1899.12.09
1.798 στίχοι · 13.939 λέξεις · 121 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 4
Τῆς 9 Δεκεμβρίου 1899.
(Πέμπτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ μεγάλου εὐεργέτου Γεωργίου Ἀβέρωφ ἀπέστειλα πρὸς τὸν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Πολιτικὸν Πράκτορα τὸ ἑπόμενον τηλεγράφημα: «Ἐν ὀνόματι τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων ἐντελλόμεθα ὑμῖν ἵνα ἐκφράσητε πρὸς τὴν οἰκογένειαν τοῦ μεταστάντος μεγάλου τῆς Ἑλλάδος εὐεργέτου Γεωργίου Ἀβέρωφ συλλυπητήρια, καὶ καταθέσητε στέφανον ἐπὶ τῆς σοροῦ αὐτοῦ.» Εἰς τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ἀπήντησεν ἐξ ὀνόματος τῆς οἰκογενείας Ἀβέρωφ, εὐχαριστῶν τὴν Βουλήν, ὁ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ τότε εὑρισκόμενος συγγενὴς τοῦ μεταστάντος κ. Γ. Ἀβέρωφ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑπομένας ἀναφοράς. Οἱ ἐν ταῖς ποινικαῖς φυλακαῖς Τρικκάλων κρατούμενοι κατάδικοι αἰτοῦσι διὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Ζάππα παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως προσμετρηθῇ εἰς τὴν ποινὴν αὐτῶν ὁ χρόνος, καθ’ ὃν, διαρκούσης τῆς ὑπὸ τῶν Τούρκων καταλήψεως τῆς Θεσσαλίας, εἶχον προσωρινῶς ἀπολυθῆ τῶν φυλακῶν.
§2Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τὴν αἴτησιν ταύτην συνιστῶ θερμότατα εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, ὡς λίαν δικαίαν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐν Ζακύνθῳ ἐπὶ τῇ ἑκατονταετηρίδι τοῦ ποιητοῦ Σολωμοῦ ἐπιτροπὴ παρακαλεῖ τὴν Βουλήν νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς, ὅπως καταλληλότερον ἑορτασθῇ ἡ ἑκατονταετηρὶς τοῦ Σολωμοῦ. Ὁ Παναγιώτης Τζώρτζης ἐκ Μεγαλοπόλεως παραπονεῖται κατὰ τοῦ ἀστυνόμου Φαλαισίας. Ἡ Κρῆσσα χήρα Μιχαὴλ Ντεντιδάκη ζητεῖ αὔξησιν τοῦ χορηγουμένου αὐτῇ μηνιαίου χρηματικοῦ ἐπιδόματος. Κατάδικοι τῶν φυλακῶν Ἀμφίσσης ζητοῦσι παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ἀπονεμηθῇ εἰς αὐτοὺς βασιλικὴ χάρις. Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἔχει τὸν λόγον.
§4Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς ἐνεστώσης Συνόδου. Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν ἐπῆλθον αὐξήσεις διαφόρων κονδυλίων, τὰς ὁποίας θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ ἐν συντόμῳ νὰ ἀναφέρω, καθόσον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δὲν φαίνονται. Καὶ πρώτη αὔξησις εἶναι 400 δραχμῶν διὰ στολὰς κλητήρων, διότι τὸ ποσὸν, τὸ ἀναγραφόμενον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς παρελθούσης Συνόδου, τῶν 800 δραχμῶν δὲν εἶναι βεβαίως ἐπαρκὲς διὰ στολὰς 23 κλητήρων. Ἐθεώρησε λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ πίστωσιν 400 ἐπὶ πλέον δραχμῶν. Ἐπίσης ἀνεγράφη πίστωσις 500 δραχμῶν ἐπὶ πλέον διὰ γραφικὴν ὕλην, διότι ἡ πίστωσις τῶν 300 δραχμῶν, ἡ ἀναγραφομένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς παρελθούσης Συνόδου, βεβαίως δὲν εἶναι ἐπαρκής Ἀνεγράφη ἐπίσης πίστωσις 700 δραχμῶν ἐπὶ πλέον δι’ ἔκτακτα ἔξοδα τελετῶν, διότι ἡ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς παρελθούσης Συνόδου ἀναγραφομένη τῶν 300 δραχμῶν δὲν ἦτο ἐπαρκὴς, ὅπως καὶ τὸ Προεδρεῖον ἐπανειλημμένως ἐδήλωσεν...
§5Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Τί ἐπὶ πλέον; Τώρα γίνεται ὁ προϋπολογισμός.
§6ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Συγκρίνω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους, καὶ λέγω ὅτι ἀνεγράφη ἐπὶ πλέον δαπάνη 700 δραχμῶν, διότι ἡ ἀναγραφομένη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον πίστωσις τῶν 300 δραχ. δὲν ἦτο ἐπαρκής. Ἐπίσης ἀνεγράφη ἐπὶ πλέον δαπάνη 300 δραχμῶν διὰ δετικὰ ἐπισήμων καὶ ἐστενογραφημένων πρακτικῶν καὶ παραρτήματος, διότι παρετηρήθη ὅτι δὲν ἦτο ἐπαρκὴς ἡ πίστωσις τῶν 300 δραχμῶν. Καὶ διὰ καύσιμον ὕλην ἀνεγράφη ἐπὶ πλέον πίστωσις δραχ. 450, διότι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἴχομεν θέρος, τώρα εἶναι χειμὼν, καὶ 250 δραχμαὶ βεβαίως δὲν ἀρκοῦσι διὰ τὴν θέρμανσιν τοῦ Βουλευτηρίου. Ὁ κύριος Στάης, ὡς Ἔφορος τῆς Βιβλιοθήκης, ὑποβάλλει ἐπίσης τὸν προϋπολογισμόν του, καὶ ἀναγράφει ἐπὶ πλέον δαπάνην δι’ ἔξοδα ἐφορείας, γραφικῶν καὶ παραλαβῆς κιβωτίων δρ. 400. Διὰ δετικὰ βιβλίων ἐπὶ πλέον δρ. 2,000, διότι ὁ κ. Ἔφορος τῆς Βιβλιοθήκης δηλοῖ ὅτι ὑπάρχουσι πολλὰ βιβλία ἄδετα, καὶ ἂν δὲν δοθῇ ἡ πίστωσις, ἐπειδὴ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν εὑρίσκονται ἄδετα, θὰ καταστραφῶσι. Νομίζω δὲ ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ψηφίσῃ τὴν πίστωσιν. Ἐπίσης ζητεῖ πίστωσιν 450 δρ. ἐπὶ πλέον διὰ τὸν ξυλουργὸν, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν κ. Ἔφορον εἶναι χρήσιμος καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, καὶ ἠναγκάσθη μάλιστα ὁ κ. Ἔφορος νὰ κρατήσῃ τὸν ξυλουργὸν ἄνευ πιστώσεως κατὰ τοὺς 6 μῆνας, κατὰ τοὺς ὁποίους δὲν συνεδρίαζεν ἡ Βουλή.
§7Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Τί κάμνει ὁ ξυλουργός;
§8ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν ἠξεύρω. Θὰ σᾶς τὸ εἴπῃ ὁ κ. Στάης αὔριον, ὅτε θὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμός. Ἐπίσης διὰ στολὰς τριῶν κλητήρων τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς ζητεῖ πίστωσιν 270 δραχμῶν. Ὡσαύτως διὰ σύνταξιν καὶ τύπωσιν τοῦ καταλόγου τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, μὴ ὑπάρχοντος τοιούτου, δραχ. 5,000 Κατ’ ἔτος δὲ θὰ ἀναγράφηται μία πίστωσις ἕως ὅτου συμπληρωθῇ ὁ κατάλογος. Ἐκτὸς τούτου ἀνεγράψαμεν μίαν ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν ἐκ δραχμῶν 1020 διὰ καθυστερούμενα παρελθούσης χρήσεως, καὶ ἑτέραν ἐκ δραχμῶν 603 διὰ καθυστερούμενα παρελθουσῶν χρήσεων. Ὀφείλω ὅμως νὰ ποιήσωμαι τὴν δήλωσιν, ὅτι ἡ πίστωσις τῶν 1020 δρ. ἀφορᾷ τὸ Προεδρεῖον τῆς παρελθούσης Συνόδου, διὰ γραφικὴν ὕλην καὶ διαφόρους ἄλλας ἀνάγκας.
§9Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τῆς παρελθούσης Συνόδου ἢ Περιόδου;
§10ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἄλλη εἶναι ἡ πίστωσις τῆς παρελθούσης Περιόδου. Ἡ πίστωσις τῶν 1020 δρ. ἐστάλη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος τὴν ἐπέστρεψε, ζητῶν νὰ ἀναγραφῇ ὡς πίστωσις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς, διότι ἀφορᾷ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς, καὶ οὐχὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Οἱ λογαριασμοὶ πάντες εἶναι ἐδῶ καὶ κατατίθενται. Ἡ ἄλλη πίστωσις ἀνεγράφη μὲν παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ἐναπόκειται ὅμως εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφανθῇ, ἂν θὰ πληρωθῇ ἢ ὄχι, διότι ἀφορᾷ εἰς πίστωσιν τῆς παρελθούσης Περιόδου τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν Πρόεδρος ἦτο ὁ ἀξιότιμος κ. Ρώμας, ὁ ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς, καὶ φαίνεται ὅτι καθυστεροῦνται ἀπὸ τὴν περίοδον ἐκείνην 603 δραχμαὶ εἰς τὸν χαρτοπώλην Ρακόπουλον, ὁ ὁποῖος δι’ αἰτήσεώς του, εἰς ἣν ἐπισυνάπτει καὶ διαφόρους ἀποδείξεις τοῦ τότε διεκπεραιωτοῦ Νικολάου Κοτσελοπούλου καὶ τοῦ λογιστοῦ κλπ., δηλοῖ ὅτι ἔδωκεν αὐτὸς διὰ λογαριασμὸν τῆς Βουλῆς ὅλα τὰ ἐν τῇ αἰτήσει ἀναφερόμενα εἴδη, καὶ ὅτι ταῦτα τοῦ ὀφείλονται. Κατὰ συνέπειαν ἡ ἐπιτροπὴ νομίζει ὅτι πρέπει νὰ ἀναγράψῃ καὶ τὴν πίστωσιν αὐτὴν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς, καὶ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ τὴν πληρώσῃ καὶ αὐτήν. Καταθέτω πάντα ταῦτα, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ νὰ διανεμηθῇ.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 17).
§12Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἰς ποῖον κεφάλαιον περιλαμβάνεται ἡ πίστωσις διὰ τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ Βουλευτηρίου;
§13ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὴν ἔκθεσιν, διότι ἡ μεταρρύθμισις τοῦ Βουλευτηρίου δὲν εἶναι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς Βουλῆς. Αὕτη ὑπάγεται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἁρμόδιος νὰ ἀπαντήσῃ.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§15Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγματος, λαμβάνω τὴν τιμὴν, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1900. Ἐκ λόγων οἵτινες δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκτεθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ, εἶχε κριθῆ ἀναγκαῖον νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων περὶ στρατολογίας καὶ ναυτολογίας, ὡς πρὸς τοὺς Ὀθωμανοὺς τῶν νέων ἐπαρχιῶν, καὶ ἐγένετο ἡ ἀναβολὴ αὕτη τὸ πρῶτον διὰ τοῦ νόμου ᾼΞΘʹ τοῦ 1882. Διὰ δευτέρου νόμου, τοῦ ΒΣΝʹ τοῦ 1894, ἐνεκρίθη νέα ἀναβολὴ τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων τούτων, διὰ τοὺς ἰδίους λόγους. Ἐπειδὴ οἱ λόγοι οὗτοι ὑφίστανται καὶ νῦν, ὑποβάλλω σχέδιον νόμου, καὶ παρακαλῶ νὰ θεωρηθῇ τοῦτο κατεπεῖγον, διότι αἱ ἐργασίαι τῶν στρατολογικῶν συμβουλίων ἄρχονται ἐντὸς ὀλίγου, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβωσι γνῶσιν τούτου τὰ ἁρμόδια στρατολογικὰ γραφεῖα.
§16ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ νὰ ψηφίσωμεν, δέον νὰ μάθωμεν τοὺς λόγους.
§17Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οἷοι λόγοι ἦσαν καὶ κατὰ τὸ 1894.
§18ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν τοὺς γνωρίζομεν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 18–19).
§20Θ. ΜΑΡΚΕΤΟΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἶχεν ἀνακινηθῆ τὸ ζήτημα ἐν τῇ Βουλῇ, τὸ ἀφορῶν τὴν ἀπόλυσιν τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Νικολάου Δελλαπόρτα. Τότε ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον αὐτὸς, ὡς Ὑπουργὸς, δὲν εἶχε προβῆ εἰς ἀπόλυσιν, δὲν δύναται νὰ δώσῃ λόγον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς περὶ πραγμάτων μὴ τετελεσμένων. Καὶ δικαίως. Ἤδη ὅμως, συντελεσθείσης τῆς ἀπολύσεως ταύτης, δέον ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν σχετικῶν ἐγγράφων, διὰ νὰ πεισθῇ ἂν πράγματι, ἡ ἀπόλυσις ἐκείνη ἦτο δικαία καὶ νόμιμος, καὶ ἂν ἐπεβάλλετο ὑπὸ τῶν πραγμάτων, ἢ εἶναι ἀποτέλεσμα ἄλλων ἐνεργειῶν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἁπάσας τὰς ἐκθέσεις καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, δυνάμει τῶν ὁποίων ἐγένετο ἡ ἀπόλυσις αὕτη. Πρέπει δὲ νὰ προκληθῇ συζήτησις, ὁριζομένης ἡμέρας ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι καὶ ἡ κοινὴ γνώμη καὶ ἡ δημοσιογραφία δὲν ἐθεώρησαν τὴν ἀπόλυσιν ταύτην ὡς ἀρκούντως δεδικαιολογημένην ὑπὸ τῶν ἐγγράφων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ἐν τῇ ἐκθέσει του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν Ὑπουργὸν τοῦτον, ἵνα εὐαρεστούμενος καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα εἰς τὴν Βουλήν.
§21Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ ὑπεκίνησα πραγματικῶς τὸ ζήτημα, ὅτε ἐπέκειτο ἡ ἀπόλυσις τοῦ Δελλαπόρτα καὶ ἐπρόκειτο νὰ συνέλθῃ ἡ Σχολὴ τότε, ἵνα ἀποφανθῇ περὶ τῆς διαιρέσεως τῆς ἕδρας τῆς Ὀφθαλμολογίας. Ἀλλὰ βεβαίως, διὰ νὰ κρίνωμεν περὶ τῆς τετελεσμένης ἤδη πράξεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν ὅλα τὰ ἔγγραφα. Ἑνοῦμαι λοιπὸν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ συμπολίτου μου, καὶ παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ πάντα τὰ ἔγγραφα, ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ τοῦ Δελλαπόρτα καὶ ἐντεῦθεν, νὰ καταθέσῃ δηλαδὴ τὸ πρακτικὸν, δυνάμει τοῦ ὁποίου ὁ καθηγητὴς Δελλαπόρτας ἐκρίθη ἄξιος νὰ καταλάβῃ τὴν ἕδραν τῆς Ὀφθαλμολογίας, μέχρι τοῦ τελευταίου ἐγγράφου, τουτέστι τοῦ διορισμοῦ τοῦ ἀντικαταστάτου αὐτοῦ, νὰ προσαγάγῃ δὲ καὶ ὅλην τὴν ἀλληλογραφίαν, ἥτις ἔλαβε χώραν μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ τοῦ Πανεπιστημίου· διότι, ὅταν ἔχωμεν ὅλα τὰ ἔγγραφα, τότε βεβαίως θὰ κρίνωμεν περὶ τῆς διαγωγῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως.
§22Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνδιαφέρει, κύριε Πρόεδρε, εἰς συμπλήρωσιν τῶν κατατεθησομένων ἐγγράφων νὰ κατατεθῇ καὶ ὁ φάκελος ὁ σχετιζόμενος πρὸς τὰς ἀπειλὰς τὰς ἐξενεχθείσας καὶ τὰς ἐνεργείας τὰς γενομένας ὡς πρὸς τὴν ἀπόλυσιν, τὴν μὴ τολμηθεῖσαν εὐτυχῶς, καὶ ἑτέρου καθηγητοῦ, τοῦ κ. Νικολάου Πεζοπούλου, περὶ τοῦ ὁποίου ἐν συνεντεύξει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας ἠκούσαμεν, ὅτι εἶναι διαγεγραμμένον τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκ τῶν καθηγητῶν. Καὶ περὶ τούτου διημείφθη ἀλληλογραφία μεταξὺ τῆς Πρυτανείας καὶ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἐζητήθη ἀπολογία, νομίζω, τοῦ καθηγητοῦ, ὅπως καὶ ἔγγραφον τοῦ κ. Πρυτάνεως ἐστάλη. Ἐπειδὴ εἶναι σχετικὰ τὰ ζητούμενα πρὸς ὑπόθεσιν ἐνδιαφέρουσαν πλείστους τῶν κ.κ. Βουλευτῶν, ἐνδιαφέρουσαν ὁλόκληρον τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς, προκειμένου περὶ ἐλέγχου ἐνεργείας Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦμεν νὰ συμπληρωθῇ ὁ σχετικὸς φάκελος διὰ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ζητῶ διὰ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης.
§23Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Οἱ ἀμπελοκτήμονες τοῦ δήμου Σύρου μὲ ἐπεφόρτισαν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν μίαν ἀναφοράν, διὰ τῆς ὁποίας παραπονοῦνται, ὅτι ἐκανονίσθη νὰ πληρώνωσι φόρον κατὰ στρέμμα δρ. 5,43, καίτοι εἶναι γνωστὸν, ὅτι πληρώνουσι σχεδὸν τὸν ἀνώτατον ὅρον, μὲ ὅλην τὴν ξηρότητα.
§24ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὑπέβαλε νομοσχέδιον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§25Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπεβλήθη χθὲς νομοσχέδιον, κύριε Βουλευτὰ, περὶ τούτου.
§26Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα τῶν ἀναφερομένων.
§27ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου δύνασθε νὰ ὑποβάλητε ὅσας ἔχετε παρατηρήσεις.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§29ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε.
§30ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὸν κ. Χατζίσκον.
§31Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν προτίθεμαι, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀπαντήσω σήμερον εἰς τὴν εἰσηγητήριον ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος ὑπ’ αὐτοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους τοῦ προσεχοῦς ἔτους, ὅπως ἐξελέγξω τὰς προβλέψεις αὐτοῦ περὶ τῶν μελλόντων ἐσόδων τοῦ Κράτους ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μέχρι τοῦδε ὑποβληθέντων προσωρινῶν καὶ ὁριστικῶν ἀπολογισμῶν, οὔτε νὰ ἐξακριβώσω, ἂν ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς θέλῃ ἀπολήξει εἰς περίσσευμα, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ ἔλλειμμα, οὔτε νὰ ἐξετάσω τὰ ὑποβληθέντα διάφορα οἰκονομικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θέλουσι συντελέσει εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας ἡμῶν. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παρίδω τὸν ἐπίλογον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν σχέσει πρὸς τὸ θέμα, δι’ ὃ λαμβάνω τὸν λόγον, καὶ νὰ μὴ κινήσω πρὸς στιγμὴν τὸν αἰσιόδοξον πέπλον, δι’ οὗ ἠθέλησε νὰ περικαλύψῃ τὸν ὑποβληθέντα ὑπ’ αὐτοῦ προϋπολογισμόν. Ἀληθῶς, κύριοι Βουλευταὶ, οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν — καὶ ἐγὼ εἶμαι εἷς ἐξ αὐτῶν—ἤμεθα αἰσιόδοξοι περὶ τῆς καταστάσεως τῆς χώρας ἡμῶν. Ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου συνέβη εἰς τὴν χώραν ἡμῶν ἡ ἐκ τοῦ πολέμου δεινὴ συμφορὰ, ἀφ’ ὅτου ἰδίως δὲν ἐδιδάχθημεν ἐκ τῆς συμφορᾶς ἐκείνης, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθῶμεν τὴν αὐτὴν σκολιὰν πολιτικὴν ὁδὸν, ἐγενόμην, ὁμολογῶ, ἀπαισιόδοξος. Ἡ ἀπαισιοδοξία μου δὲ κατέστη σκοτεινοτέρα ἔτι μᾶλλον, ὁπότε σήμερον, ῥίπτων τὸ βλέμμα μου εἰς μίαν ἄκραν τῆς Ἀφρικῆς, βλέπω φυλὴν ἀγωνιζομένην ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας αὑτῆς, τὴν φυλὴν τοῦ Τράνσβααλ, πρὸ τῶν βράχων τοῦ ὁποίου θραύεται δυστυχῶς τὸ γόητρον τῆς Ἀγγλικῆς κυριαρχίας. Καὶ θλίβομαι ἐπὶ τούτῳ, διότι ἡ μείωσις τοῦ γοήτρου τῆς Δυνάμεως ἐκείνης εἶναι μείωσις τῆς ἐλευθερίας τῶν λαῶν, εἶναι ζημία μεγάλη εἰς τὴν εὐγνωμονοῦσαν Ἑλλάδα πρὸς τὴν εὐεργέτιδα αὐτῆς Δύναμιν. Ἀλλὰ θαυμάζω τὸν ἡρωϊσμὸν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες πίπτουσιν ὁλοκαύτωμα ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας αὑτῶν, τῆς χώρας ἐκείνης, ἔνθα πάντες οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, μηδ’ αὐτοῦ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας ἐξαιρουμένου, καταθέτουσιν 80% ἐκ τῶν ἀποδοχῶν αὑτῶν ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας των.
§32Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. 85.
§33Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Καὶ ἔρχεται σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ τοιαῦτα παθήματα, ἃ ὑπέστη ἡ Ἑλλὰς, καὶ ὁμιλεῖ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ ἐθνικῆς πολιτικῆς! Ἀφήσωμεν πρὸς στιγμὴν τὰς πομπώδεις φράσεις, καὶ ζητήσωμεν διὰ τῶν ἔργων νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι, σφαλόντες ἐν τῷ παρελθόντι, θέλομεν προσπαθήσει νὰ ἄρωμεν τὰ αἴτια, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπῆλθεν εἰς ἡμᾶς ἡ δεινὴ ἐκείνη συμφορά. Ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ περὶ εὐημερίας τοῦ Κράτους, καὶ ἐζήτησε νὰ ἐμπνεύσωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον δίδει, δίδεται ὑπὲρ τῆς εὐημερίας αὐτοῦ, ὑπὲρ τῆς προαγωγῆς τοῦ Κράτους. Καὶ δικαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀμφιβάλλει περὶ τῆς πεποιθήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπὶ τῆς πολιτείας ἡμῶν, καὶ ζητεῖ νὰ ἐμπνεύσωμεν εἰς τὸν λαὸν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλομεν ἐνταῦθα καὶ συζητοῦμεν καὶ ψηφίζομεν, ἀποβλέπουσιν ὑπὲρ τῆς εὐημερίας αὐτοῦ. Ἀλλὰ θὰ σᾶς ἀπαντήσῃ δικαίως ὁ Ἑλληνικὸς λαός: «ποία εἶναι ἡ εὐημερία, ἣν λαμβάνω παρ’ ὑμῶν, ἀφοῦ πρῶτον πάντων ἀσφάλειαν δὲν ἔχω;» Καὶ διὰ τοῦτο, Κύριοι λαμβάνω τὸν λόγον σήμερον, ἵνα παραστήσω ὑμῖν, ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια, ἥτις εἶναι ἡ βάσις τῆς εὐημερίας ἑνὸς Κράτους, δυστυχῶς ἀπό τινος χρόνου εὑρίσκεται εἰς λίαν δυσάρεστον σημεῖον. Ἡ ἐγκληματικότης πανταχοῦ τοῦ Κράτους ηὔξησεν ἀπειλητικῶς. Εἰς ἐπαρχίας, αἵτινες μέχρι τοῦδε ἀπήλαυον πλήρους τῆς ἐννόμου τάξεως καὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἀπό τινος ἐφάνησαν κρούσματα ἐγκληματικότητος οὐχὶ τῆς τυχούσης, εἰς ἄλλας δὲ ἐπαρχίας αἱ ἐκβιάσεις, αἱ ἀπαγωγαί, ἡ ζωοκλοπὴ ἰδίως καὶ δυστυχῶς καὶ ἡ φυγοδικία, λυμαίνονται αὐτάς, εἴς τινας δὲ ἐπαρχίας — δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω γεγονότα — ἡ φυγοδικία ἔλαβε χαρακτῆρα λῃστείας. Καὶ δύναται περὶ τούτου νὰ μαρτυρήσῃ καὶ ὁ παρακαθήμενος τῷ Ὑπουργῷ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἂν ἀληθῆ λέγω, ἂς ἀπαντήσωσιν οἱ ἁρμόδιοι. Ἀπέναντι λοιπὸν τῆς τοιαύτης καταστάσεως, ἀντὶ νὰ ζητήσωμεν διὰ μέτρων διοικητικῶν, διὰ μέτρων νομοθετικῶν, νὰ καταστείλωμεν τὴν ἐγκληματικότητα καὶ νὰ ἀποδώσωμεν τὸν ἐπιούσιον ἄρτον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ἄνευ τῆς ὁποίας οὐδὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ὑπὲρ τῆς εὐημερίας αὐτοῦ, περιοριζόμεθα εἰς τὴν ὑποβολὴν διαφόρων συμπληρωτικῶν οἰκονομικῶν μέτρων, καὶ ἀδιαφοροῦμεν περὶ τοῦ σπουδαιοτέρου, τοῦ ὁποίου ἔχει ἀνάγκην ὁ τόπος, τῆς δημοσίας ἀσφαλείας! Παρακαλῶ ὅθεν τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐν ὀνόματι ἰδίᾳ τῆς ἐπαρχίας μου, νὰ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καθόσον, ἐὰν δὲν αἰσθανθῶσι τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα ἀδυσώπητον τὴν χεῖρα τῆς διοικήσεως κατ’ αὐτῶν, φοβοῦμαι μὴ, ἐπερχομένου τοῦ ἔαρος, ἴδωμεν τὴν δημοσίαν ἡμῶν ἀσφάλειαν ἐπὶ πλέον κλονιζομένην.
§34Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἐπραγματεύθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτὴς, εἶχον σκοπὸν νὰ φέρω τὸν λόγον. Εἰσάγων χθὲς τὸν προϋπολογισμὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ παρουσιάζων ἰσοζύγιον μὲν διὰ τὸ 1899, περίσσευμα δὲ διὰ τὸ 1900, ἐνόμισε καλὸν νὰ προσθέσῃ ἐν τῷ ἐπιλόγῳ τῆς εἰσηγητηρίου ἀγορεύσεώς του, ὅτι δὲν εἶναι μὲν ἐκ τῶν ἄγαν αἰσιοδόξων, ὅσον ἀφορᾷ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἀπαισιόδοξος, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι φιλόπονος καὶ φιλόπατρις. Ἀληθῶς καὶ φιλόπονος καὶ φιλόπατρις εἶναι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἀλλὰ δυστυχῶς εἶναι πολλὰ τὰ διδόμενα, τὰ ὁποῖα μᾶς πείθουν, ὅτι δὲν δύναται ἐφεξῆς νὰ βαστάσῃ τὴν κατὰ γεωμετρικὴν ἀναλογίαν κατ’ ἔτος αὔξησιν τῆς φορολογίας. Καὶ ἀληθῶς τίποτε ἄλλο δὲν παρατηροῦμεν εἰς τοὺς κατ’ ἔτος εἰσαγομένους προϋπολογισμοὺς, παρὰ τὴν κατ’ ἀνιοῦσαν κλίμακα αὔξησιν τῆς φορολογίας ἀφ’ ἑνὸς καὶ τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν ἀφ’ ἑτέρου. Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ χθεσινὴ εἰσήγησις τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ ταῦτα μὲν θὰ συζητήσωμεν πολὺ προσεχῶς, ὅταν γείνῃ ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον δὲν θέλω νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητον, εἶναι, ὅτι εἰς τὸ τέλος τοῦ ἐπιλόγου τῆς εἰσηγητηρίου ἀγορεύσεώς του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐδυσκολεύθη νὰ εἴπῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἐμπνεύσωμεν εἰς τὸν λαὸν τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ φόροι του χρησιμοποιοῦνται ὑπὲρ τῆς εὐημερίας αὐτοῦ. Τῳόντι ἔπρεπε πρὸ πολλοῦ νὰ ἐμπνεύσωμεν τὴν πεποίθησιν αὐτὴν εἰς τὸν λαὸν, ἀλλὰ δυστυχῶς, δι’ ὧν πράττομεν, πᾶν ἄλλο ἐμπνέομεν παρὰ τὴν πεποίθησιν αὐτήν. Ὁ στοιχειωδέστερος, ὁ ἄμεσος σκοπὸς τῆς φορολογίας τοῦ λαοῦ εἶναι νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ περιουσία του, νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ζωὴ του καὶ ἡ τιμή του. Ἀπὸ τοιαύτης δ’ ἀπόψεως δὲν νομίζω ὅτι εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῶσι περὶ χρησιμοποιήσεως τοῦ φόρου τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐκεῖνοι, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῶν ὁποίων ἐσαλεύθη ἡ δημοσία τάξις καὶ ἀσφάλεια ἐπὶ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον οὐδέποτε εἶχε διασαλευθῆ ἀπὸ τῆς Μεταπολιτεύσεως καὶ ἐντεῦθεν. Δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ παρέλθωσιν ἐπὶ τὸ βῆμά τινες ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, εἴτε ἐκ τῆς πτέρυγος αὐτῆς, εἴτε ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης, (δεικνύει τὴν δεξιὰν καὶ τὴν ἀριστερὰν) διὰ νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἡ δημοσία τάξις καὶ ἀσφάλεια ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ των εὑρίσκεται εἰς εὐάρεστον σημεῖον. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον μετὰ θλίψεως παρατηρεῖ τις, εἶναι, ὅτι ἐξ ὅλων τῶν σημείων τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου παρίσταται ὡς λίαν δυσάρεστος ἡ δημοσία ἀσφάλεια. Καὶ ἀφίνων τὰς ἄλλας ἐπαρχίας περιορίζομαι μόνον εἰς ἐκείνας, διὰ τὰς ὁποίας ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι ὑπάρχει τελεία ἔκλυσις τῆς δημοσίας τάξεως, τελεία ἀναρχία, δύναμαι νὰ εἴπω. Ἐννοῶ τὰς ἐπαρχίας Πατρῶν καὶ Καλαβρύτων. Ἡ ἐπαρχία τῶν Καλαβρύτων ἀπὸ πολλῶν δεκαετηρίδων δὲν ἐγνώριζε τί θὰ εἰπῇ λῃστεία. Καὶ ὅμως ἀπὸ πολλῶν μηνῶν λυμαίνεται τὸν τόπον αὐτὸν μία συμμορία λῃστοφυγοδίκων, συγκειμένη ἐκ τριῶν ἢ τεσσάρων μελῶν, καθ’ ἧς οὐδεμία γίνεται ἀποτελεσματικὴ καταδίωξις. Καὶ λυμαίνεται ἡ συμμορία ἐκείνη οὐχὶ μόνον ὡρισμένους δήμους τῶν Καλαβρύτων, ἀλλὰ καί τινας ἐξοχικοὺς δήμους τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν. Ἀλλὰ καὶ ἡ ζωοκλοπὴ ἔχει φθάσει εἰς τὸ μὴ περαιτέρω. Δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ πολίτης ἠσφαλισμένον τὸ ὑποζύγιον αὐτοῦ οὔτε ἐντὸς τῆς οἰκίας του! Μοὶ ἔλεγον δήμαρχοι τῶν Πατρῶν καὶ Καλαβρύτων, ὅτι οὔτε ἐπὶ τῆς Μεταπολιτεύσεως τοιαύτη ἔκλυσις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τάξεως παρετηρήθη. Καὶ τοῦτο συμβαίνει διότι ἐδημιούργησαν οἱ σήμερον κυβερνῶντες μίαν μεταβατικὴν ἀστυνομικὴν κατάστασιν λίαν ἐπιβλαβῆ. Εἰσήγαγον νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐγένετο νόμος, δι’ οὗ ἱδρύσαμεν νέαν ἀστυνομίαν, τὴν διοικητικήν. Καὶ ἀφ’ ἧς στιγμῆς κατηργήθη, ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία δὲν ὑπάρχει πλέον παρὰ κατ’ ὄνομα, διότι ἐδημιουργήθη αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς μεσοβασιλείας τῆς ἀστυνομικῆς, ἥτις παρέλυσε τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν. Καὶ ὅμως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς ἔλεγε χθὲς, ὅτι πρέπει νὰ ἐμπνευσθῇ ἡ πεποίθησις, ὅτι οἱ φόροι τοῦ λαοῦ χρησιμοποιοῦνται ὑπὲρ τοῦ λαοῦ. Καὶ μὲ τοιαύτην χρησιμοποίησιν τῶν φόρων ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἔχετε τὸ θάρρος νὰ τῷ ἐπιβάλλητε καὶ νέους! Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν ἠξεύρετε τί θέλετε καὶ τί ζητεῖτε, πρὸς τί εἰσάγετε νομοσχέδια πρὸς ἐπιψήφισιν; Ἐψηφίσατε τὸν νόμον περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ ἀφοῦ τὸν ἐψηφίσατε, δὲν τὸν ἐθέσατε εἰς ἐφαρμογήν.
§35ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ πῶς τὸν ἐψήφισαν!
§36ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν ἐψήφισαν κατὰ τὴν ἱστορικὴν νύκτα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐψηφίσθησαν 45 ἕτερα νομοσχέδια ἐν μιᾷ ὥρᾳ! Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ πεποίθησις, τὴν ὁποίαν ἐμπνέομεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν περὶ τοῦ ὅτι οἱ φόροι του χρησιμοποιοῦνται πρὸς εὐημερίαν αὐτοῦ, ἤτοι πρὸς παγίωσιν τῆς τάξεως καὶ ἀσφαλείας; Δὲν νομίζω ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπεν, ἀπέναντι τοιαύτης ἐκλύσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Προκειμένου δὲ περὶ τῆς αἰσιοδοξίας του, ὅτι δύναται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ βαστάσῃ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ὁλονὲν αὐξάνουν, αὐτὸ θὰ τὸ συζητήσωμεν προσεχῶς, ὁπότε δὲν θὰ μείνῃ ἴσως πολὺ εὐχαριστημένος ὁ κ. Ὑπουργός.
§37Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ὅπως διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῶν ὑπερβολῶν, τὰς ὁποίας ἠκούσατε τὴν ἑσπέραν ταύτην. Πάντα τὰ λεχθέντα περὶ τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας βεβαίως εἶναι ὑπερβολικά. Εἰς οὐδένα δὲ ἐπιτρέπεται νὰ λέγῃ, ὅτι οὐδέποτε ἀπὸ τῆς Μεταπολιτεύσεως μέχρι σήμερον ἡ δημοσία ἀσφάλεια εἰς τοσοῦτον εὑρέθη δυσάρεστον σημεῖον, ὅσον σήμερον. Ἐὰν τὸ ζήτημα τοῦτο εὐρέως συζητηθῇ,—καὶ δύνανται οἱ κύριοι Βουλευταί, ὅταν θελήσωσι, νὰ φέρωσιν εὐρεῖαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου συζήτησιν,—θέλομεν ἀποδείξει, ὅτι πάντα τὰ παρ’ αὐτῶν λεχθέντα, οὐ μόνον ὑπερβολικὰ εἶναι, ἀλλὰ καὶ ἐν πλείστοις ἀναληθῆ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπίκρισιν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἐφηρμόσαμεν εἰσέτι τὸν ψηφισθέντα νόμον περὶ νέας διοικητικῆς ἀστυνομίας, κατὰ πρῶτον ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν, ὅτι ἀφῃρπάσαμεν τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ νόμου ἐκείνου. Ὁ νόμος ἐκεῖνος λίαν εὐρέως ὑπὸ τῆς Βουλῆς συνεζητήθη, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἐκείνου ἡ δημοσία τάξις καὶ ἀσφάλεια θὰ εὑρεθῇ εἰς καλλίτερον σημεῖον ἐκείνου, εἰς ὃ εὑρέθη εἰς τὰς καλλιτέρας ἐποχὰς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, εἰς τὴν ἐποχὴν τουτέστι, καθ’ ἣν ἡ ἀστυνομία ἐλειτούργει κανονικῶς, καθ’ ἣν ὑπῆρχεν Ἀρχηγεῖον Χωροφυλακῆς. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς, ἀφ’ ἧς κατηργήθη ὁ θεσμὸς τοῦ Ἀρχηγείου, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία δὲν ὑπῆρχεν. Εἰς τὴν ἀστυνομίαν, ἐκτὸς ὀλιγίστων ἐξαιρέσεων, ὑπηρετοῦσι βεβαίως οὐχὶ οἱ καλλίτεροι τῶν ἀξιωματικῶν. Αἱ ἀνάγκαι τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας φέρουσιν ὡς ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα, ὅτι πολλοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι πολὺ χρήσιμοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυνομίας, δὲν δύνανται νὰ παραμείνωσιν ἐν αὐτῇ. Ἄλλως τε γινώσκετε ὅλοι ὑμεῖς, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ὅπως ἐφαρμόζεται ἐν τοῖς πλείστοις δήμοις τοῦ Κράτους, εἶναι εἰς χεῖρας ἐνωμοταρχῶν καὶ ὑπενωμοταρχῶν. Τί ὁμιλεῖτε λοιπὸν περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας; «Ἀλλὰ—μᾶς λέγετε—διατὶ δὲν ἐφηρμόσατε τὸν θεσμὸν τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου;» Δὲν ἐφηρμόσαμεν εἰσέτι τὸν θεσμὸν τοῦτον διὰ δύο λόγους. Ὁ πρῶτος καὶ κύριος λόγος εἶναι, ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἡ προπαρασκευαστικὴ ἐργασία πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἡ ἐργασία αὕτη ἐγένετο ἤδη, καὶ μετ’ ὀλίγον θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν εὐάρεστον κατάστασιν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν νόμον ἐκεῖνον. Δεύτερος λόγος σπουδαῖος ὑπῆρχεν ὁ ἑξῆς. Οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν λησμονεῖ, ὁποῖαι ἐπικρίσεις κατὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἐγένοντο, ἐπικρίσεις κυρίως βασιζόμεναι εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας. Ὅλοι σχεδὸν οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑπεστήριζον καὶ προσεπάθουν ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἑτέρου νόμου περὶ χωροφυλακῆς, νόμου, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς παρακολούθημα τοῦ πρώτου νόμου, ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο ἡ διατάραξις τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ. Κατηγόρουν δὲ ἡμᾶς, ὅτι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων ἐκείνων ἠθέλομεν δημιουργήσει ἐλλείμματα, καὶ ὅτι ἠθέλομεν ἀνοίξει τὸν δρόμον εἰς τὰ ἐλλείμματα καὶ τὸ οἰκονομικὸν χάος. Αὐτὰ παρεστάθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, οὐδεὶς δ’ ἐξ ὑμῶν τὰ ἐλησμόνησε. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον ν’ ἀφήσῃ νὰ διέλθῃ ὁ χρόνος, ἵνα ἴδῃ, ἐὰν αἱ ἀπαισιόδοξοι αὗται προβλέψεις τῶν κατὰ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων ἀγορευσάντων θὰ ἐπραγματοποιοῦντο. Ἔχομεν σήμερον τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἀναγγείλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἀπαισιοδοξία ἐκείνων διεψεύσθη, καὶ ὅτι ἡ αἰσιοδοξία ἡμῶν ἀπεδείχθη ὅτι ἦτο δικαιολογημένη. Βασιζόμενοι ἐπὶ τῆς καταστάσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καταστάσεως, ἡ ὁποία, μεθ’ ὅλα τὰ λεγόμενα, εἶναι ἀναμφισβητήτως καλὴ, διότι οἱ ἀριθμοὶ, ὅταν πρόκειται μάλιστα περὶ εἰσπραχθέντων, δὲν δύνανται ν’ ἀμφισβητηθῶσι, βασιζόμενοι, λέγω, ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα μέχρι σήμερον ἡ χρῆσις τοῦ 1899 μᾶς ἔδωκε, θαρρούντως θέλομεν προβῆ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νέων νόμων. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων τούτων θέλει ἐξασφαλισθῆ ἡ τάξις καὶ ἡ ἀσφάλεια, περὶ τῆς ὁποίας εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ λέγῃ, ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἀπεικόνισεν ὁ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτής.
§38Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Βεβαίως ἀνέμενον τὴν αἰσιοδοξίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διαδεχθῇ ἡ αἰσιοδοξία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπί τε τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ ἐπὶ τῶν ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ψηφισθέντων νόμων, καὶ ἐπὶ τῆς δημοσίας ἰδίᾳ ἀσφαλείας. Σήμερον δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ὡς προηγουμένως εἶπον, οὐδὲ ἂν οἱ νόμοι, οὓς ἐψήφισεν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτῶν θ’ ἀποδειχθῶσι τοιοῦτοι, οἵους ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρέστησεν ἡμῖν· ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠθέλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὄχι μόνον νὰ παραστήσῃ τοὺς περὶ αὐτῆς λόγους μας ὡς ἐξ ὑπερβολικοῦ ἐνδιαφέροντος λεχθέντας ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ νὰ παραστήσῃ τούτους καὶ ὡς μὴ ἀκριβεῖς, δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου διὰ τὴν φράσιν, ἣν εἶπε περὶ ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ἀντιπροσώπων ἐπαρχιῶν μαστιζομένων ὑπὸ τῆς λῃστοφυγοδικίας, ἀντιπροσώπων ζητούντων διαβεβαίωσιν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως περὶ προνοίας αὐτῆς, καὶ ἀντὶ νὰ ἀκούσωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει προσπαθήσει διὰ παντὸς τρόπου ν’ ἀποκαταστήσῃ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, τὴν τοσοῦτον διασαλευθεῖσαν, λαμβάνομεν τὴν ἀπάντησιν, ὅτι λέγομεν ὑπερβολὰς, ὅτι εἴμεθα ἀνευλαβεῖς πρὸς τὴν ἀλήθειαν! Ἐρωτήσατε, κύριε Πρωθυπουργὲ, πάντας τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἐπαρχιῶν, διὰ νὰ πεισθῆτε περὶ τῆς καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Δὲν λέγω ὅτι εὑρίσκεται αὕτη εἰς ἀπελπιστικὸν σημεῖον, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκεται καὶ εἰς τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἀνέμενεν ἡ Ἑλλὰς, καὶ ἰδίως παρὰ Κυβερνήσεως, ἥτις ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐπαγγελθεῖσα μεταρρυθμιστικὰ καὶ ἀνορθωτικὰ μέτρα. Δὲν πρόκειται νὰ ἀναπτύξω εἰς ὑμᾶς σήμερον τὰς ζωοκλοπὰς, αἱ ὁποῖαι λαμβάνουν χώραν, δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἀπαγωγῶν καὶ ἐκβιάσεων, οὐδὲ περὶ τῶν λαμβανουσῶν χώραν λῃστρικῶν πράξεων. Ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρω μόνον, ὅτι ἐγγὺς τῆς ἐπαρχίας μου συνέβη λῃστεία, αἰχμαλωτισθέντος τοῦ πρώην δημάρχου Σκλαβοῦνου, ὅστις ἀπηλευθερώθη ἀφοῦ ἐπλήρωσε λύτρα. Καὶ θέλετε ἄλλα σημεῖα διασαλεύσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας; Καὶ καταγγέλλετε ἡμᾶς, ὅτι ὁμιλοῦμεν ἀνευλαβῶς πρὸς τὴν ἀλήθειαν! Εἴθε ν’ ἀποδειχθῶμεν ὑπερβολικὰ λέγοντες, καὶ ἡ δημοσία τάξις νὰ ᾖναι οἵαν ὑμεῖς παριστάνετε. Ἀλλ’ ἂν συμβῇ τὸ ἐναντίον, τότε θὰ μεμφθῆτε σεῖς ὑμᾶς αὐτοὺς, ὅτι δὲν προεβλέψατε περὶ καταστολῆς κακοῦ, τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν θέλει διασαλεύσει, ἀλλὰ καὶ τὴν τάξιν καὶ τὴν εὐημερίαν τῆς ἀτυχοῦς αὐτῆς χώρας.
§39Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰλικρινῶς ἐπόθουν νὰ ἦτο ἀληθὲς, ὅτι μεθ’ ὑπερβολῆς ἐρρήθησαν τὰ κατὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Δυστυχῶς ὅμως, πληροφορῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν,—καὶ δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ λόγον νὰ ὑποθέτῃ ὅτι ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως ἐξέθηκα τὰ περὶ τούτου,— ὅτι ὅσα εἶπον εἶναι κατώτερα τῆς ἀληθείας, τοὐλάχιστον ὅσα εἶπον περὶ τῶν δύο ἐπαρχιῶν Πατρῶν καὶ Καλαβρύτων. Καὶ λυποῦμαι διότι, προκειμένου περὶ Καλαβρύτων, δὲν ἐγείρονται νὰ τὰ βεβαιώσουν οἱ ἁρμοδιώτεροι ἐμοῦ Βουλευταὶ Καλαβρύτων. Εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μία συμμορία λυμαίνεται τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων καὶ τῶν Πατρῶν ἀπὸ ἔτους καὶ πλέον, ἀποτελουμένη ἀπὸ ἕνα Σωτῆρχον, ἕνα Καρατασὸν καὶ ἕνα Καραμεσίνην; Καὶ μήπως πρόκειται περὶ τούτων μόνον; Χθὲς μοὶ ἔλεγε φίλος Βουλευτὴς ἐκ Γυθείου, ὅτι εἰς ἐλάχιστον χρονικὸν διάστημα ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του συνέβησαν ἑπτὰ ἀνθρωποκτονίαι. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἷς ἐφόνευσε δύο μοναχοὺς ἐν τῷ δήμῳ Δύμης, καὶ ἐτράπη εἰς τὰ ὄρη, ἀποτελέσας μέλος τῆς συμμορίας, ἣν προανέφερα. Εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ αὐτὴ συμμορία, ἢ ἄλλη, ἐπολιόρκησε πρό τινων ἡμερῶν τὴν οἰκίαν τοῦ δημάρχου Λαπαθῶν τῶν Καλαβρύτων, καὶ ἐξεκίνησε στρατιωτικὴ δύναμις ἀπὸ τὰς Πάτρας διὰ νὰ προστατεύσῃ τὴν ἀποκλεισθεῖσαν οἰκογένειαν; Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μίαν ἔκθεσιν ἀντιπροσώπου τινὸς τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν. Καὶ ἠξεύρετε τί λέγει διὰ τὸν δῆμον Λαπαθῶν; «Εἰς τὸ πρῶτον τμῆμα ἦλθον, λέγει ὁ ἀντιπρόσωπος, καὶ μοῦ κατήγγειλαν, ὅτι κατὰ τὴν ὥραν τῆς ψηφοφορίας συμμορία ληστοφυγοδίκων, ὀλίγον μακρὰν τοῦ τόπου τῆς ἐκλογῆς, ἐβίαζε τοὺς ἐκλογεῖς νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τοῦ ἑτέρου τῶν ὑποψηφίων Σακελλαροπούλου. Ἐξῆλθον καὶ τοὺς εἶδον, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ τοὺς καταδιώξω, διότι δὲν εἶχον ἐπαρκῆ δύναμιν.» Αὐτὰ λέγει ὁ δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος. Τί ἄλλο ζητεῖτε; Εἶναι δικαιολογημένος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ λέγῃ, ὅτι εἶναι ὑπερβολικὰ ὅσα εἴπομεν; Ἀλλὰ εἶπον, ὅτι οὔτε ἐπὶ τῆς Μεταπολιτεύσεως ἐγίνοντο αὐτά. Μάλιστα, αὐτὸ μοὶ τὸ εἶπον δήμαρχοι τῶν ἐπαρχιῶν Πατρῶν καὶ Καλαβρύτων. Καθῆκον ἑπομένως, καὶ καθῆκον ἐπιτακτικὸν ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, οὐχὶ ν’ ἀμφισβητῇ μετ’ ἐπιμονῆς τὰ ἀνεπίδεκτα ἀμφισβητήσεως γεγονότα, ἀλλὰ νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν ὅλως ἔκτροπον καὶ ἔκρυθμον ταύτην κατάστασιν.
§40Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὅτε ἀνεχώρησα ἐκ Λαμίας, πρὸ δεκαπέντε περίπου ἡμερῶν, οἱ συμπολῖταί μου ῥητὴν μοὶ ἔδωσαν ἐντολὴν, νὰ κάμω τὰς δεούσας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν παραστάσεις, ὅπως αὕτη μεριμνήσῃ πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ τάξεως, ἡ ὁποία διασαλευθεῖσα ἀπό τινος ἐδημιούργησε κατάστασιν ἐκρυθμοτάτην. Καὶ ἐσκόπουν ἀληθῶς νὰ φέρω ἐνταῦθα τὸν λόγον ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο λίαν προσεχῶς, ἂν δὲν μὲ ἐπρολάμβανον οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Πατρῶν καὶ Φθιώτιδος συνάδελφοι, εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν ὁποίων, καθ’ ὅλα ἀληθῆ καὶ δίκαια, θὰ ἠρκούμην, ἂν μὴ ἤκουον πρὸ ὀλίγου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ ἀδικαιολόγητος, κατ’ ἐμὲ, αἰσιοδοξία τοῦ ὁποίου μὲ ἠνάγκασε νὰ μὴ σιωπήσω. Ἡ Φθιῶτις, Κύριοι, ὡς πάντες γνωρίζετε, πολλὰ ὑπέφερεν ἄλλοτε, ἀπὸ τοῦ 1881 ὅμως, ὅτε τὰ σύνορα ἀπεμακρύνθησαν ἀπ’ αὐτῆς, ἀπέλαυεν ἄκρας τάξεως καὶ ἀσφαλείας, ἥτις, διασαλευθεῖσα ἀληθῶς ἐκ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Τσουλῆ καὶ Παπακυριτσοπούλου, ἀποκατεστάθη καὶ πάλιν, μετὰ τὴν καταστροφὴν αὐτῶν. Ἀπὸ ἔτους ὅμως, ἢ μᾶλλον ἀπὸ μηνῶν τινων, ἡ τάξις καὶ ἡ ἀσφάλεια ἐξέλιπον εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην, καὶ ταύτας διεδέχθησαν ἀναιρέσεις, φόνοι, ἀπαγωγαί, ζωοκλοπαί, ληστεῖαι καὶ παντὸς εἴδους κακά, τὰ ὁποῖα πᾶν ἄλλο ἐμπνέουσιν ἢ τὴν αἰσιοδοξίαν, ὑπὸ τῆς ὁποίας εἶδον κατεχόμενον μόνον τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἡ κατάστασις, ἐν Φθιώτιδι τουλάχιστον, ἐν ᾗ καὶ ἐγὼ διαμένω, ἐμπνέει δικαίαν ἀνησυχίαν, καὶ καιρὸς εἶναι, ἀφίνοντες κατὰ μέρος τὴν αἰσιοδοξίαν, νὰ φροντίσωμεν νὰ ἐπαναφέρωμεν τὴν τάξιν, εἰς τρόπον ὥστε οἱ κάτοικοι, οἱ φύσει φιλήσυχοι κάτοικοι, ἀνενοχλήτως καὶ ἀφόβως νὰ ἐπιδίδωνται εἰς τὰς ἐργασίας των, τὰς ὁποίας ἐκ φόβου παρημέλησαν. Πάντες κλείονται εἰς τὰς οἰκίας των, φοβούμενοι νὰ ἐργασθῶσιν εἰς τοὺς ἀγρούς των, ἢ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰ ποίμνιά των καὶ τὰ ἐπιβλέψωσι. Καὶ ταῦτα πάντα ἀποδίδουσιν οἱ ἐν Φθιώτιδι ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὴν κατάργησιν τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων, ἡ ἔλλειψις τῶν ὁποίων ἀπεθράσυνε τὰ κακοποιὰ τοῦ τόπου στοιχεῖα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς τὴν χαλάρωσιν τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, χαλάρωσιν προελθοῦσαν ἐκ τῆς ἀπογοητεύσεως τῆς καταλαβούσης τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ὅτι μετ’ οὐ πολὺ ταῦτα θὰ παύσωσιν ἐκπληροῦντα τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου ἀστυνομικοῦ συστήματος, ἐφαρμογὴν ἀπὸ ὥρας εἰς ὥραν ἀναμενομένην, ἀλλὰ δυστυχῶς πάντοτε ἀναβαλλομένην, ἐπὶ μεγίστῃ ἴσως ζημίᾳ τῶν πολιτῶν. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ ἀστυνομικὸν σύστημα, ἠκούσαμεν πρὸ ὀλίγου, ὅτι τοῦτο λίαν προσεχῶς σκοπεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐφαρμόσῃ, καὶ ἂς ὑπομείνωμεν, καίτοι ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πολὺς ἀκόμη θὰ παρέλθῃ χρόνος ἐν τῇ τοιαύτῃ ἀστυνομικῇ, οὕτως εἰπεῖν, μεσοβασιλείᾳ. Ὅσον ὅμως ἀφορᾷ εἰς τὰ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα, ἡ χρησιμότης τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν συμβαινόντων μετὰ τὴν κατάργησιν αὐτῶν, παρακαλῶ θερμῶς ἐκ μέρους τῶν συμπολιτῶν μου τὴν Κυβέρνησιν νὰ σπεύσῃ νὰ ἀνασυστήσῃ ταῦτα, ἂν μέχρι τοῦδε δὲν τὰ ἀνεσύστησε, συμφώνως καὶ πρὸς τὴν γνώμην τῶν ἐν Φθιώτιδι ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι πρὸ πολλοῦ ὑπέδειξαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ ληπτέα μέτρα πρὸς περιστολὴν τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα φέρουσιν εἰς ἀπόγνωσιν τοὺς πολίτας, καὶ τοὺς ἀναγκάζουσι νὰ διαμαρτύρωνται κατὰ τῆς καταστάσεως ταύτης, ἡ ὁποία, ἂν ἐξακολουθήσῃ ὑφισταμένη, θὰ τοὺς φέρῃ εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ εἴπωσιν ἡμέραν τινά, ὅτι, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν μεριμνᾷ περὶ αὐτῶν, καὶ αὐτοὶ δὲν πληρώνουσι τοὺς φόρους των.
§41Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐὰν ὁ τελευταῖος ἀγορεύσας δὲν ἤρχετο εἰς τὰς Ἀθήνας πρὸ μικροῦ, ἤθελον ἐννοήσει τὴν σύστασιν, ἣν ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· ἀλλὰ δὲν ἔχει παρὰ δύο ἡμέρας ἐν Ἀθήναις, καὶ ἦλθεν ἐκ Φθιώτιδος, καὶ γνωρίζει ἑπομένως, ὅτι τὸ Ἀρχηγεῖον ἀνασυνέστησε τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα, καὶ ἡ καταδίωξις τῶν ἐγκληματιῶν ἐνεργεῖται μετὰ πολλῆς ἐπιτυχίας· πιστεύω δ’ ὅτι τὰ ἀποτελέσματα θὰ ἦναι εὐχάριστα. Ἀπὸ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Ράλλη ἐπεκηρύχθησαν φυγόδικοί τινες ὡς λησταί, μέτρον δι’ οὗ ἡ τότε Κυβέρνησις ἤλπιζεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν. Καὶ πράγματι ἡ τάξις ὁπωσδήποτε ἐπαγιώθη, παρῆλθε δ’ ἀρκετὸν χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ οἱ κακοποιοὶ οὗτοι δὲν διετάραξαν τὴν κοινωνικὴν τάξιν. Ἕνεκα τοῦ πολέμου, εἰς τὰς ἐπαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας εἰσήλασεν ὁ ἐχθρὸς, ἀνεῴχθησαν αἱ φυλακαὶ, καὶ οἱ ἐγκληματίαι ἐξαπελύθησαν ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐκ τοῦ ἑλληνικοῦ ἐδάφους ἀποχώρησιν τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ διῆλθον ὁλόκληρον τὸ θέρος συγκεντρωμένα τὰ ἡμέτερα στρατεύματα, καὶ ἡ τάξις δὲν διεσαλεύθη· ἐπιστεύετο δ’ ὅτι δὲν θὰ διαταραχθῇ τὸν χειμῶνα, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρωσι τὴν ἡσυχίαν των καὶ νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν διατήρησίν των οἱ ληστοφυγόδικοι, οὓς ὀνομάζω οὕτω, διότι βεβαίως δὲν εἶναι λησταὶ ἐν κυριολεξίᾳ. Ληστὴς ἦτο ὁ Νταβέλης, λῃστὴς ἦτο ὁ Λύγκος· οἱ σημερινοὶ κακοποιοὶ εἶναι ζωοκλέπται, θρασεῖς ἔστω, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ λῃσταί. Αὐτοὶ λοιπὸν, οἵτινες ἔφυγον χθὲς ἀπὸ τὰς φυλακὰς, προέβησαν εἰς τὴν λῃστοπραξίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτὴς, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ συμμορία σας βεβαιῶ, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου χρονικοῦ διαστήματος θὰ ἔχῃ καταστραφῆ. Οὐδεμία ἄλλη πρᾶξις ἐγένετο, ἐκτὸς μιᾶς ἐν Ῥαψάνῃ, ἀλλ’ αὕτη ἦτο μᾶλλον ἐκδίκησις λαθρεμπόρων, ἐχόντων πάθη μεταξύ των. Καὶ αὐτοὶ, φυγοδικήσαντες, ἴσως ἐπήγασαν, κατὰ τὰς ἐμὰς πληροφορίας. Οὐδαμοῦ ἀλλοῦ, καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, διεταράχθη ἡ δημοσία ἀσφάλεια, οὐδαμοῦ συνέβη τι, ἐκτός τινων ζωοκλοπῶν ἐν Καλαβρύτοις, ὅπου ὅμως ἡ καταδίωξις ἤρξατο ἀπηνεστάτη. Ἡ Κυβέρνησις ἐνησχολήθη εἰς τὴν καταδίωξιν τοῦ Τεσκερὲ καὶ τοῦ Παλαβιώτη, καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐνεργειῶν της τὰ γνωρίζει ἡ Ἑλλὰς ὁλόκληρος. Παρέστησαν οἱ συνάδελφοι τὴν κατάστασιν χειροτέραν καὶ ἐκείνης τῶν παρελθόντων ἐτῶν, χάριν τῆς ὁποίας νόμοι ἐψηφίσθησαν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, νόμοι δρακόντειοι, ἀντισυνταγματικοὶ νόμοι, διὰ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ τάξις. Κύριοι, συγχωρητέον εἰς τοὺς ἀντιφρονοῦντας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπέρχωνται κατ’ αὐτῆς· τερπνὸν καὶ εὐχάριστον ἴσως εἰς τοὺς συμπολίτας αὐτῶν νὰ ἀναγινώσκωσιν εἰς τὰς ἐφημερίδας λόγους φιλιππικοὺς κατὰ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως. Ἴσως ἡ ῥητορικὴ αὕτη δύναται νὰ ἐνισχύσῃ αὐτοὺς τοπικῶς, βλάπτει ὅμως τὸν τόπον, διότι παριστᾷ ἀνακριβῶς τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος ὡς μὴ ἐκπληροῦσαν τὸ καθῆκόν της.
§42ΚΡΙΤΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§43Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις, Κύριοι, ἀπὸ τῆς ἀναρρήσεως αὐτῆς εἰς τὴν ἀρχὴν ἐσκέφθη, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν καὶ νὰ τὴν ἑδραιώσῃ, καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν, τὸν στρατὸν τὸν μέχρι τοῦδε ἀσχολούμενον εἰς ξένα τῶν καθηκόντων του ἔργα, νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν θέσιν του, ἵνα μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν λυπηρὰν καὶ πάλιν θέσιν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτὴς νὰ ἀναμνησθῇ παρελθόντων δυστυχημάτων. Καὶ τὰ μέτρα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις χάριν τῆς τιμῆς, χάριν τῆς εὐημερίας τῆς πατρίδος, ἐλέγχονται ὡς ἔργα ἄσκοπα, ὡς ἀμελέτητα! Ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ἔργων δὲν θὰ βραδύνῃ, καθὼς εἶπε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ τότε ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ σήμερον ἀδίκως κατακρίνοντες τὴν Κυβέρνησιν θέλουσι συγχαρῆ αὐτὴν διὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβε χάριν τῆς ἀσφαλείας καὶ τῆς τιμῆς τῆς πατρίδος.
§44Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Μετ’ ἀπορίας ἤκουσα πρὸ ὀλίγου ὅσα εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, διὰ τῶν ὁποίων ἠθέλησε σὺν τοῖς ἄλλοις νὰ κακίσῃ τοὺς Βουλευτὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐτόλμησαν νὰ ὀνομάσωσι λῃστὰς ἀνθρώπους ὅλως κατὰ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἀναξίους τοῦ τίτλου αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπαξίως, κατὰ τὸν ἴδιον κ. Ὑπουργὸν, ἴσως μάλιστα καὶ μεθ’ ὑπερηφανείας, ἔφερον μόνον ὁ Νταβέλης καὶ ὁ Λύγκος. Ἐγὼ ἀληθῶς δὲν γνωρίζω τίνος Σχολῆς μαθηταὶ ὑπῆρξαν οἱ ταραξίαι, περὶ ὧν πρόκειται, οὔτε συνεπῶς τίνος διπλώματος ἔτυχον, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοὺς χαρακτηρίσω. Τοὺς κρίνω ἐκ μόνων τῶν πράξεών των, καὶ ἐπειδὴ αὐταί εἰσι καθ’ ὅλα ὅμοιαι τῶν πράξεων τοῦ Νταβέλη καὶ τοῦ Λύγκου, ὀνομάζω αὐτούς, ὡς καὶ πολλοὶ ἄλλοι συνάδελφοι, λῃστάς. Καὶ κατὰ τί τάχα διαφέρει τῆς λῃστείας ἡ κατ’ ἀγέλας ὁλοκλήρους ζωοκλοπή; Κατὰ τί διαφέρουσι τῆς λῃστείας αἱ ἁρπαγαὶ διαφόρων κορασίδων; Τί εἶναι οἱ φόνοι τοῦ Γκατζιᾶ ἐν τῷ δάσει τοῦ χωρίου Μιξιατῶν, τοῦ Παπαρούνη παρὰ τὸ χωρίον Κομποτάδαις, τοῦ Κασιάρα, τοῦ δεκαοκταετοῦς, παρὰ τὸ χωρίον Ἰμίρμπεη, ὁ φόνος ἐπὶ τέλους τοῦ καπνεμπόρου Ντινοπούλου, ὃν ἐφόνευσαν ἐν μέσῃ πλατείᾳ τῆς Λαμίας, βεβαίως ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ κερδήσωσιν οἱ φονεῖς του εἴκοσι περίπου χιλιάδας δραχμὰς, τὰς ὁποίας εἶχεν ἐν τῷ κιβωτίῳ του; Δὲν εἶναι λῃστεία ἡ πράξις τῶν δύο ἀδελφῶν Σταθοπούλων, οἱ ὁποῖοι ἐφονεύθησαν εὐτυχῶς ὑπὸ τοῦ γέροντος πατρὸς τῆς ὑπ’ αὐτῶν καὶ τῶν ἀδελφῶν των ἁρπαγείσης κόρης, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡτοιμάζοντο νὰ ἐπιτεθῶσι κατ’ αὐτοῦ καὶ τῆς κόρης του, ἐπανερχομένων εἰς τὸ χωρίον των ἐκ Χαλκίδος καὶ ἐκ τῆς δίκης, καθ’ ἣν, αὐτῶν φυγοδικούντων, οἱ δύο ἄλλοι ἀδελφοὶ κατεδικάσθησαν; Τὸν περιέμενον εἴς τι σημεῖον τῆς ἀπὸ Λαμίας εἰς Καρπενήσιον ἀγούσης ἁμαξιτῆς ὁδοῦ, ἵνα μετὰ τῆς κόρης του τὸν κρεουργήσωσι! Τί θέλετε νὰ γείνῃ, ὅπως πεισθῆτε, ὅτι ἡ κατάστασις εἶναι οἰκτρά; Θέλετε αἰχμαλωσίας καὶ ἐξαγοράς; Ἀλλὰ καὶ τοιαύτας ἔχετε. Ἠχμαλωτίσθη ὁ πρώην δήμαρχος Ἐλατείας, δήμου ἀνήκοντος εἰς τὴν ἐπαρχίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἐπλήρωσε λύτρα 4, νομίζω, χιλιάδας δραχμάς· ἠχμαλωτίσθησαν αἱ ἡμίονοι τοῦ Κολέσκα, ξυλεμπόρου ἢ μᾶλλον ὑλοτόμου, καὶ τὰς ἐξηγόρασεν οὗτος ἀντὶ χιλίων δραχμῶν. Ἰδοὺ λοιπὸν καὶ αἰχμαλωσίαι, ἰδοὺ καὶ ἐξαγοραί! Τί ἄλλο θέλετε; Ἀλλ’ ὅταν ταῦτα ἡμεῖς λέγωμεν ἐνταῦθα, ἡ Κυβέρνησις ἀπαντᾷ διὰ μὲν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ταῦτα γίνονται καὶ εἰς τοὺς Παρισίους, διὰ δὲ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι δι’ αὐτὰ δὲν εἶναι ὑπεύθυνος ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὅτι προσέτι, ἂν συμβαίνωσι καί τινα, ταῦτα ὀφείλονται εἰς τὸ ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν ἀστυνομικῶν περιφερειῶν ἔχουσι προϊσταμένους οὐχὶ ἀξιωματικούς, ἀλλ’ ἐνωμοτάρχας καὶ ὑπενωμοτάρχας. Καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθές· ἀλλὰ τίς πταίει; διατὶ ἡ Κυβέρνησις ἀφίνει τὰς ἀστυνομικὰς περιφερείας ὑπὸ τὴν διοίκησιν τῶν ὑπενωμοταρχῶν; Πταίουσιν ἆρα γε οἱ διεκτραγωδοῦντες σήμερον τὴν κατάστασιν, ἢ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις; Ἐν Λαμίᾳ διηύθυνε τὴν ἀστυνομίαν ὁ ἐντιμότατος καὶ δραστηριώτατος λοχαγὸς κ. Μπαίρας. Τοῦτον ἡ Κυβέρνησις ἀπήλλαξε κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐν Λαμίᾳ τελουμένης κατὰ τὴν 27 Αὐγούστου ἐμποροπανηγύρεως, καὶ χωρὶς νὰ φροντίσῃ περὶ ἀντικαταστάτου τοῦ ἀξιωματικοῦ, τὸν διέταξε νὰ παραδώσῃ τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν ἐνωμοτάρχην. Ἀμέσως ἡ πειθαρχία παρέλυσε, καὶ ὁ φόβος πρὸς τὴν ἀστυνομίαν ἐξέλιπε· καὶ πρὸς ἐπιβεβαίωσιν τούτου εἶδον αἱ χιλιάδες τῶν πανηγυριστῶν ἐν μέσῳ αὐτῶν φονευόμενον διὰ μαχαίρας ὑπενωμοτάρχην τινὰ ὑπό τινος ἐκ Τριπόλεως ἐμβαλωματοῦ. Διατὶ ἐπαύθη ὁ κ. Μπαίρας; Διότι ἴσως ἦτο ἀκατάλληλος; Ὄχι βεβαίως· τοῦτο δ’ ἀποδεικνύει τὸ γεγονὸς, ὅτι ὁ λοχαγὸς οὗτος ἀμέσως μετὰ τὴν παῦσίν του διετάχθη, τῇ ἐνεργείᾳ καὶ τῇ παρακλήσει τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, καὶ μετέβη εἰς Ἀργοστόλιον, ἀναλαβὼν ἐκεῖ τὴν διεύθυνσιν τῆς ἀστυνομίας μέχρι τῆς παρελεύσεως τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ἀστυνομία ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν αὐτοῦ ἐδείχθη αὐστηρὰ καὶ ἀξία τῶν προσδοκιῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Διατὶ λοιπὸν ἐπαύθη ὁ κ. Μπαΐρας, ἐννοεῖτε πάντες, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ τὸ εἴπω ἐγώ. Ἐκ τούτων ὅμως πᾶς τις δύναται νὰ συμπεράνῃ, ὅτι ὅλα τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὀφείλονται εἰς τὸ ἀνεπαρκὲς τῶν διευθυνόντων τὰς ἀστυνομικὰς περιφερείας, ὀφείλονται εἰς μόνην τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δημιουργεῖ τὴν τοιαύτην κατάστασιν τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, καὶ ὅτι συνεπῶς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ αἰσιοδοξίας του τὰ εἶπεν ἵνα τὰ εἴπῃ καὶ οὐχὶ διότι τὰ πιστεύει· καὶ τοῦτο, Κύριοι, εἶναι, νομίζω, ἱκανὸν νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι ὅλα τὰ κακὰ προέρχονται ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τῆς ἀστυνομίας, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, ὁ Πρόεδρος τῆς ὁποίας, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς δι’ ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἶπεν, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν ἀθλίαν κατάστασιν τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας, ὡμολόγησε, χωρὶς νὰ τὸ ἐννοήσῃ, ὅτι δι’ αὐτὴν μόνη ὑπεύθυνος εἶναι ἡ Κυβέρνησις, ἀφ’ ἑτέρου ἐσύστησεν ἡμῖν ὑπομονὴν, εἰπὼν ὅτι ἐντὸς ὀλίγου, ἐφαρμοζομένου τοῦ συστήματος της, τὰ πάντα θὰ διορθωθῶσιν. Ἄς ἔχωμεν λοιπὸν ὑπομονὴν, καὶ ἂς ἀναμείνωμεν τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καθ’ ἣν, κατὰ τὰς ἐπαγγελίας τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, τὰ πάντα θὰ διορθωθῶσιν, ἡμέραν ἥτις δι’ ἐμὲ δὲν θὰ ὑπάρξῃ, ἐφ’ ὅσον θέλομεν νὰ διοικώμεθα ὡς διοικούμεθα.
§45Ι. Δ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπήντησεν εἰς τοὺς προαγορεύσαντας συναδέλφους γενικῶς περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἐπειδὴ οἱ δύο ἐκ τούτων ἀντιπροσωπεύουσι τὴν ἐπαρχίαν, ἣν καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, ὡμίλησαν δὲ διὰ μακρῶν περὶ τῆς δῆθεν διασαλευθείσης ἐν αὐτῇ τάξεως, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, διότι ἄλλως ἤθελε νομισθῆ, ὅτι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζομεν τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, εἴμεθα ἀνάλγητοι πρὸς τὰ παθήματα τῆς ἐπαρχίας ἡμῶν, καὶ παρακούομεν τὴν ἐντολὴν τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὸν ἕτερον τῶν ἐν ταῖς τάξεσι τῆς ἀντιπολιτεύσεως τεταγμένον, συνάδελφόν μου κ. Κρίτσαν, καθ’ ἃ οὗτος εἶπε, νὰ δηλώσῃ, ὅτι οἱ συμπολῖταί μας θὰ παύσουν νὰ πληρώνωσι τοὺς φόρους, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις! Ἐν Φθιώτιδι, κύριοι Βουλευταὶ, ὁμολογουμένως διεσαλεύθη ἡ τάξις ἄλλοτε καὶ κατ’ ἐπανάληψιν, διότι συντρέχει εἰς τοῦτο τὸ ἔδαφος αὐτῆς εἶναι μέρος ὀρεινὸν, γειτνιάζον πρὸς τὴν Τουρκίαν, ὅθεν δύνανται εὐκόλως νὰ εἰσβάλλωσιν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν εἰς τὴν Φθιώτιδα συμμορίαι πρὸς διάπραξιν ληστειῶν. Ἀλλὰ μετὰ τὴν καταστροφὴν τῶν συμμοριῶν ἐκείνων, περὶ ὧν ἐλάλησαν οἱ πρὸ ἐμοῦ, δὲν εἶχεν ἀκουσθῆ πρᾶξις ληστρικὴ, καὶ ἐπὶ πολὺν χρόνον ἐμένομεν ἥσυχοι, μόνον δὲ ἐγκλήματα, ἐξ ὧν καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος συμβαίνουσιν, ἐλάμβανον χώραν, ὡς εἶναι ἡ ἀπαγωγὴ μιᾶς χωρικῆς ὑπό τινος νέου, ἐρασθέντος αὐτῆς. Τοιαῦτα ὅμως ἐγκλήματα δὲν μαρτυροῦσιν ὅτι διεσαλεύθη ἡ δημοσία τάξις, οὐδ’ ὑπαγορεύουσι τὴν ἐκκίνησιν συνταγμάτων ὅλων πρὸς καταδίωξιν ἑνὸς ἀπαγωγέως, ἢ τὴν ἐπικήρυξιν τούτου. Ἐγὼ μάλιστα δὲν ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι μετὰ πολλῆς εὐκολίας πρέπει νὰ ἐπικηρύσσωμεν ληστὰς τοὺς μικροεγκληματίας, καὶ νὰ παριστῶμεν τὴν χώραν ἡμῶν ὡς χώραν ληστρικήν. Μόνον εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, καὶ ὅταν πλέον καταστῇ ἀδύνατος ἡ ἐξόντωσις ἐγκληματίου ἐπικινδύνου, ἐπιτρέπεται ὅπως ἡ Πολιτεία ἀποφασίζῃ περὶ τῆς ἐπικηρύξεώς του ὡς ληστοῦ. Κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας ὄντως ἐγένοντο δύο ἐγκληματικαὶ πράξεις. Ἡ πρώτη εἰς τὸν δῆμον Ἡρακλειωτῶν τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος, εἶναι δὲ αὕτη αἰχμαλωσία ἡμιόνων τινῶν ἑνὸς ὑλοτόμου ὑπὸ τριῶν φυγοδίκων, καὶ ἡ ἀπειλὴ ὅτι θὰ φονεύσουν τοὺς ἡμιόνους, ἐὰν ὁ ὑλοτόμος δὲν δώσῃ αὐτοῖς χρήματα. Ὁ ὑλοτόμος ἔδωκε τὰ ὀλίγα αἰτηθέντα χρήματα, καὶ ἐλθὼν εἰς τὴν Λαμίαν κατήγγειλε τὴν πρᾶξιν εἰς τὸν τότε Εἰσαγγελέα κ. Μανόπουλον, ἄνδρα μεγάλης νοημοσύνης καὶ δραστηριότητος, ὁ ὁποῖος ἔλαβε πᾶσαν πρόνοιαν πρὸς καταδίωξιν τῆς ψευτοσυμμορίας αὐτῆς, καὶ οὕτως ἐτελείωσεν ἡ μεγάλη αὕτη λῃστρικὴ πρᾶξις, διὰ τὴν ὁποίαν ἡ Φθιῶτις τοσοῦτον ἀπηγοητεύθη, ὥστε ἀπεφάσισε νὰ μὴ πληρώσῃ πλέον φόρους! Ἡ δὲ δευτέρα πρᾶξις, ἡ λαβοῦσα χώραν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, εἶναι πράγματι λῃστρική· συνέλαβον τὸν πρῴην δήμαρχον Ἐλατείας φυγόδικοί τινες, ἀντεκδικούμενοι, ὡς λέγουσιν, αὐτὸν, καὶ ἔλαβον ὡς λύτρα 3,000 δραχμάς. Μετὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην τηλεγραφικῶς διετάχθη στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα νὰ καταδιώξῃ τοὺς ἐγκληματίας, καὶ, καθ’ ἃ ἐπληροφορήθην, ὅτε ἀκόμη εὑρισκόμην ἐν Λαμίᾳ, εὑρίσκεται ἐπὶ τὰ ἴχνη τῶν τριῶν αὐτῶν ἀνθρώπων. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν ἔλαβεν ἀμέσως, ἅμα τῇ διαπράξει τῆς πρώτης λῃστρικῆς πράξεως, πᾶσαν δυνατὴν πρόνοιαν, διατάξασα τὴν καταδίωξιν τῶν ἐνεργησάντων τὴν αἰχμαλωσίαν ὑπὸ εἰδικοῦ στρατιωτικοῦ ἀποσπάσματος, ἤδη δὲ συνέστησε τακτικὰ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα ὑπὸ τὴν ἀνωτέραν ἐποπτείαν διακεκριμένου ἀξιωματικοῦ, τοῦ ταγματάρχου κ. Ἰωάννου Θεοδώρου. Ἡμεῖς συνεστήσαμεν ἐγκαίρως, καὶ πρὸ τῆς λαβούσης χώραν αἰχμαλωσίας, εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὴν σύστασιν μικρῶν ἀποσπασμάτων καὶ διὰ τὰ μικροεγκλήματα ἔτι, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι, μεθ’ ὅλας τὰς κακίας των, τὰ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα εἶναι ἀναγκαῖα πρὸς ἐμπέδωσιν τῆς τάξεως ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν. Λέγω δὲ τὰς κακίας των, διότι ἀτυχῶς, ἂν συμπέσῃ νὰ μὴ διοικῶνται ὑπὸ ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν καταλλήλων, εἰσερχόμενα εἰς τὰ χωρία συμπεριφέρονται ὡς κατακτηταὶ, ἐπὶ τῇ ὑπονοίᾳ δὲ, ὅτι ὑποκρύπτεται ἐγκληματίας τις ἐν τῷ χωρίῳ, κατατυραννοῦσι τοὺς κατοίκους.
§46ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Διατὶ ἐζητήσατε τὴν σύστασιν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων;
§47ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Διότι παρετηρήσαμεν, ὅτι τὰ ἄτακτα στοιχεῖα ἐπωφελήθησαν τῆς ἐλλείψεως μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων καὶ ἤρξαντο ἀναθαρροῦντα, καὶ ἐφοβήθημεν διάπραξιν ἐγκληματικῶν πράξεων.
§48ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Διαφωνοῦμεν ἤδη περὶ τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν φυγοδίκων. Εἶναι ἀσφάλεια αὐτή;
§49ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν ὑποθέτω, ὅτι ὑπάρχει κοινωνία τις, ἐπαρχία τις, πόλις τις, ἄθροισμα ἀνθρώπων, μεταξὺ τῶν ὁποίων νὰ μὴ ὑπάρχῃ καὶ τὸ ἄτακτον στοιχεῖον. Δὲν γνωρίζω χώραν εὐρωπαϊκὴν, χώραν πεπολιτισμένην, εὐνομουμένην, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ ὦσιν ἀγαθοί. Πανταχοῦ, ἐὰν ἡ χεὶρ τῆς ἐξουσίας δὲν ἦτο αἰσθητὴ, τὰ κακὰ στοιχεῖα ἤθελον ἐξεγερθῆ. Ὅταν λοιπὸν παρετηρήσαμεν, ὅτι τὰ ἄτακτα στοιχεῖα ἤθελον ἐξεγερθῆ, ἐζητήσαμεν τὴν σύστασιν τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων, τὰ ὁποῖα ἤδη συνέστησαν. Οὐδεμίαν δὲ πρᾶξιν λῃστρικὴν ἔχομεν, ἐκτὸς τῆς αἰχμαλωσίας τῶν ἡμιόνων καὶ τῆς αἰχμαλωσίας τοῦ πρώην δημάρχου Ἐλατείας. Ἀλλ’ ἀναφέρεται ὡς πρᾶξις λῃστρικὴ καὶ ὁ φόνος τοῦ ἀτυχοῦς καπνοπώλου Ντινοπούλου!...
§50ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ ἦτο καθαρὰ δολοφονία.
§51ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ μὴ κάμω λόγον καὶ περὶ αὐτῆς. Δὲν θέλω νὰ ὑποθέσῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἐξακολουθῶ μένων μετὰ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου ἡ δημοσία ἀσφάλεια διεσαλεύθη μέχρις ἐκλύσεως. Διαβεβαιῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ὅτι, ἐάν ποτε ἤθελε συμβῆ τοῦτο, ἀμέσως ἤθελον ἐγκαταλείψει τὰς κυβερνητικὰς τάξεις, καὶ ἤθελον μεταστῆ εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ γενομένη δολοφονία, Κύριοι, ἦτο ἀδύνατον νὰ προληφθῇ, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦτο ἡ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις. Ὁ μακαρίτης ἐκεῖνος καπνοπώλης ἐδέχετο εἰς τὸ καπνοπωλεῖόν του ἕνα νέον, ὅστις συνεφώνησε μετά τινος κακούργου, ἤνοιξε τὴν θύραν τοῦ καταστήματος, εἰσῆλθεν ὁ κακοῦργος καὶ ἐδολοφόνησε τὸν καπνοπώλην. Τί ἠθέλετε νὰ κάμῃ ἡ ἀστυνομία, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ἐδέξατο τὸν ἐγκληματίαν εἰς τὸ κατάστημά του; Ὅτε ἐγένετο ἡ δολοφονία, ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ Λαμίας ἡ Κυβέρνησις εἶχε τοποθετήσει τὸν ὑπολοχαγὸν κ. Ἀργυρόπουλον, ὅστις δυστυχῶς διετέλει ἐπ’ ἀδείᾳ· δὲν εἶναι δ’ ἀκριβὲς, ὅτι ὁ κ. Μπαΐρας ἀπολυθεὶς παρέδωκε τὴν διεύθυνσιν τῆς ἀστυνομίας εἰς τὸν ἐνωμοτάρχην, καὶ ὅτι ἔκτοτε ὑπ’ αὐτοῦ διηυθύνετο αὕτη. Τὸν κ. Μπαΐραν διεδέχθη κατὰ τὰ τέλη Αὐγούστου ὁ λοχαγὸς κ. Πλαπούτας, πολὺ πρὸ τῆς δολοφονίας, ἥτις ἐγένετο πρὸ ἑνὸς ἢ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως μηνὸς, ἀλλ’ ὁ κύριος Πλαπούτας, ἀπαλλαγεὶς δι’ ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, παρέδωκε δύο ἡμέρας πρὸ τοῦ φόνου τὴν διεύθυνσιν εἰς τὸν ἐνωμοτάρχην, καθόσον ὁ κ. Ἀργυρόπουλος, ὡς προεῖπον, διετέλει ἐπ’ ἀδείᾳ. Μόλις ὅμως ἀνηγγέλθη τὸ ἔγκλημα, αὐθωρεὶ ἡ Κυβέρνησις διέταξε τὸν κ. Ἀργυρόπουλον νὰ διακόψῃ τὴν ἄδειάν του καὶ μεταβῇ εἰς Λαμίαν. Ἐγὼ αὐτὸς μετέβην, ὅπως παραστήσω τῷ κ. Προέδρῳ, ὅτι πρέπει ν’ ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν τῆς ἀστυνομίας ἀξιωματικὸς, καὶ μοὶ ἐδόθη ἡ ἀπάντησις, ὅτι διετάχθη πάραυτα ὁ κ. Ἀργυρόπουλος νὰ διακόψῃ τὴν ἄδειάν του καὶ ἐπανέλθῃ εἰς Λαμίαν. Ἐὰν δὲ ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς τὸ ὄνομα τοῦ κ. Μπαΐρα, ἵνα εἴπῃ ὅτι ἐκ μέρους τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως Βουλευτῶν Φθιώτιδος ἐζητήθη ἡ ἀπόλυσίς του, εἶμαι ὑπόχρεως νὰ ἀπαντήσω, ὅτι ὁ κ. Μπαΐρας ᾐτήσατο ν’ ἀπαλλαγῇ τῆς ὑπηρεσίας, ἐξεφράσθη δ’ αὐτῷ καὶ ἡ βασιλικὴ εὐαρέσκεια, καθόσον δὲ γνωρίζω, δὲν δέχεται καὶ ἤδη νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν. Ἐγὼ οὐδόλως ἀρνοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Μπαΐρας εἶναι ἄριστος ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις ἀξιωματικὸς καὶ ὁ καταλληλότατος διευθυντὴς τῆς ἀστυνομίας· ἀλλὰ καὶ ὁ διαδεχθεὶς αὐτὸν κ. Πλαπούτας ἦτο λοχαγὸς ἐκ τῶν καλῶν, καὶ ὁ τοῦτον διαδεχθεὶς κ. Ἀργυρόπουλος, ἀξιωματικὸς ἐξελθὼν τῆς Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν. Τοιαύτη εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν Φθιώτιδι. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, οὐδεμίαν ἐντολὴν ἔλαβον νὰ διαμαρτυρηθῶ, οὔτε νὰ δηλώσω, ὅτι οἱ συμπολῖταί μου θὰ ἀρνηθῶσι τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων!
§52Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ κ. Μπαΐρας, ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐζήτησε νὰ ἀπαλλαγῇ τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων, ὅτε δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐζήτησεν ἀστυνόμον κατάλληλον διὰ τὴν ἐπαρχίαν του, ἐκάλεσα τὸν κ. Μπαΐραν καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ μεταβῇ ἐκεῖ, χάριν τῆς τάξεως κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ἐδέχθη καὶ μετέβη, ἀλλ’ ἀμέσως μετὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν ἐζήτησε νὰ ἀπαλλαγῇ τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων, καὶ ἀπεμακρύνθη.
§53ΑΓΓ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιβάλλεται καὶ εἰς ἐμὲ, ὡς ἀντιπρόσωπον τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Τὰ λεχθέντα, Κύριοι, παρὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅτι συμβαίνουσιν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις των, ἐν σχέσει μὲ τὴν ἔκρυθμον κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, εἶναι ἐλάχιστα, συγκρινόμενα πρὸς τὰ συμβαίνοντα ἐν Ἠλείᾳ. Ἐκεῖ δημοσία ἀσφάλεια δὲν ὑπάρχει σήμερον, ἐξέλιπε παντελῶς· ἐκεῖ συνεσωρεύθησαν κακοποιὰ στοιχεῖα ἀπὸ τὰς γειτονευούσας ἐπαρχίας, καὶ λυμαίνονται τὴν Ἠλείαν. Αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ οὐδόλως φροντίζουσι περὶ τῆς βελτιώσεως αὐτῆς· εἰς ἓν μόνον προσέχουσι καὶ ἀσχολοῦνται, εἰς τὸ νὰ καταδιώκωσιν ἀπηνῶς τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου, τοὺς μὴ ἀνήκοντας εἰς τὸ κυβερνητικὸν κόμμα. Ἡ ζωοκλοπὴ ἔφθασεν εἰς ἐπίφοβον σημεῖον. Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, καὶ παρακαλῶ νὰ πιστεύσητε εἰς τοὺς λόγους μου, ὅτι ἀπὸ τεσσάρων μηνῶν μέχρι σήμερον κλέπτονται καθ’ ἕκαστον ἡμερονύκτιον περὶ τὰ διακόσια αἰγοπρόβατα, μεγάλα δὲ ζῷα ὑπὲρ τὰ πεντήκοντα. Εἰς τοιοῦτον οἰκτρὸν σημεῖον περιέστη ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἐν Ἠλείᾳ! Εἶχον καθῆκον ἑπομένως νὰ ὑψώσω τὴν φωνήν μου μετὰ τῶν λοιπῶν συναδέλφων καὶ νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα ὑπὲρ τῆς καταστάσεως ταύτης, διότι σήμερον φορολογεῖται ὁ λαὸς, ἀλλὰ δὲν προστατεύεται.
§54Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἤλπιζον ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἠλείας Βουλουτὴς ἐγειρόμενος ἤθελεν ἐκφράσει εὐγνωμοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἀπήλλαξε τὴν ἐπαρχίαν του ἀπὸ τὸν Παλαβιώτην, τὸν ὁποῖον κατεδιώξαμεν ἀπὸ τὴν Ἠλείαν εἰς τὴν Σπάρτην, ἀπὸ τὴν Σπάρτην εἰς τὴν Τρίπολιν, καὶ ἐκεῖθεν μέχρι Πρεβέζης.
§55ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι, ἂν συνελήφθη ὁ Παλαβιώτης, ἔμειναν ὅμως ἐν Ἠλείᾳ πολλοὶ ἄλλοι Παλαβιῶται. Ἐκ τῶν λόγων δὲ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ παραπονεθῶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι κατὰ τὸ τέλος τῆς παρελθούσης Συνόδου καὶ κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν λαβὼν τὴν τιμὴν νὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, παρέστησα ὅτι ὁ τοποθετηθεὶς ἐν Λαμπείᾳ ὡς ἀστυνόμος ἐνωμοτάρχης Παπαλουκᾶς ἐτύγχανε κουμπάρος τοῦ βουλευτοῦ κ. Στεφανοπούλου, καὶ χάριν εὐπρεπείας καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας ἦτο ἄτοπον νὰ τοποθετηθῇ ἐν Λαμπείᾳ, τῇ ἰδιαιτέρᾳ πατρίδι τοῦ κουμπάρου του κ. Στεφανοπούλου· ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοὶ εἶπεν, ὅτι θέλει φροντίσει περὶ τῆς ἀπομακρύνσεώς του ἐκεῖθεν. Τὴν αὐτὴν παράστασιν ἔκαμα καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ αὐτὸς μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι εἶναι πράγματι ἄτοπον νὰ ὑπηρετῇ ἐκεῖ ὑπαξιωματικὸς συνδεόμενος διὰ συγγενείας μετὰ Βουλευτοῦ· ἀλλ’ οὐδόλως ἐκεῖθεν ἀπεμακρύνθη ὁ ἀστυνομεύων ἐνωμοτάρχης. Ἐν τούτοις εἶναι καιρὸς πλέον ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀπομακρύνῃ τὸν ῥηθέντα ἐνωμοτάρχην, ἀφοῦ ἄλλως τε ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν ἀπεστάλη, ἐξυπηρετήθη ἀρκετά. Ἡ περαιτέρω ἐκεῖ διαμονή του ἔσεται σκανδαλώδης.
§56Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ ὅσων ἐλέχθησαν ἰδίως ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Φθιώτιδος ἀπεδείχθη ὅτι ἡ δημοσία τάξις εἶναι ἀρκούντως διασεσαλευμένη, ὥστε ἡ κατάστασις νὰ προκαλῇ δεδικαιολογημένως τὸν ἔλεγχον καὶ τὸν θόρυβον ἐν τῇ Βουλῇ· διαφωνία μόνον ὑπάρχει ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως, ὅπως ἀπεδόθη ὑπὸ τοῦ κ. Τσιριμώκου. Καὶ τὸ ζήτημα ἐνδιαφέρει, ἐνδιαφέρει δὲ ἰδίᾳ τοὺς εἰδότας τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔπρεπε νὰ διαλάθωσι τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ αἵτινες λῃστείαν χαρακτηρίζουσι τὴν ἁρπαγὴν ἡμιόνου διὰ βίας κατὰ τοῦ κατόχου, λῃστείαν καὶ τὴν αἰχμαλωσίαν δημάρχου. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θὰ ζητήσω λῃστὰς εἰς τὰ ὄρη καὶ τὰς δειράδας τῆς Φθιώτιδος· ἐγὼ θὰ ζητήσω καὶ θὰ ἀνεύρω ληστὰς ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ, καὶ θὰ προκαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ, τίνα μεταβατικὰ ἀποσπάσματα συνέστησεν, ὅπως καταδιώξωσιν ἐκείνους, οἵτινες ἐκμυζῶσι τὸν ἱδρῶτα τοῦ ἀτυχοῦς ἑλληνικοῦ λαοῦ δι’ ἐκβιάσεων, δηλαδὴ διὰ πράξεων ἰσοβάθμων πρὸς λῃστείας; Ἀφετηρίαν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην ἔδωκε κυρίως ὁ ἐπίλογος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰπόντος, ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην ὁ ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτι οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους πληρώνει, οἱ φόροι τοὺς ὁποίους θὰ πληρώσῃ διὰ τῶν νέων νομοθετημάτων, δαπανῶνται καὶ θὰ δαπανηθῶσι διὰ τὰς διαφόρους ἀνάγκας, τὰς κοινωνικὰς καὶ πολιτικάς, τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας. Πιθανὸν νὰ εὑρίσκεται ἔν τινι ἐν ἀληθείᾳ, ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἀτυχῶς πλεῖστα σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶναι ἐνδεδειγμένη, ἐπιτεταγμένη, ἡ ἀντίρρησις κατὰ τῶν διατυμπανισθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε «λέγετε ἐνταῦθα ὑπερβολάς· εἴπετε γεγονότα», εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω γεγονότα καὶ νὰ θίξω ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐνταῦθα ἔδει νὰ λύωνται ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους καὶ οὐχὶ ἐν τοῖς δημοσίοις γραφείοις. Πρόκειται περὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τῆς ὑπηρεσίας τῶν ὁποίων ὁ ἔλεγχος εἶναι ἐπιβεβλημένος ἐνταῦθα, καὶ πρόκειται περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων ἐν Μεγαρίδι, τῶν ὁποίων τοὺς ἄθλους ὅταν ἀκούσητε, θὰ φρίξητε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅπου καὶ ἂν ἵστασθε. Πρόκειται περὶ τοῦ ἐφόρου Μεγαρίδος Φ. Ξύδη. Δὲν ἐξετάζω, Κύριοι, τὰ ἐπανειλημμένα ποινικὰ βουλεύματα, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀπελύθη τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, δὲν κατέρχομαι εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν περγαμηνῶν, ἕνεκα τῶν ὁποίων, ἐναντίου τῶν βουλευμάτων τούτων, τὸν ἐπανέφερεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν παρασιωπῶ ὅμως μίαν περίπτωσιν, ἥτις ἐνδεικνύει τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων διωρίσθη ἐκεῖνος, καὶ οἱ λόγοι οὗτοι δὲν εἶναι ἐποικοδομητικοὶ τῶν ἠθικῶν δογμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξήνεγκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ ἐπιλόγου τῆς χθεσινῆς ὁμιλίας του, τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐπέκειντο δημοτικαὶ ἐκλογαὶ, ὅτε λαμβάνω ἀναφορὰν τῶν ἐγκριτωτέρων πολιτῶν τῆς Μεγαρίδος, ἐξιστορούντων καὶ ἐκτραγωδούντων τὴν συμπεριφορὰν ἀνθρωπίσκου τινὸς, μεταβάντος ἐκεῖ καὶ ἐπαγγελλομένου ὅτι εἶναι ὁ ἐπίδοξος ἔφορος Μεγαρίδος, διορισθησόμενος μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, καὶ ὁ ὁποῖος διήρχετο ἀπὸ οἰκίας εἰς οἰκίαν, ψηφοθηρῶν ὑπὲρ ἑνὸς τῶν ὑποψηφίων,—ὅστις ἐθεωρεῖτο φίλος τῆς Κυβερνήσεως ἢ ἑνὸς τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν,—ὑποσχόμενος ἀφειδῶς πᾶσαν παροχὴν εἰς τοὺς ὑλοτόμους. Χαρακτηρίσατε τὴν τοιαύτην συμπεριφορὰν διὰ τῶν ἐπιεικεστέρων λέξεων. «Δὲν εἶναι ὁ φαυλότερος μόνον τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ εἶναι ὁ φαυλότερος τῶν ἀνθρώπων», μοὶ ἔγραφεν ἀγανακτῶν σοβαρὸς καὶ ἔντιμος πολίτης ἐκ Μεγάρων, διότι οὐδείς ποτε εἶδεν ὑπάλληλον διερχόμενον ὅλας τὰς οἰκίας ἀναιδῶς καὶ ὑποσχόμενον ὅλα τὰ ἀγαθὰ τῆς Ἐφορίας εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἤθελε δώσει λευκὴν ψῆφον εἰς τὸν ἐκλεκτὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Μετέβην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ παρέστησα αὐτῷ τὰ συμβαίνοντα. Δὲν εἶμαι κυβερνητικὸς Βουλευτὴς, ἀλλὰ καὶ ἂν ἤμην, οὐδέποτε ἤθελον ζητήσει νὰ διορισθῇ ὑπάλληλος, διατελῶν ὑπὸ τὰ νεύματά μου. Δὲν καυχῶμαι ὅτι εἶμαι πουριτάνος, ἀλλὰ τὸν διορισμὸν ὑπαλλήλων φατριαστῶν θεωρῶ ὀλέθριον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ἐξ ἴσου ὀλέθριον εἰς τὰ πολιτικὰ συμφέροντα τοῦ πολιτευομένου, ὅστις τὸν στέλλει εἰς τὴν ἐπαρχίαν του· οἱ ἐχθροὶ θὰ γείνωσιν ἔχθιστοι ἐκ τῆς φατριαστικῆς του καταδιώξεως, αἱ δὲ τῶν φίλων ἀξιώσεις εἶναι παράλληλοι πρὸς τὴν ἀχρειότητα τοῦ ὑπαλλήλου. Δὲν ἐζήτησα λοιπὸν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἢ τὴν ἀποστολὴν οἱουδήποτε, ἀλλ’ αὐστηροῦ ἐφόρου. Περικοπὰς τῆς ἐπιστολῆς ἐκείνης τοῦ ἐγκρίτου Μεγαρέως περὶ τοῦ ἐφόρου ἀνέγνων εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς μετὰ μειδιαμάτων γριφωδῶν μὲ καθησύχασεν. Ἔχω πεῖραν—μικρὰν ἢ μεγάλην, δὲν γνωρίζω, ἀλλ’ ἐπαρκῆ,—τῶν πολιτικῶν πραγμάτων καὶ προσώπων, καὶ τῶν μειδιαμάτων καὶ ἐπαγγελιῶν ἐνίων πολιτευομένων, καὶ ἐπέμενον παρὰ τῷ κ. Ὑπουργῷ, ἵνα καθησυχάσῃ τὴν ἐξεγερθεῖσαν συνείδησιν τῶν Μεγαρέων, καὶ προφυλάξῃ τὰ δημόσια συμφέροντα, καὶ τὸν παρεκάλεσα ν’ ἀποστείλῃ τὸν αὐστηρότερον τῶν ὑπαλλήλων, ἀντὶ ἐκείνου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς συνῄνεσε, καὶ ἔφυγα ὁπωσδήποτε καθησυχάσας, καὶ τοιαύτας πληροφορίας μετέδωκα εἰς τοὺς συμπολίτας μου. Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον τὰ πράγματα τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν ὠξύνθησαν, ὠξύνθησαν δὲ περισσότερον τὰ πράγματα τῆς δημοτικῆς ἐκλογῆς Ἀθηναίων, καὶ εἴδομεν, παρὰ τὰ ἐπηγγελμένα ὀρθῶς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐξαγγείλαντος καὶ κηρύξαντος τὴν ἀποχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐν ταῖς ἐνεργείαις τῶν ἐκλογῶν, εἴδομεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν κατελθόντα εἰς τὸ χθαμαλώτερον ἔδαφος τῆς κομματικῆς κονίστρας Ἀθηνῶν. Εἴδομεν τὸ θέαμα μιᾶς δι’ ἀγώνων καὶ δαπανῶν του διαδηλώσεως, τὴν ὁποίαν ἀμείλικτος ἡ λαϊκὴ σάτυρα ὠνόμασε διαδήλωσιν τοῦ Καρναβάλου! Ἤμην μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες ἐτάχθησαν εἰς τὸ πλευρὸν τοῦ λαοῦ, τοῦ ζητοῦντος τὴν χειραφέτησίν του ἀπὸ τοὺς Ἀττικάρχας, ἤμην μεταξὺ τῶν ἐνθουσιωδῶς ἐργασθέντων ὑπὲρ τοῦ λαϊκοῦ τούτου ἀγῶνος. Ἀκριβῶς δὲ διὰ τοῦτο ἐναντίον ἐμοῦ ἐστράφησαν αἱ ἐμπαθεῖς ἐνέργειαι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶδον περιδεεῖς ἀπὸ τοῦ ἀνδήρου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τὴν πρωτοφανῆ ἐν Ἀθήναις φατριαστικὴν ἐνέργειάν των σαρωθεῖσαν ἐκ τῆς ἐξεγερθείσης λαϊκῆς θελήσεως. Εἰς ἀπάντησιν τὴν ἑπομένην ἀπεστάλη εἰς Μέγαρα ἔφορος ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον τὸν τίτλον τοῦ φαύλου ἔδωκεν αὐτὴ ἡ καλῶς γνωρίζουσα αὐτὸν ὑπηρεσία. Τί δ’ ἐγένετο, ἀκούσατε. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἄλλοτε ἤκουσε τὴν ἔκφρασιν τῶν εὐχαριστιῶν μου, ὅτε ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον περὶ δασῶν, δι’ οὗ ἐλαμβάνετο πρόνοιά τις ὑπὲρ τῶν καταδυναστευομένων ὑλοτόμων, καὶ καθιεροῦτο ἀτέλεια καὶ ἐλευθερία διὰ τὴν ὑλοτομίαν καυσοξύλων ἀλλ’ ὁ δασάρχης Μεγαρίδος καὶ τὰ δασικὰ ὄργανά του ἐτέθησαν ὑπεράνω τῆς προνοίας τοῦ εὐεργετήματος τοῦ νομοσχεδίου. Ἀπηγορεύθη ἡ συλλογὴ καυσοξύλων δι’ ἀχρείας μεθόδου. Τὰ συλλεγόμενα καυσόξυλα παντὸς χωρικοῦ θεωροῦσι δῆθεν ὡς χλωρὰ καὶ ἐκ χρησίμων δένδρων προερχόμενα, καὶ συντάσσουσι πρωτόκολλα παρανόμου ὑλοτομίας. Τὸ γραφεῖον δὲ τῆς Ἐφορίας κατέστη πρακτορεῖον τῆς φαυλοτέρας κομματικῆς καὶ χρηματιστικῆς ἐνεργείας. Μεταβαίνουσιν οἱ ὑλοτόμοι, ἵνα λάβωσιν ἀδείας πρὸς κατασκευὴν ξυλανθράκων. Ἐκεῖ συμπαρεδρεύει ἀείποτε τῷ ἐντίμῳ ἐφόρῳ εἷς ὀπαδὸς τῆς Κυβερνητικῆς φατρίας, καὶ δίδει τὸ σύνθημα, δι’ οὗ χορηγεῖται ἢ οὐ ἡ ἄδεια. Ἐὰν ὁ ὑλοτόμος ἦναι ἐκ τῶν φίλων μου, τότε ὁ κομματικὸς παραστάτης ψιθυρίζει τῷ ἐφόρῳ «εἶναι Βαραβᾶς», κατὰ τὴν συνθηματικήν των φρασεολογίαν, καὶ ἀποπέμπεται, ἐκτὸς ἐὰν ἐκβιασθῇ εἰς χρηματικὴν ἀφαίμαξιν. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τῶν οὕτως ἐπιτυγχανόντων ἄδειαν πτωχῶν ὑλοτόμων ἐξαποστέλλεται ἄλλο ὄργανον τῆς φατρίας, εἷς ἐνωμοτάρχης, περιβόητος ἐν τῇ Μεγαρίδι, ὅστις κατάσχων τὴν ἀνθρακοκάμινον συντάσσει ψευδῆ πρωτόκολλα, διότι δῆθεν εἰς ἄλλην θέσιν ὑλοτόμησαν. Τὴν καταστροφὴν δὲ συμπληροῖ ὁ ἔφορος, ὅστις, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ περιφήμου νόμου περὶ ἐπιτηδευμάτων, συντάσσει πολλαπλᾶ πρωτόκολλα καθ’ ἑκάστου ἐπιτηδευματίου, ἐπιβάλλων τὴν πληρωμὴν τόσων ἐπιτηδευμάτων, ὅσα τυχὸν εὑρίσκονται ἀντικείμενα πωλούμενα ἐν τῷ καταστήματί του. Ἄλλως διὰ φετφᾶ ἀπαγορεύει τὴν ἐνάσκησιν τοῦ ἐπιτηδεύματος. Χθὲς δ’ ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀφήγησιν ἑνὸς πολίτου, ὅστις ἐπλήρωσε φόρον δι’ ἑπτὰ ἐπιτηδεύματα! Ὀνομάζεται Δ. Μπερναρδῆς. Οὗτος ἐπλήρωσε φόρον ὡς ἀνθρακέμπορος, ὡς παντοπώλης, ὡς προμηθευτὴς ἐγχωρίων προϊόντων, ὡς ὑλοτόμος. Ἔχω ἐνταῦθα τὰς ἀποδείξεις. Ἰδοὺ τὰ διπλότυπα τῆς πληρωμῆς τῶν διαφόρων ἐπιτηδευμάτων. Μετ’ ἀγανακτήσεως ὁ θαρραλέος πολίτης μετέβη πρὸς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, ἀλλ’ αὐτὸς τὸν ἀπέπεμψε. «Πήγαινε, τῷ λέγει, νὰ κάμῃς τὴν ἀναφοράν σου». Ἦλθε δὲ χθὲς ἐνταῦθα καὶ ὑπέβαλε μήνυσιν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ ἑτέραν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν...
§57Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἔγεινε κατόπιν;
§58Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν δικαστικὴν ἐνέργειαν θὰ ἐλέγξω, ὅταν ἴδω τ’ ἀποτελέσματα. Ἐξεγερθεὶς ἐξ ὅλων τούτων, μετέβη εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου. Συνέρχεται ὁ κόσμος, εἰς ὃν εἶπον, ὅτι εἶναι ἀνάξιοι οἱ πολῖται, οἵτινες γνωρίζουσι τὰ καθήκοντα μόνον αὑτῶν, δὲν γνωρίζουσι δὲ τὰ δικαιώματα. Τοῖς ἐδίδαξα ὅτι τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας εἶναι σεβαστὰ, μόνον ὅταν βαδίζωσιν ἐπὶ τῆς τροχιᾶς τῶν νόμων. Ἐν τούτοις εἰς τοὺς ἠρεθισμένους συμπολίτας μου συνέστησα τὴν τάξιν, καὶ τὴν ὑποβολὴν εἰς τὰς νομίμους ἀρχὰς καταγγελιῶν, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Ἀλλ’ εἰς ἀπάντησιν τὴν ἑπομένην ὑπὸ τοῦ δασάρχου ἀπηγορεύθη ἡ ὑλοτομία καὶ ἡ κατασκευὴ ξυλανθράκων γενικῶς ἐν Μεγάροις. Ἦλθον ἐνταῦθα, καὶ προσωπικῶς παρέστησα εἰς τὸν ἀξιότιμον διευθυντὴν τοῦ τμήματος τῶν δασῶν τὰ συμβαίνοντα· μοὶ εἶπεν ὅτι ἠγνόει τὰ περὶ τούτου, καὶ τηλεγραφικῶς ἠρώτησε, διατὶ ἐλήφθη τοιοῦτον μέτρον. Τί ἀπήντησαν; ὅτι τὰ δάση εἶχον καταστραφῆ διὰ τῆς ὑλοτομίας, ἐνῷ πασίγνωστον εἶναι, ὅτι τὰ δάση καταστρέφονται διὰ τῶν ἐμπρησμῶν, διὰ δὲ τῆς ἀνθρακοποιΐας, ἥτις καθαρίζει αὐτὰ, σώζονται. Ἀλλὰ τοῦτο ἐγένετο, ἵνα οἱ ἐνδιαφερόμενοι προσφύγωσιν εἰς τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ κ. Σιμοπούλου καὶ ὁμολογήσωσι πολιτικὴν φιλίαν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἶτα προέβη εἰς ἕτερον μέτρον· διέταξεν, ὅπως χορηγηθῶσιν ἄδειαι δι’ ὡρισμένον ποσὸν ἀνθράκων, 3,000 στατήρων· ἀλλὰ καὶ ἡ διαταγὴ αὕτη ἔκρυπτε χρηματιστικὸν χαρακτῆρα, διότι ὑπελογίσθη, ὅτι, ὅταν ἐν Μεγαρίδι σταματήσῃ ἡ ἀνθρακοποιΐα, θὰ ὑπερτιμηθῶσιν οἱ ἄνθρακες ἐνταῦθα, εἶχον δὲ ἀποτεταμιευμένα ποσὰ ἐδῶ ἀνθράκων ἱκανὰ, ὥστε νὰ μὴ μείνωσι μὲ τὴν ἰδανικὴν μόνον πολιτικὴν ὠφέλειαν ἐκ τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης. Τέλος ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι ἀνεῴχθησαν αἱ πύλαι τῆς Ἐφορίας διὰ νὰ χορηγηθῶσιν ἄδειαι ἀνθρακοποιΐας διὰ τὸ ὡρισμένον ποσὸν τῶν 3,000 στατήρων· ἀλλ’ ἕως οὗ ἔλθωσιν οἱ ἀμύητοι εἰς τὰ μυστήρια ταῦτα τῆς ἐφοριακῆς λωποδυσίας, οἱ ἁπλοϊκοὶ πολῖται, εἶχον χορηγηθῆ αἱ ἄδειαι τῶν 3,000 στατήρων εἰς τοὺς ἐκλεκτοὺς ὀπαδοὺς τοῦ ἐντίμου ἐφόρου καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ του. Καὶ δὲν εἶναι ταῦτα μόνον, Ὡς εἶπον, ἡ λῃστεία δὲν εἶναι εἰς τὰς πεδιάδας τῆς Φθιώτιδος καὶ εἰς τὰ ὄρη τῆς Ἀκαρνανίας· ἡ ἐπίσημος λῃστεία εἶναι ἐγκαθιδρυμένη ἐν αὐτῇ τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἥτις ὡς θαλάσσιον τέρας περισφίγγει μὲ τοὺς εἰδεχθεῖς πλοκάμους της τὸν πτωχὸν ἑλληνικὸν λαόν. Καὶ ἐξακολουθῶν ἀναφέρω γεγονότα. Ὁ Νικόλαος Κουμπῆς εἶχεν ἄδειαν ὑλοτομίας καὶ ἐπλήρωσε διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ... γραμματίου δραχ. 250 φόρον ὑλοτομίας. Μετέβη δὲ εἰς τὸ δάσος μετ’ ἐργατῶν, ἵνα ὑλοτομήσῃ, ὅτε ὁ ἀπεσταλμένος τοῦ δασάρχου, ἐνωμοτάρχης τις, σφόδρα παχυνόμενος ἐν τῇ δασικῇ ὑπηρεσίᾳ, σπεύσας εὑρίσκει τοὺς ἐργαζομένους νομίμως, καὶ ὑπὸ τὸ πρόσχημα ὅτι ὑλοτομοῦσιν οὐχὶ ἐν τῇ ὡρισμένῃ θέσει, συντάσσει πρωτόκολλον, κατάσχει τοὺς ἄνθρακας, ἐκβιάζει τοὺς ὑλοτόμους εἰς πληρωμὴν δραχ. 50, τοὺς συλλαμβάνει καὶ φέρει δεσμίους ὡς λῃστὰς εἰς τὰ Μέγαρα! Συλλαμβάνει τὸν Ἀθανάσιον Ἀϊβαλιώτην, ἀλλ’ ἐπειδὴ οὗτος ἔφυγε, διατάσσει νὰ τὸν πυροβολήσωσι! Καὶ ὅμως οἱ πολῖται αὐτοὶ πληρώνουσιν ἐπιτήδευμα, πληρώνουσι φόρους, γεμίζουσι τὰ δημόσια ταμεῖα, τὰ ὁποῖα ἀδειάζουν σπατάλως ἄλλοι. Αὐτὴ εἶναι ἡ δημοσία ὑπηρεσία ἐν Μεγαρίδι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν ἀμυδρᾷ εἰκόνι! Καὶ εἴπετέ μοι ἐὰν δὲν ἔχω δίκαιον, λέγων, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ζητήσωμεν τοὺς λῃστὰς εἰς τὴν Φθιώτιδα. Εἶναι ἐνταῦθα καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Μεγαρίδος καὶ φίλος μου κ. Νικολαΐδης, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τῶν τοιούτων ὅλων ἐξεστηκὼς, ἠγνόει ποῦ νὰ στραφῇ, εἰς τὴν Μεγαρίδα, ἢ εἰς τὰς Ἀθήνας πρὸς τὸν ἀρχυπεύθυνον Ὑπουργόν; Ἀπευθύνομαι ἤδη καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ὑπάρχει ἐν Σαλαμῖνι εἰρηνοδίκης τις, ὅστις δι’ ἀνηκούστου ἀνηθικότητος κατέστη κοινὸν σκάνδαλον ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ, ὅπου αὐστηρὰ τὰ ἤθη εἶναι. Ὁ διδάσκαλος ἐν Σαλαμῖνι, καταλαβὼν κατάκλειστον τὸν εἰρηνοδίκην, διαπράττοντα ἀκατονόμαστον αἰσχρότητα, ἐκάλεσε τοὺς πολίτας, εἰς οὓς κατήγγειλε τὴν κατάφωρον πρᾶξιν, κατήγγειλε δὲ καὶ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα· συνετάχθη ἰατρικὴ ἔκθεσις, ἐπισημοποιήθη τὸ γεγονὸς, καὶ ὅμως ἀκόμη εὑρίσκεται εἰς τὴν ἕδραν του ὁ εἰρηνοδίκης οὗτος!
§59Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πῶς ὀνομάζεται;
§60Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κωτσονάνος, ἐκ Κερκύρας. Ζητήματα τοιαῦτα, ἀποκαλύπτοντα τὰ αἴσχη τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, εἶναι γενικοῦ ἐνδιαφέροντος, καὶ δέον νὰ γείνωσιν ἀντικείμενον εὐρείας ἐν καιρῷ συζητήσεως. Σήμερον μόνον ἀνέφερά τινα ἐν ὀλίγαις γραμμαῖς, ἵνα προσθέσω τι καὶ συμφωνήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτὴς ἐν σχέσει πρὸς τὸν ὑπερήφανον ἐπίλογον τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Περαίνω δὲ, ἀπευθυνόμενος εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τῷ λέγω, ὅτι εἰς τὴν αὐτὴν ἐπαρχίαν, εἰς τὴν Μεγαρίδα, ἄλλοτε ὄργανον τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ὁ ἔπαρχος, ἀπεπλάνησε κορασίδα τινὰ ὀρφανὴν, ὁ δὲ λαὸς, κατὰ χιλιάδας ἐγερθεὶς καὶ κυκλώσας τὸ Ἐπαρχεῖον, ἐλιθοβόλησεν αὐτὸ, εἰσώρμησε καὶ ἔρριψεν ἀπὸ τοῦ παραθύρου τὸν ἄθλιον ἔπαρχον, ἀφοῦ τοῦ κατέθραυσε τοὺς ὀδόντας, ἐνῷ ἐκεῖνος δὲν ἔφαγε τὸν ἀπηγορευμένον καρπόν. Ἂς προσέξῃ μὴ ἐξεγερθῶσι καὶ πάλιν. Οἱ Μεγαρεῖς δὲν εἶναι ῥαγιάδες· ἀλλ’ ἂν ἐξεγερθῶσιν, ἂς ἦναι βέβαιος, ὅτι οἱ λίθοι, οὓς θὰ ῥίψωσι, δὲν θὰ περιορισθῶσι μόνον κατὰ τῶν φαύλων ὀργάνων του.
§61Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς ἐποιήσατο κατάχρησιν τῆς εὐγλωττίας του. Ἐξ ὅσων εἶπε δύο τινὰ μόνον εὑρίσκω ἄξια προσοχῆς. Μοὶ παρέσχε τὴν εὐχαρίστησιν μίαν ἡμέραν νὰ μοὶ εἴπῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι εἷς, ὁ ὁποῖος εἶχε θέσιν διευθυντοῦ καπνοκοπτηρίου, περιήρχετο τὴν ἐπαρχίαν Μεγαρίδος ψηφοθηρῶν, καὶ ὅτι αὐτὸς οὗτος ἐζήτει νὰ διορισθῇ ἔφορος. Ἐγὼ δὲ τὸν ἐβεβαίωσα, ὅτι, ἂν τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα εἶναι ἀκριβῆ, οὐδέποτε τοιοῦτον ὑπάλληλον θέλω διορίσει ἐν Μεγαρίδι. Ἐξετάσας ἔμαθον, ὅτι ὁ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ καταγγελθεὶς οὐδέποτε εἶχε πατήσει τὸ ἔδαφος τῆς Μεγαρίδος. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οὔτε ὁ κ. Βουλευτὴς μοὶ ὑπέβαλε παράπονόν τι, οὔτε ἕτερός τις παρουσιάσθη νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ὑπαλλήλου. Ἅπαξ μόνον, νομίζω, μοὶ ὑπεβλήθη ἀναφορά τις, ἣν παρέπεμψα εἰς τὸν ἐπιθεωρητήν. Χθὲς μοὶ ἀνηγγέλθη, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐπέδωκεν ἀναφορὰν, καταγγέλλουσαν πράξεις τινὰς τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου Μεγαρίδος, παρήγγειλα δὲ νὰ γείνῃ ἡ αὐστηροτέρα ἔρευνα, ἵνα ἐξακριβωθῇ, ἂν ὁ ὑπάλληλος περιέπεσεν εἰς ὅσα καταγγέλλονται κατ’ αὐτοῦ. Δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴν, ὅτι οὐδέποτε θὰ ἐπιτρέψω νὰ διατηρῆται ὑπάλληλος, ἐὰν ὅσα ἀναφέρονται ἤθελον ἀποδειχθῆ ἀληθῆ. Ἔστω δὲ βέβαιος, ὅτι εἰς ὅσα εἶπε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως οὐδόλως προσέσχον, θὰ λάβω δὲ μόνον ὑπ’ ὄψιν τὰς πράξεις τοῦ ὑπαλλήλου, ὃν θέλω τιμωρήσει, ἂν ἀποδειχθῇ ὅτι οὗτος παρεβίασεν ἢ παρέλειψε τὸ καθῆκόν του.
§62Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπειδὴ ὁ προλαλήσας ἀνέφερε καὶ ἀξιοποίνους πράξεις καταγγελθείσας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸν παρακαλῶ νὰ ἀφήσῃ σημείωσιν τούτων, καὶ θὰ διαταχθῶσιν ἀμέσως τὰ δέοντα. Ὁμολογῶ ὅτι, μολονότι ἔχω τὴν εὐχαρίστησιν νὰ βλέπω συχνὰ τὸν κ. Βουλευτήν, οὐδέποτε μοὶ ἔκαμε παράπονον.
§63Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τεσσάρων ἢ πέντε μηνῶν δὲν σᾶς εἶδον.
§64ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Προχθὲς ἀκόμη ἤλθετε καὶ μοὶ ὡμιλήσατε περὶ ἄλλης ὑποθέσεως.
§65Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1900.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 20).
§67ΜΠΑΣΙΑΣ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ὁποῖα μέτρα ἔλαβε πρὸς πρόληψιν τῶν ἐξ ἐνδεχομένων πλημμυρῶν ζημιῶν τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Καίτοι δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι Βουλευτὴς τῆς πρωτευούσης, οὐχ ἧττον ἐνδιαφέρομαι, ὡς πᾶς τις, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, περὶ οὗ πρέπει νὰ ληφθῇ πᾶσα μέριμνα.
§68Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἀληθεύῃ, ὅτι ἀπεφάσισε νὰ ἀνεγείρῃ τὰ δικαστικὰ μέγαρα εἰς τοὺς στρατῶνας τοῦ πυροβολικοῦ, μακρὰν τῶν Ἀθηνῶν· ἐν καταφατικῇ δ’ ἀπαντήσει, ἂν ἡ ἐκεῖ ἀνέγερσις εἶναι συμφέρουσα εἰς τὸν τόπον. Διότι, ὡς γνωρίζω, τὰ δικαστήρια, πανταχοῦ τῆς Εὐρώπης, εἶναι ἐκτισμένα εἰς κεντρικὰ μέρη. Εἰς τοιοῦτον δὲ μέρος ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἐγείρῃ τὰ δικαστήρια, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀξίαν τοῦ ἐδάφους. Ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἤκουσα, ἀπεφάσισε νὰ ἱδρύσῃ τὰ δικαστήρια εἰς τὸ ἀπόκεντρον ἐκεῖνο μέρος, διότι παραπλεύρως τὸ Δημόσιον ἔχει ἀκινήτους κτήσεις, καὶ ζητεῖ ἵνα αὗται ἀποκτήσωσι μείζονα ἀξίαν. Τοῦτο ὅμως δὲν δικαιολογεῖ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἀνεγείρῃ τὰ δικαστήρια εἰς τόσον ἀπομεμακρυσμένον μέρος, ἔνθα δὲν εἶναι εὔκολον νὰ μεταβαίνωσι πεζῇ δικασταὶ, δικηγόροι, διάδικοι, μάρτυρες, κατηγορούμενοι, νέοι, γέροντες, γυναῖκες, ἀνάπηροι. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ διαφωτίσῃ περὶ τούτου τὴν Βουλὴν εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν.
§69Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, εἰς ποίαν διάταξιν τοῦ νόμου ἐστηρίχθη ὁ δασάρχης Λακεδαίμονος, ἐμποδίσας τὴν βοσκὴν εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ χωρίου Λαγίου τοῦ δήμου Κροκεῶν. Γνωστὸν ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ βοσκὴ μόνον εἰς τὰς δασικὰς περιφερείας, αἵτινες κατεστράφησαν δι’ ἐμπρησμοῦ· ἀλλ’ ἐκεῖ δὲν συνέβη ποτὲ τοιοῦτόν τι, ὅπως ἐφαρμοσθῇ τοιαύτη διάταξις. Ἐκ τῆς ἀπαγορεύσεως δὲ ταύτης κινδυνεύει ὁλόκληρον χωρίον ν’ ἀποθάνῃ τῆς πείνης, διότι ἀποζῇ ἐκ τῆς γεωργίας καὶ τῆς κτηνοτροφίας, οἱ δὲ κάτοικοι δὲν δύνανται ἕνεκα τῆς ἀπαγορεύσεως νὰ καλλιεργήσωσι τὰς γαίας των, οὐδὲ νὰ βοσκήσωσι τὰ ζῷά των. Σχετικῶς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ πληροφορίας καὶ διὰ ποῖον λόγον ἀπηγορεύθη, παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ἡ συλλογὴ τοῦ βαλανιδοκάρπου ἐκ τῶν κτημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐθνικά, ἀλλ’ εἶναι ἰδιόκτητα, καὶ ἂν δὲν εἶναι ἰδιόκτητα πράγματι, οὐχ ἧττον κατέχονται ὑπὸ ἰδιωτῶν, καὶ οὐδεὶς ἄλλος δύναται ἄνευ τῆς νομίμου ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν διαγράφει ἡ Πολιτικὴ Δικονομία, νὰ λάβῃ αὐτὰ εἰς τὴν κατοχήν του, ὡς αὐθαιρέτως καὶ παρανόμως ἔπραξεν ὁ κ. δασάρχης Λακωνίας, συνεπείᾳ διαταγῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀναμένω τὰς πληροφορίας ταύτας παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἐπανέλθω, διότι τὸ ζήτημα καθίσταται λίαν σκανδαλῶδες, διότι αὐτὴ ἡ δημοσία ἀρχὴ παραβαίνει κατὰ τρόπον πρωτοφανῆ καὶ σατραπικώτατον τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτὸ τὸ Δημόσιον νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ δικαίου τοῦ ἰσχυροτέρου· διότι οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, παρὰ μετεχειρίσθη τὸ δίκαιον τοῦ ἰσχυροτέρου αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, αὐτὴ ἡ δημοσία ἀρχὴ, θελήσασα διὰ τῆς παρανομίας, διὰ τῆς αὐθαιρεσίας, διὰ τῆς βίας, διὰ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως ν’ ἀποβάλῃ ἀπὸ τῆς κατοχῆς πολίτας, οἱ ὁποῖοι ὁπωσδήποτε ἀπὸ ἀμνημονεύτων ἐτῶν ἔχουσιν αὐτήν. Πιστεύω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μᾶς δώσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας εἰς ἑπομένην συνεδρίασιν, ὅπως γείνῃ εὐρυτέρα ἐπὶ τούτου συζήτησις, διότι δὲν πρέπει ἡ ἰδιοκτησία τῶν πολιτῶν νὰ παραβλέπηται ἐπὶ τοσοῦτον.
§70Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λακαιδαίμονος Βουλευτὴν νὰ καταθέσῃ σημείωμα ἐπὶ τούτου, ὅπως δυνηθῶ, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σημειώματος, νὰ ζητήσω τὰ ἀναγκαῖα ἔγγραφα καὶ πληροφορήσω τὴν Βουλήν.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§72ΡΙΚΑΚΗΣ. Ποίαν ἡμερησίαν διάταξιν; Δὲν ἠξεύρομεν.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ νομοσχέδια διενεμήθησαν ἐν καιρῷ.
§74ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀπὸ τὴν ἄλλην Σύνοδον;
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§76ΡΙΚΑΚΗΣ. Διὰ νὰ γίνητε Πρόεδρος, ἐγένετο δευτέρα ἐκλογὴ, καὶ τὰ νομοσχέδια δὲν πρέπει νὰ διανεμηθῶσι δίς;
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς δὲν ἀναγράφει ὅτι εἰς ἑκάστην Σύνοδον τὰ νομοσχέδια διανέμονται ἐκ νέου. Ὑποτίθεται ὅτι ἕκαστος Βουλευτὴς τὰ ἔχει.
§78ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς δὲν ἀναγράφει νὰ διανέμωνται δὶς τὰ νομοσχέδια, ἀλλ’ αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς διεκόπησαν, ληξάσης τῆς Συνόδου, ἡ ἀναχώρησις δὲ καὶ ἐπάνοδος τῶν Βουλευτῶν καθίστησιν ἀναγκαῖον νὰ διανεμηθῶσιν αὖθις τὰ νομοσχέδια, διότι εἶναι βέβαιον, ὅτι οὐδεὶς τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἔχει σήμερον αὐτά. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὐτῶν δι’ αὔριον, ὅπως διατάξητε τὴν τύπωσιν καὶ διανομὴν αὐτῶν· διότι ἐγὼ αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἔχω τὸ γραφεῖόν μου ἐνταῦθα καὶ διατηρῶ ἀρχεῖον τῶν βουλευτικῶν ἐγγράφων, δὲν ἠδυνήθην, ἀφοῦ μόνον σήμερον, καὶ ἀργὰ μάλιστα, ἔλαβον τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, νὰ ἀναζητήσω καὶ ἴδω, ἂν ἔχω τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι σύμφωνον πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τῶν συναδέλφων εἶναι νὰ μὴ γείνῃ σήμερον συζήτησις.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ τὰ νομοσχέδια δὲν δύνανται νὰ τυπωθῶσι μέχρι τῆς αὔριον.
§80Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θὰ πάθωμεν τίποτε, ἂν δὲν γείνῃ μέχρι τῆς μεθαύριον συνεδρίασις.
§81Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι ἐκ τοῦ παρελθόντος, ὁσάκις παρελθούσης Συνόδου νομοσχέδια ἐτίθεντο εἰς συζήτησιν κατὰ τὴν νέαν Σύνοδον, ἀνετυποῦντο καὶ διενέμοντο ἐκ νέου. Ἐὰν δὲν ἦναι ἐπαρκὴς ὁ χρόνος μέχρι τῆς αὔριον πρὸς τύπωσιν τῶν νομοσχεδίων, νομίζω ὅτι εἶναι ἀνεπαρκὴς καὶ διὰ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ὅπως μελετήσωσιν ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν ὑπ’ ὄψιν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι ὀρθοτάτη ἡ γενομένη παρατήρησις.
§82Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὡς πρῶτον. Εἶναι νομοσχέδιον καθαρῶς τῆς ὑπηρεσίας, διὰ τοῦ ὁποίου παρέχεται ἡ ἄδεια εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προβιβάσῃ τοὺς ἐμμίσθους παρέδρους, τοὺς συμπληρώσαντας τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ὑπηρεσίας των. Σᾶς βεβαιῶ δὲ, ὅτι ἡ ἀνάγκη τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐπείγουσα. Τὴν ἀναγνωρίζετε ὅλοι.
§83ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§84ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τὰ δικαστήρια εἶναι ὅλα ἀτελῆ. Ἂν δὲν γείνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὅσον οἷόν τε τάχιον, θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀτέλεια τῶν δικαστηρίων. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι καθαρῶς ὑπηρεσιακόν. Λοιπὸν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ δεχθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§85ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§86Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλὰ νὰ διανεμηθῇ αὔριον.
§87ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§88Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Αὐτὸ κατ’ ἐξαίρεσιν δύναται νὰ ψηφισθῇ.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ἐκ τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἑπομένως εἶναι ἐκ τῶν διανεμημένων. Βεβαίως αὔριον, ἂν εἶναι δυνατὸν, δυνάμεθα νὰ τὸ διανείμωμεν ἐκ νέου. Ἐν τούτοις ἀπόψε δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν.
§90ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. Ἀλλὰ τὸ ἄλλο ζήτημα πῶς ἐλύθη; Θὰ ἀνατυπωθῶσι τὰ νομοσχέδια;
§91Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἐξεδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν, ἵνα ψηφίσῃ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου ἔκαμε λόγον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης.
§92ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§93Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄλλα νομοσχέδια, ἐπειδὴ ἐν τῷ Κανονισμῷ οὐδεμία διάταξις ὑπάρχει, ἐπιβάλλουσα, ὅπως τυπωθῶσιν ἐκ νέου καὶ διανεμηθῶσιν, ἡ παρατήρησις ἡ ἀτόπως γενομένη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Ναυπλίας, οἱ ὁποῖοι μένουσιν ἐν Ἀθήναις καὶ ὑποτίθεται ὅτι ἔχουσι τὰ ἀρχεῖά των ἐν πληρεστάτῃ τάξει, ἡ παρατήρησις, λέγω, αὕτη δὲν δικαιολογεῖ τὸ προτεινόμενον μέτρον. Ἐπειδὴ ὅμως πολλοὶ ἄλλοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν, τῶν μὴ κατοικούντων ἐν Ἀθήναις, δὲν δύνανται νὰ φέρωσι τὰ ἀρχεῖά των μεθ’ ἑαυτῶν, εἶναι πρέπον, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, χάριν αὐτῶν, ἡ παρατήρησις, ἡ οὐδεμίαν δυναμένη νὰ ἔχῃ ὑπόστασιν ὅσον ἀφορᾷ τοὺς κυρίους Καραπάνον καὶ Ποταμιᾶνον, καὶ παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον, ὅπως διατάξῃ τὴν τύπωσιν τῶν νομοσχεδίων καὶ τὴν διανομὴν αὐτῶν εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς.
§94ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§95Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν ὅμως πρόκειται ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ναυπλίας Βουλευτὴς, ἐπὶ τῆς παρατηρήσεώς μου ἐρειδόμενος, νὰ ἀνοίξῃ συζήτησιν, θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ μὴ προβῇ εἰς συζήτησιν, καὶ ἐγὼ θὰ ἀνακαλέσω ὅσα εἶπον εἰς βάρος τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§96ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν θὰ κάμω βεβαίως συζήτησιν, ἀλλὰ θὰ κάμω τὴν ἀντιπαρατήρησιν εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἐγὼ ὡμολόγησα πρῶτον ὅτι διατηρῶ ἀρχεῖον, ἀλλ’ εἶπον συγχρόνως, ὅτι ἔλαβον τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἀργά, δηλαδὴ εἰς τὰς 2 μετὰ μεσημβρίαν, καὶ δὲν μοὶ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναζητήσω καὶ ἀνεύρω τὰ νομοσχέδια, ἀμφιβάλλω δὲ καὶ ἂν τὰ ἔχω, διότι καθ’ ἣν ἐποχὴν διενεμήθησαν τὰ νομοσχέδια αὐτά, ἐγὼ ἀπουσίαζον εἰς τὰ λουτρὰ καὶ δὲν ἤμην εἰς τὰς Ἀθήνας· ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἤλπιζον ὅτι θὰ τὰ εὕρω. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι δὲν ἦτο ἀπρόσφορος ἡ γενομένη παρατήρησις, διότι ἐγὼ ὡμίλησα οὐχὶ δι’ ἐμὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐξ ὀνόματος τῶν ἄλλων. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, δὲν ἠξεύρω ἂν ἔχῃ διανεμηθῇ κἄν.
§97Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Διενεμήθη.
§98Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ ἁπλοῦ προσωπικοῦ ζητήματος θὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὀλίγα. Δὲν ἠξεύρω διατὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμισεν ὅτι ἐγὼ ἔκαμα τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς καὶ ὅτι ἐδικαιολόγησα αὐτήν, διότι δὲν ἔχω τὰ νομοσχέδια ταῦτα.
§99Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν ὑπεστηρίξατε.
§100Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπ’ ἐναντίας ἐγὼ ἔχω τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἐνώπιόν μου· ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ Βουλῇ καὶ εἰς πάσας τὰς Βουλὰς τῶν κοινοβουλευτικῶν Κρατῶν τὰ νομοσχέδια, ὅταν ἐπανέρχωνται εἰς συζήτησιν ἐν ἑτέρᾳ Συνόδῳ, ἀνατυποῦνται καὶ διανέμονται ἐκ νέου. Ἐγὼ ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐθεώρησεν ὅτι ἀτόπως ὑπεστήριξα τὴν γνώμην ταύτην, ἐνῷ ἔχω τὸ ἀρχεῖόν μου ἐν Ἀθήναις. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου, πῶς ὁ κύριος Πρωθυπουργός, ὁ ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας, ἔπραξε τὸ ἄτοπον νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδια μὴ διανεμηθέντα, ὅπως συζητηθῶσι παρὰ Βουλῆς μὴ ἐχούσης ταῦτα ἐνώπιόν της.
§101ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, αὔριον, ὅτε θὰ γείνῃ ἡ δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ σημείωσιν, ποῖα τῶν Πρωτοδικείων ἔχουσιν ἀνάγκην συμπληρώσεως διὰ τῆς προαγωγῆς ἐμμίσθων παρέδρων, καὶ ποίαν συμπλήρωσιν ἀπαιτεῖ ἕκαστον αὐτῶν.
§102ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κύριε Πρόεδρε, ἐπεῖγον ὡσαύτως εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εἶναι ἀναγεγραμμένα ἓξ ἀρχαιολογικὰ νομοσχέδια. Ἐννοεῖται ὅτι δὲν προτείνω νὰ συζητηθῶσι τώρα τὰ ἄλλα ἐξ αὐτῶν, ὡς τὸ περὶ ταμείου ἀρχαιοτήτων, περὶ Ἀρχαιολογικοῦ Συμβουλίου καὶ καθεξῆς. Ταῦτα δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν, καὶ νὰ περιορισθῶμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς δύο κεφάλαια τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας, συντομώτατα ἄλλως τε, διὰ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκτήσωμεν ἀρχαιολογικὴν ὑπηρεσίαν, προσωπικὸν δηλαδὴ δι’ αὐτὴν τοιοῦτον, ὁποῖον ἀπαιτεῖ ἀκριβῶς ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου περὶ ἀρχαιοτήτων. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι, ἐὰν δὲν σπεύσωμεν ν’ ἀποκτήσωμεν τὸ προσωπικὸν τοῦτο, εἶναι ζήτημα ἂν θὰ κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν ἐκ τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος ἤδη τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προσεδοκῶμεν ἐξ αὐτοῦ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἐπιθυμῇ νὰ προβῶμεν ἀμέσως τώρα εἰς τὴν συζήτασιν, παρακαλῶ, ὅπως αὔριον τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον συζητηθῇ, ἀνατυπούμενον καὶ διανεμόμενον.
§103ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἴσως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ ἦναι τὸ χρῆζον σπουδαιοτέρας ἐρεύνης, διότι ἀκριβῶς τὸ τμῆμα τοῦτο τῶν ἀρχαιολογικῶν νομοσχεδίων, ὡς ἀφορῶν εἰς προσωπικὰ, περιέχει πολλὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ πρέπει ἐπισταμένως νὰ μελετήσῃ.
§104Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς θέλομεν προθύμως συζητήσει πάντα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται ὑπὸ τῶν ἐχόντων δικαίωμα νὰ προτείνωσι νόμους, ἀλλὰ τηρουμένων πάντοτε τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐπειδὴ δὲ ἐλέχθη, ὅτι δὲν ἔχουσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, πρέπει, καὶ ὑπὸ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς πλειονοψηφίας ἐπιβάλλεται, νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῶν, πρὶν ἢ ἀνατυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν, ἀφοῦ οἱ κύριοι Βουλευταὶ δὲν ἔχουσι τὰ κείμενα αὐτῶν. Τινὲς ἐζήτησαν καὶ ἐξέφρασαν γνώμην νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐμμίσθων παρέδρων. Ἐγὼ ἀναγνωρίζω τὴν ἀνάγκην, καὶ λυποῦμαι ὅτι ταύτην τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν πρὸ ἐμοῦ ἐγνώριζε καὶ ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν κατέδειξε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἵνα πληρωθῇ ἔκτοτε τὸ κενόν. Ἀφοῦ δὲν ἐπληρώθη ἔκτοτε, στέργομεν νὰ πληρωθῇ σήμερον· ἀλλὰ πάντα τὰ λοιπὰ νομοσχέδια δέον νὰ ἀναβληθῶσι μέχρις οὗ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι.
§105Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ νομοσχέδιον τὸ εἰσηγάγομεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον.
§106Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐψηφίσθη ὅμως.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ͵ΒϞΗʹ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων.
§108Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπεθύμουν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πίνακα λεπτομερῆ τῶν πρωτοδικῶν καὶ τῶν παρέδρων. Ὡς προχείρως ἐδυνήθην νὰ ἀνεύρω σήμερον ἐν τῷ διανεμηθέντι τεύχει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν σελίδι 134, σημειοῦνται πρόεδροι μὲν 26, πρωτοδίκαι δὲ καὶ ἔμμισθοι πάρεδροι 146, τὸ ὅλον 172. Ἐπεθύμουν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ πρὸ τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου πίνακα, ἐμφαίνοντα τὴν κατανομὴν τῶν προσώπων τούτων κατὰ Πρωτοδικεῖον, ὡς ἐπίσης νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ δήλωσιν περὶ τῆς γνώμης αὐτοῦ ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀναγκαίων πρωτοδικῶν καὶ παρέδρων κατὰ Πρωτοδικεῖον, διότι νομίζω, ὅτι αἱ πληροφορίαι αὗται θέλουσι συντελέσει εἰς διαφώτισιν τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου.
§109Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, τὸ ἔχω μετ’ ἐμοῦ ἐν μέρει. Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν, πρέπει νὰ ἔχωμεν 145 ἐμμίσθους παρέδρους καὶ πρωτοδίκας. Ἐξ αὐτῶν ἔχομεν σήμερον 106 πρωτοδίκας, 39 δὲ παρέδρους. Ἐννοεῖται ὅτι μὲ 106 πρωτοδίκας δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πλήρη τὰ Πρωτοδικεῖα. Ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν τῶν ὑπηρετούντων εἰς ἕκαστον Πρωτοδικεῖον εἶναι κεκανονισμένος διὰ Β. Διατάγματος, τὸν ἀριθμὸν δὲ τοῦτον, τὸν κεκανονισμένον διὰ τοῦ Β. Διατάγματος, δὲν δυνάμεθα νὰ τὸν ἔχωμεν διὰ τῶν 106 πρωτοδικῶν. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ προσθέσωμεν ἀριθμὸν πρωτοδικῶν πρὸς συμπλήρωσιν· ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ἐμμίσθους παρέδρους ἔχοντας τὰ προσόντα, δηλ. δὲν ἔχομεν ἐμμίσθους παρέδρους συμπληρώσαντας τὴν διετῆ θητείαν τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου. Ἕνεκα τούτου συνεστήσαμεν νὰ ἐλαττωθῇ ἡ θητεία, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἀπαιτεῖ, εἰς ἓν ἔτος. Ἐκ τούτου θὰ ἔχωμεν τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, ὅτι 11 ἐμμίσθους παρέδρους δυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε νὰ τοὺς προβιβάσωμεν εἰς πρωτοδίκας, διότι οὗτοι ἔχουσι συμπεπληρωμένον τὸ ἔτος, 8 δὲ νέοι πάρεδροι συμπληροῦσι τὸ ἔτος τὴν 5 Ἰανουαρίου τοῦ 1900. Λοιπὸν κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1900 θὰ ἔχωμεν 19 ἀκόμη παρέδρους, τὸν Μάρτιον δὲ τοῦ 1900 συμπληροῦσιν ἀκόμη 10 πάρεδροι. Ὥστε μέχρι τοῦ Μαρτίου τοῦ 1900 θὰ ἔχωμεν 29 παρέδρους συμπληροῦντας τὸ ἔτος τῆς θητείας καὶ κατὰ συνέπειαν δυναμένους νὰ καθέξωσι τὴν θέσιν τοῦ πρωτοδίκου. Θὰ ἔχωμεν λοιπὸν τὸν Μάρτιον 106+29=135 πρωτοδίκας, θὰ μένωσι δὲ ὑπηρετοῦντες καὶ 10 ἔμμισθοι πάρεδροι, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἔχωσι συμπεπληρωμένον τὸ ἔτος τῆς θητείας. Μὲ τοὺς 135 πρωτοδίκας καὶ τοὺς 10 ἐμμίσθους παρέδρους δυνάμεθα νὰ συμπληρώσωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν τὰς ἀνάγκας τῶν δικαστηρίων.
§110ΛΕΒΙΔΗΣ. Τόσους ἔχετε καὶ τώρα.
§111ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐν ὅλῳ ἔχομεν 106 δικαστὰς καὶ 39 ἐμμίσθους παρέδρους. Οἱ ἔμμισθοι πάρεδροι, ὡς γνωρίζετε, δὲν δύνανται νὰ ἐκτελέσωσιν ἔργα δικαστῶν, δὲν δύνανται νὰ συμπληρώσωσι τὰ δικαστήρια, κατὰ συνέπειαν ἔχομεν ἀνάγκην δικαστῶν. Τὸ Πλημμελειοδικεῖον ἔχει ἀνάγκην τριῶν τακτικῶν δικαστῶν. Δὲν ὠφελοῦσιν οἱ πάρεδροι, καὶ ἂν ἔχωμεν παρέδρους. Ἰδοὺ ὁ λόγος τοῦ νομοσχεδίου. Ἐλπίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐπείσθη ἐντελῶς περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ νομοσχεδίου.
§112Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον, ὡς παρέστησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι τῆς ἀνάγκης καὶ τῶν περιστάσεων, σκοπεῖ δηλ. νὰ χορηγήσῃ τὰ μέσα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως συμπληρώσῃ τὸ ταχύτερον τὰς κενὰς θέσεις πρωτοδικῶν, εἴτε ὑπῆρχον ἤδη, εἴτε διὰ τοῦ σχηματισμοῦ τῶν νέων Πρωτοδικείων παράγονται, νομίζω ὅτι εἰς τὴν ἀνάγκην μόνον αὐτὴν ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ, οὐχὶ δὲ νὰ καταστήσῃ διαρκῆ τὴν διάταξιν τῆς ἐλαττώσεως τοῦ χρόνου τῆς θητείας τῶν παρέδρων ἀπὸ δύο ἐτῶν εἰς ἕν. Προδήλως ἡ ἐλάττωσις τῆς διετοῦς θητείας εἰς ἑνὸς ἔτους τείνει νὰ καταβιβάσῃ τὴν ποιότητα τῶν δικαστῶν, ὅταν μάλιστα λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ πάρεδροι οὗτοι ὡς προσὸν πρέπει νὰ φέρωσιν ὑπηρεσίαν διετῆ δικηγορικήν, ἡ ὁποία πράγματι δὲν ὑπάρχει, διότι πασίγνωστον εἶναι, ὅτι οἱ διδάκτορες τοῦ Πανεπιστημίου, οἱ ἐξερχόμενοι τῆς Νομικῆς Σχολῆς, οὐχὶ δύο, ἀλλὰ καὶ 3 καὶ 4 καὶ 5 ἔτη διέρχονται ἄνευ πελατείας, ἑπομένως ἐλαχίστην πρακτικὴν ἄσκησιν δύναται νὰ παράσχῃ ἡ διετία, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἀπαιτεῖ, ὅπως γείνῃ τις δεκτὸς εἰς ἐξέτασιν. Λοιπὸν ἡ μόνη πρακτικὴ ἄσκησις εἶναι ἡ τοῦ παρέδρου. Διατελῶν τις ἐπὶ δύο ἔτη πάρεδρος, ὑποτίθεται εὐλόγως, ὅτι ἀρκετὰ ἠσκήθη, ὅπως καταστῇ πρωτοδίκης. Ὅταν ὅμως ἐλαττῶμεν τὰ δύο ἔτη εἰς ἕν, βεβαίως καθιστῶμεν πρωτοδίκην τὸν ὀλιγώτερον ἐντριβῆ καὶ ὀλιγώτερον ἱκανὸν, ὅπως ἐξασκήσῃ τὰ καθήκοντα τοῦ πρωτοδίκου. Διὰ τοῦτο ἤθελον δώσει τὴν συμβουλὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἂν θέλῃ, νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον μόνον πρὸς πλήρωσιν τῆς ἀνάγκης, ἡ ὁποία παρουσιάζεται, δηλαδὴ μέχρις ὅτου συμπληρωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν πρωτοδικῶν, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν δικαστηρίων. Διὰ τὸν περαιτέρω χρόνον καὶ διὰ τὰ κενὰ, τὰ ὁποῖα μετὰ ταῦτα ἤθελον παρουσιάζεσθαι, οἱ πάρεδροι νὰ ἐξακολουθῶσιν, ὅπως ὁ νόμος ὁ θεμελιώδης ὥρισε, νὰ ὑπηρετῶσι δύο ἔτη, καὶ μετὰ διετίαν μόνον νὰ δύνανται νὰ γίνωνται δικασταί. Τοιουτοτρόπως θὰ πληρωθῇ ἡ ἀνάγκη ἡ σημερινὴ, ἀλλὰ δὲν θὰ καταβιβασθῇ χάριν ἐκλιπούσης ἀνάγκης, ἀνάγκης ἡ ὁποία ὑπάρχει σήμερον, ἀλλὰ δὲν θὰ ὑπάρχῃ μετὰ ἓν ἔτος, ἡ ποιότης τῶν δικαστῶν.
§113Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐσκέφθην ὅσα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Μεσολογγίου, φρονῶ ὅμως, ὅτι τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον θέτει τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ἀρκετόν. Διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τις τὴν θέσιν τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου, ἀπαιτεῖται νὰ δώσῃ πρῶτον τρεῖς ἐπιστημονικὰς ἐξετάσεις· πρώτην ἐξέτασιν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, δευτέραν ἐξέτασιν διὰ νὰ γείνῃ δικηγόρος, τρίτην ἐξέτασιν μετὰ διετίαν, διὰ νὰ τύχῃ τὴν θέσιν τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου. Λοιπὸν μετὰ τρεῖς ἐξετάσεις καὶ ἀφοῦ παρέλθουν τέσσαρα ἤδη ἔτη ἀφ’ ἧς λάβῃ τὸ πτυχίον τοῦ διδάκτορος ἢ προλύτου, καὶ ἀφοῦ ὑπηρετήσῃ ἐπὶ ἓν ἔτος ὡς ἔμμισθος πάρεδρος, κριθῇ δὲ ἡ ὑπηρεσία του ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ἐφετείου, καὶ τὸ Ἐφετεῖον γνωμοδοτήσῃ ὅτι ἡ ὑπηρεσία αὐτοῦ τὸ πείθει ὅτι εἶναι ἱκανὸς νὰ καθέξῃ τὴν θέσιν τοῦ πρωτοδίκου, μοὶ φαίνεται ὅτι ὅλαι αὗται αἱ ἐγγυήσεις ἀρκοῦσι διὰ νὰ καταστήσουν αὐτὸν ἄξιον καὶ ἱκανὸν διὰ τὴν θέσιν τοῦ πρωτοδίκου. Δὲν νομίζω ὅτι προσθέτει τίποτε, ἂν ὑπηρετήσῃ ἀκόμη ἓν ἔτος. Ἡ πεῖρα δὲ κατέδειξεν, ὅτι οἱ νέοι, οἱ λαβόντες τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἐξεταστικὴν καὶ διορισθέντες ἔμμισθοι πάρεδροι, καὶ μετὰ τὴν θητείαν τοῦ ἑνὸς ἔτους εἶναι ἱκανοί, ἱκανώτατοι, περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τοῦ πρωτοδίκου. Πανταχόθεν ἔχομεν τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς ἐπέτυχε, καὶ διὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, γενικώτερον γινόμενον, ἔχει καλῶς.
§114ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως ὑπέστησαν ἐξετάσεις πρῶτον εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Πῶς ἡ ἐξέτασις αὕτη γίνεται, πάντες γνωρίζομεν. Αὕτη δὲν εἶναι δοκιμασία, ἡ ὁποία νὰ ἐμπνεύσῃ ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην ἐπὶ τὸν λαβόντα τὸ δίπλωμα. Ἀλλὰ λέγουν ὅτι ὑφίσταται ἐξέτασιν μετὰ ἓν ἔτος. Ταύτην ὑφίσταται, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἀξίαν λόγου πρακτικὴν ἄσκησιν ἔλαβε κατὰ τὸ διάστημα αὐτό. Μολονότι δὲ ἡ ἐξέτασις αὕτη εἶναι αὐστηρὰ καὶ ἀνέδειξε παρέδρους, οἱ ὁποῖοι διέπρεψαν πραγματικῶς ἐν τοῖς δικαστηρίοις, ἐν τούτοις δὲν εἶναι ἐπαρκής, ἀφοῦ δὲν ὁρίζεται καὶ ἡλικία, διότι ὁ προσερχόμενος εἰς ἐξετάσεις πρακτικὰς δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἔχῃ συμπληρώσει ὡρισμένην ἡλικίαν· δύναται καὶ εἰς ἡλικίαν 20 ἐτῶν καὶ 21 ἐτῶν νὰ παρουσιασθῇ, καὶ ἂν τύχῃ τοῦ βαθμοῦ, ὁ ὁποῖος τὸν καθιστᾷ δεκτὸν, νὰ γείνῃ πάρεδρος, καὶ μετὰ ἓν ἔτος νὰ γείνῃ δικαστής. Νομίζω ὅτι εἶναι λίαν βεβιασμένον ὅ,τι προτείνεται, καὶ δὲν πρέπει χάριν μιᾶς ἀνάγκης, ἡ ὁποία σήμερον παρουσιάζεται, νὰ ἐπεκτείνωμεν τὸ μέτρον πέραν τῆς ἀνάγκης, νὰ ἐλαττώσωμεν δηλ. τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα θεμελιώδεις νόμοι δικαστικοὶ ὥρισαν. Οὗτοι δὲν πρέπει νὰ μεταβάλλωνται κατὰ πᾶσαν στιγμήν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι, ἐνῷ ὑπηρετεῖται ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου διὰ τῆς προτάσεώς μου, δὲν ἀνατρέπεται ὁ νόμος, καὶ μένει ὅπως εἶναι, καὶ εἶναι ἄριστος, ὡς ἔχει, ὁ νόμος.
§115Κ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι εἷς τῶν δυναμένων νὰ μαρτυρήσωσιν ὑπὲρ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ, εἶμαι ὁ δικάσας περισσοτέρας ὑποθέσεις. Ὁμολογῶ ὅτι οὐδέποτε ἄλλοτε εἶδον δικαστὰς τῆς πολιτικῆς δικαιοσύνης καλλιτέρους καὶ ἐννοοῦντας ἅμα τῷ διορισμῷ των νὰ ἐκτελῶσιν ἄριστα τὸ ἑαυτῶν καθῆκον, παρὰ ἀφ’ ὅτου εἰσήχθη ὁ θεσμὸς οὗτος, καὶ ἂν ἠδυνάμην ἄνευ ἑτέρας δοκιμασίας νὰ τοὺς προβιβάσω καὶ νὰ τοὺς κάμω ἐφέτας καὶ ἀρεοπαγίτας, θὰ τοὺς ἐπροβίβαζον ἀμέσως· δυστυχῶς ὅμως στεροῦμαι τῆς τοιαύτης δυνάμεως. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ αἰτουμένη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐλάττωσις τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας εἶναι ὀρθὴ, καὶ πρέπει νὰ τὴν παραδεχθῇ ἡ Βουλή. Ἀλλὰ τὸ ἑξῆς πρακτικώτερον προσὸν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ μελετήσῃ, καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἢ τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ τὸ εἰσαγάγῃ ἐν αὐτῷ ὡς τροπολογίαν, ἢ ὡς συμπλήρωμα τοῦ νομοσχεδίου. Οἱ δικασταὶ αὐτοί, Κύριοι, στεροῦνται τοῦ προσόντος τοῦ ἐκτιμᾶν τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν· δὲν γνωρίζουν τί θὰ εἰπῇ προσωπικὴ κράτησις, καὶ γενόμενοι δικασταὶ πλειοδοτοῦσι, τίς νὰ φυλακίσῃ περισσοτέρους. Αὐτὸ τὸ προσὸν δὲν τὸ εὑρίσκω ἀπαιτούμενον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ δύναται νὰ προστεθῇ. Ἐνῷ, Κύριοι, εἶναι ἄριστοι ἐπὶ τῶν πολιτικῶν διαφορῶν, ὡς δικασταὶ ποινικῶν ὑποθέσεων δὲν αἰσθάνονται τὸ τιμαλφέστερον δικαίωμα τοῦ πολίτου· φυλακίζουν πάντα λίαν εὐκόλως, ἀδιαφοροῦντες περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου. Λοιπὸν νὰ προστεθῇ τὸ προσὸν τοῦ διορισμοῦ τῶν ἐπὶ τῆς ἐποπτείας τῶν φυλακῶν, καὶ πρέπει ἕκαστος αὐτῶν νὰ ὑποχρεωθῇ, ὅπως ἐποπτεύῃ τὰς φυλακὰς κατὰ καθῆκον καὶ ἐν γένει τὴν ὑπηρεσίαν τῶν φυλακῶν, διὰ νὰ βλέπουν καὶ αἰσθάνωνται τί ἐστὶ στέρησις προσωπικῆς ἐλευθερίας. Νὰ βλέπουν τί δοκιμάζουν τὰ τέκνα καὶ ἡ οἰκογένεια τοῦ προσωποκρατουμένου. Τὸ προτεινόμενον παρ’ ἐμοῦ διὰ τοὺς δικαστὰς γίνεται εἰς τοὺς στρατιωτικούς. Τὸ ἔχομεν εἰς τοὺς εὐέλπιδας, οἱ ὁποῖοι ἐξερχόμενοι τῆς Σχολῆς ὑπηρετοῦσιν ἐπ’ ὀλίγον χρόνον, πρὶν γείνουν ἀξιωματικοί, ὡς στρατιῶται καὶ ὡς ὑπαξιωματικοί, ἵνα ἴδωσι καὶ μάθωσι τί ὑποφέρουσιν οἱ στρατιῶται. Μία φωνή. Καὶ νὰ κοιμῶνται εἰς τὰς φυλακάς.
§116ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, διὰ νὰ ἐννοήσουν καλῶς, τί θὰ εἰπῇ προσωπικὴ κράτησις, τί ὑποφέρουν οἱ προσωποκρατούμενοι. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ συμπληρώσητε αὐτὸ τὸ μέρος τοῦ νομοσχεδίου, κύριε Ὑπουργέ.
§117Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας, δὲν νομίζω ὅτι ἔχει οὗτος ἐπιρροήν. Ὡς πρὸς τὴν ἐποπτείαν τῶν προϊσταμένων, ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι τελειόφοιτοι δόντες ἀρίστας ἐξετάσεις, δικηγόροι εὐδοκιμήσαντες εἰς τὰς δικαστικὰς ἐξετάσεις, δυστυχῶς ἀπέτυχον εἰς τὴν πρᾶξιν, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐφαίνοντο ὅτι εἰς τὰς ἐξετάσεις των δὲν ἐπέτυχον πολὺ, αὐτοὶ ἀπεδείχθησαν καὶ κατέστησαν ἱκανώτατοι καὶ διακεκριμένοι δικασταί. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ὁ χρόνος τοῦ ἑνὸς ἔτους ἢ τῶν δύο ἐτῶν δὲν ἔχει ἐπιρροήν. Ὁ νομικὸς, ἐὰν ᾖναι δημιουργημένος διὰ δικαστὴς, ἐὰν ἔχῃ τὰ προσόντα τοῦ δικαστοῦ τὰ φυσικὰ, ἐὰν ἔχῃ ἦθος δικαστικὸν, ἐὰν ἔχῃ φιλοτιμίαν καὶ ἐπιμέλειαν, κλίσιν πρὸς τὴν ἐπιστήμην, βεβαιωθῆτε ὅτι αὐτὸς μόνος θέλει μορφωθῆ καλὸς δικαστής. Ἂς ἐπιτύχῃ εἰς οἱασδήποτε ἐξετάσεις, ἂς ὑπηρετήσῃ ὡς πάρεδρος ἢ δικαστὴς, ἂν δὲν ᾖναι δημιουργημένος, καλὸς δικαστὴς δὲν θὰ γείνῃ ποτέ. Ὥστε ὡς πρὸς τὸν χρόνον δὲν ἔχω παρατήρησιν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρατηρῶ, προκειμένου περὶ δικαστικῶν προβιβασμῶν, εἶναι ὅτι πρέπει νὰ προσέξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων, νὰ μὴ περιορισθῇ μόνον εἰς τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐξετάσεων καὶ εἰς τὰς λεγομένας προτάσεις, διότι δυστυχῶς αὐταὶ ἀπεδείχθησαν πλειστάκις πεπλανημέναι, ἀλλὰ νὰ ἐξετάσῃ μόνος του ἕνα ἕκαστον ἐκείνους, τοὺς ὁποίους θὰ προαγάγῃ, ἵνα πεισθῇ, ἐὰν ἔχωσι τὰ προσόντα τοῦ καλοῦ δικαστοῦ, ὄχι μόνον διὰ τὴν θέσιν τοῦ πρωτοδίκου, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ προαχθῶσιν εἰς τὸ μέλλον ἀνώτεροι δικασταί. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὡς ἐκ τοῦ μακροῦ δικηγορικοῦ του βίου εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ ὅτι πολλὰ ἀπαιτοῦνται νὰ συντρέξωσι πρὸς καταρτισμὸν καλοῦ δικαστοῦ, καὶ ὅτι ἀπαιτεῖται ἰδιαίτερος δικαστικὸς χαρακτήρ. Τὸν παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μὴ περιορισθῇ μόνον εἰς τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐξετάσεων καὶ εἰς τὰς προτάσεις, ἀλλὰ νὰ ἐκλέξῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ὑποσχεθῶσι μέλλον δικαστικόν.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 ἀναγινώσκεται.
§119Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ παρατηρῶ τὰ ἑξῆς. Δὲν εἶναι πρέπον δι’ ἑνὸς ἄρθρου νὰ τροποποιῶνται ἑπτὰ ἄρθρα ἑτέρου νόμου ὑπάρχοντος. Ἐπειδὴ δὲ τροποποιοῦνται τρία ἄρθρα, πρέπει διὰ τριῶν ἄρθρων νὰ προτείνηται ἡ ἀντικατάστασις αὐτῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§120ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ τυπωθῇ αὔριον τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ διανεμηθῇ.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κ. Βουλευτάς, τοὺς ἀποτελοῦντας τὰς διαφόρους ἐπιτροπάς, νὰ συνέλθωσιν αὔριον εἰς τὰς 3 μ. μ. ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, ὅπως προβῶσιν εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας αὐτῶν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 7 μ. μ.)