1899.12.13
3.032 στίχοι · 23.671 λέξεις · 182 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 7
Τῆς 13 Δεκεμβρίου 1899.
(Δευτέρα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 25′ μ. μ., ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐμπορευόμενοι πολῖται Ναυπλίου δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως ψηφίσῃ νόμον περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Αἰγίου ὑποβάλλει ὑπόμνημα κατὰ τῆς ἀναδρομικῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων τοῦ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως νομοσχεδίου. Οἱ κάτοικοι Καζακλὰρ ὑποβάλλουσιν αἴτησιν περὶ ἀποζημιώσεως αὐτῶν ἕνεκα τῶν ἐκ τοῦ πολέμου γενομένων αὐτοῖς καταστροφῶν.
§2ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ αἴτησις αὕτη καὶ νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον.
§3ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Προτιμότερον νομίζω νὰ τυπωθῇ ἡ αἴτησις, καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν νὰ συζητηθῇ, διότι ἴσως λάβωσι καὶ ἄλλοι τὸν λόγον.
§4ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν ἵνα τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ὡς τάχιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 29). Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Βόλου ἐκφράζει εὐχὴν περὶ ἐλαττώσεως τῶν ταχυδρομικῶν τελῶν. Ὁ λαὸς τοῦ δήμου Ταμυνέων τηλεγραφικῶς παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ἐλαττώσῃ τὸν στρεμματικὸν φόρον τῶν ἀμπέλων. Ὁ Ἠλίας Βαβάλος ἐκ Πατρῶν διὰ τηλεγραφήματός του παραπονεῖται κατὰ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ σιδηροδρομικοῦ σταθμοῦ Πατρῶν, ὡς εἰσπραττόντων παρανόμως καὶ αὐθαιρέτως δεκάλεπτον παρ’ ἑκάστου τῶν ταξιδιωτῶν δι’ ἀποσκευάς.
§6ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔπρεπε ν’ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν.
§7ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν.
§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρό τινων ἡμερῶν ἀπεστάλη εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα παρὰ πολίτου ἐκ Μεγαλοπόλεως, παραπονουμένου κατὰ τοῦ ἀστυνόμου Φαλαισίας, ὅστις προσηνέχθη πρὸς τὸν δεκαετῆ υἱόν του μετὰ μεγάλης τραχύτητος καὶ ἀγρίως. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἤδη καιρὸς νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ποῖά τινα διέταξε περὶ τούτου, ἀφοῦ διεβιβάσθη ἤδη εἰς αὐτὸν τὸ εἰρημένον τηλεγράφημα.
§9Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἔλαβον γνῶσιν τοῦ τηλεγραφήματος τούτου. Τώρα, ὅτε ἤκουσα περὶ αὐτοῦ, θὰ ζητήσω πληροφορίας.
§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅσα ἐλέχθησαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν περὶ τῶν κατὰ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ μοὶ ἔδωκαν ἀφορμὴν ν’ ἀναμνησθῶ, ὅτι ἐγένετο ἄλλοτε λόγος περὶ χρηματιστικῶν πράξεων, αἵτινες ἔλαβον χώραν ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ κατὰ τὴν διανομὴν χρηματικῶν βοηθημάτων εἰς οἰκογενείας προσφύγων Κρητῶν καὶ Θεσσαλῶν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἔλαβε γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἂν προέβη εἰς ἔρευναν ἢ ἐξέτασίν τινα τῶν περὶ τούτου, ποῖα δὲ προέκυψαν ἀποτελέσματα ἐκ τῆς ἐρεύνης ταύτης· ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει πράγματι αἱ χρηματιστικαὶ αὗται πράξεις ἐγένοντο, ποία ἐγένετο διάθεσις τῶν προκυψάντων χρημάτων, ἂν διετέθησαν πρός τινα σκοπὸν, καὶ πρὸς ποῖον, ἢ ἂν εἰσήχθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§11Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην δύναμαι νὰ δώσω ἀμέσως πληροφορίας πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτήν. Πράγματι ἐγένετο τοιοῦτόν τι. Δηλαδὴ ἡ ἀστυνομία ἔλαβε ποσόν τι ἐκ τῆς ἀλλαγῆς τῶν χαρτονομισμάτων...
§12Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τίνος ἀλλαγῆς;
§13Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐκ τῆς μετατροπῆς αὐτῶν εἰς δεκάρας. Ἐπειδὴ δὲ πολλὰ ἑκατομμύρια εἶχον διατεθῆ, ἡ διαφορὰ ἡ προκύψασα ἦτο σημαντικὴ, ὑπολογιζομένη, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἰς 30,000 δραχμάς. Τοῦ ποσοῦ τούτου ἐγένετο χρῆσις διὰ διαταγῶν τῶν τότε Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς ἀγορὰν ἐπίπλων τῆς ἀστυνομίας καὶ πρὸς πληρωμὴν ἀεριόφωτος, διότι ἡ πίστωσις ἡ τότε δὲν εἶχεν ἐπαρκέσει. Ὅτε ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ τοῦτο, καὶ διέταξα τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, ἵνα ἀμέσως καταθέσῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὡς ἔσοδον τοῦ Κράτους, τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο εἰς χεῖράς του, ὁ Διευθυντὴς δὲ τῆς Ἀστυνομίας μοὶ προσήγαγε τὰς διαταγὰς, τὰς ὁποίας εἶχε λάβει ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ δυνάμει τῶν ὁποίων εἶχε προβῆ εἰς τὰς δαπάνας ἐκείνας. Αὕτη εἶναι ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ὤφειλον ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Βουλευτής.
§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καλῶς ἔχουσιν ὅσα διετάξατε, δὲν ἦσαν ὅμως ὀρθὰ τὰ γενόμενα, διότι οὐδέποτε ἐπιτρέπεται διάθεσις δημοσίων χρημάτων εἰς δαπάνας, αἵτινες δὲν ἐνεκρίθησαν ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου.
§15Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναντιρρήτως.
§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι πρέπει νὰ γένηται ἔλεγχός τις εὐρύτερος, ὅπως περισταλῇ εἰς τὸ μέλλον τοιαύτη αὐθαίρετος διαχείρισις τῶν δημοσίων χρημάτων, σᾶς παρακαλῶ νὰ καταθέσητε τὰς διαταγὰς, περὶ ὧν εἴπετε.
§17Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.
§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ δὲ περὶ ἀστυνομίας ὁ λόγος, ὀφείλω νὰ ἀνακοινώσω γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω, οὐχὶ ἵνα ἀποδεχθῆτε αὐτὴν διότι τὴν νομίζω ὀρθὴν, ἀλλ’ ἵνα κρίνητε ἂν εἶναι ὀρθὴ, καὶ τότε νὰ τὴν ἀποδεχθῆτε. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον πρό τινος ἐπεκράτησε παρ’ ἡμῖν, τῶν ἀνακοινώσεων εἰς τὸ κοινὸν παντὸς συμβαίνοντος ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ, εἶναι ἄτοπον, οὐδ’ ἐπιτρέπεται τοιαῦται ἀνακοινώσεις νὰ γίνωνται παρ’ ὀργάνων τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἐὰν δὲ δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει πάντοτε οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ νὰ λαμβάνωσι συνεντεύξεις μετὰ τῆς δημοσιογραφίας καὶ ν’ ἀνακοινῶσιν εἰς τὸ κοινὸν, τί σκέπτονται νὰ πράξωσιν, εἴτε ποῖα διατάσσουσι μέτρα διοικήσεως, ἢ ποῖα μελετῶσι μέτρα κυβερνητικὰ, ἢ τὰ πολιτικὰ διανοήματα αὐτῶν, καὶ μάλιστα ὅταν αἱ ἀνακοινώσεις αὐτῶν γίνωνται πρὸς ἴδιον ἑαυτῶν ἔπαινον ἢ καυχησιολογίαν, ἢ πρὸς ἐκσφενδόνισιν ἀπειλῶν, ἢ πρὸς συκοφαντίαν νὰ ἐφάπτωνται ἀντιπάλων, πρέπει ὅμως νὰ καταστέλλωνται πάντοτε οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἱ ἀφιέμενοι εἰς τοιαύτας συνεντεύξεις ἢ ἀνακοινοῦντες ἀπόρρητα τῆς ὑπηρεσίας, ἰδίως δὲ ἐὰν αὐτοὶ οἱ ὑπάλληλοι ἀνήκωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυνομίας, διότι ἐνδέχεται αἱ οὕτω μεταδιδόμεναι εἰς τὸ κοινὸν εἰδήσεις νὰ ἐφάπτωνται τῆς ἀξιοπρεπείας ἢ ὑπολήψεως τῶν πολιτῶν, οὐδέποτε δὲ ἐπιτρέπεται νὰ τίθενται ἐν κινδύνῳ ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς ἀρχῆς ἡ ἀξιοπρέπεια ἢ ἡ φιλοτιμία ἢ ἡ ὑπόληψις τῶν πολιτῶν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ καταστέλλωνται ταῦτα καὶ δι’ ἕτερον λόγον, ὅταν ἰδίως πρόκηται περὶ ὀργάνων τῆς ἀστυνομίας, τὰ ὁποῖα ἔχουσι θέσιν ἐν τῷ στρατῷ, διότι ἡ δυσφήμησις αὐτῶν ἐκτείνεται ἐνίοτε ἐπὶ τοῦ Σώματος, εἰς τὸ ὁποῖον οὗτοι ἀνήκουσιν, ἢ καὶ ἐπὶ τῆς τάξεως πάσης αὐτῶν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαγορευθῶσιν αἱ ἀνακοινώσεις αὗται. Ἡ προϊσταμένη ἀρχὴ ὀφείλει πάντως νὰ προβαίνῃ εἰς ἔρευναν καὶ ἐξέτασιν τῶν διαπραττομένων, ὅπως πείθηται, ἂν τὰ γινόμενα εἶναι πράξεις ἀξιόποινοι ἢ ἠθικῶς ἀπαγορευτέαι, ἵνα αἱ παρεκτροπαὶ καὶ αἱ παραβάσεις καταστέλλωνται αὐστηρότατα· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀλλότριον τοῦ νῦν γιγνομένου, τὸ ὁποῖον προσῆκε νὰ ἀπασχολήσῃ τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς, διότι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τοὺς ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ ν’ ἀνακοινῶσιν εἰς τὸ κοινὸν τὰς τοιαύτας παρεκτροπὰς, ὅπως καταγγέλλωσι τοὺς ἐργάτας αὐτῶν· ἐὰν σφάλλωνται ὄργανα τῆς ἀστυνομίας, ἁρμόδιος νὰ ἐξετάσῃ τὰ περὶ τούτου εἶναι ὁ κ. Νομάρχης, εἰς ὃν τυγχάνει ἀνατεθειμένη ἡ ἐπιτήρησις αὐτῶν. Ἐὰν δὲ περιέπεσαν καὶ εἰς πρᾶξιν ἀξιόποινον, ἁρμόδιος νὰ ἐξετάσῃ τὰ περὶ τούτου εἶναι ὁ κ. Εἰσαγγελεύς. Ἀλλ’ ὅταν σφάλλωνται ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ, καὶ ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ ὀφείλει νὰ ἐπιλαμβάνηται τῆς ἐξετάσεως, διότι καθῆκον ἔχει νὰ κρίνῃ, ἂν τὰ σφάλματα, εἰς τὰ ὁποῖα περιέπεσαν οὗτοι, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐπιτρέπῃ ἡ τιμὴ τοῦ στρατοῦ τὴν περαιτέρω διατήρησιν αὐτῶν ἐν τῷ στρατῷ.
§19Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη πολλῆς σκέψεως, ὅπως εὕρῃ τις τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ἀπολύτως ὀρθήν. Κατ’ ἀρχὴν νομίζω, ὅτι αἱ ἀνακοινώσεις αὗται δὲν πρέπει νὰ γίνωνται, εἶναι δὲ τιμωρητέοι οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προβαίνουσιν εἰς τοιαύτας ἀνακοινώσεις. Τὰς αὐτὰς ἔχων ἰδέας μὲ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐξέφερε τὴν στιγμὴν ταύτην, ἀπηύθυνα σήμερον ἔγγραφον πρὸς τὸν συνάδελφόν μου κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ζητῶν παρ’ αὐτοῦ, ὅπως αὐστηρότατα τιμωρήσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἵτινες ἐνόμισαν, ὅτι ἦτο αὐτοῖς ἐπιτετραμμένον, ἵνα προβῶσιν εἰς ἀνακοινώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐκθέτουσι τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ αἱ ὁποῖαι προκαλοῦσιν ἀντεγκλήσεις, αἵτινες βεβαίως ἥκιστα συμβάλλουσιν εἰς σεβασμὸν αὐτῶν. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλαβεν ἤδη τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνα εἰς αὐτὸν, θέλει προβῆ αὐστηρότατα εἰς τιμωρίαν τῶν παρεκτραπέντων ἀξιωματικῶν.
§20Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἔλαβον αὐτὸ, καὶ θὰ ἐνεργήσω ὅ,τι ὁ νόμος μοὶ ἐπιτρέπει.
§21Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον μέρος τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ, περὶ ἐνεργείας τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, δὲν εἶπον προχθὲς, ὅτε ἀνεκοίνωσα ποίας ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἔκαμον ἐνεργείας, ὅτι ἔδωκα ῥητὴν ἐντολὴν εἰς τὸν Νομάρχην Ἀττικῆς, ὅπως προβῇ εἰς διοικητικὰς ἀνακρίσεις περὶ τῆς καταστάσεως ἐν γένει τῆς ἀστυνομίας, περιμένω δὲ τὸ πόρισμα τῶν ἀνακρίσεων τούτων, ὅπως ἴδω, ἂν ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ, ἵνα λάβω ἄλλα μέτρα. Ἀλλὰ τὰ μέτρα ταῦτα νομίζω, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ληφθῶσι, πρὶν ἢ ὑποβληθῇ τὸ πόρισμα τῶν διοικητικῶν ἀνακρίσεων, εἰς τὰς ὁποίας κατὰ διαταγήν μου ὁ κ. Νομάρχης Ἀττικῆς προέβη.
§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἐὰν πρέπει νὰ ἀπευθύνω ἐπερώτησιν ἀναγομένην εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπειδὴ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς εἶναι ἀπών. Δὲν γνωρίζω ἐὰν δύναται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ τὸν ἀντιπροσωπεύσῃ, ἢ ἂν πρέπει νὰ περιμένω.
§23Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠξεύρω περὶ τίνος πρόκειται, καὶ ἂν εἶμαι εἰς κατάστασιν.
§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρόκειται περὶ τῶν διαπραγματεύσεων τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει.
§25Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω ὅτι θὰ ἦναι καταλληλότερον νὰ παρίσταται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαυροκέφαλος ἔχει τὸν λόγον.
§27Π. ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ὁ κ. Τσαρλαμπᾶς ὡμίλησε περὶ δημοσίας ἀσφαλείας ἐν Λευκάδι, ἀλλὰ τόσον χαμηλοφώνως, ὥστε ἐγὼ εὑρισκόμενος ἐδῶ ὑψηλὰ, οὐδὲν ἀντελήφθην. Ἐξ ὅσων ὅμως ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας ὡς παρ’ αὐτοῦ λεχθέντων φαίνεται ὅτι παρέστησεν ὡς ἀθλιεστάτην τὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἐπειδὴ εἴμεθα γείτονες μετὰ τῶν Λευκαδίων, ἀποτελοῦμεν δὲ ἤδη καὶ ἕνα νομὸν, ἐλπίζω ὅτι θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὀλίγα τινά. Πράγματι ἡ δημοσία ἀσφάλεια δὲν εἶναι παγιωμένη ἐν Λευκάδι. Δύσκολον εἶναι νὰ μεταβῇ τις ἀπὸ ἓν μέρος τῆς νήσου εἰς ἄλλο, χωρὶς νὰ λάβῃ προφυλακτικὰ μέτρα. Εἶναι δὲ οὗτος καὶ εἷς ἐπιπρόσθετος λόγος, ἵνα μὴ διάκειμαι εὐνοϊκῶς πρὸς τὴν γενομένην προσάρτησιν τῆς Ἰθάκης εἰς τὸν νομὸν Λευκάδος, διότι φοβοῦμαι, ὅτι οἱ συμπατριῶταί μου δὲν θὰ ἔχωσι τὴν αὐτὴν ἀσφάλειαν, τὴν ὁποίαν ἀπολαμβάνουσιν ἐν Κεφαλληνίᾳ, ἔνθα ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου εἰς τὸ ἄλλο τῆς νήσου δύναταί τις νὰ μεταβαίνῃ ἀδιαταράκτως, τυγχάνων μάλιστα καὶ πολλῶν περιποιήσεων καὶ προθύμου φιλοξενίας. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἀνώμαλος κατάστασις ἐν Λευκάδι δὲν εἶναι νέα. Ἠμπορεῖ τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι εἶναι σχεδὸν διαρκὴς, πολλοὶ δὲ βεβαίως θὰ ἐνθυμεῖσθε μεταξὺ ἄλλων τοὺς ἄθλους τοῦ διαβοήτου Ψύλλα, ὅστις ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἐμάστιζε τὴν νῆσον, καὶ διὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἐξουσία εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκπέμψῃ στρατοὺς καὶ στόλους, διὰ νὰ κατορθώσῃ τὴν σύλληψίν του. Τὴν κατάστασιν ταύτην δὲν ἀγνοεῖ βεβαίως ὁ ἀξιότιμος φίλος μου Βουλευτὴς Λευκάδος. Ἀλλὰ συνήθως συμβαίνει τὸ ἑξῆς παράδοξον. Τινὲς τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ὅταν παρακάθηνται εἰς τὰς τάξεις τῆς Συμπολιτεύσεως, εὑρίσκουσι τὰ πάντα ὡς ἄριστα ἔχοντα, ὅταν δὲ συμπίπτῃ νὰ ἦναι ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, τότε καὶ ἡ διοίκησις καὶ ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ δημοσία ἀσφάλεια εὑρίσκονται ἐν παραλύσει. Νομίζω ὅτι καὶ ἐν τῇ μιᾷ καὶ ἐν τῇ ἑτέρᾳ περιπτώσει λαμβάνει χώραν ὑπερβολή. Ἕν μόνον τυγχάνει βέβαιον, ὅτι παρ’ ἡμῖν πάντες οἱ κλάδοι τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας εὑρίσκονται εἰς κακὴν κατάστασιν. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο δὲν πταίει οὔτε ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, οὔτε αἱ ἀμέσως προηγούμεναι ταύτης. Τὸ κακὸν ἔχει βαθυτέρας ῥίζας, καὶ νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ θεραπευθῇ διὰ μιᾶς συζητήσεως προχείρως γινομένης ἐν τῇ Βουλῇ. Κατὰ τὴν γνώμην μου ἡ φαύλη κατάστασις ὀφείλεται πολὺ καὶ εἰς τὴν ἀθλίαν νομοθεσίαν, ἡ ὁποία διέπει τὸ πρότυπον τοῦτο Βασίλειον. Μόνον δὲ, ἄν ποτε σωφρονήσῃ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς καὶ πέμψῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀντιπροσώπους μὲ τὴν ῥητὴν ἐντολὴν νὰ καταργήσωσι πρόρριζα, δι’ ἑνὸς ἄρθρου, τὴν ὑφισταμένην ἀχρείαν νομοθεσίαν, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῶσι τὰ πράγματα. Ἐφ’ ὅσον τοῦτο δὲν γίνεται, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐπαυξάνεται διαρκῶς ὁ φαῦλος νομοθετικὸς ὄγκος, ματαίως ὁ ἀξιότιμος φίλος μου θὰ θρηνῇ τὴν ἔκλυσιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν Λευκάδι, ὁσάκις εὑρίσκηται εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§28ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι ἔχω σχετικὸν νὰ εἴπω πρὸς τὰ ὑπὸ τοῦ προλαλήσαντος λεχθέντα.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἄλλοι ἐγγεγραμμένοι· εἶναι ὁ κ. Μομφερρᾶτος, ὁ κ. Λιμπρίτης. Ἠμπορεῖ καὶ οὗτοι νὰ ἔχουν σχετικόν.
§30ΤΟΠΑΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κύριος Πρόεδρος.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὁρίστε.
§32Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἐλέχθησαν πολλὰ, Κύριοι, περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ θὰ ἦτο περιττὴ ἴσως ἡ ἀνάμιξίς μου, ἐὰν μὴ ἡ σπουδαιότης τοῦ ζητήματος μοὶ ἐπέβαλλε νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ τμήματος ἰδίως ἐκείνου τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐξοχὴν ἔχει ἀνάγκην ἑδραίας δημοσίας ἀσφαλείας. Ἁπανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος ἐπολλαπλασιάσθησαν κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας τὰ ἐγκλήματα, ἀλλ’ ἐν Θεσσαλίᾳ, Κύριοι, ἡ ζωοκλοπὴ καὶ ἡ ληστεία ἔφθασαν εἰς τὸ ὕπατον σημεῖον, παρεμποδίζουσαι τοὺς χωρικοὺς εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῶν γεωργικῶν των ἔργων καὶ παρακωλύουσαι πᾶσαν ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς. Ἡ ζωοκλοπὴ καὶ ἡ ληστεία, Κύριοι, εἶναι οἱ δύο θανάσιμοι ἐχθροὶ τῆς γεωργίας. Διὰ τῶν ζωοκλοπῶν ἀφαιροῦνται τὰ μετρητὰ τῶν χωρικῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ μικρὰ ζῶα, ἀφαιροῦνται δ’ ἐπίσης καὶ τὰ μεγάλα ζῶα, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ μέσα τῆς ἐξακολουθήσεως τῶν γεωργικῶν αὐτῶν ἔργων. Ἡ δὲ ληστεία ἐξαναγκάζει αὐτοὺς νὰ ἀπόσχωσι τῶν γεωργικῶν των ἔργων καὶ νὰ κλεισθῶσιν ἐν τοῖς οἴκοις αὐτῶν, εἰς τὰ χωρία των, χωρὶς καὶ ἐκεῖ νὰ ᾖναι ἀσφαλεῖς ἐκ τῶν κακοποιῶν στοιχείων καὶ ἐκ τῶν ἀποσπασμάτων, τὰ ὁποῖα παρακολουθοῦσι τὴν ληστείαν καὶ τὰ ὁποῖα ἐνίοτε εἶναι μάστιξ χειροτέρα τῆς ληστείας, ἐὰν συμβῇ, ὡς συνήθως, οἱ προϊστάμενοι αὐτῶν νὰ μὴ ᾖναι δεξιὰ ὄργανα, ἔχοντα ἐπίγνωσιν τῆς ἀποστολῆς των. Ἐὰν δὲ, Κύριοι, φυγαδεύωνται ἐκ τῶν ἔργων αὐτῶν καὶ ἐκ τῶν ἀγρῶν οἱ χωρικοί, φαντασθῆτε τί συμβαίνει μὲ τοὺς γαιοκτήμονας καὶ τοὺς ἰδιοκτήτας, οἵ τινες σπεύδουσι βεβαίως νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰ κτήματά των, καταφεύγοντες ἢ εἰς τὰς πόλεις μας ἢ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Οὔτε πρέπει νὰ ἀσχάλλωμεν διὰ τοῦτο, διότι, μεθ’ ὅλας τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας καταβάλλουσιν ἐν τοῖς κτήμασιν αὐτῶν, καὶ δι’ ἃς ἡ γεωργία ὀφείλει εὐγνωμοσύνην πρὸς αὐτοὺς, κινδυνεύουσι πολλάκις τὸν ἔσχατον κίνδυνον ἐκ τῆς ληστείας καὶ ἐκ τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, Κύριοι, ὁμοῦ μὲ τὰς ἄλλας ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας πάσχει ἡ γεωργία μας, βεβαίως εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπέλθῃ ἀνάπτυξις τῆς παραγωγῆς, βεβαίως εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκμεταλλευθῶμεν τὸν πλοῦτον τῆς Θεσσαλίας ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς χώρας ὁλοκλήρου. Καὶ θὰ σᾶς φέρω ἕν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἴσως σᾶς φανῇ ἀπίστευτον, παράδειγμα σχετιζόμενον μὲ ἐμὲ αὐτόν. Ἀπὸ δωδεκαετίας κατέχω ἐν Θεσσαλίᾳ κτῆμα ἐκτεταμένον, τὸ ὁποῖον οὔτε κἂν γνωρίζω. Οὔτε ὅτε τὸ ἠγόρασα τὸ εἶδον, — διότι ὑπεχρεώθην εἰς τοῦτο ἕνεκα διαφόρων λόγων, τοὺς ὁποίους περιττὸν νὰ ἐξηγήσω ἐνταῦθα, — οὔτε κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ τὸ δωδεκαετὲς μοὶ ἐπετράπη νὰ τὸ ἐπισκεφθῶ. Εἶναι τοῦτο ἀπίστευτον. Καὶ ὅμως ἐὰν παρεκάθητο μεταξύ σας ὁ ἐξ Ἁλμυροῦ συνάδελφος, — διότι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἁλμυροῦ κεῖται τὸ κτῆμα τοῦτο — θὰ ἐπεβεβαίου τοὺς λόγους μου περὶ τοῦ κτήματος τούτου, ὅπερ εἶναι πάντοτε τῶν ληστῶν καὶ τῶν κακοποιῶν στοιχείων ἐν γένει κρησφύγετον. Εἶναι δὲ κτῆμα πλούσιον εἰς δάση καὶ εἰς ὕδατα ἄφθονα, τὰ ὁποῖα ὅμως μένουσιν ἀνεκμετάλλευτα. Διὰ νὰ ἐννοήσητε τὴν ζημίαν, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, ἕνεκεν τῶν λόγων τούτων, ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι ἐνῳκίασα τὴν ξύλευσιν τοῦ δάσους τούτου, καὶ ἐπειδὴ δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς οὔτε τὴν ἔκτασιν τῶν δασῶν, οὔτε ἠδύνατό τις νὰ μοὶ δώσῃ σαφεῖς πληροφορίας, τὴν ἐνῳκίασα εἰς τοιοῦτον ποσὸν, ὥστε ὁ ἐνοικιαστής, μοὶ λέγουσι, θὰ ὠφεληθῇ τὸ εἰκοσαπλάσιον ποσὸν τοῦ ἐνοικίου ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ δάσους τούτου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὰ κακὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα μοὶ παρέχει τὸ κτῆμα τοῦτο. Ἕνεκα τοῦ κτήματος αὐτοῦ παρ’ ὀλίγον νὰ κατηγορηθῶμεν καὶ ὡς λῃσταποδόχοι! Τοῦτο συνέβη, κύριοι Βουλευταὶ, ὡς ἑξῆς: Τὸ κτῆμα τοῦτο ἐνοικιάζεται εἰς ποιμένας, κατὰ τὴν μακαρίαν δὲ ἐκείνην ἐποχὴν τοῦ Τσουλή καὶ Παπακυριτσοπούλου ἐνοχοποιήθησαν δυστυχῶς καὶ οἱ ποιμένες οὗτοι, ὡς δόντες ἄρτον εἰς τοὺς ληστὰς καὶ τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα τῶν μερῶν ἐκείνων. Οἱ ἐνοικιασταὶ οὗτοι, οἱ ὁποῖοι ἐνοικιάζουσιν ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν τὸ κτῆμα, ἤχθησαν εἰς Βόλον καὶ προεφυλακίσθησαν. Ἡ ἀνάκρισις ὅμως, μὴ εὑροῦσα ἐνοχὴν, ἀπέδωκε τὴν ἐλευθερίαν εἰς τοὺς προφυλακισθέντας ἐκείνους ποιμένας· ἐν τούτοις ἐγὼ μετὰ τῶν ἀδελφῶν μου ἐκινδυνεύσαμεν νὰ κατηγορηθῶμεν ὡς... λησταποδόχοι! Παρακάθηται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀξιότιμος συνάδελφος, τότε ἀποσπασματάρχης, λίαν δεξιὸς ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ ἔργου τούτου, ἀλλ’ ὑποπεσὼν εἰς πλάνην, τὴν ὁποίαν ἀργότερα μοὶ ἀνωμολόγησεν, ἐκ τῆς ὁποίας ὅμως παρ’ ὀλίγον νὰ διατρέξω τὸν ἔσχατον κίνδυνον. Εἰς τὰς ἐφημερίδας μάλιστα ἐγράφη τότε, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτι σχεδὸν ἤμην λησταποδόχος! Καὶ πῶς θέλετε, Κύριοι, μὲ τὴν τοιαύτην κατάστασιν νὰ μεταβῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται καὶ νὰ ἐγκατασταθῶσιν εἰς τὰ κτήματα αὐτῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἵνα ἐκμεταλλευθῶσι ταῦτα πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς, τὴν ὁποίαν δικαίως ἐκ τῆς Θεσσαλικῆς χώρας ἀναμένομεν; Ἐξοδεύουσιν ἀλύπητα χρήματα πολλοὶ τῶν μεγάλων ἰδιοκτητῶν, καὶ εἶναι ἄξιοι εὐγνωμοσύνης, ὡς εἶπον, ἐκ μέρους τῆς γεωργίας διὰ τοῦτο, ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐπέλθῃ βελτίωσις, φοβοῦμαι ὅτι δὲν θὰ θερίσωσι τὸν σπόρον οὔτε τῶν κόπων οὔτε τῶν δαπανῶν των. Πῶς θέλετε, Κύριοι, νὰ μεταβῶσι εἰς τὰ κτήματά των, ὅταν ὡς ἄκρον ἄωτον ἑδραίας δημοσίας ἀσφαλείας παρεδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι μία πολυτάλαντος δεσποινὶς ἔμεινεν ἐπὶ δύο μῆνας ἐν τῇ πρωτευούσῃ ἐπαρχίας χωρὶς νὰ συλληφθῇ ὑπὸ τῶν ληστῶν; Πῶς θέλετε νὰ τολμήσωσιν οὗτοι νὰ μείνωσιν εἰς τὰ μεμονωμένα κτήματά των;...
§33Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς τὸ κτῆμά της, κύριε.
§34ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἐν Φαρσάλοις, εἴπετε.
§35Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὸ κτῆμά της,—τὸ ὁποῖον ὑμεῖς δὲν γνωρίζετε.
§36ΤΟΠΑΛΗΣ. Βεβαιῶ ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι καὶ ἐν Φαρσάλοις διαμένουσα καὶ ἐν τοῖς κτήμασιν αὐτῆς εἶχε μισθωτοὺς ὁπλοφόρους, ὡς καὶ στρατιώτας, διότι ὁ ἐκ Δομοκοῦ συνάδελφος, ἀδελφὸς τῆς ἐν λόγῳ δεσποινίδος, ἐνήργησε καὶ ἐγκατεστάθη σταθμὸς στρατιωτικὸς ἐν τῷ κτήματι αὐτοῦ, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ παραμείνῃ ἐκεῖ ἀσφαλῶς. Ἀτυχῶς ὅλοι οἱ ἰδιοκτῆται δὲν ἔχουσι τὰ μέσα παρὰ τῇ Κυβερνήσει, οὔτε ἀφθονοῦμεν στρατιωτῶν, ὥστε νὰ δυνάμεθα εἰς ἕκαστον κτῆμα νὰ ἱδρύσωμεν καὶ ἴδιον στρατιωτικὸν σταθμόν. Οὔτε δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τοὺς φύλακας τούτους εὐκόλως, καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ ἀναζητήσωμεν τοιούτους. Κατὰ τὴν ἐπίσημον στατιστικὴν, Κύριοι, ἀνέρχονται εἰς 13,000 οἱ φυγόδικοι, οἱ φυγόποινοι καὶ οἱ δραπέται τῶν φυλακῶν. Ἐξέλιπε λοιπὸν ἡ πρώτη ὕλη διὰ τὰ τοιούτου εἴδους ἐπαγγέλματα, καὶ διόλου νὰ μὴ παραξενεύησθε, Κύριοι,—παραξενεύονται δὲ μόνον οἱ ζῶντες ἐν τῇ πρωτευούσῃ, διότι ἐκεῖνοι μόνον ἀγνοοῦσι τί τραβοῦν οἱ κάτοικοι τῶν ἐπαρχιῶν, — διόλου μὴ παραξενεύεσθε, ὅταν ἀκούητε, ὅτι μεταξὺ τῶν φυλάκων ἑνὸς ἰδιοκτήτου ἢ μεταξὺ τῶν φυλάκων ἑνὸς δημάρχου ἀνεκαλύφθη εἷς φυγόδικος. Τοὺς ἀναζητοῦσι φυσικῶς μεταξὺ τῶν τοιαύτης ὑφῆς ἀνθρώπων, εἶναι δὲ λίαν ἐνδεχόμενον νὰ τύχωσιν οὗτοι φυγόδικοι, ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ἰδιοκτήτου, ὁ ὁποῖος τοὺς προσλαμβάνει. Δὲν θὰ ἐκταθῶ, Κύριοι, ἐπὶ τῶν ληστειῶν, ἐπὶ τῶν ζωοκλοπῶν, αἵτινες συνέβησαν καὶ συμβαίνουσι καθ’ ἑκάστην ἐν Θεσσαλίᾳ, οὔτε θὰ διεκτραγῳδήσω τὰς ληστείας τῆς Ραψάνης, ἢ τὰς περὶ τὰ Τρίκκαλα καὶ τὴν Καρδίτσαν, οὔτε καὶ τὰς συμμορίας, αἱ ὁποῖαι κρύπτονται εἰς τὰ ἕλη τοῦ Κουρτικίου καὶ τῆς Βούλας, διότι ταῦτα ἴσως θεωρηθῶσιν ὑπερβολικά, ἴσως θεωρηθῶ ὅτι ἐκθέτω τὸ γόητρον τῆς χώρας, καὶ θέλω περιορισθῆ νὰ σᾶς ἀναφέρω γεγονὸς πρὸς ἐμὲ πάλιν σχετιζόμενον, διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ ὅτι λέγω ἀναληθῆ ἢ ὑπερβολάς, ἓν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον γνωρίζει ὅλη ἡ Λάρισα, καὶ ἡ ὁποία βεβαίως θέλει μὲ ἐξελέγξει, ἐὰν εἴπω τι ὑπερβολικὸν ἢ ψευδές. Ἠγόρασα, Κύριοι, κατ’ αὐτὰς ἓν κτῆμα ἐν Θεσσαλίᾳ, ἢ μᾶλλον ἐξηναγκάσθην νὰ ἀγοράσω καὶ τοῦτο—λέγω δὲ ἐξηναγκάσθην διότι κατεῖχον εἰς τὴν κυριότητά μου τὸ ἥμισυ τοῦ κτήματος καὶ εἶχον συμφέρον ἄμεσον νὰ ἀγοράσω καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ.—Τὸ κτῆμα τοῦτο, Κύριοι, κεῖται ἐπὶ τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ τῆς ἀγούσης ἀπὸ Λαρίσης εἰς Καρδίτσαν. Ἐγνώριζον ἀμυδρῶς τὴν ποιότητα τοῦ κτήματος, οὐχ ἧττον ὅμως, ἐπειδὴ ἐπρόκειτο νὰ τὸ ἀγοράσω, ἔπρεπε πάντως νὰ τὸ εἴδω. Ὁ Νομάρχης ὅμως Λαρίσης, εἰς ὃν κατὰ τύχην μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ μου ἀνεκοινώσαμεν τὴν πρόθεσίν μας, μᾶς συνεβούλευσε νὰ μὴ ἀποφασίσωμεν νὰ μεταβῶμεν εἰς τὸ κτῆμα τοῦτο, διότι ἐξετιθέμεθα εἰς τὸν κίνδυνον νὰ τὸ πληρώσωμεν διπλασίως καὶ τριπλασίως εἰς τὰς συμμορίας, αἵτινες κρύπτονται εἰς τὸ Κουρτίκιον ἕλος καὶ εἰς τὴν Βούλαν. Καὶ φυσικῶς δὲν μετέβην. Προσεπάθησα ἐν τούτοις νὰ εὕρω τὸν ἁρμόδιον νὰ μᾶς δώσῃ δύναμιν στρατιωτικὴν διὰ νὰ μᾶς συνοδεύσῃ εἰς τὴν πορείαν αὐτὴν τὴν ἐπικίνδυνον, ἀλλὰ, ὅπως συνήθως, ὁ ἁρμόδιος δὲν ἐξευρέθη. Δὲν μετέβην, καὶ ὅμως ἐξ ἀνάγκης τὸ κτῆμα τὸ ἠγόρασα, χωρὶς νὰ τὸ ἴδω. Καὶ ποῖοι, Κύριοι, θέλετε νὰ ἐποπτεύσωσιν ἐπὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας; Οἱ ἀστυνόμοι ἴσως; Ἀλλ’ οὗτοι εἰς πᾶν ἄλλο ἔργον ἀσχολοῦνται παρὰ εἰς τὴν ἐποπτείαν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἔχετε πρόσφατα τὰ διεκτραγῳδούμενα ἐν ταῖς ἐφημερίσι, καὶ ἐὰν δὲν σᾶς ἀρκοῦσι ταῦτα, δὲν ἔχετε ἢ νὰ ἐρωτήσητε τὸν πρῶτον Βουλευτὴν ἐνταῦθα, διὰ νὰ σᾶς διεκτραγῳδήσῃ κακὰ χειρότερα τῶν ἀναγραφομένων ἐν ταῖς ἐφημερίσι. Δὲν διέρχονται τὸν καιρόν των οἱ πλεῖστοι ἢ ἀργυρολογοῦντες καὶ καταπιέζοντες τοὺς πολίτας. Καὶ διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ παρεξήγησις μεταξὺ στρατιωτικῶν ἀστυνόμων καὶ ἀξιωματικῶν, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι μεταξὺ ἀξιωματικῶν εὐτυχῶς ὁ κανὼν εἶναι νὰ ἦναι καλοὶ, ἡ ἐξαίρεσις δὲ νὰ ἦναι κακοὶ, ἐνῷ μεταξὺ τῶν ἀστυνόμων ὁ κανὼν εἶναι νὰ ἦναι κακοὶ, ἐξαίρεσις δὲ νὰ ἦναι οὗτοι καλοὶ, καὶ τῆς ἐξαιρέσεως ταύτης βεβαίως ὑπάρχουσι καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου παραδείγματα. Οἱ πλεῖστοι ὅμως δὲν ἐργάζονται εἰς ἄλλο τι, εἰμὴ μόνον νὰ ἐξυπηρετῶσι τὴν ἰσχύουσαν μερίδα, ὀχυρούμενοι ὄπισθεν τοῦ κομματισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐγείρει σινικὰ τείχη μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν παραπόνων τῶν πολιτῶν. Καὶ σᾶς ἀναφέρω ἓν παράδειγμα ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου. Ἐστάλη ἀστυνόμος εἰς ὀρεινόν τινα δῆμον αὐτῆς, συνιστάμενον κυρίως ἐξ ἀνθρακέων καὶ ὑλοτόμων. Μόλις ἐγκατεστάθη ὁ γενναῖος οὗτος ἀστυνόμος, ἐνόμισεν ὅτι ἡ ἀποστολή του ἦτο νὰ μεταβάλῃ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ χριστιανοὺς ὀρθοδόξους εἰς Βαραβάδες, κατὰ τὴν εὐγενῆ ἔκφρασιν τοῦ ἐκ Μεγαρίδος συναδέλφου. Ἤρχισεν ἑπομένως νὰ ἐκτοξεύῃ παντοίας ἀπειλὰς καὶ νὰ μεταχειρίζηται παντοίας καταπιέσεις κατὰ τῶν φίλων μου, ἀφίνων πᾶσαν ἐλευθερίαν εἰς τοὺς κυβερνητικοὺς φίλους. Καὶ ἐκάπνιζεν ὅλον τὸ Πήλιον ἀπὸ τὰ καμίνια τῶν ἀνθρακέων, χωρὶς ἡ ἀνθρακοποιΐα νὰ ἐπιτρέπηται, καὶ βαρὺς ἀντήχει ὁ πέλεκυς τοῦ ὑλοτόμου εἰς τὰς ἀπογυμνουμένας χαράδρας αὐτοῦ, ἐνῷ οὐδὲ ἡ ὑλοτομία ἐπετρέπετο, διότι ταῦτα συνέβαινον πρὸ τῆς 15 Αὐγούστου. Ἀνήγγειλα ταῦτα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ οὐδεμία βελτίωσις ἐπῆλθεν. Ὁ ἀστυνόμος ἐξηκολούθησεν ἀκατάσχετος τὸ ἔργον του, καὶ παρουσιάσθη κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς ἓν ἔκτακτον φαινόμενον, καθ’ ὃ ἐκ τῶν 280 ἀνθρακέων καὶ ὑλοτόμων τοῦ δήμου ἐκείνου, ὅλων σχεδὸν πρώην φίλων μου, νὰ μὴ ἀπομείνῃ οὐδεὶς σχεδὸν φίλος μου!...
§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν διάκρισιν μεταξὺ ἀστυνόμων καὶ ἀξιωματικῶν δὲν ἐνόησα.
§38ΤΟΠΑΛΗΣ. Οἱ ἀστυνόμοι ἀξιωματικοὶ καὶ μὴ ἀστυνόμοι ἀξιωματικοί. Φαίνεται ὅτι, ὅταν γίνωνται ἀστυνόμοι, τότε διαφθείρονται.
§39ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὕστερον ἐπανέρχονται εἰς τὸ πρώην καθεστώς!
§40ΤΟΠΑΛΗΣ. Πιθανὸν νὰ ἔχητε δίκαιον. Ἐγὼ ἐγνώρισα ἀστυνόμον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, ὅστις ἔλεγεν εἰς ἕτερον ἀστυνόμον, ἐν σχέσει μὲ τὴν περιφέρειάν του: «Ἐὰν κάθησθε μὲ κλεισμένα μάτια, ἔχετε 200 δραχ. κατὰ μῆνα τυχηρά· ἐὰν μὲ ἀνοικτά, 300· ἐὰν κινηθῆτε ὀλίγον, ἔχετε 1000. Ἐγὼ ἐγύριζα ἀπὸ τὸ πρωῒ ἕως τὸ βράδυ». Φαντασθῆτε λοιπὸν, Κύριοι, τί ἐκέρδιζεν ὁ ἔντιμος ἐκεῖνος ἀστυνόμος! Ἀλλ’ ἴσως μοὶ εἴπητε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, μὴ μεταθέτουσα τὸν ἀστυνόμον τοῦ ὀρεινοῦ ἐκείνου δήμου, ἤθελε νὰ ἐπιδείξῃ ἰδιαιτέραν φειδὼ περὶ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τῆς μεταθέσεως τῶν ἀστυνόμων. Ἀλλά, Κύριοι, ἐν ἑτέρῳ δήμῳ γειτονικῷ, ἐν διαστήματι τριῶν μηνῶν μετετέθησαν 4 ἀστυνόμοι· μετατίθεται ὁ πρῶτος ἀστυνόμος, Ἰωαννίδης ὀνόματι, διατασσόμενος τηλεγραφικῶς νὰ μεταβῇ εἰς Βόλον. Ἔρχεται φυσικῶς εἰς Βόλον, ἀναμένει ἐκεῖ ἐπὶ 10 ἡμέρας, ὅτε λαμβάνει νέαν διαταγὴν νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἕδραν του, καὶ ἐκεῖ εὑρίσκει τὴν μετάθεσίν του διὰ τὸ Γαρδίκι τῶν Τρικκάλων, ἀπέχον ἀναριθμήτους ὥρας σιδηροδρομικῶς καὶ διὰ μουλαρίου.
§41Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Αὐτὸς ἀπελύθη διὰ τὰ ὄργια, τὰ ὁποῖα καὶ ἐκεῖ διέπραξε.
§42ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἔρχεται εἰς Ζαγορὰν ὁ δεύτερος, ὁ τοῦ Γαρδικίου, Ἀναγνωστόπουλος ὀνόματι, καὶ μετατίθεται πάλιν τάχιστα διὰ τηλεγραφικῆς διαταγῆς, διατασσόμενος νὰ ἀφήσῃ τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχὴν εἰς χεῖρας τοῦ ἐνωμοτάρχου Σκουριάδη, καταστάντος ὀνομαστοῦ, ὡς ἀνεγνώσατε ἴσως εἰς τὰς ἐφημερίδας, καὶ νὰ μεταβῇ εἰς Βόλον. Ἔρχεται τρίτος, Δούκας ὀνόματι, ἀνθυπασπιστής, ὅστις εἶχε μάλιστα καὶ σύστασιν ἰδιαιτέραν κυβερνητικοῦ Βουλευτοῦ συγγενοῦς του νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ κόμμα τὸ κυβερνητικὸν, ἀλλὰ μετατίθεται καὶ οὗτος ἀμέσως τηλεγραφικῶς, καὶ νομίζω ὅτι ἀναμένει εἰσέτι εἰς Βόλον διαταγάς. Τοποθετεῖται τέλος τέταρτος, ὁ ὑπολοχαγὸς Γεωργόπουλος, καὶ τοιουτοτρόπως εὑρέθη ὁ ἄξιος ἀστυνόμος τῆς Ζαγορᾶς, ὁ ὁποῖος ἦτο δυνατόν, κατὰ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἀσκήσῃ ἀκεραίως καὶ ἀμερολήπτως τὰ ἀστυνομικά του καθήκοντα. Γίνεται ἐν τούτοις ἡ δημοτικὴ ἐκλογὴ Ζαγορᾶς, καὶ ἀποκλείονται 350 ψηφοφόροι! Ἔρχεται ἡ ἐκλογὴ ἐνώπιον τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ἀκυροῦται αὕτη, καὶ ἡ ἀπόφασις διαλαμβάνει ὡς αἰτίαν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἐνηργήθη ὑπὸ τὰς ἐπεμβάσεις καὶ τοὺς ἀποκλεισμοὺς τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων Γεωργοπούλου καὶ Σκουριάδου. Εἰς μάτην ἐστάλη τηλεγράφημα ὑπὸ 300 πολιτῶν πρὸς τὴν Α. Μ. καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μετατεθῇ ὁ ἀστυνόμος καὶ ὁ ἐνωμοτάρχης, οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν τόσα σκάνδαλα· εἰς μάτην ἐποιησάμην καὶ ἐγὼ τὰς δεούσας συστάσεις. Οὐδεμία ἀπάντησις ἐδόθη, οὐδεμία μετάθεσις ἐγένετο, καὶ ὑπὸ τὰ αὐτὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα ἐνηργήθη καὶ δεύτερον ἡ ἀκυρωθεῖσα ἐκλογή. Πῶς θέλετε λοιπὸν, Κύριοι, ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, νὰ μὴ γείνωσι τὰ ὄργια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναγινώσκετε εἰς τὰς ἐφημερίδας τῶν Ἀθηνῶν; Οὐδὲ πρέπει νὰ ἐκληφθῇ, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου γράφουσιν ὑπερβολὰς αἱ ἐφημερίδες· ἀπεναντίας μάλιστα λέγουν κατώτερα τῶν γεγονότων. Εἰς ὅλους τοὺς μεγαλοσχήμους Συλλόγους, πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, μιᾶς ἴσως, κρύπτεται σήμερον ἡ εἰδεχθὴς μορφὴ τῆς κυβείας. Ἐξ ὅλων τῶν δυσωνύμων οἴκων ἀπέπτη ἡ πάνδημος Ἀφροδίτη, καὶ λατρεύεται σήμερον ἡ ἀπαισία κυβεία, μὲ ἱερείας ἐπισήμους τοὺς ἀστυφύλακας. Εἰς ὅλας τὰς μεμονωμένας οἰκίας συνέρχονται οἱ ἑταῖροι τῆς κυβείας, οἱ ὁποῖοι κατασπαταλῶσι τὰς περιουσίας τῶν οἰκογενειῶν των. Καὶ ταῦτα γίνονται ὑπὸ τὰ ὄμματα καὶ τῇ ἀνοχῇ τῆς ἀστυνομίας, ἥτις λαμβάνει, ὡς βεβαιοῦται, καὶ τὴν μερίδα τοῦ λέοντος. Εἰς τὸν «Ποδηλατικὸν Σύλλογον» ἐν Ἀθήναις ἐδόθη πρὸ δύο μηνῶν ἓν γεῦμα, καὶ δεξιᾷ τοῦ προέδρου ἐκάθητο ὁ ἀστυνόμος, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπενέμοντο παραδόξως πλεῖσται ὅσαι περιποιήσεις· μετ’ ὀλίγον ὅμως ἐλύθη πᾶσα ἀπορία, διότι μόλις ἐσηκώθησαν αἱ λευκαὶ ὀθόναι, καὶ ἀμέσως ὁ πράσινος τάπης ἐκάλυψε τὰς τραπέζας, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἤρχισε λειτουργῶν ἀνενοχλήτως, ὑπὸ τὰ ὄμματα τοῦ ἀστυνόμου, ὁ μπακαρᾶς. Τοῦ Συλλόγου τούτου ἤμην καὶ ἐγὼ μέλος, ἀλλὰ δὲν ἐπάτησα τὸν πόδα, ἕνεκα τῶν ἀορίστων φημῶν, αἵτινες ἐκυκλοφόρουν καὶ αἵτινες δυστυχῶς ἐξηλέγχθησαν ἀληθεῖς. Ὅ,τι δὲ γίνεται εἰς τὸ Χρηματιστήριον, εἶναι ἀνήκουστον. Ἡ κυβεία ἔχει διαδοθῆ εἰς ὅλας τὰς τάξεις· πατέρες ἔχασαν τὴν προῖκα τῶν θυγατέρων των, κόραι καὶ χῆραι ἔχασαν ὅλας τὰς οἰκονομίας τοῦ βίου των, καὶ ἡμεῖς ἱστάμεθα μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας!...
§43Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ εὐθυνόμεθα ἡμεῖς διὰ τοῦτο;
§44ΤΟΠΑΛΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι εὐθύνεσθε ὑμεῖς μόνον, ἀλλ’ εὐθύνεται καὶ ἡ Βουλὴ, καὶ ὅλοι οἱ τεταγμένοι εἰς τὴν φρούρησιν τῶν κοινῶν. Εἰς τοὺς πλείστους συλλόγους εἶναι διωργανωμέναι συμμορίαι, αἱ ὁποῖαι προσελκύουσιν ἐκεῖ τοὺς ἀπείρους πολίτας καὶ τοὺς ἀνηλίκους νέους, καὶ ἀπογυμνώνουσι βαθμηδὸν, ἀλλ’ ἀσφαλῶς καὶ ταχέως, τὰς οἰκογενείας αὐτῶν. Ἀφοῦ δὲ αἱ εὐποροῦσαι οἰκογένειαι δὲν δύνανται νὰ ζήσωσιν ἐν τοῖς κτήμασιν αὐτῶν, ἀφοῦ ἐν ταῖς πόλεσιν ἐπίσης δὲν δύνανται νὰ ζήσωσιν ἕνεκα τῶν κινδύνων αὐτῶν, ποῦ θέλετε νὰ ζήσωσιν; Οὐδὲ πρέπει νὰ ἀγανακτῶμεν, ὅταν εὐποροῦσαι οἰκογένειαι μεταβαίνωσιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἵνα ἐκπαιδεύσωσι τὰ τέκνα των καὶ ἐγκατασταθῶσιν ἐκεῖ, διότι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συμβαίνουσιν ἐνταῦθα εἶναι ἀνήκουστα. Καὶ καταγγέλλω ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἕνα Σύλλογον μεγαλόσχημον, ὅστις ἔστησε τὴν φωλεὰν αὑτοῦ ἐν τῇ ὁδῷ Σταδίου, διατελῶν ὑπὸ τὴν ἐπίτιμον προεδρίαν τοῦ πρίγκηπος Γεωργίου, τὸν «Ποδηλατικὸν Σύλλογον»...
§45ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ποῖος εἶναι πρόεδρος;
§46ΤΟΠΑΛΗΣ. Τακτικὸς πρόεδρος εἶναι ὁ κύριος Νεγρεπόντης... Ἐκεῖ προσειλκύσθη ἀνήλικος νεανίας γνωστοτάτης μου οἰκογενείας, ἀπολέσας ἐν μιᾷ ἑσπέρᾳ 42,000 δραχμὰς, δι’ ἃς παραπεισθεὶς ἠναγκάσθη νὰ ὑπογράψῃ συναλλάγματα τὴν ἐπιοῦσαν, καίτοι εἶναι ἀνήλικος. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω τὸ ὄνομά του, διότι θὰ χρησιμεύσῃ μόνον νὰ ἐπιβαρύνῃ τοὺς λόγους μου, ἐνέχοντας ἀρκετὴν βαρύτητα, ὡς καταγγέλλοντας γεγονότα, πρὸ τῶν ὁποίων ὀφείλομεν ὅλοι νὰ ἀποστρέψωμεν τὸ πρόσωπον μετὰ φρίκης. Ἀλλὰ μήπως τὰ τελούμενα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις εἶναι καλλίτερα; Πρὸ ὀλίγου ἀκόμη μοὶ ἔλεγεν ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ὁ ἀστυνόμος τῆς ἐπαρχίας του —καὶ ἡ ἐπαρχία του εἶναι πρωτεύουσα νομοῦ—ἔχει χαρτοπαίγνιον ἐν τῇ οἰκίᾳ του! Ἐὰν σιωπῶσιν οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, εἶναι διότι φόβος συνέχει τὰ στόματα τῶν πλείστων πρὸ τῶν ἀρχῶν, οὐδ’ ὑποθέτω ὅτι συμφωνοῦσιν οὗτοι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, λέγοντα ὅτι δὲν πρέπει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ διεκτραγωδῆται ἡ οἰκτρὰ τοῦ τόπου κατάστασις, διότι γίνεται αὕτη γνωστὴ ἐπὶ ζημίᾳ μας εἰς τοὺς ξένους.
§47Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ ἀνακρίβεια, εἶπον. Ὑβρίσατε τοὺς ἀξιωματικούς, χωρὶς νὰ ὀνομάσητε κανένα.
§48ΤΟΠΑΛΗΣ. Σᾶς ὀνομάζω ὅσους θέλετε, ἀλλὰ τοῦτο εἰς οὐδὲν θὰ ὠφελήσῃ. Ὁμιλῶ περὶ τῶν παρεκτρεπομένων ὀργάνων τῆς ἐξουσίας.
§49Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Γνωρίζετε ὅτι εἰς τὸ Παρίσι, ἐν τῷ μέσῳ τῆς κεντρικωτέρας ὁδοῦ, Ἕλληνες, μετὰ τῶν ὁποίων ἔχετε πλείστας σχέσεις, κατεστράφησαν εἰς χαρτοπαίγνιον.
§50ΤΟΠΑΛΗΣ. Οὐδέποτε ἠθέλησα νὰ παραβάλω τὸ μικρόν μας ἔθνος πρὸς τὰ ἔθνη, πρὸς τὰ ὁποῖα ἐνασμενίζεται νὰ παραβάλῃ τὸ ἔθνος του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἰδίως νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ μᾶς παρηγορῇ ἡ ἰδέα, ὅτι, ὅ,τι γίνεται ἐδῶ, γίνεται παντοῦ. Εἰς τὰ μικρὰ κέντρα ἡ παραλυσία τῶν ἠθῶν εἶναι νόσος κολλητική, τὸ δὲ μιμητικὸν λίαν ἀνεπτυγμένον, καὶ ὀφείλομεν νὰ μὴ ἐπαναπαυώμεθα εἰς τὴν ἰδέαν τὴν παρήγορον, ὅτι ταῦτα συμβαίνουσι καὶ εἰς τοὺς Παρισίους. Ἐὰν εἰς προγενεστέραν ἐποχὴν οἱ ἁρμόδιοι ἐξετραγώδουν τὴν οἰκτράν μας κατάστασιν, θὰ εὑρισκόμεθα σήμερον εἰς καλλιτέραν θέσιν, οὐδὲ θὰ ἐθρηνοῦμεν τοσαύτας ἀπωλείας. Ὅσον πικρὰ καὶ ἂν ᾖναι ἡ ἀλήθεια, πρέπει νὰ λέγηται πάντοτε. Ἡ ἀλήθεια θαπτομένη γίνεται πρόξενος μεγάλου κακοῦ εἰς τὴν χώραν, ὑπὸ τὸ χῶμα τῆς ὁποίας αὐτὴ κρύπτεται. Οὐδὲ πρέπει νὰ κολακευώμεθα ὑπὸ τῆς ἰδέας, ὅτι δὲν γίνονται ταῦτα γνωστὰ εἰς τοὺς ξένους, ὅταν ἡμεῖς σιγῶμεν, διότι θὰ ὡμοιάζομεν τότε πρὸς τὸν ἀφελῆ ἐκεῖνον, ὅστις κλείει τοὺς ὀφθαλμούς, νομίζων ὅτι δὲν τὸν βλέπουν οἱ ἄλλοι. Τὰ παραπτώματα ἡμῶν πρῶτος ὁ ἔξω κόσμος τὰ μανθάνει· δὲν κρίνει ὅμως ταῦτα τόσον ἐπιεικῶς, ὅσον ὁ κ. Πρωθυπουργός. Εἶναι μόνον ἐπιεικὴς ὁ ξένος κόσμος, ὅταν βλέπῃ ὅτι ὁμολογοῦμεν συναισθανόμενοι τὰ σφάλματά μας, καὶ καταβάλλομεν πᾶσαν ἐργασίαν καὶ προσπάθειαν, ὅπως ἐπανορθώσωμεν ταῦτα. Μόνον διὰ τοιούτου πολιτικοῦ βίου εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀναμενομένη διόρθωσις, —πρὸς ἣν οὐδὲν βῆμα εἰσέτι ἐκάμαμεν,— ἵνα δυνηθῶμεν μίαν ἡμέραν νὰ ἐκπλύνωμεν τὸν ῥύπον τοῦ τελευταίου ἀτυχοῦς πολέμου μας.
§51Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὡμίλησε περὶ ζητήματος κυρίως ἀφορῶντος εἰς ἑαυτὸν καὶ ὅλως οἰκογενειακοῦ. Κατηγόρησε τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ εἶπεν ὅτι πρὸ δεκαετίας, ἀγοραστὴς γενόμενος ἑνὸς κτήματος, δὲν ἠδυνήθη εἰς τὸ κτῆμα αὐτὸ νὰ μεταβῇ. Δὲν μᾶς εἶπεν ὅμως διὰ ποίους λόγους δὲν ἠδυνήθη νὰ μεταβῇ, καὶ ἐκ τῆς σιωπῆς ταύτης γεννᾶται ἡ ὑπόνοια, ὅτι θὰ ὑπάρχουν λόγοι, σχετιζόμενοι πρὸς τὴν ἀγορὰν ἐκείνην, οἵτινες ἐμποδίζουν τὸν κ. Βουλευτήν, ἵνα μεταβῇ, καθόσον ἐν Ἑλλάδι οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀγοράσας πρὸ δεκαετίας κτῆμα καὶ μὴ δυνηθεὶς νὰ μεταβῇ εἰς τὸ ἀγορασθὲν κτῆμα. Ἀλλ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἀποτελοῦσι κατηγορίαν καθ’ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων, αἵτινες ἀπὸ δεκαετίας ἐκυβέρνησαν τὴν χώραν· δὲν λησμονεῖ δὲ ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι κατὰ τὴν δεκαετίαν ταύτην ἐπὶ πολὺν χρόνον ἐκυβέρνησε τὴν χώραν Κυβέρνησις, ἣν ὑπεστήριζε διὰ τῆς ψήφου του. Καὶ πῶς δὲν ἐζήτησε τότε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, παρ’ ᾗ εἶχε μεγάλην ἐπιρροὴν, ὅπως δώσῃ αὐτῷ χεῖρα βοηθείας, ἵνα ἐγκατασταθῇ εἰς τὸ κτῆμά του; Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη εἰς ταῦτα· ὡμίλησε καὶ περὶ ἑτέρου κτήματος, τὸ ὁποῖον ἠγόρασε, καὶ τὸ κτῆμα αὐτὸ εὗρεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπισκεφθῇ, ἐνῷ δὲν ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὸν νὰ ἐπισκεφθῇ τὸ πρῶτον, διότι ἡ τιμὴ, τὴν ὁποίαν ἔδωκε διὰ τὸ πρῶτον, τὸν ἀπέτρεπε νὰ ἐπισκεφθῇ αὐτό. Ἀλλ’ ἐκεῖ εὗρε Νομάρχην,—τοῦ ὁποίου δὲν ἀνέφερε τὸ ὄνομα,—ὁ ὁποῖος τῷ εἶπε: «Σὲ συμβουλεύω νὰ μὴ ἀγοράσῃς τὸ κτῆμα αὐτὸ, διότι ἐκεῖ ἔχει ληστάς». Νομίζω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς μετὰ τὴν ἀπάντησιν ταύτην τοῦ κ. Νομάρχου ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ τὴν συνδρομὴν τῆς ἀνωτέρας ἀρχῆς, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι αὕτη ἤθελεν ἀναγνωρίσει, ὅτι καθῆκον εἶχε νὰ δώσῃ ὀλίγους στρατιώτας εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν, ὅπως οὗτος μεταβῇ νὰ ἴδῃ τὰ νέα κτήματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀγοράσει. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη εἰς ταῦτα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐγενίκευσε τὸ ζήτημα, καὶ παρέστησε τὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας τοιαύτην, ὥστε δὲν δύνανται οἱ ἀγρόται νὰ καλλιεργήσουν τὰ κτήματά των, οὔτε νὰ θερίσουν. Ὁμολογῶ ὅτι σήμερον πολλοὺς ἤκουσα τῶν κυρίων Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι μοὶ εἶπον, ὅτι ἡ καλλιέργεια εἶναι λαμπρὰ ἐφέτος, καὶ ὅτι περιμένουν ἐξ αὐτῆς εὐτυχῆ ἀποτελέσματα. Ἄρα ἡ ἀγροτικὴ τάξις δὲν εὑρίσκεται εἰς ἣν θέσιν εὑρίσκονται ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀγοράζουν κτήματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ἐπισκεφθῶσι. Μετέβη ἐκ Θεσσαλίας ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἰς Ἀθήνας, καὶ ἐδῶ πάλιν τὸ ζήτημα εἶναι οἰκογενειακὸν, διότι ἤκουσα λεγόμενον ἐνταῦθα, ὅτι πρόκειται περὶ χρηματικῆς ἀπωλείας, ἣν ἀνεψιός του ἐν τῷ «Ποδηλατικῷ Συλλόγῳ» ἔπαθε. Νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος βεβαίως εἶχε δίκαιον νὰ παραπονεθῇ, ἐὰν τοιαῦτα γίνωνται εἰς τὸν «Ποδηλατικὸν Σύλλογον», ἠδύνατο νὰ λάβῃ ὑπὸ σημείωσιν τὸ πρᾶγμα, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον, ἂν ἔλεγεν εἰς τὸν ἀνεψιὸν αὐτοῦ, ὅτι καλὸν ἦτο νὰ μὴ μεταβαίνῃ εἰς ποδηλατικοὺς Συλλόγους, ἢ εἰς Συλλόγους, ἔνθα γίνονται παιγνίδια τυχηρὰ, ὅπως εὑρίσκηται εἰς τὴν ἀνάγκην τὴν ἐπαύριον νὰ ὑπογράφῃ συναλλαγματικὰς 40,000 δραχμῶν. Ὡς ἐκ τοῦ ἀτυχήματος τοῦ ἀνεψιοῦ του νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἡ νεολαία ἡ Ἀθηναϊκὴ εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην κατάστασιν, θὰ ἦτο ἀπελπιστικὸν συμπέρασμα. Εὑρισκόμεθα πολλοὶ πατέρες ἐνταῦθα, οἱ ὁποῖοι, εὐτυχῶς δι’ ἡμᾶς, δὲν εἴμεθα εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ βλέπωμεν τοὺς υἱούς μας ὑπογράφοντας τοιαῦτα συναλλάγματα. Ἀλλὰ διαβεβαιῶ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι αἱ παρατηρήσεις του μοὶ ἔκαμαν αἴσθησιν, καὶ θέλω ἐξετάσει μετὰ πάσης σπουδῆς ποῖα τὰ γενόμενα ἐν τῷ Συλλόγῳ ἐκείνῳ, ὅπως ἐμποδίσω ἄλλους νέους νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς τοιαύτας ζημίας.
§52Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Εὐτυχῶς παρακάθηνται ἐνταῦθα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἁλμυροῦ καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἁγυιᾶς, καὶ δύνανται νὰ διαβεβαιώσωσι περὶ τῶν σχέσεών μου πρὸς τὸ ἐν λόγῳ κτῆμα τοῦ Ἁλμυροῦ. Δὲν ἐκλήθην νὰ δώσω ἐξηγήσεις ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ ἀσπίλου οἰκογενειακοῦ μου βίου. Ἀφοῦ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ προκαλεῖ, θὰ δώσω τοιαύτας. Τὸ κτῆμα τοῦτο ἐγένετο ἰδικόν μου ἐκ πλειστηριασμοῦ· οἱ τίτλοι μου εἶναι ἰσχυρότατοι καὶ ἀμέριστοι, ὅπως εἶναι γνωστὸν καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἐστάλησαν καὶ εἰς Κωνσταντινούπολιν, ὅπως ἐξετασθῶσιν, ἵνα λάβω τὸ δικαίωμα τῆς ξυλεύσεως τῶν δασῶν. Ἐὰν δὲ δὲν μετέβην εἰς τὸ κτῆμά μου, τοῦτο ἐγένετο, διότι εἶναι κρησφύγετον λῃστῶν καὶ κακοποιῶν στοιχείων. Καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ σήμερον ἐκεῖ λῃστεία, εὐθὺς ὡς μεταβῇ τις ἐκεῖ, ἐκ τοῦ ὁποίου δύνανται νὰ λάβωσι λείαν τινά, ἀμέσως σχηματίζονται λῃστρικαὶ συμμορίαι. Αὐτὸς δὲ εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν μετέβην εἰς τὸ κτῆμα. Περὶ τοῦ ἑτέρου ζητήματος τοῦ ἐν σχέσει πρὸς τὸν νομάρχην, τὸν ἀποτρέψαντά με τῆς προθέσεως νὰ μεταβῶ εἰς τὸ κτῆμα, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ ὀνομάσω αὐτόν· εἶναι ὁ κύριος Παλαμᾶς, πρώην νομάρχης Λαρίσης, ὁ ὁποῖος μοὶ ἔκαμε τοιαύτην σύστασιν, ἀλλὰ μετ’ αὐτὸν καὶ ὅλοι οἱ γνώριμοί μου ἐν Λαρίσῃ. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ ἄλλα, περὶ τῶν ὁποίων ἔκαμε λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, τῇ ἀληθείᾳ ὀφείλω νὰ μὴ δώσω ἀπάντησιν. Λυποῦμαι πολύ, ὅτι παρεφέρθη ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅπως καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, καὶ ἀνέμιξε τὸν οἰκογενειακόν μου βίον. Ἐγὼ δὲν θέλω εἰσέλθει εἰς τὸ θέμα τοῦτο. Ἐπειδὴ ὅμως ἐφέρατε τὸν λόγον εἰς αὐτὸ, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ διακηρύξω, ὅτι οὐδόλως ἐντρέπομαι διότι ὁ ἀνεψιός μου ἐνέπεσεν εἰς χεῖρας λῃστρικῆς συμμορίας· δὲν εἶναι ἐντροπὴ νὰ ὁμολογήσω αὐτό. Ἑπομένως μὴ νομίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἐμείωσε κατά τι τοὺς λόγους μου, ἀναμίξας τὴν οἰκογένειάν μου. Τοιαῦτα θέματα καὶ ἀναμίξεις οἰκογενειακῶν δὲν πρέπει νὰ συζητῶνται ἐνταῦθα, διότι τότε φοβοῦμαι ὅτι δὲν θὰ ἐξέλθωμεν ὅλοι σῷοι καὶ ἀβλαβεῖς ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης.
§53Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἐν τῇ προτελευταίᾳ συνεδριάσει, εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα συστήσῃ εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς Θεσσαλίας, τοὐλάχιστον εἰς τὰς τῆς Λαρίσης, ὅπως ἐρευνήσωσι καὶ πληροφορήσωσιν αὐτὸν, ἂν ἡ παραγωγὴ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς δυστυχεῖς χωρικούς, οἱ ὁποῖοι μετὰ διετῆ διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῶν ἐπανήρχοντο εἰς Θεσσαλίαν, καταθέτοντες τὸ ὀλίγον χρῆμα, τὸ ὁποῖον παρέσχεν εἰς αὐτοὺς ὡς δάνειον ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἄλλα χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐδανείσθησαν ἀλλαχόθεν, ὅπως ἀνακουφίσῃ αὐτούς. Εἶδον τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ἀπολέσαντες τὸ κεφάλαιόν των, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ περὶ τούτου. Τὸ τοιοῦτον δὲν συνέβη εἰς ὅλην τὴν Θεσσαλίαν, διότι εἰς μέρη τινὰ αὐτῆς ἡ παραγωγὴ ὑπῆρξεν ἐκτάκτως καλὴ, ἀλλ’ εἰς ἄλλα μέρη οἱ γεωργοὶ ἀπώλεσαν καὶ αὐτὰ τὰ κατατεθέντα κεφάλαιά των, ἀπώλεσαν τὴν ἐργασίαν των. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἔλαβε πληροφορίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω νὰ συνδυάσῃ ταύτας μὲ δύο ἀναφορὰς, τὰς ὁποίας καταθέτω, τῶν κατοίκων Τυρνάβου καὶ τοῦ χωρίου Καρατσολίου. Οὗτοι παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ἵνα συστήσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξετάσῃ, καὶ θὰ μάθῃ ὅτι ἡ παραγωγὴ ἀπέτυχε, νὰ ἀπαλλάξῃ δὲ αὐτοὺς τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Βεβαίως πάντες γνωρίζομεν ὅτι ἐὰν ἑκάστοτε τὸ Κράτος παρῃτεῖτο τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει, τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου ἀπὸ τὸν μὲν ἢ τὸν δὲ, λόγῳ ὅτι ἀπέτυχεν ἡ καλλιέργεια, τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους θὰ ἐπάθαινον. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αὐτὸ τὸ Κράτος ἐχορήγησε κεφάλαια εἰς αὐτοὺς πρὸς καλλιέργειαν, ἑπομένως, ἀφοῦ ταῦτα ἀπωλέσθησαν, εἶναι δίκαιον νὰ μὴ ζητήσῃ τὸν φόρον τοῦτον. Δὲν πρέπει δὲ νὰ νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ εὐφορία εἶναι ἄσχετος πρὸς τὴν ἐγκατάλειψιν τῶν γαιῶν κατὰ τὰ ἔτη 1897 καὶ 1898, διότι οἱ ἀγροὶ, παραμείναντες ἄνευ προκαταρκτικῆς καλλιεργείας, δὲν δύνανται νὰ ἀποφέρωσιν εἰσόδημα ἐπαρκὲς καὶ εἰς εὐνοϊκὰς καιρικὰς περιστάσεις. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ ταῦτα πάντα καὶ πράξῃ ὅ,τι πρέπει ὑπὲρ τῶν ἀτυχησάντων γεωργῶν, οἵτινες ἀναφέρονται πρὸς τὴν Βουλήν.
§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 11 τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συνομολογηθείσης συνθήκης τῆς 22)4 Δεκεμβρίου 1897 περὶ τῆς ὁριστικῆς εἰρήνης συνεφώνησαν τὰ δύο συμβαλλόμενα Κράτη νὰ συνομολογήσωσι διαφόρους συμβάσεις· ἤτοι σύμβασιν κανονίζουσιν τὰ διαμφισβητούμενα ζητήματα ἐθνικότητος, σύμβασιν Προξενικὴν, σύμβασιν περὶ ἐκδόσεως τῶν ἐγκληματιῶν τοῦ κοινοῦ δικαίου, καὶ σύμβασιν περὶ λῃστείας. Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 15, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν ἤθελον συμφωνήσει περὶ τῶν ὅρων, καὶ ἤθελον προκύψει διαφωνίαι, ἐπιτρέπεται εἰς ἑκάτερον τῶν δύο Κρατῶν νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν διαιτησίαν τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀντιπροσώπων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, καὶ ἐν ἰσοψηφίᾳ αὐτῶν νὰ διορίζηται παρ’ αὐτῶν ἐπιδιαιτητής. Καὶ διὰ μὲν τὰς διαπραγματεύσεις πρὸς συνομολόγησιν τῶν μνημονευθεισῶν τεσσάρων συμβάσεων ἐτάχθη προθεσμία τριῶν μηνῶν δι’ αὐτοῦ τοῦ 11 ἄρθρου τῆς συνθήκης, διὰ τὰς διαπραγματεύσεις ὅμως πρὸς συνομολόγησιν τῆς περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας συνθήκης ἐτάχθη προθεσμία δύο ἐτῶν διὰ τοῦ Πρωτοκόλλου Βʹ, τὸ ὁποῖον ὑπεγράφη τὴν αὐτὴν ἡμέραν τῆς 22 Νοεμβρίου, καθ’ ἣν ὑπεγράφη καὶ ἡ ὁριστικὴ συνθήκη. Ἐπειδὴ συνεπληρώθη ἡ διετία, ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων ἐδημοσιεύθη καὶ ἐγένετο καὶ ἡμῖν γνωστὸν, ὅτι συνωμολογήθη ὑπὸ τῶν δύο ἐν διαπραγματεύσει μερῶν παράτασις τῆς διετοῦς προθεσμίας, ἀλλ’ ἐγὼ, ἂν καὶ ἀνεφύλλισα τὰς σελίδας τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εὗρον δημοσιευθεῖσαν δι’ αὐτῆς πρᾶξιν περὶ τούτου. Νομίζω δὲ, ὅτι, ἐὰν συνωμολογήθη ὄντως παράτασις τῆς προθεσμίας, ἔπρεπε νὰ δημοσιευθῇ ἡ διεθνὴς αὕτη πρᾶξις διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο μοὶ ἐγεννήθησαν ἀπορίαι, ἂν τὰ δημοσιευθέντα διὰ τῶν ἐφημερίδων εἶναι ἀκριβῆ, παρακαλῶ δὲ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅσα περὶ τούτου γνωρίζει· ἀλλὰ μετ’ αὐτῶν ζητῶ νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπὶ τίνων θεμάτων ἐπῆλθεν ἡ διαφωνία, ἧς ἕνεκεν ἐπὶ τοσοῦτον παρετάθησαν αἱ διαπραγματεύσεις, ὥστε δὲν ἤρκεσεν ἡ διετὴς προθεσμία, ἰδίως δὲ ποῖοι ὑπῆρξαν οἱ ὅροι, τοὺς ὁποίους ἠξίου τὸ ὅμορον Κράτος νὰ περιλάβῃ ἐν τῇ συνθήκῃ, ποῖοι δὲ οἱ ἰσχυρισμοὶ, τοὺς ὁποίους ἐπρότεινεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Τὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον ἀπευθύνω, δὲν ἀντιβαίνει εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, οὐδὲ παραβλάπτει τὰς ἐν ἐκκρεμότητι διαπραγματεύσεις, διότι δὲν ζητῶ νὰ ἀνακοινώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην του, ἀλλὰ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ποῖαι ὑπῆρξαν αἱ διαφωνίαι, ὅπως ἴδωμεν, ἂν ἔχωμεν ἐλπίδα νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν συνομολόγησιν τῆς συνθήκης. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν ἔκρινεν ὅτι ἐπετρέπετο αὐτῷ, νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ποῖοί εἰσι καὶ οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἔπεισαν αὐτὸν νὰ μὴ προσφύγῃ, κατὰ τὸ ὑπὸ τῆς συνθήκης κεχορηγημένον αὐτῷ δικαίωμα, εἰς τὴν διαιτησίαν τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων· ἐὰν ὅμως κρίνῃ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀνακοινώσῃ ἡμῖν τὰ περὶ τούτου, δὲν ἐπιμένω εἰς τοῦτο τὸ ἐρώτημα. Ἀλλ’ οὐδὲν διαβλέπω κώλυμα, ἵνα μεταδώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἄλλας πληροφορίας, περὶ ὧν ἡ ἑτέρα ἐρώτησις, τὴν ὁποίαν προέβαλον, περὶ τῶν λόγων, ὧν ἕνεκεν ἐπῆλθεν ἡ διαφωνία.
§55Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐσύγχισε τὸ ζήτημα. Ὡμίλησε περὶ τῶν διαπραγματεύσεων πρὸς συνομολόγησιν συνθήκης ἐμπορικῆς καὶ ναυτιλιακῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας· ἀλλὰ διαπραγματεύσεις περὶ τοιαύτης συνθήκης δὲν ἤρξαντο εἰσέτι. Αἱ μέχρι τοῦδε διεξαχθεῖσαι ἀφορῶσιν εἰς τὴν συνομολόγησιν προξενικῆς συμβάσεως· ἀλλὰ περὶ ταύτης δὲν ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν ὁ κ. Βουλευτής. Τὸ πρωτόκολλον Βʹ, περὶ τοῦ ὁποίου ἐποιήσατο μνείαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὁρίζει ὅτι ἐπὶ δύο ἔτη μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συνθήκης περὶ εἰρήνης θέλουσιν ἰσχύει αἱ αὐταὶ διατάξεις περὶ ἐμπορικῶν καὶ ναυτιλιακῶν σχέσεων μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, αἵτινες ἴσχυον πρὸ τοῦ πολέμου. Αἱ προσπάθειαι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἔτειναν, ὅπως μέχρις ὅτου λήξωσιν αἱ διαπραγματεύσεις περὶ ἀνανεώσεως τῆς ἐμπορικῆς συνθήκης, ἰσχύῃ τὸ πρώην καθεστώς· εἶμαι δὲ εἰς θέσιν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατωρθώθη μόνον νὰ δοθῇ ἡ ζητηθεῖσα παράτασις ἐπὶ ἑξάμηνον. Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν, ὅπως ἐπὶ διετίαν ἐξακολουθήσῃ ἰσχῦον τὸ πρώην καθεστώς, ἀλλ’ ἐπετεύχθη τοὐλάχιστον νὰ δοθῇ ἡμῖν παράτασις ἓξ μηνῶν, ἡ ὁποία ἄρχεται ἀπὸ τῆς 6 Δεκεμβρίου καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ὑφίστανται μεταξὺ τῶν δύο ἐθνῶν αἱ σχέσεις, αἵτινες ὑφίσταντο καὶ πρὸ τοῦ πολέμου. Καίτοι ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος δὲν μοὶ ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν περὶ τῆς θέσεως, εἰς ἣν εὑρίσκονται αἱ διαπραγματεύσεις πρὸς συνομολόγησιν προξενικῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Τουρκίας, ἐπειδὴ μοὶ ἐδόθη ἀφορμή, σπεύδω νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἀπὸ τῆς 15 Σεπτεμβρίου ἤρξαντο αἱ νέαι διαπραγματεύσεις πρὸς συνομολόγησιν προξενικῆς συμβάσεως καὶ ἐξηκολούθησαν ἐπὶ 3 περίπου μῆνας, μέχρι τῆς παρελθούσης Δευτέρας, καθ’ ἣν ἔλαβε χώραν ἡ τελευταία συνεδρίασις τῶν πληρεξουσίων. Κατὰ τὴν γνώμην τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐπερατώθησαν αἱ συζητήσεις, ἐξαντληθέντων τῶν θεμάτων, ἅτινα ἔδωκαν χώραν εἰς τὰς συζητήσεις. Τοιαύτην γνώμην νομίζω ὅτι ἔχουσι καὶ οἱ πληρεξούσιοι τῆς Πύλης, οἵτινες ἐδήλωσαν, ὅτι θέλουσι προετοιμάσει ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν τὴν ἔκθεσίν των πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἤδη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀναμένει τὴν ἀπάντησιν τῆς Πύλης, καὶ εὐθὺς ὡς λάβῃ γνῶσιν αὐτῆς, θέλει σκεφθῆ, ἂν αἱ ἀποφάσεις τῆς Πύλης δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βάσις πρὸς καταρτισμὸν προξενικῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Τουρκίας, ἢ αἱ ἀποφάσεις αὗται θέλουσιν ἐξαναγκάσει ἡμᾶς, ἵνα ποιησώμεθα χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον παρέχεται ἡμῖν ἐκ τῆς περὶ εἰρήνης συνθήκης, δηλαδὴ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκκλήσεως εἰς τὴν διαιτησίαν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων.
§56Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἄρθρον 9 τῆς ὁριστικῆς συνθήκης ἐπὶ λέξει ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Μὴ θιγομένης τῆς ἀρχῆς τῶν ἀτελειῶν καὶ τῶν προνομιῶν, ὧν οἱ Ἕλληνες ἀπέλαυον πρὸ τοῦ πολέμου ἐν ἴσῃ μοίρᾳ πρὸς τοὺς ὑπηκόους τῶν ἄλλων Κρατῶν, εἰδικαὶ συμφωνίαι θέλουσι συνομολογηθῆ μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας, σκοποῦσαι τὴν πρόληψιν τῆς καταχρήσεως τῶν προξενικῶν ἀτελειῶν, τὴν παρακώλυσιν τῶν προσκομμάτων εἰς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῆς δικαιοσύνης, τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἐκδιδομένων ἀποφάσεων καὶ τὴν περιφρούρησιν τῶν συμφερόντων τῶν Ὀθωμανῶν καὶ ξένων ὑπηκόων, κατὰ τὰς διαφορὰς των πρὸς τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν περιπτώσεων τῆς πτωχεύσεως.» Ἡ δὲ διάταξις τοῦ ἄρθρου 11 τῆς ὁριστικῆς συνθήκης εἶχεν οὕτω: «Τὰ δύο ὑψηλὰ συμβαλλόμενα μέρη συμφωνοῦσι νὰ συνομολογήσωσιν ἐντὸς προθεσμίας τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς κυρώσεως τῆς συνθήκης ταύτης τὰς ἑπομένας συμφωνίας. «αʹ) Σύμβασιν κανονίζουσαν τὰ διαμφισβητούμενα ζητήματα ἐθνικότητος, ἐπὶ τῶν βάσεων τοῦ κατὰ τὸ 1876 συζητηθέντος μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας σχεδίου. βʹ) Σύμβασιν προξενικὴν ἐντὸς τῶν ὅρων τῶν προβλεπομένων ὑπὸ τῆς § αʹ τοῦ ἄρθρου 9. γʹ) Σύμβασιν ἐκδόσεως πρὸς ἀμοιβαίαν παράδοσιν τῶν ἐγκληματιῶν τοῦ κοινοῦ δικαίου, καὶ δʹ) σύμβασιν πρὸς καταστολὴν τῆς ληστείας. Τὰ δύο μέρη ἐπιφυλάσσονται νὰ συνομολογήσωσι βραδύτερον συνθήκην περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας.» Πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς τελευταίας ταύτης ρήτρας τοῦ ἄρθρου 11 συνετάχθη τὸ πρωτόκολλον Βʹ, κατὰ τὴν σαφῆ διάταξιν τοῦ ὁποίου, «ἡ συνθήκη περὶ ἐμπορίου καὶ ναυτιλίας, ἡ προβλεπομένη ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 11 τῆς ὁριστικῆς συνθήκης περὶ εἰρήνης, δέον νὰ συνομολογηθῇ ἐντὸς προθεσμίας δύο ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν ἐπικυρώσεων τῆς εἰρημένης περὶ εἰρήνης συνθήκης». Ἐὰν λοιπὸν περιέπεσα ἐγὼ εἰς σύγχυσιν, ὑπολαβὼν ὅτι ἀντικείμενον τῶν μέχρι τοῦδε γιγνομένων διαπραγματεύσεων ἦτο ἡ συνομολόγησις τῆς συνθήκης περὶ ἐμπορίου καὶ ναυτιλίας, μὲ παρέσυρεν εἰς τὴν σύγχυσιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸ πρωτόκολλον Βʹ, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα ὑμῖν πρὸ μικροῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ αὐτὸς ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, ὅστις, ἐνῷ διὰ τῆς συνθήκης ἐτάσσετο διετὴς προθεσμία διὰ τὰς διαπραγματεύσεις τῆς περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας συνθήκης, αὐτὸς ἔστερξε νὰ παραταθῶσιν ἐπὶ δύο ἔτη αἱ διαπραγματεύσεις πρὸς συνομολόγησιν τῆς προξενικῆς συμβάσεως, δι’ ἃς ὑπὸ τῆς συνθήκης δὲν ἐτάσσετο ἡ προθεσμία τῶν δύο ἐτῶν, ἀλλὰ μόνον τριῶν μηνῶν. Διὰ τοῦτο ὑπέλαβον, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν αἱ διαπραγματεύσεις νὰ ἦναι πρὸς συνομολόγησιν προξενικῆς συμβάσεως, δι’ ἣν ἐπετράπη προθεσμία τριῶν μηνῶν, ἀλλὰ πρὸς συνομολόγησιν συνθήκης περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας, διὰ τὰς διαπραγματεύσεις τῆς ὁποίας εἶχε ταχθῆ ἡ διετὴς προθεσμία. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὴν τρίτην παράγραφον τοῦ πρωτοκόλλου Βʹ, «ἐὰν ἐν τούτοις μέχρι τῆς λήξεως τῆς προμνησθείσης προθεσμίας τῶν δύο ἐτῶν ἡ συνθήκη περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας δὲν συνομολογηθῇ καὶ κυρωθῇ, τὰ δύο μέρη θέλουσιν ἐπανέλθει εἰς τὰ ὁριζόμενα ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 12 τῆς περὶ εἰρήνης συνθήκης», διετέλουν ἐν ἀνησυχίᾳ, μὴ ἀνευρίσκων σχέσιν τινὰ πρὸς τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 12 τῆς συνθήκης ὁριζόμενα. Ἀλλ’ ἐν τέλει τοῦ κειμένου τοῦ 12 ἄρθρου τῆς ὁριστικῆς συνθήκης ὑπάρχει ἐν παρενθέσει παραπομπὴ εἰς τὸ 12 ἄρθρον τῆς προκαταρκτικῆς συνθήκης, ἄρθρον ὅμως 12 δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ προκαταρκτικῇ συνθήκῃ, ὑπάρχει δὲ μόνον ἀκροτελεύτιον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον δὲν πραγματεύεται περὶ τούτου. Ἔχω τὸ κείμενον τοῦ ἀκροτελευτίου τούτου ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἔχει κατὰ μετάφρασιν οὕτω (ἀναγινώσκει): «Εὐθὺς ὡς ἡ παροῦσα πρᾶξις περιβληθῇ τὴν ἔγκρισιν τῆς Α. Α. Μεγαλειότητος τοῦ Σουλτάνου, ἥτις δοθήσεται ἐντὸς ὀκταημέρου προθεσμίας, αἱ ἐν αὐτῇ περιεχόμεναι ῥῆτραι θέλουσιν ἀνακοινωθῆ παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων τῷ Ἀνακτοβουλίῳ τῶν Ἀθηνῶν καὶ καταστῆ ἐκτελεσταί.»
§57ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι τυπογραφικὸν λάθος. Εἶναι ἄρθρον 11.
§58Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ παραπέμπει εἰς τὸ ἄρθρον 12 τῆς ὁριστικῆς συνθήκης, καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 12 τῆς ὁριστικῆς συνθήκης ἐπίσης δὲν γίνεται λόγος περὶ τούτου, ἀλλὰ περὶ ταχυδρομικῆς συμβάσεως (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 12. Αἱ ταχυδρομικαὶ συμβάσεις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, αἵτινες εἶχον διακοπῆ ἀπὸ τινων ἐτῶν, ἀποκατασταθήσονται συμφώνως πρὸς τὰς τὸ θέμα κανονιζούσας γενικὰς συμφωνίας, εὐθὺς ὡς αἱ τῶν δύο Κρατῶν Ταχυδρομικαὶ Διευθύνσεις συνομολογήσωσιν εἰδικὴν περὶ τούτου σύμβασιν. Ἐν τῷ μεταξὺ αἱ δύο Ταχυδρομικαὶ Διευθύνσεις θὰ δύνανται νὰ διαμείβωσιν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὰ ὑπ’ αὐτῶν προσδιορισθησόμενα μέρη καὶ ἕδρας ἀνταλλαγῆς τούς τε σάκκους καὶ τὰ δέματα αὐτῶν προσηκόντως ἐσφραγισμένα, τὰ διὰ ξηρᾶς ἢ θαλάσσης ἀποστελλόμενα καὶ προωρισμένα διὰ τὰς δύο χώρας ἢ διαβιβαζόμενα πρὸς διαμετακόμισιν.» Ἑπομένως τὸ ἄρθρον τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει ἐφαρμογήν. Ἐπιθυμῶ δὲ νὰ μάθω, ἀφοῦ δὲν ἤρξαντο αἱ διαπραγματεύσεις περὶ τῆς συνομολογήσεως τῆς συνθήκης περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας, ἐὰν ἐκτελοῦνται αἱ διατάξεις τῆς πρὸ τοῦ πολέμου ἰσχυούσης συνθήκης περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας, διότι, ἐὰν δὲν ἐκτελοῦνται αἱ διατάξεις αὗται, τὸ πρᾶγμα εἶναι λίαν σοβαρόν.
§59Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐκτελοῦνται.
§60Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπεθύμουν προσέτι νὰ μάθω δι’ ὅρων μᾶλλον καταληπτῶν καὶ προσδιοριστικῶν, κατὰ τί ἤθελεν ἐκθέσει ἐν κινδύνῳ μεγαλειτέρῳ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἡ προσφυγὴ εἰς διαιτησίαν, ἐφ’ ὅσον οἱ ἰσχυρισμοὶ τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἦσαν ἰσχυρισμοὶ ὑποστηριζόμενοι ὑπὸ εὐλόγων συμφερόντων καὶ νομίμων δικαιωμάτων. Βεβαίως προτιμότερον ἤθελεν εἶσθαι νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν διαιτησίαν τῶν πρεσβευτῶν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἐν Κωνσταντινουπόλει, παρὰ νὰ παρατείνωμεν ἐπὶ μῆνας τὰς διαπραγματεύσεις, ἀφοῦ αὗται ἀκατανοήτως παρετάθησαν ἤδη ἐπὶ δύο ἔτη, καὶ μόλις σήμερον ἀκούομεν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις ἔληξαν συμφώνως πρὸς τὰς εὐχὰς ἡμῶν.
§61ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἐντίμου ἐκ Γόρτυνος συναδέλφου βεβαίως ἐγέννησε τὸ ὅλον ζήτημα. Ἂν περιωρίσθη εἰδικῶς εἰς τὸ ζήτημα περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας, βεβαίως κατ’ οὐδὲν ἐμείωσε τὴν σημασίαν τοῦ θέματος, διότι καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐμπεριλαμβάνεται ἐν τῷ τελευταίῳ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου, ὅπερ προνοεῖ περὶ πασῶν τῶν ἐκκρεμῶν μετὰ τὴν συνθήκην τὴν ὁριστικὴν διαπραγματεύσεων. Ὁ κ. συνάδελφος, παρασυρθεὶς ἐκ τυπογραφικοῦ σφάλματος ἐν τῷ Ἑλληνικῷ κειμένῳ, ἀνέδραμεν εἰς ἄρθρον, ὅπερ ὁμιλεῖ περὶ ταχυδρομικῶν συμβάσεων· ἀλλὰ δὲν μεταβάλλονται ἐκ τούτου τὰ πράγματα, διότι τὸ κείμενον τὸ ἀκριβὲς παραπέμπει εἰς τὸ ἄρθρον τὸ ἀναγόμενον εἰς τὰς συμβάσεις τὰς ἄλλας, καὶ ἑπομένως τὸ ζήτημα ἐγείρεται ἀκέραιον πρὸς ἐξέτασιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐξέτασις αὕτη δύναται νὰ ἐκταθῇ, καὶ τὰ ὅρια τῆς ἐκτάσεως θέλει ὁρίσει βεβαίως ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀντιληφθῇ ὀρθῶς τοῦ θέματος, ὅπερ εὑρίσκεται ὑπὸ συζήτησιν ἐπὶ πλέον ἢ δύο ἔτη, ἐνώπιον ἀγωνιῶντος ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, τοῦ Ἑλληνισμοῦ δηλαδὴ ὁλοκλήρου. Πρέπει νὰ θέσωμεν ὡρισμένως τὰ σημεῖα, ἅτινα ἐν ἀνάγκῃ νὰ ἔχωμεν πρόσφατα εἰς τὴν μνήμην ἡμῶν ἐνταῦθα, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ διακρίνωμεν, τί ὥριζεν ἡ συνθήκη ἡ προκαταρκτικὴ, τί ὥριζεν ἡ συνθήκη ἡ ὁριστική. Ἡ συνθήκη ἡ προκαταρκτικὴ διαγράφει ὡρισμένα θέματα, ἐνδιαλαμβανόμενα ἐν τοῖς ἄρθροις 5 καὶ 7 αὐτῆς, 11 δὲ τῆς ὁριστικῆς, καὶ ὁρίζει προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας πάντα ταῦτα τὰ θέματα, ἐκτὸς ἑνὸς, ἔπρεπε νὰ διαπραγματευθῶσι μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, ἐξαιρεῖ δὲ πάσης προθεσμίας τὸ θέμα τὸ περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας, περὶ οὗ ἔθετο ἁπλῶς ἀόριστόν τινα ὑποχρέωσιν συνομολογήσεως, ἄνευ τέρματος οὐδενός. Τί ἔπραξεν ἡ συνθήκη ἡ ὁριστική; Ὤρισε νέαν προθεσμίαν διὰ πάντα τὰ θέματα τὰ ὑπὸ προθεσμίαν, καὶ προσέθηκε διὰ πρωτοκόλλου προθεσμίαν ἐκεῖ, ὅπου ἡ προκαταρκτικὴ συνθήκη δὲν εἶχε καμμίαν προθεσμίαν. Τοῦτο εἶναι τὸ ἔδαφος, ὅπερ ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν καὶ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἐνταῦθα, τιθέντες τὴν ἐπερώτησιν, τί ἐγένετο ἐν τῷ μεταξὺ, ὅπως, σαφεῖς γινόμενοι πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, λάβωμεν καὶ κατὰ τὸ δυνατὸν σαφεῖς καὶ οὐχὶ λοξὰς ἀπαντήσεις. Τὸ ἄρθρον 5 τῆς προκαταρκτικῆς συνθήκης, ὅπερ ἐγένετο 11 τῆς ὁριστικῆς, ὁρίζει τὰ ἑπόμενα (ἀναγινώσκει): «Διαπραγματεύσεις ἄρξονται ἐν Κων)πόλει κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον πρὸς συνομολόγησιν ἐντὸς προθεσμίας τριῶν μηνῶν τῶν ἑπομένων συμφωνιῶν: αʹ) συμβάσεως κανονιζούσης τὰ ζητήματα ἀμφισβητουμένης ἰθαγενείας, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σχεδίου τοῦ διαπραγματευθέντος ἐν ἔτει 1876 μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος· βʹ) συμβάσεως προξενικῆς ὑπὸ τοὺς ὅρους τοὺς προβλεπομένους ἐν ἄρθρῳ 3· γʹ) συμβάσεως περὶ ἐκδόσεως πρὸς ἀμοιβαίαν παράδοσιν τῶν ἐγκληματιῶν τοῦ κοινοῦ δικαίου· καὶ δʹ) συμβάσεως περὶ καταστολῆς τῆς ληστείας ἐπὶ τῶν συνόρων.» Τὸ περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας εἶναι εἰς τὸ ἑπόμενον ἄρθρον 7. Ἐν τῷ ἑτέρῳ δὲ ἄρθρῳ τῆς προκαταρκτικῆς, ὡς ἠκούσατε, ὁρίζεται ὅτι ἡ συζήτησις περὶ τῶν παρακολουθηματικῶν τούτων συμβάσεων, ἡ διαπραγμάτευσις ἡ ἔχουσα διορίαν τρίμηνον τεθειμένην, ὅπως μὴ παραταθῇ ἐπ’ ἀόριστον, θέλει γείνῃ ἐν ταὐτῷ μετὰ τῆς διαπραγματεύσεως τῆς ὁριστικῆς συνθήκης. Τοῦτο ὁρίζεται ῥητῶς ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 τῆς προκαταρκτικῆς. Τὴν 6)18 Σεπτεμβρίου συνωμολογήθη ἡ προκαταρκτική· τὴν 6)18 Ὀκτωβρίου ἐγένετο ἡ ἔναρξις τῶν διαπραγματεύσεων τῆς ὁριστικῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας· τὴν 22/4 Δεκεμβρίου ὑπεγράφη ἡ ὁριστικὴ συνθήκη· τὴν 6)18 Δεκεμβρίου — παρατηρήσατε τρεῖς ἀποφράδας 6)18 — ἐγένετο ἡ νομοθετικὴ κύρωσις καὶ δημοσίευσις τῆς ὁριστικῆς συνθήκης. Καθ’ ὅλον τοῦτον τὸν χρόνον οὐδὲ κἂν ἐθίχθη ἡ διαπραγμάτευσις περὶ τῶν συμβάσεων τῶν παρακολουθηματικῶν, περὶ ὧν ἡ προκαταρκτικὴ ὥριζεν, ὅτι ἐν ταὐτῷ θὰ διεξαχθῶσι.
§62ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Τί ἐννοεῖτε «δὲν ἐθίχθη»;
§63ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ. Δὲν ἐννοῶ νὰ ψέξω κανένα. Θέλω νὰ εἴπω ἁπλῶς τὰ πράγματα. Ἐννοῶ, λέγων ὅτι δὲν ἐθίχθη, ὅτι δὲν ἤρξατο διαπραγμάτευσις. Διατὶ δὲν ἤρξατο διαπραγμάτευσις, τοῦτο εἶναι θέμα, ὅπερ δὲν εἶναι, νομίζω, τῆς παρούσης ὥρας...
§64ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Διατί;
§65ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. Ἀλλ’ εἶμαι ἕτοιμος, ἐὰν ὑπάρξῃ ἀνάγκη, νὰ θίξωμεν καὶ αὐτό. Δὲν ἐγένετο ἔναρξις διαπραγματεύσεων, διότι οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησαν νὰ μὴ γείνῃ συνδιαπραγμάτευσις καὶ τούτων τῶν συμβάσεων, ἡ δὲ τότε Κυβέρνησις, — ὀρθῶς ἢ μὴ ὀρθῶς, δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω σήμερον, οὐδὲ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἐξετάσωμεν, ἐνόσῳ δὲν ἔχομεν ἐνταῦθα πλήρη τὸν φάκελον τῆς ὑποθέσεως, — ἡ τότε Κυβέρνησις ἔδωκεν ἐντολὴν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους αὑτῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει νὰ συναινέσωσιν εἰς τοῦτο, ἐξαιτησαμένη ἄλλα τινὰ, ἅτινα εἶναι περιττὸν ἐνταῦθα νὰ ὁρίσωμεν, διότι δὲν πρόκειται, ὡς εἶπον, νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῶν. Ἀπωλέσαμεν ἄρα — ὀρθῶς ἢ μὴ ὀρθῶς — ἐκείνην τὴν τριμηνίαν. Καὶ ὑπομιμνήσκω ἐνταῦθα τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ μόνον σημεῖον, ἐφ’ οὗ περιορισμὸς ἐτίθετο εἰς τὴν Πύλην ἀπέναντι ἡμῶν, ἦτο ἀκριβῶς τοῦτο, τὸ μόνον σημεῖον, ἐν ᾧ ἐτέθη σκόλοψ εἰς τὰς σάρκας τῆς Τουρκίας, ἐν ᾧ εἰς τὰς ἡμετέρας πλεῖστοι σκόλοπες ἦσαν τεθειμένοι ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τῆς προκαταρκτικῆς. Διότι ἐνταῦθα ὑπεχρέου τὴν Τουρκίαν ἡ προκαταρκτικὴ νὰ συνδιαπραγματευθῇ μετὰ τῆς ὁριστικῆς συνθήκης καὶ τὰ παρακολουθηματικά, ἐφ’ ὧν ἀπεδυσπέτων, ἵνα ἐξέλθωμεν μετὰ τρεῖς μῆνας τῶν διαπραγματεύσεων, — Ἑλλὰς καὶ Τουρκία, — ἔχοντες λελυμένα ἅπαντα τὰ ζητήματα. Ἀλλ’ ἐν ταῖς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας διαπραγματεύσεσιν ἐκρίθη ὀρθὸν νὰ μὴ πραχθῇ οὕτω καὶ ἐτέθη νέα προθεσμία ἐν τῇ ὁριστικῇ. Παρακαλῶ δέ, κύριε Πρόεδρε, τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ ἀκούσωσι καὶ τὴν διάταξιν ταύτην τῆς ὁριστικῆς (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 11. Τὰ δύο ὑψηλὰ συμβαλλόμενα μέρη συμφωνοῦσι νὰ συνομολογήσωσιν ἐντὸς προθεσμίας τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς κυρώσεως τῆς συνθήκης ταύτης τὰς ἑπομένας συμφωνίας· αʹ, βʹ, γʹ, δʹ», δηλαδὴ τὰς τέσσαρας συμβάσεις τὰς ἀπαριθμηθείσας πρὸ μικροῦ. Ἠνοίχθη ἄρα τὴν 6)18 Δεκεμβρίου 1897 νέα τρίμηνος προθεσμία. Καὶ παρακαλῶ, κύριοι συνάδελφοι, μετρήσατε, ἀπὸ τῆς 6)18 Δεκεμβρίου 1897 μέχρι τῆς 13 Δεκεμβρίου 1899 πόσος καιρὸς παρῆλθε. Δύο ἔτη. Σημειώσατε τὰ δύο ἔτη, διότι τὰ δύο ταῦτα ἔτη εἶναι σπουδαιότατα, καὶ τὴν σπουδαιότητα τοῦ πράγματος ὑπέδειξεν ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Τὰ δύο ταῦτα ἔτη κατηνάλωσαν τὸν χρόνον τῆς ἄλλης συμβάσεως, τὴν προθεσμίαν τὴν διὰ τὴν ἄλλην σύμβασιν, τὴν ναυτιλιακὴν καὶ ἐμπορικήν, σύμβασιν μεγίστης σημασίας, σύμβασιν ἐξ ἧς ἐξαρτῶνται ὑλικὰ συμφέροντα κολοσσιαῖα τῆς Ἑλλάδος, σύμβασιν ἐξ ἧς ἐξαρτῶνται ἠθικὰ συμφέροντα κολοσσιαῖα τῆς Ἑλλάδος. Δύο ὁλόκληρα ἔτη, κύριοι συνάδελφοι, παρῆλθον καὶ κατηναλώθη ὁλόκληρος ὁ χρόνος οὗτος· καὶ περὶ τὸ τέλος τοῦ χρόνου τούτου, ὅτε ἐπέκειτο ἡ κατανάλωσις καὶ τῆς 6 Δεκεμβρίου, ἦλθε πρὸς ἡμᾶς φιρμάνιον, κατὰ χάριν παραχωροῦν ἕξ μῆνας, διότι ἤδη ἐκείμεθα ὑπὸ τοὺς πόδας τῆς Τουρκίας.
§66ΡΙΚΑΚΗΣ. Διότι οὗτοι ἠξεύρουν καλλίτερα τὴν δουλειά των.
§67ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐγένετο ἐν τῇ παρελθούσῃ Βουλῇ λόγος περὶ τοῦ θέματος τοῦ ἀναγομένου εἰς τὴν ἐμπορίαν καὶ ναυτιλίαν, ὀλίγους δυστυχῶς, διότι αἱ περιστάσεις τότε δὲν ἐπέτρεπον καὶ πολλὴν πολυπραγμοσύνην, διότι καὶ τὸ ἠθικὸν τῆς Ἑλλάδος ὅλης καὶ τὸ ἠθικὸν τῆς Βουλῆς κατ’ ἀνάγκην ἦτο τότε καταπεπτωκός. Ἐγένετο λόγος, καὶ ἐγένετο ὀρθὸς λόγος — ὀφείλω νὰ τὸ σημειώσω ἐνταῦτα — ὑπὸ τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, περὶ τοῦ θέματος τοῦ σχετιζομένου πρὸς τὴν συνθήκην περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας, καὶ ἐδείχθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ τότε τίνες ἦσαν οἱ κίνδυνοι, οὓς διετρέχομεν. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ, μόνον ἀκούουσα ἀναγινωσκόμενον τὸ πρωτόκολλον τὸ ἐμπεριέχον τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, θὰ κατανοήσῃ περὶ τίνος πρόκειται, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω ἐγὼ πολλὰ (ἀναγινώσκει): «Ἡ συνθήκη, λέγει τὸ πρωτόκολλον, περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας, ἡ προβλεπομένη ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 11 τῆς ὁριστικῆς περὶ εἰρήνης συνθήκης (ἄρθρον 7 τῆς προκαταρκτικῆς) δέον ἵνα συνομολογηθῇ ἐντὸς προθεσμίας δύο ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν ἐπικυρώσεων τῆς εἰρημένης περὶ εἰρήνης συνθήκης. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τὰ πρὸ τοῦ πολέμου κρατοῦντα περὶ τῶν τελωνειακῶν δασμολογίων τῆς ἀκτοπλοΐας καὶ τῆς σπογγαλιείας τηροῦνται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀμοιβαιότητος. Ἐὰν, ἐν τούτοις, μέχρι τῆς λήξεως τῆς προμνησθείσης προθεσμίας τῶν δύο ἐτῶν ἡ συνθήκη περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας δὲν συνομολογηθῇ καὶ κυρωθῇ, τὰ δύο μέρη θέλουσιν ἐπανέλθει εἰς τὰ ὁριζόμενα ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 11 τῆς περὶ εἰρήνης συνθήκης (ἄρθρον 7 τῆς προκαταρκτικῆς). Ἐννοεῖται ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ νέα συνθήκη περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας, καίπερ συνομολογηθεῖσα καὶ κυρωθεῖσα ἐντὸς τῆς ῥηθείσης προθεσμίας, δὲν ἤθελε κατασταθῆ δυνατὸν νὰ τεθῇ ἐν ἐνεργείᾳ ἕνεκα λόγων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεως τῶν δύο συμβαλλομένων μερῶν, τὰ πρὸ τοῦ πολέμου, ὡς προείρηται, κρατοῦντα θέλουσι τηρηθῆ ἐπὶ τῇ βάσει πάντοτε τῆς ἀμοιβαιότητος, μέχρις οὗ τεθῇ ἐν ἰσχύϊ ἡ νέα συνθήκη.» Ἂς ἐξηγήσωμεν τὸ σαφὲς τοῦτο, ἵνα ὦμεν ἔτι σαφέστεροι. Κατὰ τὰ δύο ἔτη, τὰ λήξαντα τῇ 6 Δεκεμβρίου, ἡμεῖς ἀπελαύομεν τοῦ πρὸ τοῦ πολέμου καθεστῶτος. Ἐὰν κατὰ τὰ δύο ταῦτα ἔτη ἤθελεν εὐδοκήσει ὁ Θεὸς νὰ φθάσωμεν εἰς συνομολόγησιν τῆς κυρωθησομένης συμφωνίας, ἠθέλομεν εὑρίσκεσθαι πρὸ ταύτης τῆς δυσχερείας: Δύναται ἡ Πύλη νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν συνθήκην ταύτην ἀμέσως; Τότε ἐφαρμοζομένη ἡ συνθήκη κανονίζει τὰς ἀμοιβαίας σχέσεις. Δὲν δύναται ὅμως; Τότε ἐξακολουθεῖ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος καὶ κατ’ ἀμοιβαιότητα ὑπὲρ τῆς Τουρκίας τὸ πρώην καθεστώς. Ἡ τοιαύτη περίπτωσις δὲν ὑπάρχει νῦν, διότι συνθήκη δὲν συνωμολογήθη. Καὶ διότι δὲν συνωμολογήθη, ἐγεννήθη ἡ ἀνάγκη, ἵνα σώσωμεν τὴν ὑπόθεσιν ἡμῶν, ἵνα σώσωμεν τὴν ἐμπορίαν ἡμῶν καὶ τὴν ναυτιλίαν, νὰ δοθῇ τῇ Ἑλλάδι νέα προθεσμία. Ταύτης τῆς προθεσμίας μετὰ πολλῆς προθυμίας ἐγένετο ἡ παραχώρησις ὑπὸ τῆς Α. Μ. τοῦ Σουλτάνου. Ἐὰν κατὰ τὸ διάστημα τῆς διετίας δὲν συνωμολογεῖτο ἡ συνθήκη,—ὡς καὶ δὲν συνωμολογήθη,—ποῖον θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα, ἂν μὴ παρεχωρεῖτο ἡμῖν ἡ χαριστικὴ αὕτη προθεσμία; Τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο, ὅτι,—Κύριοι, προσέξατε· εἶπεν ἤδη τοῦτο ἐνταῦθα πέρυσιν ἡ φωνὴ τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ ἐξ Ἄρτης, ὡμολόγησεν αὐτὸ ἐνταῦθα ἡ φωνὴ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν...
§68ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ....
§69ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἤμην τότε ἐνταῦθα... Εἶπε τοῦτο, λέγω, ἡ φωνὴ τοῦ ἐξ Ἄρτης κυρίου Βουλευτοῦ, ὡμολόγησεν αὐτό, καθ’ ὃν τρόπον θέλω ἀναγνώσει, ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός, ὁ τότε, ἀλλ’ εἶπε τοῦτο, καὶ εἶναι τετυπωμένον ἐν τῇ Κυανῇ Βίβλῳ, καὶ ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυς τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, ἐν ἐγγράφῳ, ἐν ᾧ δηλοῖ, ὅτι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἡ Ἑλλὰς ὑποβάλλεται εἰς κατάστασιν τελείως ἀόριστον, ὑποβάλλεται εἰς κανονισμοὺς οὐδέποτε ὑπάρξαντας, ὑποβάλλεται εἰς τὸ καθεστὼς τὸ μεταξὺ τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου καὶ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν σχέσεων. Καὶ ἐρωτᾶται, τί εἶναι τὸ καθεστὼς τοῦτο; καὶ ἡ μόνη ἀπάντησις εἶναι ἡ ἄγνωστος Χ,—ἡ ἄγνωστος Χ εἰς χεῖρας τῆς Τουρκίας. —Οὐδὲ κατὰ κεραίαν δύναταί τις νὰ μεταβάλῃ τὴν ἀλήθειαν τούτων. Ἀπέναντι δὲ κινδύνου τοιαύτης καταστάσεως, τί πράττομεν ἡμεῖς; ἀναμένομεν δύο ὁλόκληρα ἔτη, ἵνα τελειώσωμεν διαπραγματευόμενοι μετὰ τῶν Τούρκων τὰ ζητήματα ἡμῶν,—καὶ τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, ὑπὲρ ὧν ὑπῆρχε τεθειμένη προθεσμία σύντομος ἐξ ἀμφοτέρων τῶν συνθηκῶν, καὶ τὸ ζήτημα τὸ ἄλλο, ἐν ᾧ μόνοι ἐθέσαμεν τὸν βρόχον ἐπὶ τοῦ τραχήλου ἡμῶν, τὸ ζήτημα, καθ’ ὅ, μὴ στενοχωρούμενοι ὑπὸ προθεσμίας, ἐφροντίσαμεν νὰ λάβωμεν προθεσμίαν. Πάντα ταῦτα ἐγένοντο καὶ ἐπὶ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, ἐπὶ πολλοὺς μῆνας ἀργούσης τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπὶ τοῦ σημερινοῦ, ἡμῶν σιωπώντων, διότι ἐν τῷ μεταξὺ, κατὰ τὸ διάστημα τῆς διετίας, ἐγένετο Κυβερνητικὴ μεταβολή, καὶ ἔπρεπεν εἰς τὴν νέαν Κυβέρνησιν νὰ δοθῇ χρόνος, ὅπως ἐξετάσῃ τὸ θέμα, χαράξῃ πορείαν καὶ διεξαγάγῃ τὸ ζήτημα καθ’ ὃν τρόπον ἡ μελέτη ἤθελε καταδείξει αὐτῇ σκοπιμώτερον. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου, ὅτε ἀκριβῶς διὰ τοῦτο δὲν ἠθέλησεν ἡ Βουλή, καίτοι τὸ ζήτημα παρεῖχε βάσιν πρὸς ἀνακίνησιν, νὰ ζητήσῃ λόγον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, μέχρι τοῦ χρόνου τοῦ σημερινοῦ πόσοι μῆνες παρῆλθον; καὶ κατὰ τί προέβησαν ἔκτοτε τὰ ζητήματα; ὅλοι οὗτοι οἱ μακροὶ μῆνες, ἑπτὰ ἢ ὀκτώ,—δὲν ἐνθυμοῦμαι πότε ἀκριβῶς ἀνῆλθεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐξουσίαν...
§70ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸν Μάρτιον τοῦ 1899.
§71ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ τοὺς 9 ἢ 10 τούτους μῆνας κατὰ τί προέβησαν αἱ διαπραγματεύσεις; Δυστυχῶς ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ δὲν ἐσπεύσαμεν ἡμεῖς, οἵτινες εἴχομεν συμφέρον, δὲν ἐσπεύσαμεν, νομίζοντες ὅτι αἱ συζητήσεις μετὰ τῶν ἀπέναντι ἡμῶν εὑρισκομένων ἠδύναντο νὰ χύσωσι φῶς εἰς τὴν ὑπόθεσιν. Συζητοῦμεν καὶ πάλιν συζητοῦμεν καὶ ἐξακολουθοῦμεν νὰ συζητῶμεν, καὶ δόξα τῷ Θεῷ, ὅτι ἐπὶ τέλους ἠκούσαμεν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν ἔληξαν αὗται αἱ ἀτελεύτητοι συζητήσεις. Δὲν εἶναι ὥρα νὰ προβῶμεν εἰς ἐξέτασιν κατ’ οὐσίαν τοῦ θέματος, διότι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐξέτασις αὕτη, ἀλλ’ ἦλθε καιρὸς νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν τῶν Ὑπουργῶν, ὅτι παρῆλθε πρὸ πολλοῦ ἡ ὥρα, καθ’ ἣν ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις, τερματίζουσα τὸ ζήτημα, νὰ ζητήσῃ παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ἐτάχθησαν ἀνώτατοι ἐν τῇ διαφωνίᾳ διαιτηταί, λύσιν ὁριστικήν. Ὅσον παρέρχεται ὁ χρόνος, τόσον χρονίζει καὶ τὸ ζήτημα, καὶ ὅσον τὸ ζήτημα χρονίζει, τόσον καὶ περιπλέκεται, τόσον δυσχερεστέρα καθίσταται ἡ διαιτησία. Ὅσον παρέρχεται ὁ χρόνος, τόσον καὶ δυσχερέστεραι γίνονται αἱ σχέσεις μεταξὺ τῶν Δυνάμεων καὶ τόσον μείζονα τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν παραβλαπτόμενα τὰ δικαιώματα ἡμῶν, δικαιώματα ἅτινα, κατὰ τοιοῦτον τρόπον πολιτευθέντες, ἡμεῖς αὐτοὶ ἐρρίψαμεν εἰς τὸν Καιάδαν.
§72Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὸ ἱστορικὸν μέρος τῆς ὑποθέσεως, τὸ ὁποῖον μετὰ πάσης ἀκριβείας ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀνέπτυξε, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου πᾶσα συζήτησις εἶναι περιττή, τὸ κύριον θέμα, τὸ ὁποῖον πρόκειται ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν, εἶναι τὸ ἑξῆς: ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ διακόψῃ τὰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Τουρκίας καὶ νὰ ποιήσηται χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἰς αὐτὴν ἀνεγνωρίσθη; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Αἱ ἐπικρίσεις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅπως ὦσι πράγματι δεδικαιολογημέναι, ἔπρεπε νὰ βασισθῶσιν ἐπὶ τῆς γνώσεως τῆς πλήρους τοῦ ζητήματος, καὶ τὴν πλήρη γνῶσιν τοῦ ζητήματος διατείνομαι ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Τὰ δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος, περὶ τῶν ὁποίων ἔκαμε λόγον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, συνοψίζονται εἰς ἓν καὶ μόνον, εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν διαιτησίαν· ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν διαιτησίαν οὐδεμίαν βεβαίως ἔχει πρακτικὴν ἔννοιαν, καὶ οὐδὲν δύναται νὰ παραγάγῃ ἀποτέλεσμα, ἐνόσῳ δὲν παρασκευασθῇ τὸ ἔδαφος, ὅπως ἡ προσφυγὴ αὕτη γείνῃ μετά τινος ἐλπίδος ἐπιτυχίας. Δύναται βεβαίως ὁ κύριος Βουλευτής, μὴ γινώσκων καλῶς τὰ πράγματα καὶ μὴ δυνάμενος νὰ γινώσκῃ ταῦτα, νὰ καταλογίσῃ εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἐποιήσατο χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου μέχρι τοῦδε. Λυποῦμαι ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐκρίθη, ὅτι δὲν ἦτο φρόνιμον νὰ γείνῃ ἡ προσφυγὴ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης. Ὁμιλεῖ ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς περὶ παρελεύσεως διετίας· ἀλλ’ ἐρωτῶ αὐτόν, φρονεῖ πράγματι, ὅτι ἦτο δυνατὸν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν διαιτησίαν, ἐν ὅσῳ τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης ἦτο ἐκκρεμές; Θέτω εἰς αὐτὸν τὸ ἐρώτημα, καὶ περιμένω τὴν ἀπάντησιν. Παρακαλῶ λοιπὸν, Κύριοι, ὑμᾶς νὰ πιστεύσητε, ὅτι τὴν σπουδαιότητα τοῦ ζητήματος κατανοεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἕκαστος ὑμῶν κατανοεῖ ταύτην, καὶ ὅτι, ἐὰν ἀπεφάσισε μέχρι τοῦδε νὰ ἐξακολουθήσῃ διαπραγματευομένη, ἄνευ πολλῆς ἐλπίδος ἐπιτυχίας, ἀποφεύγουσα ἵνα κάμῃ χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἶχεν, ἔπραξε τοῦτο ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι ποιουμένη χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἶχεν, ἐν καταλλήλῳ χρόνῳ, ἤθελεν ἐπιτύχει ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ διακυβεύσῃ, ποιουμένη χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου ἐν μὴ καταλλήλῳ χρόνῳ.
§73Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι τὴν παρατήρησιν πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ συνθήκη ἡ ὁριστικὴ ἔταξε δύο προθεσμίας, μίαν προθεσμίαν τρίμηνον διὰ τὰς διαπραγματεύσεις πρὸς συνομολόγησιν τῶν προσθέτων συμφωνιῶν, τὰς ὁποίας ἀναφέρει τὸ ἄρθρον 11, ἑτέραν προθεσμίαν διετῆ διὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς συνθήκης περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας. Ἐγὼ ὑπέλαβον, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις ἐγίνοντο μέχρι τοῦδε πρὸς συνομολόγησιν τῆς συνθήκης περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας, ἀφοῦ διήρκεσαν δύο ἔτη καὶ δὲν ἔληξαν ἔτι, ἂν καὶ παρῆλθε διετία, οὐδέποτε δὲ ὑπέλαβον, ὅτι ἦσαν διαπραγματεύσεις πρὸς συνομολόγησιν τῆς προξενικῆς συμβάσεως· οὐδ’ ἠδυνάμην νὰ ὑπολάβω, ὅτι ἤθελον διαρκέσει δύο καὶ πλέον ἔτη αἱ διαπραγματεύσεις πρὸς συνομολόγησιν τῆς προξενικῆς συμβάσεως τοῦ ἄρθρου 11, ἀφοῦ τὸ ἄρθρον 9 ἔθηκε κανόνας, οἱ ὁποῖοι ἤρκουν, ἐὰν ἐτηροῦντο κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις, νὰ ἄρωσι πᾶσαν διχογνωμίαν μὴ εὔλογον. Ἰδοὺ πῶς εἶναι διαγεγραμμένοι ἀπὸ τῆς ἀρχῆς (ἀναγινώσκει): «Μὴ θιγομένης τῆς ἀρχῆς τῶν ἀτελειῶν καὶ προνομιῶν, ὧν οἱ Ἕλληνες ἀπέλαυον πρὸ τοῦ πολέμου ἐν ἴσῃ μοίρᾳ πρὸς τοὺς ὑπηκόους τῶν ἄλλων Κρατῶν, εἰδικαὶ συμφωνίαι θέλουσι συνομολογηθῆ μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας, σκοποῦσαι τὴν πρόληψιν τῆς καταχρήσεως τῶν προξενικῶν ἀτελειῶν κλπ.» Ἀλλ’ ἐπὶ πᾶσιν, ἔπρεπεν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ποιήσωνται χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς προσφυγῆς εἰς διαιτησίαν πρὸς κανονισμὸν ὑπ’ αὐτῆς τῶν ἀναφυεισῶν διαφωνιῶν; καὶ ἐπετρέπετο αὐτοῖς νὰ στέρξωσιν, ἵνα ἡ ὑπὸ τῆς συνθήκης ταχθεῖσα τρίμηνος προθεσμία παραταθῇ μέχρι διετίας, καὶ νὰ ἀναγνωρίσωσι μάλιστα καὶ περαιτέρω παράτασιν αὐτῆς; Ἡ ὁριστικὴ συνθήκη ἀνέγραψε διετῆ προθεσμίαν διὰ τὴν συνθήκην, τρίμηνον δὲ μόνον διὰ τὴν προξενικὴν σύμβασιν. Τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης εἶναι βεβαίως μέγα ζήτημα διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν, ἀλλὰ τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα συνδέονται μὲ τὴν προξενικὴν καὶ μὲ τὰς ἄλλας προσθέτους συμβάσεις, τὰς ὁποίας ἀναφέρει τὸ ἄρθρον 11, ἰδίως δὲ τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα συνδέονται μὲ τὴν συνθήκην περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας, δὲν ἐπιτρέπεται τινι νὰ θέσῃ ἐν ἥσσονι μοίρᾳ. Θὰ ἦτο λυπηρὸν νὰ ἔχωμεν τὴν συνείδησιν ὅτι ἡμεῖς ἐξεθέσαμεν ἐν κινδύνῳ τὰς τύχας τοῦ ἐπὶ τῆς ἑλληνικῆς χερσονήσου Ἑλληνισμοῦ, ἕνεκα παρερμηνείας τῶν ῥητρῶν τῆς περὶ εἰρήνης συνθήκης τῆς 22 Νοεμβρίου 1897, ἢ ἕνεκα ἄλλων λόγων. Διὰ τοῦτο τυγχάνω πεπεισμένος, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιτραπῇ ἡ παράτασις προθεσμίας, κατ’ οὐδένα δὲ λόγον οὐδὲ νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἦτο διετὴς ἡ ταχθεῖσα πρὸς συνομολόγησιν τῆς προξενικῆς συμβάσεως προθεσμία, ἐνῷ δὲν ἐτάχθη διετὴς, ἀλλὰ τρίμηνος, διετὴς δ’ εἶχε ταχθῆ ἡ πρὸς συνομολόγησιν τῆς περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας συνθήκης.
§74ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἀλλοῖον ἔθηκε πρὸς ἐμὲ ἐρώτημα, εἰς ὃ ἐπί τινα δευτερόλεπτα ἐφάνη ὅτι ἀνέμενε νὰ ἀπαντήσω. Εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο ἐν μέρει ἀπήντησεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, ἀλλ’ ὀφείλω διὰ μιᾶς φράσεως νὰ ἀπαντήσω καὶ ἐγὼ, ὅπως ἁπλῶς δηλώσω, ὅτι κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, πεποίθησιν στηριζομένην εἰς τὰ στοιχεῖα, ἅτινα, πολιτευόμενος ἔξω τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ παρακολουθῶν τὰ πράγματα, δύναμαι νὰ ἔχω, τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης οὔτε τὰ τοῦ πολέμου πράγματα οὔτε τὰ τῶν διαπραγματεύσεων τῆς εἰρήνης ἠδύνατο, δεξιῶς χειριζομένης τῆς ὑποθέσεως, νὰ ἐπηρεάσῃ ἢ δυσχεράνῃ.
§75Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Διὰ νὰ ἐννοήσωμεν, Κύριοι, ποία εἶναι ἡ θέσις ἡμῶν ἡ σημερινὴ ἀπέναντι τῆς Τουρκίας, πρέπει νὰ παραβάλωμεν τὴν σημερινὴν ἐποχὴν μὲ τὴν ἐποχὴν τοῦ 1856, ὅτε διεπραγματεύθημεν τὴν ἰσχύουσαν συνθήκην. Τῷ 1856, ἐνῷ τότε ἡ Ἑλλὰς ἦτο μικρά, ἐνῷ εἶχε στρατὸν μόλις 12,000, ἐνῷ εἶχε προϋπολογισμὸν 22,000,000 δρ., ἀντὶ 112,000,000, τὰ ὁποῖα ἔχει σήμερον, ἐνῷ ἦτο Κράτος, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ ἀπειλήσῃ οὐδὲ τὴν γείτονα Δύναμιν, ἀλλ’ οὐδὲ ἄλλην, ἀπήλαυε τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης ὁλοκλήρου τῆς Εὐρώπης. Ὅτε ἤρχισαν αἱ διαπραγματεύσεις κατὰ τὸ 1856 ἐν Κωνσταντινουπόλει, οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἐνίσχυσαν τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος, ἔλαβον ἐνεργητικὸν μέρος, καὶ δυνάμει τῆς ἰσχύος ἐκείνης ἠναγκάσθη ἡ Τουρκία νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὴν συνομολόγησιν τῆς συνθήκης, ἡ ὁποία ἐξησφάλισε τὰ δικαιώματα τῶν ἐν Τουρκίᾳ ὑπηκόων Ἑλλήνων. Ποία εἶναι ἡ σημερινὴ θέσις τῆς Ἑλλάδος; Ἡ Ἑλλὰς ὑποκύπτει εἰς τὰς ἐπιθυμίας τῶν Τούρκων ἀντιπροσώπων· αὐτοὶ ὁρίζουσι τὰς συνεδριάσεις, αὐτοὶ ἀναβάλλουσιν αὐτὰς, μᾶς ἐμπαίζουν, καὶ οἱ ἰδικοί μας ἀντιπρόσωποι περιορίζονται εἰς φιλοφρονήσεις Εὐρωπαϊκάς. Οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Εὐρώπης μένουσιν ἀδιάφοροι, σιωπῶσι, διατί; διότι ἐνόησαν, ὅτι πρόθεσις καὶ ἐπιθυμία τῆς Τουρκίας εἶναι νὰ μὴ συνομολογήσῃ οὐδεμίαν συνθήκην μὲ ἡμᾶς, νὰ ἀφήσῃ κατηργημένην τὴν συνθήκην τοῦ 1856, καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἰσχύουσα ἡ συνθήκη τῆς Σερβίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέλησις τῆς Τουρκίας· δὲν μᾶς τὸ λέγει εἰλικρινῶς, ἀλλ’ ἐπιζητεῖ καὶ ἐργάζεται νὰ καταστήσῃ νέον καθεστώς. Λοιπὸν ἔπρεπεν ἡμεῖς ἢ νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν προθεσμίαν, τὴν ὁποίαν ἡ πρώτη συνθήκη ὥρισεν, ἢ ἀφοῦ ἐκάμαμεν τὸ λάθος νὰ δεχθῶμεν δευτέραν προθεσμίαν, νὰ ζητήσωμεν ἐντὸς αὐτῆς τὴν διαιτησίαν τῶν Δυνάμεων. Βεβαίως ἡ ἐχεμυθία, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, δὲν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τοὺς λόγους τούτους, ἀλλ’ ἔχομεν ἀρκετὴν νοημοσύνην, ἵνα τοὺς ἐννοήσωμεν. Εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἀπέναντι τοιούτων διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ὁρίζουσιν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ παραβλαφθῶσι συμφέροντα κεκτημένα, αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις θὰ μᾶς δώσωσιν ἄδικον; Ἀλλ’ ἡ Τουρκία ἔχει συμφέρον ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ ταπεινώσῃ καὶ ἀπελπίσῃ τὸν Ἑλληνισμὸν τὸν ὑπόδουλον, καὶ ἐνῷ ἐργάζεται πρὸς τοῦτο, λέγει εἰς τοὺς ὑποδούλους: «ἰδέτε μὲ ποίους θέλετε νὰ ὑπάγητε! ἰδέτε εἰς ποίους ἀφίνετε νὰ προστατεύσωσι τὰ δικαιώματά σας!» τὰ δὲ ἄλλα Κράτη τὰ Βαλκανικὰ ἐπωφελοῦνται ἐξ αὐτῆς τῆς καταστάσεως. Ἡ Τουρκία σήμερον λέγει καὶ ὑποδεικνύει πρὸς τοὺς ὑποδούλους Ἕλληνας τὴν ἀδυναμίαν, εἰς τὴν ὁποίαν περιήλθομεν, οἱ Σέρβοι δὲ καὶ οἱ Βούλγαροι γνωρίζουσι νὰ ἐπωφελῶνται ἐκ τῆς περιστάσεως ταύτης, ἐνῷ ἡμεῖς περιοριζόμεθα νὰ συζητῶμεν ἀκαδημαϊκῶς καὶ δὲν τολμῶμεν νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Εὐρώπην: «Ἐὰν θέλῃς νὰ ἤμεθα Κράτος, πρέπει νὰ σεβασθῇς τὴν θέσιν ἡμῶν ὡς Κράτους, ἄλλως νὰ ζητήσῃς νὰ μᾶς ἐξαλείψῃς ἀπὸ τὸν χάρτην τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν.» Ἔχω ἐπιστολὰς ἐπισήμων προσώπων ἐκ τῶν ὑποδούλων ἐπαρχιῶν, τὰ ὁποῖα μοὶ συνιστῶσι ἐχεμυθίαν τοῦ ὀνόματός των, ἕνεκα τοῦ δεδικαιολογημένου φόβου, τὸν ὁποῖον ἔχουσι. Μοὶ γράφουσι πικρὰ παράπονα κατὰ τῆς ἐνεργείας ἡμῶν. Εἷς μάλιστα ἐξ αὐτῶν μοὶ ἔγραψε νὰ δημοσιεύσω τὴν ἐπιστολήν του, ἀλλ’ ἐγὼ περιωρίσθην νὰ δημοσιεύσω μίαν μόνον περικοπήν, διότι ὁλόκληρος ἡ ἐπιστολὴ ἦτο μεγάλη καταδίκη διὰ τὴν Ἑλλάδα. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τῶν πραγμάτων! Ἂς δώσωμεν νὰ ἐννοήσουν οἱ κύριοι πληρεξούσιοί μας, ὅτι ἀρκετὰ μέχρι τοῦδε τοὺς ἠνέχθημεν, ἀρκετὰ ἐξήντλησαν τὸν καιρόν των εἰς κομπλιμέντα διπλωματικὰ καὶ ἁβροφροσύνας· ἂς ἐργασθῶμεν ἤδη νὰ δοθῇ ἓν τέρμα.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γ. Κυριαζῆς ἔχει τὸν λόγον, ἵνα ἀπαντήσῃ πρὸς τὸν κ. Τοπάλην.
§77ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ προβῶμεν παρακάτω.
§78Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐτελείωσεν αὐτὴ ἡ συζήτησις. Νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι προσωπικὸν τὸ ζήτημα.
§80Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν ἐδιδάχθην πολιτικὰς ἐπιστήμας, οὔτε ἔμαθον πολλὰ γράμματα, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον οὔτε ἀπὸ καμμίαν τῶν Στρατιωτικῶν Σχολῶν διῆλθον, ἵνα ἔχω ὁπωσδήποτε τετορνευμένην τὴν γλῶσσαν καὶ δύνωμαι νὰ χειρίζωμαι εὐχερῶς τὸν λόγον, ὅπως τοὐλάχιστον, ἐὰν δὲν δύναμαι νὰ ἐλέγχω πράξεις πολλάς, ἦμαι εἰς θέσιν νὰ ἀπαντῶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μὲ προκαλοῦσιν. Ἐν τούτοις, καίτοι οὕτως ἐξαπίνης κατελήφθην, καίτοι εἶμαι ὅλως ἀνέτοιμος πρὸς ἀπάντησιν, καίτοι εὑρίσκομαι ὑπὸ τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας προεῖπον, ἀναγκάζομαι νὰ παρέλθω ἐπὶ τὸ βῆμα, ὅπως ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Βόλου Βουλευτήν, προκαλέσαντά με...
§81ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἐδῶ.
§82Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Παρήγγειλα πρὸς τὸν κ. Τοπάλην, ὅτι θὰ ἀπαντήσω.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸς τὴν Βουλὴν ἀπαντᾶτε, κύριε Βουλευτά.
§84Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου Βουλευτὴς μοὶ ἔκαμε τὴν ὑψηλὴν τιμὴν, προκαλέσας με νὰ πιστοποιήσω ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους περὶ τοῦ ἀνεπιλήπτου τῆς οἰκογενείας του ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας...
§85ΠΙΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τοῦ τμήματος τοῦ Ἁλμυροῦ πρόκειται.
§86Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Παρακαλῶ. Ἀκριβῶς περὶ τούτου θὰ ὁμιλήσω... Προκληθεὶς ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὄντως ἀνεπίληπτος εἶναι ἡ οἰκογένεια Τοπάλη ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ὡς ἐπίσης ἀνεπίληπτοι εἶναι καὶ οἱ παρακαθήμενοι ἀντιπρόσωποι τῆς ἐπαρχίας Βόλου ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο ὁ κύριος λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ ἔφερεν ἐπὶ τὸ βῆμα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, ὁμιλῶν περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν Θεσσαλίᾳ, ὑπηνίχθη καὶ ἐμὲ, ἐν τῇ ἀγανακτήσει, οὕτως εἰπεῖν, — ἢ μᾶλλον ἐν τῇ μανίᾳ, ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπεται ἡ φράσις, διότι ἡ ἀγανάκτησις προϋποθέτει δικαίαν ὀργήν, — περὶ τοῦ πῶς νὰ παραστήσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν παραλελυμένην ἐν τῇ Θεσσαλίᾳ. Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, ὅτι ἐκινδύνευσε νὰ ὑποτεθῇ καὶ ὡς ὑποθάλπων ληστάς, καὶ ὅτι αἰτία τούτου ἤμην ἐγώ. Τούτου ἕνεκα ὀφείλω νὰ σᾶς δώσω ἐξήγησιν ἐπὶ τῆς μομφῆς, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπέδωκεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς ποῖον ἔτος, νομίζω ὅμως πρὸ 9 ἢ 10 ἐτῶν, μὲ ἐκάλεσεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ ἐν Λαρίσῃ Ἀρχηγείου στρατοῦ καὶ μὲ διέταξε νὰ παραλάβω τὴν μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ. Παρεκάλεσα τὸν κ. ἀρχηγὸν νὰ μὲ ἀπαλλάξῃ, διότι οὐδεμίαν εἶχον εἰδικότητα διὰ τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας, ὑπὸ τὰς συνθήκας μάλιστα, ὑπὸ τὰς ὁποίας αὕτη εὑρίσκετο ἐν τῇ ἐποχῇ ἐκείνῃ. Ἀλλ’ ὁ κ. ἀρχηγὸς ἐπέμενε, καὶ οὐδὲν ἀντεῖπον. Μετέβην εἰς τὴν ἐπαρχίαν καὶ παρέλαβον τὴν διοίκησιν τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων. Ὡς πρῶτόν μου καθῆκον ἐθεώρησα νὰ καλέσω ἅπαντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μοὶ εἶχον καταγγελθῆ, ὅτι ὑποθάλπουσι τοὺς ληστὰς,—ἦσαν δ’ οὗτοι ποιμένες—καὶ ἔλαβον παρ’ αὐτῶν ῥητὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς θὰ μοὶ καταδείξωσι τὰ κρησφύγετα τῶν ληστάρχων Τσουλῆ καὶ Πανταζῆ. Παρῆλθεν ὁ μήν, ἀλλ’ οἱ ποιμένες οὗτοι δὲν ἐφάνησαν συνεπεῖς εἰς τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκαν. Ἠναγκάσθην τότε νὰ τοὺς καλέσω καὶ πάλιν ἐν τῷ στρατῶνι τῆς χωροφυλακῆς καὶ νὰ τοῖς ὑποδείξω τὰς συνεπείας· ἐν τέλει δὲ τοὺς ἠπείλησα, ὅτι θὰ τοὺς φυλακίσω. Αὐτοὶ μοὶ ἔδωκαν γραπτὴν καὶ ἐνυπόγραφον ὑπόσχεσιν, ὅτι ἐντὸς μηνὸς θὰ ἐπιφέρωσι τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα. Μεταξὺ τῶν κατηγορουμένων ὡς ὑποθαλπόντων τὰς περὶ ὧν προανέφερα συμμορίας, ἦσαν καί τινες ἀρχιποιμένες, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐνοικιάσει τὰ κτήματα τοῦ ἀξιοτίμου κ. Τοπάλη. Ἀφοῦ ἔλαβον παρ’ αὐτῶν ἐνυπόγραφον ὑπόσχεσιν, κατῆλθον εἰς τὴν πόλιν τοῦ Ἁλμυροῦ, καὶ ἐνήργουν, ἵνα μάθω, ἐὰν πραγματικῶς ἀκολουθοῦσι τὰ ἴχνη τῶν ληστῶν, καὶ ἐὰν ἔχουσι σκοπὸν νὰ ἐκτελέσωσι τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκαν. Παρῆλθον 15 ἡμέραι, ὅτε ἔρχεται διαταγὴ πρὸς τὴν Ὑπομοιραρχίαν, ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῆς ὁποίας διετέλουν, ἀνακαλοῦσά με εἰς τὸ τάγμα μου. Ἐνόμισα ὅτι ἦτο ἐκτεθειμένη ἡ φιλοτιμία μου, ὅτι, καίτοι δὲν ἤμην ὁ κατάλληλος διὰ τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας, ἀφοῦ ἅπαξ ἐτοποθετήθην ὡς τοιοῦτος, ὤφειλον νὰ ἐνεργήσω. Αἱ ἐνέργειαί μου ὑπέσχοντο ἀποτελέσματα, καὶ διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην νὰ ὑποβάλω ἀναφορὰν πρὸς τὸν κ. ἀρχηγὸν, ζητῶν εἰκοσαήμερον παράτασιν τῆς ἐν τῇ μεταβατικῇ ὑπηρεσίᾳ παραμονῆς μου. Τὸ Ἀρχηγεῖον ἐπέτρεψε νὰ παραμείνω ὡρισμένως ἐπὶ 20 ἡμέρας, μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν ὁποίων εἶχε διατάξει ἕτερον ἀξιωματικὸν νὰ ἔλθῃ καὶ παραλάβῃ τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ὄντως ὁ ἀξιωματικὸς μετὰ 10 ἡμέρας ἦλθε. Κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ τὸ εἰκοσαήμερον ἔλαβε χώραν, ἐὰν ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ἡ ληστεία τῆς Πέτρας ὑπὸ τοῦ Τσουλῆ καὶ ἄλλων 10 συντρόφων του, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦτο καὶ ὁ Πανταζῆς αὐτὸς, ὁ ἕτερος τῶν ληστάρχων. Μετὰ πέντε ἡμέρας ἀπὸ τῆς ληστείας τῆς Πέτρας οἱ περὶ ὧν πρόκειται κάτοικοι τῆς Γούρας,—25, νομίζω, τὸν ἀριθμόν—μοὶ κατέδειξαν τὸ κρησφύγετον τῶν ληστῶν. Ἐπηκολούθησε δὲ συμπλοκὴ, καθ’ ἣν ἐπῆλθεν ἀποτέλεσμα εὐάρεστον. Καὶ οὕτω πως ηὐτύχησα νὰ εὑρεθῶ οὐχὶ ἐκπρόθεσμος εἰς τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς τὸν ἀρχηγόν. Ἀλλ’ ὑπῆρχεν, ὡς προεῖπον, καὶ ἕτερος λήσταρχος, ὁ Πανταζῆς, ὁ ὁποῖος ἐλυμαίνετο καὶ αὐτὸς τὴν ἐπαρχίαν. Ἐστράφην κατόπιν, μετὰ τὴν ἐξόντωσιν τῆς συμμορίας τοῦ Τσουλῆ, εἰς τὴν καταδίωξιν τοῦ Πανταζῆ. Μοὶ ὑπεδείχθη, ὅτι μεταξὺ τῶν δόντων τὴν ἔγγραφον ὑπόσχεσιν περὶ καταδόσεως τῶν ληστῶν ὁ μᾶλλον δυνάμενος νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα κατὰ τοῦ ληστάρχου αὐτοῦ ἦτο εἷς ἀρχιποιμὴν, ὁ ὁποῖος, ὡς προεῖπον, εἶχεν ἐνοικιάσει τὰ κτήματα τοῦ κ. Τοπάλη. Τὸν ἀρχιποιμένα τοῦτον συνέλαβον καὶ τὸν ἐπίεσα, χωρὶς νὰ μετέλθω βάναυσα κατ’ αὐτοῦ μέτρα. Μοὶ ἐζήτησεν ἑνὸς μηνὸς προθεσμίαν· τῷ τὴν ἔδωκα. Μοὶ ἐζήτησε καὶ ἓν ἀπόσπασμα ἐκ δώδεκα ἀνδρῶν, ὑπὸ ἕνα λοχίαν τῆς ἐκλογῆς του· ἔδωκα καὶ τὸ ἀπόσπασμα μὲ τὸν λοχίαν. Πληροφοροῦμαι ἐν τούτοις, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ δὶς ὁ λήσταρχος Πανταζῆς μετέβη εἰς τὸ ποίμνιον τοῦ ἀρχιποιμένος, καὶ ὅτι οὗτος τοῦ ἔψησε καὶ μίαν ἢ δύο γίδας, καὶ ἔφαγον μαζῆ, καὶ κατόπιν ἔφυγεν ὁ Πανταζῆς, χωρὶς νὰ καταδοθῇ εἰς τὸ ἀπόσπασμα, τὸ ὁποῖον ἀποκλειστικῶς πρὸς τοῦτο εἶχε ταχθῆ. Τὴν πρᾶξιν ταύτην μοὶ κατήγγειλεν ὁ λοχίας. Σπεύδω καὶ συλλαμβάνω τὸν ἀρχιποιμένα, καὶ ἡτοιμαζόμην νὰ τὸν στείλω εἰς τὸν κ. ἀρχηγόν. Μὲ παρακαλεῖ, μεσιτεύουσι δὲ καὶ ἄλλοι ἀρχιποιμένες, νὰ τὸν ἀφήσω καὶ νὰ τῷ δώσω ἕνα σύντροφον, ὅπως μετ’ ἄλλου ποιμένος μεταβῶσι καὶ εὕρωσιν αὐτὸν τὸν λήσταρχον Πανταζῆν, καὶ ἐπιφέρωσι τὸ ἀποτέλεσμα. Ἀλλὰ ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη, ὅτι αὐτὸς ὁ ἀρχιποιμὴν μὲ ἠπάτα. Ὅτε παρῆλθε καὶ ἡ δευτέρα αὐτὴ προθεσμία, ἠναγκάσθην νὰ συλλάβω τὸν ἀρχιποιμένα αὐτὸν καὶ νὰ τὸν ἀποστείλω εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα Βόλου· τὴν ἑπομένην ὅμως τῆς ἀποστολῆς του τὸν βλέπω ἐπανερχόμενον. Ἐν τῷ μεταξὺ, ἡ μᾶλλον τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὁ ἀρχιποιμὴν αὐτὸς ἐπέστρεψεν ἐκ Βόλου, ἀπαλλαγεὶς ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα, λαμβάνω μίαν ἐπιστολὴν, ἡ ὁποία ἔλεγε ταῦτα: «Ἀξιότιμε κύριε ὑπολοχαγέ. Δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς γνωρίζω, ἐν τούτοις λαμβάνω τὸ θάρρος νὰ σᾶς παρακαλέσω, ὅπως μὴ καταδιώκητε τοὺς τσελιγκάδες ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προτιμῶσι τὰ λιβάδια τοῦ κ. Τοπάλη. Ἐὰν θέλετε νὰ ἔχητε τὴν θερμὴν τούτου ὑποστήριξιν, σᾶς παρακαλῶ νὰ πράξητε ὅπως σᾶς γράφω.» Δύνασθε νὰ φαντασθῆτε τὴν ὀργὴν καὶ ἀγανάκτησίν μου μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐπιστολῆς ταύτης. Ἀμέσως ἔσπευσα νὰ μεταβῶ εἰς Βόλον, ὅπως μάθω, τίς ὁ γράψας αὐτήν· ὑπέθετον ὅμως, ὅτι πάντως οὗτος θὰ ἦτο ἢ συγγενὴς στενὸς ἢ μέλος τῆς οἰκογενείας τοῦ κ. Τοπάλη, τὸν ὁποῖον μόνον ἐκ φήμης ἐγνώριζον, καὶ ἑπομένως ἐφρόνουν, ὅτι ὁ γράψας θὰ κατεῖχε κοινωνικὴν θέσιν, ἀνταξίαν ἐκείνων, ἐξ ὀνόματος τῶν ὁποίων ἔγραφεν. Ἐν Βόλῳ εὗρον ἕνα δικηγόρον φίλον μου, καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ μεταβῇ παρὰ τῷ κυρίῳ αὐτῷ καὶ τῷ ζητήσῃ λόγον, διότι οὐδεμίαν εἶχε σχέσιν μετ’ ἐμοῦ, οὐδεμίαν γνωριμίαν, οὐδὲν θάρρος. Ὁ φίλος μου δικηγόρος μὲ συνεβούλευσε νὰ καταγγείλω τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Πράγματι δὲ ὑποβάλλω καταγγελίαν πρὸς τὸν κ. ἀρχηγὸν ἐναντίον τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ ἐν τῇ καταγγελίᾳ ταύτῃ ἐπισυνῆψα καὶ τὴν ἐπιστολὴν τοῦ κυρίου ἐκείνου...
§87Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τοῦ Εἰσαγγελέως τὴν ἐπιστολήν;
§88Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ὄχι· τὴν ἐπιστολὴν τοῦ ἰδιαιτέρου γραμματέως τοῦ κ. Τοπάλη, ἣν ἔλαβον μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως Βόλου ἀπόλυσιν τοῦ ἀρχιποιμένος ἐκείνου, τὸν ὁποῖον συνέλαβον καὶ ἀπέστειλα πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα.
§89Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνυπόγραφος ἦτο ἡ ἐπιστολή;
§90Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἐνυπόγραφος.
§91Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ὄνομά του δύνασθε νὰ τὸ εἴπητε;
§92Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ζήσης Βασιλάκης. Συνεπείᾳ τῆς καταγγελίας μου ἐκείνης κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Βόλου, ὅτι ἀπέλυσεν ἄνθρωπον ἀποδεδειγμένως ὑποθάλποντα τοὺς ληστὰς, διετάχθη ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν Λαρίσης καὶ κατῆλθεν εἰς Βόλον, ἵνα ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις. Μετὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἀνακρίσεων δὲν ἠξεύρω τί ἀπέγεινε· νομίζω ὅμως, ὅτι ἀπελύθη τῆς ὑπηρεσίας ὁ κύριος Εἰσαγγελεὺς Βόλου. Ἀλλ’ ὁ λήσταρχος Πανταζῆς ἐξηκολούθει νὰ θριαμβεύῃ, νὰ θύῃ καὶ νὰ ἀπολλύῃ. Ὁ κατόπιν διαδεχθεὶς τὸν πρώην ἀρχηγὸν ὑποστράτηγος νῦν κ. Μακρῆς μοὶ ἀποστέλλει μίαν διαταγὴν καὶ μοὶ λέγει, ὅτι «ὁ λήσταρχος Πανταζῆς λυμαίνεται τὸν τόπον καὶ σεῖς ἀδρανεῖτε!» Τοῦ ἀπαντῶ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταστραφῇ ὁ λήσταρχος αὐτὸς καὶ ἡ συμμορία του, ἐὰν δὲν καταδιωχθῇ ὁ ἀρχιποιμὴν δεῖνα, κατὰ τοῦ ὁποίου ὑπέβαλον καταγγελίαν,—καὶ ἀναφέρω ἐν τῇ ἀπαντήσει μου ὅλον τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως.—Καλεῖται ὁ ἀρχιποιμὴν αὐτὸς παρὰ τῷ κυρίῳ ἀρχηγῷ, καὶ ἐπὶ παρουσίᾳ καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ὅστις ἦτο, νομίζω, ὁ κ. Σπανίδης, δίδει ὑπόσχεσιν, ὅτι ἐντὸς 20 ἡμερῶν θὰ ἐπιφέρῃ τὴν καταστροφὴν τοῦ ληστάρχου Πανταζῆ. Ἐπιστρέφει εἰς Ἁλμυρὸν μὲ διαταγὴν πρὸς ἐμὲ ἐκ μέρους τοῦ κ. ἀρχηγοῦ νὰ τῷ παράσχω οἱανδήποτε θέλῃ συνδρομήν. Μοὶ ἐζήτησε δύο στρατιώτας μετημφιεσμένους, τοὺς ὁποίους καὶ τῷ ἔδωκα. Μετὰ παρέλευσιν δὲ οὐχὶ 20 ἡμερῶν, ὡς εἶχε δώσει ὑπόσχεσιν εἰς τὸν ἀρχηγὸν, ἀλλὰ μόνον ὀκτὼ ἡμερῶν, εἴχομεν τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ φόνου τοῦ ληστάρχου Πανταζῆ ἐν αὐτῇ τῇ καλύβῃ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀρχιποιμένος. Οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, Κύριοι. Τώρα, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι κατόπιν ἐξετάσεως ἔμαθον, ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῆς οἰκογενείας τοῦ κ. Τοπάλη ἔμενε τότε ἐν Βόλῳ· οἱ μὲν ἦσαν ἐν Ἀθήναις, οἱ δὲ εἰς τὴν Εὐρώπην. Ἔμαθον ἐπὶ πλέον, ὅτι καὶ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς Βόλου περιώδευεν, ἐπιθεωρῶν τὰ Εἰρηνοδικεῖα τῆς περιφερείας του, καὶ ὅτι ὅλην αὐτὴν τὴν ἱστορίαν τὴν ἔκαμεν ὁ ὑπάλληλος τοῦ κυρίου Τοπάλη καὶ ὁ γραμματεὺς τῆς Εἰσαγγελίας. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω.
§93ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετά.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μομφερρᾶτος ἔχει τὸν λόγον.
§95ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπευθύνω ἐπερώτησιν καὶ παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ πίνακα, ἐμφαίνοντα: «Αʹ. — 1) Τίνων ὑπηκόων Ἑλλήνων ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, Καΐρῳ καὶ Σμύρνῃ περιουσίαι ἐκηρύχθησαν σχολάζουσαι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1887 καὶ ἐντεῦθεν. 2) Τίνες διωρίσθησαν κηδεμόνες. 3) Τίς ὑπῆρξεν ἡ τύχη τῶν τοιούτων περιουσιῶν. 4) Πόσα δικαιώματα καὶ ἔξοδα ἀνεγνωρίσθησαν καὶ εἰσεπράχθησαν παρὰ τῶν κηδεμόνων καὶ ἐν γένει λόγῳ διαχειρίσεως. Βʹ. — Τίνες πτωχεύσεις ἐμπόρων ὑπηκόων Ἑλλήνων ἐγένοντο ἀπὸ τοῦ ἔτους 1887 καὶ ἐντεῦθεν. 2) Τίνες διωρίσθησαν σύνδικοι. 3) Τίς ὑπῆρξεν ἡ τύχη αὐτῶν. 4) Πόσα δικαιώματα καὶ ἔξοδα ἀνεγνωρίσθησαν καὶ εἰσεπράχθησαν παρ’ αὐτῶν, λόγῳ τῆς διαχειρίσεως. Γʹ. — Νὰ κατατεθῶσιν αἱ κατὰ τῶν προξενικῶν ἀρχῶν Αἰγύπτου ὑπάρχουσαι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν μηνύσεις.» Τὴν ἐπερώτησιν ταύτην ἔχω διατυπώσει καὶ ἐγγράφως, καὶ καταθέτω αὐτήν.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπασιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§97ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐπὶ τῇ αὐτῇ εὐκαιρίᾳ ἤθελον καὶ ἐγὼ παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίᾳ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν εἶναι ἀληθὲς καὶ ποίων λόγων ἕνεκεν ἀπελύθη ὁ ἐν Δαμασκῷ προξενικὸς πράκτωρ τῆς Ἑλλάδος κ. Κούτσης, περὶ οὗ πολλὰ καλὰ ἔχω ἀκούσει, καὶ εἰς ποῖον ἀφ’ ἧς χηρεύει ἡ θέσις αὕτη ἀνετέθη ἡ προστασία τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων, διότι κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ὑπῆρχεν ἐκκρεμὲς σπουδαιότατον διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν ζήτημα, τὸ τοῦ Πατριάρχου Ἀντιοχείας, ὅπερ τοσοῦτον ἀτυχῶς διεξήχθη καὶ ἀπέληξε δι’ ἡμᾶς. Φρονῶ δὲ, ὅτι ἔδει μεῖζον νὰ ληφθῇ ἐν καιρῷ μέριμνα περὶ τούτου παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἐπίσης ἐπεθύμουν νὰ πληροφορηθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν ἔχεται ἀληθείας τινὸς ἡ διάδοσις, καθ’ ἣν οἱ ἐν Λονδίνῳ διαμένοντες Ἀρμένιοι ἐζήτησαν νὰ σχηματίσωσι κομιτᾶτον αὑτῶν ἐν Ἑλλάδι, καὶ ποία ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐδόθη αὐτοῖς ἀπάντησις.
§98Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶναι γνωστόν, ὅτι μετὰ τὸν πόλεμον οἱ προξενικοὶ πράκτορες δὲν ἐγκατεστάθησαν ἐν Τουρκίᾳ. Ἐκ τούτων καὶ ὁ ἐν Δαμασκῷ πράκτωρ δὲν ἐγκατεστάθη. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲ, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν, προτείνω τὴν κατάργησιν τῶν Προξενικῶν Πρακτορείων καὶ τὴν ἵδρυσιν Ὑποπροξενείων εἰς τὰ σπουδαιότερα τῶν μερῶν, ἔνθα ὑπῆρχον Προξενικὰ Πρακτορεῖα. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἄλλην πληροφορίαν, διαβεβαιῶ τὸν ἐπερωτήσαντα, ὅτι οὐδὲν σχετικὸν πρὸς ἵδρυσιν κομιτάτου περιῆλθεν εἰς γνῶσιν τοῦ Ὑπουργείου.
§99ΜΠΑΣΙΑΣ. Εἰς ποῖον ἀνετέθη ἡ προστασία τῶν ἐν Δαμασκῷ Ἑλληνικῶν συμφερόντων; Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ παρακαλῶ νὰ προσαχθῇ ὁ σχετικὸς φάκελος.
§100Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Κατὰ τὸ ἔτος 1884, κύριε Πρόεδρε, ἐψηφίσθη κοινοτικὸς νόμος, ἔχων ἰσχὺν διὰ τὰς κοινότητας τῶν νομῶν Ἄρτης καὶ Λαρίσης καὶ τῶν ἐπαρχιῶν Καλαμπάκας καὶ Ξηροχωρίου. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον ἔσχεν ὠφέλιμον ἀποτέλεσμα ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου ἐν ταῖς ῥηθείσαις ἐπαρχίαις, οὔτε σκοπῶ βεβαίως νὰ ὁμιλήσω περὶ διοικήσεως ἐν γένει τῶν κοινοτήτων, διότι πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι διατεθειμένη σήμερον νὰ διαπραγματευθῇ ζήτημα τοσοῦτον σπουδαῖον, καὶ θέλω περιορισθῆ, ἵνα δι’ ὀλίγων μόνον παρακαλέσω τὴν Βουλήν, πρῶτον νὰ δεχθῇ πρότασιν νόμου περὶ καταργήσεως τοῦ κοινοτικοῦ τούτου νόμου, ἂν οὐχὶ διὰ τὰς ἄλλας ἐπαρχίας, τοὐλάχιστον διὰ τὴν ἐπαρχίαν Καλαμπάκας, ὅπου ὁ νόμος οὗτος δὲν δύναται παντάπασι νὰ ἐφαρμοσθῇ. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου πᾶσα πρᾶξις τοῦ κοινοτικοῦ Συμβουλίου πρέπει νὰ ἐγκρίνηται παρὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἄδεια ἀκόμη πρὸς παράστασιν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Ἀλλ’ εἰς τὸ ἥμισυ μέρος τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας, εἰς ὅλον τὸ τμῆμα τοῦ Ἀσπροποτάμου, ἡ ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων αὐτῶν εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατος, διότι ἅπαντες παραχειμάζουσι κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὰ πεδινὰ μέρη τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἑπομένως πλειστάκις ἐκινδύνευσαν κοινοτικαὶ περιουσίαι νὰ καταστραφῶσιν ἕνεκα τῆς τοιαύτης δυσκολίας. Δὲν γνωρίζω ἐὰν οἱ συνάδελφοι τῶν ἑτέρων ἐπαρχιῶν ἔχουσιν ἄλλας ἰδέας, προκειμένου περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου εἰς τὰς ἐπαρχίας των, ἀλλὰ παρακαλῶ τὴν Βουλήν νὰ πιστεύσῃ, ὅτι θὰ προξενήσῃ μεγίστην ὠφέλειαν εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην, ἐὰν δεχθῇ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου, διότι οὗτος ἐφαρμόζεται πρὸς καταστροφὴν κοινοτικῶν περιουσιῶν. Καὶ ἐπειδὴ ἔλαβον τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, κρίνω καθῆκον, ὡς ἀντιπρόσωπος μιᾶς ἐκ τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν, νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐντόνως κατὰ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βόλου Βουλευτοῦ περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας τοῦ Κράτους. Ἀπὸ τῆς ἐπανόδου τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ, ὀφείλομεν πάντες νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια εἶναι πολὺ καλλιτέρα ἢ πρότερον, μεθ’ ὅλα τὰ κακοποιὰ ἐκεῖνα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα τότε εἰσήλασαν ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς ὑφηλίου ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἀναφέρω δὲ ὡρισμένα πρόσωπα, ἑκατομμυριούχους, οἱ ὁποῖοι διαμένουν καὶ ἐν Τρικκάλοις καὶ ἐν Καρδίτσῃ καὶ πανταχοῦ τῆς Θεσσαλίας, λίαν γνωστοὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Βόλου Βουλευτήν, οἵτινες ἐξέρχονται ἐλευθέρως εἰς τὰ κτήματά των, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν παρεπονέθη ποτέ. Εἰς τὰ Τρίκκαλα εἶναι 5 ἢ 6 ἑκατομμυριοῦχοι, ὁ κ. Πέχτος, ὁ Ἠλίας Κοὲν, οἱ κ.κ. Ἀγαθοκλῆς καὶ Τσιτσόπουλος, καὶ οὐδέποτε ἠκούσθη παράπονον. Δὲν θέλω βεβαίως νὰ ψέξω τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ κυρίου ἐκ Βόλου Βουλευτοῦ, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει τόσον ἐλαφρῶς νὰ ἀποφαινώμεθα γενικῶς περὶ τῆς δημοσίας τάξεως, καὶ δὲν ἐξυπηρετοῦμεν τὸν τόπον, ἀποφαινόμενοι οὕτω.
§101Ι. ΡΟΥΦΟΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ ἡμᾶς, διατὶ, καίτοι ἐπείγει τὸ ζήτημα, δὲν εὑρέθη κατάλληλον οἴκημα διὰ τὸ στρατιωτικὸν νοσοκομεῖον τῶν Πατρῶν. Τὸ νῦν ὑπάρχον εἶναι ἀκατάλληλον, διότι εἶναι τοσοῦτον σεσαθρωμένον, ὥστε ἐγκατελείφθη πρὸ δεκαετίας.
§102Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀπαντῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴν πολὺ εὐχαρίστως, καὶ γνωρίζω εἰς αὐτὸν, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὑπεβλήθησαν προτάσεις διάφοροι, τὰς ὁποίας ἀπέστειλα πρὸς τὰς ἁρμοδίας ἀρχάς. Εὑρέθη οἰκία εἰς τὴν παραλίαν, ἀπέχουσα πολὺ τοῦ στρατῶνος, ἣν ἐθεώρησα ἀκατάλληλον, καὶ ἐζήτησα νὰ εὑρεθῇ οἴκημα πλησιέστερον πρὸς τὸν στρατῶνα. Ὑπεδείχθη ἄλλο οἴκημα, ὅπερ ἦτο ᾠκοδομημένον διὰ κατάστημά τι, ἀλλ’ αἱ ἀρχαὶ τὸ ἐθεώρησαν ἀκατάλληλον. Ἐζητήθη δι’ ἄλλο οἴκημα ἐνοίκιον 450 δραχμῶν κατὰ μῆνα, ἀλλ’ ἐθεώρησα ὅτι εἶναι ὑπέρογκον τὸ ἐνοίκιον, καὶ παρήγγειλα νὰ εὑρεθῇ οἴκημα μεταξὺ τῶν 250 καὶ 300 δραχμῶν. Ἐννοεῖται ὅτι, εὐθὺς ὡς εὑρεθῇ κατάλληλον οἴκημα, δὲν ἔχω παρὰ νὰ διατάξω, ὅπως ἐνοικιασθῇ.
§103Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ βεβαιώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν Βουλὴν, τί ἐνήργησε διὰ τὴν καταγγελίαν, τὴν ὁποίαν ἠκούσαμεν ἐκ μέρους τοῦ Βουλευτοῦ Μεγαρίδος κατὰ τοῦ εἰρηνοδίκου Σαλαμῖνος, καὶ πῶς παραμένει οὗτος ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ ἂν διετάχθησαν ἀνακρίσεις.
§104Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναμαι νὰ ἀπαλλάξω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἀπὸ τοῦ νὰ ἀπαντήσῃ, διότι, ἀφ’ ἧς ὑπέβαλον τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, ἔμαθον—ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ ὅτι ἠγνόουν πρότερον αὐτὸ—καὶ τὸ πρόσωπον τοῦ ἐντίμου αὐτοῦ δικαστικοῦ λειτουργοῦ. Ἡ ὑπόθεσις παραδόξως εἰσήχθη εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδικῶν κατόπιν προανακρίσεως, ἐνῷ πρόκειται περὶ ἐγκλήματος εἰς βαθμὸν κακουργήματος, προκειμένου περὶ ἀποπλανήσεως ἑνδεκαετοῦς παιδός. Τὸ Συμβούλιον εὐτυχῶς διέταξε τὴν παραπομπὴν τῆς ὑποθέσεως εἰς τακτικὸν ἀνακριτὴν, ἑπομένως ἡ τακτικὴ δικαιοσύνη ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως. Περιέμενον ὅμως ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν ταχυτέραν τὴν διοικητικὴν ἐνέργειαν, ἵνα ἀρθῇ τὸ πρόσωπον, ἐξ οὗ τὸ σκάνδαλον ἐγεννήθη.
§105Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἂν εὐαρεστῆται, νὰ παράσχῃ ἡμῖν, κατὰ τὸ δυνατὸν μέτρον, πληροφορίας περὶ τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκονται αἱ διαπραγματεύσεις περὶ τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας ἐμπορικῆς συμβάσεως, διότι, καθὼς γνωρίζετε, ἡ ὑφισταμένη σύμβασις λήγει τῇ 19/31 τρέχοντος μηνὸς Δεκεμβρίου.
§106Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ ἰσχὺς τῆς συμβάσεως καταπαύει κατὰ τὴν 19 τοῦ μηνός. Αἱ προσπάθειαι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τείνουν, ὅπως συνομολογηθῇ συνθήκη ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς καὶ ἡ συνθήκη ἡ καταγγελθεῖσα κατὰ τὸ 1898. Δυστυχῶς αἱ ἀπαιτήσεις τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως, ἰδίᾳ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς φορολογίας τῶν οἴνων, εἶναι τοιαῦται, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ εὐκόλως εἰς πάντα τὰ σημεῖα ἡ ποθουμένη συμφωνία. Ἐπειδὴ ὅμως τὰ ἐμπορικὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος ἐπιβάλλουσιν ἡμῖν, ὅπως παντὶ σθένει προσπαθήσωμεν ν’ ἀποφύγωμεν τὴν διάρρηξιν τῶν μετὰ τῆς Ἰταλίας ἐμπορικῶν μας σχέσεων, διὰ τοῦτο ἐλπίζω ὅτι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας καὶ πρὸ τῆς λήξεως τῆς συνθήκης θὰ ὑπογραφῇ προσωρινὴ σύμβασις μετὰ τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως, ἐν ᾗ θὰ διαρρυθμισθῶσιν αἱ ναυτιλιακαὶ καὶ ἐμπορικαὶ σχέσεις μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν. Δυστυχῶς διὰ τῆς συμφωνίας ταύτης θὰ ἐξαιρεθῶσιν οἱ Ἑλληνικοὶ οἶνοι ἐκ τοῦ συμβατικοῦ δασμολογίου τῆς Ἰταλίας, καὶ ἢ θὰ πληρώσωσι τὸν φόρον τὸν ὁποῖον πληρώνουσιν οἱ οἶνοι οἱ προερχόμενοι ἐκ τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν συνθήκην μετὰ τῆς Ἰταλίας, ἢ θὰ εὑρεθῇ μέσος ὅρος μεταξὺ τοῦ τελωνειακοῦ τέλους τοῦ συμβατικοῦ δασμολογίου καὶ τοῦ τελωνειακοῦ τέλους τοῦ γενικοῦ δασμολογίου.
§107Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑπάρχει ἐκεῖ μεγάλη αὐστηρότης, καὶ ἡ Ἰταλία ζητεῖ πολλὰ πράγματα ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος. Τὸ σπουδαιότερον ἐξ αὐτῶν εἶναι, νομίζω, τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθέρας ἁλιείας κατὰ τὰ ἑλληνικὰ παράλια, καὶ ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ διαφύγῃ τὴν ὑμετέραν προσοχὴν ἡ σπουδαιότης αὐτῆς τῆς παραχωρήσεως.
§108Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐπειδὴ ὀφείλω νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν προσυμφωνίαν, νομίζω προτιμότερον νὰ περιμείνωμεν ἕως τότε.
§109Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι διατεθειμένος νὰ παραχωρήσῃ δικαίωμα ἐλευθέρας ἁλιείας ἐν τοῖς παραλίοις τῆς Ἑλλάδος εἰς τὰ ἰταλικὰ πλοῖα. Διότι, ἂν τοιαύτην παραχώρησιν ἐννοῇ νὰ ὑπογράψῃ, νομίζω ὅτι ἀποδέχεται τὸ σπουδαιότερον αἴτημα τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἁλιεία ἐν τοῖς παραλίοις ἀποτελεῖ τὸν σπουδαιότερον ὅρον τῆς συμβάσεως, καὶ ἂν μετὰ τὴν ὑπογραφὴν αὐτῆς ζητήσῃ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς, ἡ ἔγκρισις θὰ ἦναι πολὺ δύσκολον νὰ δοθῇ. Καλὸν πρὸ αὐτῆς νὰ ἐδοκιμάζετο ἡ γνώμη τοῦ Σώματος.
§110Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀπὸ τοῦδε δύναμαι νὰ δηλώσω, ὅτι διὰ τῆς προσωρινῆς συμφωνίας δὲν θὰ ἀναλάβῃ ἡ Κυβέρνησις ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας δὲν δύναται νὰ δεχθῇ εἰς τὴν ὁριστικὴν συνθήκην.
§111Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ μετὰ τῆς Ἰταλίας ἐμπορικὴ συνθήκη συνωμολογήθη κατὰ τὸ ἔτος 1877. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἂν κατὰ τὸ διάστημα τῶν 22 ἐτῶν κατηγγέλθη ποτὲ ἡ σύμβασις ὑπὸ τῆς Ἰταλίας καὶ ἐγένετο ἀνανέωσις αὐτῆς.
§112ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατηγγέλθη ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἀνενεώθη.
§113Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω δὲ ἐὰν μετὰ τὴν ἀνανέωσιν μετεβλήθησαν οἱ ὅροι τῆς συνθήκης. Παρακαλῶ ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὰ κατὰ τὴν ἀρχικὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως, ἵνα ζητήσῃ νὰ μάθῃ ὑπὸ ποίας συνθήκας συνωμολογήθη τότε αὕτη, καὶ ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ πορισθῇ ἐκεῖθεν ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἴσως ἐνδυναμώσῃ αὐτὸν, ὅπως πείσῃ τὴν Ἰταλίαν, ὅτι πρέπει νὰ δεχθῇ τὰς προτάσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.
§114ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω νὰ προσθέσω τι, ἵνα προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ὁλοκλήρου ἐπὶ τοῦ θέματος, καθόσον τὰ ζητήματα πάντα, περὶ ὧν γίνεται ἡ διαπραγμάτευσις, καὶ ἅτινα προσωρινῶς νῦν λύονται, διαρκῶς ἐπανέρχονται εἰς συζήτησιν μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων. Ἐν τῇ διαπραγματεύσει ταύτῃ ἔχω λόγους νὰ πιστεύω, ὅτι εὑρισκόμεθα ἀπέναντι τῆς Ἰταλίας, ἐργαζομένης, ὡς εἰκὸς, ἀποκλειστικῶς ὑπὲρ τῶν ἰδίων ἑαυτῆς συμφερόντων, κατεχούσης δὲ, δυστυχῶς, αὐτῆς μόνης, ὡς ἐκ τῆς μεθόδου, μεθ’ ἧς ἐργάζονται οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῆς, πανταχοῦ στοιχεῖα ἐπαρκῆ, ἵνα καθοδηγήσωσιν εἰς ἐπιτυχίαν τῆς ἐκπληρώσεως αὐτῶν. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, ὅσον τὸ δυνατὸν θετικωτέρας, περὶ τῆς ἡμετέρας ἁλιευτικῆς ναυτιλίας. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἔχω λόγους νὰ πείθωμαι, ὅτι δὲν κατέχει τὰ στοιχεῖα τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὴν διαπραγμάτευσιν τοῦ θέματος τούτου. Γενικώτερον δὲ περὶ τῆς ναυτιλίας δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω, ὅτι αἱ στατιστικαὶ αἱ κατὰ μῆνα δημοσιευόμεναι εἶναι πλέον τι ἢ ἀτελεῖς.
§115Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, βεβαίως ἐν τοῖς Ὑπουργείοις οὐδεμία στατιστικὴ πληροφορία ἀξία προσοχῆς περὶ τῆς ἁλιείας τῶν ξένων πλοίων δύναται νὰ εὑρεθῇ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πολὺ δύναται νὰ διαφωτίσῃ ὑμᾶς πληροφορία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἰδίως τοῦ δικαστικοῦ τμήματος αὐτοῦ ἐξ ἀφορμῆς δικῶν μεταξὺ ἐνοικιαστῶν ἰχθυοτροφείων καὶ τοῦ Δημοσίου, αἵτινες ἀφορμὴν ἔχουσι τὴν βλάβην, ἣν προξενοῦσιν εἰς τὰ ἰχθυοτροφεῖα τὰ ξένα ἁλιευτικὰ πλοῖα, ἁλιεύοντα ἐν τοῖς παραλίοις τῆς Ἑλλάδος. Ἡ ἐλευθέρα ἁλιεία εἶναι, ὡς γνωστόν, ἀπηγορευμένη καὶ ἐν Ἰταλίᾳ καὶ ἐν Ἑλλάδι, ἐὰν δὲ δὲν ἐφαρμόζωνται οἱ νόμοι ἐν Ἑλλάδι, οἱ νόμοι οἱ ἀπαγορεύοντες αὐτήν, ὅταν γίνηται κατὰ παράβασιν αὐτῶν, αἰτία εἶναι, ὅτι πᾶσα καταβάλλεται προσπάθεια παρὰ τῶν μετακαλούντων τὰ ξένα πλοῖα, ὅπως διὰ πᾶσαν παράβασιν κλείωσι τοὺς ὀφθαλμοὺς αἱ ἀρχαί. Καὶ ἐνταῦθα διὰ τῆς ἀναμίξεως τῶν προστατῶν καὶ τῶν ἰσχυρῶν κατισχύει τὸ χρηματικὸν συμφέρον ὀλίγων τινῶν τοῦ γενικοῦ συμφέροντος, ὅπως προστατεύηται καὶ προάγηται ἡ ἰχθυοτροφία ἐν ταῖς ἡμετέραις θαλάσσαις. Τὰ μέσα, ὧν ποιοῦνται χρῆσιν οἱ Ἰταλοὶ ἐν τῇ ἁλιείᾳ ἐν τοῖς παραλίοις ἡμῶν, εἶναι ἀπηγορευμένα, διότι δι’ αὐτῶν καταστρέφεται χιλιοπλάσιον ποσὸν ἐκείνου, ὅπερ ἁλιεύεται, καταστρέφεται δηλ. ὁ γόνος τῶν ἰχθύων. Οἱ νόμοι ὁρίζουν τίνα μέσα ἁλιείας ἐπιτρέπονται, ὁρίζουν ἐπίσης τὰς ἐποχὰς τῆς ἁλιείας. Οἱ Ἰταλοὶ στρατολόγοι, ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν ἰχθυεμπόρων, καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο παραβιάζουν, καὶ δὲν θὰ παύσουν παραβιάζοντες. Γέμει τοιούτων πληροφοριῶν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμῇ ἐπωφελῶς ν’ ἀπασχοληθῇ μὲ τὰ τῆς ἁλιείας, δύναται διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ πάσας τὰς πληροφορίας περὶ τῶν καταχρήσεων, αἵτινες γίνονται κατ’ αὐτήν, καὶ νὰ ὁδηγηθῇ εἰς τὰς διαπραγματεύσεις.
§116ΓΕΡ. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι οἱ οἶνοι θ’ ἀποκλεισθῶσι τῶν διαπραγματεύσεων, ἐπεθύμουν νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁποῖα ἀνταλλάγματα ζητεῖ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, τὰ ὁποῖα συνεπάγονται τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν οἴνων. Διότι καὶ οἱ οἶνοι πρέπει νὰ προστατευθῶσιν, ὡς ἐπροστατεύθη τὸ προϊὸν τῆς σταφίδος· δὲν λέγω βεβαίως διὰ παρακρατήσεως. Πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ ληφθῇ φροντίς, ὅπως οἱ οἶνοι μὴ ἀποκλεισθῶσιν ἐκ τῶν ἀγορῶν τῆς Ἰταλίας. Ἂς ζητήσῃ δὲ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις ἐπιεικεστέρους ὅρους ἐπὶ ἄλλων θεμάτων, ἵνα μὴ παραβλαφθῶσιν οἱ οἶνοι.
§117Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Πρὸ μηνὸς ἀνεγράφη εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεκάλυψε κολοσσιαίας καταχρήσεις, λαβούσας δῆθεν χώραν ἐν Εὐρυτανίᾳ, καὶ ὅτι ἰδιῶται κατέλαβον ἀπεράντους ἐκτάσεις δασικῶν περιφερειῶν. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον ἡ ὑπηρεσία εὑρίσκεται ἐν πλάνῃ, δημοσιεύσασα τοιαῦτα· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι, ὅτι ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Ὀκτωβρίου ἀνεφύη ζήτημα σκανδαλῶδες, τεῖνον νὰ λάβῃ εὐρείας διαστάσεις, μεταξὺ τῶν κατοίκων τριῶν κοινοτήτων, τοῦ Δημοσίου καί τινος φανταστικοῦ ἰδιοκτήτου, ἀξιοῦντος τὴν κατοχὴν τοῦ δάσους Κούτσουρο, καὶ περὶ τούτου μακρὰ ἀλληλογραφία διημείφθη μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Οἰκονομικῆς Ἐφορίας Εὐρυτανίας, ἥτις εἰς οὐδὲν ἀπέληξεν, ἢ μᾶλλον ἀπέληξε κατὰ τοῦ Δημοσίου. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὸν σχετικὸν φάκελον, τὸν ἀφορῶντα τὸ δάσος Κούτσουρο, ἐξ οὗ θέλει ἀποδειχθῆ, τίς ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔχει δίκαιον. Τὴν συζήτησιν δ’ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης θέλω ἐπαναφέρει.
§118Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐργάται, ἐργασθέντες εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ Ἄρνης–Ζελίνης τῆς ἐπαρχίας Λακεδαίμονος, δὲν ἔλαβον τοὺς μισθούς των παρὰ τοῦ ἐργολάβου. Ἀνεφέρθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, παρακαλοῦντες νὰ ἐκδοθῇ ἔνταλμα. Ὁ νομομηχανικὸς ὑπέβαλε κατάστασιν πρὸς ἔκδοσιν τοῦ ἐντάλματος πρὸ πολλῶν μηνῶν, καὶ ὅμως μέχρι τοῦδε τὸ ἔνταλμα δὲν ἐξεδόθη. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τούτου, διότι εἶναι ἄδικον, πτωχοὶ ἐργάται νὰ στερῶνται ἐπὶ ἔτη τῶν ἡμερομισθίων των. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἐπαναλαμβάνω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν παράκλησιν, ἣν καὶ ἄλλοτε ἀπηυθύναμεν εἰς αὐτὸν οἱ Βουλευταὶ Λακεδαίμονος, διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἀρξαμένων διαφόρων δημοσίων ὁδῶν, διότι εἶναι ἄδικον, οἱ πληθυσμοὶ ἐκεῖνοι νὰ στερῶνται τῆς συγκοινωνίας, καθόσον ἕνεκα τῆς ἀρξαμένης καὶ μὴ περατωθείσης κατασκευῆς αὐτῶν κατεστράφησαν καὶ αὐταὶ αἱ δίοδοι, ἃς εἶχον πρότερον πρὸς συγκοινωνίαν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ληφθῇ μέριμνα περὶ τῆς ἀποπερατώσεως τῶν ὁδῶν αὐτῶν.
§119Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ χορηγίας πιστώσεως 60,473 δραχ. ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1899, πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀπαιτουμένης πιστώσεως διὰ τὰ ἔξοδα τῆς Βουλῆς κατόπιν τοῦ ἐγκριθέντος παρὰ τῆς Βουλῆς προϋπολογισμοῦ. Ὑποβάλλω ἕτερον νομοσχέδιον περὶ χορηγίας πιστώσεως δρ. 10,048.58 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1899 διὰ πιστώσεις συμπληρωματικάς, ἀναγομένας εἰς συνδρομὰς ἐφημερίδων, γραφικὰ κλπ. Ὑποβάλλω ὡσαύτως νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 384,602 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ πυρεῖα καὶ πετρέλαιον, διότι, ὁσάκις αὐξάνωσιν αἱ πρόσοδοι ἐκ τῶν δύο τούτων ἀντικειμένων, αὐξάνουσι καὶ αἱ δαπάναι. Ἐνταῦθα ὑπάρχει καὶ ἐλάττωσις πιστώσεως, διότι ποσὸν 124,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἀπὸ νομισματικὴν διαφορὰν, ἐπληρώθη ἐκ τοῦ κεφαλαίου τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὸ ἀντίτιμον τῶν πυρείων, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰδικὸν καὶ ἀνεξάρτητον τῶν ἄλλων. Ὑποβάλλω τελευταῖον νομοσχέδιον περὶ χορηγίας πιστώσεως δύο δωδεκατημορίων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 διὰ τὰς δαπάνας τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου. Εὐκταῖον ἤθελεν εἶσθαι, ἂν εἴχομεν προϋπολογισμὸν ἐψηφισμένον πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὸ 1900· ἐπειδὴ δὲ εἰσερχόμεθα εἰς τὰς ἑορτὰς καὶ πιθανὸν νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου, καλὸν εἶναι ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ νόμον, ἵνα πληρώσῃ τὰς ἀναγκαίας δαπάνας. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἀπαντῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτὴν, ὅστις ἐζήτησεν εἰς προγενεστέραν συνεδρίασιν νὰ προσαγάγω πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς γενομένας ὑπὸ τοῦ δασάρχου Λακωνίας ἐνεργείας, περὶ τῶν ὁποίων ἐποιήσατο μνείαν. Τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ δασάρχου καὶ τὴν ἄλλην ἀλληλογραφίαν καταθέτω εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως λάβῃ γνῶσιν ὁ κ. Βουλευτής.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 30–33).
§121Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου νόμον ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ παραδώσῃ εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ἅμα συσταθεῖσαν, τὸ τίμημα τοῦ παρακρατήματος. Ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα συνέστη πρὸ καιροῦ, ἐξελέγη δὲ καὶ ὁ διευθυντὴς αὐτῆς, ἀλλὰ δὲν ἔλαβεν ἀκόμη τὰ χρήματα. Δὲν ἐννοῶ νὰ καταλογίσω ἔλλειψιν μέχρι τοῦδε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διότι δὲν ἔχει ἐκλεχθῆ διευθυντής, ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν τὸ ἀνῆκον εἰς τὴν Τράπεζαν ποσὸν εἶναι κατατεθειμένον εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον ὡς παρακαταθήκη, ἢ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐπὶ τόκῳ.
§122Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εὐθὺς ὡς συνεστήθη ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἐδήλωσα εἰς αὐτήν, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ἀνῆκον αὐτῇ εἶναι εἰς τὴν διάθεσίν της. Τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἀπήντησεν, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι προωρισμένον, ἵνα χορηγηθῇ εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας, ὅταν συμπληρωθῇ ἡ Τράπεζα διὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ διευθυντοῦ καὶ γείνῃ ἔναρξις τῶν ἔργων, τότε δέον νὰ σταλῇ εἰς αὐτὴν τὸ χρῆμα. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι τὸ ποσὸν, ἀνερχόμενον εἰς 5,000,000 περίπου, εἶναι εἰς τὴν διάθεσίν της, εὑρίσκεται δὲ καὶ αὐτούσιον, διότι τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην ἔνδειαν, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ πληρώσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 326,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899.
§124Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριοι Βουλευταὶ, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ζητεῖται ἀπὸ τὴν Βουλὴν πίστωσις δραχμῶν 326,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ὁ λόγος, δι’ ὃν ζητεῖται τὸ ποσὸν, ἀναφέρεται εἰς τὴν ἔκθεσιν τὴν συνοδεύουσαν τὸ νομοσχέδιον. Τὸ ποσὸν ζητεῖται πρὸς πληρωμὴν 165,000 φράγκων χρυσῶν διὰ τὴν ἐπισκευὴν τοῦ θωρηκτοῦ «Ψαρῶν», τὸ ὑπόλοιπον δὲ διὰ τὴν δαπάνην τοῦ καθαρισμοῦ τῶν δύο ἄλλων θωρηκτῶν. Τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν συμπεριελήφθη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, διότι ὅτε οὗτος συνετάχθη δὲν ὑπῆρχε κἂν ἰδέα τῆς δαπάνης αὐτῆς. Μετὰ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς παρουσιάσθη δυστυχῶς ἀπρόοπτον γεγονὸς ἐπὶ τοῦ θωρηκτοῦ «Ψαρῶν», τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπέβαλε τὴν δαπάνην αὐτήν. Ὡς γνωρίζετε, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος τὰ τρία θωρηκτὰ ἐστάλησαν παρὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως εἰς τὸν ἐν Τάραντι πολεμικὸν ναύσταθμον τῆς Ἰταλίας πρὸς καθαρισμόν· ἐπειδὴ δὲ τὰ θωρηκτὰ συνήθως μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἔτους εἶναι ἀνάγκη νὰ καθαρίζωνται, διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις δὲν προεῖδεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 δαπάνην περὶ καθαρισμοῦ. Καὶ τὰ μὲν δύο θωρηκτὰ «Ὕδρα» καὶ «Σπέτσαι» ἐκαθαρίσθησαν εἰς τὸν Τάραντα καὶ ἐπανῆλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὸ θωρηκτὸν ὅμως «Ψαρὰ» παρουσίασε τὴν ἀνάγκην διορθώσεως τῶν ἀξόνων αὐτοῦ, καὶ παρέμεινεν εἰς τὸν Τάραντα ἐπὶ 4 μῆνας, ἐπανῆλθε δὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον ἢ Ὀκτώβριον. Ἐπανελθὸν παρέμεινεν ἠγκυροβολημένον ὁτὲ μὲν εἰς τὸν Πειραιᾶ, ὁτὲ δὲ εἰς τὸν Ναύσταθμον, καὶ ἕνεκα τῆς ἀδρανείας ταύτης δὲν παρετηρήθησαν αἱ ἐλλείψεις του· ὅτε ὅμως τὸ πλοῖον διετάχθη νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν Μοῖραν τῶν γυμνασίων καὶ νὰ ἀναπτύξῃ εἰς περιστάσεις τινὰς ὅλην τὴν ταχύτητα αὑτοῦ, παρετηρήθη ὅτι ἐπὶ τοῦ θωρηκτοῦ τούτου ἐγεννᾶτο εἷς ὑπόκωφος κρότος εἰς τὴν μηχανὴν, ὅστις ηὔξανεν ἀναλόγως τῆς αὐξήσεως τῆς ταχύτητος, ὁ δὲ κρότος αὐτὸς συνωδεύετο καὶ μὲ τιναγμὸν εἰς τὴν πρύμνην. Τὸ πρᾶγμα μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, καὶ διέταξα ἀμέσως τὸν ἀρχιμηχανικὸν Τσακάλην καὶ τὸν ναυπηγὸν Βίμπον νὰ μεταβῶσι καὶ ἴδωσι τί συμβαίνει. Οἱ Κύριοι οὗτοι, μεταβάντες καὶ ἐπιθεωρήσαντες τὸ πλοῖον, συνέταξαν ἔκθεσιν, ἐν ᾗ ἐκθέτουσιν, ὅτι τοῦ πλοίου ἡ κατάστασις εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἔχει ἀνάγκην ταχείας μερίμνης πρὸς ἐπισκευὴν αὐτοῦ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῶν ἑορτῶν τῆς Μασσαλίας ἡ Κυβέρνησις ἔκρινεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ τιμήσῃ τὰς ἑορτὰς, πέμπουσα ἐκεῖ τὴν Θωρηκτὴν Μοῖραν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ καὶ τὸ ζήτημα τοῦ θωρηκτοῦ «Ψαρῶν», νὰ στείλω δὲ καὶ τὰ ἄλλα δύο πλοῖα εἰς τὸν πολεμικὸν ναύσταθμον τῆς Τουλῶνος, ἵνα καθαρισθῶσιν. Ἅμα τῇ περατώσει τῶν ἑορτῶν ἐπελήφθημεν τῆς ἐξετάσεως τῆς καταστάσεως τῶν μηχανῶν τῶν «Ψαρῶν», ἀπευθύνθημεν δὲ εἰς τὴν ἑταιρείαν «Forges et Chantiers», ἡ ὁποία, ὡς γνωρίζετε, εἶναι ἡ κατασκευάσασα τὰ πλοῖα, καὶ αὕτη διώρισε τοὺς μηχανικούς της, ἵνα ἐν συμπράξει μετὰ τῶν ἡμετέρων μηχανικῶν ἐνεργήσωσι τὴν ἐξέτασιν. Πράγματι ἐξητάσθη τὸ πλοῖον καὶ εὑρέθη ἐν οὐχὶ καλῇ καταστάσει, ἐγνωμοδότησαν δὲ οἱ μηχανικοὶ, ὅτι τὸ πλοῖον «Ψαρὰ» δὲν ἠδύνατο ἀκινδύνως νὰ ταξιδεύσῃ, ἐὰν ἔμενον τὰ πράγματα ὡς ἦσαν. I. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ, τί ποσὸν ἐδαπανήθη ἐν Τάραντι, ὅτε ἐστάλησαν ἐκεῖ τὰ «Ψαρά»;
§125Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἐδαπανήθησαν ἐν Τάραντι 70,000 φράγκα χρυσᾶ διὰ τὴν διόρθωσιν τοῦ πλοίου, τὸ ὁποῖον, ἀντὶ νὰ ἐπανέλθῃ διωρθωμένον, ἐπανῆλθε κατεστραμμένον. Μετὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ πλοίου ὑπὸ τῶν μηχανικῶν τῆς ἑταιρείας καὶ τῶν μηχανικῶν τῶν ἡμετέρων ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητήσωμεν τὴν συνδρομὴν καὶ τὴν γνώμην τοῦ Γάλλου ναυπηγοῦ Pegin, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ναυπηγὸς τοῦ πολεμικοῦ ναυστάθμου τῆς Γαλλίας. Ὁ ναυπηγὸς αὐτὸς, ἀφοῦ ἐξήτασε τὸ πλοῖον, ἀπεφάνθη, ὅτι τὸ πλοῖον δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ θαλασσοπλοῇ ἐν ἀσφαλείᾳ, ἐὰν μείνῃ εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο· ἐγνωμοδότησε δὲ καὶ ποία ἐργασία ἔπρεπε νὰ γείνῃ πρὸς διόρθωσιν τοῦ πλοίου, καὶ εὗρεν ὅτι ἡ τιμὴ, τὴν ὁποίαν ἡ ἑταιρεία ἐζήτησε πρὸς ἐπιδιόρθωσιν τοῦ πλοίου, ἦτο οὐχὶ ὑπερβολικὴ, ἀλλὰ παραδεκτή. Ἡ ἑταιρεία «Forges et Chantiers» ἐζήτησε διὰ τὴν ἐπισκευὴν τοῦ πλοίου 150,000 φράγκα χρυσᾶ, ἐζήτησε συνάμα νὰ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον ἰδιαιτέρως τὰ ἔξοδα τῆς δεξαμενῆς, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται περίπου εἰς ἄλλας 15,000 ἢ 20,000 φράγκα. Μετὰ πολλὰς προσπαθείας κατωρθώθη, ὅπως τὸ τίμημα τῶν 150,000 φράγκων καταβιβασθῇ εἰς 145,000, καὶ ἀναλάβῃ καὶ τὴν δαπάνην τῆς δεξαμενῆς ἡ ἑταιρεία, χωρὶς νὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Ἐνταῦθα ἔχω ἐκτὸς τῆς ἐκθέσεως τοῦ Γάλλου ναυπηγοῦ καὶ τὴν ἔκθεσιν τῶν μηχανικῶν τῆς ἑταιρείας «Forges et Chantiers», καὶ τὴν ἔκθεσιν τῶν ἡμετέρων μηχανικῶν καὶ ναυπηγῶν, καὶ ἀντίγραφον τοῦ συμβολαίου, τὸ ὁποῖον συνήφθη μετὰ τῆς ἑταιρείας καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἑταιρεία ὤφειλεν ἐντὸς 2½ μηνῶν νὰ περατώσῃ τὴν ἐργασίαν καὶ παραδώσῃ τὸ πλοῖον. Πάντα ταῦτα καταθέτω, ὅπως λάβωσι γνῶσιν οἱ κύριοι Βουλευταί. Ἐσπεύσαμεν νὰ ὑποβάλωμεν νομοσχέδιον περὶ τῆς ἀπαιτουμένης πιστώσεως, διότι κατὰ τὸ συμβόλαιον ὀφείλομεν μετὰ 3 ἢ 4 ἡμέρας νὰ πληρώσωμεν τὴν πρώτην δόσιν ἐξ 70,000 φράγκων. Τὸ πλοῖον, ὡς ἀπήντησα εἰς τὸν κύριον Κουντουριώτην, ἐπανῆλθεν ἀπὸ τὸν Τάραντα κατεστραμμένον, καὶ ἕνεκα τούτου ὑποβάλλεται τὸ Δημόσιον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πληρώσῃ πρὸς ἐπισκευὴν αὐτοῦ τὰ 150,000 φράγκα χρυσᾶ. Ὅτε ἐπανῆλθε ἀπὸ τὸν Τάραντα, παρέμενεν, ὡς προεῖπον, ἠγκυροβολημένον εἰς τὸν Ναύσταθμον καὶ εἰς τὸν Πειραιᾶ, καὶ δὲν ἐταξίδευσε μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ Μοῖρα τῶν γυμνασίων· τότε τὸ πλοῖον ἐξῆλθεν εἰς τὰ γυμνάσια, καὶ κατὰ τὸ στάδιον τῶν γυμνασίων ἐδόθη τὸ πρῶτον μετὰ τὴν ἐπισκευὴν ἡ μεγάλη ταχύτης τῶν 15 μιλίων, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ δώσῃ, καὶ τότε ἐφάνη ἡ βλάβη.
§126Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅτε τὸ πλοῖον μετέβη εἰς τὸν Τάραντα, ἦτο γνωστὴ ἡ βλάβη, καὶ ἐγένετο ἐκεῖ ἐπιδιόρθωσις αὐτῆς;
§127Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἰς τὸν Τάραντα μετέβη, διότι παρουσιάσθη ἀνάγκη ἀλλαγῆς τῶν ἑδράνων, κατὰ τὴν ἀλλαγὴν δὲ αὐτῶν, ἀντὶ νὰ ἐπιδιορθωθῇ, ἐπηνέχθη βλάβη· ἐτοποθετήθησαν κακῶς οἱ ἄξονες, καὶ ἕνεκα τῆς κακῆς τοποθετήσεως τῶν ἀξόνων ἐπῆλθεν ἡ βλάβη εἰς τὰς μηχανάς. Ἐγὼ διέταξα ἀνακρίσεις ἐναντίον τοῦ κυβερνήτου, τοῦ ναυπηγοῦ καὶ τοῦ πρώτου μηχανικοῦ τοῦ πλοίου, διότι αὐτοὶ εἶναι οἱ ἐπιστατήσαντες εἰς τὴν ἐπισκευὴν τοῦ πλοίου εἰς τὸν Τάραντα, ὁ δὲ ἐπιφορτισθεὶς τὰς ἀνακρίσεις πλοίαρχος κ. Κοσμᾶς Ζῶτος ἐνεργεῖ ταύτας. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι τὸ πλοῖον ἐπανῆλθεν ἀπὸ τὸν Τάραντα βεβλαμμένον, καὶ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ πληρώσωμεν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα, ἵνα ἐπαναφέρωμεν τὸ πλοῖον εἰς τὴν καλὴν αὐτοῦ κατάστασιν, διότι, ὡς ἅπαντες οἱ ἁρμόδιοι γνωμοδοτοῦσιν, ἄνευ τῆς ἐπιδιορθώσεως τὸ πλοῖον αὐτὸ δὲν εἶναι ἐν ἀσφαλείᾳ θαλασσοπλοοῦν, καὶ ἐνομίσαμεν, ὅτι οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν μᾶς ἐπετρέπετο ν’ ἀναβάλωμεν τὴν ἐπισκευὴν, ὅπως μὴ θέσωμεν τὸ πλοῖον εἰς κίνδυνον. Πρὸς τοῦτο δ’ ἐζητήσαμεν τὴν πίστωσιν αὐτὴν, τῆς ὁποίας τὴν ψήφισιν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπισπεύσῃ.
§128ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ὅτε ἐπεσκευάσθη τὸ πλοῖον ἐν Τάραντι, συνεστήθη βεβαίως ἐπιτροπὴ, ἵνα τὸ παραλάβῃ.
§129Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Συνεστήθη ἐπιτροπὴ, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη εἶναι ἐκείνη, κατὰ τῶν μελῶν τῆς ὁποίας ἐνεργεῖται ἀνάκρισις. Οἱ Κύριοι αὐτοὶ ἐζήτησαν ἔκθεσιν περὶ τῆς καλῆς ἐπισκευῆς τοῦ πλοίου, ἀλλ’ ὁ Ναύσταθμος τοῦ Τάραντος δὲν ἐδέχθη νὰ δώσῃ καμμίαν πιστοποίησιν, ἰσχυρισθεὶς ὅτι αὐτὸς εἶναι ἀνεύθυνος, διότι οἱ ἴδιοι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πλοίου ἐπεστάτησαν εἰς τὴν ἐπισκευὴν αὐτοῦ.
§130Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐν τῇ παραγράφῳ τρίτῃ τῆς ἐκθέσεώς σας ὁμιλεῖτε καὶ περὶ νέας ἠλεκτρικῆς ἐγκαταστάσεως ἐπὶ τῶν «Ψαρῶν», τῆς παλαιᾶς καταστραφείσης. Ἤθελον σᾶς παρακαλέσει νὰ μοὶ εἴπητε, ποίαν καταστροφὴν ἐννοεῖτε; τὴν ἀρχικὴν, ἢ ἐκείνην ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτοῦ;
§131Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἡ ἀρχικὴ ἢ ἄλλη τις εἶναι αὕτη· γνωρίζω μόνον, ὅτι τὰ ἠλεκτρικὰ τοῦ Θωρηκτοῦ «Ψαρῶν» εἶναι κατεστραμμένα, ὅτι παρουσιάζεται ἀνάγκη ἐπισκευῆς αὐτῶν, καὶ ὅτι ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἐπισκευῆς τοῦ πλοίου συνεβλήθημεν μετὰ τῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας τῆς Μασσαλίας, ἡ ὁποία ὀνομάζεται «Ἠλεκτρικὴ Ἑταιρεία τῆς Μεσογείου» καὶ ἥτις ἀνέλαβεν ἀντὶ 26,000 φράγκων τὴν ἐπισκευὴν ἢ μᾶλλον τὴν καθ’ ὁλοκληρίαν ἀνακαίνισιν τῶν ἠλεκτρικῶν τῶν «Ψαρῶν», διὰ τὴν ὁποίαν ἀνακαίνισιν ἡ Ἑταιρεία «Forges et Chantiers» ἐζήτησε 50,000 φράγκα.
§132ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἤθελον σᾶς παρακαλέσει, ἐὰν ἔχετε ἔκθεσιν περὶ τῶν παθημάτων τοῦ πλοίου, τῶν πρὸ τῆς ἐπιδιορθώσεως τοῦ Τάραντος, ἔκθεσιν δικαιολογοῦσαν τὴν ἐπιδιόρθωσιν τὴν γενομένην ἐν Τάραντι καὶ περιγράφουσαν τὰς βλάβας, τὰς ὁποίας εἶχον οἱ ἄξονες καὶ τὰ ἕδρανα τοῦ πλοίου, νὰ προσαγάγητε αὐτήν, ὅπως κρίνωμεν, ἐὰν αἱ βλάβαι, αἱ σήμερον παρουσιασθεῖσαι, εἶναι ἄλλαι ἢ αὐταὶ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι τότε ἔπρεπε νὰ διορθωθῶσι.
§133Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι αἱ ἀνάγκαι τῆς ἐπισκευῆς τῶν «Ψαρῶν» κατά τε τοὺς βλαβέντας ἄξονας καὶ τὰ ἠλεκτρικὰ εἶναι δεδικαιολογημέναι, δὲν πρόκειται δ’ ἑπομένως νὰ ἀμφισβητήσωμεν τὴν ἀνάγκην τῆς ζητουμένης πιστώσεως. Ἔχομεν ἀνάγκην ὅμως νὰ ἐνασκήσωμεν ἔλεγχον τοῦ παρελθόντος, διότι ἐὰν αἱ φθοραὶ τοῦ ἄξονος ἦναι ἐκ συνήθους χρήσεως, οὐδὲν ἔχομεν νὰ εἴπωμεν, ἐὰν ἦναι ὅμως ἐξ ἀτελοῦς ἐπισκευῆς, ἢ ἐκ κακῆς χρήσεως ἢ καταχρήσεως, βεβαίως συμφέρει εἰς τὸ Κράτος νὰ κατασταθῇ τοῦτο γνωστόν. Ἐπίσης νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν ἡ ἐγκατάστασις τῶν ἠλεκτρικῶν, ἡ γενομένη τοσοῦτον ἀρτίως, ἐφθάρη ἐκ τῆς κοινῆς χρήσεως ἢ ὄχι. Διότι ἐὰν ἐπῆλθεν ἡ φθορὰ ἐκ πλημμελοῦς χρήσεως, ἢ ἐξ ἀτελοῦς ἐπισκευῆς, ἢ ἐκ κακῆς χρήσεως, βεβαίως καὶ τοῦτο πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, διότι ἀποτελεῖ τὴν ἐπιτήρησιν καὶ τὸν ἔλεγχον τῶν ἀντιπροσωπευσάντων τὸ Κράτος κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐπισκευῶν.
§134Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ τῶν ἐρωτήσεων τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων πληροφορῶ τὴν Βουλήν, ὅτι οὐ μόνον τοῦ Θωρηκτοῦ «Ψαρὰ», ἀλλὰ καὶ τῶν δύο ἄλλων θωρηκτῶν ὁ ἠλεκτρικὸς φωτισμὸς εἶναι ἐντελῶς κατεστραμμένος, καὶ ὅτι τὸ Κράτος θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν δαπάνην διὰ τὴν ἀνακαίνισιν τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτισμοῦ καὶ τῶν δύο ἄλλων Θωρηκτῶν. Ἐκρίθη ὅμως, ὅτι θὰ ἦτο συμφερώτερον εἰς τὸ Κράτος νὰ μὴ κάμωμεν τὴν ἀνακαίνισιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ὅπου εἶναι τὰ θωρηκτὰ μέχρι τοῦδε, διότι τοῦτο θ’ ἀπαιτήσῃ τὴν διαμονὴν αὐτῶν ἐκεῖ ἐπὶ δύο ἀκόμη μῆνας, καὶ θὰ ἤμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώνωμεν τοὺς μισθοὺς ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν εἰς χρυσὸν, καὶ νὰ ὑποβληθῶμεν καὶ εἰς ἄλλας δαπάνας. Ἐκρίθη λοιπὸν συμφέρον νὰ γείνῃ ἐκεῖ ἡ ἀνακαίνισις τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτισμοῦ μόνον τῶν «Ψαρῶν»,—διότι συμπίπτει τὸ θωρηκτὸν τοῦτο ἀναγκαστικῶς νὰ παραμένῃ ἐκεῖ διὰ τὰς ἄλλας ἐπισκευὰς,—τῶν δὲ ἄλλων θωρηκτῶν ἡ ἐπισκευὴ νὰ γείνῃ εἰς τὸν Ναύσταθμον, μετακαλουμένων ἐνταῦθα δύο τεχνιτῶν τῆς ἑταιρείας, ἡ ὁποία ἐνεργεῖ τὰς ἐπισκευὰς τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτισμοῦ τῶν «Ψαρῶν», ἐπὶ ὡρισμένῃ συμφωνίᾳ. Ἐπὶ τῇ ἀναχωρήσει δὲ τῶν θωρηκτῶν ἐκ Τουλῶνος, διέταξα νὰ παραμένωσιν ἐπὶ τῶν «Ψαρῶν» οἱ ἀπολύτως ἀναγκαῖοι ἀξιωματικοὶ καὶ τὸ ἀπολύτως ἀναγκαῖον πλήρωμα, ὅλοι δὲ οἱ ἄλλοι νὰ ἐπιβιβασθῶσιν ἐπὶ τῶν δύο ἄλλων θωρηκτῶν καὶ ἐπιστρέψωσιν. Ἐπίσης πρέπει νὰ κάμω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐπὶ τοῦ θωρηκτοῦ «Σπετσῶν» καὶ ἐπὶ τοῦ θωρηκτοῦ «Ὕδρας» εἰς τὸν πολεμικὸν ναύσταθμον τῆς Τουλῶνος ἐγένοντο αἱ αὐταὶ ἐπισκευαὶ ἐπὶ τῶν ἀτράκτων καὶ τῶν ἑδράνων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐν Τάραντι. Καὶ ἐνῷ εἰς τὸν Τάραντα ἐχρειάσθη τὸ πλοῖον νὰ παραμείνῃ διὰ τὰς ἐπισκευὰς ἐκείνας ἐπὶ 4 καὶ ἥμισυν μῆνας, αἱ αὐταὶ ἐπισκευαὶ ἐξετελέσθησαν εἰς τὸν πολεμικὸν ναύσταθμον τῆς Τουλῶνος ἐντὸς εἴκοσι μόνον ἡμερῶν, καὶ τὰ πλοῖα ἀνεχώρησαν.
§135Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πάντα ταῦτα, τὰ ὁποῖα εὐηρεστήθητε νὰ ἀναφέρητε, τὰ πλεῖστα αὐτῶν ὑπάγονται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ, ἔχοντος τὸ καθῆκον νὰ διοικῇ τὸν κλάδον αὐτοῦ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει ἡμᾶς νὰ ἐξετάσωμεν, εἶναι, ὅτι αἱ βλάβαι, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον εἰς τὸ θωρηκτὸν «Ψαρὰ», ὑπῆρχον καὶ εἰς τὰς «Σπέτσας» καὶ εἰς τὴν «Ὕδραν», διότι καὶ τούτων ἡ ἠλεκτρικὴ ἐγκατάστασις ἐπίσης ἦτο κακή, καὶ ἐφθάρη προώρως, κατὰ τὰς παραστάσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ τὰ ἕδρανα καὶ τῶν ἄλλων πλοίων εἶναι ἐπίσης ἐφθαρμένα. Τοῦτο μοὶ δίδει ἀφορμὴν νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, ἵνα ἐπεκτείνητε τὴν ἐξέτασίν σας καὶ ἐπὶ τῶν πλοίων αὐτῶν, διότι εἶναι συμφέρον εἰς τὸ Κράτος νὰ κρίνῃ, ἂν οἱ ἀντιπροσωπεύοντες αὐτὸ εἰς τοιαύτας ἀποστολὰς ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκόν των, καὶ νὰ διδάξῃ αὐτοὺς ποῖα ἔχουσι καθήκοντα.
§136Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐκ τῆς διαταχθείσης ἀνακρίσεως θὰ βεβαιωθῶσι πάντα ταῦτα, καὶ ἂν ἐπιθυμῆτε νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς, θέλω τὸ πράξει ἐν καιρῷ.
§137Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
§138Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα προηγουμένως.
§139Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ φέρητε εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πληροφορίαν, πότε ἐγένετο ἡ τελευταία ἐγκατάστασις τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτὸς ἐπὶ τῶν πλοίων αὐτῶν· διότι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου θὰ φέρωμεν τὸν λόγον προσεχῶς, ὅταν εὐαρεστηθῆτε νὰ φέρητε καὶ τὴν πληροφορίαν ταύτην.
§140Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ, ἐπειδὴ εἰς τὸ πρῶτον ζήτημα ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἐφωτίσθην, νὰ δώσῃ τὴν ἑξῆς ἐξήγησιν εἰς τὴν Βουλήν. Ὅτε μετέβη τὸ θωρηκτὸν «Ψαρὰ» εἰς τὸν Τάραντα, ἐγένετο συμφωνία τις; καὶ εἶναι αὕτη ὁμοία πρὸς τὴν γενομένην μετὰ τῶν καταστημάτων «Forges et Chantiers» τὴν ὁποίαν ἀνεφέρατε; ἢ κατὰ τίνα τρόπον ἐγένετο ἡ ἐπισκευή; Τοῦτο δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω. Ἐὰν ἐγένετο ἡ ἐπισκευὴ κατόπιν συμφωνίας περὶ διορθώσεως βλαβῶν γνωστῶν, πῶς ἠρνήθη ὁ ναύσταθμος τοῦ Τάραντος νὰ δώσῃ πιστοποίησιν;
§141Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὑποθέτω, ἢ μᾶλλον εἶμαι βέβαιος, ὅτι συμφωνία οὐδεμία ἐγένετο, διότι μὲ πολεμικὸν ναύσταθμον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμῃ Κυβέρνησις ξένη συμβόλαιον. Συμφωνία ἐγένετο ἤδη μὲ τὴν ἑταιρείαν «Forges et Chantiers». Εἰς τοὺς ναυστάθμους τοὺς πολεμικούς, ὅταν εἰσέρχωνται ξένα θωρηκτὰ πρὸς ἐπισκευήν, ἐκτελεῖται ἡ ἐργασία καὶ κατόπιν ὁ ναύσταθμος δίδει τὸν λογαριασμόν του. Τοῦτ’ αὐτὸ ἐγένετο καὶ εἰς ἡμᾶς ἐπὶ τοῦ προκειμένου μὲ τὸν ναύσταθμον τῆς Τουλῶνος, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἐν Παρισίοις πρεσβευτοῦ ἡμῶν εἰδοποίησεν ἡμᾶς, ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ πληρωθῇ δι’ ὅλα τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο διὰ τὴν παραμονὴν τῶν πολεμικῶν πλοίων εἰς τὸν ναύσταθμον τῆς Τουλῶνος. Καὶ αὐτὴ ἦτο ἡ μεγαλειτέρα δαπάνη διὰ τὰ δύο ἄλλα θωρηκτά. Τὸ αὐτὸ πράττομεν καὶ ἡμεῖς ἐδῶ· ὁσάκις πολεμικὸν πλοῖον τῆς Γαλλίας ἐκαθαρίσθη εἰς τὰς δεξαμενὰς τοῦ ναυστάθμου, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ποτὲ δὲν ἐζήτησε νὰ πληρωθῇ τὰ ἔξοδα τῆς δεξαμενῆς. Νομίζω λοιπὸν, ἢ μᾶλλον εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐδεμία συμφωνία ἐγένετο μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυστάθμου τῆς Ἰταλίας διὰ τὰ ἔξοδα τῶν ἐπισκευῶν. Τὰ ἕδρανα τῶν πλοίων, τὰ ἁγιόξυλα λεγόμενα, φθείρονται οὐχὶ ἐκ κακῆς χρήσεως τῶν διευθυνόντων τὸ πλοῖον, φθείρονται ἐκ τῆς ἁπλῆς χρήσεως. Ὑπάρχει δὲ ἓν ὅριον, νομίζω μέχρι 5 ὑφεκατομμέτρων. Ἄνω τῶν 5 ὑφεκατομμέτρων ὅταν φθαρῶσιν αὐτὰ τὰ ἁγιόξυλα λεγόμενα, ἐπιβάλλεται ἡ ἀλλαγὴ αὐτῶν. Ὅτε τὰ θωρηκτὰ «Ὕδρα» καὶ «Σπέτσαι» εἰσῆλθον εἰς τὴν δεξαμενὴν τοῦ Τάραντος, εὑρέθη ὅτι τὰ ἁγιόξυλα δὲν εἶχον φθαρῆ καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ἦτο ἀνάγκη ἀλλαγῆς αὐτῶν. Ὅτε εἰσῆλθε τὸ πολεμικὸν «Ψαρὰ», εὑρέθη ὅτι ἦτο ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἀλλαχθῶσι τὰ ἕδρανα αὐτοῦ. Κατὰ τὴν ἀλλαγὴν φαίνεται ὅτι δὲν ἐπεμελήθησαν νὰ τὰ ἐξαγάγωσιν ὅπως ἔπρεπε, καὶ τὰ ἔκοψαν. Κατόπιν ἡ ἐπιδιόρθωσις δὲν ἐγένετο τελείως· οἱ ἄξονες δὲν ἐτοποθετήθησαν ὅπως ἔπρεπε, καὶ τὸ πλοῖον ἐπανῆλθεν ἐν καταστάσει οὐχὶ καλῇ· ἐπὶ 10 δὲ ὁλοκλήρους μῆνας οὐδεὶς ἔκαμε λόγον περὶ τῶν βλαβῶν τούτων. Αἱ βλάβαι ἐφάνησαν ὅτε κατὰ τὰ γυμνάσια ἐδόθη ταχύτης 16 μιλίων. Ἀπὸ τὰ 13 μίλια καὶ ἄνω ἤρχισαν οἱ κρότοι εἰς τὰς μηχανὰς καὶ τὸ τίναγμα τῆς πρύμνης. Εἰς τὸ Τουλὼν, ὅτε τὰ δύο θωρηκτὰ εἰσῆλθον εἰς τὴν δεξαμενὴν, οἱ ναυπηγοὶ εὗρον ὅτι τὰ ἕδρανα τῶν δύο θωρηκτῶν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀλλαχθῶσιν. Ἐγένετο ἡ ἀλλαγὴ, ἀλλὰ τὰ ἐξήγαγον κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε δὲν παρουσιάσθη ἀνάγκη νὰ τὰ κόψουν, ὅπως ἔκοψαν τὰ τῶν «Ψαρῶν», καὶ ἐντὸς 20 ἡμερῶν ἐτελείωσαν αἱ ἐπισκευαὶ τῶν πλοίων, καὶ τὰ πλοῖα ἀνεχώρησαν καὶ εἶναι ἤδη καθ’ ὁδόν. Τώρα γεννᾶται τὸ ζήτημα διατὶ εἰς τὸ Τουλὼν ἐντὸς 20 ἡμερῶν ἐγένοντο αἱ ἐπισκευαὶ τῶν θωρηκτῶν, καὶ εἰς τὸν Τάραντα ἀπήτησαν 4½ μῆνας,— διότι καὶ ἐκεῖ ἐγένοντο αἱ ἴδιαι ἐπισκευαί. — Ἡ ἀνάκρισις θ’ ἀποκαλύψῃ ταῦτα.
§142Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, ἔχετε τὴν εὐχαρίστησιν νὰ μοὶ δώσητε μίαν ἄλλην διασάφησιν;
§143ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μάλιστα.
§144ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Αὐτὸς ὁ τρόπος τῆς ἐπισκευῆς τῶν ἑδράνων διὰ κοπῆς ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει ὁδηγιῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ στόλου, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ ἐπιτηρῶσι τὴν ἐπισκευὴν, ἢ τῶν ναυπηγῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυστάθμου τοῦ Τάραντος;
§145Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριε συνάδελφε, εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὅλαι αἱ ἐργασίαι ἐγένοντο ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ Ἕλληνος ναυπηγοῦ καὶ τοῦ Ἕλληνος μηχανικοῦ, καὶ ὅτι οἱ ἐν τῷ ναυστάθμῳ τοῦ Τάραντος, προσκληθέντες κατὰ τὸν ἀπόπλουν τοῦ πλοίου νὰ δώσωσι πιστοποιητικὸν τῆς στερεότητος τῆς ἐργασίας, ἠρνήθησαν, εἰπόντες ὅτι αὐτοὶ δὲν ἀνεμίχθησαν. Συνεπῶς διέταξα ἀνάκρισιν, ἡ ὁποία ἐνεργεῖται, καὶ ἐκ τῆς ἀνακρίσεως θ’ ἀποδειχθῇ ποῖοι εἶναι οἱ πταίσαντες. Ὅταν τελειώσῃ ἡ ἀνάκρισις, θὰ σᾶς τὴν φέρω ἐνταῦθα.
§146Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπεθύμουν νὰ διασαφήσω τὴν ἐρώτησιν, ἣν ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, διότι πιθανὸν νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς διαφώτισιν αὐτοῦ. Ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ ἐπιτροπὴ, ἀποτελουμένη ἐκ τοῦ ἀρχιμηχανικοῦ τοῦ στόλου κ. Γιαλούση, ἐκ τοῦ ναυπηγικοῦ ἀξιωματικοῦ τοῦ στόλου κ. Βίμπου καὶ ἐκ τοῦ ὑποπλοιάρχου τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ κ. Δούσμανη, συνεπείᾳ συσκέψεων καὶ πρακτικοῦ, ἀπεφάνθη τῇ 16 Ὀκτωβρίου 1896 ἔτους, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ βελτιωθῇ ὁ ἠλεκτρικὸς φωτισμὸς καὶ τῶν τριῶν θωρηκτῶν, μετὰ μακρὰς δὲ συζητήσεις καὶ διαπραγματεύσεις ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἐγνωμοδότησεν, ὅτι ἡ ἐν λόγῳ ἐργασία ἔπρεπε ν’ ἀνατεθῇ τῇ ἐν Παρισίοις ἑδρευούσῃ γνωστοτάτῃ ἠλεκτρικῇ ἑταιρείᾳ Sauter-Harlè et Cie. Μετὰ διαπραγματεύσεις πολλὰς πρὸς τὴν ἐν λόγῳ ἑταιρείαν ἀπεφασίσθη, ὅπως ἀντὶ φράγκων χρυσῶν 121,002, φερόντων κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δραχμὰς 211,753.50, ἀνατεθῇ ἡ ἀντικατάστασις καὶ ἡ βελτίωσις καὶ συμπλήρωσις τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτισμοῦ τῶν τριῶν θωρηκτῶν τῇ ἑταιρείᾳ Sauter-Harlè et Cie, ὡς εἶπον. Ἐνῷ δὲ ἀκόμη εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ διευθύνωμεν ἡμεῖς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἡ ἐργασία συνετελέσθη, καὶ τὰ χρήματα κατεβλήθησαν τῇ ἑταιρείᾳ ἐκ πιστώσεως 1,712,250 δραχμῶν, ἥτις εἶχε παραχωρηθῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν πρὸς βελτίωσιν τῶν τοῦ στόλου. Ἅμα συνετελέσθη ἡ ἐργασία, τὰ ἠλεκτρικὰ φῶτα τῶν τριῶν θωρηκτῶν ἦσαν ἕτοιμα, ἵνα τοποθετηθῶσιν ἐν τοῖς θωρηκτοῖς. Ὑποθέτω ὅμως, ὅτι ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων δὲν ἐνηργήθη ἐπὶ τῆς ὑπουργίας ἡμῶν ἡ τοποθέτησις. Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, αὐτὸς ὁ νέος ἠλεκτρικὸς φωτισμὸς τῶν θωρηκτῶν εἶναι ὁ καταστραφείς, ἢ μήπως πρόκειται περὶ τῶν παλαιῶν ἠλεκτρικῶν μηχανῶν τῶν τριῶν θωρηκτῶν, αἵτινες ἐχρησίμευον μᾶλλον, οὕτως εἰπεῖν, ὡς ἀθύρματα; Διότι, ἐὰν πρόκειται περὶ καταστροφῆς τοῦ δευτέρου ἠλεκτρικοῦ φωτισμοῦ τῶν θωρηκτῶν, πρέπει βεβαίως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ Βουλὴ νὰ φωτισθῶμεν, πῶς προῆλθεν ἡ καταστροφὴ, διότι τὰ μηχανήματα ταῦτα τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτισμοῦ κατεσκευάσθησαν ὑπὸ τῆς πρώτης ἐν Εὐρώπῃ ὁμολογουμένως ἠλεκτρικῆς ἑταιρείας, τῆς ἑταιρείας Sauter-Harlè, καὶ παρελήφθησαν παρ’ ἐπιτροπῆς εἰδημόνων. Ἑπομένως, ἐὰν ἐπῆλθε καταστροφὴ, αὕτη ἐπῆλθεν ἐξ ἀμελείας τῶν διαχειριζομένων τὸν ἠλεκτρικὸν φωτισμὸν τῶν θωρηκτῶν. Σήμερον μάλιστα ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι οὐχὶ μόνον τῶν «Ψαρῶν» ὁ ἠλεκτρικὸς φωτισμὸς δέον ν’ ἀντικατασταθῇ, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ τῶν ἄλλων πλοίων. Ἑπομένως μετὰ ἀνανέωσιν τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτισμοῦ τῶν τριῶν θωρηκτῶν καὶ παρέλευσιν μόλις δύο ἐτῶν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ὀδυνηρὰν ἀνάγκην, ὡς ἠκούσαμεν, ν’ ἀνανεώσωμεν πάλιν τὸν ἠλεκτρικὸν φωτισμόν. Ἐνθυμοῦμαι ἄριστα, ὅτι τότε ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἶχε συστήσει ν’ ἀποσταλῶσιν ἐκ τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης ὑπαξιωματικοὶ, οἵτινες νὰ παρίστανται εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν ἠλεκτρικῶν μηχανῶν τῶν θωρηκτῶν ἐν Παρισίοις, ἵνα ἐπανερχόμενοι χρησιμεύσωσιν ὡς διδάσκαλοι καὶ ἐπιτηρηταὶ τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς λειτουργίας αὐτοῦ ἐν τοῖς θωρηκτοῖς. Ἐγὼ δὲ τότε ἀνέθηκα εἰς τὴν Ὑποβρύχιον Ἄμυναν νὰ ἐκλέξῃ αὐτὴ τοὺς καταλλήλους ὑπαξιωματικοὺς, ὅπως ἀποστείλω αὐτοὺς εἰς Παρισίους, τοῦθ’ ὅπερ καὶ ἐγένετο. Τῷ ὄντι ἀπεστάλησαν τέσσαρες, νομίζω, δοκιμώτατοι ὑπαξιωματικοὶ, οἵτινες ἔμειναν ἐπὶ ἱκανοὺς μῆνας παρὰ τῇ ἑταιρείᾳ Sauter-Harlè, ἐπιτηρούμενοι μάλιστα παρὰ τῆς ἐν Παρισίοις Ἑλληνικῆς Πρεσβείας, περὶ ὧν δὲ πολλάκις ἐμάνθανε τὸ Ὑπουργεῖον παρ’ αὐτοῦ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς ἑταιρείας. Οὗτοι λοιπὸν παρεσκευάζοντο διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν μηχανημάτων αὐτῶν, καὶ κυρίως διὰ τὴν διδασκαλίαν ἄλλων ὑπαξιωματικῶν πρὸς χειρισμὸν τῶν νέων τελειοτάτων μηχανημάτων τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτός. Τοῦτο δὲ ἐθεωρήθη τότε ἀναγκαιότατον, διότι ἐνθυμεῖσθε ὅτι τὸ Κράτος κατέβαλλεν ἐπὶ ἱκανὸν χρόνον 25, νομίζω, φράγκα χρυσᾶ καθ’ ἑκάστην εἰς Γάλλον τινά, τὸν κ. Diri, ὃν εἶχε μετακαλέσει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἵνα ἐπιστατήσῃ εἰς τὸν ἠλεκτρικὸν φωτισμὸν τῆς «Μπουμπουλίνας». Ἀλλ’ οἱ τέσσαρες ἐκεῖνοι ὑπαξιωματικοὶ μετά τινα χρόνον ἔκτοτε παρὰ διαδόχου ἡμῶν Κυβερνήσεως, τῆς ὑπὸ τὸν ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτὴν, ἀνεκλήθησαν ἐκ Παρισίων. Ἤθελον συστήσει τῷ κ. Ὑπουργῷ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ νὰ φροντίσῃ νὰ μάθῃ, ἐὰν πρόκειται μάλιστα ν’ ἀνανεωθῇ ὁ ἠλεκτρικὸς φωτισμὸς, μήπως ἦναι ἀνάγκη ν’ ἀποσταλῶσι πάλιν ὑπαξιωματικοὶ εἰς τὸ ἐργοστάσιον, ὅπερ θέλει ἐπιληφθῆ τῆς κατασκευῆς τῶν νέων ἠλεκτρικῶν φώτων, ὅπως μὴ παραστῶμεν πάλιν εἰς καμμίαν καταστροφὴν, ἐὰν τοιαύτη τῳόντι ἐγένετο, περὶ οὗ ὅμως ἐγὼ ἀμφιβάλλω. Διότι, ἐὰν τῳόντι ὁ ἠλεκτρικὸς φωτισμὸς ὁ νέος τῶν τριῶν θωρηκτῶν τελείως κατεστράφη, ὡς ἠκούσαμεν, νομίζω ὅτι οὐδεὶς πρέπει νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι τὸ τοιοῦτον συνέβη ἐκ τῆς ἀπειρίας τῶν διαχειριζομένων αὐτόν. Μάλιστα ἐνθυμοῦμαι, καὶ ἔχω σημειώσεις καὶ περὶ τούτου, ὅτι ἀντὶ ποσοῦ 46,000 δραχμῶν εἶχε κατασκευασθῆ καὶ ὁ ἠλεκτρικὸς φωτισμὸς τοῦ «Γεωργίου», τοῦ «Μιαούλη» καὶ τοῦ «Κανάρη». Ὡς δὲ ἔμαθον μετὰ ταῦτα, καὶ τὰ μηχανήματα ἐκεῖνα παρελήφθησαν καὶ ἐκομίσθησαν εἰς τὸν Ναύσταθμον. Μοὶ κατηγγέλθη ὅμως, καὶ καθιστῶ ὡς πρὸς τοῦτο προσεκτικὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅστις πολὺ πιθανὸν νὰ μὴ γνωρίζῃ αὐτὸ, ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ μηχανήματα τῶν τριῶν αὐτῶν πολεμικῶν πλοίων εὑρίσκονται ἤδη ἐρριμμένα ἔν τινι τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Ναυστάθμου. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι ἐγὼ προσωπικῶς νὰ βεβαιώσω τοῦτο, διότι βεβαίως δὲν ἔχω περὶ τούτου ἐπίσημον πληροφορίαν. Δυνατὸν τὸ καταγγελθέν μοι νὰ μὴ ἦναι καὶ ἀληθές. Ἐν τῇ ἐποχῇ δὲ τῶν καταγγελιῶν καὶ τῶν δυσφημήσεων, ἣν διανύομεν, πιθανὸν τὸ καταγγελλόμενον νὰ ἦναι καὶ ἐντελῶς ἀνύπαρκτον. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ περὶ τούτου πληροφορίας, ὅπως μὴ εὑρεθῇ μετά τινα χρόνον, ὅτι καὶ τὰ ἠλεκτρικὰ φῶτα τῶν τριῶν τούτων πλοίων, ἐρριμμένα ἐκεῖ εἰς ἀποθήκην τινὰ τοῦ Ναυστάθμου, κατεστράφησαν. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτισμοῦ τῶν τριῶν θωρηκτῶν, ὅστις εἶχεν ἀποφασισθῆ καὶ ἐκτελεσθῆ τότε ὑπ’ ἐμοῦ, διότι, ὡς ἐκ τῆς κατεπειγούσης ἐλεύσεως τῶν τριῶν θωρηκτῶν εἰς Ἑλλάδα, ὅτε ἔφθασαν τὸ πρῶτον ἐκ Γαλλίας ἐπὶ τῆς ὑπὸ τὸν τότε ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν Κυβερνήσεως, οὐδένα εἶχον ἠλεκτρικὸν φωτισμὸν, χρήσιμον πρὸς ἄμυναν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ ὁμιλεῖ καὶ περὶ ρυθμίσεως τῶν ἀτράκτων τῶν ἑλίκων τοῦ θωρηκτοῦ «Ψαρῶν». Ἐπεθύμουν νὰ δώσω πληροφορίαν τινὰ τῷ κ. Ὑπουργῷ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἥτις δύναται νὰ χρησιμεύσῃ αὐτῷ. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτε τὰ «Ψαρὰ» εὑρίσκοντο ἐν Γαλλίᾳ, μεταρρυθμιζόμενα, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τῆς ἐμῆς, εὑρέθη, ὅτι αἱ ἄτρακτοι τῶν ἑλίκων τῶν «Ψαρῶν» εἶχον ἀνάγκην ἀνανεώσεως καὶ ἐπισκευῆς. Μάλιστα ἐν ἐκθέσει, ἣν ἔχω ἐν ἀντιγράφῳ, τοῦ ἀρχιμηχανικοῦ τοῦ στόλου κ. Γιαλούση, ὑπὸ χρονολογίαν 3 Ἰανουαρίου 1897 ἔτους, βεβαιοῦται τὸ ἑξῆς γεγονὸς, ὅτι αἱ ἄτρακτοι τῶν ἑλίκων τῶν «Ψαρῶν» ἦσαν ἐν κακῇ καταστάσει ἀπὸ τῆς πρώτης παραλαβῆς τοῦ πλοίου (ἀναγινώσκει): «Ἰδίως» (λέγει ὁ κ. Γιαλούσης ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ πρὸς ἐμὲ), «μεγίστη φθορὰ παρετηρήθη εἰς τοὺς παρὰ τοὺς ἕλικας εὑρισκομένους τριβεῖς. Ἐν γένει δὲ ὁλόκληρος ἡ κατασκευὴ τῶν τριβέων ἐξ ἀρχῆς ἦτο ἐλαττωματική.» Παρατηρεῖτε λοιπὸν, ὅτι εἶναι παλαιὰ ἡ ἱστορία αὕτη τῶν τριβέων τῶν ἀτράκτων τῶν «Ψαρῶν». Αἱ ἄτρακτοι τῶν «Ψαρῶν» ἦσαν, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀρχιμηχανικοῦ κ. Γιαλούση, ἐπιθεωρήσαντος τότε τὰ πλοῖα, εἰς κακὴν κατάστασιν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν παρελήφθησαν τὰ «Ψαρά» Συνεπεία τούτων εἴχομεν προβῆ εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς τὴν ἑταιρείαν «Forges et Chantiers» περὶ ἀντικαταστάσεως ἔκτοτε τῶν ἀτράκτων τῶν ἑλίκων τῶν «Ψαρῶν». Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἑταιρεία ἐζήτησε μόνον διὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς τῆς ἐργασίας φράγκα χρυσᾶ 17,400, ἄνευ τῆς τοποθετήσεως, τὸ τίμημα ἐκρίθη ὑπερβολικὸν, καὶ ἐξητάσθη ἐὰν ἡ ἐργασία αὕτη ἠδύνατο νὰ γένηται παρ’ ἡμῖν. Εὑρέθη ὅτι ἡ ἐργασία ἐδύνατο νὰ ἐκτελεσθῇ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ, καὶ τὸ ποσὸν ὑπελογίσθη ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 9,000. Μάλιστα ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, γενομένης δημοπρασίας, ἡ ἐν λόγῳ ἐργασία κατεκυρώθη ἐπ’ ὀνόματι τοῦ καταστήματος τοῦ κ. Βασιλειάδου ἐν Πειραιεῖ. Δὲν γνωρίζω ἐγὼ βεβαίως, ὡς μὴ διευθύνων πλέον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἐὰν ἐξετελέσθη ἡ ἐργασία τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν ἀτράκτων τῶν ἑλίκων τῶν «Ψαρῶν» παρὰ τοῦ κ. Βασιλειάδου. Ἑπομένως δίδω τὴν πληροφορίαν ταύτην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἵνα πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν οἱ ἀντικατασταθέντες ἐν Τάραντι τριβεῖς τῶν ἑλίκων εἶναι οἱ παλαιοὶ τριβεῖς, ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐξ ἀρχῆς ἦσαν ἐν κακῇ καταστάσει, ἢ εἶναι ἐκεῖνοι, οὓς ὁ κύριος Βασιλειάδης ἐτοποθέτησεν, ἐὰν ἐτοποθέτησεν. Τὰς πληροφορίας ταύτας ἤθελον νὰ δώσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅπως δώσῃ καὶ εἰς ἡμᾶς οὗτος τὰς ὑποδειχθείσας πληροφορίας.
§147Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριε Βουλευτὰ, σᾶς παρακαλῶ, ἐπειδὴ εἶναι πολλαὶ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ζητεῖτε, νὰ μοὶ τὰς δώσητε ἐγγράφως, ἵνα ζητήσω παρὰ τῆς ὑπηρεσίας τὰς σχετικὰς πληροφορίας.
§148ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται ἐπίσης δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου).
§150Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ καὶ δεύτερον ἄρθρον, ὅτι «ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καταχωρήσεώς του». (Γίνεται δεκτὸν τὸ προστεθὲν, ὡς ἄνω, ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως τῆς μὴ ὑπαγωγῆς εἰς στράτευσιν Ὀθωμανῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§152ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν ἐλπίζω ὅτι θὰ ἔχωμεν τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου ͵ΒΦΟΔʹ τῆς 5 Ἰουνίου 1899 περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων.
§154Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§155ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἡ ὥρα προκεχωρημένη.
§156ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶναι πολλοί, οἱ ὁποῖοι θὰ λάβωσι τὸν λόγον.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τέσσαρας ὥρας κατηναλώσαμεν εἰς ἐπερωτήσεις. Δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν καὶ εἰς νομοθετικὴν ἐργασίαν;
§158ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἐμπρός, κύριε Πρόεδρε.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σκουζὲς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§160Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πῶς θὰ βεβαιώσητε τὸν φόρον;
§161Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ τὸν βεβαιώσωμεν μὲ 3 δραχμάς.
§162ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τὸν βεβαιώσητε μὲ τρεῖς δραχμὰς, διότι ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ, καὶ ἰδίως τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας, θὰ καταψηφίσωσιν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον.
§163ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνώμη ἰδική σας, νομίζω.
§164ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ φρονῶ, διότι οὐδεὶς θὰ θελήσῃ νὰ καταστρέψῃ ὅ,τι ἐδημιούργησε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον.
§165ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνώμη σας, ἐπαναλαμβάνω. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκπροσωπῆτε τὰς γνώμας ἄλλων, καὶ μάλιστα τῆς πλειονοψηφίας, ἀφοῦ οὐδεὶς ἐκ τῶν ἀποτελούντων αὐτὴν σᾶς διώρισεν ἀντιπρόσωπον. Ἔχετε ὑπομονὴν, ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά σας, νὰ ὑποβάλητε τὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου παρατηρήσεις σας.
§166ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κύριε Πρόεδρε, ἀξιεπαίνως ἐμερίμνησε νὰ τροποποιήσῃ τὸν νόμον τοῦτον, διότι ἀντελήφθη ὅτι πλημμελῶς ἐφηρμόσθη, καὶ βεβαίως καὶ τὰ ἀποτελέσματα δὲν θὰ ἦσαν εὐάρεστα. Ἀλλὰ ἤθελον συστήσει εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἤθελον παρακαλέσει καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπειδὴ προνοεῖ εἰς τὸ ἄρθρον 4 περὶ πληρωμῆς ἐν μέρει τοῦ φόρου μέχρι τῶν τριῶν δραχμῶν, ἕως ὅτου ἐξακριβωθῇ καὶ γείνῃ νέα κατανομὴ, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ φόρος οὗτος, μεταβληθεὶς ἀπὸ φόρου καταναλώσεως, τὸν ὁποῖον ἐπλήρωνον οἱ οἰνοπῶλαι ἢ οἱ οἰνέμποροι, ἢ καὶ οἱ ἰδιῶται οἱ ἐναποταμιεύοντες οἶνον, καὶ ἐπιβληθεὶς ἐπὶ τῆς στρεμματικῆς ἐκτάσεως, τὴν ὁποίαν πληρώνει ὁ ἰδιοκτήτης, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς σχεδὸν νέος φόρος. Ἀναγνωρίζω ὅτι ἄλλοτε ὑπῆρχεν, ἀλλὰ παρῆλθον τόσα ἔτη, ὥστε αἱ συνθῆκαι ἤλλαξαν, καὶ δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς νέος φόρος. Κατ’ ἀτυχῆ σύμπτωσιν ὁ φόρος αὐτὸς ἐπεβλήθη ἐφέτος, δηλαδὴ τὸ λῆγον ἤδη ἔτος, τὸ ὁποῖον εἶναι οἰκτρὸν καὶ διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ὡς καὶ διὰ τὴν ἀμπελουργίαν καὶ ἐν γένει διὰ τὴν ἐσοδείαν. Δὲν γνωρίζω ἂν τοῦτο δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ δι’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας, ἀλλὰ διὰ τὴν ἐπαρχίαν, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι ἀντιπρόσωπος μεταξὺ τῶν λοιπῶν συναδέλφων, καὶ διὰ τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας, τῶν ὁποίων τὰς γεωργικὰς σχέσεις καὶ συνθήκας γνωρίζω, δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι τὸ 1899 εἶναι δυστυχές. Τόσον εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, ὥστε πάντες ἡμεῖς, οἱ ἐν τῇ Ἀττικῇ βιοῦντες, γνωρίζομεν, ὅτι χωρία ὁλόκληρα, τὰ ὁποῖα εἶχον μεγάλα εἰσοδήματα ἐκ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἐφέτος μόλις κατώρθωσαν νὰ σπείρωσι τοὺς ἀγρούς των, πολλοὶ δὲ τῶν κατοίκων καὶ διὰ νὰ σπείρωσιν ἀκόμη ἐδανείσθησαν, ἢ ἠγόρασαν σπόρον, ὅπως ἠδυνήθησαν. Ἡ δὲ ἐσοδεία τῶν ἀμπέλων ἦτο ἐλλιπής· ἔφθασε μέχρι τοῦ ⅓ ἢ καὶ τοῦ ἡμίσεος τῆς περυσινῆς παραγωγῆς. Ἔρχεται λοιπὸν ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου αὐτοῦ, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον ἐντὸς τοῦ Δεκεμβρίου, ἢ ἂν οὗτος τροποποιηθῇ, θὰ ἦναι ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου, καὶ ἡ πληρωμὴ αὕτη θὰ ἦναι δύσκολος καὶ βαρεῖα εἰς τοὺς κατόχους ἀμπέλων, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ ἀμπελουργοὶ καὶ καλλιεργηταὶ δημητριακῶν καρπῶν. Λοιπὸν θὰ πληρώσωσι τὸν φόρον ἐνωρίτερον ἀπὸ ὅ,τι συνήθως ἐπλήρωνον ὅλους τοὺς ἄλλους φόρους, διότι μέχρι τοῦ νῦν οἱ φόροι ἐπληρώνοντο ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ ἐπιόντος ἔτους, ὡς θὰ ἐπληρώνετο καὶ ὁ φόρος τοῦ 1899 ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1900. Ὁ φόρος λοιπὸν αὐτὸς εἶναι νέος, καὶ ἀπαιτεῖτε νὰ πληρωθῇ ὀλίγον πρότερον τοῦ συνήθους, εἰς ἔτος κατ’ ἐξοχὴν ἄφορον καὶ διὰ τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς καὶ διὰ τοὺς καρποὺς τῶν ἀμπέλων. Διὰ τοῦτο ἤθελον συστήσει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, χωρὶς νὰ γείνῃ καμμία βλάβη εἰς τὸ Δημόσιον, νὰ δοθῇ προθεσμία, διότι μικρά τις προθεσμία ζητεῖται, τεσσάρων ἢ πέντε μηνῶν, διὰ νὰ δυνηθῶσιν οἱ γεωργοὶ νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον, καὶ μὴ ἀναγκασθῶσι νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τοκογλυφικοὺς ὅρους, διὰ νὰ δανεισθῶσι τὰ ὀλίγα χρήματα, τὰ ὁποῖα θέλουσι τοῖς χρησιμεύσει πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου. Ἡ βραδύτης περὶ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου θὰ ᾖναι μικρὰ, τεσσάρων ἢ πέντε μηνῶν, ἕως ὅτου ἔλθωσιν αἱ νέαι εἰσοδεῖαι. Βραχεῖαν προθεσμίαν δηλ. ζητοῦσι μόνον. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀφορίαν τοῦ ἔτους 1899, καὶ γνωρίζων ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ποία εἶναι ἡ θέσις τῶν τε καλλιεργητῶν δημητριακῶν καρπῶν, ὡς καὶ τῶν ἀμπελουργῶν, δύναται νὰ συνδυάσῃ τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου μὲ τὰς ἀνυπερβλήτους ἀνάγκας τῶν ἀτυχῶν καὶ ἀξίων πάσης προστασίας γεωργῶν καὶ ἀμπελουργῶν, καὶ νὰ δεχθῇ τὴν πρότασίν μου.
§167Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίκαιρος ἔρχεται, κύριοι Βουλευταὶ, ἡ ὑποβολὴ ἀναφορᾶς 643 ἀμπελουργῶν Μεγαρέων ὡς συμβολὴ εἰς τὸ συζητούμενον σήμερον νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τοῦ νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας. Ὅτε τὸ παρελθὸν Σάββατον συνεζητοῦμεν ἐν πολλῇ θερμότητι, ἀντιτιθεμένη πρὸς τὸ παγετῶδες ψῦχος τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ἐζητοῦμέν τινες τὴν ἀναβολὴν, ἵνα καὶ παρασκευὴ γένηται ἀρτιωτέρα ὑπὸ τῶν κυρίων Βουλευτῶν καὶ αἱ γνῶμαι τῶν ἐπαρχιῶν ἀκουσθῶσιν, αἵτινες, γνῶμαι, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, εἶναι συνήθως ἄξιαι προσοχῆς, λόγῳ τῆς ἐγγυτέρας θέσεως τῶν ὑποβαλλόντων ταύτας πρὸς τὰ πράγματα, καὶ λόγῳ τῆς πείρας, ἣν κέκτηνται οἱ ἀμπελοφυτευταὶ, πάντως ὅμως εἶναι γνῶμαι προτιμότεραι τῶν θεωριῶν τῶν κυβερνητικῶν οἰκονομολόγων, τῶν ἀρυομένων ταύτας ἐκ τοῦ γραφείου καὶ τῆς θεωρητικῆς ὑπηρεσίας. Οἱ ἀμπελουργοὶ τῶν Μεγάρων, συνελθόντες καὶ ὑπογραφέντες πανδήμως, ἐκφράζουσι τὰ παράπονα αὑτῶν ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου, νομοσχεδίου στηριζομένου ἐπὶ τοῦ πλημμελοῦς τῆς βάσεως, τὸ δὲ πλημμελὲς τοῦτο καὶ ἄλλοτε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου σήμερον προβάλλεται ἡ μεταρρύθμισις, ἀνεπτύχθη ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλ’ ἡ ἐπιμονὴ τότε τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπερίσχυσε, καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐγένετο νόμος· ἀλλ’ οὗτος καθίστατο τοσοῦτον δυσχερὴς ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, ὥστε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς του σπεύδει νὰ μεταρρυθμίσῃ τοῦτον. Ὅσοι, Κύριοι, ἠκολουθήσατε τὴν συζήτησιν ἐν τῇ παρελθούσῃ Συνόδῳ τοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου σήμερον ζητεῖται ἡ μεταρρύθμισις, ἐνθυμεῖσθε ὅτι κυρίως ἡ συζήτησις περιεστράφη περὶ δύο θέματα· ἡ παρακώλυσις τῆς προόδου τῆς παραγωγῆς διὰ τοῦ φόρου τοῦ ἐπιβαλλομένου εἰς αὐτὴν, ἦτο τὸ προέχον θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἰργάσθημεν. Δεύτερον θέμα ἦσαν αἱ λεπτομέρειαι τοῦ νομοσχεδίου. Ἐξακολουθῶ νὰ ᾖμαι τῆς γνώμης, ὅτι πᾶς φόρος ἐπαγόμενος ἐπὶ τῆς παραγωγῆς εἶναι φόρος ἴσως μὲν κατά τι ταμιευτικὸς καὶ ἀσφαλέστερος εἰς τὸ Κράτος, ἀλλ’ ἐπί τινα μόνον καιρὸν, ἐπιζήμιος ὅμως ἀείποτε εἰς τοὺς παραγωγοὺς καὶ ἐπιζήμιος ἑπομένως ἐν τέλει εἰς τὸ Δημόσιον, διότι ἐπὶ τῇ βλάβῃ ἢ τῇ καταστροφῇ τῶν παραγωγῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ἢ ὀλέθρια τ’ ἀποτελέσματα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ νόμος περὶ οἴνου, ὡς εὑρίσκετο, μετὰ πολυετῆ διαχείρισιν παρουσίασε πολλὰς πλημμελείας, οὐχὶ ἐν τῇ βάσει αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, καὶ ὀρθοτέρα θὰ ἦτο ἡ ἔρευνα, ἵνα ἀντικατασταθῶσί τινες διατάξεις, ἐκ τῶν ὁποίων προήρχοντο αἱ ἀνωμαλίαι· ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅμως τῶν Οἰκονομικῶν ἄρδην ἀνέτρεψε τὸν νόμον ἐκεῖνον, καὶ ἀντὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως ἐπέβαλε φόρον ἐπὶ τῆς παραγωγῆς. Ἐθεωρήθη μάλιστα ὁ φόρος οὗτος ἔδαφος πολιτικῆς κερδοσκοπίας, καὶ διὰ τοῦτο ἡ κατάργησίς του ἀνεγράφη ἐν τοῖς πολιτικοῖς προγράμμασι. Διεκηρύχθη μάλιστα, ὅτι ἡ μεταβολὴ τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου θὰ ἦτο εὐεργετικὴ εἰς τὰς τάξεις τῶν παραγωγῶν. Τ’ ἀποτελέσματα ἐκ τῆς πείρας καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων ἀπεδείχθησαν ἀντίθετα τῶν τοιούτων ὑπολογισμῶν, διότι ἔχομεν ἐκ πλείστων, ἂν μὴ ἐκ πασῶν τῶν ἐπαρχιῶν, παράπονα καὶ ἀναφορὰς καὶ ὑπομνήματα καὶ ἐξέγερσιν, ἐξέγερσιν οὐχὶ μόνον, Κύριοι, κατὰ τοῦ τρόπου τῆς κατανομῆς τοῦ φόρου εἰς τὰς διαφόρους ἀμπέλους, ὡς πρὸς τὸ ποσὸν, ἀλλὰ ἐξέγερσιν λόγῳ καὶ τῆς αἰσθητοτέρας ἤδη ἐπιβολῆς τοῦ τοιούτου φόρου ὡς φόρου ἐπὶ τῆς παραγωγῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἀναγνωρίζει, εἰμὴ τὴν ἀνάγκην τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύνταξιν τῶν πρωτοκόλλων ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ἐπιτροπῶν, καὶ τῆς πρώτης, κατὰ ἐπαρχίας καὶ δήμους, καὶ τῆς δευτέρας, τῆς μεγάλης ἐν Ἀθήναις ἐπιτροπῆς, ἥτις κατανέμει εἰς ἕκαστον δῆμον τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, τοῦ πληρωτέου κατὰ στρέμμα. Ἑπομένως δὲν εἶναι τυπικῶς ἐπιτετραμμένον σήμερον νὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν ἀρχικὴν βάσιν τὸ νομοσχέδιον, ἤτοι ἐὰν ἡ φορολογία ἡ στρεμματικὴ δὲν εἶναι προτιμοτέρα τῆς φορολογίας τῆς καταργηθείσης, διότι δὲν ἔχομεν εὐρὺ τὸ ἔδαφος τῆς συζητήσεως, ἐὰν κατ’ ἀρχὴν δὲν δεχθῶμεν τὴν φορολογίαν ἐπὶ τῆς παραγωγῆς. Μόνον ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν μίαν λεπτομέρειαν, λεπτομέρειαν τροποποιοῦσαν τὸν ὑφεστῶτα νόμον, τὸν ὑφεστῶτα μὲν, μὴ ἐφαρμοζόμενον ὅμως ἄνευ τῆς τοιαύτης τροποποιήσεως, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει ὁ κ. Ὑπουργός. Οἱ λόγοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ἀνάγκην τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ ἰδίου αὐτοῦ νομοθετικοῦ ἔργου τόσον ταχέως, εἶναι ὅτι παρετηρήθη,—ταῦτα κατὰ τὴν εἰσηγητήριον καὶ αἰτιολογικὴν αὐτοῦ ἔκθεσιν—ὅτι εἴς τινας μὲν δήμους ὡρίσθη ὑπὸ τῶν νομίμων ἐπιτροπῶν ὑπέρογκος ἡ μέση παραγωγὴ τοῦ γλεύκους κατὰ στρέμμα, εἴς τινας δὲ, ἢ καὶ εἰς τοὺς πλείστους, ὡρίσθη ὑπέρογκος καὶ ἡ μέση παραγωγὴ, ὑπέρογκος καὶ ἡ μέση τιμὴ τοῦ γλεύκους κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν. Εἶναι βεβαίως σπουδαιότατα ταῦτα, καὶ ἡ ἀνάγκη, ἣν ἀναγνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἶναι ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν πάντες κατείδομεν, διότι τ’ ἀποτελέσματα, εἰς τὰ ὁποῖα προῆλθον αἱ ἐπιτροπαὶ, ἀποδεικνύουσιν ὅτι εὑρέθη πᾶς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὁ φορολογούμενος, ἀπέναντι ἀποφάσεων πεπλανημένων ἢ αὐθαιρέτων, καθ’ ὧν δὲν ἐδόθη ὑπὸ τῆς προνοίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ οὐδὲν ἔνδικον μέσον. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι εἰς τοὺς ἄλλους φορολογικοὺς νόμους, ὅπου δίδεται εἰς τὸν ἔφορον, ἢ εἰς πολυμελεῖς ἐπιτροπὰς, ἡ δικαιοδοσία τοῦ νὰ καθορίζωσι τὸν φόρον, δίδεται οὐχ ἧττον τὸ δικαίωμα εἰς τὸν καθ’ οὗ ἡ κατανομὴ τοῦ φόρου νὰ ζητήσῃ τὴν διόρθωσιν εἴτε δι’ ἀνακοπῆς, εἴτε δι’ ἐφέσεως, εἴτε διὰ προσφυγῆς ἔστω καὶ εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον. Ἀλλὰ τὶς πρόνοια ἐλήφθη, Κύριοι, ἐναντίον τῶν πρωτοκόλλων, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ προήρχοντο αἱ ἑκασταχοῦ ἐπιτροπαὶ, ἢ κατὰ τῆς κατανομῆς τοῦ φόρου κατὰ στρέμμα ὑπὸ τῆς ἐν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐπιτροπῆς; Ἓν μόνον μέσον ἀφέθη, νὰ προτιμήσωσιν οἱ ἀμπελοκτήμονες τὴν καταστροφὴν, τὴν ἐκρίζωσιν τῶν ἀμπέλων, ἵνα μὴ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν βαρυτάτην φορολογίαν. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι παραδέχομαι τὴν ἀρχὴν κατ’ ἀνάγκην, ἀφοῦ ἔχομεν στενὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου ἐκείνου, ἀλλὰ δεχόμενος κατ’ ἀρχὴν τὴν ἀνάγκην τῆς τροποποιήσεως τοῦ ὑφεστῶτος νόμου περὶ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι, ἂν τὸ νέον νομοσχέδιόν του δὲν ἀνατραπῇ ἐν ταῖς λεπτομερείαις καὶ ἐν πολλοῖς κατὰ τὰς ὑποδείξεις, ἃς θὰ λάβωμεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἀπαραίτητος νὰ συμπληρωθῇ κατὰ τοῦτο, νὰ χορηγηθῇ εἰς τοὺς πολίτας οὐχὶ μόνον κατὰ τῶν πρωτοκόλλων τῶν κατ’ ἐπαρχίας ἐπιτροπῶν, τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῶν γενησομένων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νέου τούτου νομοσχεδίου, δικαίωμα ἐφέσεως ἢ ἀνακοπῆς ἐνώπιον τῶν οἰκείων δικαστηρίων, ἢ προσφυγῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὥστε νὰ μὴ ἦναι ὁριστικὴ ἡ ἀπόφασις τῶν ἐπιτροπῶν τούτων, ἥτις στηρίζεται πολλάκις ἐπὶ πλημμελῶν ἢ κακοπίστων ἐντυπώσεων καὶ ὑπολογισμῶν, καὶ ἔχει ὀλέθρια ἀποτελέσματα εἰς τὴν κατανομὴν τῆς φορολογίας. Οἱ κάτοικοι τῶν Μεγάρων, εἰς τοὺς ὁποίους ἐπανέρχομαι, Κύριοι, ἀναφέρουσι γεγονότα τινὰ, τὰ ὁποῖα ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη, ὅτι κυροῦσι τὰς σκέψεις πολλῶν ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὁμιλησάντων κατὰ τοῦ νόμου τοῦ κρατοῦντος σήμερον περὶ στρεμματικῆς φορολογίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε τὴν καλωσύνην τότε, ἀπαντῶν εἰς ἐπερωτήσεις, νὰ ὑποβάλῃ πίνακα, κατὰ τὸν ὁποῖον, καθ’ ὑπολογισμὸν,—ἀλλὰ ὑπολογισμὸν στηριζόμενον οὐχὶ βεβαίως ἐπὶ στατιστικῶν πληροφοριῶν, ἀλλὰ στηριζόμενον εἰς πληροφορίας προχείρους, ἀπέναντι ὅμως τῶν ὁποίων τὰ πράγματα ὁμιλοῦσι κατὰ τρόπον αἴροντα πᾶσαν ἐμπιστοσύνην πρὸς ταύτας,—ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐν Ἑλλάδι στρεμμάτων θὰ κατανεμηθῇ ποσὸν ἐκ 2,960,000 δραχμῶν, ὅσος ἦτο ὁ μέσος ὅρος τῶν τεσσάρων τελευταίων ἐτῶν ἐκ τοῦ φόρου κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, τὸ δὲ ποσὸν τῶν στρεμμάτων ὑπελογίζετο εἰς 1,200,000 καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Ἐντεῦθεν ὁ μέσος ὅρος τοῦ φόρου κατὰ στρέμμα, ἀναγγελθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, κατέστησε τὸ νομοσχέδιον ἀποδεκτὸν, ἐκτὸς τῶν ἀντιρρήσεών μας, οὐχὶ μόνον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, πλανηθείσαις ἐκ τῶν πεπλανημένων ὑπολογισμῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Καὶ ἐπειδὴ ἡ μνήμη δέν μοι εἶναι πρόχειρος δι’ ἄλλας ἐπαρχίας, ἀναφέρω τὰ περὶ Μεγαρίδος ἐπαγγελθέντα. Προκειμένου περὶ τῆς Μεγαρίδος, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐπερωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, τίς ὁ μέσος ὅρος τῆς φορολογίας κατὰ στρέμμα, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς, κατὰ τὸ ἐπίσημον σημείωμα, τὸ ὁποῖον κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀπήντησε—καὶ εἴδομεν τὸ ἔντυπον αὐτὸ σημείωμα, διότι διενεμήθη εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς,—καὶ ὑπελόγιζε κατὰ τὰς ἐγγιζούσας πληροφορίας τὸ ποσὸν τῶν στρεμμάτων ἐν Μεγαρίδι εἰς 32,000.
§168ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. 26,000.
§169Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι σήμερον, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δηλώσεων, καθ’ ἃς 26,000 εἶναι τὰ στρέμματα, ἀλλὰ κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς ὑπηρεσίας, οὓς ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ποσὸν ὑπελογίσθη εἰς 32,000. Τὸ κατανεμόμενον δὲ ποσὸν φόρου εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μεγαρίδος ἀνήρχετο εἰς 42,000 δρ. Ὑπελόγισεν ἐντεῦθεν καὶ ἐγγράφως, καὶ ἐντύπως μάλιστα, ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὁ μέσος ὅρος τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεγαρίδος θὰ ἦτο 1 δρ. καὶ 18/00, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Ἑπομένως, παρὰ τὴν ἐναντίαν γνώμην, ἣν εἴχομεν καὶ ἔχομεν πάντες κατὰ τῆς ἀρχῆς τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας, ἐσημάνθη διὰ τῶν ὑπολογισμῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς ἡμᾶς κἄτι τι εὐοίωνον, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς φορολογίας, τῆς ἀναλογούσης πρὸς τὴν παραγωγὴν καὶ τὴν τιμὴν τοῦ γλεύκους, καὶ διὰ τοῦτο ὁ θόρυβος ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἦτο, οὔτε ἡ συζήτησις ἐπαρκὴς, ὅσον ἔδει νὰ γένηται ἐπὶ τοιούτου νομοσχεδίου. Σήμερον τ’ ἀποτελέσματα φέρονται ὅλως ἀντίθετα εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὸν μακρὸν πίνακα, τὸν ἐμφαίνοντα τὸ ποσὸν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δηλωθέντων στρεμμάτων, ἔρχομαι μερικῶς εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μεγαρίδος, ἐξ ἧς ἡ ἀναφορά. Εἰς τὴν Μεγαρίδα τὰ δηλωθέντα στρέμματα ἀνέρχονται εἰς 26,229. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον ἀναλογεῖ κατὰ τὰς προβλέψεις τῆς κατανομῆς ἐπὶ τῆς Μεγαρίδος, δὲν ὤφειλε νὰ μεταβληθῇ, διότι ἠλαττώθη μὲν τὸ ποσὸν τῶν ὑπολογιζομένων στρεμμάτων τῆς Μεγαρίδος, ἀλλὰ καὶ τὸ ποσὸν τοῦ ὑπολογισθέντος διὰ τὴν Μεγαρίδα φόρου ἐκ 42,000 δραχ. ηὐξήθη εἰς 65,000! Τὸ ὑποτεθὲν ποσὸν τῶν στρεμμάτων ἦτο βεβαίως δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ· ἠδύναντο νὰ ἐπέλθουν γεγονότα καταστροφῆς τῶν ἀμπέλων δι’ ἐκριζώσεων ἢ δι’ ἄλλων περιστάσεων, καὶ ἑπομένως νὰ ἦναι δικαιολογημένη ἡ κατὰ τοσοῦτον ἐλάττωσις τῶν ὑπολογισθέντων ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῶν στρεμμάτων. Δὲν εἶναι ὅμως ποσῶς δεδικαιολογημένη ἡ αὔξησις τοῦ φόρου κατὰ τοσοῦτον ποσὸν, καὶ ἐντεῦθεν ἡ τοιαύτη ὑπέρβασις τοῦ μέσου ὅρου· διότι ἀντὶ 1 δρ. καὶ 18/00 τοῦ ἐπαγγελθέντος μέσου ὅρου τοῦ κατὰ στρέμμα φόρου, ἔχομεν εἰς μὲν τὸν δῆμον Μεγάρων ἤδη δρ. 2 καὶ 87/00, εἰς τὸν δῆμον Ἐλευσῖνος 3,91, εἰς τὸν δῆμον Εἰδυλλίας 2,29, Ἐρυθρῶν 2,50. Κατὰ δὲ τὸν ὑπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχομεν, τῶν πέντε δήμων, ἔχομεν ἤδη μέσον ὅρον τῆς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεγαρίδος φορολογίας κατὰ στρέμμα δρ. 2,54· ἤτοι ἔχομεν, ἐναντίον τῶν ὑπολογισμῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, αὔξησιν κατὰ ἑκατὸν δέκα ἐπὶ τοῖς ἑκατόν! Νομίζω, δὲ, ὅτι ἐπίσημοι κυβερνητικαὶ πληροφορίαι τοσοῦτον πεπλανημέναι, στηριζόμεναι δὲ ἐπὶ στατιστικῶν δεδομένων, δὲν μᾶς ἐνθαρρύνουσι περὶ τῆς ὀρθότητος τῶν σκέψεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τῶν νομοσχεδίων του, τὰ ὁποῖα στηρίζει εἰς τοιαύτας στατιστικάς. Καὶ ὅμως ζητεῖται ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἡ ἐπίσπευσις τῆς συζητήσεως τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἀντὶ τῆς συζητήσεως, ἥτις ἠδύνατο νὰ γείνῃ καὶ αὔριον, πάντως ὅμως πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Συνεπείᾳ τῆς τοιαύτης διαφορᾶς τῶν ὑπολογισμῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς τοσοῦτον ἐπὶ πλέον κατανομῆς τοῦ φόρου τοῦ στρεμματικοῦ, συνῆλθον πανδήμως οἱ Μεγαρεῖς, καὶ ὑπέγραψαν τὴν ὑποβληθεῖσαν ἀναφοράν, φέρουσαν περὶ τὰς 640 ὑπογραφάς. Βλέπω ὅτι αἱ σκέψεις τῶν ἀμπελοκτημόνων τούτων συναντῶνται μετὰ τῶν ὀψίμων σκέψεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ μᾶλλον αἱ σκέψεις τῶν ἀμπελοκτημόνων ὑπηγόρευσαν ἐπιτακτικῶς τὴν ἀνάγκην τῆς μεταρρυθμίσεως τῆς νομοθεσίας του εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Δύο εἶναι τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα συζητοῦσιν οἱ ἐμφυτευταὶ Μεγαρίδος. Αἱ ἐπιτροπαὶ εἰργάσθησαν κατὰ τρόπον ἐπαναφέροντα εἰς τὴν μνήμην τὸν καταργηθέντα φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου. Ἡ κατάχρησις τῶν ἐνοικιαστῶν ἦτο πρὸ πάντων τὸ πλημμελὲς καὶ τὸ τρωτὸν τοῦ παλαιοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς καταπιέσεως τῆς ὑπὸ τῶν ἐνοικιαστῶν ἀσκουμένης περιεπέσαμεν εἰς τὸ ἄτοπον τῆς ἐπισήμου καὶ χονδρικῆς καταπιέσεως τοῦ φορολογουμένου λαοῦ ὑπὸ τῶν ἐπιτροπῶν. Καὶ ἐν Μεγαρίδι παρατηρεῖται τοῦτο καὶ ἐν ἄλλαις ἐπαρχίαις, καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁμολογεῖ ἐν τῇ ἐκθέσει τῇ αἰτιολογικῇ, θὰ τὸ ἀνεύρῃ εἰς τὴν ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν θὰ τῷ παραδώσω, ἵνα τῷ χρησιμεύσῃ ὡς πρακτικὸν ἐφόδιον πρὸς εὐρυθμοτέραν διασκευὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Δέον δὲ ἐγκυκλίως νὰ διαπέμψῃ εἰς τὰς ἐπιτροπὰς, κατωτέρας καὶ ἀνωτέρας, ἵνα λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ δίκαια παράπονα τῶν πολιτῶν ἐν τῇ βεβαιώσει τῶν πρωτοκόλλων, ἢ ἐν τῇ κατανομῇ τῇ γενομένῃ δυσαναλόγως καὶ ἐπιβαρυντικῶς.
§170ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· αἱ ἐπιτροπαὶ εἶναι ἀθῶαι, μικραὶ καὶ μεγάλαι. Αἱ ἐπιτροπαὶ ἦσαν ὑποχρεωμέναι νὰ κατανείμωσιν ἐπὶ τῶν στρεμμάτων ποσὸν φόρου 2,900,000 δραχμῶν, εἴτε 600,000 ἦσαν τὰ στρέμματα, εἴτε 800,000 εἴτε 1,000,000. Ἐὰν ἦσαν παραπολὺ ὀλίγα τὰ στρέμματα καὶ ὁ ἀνώτατος ὅρος τῶν ἓξ δραχμῶν δὲν ἤρκει, ὅπως ὅλον τὸ ποσὸν διατεθῇ, τότε θὰ εἴχομεν ἔλλειμμα ἐκ τῶν 2,900,000· ἐφ’ ὅσον ὅμως τὰ στρέμματα ἐπαρκοῦσι, φυσικῶς αἱ ἐπιτροπαὶ ἦσαν ὑποχρεωμέναι νὰ προσδιορίσωσιν ἀνώτερον ποσόν.
§171Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν ἀντίληψιν, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ εἶναι ἀθῶαι· εἰς ἐμὲ ἂς ἐπιτραπῇ νὰ φρονῶ, ὅτι τὰς ἀνωμαλίας τοῦ νόμου ηὔξησεν ἡ τῶν ἐπιτροπῶν ἄστοχος ἐργασία, διότι ὅταν αἱ ἐπιτροπαὶ σφάλλωνται ἐν τῇ βεβαιώσει τοῦ μέσου ὅρου τῆς παραγωγῆς κατὰ στρέμμα ἐν ἑκάστῳ δήμῳ, ὅταν σφάλλωνται τοσοῦτον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς τιμῆς τοῦ γλεύκους τῶν τεσσάρων ἐτῶν, ἔχομεν τ’ ἀποτελέσματα τῆς δυσαναλόγου κατανομῆς τοῦ φόρου εἰς τοὺς πλείστους δήμους. Τοῦτο ἠθέλησα νὰ εἴπω ἐγώ. Τώρα ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὑτοῦ προβαίνει εἰς τινας ἄλλας μεταρυθμίσεις. Δὲν εἶναι μὲν ἴσως κανονικῶς ἐπιτετραμμένη ἔτι ἡ συζήτησις ἐν ταῖς λεπτομερείαις τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ συνεχίζων τὸν λόγον ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν παρέχω τὴν ὅλην εἰκόνα τοῦ νομοσχεδίου, καὶ δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι ἔκτροπος οὕτως ἡ συζήτησις τῶν λεπτομερειῶν. Καὶ ἀναγινώσκων τὸ πρῶτον ἄρθρον βλέπω ὅτι «ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τὴν ἀνασύνταξιν καθ’ ὅλον ἢ μέρος τοῦ Κράτους τῶν ὑπὸ τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ νόμου ͵ΒΦΟΔʹ τῆς 5 Ἰουνίου 1899 ὁριζομένων πρωτοκόλλων, καὶ νὰ κανονίσῃ τὰς πρὸς τοῦτο διορίας». Προκειμένου, Κύριοι, περὶ πλημμελειῶν, αἵτινες θεωροῦνται διορθωτέαι γενικῶς διὰ τῆς ψήφου καὶ τῆς συζητήσεως τῆς Βουλῆς καὶ ἀναγνωρίζονται, νομίζω ὅτι, παρὰ τὴν πίστιν, τὴν ὁποίαν ἔχει τις εἰς τὴν πεῖραν καὶ τὸν νοῦν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν δύναται νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς τὴν ἀπόλυτον διάκρισιν καὶ ἐξουσίαν αὐτοῦ, ὅπως θεωρήσῃ ἀναγκαίαν τὴν ἀνασύνταξιν πρωτοκόλλου εἰς τὴν ἐπαρχίαν Α, μὴ ἀναγκαίαν δὲ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Β...
§172Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Εἰς τὸν δῆμον...
§173Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω εἰς τὸν δῆμον... Διότι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν προέβη εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ τῇ βάσει, ὡς ἔλεγε, διαφόρων ὑπομνημάτων καὶ ἀναφορῶν ἀμπελοκτημόνων καὶ Δημοτικῶν Συμβουλίων. Ἐὰν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν σκέπτεται νὰ χωρήσῃ εἰς τὸ ἔργον τῆς ἐξετάσεως διὰ τῶν νέων ἐπιτροπῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀναφορῶν, καὶ ὑπέλαβεν ὅτι ἀδικηθέντες δῆμοι ἐν τῇ κατανομῇ τοῦ φόρου εἶναι μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀνηνέχθησαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, κατὰ τοῦτο εὑρίσκεται ἐν τῇ πλάνῃ, διότι πλεῖστοι δῆμοι δὲν ἀνηνέχθησαν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν, καίτοι ἴσως βαρύτερον οὗτοι φορολογοῦνται, δὲν ἀνηνέχθησαν δὲ, διότι ἦτο ἀπίθανον, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μόλις ἐψηφίσθη ἐν τῇ Βουλῇ δὲν θὰ ἐφηρμόζετο ἄνευ ἀμέσου μεταρρυθμίσεως. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἀκριβῶς θελήσῃ νὰ ἐρευνήσῃ τὰ πράγματα καὶ ἀναγνωρίσῃ εἰλικρινῶς τὰς ἀνάγκας, αἵτινες ἐβίασαν τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, τὸ ἄρθρον 1 δέον πάντως νὰ τροποποιηθῇ, διὰ τοὺς λόγους μὲν, οὓς εἶπεν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν πρέπει, ἔργα τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, νὰ ἀφίνωνται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι θὰ ἔχωμεν τὸ διπλοῦν μέρος τῆς παρούσης φορολογίας, τὸ πρῶτον τὸ θεωρηθὲν ὑπὸ μιᾶς ἐπιτροπῆς καὶ κατανεμηθὲν, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου τινὲς δῆμοι δὲν παρεπονέθησαν, ἢ ἄλλοι δῆμοι παρεπονέθησαν, καὶ δεύτερον κατὰ τὸ νομοσχέδιον νέαν κατανομὴν, νέα πρωτόκολλα καὶ νέας ἀποφάσεις. Νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ καθορισθῇ εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ὅτι ὑποχρεοῦται νὰ διατάξῃ τὴν ἀνασύνταξιν ἐν ὅλῳ τῷ Κράτει τῶν πρωτοκόλλων, διότι ὑπάρχουσιν οἱ παραπονεθέντες κατὰ τοῦ φόρου, καὶ δέον ἐν αὐτοῖς νὰ γείνῃ ἀνασύνταξις· ὑπάρχουσί τινες ὅμως μὴ παραπονεθέντες, ἀλλὰ καὶ εἰς τούτους ὀφείλεται ἀνασύνταξις, καθόσον, ἡ ἐξαιρετική των εὐχαρίστησις ἴσως ἀποδεικνύει ὅτι χαριστικῶς δι’ αὐτοὺς αἱ ἐπιτροπαὶ ἐνήργησαν, καὶ ὑπάρχουσιν οἱ ἀδικηθέντες, ἀλλ’ οἵτινες δὲν ὑπέβαλον παράπονα. Ἐκτὸς δὲ τούτου θὰ προφυλάξωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἀπὸ τοῦ κινδύνου νὰ εἰσέλθῃ εἰς κυκεῶνα διὰ τὰς διαφόρους ἀπαιτήσεις τῶν διαφόρων δήμων, καὶ νὰ ἔχῃ καθ’ ἡμέραν ἐνοχλήσεις ἀπὸ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον δῆμον, οἱ ὁποῖοι θὰ τῷ λέγωσι «διατάξατε τὴν ἀνασύνταξιν τῶν πρωτοκόλλων τοῦ ἰδικοῦ μας δήμου», καὶ θὰ τὴν διατάσσῃ, ἐνῷ ἄλλος δῆμος θὰ ἔχῃ παράπονα, ὅτι δὲν εἰσηκούσθη, καὶ θὰ εὑρίσκησθε, κύριε Ὑπουργὲ, ἐν μεγάλῃ δυσχερείᾳ, διότι θὰ ἴδητε ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐν τῇ εὐθυκρισίᾳ σας δὲν θεωρεῖτε ὅτι πρέπει νὰ ἀναθεωρηθῇ, θὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἀρνεῖσθε νὰ τὸ πράξητε, ἕνεκα λόγων πολιτικῆς ἐχθρότητος. Ἕνεκα λοιπὸν ὅλων τούτων καλὸν εἶναι τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ τροποποιηθῇ, ἀφαιρουμένης τῆς φράσεως «ἢ μέρος». Εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἐγένετο ἄλλη τροποποίησις, ὅσον ἀφορᾷ τὰ μέλη τῆς πρώτης ἐπιτροπῆς, οὐδὲν ἔχω νὰ παρατηρήσω, εἰμὴ εἰς τὴν τελευταίαν μόνον παράγραφον, ἥτις ἀναφέρει, ὅτι «εἰς τὰ πρωτόκολλα ταῦτα περιλαμβάνεται ἐκτὸς τοῦ ποσοῦ τῶν ἐμπροθέσμως δηλωθέντων στρεμμάτων ἀμπέλων καὶ τὸ ποσὸν τῶν δι’ ἐκπροθέσμων δηλώσεων δηλωθέντων, ὡς καὶ τῶν διὰ καταμετρήσεως τυχὸν ἐξευρεθησομένων». Τὴν παράγραφον ταύτην θεωρῶ τὴν ὀρθοτέραν πασῶν τῶν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐν ταύτῃ διαβλέπω καί τινα πρόνοιαν ὑπὲρ τῶν ἐμφυτευτῶν, διότι προκειμένου περὶ οἱασδήποτε νέας φορολογίας ἐνδέχεται νὰ εὑρεθῶσί τινες, οἱ ὁποῖοι ἐξ οἱουδήποτε λόγου νὰ μὴ προέβησαν εἰς τὴν προσήκουσαν δήλωσιν, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἐπάγονται κατ’ αὐτῶν καὶ ποιναὶ καὶ καταδιώξεις, τὰς ὁποίας αἴρει ἡ τοιαύτη πρόνοια διὰ τῆς καταλλήλου διατάξεως. Ἀλλ’ ἐν τῷ πνεύματι τῆς διατάξεως ταύτης, ἐὰν τοιοῦτο πνεῦμα ὑπηγόρευσεν αὐτὴν, διαβλέπω καὶ ἕτερόν τι· ὑπάρχουσιν ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι εἴτε λόγῳ κυβερνητικῆς εὐμενείας, εἴτε λόγῳ τῆς εὐφυεστέρας ἐνεργείας τῶν ἐνδιαφερομένων εἰς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, κατώρθωσαν νὰ ἐξασφαλίσωσι ποσὸν τῆς δηλώσεως μὴ ἀκριβὲς, ποσὸν δηλώσεως κατὰ τὸ ⅓ τῆς πραγματικῆς, ἢ κατώρθωσαν νὰ γείνῃ ὁ ὑπολογισμὸς τῆς στρεμματικῆς παραγωγῆς ἢ τῆς τιμῆς τῶν τελευταίων τεσσάρων ἐτῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ κατανέμηται εἰς αὐτοὺς ἐλάχιστος φόρος. Ἤδη διὰ τῆς ἐν λόγῳ διατάξεως εὐκολύνεται ἡ ἐξεύρεσις τοῦ ποσοῦ τῶν στρεμμάτων εἰς μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἐγένετο ἀκριβὴς δήλωσις, καὶ προάγονται τὰ συμφέροντα ἄλλων δήμων, εἰς τοὺς ὁποίους ἕνεκα τῶν ἐλλείψεων τῶν δηλώσεων τούτων ἔχει ἐπαχθῆ βαρυτέρα φορολογία. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 παρατηρῶ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀναιρεῖ τὸ κύριον ἀγαθὸν τοῦ νομοσχεδίου, ἤτοι τὴν διακανόνισιν τοῦ φόρου τῶν δυσαναλόγως φορολογηθέντων ἀμπελουργῶν. Τὸ ἄρθρον 4 λέγει: «Ὁ φόρος διὰ τὸ ἔτος 1899 βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς 30 Ὀκτωβρίου 1899, μέχρι δραχμῶν τριῶν κατὰ στρέμμα...» Πολλαπλῆ εἶναι ἡ πλημμέλεια τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου τούτου, διότι τὸ νομοσχέδιον ἀναγνωρίζει καὶ ἐπιδιώκει νὰ ἐξεύρῃ εἰς τίνας δήμους ἐγένετο κακὴ κατανομή, καὶ ὅταν λέγῃ τις ὅτι κακῶς ἐγένετο ἡ κατανομή, δέον νὰ παραδεχθῇ, ὅτι κακὴ κατανομὴ ἐγένετο οὐχὶ μόνον ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, αἵτινες ἐφορολογήθησαν διὰ ποσοῦ ἄνω τῶν τριῶν δραχμῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ἀμπέλων φορολογηθεισῶν κάτω τῶν τριῶν δραχμῶν κατὰ στρέμμα. Ἐνῷ ἀναγνωρίζεται ἡ τοιαύτη ἀποτυχία τῶν ἐπιτροπῶν τῶν ἐργασθεισῶν ἐπὶ τῇ βάσει κακῶν ὑπολογισμῶν, ὁρίζομεν οὐχ ἧττον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι ὁ φόρος τοῦ 1899 βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου κατὰ τὴν ἀπόφασιν αὐτῶν τῶν ἐπιτροπῶν, καὶ ἐνῷ λαμβάνεται πρόνοια διὰ τοὺς δήμους ἐκείνους, ἐν οἷς ὁ φόρος ὡρίσθη ἀνώτερος τῶν τριῶν δραχμῶν, οὐδεμία πρόνοια λαμβάνεται διὰ τοὺς δήμους, ἐν οἷς ὡρίσθη εἰς δραχμὰς 3 ἢ κάτω τῶν τριῶν δραχμῶν. Ἀλλὰ καὶ αἱ 3 αὗται δραχμαὶ, αἱ κατανεμηθεῖσαι εἰς ἅπαντας τοὺς δήμους, εἶναι τὸ ὑπέρτατον ὅριον καὶ ὑπερβολικὸν ποσὸν διά τινας δήμους, εἰς τοὺς ὁποίους ἔδει νὰ κατανεμηθῇ 1 δραχμὴ καὶ λεπ. 20 ἢ 1,50 κατὰ στρέμμα, καὶ ἀφοῦ ἀνεγνωρίσθη ἡ ἀνάγκη νὰ μεταρρυθμισθῶσι πᾶσαι αἱ ἀποφάσεις αὗται διὰ πρωτοκόλλων νέων τῶν οἰκείων ἐπιτροπῶν, διατὶ νὰ γείνῃ ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, καὶ οὐχὶ ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου; Νομίζω ὅτι δύνανται νὰ προστεθῶσι 15 ἡμέραι ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ἵνα ληφθῶσι τὰ πορίσματα τῶν ἀποφάσεων τῶν κατὰ δήμους ἐπιτροπῶν καὶ τῶν πρωτοκόλλων. Ἵνα γείνω καταληπτὸς, ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον: «Ὁ φόρος διὰ τὸ ἔτος 1899 βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς 30 Ὀκτωβρίου 1899 μέχρι δραχμῶν τριῶν κατὰ στρέμμα καὶ ἐν οἷς δήμοις οὗτος ὡρίσθη ἀνώτερος». Καὶ σᾶς ἀναφέρω τὴν Μεγαρίδα, οὐχὶ μόνον διότι εἶναι ἡ ἰδιαιτέρα ἐπαρχία μου, ἀλλὰ διότι ἔχω προχείρους τοὺς ἀριθμούς. Εἶχεν ὑπολογισθῆ ἀρχικῶς 1,18 ἐν τῷ δήμῳ Μεγαρέων ὡς κατανομὴ μέσου ὅρου κατὰ στρέμμα. Ὁ ἤδη κατανεμηθεὶς εἰς τὸν δῆμον φόρος φθάνει εἰς 2,87. Τί ἐνδιαφέρει τοὺς ἀμπελοκτήμονας Μεγάρων ἡ διάταξις τῆς παραγράφου αʹ τοῦ ἄρθρου 4; ...
§174Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἐνδιαφέρον εἶναι, ὅτι δύναται νὰ φθάσῃ καὶ εἰς 3 δραχμάς.
§175Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔρχεται εἰς ἐπικουρίαν καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦ ἐξ Ἄρτης κυρίου συναδέλφου. Καὶ δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τοῦτο, διότι εἰς ἄλλους δήμους θὰ ἔχωμεν ποσὸν στρεμματικῆς φορολογίας ὀλιγώτερον, διότι ἐν τῷ μεταξὺ ἤρξατο ἡ ἐκρίζωσις, ὅπου ἡ φορολογία ἔφθασεν εἰς 6 δραχμὰς, ἄρα δύναται καὶ νὰ αὐξήσῃ ἡ κατανομὴ εἰς ἄλλους δήμους. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα τὸ ἄρθρον 4 τροπολογηθῇ κατὰ τρόπον, ὥστε ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συζητουμένου νόμου νὰ γείνῃ ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου. Τοῦτο εἶναι τὸ δίκαιον, ἐκτὸς ἐὰν καὶ ἐν τούτῳ παρὰ τῷ κ. Ὑπουργῷ ἐπρωτοστάτησεν, ὡς εἰς πάντα τὰ φορολογικά του μέτρα, τὸ ταμιευτικὸν πνεῦμα καὶ οὐχὶ ἡ προστασία τῶν φορολογουμένων, ὅπως φέρῃ τὸ ἀτελείωτον ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Δὲν ἔχω νὰ ὑποβάλω ἄλλο· περιμένω δὲ τὰς σκέψεις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον παρατηρεῖται ὁ συνδυασμὸς τῶν θεωριῶν μετὰ τῆς πείρας· ἀλλ’ ἂν ἄφινε τὴν πεῖραν πλειότερον νὰ ἐπικρατῇ, θὰ εἴχομεν καλλίτερα ἀποτελέσματα. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι αἱ παρατηρήσεις αὗται, ἃς ὑπέβαλον, θέλουσι ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν, διότι ὅλοι ἐπιζητοῦμεν διὰ τῆς συζητήσεως νὰ γείνῃ τελειότερος ὁ νόμος, καὶ ὠφελιμώτερος κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν, πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν παραγωγῶν. Διότι, ἂν δὲν συνδυασθῶσι τὰ συμφέροντα ἀμφοτέρων, θὰ ἐπέλθωσι ζημίαι εἰς ἀμφοτέρους. Παρακαλῶ δὲ νὰ παραδεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὅσα προέβαλον, εἶπον οὐχὶ ἐκ φιλοδοξίας οἰκονομολόγου, ἀλλ’ ἐκ πρακτικῶν παρατηρήσεων, αἵτινες ἐλπίζω ὅτι θέλουσι ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν ὁριστικὴν κατάρτισιν τοῦ νόμου. Καὶ καταθέτω τὴν σχετικὴν ἀναφορὰν τῶν συμπολιτῶν μου ἀμπελοκτημόνων Μεγαρέων.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον. (Ἐγείρονται πολλοὶ Βουλευταὶ ἐκ τῆς ἀριστερᾶς, ὅπως ἀναχωρήσωσι).
§177ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
§178ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι πολλοὶ ν’ ἀγορεύσωσιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἦναι παρόντες οἱ Βουλευταὶ (θόρυβος).
§179Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς βλέπετε, καθ’ ἑκάστην εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εἰς τὰς 7 καὶ ἡμίσειαν· ἂν δὲ ἅμα τῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εἰσόδῳ διαλυώμεθα, δὲν θέλομεν δυνηθῆ νὰ συζητήσωμεν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Τότε πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ διπλᾶς συνεδριάσεις.
§180Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς παρετάθησαν σήμερον ἐπὶ 4 καὶ 5 ὥρας ἐπὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι σημασίαν· διότι αἱ ἐπερωτήσεις περὶ τῆς συνθήκης τῆς μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος εἶχον πολὺ τὸ ἐνδιαφέρον, ὅσον καὶ τὰ νομοσχέδια. Δὲν εἶναι λοιπὸν δίκαιον νὰ πιέζηται ἡ Βουλή, κατὰ τὴν στιγμὴν μάλιστα τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας.
§181Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν νὰ ἐρχώμεθα καὶ μετὰ τὸ γεῦμα, κατὰ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοτε ἐπεκράτησε· διότι, ἂν καθήμεθα μέχρι τῆς 9 ὥρας μόνον καὶ ἀναχωρῶμεν, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 μ. μ.)