὸν τῶν παρελθόντων χρόνων, καὶ δὲν ἐφροντίζομεν περὶ τοῦ παρόντος καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος! Ἵνα ἀποβαίνῃ χρήσιμος καὶ ἡ Βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς, πρέπει ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα νέα βιβλία νὰ εἰσέρχωνται. Ἐν πολλοῖς μόνον τὰ νέα βιβλία εἶναι χρήσιμα. Ἐξαρτᾶται δὲ ἐκ τῶν διευθυνόντων τὰ τῆς Βιβλιοθήκης νὰ ἐκλέγωσι τὰ χρησιμώτερα, καὶ νὰ πλουτίζωσι τὴν Βιβλιοθήκην διὰ τῶν νέων βιβλίων καὶ διὰ περιοδικῶν, ὄχι μόνον ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἶναι προσωρινῆς χρησιμότητος, ἀλλὰ καὶ ἐκείνων ἰδίως, τὰ ὁποῖα εἶναι συλλογαὶ ἐκδιδόμεναι ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν. Ὡς πρὸς αὐτὰ, δὲν δύνασθε νὰ σταματήσητε. Πρέπει νὰ ἐξακολουθῆτε λαμβάνοντες αὐτά. Ἄνευ νέων βιβλίων μειοῦτε τὴν ἀξίαν καὶ τὴν χρησιμότητα τῆς Βιβλιοθήκης, Βιβλιοθήκης τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος. Τί εἶναι λοιπὸν αἱ 5,000 ἢ 4,000 δραχμαί; Ὅλως ἀνεπαρκεῖς. Ἴσως ἠδύνατό τις μᾶλλον νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῶσι, διότι δὲν ἐπαρκοῦσιν, ὅπως συντελεσθῇ τὸ καλὸν, τὸ ὁποῖον προσδοκᾷ ὁ κόσμος ἐκ τῆς Βιβλιοθήκης. Λοιπὸν νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ μείνωσιν, ὡς ἔχουσι τοὐλάχιστον, αἱ πιστώσεις, ὅπως καὶ ἡ πρὸς σύνταξιν καὶ ἐκτύπωσιν τοῦ καταλόγου.
§79ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§80ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ὁμιλήσω καὶ πάλιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, κατόπιν τῶν λεχθέντων παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Μεσολογγίου. Ὀφείλω ὅμως νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης συνάδελφον, ὅτι, ἐνῷ ζητεῖ οἰκονομίας, ἐπιδιώκει ἀσύγγνωστον σπατάλην, διότι ἡ περικοπὴ τῶν 5,000 δραχμῶν...
§81Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι περικοπή· ἐλάττωσις.
§82ΣΤΑΗΣ. Ἔστω, ἡ ἐλάττωσις τοῦ ποσοῦ τῶν 5,000 δραχμῶν διὰ συνδρομὰς ξένων ἐφημερίδων καὶ περιοδικῶν θὰ φέρῃ σπουδαίαν ζημίαν ὑπὸ χρηματικὴν ἔποψιν, ὅπως ὑμεῖς ἐξετάζετε τὸ ζήτημα, εἰς τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς. Διότι ὅλον τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι διὰ περιοδικὰ καὶ διὰ ἐφημερίδας, ἅμα δὲ ὡς διακόψητε τὴν σειρὰν τῶν περιοδικῶν καὶ τῶν ἐφημερίδων, ταῦτα καθίστανται ἄχρηστα.
§83Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει προσθήκη ἐφέτος.
§84ΣΤΑΗΣ. Οὐδὲ λεπτοῦ αὔξησις ὑπάρχει κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο εἰς τὸ ποσὸν τῶν 5,000 δραχμῶν διὰ τὰς συνδρομὰς ξένων ἐφημερίδων καὶ περιοδικῶν, οὐδὲ λεπτοῦ αὔξησις ὑπάρχει εἰς τὸ ποσὸν τῶν 4,000 δραχμῶν διὰ τὴν ἀγορὰν βιβλίων. Ἡ μόνη αὔξησις, ἡ ὁποία ὑπάρχει, εἶναι ἡ τοῦ ποσοῦ τῶν 5,000 δραχμῶν πρὸς σύνταξιν τοῦ καταλόγου. Ἀλλά, μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς περὶ τῆς συντάξεως τοῦ καταλόγου, θεωρῶ περιττὸν νὰ προσθέσω τι, διότι ἡ Βουλὴ ἐπείσθη, νομίζω, ὅτι πρέπει ἡ πίστωσις αὕτη νὰ παραμείνῃ. Ὀφείλω ὅμως ἀπάντησιν εἰς μίαν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, διατυπωθεῖσαν καθ’ ἣν στιγμὴν ὡμίλει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος εἶπεν, ὅτι, ὁσάκις ἐζήτησε βιβλίον τι παρὰ τῆς Βιβλιοθήκης, παραχρῆμα τῷ προσήχθη. Ἰδοὺ λοιπὸν, προσέθηκεν, ὅτι ὑπάρχει τάξις καὶ μέσον, ὅπως ἀμέσως εὑρεθῇ τὸ ζητούμενον βιβλίον. Ἐγὼ δὲν ἠμφισβήτησα τοῦτο, τοὐναντίον μάλιστα εἶπον, ὅτι ὑπάρχουσιν ἄνω τῶν 800 χιλιάδων δελτίων, ἐκ τῶν ὁποίων ἀμέσως δύναται νὰ εὑρεθῇ τὸ βιβλίον, τὸ ὁποῖον ζητεῖ τις. Ἡ ταξινόμησις ἐγένετο, ὡς πάντες γινώσκετε, ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Φιλήμονος· πρὸς τοῦτο δ’ ἐψηφίσθη παρὰ τῆς Βουλῆς πίστωσις 20,000 δραχμῶν. Καὶ ἡ ταξινόμησις ἐκείνη χρησιμεύει σήμερον τὸ μὲν, ὅπως εὑρίσκωμεν τὸ ζητούμενον βιβλίον, τὸ δὲ, ἵνα γνωρίζωμεν ἐὰν ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει βιβλίον τι ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ἡ ταξινόμησις αὕτη καὶ πρὸς εὕρεσιν τοῦ ζητουμένου βιβλίου καὶ πρὸς ἔλεγχον τῶν ὑπαρχόντων. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος, ὅτι καὶ ἄλλοτε ἐχορηγήθησαν 3,000 καὶ 4,000 δραχμαὶ πρὸς σύνταξιν καταλόγων, καὶ οὐδὲν ἐγένετο. Ἀληθῶς ἐχορηγήθησαν, καὶ ἐγένετο ἐργασία, καὶ ὑπάρχει τοιαύτη. Ἀλλὰ τὸ χορηγηθὲν ποσὸν ἦτο ἀνεπαρκὲς, καὶ οὐδὲν τμῆμα τοῦ καταλόγου ἐπερατώθη. Καὶ διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν 5,000 δραχμῶν σήμερον θὰ γείνῃ ἐξακολούθησις τῆς ἐργασίας ἐκείνης, ἢ καὶ αὐτοτελὴς πλήρης μὲν, ἀλλὰ ἐλαχίστη.
§85ΜΠΑΣΙΑΣ. Καὶ ἐγὼ βεβαίως εἶμαι ὑπὲρ τῶν οἰκονομιῶν, καὶ ἴσως ἤθελον παραδεχθῆ τὴν μείωσιν ἄλλων τινῶν κονδυλίων, οὐχὶ ὅμως τοῦ ἀφορῶντος τὴν πίστωσιν περὶ καταλόγου. Ἡ σύνταξις καταλόγου εἶναι ἔργον δυσχερέστατον, τούτου δ’ ἕνεκεν εἰς πολλὰς Βιβλιοθήκας δὲν ἔχει εἰσέτι κατορθωθῆ, ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι ἡ ἰδέα αὕτη ἐγκατελείφθη· ἀπ’ ἐναντίας τὸ ζήτημα συνεζητήθη ἐπανειλημμένως ἀπὸ ἐπιστημονικῆς καὶ πρακτικῆς ἀπόψεως, καὶ διεθνῆ προεκλήθησαν Συνέδρια, ἐν μὲν ἐν Βρυξέλλαις, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, περὶ τὸ 1894, ἕτερον δὲ βραδύτερον ἐν Λονδίνῳ, εἰς ὃ συμμετέσχε καὶ ἡ Ἑλλὰς δι’ ἐπισήμου ἀντιπροσώπου. Ἡ δὲ ἀπόφασις εἶναι ὑπὲρ τῆς συντάξεως καταλόγων, καὶ δὴ διεθνῶν, ὅλων ἐν γένει τῶν ἐπιστημονικῶν βιβλίων. Ἄλλως τε ὁ κατάλογος δὲν ἔχει μόνον σκοπὸν τὴν ἐξασφάλισιν τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς καὶ ἐν γένει τῶν Βιβλιοθηκῶν, ἀλλὰ χρησιμεύει σύναμα καὶ κυρίως ὡς ἐπιστημονικὸν ἔργον, ὡς βιβλιογραφία, εἰς ἣν θὰ ἀνατρέχωσι πάντες, ὅσοι ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ μελετήσωσι ζήτημά τι, καὶ θ’ ἀνευρίσκωσιν ἐν αὐτῷ πᾶν τὸ σχετικόν· δύναται δὲ οὗτος δι’ ἐτησίων κατόπιν παραρτημάτων νὰ ᾖναι πάντοτε ἐνήμερος, οὕτω δὲ θέλει συντελεσθῆ ἔργον ἀναγκαιότατον καὶ οὗτινος ἡ ἔλλειψις παρ’ ἡμῖν τυγχάνει ἐπαισθητὴ καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς ξένους. Ἀρκεῖ τῆς προκειμένης πιστώσεως νὰ μὴ γείνῃ χρῆσις κακή, ὡς, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ ἄλλοτε δυστυχῶς συνέβη, φρονῶ δὲ, ὅτι τὸ ὑπάρχον προσωπικὸν δύναται εὐχερῶς νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ἔργου, διότι ἅπαν ἐργάζεται μετὰ ζήλου καὶ ἐπιτυχίας ἀπαραμίλλου. Ἐκ τούτων δὲ ἤθελον εὐχηθῆ, ἵνα γενικωτέρα ληφθῇ μέριμνα περὶ τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς καὶ ὡς πρὸς τὸν ὀργανισμὸν αὐτῆς καὶ ὡς πρὸς τὸν χῶρον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον Δʹ, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον Εʹ.)
§86Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ πίστωσις 3,000 δραχμῶν δι’ ἐκτύπωσιν τῶν ἐντύπων τῆς Βουλῆς, διότι τὸ Τυπογραφεῖον εἶναι ἐπὶ τοσοῦτον βεβαρυμένον δι’ ἐργασίας, ὥστε ἄνευ προσθήκης ἐργατῶν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσῃ.
§87Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ πρακτικὰ τῆς παρελθούσης Συνόδου δὲν ἐτυπώθησαν;
§88Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι περὶ τὸ τέλος.
§89ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ἐκτύπωσις τῶν πρακτικῶν τῆς παρελθούσης Συνόδου, διότι, καίτοι τέσσαρες καὶ ἥμισυς μῆνες παρῆλθον ἤδη ἀπὸ τῆς λήξεως αὐτῆς, δὲν διενεμήθησαν εἰσέτι. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν μεῖζον παρήρχετο χρόνος, καὶ ὅτι καὶ μετὰ ἓξ καὶ ὀκτὼ μῆνας τὰ πρακτικὰ οὔτε ἐξετυποῦντο οὔτε διενέμοντο, ἀλλὰ ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐλήφθη πρόνοια, ὅπως ἐλλείψεις τινὲς, ἐξ ὧν προήρχετο, ἐν μέρει τοὐλάχιστον, ἡ μὴ ἔγκαιρος ἐκτύπωσις τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, συμπληρωθῶσι. Παρηγγέλθη λοιπὸν ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πιεστήριον, ἀνεγράφη δὲ καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πίστωσις ἐκ δραχμῶν 18,000 ἀντὶ τῆς συνήθως ἀναγραφομένης ἐξ 6,000 δραχμῶν διὰ χάρτην ἐκτυπώσεως καὶ διὰ πρόσθετον προσωπικὸν ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ. Τὰς πιστώσεις ταύτας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῷ διανεμηθέντι μὲν εἰς τοὺς κ. Βουλευτὰς, μὴ κατατεθέντι δὲ εἰς τὴν Βουλὴν, ἀνέγραψε καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὑπάρχουσι λοιπὸν αἱ πιστώσεις αὗται. Δὲν ἠξεύρω ὅμως τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐξετυπώθησαν μέχρι τοῦδε τὰ πρακτικά. Ποῦ προσέκοψεν ἡ ἐκτύπωσις;
§90Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπειδὴ δὲν βλέπω παρόντα τὸν κ. Πρόεδρον, ἵνα παράσχῃ ὑμῖν τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, ἀναγκάζομαι, ἐπειδὴ εἶμαι ἐν γνώσει τοῦ θέματος, νὰ δώσω ἐγὼ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας. Ἡ τύπωσις τῶν πρακτικῶν τῶν ἐστενογραφημένων εἶναι περὶ τὸ τέλος...
§91ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ δύο τρίτα.
§92Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν 17 Ἰουνίου.
§93ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πιθανὸν νὰ ἔχῃ οὕτω... Δὲν ὑπάρχει ἀλλαχοῦ ἡ αἰτία τῆς βραδύτητος ἢ εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς τοὺς Βουλευτὰς, ἴσως δὲ καὶ εἰς ἡμᾶς τοὺς Ὑπουργοὺς ἀκόμη, διότι ὁ ἐπιτετραμμένος τὰ τῶν πρακτικῶν πράγματι τρέχει κατόπιν ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠγόρευσαν καὶ εἰς τοὺς ὁποίους στέλλει πρὸς διόρθωσιν τοὺς λόγους των, ἀλλὰ δὲν κατορθώνει ν’ ἀποσπάσῃ παρ’ αὐτῶν διωρθωμένα τὰ πρακτικά, ὅπως προχωρήσῃ τὸ ἔργον ἀπροσκόπτως. Νομίζω ὅμως, ὅτι ταχέως θὰ περατωθῇ ἡ ἐκτύπωσις, καὶ οἱ κύριοι Βουλευταὶ θὰ ἔχωσι τὸ τεῦχος τῶν πρακτικῶν τῆς παρελθούσης Συνόδου.
§94ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἀλλὰ διατὶ, ἀφοῦ ἡ πίστωσις τῶν 18,000 δραχμῶν ἐχρησιμοποιήθη πρὸς ἐκτύπωσιν τῶν πρακτικῶν, διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν διέγραψε τὴν πίστωσιν ταύτην ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900;
§95ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι αἱ 18,000 δραχμαὶ δὲν εἶχον ἀναγραφῆ ἀκριβῶς πρὸς ἐκτύπωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἀνεγράφησαν δι’ ἄλλον σκοπὸν, πρὸς ἀγορὰν πιεστηρίου.
§96ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ὄχι.
§97ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πιεστήριον ἐκεῖνο ἠγοράσθη ἀντὶ 10,000 δραχμῶν, καὶ δὲν θεωρῶ ἀναγκαίαν νέαν πίστωσιν.
§98ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Εἶναι χωριστὴ ἡ πίστωσις.
§99ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τούτου δὲν πρόκειταί τι σήμερον. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι εἰς τὸ δεύτερον τμῆμα τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς θὰ ὑποβληθῇ ἴδιον νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, τὸ ὁποῖον, ἐὰν ὑπάρχῃ ἔλλειψις εἰς τὴν πίστωσιν ταύτην, θέλει ἀναγράφει τὸ ἀπαιτούμενον πρὸς συμπλήρωσιν ποσόν.
§100ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ πιεστήριον ἠγοράσθη;
§101ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§102ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλ’ ἡ ἐκτύπωσις γίνεται εἰς ἰδιωτικὸν τυπογραφεῖον.
§103ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ ἀνάγκης, διότι τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον ἔχει πολλὰς ἐργασίας καὶ δὲν ἐπαρκεῖ. Ἄλλως ἡ δαπάνη εἶναι ἡ αὐτὴ καὶ ἴσως καὶ μικροτέρα.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην τῶν 3,000 δραχμῶν «δι’ ἐκτύπωσιν τῶν ἐντύπων τῆς Βουλῆς» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς ἐνεστώσης Συνόδου, ὡς ἐτροποποιήθη, δραχ. 602,583. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 326,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899.
§105Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐξητάσθη ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§106Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὅσοι ἀνεγνώσατε τὴν ἔκθεσιν, ἡ ὁποία συνοδεύει τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ τῆς ἐκτάκτου ταύτης πιστώσεως, γνωρίζετε τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον αὕτη ζητεῖται. Ὁ προϋπολογισμὸς δὲν προεῖδε τὴν δαπάνην, τὴν ὁποίαν ἠναγκάσθημεν νὰ ζητήσωμεν.
§107Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ παρατήρησίς μου δὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν οὐσίαν, ἀλλ’ εἰς ζήτημα δημοσίας τάξεως.
§108Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχει δίκαιον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος· λείπει ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§109Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεώς της, διότι μετὰ τρεῖς ἡμέρας εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ καταβάλωμεν τὴν δαπάνην εἰς τὴν ἑταιρείαν, ἥτις ἀνέλαβε τὴν ἐπισκευὴν τῶν «Ψαρῶν». Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἐπεῖγον.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου μέχρις οὗ ὑποβληθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως ὑπαγωγῆς εἰς στράτευσιν Ὀθωμανῶν.
§111Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει νὰ παραταθῇ ἡ μὴ ὑπαγωγή, ὄχι ἡ ὑπαγωγή. Διὰ τοῦτο ἡ ἐπιγραφὴ τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι ὀρθή.
§112Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἂς διορθωθῇ, κύριε Πρόεδρε. Ἀντὶ «ὑπαγωγῆς» νὰ τεθῇ «μὴ ὑπαγωγῆς».
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον.
§114ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρατείνεται μέχρι τέλους Νοεμβρίου 1904 ἡ διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΣΝʹ τῆς 9 Δεκεμβρίου 1894 ἀναβολὴ τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων περὶ στρατολογίας καὶ ναυτολογίας εἰς τοὺς Ὀθωμανοὺς τῶν νομῶν Λαρίσης, Τρικκάλων, Καρδίτσης, Μαγνησίας, Ἄρτης καὶ τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ.»
§115ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ παράτασις αὕτη γίνεται κατὰ συνέχισιν τῶν προηγουμένων παρατάσεων, γενομένων αὐθορμήτως, καὶ καλῶς γενομένων, ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ὅθεν κατ’ ἀρχὴν οὐδὲν ἔχω νὰ παρατηρήσω κατὰ τῆς προτάσεως· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλή, ὅτι ἡ σήμερον ζητουμένη παράτασις προτείνεται ἐν καταστάσει ὅλως ἀλλοίᾳ ἐκείνης, ἐν ᾗ διεκείμεθα, ὅτε ἐδόθησαν αἱ προηγούμεναι παρατάσεις, διότι τότε διεκείμεθα ὑπὸ τὰς διατάξεις τῆς συμβάσεως τοῦ 1881, καθ’ ἃς εἶχε παραχωρηθῆ τριετὴς προθεσμία πρὸς διατήρησιν τῆς Ὀθωμανικῆς ὑπηκοότητος τῶν Ὀθωμανῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς τριετίας ταύτης διεκείμεθα ὑπὸ κατάστασιν καθαρὰν, καθ’ ἣν ἄλλοι μὲν τῶν Ὀθωμανῶν προέκριναν νὰ διατηρήσωσι τὴν Ὀθωμανικὴν ὑπηκοότητα καὶ ἐγκατέστησαν ἐν Τουρκίᾳ, φροντίζοντες ἐκεῖθεν περὶ τῶν κτημάτων αὐτῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἄλλοι δὲ ἀπέκτησαν τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως. Ἀλλὰ μετὰ τὴν τελευταίαν συνθήκην, τὴν συνομολογηθεῖσαν τὸν Νοέμβριον τοῦ 1897 πρὸς τὴν Τουρκίαν μετὰ τὸν πόλεμον, οἱ Ὀθωμανοὶ οἱ εἴτε ἀποκτήσαντες ἢ μὴ ἀποκτήσαντες τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, ἔλαβον ἐξ ἰδιαιτέρου ἄρθρου τῆς συνθήκης τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλωσι τὴν ὑπηκοότητα, καὶ ἐδόθη εἰς αὐτοὺς τριετία πρὸς μεταβολὴν τῆς ὑπηκοότητος. Ἡ δὲ τριετία αὕτη δὲν ἔληξε. Μέχρι τῆς τελευταίας ἡμέρας τῆς τριετίας ἔχουσι δικαίωμα ἐκ τῆς συνθήκης οἱ Ὀθωμανοὶ οἱ ὄντες ἤδη πολῖται Ἕλληνες νὰ μεταβάλωσιν ἰθαγένειαν, δηλοῦντες ὅτι θέλουσι νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν Ὀθωμανικὴν ὑπηκοότητα. Τούτων οὕτως ἐχόντων, δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ διατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ἐκφράζεται ἐνταῦθα, διότι τὸ νομοσχέδιον λέγει, ὅτι «παρατείνεται μέχρι τέλους Νοεμβρίου τοῦ 1904 ἡ διὰ τοῦ νόμου τῆς ͵ΒΣΝʹ τῆς 9 Δεκεμβρίου 1894 ἀναβολὴ τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων περὶ στρατολογίας καὶ ναυτολογίας εἰς τοὺς Ὀθωμανοὺς τῶν νομῶν Λαρίσης, Τρικκάλων κλπ.» Παραπέμπουσα δὲ ἡ πρότασις αὕτη εἰς τὸν νόμον, οὗτινος τὴν παράτασιν ὁρίζει, εἰς τὸν νόμον τοῦ 1894, κατ’ ἀνάγκην περιλαμβάνει ὁλόκληρον τὴν διάταξιν τοῦ νόμου ἐκείνου, ἥτις ἔχει ἐν τέλει οὕτω: «πλὴν τῶν διατάξεων περὶ μητρῴων ἀρρένων κατὰ δῆμον καὶ ἐθελουσίας κατατάξεως»· ἐπάγεται δηλαδὴ τὴν προσθήκην, καθ’ ἣν ἡ ἀναστολὴ αὕτη δὲν ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῆς συντάξεως τοῦ μητρῴου τῶν ἀρρένων, δὲν ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῆς ἐθελουσίας κατατάξεως. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸ πρῶτον μέρος, οὐδεὶς λόγος νὰ μεταβληθῇ ἡ διάταξις ἐκείνη· ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ὅμως, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ μεταβληθῇ, διότι, ἐνόσῳ τρέχει ἡ προθεσμία ἡ τριετὴς, ἡ παρασχεθεῖσα εἰς τοὺς Ὀθωμανοὺς πολίτας Ἕλληνας νὰ μεταβάλωσιν ὑπηκοότητα, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ δὲν συμφέρει νὰ δώσωμεν εἰς αὐτοὺς ἄδειαν νὰ καταταχθῶσιν ἐθελουσίως εἰς τὸν στρατόν. Δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα, διότι, ἀφοῦ καταταχθῶσιν οὗτοι εἰς τὸν στρατὸν, δύνανται νὰ ἐπικαλεσθῶσι μετὰ τὴν κατάταξιν τὸ εὐεργέτημα τοῦ ὑπολοίπου τῆς προθεσμίας, ἵνα ἀπαλλαγῶσι τῆς ἐθελουσίας κατατάξεως, εἴτε νὰ δηλώσωσιν, ὅτι θέλουσι νὰ ἦναι Ὀθωμανοὶ πολῖται, δηλ. αὐτὸ τοῦτο τὴν μεταμέλειαν, ὅτι κατετάχθησαν εἰς τὸν στρατόν. Δὲν συμφέρει δὲ εἰς τὸ στράτευμα νὰ γίνωνται τοιαῦτα πράγματα, ἀλλὰ καὶ δὲν ἔχομεν καὶ τὸ δικαίωμα πρὸς τοῦτο, ἀφοῦ εἴμεθα δεσμευμένοι ἀπέναντι τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲ πρέπει νὰ γεννήσωμεν διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἀφορμὴν εἰς περιπλοκάς. Διὰ τοῦτο, ἀφοῦ διατηρήσῃ ἡ Κυβέρνησις ὅσα ἔχουσι καλῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καλὸν εἶναι νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν ἐθελουσίαν κατάταξιν. Τὸ ζήτημα εἶναι ἄξιον μελέτης· καὶ δὲν ἀξιῶ νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ἀμέσως ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μελετηθῇ καὶ νὰ ἔχωμεν κατὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν ἀπάντησιν.
§116Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ͵ΒϞΗʹ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων.
§118Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν ἀγορευσάντων συναδέλφων κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ τὸ καθῆκον νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ζητῶ διὰ τῆς προτάσεώς μου, ὅπως καταργηθῇ ὁ ἰσχύων νόμος περὶ δικαστικῶν παρέδρων, διότι τοῦτο ἀντίκειται καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς τὸν περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμον, διότι ὁ νόμος οὗτος καθίσταται χάρτης ἄγραφος πλέον· ἀφοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι δεσμευμένος ἐκ τοῦ νόμου περὶ ἐμμίσθων παρέδρων, δὲν δύναται νὰ πράξῃ ἄλλως ἢ νὰ διορίσῃ ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιτροπὴ τῷ ἐπιβάλλει. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ποίαν εὐθύνην φέρει ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργός; Οὐδεμίαν· διότι ἅπαντα τὰ ἐλαττώματα ἑνὸς κακοῦ ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος εἰσάγεται οὕτω εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, τὰ ἀναλαμβάνει ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐξετάζει καὶ προτείνει αὐτόν. Ἄλλως τε, Κύριοι, φρονῶ ὅτι ἡ δοκιμασία, τὴν ὁποίαν ὑφίστανται οἱ νέοι, εἰσερχόμενοι εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ἀφοῦ διέλθουν τὰς σχολικὰς καὶ γυμνασιακάς των σπουδὰς, καὶ κατόπιν ἡ ἐπὶ διπλώματι τοῦ Πανεπιστημίου δοκιμασία, εἶναι ἀρκεταὶ ἐνδείξεις περὶ τῆς ἐπαρκοῦς ἀναπτύξεως αὐτῶν. Ὁ νόμος δ’ ἔθεσεν εἰς αὐτοὺς καὶ ἄλλον ὅρον, ὅτι δὲν δύνανται νὰ λάβουν ὑπηρεσίαν, ἐὰν δὲν ὑπηρετήσουν ἐπὶ διετίαν παρὰ τινι δικηγόρῳ καὶ δὲν ὑποστῶσι μίαν δοκιμασίαν ἀπὸ τὸ δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Κατόπιν αὐτῶν τῶν δοκιμασιῶν καὶ βασάνων, τὰς ὁποίας ὑφίστανται, ἔρχεται ὁ ἕτερος νόμος, ὁ ὁποῖος τοὺς θέτει μίαν τρίτην δοκιμασίαν, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι παρέλκει καὶ ἡ ὁποία ὑποχρεώνει τὸν ἁρμόδιον καὶ ὑπεύθυνον Ὑπουργὸν νὰ διορίσῃ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἤθελεν ὑποδείξει εἰς τὸν Ὑπουργόν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι διὰ τῆς προτάσεώς μου ὁ Ὑπουργὸς μένει ὑπεύθυνος ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, καὶ διορθοῦται τὸ κακὸν τὸ μέγα, τὸ ὁποῖον πολλάκις συμβαίνει, νέοι ἱκανώτατοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ διαπρέψωσιν εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, νὰ μὴ εἰσέρχωνται εἰς αὐτὸν, διότι, κατοικοῦντες εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἀδυνατοῦσι, λόγῳ ὑλικῶν δυσχερειῶν, νὰ ἔρχωνται ἐνταῦθα καὶ νὰ ὑφίστανται καὶ τὴν τρίτην δοκιμασίαν. Λοιπὸν προτείνω νὰ καταργηθῇ ὁ νόμος περὶ ἐμμίσθων παρέδρων, καὶ ὁ ὑφιστάμενος τὴν δοκιμασίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἔχων δὲ βαθμὸν «ἄριστα» ἢ «λίαν καλῶς» νὰ προτιμᾶται καὶ νὰ διορίζηται εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν. Πρὸς τούτοις θὰ παρακαλέσω νὰ προστεθῇ, ὅτι οἱ διατελοῦντες ὑπὸ κατηγορίαν δὲν δύνανται νὰ διορισθῶσι πρωτοδίκαι.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμετε πρότασιν νόμου;
§120Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, καὶ καταθέτω αὐτὴν γραπτήν.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 27). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§123Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς καὶ χθὲς εἶπον, ἐνταῦθα δέον νὰ προστεθῇ, ὅτι ὁ χρόνος, καθ’ ὃν ὁ ἔμμισθος πάρεδρος ἐκπληροῖ καθήκοντα Εἰσαγγελέως, δὲν ἀποτελεῖ διακοπὴν τῶν δικῶν.
§124Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὰ περὶ διακοπῆς καὶ ἐπαναλήψεως τῶν δικῶν διέπονται ἀπὸ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ δὲν εἶναι σχετικὰ μὲ τὸν νόμον τοῦτον. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ συναδέλφου δὲν χωρεῖ εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἁπλῶς συντομεύει τὸν χρόνον τῆς δοκιμασίας τῶν παρέδρων.
§125ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως δὲν ἐξηγήθην σαφῶς. Εἴτε δικονομία εἶναι, εἴτε ὀργανισμὸς εἶναι, εἶναι νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ ἰσχύῃ ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων τῶν δικαστῶν. Ἐπιφέρει ἡ ἐκτέλεσις τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ διακοπὴν τῶν δικῶν; Προχθὲς ἔφερα τὸν λόγον, καὶ εἶπον ὅτι τὰ δικαστήρια ἀπεφήναντο, ὅτι ὁ πάρεδρος μετατιθέμενος ἢ ἀναλαμβάνων ἔργα Εἰσαγγελέως διακόπτει τὴν δίκην, καὶ οὕτω ματαιοῦται ἡ δίκη. Ἐπανελήφθησαν δὲ 200 δίκαι ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου. Λοιπὸν ἐδῶ νὰ προστεθῇ—νόμος εἶναι καὶ ὁ ὀργανισμὸς, νόμος εἶναι καὶ ἡ δικονομία—τὸ ἑξῆς: «καὶ τὸ τοιοῦτον καθῆκον δὲν ἐπάγει διακοπὴν τῶν δικῶν». Ἐδῶ πρόκειται περὶ τοῦ λαοῦ, καὶ πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν νὰ μὴ τυραννῆται ὁ λαὸς διὰ τῶν διακοπῶν τῶν δικῶν.
§126Χ. ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γίνεται διακοπὴ τῆς δίκης. Ἐξηγηθῆτε καλῶς.
§127ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ πάρεδρος ὀφείλει νὰ ἐκδώσῃ τὰς ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἐκκρεμεῖς εἰς χεῖράς του. Ἀνασυζήτησις ἐπάγεται ἀναγκαίως τὴν διακοπήν· εἶναι μία δικαστικὴ ἕξις νὰ λέγηται ἀνασυζήτησις, ἐνῷ ἡ δίκη διακόπτεται.
§128ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν διακόπτεται.
§129ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν ἠθέλησα νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τῆς προτάσεως, καὶ περιωρίσθην ἁπλῶς εἰς τὸ νὰ προτείνω τὸ ἀπαράδεκτον, διότι ἀφορᾷ τὴν πολιτικὴν δικονομίαν. Ἄλλως θέλετε παραδεχθῆ ὅλοι, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ δὲν δύναται νὰ γείνῃ δεκτὴ, διότι ὀρθῶς εἶπόν τινες, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ διακοπῆς τῶν δικῶν. Ἀλλὰ καὶ κατ’ οὐσίαν τί θέλει ὁ συνάδελφος; Νὰ ἐκδίδῃ τὰς ἀποφάσεις του ὁ πάρεδρος. Ἂν ὁ ἔμμισθος πάρεδρος γείνῃ ἀντεισαγγελεὺς, νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν μετὰ τὴν κοινοποίησιν τῆς μεταθέσεως αὐτοῦ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐργαζόμενος καὶ νὰ ἐκδώσῃ τὰς ἀποφάσεις του; Τώρα μεταβάλλει ὁ συνάδελφος τὴν πρότασιν, καὶ λέγει ὅτι ὑποχρεοῦται ὁ πάρεδρος νὰ ἐκδώσῃ τὰς ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἐκκρεμεῖς εἰς χεῖράς του. Αὐτὸ εἶναι ἔργον διοικητικόν. Τῷ ὄντι, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκδοθῶσιν αἱ ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἐκκρεμεῖς ὄχι μόνον ὁ πάρεδρος, ἀλλ’ ὁ μετατιθέμενος δικαστὴς, ὁ προβιβαζόμενος δικαστὴς, αὐτὸ πρέπει νὰ γείνῃ. Καὶ ἐγὼ, σᾶς βεβαιῶ, τὰς ὀλίγας μετακινήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμα, τῶν δικαστῶν, τὰς ἔκαμα ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ κοινοποιηθῶσιν αὗται πρὶν ἢ οἱ μετατιθέμενοι ἢ διοριζόμενοι ἐκδώσωσι τὰς ἀποφάσεις. Λοιπὸν δὲν εἶναι ἀνάγκη προτάσεως νόμου ἢ τροπολογίας. Καὶ τί σχετικὸν ἔχει αὕτη πρὸς τὸν νόμον; Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὄχι μόνον εἶναι ἀπαράδεκτος, ἀλλὰ καὶ κατ’ οὐσίαν, Κύριοι, δὲν ἔχει τὸν λόγον της.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Σταυρόπουλε, τὴν τροπολογίαν σας τὴν ἀποσύρετε;
§131ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Σταυροπούλου... (διάλογοι).
§133ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἐπιμένει, κύριε Πρόεδρε.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε;
§135ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιμένω, διότι γνωρίζω τὴν τύχην της.
§136Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Οἱ πάρεδροι διορίζονται εἰς Πρωτοδικεῖα, ὅπου ἑδρεύουσιν Ἐφετεῖα. Ἀλλ’ ἤδη ἔχουσι διορισθῆ πάρεδροι καὶ εἰς Πρωτοδικεῖα ὅπου δὲν ἑδρεύουσιν Ἐφετεῖα, ὡς παραδείγματος χάριν ἐν Πύργῳ. Δὲν λαμβάνεται καμμία πρόνοια περὶ τούτου. Θὰ ἐξακολουθῶσι μένοντες εἰς αὐτὰ τὰ Πρωτοδικεῖα, ἢ θὰ μετατεθῶσιν εἰς Πρωτοδικεῖα, ὅπου εἶναι Ἐφετεῖα;
§137ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λέγει ὁ νόμος.
§138ΠΕΡΡΟΣ. Δὲν λέγει.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ παρατήρησίς σας, κύριε Βουλευτὰ, ἀνάγεται εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη ἤδη.
§140ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λέγει ὁ νόμος, ὅτι ὄχι μόνον ὅπου ἑδρεύει Ἐφετεῖον, ἀλλὰ καὶ ὅπου ὑπάρχει Πρωτοδικεῖον.
§141Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ νόμος ἐπιτρέπει τὸν διορισμὸν ἐμμίσθων παρέδρων καὶ ὅπου δὲν ὑπάρχει ἕδρα Ἐφετείου. Λοιπὸν τί ἐπιμένετε;
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3.
§143ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἀντεισαγγελεὺς παρὰ πρωτοδίκαις ἢ πρωτοδίκης διορίζεται ὁ διατελέσας ἐπὶ ἓν ἔτος ὡς ἔμμισθος πάρεδρος καὶ μετὰ προηγουμένην κατὰ πλειονοψηφίαν γνωμοδότησιν ὑπὲρ τοῦ διορισμοῦ τοῦ ἁρμοδίου Ἐφετείου.»
§144ΜΙΧ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, τὴν λέξιν «διορίζεται» νὰ τὴν ἀντικαταστήσῃ διὰ τοῦ «δύναται νὰ διορισθῇ». Δηλαδὴ, ὅταν ἡ ἀνάγκη ἡ παροῦσα παρέλθῃ, νὰ μὴ ὑποχρεῶται ὁ Ὑπουργός. Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν βλάπτει τὴν δικονομίαν τίποτε.
§145Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν πρόκειται περὶ τῆς θελήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ. Κατὰ τὸν νόμον τὸν ἰσχύοντα περὶ ἐμμίσθων παρέδρων, ὅταν ὑπάρχῃ κενὴ θέσις δικαστοῦ καὶ ἔχητε πάρεδρον συμπληρώσαντα τὴν διετίαν καὶ τυχόντα γνωμοδοτήσεως τοῦ Ἐφετείου περὶ προαγωγῆς του, ὀφείλετε νὰ τὸν διορίσητε.
§146ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Βεβαίως.
§147ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ναυπλίας δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀφίνῃ κενὰς τὰς θέσεις τῶν πρωτοδικῶν, καὶ ἐνῷ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ διορίσῃ ὡρισμένα πρόσωπα, νὰ μὴ τὰ διορίζῃ, ὅταν ἦναι κενὴ θέσις. Ἅμα συμπληρωθῇ, ἐπαναλέγω, διετία, ὁ πάρεδρος, τυχὼν γνωμοδοτήσεως τοῦ Ἐφετείου, αὐτὸς ἔχει δικαίωμα νὰ διορισθῇ. Λοιπὸν δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ συμπληρώσῃ τὰς θέσεις. Ἄλλως ἀνατρέπετε τὴν βάσιν αὐτὴν τοῦ νόμου, διότι ὁ νόμος ἀκριβῶς ἠθέλησε νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα αὐτὸ, δηλαδὴ ὅταν ἔχῃ παρέδρους κεκτημένους τὴν ἱκανότητα καὶ ἔχοντας τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Ἐφετείου, νὰ ἀφίνῃ τὰς θέσεις αὐτὰς κενὰς καὶ ὁπόταν θέλῃ νὰ τοὺς διορίζῃ.
§148ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ μάχη γίνεται περὶ τὰς λέξεις καὶ φράσεις. Ἡ λέξις «διορίζεται» ἔχει ἔννοιαν ἀναμφισβήτητον, καὶ βεβαίως ἡ ἑρμηνεία, ἣν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι ἐπίσης ἀβλαβὴς, ὡς καὶ ἡ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ναυπλίας. Διότι λέγει ὁ νόμος περὶ προσόντων, ὅτι ὁ δεῖνα μετὰ τόσα ἔτη καὶ ὑπὸ τοὺς δεῖνα ὅρους διορίζεται, δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι ὑπόχρεως ὁ Ὑπουργὸς νὰ τὸν διορίσῃ. Ἐπιτρέπεται ἁπλῶς εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ τὸν διορίσῃ, ὁ δὲ Ὑπουργὸς θὰ διορίσῃ αὐτὸν, ὅταν ἔλθῃ ἡ κατάλληλος στιγμή. Ἡ κατάλληλος δὲ στιγμὴ μένει εἰς τὴν κρίσιν του· μετὰ δύο, τρεῖς ἢ πέντε μῆνας. Αὐτὸς διοικεῖ, ὑπευθύνως, καὶ αὐτὸς θὰ κρίνῃ πότε πρέπει νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ἄδειαν, ἣν ἔχει, περὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ προσώπου, ὅπερ ἀπέκτησε τὰ προσόντα. Ἐκεῖ δὲν εἶναι τὸ ζήτημα, κύριε Πρόεδρε, ἀλλ’ ἐκεῖ ὅπου ἔθηκεν αὐτὸ ὁ κύριος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς προχθὲς, εἰπὼν ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ μεταρρυθμισθῇ ὁ νόμος μονίμως, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ μεταρρυθμισθῇ μόνον προσωρινῶς, διὰ τὴν παροῦσαν ἀνάγκην. Ὑπάρχουσι πολλὰ κενά. Τὰ κενὰ ταῦτα εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ πληρωθῶσιν, ἀφοῦ μάλιστα προσετέθησαν δικαστήρια, ἅτινα ἄνευ τοῦ διορισμοῦ δικαστῶν ἐκ τῶν παρέδρων εἶναι ἀδύνατον νὰ λειτουργήσωσι, καὶ παρακωλύεται ὁ νέος ὀργανισμός. Ἀλλ’ εὐθὺς ὡς παρέλθῃ ἡ ἀνάγκη αὕτη, ἡ ἐξ ἀνωμάλων περιστάσεων προελθοῦσα, διατὶ θέλετε, ἐπαναλαμβάνω, τὸν πάρεδρον μετὰ ἓν ἔτος ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ του νὰ διορίσητε πρωτοδίκην; Παρῆλθεν ὁ κατάλληλος χρόνος; ὑπηρέτησεν ἱκανὸν χρόνον, ὥστε καὶ τὸ ἠθικὸν αὐτοῦ νὰ γνωσθῇ, καὶ ἡ ἱκανότης αὐτοῦ νὰ κριθῇ, καὶ ἡ πεῖρά του νὰ ἐνισχυθῇ οὕτως, ὥστε πραγματικῶς νὰ ἦναι ἄξιος διορισμοῦ ἀμέσως εἰς πρωτοδίκην; Παραπολὺ σπεύδομεν εἰς τοῦτο. Ἐπειδὴ δὲ ὁ νόμος κατὰ τὰ λοιπὰ δὲν θίγεται, νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ γένηται δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κυρίου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, καὶ ἡ διάταξις αὕτη νὰ λάβῃ προσωρινὸν χαρακτῆρα.
§149Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ ἐσκέφθην, καὶ εἶπον ὅτι θέλω ἀπαντήσει κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι μόνον ἡ σημερινή. Σήμερον, δυνάμει τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως σᾶς εἶπον καὶ προχθὲς, δυνάμεθα ὡρισμένον ἀριθμὸν παρέδρων νὰ τοὺς προβιβάσωμεν δικαστάς. Ἀλλ’ ἐκ τούτου μὴ νομίζετε, ὅτι ἐν προσεχεῖ μέλλοντι ἡ ἀνάγκη αὕτη ἐκλείπει. Ὄχι. Διότι ἅμα προβιβάσωμεν αὐτοὺς, τοὺς ὁποίους ἔχομεν νῦν ἑτοίμους, συμπληρώσαντας τὸ ἔτος, μένουσι δέκα ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι πόσων μηνῶν, νομίζετε, ὑπηρεσίαν ἔχουσι; Τριῶν μηνῶν. Λοιπὸν διὰ νὰ προβιβάσωμεν αὐτοὺς τοὺς παρέδρους, τοὺς ἔχοντας τριῶν μηνῶν ὑπηρεσίαν, πρέπει νὰ παρέλθῃ ἀκόμη ἓν ἔτος καὶ ἐννέα μῆνες. Καὶ ὅμως διὰ τῆς συστάσεως τῶν νέων δικαστηρίων καὶ τῆς συμπληρώσεως τῶν κενῶν τῶν δικαστικῶν θὰ λάβητε εὐθὺς ἀνάγκην καὶ τῶν παρέδρων αὐτῶν. Ὅταν λοιπὸν περιορίσητε τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ μόνον εἰς αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι συμπληρώσει τὸ ἔτος, μετὰ ἓξ μῆνας θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν αὐτὴν ἀνάγκην, θὰ κάμητε νέον νόμον, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιτρέπῃ πάλιν καὶ εἰς τοὺς ἄλλους ἓν ἔτος μόνον νὰ ὑπηρετῶσιν. Ἰδοὺ ποῖος ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἠμποδίσθην νὰ δεχθῶ τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ.
§150ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑμεῖς εἴπετε, ὅτι τὸν προσεχῆ Μάρτιον θὰ δυνηθῆτε μέχρις 139 νὰ ἀναβιβάσητε τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν. Ἐκ τῶν λόγων σας συνεπεράναμεν, ὅτι συμπληροῦται ὁ ἀριθμός.
§151Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Λοιπὸν, ἐὰν συστήσωμεν πρὸ τοῦ Μαρτίου ἢ ἔστω καὶ τὸν Μάρτιον τὰ νέα δικαστήρια, ἔχομεν ἀνάγκην πέντε νέων Προέδρων· ἔχομεν ἤδη καὶ πέντε ἀνωτέρας θέσεις δικαστικὰς πρὸς συμπλήρωσιν. Θέλομεν λοιπὸν δι’ αὐτὰς τὰς θέσεις δέκα νέους ἀκόμη, τοὺς ὁποίους δὲν ἔχομεν νὰ λάβωμεν ἄλλοθεν παρὰ ἀπὸ τοὺς ἐμμίσθους παρέδρους, διότι κανὲν ἄλλο φυτώριον δὲν ὑπάρχει πρὸς διορισμὸν δικαστῶν. Διὰ νὰ συμπληρώσωμεν λοιπὸν ἐκείνας τὰς θέσεις, πρέπει νὰ περιμένωσιν οἱ πάρεδροι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι πρὸ ὀλίγων μηνῶν διωρίσθησαν, νὰ συμπληρώσωσι πόσον χρονικὸν διάστημα; Διετίαν! Καὶ αἱ θέσεις αὐταὶ θὰ ἦναι κεναί! Ἰδοὺ διατὶ δὲν μοὶ εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶ τὴν γνώμην ἐκείνην.
§152ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν θὰ συμπληρωθῇ, διότι θὰ λάβητε αὐτοὺς μετὰ ἓν ἔτος. Ἄρα δὲν θὰ παρέλθῃ τὸ ἔτος ἀκόμη.
§153ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐὰν γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις;
§154ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡμεῖς λέγομεν νὰ δεχθῶμεν τὸ νομοσχέδιον, ὅπως προτείνεται, μόνον διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν κενῶν, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην.
§155ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν κενῶν, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην σήμερον. Ἀλλὰ σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι μετ’ ὀλίγους μῆνας θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην νέαν. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ εἰσέλθωσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ μέχρι τέλους Μαρτίου, θὰ ἀποκτήσωσι τὸ δικαίωμα νὰ διορισθῶσι μετὰ ἓν ἔτος.
§156ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν θέλετε οὐχὶ μόνον δι’ αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι εἶναι τώρα, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐκείνους, οἵτινες θὰ εἰσέλθωσι μέχρι τοῦ Μαρτίου.
§157ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§158ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρελάβετε ὁλόκληρον τὸ 1900 καὶ ἐκάμετε τοὺς διορισμούς. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι δὲν εἶναι καὶ ἐντελῶς ἀκριβῆ ὅσα ἐλέχθησαν περὶ τοῦ ἀριθμοῦ, διότι, ἀφοῦ θὰ ἱδρύσητε κατὰ τὸν κείμενον νόμον νέα δικαστήρια, θὰ ἐλαττώσητε τοὺς ἀριθμοὺς τῶν δικαστῶν τῶν ἄλλων δικαστηρίων. Ὅταν προσθέτητε δικαστήρια, ἀποσπῶντες οὕτω δίκας ἐκ τῶν ὑφισταμένων δικαστηρίων, θὰ ἀποσπάσητε καὶ δικαστὰς ἐξ αὐτῶν, ἵνα μὴ περιπέσητε εἰς πολυτέλειαν διορισμοῦ δικαστῶν ἐπ’ ἄπειρον.
§159Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Λανθάνεσθε, ἀξιότιμε συνάδελφε. Διότι, ἐὰν προσείχετε εἰς ὅσα εἶπον, θὰ ἐνεθυμεῖσθε ὅτι δὲν ἐλάλησα περὶ δικαστῶν, ἐλάλησα περὶ παρέδρων. Βεβαίως μὲ τοὺς 146 δικαστὰς θὰ συμπληρώσωμεν τὴν ἀνάγκην, εἰ δυνατόν· ἀλλ’ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προβιβάσωμεν ἀπὸ τοὺς 146 δικαστὰς πέντε Προέδρους, καὶ αἱ θέσεις θὰ μείνωσι κεναί. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ συμπληρώσωμεν τὰς θέσεις τὰς ἀνωτέρας, καὶ κατὰ συνέπειαν αἱ θέσεις τῶν δικαστῶν θὰ μείνωσι κεναί. Δὲν ἔχει σχέσιν λοιπὸν ἡ ἀπάντησις πρὸς ὅσα ἐγὼ εἶπον. Ἰδοὺ ποῖος ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον παρακαλῶ νὰ γείνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχει. Ἄλλως τε ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον καὶ χθές, ὅτι κατ’ ἐμὴν γνώμην μονοετὴς ἐξάσκησις ἀρκεῖ. Ὁ νόμος ὁ τελευταῖος περὶ ἐμμίσθων παρέδρων ἐπέβαλε τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἐξετάζει τοὺς παρέδρους, νὰ ζητῇ πρακτικὰς ἐξετάσεις, καὶ ἐξετάζονται οὗτοι πρακτικῶς. Ὅταν δὲ εἷς νέος ἔχῃ δίπλωμα Πανεπιστημίου, παρῆλθε δὲ καὶ ἓν χρονικὸν διάστημα διὰ νὰ ἀποκτήσῃ τὴν ἄδειαν τοῦ δικηγόρου, ὑπηρέτησε καὶ ὡς δικηγόρος ἐπὶ διετίαν, ὑπέστη καὶ τὰς ἐξετάσεις αὐτάς, καὶ ἐπὶ τέλους καὶ ἐπὶ ἓν ἔτος ὑπηρέτησεν ὡς ἔμμισθος πάρεδρος, καὶ ἔχει καὶ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Ἐφετείου, νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετὰ τὰ προσόντα αὐτά. Ἡ πεῖρα δὲ ἀπέδειξεν, ὅτι μετὰ ἓν ἔτος εἶναι πολὺ καλῶς ἠσκημένοι οἱ πάρεδροι εἰς τὴν θέσιν τοῦ δικαστοῦ.
§160ΛΕΒΙΔΗΣ. Περὶ Ἀρείου Πάγου διατὶ δὲν λαμβάνετε πρόνοιαν;
§161Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, δὲν ἐπεθύμουν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἵνα μὴ φανῇ ὅτι φέρω πρόσκομμα εἰς μέτρον, τὸ ὁποῖον τοσοῦτο κατεπεῖγον ἐθεώρησεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ δεύτερον σήμερον ἐπιμένει ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη, ὅπως μεταρρυθμισθῇ ἡ θητεία τῶν ἐμμίσθων παρέδρων, οἵτινες χρησιμεύουσιν ὡς φυτώριον τῶν πρωτοδικῶν, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ὀλίγας παρατηρήσεις καὶ γενικάς τινας κρίσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἄλλοτε, κατὰ τὸν Ὀργανισμὸν τῶν Δικαστηρίων, διὰ νὰ διορισθῇ τις πρωτοδίκης, ἀπῃτεῖτο ἐνιαύσιος δικηγορικὴ ὑπηρεσία καὶ δίπλωμα τοῦ Πανεπιστημίου. Τὰ στοιχεῖα ταῦτα δὲν ἦσαν βεβαίως ἐπαρκῆ, καὶ ἡ εὐκολία τῆς προσκτήσεως αὐτῶν ἤνοιξεν εὐκόλως τὴν θύραν καὶ εἰς καλοὺς μὲν, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ εἰς ἀνικάνους καὶ ἀνεπιτηδείους πολλάκις δικαστὰς, καὶ ἐντεῦθεν ὁ νομοθέτης ἠναγκάσθη νὰ ἀξιώσῃ μείζονας ἀσφαλείας, περισσότερα προσόντα. Καὶ ἐπῆλθεν ὁ νόμος τοῦ 1877, ὁ ὁποῖος πραγματικῶς ἔδωκε τὴν πρώτην πρὸς τοῦτο ὤθησιν. Ὁ νόμος τοῦ 1877 ἐθεώρησεν ὅτι δὲν ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ τις πτυχίον τοῦ Πανεπιστημίου, ἀλλ’ ἀνάγκη νὰ ὑποβάλληται καὶ εἰς ἐξετάσεις τινὰς πρακτικὰς ἐνώπιον ἐπιτροπῆς, ἀνάγκη νὰ προηγῆται καὶ ἄσκησις διετὴς δικηγορικὴ παρὰ πολυμελεῖ δικαστηρίῳ, ἐνῷ ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων δὲν ἐποιεῖτο τοιαύτην διάκρισιν, ἀλλ’ ἠρκεῖτο εἰς δικηγορικὴν ὑπηρεσίαν ἐνώπιον οἱουδήποτε δικαστηρίου, ἔστω καὶ τοῦ Εἰρηνοδικείου. Ἀπῄτησε προσέτι ὁ νόμος τοῦ 1877 ποιάν τινα ἡλικίαν, διότι ἐθεώρησεν, ὅτι εἷς μεῖραξ, μόλις συμπληρώσας τὸ 21 ἔτος, δὲν ἦτο ποτὲ δυνατὸν νὰ ἦναι τέλειος δικαστής. Ἠξίωσε λοιπὸν ὁ νόμος τοῦ 1877 ὡς ἀπαραίτητον στοιχεῖον τὴν ἡλικίαν εἰκοσιπέντε τουλάχιστον ἐτῶν...
§162ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνεπαρκῆ εἶναι καὶ αὐτά. 35 πρέπει νὰ ἦναι.
§163ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. .. Ὁ ὅρος τῆς ἡλικίας ἐθεωρήθη ἐν τούτοις ἄχρηστος, καὶ δὲν ἐφηρμόσθη ποτὲ ἡ σχετικὴ διάταξις. Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαύτας βελτιώσεις ἐπήνεγκεν ὁ νόμος τοῦ 1877, ὁ ἡμέτερος νομοθέτης ἔκρινε καὶ πάλιν αὐτὰς ἀνεπαρκεῖς, καὶ ἐν ἔτει 1892 νέον ἀπεκτήσαμεν νόμον, τὸν ἰσχύοντα περὶ ἐμμίσθων παρέδρων. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὁ νόμος οὗτος εἶναι τῳόντι εἷς τῶν ἀρτιωτέρων ἐξ ὅσων ἀπήλαυσεν ἡ δικαστικὴ ἡμῶν νομοθεσία. Εἶναι ἔργον, ὅπερ τιμᾷ βεβαίως τὸν τότε εἰσηγησάμενον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις σήμερον κατέχει τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον πρέπει δύο τινὰ νὰ διακρίνωμεν, τὰ ὁποῖα συνεσκότισε δυστυχῶς ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πρῶτον τὰ προσόντα ἵνα κατάσχῃ τις τὴν θέσιν τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου, καὶ δεύτερον τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ ἔμμισθος πάρεδρος, ὅπως καταλάβῃ τὴν θέσιν πρωτοδίκου ἢ ἀντεισαγγελέως. Τί ἠξίωσε λοιπὸν ὁ νόμος τοῦ 1892; Τὸ μὲν ἐξάσκησιν δικηγορικὴν ἐπὶ διετίαν ἐν πολυμελεῖ δικαστηρίῳ, τὸ δὲ διαγωνισμὸν, ὅστις αὐστηρότατα διαγράφεται ἐν τῷ σχετικῷ βασιλικῷ διατάγματι. Καὶ ὀφείλω νὰ βεβαιώσω, καθ’ ὅσον τοὐλάχιστον ἐγὼ γινώσκω, ὅτι ὁ διαγωνισμὸς, εἰς ὃν ὑποβάλλονται οἱ ἐπιδιώκοντες τὴν θέσιν τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου, εἶναι ἐκ τῶν αὐστηροτάτων. Ἀλλ’ ὁ νόμος τοῦ 1892 ἀπῄτησε μετὰ τὴν ἐπιτυχίαν καὶ τὴν κατάληψιν τῆς θέσεως τοῦ παρέδρου καὶ ἕτερον προσὸν, ἵνα τις περιβληθῇ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν· τὸ προσὸν τοῦτο εἶναι διετὴς ὑπηρεσία. Αὐτὸ εἶναι τῳόντι οὐσιωδέστατον πλεονέκτημα τοῦ νόμου τοῦ 1892, τὸ πλεονέκτημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔρχεται σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καιρίως νὰ πλήξῃ. Δευτέραν φορὰν ἀνέρχεται ἐπὶ τοῦ βήματος, καὶ καυχώμενος ὁ κ. Ὑπουργὸς διακηρύττει, ὅτι ἀνεκάλυψε τὸ ἐλάττωμα τοῦ νόμου, ὅτι τὸ διάταγμα τῆς δικαστικῆς ἀσκήσεως τῶν δύο ἐτῶν εἶναι μέγα. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν, διατὶ ὁ νόμος ἀπαιτεῖ διετῆ ὑπηρεσίαν; Πρῶτον διότι διοριζόμενοι οἱ πάρεδροι χρησιμοποιοῦνται τὸ πρῶτον εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, διορίζονται συνήθως ἀντεισαγγελεῖς, διότι ἄρτι ἐξερχόμενοι τῶν θεωρητικῶν ἀγώνων, εἰς οὓς ὑπεβλήθησαν ἔν τε τῷ Πανεπιστημίῳ καὶ ἐκ τῆς δοκιμασίας τοῦ διαγωνισμοῦ, ἁγνοὶ καὶ ἄπειροι, καλοῦνται νὰ συνηθίσωσιν εἰς τὸν σεβασμὸν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου καὶ τὴν καταδίωξιν τοῦ ἐγκλήματος καὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Διορίζονται λοιπὸν συνήθως ἀντεισαγγελεῖς, καὶ ἀφοῦ ἐπὶ ἓν ἔτος παρακολουθήσωσι τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην καὶ ἐργασθῶσιν εἰς τὰς εἰσαγγελικὰς προτάσεις καὶ εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα, καλοῦνται νὰ ἀσκηθῶσιν ἐπὶ ἕτερον ἔτος ὁλόκληρον εἰς τὰς πολιτικὰς ὑποθέσεις. Καὶ ὅταν διὰ τῆς ποινικῆς καὶ πολιτικῆς ταύτης διετοῦς ἐργασίας, διὰ τῶν πράξεων καὶ ἀποφάσεων αὐτῶν γένωνται γνωστοὶ, τὸ Ἐφετεῖον ἐγκρίνει τὴν εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον ἐγκατάστασιν αὐτῶν. Ἡ διετὴς ὑπηρεσία εἶναι ἓν εἶδος γυμναστηρίου, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναμφισβητήτως οἱ νεαροὶ πάρεδροι διαμορφώνονται πρὶν ἀναλάβωσιν ὑψηλότερα καθήκοντα. Ἔρχεται λοιπὸν σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ μᾶς λέγει, ὅτι «εἶναι μακρὸν τὸ διάστημα τοῦ ἑνὸς ἔτους, ἓξ μῆνες ἀρκοῦσιν, ὅπως ἀσκηθῇ τις εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην», τὸ ἕτερον δ’ ἔτος ἀφαιρεῖ ἐκ τῆς θητείας τῶν παρέδρων, ὅπερ χρησιμεύει πρὸ πάντων διὰ τὴν ἐξάσκησιν ἐν ταῖς πολιτικαῖς δίκαις. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις εἶναι καὶ παλαιὸς νομικὸς, εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τις, ὅτι εἰς διάστημα ἑνὸς ἔτους εἷς ἄπειρος, ἄωρος νέος, καθίσταται ἔμπειρος ποινικὸς καὶ πολιτικὸς δικαστής; Εἶναι ἀναντίρρητον, ὅτι ἀδύνατον τοιουτοτρόπως νὰ ἔχητε ὡρίμους δικαστάς. Ἡ διετὴς θητεία τοῦ νόμου εἶναι τὸ ἐλάχιστον ὅριον δικαστικῆς τινος γυμνασίας. Καὶ καυχᾶσθε λοιπὸν ὑμεῖς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ λέγετε, ὅτι διορθώνετε τὸν νόμον, ἐνῷ κατασυντρίβετε αὐτόν! Ἐγὼ ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ πατὴρ τοῦ νόμου, ἐγκαταλείπει ἔκθετον τὸ τέκνον του, καὶ δὲν ἐξεγείρεται, ἵνα ἐντόνως διαμαρτυρηθῇ. Διατὶ δὲν περιμένετε τοὐλάχιστον 3 ἢ 4 μῆνας, ἀφοῦ, ὡς ἤκουσα, μέχρι τοῦ Μαρτίου θὰ ἦσθε εἰς θέσιν νὰ ἔχητε παρέδρους συμπληρώσαντας τὰ δύο ἔτη, ἵνα διορίσητε αὐτούς; Ἀλλ’ ὄχι! ὑμεῖς μεταρρυθμίζετε τὸν νόμον, διότι σπεύδετε νὰ καταρτίσητε τὸ προσωπικὸν τῶν τεσσάρων νέων Πρωτοδικείων. Ἀλλὰ διατὶ δὲν ὁμολογεῖτε αὐτό; διατὶ δὲν τὸ λέγετε καθαρὰ, ἀλλ’ ἔρχεσθε ἐνταῦθα καὶ ἰσχυρίζεσθε ὅτι βελτιοῦτε τοὺς νόμους καὶ τὴν δικαιοσύνην; Ἐγὼ εἶπον τὴν γνώμην μου καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπον ὅτι θεωρῶ τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν δικαστηρίων ὀλέθριον. Ἠδυνάμην μάλιστα νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ τὴν γνώμην τοῦ Μάρκου Μιγκέτη, ὅτε ἐν Ἰταλίᾳ ἐπηγγέλλετο, ὡς Ὑπουργὸς, ῥιζικὰς μεταρρυθμίσεις, καὶ ὡς ἕνα τῶν πρώτων ὅρων τοῦ προγράμματος αὐτοῦ ἀνεκήρυττε τὸν περιορισμὸν τῶν δικαστηρίων. Καὶ διατί; Διότι ὅσον πολλαπλασιάζονται τὰ δικαστήρια, τόσον ὀλιγωτέραν, τόσον ταπεινοτέραν ἔχετε δικαιοσύνην. Διὰ τῆς προσθήκης νέων Πρωτοδικείων θὰ μεταβάλητε τὰ Πρωτοδικεῖα εἰς Εἰρηνοδικεῖα, καὶ δὲν γνωρίζω ἂν θὰ ὑπάρξῃ ποτὲ εἰς τὸ μέλλον Κυβέρνησις τόσον στιβαρὰ καὶ γενναία, οἵα ἡ σημερινὴ, διὰ τῆς δυνάμεως αὐτῆς παρισταμένη, ἵνα ἀναχαιτίσῃ τὸ μέγα κακὸν, τὸ ὁποῖον θὰ διαπράξητε κατὰ τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἠναγκάσθην νὰ λάβω τὸν λόγον, ὀφείλω νὰ προσθέσω ὀλίγας ἔτι λέξεις καὶ περὶ ἑτέρου τινὸς σοβαρωτάτου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν οὐκ ὀλίγον. Ἡ δικαιοσύνη συνδέεται ἀναμφισβητήτως πρὸς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐλυπήθην, ὅτε ἔβλεπον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν στενοχωρούμενον, ἵνα δώσῃ ἀκριβῆ ἀπάντησιν ἀπέναντι τῆς διαμαρτυρίας τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι παρίστων ἀξιοθρήνητον τὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἐνθυμοῦμαι ὅμως, ὅτι ἕτερος Πρωθυπουργὸς ἐν ἄλλῃ χώρᾳ, εἰς ὁμοίαν περίστασιν, γενναιότερον ὡμολόγησεν, ὅτι ἡ τάξις δὲν εὑρίσκεται εἰς εὐάρεστον θέσιν, ἀλλὰ ὑπέδειξε καὶ τοὺς λόγους τῆς διαταράξεως αὐτῆς, ἐν οἷς καὶ τὴν κατάστασιν τῆς δικαιοσύνης. Ἠθέλομεν δὲ καὶ ἡμεῖς εἶσθαι ἄδικοι, ἐὰν ἀποδίδομεν ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν εὐθύνην τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἐγκλημάτων. Ἐὰν ἐπιτείνωνται αἱ ἐγκληματικαὶ πράξεις ἐν τῇ κοινωνίᾳ, δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ἐργάζεται ἡ Κυβέρνησις πρὸς περιστολὴν αὐτῶν. Ἐν πάσῃ κοινωνίᾳ, καὶ τῇ μᾶλλον πεπολιτισμένῃ, δὲν λείπουσι τὰ ἀδικήματα. Τὸ βαρόμετρον ὅμως τῆς ἐγκληματικότητος εἶναι ἀναμφιβόλως ἡ δικαιοσύνη. Ὅταν ἡ διεύθυνσις τῆς δικαιοσύνης ἦναι χαλαρὰ, ὅταν τριακόσιαι μεταβολαὶ εἰρηνοδικειακαὶ διαπράττωνται ἐν Ἑλλάδι ἐντὸς ἕξ μηνῶν, πῶς θέλετε νὰ ἔχητε δικαιοσύνην καὶ ὑποφερτὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν; Ἐξαπελύθησαν, λέγουσι, στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα πρὸς ἐπαναφορὰν τῆς τάξεως. Ἀλλὰ τὰ ἀποσπάσματα ταῦτα εἶναι ὄργανα, τὰ ὁποῖα πολλάκις συντελοῦσιν εἰς τὴν ἐπίτασιν τῶν ἐγκλημάτων τῶν φυγοδίκων. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι εἰς φιλελεύθερα πολιτεύματα δὲν ἐφαρμόζεται ὁ κανὼν «melius prevenire quam reprimere». Διὰ τῆς καταστολῆς τῶν ἐγκλημάτων περιορίζεται ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν. Καὶ πρὸς τοῦτο μὲν καὶ ἄλλα διοικητικὰ μέσα χρησιμεύουσιν, ἀλλὰ πρὸ πάντων πρέπει νὰ προσέχωμεν εἰς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῆς δικαιοσύνης, ἥτις εἶναι ἡ κατασταλτικὴ τῆς ἐγκληματικότητος δύναμις. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ προσβάλλωμεν αὐτὴν, ὑπείκοντες εἰς κομματικὰ συμφέροντα, νὰ πολλαπλασιάζωμεν τὰ Πρωτοδικεῖα, ἵνα παραλύωμεν τὴν δύναμιν τῶν σήμερον λειτουργούντων ἄλλων Πρωτοδικείων, καὶ νὰ καταστρέφωμεν συγχρόνως νόμους, οἱ ὁποῖοι ηὐδοκίμησαν ἐν τῇ πράξει ὡς πρὸς τὴν ποιότητα τῶν δικαστῶν. Πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ὁποιαδήποτε Κυβέρνησις, ὅτι δὲν ὀφείλει νὰ στηρίζηται μόνον ἐπὶ τοῦ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἀριθμοῦ τῶν ψήφων τῆς ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς κοινῆς γνώμης, ἥτις εἶναι διακεχυμένη ἐν πάσῃ τῇ χώρᾳ γενικῶς. Ὑπουργὸς δὲ, ὁ ὁποῖος, ἐνῷ δὲν φέρει νόμους πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς δικαστικῆς νομοθεσίας, ἐπιτίθεται καὶ κατασυντρίβει καὶ τοὺς νόμους ἐκείνους, οἵτινες λειτουργοῦσιν ὠφελίμως καὶ ἐπαρκῶς, οὐ μόνον δὲν ἐξυπηρετεῖ τὴν δικαιοσύνην, ἀλλ’ εἶναι καὶ περιττὸν νὰ μένῃ εἰς τὴν θέσιν του.
§164Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. συναδέλφου μὲ ἔφερε καὶ πάλιν εἰς τὸ βῆμα. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι μεταθέσεις εἰρηνοδικῶν ἐγένοντο, ἀλλὰ δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὅστις μετέθεσεν ἀδικαιολογήτως ἀνωτέρους ὑπαλλήλους, δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὅστις μετέθεσεν ἐφέτας, οὔτε ἐγὼ, ἐναντίον πάσης ἱεραρχίας, προεβίβασα πρωτοδίκην εἰς τὸ ἀνώτερον δικαστήριον τοῦ Ἐφετείου τῶν Ἀθηνῶν, παραγκωνίζων προέδρους καὶ ἄλλους ἀρχαιοτέρους δικαστάς. Ἐγὼ, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἐφέρθην εὐλαβέστατα ὡς πρὸς τὰς μεταθέσεις. Σᾶς εἶπον καὶ προχθὲς, ὅτι εἰσήγαγον νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν ὄχι μόνον προβιβασμὸς, ἀλλ’ οὔτε μετάθεσις εἰρηνοδίκου ἢ γραμματέως Εἰρηνοδικείου,—εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ δεθῶσιν αἱ χεῖρες τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης—καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο τὸ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας. Ἐγὼ οὐδένα ἀνώτερον δικαστικὸν μετέθεσα, ἐγὼ ἐπὶ ὀκτὼ μῆνας δὲν προέβην, εἰμὴ εἰς ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ μεταθέσεις πρωτοδικῶν, ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας προκληθείσας. Ἐγὼ, καίτοι παρῆλθον αἱ διακοπαὶ, κατὰ τὰς ὁποίας συνηθίζονται μεταθέσεις πρωτοδικῶν κατὰ δεκάδας, οὐδεμίαν μετάθεσιν ἔκαμα, σεβόμενος τὴν θέσιν μου, διότι ἐπέκειντο αἱ ἐκλογαὶ, καὶ δὲν ἠθέλησα νὰ δώσω τὴν ἐλαχίστην κἂν ὑπόνοιαν, ὅτι διὰ μεταθέσεων θέλομεν νὰ ἐπηρεάσωμεν τὰς ἐκλογάς. Ἐπῆλθε κατόπιν ἡ ἐκδίκασις τῶν ἐκλογῶν ὑπὸ τῶν δικαστηρίων, καὶ ὀφείλετε νὰ τὸ ὁμολογήσητε πάντες, ὅτι οὐδεμίαν μετάθεσιν ἔκαμα, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι ἤθελον διὰ τῶν μεταθέσεων νὰ ἀλλοιώσω τὰς ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν· καὶ προκαλῶ πάντας ὑμᾶς, εἰς οἱανδήποτε πτέρυγα καὶ ἂν ἦσθε, ἐὰν ἔχητε τὸ ἐλάχιστον παράπονον κατὰ τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἐκλογῶν, νὰ τὸ φανερώσητε. Ἐγὼ συνέστησα πλήρη τὸν χωρισμὸν τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας ἀπὸ τὴν πολιτικήν. Ἐὰν δὲ προέβην εἰς μεταθέσεις εἰρηνοδικῶν, μὴ λησμονήσητε ὅτι τοῦτο πᾶσα Κυβέρνησις κοινοβουλευτικὴ ἔπραξεν. Ἐλέχθη ὅτι οἱ εἰρηνοδίκαι ἐν ταῖς μικραῖς περιφερείαις ἀπέκτησαν σχέσεις ἀντιπαθείας, καὶ ἑπομένως ἦτο ὀρθὸν νὰ μετατεθῶσί τινες ἐξ αὐτῶν. Ἐδέχθην πάντων τὰς προτάσεις τὰς δεδικαιολογημένας περὶ μεταθέσεων· ὁπουδήποτε ἤκουσα ὅτι ὁ εἰρηνοδίκης, ἕνεκα τῶν σχέσεών του πρὸς τὸν τόπον, ἠθέλησε νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὰ τοπικὰ, ἐφρόντισα νὰ μετατεθῇ. Ἐὰν αὐτὸ εἶναι ἔγκλημα, ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις αἱ κοινοβουλευτικαὶ πρέπει νὰ καταδικασθῶσιν. Ἔχω πίνακα τῶν μεταθέσεων, αἵτινες ἐγένοντο παρ’ ὅλων τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων, καὶ θὰ ἴδητε ἐκεῖ, ὅτι ἡμεῖς πολὺ ὀλιγωτέρας ἐκείνων ἐπράξαμεν. Δὲν κακίζω τὰς Κυβερνήσεις ἐκείνας, διότι οἱ ἴδιοι λόγοι ὑπῆρχον καὶ τότε· ἀλλ’ ὅταν ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι οὐδεὶς ἀνώτερος ὑπάλληλος μετετέθη, οὐδεὶς δικαστὴς παρὰ 4 ἢ 5 μόνον, καὶ οὗτοι συνεπείᾳ προκλήσεως τῶν μεταθέσεων ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, τὸ νὰ ἀποδίδητε εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τὴν χαλάρωσιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἀδικώτατον, καὶ πάντα ἄλλον λόγον ἔχει, παρὰ τὴν ἀλήθειαν. Μετὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἠναγκάσθην, σᾶς βεβαιῶ, λυπούμενος νὰ εἴπω, διότι δὲν ἐπίστευον νὰ προκληθῶ, ἔρχομαι εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐξύμνησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος τὸν νόμον τὸν τροποποιούμενον. Καὶ ἐγὼ εἶμαι συμφωνότατος· ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ἡ παρέλευσις ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν δικηγορίας θὰ δώσῃ τὸ μέτρον τῆς ἐκτιμήσεως τῆς ἱκανότητος εἰς τὰ Ἐφετεῖα, ἅτινα προκαλοῦνται νὰ γνωμοδοτήσουν; Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Πατρῶν πολλάκις ἐξύμνησε τὸ παρελθόν. Εἰς τὸ παρελθὸν ἐκεῖνο καὶ ἐγὼ ἀνῆκον, καὶ ἐγὼ ὑπηρέτησα ὡς ἀνώτερος δικαστικὸς ὑπάλληλος, καὶ εἰς τὸ παρελθὸν ἤρκει τὸ δίπλωμα καὶ ἑνὸς ἔτους ὑπηρεσία ὡς παρέδρου ἢ δικηγόρου· καὶ ὅμως ὀρθῶς εἶπεν, ὅτι, τοιούτων ὄντων τῶν προσόντων, ἐν τῇ δικαστικῇ ὑπηρεσίᾳ ἦσαν δικαστικοὶ ὑπάλληλοι τιμήσαντες τὴν ὑπηρεσίαν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας ὁ μονοετὴς ἢ ὁ διετὴς, ὁ ὁποῖος θὰ δώσῃ τὸ μέτρον τῆς ἱκανότητος τοῦ δικαστικοῦ ὑπαλλήλου. Ὅταν, ἐπαναλαμβάνω, ἔχητε τὸ δίπλωμα τὸ Πανεπιστημιακὸν, ἔχητε τὴν ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν, ἔχητε τὴν πρακτικὴν ἐξέτασιν καὶ τὸν συναγωνισμὸν τὸν αὐστηρότατον, ὡς εἶπε καὶ ὁ προλαλήσας συνάδελφος, τότε νομίζετε ὅτι ἑνὸς ἔτους ὑπηρεσία δὲν εἶναι ἀρκετὴ διὰ νὰ δώσῃ τὸ γνώρισμα τῆς ἱκανότητος; Σᾶς ἐλάλησαν περὶ Εἰσαγγελέων καὶ παρέδρων, καὶ ἐλησμόνησαν ὅτι δὲν εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ὑπηρετήσῃ ὁ ἔμμισθος πάρεδρος ἓν ἔτος εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ἵνα προαχθῇ. Τὰ ἐννέα δέκατα τῶν παρέδρων ὑπηρετοῦσιν ὁλόκληρον αὐτὸ τὸ χρονικὸν διάστημα ὡς πολιτικοὶ δικασταί. Σᾶς ἐλάλησαν περὶ ἡλικίας, καὶ σήμερον δύναταί τις νὰ διορισθῇ δικαστὴς εἰς ἡλικίαν 23 ἐτῶν.
§165ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κακῶς.
§166ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κατηργήθη ἐν τούτοις ὁ περιορισμὸς, καὶ ἐπειδὴ ἔχομεν ὅριον τῆς ἡλικίας μόνον τὸν διορισμὸν ὡς δικηγόρου, δικηγόρος δὲ δὲν δύναται νὰ διορισθῇ τις πρὸ τοῦ 21 ἔτους, συνεπῶς διὰ νὰ συναγωνισθῇ τις ὡς ἔμμισθος πάρεδρος, πρέπει νὰ ᾖναι 23 ἐτῶν. Διὰ τοῦτο δὲν δέχομαι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν χρόνον, ὅστις ἀπαιτεῖται πρὸς τὴν ἐξέτασιν, διότι τότε θὰ ἔχωμεν τὸ ἀποτέλεσμα, νεώτεροι τὴν ἡλικίαν ἄνθρωποι νὰ ἔλθουν εἰς ἐξέτασιν, ἐνῷ σήμερον ἀπαιτεῖται 23 ἐτῶν ἡλικία. Καὶ εἶναι μικρὰ ἡ ἡλικία, νομίζω, μετὰ τὰ προηγούμενα, καὶ ἂν δεχθῶμεν ὅτι ἡ γνωμοδότησις τοῦ δικαστηρίου τῶν Ἐφετῶν γίνεται μετὰ βάσανον αὐστηρὰν, δύναται νὰ δώσῃ εἰς τὸν ἔμμισθον πάρεδρον τὸν προβιβασμόν του εἰς πρωτοδίκην. Σημειώσατε δὲ, ὅτι κατὰ τὸν νόμον, ἐὰν τὸ Ἐφετεῖον δὲν γνωμοδοτήσῃ ὑπὲρ τοῦ προβιβασμοῦ του, ὁ ἔμμισθος ἐκεῖνος πάρεδρος ἀπολύεται. Ἡ βάσις τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐπὶ τοσοῦτον ὕμνησεν ὁ συνάδελφος, δὲν ἦτο τὸ μονοετὲς ἢ διετὲς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ παρέδρου. Εἶναι αἱ πρακτικαὶ ἐξετάσεις, καὶ δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι θὰ ἦτο ἀρκετὴ ἡ ἐξέτασις ἐκείνη, γινομένη ὅπως τὸ διάταγμα καὶ ὁ νόμος ἀναγράφει, καὶ μ’ ὅλον τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, ὁ νέος θὰ ὑπηρετήσῃ καὶ ἐπὶ ἓν ἔτος ἀκόμη ὡς ἔμμισθος πάρεδρος, ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τῶν ἀνωτέρων του καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν, δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους καὶ δι’ ὅσα εἶπον προηγουμένως, νὰ δεχθῆτε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς ἔχει.
§167ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νόμου τοῦ 1892 περὶ παρέδρων, διότι εἶναι ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν εἶχον, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ τοιοῦτον σύστημα, τὸ ὁποῖον νὰ χρησιμεύσῃ ὡς εἰσήγησις εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ δὲν ἐπίστευσα ὅτι τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς δικαστικῆς ἀκεραιότητος καὶ τῆς δικαστικῆς ἱκανότητος ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοὺς δικαστικοὺς παρέδρους· διότι ἠκούσαμεν ὅσα ἐγένοντο αὐτὰς τὰς ἡμέρας. Οἱ δικασταὶ, οἱ ὁποῖοι διωρίσθησαν ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τοῦ 1890, οἱ ὁποῖοι σήμερόν εἰσιν ἀνώτατοι δικαστικοὶ λειτουργοί, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἔτυχον τῆς τύχης νὰ ὦσι πάρεδροι, αὐτοὶ δὲν ἔχουσιν ἀξίαν; Εἶπον καὶ χθὲς, ὅτι ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ ἀπόδειξις τῶν διδακτορικῶν ἐξετάσεων, ὡς καὶ ἡ ἐξάσκησις τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος, εἰσὶ προσόντα, ἅτινα ὁ νόμος τοῦ 1877 ἐθεώρησεν ἱκανά. Ἡ προσθήκη τῆς θέσεως τοῦ παρέδρου προσετέθη ὡς δοκιμασία, ὅπως γείνῃ γνωστὸς εἰς τὸν δικαστικὸν κόσμον ποίου χαρακτῆρος εἶναι ὁ μέλλων οὗτος δικαστής. Ὁ Πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου καὶ οἱ δικασταὶ, οἱ ὁποῖοι θὰ συνεργασθῶσι μετ’ αὐτοῦ, θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ τὸν ἐννοήσωσιν, ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὁ δικηγορικὸς κόσμος, ὁ συμπράττων μετ’ αὐτοῦ, εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ σχηματίσῃ περὶ αὐτοῦ γνώμην· ὥστε ἀρκεῖ ἓν ἔτος. Νομίζω δὲ, ὅτι ἀσκόπως θέλομεν παρατείνει τὸν χρόνον, καὶ ἡ ὅλη συζήτησις δὲν θ’ ἀπολήξῃ εἰς πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Ἐὰν ἡ ἀνάγκη ἐπιβάλλει τὴν ἐλάττωσιν τοῦ χρόνου, ἂς τὸν ἐλαττώσωμεν. Φέρω ἓν παράδειγμα, ἵνα ἴδητε κατὰ πόσον οἱ νόμοι, ἀντὶ νὰ ὠφελῶσι, βλάπτουσι. Κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων, ὅστις εἶναι σοφὸν ἔργον, ἵνα γείνῃ τις Εἰσαγγελεὺς, ἔπρεπε νὰ προϋπηρετήσῃ ὡς ἀντεισαγγελεὺς, ἢ ὡς ἀνακριτὴς, ὅπως γείνῃ γνωστὸς εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, καὶ τότε ν’ ἀναλάβῃ τὰ ὑψηλὰ αὐτοῦ καθήκοντα. Ἀλλ’ ἦλθεν ὁ νόμος τοῦ 1877, καὶ τότε, τῇ εἰσηγήσει τοῦ μακαρίτου Δημητριάδου, ὅστις εἶπε «δὲν προστατεύετε καὶ ἡμᾶς τοὺς δικηγόρους, ἵνα δυνάμεθα μετὰ πολλῶν ἐτῶν δικηγορικὴν ὑπηρεσίαν νὰ γείνωμεν Εἰσαγγελεῖς;» ὁ μακαρίτης Ζαΐμης, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐνόμισεν ὅτι ἡ παρατήρησις ἦτο ὀρθὴ, καὶ προσέθεσε καὶ τοὺς δικηγόρους, ἵνα εὐκολύνῃ ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσι πολλῶν ἐτῶν δικηγορικὴν ὑπηρεσίαν καὶ θέλουσι ν’ ἀναλάβωσι δικαστικὴν, καὶ οὕτως ἐτέθη ἡ διάταξις ἐν τῷ νόμῳ. Τί συνέβη; Ὅλοι οἱ δικηγόροι ἐγένοντο Εἰσαγγελεῖς, εἴτε ἀνακριταὶ, καὶ ἡ ἐξαίρεσις ἐκείνη ἐγένετο κανών. Ἐὰν αὐτὸ ἦτο σφάλμα ἢ ὄχι, δὲν γνωρίζω· ἀλλ’ ὅπως οἱ νόμοι λειτουργήσωσι καὶ φέρωσιν ἀποτέλεσμα, ἀνάγκη ἡ ἐφαρμογή των νὰ γίνηται καλή. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ τὸν πρώην Ὑπουργὸν καὶ τὸν νῦν νὰ τὰ συμβιβάσωσι μεταξύ των.
§168Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Διαφωνῶ ὡς πρὸς τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐμμίσθων παρέδρων, καὶ συνεπὴς πρὸς ὅσα εἶπον χθὲς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀδιαφορῶ ὡς πρὸς τὴν διάρκειαν τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν· διότι, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἰς οὐδὲν θὰ συντελέσῃ ἡ μονοετὴς ἢ διετὴς ὑπηρεσία, ὅπως κατασταθῇ τις ἱκανὸς δικαστής· καὶ παράδειγμα ἔχομεν, ὅτι μέχρι τοῦδε, ὅτε ἐπὶ πενταετίαν ἐλειτούργησεν ὁ νόμος, οὐδεὶς τῶν ἐμμίσθων παρέδρων δικαστῶν ὑπάρχει μὴ ἐγκριθεὶς παρὰ τῶν Ἐφετῶν, δὲν πιστεύω δὲ καὶ ὅλοι αὐτοὶ νὰ ἦσαν ἄξιοι τῆς θέσεως ταύτης, διότι ἔχομεν καὶ παράδειγμα, ὅτι εἷς τούτων ἀπεβλήθη ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἡ γνωμοδότησις τῶν Ἐφετῶν μετὰ διετῆ ἢ μονοετῆ ὑπηρεσίαν, κατ’ οὐδὲν συνετέλεσεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν πρωτοδικῶν. Τὸ μόνον, ὅπερ θεωρῶ ἄξιον πράγματι συζητήσεως καὶ μεγίστης προσοχῆς παρὰ τῆς Βουλῆς, εἶναι νὰ μὴ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν γνωμοδότησιν τῆς πλειονοψηφίας τῶν Ἐφετῶν, οἱ ὁποῖοι οὐδὲ κἂν εἶδον τοὺς παρέδρους, οὔτε ἤκουσάν τι περὶ αὐτῶν, διότι οἱ πλεῖστοι πάρεδροι ὑπηρετοῦσιν εἰς Πρωτοδικεῖα κείμενα μακρὰν τῆς ἕδρας τῶν Ἐφετῶν, ἀλλὰ νὰ ψηφίσωμεν, ὅτι ἀπαιτεῖται καὶ ἡ πρότασις ἢ γνωμοδότησις τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Πρωτοδικείου, παρ’ ᾧ ὑπηρέτησαν οἱ πάρεδροι, οἱ ὁποῖοι (Πρόεδρος καὶ Εἰσαγγελεὺς) εἶναι μᾶλλον ἁρμόδιοι νὰ κρίνωσι περὶ τῆς ποιότητος αὐτῶν. Διὰ προτείνω νὰ προστεθῇ εἰς τὸ 3ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου «μετὰ προηγουμένην πρότασιν τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Πρωτοδικείου, παρ’ ᾧ ὑπηρετοῦσι».
§169ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, τὸ μὲν διότι ἐθεώρησα τὸν νόμον πρόσκαιρον ἔχοντα ἀποστολὴν, τὸ δὲ διότι δὲν ἔχω τὴν γνώμην περὶ τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐμμίσθων παρέδρων, ὡς παρ’ ὑμῖν διετυπώθη, ὅτι εἶναι θεσμὸς, ὅστις ἤθελε διατηρηθῆ ἐπὶ πολὺν χρόνον. Τουναντίον πρεσβεύω, ὅτι περὶ τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τῆς προαγωγῆς τῶν δικαστῶν πρέπει νὰ προβλέψῃ νόμος ἄλλο εἰσάγων σύστημα. Ὅτε συνεζητεῖτο ὁ περὶ ἐμμίσθων παρέδρων νόμος, ἐγὼ καὶ ἄλλοι νομικοὶ Βουλευταὶ ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι ἡ γνωμοδότησις τῶν Ἐφετῶν ἔδει νὰ ἦναι ἠτιολογημένη, ἀλλ’ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης—ἦν δὲ τοιοῦτος ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν,—ἀντέστη, καίτοι πολλοὺς λόγους ἐφέραμεν πρὸς δικαιολογίαν τῆς προτάσεώς μας. Περὶ τῆς διὰ διαγωνισμοῦ εἰσαγωγῆς τῶν πρωτοδικῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν προέβλεψεν ὁ νόμος τοῦ 1877, ὁ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ μακαρίτου Ζαΐμη ψηφισθεὶς, ὅστις ἔθεσε τὴν βάσιν ταύτην, καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ ὁποίου ὁ διαγωνισμὸς ἐλειτούργησεν ἄριστα. Ὁ περὶ ἐμμίσθων παρέδρων θεσμὸς ὑπάρχει καὶ ἀλλαχοῦ, ἀλλ’ ὑπὸ ἄλλον τύπον. Ὁ δὲ νόμος περὶ ἐμμίσθων παρέδρων, καθὼς διετυπώθη, ἐζήτησε πρὸς τὴν διὰ διαγωνισμοῦ βεβαίωσιν τῆς ἐπιστημονικῆς ἀρτιότητος τὴν πρόσθετον βεβαίωσιν περὶ τῆς ἐν τῇ πράξει ἱκανότητος τοῦ δικαστοῦ, ὅπως εἰσαχθῇ μετὰ πεποιθήσεως εἰς τὸ δικαστικὸν σῶμα. Ἀλλὰ περὶ τῆς χρηστότητος καὶ περὶ τῆς συμπεριφορᾶς αὐτοῦ, περὶ τοῦ δικαστικοῦ αὐτοῦ ἤθους καὶ χαρακτῆρος δὲν ἐξησφάλιζεν ἡ γνωμοδότησις τοῦ Ἐφετείου, καὶ δὴ ἀναιτιολογήτως καὶ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας ἐκφραζομένη. Διὰ τοῦτο φρονῶ καὶ ἤδη, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ νὰ ἦναι ἠτιολογημένη ἡ γνωμοδότησις τῶν Ἐφετῶν εἶναι ὀρθοτάτη. Τοῦ δικαστοῦ τὰ προσόντα δὲν συνίστανται μόνον εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν μόρφωσιν, ἀλλὰ, ὡς εἶπε καὶ ὁ ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς, καὶ εἰς τὸ ἦθος αὐτοῦ, εἰς τὸν δικαστικὸν χαρακτῆρα, εἰς τὴν ἔλλειψιν δικαστικῆς ψυχρότητος, ἀσυμβιβάστου πρὸς τὴν ἐξ ὑπερμέτρου ζήλου αὐστηρότητα, εἰς ἣν πολλοὶ νέοι δικασταὶ ἀφίνονται, καὶ ἥτις, ἂν κατ’ ἐπιφάνειαν φαίνεται καλὴ, δὲν εἶναι ὅμως πάντοτε τοιαύτη. Πολλάκις διὰ τῆς συμπεριφορᾶς των πρὸς τοὺς δικαζομένους καὶ διὰ τρόπων σκαιῶν δεικνύουσι τὴν αὐστηρότητα ταύτην, λησμονοῦντες ὅτι ἡ γλυκεῖα καὶ εὐπροσήγορος ἀκρίβεια εἶναι πολὺ προτιμοτέρα. Ταῦτα πάντα ἐν τῇ δικαστικῇ ὑπηρεσίᾳ δύνανται νὰ διδάξωσιν οἱ Πρόεδροι τῶν Πρωτοδικῶν, οἵτινες ἔχουσι τὸ ὑψηλὸν καθῆκον νὰ μορφώσωσι τὸ δικαστικὸν ἦθος τῶν νέων δικαστῶν, καὶ τὸ ὁποῖον ἐπιτυγχάνεται ὁσάκις ὁ Πρόεδρος ἦναι οὕτω μεμορφωμένος. Διὰ τοῦτο θεωρῶ τὴν γνωμοδότησιν Προέδρου πεφωτισμένου προτιμοτέραν, ἀλλὰ καὶ ταύτην, ἢ τὴν τοῦ Ἐφετείου, θεωρῶ ἀπαραίτητον νὰ ζητήσῃ ὁ νόμος ἠτιολογημένην, ὥστε νὰ χρησιμεύῃ ὡς ἡ πρώτη βάσις τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ μητρῴου τῆς ποιότητος τοῦ εἰσαγομένου εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν δικαστοῦ. Δὲν ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τῶν Εἰσαγγελέων αἱ προτάσεις εἶναι ἐπαρκεῖς. Πρῶτον διότι φρονῶ, ὅτι οὐχὶ πάντες οἱ κατέχοντες τὴν θέσιν ταύτην ἐπαξίως κατέχουσιν αὐτήν. Ὁ θεσμὸς τῆς Εἰσαγγελίας, ὁ οὕτως ὑψηλὴν ἀποστολὴν κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ ὀργανισμοῦ ἔχων ἐν τῇ δικαστικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἔχει καταπέσει ἔν τισι σημείοις παρ’ ἡμῖν εἰς τρόπον ἀξιοδάκρυτον. Ἀρκεῖ νὰ ὑπομνήσω, ὅτι οἱ Εἰσαγγελεῖς, ὡς ἀνώτεροι ἐπόπται τῆς διαχειρίσεως τῶν ὀρφανῶν καὶ τῶν ἀνικάνων, τῶν ὑπὸ ἐπιτροπείαν ἢ κηδεμονίαν προσώπων, οὐδέποτε ἐξήλεγξαν τὴν διαχείρισιν τῶν διαχειριστῶν τούτων, καὶ οὐδέποτε ἐκ πρωτοβουλίας προέβησαν εἰς καταδιώξεις τῶν καταχραστῶν τῶν ὀρφανικῶν περιουσιῶν. Οἱ Εἰσαγγελεῖς εἶναι ἡ ἀρχή, ἐξ ἧς τὸ Ὑπουργεῖον, κατὰ τὸν ὀργανισμόν, ἔδει νὰ πληροφορῆται περὶ τοῦ ἤθους τῶν δοκιμαζομένων παρέδρων· ἀλλ’ ὁ νόμος, ζητήσας πληροφορίας παρὰ τῶν Ἐφετείων, ἔδειξε δυσπιστίαν καὶ πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς καὶ πρὸς τοὺς Προέδρους. Δὲν γνωρίζω διατὶ ἐπὶ τῶν δικαστικῶν πληροφοριῶν ἐθεωρήθη κακὸς παρ’ ἡμῖν ὁ θεσμὸς τῆς ἐπιθεωρήσεως, ὅστις καὶ εἰς τὰ στρατιωτικὰ σώματα καὶ εἰς τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν καὶ εἰς τὴν προξενικὴν ηὐδοκίμησεν. Ἀλλ’ ὅλα ταῦτα εἶναι ἀντικείμενα, ἅτινα πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν Ὑπουργὸς θέλων νὰ φέρῃ πληρέστερον νόμον. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι εὐχῆς ἔργον νὰ ἦναι ᾐτιολογημένη ἡ γνωμοδότησις τῶν Ἐφετῶν, διότι πολλάκις οἱ Ἐφέται λαμβάνουσι πληροφορίας ἐσφαλμένας, καὶ ὄχι διὰ τῆς ὑπηρεσίας, διότι ὀλίγας ἀποφάσεις τῶν παρέδρων ἔχουν ἐξελέγξει οἱ Ἐφέται, πολλάκις δ’ ἕνεκα τοῦ βραχέως χρόνου δὲν δύνανται νὰ ἐξελέγξωσι καὶ τὰς ὀλίγας ταύτας πληροφορίας. Ἐπειδὴ δὲ γίνεται μυστικὴ ἡ ψηφοφορία, οὔτε συζητοῦσιν, οὔτε ἀνταλλάσσουσι γνώμας, καὶ μάλιστα ἔμαθον, ὅτι ἡ ψηφοφορία γίνεται κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ ὁ εἷς τὴν ψῆφον τοῦ συναδέλφου του. Τοῦτο εἶναι ἥκιστα δικαστικόν, διότι ὁ δικαστὴς πρέπει νὰ ἐθίζηται εἰς τὴν παρρησίαν τῆς γνώμης του, καὶ νὰ ἔχῃ ἐν τῷ ἐγγράφῳ, ἐν ᾧ ἐκτίθησι ταύτην, ἀναγεγραμμένους καὶ τοὺς λόγους τῆς πεποιθήσεώς του. Ἀλλ’ οὕτως ἔκρινε ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἡ Βουλή, καὶ οὕτως ἐτέθη ἐν τῷ νόμῳ. Ἂν ἐτίθετο ἀπ’ ἀρχῆς τὸ ᾐτιολογημένον τῆς γνώμης, θὰ εἶχε κρείσονα καὶ ἀσφαλέστερα ἀποτελέσματα.
§170ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἰδοὺ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω (ἀναγινώσκει): «Εἰσαγγελεὺς παρὰ πρωτοδίκαις ἢ πρωτοδίκης διορίζεται ὁ διατελέσας ἐπὶ ἓν ἔτος ὡς ἔμμισθος πάρεδρος καὶ μετὰ προηγουμένην πρότασιν τοῦ Προέδρου καὶ Εἰσαγγελέως τοῦ παρ’ ᾧ διατελεῖ Πρωτοδικείου καὶ κατὰ πλειονοψηφίαν γνωμοδότησιν ὑπὲρ τοῦ διορισμοῦ τοῦ ἁρμοδίου Ἐφετείου.» Ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς εὑρίσκονται εἰς ἄμεσον συνάφειαν μετ’ αὐτῶν, καὶ γνωρίζουσι τὴν τιμιότητα, τὸν χαρακτῆρα, τὰ προσόντα, ἅτινα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν θέσιν τοῦ δικαστοῦ· αὐτοὶ θὰ συντάξωσιν ἔκθεσιν περὶ τοῦ προσώπου, εἰς ἣν θὰ ἐκτίθηται ἡ γνώμη ἑνὸς ἑκάστου, καὶ οὕτως εὐχαριστεῖται καὶ ὁ κύριος Ποταμιάνος, διότι ἡ ἔκθεσις θὰ ἦναι ᾐτιολογημένη· ἔπειτα θὰ ἔρχηται ἡ γνωμοδότησις τοῦ Ἐφετείου.
§171ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἂν τὸ Ἐφετεῖον στηριχθῇ εἰς τὴν πρότασιν τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ Προέδρου, αἱ προτάσεις δὲ αὐτῶν ἦναι ἀναιτιολόγητοι, οὐδὲν τὸ ὄφελος. Τὸ καλλίτερον θὰ ἦναι νὰ στέλλῃ τὸ Ἐφετεῖον ἓν τῶν μελῶν αὑτοῦ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Πρωτοδικείου, ἐν ᾧ ὁ πάρεδρος ὑπηρετεῖ, ἵνα ἐξετάσῃ ὁποῖος εἶναι ὁ δικαστής. Ἐκεῖ θὰ συλλέξῃ πολλαχόθεν πληροφορίας, καὶ ἐκ τῆς σταθμίσεως αὐτῶν καὶ κατὰ τὰς ἰδίας ἀντιλήψεις θὰ μορφώσῃ ὀρθοτέραν γνώμην, ἵνα διαφωτίσῃ τὸ Ἐφετεῖον.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύο ὑπεβλήθησαν τροπολογίαι· ἡ μία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν, ἡ ἑτέρα τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐκ Λακεδαίμονος. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δηλοῖ, ὅτι οὐδετέραν δέχεται.
§173ΡΙΚΑΚΗΣ. Διατὶ δὲν τὰς δέχεται; Θὰ ἔχῃ κανένα ἄλλον σκοπὸν (ἱλαρότης).
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἀμφότεραι αἱ τροπολογίαι περιλαμβάνουσι τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον, θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν τοῦ κυρίου Ρικάκη, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου ͵ΒΦΟΔʹ τῆς 5 Ἰουνίου 1899 περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται.)
§175Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ παγίωσις τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 1 εἶναι ἐπιβλαβὴς, καὶ προτείνω, ὅπως τὸ ἄρθρον τοῦτο διασκευασθῇ ὡς προσωρινόν.
§176Κ. ΠΛΑΤΟΥΤΣΑΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3 ἄνευ ἀντιρρήσεως.)
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται.)
§178Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ τὴν ἑξῆς διασάφησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4. Ἐν αὐτῷ φαίνεται, ὅτι τὸ ἀνώτερον ὅριον ἀνέρχεται μέχρι τριῶν δραχμῶν, καὶ μέχρι τινὸς δίδει τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἐλαττοῦται τὸ ἀνώτατον ὅριον, ἀλλὰ παρακατιὸν λέγει: «Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς νέας ἀποφάσεως... βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται καὶ τὸ ὑπερβάλλον τῶν τριῶν δραχμῶν.»
§179Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μετὰ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν πρωτοκόλλων καὶ τὴν ἔκδοσιν τῆς νέας ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς· ἐπὶ τοῦ παρόντος ὅμως ὁ ἀνώτερος ὅρος εἶναι ὁ τῶν τριῶν δραχμῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 326,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 28). Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 8 καὶ 10′ μ. μ.)