1899.06.12
5.458 στίχοι · 43.219 λέξεις · 206 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 50
Τῆς 12 Ἰουνίου 1899.
(Σάββατον).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 40′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Γορτυνίας κ. Ἀλεξάκης κατέθηκεν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Λαγκαδίων, παρακαλούντων, ὅπως τὰ Λαγκάδια ὁρισθῶσιν ὡς ἕδρα τοῦ νομοῦ Γορτυνίας. Ἀπεστάλη τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ Φιλιατρῶν, ἐκφράσαντος ἐν συλλαλητηρίῳ τὴν εὐχὴν, ὅπως ἕδρα τοῦ νομοῦ Τριφυλίας ὁρισθῇ ἡ πόλις Φιλιατρά. Ὡσαύτως ἀπεστάλη τηλεγράφημα τοῦ ἐν Ναυπλίῳ Δικηγορικοῦ Συλλόγου, δι’ οὗ παρακαλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἐπιψηφίσῃ τὸ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως νομοσχέδιον, ὡς μέλλον νὰ ἐπιδράσῃ ἐπιβλαβῶς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ὑπεβλήθη τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Γορτυνίας κυρίου Ν. Σπυρακοπούλου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως. Ἑτέραν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου ὑπέβαλεν ὁ βουλευτὴς Πάλλης κ. Α. Μπασιᾶς, ὑπογεγραμμένην παρ’ αὐτοῦ καὶ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Κ. Παπαμιχαλοπούλου, Ι. Γ. Ρούφου, Ν. Λεωνίδα, Φ. Μοσχούλα, Ν. Συνοδινοῦ, Ν. Τζανετοπούλου, Περ. Μεντζελοπούλου, Χριστοφ. Ἀσιμῆ, Γ. Ροδοπούλου, Τ. Δενδρινοῦ, Τ. Πατρικίου, Ἀλκ. Ζερβοῦ, Ν. Γουναράκη καὶ Ι. Γιαννακίτσα. Ἀμφότεραι αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 292–293). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ὁ κ. Μεντζελόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§2ΠΕΡ. ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν εὔγλωττον ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ καὶ τὴν σθεναρὰν καὶ ἐπιστημονικωτάτην τοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Γουναράκη δὲν θὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπὶ πολὺ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου περὶ τῆς φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου. Διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητεῖται ἡ μονιμοποίησις τοῦ θεσμοῦ τῆς παρακρατήσεως, θεσμοῦ ἀδικωτάτου, θεσμοῦ ἀντικειμένου εἰς θεμελιώδη διάταξιν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, καθ’ ἣν οὐδεὶς ἀφαιρεῖται τῆς περιουσίας αὐτοῦ ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως, θεσμοῦ ὑποδειχθέντος ὑπὸ τῆς ἀνάγκης καὶ ἐπιβληθέντος εἰς τὴν χώραν ὡς δοκιμαστικοῦ καὶ προσωρινοῦ μέτρου. Ἀπὸ τετραετίας καὶ πλέον, κύριοι Βουλευταί, τοσαῦτα περὶ τοῦ θεσμοῦ τούτου ἐγράφησαν ἐν ταῖς ἐφημερίσι, τοσαῦτα ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τοσαῦτα ἤδη ἀνεπτύχθησαν, ὥστε φρονῶ, ὅτι τελείως εἶναι ἐξηντλημένον τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Δὲν ἀποκρύπτω ὅτι πᾶσαν περαιτέρω συζήτησιν θεωρῶ ματαιοπονίαν, καὶ ἤθελον καταπονήσει ὑμᾶς ἐπὶ πολὺ, ἐὰν ἐπέμενον ἀσκόπως. Ὅσον καὶ ἂν προσπαθήσωμεν νὰ πείσωμεν τοὺς παρακρατητικοὺς περὶ τοῦ ἀλυσιτελοῦς τῆς παρακρατήσεως, δὲν θὰ κατορθώσωμεν τοῦτο· ὡς ἐπίσης, ὅσον καὶ ἂν ἐπιμένωσιν ἐκεῖνοι, ὅπως συμμορφωθῶμεν πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν αὐτῶν, δὲν θὰ τὸ κατορθώσωσι, διότι ἡμεῖς, ὅσον γενναιόδωροι καὶ ἂν φανῶμεν, ὅπως προστατεύσωμεν τὰ συμφέροντα ἐκείνων, καὶ ἂν ἔτι πεισθῶμεν ὅτι μεγίστη ὠφέλεια προσγίνεται αὐτοῖς διὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς παρακρατήσεως, προσγίνεται ὅμως αὕτη ἀφ’ ἑτέρου διὰ μεγίστης ζημίας τῶν ἡμετέρων συμφερόντων, τὸ μέγεθος τῆς ζημίας εἶναι τοσοῦτον, ὥστε δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ ἐνδώσωμεν. Ἐκεῖνοι δὲ, ὅσον καὶ ἂν ἀναγνωρίσωσι τὴν προξενουμένην ἡμῖν διὰ τῆς παρακρατήσεως ζημίαν, δὲν παραιτοῦνται ταύτης, διότι παραβλάπτονται τὰ συμφέροντα τὰ τοπικά των. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι Βουλευταί, ἀνήκοντες εἰς ἐπαρχίας μὴ σταφιδοφόρους. Οὗτοι, ἀδιάφοροι, ἀνεξάρτητοι, (ἂς ἀποκληθῶσιν οὕτω) δὲν ἔχουσι παρὰ νὰ ἀκούσωσιν ἀμφότερα τὰ μέρη καὶ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην των, καὶ ψηφίσωσι κατὰ τὴν ἰδίαν πεποίθησιν. Δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι οὗτοι ἐσχημάτισαν ἤδη τὰς πεποιθήσεις των. Ἐπιτρέψατέ μοι ὅμως, Κύριοι, παρέκβασίν τινα. Παριστάμεθα ἐνταῦθα ἀφ’ ἑνὸς μὲν οἱ παρακρατητικοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι μηνυταί μας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡμεῖς, οἱ ἀντιπαρακρατητικοί, οἵτινες δυστυχῶς ἔχομεν τὴν θέσιν τοῦ κατηγορουμένου. Σεῖς εἶσθε οἱ δικασταί, οἵτινες θὰ ἐκδώσητε τὴν ἀπόφασιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὅστις συνέταξε τὸ καθ’ ἡμῶν κατηγορητήριον. Ἠκούσατε ἀρκούντως ἡμᾶς, θὰ ἀκούσητε μετ’ ὀλίγον καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, μεθ’ ὃ θὰ ἐκδώσητε τὴν ἀπόφασίν σας. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει θεωρήσει πολιτικὸν τὸ ζήτημα καὶ θέλει καταδικάσει ἡμᾶς. Δὲν φαντάζομαι ποτέ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοιαῦτα ζητήματα, θίγοντα μέγιστα συμφέροντα ἡμῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ θεωρήσῃ πολιτικά. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θέλει δώσει τοιαύτην χροιὰν, καὶ ὅτι θέλει ἀφήσει ὑμᾶς ἐλευθέρους, ἵν’ ἀποφασίσῃ ἕκαστος κατὰ τὴν ἰδίαν κρίσιν. Ἐν τοιαύτῃ δὲ καὶ μόνον περιπτώσει θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπ’ ὀλίγον. Ὁ θεσμὸς τῆς παρακρατήσεως, κύριοι Βουλευταί, λειτουργεῖ ἀπὸ τεσσάρων ἐτῶν, καὶ ἐπεβλήθη τῇ ἐπιμόνῳ ἀξιώσει ἐκείνων, οἵτινες καὶ σήμερον ἔρχονται νὰ μᾶς ἐπιβάλωσιν αὐτὸν, τῶν Ἠλείων καὶ Πατρέων. Τὰ ἀποτελέσματα τὰ εἴδομεν· πανταχοῦ καταχρήσεις· μέγαρα ἠγέρθησαν ἐν Πειραιεῖ, γνωστοὶ τοῖς πᾶσιν ἐγένοντο διὰ τὰς ἀσυστόλους καταχρήσεις οἱ Παπαδάκαι, οἱ Παπαϊωάννου, οἱ Καραλῆδες καὶ ἄλλοι· καὶ, ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἐκ Κορινθίας συνάδελφος, δὲν ἔχει τις ἢ νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὰ πρακτικὰ τῶν Κακουργιοδικείων τῆς Πελοποννήσου, διὰ νὰ ἴδῃ ποῖα τ’ ἀποτελέσματα, τὰ λαμπρὰ ἀποτελέσματα τῆς παρακρατήσεως! Ἔρχονται καὶ μᾶς λέγουν: «παραβάλετε τὰ ἔτη 1893 καὶ 1994 πρὸς τὰ ἑπόμενα»· λησμονοῦσιν ὅμως, ὅτι εἰς τὰ 1893 καὶ 1894 εἴχομεν παραγωγὴν ἀφθονωτάτην, εἴχομεν τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς Γαλλίας, καὶ ἐπῆλθε τῳόντι κλονισμὸς καὶ κατάπτωσις τῶν τιμῶν. Ἀλλ’ ἡ ἀνύψωσις τούτων κατὰ τὰ 1895 ἕως 1898 δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν παρακράτησιν, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐλάττωσιν ἀφ’ ἑνὸς τῆς παραγωγῆς καὶ τὴν ἐπαύξησιν τῆς καταναλώσεως ἀφ’ ἑτέρου καὶ εἰς ἄλλους τόπους· διότι μὴ λησμονεῖτε, ὅτι εἰσήχθη μέγα ποσὸν ἐν Γερμανίᾳ. Πῶς θέλετε λοιπὸν νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι αἱ ξενικαὶ ἀγοραὶ ηὔξησαν τὴν τιμὴν ἕνεκα τοῦ θεσμοῦ τῆς παρακρατήσεως; Μήπως εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως δὲν ἦσαν γνωσταὶ αἱ καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰσήχθη ποσὸν εἰς τὰς ἀποθήκας, εἶναι ὅμως βέβαιον, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ πλεῖστον, ἐξήχθη εἰς τὰς ἐξωτερικὰς ἀγορὰς, μέρος δὲ κατηναλίσκετο εἰς τὰ πνευματοποιεῖα. Ἀλλὰ μήπως καὶ κατὰ τὰ 1893 καὶ 1894 δὲν κατηνάλωσαν τὰ πνευματοπωλεῖά μας ποσὸν σταφιδοκάρπου; Μᾶς εἶπον ὅτι ἡμεῖς ἀπεκαλέσαμεν τὸν θεσμὸν τῆς παρακρατήσεως βάρβαρον. Δὲν γνωρίζω ἐάν τις τῶν συναδέλφων ἐξέφερε τοιαύτην λέξιν· ἀλλὰ, φαίνεται, ἐν τῇ συνειδήσει παντὸς ὑπάρχει ἡ ἰδέα, ὅτι ὁ θεσμὸς εἶναι βάρβαρος· εἶναι βάρβαρος, διότι πεπολιτισμένα ἔθνη δὲν εἰσάγουσι τοιούτους θεσμούς. Μᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας συνάδελφος, ὅτι καὶ ἄλλα ἔθνη ἐπέβαλον τοιοῦτον θεσμὸν, καὶ μᾶς ἀνέφερε τὴν Ρωσίαν, ὅτι δι’ οὐκαζίου ἐπέβαλε τὴν παρακράτησιν ἐπὶ τῆς ζακχάρεως, ἀνέφερε τὴν Ὁλλανδίαν, ἀνέφερεν ὅτι καὶ ἡ Γαλλία εἰσήγαγε τὸν θεσμὸν τοῦτον ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, καὶ ἐπὶ τέλους ἀνέτρεξεν εἰς παλαιοτέρας ἐποχὰς, καὶ εἶπεν, ὅτι καὶ ὁ Στράβων γράφει περὶ παρακρατήσεως. Ἀλλ’ ἐξήτασεν, ἂν αἱ ἀφορμαὶ, αἱ ὁποῖαι ἐγέννησαν ἐκεῖ τὸν θεσμὸν διὰ τὴν ζάκχαριν, διὰ τὸ πέπερι, τὰ οἰνοπνεύματα, προσομοιάζωσι πρὸς τὴν παρακράτησιν τῆς σταφίδος; Ἐξήτασεν ἂν τὰ Κράτη ἐκεῖνα, ὅτε ἀπεφάσισαν νὰ ἐπιβάλωσι τὸν θεσμὸν τοῦτον, εἶχον τὴν διχογνωμίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἡμεῖς; Εἶμαι βέβαιος, ὅτι τοιαύτη διχογνωμία δὲν ὑπῆρχεν, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπῆρχε, δὲν εἶναι παρεμφερὲς τὸ ζήτημα τῆς παρακρατήσεως τῆς ζακχάρεως πρὸς τὸ ζήτημα τῆς παρακρατήσεως τῆς σταφίδος. Ἡ σταφὶς δὲν εἶναι προϊὸν, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν αὐτὴν ποιότητα καὶ τοὺς αὐτοὺς ἀγοραστὰς, ὥστε νὰ δύναται νὰ ὠφεληθῇ ἡ ἀνωτέρα ποιότης ἐκ τῆς παρακρατήσεως. Αἱ ἐπαρχίαι τῆς Αἰγιαλείας καὶ Κορινθίας ἔχουν ὡρισμένην ποσότητα παραγωγῆς καὶ ὡρισμένους τόπους καταναλώσεως καὶ ἀγοραστὰς ὡς ἐκ τῆς ἐκλεκτικωτέρας ποιότητος. Ἡ παραγωγὴ Κόρφου καὶ Βοστίτσης ἀποστέλλεται ὁλόκληρος εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ ἔχει ὡρισμένους ἀγοραστὰς, ἐνῷ ἡ παραγωγὴ τῶν ἄλλων μερῶν ἐν Ἀγγλίᾳ μὲν ἔχει καὶ αὕτη ἰδίους ἀγοραστὰς, ἀποστέλλεται ὅμως καὶ εἰς ἄλλας ἀγοράς. Διὰ τῆς παρακρατήσεως δὲν ἐπέρχεται ἐλάττωσις τῆς παραγωγῆς Κορινθίας καὶ Αἰγιαλείας. Ἀλλὰ τί σᾶς ἐμποδίζει, μᾶς λέγουν, νὰ μὴ παρακρατήσητε καὶ παραδώσητε ἰδικόν σας σταφιδόκαρπον; Δὲν ἀγνοεῖτε, Κύριοι, ὅτι καὶ ἡ κατωτέρα ποιότης τοῦ σταφιδοκάρπου τῆς Κορινθίας καὶ Αἰγιαλείας εἶναι διπλασίας ἀξίας τῆς ποιότητος, τὴν ὁποίαν παραδίδουν εἰς τὰς δημοσίας ἀποθήκας· κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν μᾶς ἐπιβάλλεται ν’ ἀγοράσωμεν δελτία σταφίδος ἐπαρχιακῆς διὰ τὴν παρακράτησιν πρὸς 130 καὶ 140 δραχμάς. Καὶ ἂν παραδεχθῶμεν δὲ, ὅτι φέρει ἀποτελέσματα ἡ παρακράτησις, τοιαῦτα μόνον ἐπὶ τοῦ ἐπαρχιακοῦ σταφιδοκάρπου θὰ ἐπήρχοντο ἕνεκα ζητήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου τούτου, καὶ θὰ εἴχομεν ἀφομοίωσιν τῶν τιμῶν τοῦ σταφιδοκάρπου πρὸς τὰς τιμὰς τοῦ ἰδικοῦ μας. Τῆς ἐλαττώσεως τῆς παραγωγῆς διὰ τῆς παρακρατήσεως μὴ ἐπιδρώσης ἐπὶ τῆς παραγωγῆς Κόρφου καὶ Βοστίτσης, θὰ μᾶς εἴπωσι: «δὲν ζημιοῦσθε, διότι, ἂν δὲν λαμβάνετε ἀνωτέρας τιμὰς, δὲν λαμβάνετε καὶ κατωτέρας· δεχθῆτε λοιπὸν τὴν ἰσότητα, ἥτις ἐπέρχεται». Ἀλλὰ δὲν λανθάνει ὑμᾶς, Κύριοι, ὅτι, διὰ νὰ ἔχωμεν παραγωγὴν χιλίων λιτρῶν σταφίδος, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καλλιεργήσωμεν πολλάκις τρία στρέμματα καὶ νὰ δαπανήσωμεν περισσότερα τῶν ὅσων θὰ δαπανήσῃ ὁ Ἠλεῖος κατὰ στρέμμα· ἔχομεν ἀνάγκην νὰ δαπανήσωμεν ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ πλείονα διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν, διὰ τὴν ἀποστολὴν ἐν γένει, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ πρέπει νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς τριπλασίαν δαπάνην. Λοιπὸν διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν αὐτὴν καθαρὰν πρόσοδον πρέπει νὰ πωλήσωμεν εἰς τριπλασίαν τιμὴν ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν πωλοῦσιν οἱ ἐν Ἠλείᾳ. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, οἵτινες μᾶς ἀναγκάζουσι νὰ ἤμεθα ἀντιπαρακρατητικοὶ, νὰ μὴ δεχώμεθα θεσμὸν τοῦτον τῆς παρακρατήσεως. Ἀλλὰ μήπως ταῦτα πάντα δὲν κατανοοῦσι καὶ οἱ παρακρατητικοί; Σᾶς εἶπον τίνες λόγοι τοὺς ἀναγκάζουσι νὰ ἐπιμένωσιν. Ὁμολογῶ ὅτι ἐπέρχεται ζημία τις εἰς τὰ συμφέροντα ἐκείνων, διότι δὲν θὰ ἐλαττωθῇ ἡ παραγωγή των, ἂν δὲν ἐπέλθῃ ἡ παρακράτησις, θὰ ἦναι ἄφθονος βεβαίως ἡ παραγωγή, θὰ ἐπέλθῃ δὲ κλονισμός τις τῶν τιμῶν καὶ ἔκπτωσις τούτων. Πλὴν διὰ τῆς διαδόσεως τοῦ προϊόντος καὶ διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς καταναλώσεως θὰ ἔχωμεν ὕψωσιν ἀργότερον, ἡ ὁποία νὰ ἀνταποκρίνηται εἰς τὰς ἐπιθυμίας ὅλων. Λέγουσιν, ὅτι ἀποδεχόμεθα τὴν παρακράτησιν. Τίς ἐξ ἡμῶν, ἐρωτῶ, ἀπεδέχθη ταύτην; Ἄν, Κύριοι, ἀναγκαζώμεθα νὰ τὴν ἀποδεχθῶμεν, τὸ πράττομεν διότι δὲν δυνάμεθα νὰ φέρωμεν ἀποτέλεσμά τι κατὰ τῆς παραδοχῆς αὐτῆς. Ἀλλὰ τέλος πάντων δεχόμεθα τὴν καταδίκην μας δι’ ἕν ἢ δύο ἔτη, πρὸς Θεοῦ ὅμως, μὴ μᾶς καταδικάζετε εἰς πρόσκαιρα δεσμά! Ἐν τῷ καθ’ ἡμῶν ἀγῶνί των δὲν παρέλειψαν νὰ μᾶς εἴπωσι καὶ ἐγωϊστάς· ὁ ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος κ. Διγενόπουλος ἀπεκάλεσεν ἡμᾶς τοῦ χειρίστου εἴδους ἐγωϊστάς. Σᾶς ἐρωτῶ, ἡμεῖς εἴμεθα ἐγωϊσταί, οἵτινες προσπαθοῦμεν ν’ ἀποτρέψωμεν ὑμᾶς νὰ ἐπιβάλητε ζημίας δι’ ἑνὸς τοιούτου νόμου, ἢ εἶναι ἐγωϊσταὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες προσπαθοῦσι ν’ ἀποκτήσωσι κέρδοι διὰ ζημιῶν, αἵτινες θὰ προσγίνωσιν εἰς ἡμᾶς; Ἀλλὰ τέλος πάντων ἠκούσατε τόσα, ὥστε πρέπει νὰ τεθῇ ἓν τέρμα, ἐσχηματίσατε μίαν ἰδέαν· εἰς ὑμᾶς ἐπαφίεται, κύριε Ὑπουργέ, νὰ κανονίσητε τὸ ζήτημα αὐτό. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἐμελετήσατε ἀρκούντως τὸ ζήτημα· λάβετε ὅμως ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ἰδικάς μας διαμαρτυρίας, καὶ μὴ θελήσητε νὰ μᾶς ἀδικήσητε· ὑποχρεώσατε ἡμᾶς νὰ καταβάλλωμεν ἐκ τῆς ἰδίας ἡμῶν παραγωγῆς, ἐὰν ἐπιμείνητε εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου σας, ἀλλὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν διπλασίαν ἀξίαν τῆς κατωτέρας ποιότητος ἡμῶν, καὶ κανονίσατε ἓν ποσοστὸν ἀνάλογον, ὥστε νὰ μὴ ἐπέλθῃ ζημία εἰς ἡμᾶς, εἰς τρόπον ὥστε, ἂν ὑπάρχουν ἀποτελέσματα καλὰ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῆς παραγωγῆς, νὰ ἀποκτήσωμεν ἓν ὄφελος καὶ ἡμεῖς. Ἡμεῖς θὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, καὶ σᾶς βεβαιοῦμεν, ὅτι ὁ λαὸς δὲν θὰ φέρῃ τὴν ἐλαχίστην ἀντίρρησιν καὶ διαμαρτυρίαν, οὐδὲ θὰ διασαλευθῇ ἡ τάξις ἐν τῇ χώρᾳ, οὐδὲ θὰ διατρέξῃ κίνδυνόν τινα ὁ Βασιλεὺς, ὡς ὁ ἐξ Ἠλείας συνάδελφος ἠθέλησε νὰ ἀναφέρῃ χθὲς ἐν τῇ Βουλῇ, ἂν δὲν ψηφισθῇ παρ’ ὑμῶν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. (Ἐνταῦθα προσελθὼν ὁ ἄρτι ἐκλεχθεὶς βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Ἀλέξανδρος Γ. Σκουζὲς, ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον).
§3ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὑποβάλλω, Κύριοι, σχέδιον νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ͵ΒΥΝΔʹ τῆς 26 Δεκεμβρίου 1896». Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προστίθεται εἰς τὸν εἰρημένον νόμον, ὅστις, ὡς γνωστὸν, προνοεῖ περὶ προστασίας τῶν διὰ λατομίας καταστρεφομένων ἀρχαιολογικῶν ὑψωμάτων τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, διάταξις, καθ’ ἣν ἡ ἀποφαινομένη περὶ τῆς ἐκδόσεως ἀδείας πρὸς λατομίαν ἐπιτροπὴ δύναται νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν οὐχὶ μόνον τὴν ἀρχαιολογικὴν ἢ ἱστορικὴν σημασίαν τοῦ ὑψώματος, ἀλλὰ καὶ τὴν τοπογραφικὴν καὶ αἰσθητικήν. Πρὸς τοῦτο δὲ προστίθενται ὡς μέλη τῆς ἐπιτροπῆς εἷς καθηγητὴς τῆς ἱστορίας, ὁ καθηγητὴς τῆς γεωλογίας ἐν τῷ ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ καὶ εἷς τῶν καθηγητῶν τῆς γραφικῆς ἐν τῇ Σχολῇ τῶν Καλῶν Τεχνῶν. Ἐπίσης ὑποβάλλω σχέδιον νόμου περὶ γυμναστικῆς, τὸ ὁποῖον ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω κατὰ τὴν συζήτησιν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 294–295).
§5Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἐκ Ναυπλίας συνάδελφος κ. Ποταμιάνος ἐζήτησε καταστάσεις τῶν ἐργασιῶν τῶν δικαστηρίων, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς μηνύσεις αἱ ὁποῖαι γίνονται, τὰς ἀποφάσεις αἱ ὁποῖαι ἐκδίδονται, τὰ βουλεύματα τὰ ὁποῖα δημοσιεύονται. Τὰς καταστάσεις ταύτας καταθέτω. Ὁ συνάδελφος κ. Μπακόπουλος ἐζήτησεν ἐξηγήσεις περὶ ἐγγράφων εὑρεθέντων εἴς τι παντοπωλεῖον τῆς Τριπόλεως. Τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐκεῖ εὑρέθησαν, ἦσαν ἔγγραφα τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου Ἀρκαδίας.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης.
§7Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σφοδρῶς ἐπετιμήθησαν χθὲς αἱ σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι, αἱ ἀπαιτοῦσαι παρὰ τοῦ Κράτους, ὡς μέσον σωτηρίας τὴν παρακράτησιν, ὡς ἐπίσης σφοδρῶς ἐπετιμήθησαν καὶ αἱ Βουλαί, αἵτινες ἐνέδωκαν καὶ παρεδέχθησαν αὐτήν. Ἡ μομφὴ αὕτη εἶναι ἄδικος. Ἄν ἡ παροῦσα Βουλὴ δεχθῇ τὴν παρακράτησιν, τοῦτο θέλει ὀφείλεσθαι βεβαίως εἰς τὴν ἐξέγερσιν καὶ τὴν ἐπιμονὴν τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ἐκείνων, αἵτινες, βλέπουσαι ἑαυτὰς ἀπολλυμένας ἐκ τῆς σταφιδικῆς κρίσεως, καὶ οὐδεμίαν προσδοκῶσαι βοήθειαν εἴτε ἐκ τοῦ Κράτους, εἴτε ἐκ τῶν κεφαλαίων, εἴτε ἐκ τοῦ ἐμπορίου, προσέφυγον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐζήτησαν παρ’ αὐτῆς, ὡς μόνον ἀπομεῖναν μέσον, τὴν παρακράτησιν. Εὐγνωμοσύνη θὰ ὀφείληται μεγίστη εἰς τὴν παροῦσαν Βουλήν, ἂν δεχθῇ τὴν παρακράτησιν, καὶ μάλιστα δεκαετῆ, ὡς εὐγνωμοσύνη ἐπίσης ὀφείλεται εἰς τὰς παρελθούσας Βουλάς, ὅτι ἐδέχθησαν ἐπανειλημμένως τὴν παρακράτησιν, ὅτι, βλέπουσαι ζητούμενον παρ’ αὐτῶν μέτρον, ὅπερ ἐθεώρουν μὲν ἔκτροπον, ἀλλ’ ἔκρινον ὡς τὸ μόνον δυνατὸν μέσον σωτηρίας, μὴ λαβοῦσαι ὑπ’ ὄψιν τοὺς ἐξορκισμοὺς ἐν ὀνόματι ἐπιστήμης, ἥτις, ὅσον καὶ ἂν ὑπηρέτησεν ἄλλοτε καὶ ὅσον καὶ ἂν δύναται νὰ ὑπηρετήσῃ ἀκόμη τὰ συμφέροντά τινων Κρατῶν, δὲν ἀνταποκρίνεται πλέον εἰς τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς σημερινῆς παραγωγῆς, τῆς σημερινῆς βιομηχανίας καὶ τῶν σημερινῶν ἀναγκῶν τῶν παραγωγικῶν τάξεων. Τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπιστήμης αὐτῆς χθὲς τὸ ἑσπέρας θερμῶς συνίστων ἡμῖν τινες διὰ νὰ μᾶς ἀποτρέψουν ἀπὸ τῆς παρακρατήσεως, παριδόντες ὅτι μεγάλα ἔθνη, σύγχρονα ἡμῶν, τὰς ἀρχὰς αὐτὰς ἐγκατελιπόντα, ἔσωσαν τὴν παραγωγὴν αὐτῶν, καὶ ἀνῆλθον εἰς μεγάλην οἰκονομικὴν περιωπήν. Εἰς μεγάλην περιωπὴν οἰκονομικῶς ἀνῆλθε, μὴ τηροῦσα τὰς ἀρχὰς αὐτάς, ἡ Γαλλία, καὶ κατέστη σήμερον τὸ πρῶτον γεωργικὸν ἔθνος τοῦ κόσμου. Τὰς ἀρχὰς αὐτὰς μὴ τηροῦσα ἡ Γερμανία ἐπετέλεσε τὰς κολοσσιαίας προόδους ἐν τῇ βιομηχανίᾳ, αἵτινες ἀνέδειξαν αὐτὴν τὸ πρῶτον βιομηχανικὸν σήμερον ἔθνος τοῦ κόσμου. Ἀλλὰ μήπως πάντα σχεδὸν τὰ Κράτη δὲν ἀναγκάζονται σήμερον ἐκ τῶν περιστάσεων καὶ τῶν ἀναγκῶν νὰ παρεκτρέπωνται ἀπὸ τῶν ἀρχῶν ἐκείνων τῆς ἐλευθέρας ἐμπορίας καὶ τῆς ἐλευθέρας συναλλαγῆς, διότι μόνον διὰ τῆς παρεκτροπῆς αὐτῆς δύνανται νὰ προστατεύσωσι καὶ συντηρήσωσι τὰ συμφέροντα αὑτῶν καὶ ν’ ἀποφύγωσι τὰς μεγάλας καταστροφάς, αἵτινες ἀπειλοῦσι τὴν παραγωγὴν αὐτῶν; Κατὰ τῆς παρακρατήσεως πολλὰ ἐρρήθησαν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι οὔτε δίκαια οὔτε εὔλογα εἶναι τὰ κατ’ αὐτῆς λεγόμενα. Βεβαίως ἡ παρακράτησις δὲν εἶναι πανάκεια, ἡ παρακράτησις δὲν ἐπαγγέλλεται νὰ ἄρῃ πάντα τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα συντελοῦν εἰς τὴν κακοδαιμονίαν τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ, ἀποφέρουσα τ’ ἀποτελέσματα, ἅτινα ὅλοι ἀπεδέχονται, ἐνόσῳ ὑφίστανται ἄλλα αἴτια, παρεμποδίζοντα τὰ πλήρη, τὰ τέλεια ἀγαθὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς. Οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ δὲν πάσχουν μόνον ἐκ τῆς μεγαλειτέρας παραγωγῆς, τῆς μεγαλειτέρας προσφορᾶς, ἀλλὰ πολλοὶ αὐτῶν πάσχουν καὶ ἐκ τῶν βαρέων χρεῶν καὶ τῶν βαρέων τόκων, οἱ ὁποῖοι βαρύνουν τὰ κτήματα αὐτῶν. Τὰ ἐμπόριον τῆς σταφίδος ἐπίσης πολλὰ πάσχει καὶ ἐκ τῶν νοθειῶν καὶ ἐκ τῶν προπωλήσεων, αἵτινες καταβιβάζουν τὰς τιμὰς τῆς σταφίδος κάτω τῶν ὅρων τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως. Ἀλλὰ καὶ ἡ παρακράτησις αὐτὴ, ὡς νομοθέτημα, δὲν ἦτο δυνατὸν, ὡς ἐνομοθετήθη, νὰ φέρῃ ὅσα ἐκ τῶν προτέρων μελετῶν τις αὐτὴν ἀπεξεδέχετο. Ἐν πρώτοις αὐθαιρέτως ὡρίζετο κατ’ ἔτος τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔδει νὰ παρακρατηθῇ, ἀλλ’ ὅπερ οὐδεὶς ἠγγυᾶτο ὅτι ἦτο ἀνάλογον πρὸς τὴν ἑκάστοτε παραγωγὴν, ἀνάλογον πρὸς τὴν ζήτησιν. Ἀλλὰ καὶ ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἐνομοθετήθη μέχρι τοῦδε ἡ παρακράτησις, ὁ τρόπος ὁ ἐτήσιος, οὐδόλως συνετέλει, ὅπως τὸ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐμπόριον, ὅπερ κανονίζει τὰς τιμὰς τῆς σταφίδος ἐκ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἐνδεχόμενον νὰ προσφερθῇ σήμερον ἢ βραδύτερον πρὸς κατανάλωσιν εἰς τὰς ἀγορὰς, ἐμπιστευθῇ εἰς τὴν ἀσφάλειαν, ἣν παρέχει παρακράτησις πρῶτον μὲν δι’ ἓν μόνον ἔτος ὡρισμένη, δεύτερον δὲ ποσοῦ, οὗτινος ἡ ἀναλογία πρὸς τὴν προσφορὰν εἶναι ἀμφιβόλου χρησιμότητος. Τὸ ἐμπόριον θέλει βέβαια πράγματα, οὐδὲν δ’ ἦτο βέβαιον μὲ τὴν παρακράτησιν, ὡς γίνεται παρ’ ἡμῖν, καὶ τ’ ἀποτελέσματα ὑπὲρ βελτιώσεως τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος ὑπῆρξαν μέτρια. Οὐ μόνον παρεκρατεῖτο ἴσως μικρότερον τοῦ πρέποντος ποσὸν σταφίδος, ἀλλὰ παρεκρατεῖτο δι’ ἓν μόνον ἔτος, καὶ πιθανὸν τὸ ἑπόμενον ἔτος τὸ παρακρατηθὲν ποσὸν, ὅλον ἢ μέρος αὐτοῦ, νὰ ἐρρίπτετο εἰς τὰς ἀγορὰς, ἂν δὲν ἤθελε ψηφισθῆ ἐκ νέου ἡ παρακράτησις. Τὸ ἐμπόριον λοιπὸν τῆς σταφίδος διετέλει ὑπὸ ἀπειλὴν, καὶ τὰ ἀποτελέσματα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι ἐντελῶς εὐχάριστα. Τοῦτο ὅμως δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν παρακράτησιν αὐτὴν καθ’ ἑαυτήν. Αὕτη εἶναι ὅ,τι λογικὸν καὶ πρακτικὸν πρὸς ἀνύψωσιν τῶν τιμῶν, διότι περιορίζει τὴν προσφορὰν ἀναλόγως πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς καταναλώσεως. Ἀλλ’ ὡς ἐξετελέσθη παρ’ ἡμῖν μέχρι τοῦδε ἡ παρακράτησις, δὲν περιώριζεν ἀσφαλῶς καὶ ἀκριβῶς τὴν προσφοράν. Καὶ αἱ καταχρήσεις τῶν ἀποθηκαρίων, γνωσταὶ γενόμεναι, οὐ μικρὸν ἐξεφόβιζον τὸ ἐμπόριον, καὶ κατεβίβαζον τὰς τιμάς. Ἡ παρακράτησις κατηγγέλθη ἐπίσης ὡς ἐναντία τοῦ Συντάγματος. Ἐναντία τοῦ Συντάγματος βεβαίως δὲν εἶναι, διότι ἰδιοκτησίαν δὲν ἀφαιρεῖ, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἐφαρμόζεται καὶ ἐπὶ κινητῶν. Ἐκτὸς τούτου ἡ παρακράτησις δὲν εἶναι ἀφαίρεσις ἰδιοκτησίας ἄνευ ἀποζημιώσεως. Ἡ παρακράτησις εἶναι ἄλλο τι. Δυνάμει τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν νομίζομεν, ἔστω στενοχωροῦντες κατά τι τὰ πράγματα, ὅτι ἔχει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, τοῦ κανονίζειν τὰ τῆς εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς, τὰ τοῦ ἐμπορίου, ἐνομίσαμεν ὅτι ἠδυνάμεθα, χάριν γενικοῦ συμφέροντος, νὰ ἐπιβάλωμεν, ὅπως ὡρισμένον ποσοστὸν τῆς παραχθείσης σταφίδος μὴ ἐξάγηται, συμφώνως μὲ τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους τοῦ θέτειν διαφόρους περιορισμοὺς εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ τοῦ κανονίζειν τὰ τῆς ἐργασίας καὶ τῶν συναλλαγῶν. Ἐν πολλοῖς ἀπαντῶμεν τοιούτους νομοθετικοὺς περιορισμούς. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον παρακρατεῖται δὲν ἀπόλλυται. Ἀφαίρεσις καὶ στέρησις τοῦ παρακρατουμένου δὲν ὑπάρχει. Ἴσως ἐχρησιμοποιεῖτο μέχρι τοῦδε ἀτελῶς, ἤδη δὲ πρόκειται νὰ κανονίσωμεν καλλίτερον τὰ τῆς παρακρατουμένης σταφίδος, καὶ πρὸς σκοποὺς πλέον ἐπωφελεῖς καὶ ἀσφαλεῖς διὰ τοὺς σταφιδοκτήμονας. Πάντως ἀπώλεια καὶ ζημία ἐκ τοῦ μέτρου δὲν ὑπάρχει. Λοιπὸν ἐναντίον τοῦ Συντάγματος τὸ μέτρον, καίτοι ἔκτροπον, δὲν εἶναι. Ἐρρήθη ὅμως καὶ μετὰ πολλῆς δυνάμεως ὑπεστηρίχθη χθὲς, ὅτι εἶναι ἐναντία ἡ παρακράτησις τοῦ γενικοῦ, τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος. Ὑπεστηρίχθη ὅτι, ἂν ἕνεκα τῆς ἐλαττώσεως τῆς ζητήσεως, ἐλαττώσεως ἀνερχομένης μέχρι τοῦ ἑνὸς τρίτου ἢ ἑνὸς τετάρτου τῆς παραγωγῆς, ᾖναι ἀνάγκη νὰ παρακρατῶμεν ἓν μέρος τοῦ προϊόντος καὶ διὰ τῆς τεχνικῆς ὑπερτιμήσεως νὰ ἀπολαμβάνωμεν ὅσῳ τὸ δυνατὸν περισσότερα, ἢ τουλάχιστον νὰ μὴ ζημιώμεθα, καλλίτερον θὰ ἦτο, ἂν ἀπώλλυτο ἐντελῶς τὸ ἓν τρίτον ἢ ἓν τέταρτον αὐτὸ τῆς παραγωγῆς. Καλλίτερον δηλ. θὰ ἦτο, ἂν κατηργεῖτο, ἂν μετεμορφφοῦτο εἰς ἄλλα ἓν μέρος τῶν κτημάτων τῶν παραγόντων νῦν σταφίδα, καὶ διὰ τῶν δύο τρίτων ἢ τετάρτων τῶν ὑπολοίπων εἴχομεν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς ἀπαιτεῖ ἡ κατανάλωσις, καὶ ἀπελαμβάνομεν δι’ αὐτῶν τὰς τιμὰς, ἃς ἐπιδιώκομεν διὰ τοῦ μέτρου τῆς παρακρατήσεως. Τότε τὸ τρίτον ἢ τέταρτον τῶν κτημάτων τῆς σταφίδος θὰ ἀπεσπᾶτο, καὶ ἀντὶ τῆς καλλιεργείας τῆς σταφίδος θὰ ἐχρησιμοποιεῖτο πρὸς ἄλλην καλλιέργειαν, ἀποδίδουσαν ἐπίσης, ἂν ὄχι τὸ αὐτὸ, τουλάχιστον ἄξιον λόγου εἰσόδημα, χωρὶς ν’ ἀπόλλυται ἡ ἐργασία καὶ ἡ δαπάνη, ἥτις σήμερον γίνεται διὰ τὴν παρακρατουμένην σταφίδα. Ὑπεστηρίχθη ὅτι τὸ συμφέρον τῶν Κρατῶν εἶναι, ὄχι νὰ ἐξάγωσιν ὅσοι τὸ δυνατὸν περισσότερα, ἀλλὰ νὰ παράγωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἀναπληροῦντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς εἰσαγωγῆς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ πρόκειται νὰ εἰσαγάγωσι. Νομίζω ὅτι ταῦτα, τουλάχιστον περὶ σταφίδος προκειμένου, δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν. Ἐν πρώτοις δὲν φρονῶ, ὅτι ἓν ἔθνος ἀκολουθεῖ καλὴν πολιτικὴν οἰκονομικὴν, ὑποστηρίζον ὅτι ἀδιακρίτως πρέπει, ὄχι νὰ ἐξάγῃ ὅσον δύναται περισσότερα, ἀλλὰ νὰ προσπαθῇ νὰ παράγῃ περισσότερα, διότι νομίζω, ὅτι ὁ κανὼν, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ τηρῶμεν, εἶναι ὁ ἑξῆς: πρέπει νὰ εἰσάγωμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παράγονται εὐθηνότερον παρ’ ἄλλοις ἢ ὅσον δύνανται νὰ παραχθῶσι παρ’ ἡμῖν, πρέπει δὲ νὰ καλλιεργῶμεν καὶ ἐξάγωμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ παράγωμεν εὐθηνότερον ἢ ὅσον οἱ ἄλλοι ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Καὶ κατὰ τὰς δύο περιστάσεις εἴμεθα ἐν τῷ κέρδει. Κατὰ τὴν πρώτην δι’ ὀλιγωτέρων ἀποκτῶμεν τὸ αὐτὸ πρᾶγμα καὶ οἰκονομοῦμεν χρῆμα, κατὰ τὴν δευτέραν δὲ πωλοῦμεν ἐπικερδέστερον ὅ,τι ἐξάγομεν. Ἂν αὐτὸ ἐφαρμόσωμεν ἐπὶ τῆς σταφίδος, θὰ φθάσωμεν εἰς λίαν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, διότι ἡ σταφὶς, λόγῳ τῆς μονοπωλιακῆς αὐτῆς ἰδιότητος, δὲν δύναται νὰ παραχθῇ παρ’ ἄλλοις. Ὁ κανὼν, ὅτι πρέπει νὰ μὴ παράγωμεν σταφίδα, ἂν ἄλλοι δύνανται νὰ παράγωσιν αὐτὴν εὐθηνότερον ἡμῶν, δὲν ἔχει ἐφαρμογήν. Διότι εἶναι ἀδύνατον τὴν σταφίδα τὴν κορινθιακὴν οὐ μόνον νὰ παραγάγωσιν εὐθηνότερον, ἀλλὰ καὶ νὰ παραγάγωσιν ὁπωσδήποτε ἄλλοι τόποι. Ἐρρήθη ὅτι παράγεται σταφὶς κορινθιακὴ καὶ ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι παράγεται ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ σταφὶς, ἀλλ’ εἶναι πολὺ διάφορος τῆς ἡμετέρας τὴν ποιότητα, καὶ δὲν δύναται νὰ ἀναπληρώσῃ τὴν κορινθιακὴν ἐν τῇ συνήθει καταναλώσει. Πλὴν παράγεται καὶ εἰς ποσὸν πολὺ κατώτερον τῶν ἀναγκῶν τῆς καταναλώσεως, ἔχει δὲ καὶ ἓν ἄλλο μειονέκτημα, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ εἰσάγεται ὑπὸ δυσμενεστέρους ὅρους παρ’ ὅ,τι ἡ ἡμέρα σταφὶς, καθόσον ἡ σταφὶς ἡ κορινθιακὴ ἀπολαμβάνει τῆς ἐλαττώσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ φόρου, τὴν ὁποίαν δὲν ἀπολαμβάνει ἡ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Οὔτε λόγος πρέπει νὰ γίνεται περὶ σταφίδος κορινθιακῆς παραγομένης ἐν Καλλιφορνίᾳ ἢ ἀλλαχοῦ. Πανταχοῦ, ὅπου ἐκαλλιεργήθη, ἐβεβαιώθη ὅτι σταφὶς, οἵα ἡ τῆς Ἑλλάδος, δὲν δύναται νὰ παραχθῇ, ἀφοῦ καὶ ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν, ἅμα ἀπομακρυνόμεθα ὡρισμένης τινος ἀκτῖνος ἀπὸ τῆς παραλίας, ἀδύνατον νὰ παραγάγωμεν σταφίδα. Ἀγαπᾷ τὰς ἀκτὰς τῆς θαλάσσης, ὅπου τὰ ψύχη τῆς ἑσπέρας, ἅτινα βλάπτουν αὐτὴν, εἶναι μετριώτερα ἢ εἰς τὰ ὑψηλὰ μέρη. Λοιπὸν φόβος, ὅπως τὴν σταφίδα παραγάγουν ἄλλοι εὐθηνοτέραν καὶ τῆς αὐτῆς ποιότητος ἀλλαχοῦ, δὲν ὑπάρχει, τοὐλάχιστον μέχρι σήμερον. Ἄν εἴχομεν λοιπὸν καταναλωτὰς, δὲν ἔπρεπε νὰ καλλιεργῶμεν καὶ νὰ παράγωμεν ἢ σταφίδα, διότι καὶ τὸ κλῖμα τὴν εὐνοεῖ ἐξόχως καὶ τὸ ἐμπόριον, διότι ἐλάχιστος ὁ διαγωνισμὸς πρὸς αὐτήν. Δυστυχῶς ἡ κατανάλωσις αὐτῆς εἶναι καὶ θὰ ἦναι ἐπὶ πολὺν χρόνον περιωρισμένη. Ἐκ τούτου ἡ δυσφορία τῆς χώρας, ἐκ τούτου τὰ τεχνικὰ, τὰ βεβιασμένα μέσα, ὅπως μειώσωμεν ἄνευ μεγάλων καταστροφῶν τὰς ζημίας τῆς κρίσεως. Ἡ συμβουλή τινων, ὅπως ἐγκαταλίπωμεν ἀνάλογον μέρος τῆς σταφιδοφυτείας καὶ ἐπιδοθῶμεν εἰς ἄλλας καλλιεργείας, εὐκόλως δίδεται, ἀλλὰ δύσκολον νὰ ὠφελήσῃ ὅσον φρονοῦσιν οἱ συμβουλεύοντες. Κύριοι, ἐν Ἑλλάδι δὲν πρέπει νὰ πλανώμεθα. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι πεπλασμένη καὶ τοποθετημένη, ἵνα παράγῃ τὰ μεσημβρινὰ προϊόντα. Ἐν αὐτῇ εὐδοκιμεῖ ἡ ἄμπελος, ἡ σταφὶς, ἡ ἐλαία, ἡ μέταξα καὶ τὰ ὁμοειδῆ προϊόντα τὰ μεσημβρινὰ, δὲν εἶναι δὲ τόπος γεωργικός. Ἡ ἰδίως γεωργία, ἤτοι ἡ καλλιέργεια τῶν δημητριακῶν καρπῶν, καὶ ὀλίγα ἐν Ἑλλάδι παράγει καὶ εἰς διπλασίαν τιμὴν παρ’ ὅ,τι ἡ γεωργία τῶν μὴ μεσημβρινῶν τόπων. Βεβαίως ἔχομεν μέγαν γεωργικὸν πληθυσμὸν, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἐνθαρρύνηται καὶ ὑποστηρίζηται ὑπὸ τοῦ Κράτους εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν δημητριακῶν, διότι ἔχομεν μεγάλας ἐκτάσεις, τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι εἶναι ἀδύνατον νὰ συντηρηθῶσιν, ἐὰν δὲν παράγουν τοὺς δημητριακοὺς καρπούς. Ὅσον καὶ ἂν μειονεκτῇ μία χώρα, πρέπει νὰ προσπαθῇ νὰ ἦναι, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, αὐτάρκης. Ἀλλ’ ἄλλο τοῦτο καὶ ἄλλο ἡ γεωργία ὡς κερδοσκοπικὴ ἐργασία. Παρ’ ἡμῖν οἱ γεωργοὶ ἐργάζονται οὐχὶ πρὸς ἐμπορίαν ἢ πρὸς ἐξαγωγὴν τῶν προϊόντων αὐτῶν, ἀλλὰ διὰ νὰ προμηθευθοῦν τὰ τῆς ζωῆς καὶ διότι δὲν ἔχουν ἄλλο μέσον ἐργασίας, ἐνῷ ἡ σταφὶς εἶναι προϊὸν πλούσιον, προϊόν μονοπωλιακὸν καὶ ἀκαταγώνιστον, προϊὸν μεγάλης τιμῆς, καὶ οὐδὲν τῶν ἄλλων προϊόντων τῆς Ἑλλάδος ἠδύνατο νὰ φέρῃ ὅσον ἡ σταφὶς πλοῦτον. Δι’ αὐτῆς ἱδρύθησαν αἱ μεγάλαι πόλεις ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου ἐν οἷς τόποις εὐδοκιμεῖ ἡ σταφίς. Ἄν τὴν ἀντικαταστήσωμεν διὰ τῆς καλλιεργείας τῶν δημητριακῶν καρπῶν, οὐδὲν ἄξιον λόγου θὰ κατορθώσωμεν. Λέγω τῶν δημητριακῶν καρπῶν, διότι δὲν ἐννοῶ, πῶς ἄλλως θὰ τὴν ἀντικαταστήσωμεν· δι’ ἀμπέλων; χειρότερον· δι’ ἐλαιῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἓν τῶν πολυτιμοτέρων σήμερον προϊόντων καὶ τῶν ἀσφαλεστέρων; ἀλλὰ ἡ ἀπόδοσις τούτων βραδύνει πολλὰ ἔτη, καὶ δυσκόλως θὰ πείσητε τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην νὰ ζήσωσι νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς τὴν καλλιέργειαν αὐτῶν. Δὲν ἠμπορεῖτε ἕνα σταφιδοκτήμονα νὰ τὸν συμβουλεύσητε νὰ ἐκκριζώσῃ τὸν σταφιδῶνά του καὶ νὰ καθιερώσῃ αὐτὸν εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν δημητριακῶν ἢ τὴν ἐμφύτευσιν ἐλαιῶν. Θὰ καταστρέψῃ ἓν κτῆμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι βεβαίως σήμερον προσοδοφόρον, καὶ θὰ τὸ ἀντικαστήσῃ δι’ ἄλλου, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι προσοδοφόρον. Ἡ γεωργία ἐν Ἑλλάδι εἶναι μία ἀνάγκη μόνον διὰ τοὺς γεωργούς. Λοιπὸν ὑφ’ ὅλας τὰς ἀπόψεις εἶναι ἀπελπιστικὴ ἡ θέσις τῶν πασχόντων πληθυσμῶν τῶν σταφιδικῶν χωρῶν, ἐξαιρέσει ὀλίγων τινῶν, οἱ ὁποῖοι ἀληθῶς ἐν τῷ ἐλευθέρῳ συναγωνισμῷ εὑρίσκουν ὅτι δύνανται νὰ ἐξασφαλίσουν εἰς ἑαυτοὺς καλλιτέραν θέσιν ἢ ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς παρακρατήσεως. Ὅθεν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα εὐκόλως καὶ προσοδοφόρως νὰ τὸν ἀντικαταστήσωμεν, νὰ διατηρήσωμεν αὐτὸν τὸν πλοῦτον τῶν σταφίδων, ὅστις ἤδη ὑπάρχει καὶ ὅστις εἰσήγαγεν ἄλλοτε πολλὰ ἑκατομμύρια, πλουτίσας τὸν τόπον, καὶ νὰ προσπαθήσωμεν μόνον δι’ ὅλων τῶν μέσων, ὅπως καὶ τὴν περιουσίαν αὐτὴν σώσωμεν, ἀλλὰ καὶ τὸ προϊόν αὐτῆς, ὅπερ σήμερον ὑποτιμᾶται, ἐξοδεύωμεν ἐπικερδῶς. Ἡ παρακράτησις εἶπον ὅτι εἶναι ἔκτροπον μέτρον, ἀλλὰ εἶναι μέτρον ἔκτροπον ὡς ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὡς πρᾶξις δηλαδὴ νομοθετικὴ, δὲν εἶναι ὅμως τοιοῦτον ὡς μέτρον ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐμπορίου. Διότι ἡ παρακράτησις, ἀνεξαρτήτως τῆς νομοθετικῆς ἐπόψεως, εἶναι ἓν ἐκ τῶν καθιερωμένων μέτρων ἰδίως ἐν τῇ μεγάλῃ βιομηχανίᾳ. Ἡ ὑπερπαραγωγὴ, ἡ ὁποία κατέστη χρονία πρὸ πάντων εἴς τινα τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς γῆς προϊόντα καὶ ἡ ὁποία συνεπάγεται τὰς κρίσεις καὶ τὰς ὑποτιμήσεις, ἀφ’ ὅτου ἰδίως ἐτελειοποιήθησαν αἱ μηχαναὶ καὶ κατέστη ἡ μεταφορὰ τῶν προϊόντων εὐθηνὴ καὶ ἐπεκράτησαν τὰ προστατευτικὰ δασμολόγια, θεραπεύεται διὰ μεθόδων καὶ τρόπων παραπλησίων τῆς παρακρατήσεως. Ἡ μόνη διαφορὰ εἶναι, ὅτι γίνεται χρῆσις αὐτῶν ἄνευ παρεμβάσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, διὰ μέσων ὀργανιζομένων ὑπ’ αὐτῶν τῶν παραγωγῶν, ὑπ’ αὐτῶν τῶν βιομηχάνων διὰ διαφόρων εἰδῶν συνεταιρισμῶν καὶ ἑνώσεων. Μόνον τὰς λέξεις ἀκούων τις καὶ τοὺς ὅρους, δι’ ὧν ἐκφράζονται ἐν τοῖς διαφόροις τόποις οἱ διάφοροι αὐτοὶ συνεταιρισμοί, οἵτινες ἀγωνίζονται καὶ ἀντιτάσσονται ἐν ὥρᾳ τῶν κρίσεων κατὰ τῶν κακῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ὑπερπαραγωγῆς, θέλει ἀπορήσει, πῶς τοσαῦται ὑπάρχουν μέθοδοι, ἐν τούτοις ἄγνωστοι ἐν Ἑλλάδι. Ἐν τούτοις παρ’ ἡμῖν ὁποῖος θόρυβος γίνεται, ὅτι μέτρα ἐναντία τῶν ἀρχῶν τῆς ἐλευθέρας ἐμπορίας ἀποτολμῶνται ὑπὲρ τῆς σταφίδος! Τίς, παραδείγματος χάριν, γνωρίζει τὸ ὄνομα κἄν τῶν Corners καὶ τῶν Pools καὶ τῶν Kartelle καὶ τῶν Trusts, δι’ ὧν ἐν Γερμανίᾳ καὶ Ἀμερικῇ ἰδίως ἐκβιάζεται ἡ ἰδιωτικὴ ἐργασία καὶ περιορίζεται καὶ ὑποβάλλεται χωρὶς νὰ θέλῃ εἰς τὴν θέλησιν ἑνός, εἴτε ὀλίγων εἴτε καὶ ὅλων τῶν παραγωγῶν ἢ ἐμπόρων ἑνὸς προϊόντος ἢ ἐμπορεύματος; Ὅλα ταῦτα δὲν εἶναι ἄλλο ἢ συστήματα διαφόρων ἑνώσεων, ὀργανωθέντα ὅπως περιορίσωσι, δι’ ὧν μέσων δύνανται, τὴν κατάπτωσιν τῶν τιμῶν καὶ τὴν ἀνατίμησιν προϊόντων, τὰ ὁποῖα λόγῳ παραγωγῆς καὶ προσφορᾶς ἀνωτέρας τῆς ζητήσεως δὲν καλύπτουν τὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς. Ἐν Γερμανίᾳ, ἰδίως ἐν Βεστφαλίᾳ, ἡ σιδηρουργικὴ παραγωγὴ ἐπαρουσίασε, λόγῳ τῆς μεγάλης ἀφθονίας καὶ τῆς καταπτώσεως τῶν τιμῶν, τὰ αὐτὰ φαινόμενα τῆς κρίσεως, τὰ ὁποῖα μόνον διὰ τῶν Kartelle ἠδυνήθησαν νὰ ἄρωσιν. Αἱ ἑνώσεις, αἱ συνεννοήσεις αὗται τῶν παραγωγῶν ἐπεξετάθησαν καὶ εἰς ἄλλας βιομηχανίας πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Κολοσσιαῖα ἐργοστάσια εἰργάζοντο ἐπὶ πολὺν χρόνον ἐπὶ ζημίᾳ, πωλοῦντα τὰ προϊόντα αὐτῶν ἐπὶ τιμῇ κατωτέρᾳ τῆς παραγωγικῆς δαπάνης, λόγῳ τοῦ διαγωνισμοῦ καὶ τῆς ὑπερμέτρου παραγωγῆς. Τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν τῶν παραγωγῶν αὐτῶν πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ, ἦτο νὰ συνεννοηθῶσι πρὸς ἀλλήλους, ὅπως παρακωλύσωσι τὸν μεταξὺ αὐτῶν διαγωνισμὸν καὶ ἐξαλείψωσιν ἐκ τῆς ἀγορᾶς τὰ ἐργοστάσια, ὅσα τυχὸν ἤθελον ἀρνηθῆ νὰ μετάσχωσι τῆς συνεννοήσεως αὐτῆς, κατορθώσωσι δ’ οὕτω νὰ πωλῶσιν εἰς τιμὰς συμφερούσας τὰ προϊόντα αὐτῶν. Τὰ Kartelle ἐν Γερμανίᾳ ἤρξαντο πρὸ 35 ἐτῶν, προέλαβον δὲ ἢ ἦραν συχνότατα τὰς κρίσεις τῆς ἐκ τῆς μεγάλης παραγωγῆς ἐν πολλαῖς βιομηχανίαις. Αἱ ἑνώσεις αὗται τὰς τιμὰς τῶν προϊόντων αὐτῶν ὁρίζουν ἀναλόγως τῶν τελωνιακῶν δασμῶν, οὕτως ὥστε νὰ καλύπτωσι τὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς καὶ νὰ καταλείπωσι μικρόν τι κέρδος, τὸ δὲ ὁλικὸν ποσὸν τῆς παραγωγῆς περιωρίσθη οὕτως, ὥστε νὰ μὴ ἦναι ὑπέρμετρον, καὶ διενεμήθη μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐργοστασίων τῆς ἑνώσεως, ἀναλόγως τῆς παραγωγικῆς αὐτῶν δυνάμεως. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ τὰ ἴδια συμφέροντα προστατεύουν τὰ Kartelle, ἀλλὰ καὶ τὰ τῶν καταναλωτῶν δὲν παραβλάπτουν. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸ 1890 ὑπῆρχον ἐν Γερμανίᾳ 368 Kartelle, ἡ δὲ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἐξακολουθεῖ νὰ ὑποστηρίζῃ αὐτὰ διὰ διαφόρων διοικητικῶν μέτρων. Διότι τοῦτο εἶναι καὶ τὸ συμφέρον τῶν Κυβερνήσεων, ὅταν δὲν γίνεται χρῆσις καταπιεστικῶν μέσων ὑπὸ τῶν συνεταιρισμῶν αὐτῶν καθ’ ὁμοτέχνων ἢ κατὰ τῶν καταναλωτῶν, ὡς ἐγένετο πολλάκις, ἰδίως ἐν Ἀμερικῇ, ὑπὸ τῶν λεγομένων Trusts, ἐκβιασάντων τοὺς ἀντιπάλους αὐτῶν διὰ καταστρεπτικῶν ζημιῶν νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τοὺς ὅρους αὐτῶν ἢ νὰ παύσωσιν ἐργαζόμενοι. Διὰ τοῦτο τὰ δικαστήρια τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν ἐκήρυξαν παρανόμους πολλὰς πράξεις αὐτῶν, καὶ τὰ κατεδίωξαν, τὸ δὲ Κογκρέσον διὰ νόμου ἐθεώρησε τὰς οὕτως ἐνεργούσας ἑνώσεις παρανόμους. Ἔκτοτε τὰ Trusts ἠναγκάσθησαν νὰ μεταβάλουν τρόπους συστάσεως καὶ ἐνεργείας, καὶ σήμερον εἶναι πολυάριθμα, ἐξακολουθοῦν ὅμως ἐργαζόμενα πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν, τὴν συνεννόησιν πρὸς κανονισμὸν τῆς παραγωγῆς καὶ τῶν τιμῶν. Ἐκτὸς τοῦ Trust διὰ τὸ πετρέλαιον ἐν Ἀμερικῇ, ὑπάρχουν διεθνῆ τοιαῦτα διὰ τὸ ἰώδιον, δεσπόζον ὅλου τοῦ κόσμου, τὸ τοῦ νίτρου, τοῦ ψευδαργύρου, τῶν ἀδαμάντων τῆς Βορείου Ἀμερικῆς καὶ ἄλλα. Ἐν Ἀγγλίᾳ ἐπίσης ἐπέτυχε συνδικάτον διὰ τὴν παραγωγὴν τοῦ ἅλατος. Πολλὰ ἐξ αὐτῶν ἐπραγματοποίησαν μυθώδη κέρδη. Ἄλλου εἴδους ἑνώσεις εἶναι αἱ τῶν Corners. Αὗται ἐργάζονται διὰ προαγορῶν ἑνὸς προϊόντος ἐφ’ ὅλου τοῦ κόσμου, ὡς τοῦ σίτου, τῆς ζαχάρεως, τοῦ βάμβακος, τῶν μετάλλων, τοῦ καφὲ κτλ. Πλὴν συχνότατα ἀπέτυχον καὶ ἐζημίωσαν καταστρεπτικῶς, διότι ἐνεργοῦν ἐπὶ προϊόντων, τῶν ὁποίων δὲν εἶναι περιωρισμένη ἡ παραγωγή. Ἕνα τῶν συνεταιρισμῶν αὐτῶν, τὸν ἐπὶ τῆς μετάξης, ἐπιτυχόντα, ὑπεστήριξε καὶ ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις, πιέσασα τὰς Ἰταλικὰς Τραπέζας νὰ συνδράμωσι διὰ μεγάλων καὶ μακροπροθέσμων πιστώσεων. Οὕτως ἐσώθη τὸ ἐμπόριον τῆς μετάξης, ἓν τῶν σπουδαιοτάτων ἐν Ἰταλίᾳ. Ἐπίσης ἐπέτυχε τοιαύτη ἕνωσις δι’ εἰδός τι μαλλίων. Ἀλλὰ τοιαῦται ἑνώσεις, ἵνα ἐπιτύχουν, πρέπει νὰ ἐνεργῶσι συμφώνως πρὸς τὸ ἐμπορικὸν ῥεῦμα, καὶ οὐχὶ κατ’ αὐτοῦ, οὐδ’ ἐναντίον τῶν καταναλωτῶν.
§8ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρήγον καὶ κατέστρεφον, ἢ ἠμπόδιζον τὴν καταστροφήν;
§9ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπὶ τῶν βιομηχανικῶν ἐργοστασίων εἶναι δυνατὸν νὰ προσδιορίσητε ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι τόσον ποσὸν θὰ παραγάγῃ ἕκαστος τῶν βιομηχάνων ἐπὶ τῇ βάσει ὅρου τινὸς καὶ ἀναλογίας, δὲν ἠμπορεῖτε ὅμως, ἂν ἠθέλετε ἀποτελέσει μίαν ἕνωσιν ἐξ ὅλων τῶν σταφιδοκτημόνων, νὰ ὁρίσητε ὅτι ἕκαστος σταφιδοκτήμων θὰ παραγάγῃ τόσον ποσὸν, διότι ἡ παραγωγὴ δὲν ἐξήρτηται ἐξ αὐτοῦ. Ἐνῷ ὅμως ἐπὶ τῶν τοιούτων ἑνώσεων τῶν βιομηχάνων οὐδεὶς ἀποκλείεται, παρ’ ἡμῖν οἱ κατὰ τῆς παρακρατήσεως οὐδὲν ἄλλο ζητοῦν ἢ τὴν καταστροφὴν ἐκείνων τῶν παραγωγῶν, οἵτινες δὲν δύνανται νὰ ἐπιζήσουν εἰς τὸν διαγωνισμόν. Ἐκεῖ παρατηροῦμεν ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν βιομηχάνων δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ διαγωνισθῶσιν ἐν τῇ βιομηχανίᾳ, διότι ἔχουν καταστήματα εὐτελῆ καὶ ἐργαζόμενα κακῶς, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπάρχει πνεῦμα δικαιοσύνης καὶ ἀλληλεγγύης μεταξὺ τῶν ὁμοτέχνων αὐτῶν, συνεννοοῦνται ἐπὶ ἴσοις ἀναλόγως ὅροις, πρὸς κοινὴν ὠφέλειαν, καὶ δὲν λέγουν εἰς αὐτοὺς «φύγετε, διότι δὲν εἶσθε ἰσχυροὶ καὶ ἱκανοί», ὅπως θέλετε νὰ εἴπητε σεῖς εἰς τοὺς παραγωγοὺς σταφίδος, οἵτινες παράγουν ὀλίγην κατὰ στρέμμα, καὶ ποιότητα οὐχὶ πρώτην.
§10ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως λέγετε ὑμεῖς πρὸς πάντας τοὺς συναγωνιζομένους.
§11ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ ἄρω τὴν ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν εἴχετε. Μὴ νομίζετε ὅτι ἡ ἰδιωτικὴ αὕτη συνεννόησις τῶν παραγωγῶν ἐν Εὐρώπῃ, περὶ ἧς ὁμιλῶ, δὲν εἶναι ἔκτροπος καὶ καταπιεστικὴ περισσότερον παρ’ ὅσον λέγετε ὅτι εἶναι ἡ παρακράτησις, ἡ ἐπιβαλλομένη ὑπὸ τοῦ Κράτους. Οὐχ ἧττον εἶναι ὀλιγώτερον καταπιεστικὴ καὶ ἐπιζήμιος ἢ ὁ ἐλεύθερος διαγωνισμός. Ὑπ’ αὐτὸν ἤθελον ἀποσυρθῆ οἱ μικροὶ καὶ ἀσθενεῖς, καὶ χιλιάδες ἐργατῶν ἤθελον μείνει ἄνευ ἐργασίας καὶ σπουδαῖα κεφάλαια ἀπολεσθῆ. Παρ’ ἡμῖν ἡ ἀπώλεια τόσων κτημάτων καὶ ἡ ζημία τόσων κτηματιῶν, ἂν μὴ δεχθῶμεν τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιβαλλόμενον συνεταιρισμὸν, δηλ. τὴν παρακράτησιν, κρίνεται μικρὸν κακὸν, καὶ συμβουλεύουν αὐτοὺς νὰ προτιμήσουν νὰ χάσουν ὅ,τι ἔχουν, ἐπιδιδόμενοι εἰς ἄλλας ἐργασίας, παρὰ νὰ ἐπέλθῃ μικρά τις ἐλάττωσις τῶν κερδῶν τῶν εὐνοηθέντων ὑπὸ τῆς τύχης κτηματιῶν. Ἡ ἰδιωτικὴ ἐλευθερία ἐν τῷ ἐμπορίῳ, ἀφινομένη ἀπεριόριστος ἐν τῇ δυνάμει αὑτῆς, ὑπῆρξεν ἐπιβλαβεστάτη εἰς τοὺς ἀσθενεστέρους παραγωγούς. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀξιομίμητον παράδειγμα, καὶ ἡ παρέμβασις τοῦ Κράτους, ὅπως διατηρήσῃ τὸ δίκαιον καὶ τὸ γενικὸν συμφέρον, ἐπιβάλλεται πολλάκις. Τὴν παρέμβασιν αὐτὴν δὲν θέλουν οἱ κατὰ τῆς παρακρατήσεως. Ἡ Βουλὴ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ διηγηθῶ τὸ παράδειγμα τῶν πετρελαίων ἐν Ἀμερικῇ, ὅπως ἴδῃ ποῦ ἄγει τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον, ὅταν ἦναι πανίσχυρον. Ἐν Ἀμερικῇ ὁ Ἄστωρ, ὁ ὁποῖος εἶναι σήμερον εἷς τῶν πλουσιωτέρων ἀνθρώπων τοῦ κόσμου, βλέπων ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ συγκεντρώσῃ εἰς χεῖράς του ἅπαν τὸ ἐν ταῖς Ἡνωμέναις Πολιτείαις ἐμπόριον τοῦ πετρελαίου, ὅπερ ἐξάγεται εἰς ὅλον τὸν κόσμον, συνήθροισε περὶ ἑαυτὸν, πλὴν ὀλίγων ἀρνηθέντων, ὅλους τοὺς παραγωγοὺς πετρελαίων ἐν τοῖς Κράτεσι τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, ὅπου παράγεται τὸ πετρέλαιον, ὅλους τοὺς ἔχοντας φρέατα πετρελαίου. Ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἠθέλησαν νὰ ὑποκύψουν εἰς τοὺς ὅρους αὐτοῦ, εἰς τί μέσον προσέφυγεν, ἵνα τοὺς ἐξαναγκάσῃ νὰ δεχθοῦν ἢ νὰ παύσουν ἐργαζόμενοι; Προέβη εἰς συνεννοήσεις μετὰ τῶν σιδηροδρομικῶν ἑταιρειῶν, αἱ ὁποῖαι μεταφέρουν τὰ πετρέλαια ἀπὸ τὰ φρέατα τῆς ἐξορύξεως εἰς τοὺς τόπους, ὅπου εἰς ἐργοστάσια καθαρίζονται καὶ φορτώνονται, καὶ οἵτινες τόποι εἶναι πάντοτε παράλιοι ἢ παρόχθιοι, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ ἀρνηθῶσιν εἰς αὐτοὺς τὴν μεταφορὰν τῶν πετρελαίων αὐτῶν. Δι’ αὐτοῦ τοῦ ἀδίκου τρόπου τοὺς ἐξηνάγκασεν· εἶναι δὲ τοῦτο εὔκολον ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ, διότι οἱ σιδηρόδρομοι εἶναι ἰδιωτικοί, τὰ δὲ κεφάλαια παμμέγιστα διὰ τοιαῦτα τολμήματα. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ συμφωνήσωσιν ἐν Ἑλλάδι τινὲς ἔχοντες κεφάλαια ἔκ τινων ἑκατομμυρίων, ἠδύναντο νὰ ἐξαναγκάσουν τοὺς σημερινοὺς ἀντιπαρακρατητικοὺς νὰ ὑποκύψουν εἰς τὰς προτάσεις των, καὶ νὰ χορεύσουν τὸν χορὸν, τὸν ὁποῖον ἤθελον. Διότι δὲν εἶχον ἄλλο νὰ πράξωσιν ἢ νὰ ἀγοράσωσι ποσόν τι σταφίδος καὶ νὰ τὸ ῥίψωσι διὰ μιᾶς εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ νὰ ἐξευτελίσωσι τὰς τιμὰς αὐτῆς. Οἱ ἀντιπαρακρατητικοί, προτιμῶντες τὴν ζημίαν ἀντὶ τῆς καταστροφῆς των, θὰ ἐδέχοντο πάντα ὅρον. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι. Συνεφώνησαν λοιπὸν αἱ σιδηροδρομικαὶ ἑταιρεῖαι νὰ μὴ μεταφέρουν τὰ πετρέλαια τῶν μὴ ὑποταχθέντων εἰς τοὺς ὅρους τοῦ Trust, καὶ ἠναγκάσθησαν οὗτοι βαθμηδὸν νὰ ὑποταχθῶσιν. Ἐλάχιστοι διεσώθησαν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ αἱ σιδηροδρομικαὶ ἑταιρεῖαι εἶχον ὁπωσδήποτε ἀξιώσεις, τὰς ὁποίας ἠναγκάσθη ὁ ἐπιχειρηματίας τῶν πετρελαίων νὰ δεχθῇ, ὅτε προῆλθεν εἰς τὰς συμφωνίας μετ’ αὐτῶν, — καὶ αὗται ἦσαν ὅπωςδήποτε βαρεῖαι—ἀπεφάσισε μετὰ τὴν ὑποταγὴν τῶν δυστροπούντων παραγωγῶν τοῦ πετρελαίου νὰ θέσῃ αὐτοὺς κατὰ μέρος, καὶ ἔθεσεν αὐτοὺς κατὰ μέρος ἄνευ τινὸς ζημίας διὰ τοῦ ἑξῆς εὐφυοῦς μέσου. Ἀντὶ νὰ μεταφέρωνται τὰ ἀκαθάριστα πετρέλαια διὰ τῶν σιδηροδρόμων καὶ νὰ στοιχίζῃ ὁπωσδήποτε ἡ καθημερινὴ μεταφορά των, κατεσκεύασαν παμμεγίστην αὔλακα ἀπὸ τῶν φρεάτων μέχρι τῆς παραλίας τῆς φορτώσεως, καὶ ἐντὸς αὐτοῦ χυνόμενα τὰ πετρέλαια μετεφέροντο ἄνευ οὐδεμιᾶς δαπάνης. Οἱ σιδηρόδρομοι ἐζημιώθησαν βεβαίως, ἀλλὰ ἐκ τοῦ συμφωνητικοῦ των οὐδεμίαν ἠδύναντο θ’ ἀντλήσωσιν ἀφορμὴν, ἵνα ζητήσωσιν ἀποζημιώσεις διὰ τὴν μεταβολὴν αὐτὴν τῶν μέσων τῆς μεταφορᾶς. Οὐχ ἧττον συνετέλεσαν νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ συγκέντρωσις ἅπαντος τοῦ ἐμπορίου τῶν πετρελαίων τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν εἰς ἑνὸς τὰς χεῖρας διὰ τοῦ ἐξαναγκασμοῦ καὶ τῶν ἄλλων παραγωγῶν. Ἀνέφερα τὸ παράδειγμα αὐτὸ διὰ νὰ δείξω, ὅτι ἐν τῇ ἰδιωτικῇ ὀργανώσει τῶν μέσων τῆς διασώσεως ἀπὸ τῶν κρίσεων, ἣν εὔχονται δῆθεν οἱ ἀντιπαρακρατητικοὶ, δὲν ἐπικρατεῖ πάντοτε τὸ δίκαιον καὶ ὁ σεβασμὸς πρὸς τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων, ἀλλὰ τοὐναντίον μεγαλείτεραι ἐν αὐτῇ καὶ αἱ ζημίαι καὶ ἡ πίεσις. Ἡ ἐπέμβασις τοῦ Κράτους, ἥτις ἀπαιτεῖται ἐν τῇ παρακρατήσει, εἶναι μὲν ἀνωμαλία, ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν δὲν περιέχει ἢ ὅ,τι αἱ πολυειδεῖς καὶ πολυώνυμοι ἑνώσεις, ἃς ἀνέφερα πρὸ μικροῦ. Καὶ αὗται ἐνεργοῦν ἢ ἐπὶ τῆς παραγωγῆς ἢ ἐπὶ τοῦ ἐμπορίου. Ἐπὶ τοῦ ἐμπορίου ἐνεργεῖ καὶ ἡ παρακράτησις, ἐνεργεῖ δὲ οὐδένα βλάπτουσα, ἀλλὰ πάντας μᾶλλον ἢ ἧττον ὠφελοῦσα. Ἀληθῶς τὴν παρακράτησιν ἀπεδέχθη ἡ Βουλὴ ἡ παρελθοῦσα, διότι, ἐνῷ δι’ αὐτῆς σώζομεν ἅπασαν τὴν περιουσίαν, περιουσίαν πολλῶν ἑκατομμυρίων, ἡ ὁποία παράγει σήμερον τὸ πλεονάζον ποσὸν τῆς σταφίδος, δίδομεν καιρὸν ἀζημίως, ὅπως εὑρεθῶσι τὰ μέσα, ἵνα καὶ τὸ πλεονάζον διατεθῇ. Ἐν τῷ μεταξὺ δέον νὰ φροντίσωμεν, ὅπως τὸ παρακρατούμενον ποσὸν τῆς σταφίδος μὴ ἀπόλλυται, ἀλλὰ χρησιμοποιῆται εἰς ἄλλας προσοδοφόρους ἐργασίας καὶ ἀποδίδῃ πρόσοδον, ἥτις, ἂν δὲν ἦναι ἀρκετὴ νὰ ἀφίνῃ κέρδος, νὰ καλύπτῃ ὅμως τὰς δαπάνας τῆς παραγωγῆς. Ἀρκεῖ τέλος, ὅτι θὰ συντελῇ, ὅπως τιμᾶται περισσότερον ἡ μὴ παρακρατηθεῖσα σταφὶς, καὶ ὅτι θὰ ἦναι ἀρκετὴ, ὅπως μὴ ἀναγκάζῃ ἡμᾶς νὰ ζητῶμεν ὑπερμέτρους τιμὰς διὰ τὴν σταφίδα, τιμὰς περιστελλούσας τυχὸν τὴν κατανάλωσιν. Διότι λέγεται καὶ τοῦτο, ὅτι ἡ παρακράτησις θὰ ὑπεραυξήσῃ τὰς τιμὰς, ἡ δὲ αὔξησις αὕτη, ὅτι θὰ περιορίσῃ τὴν κατανάλωσιν. Ἀλλ’ ὅταν ἀποζημιώμεθα ἐκ τῆς παρακρατηθείσης, προθύμως θὰ ἀρκώμεθα εἰς μετριωτέρας τιμὰς ἐκ τῆς μὴ παρακρατηθείσης. Ὁπωσδήποτε ἄλλη διέξοδος εἰς τὸ πλεόνασμα τῆς σταφίδος ἡμῶν δὲν ὑπάρχει. Ὅσοι ὅμως εἶναι κατὰ τῆς παρακρατήσεως, πιστεύουν ἢ θέλουν νὰ δείξουν ὅτι πιστεύουν εἰς λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς σταφίδος δι’ ἄλλης διεξόδου. Νομίζουν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ λύσις αὕτη διὰ συμβάσεων ἐμπορικῶν μετὰ ξένων Κρατῶν, καὶ πολλάκις ἠκούσαμεν παρακελεύσεις πρὸς τὰς Κυβερνήσεις, παρακλήσεις πρὸς τὸν Βασιλέα, ἐνίοτε πρὸς τὴν Βασίλισσαν αὐτὴν, νὰ ἐργασθῶσιν ἰδιαιτέρως διὰ τὰς ἐμπορικὰς αὐτὰς συμβάσεις. Πιστεύουν πολλοί, ὅτι ὑπάρχουν Κράτη, τὰ ὁποῖα εὑρίσκουν συμφέρον καὶ εἶναι διατεθειμένα, ἔστω καὶ ἐπὶ παραχωρήσεσι μεγάλαις ἐκ μέρους ἡμῶν, νὰ δεχθῶσι τὴν εἰσαγωγὴν τῆς ἡμετέρας σταφίδος, ἀλλ’ ὅτι οἱ κυβερνῶντες δὲν μετέρχονται δραστηρίως τὰ προσήκοντα μέσα, ὅπως ἐπιτύχουν τὴν συνομολόγησιν τῶν συμβάσεων αὐτῶν. Ἕνεκα τούτου ἐπικρατοῦσι παρὰ πολλοῖς ἐλπίδες καὶ δυσφορία, ὅτι δὲν πραγματοποιοῦνται, ἀντίδρασις δ’ ἀκόμη ἐξακολουθεῖ ἕνεκα τούτου κατὰ τῆς παρακρατήσεως. Τὸ κατ’ ἐμέ, φανερὰ ὁμολογῶ, ὅτι σύμβασις ἐμπορικὴ ἀξία λόγου διὰ τὴν σταφίδα ἡμῶν εἶναι δύσκολος, σχεδὸν ἀδύνατος. Βεβαίως εἶναι δυνατὸν νὰ συνομολογηθῇ σύμβασις μετὰ Κρατῶν μικρῶν, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι οὔτε δύνανται νὰ γίνουν μέγιστοι καταναλωταὶ σταφίδος, ἀλλ’ αὐτὴ δὲν θὰ ἦναι οὔτε σταγὼν ὕδατος ἐν τῷ κενῷ, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ἡ ζήτησις τῆς σταφίδος. Τὰ μεγάλα Κράτη συμφέρον ἔχουν νὰ μὴ συνομολογήσουν ταύτην. Ἡ σταφὶς ἄλλως, ὡς καρπὸς ἐπιτραπέζιος ἢ γενικῶς ὡς καρπὸς βρώσιμος, οὐδέποτε θὰ ἐπεκταθῇ σπουδαίως διὰ τῶν ἐνεργειῶν ἡμῶν τῶν ἰδίων, καὶ εἶναι πλάνη νὰ νομίζωμεν, ὅτι, ἂν συστήσωμεν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πρακτορεῖα ἢ ἀποστέλλωμεν ἀπὸ τόπου εἰς τόπον πράκτορας, θὰ δυνηθῶμεν νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὰς ἕξεις τῶν κατοίκων τῶν διαφόρων αὐτῶν μερῶν τοῦ κόσμου τὴν χρῆσιν καὶ τὴν κατανάλωσιν αὐτῆς. Τοιαύτη ἐργασία ἡμῶν θὰ ἦτο ἀνεπαίσθητος καὶ μὴ τελεσφόρος. Διότι, ἀφοῦ ἡ Ἀγγλία δὲν κατώρθωσε διὰ τῶν ἐνεργειῶν, τὰς ὁποίας κατέβαλε χάριν τοῦ ἐμπορίου της, νὰ ἐπεκτείνῃ περισσότερον τὴν κατανάλωσιν αὐτῆς, ἀφοῦ δὲν τὸ κατώρθωσε διὰ τοῦ παραδείγματος αὑτῆς, ὅπερ δίδει εἰς ὅλον τὸν κόσμον ὡς καταναλωτὴς σταφίδος, εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸ κατορθώσῃ ἡ Ἑλλὰς δι’ οἱουδήποτε μέσου. Οὐδεμία σύγκρισις δύναται νὰ γείνῃ μεταξὺ τῆς προπαγάνδας, τὴν ὁποίαν ποιεῖται ἡ Ἀγγλία, ἔθνος πρότυπον ἐν τῷ πολιτισμῷ, ὑπὲρ διαδόσεως τῆς σταφίδος, ὡς καρποῦ τραπέζης, καὶ τῆς προπαγάνδας τῶν πρακτόρων, τῶν παρ’ ἡμῶν ἀπεσταλμένων. Ἡ Ἀγγλία, ἡ ὁποία εἶναι τὸ πρότυπον ὄχι μόνον τοῦ πολιτικοῦ βίου, ἀλλὰ καὶ τοῦ κοινωνικοῦ βίου μεταξὺ τῶν διαφόρων λαῶν, διδάσκει καλλίτερον τῶν πρακτόρων τοὺς ἄλλους, πῶς καὶ εἰς τί δύνανται νὰ μεταχειρίζωνται τρώγοντες τὴν σταφίδα. Ἡ Γαλλία, ἡ ὁποία εἶναι γείτων τῆς Ἀγγλίας καὶ εἰς τόσα ἐμιμήθη αὐτήν, καίτοι μεταχειρίζεται τὴν σταφίδα ὡς οἱ Ἄγγλοι, ἐν τούτοις δὲν εἰσήγαγεν εἰς τὰς ἕξεις τοῦ Γαλλικοῦ ἔθνους τὴν σταφίδα, ὡς εἶναι εἰς τὰς ἕξεις τοῦ Ἀγγλικοῦ. Οὐδέποτε θὰ ἴδητε εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Γάλλου τὴν καθημερινὴν χρῆσιν τῶν puddings καὶ τῶν cakes, διὰ τῶν ὁποίων καταναλίσκεται ἐν Ἀγγλίᾳ τὸ μεγαλείτερον ποσὸν τῆς σταφίδος. Λοιπὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θὰ ἐπεκτείνωμεν ἐπαρκῶς τὴν κατανάλωσιν τῆς σταφίδος, ὡς καρποῦ ἐπιτραπεζίου, διὰ τῶν ἐνεργειῶν τῶν ἡμετέρων πρακτόρων. Τοῦτο εἶναι οὐτοπία. Ἀλλὰ πολὺ μεγαλειτέρα εἶναι ἡ ἀπελπισία, ὅπως εἰσαγάγωμεν τὴν σταφίδα εἰς ξένας χώρας διὰ βιομηχανικὰς χρήσεις. Διότι, εὐθὺς ὡς πρόκειται εἰς οἶνον νὰ μεταποιηθῇ αὕτη ἔν τινι χώρᾳ, ἢ εἰς οἰνόπνευμα, ἀπαντᾷ παρὰ τοῖς πλείστοις λαοῖς τὰ ἐντόπια συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουσιν εἰς τὸ ξένον Κράτος, οὔτε σύμβασιν νὰ ὑπογράψῃ ἐμπορικὴν, οὔτε ὑπὸ ὅρους ἐπιζημίους εἰς τὴν ἐγχώριον παραγωγὴν νὰ ἀνεχθῇ, ὅπως εἰσάγηται σταφίς. Ἀλλὰ καὶ ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ ὅλων τῶν Κρατῶν σήμερον εἶναι νὰ μὴ ἐξάγουν χρῆμα διὰ τὴν εἰσαγωγὴν ξένων προϊόντων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖα· τοιοῦτον δὲ βεβαίως δὲν εἶναι ἡ σταφὶς ἡμῶν. Λοιπὸν πρέπει νὰ θεωρῶμεν ὡς σχεδὸν βέβαιον, ὅτι ἡ ἡμετέρα σταφὶς δὲν θὰ εὕρῃ ἀλλαχοῦ κατανάλωσιν, οἵαν εἶχεν ἄλλοτε ἐν Γαλλίᾳ ἢ οἵαν ἔχει σήμερον ἐν Γερμανίᾳ, δηλ. διὰ κατασκευὴν οἴνων, ἢ ποτῶν, ἢ οἰνοπνευμάτων. Ἡ Ἀγγλία, εἶναι γνωστόν, ὅτι οὐδέποτε ἐπέτρεψε τὴν μεταποίησιν τῆς σταφίδος εἰς οἶνον, οὔτε ἴσως θὰ ἐπιτρέψῃ. Ἔχει συμφέρον τὸ Κράτος νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τοῦτο. Ὅτε ἄλλοτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἀγγλίας κ. Γκόσσεν εἰσήγαγεν εἰς τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον τὴν πρότασιν περὶ ἐλαττώσεως τοῦ φόρου τῆς σταφίδος ῥητῶς εἶπεν, ὅτι ἂν ἕνεκα τῆς εὐθηνίας τῆς σταφίδος ἤθελε γείνῃ χρῆσις αὐτῆς πρὸς οἰνοποίησιν, τότε ἡ Ἀγγλία ἤθελε λάβει ἄλλα μέτρα, ὅπως παρεμποδίσῃ τοῦτο. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν Ἀγγλίᾳ νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν μεταποίησιν τῆς σταφίδος εἰς οἶνον. Ταῦτα λέγω, διότι πρέπει τὴν παρακράτησιν ἐπιβάλλοντες νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι μέσα ἄλλα πρὸς διάδοσιν τῆς καταναλώσεως καὶ λύσιν τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. Τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφει, ὅτι ἡ Τράπεζα θέλει ἀσχοληθῇ καὶ εἰς τὴν διάδοσιν τῆς σταφίδος. Δὲν εἶμαι ἐναντίον τοιαύτης ἐργασίας. Ἡ Τράπεζα βεβαίως πρέπει νὰ ἐργασθῇ, νὰ ἀποστείλῃ πράκτορας παντοῦ, νὰ ἐξοδεύσῃ, νὰ δημοσιεύσῃ ἐν ἐφημερίσι, νὰ εἰσαγάγῃ τὴν συσκευὴν τῆς σταφίδος εἰς κυτία καλλιτεχνικά, ἀλλ’ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι τοιαύτη ἐργασία δὲν θὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα, οὗτινος ἔχομεν ἀνάγκην σήμερον. Ὅταν λοιπὸν δὲν ἔχωμεν ἐλπίδας ἐπεκτάσεως τῆς καταναλώσεως ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τῆς σταφίδος, ὡς σταφίδος εἴτε διὰ βρῶσιν εἴτε διὰ βιομηχανικὴν χρῆσιν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ αἰσθανθῶμεν περισσότερον τὴν ἀνάγκην τοῦ μέτρου τῆς παρακρατήσεως. Ἐγὼ μάλιστα προχωρῶ ἔτι πλέον. Ἄλλοι ἀποδίδουσι τὴν μὴ ἐπέκτασιν τῆς καταναλώσεως καὶ εἰς τὸν λόγον τῆς ποιότητος. Βεβαίως ἡ ποιότης πολλάκις εἶναι κακίστη, βεβαίως ὤφειλον οἱ παραγωγοὶ νὰ κατορθώσουν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ παραγάγουν καλλιτέρας ποιότητος σταφίδα. Πλὴν μὴ νομίζομεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐμπόριόν τι ἐν τῷ ἐξωτερικῷ μὴ ἀπαρεσκόμενον εἰς τὴν κακῆς ποιότητος σταφίδα. Τοῦτο εἶναι ἐσφαλμένη γνώμη. Ἤκουσα παρ’ ἀνθρώπου, ἐν Ἀμερικῇ ζήσαντος, ὅτι τὴν σταφίδα αὐτὴν τῆς αἰσχίστης ποιότητος, τὴν ὁποίαν πολλοὶ ἠκούσατε παραβαλλομένην πρὸς ὀρυκτήν τινα οὐσίαν, αὐτὴν τὴν σταφίδα παραλαμβάνουσιν οἱ ἔμποροι, οἱ παντοπῶλαι, καὶ ἀφοῦ πλύνωσι καὶ καθαρίσωσι, τοσοῦτον περιποιοῦνται, ὥστε μόλις ἀπομένει τὸ ἓν τρίτον, ὅπερ ἐκθέτουσιν εἰς ἀγορὰν ἐντὸς ὑαλίνων δοχείων, καὶ πωλοῦσιν εἰς τὰς αὐτὰς τιμὰς, ἃς καὶ τὴν καλήν, ὠφελούμενοι, διότι τὴν ἠγόρασαν εἰς εὐτελῆ τιμήν. Ἄλλως, Κύριοι, θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ ὑφίσταται τὸ ἐμπόριον τῶν κακῶν ποιοτήτων. Ἐπειδὴ ὑπάρχουν ἀγορασταὶ αὐτοῦ, διὰ τοῦτο ἐξάγεται. Οὐχ ἧττον πολὺ θὰ συνετέλει εἰς τὴν μεγαλειτέραν κατανάλωσιν ἡ καλλιτέρα ποιότης τῶν σταφίδων. Ταῦτα εἶπον, ὅπως φθάσω εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡμῖν, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ παρακράτησις, νὰ εὕρωμεν τρόπον, ὥστε τὸ μέρος τῆς παραγωγῆς, τὸ ὁποῖον δὲν ζητεῖ τὸ ἐξωτερικόν, νὰ τὸ χρησιμοποιῶμεν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἀποδίδῃ ἡμῖν ἓν ἔσοδον, μικρὸν ἢ μέγα, ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλείτερον, ἐπιτρέπον νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν καλλιέργειαν τῆς σταφίδος, οἷα ὑπάρχει σήμερον, ἑπομένως ἐπιτρέπον τὴν διατήρησιν τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα σήμερον δὲν παράγουσιν ὑπὸ ἐπωφελεῖς ὅρους, καὶ δίδον καιρὸν, ἵνα ἐργασθῶμεν πρὸς μείζονα διάδοσιν τῆς σταφίδος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Περὶ τούτου ὅμως, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ κλεὶς τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος, νομίζω ὅτι οὐδεμία μέχρι τοῦδε ἐγένετο φροντὶς καὶ οὔτε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ λαμβάνεται τοιαύτη, ἐνῷ ἡ εὕρεσις καὶ ἡ ἐξασφάλισις τοῦ τρόπου τῆς χρησιμοποιήσεως ἐπωφελῶς τῆς παρακρατηθείσης σταφίδος ἐν τῷ ἐσωτερικῷ εἶναι ὁ κύριος σκοπὸς καὶ ὁ θεμελιώδης ὅρος παρακρατήσεως λογικῆς καὶ χρησίμου.
§12ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐὰν γείνῃ αὐτὸ, εἶναι περιττὴ ἡ παρακράτησις.
§13ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι ματαιοπονοῦμεν, ἐὰν δὲν λύσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, τί δηλαδὴ θὰ γίνηται τὸ περιπλέον ποσὸν τῆς σταφίδος, τὸ ὁποῖον παρακρατεῖται. Περιττὸν νὰ παρακρατῆται, ἂν δὲν ἐξασφαλίσωμεν τὴν χρησιμοποίησίν του. Νῦν τὸ παρακρατοῦμεν καὶ πρέπει νὰ τὸ παρακρατῶμεν ἐπὶ δεκαετίαν, διότι θὰ ἔχωμεν ἐξησφαλισμένον ἓν μέγα ποσὸν σταφίδος, ὅπερ ἀφ’ ἑνὸς θὰ ἐπιτρέπῃ τὴν ἀνατίμησιν καὶ τὴν ἐπικερδῆ ἀποστολὴν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τῆς ἐξαγομένης, καὶ ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἐξασφαλίζῃ τὴν πρώτην ὕλην, ἣν ἀπαιτεῖ πᾶσα ἐπιχείρησις βιομηχανικὴ ὁπωσοῦν σπουδαία. Ἄνευ τοιαύτης ἐντοπίας βιομηχανίας οὐδὲν γενήσεται. Περὶ ταύτης ὅμως οὐδεμία μέχρι τοῦδε ἐγένετο φροντὶς, οὔτε λαμβάνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐπαφίενται τὰ πράγματα εἰς ἣν κατάστασιν μέχρι τοῦδε ἦσαν, δηλαδὴ ἀφίνεται τὸ παρακρατούμενον ποσὸν νὰ χρησιμοποιῆται παρὰ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν τῆς Ἑλλάδος, πωλούμενον εἰς αὐτοὺς εἴτε πρὸς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος, εἴτε πρὸς κατασκευὴν κονιὰκ, διότι πρὸς παραγωγὴν ἄλλων οὐσιῶν ἐμπορευσίμων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὡς τοῦ μίστελ ἢ σιροπίου, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ χρησιμοποίησις τῆς σταφίδος. Ἀλλ’ οὔτε ἐπαρκοῦν οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ ἡμῶν δι’ ὅλον τὸ παρακράτημα, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ προσφέρουν δι’ αὐτὸ τιμὰς συμφερούσας εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας. Ὅθεν οὐδὲν πράττομεν, ἐὰν πρότερον τὸ ζήτημα τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ παρακρατήματος ἐπὶ δεκαετίαν μὴ λύσωμεν, θεωρῶ δὲ, ὅτι καὶ τὴν Τράπεζαν, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἱδρύομεν, τὴν ἱδρύομεν ἐπὶ βάσεως μὴ ἀσφαλοῦς καὶ στερεᾶς, ἐὰν μὴ ἔχωμεν λελυμένον τὸ ζήτημα τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ παρακρατουμένου σταφιδοκάρπου. Πράττομέν τι πρωθύστερον· σχηματίζομεν πρῶτον τὴν Τράπεζαν, δηλαδὴ τὸν ὀργανισμὸν, ὁ ὁποῖος θὰ διαθέτῃ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ὑποθέτομεν, ὅτι θὰ εἰσπράττωμεν ἐπὶ δεκαετίαν ἐκ τοῦ παρακρατήματος, πρὶν λύσωμεν τὸ ζήτημα, ἐὰν θὰ ἔχωμεν ἀσφαλῶς καὶ τακτικῶς καὶ πῶς θὰ ἔχωμεν τὰ χρήματα αὐτὰ ἐπὶ δεκαετίαν ἐκ τοῦ παρακρατήματος. Ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο περὶ παρακρατήσεως διαρκείας ἑνὸς ἐνιαυτοῦ καὶ περὶ ποσοῦ σταφίδος οὐχὶ πολὺ μεγάλου καὶ περὶ πειράματος μᾶλλον ἢ ὁριστικῆς λύσεως, θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἀδιαφορῇ περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐπὶ μακρὸν χρόνον χρησιμοποιήσεως σπουδαίου ποσοῦ σταφίδος ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Ἀλλὰ προκειμένου νὰ νομοθετήσωμεν δεκαετῆ ἤδη παρακράτησιν, νὰ νομοθετήσωμεν αὐτὴν ἐντὸς ἀνωτάτου ὅρου 20% καὶ κατωτάτου ὅρου 10%, ἑπομένως νὰ ἔχωμεν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἐπὶ ἔτη τινὰ νὰ παρακρατηθῇ ἐπὶ παραγωγῆς 400 ἑκατομμυρίων λιτρῶν ποσὸν 70 ἢ 80 ἑκατομμυρίων λιτρῶν, καὶ ἂν ὑπάρχῃ τυχὸν περίσσευμα ἐκ τῆς τοῦ προηγουμένου ἔτους ἐσοδείας, νὰ ἔχωμεν ἐν ὅλῳ ποσὸν 90 ἢ καὶ 100 ἑκατομμυρίων, ποία θὰ ἦναι ἡ τύχη τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ; πῶς θὰ διατεθῇ τὸ ποσὸν αὐτὸ καὶ ἐπὶ τίνι τιμῇ; Ποῖοι κίνδυνοι δὲν ἀπειλοῦσι καὶ τὸν θεσμὸν τῆς παρακρατήσεως καὶ τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ἐὰν τοσοῦτον μέγα ποσὸν μέλλῃ νὰ προσφέρηται εἰς τὴν ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν ὡς πρώτη ὕλη βιομηχανίας, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀνάλογος, ἡ ὁποία δὲν δύναται, κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε γνωστὰ ἀποτελέσματα, νὰ διαθέτῃ κατ’ ἔτος εἰς παραγωγὴν κονιὰκ καὶ οἰνοπνευμάτων περισσότερον τῶν 20 ἢ 25 ἑκατομμυρίων λιτρῶν; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἔχωμεν ποσὸν 20, 30, 40, 50 ἢ καὶ 60 ἑκατομμυρίων λιτρῶν σταφίδος, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ δύναται νὰ καταναλώσῃ ἡ ἐσωτερικὴ βιομηχανία, ἢ θὰ ζητήσῃ νὰ τὸ λάβῃ εἰς εὐτελεστάτας τιμὰς, διότι εὐθὺς ὡς ἡ ἐντοπία βιομηχανία ἐννοήσῃ, ὅτι ἔχετε ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοσοῦτον μέγα ποσὸν σταφίδος, ὅπερ δὲν δύνασθε νὰ ἐξαγάγητε, βεβαίως θὰ ἐπιβάλῃ ὑμῖν τιμὰς, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦναι εὐτελεῖς καὶ ἐπιζήμιοι, καὶ αἱ ὁποῖαι θ’ ἀποδείξουν τὸ μέτρον τῆς παρακρατήσεως ἀσύμφορον καὶ βεβαίως θ’ ἀπεθαρρύνουν τοὺς παραγωγούς, τοὺς προσφέροντας τὸν καρπὸν αὑτῶν εἰς τὴν παρακράτησιν καὶ εἰς Τράπεζαν, ἡ ὁποία ἐργάζεται μὲ κεφάλαια οὔτε ἐπαρκῆ, οὔτε βέβαια. Τοιοῦτος ἀβέβαιος ὀργανισμὸς Τραπέζης δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε κεφάλαια νὰ εὕρῃ νὰ δανεισθῇ. Λοιπὸν εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ ὅρος, πρὸ τῆς λύσεως τοῦ ὁποίου δὲν συμφέρει καὶ νὰ προχωρήσωμεν, τὸ νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ παρακρατουμένου ποσοῦ. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἄλλως ὠφείλομεν ν’ ἀρχίσωμεν. Ὠφείλομεν νὰ ἐργασθῶμεν πρῶτον, πῶς νὰ ἱδρύσωμεν τὴν ἐπιχείρησιν, ἥτις θὰ ἐχρησιμοποίει καὶ θὰ κατηνάλισκεν ὅσον τὸ δυνατὸν ἐπικερδέστερον τὴν παρακρατουμένην κατ’ ἔτος σταφίδα. Τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην θὰ ὠργάνιζε τὸ νομικὸν πρόσωπον τῆς παρακρατήσεως. Τοῦτο θ’ ἀπετελεῖτο ἐκ τοῦ συνόλου τῶν σταφιδοκτημόνων. Ἔστω τὸ πρόσωπον αὐτὸ νὰ ἦναι ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα. Τῆς Τραπέζης πρώτιστον ἔργον ἔσεται νὰ χρησιμοποιῇ αὐτὴ ἀπ’ εὐθείας τὸ ποσὸν τὸ παρακρατούμενον, μεταποιοῦσα αὐτὸ ἐν ἰδίοις ἐργοστασίοις εἰς οἶνον, κονιὰκ, μιστὲλ, σιρόπιον, οἰνόπνευμα, ὅ,τι τέλος συμφερώτερον, ἀντὶ νὰ τὸ πωλῇ εἰς οἰνοπνευματεμπόρους, οἵτινες δὲν ἔχουν ἀνάγκην αὐτοῦ. Ἀλλὰ ἀκριβῶς αὐτὸ ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον ῥητῶς ν’ ἀπαγορεύσῃ. Διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ῥητὴ ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀπαγορεύουσα εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ χρησιμοποιῇ ἡ ἰδία ἀπ’ εὐθείας τὸ παρακράτημα. Τὸ νομοσχέδιον ἐννοεῖ, ὅτι ἡ παρακρατουμένη σταφὶς πρέπει νὰ χρησιμοποιῆται μόνον εἰς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος καὶ ἀπὸ τοὺς ἐντοπίους οἰνοπνευματοποιοὺς μόνον, εἴτε ἔχουν ἀνάγκην αὐτοῦ εἴτε μή. Οὐδεμία ἄλλη ἡ παρ’ ἄλλου χρησιμοποίησις τῆς παρακρατουμένης σταφίδος ἐπὶ 10 ἔτη ἐπιτρέπεται. Ἐὰν ἐπιτρέπῃ καὶ μεταποίησιν τῆς σταφίδος ἄλλην παρὰ τὴν εἰς οἰνόπνευμα τὸ ἄρθρον 18 τοῦ νομοσχεδίου, ταύτην ἐπιτρέπει νὰ γείνῃ παρ’ ἄλλων, οὐχὶ δὲ παρὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Αὕτη εἶναι δῆθεν Τράπεζα καὶ μόνον Τράπεζα. Τὸ κατ’ ἐμὲ ὅμως, φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταναλώσῃ ἡ ἐντοπία βιομηχανία τῆς οἰνοπνευματοποιίας πλέον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἶπον, δηλαδὴ τῶν 20 ἕως 25 ἑκατομμυρίων λιτρῶν σταφίδος τὸ πολὺ, θὰ καταναλώσῃ δὲ ὀλιγώτερον καὶ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ, ἐὰν ἐπιβληθῇ ὁ νέος φόρος ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, περὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει ἐκκρεμὲς νομοσχέδιον. Διότι, ἐὰν σήμερον συμφέρῃ εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς ν’ ἀποστάζωσιν ὅσον ποσὸν οἰνοπνεύματος ἀποστάζουσιν, ὀφείλεται τοῦτο εἰς τὸ ὅτι δὲν γίνεται ἕνεκα τῆς ἐλαφρᾶς φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος ἰσχυρὸς διαγωνισμὸς κατ’ αὐτῶν ἐκ μέρους τῶν κατὰ τόπους ἀποσταζόντων τὰ στέμφυλα καὶ παραγόντων τὰ πρώτης ἀποστάξεως οἰνοπνεύματα, δηλαδὴ τὸ οὖζον καὶ τὴν σοῦμαν. Ἡ ἔλλειψις φόρου καθιστᾷ τὴν ἐπιχείρησιν ὀλίγον ἐπικερδῆ, διότι εὐθηνὰ καὶ τὰ οἰνοπνεύματα τῆς μεγάλης οἰνοπνευματοποιίας. Ἂν ὅμως αὔριον ἐπιβάλητε νέον φόρον ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν καὶ τὸ οἰνόπνευμα καταστῇ ἀκριβότερον, τῶν μικρῶν παραγωγῶν τὸ συμφέρον θὰ ἦναι ἡ λαθραία παραγωγὴ οἰνοπνεύματος, καὶ, ὡς πάντοτε συμβαίνει, ὅταν οἱ φόροι αὐξάνουν, ἡ λαθραία παραγωγὴ καὶ ἐμπορία τοῦ οἰνοπνεύματος θ’ αὐξήσῃ, καὶ θὰ ἔχωμεν τὴν ἀπόσταξιν πολὺ μεγαλειτέρου ποσοῦ στεμφύλων, καὶ οὕτω θ’ ἀναγκάσωμεν τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς ὀλιγωτέραν σταφίδα ν’ ἀποστάζουν. Ἑπομένως διὰ τῶν ἐντοπίων οἰνοπνευματοποιῶν τὸ ζήτημα τῆς διαθέσεως τοῦ παρακρατήματος δὲν λύεται. Ἀλλ’ εἶναι συμφέρον ἡ Τράπεζα εἰς αὐτὴν τὴν ἐργασίαν νὰ ἐπιδοθῇ, τὴν τῆς βιομηχανικῆς κατεργασίας τῆς σταφίδος, ἣν κατ’ ἔτος θὰ λαμβάνῃ, καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἐργασίαν νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον σήμερον κέκτηται εἰς χρήματα καὶ εἰς ἀπώλητον ἐν ταῖς ἀποθήκαις σταφίδα; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ γείνῃ, καὶ ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ ἀσφαλέστερον μέσον πρὸς ἵδρυσιν καὶ κανονικὴν λειτουργίαν Τραπέζης δανειζούσης τοῖς σταφιδοκτήμοσι. Νομίζω ὅτι, ἱδρύοντες ἐργοστάσια πρὸς κατασκευὴν οἴνων καὶ κονιὰκ, ἢ οἰνοπνευμάτων καὶ μιστέλ, τὰ ὁποῖα νὰ προορίζωνται ἀποκλειστικῶς διὰ τὸ ἐξωτερικὸν, θὰ καταναλίσκωμεν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ὑπ’ αὐτὴν τὴν μορφὴν τὴν σταφίδα, ἣν δὲν ἐξάγομεν, ἀλλὰ παρακρατοῦμεν. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει πάντα τὰ μέσα, ὅπως βεβαιώσῃ τοῦτο δι’ εἰδικῶν ἀνθρώπων, καὶ ἤθελον προτείνει νὰ μετακαλέσῃ τοιούτους ἐξ Εὐρώπης, διότι οὐδεὶς ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι γινώσκων, οὔτε αὐτοὶ οἱ ἐξ ἐπαγγέλματος οἰνοπνευματοποιοὶ ἡμῶν γινώσκουσι τὰ τῆς μεγάλης οἰνοπνευματοποιίας καὶ δύνανται νὰ ἱδρύσωσι μεγάλα ἐργοστάσια. Εὐκολώτατον λοιπὸν εἶναι νὰ μετακαλέσῃ ἡ Κυβέρνησις δι’ ἐξόδων τῆς παρακρατήσεως ἄνθρωπον εἰδικὸν ἐξ Εὐρώπης, ἐνήμερον εἰς τὰς προόδους καὶ τῆς παραγωγῆς τῆς τῆς οἰνοπνευματοποιίας, ὅστις ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου νὰ ὑποβάλῃ αὐτῇ πλῆρες τὸ σχέδιον περὶ τοῦ πῶς εἶναι δυνατὸν ἕν κατάστημα, ἔχον τόσον ποσὸν σταφίδος, ὅσον ἡ παρακράτησις δίδει κατὰ προσέγγισιν, καὶ δυνάμενον νὰ ἀναμιγνύηται κατὰ τὰς ἀνάγκας μετ’ οἴνων ἄλλων ἢ χλωρᾶς σταφίδος ἢ σταφυλῶν, νὰ παράγῃ οἴνους ἢ κονιὰκ καὶ οἰνοπνεύματα καὶ ἀντὶ τίνος δαπάνης καὶ ἐπὶ τίνι ὠφελείᾳ πιθανῶς νὰ ἐξάγωνται ἐν Εὐρώπῃ. Δὲν ἐννοῶ, ἐπειδὴ προτείνω τὴν ἵδρυσιν ἐργοστασίων τῆς παρακρατήσεως πρὸς ἐξαγωγὴν καὶ κατανάλωσιν τῶν προϊόντων αὐτῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, δὲν ἐννοῶ, λέγω, νὰ δεχθῇ τοῦτο ἀμέσως ἡ Βουλή. Ἐννοῶ νὰ ἐπιτραπῇ καὶ τοῦτο διὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ μετακληθῇ μετὰ τοῦτο εἰδικὸς ἐξ Εὐρώπης. Τότε, ἐὰν μελετηθῇ καὶ ἐγκριθῇ ὡς ἀσφαλέστερον καὶ ἐπωφελέστερον τὸ σχέδιον Σταφιδικῆς Τραπέζης, οὐ μόνον ὡς Τραπέζης λειτουργούσης, ἀλλὰ καὶ ὡς βιομηχανικοῦ ἱδρύματος, τὸ ὁποῖον νὰ μεταποιῇ τὴν σταφίδα εἰς ἄλλα προϊόντα διὰ τὸ ἐξωτερικόν, τότε θέλομεν προβῆ δι’ ὅσων κεφαλαίων ἔχει ἡ παρακράτησις εἰς ἐγκατάστασιν τῶν ἀναγκαίων ἐργοστασίων καὶ ἀποθηκῶν. Διότι, ἐὰν οἱ ὑπολογισμοί, τοὺς ὁποίους ἐποιήσαμην, ἦναι ὀρθοί, ἔχομεν μεγαλείτερον συμφέρον, ἀντὶ νὰ πωλῆται ἡ σταφὶς εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, νὰ χρησιμοποιῆται ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἀπ’ εὐθείας, καὶ τὰ προϊόντα αὐτῆς νὰ ἐμπορεύηται ἡ ἰδία. Γνωστὸν εἶναι σήμερον, ὅτι ἀπόσταγμα ἐξ οἴνου, ἑπομένως καὶ ἐκ σταφιδίτου, δύναται νὰ εὕρῃ ἐν Εὐρώπῃ τιμὴν 60 τοὐλάχιστον φράγκων τὸ ἑκατόλλιτρον μὲ βαθμὸν 60, διότι τὸ ἀπόσταγμα αὐτό, τὸ ἀποτελοῦν τὸ κονιὰκ, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἦναι ὡς τὰ ἄνυδρα. Ἐν τῷ ἐμπορίῳ τὰ οἰναποστάγματα αὐτὰ ἀγοράζονται μὲ αὐτὴν τὴν δύναμιν τῶν 60° μετ’ ἐξάτμισιν, ἥτις ἐγένετο 5–6 βαθμῶν, διότι ἐξέρχονται εἰς 65–67 ἀρχικῶς, ἀλλὰ μετά τινα καιρὸν ἐξατμίζονται καὶ φθάνουν εἰς τὰ 60. Ἤδη, ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι τριῶν ὀκάδων σταφίδος θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην, ἵνα ἐπιτύχωμεν μίαν ὀκᾶν τοιούτου ἀποστάγματος, δηλαδὴ d'eau-de vie-de vin...
§14ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο ὀκάδων.
§15ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λαμβάνω αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἔχει προσδιορίσει ὡς τὸν μέσον ὅρον τῆς ἀποδόσεως οἰνοπνεύματος ἐκ τῆς σταφίδος, δηλαδὴ τὰ 22½%. Ἀλλὰ βεβαίως δύναται ν’ ἀποδώσῃ καὶ 25 καὶ 26%, ἀλλ’ ἐγὼ ἐπ’ αὐτοῦ ἐστήριξα τοὺς ὑπολογισμούς. Ἑπομένως 22½ θὰ δώσουν 67½ βαθμοὺς οἵτινες θὰ μείνουν 60, καὶ οὕτω φθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἐπὶ τῇ ἀναλογίᾳ τριῶν ὀκάδων σταφίδος διὰ μίαν ὀκᾶν οἰναποστάγματος τῶν 600 θὰ ἔχωμεν ἐκ τῆς ἀποστάξεως χιλίων λιτρῶν σταφίδος, ἤτοι 372 ὀκάδων, ποσὸν 124 ὀκάδων οἰναποστάγματος τῶν 600, ὅπερ ἐπὶ τῇ τιμῇ 60 φράγκων τὸ ἑκατόλλιτρον, ἤτοι αἱ 78 ὀκάδες, ἀποδίδει ὑπὲρ τὰ 95 φράγκα χρυσᾶ, ἤτοι δραχμὰς 143, ἐπὶ τιμῇ 1,50 δραχ. τὸ φράγκον. Ἐν τοιαύτῃ ἐργασίᾳ τὸ χιλιόλιτρον σταφίδος θ’ ἀποδώσῃ ἀκαθάριστον τιμὴν 143 δραχμάς. Ὅσα καὶ ἂν ἀφαιρέσητε ἔξοδα ἀποστάξεως καὶ μεταφορᾶς, ἀπομένει ἔσοδον ἐκ μιᾶς χιλιάδος λιτρῶν σταφίδος πολὺ μεγαλείτερον τῶν 40, 50 ἢ 60 δραχμῶν, εἰς ἃς πωλεῖται σήμερον ἡ σταφὶς τῆς παρακρατήσεως. Ἀλλὰ τοιαύτη ἐργασία ἔχει καὶ ἄλλα πλεονεκτήματα. Πρῶτον, Κύριοι, ἐὰν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα αὐτὴ ᾖναι ὁ βιομήχανος, ὁ κατεργαζόμενος τὴν σταφίδα, πρῶτον καὶ μέγιστον καλὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπέλθῃ, εἶναι τὸ ἑξῆς: δὲν θὰ ἔχωμεν ὅσας καταχρήσεις ἀκούομεν καταγγελλομένας ἐν τῇ παρακρατήσει, οὔτε τὰς κλοπὰς καὶ τὰς ὑπεξαιρέσεις ἢ τὰς ἀπάτας, ἑπομένως οὔτε τοὺς φόβους τοῦ ἐμπορίου περὶ λαθραίας ἐξαγωγῆς τῆς σταφίδος τῆς παρακρατήσεως εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ὅστις φόβος ἐπηρεάζει βεβαίως καὶ συντελεῖ εἰς τὴν ὑποτίμησιν. Δεύτερον θὰ ἔχωμεν ἐργοστάσιον, τὸ ὁποῖον εὐθὺς ἀμέσως θὰ ἀποστάζῃ τὴν σταφίδα. Ἑπομένως θὰ ἔχωμεν ἐκ τῆς σταφίδος καὶ ἀνώτερον ποσὸν οἰνοπνεύματος καὶ καλλιτέρας ποιότητος οἰνόπνευμα ἢ ὅσον ἔχομεν σήμερον, πωλοῦντες εἰς τοὺς οἰνοπαραγωγοὺς τὴν σταφίδα τῆς παρακρατήσεως μετὰ πολλοὺς μῆνας καὶ ἔτη, ἀφ’ ἧς εἰσήχθη εἰς τὰς ἀποθήκας. Ὅσον παλαιώνει ἡ σταφὶς, τόσον ὀλιγώτερον ποσὸν οἰνοπνεύματος ἀποδίδει καὶ τόσον κατωτέρας ποιότητος οἰνόπνευμα, διότι ὑφίσταται ζύμωσιν καὶ σῆψιν, αἵτινες καὶ τὸ ποσὸν ἐλαττώνουν τοῦ οἰνοπνεύματος καὶ τὸ ποιὸν αὐτοῦ ἐλαττώνουν. Ὡς τὰ πράγματα συμβαίνουν ἀφ’ ἧς ἐφηρμόσθη ἡ παρακράτησις, ἡ σταφὶς οὐ μόνον αἰσχίστης ποιότητος, καὶ λόγῳ τῶν διαφόρων ἀναμίξεων μὲ ἄλλας οὐσίας καὶ λόγῳ τῶν νοθειῶν, εἶναι εὐθὺς ἀπὸ τῆς ἀποθηκεύσεως, ἀλλὰ καὶ ἀγοραζομένη μετὰ χρόνον, ἀφ’ οὗ ἐφθάρη καὶ ἐχειροτέρευσε, πωλεῖται ἐξ ἀνάγκης εἰς κατωτέραν τιμὴν ἐκείνης, ἣν ἤξιζεν ἐν ἀρχῇ. Ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἱδρύουσα ἐργοστάσιον, θὰ ἀποστάζῃ τὴν σταφίδα ἀπ’ ἀρχῆς καὶ ἐντὸς συντόμου χρόνου, καὶ θὰ παράγῃ ἐξ αὐτῆς περισσότερον καὶ καλλίτερον οἰνόπνευμα. Ἄλλοτε ἐγεύθην πρὸς σύγκρισιν οἰνόπνευμα ἐξ ἀραβοσίτου, οἰνόπνευμα ἐκ χαρουπίων καὶ ἐκ σταφίδος. Τὸ τελευταῖον ἦτο τὸ χειρότερον. Ἐζήτησα τότε νὰ ἴδω τὴν σταφίδα, ἐξ ἧς παρήχθη, καὶ παραδόξως εἶδον, ὅτι ἦτο λευκή τις ἐκ τῆς μούχλας καὶ ἀπόζουσα μᾶζα, ὁμοιάζουσα, ὡς ἐλέχθη ἐν ἄλλῃ περιστάσει, ὀρυκτήν τινα μᾶλλον ὕλην, διότι ἐντελῶς μετὰ ζύμωσιν καὶ ἐκ τῆς πολυκαιρίας εἶχεν ἀλλοιωθῆ. Τὸ οἰνόπνευμα ἐκ χαρουπίων καὶ τὸ οἰνόπνευμα ἐξ ἀραβοσίτου, καὶ ἀραβοσίτου κακῆς ποιότητος, ἦσαν πολὺ μᾶλλον εὔγευστα καὶ εὔοσμα ἢ τὸ ἐκ τῆς σταφίδος ἐκείνης. Τὸ καλλίτερον οἰνόπνευμα ἐκ τῶν τριῶν καὶ λόγῳ γεύσεως καὶ λόγῳ ὀσμῆς ἦτο τὸ ἐκ τῶν χαρουπίων, καὶ δεύτερον τὸ ἐξ ἀραβοσίτου, ἐνῷ τὸ καλλίτερον ἔπρεπε νὰ ᾖναι τὸ ἐκ σταφίδος, ἂν αὕτη ἦτο καλῆς ποιότητος. Ἐὰν ἐρωτήσητε τοὺς ἀποστάζοντας νῦν σταφίδα ἐν Πειραιεῖ, σταφίδα σχεδὸν τοιαύτην, θὰ σᾶς εἴπωσιν, ἂν ᾖναι εἰλικρινεῖς, ὅτι δίδει τὸ χειροτέρας ποιότητος κονιάκ. Ἀλλ’ ὑπάρχουσιν οἱ φρονοῦντες, ὅτι διὰ τελείων μηχανημάτων καὶ δι’ ἀντιδραστικῶν δύνανται ν’ ἀφαιρέσωσιν ἐξ αὐτοῦ τὴν κακὴν γεῦσιν καὶ τὴν κακὴν ὀσμήν. Ἔστω. Ἀλλὰ πῶς θέλουσιν ἐπιτύχει τοῦτο ἢ δι’ ἐργασίας καὶ δαπάνης μεγαλειτέρας καὶ δι’ ἀναμίξεως μετ’ οὐσιῶν, αἵτινες καλύπτουν μόνον τὰ ἐλαττώματα ἐκεῖνα; Πάντως λοιπὸν ἐκ κακῆς σταφίδος κακὸν οἰνόπνευμα. Διὰ τοῦτο, λόγῳ τῆς εὐθηνίας μόνον, σήμερον προτιμᾷ ἡ βιομηχανία τῶν πνευματοποιείων αὐτὴν τὴν ὕλην. Ἄλλως τὴν θεωρεῖ κατωτέραν καὶ τῶν χαρουπίων καὶ τοῦ ἀραβοσίτου. Λοιπὸν θὰ ἔχωμεν καὶ τοῦτο τὸ καλόν, ἂν ἡ παρακράτησις κατεργάζηται τὸν σταφιδόκαρπον, ὅτι καὶ περισσότερον ποσὸν θέλομεν ἔχει ἐκ τῆς σταφίδος καὶ καλλιτέρας ποιότητος οἰνόπνευμα.
§16ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Ὡς πρὸς τὴν παραγωγὴν τοῦ κονιὰκ λέγετε;
§17ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οἰνοπνεύματος.
§18ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀνύδρου;
§19ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀνύδρου. Μεταχειρίζονται αὐτὴν μόνον δι’ οἰνόπνευμα. Μόνον, Κύριοι, ἀφοῦ διὰ τοιαύτης ἐργασίας ἐξασφαλισθῇ ἡ χρησιμοποίησις τοῦ παρακρατήματος καὶ ἡ ἀπόδοσις εἰσοδήματος ἀσφαλεστέρου καὶ μεγαλειτέρου παρ’ ὅ,τι διὰ τῆς πωλήσεως αὐτοῦ εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιούς, ὡς νῦν γίνεται, δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἱδρύσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης. Καὶ ἐγὼ εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ ἱδρύσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης, διότι δὲν ἐννοῶ πῶς, ἀφοῦ παρακρατοῦμεν, καὶ ἐπὶ δεκαετίαν μάλιστα τώρα, σταφίδα ἀπὸ τοὺς σταφιδοπαραγωγούς, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ προΐδωμεν καὶ περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ χρησιμοποιήσωμεν τὴν ἐκ τῆς παρακρατήσεως πρόσοδον...
§20ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Νὰ τὸ ἐπιστρέφητε εἰς τοὺς ἰδίους.
§21ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ νὰ τὸ ἐπιστρέψωμεν εἰς τοὺς ἰδίους παραγωγούς, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι δὲν εἶναι ὠφέλιμον καὶ ἀποτελεσματικόν, ὅταν εἰς τὸ μέσον πανταχόθεν προβάλλῃ ἡ ἰδέα συστάσεως Τραπέζης, ὡς ἀναγκαίας πρὸς ὑποστήριξιν τῶν σταφιδοκτημόνων. Διότι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι ἐπιθυμία ὁλοκλήρου τοῦ κτηματικοῦ κόσμου, καὶ τῶν μικρῶν κτηματιῶν καὶ τῶν μεγάλων εἶναι, ὅπως ἓν πιστωτικὸν ἵδρυμα εὐκολύνῃ τοὺς καλλιεργητὰς, δανεῖζον ἐπὶ μικροτέρῳ τόκῳ ἐκείνου, ὑφ’ ὃν ὅλοι σχεδὸν σήμερον ἐργάζονται, ἑπομένως ἐλαττώσῃ τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας. Δὲν εἶναι βεβαίως μόνη ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἡ κεκλημένη ν’ ἀνακουφίσῃ αὐτούς. Εἶναι καὶ αἱ Γενικαὶ Ἀποθῆκαι. Ἀλλὰ καὶ τῶν Γενικῶν Ἀποθηκῶν ἡ ἵδρυσις ὁπωσδήποτε συνεδέθη μετὰ τῆς ἱδρύσεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ νομίζω ὅτι, ὅταν καταστῇ μονοπώλιον ἡ ἵδρυσις τῶν σταφιδαποθηκῶν, ὡς ἄλλοτε ὑπεστήριξα, εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ κεφαλαιοῦχος ἢ κεφαλαιοῦχοι ἢ Τράπεζα, ἡ ὁποία νὰ ἱδρύσῃ τὰς Γενικὰς Ἀποθήκας. Τὸ ἐλάττωμα τοῦ νόμου περὶ Γεν. Ἀποθηκῶν, ὁ ὁποῖος μέχρι τοῦδε δὲν ηὐδοκίμησεν, εἶναι τοῦτο, ὅτι ἠθέλησε νὰ ἀφήσῃ εἰς τὸν ἐλεύθερον διαγωνισμὸν τὴν ἵδρυσιν τῶν σταφιδαποθηκῶν. Κατ’ αὐτὸν, ὅστις θέλει, δύναται νὰ ἱδρύῃ Γεν. Ἀποθήκας. Ἐννοεῖται ὅτι ἐν τόπῳ τόσον μικρῷ, ὡς ἡ Ἑλλὰς, ὅπου ὀλίγαι αἱ ἐργασίαι, ὅπου ἀμφίβολα τὰ κέρδη καὶ ὄχι στερεὰ ἡ πίστις τῶν ἐπιχειρήσεων, εὔκολον νὰ λέγηται, ὅτι πᾶς, ὅστις θέλει, δύναται νὰ ἱδρύσῃ Τράπεζαν, δύσκολον ὅμως νὰ θελήσῃ τις! Πρέπει νὰ ἱδρυθῶσιν αἱ Γενικαὶ Ἀποθῆκαι δυνάμει προνομίου πολυετοῦς, ἠσφαλισμένου καθ’ ὁμοίων ἐπιχειρήσεων ἐκ μέρους ἄλλων, καὶ τότε μόνον δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τὴν Τράπεζαν ἢ τοὺς κεφαλαιούχους, οἱ ὁποῖοι νὰ δαπανήσωσιν, ἵνα ἱδρύσωσιν αὐτάς. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, καὶ δι’ ἄλλον λόγον δὲν πρέπει νὰ τὸ πράξωμεν. Ἀφοῦ ἅπαξ εἰσήλθομεν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς παρακρατήσεως ἐπεμβάντες κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἔχει τι τὸ ἔκτροπον, μεταξὺ τῶν σταφιδοκτημόνων ἐν τῇ ἰδιωτικῇ αὐτῶν σφαίρᾳ, πρέπει, ἀκολουθοῦντες τὴν ὁδὸν αὐτὴν, νὰ τὴν δικαιολογήσωμεν διὰ καλλιτέρου ἀποτελέσματος τοῦ τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἐπιτευχθέντος ἀντιτίμου ἐκ τῆς παρακρατηθείσης σταφίδος. Πρέπει σκοπὸς τῆς παρακρατήσεως νὰ τεθῇ καὶ ἄλλος, ὁ τοῦ ὑποχρεωτικοῦ συνεταιρισμοῦ πρὸς σύστασιν Γεωργικῆς Τραπέζης. Ὅ,τι ἀλλαχοῦ ἐγένετο ὑπὲρ συστάσεως τοιούτων Τραπεζῶν διὰ τοῦ ἐλευθέρου συνεταιρισμοῦ, παρ’ ἡμῖν δέον νὰ γείνῃ δυνάμει τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐνῷ γίνεται δυνάμει νόμου ὑποχρεωτικῶς, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι πάντες οἱ σταφιδοκτήμονες θέλουν τοιαύτην Τράπεζαν. Νομίζω ὅτι ὁ σταφιδοπαραγωγὸς, ἀφοῦ ἅπαξ ἐγένετο ἡ παρακράτησις, εἴτε ἤθελεν εἴτε μὴ αὐτὴν, προτιμᾷ νὰ ἴδῃ ἐξερχομένην Τράπεζαν ἐξ αὐτῆς. Ἀλλ’ ἡ Τράπεζα αὕτη, ἵνα βασίμως ἐργάζηται, πρέπει βάσιμα νὰ ἔχῃ καὶ τὰ κέρδη, καὶ ταῦτα ἔχει, ἂν ἡ ἰδία χρησιμοποιῇ τὸ ποσὸν τοῦ σταφιδοκάρπου, ὅπερ θὰ εἰσπράττῃ, καὶ οὐχὶ ὅπως ἀναγράφεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἀνεξαρτήτως τούτου, δὲν θεωρῶ τὴν Τράπεζαν τὴν Σταφιδικὴν ὡς ἀτυχὲς ἔργον. Βεβαίως περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης δὲν εἶναι εὔκολον ν’ ἀποφανθῇ τις καὶ ὁρίσῃ τὰς λεπτομερείας ἀσφαλῶς καὶ προχείρως. Εἴμεθα ἐντελῶς ἀσυνήθιστοι εἰς τὴν ἵδρυσιν καὶ τὸν μηχανισμὸν Τραπεζῶν τοιούτων. Δὲν εἶναι Τράπεζα οὔτε προεξοφλήσεως, οὔτε κτηματική, ἃς κυρίως γνωρίζομεν ὁπωσοῦν. Εἶναι Τράπεζα, ἡ ὁποία συνιστᾶται διὰ καταναγκαστικῆς εἰσφορᾶς χιλιάδων ἀνθρώπων, καὶ εἰσφορᾶς εἰς εἶδος καὶ κατ’ ἔτος ἐπαναλαμβανομένης, ἐπὶ δεκαετίαν ὡρισμένως. Διὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, δὲν στερεῖται ἐλαττωμάτων. Ἐν πρώτοις δὲν φρονῶ, ὅτι ἦτο προσῆκον νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, κανονίζον τὰ τῆς περιουσίας τῶν σταφιδοκτημόνων, ἤτοι ξένης περιουσίας, νὰ κανονίζῃ τὰ περὶ αὐτῆς ὡς περὶ περιουσίας ἰδίας τοῦ Κράτους, δηλαδὴ δημοσίας. Ἀληθῶς, ἐὰν διατρέξητε τὸ νομοσχέδιον, θὰ παρατηρήσητε ὅτι τὴν παρακρατουμένην σταφίδα διαθέτει ὡς δημοσίαν περιουσίαν, ἢ ὡς περιουσίαν, εἰς ἣν μετέχει καὶ τὸ Δημόσιον, ἐνῷ τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει μετοχὴν, διότι ἀναλαμβάνει ἐξ αὐτῆς πᾶν ὅ,τι ἀντιστοιχεῖ εἰς τὸν δημόσιον φόρον. Οὕτως ἐν παραδείγματι ὑπάρχει ἡ διάταξις περὶ τοῦ μονοπωλίου, δηλ. ἡ ὑποχρεοῦσα τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν νὰ παραδίδῃ τὴν σταφίδα αὐτῆς εἰς τὸ μονοπώλιον τῶν οἰνοπνευμάτων τοῦ Κράτους, ὅταν συσταθῇ. Τοιαύτη διάταξις προσκρούει εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς ἰδιοκτησίας, ὅπως προσκρούει καὶ ἡ ἑτέρα διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὑποχρεοῦσα τὴν Τράπεζαν νὰ μὴ κατεργάζηται ἡ ἰδία, ἀλλὰ νὰ πωλῇ τὸν σταφιδόκαρπον αὐτῆς. Τοῦ νόμου ἡ παρέμβασις ἦτο ἀναγκαία, ὅπως ὑποχρεωθῶσιν οἱ σταφιδοκτήμονες εἰς παρακράτησιν. Τὰ τῆς διαθέσεως ὅμως καὶ χρησιμοποιήσεως τοῦ παρακρατήματος ἔπρεπε ν’ ἀφεθῶσιν εἰς τὴν ἐλευθέραν θέλησιν τῶν ἰδιοκτητῶν αὐτοῦ. Λέγεται ἐπίσης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ λάβῃ δάνειον ἐπὶ καλλιεργείᾳ πλέον τῶν χιλίων δραχμῶν, καίτοι ἔχει μετοχὴν μεγαλειτέραν. Γίνεται βεβαίως τοῦτο πρὸς ἐπαινετὸν σκοπὸν, ὅπως οἱ μικροὶ καλλιεργηταὶ, οἱ μικροὶ μέτοχοι ἔχωσι πλέον προσιτὰ τὰ μέσα τῆς καλλιεργείας. Ἀλλὰ πάντως προσκρούει τοῦτο εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιωτικῆς περιουσίας καὶ τὸ περιορίζει. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως ὅλων τούτων καὶ ἄλλων, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει τὴν ἰδέαν τῆς ἱδρύσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἀφοῦ ἐπὶ δεκαετίαν θὰ παρακρατῶμεν, νὰ τὴν ἀποκρούσωμεν. Βεβαίως πρέπει ὅσα μεμπτὰ περιέχει τὸ νομοσχέδιον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διοργάνωσιν τῆς Τραπέζης, νὰ τὰ μεμφθῶμεν, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι πρέπει κατ’ ἀρχὴν νὰ ἀποκρούσωμεν τὴν πρότασιν περὶ συστάσεως τῆς Τραπέζης. Οὔτε εἶναι λόγος νὰ πολεμήσωμεν αὐτὴν τὸ ὅτι οὖσα ὑποχρεωτικὴ καὶ καταναγκαστικὴ δι’ εἰσφορῶν τῶν μετόχων αὐτῆς παύει νὰ ἦναι Τράπεζα ἀλληλοβοηθείας καὶ χάνει τὴν ἀξίαν αὐτῆς. Κατὰ τί τοῦτο μεταβάλλει τὴν φύσιν αὐτῆς; Εἴτε τὸ παρακράτημα τὸ συμφωνήσωσι καὶ ἀποδεχθῶσιν ὅλοι προαιρετικῶς καὶ ἑκουσίως, εἴτε τὸ ἐπιβάλῃ νόμος, εἴτε τὴν Τράπεζαν προαιρετικῶς τὴν συστήσωσιν οἱ μέτοχοι, εἴτε ὑποχρεούμενοι ἐκ νόμου, καὶ τὴν συστήσωσι καθ’ ὃν τρόπον ἐγὼ τουλάχιστον τὴν ἐννοῶ, χωρὶς ὁ νομοθέτης νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἐπέμβασιν αὐτοῦ πέραν τοῦ ἀναγκαίου ὁρίου, δὲν ἐννοῶ ὅτι τοῦτο βλάπτει τὴν οὐσίαν τοῦ πράγματος. Ἔχομεν κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ταχέως θὰ καταστῇ σπουδαῖον, διότι θ’ αὐξάνῃ καθ’ ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος, καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ χρησιμοποιηθῇ ἐξ ἅπαντος, ἔχομεν τὴν τάξιν τῶν σταφιδοκτημόνων, ἥτις ἐργάζεται, ἐλλείψει κεφαλαίων, ὑπὸ ἐπιζημίους ὅρους, καὶ θέλετε τὸ κεφάλαιον αὐτὸ ν’ ἀποβαίνῃ ἄχρηστον, διανεμόμενον εἰς τοὺς δικαιούχους κατ’ ἔτος, ἐνῷ δύναται νὰ δίδηται καὶ ἀναλαμβάνηται κατ’ ἔτος ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ὡς δάνειον καὶ νὰ γονιμοποιῇ κατ’ ἔτος τὰ κτήματα! Ἐγὼ φρονῶ ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ καλλιτέρα χρῆσις αὐτοῦ τοῦ χρήματος ἢ διὰ πιστωτικοῦ ἱδρύματος. Τοῦτο δὲ εἶναι ἐκεῖνο ἀκριβῶς, τὸ ὁποῖον σήμερον γίνεται πρὸς σύστασιν τῶν ἀγροτικῶν Τραπεζῶν καὶ ὑποστήριξιν τῆς γεωργίας ἐν πολλαῖς χώραις. Ἀναφέρω δύο παραδείγματα, διότι νομίζω, ὅτι σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα πρό τινων ἡμερῶν ἐγένετο ἐνταῦθα ἀνακριβὴς ὁ λόγος. Πρὸ δύο ἐτῶν ἔληξε τὸ προνόμιον τῆς Γαλλικῆς Τραπέζης. Κατὰ τὴν ἀνανέωσιν τοῦ προνομίου αὐτοῦ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, ἐπιδιώκουσα τὴν ὑποστήριξιν καὶ τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν γεωργικῶν Τραπεζῶν, ἐπέτυχε νὰ χορηγήσῃ δωρεὰν ἡ Τράπεζα χάριν αὐτῶν 40 ἑκατομμύρια φράγκων. Οὕτως ἐλύθη ἡ μεγάλη δυσκολία τῶν γεωργικῶν Τραπεζῶν, τοῦ νὰ ἔχωσιν ἐπαρκεῖς πιστώσεις αἱ κατὰ τόπους τοιαῦται παρὰ ταῖς μεγάλαις Τραπέζαις. Ἄνευ τοιούτων πιστώσεων ἀδύνατον νὰ ἐργασθῶσι καὶ παράσχωσιν εὐκολίας εἰς τὴν γεωργίαν. Ἐκτὸς ὅμως τῶν 40 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἀτόκως θὰ χορηγῇ ἡ Γαλλικὴ Τράπεζα, θὰ χορηγῇ προσέτι δι’ αὐτὰς κατ’ ἔτος δύο ἑκατομμύρια φράγκων, διδόμενα μέχρι τῆς λήξεως τοῦ προνομίου αὐτῆς. Αἱ χορηγήσεις αὗται καὶ ἐκεῖ κύριον σκοπὸν ἔχουσι τὴν προμήθειαν τοῖς γεωργοῖς τῶν ἐξόδων τῆς καλλιεργείας. Ὅ,τι λοιπὸν πράττομεν ἡμεῖς ἐν ἀναλόγῳ μέτρῳ διὰ τῆς παρακρατήσεως ἐκ τῆς περιουσίας αὐτῶν τῶν σταφιδοκτημόνων, ἐκεῖ ἐξαναγκάζεται νὰ τὸ πράξῃ ἓν ἐθνικὸν κατάστημα ἀληθῶς, τὸ ὁποῖον συνδέεται διὰ πολλῶν δεσμῶν μετὰ τοῦ ἔθνους καὶ μεγάλους ἔχει λόγους εὐγνωμοσύνης καὶ δεσμοὺς συμφερόντων, ὥστε νομίζει ὅτι πρέπει νὰ χορηγήσῃ ἓν σπουδαῖον ποσὸν ἐκ τῶν ἐθνικῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα κατέχει, ἄνευ κέρδους τινός.
§22ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὤφειλε νὰ δανείσῃ εἰς δάνεια καλλιεργείας δέκα ἑκατομμύρια, καὶ ἔχει δανείσῃ τέσσαρα.
§23ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι θὰ τὰ δανείσῃ, ἐὰν γείνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον. Τέλος ἠθέλησα νὰ εἴπω, ὅτι καὶ εἰς ἄλλους τόπους ἱδρύονται Τράπεζαι πρὸς χορήγησιν γεωργικῶν δανείων, χωρὶς αὗται ἀποκλειστικῶς νὰ συνιστῶνται δι’ ἑκουσίων εἰσφορῶν, ὅπως αἱ τῆς ἀλληλοβοηθείας ἢ τοῦ Δέλιτς αἱ λαϊκαὶ Τράπεζαι, ἀλλὰ τῇ συνδρομῇ τοῦ Κράτους, διότι συνδρομὴ τοῦ Κράτους εἶναι ἡ τῆς Γαλλικῆς Τραπέζης. Ἐρρήθη ἐπίσης, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι τοπικαὶ αἱ Τράπεζαι αὗται, καὶ ὅτι δὲν δύνανται νὰ εὐδοκιμήσωσιν, ἐὰν δὲν ἦναι τοπικαί. Βεβαίως τοῦτο εἶναι οὐσιῶδες. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι καὶ ἐὰν μία Γεωργικὴ Τράπεζα ἦναι κεντρική, ἔχῃ δὲ ὑποκαταστήματα ἢ πρακτορεῖα κατὰ τόπους, πολλαπλασιάζουσα αὐτὰ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον, δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τοῦ σκοποῦ αὐτῆς. Δὲν νομίζω τότε, ὅτι εἶναι ἐλάττωμα τῆς Τραπέζης τὸ νὰ ἦναι κεντρική, ὅταν ἔχῃ παντοῦ τῆς χώρας ὑποκαταστήματα καὶ πρακτορεῖα.
§24Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι πλέον Τράπεζα ἀλληλοβοηθείας.
§25ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλληλοβοηθείας εἶναι. Δὲν τὴν μεταβάλλει τὸ ὅτι ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ νόμου. Ὅταν λέγωμεν Τράπεζαν ἀλληλοβοηθείας, ἐννοοῦμεν βεβαίως, ὅτι εἶναι ἑκουσία, ὅτι εἶναι προαιρετική. Ὅταν συνιστῶνται κατὰ τὰς μεθόδους τὰς ἐν Γερμανίᾳ, εἴτε τοῦ Schulze Delitz εἴτε τοῦ Raiffeisen, ἔχουσι βάσιν τὸ προαιρετικόν, ἀλλὰ δὲν παύουν νὰ ἦναι Τράπεζαι ἀλληλοβοηθείας. Τὴν Τράπεζαν ἀλληλοβοηθείας δὲν μεταβάλλει τὸ ὅτι παρ’ ἡμῖν διὰ νόμου ὑποχρεοῦνται οἱ σταφιδοκτήμονες νὰ μετέχωσιν αὐτῆς. Καὶ ὑποχρεωτικὴ ἡ ἀλληλοβοήθεια εἶναι ἀληλοβοήθεια. Τὸ πᾶν εἶναι ἡ διοίκησις. Θὰ ἦναι ἡ διοίκησις καλή;
§26Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἀλληλοβοηθείας.
§27ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μήπως λέγει τὸ νομοσχέδιον ὅτι εἶναι ἀλληλοβοηθείας; Δὲν λέγει τοιοῦτόν τι.
§28ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι εἶναι τοπικαί, θὰ ἦναι ἀλληλοβοηθείας, καὶ διὰ τὴν ἐπαρχίαν.
§29ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἄλλη ἰδέα, ὅτι πρέπει τὰ παρακρατήματα, δηλαδὴ τὸ ἀναλογοῦν ἐκ τοῦ παρακρατουμένου κατὰ δήμους, νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸν δῆμον, ἐξ οὗ προέρχεται. Καὶ εἰς ἐμὲ τοιαύτην ἰδέαν, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ἐξ Αἰγίου ὑπέδειξαν.
§30ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ἐξασφαλίζει τὸν ἔλεγχον, καὶ καθιστᾷ ἀμεσώτερον τὸ συμφέρον τῆς ἐποπτείας.
§31ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως. Διατί εἷς δῆμος, ὁ ὁποῖος συνεισφέρει καὶ ἔχει ἐκ τοῦ παρακρατήματος ποσόν τι, διατί νὰ μὴ τὸ δανείζηται ἀποκλειστικῶς αὐτὸς ὁ δῆμος, ὁ ὁποῖος τὸ συνεισέφερεν; οὕτω προσεγγίζομεν περισσότερον εἰς τὰς γεωργικὰς Τραπέζας, αἵτινες εἶναι τοπικαί, ἔχουσαι συχνότατα περιφέρειαν μικροτέραν καὶ τῶν δήμων. Καὶ ἐγὼ διὰ τοῦτο εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος πρὸς τοιαύτην κατατομὴν τῶν κεφαλαίων τῶν διατεθησομένων ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι τὸ νομοσχέδιον κανονίζει τινὰ ζητήματα κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν συμφωνεῖ πρὸς τοὺς κανόνας, οὓς πρέπει νὰ σέβηταί τις, κανονίζων τὰ τῆς ξένης περιουσίας. Τοιοῦτον δ’ εἶπον ὅτι θεωρῶ τὸ μονοπώλιον, ἐπιφυλαχθεὶς εἰδικώτερον περὶ αὐτοῦ νὰ κάμω λόγον. Ἐγὼ, ἀπὸ πολλοῦ χρόνου εἶμαι κεκηρυγμένος ὑπὲρ μονοπωλίου τοῦ Κράτους ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, δὲν θεωρῶ ὅμως προσῆκον ἤδη νὰ προβῶ εἰς ἀναπτύξεις ὑπὲρ αὐτοῦ. Τὸ μονοπώλιον τῶν οἰνοπνευμάτων τὸ θεωρῶ ἀναγκαῖον οὐχὶ μόνον διὰ λόγους ὑγείας, ἀλλὰ καὶ διὰ λόγους ταμιευτικούς, ταμιευτικοὺς δὲ οὐχὶ ἁπλῶς καὶ μόνον, ὅπως τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰσπράττῃ καὶ εἰσάγῃ μεγαλείτερον ποσὸν χρημάτων ἐκ τῶν οἰνοπνευμάτων, ἀλλ’ ὅπως δυνηθῇ διὰ τοῦ μονοπωλίου τὸ Κράτος εἰσπρᾶττον σπουδαῖον ποσὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν ἄλλων φόρων, οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται καὶ εἶναι ἐπαχθεῖς. Τὸ μονοπώλιον τῶν οἰνοπνευμάτων οὐδόλως θὰ ἦναι ἐπαχθές, θὰ βαρύνῃ δὲ κατανάλωσιν, ἥτις εἶναι ἀνωφελὴς πάντοτε, συχνὰ δ’ ἐπιβλαβὴς τῇ ὑγείᾳ. Καὶ διότι εἶμαι ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου τῶν οἰνοπνευμάτων, ἐθεώρησα καὶ θεωρῶ, ὅτι εἶναι ἐξαιρετικὴ ἡ εὐκαιρία, σπανία ἡ εὐκαιρία, ὅπως τὸ μονοπώλιον συνδεθῇ μετὰ τῆς παρακρατήσεως καὶ τῆς Τραπέζης τῆς Σταφιδικῆς. Πρέπει τὸ μονοπώλιον τῶν οἰνοπνευμάτων, ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατασκευήν, τὴν ἀπόσταξιν αὐτῶν, νὰ ἦναι ἔργον τοῦ ἱδρύματος τῆς παρακρατήσεως, τῶν ἐργοστασίων αὐτῆς, διότι θέλετε ὁμολογήσει πάντες ὅτι τὸ Κράτος εἶναι κακὸς οἰνοπνευματοποιὸς, κακὸς βιομήχανος. Γνωρίζομεν δὲ, ὅτι ἐν Ἑλλάδι, ὁσονδήποτε δρακοντείους διατάξεις καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ εἰσαγάγωμεν, ἵνα προστατεύσωμεν τὴν ἐπιχείρησιν αὐτὴν, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἔχωμεν τοσαύτας καταχρήσεις, ὥστε θεσμὸς, ὁ ὁποῖος ἄλλως θὰ ἠδύνατο νὰ ἦναι ἐπωφελὴς, νὰ καταπέσῃ ἐν τῇ συνειδήσει τῆς κοινωνίας μετ’ οὐ πολὺ, καὶ νὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ τὸν καταργήσωμεν. Ἂν ὅμως ἠθέλομεν ἀναθέσει εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν τὴν ἀπόσταξιν καὶ τὴν χορήγησιν εἰς τὸ Κράτος τοῦ οἰνοπνεύματος τοῦ ἀναγκαιοῦντος διὰ τὴν κατανάλωσιν, τὸ δὲ Κράτος νὰ ἀσκῇ τὸ μονοπώλιον μόνον τῆς πωλήσεως τοῦ οἰνοπνεύματος, εἰς οἷας τιμὰς ἐγκρίνῃ. Θὰ ἦτο εὐχερέστερον καὶ πρακτικώτερον, ἡ Τράπεζα, δηλονότι ἡ παρακράτησις, νὰ ἀποστάζῃ καὶ καθαρίζῃ τὸ οἰνόπνευμα, οἷον τὸ θέλομεν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ὑπαλλήλων τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τοὺς συμπεφωνημένους ὅρους, καὶ νὰ χορηγῇ αὐτὸ ἕτοιμον πρὸς κατανάλωσιν εἰς τὸ Δημόσιον, παρὰ νὰ ἀποστάζῃ καὶ καθαρίζῃ αὐτὸ τὸ Δημόσιον δι’ ἰδίων ἢ καὶ δι’ ἄλλων ἐργοστασίων. Τὸ Κράτος εὐχερῶς δύναται νὰ πωλῇ τὸ οἰνόπνευμα ἢ διὰ τῶν ἰδίων ὑπαλλήλων, ἢ ἐρχόμενον εἰς συμφωνίαν μετὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν Μονοπωλείων, ἥτις ἤδη εἶναι παρεσκευασμένη ἐκ τῶν ἄλλων ἔργων αὐτῆς πρὸς τοιαύτην πώλησιν. Τοῦτο δὲ τοσοῦτο μᾶλλον εἶναι ἀναγκαῖον, ὅσον ταχέως τὸ οἰνόπνευμα θὰ ζητήσῃ νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸ πετρέλαιον ἐν τῷ φωτισμῷ, ἂν παράγηται εὐθηνότερον ἀναλόγως τοῦ πετρελαίου καὶ δὲν πωλῆται ἀκριβότερον αὐτοῦ. Λοιπὸν προκειμένου περὶ τοῦ μονοπωλίου τῶν οἰνοπνευμάτων, νομίζω ὅτι ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα εἶναι ὁ καταλληλότερος βιομήχανος, ἵνα παράγῃ ἐκ σταφίδος καὶ ἐξ ἄλλων οὐσιῶν, ὡς τῶν στεμφύλων καὶ τῆς σούμας, τὸ οἰνόπνευμα τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν κατανάλωσιν, τὸ δὲ Κράτος μονοπωλιακῶς νὰ πωλῇ αὐτό. Διότι τὰ Κράτη οὐδὲν ἔχουσι κέρδος αὐτὰ νὰ ἀποστάζωσιν, ἐξ ἐναντίας ἀκριβότερα παράγουσι τὰ οἰνοπνεύματα, οὔτε πρόκειται νὰ σκεφθῶσι περὶ ἀπασχολήσεως προσώπων. Τοῦ Κράτους τὸ συμφέρον εἶναι νὰ ἔχῃ ἱδρυμένην οὕτω τὴν βιομηχανίαν τῆς παραγωγῆς τοῦ οἰνοπνεύματος, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ γείνῃ κατάχρησις. Διὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἣν προτείνω, κατάχρησις δὲν θὰ γένηται, ὅταν ὑπάρχωσιν ἓν ἢ δύο μόνον ἐργοστάσια ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Δημοσίου ἐργαζόμενα καὶ κατὰ τοὺς συμπεφωνημένους ὅρους. Ἡ πώλησις θὰ γίνηται ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐντὸς ὡρισμένων δοχείων, ὑπὸ τὰς ἐγγυήσεις, ἃς θὰ κανονίσῃ ὁ νόμος. Ἐνῷ, ἐὰν θελήσωμεν νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, μόνον νὰ πωλῇ εἰς τὸ Κράτος τὴν σταφίδα, καίτοι εἶναι ὁ ἐνδεδειγμένος βιομήχανος, καὶ τὸ Κράτος ν’ ἀποστάζῃ καὶ καθαρίζῃ ὡς βιομήχανος τὸ οἰνόπνευμα, ὀργανίζομεν κακῶς τὴν ἐπιχείρησιν, καὶ παρασκευάζομεν τὴν ἀποτυχίαν αὐτῆς. Τὸ συμφέρον καὶ τοῦ Κράτους καὶ τοῦ σταφιδικοῦ πληθυσμοῦ εἶναι, εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν μονοπωλιακῶς ν’ ἀνατεθῇ ἡ παραγωγὴ τοῦ οἰνοπνεύματος εἴτε ἐκ σταφίδος εἴτε ἐξ ἄλλων οὐσιῶν, ἰδίως οἴνων καὶ στεμφύλων.
§32ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Αὐτὸ τὸ οἰνόπνευμα θὰ τὸ ἐξάγωμεν, ἢ θὰ τὸ καταναλίσκωμεν;
§33ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω. Τὸ οἰνόπνευμα, τὸ ὁποῖον θὰ παράγῃ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἂν δὲν γείνῃ μονοπώλιον, ὀφείλει νὰ τὸ ἐξάγῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Τὸ οἰνόπνευμα αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ καταναλίσκηται εἰς τὸ ἐσωτερικόν. Καὶ ὁ λόγος εἶναι εὐνόητος. Πρῶτον, δὲν πρέπει νὰ καταπολεμήσωμεν, ἐφ’ ὅσον μονοπώλιον δὲν ὑπάρχει, τὴν οἰνοπνευματοποιΐαν τὴν ἐγχώριον. Διὰ τοῦτο θεωρῶ ἀναγκαῖον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, χάριν τῆς ἐντοπίας βιομηχανίας, εἰς ἣν ἀπαγορεύεται ἡ ἀπόσταξις ἀμυλωδῶν οὐσιῶν, διάταξις ὑποχρεοῦσα τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν νὰ χορηγῇ εἰς τὴν ἐντοπίαν οἰνοπνευματοποιΐαν μέχρις ὡρισμένου ποσοῦ σταφίδος πρὸς ἀπόσταξιν. Τὸ ποσὸν αὐτὸ δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν εἰς δέκα ἑκατομμύρια λιτρῶν κατ’ ἔτος. Τὸ ποσὸν αὐτὸ θὰ τὸ δίδῃ εἰς τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα κατὰ μερίδας, αἱ ὁποῖαι δὲν πρέπει νὰ ὑπερβαίνωσι τὰς 500 χιλιάδας λίτρας ἑκάστη. Διότι, ἐὰν θελήσητε ὅλον αὐτὸ τὸ ποσὸν νὰ τὸ ἐκθέσητε διὰ μιᾶς εἰς δημοπρασίαν, θὰ τὸ ἀγοράσῃ πιθανῶς εἷς, ὄχι ἵνα τὸ ἀποστάξῃ, ἀλλ’ ἵνα τὸ πωλήσῃ εἰς τοὺς μικροτέρους οἰνοπνευματοποιοὺς ἀκριβότερον, ὅπερ καὶ ἄδικον καὶ ἐπιζήμιον δι’ αὐτούς. Διὰ τοῦτο κατὰ μικρὰς μερίδας πρέπει νὰ πωλῆται. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει πλέον τῶν δέκα ἑκατομμυρίων νὰ ὁρίσωμεν. Ἂς ἐνισχυθῇ ἡ παραγωγὴ τοῦ οἰνοπνεύματος ἐκ στεμφύλων ἢ ἐκ τῶν οἴνων.
§34ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ δημοπρασίας;
§35ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα.
§36ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐξασφαλίζεται ἡ κατὰ μερίδας διάθεσις.
§37ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δύναται εἷς νὰ τὸ ἀγοράσῃ ὅλον καὶ ἀντὶ 500 χιλιάδων.
§38ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι, ὅταν τοῦτο γένηται διὰ δημοπρασίας, θὰ γείνῃ διαγωνισμός, διότι θὰ ᾖναι μικρὰ τὰ ποσά. Δύσκολον νὰ τὰ ἀγοράσῃ εἷς ὅλα, διότι θὰ παρουσιάζωνται δι’ ἕκαστον πολλοί· ἐνῷ ἐπὶ πέντε ἑκατομμυρίων π. χ. ἢ ἕξ δὲν δύνανται νὰ παρουσιασθῶσι. Λοιπὸν εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι, ἐὰν ἀποστάζηται σταφὶς καὶ ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, πρέπει τὸ οἰνόπνευμα τὸ ἀποσταζόμενον νὰ ἐξάγηται, ἀλλ’ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι μόνη θὰ προτιμᾷ νὰ μεταποιῇ τὴν σταφίδα εἰς οἴνους καὶ κονιὰκ, καὶ αὐτὴ θὰ ἐμπορεύηται αὐτὰ, ἐξάγουσα εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἂν ἱδρυθῇ τὸ μονοπώλιον τῶν οἰνοπνευμάτων καὶ ἀνατεθῇ ἡ ἀπόσταξις αὐτοῦ ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, αὕτη, ἐννοεῖται, θὰ δύναται, ἀφοῦ ἐφοδιάσῃ μὲ τὸ ἀναγκαιοῦν ποσὸν τὴν ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν, νὰ ἐξάγῃ τὸ περιπλέον ποσὸν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν δι’ ἴδιον λογαριασμόν. Ἤδη γεννᾶται ἕτερον ζήτημα, ἂν πρέπῃ τὸ Κράτος νὰ ἐπιτρέψῃ μόνον εἰς οἰνόπνευμα νὰ μεταποιῆται ἡ σταφὶς ἢ καὶ εἰς ἄλλο τι. Ἐπὶ τούτου δὲν δύναμαι νὰ ἔχω ὁριστικὴν γνώμην. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ ᾖναι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἡ ἀπαγόρευσις, ἡ ὁποία ἔχει τεθῆ, περὶ μεταποιήσεως τῆς σταφίδος εἰς μιστὲλ ἢ εἰς σιρόπιον, παραβλάπτῃ τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος καὶ πρέπῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀπαγόρευσις, ἢ ἂν δὲν παραβλάπτῃ καὶ πρέπῃ νὰ ἀρθῇ ἡ ἀπαγόρευσις καὶ νὰ μὴ ἐμποδισθῇ κατανάλωσις, ἡ ὁποία θεωρεῖται ὡς μία τῶν σπουδαιοτέρων διὰ τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος. Ἐγὼ ἐπίστευον ὅτι τὸ μιστὲλ εἰσήγετο εἴτε ἀπ’ εὐθείας εἴτε ἐμμέσως εἰς Γερμανίαν, ἐπειδὴ δ’ ἐν Γερμανίᾳ ἀπό τινος εἰσάγεται σταφὶς μεταποιουμένη ἐκεῖ εἰς οἶνον, ἀνελθοῦσα μέχρι ποσοῦ 40 χιλιάδων τόννων περίπου, θὰ ἦτο μεγάλη ζημία, ἐὰν τὸ μιστὲλ ἀντικαθίστα τὴν διὰ τοῦ ἐμπορίου εἰσαγομένην σταφίδα, διότι, ἐνῷ ἡ σταφὶς πωλουμένη εἰς καλλιτέρας τιμὰς, εἰσάγει περισσότερον χρῆμα εἰς τὸν τόπον, τὸ μιστὲλ, παραγόμενον ἐκ σταφίδος κατωτάτης ποιότητος, εἰσάγει ὀλιγώτερον. Ἑπομένως θὰ περιωρίζετο διὰ τοῦ μιστὲλ ἡ ἐξαγωγὴ σταφίδος εἰς Γερμανίαν πρὸς οἰνοποίησιν. Ἀλλ’ ἀπετάθην πρὸς τὸν κ. Ἄμβουργερ, ὁ ὁποῖος βεβαιοῖ, ὅτι τὸ μιστὲλ πληρώνει 20 μάρκα ἀκαθάριστον, 24 δὲ μάρκα καθαρὸν, δηλαδὴ ἄνευ τῶν δοχείων, φόρον κατὰ ἑκατόλλιτρον, ἤτοι κατὰ 78 ὀκάδας. Ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθές, — καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν βεβαίως εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὸ βεβαιώσῃ διὰ τῶν ἡμετέρων Προξένων — νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν, διότι οὕτως ἤθελον περιορισθῆ τὰ μέσα τῆς καταναλώσεως τῆς σταφίδος. Διὰ τοῦτο θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν νομίζῃ, μετὰ ἐξέτασιν περὶ τοῦ ζητήματος, ὅτι πρέπει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ τεθῇ ἄλλη διάταξις, ἀλλ’ ἐξασφαλιστικὴ τοῦ παρακρατήματος, νὰ προτείνῃ οἵαν μεταβολὴν νομίζῃ πρέπουσαν. Ἐγὼ ἐπὶ τῶν σχετικῶν ἄρθρων ἔχω ἑτοιμάσει τοιαύτην τροποποίησιν, ἡ ὁποία εἶναι ἁπλουστάτη, ὡς καὶ εἰς τὰ περὶ μονοπωλίου, διότι τὸ ἓν συνεπάγεται τροποποίησιν τοῦ ἄλλου. Ὅταν συζητηθῶσι τὰ ἄρθρα, θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω αὐτάς. Συμπεραίνων ὑποστηρίζω, ὅτι κτίζομεν ἐπὶ τῆς ἄμμου, ἐὰν δὲν ἀσφαλίσωμεν τὴν χρησιμοποίησιν τὴν κανονικὴν καὶ ἐπικερδῆ, ὅσον τὸ δυνατὸν ἐπικερδεστέραν, τοῦ παρακρατήματος. Ἡ νομοθεσία περὶ δεκαετοῦς παρακρατήματος καὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης ἄνευ ἐξασφαλίσεως τῆς καταναλώσεως αὐτοῦ εἶναι ματαιοπονία. Τότε θὰ δυνάμεθα καὶ τὴν παρακράτησιν μετ’ ἀνακουφίσεως τῆς συνειδήσεως ἡμῶν νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τοὺς παραγωγούς, καὶ τὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης νὰ κανονίσωμεν κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος μετὰ πάσης πιθανότητος νὰ καθιστᾷ τὴν Τράπεζαν εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς ἐπωφελῆ καὶ εὐεργετικὴν, ἵνα δυνηθῇ μίαν ἡμέραν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς λύσεως καὶ τοῦ κτηματικοῦ ζητήματος. Ἐνῷ, ἐὰν ἀφήσωμεν τὰ πράγματα ὡς ἔχουσιν, ἀόριστα καὶ ἀσταθῆ, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, κίνδυνος ὑπάρχει, ὅτι δύναται νὰ προσκόψῃ αὕτη εἰς ἀνεπαρκῆ ἢ ἐπὶ εὐτελεῖ τιμῇ γινομένην πώλησιν τοῦ παρακρατήματος, καὶ νὰ μετανοήσωμεν, διότι ἐσπεύσαμεν νὰ ἱδρύσωμεν, ὡς ἱδρύσαμεν, τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μομφερράτος ἔχει τὸν λόγον.
§40Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον, Κύριοι, τὸν λόγον, ἐὰν τὸ παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον δὲν συνεδέετο πρὸς τὴν ἵδρυσιν νομικοῦ προσώπου, δηλαδὴ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς παρακρατήσεως βεβαίως ἐγὼ δὲν ἐπαγγέλλομαι ἀσφαλῆ καὶ αὐθεντικὴν γνώμην, διότι τὸ πρῶτον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ παρακαθήμενος δὲν ἠδυνήθην νὰ παρακολουθήσω τὰς μελέτας καὶ συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι εἰς προηγουμένας περιόδους ἐγένοντο ἐν αὐτῷ. Ἐὰν ἐπρόκειτο ὅμως νὰ ἐκδηλώσω τὴν ἐντύπωσιν, ἣν ἀπεκόμισα ἐκ τῶν ἀντιμαχομένων γνωμῶν, ὁμολογῶ, ὅτι μεγάλαι ἀμφιβολίαι ἐν τῷ πνεύματί μου ἐγεννήθησαν, ἐὰν τὸ μέτρον τῆς παρακρατήσεως ἦναι νόμιμον καὶ ὀρθόν. Καὶ δὲν ἐννοῶ βεβαίως ἐγὼ νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι δὲν πρέπει εἰς ἐπαρχίας, αἱ ὁποῖαι ἄλλοτε ἤνθησαν, αἱ ὁποῖαι διὰ τοῦ πολυτιμοτάτου τῶν προϊόντων ἡμῶν εὐηργέτησαν πολυτρόπως τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἐννοῶ, λέγω, νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἀρωγὸν τὸ Κράτος. Τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ καθῆκον ἔχουσι νὰ μετέλθωσι πᾶν μέτρον, νὰ μεταχειρισθῶσι πᾶν ὅ,τι ἁρμόζει, ὅπως μετριάσωσι τὴν ὑφισταμένην δυσπραγίαν, ὅπως ἐπαναφέρωσι τὴν προτέραν αὐτῶν ἀκμήν. Δὲν ἐννοῶ ἐγὼ νὰ ἀντείπω πρὸς τὸ νομοσχέδιον καὶ περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς παρακρατήσεως κατ’ ἀρχὴν, ἀφοῦ αἱ πάσχουσαι ἐπαρχίαι εὗρον αὐτὸν ὠφέλιμον καὶ φάρμακον κατάλληλον ἐπὶ τῆς ἐπελθούσης οἰκονομικῆς ἀνισορροπίας. Ὑποστηρίζω μάλιστα, ὅτι εἶναι πεπλανημένη καὶ ἡ θεωρία, ἣν χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τινὲς ἐξηκόντισαν, ὅτι, ὁσάκις θεωρητικῶς θεσμός τις δὲν δικαιολογῆται, δὲν πρέπει καὶ νὰ ἐφαρμόζηται. Ἡ θεωρία αὕτη δὲν εἶναι βεβαίως ἀπολύτως ὀρθή, διότι πολλάκις θεσμοὶ καταδικαζόμενοι θεωρητικῶς, ἐνίοτε δὲ καὶ ἠθικῶς, οὐχ ἧττον ἐφαρμόζονται, ὅταν ἐν τῇ πράξει ὑψηλότερα συμφέροντα κοινωνικὰ καθιστῶσιν αὐτοὺς καὶ πρακτικοὺς καὶ ἀπαραιτήτους.
§41ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἕν παράδειγμα, κύριε συνάδελφε, δύνασθε νὰ μᾶς φέρητε;
§42ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Βεβαίως δύναμαι νὰ φέρω παραδείγματα. Ὁ θεσμὸς τῆς προσωπικῆς κρατήσεως οὐ μόνον θεωρητικῶς, ἀλλὰ καὶ ἠθικῶς καταδικάζεται· καὶ ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐτόλμησεν εἰσέτι νὰ ὑψώσει χεῖρα ἐπικίνδυνον κατ’ αὐτῆς.
§43ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Καὶ ἔχει δίκαιον.
§44ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀκριβές, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ἐπιστήμη ἀναγράφει τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερίας τῆς συναλλαγῆς ἐν τῇ πράξει, ὑποχρεούμεθα ἀπολύτως τὴν ἀρχὴν ταύτην νὰ ἐφαρμόζωμεν, καὶ ὅταν κοινωνικὸν μέγα συμφέρον ἀπαιτῇ τὸν περιορισμὸν αὐτῆς. Ἡ ἐπιστημονικὴ ἀρχὴ δέον βεβαίως νὰ χρησιμεύῃ ὡς ὁδηγός, πρὸς αὐτὴν ὀφείλει νὰ ἀτενίζῃ βεβαίως ὁ νομοθέτης, ὡς ὁ Μωϋσῆς, (κατὰ τὴν εἰκόνα, ἣν ἔδωκεν εὐρωπαῖος πολιτευτής,) ὅστις ἐν τῇ ἐρήμῳ ὡς ὁδηγὸν παρηκολούθει τὴν ἐν τῷ οὐρανῷ στήλην τῆς νεφέλης. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ Μωϋσῆς περιώριζε τὸ βλέμμα του μόνον εἰς τὴν νεφέλην, καὶ δὲν ἔδιδε προσοχὴν καὶ εἰς τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ ἐβάδιζεν, ἠδύνατο νὰ πέσῃ εἰς λάκκον καὶ νὰ συντριβῇ. Ἡ θεωρία κατὰ τοσοῦτον εἶναι ὠφέλιμος, καθ’ ὅσον συμβιβάζεται πρὸς τὴν πρᾶξιν.
§45ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἡ πρᾶξις αὐτὴ εἶναι θεωρία.
§46ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐὰν πρὸ ὀλίγων χρόνων νομικός τις ἤκουεν, ὅτι ἡ ὑποθήκη ἐφαρμόζεται καὶ εἰς πράγματα κινητά, δηλαδὴ τὰ πλοῖα, καὶ πρὶν ἢ βαπτισθῶσιν εἰς τὰ ὕδατα καὶ ἐν τῷ ναυπηγεῖσθαι ἔτι εὑρισκόμενα, ἤθελε βεβαίως μειδιάσει· καὶ ἐν τούτοις οἱ Ἄγγλοι καὶ κατόπιν ἄλλοι συνέτριψαν τοὺς δεσμοὺς τῆς ἀφῃρημένης θεωρίας. Ἡ κοινωνία δὲν δύναται ἀπολύτως πάντοτε νὰ παρακολουθῇ ἀναλλοιώτους θεωρητικὰς ἀρχάς· τὸ κοινωνικὸν συμφέρον καὶ ὁ πολιτισμὸς ἀναγκάζεται νὰ παρακάμψῃ πολλάκις αὐτάς...
§47ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Προκειμένου περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης μάλιστα.
§48ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἥτις δὲν ἔχει ἐν γένει σταθερὰ ἀξιώματα, ἀλλὰ παρακολουθεῖ τὰς φάσεις καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ πολιτισμοῦ. Ἄλλοτε, παραδείγματος χάριν, ἔπλασαν τὴν ἀρχὴν, ὅτι, ἐὰν ἡ εἰσαγωγὴ ἔν τινι Κράτει ᾖναι μείζων τῆς ἐξαγωγῆς, τὸ Κράτος ἐκεῖνο οἰκονομικῶς πάσχει. Ἡ ἀρχὴ ὅμως αὕτη ἐθεωρήθη ἐπισφαλὴς καὶ ἕωλος, διότι ἡ εἰσαγωγὴ σημαίνει εὐρωστίαν, καὶ διότι ὁ ὑγιὴς στόμαχος δέχεται μείζονα τροφήν. Ἐγὼ λοιπὸν νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ἐπὶ τῇ βάσει μόνον θεωριῶν καὶ ἀκαδημαϊκῶν συζητήσεων καὶ ἀφῃρημένων δογμάτων νὰ ἀποκρούσωμεν τὸν θεσμὸν τῆς παρακρατήσεως. Τὸ ζήτημα εἶναι μᾶλλον πρακτικόν, καὶ ὡς τοιοῦτον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς προβάλλεται. Ὁ θεσμὸς τῆς παρακρατήσεως εἶναι φάρμακον κατάλληλον πρὸς ἀποτροπὴν τῶν κινδύνων τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν; Ἡ μονιμοποίησις τοῦ θεσμοῦ ἐπὶ δέκα ἔτη εἶναι σκόπιμος; Εἶπον ὅτι πολλὰς κατέλιπον εἰς ἐμὲ ἀμφιβολίας αἱ γενόμενοι ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου συζητήσεις, πρὸ πάντων ὅμως ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἐξ Αἰγιαλείας ἀγαπητοῦ συναδέλφου ἐκλόνισε τὴν πεποίθησίν μου περὶ τοῦ ἀσφαλοῦς τοῦ μέτρου κατ’ ἀρχήν· τόσῳ μᾶλλον, καθόσον δὲν ἤκουσα ἐπιχειρήματα σοβαρῶς ἀνατρέποντα τὰς σαφεῖς τῶν ἀντιπαρακρατητικῶν ἀντιρρήσεις. Λέγουσι π.χ. οἱ παρακρατητικοί, ὅτι ἡ παρακράτησις σκοπεῖ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ πλεονάσματος, ὅπως ἐπέλθῃ ἡ κλονισθεῖσα ἰσορροπία τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως· ἀλλὰ τοῦτο ἔχει ὡς ἀναγκαίαν προϋπόθεσιν τὴν κατάργησιν τῆς περαιτέρω φυτείας. Καὶ ἀπήντησαν μὲν οἱ ὑπέρμαχοι τῆς παρακρατήσεως, ὅτι οὐδεμία ἐγένετο φύτευσις σταφιδαμπέλου, ὅτι καὶ εἰς τὸ μέλλον νέαι φυτεῖαι δὲν θὰ γείνωσιν. Ἀλλὰ ταῦτά εἰσιν ἁπλαῖ εἰκασίαι καὶ μέλλουσαι πιθανότητες, ἐνῷ, ἐὰν κατορθωθῇ ἡ ἐνίσχυσις τῆς τιμῆς τῆς σταφίδος, τὸ βεβαιότερον εἶναι, ὅτι νέαι φυτεῖαι δύνανται νὰ ἐπακολουθήσωσιν, ὧν ὁ περιορισμὸς ἀδύνατον νὰ ἐπιβληθῇ διὰ νόμου, διότι ἀντίκειται πρὸς τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων.
§49Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Κράτος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ῥυθμίζῃ τὴν παραγωγὴν κατὰ τὴν βάσιν, τὴν ὁποίαν θέτομεν. Ἡ παρακράτησις αὐτὸ εἶναι.
§50ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Λέγουσιν ὅτι τὸ ἀφαιρούμενον πλεόνασμα θὰ διατεθῇ εἰς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, καὶ ἐγένετο ἡ ἀντίρρησις, ὅτι καὶ ἄνευ τῆς παρακρατήσεως οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ ἤθελον προμηθεύεσθαι τὸ αὐτὸ ποσὸν ἐκ τῆς παραγωγῆς τῆς σταφίδος κατ’ εὐθεῖαν. Ἀλλὰ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ἤκουσα σπουδαῖόν τι ἐπιχείρημα. Λέγουσιν ὅτι ζημιοῦνται αἱ οἰνοφόροι ἐπαρχίαι, διότι οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ θέλουσι περιορίζεσθαι, ἐκ συμφέροντος, μόνον εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ ἐκ τῆς παρακρατήσεως σταφιδοκάρπου· οὐδεμίαν ὅμως ἤκουσα σοβαρὰν κατὰ τοῦ ἐπιχειρήματος σκέψιν...
§51ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἑκατοντάκις ἐλέχθησαν αὐτὰ καὶ ἀνῃρέθησαν.
§52ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ ἤκουσα λεχθέντα, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἀναιρεθέντα. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ παρακράτησις ἀνεκούφισε τὴν παραγωγὴν, ὃ λίαν ἀμφίβολον, συμφέρει ἆρά γε ἡ μονιμοποίησις αὐτῆς ἐπὶ δεκαετίαν; Ἡ ἐπελθοῦσα κρίσις δέον νὰ θεωρηθῇ διαιωνιζομένη καὶ ὁ θεσμὸς τῆς παρακρατήσεως πρέπει χρόνιος ἆρά γε νὰ καταστῇ; Τοῦτο εἶναι τὸ ἕτερον ζήτημα, ὅπερ ὑποβάλλεται σήμερον εἰς τὴν Βουλήν. Ἄλλοι ἁρμοδιώτεροι ἐμοῦ διεπραγματεύθησαν αὐτό. Σπουδαῖον ὅμως ἐπιχείρημα τῷ ὄντι κατὰ τῆς μονιμοποιήσεως, ἣν θεωροῦσιν οἱ παρακρατητικοὶ ὡς μέλλουσαν νὰ ἐνισχύσῃ τὴν πίστιν τοῦ προϊόντος, εἶναι τοῦτο· ὅτι, ἐὰν ἐντὸς τῆς δεκαετίας συμπέσῃ ἡ τεχνητὴ πρὸς τὴν φυσικὴν παρακράτησιν, ἐὰν δηλαδὴ θεομηνία τις ἐλαττώσῃ τὴν παραγωγὴν, ὡς συνέβη ἐν ἔτει 1897, ποῖον θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα;
§53Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θ’ ἀναγκασθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ νόμον, ἵνα καταργήσῃ αὐτήν.
§54ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Θὰ φέρῃ νόμον πρὸς κατάργησιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἥτις θὰ ἀναλάβῃ ὑποχρεώσεις πρὸς τρίτους; Ἀλλὰ καὶ θὰ προφθάσῃ ἆρά γε ὁ νόμος, ἵνα προλάβῃ τὴν καταστροφήν; Ἐγὼ δὲν θὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἔρευναν τῶν ποικίλων τούτων ζητημάτων· τὰς ἀμφιβολίας καὶ τοὺς φόβους μου ἠθέλησα μόνον νὰ δηλώσω. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὸ κύριον θέμα τὸ ὁποῖον πρὸ πάντων μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ ἵδρυσις τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγείρεται, εἶναι, τί εἴδους νομικὸν πρόσωπον ἱδρύεται διὰ τῆς Τραπέζης; Καὶ τὸ ἄρθρον 6 ἀπαντᾷ, ὅτι ὁ κύριος νομάρχης ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἀντιπροσώπων τῶν δήμων θὰ παρουσιασθῇ εἰς συμβολαιογράφον καὶ θὰ συντάξῃ καταστατικὸν ὑπὸ τὸν τύπον ἀνωνύμου ἑταιρείας. Ἐὰν ὅμως ἔχωμεν ἀνώνυμον ἑταιρείαν, θέλομεν ὑποχρεωθῆ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν νόμον τοῦ 1807, ὅστις πρὸ καιροῦ ἔπρεπεν ἀπὸ ῥίζης νὰ μεταβληθῇ, ὅστις προϋποθέτει τὴν δι’ ἡμιόνων συγκοινωνίαν κατὰ ξηρὰν καὶ τὴν δι’ ἱστιοφόρων κατὰ θάλασσαν. Θὰ ἐφαρμόσωμεν ἄρα τὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας ὁρίζει ὁ ἐμπορικὸς κῶδιξ. Ἐὰν λοιπὸν στρέψωμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν ἐπὶ τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, παρατηροῦμεν, ὅτι τὸ κεφάλαιον τοῦτο δὲν εἶναι σταθερόν, ἀλλὰ διαρκῶς μεταβαλλόμενον, καὶ δὴ ἀναλόγως τῆς εἰσφορᾶς τῆς παρακρατήσεως. Ἀλλὰ κατὰ τὸν νόμον, ὁσάκις ἐπέρχηται μεταβολή τις εἰς οὐσιώδη τινὰ τῆς ἑταιρείας ὅρον, τότε ὑποχρεούμεθα, ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος, νὰ προβαίνωμεν εἰς διατυπώσεις, οἵα ἡ κατάθεσις παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ τῶν σχετικῶν εἰς τὴν ἀλλοίωσιν ἐγγράφων. Ἡ Τράπεζα λοιπὸν αὕτη θὰ ὑποχρεῶται αἰωνίως νὰ ὑποβάλληται εἰς διατυπώσεις τοιαύτας, διότι διαρκῶς τὸ κεφάλαιον θὰ μεταβάλληται. Τοιοῦτον κίνδυνον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποδείξω καὶ κατ’ ἰδίαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὑποθέτω ὅτι θὰ φροντίσῃ περὶ τῆς δεούσης τροποποιήσεως. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα καίρια ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα πρέπει βεβαίως νὰ προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 34 τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου, τὸ κεφάλαιον τῆς ἀνωνύμου ἑταιρείας διατηρεῖται εἰς ἰσοτίμους μετοχάς. Ἐνταῦθα δὲν ἐφαρμόζετε τὸ σύστημα τοῦτο, καὶ δὲν δύνασθε, διότι ἡ καταβολὴ ἑκάστου τῶν μετόχων, ἐξ ἧς κανονίζεται ἡ μετοχή, παραλλάσσει, ἀναλόγως τοῦ συνεισφερομένου παρ’ αὐτοῦ ποσοῦ. Ἀντὶ ὅμως μετοχῶν παραδίδετε ἁπλᾶς ὀνομαστικὰς ἀποδείξεις, ἐκδιδομένας παρὰ τοῦ ἁρμοδίου διαχειριστοῦ ὑπὲρ τῶν φορολογουμένων διὰ τῆς παρακρατήσεως μετόχων.
§55ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Ἐὰν ἠθέλομεν νὰ συμμορφωθῶμεν πρὸς τὸν ἐμπορικὸν νόμον, δὲν θὰ εἰσήγομεν εἰδικὸν νομοσχέδιον.
§56ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Λαμβάνω ὅμως τὴν τιμὴν νὰ ἀπαντήσω ὑμῖν, ὅτι, ὁσάκις πρόκειται νὰ λύσωμεν τὰ παρουσιαζόμενα ζητήματα, αἱ λύσεις θὰ γίνωνται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ ἐμπορικοῦ κώδικος. Καὶ ἐὰν μὲν ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ἐπιτακτικὴ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 34, ὅτι πάντως ἡ ἀνώνυμος ἑταιρεία διαιρεῖ τὸ κεφάλαιον αὐτῆς εἰς μετοχὰς ἀνωνύμους καὶ ὀνομαστικὰς ἰσοτίμους, πολλὰ πράγματα ἠδύνατο τοῦτο νὰ παράσχῃ· ἀλλὰ καὶ ἐὰν δεχθῶμεν, ὅτι ὁ ὅρος οὗτος δὲν εἶναι ἀπαραίτητος, καὶ ὅτι ἄνευ μετοχῶν δύναται νὰ νοηθῇ ἀνώνυμος ἑταιρεία, ὡς δέχονται δοκιμώτατοι συγγραφεῖς, οὐχ ἧττον καὶ πάλιν γεννᾶται τὸ ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπίσης προκαλῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν, διότι λέγετε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι ἡ ἀπόδειξις, τὴν ὁποίαν κατέχει ὁ μέτοχος, εἶναι ἀναπαλλοτρίωτος. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον ἀντιβαίνει ἄντικρυς εἰς τὴν φύσιν τῆς ἀνωνύμου ἑταιρείας, ἥτις εἶναι ἑταιρεία κεφαλαίων καὶ οὐχὶ προσώπων, ἀντιβαίνει δὲ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ὁμαλὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὑμετέρου νομοσχεδίου, καὶ ἀναγκάζεσθε νὰ ἀναγράψητε δύο ἐξαιρέσεις, ὅτι δύναται νὰ μεταβιβασθῇ ἡ μετοχή, εἴτε λόγῳ προικός, εἴτε ἐκ κληρονομίας, διότι ὁ μέτοχος σταφιδοκτήμων ἀποθνήσκων ἐγκαταλείπει κληρονόμους. Ἀλλὰ προβάλλεται τὸ ἐρώτημα, ἐὰν ὁ σταφιδοκτήμων ἐγκαταλίπῃ πέντε κληρονόμους, τίς ἔχει τὴν ψῆφον ἐν τῇ συνελεύσει;
§57Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὴν τελευταίαν ὑμῶν ἀπορίαν τὸ νομοσχέδιον ἤθελεν ἀπαντήσει ἐπαρκῶς, ἐὰν δὲν συνέβαινε τυπογραφικὸν λάθος, διότι παρελείφθη ἡ λέξις «ἀδιαίρετος». Διὰ τῆς προσθήκης τῆς λέξεως ταύτης προλαμβάνεται τὸ ἄτοπον, οὗ ἐμνήσθητε.
§58ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Εὐχαριστῶ διὰ τὴν πληροφορίαν.
§59ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πλὴν τούτου ὁμιλεῖτε πάντοτε ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου, ἐνῷ ἔχομεν εἰδικὸν νομοθέτημα, ἐὰν εἰς τὸ ἄρθρον 6 προστεθῶσι δύο λέξεις: «αἱ λοιπαὶ διὰ τὴν σύστασιν τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν διατάξεις τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου δὲν ἐφαρμόζονται ἐπὶ τῆς περὶ ἧς πρόκειται Σταφιδικῆς Τραπέζης». Διὰ τῆς προσθήκης ταύτης ἀπαλλάσσεται ἡ Τράπεζα τῶν ὑποχρεώσεων καὶ διατυπώσεων, αἵτινες διὰ τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου ἐπιβάλλονται, ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος, εἰς τὰς ἀνωνύμους ἑταιρείας.
§60ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ναί, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ εἰδικὸς ὑμῶν νόμος οὐδόλως ὠφελεῖ, διότι τὰ μέλλοντα ν’ ἀναφυῶσι ζητήματα θὰ λύωνται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ ἐμπορικοῦ κώδικος. Τὸν κίνδυνον τοῦτον δὲν δύνασθε νὰ διαφύγητε. Ἐὰν παραβάλωμεν ὅμως τὴν Τράπεζαν ἡμῶν πρὸς τὰς ἑταιρείας ἀλλοδαπῶν νομοθεσιῶν, εὑρίσκομεν αὐτὴν πρωτοφανῆ ἐν τῷ εἴδει αὐτῆς. Ἐν Γερμανίᾳ ὑπάρχουσιν αἱ δανειστικαὶ ἑταιρεῖαι (Schultze), ἀλλ’ ὁ μέτοχος, συνεισφέρων ἐκεῖ, δύναται νὰ δανείζηται ἐπὶ τριμήνῳ προθεσμίᾳ μέχρι τοῦ ποσοῦ τῆς εἰσφορᾶς, δικαιοῦται δὲ καὶ εἰς μέρισμα, ἄλλος δὲ ὀργανισμὸς, ἰδιωτικὸς ὀργανισμὸς ἀλληλοβοηθείας διατυποῦται. Ἐν Ἀγγλίᾳ εὑρίσκομεν τὰς ἑταιρείας τῆς καταναλώσεως. Ἐν Γαλλίᾳ, ἔνθα ἐπικρατεῖ τὸ σύστημα συνεταιρισμοῦ παραγωγῆς, εὑρίσκομεν τὸν τύπον ἑταιρείας μεταβλητοῦ κεφαλαίου (a capital variable). Πανταχοῦ ὅμως τῆς Εὐρώπης ἐφρόντισαν νὰ ψηφίσωσιν εἰδικοὺς νόμους, καὶ ἀπέβαλον τὰς τροχοπέδας τοῦ κώδικος τοῦ 1807. Ἐν Γαλλίᾳ ὑπάρχει γενικὸς νόμος τοῦ 1867 περὶ ἑταιρειῶν μεταβλητοῦ κεφαλαίου. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἑταιρείᾳ τῆς Γαλλικῆς νομοθεσίας ὁ μέτοχος δανείζεται μέχρι τῆς εἰσφορᾶς αὐτοῦ, διότι τῆς εἰσφορᾶς εἶναι πάντοτε κύριος· ὑμεῖς ὅμως φέρετε Τράπεζαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ, ἐνῷ ὁ σταφιδοκτήμων οὐχὶ ἑκουσίως, ἀλλ’ ἀναγκαστικῶς, φορολογικῶς, καταβάλλει τὴν εἰσφορὰν αὐτοῦ, καὶ καθίσταται βίᾳ μέτοχος, καταβάλλει αὐτὴν ἀνεπιστρεπτί. Καὶ ὑμεῖς ὅμως λέγετε, ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ δανείζηται ὁ μέτοχος μέχρι ποσοῦ 1000 δραχμῶν. Ὅταν τὸ Δημόσιον καταπιέσῃ αὐτὸν, ὅταν ὁ τοκογλύφος πνίξῃ αὐτὸν, τότε ὑμεῖς ἀνοίγετε τὰς ἀγκάλας τῆς Τραπέζης σας καὶ πρὸς καλλιέργειαν παρέχετε μηδαμινὸν δάνειον· ὅταν ὅμως τολμήσῃ νὰ ῥιφθῇ εἰς αὐτὰς, ἄφευκτος βεβαίως θὰ ἐπακολουθήσῃ ὁ ὄλεθρός του. Τοῦτο λέγω, ἵνα εἰς ἕτερον καίριον ζήτημα προκαλέσω τὴν σύντονον προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐν τῷ τύπῳ καὶ ἀλλαχοῦ ἐγένετο συζήτησις περὶ τῆς τύχης τῶν πρὸς τοὺς μετόχους δανείων, καὶ γενικῶς ἐνόμισαν, ὅτι οἱ μέτοχοι θὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τῶν μικρῶν δανείων, διότι δὲν θὰ ἐπιστρέψωσιν αὐτὰ, ἴσως δὲ καὶ οἱ σταφιδοκτήμονες ἐπίστευσαν, ὅτι προσλαμβάνοντες τὸν τίτλον τοῦ μετόχου θὰ σωθῶσι. Καὶ ἐν τούτοις οὐδέποτε ἐχαλκεύθησαν σκληρότερα καὶ ἀσφαλέστερα ἀναγκαστικὰ μέτρα ἐναντίον δυστροπούντων ὀφειλετῶν. Ἀκούσατε ποῖα εἶναι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα θὰ μεταχειρισθῇ ἡ Τράπεζα κατὰ τῶν μετόχων καὶ συγχρόνως ὀφειλετῶν της. Ἐν πρώτοις κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἀπολαύει προνομίου ἐπὶ τοῦ καρποῦ τοῦ ἔτους τοῦ δανεισμοῦ...
§61Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι διάταξις ἰσχύοντος νόμου.
§62ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Εἶναι ἀδιάφορον· διότι πῶς θὰ συμβιβάσητε τὸ προνόμιον ὑμῶν πρὸς τὸ προνόμιον τοῦ τυχὸν ὑπάρχοντος ἐνυποθήκου δανειστοῦ; Ἕν ἐκ τῶν δύο· ἢ καταργεῖτε τὸ προνόμιον τοῦ ἐνυποθήκου δανειστοῦ, ἢ δὲν τὸ καταργεῖτε. Ἐὰν δὲν καταργῆτε αὐτὸ, οἱ καρποὶ, ἐνόσῳ ἤρτηνται, ὑποβάλλονται εἰς τὸ προνόμιον τῆς ὑποθήκης· ἐὰν συνεκομίσθησαν, ἐκποιοῦνται καὶ διατίθενται ὡς κινητὰ ἀνεξάρτητα, καὶ τότε πῶς θὰ ἐπιδιώξητε ὑμεῖς τὸ προνόμιόν σας; Ἐὰν ὅμως καταργήσητε τὸ προνόμιον, τότε τραυματίζετε βεβαίως τὴν κτηματικὴν πίστιν, ἣν ἔχομεν πρὸ πάντων ἀνάγκην νὰ περιποιηθῶμεν.
§63ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει νόμος περὶ τούτου.
§64ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τοῦ προνομίου τῆς Τραπέζης· τοῦτο ἐν παρόδῳ ἀνέφερα. Ἕτερον εἶναι τὸ θέμα, πρὸς ὃ ἐννοῶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι τὸ ἑξῆς: «Ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα (λέγει τὸ ἄρθρον 19 τοῦ νομοσχεδίου) ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ χορηγῇ δάνεια ἐπὶ καλλιεργείᾳ μόνον εἰς σταφιδοκτήμονας ἐπὶ τόκῳ 5% ἐτησίως, κατὰ τὰς περὶ χορηγίας τοιούτων δανείων διατάξεις τῆς ἀπὸ 2 Δεκεμβρίου 1896 συμβάσεως μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ κυρώσαντος ταύτην νόμου ΒΥΞΑʹ τῆς 8 Ἰανουαρίου 1897».
§65ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς τοὺς ἰδιώτας.
§66ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐν καιρῷ πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς ἀνωμαλίας ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὴν σύμβασιν ταύτην, καὶ ἀνέλαβε προνόμιον ἐξαιρετικόν, ὑπεχρεώθη δὲ νὰ προβῇ εἰς δάνεια κτηματικὰ μέχρι 10,000,000 δρ. Μεταξὺ τῶν προνομίων καὶ δικαιωμάτων, ἅτινα ἡ σύμβασις παρέχει τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, εἶναι καὶ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἄνευ ἀποφάσεως δικαστικῆς, ἀλλὰ δι’ ἁπλῆς αἰτήσεως, ἀπευθυνομένης πρὸς τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐπιτυγχάνει τὴν προσωπικὴν κράτησιν τοῦ ὀφειλέτου. Τοῦτο εἶναι βεβαίως τερατῶδες, διότι καὶ ὅτε ἤκμαζεν ἐν ταῖς νομοθεσίαις ἡ προσωπικὴ κράτησις, καὶ σήμερον ἔτι, ὅτε ὑπάρχει ἐν τοῖς κώδιξιν ἡμῶν ὁ νόμος, μόνον διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως ἐπιτρέπει τοιαύτην σύλληψιν τοῦ ὀφειλέτου, διότι ἠθέλησε νὰ περιφρουρήσῃ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου. Ἀλλ’ ἐνῷ τὸ ἐξαιρετικὸν τοῦτο ὅπλον, δι’ οὗ δι’ ἁπλῆς πράξεως τοῦ Προέδρου συλλαμβάνεται ὁ ὀφειλέτης, ἠδύνατο νὰ ἀποβάλῃ τὸν ἐπικίνδυνον αὐτοῦ χαρακτῆρα, εὑρισκόμενον εἰς χεῖρας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, μὴ χρωμένης κἄν αὐτῷ, δὲν ἁρμόζει εἰς μίαν Τράπεζαν ἰδιωτικῆς φύσεως, ἥτις πρόκειται νὰ προστατεύσῃ δῆθεν τὰς ἐπαρχίας, ἐνῷ ἀπὸ συμφέροντος θὰ ποιήσηται ἴσως κατάχρησιν αὐτοῦ. Ἐν τούτοις ὑμεῖς παραχωρεῖτε διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας τὸ προνόμιον, τὸ φοβερὸν τοῦτο ὅπλον, εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν κατὰ τῶν μετόχων ὀφειλετῶν της...
§67ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ δὲν ἐφαρμόζεται ποτέ.
§68ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐὰν δὲν πρόκειται οἱ νόμοι, οὓς ψηφίζομεν, νὰ ἐφαρμοσθῶσι, τότε πᾶσα συζήτησις ἤθελεν εἶναι περιττή. Τὴν μεταβίβασιν, ἐπαναλαμβάνω, τοιούτου φοβεροῦ προνομίου δὲν πρέπει νὰ ἀνεχθῶμεν, εἰς ἐποχὴν μάλιστα, καθ’ ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρόκειται νὰ καταργήσῃ τὴν προσωπικὴν κράτησιν. Ἀλλὰ καὶ ἑτέρα διάταξις ἀλγεινὴν μοὶ ἐπροξένησεν ἐντύπωσιν, ἡ τοῦ ἄρθρου 22. Ὁ μέτοχος, ὅστις ἤθελε τολμήσει νὰ δανεισθῇ, μεταβληθήσεται εἰς ὀφειλέτην τοῦ Δημοσίου! Ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα κατὰ τὸ νομοσχέδιον δικαιοῦται νὰ παραπέμψῃ κατάλογον τῶν ὀφειλετῶν αὐτῆς εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Δημοσίου, ὁ δὲ ταμίας εἰσπράττει τὸ ποσὸν τοῦτο δυνάμει τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων προσόδων. Ἔχομεν λοιπὸν Τράπεζαν ἰδιωτικοῦ ὅλως χαρακτῆρος, πρὸς ἣν μεταβιβάζομεν τὰ δικαιώματα πάντα τοῦ Δημοσίου· δύναται δηλαδὴ νὰ προβαίνῃ αὕτη εἰς καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν της καὶ μετόχων διὰ τοῦ χωροφύλακος καὶ τοῦ εἰσπράκτορος· γνωρίζομεν δὲ τὰ μαρτύρια τῆς τοιαύτης καταδιώξεως. Ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων προνομίων λοιπὸν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δύναται νὰ παράσχῃ βεβαίως καὶ ἀσφαλῶς καὶ 5 καὶ πλέον ἑκατομμύρια, ἵνα ἀπαλλαγῇ τῆς ὑποχρεώσεως, ἣν ἀνέλαβεν, αὐτὴ κατ’ εὐθεῖαν νὰ διαθέσῃ αὐτὰ εἰς δάνεια ἀγροτικὰ ἐπισφαλῆ, ἀφοῦ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζά σας ὁλόκληρον τὴν Πελοπόννησον ὑποβάλλει εἰς τὴν πίεσιν τῶν δημοσίων χρεῶν.
§69ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὴ ἡ διάταξις ὑπάρχει εἰς τὸν νόμον περὶ δανείων Θεσσαλικῶν.
§70Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἄρθρον, περὶ τοῦ ὁποίου συζητεῖτε, παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον μεθ’ οἱουδήποτε κεφαλαιούχου.
§71ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν ἔπρεπε τότε εἰς τὸ ἄρθρον 19 νὰ περιλάβητε τὰ δικαιώματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
§72ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν δὲν εὕρωσιν ἀλλαχοῦ, θὰ προστρέξωσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν.
§73ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Θὰ προσπαθήσωσι νὰ μὴ εὕρωσιν ἀλλαχοῦ· δὲν θὰ εὕρωσιν ἀλλαχοῦ, διὰ νὰ ἀπαλλάξωσιν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τοῦ βάρους τοῦ δανεισμοῦ πρὸς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς, ἐνῷ τὰ δάνεια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἠδύναντο τῷ ὄντι ν’ ἀνακουφίσωσιν αὐτοὺς ἀμέσως, ἐνῷ τὰ δάνεια τῆς καλλιεργείας, περὶ ὧν τὸ νομοσχέδιόν σας, θὰ ῥίψωσιν ἁπλῶς ἔλαιον εἰς τὴν πυράν. Καὶ εἰς ἄλλα ὅμως τὸ νομοσχέδιόν σας εἶναι ἀτυχές. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δάνεια μικρὰ, μόλις μέχρι 1000 δραχμῶν ἀνερχόμενα, οὐδεμίαν ῥιζικὴν ὠφέλειαν θὰ παράσχωσιν εἰς τὰς πασχούσας ἐπαρχίας, διότι ἡ ἀσθένεια τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν ἔγκειται ἀλλαχοῦ, ἔγκειται εἰς τὰ χρέη πρὸς τοκογλύφους καὶ ἐνυποθήκους δανειστάς. Ἡ μέθοδος ἄρα τοιούτων δανείων καλλιεργείας δὲν θεραπεύει τὴν αἰτίαν, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐνισχύει τοὺς τοκογλύφους δανειστὰς, ἐντεῦθεν δ’ ἔχομεν μᾶλλον ἀνάγκην νόμων κτηματικῶν. Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις Ζαΐμη ἐσκέπτετο νὰ εἰσαγάγῃ τὸ γερμανικὸν σύστημα Grundbuch, καὶ ἐσκέφθη νὰ ἐνισχύσῃ τὴν κτηματικὴν πίστιν, ἵνα εἰς τὴν ῥίζαν ἐπέλθῃ βελτίωσις. Ἐν τῇ ἐπιχειρήσει μάλιστα ταύτῃ ἐπρέκειτο νὰ συνεργασθῇ μεθ’ ἡμῶν καὶ ὁ νομοδιδάσκαλος ἀδελφὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Καὶ ἄλλα δὲ μέτρα, ὡς τὸ τῆς διαδικασίας τοῦ πλειστηριασμοῦ, ἠδύναντο νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν, νὰ παρέχηται π. χ. εὐκολία αὐτοῖς πρὸς ἐξαγορὰν τοῦ κατακρατουμένου κτήματος. Καὶ ἕτεραι πολλαὶ ὑπάρχουσι καίριαι ἐλλείψεις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, αἵτινες ἀνάγονται ὅμως εἰς λεπτομερείας. Ἀποκρούω λοιπὸν γενικῶς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ἰδίᾳ ἐφ’ ὅσον συνέχονται ἡ μονιμοποίησις τῆς παρακρατήσεως καὶ ἡ σύστασις Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἠδύνατο τοὐλάχιστον νὰ διατυπωθῇ διακεκριμένως. Ἀλλὰ νομοσχέδιον, ἐν τῷ ὁποίῳ διαχειρισταὶ καὶ σύμβουλοι Τραπέζης ὑπόκεινται εἰς τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ παρουσιάζεται τοιουτοτρόπως ἡ εἰσβολὴ τῆς πολιτικῆς, νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ θεωρηθῇ νομοθετικὸν τέρας, οὐ μόνον κατ’ οὐδὲν θὰ ὠφελήσῃ, ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως θὰ ἀνοίξῃ νέαν πληγὴν ἀνίατον οἰκονομικὴν, καὶ θὰ μεταβάλῃ εἰς εἵλωτας τοὺς δυστυχεῖς σταφιδοκτήμονας τῆς Πελοποννήσου.
§74Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα τῆς παρακρατήσεως, Κύριοι, τοσοῦτον εὐρέως ἀνεπτύχθη κατὰ τὰς δύο προηγηθείσας βουλευτικὰς περιόδους, καὶ τοσοῦτον σαφῶς κατενοήθησαν τὰ πλεονεκτήματα αὐτῆς ὑπὸ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ὥστε ἡ ἐκ νέου συζήτησις τοῦ θέματος τούτου ἐνόμιζον ὅτι οὐ μόνον ἀπώλειαν χρόνου ἤθελεν ἐπιφέρει εἰς τὰς ἐργασίας ἡμῶν, ἀλλ’ ἤθελε παραστήσει καὶ τοὺς πλείστους ἐξ ἡμῶν ὡς μὴ μετ’ ἐνδιαφέροντος παρακολουθήσαντας τὰς συζητήσεις ἐκείνας, κατὰ τὰς ὁποίας μετὰ πολλῆς σαφηνείας ἀνεπτύχθησαν τὰ πολλὰ καὶ ποικίλα πλεονεκτήματα, ἅτινα ἡ παρακράτησις, καλῶς διαχειριζομένη, ἠδύνατο νὰ ἐπιφέρῃ ὑπὲρ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν. Λέγω, ὅτι ἡ ἐκ νέου συζήτησις τοῦ θέματος τούτου θέλει ἀποδείξει τοὺς πλείστους ἐξ ἡμῶν ὡς μὴ κατανοήσαντας τὰ πλεονεκτήματα αὐτῆς, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν τοσοῦτον στενῶς προσεκολλήθησαν εἰς τὴν ἰδέαν καὶ τὴν οὐσίαν τῆς παρακρατήσεως, ὥστε καθ’ ἕκαστον ἔτος παριστάμεθα θεαταὶ τῆς καθολικῆς, δύναμαι νὰ εἴπω, ἐξεγέρσεως τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν ὑπὲρ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν μέτρου, οὗτινος ἡ χρῆσις, καλῶς γιγνομένη, δύναται οὐ μόνον τοὺς κινδύνους, οὓς ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν διατρέχουσι, ν’ ἀποσοβήσῃ, ἀλλὰ καὶ τὸ μέλλον τῆς χώρας νὰ βελτιώσῃ· διότι θεωρῶ περιττὸν, κατόπιν τῶν τόσον εὐγλώττων καὶ παρατεταμένων ἀγορεύσεων πολλῶν ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, νὰ ἐκθέσω καὶ ἐγὼ ἐνώπιον ὑμῶν ὁποῖον ἀπαίσιον μέλλον περιμένει τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας ἡμῶν καὶ ἔτι ἀπαισιώτερον τὰ οἰκονομικὰ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ἂν δὲν προσπαθήσωμεν νὰ βελτιώσωμεν τὴν τύχην τῆς σταφίδος, ἂν δὲν προσπαθήσωμεν ν’ ἀποδώσωμεν εἰς αὐτὴν τιμὴν ἱκανοποιοῦσαν τὰς ἀνάγκας τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν. Διὰ τοῦτο ὁ θεσμὸς τῆς παρακρατήσεως πεποιθότως ἐθεωρήθη παρ’ ἡμῶν ὡς ἡ ἄγκυρα σωτηρίας τῶν πασχόντων σταφιδικῶν πληθυσμῶν, ἡ δὲ μονιμοποίησις αὐτῆς ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν ἵδρυσιν Σταφιδικῆς Τραπέζης ὡς τὸ μόνον μέσον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἄρῃ τὴν κρίσιν, ἡ ὁποία ἀπὸ ἐτῶν μαστίζει τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας καὶ ἥτις ἔχει βυθίσει εἰς ἀμηχανίαν καὶ ἀπελπισίαν πάντας τοὺς ἀσχολουμένους εἰς τὴν καλλιέργειαν τοῦ εἴδους τούτου. Διὰ τῆς μονιμοποιήσεως, λέγω, τῆς παρακρατήσεως μὲ τὸ δικαίωμα τῆς αὐξήσεως τοῦ ποσοστοῦ ἀναλόγως τῆς παραγωγῆς, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ συγκρατῶμεν σταθερὰς καὶ συμφερούσας τὰς τιμὰς εἰς τὸν σταφιδόκαρπον, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐξυπηρετοῦνται τὰ συμφέροντα ὄχι μόνον τῶν σταφιδικῶν ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ καὶ τῆς χώρας ὁλοκλήρου, διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν πάντες, ὅτι, ἀφ’ ἧς ἐκλείσθη εἰς τὸ προϊὸν ἡμῶν ἡ θύρα τῆς Γαλλίας, ἡ ὁποία ἦτο τὸ σπουδαιότερον κέντρον τῆς καταναλώσεως αὐτοῦ, καὶ ἔπαυσεν ἡ ἐκεῖθεν εἰσαγωγὴ εἰς τὴν χώραν ἡμῶν τοῦ κολοσσιαίου ἐκείνου χρηματικοῦ ποσοῦ, τοῦ ἀνταλλάγματος δηλ. τῆς σταφίδος ἡμῶν, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἤρξαντο κλονιζόμενα τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας ἡμῶν, καὶ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἔφθασαν εἰς ὃ σημεῖον εὑρίσκονται σήμερον. Διὰ τοῦτο οἱ ἀντιτιθέμενοι εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς παρακρατήσεως ὄχι μόνον τὰ συμφέροντα τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν δὲν ἐξυπηρετοῦσιν, ἀφίνοντες αὐτὰ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς στενοχωρίας καὶ τῆς πιέσεως, ἀλλὰ καὶ τὰ καθόλου συμφέροντα τῆς χώρας δὲν προστατεύουσι, καίτοι ταῦτα ἔχουσιν ἀνάγκην προστασίας καὶ ἀρωγῆς ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην περίστασιν σήμερον. Καὶ ἡ πεῖρα καὶ τὰ πράγματα αὐτὰ, Κύριοι, μαρτυροῦσιν, ὅτι ὁ σταφιδόκαρπος ὑπετιμήθη, διότι ἡ μεγίστη παραγωγή, ὑπερτερήσασα τὴν κατανάλωσιν, ἔφερε τὴν ὑποτίμησιν αὐτῆς. Ζητοῦμεν λοιπὸν μέτρα σωστικὰ, καὶ τοιαῦτα εἶναι ν’ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τῆς παραγωγῆς ἓν ποσὸν ἀνάλογον, διὰ νὰ ὑπερτιμήσωμεν τὸ ὑπόλοιπον, ὡς τοιοῦτον δὲ δὲν εὑρίσκομεν ἄλλο παρὰ ἐκεῖνο, ὅπερ προτείνεται πανταχόθεν, καὶ ὅπερ παρὰ πάντων θεωρεῖται ὡς τὸ λυσιτελέστερον πρὸς ὃν σκοπὸν ἐπιδιώκομεν· εἶναι δὲ τοῦτο ὁ ἀποχωρισμὸς μέρους ἐκ τοῦ παραγομένου σταφιδοκάρπου μέχρις 25%, ὅπερ ἀποταμιευόμενον νὰ χρησιμεύσῃ ἀποκλειστικῶς εἰς παραγωγὴν βιομηχανικῶν προϊόντων. Διὰ τῶν μέτρων τούτων ἡ προσφορὰ θὰ ἐλαττῶται μέχρις 25%, καὶ ἔχομεν δι’ ἐλπίδος, ὅτι τὸ ὑπόλοιπον θὰ πωληθῇ εἰς τιμὰς, αἵτινες θὰ ἐπιτρέψωσιν εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας οὐ μόνον νὰ καλλιεργῶσιν, ἀλλὰ καὶ νὰ διατηρήσωσι τὰ κτήματά των. Ἔχομεν δ’ ὡσαύτως τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο ὄχι μόνον δὲν θὰ ἐλαττώσῃ τὴν κατανάλωσιν τῆς σταφίδος, ἀλλὰ καὶ θὰ τὴν αὐξήσῃ, διότι σήμερον ἡ σταφὶς δὲν χρησιμεύει ὅπως ἄλλοτε, πρὸς βρῶσιν μόνον, ἀλλὰ γίνεται χρῆσις αὐτῆς καὶ πρὸς κατασκευὴν βιομηχανικῶν προϊόντων. Ὑπάρχουσιν ἐν τούτοις οἱ πρεσβεύοντες ὅτι, ὅπως ἐκλίπῃ ἡ ἀνισορροπία τῆς προσφορᾶς πρὸς τὴν ζήτησιν, πρέπει νὰ καταστρέψωμεν, νὰ ἐκριζώσωμεν μέρος τῶν σταφιδαμπέλων ἡμῶν, καὶ ἡ γνώμη αὕτη προβάλλεται καὶ ὑποστηρίζεται παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ἀποκρούουσι τὰ παρὰ τῶν ἄλλων προτεινόμενα μέτρα. Ἡ γνώμη αὕτη, κύριοι Βουλευταὶ, ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν ἔχει ἔννοιαν σοβαρὰν, διότι ἡ κατανάλωσις τῆς σταφίδος ὄχι μόνον δὲν ἔφθασεν εἰς τὸ ἀνώτατον αὑτῆς ὅριον, ἀλλὰ δύναται νὰ λάβῃ πολλὰς καὶ ὠφελίμους ἰδιότητας· ὡς ἐκ τούτου οὐ μόνον εἰς τὰ μέρη, ἔνθα εἶναι γνωστή, αὐξάνει ὁσημέραι, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλους τόπους εἰσάγεται πρὸς κατασκευὴν βιομηχανικῶν προϊόντων. Διὰ τοῦτο, ὄχι μόνον δὲν συμμεριζόμεθα τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες συμβουλεύουσι τὴν ἐκρίζωσιν καὶ καταστροφὴν τῶν σταφιδαμπέλων, ἀλλὰ φρονοῦμεν, ὅτι τοῦτο ἤθελεν εἶναι ἐγκληματικὸν νὰ καταστρέψωμεν κτήματα, διὰ τὴν ὕπαρξιν τῶν ὁποίων ἐδαπανήθησαν κολοσσιαῖα κεφάλαια καὶ ἐχύθησαν ποταμοὶ ἱδρώτων. Μᾶς λέγουσιν ὡσαύτως οἱ ἀποκρούοντες τὴν παρακράτησιν, ὅτι οὐδὲν μέτρον δύνανται νὰ λάβωσιν περὶ τῆς σωτηρίας τῆς σταφίδος, καὶ ὅτι ἡ σταφὶς διὰ τῆς σταφίδος μόνον δύναται νὰ σωθῇ· ὁ δὲ ἰσχυρισμὸς οὗτος κατέστη πλέον δόγμα εἰς τοὺς ἐναντία φρονοῦντας, καὶ ὁσάκις ἡ σταφὶς εὑρίσκηται ἐν κινδύνῳ καὶ πρόκειται νὰ ληφθῇ μέτρον τι χάριν αὐτῆς, τότε προβάλλουσι τὸ δόγμα τοῦτο. Ἡμεῖς ἀπαντῶντες λέγομεν, ὅτι ἡ σταφὶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σωθῇ διὰ τῆς σταφίδος, καθόσον ὅ,τι ἀπαιτεῖται διὰ τὴν παραγωγὴν τῆς σταφίδος, δὲν ἀπαιτεῖται διὰ τὴν παραγωγὴν οἱουδήποτε ἄλλου προϊόντος· δηλ. διὰ τὴν παραγωγὴν σταφίδος ἀπαιτοῦνται κεφάλαια μεγάλα καὶ παρατεταμένη καλλιέργεια, ἐνῷ διὰ τὴν παραγωγὴν οἱουδήποτε ἄλλου, ἀνεξαιρέτως, ἐκ τῶν προϊόντων δὲν ἀπαιτοῦνται τόσα κεφάλαια, ὅσα διὰ τὴν καλλιέργειαν καὶ παραγωγὴν τῆς σταφίδος. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ζητοῦμεν τὴν ἐπαύξησιν τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος, ζητοῦμεν τὴν παρακράτησιν, διὰ νὰ μὴ τυχὸν εὑρεθῶμεν πρὸ τοῦ κινδύνου, μήπως ἕνεκεν ἐλλείψεως τῶν μέσων πρὸς καλλιέργειαν καταστραφῶσι τὰ κτήματα ἡμῶν· καταστρεφομένων δὲ τῶν κτημάτων, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραγάγωμεν σταφίδα, ἢ νὰ σώσωμεν τὴν σταφίδα διὰ τῆς σταφίδος; Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι τὸ δόγμα, ὅτι ἡ σταφὶς δύναται νὰ σωθῇ διὰ τῆς σταφίδος, οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν, λεγόμενον περὶ σταφίδος. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ὡς κατηρτίσθη τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀνταποκρίνεται πληρέστατα πρὸς τὰς ἀνάγκας καὶ τὰ συμφέροντα τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ἡ δὲ πρόνοια περὶ ἱδρύσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης φρονῶ, ὅτι πληροῖ τὸν προαιώνιον πόθον τῶν πασχόντων σταφιδικῶν πληθυσμῶν, διότι δι’ αὐτῆς ἀπαλλάσσεται μέγα μέρος τῆς Πελοποννήσου ἀπὸ τοὺς ὄνυχας τῆς τοκογλυφίας, ἥτις, ὡς γνωστὸν, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἔλαβε τεραστίαν ἀνάπτυξιν ἀνὰ πάσας τὰς ἐπαρχίας τοῦ Βασιλείου, ἰδίως δὲ εἰς τὰς σταφιδοφόρους. Διὰ τοῦτο ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποκρύψωμεν τὴν ἐνδόμυχον εὐχαρίστησιν, ἣν αἰσθανόμεθα ἐπὶ τῷ καταρτισμῷ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον ἐναγωνίως πρό πολλοῦ ἀνέμενον οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί, διότι δι’ αὐτοῦ ἀναλαμβάνει ἡ πίστις, καὶ παρέχονται τὰ μέσα, ὅπως ἀπαλλαγῶσιν ὁλόκληροι ἐπαρχίαι ἐκ τῆς ἐπονειδίστου τοκογλυφίας. Καὶ οὐ μόνον αἰσθανόμεθα χαρὰν ἐπὶ τούτῳ, ἀλλὰ καὶ τὰς εὐχαριστίας ἡμῶν ἐκφράζομεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν πρωτοβουλίαν καὶ τὴν ἀξιέπαινον ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε, νὰ καταρτίσῃ νομοσχέδιον τοιοῦτον, διὰ τοῦ ὁποίου δεικνύεται ἡ πατρικὴ αὐτῆς μέριμνα ὑπὲρ λαοῦ, ὅστις τὰ μάλα συνετέλεσεν εἰς τὴν οἰκονομικὴν προαγωγὴν οὐ μόνον τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ καὶ τῆς χώρας ὁλοκλήρου. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ὀφείλει ἡ Βουλή, ἐν τῇ συνέσει αὐτῆς τῇ πατριωτικῇ, μελετήσασα ἤδη τὰς βάσεις ὡς καὶ τὰ καθέκαστα τοῦ νομοσχεδίου, νὰ περιβάλῃ διὰ τοῦ κύρους αὐτῆς νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἐγγυᾶται ὑπὲρ τῆς οἰκονομικῆς ἀποκαταστάσεως μιᾶς μεγάλης μερίδος τῆς Πελοποννήσου. Ψηφίζουσα ἡ Βουλὴ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὡς ἔχει, ἂς ἦναι βεβαία, ὅτι θέλει προσφέρει τὴν ὑψίστην τῶν ὑπηρεσιῶν πρὸς λαόν, ὅστις ἀείποτε ἐπρωταγωνίστησεν εἰς τὰς στρατιωτικὰς καὶ λοιπὰς πρὸς τὴν χώραν ὑποχρεώσεις αὐτοῦ.
§75ΧΑΡΙΛ. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Διὰ νὰ ἐννοήσωμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου, πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν τὴν ἀρχήν, ἐξ ἧς ὁδηγούμενον τὸ Κράτος χορηγεῖ τὴν προστασίαν αὐτοῦ εἰς τὰς ἐνεργείας τῶν ἰδίων πολιτῶν. Ὅταν ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει δικαίωμα καὶ χρέος νὰ ἐπεμβαίνῃ ἐπὶ τῆς δράσεως τῶν πολιτῶν, εἴτε κατὰ τὴν ἐμπορίαν, εἴτε κατὰ τὴν βιομηχανίαν, εἴτε κατὰ τὴν γεωργίαν, τότε θὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προστατεύῃ ἡμᾶς. Ἀληθῶς εἰς τὸ ἡμέτερον Κράτος δὲν θὰ εὕρωμεν μέχρι τοῦδε γενομένην ἐνάσκησιν τῆς τοιαύτης ἐξουσίας. Οὐδαμοῦ ἐν τῷ παρελθόντι ἐδείχθη ἡ ἐνέργεια αὕτη ἡ πατρικὴ τοῦ ἡμετέρου Κράτους, ἀλλὰ τοῦτο τὸ εὑρίσκομεν ἐν ταῖς ξέναις ἐπικρατείαις ἐξασκούμενον ἐν ἐκτάσει· ἐκεῖ ἡ προστασία τῶν ἐπιχειρήσεων τῶν ἰδίων ὑπηκόων ἐθεωρήθη ὑποχρέωσις ἐπιβλητική, καὶ τὸ ἐναντίον ἄρνησις τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς τῆς Πολιτείας. Ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἴσχυσεν ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐκεῖθεν καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώπην, ἡ κλῖμαξ τῶν σιτηρῶν. Τί ἄλλο εἶναι τοῦτο ἢ προστασία τῆς ἰδίας παραγωγῆς; Δὲν ἐπετρέπετο νὰ εἰσέλθῃ οὗτος ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἔστω καὶ εὐωνότερος, πρὶν ἐξασφαλισθῇ ἡ κατανάλωσις τῆς ἐσωτερικῆς παραγωγῆς, ἵνα μὴ ὑποστῇ αὕτη ζημίας ἐκ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου εὐωνοτέρου...
§76ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὴν εἴχομεν καὶ ἡμεῖς.
§77ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Τὴν εἴχομεν; Τόσον τὸ καλλίτερον...Οἱ πολῖται ὅμως ἐκεῖνοι δὲν διεμαρτύροντο κατὰ τοῦ μέτρου, καίτοι ἠναγκάζοντο ν’ ἀγοράζωσιν ἀκριβότερον τὸν σῖτον τῆς ἐσωτερικῆς παραγωγῆς. Ἡ Ἀγγλία δὲν ἐδέχετο νὰ μεταφέρωνται εἰς τὴν ἐπικράτειαν αὐτῆς ἐμπορεύματα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, παρὰ μόνον διὰ πλοίου ὑπὸ σημαίαν ἀγγλικήν, δὲν ἐδέχετο οὔτε τὰ ὁλλανδικά, οὔτε τὰ γαλλικά, οὔτε τὰ ἀμερικανικὰ πλοῖα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐμπορίου της, καίτοι θὰ ὑπηρέτουν αὐτὸ εὐθηνότερον ἀπὸ τὰ ἀγγλικά· εἰς τοῦτο δ’ ὀφείλεται ἡ μεγάλη ἀνάπτυξις καὶ ὑπεροχὴ τοῦ ἀγγλικοῦ ναυτικοῦ. Ἡ ἐλευθερία τοῦ ἐμπορίου ἐθεωρήθη χίμαιρα, καὶ μόνον διὰ τῆς προστασίας τῶν Κρατῶν ἐπὶ τῶν ἰδιωτικῶν ἐπιχειρήσεων τὰ πεπολιτισμένα Κράτη προήγαγον τὰ ἴδια αὑτῶν συμφέροντα. Ἡ τύχη τῆς σταφίδος σήμερον βεβαιοῖ τὴν ἀλήθειαν ταύτην· ἡ κρίσις, τὴν ὁποίαν διέρχεται σήμερον, εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς προστασίας, τὴν ὁποίαν ἐξασκοῦν κατ’ αὐτῆς καὶ ὑπὲρ τῶν ἰδίων αὑτῶν προϊόντων ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ρωσία. Ἡ σταφὶς δὲν ἔχασε τὴν πραγματικὴν αὐτῆς ἀξίαν, ἐξακολουθεῖ νὰ ἦναι καρπὸς πολύτιμος, ἐπέχει ὅλα τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα ὠνομάσθη χρυσοφόρος καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων ἔλαβε τὰ πολλαπλᾶ ἐκεῖνα ὀνόματα· ἀποκλειομένη ὅμως τῆς Γαλλικῆς καὶ Ρωσικῆς ἀγορᾶς, πλεονάζει καθ’ ὑπερβολὴν τῶν ἀναγκῶν τῆς καταναλώσεως. Εἰς τὰς ἄλλας ἀγορὰς, εἶναι φυσικὸν, ὅταν εἰσρεύσουν πράγματα περισσότερα τῶν ἀναγκαιούντων, ὅταν ἡ προσφορὰ ἦναι πολλαπλασία τῆς καταναλώσεως, αἱ τιμαὶ θὰ ἐξευτελισθῶσι, καὶ ἡ καλλιτέρα καὶ ἡ κατωτέρα ποιότης θὰ ἐξισωθῶσιν. Εἴμεθα λοιπὸν ὑποχρεωμένοι νὰ σκεφθῶμεν, τίνι τρόπῳ θὰ κανονίσωμεν τὴν προσφορὰν πρὸς τὴν κατανάλωσιν· πρέπει νὰ προσφέρωμεν εἰς τὴν κατανάλωσιν ὅσον χρειάζεται, ὅπως κινηθῇ ἐλευθέρως. Διὰ τοῦτο πρῶτον πρέπει νὰ σκεφθῶμεν τίνι τρόπῳ θὰ κρατήσωμεν εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τόσον καρπὸν, ὅσος περιττεύει· μετὰ τοῦτο πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, πῶς θὰ χρησιμοποιήσωμεν τὸν καρπὸν τοῦτον· θὰ ἀνοίξωμεν ὑπὲρ αὐτοῦ ἄλλας ἀγορὰς, ἢ θὰ τὸν μεταχειρισθῶμεν εἰς ἄλλας χρήσεις, διαφόρους τῆς εἰς βρῶσιν καταναλώσεως, ἡ ὁποία μόνη σήμερον μᾶς μένει εἰς τὸ ἐξωτερικόν; Τὸ Κράτος δὲν ἐμελέτησε τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπαρκῶς· δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ ἡ σταφὶς καὶ εἰς ἄλλας χρήσεις; καὶ ποίας; δύναται νὰ ῥευστοποιηθῇ καὶ νὰ καταναλωθῇ εἰς τὰς ἐξωτερικὰς ἀγοράς; Τοῦτο τὸ ζήτημα πρέπει νὰ λυθῇ, καὶ συμφωνῶ πληρέστατα πρὸς τὸν κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τούτου ἐπέστησε τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἡ σταφὶς ἦναι ἄχρηστόν τι, εἶναι περιττὸν νὰ τὴν παράγωμεν, θὰ εὑρεθῶμεν πάντοτε πρὸ τῶν αὐτῶν δυσχερειῶν· ἐὰν ἦναι χρήσιμος, ἂς εὕρωμεν τρόπους νὰ διαθέσωμεν αὐτὴν συμφερώτερον. Ἡ Γαλλία μᾶς ἐδίδαξεν, ὅτι δύναται ἡ σταφὶς νὰ ῥευστοποιηθῇ, καὶ ὅτι εἶναι εἰς ῥευστὴν κατάστασιν ἐπίσης χρήσιμος, ἐπίσης πολύτιμος. Ὅταν οὕτω χρησιμοποιήσωμεν αὐτὴν, δικαιούμεθα νὰ ἐλπίσωμεν πόρους τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Μὴ ἑνώνετε καὶ τὴν εἴσπραξιν καὶ τὴν διάθεσιν καὶ τὴν Τράπεζαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ, διότι τοῦτο θὰ φέρῃ μεγάλας δυσκολίας. Ἂς κανονίσωμεν χωριστὰ τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου, ἂς ἀποφύγωμεν ἐν τῷ μέλλοντι τὴν εὐκολίαν τῶν καταχρήσεων, αἱ ὁποῖαι καὶ τὴν σταφίδα ἐζημίωσαν καὶ σωρείαν ἀνθρώπων ὡδήγησαν εἰς τὰς φυλακάς. Θέλετε νὰ ἀναθέσητε εἰς τὴν Τράπεζαν τὸν διορισμὸν ἀποθηκαρίων καὶ τὰς ἐνοικιάσεις ἀποθηκῶν· τοῦτο θὰ γεννήσῃ μεγάλας δυσκολίας καὶ εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀντὶ τοῦ συστήματος τούτου προτείνω νὰ ἐκδοθῇ ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου τῆς σταφίδος εἰς ἐργολαβίαν. Ὁ νόμος καθορίζει τὸ ποσὸν καὶ τὸ ποιὸν τῆς ἀποταμιευθησομένης σταφίδος· γνωρίζομεν τί ἐδαπάνησε τὸ Κράτος εἰς τὰς προηγουμένας χρήσεις· δυνάμεθα κατὰ μειοδοσίαν, ὑπὸ ἐγγυήσεις βεβαίως καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν κατὰ τόπους οἰκονομικῶν ἀρχῶν, νὰ παραχωρήσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην εἰς ἐργολάβους. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ ἡ ὑπηρεσία θὰ λειτουργήσῃ κανονικῶς, καὶ οὔτε ἐλλείμματα θὰ ἔχωμεν, οὔτε αὐτομάτους καύσεις, οὔτε Καραλῆδες, οὔτε Παπαδάκους. Μετὰ τοῦτο πρέπει διὰ νόμου νὰ προνοήσωμεν τίνι τρόπῳ πρέπει νὰ διαθέσωμεν τὸν εἰσπραχθέντα φόρον. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁρίζεται, ὅτι μόνον πρὸς ἀπόσταξιν πρέπει νὰ διατεθῇ τὸ ποσὸν τῆς παρακρατήσεως· ἡ τοιαύτη διάθεσις, κατὰ τὴν γνώμην μου, πρέπει νὰ ἦναι ἡ τελευταία· δὲν συμφέρει μάλιστα νὰ ἀποστάζηται, διότι διὰ τὴν χρῆσιν αὐτὴν δὲν δύναται νὰ εὕρῃ ἀξίαν πλέον τῶν 40 δραχμῶν κατὰ χιλιόλιτρον· ἐὰν ἀγορασθῇ περισσότερον, δὲν δύναται τὸ παραχθησόμενον οἰνόπνευμα νὰ συναγωνισθῇ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πρὸς τὰ οἰνοπνεύματα τὰ παραγόμενα ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν. Ὑπάρχει μακρὰ μελέτη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ τμηματάρχου τῆς Γεωργίας κ. Γενναδίου, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει διὰ μακρᾶς ἐπιστημονικῆς ἐργασίας τὴν ἀλήθειαν ταύτην. Διὰ τοῦτο πρέπει ἐν τῷ νόμῳ νὰ καθορισθῶσιν αἱ δυναταὶ χρήσεις τοῦ παρακρατήματος καὶ ν’ ἀφεθῇ καιρὸς πρὸς μελέτην καὶ διάγνωσιν ὅλων τῶν τρόπων, δι’ ὧν δύναται νὰ διατεθῇ τὸ παρακράτημα εἰς τὴν βιομηχανίαν ἢ τὴν οἰνοποιίαν καὶ ὁπωσδήποτε νὰ χρησιμοποιηθῇ, ἀνοιγομένων ἄλλων πόρων καταναλώσεως καὶ ἀνατιμωμένου αὐτοῦ ἀναλόγως τῆς δαπάνης τῆς παραγωγῆς του, ὅπερ σὺν τῷ χρόνῳ δυνάμεθα νὰ ἐξασφαλίσωμεν. Ἐὰν τοῦτο δὲν ἦναι δυνατὸν, εἶναι περιττὸν νὰ παράγωμεν, καὶ οὔτε κτήματα οὔτε Τράπεζα δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους ἡ Τράπεζα θὰ περιέλθῃ εἰς ἀμηχανίαν ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους, οὔτε θὰ δύναται νὰ δανεισθῇ οὔτε νὰ δανείσῃ ἀναλόγως πρὸς τὰς ἀνάγκας τῶν σταφιδοκτημόνων ἀπαλλάσσοντες δὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ χορηγῇ δάνεια εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας, κλείομεν εἰς αὐτοὺς πᾶσαν ἄλλην πίστωσιν πρὸς καλλιέργειαν, ἐνῷ αἱ πιστώσεις αὐτῆς, ἀναλόγως τῆς μετοχῆς ἑκάστου καὶ μὴ ὑπερβαίνουσαι τὰς 1000 δραχμὰς εἰς τοὺς πρώτης τάξεως πιστούχους, εἶναι ἀνεπαρκεῖς. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Τράπεζα ἔπρεπε νὰ μείνῃ τελευταία, ὅπως ἐξασφαλισθῇ εἰς αὐτὴν ἡ δύναμις, ἵνα βοηθήσῃ τοὺς σταφιδοκτήμονας δι’ ἀναλόγων δανείων, καὶ ἐργασθῇ ἐπαρκῶς πρὸς κανονισμὸν τῶν χρεῶν τῶν. Οἱ Αἰγιεῖς ἰσχυρίζονται, ὅτι ἀδικοῦνται διὰ τῆς φορολογίας, ὡς ἔχοντες προϊόν ὑπερτάτης ἀξίας· ἀλλ’ ἡ σημερινὴ κατάστασις κατέρριψε τὰς τιμὰς ὅλων τῶν ποιοτήτων· ὅλοι εὑρισκόμεθα εἰς ἐξίσωσιν· τὸ Κράτος μειώνει τὸν ἐξαγωγικὸν φόρον κατὰ 4 δραχμὰς τὸ χιλιόλιτρον...
§78Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς δεχόμεθα νὰ πληρώσωμεν αὐτὰς τὰς δραχμὰς καὶ νὰ ἀπαλλαγῶμεν τῆς παρακρατήσεως.
§79ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. .. τουτέστι ζημιοῦται κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἐκ τῶν 10,000 λιτρῶν σταφιδοκάρπου 40 δραχμάς. Ἀντὶ τούτων λαμβάνει 1000 λίτρας· ἐὰν διαθέσῃ αὐτὰς εἰς ἀπόσταξιν, θὰ εἰσπράξῃ μόνον 40 δραχμάς, τὸν ἀφεθέντα φόρον· ἐὰν διαθέσῃ αὐτὰς εἰς τιμὴν ἄνω τῶν 40 δραχμῶν, τὸ περίσσευμα εἶναι ὑπὲρ τοῦ παραγωγοῦ, ἀλλὰ συγχρόνως ἀνατιμᾶται ἡ ὅλη του παραγωγὴ διὰ τῆς φορολογίας ταύτης, ἐνῷ κινδυνεύει ὅλη νὰ πωληθῇ πρὸς 40 δραχμάς. Τὸ μέτρον ἐν γένει τῆς παρακρατήσεως εἶναι μέτρον σωστικὸν· ἔπρεπε μάλιστα ὁ φόρος νὰ ἀναβαίνῃ μέχρις 25, ὅταν ἡ παραγωγὴ προβλέπηται ἄφθονος. Ὁ ἐξευτελισμὸς τῶν τιμῶν ἀπειλεῖ καταστροφάς· πρέπει τὸ ταχύτερον νὰ ἔλθῃ τὸ Κράτος ἀρωγόν. Ἡ προστασία αὐτοῦ εἶναι τῷ ὄντι πατρική. Οὕτω θὰ σώσῃ τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας ἐκ τῶν κινδύνων τῆς ἀκτημοσύνης. Ποῦ εὑρίσκετε οἱ ἐναντίοι τοῦ φόρου, ὅτι ὁ φόρος εἶναι δήμευσις, εἶναι σοσιαλισμός; Τουναντίον, ἂν ἀφήσητε ἀπροστατεύτους τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς, ἂν ἀφήσητε νὰ ἐκποιηθῶσι τὰ κτήματα αὐτῶν, τότε τρέχετε τὸν κίνδυνον σοσιαλισμοῦ, τότε παρασκευάζετε κοινοκτημοσύνην.
§80Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω ὅτι ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος ἐξ Ἠλείας συναδέλφου, διότι ὅσα ἐρρήθησαν παρ’ ἐμοῦ χθὲς καὶ ὅσα ἐρρήθησαν παρὰ τοῦ ἀγαπητοῦ ἐξ Αἰγίου συναδέλφου μου καὶ ἄλλων Βουλευτῶν εἶναι ἀρκοῦσα ἀπάντησις εἰς αὐτά. Πρὸ ὀλίγου ἔκαμα μίαν παρατήρησιν ἐκ τῆς θέσεώς μου πρὸς τὸν προλαλήσαντα, ἐπειδὴ ἀνέφερε τὸ Αἴγιον, ὅτι ἡμεῖς οἱ Αἰγιεῖς στέργομεν ἐν ἀνάγκῃ νὰ πληρώσωμεν καὶ ὁλόκληρον τὴν φορολογίαν τοῦ σταφιδοκάρπου, δηλ. δραχ. 18 τὴν χιλιάδα, καὶ οὐχὶ ἠλαττωμένην κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ νὰ μὴ ὑποβληθῶμεν εἰς τὴν παρακράτησιν. Ἐθεώρησα δὲ μόνον ἀναγκαῖον ἤδη νὰ ἀναβῶ εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ κάμω μίαν ἱστορικὴν διόρθωσιν. Ὁ προλαλήσας εἶπεν, ὅτι ἡ Ἀγγλία ἔστεργε νὰ πληρώνῃ τὸν σῖτον ἀκριβότερον χάριν τῆς προστασίας τῆς ἐσωτερικῆς παραγωγῆς. Ἀπ’ ἐναντίας ἐγένετο τότε ἐξέγερσις ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ κατόπιν τῆς ἐξεγέρσεως αὐτῆς ὁ Ροβέρτος Πήλ, ὅστις ἦτο ἐπιφανὲς μέλος τοῦ κόμματος τῶν συντηρητικῶν, διατελέσας μάλιστα καὶ Ὑπουργὸς μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, δὲν ἐδίστασε, συμβουλευόμενος τὴν συνείδησίν του καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ, νὰ ἀποχωρισθῇ τῶν συντηρητικῶν, καὶ ἠγωνίσθη ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῆς κλίμακος τῶν σιτηρῶν, ὑπὲρ τῆς καταργήσεως δηλ. τοῦ προστατευτικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου, καὶ ἔκτοτε χρονολογεῖται ἡ ἐλευθερία τοῦ ἐμπορίου, ἥτις ἔπειτα ἐγκαθιδρύθη ἐπισήμως διὰ τῆς μεταξὺ Γαλλίας καὶ Ἀγγλίας ἐμπορικῆς συνθήκης, τὴν ὁποίαν διεπραγματεύθη ἐν Παρισίοις ὁ περιώνυμος Ἄγγλος πολιτικὸς καὶ οἰκονομολόγος Κόβδεν, καὶ ἡ ἐλευθερία ἐκείνη ἐξησφάλισε τὸ μεγαλεῖον τοῦ ἀγγλικοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ἀγγλικῆς ναυτιλίας. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ καθέκαστα, ἀπαντῶ ὅτι δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι αἱ τιμαὶ τῆς σταφίδος τοῦ Αἰγίου κατέπεσαν πρὸ τῆς παρακρατήσεως κατωτέρω τῶν 100 δραχμῶν τὴν χιλιάδα. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν πληθώραν τῆς παραγωγῆς, θὰ εἴπω δύο λέξεις. Ὑπάρχουσιν ἐν Ἑλλάδι δύο σταφιδοῦχοι ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι παράγουν σταφίδα καλῆς ποιότητος καὶ εἰς τὰς ὁποίας ἡ σταφιδικὴ κρίσις δὲν εἶχε καμμίαν ἐπιρροήν, αὗται δὲ εἶναι αἱ ἐπαρχίαι Ἄργους καὶ Ναυπλίου· ὁ δὲ λόγος εἶναι, ὅτι αἱ ἐπαρχίαι αὗται δὲν ὥρμησαν εἰς ἀχαλίνωτον σταφιδοφυτείαν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε τώρα νὰ σᾶς ἀναγνώσω τηλεγράφημα, ὅπερ ἔλαβον ἐξ Αἰγίου ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ συναδέλφου μου κ. Παναγιωτοπούλου καὶ ὅπερ ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Λαὸς Αἰγιαλείας, συνελθὼν σήμερον ἐν πανδήμῳ συλλαλητηρίῳ, ὁμοθύμως ἐκηρύχθη κατὰ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου καὶ παρακρατήσεως. Ἐξουσιοδοτεῖ Βουλευτὰς ἐπαρχίας ἀποκρούσωσιν ἐρρωμένως νομοσχέδιον, ὡς δημευτικὸν περιουσίας του. Ψηφιζομένου τοιούτου νομοσχεδίου, ἐπιβάλλοντος καταθλιπτικὴν φορολογίαν πολυετῆ, οὐδὲν ἄλλο σημαίνει ἢ ἐγκατάλειψιν ἰδιοκτησίας του, χάριν ἄλλων ἐπαρχιῶν, ἐνεργουσῶν συνεχεῖς νέας ἐμφυτεύσεις. Ἐπιτροπὴ Λαοῦ». Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω σχετικὰ μὲ τὴν συζήτησιν. Ἀλλὰ διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως ἔλαβον καὶ τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα, ὅπερ συνιστῶ εἰς τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· εἶναι τηλεγράφημα τοῦ Προέδρου τοῦ Κτηματικοῦ Συλλόγου Αἰγίου καὶ ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Λεωνίδαν Μελετόπουλον, Ἀνδρέαν Παναγιωτόπουλον, βουλευτάς. Ὑπομιμνήσκω ὑμῖν παράκλησιν κτηματιῶν περὶ συμπληρώσεως νόμου σημάτων δι’ ὑποχρεώσεως ἐξαγωγέων, ὅπως τίθηται ἐπὶ κιβωτίων ὄνομα τόπου παραγωγῆς. Β. Χριστοδουλόπουλος πρόεδρος Κτηματικοῦ Συλλόγου.» Ἐπὶ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ τὸ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν σκέψιν, νὰ προβῇ δὲ ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ ἀπαιτουμένου συμπληρωτικοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἃ μοὶ ὑπέσχετο καὶ ἰδιαιτέρως, διότι ἡ αἴτησις τῶν Αἰγιέων κτηματιῶν εἶναι δικαιοτάτη. Ἀφοῦ ἤδη ζημιοῦνται καὶ μειονεκτοῦσι τῶν λοιπῶν σταφιδοκτηματιῶν διὰ τῆς ἐπιβληθησομένης παρακρατήσεως, ἂς δικαιωθῶσι τοὐλάχιστον ἐκεῖ, ὅπου τὸ δίκαιόν των εἶναι ἀναμφισβήτητον.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 40′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 15′ μ. μ.)
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Τριανταφυλλᾶκος ἔχει τὸν λόγον.
§83Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐξ ὅλων τῶν θεμάτων, ὅσα κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τὴν μελέτην καὶ ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω σπουδαιότερον τὸ τὴν ἑσπέραν ταύτην εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν συζητούμενον. Πρόκειται διὰ τοῦ νομοθετήματος τούτου νὰ καταστήσωμεν θεσμὸν, ὁ ὁποῖος ὑπὸ τὸν τύπον τῆς προσωρινότητος καὶ ὑπὸ τὸν τύπον, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, τῆς ἀνοχῆς εἰσήχθη καὶ ἐψηφίσθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, νὰ τὸν καταστήσωμεν διαρκῆ· διότι, μὴ πλανώμεθα, ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιψήφισις τῆς παρακρατήσεως ἐπὶ δεκαετίαν, σημαίνει, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, διαρκῆ παρακράτησιν. Ὅτε τὸ πρῶτον ἐψηφίζετο αὕτη, προελέχθη ὑπ’ ἐμοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δὲν ψηφίζομεν τὸν νόμον μόνον δι’ ἓν ἔτος, ἀλλ’ ὅτι θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ ψηφίσωμεν τοῦτον καὶ διὰ δεύτερον καὶ διὰ τρίτον ἔτος, καὶ διὰ δεκαετίαν, καὶ ἡ πρόρρησις ἐπηλήθευσεν. Ὅσοι τῶν κυρίων συναδέλφων παρεκάθησθε ἐνταῦθα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, ἡ ἀκριβέστερον κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν, γνωρίζετε τὴν ἱστορίαν τοῦ θεσμοῦ τούτου. Εἰσῆλθεν ὁ θεσμὸς τῆς παρακρατήσεως εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην μετὰ τοσαύτης ὁρμῆς καὶ τηλικούτου θριάμβου, ὥστε οὐδεὶς ἤλπιζεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ μὴ ψηφισθῇ· ἐν τούτοις ἀπερρίφθη θριαμβευτικῶς, καὶ παρουσίασεν ἡ Βουλὴ τότε τὸ ὡραῖον φαινόμενον, νὰ διαιρεθῇ ἐπιστημονικῶς τὰς γνώμας, καὶ νὰ παρέρχωνται ἀπὸ ἐπὶ βήματος τούτου ἀλληλοδιαδόχως οἱ Βουλευταὶ, ὑπερασπίζοντες τὸ θέμα μετὰ τοσούτου σθένους, τὸ ὁποῖον δίδει μόνον ἡ πεποίθησις, ὅτι ἀγωνίζεται τις περὶ ἰδεῶν. Ἀλλ’ ὁ θεσμὸς, ἐπαναληφθεὶς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, ἐπεκράτησεν, ἐπεκράτησε δὲ ὑπὸ τὸν τύπον τῆς προσωρινότητος, καὶ ἐκεῖνοι ἐκ τῶν παρακρατητικῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν ἀδιάλλακτοι, ὡς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας καὶ ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας καὶ ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, καὶ ἐκεῖνοι ἐψήφισαν τότε ὑπὸ τὸν τύπον τῆς προσωρινότητος τὸν θεσμὸν τῆς παρακρατήσεως. Ἐγὼ εἶχον τὴν ἐπιμονὴν νὰ μὴ ψηφίσω τὸν θεσμόν· ἡ ἐπιμονή μου δ’ ἔφθασε μέχρι τοσούτου, ὥστε, καὶ ὅτε κατὰ τὸ προπαρελθὸν ἔτος ἐτύγχανον μέλος τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶχον συναδέλφους τοὺς τρεῖς ἐκ τῶν παρακαθημένων ἐνταῦθα (δεικνύει τοὺς Ὑπουργοὺς), διεφώνουν, καὶ δὲν τὸν κατεψήφισα μὲν, διότι τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο ἄτοπον, ἀλλ’ ἀπέσχον τῆς ψηφοφορίας, διότι τοσοῦτον ἑδραίαν ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ὁ θεσμὸς εἶναι ἐπιβλαβὴς, ὥστε δὲν ἐπεθύμουν νὰ φανῶ μεταβάλλων τὰς ἐμὰς γνώμας. Ἔχω λοιπὸν καθῆκον, ἀφοῦ τὴν στιγμὴν ταύτην ὁ θεσμὸς, τὸν ὁποῖον θεωρῶ ἐπιβλαβῆ, πρόκειται νὰ ψηφισθῇ διαρκῶς, νὰ ἀγωνισθῶ δι’ ὀλίγων λέξεων, ἢ μᾶλλον διὰ μακρῶν λέξεων, τὸν τελευταῖον ἀγῶνα. Δὲν γνωρίζω, διότι δὲν ἤμην κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς συνεδριάσεως, ὁποίαν γνώμην ὁ ἀξιότιμος φίλος καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διετύπωσεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν τουτέστιν ἐπιμένῃ φρονῶν, ὅτι ἐπὶ τοιούτου ζητήματος ἡ Κυβέρνησις δέον νὰ θέσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ἢ ἂν, ἀκολουθῶν τὰ παραδείγματα καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ καὶ τοῦ ἀοιδίμου Τρικούπη, δὲν θὰ θέσῃ τὸ ζήτημα ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης...
§84ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον.
§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι λελυμένον. Ἠρώτησέ τις τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἀπήντησεν· ὑποθέτω δέ, ὅτι δὲν ἀπήντησε, διότι δὲν ἠθέλησε νὰ θεωρήσῃ τὸ ζήτημα πολιτικόν· ἐνθυμοῦμαι, δ’ ὅτι τοιαύτην γνώμην εἶχεν ὁ νῦν Ὑπουργὸς κατὰ τὸ 1895.
§86ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εὐχαριστῶ διὰ τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν νομίζω θετικήν, ἀφοῦ καὶ κ. ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἀντιλέγει. Πῶς ἐγεννήθη ἡ ἰδέα τῆς παρακρατήσεως, δὲν θὰ ἦναι ἀπὸ σκοποῦ νὰ ἐπαναλάβω. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ παραγωγὴ τοῦ σταφιδοκάρπου προσέφερε μεγάλα κέρδη, καὶ ἐκ τούτου οἱ ἰδιοκτῆται τῆς Πελοποννήσου ἐπεδόθησαν εἰς αὔξησιν τῶν φυτειῶν, ἀλλ’ ἀτυχῶς κατὰ τὸ ἔτος 1893 ἐπῆλθεν, ὡς γνωστόν, ἡ ἀποστέρησις ἀπὸ τῶν ἀγορῶν τῆς καταναλώσεως, ἐξ ὁλοκλήρου σχεδὸν τῆς ἀγορᾶς τῆς Γαλλίας, διότι ἡ γαλλικὴ παραγωγὴ δὲν ἔλαβε πάλιν ἀνάγκην νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν ἡμετέραν ἀγοράν. Ἡ σταφιδικὴ κρίσις, κατ’ ἐμὴν γνώμην, θὰ ἐπήρχετο καὶ ἄνευ τοῦ γεγονότος τούτου, διότι ἀκριβῶς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐνηλικιώθησαν αἱ ἐν τῷ μεταξὺ φυτευθεῖσαι σταφιδάμπελοι, ἔδιδον ἑπομένως παραγωγὴν ἀνωτέραν καὶ ἑπομένως καὶ ἄνευ τῆς ἀφαιρέσεως τῆς καταναλώσεως τῆς Γαλλίας ἡ κρίσις θὰ ἐπήρχετο, ἀλλ’ ἡ κρίσις ἐπῆλθε βιαίως ἐντελῶς ἀπότομος, διότι ἀφ’ ἑνὸς εἴχομεν ἀνωτέραν παραγωγήν, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως εἴχομεν περιορισμὸν τῆς καταναλώσεως ἕνεκα τῆς ἀπομακρύνσεως τῆς Γαλλικῆς ἀγορᾶς. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἤρκεσε τοῦτο μόνον· ὑπῆρξαν καὶ ἕτεραι περιπλοκαὶ εἰς τὴν κρίσιν. Ἐνθυμήθητε ὅτι ἡ κρίσις ἐνέσκηψεν εἰς τὴν ἡμετέραν χώραν ἀκριβῶς καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ πατρὶς ἡμῶν διήρχετο ἔτι μεγαλειτέραν κρίσιν. Κατὰ τὸ 1893 καὶ 1894 ἡ πατρὶς ἡμῶν διήρχετο τὴν κρίσιν τῆς χρεωκοπίας. Ἡ χρεωκοπία δὲ τοῦ Κράτους, ὡς εἶναι γνωστόν, ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ὁλοσχερῆ σχεδὸν καταστροφὴν τῆς δημοσίας πίστεως, ἡ δὲ καταστροφὴ τῆς δημοσίας πίστεως τοῦ Κράτους εἶχε τὸν ἀντίκτυπον εἰς τὴν μείωσιν τοὐλάχιστον τῆς πίστεως τῆς ἐσωτερικῆς κατὰ πρῶτον λόγον τῶν πιστωτικῶν ἱδρυμάτων, κατὰ δεύτερον δὲ λόγον εἶχε τὴν ἀναστολὴν τῆς πίστεως τῶν ἰδιωτῶν. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἐξερρήγνυτο κρίσις γεωργική, ἐξερρήγνυτο συγχρόνως κρίσις πιστωτικὴ σπουδαιοτάτη καὶ σπανιωτάτη. Ἡ καθαυτὸ λοιπὸν σπουδαία καὶ ἀπότομος γεωργικὴ κρίσις ἐγένετο ἕνεκα τούτου λίαν ἐπιζήμιος καὶ οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ καὶ οἱ ἔμποροι, καθ’ ἣν στιγμὴν εἶχον ἀνάγκην κεφαλαίων, οἱ μὲν, ὅπως καλλιεργήσωσιν, οἱ δὲ, ὅπως ἐμπορευθῶσι τὴν παραγωγήν, ἐστερήθησαν τῶν συνήθων παροχῶν καὶ ἀπὸ τὰς Τραπέζας καὶ ἀπὸ τοὺς ἰδιώτας, ἢ τοὐλάχιστον αἱ τοιαῦται παροχαὶ εἶχον περιορισθῆ σπουδαίως. Δικαία λοιπὸν ἦτο ἡ στενοχωρία, δικαία ἡ ἀγανάκτησις, ἡ ἀπελπισία, ἡ ὁποία κατέλαβε τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς, καὶ οὐδὲν τὸ παράδοξον, ἐὰν ἐν τοιαύτῃ στενοχωρίᾳ ἐδημιουργήθη ἡ θεωρία, ἥτις ἀπασχολεῖ ἡμᾶς. Πῶς ὅμως, Κύριοι, θὰ ἐλύετο ἡ κρίσις αὕτη, καὶ τίνα τ’ ἀποτελέσματα, καὶ τίνα μέτρα ἔπρεπεν ἡ Πολιτεία νὰ λάβῃ; Ἰδοὺ τὰ γεγονότα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὀφείλομεν νὰ ἀσχοληθῶμεν. Ἐὰν ἡ κρίσις ἦτο τελεία, ἐὰν δὲν ἦτο παροδική, οὐδεὶς δισταγμὸς νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῶσιν ἐντελῶς ἔκτακτα μέτρα. Ἀλλ’ αἱ κρίσεις αἱ γεωργικαί, ὡς γνωρίζομεν πάντες, οὐδέποτε εἶναι διαρκεῖς, εἶναι πάντοτε παροδικαὶ, διότι κρίσις γεωργικὴ διὰ νὰ ἦναι ῥιζικὴ, πρέπει νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ παραγόμενον ἐκ τῆς καλλιεργείας θὰ ἦναι τοσοῦτον ἄφθονον, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταναλωθῇ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται ἀπολύτως νὰ ὑπάρχῃ. Πάντοτε ὑπάρχει σχετικὴ ἀναλογία μεταξὺ παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως, ἑπομένως αἱ κρίσεις εἶναι πάντοτε παροδικαί. Τί λοιπὸν ἐσκέφθημεν τότε πάντες, ἰδίως οἱ παρακρατητικοί; Ἐσκέφθησαν πῶς ἦτο δυνατὸν διὰ τεχνικῶν μέσων νὰ ὑποβοηθηθῇ ὁ σταφιδοκτήμων κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε παρερχομένης τῆς παροδικῆς κρίσεως νὰ εὑρεθῇ τὸ Κράτος ἐν συνόλῳ κατέχον τὴν αὐτὴν ἔκτασιν σταφιδαμπέλων, ὁμοίως καλῶς καλλιεργουμένων καὶ ὁμοίως καλῶς συντηρουμένων. Τοῦτο ἦτο τὸ θέμα. Θὰ ἐξετάσωμεν ἤδη, πῶς ἡ κρίσις ἡ παροδικὴ θὰ παρήρχετο, ἐὰν ἡ Πολιτεία δὲν ἐπενέβαινε διὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς παρακρατήσεως καὶ κατόπιν θὰ ἐξετάσωμεν, πῶς διὰ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Πολιτείας ἡ κρίσις ἐμονιμοποιήθη, κατέστη διαρκής. Αἱ κρίσεις, ὡς προεῖπον, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἡ συνήθης κατάστασις τῶν προϊόντων, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι αἱ κρίσεις ἄλλοτε μὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῇ παραγωγῇ, ἄλλοτε δὲ ἐν τῇ καταναλώσει. Ὅτε ἡμεῖς εἴχομεν ἐνταῦθα ἀφθονίαν προϊόντος, ὑψηλὰς τιμὰς ἐν τῷ προϊόντι ἡμῶν, διήρχοντο ἀναμφισβητήτως κρίσιν οἱ καταναλωταί. Ἀντιστρόφως δὲ, ὅτε σήμερον ἡμεῖς πάσχομεν ἐκ τῆς ὑπερπαραγωγῆς, αἱ δὲ τιμαὶ ἡμῶν θεωροῦνται τόσον πτωχαὶ, ὥστε ἄπορον παρά τισιν ὑπάρχει, ἂν καὶ τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας ἀπαντῶμεν, διέρχονται βεβαίως εὐδαιμονίαν οἱ καταναλωταί. Ποία εἶναι ὅμως ἡ συνήθης τροχιὰ τῆς κρίσεως τῶν γεωργικῶν τούτων ἢ καὶ παραγωγικῶν κρίσεων; Ἐὰν, Κύριοι, ῥίψητε βλέμμα εἰς οἱονδήποτε ἐκ τῶν συγγραψάντων περὶ τούτου, θὰ ἴδητε ἀναγραφομένην τὴν τροχιὰν τῆς κρίσεως ἀναλυτικώτατα. Πρῶτον μέσον, λέγουσιν, εἶναι αὐτὴ ἡ διάγνωσις, ὅτι διατελοῦμεν ἐν κρίσει· διότι ἡ πεποίθησις, ὅτι ἓν προϊόν διατελεῖ ἐν κρίσει, ἀμέσως ἀναστέλλει πάσας τὰς ἐπιχειρήσεις πρὸς αὔξησιν τοῦ προϊόντος τούτου. Τοῦτο δὲ εἶναι μέγα· διότι ἄνευ τῆς ἀναστολῆς ταύτης ἡ κρίσις δυσκόλως θὰ ἐθεραπεύετο· διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς θὰ ἔχωμεν ὑπερπαραγωγὴν, ἡ ὑπερπαραγωγὴ θὰ ἐξακολουθῇ ἐπιτεινομένη διὰ τῆς μὴ ἀναστολῆς τῶν ἐπιχειρήσεων ὁμοίου εἴδους. Λοιπὸν πρῶτον μέσον θεραπείας εἶναι ἡ διάγνωσις, ὅτι διατελοῦμεν ἐν κρίσει· διότι, ὡς προεῖπον, ἕκαστος ἐκ τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὸ προϊόν, ὅπερ ἐν κρίσει διατελεῖ, ἀναστέλλει πᾶσαν ὁρμὴν πρὸς ἐπιχείρησιν καὶ πᾶσαν ὁρμὴν πρὸς περαιτέρω ἐργασίαν. Δεύτερον μέσον θεραπείας· ἕνεκα τῆς ὑπερπαραγωγῆς φυσικὸν εἶναι, ὅτι αἱ τιμαὶ πρὸς ὥραν καταπίπτουσιν· οἱ ἀσχολούμενοι μὲ τὸ προϊόν τοῦτο, ἐκεῖνοι, οἵτινες, εἴτε δι’ ἔλλειψιν κεφαλαίων, εἴτε δι’ ἄλλον λόγον οἱονδήποτε, δὲν εἶναι ἀρκούντως ἐφωδιασμένοι μὲ τὸ προϊόν τὸ ἐν κρίσει, αὐτοὶ σπεύδουσι νὰ προμηθευθῶσιν, εὑρίσκοντες τὸ προϊόν τοῦτο ἐν εὐθηνίᾳ. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν κατηνάλισκον τὸ προϊόν λόγῳ τῆς ὑπερτέρας αὐτοῦ τιμῆς, ἔβλεπον δὲ ἄλλους εὐπορωτέρους αὐτῶν καταναλίσκοντας τὸ προϊόν τὸ ὑπὸ κρίσιν, εὐθὺς ἀμέσως, λόγῳ τῆς εὐθηνίας, θέλουσι νὰ δοκιμάσωσι τὸ ἄλλοτε ἀπηγορευμένον αὐτὸ προϊόν λόγῳ τῆς ὑπερτέρας τιμῆς, ὅταν δὲ ἐθισθῶσιν ἐν τῇ χρήσει τοῦ προϊόντος λόγῳ τῆς εὐθηνίας τῆς τιμῆς, παραμένουσί τινες, ἂν ὄχι πάντες, ἐκ τούτων καταναλωταὶ καὶ μετὰ τὴν πάροδον τῆς κρίσεως καὶ μετὰ τὴν αὔξησιν τῶν τιμῶν. Σπουδαῖον ἀληθῶς μέσον θεραπείας, διότι λόγῳ τῆς εὐθηνίας τῶν τιμῶν εὐρύνεται ἡ κατανάλωσις, ἐντελῶς φυσιολογικῶς. Ἀφ’ ἑνὸς λοιπὸν ἀναστολὴ πάσης περαιτέρω παραγωγῆς τοῦ προϊόντος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εὔρυνσις καταναλώσεως, ἰδοὺ τὰ δύο μόνα φυσιολογικὰ μέσα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐπέρχεται, βραδέως ἴσως, ἀλλ’ ἀσφαλῶς, ἡ ἰσορροπία μεταξὺ παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως καὶ ἡ ἀνόρθωσις ἑπομένως τῆς προτέρας καταστάσεως. Ἐξακολουθεῖ δὲ ἡ ἀνόρθωσις αὕτη ἐπὶ τοσοῦτον, μέχρις ὅτου ἐπανέλθῃ κατὰ τὸν ἀντίστροφον λόγον ἐκ νέου ἐπίσης. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία ὅλων τῶν κρίσεων τῶν γεωργικῶν, ἡ ἱστορία ὅλων τῶν κρίσεων τῶν παραγωγικῶν. Ποῖον καθῆκον ἔχει ἡ Πολιτεία διαρκούσης τοιαύτης τινὸς κρίσεως; Εἶναι αὐστηρότατα ἀναγεγραμμένον τοῦτο. Τὸ καθῆκον τῆς Πολιτείας, διαρκούσης τῆς κρίσεως, εἶναι νὰ ὑποβοηθῇ τὴν ἀναγραφεῖσαν τροχιὰν, νὰ μὴ παρεμβάλλῃ δὲ ποτὲ πρόσκομμα εἰς τὴν κίνησιν ταύτην τὴν οἰκονομικὴν, ἡ ὁποία ἄγει, ὡς προεῖπον, φυσιολογικῶς εἰς τὴν λῆξιν τῆς κρίσεως. Ἀπέναντι αὐτῆς τῆς φυσικῆς λύσεως τῶν κρίσεων, ἡ ὁποία, ἂν καὶ παρ’ ἡμῖν ἐφηρμόζετο, ἴσως σήμερον δὲν θὰ εἴχομεν ἀφορμὰς νὰ ὁμιλῶμεν περὶ σταφιδικοῦ ζητήματος, τί ἡμεῖς ἀντιτάσσομεν; Ἀντιτάσσομεν τεχνικὴν λύσιν! Ἐσκέφθησαν οἱ ὀπαδοὶ τῆς θεωρίας, ἡ ὁποία, ὡς εἶπον, εἰσῆλθεν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην μετὰ τοσαύτης ὁρμῆς, ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα δύνανται νὰ λυθῶσιν, ὡς λύονται τὰ ζητήματα τῆς ἀριθμητικῆς! καὶ εἶπον ὅτι, γνωστοῦ ὄντος τοῦ αἰτίου, εἶναι εὔκολος ἡ θεραπεία! «Ἀφοῦ ἔχομεν κρίσιν, διότι ἔχομεν ὑπερπαραγωγὴν, ἀφαιροῦμεν τὸ πλεόνασμα, ἑπομένως δὲν ἔχομεν κρίσιν· ἄρα ἔχομεν τιμὰς τὰς αὐτάς»! Ἐκ πρώτης ὄψεως, Κύριοι, ἡ θεωρία φαίνεται τοσοῦτον ἀσφαλὴς, ὅσον ἡ πρᾶξις τῆς ἀφαιρέσεως. Διότι ἔχομεν, λέγουσι, 350 ἑκατομμύρια παραγωγὴν, ἔχομεν τὰ ἀποτελέσματα τῆς καταναλώσεως τοῦ προηγουμένου ἔτους, τὰ ὁποῖα εἶναι 280 ἑκατομμύρια· ἔχομεν ἑπομένως πλεόνασμα ἑβδομήκοντα ἑκατομμύρια, νὰ ἀφαιρέσωμεν λοιπὸν τὰ 70 ἑκατομμύρια ἀπὸ τῆς ἀγορᾶς, καὶ ἑπομένως ἡ κρίσις λύεται! Δυστυχῶς, Κύριοι, ἡ πρᾶξις τῆς ἀφαιρέσεως, ἡ ὁποία εἶναι τόσον θετικὴ, ὅσον εἶναι πάντοτε οἱ ἀριθμοὶ, δὲν ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῶν κρίσεων τῶν γεωργικῶν, οὔτε ἐν γένει ἐπὶ τῆς τιμῆς τῶν προϊόντων. Διότι, ἐὰν τοῦτο ἐφηρμόζετο, νὰ ἦσθε ὑπερβέβαιοι, ὅτι θὰ εἶχε πρὸ πολλοῦ εὑρεθῆ ἡ μέθοδος, καὶ ἡ τιμὴ τῶν προϊόντων θὰ ἐκανονίζετο ὑπὸ τῶν Πολιτειῶν κατὰ τὰς ἰδίας ὀρέξεις τῶν κυβερνώντων καὶ τὰ ἴδια συμφέροντα τῶν ἀτόμων, θὰ εἶχε δὲ τότε δημιουργηθῆ εἷς πόλεμος ὅλων καθ’ ὅλων, καὶ αἱ Πολιτεῖαι θὰ παρίστων θέαμα ἐντελῶς ἀλλότριον πρὸς τὸ θέαμα, τὸ ὁποῖον σήμερον παριστῶσιν, ἐν ἀδιαπτώτῳ, ἐν ἀμοιβαίᾳ βοηθείᾳ, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν ἐμπορικὴν, προσπαθοῦσαι νὰ βιώσωσιν. Ἐὰν ἐξετάσωμεν τὴν θεωρίαν τῆς παρακρατήσεως, ὡς τὴν διετυπώσατε, ἄγει εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον, ἐὰν ὀρθῶς κρίνωμεν τοὺς λόγους τῆς θεωρίας αὐτῆς, πρέπει νὰ ἐπιδιώκῃ; Δύναται ἡ παρακράτησις, διαρκῶς μάλιστα τιθεμένη, νὰ ἄγῃ ἡμᾶς εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἀπ’ ἀρχῆς ἐθέσαμεν; Ἐπαναλαμβάνω. Ὁ σκοπὸς τῆς παρακρατήσεως εἶναι, κατὰ τὴν λῆξιν τῆς κρίσεως «νὰ εὑρεθῶμεν κατέχοντες καὶ καλλιεργοῦντες τὴν αὐτὴν ἔκτασιν σταφιδοαμπέλων, τὴν ὁποίαν κατείχομεν καὶ ἐκαλλιεργοῦμεν πρὸ τῆς ἐνάρξεως». Ἄγει εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἡ παρακράτησις; Οὐδαμῶς. Δύο εἶναι αἱ ὑποθέσεις, τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ κάμωμεν ἐπὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς παρακρατήσεως· ἢ ὅτι ἡ παρακράτησις ἐπέφερεν αὔξησιν τῶν τιμῶν, — ὅπερ κατ’ ἐμὲ οὐδαμῶς ἀπεδείχθη — ἢ ὅτι εἰς οὐδὲν ὠφέλησε. Κατ’ ἀμφοτέρας τὰς περιπτώσεις καὶ τὰς ὑποθέσεις, τὸ ἀποτέλεσμα δὲν ἠδύνατο νὰ ᾖναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεδιώκομεν διὰ τῆς παρακρατήσεως. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ὕψωσε τὰς τιμὰς ἡ παρακράτησις, ποῖον θὰ ᾖναι τὸ δίδαγμα, τὸ ὁποῖον θὰ δοθῇ εἰς ἕκαστον ἰδιοκτήτην; Θὰ πεισθῇ ἕκαστος ἰδιοκτήτης σταφιδαμπέλου, ὅτι αἱ τιμαὶ ἀπὸ 60 ἢ 70 ἢ 80 δραχμῶν ἀνεβιβάσθησαν εἰς 100 ἢ 120 λόγῳ τοῦ θεσμοῦ τούτου· διότι θὰ εἴπῃ ὅτι: «ἐπεβλήθη εἰς ἐμὲ παρακράτησις 15 ἢ 20% ἐπὶ τῆς παραγομένης σταφίδος παρ’ ἐμοῦ· τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν, ὅτι αἱ τιμαὶ ἀνετιμήθησαν.» Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι, ἐὰν ἦναι λογικὸς ὁ ἰδιοκτήτης, θὰ σκεφθῇ: «Ἐὰν ἀντὶ νὰ καλλιεργῶ ἐκτάσεις σταφιδαμπέλου 10 στρεμμάτων, καλλιεργήσω 7½ ἢ 8, καὶ ἐὰν τοῦτο πράξωμεν πάντες, δὲν θὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα νὰ παράγωμεν ὀλιγώτερον καὶ νὰ ἔχωμεν τιμὰς ἀσφαλεῖς καὶ ὑπερτέρας; Βεβαίως.» Ἐὰν λοιπὸν πάντες οὕτω σκεφθῶσι, θὰ ἔχωμεν καλλιέργειαν σταφιδαμπέλων ἠλαττωμένην κατὰ τὸ ⅕, ἢ ⅙, ἢ ¼, ἐφ’ ὅσον φόρον σεῖς ἐπιβάλλετε. Ἐὰν ἀντιστρόφως ἀποδειχθῇ, ὡς φρονοῦμεν ἡμεῖς, ὅτι ἡ παρακράτησις οὐδεμίαν ἔφερεν ὕψωσιν τῶν τιμῶν, τί θὰ εἴπῃ ὁ σταφιδοκτήμων, διδασκόμενος ἐκ τῶν νόμων τῆς Πολιτείας; «Ἑκατὸν δραχμὰς ἐλάμβανον πρὸ τῆς παρακρατήσεως, ἤδη λαμβάνω ἐπίσης ἑκατόν, ἀφοῦ ἀποστεροῦμαι τοῦ πέμπτου τῆς παραγωγῆς μου· ἄρα λαμβάνω ἑβδομήκοντα. Διατὶ ὑποβάλλομαι εἰς αὐτὴν τὴν θυσίαν; Ἐκ τῆς ὑπερπαραγωγῆς; Νὰ παύσω λοιπὸν καλλιεργῶν τὸ ⅕ τῆς σταφιδαμπέλου μου, διὰ νὰ λείψῃ αὐτὴ ἡ ἱστορία». Καθ’ ἑκατέραν λοιπὸν τῶν ἐκβάσεων, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν λάβητε τὰ πράγματα, ἡ διδασκαλία, ἐννοεῖται, εἰς τὸν σταφιδοκτήμονα εἶναι νὰ λογαριάσῃ νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν γνώμην, ὅτι δὲν δύναται νὰ καλλιεργῇ τὴν αὐτὴν ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν σήμερον καλλιεργεῖ. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ ἀποτελέσματος τούτου, Κύριοι, θὰ ἐρωτήσω τοὺς ἐναντιοφρονοῦντας, ἕως πότε τέλος πάντων ἡ κρίσις αὕτη ἡ σταφιδικὴ θὰ ὑπάρχῃ ἐν τῇ ἀτυχεῖ ταύτῃ χώρᾳ; — διότι ἔχομεν κρίσιν σταφιδικὴν μακροχρονιωτέραν ἀπὸ ὅλας τὰς προηγουμένας· ἤρξατο ἀπὸ τοῦ 1892 καὶ 1893, καὶ εὑρισκόμεθα ἤδη εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος. Ἑπτὰ ὁλόκληρα ἔτη μαστιζόμεθα ὑπὸ τῆς κρίσεως, χωρὶς νὰ βλέπωμέν που, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ λήξῃ αὐτὴ ἡ κρίσις. Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ λήξῃ αὐτὴ ἡ κρίσις, ὅταν ἡμεῖς θεσμοθετῶμεν ἐνταῦθα τὴν παρακράτησιν; Ποία εἶναι ἡ δικαιολογία τῆς παρακρατήσεως; Ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον μαθηματικῶς, ὡς εἶναι ἡ πρᾶξις τῆς ἀφαιρέσεως, νὰ προσδιορίσωμεν εἰς τοὺς καταναλωτὰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ καταναλίσκωσι. Καὶ ἐφ’ ὅσον ἡμεῖς ἔχομεν αὐτὴν τὴν γνώμην, νὰ ἀφίνωμεν νὰ ἐξέρχηται τοῦ Κράτους μόνον ὡρισμένον ποσὸν σταφιδοκάρπου, δὲν μοὶ λέγετε, Κύριοι, κατὰ τίνα τρόπον θὰ αὐξήσῃ ἡ κατανάλωσις αὐτοῦ; Ὅταν ἡμεῖς ἀπαγορεύσωμεν διὰ νόμου πλέον τοῦ ποσοῦ τῶν 300 ἑκατομμυρίων νὰ ἐξέλθῃ, — ἂς λάβω στρογγύλον ἀριθμὸν — κατὰ τίνα τρόπον, κατὰ τίνα λόγον εἶναι δυνατόν τις νὰ παραδεχθῇ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὐρυνθῶσιν αἱ καταναλώσεις, νὰ παρέλθῃ ἡ κρίσις; Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι, ὅτε ἐψηφίσαμεν τὸν νόμον τῆς παρακρατήσεως, ἐγνώριζον οἱ ἀντιπαρακρατητικοὶ, ὅτι ἐψηφίσαμεν νόμον, ὁ ὁποῖος θὰ μεταβληθῇ εἰς διαρκῆ, διότι ἐγὼ φρονῶ, ὅτι θὰ μᾶς εὕρῃ ὁ ἕτερος αἰὼν καὶ θὰ συζητῶμεν ἀκόμη περὶ παρακρατήσεως ἐνταῦθα, ἐὰν οὕτω σκεπτώμεθα...
§87ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κτλ.). Μετὰ ἓν ἔτος δηλαδὴ, τῇ 1 Ἰανουαρίου ὁ νέος αἰὼν ἤρχισε σχεδόν.
§88ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μετὰ ἑκατὸν ἔτη ἀκόμη θὰ διαρκῇ ἡ συζήτησις. Ἀλλὰ δὲν θὰ ζῶμεν. Λοιπὸν, Κύριοι, ὁ θεσμὸς τῆς παρακρατήσεως θὰ γένηται θεσμὸς διαρκὴς τῆς χώρας. Ἀλλὰ δεύτερον ἐρώτημα ἔρχεται· ἔχομεν ἡμεῖς τὸ δικαίωμα τοιοῦτον νόμον νὰ ψηφίσωμεν ἐνταῦθα σήμερον παρακαθήμενοι; Δὲν θὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν θεωρίαν, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς παρακρατήσεως εἶναι ἀντισυνταγματικός. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ τὸ ὑποστηρίξω κατὰ τὴν πρώτην ἐμφάνισιν τοῦ θεσμοῦ· τὸ ἤκουσα δὲ ὑποστηριζόμενον καὶ ὑπὸ τοῦ ἐξ Αἰγιαλείας ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ. Δὲν θὰ ἐπανέλθω εἰς τοῦτο. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσω ὑμᾶς, εἶναι δυνατόν, ἀφοῦ πρόκειται φόρους νὰ ψηφίζωμεν, τοὺς φόρους νὰ ψηφίζωμεν διὰ δέκα ἔτη; Δὲν ὑπάρχει ἆρά γε ἐν τῷ ἡμετέρῳ πολιτεύματι ῥητὴ διάταξις, ὅτι τὰ τῶν φόρων ἐτησίως κανονίζονται; καὶ δὲν ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις, ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ Κράτους ἐτησίως ψηφίζονται; ὅτι ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τοῦ Κράτους ἀναγράφονται τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους; ὅτι οἱ φόροι ἐτησίως ὑπολογίζονται καὶ ψηφίζονται; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς ἐνταῦθα νὰ προεξοφλήσωμεν τὴν γνώμην ἄλλων Βουλῶν, καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ψηφίζομεν φόρον καὶ ἐπιβάλλομεν φόρον εἰς τὴν χώραν, εἰς ὡρισμένας μάλιστα ἐπαρχίας, ἐπὶ ὁλόκληρον δεκαετίαν; Ἐγὼ καὶ ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ὄχι μόνον ἐναντίον τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἐναντίον τῆς ἁβρότητος, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ πρὸς τὰς μελλούσας Βουλὰς, διότι δὲν εἶναι ἐκ τῶν προτέρων γνωστὸν ποία θὰ ᾖναι ἡ γνώμη μιᾶς Βουλῆς, ἡ ὁποία θὰ ἔλθῃ μετὰ τέσσαρα ἔτη ἢ μετὰ τρία, ἢ δὲν ἠξεύρω πότε. Ἀλλὰ θὰ εἴπῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ φίλος καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ ὁποῖος διαρκῶς ὑπομειδιᾷ, εὐχαριστούμενος διότι οἱ ἐναντίοι τοσοῦτον ἀδεξίως ὁμιλοῦσι, θὰ εἴπῃ «τί ὑμεῖς λέγετε;»
§89ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Ὁμολογῶ ὅτι ἐξαντλεῖτε τὰ ἐπιχειρήματα ὅσον οὐδεὶς μέχρι τοῦδε.
§90ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εὐχαριστῶ πολύ... Λοιπὸν θὰ εἴπῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος: «τί πρέπει νὰ πράξωμεν;» Ἡμεῖς εἴπομεν, οἱ ἀντιπαρακρατητικοὶ, τὴν γνώμην μας· ὀφείλομεν ν’ ἀφήσωμεν τὴν πορείαν τῶν πραγμάτων ἐντελῶς φυσιολογικὴν, ἀλλ’ ὀφείλομεν συγχρόνως, ὡς Πολιτεία, νὰ μὴ παρεμβάλλωμεν προσκόμματα εἰς τὴν φυσικὴν λειτουργίαν τῶν οἰκονομικῶν νόμων. Καὶ ποῖον πρόσκομμα παρεμβάλλομεν, Κύριοι; Παρεμβάλλομεν πρόσκομμα τὸ πρώτιστον, ὅπως εἶπον, διότι δὲν ἀφίνομεν τὴν κατανάλωσιν νὰ αὐξηθῇ διὰ τοῦ θεσμοῦ. Παρεμβάλλομεν δεύτερον πρόσκομμα ἔτι μεῖζον τούτου· ἐνῷ ἀποδεχόμεθα, ὅτι τὸ προϊὸν ἡμῶν πάσχει, ὅτι τὸ προϊὸν ἡμῶν δὲν ἀπαντᾷ τὰς δαπάνας τῆς καλλιεργείας, ἐνῷ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ καθῆκον τῆς Πολιτείας ἦτο, τοὺς παραγωγοὺς ἐκείνους, οἵτινες θεραπεύοντες καὶ καλλιεργοῦντες τὴν γῆν δὲν ἀπαντῶσι τὰ ἔξοδα, νὰ ὑποβοηθήσῃ, ἡμεῖς ἐρχόμεθα νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὴν θέσιν τῶν παραγωγῶν! Καὶ πῶς τὴν ἐπιβαρύνομεν; Ἀπαλλάσσοντες μὲν αὐτοὺς ἀπὸ τέσσαρας δραχμὰς διὰ φόρον, ἐπιβάλλοντες δὲ εἰς αὐτοὺς παρακράτησιν ἐπὶ τοῦ δεκάτου ἢ, κατὰ τὰς περιστάσεις, ἐπὶ τοῦ ἕκτου ἢ πέμπτου τοῦ προϊόντος! Ἀλλὰ καθῆκον τῆς Πολιτείας πρῶτον ἦτο νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν τῶν παραγωγῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται καὶ ἐκ τῆς κρίσεως αὐτῆς καθ’ ἑαυτὴν καὶ ἐκ τῆς κρίσεως τῆς Πολιτείας εἰς στενοχωρίαν. Εὑρίσκονται, ὡς εἶπον, ἐκ τῆς κρίσεως, εἰς στενοχωρίαν, διότι παράγουσιν ἐν ἀφθονίᾳ τὸ προϊὸν, οὗτινος αἱ τιμαὶ ἠλαττώθησαν· εὑρίσκονται εἰς κρίσιν ἕνεκα τῆς Πολιτείας, ἡ ὁποία οὐδαμῶς ἐφρόντισεν, ὅπως τὴν πίστιν αὐτῶν βελτιώσῃ διὰ τῶν νόμων τῶν σχετιζομένων πρὸς τὰ κτήματα. Καὶ ἐνῷ τοιοῦτον εἶχε καθῆκον, καὶ τὸ πρώτιστον πρὸ πάντων ἦτο νὰ ἀπαλλάξῃ ἢ νὰ ἀνακουφίσῃ αὐτοὺς ἀπὸ τῆς φορολογίας τῆς βαρυτάτης, ἐνῷ δὲν εἶναι δίκαιον, ὁ παραγωγὸς, ὅστις ἐπλήρωνεν ὡρισμένον ποσὸν φόρου ὅτε τὸ προϊόν αὐτοῦ ἀπέδιδε 200 ἢ 300 δραχμὰς κατὰ χιλιόλιτρον, νὰ πληρώνῃ τὸν αὐτὸν ἀκόμη σήμερον, ὅτε αὐτὴ ἡ Πολιτεία ὁμολογεῖ, ὅτι δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς δαπάνας τῆς καλλιεργείας, — διότι διαφορετικὰ δὲν θὰ ἐγίνετο συζήτησις, διότι δὲν θὰ εἴχομεν κρίσιν, — ἔρχεται ἡ Πολιτεία, ἀντιστρόφως, νὰ ἐπιβαρύνῃ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν τὴν παραγωγήν, ἔρχεται σήμερον νὰ παρεμβάλῃ κώλυμα εἰς τὴν φυσιολογικὴν τροχιάν, τὴν οἰκονομολογικὴν τροχιὰν τῆς κρίσεως τῆς σταφιδικῆς. Ἀλλ’ ἤκουσα πολλάκις ἐπαναλαμβανόμενον, ὅτι ἡ Πολιτεία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνῃ, ὁσάκις πρόκειται νὰ προστατεύσῃ τὰ προϊόντα τῶν ὑπηκόων της, ἐν κινδύνῳ εὑρισκόμενα. Καὶ ἐπεκαλέσθησάν τινες ἐνταῦθα, Κύριοι, τὴν φορολογίαν ἐπὶ τοῦ σίτου. Ἐλησμόνησαν ὅμως, ὅτι ἐκτὸς τοῦ ὅτι τὸ μέτρον πανταχοῦ καὶ πάντοτε κατεκρίθη, ἐλησμόνησαν ὅτι ἡ φορολογία ἐκείνη σκοπὸν εἶχε τῷ ὄντι νὰ προστατεύσῃ τὸ ἐγχώριον προϊόν, ἐπιβαρύνουσα τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα· ἀλλ’ ἡμεῖς ἀντιστρόφως ἐνομίσαμεν, ὅτι προστατεύομεν τὸ προϊόν τοῦ τόπου μας, οὐχὶ ἐπιβαρύνοντες τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα, διότι τοιαῦτα δὲν εἰσάγονται, ἀλλ’ ἐπιβαρύνοντες καὶ καθιστῶντες τὸ πρᾶγμα ἀκριβότερον. Καὶ ποία ἀναλογία δύναται νὰ ὑπάρξῃ μεταξὺ τῆς προστατευτικῆς φορολογίας τοῦ σίτου καὶ τῆς προστατευτικῆς κατ’ ἀντίστροφον λόγον φορολογίας τῆς σταφίδος; Εἶπον, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν τὸ πρᾶγμα ἦτο δυνατὸν διὰ τεχνικῶν μέσων νὰ λυθῇ, δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς ἡμᾶς νὰ ἀφεθῇ ἡ τιμὴ αὕτη. Ἐδοκίμασαν τῷ ὄντι — ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν γνωρίζω ἄλλα θέματα — ἐδοκίμασαν ἐν Ἀμερικῇ τὸ σύστημα τοῦτο, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ὑπερτιμήσουν τὸν ἐν ἀφθονίᾳ παραγόμενον ἐκεῖ ἄργυρον. Καὶ ποῖα ὑπῆρξαν τ’ ἀποτελέσματα, πάντες γνωρίζομεν. Κατ’ ἀρχὰς ἐπέβαλον εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ ἀγοράζῃ ὡρισμένον ποσόν, ἑκατομμύρια ὁλόκληρα ἀργύρου, κατόπιν δὲ διὰ νεωτέρου νόμου ἐπέβαλον εἰς τὴν Πολιτείαν, ὄχι μόνον νὰ ἀγοράζῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποταμιεύῃ, χωρὶς νὰ τὸ κυκλοφορῇ. Καὶ τὰ ἀποτελέσματα ποῖα ὑπῆρξαν; ὅτι ὁ τοσοῦτος ἀπὸ τῆς ἀγορᾶς ἀφαιρεθεὶς ἄργυρος καὶ ἀποταμιευθεὶς ἐξέπεσεν ἀπὸ 52 εἰς 39. Ταῦτα ἦσαν τ’ ἀποτελέσματα ὁμοίου θεσμοῦ, ὅπου οὗτος ἐδοκιμάσθη. Ἀλλ’ ἐλησμόνησα, Κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω ἓν τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα κατὰ τῆς παρακρατήσεως δίδει αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον. Ἂς ὑποθέσωμεν πρὸς στιγμήν, ὅτι ἡ θεωρία τῆς παρακρατήσεως εἶναι ἀληθής, ὅτι αἱ τιμαὶ θὰ αὐξήσουν διὰ τῆς παρακρατήσεως καὶ ὅτι ἡμεῖς θὰ κρατήσωμεν τὴν τύχην τοῦ προϊόντος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν τιμήν, ἀσφαλῶς εἰς τὰς ἡμετέρας χεῖρας· ἂς ὑποθέσωμεν πρὸς στιγμὴν τοῦτο ὡς ἀληθές. Πῶς θὰ κατορθώσωμεν τοῦτο; Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὴν 1 Αὐγούστου ἑκάστου ἔτους θὰ συνέλθῃ ἐν Ἀθήναις τὸ Σταφιδικὸν Συνέδριον· θὰ ἦναι ἐν ἀκριβεῖ γνώσει τῆς παραγωγῆς καὶ θὰ κανονίσῃ ἀκριβῶς τὰ τῆς παρακρατήσεως· θὰ ψηφίσῃ τουτέστιν, ἐὰν ὁ φόρος ἀπὸ 10% ἐπὶ τῆς παραγωγῆς θὰ ἀναβιβασθῇ εἰς 15% ἢ 20%.
§91Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἢ ἂν θὰ μείνῃ 10%.
§92ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὁρίσῃ τὴν κατανάλωσιν.
§93ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὑποθέσωμεν λοιπόν, ὅτι συνῆλθε τὸ Σταφιδικὸν Συνέδριον ἐνταῦθα καὶ ἐκανόνισεν, ὅτι ἡ παραγωγὴ εἶναι μεγάλη, καὶ ἑπομένως, ὅτι πρέπει νὰ ἐξαντληθῇ τὸ ἀνώτατον ὅριον τῆς παρακρατήσεως, καὶ ἀντὶ 10% νὰ παρακρατηθῶσιν 20%. Εἶναι φανερόν, Κύριοι, ὅτι τὸ προϊόν τῆς σταφιδαμπέλου, τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία καὶ ἡ τιμή, κατὰ τὴν θεωρίαν τῆς παρακρατήσεως, πάντοτε θὰ ἐξαρτηθῇ ἐκ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Σταφιδικοῦ Συνεδρίου, εἶναι φανερὸν, ὅτι εὑρίσκεται μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐν ἀμφιβολίᾳ, διότι διάφορος θὰ ἦναι ἡ τιμή, κατὰ τὴν θεωρίαν πάντοτε τῆς παρακρατήσεως, ἐὰν ὀρθῶς ἀντιληφθῇ τῶν πραγμάτων τὸ Σταφιδικὸν Συνέδριον καὶ ἐπιτύχῃ ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τῆς καταναλώσεως ἀκριβῶς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον πλεονάζει, καὶ διάφορος θὰ ἦναι ἡ τιμή, ἐὰν (ἀνθρώπινον γὰρ τὸ πλανᾶσθαι) τὸ Σταφιδικὸν Συνέδριον πλανηθῇ καὶ δὲν προσδιορίσῃ ἀκριβῶς τὸ ἀφαιρετέον ποσόν. Μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης λοιπὸν πᾶς ἔμπορος θὰ ἀπέχῃ πάσης πιστώσεως, πάσης ἀγορᾶς προϊόντος, διότι δὲν θὰ γνωρίζῃ, ἐὰν ἐξ ἴσου εὐφυεῖς καὶ ἐξ ἴσου ἐπιτήδειοι καὶ ἐξ ἴσου γνῶσται τῶν πραγμάτων θὰ ἦναι οἱ ἀπόστολοι αὐτοὶ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ὥστε νὰ ἐπιτύχωσιν ἀκριβῶς τὸ θέμα, νὰ ἀφαιρέσωσι δηλαδὴ τὸ πλεόνασμα ἐπακριβῶς. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅτι, τὸ Συνέδριον συνέρχεται καὶ προσδιορίζει ὡς ἀφαιρετέον τὸ ἀνώτατον ὅριον, ὡς εἶπον. Κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου, τὴν ἀπόφασιν ταύτην θὰ ἐπικυρώσῃ ἐντὸς 8 ἡμερῶν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀξιότιμος φίλος μου δὲν πιστεύω νὰ νομίζῃ, ὅτι θὰ ἦναι πάντοτε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ καὶ ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ θὰ ἦναι παρακρατητική· εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι καὶ ἀντιπαρακρατητικοί. Ὑποθέσατε, ὅτι ὁ κ. Παναγιωτόπουλος εἶναι Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ κ. Γουναράκης Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὄντες ἐκ πεποιθήσεως κατὰ τῆς παρακρατήσεως, ὅπως καὶ ὑμεῖς ἔχετε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ παρακράτησις εἶναι θεσμός, σῴζων τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, ἡμεῖς δὲ, ἀντιφρονοῦντες, ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι καταστρέφει τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας· θὰ ἔχωμεν τὸ καθῆκον τότε, τὴν γνώμην τοῦ Σταφιδικοῦ Συνεδρίου νὰ μὴ τὴν ἀποδεχθῶμεν. Ἐξουσίαν ἔχομεν· οὐδεὶς νόμος θὰ παρέμβῃ εἰς τὴν ἡμετέραν κρίσιν, ἢ θὰ ἐναντιωθῇ εἰς τὴν ἀποδοχὴν αὐτῆς. Ἐὰν λοιπὸν μεταξὺ τῆς πρώτης καὶ τῆς ἐνάτης Αὐγούστου τὰ πράγματα μεταβληθῶσι, τί θὰ κάμωσιν οἱ σταφιδοκτήμονες, ὅλος αὐτὸς ὁ κύκλος ὁ ἐμπορευόμενος; Θὰ ἔχῃ τὴν γνώμην τοῦ Σταφιδικοῦ Συνεδρίου, τὸ ὁποῖον θὰ εἴπῃ «ἔχω αὐτὴν τὴν γνώμην», καὶ θὰ κανονίσῃ, κατὰ τὴν γνώμην πάντοτε τῆς παρακρατήσεως, τὰς τιμὰς τῆς σταφίδος· θὰ ἔλθῃ ὅμως κατόπιν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ θὰ εἴπῃ: «δὲν ἀσπάζομαι τὴν γνώμην σας»...
§94Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι καὶ οἱ θεωρητικοί, γινόμενοι Ὑπουργοί, γίνονται θετικοί.
§95ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἡ πεῖρα δὲν ἀπέδειξε τοῦτο· ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἰδέας ἐμμόνους, καὶ γινόμενοι Ὑπουργοί, ἐμμένουσιν εἰς τὰς ἰδέας των. Σᾶς εἶπον δὲ προηγουμένως τὸ ἐμὸν παράδειγμα. Γνωρίζετε, ὅτι ἐγὼ ἠρνήθην νὰ ψηφίσω τὴν παρακράτησιν, ἂν καὶ ἤμην συνάδελφός σας.
§96ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσθε μόνος.
§97ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἀλλ’ ὑποθέσατε ὅτι εἶχον καὶ τὸν κ. Παναγιωτόπουλον καὶ τὸν κ. Γουναράκην καὶ τὸν κ. Κροκιδᾶν, ἢ τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον.
§98ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μετεβάλλετε τότε γνώμην, διότι θὰ εἴχετε εὐθύνην.
§99ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Οὐδεμίαν εὐθύνην, διότι θὰ ἐφηρμόζομεν τὸν νόμον. Τοιαῦτα, Κύριοι, τὰ κυριώτατα τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς παρακρατήσεως. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπέλθῃ (ὅπερ ἀπεύχομαι, οὐδὲ τὴν λέξιν θέλω νὰ εἴπω), ἐὰν ἐπέλθῃ περονόσπορος, ἵνα μὴ εἴπω φυλλοξήρα ...
§100ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ περονόσπορος ἐπέρχεται τὸν Μάϊον.
§101ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐπέρχεται τὸν Μάϊον ὁ περονόσπορος καὶ καταστρέφει τὸ ἥμισυ τῆς παραγωγῆς... Θὰ συνέλθῃ τὸ Συνέδριον, θὰ εἴπῃ νὰ μὴ γείνῃ ἡ παρακράτησις. Ἀλλὰ τὸ 10%, τὸ διὰ τοῦ νόμου ὁριζόμενον, τί θὰ γείνῃ; Θὰ ἐπιβληθῇ χάριν τῆς προστασίας τῆς σταφίδος, ἥτις θὰ ἦναι κατεστραμμένη! Ὁ ἰδιοκτήτης, ὁ ὁποῖος θὰ παραγάγῃ τὸ ἥμισυ τῆς παραγωγῆς του, θὰ ἔχῃ τὴν εὐχαρίστησιν, λόγῳ προστασίας, νὰ βλέπῃ νὰ τῷ ἀφαιρῆται καὶ 10% ἀκόμη! Θαυμάσιος τῷ ὄντι νόμος!
§102ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τοῦτο θὰ συμβῇ εἰς τὴν Κορινθίαν ἐφέτος.
§103ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν ἐπέλθῃ σεισμὸς καὶ καταβυθίσῃ τὴν Πελοπόννησον ὁλόκληρον, τί θὰ γείνῃ τότε ἡ παρακράτησις; Αὐτὸς εἶναι ἁπλούστερος συλλογισμός. Ἀλλ’ οὐδέποτε, μέχρι τοῦδε τοὐλάχιστον, ὁ περονόσπορος κατώρθωσε νὰ ἐλαττώσῃ κατὰ τὸ ἥμισυ τὴν ἐσοδείαν.
§104ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Τότε λοιπὸν ὁ περονόσπορος εἶναι νόσος ἀκίνδυνος διὰ τὴν σταφίδα, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. συναδέλφου.
§105ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν εἶπον αὐτό. Ὁ περονόσπορος ὑπῆρχε κατὰ τὸ 1896 καὶ 1897· σᾶς βεβαιῶ δὲ, ὅτι δὲν ἐπέφερε ζημίαν ἄνω τοῦ ¼.
§106ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν τὸ γνωρίζομεν αὐτό.
§107ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κάμνετε ἀδυνάτους ὑποθέσεις.
§108ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Πολὺ δυνατὰς ὑποθέσεις κάμνω, λαμβανομένας, ὡς θὰ ἔλεγε ζωγράφος, ἐκ τοῦ φυσικοῦ. Αὕτη εἶναι ἡ σοφὴ αἰτιολογία, ἕνεκα τῆς ὁποίας εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐτησίως ψηφίζονται οἱ φόροι· διότι, ἐὰν ἐτησίως ἐξακολουθῶμεν νὰ ψηφίζωμεν τοὺς φόρους, δὲν θὰ εὑρεθῶμεν εἰς αὐτήν τὴν στενοχωρίαν, διότι θὰ ἴδωμεν, ὅτι ὑπάρχει περονόσπορος, καὶ δὲν θὰ ψηφίσωμεν παρακράτησιν, καὶ ἐὰν ἡ θεωρία σας ἦναι ἀληθής. Ἀλλὰ τὸ δεύτερον τῶν ἀποτελεσμάτων, Κύριοι, ἐπήχθη πρὸ πολλοῦ, καὶ εἶναι τοῦτο, ὅτι ἡ Πολιτεία ἐπεμβαίνει εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν ἰδιωτικῶν ἐπιχειρήσεων, εἶναι ἡ ἐπέμβασις τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία ἀπ’ ἀρχῆς ἐτονίσθη ἐνταῦθα, ὅτι εἶναι ἀτοπωτάτη, ὅτι καθιεροῖ παρ’ ἡμῖν κάκιστον προηγούμενον. Ἡ Πολιτεία, εἶπον, ἓν μόνον ἔχει καθῆκον, νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν κανονικωτέραν λύσιν τῆς κρίσεως, διευκολύνουσα τὴν οἰκονομικὴν τροχιὰν αὐτῆς. Ἔχει ὅμως σπουδαῖον καθῆκον, νὰ καθοδηγήσῃ τοὺς παραγωγοὺς διὰ στατιστικῶν πρὸ πάντων πληροφοριῶν. Ἀλλ’ ἡμεῖς, ἐνῷ δὲν ἔχομεν στατιστικὰς πληροφορίας οὐδαμοῦ, ἐνῷ ζητοῦμεν καὶ οὐδαμοῦ εὑρίσκομεν, ἀναλαμβάνομεν τὸ τολμηρότερον τῶν παραδειγμάτων, ἀναλαμβάνομεν ἡμεῖς νὰ καθοδηγήσωμεν ἄνευ στατιστικῶν πληροφοριῶν τοὺς σταφιδοκτήμονας κατὰ τίνα τρόπον ὀφείλουσι τὰ ἴδια συμφέροντα νὰ προστατεύσωσιν. Εἶναι, ὡς εἶπον, κάκιστον τὸ προηγούμενον, διότι τοῦτο, ὡς ἐτονίσθη ἐντεῦθεν πολλάκις, τὸν λαὸν ἐθίζει νὰ ζητῇ τὰ πάντα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, τὸν λαὸν καθιστᾷ ἀσθενέστερον ἐν τῇ βιοπάλῃ, τὸν λαὸν καθιστᾷ θρασύτερον εἰς τὰς ἀπαιτήσεις. Τὸ δίδαγμα τὸ εἴδομεν ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ· πανταχοῦ συνέρχονται συλλαλητήρια καὶ πανταχοῦ προσπαθοῦσι διὰ συλλαλητηρίων, ἐὰν ὄχι δι’ ἀπειλῶν, νὰ ἐπιβάλλωσι τὰς ἰδίας γνώμας...
§109ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τοῦτο εἶναι συνταγματικόν.
§110ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Καθ’ ὑμᾶς· κατ’ ἐμὲ ὀχλοκρατικόν. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλης ἐπόψεως τὸ ζήτημα πρέπει νὰ ἐξετασθῇ. Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν καλῶς, Κύριοι, ἐὰν νομίζοντες, ὡς νομίζομεν, ὅτι θεραπεύομεν μίαν κρίσιν σταφιδικήν, ἐὰν ἐπεμβαίνοντες ἀκαίρως καὶ ἀτόπως ὅπου δὲν ἐκλήθημεν νὰ ἐπεμβαίνωμεν, δὲν δημιουργῶμεν ἑτέραν κρίσιν. Καὶ δημιουργοῦμεν ἀσφαλῶς ἑτέραν κρίσιν. Καὶ ὅτι δημιουργοῦμεν ἑτέραν κρίσιν, τὸ γνωρίζετε ἐκ τῶν συλλαλητηρίων καὶ ἐκ τῶν τηλεγραφημάτων, τὰ ὁποῖα πανταχόθεν τῆς Ἑλλάδος σᾶς ἀπηυθύνθησαν. Συνῆλθον ἐν Χαλκίδι...
§111Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μόνον ἐν Χαλκίδι.
§112ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὄχι μόνον ἐν Χαλκίδι... Καὶ φωνάζουσι δικαίως, ὅτι ἐδημιουργήθη παρὰ τούτοις ἢ παρ’ ἐκείνοις κρίσις ἀμπελουργική...
§113ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ κ. Ἀβέρωφ ἐν τροπολογίᾳ τοῦ νομοσχεδίου.
§114ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. .. Καὶ ἐγὼ, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας, σᾶς λέγω, ὅτι ἐν Μαντινείᾳ ὑπάρχει κρίσις ἀμπελουργική. Δὲν ὑπῆρξε καταφανὴς κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ προπαρελθὸν ἔτος, διότι ὑπῆρχε τόση ἀφορία, ὥστε — πρᾶγμα σπανιώτατον — ἐν Τριπόλει ἐπωλήθη ὁ οἶνος 20 λεπτὰ τὴν μπότσαν, διότι τὰ κτήματα κατεστράφησαν ἐντελῶς. Ἀλλὰ κατὰ τὰ δύο προγενέστερα ἔτη ἡ κρίσις ὑπῆρξε φοβερά. Εἴκοσιν ἕως εἰκοσιπέντε μικρὰ καταστήματα, τὰ ὁποῖα, ὡς γνωρίζουσιν οἱ ἐκεῖθεν καταγόμενοι, ἠσχολοῦντο εἰς τὴν κατασκευὴν σούμας, ὅλα αὐτὰ τὰ καταστήματα σχεδὸν εἶναι κεκλεισμένα σήμερον, διότι πάντα αὐτὰ τὰ καταστήματα τὸ προϊόν των κατηνάλισκον ἐν Πειραιεῖ. Ἑπτακόσιαι ἕως ὀκτακόσιαι χιλιάδες ὀκάδες, ἐνίοτε δὲ καὶ ὑπὲρ τὸ ἑκατομμύριον, σούμας κατηναλίσκοντο εἰς καταστήματα Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς· σήμερον οὐδὲ μίαν ὀκᾶν ἀγοράζουσι, διότι τὰ προϊόντα τῆς ἀμπέλου ἐξετοπίσθησαν ὑπὸ τῆς παρακρατήσεως, κατὰ τὴν γνώμην ὅλων τῶν ἀσχολουμένων εἰς ταῦτα, ἰδίως τῶν ἐργοστασιαρχῶν. Ἐὰν ἐρωτήσητε οἱονδήποτε ἐξ αὐτῶν, θὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι, ὅταν ἔχῃ σταφίδα πρὸς 30 ἢ 40 ἢ καὶ 60 δραχ. τὴν χιλιάδα, θὰ ἦτο πολὺ μωρός, ἐὰν κατέφευγεν εἰς τὰ προϊόντα τῆς ἀμπέλου πρὸς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος. Ἐδημιουργήθη λοιπόν, Κύριοι, ἀσφαλῶς κρίσις ἀμπελουργικὴ, καὶ ἐνῷ, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, δὲν ἐθεραπεύσαμεν τὴν κρίσιν τὴν σταφιδικὴν, ἀτόπως ἐπεμβάντες, ἐδημιουργήσαμεν, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω, ἑτέραν κρίσιν, ἀμπελουργικήν. Καὶ ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης ἐπεμβάσεως τῆς Πολιτείας; ὅτι οἱ μὲν ἀμπελουργοὶ, ὅλοι, ἄνευ ἐξαιρέσεως, φρονοῦσιν, ὅτι ἠδικήθησαν ὑπὸ τῆς Πολιτείας, οἱ δὲ σταφιδοκτήμονες, διῃρημένοι τὰς γνώμας, οἱ μὲν νομίζουσιν ὅτι ὠφελοῦνται, οἱ ἕτεροι διαμαρτύρονται, ὅτι καταστρέφονται. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Πολιτείας! Ἀλλὰ θὰ εἴπῃ τις: «τί πρέπει τέλος πάντων νὰ πράξωμεν; Ὀφείλομεν κἄτι τι νὰ πράξωμεν». Ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω, ὅτι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἡ Πολιτεία, ἦτο νὰ ἐπιρρώσῃ τὴν πίστιν τῶν ἰδιωτῶν διὰ νομοθετημάτων καταλλήλων. Ἐρρίφθη, Κύριοι, γνώμη, ὅτι κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὰς πασχούσας ἐπαρχίας τὰς σταφιδικὰς ὤφειλεν ἡ Πολιτεία δι’ εἰδικοῦ νόμου νὰ ἐπέλθῃ ἀρωγός, καὶ ἔφθασεν εἰς συμπέρασμα ἐπιτροπή τις, ἡ ὁποία εἶχε συσταθῆ ὑπὸ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ μάλιστα εἶχε μέρος καὶ ὁ ἀξιότιμος ἀδελφὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ἔφθασεν εἰς συμπεράσματα· ἐπρότεινεν, ὅτι κατὰ πρώτιστον λόγον πρέπει εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας νὰ συνταχθῇ ἐν πάσῃ σπουδῇ κτηματολόγιον. Καὶ τοῦτο εἶναι δυνατόν. Δυνάμεθα, ἐὰν τὴν ἐργασίαν ταύτην περιορίσωμεν ἀκριβῶς εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, καὶ πρωτίστως εἰς τὰς κυρίως πασχούσας, δυνάμεθα ἐντὸς ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν νὰ ἔχωμεν κτηματολόγιον πλῆρες...
§115ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐντὸς τεσσάρων ἐτῶν, εἶπεν ἡ ἐπιτροπή.
§116ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἀναλόγως τῆς δραστηριότητος, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις θὰ καταβάλῃ, ἀναλόγως τῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον θὰ διαθέσῃ. Ἐν τούτοις εἶναι δυνατὸν εἰς τὸ τμῆμα τοῦτο τῆς ἐπικρατείας νὰ γείνῃ τὸ κτηματολόγιον ἐν συντόμῳ χρόνῳ... Ὅταν τὸ κτηματολόγιον τοῦτο καταρτισθῇ, ἡ πίστις τῶν ἰδιωτῶν βεβαίως θὰ ἐπανακτηθῇ, διότι τότε, μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ κτηματολογίου, θὰ ἐπέλθῃ μεταβολὴ καὶ τοῦ συστήματος τῶν ὑποθηκῶν καὶ τοῦ συστήματος τῶν μεταγραφῶν. Θὰ ἐφαρμόσωμεν, κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, ἀπὸ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν ἀρχόμενοι, θὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ σύστημα οὐχὶ τῶν μεταγραφῶν, ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦ κτηματολογίου, τοῦ Grundbuch, κατὰ τὴν γερμανικὴν ἔκφρασιν. Τὸ ἀναγραφόμενον τότε εἰς τὰ βιβλία τὰ δημόσια θὰ περιέχῃ τελείαν ἀπόδειξιν· ἐν ὀλίγοις ὁ κάτοχος τοῦ τίτλου θὰ ἦναι κύριος ἀπέναντι ὅλων· οὐδεμία ἐπιτρέπεται, κατὰ τὸ σύστημα τοῦ κτηματολογίου, ἀμφισβήτησις, ἀλλὰ, ὡς εἶπον, ὁ κομίζων τὸν τίτλον ἔχει ἰδιοκτησίαν ὑπὸ τῆς Πολιτείας προστατευομένην, ὁ δὲ τοιοῦτον τίτλον ἔχων βεβαίως εὐκολώτερον δανείζεται ἢ ὁ μὴ ἔχων τοιοῦτον τίτλον. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὰς λεπτομερείας. Λοιπὸν τοιαύτη τις νομοθεσία ἔπρεπεν ἐν σπουδῇ, κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην, νὰ ἐπιζητηθῇ, διότι κεφαλαίων βεβαίως σπανίζει ἡ χώρα, καὶ πίστεως σπανίζει· καὶ σπανίζει πίστεως ἕνεκα τῆς κτηματικῆς ἀβεβαιότητος καὶ ἕνεκα τῆς ὑπὸ πᾶσαν ἄλλην ἔποψιν ἀβεβαιότητος τῶν νόμων. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἐπὶ τούτου ἐλέχθησαν ἄπειρα, καὶ νομίζω ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἐντελῶς ἐξηντλημένον. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ πρότυπον τοῦτο εἶδος τῆς Τραπέζης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐδοκιμήσῃ, διότι ὡς πρὸς τοῦτο τὸ νομοσχέδιον περὶ οὐδενὸς ἄλλου ἐφρόντισεν ἢ μόνον, ὡς εἶπεν ὁ ἐξ Αἰγιαλείας ἀξιότιμος Βουλευτὴς, περὶ τῆς διαλύσεώς του. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρέλθῃ τις ἓν τῶν κεφαλαιωδεστέρων ἐλαττωμάτων τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον αὐτοὶ οἱ μέτοχοι θ’ ἀναγνωρισθῶσι. Θὰ δοθῶσι, λέγει ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τοὺς ἀγοραστὰς τῆς σταφίδος διπλότυπα, καὶ ἐπὶ τῶν διπλοτύπων ἢ τριπλοτύπων τούτων ὁ ἀγοραστὴς σταφίδος θὰ καταγράφῃ τὸν ἰδιοκτήτην, καὶ αὐτὸ θὰ προσδίδῃ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην μετοχὴν ἐν τῇ περιωνύμῳ ταύτῃ Τραπέζῃ! Λοιπὸν καθιστῶμεν, —διότι ἡ Τράπεζα αὕτη, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν τὴν ὀνομάσητε, εἶναι Τράπεζα τοῦ Κράτους, διότι διὰ φορολογίας δημιουργεῖται, —καθιστῶμεν ὑπάλληλον τοῦ Κράτους πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἀνακαλύψῃ καὶ βεβαιώσῃ τοὺς μετόχους τῆς Τραπέζης, τοὺς ἀγοραστὰς σταφίδος σταφιδεμπόρους· καὶ ἐρωτῶ τὸν φίλον μου ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργὸν, τοῦτο εἶναι ἐπιτετραμμένον; καὶ δὲν θὰ φέρῃ κανὲν ἐμπόδιον, καμμίαν στενοχωρίαν εἰς τὴν ἐμπορίαν; Τί θὰ πράξῃ αὐτὸς ὁ σταφιδέμπορος; Εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ σταφιδέμπορος νὰ γνωρίζῃ κατὰ πρόσωπον, νὰ βλέπῃ ἕκαστον ἰδιοκτήτην, διότι ἀπειλεῖται καὶ διὰ ποινῶν, καὶ θὰ λέγῃ: «Κύριε, δὲν σᾶς γνωρίζω, διότι ἐγὼ θὰ διαβεβαιώσω, ὅτι τὸ προϊὸν, τὸ ὁποῖον μοὶ δίδεις, τὸ παρήγαγες ἐκ τῆς ἰδίας σου σταφιδαμπέλου» (διότι αὐτὸ προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον, ὅτι θὰ καταγράφηται καὶ ἡ σταφιδάμπελος, ἐκ τῆς ὁποίας παρήχθη τὸ προϊὸν)· «ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ γράψω, ὅτι αὐτὸ παρήχθη παρὰ σοῦ». Λοιπὸν φαντάσθητε ὁποίας δυσχερείας δημιουργεῖτε εἰς τὸ ἐμπόριον! Λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι ὁ σταφιδέμπορος δὲν θὰ ἔχῃ τόσην στενοχωρίαν, ἵνα καταγράψῃ ταῦτα, καὶ θὰ καταγράφῃ εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ διπλότυπα ὄχι τὸν ἀληθῆ παραγωγόν, ἀλλὰ φίλους του ἢ γνωστούς του. Δὲν θὰ ᾖναι λοιπὸν κανεὶς ἐκ τῶν παραγωγῶν τῶν ἀληθῶν μέτοχος, ἀλλ’ οἱ σταφιδέμποροι, διότι αὐτοὶ θὰ γράψωσιν ὅλους, ὅσους αὐτοὶ θέλουν, εἰς τὰς ἀποδείξεις ταύτας. Κύριοι, νομίζω ὅτι σᾶς ἐκούρασα· αἰσθάνομαι τὸ ἔργον ἐντελῶς κουραστικὸν καὶ δι’ ὑμᾶς καὶ δι’ ἐμέ. Ἐγὼ ὅμως ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον, τὰς κρίσεις, τὰς ὁποίας εἶχον ἑδραιοτάτας κατὰ τῆς παρακρατήσεως, νὰ τὰς ἀναπτύξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καίτοι εἰς τόσῳ προκεχωρηκυῖαν ὥραν καὶ μετὰ τοσαύτην ἐνόχλησιν.
§117ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δὲ αὐταὶ ὁ «τελευταῖος ἀσπασμὸς» τῆς παρακρατήσεως ἀπὸ μέρους ἡμῶν, τῶν παλαιμάχων ὑποστηρικτῶν της.
§118ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ νομίζουσιν (ἐγὼ νομίζω, ὅτι νομίζουσιν) ὅτι διανύουν σοβαρωτάτην κρίσιν, καὶ καταφεύγουσι πρὸς τὴν Πολιτείαν, — διότι εἴθισται ἐπὶ τοιούτων περιστάσεων νὰ καταφεύγωσιν εἰς τὴν Πολιτείαν — καὶ ζητοῦσι συνδρομὴν παρ’ ἡμῶν. Καθῆκον ἔχομεν νὰ τοὺς ἀποτρέψωμεν· ἀλλ’ ἐὰν δὲν δυνάμεθα νὰ τοὺς ἀποτρέψωμεν, καθῆκον ἔχομεν νὰ δώσωμεν εἰς αὐτούς, ὡς ναυαγούς, σανίδα σωτηρίας. Ἴσως ἀπατῶμαι, καὶ εὔχομαι νὰ ἀπατῶμαι, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δίδετε εἰς αὐτοὺς τὴν ἄγκυραν πρὸς ἀσφαλέστερον καταποντισμόν!!
§119ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην, Κύριοι, τῶν συζητήσεων, ἡ διαφωνία μεταξὺ τῶν παρακρατητικῶν καὶ τῶν ἀντιπαρακρατητικῶν περιορίζεται εἰς τοῦτο καὶ μόνον· κατὰ τοὺς μὲν, τὸ παρακρατούμενον δὲν ἀπόλλυται, ἀλλὰ χρησιμοποιεῖται ἐπικερδῶς, κατὰ τοὺς δὲ ἀπόλλυται, καὶ οὕτως ἐγείρεται τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικόν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐργάζηται ἓν μέρος τῆς κοινωνίας, τὸ παράγον τὸ παρακρατούμενον, ἀνωφελῶς, δὲν ἐπιτρέπεται ἓν μέρος τῶν ἀγρῶν νὰ παράγῃ ὕλην, ἡ ὁποία εἶναι προωρισμένη ν’ ἀπολεσθῇ. Ἄν, Κύριοι, κατορθωθῇ νὰ ἀποδειχθῇ εἰς τοὺς ἀντιπαρακρατητικούς, ὅτι τοῦτο δὲν συμβαίνει, νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα ἐλύθη, καὶ εἰς τοῦτο ὁμολογουμένως πρέπει νὰ συντείνῃ καὶ τὸ νομοσχέδιον. Τὸ Συνέδριον, τὸ γενόμενον ἐν Πάτραις τὸ παρελθὸν ἔτος, εἶχε βεβαίως ἀντιληφθῇ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ μεταξὺ τῶν εὐχῶν, τὰς ὁποίας εἶχεν ἐκφράσει, περιλαμβάνεται ὡς τετάρτη εὐχὴ αὐτοῦ ἡ ἄρσις τῶν ἀπαγορευτικῶν διατάξεων περὶ βιομηχανικῆς ἐν τῷ τόπῳ κατεργασίας τῆς σταφίδος τῆς παρακρατήσεως. Ὡς ἀξιότιμοι συνάδελφοι προεῖπον, τὸ ζήτημα ἦτο λοιπὸν πολὺ καλῶς μεμελετημένον, διότι ἀπὸ ἐτῶν ἠσχολεῖτο ὁ σταφιδικὸς κόσμος εἰς τὴν λύσιν αὐτοῦ, καὶ τὸ Συνέδριον εἶχε φθάσει εἰς ἀποτέλεσμα ὁριστικόν. Ἀλλὰ μετ’ ἀπορίας βλέπω ἤδη, ὅτι, ἐνῷ ἔδει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ εὐχαὶ τοῦ Συνεδρίου ἰδίως εἰς τὸ κυριώτερον σημεῖον, κατ’ ἐμέ, διότι εἶναι τὸ μόνον σημεῖον, τὸ ὁποῖον φέρει τὴν διαφωνίαν μεταξὺ τῶν δύο διαμαχομένων στρατοπέδων, τοὐναντίον παρατηρῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, παραβλέπον τὴν εὐχὴν ταύτην τοῦ Συνεδρίου, ἀφίνει τὴν διαφωνίαν νὰ ὑφίσταται. Πανθομολογούμενον εἶναι, ὅτι, ἐὰν ἀφήσωμεν τὴν βιομηχανίαν ἐν Ἑλλάδι νὰ κάμῃ χρῆσιν ἐλευθέραν τοῦ παρακρατουμένου ποσοῦ, μόνη της ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, κατ’ ἀρχὰς μὲν προσφέρουσα τιμὰς μετριωτέρας ἐντελῶς, καθ’ ὅσον δὲ ὁ συναγωνισμὸς αὐξάνει, αὐξάνουσα τὰς τιμὰς, θέλει φέρει τὸ ἀποτέλεσμα ὄχι μόνον νὰ πληρώνῃ ὁλόκληρον τὴν ἀξίαν παραγωγῆς τοῦ παρακρατουμένου ποσοῦ, ἀλλὰ νὰ ἀφίνῃ καὶ κέρδος, καὶ ἴσως μετ’ ὀλίγα ἔτη νὰ δύναται νὰ παρουσιάζῃ τιμὴν τοιαύτην, ὥστε καὶ αὐτὴν τὴν παρακράτησιν νὰ καταστήσῃ μὴ ἀναγκαίαν. Ὅταν τοιοῦτόν τι δυνάμεθα νὰ κατορθώσωμεν, δὲν ἐννοῶ διατὶ νὰ μὴ τὸ κάμωμεν, καὶ νὰ μὴ γινώμεθα ἐμπόδιον εἰς τοῦτο ἡμεῖς οἱ ἴδιοι. Πῶς εἶναι δυνατόν, ὡς ἐν ἄρθρῳ 17 τοῦ νομοσχεδίου ἀκριβῶς ὁρίζεται, νὰ ἐμποδίζωμεν ἡμεῖς αὐτοὶ τὸ παρακρατούμενον νὰ χρησιμοποιῆται ἐλευθέρως παρὰ τῆς βιομηχανίας; Διὰ τῶν ἐμποδίων τούτων δικαιολογοῦμεν ἅπαντα τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἀντιπαρακρατητικῶν, δικαιολογοῦμεν τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου, ἄλλοτε καθηγητοῦ τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας, ὁ ὁποῖος σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται παρὰ τῆς θεωρίας καὶ δὲν ἐπιτρέπεται καὶ παρὰ τῆς πράξεως, ὅπως παράγωμεν διὰ νὰ μὴ χρησιμοποιῶμεν τὸ παραγόμενον. Βεβαίως μόνον φαινομενικὴ δύναται νὰ ἦναι ἡ ἀσυμφωνία μεταξὺ θεωρίας καὶ πράξεως, καὶ τοῦτο, ἄν τις ἑρμηνεύσῃ κακῶς τὴν θεωρίαν, ἢ κακῶς ἑρμηνεύσῃ καὶ τὴν πρᾶξιν. Ἐὰν καλῶς ἑρμηνευθῇ, ὁ σκοπὸς τῆς παρακρατήσεως εἶναι ὁ ἑξῆς: τὸ πλεονάζον τῆς παραγωγῆς ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ ἐμπορίου δέον νὰ χρησιμοποιῆται ἐπωφελῶς εἰς βιομηχανικὴν κατεργασίαν μὴ παραβλάπτουσαν τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος. Ἔχει τοῦτό τι τὸ ἐναντίον τῶν θεωριῶν τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας; Ὄχι. Ἐὰν λοιπὸν οὕτως ἔχωσι τὰ πράγματα, διατὶ διὰ νομοσχεδίου ἐρχόμεθα ἡμεῖς αὐτοὶ νὰ δείξωμεν ὅτι, ἐνῷ δυνάμεθα νὰ συμφωνήσωμεν μὲ τὴν θεωρίαν, τοὐναντίον ἀφίνομεν τὸ ζήτημα ἐκκρεμὲς καὶ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης; Ἕνεκα τούτου, Κύριοι, ἔχω ὑποβάλει τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔχετε ἤδη ἀνὰ χεῖρας, καὶ τολμῶ νὰ εὐχηθῶ, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν· θεωρῶ δέ, ὅτι τὸ μόνον μέσον, ὅπως δικαιολογηθῶμεν, ψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον, θέλει εἶναι ἡ παραδοχὴ τῆς τροπολογίας ταύτης. Ἄλλην ἐπίσης εὐχὴν ἐξέφρασε τὸ Σταφιδικὸν Συνέδριον, καὶ ἡ εὐχὴ αὕτη εἶναι ἡ ἑξῆς: «Διανομὴ εἰς τοὺς δήμους μηχανημάτων ἐκκαθαριστικῶν, καὶ κατόπιν ἀπαγόρευσις ἐξαγωγῆς σταφίδος ἀμακιναρώτου». Τοῦτο, Κύριοι, ἐπίσης ἔχει παραμεληθῆ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐνῷ εἶναι, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἓν τῶν σπουδαιοτέρων ζητημάτων. Ὅλοι παραδεχόμεθα, ὅτι τὸ προϊὸν ἡμῶν δέον νὰ καλλιεργηθῇ καλῶς, ὅπως αὐξήσῃ ἡ τιμὴ αὐτοῦ ἐν Εὐρώπῃ, ὅλοι συμφωνοῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἔλθωμεν ἀρωγοὶ πρὸς τοῦτο· καλῶς λοιπὸν τὸ Συνέδριον ἐξέφρασε τὴν εὐχὴν ταύτην, καὶ νομίζω ὅτι ὀφείλομεν καὶ ἡμεῖς νὰ λάβωμεν μέτρα, ὅπως συντείνωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν, ὥστε τὸ προϊὸν τῆς σταφίδος νὰ ἀποστέλληται τέλειον εἰς Εὐρώπην, καὶ νὰ μὴ καθαρίζηται ὑπὸ τῶν Εὐρωπαίων, ὡς ἐλέχθη, καὶ πωλῆται οὕτω παρ’ αὐτῶν εἰς ὑψηλὰς τιμάς. Νομίζω λοιπόν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη καὶ ἡ εὐχὴ αὕτη νὰ πραγματοποιηθῇ. Ταῦτα ἤθελον νὰ εἴπω. Καὶ ἐὰν μὲν τὸ ἄρθρον 17 λάβῃ τὰς διαστάσεις, τὰς ὁποίας νομίζω ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ, θέλω εὐχαρίστως κηρυχθῆ ὑπὲρ τῆς γνώμης τῶν παρακρατητικῶν, ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θεωρῶ ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς παρακρατήσεως δὲν θὰ ἦναι οἷα προσδοκῶμεν.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου...
§121ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.
§122Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐρωτᾶται προηγουμένως, ἐὰν ἐπιθυμῇ νὰ ἀγορεύσῃ τις.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποτίθεται ὅτι οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ ἀγορεύωσι δηλοῦσι τοῦτο.
§124Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως· ἀλλὰ καὶ ὄρεξις πρὸς ἀγόρευσιν γεννᾶται ἐκ τῶν λόγων τῶν προαγορευσάντων. (Ὁ κ. Δ. Ράλλης ἀνέρχεται τὸ βῆμα).
§125Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ζήτημα, Κύριοι, τοσαῦτα θίγον ἰδιωτικὰ συμφέροντα, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ συζητηθῇ μετὰ τῆς ἐπιμονῆς, ἀλλὰ καὶ μετὰ τοῦ πείσματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἴδομεν ἀναπτυσσόμενον ἀπὸ τόσων ἡμερῶν. Ἡ παρακράτησις ἀπὸ τῆς πρώτης ἐμφανίσεως αὐτῆς διήρεσε τὰς γνώμας καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, ἡ πρώτη δ’ αὐτῆς ἐμφάνισις χρονολογεῖται ἀπὸ τοῦ 1893. Κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο πάντες προσεβλέπομεν ἀληθῶς μετὰ παλμῶν καρδίας πρὸς τὴν προοιωνιζομένην πλουσίαν παραγωγὴν τῆς σταφίδος, διότι ἐξ ἐκείνης ἐξηρτᾶτο ὄχι μόνον ἡ εὐδαιμονία τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ ὅλη οἰκονομία τῆς χώρας, ὅτε δὲ συνεκομίσθησαν τὰ 410 ἑκατομμύρια ἑνετικῶν λιτρῶν, πάντες ὑπεθέσαμεν, ὅτι εἶχε σωθῇ ἡ χώρα ἀπὸ οἰκονομικῆς κρίσεως δεινοτάτης, ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἀπειλουμένης. Δυστυχῶς ἀπολώλαμεν ἐν τῷ πολλῷ πλούτῳ. Αἱ τιμαὶ τῆς σταφίδος κατῆλθον, ἕνεκα τῆς μεγάλης παραγωγῆς, ῥαγδαίως, ἀλλ’ ἐντεῦθεν καὶ ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος ἐπῆλθεν ἐπίσης ῥαγδαία· εἰς τὴν πλουσίαν ἐκείνην παραγωγὴν, εἰς τὴν ἐντεῦθεν ὑποτίμησιν τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος καὶ τὴν κατόπιν ὑπερτίμησιν τοῦ συναλλάγματος ὀφείλεται κυρίως ἡ ἀποτυχία τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, καὶ μετὰ τὴν ἀπότομον ἀκύρωσιν αὐτοῦ ἡ πτώχευσις τοῦ Κράτους. Μετὰ τὴν ὑποτίμησιν τῆς σταφίδος ἕνεκα τῆς πλουσίας ἐσοδείας τοῦ ἔτους 1893 ἐπῆλθε καὶ ὁ ἀπότομος ἀποκλεισμὸς τοῦ εἴδους ἐκ τῶν ἀγορῶν τῆς Γαλλίας, καταρρίψας ἐντελῶς τὰς τιμάς· καὶ τότε, ἕνεκα τῶν τιμῶν ἐκείνων τῶν ἐξευτελισμένων, τῶν μὴ δυναμένων νὰ ἱκανοποιήσωσιν οὐδὲ τὰς δαπάνας τὰς καταβληθείσας παρὰ τοῦ παραγωγοῦ, ἀναγκαίως προέκυψεν ἡ σκέψις περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐπεβάλλοντο πρὸς διάσωσιν τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ καὶ τῆς ὅλης οἰκονομίας τῆς χώρας, καὶ ὡς πρόχειρον μέτρον πρὸς τὸν σκοπόν, πρὸς τὸν ὁποῖον πάντες ἀπεβλέπομεν, προετάθη ἡ παρακράτησις. Ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις τὸ μέτρον τῆς παρακρατήσεως ὑπηγορεύετο ὑπὸ τοῦ νόμου τῆς ἀνάγκης, καθίστατο μέτρον κοινῆς σωτηρίας, οἷον ἡ χύσις μέρους ἢ τοῦ ὅλου φορτίου τοῦ κλυδωνιζομένου πλοίου. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἡ Πολιτεία εἶχε καθῆκον, ὅπως μεριμνήσῃ ὑπὲρ τῆς διασώσεως ἐκείνου, ὅπερ ἠδύνατο ἔτι νὰ διασωθῇ. Ὑπῆρξαν ἀληθῶς διαμαρτυρίαι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς κατὰ τῆς παρακρατήσεως, καὶ διῃρέθησαν αἱ γνῶμαι, διότι ὑπῆρξαν πολλοί, οἱ ὁποῖοι ἐφρόνουν, ὅτι εἶχεν ἐπέλθει ἡ στιγμὴ νὰ καθιερωθῇ ὑπὲρ αὐτῶν τὸ «ὁ γὰρ θάνατός σου ζωή μου». Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα τῆς ὑπερτέρας ποιότητος τοῦ καρποῦ των ἐφρόνουν ὅτι ἠδύναντο ν’ ἀντίσχωσιν εἰς τὸν ἀνταγωνισμὸν, ἐθεώρησαν, ὅτι ἡ κρίσις ἐκείνη ἀπετέλει διέξοδον, καὶ ὅτι ἤθελον ὁριστικῶς κατισχύσει ἐν τῷ ἀνταγωνισμῷ καὶ στηρίξει ἐπὶ αἰῶνα τὸν ἅπαντα τὴν οἰκονομικήν των ὑπόστασιν, ἐὰν ἤθελον ἴδει καταρρέουσαν τὴν οἰκονομικὴν ὑπόστασιν ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρῆγον εἶδος μειούμενον κατὰ ποιότητα. Ἀλλ’ ἡ Πολιτεία δὲν ἠδύνατο νὰ δεχθῇ τὴν ἀρχὴν ταύτην, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως ὁλόκληροι πληθυσμοὶ ἴδωσιν ἐξαφανιζομένην τὴν ὑπόστασίν των τὴν οἰκονομικὴν, καταστρεφομένην τὴν ἰδιοκτησίαν των τὴν ἀκίνητον διὰ τῆς ἐξουθενώσεως τῆς προσόδου αὐτῆς· καὶ ἡ Πολιτεία εἶχε καθῆκον νὰ παρέμβῃ, ἡ Πολιτεία εἶχε καθῆκον νὰ διασώσῃ τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους, καὶ τοὺς διέσωσε διὰ τῆς ἐπιβολῆς τῆς παρακρατήσεως. Ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς ἐπιβολῆς αὐτῆς παρετηρήθη ποιά τις ἀνακούφισις, διότι, ἐνῷ αἱ τιμαὶ τῆς σταφίδος εἶχον κατέλθει εἰς τὰς 60 καὶ εἰς τὰς 55 δραχμὰς, ὑψώθησαν μέχρι τῶν 200 καὶ 230 καὶ 300 δραχμῶν, καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐστερήθησαν οἱ παραγωγοὶ ἐκ τοῦ παρακρατουμένου, πολλαπλάσιον ἀνέκτησαν συνεπείᾳ τῆς παρακρατήσεως. Ἐσώθησαν δὲ πάντες ἐκεῖνοι οἱ πληθυσμοί, οἱ ὁποῖοι βεβαίως ἤθελον καταστῆ ἄστεγοι, ἀκτήμονες, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἐδεχόμεθα τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἤθελον νὰ ἐπιβάλωσιν οἱ κατὰ τῆς παρακρατήσεως. Σήμερον δὲν εὑρισκόμεθα πλέον εἰς ἣν θέσιν εὑρισκόμεθα κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν τὸ πρῶτον προεκλήθη τὸ ζήτημα τοῦτο· σήμερον τὸ καθεστὼς εἶναι ἡ παρακράτησις, καὶ τοῦτο διέφυγεν ἀπὸ πάντας ἐκείνους, οἵτινες προηγόρευσαν· σήμερον ἔχομεν τὴν παρακράτησιν, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἀμείλικτοι, ἄσπονδοι ἐχθροὶ αὐτῆς, τὴν παραδέχονται, καὶ ὑποχωροῦσιν ἀπέναντί της, προβάλλοντες πρὸς δικαιολογίαν, ὅτι σήμερον συνήθισε πλέον ἡ σταφιδοπαραγωγὴ εἰς τὸν θεσμὸν αὐτὸν, καὶ ὅτι οὗτος ἀναγκαίως πρέπει νὰ διατηρηθῇ. Ἀλλ’ ἐὰν παραδέχωνται τὴν παρακράτησιν ὡς καθεστὼς, περὶ τίνος ἀγορεύουσιν ἐπὶ τόσας ἡμέρας;
§126ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τὴν παραδεχόμεθα ὡς καθεστὼς, ἀλλὰ δὲν τὴν ἠθέλομεν νὰ ὑπάρξῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον.
§127Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Φέρετε εἰς συζήτησιν αὐτὸ τὸ καθεστὼς, τὸ ὁποῖον δὲν θέλετε νὰ καταρρίψητε. Ἐπεθύμουν δὲ νὰ ἔβλεπον, εἰς τίνα θέσιν θὰ εὑρίσκεσθε, ἐὰν ἡ Βουλὴ παραφρονοῦσα σᾶς ἔλεγε: «Θέλετε νὰ ῥίψωμεν τὴν παρακράτησιν; ἔλθετε νὰ τὴν ῥίψωμεν».
§128Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα συμφωνότατοι.
§129Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πιστεύω, διότι ἡ συμφωνία αὐτὴ θὰ σᾶς ἐστοίχιζεν ἀκριβά. Ἐὰν ἦσθε ὅμως σύμφωνοι, ὅτι τὸ καθεστὼς εἶναι σήμερον ἡ παρακράτησις, ἓν ἔχομεν καθῆκον, νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπὶ τὸ συμφερώτερον θὰ κανονισθῇ αὕτη. Ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τὸ παρελθὸν, δὲν θέλετε βεβαίως δυνηθῆ νὰ δικαιολογηθῆτε διὰ τὴν ἀρχικὴν γνώμην σας, διότι δὲν θέλετε ἀποδείξει, ὅτι, ἐὰν κατίσχυεν ἡ γνώμη ὑμῶν, θὰ ἦτο καλλιτέρα ἡ θέσις τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν· ἴσως ἡ θέσις ὑμῶν θὰ ἦτο καλλιτέρα, θὰ ἐλύετο κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν ὑμῶν τὸ ζήτημα τὸ σταφιδικόν, ἀλλὰ θὰ ἐγεννῶντο πλεῖστα ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν θὰ ἔμενον ἄλυτα, διότι θὰ ἐβλέπομεν τὴν οἰκονομικὴν ὑπόστασιν ὁλοκλήρων πληθυσμῶν καταρριπτομένην ἐκ βάθρων. Διότι οἱ πληθυσμοὶ ἐκεῖνοι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μεταβάλωσιν ἀπὸ τῆς μιᾶς μέχρι τῆς ἄλλης ἡμέρας τὸ εἶδος τῆς καλλιεργείας, δὲν εἶχον τὰ μέσα πρὸς τοῦτο, θὰ ὤφειλον δὲ ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τῆς καταπτώσεως τῆς οἰκονομικῆς των ὑποστάσεως νὰ λάβωσιν εἰς χεῖρας τὸ δεκανίκι καὶ νὰ μετέλθωσι τὴν ἐπαιτείαν! Λοιπὸν μὴ λέγετε, ὅτι ἡ θέσις αὐτῶν θὰ ἦτο καλλιτέρα· ἦτο δυνατὸν νὰ ἦτο καλλιτέρα δι’ ὀλίγα ἄτομα, δι’ ὀλίγους δήμους, διὰ μίαν ἢ δύο ἐπαρχίας, ἡ θέσις ὅμως τῶν πολλῶν σταφιδοκτημόνων θὰ ἦτο ἄπελπις καὶ δι’ αὐτοὺς καὶ διὰ τὴν ὅλην οἰκονομίαν τῆς Ἑλλάδος. Ἔλθετε λοιπὸν, αὐτὸ τὸ καθεστὼς νὰ τὸ διαμορφώσωμεν, νὰ τὸ διατυπώσωμεν κατὰ τρόπον συμφέροντα. Ἡ Κυβέρνησις προέβαλε πρὸς τοῦτο ἓν νομοσχέδιον, φρονοῦσα, κατὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ὅτι διὰ τὴν μᾶλλον τελεσφόρον, τὴν μᾶλλον πρόσφορον διαμόρφωσιν τῆς παρακρατήσεως ἀπαιτεῖται ἡ ἐπὶ δεκαετίαν παγίωσις αὐτῆς, καὶ ἡ ἐκ τοῦ παρακρατήματος σύστασις Τραπέζης Σταφιδικῆς πρὸς τὸν ἄμεσον μὲν σκοπὸν δανεισμοῦ ἐπὶ εὐθηνῷ τόκῳ πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, πρὸς τὸν ἀπώτερον δὲ τῆς ἀναζητήσεως νέων ἀγορῶν. Τὸ πρῶτον λοιπὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον τίθεται ἐνώπιον ὑμῶν, εἶναι τὸ ζήτημα κατὰ πόσον θὰ συντελέσῃ ὑπὲρ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν ἡ παγίωσις τῆς παρακρατήσεως ἐπὶ δεκαετίαν. Δύο εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως· ὁ πρῶτος εἶναι ἡ σκέψις, ὅτι διὰ τῆς παγιώσεως ἐπὶ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα τῆς παρακρατήσεως θὰ μονιμοποιηθῶσι, θὰ παγιωθῶσι καὶ αἱ τιμαὶ τῆς σταφίδος, παρεπόμενον δὲ λόγον, δι’ ὃν ἐπιζητεῖται ἡ παγίωσις τῆς παρακρατήσεως ἐπὶ δεκαετίαν, ἀποτελεῖ ὁ συνδυασμὸς αὐτῆς μὲ τὴν σύστασιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἧς τοὺς σκοποὺς γνωρίζομεν. Ἀλλὰ δὲν φρονῶ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογήσῃ τις τὴν ἐπὶ δεκαετίαν παγίωσιν τοῦ ἐκτρόπου καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος τῆς ἀνάγκης μᾶς ἐπέβαλε, διότι, ἐὰν τὸ ἔκτροπον αὐτὸ μέτρον δικαιολογῆται ἐκ τοῦ νόμου καὶ μόνον τοῦ νόμου τῆς ἀνάγκης, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, εἰμὴ καθ’ ὅσον αὕτη ὑφίσταται. Εἴπομεν, ὅτι δύο σκοποὺς ἔχει ἡ ἐπὶ δεκαετίαν παγίωσις τῆς παρακρατήσεως· ὁ πρῶτος, ὅτι ἐκ τῆς πεποιθήσεως ὅτι ἡ παρακράτησις θὰ παγιωθῇ ἐπὶ δέκα ἔτη, θὰ παγιωθῶσι καὶ αἱ τιμαί. Ἀλλὰ μὴ τάχα ὁ σκοπὸς οὗτος δὲν ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς παγιώσεως τῆς παρακρατήσεως ἐπὶ ὀλιγώτερον χρόνον; Νομίζετε ὅτι ὁ χρόνος τῶν πέντε ἐτῶν εἶναι τόσον μικρός, ὥστε νὰ μὴ ἐμπνέῃ ἱκανὴν πεποίθησιν εἰς πάντας ἐκείνους, οἵτινες ἀποβλέπουσιν εἰς τὸ νὰ ἐπιτύχωσι διὰ τὸ εἶδος καλλιτέρας τιμάς; Βεβαίως ὄχι· διότι εἶναι ἀδύνατον τὸ ἐμπόριον νὰ ὑπολογίσῃ ἐπὶ τῶν περιστάσεων, αἵτινες θὰ προκύψωσι μετὰ 5 ἔτη. Ἑπομένως ὁ πρῶτος λόγος ἐκλείπει. Ὑπολείπεται ὁ δεύτερος. Κύριος καὶ ἄμεσος σκοπὸς τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης εἶναι εἷς, ὁ ἐπὶ εὐθηνῷ τόκῳ δανεισμὸς πρὸς τοὺς καλλιεργητὰς, καὶ ἐντεῦθεν ἡ ἐνίσχυσις τῆς καλλιεργείας τῆς σταφίδος. Οἱ ἕτεροι σκοποὶ αὐτῆς εἶναι ἀπώτεροι, οὐδὲ δύνανται κἂν νὰ ὑποληφθῶσιν ὡς σπουδαῖοι, ὡς διατυποῦνται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ· διότι, ὅταν καθορίζητε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ποσὸν 50,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος πρὸς τὴν ἀναζήτησιν νέων ἀγορῶν, ἢ 50,000 δραχμῶν ἐφάπαξ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς μελέτης τῶν σχέσεων τῶν ὀφειλετῶν σταφιδοκτημόνων πρὸς τοὺς δανειστὰς αὐτῶν, ἐννοεῖτε ὅτι οἱ σκοποὶ οὗτοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποληφθῶσιν ὡς οἱ ἄμεσοι σκοποὶ τοῦ νομοσχεδίου. Μόνος ὁ δανεισμὸς ἐπὶ μικρῷ τόκῳ εἶναι ὁ κύριος σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ μήπως τοῦτο δὲν ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς παγιώσεως τῆς παρακρατήσεως ἐπὶ πενταετίαν; Ἀναμφισβητήτως. Κατὰ τί θὰ ἐνισχυθῇ ἡ Τράπεζα ἐκ τῆς παγιώσεως τῆς παρακρατήσεως ἐπὶ δεκαετίαν; Ἡ Τράπεζα, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν ἤθελεν εὐδοκιμήσει ἐντὸς πενταετίας, ἀναμφισβητήτως θὰ ἐκλείψῃ, καὶ ἐὰν ἐντὸς πέντε ἐτῶν εὐδοκιμήσῃ, τὸ παρακράτημα εἰς οὐδὲν θέλει τῇ χρησιμεύσει εἰς τὸ μέλλον. Ἄλλως τί θὰ ἐμποδίσῃ, ἐν ᾗ περιπτώσει εὐδοκιμήσῃ ἡ Τράπεζα, νὰ παραταθῇ τότε ἐπὶ 5 ἀκόμη ἔτη ἡ παρακράτησις, κρινομένη ἀναγκαία; Ἀλλ’ ἐν ᾗ περιπτώσει ἀπὸ τοῦδε ὁρισθῇ ἡ παγίωσις τῆς παρακρατήσεως ἐπὶ δεκαετίαν, συνδεομένη μετὰ τῆς κατ’ ἴσον χρόνον διαρκείας τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, πᾶσα ἐλπὶς περὶ καταργήσεως αὐτῆς ἐκλείπει, καὶ θὰ καταστῇ ἀνέφικτος πᾶς ἄλλος συνδυασμὸς, δι’ οὗ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐξεύρωμεν τρόπον, ἵν’ ἀποδώσωμεν τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν παραγωγὴν καὶ εἰς τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος ὑπὸ τιμὰς ἱκανοποιητικάς. Θὰ ἔχωμεν δὲ καὶ ἕτερον κακὸν ἀποτέλεσμα· ἡ παγίωσις ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον τῆς παρακρατήσεως θ’ ἀποκοιμίσῃ τὴν Τράπεζαν, ἣν ἐν τούτοις πρέπει νὰ ἔχωμεν ἐγρηγοροῦσαν. Ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐπὶ δεκαετίαν δὲν ἔχει νὰ σκεφθῇ τι, ὅτι ἐπὶ δεκαετίαν θὰ ἔρχηται κατ’ ἔτος νέα εἰσφορὰ εἰς τὸ ταμεῖόν της, βεβαίως θέλει ἀμελήσει καὶ τὸν ἕτερον σκοπὸν, πρὸς ὃν πρέπει ἀδιαλείπτως ν’ ἀποβλέπωμεν, τὸν τῆς ἀνευρέσεως νέων ἀγορῶν, νέων μέσων καταναλώσεως τῆς σταφίδος. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, θεωρῶ, ὅτι οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον δικαιολογεῖται ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξις, καθ’ ἣν παγιοῦται ἡ παρακράτησις ἐπὶ δεκαετίαν. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι, δεχόμενοι τὴν παρακράτησιν, ἀνεχωρήσαμεν ἐκ τοῦ νόμου τῆς ἀνάγκης. Ἀλλ’ ὑπάρχει νόμος ἀνάγκης, ὅστις νὰ δικαιολογῇ τὴν παγίωσιν τῆς παρακρατήσεως ἀπὸ τοῦδε καὶ ἐπὶ δεκαετίαν; Ἡ παρακράτησις καθιστᾷ φορολογίαν, καὶ φορολογίαν ἀπηνῆ. Πρόκειται περὶ φορολογίας 10 ἕως 15 τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, πρόκειται περὶ φορολογίας ἤδη ἐπαχθοῦς, ἥτις ἔρχεται νὰ προστεθῇ εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ Δημοσίου, τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ τοῦ δασμοῦ τῆς ἐξαγωγῆς. Ἐκ τῆς ἀθροίσεως δὲ τῶν δύο τούτων φορολογιῶν ἔχετε ὡς ἀποτέλεσμα, ὅτι εἰσφέρεται ἀπὸ τὴν παραγωγὴν 25% κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἀνέλθωσιν εἰς 35% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου· ἔχετε οὕτως ἀληθῆ δήμευσιν. Ἀλλ’ ἡ δήμευσις αὕτη δικαιολογεῖται μόνον καθ’ ὅσον ἤθελον ἐπικρατεῖ ἡ ἄμεσος ἀνάγκη, καὶ ὅταν δὲν ἔχῃ τις τὸν χρόνον νὰ κανονίσῃ ἄλλως τὰ κατ’ αὐτόν. Σωτὴρ εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἐπιβάλλει ἐπ’ ἄπειρον τοιαύτας θυσίας; Βεβαίως ὄχι. Καὶ τότε πῶς ἐπὶ ὑπολογισμῶν ἐντελῶς αὐθαιρέτων ἐπιβάλλετε διάταξιν, δι’ ἧς πρόκειται ν’ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὴν παραγωγὴν 25–35%; Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρῃ τις τὸν δικαιολογητικὸν λόγον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ στηριχθῇ τοιαύτη διάταξις. Διὰ τοῦτο φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ψηφίσῃ τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ παγιώσεως τῆς παρακρατήσεως ἐπὶ 10 ἔτη, ἐκτὸς ἐὰν διὰ τοῦ νέου νόμου ἐπιδιώκητε νὰ συντρίψητε ἐντελῶς τὴν παραγωγὴν, ν’ ἀποκοιμήσητε τὴν Διοίκησιν τῆς Τραπέζης, ν’ ἀπελπίσητε τὴν παραγωγὴν ἀπὸ αἰσιωτέρου μέλλοντος, νὰ ἐξακολουθήσητε δὲ τὴν δήμευσιν, ἐὰν ὄχι τοῦ τρίτου, τοὐλάχιστον τοῦ τετάρτου τῆς παραγωγῆς. Ἀναγκαίως τὸ παρακράτημα, τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία ἀνῆλθεν εἰς ἑκατομμύρια, ἔπρεπε νὰ διατεθῇ· δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μένῃ κεκλεισμένη ἡ ἀξία αὕτη εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἄνευ οὐδεμιᾶς χρησιμοποιήσεως ὑπὲρ τῶν συνεισενεγκόντων. Ἔπρεπεν αἱ εἰσφοραί, ἀφοῦ ἐπεβάλλοντο ὡς νόμος ἀνάγκης, νὰ διατεθῶσι. Καὶ τίς ἡ καλλιτέρα διάθεσις τοῦ παρακρατήματος; Βεβαίως ἡ καλλιτέρα διάθεσις αὐτοῦ θὰ ἦτο ἡ ἄμεσος διανομὴ μεταξὺ τῶν συνεισενεγκόντων καὶ ἀναλόγως τῆς εἰσφορᾶς ἑκάστου· ἀλλ’ αὕτη ἀποβαίνει ἀδύνατος. Ἀνάγκη ἐντεῦθεν, ὅπως σκεφθῇ τις περὶ ἄλλης διαθέσεως, καὶ λίαν ὀρθῶς ἐσκέφθησαν, ὅτι ἡ καλλιτέρα διάθεσις εἶναι ἡ σύστασις μιᾶς ἑταιρείας, Τραπέζης, διὰ τῆς ὁποίας θ’ ἀπεδίδετο πρὸς ἐνίσχυσιν τοὐλάχιστον εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς ἐκεῖνο, ὅπερ κατέβαλον ἐκ τῆς παραγωγῆς των. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις, ἐφ’ ἧς στηρίζεται ἡ ἵδρυσις τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἐὰν θελήσῃ τις νομικῶς νὰ ἐκτιμήσῃ τὸν τοιοῦτον συνεταιρισμὸν μὲ τοὺς κανόνας τοῦ κοινοῦ δικαίου, θὰ εὕρῃ ὅτι ἀντίκειται πρὸς αὐτοὺς, ἀφοῦ τὸ συνάλλαγμα τῆς ἑταιρείας εἶναι καθαρῶς συναινετικόν. Ἀλλὰ τὰ κοινωνικὰ ζητήματα δὲν κρίνονται πάντοτε μὲ τὸν πῆχυν τῶν νομοδιδασκάλων· ἐξετάζονται καὶ κανονίζονται κατὰ λόγον τῶν ἀναγκῶν, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ Πολιτεία. Εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον, κατ’ ἐμέ, ἐὰν κατὰ τὸν Ρωμαϊκὸν καὶ τὸν Γαλλικὸν ἀστικὸν νόμον ἡ ἑταιρεία ἦναι συνάλλαγμα συναινετικόν, καὶ ἂν οὐδεὶς δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τινὶ νὰ γείνῃ συνέταιρος ἄνευ τῆς συναινέσεώς του. Σήμερον ἔχω εἰς χεῖράς μου μίαν εἰσφορὰν, καὶ πρέπει ν’ ἀναζητήσω τὸ σκόπιμον ἐν τῇ διαθέσει αὐτῆς· τὴν διαθέτω δὲ κατὰ τὸν τρόπον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον θεωρῶ ἐπωφελέστερον. Ἡ Πολιτεία θεωρεῖ ἐπωφελέστερον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς ἐργασίας των συνεισφέρουν πρὸς σχηματισμὸν αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου, τὴν ἵδρυσιν Τραπέζης. Θέλετε νὰ τὴν χαρακτηρίσητε ἑταιρείαν; θέλετε νὰ τὴν χαρακτηρίσητε Τράπεζαν; ἀνώνυμον συνάλλαγμα; εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον. Τὸ πρᾶγμα εἶναι αὐτὸ, ὅτι κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον συνεισφέρουν οἱ παραγωγοί, πρόκειται νὰ χρησιμοποιηθῇ διὰ συνεταιρισμοῦ, ἔστω καὶ ἐπιβεβλημένου, νὰ χρησιμοποιηθῇ ὑπὲρ τῶν παραγωγῶν αὐτῶν καὶ ἰδοὺ ἡ δικαιολογικὴ βάσις τῆς ἱδρύσεως Τραπέζης. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀκριβῶς πρόκειται περὶ συνεταιρισμοῦ ἐπιβεβλημένου, ἀντικειμένου πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ κοινοῦ συνεταιρισμοῦ, πρέπει νὰ φροντίσῃ τις, ὅπως μὴ προσβάλῃ τὰ συμφέροντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ κανονίσῃ, καὶ πρέπει νὰ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν του πάντα τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἠγέρθησαν μέχρι τοῦδε σχετικῶς πρὸς τὴν λειτουργίαν τῆς Τραπέζης ταύτης. Ποῖα δὲ ταῦτα; Τὰ παράπονα ὀφείλονται εἰς τὴν ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης, ἀμοιβαίας πίστεως, τὰ παράπονα ὀφείλονται εἰς τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι κατὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν συνιστᾶται ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, θέλει αὕτη χρησιμεύσει ὑπὲρ μιᾶς ἢ ὑπὲρ τινων ἐπαρχιῶν, ἀλλ’ ὄχι ὑπὲρ ὅλων ἐκείνων τῶν ἐπαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι συνεισφέρουν πρὸς τὸν σχηματισμὸν τοῦ κεφαλαίου τοῦ ἑταιρικοῦ. Καὶ ἀληθῶς ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον θέλει καταρτισθῇ, συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 5 καὶ 6 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ἑταιρικὸν καταστατικόν, δίδει ἀφορμὴν εἰς τοιαῦτα παράπονα, τοὐλάχιστον γεννᾷ τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ τοιοῦτον ἄτοπον. Ἡ Τράπεζα θὰ ἔχῃ ἕδραν τὰς Πάτρας, ἡ Τράπεζα θὰ διοικῆται ἀπὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον ἑδρεῦον ἐν Πάτραις, καὶ τὸ Διοικητικὸν αὐτὸ Συμβούλιον διορίζεται ἐπὶ τριετίαν διὰ τοῦ καταστατικοῦ αὐτῆς, εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ὁποίου θέλουν συντρέξει κατὰ τὸ πλεῖστον πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐνδιαφέρωνται καὶ νὰ μεροληπτοῦν μᾶλλον πρὸς τὴν ἀγορὰν τῶν Πατρῶν, παρὰ πρὸς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας. Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν θέλει καταρτισθῇ ὁ σύλλογος, ὅστις θὰ συντάξῃ τὸ καταστατικὸν τῆς Τραπέζης, ὑπομιμνήσκει κάπως τὸ σύνταγμα τοῦ Σερβίου Τουλίου, ἐν ᾧ οἱ ἱππεῖς κατίσχυον. Καὶ οἱ ἱππεῖς τῶν Πατρῶν δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ κατισχύσουν. Ὅταν δὲ πρόκειται περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ ἑταιρικοῦ καταστατικοῦ, ἀναγκαίως αἱ ἄλλαι ἐπαρχίαι σκέπτονται, ὅτι οὕτω θὰ δουλεύουν τὰς Πάτρας, ὅτι οὕτω τὰ κεφάλαιά των, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ εἰσεκόμισαν, ἀντὶ νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ὑπὲρ αὐτῶν, θὰ χρησιμοποιηθῶσιν ὑπὲρ μόνον τῶν σταφιδοπαραγωγῶν τῶν Πατρῶν, ἴσως καὶ τῆς Ἠλείας. Καὶ εἶπον ὅτι τὰ παράπονα δικαιολογοῦνται ἐκ τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ καταρτισθῇ τὸ καταστατικόν, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 5 καὶ 6 τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ ὑπάρχει τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου ὅλα αὐτὰ τὰ παράπονα αἴρονται. Ὑπεδείχθη ἤδη ἡ ἰδέα τῶν πολλαπλῶν Τραπεζῶν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτῶν, δὲν πρόκειται νὰ καταρρίψωμεν τὸ ἑνιαῖον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, εἰς τὸ ὁποῖον ἑνιαῖον δυνάμεθα νὰ ἀνεύρωμεν δύναμιν, ἥτις νὰ χρησιμοποιηθῇ ἐν γένει ὑπὲρ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς καὶ ὑπὲρ τοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος. Δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ διανείμωμεν κατ’ ἐπαρχίας τὸ κεφάλαιον, νὰ καταστήσωμεν ἐπιτοπίους ἀλληλοβοηθείας, ἐξαρτωμένας ἐκ τοῦ κέντρου, ὅπως ἱκανοποιήσωμεν πάντα ταῦτα τὰ παράπονα. Ἑκάστη ἐπαρχία θὰ ἔχῃ ἴδιον Διοικητικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον θὰ εὑρίσκηται εἰς καλλιτέραν θέσιν νὰ διαχειρίζηται τὸ ποσοστὸν ἐκεῖνο ἐκ τοῦ παρακρατήματος, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὴν ἐπαρχίαν, διότι θὰ γνωρίζῃ τίνες ἔχουσιν ἀνάγκην δανείων, καὶ τίνες θέλουν ἀποδώσει τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον θέλει τοῖς δοθῆ. Ἡ δὲ τοιαύτη κατανομὴ τῆς ἐν γένει διαχειρίσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον θέλει ζημιώσει τὸ ἑνιαῖον τῆς ἐνεργείας αὐτῆς, ἀφ’ ἑτέρου θέλει φέρει ὡς ἀποτέλεσμα τὸ νὰ διαψεύσῃ πάσας ἐκείνας τὰς ὑπονοίας καὶ τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα γεννῶνται ἐκ τοῦ ὅτι ἕδρα τῆς Τραπέζης θὰ ἦναι αἱ Πάτραι, ὅτι τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον θὰ εὑρίσκηται ἐν Πάτραις, ὅτι θὰ ἐκλέγηται κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκ Πατρέων. Ἄν ὑπὸ τοιούτους ὅρους διατυπωθῇ τὸ καταστατικὸν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, οὐδεὶς δύναται νὰ παραπονεθῇ, διότι πάντες θ’ ἀνεύρωσιν ἐν τῷ καταστατικῷ αὐτῆς πάσας ἐκείνας τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας δύνανται νὰ ζητήσωσιν, ὅταν πρόκειται περὶ διαχειρίσεως τῆς ἰδίας των περιουσίας, τοῦ ἰδίου των πράγματος. Καὶ ἰδοὺ, Κύριοι, τὰ δύο κεφαλαιώδη σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων διΐσταμαι πρὸς τὸ νομοσχέδιον· πρῶτον τὸ τῆς παγιώσεως τῆς παρακρατήσεως ἐπὶ δέκα ἔτη, δεύτερον τὸ ἑνιαῖον τῆς διοικήσεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ὡς πρὸς πάσας τὰς ἐπαρχίας καὶ ἀπέναντι πασῶν τῶν ἐπαρχιῶν. Ἄν τὰ δύο ταῦτα ἐκλείψωσι, τὰ λοιπὰ ζητήματα εἶναι ζητήματα πλέον λεπτομερειῶν. Ὑπάρχουν ἀληθῶς πολλὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσιν ἢ σπουδὴν, ἢ ἔλλειψιν πρακτικοῦ νοῦ ἐκ μέρους ἐκείνου, ὁ ὁποῖος τὸ συνέταξεν, ἀλλ’ ἐκεῖνα εἶναι ἐντελῶς δευτερεύοντα, εἶναι ζητήματα πλέον λεπτομερειῶν, δὲν εἶναι ζητήματα ἀρχῶν. Σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων—διὰ νὰ μὴ ἐπανέρχωμαι—ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, εἶναι πρῶτον ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2. Κατ’ αὐτὴν, ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία θέλει καθορίζει τὸ ποσοστὸν τῆς παρακρατήσεως, τὸ ὑπὲρ τὸ 10%, θὰ ἑδρεύῃ ἐν Ἀθήναις, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν· καὶ ἐρωτῶ, διατὶ αὐτὴ ἡ πολυτέλεια; διατὶ αὐτὰ τὰ 45 ἄτομα νὰ ἔρχωνται εἰς Ἀθήνας, καὶ διατὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μετέχῃ αὐτῆς τῆς ἐργασίας; διατὶ νὰ μετέχῃ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ διατὶ ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης; Ἄν πρόκειται περὶ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας θέλει συλλέξει ἡ Ἀρχὴ, τὰς πληροφορίας αὐτὰς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν βεβαίως δὲν θὰ τὰς ἔχῃ δι’ ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θὰ τὰς ἔχῃ ἐκ τῶν νομαρχῶν τῶν νομῶν, ἐξ ὧν μέλη θὰ ἦναι εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Τότε ἀφήσατε τὴν ἐπιτροπὴν νὰ λειτουργήσῃ μόνη, διότι οὕτω θὰ σώσητε καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς γνώμης τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 2, μετέχει εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς, κατόπιν δὲ, ὅταν συναποφασίσῃ μετὰ τῶν ἄλλων μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, θὰ ἦναι ἠναγκασμένος νὰ τεθῇ εἰς θέσιν ὑπολόγου ἀπέναντι τῶν συναδέλφων του. Οὕτω θὰ ἠναγκάζετο ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐκλιπαρῇ τοὺς συναδέλφους του νὰ δεχθῶσι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς...
§130Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πολλάκις συμβαίνει αὐτό.
§131Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ποτὲ δὲν συμβαίνει. Καὶ διὰ τοῦτο προσπαθεῖ τις νὰ σώσῃ τὰ πάντα, καὶ σῴζονται καθ’ ἣν περίπτωσιν διατηρῶν τὴν θέσιν του, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔρχεται ἐν συνεδριάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του. Ἀφήσατε τὴν προεδρίαν κατ’ ἀρχαιότητα τῶν νομαρχῶν, ἀφήσατε ὡς τόπον συνελεύσεως τὰς Πάτρας, αἱ ὁποῖαι κατέχουν ἐξαισίαν καὶ ἐπίζηλον θέσιν ἐν τῷ διαμετακομιστικῷ τῆς σταφίδος ἐμπορίῳ, διότι αἱ ἐντυπώσεις ἐκεῖ θὰ ἦναι ἄμεσοι, καὶ οὕτως ἐκεῖ θὰ ἠδύναντο νὰ κρίνουν ἀσφαλέστερον περὶ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ παρακρατήματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν ἐτησίαν παραγωγήν. Ἔρχεται κατόπιν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ κρίνῃ κατὰ πόσον ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης εἶναι ὀρθή, καὶ κατὰ πόσον πρέπει νὰ τὴν μεταβάλῃ ἐπὶ πλέον ἢ ἐπὶ ἔλαττον. Κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 14 καὶ τοῦ ἄρθρου 16, «τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης κανονίζει τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως τοῦ εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς παρακρατήσεως εἰσαχθέντος σταφιδοκάρπου, μετὰ προηγουμένην ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν». Ἀλλὰ, παραδόξως, ἐν ἄρθρῳ 11 ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διατηρεῖ τὸ δικαίωμα τῆς διαθέσεως αὐτοῦ...
§132Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τῆς διαθέσεως τοῦ ὑπάρχοντος ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἐσοδειῶν ἐν ταῖς ἀποθήκαις.
§133Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα, αὐτοῦ...Θὰ ἐνόουν τὴν διατήρησιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ μέχρι τῆς συστάσεως τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ μετὰ τὴν σύστασιν τῆς Τραπέζης οὐδεμίαν ἔννοιαν ἔχει ἡ ἀνάμιξις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§134ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν παραδοθῇ καὶ αὐτὸ εἰς τὴν Τράπεζαν, θὰ ὑποβληθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην παραδόσεως πρὸς τὴν Τράπεζαν, ἥτις ὑπέχει εὐθύνην, ἐνῷ, ὡς γνωστόν, εὑρισκόμεθα εἰς τὸ τέλος τῆς διαχειρίσεως.
§135Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὸ τέλος τῆς διαχειρίσεως, διότι ἐδῶ βλέπω εἰς τὴν ἔκθεσίν σας, ὅτι ὑπάρχουν ἀκόμη 11 ἑκατομμύρια.
§136ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕνδεκα ἑκατομμύρια ὑπάρχουν κατὰ τὴν ἔκθεσίν μου. Ἐξ αὐτῶν δύο ἑκατομμύρια εἶναι διατεθειμένα, διότι ἐπωλήθη σταφὶς ἐκ τῶν ἀποθηκῶν Πύργου, καὶ παρουσιάσθη ἔλλειμμα, ὅπερ παραδοθήσεται ἐκ τῶν 11 ἑκατομμυρίων. Μένουν 9 ἑκατομμύρια. Αὐτὰ δὲν τὰ ἔδωκα, διότι εἶχον τὴν ἰδέαν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ τιμὴ ἀνωτέρα, ἤτοι ἡ τῶν δραχμῶν 75 κατὰ χιλιάδα. Μὴ παρουσιασθέντων ἀγοραστῶν ἐπὶ τῇ τιμῇ ταύτῃ, ἠναγκάσθην νὰ ἐπαναφέρω τὴν τιμὴν τῶν δραχμῶν 60, αὔριον δὲ θὰ ἦναι διατεθειμένα καὶ τὰ 9 ἑκατομμύρια.
§137Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Θέλω νὰ σᾶς ὑποβάλω, ὅταν πρόκειται περὶ διαχειρίσεως ξένων χρημάτων, εἰς τὴν διὰ δημοπρασίας διάθεσιν τοῦ ποσοῦ.
§138ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μετέβαλον ἐγὼ τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως.
§139Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ γνωρίζω τὸ ἑξῆς, ὅτι ἡ αὐθαιρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ λεχθῇ εἴς τινα προσενεγκόντα τιμήν: «εἰς σὲ δὲν δίδομεν, εἰς ἄλλους δίδομεν!»
§140ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ δὲν ἐγένετο ἀφ’ ἧς διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§141Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ συνέβη εἰς τὴν ὑπουργίαν τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου, καὶ ἐδόθη καταγγελία καὶ διαμαρτυρία γραφεῖσα διὰ χειρός μου.
§142ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Αὐτὰ δὲν ἐγένοντο παρ’ ἐμοῦ.
§143Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως δὲν ἐγένοντο παρ’ ὑμῶν· ἐγένοντο παρὰ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν φέρετε προσωπικῶς εὐθύνην, ὅπως καὶ δι’ ὅλα, ὅσα ἐγένοντο ἐπὶ τῆς ὑπουργίας σας, δὲν φέρετε καμμίαν εὐθύνην (ἱλαρότης). Λοιπὸν μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἡ Τράπεζα θέλει ἀναλάβει τὰ δικαιώματά της, ἐννοῶ τὸ δικαίωμα τῆς διαθέσεως παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ πέραν αὐτῆς τῆς ἡμέρας δὲν τὸ ἐννοῶ. Ἡ τελευταία διάταξις...
§144Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὴ εἶναι τροποποιημένη.
§145Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου.
§146ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τροποποίησις αὕτη ἀνακοινωθήσεται εἰς τὴν Βουλὴν μετ’ ὀλίγα λεπτά.
§147Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ ἄλλης τινὸς διατάξεως θὰ συμφωνήσω μὲ τὸν συμπολίτην μου, ἐπὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 17. Δὲν γνωρίζετε ἴσως τὴν ἱστορίαν τῆς διατάξεως ἐκείνης, δι’ ἧς κατὰ τὸ παρελθὸν ἀπηγορεύθη πᾶσα ἄλλη βιομηχανικὴ μετασκευὴ τῆς σταφίδος, ἐκτὸς τῆς εἰς οἰνόπνευμα μετασκευῆς. Αὐτὸ ὀφείλεται εἰς ἀντιζηλίας ὁμοτέχνων. Ὑπῆρξε μία βιομηχανικὴ ἐπιχείρησις ἐδῶ, δι’ ἧς εἶχε κατορθωθῆ τὸ ἐξαίσιον ἀποτέλεσμα, νὰ εἰσέρχηται ὁ σταφιδόκαρπος μεταπεποιημένος εἰς Γαλλίαν, ἡ ὁποία τὸν εἶχεν ἀποκλείσει διὰ δασμοῦ ἐντελῶς ἀπαγορευτικοῦ. Ὁ ἀντίζηλος τῆς ἐπιχειρήσεως ἐκείνης κατήγγειλε τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἔδωκε προσοχὴν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, εἴτε διότι ἐθεώρησεν ὅτι τοῦτο ἦτο ἐντελῶς εὐτελές, εἴτε διότι δὲν ἤθελε νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος κατήγγελλε τὴν ἰδίαν αὑτοῦ πατρίδα. Ὁ καταγγείλας προσέτρεξεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἡ δὲ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐδέχθη τὴν καταγγελίαν, καὶ οὕτως ἀπεκλείσθη ἀπὸ τὴν ἀγορὰν τὸ μιστέλιον. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι πρόκειται περὶ καπήλου, ὅστις κατήγγειλε τὸ μιστέλιον εἰς τὴν Γαλλικὴν καὶ εἶτα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Τὸ αὐτὸ σφάλμα ἐπαναλαμβάνεται καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Τὸ ἄρθρον 17 ὁρίζει, ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ ἐν τῇ χώρᾳ διασκευὴ μόνον εἰς οἰνόπνευμα, ἐὰν δὲ ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ τοῦ ἄρθρου 2, ἤθελεν ἀποφανθῆ ἄλλως, τότε θὰ ἐπετρέπετο πᾶσα ἄλλη βιομηχανικὴ παρασκευή. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη πότε θὰ συνέλθῃ; Καθ’ ὅσον δὲ συνέρχεται καὶ ἐν αὐτῇ ὑπάρχουν ἀντίζηλοι, ἀπόλλυται πᾶσα ἄλλη χρησιμοποίησις τοῦ παρακρατήματος. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται, εἶναι, νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος καὶ ἐπιτρέψωμεν, ὅπως διὰ παντὸς τρόπου ἐξέλθῃ τὸ παρακράτημα ἐκ τῆς χώρας. Οὕτω μόνον δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ὅ,τι πρὸ ὀλίγου ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ὅτι πρέπει ν’ ἀποτελέσῃ τὴν βάσιν τῶν σκέψεων ἡμῶν. Ὅταν κατορθώσωμεν νὰ αὐξήσωμεν τὴν κατανάλωσιν, βεβαίως τότε λύεται τὸ ζήτημα τὸ σταφιδικόν. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι πολὺς χρόνος θὰ παρέλθῃ μέχρις ὅτου τὸ κατορθώσωμεν. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἐξαρτήσωμεν τὴν ἀπόφασιν μας ἐκ τῆς σκέψεως, κατόπιν τῆς ὁποίας θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τῶν μέσων, δι’ ὧν θὰ καταναλώσωμεν τὸ παρακράτημα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ καταναλωθῇ ἀμέσως. Ἐὰν ἠδύνατο νὰ καταναλωθῇ ἀμέσως, δὲν θὰ ὑπῆρχε ζήτημα σταφιδικόν. Ὑπάρχει ὅμως ἑτέρα τις διάταξις, ἐφ’ ἧς ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 18· ὅπως κατανοήσητε δὲ ταύτην, πρέπει νὰ συνδυάσητε αὐτὴν πρὸς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν φορολογίαν ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν. Μόνον οὕτω θέλετε διΐδει τὸν σκοπὸν, καὶ θέλετε ἐννοήσει, ὅτι ἡ διάταξις εἶναι ἄντικρυς ἀντίθετος πρὸς τὸν σκοπὸν, ὅστις ἐπιδιώκεται διὰ τῆς παρακρατήσεως καὶ διὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι, ἂν μέχρι τοῦδε κατηναλώθη παρακράτημα ἀξίας δρ. 5,000,000, τὰ ὁποῖα δύναται σήμερον τὸ Κράτος νὰ ἀποδώσῃ πρὸς Σταφιδικὴν Τράπεζαν, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα, ἡ δὲ διάταξις αὕτη ἀποβλέπει εἰς τὴν καταστολὴν τῆς οἰνοπνευματοποιΐας, ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ ἀδύνατον πλέον τὴν κατανάλωσιν τοῦ παρακρατήματος, ἔστω καὶ διὰ τῆς παραγωγῆς οἰνοπνεύματος. Διότι ἐν τῇ διατάξει ταύτῃ ἤδη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προοιωνίζεται τὸ μονοπώλιον τῶν οἰνοπνευμάτων, καὶ τείνει εἰς τὴν κατάργησιν 45 οἰνοπνευματοποιείων. Ἡ φορολογία, ἣν ἐπιβάλλει τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, εἶναι τόσον ἀπηνής, ὥστε εἶναι ἀδύνατον, ἐκεῖνα τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα, τὰ ὁποῖα παράγουσιν ὀλιγώτερον ποσὸν ἀπὸ τὸν ἀνώτατον ὅρον, τὸν ὁποῖον προσδιορίζει διὰ τῆς κλίμακος, ἀδύνατον νὰ καταβάλωσι τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον ὀφείλουσι καὶ νὰ προκαταβάλωσιν· ἐντεῦθεν θὰ κλείσωσιν· ἂν δὲ κλείσωσι, θὰ περιορισθῇ ἡ κατανάλωσις τοῦ παρακρατήματος, καὶ φθάνομεν εἰς ἀντίθετα ἀποτελέσματα τῶν ἐπιδιωκομένων.
§148Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς θὰ ἐλαττωθῇ; Θὰ παράγουν τὸ παρ’ αὐτῶν παραγόμενον τὰ ἄλλα.
§149Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀμφιβάλλω περὶ τούτου. Θὰ ἔχωμεν λέβητας ὀλιγωτέρους 45 οἰνοπνευματοποιείων. Ταῦτα διατυποῦνται καὶ ἐν τῷ ὑπομνήματι, ὅπερ ὑπέβαλεν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κ. Ἄμβουργερ.
§150Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ζητεῖ τὴν χρῆσιν τοῦ παρακρατήματος πρὸς κατασκευὴν οἴνου.
§151Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν μείωσιν τῆς παραγωγῆς τοῦ οἰνοπνεύματος, οὐδ’ ἀληθὴς ἡ ὑπόνοια, ὅτι ὁ ἀλκολισμὸς λαμβάνει παρ’ ἡμῖν διαστάσεις ἐκ τῆς ἐλευθερίας τῆς παραγωγῆς. Ἀλλὰ θὰ ἔχῃ καὶ ἑτέραν συνέπειαν ἡ ἀπηνὴς ἐκείνη φορολογία, ὅτι χιλιάδες ἀτόμων θὰ μείνωσιν ἄνευ ἐργασίας. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα διάταξις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἐκείνη, δι’ ἧς ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, λόγῳ δοκιμασίας, νὰ συστήσῃ οἰνοπνευματοποιεῖον. Καὶ ἐρωτῶ, εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ; Δὲν θὰ χρησιμεύσῃ βεβαίως διὰ νὰ πίνῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον· θὰ χρησιμεύσῃ πρὸς συναγωνισμὸν ἢ πρὸς μελέτας. Ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ γνωρίζῃ πάντοτε ὀλιγώτερα ἀπὸ πάντα οἰνοπνευματοποιόν. Παρὰ φίλων του δὲ οἰνοπνευματοποιῶν δύναται νὰ λάβῃ ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς πᾶσαν πληροφορίαν, ὅπως φθάσῃ εἰς ταχεῖαν γνῶσιν τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν γίνεται ἡ ἀπόσταξις. Παρ’ ἡμῖν τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα λειτουργοῦσι ἀπὸ πολλοῦ καὶ ἄριστα· νομίζει δὲ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ὅτι μὲ τοὺς κουτσοεφόρους του καὶ τοὺς ὑπαλλήλους του θὰ δυνηθῇ νὰ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τῆς βιομηχανίας τῆς ἐκ τοῦ μηδενὸς δημιουργηθείσης καὶ ἀνδρωθείσης; Θὰ ἔλθητε νὰ μετρηθῆτε πρὸς αὐτὴν, ἥτις συνηγωνίσθη πρὸς τὴν Γαλλικὴν οἰνοπνευματοποιΐαν; Ὁσάκις τὸ Δημόσιον ἔθηκε τὴν χεῖρα εἰς οἱανδήποτε ἐπιχείρησιν, πάντοτε αὕτη μετεβλήθη εἰς σποδόν! Σᾶς ὑπενθυμίζω ὅτι, ὅτε ἀνέλαβε τὸ Δημόσιον τὴν φύλαξιν τοῦ παρακρατήματος, τὸ παρακράτημα ἐξέλιπε. Καὶ θέλετε νὰ δημιουργήσητε οἰνοπνευματοποιεῖα! Ἐντεῦθεν ἐπιβάλλεται ἡ διαγραφὴ τῶν σχετικῶν διατάξεων. Εἰς οὐδὲν θὰ σᾶς χρησιμεύσῃ ἡ σύστασις οἰνοπνευματοποιείου ἐν Πάτραις ἀφοῦ ὑπάρχουν τόσα ἄλλα καὶ ἐκεῖ καὶ εἰς ἄλλας πόλεις. Πρέπει νὰ ἐξαλείψητε τὴν διάταξιν ταύτην, ἥτις διεγείρει δικαίας διαμαρτυρίας.
§152ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Μεθ’ ὅσα εἶπον οἱ προλαλήσαντες καὶ μετὰ τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον, ζητοῦμεν τὴν ἀναβολὴν, διὰ νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῶν τροπολογιῶν.
§153ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ἀναβολὴ, ἵνα ἐξακολουθήσωμεν τὴν Δευτέραν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὡμολόγησεν, ὅτι ἔχει πολλὰς τροπολογίας, καὶ προηγουμένως ἠναγκάσθη, διακόπτων τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα, νὰ ὑποδείξῃ δύο ἢ τρεῖς· ἀλλὰ μετὰ τροπολογιῶν κρατουμένων εἰς τὸ χαρτοφυλάκιόν του, εἶναι δύσκολον νὰ προβῇ ἡ συζήτησις νομοσχεδίου τοιούτου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου, τροπολογημένου, καὶ τὴν Δευτέραν νὰ ἀποπερατώσωμεν αὐτὸ πρὸ τῆς νυκτός.
§154Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ τροπολογίαι δύνανται νὰ προταθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν ἑκάστου τῶν ἄρθρων.
§155ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν πρόκειται περὶ τροπολογιῶν ἐν ταῖς λεπτομερείαις, ἔχει δίκαιον ὁ κ. Ὑπουργός· ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ τροπολογία μὴ ἀναγομένη εἰς τὰς λεπτομερείας, ἡ τροπολογία ἡ ταυτίζουσα τὰς ἰδέας τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς τὰς ἰδέας τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου, περὶ ἧς ἐξέθηκέ τι πρὸ ὀλίγου· ταύτην τὴν τροπολογίαν πρέπει νὰ γνωρίζωμεν.
§156ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου ἐκείνου καὶ ὑπολάβῃ ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη ἀναβολῆς, δύναται τότε νὰ τὴν προτείνῃ. Ἄλλως αἱ τροπολογίαι εἶναι γνωσταὶ εἰς πολλοὺς τῶν Βουλευτῶν, διότι συνῆλθον εἰς ἐπιτροπήν.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προετάθη ἡ ἀναβολή. Ὑποστηρίζουσιν αὐτὴν 10 Βουλευταί; (Ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 10 Βουλευταί). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Δηλιγιάννης.
§158Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα προέβαλον οἱ προαγορεύσαντες συνάδελφοι, εἰσὶ ποικίλα· ἀλλὰ δύνανται νὰ διαιρεθῶσιν εἰς δύο κατηγορίας, εἰς θέματα δευτερευούσης ἀξίας καὶ εἰς θέματα κυριώτερα καὶ πρωτεύοντα. Ἄρχομαι δ’ ἀπὸ τῆς ἐξετάσεως τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα κρίνω ὅτι εἶναι θέματα δευτερευούσης ἀξίας, μετὰ τοῦτο δὲ θέλω ἐπιληφθῆ τῆς ἐξετάσεως τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι σημασίαν πρωτεύουσαν. Ἐν πρώτοις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ γίγνεται χρῆσις δύο ὅρων ἀδιακρίτως. Ἐν τῇ ἐπιγραφῇ αὐτοῦ καὶ ἐν ταῖς διατάξεσιν ἀπὸ τοῦ πρώτου ἄρθρου μέχρι τοῦ 14 γίνεται χρῆσις τοῦ ὅρου φόρου καὶ φορολογίας, κατά τε τὴν φορολογητέαν ὕλην καὶ κατὰ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ νομοσχέδιον θέλουσιν ὑποχρεωθῆ οἱ σταφιδοκτήμονες νὰ δώσωσιν εἰς τὴν δημοσίαν διοίκησιν ὡς φόρον. Ἀλλ’ ἐν τοῖς τίτλοις τῶν κεφαλαίων Δʹ καὶ Ϛʹ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐν τοῖς ἄρθροις 14, 16 καὶ 24 αὐτοῦ γίγνεται χρῆσις ἑτέρου ὅρου, τοῦ ὅρου παρακράτησις. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ἦναι φορολογικόν, εἶναι γνωστὴ εἰς πάντας ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι ἀποδίδουσιν εἰς τὸν ὅρον τοῦ φόρου, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ προβάλῃ ἀμφισβήτησίν τινα· ἀλλ’ ἐὰν δὲν πρόκειται περὶ φορολογικοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ νομοσχεδίου παρακρατήσεως, ἐν τῇ νομοθεσίᾳ δὲν εὑρίσκεται ὁρισμός τις περὶ παρακρατήσεως· εἶναι λέξις, ἧς ἡ ἔννοια καὶ σημασία δὲν ὡρίσθησαν ἐν τοῖς νόμοις, ἑπομένως θὰ ἦναι ἀνάγκη ἐν τῷ νόμῳ νὰ ἀναγραφῇ διάταξις, προσδιορίζουσα τὴν ἔννοιαν τοῦ ὅρου παρακράτησις. Ἀληθῶς, ἐὰν πρόκειται νὰ κανονίσωμεν φορολογίαν καὶ νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον, οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἐὰν δὲ πρόκειται περὶ παρακρατήσεως, ὑπάρχουσι δισταγμοὶ περὶ τοῦ δικαιώματος, ἂν ἐπιτρέπηται ἡ ἐνάσκησις τοιούτου. Καὶ ἐγὼ μὲν δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες θέλουσιν ἀντιλέξει, ἀλλ’ οἱ δισταγμοὶ ὑφίστανται ἐν πολλοῖς ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐμμείνῃ ἐν τοῖς ὅροις, οἵτινες ἀνεγράφησαν ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1895, ὃν ἐγὼ εἶχον τότε προτείνει εἰς τὴν Βουλήν. Ὑπὸ τῶν ἀγορευσάντων ἐξητάσθη εἰς ποῖα εἴδη βιομηχανίας πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ἡ χρησιμοποίησις τοῦ ποσοῦ τῆς σταφίδος, τὸ ὁποῖον θέλουσιν ὑποχρεωθῆ οἱ φορολογούμενοι νὰ εἰσενέγκωσι κατὰ τὸ νομοσχέδιον. Καὶ ἀναφέρει μὲν τὸ νομοσχέδιον, ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ χρησιμοποίησις τοῦ ποσοῦ μόνον πρὸς οἰνοπνευματοποιίαν, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐζήτησε νὰ ἐπιτραπῇ ἡ χρησιμοποίησις τῆς σταφίδος ταύτης καὶ πρὸς οἰνοποιίαν· τοσούτῳ δ’ ἔκρινε τοῦτο ἀναγκαῖον, ὥστε ἐδήλωσεν, ὅτι μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦτον δύναται νὰ ψηφοφορήσῃ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὅτι θέλει καταψηφίσει αὐτοῦ, ἂν δὲν ἐπιτραπῇ καὶ ἡ πρὸς οἰνοποιΐαν χρησιμοποίησις τοῦ ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Δημοσίου σταφιδοκάρπου. Ἀλλ’ ἐπὶ τούτου παρατηρῶ, ὅτι πρωτίστη ὑποχρέωσις τῆς διοικήσεως εἶναι, τὸ ποσὸν τῆς σταφίδος, τὸ ὁποῖον θέλει εἰσαχθῆ εἰς τὰς ἀποθήκας, νὰ μὴ χρησιμοποιηθῇ εἰς ἀνταγωνισμὸν πρὸς τὸ πρὸς ἐμπορίαν προϊὸν τῶν σταφιδοκτημόνων· ἐὰν δὲ διατεθῇ ἡ σταφὶς πρὸς σεραποποιίαν, ἢ ἐν τῇ ἡμεδαπῇ, μετὰ τοῦ σκοποῦ τῆς ἐξαγωγῆς, ἢ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, νομίζω ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ σταφιδοκάρπου τοῦ ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Δημοσίου θέλει πάντως διατεθῇ εἰς ἀνταγωνισμὸν πρὸς τὸ ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῶν ἰδιωτῶν. Ἔλαβον πρὸ μηνῶν ἀφορμὴν νὰ συζητήσω διὰ μακρῶν τὰ περὶ τούτου μετὰ ἀξιοτίμου ἀλλοδαποῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει μέγα κατάστημα οἰνοποιίας ἐν τινι μεγαλοπόλει τῆς Πελοποννήσου, ἤκουσα δὲ πολλοὺς λόγους προταθέντας, ὅπως πείσωσιν, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ πρὸς οἰνοποιίαν διάθεσις τοῦ ἐν ταῖς ἀποθήκαις καρποῦ, διότι ὁ παραχθησόμενος οἶνος θέλει πάντως ἐξαχθῆ τοῦ Κράτους, ἐνῷ, ἐὰν δὲν ἐπιτραπῇ ἡ τοιαύτη χρῆσις τοῦ ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Δημοσίου σταφιδοκάρπου, ἡ οἰνοποιία δὲν δύναται νὰ χρησιμοποιήσῃ σταφίδα πρὸς οἰνοποιίαν ἕνεκα τῆς μεγάλης ἐν τῷ ἐμπορίῳ τιμῆς, ἥτις καθιστᾷ ἀσύμφορον εἰς τοὺς οἰνοποιοὺς νὰ ἀγοράζωσιν αὐτήν· ἐνῷ, ἐὰν χρησιμοποιηθῇ εἰς τὴν οἰνοποιίαν ἡ ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Δημοσίου σταφίς, αὕτη θέλει πωλεῖσθαι εἰς κατωτέρας τιμάς, ἡ δὲ οἰνοποιία, δυναμένη νὰ προμηθεύηται αὐτὴν ὡς πρώτην ὕλην ἄφθονον καὶ ἀρίστην, θέλει πάντως προοδεύσει. Οἱ λόγοι οὗτοι ἔχουσιν ὄντως βάσιν, ἀλλ’ ὁ ἀνταγωνισμὸς ἀποβαίνει τότε ἀναπόφευκτος, διότι, ἂν καὶ εἶναι ἄγνωστον μέχρι τίνος τιμῆς ἀποβαίνει δυνατὸν εἰς τὴν οἰνοποιίαν νὰ ποιῆται χρῆσιν τῆς σταφίδος, εἶναι ὅμως γνωστὸν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἤθελεν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρίσκῃ ἡ οἰνοποιία ἐν τῷ ἐμπορίῳ σταφίδα εἰς τιμὴν συμφέρουσαν, βεβαίως θέλει προμηθεύεσθαι ἐκ τοῦ ἐμπορίου αὐτὴν ὡς πρώτην ὕλην, καὶ ὁ ἀνταγωνισμὸς θέλει γίνεσθαι πλήρης. Ταῦτα ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς σταφίδος πρὸς σεραποποιίαν καὶ μιστελοποιίαν. Ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1897 παύσεώς μου ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου μοὶ ἐγεννήθησαν πολλοὶ δισταγμοί, ἂν πρέπῃ νὰ ἐπιτρέπηται ἡ χρησιμοποίησις τοῦ ἐν ταῖς ἀποθήκαις σταφιδοκάρπου εἰς σεραποποιίαν, καὶ εἶπον τότε πρὸς τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην νὰ μὴ ἀνέχηται πλέον ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τὴν πώλησιν σταφίδος εἰς σεραποποιίαν, ἀλλὰ νὰ πωλῆται αὕτη μόνον διὰ τὴν οἰνοπνευματοποιίαν. Ἕτερον θέμα ἐξεταστέον εἶναι, ἐὰν ἡ πρόνοια, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον ἔλαβεν, ἵνα θέσῃ τὸ ποσὸν τοῦ ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Δημοσίου σταφιδοκάρπου ὑπὸ τὴν ἐπιμέλειαν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, εἶναι ἐπαρκής. Εἶναι ἴσως ἀπόδειξις ἀτελοῦς κοινωνικῆς προόδου, ὅταν τὰ κατώτερα ὄργανα τῆς διοικήσεως, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνατίθενται ὑπηρεσίαι τοιαῦται, ἀποδείκνυνται ἔχοντα τόσον ὀλίγην συνείδησιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν· ἀλλ’ ἐρωτῶ, ὅταν ἔχωσι τόσον ὀλίγην συνείδησιν τῶν καθηκόντων των τὰ ὄργανα, τὰ ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν διοριζόμενα, ὑπάρχει πιθανότης, ὅτι ἤθελον ἔχει περισσοτέραν συνείδησιν οἱ ἀποθηκάριοι καὶ οἱ φύλακες, οὓς θέλει διορίζει ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, καὶ εἰς τοὺς ὁποίους θέλει ἐμπιστεύεσθαι τὴν φυλακὴν τῶν ἀποθηκῶν; Τὸ θέμα χρῄζει μελέτης πολλῆς, ἵνα κατασταθῇ δυνατὸν νὰ μὴ ἐπιφανῶσι πλέον οἱ κίνδυνοι τῆς ὑπεξαιρέσεως τοῦ ἐν ταῖς ἀποθήκαις προϊόντος, ἢ τῆς ἀλλοιώσεως αὐτοῦ, τῆς νοθεύσεως αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ ἐπαναπαυθῇ ἐπὶ τοῦ μέτρου, πεποιθὼς ὅτι ἠσφαλίσθη πλέον ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης τὸ ἀποθηκευόμενον ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Δημοσίου σταφιδοκάρπου, ἀλλὰ νὰ σκεφθῇ, ποῖα μέτρα ἐπαρκέστερα εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῶσιν, ὅπως ἀποφύγωμεν πλέον τὰ μέχρι τοῦδε λαβόντα χώραν. Θέματα μεγάλης ἀξίας βεβαίως, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν κατατάσσω εἰς τὰ τῆς πρώτης τάξεως, εἶναι καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας ἐσταμάτησε πρὸ δύο διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, πρὸ τῆς διατάξεως κατὰ τὴν ὁποίαν θέλουσιν ἐφαρμόζεσθαι κατὰ τῶν ὀφειλετῶν τῆς συσταθησομένης Σταφιδικῆς Τραπέζης αἱ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως διατάξεις τῆς μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συμβάσεως τοῦ 1897, ἣν ἐκύρωσεν ὁ ὑπ’ αὐτοῦ μνημονευθεὶς νόμος, ἤτοι τῆς διατάξεως, καθ’ ἣν τὴν προσωπικὴν κράτησιν θέλει ἐπιβάλλει οὐχὶ τὸ δικαστήριον τῶν Πρωτοδικῶν, ἀλλὰ μόνος ὁ Πρόεδρος αὐτοῦ. Αἱ κρίσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας εἰσὶν ὀρθαί, διότι βεβαίως ἡ διάταξις ἐκείνη τῆς μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συμβάσεως ἐλαττώνει τὰς ἐγγυήσεις· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐδίστασα νὰ ἀποδεχθῶ ἐν τῇ συμβάσει ἐκείνῃ τὴν ὑπὸ τῆς Τραπέζης ζητηθεῖσαν ταύτην παραχώρησιν, διότι ἐγνώριζον ἤδη ἐκ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐζήτησα καὶ ἔλαβον ἀπὸ τὰ δικαστικὰ γραφεῖα, ὅτι οὐδέποτε ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐζήτησε τὴν προσωπικὴν κράτησιν τῶν ὀφειλετῶν αὐτῆς. Καὶ ἐπὶ δευτέρας διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου εἵλκυσε τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας, διστάζων ἐὰν πρέπῃ καὶ εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν νὰ ἐπιτραπῶσι τὰ καταδιωκτικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπονται κατὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων φόρων καὶ τὰ ὁποῖα ἐπετράπησαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Καὶ ἐγὼ κρίνω, ὅτι, ἐὰν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἦναι ἰδιωτικὴ ἐπιχείρησις, δὲν πρέπει ν’ ἀφομοιωθῇ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, διότι ἐκδηλοῦται οὕτω βαθμὸς μεγάλης ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν σχηματισθησομένην διοίκησιν τῆς συσταθησομένης Σταφιδικῆς Τραπέζης, ὅπως ἐπιτραπῶσιν εἰς αὐτὴν ἄγνωστα ἔτι μέτρα καὶ αὐστηρὰ καὶ μετὰ σπασμωδικῆς ταχύτητος τείνοντα πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν ἀξιώσεων αὐτῆς ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ πληθυσμοῦ. Ἀφοῦ δ’ εἶναι ἄγνωστα καὶ τὰ Συμβούλια καὶ αἱ Διευθύνσεις τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, λίαν ἐσπευσμένη τυγχάνει ἡ ἀπονομὴ τοσαύτης ἐμπιστοσύνης, ἀφοῦ ἐξ αὐτῆς δύνανται νὰ ἐπέλθωσι μεγάλαι ζημίαι, οὐ μόνον ἕνεκα μὴ καλῆς πίστεως, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα βλέψεων πλαγίων καὶ ἐμμέσων πρὸς ἀλλοτρίους τῶν συμφερόντων τῆς Τραπέζης σκοπούς. Διὰ τοῦτο πρέπει μετὰ φειδοῦς νὰ προσδιορισθῶσιν ἐπὶ τοῦ παρόντος τὰ εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν ἀπονεμόμενα δικαιώματα, οὐδὲ νὰ ὑπερβῶμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἰς ἄλλας Τραπέζας ἀπενεμήθησαν. Ἀλλὰ μετὰ τὰ θέματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει ἀξιώσει νὰ ἐξετάσῃ, καὶ τὰ ὁποῖα ἐχαρακτηρίσαμεν ὡς δευτερεύοντα, εἰσὶ ἄλλα θέματα σπουδαιότερα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι γνωστὴν τὴν γνώμην μου εἰς τὴν Βουλήν. Ἐξ ὅσων συνήγαγον ἐκ τῶν λεχθέντων ὑπὸ πάντων τῶν ἀγορευσάντων, τῶν τε χαρακτηρισθέντων ὡς παρακρατητικῶν καὶ τῶν χαρακτηρισθέντων ὡς ἀντιπαρακρατητικῶν, δὲν ἠμφισβητήθη ὑπό τινος ἡ ἀνάγκη τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς φορολογίας ἐπὶ τῆς σταφίδος, ἥτις ἐπεβλήθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1895 καὶ διὰ τῶν κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη ἐκδοθέντων. Ὅ,τι ἠμφισβητήθη, εἶναι ἡ μονιμοποίησις τοῦ φόρου, ἡ διάρκεια αὐτοῦ· καὶ οἱ πλεῖστοι μὲν δὲν στέργουσι τὴν μονιμοποίησιν αὐτοῦ ἐπὶ δέκα ἔτη, ἐπέμενον δέ, ἵνα ψηφισθῇ καὶ νῦν ἐπὶ μόνον ἓν ἔτος, καὶ ἐξακολουθήσῃ ἡ αὐτὴ τακτική, ἡ ὁποία ἀπὸ τοῦ 1895 ἐφηρμόσθη μέχρι τοῦδε, ἤτοι κατ’ ἔτος νὰ ψηφίζηται νόμος ἐπιβάλλων καὶ προσδιορίζων ἀναλόγως τῆς ἀνάγκης τοῦ ἔτους ἐκείνου τὸν φόρον τοῦτον· ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ἀττικῆς ὅμως δὲν ἔστερξεν, ἵνα προσδιορισθῇ πενταετὴς τοῦ φόρου τούτου ἡ διάρκεια. Οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς προέβαλε, μοὶ φαίνονται πειστικοί, στέργω δὲ καὶ ἐγὼ νὰ συσταθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ περιορίσῃ τὴν διάρκειαν τοῦ φόρου εἰς πενταετίαν μόνον, τοσοῦτο μᾶλλον, ὅσον, καὶ ἂν ἤθελε μονιμοποιηθῆ ὁ φόρος ἐπὶ δέκα ἔτη, ἤθελεν ὑπάρχει πάντοτε τὸ κενὸν, τὸ ὁποῖον παράγει ἡ διαφορὰ τῆς δεκαετοῦς χρονικῆς διαρκείας τοῦ φόρου πρὸς τὴν δεκαπενταετῆ χρεωλυσίαν τοῦ ἐπιτρεπομένου δανείου, τὸ ὁποῖον κενὸν ἤθελε καταφανῆ, ἐὰν αἱ περὶ τῆς προκοπῆς τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης αἰσιοδοξίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελον ἀποτύχει· διότι, ἂν ἤθελον συμβῆ ἐντὸς τῆς δεκαετίας περιστατικὰ καθιστῶντα τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν ἀνίκανον νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς, εἴτε ἄλλη ἀνάγκη ἤθελεν ὑποχρεώσει αὐτὴν νὰ παύσῃ τὰς ἐργασίας, βεβαίως ἤθελεν ἀναφανῆ χαῖνον τὸ κενὸν, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος δὲν προέβλεψε, διότι ἐν πάσῃ περιπτώσει κατὰ τὴν μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς δεκαετίας πενταετίαν τὸ ταμεῖον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης θέλει στερηθῆ τοῦ ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἐσόδου πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ δανείου. Ἀφοῦ δὲ ἡ δεκαετία δὲν ἐπαρκεῖ, ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ συνομολογηθησομένου δανείου, ἂν τοῦτο γένηται δυνατὸν νὰ συνομολογηθῇ, διὰ ποῖον λόγον νὰ προβῶμεν, ἵνα μονιμοποιήσωμεν ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη τὸν φόρον τοῦτον; Ἐὰν μάλιστα ἤθελον παρουσιασθῆ εὐτυχεῖς περιστάσεις, βελτιοῦσαι τὴν κατάστασιν τῆς καταναλώσεως, ἴσως ἤθελε κατασταθῆ ἀναγκαῖον νὰ καταργηθῇ ἡ φορολογία αὕτη καὶ πρὸ τῆς λήξεως τῆς δεκαετίας, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς παραγωγῆς. Διὰ τοῦτο συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μελετήσῃ τὸ θέμα, ὅπως, ἐὰν τὸ κρίνῃ ὀρθὸν, περιορίσῃ τὴν διάρκειαν τοῦ φόρου. Ἐπὶ τοῦ θέματος ὅμως, ἂν συμφέρῃ νὰ προβῶμεν ἀπὸ τοῦδε εἰς τὴν σύστασιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἢ ἂν πρέπῃ νὰ ἀναβάλωμεν ἐπί τινα ἔτη ἀκόμη τὴν σύστασιν αὐτῆς, ὁμολογῶ ὅτι δὲν ὑποστηρίζω τὸ νομοσχέδιον, φρονῶν ὅτι ἡ σύστασις τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἀπὸ τοῦδε εἶναι πρόωρος, διότι ἀκόμη δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ συστήσωμεν αὐτὴν, ἂν δὲ ἠθέλομεν συστήσει αὐτὴν προώρως, ἀπὸ τοῦδε φρονῶ, ὅτι θέλομεν παρασκευάσει τὸν κίνδυνον νὰ ἀπολεσθῶσι τὰ μικρὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ὡς περιουσίαν ὀρφανικὴν μετ’ εὐλαβείας συνελέξαμεν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ φόρου τοῦ 1895· κίνδυνος δὲ εἴτε μειώσεως εἴτε ἀπωλείας αὐτοῦ θέλει εἶναι μεγάλη ζημία τῶν σταφιδοπαραγωγῶν καὶ ἀπώλεια τῶν ἐλπίδων, τὰς ὁποίας εὐλόγως στηρίζουσιν ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου. Ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα καλεῖται νὰ ἐκπληρώσῃ τέσσαρα ἔργα· πρῶτον νὰ ἀσχοληθῇ πρὸς ἐπέκτασιν τῆς καταναλώσεως καὶ εὕρεσιν νέων ἀγορῶν, δεύτερον νὰ δανείζῃ μικρὰ ποσὰ εἰς καλλιεργητὰς ἐπὶ τόκῳ 5%, τρίτον νὰ δανείζῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συστήματος τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν ἐπὶ τόκῳ 7%, καὶ τέταρτον νὰ ἀσχοληθῇ εἰς περισυλλογὴν στατιστικῶν πληροφοριῶν, ὅπως διακριβώσῃ τὰς σχέσεις τῶν σταφιδοκτημόνων πρὸς τοὺς δανειστὰς αὐτῶν. Αὐτὸ, τοῦ ὁποίου τοσοῦτον παρέργως μνημονεύει τὸ νομοσχέδιον, κρίνω ὅτι εἶναι τὸ μεγαλεῖτερον τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα παρήχθησαν ἐκ τῆς καλλιεργείας τῆς σταφίδος καὶ ἐκ τῆς προόδου τῆς καλλιεργείας αὐτῆς, διότι εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ λάβῃ χαρακτῆρα κοινωνικόν. Διὰ τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι πρέπει νὰ ταχθῇ ὡς ὁ πρῶτος σκοπὸς τῆς συστάσεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἡ ἀνάγκη τῶν ἐπὶ καλλιεργείᾳ παρεχομένων δανείων δύναται νὰ θεραπεύηται ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τῶν 10 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ διαθέτῃ εἰς τοιαῦτα δάνεια· ἐὰν δ’ ὁ τόκος τῶν 7% κρίνηται βαρὺς καὶ πρέπῃ νὰ ἐλαττωθῇ εἰς 5%, τὴν διαφορὰν τῶν 2% δύναται νὰ ἀποτίνῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὸ Δημόσιον ἐκ τῶν εἰσπραττομένων χρημάτων τοῦ ἀντιτίμου τοῦ διατιθεμένου ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Δημοσίου σταφιδοκάρπου, ὅπως οἱ φορολογούμενοι πληρώνωσι τόκον 5% μόνον. Ἂν δὲ προταθῇ εἰς ἀντίρρησιν ἄλλη δυσκολία, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν δύναται νὰ δανείζῃ, εἰμὴ μόνον εἰς τοὺς φερεγγύους, ὡς πράττει καὶ νῦν, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἡ Τράπεζα δὲν διέθεσεν ἐκ τῶν δέκα εἰμὴ μόνον τέσσαρα ἑκατομμύρια, διότι δὲν εὑρέθησαν καλλιεργηταὶ φερέγγυοι τοσοῦτοι διὰ νὰ διαθέσῃ περισσότερα, ἡ δυσκολία δὲν μοὶ φαίνεται πραγματικὴ, διότι καὶ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα δὲν θέλει διαθέσει τὰ χρήματα εἰς μὴ φερεγγύους, ἵνα μὴ πτωχεύσῃ ἐντὸς τῶν πρώτων δύο ἐτῶν. Ἐὰν τυχὸν οἱ ζητοῦντες τὰ δάνεια ἐπὶ καλλιεργείᾳ δὲν παρέχωσι πλήρεις ἐγγυήσεις περὶ τῆς ἀσφαλείας, δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ τὸ προϊὸν αὐτῶν, ὅπως δοθῶσι τὰ ζητούμενα δάνεια ἀπὸ τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν ἐπὶ ἐγγυήσει τοῦ προϊόντος αὐτῶν. Τοιουτοτρόπως δὲν ἠθέλομεν ἀφήσει κενὸν, ἠθέλομεν δὲ πραγματοποιήσει τὸν σκοπὸν τῆς χορηγίας δανείων βραχυπροθέσμων εἰς τοὺς καλλιεργητὰς διὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θέλουσι χορηγεῖσθαι κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης· οὐδὲ πρέπει νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἤθελε χορηγεῖ δάνεια εἰς πάντα ζητοῦντα ἄνευ ἐρεύνης τῆς ἀσφαλείας τοῦ δανείου, διότι τὸ δεύτερον ἔτος ἤθελεν ἐπέλθει ἄλλως ἡ πτώχευσις αὐτῆς, ἂν ἤθελον δίδεσθαι δάνεια εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἤθελον ἐπιστρέψει τὰ χρήματα, ἤθελε δ’ ἐπέλθει ταχέως καὶ ῥαγδαίως μάλιστα ἡ συμφορὰ τῆς ἀπωλείας τοῦ ἀποτελεσθέντος μέχρι τοῦδε κεφαλαίου ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζουσι τὰς ἐλπίδας των οἱ σταφιδοκτήμονες. Φρονῶ μάλιστα, ὅτι, ἐὰν ἐκ τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν τῷ ταμείῳ ἢ ἐν ταῖς Τραπέζαις, τοῦ σχηματισθέντος ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ σταφιδοκάρπου, τοῦ εἰσαχθέντος ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῆς διοικήσεως κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1895, ἔπρεπε νὰ διατεθῇ ποσόν τι, ἵνα εὐκολυνθῇ ἡ σύστασις γενικῶν ἀποθηκῶν, ὅτι οὐδὲ τοῦτο ἔπρεπε νὰ παραλίπωμεν, ὡς καὶ ὅτι, ἐὰν ὁ νόμος περὶ Γενικῶν Ἀποθηκῶν δὲν ἦναι ἐπαρκὴς, ἔπρεπε δὲ νὰ τροποποιηθῇ, πρέπει προθύμως καὶ τὰς τροποποιήσεις ταύτας νὰ ψηφίσωμεν, ὅπως κατορθωθῇ νὰ συσταθῶσιν αἱ Γενικαὶ Ἀποθῆκαι, διότι τοιουτοτρόπως ἤθελε χρησιμεύσει εἰς διευκόλυνσιν τῆς εὑρέσεως δανείων καὶ τὸ ἐτήσιον προϊὸν τοῦ σταφιδοκτήμονος, καὶ ἤθελεν ἐκλίπει ἡ ἀνάγκη νὰ σπεύσωμεν ἀπὸ τώρα νὰ ἱδρύσωμεν τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ὅπως κατασταθῶσι πρόχειρα τὰ δάνεια εἰς αὐτούς. Εἶπον ὅτι ὁ πρώτιστος καὶ κύριος σκοπὸς τῆς τοιαύτης φορολογίας τῆς σταφίδος ἦτο ἡ ἐξεύρεσις μέσων, διὰ τῶν ὁποίων ἤθελε κατασταθῆ εὔκολος ὁ λεγόμενος διακανονισμὸς τῶν χρεῶν τῶν σταφιδοκτημόνων. Δὲν ἠξεύρω ἂν ὅσοι ἔδωκαν μέχρι τοῦδε εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας ἐλπίδας περὶ διακανονισμοῦ τῶν χρεῶν αὐτῶν ὑπέλαβον τὸ πρᾶγμα ἁπλοῦν τι καὶ εὔκολον, ἢ ἐὰν ὑπῆρξάν τινες, οἱ ὁποῖοι ἤλπισαν, ὅτι ὁ διακανονισμὸς τῶν χρεῶν δύναται νὰ γένηται διὰ μικρῶν καὶ ἀναξίων λόγου δαπανῶν. Τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἡ διαρρύθμισις δὲν εἶναι εὔκολος, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῶσι τὰ περὶ τούτου ἁπλῶς καὶ ἀκόπως διὰ διατάξεων μόνον ἐπὶ τοῦ χάρτου. Πρέπει ὅμως νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ ἔργου, πρέπει νὰ παρασκευάσωμεν τὰ μέσα, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ λύσωμεν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὑφίσταται, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας καὶ ἐκ προσωπικῶν σχέσεων μετὰ συμπολιτῶν, οἵτινες ἀνήκουσιν εἰς δύο μεγάλας ἐπαρχίας σταφιδοφόρους, καὶ ἐκ παραστάσεων τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως αὐτῶν καὶ ἐκ πολλῶν ὑπομνημάτων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον. Ἐν ταῖς εἰρημέναις ἐπαρχίαις οἱ πλεῖστοι τῶν σταφιδοκτημόνων εἶναι εἰς τὰ πρόθυρα ἀληθοῦς καὶ πλήρους πτωχεύσεως, ἐὰν δὲ ἤθελεν ἐπιδειχθῆ αὐστηρότης τις ὑπὸ τῶν δανειστῶν, πολλοὶ τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἐκείναις σταφιδοκτημόνων θέλουσι μείνει ἀκτήμονες. Διὰ ταῦτα τὸ ζήτημα εἶναι κοινωνικόν, ἀφοῦ ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἀφορᾷ, δὲν εἶναι δεκάδες οὐδὲ ἑκατοντάδες, ἀλλὰ πολλαὶ χιλιάδες· ἑπομένως ὁ κυριώτερος σκοπὸς τῆς φορολογίας ταύτης πρέπει νὰ ᾖναι ἡ ἔρευνα, ἡ ἐξέτασις καὶ ὁ κανονισμὸς τῶν σχέσεων τούτων τῶν δανειστῶν πρὸς τοὺς σταφιδοκτήμονας. Δὲν γνωρίζω, ἂν καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις σταφιδοφόροις ἐπαρχίαις, ἂν καὶ ἐν Κορινθίᾳ καὶ ἐν Αἰγιαλείᾳ καὶ ἐν Τριφυλίᾳ καὶ ἐν Πυλίᾳ καὶ ἐν Μεσσήνῃ καὶ ἐν Ὀλυμπίᾳ καὶ ἐν Καλάμαις ὑπάρχωσι σταφιδοκτήμονες, πολλοὶ ἢ ὀλίγοι, ὑπαγόμενοι εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν, ἀλλὰ βεβαίως ἐν Ἠλείᾳ ὑπάρχουσι πλεῖστοι...
§159Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἀντίθετον κατηγορίαν ὑπάρχουσι πολλοὶ ἐν τῇ Αἰγιαλείᾳ.
§160Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποίαν κατηγορίαν;
§161ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἀντίθετον ἐκείνης, τὴν ὁποίαν περιεγράψατε· εἰς τοὺς μὴ εὑρισκομένους ἐν πλήρει χρεωκοπίᾳ.
§162Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ βεβαίως ἐν Ἠλείᾳ ὑπάρχουσι πλεῖστοι, καὶ βεβαίως ἐν Πάτραις δὲν ὑπάρχουσιν ὀλίγοι. Τελευταῖον, ὅτε μοὶ ἐδόθη ἡ εὐχαρίστησις νὰ διαβῶ διὰ τῶν εἰρημένων ἐπαρχιῶν, πολλὰ περὶ τούτου μοὶ ἐξετέθησαν, τὰ ὁποῖα ζωηρὸν πρέπει νὰ κινήσωσι τὸ ἐνδιαφέρον καὶ ἡμῶν καὶ τῆς Πολιτείας, ἥτις δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἄφροντις, οὐδὲ νὰ ἐγκαταλείψῃ τοσούτους πληθυσμούς, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ λάβῃ πρόνοιαν ἄμεσον. Πρὸ ἐννέα ἐτῶν εἶχον παρακαλέσει φίλον μου, μέλος τότε τῆς Βουλῆς, ἵνα προτείνῃ νόμον περὶ ἐπιβολῆς φόρου μιᾶς δραχμῆς κατὰ χιλιάδα λιτρῶν τῆς σταφίδος κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν αὐτῆς. Ὁ κυριώτατος σκοπὸς τῆς φορολογίας, ἣν ὁ φίλος μου ἐπρότεινε τότε, ἦτο ἡ παρασκευὴ μέσων, ὅπως εὐκολυνθῇ ὁ κανονισμὸς τῶν σχέσεων τούτων. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο τότε διατεθειμένη νὰ ψηφίσῃ τὸν νόμον, καὶ ἠναγκάσθη ὁ προτείνας τὸ νομοσχέδιον φίλος μου νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ. Αἱ περιστάσεις καὶ ἡ κρίσις τοῦ 1895 κατέστησαν εὔκολον νὰ νομοθετηθῇ τοιαύτη τις φορολογία, ἔσπευσα δὲ νὰ ὠφεληθῶ κατὰ τὸ 1895 καὶ νὰ προτείνω τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἐγένετο ὁ νῦν ἰσχύων νόμος περὶ φορολογίας τῆς σταφίδος, διὰ τοῦ ὁποίου ἀντικατεστάθη ποσὸν δραχμῶν τεσσάρων ἐκ τοῦ νενομισμένου φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος εἰς παροχὴν προϊόντος, τὸ ὁποῖον δίδουσιν οἱ φορολογούμενοι. Ὅτε δὲ συνετάσσετο ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὁ κύριος σκοπὸς τῆς φορολογίας ταύτης, ἐφ’ ὅσον ἤθελε περισσεύσει κεφάλαιον ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ παρεχομένου σταφιδοκάρπου μετὰ τὴν ἀπόδοσιν εἰς τὸ Δημόσιον τοῦ ἐκπεσθέντος ἐκ τοῦ φόρου ποσοῦ τῶν τεσσάρων δραχμῶν, ἦτο ἡ πρὸς τὸν εἰρημένον σκοπὸν παρασκευὴ τοιούτου κεφαλαίου. Διὰ τοῦτο συνιστῶ εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τὴν ἀνάγκην ταύτην ὡς πρωτίστην, καὶ παρακαλῶ αὐτοὺς νὰ φροντίσωσι σπουδαίως περὶ ταύτης. Τὰ βραχέα ταῦτα εἶπον διὰ νὰ ἐξηγήσω τὰς ἐμὰς γνώμας κεφαλαιωδῶς, ἀφοῦ ἡ ὥρα προέβη τοσοῦτον. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἐξήγησα εὐκρινῶς τὰς γνώμας μου, καὶ ὅτι θέλουσιν αὗται ἀξιωθῆ τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς.
§163ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ ἦμαι συντομώτατος, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον εἴμεθα ἤδη εἰς τὴν 2αν ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον καὶ εἶμαι καὶ κακοδιάθετος...
§164Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάγεσθε εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν;
§165ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα... Ἀλλὰ καὶ νομίζω, ὅτι δὲν ζημιοῦται καθόλου ἐκ τῆς συντομίας ἡ Βουλή, καθόσον τὰ θέματα εἶναι τελείως ἐξηντλημένα. Συντόμως δηλῶ, ὅτι συμμερίζομαι τὰ περὶ τῆς προθεσμίας τῆς παρακρατήσεως ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς καὶ ὑποστηριχθέντα ὑπὸ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου ἐκ Γόρτυνος. Τὴν προθεσμίαν, τὴν περίοδον τῆς παρακρατήσεως, ἥτις διαδέχεται τὸ ἔτος, θεωρῶ κατὰ τοῦτο προτιμοτέραν τοῦ ἔτους, καθόσον παρέχει εὐκολίαν εἰς διευθέτησιν τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν σταφιδικὴν κρίσιν, παρέχει καιρὸν εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας νὰ ἐργασθῶσι, βοηθούμενοι καὶ ὑπὸ τῆς προστασίας, ἥτις παρέχεται εἰς αὐτούς, εἰς τρόπον ὥστε, ἂν μετὰ τὴν πενταετίαν ἢ τὴν δεκαετίαν ἐξακολουθῇ ἡ κρίσις, νὰ ἦναι ἕτοιμοι πρὸς τὰ ἀποτελέσματα, νὰ ἔχωσι τετμημένην νέαν ὁδὸν, νὰ ἦναι παρεσκευασμένοι νὰ ὑποστῶσιν ἥττονα ζημίαν ἐκείνης, ἣν θὰ ὑφίσταντο, ἐὰν ταύτην τὴν ὥραν ἔληγεν ἡ παρακράτησις. Διότι φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἦναι ἀπὸ τοῦδε εἰδοποιημένοι πάντες οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ὅτι ἀδύνατον ἐπ’ ἄπειρον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ αὐτὴ κατάστασις. Ἐὰν δὲν εἰδοποιηθῶσι σήμερον, ἐπ’ αὐτῇ ταύτῃ τῇ ψηφίσει τοῦ νόμου τούτου, οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ πλέον ἄλλη ἀναβολή, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι εὐθὺς αὔριον μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου θὰ παύσωσιν ἀγρυπνοῦντες, θὰ κοιμηθῶσι, θὰ ἐπαναπαυθῶσιν εἰς τὰ ἐπιτευχθέντα, καὶ μετὰ πενταετίαν, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ, ὃ μὴ γένοιτο, ἡ αὐτὴ κρίσις, θὰ εὑρεθῆτε πάλιν ἀπέναντι τοῦ αὐτοῦ προβλήματος. Ἐπὶ τούτου δὲν ἔχω ἄλλο τίποτε νὰ προσθέσω. Φρονῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι τὸ τρωτὸν μέρος τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα. Τὸ δὲ σύνθετον τοῦ νομοσχεδίου παρέχει δυσκολίας εἰς τοὺς θέλοντας νὰ ψηφίσωσι τὴν παρακράτησιν, διότι ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ὅπως προβλέπεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, εἶναι ἵδρυμα, ὅπερ δὲν θὰ ἔχῃ ἄλλον σκοπόν, ὡς εἶναι τὰ κατ’ αὐτὸ διατετυπωμένα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, παρὰ νὰ χρησιμεύῃ ὡς διανομεὺς τοῦ ὑπάρχοντος ἀποθέματος, μεταβεβλημένου εἰς χρῆμα, ὡς διανομεὺς ἴσως καὶ ποσοῦ τινος ἐκ τοῦ εἰσπραχθησομένου μετὰ τὴν νομοθέτησιν τοῦ νομοθετήματος τούτου, καὶ νὰ κλείσῃ κατόπιν τὰς θύρας. Νομίζω ὅτι ἐκεῖ, ὅπου ἔφθασαν τὰ πράγματα, τὸ ἀπόθεμα μετατρεπόμενον εἰς χρήματα, πρέπει πάντως νὰ χρησιμοποιηθῇ ὑπὲρ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, αἵτινες συνεισήνεγκαν αὐτὸ, ὑπὲρ τῶν καλλιεργητῶν τῶν ἀνηκόντων εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας· ὅτι ὅμως δὲν πρέπει κατ’ οὐδένα τρόπον νὰ ἐμπιστεύσωμεν αὐτὸ εἰς ἵδρυμα, ὁποῖον τὸ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ προβλεπόμενον· ὅτι πρέπει μᾶλλον νὰ φροντίσωμεν νὰ παραδώσωμεν τὸ ἀπόθεμα τοῦτο εἰς Τράπεζαν ἐκ τῶν ὑφισταμένων, καὶ ἂν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα παρέχῃ τὰς μείζονας ἐγγυήσεις, εἰς αὐτὴν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ παραδώσωμεν αὐτὸ, περίπου ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς παρεδόθη εἰς τὴν Τράπεζαν δημόσιον χρῆμα, ἵνα δανείσῃ αὐτὸ εἰς τοὺς ἐνδεεῖς ἐν Θεσσαλίᾳ· περίπου λέγω, διότι δὲν ἐγκρίνω ἐντελῶς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐγένετο ἡ πρᾶξις ἐκείνη. Ἤθελον ἐπιθυμήσει, τὸ χρῆμα τὸ ἀποτελούμενον ἐκ τοῦ τιμήματος τοῦ πωληθέντος ἀποθέματος, ἐκ τοῦ τιμήματος τοῦ πωληθησομένου ἔπειτα σταφιδοκάρπου, τοῦ εἰσπραχθησομένου μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τούτου, νὰ παραδοθῇ εἰς τὴν Τράπεζαν ἐπὶ τῷ τέλει, ὅπως αὕτη, καταθέτουσα καὶ αὐτὴ τοὐλάχιστον ἴσον ποσόν, συνδανείζῃ καὶ ἐκ τῶν δύο ποσῶν εἰς τοὺς καλλιεργητάς, ὅπως ὑποστηρίξῃ αὐτοὺς, κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν πάντων. Ὁ δὲ δανεισμὸς δύναται νὰ γίνηται εἰς τρόπον, ὥστε ἡ Τράπεζα νὰ λαμβάνῃ ἐκ τοῦ τόκου τοῦ ἀναλογοῦντος εἰς τὸ μέρος τὸ δανειζόμενον ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῆς παρακρατήσεως ἀποζημίωσίν τινα ἢ ἀμοιβὴν, ἢ ἀσφάλιστρον διὰ τοὺς κινδύνους, οὓς αὕτη μόνη θὰ φέρῃ, διότι πᾶς δανεισμὸς ἐκ τοῦ ἰδίου αὑτῆς κεφαλαίου καὶ τοῦ κεφαλαίου τοῦ ἐκ τῆς παρακρατήσεως προερχομένου πρέπει νὰ γίνηται ἐπὶ κινδύνῳ τῆς Τραπέζης, καὶ οὐχὶ, ὡς ἐν τῇ Θεσσαλικῇ ὑποθέσει, ἐπὶ κινδύνῳ τοῦ Δημοσίου. Νομίζω δὲ ὅτι, ἐὰν ἐκ τοῦ τόκου, τοῦ 6% π. χ., τοῦ ἀναλογοῦντος εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς παρακρατήσεως, 1 ἢ 2% μετατεθῶσιν εἰς ὄφελος τῆς Τραπέζης, ἡ Τράπεζα θὰ ἔχῃ τὴν προσήκουσαν ἀποζημίωσιν, θὰ ἔχῃ τὸ προσῆκον ἀσφάλιστρον διὰ τὸν κίνδυνον τῆς ζημίας, ὃν θέλει διατρέξει. Συντόμως ὑπέδειξα τοῦτο, ἵνα δηλώσω τὴν γνώμην μου, ἀλλ’ ὑπέδειξα τοῦτο πρὶν ἢ εἴπω ποία εἶναι ἡ κρίσις, ἣν γεννᾷ ἐν ἐμοὶ ἡ διατύπωσις τῶν κατὰ τὴν Τράπεζαν, ὅπως ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἡ Τράπεζα ἱδρύεται διὰ κεφαλαίου τοῦ παρὰ τῷ δημοσίῳ ταμείῳ τιμήματος τοῦ σταφιδοκάρπου, διὰ κεφαλαίου τοῦ τιμήματος τοῦ ἐν ταῖς ἀποθήκαις ὑπάρχοντος καρποῦ, ἱδρύεται καὶ διὰ μετοχικοῦ κεφαλαίου, ὅπερ ἀποτελεῖ τὸ καθαρὸν χρηματικὸν προϊὸν τῆς δεκαετοῦς παρακρατήσεως, ἔχει δὲ καὶ πόρους ἄλλους, τοὺς τόκους τοὺς ἐκ τῆς προσωρινῆς τοποθετήσεως κεφαλαίων, τοὺς τόκους τοὺς ἐκ τῶν δανείων, ἅτινα θέλει ἐνεργεῖ, εἰσπράξεις προστίμων καὶ δωρεῶν. Ταῦτα προκύπτουσιν ἐκ τῶν ἄρθρων 11 καὶ 12. Ἡ Τράπεζα δὲ ἐκτὸς τούτου λαμβάνει ἄδειαν δανείου 5,000,000 πρὸς 5% καὶ — προσέξατε, παρακαλῶ, εἰς τοῦτο — ἐπὶ τῇ ἑξῆς ἀσφαλείᾳ, ἐπὶ τῇ ἀσφαλείᾳ τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου· μετοχικὸν δὲ κεφάλαιον εἶναι, λέγει, τὸ καθαρὸν προϊὸν τῆς δεκαετοῦς παρακρατήσεως· ἀλλαχοῦ ὀνομάζεται ἱδρυτικόν, ἀλλαχοῦ μετοχικόν. Ἐγὼ προετίμησα νὰ ὀνομάσω ἱδρυτικὸν τὸ ὑπάρχον ἤδη καὶ μέλλον νὰ παραδοθῇ εἰς αὐτὴν, καὶ διακρίνω ὡς μετοχικὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλει προκύψει ἐκ τοῦ νόμου, ὃν θέλομεν ψηφίσει ταύτην τὴν ἑσπέραν. Λοιπὸν ἐπὶ ἀσφαλείᾳ τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου δανείζεται 5,000,000 πρὸς 5%, καὶ προσέτι ἐπὶ ἀσφαλείᾳ τοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου καὶ προσέτι ἐπὶ ἀσφαλείᾳ τοῦ ποσοῦ τοῦ ὑπάρχοντος παρακατατεθειμένου ἐν ταῖς ἀποθήκαις. Ἰδοὺ πῶς ἐκφράζεται τὸ ἄρθρον 13, εἰς ὃ ἀναφέρονται ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν ἐπιτρέπεται, ὅπως μετὰ προηγουμένην ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως συνομολογήσῃ δάνειον μέχρι δραχμῶν 5,000,000 ἐπὶ τόκῳ μὴ ὑπερβαίνοντι τὰ 5%, ἀσφαλιζόμενον ἐκ τοῦ μετοχικοῦ καὶ τοῦ ἀποθεματικοῦ τῆς Τραπέζης κεφαλαίου, εἰς τὸ ὁποῖον περιλαμβάνεται καὶ ὁ ὑπάρχων ἐν ταῖς ἀποθήκαις ἀδιάθετος σταφιδόκαρπος...» Ἐξετάζω, τί εἶναι τὸ ἀποθεματικὸν κεφάλαιον, καὶ ἐν ἄρθρῳ 22 εὑρίσκω, ὅτι ἀποθεματικὸν κεφάλαιον εἶναι «τὰ εἰσπραχθησόμενα ἐκ τῆς λειτουργίας τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καθαρὰ κέρδη», ὡς αὐτολεξεὶ λέγει τὸ ἄρθρον. Ἀλλὰ τοῦτο ἀνακαλύπτων πείθομαι, ὅτι οὐδεμίαν ἀποτελεῖ ἀσφάλειαν διὰ τὴν Τράπεζαν, ἥτις θέλει δανείσει τὰ 5,000,000. Βεβαίως δὲν πιστεύω, ὅτι ὑπάρχει Τράπεζα ἐν Ἑλλάδι, ἥτις ἐπὶ τῶν κερδῶν τῶν προσδοκωμένων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης θὰ στηρίξῃ ἀσφάλειαν, ὅπως δανείσῃ 5,000,000. Δὲν ὑποθέτω ὅτι εἶναι ἐπαρκὲς πρὸς ἀσφάλειαν καὶ τὸ ποσὸν τοῦ καρποῦ τοῦ ὑπάρχοντος ἐν ταῖς ἀποθήκαις ἀδιαθέτου· ἄρα ἡ μόνη ἀσφάλεια, ἣν λαμβάνει ἡ Τράπεζα, ἡ μέλλουσα νὰ δανείσῃ, εἶναι τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον τῆς Σταφιδικῆς, ὅπερ ἀποτελεῖται ἐκ τοῦ καθαροῦ προϊόντος τοῦ παρακρατήματος. Ἐν ἄλλοις λόγοις διὰ τοῦ καθαροῦ προϊόντος τοῦ παρακρατήματος θὰ λάβῃ χρήματα, ἅτινα θέλουσιν ἀποτελέσει σὺν αὐτῷ τὸ ὅλον ποσὸν τῶν 5,000,000. Δὲν θέλομεν ἔχει τὸ καθαρὸν προϊόν τοῦ παρακρατήματος ἀποτελοῦν ἴδιον κεφάλαιον καὶ τὸ δάνειον τῆς Τραπέζης τὸ πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν ἀποτελοῦν πρόσθετον ἄλλο κεφάλαιον, ἀλλ’ αὐτὰ τὰ δύο, τὸ ἓν θὰ καλύπτῃ τὸ ἄλλο, καὶ δι’ αὐτῶν τῶν δύο...
§166ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Πέντε καὶ πέντε κάμνουν πέντε.
§167ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα... Ταύτην τὴν παρατήρησιν μεταξὺ ἄλλων, ἃς ἐπιφυλάσσομαι νὰ φέρω κατὰ τὴν ἐν ταῖς λεπτομερείαις συζήτησιν, ὑπέβαλον ἀπὸ τοῦδε, διότι μοὶ φαίνεται ὅτι καὶ αὐτὴ μόνη ἡ παρατήρησις ἤρκει, ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ μέρος τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ἀναγόμενον εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν.
§168Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποχρεοῦμαι, Κύριοι, ὡς τῆς θέσεώς μου, νὰ παράσχω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις περὶ τῶν σκέψεων, αἵτινες ὑπηγόρευσαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν κατάρτισιν καὶ τὴν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Ὀφείλω δὲ πρωτίστως νὰ δηλώσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀποδίδει ὑψίστην σπουδαιότητα καὶ σημασίαν εἰς πᾶν μέτρον, τὸ ὁποῖον ὑπολαμβάνεται ὡς δυνάμενον νὰ βελτιώσῃ τὴν τύχην τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, ἢ ὡς δυνάμενον ν’ ἀποσοβήσῃ τὴν σταφιδικὴν κρίσιν, ἥτις καὶ ἔτι ὑφίσταται, ἢ τοὐλάχιστον νὰ μειώσῃ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς. Κατὰ τοῦτο ὑπῆρξεν ὁμόφωνος ἡ ἐνέργεια τῶν πρὸ ἡμῶν κυβερνησάντων, ἀφ’ ἧς ἐνέσκηψε παρ’ ἡμῖν ἡ σταφιδικὴ κρίσις. Ἡμεῖς δὲν νομίζομεν τὸ ζήτημα τῆς σταφίδος ὡς ζήτημα τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος, ὡς ἰσχυρίσθησάν τινες ἐντεῦθεν λαλήσαντες. Ἡμεῖς τὸ σταφιδικὸν ζήτημα τὸ θεωροῦμεν ἐξόχως ἐθνικόν. Νομίζομεν πρωτίστως, ὅτι δὲν δύναται ἡ Πολιτεία νὰ ἦναι ἀδιάφορος πρὸς πληθυσμοὺς, οἷοι οἱ σταφιδικοί, διότι ἡ Πολιτεία ἔχει καθῆκον νὰ μεριμνᾷ καὶ περὶ τῶν κατὰ μέρος πολιτῶν, ὅταν οὗτοι εἰς ἑκατοντάδας χιλιάδων ἀνέρχωνται. Ἀλλὰ πλὴν τούτου τὸ σταφιδικὸν ζήτημα συνδέεται ἀρρήκτως πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Γινώσκομεν δὲ πῶς συνδέεται πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Γινώσκομεν πάντες, ὅτι τοὐλάχιστον πέντε ἑκατομμυρίων δραχ. πρόσοδος τοῦ Δημοσίου προέρχεται ἀπὸ τὴν σταφιδοπαραγωγήν, καταλογιζομένη εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὰ πέντε ταῦτα ἑκατομμύρια. Καὶ ἕτερα πέντε ἑκατομμύρια θέλει στερηθῇ τὸ Δημόσιον ἐκ τῶν ἄλλων φόρων, οἵτινες πληρώνονται ὑπὸ τῶν σταφιδοκτημόνων. Συνδέεται οὐχ ἧττον ἀρρήκτως καὶ πρὸς τὴν ἐν γένει οἰκονομίαν τῆς χώρας, διότι, ὅταν καταστραφῇ τὸ πολυτιμότερον τῶν ἑλληνικῶν προϊόντων, τὸ προϊόν ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου σχεδὸν τὸ ἥμισυ τοῦ ἐν τῷ Κράτει μεταλλικοῦ νομίσματος εἰσάγεται ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, βεβαίως ἡ οἰκονομία τῆς χώρας θὰ ὑποστῇ κλονισμὸν σοβαρόν, καὶ ἕνεκα τῆς γενικῆς διαταράξεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας καὶ ἕνεκα τῆς ἐπιρροῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ σταφιδικὸν ζήτημα ἐπὶ τῆς νομισματικῆς ἡμῶν ἀγορᾶς. Ἡμεῖς ἀνεγράψαμεν τὴν μέριμναν ὑπὲρ τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν εἰς τὸ πολιτικὸν ἡμῶν πρόγραμμα, ἰδίᾳ ὡς πρῶτον ἄρθρον τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν πολιτικῆς, διότι φρονοῦμεν, ὅτι πᾶσα Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πρέπει πρωτίστως νὰ φροντίζῃ περὶ τοῦ προϊόντος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν πρώτην πηγὴν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου. Τοιαύτην δὲ ἀποδίδοντες σπουδαιότητα εἰς τὸ ζήτημα τῆς σταφίδος, ἐμελετήσαμεν τὰ κατ’ αὐτὴν καὶ πρὶν ἢ ἔτι ἀνέλθωμεν ἐπὶ τὴν ἀρχήν. Ὁ ἕτερος δὲ τῶν δύο εἰσηγητῶν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ὡς ἐκ τῆς εἰδικῆς αὐτοῦ ἐπασχολήσεως εἰς τὰ οἰκονομικὰ θέματα, εἶχε τὴν εὐκαιρίαν, παρασταθεὶς εἰς τὰ δύο σταφιδικὰ Συνέδρια, τὰ ἐν Πάτραις λαβόντα χώραν, νὰ μελετήσῃ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὰ τοῦ θέματος τούτου καὶ νὰ μορφώσῃ γνώμην περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ ἐπιλυθῇ, ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἐπιλυθῇ κατὰ τὸ ἐφικτόν. Ὁ ἕτερος τῶν εἰσηγητῶν, ὁ τοιαύτας εἰδικὰς μελέτας ποιησάμενος ἐπὶ τοῦ θέματος, δὲν ἀντιπροσωπεύει σταφιδικὴν ἐπαρχίαν, δὲν ἀνήκει εἰς τὰς τάξεις τῶν σταφιδεμπόρων· ἑπομένως δύναται νὰ ἀξιοῖ, ὅτι ἔχει γνώμην ἀνεπηρέαστον ἐπὶ τοῦ θέματος. Ὑποβαλόντες ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, φρονοῦμεν, ὅτι διὰ τῆς μεταβολῆς αὐτοῦ εἰς νόμον εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποσοβηθῇ ἡ σταφιδικὴ κρίσις, εἶναι δυνατὸν νὰ βελτιωθῇ ἡ τύχη τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν. Ἀλλὰ παρήλασαν ἐντεῦθεν πολλοὶ ῥήτορες, κατὰ τῆς παρακρατήσεως κηρυχθέντες, κατὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης κηρυχθέντες· ὑπῆρξαν δὲ μεταξὺ τῶν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀγορευσάντων δύο ἐκ τῶν ἐγκρίτων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, οἵτινες, ἵνα ἐπιρρώσωσι τὴν ἑαυτῶν γνώμην καὶ ἵνα κατηγορήσωσιν ἡμῶν, ὡς ἐπιδεικνυομένων ἀσέβειαν πρὸς τὰς ἀρχάς, ἃς ἐπρέσβευεν ὁ ἀοίδιμος ἡμῶν ἀρχηγός, ἐπεκαλέσθησαν τὴν μαρτυρίαν καὶ τὰς γνώμας τοῦ ἀοιδίμου Τρικούπη. Τὰς ἐπεκαλέσθησαν, διότι δὲν τὰς εἶχον μελετήσει. Ἐὰν ἐμελέτων ταύτας τὰς γνώμας, τὰς γνώμας τοῦ ἀοιδίμου Τρικούπη, ἤθελον εὕρει, ὅτι ἀκριβῶς ἐπὶ τῶν βάσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐκεῖνος ἐστηρίζετο, προβάλλων οἷον προέβαλε νομοθέτημα κατὰ τὸ 1894, στηρίζεται καὶ τὸ νομοθέτημα τὸ ἡμέτερον. Κατὰ τὴν 4 Φεβρουαρίου 1894 ὁ ἀοίδιμος Τρικούπης, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπέβαλεν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, φέρον ὡς τίτλον «περὶ σταφιδικοῦ ταμείου». Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προέτεινεν ἄμεσον μὲν τὴν παρακράτησιν, διότι τοιαύτην τὴν ὠνόμαζεν, ἢ μᾶλλον τὴν ἀφαίρεσιν ἐκ τοῦ προϊόντος τῆς παραγωγῆς 10%, τὴν μόνιμον δὲ παρακράτησιν 3% ἐπὶ δεκαετίαν. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, συνιστᾶτο τὸ σταφιδικὸν ταμεῖον ὑπὸ ἄλλας συνθήκας, παρὰ τὰς συνθήκας, ἐφ’ ὧν στηρίζεται τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διότι τότε δὲν ὑπῆρχε προϊόν ἐκ τοῦ σταφιδοκάρπου, ὅστις ἐπρόκειτο νὰ ἀποταμιευθῇ εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Δημοσίου. Ἐξηναγκάσθη νὰ καταφύγῃ εἰς ἑταιρείαν ἐνταῦθα, καὶ νὰ αἰτήσηται παρ’ αὐτῆς τὴν χορηγίαν δανείου μέχρις ἐννέα ἑκατομμυρίων, καταβληθησομένων ἐντὸς δύο ἐτῶν, ὅπως ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τούτου χορηγήσῃ δάνεια ἐπὶ καλλιεργείᾳ εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας. Ἀλλ’ οἱ προλαλήσαντες ἀξιότιμοι Βουλευταί, ὅταν ἐπεκαλέσθησαν τὰς γνώμας τοῦ ἀοιδίμου Τρικούπη, ὅπως ἐλέγξουν ἡμᾶς ὡς μὴ σεβασθέντας τὰς ἀρχὰς ἐκείνου ἐν τῷ θέματι, περὶ οὗ πρόκειται, ἀπέσπασαν ἐκ τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μίαν περικοπήν, ἵνα παραστήσουν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἄλλην εἶχε γνώμην ὁ ἀοίδιμος Τρικούπης περὶ παρακρατήσεως καὶ ἐν γένει περὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ ἤδη τὴν Βουλήν...
§169ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ διαμφισβητήσω τὴν πληροφορίαν αὐτήν;
§170ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς διέκοψα, ὅτε ἠγορεύετε. Ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ μὴ μὲ διακόπτητε καὶ ὑμεῖς.
§171ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπεκαλέσθην τὴν γνώμην τοῦ Τρικούπη διὰ τὴν παρακράτησιν· τὴν ἐπεκαλέσθην διὰ τὸ ζήτημα τῆς Τραπέζης.
§172ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πλὴν ὑμῶν, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἶπεν ἐντεῦθεν, ὅτι, ἐὰν ἔζη ὁ Τρικούπης, βεβαίως οὐδέποτε τοιοῦτο νομοσχέδιον ἤθελε προσαχθῆ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἤθελε συζητεῖσθαι ἐκ τοῦ βήματος τούτου. Εἶναι ἀληθὲς ἢ ὄχι;
§173ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§174ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ἰδοὺ τίνας γνώμας εἶχεν ὁ ἀοίδιμος Τρικούπης ἐπὶ τοῦ θέματος (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ περίοδόν τινα, ἣν δύναμαι νὰ καθορίσω περίπου εἰς δεκαετῆ, κρίνω, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη ἐξαιρετικῶν μέτρων, καὶ ὅτι μετὰ τοιαύτην περίπου περίοδον ἡ ἀνάπτυξις τῆς καταναλώσεως θ’ ἀναπληρώσῃ τὰ κενά. Λέγων δὲ μόνον τὴν ἀνάπτυξιν τῆς καταναλώσεως, δὲν ὁμιλῶ περὶ περιορισμοῦ τῆς παραγωγῆς, διότι δὲν εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι πρέπει νὰ συντελέσῃ ἡ Πολιτεία εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς παραγωγῆς. Ὁ περιορισμὸς τῆς παραγωγῆς καὶ ἡ ἀνάπτυξις τῆς καταναλώσεως εἶναι τὰ δύο μέσα, δι’ ὧν ἀποκαθίσταται ἡ ἰσορροπία εἰς τὰ τῆς διαθέσεως προϊόντος, διαταραχθείσης ὑπὸ φυσικῶν περιστάσεων ἢ ὑπὸ μέτρων νομοθετικῶν. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῆς σταφίδος, περὶ ἧς ἐνδείκνυται, ὅτι ἡ κατανάλωσις θέλει δυνηθῆ ἐν περιόδῳ χρονικῇ ὄχι πολὺ μακρᾷ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν σημερινὴν παραγωγὴν, καὶ μάλιστα ν’ ἀναπτυχθῇ ἐν τῷ μέλλοντι πλειότερον ἔτι ἢ ὅσον εἶχεν ἀναπτυχθῆ κατὰ τὴν ἀκμὴν αὐτῆς ἐν τῇ Γαλλικῇ ἀγορᾷ, δὲν νομίζω, ὅτι συμφέρει εἰς τὴν χώραν ὁ περιορισμὸς τῆς παραγωγῆς τοῦ προϊόντος..... Ἡ ἰδιοφυΐα τῆς χώρας ἡμῶν περὶ τὴν παραγωγὴν προϊόντος ἀπολαύοντος πλεονεκτημάτων μονοπωλίου, διότι οὐδεμία ἄλλη χώρα συναγωνίζεται πρὸς τὴν Ἑλλάδα διὰ τοιαύτης παραγωγῆς, παρεῖχεν εἰς αὐτὴν πρόσοδον ἐκ ταύτης, ἣν δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποκτήσῃ ἐκ καλλιεργείας ἄλλης. Τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν, ὅτι ὁ πλοῦτος τῆς χώρας ἀνεπτύχθη κυρίως ἐν τῇ παραγωγῇ τῆς σταφίδος, καὶ ἤδη τὰ παθήματα τῆς σταφίδος εἶναι καίριον τραῦμα κατὰ τοῦ πλούτου τῆς χώρας. Οὐδόλως ὅμως συμφέρει, ὅπως ἡ στενοχωρία τῶν παραγωγῶν ἡ νῦν περιορίσῃ τὴν ἐν τῷ μέλλοντι παραγωγὴν καὶ καταστήσῃ αὐτὴν ἀνεπαρκῆ πρὸς τὴν κατανάλωσιν, ἥτις βραδέως, ἀλλὰ σταθερῶς ἀναπτυσσομένη παρὰ τοῖς ἀγγλικοῖς, τοῖς γερμανικοῖς καὶ ἄλλοις πληθυσμοῖς, θέλει πάντως ὑπερακοντίσει τελικῶς παραγωγὴν περιωρισμένην εἰς τὰ στενὰ ὅρια διαμερισμάτων τινῶν τῆς μικρᾶς ἡμῶν χώρας. Πρέπει ἄρα τὰ προτεινόμενα μέτρα νὰ προνοῶσι περὶ τῶν τῆς καταναλώσεως, ἐφ’ ὅσον δύνανται νομοθετικὰ μέτρα διὰ καταλλήλου διαρρυθμίσεως νὰ καταστήσωσι τὰ κατ’ αὐτὴν ὀλιγώτερον ἐπιζήμια εἰς τοὺς παραγωγοὺς, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ συντελῶσιν εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς παραγωγῆς, δὲν πρέπει κἂν νὰ ἀφήσωσι τὴν παραγωγὴν ἔκθετον εἰς τὰς ἰδίας αὐτῆς δυνάμεις, διότι αἱ δυνάμεις τῆς παραγωγῆς ἤδη σχεδὸν ὁλοσχερῶς ἐκλείπουσι, καὶ ἐὰν μὴ προσέλθῃ ἡ Πολιτεία ἀρωγὸς, διὰ τὴν ἔλλειψιν δυνάμεων θέλει ἐπέλθει ἡ καταστροφὴ προϊόντος, ὅπερ, ἐὰν περιεσῴζετο δι’ ἐγκαίρου ἀντιλήψεως τῆς Πολιτείας, μετ’ ὀλίγον θὰ ἠδύνατο φυσικῶς καὶ ἀφ’ ἑαυτοῦ νὰ ὑπάρξῃ. Ἡ παρέμβασις ἄρα τῆς Πολιτείας, ἐὰν ὀρθὴ ἦναι ἡ σκέψις, ὅτι παροδικὸν εἶναι τὸ κακὸν, ἐπιβάλλεται· ἐπιβάλλεται καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς διαρρυθμίσεως τῶν τῆς καταναλώσεως καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς παροχῆς συνδρομῆς εἰς τὴν καλλιέργειαν τῆς σταφίδος πρὸς διάσωσιν τῆς ἤδη ὑπαρχούσης σταφιδοφυτείας ἐν τῇ χώρᾳ. Ἀλλὰ πῶς δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τ’ ἀποτελέσματα ταῦτα; Περὶ τῶν κατὰ τὴν διαρρύθμισιν τῆς καταναλώσεως μακρὰ ἐγένετο συζήτησις ἐν τῇ χώρᾳ· ἐγένετο καὶ παρὰ τῶν ἐπιστημόνων, ἐγένετο καὶ παρὰ τῶν πρακτικῶν, ἐγένετο καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς γεωργίας καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ ἐμπορίου καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς βιομηχανίας. Οὐδὲν παρελείφθη, καὶ ἤδη κατέχομεν πάντα τὰ στοιχεῖα, ἐφ’ ὧν δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν πρὸς σχηματισμὸν γνώμης.... Ἡ ἀφαίρεσις ἄρα ποσοῦ σταφίδος ἐν τῇ ἐξαγωγῇ εἶναι ἡ γνώμη, ἥτις προήχθη γενικώτερον ἐκ τῆς ἐν τῇ χώρᾳ συζητήσεως: αὕτη δὲ ἀνεγράφη παρ’ ἡμῶν ἐν νομοσχεδίῳ ὡς ὑποχρεωτική, διότι τοῦτο εἶναι καθ’ ἡμᾶς τὸ μέσον, δι’ οὗ ἡ νομοθετικὴ παρ’ ἡμῖν ἐνέργεια δύναται νὰ συντελέσῃ, ὅπως καταστήσῃ τὴν ἀγορὰν τῆς σταφίδος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ σταθερωτέραν, τουτέστιν, ὅπως ἀποδώσῃ εἰς αὐτὴν τὴν βάσιν, ἐκλιποῦσαν ἤδη ὡς ἐκ τῆς δυσαναλογίας τοῦ προϊόντος πρὸς τὴν σημερινὴν κατανάλωσιν. Ἐπὶ χρόνον τινὰ, ἐπὶ ἑνδεκαετίαν περίπου κατὰ τὸ νομοσχέδιον, φρονοῦμεν, ὅτι πρέπει παρεμβαίνουσα ἡ Πολιτεία ν’ ἀφαιρῇ ἀπὸ τῆς ἐμπορίας τοῦ προϊόντος τὸ ποσὸν, ὅπερ εἶναι τὸ παραίτιον τῆς μειώσεως τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἀνωμαλίας τῆς ἀγορᾶς, τῆς στερούσης τὸ προϊόν τοῦ ἐδάφους πρὸς ἀπόκτησιν ἀναλόγου πρὸς τὴν ἀξίαν αὐτοῦ ἀνταλλάγματος. Ἀλλὰ συνάμα μετὰ τοῦ μέτρου τούτου, οὗ τὰς λεπτομερείας θέλω ἤδη ἐκθέσει πρὸς τὴν Βουλήν, ἔπρεπε νὰ ληφθῶσι καὶ μέτρα, ὅπως οἱ παραγωγοί, οἵτινες ἐστερήθησαν, ὡς ἐκ τῆς ἀνωμαλίας τῶν ἀγορῶν τῆς καταναλώσεως, τῶν μέσων, ἵνα προνοήσωσι περὶ τῆς μελλούσης παραγωγῆς καὶ διασώσωσι τὰς ἀμπέλους αὐτῶν διὰ νέας καλλιεργείας, πορισθῶσι τὰ πρὸς ταύτην κεφάλαια, ὧν ἄνευ δὲν δύνανται κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο νὰ ἐργασθῶσι.» Πάντες ἤδη ἐπείσθητε, ὅτι ὁ ἀοίδιμος Τρικούπης, εὑρεθεὶς εἰς τὴν ἔκρηξιν τῆς σταφιδικῆς κρίσεως, ὑπέλαβεν ὅτι ἡ μόνη σανὶς σωτηρίας ἦτο ἡ παρακράτησις. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἡ σταφιδικὴ κρίσις ἐπέσκηψε κατὰ τὸ 1893, ἐπέσκηψεν ἐν ἔτει, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ἕτερα πολιτικὰ καὶ οἰκονομικὰ γεγονότα ἔλαβον χώραν, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ λῆξις συνεδέθη μὲ τὸ ἀτυχὲς γεγονός, τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους. Ὅστις ἐξ ὑμῶν παρηκολούθησε μετὰ προσοχῆς τὴν ἐξέλιξιν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς χώρας γινώσκει, ὅτι ἐξήσκησεν ἐπ’ αὐτῶν ἐπιρροὴν ἡ τοῦ προϊόντος τῆς σταφίδος κατάπτωσις. Περὶ τὸ τέλος τοῦ 1893 καὶ ἀρχομένου τοῦ 1894 οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ εὑρέθησαν εἰς δυσχερεστάτην θέσιν. Αἱ τιμαὶ τῆς σταφίδος εἶχον κατέλθει μέχρι τοσούτου, ὥστε ἐκ τοῦ προϊόντος, τὸ ὁποῖον παρέδιδον οἱ σταφιδοκτήμονες εἰς τὸ ἐμπόριον, δὲν ἀπελάμβανον οὔτε τὸ ἥμισυ τῶν δαπανῶν τῆς καλλιεργείας. Φωναὶ ἀπελπισίας, φωναὶ πείνης, φωναὶ ἀπογνώσεως πανταχόθεν ἠκούοντο. Ἐὰν ὅ,τι ἐγένετο ἀλλαχοῦ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν, ἐὰν δηλονότι ἦσαν προηγμένα τὰ κοινωνικὰ ἡμῶν ἤθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὴ κοινοπραξία τις μεταξὺ πάντων τῶν σταφιδοκτημόνων, ἴσως δὲν ἤθελε παραστῆ ἡ ἀνάγκη τῆς παρεμβάσεως τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν προήχθησαν τὰ κοινωνικὰ ἡμῶν ἤθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἦναι ἐφικτὴ κοινοπραξία. Ἦτο λοιπὸν ἐπιβεβλημένη ἡ παρέμβασις τῆς Πολιτείας. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καθ’ ἣν δὲν εἶχε δοκιμασθῆ ἀκόμη τὸ μέτρον τῆς παρακρατήσεως, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καθ’ ἣν καὶ ἡμεῖς οἱ ὑπὲρ τοῦ μέτρου τῆς παρακρατήσεως τότε ψηφίζοντες εἴχομεν ἀμφιβολίας, ἂν ἠδύνατο τὸ μέτρον τοῦτο νὰ ἐπιτύχῃ τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν ἐλαμβάνετο, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἠγέρθησαν πολλαὶ ἀντιρρήσεις κατὰ τοῦ μέτρου τούτου, καὶ οἱ μὲν τὸ ἐχαρακτήρισαν ὡς ἀντισυνταγματικὸν καὶ ὡς ἀντεπιστημονικὸν, οἱ δὲ ὡς σοσιαλιστικόν. Ἠκούσαμεν ἐντεῦθεν τὸ κατηγορητήριον τῆς παρακρατήσεως ἀπαγγελλόμενον ὑπὸ δεινῶν ῥητόρων τῆς Βουλῆς, μεταξὺ τῶν ὁποίων πρωτίστην κατέχει θέσιν ὁ ἐξ Αἰγιαλείας ἀξιότιμος Βουλευτής, ὅστις ὁμολογουμένως ὑπῆρξεν ὁ δεινότερος παλαιστὴς κατὰ τῆς παρακρατήσεως. Βουθούμενος καὶ ἀπὸ τὴν φυσικὴν εὐφράδειαν, καὶ ἀπὸ τὴν νοημοσύνην αὐτοῦ καὶ ἀπὸ τὴν εἰδικότητα τῶν μελετῶν του ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀνέπτυξεν ἐντεῦθεν πάντα τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἠδύνατο τις νὰ ἀντιτάξῃ κατὰ τῆς παρακρατήσεως, ἵνα καταδείξῃ ταύτην ὡς μὴ συνᾴδουσαν πρὸς ὃν σκοπὸν ἐλαμβάνετο. Διεξαγομένου τοῦ ἀγῶνος τούτου, ἀνεπόλησα εἰς τὴν μνήμην μου ὅ,τι ὁ ἀοίδιμος Τρικούπης ἔλεγε, κρίνων ἰδιαιτέρως ἐπὶ τῶν ὑπὲρ τῆς παρακρατήσεως καὶ κατ’ αὐτῆς ἀγορευόντων: «Οἱ μὲν ὑπὲρ τῆς παρακρατήσεως συνηγοροῦντες θεωροῦσιν αὐτὴν ὡς ζήτημα ὑπάρξεως, οἱ δὲ κατὰ τῆς παρακρατήσεως ὁμιλοῦντες ἄγονται ἐκ πείσματος». Ἡ γνώμη τῶν δευτέρων, τῶν κατὰ τῆς παρακρατήσεως, ἐχαρακτηρίζετο ὑπὸ τοῦ Τρικούπη (καὶ ὁμολογῶ ὅτι εἶχε δίκαιον) ὡς προϊὸν πείσματος.
§175ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δυστυχῶς δὲν εἶχε δίκαιον.
§176ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς εἶχε τὸ εὐτύχημα νὰ ἔχῃ ζῶντα τὸν ἀοίδιμον Τρικούπην, ἤθελεν ὁμολογήσει αὐτὸς ὁ Τρικούπης, ὅτι ἡ παρακράτησις εἶναι ἤδη καθεστώς, ὅτι ἡ παρακράτησις ἐπήνεγκε καρπούς, συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀποσόβησιν τῆς σταφιδικῆς κρίσεως, συνεκράτησε τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς, ἐβελτίωσε κατὰ τὸ ἐφικτὸν τὴν θέσιν αὐτῶν, δὲν ἔβλαψε δὲ τὰς ἐπαρχίας, αἵτινες ἐκηρύχθησαν κατὰ τῆς παρακρατήσεως. Γεγονὸς εἶναι, ὅτι, ὅτε αἱ τιμαὶ ὑπέστησαν τὴν κατάπτωσιν ἐκείνην τὴν φοβεράν, παρέσυρεν ἡ κατάπτωσις αὕτη καὶ τὰς τιμὰς τῆς καλλιτέρας ποιότητος. Ὀφείλουσι νὰ μὴ λησμονῶσιν οἱ ἐκπροσωποῦντες τὰς ἐπαρχίας τὰς ἀντιπαρακρατητικὰς χαρακτηριζομένας, ὅτι, ἐὰν ἡ Πολιτεία δὲν παρέμβῃ, ἀφοῦ ἀπέβη ἀνέφικτος ἡ κοινοπραξία τῶν σταφιδοκτημόνων, αἱ κατὰ τὸ ποιὸν τοῦ προϊόντος κατώτεροι σταφιδάμπελοι θέλουσι καταστραφῆ, ὡς δὲ ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἶπε, θέλομεν ἴδει πληθυσμοὺς ἀριθμοῦ ὄχι εὐκαταφρονήτου μεταβαλλομένους εἰς ἐπαίτας. Ὁμολογῶ, ὅτι λύπην ἠσθάνθην βαθεῖαν, ὅτε ἤκουσα ἐντίμου συναδέλφου, τοῦ ὁποίου τιμῶ τὰς γνώσεις καὶ τὴν εἰδικότητα, παρελθόντος τὸ βῆμα καὶ ἐπικαλεσθέντος τὴν ἐπιστήμην, ὡς κατὰ τῆς παρακρατήσεως κηρυσσομένην. Ὑπελάμβανον, ὅτε εἶδον ἐπὶ τὸ βῆμα τὸν ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμον Βουλευτὴν καὶ ἄλλοτε καθηγητὴν τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας, ὅτι ἤθελε προβάλει σύστημά τι, κατὰ τὸ ὁποῖον ἦτο δυνατὴ ἡ κοινοπραξία τῶν σταφιδοκτημόνων ἄνευ παρεμβάσεως τῆς Πολιτείας, ὅτι ἤθελε προβάλει νέαν τινὰ ἰδέαν, ὅπως τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν ἡ τύχη βελτιωθῇ, ἢ προληφθῇ ἡ καταστροφή των· δὲν ἐφανταζόμην ποτὲ, ὅτι ἤθελον ἀκούσει τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ λέγοντος ἐντεῦθεν, ὅτι τὰ θέματα ταῦτα εἶναι λελυμένα ὁριστικῶς ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης. Ἀπεδείχθη, εἶπεν, ὅτι τὸ τρίτον τοῦ προϊόντος ἡμῶν δὲν εὑρίσκει κατανάλωσιν· φυσικὴ συνέπεια, τὸ τρίτον τῶν σταφιδαμπέλων πρέπει νὰ καταστραφῇ, καὶ τότε ὁ νόμος τῆς προσφορᾶς καὶ ζητήσεως ἐφαρμόζεται, λειτουργεῖ, δὲν ὑπάρχει πλεόνασμα μεταξὺ παραγωγῆς καὶ κατηναλώσεως καὶ ἐπέρχεται ἡ ἰσορροπία. Ὁμολογῶ, ὅτι καὶ ἐγὼ, ὄχι ὡς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, γινώσκω τὰς βάσεις καὶ τὰ στοιχεῖα τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας. Οὐδαμοῦ τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας εὗρον, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ καταστρέψῃ κεκτημένον κεφάλαιον· κεφάλαιον δὲ κεκτημένον μεγίστης σπουδαιότητος εἶναι αἱ σταφιδάμπελοι. Μόνον ὅσοι δὲν γινώσκουσι τὴν ἱστορίαν τῶν ἑλληνικῶν σταφιδαμπέλων εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῶσιν, ὅτι αἱ σταφιδάμπελοι αὗται προέκυψαν ἐξ αὐτομάτου τινὸς ἐνεργείας τῆς φύσεως· ὅσοι γινώσκουσι κατὰ τίνα τρόπον αἱ πεδιάδες τῆς Πελοποννήσου μετεβλήθησαν εἰς σταφιδαμπέλους, βεβαίως γινώσκουσιν, ὅτι δύο ἢ τρεῖς γενεαὶ ἐπότισαν τὰς γαίας ἐκείνας, ἵνα τὰς μεταβάλουν εἰς σταφιδαμπέλους, δι’ ἱδρῶτος καὶ αἵματος. Ἐὰν ἡ στατιστική, ἡ ἀτελὴς μέν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἐγγίζουσα εἰς τὴν ἀλήθειαν, ἦναι ἀκριβής, ἔχομεν περίπου 600–650 χιλιάδας στρεμμάτων σταφιδαμπέλων. Κατὰ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ἀττικῆς, δυνάμεθα νὰ παραδώσωμεν εἰς καταστροφὴν τὰς 200 περίπου χιλιάδας στρεμμάτων, δηλαδὴ κεκτημένον κεφάλαιον 100 ἑκατομμυρίων· κατὰ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, δὲν εἶναι μέγα τὸ κακόν, διότι πρῶτον αἱ γαῖαι αὗται θέλουσιν ἀποδοθῆ εἰς τὴν γεωργίαν, καὶ οἱ πληθυσμοί, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν σταφιδαμπέλων τούτων, θὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς τὴν γεωργίαν. Οἱ σταφιδοκτήμονες οὗτοι, πρὸς τῇ καταστροφῇ, τὴν ὁποίαν ἤθελον ὑποστῆ ἐκ τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως τῆς Πολιτείας, ἤθελον ἔχει καὶ πρόσθετον ἐνασχόλησιν εὐάρεστον, τὴν ἐκρίζωσιν τῶν σταφιδαμπέλων των. Καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐλησμόνησε τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ χώρα ἡμῶν· ἐλησμόνησεν, ὅτι ἡμεῖς δὲν πάσχομεν ἀπὸ ἔλλειψιν γαιῶν πρὸς παραγωγὴν δημητριακῶν καρπῶν, καὶ ὅτι ἡ μεταβολὴ 200,000 στρεμμάτων σταφιδαμπέλων εἰς ἀγροὺς καλλιεργουμένους διὰ δημητριακῶν καρπῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσδώσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁλόκληρον τὸ ἔλλειμμα τῶν δημητριακῶν καρπῶν, τὸ ὁποῖον βλέπει τις μεταξὺ εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς ἐν τῷ γενικῷ ἐμπορίῳ τῆς Ἑλλάδος, διότι, ὡς γνωστόν, ἡμεῖς κυρίως εὑρισκόμεθα ὑπὸ τοιοῦτον ἔλλειμμα δημητριακῶν καρπῶν ἐξ ἐλλείψεως χειρῶν καὶ οὐχὶ ἐξ ἐλλείψεως γαιῶν. Ἀλλὰ τί πρὸς αὐτὸν οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί; Τὴν παρέμβασιν τῆς Πολιτείας, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, τὴν θεωρεῖ ἀναγκαίαν, ὅταν πρόκειται περὶ τῶν ἐργατῶν τοῦ τροχιοδρόμου Ἀθηνῶν καὶ περιχώρων, ὄχι δὲ προκειμένου περὶ τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν. Δὲν γινώσκω, πῶς ἔχουσι τὰ τῶν ἐργατῶν τοῦ τροχιοδρόμου· ἓν μόνον ἤκουσα μίαν ἡμέραν ἀπό τινος ἐξ αὐτῶν, ὅτι ὁ Διευθυντὴς τῆς ἑταιρείας ταύτης δὲν ἐπιτρέπει εἰς αὐτοὺς νὰ ἐργάζωνται ἐπὶ πολλὰς ὥρας, διότι πληρώνονται καθ’ ὥρας, ὁ δὲ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ἐντεῦθεν λαλῶν, ἐφείλκυε τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως παρέμβῃ εἰς τοιοῦτον θέμα, καὶ ὄχι εἰς τὸ θέμα τὸ ἀφορῶν τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μετ’ αὐτοῦ. Ἡ παρέμβασις τῆς Πολιτείας ὑπὲρ τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν ἦτο ἐπιβεβλημένη, τὰ ληφθέντα μέτρα ὑπὲρ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς ἦσαν μέτρα κοινῆς σωτηρίας, ὡς ἐχαρακτηρίσθησαν καὶ παρ’ ἄλλων Βουλευτῶν. Ἀλλ’ ἀντίκεινται εἰς τὴν ἐπιστήμην, εἶπε καὶ ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος Βουλευτὴς καὶ ἕτεροι τῶν κ.κ. Βουλευτῶν, τῶν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀγορευσάντων. Οὗτοι ὑπέλαβον, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ πιστευθῇ, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο ἄρδην ἀναιρεῖ πάντας τοὺς ἐπιστημονικοὺς κανόνας, διότι παρέστησαν ἐντεῦθεν, ὅτι ἡ ἐπιστήμη ἡ οἰκονομικὴ εἶναι ἐπιστήμη θετικὴ καὶ θεωρητική...
§177ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καὶ ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως...
§178ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρεκάλεσα καὶ πρότερον νὰ μὴ μὲ διακόπτητε, ὡς καὶ ἐγὼ, ὅτε ἠγορεύετε, δὲν διέκοψα ὑμᾶς. Εἶσθε κατὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ εἶσθε οὕτω διατεθειμένος ψυχολογικῶς, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσῃ τις μεθ’ ὑμῶν ἐν ψυχραιμίᾳ. Ἐὰν ἐγὼ δέχωμαι διακοπὰς, ὑμεῖς δὲ συνεχῶς μὲ διακόπτητε, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπασχολήσωμεν τὴν Βουλὴν μέχρι πρωΐας μὲ διαλογικὰς συζητήσεις.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν κ. Παναγιωτόπουλον). Κύριε Βουλευτά, μὲ προκαλεῖτε νὰ ἐφαρμόσω τὸν Κανονισμόν, ἐὰν ἐξακολουθῆτε διακόπτων.
§180ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ θεωρητικοῦ καὶ τοῦ ἐπιστημονικοῦ εἰμὴ δι’ ὀλίγων· εἶναι ἀνάγκη νὰ λεχθῶσί τινα, ἵνα μὴ μείνῃ εἰς τὴν διάνοιάν τινος ἡ ἐντύπωσις, ὅτι τῷ ὄντι τὸ νομοσχέδιον τὸ συζητούμενον ἄρδην ἀνατρέπει τὴν ἐπιστήμην τὴν οἰκονομικήν. Ἡ ἐπιστήμη ἡ οἰκονομικὴ θέτει ἀρχάς τινας, ἀλλ’ αἱ ἀρχαὶ αὗται δὲν εἶναι ἀρχαί, αἵτινες πρέπει παντοῦ καὶ πάντως νὰ ἐφαρμόζωνται, καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐφαρμογὴ πρέπει πάντοτε νὰ συμβιβάζηται πρὸς τὰς εἰδικὰς συνθήκας καὶ περιστάσεις τῆς χώρας. Ἐπὶ παραδείγματι, τίς δύναται μεταξὺ ἡμῶν ὅλων νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ ἐμπορίου εἶναι ἀρχὴ τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης; Καὶ ὅμως αὐτὴ ἡ ἀρχὴ τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου σήμερον εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον κατηργημένη ὑπὸ τῶν ἐθνῶν τῶν μᾶλλον ἡμῶν προηγμένων καὶ ἐπιστημονικῶς καὶ πολιτικῶς. Πρὸς τοῦτο ἔκρινα ἀναγκαῖον νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸν διαπρεπῆ τῆς σημερινῆς ἐποχῆς οἰκονομολόγον τῆς Γαλλίας, τὸν Leroy-Beaulieu, ὅστις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου δογματίζει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ σύστημα τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου, ὅπερ ἐπιστημονικῶς ὑποστηρίζεται ὡς πάροχον τῆς μεγαλειτέρας ὠφελείας, προσβάλλεται ζωηρῶς καὶ ὑπὸ ἐπιχειρημάτων πολιτικῶν καὶ οἰκονομικῶν. Τὸ μεγαλείτερον ἐπιχείρημα, ὅπερ ἐπάγουσι κατὰ τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου, εἶναι, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο ἀποβλέπει εἰς τὴν εὐτυχίαν καὶ τὸν πλοῦτον τῆς ἀνθρωπότητος ἐν τῷ συνόλῳ, καὶ ὄχι τὴν εὐτυχίαν καὶ τὸν πλοῦτον ἑνὸς ἔθνους, μιᾶς πατρίδος. Διότι δυνατὸν ἡ εὐτυχία καὶ ὁ πλοῦτος ἔθνους τινὸς νὰ ἦναι ἐν ἀνταγωνισμῷ πρὸς τὸν πλοῦτον καὶ τὴν δύναμιν τῆς ἀνθρωπότητος ἐν συνόλῳ, ἕνεκα δὲ τούτου ἐν τῇ παρούσῃ καταστάσει τῆς ἀνθρωπότητος δὲν δυνάμεθα ν’ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ λαόν τινα νὰ θυσιάσῃ τὰ ἴδια συμφέροντα χάριν τῶν συμφερόντων τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἡ Πολιτικὴ Οἰκονομία, ὡς δείκνυσι τὸ δεύτερον μέρος τοῦ τίτλου της, πρέπει νὰ ἐξυπηρετῇ ὄχι μόνον τὰ συμφέροντα τῆς ὅλης ἀνθρωπότητος, ἀλλὰ καὶ τὰ ἑκάστου λαοῦ ἰδιαιτέρως...» Εἷς διακεκριμένος Ἀμερικανὸς οἰκονομολόγος, καθηγητὴς τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας ἐν Φιλαδελφείᾳ, ὁ Simon-Petters, ἀντεπεξερχόμενος κατὰ τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου καὶ ὑποστηρίζων τὸ προστατευτικὸν σύστημα ἐν βιβλίῳ αὑτοῦ ὑπὸ τὸν τίτλον «Οἰκονομικὴ βάσις τῆς προστασίας» γράφει: «Δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν τὸ ἰδανικὸν τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ ὡς τὸ μᾶλλον προσαρμόζον εἰς τοὺς ὅρους τῆς Ἀμερικῆς. Ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην νέου ἰδανικοῦ, ὅπερ νὰ ἦναι σύμφωνον πρὸς τὰ βιομηχανικὰ φαινόμενα, ἅτινα προέχουσιν ἐν Ἀμερικῇ. Εἶναι πολὺ ἐνδιαφέρον νὰ ἔχωμεν ἐν τῷ νῷ, ὅτι τὸ ἐκ τῶν παρόντων ἀμερικανικῶν ὅρων ἐξερχόμενον ἰδανικὸν πρέπει νὰ ἦναι ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν δυναμικὴν κατάστασιν τῆς ἀμερικανικῆς κοινωνίας. Ἀλλαχοῦ, λέγει, θ’ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ ἐμπορίου ἐπέτυχεν ἐν Ἀγγλίᾳ, τοῦτο ὅμως δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι εἶναι προτιμοτέρα καὶ δι’ ἡμᾶς.» Ὁ Leroy-Beaulieu, ἀνασκευάζων τὸν συγγραφέα τὸν Ἀμερικανὸν, ὑποστηρίζοντα, ὅτι δὲν παραδέχεται ὅτι ὑπάρχει μία Πολιτικὴ Οἰκονομία, διότι, ἐὰν ἦτο μία, ἔδει τὰ ἐπιχειρήματά του νὰ ἰσχύουν ἐξ ἴσου ἐν Ἀμερικῇ καὶ ἐν Εὐρώπῃ, γράφει: «Πρέπει νὰ διακρίνωμεν ἐν τῇ Πολιτικῇ Οἰκονομίᾳ τὴν ἐπιστήμην καὶ τὴν τέχνην. Τὴν ἐπιστήμην, ἥτις βεβαιοῖ τὸν εἱρμὸν τῶν φαινομένων, καὶ τὴν τέχνην, ἥτις δίδωσι παραγγέλματα σκοποῦντα εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἐπιδιωκομένου ἀποτελέσματος.» Ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου ὁ κ. Leroy-Beaulieu γράφει: «Ἐθεώρουν ἐπὶ πολὺ καὶ πολλοὶ εἰσέτι θεωροῦσι, μάλιστα μεταξὺ τῶν οἰκονομολόγων, ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ ἐμπορίου εἶναι δόγμα τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας. Ἡ ἀντίληψις αὕτη εἶναι ὅλως πεπλανημένη. Ἐν πρώτοις ἡ Πολιτικὴ Οἰκονομία εἶναι ἐπιστήμη καὶ συνεπῶς δὲν ἔχει δόγματα. Πλὴν πολλὰ εἰσὶ τὰ πολύπλοκα ζητήματα, ἐφ’ ὧν ἡ ἐπιστήμη δύναται μὲν νὰ ῥίψῃ φῶς, ἀλλὰ δὲν ἐξαρτᾶται μόνον ἐξ αὐτῆς νὰ τὰ λύσῃ.» Ἀλλὰ μήπως ἡ οἰκονομικὴ ἐπιστήμη δὲν εἶναι ἐναντία τοῦ συμβατικοῦ τόκου; Κατὰ τὴν ἐπιστήμην τὴν οἰκονομικὴν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀπόλυτος ἐλευθερία εἰς τὸν τόκον, διότι, κατ’ αὐτήν, διὰ τοῦ νόμου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθορισθῶσι τὰ τοῦ τόκου· ἐν τούτοις ἐν Γαλλίᾳ ὁ συμβατικὸς τόκος λειτουργεῖ ἀπὸ τοῦ 1807. Τετράκις προετάθη μέχρι τοῦδε ἡ κατάργησις τοῦ συμβατικοῦ τόκου καὶ τετράκις ἀπερρίφθη ἀπὸ τὰς Γαλλικὰς Βουλὰς· διατί τοῦτο; διότι οὕτως ἔδοξεν, οὕτως ἐφάνη ὅτι συμφέρει ἐν τῷ ἔθνει ἐκείνῳ, δὲν ἠξεύρω δὲ, ἐὰν δὲν πρέπῃ — κατ’ ἐμὲ δὲ, πρέπει — καὶ παρ’ ἡμῖν νὰ καθορισθῇ διὰ νόμου ὁ συμβατικὸς τόκος.
§181ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τώρα μάλιστα πρέπει νὰ εἰσαχθῇ ἀκριβῶς διὰ τὴν Πελοπόννησον καὶ τὴν Θεσσαλίαν εἶναι ἀπαραίτητος.
§182ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι κεκηρυγμένος ὑπὲρ τοῦ συμβατικοῦ τόκου ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν διὰ νόμου ὡρίσθη ὁ νόμιμος τόκος, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1882. Γινώσκουσιν οἱ συνάδελφοί μου, ὅτι πολλάκις ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ παρεκάλεσα αὐτοὺς νὰ δεχθῶσιν, ὅπως εἰσαγάγω τὸ περὶ τούτου νομοσχέδιον, ἀλλὰ μὲ ἔπεισαν νὰ μὴ προβάλω νῦν τὸ νομοθέτημα τοῦτο, ὡς ἐκ τῆς πολλῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ τοῦ ἐπιχειρήματος, ὅτι κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην δὲν θὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐπιψήφισίς του. Ἀλλ’ οἱ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀγορεύσαντες προβάλλουσι καὶ ἕτερον ἐπιχείρημα, τὸ σπουδαιότερον πάντων: «ἐν τίνι δικαιώματι ἡ Πολιτεία ἔρχεται νὰ δημεύσῃ τὴν περιουσίαν πολιτῶν τινων ἐπ’ ὠφελείᾳ ἄλλων;» Πρὸς ἐπίρρωσιν δὲ τοῦ ἐπιχειρήματος τούτου ἐπικαλοῦνται καὶ τὸ πολίτευμα ἡμῶν. Ἀλλ’ ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἐνταῦθα δὲν πρόκειται οὔτε περὶ δημεύσεως, οὔτε περὶ καταστροφῆς τινος· καίτοι εἰς τὴν Πολιτείαν εἶναι ἀνεγνωρισμένον τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ παρεμβαίνῃ εἰς ὡρισμένας περιστάσεις ἐν τῷ γενικῷ συμφέροντι καὶ ν’ ἀπαλλοτριώνῃ ἀναγκαστικῶς ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν. Εἰς τὴν Πολιτείαν ἐχορηγήθη τὸ δικαίωμα νὰ παρακωλύῃ τὴν ἀνέγερσιν οἰκοδομῆς εἰς τὴν ζώνην τῆς πόλεως· εἰς αὐτὴν ἐδόθη τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαγορεύῃ τὴν ἀνέγερσιν οἰκοδομῆς, ὅταν τὸ οἰκόπεδον δὲν ἔχῃ ὡρισμένον χῶρον. Ὅλα ταῦτα εἶναι ἄσκησις τοῦ δικαιώματος τούτου. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἆρά γε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δήμευσις περιουσίας τινός; Εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι λαμβάνομεν ἐντεῦθεν καὶ παραχωροῦμεν ἐκεῖ; Οὐδὲν τούτων. Ἡ Πολιτεία παρεμβαίνει ἐν τῷ θέματι τούτῳ, διότι ἦτο δύσκολος ἡ κοινοπραξία τῶν σταφιδοκτημόνων· ἐὰν συνέβαινεν, οἱ σταφιδοκτήμονες πάντες νὰ ἀπετέλουν μίαν κοινότητα καὶ ἐφηρμόζετο ὁ νόμος περὶ κοινοτήτων, τὰ δύο τρίτα ἤθελον ἔχει τὴν γνώμην ὑποχρεωτικὴν διὰ τὸ ἕτερον τρίτον. Ἐνταῦθα ἀκριβῶς τοιοῦτόν τι συμβαίνει, διότι αἱ ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι κεκηρυγμέναι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἀποτελοῦσι τὰ δύο τρίτα τῆς παραγωγῆς ἐκ 350 ἑκατομμυρίων, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπολογίζεται ἡ παραγωγὴ ἡμῶν, 230 ἑκατομμύρια παράγουσιν αἱ ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι κεκηρυγμέναι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ 120 ἑκατομμύρια παράγουσιν αἱ ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου. Παρεμβαίνει ἡ Πολιτεία, ὅπως εἴπῃ εἰς αὐτούς: «Ἐπειδὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ γενικὴ καταστροφὴ πάντων, παρεμβαίνω, ἵνα ἐπιβάλω τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ποσοστόν τι τῆς παραγωγῆς σας τὸ εἰσαγάγητε εἰς ἀποθήκας τοῦ Δημοσίου ἢ Τραπέζης τινὸς, τὸ προϊὸν δὲ τοῦτο χρησιμοποιηθῇ πάλιν ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν ὑμῶν». Ἐὰν δὲ νομικῶς τὸ ζήτημα ἐξετασθῇ, ἐὰν θεωρητικώτερον τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἐξετασθῇ, δὲν πρόκειται κἄν περὶ τούτου, περὶ ἐκβιασμοῦ πρὸς κοινοπραξίαν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ φορολογίας. Ἡ Πολιτεία λέγει εἰς αὐτούς: «Ἐκ τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον μέχρι τοῦδε κατεβάλλετε, ἀντικαθιστῶ ἓν ποσοστὸν 4 δραχμῶν διὰ τῆς εἰς εἶδος ἀποδόσεως αὐτοῦ». Ἰδοὺ λοιπὸν τὰ πράγματα καθαρά. Διατὶ νὰ μεταχειριζώμεθα πάντοτε τὴν λέξιν παρακράτησιν; Αὕτη κατὰ τὴν πρώτην ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ ἐξέγερσιν εἶχε τὸν λόγον της, καθόσον δὲν ἐπρόκειτο τότε ν’ ἀντικατασταθῇ μέρος τοῦ εἰς χρήματα πληρωνομένου ἐγγείου φόρου. Σήμερον ὅμως δὲν πρόκειται περὶ παρακρατήσεως, πρόκειται περὶ φορολογίας, φορολογίας ὅμως, ἥτις χρησιμοποιεῖται ὅπως ὅλοι οἱ φόροι, ἀλλ’ εἰδικώτερον ἐνταῦθα, τὸ πλεονάσον τυχὸν τοῦ φόρου διατίθεται ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἰσφέρουσιν αὐτὸν μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ φόρου τῶν τεσσάρων δραχμῶν ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τῆς σταφιδοπαραγωγῆς. Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου. Κρίνω ὅμως ἀναγκαῖον νὰ ἐξηγήσω ὑμῖν τὰς σκέψεις, αἵτινες ὡδήγησαν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως προτείνῃ τὴν μονιμοποίησιν τοῦ συστήματος τούτου. Οἱ εἰδικώτεροι, οἱ ἀσχοληθέντες εἰς τὰ τοῦ θέματος, ἰδίως δὲ οἱ ἐμπορευόμενοι τὸν σταφιδόκαρπον ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς καταναλώσεως, πάντες μιᾷ φωνῇ παρέστησαν, ὅτι, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ τοιαύτη κατ’ ἔτος σπασμωδικὴ νομοθέτησις τῆς παρακρατήσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσι τὰ ἀποτελέσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀφορᾷ ὁ νόμος, διότι ἐν τῷ παρελθόντι πολλάκις συνέβη νὰ ἐγερθῇ ὄχι ἡ ὑπόνοια, ἀλλὰ ἡ πιθανότης, ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ νομιμοποιηθῇ τὸ σύστημα τοῦτο ἕνεκεν ἀπροόπτων ἀνωμάλων περιστάσεων, κατὰ τὰς ὁποίας ἦτο δύσκολος ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς· ὑπὸ τὸ κράτος δὲ αὐτὸ τῆς ἀμφιβολίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συντηρηθῶσιν αἱ τιμαὶ τῆς σταφίδος, καὶ μάλιστα ὅταν ὑπάρχῃ ἀπόθεμα εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως καὶ εἰς τοὺς τόπους τῆς παραγωγῆς ἐκ τῆς παραγωγῆς τοῦ παρελθόντος ἔτους. Κατ’ αὐτούς, εἶναι πολὺ ἀναγκαῖον, χάριν τῆς σταφιδικῆς παραγωγῆς, νὰ κατασταθῇ παγιωτέρα ἡ διάταξις περὶ παρακρατήσεως. Ἀλλ’ ἠκούσατε ἐντεῦθεν ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, δηλώσαντος, ὅτι πενταετὴς παράτασις τοῦ συστήματος εἶναι ἐπαρκής· ἐγὼ ὅμως φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν δεκαετίαν, διότι τοῦτο παρέχει ὅλα τὰ ἐχέγγυα, ὅσα ἀπαιτοῦνται, ὅπως οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ ἐξασφαλίζωσι τὴν κατανάλωσιν τοῦ προϊόντος των. Ἀλλ’ ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ ἤθελον ἐπέλθει περιστάσεις ἔκτακτοι, αἵτινες ἤθελον ἀποδείξει τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ποσοστοῦ τούτου τῆς παραγωγῆς μὴ δεδικαιολογημένην, τότε δυνάμεθα καὶ τὸ ποσοστὸν αὐτὸ τῶν 10% νὰ καταργήσωμεν. Μήπως σήμερον συνάπτομεν μετὰ τῆς συσταθησομένης Σταφιδικῆς Τραπέζης ἢ ἑτέρου τινὸς ἀμφοτεροβαρὲς συνάλλαγμα, τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν; Σήμερον ἔχομεν τὸ νομοθέτημα αὐτὸ, δι’ οὗ δημιουργοῦμεν τὴν νομιμοποίησιν τῆς παρακρατήσεως· ἐὰν μετὰ ἓν ἢ δύο ἔτη παρουσιασθῇ λόγος καταργήσεως, δὲν ὑπάρχει τι τὸ κωλῦον, ἵνα διὰ νόμου καταργηθῇ. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει τι τὸ κωλῦον· ἀλλ’ ἐὰν ἀπὸ τοῦδε θελήσωμεν, τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ νομοθέτημα τοῦτο νὰ νομοθετηθῇ δι’ ὀλίγον χρόνον, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξασφαλίσωμεν τ’ ἀποτελέσματα ἐκεῖνα, χάριν τῶν ὁποίων ἐπενοήθη ἡ ἀφαίρεσις τοῦ πλεονάζοντος μεταξὺ παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως. Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἀναλαμβάνομεν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι οὐδενός· ἀλλά, καὶ ἂν τοιαύτην τινὰ ἀναλαμβάνωμεν, οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν, ἵνα καθαρώτερον ἐν τῷ νόμῳ ὁρισθῇ, ὅτι οὐδεμίαν ὑπέχει τὸ Κράτος εὐθύνην, ἐν ᾗ περιπτώσει διὰ νόμου ἤθελε καταργηθῇ. Εὔχομαι νὰ εὑρεθῶμεν ὡς τάχιστα πρὸ τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ καταργήσωμεν τὸ σύστημα τοῦτο τῆς εἰς εἶδος φορολογίας τῆς σταφίδος, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι καὶ μετὰ τὴν δεκαετίαν θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ παρατείνωμεν τὸ ὑφεστὼς σύστημα. Ἐὰν ὄντως ἀφορῶμεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, ἐὰν τὸ φορολογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τεσσάρων ἐτῶν λειτουργεῖ,—καὶ λειτουργεῖ εὐδοκίμως καὶ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς—ἀπεδείχθη ὡς μὴ παραβλάπτον γενικώτερόν τι συμφέρον, ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἀντλήσωμεν ἐξ αὐτοῦ πάντα τὰ ὠφελήματα, εἰς ἃ ἀπεβλέψαμεν, τὸ πρῶτον αὐτὸ καθιερώσαντες, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὴν μονιμοποίησιν τοῦ συστήματος τούτου ἐπὶ δεκαετίαν. Ἐλαττοῦντες τὴν χρονικὴν διάρκειαν τούτου, μειοῦμεν τὰ ὠφελήματα τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον λαμβάνομεν. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ ἀποδέχονται τὸ σύστημα τὸ φορολογικὸν, ἐκηρύχθησαν ὅμως κατὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, διαφόρους περὶ τούτου ἐξενεγκόντες γνώμας. Οὗτοι εὑρίσκουσιν, ὅτι πρέπει νὰ χρησιμοποιηθῇ τὸ προϊὸν τοῦ σταφιδοκάρπου, ὅστις λόγῳ τοῦ φόρου τῶν τεσσάρων δραχμῶν κατὰ χιλιόλιτρον εἰσέρχεται εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς ἀποταμιεύσεως· ἀλλ’ ὁ μὲν ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἔλεγεν, ὅτι ἡ καλλιτέρα χρησιμοποίησις τοῦ προϊόντος τοῦ σταφιδοκάρπου τούτου εἶναι ἡ ἐπέκτασις τῆς καταναλώσεως, ἡ ἐξεύρεσις νέων ἀγορῶν καταναλώσεως. Ἕτερος Βουλευτὴς ἔλεγεν, ὅτι κρείσσων χρησιμοποίησις τοῦ προϊόντος ἔσται ἡ ἀνέγερσις γενικῶν ἀποθηκῶν· ἕτερος εἶπεν, ὅτι θὰ ἦναι καλλίτερον νὰ χρησιμοποιηθῇ τὸ προϊὸν τοῦ σταφιδοκάρπου τούτου, διδόμενον εἰς μίαν Τράπεζαν, ἥτις ὑποχρεωθήσεται νὰ διαθέτῃ τὸ ὅλον, ἢ μέρος τοῦ τόκου νὰ διαθέτῃ ὑπὲρ ὑφισταμένων ἀναγκῶν τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, μέχρις οὗ σχηματισθῇ κεφάλαιον ἐπαρκοῦν εἰς ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος τῶν παλαιῶν χρεῶν τῶν σταφιδοκτημόνων. Πάντες δ’ οὗτοι εὑρίσκουσιν, ὅτι διὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, διὰ τῶν χορηγηθησομένων πιστώσεων ὑπὸ τοῦ ἱδρύματος, τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ τὸ νομοσχέδιον, οὐδὲν θὰ ἐπιτευχθῇ. Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ ὁμολογήσω ὑμῖν, ὅτι, ὅτε παρέστην ἐν τῷ Σταφιδικῷ Συνεδρίῳ ἐν Πάτραις, εἶχον ἀκριβῶς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα καὶ ὅτε συνεζητεῖτο ἐνταῦθα τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγήσεως δανείου ἐκ 10 ἑκατομμυρίων δραχμῶν εἰς τοὺς Θεσσαλούς: εἶχον τὴν γνώμην νὰ κατατεθῇ ὁ σταφιδόκαρπος εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ ἀποταμιεύματος, καὶ τὸ ἀντίτιμον αὐτοῦ νὰ δοθῇ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀτόκως, ἐπὶ τῷ ὅρῳ, ὅπως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, καταθέτουσα καὶ αὕτη ἐξ ἰδίων κεφαλαίων ἓν ἕτερον ποσὸν 5,000,000, ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ χορηγήσῃ 10,000,000 δραχ. εἰς δάνεια πρὸς τοὺς σταφιδοκτήμονας ἐπὶ τόκῳ 5%. Φρονῶ δὲ, ὅτι ἡ Τράπεζα ἤθελε τὸ ἀποδεχθῇ, διότι οὕτω θὰ ἐλάμβανε τόκον ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου της 7 ἢ 8%, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν ἐξόδων διαχειρίσεως καὶ τῶν ἐνδεχομένων ζημιῶν. Οἱ σταφιδοκτήμονες ὅμως προτιμῶσι καὶ προτείνουσιν αὐτοτελὲς ἵδρυμα, φρονοῦντες, ὅτι διὰ τοῦ ἱδρύματος τούτου, ἀνεξαρτήτου, εἶναι δυνατὸν πολλὰ ζητήματα νὰ ἐπιλυθῶσι, καὶ πολλαχῶς ἡ θέσις τῶν σταφιδοκτημόνων νὰ βελτιωθῇ. Ἐκ συμπτώσεως δὲ ὑπῆρξαν διευθυνταὶ ὑποκαταστημάτων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἴς τινας σταφιδοφόρους ἐπαρχίας τοσοῦτον ἰδιόρρυθμοι καὶ ἐπὶ τοσοῦτον ἐχόμενοι τῆς ἰδίας αὑτῶν εὐθύνης, ὥστε νὰ ἐμπνεύσωσιν εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἂν τὸ προϊόν τοῦ σταφιδοκάρπου ἐδίδετο εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, οὐδεμίαν ἤθελον εὑρίσκει εὐκολίαν. Οἱ διευθυνταὶ τῶν ὑποκαταστημάτων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης θὰ ἔχωσι πάντοτε ὑπ’ ὄψιν μόνον τὸ συμφέρον τῆς Τραπέζης. Οἱ σταφιδοκτήμονες, τοὐλάχιστον οἱ πλεῖστοι αὐτῶν, ἀναχωροῦσιν ἀπὸ τῆς ἰδέας, ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τοῦ ἱδρύματος τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης νὰ ἐγκαταστήσωσιν ὅ,τι ἀλλαχοῦ ἐγκατέστησαν ὑπὸ ἄλλας συνθήκας καὶ ἄλλας περιστάσεις, ἵδρυμα λαϊκῆς ἀλληλοβοηθείας. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐν Γερμανίᾳ καὶ ἐν τῇ βορείῳ Ἰταλίᾳ συνεστάθησαν πρὸ πολλοῦ καὶ λειτουργοῦσιν εὐδοκίμως λαϊκαὶ Τράπεζαι ἐκ πρωτοβουλίας ἰδιωτικῆς, ἤτοι διὰ τῆς κοινοπραξίας τῶν μελῶν τῶν κοινοτήτων. Δυστυχῶς τὰ κοινωνικὰ ἡμῶν ἤθη δὲν προήχθησαν εἰσέτι, καὶ ἡ ἐν γένει κοινωνικὴ κατάστασις ἡμῶν, ἴσως δὲ καὶ ἡ κατάστασις τῆς παρ’ ἡμῖν δικαιοσύνης, δὲν συνετέλεσεν, ὅπως τὸ εἶδος τοῦτο τῶν Τραπεζῶν ᾖ δυνατὸν νὰ εὐδοκιμήσῃ παρ’ ἡμῖν. Δὲν φρονῶ, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὅτι δὲν ἐφρόντισαν αἱ Κυβερνήσεις νὰ χειραφετήσωσιν ἢ διδάξωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅπως τοιαῦτα νομοθετήματα εὐκόλως εἰσάγωνται καὶ εὐδοκίμως λειτουργῶσι παρ’ ἡμῖν. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἔχομεν νόμον περὶ ἀγροφυλακῆς, διὰ τοῦ ὁποίου δίδεται εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν πεφυτευμένων καὶ καλλιεργουμένων γαιῶν τὸ δικαίωμα νὰ συνέρχωνται καὶ ἐκλέγωσιν αὐτοὶ τοὺς ἀγροφύλακας, ἐν τούτοις γνωρίζετε πάντες, ὅτι μόλις κατὰ τὸ ⅒ κατωρθώθη τοιαύτη κοινοπραξία, τὸ ἀποτέλεσμα δὲ εἶναι, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο μετεβιβάζετο εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον πρότερον, νῦν δὲ μεταβιβάζεται εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχήν, ἐντεῦθεν δὲ ἄπειρα ἐγείρονται παράπονα. Ἀλλὰ μόνον τοῦτο τὸ παράδειγμα ἔχομεν; Εἴχομεν ἐνταῦθά τινας, οἱ ὁποῖοι, νομίζοντες ὅτι ἠδύναντο νὰ λειτουργήσωσιν ἀπροσκόπτως τοιοῦτοι θεσμοὶ καὶ παρ’ ἡμῖν, ἵδρυσαν τοιαῦτα ἱδρύματα, λαϊκὰς Τραπέζας. Τίς δὲν ἐνθυμεῖται τὸν μακαρίτην Ἀριστείδην Οἰκονόμου, ὁ ὁποῖος προσεπάθησε νὰ εἰσαγάγῃ τὸ σύστημα αὐτὸ εἴς τινα σωματεῖα καὶ κοινότητας; Ὅτε δὲ τὸ πρῶτον ἐν τῷ χάρτῃ ἐχαράχθησαν τὰ περὶ τούτων, πολλοὶ ἐθαύμασαν τὴν ἱκανότητα καὶ φιλοπατρίαν τοῦ Ἀρ. Οἰκονόμου· ἀλλὰ πρὶν ἢ δοθῇ λογοδοσία τῆς διαχειρίσεως τῶν Τραπεζῶν ἐκείνων καὶ πρὶν ἢ παρέλθῃ τὸ πρῶτον ἔτος τὰ ἱδρύματα ἐκεῖνα εἶχον ἐξαφανισθῆ. Διατὶ νὰ μὴ ὠφεληθῶμεν μιᾶς εὐκαιρίας, τὴν ὁποίαν μᾶς παρουσίασε τὸ ἐξ ἀγαθῆς συμπτώσεως προκῦψαν χρηματικὸν ποσὸν ἐκ τῆς διαθέσεως τοῦ σταφιδοκάρπου, καὶ νὰ ἐγκαταστήσωμεν, ἔστω καὶ ἀναγκαστικῶς, αὐτὴν τὴν λαϊκὴν Τράπεζαν; Δὲν δυνάμεθα τοιαύτην Τράπεζαν νὰ ἐγκαταστήσωμεν εἰς πᾶσαν σταφιδοφόρον ἐπαρχίαν ἢ δῆμον, διότι δὲν εἶναι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἔχομεν εἰς τὴν διάθεσίν μας, τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν ν’ ἀποτελεσθῇ ἰδία Τράπεζα κατ’ ἐπαρχίαν. Ἀναγκαίως λοιπὸν πρέπει ν’ ἀποδεχθῶμεν τὸ ἑνιαῖον τῆς Τραπέζης ταύτης, τοὐλάχιστον ἐν ἀρχῇ. Ἔπρεπε νὰ ἐκλεχθῇ εἷς τόπος, ἵνα ἑδρεύῃ τὸ πιστωτικὸν τοῦτο ἵδρυμα, νομίζω δὲ, ὅτι καταλλήλως ἐξελέχθη ἡ πόλις τῶν Πατρῶν, ἥτις ἀποτελεῖ, καὶ ὑπὸ ἄποψιν γενικοῦ ἐμπορίου καὶ ὑπὸ ἄποψιν σταφιδικοῦ ἐμπορίου, τὸ κέντρον. Γινώσκομεν, ὅτι ἐν Πάτραις ὑπάρχουσιν ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι δύνανται ν’ ἀναλάβωσι τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἱδρύματος αὐτοῦ· γινώσκομεν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἄνδρες, οἵτινες ἐπὶ ἔτη πολλὰ ἀσχολοῦνται εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα τῆς σταφιδοπαραγωγῆς. Ἀλλ’ ὑπῆρξεν, ὡς εἶπεν εἷς τῶν κυρίων Βουλευτῶν, δυσπιστία τις, ἀνεπτύχθη πνεῦμα ἀντιπατραϊκόν, ἐξ οὗ ὠθούμενοι καὶ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν οἱ ἀντιπρόσωποι προέβαλον τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον, ἐν Πάτραις τὰ πάντα νὰ συγκεντρωθῶσιν. Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἠδύναντο καὶ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν οἱ ἀντιπρόσωποι νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὸ Συμβούλιον, διότι τῶν Πατρῶν οἱ ἀντιπρόσωποι δὲν ἀποτελοῦσι τὴν πλειονοψηφίαν. Αἱ Πάτραι εἶναι ὡς εἷς πρὸς 24. Ἀλλ’ ἴσως μᾶς προβάλωσι τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν οὗτοι νὰ ἐγκατασταθῶσιν ἐν Πάτραις· ἀλλὰ καὶ περὶ τούτου, φρονῶ, δύναται νὰ ληφθῇ πρόνοια· ἐν ᾗ περιπτώσει προβληθῇ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, θὰ ἦναι εὔκολον νὰ δοθῇ καὶ ἀμοιβή τις εἰς αὐτοὺς, ὅπως διαμένωσιν ἐν Πάτραις. Προεβλήθη ὅμως καὶ ἕτερον ἐπιχείρημα· εἶναι εὔλογον, ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ συναθροίζηται ἐν Πάτραις, νὰ παραμένῃ ἐν Πάτραις, νὰ διανέμηται ἐν Πάτραις; Ὅσοι εἶπον τοῦτο δὲν ἔχουν ἀναγνώσει τὸ νομοσχέδιον, διότι τὸ νομοσχέδιον παραδέχεται ἄνευ τοῦ ἐλαχίστου ἐνδοιασμοῦ, ὅτι συμμέτοχοι τῆς Τραπέζης ἐν τῇ διευθύνσει τῆς Τραπέζης, ἐν τῇ διαθέσει τοῦ ποσοῦ, εἶναι οἱ σταφιδοκτήμονες, κατὰ λόγον τῆς εἰσφορᾶς αὑτῶν ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῆς ἀποταμιεύσεως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγεννήθησαν ἐνδοιασμοὶ περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 21, ὡς διετυπώθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, προέβαλον ἤδη νὰ διατυπωθῇ τοῦτο ὡς ἑξῆς: «Τὸ κατ’ ἔτος διαθετέον ποσὸν πρὸς χορηγίαν δανείων ἐπὶ καλλιεργείᾳ κατανέμεται εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παραχθέντος ἐξ ἑκάστης αὐτῶν κατὰ τὸν μέσον ὅρον τῶν ἀμέσως προηγουμένων τριῶν ἐτῶν σταφιδοκάρπου... Τὸ εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν ἀνῆκον ποσὸν τίθεται ὑπὸ τὴν διαχείρισιν τοῦ ἁρμοδίου ὑποκαταστήματος ἢ πρακτορείου τῆς Τραπέζης, καὶ διατίθεται ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας τῆς περιφερείας του, ἀναλόγως τῆς μετοχῆς ἑκάστου σταφιδοκτήμονος.»
§183Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δύναται νὰ ὑποστῇ ζημίαν μία τῶν ἐπαρχιῶν τὸ προηγούμενον ἔτος.
§184ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο ἐτέθη ὁ μέσος ὅρος τῶν τριῶν παρελθόντων ἐτῶν. Ἀλλὰ πολλοὶ ἐξεδηλώθησαν ἐντεῦθεν ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων ἐνδοιασμοί, ἂν ὄντως τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον πρόκειται ὑπὸ τῆς Τραπέζης νὰ διατεθῇ εἰς δάνεια ἐπὶ καλλιεργείᾳ, εἶναι εἰσπράξιμον, καίτοι εὑρέθη ἕτερος Βουλευτής, ὁ ὁποῖος εὗρεν, ὅτι τοσαύτη λαμβάνεται πρόνοια διὰ τοῦ νομοσχεδίου πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δανείων τούτων, ὥστε ἡ Τράπεζα θὰ δύναται νὰ λάβῃ χρήματα ὅθεν καὶ ἂν ζητήσῃ, διότι τὰ χρήματά της εἶναι ἐξησφαλισμένα μὲ τὰς περιφρουρήσεις, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ νομοσχέδιον. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι πιθανὸν καί τινες ἀπώλειαι νὰ συμβῶσιν, ἀλλ’ αἱ ἀπώλειαι αὗται ἔσονται ἐλάχισται, διότι πρωτίστως συμβάλλει τὸ συμφέρον τοῦ σταφιδοκτήμονος, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ δανεισθῇ, ὅπως ᾖ ἀκριβὴς καὶ ἐμπρόθεσμος. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν εἶναι πάντες τίμιοι εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ἐξ ἰδανικοῦ τινος λόγου· οἱ πλεῖστοι τῶν τιμίων ἀνθρώπων εἶναι τοιοῦτοι ἐκ συμφέροντος, διότι ἡ τιμιότης εἶναι ἐφόδιον μέγα. Ὅταν λοιπὸν σκεφθῇ ὁ λαβὼν τὰς 500 δραχμὰς ὡς δάνειον, ὅτι, ἂν δὲν ἐπιστρέψῃ αὐτὰς, θὰ εὕρῃ κλειστὴν τοῦ λοιποῦ τὴν θύραν τῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία τοκίζει μὲ 5% μόνον, καὶ ὄχι μόνον θὰ εὕρῃ κλειστὴν τὴν θύραν αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ ὅτι θὰ ἐξακολουθῇ νὰ συνεισφέρῃ χωρὶς νὰ μετέχῃ εἰς τὰ ὀφέλη αὐτῆς, βεβαίως θὰ ὑποβληθῇ εἰς πᾶσαν θυσίαν, ἵν’ ἀποδώσῃ ἐμπροθέσμως ὅ,τι ἐδανείσθη. Ἔχω πεποίθησιν ἀκράδαντον, ὅτι τὸ ἵδρυμα τοῦτο, καλῶς διευθυνόμενον, μετὰ παρέλευσιν πέντε ἐτῶν θὰ ἔχῃ κεφάλαιον 12 ἑκατομμύρια, ἂν ὄχι περισσότερα. Αἱ ἀπώλειαι αἱ μικραὶ, τὰς ὁποίας θέλει ἔχει ἐκ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ διαθέσῃ, δὲν θὰ ἦναι ποτὲ ἀνώτεραι τοῦ ἡμίσεος τῶν τόκων, τοὺς ὁποίους θὰ εἰσπράττῃ. Ἂν διαθέτῃ 5 ἑκατομμύρια, θὰ ἔχῃ 250,000 εἰσόδημα κατ’ ἔτος· οὐδέποτε αἱ ἀπώλειαι θέλουσιν ὑπερβῆ τὸ ἥμισυ, καὶ διὰ τοῦτο ὀλίγην ὑπολογίζω τὴν αὔξησιν τοῦ κεφαλαίου, μάλιστα κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη, ἐκ τῶν τόκων, τοὺς ὁποίους θὰ εἰσπράττῃ· πρὸ παντὸς ὑπολογίζω ἐπὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θέλει προστεθῆ εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς Τραπέζης ἐκ τῆς εἰσφορᾶς· διότι, ἐὰν ὑπολογίσητε ἐπὶ 300 ἑκατομμυρίων πρὸς 15%, ἔχομεν 45 ἑκατομμύρια· ἐκ τῶν 45 τούτων ἑκατομμυρίων εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἔχῃ ἡ Τράπεζα ἓν εἰσόδημα κατ’ ἔτος 1,500,000, κατὰ τὸ διάστημα δὲ τῶν πέντε ἐτῶν θὰ ἔχωμεν προσθήκην ἐξ 7,500,000 εἰς τὰ 5 ἑκατομμύρια· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, δὲν νομίζετε, ὅτι δύναται νὰ μεταβληθῇ εἰς κτηματικὴν Τράπεζαν καὶ νὰ συντελέσῃ εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν παλαιῶν χρεῶν; Ἀλλ’ ἐρρήθη ἐντεῦθεν, ὅτι, καίτοι ἡ ἐργασία αὕτη, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸν διακανονισμὸν τῶν χρεῶν, εἶναι σοβαρὰ καὶ ἔπρεπε ν’ ἀποτελῇ ἕνα τῶν κυριωτέρων σκοπῶν τῆς συστάσεως τῆς Τραπέζης, ἐπιπολαίως ῥίπτεται ἡ ἰδέα αὕτη εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἁπλῆ μελέτη, διὰ δαπάνης 50,000 δραχμῶν. Μοὶ παρεστάθη ὄντως εἰδεχθεστάτη ἡ εἰκὼν τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ Διάβολος δὲν εἶναι τόσον μαῦρος, ὅσον τὸν παριστάνουν· ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ὑπάρχει μία μερὶς σταφιδοκτημόνων δυστυχὴς, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ μερὶς σταφιδοκτημόνων, ἡ ὁποία εἶναι ἀπηλλαγμένη χρεῶν, ὡς ἐκ τούτου δὲ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ γένηται μία μελέτη, ὅπως ἐξακριβωθῇ ἡ κατάστασις αὕτη, καὶ δι’ αὐτὸ ἀνέγραψα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὡς μίαν ἐργασίαν τῆς Τραπέζης, αὐτὴν τὴν μελέτην, ν’ ἀνατεθῇ δηλονότι εἰς εἰδικοὺς ἡ ἐξέτασις τῶν βιβλίων τῶν ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν καὶ ἐν γένει ἡ ἐξεύρεσις τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων. Μετὰ ἓν ἔτος θὰ γνωρίζῃ βεβαίως ἡ Τράπεζα πόσα κτήματα ἐπιβαρύνονται μὲ μεγάλα δάνεια, καὶ πόσαι ἄλλαι σταφιδόφυτοι ἐκτάσεις εἶναι βεβαρημέναι μὲ δάνεια, τῶν ὁποίων τὸ ποσὸν εἶναι κατώτερον τῆς ἀξίας αὐτῶν...
§185ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πεντήκοντα χιλιάδες εἶναι πολλαί.
§186ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον, ὅτι καὶ αἱ πεντήκοντα χιλιάδες πρέπει νὰ δαπανηθῶσιν· ἂν δύναται νὰ γείνῃ τὸ ἔργον καὶ μὲ τριάκοντα χιλιάδας, βεβαίως τὸ Συμβούλιον τῆς Τραπέζης δὲν θὰ ἦναι διατεθειμένον νὰ δαπανήσῃ πεντήκοντα χιλιάδας. Ἀλλ’ εἰς τὴν Τράπεζαν ταύτην ἐγὼ ἀποδίδω πολλὴν σημασίαν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι διὰ τοῦ ἱδρύματος τούτου θὰ καταστήσωμεν μίαν ἀρχὴν, ἥτις θὰ ἀσχολῆται ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ συμφέρον τῆς σταφίδος. Μέχρι τοῦδε ἦσαν πολλοὶ οἱ ἐκ τυπικοῦ καθήκοντος ὀφείλοντες νὰ μεριμνῶσι περὶ τῆς σταφίδος, ἀλλ’ οὐδεὶς ἠσχολεῖτο πράγματι. Ἐμερίμνων καὶ ἰδιῶται καὶ Ὑπουργεῖα καὶ Δημοτικὰ Συμβούλια, ἀλλὰ πάντες κεχωρισμένως καὶ ἄνευ συστήματος· ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ὅταν ἔχωμεν μίαν Τράπεζαν καλῶς συγκεκροτημένην, ἡ ἐργασία αὕτη πρὸς ἐπέκτασιν τῆς καταναλώσεως; θὰ γίνηται σκοπιμώτερον. Τινὲς εὗρον, ὅτι ἡ ἀπασχόλησις αὕτη τῆς Τραπέζης δὲν θὰ δώσῃ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα· ἐγὼ δὲν ἔχω αὐτὴν τὴν ἰδέαν· φρονῶ, ὅτι οὐδεμία πρέπει νὰ παραλειφθῇ ἐνέργεια, ἀφορῶσα εἰς τὴν ἐπέκτασιν τῆς καταναλώσεως σταφίδος· καὶ ἡ διὰ τοῦ τύπου ἐργασία, καὶ ἡ δι’ ἀποστολῶν τινων ἐν μέτρῳ καὶ ὑπὸ τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας διεξάγεται πάντοτε τοιαύτη ἐργασία, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξεύρωσι νέας ἀγορὰς καταναλώσεως τοῦ προϊόντος. Οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει ὅτι ἡ ὁριστικὴ λύσις τῆς σταφιδικῆς κρίσεως εἶναι ἡ εὔρυνσις τῆς καταναλώσεως οὕτως, ὥστε πᾶν τὸ παραγόμενον ποσὸν νὰ εὑρίσκῃ κατανάλωσιν. Πρὸς τί δὲ λαμβάνομεν τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφόμενα μέτρα; Ἵνα συγκρατήσωμεν τὴν παραγωγὴν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μὴ καταστραφῇ ἐθνικὸς πλοῦτος, κτηθεὶς διὰ τοσούτων θυσιῶν, μέχρις οὗ εὑρεθῶσι νέαι ἀγοραὶ καὶ κατορθωθῇ ἡ κατανάλωσις παντὸς τοῦ προϊόντος. Εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν ἀποδίδω πολλὴν σπουδαιότητα ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην. Μέχρι τοῦδε δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀρχὴ ἐκπροσωποῦσα τὰ συμφέροντα τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, δηλ. μεριμνῶσα ἀποκλειστικῶς περὶ τοῦ πολυτιμοτέρου τῶν ἑλληνικῶν προϊόντων καὶ ζητοῦσα πᾶσαν εὐκαιρίαν, ὅπως καὶ εἰς τὴν ἀπόκτησιν τῆς καταναλώσεως ἀσχοληθῇ καὶ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ποιότητος τῆς καλλιεργείας, καὶ περὶ πολλῶν ἄλλων θεμάτων, συνδεομένων μετὰ τῆς παραγωγῆς. Ὁμολογουμένως περὶ πολλῶν πρέπει ν’ ἀσχοληθῇ, διότι τίς δύναται νὰ θεωρήσῃ ἀβάσιμον τὸν φόβον, μήπως ἔχομεν, ὃ μὴ γένοιτο, προσβολήν τινα ἐκ τῆς φυλλοξήρας; Τὸ ἀπεύχομαι ἐκ μέσης ψυχῆς, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία εἰδικὴ ἀρχὴ, ἵνα προλάβῃ τὴν μετάδοσιν αὐτῆς. Ὑπάρχει ἰδέα, ὅτι τὸ κλῆμα τῆς σταφιδαμπέλου δὲν εἶναι δεκτικὸν προσβολῆς· ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει βάσιμος ἐπιστημονικὴ πεποίθησις. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐὰν δὲν εἴχομεν τὴν εὐκολίαν τῆς ἐκποιήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου, ὁ ὁποῖος εἰσήχθη εἰς τὰς ἀποθήκας ἀντὶ φόρου, ἔπρεπεν αὐτὸ τὸ Δημόσιον νὰ ὑποστῇ βάρος, διὰ νὰ καταστήσῃ μίαν τοιαύτην ἀρχὴν, εἰδικῶς ἀσχολουμένην εἰς τὰ τῆς σταφίδος. Τοῦτο δ’ ἐπιτυγχάνομεν σήμερον διὰ τῆς συστάσεως τῆς Τραπέζης αὐτῆς. Νομίζω, ὅτι ὀφείλω ἐξηγήσεις τινὰς καὶ ἐπί τινων ἑτέρων ἀποριῶν, αἵτινες ὑπεβλήθησαν ὑπὸ ἀξιοτίμων τινῶν Βουλευτῶν. Δύο ἀξιότιμοι ἐξ Ἀττικῆς Βουλευταὶ καὶ τελευταῖος ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἠγόρευσαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν χρησιμοποίησιν τοῦ σταφιδοκάρπου τοῦ εἰσαγομένου εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς ἀποταμιεύσεως. Μέχρι τοῦ παρελθόντος ἔτους οἱ νόμοι, οἱ ἐπιβάλλοντες τὸ σύστημα τοῦτο τῆς φορολογίας, ἐπέτρεπον, ὅπως ὁ σταφιδόκαρπος χρησιμοποιῆται πρὸς πᾶσαν βιομηχανικὴν χρῆσιν ἐν Ἑλλάδι, ἑπομένως ἐπετρέπετο, ἵνα χρησιμοποιῆται καὶ πρὸς οἰνοποιίαν, πρὸς κατασκευὴν σιροπίου, ἢ καὶ κατασκευὴν μιστελίου, τὸ ὁποῖον ὀλίγον διαφέρει τοῦ σιροπίου. Ὡς ἐκ τούτου μάλιστα ἐν Πάτραις κατάστημα ἴδιον ἱδρύθη, κυρίως ἀσχολούμενον εἰς τὴν οἰνοποίησιν τῆς σταφίδος, ἐνταῦθα δὲ εἰδικὸν ἐργοστάσιον, διευθυνόμενον ὑπὸ ἱκανωτάτων προσώπων, τιμώντων τὴν ἑλληνικὴν βιομηχανίαν, πρὸς κατασκευὴν μιστελίου. Τοσαύτη δὲ ὑπῆρξεν ἡ κυβερνητικὴ εὔνοια πρὸς ἵδρυσιν καὶ ἐνίσχυσιν τῶν βιομηχανιῶν αὐτῶν, ὥστε, ὅτε διὰ Β. Διατάγματος ἐκανονίσθησαν τὰ τῶν τιμῶν τοῦ σταφιδοκάρπου, ὁ σταφιδόκαρπος, ὁ ὁποῖος ἠγοράζετο πρὸς κατασκευὴν σιροπίου, ἐπωλεῖτο κατὰ δέκα δραχμὰς ὀλιγώτερον.
§187Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ ποίαν ἐποχήν;
§188ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ βασιλικὸν τοῦτο διάταγμα ὑφ’ ὑμῶν, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, προεκλήθη. Ὅτε εἶχον τὴν τιμήν, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὸ 1897 νὰ εἰσαγάγω τὸ νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου περὶ τῆς εἰς εἶδος ἀποδόσεως ἑνὸς ποσοστοῦ τοῦ ἐπὶ τῆς σταφίδος ἐγγείου φόρου, ἐξηγέρθησαν πολλοὶ τῶν Βουλευτῶν, ἰδίως οἱ ἐκ Τριφυλίας καὶ Μεσσηνίας, οἱ ὁποῖοι ἐξεδήλωσαν ὑπονοίας βαρυτάτας, ὅτι αὐτὸ τὸ σιρόπιον, τὸ κατασκευαζόμενον ἐκ σταφιδοκάρπου τῶν ἀποθηκῶν τῆς ἀποταμιεύσεως, μεταποιεῖται εἰς τὴν Εὐρώπην εἰς οἶνον, καὶ οὕτω παρακωλύεται ἡ κατανάλωσις τοῦ διὰ τοῦ ἐμπορίου ἐξαγομένου σταφιδοκάρπου ἐν Εὐρώπῃ, ὅστις ἐχρησίμευε πρὸς κατασκευὴν οἴνου. Τόση δὲ ὑπῆρξεν ἡ ἐξέγερσις τῆς Βουλῆς, ὥστε ἠναγκάσθην νὰ δώσω τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι δὲν θέλω ἐπιτρέψει νὰ πωληθῇ σταφὶς πρὸς τοιαύτην χρῆσιν καὶ ἐπὶ τιμῇ κατωτέρᾳ. Καὶ ἐγὼ μὲν ἐτήρησα τὴν ὁποίαν ἔδωκα ὑπόσχεσιν, ἀλλ’ ὁ διάδοχός μου δὲν εἶχεν ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ νόμου, καὶ ἀνέῳξε τὰς πύλας τῶν ἀποθηκῶν. Ὅτε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐψηφίζετο ὁ νόμος τῆς ἰσχύος τοῦ αὐτοῦ νόμου ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τοῦ 1898, ἡ σύστασις τῶν Βουλευτῶν ὑπῆρξεν ἐπιτακτική, ἠναγκάσθη δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποδεχθῇ τὴν ἀπαγορευτικὴν διάταξιν, ἥτις καὶ ἀνεγράφη ἐν τῷ νόμῳ. Ἐκ τούτου δὲ καὶ ἡ Διεύθυνσις τῶν ἐργοστασίων ἐνταῦθα καὶ ἡ ἐν Πάτραις ἤγειραν παράπονα, καὶ ἐν τῷ Σταφιδικῷ Συνεδρίῳ, ὅπερ κατὰ Ὀκτώβριον παρελθόντος ἔτους συνῆλθεν ἐν Πάτραις, προσεπάθησαν οἱ διευθυνταὶ νὰ πείσωσι τὰ μέλη τοῦ Συνεδρίου, ὅτι ἡ οἰνοποίησις δὲν βλάπτει, ὡς δὲν βλάπτει καὶ ἡ κατασκευὴ μιστελίου· ὁ διευθυντὴς δὲ τοῦ ἐνταῦθα ἐργοστασίου ὑπεστήριξεν, ὅτι, καὶ ἂν ἤθελε παρακωλυθῆ ἡ χρησιμοποίησις τοῦ σταφιδοκάρπου τῆς παρακρατήσεως πρὸς κατασκευὴν μιστελίου, ἤθελε βλαφθῆ ἡ ἑλληνικὴ βιομηχανία, διότι τὸ μιστέλιον ἤθελε κατασκευάζεσθαι ἐν ἄλλαις χώραις ἐξ ἑτέρων ὀπωρῶν. Τὸ Συνέδριον ἐφάνη πεισθέν, ὅτι οὕτως εἶχε τὸ πρᾶγμα, καὶ ἀπεφάνθη, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ μὴ παρακωλυθῇ ἡ κατασκευὴ μιστελίου ἐκ σταφίδος. Ὡς ἐκ τούτου, ὅτε τὸ πρῶτον παρεσκεύασα τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔστειλα εἰς τοὺς ἀσχολουμένους περὶ τὰ σταφιδικά, ἀνέγραψα ἐν αὐτῷ, ὅτι ὁ σταφιδόκαρπος τῶν ἀποθηκῶν θὰ χρησιμοποιῆται πρὸς πᾶσαν ἐσωτερικὴν βιομηχανίαν. Ἔχω πάσας τὰς ἐγκυκλίους, τὰς ὑποβληθείσας ἐπὶ τῇ προκλήσει ἐμοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Πάντες διαμαρτύρονται κατὰ τῆς τοιαύτης χρησιμοποιήσεως τοῦ προϊόντος. Ἀνέμενον ἀναγκαίως νὰ ἴδω ὁποίαν γνώμην ἤθελεν ἔχει ἡ «Σταφιδικὴ Ἕνωσις», διότι ἀποτελεῖται ἀπὸ ἄνδρας, οἵτινες ἐπρώτευσαν ἐν τῷ Συνεδρίῳ· ἀλλὰ καὶ ἡ ἔκθεσις αὐτῶν δὲν εἶναι ἀπηλλαγμένη τῶν τοιούτων ὑπονοιῶν· προβάλλουσι δὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Τραπέζης τῆς Σταφιδικῆς· ἂν τοῦτο πεισθῇ, ὅτι δὲν παραβλάπτεται τὸ συμφέρον τῆς σταφιδοπαραγωγῆς ἐκ τῆς τοιαύτης βιομηχανίας, δύναται νὰ ἐπιτραπῇ βραδύτερον ἡ πώλησις καὶ πρὸς τοιαύτην χρῆσιν. Πάντες δὲ ζητοῦσιν ἀποκλειστικῶς νὰ χρησιμοποιῆται ὁ σταφιδόκαρπος πρὸς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος. Ἐν τούτοις ὁμολογῶ, ὅτι ἔχω πεποίθησιν, ὅτι τὸ ἐργοστάσιον, περὶ οὗ ἐγένετο μνεία, θέλει συντελέσει εἰς τὴν κατανάλωσιν ἑνὸς ποσοστοῦ τοῦ εἰς τὰς ἀποθήκας εἰσαχθησομένου σταφιδοκάρπου. Ἔθηκα δὲ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὴν περὶ τούτου διάταξιν δυνητικήν, ὅπως ἐν τῷ μεταξὺ γένωνται μελέται ὑπ’ αὐτῆς τῆς Διοικήσεως τῆς Τραπέζης, ἥτις ἔχει συμφέρον νὰ δώσῃ πᾶσαν διέξοδον εἰς τὸν σταφιδόκαρπον. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν διετύπωσα οὕτω τὸ ἄρθρον.
§189Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Δὲν καταθέτετε τὰς ἐγκυκλίους εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὅπως λάβωμεν γνῶσιν;
§190ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔπρεπε καὶ ἡμεῖς νὰ εἴχομεν γνῶσιν τούτων.
§191ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατετέθησαν ἐν τῇ εἰσαγωγῇ τοῦ νομοσχεδίου. Προεβλήθη ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων, Βουλευτῶν τῶν ἐκπροσωπούντων τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας τροποποίησίς τις ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ σταφιδοκάρπου εἰς τὰς ἀποθήκας, διότι οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἀντιπαρακρατητικῶν ἐπαρχιῶν ἰσχυρίσθησαν, ὅτι αὐτοὶ δὲν αἰσθάνονται τὴν παρακράτησιν λειτουργοῦσαν παρ’ αὐτοῖς· ἐπρότειναν δὲ, ὅπως οἱ ἐξάγοντες διὰ τὴν ἀλλοδαπὴν σταφιδόκαρπον ἐκ τῶν λιμένων τῆς ἐπαρχίας, ἣν ἀντιπροσωπεύουσιν, ὑποχρεωθῶσι νὰ εἰσάγωσιν εἰς τὰς ἀποθήκας σταφιδόκαρπον τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας. Καὶ πρὸς τὴν πρότασιν ταύτην δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ προσχωρήσω. Προεβλήθη ὅμως ἑτέρα τροπολογία ἢ μᾶλλον προσθήκη εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι γίνεται κατάχρησις τῶν ἐμβλημάτων ὑπὸ τὸ κρατοῦν σύστημα, ἐνόσῳ ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἐν Αἰγίῳ ἀποθήκην εἰσαγωγὴ σταφιδοκάρπου ἐξ ἄλλων ἐπαρχιῶν· διότι ἐπὶ τῇ προφάσει ταύτῃ εἰσέρχεται εἰς τὴν Αἰγιάλειαν σταφὶς παραχθεῖσα εἰς ἄλλας ἐπαρχίας καὶ ἐξέρχεται αὕτη μὲ τὸ σῆμα τῆς Αἰγιαλείας, ὅπερ παραβλάπτει τὰ συμφέροντα τῶν σταφιδοκτημόνων Αἰγιαλείας. Τὸ ἄτοπον τοῦτο δύναται νὰ ἀρθῇ διὰ κανονισμοῦ νέου, ἤτοι διὰ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ σημάτων. Δύναται ἐν τούτοις νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ διάταξις, ὅπως μὴ ἐπιτρέπηται εἰσαγωγὴ ξένης σταφίδος εἰς τὴν Αἰγιάλειαν. Ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν νόμων περὶ τῆς εἰς εἶδος ἀποδόσεως ποσοστοῦ τοῦ ἐγγείου φόρου τῆς σταφίδος εἶχε γείνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχή, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ χρησιμοποιῶνται αἱ ἀποδείξεις ἀποταμιεύσεως, εἰμὴ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ σταφιδικοῦ ἔτους. Αὐτὴν τὴν ἀρχὴν εὗρον ἐφαρμοζομένην ὑπὸ τῶν προκατόχων μου. Ὅτε ἀνέλαβον τῷ 1897 τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐτήρησα τὴν ἀρχὴν ταύτην. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, περὶ οὗ συζητοῦμεν, ἀνέγραψα διάταξιν κανονίζουσαν τὰ περὶ τούτου, ὥστε ἐν τῇ ἐφαρμογῇ νὰ μὴ γεννῶνται δισταγμοί. Προβάλλεται νῦν ὑπό τινων Βουλευτῶν ἡ παρατήρησις, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δύναται νὰ παραγάγῃ ἀδικήματα, καθόσον εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσι κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ σταφιδικοῦ ἔτους κάτοχοι ἀποδείξεων ἀποταμιεύσεως, ἐκδοθεισῶν κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος. Τὴν παρατήρησιν ταύτην δὲν εὑρίσκω ὀρθήν, διότι ὁ εἰσάγων εἰς τὰς ἀποθήκας σταφιδόκαρπον σκοπεῖ εἰς τὴν ἄμεσον ἐξαγωγὴν διὰ τοῦ τελωνείου ἀναλόγου ποσότητος σταφίδος καὶ οὐχὶ πρὸς ἁπλῆν κερδοσκοπικὴν ἀποταμίευσιν. Δὲν ἐνόησα ποτὲ νὰ μεταβάλω τὰς ἀποθήκας ἀποταμιεύσεως εἰς γενικὰς ἀποθήκας, ὥστε νὰ δύνηται πᾶς σταφιδοκτήμων νὰ τοποθετῇ τὸν σταφιδόκαρπον, νὰ λαμβάνῃ ἀπόδειξιν καὶ ἐμπορεύηται τὰ δελτία τῆς παρακρατήσεως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γίνηται ἀμέσως ἡ ἐξαγωγὴ ἕνεκα τυχὸν κωλύματος, ἐνόμισα ὅτι ἠδυνάμην νὰ τροποποιήσω τὸ ἄρθρον τοῦτο, παραδεχόμενος διορίαν ἑνὸς μηνὸς μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ σταφιδικοῦ ἔτους. Οὕτω προλαμβάνεται πᾶν ἀδίκημα. Δὲν δύναμαι νὰ καταλίπω τὸ βῆμα, πρὶν ἢ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἄρθρον 18, περὶ οὗ ἐγένετο λόγος, ἤτοι περὶ τῆς περιπτώσεως, καθ’ ἣν ἤθελεν εἰσαχθῆ τὸ μονοπώλιον τῶν οἰνοπνευμάτων, χορηγουμένης διὰ τοῦ νόμου τῆς ἀδείας, ὅπως προβῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς δοκιμαστικὰς ἐργασίας πρὸς λειτουργίαν ἐργοστασίου, εἴτε ἰδίου εἴτε ἐνοικιαζομένου παρ’ ἄλλου. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος εὗρεν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἰσάγει ἀτόπως τὸ μονοπώλιον. Κατὰ τῆς διατάξεως ταύτης δριμύτερον ἐπετέθη ὁ κύριος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ὅστις εἶπεν, ὅτι, ὅταν ἔλθῃ ὁ χρόνος τῆς νομοθετήσεως τοῦ μονοπωλίου, θὰ εὑρεθῶμεν ἀντιμέτωποι. Γινώσκει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι οὐδέποτε ἐδίστασα νὰ ὑποστηρίξω τὰς πεποιθήσεις μου ἀπέναντι οἱουδήποτε. Καὶ ἐν τῷ προκειμένῳ θέματι θέλω προθύμως ἀντιμετωπίσει αὐτὸν ἐν τῷ καταλλήλῳ χρόνῳ. Ἐλπίζω, ὅτι θὰ εὑρεθῶ εἰς θέσιν νὰ ὑποβάλω εἰς προσεχῆ τινα Σύνοδον τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον. Ἀλλὰ περὶ τούτου νῦν δὲν πρόκειται. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 18 ἕνα ἔχει σκοπόν, νὰ μὴ δώσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς διοικοῦντας τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν νὰ ἀρνηθῶσι τὴν πώλησιν σταφίδος εἰς τὸ μονοπώλιον, ὅταν τοῦτο συσταθῇ, καὶ σύναμα νὰ ἐπιτρέψῃ μίαν δοκιμαστικὴν ἐργασίαν, οὐχὶ βεβαίως μὲ τὸν Ἔφορον ἢ τὸν Γραμματέα τῆς Ἐφορίας, ἀλλὰ μὲ εἰδικοὺς ἄνδρας, μετακαλουμένους ἐξ Εὐρώπης, ὅπως κατορθωθῇ νὰ κατασκευάσωσιν ἐκ τῆς σταφίδος ἀπόσταγμα οἴνου (κονιάκ). Γινώσκομεν, ὅτι τὸ τοιοῦτον ἀπόσταγμα μετὰ πενταετίαν πωλεῖται ἐν Γαλλίᾳ πρὸς 200 φράγκα τὸ ἑκατόλλιτρον. Ἀλλὰ μέχρι τοῦδε εἰς Γαλλίαν δὲν εἰσήχθη ἀπεσταγμένος οἶνος ἐκ σταφίδος, ἵνα γινώσκωμεν ὁποίαν τιμὴν θὰ ἔχῃ. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὑπαγορεύων τὴν δοκιμαστικὴν ἐργασίαν, περὶ ἧς προβλέπει τὸ ἄρθρον 18. Ἐγὼ καὶ ἄλλοι φρονοῦμεν, ὅτι θὰ ᾖναι μία πηγὴ οὐ μόνον προσόδου τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ ἐθνικοῦ πλούτου, ἂν μεταβάλωμεν τὸ προϊόν τῆς παρακρατήσεως παρ’ ἡμῖν εἰς ἀπεσταγμένον οἶνον· ἐνῷ δὲ ἡμεῖς πρὸς τοῦτο κυρίως εἰσηγάγομεν τὴν ἰδέαν αὐτὴν εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὁ κύριος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος ἔψεξε ταύτην. Οὔτε ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς οὐδ’ ἐγὼ εἴμεθα ἐκ τῶν εἰδικῶν πρὸς τοῦτο ἀνδρῶν· δύναμαι ὅμως νὰ βεβαιώσω, ὅτι ὁλόκληρον τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὰς ἀποθήκας, δύναται νὰ μετασκευασθῇ εἰς οἰνόπνευμα ἢ καὶ εἰς ἀπεσταγμένον οἶνον εἰς δύο ἐργοστάσια, ὥστε ἡ ἔλλειψις τῶν 45 ἐργοστασίων, ἅτινα θὰ παύσωσι λειτουργοῦντα, δὲν θὰ ἔχῃ ἐπιρροὴν ὡς πρὸς τὴν κατανάλωσιν. Ταῦτα δὲ λέγω ἀπαντῶν καὶ εἰς ἀπορίαν τινά, ἐκδηλωθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῆς παρακρατήσεως, ἀλλὰ περὶ ἑνὸς ἀμφιβάλλει, περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ καταναλωθῇ τὸ ποσόν τοῦ σταφιδοκάρπου τὸ ἐν ταῖς ἀποθήκαις, ὅπερ οὐδὲ κατὰ τὸ ἥμισυ δύναται νὰ μεταβληθῇ εἰς οἰνόπνευμα· ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἤθελεν ἀπομείνει πλεόνασμά τι, εἶναι δυνατὸν τὸ ἑπόμενον ἔτος νὰ δοθῇ ὀλιγώτερον ποσόν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὁ φόβος οὗτος, ὅστις θὰ ἐμποδίσῃ τὴν σύστασιν τοῦ ἐργοστασίου. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει διατὶ νὰ κατεχώμεθα ὑπὸ τοιούτων φόβων; Πρόκειται νῦν τὸ πρῶτον νὰ εἰσαγάγωμεν τὸ ἵδρυμα τοῦτο, πρόκειται τὸ πρῶτον νὰ ἀποδώσωμεν τὴν διαχείρισιν τοῦ σταφιδοκάρπου τούτου εἰς αὐτοὺς τούτους τοὺς σταφιδοκτήμονας. Καὶ κατὰ τοῦτο διαφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, ἰσχυρισθέντα, ὅτι, ἐὰν ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τοσαῦται ἐγένοντο καταχρήσεις, φόβος εἶναι μήπως μείζονες λάβωσι χώραν ὑπὸ τῶν διευθυνόντων τὰ τῆς Τραπέζης. Ἐγὼ πάντοτε ἐφρόνουν, ὅτι ὁ ἥκιστα κατάλληλος πρὸς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι, ὅσον καὶ ἂν ᾖναι ὁ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἤθελε διορίσει τοὺς διαχειριστὰς τῶν ἀποθηκῶν, ὑποχρεωμένος νὰ ἐκλέγῃ τούτους μεταξὺ τῶν ἐχόντων προσόντα, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχῃ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων, ὅπως δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον ἔχει εὐθύνην ἄμεσον. Περὶ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τῆς ἐπιχειρήσεως ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι προτιμότερον εἶναι, οἱ διαχειρισταὶ τοῦ σταφιδοκάρπου νὰ ἐκλέγωνται μεταξὺ τῶν οἰκοκυραίων λεγομένων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν μὲν τὰ προσόντα τοῦ ὑπουργικοῦ γραμματέως πρώτης ἢ δευτέρας τάξεως, ἀλλ’ ἔχουν τὸ προσὸν ὅτι ἔχουν περιουσίαν μεγάλην, γινώσκουσι κατὰ τίνα τρόπον ἡ σταφὶς δολιεύεται, γινώσκουσιν ἐπὶ τέλους πολὺ περισσότερα πράγματα παρὰ ὁ ὑπάληλος. Ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα θὰ διαχειρίζωνται τὰς ἀποθήκας, θὰ ἐπιτύχῃ ἀσυγκρίτως καλλίτερον τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης παρ’ ὅ,τι ἐπετύχομεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι — δὲν πρέπει νὰ τὸ κρύπτωμεν — ἐπηρεαζόμεθα εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων ἀναγκαίως. Τοιαύτη εἶναι ἡ λειτουργία τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὥστε ὁ Ὑπουργὸς νὰ μὴ ἦναι ἀπολύτως ἐλεύθερος ἐν τῇ ἐκλογῇ τῶν προσώπων. Ἄλλως ὅμως ἔχει δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπεύθυνοι, ὡς σύμβουλοι τῆς Τραπέζης, πρὸς ἐκλογὴν τῶν προσώπων. Θὰ ἦναι ἄνθρωποι ὄχι ἐκ τῶν μὴ ἐντοπίων, θὰ ἦναι ἐντόπιοι, ἀλλ’ ἐκλεγόμενοι μεταξὺ τῶν χρηστοτέρων καὶ τῶν μᾶλλον φερεγγύων. Ποῖοι δὲ ἔσονται οἱ διευθυνταὶ καὶ οἱ πράκτορες τῆς Τραπέζης; Νομίζω, ὅτι πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ ἀρξώμεθα τοῦ σχηματισμοῦ ἱδρυμάτων αὐτοτελῶν, ἐργαζομένων ὑπὲρ ἐκείνων, διὰ τοῦ ἱδρῶτος τῶν ὁποίων συνεστήθησαν. Ἂς γείνῃ ἐπὶ τέλους μία δοκιμασία, ἐὰν ἦναι δυνατὸν καὶ παρ’ ἡμῖν νὰ εὑρίσκωνται ἄνθρωποι, δυνάμενοι νὰ διαχειρισθῶσι τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον προῆλθεν ἀπὸ τὸν ἱδρῶτα αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων. Διατὶ νὰ ὦμεν τόσον ἀπαισιόδοξοι, ὥστε νὰ ὑποθέτωμεν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι μεταξὺ τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν ἄνδρες δυνάμενοι νὰ διαχειρισθῶσι 5 ἑκατομμύρια; Δὲν ἔχω τὴν ἀπαισιοδοξίαν ταύτην· φρονῶ, ὅτι ἡ Τράπεζα θὰ εὐδοκιμήσῃ ὄχι μόνον ὡς πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν προσωρινὸν τοῦ νὰ χορηγῇ δάνεια εἰς τοὺς καλλιεργητὰς, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸν γενικώτερον, τοῦ νὰ μεταβληθῇ μετ’ ὀλίγα ἔτη εἰς Κτηματικὴν Τράπεζαν καὶ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τῶν παλαιῶν χρεῶν, περὶ οὗ τοσοῦτος γίνεται λόγος ἐν τῇ Βουλῇ. Αὐταὶ εἶναι, Κύριοι, αἱ σκέψεις, ὑπὸ τῶν ὁποίων ὡδηγήθη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ συμμερίζεται τὰς σκέψεις ταύτας καὶ θὰ ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μετὰ τόσον μείζονος προθυμίας, καθ’ ὅσον πρόκειται νὰ βελτιωθῇ ἡ τύχη τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, καὶ νὰ γείνῃ ἔναρξις ἱδρύσεως πιστωτικοῦ μηχανισμοῦ, ὁ ὁποῖος, εὐδοκιμῶν, δύναται νὰ παράσχῃ τὴν εὐκαιρίαν, ὅπως καὶ εἰς ἄλλα τμήματα τῆς χώρας ἡμῶν ὑπὸ ὁμοίας συνθήκας λειτουργήσωσιν ὅμοια καθιδρύματα. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ περὶ τοῦ ἀπωτέρου μέλλοντος ἐνταῦθα ἐγένετο λόγος, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὰ τοῦ ἀπωτέρου μέλλοντος δὲν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἀμέσως. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἀμέσως, εἶναι τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν σύστασιν τῆς Τραπέζης, εἰς τὴν πρώτην ἐγκατάστασιν τῶν ἀποθηκῶν. Πάντα τὰ λοιπὰ πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῶσι κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη. Ἀλλ’ ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ θεσμὸς ἔχει τινὰς ἀτελείας, — ἐγὼ δὲ οὐδέποτε ἰσχυρίσθην, ὅτι εἶμαι ἀλάνθαστος, — δύναται δὲ νὰ ἔχῃ ἀτελείας νομοθέτημα τοσοῦτον πολύπλοκον, δύνανται αὗται νὰ διορθωθῶσιν ἐν τῷ μέλλοντι. Ἀλλὰ, διότι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν ἀτέλειαί τινες, πρέπει νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοθέτημα τοῦτο καὶ νὰ μὴ χρησιμοποιηθῇ τὸ ἵδρυμα τῆς Τραπέζης πρὸς ὃν σκοπὸν προορίζεται; Θὰ συναντηθῶμεν ἐνταῦθα πρὶν ἢ ἀκόμη ὁλόκληρον τὸ νομοθέτημα ἐφαρμοσθῇ, καὶ ἐὰν πεισθῶμεν, ὅτι ὑπάρχουσί τινες ἐλλείψεις, οὐδὲν τὸ κωλῦον νὰ τὰς διορθώσωμεν. Ἀλλὰ πάντες πρέπει νὰ ἐμπνεώμεθα ὑπὸ τῆς ἰδέας, ὅτι καὶ ἡ μονιμοποίησις τῆς παρακρατήσεως καὶ ἡ σύστασις τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης βεβαίως θὰ βελτιώσωσι τὰς τύχας τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, βεβαίως δὲ θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν πληθυσμῶν τούτων καὶ εἰς τὴν ἐν γένει εὐημερίαν τοῦ λαοῦ. Καταλήγων τὸν λόγον, πέπεισμαι, ὅτι ἡ Βουλὴ προθύμως θὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καπετανάκης ἔχει τὸν λόγον.
§193Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Οὔτε ὑπὸ ἐπαρχιακὴν ἔποψιν ἐσκόπουν νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως, — διότι ἡ Μάνη δὲν παράγει σταφίδα — οὔτε ὑπὸ γενικωτέραν, διότι τὸ ζήτημα ἤδη ἐξηντλήθη. Ὀφείλω μάλιστα νὰ ὁμολογήσω, ὅτι καὶ ἡ ῥητορεία καὶ αἱ ἐπιστημονικαὶ καὶ πρακτικαὶ γνώσεις πολλῶν ἐκ τῶν προαγορευσάντων, ἐδύναντο νὰ τιμήσωσιν οἱονδήποτε Κοινοβούλιον. Ἀλλὰ μία φράσις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἣν παρακατιὼν θὰ εἴπω, μὲ φέρει κυρίως ἐπὶ τὸ βῆμα. Ἔχω τηλεγράφημα ἐκ τῶν Διοικητικῶν Συμβουλίων τοῦ «Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Καλαμῶν» καὶ τοῦ «Σταφιδικοῦ Συνδέσμου Μεσσηνίας» καὶ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Οἰχαλίας. Οὗτοι δ’ ἀντιπροσωπεύουσι παραγωγὴν πολλῶν ἑκατομμυρίων λιτρῶν. Ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρω, ὅτι τοῦ δήμου Οἰχαλίας ἡ ἐτησία παραγωγὴ ὑπερβαίνει τὰ 18,000,000 λιτρῶν, τοῦ δὲ δήμου Ἀνδανίας τὰ 7,000,000, ἐν ὅλῳ 25,000,000 λιτρῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι ἀντιπατρινὸν αἴσθημα ὁδηγεῖ τοὺς Μεσσηνίους. Ἡ φράσις αὕτη δὲν εἶναι ἀκριβής. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι θέλουσι ν’ ἀγωνισθῶσιν ὑπὲρ τοῦ δικαίου, ὑποστηρίζοντες τὰ συμφέροντα αὑτῶν. Ἄλλοτε ἐκ Καλαμῶν, πρὸ τῆς παρακρατήσεως, ἐξήγοντο 45,000,000 λιτρῶν σταφιδοκάρπου ἐτησίως, νῦν κατῆλθον εἰς 4,000,000 μόνον. Βλέποντες τὸ σταφιδεμπόριον ἐκμηδενισθὲν, τὸν λιμένα αὑτῶν ἔρημον, τὰ πλήθη τῶν ἐργατῶν ἀργοῦντα καὶ δυστυχοῦντα, πῶς θέλετε οἱ Καλάμιοι νὰ μένωσι σιωπῶντες; Καὶ οὗτοι καὶ οἱ ἄλλοι Μεσσήνιοι σταφιδοπαραγωγοί, οὓς ἡ παρακράτησις ἐπιβαρύνει μὲ εἰσφορὰν 15% εἰς εἶδος καὶ ἐπὶ πλέον 2% δι’ ἔξοδα παραδόσεως, ἐν ὅλῳ 17%, ἐνῷ ἄλλους μόνον μὲ 5 ἢ 6%, π. χ. τοὺς Αἰγιεῖς πωλοῦντας μὲν τὸν σταφιδόκαρπον αὑτῶν πρὸς 250 δραχμὰς καὶ πλέον, μὴ παραδίδοντας δὲ τὴν εἰσφορὰν ἐκ τούτου, ἀλλ’ ἀγοράζοντας δελτία Καλαμῶν πρὸς 100 ἢ 80 δραχμάς, ἔκριναν καλὸν ν’ ἀποταθῶσι καὶ πρὸς ἐμὲ καὶ πρὸς ἄλλους Βουλευτάς. Ἀλλ’ οὗτοι πάντες σιωπῶσιν· ἐγὼ δὲ σπεύδω νῦν νὰ ἐκφράσω τὰς ἰδέας τῶν ἀδικουμένων Μεσσηνίων. Ἡ παρακράτησις εἶναι πλέον καὶ πάλιν γεγονός, παρὰ πάντα ὅσα κατ’ αὐτῆς καὶ ὑπὸ ἐπιστημονικὴν καὶ ὑπὸ πρακτικὴν ἔποψιν ἐρρήθησαν καὶ ἐγράφησαν. Ἠδυνάμην δὲ διὰ μακρῶν ἀγορεύων νὰ πραγματευθῶ τὸ ζήτημα, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ καταπονήσω ἐπὶ μᾶλλον τὴν καταπεπονημένην ἤδη Βουλήν. Ὀφείλω ὅμως, ἐκπληρῶν τὴν ἀνατεθεῖσάν μοι ἐντολὴν, ἵνα διὰ βραχέων τουλάχιστον ὑποβάλω τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, χάριν τῶν προσηκουσῶν τροποποιήσεων. Ἡ παρακράτησις δέον νὰ νομοθετηθῇ ἐπὶ μίαν μόνον πενταετίαν. Τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου συνερχομένην ἐν Ἀθήναις ἐπιτροπὴν πρέπει ν’ ἀποτελῶσι καὶ μέλη ἐκλεγόμενα ὑπὸ τῶν ἐμπορικῶν ἐπιμελητηρίων καὶ τῶν σταφιδικῶν συλλόγων τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας. Τὸ σχετικὸν ἄρθρον περὶ καθορισμοῦ τῶν μετόχων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης εἶναι δυσεφάρμοστον, δύσκολος δὲ, μετὰ τὸν καθορισμὸν τούτων, ἡ κατ’ ἔτος εἰς Πάτρας μετάβασις τῶν μικρῶν σταφιδοπαραγωγῶν, ἂν καὶ οὗτοι ἴσως οὐδέποτε θὰ ἴδωσι τὰ ὀνόματα αὑτῶν ἀναγραφόμενα ἐν τοῖς καταλόγοις τῶν μετόχων. Σημειωτέον δ’ ἐπίσης, ὅτι ὁ ἔμπορος καθίσταται, οὕτως εἰπεῖν, μετοχοποιὸς, διότι ὑποχρεοῦται μὲν εἰς τὸ δίδειν ἀποδείξεις παραλαβῆς, δὲν κωλύεται ὅμως καὶ ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως περισσοτέρων ἀποδείξεων καὶ πρὸς μὴ παραγωγούς, ὧν τὰ ὀνόματα θ’ ἀναγράφῃ κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἐν τοῖς τελωνιακοῖς βιβλίοις. Ἔχουσα ἡ Τράπεζα 5,000,000 δραχμὰς, αἵτινες θὰ χωρῶσιν αὐξανόμεναι, διατὶ νὰ δανεισθῇ, κατὰ τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, καὶ νὰ ἀναλάβῃ ὑποχρεώσεις; Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐλευθέρας ἢ μὴ βιομηχανίας τοῦ παρακρατήματος, παραδέχομαι ὀρθοτέραν καὶ συμφορωτέραν τὴν ἐλευθέραν βιομηχανίαν τούτου, ἀφοῦ ἄλλως τε αἱ καλαὶ ποιότητες σταφίδος οὐδένα ἔχουσι νὰ διατρέξωσι κίνδυνον, διότι οὐδείς ποτε θὰ ἀγοράσῃ σταφίδα κακῆς ποιότητος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διὰ νὰ παραγάγῃ τὸ ἐκ τοῦ παρακρατήματος προϊόν καὶ νὰ μὴ λάβῃ αὐτὸ τοῦτο ἐν πολὺ μετριωτέρᾳ, ὡς εὐνόητον, τιμῇ. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν προπωλήσεων, αἵτινες ἀνοίγουσιν ἀκωλύτως τὸ στάδιον εἰς τὴν κερδοσκοπίαν καὶ ἐνεργοῦνται παρ’ ἀνθρώπων μὴ κατεχόντων σταφιδόκαρπον, μηδὲ σκοπούντων νὰ παραδώσωσι τοιοῦτον, ἀλλ’ ἀρκουμένων ἁπλῶς εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν διαφορῶν (jeu différentiel), πρέπει ἡ Πολιτεία νὰ παρέμβῃ καὶ παρεμποδίσῃ τὰ τοιαῦτα εἰς βάρος τῶν παραγωγῶν παιγνίδια, ἀξιοῦσα, ἵνα πᾶσα τοιαύτη ἐπὶ προθεσμίᾳ ἀγοραπωλησία παρακολουθῆται ὑπὸ πραγματικῆς παραδόσεως τοῦ προϊόντος. Ταῦτα ὤφειλον νὰ εἴπω. Καὶ θὰ κατέληγον ἐδῶ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐνταῦθα αἱ συζητήσεις δὲν διεξάγονται μόνον δι’ ἡμᾶς, ἀλλ’ ἔχουσι γενικωτέραν σημασίαν καὶ ὁμολογητέον καὶ μακροτέραν διάρκειαν, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀφήσω ἄνευ παρατηρήσεως τὴν παρά τινων γενομένην διαίρεσιν τῶν ἀγορευσάντων εἰς θεωρητικοὺς καὶ πρακτικούς. Ἐνθυμοῦμαι δὲ τῇ στιγμῇ ταύτῃ τοῦ Yves Guyot, ἐκ τῶν διασημοτέρων Γάλλων οἰκονομολόγων, πρώην Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν Γαλλίᾳ, ὁ ὁποῖος λίαν ὀρθῶς παρατηρεῖ, ὅτι ἡ διάκρισις μεταξὺ θεωρίας καὶ πρακτικῆς εἶναι ματαία. Διότι καὶ οἱ τιτλοφορούμενοι ὡς πρακτικοὶ (hommes pratiques) ἐνεργοῦσι λεληθότως κατὰ μίαν θεωρίαν, κακῶς συνδεδεμένην, ἧς δὲν βλέπουσιν, εἰμὴ τὰ ῥάκη. Ἐν τῇ μηχανικῇ ὑπάρχει ἐπίσης θεωρία καὶ πρακτική, ἀλλὰ καὶ μηχανικὸς εἶπέ ποτε «χρῶμαι πρακτικῇ ἀντιθέτῳ τῆς θεωρίας»; Καὶ οἱ πρακτικοὶ ἔχουσί τινα, ἔστω καὶ ἀτελῆ, θεωρίαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐρείδονται, ἐκφέροντες τὰς ἰδέας αὑτῶν, καίπερ λέγοντες, ὅτι δὲν εἶναι θεωρητικοί. Καὶ θ’ ἀποκριθῶσι καταφατικῶς, ἂν τοῖς εἴπητε: «πῶς δὲν συνδέετε τὴν αἰτίαν πρὸς τὸ ἀποτέλεσμα; πῶς δὲν παρατηρεῖτε τὰ γεγονότα, δὲν τὰ γενικεύετε καὶ δὲν τὰ θέτετε, οὕτως ἢ ἄλλως, ἐν τάξει καὶ ὑπὸ κανόνα τινά»; Ἀλλὰ σήμερον λέγοντες ἐπιστημονικὴν ἐξέτασιν ζητήματός τινος, ἐννοοῦμεν θεωρίαν καὶ πρᾶξιν ἡνωμένας. Ἐπιστημονικῶς δ’ ἐξετάζοντες τὴν παρακράτησιν, εὑρίσκομεν αὐτὴν θεωρητικῶς καὶ πρακτικῶς ἐσφαλμένην, διότι τοιαύτη κρίνεται ὑπὸ τῆς Οἰκονομικῆς ἐπιστήμης. Ἐπιφανὴς Γάλλος οἰκονομολόγος, ὁ Molinari, ἐνόμισεν ὡς ἀστειολόγημα τὸ ἄκουσμα, ὅτι ἡ παρακράτησις εἶναι νενομοθετημένη ἐν Ἑλλάδι. Ἂν παρακρατητικοί τινες ἠθέλησαν νὰ δώσωσιν ἐπιστημονικὴν βάσιν εἰς τὴν παρακράτησιν καὶ εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, δὲν ἔπρεπε νὰ καταφύγωσιν εἰς τὸν Leroy-Beaulieu, οὗ ἄλλως τε τὰ παρ’ αὐτῶν μνημονευθέντα ἐκ τῶν συγγραμμάτων του χωρία οὐδεμίαν σχέσιν εἶχον πρὸς τὴν παρακράτησιν. Ἐδικαιολογοῦντο νὰ καταφύγωσι μόνον εἰς τοὺς ζητοῦντας μεγαλειτέραν παρέμβασιν τοῦ Κράτους, τὴν ὑποκατάστασιν τοῦ Κράτους εἰς τὴν πρωτοβουλίαν καὶ αὐτενέργειαν τῶν ἀτόμων. Ἀλλὰ τότε ὤφειλον νὰ ἀναφέρωσι τὸν Hildebrand, τὸν Knies, τὸν Laveleye, τὸν Wagner, τέλος τοὺς Catheder-Socialisten. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ νὰ παραδέχηταί τις τὰς μᾶλλον ἢ ἧττον κοινωνιστικὰς ἰδέας· πρέπει νὰ προσέχῃ, ἂν αὗται συμβιβάζωνται καὶ πρὸς τὸ πολίτευμα χώρας τινός. Καὶ τὸ λεχθὲν κατὰ τῆς παρακρατήσεως, ὅτι δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὸ ἐλεύθερον ἡμῶν πολίτευμα, δὲν εἶναι ἰσχυρισμός τις ὅλως ἀβάσιμος. Ἀλλὰ διατὶ μακρότερον νὰ ποιήσηταί τις τὸν λόγον, ἀφοῦ οὕτως ἢ ἄλλως ἡ παρακράτησις θεωρεῖται γεγονὸς καὶ καλή, παρὰ πάσας τὰς διαμαρτυρίας τῶν ἀντιπαρακρατητικῶν; Κηρυχθεὶς δὲ καὶ ἐγὼ κατ’ αὐτῆς, καὶ ἐν τῇ ἐπιστήμῃ ἐνέμεινα, καὶ τὸ φρόνημα, νομίζω, τὸ ἁγνὸν διερμηνεύω τῶν σταφιδοπαραγωγῶν πληθυσμῶν τῶν Μεσσηνιακῶν ἐπαρχιῶν.
§194Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι τῆς Μεσσήνης.
§195ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἀγορεύω κατὰ τὸ τηλεγράφημα, ὃ ἔλαβον. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἴπω μετὰ τῶν ἀντιπαρακρατητικῶν Μεσσηνίων, οὓς ἔχω τὴν τιμὴν τῇ στιγμῇ ταύτῃ νὰ ἀντιπροσωπεύω, ὅτι ἔχομεν τὸ αἴσθημα τῆς ὑπερηφανίας καὶ τοῦ πατριωτισμοῦ τόσον ἀνεπτυγμένον, ὥστε δυνάμεθα μετὰ χαρᾶς ἀκόμη νὰ δεχθῶμεν τὴν βλάβην ἡμῶν, ἀρκεῖ μόνον νὰ πεισθῶμεν, ὅτι ἄλλους τοὐλάχιστον ὠφελοῦσιν αἱ ἡμέτεραι ζημίαι. Ἀφοῦ δὲ οὐδὲν ἕτερον νῦν ὑπολείπεται ἡμῖν, εὐχόμεθα, ἵνα τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως ἐπιτύχῃ. Ἐγὼ δὲ πρῶτος θὰ ἦμαι εὐτυχής, ἐάν ποτε εὑρεθῶ ἐν τῇ εὐχαρίστῳ θέσει νὰ συγχαρῶ τῷ κ. Ὑπουργῷ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῇ Κυβερνήσει ἐπὶ τῇ ἐπιτυχίᾳ τοῦ περὶ παρακρατήσεως καὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης θεσμοῦ καὶ τῶν ἄλλων ἐπίσης νομοσχεδίων, τῶν ἀποτελούντων τὸ μεταρρυθμιστικὸν αὐτῆς πρόγραμμα. Οὕτω δὲ ἡ ἐν ταῖς ἰδέαις ἀποτυχία ἡμῶν ἔσται ἐπιτυχία ἐν τοῖς ἔργοις ἐκείνων. Ἀλλ’ ἐν τοῖς ἔργοις ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ ἀγαθοῦ. Εἰς τοῦτο δ’ ὀφείλει πᾶς ἀληθὴς πολιτευτὴς νὰ ὑποτάσσῃ πάντα ἐγωϊσμόν. Διότι πολιτευόμενός τις οὐδὲν ἕτερον πράττει ἢ νὰ πολλαπλασιάζῃ ἑαυτὸν διὰ τῶν συμπολιτῶν του. Ἐν τῷ συμφέροντι δὲ τούτων διαβλέπει καὶ εὑρίσκει καὶ τὸ ἴδιον ἑαυτοῦ πάντοτε.
§196Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ ἀναιρέσω μίαν ἀνακρίβειαν τοῦ προλαλήσαντος. Δὲν νομοθετοῦμεν περὶ τῶν ἐμπόρων, ἀλλὰ περὶ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ εἶναι οἱ πλείονες ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεσσήνης. Ἔχομεν ἐντολὴν οἱ τρεῖς Βουλευταὶ Μεσσήνης, ὁ κ. Μποῦτος, ὁ κ. Σπυρίδων Κουμουνδοῦρος καὶ ἐγὼ, ἐξ ὀνόματος τῶν συμπολιτῶν μας, νὰ ὑποστηρίξωμεν τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ διαμαρτυρίαι αἱ ἐκ Καλαμῶν δὲν πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, διότι ἡ παραγωγὴ ἐμπορεύεται μὲν ὑπὸ τῶν Καλαμίων, δὲν παράγεται ὅμως ὑπ’ αὐτῶν.
§197Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης κ. συνάδελφος ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν εἶπον ἀκριβῆ. Ἀλλ’ ἰδοὺ τηλεγράφημα τῶν Διοικητικῶν Συμβουλίων τοῦ «Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Καλαμῶν» καὶ τοῦ «Σταφιδικοῦ Συνδέσμου Μεσσηνίας» καὶ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ εἰς συλλαλητήριον συνελθόντος ἐν Καλάμαις λαοῦ, πρὸς τούτοις ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Οἰχαλίας, τὰ ὁποῖα μοὶ ἐστάλησαν. Σημειωτέον δὲ, ὅτι ἡ ἐτησία σταφιδοπαραγωγή, ὡς εἶπον καὶ ἀναγκάζομαι νὰ ἐπαναλάβω, ἐν τῷ δήμῳ Οἰχαλίας ὑπερβαίνει τὰ 18,000,000 λιτρῶν, ἡ δὲ ἐν τῷ δήμῳ Ἀνδανίας τὰ 7,000,000, ἤτοι ἐν συνόλῳ 25,000,000, ποσὸν ἴσον πρὸς τὴν ὅλην παραγωγὴν τῶν λοιπῶν δήμων τῶν ἐπαρχιῶν Μεσσήνης καὶ Καλαμῶν. Ὥστε ἐκεῖνο, ὃ ἰσχυρίσθη, εἶναι ἀληθές. Βάσιν τῶν σκέψεων αὑτοῦ καὶ τῶν λόγων καὶ τῶν ἔργων πᾶς ἀληθὴς ἀνὴρ καὶ ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ δέον νὰ ἔχῃ τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν δικαιοσύνην.
§198Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§199Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην νὰ ψηφίσῃ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν.
§200ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ ὅπως τυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἐτροποποιήθη.
§201Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 296).
§203ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον.
§204Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅσα ἔχετε νὰ εἴπητε, τὴν Δευτέραν.
§205ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Πολὺ καλά.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 3 καὶ 40′ π.μ. τῆς ἐπιούσης).