1899.12.10
2.082 στίχοι · 16.351 λέξεις · 109 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 5
Τῆς 10 Δεκεμβρίου 1899.
(Παρασκευή).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐμποροϋπάλληλοι Σύρου ζητοῦσι τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, τὸν ὁποῖον μέχρι τοῦδε πληρώνουσι.
§2Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ συστηθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι οἱ ἐμποροϋπάλληλοι εἶναι ὁ μόνος κλάδος, ὁ ὁποῖος πληρώνει τὸ μεγαλείτερον ἐπιτήδευμα, χωρὶς νὰ ἀπολαμβάνῃ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάτοικοι Καρυστίας διὰ τηλεγραφήματός των παραπονοῦνται κατὰ τοῦ ἀστυνόμου Καρύστου. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Λεωνίδας.
§4Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ εἴπω δύο λέξεις σχετικῶς μὲ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε χθὲς ἡ Βουλή, νὰ συνεδριάζωμεν τὴν τετάρτην ὥραν. Παρατηρῶ ὅτι εἶναι ἀνεγνωρισμένον καὶ ἀνωμολογημένον, ὅτι πέραν τῆς ὀγδόης ἑσπερινῆς ὥρας δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ μένωμεν. Ἐὰν λοιπὸν συμπληρῶται ἡ ἀπαρτία καὶ ἀρχώμεθα τῶν ἐργασιῶν μας τὴν πέμπτην ὥραν, δὲν θὰ μένῃ καιρὸς, εἰμὴ τριῶν ὡρῶν, διὰ νὰ ἐργασθῶμεν. Διὰ νὰ ἐπαναλάβωμεν τὸ παρελθὸν, δηλαδὴ νὰ διακόπτωμεν καὶ νὰ ἐπανερχώμεθα, κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν τοῦ ἔτους εἶναι ἀδύνατον. Ἐὰν ἔχωμεν σκοπὸν νὰ ἐργασθῶμεν, προτείνω νὰ προσδιορίσωμεν τὴν τρίτην μετὰ μεσημβρίαν ὥραν διὰ τὴν ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων, οὕτως ὥστε μέχρι τῆς ὀγδόης ὥρας νὰ μένῃ καιρὸς νὰ ἐργασθῶμεν πραγματικῶς.
§5Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Κατὰ τὸν νόμον περὶ συστάσεως τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, μεταξὺ τῶν πόρων τοῦ ταμείου τούτου ὁρίζεται καὶ ὁ ἑξῆς: «Τρία τοῖς ἑκατὸν ἀπὸ πάσης λείας γενομένης ὑπὸ πλοίου βασιλικοῦ, προσέτι δὲ τὸ τρίτον τῆς λείας, ἂν αὕτη ἦναι ἐχθρικὸν ἐμπορικὸν πλοῖον, ἢ ἐμπόρευμα τοῖς ἐχθροῖς ἀνῆκον». Γνωστὸν εἶναι, ὅτι κατὰ τὸν διεξαχθέντα ἐσχάτως πόλεμον τὸ ἡμέτερον πολεμικὸν ναυτικὸν ηὐτύχησε νὰ συλλάβῃ ἐμπορικὸν πολεμικὸν πλοῖον, τὸ ὁποῖον ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἐμπόλεμος λεία. Ἐπὶ τῆς λείας ταύτης, κατὰ τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ νόμου, δικαιοῦται τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον νὰ λάβῃ τὸ ἀνῆκον εἰς αὐτὸ μερίδιον. Ἐπεθύμουν νὰ πληροφορηθῶ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἂν τὸ μερίδιον τοῦτο εἰσήχθη εἰς τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον, καὶ ἂν ὄχι, νὰ μεριμνήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ ὁποίου διατελεῖ τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον, ἵνα μὴ ἀδικηθῇ τὸ ταμεῖον τοῦτο, τοῦ ὁποίου ἄλλως τε ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις δὲν εἶναι πολὺ ἀνθηρά.
§6ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ⅓ εἶναι;
§7ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Τὸ ⅓ ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ πλοίου. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν εἶναι ἀληθὴς ἡ εἴδησις, ὅτι ἐκ μέρους ὁμάδος κεφαλαιούχων ἐγένοντο προτάσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν περὶ ἱδρύσεως Ναυτικῆς Τραπέζης, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀναθεωρήσεως τῆς ἐμπορικῆς ἡμῶν ναυτικῆς νομοθεσίας, καί ποία πρόνοια ἐλήφθη περὶ τούτου. Ἀνεξαρτήτως δὲ τῆς ἱδρύσεως τῆς Τραπέζης, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀναθεωρήσεως τῆς ἐμπορικῆς ναυτικῆς ἡμῶν νομοθεσίας, διότι ἡ νομοθεσία αὕτη ὡς πρὸς τὸν κλάδον τοῦτον εἶναι ἀτελὴς, ἀτελεστάτη, δυσχεραίνει δὲ πολὺ τὴν πρόοδον τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, ὡς εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσι.
§8Α. ΜΠΑΣΙΑΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον καὶ ἐν τῇ παρελθούσῃ Συνόδῳ ἐπανειλημμένως ἐποιησάμεθα λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλ’ οὐδὲν δυστυχῶς, καὶ ὡς μὴ ὤφελε, μέχρις ὥρας ἐγένετο παρὰ τῶν ἁρμοδίων, ἐνῷ προκειμένου περὶ πολεμικοῦ ναυτικοῦ συνεχὴς λαμβάνεται πρόνοια καὶ ψηφίζονται νομοθετήματα, ἀκριβῶς ἀντιστρόφως τοῦ ὅ,τι συμβαίνει εἰς τὸ ἐμπορικὸν ναυτικὸν, περὶ οὗ οὐδέποτε ἐλήφθη ἡ ἐλαχίστη πρόνοια, οὐδὲ οἱ τυχὸν ὑπάρχοντες νόμοι ἢ διατάγματα ἐφαρμόζονται ἢ εἶναι δυνατὸν, ὡς ἐκ τῆς δημιουργηθείσης καταστάσεως ἢ ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν, νὰ ἐφαρμοσθῶσι. Φρονῶ ὅτι τὸ ζήτημα κατέστη πλέον ἐπεῖγον, καὶ ὅτι εὐχερῶς ἠδύνατο ἡ ἡμετέρα ἐπὶ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας νομοθεσία νὰ ἀναθεωρηθῇ· πρὸς τοῦτο δὲ δὲν εἶναι ἀνάγκη μελέτης ὅλων τῶν τῆς ὑφηλίου νομοθεσιῶν, διότι ἀφ’ ἑνὸς αἱ ἐλλείψεις τῆς νῦν καταστάσεώς μας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ πεῖρα ἔσονται ἡμῖν οἱ κάλλιστοι ὁδηγοὶ, θέλομεν δὲ συγχρόνως μελετήσει τὴν σχετικὴν νομοθεσίαν τῶν Κρατῶν ἐκείνων, ἅτινα διακρίνονται διὰ τὸ ναυτικόν των καὶ ἅτινα μείζονα σχέσιν καὶ ἐπικοινωνίαν μεθ’ ἡμῶν ἔχουσιν· ἠδυνάμεθα δὲ νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὰς νομοθεσίας τῆς Ἀγγλίας, Γαλλίας καὶ Ἰταλίας, πᾶσα δὲ ἄλλη τοιαύτη θὰ ἦτο αὐτόχρημα ματαιοπονία. Ἄλλως τε καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἡμετέραν Βουλὴν εἰσήχθησαν ἄλλοτε νομοσχέδια περὶ ἐμπορικῆς ναυτιλίας, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς ὀγδόης Περιόδου, εἰσήχθη δὲ τοιοῦτον καὶ κατὰ τὴν δευτέραν τῆς ΙΔʹ Περιόδου, τὸ «περὶ μαθητευομένων μηχανικῶν», καὶ κατὰ τὴν λήξασαν Σύνοδον ὑπ’ ἐμοῦ ἕτερον περὶ τῶν λοιπῶν βαθμοφόρων. Ἀφοῦ δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταρτισθῶσι καὶ ὑποβληθῶσι νέα νομοσχέδια, ἂς ἀνατυπωθῶσιν αὐτὰ ἐκεῖνα καὶ ἂς διανεμηθῶσι τοῖς κυρίοις Βουλευταῖς, ὅπως χρησιμεύσωσιν αὐτοῖς πρὸς μελέτην τοῦ ὅλου ἔργου.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κατσάνος ἔχει τὸν λόγον.
§10Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς λόγος πολὺς ἐγένετο περὶ διασαλεύσεως τῆς δημοσίας τάξεως. Ἡμεῖς, κύριε Πρόεδρε, οὐδόλως προτιθέμεθα νὰ θρηνήσωμεν τὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἀλλ’ οὔτε νὰ τονίσωμεν ὕμνους καὶ νὰ ψάλωμεν ἐγκώμια ὑπὲρ ταύτης. Ἀλλ’ ἀνεπτύχθησαν παρ’ ἐντίμων κυρίων συναδέλφων καὶ λόγοι, εἰς τοὺς ὁποίους δῆθεν ὀφείλεται ἡ τοιαύτη ἔκρυθμος κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας· καὶ οἱ μὲν ἰσχυρίσθησαν, ὅτι αὕτη ὀφείλεται εἰς τὴν δῆθεν χαλάρωσιν τοῦ ζήλου τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καταργηθείσης, οἱ δὲ, ὅτι ὀφείλεται εἰς τὴν κατάργησιν τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων, ἔνιοι δὲ καὶ ὅτι πάντα ταῦτα ὀφείλονται εἰς τὴν ῥαθυμίαν ἢ ἀμέλειαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡμεῖς, κύριε Πρόεδρε, δὲν φρονοῦμεν ὅτι ὑπάρχει Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δυναμένη νὰ μείνῃ ἀπαθὴς θεατὴς ἀπέναντι τοιαύτης ἐκρύθμου καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, οὔτε λόγους εὑρίσκομεν, ἵνα ἐξαιρέσωμεν τοῦ κανόνος τούτου τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἁμιλλωμένην μάλιστα, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν ἐπιτυχέστερον ἐκπληρώσῃ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐφρόνουν καὶ φρονοῦσιν, ὅτι μόνον ἡ χαλάρωσις τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία συνετέλεσεν εἰς τὴν ἔκρυθμον κατάστασιν, καθ’ ἣν τοὐλάχιστον ὁμολογίαν ἔλαβεν ἡ Βουλὴ παρ’ ἐντίμων καὶ πεπειραμένων κυρίων συναδέλφων. Ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω ὅμως, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ὁσάκις πρόκειται νὰ νομοθετῶμεν, γινόμεθα εἰς ἄκρον αἰσιόδοξοι. Ὅταν εὑρισκώμεθα πρὸ νέου νομοθετήματος, φρονοῦμεν, ὅτι διὰ τῶν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα θὰ διαλαμβάνῃ τὸ νομοθέτημα τοῦτο, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀκεραίαν τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ἀκέραια τὰ πάντα. Ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ὅλον τὸ Ἑλληνικὸν ἐνόμισεν, ὅτι δύναται νὰ ἐξασφαλισθῇ σπουδαίως ἡ δημοσία ἀσφάλεια, ἀλλ’ ἴσως παρωράθη, ὅτι ἡ διοίκησις δὲν ὑπάρχει μόνον ἐν τῇ Πρωτευούσῃ, δὲν ὑπάρχει μόνον εἰς τὰς μεγάλας πόλεις τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ὅτι ὑπάρχουσι καὶ πληθυσμοὶ ἀγροτικοὶ, δῆμοι ἀγροτικοὶ, οἱ ὁποῖοι, ἂν δὲν ἀποτελῶσι τὸ ἥμισυ ἢ τὸ πλεῖστον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἀποτελοῦσι τοὐλάχιστον μέγα τμῆμα αὐτοῦ. Εἶναι διαφορετικαὶ, κύριε Πρόεδρε, αἱ συνθῆκαι τῆς διοικήσεως εἰς τὰ ἀγροτικὰ διαμερίσματα, καὶ διαφορετικαὶ εἰς τὰς μεγάλας πόλεις καὶ ἐν τῇ Πρωτευούσῃ. Δὲν εἶναι ἴσως καιρὸς, ἵνα εὐρέως συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἴσως βραδύτερον δοθῇ εὐκαιρία, ἵνα ἐπενέγκωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἀσθενῆ ἡμῶν γνώμην ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μεθ’ ἑτέρων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι ἡ κατάργησις τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία συνετέλεσεν εἰς τὴν διασάλευσιν τῆς δημοσίας τάξεως. Ἡμεῖς αὐτοὶ κατ’ ἐπανάληψιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρεκαλέσαμεν τὸν ἔντιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων, διότι ταῦτα ἐθεωρήθησαν ἐπιζήμια εἰς τὴν ἡσυχίαν τῶν πολιτῶν. Καὶ τῳόντι, κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι ἱκανὸς ὁ λόγος, ὅτι ἐν τίνι ἐπαρχίᾳ ὑπῆρξαν τρεῖς φυγόδικοι ἢ λῃστοφυγόδικοι, ὅπως φέρουν τὴν ὑποχρέωσιν πάντες οἱ πολῖται νὰ τίθηνται ὑπὸ τὸν βούρδουλαν, ὡς ἀπεκάλεσαν ἐνταῦθα, ἑνὸς εὐζώνου, ἢ λοχίου ἢ δεκανέως. Δὲν ἐζήσατε πολλοὶ ἐξ ὑμῶν εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πλεῖστοι ἔντιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ζῶσι διαρκῶς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις καὶ γνωρίζουν τί ἐστὶ διοίκησις ἑνὸς δεκανέως, μεταβαίνοντος μὲ τὸ ἀπόσπασμα εἴς τινα ἀγροτικὴν συνοικίαν. Δύνασθε νὰ τὸν ὀνομάσητε εἰσβολέα ἢ ἀντάρτην, διότι νόμον μόνον τὸν βούρδουλαν ἔχει. Ἀλλὰ πλὴν τούτου τί ὁμιλοῦμεν περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, περὶ ἀποδόσεως τοῦ στρατοῦ εἰς ἑαυτὸν, ὅταν ὁμολογῶμεν ὅτι ἡμεῖς οὐδεμίαν ἄλλην ἱκανότητα δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πρὸς διατήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως, παρὰ μόνον τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα; Φρονῶ ὅτι τοῦτο εἶναι μία ἀνακολουθία πρὸς ὅσα λέγομεν καὶ πράττομεν. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι μία τῶν κυριωτέρων ἀφορμῶν τῆς διασαλεύσεως τῆς δημοσίας τάξεως εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ζωοκλοπῆς, διότι ἀπὸ τῆς ζωοκλοπῆς ἔχομεν συνέπειαν τὴν φυγοδικίαν, ἀπὸ τῆς φυγοδικίας τὴν ληστοφυγοδικίαν. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ζωοκλοπῆς, ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἤθελε κατὰ τὸ ἥμισυ ἐξασφαλισθῆ. Δὲν εἶμαι κάτοχος τῶν νόμων καὶ τῆς νομοθεσίας, ἀλλ’ ἐκ τῆς μικρᾶς μου πείρας νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου δὲν ἤρκεσαν νὰ περιστείλωσι τὴν ζωοκλοπὴν, τὸ μὲν διὰ τὸ ἐπιεικὲς τῶν ποινῶν, τὸ δὲ διὰ τὴν βραδύτητα τῆς διαδικασίας. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρότασιν νόμου, διὰ τῆς ὁποίας προτείνω ἵνα πρὸς ταῖς διατάξεσι τοῦ ποινικοῦ νόμου νομοθετηθῇ διάταξις, καθ’ ἣν οἱ καταδικαζόμενοι δι’ ὁριστικῆς καὶ τελεσιδίκου ἀποφάσεως ἐπὶ ζωοκλοπῇ τιμωροῦνται καὶ δι’ ἐκτοπίσεως ἐκ τοῦ μέρους τῆς κατοικίας των ἐπὶ πέντε τουλάχιστον ἔτη, ἀλλ’ ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ νομοῦ. Δεύτερον ὁ χρόνος τῶν ἐπὶ ζωοκλοπῇ μηνύσεων, ἡ διαδικασία δηλ. αὐτῶν, νὰ συντομευθῇ, τιθεμένου ὁρίου ἑνὸς μὲν μηνὸς διὰ τὰς προσδιοριστέας δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως, δύο δὲ μηνῶν δι’ ἐκείνας αἱ ὁποῖαι δέονται προανακρίσεως. Πρὸς τούτοις δὲ διὰ τὴν εὐκολίαν τῶν μηνύσεων,—διότι συμβαίνει πολλάκις ἐπὶ δέκα ἡμέρας νὰ ἦναι κεκλεισμέναι αἱ θύραι τῶν ἀστυνομικῶν σταθμῶν — νὰ ἦναι δεκταὶ αἱ ἐγχειρίσεις τῶν μηνύσεων καὶ παρὰ τῶν δημάρχων. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν ταύτην, τὴν δὲ Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ αὐτὴν, τροποποιουμένην ἐν ἀνάγκῃ καθ’ ὃν τρόπον ἤθελον ὑποδείξει ἕτεροι κρείττονες ἐμοῦ κατά τε τὴν πεῖραν καὶ τὰς γνώσεις συνάδελφοι.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Τριχωνίας ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 21). Ὁ κύριος Λεώπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§12ΒΡ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Προκειμένου νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, ἐγράφη εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πρωτοδικείου Γυθείου πρόκειται νὰ ὑπαχθῶσι καὶ δῆμοί τινες τῆς ἐπαρχίας Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, εἰς δὲ τὸ Πρωτοδικεῖον Ναυπλίου δῆμοί τινες τῆς ἐπαρχίας Κυνουρίας. Ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τούτῳ ὁ λαὸς Σπάρτης συνῆλθεν εἰς πάνδημον συλλαλητήριον καὶ ἐξέδωκε ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλεν εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς καὶ εἰς τὴν Βουλήν. Δι’ αὐτοῦ παρακαλεῖ, ὅπως ἡ περικοπὴ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης μὴ συντελεσθῇ. Ἐκ τούτου λαμβάνων ἀφορμὴν, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως πρὸς ἡσυχίαν τῆς Σπάρτης ποιήσωνται δήλωσιν, ἐὰν ἡ μελετωμένη περικοπὴ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης ἦναι γεγονὸς, ἢ ἐγράφη ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων ἀβασανίστως. Ἡ δήλωσις αὕτη, καὶ ἂν δὲν κωλύσῃ κατόπιν τὴν ὑπαγωγὴν εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα Ναυπλίας καὶ Γυθείου δήμων ἄλλων, οὐχ ἧττον θὰ δεσμεύσῃ, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, θέλει δὲ καθησυχάσει τὸν λαὸν τῆς Λακεδαίμονος, ὅστις ἔχει ἐξεγερθῆ, καὶ δικαίως, κατὰ τοῦ μελετωμένου περιορισμοῦ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης. Ἡ Σπάρτη εἶναι, ὡς γνωστὸν, πόλις μεσόγειος, ἔχει δὲ στερηθῆ τελείως πάσης κυβερνητικῆς προστασίας. Ἐὰν καὶ ἡ περικοπὴ αὕτη τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Πρωτοδικείου συντελεσθῇ, ἡ Σπάρτη θέλει ἐντελῶς διαγραφῆ τοῦ καταλόγου τῶν πόλεων.
§13Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε τὸ ψήφισμα, περὶ τοῦ ὁποίου ἐλάλησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ἀλλὰ δὲν ἀπεφάσισεν ἀκόμη ὁριστικῶς. Ἐν τούτοις ἐκτιμᾷ τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας περιέχει τὸ ψήφισμα, καὶ αἵτινες θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ἀναλόγως τοῦ περιεχομένου τοῦ ψηφίσματος καὶ τῆς σπουδαιότητος, τὴν ὁποίαν ἔχει.
§14Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ προσθέσω δύο λέξεις, διότι καὶ εἰς ἐμὲ ἔκαμαν τὴν τιμὴν οἱ κύριοι, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἐπιτροπὴν Σπάρτης, νὰ ἀποστείλωσιν ἀντίγραφον τοῦ ψηφίσματος. Ὁμολογουμένως διὰ τῆς συντελέσεως τῆς διαδοθείσης ταύτης ἐνεργείας ἡ Σπάρτη, μία ἐκ τῶν πρωτίστων πόλεων τῆς Ἑλλάδος, δι’ ἱστορικοὺς λόγους πρὸ πάντων, καταστρέφεται. Μᾶλλον περὶ τούτου φροντίζω, παρὰ περὶ τῆς μεταβολῆς, ἡ ὁποία ἤθελεν ἐπέλθει εἰς τὴν δικαστικὴν δικαιοδοσίαν τριῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, περὶ τῶν ὁποίων ἀκούω, ὅτι πρόκειται ν’ ἀποσπασθῶσιν ἀπὸ τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης.
§15Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἄλλοτε εἶχε ψηφισθῆ νομοσχέδιον περὶ ὑπαγωγῆς δήμων εἰς ἄλλα Πρωτοδικεῖα. Τὸ Λεωνίδιον ἀπέχει τοῦ Ναυπλίου δύο ὥρας διὰ θαλάσσης, ἐνῷ ἡ Σπάρτη, εἰς ἣν ἤδη ὑπάγεται, ἀπέχει 16 ἕως 18 ὥρας. Ἡμεῖς οἱ Κυνουριεῖς παρεκαλέσαμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα οἱ παράλιοι οὗτοι δῆμοι ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Πρωτοδικείου Ναυπλίου, οἱ δὲ μεσόγειοι δῆμοι νὰ μένωσιν ὅπως εἶναι.
§16Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Χωρὶς νὰ γνωρίζω τί σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις ἢ τί ἀπεφάσισε, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς δικαστικὰς περιφερείας, νομίζω ὅτι ὑποχρέωσιν ἔχει νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως διὰ τοῦ κανονιστικοῦ διατάγματος διοργανωθῶσιν αἱ περιφέρειαι αὗται οὕτως, ὥστε οἱ κάτοικοι τῶν δήμων, οἱ ὁποῖοι ἀπέχουν 30 ὥρας ἀπὸ τῆς ἕδρας τῶν νέων Πρωτοδικείων, νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰ πλησιέστερα Πρωτοδικεῖα. Θαυμάζω δὲ, πῶς ὁ ἀξιότιμος κ. Παπαμιχαλόπουλος εἶπεν ὅτι θέλει νὰ ὑπάγωνται δῆμοί τινες τῆς ἐπαρχίας του εἰς τὴν Σπάρτην, διότι φρονῶ, ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν δήμων ἐκείνων θὰ ζητήσουν ἐκθύμως τὴν εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ δικαστηρίου Γυθείου ὑπαγωγήν των, καθόσον ὁ δῆμος Βοιῶν π. χ. ἀπέχει τῆς Σπάρτης 17 ὥρας, ἐνῷ ἀπὸ τὸ Γύθειον ἀπέχει μίαν ἢ δύο ὥρας διὰ θαλάσσης, ἔχουν δὲ συγκοινωνίαν δὶς καὶ τρὶς τῆς ἑβδομάδος οἱ δῆμοι Ἀσωποῦ καὶ Ἕλους, ὡς καὶ ὁ τῆς Μονεμβασίας. Ἐὰν ὁ νόμος ἐγένετο μόνον ἵνα διευκολύνῃ τὰς πόλεις, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ συστήσῃ τὰ Πρωτοδικεῖα.
§17Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλαβον τὴν εὐχαρίστησιν, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, νὰ ἐκφράσω ἀνυπόκριτον τὴν χαράν μου καὶ εὐχαρίστησιν διὰ τὴν σύστασιν τοῦ Πρωτοδικείου ἐν Γυθείῳ, ἐξεπλήρουν δὲ καὶ εὐχὴν πατρικὴν ἐκ παραδόσεων. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς εὐκολίας, ἃς δύνανται νὰ ἔχωσιν οἱ συμπολῖταί μου, μεταβαίνοντες εἰς τὴν Σπάρτην ἢ τὸ Γύθειον, ἐγὼ εἶμαι ὁ καταλληλότερος νὰ κρίνω.
§18Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ψηφισθέντος νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως δὲν πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς συζήτησιν περὶ τοῦ λυσιτελοῦς ἢ μὴ τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἂς ἀναμείνωμεν τ’ ἀποτελέσματα, ὅπως κρίνωμεν, εὔχομαι δὲ, ταῦτα νὰ δικαιώσωσι τοὺς ὑπὲρ τοῦ νόμου ψηφίσαντας, ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Κράτους. Προκειμένου ὅμως περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ὡς πρὸς τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν Πρωτοδικείων, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω καὶ πάλιν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν τότε ἡ μειονοψηφία καὶ πολλοὶ ἐκ τῆς πλειονοψηφίας ἐξήνεγκον, ὅτι διὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν δικαστηρίων ἡ δικαιοσύνη κατ’ οὐδὲν θέλει ὠφεληθῆ, καὶ πλανῶνται οἱ πιστεύοντες ὅτι ἡ δικαιοσύνη θὰ ἀπονέμηται τελειότερον καὶ ἀκριβέστερον καὶ ὀρθότερον, ὅταν ἔχωμεν πολλὰ Πρωτοδικεῖα ἐν στενωτέρᾳ περιφερείᾳ. Εἴχομεν καὶ πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου Πρωτοδικεῖα ἱδρυμένα ἐν πρωτευούσαις ἐπαρχιῶν, καὶ ἐξ ἐκείνων δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν κατὰ πόσον ἡ δικαιοσύνη ἐλειτούργει ἐπαρκῶς ἐν στενῇ περιφερείᾳ. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ ἐν γένει Πρωτοδικεῖα τοῦ Κράτους. Ἔρχομαι εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Σπάρτης, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ ἐγώ, καὶ ὡς πολίτης καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἐνδιαφέρωμαι. Εἶμαι δὲ εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίζω κατὰ πόσον θὰ ὠφελήσῃ ἢ θὰ βλάψῃ ὁ περιορισμὸς τοῦ Πρωτοδικείου ἐκείνου καὶ τὴν δικαιοσύνην καὶ τοὺς πληθυσμοὺς, τοὺς ὁποίους ζητοῦσι νὰ ἀποσπάσωσιν ἀπ’ αὐτοῦ, προστιθέντες ἄλλους μὲν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ναυπλίου, ἄλλους δὲ εἰς τὸ ἱδρυθησόμενον Πρωτοδικεῖον Γυθείου, χάριν οὐχὶ τοῦ συμφέροντος τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν δικαζομένων, ἀλλὰ χάριν ἄλλων κομματικῶν καὶ ἰδιωτικῶν συμφερόντων. Ὁ ἐκ Κυνουρίας βουλευτὴς κ. Πέρρος, ἂν πράγματι διέμενε διαρκῶς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἣν ἀντιπροσωπεύει.
§19ΠΕΡΡΟΣ. Πάντοτε μένω διαρκῶς.
§20ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Μένετε ἐν Ἀθήναις...καὶ ἂν ἐγνώριζε καλῶς ποῖαι εἶναι αἱ δικαστικαὶ ἀνάγκαι τῶν δήμων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους θέλει νὰ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης, δὲν ἤθελε ποτὲ ζητήσει τοῦτο. Οἱ Λεωνιδεῖς, οἱ εὔποροι, δύνανται βεβαίως εὐκόλως νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὸ Ναύπλιον, ἀλλ’ οἱ χωρικοί, οἱ ὁποῖοι κυρίως ἐξέλεξαν τὸν ἀξιότιμον Βουλευτήν, δὲν δύνανται. Εὐκολώτερον αὐτοί, φέροντες τὸν ἄρτον αὐτῶν εἰς τὰς πήρας των, μεταβαίνουσιν εἰς τὴν Σπάρτην ἀνεξόδως, ὡς διάδικοι ἢ κατηγορούμενοι ἢ μάρτυρες, ἐπανερχόμενοι δὲ λαμβάνουσι καὶ ἀποζημίωσιν, ἂν ἦναι μάρτυρες, ἐνῷ εἰς τὸ Ναύπλιον δὲν ἔχουσι πάντοτε τὴν εὐκαιρίαν νὰ μεταβαίνωσι διὰ θαλάσσης, καὶ μάλιστα τὸν χειμῶνα, ὅτε τὰ ἀτμόπλοια ἐν ὥρᾳ τρικυμίας δὲν προσεγγίζουσιν εὐκόλως εἰς τὸ ἀλίμενον Λεωνίδιον.
§21ΠΕΡΡΟΣ. Ὑπάρχει τακτικὴ ἀτμοπλοϊκὴ συγκοινωνία.
§22ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Οὐχὶ πάντοτε. Ὅταν ἦναι τρικυμία, δὲν πλησιάζουσι. Περὶ τούτου δύναμαι νὰ σᾶς πληροφορήσω ἀσφαλῶς. Οἱ χωρικοὶ προτιμῶσι τὴν Σπάρτην, — καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν συναδέλφων σας — εἰς τὴν ὁποίαν ἐσυνήθισαν καὶ μετὰ τῶν κατοίκων τῆς ὁποίας συνεδέθησαν ἀπὸ μακρᾶς σειρᾶς ἐτῶν, ἀπ’ αὐτῆς ἔτι τῆς Τουρκοκρατίας. Δὲν δύναμαι ἐπίσης νὰ ἐννοήσω τὴν ἀξίωσιν τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Γυθείου κ. Γ. Πετροπουλάκη, ὅστις δὲν ἀρκεῖται εἰς τὸ ὅτι ὁ τόπος του διὰ τῆς νέας διοικητικῆς διαιρέσεως ἀπέκτησε ἀρχάς, καὶ ἐβελτιώθη, ἀλλὰ θέλει νὰ ἀπογυμνώσῃ ἑτέραν ἱστορικὴν πόλιν τῆς προστασίας τοῦ Κράτους, ἥτις, καίπερ ἀξία μείζονος προστασίας, ἔχει ἐγκαταλειφθῆ τέλεον ὑπὸ τῆς Πολιτείας εἰς τὴν ἀπόκεντρον θέσιν της, καὶ ὡς πρὸς τὴν συγκοινωνίαν καὶ ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ἐκ τῆς Πολιτείας ὠφελήματα. Ἀπορῶ δὲ μὲ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γυθείου, ὅτι θέλει νὰ παρίσταται ὡς προστάτης οὐχὶ μόνον τῶν συμφερόντων τῆς ἰδίας ἐπαρχίας του, ἀλλὰ καὶ ἄλλων ἐπαρχιῶν, ὡς τῆς ἐπαρχίας Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ἐνῷ οἱ Βουλευταὶ αὐτῆς εἶναι ἁρμοδιώτεροι νὰ κρίνωσι περὶ τῶν συμφερόντων τῶν συμπολιτῶν των. Οὗτοι δὲ ζητοῦσιν, ὅπως ἡ Ἐπίδαυρος Λιμηρὰ ὁλόκληρος μείνῃ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Σπάρτης. Ἡ διάδοσις περὶ τῆς ἀποσπάσεως τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος δήμων ἀπὸ τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης συνετάραξε καὶ ἐμὲ καὶ πάντας τοὺς συμπολίτας μου, καὶ διὰ τοῦτο προσῆλθον εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, τὸν ὁποῖον ἔχω ἀφορμὰς νὰ ὑπολήπτωμαι, καὶ ἐζήτησα νὰ μάθω, ἂν πράγματι σκέπτεται νὰ προβῇ εἰς τοιοῦτον μέτρον. Μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι τοιαύτη σκέψις ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν ἐγένετο, ἀφῆκεν ὅμως νὰ ἐννοήσω, ὅτι δυνατὸν νὰ πράξῃ τοῦτο μόνον διὰ τὸν δῆμον Λιμναίων. Ἀλλ’ οὐδ’ εἰς τοῦτο πρέπει νὰ προβῇ, διότι ἡ δικαιοσύνη δὲν θέλει παντάπασιν ὠφεληθῆ. Τὸ Πρωτοδικεῖον Σπάρτης λειτουργεῖ καλῶς καὶ μὲ τὴν σημερινὴν περιφέρειαν, ἐν ᾗ περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἐπαρχία Γυθείου, καὶ ἐξήντλησε τὰς ὑποθέσεις του, καὶ τὰ πινάκια αὐτοῦ θὰ ἦναι ἐνήμερα ἀπὸ τῆς 1 προσεχοῦς Ἰανουαρίου. Ἐὰν ἀφαιρέσητε ἀπὸ τοῦ Πρωτοδικείου τούτου πλὴν τῆς ἐπαρχίας Γυθείου καὶ οἱονδήποτε ἄλλον δῆμον εἴτε τῆς Κυνουρίας, εἴτε τῆς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ἡ περιφέρειά του γίνεται περιφέρεια Εἰρηνοδικείου, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει προτιμότερον νὰ τὸ καταργήσητε! Ἐλπίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θέλει προβῆ εἰς τοιοῦτον πραξικόπημα κατὰ τῆς Σπάρτης.
§23Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Χθὲς ὑπεβλήθη ἀναφορά τις τῶν καταδίκων Τρικκάλων, ἥτις ἀφορᾷ σπουδαιότατον ἀντικείμενον, ὅπερ δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἀπαρατήρητον, καὶ διὰ τοῦτο θέλω ἐπικαλεσθῆ τὴν σύντονον προσοχὴν τοῦ κυρίου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ. Πρόκειται οὐ μόνον περὶ τῶν καταδίκων αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ ἄλλων τοιούτων, οἵτινες κατὰ τὴν εἰσβολὴν τοῦ ἐχθροῦ εὑρέθησαν εἰς τὰς φυλακὰς τῆς Θεσσαλίας. Εἰς τούτους δὲν καταλογίζεται εἰς τὸν χρόνον τῆς ποινῆς των ὁ χρόνος ὁ ἀπὸ τῆς εἰσβολῆς τοῦ ἐχθροῦ μέχρι τῆς ἐπανόδου εἰς Θεσσαλίαν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Νομίζω ὅτι τὸ τοιοῦτον κατὰ νόμον εἶναι ἄδικον, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν γνώμην τῶν κυρίων συναδέλφων δικηγόρων, ἂν τὸ τοιοῦτον δὲν ἀποτελεῖ παράνομον κατακράτησιν. Πολλῶν τούτων παρῆλθεν ὁ χρόνος τῆς ποινῆς των, καὶ ἐν τούτοις μένουσιν εἰς τὰς φυλακὰς εἰσέτι. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι περὶ αὐτῶν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἔλαβεν τὸ μέτρον νὰ χαρίσῃ τὸ ½ τοῦ χρόνου τῆς ποινῆς των. Ἀλλ’ ὡς ἐφηρμόσθη ὁ νόμος, δὲν συνετέλεσε παντάπασιν εἰς βελτίωσιν τῆς τύχης των, διότι κατ’ αὐτὸν οἱ ὑπαξιωματικοὶ, οἵτινες εἶχον συμφέρον νὰ φανῶσιν ὅτι τοὺς συνέλαβον φυγοποίνους, συνέταξαν ἐκθέσεις, ὅτι αὐτοὶ δὲν προσῆλθον ἑκουσίως, καὶ ἑπομένως ἐλάχιστοι ἔτυχον τῆς χάριτος. Ἀλλὰ πλὴν τούτου φρονῶ ὅτι κατὰ τὸν νόμον τὸ τοιοῦτον ἀποτελεῖ παράνομον κατακράτησιν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον εἰς αὐτούς.
§24ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ ἐκφράσῃ γνώμην.
§25Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος βεβαίως ἔχει τὴν γνώμην ὅτι τοῦτο δύναται νὰ πράξῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· ἀλλ’ ἀπαντῶ, ὅτι ἀπαιτεῖται νόμος. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν δύναται νὰ καταλογίσῃ τὸν χρόνον, οὐδὲ ἁρμοδιότητα ἔχει.
§26Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αἱ ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων καταδικάζουσιν εἰς συνεχῆ χρόνον ποινῆς τοὺς καταδικαζομένους. Ἑπομένως δὲν δύναται νὰ διακοπῇ αὕτη διὰ τὴν αἰτίαν, ἥτις παρουσιάσθη, τῆς ἀνωτέρας βίας. Ὅτε εἰσῆλθεν ὁ ἐχθρὸς, αἱ ἀρχαὶ ἔκριναν δίκαιον καὶ ὀρθὸν νὰ μὴ ἀφήσωσι τοὺς καταδίκους ἕρμαιον εἰς χεῖρας τοῦ ἐχθροῦ, διότι ἢ ἤθελον κατασφαγῆ ἢ ἤθελον ὑποβληθῆ εἰς ἄλλας ποινάς. Οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο ἦτο δίκαιον καὶ νόμιμον. Διὰ ποῖον λόγον, ἀφοῦ ἐξῆλθον ἕνεκα ἀνωτέρας βίας, νὰ μὴ καταλογισθῇ ὁ χρόνος; Δὲν ἔχετε, νομίζω, ἀνάγκην νόμου πρὸς τοῦτο. Ἡ ἐξουσία ἡ ἐκτελεστικὴ, ἥτις ἀσφαλίζει τὴν ἀπότισιν τῶν δημοσίων ποινῶν, αὐτὴ ἐξέλιπεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία τοῦ γενομένου, δηλαδὴ τοῦ νὰ διέλθῃ ὁ χρόνος τῆς ποινῆς ἐκτὸς τῶν δεσμωτηρίων.
§27Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀπαντῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν εἰσιν ἀποδράντες· ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ μὴ ἀποδράσει ἐκ τῶν φυλακῶν, γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ διακοπὴ τῆς ποινῆς, κατὰ τὴν ποινικὴν δικονομίαν, εἰμὴ εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις, καθ’ ἃς διακόπτεται ἡ ποινή· ἀλλ’ ἡ προκειμένη δὲν εἶναι ἐκ τούτων· καὶ εἰς τὰς περιπτώσεις ὅμως τῆς διακοπῆς δὲν ὑπολογίζεται εἰς τὴν ποινὴν ὁ χρόνος, καθ’ ὃν οἱ κατάδικοι εἶναι ἐλεύθεροι.
§28ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι διακοπὴ, εἶναι ἀνωτέρα βία.
§29ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τοὺς κειμένους νόμους νὰ καταλογίσωμεν τὸν χρόνον. Δυνατὸν νὰ ἦναι περίπτωσις ἀπονομῆς χάριτος. Ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις ἔλαβε τὸ μέτρον καὶ ἐκάλεσεν ὅλους τοὺς ἀποδράντας ἐκ τῶν φυλακῶν, ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος νὰ προσέλθωσιν ἐνώπιον τῶν ἀρχῶν, καὶ ἐχάριζεν εἰς αὐτοὺς τὸ ¼ τοῦ χρόνου τῆς ποινῆς των. Πολλοὶ προσῆλθον, καὶ συνετάχθησαν ἐκθέσεις περὶ αὐτῶν, καὶ ἐδόθησαν χάριτες. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, περὶ ὧν δὲν ὑπάρχουσιν ἐκθέσεις, μένουσιν ἔτι εἰς τὰς φυλακάς.
§30Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει νόμος μὴ καταλογίζων τὸν χρόνον, ὃν διήνυσαν οἱ εἰρημένοι κατάδικοι ἐκτὸς τῶν φυλακῶν, πρέπει ὁ κείμενος νόμος νὰ ἑρμηνευθῇ ὑπὲρ τῶν καταδίκων. Αὐτοὶ δὲν ἀπέδρασαν ἐκ τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους, διότι τοῦτο ἐξέλιπεν ἐν Θεσσαλίᾳ· αἱ ἀρχαὶ ἀνέῳξαν αὐτὰς, ἵνα μὴ περιπέσωσιν οἱ κατάδικοι εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ἐχθροῦ. Ἑπομένως ὁ χρόνος πρέπει νὰ καταλογισθῇ, διότι αὐτοὶ ὑπέκυψαν εἰς ἀνωτέραν βίαν καὶ συνεμορφώθησαν πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τῶν ἀρχῶν. Ἄδικον καὶ παράλογον νὰ ζητῶμεν νὰ διανύσωσιν ἐκ νέου τὸν χρόνον, ἂν δὲν διήνυσαν λόγῳ τῆς τουρκικῆς κατοχῆς. Τὰ ἔτη τῆς ποινῆς εἶναι συνεχῆ, δὲν πρόκειται δὲ περὶ ἀποδράσεως.
§31ΤΙΜ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ φυλακισμένοι ἐξῆλθον τῇ ῥητῇ διαταγῇ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τοῦ Νομάρχου. Ἑπομένως δὲν ἀπέδρασαν. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει νὰ φέρῃ νόμον, δύναται νὰ τὸ πράξῃ.
§32ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετά.
§33ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἕνεκα τοῦ τελευταίου πολέμου οἱ διαθέσιμοι τοῦ 1897, μετὰ τὴν καταβολὴν τοῦ ἀντισηκώματος τῶν 1500 δραχμῶν, ὑπεχρεώθησαν νὰ καταταχθῶσι καὶ ἐκρατήθησαν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πολέμου, ἐπὶ 25, νομίζω, μῆνας. Κατὰ τὸν στρατολογικὸν νόμον, ἄρθρον 127, ὁ διαθέσιμος, ὅστις προσκληθῇ καὶ καταταχθῇ εἰς τὸν στρατὸν, ἔχει τὸ δικαίωμα μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ὑπηρεσίας νὰ ἀναλάβῃ ἐκ τοῦ ἀντισηκώματος τὸ ἀναλογοῦν πρὸς τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας. Κατὰ τοῦτο οἱ διαθέσιμοι τοῦ 1897 ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀναλάβωσιν ἐκ τῶν 150 δραχμῶν τὸ ἀνάλογον, νομίζω 96 δραχμάς. Οἱ διαθέσιμοι ἀπολυθέντες, πολλοὶ τούτων, ἀπετάθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἠρώτησαν κατὰ τίνα τρόπον ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀπόδοσιν τοῦ ὀφειλομένου. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀπήλλαξεν αὐτοὺς τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ ὑποβάλωσιν ἀναφορὰν, ἅτε γινομένης ἐν τοῖς γραφείοις τῆς ἐκκαθαρίσεως, εἰς ἣν μέλλει νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ ἀπόδοσις. Ἔχω λόγους νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη, ἡ ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπερατώθη, καὶ ὅτι τὰ ἔγγραφα ἐστάλησαν εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον, ἵνα ἐκτελεσθῶσι τὰ περαιτέρω. Σκοπός μου πρῶτος, λαβόντος τὸν λόγον, εἶναι νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐργασίαν ταύτην, ὥστε οἱ ὑπηρετήσαντες καὶ καταβαλόντες 150 δραχμὰς ἀντισήκωμα νὰ ἀναλάβωσι τὸ ἀναλογοῦν ποσόν, ὅπερ ὁρίζεται εἰς 96 δραχμάς, — ἕκαστος τῶν διαθεσίμων τῶν ὑπηρετησάντων ἔχει νὰ ἀναλάβῃ ἐκ τῶν 150 δραχμῶν τὰς 96 δραχμὰς — νὰ παρακαλέσω δ’ ἔπειτα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἀναγράφοντα τὸν ὁλικὸν ἀριθμὸν τῶν διαθεσίμων τῶν ὑπηρετησάντων οὕτω καὶ ἐχόντων δικαίωμα ἀναλήψεως τῶν 96 δραχμῶν ἐκ τοῦ ἀντιστοιχοῦντος ποσοῦ. Καθ’ ὅσον ἠδυνήθην νὰ ἐξακριβώσω, διότι οἱ διαθέσιμοι τοῦ 1897 δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἕνεκα τῶν ἀνωμάλων τότε περιστάσεων, καθ’ ὅσον, λέγω, ἠδυνήθην νὰ ἐξακριβώσω, ὁ ἀριθμὸς τῶν διαθεσίμων τούτων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ κάτω τῶν 4000. 4177 εἶναι οἱ διαθέσιμοι τοῦ ἔτους 1898, περὶ τοὺς 4000 στρέφονται οἱ διαθέσιμοι τῶν τελευταίων ἐτῶν. Ἐὰν ὁ ἀριθμὸς οὗτος εἶναι ἀκριβής, βλέπετε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι θέλομεν ἔχει ἀπόδοσιν ἐπὶ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ 400,000 δραχμῶν, — καὶ νῦν ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ σημειώσω τὸ πρᾶγμα — ἀπόδοσιν, περὶ ἧς οὐδεμίαν βλέπω πρόνοιαν λαμβανομένην οὔτε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899, εἰς ὃν ἀνήκει ἡ πίστωσις αὕτη, οὔτε ἐν τῷ τοῦ 1900, εἰς ὃν δύναται ἐξ ἐπιεικείας ἡ πίστωσις αὕτη νὰ ἀναγραφῇ. Ἔχομεν ἐνταῦθα πίστωσιν ἀνήκουσαν καὶ ἀναγραπτέαν εἴτε εἰς τὰς ἐπιστροφὰς χρημάτων, εἴτε εἰς τὰς ἀποδόσεις, καὶ ἥτις βεβαίως πρέπει νὰ ἀναγραφῇ τὸ ταχύτερον ἐν τοῖς τελευταίοις ἄρθροις τοῦ κεφαλαίου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ ἔτους 1899, ζητουμένης δι’ εἰδικοῦ νομοσχεδίου τῆς παραδοχῆς ταύτης παρὰ τῆς Βουλῆς, διότι δὲν εἶναι δίκαιον οἱ ἄνθρωποι, οἱ οὕτως ὑπηρετήσαντες ἐπὶ μακροὺς μῆνας, νὰ στερῶνται τὸ χρῆμα, ὅπερ κατέβαλον, ἵνα ἀπαλλαγῶσι τῆς ὑπηρεσίας τῶν 24 μηνῶν. Καὶ εἶναι μὲν βέβαιον, ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη, ἀναγραφομένη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, θέλει ἐλαττώσει κατ’ ἴσον ποσὸν τὸ περίσσευμα, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη ἀπαραίτητος νὰ ἀναγραφῇ, ἵνα λάβωσιν οἱ ἄνθρωποι τὰ χρήματα αὐτῶν.
§34Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁσάκις παρουσιάζεται ἀνάγκη ἐπιστροφῆς μέρους ἀντισηκωμάτων, ἡ ἐπιστροφὴ αὕτη γίνεται ἐκ τοῦ οἰκείου κεφαλαίου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ὥστε δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγραφῇ ἰδιαιτέρα πίστωσις. Ἐνταῦθα πρόκειται, ὡς ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς εἶπε, περὶ ποσοῦ 400,000 δραχμῶν. Οὔτε ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, οὔτε τὸ Γενικὸν Λογιστήριον μοὶ ἀναφέρει περὶ ὀφειλῆς τοιούτου ποσοῦ. Θέλω ἐξετάσει καὶ θέλω προσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν πᾶσαν σχετικὴν πληροφορίαν.
§35ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὴν πρόθυμον αὐτοῦ δήλωσιν, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ παρατηρήσω, διὰ τοὺς πρὸ ὀλίγου ἀκούσαντάς μου, ὅτι ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ πιστώσεως εἰδικῆς· εἶπον, ὅτι πρέπει τὸ χρῆμα νὰ ἀποδοθῇ ἐκ τῆς πιστώσεως τοῦ κεφαλαίου 32 ἢ 33 πρὸς ἀπόδοσιν ἢ πρὸς ἐπιστροφὴν, ἐπαρκῶς αὐξανομένης.
§36ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα προνοήσῃ, πρὸς εὐκολίαν τῶν συναλλαγῶν ἐν τῇ ἀγορᾷ, περὶ ἀφθονωτέρας κυκλοφορίας τῶν μικρῶν κερματίων τῶν τραπεζογραμματίων, τῶν κοινῶς λεγομένων λιμοκοντόρων. Διότι παρ’ ἡμῖν κέρματα μεταλλικὰ δὲν ὑπάρχουσιν· ὅλαι αἱ συναλλαγαὶ γίνονται διὰ τῶν κερμάτων τούτων τῶν χαρτίνων τῆς δραχμῆς καὶ τῶν δύο δραχμῶν. Τὰ δίδραχμα εὑρίσκονται ἤδη ἐν σχετικῇ ἀναλογίᾳ, τὰ μονόδραχμα ὅμως δὲν ὑπάρχουσι παντελῶς. Συνέβη εἰς πολλοὺς καὶ εἰς ἐμὲ νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ πληρώσωμεν ἕνα ἁμαξηλάτην καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν οὔτε ἡμεῖς νὰ δώσωμεν μίαν δραχμήν, οὔτε αὐτὸς νὰ μᾶς ἀποδώσῃ ἴσον ποσόν, λαμβάνων δίδραχμον. Θὰ ἦτο δὲ καλὸν καὶ διὰ λόγους ὑγιεινοὺς νὰ ἐκλείψωσι τὰ ἐφθαρμένα καὶ κατερρυπωμένα χάρτινα κερμάτια, ἀντικαθιστάμενα διὰ νέων.
§37Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ κερματικῶν τραπεζογραμματίων εἶναι ἐπαρκὲς διὰ τὴν συναλλαγήν· ἡ ἔλλειψις ἡ παρατηρουμένη προέρχεται ἐκ τούτου, ὅτι αὐτὰ τὰ κερματικὰ τραπεζογραμμάτια ὑπέστησαν φθορὰν μεγάλην, καὶ ὡς ἐκ τούτου κατέστησαν δύσχρηστα, ἐσωρεύθησαν δὲ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ εἰς τὰ ταμεῖα τῶν Μονοπωλίων, καὶ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς κυκλοφορίαν. Διὰ ταῦτο ἐζήτησα παρὰ τῶν Τραπεζῶν νὰ τεθῶσιν εἰς κυκλοφορίαν νέα.
§38Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 22). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς ἐκτάκτου συνόδου τῆς ΙΕʹ Περιόδου.
§40ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§41Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλομεν πρότασιν ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, διότι νομίζομεν ὅτι εἶναι ἀναγκαῖαι μεταβολαί τινες νὰ γένωνται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἴσως καὶ τῇ ὑποδείξει τῆς Κυβερνήσεως.
§42ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρὸ παντὸς εἶμαι σύμφωνος ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ ἀναβολὴ, ἂν ὄχι δι’ ἄλλας μεταβολὰς, ἀλλ’ ἵνα προσαγάγῃ ἡ Κυβέρνησις αἴτησιν περὶ τῆς ἀποζημιώσεως, ἥτις κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς, τὸν ὑποβληθέντα χθὲς, πρόκειται νὰ δοθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ὃν ἐψηφίσαμεν καὶ ὅστις ἀναγράφει ῥητῶς σύγκλησιν ἐκτάκτου Συνόδου, τὸ ποσὸν τὸ διατιθέμενον πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν Βουλευτῶν εἶναι ὡρισμένον εἰς 398 χιλιάδας καί τινας ἑκατοντάδας δραχμῶν· ἀλλ’ ἐνῷ τοιαύτη εἶναι ἡ βάσις, ἣν ἔχει τεθειμένην ὁ προϋπολογισμὸς, τοιαύτη εἶναι ἡ πίστωσις ἣν ἔδωκεν ἡ Βουλὴ διὰ νόμου ὑπὲρ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν μελῶν αὑτῆς, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς Βουλῆς, τῷ συνταχθέντι ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ πίστωσις ἀναβιβάζεται εἰς 468,000 δραχμάς. Δὲν ἔχω σκοπὸν ἐνταῦθα νὰ ψέξω τὸ γενόμενον· ἴσως τοῦτο εἶναι τὸ ὀρθὸν, καίτοι ἔχω ἄλλας ἰδέας, ἃς θέλω ἐκθέσει ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα. Ἀλλὰ πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ἡ Βουλὴ ἐνταῦθα ψηφίσῃ ἐπὶ τοιαύτης προτάσεως, πρέπει πάντως νὰ ἔχῃ τὸ ἔδαφος νομιμοποιημένον, νὰ ἔχῃ νομοθετικὴν ἀπόφασιν, νὰ ἔχῃ νόμον παρέχοντα πίστωσιν· διότι ἄλλως ἐρχόμεθα ἡμεῖς παραβαίνοντες καὶ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς Βουλευτὰς νὰ προτείνωσι δαπάνας εἰς ὄφελος προσώπων, — καὶ εἴμεθα πρόσωπα καὶ ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ, — καὶ ὁρίζομεν δι’ ἰδιαιτέρας ἀποφάσεως δαπάνας, ἃς δὲν ἐψήφισε πρότερον διὰ νόμου ἡ Βουλή.
§43Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπηνέχθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἤθελον προτείνει νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ ὡς ὑπεβλήθη, διότι πρέπει προηγουμένως ἡ Βουλὴ, ὡς δυναμένη νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῶν τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ ὁρίσῃ τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὰς δαπάνας τὰς δι’ αὐτὴν ἀναγκαίας. Ἐὰν ἡ πίστωσις ἡ ἀναγραφεῖσα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 εἶναι ἀνεπαρκής, θὰ προκληθῇ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις πρὸς τοῦτο· οὐδεμία δὲ θὰ παρουσιασθῇ δυσκολία ὡς πρὸς τὴν κανονικὴν πληρωμὴν, διότι, ὡς γινώσκει ὁ κ. Βουλευτὴς, δὲν πρόκειται ἅπασαι αἱ πληρωμαὶ, αἱ ἀναγεγραμμέναι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, νὰ πληρωθῶσιν εὐθὺς τὴν ἐπαύριον. Τὸ ποσὸν τῶν 300,000 δραχ. εἶναι ἐπαρκὲς, ὅπως πληρώνωνται αἱ δαπάναι, μέχρις ὅτου ἔλθῃ ἡ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις. Τὴν ἀναβολὴν ἐζήτησα, διότι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν προέβλεψε περὶ τῶν δαπανῶν τῶν γενομένων πρὸς καλλωπισμὸν τοῦ Βουλευτηρίου.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται λοιπὸν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ͵ΒϞΗʹ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων.
§45Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Γόρτυνος, καίπερ παραδεχόμενος τὸ ὀρθὸν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ ἐπεῖγον, συνέστησε μεταβολήν τινα ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν τῶν ἄρθρων, συνέστησεν ὅπως ἕκαστον τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου ἦναι ἀντίστοιχον πρὸς τὰ ἄρθρα τοῦ τροποποιουμένου. Ἡ πρότασις αὕτη εἶναι ὀρθὴ, καὶ διὰ τοῦτο διετύπωσα τὰ ἄρθρα ἀντίστοιχα πρὸς τὰ καταργούμενα τοῦ ἰσχύοντος νόμου.
§46Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Εἰσηγούμενος ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς μεταρρυθμίσεως διατάξεων τοῦ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων νόμου, ἐδικαιολόγησε τὴν εἰσήγησιν τούτου διὰ τῆς ἀνάγκης, ἡ ὁποία παρίσταται πρὸς συμπλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων ἐν τοῖς διαφόροις Πρωτοδικείοις τοῦ Κράτους, καὶ μάλιστα διὰ τὴν ἀνάγκην ταύτην ἠξίωσε παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, ὅπως, καὶ πρὶν ἢ διανεμηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς συζήτησιν. Ἀναγνωρίζω, κύριοι Βουλευταὶ, πληρέστατα τὴν ἀνάγκην τῆς συμπληρώσεως τῶν διαφόρων Πρωτοδικείων τοῦ Κράτους χάριν τῆς κανονικῆς λειτουργίας τῆς δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἄς μοι ἐπιτραπῇ νὰ ἀνακηρύξω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι ὑπάρχει ἄλλη ἀνάγκη, πολὺ ὑψηλοτέρα ταύτης, ἡ ἀνάγκη, ὅπως μὴ τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα τόσον εὐκόλως προβαίνῃ εἰς μεταρρυθμίσεις νόμων, καὶ μάλιστα νόμων ἀφορώντων ὑπαλλήλους οὐχὶ ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους δύναται ἡ Πολιτεία, ὁποτεδήποτε ἤθελεν εὕρει αὐτοὺς εἴτε ἀνεπαρκεῖς, εἴτε ἀνικάνους, νὰ ἀποβάλλῃ ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῶν, ἀλλ’ ὑπαλλήλους ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπικολλῶνται ἰσοβίως εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ λαοῦ, καὶ δὲν δύναται, ὁποτεδήποτε θέλει ἡ Πολιτεία, νὰ ἀποβάλλῃ αὐτούς. Ὅταν λοιπὸν περὶ τοιούτων νόμων πρόκειται, ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ προβαίνῃ μετὰ πολλῆς περισκέψεως, καὶ οὐχὶ νὰ σπεύδῃ εἰς ἐπιψήφισιν αὐτῶν ἄνευ μελέτης, χάριν τῶν ἑκάστοτε παρουσιαζομένων προσωρινῶν ἀναγκῶν. Ἤκουσα χθὲς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴν κ. Σταυρόπουλον ἐξυμνοῦντα τὰ ἀγαθὰ τοῦ θεσμοῦ περὶ ἐμμίσθων δικαστικῶν παρέδρων. Ἡ ἐξύμνησίς του ὅμως αὕτη περιωρίσθη εἰς τὸ ἔργον αὐτῶν ὡς πολιτικῶν δικαστῶν, καὶ ἐτόνισε μάλιστα, ὅτι, ἂν εἶχεν ἐξουσίαν, καὶ εἰς ἐφέτας καὶ ἀρεοπαγίτας θὰ προῆγεν αὐτούς. Δὲν ἀρνοῦμαι, κύριοι Βουλευταί, τὴν ἀλήθειαν ταύτην ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῆς, ὅτι πράγματι πολλοὶ ἢ καὶ οἱ περισσότεροι τῶν νέων τούτων δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἀνεδείχθησαν καὶ φιλόπονοι καὶ εὐπαίδευτοι νομικοί, ἐγκρατεῖς τῆς ἐπιστήμης, ἀλλὰ καὶ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ ἀνομολογήσῃ, ὅτι οἱ νεαροὶ οὗτοι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ἐν τῇ ποινικῇ δικαιοσύνῃ ἀπεδείχθησαν οὐχὶ πλέον δικασταὶ, ἀλλ’ ἀμείλικτοι πολέμιοι τίνος δικαιώματος; τοῦ δικαιώματος τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, τοῦ δικαιώματος ἐκείνου, διὰ τὸ ὁποῖον ποταμοὶ αἱμάτων ἐχύθησαν καὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ χύνωνται. Εἰς τὴν κατάργησιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος ἔπρεπε νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς μᾶλλον, καὶ οὐχὶ ἐπὶ τοῦ δικαιώματος μόνον τῆς ἰδιοκτησίας, περὶ τοῦ ὁποίου κυρίως δικάζουσιν οἱ πολιτικοὶ δικασταί. Πρέπει νὰ μορφώσωμεν ἀληθεῖς δικαστὰς, οὐχὶ μόνον πολιτικοὺς, ἀλλὰ καὶ ποινικούς. Δύνανται, ὡς εἶπε χθὲς ἀγορεύων ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς κ. Ρικάκης, δύνανται νὰ ἦναι ἐμβριθεῖς, σοφοὶ ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, ἀλλὰ δὲν εἶναι δικασταί. Δὲν εἶναι παντὸς ἔργον τὸ δικάζειν. Τὸ δικάζειν εἶναι κρίνειν, καὶ τὸ κρίνειν δὲν εἶναι παντός. Δὲν εἶναι ἱκανὸς δικαστὴς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος καταγίνεται μόνον ἐν τοῖς βιβλίοις αὑτοῦ. Δὲν γνωρίζω ἐὰν οἱ ἐν Ἀθήναις μένοντες κύριοι δικηγόροι καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ ἔχωσι λάβει ἀφορμὰς κατὰ τῆς τοιαύτης ποινικῆς ἐργασίας τῆς Δικαιοσύνης. Ἡμεῖς ὅμως οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις φέρομεν βαθέα, βαθύτατα τὰ τραύματα τῆς τοιαύτης ἀκρισίας τῶν νέων δικαστῶν καὶ τῆς ἀπειρίας αὐτῶν. Δικαστὴς, ὁ ὁποῖος νομίζει ὅτι μόνον δικαιώματα κέκτηται κατὰ τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου, δύναμαι μάλιστα νὰ εἴπω, κατὰ παντὸς μὴ δικαστικοῦ ὑπαλλήλου, διότι ὁ δικαστικὸς ὑπάλληλος, ὅσον δήποτε καὶ ἂν ἀδικῇ πολίτας, θὰ εὕρῃ ὑποστήριξιν παρὰ τοῖς συναδέλφοις του, ἐὰν ὅμως πολίτης τις ζητήσῃ τὸ ἐλάχιστον νὰ πράξῃ, ἢ καὶ νὰ ὑπεραμυνθῇ κατὰ δικαστικοῦ λειτουργοῦ ἀδικοῦντος, ἀλλοίμονον! ὁποία τύχη τὸν περιμένει! — μαρτύρια δὲ τούτου ἄπειρα δύναμαι νὰ προσαγάγω, — δικαστὴς τοιοῦτος δὲν εἶναι δικαστὴς δίκαιος καὶ ἄξιος τῆς ὑψηλῆς θέσεως, ἣν κατέχει, ἀλλὰ τύραννος. Κατὰ τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ὅπως διορισθῇ τις πρωτοδίκης, καταλάβῃ δηλαδὴ τὴν ὑψίστην θέσιν τοῦ δικαστοῦ τῆς τιμῆς, τῆς περιουσίας, τῆς ζωῆς, αὐτῆς τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου, ἀπαιτοῦνται τέσσαρά τινα· πρῶτον ἡλικία ἀπὸ τοῦ 21 ἔτους μέχρι τοῦ 35 ἔτους, δεύτερον δικηγορικὴ διετὴς ὑπηρεσία, τρίτον διαγωνισμὸς, καὶ τέταρτον γνωμοδότησις τοῦ Ἐφετείου περὶ τῆς προόδου, τῆς προκοπῆς, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ὁ δημόσιος οὗτος λειτουργὸς, ὁ δικαστικὸς πάρεδρος ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῇ διετεῖ, τὴν ὁποίαν διήνυσεν. Ἐξετάσωμεν, κύριοι Βουλευταί, τὰ προσόντα ταῦτα εἶναι ἀρκετὰ, ὅπως ἐξασφαλίσωσιν ἡμᾶς, ὅτι πράγματι δυνάμεθα δι’ αὐτῶν νὰ ἔχωμεν δικαστὰς, ὁποίους πρέπει, ἐξασφαλίζοντας δηλ. τὴν τιμὴν, τὴν ζωὴν, τὴν περιουσίαν, τὴν προσωπικὴν ἡμῶν ἐλευθερίαν; Εἶναι ἡ ἡλικία ἀπὸ τοῦ 21 ἔτους μέχρι τοῦ 35 κατ’ ἀνώτατον ὅρον, ἀλλὰ κυρίως μέχρι τοῦ 30, εἶναι ἡ ἡλικία ἐκείνη, ἡ ὁποία μᾶς ἐγγυᾶται, ὅτι κέκτηται τὴν κρίσιν καὶ τὴν πεῖραν, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖται νὰ κέκτηται ὁ δικαστής; Φρονῶ ὅτι κατὰ κανόνα πρέπει νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ἐν τοιαύτῃ ἡλικίᾳ ἐλλείπουσιν αἱ ἀρεταὶ αὗται. Δεύτερον προσὸν εἶναι ἡ διετὴς δικηγορικὴ ὑπηρεσία. Εἶναι ἀρκετὴ ἡ διετὴς αὕτη δικηγορικὴ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία, ἂν ὄχι πάντοτε, τοὐλάχιστον κατὰ τὰ 99 ἑκατοστὰ εἶναι οὐχὶ πραγματική; Ἐπιστήμονες, οἱ ὁποῖοι, ἐξερχόμενοι τῶν ἑδωλίων τοῦ Πανεπιστημίου, μετὰ ἓν ἔτος προσέρχονται εἰς ἕνα ἐξ ἡμῶν τῶν δικηγόρων καὶ λαμβάνουσιν ἓν πιστοποιητικὸν, ὅτι πράγματι ὑπηρέτησαν ὡς δικηγόροι, ἐνῷ οὐδ’ ἐπάτησαν κἂν εἰς δικηγορικὸν γραφεῖον ἢ εἰς δικαστήριον, καὶ μετὰ πρακτικὰς ἐξετάσεις διορίζονται δικηγόροι, μετὰ διετίαν δ’ ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ των, ἄνευ ἐργασίας τινὸς δικηγορικῆς, προσέρχονται εἰς διαγωνισμὸν, δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ κανόνα νὰ ἦναι δικασταὶ ἄξιοι τῆς ἐμπιστευομένης αὐτοῖς τόσον ὑψηλῆς θέσεως. Τρίτον προσὸν εἶναι ἡ ἐπιτυχία ἐν διαγωνισμῷ. Περὶ αὐτοῦ, κύριοι Βουλευταὶ, ἂς μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ σιγήσω, καὶ νὰ ἀρκεσθῶ μόνον νὰ ὑπομνήσω, ὅτι πάντες γινώσκετε, πῶς οἱ διαγωνισμοὶ ἐνεργοῦνται ἐν Ἑλλάδι. Δὲν δύνασθε παρὰ νὰ ὁμολογήσητε ὅτι ἀπελπισία καταλαμβάνει τὸν ἐξετάζοντα, πῶς διενεργοῦνται οἱ διαγωνισμοὶ οὗτοι. Πάντες ὑμεῖς εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ γινώσκητε πόσοι ἀνίκανοι ἐντελῶς εἰσῆλθον διὰ τῶν διαγωνισμῶν εἰς τὰς δημοσίας θέσεις, καὶ πρὸ πάντων εἰς τὰς δικαστικάς. Ἀλλὰ καὶ ἂν παραδεχθῶμεν ὅτι πράγματι οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν ἐξέτασιν, τὴν ἔγκρισιν διὰ τοῦ διαγωνισμοῦ τῶν ἀξίων νὰ καταλάβωσι τὰς τοιαύτας θέσεις, ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν των μετὰ τῆς προσηκούσης εὐλαβείας, καὶ ὅτι εἷς νέος ἐπιστήμων, ἐξερχόμενος ἀπὸ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἐξακολουθῶν ἐπὶ διετίαν νὰ μελετᾷ τὰ βιβλία του, κατώρθωσε νὰ μάθῃ καλῶς τὸ μάθημα διὰ νὰ τὸ εἴπῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, εἶναι ἀπόδειξις τοῦτο, ὅτι κατώρθωσε καὶ νὰ γείνῃ καλὸς δικαστὴς, ὁποῖον θέλει αὐτὸν τὸ δίκαιον, ὁ νόμος, αὐτὴ ἡ Πολιτεία, αὐτὸς ὁ φορολογούμενος πολίτης, περὶ τῆς περιουσίας, τῆς ζωῆς, τῆς τιμῆς καὶ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ ὁποίου θὰ δικάζῃ; Περὶ τούτου εἶπον πρότερον, ἀναφερόμενος καὶ εἰς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου καὶ σεβαστοῦ ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ, ὅτι ὁ σοφὸς νομικὸς δὲν εἶναι ἀναγκαίως καὶ καλὸς δικαστὴς, ὥστε περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω. Τέταρτον προσὸν εἶναι ἡ γνωμοδότησις τοῦ ἁρμοδίου Ἐφετείου. Δέν μοι λέγετε, κύριοι Βουλευταὶ, ποῖοι ἐφέται ἐγνώρισαν τοὺς παρέδρους τοὺς ἐργαζομένους εἰς τὴν Σπάρτην, τοὺς ἐργαζομένους εἰς τὴν Κυπαρισσίαν, τοὺς ἐργαζομένους εἰς τὰς Καλάμας, τοὺς ἐργαζομένους εἰς τὴν Τρίπολιν, ἢ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ἕδρᾳ τοῦ Ἐφετείου; Πῶς ἐγνώρισαν αὐτοὺς, ὥστε νὰ γνωμοδοτῶσιν ὅτι αὐτοὶ εἶναι ἄξιοι νὰ καταλάβωσι τὴν θέσιν δικαστοῦ; Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι καὶ τὰ τέσσαρα ταῦτα προσόντα, τὰ ὁποῖα ὁ ἐν ἰσχύϊ νόμος ὁρίζει διὰ τὸν διορισμὸν τοῦ πρωτοδίκου, εἰς οὐδὲν συμβάλλουσι πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ. Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ἀξιούντων ὅτι δύναμαι νὰ ἐκφέρω τὴν ὀρθοτέραν γνώμην περὶ τῆς διορθώσεως τοῦ θεσμοῦ τούτου, οὐχ ἧττον θὰ μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ ὑποδείξω πρὸς ὑμᾶς ἓν μέτρον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις, ἀφιέμενος εἰς τοὺς κρείττονας ἐμοῦ νὰ ἐργασθῶσι μετὰ θελήσεως, μετ’ ἀληθοῦς πατριωτισμοῦ, μετ’ ἀληθοῦς ζήλου, ὅπως βελτιώσωσι τὸν θεσμὸν τοῦτον. Τὸ κύριον προσὸν τοῦ δικαστοῦ, κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, εἶναι χρηστὸν ἦθος. Βεβαίως προηγεῖται πάντοτε ἡ γνῶσις τῆς ἐπιστήμης, ἀλλ’ ἡ γνῶσις μόνη τῆς ἐπιστήμης τῆς νομικῆς δὲν ἀρκεῖ πρὸς ἀπονομὴν τοῦ δικαίου. Ἀπαιτεῖται, ὁ ἐφαρμόζων, ὁ ἀπονέμων τὸ δίκαιον, πρωτίστως νὰ ἔχῃ χρηστὸν τὸ ἦθος, νὰ ἔχῃ τὴν κρίσιν βαθεῖαν, νὰ ἔχῃ γνῶσιν καὶ πεῖραν τοῦ κόσμου, τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων καὶ περιστάσεων, νὰ ἔχῃ ὀξυδέρκειαν. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα πῶς δυνάμεθα νὰ ἐξεύρωμεν; Βεβαίως διὰ τῶν μέσων ἐκείνων τῶν διαγωνισμῶν καὶ τῶν προτάσεων τῶν ἐφετῶν δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ἐπιτύχωμεν τὰ τοιαῦτα. Κύριοι Βουλευταί, ἂν θέλωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν, πρέπει νὰ καταρτίσωμεν διὰ νόμου τοὺς συλλόγους τοὺς δικηγορικούς. Ἂς ὀργανώσωμεν τοιούτους συλλόγους διὰ νόμου, καὶ ἂς δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς αὐτοὺς, ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τῆς ὁλομελείας τῶν πρωτοδικῶν καὶ τοῦ παρ’ αὐτοῖς Εἰσαγγελέως, νὰ προτείνωσι, διὰ μυστικῆς πάντοτε ψηφοφορίας καὶ δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας, τοὺς ἀξίους νὰ προσέλθωσιν εἰς διαγωνισμὸν, — ἐὰν νομίζητε ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀφεθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ, μετὰ τὴν τοιαύτην πρότασιν, μεταξὺ τῶν προτεινομένων, — ἀφοῦ ὁρίσωμεν ἡλικίαν μὲν ἀνωτέραν πάντοτε τῶν 30 ἐτῶν, δικηγορικὴν δὲ ὑπηρεσίαν περισσοτέραν τῶν 7 ἢ τῶν 6 τοὐλάχιστον ἐτῶν. Ἡ δικηγορικὴ δ’ αὕτη ὑπηρεσία δὲν δύναται παρὰ νὰ ἦναι πραγματικὴ, διότι οἱ δικηγορικοὶ σύλλογοι καὶ ἡ ὁλομέλεια τοῦ Πρωτοδικείου μετὰ τοῦ παρ’ αὐτῷ Εἰσαγγελέως, ὡς ἁρμοδιώτεροι νὰ γινώσκωσι κατὰ πόσον καὶ πῶς ἕκαστος τῶν δικηγόρων ὑπηρέτησεν ὡς τοιοῦτος, δὲν θὰ προτείνωσί ποτε ἀναξίους καὶ ἀνικάνους νὰ διαγωνισθῶσι διὰ τὴν κατάληψιν τῆς θέσεως πρωτοδίκου ἀπ’ εὐθείας καὶ οὐχὶ παρέδρου, διότι τὸν χρόνον τῆς παρεδρικῆς ὑπηρεσίας καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνομολογεῖ ὡς ἄσκοπον διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖ, διὰ προσωρινὴν ἀνάγκην, νὰ καταργήσωμεν τὸ ἓν ἔτος τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, καὶ ἴσως αὔριον, δι’ ἄλλην παρουσιασθησομένην τυχὸν προσωρινὴν ἀνάγκην, ζητηθῇ νὰ καταργήσωμεν καὶ τὸ ἕτερον ἔτος. Ἡ δικηγορικὴ λοιπὸν αὕτη ὑπηρεσία, κρινομένη παρὰ τῆς πλειονοψηφίας τῶν δικηγόρων, ἐν συνεργασίᾳ καὶ μετὰ τῆς ὁλομελείας τῶν πρωτοδικῶν καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως, δὲν δύναται παρὰ νὰ ἦναι πραγματική, καὶ ὡς πρὸς τὸν χαρακτῆρα δὲ καὶ τὴν κρίσιν, ἅτινα πρέπει νὰ διακρίνωσι τὸν ἄξιον τῆς θέσεως δικαστὴν, θὰ ἦναι ἀσφαλεστέρα, ἂν ὄχι ἀσφαλεστάτη, ἡ γνώμη τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου καὶ τῆς ὁλομελείας τοῦ δικαστηρίου, παρὰ τῷ ὁποίῳ ὑπηρετεῖ ὁ προτεινόμενος. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι θὰ ὑπάρξωσι καὶ ἐκ συμπαθείας ψῆφοι ὑπὲρ ἀνικάνων, ἀλλ’ αὗται θὰ ἦναι ἀνεπαρκεῖς ἀπέναντι τῆς πλειονοψηφίας, διότι δυνατὸν δύο ἢ τρεῖς ἢ πέντε δικηγόροι ν’ ἀποφασίσωσιν ἐν μυστικῇ ψηφοφορίᾳ νὰ ῥίψωσι τὰς ψήφους των ἐκ συμπαθείας πρός τινα ἀνίκανον, ἡ πλειονοψηφία ὅμως αὐτῶν, τῶν πρωτοδικῶν καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως οὐδέποτε θ’ ἀποφασίσῃ νὰ πράξῃ παρὰ τὴν συνείδησίν της. Καὶ μὴ θέλετε, κύριοι Βουλευταὶ, ἡμεῖς οἱ δικηγόροι, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, μεμφόμενοι ἡμᾶς αὐτοὺς, νὰ θεωρῶμεν ὅτι δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἱκανοὶ νὰ προτείνωμεν ἀξίους δικαστὰς, ὅτι δὲν ἔχομεν ἡμεῖς συναίσθησιν τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν καθηκόντων μας πρὸς τὴν Πολιτείαν καὶ πρὸς τὴν Δικαιοσύνην, καὶ ἀφίνομεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς αὐτῶν ἀπολύτως εἰς ἐπιτροπὰς διαγωνισμῶν, αἵτινες μόνον περὶ τῶν ἐπιστημονικῶν γνώσεων καὶ περὶ οὐδενὸς ἄλλου προσόντος δύνανται νὰ κρίνωσι. Καταλήγων τὸν λόγον, θὰ παρακαλέσω καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν καὶ πάντας τοὺς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νομικοὺς, οἱ ὁποῖοι δὲν πρέπει ν’ ἀναμένωμεν τὰ πάντα παρὰ τῶν Ὑπουργῶν, οἵτινες περὶ πολλὰς ἄλλας ἀσχολίας ἀσχολοῦνται καὶ δὲν δύνανται βεβαίως νὰ ἐπαρκῶσι καὶ εἰς τὴν παρασκευὴν νομοθετημάτων τοιούτων, ἀναγκάζονται δὲ νὰ δέχωνται καὶ νὰ ἐπεξεργάζωνται τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα συντάττουσιν οἱ τμηματάρχαι καὶ οἱ γραμματεῖς τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, θὰ παρακαλέσω, λέγω, ὑμᾶς νὰ ἐργασθῶμεν μετ’ ἀληθοῦς ζήλου ὑπὲρ τῆς Δικαιοσύνης, μετ’ ἀληθοῦς πόνου, ὅπως καταρτίσωμεν νομοθετήματα ἄξια καὶ δυνάμενα νὰ βελτιώσωσι τὴν οἰκτρὰν αὐτὴν κατάστασιν τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν ἀπορῶ, πῶς τινες τῶν κυρίων Βουλευτῶν θέλουσιν ἐνίοτε νὰ ἐξυμνῶσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Δὲν εἶναι οὐδόλως ἄξια ὕμνων ἡ παρ’ ἡμῖν Δικαιοσύνη· δυνατὸν νὰ ἐχειραφετήθῃ ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, κατέστη ὅμως τυραννίς. Ἐφ’ ὅσον ὁ δικαστὴς δὲν σέβεται τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, ἐφ’ ὅσον ῥίπτει εἰς τὰς φυλακὰς ἀνθρώπους διὰ πταισματικὰ ἀδικήματα, χωρὶς νὰ αἰσθάνηται καμμίαν ὑποχρέωσιν νὰ περατώσῃ τὴν ἀνάκρισιν αὐτῶν, καὶ ἀφοῦ κρατήσῃ αὐτοὺς ἐπὶ 5 ἢ 6 μῆνας ἐν αὐταῖς, τοὺς φέρει εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, ὅπου κρίνονται ἄξιοι καταδίκης εἰς φυλάκισιν τριῶν ἡμερῶν μόνον, ἢ καὶ ἀθωοῦνται, δὲν δυνάμεθα νὰ λέγωμεν ὅτι ἔχομεν Δικαιοσύνην. Ἡ κατάστασις αὕτη ἔχει αὐξήσει τὴν φυγοδικίαν καὶ τὴν φυγοποινίαν. Τουλάχιστον ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου πατρίδι τοῦτο γινώσκω, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ ἀθῷοι φεύγουσι τὴν Δικαιοσύνην, ἡ ὁποία δὲν εἶναι πλέον ἡ θεὰ Δικαιοσύνη, ἀλλὰ Ἐρινύς! Μὲ μίαν ἔκθεσιν χωροφύλακος σύρονται ἀβασανίστως ὑπὸ τῶν δικαστῶν εἰς τὰς φυλακὰς οἱ πολῖται ὡς ἀντιστάντες κατὰ τοῦ χωροφύλακος αὐτοῦ, ἐνῷ οὐδὲν ἄλλο ἔπραξαν ἢ ἠρνήθησαν νὰ τῷ πληρώσωσι παρανόμως ζητούμενα συλλήπτρα τῶν ζώων των. Βλέπετε οἰκογενείας ὁλοκλήρους ἀγομένας εἰς τὴν εἱρκτὴν ἐπὶ ἀντιστάσει, ἐνῷ ἤθελον νὰ ἀμυνθῶσιν ὑπὲρ τῆς τιμῆς αὐτῶν, διότι ἐνωμοτάρχαι καὶ ὑπενωμοτάρχαι ἠθέλησαν νὰ εἰσβάλωσιν εἰς τὴν κατοικίαν των, ὅπως τὰς ἀτιμάσωσι! Πρὸς Θεοῦ λοιπὸν, ἡμεῖς οἱ νομικοὶ ἂς ἐργασθῶμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ μετ’ ἀληθοῦς πόνου ὑπὲρ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὑπὲρ τοῦ καταδυναστευομένου ὑπ’ αὐτῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων λαοῦ.
§47Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ αὐτὸς πόνος, ὁ ὁποῖος κατέχει τὸν προλαλήσαντα συνάδελφόν μας, κατέχει πάντας ἡμᾶς, καὶ ἰδίως τοὺς δικηγόρους τοὺς ἀναμιγνυομένους ἀμέσως εἰς τὰ τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ αὐτὴ ἐπιθυμία πάντων εἶναι, πῶς νὰ εὑρεθῇ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ δικασταὶ νὰ ἐκπληρῶσιν ἀνθρωπίνως τὸ καθῆκόν των. Συμφωνοῦμεν λοιπὸν ἐντελῶς μὲ τὸν συνάδελφον ὡς πρὸς τὴν βάσιν. Κατὰ τὰ μέσα ὅμως νομίζω ὅτι μοὶ ἐπιτρέπεται ἐν πολλοῖς νὰ διαφωνίσω. Δὲν εἶναι ἀπόλυτα τὰ στοιχεῖα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐπιζητεῖ ὁ προλαλήσας νὰ θεωρηθῶσιν ὡς προσόντα διὰ τὸν καλὸν δικαστήν. Συμφωνῶ μόνον ὡς πρὸς τοὺς συλλόγους τοὺς δικηγορικούς, καὶ λυποῦμαι πολύ, διότι οἱ περισσότεροι Βουλευταὶ εἴμεθα δικηγόροι καὶ δὲν ἐνοήσαμεν τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας. Κύριοι, ἀγωνιζόμεθα ὑπὲρ τῆς Πολιτείας, χωρὶς νὰ ἐννοῶμεν, ὅτι ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ διορθώσωμεν ὅλα τὰ σφάλματα παντὸς κλάδου, διοικητικοῦ, δικαστικοῦ, οἰκονομικοῦ κλπ. Οἱ σύλλογοι δύνανται νὰ συντελέσωσι πολὺ εἰς τὴν λύσιν τοῦ προκειμένου ζητήματος, τοῦ θίγοντος ὄντως τὰ τιμαλφέστατα τῶν δικαιωμάτων. Ἀλλὰ δυστυχῶς οὐδεμία Κυβέρνησις δέχεται τὴν σύστασιν τοιούτων συλλόγων. Οὐδεὶς ἐκ τῶν διοικησάντων καὶ διοικούντων τὸν τόπον μας θέλει νὰ ἀναγνωρίσῃ δικηγορικοὺς συλλόγους, διότι πάντες τοὺς φοβοῦνται, ἡμεῖς δὲ παραλύομεν τὴν δύναμίν μας, κατὰ μονάδας διαιρούμενοι. Δὲν πιστεύω νὰ κατέχηται ὑπὸ τῶν αὐτῶν αἰσθημάτων ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, καὶ ἰδίως ὁ κ. Πρόεδρος αὐτῆς, καὶ θὰ τὸν παρακαλέσω, ἐν ὀνόματι τοῦ Ἑλληνισμοῦ, νὰ σώσῃ τὸν τόπον μας, νὰ προκαλέσῃ τὴν σύστασιν δικηγορικῶν συλλόγων, οἱ ὁποῖοι θὰ συντελέσωσι καὶ εἰς τὴν λύσιν τῶν πλείστων ἐν τῇ Βουλῇ νομοθετικῶν συζητήσεων, καὶ δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς οἱ μόνοι ὁδηγοὶ πρὸς καταρτισμὸν νόμων, διότι εἶναι οἱ μόνοι γνωρίζοντες τὴν ἀλληλουχίαν τῶν νόμων καὶ δυνάμενοι νὰ ἀποτρέψωσι κινδύνους ἐκ νόμων ἀνόμων. Συμφωνῶ λοιπὸν ὡς πρὸς τὸ μέσον τοῦ συλλόγου, ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ ὡς πρὸς τὸ προσὸν τῆς ἡλικίας, οὐδ’ ὡς πρὸς τὸ προσὸν τῆς δικηγορικῆς ὑπηρεσίας. Εἶδον, Κύριοι, ἀνακριτὴν, δυστυχῶς προβιβασθέντα Πρόεδρον, ὅστις, ἀφοῦ ἐτελείωσε τὴν προφυλάκισιν τῶν κατηγορουμένων, ἐφυλάκισε καὶ τοὺς μάρτυρας ἐπὶ 3 ἡμέρας!
§48Ι. ΛΑΠΠΑΣ. Μάλιστα, γεγονός!
§49ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶδον ἀνακριτὴν, Κύριοι,—καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἐντιμοτάτου ἐκ Γόρτυνος βουλευτοῦ κ. Θ. Π. Δηλιγιάννη—εἶδον ἀνακριτὴν, ὁ ὁποῖος ἀπέπεμψε δίκην λωποδύτου τὸν ἀείμνηστον, ἐναρετώτατον καὶ νομοταγέστατον Κωνσταντῖνον Π. Δηλιγιάννην ἐκ τοῦ ἀνακριτηρίου, παρόντος ἐμοῦ. Ἐκλήθη ὅπως ἀνακριθῇ, καὶ ἀπηυθύνθη πρὸς τὸν ἀνακριτὴν λέγων: «Κύριε ἀνακριτὰ, μὲ ζητεῖτε;»—«Ποῖος εἶσαι σύ;» τῷ λέγει βαναυσώτατα (λέγει πρὸς τὸν καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου Δηλιγιάννην), καὶ ἐπὶ τῇ δηλώσει τοῦ ὀνοματεπωνύμου του καὶ τοῦ ἀξιώματος, τὸν διατάσσει χυδαιότατα: «πήγαινε ἔξω!» Αὐτὸς εἶναι ἀνακριτὴς, Κύριοι, ὁ ὁποῖος ἔχει ἡλικίαν 45 ἐτῶν. Δὲν ὠφελεῖ ἡ ἡλικία, ὅπου ὁ ἀνθρωπισμὸς δὲν ὑπάρχει. Ὀφείλομεν νὰ φροντίσωμεν περὶ προσόντων, τὰ ὁποῖα νὰ προσδώσωσιν εἰς τοὺς δικαστὰς ἀνθρωπισμὸν, ὅπως σέβωνται τὴν προσωπικήν μας ἐλευθερίαν καὶ τὴν τιμήν μας. Λέγετε ὅτι ὁ πάρεδρος δικαστὴς πρέπει νὰ ἔχῃ πενταετῆ ἢ ἑξαετῆ δικηγορικὴν ὑπηρεσίαν. Προχθὲς διωρίσθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν θέσιν παρέδρου δικαστοῦ δικηγόρος ἐπὶ δεκαπενταετίαν ἐξασκήσας τὸ ἐπάγγελμά του, ὁ ὁποῖος, ἀντὶ νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του καὶ νὰ καταδιώξῃ τοὺς σφετεριστὰς τοῦ δημοσίου πλούτου, ἠθέλησε, χάριν ρεκλάμας, νὰ στιγματίσῃ μίαν ὁλόκληρον ἐπαρχίαν καὶ νὰ ὀνομάσῃ κλέπτας ἅπαντας τοὺς κατοίκους αὐτῆς! Καὶ εἶχε τὸ θάρρος, ἀφοῦ μόνον τὸν ἑαυτόν του ἐκήρυξεν ἔντιμον, νὰ καθυβρίσῃ καὶ δύο ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τοὺς κ. κ. Χαραλάμπην καὶ Κουμανούδην, οἱ ὁποῖοι εἶναι τῷ ὄντι ἀδάμαντες ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ ἐν δημοσιογραφικαῖς συνεντεύξεσι—μόνον διὰ ρεκλάμαν, ἐπαναλαμβάνω,—ἠθέλησε νὰ κατασυκοφαντήσῃ τὴν τιμήν των. Τί ὠφελεῖ ἡ δικηγορικὴ ὑπηρεσία, κύριε συνάδελφε, ὅταν ἔχῃ τοιαύτην ψυχὴν ὁ δικαστικὸς λειτουργὸς καὶ ἀδιαφορῇ περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου; Κύριοι, θὰ σᾶς εἴπω μίαν ὑπόθεσιν, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ φέρῃ ἐν προσεχεῖ συνεδριάσει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν δικογραφίαν, διὰ νὰ ἴδητε ὑπὸ ποίας συνθήκας ζῶμεν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς δικαιοσύνης. Ἠναγκάσθην νὰ ζητήσω ἐξ ἐπαγγέλματος νὰ διορισθῶ συνήγορος ἀνθρώπου τινὸς, καταδικασθέντος ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου καὶ ἀνακόψαντος τὴν ἀπόφασιν, καὶ ἐπῆγα νὰ εὕρω αὐτὸν, ἵνα τὸν ὑπερασπισθῶ κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ἀνακοπῆς του ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι ἐφυλακίσθη ἐπὶ πεντήκοντα σχεδὸν ἡμέρας δι’ ἓν πακέτον σιγάρων, ὅπερ ἐχαρακτηρίσθη ὡς λαθρεμπόριον, καὶ κατεδικάσθη προσέτι εἰς φυλάκισιν ἑνὸς μηνὸς καὶ μιᾶς ἡμέρας. Ὀνομάζεται Μακρῆς. Εἶναι, πρὸς Θεοῦ, δικαιοσύνη αὐτή; Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, σεῖς θὰ ἀποθάνητε, ἀλλ’ ἔχετε τέκνα· βεβαίως θέλετε ν’ ἀφήσητε εἰς τὰ παιδιὰ σας δικαιοσύνην καὶ διοίκησιν. Αὐτὰ τὰ μέτρα εἶναι ἀνάξια καὶ ἐλεεινὰ, καὶ πρέπει νὰ φροντίσητε περὶ νόμων ἐπαρκῶν. Ἐξηνδραποδίσθημεν ὅλοι ἀπὸ μερικοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι τὴν προσωπικήν μας ἐλευθερίαν τὴν θεωροῦσιν ὡς προσὸν κτήνους. Παρακαλῶ λοιπόν, ἐν ὀνόματι τῆς Δικαιοσύνης, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, πρὸς τὸν ὁποῖον ἔχω ἄπειρον ὑπόληψιν, νὰ μὴ περιορισθῇ εἰς αὐτὸ τὸ μηδαμινὸν νομοσχέδιον, ἀλλὰ νὰ συντάξῃ καὶ εἰσαγάγῃ ἕτερον, τὸ ὁποῖον νὰ περιλάβῃ προσόντα ἀνθρωπισμοῦ διὰ τοὺς δικαστάς.
§50Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Νὰ ἐπιβάλωμεν ἡμεῖς τὸ τοιοῦτον, νὰ μὴ περιμένωμεν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἔχομεν ἡμεῖς οἱ νομικοὶ ἐνταῦθα τὴν δύναμιν νὰ τὸ πράξωμεν.
§51ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἴσως ἡ πέμπτη ἢ ἕκτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν παραπονοῦμαι διὰ τὰ τῆς Δικαιοσύνης· κανεὶς δὲν μὲ ἠκολούθησε· πρώτη φορὰν σεῖς μὲ ἠκολουθήσατε.
§52Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον φέρει μίαν καὶ μόνην τροποποίησιν ἐπὶ νόμων ἰσχυόντων. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἐξετάσωμεν καὶ νὰ ὁρίσωμεν τὰ προσόντα τοῦ δικαστοῦ. Ὡς πρὸς τὴν γενικὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο, θὰ μοὶ συγχωρηθῇ ἐπὶ τέλους νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον, παρατηρῶ ὅτι δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο ἢ νὰ περιορίζῃ τὸν χρόνον τῆς διετοῦς ὑπηρεσίας εἰς μονοετῆ τοιαύτην. Περὶ αὐτοῦ καὶ μόνον πρόκειται σήμερον. Κατ’ ἐμὲ, τοῦτο οὐδεμίαν βλάβην φέρει, διότι εἰς αὐτὰς τὰς δοκιμασίας δὲν ἀποδίδω καμμίαν ἀξίαν. Εἶπον καὶ χθὲς καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ ἀξία ἀποδίδεται εἰς τὴν ἐκλογὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς πρέπει νὰ ἀποβλέπῃ, καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν οἱ Ὑπουργοὶ ἦσαν ἐλεύθεροι, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι οἱ διορισμοὶ ἦσαν καταλληλότεροι καὶ ἐπιτυχέστεροι. Ἀφ’ ὅτου ἠρχίσαμεν μὲ τοὺς νόμους τῶν λεγομένων προσόντων, μεταρρυθμίζοντες καὶ μεταβάλλοντες καὶ ἀνοίγοντες θύρας, διὰ τῶν ὁποίων ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ ἐξέλθῃ, χωρὶς νὰ ἀναλαμβάνῃ εὐθύνην, ἀπὸ τότε ἡ δημοσία ὑπηρεσία ἐν γένει χωλαίνει. Ἐνθυμηθῆτε τὴν παλαιὰν ἐποχὴν, Κύριοι, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς ἐσκέπτετο ὑπ’ εὐθύνην του νὰ ἐκλέξῃ τὸν ἁρμοδιώτερον διὰ τὴν δικαστικὴν θέσιν. Ποῖοι ἦσαν ἐκεῖνοι οἱ διορισμοί; Ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τὸ παρελθὸν, θέλετε ἴδει δικαστὰς, οἱ ὁποῖοι ἐξεπλήρουν τὸ καθῆκόν των ὅπως πρέπει. Ὁ μακαρίτης Σεϊδόπουλος δὲν εἶχε δίπλωμα τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ὅσοι ἐνθυμοῦνται ἐκείνην τὴν ἐποχὴν θέλουν ὁμολογήσει ὅτι ὁ Σεϊδόπουλος ἀφῆκε μνήμην ἀγαθὴν, ἀγαθωτάτην, εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον· ἀλλ’ ἦτο μορφωμένος διὰ δικαστὴς, ἐμελέτησε, κατέγεινεν, εἶχεν ἦθος δικαστικὸν, ἐπεβάλλετο, ἀπήλαυε γενικοῦ σεβασμοῦ καὶ τοιοῦτοι ἦσαν καὶ ἄλλοι, τοὺς ὁποίους θὰ ἠδυνάμην νὰ μνημονεύσω. Λοιπὸν ἡ ἐκλογὴ τοῦ Ὑπουργοῦ παρεῖχε τὴν μεγαλειτέραν ἐγγύησιν, ἀλλ’ ἐγνώριζεν οὗτος ὅτι ἔχει τὴν εὐθύνην διὰ τοὺς ἐνεργουμένους ὑπ’ αὐτοῦ διορισμούς. Σήμερον ὅμως, ἂν ὁρίσητε ὁ πάρεδρος νὰ μένῃ ἓν ἢ δύο ἔτη ἢ διόλου εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν, τοῦτο δὲν ἔχει καμμίαν ἐπιρροήν. Κατὰ τὸν προηγούμενον νόμον ἀπῃτεῖτο νὰ ἔχῃ δίπλωμα, νὰ ὑπηρετήσῃ δύο ἔτη ὡς δικηγόρος καὶ νὰ ὑποβληθῇ εἰς μίαν δοκιμασίαν· ὁ τελευταῖος νόμος προσέθηκεν, ὅτι πρὶν γείνῃ δικαστὴς πρέπει νὰ γίνεται πάρεδρος· αὐτὴν τὴν μεταβολὴν ἔκαμε, καὶ ἂν θέλετε, δὲν τὴν εὑρίσκω κακὴν, διότι καὶ μὲ ὀλιγωτέραν δαπάνην ἀποκτῶμεν τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ, καὶ αὐτὸς μορφώνεται, συνεργαζόμενος μετὰ τῶν δικαστῶν. Σήμερον ὁ περιορισμὸς, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ μόνον πρόκειται, δὲν δύναται, νομίζω, νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς μεγάλας ἀντιρρήσεις. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσθέσῃ, εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅπως καὶ ὁ προαγορεύσας παρέστησε. Τὸ Ἐφετεῖον μόνον δὲν εἶναι ἁρμόδιον νὰ γνωρίζῃ ὅλα τὰ πρόσωπα· οἱ ἁρμοδιώτεροι εἶναι, καὶ αὐτῶν πρὸ πάντων πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ γνωμοδότησις, καὶ ἐπ’ αὐτῆς ν’ ἀποφανθῇ τὸ Ἐφετεῖον, οἱ ἁρμοδιώτεροι εἶναι ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεύς. Ὁ πάρεδρος διατελεῖ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ Προέδρου, καὶ συνεργάζεται μετὰ τοῦ Εἰσαγγελέως. Λοιπὸν εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ εἰς τὸν νόμον, ὅτι δέον νὰ προηγῆται ἡ γνωμοδότησις τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ ὅταν οὗτοι γνωμοδοτήσωσιν ὁμοφώνως ὑπὲρ τοῦ προτεινομένου, τότε νὰ καλῆται τὸ Ἐφετεῖον νὰ ἀποφανθῇ. Ἐὰν, Κύριοι, θελήσωμεν νὰ προχωρήσωμεν εἰς μεγαλειτέρας ἐρεύνας καὶ εἰς διαγνώσεις, περὶ τῶν ὁποίων οὐδεμίαν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν βεβαιότητα, τότε δὲν μένει τίποτε ἄλλο, εἰμὴ νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν νέαν ἐφεύρεσιν τῶν ἀκτίνων τοῦ Ρέντγκεν, ἵνα διαγνώσωμεν τὸν ἐσωτερικὸν ἄνθρωπον. Ἄλλο μέσον δὲν ὑπάρχει. Λοιπὸν μὲ τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὸ νομοσχέδιον, μὲ τὴν μικρὰν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν προτείνω. Ἀφοῦ ἦλθον εἰς τοῦτο τὸ μέρος τοῦ λόγου μου, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ εἴπω καὶ ὀλίγας λέξεις. Ἂς παραδεχθῶμεν, ὅτι καὶ οἱ δικασταὶ αὐτοὶ ταλαιπωροῦνται καὶ βασανίζονται, καὶ ὅτι δὲν εὑρίσκονται εἰς τὴν θέσιν νὰ ἐκτελῶσι τὸ καθῆκόν των ἡσύχως. Ἂς ἐνθυμηθῶμεν, ὅτι καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ συνηθίζομεν νὰ ἐρωτῶμεν τὸν διάδικον, ποῖοι δικασταὶ ἔλαβον μέρος εἰς τὴν δίκην. Τὸ πρῶτον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ μάθωμεν, εἶναι αὐτό. Διατὶ ἐρωτῶμεν, ποῖοι δικασταὶ ἔλαβον μέρος; Ἂς ἀφήσωμεν λοιπὸν τοὺς δικαστὰς νὰ ἐκτελῶσι τὸ καθῆκόν των, ἂς μὴ ἤμεθα πολὺ αὐστηροί, ἂς ὁμολογήσωμεν ὅτι πταίομεν καὶ ἡμεῖς κατὰ πολὺ, διότι ἀνεμίξαμεν τὴν πολιτικὴν εἰς τὴν δικαιοσύνην.
§53Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν ἐσκόπουν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, διότι εὑρίσκω ὅτι ἀνάγκη εἶναι νὰ ψηφισθῇ, ἀλλ’ ἐκ τῆς συζητήσεως, ἥτις ἐγένετο, μοὶ δίδεται ἀφορμὴ νὰ εἴπω, ὅτι πλανώμεθα, φρονοῦντες ὅτι διὰ τῶν προσόντων, ὁσαδήποτε καὶ ἂν συσσωρεύσωμεν, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ βελτιώσωμεν παρ’ ἡμῖν τὴν λειτουργίαν τῆς δικαιοσύνης. Τὰ προσόντα βεβαίως πρέπει νὰ ὑπάρχωσι, καὶ πρέπει νὰ ἐπιμεληθῶμεν, ἵνα προσδιορίσωμεν προσόντα, τὰ προσφορώτερα πρὸς τὸν σκοπόν· ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρ’ ἡμῖν ἐλλείπει, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι εἶναι ἡ αἰτία ὅλης τῆς ἀνωμαλίας, — τί λέγω; — ὅλης τῆς κρατούσης αὐθαιρεσίας ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῆς δικαιοσύνης, εἶναι ἡ ἔλλειψις αὐστηρᾶς ἐποπτείας τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἂν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἐπεμελεῖτο καὶ ἐπώπτευε τὴν λειτουργίαν τῆς δικαιοσύνης, ἂν ἐτιμώρει τοὺς παραβαίνοντας ἢ καταστρατηγοῦντας τοὺς νόμους δικαστὰς, νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι θὰ εἴχομεν λειτουργίαν τῆς δικαιοσύνης κανονικὴν, ἱκανὴν δὲ νὰ ἀνορθώσῃ τὴν πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ, — ἥτις, ὡς γνωρίζετε, ἔχει σχεδὸν ἐκλείψει, — καὶ ἂν ἀκόμη οἱ λειτουργοὶ τῆς Θέμιδος ἐστεροῦντο παντελῶς τῶν προσόντων, μὲ τὰ ὁποῖα περιεβάλομεν αὐτούς. Ἐν αὐταῖς ταῖς Ἀθήναις, ὑπὸ τὰς ὄψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, βλέπει τις ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας τὴν αὐθαίρετον βούλησιν τῶν δικαστῶν ὑποκαθιστῶσαν τοὺς νόμους. Ἠδύνατό τις πλεῖστα παραδείγματα νὰ ἀναφέρῃ, περιορίζομαι ὅμως εἰς τὸ ἑξῆς. Ἐπὶ πλημμελημάτων, τὰ ὁποῖα, ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν, δὲν προκαλοῦσι τὴν διατάραξιν τῆς κοινῆς ἡσυχίας καὶ τάξεως, ὡς ἡ παράνομος ὑλοτομία ἢ ἡ ὑφαίρεσις κατεσχημένων, καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν πενταετῆ, ἀλλ’ εἰς τὴν μονοετῆ παραγραφήν, οἱ πλημμελειοδίκαι, ἀποφαινόμενοι περὶ τῆς ἐνοχῆς τοῦ διὰ τοιαῦτα πλημμελήματα κατηγορουμένου, ἀποφαίνονται συγχρόνως περὶ τῆς διαταράξεως τῆς κοινῆς ἡσυχίας καὶ τάξεως, ἵνα καλύψωσιν ἔνστασιν βάσιμον καὶ νόμιμον παραγραφῆς. Ὅταν οἱ νόμοι οὑτωσὶ ἀσυστόλως καταστρατηγῶνται, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ τιμωρία ἑνὸς πολίτου, ἔστω καὶ ἐνόχου, εἰς τριήμερον φυλάκισιν, νομίζω ὅτι ἡ ζημία, ἡ προσγιγνομένη εἰς τε τὴν κοινωνίαν καὶ τὸ Κράτος, εἶναι ἀσυγκρίτως μείζων τῆς προκυπτούσης ὠφελείας διὰ τῆς τριημέρου ἢ πενθημέρου φυλακίσεως, διότι διδάσκονται οἱ πολῖται νὰ μὴ σέβωνται τοὺς νόμους, νὰ μὴ θεωρῶσι τὴν ἰσχὺν αὐτῶν ὑπερτέραν πάσης ἄλλης θελήσεως, ἀλλὰ διδάσκονται εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τῆς καταστρατηγήσεως αὐτῶν, ἀφοῦ τοῦτο πράττουσι καὶ οἱ κατ’ ἐξοχὴν ἐντεταλμένοι νὰ ἐπιβάλλωσι τὴν τήρησιν αὐτῶν δικασταί. Πρὸ πολλοῦ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης δι’ ἐπερωτήσεως κατήγγειλα ἑτέραν, ὀλεθρίαν διὰ τὴν κοινωνίαν, καταστρατήγησιν τῶν νόμων, καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ προσαγάγῃ πίνακα, ἐμφαίνοντα τὸν ἀριθμὸν τῶν ἕνεκα πλημμελήματος προφυλακιζομένων, ποῖα βουλεύματα ἐξεδόθησαν κατ’ αὐτῶν, τί διατάσσουν τὰ βουλεύματα, καὶ τίς ἡ τελικὴ ἔκβασις αὐτῶν. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εὐηρεστεῖτο τοιοῦτον πίνακα νὰ προσαγάγῃ, ἠθέλομεν πάντες ἴδει φοβερὸν ἀδίκημα τελούμενον, ἀδίκημα τὸ ὁποῖον συντελεῖ εἰς τὴν ἔτι μείζονα κοινωνικὴν διαφθοράν, ἀδίκημα τὸ ὁποῖον φέρει οἰκογενειακὰς καταστροφάς, τὸ ὁποῖον ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῆς ἐν γένει οἰκονομικῆς λειτουργίας τῆς χώρας. Διότι κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἠδυνήθην νὰ συλλέξω, 15 χιλιάδες πολῖται Ἕλληνες προφυλακίζονται ἀπὸ ἑνὸς μέχρι πέντε μηνῶν ἐπὶ πλημμελήματι, καὶ κατόπιν ἄλλοι μὲν ἀπαλλάσσονται διὰ βουλεύματος, ἄλλοι ἀθωοῦνται ὑπὸ τῶν Πλημμελειοδικῶν, καὶ ὀλίγοι καταδικάζονται εἰς ἐλαφρὰν ποινὴν τριῶν ἡμερῶν μέχρι τριῶν μηνῶν. Ἂν μελετήσητε τ’ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης τελικῆς ἐκβάσεως τῶν τοιούτων δικῶν, θέλετε ἴδει οἰκονομικὴν καταστροφὴν πληθύος οἰκογενειῶν, θέλετε ἴδει, ὅτι πολλὰ μέλη ἐξ αὐτῶν, καταστρεφόμενα οἰκονομικῶς, ὠθοῦνται εἰς ἐγκλήματα, καὶ τοιουτοτρόπως, χάρις εἰς τὴν αὐθαίρετον λειτουργίαν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, δημιουργοῦνται ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἐγκληματίαι. Διὰ τοῦτο, ἐπωφελούμενος ἐκ τῆς εὐκαιρίας ταύτης, ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου νὰ ἑτοιμάσῃ τὸν πίνακα αὐτὸν, ὁ ὁποῖος, προσαγόμενος τὴν Βουλὴν, θὰ συντελέσῃ τὰ μέγιστα εἰς τὴν διαφώτισιν τῆς καταστάσεως ταύτης. Εἰς τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὑπομιμνήσκω καὶ ἄλλο κακὸν, τὸ ὁποῖον τελεῖται παρ’ ἡμῖν. Ὑπάρχουσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς προφυλακισμένοι ἀπὸ δέκα μηνῶν, ἐκκρεμοῦς οὔσης εἰσέτι τῆς σχετικῆς ἀνακρίσεως. Οἱ τοιοῦτοι δυστυχεῖς κατηγορούμενοι εἰς μάτην ἐπικαλοῦνται τὴν παραπομπήν των, ὅπως κανονισθῇ κατὰ τρόπον ὁριστικὸν ἡ τύχη των. Δὲν νομίζετε ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ ἄρνησιν σχεδὸν δικαιοσύνης, καὶ δὲν νομίζετε ὅτι μὲ τοσοῦτον βραδυποροῦσαν δικαιοσύνην δὲν εἶναι κἂν ἐφικτὴ ἡ ἠθικὴ ἀνόρθωσις τῆς χώρας; Ὅταν αὐτὰ εἰς τὰς Ἀθήνας συμβαίνωσι, καὶ ὁ Ὑπουργὸς δὲν λαμβάνῃ περὶ τούτων μέτρον, νομίζετε ὅτι εἶναι εὔκολον, διὰ τῶν προσόντων τὰ ὁποῖα ψηφίζομεν, νὰ βελτιωθῇ ἡ λειτουργία τῆς δικαιοσύνης; Πλανώμεθα.
§54Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Οἱ προαγορεύσαντες δὲν περιωρίσθησαν ν’ ἀγορεύσωσι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὴν σπουδαιότητα καὶ τὸ ἐπεῖγον τοῦ ὁποίου ἀνεγνώρισαν πάντες, ἀλλ’ ἐπεξετάθησαν ἐπικρίνοντες τὴν ἐν γένει κατάστασιν τῆς δικαιοσύνης. Καθ’ ὅσον δὲ αἱ αἰτιάσεις των ἀπηυθύνθησαν καὶ κατ’ ἐμοῦ, νομίζω καθῆκόν μου ν’ ἀπαντήσω. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ γνωρίζουν, ἰδίως ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι συνήδρευον κατὰ τὰς παρελθούσας Συνόδους ἐνταῦθα, ὅτι δὲν ὑπῆρξε Βουλευτικὴ Σύνοδος, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν ἐπρότεινα μέτρα πρὸς βελτίωσιν τῆς δικαιοσύνης, καὶ δὲν ἐζήτησα λόγον τῆς οὐχὶ καλῆς καταστάσεως αὐτῆς ἀπὸ τοὺς ἑκάστοτε Ὑπουργούς. Ἦτο λοιπὸν ἑπόμενον, ἀνελθὼν εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀναδεχθεὶς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τούτου, νὰ ἐκπληρώσω ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπηγγέλθην κατὰ τὰς παρελθούσας Συνόδους. Καὶ μὲ εἴδετε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἰσάγοντα νομοσχέδια, δυνάμει τῶν ὁποίων περιωρίζετο ἐντελῶς τὸ αὐθαίρετον δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, παρείχοντο ὅλαι αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἐζήτησαν οἱ συνάδελφοι. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἶναι ἀκόμη ἐκκρεμὲς εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἔφερα νομοσχέδιον περὶ ἐλέγχου τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, τὸ ὁποῖον ἠγγυᾶτο ἐντελῆ τὸν ἔλεγχον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπέτρεπε νὰ διαφύγῃ οὐδὲν παράπτωμα δικαστοῦ ἀπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἶναι ἐκκρεμὲς εἰς τὴν δικαστικὴν ἐπιτροπήν. Δὲν ὤκνησα ὅμως, Κύριοι, καὶ ἀνεξαρτήτως τῶν νομοσχεδίων τούτων, συμφώνως πρὸς τοὺς κειμένους νόμους, νὰ ἐκτελέσω τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐπεβάλλετο, καὶ μετ’ ὀλίγον θὰ ἔχητε εἰς χεῖρας ὑμῶν τὴν διαχείρισιν τῆς δικαιοσύνης ἀπὸ τοῦ 1895 μέχρι σήμερον, διότι ἀπὸ τότε καθυστερεῖ ὡς πρὸς τοῦτο τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ πρώτιστον καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχον, ἦτο νὰ ἐπισπεύσω τὴν δημοσίευσιν τῶν ἐργασιῶν τῶν δικαστηρίων, καὶ σήμερον τυποῦται ὁ πίναξ τῶν ἐργασιῶν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ὅλων αὐτῶν τῶν ἐτῶν, καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ ἔχητε εἰς τὰς χεῖρας ὑμῶν τὸν πίνακα αὐτὸν, καὶ θὰ κρίνητε πῶς ἐλειτούργησεν αὕτη. Ἐκεῖ θὰ ἴδητε πόσοι ἐπροφυλακίσθησαν, πόσοι ἀφέθησαν, πόσοι κατεδικάσθησαν. Ἡ στατιστικὴ εἶναι τὸ φῶς, αὐτὴ δίδει τὰ μέσα πρὸς τὸν ἔλεγχον. Ὅταν δὲν ἔχητε φῶς, πῶς θὰ ὁδεύσητε; πῶς θὰ ἐλέγξητε; Ἦτο ἄγνωστον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης πόσοι ὑπόδικοι καὶ κατάδικοι ἦσαν ἐν ταῖς φυλακαῖς, καὶ ἐφροντίσαμεν καὶ ἔχετε ἤδη εἰς χεῖρας ὑμῶν τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑποδίκων καὶ καταδίκων, καὶ ἀκολουθοῦμεν κατὰ βῆμα τὴν ἐνέργειαν τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν. Δυνάμει τῶν κειμένων νόμων, ὀφείλουν οἱ Εἰσαγγελεῖς καὶ οἱ ἀνακριταὶ κατὰ δεκαπενθημερίαν νὰ ἐπισκέπτωνται τὰς φυλακὰς, καὶ νὰ πέμπωσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὰς ἐκθέσεις τὰς ἐκ τῆς ἐπισκέψεώς των. Ποῖον λόγον ἔχει τοῦτο; ἔχει λόγον ἐκεῖνον, τὸ ὁποῖον οἱ προαγορεύσαντες εἶπον, ὅπως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης γνωρίζῃ πόσοι εἶναι φυλακισμένοι, πόσον χρόνον μένουσιν ἐν τῇ φυλακῇ, καὶ νὰ ζητῇ λόγον διατὶ παρατείνεται ἡ προφυλάκισις αὐτῶν. Τὸ καθῆκον τοῦτο ἐξετέλεσα ἀκριβέστατα. Ἐγὼ μόνος ἀναγινώσκω κατὰ δεκαπενθημερίαν τὰς ἐκθέσεις αὐτὰς, τὰς ὁποίας ὑπεχρέωσα νὰ μοὶ στέλλωσι, καὶ ζητῶ λόγον διὰ τὴν παράτασιν τῆς προφυλακίσεως. Ἐπίσης ἔγεινε πραγματικὴ ἡ ὑποχρέωσις ὡς πρὸς τὰς ἐκθέσεις τὰς ἄλλας, τὰς τριμηνιαίας, τὰς ὁποίας ὀφείλουν νὰ πέμπουν τακτικῶς, καὶ ἤδη γίνεται μελέτη ἐπὶ τῶν τριμηνιαίων αὐτῶν καταστάσεων, καὶ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους θὰ ἴδητε πλήρη τὴν κατάστασιν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης μετὰ τῶν παρατηρήσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Νομίζω ὅτι ἐγὼ ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκον, ὅπερ μοὶ ἐπεβάλλετο, εὔχομαι δὲ νὰ δυνηθῶ νὰ φθάσω εἰς ἀποτελέσματα. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς αἰτιάσεις κατὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καθόλου, ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἐν τῇ δικαστικῇ ἐξουσίᾳ ὑπάρχουν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς των, ἀλλὰ μὴ αἰτιώμεθα ἐν συνόλῳ τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν· μὴ λησμονῶμεν ὅτι ὑπάρχουν πρόσωπα ἐν αὐτῇ, τὰ ὁποῖα διήνυσαν ὅλον τὸν βίον των, ἐντιμότατα ὑπηρετοῦντα τὴν δικαιοσύνην, μὴ λησμονῶμεν ὅτι τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα δικάζουσιν ὑποθέσεις σημαντικωτάτας, καὶ ὅμως οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ τι κατ’ αὐτῶν. Τὰ πλεῖστα τῶν προσώπων αὐτῶν, ἀφίνοντα τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἀπερχόμενα τοῦ κόσμου τούτου, ἀφίνουσι κληρονομίαν εἰς τὰ τέκνα αὐτῶν τὴν ἐσχάτην ἔνδειαν! Εἶναι ἄδικον, Κύριοι, νὰ μέμφησθε ἐν συνόλῳ τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν· κατὰ καθῆκον δὲ ὤφειλον νὰ ὑπερασπισθῶ τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, ἀδίκως ἐν συνόλῳ κατακρινομένην.
§55Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀφορᾷ τὰ προσόντα τῶν δικαστῶν, δὲν σκοπεῖ οὔτε νὰ ἀναδείξῃ οὔτε νὰ προστατεύσῃ τὴν ἀκεραιότητα αὐτῶν. Δὲν ἠξεύρω ἂν πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἀκεραιότητος καὶ τῆς ἀφιλοπροσωπείας τῶν δικαστῶν ὑπάρχουν μέσα, καὶ ἂν αὐτὰ θὰ ἀνεύρῃ ἡ Βουλὴ ἐν τοῖς νομοσχεδίοις, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλεν ἄλλοτε, καὶ τῶν ὁποίων πρὸ μικροῦ ἀνεμνήσθη. Ὅταν θὰ συζητηθῶσι ταῦτα, ἡ Βουλὴ θὰ τὰ ἐκτιμήσῃ· ἀλλ’ ἀπὸ τοῦδε δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ δυνηθῇ ν’ ἀποκαταστήσῃ τὴν ἀκεραιότητα τῶν δικαστῶν, ἐν ὅσῳ κρατεῖ ἡ πολιτικὴ κατάστασις, ἡ ὁποία παρ’ ἡμῖν κρατεῖ. Καὶ οἱ νόμοι οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσι σήμερον, εἰς Κυβέρνησιν θέλουσαν αὐστηρῶς νὰ ἐπιτηρήσῃ τὰς δικαστικὰς ἀρχὰς καὶ νὰ καταδιώξῃ τὰς παρεκτροπὰς, εἶναι ἐπαρκεῖς, ἀλλ’ οἱ νόμοι σήμερον δὲν ἐφαρμόζονται, καὶ δὲν ἐφαρμόζονται διότι ἡ πολιτικὴ σταματᾷ τὴν χεῖρα καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τῶν προϊσταμένων, ἄν ποτε θελήσωσι νὰ ἐπέλθωσιν ἀρωγοὶ τῶν νόμων καὶ τοῦ δικαίου καὶ νὰ σταματήσωσι τὸν ἐπηρεασμὸν καὶ τὴν ἐπέμβασιν εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς. Πρὸ μικροῦ ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Πατρῶν εἶπεν, ὅτι ὑπῆρξεν ἐποχὴ, πρὸ τριάκοντα καὶ τεσσαράκοντα ἐτῶν, ὅτε ποσῶς δὲν ὑπῆρχε νόμος περὶ προσόντων, ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἐν τούτοις εἴχομεν δικαστὰς ἀκεραιοτάτους, σεμνώματα ἀληθῆ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ συγκριθῶσιν, ὡς πρὸς τὴν ἀμερόληπτον διοίκησιν τοῦ Κράτους, αἱ ἐποχαὶ ἐκεῖναι πρὸς τὴν ἐποχὴν τὴν σημερινὴν καὶ πρὸς τοὺς δικαστὰς τοὺς σημερινούς; Ἐξαιρετικὸν θὰ ἦτο ὅλως πρὸ τεσσαρακονταετίας, αἱ Κυβερνήσεις νὰ τολμήσωσι νὰ ἐπηρεάσωσι καὶ μεταβάλωσι τὴν συνείδησιν τῶν δικαστῶν ἐν ποινικαῖς ἢ πολιτικαῖς ὑποθέσεσιν, ἀλλὰ σήμερον δὲν ὑπάρχει ὑπόθεσις, καὶ πολιτικὴ καὶ ποινικὴ, καθ’ ἣν οἱ δικασταὶ νὰ μὴ ὑποβληθῶσιν εἰς πολιορκίαν ἐκ μέρους τῶν πολιτικῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα διευθύνουν τὰ τοῦ κόμματος. Ἡ ἀνάμιξις δ’ αὐτὴ εἶναι συστηματικὴ, εἶναι ὁ κανών. Πάντες ζητοῦμεν σήμερον, καὶ πρὶν τῆς συζητήσεως καὶ μετὰ τὴν συζήτησιν, δηλαδὴ ἀμφότερα τὰ μέρη, ἀμφότεροι οἱ διάδικοι, δι’ ὅλων τῶν δυνάμεων, τὰς ὁποίας διαθέτομεν, εἴτε κοινωνικῶν, εἴτε πολιτικῶν, νὰ ἐπηρεάσωμεν τὸν δικαστήν. Χειρότερα γίνονται μὲ τὰς ποινικὰς ὑποθέσεις. Λοιπὸν ἡ ἰδία ἀντοχὴ, ἡ ἰδία ἀρετὴ, ὁ ἴδιος χαρακτὴρ ἀπαιτεῖται σήμερον, ὁ ὁποῖος ἀπητεῖτο καὶ πρὸ τεσσαράκοντα ἐτῶν, ὅτε ἦτο ἐξαιρετικὸν, ἂν ἡ πολιτικὴ ἐπενέβαινεν εἰς τὴν συνείδησιν τῶν δικαστῶν, καὶ ὅτε ὅλοι ὡμολόγουν, ὅτι ἄπειρα ἠδύναντο νὰ ἦναι τὰ ἄλλα κακὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς διοικήσεως τῶν χρόνων ἐκείνων, ἀλλὰ τὴν δικαιοσύνην τὴν ἄφινεν ἐντελῶς ἀνεπηρέαστον. Διὰ τοῦτο, κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, δὲν ὑπάρχει δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ νόμος ἐν Ἑλλάδι, ὁ ὁποῖος νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ ἀνεπηρέαστον τῶν δικαστῶν, ὑπὸ τοιοῦτον σύστημα διοικήσεως καὶ πρὶν μεταβληθῶσι τὰ ἤθη τὰ πολιτικὰ ἡμῶν, ὑπὸ τὰ ὁποῖα πᾶς ὑπάλληλος διαφθείρεται καὶ πᾶς νόμος ἀποτυγχάνει. Ἐρρήθη ἐπίσης, ὅτι ἀδικοῦσιν οἱ δικασταὶ, ἐκτὸς ἄλλων, καὶ διότι βλέπομεν ὅτι πλείστους ἐκ τῶν καταγγελθέντων προφυλακίζουσιν, ἐνῷ βραδύτερον ἀποδεικνύεται, εἴτε διὰ τῶν βουλευμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν καὶ τοὺς ἀπέλυσαν μετὰ μακρὰν προφυλάκισιν, εἴτε δι’ ἀθωωτικῶν ἀποφάσεων, ἢ δι’ ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπέβαλλον ποινὴν μόνον ὀλίγων ἡμερῶν, ὅτι ἀδίκως προεφυλακίσθησαν. Ἀλλὰ τίς ἐγγυᾶται ὅτι ἦτο ἄδικος ἡ πρᾶξις ἢ τὸ βούλευμα ἡ προφυλακίσασα, δικαία δὲ ἡ ἀποφυλακίσασα, ἢ ἡ ἀπόφασις ἡ ἐπιβαλοῦσα ἐλαχίστην ποινήν; Τίς δύναται νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι δικαία ἦτο αὕτη ἢ ἐκείνη, ἐνῷ βλέπομεν, ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους ἐτέθησαν εἰς ἐνέργειαν πολλὰ μέσα ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ κατηγορουμένου, καὶ τὰ ὁποῖα ἴσως κατώρθωσαν ἢ νὰ προφυλακισθῇ οὗτος, ἢ ν’ ἀπολυθῇ ὁ προφυλακισθεὶς, ἢ νὰ τιμωρηθῇ ἐλάχιστον; Ἐν μέσῳ τοιαύτης καταστάσεως οὐδεὶς γινώσκει ποῖον ὑπῆρξε τὸ νόμιμον καὶ δίκαιον. Ἐκ τούτων δὲν ἀποδεικνύεται ὅτι τὸ σφάλμα εἶναι ἐν τοῖς δικασταῖς. Τὸ σφάλμα εἶναι ἐν τῇ Πολιτείᾳ, ἐν ᾗ δικασταὶ ἐκλήθησαν, ὅπως ἐφαρμόζωσι τοὺς νόμους, καὶ ἐν ᾗ δὲν ἀφίνονται ἀνεπηρέαστοι, ὑπὸ τὴν ἀνοχὴν καὶ προστασίαν τῶν ἀρχόντων, οἵτινες ἐτάχθησαν νὰ ἀσφαλίζωσι τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτῶν. Οὐδεὶς θέλει ἀρνηθῆ, ὅτι οἱ δικασταὶ, μεθ’ ὅλην τὴν ἰσοβιότητα καὶ μεθ’ ὅλα τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι ἀπαιτοῦσι, δὲν δύνανται νὰ ἐπηρεασθῶσι. Φρονῶ, ὅτι δὲν δύνανται ἢ νὰ ἐπηρεασθῶσι. Διότι πῶς θέλετε, δικαστὴς, ὁ ὁποῖος συνδέεται διὰ μυρίων δεσμῶν προσωπικῶν μετὰ τῆς πολιτικῆς, καὶ δύναται νὰ ζημιωθῇ ἢ νὰ ὠφεληθῇ, πῶς θέλετε νὰ μὴ ἐπηρεασθῇ; Ὅταν δὲ ἅπαξ ἐπηρεασθῶσι, θὰ ἐπηρεασθῶσι πολλάκις, καὶ ὅταν ἐπηρεασθῶσί τινες, θὰ ἐπηρεασθῶσι πολλοὶ, καὶ ἂν ἐπηρεασθῶσιν ἀπὸ τὴν πολιτικὴν σήμερον, θὰ ἐπηρεασθῶσιν αὔριον καὶ ἀπὸ τὴν κοινωνίαν, δηλαδὴ ἀπὸ κοινωνικὰς σχέσεις καὶ ὑποχρεώσεις. Διὰ τοῦτο βλέπομεν ἐπηρεάζουσαν σήμερον πολὺ τὰ δικαστήρια, ὄχι μόνον τὴν Πολιτείαν, ἀλλὰ καὶ τὴν κοινωνίαν. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται. Σήμερον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλεν, ἀφορᾷ προσόντα μᾶλλον ἱκανότητος, ὡριμότητος δικαστικῆς. Τὰ προσόντα αὐτὰ, ὡς παρὰ πολλῶν ἐρρήθη καὶ παρ’ ἐμοῦ χθὲς, σπουδαίως ἐλαττοῦνται καὶ μειοῦνται, διότι καὶ αἱ ἐξετάσεις τοῦ τελειοφοίτου ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ σκοποῦσι βεβαίως τὴν δοκιμασίαν τῆς νομικῆς ἱκανότητος τοῦ ἐξετασθέντος, ὡς καὶ αἱ ἐξετάσεις ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ τὸ αὐτὸ σκοποῦσιν. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἄσκησις ἐν τῷ ἔργῳ τοῦ δικηγόρου καὶ ἡ τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου ἐπίσης εἰς τοῦτο ἀφορᾷ, εἰς τὴν ἄσκησιν καὶ πρακτικῶς τοῦ μέλλοντος δικαστοῦ εἰς τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων. Ἐκεῖνα ἑπομένως ἄνευ τούτων εἶναι ἀνεπαρκὴς βάσανος καὶ δοκιμασία τῆς ἱκανότητος τοῦ δικαστοῦ. Εἶπον χθὲς, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ σήμερον κενὸν θέσεων ἐν τοῖς Πρωτοδικείοις δυσαναπλήρωτον διὰ τῶν ὑπαρχόντων μέσων, βεβαίως ἐπιτετραμμένον εἶναι εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ νόμον, ὁ ὁποῖος ἐξαιρετικῶς νὰ χορηγῇ τὸ δικαίωμα, ὅπως τοὺς μὴ ἀποκτήσαντας ἔτι τὸ δικαίωμα διορίσῃ δικαστὰς, ἂν συνεπλήρωσαν ἑνὸς ἔτους ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ διατί, ἀφοῦ οἱ νόμοι ἀνέγραψαν προσόντα πληρεστέρας δοκιμασίας καὶ ἀσκήσεως ἐν τῇ πρακτικῇ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, ἡμεῖς νὰ θέλωμεν ἐξ ἀφορμῆς ὅλως παροδικῆς νὰ ἐπεκτείνωμεν καὶ ἐφαρμόσωμεν εἰς πᾶσαν περίπτωσιν τὴν ἐξαίρεσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπιμένει εἰς αὐτό. Δὲν δύναμαι βεβαίως νὰ τὸν βιάσω νὰ μεταβάλῃ γνώμην, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ἂν ἤθελε νὰ καταστήσῃ εὐκολωτέραν τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἐμμίσθων παρέδρων ἐν τοῖς Πρωτοδικείοις, ἠδύνατο τὸ ἔτος, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ κερδίσῃ, νὰ τὸ κερδίσῃ ἐκ τῆς δικηγορικῆς προθεσμίας, δηλαδὴ τῆς διετίας, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ὁ νόμος διὰ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματος τοῦ δικηγόρου, καὶ ὄχι ἐκ τῆς διετίας, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ὁ νόμος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ παρέδρου πρὶν διορισθῇ δικαστὴς, διότι ἡ μία δὲν ἔχει τὴν αὐτὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ἄλλη. Ἡ δικηγορικὴ πεῖρα ἡ διετὴς βεβαίως δὲν εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον πραγματικὴ καὶ δὲν ὑφίσταται κἀνένα ἔλεγχον, οὐδὲ βεβαιοῦται ἐπισήμως καὶ ἀσφαλῶς, ὥστε νὰ δύνηταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι πράγματι ἐπὶ διετίαν ὁ ἐγκριθεὶς καὶ λαβὼν τὴν ἄδειαν παρὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἵνα δικηγορήσῃ διδάκτωρ ἐξήσκησε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου. Καὶ ἂν θέλῃ τις, πρέπει νὰ ἔχῃ ὑποθέσεις, ὅπως δικηγορήσῃ. Ἐνῷ εἰς τὴν ἄλλην διετίαν, ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου, βεβαίως ἡ ὑπηρεσία εἶναι πραγματική. Ἡ προϊσταμένη ἀρχή, βεβαιοῦσα ταύτην, βεβαιοῖ συνήθως πραγματικὴν ὑπηρεσίαν, ἀληθῆ ἄσκησιν. Λοιπὸν εἶναι κέρδος πραγματικὸν ἡ ὑπηρεσία αὕτη ὑπὲρ τοῦ νέου τοῦ ἀσκηθέντος ἐπὶ διετίαν ἐν τοῖς Πρωτοδικείοις, ἐνῷ δὲν εἶναι τοιοῦτον κέρδος ἡ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν ἐπὶ διετίαν διήνυσεν ὡς δικηγόρος. Αὕτη ἀζημίως δύναται νὰ περιορισθῇ, ἐνῷ ἡ ἑτέρα ἐπιζημίως περιορίζεται. Λοιπὸν ἐὰν σπεύδῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐλαττώσῃ κατὰ ἕν ἔτος τὸν χρόνον τὸν διανυόμενον δοκιμαστικῆς ὑπὸ τῶν μελλόντων δικαστῶν, καλλίτερον τὸ ἔτος αὐτὸ νὰ τὸ ἀποκόψῃ ἐκ τῆς δικηγορικῆς δοκιμασίας παρὰ ἐκ τῆς δικαστικῆς, διότι ὁμολογουμένως ἡ δικαστικὴ δοκιμασία ὑπάρχει, καὶ ἑπομένως ἡ πρακτικωτέρα καὶ οὐσιαστικωτέρα ἐκ τῶν διανυομένων προθεσμιῶν ἀποκόπτεται, πρὸς βλάβην τῆς ποιότητος τῶν δοκιμαζομένων. Λοιπὸν ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν, ἐὰν τὸ ἐγκρίνῃ, εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, νὰ θέσῃ τουλάχιστον αὐτὸν τὸν περιορισμὸν τοῦ χρόνου ἐν τῇ διετίᾳ τῆς ἀσκήσεως τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος, καὶ οὐχὶ ἐν τῇ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου.
§56Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε λάβει δὶς τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Δούνης.
§58Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω ὅταν διανεμηθῇ ἡ στατιστικὴ, περὶ τῆς ὁποίας λίαν εὐχαρίστως ἤκουσα, ὅτι εἶναι ἑτοίμη πρὸς διανομήν.
§59Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Παρεξηγήθην καὶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου. Ἐγὼ δὲν ἐσκόπουν νὰ ὁμιλήσω περὶ ἐντιμότητος δικαστῶν. Δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι ἐν τῷ δικαστικῷ κλάδῳ ὑπάρχουσι τοιαῦται ἐντιμότητες καὶ ὅτι εἶναι ἀληθῆ ὅσα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν, ὅτι οἱ δικασταὶ ἀποθνήσκουσι πενόμενοι καὶ ἀφίνουσι τὰς οἰκογενείας των πενομένας. Δὲν ἠρνήθην τοῦτο, οὔτε δύναμαι νὰ τὸ ἀρνηθῶ. Ἐγὼ ὡμίλησα ἀκριβῶς περὶ τῶν ἀδικημάτων τῶν προερχομένων ἐκ τῆς ἀπειρίας καὶ τῆς ἀκρισίας τῶν νέων δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἰσέρχονται ἐφωδιασμένοι μὲ τὰ ἐφόδια μὲ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ εἰσέρχηται ὁ δικαστὴς εἰς τὴν θέσιν αὐτήν. Περὶ τῆς βελτιώσεως αὐτῶν καὶ μόνον ὡμίλησα. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι βεβαιωμένον, ἂν τὰ ἀδικήματα, περὶ ὧν ὡμίλησα, ἐπέρχονται κατὰ τὴν προδικασίαν διὰ τῆς προφυλακίσεως, ἢ ἂν αἱ ἀποφάσεις αἱ ἀθωωτικαὶ εἶναι ἐσφαλμέναι, δύναμαι νὰ τῷ φέρω ἓν μόνον παράδειγμα—διότι ἄπειρα ἄλλα ἔχω νὰ φέρω, ἀλλ’ ἐπιλείψει με ὁ χρόνος, ἐὰν ἀρχίσω νὰ ἀριθμήσω ταῦτα,—διὰ νὰ ἴδῃ, τί πράττουσιν οἱ νεαροὶ οὗτοι δικασταὶ, χάριν αὐτορεκλαμαρισμοῦ, χάριν αὐτῆς τῆς ὀλεθρίας διὰ τὴν ἐποχήν μας ῥεκλάμας, ἂν ὄχι ἐξ ἄλλου πλαγίου λόγου. Ὑπῆρξεν ἄνθρωπος προφυλακισμένος δι’ ἀπαγωγήν. Κατὰ τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεώς του κατηγγέλθη ὅτι διέπραξεν ἄδικον ἐπίθεσιν πρὸ τῆς προφυλακίσεώς του διὰ τὴν ἀπαγωγήν, καὶ μάλιστα πρὸ τοῦ χρόνου τῆς ἀπαγωγῆς αὐτῆς. Ἡ καταγγελία διὰ τὴν ἄδικον αὐτὴν ἐπίθεσιν ἐδόθη μετὰ δέκα μῆνας ἀπὸ τῆς πράξεως ταύτης ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ προσώπου, ὅπερ εἶχε καταγγείλει αὐτὸν καὶ διὰ τὴν μεταγενεστέρως γενομένην ἀπαγωγήν, ὅτε εἶδεν, ὅτι ἡ διὰ τὴν ἀπαγωγὴν κατηγορία κατέπεσε καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἀπολυθῇ ὁ ἐπὶ ὀκτὼ καὶ πλέον μῆνας προφυλακισθεὶς δι’ αὐτὴν κατηγορούμενος. Ἐν τούτοις ὁ ἀνακριτὴς, διὰ νὰ κρατήσῃ τοῦτον ἐν προφυλακίσει, σατραπικώτατα, δύναμαι εἰπεῖν, καταχρώμενος τῆς ἐξουσίας του, μὴ εὑρίσκων λόγον προφυλακίσεως κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 208 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, διότι οὔτε καταδικαστικὴ ἄλλη ἀπόφασις ὑπῆρχε κατ’ αὐτοῦ, οὔτε ἀλλοδαπὸς ἦτο, οὔτε ἄλλη περίπτωσις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ὑπῆρχεν, ἐπενόησεν ἐν τῇ ἐφευρετικότητι αὐτοῦ τὸν λόγον, ὅτι αὐτοβούλως ἀπεμακρύνθη τῆς ἀνακρίσεως. Ποῖος; ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, ὅτε ἐδόθη ἡ καταγγελία, εὑρίσκετο ἐν ταῖς φυλακαῖς! Πῶς ἀπεμακρύνθη τῆς ἀνακρίσεως αὐτοβούλως ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς εὑρισκόμενος ἐν γνώσει τοῦ ἀνακριτοῦ, ἀφοῦ αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶχε προφυλακίσει αὐτὸν καὶ διὰ τὴν ἀπαγωγήν; Ἡ τοιαύτη προφυλάκισις τοῦ πολίτου αὐτοῦ δὲν εἶναι μόνον παράνομος, ἀλλὰ, κατ’ ἐμὲ, καὶ ἀξιόποινος, διότι ὁ ἀνακριτὴς ἐκεῖνος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὁ συμπράξας μετ’ αὐτοῦ, ἔπλασαν ἐν γνώσει ψευδέστατον λόγον προφυλακίσεως, ὅπως κορέσωσιν ἂν ὄχι τὸ κατὰ τοῦ κατηγορουμένου αὐτοῦ, βεβαίως ὅμως τὸ κατὰ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου μῖσός των...
§60Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ Συμβούλιον τί εἶπε;
§61ΦΙΚΙΩΡΗΣ. .. Καὶ ἠδύνατο καὶ ὤφειλεν ὁ ἀδικηθεὶς ἐκεῖνος πολίτης νὰ καταγγείλῃ τὴν παράνομον ταύτην πρᾶξιν τοῦ κ. ἀνακριτοῦ. Ἀλλὰ τίνες οἱ δικασταὶ, οἱ ὁποῖοι θὰ τιμωρήσωσι τοῦτον; Κατηγγείλαμεν ἄλλοτε δικαστὴν, ὁ ὁποῖος μετὰ κακούργων συνέτρωγε καὶ συνηυθύμει, καὶ ἀπεδείχθη ἡ καταγγελία ἀληθὴς, μεθ’ ὅλην τὴν πρὸς κάλυψιν τῆς ἀληθείας καταβληθεῖσαν προσπάθειαν ὑπὸ τοῦ ἐνεργήσαντος τὴν ἀνάκρισιν ἐφέτου καὶ τῶν συναδέλφων τοῦ καταγγελθέντος πρωτοδίκου, ἐκ πνεύματος συναδελφότητος, ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν ἐπέβαλε μόνον πειθαρχικὴν ποινὴν προστίμου εἰς τὸν τοιοῦτον δικαστήν. Ἐπιφυλάσσομαι ἄλλοτε νὰ ζητήσω νὰ κατατεθῇ ἡ δικογραφία αὕτη, καὶ θὰ φέρω καὶ ἄλλας καταγγελίας κατὰ δικαστῶν, ὅπως ἀποδείξω τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων τούτων δι’ ἐγγράφων ἐπισήμων.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1.
§63Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι εἰσήχθη πρὸ ὀλίγου νομοσχέδιον τροποποιημένον ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἐστάλη πρὸς τύπωσιν.
§65Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἔφερα τροπολογημένον τὸ νομοσχέδιον, κατὰ τὴν σύστασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, καὶ σᾶς τὸ ἔδωκα.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐτυπώθη.
§67ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κατέθεσα τὸ χειρόγραφον. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὅπως ἐτροπολογήθη.
§68Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ συζήτησις ἐπὶ τροπολογίας αὔριον συζητηθησομένης.
§69ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι τροπολογία. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ὀρθῶς ἐζήτησεν, ὅπως τὸ ἓν ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου γείνῃ τρία ἄρθρα, καὶ ἕκαστον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ τροπολογῇ ὡρισμένα ἄρθρα τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Λοιπὸν διετυπώθη κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Δὲν ἔγεινε τροπολογία. Παρακαλῶ δὲ νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ χειρόγραφον, τὸ ὁποῖον σήμερον κατέθεσα.
§70Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὰ ἄλλα τὸ κείμενον εἶναι τὸ αὐτό. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§72Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω. Ὁ ἔμμισθος πάρεδρος ἐκπληροῖ καὶ χρέη ἀντεισαγγελέως. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη μετάστασις τῆς ὑπηρεσίας του θὰ ἐπάγηται διακοπὴν τῶν δικῶν, διότι δυστυχῶς συζητοῦνται ὑποθέσεις, καὶ ὁ πάρεδρος ἀναλαμβάνει ἔργα ἀντεισαγγελέως, καὶ ἐπέρχεται διακοπή.
§73Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἄλλως.
§74ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε δὲν συντελοῦμεν εἰς τὴν δικαιοσύνην. Προχθὲς ἐπεστράφησαν δικογραφίαι δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον.
§75ΔΟΥΝΗΣ. Πρέπει νὰ γείνῃ εἰδικὸς νόμος.
§76ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§78Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνῷ διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ καθορίζετε τὸν τρόπον, πῶς καὶ πότε πρέπει νὰ διορίζηταί τις ἀντεισαγγελεὺς παρὰ πρωτοδίκαις, τοῦ δὲ ἀντεισαγγελέως παρὰ πρωτοδίκαις ἡ ὑπηρεσία, ὡς πάντες γνωρίζομεν, εἶναι δευτερεύουσα, δὲν βλέπω νὰ γίνεται μνεία περὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ ἀνακριτοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ ὑπηρεσία εἶναι σοβαρωτέρα καὶ σπουδαιοτέρα. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ διορισθῇ ἀνακριτής, ἐὰν ἡ ὑπηρεσία του ὡς πρωτοδίκου δὲν ὑπερβαίνῃ τὰ 5 ἢ 6 ἔτη.
§79Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ εἶναι ἀντικείμενον ἄλλου νομοσχεδίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῆ, ὡς ἐψηφίσθη τροποποιημένον, διὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 23). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας.
§81Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον τὸ διανεμηθὲν πρὸ ὀλίγου εἶναι νομοσχέδιον ἀλλοῖον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὰ ἄρθρα τοῦ νέου νομοσχεδίου ἐλήφθησαν ἐκ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ἀλλὰ ἀλλοία εἶναι ἡ οἰκονομία του καὶ ἴσως διάφορος καὶ ὁ σκοπὸς, διότι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνεζητήθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, εἶχε σκοπὸν τὴν σύστασιν Συμβουλίου Ἀρχαιολογικοῦ καὶ τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἔργων καὶ καθηκόντων τῶν ἐφόρων. Ἐὰν ἦσαν καλῶς διατετυπωμένα ἢ ὄχι ταῦτα, εἶναι ἄλλο ζήτημα, ἀφεώρα ὅμως τὴν ὀργάνωσιν μιᾶς ὑπηρεσίας, τῆς ἀρχαιολογικῆς, κατὰ τρόπον πλημμελῆ μὲν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἔχοντα καθωρισμένον σκοπόν. Ἐν τῷ νέῳ νομοσχεδίῳ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἐδῶ πρόκειται ἁπλῶς περὶ διορισμοῦ ὑπαλλήλων τῆς Ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας. Δὲν φέρω γνώμην περὶ τοῦ ἀριθμοῦ καὶ περὶ τῆς κατατάξεως τῶν ὑπαλλήλων τούτων, ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ὅταν ὁρίζηται ἀριθμός τις ὑπαλλήλων, πρῶτον καθῆκον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἶναι νὰ ὁρίζῃ καὶ τὸν κύκλον καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας αὐτῶν τοιοῦτόν τι δὲ δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἀνέπτυξα δὲ τοῦτο διὰ νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ὅλως νέον νομοσχέδιον καὶ δὲν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὐτοῦ, ἢ, ἂν νομίσῃ ἀναγκαῖον ἡ Βουλὴ, καὶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ δεύτερον δὲν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ, τὸ πρῶτον βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ, διότι πρέπει νὰ λάβωμεν καιρὸν νὰ μελετήσωμεν τὸ νέον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μόλις πρὸ ὀλίγων στιγμῶν ἐλάβομεν.
§82ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἔχει δίκαιον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπεν, ἀφοῦ, ὡς ὡμολόγησε, δὲν ἀνέγνωσε τὸ νομοσχέδιον· ἐὰν ὅμως ἀνεγίνωσκεν αὐτὸ, θὰ ἔβλεπεν, ὅτι δὲν περιέχει ἕτερόν τι, παρὰ τὸ Βʹ καὶ τὸ Γʹ κεφάλαιον τοῦ πρώτου νομοσχεδίου, ἐν οἷς ὁ λόγος περὶ Συμβουλίου Ἀρχαιολογικοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν τὴν διαχείρισιν τῶν πόρων. Μένουν λοιπὸν τὰ δύο κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ ἔργα τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας, αὐτὰ δὲ τὰ ἔργα κανονίζει ὁ νόμος περὶ ἀρχαιοτήτων, ὁ ψηφισθεὶς καὶ δημοσιευθεὶς ἤδη. Ἐκεῖθεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς θὰ ἀντλήσῃ τηλικαῦτα ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ὥστε δὲν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀναβολὴν αὐτῆς. Σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι νὰ ἀποδώσῃ πρῶτον εἰς τὴν ἀρχαιολογικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους ὅλην τὴν δικαιοδοσίαν, τῆς ὁποίας αὕτη ἔχει ἀνάγκην· δεύτερον, ζητεῖ νὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην τινὰ εἰς τοὺς ἀρχαίους ὑπαλλήλους, οἵτινες ἀπὸ 10 καὶ ἀπὸ 20 ἐτῶν ὑπηρετοῦσι, διαχειριζόμενοι οὐ μόνον περιουσίαν μεγάλην, ἑκατομμυρίων ὅλων, ἀλλὰ καὶ τὴν τιμὴν, ἠμπορῶ νὰ εἴπω, τοῦ Κράτους. Τώρα, ἐὰν ἐπιμένῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, δύναμαι νὰ συγκατατεθῶ εἰς τοῦτο.
§83Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τὸ ἀνέγνωσα περισσότερον ἀφ’ ὅτι τὸ ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως· διότι, ἐνῷ δηλοῖ, ὅτι περιέλαβεν ἐν αὐτῷ τὸ Βʹ καὶ τὸ Γʹ κεφάλαιον τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου, καὶ τὸ μετεβίβασεν εἰς τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἀντελήφθη ὅτι ἐκ τοῦ Βʹ καὶ Γʹ κεφαλαίου ἀπήλειψεν ἀκριβῶς τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα νομοθετικῶς θέτουσι τὰς βάσεις τῶν καθηκόντων τῶν ὑπαλλήλων. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἀνάγκην τῆς καλλιτέρας ἀμοιβῆς καὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν θέσεων τῶν πράγματι ἐργαζομένων καὶ διακρινομένων ὑπαλλήλων, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς σήμερον ἀντελήφθη τῆς ἀνάγκης ταύτης, τὸν διαβεβαιῶ ὅτι ἐγὼ πρὸ πολλοῦ καιροῦ ἀντελήφθην αὐτῆς, καὶ ἠδυνήθην νὰ ἐκτιμήσω τὴν ἀξίαν τῆς ἐργασίας προσώπων, τὰ ὁποῖα γλισχρότατα ἀνταμείβονται, καὶ τὰ ὁποῖα δικαιοῦνται νὰ ζητῶσι νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐτῶν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὰ ἔργα τῶν ὑπαλλήλων τούτων πρέπει νὰ κανονισθῶσι διὰ νόμου καὶ ὄχι διὰ διαταγμάτων, καὶ νὰ μὴ ἀφίνηται εἰς τὴν αὐθαίρετον ἴσως ἀντίληψιν τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ μεταβάλλῃ ἑκάστοτε τὰ καθήκοντα ταῦτα διὰ διατάγματος. Λοιπὸν ἐγὼ ὄχι μόνον ἀνέγνωσα τὸ νομοσχέδιον, ἔστω καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, ἀλλὰ καὶ εἶδον ἐν αὐτῷ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν εἶδεν, ὅτι ἐκ τῶν κεφαλαίων αὐτῶν ἀφήρεσεν ὁλόκληρα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἀφεώρων τὰς βάσεις τῶν ἐργασιῶν τῶν ὑπαλλήλων τούτων, οἵτινες—συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν—δικαιοῦνται εἰς ἀμοιβὴν πληρεστέραν καὶ εἰς ἀναγνώρισιν τῶν σπουδαίων ἐργασιῶν των.
§84ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐπειδὴ ἀνεβλήθη τὸ νομοσχέδιον δι’ αὔριον, δὲν δύναμαι νὰ ἀπαντήσω τώρα εἰς τὸν κ. Βουλευτήν. Θὰ τὸν παρεκάλουν ὅμως, αὔριον νὰ ἔχῃ ἀνὰ χεῖρας καὶ τὸ παλαιὸν καὶ τὸ νέον νομοσχέδιον, διὰ νὰ μοὶ ἀποδείξῃ τί παρελείφθη ἐκ τούτου.
§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως δὲν ἀντιλέγω ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου δι’ αὔριον, ἐπεθύμουν ὅμως νὰ γνωρίσωμεν ἀκριβῶς, τί πρόκειται νὰ συζητήσωμεν. Ἐγὼ ἔλαβον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπιγράφεται «περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας», ἀλλὰ τὸ κείμενον αὐτοῦ φθάνει μέχρι τοῦ 22 ἄρθρου, καὶ τούτου ἀτελοῦς. Ἔχω προσέτι νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ἄλλοτε ἄλλος Ὑπουργὸς, ὁ κ. Μομφερρᾶτος, ἐπιγραφόμενον καὶ τοῦτο «περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας», καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι τέλειον, διότι ἔχει ἄρθρα 6 πλήρη. Τώρα δὲν γνωρίζω ποῖον ἐκ τῶν δύο νομοσχεδίων πρόκειται νὰ συζητηθῇ· ἀκούω μάλιστα, ὅτι κατὰ τὸ ἓν νομοσχέδιον ἀφαιρεῖται τὸ ἓν κεφάλαιον, καὶ προστίθεται διάταξις ἄλλη. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, τί πρόκειται νὰ ψηφισθῇ, διότι αἱ διατάξεις αἱ κανονίζουσαι τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως καὶ ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων εἶναι συνταγματικαὶ, πρέπει δὲ μετ’ εὐλαβείας νὰ τηρῶμεν αὐτάς. Ἐπειδὴ δὲ ἄλλοτε ἐγένοντο λάθη τοιαῦτα, εὔχομαι νὰ μὴ ἐπαναληφθῶσι. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ὑποδείξητε ποῖον νομοσχέδιον πρόκειται νὰ συζητηθῇ, αὐτὸ δὲ τὸ συζητητέον νομοσχέδιον νὰ μᾶς διανεμηθῇ.
§86ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρόκειται σήμερον νὰ συζητηθῇ, ἐπιγράφεται «περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας». Ὡς Αʹ κεφάλαιον ἔχει περὶ ἐφόρων καὶ ἐπιμελητῶν, ὡς Βʹ περὶ ὑπηρετικοῦ προσωπικοῦ, ὡς Γʹ περὶ μονιμότητος καὶ βαθμολογήσεως τῶν ὑπαλλήλων.
§87Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου ἐγένετο ἐργασία τις περὶ τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ αὐτὴ ἔμενεν ἐν σχεδίῳ. Δὲν γνωρίζω λοιπὸν περὶ τίνος νομοσχεδίου ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος.
§88Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περὶ νομοσχεδίου τοῦ ἔτους 1899, τετυπωμένου καὶ φέροντος τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Μομφερράτου, ὡς Ὑπουργοῦ.
§89ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἀλλ’ ἐκεῖνο ἔμεινεν ἐν χειρογράφῳ.
§90ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς δικαιολογήσῃ αὔριον κατὰ τὴν συζήτησιν τὸ ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου καταργεῖται τὸ ταμεῖον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀναβολὴ ἐγένετο δεκτὴ, καὶ ἡ συζήτησις θὰ γείνῃ αὔριον. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου ͵ΒΦΟΔʹ τῆς 5 Ἰουνίου 1899 περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων.
§92Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πότε διενεμήθη τὸ νομοσχέδιον αὐτό;
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σήμερον τὴν πρωΐαν.
§94ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καθὼς καὶ τὰ ἑπόμενα φορολογικὰ νομοσχέδια διενεμήθησαν σήμερον τὴν μεσημβρίαν, καὶ ἐστάθη ἀδύνατον νὰ τὰ διεξέλθωμεν. Ἐγὼ δὲν ἠδυνήθην οὐδ’ ἁπλῶς νὰ ἀναγνώσω αὐτά. Πῶς θέλετε νὰ συζητήσωμεν ἀπαράσκευοι τοιοῦτο σπουδαῖον νομοσχέδιον, δι’ οὗ καλούμεθα νὰ ἐπανορθώσωμεν τὰ σφάλματα, εἰς ἃ περιεπέσαμεν πρὸ ὀλίγων μηνῶν ἐνταῦθα, μετὰ τοσαύτην μελέτην καὶ συζήτησιν; Εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸν Κανονισμόν, νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν εἰς ἄλλην ἡμέραν. Ἀλλὰ ζητῶν τὴν ἀναβολὴν, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ συναινέσῃ, ὥστε τὰ νομοσχέδια ταῦτα, καὶ τὰ τέσσαρα, νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ αὐτὰ, καὶ τὴν προσεχῆ Δευτέραν ἢ Τρίτην νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Τρεῖς ἡμέραι, νομίζω, εἶναι ἐπαρκεῖς εἰς τὴν μελέτην.
§95Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ νὰ ἀναβάλωμεν διὰ τὴν αὔριον τὴν συζήτησιν, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν· ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἐπιθυμία αὕτη προεβλήθη, ὅπως τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἀποσταλῶσιν εἰς τὰς ἐπιτροπὰς, ἤθελον παρακαλέσει τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ μὴ ἐπιμένωσι, διότι πάντες πρέπει νὰ μὴ λησμονῶμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρ’ ἡμῖν συμβαίνει, τουτέστιν ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ δὲν ἐργάζονται, ἤ, ἐὰν ἐργάζωνται, ἡ ἐργασία αὕτη περιορίζεται εἰς τὴν ὑπογραφὴν μιᾶς ἐκθέσεως, μὴ ἐκφραζούσης μηδεμίαν γνώμην. Τὰ νομοσχέδια δὲ ταῦτα ἀφορῶσιν ὄχι εἰς διόρθωσιν σφαλμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς παρέστησεν ὡς γενόμενα, ἀλλ’ ἀφορῶσιν εἰς θέματα, τὰ ὁποῖα ἀπεδείχθησαν, ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἰδίως τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, χρῄζοντα διορθώσεως. Παρακαλῶ δὲ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρόκειται περὶ ἐκτελέσεως νόμων, καὶ ὅτι, ἐὰν δὲν ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἐγκαίρως, θὰ γείνῃ ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων ὡς ἐνομοθετήθη ὑπὸ τῶν κρατούντων νόμων, ἡ δὲ παραπομπὴ αὐτῶν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἰσοδυναμεῖ μὲ παραπομπὴν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας.
§96ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πᾶν ἄλλο ἢ πρότασις παραπομπῆς εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας εἶναι ἡ ὑπαγορεύσασα τὴν πρότασιν, ἣν ὑπέβαλον. Ἐγίνωσκον μέχρι τοῦδε, ὅτι αἱ Ἑλληνικαὶ καλένδαι δὲν εἶχον τέρμα, ἐγὼ δὲ ὥρισα τὴν προσεχῆ Τρίτην ὡς ἡμέραν, καθ’ ἣν θέλομεν ὁπωσδήποτε προβῆ εἰς τὴν συζήτησιν. Δὲν ἐννοῶ τὴν παρατήρησιν, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ εἶναι ἄχρηστοι, καὶ διὰ τοῦτο, καίπερ ἐκλεγόμεναι κατ’ ἔτος, πρέπει νὰ ἀφεθῶσιν ἐν διαρκεῖ ἀπραξίᾳ. Ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ συνήθως δὲν ἐπιμελοῦνται, εἶναι γνωστόν· ὅτι ἕνεκα τῆς ἀμελείας τῶν ἐπιτροπῶν δὲν πρέπει νὰ σταματῶσιν αἱ νομοθετικαὶ ἐργασίαι, εἶναι ὀρθόν· ἀλλ’ ὅτι εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐν ὡρισμέναις ὥραις αἱ ἐπιτροπαὶ ἔφεραν ἀποτέλεσμα, νομίζω ὅτι εἶναι περιφρόνησις αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ἡμῶν Κανονισμοῦ ἡ παράλειψις τῆς μελέτης τῶν ἐπιτροπῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἐπιδιώκομεν παραπομπὴν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας, διότι αἱ ἐπιτροπαὶ δὲν θὰ ἐργασθῶσιν· ἀλλ’ ἂν ἐνεθυμεῖτο ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐψηφίσθησαν περὶ τὸ τέλος σπουδαῖα ἀρχαιολογικὰ νομοσχέδια, ἀφοῦ εἰργάσθη ἐπ’ αὐτῶν ἡ διορισθεῖσα εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, ἤθελε δεχθῆ νὰ ἄρῃ τὴν πρὸς τὰς ἐπιτροπὰς τῆς Βουλῆς περιφρονητικὴν ἔκφρασιν. Κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν νὰ συζητηθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, πρὸ πάντων τὸ περὶ ἀμπέλων καὶ τὸ περὶ τῶν ζώων, διότι εἰς μὲν τὸ ἓν νομοσχέδιον ἔχομεν ἐπανόρθωσιν σφαλμάτων, δὲν ἠξεύρω τίνων, ἀλλὰ σφαλμάτων, εἰς ἃ ἐνέχονται πάντες, ὅσοι εἰργάσθησαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἰς δὲ τὸ νομοσχέδιον τὸ περὶ τῶν ζώων πρέπει νὰ πεισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι τὰ ὁριζόμενα εἶναι ἐπιζήμια, διότι βεβαίως οἱ δῆμοι θὰ ἀπολέσωσι διὰ παντὸς τὸ εἰς αὐτοὺς ἀνῆκον ἐκ τῆς φορολογίας τῶν ζώων. Τὸ αὐτὸ σφάλμα ἐπαναλαμβάνει νῦν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶναι βέβαιον, ὅτι, καίτοι τὸ ἔργον συνεζητήθη ὑφ’ ἡμῶν μετὰ τόσης ἐπιμονῆς καὶ ἐξητάσθη ἐφ’ ἡμέρας καὶ νύκτας, οὐχ ἧττον ἐξῆλθεν ἀτελὲς, σχεδὸν ἐξάμβλωμα. Τοῦτο τὸ ἐξάμβλωμα, τὸ σήμερον διὰ νέου νομοσχεδίου διορθούμενον, δὲν θέλει νὰ παραπέμψωμεν πρὸς ἐξέτασιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις ἀποτελεῖται ἐξ ἀνδρῶν γνωριζόντων τὰ τῶν δήμων, οἵτινες θέλουσιν εἰσφέρει τὴν πεῖραν αὑτῶν πρὸς βελτίωσιν τοῦ νομοθετήματος. Ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ παραπεμφθῶσι τὰ νομοσχέδια καὶ τὰ ἑπόμενα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὅπως ἐξετάσῃ αὐτὰ μέχρι τῆς Τρίτης, καὶ ὅταν λάβωμεν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων, ἅτινα ἡμεῖς αὐτοὶ θεωροῦμεν ἐπείγοντα, καὶ ἐπιθυμοῦμεν νὰ συζητήσωμεν ὡς πρέπει. Τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀμπέλων εἶναι ἀνάγκη νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ πληροφορία, ἣν πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ «νὰ προσαχθῇ πίναξ τοῦ ἐν τοῖς ἔτεσι 1893, 1894, 1895 καὶ 1896 βεβαιωθέντος ἐγγείου φόρου καὶ φόρου καταναλώσεως οἴνου, διακεκριμένως κατ’ ἔτος, εἶδος φόρου καὶ δήμους», δὲν προσήχθη. Ἐκ τοῦ πίνακος τούτου θέλομεν ἴδει, τί ἐπράξαμεν πέρυσι, ψηφίσαντες μετὰ τῶν ἐπαίνων τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου τὸ νομοσχέδιον. Ἐκ τούτου θέλει καταδειχθῆ, ὅτι ὡρίσθη εἰς 2 ἑκατομμύρια τὸ ποσὸν, ὅπερ θέλομεν λάβει ἐκ τῶν δήμων, ἀλλ’ ἐρρίψαμεν εἰς ὡρισμένους δήμους βάρη, ἅτινα δὲν ἀνήκουσιν εἰς αὐτοὺς, καὶ δῆμος, ὅστις ἐπλήρωνε πρότερον 40,000 δραχμὰς, σήμερον καλεῖται νὰ πληρώσῃ 150,000, φέρων οὕτω τὰ βάρη ἄλλων, καὶ βλέπων οὕτω τοὺς δημότας αὑτοῦ ἀναγκαζομένους νὰ ἐγκαταλίπωσι τὴν καλλιέργειαν. Προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων, ἀρνεῖσθε εἰς ἡμᾶς τριῶν ἡμερῶν προθεσμίαν, ἵνα μελετήσωμεν! Δὲν πιστεύω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς σπουδάζει, ἀρνούμενος νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν αἴτησιν ἡμῶν.
§97Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπιμένω, ὅπως μὴ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπὴν, διότι εἶναι γνωστὸν ἐκ τῆς πείρας, ὅτι οὐδὲν ἐλπίζεται ἐκ τῶν ἐπιτροπῶν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὠνόμασε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐξάμβλωμα· δὲν ἠξεύρω, ἂν ἐσυνήθισε νὰ βλέπῃ πολλὰ ἐξαμβλώματα εἰς τὰς ἑαυτοῦ πράξεις, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀποκαλεῖ τὸ νομοσχέδιον οὕτω. Τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦτον ἐγὼ δὲν ἀποδέχομαι, διότι τὸ νομοσχέδιον ἐμελετήθη δεόντως· ἄλλως τε ἐγὼ πρῶτος εἶπον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ κρατοῦντος νόμου, ὅτι ὡς πρὸς τὸν φόρον τῶν ὀρεινῶν δήμων θέλω λάβει πρόνοιαν κατὰ τὴν προσεχῆ Βουλευτικὴν Σύνοδον. Δὲν εἶδον τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, ἵνα προσκομίσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας. Ἀλλ’ ἐὰν ἐμελέτα τὸν σχετικὸν νόμον, θὰ ἔβλεπεν, ὅτι οὐδεμίαν ἔχει ἐπίδρασιν ἡ κατὰ δήμους φορολογία, διότι ὁ νόμος στηρίζεται ἐπὶ ἑτέρας βάσεως, τουτέστιν ἐπὶ τῆς τιμῆς τοῦ γλεύκους, καὶ ἐπὶ τοῦ μέσου ὅρου τοῦ παραγομένου γλεύκους κατὰ στρέμμα, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ εἰσπραχθέντος κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς λιανικῆς καταναλώσεως. Ἑπομένως δὲν τῷ χρησιμεύει ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν ἐζήτησε, διότι αὕτη δὲν ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἐν τούτοις τὰς πληροφορίας, ἃς ἐζήτησε, θέλει ἔχει ἐγκαίρως.
§98ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὴν προθυμίαν, ὅπως φέρῃ τὰς πληροφορίας, ἃς ἐζήτησα. Περὶ τοῦ ἂν εἶναι, ἢ μή, χρήσιμοι, θέλει κρίνει ἀμέσως ἡ Βουλή. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡμολόγησεν, ὅτι τὸ ὅλον ποσὸν τῶν δύο ἑκατομμυρίων καὶ τόσων ἑκατοντάδων χιλιάδων κατανέμεται εἰς τοὺς δήμους, καὶ παρὰ τούτων ζητεῖται· ἀλλὰ κατανέμεται κατ’ ἀναλογίαν τινά, ἥτις προκύπτει ἐκ τῆς μέσης παραγωγῆς. Ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸν πίνακα, ὃν ἐδημοσίευσεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θέλετε ἴδει, τί κατελογίσθη εἰς ἕκαστον δῆμον· ὅταν δὲ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰς πληροφορίας, ἃς θέλει φέρει, θέλετε ἴδει, τί πληρώνει σήμερον ἕκαστος δῆμος· θέλετε ἴδει παραδείγματος χάριν, ὅτι ὁ δῆμος Κρωπίας ἐπλήρωνε 20,000 δραχμάς, ἀλλὰ θέλετε ἴδει ἔπειτα ἀπέναντι, ὅτι σήμερον θέλει πληρώνει δρ. 145,000. Αὐτὸ θέλω νὰ ἀποδείξω, ὅτι δῆμος παράγων οἶνον μὴ καταναλισκόμενον ἐν αὐτῷ, ἀλλ’ εἰσαγόμενον εἰς ἑτέρους καὶ ἐν αὐτοῖς φορολογούμενον, ὁ δῆμος οὗτος ἀντὶ νὰ πληρώσῃ 40,000 θὰ πληρώσῃ 145,000. Καὶ θέλει πληρώσει· διότι ἐμπειρικῶς παρελάβομεν 2 ἑκατομμύρια καὶ κατενείμαμεν εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Ταῦτα, ὅταν ἔλθῃ ἡ κατάλληλος ὥρα, θέλομεν εἴπει ἐκτενέστερον.
§99ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, βλέπω, ὅτι δὲν ἐνόησε τὴν οἰκονομίαν τοῦ νόμου. Εἰς ἐμὲ ἦλθον ἀκριβῶς δημόται τοῦ δήμου Κρωπίας νὰ παραπονεθῶσι κατὰ τοῦ φόρου. Μοὶ εἶπον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὅτι «ἡμεῖς ἐπληρώναμεν 18,000 ἕως 20,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος, καὶ σήμερον θὰ πληρώσωμεν 140,000»· ἐγὼ δ’ ἐξήγησα εἰς αὐτοὺς, ὅτι τὸ Δημόσιον εἰσέπραττε κατὰ τὸ παρελθὸν ἐκ τοῦ παραγομένου ἐν τῷ δήμῳ Κρωπίας οἴνου τὸ τριπλάσιον τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ὑπὸ τὸ ἐπιβληθὲν νῦν σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας πρόκειται νὰ εἰσπράξῃ. Ὁ δῆμος Κρωπίας καταλέγεται μεταξὺ τῶν δήμων, οἵτινες, ὅ,τι παράγουσι, πωλοῦσιν εἰς ἄλλους δήμους.
§100Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει, νομίζω, νὰ πρυτανεύῃ κατ’ ἐξοχὴν ἡ καλὴ πίστις εἰς τὰς συζητήσεις ἐπὶ τῶν διαφόρων θεμάτων, καὶ ἂν δὲν ἦναι δυνατὸν αὕτη νὰ ἐπιτευχθῇ ἐπὶ πάντων, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιδιώκηται ἔν τισι ζητήμασι καθολικοῦ συμφέροντος. Καὶ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, οὐχὶ ἀπαθῶς κρίνων, διεῖδεν εἰς τὴν πρότασιν περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν πρότασιν διαπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας. Τὸ ζήτημα ἀνεπτύχθη εὐρύτατα, ὥστε νὰ περιττεύῃ ἄλλη συζήτησις. Ἂν εἶχε σφάλματα ὁ νόμος, ἂν εἶναι δικαιολογημένη ἡ σκληρὰ λέξις ἐξάμβλωμα εἰς τὰ πνευματικὰ τέκνα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, θέλομεν ἐπὶ τούτων δι’ ὀλίγων συζητήσει, διότι ἔχομεν ἤδη νομοθέτημα οὐχὶ κατὰ τὸ στάδιον τῆς εἰσαγωγῆς αὐτοῦ, ἀλλὰ κρινόμενον καὶ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς. Ἡ ἐφαρμογὴ ἀπέδειξε πλημμελείας, αἵτινες δικαιοῦσι δι’ αὐτὸ τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἐξαμβλώματος. Εἶναι δὲ δυνατὸν ἐκ σωματικῶς ἀρτίου ἀνδρὸς νὰ γεννηθῶσιν ἀνάπηρα τέκνα, καὶ ἐκ τῆς πνευματικῆς ἀρτιότητος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ γεννηθῶσι τέκνα, ἅτινα νὰ θεωρηθῶσιν ἐξαμβλώματα. Καὶ εἶναι ὄντως ἐξάμβλωμα ὁ νόμος περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων· τοὐλάχιστον ὡς ἐξάμβλωμα ὑπεβλήθη τὰ πρῶτον. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτε ὑπεβλήθη πρῶτον ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὅτι εἶχε βάσιν κατανομῆς εἰς τὰ στρέμματα ἀμπέλων ἑκάστου τόπου τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραττόμενον ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ οἴνου. Ἐὰν δὲ οὕτως ἐψηφίζετο, θὰ συνέβαινέ τι τερατῶδες. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὸν δῆμον Κρωπίας. Κατὰ τὸ πρῶτον σχέδιον νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δηλώσεων τοῦ οἴνου τοῦ τόπου ἐκείνου καὶ τοῦ ἐγγείου φόρου εἰσεπράττετο ποσὸν μὴ ὑπερβαῖνον τὰς 10,000 δραχμάς, διότι ὁ οἶνος δὲν ἐδηλώνετο ἐν τῷ τόπῳ, καθὸ ἐξαγόμενος. Τὸ ποσὸν τοῦτο, κατανεμόμενον εἰς τὰς 25,000 στρέμματα τοῦ δήμου, δὲν θὰ ἀνελόγει ἢ πρὸς 40 λεπτὰ κατὰ στρέμμα. Τοὐναντίον δὲ ὁ Πειραιεὺς καὶ τὸ Λαύριον, μέρη τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν ἐκτάσεις ἀμπέλων, ἀλλ’ εἶχον μεγάλας δηλώσεις οἴνου ἄλλοθεν εἰσαγομένου· ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ ἐκ τῶν δηλώσεων τούτων εἰσπραττομένη φορολογία κατενέμετο εἰς τὰ στρέμματα τῶν ἀμπέλων τοῦ τόπου, θὰ ἐβάρυνε διὰ 300 καὶ 400 δραχμῶν φορολογίας ἕκαστον στρέμμα! Σέβομαι τὴν στοργὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς τὰ πνευματικά του τέκνα, ἀλλὰ σέβομαι πλειότερον τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἂς ὀργίζεται ὅσον θέλει, ὅταν ὀνομάζωμεν ἐξαμβλώματα τοιαῦτα νομοσχέδιά του. Τὸ ἀρχικὸν ζήτημα εἶναι τοῦτο: εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ πρότασις τῆς παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν; Ἡμεῖς θεωροῦμεν ἀπαραίτητον τοῦτο, διότι ὁ νόμος πρέπει πάντως νὰ μεταρρυθμισθῇ. Ἀλλὰ νὰ μεταρρυθμισθῇ κατὰ τὰς ὀρθὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἐνδεικνύει ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα. Ἡ παραπομπὴ δὲν ἀποδεικνύει διάθεσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Τοὐναντίον, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, μεταξὺ ἄλλων ὠφελειῶν, αἵτινες ἀνεπτύχθησαν, ὑπάρχει καὶ ἕτερον εὐεργέτημα, παρεχόμενον εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἠμέλησαν μέχρι τοῦδε νὰ δηλώσωσι τὰς ἀμπέλους των, καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐνδιαφερομένη ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τῶν ἀμπελοκτημόνων ἐννοεῖ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἐννοεῖ καὶ νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῷ συμφέροντι αὐτοῦ καὶ τοῦ Δημοσίου. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ ἀρνῆσθε πεισμόνως τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν μέχρι τῆς Τρίτης. Ὑπάρχει καὶ τὸ ἕτερον νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν ζώων. Καὶ τοῦτο δύναταί τις νὰ μὴ ὀνομάσῃ ἐξάμβλωμα; Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁμοιάζει τοὺς ἀτυχεῖς πατέρας, τοὺς ἔχοντας ἀτυχῆ τέκνα. Ἡ στοργή των εἶναι τόσον μεγαλειτέρα, ὅσον ταῦτα εἶναι ἀνάπηρα. Κατὰ τὸν νόμον περὶ φορολογίας τῶν ζώων, ὁ ἐξ αὐτῶν φόρος ὡρίσθη ἀποκλειστικῶς διὰ τὸ Δημόσιον. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι δῆμοι, οἵτινες ἐκ τῆς ἀνεπτυγμένης κτηνοτροφίας ἐν αὐτοῖς εἶχον ἐκ ταύτης καὶ μόνης κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον τὸ μόνον αὐτῶν ἔσοδον· ἐκ τοῦ ἐσόδου δὲ τούτου οἱ δῆμοι διετήρουν τὴν δημοτικὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν ἐκπαίδευσιν· ἀλλ’ ὁ σοφὸς νόμος τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν προέβλεψε νὰ ἀφήσῃ τίποτε εἰς τοὺς δήμους ἐκ τοῦ φόρου τούτου, ἵνα ἔχωσι δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ ἐκπαίδευσιν.
§101Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ νόμος δὲν ἐφηρμόσθη. Καὶ περὶ τῶν δήμων αὐτῶν λαμβάνεται πρόνοια.
§102Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ λαμβάνεται πρόνοια ἐν τῇ διανοίᾳ ὑμῶν καὶ οὐχὶ ἐν τῷ νόμῳ. Ἀκριβῶς δὲ δὲν ἐτολμήσατε νὰ ἐφαρμόσητε αὐτὸν ἐκ τῶν ἀτελειῶν του καὶ ἐκ τῶν τοιούτων ἀπιστεύτων παραλείψεων, καὶ ἵνα εἰσαγάγητε νέον νομοσχέδιον καὶ περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζώων. Διὰ τοιαῦτα ἄρα νομοσχέδια ἀτελῆ δέον ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μὴ ἐπαίρηται, οὔτε νὰ ἀσχάλλῃ, ὅταν συζητῶνται. Καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἐξάμβλωμα, καὶ πρέπει μετὰ ἐμβριθῆ συζήτησιν νὰ ψηφίσωμεν. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς θὰ πιστεύσῃ ὅτι τὴν πρότασιν ἡμῶν ὑπηγόρευσεν οὐχὶ πνεῦμα ἀντιδραστικόν, ἀλλ’ ἀγαθὴ διάθεσις ἐμβριθεστέρας συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων του, ὥστε νὰ μὴ ψηφίζωνται εἰς τὸ μέλλον τοιαῦτα, ἅτινα νὰ ἀναγκάζωσι τὸν μὲν κύριον Δραγούμην νὰ καλῇ ταῦτα ἐξαμβλώματα, τὸν δὲ κύριον Ὑπουργὸν τόσον νὰ ταράσσηται.
§103Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν σκοπῶ νὰ συζητήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι μετὰ πολλῆς μου ἀπορίας καὶ πολλῆς μου λύπης ἤκουσα ἐκ στόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κατάργησιν θεσμοῦ, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ λειτουργία τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Βεβαίως ἡ μελέτη τῶν νόμων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τι τὸ ἀσφαλές, ὅταν γίνηται ἐν πλήρει συνεδριάσει τῆς Βουλῆς; ἡ μελέτη τῶν νόμων πρέπει νὰ γίνηται ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ὑπάρχει τι τὸ ὀρθὸν εἰς τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ ἡμῶν δὲν ἐργάζονται μετὰ τῆς ἀπαιτουμένης δραστηριότητος καὶ ἐπιμελείας· ἀλλ’ ὑπάρχει τι τὸ ἀκριβέστερον, ὅτι ὑφίστανται αἱ ἐπιτροπαὶ αὗται, ὑπάρχει τὸ ἀναντίρρητον, ὅτι δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ ἐξελέγη ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἡμερῶν, οὐδὲν ἄλλο σκοποῦσα ἢ τὴν ἐξέτασιν τῶν νόμων τῶν οἰκονομικῶν, ἰδίως τῶν νόμων τῶν φορολογικῶν. Καθῆκον εἶχεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ καταστήσῃ, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν ἐν ταῖς ἀτελείαις ἡμῶν, πραγματικὴν τὴν λειτουργίαν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης καὶ τῶν ἄλλων ἐπιτροπῶν, εἶχε δὲ καθῆκον ἀνώτερον τούτου, νὰ μὴ δηλώσῃ, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν εἰδικὴν τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Ἡ ἀπώλεια τοῦ χρόνου εἶναι κἄτι τι ὀλιγώτερον ἀπὸ τὴν ἀπώλειαν τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, καὶ βλάβην καὶ ἀπώλειαν τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου ἐπιφέρει ἡ ἐφαρμογὴ νομοθετημάτων ἀτελῶν, βλάβην καὶ ἀπώλειαν τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου θὰ ἐπιφέρῃ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἄνευ τῆς ἀπαιτουμένης μελέτης αὐτοῦ. Δὲν ἔχει ἢ νὰ ἀναγνώσῃ τις τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα ἴδῃ, ὅτι, ἂν ψηφισθῇ ὡς ἔχει ὁ νόμος τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, δύναται νὰ καταστῇ — ἐπιτρέψατέ μοι τὴν φράσιν — ὁ φοῦρνος τοῦ Ναστραδὶν χότζα. Διότι δίδει τὸ δικαίωμα εἰς πάντα Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάσσῃ, ὀψέποτε θελήσῃ, τὴν ἀνασύνταξιν τῶν πρωτοκόλλων, τὰ ὁποῖα ὁρίζει τὸ ἄρθρον 15 τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Ἀναγνωρίζομεν πάντες, ὅτι ἐγένοντο σφάλματα. Ἂν δὲ τὰ σφάλματα ταῦτα προέρχονται ἐξ ἐλλείψεως καλῆς ἀντιλήψεως τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν, ἐξ ἐλλείψεως ἀρκουσῶν ὁδηγιῶν πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου, δὲν ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω. Ἐγένοντο ἀναμφισβητήτως σφάλματα, τὰ σφάλματα δὲ ταῦτα ἐξήγειραν πλείστους ἐναντίον τοῦ νόμου, καὶ τὰ σφάλματα ταῦτα πρόκειται νὰ διορθωθῶσιν. Ἐὰν ὁ νόμος ᾖναι τοιοῦτος, ὥστε παρέχει ἡμῖν τὸ ἐνδόσιμον νὰ προβλέπωμεν, ὅτι ἑκάστοτε δύνανται νὰ παρουσιάζωνται τοιαῦτα σφάλματα, τὰ ὁποῖα νὰ καθιστῶσιν ἀναγκαίαν τὴν ἐπανάληψιν ὁλοκλήρου τοῦ μηχανισμοῦ καὶ ὁλοκλήρου τῆς διαδικασίας τῆς ὁριζομένης ὑπὸ τοῦ νόμου πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως ταύτης, δυνάμεθα ἀναμφισβητήτως νὰ προβλέψωμεν, ὅτι ταχέως θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ καταργήσωμεν τὸν τοιοῦτον νόμον· ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου ἐν τῷ μέλλοντι θὰ παρουσιασθῶσι τοσαῦτα ἄτοπα, ὥστε νὰ ἀναγκάζηται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάσσῃ τὴν ἐπανάληψιν ὁλοκλήρου τῆς διαδικασίας, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ὁ νόμος πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Ἐλπίζω, ὅτι τελειοποιουμένης τῆς νομοθεσίας ταύτης δὲν θὰ περιέλθωμεν εἰς τὴν ἀνάγκην, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα σήμερον, νὰ διατάσσωμεν τὴν ἀνασύνταξιν τῶν πρωτοκόλλων. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὅλαι αἱ ἀτέλειαι τῶν νόμων νὰ διορθωθῶσιν ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς. Πανταχοῦ πᾶσαι αἱ τοιαῦται ἀτέλειαι, αἵτινες παρουσιάζονται οὐχὶ μόνον ἐν τοῖς νομοσχεδίοις τῶν ἡμετέρων Ὑπουργῶν, ἀλλὰ καὶ ἐν τοῖς νομοσχεδίοις πολλῶν Ὑπουργῶν ἑτέρων Κρατῶν, μᾶλλον ἡμῶν προηγμένων, πᾶσαι αὗται αἱ ἀτέλειαι διορθοῦνται παρὰ προσώπων εἰδικῶν καὶ μὴ ἐπηρεαζομένων εἰς τὸ ἔργον αὐτῶν. Τοιαύτη μελέτη δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἐν τῇ Βουλῇ. Καὶ ἂν σήμερον παραδεχθῶμεν, ὅτι δὲν ὑφίστανται ἐπιτροπαί, ἢ αἱ ὑφιστάμεναι τοιαῦται δὲν ἐμπνέουσιν ἐμπιστοσύνην, ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν γενικώτερον, ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν, πῶς πρέπει νὰ νομοθετῶμεν· διότι βεβαίως νομοθετήματα μὲ μόνην τὴν ἐργασίαν τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ τῶν γραφείων καὶ μόνην τὴν συζήτησιν τὴν δημοσίαν τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι τέλεια. Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν δύναται νὰ ἐργασθῇ καὶ φέρῃ τὸ πόρισμα τῆς μελέτης αὐτῆς μέχρι τῆς Τρίτης, βεβαίως πρέπει νὰ συστηθῇ ἑτέρα ἐπιτροπή. Δὲν προτείνω νὰ συστηθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπή, διότι νομίζω, ὅτι ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπὴ δύναται νὰ μᾶς φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐργασίας της. Ἀλλ’ ἐὰν ἀπελπισθῶμεν περὶ τῆς ἀποτελεσματικότητος τῆς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης μέχρι τῆς Τρίτης, τότε πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, ἂν πρέπῃ νὰ συζητήσωμεν ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν κατάργησιν τῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπῆς, τότε νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ γενικωτέρα σκέψις περὶ τῆς ἀποτελεσματικότητος τῶν νομοθετικῶν ἡμῶν ἐργασιῶν, καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπιφυλάσσομαι νὰ φέρω, ἂν παραστῇ ἀνάγκη. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιβλαβῆ διὰ τὰ ἔργα ἡμῶν ἰδέαν τῆς μὴ παραπομπῆς τοῦ νομοθετήματος τούτου εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§104Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ὑπέλαβεν, ὅτι ἡ πρότασις ἡμῶν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ ἕτερα ἐπείγοντα μὴ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπήν, σκοπεῖ νὰ καταργήσῃ τὰς σχετικὰς διατάξεις περὶ ἐπιτροπῶν τοῦ ὑφισταμένου Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Πᾶν ἄλλο ἐσκόπουν ἢ τοῦτο. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἐπιτρέπει νὰ γίνεται ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ πρότασίς μου ἀφορᾷ. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος, δι’ ὅσων πολλῶν, ἀσχέτων πρὸς τὸ θέμα, εἶπεν, ἀπέδειξεν ὅτι πρὸ παντὸς ἀγορεύει, ὅπως καταναλωθῇ περισσότερος χρόνος, προτείνει δὲ, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν θέλῃ νὰ ἐργασθῇ εἰς τὴν μελέτην αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ σχηματίσωμεν εἰδικὴν ἐπιτροπήν. Ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία γινώσκει τὸ ἐπεῖγον τῶν νομοσχεδίων τούτων, νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἄμεσον συζήτησιν αὐτῶν. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι οὐδέποτε ἰσχυρίσθην, ὅτι εἶμαι ἀλάθητος, καὶ διὰ τοῦτο θὰ δεχθῶ νὰ συζητήσω πᾶσαν γνώμην ὑποβαλλομένην ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων.
§105Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, διότι ἀναγνωρίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὸ δικαίωμα νὰ ἑρμηνεύῃ, ἔστω καὶ ἐναντίον τῆς γραμματικῆς, τὰς ἰδίας αὑτοῦ γνώμας, καὶ ἐνῷ πρὸ ὀλίγου ἔλεγεν, ὅτι θεωρεῖ ματαιοπονίαν τὴν παραπομπὴν τῶν νομοσχεδίων εἰς τὰς ἐπιτροπάς, διότι νομίζει, ὅτι ἀπεδείχθη, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ δὲν ἐργάζονται, νῦν ἔρχεται καὶ ἑρμηνεύει, ὅπως θέλει, τὰ παρ’ αὑτοῦ λεχθέντα. Ἀλλὰ τὰς ἰδικάς μου γνώμας τὸν παρακαλῶ νὰ μὴ τὰς ἑρμηνεύῃ κατὰ τὴν ἰδικήν του γραμματικήν· διότι ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι, ἐὰν τὴν Τρίτην δὲν προσαχθῇ ἡ ἐργασία τῆς οἰκονομικῆς ἐπιτροπῆς, νὰ προβῶμεν τότε εἰς τὴν ἐκλογὴν εἰδικῆς ἐπιτροπῆς. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ σήμερον, ὅτι ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν δύναται νὰ ἐργασθῇ, ὀφείλει νὰ προβῇ εἰς ἐκλογὴν εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ προσέθηκα, ὅτι δὲν ποιοῦμαι τὴν πρότασιν περὶ ἐκλογῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, διότι νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν, ὑφισταμένης μιᾶς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς οἰκονομικῆς, νὰ δεικνύωμεν ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἀμφιβολίαν ἡμῶν περὶ τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς. Τοῦτο εἶπον, καὶ βεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι μετ’ ἀπορίας μου ἤκουσα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐπισήμως προτείνοντος ἡμῖν τὴν κατάρτισιν τῆς νομοθετικῆς ἡμῶν ἐργασίας παρὰ τὸν Κανονισμόν.
§106Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ Βουλὴ βεβαίως ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφασίσῃ, ὅτι ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων πρέπει νὰ ἄρξηται ἀμέσως. Τὸ δικαίωμά της εἶναι ἀπόλυτον, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ἐκβιάσῃ τὴν συζήτησιν, ὅταν τοιαύτη συζήτησις μέλλῃ νὰ ἀποβῇ πρὸς βλάβην τῶν γενικῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα σκοποῦσι νὰ προστατεύσωσι τὰ 4 νομοσχέδια. Ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ποιήσηται τὴν ὑποχώρησιν, νὰ δώσῃ δηλ. τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως μελετήσῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Πρὸς τοῦτο μόνον ἡ αὔριον δὲν ἐπαρκεῖ, διότι πρόκειται περὶ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, ἡ ὁποία περιλαμβάνει σπουδαιότατα ζητήματα, πρόκειται περὶ τῆς φορολογίας τῶν οἰκοδομῶν, νομοσχεδίου ὅπερ πρώτην φορὰν παρουσιάζεται, πρόκειται περὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, τὸ ὁποῖον ἐπίσης ἀπαιτεῖ μελέτην. Ἀνάγκη νὰ δοθῇ περισσότερος χρόνος εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα παρασκευασθῇ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν, εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι οὔτε τὰ φῶτα τὰ ἰδικά του οὔτε τὰ φῶτα τῆς Βουλῆς ὑπῆρξαν ἐπαρκῆ, ὅπως μᾶς ἀπαλλάξουν ἀπὸ τὰ λάθη, τὰ ὁποῖα αὐτὸς ὁ ἴδιος ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἐγένοντο. Δι’ αὐτὸ θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ δεχθῇ, ὅπως ἡ συζήτησις ἄρξηται τὴν προσεχῆ Δευτέραν.
§107Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον τὸ πρῶτον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν τῶν ἀμπέλων, παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, οὐδεμίαν νὰ φέρωσι δυσκολίαν. Εἶναι ὄντως κατεπεῖγον· πρόκειται περὶ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων τῆς χρήσεως τοῦ 1899· οἱ φορολογικοὶ κατάλογοι εἶναι ἕτοιμοι, καὶ ἠναγκάσθην νὰ διατάξω τὴν ἀναστολήν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ, ὅπως γένηται αὔριον ἡ συζήτησις ἡ πρώτη, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῶσιν αἰτήσεις πληροφοριῶν, νὰ παρουσιασθῶσι δὲ ἀπορίαι. Μεσολαβεῖ ἡ Κυριακή, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὸν νὰ παρασκευασθῶσιν αἱ ἀπαντήσεις, ὥστε κατὰ τὴν δευτέραν καὶ τρίτην συζήτησιν ἡ Βουλὴ θὰ ἔχῃ πάντα τὰ στοιχεῖα. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ ἄλλα, ἐὰν ὑποβάλληται, ὡς ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, πρότασις νὰ ἀφεθῶσι διὰ τὴν Δευτέραν, παραδέχομαι νὰ μείνωσιν, ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὸν εἰς πάντας νὰ τὰ μελετήσωσιν. Ἐπιμένω λοιπὸν, ὅπως αὔριον συζητηθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν ἀμπέλων, τὰ δὲ ἄλλα ἀφεθῶσι διὰ τὴν Δευτέραν.
§108ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 7 καὶ 40′ μ. μ.)