1899.06.11
4.029 στίχοι · 31.894 λέξεις · 165 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 49
τῆς 11 Ἰουνίου 1899.
(Παρασκευή).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρα 5 καὶ 40′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐν Ἀθήναις «Πανελλήνιος Φαρμακευτικὴ Ἑταιρεία ὑπέβαλεν ὑπόμνημα, δι’ οὗ ὑποστηρίζει τὴν αὐστηρὰν ἀπαγόρευσιν τῆς ἐλευθέρας πωλήσεως τῶν φαρμάκων.
§2Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Τὸ ὑπόμνημα τοῦτο συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Δημήτριος Κασαρόπουλος, τραυματίας τοῦ πολέμου, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν ἐξαιτεῖται ἀρωγὴν καὶ περίθαλψιν. Κατάδικοί τινες, κρατούμενοι ἐν ταῖς φυλακαῖς Ρίου, δι’ αἰτήσεώς των παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐνεργηθῇ ἀνάκρισις ἐπὶ τῇ βάσει καταγγελίας αὐτῶν κατὰ τοῦ διευθυντοῦ τῶν φυλακῶν Συγγροῦ. Ἀπεστάλη εἰς τὸ Προεδρεῖον τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ Ἀγρινίου, παρακαλοῦντος, ὅπως ὁρισθῇ τὸ Ἀγρίνιον ἕδρα νομοῦ.
§4ΓΕΡ. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Τὴν αἴτησιν ταύτην συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν, ὡς λίαν δικαίαν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Μαντινείας κ. Μπακόπουλος κατέθηκε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 290).
§6ΑΘ. ΤΥΠ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ὑπόμνημα τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, παρακαλούντων τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀποδεχθῇ τὰς σχετικὰς πρὸς αὐτοὺς παρατηρήσεις τῆς ἐπεξεργασθείσης τὸ ἀστυνομικὸν νομοσχέδιον ἐπιτροπῆς. Διὰ τοῦ ὑπομνήματός των τούτου οἱ ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ ὑποβάλλουσι καὶ ἰδίας αὑτῶν σκέψεις ἐπί τινων διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ζητοῦσι τὴν τροποποίησιν αὐτῶν. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅπως τὸ ὑπόμνημα τοῦτο τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, διότι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας νομοσχεδίου θέλω υἱοθετήσει καὶ ὑποστηρίξει τὰς δι’ αὐτοῦ προτεινομένας τροπολογίας.
§7Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἐν τῇ ἀκροπόλει τῶν Πατρῶν φυλακισμένοι δι’ ἐπιστολῆς των μοὶ διαβιβάζουσι τὴν ἑξῆς παράκλησιν, τὴν ὁποίαν εὑρίσκω καὶ δικαίαν καὶ νόμιμον. Οἱ καταδικασθέντες μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου, κατὰ τὸν ὁποῖον συμψηφίζεται εἰς τὴν ποινὴν ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως, εὑρίσκονται εἰς καλλιτέραν μοῖραν τῶν πρὸ τοῦ νόμου τούτου καταδικασθέντων. Ὑπάρχει δὲ θεωρία, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζουσι διάφοροι συγγραφεῖς, ὅτι οἱ ποινικοὶ νόμοι πρέπει νὰ κρίνωνται ἐπιεικῶς. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησιν ταύτην, ὅπως καὶ τῶν ἀναφερομένων ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως συμψηφισθῇ εἰς τὴν ἐπιβληθεῖσαν αὐτοῖς ποινήν.
§8Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπουργοῦντος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐν ἔτει 1892 τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐψηφίσθη ὁ νόμος ͵ΒΙΔʹ περὶ συμψηφισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως εἰς τὸν χρόνον τῆς ποινῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται νὰ πείσῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅτι συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου ἐκείνου θὰ ἔπραττεν ἄριστον ἔργον ἡ Κυβέρνησις, ἂν ἐλάμβανε πρόνοιαν περὶ τῶν διατελεσάντων ἐπὶ μακρὸν χρόνον ὑποδίκων, ἐχάριζε δὲ αὐτοῖς τόσην ποινὴν, ὅση εἶναι ἡ ὑποδικία των. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι ἡ ὑποδικία ἄλλοτε παρετείνετο ἐπὶ δύο ἢ τρία ἔτη. Τοῦτο εἶναι ἰσχυρὸς λόγος νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§9Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὸν κρατοῦντα νόμον, οἱ ὀφείλοντες νὰ προκαταβάλωσι τὴν ὡρισμένην προκαταβολὴν, ὅπως ἀνακηρυχθῶσιν ὑποψήφιοι διὰ τὰς θέσεις δημάρχων, παρέδρων καὶ συμβούλων, πρέπει νὰ προσέρχωνται εἰς τὸν ταμίαν καὶ νὰ λαμβάνωσι παρ’ αὐτοῦ γραμμάτιον παραλαβῆς. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐκτελέσει συμβαίνουσι πάντοτε πολλαὶ ἀνωμαλίαι καὶ δυσχέρειαι, ὡς ἐκ τῆς διαμονῆς τῶν ὑποψηφίων μακρὰν τῆς ἕδρας τοῦ ταμίου. Ἐνόμισα ὅτι τὸ κακὸν ἠδύνατο νὰ θεραπευθῇ, ἂν ἐπετρέπετο ἡ καταβολὴ καὶ εἰς τὸν εἰσπράκτορα, καὶ διὰ τοῦτο ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ τῆς διὰ διπλοτύπων, ὑπὸ τῶν δημοσίων εἰσπρακτόρων ἐκδιδομένων, εἰσπράξεως τοῦ ἀντιτίμου ἐκλογικῶν εἰδῶν ἐπὶ τῶν δημαιρεσιῶν».
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 291).
§11Π. ΓΚΙΚΑΣ. Οἱ συμπολῖταί μου διὰ τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἐκτελοῦντος ψήφισμα τοῦ Συμβουλίου τούτου, μοὶ ἀνέθηκαν τὴν ἐντολὴν νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπισπεύσωσι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Καίτοι κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι φρονῶ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν εἶναι ἔτι ὥριμος πρὸς τοῦτο καὶ ἡ πίστις ἐν Ἑλλάδι δὲν ἠδραιώθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ ἀνάγκην τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ἐν τούτοις ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἐκωλυόμην νὰ ὑποβάλω τὴν σύστασιν τῶν συμπολιτῶν μου, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον γνωρίζω, ὅτι οὗτοι, ζητοῦντες τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν εἶναι ὑπὲρ τῆς καταργήσεως ἢ τοῦ περιορισμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ἀλλ’ εὑρισκόμενοι μεταξὺ Σκύλλης καὶ Χαρύβδεως, ἤτοι μεταξὺ δικαιοστασίου καὶ περιορισμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ἐπροτίμησαν τὸ μὴ χεῖρον. Ὁλόκληρος ὁ ναυτικὸς πληθυσμὸς τῶν νήσων Ὕδρας καὶ ἐν μέρει τῶν Σπετσῶν, καθὼς καὶ τῆς Ἑρμιονίδος, Κρανιδίου καὶ Αἰγίνης, ζῶσιν ἐκ τῆς σπογγαλιείας, καταθέτει μεγάλα κεφάλαια εἰς ἀλλοδαποὺς δύτας, τοὺς ὁποίους χρησιμοποιεῖ εἰς τὴν ἐργασίαν ταύτην καὶ εἰς ἕκαστον τῶν ὁποίων προκαταβάλλει διὰ ταξίδιον ἑξάμηνον 6 ἕως 7 χιλιάδας δραχμάς. Μέχρι σήμερον ὑπῆρχε τὸ δικαίωμα τῆς συντηρητικῆς προσωπικῆς κρατήσεως, τὸ ὁποῖον οἱ πλοίαρχοι καὶ οἱ ἐφοπλισταὶ μετεχειρίζοντο κατὰ τῶν δυτῶν ὡς φόβητρον, ὥστε, ἐὰν μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐργασίας δὲν ὑπῆρχεν ἄφθονος ἡ συγκομιδὴ, ἵνα καλύπτῃ τὴν προκαταβολὴν, ἀπῄτουν καὶ ἐλάμβανον παρ’ αὐτῶν τὸ ὑπόλοιπον τῆς προκαταβολῆς, καὶ εἶτα ἐναυτολόγουν αὐτοὺς ἐκ νέου. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νόμου περὶ ἀναστολῆς τῶν ἐκτελέσεων οἱ δύται οὗτοι, οἱ ἀλλοδαποὶ, ἐπανερχόμενοι ἐκ τῆς ἐργασίας των, χωρὶς νὰ ἔχωσιν ἀποφέρει οὐδὲ τὸ ἥμισυ τῆς συγκομιδῆς, δι’ ἣν ἔλαβον προκαταβολὴν, ἀρνοῦνται ν’ ἀποδώσωσι τὸ ὑπόλοιπον, οἱ δὲ πλοίαρχοι καὶ οἱ ἐφοπλισταὶ στεροῦνται τῆς περιουσίας των, ἔχοντες δεδεμένας τὰς χεῖρας διὰ τοῦ δικαιοστασίου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν δὲν καταργήσῃ τὸ δικαιοστάσιον, νὰ ἐξαιρέσῃ αὐτοῦ τοὺς ἀλλοδαποὺς σπογγαλιεῖς καὶ δύτας.
§12Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ προθεσμία τοῦ δικαιοστασίου λήγει τὴν 1 προσεχοῦς Ἰουλίου, μέχρι τότε δὲ θὰ κατασταθῇ δυνατὴ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου.
§13ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ δικαιοστάσιον, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, λήγει τὴν 1 Ἰουλίου. Τότε ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ πρέπει νὰ παραταθῇ. Δὲν ὑπάρχει παράδειγμα Κράτους, ὅπερ νὰ παρέτεινε τὸ δικαιοστάσιον ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν δικαιολογουσῶν αὐτὸ ἀνωμάλων περιστάσεων. Δικαιοστάσιον εἶναί τι ἀνήκουστον ἐν τόπῳ πεπολιτισμένῳ. Ἐὰν ὑπάρχωσι πρόνοιαι κυβερνητικαί, αἵτινες ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς ὑποστηρίξεως τῆς Βουλῆς, πρὶν ἢ ἀρθῇ, ἂς σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ τὰς προτάσεις εἰς συζήτησιν τῆς Βουλῆς, ὅπως φθάσῃ ταχέως εἰς τὸν σκοπόν· ἀλλὰ πάντως μετὰ τὸν Ἰούλιον δὲν ἐπιτρέπεται νέα ἀναβολή. Ἐπὶ δὲ τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ὕδρας λέγω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ δι’ εἰδικῆς διατάξεως ἐξαίρεσις ἐπὶ τῶν ἀλλοδαπῶν, διότι ὑπάρχουσι συνθῆκαι μετὰ ξένων Κρατῶν, αἵτινες ἐξομοιοῦσι τοὺς ξένους πρὸς τοὺς ἡμεδαποὺς ἐνώπιον τῶν Ἑλληνικῶν δικαστηρίων. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, ἐξακολουθῶν τὸν λόγον, ὑποβάλλω ἀναφορὰν τῶν ἐν Πειραιεῖ καπνεργατῶν ἢ καπνοκοπτῶν, παραπονουμένων δι’ αὐτῆς, ὅτι συμβαίνει τι τὸ ἔκρυθμον ἐν τῷ καπνοκοπτηρίῳ Πειραιῶς· ὅτι δηλαδὴ οὐχὶ καπνοπώλης, ἀλλ’ ἰδιώτης τις εἰσήγαγεν εἰς τὸ καπνοκοπτήριον μηχανὴν ἀντιπροσωπεύουσαν ἐργασίαν 50 ἐργατῶν, καὶ ὅτι, ἐνῷ διὰ τῆς μηχανῆς ταύτης καρποῦται τὸ κέρδος 50 ἐργατῶν, φορολογεῖται διὰ τὸ ἐπιτήδευμα μόνον ἑνὸς ἐργάτου· οὕτω δὲ ἡ ἐργασία τῶν ἄλλων καθίσταται προβληματική. Ἐὰν τὸ καταγγελλόμενον δὲν συμβιβάζηται πρὸς τοὺς ὅρους τοῦ νόμου, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φροντίσῃ περὶ ἄρσεως τοῦ ἀτόπου.
§14ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὸ καπνοκοπτήριον Τριπόλεως. Ἐκεῖ ὑπάρχει τις μεταχειριζόμενος τοιαύτην μηχανὴν, καταδικασθεὶς δὲ ἄλλοτε ἐπὶ λαθρεμπορίῳ τοῦ καπνοῦ, ἀλλ’ ἀπολυθείς. Οὗτος κατὰ πάντων τῶν καπνοπωλῶν, καθ’ ὧν ἔχει ὑπόνοιαν ὅτι ἐπρόδωκαν τὸ λαθρεμπόριόν του, καταφέρεται, καὶ ἀπαιτεῖ καὶ εἰσπράττει παρ’ αὐτῶν κοπτικὰ περισσότερα.
§15Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐκτὸς τῆς ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὑποβάλλω καὶ ἐγὼ ἑτέραν, ἀναφερομένην εἰς τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§16Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Δὲν ἐννοῶ ἐν τίνι δικαιώματι νομίμῳ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρέτεινε τὸ δικαιοστάσιον μέχρι 1 Ἰουλίου. Ἡ πέραν τούτου παράτασις εἶναι καθαρὰ ἄρνησις τῆς δικαιοσύνης· δι’ ὃ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ παρατείνῃ πέραν τούτου τὴν ὑπάρχουσαν ἔκρυθμον κατάστασιν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς Ἀττικῆς. Τὸ Αʹ τμῆμα τῆς Βουλῆς προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς καὶ τὴν ἀναγνώρισιν ὡς νομίμου βουλευτοῦ τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς τοῦ κ. Ἀλεξάνδρου Γ. Σκουζέ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις;
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς, καὶ ἀναγνωρίζεται νόμιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς ὁ κ. Ἀλέξανδρος Γ. Σκουζές).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ περὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης. Πρῶτος ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Καραπάνος.
§20Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης, ὅπερ συζητοῦμεν, σκοπεῖ δύο κυρίως· τὴν ἐκ νέου ψήφισιν ἐπὶ βάσεων παγιωτέρων τῆς παρακρατήσεως, καὶ τὴν ἐξεύρεσιν τρόπου χορηγίας δανείων πρὸς τοὺς στερουμένους χρημάτων, χάριν καλλιεργείας καὶ ἄλλων ἀναγκῶν τοῦ σταφιδοκάρπου. Παρεισάκτως δὲ σκοπεῖ καὶ τρίτον τι, τὴν ἀναγνώρισιν κατ’ ἀρχὴν τῆς ἱδρύσεως μονοπωλίου οἰνοπνευμάτων παρὰ τοῦ Κράτους. Συνεπὴς πρὸς τὰς γνώμας, ἃς ἔχω περὶ τοῦ ζητήματος τῆς σταφίδος, ὀφείλω νὰ ἐπαινέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν διὰ τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίου, σκοποῦντος τὴν τακτοποίησιν τοῦ θεσμοῦ τῆς παρακρατήσεως καὶ τὴν ἐξεύρεσιν μέσου παροχῆς δανείων εἰς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην σταφιδοπαραγωγούς. Ἐπαινῶ τὴν πρόθεσιν καὶ τὸν σκοπὸν τῆς λύσεως καὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν δύο τούτων ζητημάτων. Λυποῦμαι δέ, διότι δὲν εὑρίσκω τὴν οἰκονομίαν τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου καὶ τὰς βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται, καταλλήλους καὶ δυναμένας νὰ ἐκπληρώσωσι τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον καὶ ἐγὼ καὶ πάντες, ὑποθέτω, οἱ μὴ κατ’ ἀρχὴν ἐναντίοι τῆς παρακρατήσεως ἐπιδοκιμάζομεν. Εἶμαι ἠναγκασμένος, πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν ἑκάστης τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις μου περὶ τοῦ τρόπου καὶ τῶν μέτρων, διὰ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας προτίθεται τοῦτο νὰ θεραπεύσῃ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσω ὑπὸ θετικωτέραν ἔποψιν τὸ ζήτημα, ὅπερ μᾶς ἐπασχολεῖ, καθότι τὴν ὑπ’ αὐτοῦ συζήτησιν θεωρῶ ἔχουσαν πολιτικὴν ἔννοιαν. Δι’ αὐτῆς ὀφείλομεν ἄνευ πολιτικῆς τινος χροιᾶς καὶ βλέψεως νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἀνεύρεσιν τῶν προσφορωτέρων μέσων τῆς θεραπείας ἑνὸς σπουδαίου κακοῦ, ἐπελθόντος εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, δὲν θέλω δὲ νὰ πιστεύσω ὡς ἀκριβῆ ὅσα ἐλέχθησαν καὶ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Αἰγιαλείας καὶ παρ’ ἄλλων, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ συζητοῦμεν, ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἔχον πολιτικὴν σημασίαν. Ἡ παρακράτησις, δηλ. ἡ ἀκουσία ἀφαίρεσις ἑνὸς μέρους προϊόντος ἀνήκοντος εἰς ἰδιώτας, ἀναμφισβητήτως εἶναί τι ἀντιτιθέμενον πρὸς τὰς βάσεις τοῦ ὀργανισμοῦ καὶ τῆς λειτουργίας τῶν πεπολιτισμένων Πολιτειῶν. Ἀντιβαίνει δ’ αὕτη εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς δημοσιολογικῆς ἐπιστήμης καὶ εἰς τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τῶν ἐλευθέρων καὶ κοινοβουλευτικῶν πολιτευμάτων. Διὰ τῆς ἐξαναγκαστικῆς ἀφαιρέσεως μέρους τῶν προϊόντων τῶν ἀνηκόντων εἰς ἰδιώτας, οἵτινες παρήγαγον αὐτὰ διὰ τῆς ἐργασίας των καὶ διὰ θυσιῶν, καὶ οἵτινες ἔχουσιν ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τῆς διαθέσεως αὐτῶν, ὑποχρεούμενοι μόνον, ἐν περιπτώσει γενικῆς τοῦ Κράτους ἀνάγκης, νὰ στερηθῶσιν αὐτῶν, καὶ τοῦτο κατόπιν ἀποζημιώσεως, διὰ τῆς ἀφαιρέσεως, λέγω, ταύτης βεβαίως δὲν πράττομέν τι σύμφωνον πρὸς τὰς ἀρχὰς, ἐφ’ ὧν στηρίζονται τὰ ἐλεύθερα πολιτεύματα. Περιέχει βεβαίως ἀδικίαν ἡ ἀφαίρεσις αὕτη, διότι στερεῖ τοῦ προϊόντος τῆς ἐργασίας καὶ τῶν θυσιῶν των τοὺς ἐπιμελεῖς καὶ τοὺς προβλεπτικοὺς παραγωγοὺς, καὶ ἐξυπηρετεῖ τοὺς ἀμελεῖς καὶ μὴ προβλεπτικούς. Διὰ τῆς τοιαύτης πράξεως παραβιάζομεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τῶν σημερινῶν Πολιτειῶν, καὶ εἰσερχόμεθα εἰς τὸν κύκλον τῶν σκέψεων καὶ τῶν πόθων τῶν κοινωνιστῶν, θέτοντες τὸ προϊὸν τῶν ἱκανῶν καὶ ἐργατικῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ προϊόντος τῶν μὴ τοιούτων. Τοιοῦτον ἀναμφισβητήτως φέρει χαρακτῆρα ἡ παρακράτησις ὑπὸ τὴν θεωρητικὴν καὶ ἐπιστημονικὴν αὐτῆς ἔποψιν. Ὑπάρχει ὅμως ἑτέρα ἀνάγκη, ἐπιβάλλουσα εἰς τὴν Πολιτείαν τὸ καθῆκον νὰ μὴ δεσμευθῇ ἐκ μόνης τῆς θεωρητικῆς ἀληθείας, ἀλλὰ νὰ φροντίσῃ, ὅπως συμβιβάσῃ ταύτην μὲ τὸ γενικὸν τῆς χώρας συμφέρον, τὸ ὁποῖον παραβλάπτεται οὐσιωδῶς, ἂν ἡ σταφὶς ἐγκαταλειφθῇ εἰς τὴν τύχην αὐτῆς. Εἰς τὴν τύχην δ’ αὐτῆς πρόκειται νὰ ἐγκαταλειφθῇ, ἂν διὰ τῆς παρεμβάσεως τῆς Πολιτείας δὲν προληφθῶσιν οἱ κίνδυνοι καὶ αἱ καταστροφαί, αἵτινες δύνανται νὰ ἐπέλθουν ἐκ τῆς ἐπιτάσεως τῆς σταφιδικῆς κρίσεως, καὶ ἂν δὲν ληφθῇ φροντὶς πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ πολυτιμοτέρου δι’ ἡμᾶς προϊόντος. Ἐὰν ἡ κοινωνία ἡμῶν εἶχε τὴν πολιτικὴν καὶ κοινωνικὴν ἀνατροφήν, ἣν ἔχουσιν ἄλλαι πεπολιτισμένοι κοινωνίαι, ὅπου οἱ ἰδιῶται δύνανται διὰ κοινοπραξίας νὰ προασπίσωσι τὰ συμφέροντα αὑτῶν ἐναντίον τῶν δυσχερειῶν καὶ τῶν ἀτυχημάτων, κατὰ τῶν ὁποίων δὲν δύναται ν’ ἀντεπεξέλθῃ τὸ ἄτομον μόνον, τότε ἡ ἐπέμβασις τῆς Πολιτείας, ὅπως ἐπιδιώξῃ τι μὴ σύμφωνον καθ’ ὅλα πρὸς τὰς βάσεις τῶν φιλελευθέρων πολιτευμάτων καὶ τῆς δημοσιονομίας, ἤθελεν εἶναι περιττή. Οἱ σταφιδοκτήμονες, ἐὰν εἶχον τὴν ἕξιν τῆς κοινοπραξίας, ἤθελον εἶναι μόνοι ἱκανοὶ νὰ προλάβωσι τὴν κρίσιν, ἢ νὰ παρακωλύσωσι τὴν ἐπέκτασιν αὐτῆς. Δὲν θὰ ἦσαν δ’ οἱ πρῶτοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον πράξει τοῦτο ἁπλῶς ὑπὸ τὴν προστασίαν καὶ τὴν ἐπίβλεψιν τῆς Πολιτείας. Συνηθέστατα γίνεται τοῦτο, πολὺ δὲ περισσότερον σήμερον, εἰς ἄλλας χώρας, ὅπου ὅμοιαι παρουσιάζονται δυσχέρειαι. Ἐν Ἀμερικῇ π.χ. πολλὰ προϊόντα γεωργικὰ ἢ βιομηχανικά, ἕνεκεν ὑπερβολικῆς καὶ δυσαναλόγου πρὸς τὴν κατανάλωσιν παραγωγῆς, περιῆλθον εἰς θέσιν ἀνάλογον ἐκείνης, εἰς ἣν εὑρίσκεται σήμερον ἡ σταφίς· οἱ παραγωγοὶ δὲν ἠδύναντο νὰ καταναλώσωσι τὰ προϊόντα αὑτῶν, καὶ διέτρεχον τὸν κίνδυνον καταστροφῆς. Αἱ ἕξεις ὅμως τῆς ἐκεῖ κοινωνίας καὶ ἡ ἀνατροφὴ αὐτῆς δὲν ὤθησαν τοὺς παραγωγοὺς πρὸς τὸ Κράτος, ὅπως ζητήσωσι τὴν ἀρωγὴν αὐτοῦ, ἀλλὰ πρὸς τὴν μεταξὺ αὐτῶν κοινοπραξίαν καὶ τὸν συνεταιρισμόν, τὸν γνωστὸν ὑπὸ τὸ ὄνομα trusts, οὕτω δὲ οἱ παραγωγοὶ ἑνὸς ἢ πλειοτέρων προϊόντων ἠδυνήθησαν νὰ λάβωσι τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, οὐχὶ ὅπως πιέσωσι τὴν κατανάλωσιν ἢ περιστείλωσι τὴν παραγωγήν, ἀλλ’ ὅπως κανονίσωσι τοὺς ὅρους τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς καταναλώσεως κατὰ τρόπον ἐξυπηρετοῦντα ἀμφοτέρας. Οἱ τοιοῦτοι δὲ συνεταιρισμοὶ ἐφαρμόζονται ἐπὶ παραγωγῶν, ἀπέναντι τῶν ὁποίων οἱ τῆς σταφίδος ἡμῶν εἶναι ἐλάχιστοι, διότι ἐκεῖνοι ἀντιπροσωπεύουσιν ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων φράγκων καὶ δισεκατομμυρίων. Ὅμοια παραδείγματα δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν πολλὰ καὶ ἐν Εὐρώπῃ. Ἐν Γερμανίᾳ π. χ. πρό τινων ἐτῶν οἱ κύριοι τῶν ἀνθρακωρυχείων περιῆλθον εἰς θέσιν ἀνάλογον ἐκείνης, εἰς ἣν εὑρίσκονται οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ ἐν Ἑλλάδι. Ἡ παραγωγὴ τῶν ἀνθράκων εἶχεν ὑπερπλεονάσει, δὲν ἠδύναντο νὰ εὕρωσιν ἀνάλογον κατανάλωσιν, πλεῖσται δὲ ἑταιρεῖαι καὶ κύριοι ἀνθρακωρυχείων περιῆλθον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σταματήσουν τὰς ἐργασίας των. Ἐπῆλθε συνεννόησις τῶν παραγωγῶν οὐχὶ πρὸς πίεσιν τῆς καταναλώσεως, μήτε πρὸς ἐλάττωσιν τῆς παραγωγῆς, ἀλλ’ ὅπως διακανονίσωσι τὴν παραγωγὴν διὰ βελτιώσεως τῶν ὅρων αὐτῆς, καὶ ὅπως ὑποστηρίξωσι τὴν κατανάλωσιν διὰ τῆς παροχῆς ἀνθράκων εἰς τιμὰς ἀμοιβαίως συμφερούσας. Σήμερον δὲ, μετὰ ὀλιγοχρόνιον τοιαύτην κοινοπραξίαν, τὰ ἀνθρακωρυχεῖα τῆς Γερμανίας ἦλθον εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ εὑρίσκωσι κατανάλωσιν ὄχι μόνον διὰ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον παράγουν καὶ τὸ ὁποῖον ὑπερβαίνει τὴν προτέραν αὐτῶν παραγωγὴν, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ προφθάνωσι νὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὴν ζήτησιν τῆς καταναλώσεως, ἰδίως τῆς ἐσωτερικῆς, ἐν μέρει δὲ καὶ τῆς ἐξωτερικῆς. Νομίζω περιττὸν νὰ ἀναφέρω καὶ ἄλλα παραδείγματα τοιαύτης κοινοπραξίας, τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ὁποίας ἀπαντῶμεν συνηθέστατα ἐν Εὐρώπῃ πρὸς προστασίαν τῆς παραγωγῆς, διὰ τοῦ κανονισμοῦ καὶ τῆς βελτιώσεως αὐτῆς καὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς καταναλώσεως. Ἐὰν ἡ κοινωνία ἡμῶν εἶχε τὰς ἕξεις καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν κοινωνιῶν τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀμερικῆς, ἡ ἐπέμβασις τῆς Πολιτείας ἤθελεν εἶναι περιττή. Ἀλλὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ πολλῶν δεκαετηρίδων ἠκολούθησεν ἡ Πολιτεία ἡμῶν, τὸ σύστημα τῆς ἐν τῇ Κυβερνήσει ἀπολύτου συγκεντρώσεως πάντων τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν διεύθυνσιν οἱασδήποτε γενικωτέρας ἐνεργείας, περιέστειλε τὴν φροντίδα τοῦ ἀτόμου εἰς τὰ ἴδια αὐτῶν συμφέροντα, καὶ ἀπεξένωσεν αὐτὸ τῆς ἕξεως τῆς ἐν κοινοπραξίᾳ δράσεως, ὁσάκις πρόκειται περὶ τῶν συμφερόντων οὐχὶ τοῦ ἀτόμου, ἀλλὰ μέρους ἢ τοῦ ὅλου τῶν συμπολιτῶν καὶ συνεργατῶν αὐτοῦ. Μὴ ἐξοικειωθεὶς εἰς τὴν ἐξ ἰδίας αὐτοῦ πρωτοβουλίας κοινοπραξίαν, τὴν τοιαύτην γενικωτέραν ἐνέργειαν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς περιμένει παρὰ τοῦ Κράτους. Τῆς καταστάσεως ταύτης ἀποτέλεσμα εἶναι καὶ ἡ ἀδυναμία, εἰς ἣν εὑρέθησαν οἱ σταφιδοπαραγωγοί, νὰ φροντίσωσι μόνοι των διὰ κοινοπραξίας ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς ἐπελθούσης κρίσεως νὰ ἐξεύρωσι τὰ μέσα τῆς θεραπείας αὐτῆς, καὶ μὴ περιέλθωσιν εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρίσκονται σήμερον. Εὑρισκόμεθα δ’ οὕτω καὶ ἡμεῖς ἀπέναντι δύο κακῶν· ἢ νὰ πράξωμέν τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀπολύτως σύμφωνον πρὸς τὸ δίκαιον καὶ πρὸς τὰς βάσεις τοῦ πολιτεύματος, στεροῦντες τὸ ἄτομον τῆς ἐλευθέρας διαθέσεως τοῦ προϊόντος τῆς ἐργασίας του, ἢ νὰ τρέξωμεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν καταπίπτουσαν τὴν πρωτίστην παραγωγὴν τοῦ τόπου· διότι, ἐὰν δὲν λάβῃ τὸ Κράτος πρόνοιαν περὶ αὐτῆς καὶ δὲν φροντίσῃ νὰ περιστείλῃ τὴν ὑφισταμένην κρίσιν καὶ νὰ θεραπεύσῃ, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, τ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι, πλὴν τῶν θετικῶν ἀποτελεσμάτων τῆς τοιαύτης ἐγκαταλείψεως τῆς σταφίδος, καὶ ἡ ἀποθάρρυνσις, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ ἐξ αὐτῆς εἰς τὴν μεγάλην πλειονοψηφίαν τῶν παραγωγῶν, θὰ ἐπιτείνῃ τὴν κρίσιν, καὶ θὰ καταστήσῃ πολὺ δυσκολωτέραν, ἐὰν ὄχι ἀδύνατον, τὴν θεραπείαν τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῆς. Τὴν παρακράτησιν μ’ ὅλα τὰ ἐλαττώματά της ὀφείλομεν ἐξ ἀνάγκης γενικωτέρας νὰ παραδεχθῶμεν. Παραδεχόμενοι ὅμως αὐτὴν ὡς τὸ μικρότερον τῶν δύο κακῶν, πρέπει νὰ δεχθῶμεν αὐτὴν ὡς μέτρον ἁπλῆς παρηγορίας καὶ ἐνθαρρύνσεως διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ παραγομένου ποσοῦ, ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ, ὅτι ἐπιτυγχάνομεν δι’ αὐτῆς τὴν ἰσορροπίαν μεταξὺ παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως; Πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸ αὐτὸ σύστημα, ψηφίζοντες κατ’ ἔτος τὴν παρακράτησιν, ἀφίνοντες δ’ αὐτὴν νὰ λειτουργῇ ὅπως καὶ σήμερον; Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ πράξωμεν τοῦτο, ἐπιδιώκοντες μόνον σκοπὸν τὴν ἐλάττωσιν τοῦ παραχθέντος ποσοῦ σταφίδος, ὅπως διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῆς προσφορᾶς ἐπιδιώξωμεν τὴν ἰσορροπίαν αὐτῆς πρὸς τὴν ζήτησιν. Ἐὰν τοιοῦτον χαρακτῆρα δώσωμεν εἰς τὴν παρακράτησιν, βεβαίως πράττομέν τι ἴσως ἐπιβλαβέστερον τῆς ἐγκαταλείψεως τῆς σταφίδος εἰς τὴν τύχην της. Δὲν θεραπεύομεν τὸ κακόν. Ἀπ’ ἐναντίας τὸ ἐπιτείνομεν, ἀναβάλλοντες τ’ ἀποτελέσματα αὐτοῦ εἰς τὸ μέλλον. Ἐφαρμόζοντες τὴν παρακράτησιν ἁπλῶς καὶ μόνον, ὅπως ἐλαττώσωμεν τὸ παραχθὲν ποσὸν, ἐνθαρρύνομεν τοὺς παράγοντας κακὴν σταφίδα, καὶ συντελοῦμεν εἰς τὴν ἐξακολούθησιν, ὡς ἐβεβαιώθη ἐν τῇ Βουλῇ, οὐχὶ ἐπωφελοῦς σταφιδοφυτείας. Τοιουτοτρόπως δ’ ἐξακολουθοῦμεν παγιοῦντες τὴν δυσαναλογίαν μεταξὺ παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως καὶ τὴν ἀνάγκην νὰ καταφεύγωμεν κατ’ ἐπανάληψιν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς παρακρατήσεως, οὐχὶ ὡς μέτρου θεραπείας, ἀλλὰ ὡς μέτρου ἀδικίας. Ὁ σκοπὸς τῆς παρακρατήσεως, ὁ ἄμεσος καὶ καταφανέστερος, εἶναι ἡ ἄμεσος ἐπίτευξις ἰσορροπίας μεταξὺ παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως, ἀλλ’ ὁ σκοπὸς ὁ κύριος, ὁ ὑγιὴς καὶ θετικός, καὶ τὸν ὁποῖον ὀφείλει ἡ Πολιτεία νὰ ἐπιδιώξῃ, εἶναι ἡ ἐπέκτασις τῆς καταναλώσεως. Μόνον αὕτη δύναται νὰ φέρῃ τὴν ἀληθῆ καὶ παγίαν ἰσορροπίαν μεταξὺ παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως, καὶ συντελέσῃ εἰς τὴν ῥιζικὴν θεραπείαν τοῦ ὑφισταμένου κακοῦ, τὸ ὁποῖον ἡ πρόχειρος καὶ ἁπλῆ παρακράτησις, παρηγοροῦσα προσωρινῶς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, καλύπτει μόνον, χωρὶς νὰ θεραπεύσῃ. Ἔμμεσος μὲν, ἀλλὰ κύριος σκοπὸς τῆς παρακρατήσεως, ὡς καὶ κύριος πόθος καὶ πρόθεσις τῆς Πολιτείας πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἡ ἐπέκτασις τῆς καταναλώσεως. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἐπαινῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα τῆς παρακρατήσεως ὑπὸ τύπον παγιωτέρας ὀργανώσεως αὐτῆς, διὰ τῆς ὁποίας δύναται νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ ἐπίτευξις τοῦ θετικωτέρου καὶ λυσιτελεστέρου αὐτῆς σκοποῦ, τῆς ἐπεκτάσεως δηλαδὴ τῆς καταναλώσεως. Λυποῦμαι δὲ, διότι ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου, καὶ οἱ ἐν αὐτῷ ἐπιδιωκόμενοι συνδυασμοὶ δὲν παρουσιάζουσι τὰ στοιχεῖα τῆς ἐπιτυχίας τοῦ τοιούτου σκοποῦ. Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ἀπαισιοδόξων περὶ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς καταναλώσεως τῆς σταφίδος. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ἐπωφελὴς αὕτη κατανάλωσις δὲν ἔφθασεν ἀκόμη εἰς τὰ ὅρια, πέραν τῶν ὁποίων δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν ἐπέκτασιν. Ἡ Κορινθιακὴ σταφὶς ἀναμφισβητήτως εἶναι προϊὸν καθαρῶς μονοπωλιακὸν τῆς Ἑλλάδος. Ὁπουδήποτε καὶ ἂν ἐδοκιμάσθη ἡ καλλιέργεια αὐτῆς, δὲν ηὐδοκίμησε· παρήχθη τι παρεμφερὲς μεταξὺ σταφυλῆς καὶ σταφίδος. Σταφὶς ὅμως καθαρῶς κορινθιακή, καὶ ἐν Ἀμερικῇ, ὅπου ἐδοκιμάσθη, καὶ ἐν Εὐρώπῃ καὶ ἐν Ἀφρικῇ, δὲν παρήχθη. Εἶδον προϊὸν ἐκ κλημάτων σταφίδος ἑλληνικῆς, καλλιεργηθέντων ἐν Ἀλγερίᾳ, καὶ τὸ προϊὸν τοῦτο δὲν ἦτο κορινθιακὴ σταφίς· ἦτο σταφυλὴ μικροτέρα κατά τι τῶν συνήθων, ἀλλὰ μετὰ πυρήνων καὶ μετὰ φλοιοῦ πολὺ τραχυτέρου.
§21ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ κλήματα ἑλληνικά;
§22ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπὸ κλήματα σταφίδος, τὰ ὁποῖα, ὡς μὲ ἐβεβαίωσεν ὁ δείξας εἰς ἐμὲ τὸ προϊὸν, ἔλαβεν ἐκ τῆς πατρίδος ὑμῶν, ἐξ Αἰγίου. Ἡ κορινθιακὴ σταφὶς, οὖσα μονοπώλιον ἑλληνικὸν, εἶναι σύναμα τὸ κατ’ ἐξοχὴν πλούσιον προϊὸν τῆς χώρας ἡμῶν. Ἡ χώρα ἡμῶν δὲν ἔχει, μήτε δύναται ν’ ἀποκτήσῃ ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἄλλην παραγωγὴν, δυναμένην διὰ τῆς ἐξαγωγῆς αὐτῆς νὰ φέρῃ ἰσορροπίαν τινὰ εἰς τὰς οἰκονομικὰς καὶ νομισματικὰς ἀνάγκας τῆς Πολιτείας καὶ τῆς κοινωνίας. Αἱ δύο δ’ αὗται οὐσιώδεις ἰδιότητες τοῦ προϊόντος τούτου ἐπιβάλλουσιν εἰς ἡμᾶς τὸ καθῆκον μεγίστης μερίμνης ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἡ μέριμνα δὲ, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν, δὲν πρέπει νὰ τείνῃ εἰς τὴν περιστολὴν τῆς παραγωγῆς, ὅπως θέσωμεν τὸ ὑπολειπόμενον ποσὸν ἐν ἰσορροπίᾳ πρὸς τὴν σημερινὴν κατανάλωσιν. Τοιαύτη μέριμνα ἤθελεν εἶναι προϊὸν ἀποθαρρύνσεως καὶ σχεδὸν ἐγκατάλειψις τοῦ πολυτίμου τῆς χώρας ἡμῶν προϊόντος. Ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν καὶ μεριμνήσωμεν, πῶς τὸ πολύτιμον τοῦτο προϊὸν θὰ τὸ καταστήσωμεν ἐπιδεκτικὸν καταναλώσεως ἀνωτέρας ἐκείνης, ἣν ἔχει σήμερον, καὶ ἀνταξίας τῆς πολλαπλῆς αὐτοῦ χρησιμότητος ἐν γένει καὶ τῆς διὰ τὴν χώραν ἡμῶν ἰδιαιτέρας αὐτοῦ σημασίας. Ἐὰν ἀπαριθμήσωμεν τὰς χώρας, εἰς τὰς ὁποίας καταναλίσκεται ἡ σταφὶς, θέλομεν εὕρει, ὅτι ἐκ τῶν χωρῶν τῆς ὑδρογείου σφαίρας ὀλίγαι εἶναι αἱ πράγματι καταναλίσκουσαι σταφίδα κατὰ τὸν ἐπωφελῆ δι’ ἡμᾶς τρόπον τῆς βρώσεως. Εἶναι ἡ Ἀγγλία, ἡ Ἀμερική, ἡ Γερμανία καὶ ἡ Ὁλλανδία...
§23ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Καὶ ἡ Αὐστραλία.
§24Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ἀγγλικὴ κατανάλωσις ἡ τῆς Αὐστραλίας. Καταναλίσκεται ἐπωφελῶς εἰς τὰς χώρας ταύτας, ἀφθονώτερον εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὰς ἀποικίας αὐτῆς, καὶ κατὰ δεύτερον λόγον εἰς τὴν Ἀμερικήν, τὴν Γερμανίαν καὶ Ὁλλανδίαν. Καταναλίσκεται δὲ εἰς τὰς χώρας ταύτας τὸ προϊὸν ἡμῶν, διότι εἶναι γνωστὸν, διότι εἰσήχθη εἰς τὰς ἕξεις τῆς κοινωνίας, ἥτις εὗρε τὴν σταφίδα καρπὸν εὐχάριστον καὶ ὠφέλιμον, συνήθισε δὲ κυρίως εἰς τὴν χρῆσιν αὐτῆς πρὸς βρῶσιν, καὶ ὀλιγώτερον πρὸς κατασκευὴν οἴνων ἢ οἰνοπνευμάτων, ὀλίγον κατ’ ὀλίγον διὰ τῆς ὁμαλῆς πορείας τοῦ ἐμπορίου, τὸ ὁποῖον ἐλειτούργησεν ἀνέτως ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν πρὸ τῆς σημερινῆς κρίσεως. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι χῶραι παρουσιάζουσαι τὰς αὐτὰς συνθήκας, τὰς ὁποίας παρουσιάζουσιν αἱ σήμερον καταναλίσκουσαι σταφίδα; Βεβαίως ὑπάρχουσι τοιαῦται καὶ ἐν Εὐρώπῃ καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἠπείρους. Ἐν Εὐρώπῃ αἱ Σκανδιναυϊκαὶ ἐπικράτειαι εἶναι χῶραι, τὰς ὁποίας ἡ γεωγραφικὴ θέσις ἐνδεικνύει ὡς δυναμένας νὰ καταναλώσωσι σταφίδα, ἥτις διὰ τῶν θερμαντικῶν αὐτῆς συστατικῶν εἶναι καὶ ὠφέλιμος καὶ εὐχάριστος εἰς τοὺς κατοικοῦντας εἰς ψυχρὰ κλίματα. Ἐπίσης ἡ Δανιμαρκία καὶ ἡ Ρωσία. Κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος ἔτυχε νὰ συναντηθῶ εἴς τι μέρος λουτρῶν μὲ τὸν πρεσβευτὴν τῆς Σουηδίας παρὰ τινι τῶν μεγάλων Αὐλῶν τῆς Εὐρώπης. Πολλάκις ὡμιλήσαμεν μετ’ αὐτοῦ περὶ τῆς σταφίδος: ἠρώτησα δ’ αὐτὸν, διατί ἡ Σουηδία ἐξακολουθεῖ φορολογοῦσα μὲ δασμὸν τετραπλάσιον περίπου τῆς ἀξίας τῆς τὴν ἑλληνικὴν σταφίδα. Καὶ οὗτος ἠπόρει, καὶ ἀπέδιδε τοῦτο εἰς τὴν ἔλλειψιν ἐπαρκοῦς φροντίδος ἀπὸ μέρους τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων, ὅπως ἐπέλθῃ ἐλάττωσις τοῦ δασμοῦ εἰς τὴν ἔλλειψιν δ’ ἐνεργείας, ὅπως γείνῃ γνωστὴ εἰς τὴν Σουηδικὴν κοινωνίαν, ἀπέδιδε τὴν μὴ κατανάλωσιν σταφίδος ἐν Σουηδία. Ὡς πρὸς τὴν Ρωσίαν, γνωρίζομεν τὴν ἱστορίαν τῶν διαπραγματεύσεων περὶ ἐμπορικῆς συμβάσεως. Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ μέχρι σήμερον ἀποτυχία πρέπει νὰ ἀπελπίσῃ ἡμᾶς, ὅτι θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔλθωμεν εἰς συνεννόησίν τινα, καθιστῶσαν δυνατὴν τὴν εἰσαγωγὴν σταφίδος πρὸς βρῶσιν ἐν Ρωσίᾳ, ἔστω καὶ μὲ δασμόν τινα σχετικῶς βαρύν. Ὅταν γνωρίσῃ ὁ Ρωσικὸς λαὸς τὴν Κορινθιακὴν σταφίδα καὶ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐξοικειωθῇ πρὸς τὴν χρῆσιν αὐτῆς, θὰ καταναλώσῃ τοιαύτην, ἔστω καὶ μὲ τιμὰς ἀνωτέρας ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ πώλησις αὐτῆς, ἂν εἶχον ἐπιτύχει αἱ περὶ ἐμπορικῆς συμβάσεως διαπραγματεύσεις. Ἀλλὰ πῶς θὰ γνωρίσωσιν οἱ λαοὶ ἐν Εὐρώπῃ, καὶ ἐν Ἀσίᾳ ἀκόμη, οἱ μὴ καταναλίσκοντες σταφίδα, τὰς εὐχαρίστους καὶ χρησίμους ἰδιότητας αὐτῆς, καὶ ἐξοικειωθῶσι μὲ τὴν κατανάλωσίν της; Βεβαίως δὲν θὰ γνωρίσωσι τοῦτο μήτε ἐκ διατριβῶν τῶν ἐφημερίδων, μήτε ἐκ θεωρητικῶν ἢ ἀτελῶν ἐνεργειῶν. Ἀπαιτεῖται ἐνέργεια ἄμεσος καὶ σύντονος, ὁποίαν πάντα τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα ἠθέλησαν νὰ εὕρωσι χώρας καταναλώσεως διὰ τὰ προϊόντα αὑτῶν, ἐξετέλεσαν. Ταῦτα ἐφρόντισαν δι’ ἀποστολῶν, διὰ πρακτόρων, δι’ ἀμέσου καὶ ἐμμέσου ἐνεργείας, νὰ καταστήσωσι γνωστὰ τὰ προϊόντα αὑτῶν εἰς πάντα τὰ μέρη, ὅπου προσεδόκων κατανάλωσιν: κατώρθωσαν δὲ τοῦτο ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον. Ἔχομεν παράδειγμα αὐτὴν τὴν Γερμανίαν. Ἄν ἐξετάσωμεν ὁποία πρὸ εἴκοσι πέντε ἢ τριάκοντα ἐτῶν ἦτο ἡ κατανάλωσις τῶν γερμανικῶν προϊόντων ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν, θὰ εὕρωμεν αὐτὴν πολὺ ὑπολειπομένην τῆς σημερινῆς. Σπανιώτατα ἐπρομηθεύοντο πρὸ τριακονταετίας αἱ ἀγοραὶ τῆς Ἀνατολῆς προϊόντα ἐκ Γερμανίας. Πῶς δὲ κατώρθωσαν οἱ Γερμανοὶ νὰ πολλαπλασιάσωσι τὴν κατανάλωσιν τῶν προϊόντων αὐτῶν εἰς πάσας σχεδὸν τὰς ἀγοράς; Ἐν κοινοπραξίᾳ διάφοροι παραγωγοὶ ἐφρόντισαν διὰ πρακτόρων, δι’ ἀποστολῶν, δι’ εὐκολιῶν πρὸς τοὺς καταναλωτὰς, ὅπως ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ποιήσωσι γνωστὰ τὰ προϊόντα αὑτῶν, καὶ ποὺ μὲν ἕνεκα τῆς εὐθηνίας, ποὺ δὲ ἕνεκα τῆς συμμορφώσεως τῆς παραγωγῆς των πρὸς τὰς ἕξεις καὶ τὰς ἐπιθυμίας τῶν καταναλωτῶν, κατώρθωσαν νὰ γείνωσιν αὐτοὶ κύριοι μεγάλου μέρους τῆς καταναλώσεως ἐν Ἀνατολῇ, ὑποσκελίζοντες τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὴν Γαλλίαν, αἵτινες πρὸ τριακονταετίας ἦσαν οἱ κύριοι τῶν ἀγορῶν αὐτῆς διὰ τὴν κατανάλωσιν τῶν πλείστων προϊόντων, τῶν εἰς αὐτὴν ἔξωθεν εἰσαγομένων. Εὑρίσκομεν δὲ σήμερον εἰς τὰς πόλεις τῆς Ἀνατολῆς πολὺ πλείονα γερμανικὰ προϊόντα παρὰ γαλλικὰ ἢ ἀγγλικά. Ἐκτὸς τῆς ἐνεργείας ταύτης τῆς ἐμπορικῆς ἀπαιτεῖται βεβαίως καὶ ἐνέργεια συντονωτέρα τῆς μέχρι σήμερον καὶ ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεων. Ὡς πρόσφατον δε παράδειγμα τῆς τοιαύτης ἐνεργείας ἔχομεν τὴν Ἰαπωνίαν, ἡ ὁποία δὲν περιέμενε νὰ στείλωμεν ἡμεῖς πρεσβευτὴν, ἢ νὰ ἀποστείλῃ αὕτη τακτικὸν τοιοῦτον παρ’ ἡμῖν, ὅπως συνομολογήσῃ ἐμπορικὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἀνέθηκεν εἰς τὸν ἐν Ρώμῃ πρεσβευτὴν αὐτῆς, ὅστις ἦλθε καὶ εἰς Ἀθήνας, ὅστις περιῆλθε καὶ ἄλλας πρωτευούσας τῆς Εὐρώπης, καὶ ἐπεδίωξεν ἁπλῶς καὶ καθαρῶς ἐμπορικὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος αὑτοῦ διὰ τῆς συνομολογήσεως τῆς συνθήκης, ἣν ἐψηφίσαμεν προχθές. Δὲν εἶναι βεβαίως τοῦτο μόνον τὸ μέσον. Πολλὰ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα μέσα ἐνεργείας πρὸς ἐπίτευξιν συμβάσεων μετὰ τῶν Κρατῶν, ὅπου εἶναι δυνατὴ ἡ κατανάλωσις σταφίδος, μὴ ἀπαλλαττουσῶν μὲν αὐτὴν παντὸς εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ, καθιστωσῶν ὅμως δυνατὴν τὴν εἰσαγωγὴν καὶ κατανάλωσιν αὐτῆς οὐχὶ πρὸς τὸν σκοπὸν ἀμέσου ἐμπορικῆς ὠφελείας, ἀλλ’ ὅπως οἱ κάτοικοι τῶν Κρατῶν τούτων γνωρίσωσι τὰς ἰδιότητας τῆς σταφίδος καὶ ἐξοικειωθῶσι πρὸς τὴν χρῆσιν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἴσως θέλουσι μοὶ παρατηρήσει — καὶ ὑποθέτω τοῦτο ἀπὸ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ — ὅτι τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν πρέπει νὰ τὴν ἐπιδιώξῃ τὸ ἐμπόριον, ὅτι ὁ ἔμπορος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, ἐπιδιώκων τὸ κέρδος, ἐπιδιώκει τὴν ἐξεύρεσιν ἀγορῶν...
§25Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ ἡ Γερμανία αὐτὸ ἔκαμεν.
§26Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ Γερμανία ἔκαμε τοῦτο, διότι ἐκεῖ εἶναι συνετὴ ἡ διὰ κοινοπραξίας τῶν παραγωγῶν ἐνέργεια πρὸς ἐξεύρεσιν νέων ἀγορῶν, μὲ θυσίας καὶ ζημίας κατὰ πρῶτον, μὲ κέρδη δὲ ἀκολούθως. Ὅταν ἤρχετο τὸ ἀτμόπλοιον «Βίσμαρκ» εἰς τὸν Πειραιᾶ καὶ περιήρχετο ὅλα τὰ παράλια τῆς Ἀνατολῆς, δὲν περιεῖχεν ἐμπορεύματα ἑνὸς ἐμπόρου, μήτε μιᾶς ἑταιρείας καὶ δὲν ἐπεδίωκε κέρδος διὰ τῆς πωλήσεως αὐτῶν.
§27ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιβεβλημένη;
§28Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐχὶ ἐπιβεβλημένη, ἀλλὰ διὰ κοινοπραξίας. Ἐξήγησα δὲ διατί ἀποβαίνει ἀναγκαία ἡ ἐπιβολὴ εἰς ἡμᾶς, οἵτινες στερούμεθα τῶν ἕξεων, ὡς ἀπαιτεῖ ἡ κοινοπραξία καὶ ὁ πρὸς γενικώτερον σκοπὸν συνεταιρισμός.
§29ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ σπουδαιότερος ὅρος ἦτο ἡ εὐθηνία, διότι προσέφερον τὰ προϊόντα των εὐθηνότερα ἀπὸ τὰ ἄλλα, καὶ τὰ καθίστων ἱκανὰ νὰ διαγωνισθῶσι.
§30Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως. Ὅταν ὅμως τὰ κατέστησαν γνωστὰ καὶ πρόσφορα εἰς τὴν κατανάλωσιν, τὰ ἐπώλησαν ἀκριβότερα. Τὸ ἐμπόριον βεβαίως εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐξαγωγὴν τῆς σταφίδος καὶ τὴν ἐπέκτασιν τῆς καταναλώσεως. Ἀλλὰ πότε; Ὅταν εὕρῃ κέρδος, διότι οὐδεὶς ἔμπορος θέλει στέρξει χάριν γενικωτέρου συμφέροντος νὰ ἐμπορευθῇ αὐτὸς εἶδος μὴ γνωστὸν εἰς χώραν τινὰ καὶ μὲ τὴν βεβαιότητα, ὅτι θὰ ὑφίσταται ζημίας, μέχρις ὅτου τὸ εἶδος τοῦτο εἰσέλθῃ εἰς τὴν θετικὴν κατανάλωσιν τῆς χώρας ταύτης. Καὶ ἐν Εὐρώπῃ δυσκόλως θέλομεν εὕρει τοιαύτην αὐταπάρνησιν, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον θὰ εὕρωμεν ταύτην παρ’ ἡμῖν. Τὰ παραδείγματα δὲ, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ἐνταῦθα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴς, ὅτι ἀπέτυχεν ἡ ἐπιτροπὴ Αἰγιέων, ἡ ὁποία διὰ χρηματικῶν αὐτῆς θυσιῶν μετέβη εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Σικάγου, ὅπως ἐνεργήσῃ ὑπὲρ τῆς ἐν Ἀμερικῇ καταναλώσεως τῆς σταφίδος, καὶ ὅτι ἀπέτυχεν ἡ ἀτομικὴ ἐνέργεια τοῦ κυρίου Καρακάλου, ὁ ὁποῖος περιηγήθη τὴν Ρωσίαν πρὸς πώλησιν σταφίδος, δὲν ἀποδεικνύουσί τι θετικόν. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Αἰγιέων εἶναι βεβαίως ἀξιέπαινος διὰ τὴν πρόθεσιν αὐτῆς. Ὁ θόρυβος ὅμως, τὸν ὁποῖον ἔκαμεν ὑπὲρ τῶν οἰνοποιητικῶν ἰδιοτήτων τῆς σταφίδος, ὅστις ἐξήγειρε τοὺς φόβους τῶν ἀμπελοκτημόνων τῆς Καλλιφορνίας, ἔβλαψεν, ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ. Ὁ κ. Καράκαλος, ὅστις εἶναι ἄξιος ἐπαίνου διὰ τὴν πρόθεσιν αὐτοῦ, ἦτο ἁπλοῦς ἰδιώτης, ὅστις μήτε τὰ μέσα μήτε τὴν δύναμιν εἶχε νὰ ἐπιδιώξῃ συστηματικῶς καὶ μετὰ τῶν ἀπαιτουμένων θυσιῶν τὸ ἔργον τῆς διαδόσεως τῆς σταφίδος εἰς ἐκτάσεις ἀπεράντου χώρας.
§31ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πόρους εἶχε πολλοὺς ὁ κ. Καράκαλος. Δὲν τοῦ ἔλειψαν οἱ πόροι.
§32Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἦτο εἶδος ἱεραποστόλου, πλήρης πίστεως, ἀλλὰ μὲ ὀλίγην σταφίδα καὶ μὲ ὀλίγα μέσα.
§33Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀξιεπαινότατος ἄνθρωπος.
§34Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λίαν ἀξιέπαινος, διότι ἐπεδίωξεν ἕνα σκοπὸν θετικὸν καὶ ἀληθῆ· ἀλλὰ τὸν ἐπεδίωξε δι’ ἀτελῶν μέσων, μὴ δυνάμενος νὰ διαθέσῃ τελειότερα τοιαῦτα.
§35ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ ὑπερηφανεύηται, διότι ἔχει τὴν ἔγκρισιν ὑπερόχου ἀνδρὸς, οἷος ὑμεῖς, ἵνα τὴν ἀντιτάξῃ εἰς τὰ σκώμματα καὶ τὰς κατηγορίας, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνον κατ’ αὐτοῦ ἄλλοι ἀνέκαθεν ἐντεῦθεν καὶ ἔξω τῆς Βουλῆς ἀείποτε, καὶ ἐσχάτως πάλιν ἐντεῦθεν.
§36Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι διαχείρισις τῆς παρακρατήσεως, ἐνεργοῦσα δι’ ἀνταποκριτῶν καὶ διὰ πρακτόρων πανταχοῦ, ὅπου δὲν εἶναι σήμερον γνωστὴ ἡ σταφίς, ἀλλ’ ὅπου κλιματολογικοὶ καὶ κοινωνικοὶ λόγοι ἐνδεικνύουσι τὸ δυνατὸν τῆς καταναλώσεως αὐτῆς, θέλει συντελέσει σπουδαίως καὶ ἀποτελεσματικῶς εἰς τὴν ἐπέκτασιν τῆς καταναλώσεως, εἰς τὴν ἐπίτευξιν δηλαδὴ τοῦ σκοποῦ καὶ τοῦ πόθου, τὸν ὁποῖον πρέπει πάντες νὰ ἔχωμεν ὑπὲρ τῆς σταφίδος. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ μόνον ἡ ἐνέργεια αὕτη τῆς τε Κυβερνήσεως πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεων καὶ τῆς εἰδικῆς διαχειρίσεως τῆς παρακρατήσεως πρὸς ἐπέκτασιν τῆς καταναλώσεως. Ἀπαιτεῖται καὶ ἑτέρα ἐνέργεια πρὸς βελτίωσιν τοῦ ποιοῦ αὐτῆς τῆς σταφίδος. Πρέπει καὶ εἰς τὸν τρόπον τῆς καλλιεργείας τῶν ἀμπέλων καὶ εἰς τὸν τρόπον τῆς συλλογῆς τῆς σταφίδος καὶ εἰς τὸν τῆς ἀποξηράνσεως, τοῦ καθαρισμοῦ καὶ τῆς ἐν γένει συσκευασίας αὐτῆς, νὰ καταβληθῇ σύντονος φροντίς, πρὸς ἐφαρμογὴν πάντων τῶν ἀπαιτουμένων μέτρων, ὅπως ἡ σταφὶς ἡμῶν παρασκευασθῇ καὶ παρουσιασθῇ εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως ὡς προϊὸν ἄξιον νὰ ἑλκύσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν τὸ γνωρίζουσι, καὶ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ καταστήσωμεν εὔνους πρὸς αὐτό. Γνωρίζομεν πάντες, καὶ πολὺ πλειότερον οἱ ἀνήκοντες εἰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, ὁποίαν ἐπίδρασιν ἔχει ἐπὶ τῆς παραγωγῆς ὁ τρόπος τῆς καλλιεργείας, τῆς κλαδεύσεως, τῆς λιπάνσεως, τῆς ἀρδεύσεως, τοῦ χαράγματος καὶ τῶν λοιπῶν ἐν γένει ἐργασιῶν ἐν ταῖς ἀμπέλοις. Γνωρίζομεν ἐπίσης ὁποίαν ἐπίδρασιν ἔχει ἐπὶ τοῦ ποιοῦ τῆς σταφίδος ὁ τρόπος τῆς ἀποξηράνσεως, τοῦ καθαρισμοῦ καὶ τῆς συσκευασίας αὐτῆς ἐν γένει. Λάβετε σταφιδάμπελον οἱασδήποτε ἐπαρχίας, καλλιεργήσατε αὐτὴν κατὰ τρόπον τέλειον, συλλέξατε τὴν σταφίδα ὥριμον, καθαρίσατε αὐτὴν καὶ θέσατε ἐντὸς μικρῶν κυτίων, προσφέρατε δὲ αὐτὴν εἰς τὴν κατανάλωσιν ἀφ’ ἑνὸς, προσφέρατε δ’ ἀφ’ ἑτέρου τὴν σταφίδα ὅπως σήμερον παρουσιάζεται ἐνίοτε εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως· μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι ὁ καταναλωτὴς θ’ ἀποκρούσῃ τὴν δευτέραν, θέλει δ’ ἑλκυσθῆ ἐκ τῆς πρώτης σταφίδος, καὶ θὰ ἐξοικειωθῇ ἴσως μὲ τὴν χρῆσιν αὐτῆς. Μοὶ διηγήθησαν περίεργόν τι συμβὰν ἔν τινι πόλει τῆς Ἀμερικῆς, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε σταλῆ ἔκ τινος λιμένος τῆς Ἑλλάδος ποσόν τι σταφίδος. Ὁ παραλήπτης ἤνοιξε τὰ κιβώτια ἢ τοὺς σάκκους, καὶ παρουσίασε τὴν σταφίδα εἰς τοὺς πελάτας του. Οὗτοι, ἐξετάζοντες αὐτὴν, ἦλθον εἰς συζήτησιν, ἂν ἡ σταφὶς ἦτο μέταλλον ἢ προϊὸν φυσικόν. Ὑπῆρχεν ἐν τῇ ἀποσταλείσῃ ταύτῃ σταφίδι τοσαύτη ποσότης ἄμμου, καρβούνων καὶ ἄλλων ὑλῶν, ὥστε ὁ καταναλωτὴς εὑρέθη ἐν τῇ ἀμφιβολίᾳ, ἐὰν ἦτο προϊὸν φυσικὸν ἢ μεταλλικόν. Μοὶ διηγήθη τοῦτο πρόσωπον λίαν ἀξιόπιστον...
§37ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἦτο αὕτη ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τῆς παρακρατήσεως.
§38Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πιθανόν· νομίζω ὅμως, ὅτι τοῦτο ἔλαβε χώραν πρὸ τῆς παρακρατήσεως.
§39Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Χαρακτηρίζεται ὡς μᾶζα ὀρυκτὴ, καὶ ὀνομάζεται πετρόμελι, διότι εἶναι μὲν γλυκεῖα τὴν γεῦσιν, ἀλλ’ εἶναι πλήρης πετρωδῶν οὐσιῶν, ὥστε ὑπολαμβάνεται, ὅτι ἐκρέει ἀπὸ βράχον, ἢ ἐξορύσσεται ἀπὸ τῆς γῆς, κατὰ προνόμιόν τι τῆς φύσεως.
§40Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸν τοιαύτη σταφὶς νὰ ἑλκύσῃ σπουδαίως καταναλωτάς; Αἱ διάφοροι ἐργασίαι, αἱ ἀναγκαῖαι πρὸς βελτίωσιν τῆς παραγωγῆς ἀφ’ ἑνὸς καὶ πρὸς ἐπέκτασιν τῆς καταναλώσεως ἀφ’ ἑτέρου, ἀποτελοῦσιν ὄγκον ἐργασίας ἀρκετὰ σεβαστὸν, ἀρκετὰ σοβαρὸν καὶ εὐρὺν, ὅπως ἀπορροφήσῃ τὴν ἐνασχόλησιν καὶ τὸν καιρὸν μιᾶς οἱασδήποτε διαχειρίσεως τῆς παρακρατήσεως, ἐὰν ἐγκαταστήσωμεν τοιαύτην μὲ τὴν ἐντολὴν τὴν θετικῶς λυσιτελῆ καὶ τὴν μόνην σωστικὴν διὰ τὴν σταφίδα, τῆς ἐπεκτάσεως τῆς καταναλώσεως, καὶ ἀναθέσωμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἐνέργειαν τῶν καθέκαστα τῶν ἐργασιῶν, ἃς ἀπαιτεῖ ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἐντολῆς ταύτης. Ἡ τοιαύτη ἐργασία δὲν θὰ ὑπερβαίνῃ τὰς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ Συμβουλίου, εἰς ὃ ἤθελεν ἀνατεθῆ, θὰ ἦναι ὅμως ἀρκετὴ, ὅπως ἀπορροφήσῃ τὴν διανοητικὴν καὶ φυσικὴν ἐργασίαν αὐτῶν. Καὶ τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου, ὡς τοιαῦτα, καὶ πᾶν ἄτομον, ὡς διευθύνον ἐν γένει ἢ ἐν μέρει τὴν παρακράτησιν τῆς σταφίδος, πρὸς ἐπιδίωξιν τῶν σκοπῶν τούτων, θὰ εὕρωσιν ἐργασίαν πληροῦσαν τὴν δρᾶσιν αὐτῶν καὶ μὴ ἐπιτρέπουσαν τὴν εἰς ἄλλα ἔργα ἐνασχόλησίν των. Νομίζω δὲ, ὅτι διαχείρισις ἁρμοδιωτέρα πρὸς ἐκτέλεσιν τοιούτου ἔργου δύναται νὰ σχηματισθῇ διὰ πληρεστέρας ἀντιπροσωπεύσεως τῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Καταλληλότερον διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς παρακρατήσεως ὄνομα ἤθελεν εἶναι «Ἐπιμελητήριον». Ἀλλὰ καὶ ἑταιρείαν ἂν θέλητε νὰ ὀνομάσητε αὐτὴν, τὸ ὄνομα δὲν θὰ προσδώσῃ τι διάφορον εἰς τὴν ἐνέργειαν καὶ τὴν ἐντολὴν αὐτῆς. Τὸ οὐσιῶδες εἶναι, ὅτι ἡ διαχείρισις αὕτη πρέπει νὰ ἔχῃ χαρακτῆρα καθαρῶς γεωργικὸν καὶ ἐμπορικὸν, ἄνευ περιπλοκῆς τραπεζιτικῶν καὶ ἄλλων ἀσχολιῶν, ὅπως δυνηθῇ, ὡς ἀντιπρόσωπος τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐπίτευξιν τῶν σκοπῶν, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξα. Δύναται δὲ εὐκόλως νὰ πραγματοποιηθῇ τοῦτο δι’ ἐκλογῆς ἀντιπροσώπων τῶν σταφιδοφόρων δήμων, ἐκλεγομένων παρὰ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων ἐν συμπράξει μεθ’ ὡρισμένου ἀριθμοῦ ἐκ τῶν κυριωτέρων σταφιδοπαραγωγῶν. Οἱ ἀντιπρόσωποι ἑκάστου σταφιδοπαραγωγοῦ δήμου κατ’ ἀριθμὸν ἀνάλογον τῆς παραγωγῆς αὐτοῦ θ’ ἀποτελέσωσι τὰ ἐπιμελητήρια ἢ τὰ ὑποκαταστήματα τὰ ἐπαρχιακὰ, ταῦτα δὲ θὰ ἐκλέγωσι τοὺς ἀντιπροσώπους ἑκάστης σταφιδοφόρου ἐπαρχίας, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποτελέσωσιν εἴτε τὴν κεντρικὴν διεύθυνσιν τῆς ἑταιρείας, εἴτε τὸ κεντρικὸν Ἐπιμελητήριον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ τὴν ἐντολὴν καὶ ἐξουσίαν τῆς ἐπιδιώξεως πάντων τῶν ἀπαιτουμένων ἔργων διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς παραγωγῆς καὶ τὴν ἐπέκτασιν τῆς καταναλώσεως. Εἰς τὴν τοιαύτην διαχείρισιν τῆς παρακρατήσεως πρέπει βεβαίως νὰ δοθῇ ἐξουσία τις διαθέσεως μεγάλου μέρους τοῦ χρηματικοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσεπράχθη ἐκ τῆς ἤδη παρακρατηθείσης καὶ πωληθείσης σταφίδος, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπραχθῇ ἐξ ἐκείνης, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν ταῖς ἀποθήκαις. Θὰ διαθέσῃ δὲ αὕτη τὸ ποσὸν τοῦτο πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν διαφόρων ἐργασιῶν, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀποβῇ δυνατὴ ἡ ἐπέκτασις τῆς καταναλώσεως τῆς σταφίδος καὶ ἡ βελτίωσις τῆς παραγωγῆς αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐν ταῖς σταφιδοφόροις ἐπαρχίαις δὲν ἐπείγει μόνον ἡ ἀνάγκη τῆς ἰσορροπίας τῆς παραγωγῆς πρὸς τὴν κατανάλωσιν. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα ἐπείγουσα ἀνάγκη, ἡ τῆς ἐξευρέσεως διὰ δανείων τῶν ἀναγκαίων εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς χρημάτων, ὅπως δυνηθῶσι νὰ καλλιεργήσωσι τὴν σταφίδα αὐτῶν καὶ συλλέξωσι καὶ διαθέσωσιν αὐτὴν, χωρὶς νὰ πιεσθῶσι παρὰ τῶν δανειστῶν των καὶ ἀναγκασθῶσι νὰ πωλήσωσιν αὐτὴν εἰς εὐτελεῖς τιμάς. Ἡ ἀνάγκη αὕτη, ἡ ὁποία δυστυχῶς δὲν εἶναι μόνον ἀνάγκη τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, ἀλλὰ γενικωτέρα τῶν πλείστων παραγωγῶν τῆς Ἑλλάδος, καὶ εἰς ἐμὲ, ὅστις δὲν ἀνήκω εἰς σταφιδοφόρον ἐπαρχίαν, παρουσιάζεται κάπως ἐπιτακτικωτέρα διὰ τὴν σταφίδα. Νομίζω δὲ, ὅτι ἔχει καθῆκον ἡ Πολιτεία καὶ τὴν θεραπείαν τῆς ἀνάγκης ταύτης νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ὄψιν. Ἀλλὰ πῶς δύναται νὰ θεραπευθῇ ἡ ἀνάγκη αὕτη; Ἐπὶ τίνων βάσεων εἶναι δυνατὸν νὰ διασκευασθῇ ὄργανον πιστωτικὸν καὶ μορφωθῶσιν ὅροι καὶ βάσεις πίστεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὁ σταφιδοπαραγωγὸς νὰ δυνηθῇ στηριχθῇ, ὅπως εὕρῃ δύο ὅρους λογικοὺς τὸ δάνειον, οὗτινος ἔχει ἀνάγκην; Δὲν εἶναι βεβαίως ἡ ἀλληλοβοήθεια, ἡ ὁποία δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις πρὸς μόρφωσιν πίστεως καὶ πρὸς ἐξεύρεσιν πιστωτικοῦ τοιούτου ὀργάνου. Ὅσοι ἐμελέτησαν τὰς ἀπὸ δεκαετηρίδων ἐπιδιωκομένας ἐνεργείας τῆς ἱδρύσεως πίστεως ἐπὶ τῆς ἀλληλοβοηθείας, θέλουσι πεισθῇ ἢ εἶναι πεπεισμένοι, ὅτι ὅλως ἀκατάλληλος πρὸς ἐξεύρεσιν πιστωτικοῦ ὀργάνου χάριν τῶν σταφιδοπαραγωγῶν εἶναι ἡ βάσις τῆς ἀλληλοβοηθείας. Αἱ Τράπεζαι τῆς ἀλληλοβοηθείας ἐπέτυχον μόνον ἐκεῖ, ὅπου ἱδρύθησαν ὡς καθαρῶς τοπικαὶ, καὶ ἔδρασαν ἐν περιωρισμένῳ κύκλῳ. Αὐταὶ εἰσιν ἐνοριακαὶ, κοινοτικαὶ, σπανίως δὲ καὶ δημοτικαί. Δὲν ὑπάρχει Τράπεζα ἀλληλοβοηθείας πρὸς παραγωγὴν, ἔχουσα ἄμεσον δρᾶσιν ἐν εὐρυτέρῳ κύκλῳ, οἷον ἔχουσιν ἐνίοτε αἱ Τράπεζαι ἀλληλοβοηθείας πρὸς κατανάλωσιν, ἢ πρὸς περίθαλψιν ἀσθενῶν κτλ. Τράπεζαι ὅμως ἀλληλοβοηθείας, χορηγοῦσαι δάνεια εἰς παραγωγοὺς, ὡς μέλη αὐτῶν, ἔτυχον μόνον εἰς τὸν στενὸν κύκλον ἐνεργείας. Οἱ παραγωγοὶ μιᾶς ὡρισμένης κοινότητος, οἱ ὁποῖοι μεταξύ των γνωρίζονται καλῶς, καὶ ἕκαστος τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ τὸ φερέγγυον καὶ τὸ ἔντιμον ἢ μὴ τοῦ συμπολίτου του ἢ τοῦ συνδημότου του, σχηματίζουσι τοιαύτας Τραπέζας, ἐπιτυχῶς λειτουργούσας εἴτε ἐπὶ τῇ βάσει τῆς περιωρισμένης εὐθύνης τῶν μελῶν αὐτῆς κατὰ τὸ σύστημα τοῦ Schalty Delitsch, εἴτε ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀπεριορίστου τῆς εὐθύνης αὐτῶν, κατὰ τὸ σύστημα τοῦ Reiffesen. Ἑκάστη τοιαύτη Τράπεζα δανείζει τὰ μέλη τῆς κοινότητος ἢ τοῦ δήμου, τὰ ὁποῖα εἰσι καὶ μέτοχοι αὐτῆς. Πᾶσαι δὲ αἱ Τράπεζαι αὗται εὑρίσκουσιν ὑποστήριξιν καὶ ἀρωγὴν εἰς μεγαλειτέρας ἄλλας Τραπέζας, αἵτινες συγκεντροῦσαι, καὶ ὡς ταμιευτήρια καὶ ὡς μετοχικαὶ ἑταιρεῖαι, κεφάλαια σημαντικώτερα, λειτουργοῦσιν ὡς πιστωτικαὶ καθαρῶς Τράπεζαι, δανείζουσαι τὰς ἀλληλοβοηθητικὰς Τραπέζας, ὡς πελάτας αὐτῶν. Εἰς τὰς εὐρυτέρας δὲ ταύτας Τραπέζας ἑκάστη Τράπεζα ἀλληλοβοηθείας ἔχει τὴν πίστωσίν της, καὶ δύναται, ὁσάκις ἐξαντλῇ τὰ ἴδια αὑτῆς κεφάλαια, νὰ ποιῆται χρῆσιν αὐτῆς, δανειζομένη ὑπὸ συμφέροντας αὐτῇ ὅρους καὶ ὑπὸ ἰδίαν αὐτῆς εὐθύνην. Δὲν γνωρίζω δὲ Τράπεζαν ἀλληλοβοηθείας πρὸς παραγωγὴν, ἡ ὁποία νὰ λειτουργῇ πρὸς παροχὴν δανείων εἰς ἐπαρχίας ὁλοκλήρους. Ἀλλ’ ἂν ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στηρίξωμεν τὴν ἐξεύρεσιν πιστωτικοῦ ὀργάνου, δυναμένου νὰ ἔλθῃ εἰς ἀρωγὴν διὰ δανείων εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, πῶς θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦτο σήμερον, ὅτε οὗτοι, ἐκτὸς ὀλίγων ἐξαιρέσεων, εἰσὶν ἀναξιόχρεοι καὶ βεβαρημένοι μὲ δάνεια ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τοκογλυφικά; Δὲν θὰ ὑπάρξῃ βεβαίως δυσκολία διὰ τὴν ἐξεύρεσιν τῶν χρημάτων, διότι δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι καὶ ἐν τῷ τόπῳ καὶ ἐκτὸς τοῦ τόπου ὑπάρχουσι κεφαλαιοῦχοι, οἵτινες εὐχαρίστως ἤθελον χορηγήσει δάνεια ὑπὸ λογικοὺς ὅρους, ἐὰν λάβωσι τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐγκαίρως καὶ ἀσφαλῶς θὰ εἰσπράξωσι τὰ δάνεια ταῦτα κατὰ τὴν λῆξίν των. Τοῦτο ἑπομένως πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ ἡμᾶς· κατὰ τίνα τρόπον δηλ. θὰ δυνηθῶσιν οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ νὰ εὕρωσι τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐμπνευσθῇ εἰς τὰ κεφάλαια ταῦτα ἡ τοιαύτη πεποίθησις. Εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῶν σταφιδοπαραγωγῶν δὲν ἔχομεν τὴν ἐκλογὴν μεταξὺ πολλῶν μέσων. Πρέπει δὲ νὰ ὠφεληθῶμεν ἐκ τῆς πείρας τῶν ἄλλων ἐθνῶν, ἐξετάζοντες πῶς ἐν αὐτοῖς παραγωγός τις, ὁσάκις ἔλθῃ εἰς τὴν ἀνάγκην δανείου, εὑρίσκει τοιοῦτον, ἐνεχυριάζων τὸ προϊόν αὐτοῦ. Ἡ ἁπλῆ καὶ αὐτούσιος ἐνεχυρίασις παντὸς προϊόντος, καὶ ἰδίως γεωργικοῦ, παρουσιάζει δυσχερείας καὶ ἐν Εὐρώπῃ, πολὺ δὲ πλειοτέρας παρ’ ἡμῖν. Ὡς μέσον ἐπιτυχὲς πρὸς ἀποφυγὴν τῶν δυσχερειῶν τούτων ἐθεωρήθησαν ἁπανταχοῦ αἱ γενικαὶ καὶ αἱ εἰδικαὶ ἀποθῆκαι. Αἱ μὲν γενικαὶ ἀποθῆκαι διὰ πολλὰ εἴδη προϊόντων, αἱ δὲ εἰδικαὶ ἀποθῆκαι δι’ ὡρισμένα ἢ καὶ δι’ ἓν μόνον εἶδος αὐτῶν εἶναι τὰ ὄργανα, διὰ τῶν ὁποίων ὁ παραγωγὸς, εἴτε γεωργὸς εἶναι οὗτος, εἴτε βιομήχανος, δύναται τὸ προϊόν αὐτοῦ νὰ τὸ καταστήσῃ ἐπιτήδειον πρὸς ἐνεχυρίασιν εἰς πάντα κεφαλαιοῦχον. Ἔχομεν καὶ ἡμεῖς θεωρητικῶς ἐν ἰσχύϊ τὸ ὄργανον τοῦτο, διότι ἔχομεν τὸν θεσμὸν τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, ὅστις παρουσιάζει μὲν δευτερευούσας τινὰς ἀτελείας, δὲν ἔλαβεν ὅμως θετικὴν ὑπόστασιν, οὐχὶ ἕνεκα τῶν ἀτελειῶν αὐτοῦ, ἀλλὰ διότι δὲν ἐλήφθη ἡ δέουσα φροντὶς πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Εἶναι θεσμὸς νέος, καὶ δὲν δύναται διὰ μιᾶς νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰς ἕξεις καὶ εἰς τὴν ἀντίληψιν ἡμῶν ἐν ὅλαις ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ. Παρουσιάζει δὲ τοὺς κινδύνους καὶ τὰς δυσχερείας πάσης νέας ἐπιχειρήσεως, καὶ καθιστᾷ διστακτικοὺς τοὺς κεφαλαιούχους τῆς χώρας ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον συνήθισαν ἀνετώτερον νὰ ἐπιδιώκωσι τὴν τοποθέτησιν τῶν κεφαλαίων αὐτῶν. Διὰ τοῦτο ἡ Πολιτεία, χάριν τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, πρέπει ἀμεσώτερόν πως νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ τούτου. Συντονώτερον δ’ ἐπιβάλλεται ἡ τοιαύτη φροντὶς ἐν τῇ μελέτῃ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος καὶ τῆς παρακρατήσεως. Ἐὰν εἴχομεν γενικὰς ἀποθήκας ἢ εἰδικὰς διὰ μόνην τὴν σταφίδα, ἕκαστος παραγωγός, εἴτε αὐτὸς ἀπ’ εὐθείας, εἴτε διὰ παραγγελιοδόχου, θὰ ἠδύνατο νὰ καταθέσῃ τὴν σταφίδα αὑτοῦ ἐν τῇ ἀποθήκῃ, νὰ λάβῃ τὸ σχετικὸν ἐνεχυρόγραφον, καί, παρέχων οὕτως εὔκολον καὶ ἀσφαλὲς ἐνέχυρον, νὰ δανεισθῇ τὸ ἥμισυ ἢ τὰ δύο τρίτα τῆς ἀξίας τῆς κατατεθείσης σταφίδος. Δὲν παρουσιάζει δὲ εἰδικήν τινα δυσκολίαν, ὡς πολλοὶ ὑποθέτουσιν, ἡ εἰδικὴ πρᾶξις τῆς καταθέσεως τῆς σταφίδος καὶ τῆς συντηρήσεως αὐτῆς. Ἡ σταφὶς, ἕνεκα τοῦ ὄγκου καὶ τῆς φύσεως αὐτῆς, παρουσιάζει ἐκ πρώτης ὄψεως δυσχερείας διὰ τὴν τμηματικὴν καὶ ἐν ὀνόματι ἑκάστου καταθέτου κατάθεσιν ἐν ταῖς γενικαῖς ἀποθήκαις. Αἱ δυσχέρειαι ὅμως αὗται δὲν εἶναι τόσον μεγάλαι, ὅσον φαίνονται. Ἐν Εὐρώπῃ —καὶ τοῦτο τὸ λέγω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως—ἀποθηκεύουσιν ἑκατοντάδας χιλιάδων λιτρῶν οἴνων, ἀνηκόντων εἰς 100 καὶ 200 ἰδιοκτήτας. Ὁ οἶνος δὲ εἶναι καὶ οὗτος προϊὸν ὀγκῶδες, καὶ ἀπαιτεῖ πολλὴν προσοχὴν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀποθηκεύσεως καὶ ὑπὸ τὴν τῆς συντηρήσεως. Ἐκανονίσθη ὅμως ἡ ἀποθήκευσις καὶ ἡ συντήρησις αὐτοῦ οὕτως, ὥστε δὲν ἐπέρχεται σύγχυσίς τις ἢ βλάβη. Ὑπάρχουσιν ἀποθῆκαι σίτου, ὁ ὁποῖος ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀποθηκεύσεως καὶ τῆς συντηρήσεως προσομοιάζει εἰς τὴν σταφίδα. Καὶ οὗτος ἀποθηκεύεται καὶ φυλάσσεται ἀσφαλῶς εἰς μεγάλα ποσὰ καὶ κατὰ τμήματα ἀνήκοντα εἰς διαφόρους παραγωγοὺς ἢ ἐμπόρους. Εἰσῆλθον εἰς τὰς λεπτομερείας ταύτας, διότι γνωρίζω, ὅτι καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, ὅπως καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, ὑπάρχουσί τινες, θεωροῦντες ὡς ἀνυπέρβλητον τὴν δυσκολίαν τῆς τμηματικῆς ἀποθηκεύσεως τῆς σταφίδος. Ἐκτὸς δὲ τῆς διὰ τῶν γενικῶν καὶ εἰδικῶν ἀποθηκῶν μορφώσεως τοῦ πιστωτικοῦ ὀργάνου τῶν ἐνεχυρογράφων, δύναται νὰ μορφωθῇ τοιοῦτο καὶ διὰ τὸ προϊὸν τὸ μὴ εἰσέτι συλλεγέν. Ἀπὸ δύο ἢ τριῶν ἐτῶν λειτουργεῖ ἐν Γαλλίᾳ, μετὰ σχετικῆς ἐπιτυχίας, θεσμὸς ἐπιτρέπων τὴν ἐνεχυρίασιν καρπῶν μὴ συλλεγέντων, καὶ διὰ τοὺς ὁποίους ἐκδίδονται ἐνεχυρόγραφα. Συμπληροῦντες διὰ τοιούτου θεσμοῦ τὸν νόμον τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1897, διὰ τοῦ ὁποίου κυροῦται ἡ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης σύμβασις τοῦ Δεκεμβρίου 1896, θὰ εὐκολύνωμεν τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς εἰς τὴν ἐξεύρεσιν δανείων καλλιεργείας καὶ πρὸ τῆς συλλογῆς τοῦ προϊόντος αὐτῶν. Ἀλλ’ ὅπως ἀποβῇ πλῆρες τὸ σύστημα τῆς διὰ τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν μορφώσεως πιστωτικοῦ ὀργάνου, πρέπει νὰ ἱδρυθῇ καὶ εἰδική τις Τράπεζα, ὅλως ἀνεξάρτητος τῆς ἀποθήκης, δανείζουσα ἐπὶ τῶν ἐνεχυρογράφων. Οἱ κάτοχοι τῶν ἐνεχυρογράφων θὰ εὕρωσι δάνεια καὶ παρ’ ἄλλων Τραπεζῶν καὶ παρ’ ἰδιωτῶν, ἀλλὰ θὰ παρέλθῃ βεβαίως χρόνος τις, μέχρις ὅτου τὰ κεφάλαια ἐξοικειωθῶσι καὶ παρ’ ἡμῖν μὲ τὰ δάνεια ἐπὶ ἐνεχυρογράφων. Ἡ εἰδικὴ δὲ Τράπεζα θὰ ἐξασφαλίσῃ ἐν τῇ ἐνάρξει τοῦ συστήματος τὴν ἐξεύρεσιν τῶν τοιούτων δανείων, καὶ θὰ συντελέσῃ οὐ μόνον ὅπως τάχιστα ἐξοικειωθῶσι πρὸς αὐτὸ τὰ κεφάλαια, ἀλλὰ καὶ ὅπως οἱ ὅροι τῶν τοιούτων δανείων ὦσι λογικοὶ καὶ συμφέροντες διὰ τοὺς δανειζομένους. Τοιαῦται εἰδικαὶ Τράπεζαι ὑπάρχουσι πολλαχοῦ. Ὑπόδειγμα δ’ αὐτῶν δύναταί τις νὰ θεωρήσῃ τὴν ἐν Παρισίοις τοιαύτην, τὸ Comptoir des Entrepôts, ἥτις παρὰ τῇ Ἑταιρείᾳ τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν καὶ ὅλως ἀνεξάρτητος αὐτῆς λειτουργεῖ πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τῆς παροχῆς δανείων ἐπὶ ἐνεχυρογράφων καὶ ἐπὶ ἐμπορευμάτων. Μεταξὺ τῶν δύο ἑταιρειῶν, τῆς ἐπὶ ἐνεχυρογράφων δανειστικῆς Τραπέζης καὶ τῆς Ἑταιρείας τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, ὑπάρχουσι στεναὶ καὶ ἐμπιστευτικαὶ σχέσεις, ἀλλ’ οὐδεμία ἀνάμιξις ἐπιχειρήσεων καὶ συμφερόντων. Μακροχρόνιος πεῖρα κατέστησεν ἐκεῖ ἀναμφισβήτητον τὴν ἀλήθειαν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιδιωχθῶσιν ἐπιτυχῶς δύο σκοποὶ ἀνόμοιοι, ὑπὸ μίαν καὶ τὴν αὐτὴν διεύθυνσιν. Τὴν ἀλήθειαν δὲ ταύτην, ἐν τῷ περιωρισμένῳ ὅμως θέματι τῶν ἐνεχυρογράφων, εὑρίσκομεν καὶ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ. Εἰς τὴν ἐπίτευξιν τῆς ἱδρύσεως τῶν δύο τούτων ἑταιρειῶν, τῆς μὲν ἐμπορικῆς τῶν ἀποθηκῶν, τῆς δὲ Τραπέζης τῶν ἐπὶ ἐνεχυρογράφῳ δανείων, ἐκτὸς τῆς φροντίδος, ἣν ὀφείλει νὰ καταβάλῃ τὸ Κράτος, πρέπει καὶ αὐτὴ ἡ διαχείρισις τῆς παρακρατήσεως νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς, εἴτε δι’ ἐπιχορηγήσεώς τινος πρὸς τὴν ἑταιρείαν, ἥτις θὰ κατασκευάζῃ τὰς γενικὰς ἀποθήκας, εἴτε διὰ συμμετοχῆς εἰς τὸν σχηματισμὸν τοῦ κεφαλαίου ἀμφοτέρων τῶν ἑταιρειῶν ὑπὸ ὅρους ἐπωφελεστέρους διὰ τοὺς ἱδρύσοντας αὐτὰς κεφαλαιούχους καὶ μετόχους, εἴτε διὰ δανείου ἐπὶ μικρῷ τόκῳ. Τοιαύτη ἀρωγὴ τῆς διαχειρίσεως τῆς παρακρατήσεως θέλει ἐνθαρρύνει τὰ κεφάλαια, ἅτινα σήμερον διστάζουσιν ἴσως νὰ εἰσέλθωσιν εἰς ἐπιχειρήσεις, ὧν ἡ λειτουργία καὶ τ’ ἀποτελέσματά εἰσιν ἄγνωστα παρ’ ἡμῖν. Διὰ τοιαύτης ἐνεργείας θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐθέσαμεν, ὅτε κατὰ πρῶτον ἐψηφίσθη ἡ παρακράτησις, ὁρίσαντες ὅτι τὸ ἐξ αὐτῆς προϊὸν θὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς καταναλώσεως τῆς σταφίδος. Ἐξέθηκα τὰς ἰδίας μου γνώμας ἴσως ἀνωμάλως, πρὶν ἐξετάσω τὸ σύστημα, ἐφ’ οὗ στηρίζεται τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἐθεώρησα ὅμως καθῆκον νὰ φανῶ μᾶλλον θετικὸς καὶ οὐχὶ ἁπλῶς ἐπικρίνων τὸ νομοσχέδιον, διότι, ὡς εἶπον, θεωρῶ ὅτι τὸ σταφιδικὸν ζήτημα ἔχει μεγάλην σημασίαν δι’ ὅλην τὴν Ἑλληνικὴν οἰκογένειαν, καὶ ὅτι ὡς τοιοῦτον πρέπει νὰ τὸ ἐξετάσωμεν. Ὀφείλω ἤδη νὰ ἐξετάσω, ἐὰν τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, δύναται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τοὺς σκοποὺς καὶ τοὺς πόθους, τοὺς ὁποίους πάντες παραδεχόμεθα. Δι’ αὐτοῦ προτείνεται ὁ σχηματισμὸς ἑταιρείας, φερούσης τὸν τίτλον «Σταφιδικὴ Τράπεζα», ἐπὶ βάσεων πρωτοφανῶν καὶ καθ’ ὁλοκληρίαν ἐκρύθμων. Οὐδεὶς ὑπάρχει μέτοχος τῆς ἑταιρείας ταύτης ἐν τῇ συστάσει αὐτῆς, πρόκειται δ’ οἱ μέτοχοι νὰ ὑποδειχθῶσιν ἀκολούθως ὑπὸ τῶν ἐμπόρων καὶ τῶν ἀποθηκαρίων. Δὲν εἶναι βέβαιον, ἐὰν ἡ συνέλευσις, ἥτις θὰ ἱδρύσῃ τὴν ἑταιρείαν ταύτην, θὰ συνέλθῃ ἐν σχετικῇ πληρότητι ἐγκαίρως. Ἄδηλον ἂν τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ἐπιβαλλόμενον ὄχι μόνον ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, θὰ ἀρκέσῃ, ὅπως ὁρισθῶσι τίνες εἶναι οἱ δῆμοι, οἱ ὁποῖοι παράγουσι ποσὸν σταφίδος, δίδον δικαίωμα ν’ ἀντιπροσωπευθῶσιν ὑπὸ ἑνὸς ἀντιπροσώπου, καὶ τίνες εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀντιπροσωπευθῶσιν ὑπὸ δύο ἢ τριῶν τοιούτων, καὶ ἂν διὰ τὰ παρὰ τῶν τελωνείων ὁριζόμενα ποσὰ τῆς παραγωγῆς, ἐφ’ ὧν στηρίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀντιπροσώπων ἑκάστου δήμου, δὲν θὰ παρουσιασθῶσιν ἀντιρρήσεις. Ἀλλὰ καὶ ἂν συνέλθωσιν ἐγκαίρως οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν δήμων καὶ τῶν σημερινῶν ἐπιμελητηρίων, εἶναι δύσκολον νὰ ἔχῃ τις βεβαιότητα, ὅτι θὰ μείνωσιν οὗτοι ἀμέσως σύμφωνοι εἰς τὴν σύνταξιν τῶν καθέκαστα τοῦ καταστατικοῦ, συμφώνως πρὸς τὰς βάσεις τοῦ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον θὰ συντάξωσιν ἐνώπιον συμβολαιογράφου ὑπὸ τὸν τύπον ἀνωνύμου ἑταιρείας. Γνωρίζομεν τὰς διαφόρους γνώμας τῶν σταφιδοπαραγωγῶν καὶ τὰς μεταξὺ αὐτῶν διαφωνίας. Δὲν εἶναι δὲ ἀπίθανον καὶ ἐν τῇ συνελεύσει τῶν ἀντιπροσώπων τῶν δήμων νὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ φιλονεικίαι, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν ἐν τῇ Βουλῇ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἡ σχετικὴ πλειονοψηφία θὰ λύσῃ τὰ ζητήματα. Ἡ λύσις ὅμως διὰ σχετικῆς πλειονοψηφίας τοιούτων ζητημάτων δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς δικαία λύσις. Ἀλλὰ καὶ ἂν συνέλθωσι, καὶ ἂν συμφωνήσωσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν δήμων καὶ τῶν ἐπιμελητηρίων καὶ συλλόγων, θὰ παραγάγωσιν ἓν ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον θὰ ὁμοιάζῃ μὲ τὸ ὂν ἐκεῖνο, ὅπερ οἱ πρόγονοι ἡμῶν παρίστων κατὰ τὸ ἥμισυ τράγον καὶ κατὰ τὸ ἕτερον ἥμισυ ἔλαφον. Θὰ κατασκευασθῇ μία μετοχικὴ ἀνώνυμος ἑταιρεία, ἄνευ συνεταίρων ἀμέσως ἐνδιαφερομένων, τῆς ὁποίας εἶναι ἄγνωστον ὁποῖοι θὰ ὦσιν ἀνώτεροι διευθυνταί, τὰ μέλη δηλ. τοῦ Συμβουλίου. Θὰ ὦσιν οὗτοι σταφιδοπαραγωγοί; Θὰ ὦσι σταφιδέμποροι; Θὰ ὦσι πολιτευόμενοι; — ὡς δὲν εἶναι ἀπίθανον, διότι οὗτοι ὑποτίθεται, ὅτι θὰ ἔχωσι πλειοτέραν τῶν ἄλλων ἐπιρροὴν ἐπὶ τῶν φίλων τῶν ἀντιπροσώπων τῶν δήμων. — Θ’ ἀναμιχθῶσιν οὕτω καὶ πολιτικὰ συμφέροντα ἐν τῇ δράσει τοῦ ὑπὲρ τῆς σταφίδος σχηματιζομένου ἱδρύματος; Ἐὰν ζητήσητε τὴν γνώμην τῶν ἀξιοτίμων σταφιδοπαραγωγῶν, θὰ σᾶς εἴπωσιν, ὅτι πρέπει ν’ ἀποκλεισθῶσιν οἱ σταφιδέμποροι· ἐὰν ἐρωτήσητε τούτους, θὰ σᾶς εἴπωσιν, ὅτι οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον χωρικοί, ἀκατάλληλοι διὰ τὴν διεύθυνσιν μιᾶς τοιαύτης πολυπλόκου ἑταιρείας. Ἐὰν δὲ ἀποκλείσωμεν τοὺς πολιτευομένους, ὡς θέλουσί τινες, ἢ τοὺς ἐμπόρους, ὡς θέλουσιν ἄλλοι, δὲν γνωρίζω τίνες θὰ μείνωσι διὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου. Τὸ Συνέδριον τῶν ἀντιπροσώπων τῶν δήμων θὰ ἔχῃ ἐνώπιον αὑτοῦ τὰ ζητήματα ταῦτα καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν θέλω νὰ ἀναπτύξω, ἵνα μὴ παρατείνω ἐπὶ πολὺ τὸν λόγον. Ἐὰν δὲ δὲν λύσῃ τὰ διάφορα ταῦτα ζητήματα καὶ δὲν συμφωνήσῃ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ καταστατικοῦ τῆς Τραπέζης, παρακράτησις δὲν θὰ ὑπάρξῃ, διότι θὰ λείψῃ ὁ διαχειριστὴς αὐτῆς. Ἐὰν δὲ λύσῃ αὐτὰ καθ’ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον, θὰ ἔχωμεν καθιδρυμένην Τράπεζαν, τῆς ὁποίας τὰ καθήκοντα καὶ αἱ ἐργασίαι θὰ παρουσιάζωσιν οὐσιώδεις διαφορὰς καὶ ἀντιθέσεις. Θὰ ἦναι ἔμπορος, ἐκτελῶν ἔργα παραλήπτου καὶ φύλακος τῆς σταφίδος τῆς παρακρατήσεως, θὰ ἦναι τραπεζίτης, διανέμων ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους χρήματα ἐν εἴδει δανείων. Θὰ ἦναι ἐπιστήμων, ἵνα μελετήσῃ τὰ ζητήματα τῆς ἱδρύσεως γενικῶν ἀποθηκῶν, καὶ τῆς περιστολῆς ἢ μὴ τῆς σταφιδοφυτίας. Θὰ ἦναι κοινωνιολόγος, ἵνα μελετήσῃ κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ θεραπευθῇ τὸ οἰκονομικὸν κοινωνικὸν ζήτημα τῶν χρεῶν, ἅτινα συντρίβουσι τοὺς σταφιδοπαραγωγούς. Θὰ ἔχωμεν δηλαδὴ ἓν οἰκοδόμημα, ὅπερ θὰ σύγκειται ἐκ ξύλων, λίθων καὶ κεράμων, ἀτάκτως ἐρριμμένων. Ὑποθέσατε δὲ Συμβούλιον, ὀφεῖλον νὰ ἐκτελέσῃ πάντα ταῦτα τὰ εἰς αὐτὸ ἀνατεθειμένα σπουδαῖα καθήκοντα, τῶν ὁποίων τὴν ἐκτέλεσιν καθιστᾷ ἐπείγουσαν ἡ κατάστασις τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, καὶ σκέφθητε, ἂν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐκπληρώσῃ αὐτὰ δεόντως. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ κύριον ζήτημα τῆς παρακρατήσεως, τὴν διαχείρισιν τῆς παρακρατουμένης σταφίδος, ἡ Τράπεζα αὕτη δὲν θὰ ἔχῃ τι πλειότερον καὶ τελειότερον νὰ πράξῃ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον πράττει ἡ Κυβέρνησις, ἥτις μεταβιβάζει εἰς τὴν ἑταιρείαν τὰς ἐργασίας, τὰς ὁποίας αὐτὴ διεξάγει σήμερον. Θὰ παραλαμβάνῃ τὸ παρακράτημα τῆς σταφίδος, θ’ ἀποθηκεύῃ καὶ φυλάττῃ αὐτό, καὶ θὰ τὸ δίδῃ εἰς τὴν κατανάλωσιν, πρὸς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος. Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, ἐὰν ἑταιρεία, σχηματιζομένη καθ’ ὃν τρόπον σχηματίζεται ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἄνευ μετόχων καὶ ἄνευ διευθύνσεως, ἐχούσης ἄμεσον ἐνδιαφέρον εἰς τὰς ἐργασίας τῆς ἑταιρείας, θὰ πράξῃ τι τελειότερον καὶ ἀσφαλέστερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον πράττει σήμερον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι Ὑπουργὸς, αἰσθανόμενος τὴν εὐθύνην αὑτοῦ, τήν τε ἠθικὴν καὶ τὴν πολιτικὴν, θὰ πράξῃ τι τελειότερον τοῦ Συμβουλίου, ὅπερ θὰ ἐργάζηται ὑπὸ τὴν ἁπλῆν ἐπίβλεψιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ σχεδὸν ἀνευθύνως καὶ χωρὶς ὑποχρέωσιν νὰ δώσῃ εἴς τινα λόγον τῶν ἀποφάσεων καὶ πράξεών του. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐκλογῆς τῶν προσώπων, ἀπὸ τοῦ Διευθυντοῦ μέχρι τοῦ τελευταίου ὑπαλλήλου, καὶ ὑπὸ τὴν τῆς ἐπιβλέψεως τῶν ἀποθηκῶν καὶ τῆς παραδόσεως τῆς σταφίδος, θὰ ἠδυνάμεθα ἴσως νὰ ἔχωμεν πλειοτέραν ἐμπιστοσύνην, ἐὰν ἡ διαχείρισις τῆς παρακρατήσεως ἀνετίθετο εἰς ἀντιπροσώπους τῶν σταφιδοπαραγωγῶν δήμων διὰ τῶν ἐπαρχιακῶν ἐπιμελητηρίων ἢ ὑποκαταστημάτων καὶ διὰ τοῦ κεντρικοῦ ἐπιμελητηρίου, εὐθυνομένων ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων των. Οὗτοι ἤθελον ἴσως διεξαγάγει τὰς ἐργασίας τῆς διαχειρίσεως τῆς παρακρατήσεως ἐπιμελέστερον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἀπορροφεῖται ὑπὸ πολλῶν καὶ ποικίλων ἀσχολιῶν. Ἀλλ’ ἡ ἑταιρεία, ὀργανουμένη ὡς ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, καὶ ἂν ἀκόμη τύχῃ συμβούλων καθ’ ὅλα ἀκεραίων καὶ ἱκανῶν, δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ διαχειρισθῇ τὴν παρακράτησιν κατὰ τρόπον παρεμποδίζοντα τὰς σημερινὰς ζημίας καὶ καταχρήσεις. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαχείρισιν τῆς παρακρατήσεως καὶ τοὺς εὐρυτέρους σκοποὺς, οὓς αὕτη πρέπει νὰ ἐπιδιώξῃ, τὸ νομοσχέδιον οὐδὲν προτείνει λυσιτελὲς, ἀλλὰ περιορίζεται εἰς τὸ νὰ μεταβιβάσῃ τὰ καθήκοντα καὶ τὰ ἔργα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν ἰδιόρρυθμον Σταφιδικὴν Τράπεζαν, θίγει δὲ μόλις τὸ ζήτημα τῆς βελτιώσεως τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς καταναλώσεως, θέτον αὐτὰς ὅλως ἐν δευτέρᾳ μοίρᾳ. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λησμονηθῶσιν αὗται, καὶ διὰ τοῦτο μνημονεύονται μὲ πομπώδεις λέξεις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, χωρὶς ὅμως νὰ προτείνωνται τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, καὶ χωρὶς νὰ διατίθενται τὰ μέσα, ἅτινα ἀπαιτεῖ ἡ θετικὴ καὶ λυσιτελὴς ἐπιδίωξις τῆς βελτιώσεως τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς καταναλώσεως, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν θετικὴν δικαιολογίαν τοῦ ὅλως ἐκτάκτου θεσμοῦ τῆς παρακρατήσεως. Τὸ ἄρθρον 19 ὁρίζει, ὅτι «ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ὀφείλει πρωτίστως νὰ ἀσχολῆται εἰς τὴν λῆψιν πάντων τῶν κριθησομένων παρ’ αὐτῆς ἀναγκαίων μέτρων πρὸς ἐπέκτασιν τῆς καταναλώσεως τοῦ σταφιδοκάρπου ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ καὶ πρὸς ἐνίσχυσιν καὶ βελτίωσιν τῆς σταφιδοπαραγωγῆς». Ἀλλὰ διὰ τίνων μέσων θὰ ἐκτελέσῃ τὴν πρωτίστην ταύτην ἐνασχόλησίν της ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα; Τὸ λέγει ἀμέσως τὸ νομοσχέδιον: «Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον δύναται νὰ διαθέσῃ κατ’ ἔτος ποσὸν μὴ ὑπερβαῖνον τὰς δραχ. 50,000». Διὰ 50 χιλιάδων δραχμῶν βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πράξῃ τι γενναῖον καὶ σοβαρὸν ἡ Τράπεζα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἐργασιῶν, ἃς ἀπαιτεῖ ἡ βελτίωσις τῆς παραγωγῆς καὶ ἡ ἐπέκτασις τῆς καταναλώσεως, καὶ τὰς ὁποίας ἀνέπτυξα πρὸ ὀλίγου.
§41Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τὸ αὐξήσωμεν.
§42Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δυνάμεθα νὰ τὸ αὐξήσωμεν, μεταρρυθμίζοντες τὸ νομοσχέδιον οὕτως, ὥστε ν’ ἀποβῇ δυνατὴ ἡ πραγματοποίησις τῶν σκοπῶν, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξα, ἐκθέσας τὸν τρόπον, καθ’ ὃν νομίζω ὅτι πρέπει καὶ δύναται νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ ἐπέκτασις τῆς καταναλώσεως καὶ ἡ βελτίωσις τῆς παραγωγῆς. Ἡ ἐκτέλεσις τῶν πρὸς τοῦτο ἀναγκαίων ἐργασιῶν θ’ ἀπαιτήσῃ δαπάνην ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν, ὅπως αὕτη ἀποβῇ λυσιτελὴς καὶ ἀποτελεσματική, θ’ ἀπαιτήσῃ τὴν δαπάνην ἂν οὐχὶ τοῦ ἡμίσεος, ἀλλὰ τοῦ τρίτου ἴσως τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα διαθέτει σήμερον ἡ παρακράτησις ἐκ τῶν πωληθεισῶν καὶ πωληθησομένων σταφίδων, ὅπως ἐγκαταστήσῃ πρακτορεῖα, ὅπως πέμψῃ σταφίδα παρεσκευασμένην εἰδικῶς κατὰ τρόπον παρέχοντα πᾶσαν ἐγγύησιν, ὅτι ἡ σταφὶς αὕτη δὲν θὰ ἐξέλθῃ τοῦ προορισμοῦ της, ὅστις ἔσται ἡ πώλησις αὐτῆς εἰς εὐθηνὰς τιμὰς ἐν χώραις, ὅπου τυγχάνει ἄγνωστος, ὅτι δὲν θ’ ἀγορασθῇ ἐν Σουηδίᾳ π.χ. ἢ ἐν Ρωσίᾳ ἢ ἐν Ἰαπωνίᾳ, ὅπως ἀποσταλῇ εἰς Ἀγγλίαν ἢ εἰς Ἀμερικήν. Ὑπάρχουσι τρόποι — δὲν νομίζω δ’ ἀναγκαῖον νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας — ἐξευρέσεως καταλλήλου ὀργανισμοῦ τοιαύτης ἐμπορικῆς ἐργασίας, ἐγγυουμένου διὰ τὴν σταφίδα, τὴν εἰδικῶς παρεσκευασμένην πρὸς κατανάλωσιν, διὰ τῆς διαχειρίσεως τῆς παρακρατήσεως, εἰς χώρας, ὅπου αὕτη δὲν εἶναι ἀρκούντως γνωστή, ὅτι δὲν θὰ ἐξέλθῃ τῶν χωρῶν τούτων καὶ μεταφερθῇ εἰς χώρας, ὅπου σήμερον καπαναλίσκεται...
§43ΑΧ. ΧΟΪΔΑΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ αὐτό;
§44Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δι’ ἑνὸς ἐκ τῶν πολλῶν τρόπων, διὰ τῶν ὁποίων ἐξασφαλίζονται τὰ ἐμπορικὰ σήματα, διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως πωλήσεων πέραν ὡρισμένου ποσοῦ, διὰ τῆς ἐπιβλέψεως τῶν πρακτόρων τῆς διαχειρίσεως καὶ δι’ ἄλλων ἐνεργειῶν, αἱ λεπτομέρειαι τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτεθῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος.
§45ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ξένα Κράτη;
§46Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρόκειται βεβαίως περὶ τῶν ξένων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ὑποτίθεται ὅτι θὰ ἔχωσι δυσμενεῖς διαθέσεις κατὰ τῆς καταναλώσεως τῆς σταφίδος πρὸς βρῶσιν. Δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν ἑπομένως νὰ γείνωσι τὰ διὰ τῆς Τραπέζης δάνεια καὶ νὰ διατεθῇ σύναμα τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς παραγωγῆς καὶ διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῆς καταναλώσεως. Ὁ προσδιορισμὸς δὲ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ 50,000 δραχ. πρὸς ἐπιδίωξιν τῶν σκοπῶν τούτων δεικνύει, ὅτι οὗτοι ἐτέθησαν ἐν δευτέρᾳ μοίρᾳ παρὰ τῶν συνταξάντων τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ, ἂν καλῶς μὲ ἐπληροφόρησαν, εἶναι προϊὸν τῶν σκέψεων καὶ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Σταφιδικοῦ Συνεδρίου.
§47Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τότε θὰ παρουσιάζετο τὸ Σταφιδικὸν Συνέδριον νὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον.
§48Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ σᾶς ἀμφισβητήσω τὴν τιμὴν τῆς συντάξεως αὐτοῦ. Ἐπῄνεσα μάλιστα ὑμᾶς, διότι ἐφέρατε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα διὰ τῆς παγιωτέρου νομοθετήματος διακανονίσεως τῆς παρακρατήσεως. Ὁ ἔπαινος δὲ οὗτος μένει ἀκέραιος, ἂν αἱ ἐλλείψεις τοῦ νομοσχεδίου ἀποδοθῶσι κατανεμόμεναι καὶ εἰς ἄλλους.
§49ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀποδέχομαι τὴν μέμψιν αὐτήν.
§50Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον φέρει τὴν ὑπογραφήν σας. Οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ σᾶς ἀφαιρέσῃ τὴν μέμψιν ἢ τὸν ἔπαινον τῆς συντάξεως αὐτοῦ, ὅταν ὑμεῖς διεκδικῆτε ταῦτα. Ὁ περιορισμὸς τοῦ ποσοῦ τοῦ δαπανηθησομένου διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς παραγωγῆς καὶ τὴν ἐπέκτασιν τῆς καταναλώσεως εἰς 50,000 δεικνύει, ὅτι ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ συντάξαντος τὸ νομοσχέδιον, ἡ πρὸς τοῦτο ἐργασία καὶ ἡ ἀντίληψις τῶν καθηκόντων τῆς διαχειρίσεως τῆς παρακρατήσεως εἶχέ τι τὸ περιωρισμένον καὶ ἀτελές. Τοῦτο δὲ διαβλέπετε καὶ ἐν τῇ διατάξει, καθ’ ἣν ἀνατίθεται εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν «ἡ μελέτη περὶ τοῦ ἀναγκαίου ἢ μὴ τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς σταφιδοφυτίας ἐπὶ ὡρισμένην χρονικὴν περίοδον». Ἡ διάταξις αὕτη ἐνδεικνύει τὴν ἐπήρειαν τῆς στενωτέρας ἰδέας τῆς παρακρατήσεως, καθ’ ἣν κύριος αὐτῆς σκοπὸς εἶναι ἡ ἐλάττωσις τῆς παραγομένης σταφίδος πρὸς διευκόλυνσιν τῆς πωλήσεως τοῦ ὑπολοίπου εἰς τὰς σημερινὰς ἀγοράς. Πολλοὶ δ’ εἰσὶν οἱ ἔχοντες τὴν τοιαύτην στενωτέραν ἰδέαν περὶ τῆς παρακρατήσεως. Τὴν ἰδέαν δὲ ταύτην πρέπει νὰ θεωρήσωμεν ὡς συντελέσασαν εἰς τὸ νὰ διατεθῶσιν ἄλλως τὰ κεφάλαια τῆς παρακρατήσεως καὶ εἰς τὸ νὰ περιορισθῇ ὁ τρόπος τῆς παρακρατουμένης σταφίδος, ὅπως καὶ σήμερον περιορίζεται οὗτος εἰς μόνην τὴν παραγωγὴν οἰνοπνεύματος, ἡ κατανάλωσις τοῦ ὁποίου διὰ μὲν τὸ ἐξωτερικὸν οὐδεμίαν παρουσιάζει βεβαιότητα ἕνεκα τῆς εὐθηνίας τοῦ εἰς ἄλλας χώρας παραγομένου οἰνοπνεύματος, διὰ δὲ τὸ ἐσωτερικὸν ἀφαιρεῖ μίαν φυσικὴν κατανάλωσιν τῆς σταφίδος καὶ βλάπτει τοὺς οἰνοπαραγωγούς. Μικρὰ δὲ μόνον ἀφίνεται θυρὶς καὶ πρὸς ἑτέραν κατανάλωσιν δι’ ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Τραπέζης, ἐγκρινομένης παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· ἀλλὰ καὶ ἡ ἀβέβαιος αὕτη κατανάλωσις μόνον πρὸς βιομηχανικὴν χρῆσιν θὰ ἐπιτρέπηται, δηλ. πρὸς οἰνοποιίαν καὶ πρὸς παραγωγὴν μιστέλ. Τὴν ἐπιδίωξιν ὅμως τῆς καταναλώσεως πρὸς βρῶσιν ἐπὶ τιμῇ εὐθηνῇ, καὶ εἰδικῶς διὰ τὰς χώρας, ὅπου δὲν καταναλίσκεται σήμερον σταφίς, ἀποκρούει ἀπολύτως τὸ νομοσχέδιον. Ἐνῷ δ’ οὕτως ἀτελὴς εἶναι ἡ ἀντίληψις τῆς δράσεως τῆς διαχειρίσεως τῆς παρακρατήσεως, ἀποβαίνει αὕτη ἀτελεστέρα διὰ τῆς ἀναμίξεως ἐν αὐτῇ ἐργασιῶν ὅλως ξένων πρὸς τὸν θετικὸν αὐτῆς σκοπόν, οἷαί εἰσιν αἱ οἱονεὶ τραπεζιτικαὶ ἐργασίαι τῆς χορηγίας ἢ μᾶλλον τῆς διανομῆς δανείων εἰς ὡρισμένους σταφιδοπαραγωγούς. Ὁ τίτλος «Σταφιδικὴ Τράπεζα» γεννᾷ τὴν ἰδέαν εἰς τοὺς πολλούς, ὅτι πράγματι αὕτη θὰ δανείζῃ εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς τὰ ποσά, τῶν ὁποίων ἔχουσιν ἀνάγκην εἴτε πρὸς καλλιέργειαν τῶν ἀμπέλων αὐτῶν, εἴτε πρὸς διατήρησιν τοῦ προϊόντος των, εἰς ἄλλους δὲ καὶ ἐκεῖνα, ἅτινα τοῖς ἀναγκαιοῦσι πρὸς θεραπείαν καὶ ἄλλων ἀναγκῶν των καὶ ἰδίως πρὸς πληρωμὴν τῶν πολλῶν καὶ βαρέων χρεῶν, τὰ ὁποῖα πιέζουσι σήμερον τοὺς κτηματίας καὶ τοὺς παραγωγούς. Ἡ τοιαύτη ἀντίληψις εὑρίσκεται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν τραπεζιτικὴν δύναμιν καὶ δρᾶσιν τῆς Τραπέζης ταύτης, ἥτις, ἐπὶ τοῦ συστήματος τῆς ἀλληλοβοηθείας βασιζομένη, παριστᾷ βαρὺ οἰκοδόμημα, στηριζόμενον ἐπὶ θεμελίων ἐκ πηλοῦ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 19 τοῦ νομοσχεδίου «ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ χορηγῇ δάνεια ἐπὶ καλλιεργείᾳ μόνον εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας ἐπὶ τόκῳ 5% ἐτησίως, κατὰ τὰς περὶ χορηγίας τοιούτων δανείων διατάξεις τῆς ἀπὸ 2 Δεκεμβρίου 1896 συμβάσεως μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ κυρώσαντος ταύτην νόμου ΒΥΞΑʹ τῆς 8 Ἰανουαρίου 1897». Ἂν ἡ διάταξις αὕτη ἤθελε μείνει μόνη καὶ ἄνευ περιορισμῶν, ἠδύνατό τις νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, εἴτε δι’ ἰδίων της κεφαλαίων, εἴτε καὶ δανειζομένη παρ’ ἄλλων, ἤθελε χορηγήσει τοιαῦτα δάνεια εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας. Ἀλλ’ ὀλίγας γραμμὰς μετὰ τὴν διάταξιν ταύτην, ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ περιέχονται τὰ ἑξῆς: «Τὰ ἐπὶ καλλιεργείᾳ δάνεια κανονίζονται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς εἰς τὸ ἱδρυτικὸν κεφάλαιον τῆς Τραπέζης μετοχῆς ἑκάστου τῶν σταφιδοκτημόνων. Δὲν δύναται δὲ νὰ ὑπερβῇ τὸ εἰς ἕκαστον ἄτομον χορηγούμενον κατ’ ἔτος δάνειον τὰς δραχμὰς 1000». Οὕτω τὰ δάνεια ταῦτα θὰ χορηγῶνται ὑπὸ δύο περιορισμούς· πρῶτον τὸν τῆς ἀναλογίας τῆς μετοχῆς ἑκάστου σταφιδοπαραγωγοῦ, καὶ δεύτερον ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ ὑπερβῇ ἕκαστον αὐτῶν τὰς 1000 δραχμάς. Δὲν εἶναι ἑπομένως δυνατὸν νὰ χορηγήσῃ οὐδὲν δάνειον ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, πρὶν καθορισθῇ τίνες εἰσὶν οἱ μέτοχοι. Μέτοχοι δὲ δὲν ὑπάρχουσι κατὰ τὴν σύστασιν τῆς Τραπέζης. Τοὺς μετόχους θὰ τοὺς ὁρίσωσι κυρίως οἱ σταφιδέμποροι, ὅταν θ’ ἀγοράσωσι τὴν σταφίδα αὐτῶν, δηλαδὴ μετὰ μῆνας ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς Τραπέζης. Διὰ νὰ ἐξευρεθῇ ἡ ἀναλογία τοῦ ποσοῦ, ὅπερ θὰ δοθῇ εἰς ἕκαστον μέτοχον, πρέπει νὰ γνωσθῇ ἐκ τῶν προτέρων τὸ σύνολον τῶν μετόχων, ὅπως ὁρισθῇ ἡ βάσις τῆς ἀναλογίας, καθ’ ἣν θὰ διανεμηθῶσιν εἰς αὐτοὺς ὡς δάνεια τὰ χρήματα, ἅτινα διαθέτει ἡ Τράπεζα. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ παρουσιασθῶσι 10,000 ἄτομα καὶ πλέον, ἔχοντα ἀνάγκην δανείων. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι εἶναι ὑπερβολικὸς ὁ ἀριθμὸς οὗτος δι’ ὅλας τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας. Ἡ Τράπεζα θὰ εὑρεθῇ οὕτως εἰς τὴν δυσχέρειαν διὰ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ποσοῦ, ὅπερ δύναται νὰ δώσῃ εἰς ἕκαστον αἰτοῦντα. Δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ δώσῃ ἀνὰ χιλίας δραχ. εἰς ἕκαστον, διότι, ὅπως πράξῃ τοῦτο, πρέπει νὰ διαθέσῃ 10 ἑκατομμύρια δραχ. καὶ πλέον, τὰς ὁποίας δὲν ἔχει. Διὰ νὰ δυνηθῇ ἑπομένως νὰ προσδιορίσῃ, τί ποσὸν θὰ δώσῃ εἰς ἕκαστον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μετοχῆς του εἰς τὸ κεφάλαιον αὐτῆς, πρέπει νὰ περιμείνῃ τὴν παρέλευσιν τοῦ ἀπαιτουμένου χρόνου, ὅπως καθορισθῇ ἡ τοιαύτη μετοχὴ τῶν σταφιδοκτημόνων. Τότε δὲ θὰ γνωρίσῃ, πῶς θὰ κατανείμῃ τὸ κεφάλαιον αὐτῆς, τὸ ὁποῖον σήμερον ἀνέρχεται εἰς 4 ἑκατομμύρια δραχ. περίπου, καὶ τί θ’ ἀναλογίσῃ εἰς ἕκαστον τῶν αἰτούντων δάνειον. Ἂν δὲ πάντες οὗτοι ἔχωσιν ἴσην συμμετοχὴν δι’ ἕκαστον ἐξ αὐτῶν, ἂν ἦναι 10,000, θ’ ἀναλογίσωσι 400 δραχμαὶ, ἂν δὲ 15,000, θ’ ἀναλογίσωσι 266 δραχ. περίπου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ τοιαύτη ἰσότης ἀπίθανον νὰ δώσῃ εἰς τοὺς μὲν κάτω τῶν 400 ἢ τῶν 266 δραχμῶν, εἰς τοὺς δὲ ἄνω αὐτῶν.
§51Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Διότι σεῖς παραδέχεσθε, ὅτι θὰ ἦναι 15,000 οἱ ζητοῦντες.
§52Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἠρώτησα δύο ἐκ τῶν ἐν ἀντιθέσει ἰδεῶν εὑρισκομένων ἀντιπροσώπων σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Πατρῶν κύριον Χοϊδᾶν καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Αἰγιαλείας κ. Παναγιωτόπουλον, ἐὰν ὁ ἀριθμὸς τῶν 10,000 ἢ 15,000 δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀκριβὴς, καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι εἶναι κάτω τοῦ πιθανοῦ. Ὁ ἀξιότιμος δὲ ἐκ Ζακύνθου συνάδελφος κ. Ῥώμας βεβαιοῖ, ὅτι εἶναι πολὺ πλειότεροι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ζητήσωσι δάνειον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο τὸ μόνον ζήτημα, ἐὰν θὰ ἦναι 10,000 ἢ 15,000 οἱ ζητοῦντες, ἐὰν θὰ δοθῶσι κατὰ μέσον ὅρον 266 δραχ. ἢ 400 εἰς ἕκαστον αἰτοῦντα σταφιδοκτήμονα. Ζήτημα εἶναι ἐπίσης, ἂν τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα θὰ δοθῶσιν εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας, θὰ ἦναι δάνεια δυνάμενα νὰ εὐκολύνωσιν αὐτοὺς εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς καλλιεργείας των καὶ τοὺς ἀπαλλάξωσι τῆς ἀνάγκης καὶ τῆς πιέσεως νὰ πωλήσωσιν ἐσπευσμένως τὴν σταφίδα των, ἢ θὰ ἦναι δάνεια ἀνεπαρκῆ καὶ κατὰ ποσὸν καὶ κατὰ τὸν χρόνον τῆς χορηγίας των. Βεβαίως τὰ δάνεια θὰ ἔχωσι τὸν τελευταῖον τοῦτον χαρακτῆρα καὶ θ’ ἀποβῶσι μᾶλλον δάνεια φιλανθρωπίας, ὡς τὰ δοθέντα πρὸ ὀλίγου παρὰ τοῦ Κράτους εἰς τοὺς κατὰ τὸν πόλεμον παθόντας Θεσσαλούς. Οἱ σταφιδοκτήμονες, οἵτινες θὰ ἔχωσι πραγματικὴν ἀνάγκην, ὅπως μὴ πιεσθῶσι διὰ νὰ πωλήσωσι τὴν σταφίδα αὐτῶν, καὶ ἂν ὦσι κύριοι δεκάδων χιλιάδων λιτρῶν, δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ λάβωσι δάνειον παρὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης οὐχὶ 2000–3000 δραχμῶν, ὧν θὰ ἔχωσιν ἴσως ἀνάγκην, ἀλλ’ οὔτε 1000 δραχμῶν, ἃς τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει ὡς ἀνώτατον ὅριον. Ἕκαστος σταφιδοπαραγωγὸς πρέπει νὰ περιμένῃ τὴν σειράν του, ὅταν θὰ συμπληρωθῇ ὁ κατάλογος τῶν μετόχων καὶ ὁρισθῇ ἡ ἀναλογία ἐπὶ τῶν δανείων, ἅτινα θὰ χορηγήσῃ ἡ Τράπεζα. Τί δὲ θὰ συμβῇ μετὰ τὴν χορήγησιν τῶν δανείων διὰ τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν, ὅπως ἐξακολουθῇ ὑφιστάμενον καὶ λειτουργοῦν τὸ κεφάλαιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, εἶναι ἐπίσης ζήτημα ἄξιον προσοχῆς. Εἶναι πλέον ἢ πιθανὸν, ὅτι ἐλάχιστα ἐκ τῶν δοθησομένων δανείων θὰ εἰσπραχθῶσι. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 23 δύναται ν’ ἀνατεθῇ ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Τραπέζης ἡ εἴσπραξις καθυστερούντων δανείων εἰς τοὺς ταμίας τοῦ Δημοσίου ἐπὶ ποσοστῷ 1%, καὶ ὅτι θὰ ἐφαρμόζωνται δι’ αὐτὰ αἱ διατάξεις τοῦ περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων νόμου, δυσκόλως ὅμως δύναταί τις νὰ παραδεχθῇ, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Τραπέζης θὰ ἐφαρμόσῃ τὴν διάταξιν ταύτην ἐν τῇ καταστάσει, εἰς ἣν εὑρίσκονται σήμερον οἱ σταφιδοκτήμονες, τῶν ὁποίων τὰ χρέη καὶ αἱ στενοχωρίαι παρουσιάζουσι τὰ στοιχεῖα κοινωνικοῦ ζητήματος εἰς τὰς πλείστας τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν. Ἐπὶ τῶν καθυστερούντων δανειστῶν θὰ ἐφαρμοσθῇ μᾶλλον ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 19, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἡ διαγραφὴ αὐτῶν ἐκ τοῦ πιστωτικοῦ καταλόγου τῆς Τραπέζης δὲν θὰ πραγματοποιηθῇ, ἡ δὲ καθυστέρησις θὰ χαρακτηρισθῇ, ὅτι ἐγένετο ἐξ ἀνωτέρας βίας, ἕνεκα τῆς ὁποίας ὁ πιστοῦχος εὑρέθη εἰς ἀδυναμίαν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του. Ἡ τοιαύτη ἀδυναμία τοῦ ὀφειλέτου θὰ ἦναι ὁ κανών, ἐξαίρεσις δὲ ἔσται ἡ ἐκ κακῆς θελήσεως ἄρνησις τῆς πληρωμῆς τῶν ὀφειλομένων εἰς τὴν Τράπεζαν, ἥτις δυσκόλως θ’ ἀποφασίσῃ τὴν διὰ τῶν δημοσίων εἰσπρακτόρων καταδίωξιν τῶν ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ πληρώσωσι τὰ χρέη των εὑρεθησομένων ὀφειλετῶν. Καὶ τὸ πιθανὸν δὲ τοῦτο ἀποτέλεσμα διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν δανείων ἐνισχύει τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτὸν ὡς δάνειον φιλανθρωπίας μᾶλλον ἢ δάνειον καλλιεργείας. Δὲν ἠδύνατο βεβαίως νὰ λησμονηθῇ καὶ ἡ ἰδέα τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν· διὰ τοῦτο ἐν ἄρθρῳ 21 γίνεται μνεία αὐτῶν, καὶ ὁρίζεται, ὅτι ἡ Τράπεζα, συμμορφουμένη πρὸς τὸν περὶ γενικῶν ἀποθηκῶν νόμον, δύναται ν’ ἀναλάβῃ τὴν σύστασιν τοιούτων. Ὀρθῶς δὲ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ἀπηγορεύθη εἰς τὴν Τράπεζαν, ἐν τῇ τοιαύτῃ περιπτώσει, τὸ δικαίωμα νὰ δανείζῃ ἐπὶ τῶν ἰδίων αὑτῆς ἐνεχυρογράφων. Ἀλλ’ ἂν πράγματι ἡ Τράπεζα ἤθελε κάμει χρῆσιν τοῦ εἰς αὐτὴν παρεχομένου δικαιώματος τῆς συστάσεως γενικῶν ἀποθηκῶν, θέλει γεννήσει νέαν δυσχέρειαν, ἀναλαμβάνουσα ἐργασίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ κύριον ἔργον αὐτῆς, πρὸς τὴν διαχείρισιν δηλ. τῆς παρακρατουμένης σταφίδος, πρὸς ὑποστήριξιν καὶ βελτίωσιν τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς καταναλώσεως. Τὸ αὐτὸ πρόσωπον θὰ διαχειρίζηται σταφίδα δι’ ἴδιον λογαριασμόν, διὰ λογαριασμὸν δηλ. τῆς παρακρατήσεως, καὶ παραπλεύρως θὰ ἔχῃ ἐν τῇ γενικῇ ἀποθήκῃ τοιαύτην, ἀνήκουσαν εἰς σταφιδοπαραγωγοὺς ἢ ἐμπόρους, καὶ χρησιμεύουσαν ὡς ἐνέχυρον δανείων. Δὲν εἶναι πιθανόν, ὅτι θὰ εὑρεθῶσιν ὑπάλληλοι τοιαύτης τιμιότητος καὶ ἀκεραιότητος, ὥστε νὰ μὴ σκανδαλισθῶσιν ἐκ τῆς ἑκάστοτε παρουσιασθησομένης εἰς αὐτοὺς εὐκολίας, ὅπως ἀναμίξωσι τὰς διαφόρους σταφίδας εἴτε πρὸς ὄφελος τῶν ἀποθηκευσάντων ἰδιωτῶν, εἴτε πρὸς κάλυψιν καταχρήσεων ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῆς παρακρατήσεως. Ὁ τίτλος τοῦ προτεινομένου ἱδρύματος ὡς Τραπέζης Σταφιδικῆς ἐπλάνησε πολλοὺς περὶ τῶν τραπεζιτικῶν αὐτῆς δυνάμεων καὶ ἐργασιῶν, ἡ διάταξις δὲ τοῦ ἄρθρου 19, ὅτι αὕτη πρωτίστως θὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν λῆψιν τῶν παρ’ αὐτῆς κριθησομένων ἀναγκαίων μέτρων πρὸς ἐπέκτασιν τῆς καταναλώσεως καὶ βελτίωσιν τῆς παραγωγῆς, ἐπλάνησεν αὐτοὺς, καὶ τοὺς ἔπεισεν, ὅτι πράγματι αὕτη θὰ ἐνασχοληθῇ κυρίως εἰς τὰ ἔργα, ἅτινα ἀπαιτεῖ ἡ ἐπέκτασις τῆς καταναλώσεως καὶ ἡ βελτίωσις τῆς παραγωγῆς, καὶ ὅτι θὰ φέρῃ εἰς τὰς πασχούσας σταφιδοφόρους ἐπαρχίας καὶ δανείσῃ ποσά, ἀρκοῦντα οὐ μόνον ὅπως ὑποστηριχθῶσιν οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ εἰς τὴν καλλιέργειαν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ὅπως ἐν προσεχεῖ μέλλοντι ἀνακουφισθῶσι καὶ οἱ κτηματίαι, οἱ ὀφείλοντες εἴτε εἰς Τραπέζας εἴτε εἰς τοκογλύφους ποσὰ καλύπτοντα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὴν σημερινὴν ἀξίαν τῶν κτημάτων αὐτῆς. Ἡ πλάνη δὲ αὕτη δὲν διεδόθη μόνον εἰς τοὺς ἁπλουστέρους σταφιδικοὺς πληθυσμούς, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἀπόρροια δ’ αὐτῆς εἰσιν ὅσα ἠκούσαμεν λεχθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν, τοῦ κ. Ρικάκη, ὅστις, πιστεύσας εἰς τὸν τίτλον τῆς Τραπέζης καὶ εἰς τὰς θεωρητικὰς ἐπαγγελίας τοῦ νομοσχεδίου, νομίζει ὅτι ἡ Τράπεζα θὰ ἐπεκτείνῃ τὴν κατανάλωσιν τῆς σταφίδος...
§53Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπλανήθη ὁ κ. Ρικάκης.
§54Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοιαύτη φυσικῶς εἶναι ἡ γνώμη σας... Καὶ προσέτι ὅτι θὰ χορηγήσῃ ἀμέσως μὲν τὰ ἀπαιτούμενα δάνεια εἰς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην χρημάτων διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἀμπέλων των, ἀργότερον δὲ καὶ εἰς ἐκείνους, οἵτινες πιέζονται σήμερον ὑπὸ βαρέων καὶ τοκογλυφικῶν χρεῶν, καὶ τῶν ὁποίων ἡ κατάστασις παρουσιάζει ζήτημα ἀληθῶς κοινωνικόν. Ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ νομοσχεδίου δὲν βλέπω πῶς ἡ Τράπεζα δανείζουσα εἰς τοὺς οἰονεὶ μετόχους αὐτῆς κατ’ ἀναλογίαν τῆς μετοχῆς των καὶ μέχρι τὸ πολὺ χιλίων δραχμῶν, θὰ δώσῃ τὰ ἀναγκαῖα δάνεια πρὸς καλλιέργειαν, καὶ πῶς θὰ εὐκολύνῃ τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην δανείων, ὅπως μὴ ἀναγκασθῶσι νὰ ἐκποιήσωσιν ἐσπευσμένως τὰ προϊόντα αὑτῶν. Ἐκτὸς τούτων τῶν θεμελιωδῶν ἀτελειῶν, τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου, εἰσάγει κατ’ ἀρχὴν νέον θεσμόν, ὅλως ἄσχετον πρὸς τὴν διαχείρισιν τοῦ παρακρατήματος τῆς σταφίδος, τὸν θεσμὸν τῆς ἱδρύσεως παρὰ τοῦ Κράτους μονοπωλίου κατασκευῆς τῶν οἰνοπνευμάτων, ποιούμενον ἔναρξιν ἐκ τῆς κατασκευῆς τοιούτων. Ἡ ἵδρυσις μονοπωλίου οἰνοπνευμάτων μελετᾶται ἀπὸ δεκαετηρίδων ἐν Γαλλίᾳ, ἥτις εἶναι χώρα οἰνοπαραγωγός, ὡς καὶ ἡμεῖς. Μολονότι δ’ οἱ πλεῖστοι θεωροῦσιν αὐτὸ ὡς φορολογίαν δικαίαν, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ εὕρωσιν ἀκόμη κατάλληλον τρόπον ἱδρύσεως αὐτοῦ, χωρὶς νὰ παραβλάψωσι γενικώτερα συμφέροντα τῆς κοινωνίας, ἀντιπροσωπευόμενα ὑπὸ τῶν ἀμπελοκτημόνων. Θεωροῦσι δ’ ἐπιβαλλόμενον τὸν συμβιβασμὸν τῶν συμφερόντων τούτων, ἅτινα συνδυάζονται μὲ τὴν ὑποστήριξιν τῆς οἰνοπαραγωγῆς, πρὶν ἀποφασίσωσι τὴν ἵδρυσιν τοῦ μονοπωλίου. Ἐγκατελείφθη διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἡ ἰδέα περὶ τοιούτου μονοπωλίου ἐν Ἰταλίᾳ καὶ Ἱσπανίᾳ, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὡσαύτως οἰνοπαραγωγοὶ χῶραι, ὡς ἡ ἡμετέρα· ἐμελετήθη ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐν Ἑλβετίᾳ, ἡ ὁποία ἐλαχίστας ἔχει ἀμπέλους, καὶ μετὰ τὴν ἐξεύρεσιν διαφόρων συνδυασμῶν καὶ μέτρων, παρεμποδιζόντων τὴν βλάβην τῶν ἀμπελοκτημόνων καὶ τῶν δι’ ἄλλων ὑλῶν παραγόντων οἰνοπνεύματα, ἱδρύθη ἐν Ἑλβετίᾳ ἀπὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν τὸ μονοπώλιον. Ἀμφισβητεῖται ὅμως ἡ ἐπιτυχία αὐτοῦ καὶ ὑπὸ ἔποψιν ταμιευτικὴν καὶ ὑπὸ οἰκονομικήν. Ἀπὸ ἐτῶν μελετᾶται καὶ ἐν Ρωσίᾳ, ἀπὸ δύο δὲ ἢ τριῶν ἐτῶν ἀπεφασίσθη ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ εἰς ὡρισμένα κυβερνεῖα κατὰ τρόπον δοκιμαστικόν, μ’ ὅλην τὴν εὐκολίαν, ἣν ἡ σύστασις αὐτοῦ παρουσιάζει ἐν Ρωσίᾳ, διότι ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἔχει περιορισθῆ ὁ ἀριθμὸς τῶν οἰνοπνευματοποιείων, καὶ ἡ οἰνοπνευματοπαραγωγὴ εἶχε συγκεντρωθῆ εἰς ὀλίγα μεγάλα τοιαῦτα. Ἐν Γερμανίᾳ δὲ προτείνεται ἀπὸ ἐτῶν, ἀπορρίπτεται δὲ συστηματικῶς. Ἐνῷ δὲ τοιαύτη δίδεται πανταχοῦ προσοχὴ εἰς ἓν ζήτημα τῆς συστάσεως τοῦ μονοπωλίου τῶν οἰνοπνευμάτων, καὶ τοσοῦτον μελετῶνται τὰ γενικώτερα τῆς χώρας συμφέροντα, τὰ ὁποῖα βλάπτονται ἐκ τῆς συστάσεως αὐτοῦ, τὸ νομοσχέδιον εἰσάγει παρεισάκτως τὴν ἀρχὴν τῆς ἱδρύσεώς του, δίδον τὴν ἐξουσίαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ νὰ ἱδρύσῃ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους οἰνοπνευματοποιεῖον, λαμβάνων παρὰ τῆς Τραπέζης ὁσονδήποτε ποσὸν σταφίδος ἤθελεν ἐγκρίνει διὰ τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ, ἱδρύων οὕτω πράγματι τὸ μονοπώλιον παραγωγῆς· διότι οὐδεὶς οἰνοπνευματοποιὸς θὰ δυνηθῇ νὰ διαγωνισθῇ πρὸς τὸ Κράτος, διαθέτον τὴν σταφίδα τῆς παρακρατήσεως. Ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον βεβαίως δὲν ἐμελέτησε τὸ ζήτημα, ἂν ἦναι δυνατὸν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ μεταβληθῇ μετὰ τόσης σπουδῆς εἰς βιομήχανον. Ὅλοι οἰκτείρομεν τὴν κατάστασιν πολλῶν κλάδων τῆς διοικήσεως ἡμῶν, καὶ εὑρίσκομεν ὅτι κακῶς λειτουργοῦσι. Παραδεχόμεθα πάντες, ὅτι ἡ διοίκησις ἡμῶν παρουσιάζει θεμελιώδεις ἐλλείψεις, ἐπιβαλλούσας ῥιζικὰς αὐτῆς μεταρρυθμίσεις. Ἐνῷ δὲ ταῦτα ὁμολογοῦμεν διὰ τὴν διοίκησιν, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ φυσικὸν τοῦ Κράτους ἔργον, νομίζομεν ὅτι αὐτὸ δύναται νὰ μεταβληθῇ εἰς βιομήχανον καὶ διευθύνῃ ἐπωφελῶς πολύπλοκον βιομηχανικὴν καὶ ἐμπορικὴν ἐπιχείρησιν. Ἡ διοίκησις, ἡ ὁποία δὲν ἐστάθη ἱκανὴ νὰ διατηρήσῃ ἐν τῇ ἀποθήκῃ τὴν σταφίδα, τὴν ὁποίαν συνέλεξεν ἐκ τῆς παρακρατήσεως, καὶ τῆς ὁποίας ἡ ἀνεπάρκεια ἐπέτρεψε τὰς γνωστὰς καταχρήσεις, τὰς λαβούσας χώραν εἰς πολλὰς ἀποθήκας τῆς παρακρατήσεως, ἡ διοίκησις αὐτὴ θεωρεῖται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἁρμοδία νὰ μεταβληθῇ εἰς βιομήχανον καὶ ἔμπορον πρὸς παραγωγὴν καὶ πώλησιν οἰνοπνευμάτων! Ὁ τρόπος τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τούτου μοὶ ἐνθυμίζει ἀνάλογον γεγονός, λαβὸν χώραν πρὸ ἐτῶν ἐν τῇ Βουλῇ. Συνεζητοῦμεν τότε νομοσχέδιον, φέρον τὴν ἐπιγραφὴν «Κανονισμὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου», διὰ τοῦ ὁποίου ἐκανονίζοντο αἱ λεπτομέρειαι τοῦ ἐσωτερικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, ἡ ἀγορὰ τῶν στοιχείων τοῦ ἀντιμωνίου καὶ ἄλλων ὑλικῶν, ἡ πρόσληψις ἐργατῶν κτλ. Ἐν αὐτῷ ὅμως εἶχε παρεισαχθῇ καὶ ἕν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον τίποτε ὀλιγώτερον δὲν ἐγκαθίδρυε, παρὰ τὴν πρωθυπουργικὴν παντοδυναμίαν. Κατὰ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, ἀπηγορεύετο ἡ δημοσίευσις ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» πάσης ἀποφάσεως καὶ παντὸς ἐγγράφου, ἑπομένως καὶ τῶν βασιλικῶν διαταγμάτων καὶ τῶν ὑπουργικῶν διαταγῶν, ἄνευ τῆς προηγουμένης γνώσεως καὶ συγκαταθέσεως τοῦ ἑκάστοτε Πρωθυπουργοῦ, εἴτε ἀμέσως, εἴτε δι’ εἰδικοῦ αὐτοῦ ὑπαλλήλου. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ἐκανόνιζε τὰ περὶ στοιχείων καὶ ἀντιμωνίου καὶ ἐργατῶν, παρεισήχθη τότε διάταξις σπουδαίως ἐπηρεάζουσα τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Ἡ διάταξις αὕτη ἐσπευσμένως ἐψηφίσθη καὶ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τότε ἐπρόκειτο περὶ τῶν σχέσεων ἑπτὰ Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι δύνανται εὐκόλως νὰ συμβιβάζωνται. Ἐνταῦθα ὅμως δὲν πρόκειται περὶ ἑπτὰ προσώπων, ἀλλὰ περὶ τῶν δύο τρίτων ἴσως τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ. Παρεισάκτως δὲ συνδέεται μὲ ἐπεῖγον ζήτημα, τὸ τῆς παρακρατήσεως, τὸ ζήτημα τοῦ μονοπωλίου, τὸ ὁποῖον οὐδὲν παρουσιάζει τὸ ἐπεῖγον καὶ τὸ ὁποῖον θίγει τὰ συμφέροντα πάντων τῶν ἀμπελοκτημόνων καὶ τῶν παραγόντων ζακχαρώδη προϊόντα, οἷον σῦκα, μῆλα κλπ. καὶ ὅλων τῶν οἰνοπνευματοποιῶν. Θεσμός, ὅστις ἐγκατελείφθη, ὡς ἐπικίνδυνος, ἐν Ἱσπανίᾳ, Ἰταλίᾳ καὶ Γερμανίᾳ, ὅστις μελετᾶται ἐπὶ ὁλόκληρα ἔτη ἐν Γαλλίᾳ ἄνευ ὁριστικοῦ ἀποτελέσματος, καὶ οὗτινος τ’ ἀποτελέσματα ἐν Ἑλβετίᾳ καὶ ἐν Ῥωσίᾳ εἰσὶν ἀκόμη ἀβέβαια, εἰσάγεται παρ’ ἡμῖν ἄνευ προηγουμένης μελέτης τῶν ὅρων, καθ’ οὓς ἔσται ἴσως δυνατὸν νὰ συνδυασθῶσι τὰ συμφέροντα μεγάλου μέρους τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ τοῦ ζητήματος ἂν καὶ ποῦ ἔσται δυνατὴ ἡ κατανάλωσις ἑλληνικοῦ οἰνοπνεύματος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ.
§55Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν πρόκειται νὰ καθιδρυθῇ μονοπώλιον οἰνοπνευμάτων. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ προτείνωμεν τοῦτο, τότε θὰ ἔλθῃ φυσικὰ νομοσχέδιον, καὶ ἀναπτύσσετε ὅλας τὰς μέμψεις σας.
§56Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἀναπτύσσω μέμψεις· ἐκθέτω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν ἱδρύεται δι’ αὐτοῦ ὁριστικῶς τὸ μονοπώλιον, ἀλλὰ καθιεροῦται ἡ ἀρχὴ αὐτοῦ. Νομίζω δὲ, ὅτι θεσμὸς θίγων τὰ συμφέροντα ὁλοκλήρου τῆς χώρας δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ ἐν νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει ν’ ἀποβλέπῃ εἰς ἄλλο τι ἢ πῶς θὰ προασπισθῶσιν ἡ παραγωγὴ καὶ ἡ κατανάλωσις τῆς σταφίδος, καὶ πῶς θὰ θεραπευθῶσι τὰ ἐπελθόντα ἀποτελέσματα ἐκ τῆς σταφιδικῆς κρίσεως. Μὲ βίαν καὶ ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς λύσεως ἑνὸς ἐπείγοντος ζητήματος δὲν δυνάμεθα βεβαίως νὰ συζητήσωμεν δεόντως τὰ καθέκαστα τοιούτου θεσμοῦ, περὶ τῆς λειτουργίας καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ὁποίου οὐδεμίαν ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν μελέτην καὶ θετικὴν πληροφορίαν. Δὲν ἐννοῶ νὰ ἐκφέρω γνώμην οὔτε ὑπὲρ οὔτε κατὰ τοῦ μονοπωλίου τῶν οἰνοπνευμάτων. Δὲν ἔχω ἐνώπιον ἐμοῦ τὰς ἐπισήμους καὶ θετικὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας πᾶσα Κυβέρνησις σπουδαίως μεριμνῶσα περὶ τῶν συμφερόντων τῆς χώρας, δύναται νὰ συλλέξῃ περὶ τοιούτου σοβαροῦ ζητήματος, νομίζω δὲ, ὅτι ἐν συζητήσει περὶ τῆς παρακρατήσεως τῆς σταφίδος, ἥτις εἶναι ἐπείγουσα καὶ εἰδικὴ, δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦ μονοπωλίου. Τοῦτο οὐ μόνον τίθεται ἐπὶ τοῦ τάπητος διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ λύεται καταφατικῶς κατ’ ἀρχήν. Δύναται βεβαίως ἡ Βουλὴ ν’ ἀπορρίψῃ ἀργότερον τὴν ὁριστικὴν ἐγκαθίδρυσιν τοῦ μονοπωλίου, ὡς δύναται νὰ ἀκυρώσῃ πᾶσαν ἄλλην νομοθετικὴν αὐτῆς ἀπόφασιν. Ἀλλὰ τοῦτο πράττουσα θ’ ἀναιρέσῃ ἀπόφασιν, ἣν λαμβάνει σήμερον, δίδουσα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐσπευσμένως καὶ ἄνευ μελέτης, τὴν ἐξουσίαν νὰ συστήσῃ ἐργοστάσιον ἀποστάξεως οἴνου διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους. Δὲν ἐπιβάλλεται βεβαίως εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτακτικῶς νὰ συστήσῃ ἐργοστάσιον· ἀλλ’ ὁ Ὑπουργός, ὁ ἔχων διαθέσεις οἰνοπνευματοποιητικὰς, δὲν ἔχει πλέον ἀνάγκην ἄλλης ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ὅπως μεταβάλῃ τὸ Κράτος εἰς οἰνοπνευματοποιόν.
§57Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κτλ.). Τοῦτο ἀναφέρεται ἀπαράλλακτα, ὅπως καὶ εἰς τὸν νόμον περὶ καπνοῦ.
§58Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μήπως τὸ ἀπαράλλακτον τοῦτο ἦτο ὀρθόν; ἢ μήπως τὸ νὰ ψηφίζωμεν μέτρα ἄνευ μελέτης καὶ ἄνευ ἐφαρμογῆς εἶναι σοβαρόν; Βεβαίως δὲ δὲν εἶναι σοβαρὸν τὸ νὰ ψηφίζωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὅτι τὸ Κράτος δύναται νὰ γείνῃ παραγωγὸς οἰνοπνεύματος, εἴτε πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀπόφασις ἡμῶν αὕτη, εἴτε μὲ τὴν πρόβλεψιν ὅτι δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ αὕτη ὅπως ἐγένετο ἐπὶ τοῦ νόμου περὶ καπνοῦ. Ἐξ ὅσων ἀνέπτυξα, καὶ ἐξ ὅσων γνωρίζετε πάντες, τὸ σταφιδικὸν ζήτημα παρουσιάζεται ὡς ζήτημα θετικῆς σημασίας καὶ σπουδαιότητος τοιαύτης, ὥστε ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς τὸ καθῆκον νὰ μὴ θελήσωμεν νὰ λύσωμεν αὐτὸ ἐσπευσμένως καὶ διὰ μέτρων μὴ ὑποσχομένων θετικὴν καὶ ἐπωφελῆ αὐτοῦ λύσιν. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξαντλήσωμεν τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα κέκτηται ἡ παρακράτησις, διαθέτοντες αὐτὰ ὑπὲρ συνδυασμῶν καὶ μέτρων, τὰ ὁποῖα δὲν παρουσιάζουσι λύσιν ἐξασφαλίζουσαν τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τῆς σταφιδοπαραγωγῆς. Εἶναι δὲ εὐνόητον, ὅτι οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ, οἱ ὁποῖοι πάσχουσιν ἐκ τῆς ὑφισταμένης κρίσεως καὶ εὑρίσκονται ἐν ἀληθεῖ στενοχωρίᾳ, ἀνυπομονοῦσι καὶ ἀτελῶς σταθμίζουσιν πάντα τὰ ἀποτελέσματα ἑνὸς οἱουδήποτε μέτρου, παρουσιάζοντος ἔστω καὶ ἁπλῆν ἐλπίδα προσκαίρου θεραπείας τῶν πιεζουσῶν αὐτοὺς ἀναγκῶν, σπεύδοντες εἰς μίαν οἱανδήποτε λύσιν. Εἶναι φυσικὸν οἱ πιεζόμενοι ὑπὸ τῆς ἀνάγκης καὶ ὑπὸ μεγάλης στενοχωρίας νὰ θυσιάζωσι πολύτιμα αὐτῶν κεφάλαια καὶ ἐν τῷ μέλλοντι πρὸς θεραπείαν τῆς παρούσης ἀνάγκης καὶ στενοχωρίας. Εἶναι φυσικὸν εἰς τὸν πεινῶντα νὰ μὴ σταθμίσῃ τὴν ἀξίαν τῶν ὅσων δίδει, ὅπως ἀποκτήσῃ τεμάχιον ἄρτου. Ὁ Ἠσαῦ ἐπώλησε τὰ πρωτοτόκια αὐτοῦ ἀντὶ πινακίου φακῆς. Τοιοῦτόν τι ὅμως δὲν εἶναι φυσικὸν μήτε λογικὸν δι’ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι, μὴ εὑρισκόμενοι εἰς τὰς αὐτὰς περιστάσεις, ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ σταθμίσωμεν τὰ ἀποτελέσματα τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα λαμβάνομεν ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, καὶ νὰ μὴ σπεύδωμεν εἰς λύσιν, ἥτις οὐ μόνον δὲν ἐξασφαλίζει τὴν ἐπίτευξιν τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκομεν καὶ ποθοῦμεν, ἀλλὰ διαθέτουσα καὶ ἐξαντλοῦσα τὰ μέσα, ἅτινα διαθέτει ἡ παρακράτησις, καθιστᾷ ἀδύνατον ἐν προσεχεῖ μέλλοντι ἐπωφελεστέραν λύσιν. Καὶ τὰ κεφάλαια τῆς παρακρατήσεως καὶ τὴν ὑπὲρ τῆς σταφίδος ἐξαιρετικὴν ἐνέργειαν τῆς Πολιτείας ἐξαντλοῦμεν εἰς μέτρα, τὰ ὁποῖα παρηγοροῦσι μὲν τοὺς πάσχοντας, τῶν ὁποίων ὅμως αἱ ἀτέλειαι ἐν ταῖς βάσεσι καὶ τὸ δυσχερὲς ἐν τῇ ἐφαρμογῇ παρατείνουσι τὴν σημερινὴν κατάστασιν καὶ δύνανται νὰ καταστήσωσιν αὐτὴν δεινοτέραν ἐν τῷ μέλλοντι. Ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ἀναπτύξω ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον τοὺς κυριωτέρους τρόπους λύσεως τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος καὶ εἰσέλθω ἐξ ἀνάγκης εἰς διαφόρους λεπτομερείας. Ὁ χαρακτὴρ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, οὗτινος ἡ θέσις ἐπηρεάζει ἐμμέσως καὶ οὐσιωδῶς τὰ συμφέροντα πάσης τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας καὶ τοῦ Δημοσίου, ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὸ ὑφ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς φάσεις καὶ μελετήσωμεν τὰ διάφορα ζητήματα, τὰ συνδεόμενα μὲ τὴν βελτίωσιν τῆς παραγωγῆς, μὲ τὴν ἐπέκτασιν τῆς καταναλώσεως καὶ μὲ τὴν θετικὴν θεραπείαν τῶν χρηματικῶν ἀναγκῶν τῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Καὶ ἡ μικρὰ ἡμῶν πεῖρα, ἡ ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς παρακρατήσεως, καὶ ἡ μεγαλειτέρα πεῖρα τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν, εἰς τὰ ὁποῖα πολλάκις παρουσιάσθησαν καὶ ἐλύθησαν ζητήματα ὑπερβολικῆς παραγωγῆς, ἀνάλογα πρὸς τὸ τῆς σταφίδος ἡμῶν, πρέπει νὰ μᾶς ὁδηγήσωσιν εἰς τὴν μελέτην καὶ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, ὅπερ μᾶς ἀπασχολεῖ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ πράξωσιν ἔργον φρονήσεως, παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν, ἥτις ἐγένετο ἤδη, ὅπως ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς παρακρατήσεως ἐπὶ χρονικὸν διάστημα μεγαλείτερον τοῦ ἔτους καὶ τῶν δυνατῶν μέτρων πρὸς πρόληψιν τῶν καταχρήσεων, αἵτινες ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν ἐπαναληπτικὴν καὶ προσωρινὴν αὐτῆς ἐφαρμογήν, μελετήσωμεν δὲ κεχωρισμένως τὰ ζητήματα τῆς διαχειρίσεως τῆς παρακρατήσεως καὶ τῆς χρηματικῆς εὐκολίας τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, ὅπως ἐξεύρωμεν διὰ τὸ πρῶτον τὴν καταλληλοτέραν λύσιν πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν παραγωγῶν καὶ ἐπέκτασιν τῆς καταναλώσεως, καὶ διὰ τὸ δεύτερον τὰ μέτρα, ἅτινα δύνανται νὰ καταστήσωσι τὴν σταφίδα ὄργανον πίστεως, δυνάμενον νὰ χρησιμεύσῃ εἰς θετικὴν καὶ ἀσφαλῆ θεραπείαν τῶν χρηματικῶν ἀναγκῶν τῶν σταφιδοπαραγωγῶν.
§59Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν, Κύριοι, ἴσχυε παρ’ ἡμῖν τὸ πολιτειακὸν καθεστὼς, τὸ ἰσχῦον ἐν ταῖς Ἡνωμέναις Πολιτείαις τῆς Ἀμερικῆς, τοιαύτη συζήτησις δὲν θὰ ἐγίνετο· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τοιοῦτο νομοσχέδιον δὲν θὰ ὑπεβάλλετο, οὐδὲ τὸ ἀρχικὸν νομοθέτημα περὶ παρακρατήσεως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἰσχύσῃ, διότι τῶν νομοθετημάτων τούτων ἡ ὑπόστασις εἶναι ἀντισυνταγματική. Παραβιάζεται ῥητὸν κείμενον τοῦ Συντάγματος, τὸ ἄρθρον 17, καθ’ ὃ οὐδεὶς στερεῖται τῆς περιουσίας του ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως διὰ λόγον δημοσίας ἀνάγκης. Ἐδῶ δὲν ἔχομεν προφανῶς δημοσίαν ἀνάγκην. Ἔχομεν ἰδιωτικὴν ἀνάγκην κτηματιῶν καὶ ἐμπόρων καὶ ἰδιωτῶν ἄλλων, οἵτινες δύνανται νὰ ἦναι καὶ χιλιάδες, ἀλλ’ ὁ χαρακτηρισμὸς εἶναι ὁ αὐτός. Ἐν ταῖς Ἡνωμέναις Πολιτείαις τῆς Ἀμερικῆς τὸ Ἀνώτατον Δικαστήριον τῆς Συμπολιτείας (High Court of Justice) ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κηρύττῃ ὡς ἀντισυνταγματικοὺς τοὺς νόμους τῶν διαφόρων Πολιτειῶν, τοὺς ὁποίους ἤθελε θεωρήσει τοιούτους, καὶ οὐ μόνον τῶν διαφόρων Πολιτειῶν, ἀλλὰ καὶ αὐτοὺς τοὺς τῆς κεντρικῆς Κυβερνήσεως, ἤτοι τοὺς τῶν δύο Βουλῶν, κυρουμένους παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Συμπολιτείας. Σπανιωτάτην ὅμως κάμνει χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου, διότι, τούτου ὄντος γνωστοῦ, προσέχουσιν ἐν ταῖς Βουλαῖς εἰς τὸ νὰ μὴ εἰσάγωσι νομοθετήματα τοιούτου εἴδους. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν τοῦτο συμβαίνῃ μόνον ἐν τῇ Δημοκρατίᾳ τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς, ἢ ἐὰν ὑπάρχῃ καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις ὁμοσπονδιακαῖς Δημοκρατίαις τοῦ νέου ἡμισφαιρίου. Ἐν τῇ κατὰ τὴν ἡμετέραν Εὐρώπην ὁμοσπονδιακῇ Δημοκρατίᾳ τῆς Ἐλβετίας δὲν ὑπάρχει. Εἶναι πρόδηλον καὶ ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ παρακράτησις ἀντιβαίνει εἰς τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος, οὐ μόνον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ὑπόστασιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας, ἀντιβαίνει ἐπίσης εἰς τὴν λογικὴν, ἀντιβαίνει εἰς αὐτὸ τὸ συμφέρον τοῦ μέλλοντος τῆς σταφίδος, τῆς διαδόσεως δηλ. τῆς σταφίδος. Ἀντιβαίνει εἰς τὴν ἰσότητα μεταξὺ τῶν πολιτῶν, διότι βεβαίως ἐδῶ εἶναι πληθυσμοὶ σταφιδικοὶ εὐνοούμενοι, καὶ πληθυσμοὶ σταφιδικοὶ ζημιούμενοι. Ἔχει δὲ καὶ χαρακτῆρα κοινωνιστικόν, ὑπάγεται δηλ. εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουν τὸν χαρακτῆρα τοῦ πολιτειακοῦ κοινωνισμοῦ (socialisme d’ État), καθ’ ὃν ἡ Πολιτεία ἐπεμβαίνει εἰς τὰς σχέσεις τῶν ἰδιωτῶν, εἰς τὰς συναλλαγάς. Εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σήμερον ἀπαιτοῦσιν οἱ κοινωνισταί, οἱ λεγόμενοι collectivistes, εἶναι ἡ θεωρία τοῦ Karl Marx καὶ τοῦ Guesde καὶ τοῦ Jaurés, καὶ αὐτὸν τὸν χαρακτῆρα τῶν νομοθετημάτων νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ εὐχώμεθα νὰ ἴδωμεν ἐπικρατοῦντα ἐν τῇ ἡμετέρᾳ νομοθεσίᾳ, διότι τὰ ὅρια τοῦ κοινωνισμοῦ εἶναι δυσδιάκριτα, συγχέονται δὲ πολλάκις πρὸς τὰ τῆς κοινοκτημοσύνης. Δὲν πιστεύω δὲ κανείς, οὔτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ οὔτε ἐκτὸς αὐτῆς, νὰ ἀσπάζηται τοιαῦτα δόγματα, σχετικῶς πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας. Ἐνθυμεῖσθε πάντες οἱ νομικοὶ τὸν πρωτότυπον καὶ χαρακτηριστικὸν ὁρισμὸν τῶν Ῥωμαίων περὶ ἰδιοκτησίας, ὅτι δηλ. ὁ ἰδιοκτήτης ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ χρῆσθαι καὶ καταχρῆσθαι, —utere et abutere— τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολύτου καὶ ἀποκλειστικῆς χρήσεως τοῦ ἰδιοκτήτου πράγματος, τῆς τε κακῆς καὶ καλῆς χρήσεως αὐτοῦ. Ἔχω, φέρ’ εἰπεῖν, εἰς ἰδιοκτησίαν ἓν τεμάχιον γῆς, ἓν γήπεδον. Δύναμαι νὰ τὸ κάμω ὅ,τι θέλω, φθάνει μόνον ἐκ τῆς ἐργασίας μου νὰ μὴ παραβλάπτηται ἡ δημοσία τάξις ἢ ἡ δημοσία ὑγεία ἢ τὸ ὅμοιον δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ γείτονος. Δύναμαι νὰ ἀνεγείρω ἐπ’ αὐτοῦ οἰκοδομὴν καὶ ἔπειτα νὰ τὴν καταρρίψω, νὰ τὴν κατεδαφίσω. Δύναμαι νὰ φυτεύσω δένδρα, καὶ ἔπειτα νὰ τὰ κόψω ἢ νὰ τὰ ἐκριζώσω. Δύναμαι νὰ σπείρω σῖτον ἢ τι ἄλλο ὁμοειδές, καὶ ἔπειτα νὰ τὸν θερίσω καὶ νὰ τὸν συγκομίσω. Δύναμαι νὰ φυτεύσω ἄμπελον καὶ νὰ τὴν καλλιεργήσω καὶ νὰ τὴν τρυγήσω καὶ νὰ φάγω ἢ νὰ πωλήσω σταφυλάς, ἢ νὰ κάμω οἶνον δι’ αὐτῶν. Δύναμαι νὰ τὴν φυτεύσω σταφιδάμπελον καὶ νὰ συγκομίσω τὸν καρπόν. Ἀλλ’ ἐδῶ, προκειμένου περὶ σταφιδαμπέλου εἰδικῶς, ἔρχεται ἡ παρακράτησις διὰ τῆς Πολιτείας καὶ λέγει: «Αὐτὸς ὁ σταφιδόκαρπος, τὸν ὁποῖον συνεκόμισας, δὲν εἶναι ὅλως ἰδικός σου· θὰ κρατήσω ἓν μέρος ἐξ αὐτοῦ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ γείτονός σου, τοῦ ὁποίου αἱ ὑποθέσεις δὲν ἐπῆγαν τόσον καλά»! Ἐὰν ἀνεβίουν οἱ σοφοὶ ἐκεῖνοι Ρωμαῖοι νομοθέται, νομικοί τε καὶ αὐτοκράτορες, οἵτινες συνετέλεσαν τὸ λαμπρὸν ἐκεῖνο οἰκοδόμημα, τὸ καλούμενον Ρωμαϊκὸν Δίκαιον, ὅπερ διὰ τοσαύτης βαρβαρότητος καὶ διὰ τοσούτων αἰώνων περιεσώθη μέχρις ἡμῶν καὶ ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τῆς νομοθεσίας πάντων τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν, καὶ ἐμάνθανον τὰ σήμερον γινόμενα παρ’ ἡμῖν καὶ νομοθετούμενα, θὰ ἔλεγον διαποροῦντες: «Ἀλλὰ τί ἆρά γε συμβαίνει παρ’ ὑμῖν; Σεῖς ἔχετε μίαν πολιτικὴν νομοθεσίαν, τὸ Ρωμαϊκὸν Δίκαιον, ἐξ ἄλλου δὲ ἔχετε μίαν πολιτειακὴν νομοθεσίαν, ἥτις ὀνομάζεται Συνταγματικὸς χάρτης. Καὶ κατὰ τὴν μίαν νομοθεσίαν καὶ κατὰ τὴν ἄλλην τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι ἀπόλυτον, ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον. Ἀλλ’ ἐδῶ βλέπομεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀπόλυτον, οὐδὲ ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον. Πῶς τοῦτο;» Ἡ ἀπάντησις θὰ ἦτο τοιαύτη τις: «Ναί, ἀληθῶς, ἔχομεν ἰσχύοντα τό τε Ρωμαϊκὸν Δίκαιον καὶ τὸ Συνταγματικὸν Δίκαιον. Ἀλλὰ σήμερον ἐπικρατεῖ τὸ Παρακρατητικὸν Δίκαιον, ὅπερ εἶναι ἐπινόημα τῶν νεωτέρων Ἀχαιῶν (Ἀχαιοὺς δ’ ἐκάλουν οἱ Ρωμαῖοι πάντας τοὺς Ἕλληνας) καὶ εἶναι ἀνώτερον παντὸς ἄλλου Δικαίου, εἶδός τι θείου Δικαίου.» Βεβαίως ὀφείλει ἡ Πολιτεία νὰ μεριμνᾷ περὶ τῶν μελῶν της, καὶ ὁσάκις αὐτὰ εὑρίσκωνται εἰς δεινὰς περιστάσεις, ὀφείλει νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς θεραπείας τῶν δεινῶν τούτων, εἴτε διὰ νομοθετημάτων, εἴτε δι’ ὑλικῆς συνδρομῆς, ἀλλὰ πρέπει νὰ προσέχῃ νὰ μὴ παραβαίνωνται αἱ γενικαὶ ἀρχαὶ τοῦ Δικαίου καὶ αἱ ῥηταὶ διατάξεις τοῦ θεμελιώδους νόμου. Ἐνθυμεῖσθε ὅσοι ἀνεγνώσατε τὴν ἱστορίαν τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1789 (καὶ βεβαίως τὴν ἀνεγνώσατε πάντες) τί συνέβη καθ’ ἣν ἐποχὴν συνεδρίαζεν ἡ πρώτη Ἐθνικὴ Συνέλευσις ἡ Συντακτικὴ (l'Assemblée Constituante). Ἡ Συνέλευσις ἐκείνη ἀπήλλαξε τὴν Γαλλίαν τοῦ δεσποτισμοῦ, καθιέρωσε τὰς ἀρχὰς τῆς ἀτομικῆς καὶ τῆς πολιτικῆς ἐλευθερίας, καὶ διὰ τῆς Γαλλίας μετέδωκεν αὐτὰς βαθμηδὸν εἰς ὅλην τὴν Εὐρώπην. Διότι εἶναι πρᾶγμα περίεργον, ὅτι, ἐνῷ ἡ Ἀγγλία ἦτο ἤδη Συνταγματικὸν Κράτος πρὸ ἑκατὸν καὶ ἐπέκεινα ἐτῶν, ἡ Εὐρώπη ἐστέναζεν ὑπὸ τὸ βάρος τοῦ ἀπολυτισμοῦ, καὶ ὅτι, ἐνῷ ἡ Ἀγγλικὴ ἐπανάστασις τοῦ 1648 δὲν ἤσκησε καμμίαν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς ἠπειρωτικῆς Εὐρώπης, ἡ Γαλλικὴ ἐπανάστασις τοῦ 1789 μετέβαλε τὴν ὄψιν αὐτῆς. Τότε ἔγεινε πρότασις ἐν τῇ Συνελεύσει περὶ ἀπελευθερώσεως τῶν ἐν ταῖς ἀποικίαις δούλων, καὶ ἀντέλεξαν οἱ ἐνδιαφερόμενοι, οἱ κύριοι δηλ. τῶν κτημάτων, ἐν οἷς οἱ δοῦλοι εἰργάζοντο ὡς ἐργάται, ὅτι αἱ ἀποικίαι θὰ καταστραφοῦν. Ἀλλ’ ἠκούσθη τότε μία φωνὴ λέγουσα: «Προτιμότερον νὰ καταστραφοῦν αἱ ἀποικίαι παρὰ μία ἀρχὴ (τοῦ Δικαίου) «Périssent les colonies plutôt qu'un principe». Καὶ ἀνεβόησεν ὁλόκληρος ἡ Συνέλευσις, ἐπιδοκιμάζουσα, καὶ ἡ φράσις ἔμεινεν ἱστορικὴ καὶ ἀλησμόνητος, καὶ ἀντηχεῖ διὰ μέσου τῶν αἰώνων, καὶ εἶναι ἡ ἀπελευθέρωσις ἐκείνη, καθ’ ὃν τρόπον ἔγεινε, μία ἀπὸ τὰς δόξας τῆς Γαλλίας. Καὶ τῷ ὄντι κατεστράφησαν ὑλικῶς πάντες οἱ ἄποικοι. Ἀλλὰ πάντες οἱ δοῦλοι, τὰ δυστυχῆ ἐκεῖνα ὄντα, ἀπηλλάγησαν τῆς δουλείας, καὶ ἔζησαν ὡς ἄνθρωποι. Καὶ τὸ παράδειγμα τῆς Γαλλίας ἐμιμήθησαν ἡ Ἀγγλία, καὶ κατόπιν αὐτῆς πᾶσαι αἱ Εὐρωπαϊκαὶ Δυνάμεις, αἱ ἔχουσαι ἀποικίας. Σήμερον μᾶς ἔρχεται μία φωνὴ ἐκ τῶν γνωστῶν ἀκροπόλεων τῆς παρακρατήσεως, καὶ ἐὰν πρέπῃ ἡ φωνὴ αὕτη νὰ ἐκφρασθῇ δι’ ἀντιστοίχου Γαλλικῆς φράσεως, ἡ φράσις αὕτη θὰ διετυποῦτο οὕτω πως: «Périssent tous les principes plutôt que nos intérêts», — ὃ ἔστιν Ἑλληνιστί: «Ἐρρέτωσαν πᾶσαι αἱ ἀρχαὶ (τοῦ Δικαίου), ἀλλὰ σωθήτωσαν τὰ συμφέροντά μας.» Δὲν καταδικάζω ἀπολύτως, οὐδὲ κατακρίνω τοὺς οὕτω λαλοῦντας. Σήμερον εἶναι ἡ ἐποχὴ τῆς ὕλης, τοῦ ἀτομισμοῦ καὶ τοῦ προσωπικοῦ συμφέροντος, καὶ ὄχι ἡ ἐποχὴ τῶν μεγάλων ἰδεῶν καὶ τῶν γενναίων αἰσθημάτων. Τοιαύτη ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ τέλους τοῦ ΙΗʹ αἰῶνος καὶ τοῦ τέλους τοῦ ΙΘʹ αἰῶνος. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν σήμερον καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ ἡ περιώνυμος ἐκείνη φράσις θὰ ἀντήχει ὁμοίως. Διὰ τοῦτο δὲν ἐλέγχω ὑπὲρ τὸ δέον καὶ τοὺς ἡμετέρους παρακρατητικούς, διότι πρόκειται περὶ θεραπείας καὶ ἐξασφαλίσεως συμφερόντων. Ἀλλὰ θεωρῶ χρέος μου νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρορῶνται καὶ τὰ συμφέροντα ἄλλων συμπολιτῶν. Πιθανὸν νὰ ᾖναι πολυαριθμότεροι οἱ ἐναντίοι, δηλ. οἱ παρακρατητικοί, ἀλλὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι λόγος νὰ μὴ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ ὀλιγώτεροι. Διότι τὸ ἐναντίον θὰ ἦτο καταπίεσις τῆς μειονοψηφίας ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, ὅπερ ἀποκρουστέον καὶ ἀπαίσιον. Ἐγὼ τῇ ἀληθείᾳ λυποῦμαι, εὑρισκόμενος εἰς τὴν θέσιν ταύτην, διότι εἶναι θέσις ἀνιαρά. Θὰ ἐπεθύμουν, εἰ δυνατὸν, νὰ μὴ ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ ἀντίθεσις συμφερόντων, διότι, ἐὰν ὀφείλω νὰ μεριμνῶ περὶ τῶν συμφερόντων τῶν Αἰγιέων, νομίζω ὅτι καὶ περὶ τῶν Πατρέων καὶ τῶν Ἠλείων καὶ τῶν Τριφυλίων καὶ λοιπῶν ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ μεριμνῶ, ἀφοῦ πάντες εἴμεθα τέκνα μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς οἰκογενείας, τῆς Ἑλληνικῆς. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἠθέλησα νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τῆς θεωρητικῆς ἀπόψεως τοῦ ζητήματος. Ἂν καὶ δὲν δικαιολογεῖται ἐπιστημονικῶς ἡ παρακράτησις, νομίζω ὅτι δὲν ἦτο ἀδικαιολόγητος, ὅτε πρώτην φορὰν ἐφηρμόσθη. Ἡ σταφιδικὴ κρίσις χρονολογεῖται ἀπὸ τοῦ 1892. Μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ εὕρισκον μέγα καὶ πλούσιον στάδιον καταναλώσεως, διότι ὑπῆρχε δευτέρα ἀγορὰ τῆς σταφίδος, ἐκτὸς τῆς Ἀγγλικῆς. Εἶχε προστεθῇ ἡ Γαλλικὴ ἀγορὰ, σχεδὸν ἰσοδύναμος. Ἀλλ’ οἱ παραγωγοὶ δὲν ἐφρόντιζον νὰ παρακολουθήσωσι τὰ συμβαίνοντα ἐν τῇ ἀγορᾷ ταύτῃ, καὶ ἴσως ἔσφαλον καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐγίνωσκον τὰ συμβαίνοντα καὶ δὲν ἐφρόντιζον νὰ τοὺς φωτίσουν, διότι τότε ἤρχισαν ὅλαι αἱ γαῖαι, ἀπὸ τῆς Κορίνθου μέχρι τῶν Καλαμῶν, νὰ μεταβάλλωνται εἰς σταφιδαμπέλους. Ἐν Γαλλίᾳ ἐπετείνετο μὲν τὸ ῥεῦμα τῶν προστατευτικῶν ἰδεῶν, ἀνενεοῦντο δὲ ἐν τῷ μεταξὺ διὰ τῆς φυτεύσεως ἀμερικανικῶν κλημάτων αἱ ὑπὸ τῆς φυλλοξήρας καταστραφεῖσαι ἄμπελοι. Ἀλλ’ οἱ ἡμέτεροι σταφιδικοὶ ἦσαν ἀμέριμνοι καὶ αἰσιόδοξοι, καὶ ἕνεκα τῶν ὑψηλῶν τιμῶν, τὰς ὁποίας ἀπελάμβανον ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, δὲν ἐφρόντιζον νὰ κάμνουν οἰκονομίας καὶ νὰ πληρώνουν τοὐλάχιστον τοὺς τόκους τῶν χρεῶν των, ἀλλὰ ἐχρεώνοντο ἔτι μᾶλλον, ἐπεκτείνοντες τὰς φυτείας. Ἦλθε τὸ ἔτος 1893, καὶ εὑρέθη περίσσευμα 40 χιλιάδων τόννων ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, δηλ. 85 ἑκατομμύρια λιτρῶν σταφίδος. Τοῦτο, ὡς ἦτο ἑπόμενον, ἐτάραξε τὰ πνεύματα ὅλων τῶν κτηματιῶν, καὶ συνέβη τότε ὅ,τι συμβαίνει ὁσάκις ἓν ἔκτακτον γεγονὸς, μία συμφορὰ, ταράσσῃ τὰ πνεύματα, καθὼς τὸ εἴδομεν καὶ μετὰ τὸν τελευταῖον ἀτυχῆ πόλεμόν μας. Ὅταν τὰ πνεύματα εὑρίσκωνται εἰς τοιαύτην ψυχολογικὴν κατάστασιν, οἱ ἄνθρωποι εἶναι διατεθειμένοι νὰ ἀκούσωσι τὰς πλέον παραβόλους ἰδέας. Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι ὁ διάσημος Ἄγγλος φιλόσοφος καὶ κριτικὸς Spencer λέγει που, ὅτι εἶναι περίεργον, πῶς οἱ ἄνθρωποι εἶναι διατεθειμένοι νὰ παραδέχωνται τὰς παραβόλους ἰδέας εὐκολώτερον, παρὰ τὰς θετικὰς καὶ λογικὰς, καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι περὶ τίνος μεταρρυθμίσεως ὁμιλῶν λέγει, ὅτι ἐχρειάσθησαν 100 ἔτη εἰς τὴν Ἀγγλίαν διὰ νὰ γείνῃ ἡ μεταρρύθμισις αὕτη πρᾶγμα. Διὰ τοῦτο τότε προῆλθεν εἰς τὸ μέσον ἡ ἰδέα τῆς παρακρατήσεως, ἥτις χάριν παρηγορίας μᾶλλον τῶν σταφιδοκτημόνων ἦτο δεδικαιολογημένη, καὶ χάριν δοκιμῆς ἔπρεπεν ἴσως νὰ γείνῃ δεκτὴ, ὡς μέτρον προσωρινόν. Ἀλλὰ ῥιζικῶς τὸ μέτρον ἦτο ἐσφαλμένον. Τούτου ἕνεκα, ὅτε πρό τινων ἐτῶν ἐλθόντος κατὰ πρώτην φορὰν τοῦ μέτρου τῆς παρακρατήσεως εἰς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὁ ἐξ Αἰγιαλείας ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Παναγιωτόπουλος ἠγόρευσεν ἐπιτυχῶς ἐναντίον αὐτοῦ (ὡς καὶ νῦν), ἐγὼ, ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ὤν, ἐθεώρησα ἔργον συνειδήσεως νὰ συγχαρῶ αὐτῷ διὰ συγγενοῦς μου Βουλευτοῦ, καίτοι τότε δὲν συνέπραττον πολιτικῶς μετ’ αὐτοῦ, οὐδ’ ἐβλεπόμεθα κἄν. Ἀλλὰ παρελθούσης τῆς κρίσεως ἐκείνης, νομίζω ὅτι ἡ παρακράτησις μᾶλλον ἔβλαψε τὸν τόπον ἢ ὠφέλησεν. Ἰδίως τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πινάκων τῆς καταναλώσεως τῶν ἐτῶν 1896 καὶ 1897. Κατὰ τὸ ἔτος 1896 ἡ κατανάλωσις ὑπῆρξε μεγάλη· εἶχε φθάσει εἰς τοὺς 150,000 τόννους, ἐκτὸς τῆς Ρωσίας, εἶχε δηλαδὴ ὑπερβῆ τὰ 300 ἑκατομμύρια λιτρῶν. Ἡ παραγωγὴ ἦτο περίπου ἴση. Ἀλλ’ ἡ παραγωγὴ τοῦ ἔτους 1897, οὖσα κατωτέρα περὶ τοὺς 130,000 τόννους, δηλ. περὶ τὰ 280 ἑκατομμύρια λιτρῶν, ἐφάνη ἐλαττουμένη τῶν ἀναγκῶν τῆς καταναλώσεως κατὰ 20 μέχρις 25 χιλιάδων τόννων. Ἐπιβληθείσης, ὡς μὴ ὤφελε, τῆς παρακρατήσεως καὶ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο (ἐνῷ εἶχε γείνῃ τοιαύτη ὑπὸ τῆς φύσεως), ἡ κατανάλωσις, ἔχουσα ἀνάγκην 20 μέχρις 25 χιλιάδων τόννων, ἐπῆγε καὶ τοὺς ἐζήτησεν εἰς τὴν Σμύρνην, καὶ τοὺς εὗρε. Καὶ ὄντως, ἐνῷ κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος 1896 ἡ κατανάλωσις, ὡς εἴρηται, τῆς ἐξ Ἑλλάδος κορινθιακῆς σταφίδος εἶχε φθάσει εἰς τοὺς 150,000 τόννους, κατὰ τὸ ἔτος 1897 δὲν φθάνει οὐδὲ εἰς τοὺς 110,000. Οἱ ἀριθμοὶ εἶναι ἀνεπίδεκτοι ἀμφισβητήσεως... Κύριε συνάδελφε, (ἀποτείνεται πρὸς τὸν κ. Παναγιωτόπουλον) νομίζω ὅτι συμφωνεῖτε.
§60ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§61ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Βεβαίως συμφωνεῖ.
§62ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰδικῶς κατὰ τὸ 1896 ἡ κατανάλωσις ἐν Γερμανίᾳ ἔφθασεν εἰς 46,000 τόννους, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1897 κατέβη εἰς 23,000. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δὲν ὑπάρχουν τὰ θαύματα τῆς παρακρατήσεως, ὅτι, ἐὰν αὕτη εἶχέ τινα χρησιμότητα, καθὼς σᾶς εἶπον, ὅτε ἔμεινε τὸ μέγα περίσσευμα, ἔπειτα ὄχι μόνον δὲν εἶχε χρησιμότητα, ἀλλὰ καὶ ἐπέφερε βλάβην. Λέγω δὲ ταῦτα, ὄχι διότι εἶμαι Αἰγιεὺς καὶ οἱ συμπολῖταί μου Αἰγιεῖς ἔχουν αὐτὴν τὴν ἰδέαν. Κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη ἦσαν καί τινες συμπολῖταί μου Αἰγιεῖς παρακρατητικοί· ἐγὼ δὲν ἠμπόρεσα νὰ ἦμαι ποτὲ παρακρατητικὸς, δὲν ἠμπόρεσα ποτὲ νὰ πεισθῶ περὶ τῆς χρησιμότητος τοῦ μέτρου, καὶ μάλιστα ὅτι εἶναι σωτήριον μέτρον. Σᾶς εἶπον ἐν ἀρχῇ, ὅτι, ὅτε παρουσιάσθη τὸ μέγα ἐκεῖνο ἀπόθεμα τῶν 85,000,000 λιτρῶν, ἴσως ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἡ παρακράτησις, ἔπειτα ὅμως λέγω, ὅτι μᾶλλον ἔβλαψε· καὶ σᾶς παρέθεσα ἀριθμούς. Διὰ τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μετὰ τοῦ προλαλήσαντος ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Καραπάνου, ὅστις οὐχ ἧττον συνωμολόγησε τὸ ἀντισυνταγματικὸν καὶ τὸ κοινωνιστικὸν τοῦ μέτρου, ἐθεώρησεν ὅμως, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ παρακράτησις. Ἀκριβῶς εἰς τοῦτο ἀντιλέγω· ἡ παρακράτησις θέλει νὰ συγκρατήσῃ τὰς τιμὰς ὅσον τὸ δυνατὸν ὑψηλὰ, ἡ κατανάλωσις θέλει τοὐναντίον, θέλει νὰ ἔχῃ τὴν σταφίδα εὐθηνήν. Ἀλλὰ πῶς νὰ τὴν ἔχῃ εὐθηνὴν, ἀφοῦ ὑπάρχει παρακράτησις; Ἐδῶ εἶναι ὁ κίνδυνος, καὶ κατὰ τοῦτο ἐζημίωσεν ἡ παρακράτησις κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, διότι ἦτο ἔγκλημα νὰ φέρωμεν περιορισμὸν εἰς τὴν κατανάλωσιν, νὰ ἐξαναγκάσωμεν πληθυσμοὺς ἀλλοδαποὺς, οἵτινες ἤρχιζον νὰ τρώγωσι τὴν σταφίδα, νὰ μὴ τὴν τρώγωσι, καὶ νὰ τοὺς στέλλωμεν εἰς τὴν Σμύρνην καὶ δὲν ἠξεύρω ποῦ ἀλλοῦ. Ὁ κ. Καραπάνος εἶπεν, ὅτι ἡ σταφὶς ἡ κορινθιακὴ εἶναι μοναδική, γίνεται μόνον ἐν Ἑλλάδι, καὶ ὅτι ἐναυάγησαν ὅλαι αἱ ἀπόπειραι, αἱ ὁποῖαι ἔγειναν μέχρι τοῦδε ἐν Ἀλγερίᾳ, ἐν Αἰγύπτῳ, ἐν Αὐστραλίᾳ. Δὲν νομίζω ὅμως ἐγὼ, ὅτι ἐναυάγησε καὶ ἡ ἀπόπειρα, ἥτις ἐγένετο ἐν Καλλιφορνίᾳ. Δὲν παρήχθη μὲν σταφὶς κορινθιακὴ ἐντελῶς ὁμοία, ἀλλὰ παρήχθη πολὺ πλησιάζουσα πρὸς αὐτὴν καὶ συναγωνίζεται πρὸς αὐτὴν καὶ ἐν τῇ ἀγορᾷ τῇ Ἀμερικανικῇ καὶ ἐν τῇ ἀγορᾷ τῇ Ἀγγλικῇ ἡ σταφὶς τῆς Καλλιφορνίας, ἡ ὀνομαζομένη American currants (σταφὶς κορινθιακὴ τῆς Ἀμερικῆς). Δὲν ἠξεύρω ἐὰν δὲν ἦναι πιθανὸν νὰ κατορθώσωσι καὶ οἱ ἐν Αὐστραλίᾳ, διὰ τὴν ὁμοιότητα τοῦ κλίματος, νὰ παραγάγωσι σταφίδα κορινθιακήν. Μέχρι τοῦδε ἡ σταφὶς ἡ κορινθιακὴ συναγωνίζεται ἐπιτυχῶς καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν ἀμερικανικὴν, καὶ ἐλπίζω νὰ συναγωνισθῇ μέχρι τέλους, ἀλλ’ ὑπὸ ἕνα ὅρον, πρέπει νὰ ἦναι εὐθηνή. Διὰ τοῦτο βλάπτει ἡ παρακράτησις. Ἡ παρακράτησις εἶναι ἐναντία τῆς εὐθηνίας, θέλει νὰ ἐπιβάλῃ τιμὰς ὑψηλὰς εἰς τοὺς καταναλωτάς. Ἐγὼ ἔχω ἐνώπιόν μου πίνακα τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος ἐπὶ 40 ἔτη, καὶ ἐνθυμοῦμαι καὶ προσωπικῶς, ὅτι, ὁσάκις ἐδόθησαν ὑψηλαὶ τιμαί, ἐπῆλθον ζημίαι εἰς τὸ ἐμπόριον. Ἡ κατανάλωσις ἀναγκαίως ἦτο μικροτέρα, καὶ οἱ ἔμποροι, οἱ κερδοσκοπήσαντες ἐπὶ τῆς ποιότητος, ἐζημιώθησαν, διότι αἱ τιμαὶ ἐξέπεσαν. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, Κύριοι, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ πεισθῶ περὶ τοῦ ὠφελίμου τῆς παρακρατήσεως. Ἀλλὰ δὲν θὰ εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ καταργηθῇ αὕτη ἀμέσως καὶ ἀποτόμως· θὰ ἔστεργον προθύμως τὴν ἐξακολούθησιν αὐτῆς ἐπὶ ἕν, ἐπὶ δύο, ἴσως καὶ ἐπὶ τρία ἔτη, ἀλλ’ ὡς μέτρου προσωρινοῦ, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ὡς μέτρου συνδεδυασμένου μετὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ὁ συνδυασμὸς οὗτος μὲ τρομάζει περισσότερον, διότι εἶναι διαιώνισις τῆς παρακρατήσεως. Τὴν δὲ διαιώνισιν δὲν ἐννοῶ συμφέρουσαν οὐδὲ εἰς αὐτοὺς τοὺς πληθυσμοὺς τοὺς σταφιδικοὺς τῶν Πατρῶν, τῆς Ἠλείας κλπ., οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἐναντίαν πρὸς τὴν ἐμὴν γνώμην. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι καὶ αὐτοὶ ἔπρεπε νὰ ἔχωσιν ὁμοίαν γνώμην περὶ τοῦ ὠφελίμου τῆς προσωρινότητος τοῦ μέτρου τῆς παρακρατήσεως καὶ οὐχὶ τῆς διαιωνίσεως αὐτοῦ. Τὴν διαιώνισιν τῆς παρακρατήσεως ἀκριβῶς φοβοῦμαι, διότι, ὡς εἶπον, ἀντίκειται εἰς τὸν σκοπὸν τῆς διαδόσεως τῆς σταφίδος διὰ τῆς εὐθηνίας. Βεβαίως, ὅπως ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς εἶναι διατεθειμένη, δὲν προσδοκῶ, ὅτι θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ παρατηρήσεις μου, καὶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ ψηφισθῇ. Ἐπειδὴ ὅμως οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς μετὰ τοῦ συναδέλφου κ. Παναγιωτοπούλου καὶ τῶν ἐκ Κορινθίας καὶ Ζακύνθου Βουλευτῶν ἀντιπροσωπεύομεν, προφανῶς εὑρίσκονται ἐν ἥττονι μοίρᾳ, πρέπει, Κύριοι, νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ συνθηκῶν μεταξὺ τῆς παραγωγῆς τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν τῆς δυτικῆς Πελοποννήσου, ἀπὸ τῶν Πατρῶν μέχρι τῆς Πύλου, καὶ τῶν ἡμετέρων ἐπαρχιῶν, Αἰγιαλείας καὶ Κορινθίας. Ἐκεῖ περίπου ἡ παραγωγὴ ἑνὸς στρέμματος (δὲν λέγω ὅτι εἶναι κανὼν ἀπαράβατος, ἀλλ’ ὁ συνήθης, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν θὰ μὲ διαψεύσωσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι) εἶναι 700 ἢ 800 λίτραι κατὰ στρέμμα...
§63ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. 600.
§64ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ παραδέχομαι 600, ὡς λέγετε, καὶ σᾶς εὐχαριστῶ μάλιστα, διότι εἶναι πληροφορία ἐπίσημος, οὕτως εἰπεῖν, τὴν ὁποίαν λαμβάνω. Ἕως τώρα ἤκουον, ὅτι εἶναι 700 καὶ 800 λίτραι ὁ μέσος ὅρος τῆς παραγωγῆς ἐν Ἠλείᾳ. Ἐν Μεσσηνίᾳ ἡ παραγωγὴ εἶναι πολὺ ἀνωτέρα. Ἀλλ’ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τῆς Αἰγιαλείας καὶ Κορινθίας ἡ παραγωγὴ εἶναι πολὺ μικροτέρα· ἀπαιτοῦνται τρία στρέμματα διὰ μίαν χιλιάδα. Βεβαίως ὑπάρχουσι θέσεις ἐξαιρετικαί, ὑπάρχει ἐν τῇ Κορινθίᾳ τὸ Παναρίτι καὶ τὸ Ζαπάντι, ἀλλὰ αἱ συνήθεις τιμαὶ εἶναι μικραί.
§65Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν παράγει πολὺ τὸ Παναρίτι.
§66Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τῆς ποσότητος κυρίως λέγω. Ὑπάρχουσιν ἐξαιρετικαὶ θέσεις, ὡς ὑπάρχουσι καὶ ἐν Πάτραις, ὡς ὑπάρχουσι καὶ ἐν Ἠλείᾳ, παράγουσαι σταφίδα ὁμοίαν σχεδὸν, ὡς πρὸς τὴν ποιότητα, πρὸς τὴν τοῦ Αἰγίου, ὡς ἡ σταφὶς τῆς Ἀμαλιάδος, ἥτις εἶναι σχεδὸν ὁμοία κατὰ τὴν ποιότητα καὶ σχεδὸν ὁμοία καὶ κατὰ τὴν τιμὴν πρὸς τὴν τοῦ Αἰγίου· διότι δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ ἀκούωνται ὅσα λέγονται περὶ τῶν μεγάλων τιμῶν, τῶν ἐξαιρετικῶν, τῆς σταφίδος τοῦ Αἰγίου ἢ τῆς Κορίνθου. Εἶναι ὀλίγη ἡ ποσότης, τὸ τέταρτον ἴσως τῆς παραγωγῆς, ἡ ὁποία λαμβάνει τιμὰς ἄνω τῶν διακοσίων δραχμῶν· αἱ συνήθεις τιμαὶ δὲν ἀπέχουσι πολὺ τῶν τιμῶν τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι τὸ προπαρελθὸν ἔτος, κατ’ Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον, ἐπωλήθησαν σταφίδες τῶν πεδινῶν, τῶν ποτιστικῶν μερῶν (τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ περισσότερα) ἐν Αἰγίῳ πρὸς 100 δραχμὰς τὸ χιλιόλιτρον, ἐφέτος δέ, κατὰ Ἰανουάριον μῆνα, ἡ τιμὴ σταφιδοκάρπου ἀνωτέρας ποιότητος, τοῦ τῆς Μονῆς Ταξιαρχῶν, ὅστις θεωρεῖται πρωτεύων ἐν Ἀγγλίᾳ, ἦτο 100 δραχμαί. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἡ διαφορά, ἥτις ὑπῆρχεν ἄλλοτε, καὶ δὲν ὑπάρχει διότι σήμερον οἱ Ἠλεῖοι κατὰ τὴν συγκομιδὴν εἶναι προσεκτικώτεροι. Ὑπάρχει λοιπὸν ἀνισότης θέσεως μεταξὺ τῶν ἡμετέρων ἐπαρχιῶν καὶ τῶν μεγάλων σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ἕνεκα κυρίως τοῦ ποσοῦ τῆς παραγωγῆς. Διὰ τοῦτο λέγω, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν φίλον μου Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν γινώσκοντα ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὰ τῆς Αἰγιαλείας, καθὼς καὶ ὁ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν συνάδελφός του, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ μειονεκτικὴ θέσις, εἰς ἣν περιάγονται ἡ Αἰγιάλεια καὶ ἡ Κορινθία, ἕνεκα τοῦ ποσοῦ τῆς παραγωγῆς, διὰ τῆς παρακρατήσεως. Δὲν πρέπει νὰ νομίζητε, ὅτι ἡ κρίσις αὐτὴ εἶναι ἡ μεγίστη, τὴν ὁποίαν ὑπέστησαν αἱ σταφίδες. Ὑπῆρξε κρίσις πολὺ μεγαλειτέρα, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, ἐνθυμοῦνται δὲ καὶ οἱ πρεσβύτεροι ἐκ τῶν Βουλευτῶν, ἡ κρίσις ἡ ἐπελθοῦσα ἕνεκα τῆς ἀμπέλου κατὰ τὸ 1852, ἥτις διήρκεσεν ἐπὶ 4 ἔτη. Αὐτὴ ἦτο ἡ κρίσις ἡ δεινοτάτη πασῶν, διότι διὰ μιᾶς ἐξέλιπε πᾶν εἰσόδημα ἀπὸ τοὺς κτηματίας, καὶ τοὺς εὐπόρους καὶ τοὺς ἀπόρους, καὶ κατήντησαν οὗτοι νὰ τρέφωνται μὲ χόρτα. Καὶ ὅμως δὲν ἐπῆλθε καμμία ἐξέγερσις, δὲν ἔγεινε κανεὶς πάταγος, δὲν ἠγέρθη καμμία ἀξίωσις πρὸς τὴν Πολιτείαν. Ἐνθυμοῦμαι δὲ καὶ τοῦτο, καὶ πρέπει νὰ τὸ εἴπω καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἤμην νεώτατος καὶ ἀπὼν τοῦ Αἰγίου, ἀλλὰ τὸ ἤκουσα λεγόμενον παρὰ πάντων τῶν συμπολιτῶν μου Αἰγιέων, ὅτι κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην ἐφάνη εὐεργετικώτατος ὁ μακαρίτης πατὴρ τοῦ συναδέλφου κ. Παναγιωτοπούλου πρὸς τοὺς πεινῶντας ἐκείνους καὶ ἀπηλπισμένους πληθυσμοὺς τῆς Αἰγιαλείας. Δὲν ἔγεινεν ἐν τούτοις, ὡς εἴρηται, καμμία ἐξέγερσις, καμμία ἀπαίτησις ἐκτάκτων μέτρων ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας. Βεβαίως δὲν λέγω, ὅτι ἡ Πολιτεία δὲν πρέπει νὰ προνοήσῃ περὶ τῶν πασχόντων πληθυσμῶν ἐκ τῆς πληθώρας τῆς παραγωγῆς, ἀλλὰ λέγω, ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τοὺς ἄλλους πάσχοντας πληθυσμοὺς τῶν ἐπαρχιῶν Αἰγιαλείας καὶ Κορινθίας, καὶ ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον θὰ ψηφισθῇ, πρέπει νὰ ψηφισθῇ εἰς τρόπον ὥστε αἱ συνέπειαι αὐτοῦ νὰ ἦναι ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον ἐπιζήμιοι εἰς αὐτοὺς τοὺς πληθυσμούς· π. χ. τὸ ποσοστὸν τοῦ παρακρατουμένου σταφιδοκάρπου νὰ ὁρισθῇ μεταξὺ 5% καὶ 10%, νὰ ἀρχίζῃ δηλ. ἀπὸ 5% καὶ νὰ φθάνῃ ὡς ἀνώτατον ὅριον, εἰς τὸ 10%, διότι ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ, Κύριοι, μεταξὺ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ διδομένου παρὰ τοῦ Αἰγιέως καὶ τοῦ Κορινθίου καὶ τοῦ Ζακυνθίου πρὸς τὸ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, ἕνεκα τῆς διαφορᾶς τῆς τε τιμῆς καὶ τοῦ ποσοῦ τῆς παραγωγῆς. Δὲν εἶναι μὲν μεγάλη ἡ διαφορὰ τῆς τιμῆς, καθὼς εἶπον πρὸ ὀλίγου, ἀλλ’ εἶναι μεγάλη ἡ διαφορὰ τοῦ ποσοῦ τῆς παραγωγῆς, καὶ τότε ἡ ὀλίγη ποσότης τῆς παραγωγῆς ἐκμηδενίζει τὴν τιμὴν, διότι δι’ ἓν χιλιόλιτρον σταφίδος ἐν Κορινθίᾳ καὶ ἐν Αἰγιαλείᾳ ἀπαιτοῦνται τρία στρέμματα, ἐνῷ ἐν Ἠλείᾳ ἀπαιτεῖται 1½ στρέμμα μόνον, ὡς εἶπεν ὁ συνάδελφος κ. Σπηλιάδης. Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν ἀρχαῖον φίλον μου κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι, ἀφοῦ θὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρέπει νὰ τὸ καταστήσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον ἐπαχθὲς πρὸς τοὺς ἡμετέρους πληθυσμούς. Τοῦτο δὲ θὰ γείνῃ διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ποσοστοῦ, ἀλλὰ θὰ γείνῃ καὶ διὰ τῆς λήψεως ἑνὸς ἄλλου μέτρου, περὶ τοῦ ὁποίου, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, σᾶς ὡμίλησα κατ’ ἰδίαν. Νομίζω ὅτι ἡ παρακράτησις (τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀποστέργω), ἵνα δύνηται νὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα εὐεργετικὰ, πρέπει νὰ συνδυασθῇ μὲ τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς περαιτέρω σταφιδοφυτείας· ἄλλως θὰ ἦναι ἐπιζημιωτάτη. Αὐτὰ ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ὑμετέραν ἐκτίμησιν.
§67ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὡραῖα! ὡραῖα!
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 9 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 30′ μ. μ.)
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σπηλιάδης.
§70Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ὁ σταφιδόκαρπος, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἀνήκει οὔτε εἰς τὸ Αἴγιον, οὔτε εἰς τὴν Ἠλείαν, οὔτε εἰς τὰς Πάτρας, οὔτε εἰς τὴν Κορινθίαν. Εἶναι προϊὸν ἐθνικόν· εἶναι προϊὸν, τὸ ὁποῖον δικαίως δύναται νὰ ὀνομασθῇ τὸ κατ’ ἐξοχὴν τῆς Ἑλλάδος προϊὸν, καὶ τὸ ὁποῖον οὐκ ὀλίγον συνετέλεσε καὶ συντελεῖ εἰς τὴν ἀρτιότητα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Καίτοι ἡμεῖς, οἱ τὴν παρακράτησιν ὑποστηρίζοντες, ἀντιπροσωπεύομεν τὰ τρία τέταρτα σχεδὸν τῆς παραγωγῆς τοῦ σταφιδοκάρπου, δὲν ζητοῦμεν παρ’ ὑμῶν νὰ κρίνητε ἐπὶ τούτῳ τῷ λόγῳ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ζήτημα. Ζητοῦμεν νὰ κρίνητε αὐτὸ ὡς ζήτημα ἐνδιαφέρον τὸ Κράτος ὁλόκληρον, ἀναλογιζόμενοι ὅτι ὁ σταφιδόκαρπος ἐπλούτισε τὴν Ἑλλάδα ἐν τῷ παρελθόντι καὶ προώρισται νὰ πλουτίσῃ αὐτὴν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Λυποῦμαι πολὺ, διότι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν παρευρίσκεται ἐνταῦθα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας συνάδελφος, — οὐχὶ ὁ σήμερον ἀγορεύσας, ἀλλ’ ὁ κατὰ τὴν δευτέραν τοῦ νομοσχεδίου συζήτησιν λαβὼν τὸν λόγον, — ὅπως ἐκφράσω αὐτῷ τὴν εὐγνωμοσύνην μου, διότι, καίτοι ἀκουσίως, ἀληθῆ τὴν εἰκόνα τῆς καταστάσεως παρέστησε. Θελήσας νὰ σατυρήσῃ τοὺς παρακρατητικοὺς, ἀνεμνήσθη ἑνὸς ἐξ Ἀμερικῆς παραδείγματος. Ἐκεῖ, ἔλεγεν, ὅταν διαδοθῇ πυρκαϊὰ εἰς οἰκοδομήν τινα, τρέχουσιν ἐκ τῶς διαφόρων ἑταιρειῶν πυροσβεστικαὶ ἀντλίαι, καὶ φιλοτιμούμεναι τίς πρώτη ν’ ἀναλάβῃ τὴν κατάσβεσιν τοῦ πυρὸς, κινδυνεύουσι, πρὶν ἢ σβύσωσι τὸ πῦρ, νὰ καταστρέψωσι τὴν οἰκοδομὴν ἐκ τῆς πλημμύρας. Καὶ ἀληθῶς ἡ εἰκὼν, εἰ καὶ ἐπὶ ἄλλῳ σκοπῷ λεχθεῖσα, πιστῶς τὴν κατάστασιν τοῦ σταφιδικοῦ πληθυσμοῦ εἰκονίζει. Ἡ σταφιδοπαραγωγὴ καίεται, ἡ Πελοπόννησος ὁλόκληρος κινδυνεύει ν’ ἀποτεφρωθῇ, καὶ ἐνῷ ἡμεῖς οἱ παρακρατητικοὶ προσφέρομεν τὴν σώτειραν ἀντλίαν, οἱ ἀντίθετοι ἡμῶν, φοβούμενοι μήπως ὑγρανθῶσι τὰ πατώματα ἐκ τοῦ ὕδατος, τὸ ὁποῖον ἄλλως τε καὶ πρὸς καθαρισμὸν αὐτῶν θὰ ἐχρησίμευε, μᾶς λέγουσι «σταθῆτε! ἀφήσατε ν’ ἀποτεφρωθῇ τὸ οἰκοδόμημα, ἵνα κερδήσητε οὕτω τὸ ἔδαφος, καὶ σπείρητε αὐτὸ κυάμους καὶ κρόμμυα!» Δὲν θ’ ἀκολουθήσω ἀμφοτέρους τοὺς ἐξ Αἰγιαλείας συναδέλφους εἰς τὸ πέλαγος τῶν θεωριῶν, εἰς ὃ ἀμφότεροι ἐβυθίσθησαν. Προκειμένου περὶ νόμου ἀπὸ ἐτῶν ἐφαρμοσθέντος, προκειμένου περὶ μέτρου ἀπὸ ἐτῶν λειτουργήσαντος, αἱ θεωρίαι, νομίζω, ἐκπροθέσμως γίνονται. Θὰ ἐξετάσω τὸ θέμα ἐντελῶς πρακτικῶς, μελετῶν ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα ἐπήνεγκεν. Ἀλλὰ πρὶν ἢ εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν εἰσέλθω ἐπιτραπήτω μοι μὲ δύο μόνον λέξεις νὰ ὑπερασπίσω τὴν τόσον κατασυκοφαντηθεῖσαν παρακράτησιν. Ὠνομάσθη αὕτη ἀντισυνταγματική, κοινωνιστική, ἀκόμη καὶ βάρβαρος. Ἀλλὰ ὅταν ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῆς ἀποδεικνύῃ, ὅτι οὐδένα ἐζημίωσεν, ὅτι πρὸς τοὺς πάντας ἐγένετο ὠφελειῶν πρόξενος, ὅτι συνεκράτησε καὶ ηὔξησε τὸν ἐθνικὸν ἡμῶν πλοῦτον, ποῦ εὑρίσκουσιν οἱ τόσον ἀπηνῶς αὐτὴν πολεμοῦντες τὸ ἀντισυνταγματικὸν αὐτῆς, ἀφοῦ οὐδενὸς τὴν περιουσίαν ἀφήρεσε; πῶς φαντάζονται αὐτὴν ὡς κοινωνιστικήν, ἀφοῦ τοὺς πάντας ἐξ ἴσου ὠφέλησεν; Ἀλλ’ εἶναι βάρβαρον τὸ μέτρον, ἀνακράζουσι, καὶ οὐδὲν τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν ἐσκέφθη ποτὲ νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ. Ἂν ἄλλο ἔθνος εἶχε τὴν ἀγαθὴν τύχην νὰ προικισθῇ μὲ προϊὸν τόσον πολύτιμον, ὅσον ἡ ἑλληνικὴ σταφὶς, βεβαίως θὰ εἶχεν ἤδη ἐξασφαλίσει ἐντελῶς τὴν τύχην τῆς χρυσοφόρου ταύτης πηγῆς. Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε ἀληθῶς τόσον πρωτότυπον τὸ ὑφ’ ἡμῶν ληφθὲν καὶ ληφθησόμενον μέτρον, καὶ τόσον πρὸς τὴν ἐπιστήμην ἀντιστρατεύεται, ὥστε οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ἐγένετο: Δύο παραδείγματα ἀνέφερεν ὑμῖν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος, παρεμφερῆ πρὸς τὴν παρακράτησιν καὶ ἐντελῶς πρὸς αὐτὴν ὁμοιάζοντα. Τὰ μεταλλεύματα τῆς Γερμανίας διὰ τοιούτου μέτρου περιεσώθησαν. Ἡ ἰδιωτικὴ δ’ ἐν Ἀμερικῇ πρωτοβουλία πλεῖστα παραδείγματα τοιαῦτα παρουσίασεν, ἐφαρμόσασα τὸ μέτρον τῆς παρακρατήσεως καὶ εἰς προϊόντα τῆς γῆς, καὶ συχνότερον εἰς προϊόντα τῆς τέχνης. Καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ταῦτα πάντα ἄνευ τῆς μεσολαβήσεως τοῦ Κράτους ἐκεῖ ἐγένοντο. Ἀλλ’ ὅταν ἐν ἔθνει τινί, ἐκ διαφόρων κλιματολογικῶν ἢ ἄλλων λόγων, ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία οὐδὲν δύναται νὰ λάβῃ μέτρον, νομίζετε ὅτι ἡ Πολιτεία πρέπει νὰ θεᾶται ἀπαθῶς τὰς καταστροφὰς καὶ νὰ μὴ πειρᾶται τὴν παρεμπόδισιν αὐτῶν, ὁσάκις τοῦτο δύναται; Ἡ Ἰταλία, ὅτε ἀπεκλείσθησαν οἱ οἶνοι αὐτῆς ἐκ τῶν ἀγορῶν τῆς Γαλλίας καὶ συνεπείᾳ τούτου μεγάλη κρίσις ἐπῆλθε τότε εἰς τὸ μόνον αὐτῆς προϊὸν, δὲν ἐσταύρωσε τὰς χεῖρας. Ἀγωνιζομένη δὲ, ἵνα τοὺς οἴνους αὐτῆς εἰσαγάγῃ εἰς ἄλλας ἀγορὰς, ἐψήφισε νόμον, δι’ οὗ ἀπηγορεύετο ἡ ἐξαγωγὴ οἴνου κατωτέρου κατὰ τὴν δύναμιν τῶν δώδεκα βαθμῶν. Καὶ οὕτω πράττουσα, τί ἄλλο ἔπραττεν, εἰ μὴ παρεκράτει τοὺς οἴνους τῆς κατωτέρας ποιότητος, ἐπιβάλλουσα, οὕτως εἰπεῖν, τὴν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ κατανάλωσίν των; Ἡδιαφόρει δὲ ἡ Ἰταλία, ἂν ἐκ τοῦ μέτρου τούτου ἐζημιοῦντο κατά τι οἱ κύριοι τῶν οἴνων τῆς κατωτέρας ποιότητος, εἰς ἓν μόνον ἀφορῶσα, εἰς τὴν διάσωσιν τοῦ ἐθνικοῦ τῆς πλούτου. Ἡμεῖς τί ἄλλο πράττομεν διὰ τῆς παρακρατήσεως; Ἀπαγορεύομεν τὴν ἐξαγωγὴν μικρᾶς τοῦ σταφιδοκάρπου ποσότητος καὶ κατὰ τρόπον ἐντελῶς ἀνώδυνον. Ἀλλὰ καταδικάζεται ὁ τρόπος οὗτος ὑπὸ τῶν λατρῶν τῆς ἐπιστήμης, ὡς δῆθεν τεχνικός. Τὴν αἰτίασιν ταύτην ὁμολογῶ, ὅτι οὐδόλως κατενόησα. Αἱ τιμαὶ τῶν προϊόντων κανονίζονται ὑπὸ τοῦ ἀναλλοιώτου νόμου τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, τοῦ νόμου τῆς προσφορᾶς καὶ ζητήσεως. Τὴν προσφορὰν λοιπὸν καὶ ζήτησιν διὰ τοῦ πρακτικωτάτου τῆς παρακρατήσεως μέτρου ζητοῦμεν νὰ κανονίσωμεν. Ἡ οἰκονομικὴ ἐπιστήμη, καθαρῶς πρακτική, ἐκ τῆς πράξεως καὶ τὸν νόμον τοῦτον ἤντλησε. Κατὰ τί λοιπὸν πρὸς αὐτὴν ἀντιτίθεται μέτρον συντελοῦν εἰς τὸν κανονισμὸν τοῦ νόμου, χωρὶς οὐδεμιᾶς εἰς οὐδένα ζημίας πρόξενος νὰ γίνηται; Ὅτι δὲ αἱ τιμαὶ διὰ τῆς παρακρατήσεως αὐξάνονται, ἀφοῦ διὰ ταύτης κανονίζεται ἀνάλογος ἡ προσφορὰ πρὸς τὴν ζήτησιν, καὶ ἡ στοιχειωδεστέρα λογικὴ ἐπιβάλλει νὰ πιστεύωμεν. Ἂς ἐξετάσωμεν πρακτικῶς τὸ ζήτημα, μελετῶντες τί ἐγένετο κατὰ τὰ ἔτη τῆς σταφιδικῆς κρίσεως. Κατὰ τὸ 1892 ῥαγδαία ἐπῆλθεν, ὡς πάντες ἐνθυμεῖσθε, ἡ σταφιδικὴ κρίσις. Ἐν ἔτει μεγάλης ἐσοδείας ἀπεκλείσθη τὸ προϊόν ἡμῶν ἐξ ἀγορᾶς, ἥτις κολοσσιαῖα ποσὰ κατηνάλισκεν. Ὁ σταφιδόκαρπος ὑπετιμήθη, ἡ πίστις πρὸς τὸ πολύτιμον τοῦτο προϊόν σχεδὸν ἐξέλιπεν, ἡ δὲ τιμὴ αὐτοῦ κατὰ δύο συνεχῆ ἔτη ἔφθασαν εἰς τεσσαράκοντα δραχ. κατὰ χιλιόλιτρον, τιμή, ἥτις οὐδὲ τὸ ἥμισυ τῶν ἐξόδων τῆς καλλιεργείας ἀντιπροσωπεύει. Ὁ λαὸς ἐξηγέρθη τότε, καὶ οἱ καλῶς τὸ ζήτημα μελετήσαντες ἐπέβαλον τὸν νόμον τῆς παρακρατήσεως. Καὶ λειτουργεῖ ὁ νόμος οὗτος ἐπὶ τρία συνεχῆ ἔτη. Εἰς 150 δραχμὰς ἀνέρχεται ὁ μέσος ὅρος τῶν τιμῶν τοῦ σταφιδοκάρπου κατὰ τὰ τρία ἔτη τῆς παρακρατήσεως. Καὶ ἂν ὑπολογίσῃ τις ποία ἡ διαφορὰ τῶν τιμῶν τῶν τριῶν τούτων ἐτῶν πρὸς τὰς τιμὰς τῶν δύο πρώτων ἐτῶν τῆς σταφιδικῆς κρίσεως, καθ’ ἃ νόμος παρακρατήσεως δὲν ὑφίστατο, καὶ χωρὶς νὰ προϋποθέσῃ, ὅτι ὁ ἐξευτελισμὸς τῶν τιμῶν θὰ προέβαινεν, ἑξήκοντα ἑκατομμύρια δραχμὰς ὠφελήθη τὸ Κράτος κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἐκ τοῦ νόμου τῆς παρακρατήσεως. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι διαμερίσματά τινα σταφιδικά, τὰ ἐξαιρετικὴν ποιότητα παράγοντα, ἅτινα νομίζουσιν, ἢ μᾶλλον οὐχὶ νομίζουσιν, ἀλλὰ διατείνονται, ὅτι αὐτὰ οὐδόλως ὠφέλησεν ἡ παρακράτησις, διότι ὁ σταφιδόκαρπος αὐτῶν, κεκτημένας ἔχων ἰδίας ἀγορὰς, οὐδόλως ἐπηρεάζετο ἐκ τῆς σταφιδικῆς κρίσεως. Εἰς τὴν αἰτίασίν των ταύτην εὐγλώττως ἀπαντῶσιν οἱ ἀριθμοί. Ὅτε συνεζητεῖτο τὸ πρῶτον ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη εἰσαχθὲν νομοσχέδιον περὶ Σταφιδικοῦ Ταμείου, μοὶ εἶχεν εἴπει ὁ ἔντιμος ἐξ Αἰγιαλείας συνάδελφος, ὅτι ὁ σταφιδόκαρπος τοῦ ἰδίου αὐτοῦ κτήματος ἐπωλήθη πρὸς σελίνια 10 κατὰ στατῆρα. Δέχομαι τὴν τιμὴν ταύτην ὡς τὸν ἐλάχιστον ὅρον, εἰς ὃν κατέπεσαν αἱ τιμαὶ τῆς ἐξαιρετικῆς τοῦ Αἰγίου ποιότητος κατὰ τὰ ἔτη 1893 καὶ 1894, δηλ. μετὰ τὸν ὑπὸ τῆς Γαλλίας ἀποκλεισμὸν τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς παρακρατήσεως. Ἡ ἐλαχίστη δὲ τιμή, εἰς ἣν ἐπωλήθη καὶ πωλεῖται ἡ ἐξαιρετικὴ ποιότης κατὰ τὰ ἔτη τῆς παρακρατήσεως, εἶναι ἡ τῶν 17 σελινίων κατὰ στατῆρα. Καὶ γνωρίζετε ποία ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν 17 καὶ 10; 150 μόνον δραχμαὶ κατὰ χιλιόλιτρον. Καὶ τοσαῦτα κερδίζοντες, ὀνομάζουσι τὴν παρακράτησιν μέτρον δημευτικόν, καὶ ἡμᾶς, τοὺς ὑποστηρίζοντας αὐτήν, παριστῶσιν ὡς ζητοῦντας διὰ τῆς βίας νὰ σφετερισθῶμεν τὴν περιουσίαν των! Ἀλλὰ καὶ ἄνισον νὰ τὴν παραστήσωσιν ἠθέλησαν «Ἡμεῖς, λέγουσι, μόλις 300 λίτρας κατὰ στρέμμα παράγομεν, ἐνῷ σεῖς παράγετε τοὐλάχιστον τὸ διπλάσιον». Ἀλλὰ μήπως τὸ ποσὸν τῆς παρακρατήσεως κανονίζεται κατὰ στρέμμα, ὅπως ἡ εἰσφορὰ ἦναι ἄνισος; Τὸ παράγον πλεῖον ποσὸν ἔδαφος, καὶ πλείονα εἰσφέρει. «Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τὰς δαπάνας τῆς παραγωγῆς μεγαλειτέρας», προσθέτουσιν. Ἀλλὰ τοῦτο λέγοντες λησμονοῦσι, φαίνεται, ὅτι πολὺ μικροτέραν ἔχουσι τὴν εἰσφορὰν ἐκεῖνοι ἀπὸ ἡμᾶς. Γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταὶ πάντες, ὅτι ἡ παρακράτησις γίνεται ἐκ πράγματος ποιότητος κατωτέρας. Αἱ τιμαὶ λοιπὸν τῶν δελτίων τῆς παρακρατήσεως, ὡς ταῦτα ὑπὸ τοῦ ἐμπορίου ὠνομάσθησαν, ἀκολουθοῦσι τὰς τιμὰς τοῦ σταφιδοκάρπου τοῦ κοινοῦ, τοῦ μὴ ὑπὸ τῆς φύσεως εὐνοηθέντος. Ὁ κάτοχος λοιπὸν πράγματος ποιότητος ἐξαιρετικῆς, ἵνα ἐξαγάγῃ ἓν χιλιόλιτρον σταφιδοκάρπου, τιμωμένου 300–400 δραχμῶν, καταβάλλει προϊὸν ἀξίας μόνον δραχ. 120. Ἡμεῖς δὲ, οἱ τοῦ κοινοῦ πράγματος κάτοχοι, καταβάλλομεν προϊὸν ἴσης ἀξίας πρὸς ἐκείνην, ἣν παρὰ τοῦ σταφιδοκάρπου μας ἀναμένομεν...
§71ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ εἶναι φανταστικά.
§72Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Εἶναι πραγματικώτατα... Νομίζοντες ὅτι δύνανται διὰ φαντασιωδῶν ὑπολογισμῶν νὰ καταπλήξωσι τὴν Βουλὴν, κατέγειναν ὑπολογίσαντες τὰς καταβαλλομένας δαπάνας πρὸς παραγωγὴν τοῦ παρακρατουμένου ποσοῦ, καὶ ἀνεβίβασαν αὐτὰς εἰς τὸ ποσὸν τῶν 10 ἑκατομμυρίων κατὰ τὰ τρία ἔτη τῆς παρακρατήσεως. Καὶ ταῦτα λέγοντες, ἐφαντάζοντο ὅτι θὰ παραπλανήσωσιν ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, καὶ ὅτι θὰ λησμονήσητε, ὅτι τὰ δῆθεν ἀπολεσθέντα ταῦτα χρήματα ἐγένοντο παραίτια, ὅπως 60 ὅλα ἑκατομμύρια ἀπολαύσῃ ὁ σταφιδόκοσμος ἐπὶ πλέον κατὰ τὰ τρία ἔτη τῆς παρακρατήσεως. Καὶ ὅ,τι προσφέρεις, ἵνα ἀπολαύσῃς σχεδὸν τὸ ἑξαπλάσιον, δύναται νὰ ὀνομασθῇ ἀπώλεια; Ἀλλ’ ἡ σπουδαιοτέρα μέριμνα τῶν πολεμούντων τὸ νομοσχέδιον, ὁ μέγας αὐτῶν πόλεμος, ἀφορᾷ εἰς τὴν ὀνομαζομένην δῆθεν παγίωσιν τῆς παρακρατήσεως. «Καὶ πῶς ἐπὶ δεκαετίαν (κραυγάζουσι) θέλετε νὰ παγιώσητε τὸ ἔκνομον καὶ ἀντισυνταγματικὸν τοῦτο μέτρον; Καὶ πῶς ἐπιβάλλετε εἰς τὸ ἔθνος τοιαύτην βαρεῖαν φορολογίαν διαρκῶς καὶ μονίμως;» Ὁ ἔντιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς καταλλήλως εἰς τὴν αἰτίασιν ταύτην ἀπήντησεν. Εἶναι νόμος πάγιος καὶ διαρκὴς ὁ κανονίζων τὴν τύχην μιᾶς δεκαετίας; Καὶ τί τὸ χρονικὸν διάστημα τοῦτο εἶναι διὰ τὰ ἔθνη; Ἀλλ’ ἐὰν αἱ συνθῆκαι, ὑφ’ ἃς σήμερον εὑρίσκεται ὁ σταφιδόκαρπος, ἐκλείψωσιν, ἐὰν ἀγαθῇ μοίρᾳ τὰ αἴτια τῆς κρίσεως παρέλθωσι συντόμως, τίς δύναται νὰ ἐμποδίσῃ ἡμᾶς νὰ καταργήσωμεν αὐθωρεὶ τὴν παρακράτησιν; Ἡ ἐπὶ δεκαετίαν παγίωσις αὐτῆς εἶναι ἀπαραίτητος, οὐχὶ μόνον ἵνα συντελεσθῇ ἡ ἑτέρα τοῦ νομοσχεδίου βάσις, ἡ τῆς Τραπέζης τουτέστι σύστασις, ἀλλὰ πρὸ παντὸς, ἵνα ὁ θεσμὸς, λειτουργῶν παγίως καὶ νομίμως ἐπί τινα συναπτὰ ἔτη, ἐπιφέρῃ πλήρη τ’ ἀγαθὰ αὐτοῦ ἀποτελέσματα. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ψηφιζομένης δι’ ἓν ἔτος μόνον τῆς παρακρατήσεως, οὐδόλως δύναται αὕτη πλήρη νὰ παράσχῃ τὰ ἐξ αὐτῆς ἀναμενόμενα. Τὸ ἐμπόριον, ἐν τῇ ἀβεβαιότητι τοῦ μέλλοντος, σπεύδει πάντοτε νὰ μὴ μείνῃ μὲ ἀπόθεμα, ἐκ τοῦ φόβου μήπως ἡ παρακράτησις δὲν ἰσχύσῃ καὶ τὸ ἑπόμενον ἔτος. Ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου τὸ βραδύτερον ἀρχίζει νὰ ἐπηρεάζῃ τὴν τύχην τοῦ σταφιδοκάρπου ἡ ἰδέα, μήπως ἡ παρακράτησις δὲν ψηφισθῇ. Εὐθὺς ὅμως ὡς ἐκλείψωσιν οἱ φόβοι οὗτοι καὶ τὸ ἐμπόριον πεισθῇ, ὅτι ἐπὶ ἔτη συνεχῆ ἡ προσφορὰ θὰ ἦναι ἀνάλογος πρὸς τὴν ζήτησιν, τότε θὰ ἔχωμεν πλήρη τ’ ἀποτελέσματα τοῦ θεσμοῦ καὶ ἐντελῆ τὴν ἀνακούφισιν τοῦ σταφιδικοῦ πληθυσμοῦ ἐν γένει. Πεποιθότως δὲ δύναταί τις νὰ φρονῇ καὶ νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι μετὰ τὴν πάροδον τῆς δεκαετίας ταύτης τὸ περίσσευμα θέλει ἐξατμισθῆ, καὶ ἀνάγκη ἐπὶ πλέον τῆς παρακρατήσεως δὲν θὰ ὑπάρχῃ.
§73ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μᾶς τὸ ἐξηγήσητε αὐτὸ, διότι τοῦτο ἀληθῶς θὰ μᾶς διευκολύνῃ.
§74ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Σᾶς τὸ ἐξηγῶ. Πάντες οἱ ἐνταῦθα ὁμιλήσαντες καὶ πάντες οἱ τὴν σταφίδα γνωρίζοντες ἐδέχθησαν ὅτι τὸ προϊόν τοῦτο εἶναι καθαρῶς μονοπωλιακόν. Οὐδὲν τοῦ κόσμου μέρος δύναται νὰ παράσχῃ σταφίδα κορινθιακήν. Ὅλαι αἱ πρὸς τοῦτο γενόμεναι δοκιμαὶ καὶ ἐν Ἀμερικῇ καὶ ἀλλαχοῦ ἐντελῶς ἀπέτυχον. Αἱ χῶραι, ἐν αἷς ἡ σταφὶς καταναλίσκεται, ἔχουσι πληθυσμὸν τόσῳ πολυάριθμον, ὥστε καὶ ἐν αὐταῖς ἡ κατανάλωσις προοιωνίζει βαθμιαίαν ἐν τῷ μέλλοντι αὔξησιν. Ἀλλὰ καὶ ἄλλαι χῶραι ὑπάρχουσιν, ὑπὸ τὰς αὐτὰς κλιματολογικὰς συνθήκας βιοῦσαι, ὑφ’ ἃς καὶ αἱ ἤδη τὴν σταφίδα καταναλίσκουσαι. Καὶ εἶναι τάχα τολμηρὸν νὰ ἐλπίσῃ τις, ὅτι σὺν τῷ χρόνῳ καὶ αὗται, γνωρίζουσαι τὰς ἰδιότητας τῆς κορινθιακῆς, θέλουσιν ἐθίσει νὰ χρησιμοποιῶσιν αὐτὴν, ὅταν πρὸς τοῦτο γένηται ἡ δέουσα προσπάθεια; Οἱ τὸ ποσοστὸν τῆς παρακρατήσεως προσδιορίζοντες ἕξουσι βεβαίως τὴν πρόνοιαν, διὰ νὰ μὴ πιέζηται ἡ κατανάλωσις, ν’ ἀφίνωσι πάντοτε λογικόν τι περιθώριον ἐν σχέσει πρὸς τὴν κατανάλωσιν τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἵνα ἡ πρόοδος αὐτῆς οὐδόλως σταματήσῃ. Τὸ γεγονὸς τῆς ἀνωμάλου κατὰ τὰ τρία ἔτη τῆς παρακρατήσεως καταναλώσεως αἰτίαν ἔχει τὴν ἀτέλειαν τοῦ θεσμοῦ, μονοετῆ τὴν παρακράτησιν καθιεροῦντος. Ὅταν, πρὶν τὴν ἐσοδείαν ἐντελῶς γνωρίσωμεν, προσδιορίζωμεν ὡρισμένον ποσοστὸν, ὅπερ δύναται ν’ ἀποδειχθῇ ἐκ τῶν πραγμάτων δυσανάλογον, βεβαίως πρέπει ν’ ἀναμένωμεν ἀποτόμους τῆς καταναλώσεως διακυμάνσεις. Κατὰ τὸ ἔτος 1896–1897, ὅτε τὸ ποσοστὸν ὑπῆρξε κατὰ τύχην λογικὸν καὶ ἀνάλογον, ἡ κατανάλωσις ηὔξησε γιγαντιαίως. Ἀλλ’ ὡς ἐκ τῆς προσωρινότητος τοῦ θεσμοῦ, κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος τοῦ αὐτοῦ ποσοστοῦ κανονισθέντος, ἑπόμενον ἦτο νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀντίδρασις, καθόσον, τῆς ἐσοδείας μικρᾶς οὔσης, τὸ ποσοστὸν ἔδει νὰ ἦναι πρὸς αὐτὴν ἀνάλογον. Πάντες ἐνθυμούμεθα, ὅτι αἱ τιμαὶ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἀνῆλθον μέχρι 300 κατὰ χιλιόλιτρον δραχμῶν, καὶ ἑπομένη ἦτο ἡ μείωσις τῆς καταναλώσεως. Κατὰ τὸ τρέχον ὅμως ἔτος ἡ κατανάλωσις προχωρεῖ αὐξάνουσα. Μέχρι τῆς 15 Μαΐου 125 χιλιάδες τόννοι εἶχον ἐξαχθῆ, καὶ βεβαίως μέχρι τέλους τοῦ σταφιδικοῦ ἔτους οὗτοι θ’ αὐξήσωσι. Τὰς ἀνωμαλίας ταύτας εὐτυχῶς καταστρέφει ἐντελῶς ἡ οἰκονομία, μεθ’ ἧς συνετάχθη τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ὁ τρόπος τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ ποσοστοῦ καὶ ἡ παγίωσις τοῦ μέτρου τῆς παρακρατήσεως ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν καταστρέφουσι πάντα λόγον τῆς ἀνισότητος τοῦ ποσοστοῦ τῆς καταναλώσεως. Ἀλλὰ οἱ πολεμοῦντες τὸ νομοσχέδιον εὑρίσκουσιν αὐτὸ πλημμελὲς καὶ διὰ τὸν τρόπον τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ ποσοστοῦ. Πῶς, λέγουσι, θὰ προσδιορίζηται τὸ ποσοστὸν εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν εἶναι ἄγνωστος ἡ ἐσοδεία; Ἀλλ’ οἱ τοιαῦτα λέγοντες οὐδὲν ἄλλο ἀποδεικνύουσιν ἢ ὅτι ἀγνοοῦσι τέλεον τὰ περὶ σταφίδος. Κατὰ Ἰούλιον ἑκάστου ἔτους τὸ ἐμπόριον, ἐπὶ τῇ βάσει πληροφοριῶν περὶ τῆς ἐσοδείας τῆς σταφίδος, κανονίζει τὰς τιμὰς αὐτῆς, καὶ οὐδέποτε ὑπάρχει ἀπόδειξις, ὅτι ἐπλανήθη. Τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῶ ἐνώπιον ὑμῶν, τὸ ἐμπόριον γνωρίζει σχεδὸν ἐπακριβῶς τὴν ἐσοδείαν τοῦ μέλλοντος ἔτους. «Ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο, λέγουσιν οἱ ἀντίθετοι, ἔδωκε χώραν εἰς ἀπείρους καταχρήσεις. Ἐπλούτισέ τινας καὶ ἐματαίωσε τὸν λόγον τῆς παρακρατήσεως». Καὶ εἶναι, νομίζετε, Κύριοι, ἀρκετὸς ὁ λόγος τῶν καταχρήσεων, ἵνα διὰ τοῦτο μὴ ψηφισθῇ ἡ παρακράτησις, ἡ τόσων ἀγαθῶν ἀποτελεσμάτων πρόξενος; Ἀλλοίμονον εἰς τὴν Πολιτείαν ἐκείνην, ἥτις ἐκ φόβου καταχρήσεων δὲν προβαίνει εἰς τὴν λῆψιν μέτρων σωστικῶν, ὁμολογοῦσα οὕτως ἑαυτὴν ἀνίκανον καὶ περιττήν! Ἵνα δὲ καλῶς κατανοηθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς ὁποῖον τὸ μέτρον τῆς παρακρατήσεως, παρακαλῶ αὐτὴν νὰ προσέξῃ εἰς τὸν ἐπίλογον πάντων τῶν κατ’ αὐτῆς ἀγορευσάντων. Ὄλοι στέργουσι τὴν παρακράτησιν, ἀλλὰ θέλουσιν αὐτὴν ὀλιγοχρόνιον, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ ἔντιμος ἐξ Αἰγιαλείας συνάδελφος, ἂν ἐγνώριζεν ὅτι ἡ γνώμη αὐτοῦ ἤθελε λύσει τὸ ζήτημα, δὲν θὰ ἐτόλμα νὰ καταψηφίσῃ αὐτήν. Ἀλλ’ ἐνῷ στέργουσιν ἐπὶ τέλους τὴν παρακράτησιν, εἶναι ἀμείλικτοι πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν. «Ποῦ ἠκούσθη, λέγουσι, πιστωτικὸν κατάστημα μὲ καταναγκαστικοὺς μετόχους;» Καὶ ἔχουν δίκαιον, οὕτω λέγοντες, ἀφοῦ τὸ παρακράτημα νομίζουσι κεφάλαιον. Ἀλλ’ ὅταν τις σκεφθῇ, ὅτι τὸ παρακράτημα τοῦτο οὐ μόνον δὲν ἠλάττωσε τὴν περιουσίαν οὐδενός, ἀλλὰ καὶ ἐχρησίμευσεν, ὅπως τριπλασιάσῃ τὸ εἰσόδημα ἑκάστου, καὶ συγχρόνως γίνεται πρόξενον καὶ νέας ὠφελείας, πῶς δύναται ν’ ἀποδεχθῇ τὸν ἰσχυρισμὸν περὶ καταναγκαστικῶν μετόχων; Σᾶς ἀναγκάζομεν, λέγετε, νὰ γίνητε μέτοχοι ἑνὸς πιστωτικοῦ ἱδρύματος· ἀλλ’ ἐπὶ τίνι καταβολῇ; ἐπὶ τίνι ἀντιτίμῳ; ἐπὶ τῷ παρακρατήματι ἐκείνῳ, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε πάντες ἐσυμφωνοῦμεν νὰ ῥίπτηται εἰς τὴν θάλασσαν. Καὶ ἐξακολουθεῖ ὁ συνήθης τρόπος τοῦ πολέμου παντὸς νομοθετήματος! Ἄρχονται ὑπαινιγμοί, μειδιάματα, φράσεις κεκοσμημέναι δι’ ἀποσιωπητικῶν, ἵνα διεγείρωσι τὰς ὑπονοίας, ὅτι περὶ καταχρήσεων καὶ ἐξατμίσεως τῶν κεφαλαίων πρόκειται, καὶ ὑποδεικνύεται ἡ κακοπιστία τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, καὶ ὑποσημαίνεται ἡ πλεονεξία τῶν μελλόντων νὰ διευθύνωσι τὸ ἵδρυμα. Εἶναι ὁ συνήθης τρόπος, δι’ οὗ ἐπολεμήθη ἐν Ἑλλάδι πᾶς θεσμός, ὁσονδήποτε ἱερὸν σκοπὸν καὶ ἂν εἶχεν. Ἀτυχῶς, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ἐν τῇ πατρίδι μας ὁ τρόπος οὗτος πολὺ ἐπιτυγχάνει. Ὁ Ἑλληνικὸς λαός, δύσπιστος ἀπὸ χαρακτῆρος, δύσπιστος ἐκ τῶν παθημάτων, εὐκόλως πείθεται, ὅταν ἀκούῃ τὸ κακόν, καὶ ἀτυχῶς πολλάκις παρεσύρθη διὰ τοῦ εἴδους τούτου τῆς πολεμικῆς καὶ ἀπέκρουσε μέτρα δυνάμενα νὰ σώσωσιν αὐτόν. Ἀλλὰ τὴν θύραν τῶν καταχρήσεων ἂς φροντίσωμεν νὰ κλείσωμεν, ἵνα μὴ ἕνεκα τοῦ φόβου αὐτῶν ἀποστερήσωμεν τὸν σταφιδικὸν πληθυσμὸν ἱδρύματος, ὅπερ προώρισται νὰ ἐπιλύσῃ ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ συνδεόμενα καὶ μὲ τὸν σταφιδόκαρπον καὶ μὲ τὴν πίστιν τὴν κτηματικὴν τοῦ σταφιδοπαραγωγοῦ, πρὸς τὴν ἀνόρθωσιν τῆς ὁποίας εἶναι καιρὸς μετὰ θάρρους ν’ ἀτενίσωμεν. Ἀλλ’ ἐὰν ἀφοῦ ἡ τύχη ἡμῶν ἐμπιστεύεται εἰς τὰς ἰδίας ἡμῶν χεῖρας, ἀποδειχθῶμεν ἀνάξιοι νὰ προστατεύσωμεν τὸ μέλλον μας, τότε, μὰ τὴν ἀλήθειαν, εἴμεθα ἄξιοι πνιγμοῦ διὰ τοῦ βρόχου ἐκείνου, ὅστις τοσάκις ἐμνημονεύθη κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν. Καὶ ἀνεπτύχθησαν ἐνώπιον ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, διάφοροι ἰδέαι περὶ τῶν μέτρων, ἅτινα ὤφειλε νὰ προτιμήσῃ ἡ Κυβέρνησις πρὸς προστασίαν τῆς σταφιδικῆς παραγωγῆς. Καὶ εἶπον πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἔδει ἡ παρακράτησις ἄλλως νὰ διαρρυθμισθῇ, καὶ τὸ ἐκ τοῦ παρακρατήματος χρῆμα εἰς ἄλλας τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν ἀνάγκας νὰ χρησιμεύσῃ. Καὶ ὑπέδειξαν τὴν ἐξάπλωσιν τῆς καταναλώσεως, καὶ ὑπενόησαν τὴν ἀνόρθωσιν τῆς κτηματικῆς πίστεως. Ἀλλὰ μήπως πάντα ταῦτα δὲν διακανονίζονται ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ; ἀλλὰ μήπως, ἂν τὸ ἰδιόρρυθμον αὐτὸ ἀληθῶς ἵδρυμα τύχῃ ἀγαθῆς διευθύνσεως, δὲν εἶναι τὸ ἐπιλῦσον πάντα τὰ ζητήματα ταῦτα; Δὲν γνωρίζω ἂν οἱ πόθοι, οὓς ἔχω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, μὲ πλανῶσιν, ἀλλ’ ἐγὼ ἀδιστάκτως πιστεύω, ὅτι μετὰ πεποιθήσεως δύναται ὁ σταφιδοπαραγωγὸς τῆς Πελοποννήσου νὰ ἐλπίσῃ ἐν τῷ μέλλοντι, ὅτι τὸ ἵδρυμα τοῦτο θὰ καταστήσῃ αὐτὸν ἐλεύθερον. Καὶ ἅμα κατανοήσῃ τὸν προορισμὸν αὑτοῦ ὡς σταφιδοπαραγωγὸς, καὶ συναισθανθῇ τί δύναται παρ’ αὐτοῦ, προκόπτοντος ἐν τῷ μέλλοντι, νὰ ἐλπίσῃ, θὰ ἦναι ἐντελῶς ἄφρων, ἂν σκεφθῇ νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ ναυάγιον αὐτοῦ. Εἶμαι πεπεισμένος, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ, οἵτινες μετὰ ἑξηκονταετίαν ὅλην ἀπολαμβάνουσι χρήματα καλλιεργείας μὲ τὸν μυθικὸν ἀληθῶς δι’ αὐτοὺς τόκον τῶν 5%, δὲν θὰ θελήσωσι διὰ τῆς κακοπιστίας των νὰ δικαιώσωσι τοὺς συκοφαντοῦντας αὐτοὺς, ἀλλὰ θὰ θεωρήσωσιν ἱερὰ τὰ χρήματα, ἅτινα προώρισται ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ἐλευθερώσωσιν αὐτοὺς ἐκ τῆς δουλείας. Ἀλλὰ καὶ οἱ δυσπιστοῦντες πρὸς τὴν εἰλικρίνειαν τῆς διευθύνσεως, ἂς ζητήσωσι διὰ τροπολογιῶν νὰ περιφρουρήσωσι τὸ εὐεργετικὸν τοῦτο ἵδρυμα, καὶ οὐχὶ ἐκ τοῦ φόβου δῆθεν τῶν καταχρήσεων νὰ ἀνθίστανται εἰς τὴν ἵδρυσιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ εἶναι ἄχρηστος, λέγουσι, διότι ἡ παροχὴ δανείων κατὰ ποσὸν ἐλαχίστην, μικρὰν ἢ οὐδεμίαν ἀνακούφισιν θὰ προσενέγκῃ εἰς τοὺς παραγωγούς. Καὶ τοῦτο ἀληθῶς εἶναι πρωτότυπον! Προτιμῶσι δηλαδὴ νὰ μὴ ὑπάρχῃ οὐδὲν, διότι δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξουν πολλά. Ἀλλὰ μήπως τάχα ἐν τῷ ἀμέσως προσεχεῖ μέλλοντι δὲν δύναται καὶ τὸ ποσὸν τῶν δανείων νὰ αὐξήσῃ; Ἴσως εἶμαι πολὺ αἰσιόδοξος, κύριοι συνάδελφοι, ἀλλ’ ἐγὼ τοιαῦτα ἀποτελέσματα ἐκ τοῦ ἱδρύματος τούτου ἀπεκδέχομαι, ὥστε, καὶ ἂν οὐδεμία ἄλλη ἐπιτάττουσα τὴν παρακράτησιν ἀνάγκη ὑπῆρχεν, ἔπρεπε, φρονῶ, νὰ ἐπινοηθῇ αὕτη καὶ ἐπὶ μόνῳ τῷ σκοπῷ τῆς συστάσεως Τραπέζης, τοιαῦτα κεκλημένης ζητήματα νὰ λύσῃ. Καὶ ταῦτα πάντα δύνανται νὰ συντελεσθῶσι διὰ τοῦ θεσμοῦ ἐκείνου, ὅστις, μεθ’ ὅλον τὸν κατ’ αὐτοῦ πόλεμον, δύναται νὰ ὀνομασθῇ σωτήριος. Σῴζει τὴν σταφιδοπαραγωγὴν, σῴζει τὸ προϊὸν ἐκεῖνο, οὗτινος ἡ παραγωγὴ ἐβάδισε πάντοτε παραλλήλως πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Μελετήσατε καλῶς τὰ περὶ τὴν ἱστορίαν τοῦ σταφιδοκάρπου, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι ἡ προαγωγὴ αὐτῆς καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους παραλλήλως προήγαγεν. Ὁ σταφιδόκαρπος εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις κυρίως συνετέλεσεν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ πλούτου, καὶ εἶναι αὐτὸς, ὅστις ἀπὸ 30 ἑκατομμυρίων εἰς 100 ἀνεβίβασε τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους. Σῴζει πληθυσμὸν ὁλόκληρον, καὶ παρέχει αὐτῷ τὴν ἐλπίδα τῆς ὁριστικῆς ἐν τῷ μέλλοντι σωτηρίας του· πληθυσμὸν, ὅστις, ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, οὐδεμιᾶς ποτε ἔτυχε προστασίας καὶ μερίμνης, οὐδὲ κἂν ἁπλῆς ἐνθαρρύνσεως. Δίδει τὸν ἄρτον τοῦ παρόντος καὶ τὴν ἐλπίδα τοῦ μέλλοντος εἰς λαὸν, ὅστις, μόνος καὶ ἀπροστάτευτος ἀφεθεὶς, πιεζόμενος ὑπὸ τῶν εἰσπρακτόρων, φορολογούμενος ὑπὸ τῶν ἐνοικιαστῶν, βασανιζόμενος ὑπὸ τῶν φυγοδίκων, λεηλατούμενος ὑπὸ τῶν ἀποσπασμάτων, καὶ ἀπορροφούμενος ἐντελῶς ὑπὸ τῶν ἁρπυιῶν ἐκείνων, αἵτινες τοκογλύφοι ὀνομάζονται, κατώρθωσε μόνος, χωρὶς οὐδὲ ἓν βλέμμα μητρικὸν νὰ ῥίψῃ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Πολιτεία, νὰ μετατρέψῃ εἰς χλοερὰν φυτείαν τὰς ἀκανθώδεις καὶ χέρσους πεδιάδας τῆς Πελοποννήσου. Καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἐπὶ τέλους ἀνέλαβε νὰ σώσῃ τὴν σταφιδοπαραγωγὴν, σῴζουσα συγχρόνως καὶ πολυάριθμον λαὸν, κακίζουσιν οἱ ἀντίπαλοι, διότι ἐπίστευσαν, ὅτι θὰ ἔθετε τὸ ζήτημα τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἀγνοῶ ἂν τοῦτο θέλει πράξει ἡ Κυβέρνησις· ἀλλ’ ἂν τοιαύτην ἀπόφασιν ἔχῃ, ἐὰν τὴν τύχην της συνέδεε μετὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοθετήματος καὶ ἐπιτύγχανε τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, ἔστω βεβαία, ὅτι ἐκτὸς τοῦ ἔργου, ὅπερ πράττει, σῴζουσα ἀπὸ τῆς τελείας καταστροφῆς τὸ μόνον τῆς Ἑλλάδος προϊὸν, θὰ ἔσωζε συγχρόνως καὶ ὁλόκληρον πληθυσμὸν, οὗτινος ἡ εὐγνωμοσύνη καὶ ἡ εὐλογία θὰ τὴν παρηκολούθουν διαρκῶς καὶ αἰωνίως· ἂν δὲ μετὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔπιπτε, θὰ ἀπετέλει μοναδικὴν ἐξαίρεσιν εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν λόγων τῆς πτώσεως τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων, θὰ παρουσίαζε τὸ περιφανὲς παράδειγμα, ὅτι ἔπεσε Κυβέρνησις διὰ λόγους ἀφορῶντας εἰς τὴν προσπάθειαν τοῦ νὰ προληφθῇ ἡ πεῖνα ὁλοκλήρου πληθυσμοῦ. (Ἐπιδοκιμασίαι).
§75ΗΛ. ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, μὲ φέρει ἐπὶ τὸ βῆμα τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, διότι θεωρῶ αὐτὸ ζήτημα κατ’ ἐξοχὴν ἐθνικὸν, καὶ εἰς τοιοῦτον πάνυ δικαίως τὸ ἀνύψωσεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἡ σταφὶς, τὸ πολύτιμον καὶ ἐκ φύσεως προνομιακὸν χρυσοφόρον προϊόν τοῦτο, ὑπέστη κρίσιν δριμεῖαν, συνεκλόνισεν ὁλόκληρον τὸ Ἑλληνικὸν, ὅπερ, εἴτε κατ’ ἄτομα εἴτε καθ’ ὁμάδας, ἐξέφερε πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ διάφορα μέτρα, ἡ δὲ νομοθετικὴ καὶ ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία τοῦ Κράτους ἐπελάβοντο τῆς πρὸς θεραπείαν τῆς κρίσεως μελέτης, ἀπεκρυστάλλωσαν δὲ μετὰ πολλὴν βάσανον τὴν περὶ τοῦ πολυτίμου προϊόντος μέριμνάν των εἰς τὸν θεσμὸν τῆς παρακρατήσεως. Καὶ ἀπεδείχθη ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι ἡ ληφθεῖσα φροντὶς ὠφέλησε τὸ προϊόν. Ἀδίκως ὅθεν, νομίζω, ἡ παρακράτησις ἐσώρευσεν ἐφ’ ἑαυτὴν πάσας τὰς κακὰς ἰδιότητας, τὰς προβαλλομένας ὑπὸ τῶν ἀντιφρονούντων, οἵτινες ἐθεώρησαν τὸ σύστημα τοῦτο ὡς βάρβαρον, ὡς κοινωνιστικόν, ὡς ἄσκοπον, τινὲς δ’ ἐξ αὐτῶν καὶ ὡς μωρόν· διότι ἐκ τῶν πραγμάτων, ὡς εἶπον, ἀπεδείχθη ὅλως τοὐναντίον. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον δύο τινὰ λίαν προσφυῶς συνδυάζει. Τὴν ἐπὶ δεκαετίαν μονιμοποίησιν τῆς παρακρατήσεως ἐντὸς ἐλαχίστου καὶ μεγίστου ὅρου εἰσφορᾶς, καὶ τὴν μέριμναν πρὸς ἵδρυσιν Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἥτις προικοδοτεῖται διὰ τοῦ παρακρατήματος καὶ τροφοδοτεῖται διὰ τῆς μελλούσης προσόδου ἐκ τῆς παρακρατήσεως, ἀποτελεῖται δὲ ἀπὸ μετόχους σταφιδοπαραγωγούς. Πᾶν νομοθέτημα, ἀποβλέπον εἰς τὴν προστασίαν τῆς σταφίδος, νομίζω ὅτι περὶ τεσσάρων τινῶν κυρίως πρέπει νὰ προνοῇ: 1) περὶ ἀνατιμήσεως τοῦ προϊόντος, 2) περὶ οἰκονομίας ἐν τοῖς ἐξόδοις τῆς παραγωγῆς, 3) περὶ βελτιώσεως τῆς ποιότητος καὶ 4) περὶ διαθέσεως τοῦ παρακρατήματος. Φρονῶ δὲ, ὅτι εὐστόχως περὶ ὅλων τούτων τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον λαμβάνει πρόνοιαν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ἡ Βουλὴ δι’ ὀλίγων νὰ ἀναπτύξω ἓν ἕκαστον τῶν θεμάτων τούτων. Ἄρχομαι ἀπὸ τῆς ἀνατιμήσεως τοῦ προϊόντος. Νομίζω ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ παρακράτησις ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ, ὅπως τὸ προϊόν ἀνατιμηθῇ· νομίζω δὲ, ὅτι δὲν εἶναί τι καινὸν καὶ πρωτοφανὲς ἡ ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἡμῶν εἰσαγωγὴ τῆς παρακρατήσεως, διότι ὑπὸ ἄλλην μὲν μορφὴν καὶ ὑπὸ ἄλλον τύπον ἴσως, ἀπαντᾷ ἐν τούτοις καὶ ἐν τῇ θεωρίᾳ καὶ ἐν τῇ πράξει. Θὰ ἀπορήσητε δὲ ἴσως, ἐὰν μάθητε, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ Στράβων εἶδός τι παρακρατήσεως συνιστᾷ ἐν Βιβλίῳ ΙΖʹ κεφ. 15, λέγων ὅτι «ἐπὶ τῆς βίβλου τινὲς τῶν τὰς προσόδους ἐπεκτείνειν βουλευομένων μετήνεγκαν τὴν ἰουδαϊκὴν ἐντρέχειαν, ἣν ἐκεῖνοι παρεῦρον ἐπὶ τοῦ φοίνικος καὶ μάλιστα τοῦ καρυωτοῦ καὶ τοῦ βαλσάμου· οὐ γὰρ ἐῶσι πολλαχοῦ φύεσθαι, τῇ δὲ σπάνει τιμὴν ἐπιτιθέντες, τὴν πρόσοδον αὐτοῖς αὔξουσι...» Θὰ ἐπεθύμουν πολὺ, τὴν γνώμην ταύτην τοῦ Στράβωνος νὰ ἠκολούθει ἐντονώτερον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θίγει τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν ἄρθρῳ 20, ἂν παρεκώλυεν ἐπί τινα καιρὸν νέας φυτείας. Ἀλλὰ φέρε ἴδωμεν, ἂν ἡ παρακράτησις ἦναί τι κοινωνιστικόν, ὡς ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσιν οἱ κατ’ αὐτῆς ἀγορεύσαντες ἔντιμοι συνάδελφοι. Ἀφ’ ἧς, Κύριοι, ἡ Πολιτεία ἐξίκετο εἰς ὃ σημεῖον ἀναπτύξεως καὶ προόδου εὕρηται ἤδη, ἔπαυσε θεωρουμένη παρὰ τῶν κοινωνιολόγων καὶ πολιτειολόγων ὡς ἀναγκαῖός τις συγκρατητικὸς δεσμὸς τῶν ἐν αὐτῇ συμβιούντων ἀτόμων, ἀλλ’ ὑπάρχει ὡς ἡ τελειοτάτη μορφὴ τῆς κοινωνικῆς συμβιώσεως τῶν ἐν αὐτῇ πολιτῶν, ὡς αὐτενεργῶν δὲ ὀργανισμὸς, οὐ μόνον δικαίωμα ἔχει, ἀλλὰ καὶ ἐπιτακτικὸν καθῆκον, ὅπως ἐπεμβαίνῃ ὡς ῥυθμιστὴς πάσης κοινωνικῆς διαταράξεως, ἣν ἐπιφέρει κινδυνεύων τις κλάδος τῆς κοινωνίας, εἴτε βιομηχανικὸς εἴτε ἐμπορικὸς εἴτε γεωργικὸς εἶναι ὁ κίνδυνος· τῇ ἐπιβάλλεται, λέγω, τὸ καθῆκον, ὅπως ἐπιλάβηται τῆς διορθώσεως τούτου, γινομένη αὐτὴ αὕτη ῥυθμιστὴς τῶν τοῦ θέματος. Καὶ ἂν τοῦτο κατὰ θεωρίαν ἐν παντὶ Κράτει ἦναι ἤδη ἐπιβεβλημένον καὶ συνιστᾶται παρὰ παντὸς πολιτειολόγου καὶ οἰκονομολόγου, ἐν τῷ Κράτει ἡμῶν εἶναι ἐπιτακτικώτερον τὸ καθῆκον, διότι παρ’ ἡμῖν δυστυχῶς ἐλλείπει ἡ ἐν τοῖς θέμασιν αὐτοῖς ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία, ἡ συνιστωμένη εἰς συνδικάτα, ἢ εἰς συλλόγους, ἢ εἰς πάντα ἄλλον ἀμύνης συνεταιρισμὸν, διὰ τῶν ὁποίων θὰ καθίστατο ἴσως περιττὴ ἡ ἐπέμβασις τῆς Πολιτείας. Οἱ νεώτεροι μάλιστα Γερμανοὶ οἰκονομολόγοι τὴν Πολιτείαν τόσον νομίζουσι συνδεομένην πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας ζητήματα, ὥστε πρὸς τῇ ἐργασίᾳ, πρὸς τῷ κεφαλαίῳ, πρὸς τῇ γῇ θεωροῦσι τὴν Πολιτείαν ὡς τέταρτον συντελεστὴν τῆς οἰκονομικῆς παραγωγῆς καὶ θεωροῦσι ταύτην δικαιουμένην νὰ ἀπολαύσῃ τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς κατ’ ἀναλογίαν. Πολλῷ δὲ μᾶλλον ἐν τῷ συγκεκριμένῳ θέματι τῷ ὑπὸ συζήτησιν δύναται νὰ πράξῃ οὕτως ἡ Πολιτεία, διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητεῖ καὶ λαμβάνει ἡ Πολιτεία, ἀποδίδεται πάλιν εἰς τὸν καταβαλόντα. Ἠδυνάμην νὰ ἀναφέρω πολλὰ παραδείγματα ἄλλων Πολιτειῶν, αἱ ὁποῖαι κινδυνεύοντας κλάδους, κινδυνευούσας παραγωγὰς ἐπροστάτευσαν διὰ παρεμφερῶν μέσων. Ἀναφέρω τὴν Ὁλλανδίαν, ἡ ὁποία διὰ παρακρατήσεως ἐπροστάτευσε τὸ πέπερι· ἠδυνάμην νὰ ἀναφέρω τὴν Ἰταλίαν, ἡ ὁποία ἐπροστάτευσε τοὺς οἴνους αὐτῆς, ἀπαγορεύσασα εἰς τοὺς μὴ ἔχοντας οἰνόπνευμα ἄνω τοῦ 12% νὰ ἐξέρχωνται τοῦ Κράτους· ἠδυνάμην πλειότερα ἄλλα παραδείγματα νὰ ἀναφέρω, ἀλλὰ περιορίζομαι εἰς ἓν νωπὸν οὐκάζιον τῆς Ῥωσίας τῆς 20 Ἰουνίου τοῦ 1895, τὸ ὁποῖον ἐπέβαλεν εἰδός τι παρακρατήσεως ἐπὶ τῆς παραγομένης ζακχάρεως, καὶ ἐπέταξεν, ἐπὶ ποσοῦ 60,000 πουτίων κατὰ βιομηχανικὸν κατάστημα 25% νὰ μὴ δίδηται εἰς τὴν κατανάλωσιν, ἀλλὰ νὰ παρακρατῆται εἰς τὰς ἀποθήκας, μέχρις οὗ βελτιωθῶσι τὰ τῆς τιμῆς αὐτῆς. Ὥστε νομίζω, ὅτι ἀδικοῦσι τὴν Πολιτείαν ἡμῶν οἱ νομίζοντες ὅτι δὲν ἀνῆλθεν εἰς τὴν περιωπὴν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν θέλουσι ταύτην οἱ κοινωνιολόγοι καὶ πλουτολόγοι, καὶ συνεπῶς θεωροῦσιν αὐτὴν μὴ ἔχουσαν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐπεμβαίνῃ καὶ ῥυθμίζῃ τὰ τῆς παρακρατήσεως, τόσῳ μᾶλλον, καθόσον, ὡς εἶπον, ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία εἶναι παρ’ ἡμῖν λίαν ἐλλιπής. Στατιστικῶς δὲ ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ παρακράτησις ἀνετίμησε τὸ προϊόν, διότι καὶ ἡ φαυλοτέρα ποιότης αὐτῆς, ἡ Μεσσηνιακὴ, ἐνῷ ἐτιμᾶτο 35 ἢ 40 δραχμὰς κατὰ τὸν χρόνον τῆς κρίσεως, διὰ τῆς παρακρατήσεως ἐξίκετο μέχρι τῶν 230, ὁ μέσος δὲ ὅρος αὐτῆς ὑπῆρξεν 95–100, ἡ δὲ μέση τιμὴ τῆς καλλιτέρας ποιότητος τοῦ σταφιδοκάρπου, ἐνῷ κατὰ τὴν κρίσιν μόλις ἔφθανε τὰς 50 δραχμὰς, ἀνῆλθεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 135 μετὰ τὴν παρακράτησιν. Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνατίμησιν τοῦ προϊόντος, ἡ ὁποία προδήλως διὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς παρακρατήσεως, τῇ ἐπεμβάσει τῆς Πολιτείας, ἐπετεύχθη, καὶ ἀδίκως, φρονῶ, κακίζουσι ταύτην οἱ πολεμοῦντες αὐτόν. Ἐρχόμεθα ἤδη εἰς τὸ δεύτερον προσὸν, τὸ ὁποῖον δέον νὰ ὑπάρχῃ ἐν παντὶ νομοθετήματι, προνοοῦντι περὶ σταφίδος, τὴν οἰκονομίαν τῶν ἐξόδων τῆς παραγωγῆς. Εἶναι γνωστὸν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι αἱ συνθῆκαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας ὁ πτωχὸς γαιοκτήμων δύναται νὰ εὕρῃ τὰ μέσα τῆς καλλιεργείας, τῆς θειώσεως τῆς σταφιδαμπέλου καὶ τῆς διὰ θειικοῦ χαλκοῦ ῥαντίσεως, εἶναι δι’ αὐτὸν καταθλιπτικαὶ, διότι πρὸς τοῦτο δέον νὰ προσφύγῃ εἰς τοκογλύφον· εἰκότως δὲ διὰ τοῦ νομοσχεδίου λαμβάνεται περὶ τούτου πρόνοια, διότι ἕκαστος σταφιδοπαραγωγὸς, ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον, δύναται νὰ δανείζηται παρὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης μέχρι 1000 δραχμῶν, ὅπως καλλιεργῇ τὴν σταφιδάμπελόν του. Ἀφοῦ δὲ διὰ τῆς καλλιεργείας φθάσῃ εἰς τὴν ἐποχὴν νὰ δρέψῃ τοὺς καρποὺς αὐτοῦ, θὰ εὑρίσκετο εἰς λίαν δυσχερῆ θέσιν, ἕνεκα τῶν πιεζουσῶν αὐτὸν ἀναγκῶν, ἀναγκαζόμενος νὰ προπωλήσῃ τὸ πρᾶγμα ἀμέσως εἰς τιμὴν ἐξευτελιστικὴν, ἂν μὴ καὶ περὶ τούτου διὰ τῆς ἱδρύσεως τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν καὶ διὰ τῆς παροχῆς δανείων, δυνάμει τῆς πέμπτης παραγράφου ἄρθρου 19 καὶ τοῦ ἄρθρου 23, ἠδύνατο νὰ εὕρῃ χρήματα ἀπὸ τὴν ἱδρυομένην Τράπεζαν, ὥστε νὰ μὴ ἀναγκασθῇ νὰ προπωλήσῃ τὸ πρᾶγμα αὐτοῦ ἐπὶ τιμῇ ἐξευτελιστικῇ. Τὸν τρίτον σκοπὸν τῆς βελτιώσεως τῆς ποιότητος ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον ἐμμέσως πως, διότι δὲν ἀπαιτεῖ ὡρισμένον εἶδος σταφιδοκάρπου, ἀλλ’ ἀποβλέπει μᾶλλον εἰς τὸ ποσὸν, παρὰ εἰς τὸ ποιὸν, ἀπαιτοῦν μόνον τὸ νομοσχέδιον, ὅπως μὴ ᾖ ἀνάμικτος μετ’ ἄλλων ξένων ὑλῶν ὁ παρακρατούμενος καρπός. Τὸ τελευταῖον στάδιον τῆς προνοίας ἔγκειται ἐν τῇ διαθέσει τοῦ παρακρατήματος. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι καὶ ἐν τῷ θέματι τούτῳ λίαν εὐστόχως προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐν τῇ διατάξει αὐτοῦ, καθ’ ἣν, δοκιμαστικῶς βεβαίως, θὰ δυνηθῇ νὰ λάβῃ τὸ παρακράτημα τὸ Κράτος, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι μονοπωλιακῆς χρήσεως, καὶ ἐν τῇ διατάξει, λέγω, ταύτῃ ἔγκειται ἡ καλλιτέρα διάθεσις τοῦ παρακρατήματος, διότι δι’ αὐτοῦ, ἀποσταζομένου καὶ ἀποστελλομένου εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, ἀποφεύγομεν καὶ τὸν ἐκ τοῦ ἀλκοολισμοῦ κίνδυνον, ὁ ὁποῖος κρέμαται ἐφ’ ἡμῶν, ἂν ἄφθονον παράσχωμεν τὴν χρῆσιν αὐτοῦ παρὰ τῷ λαῷ. Περὶ ὅλων τούτων μεθ’ ἱκανῆς εὐστοχίας προνοεῖ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Θὰ ἠδύνατό τις, ἓν πρὸς ἓν ἀναλύων τὰ ἄρθρα αὐτοῦ, νὰ καταδείξῃ τὸ εὔστοχον τῆς συντάξεως αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐπειδὴ γνωριμώτατα ἔχει πρὸς τὸ θέμα ἡ Βουλὴ, βεβαίως δὲν θέλω ἀπασχολήσει ταύτην, ἀναλύων μίαν πρὸς μίαν τὰς διατάξεις ταύτας. Ἤκουσα, Κύριοι, ἐν τῇ σημερινῇ συνεδριάσει τοῦ σεβαστοῦ ἐξ Ἄρτης πολιτευτοῦ καὶ ἐθαύμασα τὴν ἀπειρίαν τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ γνώσεων, νομίζω ὅμως, ὅτι κακῶς παρωμοίασε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, προσφυγὼν εἰς τοὺς προγόνους ἡμῶν, πρὸς τραγέλαφον, διότι, ἄν τις μετ’ ἐπιστασίας ἀναγνώσῃ τὰς διατάξεις του, θέλει ἴδει, ὅτι αὗται ἁρμονικῶς εἰσι συντεταγμέναι, καὶ ἀποσκοποῦσι τελεσφόρως εἰς τὴν πλήρωσιν τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ. Παρομοιάζων ὅμως ὁ σεβαστὸς συνάδελφος τὸ νομοσχέδιον πρὸς τραγέλαφον, ἐλησμόνησεν ὅτι οἱ ἀρχαῖοι ἡμῶν πρόγονοι εἶχον καὶ ἄλλο τι αἰνιγματῶδες κατασκεύασμα, τὸ ὁποῖον πρόσθεν μὲν ἦτο λέων, ὄπισθεν δράκων καὶ κατὰ τὸ μέσον χίμαιρα. Ἴσως εἶναι τόλμημα, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ὁ λόγος αὐτοῦ τοιαύτην ἐντύπωσιν ἔκαμεν, εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον, διότι δὲν ἐνόησα, ἂν κρίνων ἐξ αὐτοῦ θὰ ἐψήφιζον ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι, ἐνῷ ἐπῄνει τὸ ἓν μέρος τοῦ νομοσχεδίου, κατηγόρει δὲ τὸ ἄλλο, εἰς οὐδὲν κατέληγε συμπέρασμα.
§76ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ συνάδελφος.
§77ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἴσως δι’ αὐτὸ ἔφυγεν, ἵνα μὴ εὑρεθῇ εἰς δίλημμα (ἱλαρότης). Κύριοι συνάδελφοι, δηλῶ ὅτι θέλω ψηφίσει ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, διότι νομίζω, ὅτι συνετάχθη ἐν τῷ συμφέροντι οὐ μόνον ὁλοκλήρου τοῦ σταφιδικοῦ πληθυσμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ ἔθνους· ὑποθέτω δὲ, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ διὰ μεγάλης πλειονοψηφίας θέλει περιβάλει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ θέλει καταστήσει αὐτὸ νόμον τοῦ Κράτους, ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι οὕτω ψηφίζουσα θέλει εὐεργετήσει οὐ μόνον τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρον τὸ Ἑλληνικόν, καθόσον, ὡς ἐν ἀρχῇ εἶπον, τὸ ζήτημα εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἐθνικόν.
§78Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ὄχι βεβαίως διότι φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλή, ὅπως δώσῃ ψῆφον πεφωτισμένην καὶ δικαίαν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἔχει ἀνάγκην νὰ ἀκούσῃ τῶν λόγων μου, ἀφοῦ εἶναι γνωστόν, ὅτι οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἵτινες ὡμίλησαν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὴν δευτέραν αὐτοῦ ἀνάγνωσιν, ὡς ἐπίσης καὶ ὁ ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτὴς κ. Μελετόπουλος, ὅστις ἠγόρευσε κατ’ αὐτοῦ σήμερον, δι’ ἐπιχειρημάτων σπουδαίων καὶ σοβαρῶν ἠδυνήθησαν νὰ ἀνασκευάσωσι τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ὑπὲρ τῆς παρακρατήσεως ἀγορευσάντων, καὶ νὰ διαφωτίσωσιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου τὴν Βουλήν. Ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι, ἀνήκων εἰς ἐπαρχίαν, τῆς ὁποίας τὰ συμφέροντα καιρίως μέλλει νὰ βλάψῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἐθεώρησα καλόν, καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιψηφίσῃ τελειωτικῶς τὸ νομοσχέδιον, νὰ διαμαρτυρηθῶ κατ’ αὐτοῦ, χαρακτηρίζων καὶ ἐγὼ αὐτὸ ὡς ἄσκοπον, ἄδικον καὶ ἀλυσιτελές, καὶ ὡς μέλλον νὰ παραβλάψῃ ὄχι μόνον τὰ συμφέροντα τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, ἀλλὰ καὶ τὸ μέλλον τῆς σταφίδος. Ὅσοι τῶν κυρίων συναδέλφων εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συμμετέχωσι τῶν συνεδριάσεων τοῦ Κοινοβουλίου κατὰ τὰς προηγουμένας βουλευτικὰς περιόδους, ὅτε τὸ πρῶτον καὶ τὸ δεύτερον ἀνεκινήθη καὶ συνεζητήθη τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, καὶ ὅσοι ἐπίσης ἐκτὸς τῆς Βουλῆς διατελοῦντες τότε παρηκολούθησαν τὰς γενομένας συζητήσεις καὶ μελέτας, καὶ ἠδυνήθησαν νὰ μορφώσωσι γνώμην τινὰ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἂν δὲν ἐπείσθησαν τελείως περὶ τοῦ ἀσκόπου καὶ ἀλυσιτελοῦς τοῦ προτεινομένου μέτρου, πάντως ὅμως ἐκλονίσθη ἡ πεποίθησις αὐτῶν περὶ τοῦ ὅτι τὸ μόνον φάρμακον καὶ τὸ μόνον μέσον πρὸς ἀποσόβησιν τῆς σταφιδικῆς κρίσεως ἦτο καὶ εἶναι ἡ παρακράτησις. Ἡ σταφίς, Κύριοι, ὡς γνωστόν, ὑπέστη μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ 1893 ἔτους πολλὰς κρίσεις κατὰ διαφόρους ἐποχάς. Ἐν ἔτει 1893, ὅτε ἀπεκλείσθη τὸ σταφιδικὸν προϊόν ἐκ τῆς Γαλλικῆς ἀγορᾶς, ἡ ὁποία μέχρι τότε ἀπετέλει τὴν δευτέραν ἀγορὰν κατὰ ποσότητα καταναλώσεως, ἐνέσκηψεν ἡ σταφιδικὴ ἐκείνη κρίσις, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ἐξηγέρθη, ὡς καὶ σήμερον ἐξεγείρεται, ὁ σταφιδικὸς πληθυσμός, καὶ συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ὁ πληθυσμὸς ἐκεῖνος, πιεζόμενος ὑπὸ χρηματικῶν ἀναγκῶν, εὑρισκόμενος δ’ εἰς θέσιν προβληματικὴν καὶ μὴ γνωρίζων πῶς θέλει ἀποβῆ τὸ σταφιδικὸν ἐκεῖνο ζήτημα, καὶ ὁποία ἤθελεν εἶναι ἡ τύχη καὶ τὸ μέλλον αὐτοῦ τούτου, ἐπεζήτησε τὴν ἀρωγὴν καὶ προστασίαν τῆς Πολιτείας. Ἐρρίφθη τότε εἰς τὸ μέσον ἡ ἰδέα νὰ ἀφαιρεθῇ ἐκ τῆς ἀγορᾶς τὸ πλεονάζον ποσόν, διότι τότε, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἀπεκλείσθη ἐκ τῆς ἀγορᾶς τῆς Γαλλίας τὸ προϊὸν ἡμῶν, συνέπεσε νὰ ὑπάρχῃ καὶ πληθώρα πράγματος. Διημείφθησαν γνῶμαι πολλαὶ καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, καὶ δυστυχῶς ἡ πλειονοψηφοῦσα μερὶς παρεδέχθη τὴν γνώμην τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ πλεονάσματος. Τὸ ζήτημα, συζητηθὲν ἐπὶ μακρόν, κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς ΙΓʹ Περιόδου, ἐν ἔτει 1894, δὲν κατέληξεν εἰς ὡρισμένον ἀποτέλεσμα, καὶ τὸ προταθὲν τότε μέτρον τῆς παρακρατήσεως δὲν ἐγένετο δεκτὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὴν ἑπομένην ὅμως βουλευτικὴν περίοδον τοῦ 1895, ἀρχομένην, προταθὲν τὸ μέτρον τοῦτο καὶ πάλιν, καὶ ὑποστηριχθὲν, ὡς μὴ ὤφελεν, ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, ἐγένετο δεκτὸν, καὶ ἐνομοθετήθη ἡ παρακράτησις ἐπὶ ἓν ἔτος, ἔκτοτε δὲ μέχρι σήμερον ἐξηκολούθησεν ἐφαρμοζομένη αὕτη ἐπὶ 4 ἔτη. Ἀλλὰ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνέλαβον ἀρχικῶς τὴν ἰδέαν τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ πλεονάσματος, βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἀπεσκόπουν εἰς τὸ νὰ διατίθεται ὑπὲρ τῆς ἐγχωρίου καταναλώσεως τὸ παρακρατούμενον ποσὸν, καὶ εἰς τὸ νὰ χρησιμεύῃ τοῦτο εἰς πλουτισμὸν ὀλίγων οἰνοπνευματοπαραγωγῶν, οἵτινες πρότερον ἦσαν ἠναγκασμένοι νὰ ἀγοράζωσι μέγα ποσὸν σταφίδος ἐκ τῆς ἀγορᾶς εἰς τὴν τρέχουσαν τιμήν. Καὶ οὐ μόνον αὐτοὶ ἐπλούτησαν ἐκ τοῦ ὑστερήματος τοῦ σταφιδικοῦ πληθυσμοῦ, ἀλλ’ ὅπερ χείριστον, καὶ πρὸς αἶσχος τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, ἐπλούτησαν καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διεχειρίσθησαν, ὡς ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, τὸ παρακρατηθὲν ποσόν. Ἐλειτούργησεν ἐπὶ 4 ἔτη ὁ θεσμὸς τῆς παρακρατήσεως, καὶ ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου τοῦ ἐξ Αἰγιαλείας κυρίου Βουλευτοῦ διαβεβαιοῦντος τὴν Βουλὴν, ἐπὶ τῇ βάσει ἐπισήμων πινάκων καὶ ἀριθμῶν, ὁποῖα ἀγαθὰ ἀπέφερεν ὁ θεσμός. Κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, καθ’ ὃ ἐλειτούργησεν, ἐπετεύχθη ποιά τις ἰσορροπία μεταξὺ παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως, κατὰ τὰ ἑπόμενα ὅμως τρία ἔτη ὁ θεσμὸς οὗτος ἐζημίωσε τὸ προϊὸν, ἐζημίωσε τὸ Κράτος, ὅπερ ἀπώλεσε μέγα χρηματικὸν ποσὸν ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐξαγωγικῶν δασμῶν, ἀλλ’ ἐζημίωσεν ἐπίσης καὶ τὴν κατανάλωσιν, διότι ἀφῄρεσεν ἐξ αὐτῆς κατὰ τὸ διάστημα τῶν τεσσάρων ἐτῶν σημαντικὸν ποσὸν σταφίδος. Σήμερον, ἐξεγειρομένου τοῦ σταφιδικοῦ πληθυσμοῦ, ζητεῖται καὶ πάλιν ἡ ἀρωγὴ τῆς Πολιτείας. Πρὸς τοῦτο ζητεῖται ἡ μονιμοποίησις τοῦ θεσμοῦ τῆς παρακρατήσεως ἐπὶ δεκαετίαν. Ἀλλ’ οἱ ὀπαδοὶ τῆς παρακρατήσεως ἰσχυρίζονται, ὅτι σήμερον διὰ τῆς παρακρατήσεως δὲν ζητοῦσι νὰ ἐπιτύχωσι τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἰσορροπίας μεταξὺ προσφορᾶς καὶ ζητήσεως, μεταξὺ παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως, ὡς κατὰ τὸ παρελθόν. Σήμερον ἡ παρακράτησις παρουσιάζεται, λέγουσιν οἱ ὀπαδοὶ αὐτῆς, ὑπὸ ἄλλην μορφήν. Σήμερον, λέγουσιν, ἐξῆλθε τῶν στενῶν ὁρίων, εἰς τὰ ὁποῖα κατ’ ἀρχὰς περιωρίζετο, καὶ μέλλει νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς βελτίωσιν τῆς παραγωγῆς, ἐμφανιζομένη ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Τὸ ζήτημα ἔγκειται, λέγουσιν, οὐχὶ εἰς τὴν ἐπὶ διετίαν ἢ δεκαετίαν νομιμοποίησιν τῆς παρακρατήσεως, ἀλλ’ εἰς τὴν σκόπιμον διάθεσιν τοῦ χρήματος, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐκ τῆς παρακρατήσεως διὰ τῆς συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης. Συνεπῶς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἀποβλέπει εἰς διττὸν σκοπόν· ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὴν μονιμοποίησιν τῆς παρακρατήσεως ἐπὶ δεκαετίαν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὴν διὰ τοῦ ἐκ τοῦ παρακρατουμένου ποσοῦ εἰσπραττομένου χρήματος σύστασιν Σταφιδικῆς Τραπέζης. Οὐδεὶς ὑπάρχει, Κύριοι, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ συγκινῆται ἐκ τῶν παθημάτων καὶ τῆς πείνης, ἥτις μαστίζει τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς. Οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ μὴ θέλων ὥστε ἡ Πολιτεία νὰ ἐπέλθῃ ἀρωγὸς ὑπὲρ τοῦ πενομένου λαοῦ, οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ μὴ θέλων νὰ ἴδῃ ἀνακουφιζόμενον τὸν λαὸν αὐτὸν καὶ ἀναγεννωμένην καὶ ἑδραιουμένην τὴν κτηματικὴν αὐτοῦ πίστιν. Ἀλλὰ τίθεται τὸ ἐρώτημα: διὰ τοῦ τοιούτου μέτρου ἐπιτυγχάνεται ἡ ἑδραίωσις, ἡ παγίωσις τῆς κτηματικῆς πίστεως; ἐπιτυγχάνεται ὁ διακανονισμὸς τῶν χρεῶν, τὸν ὁποῖον ζητοῦσιν οἱ πάσχοντες σταφιδικοὶ πληθυσμοί, οἵτινές εἰσι βεβαρημένοι μὲ μεγάλα δάνεια καὶ μὲ βαρεῖς τόκους; Ἡ Τράπεζα, περὶ ἧς πρόκειται, θέλει δυνηθῆ, θέλει ἐπαρκέσει νὰ δίδῃ δάνεια πρὸς τοὺς καλλιεργητὰς ἐπὶ εὐθηνῷ τόκῳ; Ὡς γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταί, τὰ χρέη, τῶν ὁποίων ζητεῖται ὁ διακανονισμός, ἀνέρχονται εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια, τὰ δὲ δάνεια, τὰ ὁποῖα θὰ χορηγήσῃ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, δὲν δύνανται νὰ ἐξαρκέσωσιν εἰς τὸν διακανονισμὸν τοῦτον. Ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα δὲν θέλει ἐπιτύχει τοῦ ποθουμένου, διότι δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν. Ἀφ’ ἑτέρου διὰ τοῦ μέτρου τούτου ἐπιδιώκεται ἡ ἀποκατάστασις τῆς ἰσορροπίας μεταξὺ παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως. Ἀλλὰ τὰ δοθησόμενα πρὸς καλλιέργειαν δάνεια τί θέλουσι φέρει; Δὲν θέλουν συντελέσει εἰς αὔξησιν τῆς παραγωγῆς; Καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρχουσι κτηματίαι μικροί, οἱ ὁποῖοι λόγῳ ἐλλείψεως ἐπαρκῶν μέσων ἀφῆκαν ἀκαλλιέργητα τὰ κτήματά των, οὗτοι προσερχόμενοι καὶ δανειζόμενοι πρὸς καλλιέργειαν τῶν κτημάτων των, δὲν θὰ συντελέσωσιν οὕτως εἰς τὴν αὔξησιν τῆς παραγωγῆς; Τὰ αἴτια τὰ προκαλέσαντα τὴν σταφιδικὴν κρίσιν δὲν συνίστανται μόνον εἰς τὴν πληθώραν τῆς παραγωγῆς. Εἶναι δυστυχῶς πολλά· ἀλλὰ περὶ τούτων οὔτε προνοεῖ οὔτε δύναται νὰ προνοήσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἔχομεν ἀσθενῆ τὴν παραγωγήν, ἔχομεν τὴν παραγωγὴν πιεζομένην ὑπὸ μυρίων ἀναγκῶν. Ὡς εἶναι γνωστόν, ἅμα τῇ συγκομιδῇ τοῦ καρποῦ οἱ πωληταὶ προσφέρουσιν ἀθρόον τὸ πρᾶγμα, καὶ ἐνῷ κατ’ ἀρχὰς ἔχομεν αὔξησιν τιμῶν, κατόπιν ἐπέρχεται τὸ γνωστὸν κατρακύλισμα. Ἐνόσῳ δὲν πρόκειται νὰ ἀπαλλάξωμεν τὴν παραγωγὴν ἀπὸ τῶν ἀναγκῶν αὐτῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἔχωμεν καὶ τὰ συμπαρομαρτοῦντα ἕτερα αἴτια. Αἴτιον δὲ σπουδαῖον τῆς κρίσεως εἶναι καὶ αἱ προπωλήσεις καὶ ἡ κακὴ ποιότης τοῦ πωλουμένου καρποῦ· καὶ ἠκούσατε ἄλλων συναδέλφων ἀγορευσάντων, οἱ ὁποῖοι ἐστηρίχθησαν ἐπὶ τῶν ἐκθέσεων τῶν προξένων τῆς Ἀμερικῆς καὶ τῆς Ἀγγλίας, αἵτινες ἀναγράφουσι τίνος εἴδους ποιότητας σταφιδοκάρπου ἀποστέλλουσιν οἱ ἔμποροι εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα πρὸς κατανάλωσιν. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο οὐδόλως θέλει συντελέσει εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ποιότητος. Κατά τι ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα θέλει χορηγεῖ εἰς ἕκαστον ἄτομον ἡ ἱδρυθησομένη Τράπεζα, δὲν δύνανται νὰ ὑπερβαίνωσι τὸ ποσὸν τῶν χιλίων δραχμῶν· ἀλλ’ ἐὰν εἷς μεγαλοκτηματίας ζητήσῃ δάνειον πρὸς καλλιέργειαν τῶν κτημάτων του, ἡ Τράπεζα δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην, ἐνῷ ἐξ ἄλλου ὁ σταφιδόκαρπος τοῦ κτηματίου θέλει εἶναι ὑπέγγυος διὰ τὸ δάνειον. Ἐὰν δὲ ὑποθέσωμεν, ὅτι οἱ χωρικοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ζητήσωσι νὰ δανεισθῶσιν, ἔχουσι προγενέστερα ἄλλα χρέη, πρὸ τίνος θεάματος θέλομεν παρασταθῆ; Θέλομεν ἴδει ἀσφαλῶς καὶ ταχέως ἐκπλειστηριαζόμενα τὰ κτήματα ὅλων τῶν ὀφειλετῶν ὑπὸ τῶν τοκογλύφων δανειστῶν, ἀφοῦ τὸν σταφιδόκαρπον θέλει ἔχει ὑπέγγυον ἡ Τράπεζα διὰ τὰ δάνεια, ἅπερ θὰ τοῖς χορηγήσῃ. Ἀλλὰ, καίτοι ἀντιτιθέμενος, Κύριοι, ἀπολύτως πρὸς τὴν παρακράτησιν, καίτοι θεωρῶν αὐτὴν ἐπιζήμιον καὶ ἄδικον καὶ ἐπιβλαβῆ, (ἄλλοι δὲ εἶπον, ὅτι εἶναι καὶ παράνομος, εἶναι καὶ ἀντισυνταγματικὴ) καίτοι θεωρῶν αὐτὴν ἀντιστρατευομένην πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου καὶ πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς ἰδιωτικῆς ἰδιοκτησίας, οὐχ ἧττον προθύμως ἤθελον σπεύσει νὰ δώσω ὑπὲρ αὐτῆς τὴν ψῆφόν μου, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ νομοθετηθῇ αὕτη διὰ δύο ἢ τὸ πολὺ διὰ τρία ἔτη, καὶ οὐχὶ ἐν συνδυασμῷ μετὰ Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἤθελον δὲ πράξει τοῦτο οὐχὶ ἐν τῇ συνειδήσει ὅτι ψηφίζω ὑπὲρ θεσμοῦ ὠφελίμου, ἀλλ’ ἐπειδὴ βλέπω, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τοῦ σταφιδικοῦ πληθυσμοῦ ζητεῖ τὸ μέτρον τοῦτο, ἤθελον τὴν δεχθῆ ὡς μέτρον προσωρινόν. Τὴν ἐπὶ δεκαετίαν δὲ μονιμοποίησιν τῆς παρακρατήσεως θεωρῶ ἐπιζήμιον οὐ μόνον εἰς τὴν σταφιδοπαραγωγὴν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ μέλλον τῆς σταφίδος. Τὸ μέλλον τοῦτο δὲν πρέπει νὰ δεσμεύσωμεν, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν σήμερον ὁποῖαι θέλουσιν εἶναι αἱ ἀνάγκαι τῆς καταναλώσεως μετὰ ἓν ἢ δύο ἔτη, καὶ ἠκούσατε παρ’ ἄλλων συναδέλφων, ὅτι ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀνάγκην σήμερον πρὸς ἀποσόβησιν πάσης κρίσεως, εἶναι ἡ ἐπέκτασις τῆς καταναλώσεως. Διὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία μέλλει νὰ ἱδρυθῇ, φρονῶ ὅτι θὰ ἔχωμεν καὶ ἕτερον κακὸν, ὅτι θὰ μείνωμεν μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας, ὡς κατὰ τὸ παρελθόν, καὶ δὲν θὰ καταγίνωμεν εἰς τὴν σύναψιν καὶ ἐπίτευξιν ἐμπορικῶν συνθηκῶν πρὸς διάδοσιν τοῦ καρποῦ· ἡ διάδοσις δὲ θέλει ἐπιτευχθῆ διὰ συμβάσεων ἐμπορικῶν, χάριν τῶν ὁποίων καὶ ἀνταλλάγματα πρέπει νὰ δώσωμεν καὶ εἰς θυσίας ὀφείλομεν νὰ προβῶμεν, διότι τὸ πολύτιμεν αὐτὸ προϊὸν εἶναι μοναδικόν. Διὰ τοῦ προτεινομένου μέτρου ἐπίσης, ὅπως συνέβη καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τετραετίαν, θέλουσι προξενηθῆ ζημίαι μεγάλαι εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας καὶ τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς τοὺς μικροὺς, διότι δὲν θὰ δύνανται οὗτοι ν’ ἀνταγωνισθῶσι πρὸς τοὺς μεγάλους ἐργοστασιάρχας, οἱ ὁποῖοι ἀγοράζουσιν ἐκ τῆς παρακρατήσεως τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον τοῖς ἀναγκαιοῖ, εἰς εὐτελῆ τιμήν. Διὰ τοῦτο εἶναι καλὸν, ἡ Κυβέρνησις νὰ ὁρίσῃ τὴν τιμὴν τοῦ πωληθησομένου καρποῦ τῆς παρακρατήσεως τοὐλάχιστον εἰς δραχμὰς 100 ἕως 120. Ἐπίσης φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει ν’ ἀφήσῃ ἐλευθέραν τὴν βιομηχανίαν τῆς κατεργασίας τοῦ παρακρατηθησομένου ποσοῦ. Ἐπιθυμῶ, ὥστε ἡ Βουλὴ, μετὰ τὰς πολλὰς συζητήσεις καὶ τὰς ἐξενεχθείσας γνώμας καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, νὰ μὴ ψηφίσῃ θεσμὸν δεσμεύοντα ἐπὶ δεκαετίαν τὴν σταφίδα, διότι δὲν γνωρίζομεν ποῖαι θὰ ἦναι αὔριον αἱ ἀνάγκαι τῆς καταναλώσεως, καὶ τότε θὰ εὑρεθῶμεν ἠναγκασμένοι νὰ καταργήσωμεν τὸ μέτρον τοῦτο, ἡ δὲ κατάργησίς του θὰ ἀπαντήσῃ μεγάλας δυσκολίας. Διὰ τοῦτο συμφέρον τοῦ σταφιδικοῦ πληθυσμοῦ εἶναι, ἡ παρακράτησις νὰ ψηφισθῇ δι’ ἓν ἢ δύο ἔτη, διότι βεβαίως ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα δὲν θὰ λειτουργήσῃ ἐπὶ δέκα ἔτη· ἡμεῖς, οἱ ἀντιτιθέμενοι πρὸς τὸ νομοσχέδιον, ἔχομεν τὴν παρήγορον ἐλπίδα, ὅτι ἡ Τράπεζα θέλει ταχέως διαλυθῆ, ὡς διελύθησαν καὶ ἄλλαι ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι, καὶ ἂν δεσμευθῶμεν σήμερον, θὰ ἐλευθερωθῶμεν αὔριον διὰ τῆς διαλύσεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης.
§79Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. «Ἀποδείξατέ μας, ἂν ὠφελῇ ἡ παρακράτησις. Ἀποδείξατέ μας ἂν ὠφέλησεν ἡ παρακράτησις», εὐγλώττως ἀγορεύων προχθὲς ἐβροντοφώνει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας συνάδελφος. Τοῦτο θέλομεν πράξει. Σπανιώτατα βεβαίως ὑπεβλήθη ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον τοιαύτης σπουδαιότητος, οἷον τὸ ὑπὸ ψήφισιν, ὅπερ εἶναι ἐκ τῶν σχεδίων, ἅτινα, γενικὴν φέροντα ἀναστάτωσιν εἰς τὰς οἰκονομικὰς συνθήκας ἑνὸς τόπου, σημειοῦσι νέαν σταδιοδρομίαν προόδου καὶ εὐημερίας, καὶ τιμὴν περιποιοῦσιν εἴς τε τοὺς προτείναντας καὶ εἰς τοὺς κυρώσαντας. Δὲν ὑπήρξαμεν ἐκ τῶν πρώτων ὀπαδῶν τῆς παρακρατήσεως· αἱ θεωρίαι μάλιστα παρέσυραν ἡμᾶς εἰς τὸ ἀντίθετον στρατόπεδον, ἀλλὰ πρὸ τῶν ἀποτελεσμάτων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἀντιτιθέμενοι πρὸς τὴν παρακράτησιν, διότι τοῦτο ἤθελεν εἶναι πεῖσμα ὀλέθριον καὶ ἀσύγγνωστον. Αἱ θεωρίαι καλαὶ, ἀλλ’ ἡ πεῖνα καὶ ἡ καταστροφὴ κακαὶ καὶ ἀπαίσιαι. Τὴν παρακράτησιν ἐπέβαλεν ἡ ἀνισότης μεταξὺ παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως, προελθοῦσα ἐκ τῆς ἐπιβολῆς ἀπαγορευτικῶν δασμῶν ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ρωσίᾳ. Στερήσαντες ἡμᾶς δύο σοβαρῶν ἀγορῶν καταναλώσεως, ἀφῆκαν πρὸ μεγάλου περισσεύματος, μηδένα εὑρίσκοντος ἀγοραστήν. Ἡ ἐν τῷ τόπῳ βιομηχανικὴ κατεργασία τῆς σταφίδος, ἣν σήμερον ἐπικαλοῦνται οἱ ἀντιπαρακρατητικοὶ ὡς καταναλωτὴν, εἶναι δημιούργημα τῆς παρακρατήσεως. Πρὶν ταύτης οὐδὲν ὑπῆρχεν ἐν Ἑλλάδι ἄξιον λόγου ἐργοστάσιον, κατεργαζόμενον σταφίδα. Καὶ τοῦτο δὲν ἦτο δυνατόν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἱδρυθῇ βιομηχανία κατεργασίας προϊόντος, οἷον ἡ σταφίς, ἧς ἡ τιμὴ κυμαίνεται μεταξὺ 30 καὶ 300 δραχμῶν κατὰ χιλιόλιτρον. Ἡ βιομηχανία ἡ ἑλληνικὴ, ἡ σήμερον καταναλίσκουσα 40 μέχρι 50 ἑκατομμυρίων λιτρῶν σταφίδος μὲ τιμὰς 60 καὶ 75 δραχμῶν, ἡ πληρώνουσα αὔριον 100 καὶ εἶτα περισσότερον, εἶναι τέκνον, ὡς εἴπομεν, τῆς παρακρατήσεως. Ἡ βιομηχανία δ’ αὕτη, μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον αὐξομένη, θέλει λύσει τὸ ζωτικὸν διὰ τὴν Πελοπόννησον καὶ τὴν Ἑλλάδα σύμπασαν σταφιδικὸν ζήτημα· εἰς τοῦτο δὲ θέλει συμβάλει ἡ ἐπὶ δεκαετίαν μονιμοποίησις τῆς παρακρατήσεως, ἥτις ἐξασφαλίζει τὰ πρῶτα βήματα τῆς βιομηχανίας ἀπὸ τῶν μεγάλων διακυμάνσεων τῆς τιμῆς τῆς σταφίδος. Ὅταν μετὰ τὴν δεκαετίαν ἡ βιομηχανία ἡμῶν, ἀκμαία, ἀνδρωθεῖσα, ἔχουσα πελατείαν διὰ τὰ ἐκ σταφίδος προϊόντα αὐτῆς, ἀπορροφῇ διπλασίαν ποσότητα σταφίδος τῆς σήμερον κατεργαζομένης καὶ ἦναι πλέον εἰς θέσιν νὰ τὴν ἀγοράζῃ ἐκ τῆς ἀγορᾶς, τὸ περίσσευμα, τὸ σήμερον ἀπασχολοῦν ἡμᾶς, δὲν θὰ ὑπάρχῃ πλέον, καὶ ἡ παρακράτησις θὰ ἔχῃ ἐκπληρώσει τὸν προορισμόν της. Πρέπει νὰ κατανοήσωμεν, καὶ σαφῶς, ὅτι μόνος σταθερὸς, πιστὸς πελάτης ἐν τῷ ἐξωτερικῷ εἶναι ὁ χρώμενος τὴν σταφίδα πρὸς βρῶσιν. Ὁ βιομηχανικὴν ποιούμενος χρῆσιν αὐτῆς δὲν γίνεται πελάτης ἢ ὅταν αἱ τιμαὶ ἦναι ἐξηυτελισμέναι, μηδὲν καταλείπουσαι ὄφελος τῷ παραγωγῷ, ὁπότε ἡ τοιαύτη πελατεία εἶναι ἄχρηστος καὶ ἀσύμφορος. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ βιομήχανος πληρώνει τὴν σταφίδα εἰς τιμὴν ἱκανοποιητικὴν, δὲν εἶναι ἐν τούτοις σταθερὸς πελάτης, ἐφ’ οὗ νὰ βασισθῶμεν· καὶ τοῦτο, διότι ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας αὐτοῦ θᾶττον ἢ βραδύτερον θέλει ἑρμητικῶς κλείσει τὴν θύραν εἰς τὴν ἡμετέραν σταφίδα. Καὶ τοῦτο ἀναγκαίως, διότι θίγονται συμφέροντα ἐντοπίου παραγωγῆς, ἧς ἡ κατεργασία ἡ βιομηχανικὴ δίδει ταὐτὰ καὶ ἡ σταφὶς προϊόντα. Ἡ ἐτησία ἡμῶν παραγωγὴ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῆς τελευταίας δεκαετίας, εἶναι 300 ἑκατομμύρια λιτρῶν, ἡ ἐτησία δὲ κατανάλωσις πρὸς βρῶσιν 215 ἑκατομμύρια. Ὥστε ἔχομεν ὀγδοήκοντα καὶ πέντε ἑκατομμύρια, ἅτινα πρέπει νὰ καταναλωθῶσι βιομηχανικῶς. Μετὰ τὸ τέλος τῆς δεκαετοῦς παρακρατήσεως ἡ ἑλληνικὴ βιομηχανία, πρὸς ἣν καὶ μόνην πρέπει ν’ ἀποβλέψωμεν, θὰ ἦναι εἰς θέσιν—ἡμεῖς τοὐλάχιστον εἴμεθα πεπεισμένοι περὶ τούτου—νὰ καταναλίσκῃ ἐτησίως τὰ 85 ἑκατομμύρια, καὶ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα θὰ λυθῇ. Ἰσχυρίσθησαν οἱ ἐναντιοφρονοῦντες, ὅτι ἡ παρακράτησις εἰς οὐδὲν ὠφέλησεν. Ἡμεῖς πρὸς ἀπάντησιν φέρομεν ἁπλῶς ἰσολογισμὸν—ἂς ἐπιτραπῇ ἡμῖν ἡ ἔκφρασις—τῆς παρακρατήσεως. Ἐκ τῆς ἐσοδείας τοῦ 1895 ἐξήχθησαν τόννοι 160,000, ἐκ τῆς ἐσοδείας τοῦ 1896 τόννοι 140,000, ἐκ τῆς ἐσοδείας τοῦ 1897 τόννοι 120,000, ἐκ τῆς ἐσοδείας τοῦ 1898 μέχρι σήμερον τόννοι 135,000. Ἂν λάβωμεν λοιπὸν τὰς τρεῖς ἐσοδείας, ὧν γνωρίζομεν ἀκριβῶς τὴν ἐξαγωγὴν, τοῦ 1895, 1896 καὶ 1897, ἤτοι 420,000 τόννους, πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν εἴσπραξιν ἐξ αὐτῶν βεβαίως 100,000,000 δραχμῶν, ἀφοῦ τὸ χιλιόλιτρον ἐπωλήθη κατὰ 100 τοὐλάχιστον δραχμὰς περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι ἤθελε πωληθῆ, ἂν μὴ ὑπῆρχεν ἡ παρακράτησις, ἂν ἐν τῇ ἀγορᾷ εὑρίσκετο τὸ ποσὸν τῶν 140,000 τόννων, ὅπερ ἀπερρόφησεν ἡ παρακράτησις. Εἰς τὸ κέρδος τῶν 100,000,000 πρέπει νὰ προστεθῇ τὸ ποσὸν τῶν 5,000,000, τὸ ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ παρακρατήματος προερχόμενον, ὅπερ θέλει χρησιμεύσει ἡμῖν πρὸς ἵδρυσιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ τὰ 4,000,000 δραχμῶν, ἅτινα εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον πρὸς συμψηφισμὸν τῆς κατὰ 4 δραχμὰς ἐλαττώσεως τοῦ ἐγγείου φόρου. Ἄνευ τῆς παρακρατήσεως ὁ κτηματίας θὰ ἐπλήρωνε τὰς 4 δραχμὰς εἰς μετρητὰ, ἐνῷ τὸν φόρον αὐτὸν τὸν ἐπλήρωσεν ἡ παρακράτησις. Ἄρα ὠφέλεια ὁλικὴ ἐκ τῆς παρακρατήσεως 109,000,000 δραχμαί. Ὠφελήθημεν λοιπὸν ποσὸν κολοσσιαῖον ἐκ τῆς παρακρατήσεως, δημιουργοῦμεν δ’ ἐκ ταύτης Τράπεζαν, ἥτις θέλει, ἐν μέτρῳ βεβαίως, ἔλθει ἀρωγὸς πρὸς τοὺς δυστυχεῖς, οὓς λυμαίνεται ἡ τοκογλυφία καὶ τῶν ὁποίων τὴν κατάστασιν τὴν οἰκτρὰν ζωηρῶς περιέγραψεν ὁ κ. Παναγιωτόπουλος, περιέργως ὅμως καὶ κατ’ ἀνακόλουθον σχῆμα κατειρωνευθεὶς καὶ καταδικάσας τὴν ἵδρυσιν τῆς Τραπέζης, αὐτῆς ἐκείνης, ἥτις θέλει λυτρώσει τοὺς κτηματίας ἀπὸ τῶν ὀνύχων τῶν τοκογλύφων. Δημιουργοῦμεν οὕτω διὰ τῆς παρακρατήσεως καταναλωτὴν διὰ τὸ μέλλον, ἀσφαλίζοντα ἡμῖν τὴν εὐημερίαν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἐπαρκῶς κατεδείχθη, ὅτι ὠφελεῖ ἡ παρακράτησις, ὅτι ὠφέλησεν ἡ παρακράτησις. Ἠκούσαμεν τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἀντιπαρακρατητικῶν, ὠχρὰ καὶ ἀνίσχυρα. Τὰ ἴδια τὰ παλαιὰ, ἀναμασηθέντα! Ἓν νέον προσεκομίσθη, ἡ διάρρηξις τῶν ἱματίων σεβαστοῦ συναδέλφου κατ’ αὐτῆς, ἣν ἀνεκοίνωσεν ἡμῖν ὁ κ. Παναγιωτόπουλος, ἀναγνώσας ἐπιστολὴν ἐκείνου. Ἐπολέμησαν τὴν παρακράτησιν, καὶ τὴν ἐπολέμησαν ἐκ πείσματος, ἵνα μὴ φανῶσιν ἀπατηθέντες κατὰ τὸ παρελθόν. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι πρὸ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς παρακρατήσεως αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἤθελον ἀνέλθει εἰς τὸ βῆμα καὶ ζητήσει τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, καὶ δὲν ἤθελον ἐπιμένει ἐκ πείσματος εἰς τὴν κατὰ θεσμοῦ σωτηρίου ἀντίδρασίν των. Ἀνέμενον, τὸ ὁμολογῶ, νὰ ἴδω ἐπαναλαμβανομένην τὴν σκηνὴν τῆς 22 Ἰανουαρίου 1846 ἐν τῇ Ἀγγλικῇ Βουλῇ, ὅτε ὁ Peel ἀνῆλθε τὸ βῆμα καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξηγήσεως ἐζήτησε τὴν κατάργησιν τῶν corn-law, τῶν δασμῶν ἐπὶ τῶν σιτηρῶν, ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῶν ὁποίων προστατευτικῶν δασμῶν ἐπὶ ἔτη ἠγωνίσθη. Ἐπείσθη, ὅτι τοῦτο ἀπῄτει τὸ συμφέρον τῆς χώρας, καὶ ἀμέσως τὸ διεκήρυξεν. Οὕτω τὰ ἔθνη προάγονται, ὅταν τοιούτους ἔχωσιν ἄνδρας. Πιστεύω ἀκραδάντως εἰς τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπιψήφισιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἀπὸ τοῦ ὁποίου οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ ἀπεκδέχονται τὴν σωτηρίαν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θέλω ἀπασχολήσει τὴν Βουλὴν ἐπὶ μακρότερον. Ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι νίκη τῆς πρακτικότητος κατὰ τῆς αἰθεροβάμονος θεωρίας, δὲν εἶναι νίκη τῆς πλειονοψηφίας κατὰ τῆς μειονοψηφίας, ἣν καὶ ἀνθισταμένην καθῆκον ἔχομεν νὰ σώσωμεν, ἀλλὰ κατάκτησις ἀσφαλοῦς καὶ εὐδαίμονος μέλλοντος διὰ τὴν Πελοπόννησον.
§80Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς παρακρατήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου, ἂν δὲν ἐφρόνουν ὅτι αἱ μεγάλαι πλάναι, αἱ ἐξενεχθεῖσαι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἔπρεπεν ὄχι μόνον ὑπὸ ἑνὸς, ἀλλ’ ὑπὸ πλείστων ν’ ἀναιρεθῶσι. Διότι πλάναι, τὰς ὁποίας συμμερίζεται ἡ Κυβέρνησις, πλάναι εἰς τὰς ὁποίας ὑπόκεινται ἐπιφανῆ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, ἂν ἐπικρατήσωσιν ἐνταῦθα, βεβαίως ὑποβιβάζουσι τὸ Κοινοβούλιον ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἶχεν αὐτὸ, ὅταν ἕτερος μετεῖχεν ἐν τῇ διευθύνσει αὐτοῦ, ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης. Βεβαίως ζῶντος ἐκείνου δὲν θὰ ἐσυζητοῦμεν νῦν τὸ ζήτημα τῆς παρακρατήσεως ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἐγένετο ἡ εἰσήγησις τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἡ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις. Ἦλθε καὶ ζῶντος ἐκείνου τὸ ζήτημα, ἀλλ’ ἐξητάσθη ὡς μέτρον προσωρινὸν, σκοποῦν, προσκαίρως ἐφαρμοζόμενον, νὰ μετριάσῃ τὴν κρίσιν, ἥτις κατέλαβε τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς, σκοποῦν νὰ παρασκευάσῃ τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ὅπως εὕρωσι περιστάσεις εὐνοϊκὰς οἱ σταφιδοπαραγωγοί, καὶ μὲ ὀλιγωτέραν κατὰ τὸ δυνατὸν ζημίαν ὑποχωρήσωσιν οἱ μὴ δυνάμενοι νὰ ἀνθέξωσιν εἰς τὸν διαγωνισμόν, τὸν ὁποῖον πᾶσα παραγωγὴ ἔχει, εἰς τὸν διαγωνισμόν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται πᾶν ἐμπόριον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου βασίζεται πᾶσα πρόοδος, αὐτὸς ὁ πολιτισμός. Ἂν πρόκειται, Κύριοι, νὰ κρίνω περὶ τοῦ μέτρου τῆς παρακρατήσεως καὶ νὰ σχηματίσω γνώμην περὶ αὐτοῦ, ὁδηγὸν ἔχων τὸ αἴσθημά μου πρὸς τοὺς δεινοπαθοῦντας ἐκ τῆς σταφιδικῆς κρίσεως πληθυσμούς, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἐγώ, ὁ ἀπὸ παιδικῆς ἡλικίας βλέπων τὴν ὄψιν τῆς σταφίδος καὶ περὶ σταφίδος ἐνδιαφερόμενος, ὡς γεννηθεὶς καὶ ὢν πολίτης ἐκ καταγωγῆς ἐπαρχίας, ὅπου καλλιεργεῖται αὕτη, τῆς ἐπαρχίας Μεσολογγίου, ἐγὼ βεβαίως, πονῶν, δὲν θὰ ἠδυνάμην νὰ δώσω ψῆφον κατὰ τῶν ζητούντων τὴν παρακράτησιν πληθυσμῶν. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι τοιαῦτα ζητήματα δὲν εἶναι ζητήματα μερίδος λαοῦ, ἀλλ’ εἶναι ζητήματα πολιτειακά. Τὸ δὲ ζήτημα τῆς παρακρατήσεως πρέπει νὰ ἀναχθῇ εἰς τὸ ὕψος, τὸ ὁποῖον προσήκει νὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ πολιτειακῆς ἀπόψεως, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ὠφελείας τοῦ συνόλου, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Μόνον ἐκ τοιαύτης ἐξετάσεως πρέπει νὰ μορφώσωμεν γνώμην περὶ τοῦ μέτρου τῆς παρακρατήσεως. Οὕτω δ’ ἐξετάζων, κύριοι Βουλευταί, τὸ μέτρον, εὑρίσκω, ὅτι ἀντίκειται αὐτὸ ἄντικρυς εἰς τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Εἰς τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα πάντοτε ἐπεκράτησαν πλάναι, καὶ δὲν θαυμάζω, ὅτι καὶ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ὑπάρχει πλάνη μεγίστη· ἐπεκράτησαν πλάναι, τὰς ὁποίας καὶ ἡ ἐπιστήμη δὲν ἠδυνήθη νὰ διαλύσῃ εὐχερῶς, ἐπικρατοῦσι καὶ νῦν πλάναι, πρὸ τῶν ὁποίων καὶ τὰ ἔκτακτα πνεύματα, ἂν δὲν ἦναι μεμυημένα εἰς τὴν ἐπιστήμην, δὲν εὑρίσκουσιν ἐν ἑαυτοῖς τὴν ἰσχὺν νὰ ἀντιστῶσιν εἰς αὐτάς. Καὶ διὰ τοῦτο ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν κατέγειναν μὲ τὰ τοιαῦτα ζητήματα, δὲν πρέπει νὰ ἔχωσιν ἐμπιστοσύνην εἰς ἑαυτούς, εἰς τὴν ἰδίαν των πεῖραν, ἀλλὰ πρέπει νὰ παρακολουθῶσι τὰς σκέψεις τῶν γνωριζόντων, τῶν ἐπωφεληθέντων τὴν πεῖραν τῶν αἰώνων, καὶ μετὰ τοιαύτην μελέτην ν’ ἀποφαίνωνται περὶ τῶν οἰκονομικῶν ζητημάτων. Καὶ ἐθαύμασα, ὅτι διαπρεπὴς οἰκονομολόγος ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ ὑπέπεσεν εἰς τὴν αὐτὴν πλάνην, τὴν ὁποίαν θέλω καταδείξει. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, ἐνῷ ἀνέπτυξεν εἰς ἡμᾶς, ἀγορεύων πρὸ μικροῦ, ἓν αἰτιολογικὸν κατὰ τῆς παρακρατήσεως, τὸ διατακτικὸν αὐτοῦ ἦτο ὑπὲρ τῆς παρακρατήσεως, ἦτο καὶ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐνόμιζον, ὅτι ἄνδρες, ὡς ὁ κ. Καραπάνος καὶ ἄλλοι ἐπιφανεῖς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, προωρισμένοι νὰ ὁδηγήσωσιν ἡμᾶς τοὺς νεωτέρους, ἐὰν ὄχι κατὰ τὴν ἡλικίαν, ἀλλὰ τοὺς νεωτέρους ἐν τῷ πολιτικῷ βίῳ, αὐτοὶ ἔπρεπε νὰ ἀποβλέπωσι μόνον εἰς τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν ὠφέλειαν τὴν γενικήν, ἡ ὁποία ἔδει νὰ καταδειχθῇ ὅτι περιέχεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἀτυχῶς δὲν πρόκειται καὶ μόνον περὶ πλάνης. Ἠδυνάμεθα συζητοῦντες νὰ πλανηθῶμεν, ἀλλ’ ἡ πλάνη διορθοῦται καὶ αὕτη. Ἀλλ’ ὅταν συζητῶμεν ὑπὸ πίεσιν κοινωνικῶν δυνάμεων καὶ ὑπὸ τοιαύτην διατελοῦντες πίεσιν ἐκδίδωμεν ἀποφάσεις τοῦ Κοινοβουλίου, τότε βεβαίως θὰ περιμένητε καὶ ἄλλας ἀφθονωτέρας πιέσεις ἐν προσεχεῖ μέλλοντι, καὶ θ’ ἀναγκαζώμεθα συνήθως νὰ διασπῶμεν τὴν συνοχὴν τῆς Πολιτείας, μεταβάλλοντες αὐτὴν εἰς ῥάκη, καὶ νὰ δίδωμεν ἓν εἰς αὐτὴν τὴν ἐπαρχίαν καὶ ἓν ἄλλο εἰς τὴν ἄλλην, ἓν εἰς αὐτὸ τὸ διαμέρισμα καὶ ἓν ἄλλο εἰς τὸ ἄλλο. Καὶ εἴδετε μετὰ πόσης σκέψεως καὶ νοημοσύνης καὶ περινοίας διαχειρίζονται τὸ ζήτημα οἱ προκαλέσαντες καὶ ζητοῦντες τὴν παρακράτησιν. Παρεσκεύασαν τὸ ζήτημα καὶ ζητοῦσι τὴν παρακράτησιν, καὶ ἀντὶ, ὡς ὤφειλον, νὰ ἀποδείξωσι τὴν ὠφέλειαν τοῦ μέτρου, σιωπῶσιν, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν πρῶτοι τὰ δεινὰ τοῦ πολέμου, οἱ Θεσσαλοί, ἐκεῖνοι, ὧν οἱ ἀντιπρόσωποι πάντες ἔγειναν ῥήτορες καὶ ὡμίλησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐζήτησαν ὅσα ἐζήτησαν, οὐδὲν ἔλαβον· διατί; διότι δὲν εἶχον τὴν κοινωνικὴν δύναμιν ὁμοίαν ἐκείνης, ἥτις ἑδρεύει εἰς τὰ κέντρα τῶν πόλεων, ἐν Πάτραις καὶ ἐν Πύργῳ. Πρόσσχωμεν, κύριοι Βουλευταὶ, εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ μόνον πλανώμενοι τοὐλάχιστον ἂς ψηφίσωμεν αὐτὸ, ὄχι ὅμως πιεζόμενοι. Εἶπον ὅτι πολλαὶ ἐκράτησαν ἀείποτε πλάναι εἰς τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα. Τὸ χαρτονόμισμα τί ἄλλο ἦτο ἢ μία τερατώδης πλάνη, πάντων σχεδὸν νομιζόντων, ὅτι, ὁσάκις λαός τις ὑπέκειτο εἰς μίαν οἰκονομικὴν καταστροφὴν, ἕνεκα παραγωγῆς αὐξανομένης κατὰ πολὺ, ἕνεκα κρίσεώς τινος ἐμπορικῆς, τὸ προχειρότερον μέσον ἦτο νὰ κόψωσι χαρτιὰ διὰ νὰ πλημμυρίσουν τὴν ἀγορὰν μὲ χαρτονόμισμα; Ἦτο μία θεραπεία αὕτη τῶν κρίσεων, κατὰ τῆς ὁποίας αἰῶνος ἐργασία ἔπρεπε ν’ ἀντιταχθῇ, διὰ νὰ καταστῇ καταφανὴς σήμερον ἡ πλάνη. Ἀκόμη ἐλάχιστοι εἶναι μεταξὺ ἡμῶν, οἵτινες ἔχουσι συνείδησιν τῆς ἀληθείας, ὅτι τὸ χαρτονόμισμα εἶναι ὀλέθριον, ἐκδιδόμενον ἀπεριορίστως· οἱ πλεῖστοι δὲ τὴν ἀλήθειαν ταύτην, τὴν ἐπιβληθεῖσαν, τὴν παραδέχονται ὡς ἀξίωμα, ὡς παραδεχόμεθα ἀληθὲς τὸ ἀξίωμα, ὅτι ἡ γῆ κινεῖται περὶ τὸν ἥλιον, καίτοι μὴ ἔχοντες συνείδησιν πῶς γίγνεται τοῦτο. Δὲν θαυμάζω λοιπὸν καὶ διὰ τὴν παρακράτησιν, μέτρον τὸ ὁποῖον, παρὰ τὴν ἐκπεφρασμένην γνώμην τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, παρὰ τὴν κεκαλυμμένην ἴσως γνώμην τοῦ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, παρὰ τὴν δειλὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ, εἰπόντος, ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ καταδικάζεται ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης, ἀλλ’ εἶναι πρακτικὸν, τὸ ὁποῖον, λέγω, παρὰ πάντα ταῦτα, εἶναι ζήτημα. Ἀλλ’ ἀφοῦ καθωρίσθη ὡς ζήτημα ἡ παρακράτησις, πρέπει τοὐλάχιστον νὰ συναισθανθῶμεν τί πρόκειται ν’ ἀποφασίσωμεν, νὰ μελετήσωμεν καὶ σήμερον καὶ αὔριον καὶ ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, ν’ ἀκούσωμεν τὰς γνώμας πάντων ἐκείνων, οἵτινες εἶναι ὑπόχρεοι νὰ ἔχωσι γνώμην καὶ διὰ τὸ παρὸν ἀπέναντι τοῦ τόπου, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ μέλλον αὐτοῦ, καὶ τότε ν’ ἀποφασίσωμεν. Καὶ διὰ τοῦτο εἶμαι ἐναντίος τῆς γνώμης τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τοῦ τόσον ἐγκύψαντος καὶ τόσον γνωρίζοντος τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλ’ εἰπόντος ὅτι εἶναι ἐξηντλημένον. Ἀλλὰ θὰ ἦτο ἐξηντλημένον τὸ ζήτημα, — καίτοι κατ’ ἐμὲ ζήτημα δὲν ὑπάρχει — ἂν δὲν ὑπῆρχε Κυβέρνησις, ἂν δὲν ὑπῆρχε τὸ κῦρος αὐτῆς, ὡς τοιαύτης, καὶ ἕνεκα τῶν μελῶν, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσιν αὐτὴν, ἡ ὁποία εἰσηγεῖται τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἡ ἀφορμὴ, Κύριοι, τῆς παρακρατήσεως εἶναι γνωστή. Εἷς αἰφνίδιος περιορισμὸς ἐν Γαλλίᾳ τῆς καταναλώσεως, ὁ ὁποῖος ἔδει νὰ προνοῆται, ἔφερε τὴν πτῶσιν τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος. Οὐδὲν προχειρότερον ἢ νὰ ἐρωτήσῃ τις «κατὰ πόσον ἡ κατανάλωσις ἐμειώθη;» Ὑποθέσωμεν, κατὰ τὸ τρίτον. 360 ἑκατομμύρια λίτραι σταφίδος κατηναλίσκοντο πρὸ τῆς κρίσεως. Ἄρα 120 ἑκατομμύρια λίτραι σταφίδος ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης δὲν δύνανται νὰ καταναλωθῶσι μὲ τὰς μεγάλας συνήθεις τιμάς. Συλλογισμὸς φυσικός, συλλογισμὸς λογικὸς εἶναι ὁ συλλογισμὸς τῆς παρακρατήσεως, καθ’ ὃν πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὴν προσφορὰν ἀναλόγως τῆς μειωθείσης αἰφνιδίως ζητήσεως. Βεβαίως, ὅταν ἀντὶ τῶν 360 ἑκατομμυρίων λιτρῶν δώσωμεν εἰς τὴν ἀγορὰν 240 ἑκατομμύρια, φυσικώτατον, ὅτι θ’ ἀνέλθωσιν αἱ τιμαί. Ἀπορῶ δὲ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται, ὅτι ἡ παρακράτησις ὡς τοιαύτη δὲν ἀναβιβάζει τὰς τιμάς. Τοῦτο θὰ ἦτο τόσον ἄτοπον, ὅσον ἐὰν δὲν ἐδεχόμεθα, ὅτι τὸ ἔργον τῆς ἐκριζώσεως τῶν ἀμπέλων κατὰ τὸ ⅓ θὰ ἐμείου τὴν παραγωγὴν κατὰ τὸ ⅓ καὶ ἑπομένως θ’ ἀνεβίβαζε τὰς τιμάς. Διὰ τοῦτο, λέγω, ἀπορῶ, ὅτι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης κατηγόρησαν καὶ κατεδίκασαν τὴν παρακράτησιν. Ἐν τῇ συζητήσει, Κύριοι, τοιούτων ζητημάτων πρέπει νὰ ἤμεθα τελείως καλῆς πίστεως καὶ ὅπου εἶναι ἡ ἀλήθεια, νὰ λέγηται. Ἡ δὲ τελικὴ κρίσις περὶ τοῦ μέτρου τῆς παρακρατήσεως θὰ καταδειχθῇ διὰ τῶν ἐπιχειρημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶναι προσήκοντα πρὸς τοῦτο. Λοιπὸν ἰσχυρίζομαι τοῦτο, ὅτι φυσικώτατον εἶναι, ἀφοῦ αἰφνιδίως ἦλθεν ὁ περιορισμὸς τῆς καταναλώσεως, ἡμεῖς, μειοῦντες τὴν κατανάλωσιν διὰ τῆς παρακρατήσεως, νὰ ἔχωμεν ἀνύψωσιν τῶν τιμῶν, ἥτις ὁμολογῶ, ὅτι καὶ ἐπῆλθε. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ὑψώσεως τῶν τιμῶν ἀληθῶς εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τῆς προσφορᾶς καὶ ζητήσεως. Οὐδ’ ἀπαιτεῖται φιλοσοφία πρὸς κατανόησιν τῆς ἁπλουστάτης ταύτης ἀληθείας. Εὑρίσκω μάλιστα πλημμελῆ τὴν διάκρισιν τὴν γενομένην μεταξὺ ἐπιστήμης καὶ πράξεως. Ἤκουσα ἐπανειλημμένως ἐπαναλαμβανόμενον, ὅτι ἡ παρακράτησις ἀντίκειται μὲν εἰς τὴν ἐπιστήμην, ἀλλ’ εἶναι μέτρον πρακτικόν. Ἀλλ’ ἡ διάκρισις αὕτη μᾶς ἀναγκάζει νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀναγκαίαν συνέπειαν, ὅτι ἡ ἐπιστήμη εἶναι τὸ μὴ ὀρθὸν καὶ ἡ πρᾶξις εἶναι τὸ ὀρθόν, καθ’ ἣν περίπτωσιν βεβαίως ἡ ἐπιστήμη δὲν εἶναί τι, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μελετᾶται καὶ διδάσκηται. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ ἐπιστήμη δὲν εἶναι βιβλίον τι, τὸ ὁποῖον δίδει συνταγὰς διὰ τὴν λύσιν ἑκάστου παρουσιαζομένου ζητήματος. Πᾶν τὸ ὀρθὸν εἶναι περιεχόμενον τῆς ἐπιστήμης, πᾶν τὸ μὴ ὀρθὸν δὲν εἶναι ἐπιστήμη, τὸ δὲ μὴ ἐπιστημονικὸν βεβαίως δὲν εἶναι ὀρθόν. Μόνον τυφλοὶ ὀφθαλμοί, οἱ ὀφθαλμοὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ δώσωσι λόγον τῶν γνωμῶν των, ἐκζητοῦσι στήριγμα τὸν πρακτικὸν καλούμενον λόγον. Ἀλλὰ πᾶς ὀρθὸς πρακτικὸς λόγος, ἂν δὲν προὐνοήθη ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης, θ’ ἀποτελέσῃ μέρος τῆς ἐπιστήμης, καὶ διὰ τοῦτο, ἂν ἀποδειχθῇ ἡ παρακράτησις ὀρθή, βεβαίως θὰ ἦναι ἐπιστημονική, βεβαίως θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ βιβλία τῆς ἐπιστήμης. Καὶ εὐφυῶς ἐλέχθη ἐντεῦθεν, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς παρακρατήσεως εἶναι προωρισμένος νὰ λάβῃ σελίδα ἐν τῇ οἰκονομικῇ ἐπιστήμῃ! Εἶναι λοιπὸν ἢ δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ παρακράτησις; Ναί, ἡ παρακράτησις εἶναι ὀρθὴ μέχρι τοῦ σημείου τούτου, μέχρι τοῦ σημείου, καθ’ ὃ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νὰ φέρῃ καὶ ἔφερε τὴν ἀνύψωσιν τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος. Ἂν δ’ ἐπρόκειτο εἷς ἰδιώτης ἢ πολλοὶ ἰδιῶται ἡνωμένοι εἰς συνδικάτον νὰ ἐνεργήσωσι τὴν παρακράτησιν, βεβαίως τὸ ἐγχείρημα φυσικώτατον θὰ ἦτο. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς πάντα τὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφεραν οἱ προαγορεύσαντες διὰ νὰ καταδείξωσιν ἡμῖν, ὅτι καὶ ἀλλαχοῦ γνωρίζουσι τὴν παρακράτησιν, ἢ ὅτι καὶ ἀλλαχοῦ πολλοὶ ἰδιοκτῆται, ἑνούμενοι εἰς συνδικάτα, ἐπιδιώκουσι πολλάκις τὴν ἀνύψωσιν τῶν τιμῶν ὡρισμένων προϊόντων διὰ τῆς παρακρατήσεως μέρους αὐτῶν, καὶ αὐτὸ δὲ τὸ οὐκάζιον τῆς Ῥωσίας, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτής, τοιαύτην ἔννοιαν ἔχουσιν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ ἡμᾶς· τὸ ζήτημα δι’ ἡμᾶς γεννᾶται ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ζητεῖται ἡ παρέμβασις τοῦ Κράτους διὰ νὰ γείνῃ ἡ παρακράτησις. Τότε ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν, ἀνεξαρτήτως τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος περὶ τῆς ἰδιοκτησίας, ἂν παραλείπω τὴν ἐξέτασιν ταύτην—τὸ ἑξῆς· ἵνα προκληθῇ ἡ παρέμβασις τοῦ Κράτους, ἵνα ἀναλάβῃ δηλαδὴ τὸ Κράτος τὸ ἔργον τῆς παρακρατήσεως, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία ὠφέλεια, πάντως νὰ μὴ ὑπάρχῃ βλάβη. Καὶ ποία ὠφέλεια; Τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, ἐκείνων, οἵτινες ζητοῦσι τὴν παρακράτησιν; Ὄχι, κύριοι Βουλευταί· ὦμεν εἰλικρινεῖς, ὦμεν ἐν τῷ καθήκοντι, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀνέθηκεν ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Θὰ ἐξετάσωμεν τὸ μέτρον τῆς παρεμβάσεως τοῦ Κράτους, ἂν ᾖναι σύμφωνον πρὸς τὰ διαρκῆ συμφέροντα ὁλοκλήρου τοῦ λαοῦ. Οὕτως ἐξετάζων τὸ μέτρον, ἀποφαίνομαι ὅτι δὲν εἶναι ὠφέλιμον, ὅτι εἶναι προδήλως ἐπιβλαβές. Διατί; Ἀπλούστατον καὶ τοῦτο. Κατῆλθον αἱ τιμαὶ τῆς σταφίδος ἕνεκα τῆς κρίσεως. Ἐπωλοῦμεν 360 ἑκατομμύρια λίτρας μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν κρίσιν, καὶ κατῆλθον αἱ τιμαὶ μέχρι 50 δραχμῶν. Μὲ 50 δραχμὰς κατὰ χιλιάδα ἔχομεν μίαν ἐθνικὴν πρόσοδον 18 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Νομοθετοῦμεν τὴν παρακράτησιν, πεποιθότες ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παρακρατήσεως θ’ ἀνακτήσωμεν ἔστω τὰς τιμὰς τῶν 200 δραχμῶν καθ’ ἑκάστην χιλιάδα, ἑπομένως ἡ πώλησις οὐχὶ πλέον τῶν 360 ἑκατομμυρίων λιτρῶν, ἀλλὰ τῶν 240 ἑκατομμυρίων μόνον πρὸς 200 δραχ. θ’ ἀναβιβάσῃ τὴν ἐθνικὴν πρόσοδον εἰς 48 ἑκατομμύρια δρ. Βεβαίως τὰ 48 ἑκατομμύρια δραχ. εἶναι περισσότερα τῶν 18 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, ὅτι ἠδυνάμεθα ἄνευ τῆς παρακρατήσεως καὶ τὰ 48 ἑκατομμύρια δραχμῶν νὰ ἔχωμεν ὡς ἐθνικὴν πρόσοδον, ἀλλὰ νὰ ἔχωμεν καὶ κἄτι ἄλλο, νὰ ἔχωμεν τὸ ⅓ τοῦ πληθυσμοῦ ἐλεύθερον δι’ ἄλλην ἐργασίαν, —Θὰ σᾶς εἴπω δὲ τί θὰ γείνωσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, οἱ ἐκτοπιζόμενοι· μὴ βιάζεσθε, — νὰ ἔχωμεν τὸ τρίτον τῶν γαιῶν διαθέσιμον. Διατί; Διότι, ἂν ἀφήναμεν νὰ περιορισθῇ ἡ παραγωγὴ ἀφ’ ἑαυτῆς, βεβαίως θὰ κατελήγομεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα αὐτό, ὅπως τὰ ⅔ τοῦ πληθυσμοῦ ἀντὶ τῶν 360 ἑκατομμυρίων λιτρῶν σταφίδος, τὰ ὁποῖα παρῆγεν ὅλος ὁ πληθυσμὸς, παράγωσι τὰ 240 ἑκατομμύρια, τὸ δὲ τρίτον τοῦ πληθυσμοῦ θὰ ἐπεδίδετο εἰς τὴν κτηνοτροφίαν, εἰς τὴν κηπουρικὴν καὶ εἰς τὴν καλλιέργειαν ἄλλων εἰδῶν γεωργικῶν...
§81ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸ μέλλον αὐτά. Διὰ τὸ παρὸν τί θὰ γείνῃ;
§82ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Διὰ τὸ μέλλον βεβαίως. Διὰ τοῦτο, προβλέπων τὸ ἐρώτημά σας, εἶπον ἀρχόμενος, ὅτι σκεπτόμενοι περὶ τῶν κοινῶν, τῶν γενικῶν συμφερόντων, δέον νὰ ἀποβλέπωμεν εἰς τὰ διαρκῆ ὠφελήματα τοῦ Κράτους, δὲν πρέπει ν’ ἀποβλέπωμεν εἰς τὸ συμφέρον τῆς Ἠλείας καὶ τοῦ Μεσολογγίου καὶ τῆς Ἀττικῆς. Ἂν δὲν ἐξυψωθῶμεν, εἶπον ἀπ’ ἀρχῆς, εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ συζήτησις.
§83ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔχωμεν καταστραφῆ ἕως τότε.
§84ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Θὰ καταστραφῇ ἓν μέρος. Θὰ σᾶς εἴπω τί θὰ γείνῃ. Θὰ ἴδητε δὲ, ὅτι καὶ δὲν θὰ καταστραφῇ. Θὰ ᾖναι ἀποτέλεσμα τοῦ οἰκονομικοῦ βίου ὅλων τῶν λαῶν καὶ τὸ παρ’ ἡμῖν συμβησόμενον.
§85ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔλθουν νὰ μᾶς καύσουν!
§86ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν καίουν τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν οἱ Ἕλληνες. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπαναλαμβάνωνται ἐν τῇ Βουλῇ ἀπειλαί, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα εἰς τὸ ὕψος ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον μᾶς θέλει ὁ λαός, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν Πρωθυπουργὸν, εἰπόντα καὶ προχθές, ὅτι πρὸ τῶν ἀπειλῶν δὲν θὰ πτοηθῇ τὸ Κράτος νομοθετοῦν. Δύναται νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τῆς παρακρατήσεως· ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ψηφίσεως, ἀλλὰ τῆς ψηφίσεως ἄνευ ἀπειλῶν. Δεικνύομεν ἄλλως, ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἱστάμεθα μεθ’ ὅσα ἐπάθομεν. Τοιαῦτα δὲ πρεσβεύοντες, δὲν θὰ παράσχωμεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ νὰ βελτιωθῶμεν (ἐπιδοκιμασίαι).
§87Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ πληθυσμοῦ ὁλοκλήρου, οὐχὶ περὶ ἀπειλῶν.
§88ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Θὰ ἔχωμεν λοιπὸν ὡς ἐθνικὸν εἰσόδημα ἄνευ τῆς παρακρατήσεως τὰ 48 ἑκατομμύρια δραχμῶν, θὰ ἔχωμεν καὶ διαθέσιμον πληθυσμὸν καὶ διαθεσίμους γαίας. Ἔσχον καὶ ἀλλαχοῦ διαθέσιμον πληθυσμὸν καὶ διαθεσίμους γαίας καὶ κατώρθωσαν διὰ μέσων, τὰ ὁποῖα ἐφήρμοσαν, κατώρθωσαν ὁπωσδήποτε νὰ πραΰνωσι τὰς κρίσεις αὐτὰς καὶ νὰ καταστήσωσι τὴν μετάβασιν τῶν ἐκ τῶν τοιούτων κρίσεων πασχόντων εἰς ἔργον εὐχερεστέραν. Τοῦτο μόνον ἐπιθυμῶ· παρακολουθοῦντές με εἰς τοὺς συλλογισμούς μου, νὰ πεισθῆτε τοὐλάχιστον, ποῖον εἶναι τὸ ζήτημα, ποία ἡ φύσις καὶ ἡ ἔννοια αὐτοῦ, καὶ ἐν γνώσει τούτων νὰ ἔχωμεν μίαν γνώμην. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ εἴπητε τοὐλάχιστον: «ἡ παρακράτησις εἶναι κακή, ἀλλὰ κατωρθώσαμεν καὶ τὴν ἐπήραμεν». Ἀξιέπαινοι οἱ ἐκ τῶν ζητουσῶν τὴν παρακράτησιν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν συνάδελφοι· ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ ἤμεθα καὶ ἡμεῖς πάντες, οἱ ὁποῖοι θὰ δώσωμεν τὴν ψῆφόν μας, ἀξιέπαινοι, ὅσον αὐτοί.
§89Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνώμη σας.
§90ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Βεβαίως αὐτὴ εἶναι μία προϋπόθεσις μεγάλη, ὅτι ἕκαστος λέγει τὴν γνώμην του, ὄχι τὴν τοῦ ἄλλου. Ποῖαι θὰ ἦναι, Κύριοι, αἱ συνέπειαι τοῦ μέτρου τῆς παρακρατήσεως ἐπὶ τῶν πληθυσμῶν; Μειοῦνται τὰ εἰσοδήματα τοῦ λαοῦ; τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα; Βεβαίως. Ἀλλὰ τούτου μειουμένου, κατ’ ἀναλογίαν μειοῦνται καὶ τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους, καὶ τὴν μείωσιν αὐτῶν τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Κράτους βεβαίως θ’ ἀναπληρώσῃ ὁ κάτοικος τῆς ἄλλης Πελοποννήσου, καὶ ἐκεῖνος ὅστις παράγει σταφίδα καὶ δὲν ὠφελεῖται ἢ μᾶλλον ζημιοῦται ἐκ τῆς παρακρατήσεως, καὶ ἐκεῖνος ὅστις οὐδόλως παράγει σταφίδα, ὁ κάτοικος τῆς Στερεᾶς, ὁ κάτοικος τῶν νήσων, ὁ κάτοικος τῆς Θεσσαλίας. Διότι τὸ τρίτον τοῦ πληθυσμοῦ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, διότι τὸ τρίτον τῶν γαιῶν θὰ παρῆγον ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς τὴν παραγωγὴν τὴν ἄλλην τὴν ἐθνικὴν, θὰ παρῆγον τοὐλάχιστον 15,000,000 μέχρις 20,000,000 δραχμῶν προϊόντα ἄλλα, καὶ μὲ τὴν ὑφισταμένην φορολογίαν ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους θὰ ἀνήρχοντο εἰς 4–5 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Τούτων τῶν ἑκατομμυρίων στερούμενον τὸ Κράτος, βεβαίως θὰ στραφῇ πρὸς τοὺς ἄλλους, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ ταῦτα. Ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ πραγματικὴ ἄποψις τοῦ ζητήματος. Ὅταν πεισθῶμεν περὶ αὐτοῦ, ἂς ψηφίσωμεν τὴν παρακράτησιν. Ἀλλὰ δὲν κατανοεῖτε τοὐλάχιστον τὴν ἀνάγκην τῆς βαθυτέρας μελέτης τοῦ ζητήματος;
§91Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τί φόρον πληρώνει ἡ σταφίς;
§92ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἰς τί θὰ σᾶς χρησιμεύσῃ ἡ ἀπάντησις;
§93Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σταφὶς πληρώνει πολὺ περισσότερα τῶν ὅσων πληρώνει ἡ Στερεά. Πληρώνει 24 δραχμάς.
§94ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Θεωρίαι!
§95ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τί νὰ σᾶς κάμω; δὲν δύναμαι νὰ ὁμιλήσω πρακτικῶς.
§96Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐξακολουθήσατε, κύριε Βουλευτά· μὴ δέχεσθε διακοπὰς, παρακαλῶ.
§97ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπεν ὅτι ἡ Στερεὰ θὰ πληρώνῃ δι’ ἡμᾶς.
§98ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό. Μήπως θέλετε νὰ ἐπαναλάβω ἀπ’ ἀρχῆς τί εἶπον, διὰ νὰ πεισθῆτε ὅτι δὲν εἶπον ὅ,τι ἰσχυρίζεσθε;
§99ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, σᾶς παρακαλῶ.
§100ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ἐρωτῶσι, «τί θὰ γείνωσιν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἵτινες θὰ ἐκτοπισθῶσιν ἐκ τῆς ἀχρήστου παραγωγῆς;» Θέλετε, Κύριοι, νὰ θέσωμεν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου τὴν ἐλεημοσύνην; Ἄν αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχῃ τὸ νομοσχέδιον, βεβαίως εἶμαι σύμφωνος καὶ ἐγὼ μαζῆ σας· ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐπαγγέλλεται ἐλεημοσύνην. Εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι, ὅταν καθορισθῇ τὸ ζήτημα καὶ τεθῇ ὅπως εἶναι πράγματι ὑπὸ τὰς ὄψεις τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων, οἵτινες ζητοῦσι τὴν παρακράτησιν, βεβαίως καὶ οἱ Ἠλεῖοι δὲν δέχονται ἐλεημοσύνην, καὶ οἱ Πατρεῖς δὲν δέχονται ἐλεημοσύνην, διότι δὲν θὰ ἦσαν οὗτοι ἄξιοι τῆς μεγάλης νοημοσύνης, τῆς μεγάλης δραστηριότητος, τῆς μεγάλης φιλεργίας καὶ φιλοτιμίας, ἡ ὁποία τοὺς διακρίνει, ἂν ἐζήτουν ἐλεημοσύνην. Νομίζουσιν ὅτι ἔχουσι δικαίωμα, καὶ πρέπει νὰ τοὺς πείσωμεν ὅτι δὲν ἔχουσι δικαίωμα.
§101ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τοὺς ἔπεισαν ὅτι ἔχουν δικαίωμα.
§102ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐὰν λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον ἐστηρίζετο ἐπὶ τῆς βάσεως αὐτῆς, θὰ ἠδυνάμην νὰ ἦμαι ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τί σκοπεῖ; Νὰ ἄρῃ τελείως τὴν κρίσιν καὶ νὰ τὴν ἄρῃ ἐγκαταλεῖπον πάντας νὰ παράγωσιν ὅ,τι θὰ ἠδύναντο νὰ παραγάγωσι καὶ τὰ δύο τρίτα τοῦ ὅλου. Κύριοι, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διορισθῶ καθηγητὴς τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ, αὐτὴ δὲ ἡ Πολιτεία, ἡ ὁποία μοὶ ἔδωκε τὸ ἀξίωμα, τάχιστα μοὶ τὸ ἀφῄρεσε. Κατὰ τὸν χρόνον ἐν τούτοις τὸν ὀλίγον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐδίδαξα, τὸ πρῶτον μάθημα, τὸ ὁποῖον ἔκαμα εἰς τοὺς μαθητάς μου, ἦτο τὸ ἑξῆς. Τοῖς ἔλεγον, τὸ πρῶτον στοιχεῖον τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας, ὁ κύριος σκοπὸς τῆς ἐπιστήμης αὐτῆς εἶναι νὰ διδαχθῆτε, πῶς δι’ ὀλιγωτέρας ἐθνικῆς ἐργασίας νὰ ἔχωμεν περισσότερα προϊόντα, πλειοτέραν παραγωγήν. Ἡ ἐπίτευξις τοῦ σκοποῦ τούτου εἶναι αὐτὴ ἡ πρόοδος, αὐτὸς ὁ πολιτισμός. Ἡμεῖς διὰ τῆς παρακρατήσεως τί θέλομεν; Πῶς διὰ πλειοτέρας ἐργασίας καὶ κεφαλαίων νὰ ἔχωμεν ὀλιγώτερα. Αὐτὸ δὲν εἶναι πρόοδος, δὲν εἶναι σκέψις νὰ ἀκουσθῇ ἐκεῖ, ὅπου τὰ πράγματα κρίνονται ὅπως πρέπει νὰ κρίνωνται.
§103ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Εἶναι ὅμως πλειονοψηφία.
§104Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ὁ Μολινάρη, διάσημος οἰκονομολόγος Γάλλος, ὅταν ἔλεγον εἰς αὐτὸν περὶ παρακρατήσεως, ἐνόμιζε τὸ μέτρον ὡς ἀστεῖον.
§105ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Βεβαίως αἱ Πολιτεῖαι ἀναγκάζονται νὰ λαμβάνωσι πανταχοῦ μέτρα ἐνίοτε, εἰς τὰ ὁποῖα καὶ αὗται δὲν ἔχουσι πεποίθησιν, καὶ ἰδίως ὅταν καταλαμβάνῃ ἕνα πληθυσμὸν μία πλάνη, δίδουσι κἄτι εἰς αὐτὸν, βεβαίως ὑποχωροῦσι πρὸ παρομοίων ἀξιώσεων, ἀλλὰ προσωρινῶς, μέχρις οὗ λάβωσι τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον νὰ πείσωσι, μέχρις οὗ δώσωσι τὸν ἀναγκαῖον καιρὸν νὰ ἐπιδοθῶσιν οἱ παθόντες ἐκ κρίσεώς τινος εἰς ἄλλα ἔργα. Ἀλλ’ ἡμεῖς συνταυτιζόμεθα μετὰ τῶν πληθυσμῶν αὐτῶν, ἀποδεχόμεθα ὡς ἀλήθειαν τὴν παρακράτησιν καὶ λέγομεν εἰς αὐτούς: «ἐπείσθημεν, καὶ ἰδοὺ ἡμεῖς νομοθετοῦμεν διὰ 10 ἔτη τὴν παρακράτησιν»· καὶ χαρακτηρίζομεν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὡς διαρκές, διότι, ὅταν νομοθετῶμεν διὰ 10 ἔτη, εἶναι βέβαιον πλέον ὅτι νομοθετοῦμεν περὶ αἰωνιότητος.
§106ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δι’ ἕν ἔτος ἀρχικῶς.
§107ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Βεβαίως· καὶ διὰ τοῦτο ὑπεχώρησεν ἡ Πολιτεία. Καὶ βεβαίως, καταληφθεῖσα ἀπαράσκευος ἡ Πολιτεία, εἶχε καὶ καθῆκον νὰ ὑποχωρήσῃ, καὶ ἔδωκε τὴν παρακράτησιν δι’ ἓν ἔτος, ὡς προσωρινὸν μέτρον, οὐχὶ διὰ πολλὰ ἔτη. Μεταβάλλεται ἐξ ὁλοκλήρου τὸ ζήτημα σήμερον.
§108ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε δὲν διασκεδάζεται ποτὲ ἡ πλάνη.
§109ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δυστυχῶς ὄχι.
§110ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Αὐτὰ εἶναι λέξεις. Ἐγὼ λέγω πράγματα. Ἂν θέλετε, διαδεχθῆτέ με νὰ τὰ ἀναιρέσητε.
§111ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἰωνίως, νομίζετε, δύνανται νὰ πλανῶνται;
§112ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐφ’ ὅσον καταρτίζετε σύστασιν Βουλευτῶν, ὁποίαν ἔχετε, καὶ δίδετε καὶ τὴν συνδρομήν σας εἰς ψήφισιν ἄλλων νομοσχεδίων, διὰ νὰ ἐπιτύχητε τὴν ψήφισιν τῆς παρακρατήσεως, θὰ ᾖναι πάντοτε ἡ πλάνη. Διότι δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν περὶ εὑρέσεως τῆς ἀληθείας, ὡς φαίνεται· πρόκειται περὶ μιᾶς προκαταλήψεώς σας, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε νὰ ἐπιβάλητε διὰ τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν ἔχετε, καὶ ἀρκεῖσθε εἰς αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἀντλεῖτε ἐκ τῆς κοινωνικῆς δυνάμεως, ἡ ὁποία σᾶς στέλλει ἐνταῦθα. Ὠφελιμώτερον ὅμως εἶναι νὰ γείνῃ συζήτησις ἐνταῦθα, ν’ ἀποκαλυφθῇ ἐξ αὐτῆς ἡ ἀλήθεια, καὶ ἂν μετὰ τὴν ἀποκάλυψιν τῆς ἀληθείας περὶ τῆς ἐννοίας τῆς παρακρατήσεως ψηφισθῇ αὕτη, τοὐλάχιστον νὰ χαρακτηρίσωμεν τὸ νομοσχέδιον, ὁποῖον πράγματι εἶναι, πῶς ἐδόθη τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ πιστεύσωσι καὶ οἱ πληθυσμοὶ ἐκεῖνοι, ὅτι πρέπει νὰ τὸ ἐκλάβωσιν ὡς προσωρινόν. Παρεμβαίνουσι τὰ Κράτη, Κύριοι, καὶ δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ καταδικάσωσι τὸ Κράτος εἰς ἀδράνειαν, καίτοι εἶναι ζήτημα, ἂν τὸ ἡμέτερον Κράτος ἔχῃ τὴν δύναμιν καὶ τὰς ἰδιότητας, ἵνα παρεμβαίνῃ. Δὲν ἀνήκω εἰς τὴν Σχολὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν, ὅτι τὸ Κράτος μόνον δικαιοσύνην πρέπει νὰ δίδῃ, καὶ μόνον διοίκησιν, δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι τὸ laissez faire καὶ laissez aller. Βεβαίως πρέπει νὰ παρεμβαίνῃ τὸ Κράτος. Ἀλλὰ γνωρίζετε ἐκ ποίας αἰτίας ἠναγκάσθησαν ν’ ἀναγνωρίσωσιν ὡς ἀρχὴν τὴν παρέμβασιν τοῦ Κράτους κυρίως; Ἠναγκάσθησαν νὰ ἀναγνωρίσωσι τὴν παρέμβασιν τοῦ Κράτους διὰ τὴν καλλιτέραν διανομὴν τοῦ πλούτου, οὐχὶ διὰ τὸν περιορισμὸν τῆς παραγωγῆς, ἠναγκάσθησαν νὰ ζητήσωσι τὴν παρέμβασιν τοῦ Κράτους, πότε; Ὅταν ἡ ἐργασία, ὑποκειμένη εἰς τὸ κεφάλαιον, δὲν ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ ἀντιδράσῃ κατ’ αὐτοῦ. Ἂς ἀνοίξῃ ὁ φίλτατος συνάδελφος ἐκ Μαντινείας τὰ βιβλία του, καὶ θὰ ἴδῃ ὅτι οὐδέποτε παρεμβαίνει εἰς ἄλλην περίστασιν τὸ Κράτος. Θέλετε παρέμβασιν τοῦ Κράτους; Παρεμβῆτε καὶ εἴπετε ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐργάζωνται 17 ὥρας τὴν ἡμέραν χίλιοι ὑπάλληλοι τῆς Ἑταιρείας τῶν Ἱπποσιδηροδρόμων, ἐνῷ εἰς τὸ Βέλγιον, ὅπου ἀνήκει ἡ ἑταιρεία, ἐργάζονται μόνον 8 ὥρας (ἐπιδοκιμασίαι). Ἡ Πολιτεία δύναται νὰ εἴπῃ εἰς μίαν τοιαύτην ἑταιρείαν: «Σεῖς δὲν εἶσθε ἀπὸ τοὺς Ζουλοῦ, σεῖς εἶσθε ἀπὸ τὸ Βέλγιον· ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νομοθετημάτων σας, τῶν ἐν Βελγίῳ ἰσχυόντων, θὰ καθορίσητε καὶ ἐν Ἑλλάδι τὴν ἐργασίαν, καὶ θὰ πληρώνητε τοὺς Ἕλληνας ὡς πληρώνετε τοὺς Βέλγους». Θέλετε παρέμβασιν τοῦ Κράτους; Μεταβῆτε εἰς τὸ Λαύριον, καὶ δι’ ὅσα ἐκεῖ ὑφίσταται ὑπὸ τὴν γῆν ἡ ἐργασία, δότε εἰς ἀντάλλαγμα εἰς τοὺς ἐργάτας αὐτούς, ὅταν ὑποστῶσι βλάβην τινά, ὅταν ὑποστῶσι πάθημά τι, δότε εἰς αὐτοὺς διὰ τὸ γῆράς των, διὰ 2 ἢ 5 ἔτη, ἓν μικρὸν βοήθημα, ἀντὶ τῶν θυσιῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθησαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ παρέμβασις τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐὰν ἠθέλομεν τοιαύτην δικαίαν παρέμβασιν τοῦ Κράτους νὰ ζητήσωμεν, θὰ ἐγελᾶτε! Δὲν εἶναι παρέμβασις τοῦ Κράτους ἡ δήμευσις. Τὸ παράδειγμα τὸ ἐν Ρωσίᾳ, ὅπερ ἀνέφερε συνάδελφός τις, δὲν περιέχει δήμευσιν, καθὼς δὲν εἶναι προσφυὲς τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, τὸ τῶν ἀνθρακωρυχείων. Τὰ ἀνθρακωρυχεῖα ταῦτα εἶναι μιᾶς ποιότητος, ἡ σταφὶς δὲν εἶναι μιᾶς ποιότητος. Συγχέομεν μερικὰ πράγματα, καὶ ἔχομεν σφαλερὰς συνεπείας. Ὅταν ἦναι μία μόνη ποιότης τῆς παραγωγῆς, δὲν ὑπάρχει τοιαύτη ἔγγειος πρόσοδος, ὡς ὑπάρχει ὅταν ὑπάρχῃ διάφορος ποιότης. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅταν ὑπάρχῃ ἔγγειος πρόσοδος, ἀφαιρεῖτε τὸ εἰσόδημα τοῦ ἑνὸς καὶ τὸ δίδετε εἰς τὸν ἄλλον, τὸ δημεύετε καὶ τὸ μοιράζετε. Καὶ δὲν πρόκειται περὶ τῆς δημεύσεως εἰδικῶς ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει, πρόκειται κυρίως περὶ τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν θέτετε, καὶ τὴν ὁποίαν ἂν ἀποδεχθῶμεν, δὲν ἠξεύρω ποῦ θὰ καταλήξωμεν. Οὐδὲ αὐτὸς ὁ κοινωνισμὸς στέργει τὴν τοιαύτην παρέμβασιν τοῦ Κράτους. Σᾶς εἶπον, ὅτι τὴν προεκάλεσεν ὁ κοινωνισμὸς τὴν ἀρχὴν τῆς παρεμβάσεως τοῦ Κράτους, ἀλλ’ οὐδ’ αὐτὸς θέλει τὴν παρακράτησιν. Ἡ παρακράτησις εἶναι μέτρον κοινοκτημοσύνης. Τὰ πάντα κοινά. Τουλάχιστον ἂν τὰ ἐκάμνομεν ὅλα! (γέλωτες).
§113ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δυστυχῶς δὲν εἶναι τὰ πάντα κοινὰ εἰς τὴν παρακράτησιν· εἶναι τὰ πάντα ἴδια, ἢ μᾶλλον τὰ κοινὰ ἴδια.
§114ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ κρίσεως. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἠθικὸς νόμος τῶν κοινωνιῶν νὰ ὑπάρχωσι κρίσεις, καὶ εἶναι νόμος κοινωνικὸς νὰ ὑπάρχωσι καὶ θύματα. Ἐν τῇ οἰκονομικῇ ἐνεργείᾳ γίγνεται εἷς ἀγών, καὶ θὰ πέσωσιν οἱ ἀσθενέστεροι. Αὐτὰ εἶναι τ’ ἀποτελέσματα τῆς κρίσεως. Καθ’ ἡμέραν συμβαίνουσιν αἱ κρίσεις αὐταί. Ἄλλοτε εἰς τὸ Manchester περιωρίσθη ἡ κατανάλωσις ὡρισμένων εἰδῶν παραγωγῆς, καὶ ἔμειναν εἰς τὰς ὁδοὺς 150,000 ἄνθρωποι. Ἔλαβον μέτρα. Ποῖα μέτρα; Ἔλαβον τὸ μέτρον ν’ ἀφήσωσι νὰ ἐργάζωνται εἰς ἄχρηστον παραγωγήν; ἔλαβον τὸ μέτρον νὰ δημεύσωσι τὴν περιουσίαν τῶν κυρίων αὐτῶν ἢ τῶν ἄλλων ἐργατῶν, τῶν ἐργαζομένων; Ὄχι· ἐβοήθησε τὸ Κράτος αὐτοὺς νὰ εὕρωσιν ἐργασίαν. Οἱ ἰδικοί μας δὲν εὑρίσκονται καὶ ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις, διότι οἱ ἰδικοί μας ἔχουσι τοὐλάχιστον τὴν γῆν, ἔχουσι καὶ τὸν ἥλιον αὐτὸν τὸν ἑλληνικὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς αὐτοὺς ἀπόκτημα μέγα, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ Manchester. Θὰ σᾶς ἀναφέρω μίαν ἐγχώριον κρίσιν, Κύριοι, ἥτις τιμᾷ τὴν γενέτειράν μου πατρίδα, κρίσιν, ἥτις ἀπὸ τριακονταετίας χρονολογεῖται καὶ τὴν ὁποίαν ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ἐμεγέθυνεν ὁ ἀοίδιμος Τρικούπης. Ἡ πόλις τοῦ Μεσολογγίου εἶχε ναυτιλίαν ἄλλοτε· ἡ πόλις τοῦ Μεσολογγίου, ὅτε ὑπῆρχεν ἡ ἔλλειψις τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, ἦτο κέντρον ἐμπορικώτατον. Ἐν τῇ πόλει τοῦ Μεσολογγίου καὶ ἐν τῇ πόλει τοῦ Αἰτωλικοῦ ἔζων δισχίλιοι περίπου ἄνθρωποι, ἐν δικαίῳ, μὲ τὰ ἅλατα. Ἀπὸ συστάσεως τοῦ Μεσολογγίου ἐθεώρουν τοῦτο δικαίωμα ἴδιον. Ἡ λίμνη ἦτο περὶ τὰς οἰκίας αὐτῶν τῶν κατοίκων· δὲν εἶχον ἢ νὰ ἁπλώσωσι τὴν χεῖρα, ἵνα λάβωσι τὸ ἅλας. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα. Καὶ ἦλθεν ἐκεῖνος, καὶ ἐκεῖνο τὸ δικαίωμα, καὶ ἐκείνην τὴν ἐργασίαν, μὲ τὴν ὁποίαν ἀπέζων δύο χιλιάδες ἄνθρωποι καὶ πλέον, τὴν ἀφήρεσεν ὑπὲρ τοῦ Κράτους καὶ κατὰ τῆς δημοτικότητός του, καὶ ἔμειναν δύο χιλιάδες ἄνθρωποι μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας. Κατεστράφη ἡ ὑπολειφθεῖσα μικρὰ ναυτιλία ἕνεκα τῶν ἄλλων μέσων τῆς συγκοινωνίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρόοδος. Ἐν τούτοις δὲν ὡμίλησαν. Ἔγεινεν ὁ σιδηρόδρομος Μεσολογγίου – Ἀγρινίου· κατεστράφησαν τὰ ἄλλα μεταγωγικά των μέσα, ἔπαυσε πᾶσα κίνησις πλέον διὰ τὴν πόλιν, ἔμειναν πεντακόσιοι ἔτι ἄνδρες ἄνευ ἐργασίας, καὶ ἐν τούτοις δὲν ὡμίλησαν!...
§115Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡμίλησαν.
§116ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἄλλο ἐκεῖνο τὸ ’μίλημα... Δὲν ὡμίλησαν δὲν εἶπον εἰς τὸ Κράτος τίποτε. Δυνατὸν νὰ εἶπον εἰς τὸν Τρικούπην προσωπικῶς, κακῶς ποιοῦντες.
§117Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τούτου πρόκειται.
§118ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν ὡμίλησαν· δὲν εἶπον εἰς τὴν Πολιτείαν τίποτε. Ἂν εἶπον, εἶπον τουλάχιστον μόνον εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τοὺς ἀντεπροσώπευε. Πέρυσιν οὔτε σταγόνα οἴνου, οὔτε κόκκον σταφίδος ἔλαβον, διότι κατεστράφησαν ὑπὸ τοῦ περονοσπόρου τὰ πάντα τελείως, καθ’ ὁλοκληρίαν. Καὶ ἐν τούτοις, Κύριοι, οὐδὲν εἶπον· οὐδὲν τηλεγράφημα ἦλθεν εἰς τὰς ἐφημερίδας. Δὲν ἐζήτησαν τίποτε παρὰ τῆς Πολιτείας. Καὶ ταῦτα πάντα ἐπὶ χρόνον παθόντες, εἶναι οἱ μόνοι, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν χρεωστοῦσιν εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικὴν, καὶ τὰ χρέη των ἀπεπλήρωσαν. Ἐπλήρωσαν αὐτὰ διὰ τῆς οἰκονομίας των, διὰ τῆς στερήσεώς των, περισυλλεγέντες, οἰκονομήσαντες, παθόντες. Καὶ ὑπέστησαν μίαν διαρκῆ κρίσιν τριακονταετῆ! Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐκεῖ ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης καὶ ἔπρεπε νὰ διδάξῃ τοὺς συμπολίτας του, ὅτι ἦτο ὁ νόμος τῆς προόδου τὰ παθήματά των, καὶ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν τὸ Μεσολόγγιον νὰ ἦναι πρόσκομμα εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν γενικῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἀλλὰ σήμερον δὲν ὑπάρχει Τρικούπης. Διὰ τοῦτο ὑπάρχει ἡ παρακράτησις. Ταῦτα ἐδίδασκεν ὁ Τρικούπης. Διὰ τοῦτο ἦτο μέγας. Μὴ θαυμάζεται δὲ, Κύριοι, ὅτι ἐγὼ λέγω ταῦτα, ὁ τελευταῖον ἀποστὰς ἀπ’ αὐτοῦ, διότι ἡ ψυχή μου οὐδέποτε ἐχωρίσθη ἀπ’ αὐτοῦ· καὶ μάρτυρες εἶναι πολλοὶ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν), ἐὰν λέγω ἀληθῆ καὶ ἐὰν μετὰ πόνου, μετ’ ἀληθείας, μετ’ εἰλικρινείας ὁμιλῶ.
§119ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρῶτος εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον περὶ παρακρατήσεως ὁ Τρικούπης.
§120ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὸ εἶπον δὰ, πῶς τὸ εἰσήγαγε.
§121ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι οἱ λόγοι γεγραμμένοι.
§122ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὁποῖον κατεψηφίσθη.
§123ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἰσήγαγε πιεζόμενος.
§124ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀλλὰ θὰ ἔλεγέ τις, Κύριοι, ὅτι ἡ σταφὶς εἶναι μονοπώλιον, καὶ ἑπομένως, ἂν περιορίσωμεν τὴν παραγωγὴν, καὶ ἀπὸ τῶν 50 δραχμῶν ἀνέλθωσιν αἱ τιμαὶ εἰς 200 διὰ τὰ 240 ἑκατομμύρια, πάντοτε ὑπάρχει τι τὸ μονοπωλιακὸν εἰς τὰς τιμὰς αὐτὰς, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἄνευ τῆς παρακρατήσεως, καὶ διὰ τοῦτο δίδοντες εἰς τοὺς ἄλλους οὐδένα ἀδικοῦμεν, διότι τὸ πλέον τῶν τιμῶν φέρει αὐτὴ ἡ παρακράτησις. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ διευκρινήσωμεν τὸ ζήτημα. Ἤκουσα τοὺς πάντας λέγοντας, ὅτι ἡ σταφὶς εἶναι μονοπωλιακὸν προϊὸν τῆς Ἑλλάδος. Δὲν εἶναι ὀρθὸν τοῦτο. Ἄλλο τὸ ζήτημα, ὅτι παράγεται μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Μονοπωλιακὸν προϊὸν δὲν εἶναι· διότι, ἐὰν ἦτο, δὲν θὰ εἴχομεν παρακράτησιν. Ἔχει τοὺς ὅρους νὰ γείνῃ ὑπὸ τοῦ Κράτους μονοπώλιον, ἀλλὰ δὲν εἶναι. Εἶναι ὅμως κἄποια σταφὶς μονοπωλιακή. Ποία; Εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία παράγει καλὴν ποιότητα, ἢ πλειοτέραν ἢ ἄλλαι γαῖαι. Ἡ διαφορὰ δηλαδὴ τῶν καλῶν γαιῶν ἀπὸ τὰς κακὰς, ἀπὸ τὰς χειροτέρας, αὐτὸ εἶναι ἔγγειος πρόσοδος. Καὶ αὐτὴ ἡ ἔγγειος πρόσοδος ὡρισμένων γαιῶν ἀποτελεῖ τὸ μονοπώλιον ὡρισμένης σταφίδος. Καὶ αὐτὴν τὴν ἔγγειον πρόσοδον τὴν λαμβάνουσι τίνες; Ὅσοι ἔχουσι καλλιτέραν ποιότητα, ὅσοι ἔχουσι περισσοτέραν ποσότητα. Καὶ διὰ τοῦτο εἶναι περιττὸν ἡμεῖς νὰ ἐρωτήσωμεν ποῖοι ἔχουν συμφέρον εἰς τὴν παρακράτησιν. Οἱ Αἰγιεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν καλλιτέραν ποιότητα, βεβαίως ἔχουσιν ἔγγειον πρόσοδον· αἱ Καλάμαι, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι περισσοτέραν ποσότητα, ἔχουσιν ἔγγειον πρόσοδον. Ποῖοι λοιπὸν ἔχουσι συμφέρον διὰ τὴν παρακράτησιν; Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καλλιεργοῦσι τὰς χειροτέρας γαίας ἢ ὑπὸ ἔποψιν ποιότητος ἢ ὑπὸ ἔποψιν τῶν πολλῶν ἐξόδων. Ἂν ἡ σταφὶς ἦτο μονοπωλιακὴ ἢ ὁμοίας φύσεως καρπὸς, βεβαίως θὰ ἀντέκειτο καὶ τότε πρὸς τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους τὸ μέτρον τῆς παρακρατήσεως, ἀλλὰ δὲν θ’ ἀπετέλει καὶ δήμευσιν, δὲν θὰ ἦτο ἀδικία τοὐλάχιστον. Ἤδη ὅμως ἀφαιρεῖτε ἀκριβῶς ἀπὸ τὸν Αἰγιέα, ἀφαιρεῖτε ἀκριβῶς ἀπὸ τὸν Καλάμιον, δηλαδὴ ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἔγγειον πρόσοδον, διὰ νὰ τὴν δώσητε καὶ εἰς ἄλλους. Ὥστε καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην δὲν ἔχει στήριγμα ἡ ἔννοια τῆς παρακρατήσεως. Ποῖοι δὲ θὰ πάθωσιν ἄνευ τῆς παρακρατήσεως; Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ παράγωσι δι’ ὀλιγωτέρων ἐξόδων; Ὄχι. Οἱ παράγοντες δὲ δι’ ὀλιγωτέρων ἐξόδων εἶναι τὰ χωρία. Βεβαίως μὲ μίαν κρίσιν, καὶ κρίσιν τοιαύτην, οἵα ἡ ἐπελθοῦσα εἰς τὴν σταφίδα, δὲν δύνανται αἱ πόλεις νὰ διαγωνισθῶσι πρὸς τὰ χωρία. Δὲν δύναται ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος περιμένει εἰσόδημα, ἀλλὰ μένει ἐν τῷ καφενείῳ εἰς τὸ Αἴγιον, εἰς τὸν Πύργον, εἰς τὰς Πάτρας, δὲν δύναται νὰ διαγωνισθῇ. Θὰ πέσῃ εἰς τὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον παρασκευάζει εἰς αὐτὸν ἡ ἐργασία. Καὶ ὅταν ἡ ἐργασία νικᾷ, βεβαίως τ’ ἀποτελέσματα εἶναι καλά. Εὐτυχῶς λοιπὸν αἱ ἑκατοντάδες χιλιάδων, ἐκεῖναι, περὶ ὧν ὡμίλησαν, δὲν θὰ μείνωσιν εἰς τὸν δρόμον. Αἱ πόλεις δὲν θ’ ἀνθέξωσιν εἰς τὸν ἀγῶνα, δὲν θ’ ἀντέχωσιν εἰς τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας — ἔξοδα τῆς καλλιεργείας, τὰ ὁποῖα εἶναι προσωπικὰ διὰ τὸν ἐργάτην. — Νομίζω ὅτι προστατεύομεν τὸν χωρικὸν, τὸν ἐργάτην, ἄνευ παρακρατήσεως· ὅπως δὲ καὶ ἂν ἐξετάσωμεν τὸ πρᾶγμα, ὁ ἐργάτης, ὁ χωρικὸς, οὐδὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ. Ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, εἰπόντος ὅτι ἡ σταφὶς εἶναι τὸ μοναδικὸν προϊόν, τὸ ὁποῖον φέρει χρυσὸν εἰς τὸν τόπον μας. Βεβαίως, Κύριοι. Νὰ ἐξάγωμεν προϊόντα καὶ νὰ ἔχωμεν χρυσὸν εἰσρέοντα εἶναι ἐπιθυμητόν. Ἀλλ’ ὅταν τοῦτο λέγηται πρὸς ἀντίθεσιν ἄλλης παραγωγῆς, δὲν τὸ εὑρίσκω σωστὸν, τὸ εὑρίσκω καὶ πεπλανημένον. Καὶ θὰ σᾶς εἴπω τὸν λόγον. Ἐὰν τὰ τριάκοντα, τὰ τεσσαράκοντα ἑκατομμύρια δραχμῶν, τὰ ὁποῖα εἰσάγομεν ἐκ τῆς σταφίδος, ἐὰν τὰ παρήγομεν εἰς δημητριακοὺς καρποὺς, νομίζετε ὅτι θὰ ὑπῆρχε καμμία διαφορά; Ὄχι. Ἠθέλομεν οἰκονομεῖ μάλιστα καὶ τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς τῶν ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα μᾶς ἔρχονται ἔξωθεν, διότι μὲ τὰ τριάκοντα ἑκατομμύρια τοῦ χρυσοῦ τῆς σταφίδος οὐδὲν ἄλλο πράττομεν νῦν ἢ νὰ πληρώνωμεν τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην, ὡς καὶ πλεῖστα ἄλλα πράγματα. Καὶ αὐτὴ ἔτι ἡ ἐργασία τοῦ ῥάπτου, τοῦ ὑποδηματοποιοῦ, πᾶσα ἄλλη ἐργασία, ἀρκεῖ νὰ ἀποφέρωσιν ἕνα τόκον, τὸν κατὰ μέσον ὅρον τόκον 10–15%, ἐπὶ τῶν κεφαλαίων, καὶ ἰδοὺ, ὅτι ἔχομεν παραγωγήν. Μάλιστα ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει ἡμεῖς ἰδίως νὰ προσέχωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶναι τοῦτο, πῶς τὸ ἐξωτερικόν μας ἐμπόριον νὰ μεταβάλωμεν εἰς ἐσωτερικὸν, καθ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, μειοῦντες τὸ ἐξωτερικόν. Ἐκ τοῦ τοιούτου περιορισμοῦ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου, οὐχὶ ἐκ προνοίας ἡμῶν, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ὑπάρξεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἔχομεν τὸν Πειραιᾶ. Ὁ Πειραιεὺς, ἡ βιομηχανία του, εἶναι καὶ μία μείωσις ἐξαγωγῆς ἄλλης ἐγχωρίου παραγωγῆς, τὴν ὁποίαν θὰ ἐκάμνομεν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Κατὰ τί θὰ ἦναι καλλιτέρα ἡ οἰκονομική μας κατάστασις διὰ τὸν περιορισμὸν τῆς ἐξαγωγῆς τῶν ἐξαγωγικῶν μας προϊόντων χάριν τῶν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ παραγομένων; Κατὰ τοῦτο, διότι καὶ πολιτικῶς γινόμεθα οὕτως αὐτάρκεις μᾶλλον, καὶ οἰκονομικῶς, ἔχοντες τὴν ἰδίαν παραγωγὴν συγχρόνως. Τὰ αἴτια τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ναὶ μὲν εἶναι οἱ πόλεμοι, αἱ ἰδέαι αἱ μεγάλαι, ἀλλὰ πάντοτε θὰ ὑπάρχωσι παρ’ ἡμῖν αἱ ἀφορμαὶ, ἐφ’ ὅσον τόσην δυσαναλογίαν ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου ἔχομεν πρὸς τὸ ἐσωτερικόν. Ἡ ἐλαχίστη διασάλευσις τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ φέρει διατάραξιν αὐτῆς τῆς παραγωγῆς. Διὰ τοῦτο ἡ Βουλγαρία δὲν ἔχει φόβον ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι δὲν ἔχει μέγα ἐξωτερικὸν ἐμπόριον ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἐσωτερικόν της. Ἴσως μείνῃ πένης, ἀλλὰ φόβον ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν θὰ ἔχῃ. Ἡμεῖς, καὶ πλουτοῦντες, ἔτι μᾶλλον ὑποκείμεθα εἰς τοὺς κινδύνους τῆς ἀσταθείας τοῦ νομίσματος, ἡ ὁποία, πάντες γνωρίζετε, ὁποῖα ἔχει ἀποτελέσματα. Ἂν δὲ ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν παραγωγὴν δημητριακῶν καρπῶν κατ’ ἀξίαν ἴσην πρὸς τὴν σταφίδα, τότε βεβαίως θὰ ἦτο προτιμότερον τοῦτο, διότι ἡ εἰσαγωγή μας καὶ ἐξαγωγὴ θὰ ἦτο μικροτέρα, πρὸς ὠφέλειαν τοῦ τόπου...
§125Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε πόσα εἰσεπράττομεν πρίν;
§126ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἡμεῖς οὐδέποτε ἐπροσέξαμεν. Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἀντίληψιν τῆς παλαιᾶς ἐκείνης ἰδέας, ὅτι πρέπει νὰ ἐμβαίνῃ χρυσὸς εἰς τὸν τόπον. Δὲν εἶναι τίποτε αὐτό. Πρέπει νὰ καθορισθῇ τὸ ζήτημα. Καμμίαν σημασίαν δὲν ἔχει τὸ λεγόμενον οὕτως ἀπολύτως: «εἰσρέει χρυσός, γίνεται παραγωγή». Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Διότι ἠδυνάμεθα νὰ κλείσωμεν τὰς θύρας τοῦ ἐμπορίου, ἂν εἴχομεν αὐτάρκειαν; Βεβαίως δὲν δυνάμεθα. Ἀλλ’ ἂν ἠδυνάμεθα, θὰ ἤμεθα πλουσιώτατοι ἐν τῇ αὐταρκείᾳ μας. Ἀλλ’ ἂν δὲν δυνάμεθα καθ’ ὁλοκληρίαν, οὐδὲ κατὰ τὸ πλεῖστον, τοὐλάχιστον ἐφ’ ὅσον δυνάμεθα πρέπει νὰ τὸ εὐχώμεθα, πρέπει πρὸς τὸ τέλος αὐτὸ νὰ τείνωμεν.
§127Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὶν ἢ ἡ σταφὶς εἰσέλθῃ εἰς κρίσιμον σημεῖον, εἰσήρχοντο ἐξ αὐτῆς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ 60 ἑκατομμύρια, καὶ οὐχὶ 30, ὡς λέγετε.
§128ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Λυπηρὸν ὅτι δὲν εἴχομεν τὴν πρόνοιαν νὰ σταματήσωμεν ἐγκαίρως τὴν φύτευσιν, διὰ νὰ ἔχωμεν τὰ ἑξήκοντα ἑκατομμύρια μὲ μικροτέραν παραγωγήν. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι τὰ γενόμενα ἀπογίνονται; Νομίζετε ὅτι τὸ καταστραφὲν γίνεται καὶ πάλιν; Νομίζετε ὅτι, ἐὰν θραυσθῇ αὐτὴ ἡ ὕαλος, θὰ γείνῃ καὶ πάλιν διὰ κυβερνητικοῦ μέτρου; Ἀπατᾶσθε. Ἐπιχειρεῖτε τὴν λύσιν τῶν ζητημάτων αὐτῶν ἀπὸ γενικῶν ἀρχῶν· ἀλλὰ μὴ χανόμεθα μὲ τὰς περιπτώσεις δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ, μόνον καὶ μόνον διότι οὕτω δυνάμεθα νὰ λέγωμεν κἄτι τι. Ὅταν ἀρχίσωμεν ἕνα συλλογισμόν, δὲν τὸν φέρομεν εἰς πέρας. Καὶ τὰ ζητήματα αὐτὰ θέλουσι συλλογισμοὺς μακρούς· δὲν λύονται μὲ περιπτώσεις μόνον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, Κύριοι. Ἀλλ’ ἔχω νὰ προσθέσω τελευταῖον καί τι ἄλλο κατὰ τῆς παρακρατήσεως. Παντοῦ ἡ ἁρμονία τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκουσιν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ ἐμπορίῳ, τὴν ἐπιδιώκουσι καὶ ἐν τῷ διεθνεῖ ἐμπορίῳ. Ἡ ἁρμονία τῶν συμφερόντων εἶναι αἱ λογικαί, αἱ δίκαιαι τιμαί. Καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν ἡ φύσις παρέχει εἰς λαόν τινα τὸ δικαίωμα ἐκ τῆς φυσικῆς καταστάσεως τῆς παραγωγῆς καὶ τοῦ ἐμπορίου νὰ αἰτῆται μεγάλας τιμάς, οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἁρμονία συμφερόντων. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ὅμως, κατὰ τὴν ὁποίαν παρεμβαίνει τὸ Κράτος διὰ νὰ πιέσῃ τὴν ἀνθρωπότητα, τὴν κατανάλωσιν, τὸ διεθνὲς ἐμπόριον, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης πρέπει νὰ αἰσθανθῇ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ὅτι ἐπιτίθεται. Ὁ δασμὸς εἶναι ἄλλο τι. Ὁ δασμὸς εἶναι μία ἄμυνα ὑπὲρ τῆς ἐσωτερικῆς παραγωγῆς. Καὶ συγχωρεῖται εἷς εἰς τὸν ἄλλον αὐτήν· ἀλλὰ καὶ πάλιν γεννῶνται αἱ ἀντεκδικήσεις. Μὲ τὴν ἄμυναν καὶ πάλιν ἀπεκρούσθη ἡ σταφὶς ἡμῶν πολλαχοῦ. Φαντάσθητε ὅτι διὰ τῶν ἐνεργειῶν μας προσβάλλομεν τὸ ἠθικὸν αἴσθημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται τὸ διεθνὲς ἐμπόριον.
§129ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Τόσον μεγαλείτερος κίνδυνος.
§130ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Φαντάσθητε, ὅτι γινόμεθα καὶ ἐπιτιθέμενοι. Μὴ ἡσυχάζετε! Μέχρι τοῦδε ἀληθῶς οὐδὲν ἐγένετο, ἀλλ’ ἐθεωρήθη μέτρον προσωρινὸν ἡ παρακράτησις. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ὅμως, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ αἰσθανθῶσιν οἱ Γερμανοί, οἱ ὑπολογίζοντες τὸ συμφέρον μὲ τὴν πλάστιγγα τοῦ φαρμακοποιοῦ, οἱ διδάσκοντες αὐτὸ καὶ ἐν τοῖς Πανεπιστημίοις καὶ πανταχοῦ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς Κράτος νὰ ἐπιδιώκῃ διὰ τῶν μέτρων του καὶ νὰ θέλῃ νὰ ἐκμεταλλευθῇ τοὺς καταναλωτὰς τῶν προϊόντων του ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἀπ’ ἐκείνης τῆς στιγμῆς φοβήθητε τὴν σταφίδα, διότι οὐδεμία παρακράτησις θὰ ἦναι ἱκανὴ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν καταστροφήν. Ἔχετε, σᾶς παρακαλῶ, τὴν περίπτωσιν ταύτην ὑπ’ ὄψιν. Εἴδετε ὅτι, διότι περιῆλθεν ἀπόστολός τις ἐν Ρωσίᾳ πρὸς διάδοσιν τῆς σταφίδος, ἀμέσως μέτρα κατὰ τῆς σταφίδος. Εἴδετε, ἠκούσαμεν συναδέλφου, τοῦ κ. Παναγιωτοπούλου, εἰπόντος ἐντεῦθεν, ὅτι διὰ τῶν κραυγῶν ἡμῶν, διὰ τῶν ἐνεργειῶν ἑταιρείας τινὸς, ἐν Αἰγιαλείᾳ γενομένης, προεκλήθη ἡ προσοχὴ τῆς Ἀμερικῆς καὶ ἐπέβαλεν αὕτη φόρον ἐπὶ τῆς σταφίδος. Προσέξατε! Εἶναι ἀδύνατον, ὁλόκληρος ἀνθρωπότης, ἡ ὁποία ἐφέρθη πρὸς τὴν σταφίδα πολὺ καλῶς μέχρι τοῦδε, νὰ ἀνεχθῇ πίεσιν μικροῦ Κράτους, καὶ δὴ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἦναι πολὺ ἀνώτερον αὐτῶν τῶν κατὰ τὴν γνώμην ἐκείνων, ἐπαναλαμβάνω, μικρῶν συμφερόντων. Πρέπει μὲ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου, ἡ ὁποία παντοῦ ὑπάρχει, νὰ δυνηθῶμεν νὰ διαγωνισθῶμεν. Εἴμεθα ὑποτελεῖς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ οὔτε πολιτικῶς οὔτε οἰκονομικῶς δυνάμεθα νὰ ὑπάρξωμεν, ἂν ἔχωμεν ἓν προϊόν, τὸ ὁποῖον καθ’ ἑκάστην στιγμὴν ἀπειλεῖται, καὶ δικαίως, δύναμαι νὰ εἴπω, ἀπειλεῖται, ὅταν ἡμεῖς ἐπιτιθέμεθα. Ἕνεκα τῶν λόγων αὐτῶν, κύριοι Βουλευταί, εἶμαι κατὰ τοῦ μέτρου τῆς παρακρατήσεως. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς πίστεως, περὶ τῆς Τραπέζης, —θεωρῶ δευτερεῦον ζήτημα τοῦτο —ἂν γείνῃ δεκτὴ ἡ παρακράτησις. Μικρὰ εἶναι τὰ ἔξοδα. Τόσον μεγάλην θεωρῶ τὴν ἀπώλειαν τὴν ἐκ τῆς ἀποδοχῆς τῆς παρακρατήσεως, ὥστε ν’ ἀδιαφορῶ διὰ τὰ δέκα ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξοδευθῶσιν. Ἴσως—καὶ εὔχομαι—ἡ πρόνοια τοῦ Κράτους νὰ προφυλάξῃ ταῦτα, καὶ τέλος πάντων νὰ δοθῶσιν αἱ βοήθειαι ἔστω εἰς τοὺς δεινοπαθοῦντας πληθυσμούς. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι μέγα, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ σκεφθῶμεν καὶ μετὰ συνειδήσεως νὰ δώσωμεν τὴν ψῆφον ἡμῶν, εἶναι ἡ παρακράτησις. Καὶ καταλήγω εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο, καίτοι, ἐπαναλέγω, πολλὴν θλῖψιν αἰσθάνομαι. Ἀλλ’ ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ κατισχύσῃ τοῦ πόνου, τὸν ὁποῖον πολλοὶ συνάδελφοι γινώσκουσιν ὅτι ἔχω ὑπὲρ τῶν πληθυσμῶν τῶν ζητούντων τὴν παρακράτησιν, νὰ κατισχύσῃ δι’ ἐμὲ, τὸ πρῶτον μάλιστα εἰς τὸ βῆμα τοῦτο ἀνερχόμενον, τὸ καθῆκον, καὶ τὸ καθῆκόν μου εἶναι αὐτὸ, νὰ εἴπω, ὡς εἶπον, ὅ,τι πιστεύω καὶ αἰσθάνομαι.
§131ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά! πολὺ καλά!
§132ΧΡ. ΔΑΡΑΛΕΞΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας εἶπεν ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου του νὰ ἡσυχάζωμεν, διότι, ἐὰν παρακολουθήσωμεν τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ μετὰ προσοχῆς, δὲν θὰ εὑρεθῶμεν ἐν τῷ κενῷ. Καὶ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἐφάνη εἶτα κηρυσσόμενος ὑπὲρ τῆς μερικῆς ἐκριζώσεως τῶν σταφιδοφυτειῶν καὶ κατὰ τῆς παρακρατήσεως. Καὶ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἐφάνη οὕτω μὴ στέργων τὴν ἐπὶ ὡρισμένον καὶ περιωρισμένον ἀριθμὸν ἐτῶν καταστροφὴν, κατ’ αὐτὸν, ποσοστοῦ τινος τῆς παραγωγῆς, καὶ ἐφάνη ἐν τούτοις στέργων τὴν μερικὴν καταστροφὴν αὐτοῦ τούτου τοῦ κεφαλαίου. Κύριοι Βουλευταί, ὁμολογῶ ὅτι δὲν εὑρίσκομαι ἐν τῷ κενῷ· εὑρίσκομαι ὅμως πάντως κατάπληκτος. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας δὲν στέργει τὴν ἐπὶ δεκαετίαν παρακράτησιν ποσοστοῦ τῆς παραγωγῆς, καὶ δὴ ποσοστοῦ τῆς παραγωγῆς, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ παραγωγὸς ἀποζημιώνεται, καὶ στέργει τὴν καταστροφὴν αὐτοῦ τούτου τοῦ κεφαλαίου, αὐτῶν τούτων τῶν σταφιδοφυτειῶν, αἵτινες ἐκτήθησαν διὰ μεγάλων δαπανῶν καὶ διὰ μεγάλων μόχθων. Ἴσως θὰ ἦτο κατά τι ἐν τῷ ὀρθῷ, ἐὰν τοῦτο ἔλεγε προκειμένου περὶ προϊόντος ἄλλου καὶ οὐχὶ τῆς σταφίδος, ἡ ὁποία ὑπὸ ὅλως ἐξαιρετικὰς συνθήκας καλλιεργεῖται καὶ ὑπάρχει. Ἐλησμόνησεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ὅτι ἡμεῖς τρέφομεν πάντοτε τὴν ἐλπίδα τῆς βελτιώσεως τῶν κατ’ αὐτὴν, καὶ ὅτι, τῆς βελτιώσεως ταύτης ἐπιτυγχανομένης, αἱ φυτεῖαι, αἱ καταδικαζόμεναι παρ’ αὐτοῦ εἰς ἐκρίζωσιν, θ’ ἀποβῶσι προσοδοφόροι. Ἐλησμόνησεν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρακράτησιν, ὅτι πρόκειται περὶ μέτρου προσωρινοῦ, μετακλητοῦ, ἐνῷ ἡ ἐκρίζωσις, ἡ παρ’ αὐτοῦ προτεινομένη, εἶναι μέτρον ὁριστικόν, ἀμετάβλητον, ἀνεπανόρθωτον. Ἐλησμόνησεν ὅτι τὸ ποσοστὸν εἶναι κυμαινόμενον, ὅτι ὁρίζεται κατώτατον ὅριον αὐτοῦ ὄντως ἐλάχιστον, καὶ ὅτι ἡ ἐτησία ποσότης τοῦ παρακρατουμένου προϊόντος θὰ ἦναι, ἐὰν μετ’ ὀλίγον βελτιωθοῦν αἱ συνθῆκαι τῆς καταναλώσεως, πράγματι ἐλαχίστη. Δὲν ἔλαβεν ἀφ’ ἑτέρου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ σταφὶς εἶναι προϊόν, τὸ ὁποῖον ἀποφέρει τοσαῦτα κέρδη, ὅταν αἱ τιμαὶ ἦναι βελτιωμέναι, — καὶ αἱ τιμαὶ ὡρισμένως βελτιοῦνται διὰ τῆς παρακρατήσεως—ὥστε ἐπιτρέπει τὴν ἐπί τινα ἔτη πολυτέλειαν ταύτην τῆς παραγωγικῆς δαπάνης, τὴν ἐπί τινα ἔτη καταβολὴν ἐργασίας, ἡ ὁποία κατὰ τὸν προαγορεύσαντα δὲν ἀμείβεται. Φαίνεται ὅτι ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας δὲν εἶναι ἐντελῶς ἐνήμερος τῶν σταφιδικῶν πραγμάτων καὶ δι’ αὐτὸ κρίνω περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ πλέον εἰς τὴν ἀγόρευσίν του. Προκειμένου ἤδη, ἐν ὑπερμεσονυκτίοις ὥραις, νὰ ὁμιλήσω ὑπὲρ τῆς παρακρατήσεως, δὲν θὰ ἐνδιατρίψω εἰς ἀγορεύσεις, ὁποία ἐκείνη, καθ’ ἣν ἐδηλώθη εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ ἀγορεύων εἶναι ἐναντίος τῆς παρακρατήσεως, χωρὶς ὅμως νὰ λεχθῇ εἰς αὐτὴν καὶ διατὶ ὁ ἀγορεύων εἶναι ἐναντίος τῆς παρακρατήσεως. Δὲν θὰ ἐνδιατρίψω ἐπίσης εἰς ἀγορεύσεις ὁμοίας ἐκείνης, καθ’ ἣν ὁ θεσμὸς τῆς παρακρατήσεως, θεσμὸς τοῦ Κράτους, θεσμὸς λειτουργῶν ἐπὶ ἔτη ἐν Ἑλλάδι, θεσμὸς ὅστις αὐτὸς καθ’ ἑαυτὸν, καὶ οὐχὶ ἡ εἴς τινα σημεῖα πλημμελὴς λειτουργία του, οὐδέποτε ἔσχε ληψοδοσίας μὲ τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, παρεβλήθη πρὸς τὸ ἀπαισίας μνήμης χρηματιστικὸν ἐκεῖνο συνδικάτον τῶν Λαυρεωτικῶν μετοχῶν, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῶν πρώτων αὐτοῦ ἐκδηλώσεων, ἀπὸ τῆς πρώτης αὐτοῦ ἐμφανίσεως προὐκάλεσε τὴν ἐπέμβασιν τῆς Εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς. Ὁ οὕτως ἀγορεύσας δὲν εἶναι παρὼν τὴν στιγμὴν ταύτην, καὶ οὕτω δι’ ἕνα ἐπὶ πλέον λόγον δὲν ἐνδιατρίβω πλειότερον εἰς τὴν ἀγόρευσίν του. Δὲν θὰ ἐνδιατρίψω ἐπίσης καὶ εἰς ἀγορεύσεις, ὁποία ἐκείνη, καθ’ ἣν ἕτερος ἀξιότιμος συνάδελφος, προκειμένου λόγου περὶ τοῦ νόμου τῆς προσφορᾶς καὶ ζητήσεως, ἐξέθηκεν ἀπὸ τοῦ βήματος πράγματα καινὰ καὶ τεράστια, ἵνα μή τι ἄλλο εἴπω. Ἦτο τὸ πρῶτον ἀγορεύων, ἦτο νεαρὸς, ὡς ἐγὼ, καὶ δὲν ἠθέλησα νὰ τὸν διακόψω. Ἦτο τυχηρὸς ὅμως, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁ προαγορεύσας, ὁ ὁποῖος τοσοῦτον ἐπαξίως κατεῖχεν ἐσχάτως ἔτι τὴν ἕδραν τοῦ καθηγητοῦ τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ, διότι οὗτος βεβαίως δὲν θὰ εἶχε τὴν ὑπομονὴν, τὴν ὁποίαν εἶχον ἐγὼ, καὶ θὰ τὸν διέκοπτε, καὶ ὁ διακοπτόμενος θὰ ἤκουεν ὄχι βεβαίως εὐαρέστους παρατηρήσεις.
§133Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἦτο παρών· ἀλλὰ σεῖς δὲν ἐνοήσατε τί εἶπον.
§134ΔΑΡΑΛΕΞΗΣ. Ἐὰν ἦτο παρὼν, εἶχε τὴν ὑπομονὴν, τὴν ὁποίαν εἶχον καὶ ἐγώ.
§135Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄδικος ἦτο ἡ παρένθεσις διὰ τὸν κ. Ράλλην.
§136ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν χαρακτηρίζῃ τις, ἀποδεικνύει...
§137ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὴ εἶναι διαλογικὴ συζήτησις.
§138ΔΑΡΑΛΕΞΗΣ. Λοιπόν, ἀφοῦ ἐπιμένετε, ἰδοὺ τί ὁ ἀγορεύων εἶπεν ἀκριβῶς. Εἶπεν ὅτι αἱ τιμαὶ δὲν κανονίζονται ὑπὸ τοῦ νόμου τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως.
§139Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὅλως ἀντίθετα εἶπον.
§140ΔΑΡΑΛΕΞΗΣ. Μὴ διακόπτετε. Ἐὰν θέλητε, ὁμιλεῖτε μετ’ ἐμέ. Εἴπετε ὅτι αἱ τιμαὶ δὲν κανονίζονται ὑπὸ τῆς σχέσεως τῆς ὑπαρχούσης μεταξὺ τῆς ὁλικῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ὁλικῆς ζητήσεως...
§141Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἀντίθετον.
§142ΔΑΡΑΛΕΞΗΣ. .. ἀλλ’ ὅτι αἱ τιμαὶ κανονίζονται ὑπὸ τῆς σχέσεως τῶν καθ’ ἡμέραν συναλλαγματικῶν πράξεων, καὶ ὅτι ὁ κανονισμὸς αὐτὸς, ὁ δεύτερος, αἴρει τὸν κανονισμὸν τὸν πρῶτον, τὸν ἐκ τῆς σχέσεως τῆς ὁλικῆς προσφορᾶς πρὸς τὴν ὁλικὴν ζήτησιν. Αὐτὸ εἴπετε! Βεβαίως ἡ καθ’ ἡμέραν προσφορὰ καὶ ἡ καθ’ ἡμέραν ζήτησις ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῶν τιμῶν, ἀλλ’ οὐδέποτε ἡ ἐπίδρασις αὐτῶν εἶναι τοσαύτη, ὥστε νὰ καταργῇ ὅλως τὴν ἐπίδρασιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ὁλικὴ προσφορὰ πρὸς τὴν ὁλικὴν ζήτησιν. Ἤδη δύνασθε νὰ ἀπαντήσητε.
§143Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐξακολουθήσατε· ὡραῖα τὰ λέγετε!
§144ΔΑΡΑΛΕΞΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, λυποῦμαι ὅμως, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ εἴπω τὸ αὐτὸ καὶ δι’ ὅ,τι εἴπετε ὑμεῖς. Ἀφ’ ἑτέρου, Κύριοι, αἱ ἀγορεύσεις τῶν ὑπὲρ τῆς παρακρατήσεως ἀγορευσάντων, αἱ τοσοῦτον ἀναλυτικαί, αἱ τοσοῦτον πειστικαί, αἱ ἐπὶ τοσοῦτον ἀνασκευάσασαι τοὺς ἰσχυρισμοὺς καὶ τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἀντιπαρακρατητικῶν, θ’ ἀπήλλαττον τὴν Βουλὴν τοῦ κόπου ν’ ἀκούσῃ καὶ ἐμοῦ, ἀνασκευάζοντος αὐτὰ ἐκεῖνα τὰ ἐπιχειρήματα, αὐτοὺς ἐκείνους τοὺς ἰσχυρισμοὺς, ἐὰν τὸ θέμα τῆς παρακρατήσεως δὲν ἦτο αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ θολόν, ἐὰν ἡ ἐκ τῆς λέξεως παρακράτησις ἰδίως προκατάληψις δὲν ἦτο τοσαύτη, ὥστε αἱ ἐπανειλημμέναι ἐξηγήσεις, αἱ ἐπανειλημμέναι διασαφηνίσεις νὰ θεωρῶνται παρ’ ἐμοῦ ὄχι περιτταί, ἀλλὰ μᾶλλον ἀπαραίτητοι. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι τὸ θέμα τῆς παρακρατήσεως εἶναι θολὸν καὶ ὅτι κυρίως ὑπάρχει ἡ ἐκ τῆς λέξεως προκατάληψις, καὶ πράγματι ἐπὶ τῆς προκαταλήψεως ταύτης κυρίως στηρίζονται οἱ ἀντιπαρακρατητικοί, οἱ ὁποῖοι τοσοῦτον ἐπιμόνως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐχαρακτήρισαν τὸ μέτρον αὐτὸ ὡς δημευτικόν, ὡς ἀντισυνταγματικόν, ὡς στερητικὸν τῆς περιουσίας τοῦ πολίτου. Ἠκούσατε μάλιστα τοῦ μετὰ τοσαύτης τέχνης ἀγορεύοντος ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ, τέχνης, τὴν ὁποίαν ὁμολογῶ, ὅτι θὰ ἔβλεπον εὐχαρίστως χρησιμοποιουμένην ὑπὲρ τῆς παρακρατήσεως, ἠκούσατε αὐτοῦ μεθ’ ἱκανῆς τραγικῆς ἐξάρσεως φωνοῦντος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου: «Πρόκειται, Κύριοι, περὶ ἁρπαγῆς τοῦ τετάρτου τῆς περιουσίας μας, πρόκειται, Κύριοι, περὶ ἁρπαγῆς τοῦ πέμπτου κἄν τῆς περιουσίας μας!»
§145ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Τοῦ τρίτου εἶπε.
§146ΔΑΡΑΛΕΞΗΣ. Τόσῳ χειρότερον δι’ αὐτόν... Θὰ ἐπιμείνω λοιπὸν εἰς ἐξήγησιν τῶν κατὰ τὴν παρακράτησιν, ἵνα σᾶς πείσω, ὅτι οὐδεμία γίνεται στέρησις τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν, οὐδεμία γίνεται ἐλάττωσις δι’ αὐτῆς τῆς περιουσίας τῶν παραγωγῶν. Θὰ ἐκθέσω ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ τὸν μηχανισμὸν τῆς παρακρατήσεως καὶ θὰ σᾶς παρουσιάσω οὕτως αὐτὴν, ὄχι ὑφ’ ἣν ἔννοιαν συνελήφθη ἴσως τὸ πρῶτον καὶ ἐν αὐτῷ τῷ νῷ τοῦ ἀρχικοῦ νομοθέτου, ὄχι καθ’ ἣν ἔννοιαν παρίσταται αὕτη ἐν τῷ νῷ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀγνοοῦσι τὰ κατ’ αὐτὴν, ἀλλὰ καθ’ ἣν ἔννοιαν παρουσιάσθη ἀπροσδοκήτως ὅλως διὰ τῆς πρακτικῆς αὐτῆς ἐφαρμογῆς, καὶ θὰ ἴδητε πράγματι, ὅτι ἁρπαγή, ὡς εἶπεν ὁ ἐξ Αἰγιαλείας ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὅτι ληστρικὴ ἁρπαγὴ, ὅπως τὴν ἐχαρακτήρισαν ἄλλοι, δὲν εἶναι ἡ παρακράτησις. Ἵνα δὲ σᾶς τὸ ἀποδείξω, δὲν θὰ περιορισθῶ εἰς ἀορίστους καὶ γενικὰς θεωρίας, ἀλλὰ θὰ σᾶς φέρω συγκεκριμένα παραδείγματα. Λάβωμεν πρὸς τοῦτο τὸν παραγωγὸν τὸν ἐν Μεσσηνίᾳ καὶ λάβωμεν καὶ τὸν παραγωγὸν τὸν ἐν Αἰγίῳ. Λάβωμεν δ’ ἐπίτηδες τοὺς δύο αὐτοὺς τόπους, διότι εἶναι καὶ οἱ δύο ἐκ τῶν παραπονουμένων...
§147Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντιθέτως.
§148ΔΑΡΑΛΕΞΗΣ. Ἀντιθέτως, μάλιστα εἶναι δὲ ὁ πρῶτος ὁ παράγων τὰς ἀρίστας... Ὁ παραγωγὸς ὁ ἐν Μεσσηνίᾳ παράγων ποσὸν σταφίδος εἰσάγει αὐτὸ ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῆς παρακρατήσεως, διότι γνωρίζει, ὅτι ἐξαγομένη ἡ σταφὶς αὕτη εἰς Εὐρώπην δὲν θὰ καταναλωθῇ, καὶ λαμβάνει δελτίον, ἀπόδειξιν δηλαδὴ ὅτι εἰσήγαγε τὸ προϊὸν αὐτὸ εἰς τὴν ἀποθήκην, καὶ τὸ δελτίον αὐτὸ τὸ πωλεῖ, λαμβάνων δι’ ἑκάστην χιλιάδα λιτρῶν 100, 120, 140 δραχμὰς, αὐτὸς, ὅστις πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς παρακρατήσεως ἐλάμβανε δι’ ἑκάστην χιλιάδα μόλις 30–40 δραχμάς. Πληρώνεται οὕτως ἐπὶ ὅλου τοῦ προϊόντος του μὲ τιμὴν, ἡ ὁποία εἶναι πλέον ἢ ἱκανοποιητικὴ, καὶ περὶ τούτου ὑποθέτω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡ ἐλαχίστη ἀντίρρησις. Ἔλθωμεν ἤδη εἰς τὸν παραγωγὸν τὸν ἐν Αἰγίῳ. Οὗτος μετὰ τὴν συγκομιδὴν τοῦ προϊόντος του πωλεῖ αὐτὸ εἰς τὸν ἔμπορον τὸν ἐν Αἰγίῳ καὶ πληρώνεται ἐπίσης δι’ ὅλον αὐτοῦ τὸ προϊὸν εἰς τιμὴν ἱκανοποιητικὴν εἰς τιμὴν πάντως, ὡς ὁμολογοῦσι καὶ οἱ παρακρατητικοὶ καὶ οἱ ἀντιπαρακρατητικοὶ, καλλιτέραν ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπώλει πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς παρακρατήσεως. (Ὁ κ. Παναγιωτόπουλος ἀνανεύει). Ὁ ἐξ Αἰγιαλείας ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος τὴν στιγμὴν ταύτην ἀνανεύει, ὡμολόγησεν ὅτι ἡ κατωτέρα τιμὴ, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπωλήθη μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς παρακρατήσεως προϊὸν τοῦ Αἰγίου, εἶναι 16 σελίνια.
§149ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν;
§150ΔΑΡΑΛΕΞΗΣ. 16 σελίνια δὲν εἴπετε;
§151ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σᾶς εἴπω ἐγώ. Ἕν ποσὸν Αἰγίου ἐπωλήθη μὲ 16.
§152ΔΑΡΑΛΕΞΗΣ. Ἐγὼ παραδέχομαι, πρὸς χάριν σας, ὅτι ὁλόκληρον τὸ προϊὸν τοῦ Αἰγίου ἐπληρώθη εἰς τὴν τιμὴν τῶν 16 σελινίων. Πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς παρακρατήσεως ἐπωλήθη προϊὸν Αἰγίου πρὸς 10 σελίνια μόνον.
§153ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν ἑβδομάδα μόνον.
§154ΔΑΡΑΛΕΞΗΣ. Καὶ κατὰ σατανικὴν συγκυρίαν εἷς ἐκ τῶν πωλησάντων ἦτο αὐτὸς οὗτος ὁ ἐξ Αἰγιαλείας ἀξιότιμος Βουλευτής.
§155ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Περίεργον! ἐγὼ δὲν τὸ ἐνθυμοῦμαι.
§156ΔΑΡΑΛΕΞΗΣ. Τὸ εἶπεν ὁ ἐξ Ἠλείας ἀξιότιμος συνάδελφος εἰς τὴν ἀγόρευσίν του, καὶ ἦσθε παρών.
§157ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, δὲν εἶχον ἔλθει.
§158ΔΑΡΑΛΕΞΗΣ. Ἦτο ἡ στιγμή, καθ’ ἣν ἤρχεσθε· τὸ εἶπεν ἐξ ὁμολογίας ὑμετέρας.
§159ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν θέλητε λεπτομερείας ἔχω νὰ σᾶς δώσω.
§160ΔΑΡΑΛΕΞΗΣ. Πρὸ μιᾶς ὁμολογίας σας, τοὐλάχιστον σιωπήσατε!
§161ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς δώσω τὰς τιμὰς κατὰ μῆνα ἐπὶ εἰκοσαετίαν.
§162Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μὴ δέχεσθε διακοπάς.
§163ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς προκαλεῖ.
§164ΔΑΡΑΛΕΞΗΣ. Ὁ παραγωγὸς λοιπὸν ὁ ἐν Αἰγίῳ ἐπληρώθη ἐπὶ ὅλου τοῦ προϊόντος του μὲ τιμὴν ἱκανοποιητικὴν, πάντως καλλιτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐλάμβανε πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς παρακρατήσεως. Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ στέρησις; ποῦ ἡ δήμευσις; ποῦ ἡ ἁρπαγή; Ἀλλ’ ἤδη, ἵνα ἐξαγάγῃ τὸ προϊὸν τοῦτο τοῦ Αἰγίου, ὁ ἔμπορος ἦτο ἠναγκασμένος νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὸ τελωνεῖον δελτίον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ πιστοποιῆται, ὅτι εἰσέφερεν εἰς τὴν ἀποθήκην τῆς παρακρατήσεως ποσὸν σταφίδος ἴσον πρὸς 15% τοῦ παρ’ αὐτοῦ ἐξαγομένου προϊόντος. Πρὸς τοῦτο ἀγοράζει δελτίον προϊόντος Καλαμῶν. Ἰδού, λόγου χάριν, διὰ νὰ ἐξαγάγῃ ὁ ἔμπορος 1 χιλιόλιτρον προϊόντος Αἰγίου, διὰ τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ὁ παραγωγὸς ἤδη παρ’ αὐτοῦ 200 ἢ 250 δραχμάς, ἀγοράζει καὶ παρουσιάζει εἰς τὸ τελωνεῖον δελτίον παρακρατήσεως Καλαμῶν, τὸ ὁποῖον στοιχίζει 15 μόνον δραχμάς, διότι ἡ χιλιὰς λιτρῶν τοῦ προϊόντος Καλαμῶν τιμᾶται 100 δραχμὰς μόνον, καὶ τὸ 15% αὐτῶν εἶναι δραχμαὶ 15. Ἤδη 15 δραχμαί, ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, εἶναι τὸ τέταρτον τῶν 250, εἶναι κἂν τὸ ⅕, ὅπως μεθ’ ἱκανῶς τραγικῆς ἐξάρσεως ἐφώνει ἐντεῦθεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτής; Μόλις εἶναι τὸ 1/15. Ἀλλὰ τὸ παράπονον τῶν Αἰγιέων παραγωγῶν κυρίως εἶναι, ὅτι δὲν ἀπολαμβάνουσι καὶ τὰς 15 αὐτὰς δραχμάς, ἃς λαμβάνει ὁ παραγωγὸς ὁ ἐν Καλάμαις παρὰ τοῦ ἐμπόρου, λαμβάνοντος αὐτὰς κατόπιν παρὰ τοῦ ἐν Λονδίνῳ καταναλωτοῦ, ὁ ὁποῖος καταναλωτὴς πληρώνει τὰς 250, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ ἔμπορος εἰς τὸν παραγωγὸν τοῦ Αἰγίου, καὶ τὰς 15 ἐπὶ πλέον, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ ἔμπορος εἰς τὸν παραγωγὸν τὸν ἐν Καλάμαις. Θὰ ἦτο δίκαιον τὸ παράπονον αὐτό, ἐὰν αἱ τιμαὶ ἦσαν ἄνευ τῆς παρακρατήσεως, ὁποῖαι εἶναι νῦν, ὁπότε ὑφίσταται ἡ παρακράτησις. Ἀλλ’ ὅπως ἀπέδειξαν οἱ προαγορεύσαντες, αἱ τιμαὶ ἄνευ τῆς παρακρατήσεως οὐδένα λόγον ἔχουσι νῦν νὰ φθάσωσιν εἰς τὰ ὕψη, εἰς τὰ ἔστω καὶ σχετικὰ ὅλως ὕψη, εἰς τὰ ὁποῖα ἔφθασαν σήμερον δυνάμει τῆς παρακρατήσεως. Θὰ εὗρον ἐκεῖ, ὅπου εὗρον κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, τὰ πρὸ τῆς παρακρατήσεως, καὶ ἑπομένως, δὲν θὰ ὑπῆρχε καὶ τὸ περιθώριον τῶν 15 δραχμῶν, δὲν θὰ ὑπῆρχε τὸ ἐλάχιστον περιθώριον. Ὥστε, ὡς βλέπετε, οἱ κύριοι ἀντιπαρακρατητικοὶ ἀγωνίζονται ὑπὲρ κέρδους ἐντελῶς φανταστικοῦ. Ἔρχομαι ἤδη, Κύριοι, εἰς ἑτέραν ἀντίρρησιν τῶν κυρίων τούτων. Ἰσχυρίζονται οὗτοι, ὅτι ἀπόλλυνται 6,000,000 δραχ. κατ’ ἔτος διὰ τὴν σταφιδοπαραγωγήν· τὰ 6 αὐτὰ ἑκατομμύρια ἀντιπροσωπεύουσι τὴν διαφορὰν τῶν τιμῶν, τὰς ὁποίας καταβάλλουσιν οἱ ἔμποροι ἐν Ἑλλάδι εἰς τοὺς παραγωγοὺς τῶν ἐκλεκτῶν ποιοτήτων, καὶ τῶν τιμῶν αἱ ὁποῖαι δίδονται διὰ τὰς αὐτὰς ποιότητας ἐν Ἀγγλίᾳ· ἀλλὰ τὴν διαφορὰν αὐτὴν ποῖος τὴν κερδίζει; ποῖος ἄλλος ἢ οἱ παραγωγοὶ τῶν χειροτέρων ποιοτήτων, ἀφοῦ ἡ διαφορὰ αὕτη χρησιμεύει πρὸς ἀποζημίωσιν αὐτῶν διὰ τὸ εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς παρακρατήσεως εἰσαγόμενον προϊόν των, ἀφοῦ δηλονότι χρησιμεύει πρὸς ἀγορὰν δελτίων παρακρατήσεως, ἀντιπροσωπευόντων πράγματι τὸ ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῆς παρακρατήσεως εἰσαγόμενον προϊόντων; Ἢ μήπως αὐτοὶ δὲν εἶναι παραγωγοί; Φρονοῦσι πράγματι, φαίνεται, οἱ κύριοι ἀντιπαρακρατητικοί, ὅτι αὐτοὶ δὲν εἶναι παραγωγοί, καὶ ὅτι, ἀφοῦ οὗτοι εἶναι οἱ ἀπολαμβάνοντες τὰ 6,000,000 αὐτά, τὰ 6,000,000 αὐτὰ χάνονται διὰ τὴν παραγωγήν. Καὶ βεβαίως οὕτω φρονοῦσιν, ἀφοῦ, ἀναφέροντες τὰ σταφιδοφόρα μέρη, ὁμιλοῦσι περὶ Αἰγίου, κατὰ πρῶτον λόγον ἐννοεῖται, ἐνίοτε περὶ Κορινθίας, ὁμιλοῦσι περὶ Πατρῶν, ἀλλὰ δὲν ἀναφέρουσιν οὔτε τὴν Ἠλείαν, οὔτε τὴν Τριφυλίαν, οὔτε τὴν Μεσσηνίαν! Καὶ ὅμως, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἠλείας συνάδελφος, αἱ ἐπαρχίαι αὗται εἶναι αἱ παράγουσαι πλέον τῶν ⅔ τῆς ὅλης παραγωγῆς. Ἡ Ἠλεία μετὰ δύο δήμων τῆς Ὀλυμπίας παράγει πλέον τοῦ ⅓, παράγει περὶ τὰ 120,000,000. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἦναι μαθηματικῶς ἀκριβὴς ὁ ὑπολογισμὸς αὐτός, ὁ ἀφορῶν εἰς τὴν Ἠλείαν καὶ εἰς τοὺς δύο δήμους τῆς Ὀλυμπίας, ἔχετε ὅλα τὰ ἄλλα σταφιδοφόρα μέρη, τὴν Τριφυλίαν, τὴν Μεσσηνίαν, μέρος τῆς Κορινθίας, τὰ ὁποῖα μετὰ τῆς Ἠλείας παράγουσιν ὑπὲρ τὰ ⅔ τῆς ὅλης παραγωγῆς. Ὥστε βλέπετε, ὅτι τὰ 6,000,000 ἐκεῖνα δὲν χάνονται διὰ τὴν σταφιδοπαραγωγήν, ἀφοῦ τὰ λαμβάνουσιν οἱ παραγωγοὶ τῶν χειροτέρων ποιοτήτων, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι μέρος τῆς σταφιδοπαραγωγῆς. Ἤδη, διὰ νὰ μὴ μένω ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ περισσότερον ἐπὶ τοῦ βήματος, θ’ ἀπαντήσω μόνον εἰς ἀντίρρησίν τινα, ἡ ὁποία ἐχαρακτηρίσθη ὡς εὐφυὴς παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ, εἰς ἀντίρρησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Ζακύνθου βουλευτοῦ καὶ λαμπροῦ μου οἰκογενειακοῦ φίλου κ. Γεωργίου Ῥώμα. Ὁ κ. Ῥώμας εἶπεν, ὅτι εὑρίσκει ἀντίφασίν τινα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς πρόκειται περὶ περιστολῆς τῆς προσφορᾶς καὶ παραγωγῆς τρόπον τινά, ἀφ’ ἑτέρου πρόκειται περὶ ἐμψυχώσεως τῆς ὅλης παραγωγῆς. Ἡ ἀντίρρησις αὕτη εἶναι βεβαίως εὐφυής, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ μόνον εὐφυής. Διότι δὲν πρόκειται περὶ παροχῆς μέσων ἐνθαρρυνόντων εἰς νέας φυτείας, εἰς αὔξησιν τῆς προσφορᾶς, πρόκειται ἁπλῶς περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν σταφιδικῶν ἐκείνων πληθυσμῶν ἀπὸ ἐνίων ἐκ τῶν φοβερωτάτων βαρῶν, τὰ ὁποῖα καταπιέζουσιν αὐτόν· δὲν πρόκειται περὶ ἐξαπλώσεως τῆς παραγωγῆς, περὶ ἐπιτάσεως αὐτῆς, πρόκειται περὶ ἁπλῆς ἀνακουφίσεως τῶν παραγωγῶν, περὶ ἁπλῆς χαλαρώσεως τοῦ σιδηροῦ κλοιοῦ, ὑπὸ τὸν ὁποῖον στενάζει ὁ κόσμος ὁ σταφιδικός, ὑπὸ τοῦ ὁποίου ἄγχεται ἅπας ὁ τόπος ἐκεῖνος. Καὶ ποῖος τόπος, Κύριοι; Ὡς εἶπον ἤδη πολλάκις ἐν τῷ τύπῳ, ὁ Αἰγύπτιος στρατηλάτης, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἠκούσθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ χθὲς ἢ πρὸ τῆς χθές, ὁ προελάσας ποτὲ νικηφόρος ἕως τῆς ἐσχατιᾶς ἐκείνης τῆς Πελοποννησιακῆς γῆς, ὠνόμασε τὴν πρὸ τῶν ἀγρίων ὅσῳ καὶ χαύνων ὀμμάτων του χώραν μικρὰν Αἴγυπτον (κουτσοὺκ μισίρ). Ἐγὼ τὴν Αἴγυπτον δὲν τὴν γνωρίζω· ἀλλὰ καταφθάνων εἰς τόπον εὔγειον, εὔφορον, ὑδρομανῆ, ἀσμένως θὰ ὠνόμαζον αὐτὸν ἄλλην βορειοδυτικὴν Πελοπόννησον. Ναί! εἰς τόπον εὔγειον, εὔφορον, ὑδρομανῆ! Καὶ ὅμως ἐπέπρωτο τόπος τοιοῦτος ἐπὶ ἔτη νῦν νὰ ἦναι τόπος στερήσεως καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου, τόπος στερήσεως καὶ αὐτῶν ἔτι τῶν ἀπολύτως ἀπαραιτήτων διὰ τοὺς νοσοῦντας φαρμάκων! Τόπος ἐσχάτης κακοδαιμονίας! Τόπος καταναγκαστικοῦ δικαιοστασίου, καθ’ ὃ λιθοβολούμενοι ἐξεδιώκοντο τῶν χωρίων οἱ δικαστικοὶ κλητῆρες! Τόπος κτηματιῶν ἄνευ εἰσοδήματος, κτημάτων ὑπερβεβαρημένων ὑπὸ ὑποθηκῶν, δανειστῶν μὴ ἀπολαμβανόντων μηδὲ τοὺς τόκους! Τόπος πείνης, ἀνάγκης, ἀπογνώσεως· πρόσφορος μόνον ἴσως πρὸς ἐπίδοσιν ἀνατρεπτικῶν ζιζανίων. Ἀγανακτήσεως, ἀναθέματος τόπος! Καὶ ὅλα αὐτὰ βεβαίως διὰ τὴν σταφίδα, τὴν μεγάλην τροφοδότειραν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον ἀπόλυτον τῆς βορειοδυτικῆς Πελοποννήσου κυρίαρχον, πρὸ τῆς ἐπιτακτικωτάτης παρουσίας τῆς ὁποίας ἐξεκόπησαν πρόρριζα οἱ ἐλαιῶνες, ἐφυγαδεύθησαν οἱ ξανθοὶ στάχυες, οἱ θαλεροὶ ἀραβόσιτοι· πᾶν ἄλλο δένδρον, πᾶς ἄλλος καρπός! Τὴν ὑπερτάτην εὐεργέτιδα, ἀλλὰ καὶ ὑπερτάτην ἀφανίστριαν! Τὴν ἀριστοκρατικήν! Τὴν ἰδιότροπον, τὴν ἀκροσφαλῆ, τὴν ἀπαιτητικωτάτην, τὴν ἀπόλυτον τύραννον! Ἐκείνην ἐν τούτοις, ἡ ὁποία ἐπὶ τέλους, ἵνα ὑπάρξῃ, κατεδικάσθη, ὡς ἄλλος φιλοσοφικὸς ὄφις, νὰ τρέφηται ἐκ τῆς οὐρᾶς της. Τίς, Κύριοι, ἤδη ἐξήγαγε τὸν τόπον ἐκεῖνον ἐκ τῆς οἰκτρᾶς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν ἐν ἁδραῖς μόνον γραμμαῖς ἐπεχείρησα νὰ σκιαγραφήσω; Τίς ἄλλος ἢ ἡ παρακράτησις! Καὶ ὅμως εἴδετε μετὰ ποίας ἐπιμονῆς, μετὰ ποίου πάθους, μετὰ ποίας κεκρυμμένης ὑπὸ πολλὴν χάριν λύσσης ἐπιζητοῦσι τὴν κατάργησιν αὐτῆς. Φρονοῦσι, φαίνεται, οἱ κύριοι ἀντιπαρακρατητικοί, ὅτι ἡ εὐεργετικὴ αὐτῆς ἐπίδρασις ὑπῆρξεν ἤδη τοσαύτη, ὅτι ἡ βελτίωσις ἡ ἐπιτευχθεῖσα εἶναι ἤδη τοσαύτη, ὥστε εἶναι ἐπιδεκτικοὶ οἱ πληθυσμοὶ ἐκεῖνοι παραβόλων πειραματισμῶν. Κύριοι, σᾶς διαβεβαιῶ ἐγώ, ὁ ὁποῖος προσφάτως ἔσχον τὴν ἀτυχίαν νὰ ἴδω ἐκ τοῦ σύνεγγυς μετὰ πόνου ψυχῆς τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους, ὅτι ἡ κατάστασις αὐτῶν, ἂν ἐβελτιώθη κατά τι, ἀλλὰ παραμένει πάντοτε πλέον ἢ οἰκτρά. Ἀρκεῖ, ὅτι ὑφίστανται ἔτι τὰ φοβερὰ ὑποθηκικὰ βάρη, τὰ ἀντιπροσωπεύοντα τεραστίας ὀφειλὰς, ἀρκεῖ ὅτι, ἵνα καλλιεργῶσιν, εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ δανείζωνται, καὶ δανείζονται ἐπὶ ὅροις ἐπαχθέσι, καὶ ὅτι ἡ καλλιέργεια, αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν πολυδάπανος καὶ ἐπαχθὴς, ἀποβαίνει οὕτως ἐπαχθεστέρα καὶ πολυδαπανωτάτη! Ἀρκεῖ, ὅτι ἐπαπειλοῦσιν αὐτοὺς διαρκῶς ὁ περονόσπορος, ἡ φυλλοξήρα, ὁ ὑετός, ὁ ὁποῖος πολλάκις παρέσυρεν ἀπὸ τῶν ἁλωνίων ὁλόκληρον σχεδὸν συγκομιδήν! Ἡ κύλιξ εἶναι ἔτι πλήρης. Μία ἔτι σταγὼν καὶ θέλει ὑπερχειλίσει. Μία ἔτι σταγὼν καὶ ἡ οἰκονομικὴ δυσφορία θὰ μετατραπῇ εἰς κακοδαιμονίαν ἀφόρητον. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐρρήθη ἤδη πρὸ πολλοῦ, ὅτι εἰς τὸν κόσμον αὐτὸν δὲν πρέπει τις νὰ γίνεται ἡ σταγὼν, ἡ ὑπερπληροῦσα τὴν κύλικα. Μὴ ζηλώσητε, Κύριοι, τὸν κακόζηλον τοῦτον προορισμόν, μὴ καταργήσητε τὴν παρακράτησιν καὶ μὴ ἐπαναφέρητε τὸ πρὸ αὐτῆς καθεστὼς, διότι θὰ ἀκούσητε τριγμοὺς τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος ἀπαισίους, ἐφ’ οἷς πάντες θέλομεν καταληφθῆ ὑπὸ δέους. Ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκάκισαν ἤδη ἡμᾶς, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μεταξὺ τῶν κυριωτέρων ἐπιχειρημάτων μας προεβάλομεν καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, τὸ ἐκ τοῦ ἐπαπειλουμένου κινδύνου. Βεβαίως καὶ ἐγὼ δὲν φρονῶ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ δέον νὰ νομοθετῇ ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἀπειλῶν καὶ τῆς βίας, φρονῶ ὅμως, καὶ φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι καλουμένη νὰ κρίνῃ τὰ ὑπὲρ καὶ κατὰ τῆς παρακρατήσεως, ὀφείλει ὡς ἕνα τῶν κυριωτέρων λόγων λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν κίνδυνον τοῦτον, κίνδυνον ὁ ὁποῖος δὲν προέρχεται ἐκ λόγων φιλοτιμίας, ἢ φιλοπροσωπίας, δὲν προέρχεται ἐξ ἀφαιρέσεως ἐπιπροσθέτου φανταστικοῦ κέρδους, ὁποῖον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκουσιν οἱ ἀντιπαρακρατητικοί, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος προέρχεται ἐκ λόγων ἀναποδράστου ἀνάγκης. Ὡς πρὸς τὴν πραγματικότητα τοῦ κινδύνου τούτου, μὴ ἔχετε τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν. Ἀφ’ ἧς ἡμέρας θέλει ἐπανέλθει τὸ πρὸ τῆς παρακρατήσεως καθεστὼς, εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας δὲν θὰ βασιλεύῃ Γεώργιος ὁ Αʹ. Ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον αὐτοῦ θὰ βασιλεύῃ ἡ ἀνάγκη! Καὶ θεωρῶ περιττὸν νὰ εἴπω ὑμῖν, ὁποῖος ἀποβαίνει ὁ ἄνθρωπος ὁ ἀγχόμενος ὑπὸ τῆς ἀνάγκης. Ἐὰν καταψηφίσητε τὴν παρακράτησιν, ἐὰν ἐπαναφέρητε τὸ πρὸ αὐτῆς καθεστὼς, ὁλόκληροι πληθυσμοὶ τῆς Πελοποννήσου, οἱ ἐργατικώτεροι, οἱ παραγωγικώτεροι, οἱ πλειότερα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰσφέροντες πληθυσμοὶ τῆς Πελοποννήσου θὰ εὑρεθῶσι καταδεδικασμένοι, δυνάμει τῆς ψήφου ὑμῶν ταύτης, εἰς τὸ φοβερώτερον τῶν διλημμάτων. Θὰ εὑρεθῶσι καταδεδικασμένοι νὰ θέσωσιν ἑαυτοὺς ἐκτὸς τῆς ζωῆς, ἢ νὰ θέσωσιν ἑαυτοὺς ἐκτὸς τοῦ νόμου. (Ἐπιδοκιμασίαι).
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 1 καὶ 40′ π. μ. τῆς ἐπιούσης).