1899.06.10
5.047 στίχοι · 40.181 λέξεις · 180 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 48
Τῆς 10 Ἰουνίου 1899.
(Πέμπτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 35′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 15,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 287). Ὁ νομάρχης Μεσσηνίας ὑποβάλλει τηλεγραφικῶς ψήφισμα τοῦ λαοῦ Καλαμῶν, ἐξαιτουμένου τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπομνημάτων τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου καὶ τοῦ Σταφιδικοῦ Συνδέσμου Καλαμῶν. Ἕτερον τηλεγράφημα ἀπεστάλη ἐκ Πατρῶν κτηματιῶν, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν παρὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Παναγιωτοπούλου ὑποβληθεῖσαν κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ἀναφορὰν κατὰ τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου. Ὡσαύτως ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Παρευηνίων, παρακαλοῦντος, ὅπως ἀντὶ τοῦ Μεσολογγίου ὁρισθῇ ἕδρα νομοῦ τὸ Ἀγρίνιον. Τηλεγράφημα τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ὕδρας, παρακαλοῦντος, ἐντολῇ αὐτοῦ, ἵνα ἐπιταχυνθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως νομοσχεδίου. Αἴτησις τοῦ δημάρχου Θεοδωρίας, ὅπως ἀπαλλαχθῶσι τῆς καταδιώξεως οἱ προσελθόντες πρὸς κατάταξιν ἀνυπότακτοι τοῦ δήμου του. Ὁ βουλευτὴς Βονίτσης κ. Ν. Γουλιμῆς ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως εὐαρεστούμενος προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἐμφαίνοντα ἀριθμητικῶς: 1) Πόσοι ἦσαν ἀξιωματικοὶ ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ, ἰδιαιτέρως κατὰ βαθμοὺς, ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑποστρατήγου μέχρι τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ. 2) Πόσοι ἦσαν ἀξιωματικοὶ ἐν ἀποστρατείᾳ, κατὰ βαθμοὺς, ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑποστρατήγου μέχρι τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ. 3) Πόσος ἦτο ἐν συνόλῳ ὁ ἀριθμὸς τῶν παρόντων εἰς τὰς τάξεις ὑπαξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν γενικῶς κατὰ τὰς ἑξῆς ἐποχάς: Τὴν 1 Ἰανουαρίου 1875, τὴν 1 Ἰανουαρίου 1885, τὴν 1 Ἰανουαρίου 1895 καὶ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1899.» Ὁ βουλευτὴς Πάλλης κ. Μπασιᾶς ὑποβάλλει γραπτὴν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ βοηθήματος χορηγητέου εἰς τὴν μητέρα χωροφύλακός τινος φονευθέντος ὑπό τινος ληστοφυγοδίκου. Ὁ κύριος Κρίτσας ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§2Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἔλαβον, κύριε Πρόεδρε, τηλεγράφημα ἐκ Λαμίας, διὰ τοῦ ὁποίου τινὲς τῶν συμπολιτῶν μου παραπονοῦνται, ὅτι ὁ ἐκεῖ ἀστυνόμος διέταξεν αὐτοὺς, ὅπως τὸν ἀποθηκευθέντα ἤδη κατὰ τὸ πλεῖστον σανὸν καὶ χόρτον ἐν ταῖς ἀποθήκαις ταῖς κειμέναις ἐντὸς τῆς πόλεως ἀποθηκεύσωσιν ἐκ νέου ἐν ἀποθήκαις ἐκτὸς τῆς πόλεως κειμέναις. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη τοῦ ἐν Λαμίᾳ ἀστυνόμου εἶναι τόσον ἀξιέπαινος, ὅσον καὶ ἀξιομίμητος, διότι τὸ μέτρον τοῦτο ὑπαγορεύει βεβαίως ἡ πρόνοια τῆς ἀποφυγῆς τῶν ἐξ ἐνδεχομένης πυρκαϊᾶς δεινῶν· καίτοι ὅμως ὁ κ. ἀστυνόμος ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ του προνοίᾳ εἶναι ἄξιος συγχαρητηρίων, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι κακῶς ἐξέδωκε τὴν διαταγὴν ταύτην, ἡ ὁποία, ἂν ἀληθῶς ἐξεδόθη, βεβαίως ἐξεδόθη πολὺ παρακαίρως. Θὰ ἐνόουν τὴν διαταγὴν ταύτην, ἂν ἐξεδίδετο πρὸ τῆς συγκομιδῆς τοῦ χόρτου καὶ τοῦ σανοῦ καὶ κατ’ ἐποχὴν, ἀπὸ τῆς ὁποίας μέχρι τῆς ἀποθηκεύσεως θὰ ἐμεσολάβει χρονικὸν διάστημα ἀρκετὸν πρὸς ἑτοιμασίαν ἀποθηκῶν, ἐν αἷς θὰ ἠδύναντο ν’ ἀποθηκεύσωσιν οἱ ἄνθρωποι τὸ εἶδος τοῦτο. Ἐκδοθεῖσαν ὅμως νῦν, τὴν θεωρῶ ἀνακλητέαν, διότι πλὴν τοῦ ὅτι ἐκτὸς τῆς πόλεως Λαμίας δὲν ὑπάρχουσιν ἀποθῆκαι τοιαῦται, ὁ χόρτος καὶ ὁ σανὸς ἐτοποθετήθη ἤδη κατὰ τὸ πλεῖστον, καὶ ἂν μετενεχθῇ, βεβαίως οἱ κάτοχοι αὐτοῦ θὰ ὑποστῶσι ζημίας σχετικῶς μεγάλας καὶ λόγῳ ἐξόδων μεταφορᾶς καὶ λόγῳ φθορᾶς, ἣν θὰ ὑποστῇ τὸ ἀποθηκευθὲν αὐτὸ εἶδος. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ διατάξῃ τὸν κ. ἀστυνόμον νὰ ἄρῃ τὴν διαταγήν του ταύτην, ὡς ἀνεφάρμοστον.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§4Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἔλαβον τηλεγράφημα τῆς κυρίας Χρηστοφῆ, συζύγου τοῦ ἐπιμελητοῦ Χρηστοφῆ, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ πολέμου πάσχει δεινῶς. Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο παρεκλήθην νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ παρακληθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δώσῃ τὰς δεούσας ἐξηγήσεις. Τὸ τηλεγράφημα ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ὑμετέρα ἀνακριτικὴ ἔκθεσις περὶ ἐπιμελητείας Ἠπείρου, ἀναγράφουσα προσφερθείσας πολυτίμους ὑπηρεσίας συζύγου μου, ὑπεξηρέθη ἐξ Ὑπουργείου Στρατιωτικῶν παρ’ ἐκείνων βεβαίως, οἵτινες ἐπιδιώκουσιν ἐκ παντὸς ἀθεμίτου τρόπου ἐξόντωσίν του. Γεγονὸς τοῦτο καταστρέφει ἀπομείνασαν ὑγείαν συζύγου μου, παρεμφερὲς συνταράσσοντι Γαλλικὸν ἔθνος. Ἱκετεύω, ἐνεργήσατε προσήκοντα δι’ ἐπερωτήσεως ἐν τῇ Βουλῇ. Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν ἐκ τηλεγραφήματός μου σήμερον λαμβάνει γνῶσιν πραξικοπήματος, καὶ εὐελπίζομαι ἐνεργήσῃ νόμιμα. Βασιλικὴ Χριστοφῆ ἐπιμελητοῦ.» Ἠναγκάσθην νὰ τὸ φέρω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς, διότι πράγματι ἡ ἔκθεσις, ἡ ἀφορῶσα τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐν Ἠπείρῳ στρατοῦ, εἶχεν ὑποβληθῆ μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν μου, ἀφεώρα δ’ ἐν γένει τὴν διαχείρισιν τῆς Ἐπιμελητείας, περιέχουσα πολλὰς λεπτομερείας· ἑπομένως ἦτο πολὺ ἀναγκαία εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν καὶ διὰ τὸ μέλλον, ἀλλὰ καὶ δι’ ὅσα κακὰ ἔλαβον χώραν κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχήν. Καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ἐπληροφορήθην, ὅτι ἡ ἔκθεσις αὕτη ὑπεξηρέθη, ἐνῷ εὐτυχῶς τηροῦνται ὅλαι ἐν γένει αἱ δικογραφίαι, τὰς ὁποίας εἶχον καταρτίσει κατὰ τὴν ἀποστολήν μου εἰς τὴν Ἤπειρον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, λαβὼν γνῶσιν ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου καὶ ἐκ τῆς ἐπιστολῆς τῆς περὶ ἧς πρόκειται ὑποθέσεως, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλει διατάξει τὰ δέοντα πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ γεγονότος. Δευτέρα περίπτωσις, τὴν ὁποίαν ἀναγκάζομαι νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, περιλαμβάνεται ἐν συγκινητικωτάτῃ ἐπιστολῇ χωρικοῦ τῆς ἐπαρχίας μου, ὀνομαζομένου Κωνσταντίνου Ζαρκιᾶ, ὁ ὁποῖος ἐπὶ 32 ἔτη διετέλεσε πάρεδρος εἰς τὸ χωρίον Στάνο, 1½ ὥραν ἀπέχον τοῦ Καρβασαρᾶ. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω μέρος αὐτῆς, καὶ ἀκολούθως θὰ σᾶς τὴν ἐξηγήσω (ἀναγινώσκει): «Καρβασαρᾶς, τὴν 7 Ἰουνίου 1899. «Κύριε Ἀνδρέα. «Εἴχαμε ὁμιλήσει εἰς τὸ σπίτι μου, εἰς τὸ Στάνο, διὰ τὸν θάνατον τοῦ μακαρίτου παιδιοῦ μου, τοῦ Βασίλη, ὅπου ἐφονεύθη εἰς τὴν μάχην τοῦ Γριμπόβου, ἂν δικαιοῦμαι τίποτε βοήθημα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, διότι μὲ ἀναγκάζει ἡ φτώχια, διότι ἔχω τὸ κορίτσι μου ἀρραβωνιασμένο δύο ἔτη, καὶ δὲν ἔχω ἐλπίδα. Σὲ παρακαλῶ νὰ μοῦ ἀπαντήσῃς, διότι εἶμαι πολὺ στενοχωρημένος. Ἔχασα τὸ παιδί μου αὐτὸ διὰ τὴν πατρίδα μας, καὶ ἔχασα τὸ πᾶν, ἐνῷ ἤλπιζα αὐτὸ νὰ μοῦ στηρίξῃ τὰ γηράματά μου, καὶ νὰ κλείσῃ τὰ μάτια μου. Σὲ παρακαλῶ πάλιν, σύστησέ το εἰς τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν καὶ Βουλήν. Ἂς μὲ συντρέξουν χάριν τῆς κόρης μου, νὰ τὴν ἀποκαταστήσω, καὶ ὁ Θεὸς ἂς ἔχῃ τὴν ψυχὴν τοῦ Βασίλη μου, καὶ νὰ προστατεύῃ τὸν τόπον μας. Ὁ πιστὸς φίλος σου Κωνστ. Ζαρκιᾶς.» Βεβαίως ἡ ἐπιστολὴ αὕτη εἶναι πολὺ ἀφελής, ἀλλ’ ἔχει τὸ ἰδιάζον, ὅτι περιλαμβάνει τὸν πόνον τὸν εἰλικρινῆ, τὸν ὁποῖον ὁ γράφων ἔχει εἰς τὴν καρδίαν του. Ὁ νέος αὐτὸς Βασίλειος, περὶ οὗ γίνεται λόγος, εἶναι ὁ ἡρωϊκώτατα φονευθεὶς εἰς τὴν μάχην τοῦ Γριμπόβου. Οὗτος ἀπὸ τοῦ 1885 κατετάχθη ἐθελοντὴς εἰς τὸ πυροβολικόν, τυγχάνων δὲ τελειόφοιτος τοῦ Γυμνασίου, προήχθη ταχέως μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἐπιλοχίου, καὶ τῷ 1892 εἰσῆλθεν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Ὑπαξιωματικῶν, ὁπόθεν ἐξῆλθε δεύτερος μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ. Νοημονέστατος, ἀγαθὸς καὶ ἐνάρετος, ἀνῆκε κατὰ τὴν μάχην τοῦ Γριμπόβου εἰς τὸ τάγμα τοῦ Παπαγιαννοπούλου, ἐπὶ κεφαλῆς δὲ τῆς διμοιρίας του προσέβαλεν ἓν ὀχύρωμα τουρκικόν, καὶ ἐν τῇ πρώτῃ γραμμῇ ὢν ἐβλήθη ὑπὸ δύο σφαιρῶν καὶ ἔπεσεν ἄπνους. Ὁ ἀτυχὴς ἀξιωματικός, ἐπειδὴ ὁ πατήρ του ἦτο πτωχότατος, μέρος τοῦ μισθοῦ του ἀπέστελλε πάντοτε πρὸς τὸν πατέρα του, ὁ ὁποῖος, ἐννοεῖται, μετὰ τὸν θάνατον τοῦ τέκνου του, μολονότι ἔχει δύο ἑτέρους υἱούς, ἀλλὰ καὶ τρεῖς θυγατέρας, ἔμεινεν ἐστερημένος τῶν πάντων. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς προξενήσῃ μεγάλην ἐντύπωσιν, εἶναι ὅτι, ὅταν δύο ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ μεταβάντες ἀνήγγειλαν εἰς τὸν ἀτυχῆ αὐτὸν πατέρα τὸν θάνατον τοῦ υἱοῦ του, οὗτος ἀπήντησεν ὡς ὁ μέγας Ξενοφῶν, ὅτε τῷ ἀνήγγειλαν τὸν θάνατον τοῦ υἱοῦ του Γρύλλου, φονευθέντος ἐν Τεγέᾳ. Ὡς ὁ Ξενοφῶν, ὅτε τὸν ἐβεβαίωσαν ὅτι ὁ Γρύλλος ἐφονεύθη ἡρωϊκῶς, δὲν ἐταράχθη, ἀλλ’ ἐγονυπέτησε καὶ ηὐχαρίστησε τοὺς Θεούς, ὅτι τῷ ἔδωκαν τοιοῦτον υἱόν, οὕτω καὶ ὁ γέρων Ζαρκιᾶς ἠρώτησε μόνον, ἂν ὁ υἱός του ἐφονεύθη ὡς παλληκάρι· ὅτε δὲ τῷ ἀπεκρίθησαν, ὅτι ἔπεσεν ἡρωϊκῶς, ἀπήντησεν: «εἰς τὴν πατρίδα ἀνῆκε καὶ ὑπὲρ τῆς πατρίδος ἀπέθανε!» Τοιοῦτος ἀρχαϊσμὸς εἰς τὸν γέροντα αὐτὸν δὲν δύναται ἢ νὰ συγκινήσῃ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἰδίᾳ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ἔτυχε καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ πολέμου ἐν Ἠπείρῳ συναγωνιζόμενος. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ φέρω εἰς γνῶσιν ὑμῶν καὶ ἕτερον περιστατικὸν ὁμοίας φύσεως, τοῦ αὐτοῦ ἡρωϊσμοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου ἐπίσης ἐν τῇ ἐκθέσει μου ποιοῦμαι λόγον, ἀναγόμενον εἰς τὸν πεσόντα ὡσαύτως ἐν Ἠπείρῳ ἀξιωματικὸν Ἀριστοτέλην Κατσελίδην. Ὁ Κατσελίδης ἐξῆλθε καὶ αὐτὸς ἐκ τῆς αὐτῆς Σχολῆς, ἐν τῇ πολυετεῖ δὲ ὑπηρεσίᾳ μου ὡς φρουράρχου ἐγνώρισα αὐτὸν πρόθυμον καὶ φιλοτιμότατον ἀξιωματικόν. Οὗτος κατὰ τὴν τριήμερον πάλην ἐν Ἄρτῃ, εὑρισκόμενος ὡς στήριγμα τοῦ πυροβολικοῦ μὲ τὸν λόγον ὑπὸ τὸν λοχαγὸν κ. Μήτσου, ἐνῷ οἱ Τοῦρκοι ἐξώρμων, ἀντελήφθη ὅτι οἱ στρατιῶταί του, πρώτην φορὰν βαπτιζόμενοι εἰς τὸ πῦρ καὶ μὴ ἔχοντες τὸ θάρρος τοῦ ἀρχαίου στρατιώτου, ἀπεδειλίασαν, εὑρισκόμενοι εἰς τὸ ὀχύρωμα. Τὸ τοιοῦτον βεβαίως ἤθελεν ἐνθαρρύνει τὰ μέγιστα τοὺς Τούρκους, καὶ ἴσως ἤθελεν ἐπιδράσει καὶ ἐπενέγκει φοβερὸν ἀποτέλεσμα. Ὁ Κατσελίδης ὅμως, ὁ ἄριστος ἐκεῖνος νέος, ἀντιληφθεὶς τοῦ μεγάλου κινδύνου, ἠγέρθη καὶ παρώτρυνε τοὺς στρατιώτας του νὰ τὸν μιμηθῶσιν· ἀλλ’ ἐβλήθη μαχόμενος ὑπὸ ἐχθρικῶν σφαιρῶν καὶ ἔπεσεν. Ὁ ἀνθυπολοχαγὸς οὗτος ἀφῆκε μίαν μόνην ἀδελφήν, διότι ἡ μήτηρ του δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐπιζήσῃ μετὰ τὴν πλήξασαν αὐτὴν συμφορὰν τῆς στερήσεως τοῦ υἱοῦ της. Αἱ οἰκογένειαι τῶν δύο αὐτῶν ἀξιωματικῶν, καθὼς καὶ αἱ τῶν ταγματαρχῶν Παπαγιαννοπούλου καὶ Κοκκοτάκη, τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι συνεστήσαμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς αὐτῆς. Ἐπειδὴ δὲ μέχρι τοῦδε οὐδὲν μέτρον ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις περὶ αὐτῶν, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλω σήμερον πρότασιν, τροποποιοῦσαν τοὺς σχετικοὺς περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων νόμους ΣΕʹ καὶ ϞΑʹ τοῦ 1852 καὶ 1864. Διὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης ἠθέλησα νὰ συντρέξω τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐὰν λάβῃ τὴν καλωσύνην καὶ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασίν μου, ἵνα δυνηθῇ νὰ παράσχῃ τὴν κατάλληλον σύνταξιν εἰς τὰς οἰκογενείας ἐν γένει τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ ἀποδεδειγμένως ἐφονεύθησαν ἡρωϊκῶς καὶ οὐχὶ φεύγοντες, — διότι πολλάκις περισσότερον φονεύονται οἱ φεύγοντες παρὰ οἱ μένοντες εἰς τὰς θέσεις των, — σύναμα δὲ γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία αὕτη, διὰ τῆς ὁποίας ἐφεξῆς οὐ μόνον εἰς τὰ ὀρφανὰ τέκνα καὶ τὰς συζύγους τῶν ἐν πολέμῳ ἡρωϊκῶς πιπτόντων ἀξιωματικῶν νὰ ἀπονέμηται σύνταξις ἀνάλογος, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς ἀδελφὰς αὐτῶν, ἐὰν ἦναι ἄγαμοι, καὶ εἰς τοὺς γονεῖς των, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἐν ζωῇ, νὰ δίδηται ἡ συνδρομή. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος κατὰ τὸ 1871, θέλων νὰ δώσῃ θάρρος εἰς τοὺς πολίτας, καταδιώκωσι τὴν ληστείαν,—διότι ἄνευ τῆς συνδρομῆς τῶν πολιτῶν δὲν εἶναι δυνατόν ποτε ἡ ἀταξία νὰ διορθωθῇ,—εἰσήγαγε τότε εἰς τὴν Βουλὴν τὸν περὶ καταδιώξεως τῆς ληστείας νόμον, ὁ ὁποῖος ὥριζεν, ὅτι οἱ πολῖται, οἵτινες, συντρέχοντες τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν ἀποτελεσματικῶς, ἤθελον πληγωθῆ ἢ φονευθῆ, θὰ ἀπελάμβανον διὰ βίου τὴν ἀπαιτουμένην σύνταξιν. Ὁ νόμος οὗτος ἐξακολουθεῖ ὑπάρχων, ὁ νόμος αὐτὸς δὲν κατηργήθη. Ἄν δὲ διὰ τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας ἡ πατρὶς ὥρισε τοιαύτην ἀμοιβὴν, ἠμπορεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἀρνηθῇ ὁμοίαν εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν τόσον ἡρωϊκῶς φονευθέντων ἐν τῷ πολέμῳ ἀξιωματικῶν; Ἡ συνδρομὴ αὕτη θὰ ᾖναι ἡ μεγαλειτέρα ἀμοιβὴ καὶ παρηγορία εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ὑπὲρ πατρίδος πεσόντων, ἀλλὰ καὶ ἐν γένει ἐλπὶς καὶ θάρρος εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς, οἵτινες εἰς τὸ μέλλον, ὁσάκις παρουσιάζηται περίστασις, θὰ γνωρίζωσιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ δειχθῇ ὡς μητρυιὰ πρὸς τὰς οἰκογενείας αὐτῶν, ἀλλ’ ὡς πραγματικὴ μήτηρ. Τὴν πρότασιν νόμου ταύτην περὶ τροποποιήσεως τῶν σχετικῶν διατάξεων τῶν περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων νόμων τοῦ 1852 καὶ 1864 καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Καταθέτω ἐπίσης τὸ τηλεγράφημα τῆς κυρίας Χρηστοφῆ. Ἐπίσης ὑποβάλλω πρότασιν περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν Χ–Εʹ νόμου, σχετικὴν πρὸς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρὸ καιροῦ ὑπέβαλε καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρό τινων ἡμερῶν ἐγένετο συζήτησις εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν· παρακαλῶ δὲ νὰ τυπωθῇ, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ δευτέρα συζήτησις τοῦ εἰρημένου νομοσχεδίου θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω μερικὰς παρατηρήσεις.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ δύο προτάσεις νόμων τοῦ κ. Βουλευτοῦ Βάλτου θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 288–289).
§6Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὅτε ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἔλαβε τὸ μέτρον τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ στρατοῦ, ἦτο ἀνάγκη νὰ ληφθῶσιν ἐκ μέρους τῶν Συμβουλίων τῶν ἐπιτροπῶν, ἢ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν λαβόντων μέρος εἰς αὐτὰς, αἱ διάφοροι ἐκθέσεις, εἴτε τμηματικῶς, εἴτε ἐν συνόλῳ. Κατὰ συνέπειαν διεσκορπίσθησαν αὐταὶ αἱ ἐκθέσεις, καὶ ὅτε ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐζήτησα νὰ συγκεντρώσω ὅλα αὐτὰ, πολλὰ τῶν ὁποίων εὗρον καὶ τὰ συνεκέντρωσα. Ἡ ἔκθεσις περὶ τῆς Ἐπιμελητείας τοῦ στρατοῦ τῆς Ἠπείρου ἀκόμη δὲν εὑρέθη. Ἐλπίζω ὅτι δὲν συνέβη τι κακὸν, ὅτι δὲν ἐκλάπη ἢ κατεστράφη, καὶ ὅτι θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ τὴν ἀνεύρω. Ἔγραψα πρὸς τὸν πρώην προσωπάρχην, τοῦ ὁποίου τὴν ἀπάντησιν ἀναμένω, καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ εὑρεθῇ ἡ ἔκθεσις αὕτη. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, θὰ ἐνεργήσω ἀνακρίσεις. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν σύνταξιν ἢ βοήθειαν τῶν συγγενῶν τῶν πεσόντων κατὰ τὸν πόλεμον, εἶχον εἰπεῖ ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ σήμερον, ὅτι μελετῶ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ προσπαθῶ νὰ περιλάβω ὅλας τὰς περιπτώσεις ἐν ἑνὶ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ἐλπίζω νὰ φέρω εἰς τὴν Βουλὴν ἐν καιρῷ.
§7ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐνθυμηθῇ τὴν αἴτησίν μου περὶ προσαγωγῆς σημειώματος, δεικνύοντος τὰ εἰσοδήματα τῶν δήμων ἐξ ἀμέσων φόρων καὶ ἐξ ἀμέσου δημοτικῆς φορολογίας, ἣν εἶχον ὑποβάλει σχετικῶς πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν.
§8Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλαβον αἴτησιν ὑπογεγραμμένην παρὰ πολλῶν καταδίκων, κρατουμένων ἐν ταῖς φυλακαῖς Ρίου, παραπονουμένων κατὰ τῆς ἀγρίας διαγωγῆς, τὴν ὁποίαν μετέρχεται πρὸς αὐτοὺς ὁ ἐκεῖ φρούραρχος. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως λάβῃ γνῶσιν τοῦ περιεχομένου, καί, ἂν ὦσι τὰ παράπονα ταῦτα βάσιμα, νὰ πράξῃ ὅ,τι δύναται πρὸς ἄρσιν τῶν παραπόνων τῶν καταδίκων. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, οἵτινες ὑπηγόρευσαν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἥτις εἶναι προωρισμένη νὰ εἰσαγάγῃ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν, νὰ μὴ δεχθῇ νὰ εἰσαχθῇ ἐν αὐτῇ ὁ λοχίας τοῦ ἱππικοῦ Ἀνδρέας Συρογιαννόπουλος, καίπερ κεκτημένος τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα.
§9Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ ὑπηρεσία εἶχε πληροφορηθῇ ἐξωδίκως, ὅτι ὁ περὶ οὗ πρόκειται λοχίας ἐτιμωρήθη πειθαρχικῶς, καὶ ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ περιληφθῇ εἰς τὰς ἐξετάσεις· ἐν τούτοις, κατὰ διαταγὴν τοῦ ἁρμοδίου διοικητοῦ, ἐγένετο καὶ αὐτὸς δεκτὸς εἰς τὰς ἐξετάσεις, ἀλλὰ δὲν ἀπεκρίθη δεόντως, καὶ ἕνεκα τούτου ἀπερρίφθη.
§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργείου νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἔλαβε καιρὸν νὰ μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἐπιδρομῆς τῶν δημοτῶν τοῦ δήμου Νάσων ἐπὶ τὴν θέσιν Γκιοῦσι τοῦ δήμου Νυμφασίας, καὶ νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς διαταγὰς, τὰς ὁποίας ἔδωκε.
§11Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς μίαν τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων θέλω δώσει τὰς ἐξηγήσεις, διότι δὲν ἔλαβον ἀκόμη τὰς ζητηθείσας πληροφορίας.
§12ΑΘ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς ὑπέβαλε τέσσαρα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐχαρακτήρισεν ὡς κατεπείγοντα, καὶ ἰδίως ἕν, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τροποποίησιν διατάξεων τῶν περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου νόμων. Παρακαλῶ, ὅπως τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἀναγραφῶσι πρῶτα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν, ἰδίως ἐπὶ τοῦ περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, διότι τὸ Ταμεῖον τοῦτο δυστυχῶς εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε ἐπίκειται ἡ παῦσις τῶν πληρωμῶν του. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ προταχθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 35 ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδιον.
§13Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὴν παράκλησιν, τὴν ὁποίαν πρὸ πολλοῦ εἶχον ὑποβάλει, ὅπως εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως τῆς μεταξὺ τοῦ δήμου Πατρέων καὶ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν συμβάσεως περὶ κατασκευῆς τροχιοδρόμου ἐν Πάτραις· διότι, ἂν ἡ σύμβασις δὲν κυρωθῇ κατ’ αὐτὴν τὴν Σύνοδον, θεωρεῖται ἀνίσχυρος.
§14Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς τὴν ἀρχικὴν συμφωνίαν ἐπῆλθον μεταβολαί τινες, αἱ ὁποῖαι ἐθεωρήθησαν ἀναγκαῖαι. Ἐπῆλθε συνεννόησις μετὰ τῆς ἑταιρείας, ἡ ὁποία ἀπεδέχθη τὰς μεταβολὰς, ἐστάλη δ’ ἡ σύμβασις εἰς Πάτρας, ὅπως γείνωσιν ἐκ συμφώνου αἱ μεταβολαὶ καὶ ὑπογραφῶσι. Δυστυχῶς ὅμως μία τῶν τροπολογιῶν δὲν ἔφερε τὴν ὑπογραφὴν τοῦ δημάρχου. Ἠναγκάσθην λοιπὸν νὰ στείλω πάλιν εἰς Πάτρας τὴν σύμβασιν, ὅπως ὑπογράψῃ καὶ ὁ δήμαρχος. Ἅμα τὴν λάβω ὑπογεγραμμένην, θὰ τὴν ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Φλογαΐτης ἔχει τὸν λόγον.
§16Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Τὸ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως νομοσχέδιον, ὅπερ μετ’ ἄλλων πολλῶν ὑποβαλλομένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχεδίων συναποτελεῖ τὸ μεταρρυθμιστικὸν πρόγραμμα αὐτῆς, εἶναι κατ’ ἐμὲ παντελῶς ἀσυντελὲς εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ μεταρρυθμιστικοῦ σκοποῦ, ἄν τῳόντι μεταρρυθμιστικὸς σκοπὸς τῶν ὑποβαλλομένων νομοσχεδίων ἦναι ἡ ἐξαφάνισις τῆς ἀπὸ πολλοῦ ἐπικρατούσης οἰκτρᾶς καταστάσεως τῶν παρ’ ἡμῖν πραγμάτων, τῆς ἀπὸ πολλοῦ τῳόντι χειρίστης λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος. Οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι τὸ πολίτευμα λειτουργεῖ κάκιστα· καὶ τούτου ἀπόδειξις, ὅτι ὑπὸ τὴν τοιαύτην λειτουργίαν περιῆλθον τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα εἰς τὸ σημεῖον τῆς χρεωκοπίας, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν τελουμένων ἐν τῷ Κράτει ἐγκληματικῶν πράξεων αὐξάνεται ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τεραστίως, κατὰ τὴν ἐπίσημον στατιστικὴν, ὅτι τέλος κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον ἀπεδείχθη ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἡμῶν κατάστασις εἶναι ἐλεεινή. Βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι τοιούτου εἴδους οἰκτρὰ κατάστασις, ἀπὸ πλείστων ἐτῶν χρονολογουμένη, εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπευθῇ διὰ νομοσχεδίων, μὴ στηριζομένων εἰς τοιαύτην ἀρχὴν, ὥστε νὰ κατορθωθῇ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀποτελεσματικὴ καὶ εὐεργετικὴ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, κατ’ ἀρχὴν φρονῶ, ὅτι νόμοι πρέπει πολὺ σπανίως νὰ ψηφίζωνται, τὸ δὲ φρόνημά μου τοῦτο δὲν εἶναι φρόνημα προσωπικὸν ἐμοῦ, εἶναι φρόνημα στηριζόμενον εἰς τὴν πεῖραν τῶν αἰώνων. Οἱ ἀρχαῖοι ἡμῶν προπάτορες, οἱ πρῶτοι, δύναται νὰ εἴπῃ τις, θεμελιωταὶ τῆς νομοθετικῆς ἐπιστήμης, πρῶτοι ἔταξαν τοιούτους φραγμοὺς κατὰ τῆς εὐκόλου μεταβολῆς τῶν νόμων, ὥστε πολὺ δυσκόλως ἠδύνατο νὰ μεταβληθῇ ἢ καταργηθῇ νόμος ὑπάρχων. Γινώσκετε, ὅτι ἐπὶ τοῦ Περικλέους ἐθεωρεῖτο τόσον μέγα κακὸν ἡ ψήφισις νέων νόμων, ὥστε ἐτέθησαν φραγμοὶ πολὺ δυσυπέρβλητοι εἰς τὴν ψήφισιν νέων νόμων. Ἐν πρώτοις ἔπρεπε τότε, ὅπως ὑποβληθῇ νομοσχέδιον καὶ συζητηθῇ ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας τοῦ δήμου, νὰ ὑποβληθῇ προηγουμένως εἰς τὴν Βουλὴν τῶν 500, νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν θεσμοθετῶν, καὶ ἐὰν οὗτοι ἀπεφαίνοντο, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν προσκρούει εἰς τὸ ὑπάρχον πολίτευμα, τότε καὶ μόνον εἰσήγετο ἐνώπιον τῆς ἐκκλησίας τοῦ δήμου, καὶ τότε καὶ μόνον ἐψηφίζετο. Ἐν τούτοις καὶ τότε δὲν ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ἰσχῦον νόμος ἀπολύτως τὸ ψηφισθὲν νομοσχέδιον, διότι ἠδύνατο ἐντὸς διαστήματος χρονικοῦ, ὁριζομένου ὑπὸ τοῦ νόμου, νὰ ἐπιληφθῇ τὸ δικαστήριον, εἰσηγουμένων τῶν θεσμοθετῶν, τῆς ἐξετάσεως τοῦ νόμου, καὶ, ἐὰν εὑρίσκετο ἀντιβαίνων ὁ νόμος εἰς τὸ πολίτευμα, ἐκεῖνος, ὅστις εἶχεν ὑποβάλει τὸ νομοσχέδιον, ὑπεβάλλετο εἰς βαρυτάτας ποινὰς, τῶν ὁποίων ἡ μικροτέρα ἦτο τὸ πρόστιμον. Παρὰ δὲ τοῖς Λοκροῖς τοσαύτην ἐνέπνεε δυσπιστίαν ἡ ψήφισις νέου νόμου, ὥστε ὡρίζετο, ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις ἤθελε παρουσιασθῆ εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ δήμου πρὸς ὑποβολὴν προτάσεως νόμου, ὤφειλε νὰ παρουσιασθῇ τὸν τράχηλον ἐν βρόχῳ ἔχων, καὶ ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἀπερρίπτετο, ἀπεκτείνετο ὁ εἰσαγαγὼν τὸ νομοσχέδιον, ἐπισπασθέντος τοῦ βρόχου. Ὅ,τι ὅμως οἱ τότε νομοθέται εἶχον περιορίσει διὰ τοιούτου εἴδους φραγμῶν, οἵτινες βεβαίως δύνανται νὰ θεωρηθῶσι μέχρι τινὸς ὑπερβολικοὶ, κατώρθωσεν ἡ εὐδαίμων σήμερον Ἀγγλία νὰ ἐπιτύχῃ διὰ μόνης ἀκριβῶς τῆς ψηφίσεως νόμων ἀπορρεόντων κατὰ πάντα ἐκ τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως, καὶ τοῦτο χάρις εἰς τὸν συντηρητικὸν χαρακτῆρα τῶν Ἄγγλων, καὶ διὰ τῆς πολιτικῆς φρονήσεως τῶν ἐκεῖ πολιτευομένων. Ἐκεῖ ψηφίζονται σήμερον νομοσχέδια καθ’ ὃν καὶ παρ’ ἡμῖν τρόπον, ὑπάρχουσι δηλονότι καὶ ἐκεῖ οἱ φραγμοί, οἵτινες ὑπάρχουσι καὶ παρ’ ἡμῖν, διότι καὶ ἐκεῖ γίνονται τρεῖς ψηφίσεις τῶν νομοσχεδίων. Ἀλλ’ ὅπως ὑποβληθῇ ἐκεῖ νομοσχέδιον, δὲν παρουσιάζεται ἡ Κυβέρνησις, Ὑπουργὸς οἱοσδήποτε ἄλλος, προβάλλων νομοσχέδιον, ἀπορρέον ἀπὸ τῆς κεφαλῆς αὑτοῦ, ἢ ἀπὸ τῆς ἐργασίας νομοθετικῆς ἐπιτροπῆς, ἢ ἀπὸ τῆς ἐργασίας ἑνὸς νομοθετικοῦ σώματος, ἀλλ’ ἀπορρέει τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως. Οὐδέποτε ψηφίζεται ἐν Ἀγγλίᾳ νομοσχέδιον, ἐὰν μὴ προηγουμένως συνέλθωσιν οἱ σύλλογοι, ἐὰν μὴ συνέλθωσι τὰ σωματεῖα, ἐὰν μὴ ἀποσταλῶσιν ἀναφοραὶ καθ’ ἑκατοντάδας καὶ χιλιάδας εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὥστε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο νὰ θεωρῆται ἐπιβεβλημένον εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἀληθῶς ἡ νομοθετικὴ ἐπιστήμη καταδικάζει τὴν ψήφισιν νέων νόμων, παραδεχομένη ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ κακὸς νόμος, ὁ ὑπάρχων, πρέπει νὰ ἐξακολουθῇ ὑπάρχων, ἐνόσῳ εὖ κεῖται, ἐνόσῳ δὲν ἐξηγέρθη κατ’ αὐτοῦ ἡ δημοσία συνείδησις, ἐνόσῳ δὲν καταβοᾷ κατ’ αὐτοῦ ἡ δημοσία γνώμη. Ὁ νόμος, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι εἶναι ἐλλιπὴς καὶ ἐλαττωματικός, ἔχει ὅμως τοῦτο τὸ καλόν, ὅτι συνεμορφώθη ἤδη πρὸς αὐτὸν ἡ Πολιτεία, ὅτι συνεμορφώθησαν οἱ πολῖται, κατέστη ἤδη γνωστὸς εἰς ὅλους τοὺς πολίτας, διότι βεβαίως οἱ νόμοι γνωστοποιοῦνται διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», κατὰ νομικὸν πλάσμα, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται πολυετὴς αὐτῶν ἐφαρμογή, ὅπως κατορθωθῇ νὰ εἰσδύσωσιν εἰς τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν. Ἀλλὰ νόμος κακὸς ὁμολογουμένως εἶναι δυνατὸν νὰ συντελῇ πολὺ πλειότερον εἰς τὴν εὐδαιμονίαν τῆς κοινωνίας, παρὰ εἷς νόμος, ἴσως κρείττων ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν λεπτομερειῶν, ἀλλὰ νόμος νέος. Πολὺ πλέον πρέπει τις νὰ ἀποφεύγῃ τὴν ψήφισιν νόμων, ὁσάκις ἦναι πολὺ ἀμφισβητούμενον, ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ποτε, ὅτι θὰ προέλθωσιν ἐξ αὐτοῦ καλὰ ἀποτελέσματα. Ὁ νέος νόμος τότε μόνον δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖος, ὅταν ἦναι τὸ πόρισμα τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως, ἐκφρασθείσης δι’ ὅλων τῶν νομίμων μέσων, διὰ τῶν συναθροίσεων, διὰ συλλαλητηρίων, διὰ συλλόγων, δι’ ἀναφορῶν. Λέγων τοῦτο, ἀσπάζομαι ἆρά γε τὸ φρόνημα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπέλθῃ μεταβολή τις εἰς τὴν ἐπικρατοῦσαν κατάστασιν; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Ἀλλ’ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐκεῖνα μόνον τὰ νομοθετήματα πρέπει νὰ εἰσαχθῶσι καὶ ψηφισθῶσι, τὰ ὁποῖα δυνατὸν νὰ σώσωσιν ἡμᾶς ἀπὸ τῆς καταστροφῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἤγαγε καὶ ἄγει ἡμᾶς ἡ ἀντίθεσις τῶν νόμων πρὸς τὸ πολίτευμα. Ἐν συνόλῳ δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι παρ’ ἡμῖν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐπικρατεῖ πολιτική τις κατάστασις, — πολίτευμα δηλαδὴ μετὰ καὶ τῶν νόμων τῶν ἁπτομένων ἀμέσως τοῦ πολιτεύματος, τῶν συνδεομένων ἀμέσως πρὸς τὸ πολίτευμα, — εἰς ἣν ἐφαρμοστέον τὸ ἀρχαῖον περιλάλητον ῥητὸν «πρόσθεν μὲν λέων, ὄπισθεν δὲ δράκων, μέση δὲ χίμαιρα». Καὶ φρονεῖτε, ὅτι ἀπὸ τοιαύτης καταστάσεως εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθῃ οἱονδήποτε καλόν; Εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον. Ὅ,τι ἐγένετο μέχρι τοῦδε, βεβαίως πρόκειται νὰ γίνηται καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Νομοθετικὸν σῶμα δὲν ὑπάρχει ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, κοινοβουλευτικὸς βίος δὲν ὑπάρχει, ἀμερόληπτος ὑπηρεσία ἐν τοῖς διαφόροις κλάδοις δὲν ὑπάρχει, στρατὸς δὲν ὑπάρχει. Ὁ μέγας ἐκ Σταγείρων φιλόσοφος πολὺ συνοπτικῶς, ἀλλὰ καὶ πολὺ ἐμβριθῶς ὑπεστήριξεν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ εὐπραγήσῃ Πολιτεία, ἐν τῇ ὁποίᾳ συμβιοῦσι μετὰ τοῦ πολιτεύματος νόμοι ἀντιβαίνοντες... ἀρχάς, εἰς τὰς ὁποίας στηρίζεται ἡ Πολιτεία. Τὴν ἀρχὴν ταύτην ἀνέπτυξε διὰ μακρῶν συστηματικώτατα καὶ ἐπιστημονικώτατα εἷς μέγας πολιτικὸς φιλόσοφος τῆς προλαβούσης ἑκατονταετηρίδος, ὁ Ἰταλὸς Filangieri, εἰς τοῦ ὁποίου τὰς συγγραφὰς ὀφείλει πολλὰ ἡ ἀνθρωπότης, διότι κατώρθωσε μετὰ τοῦ Βεκκαρίου νὰ διασαλεύσῃ τὸ οἰκοδόμημα τῶν παλαιῶν μυσαρῶν ποινικῶν νόμων. Ὁ Filangieri εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ εὐδοκιμήσῃ Πολιτεία ὑπὸ πολίτευμα, μετὰ τοῦ ὁποίου συμβιοῦσι νόμοι στηριζόμενοι εἰς διαφόρους ἀρχὰς, εἶναι ἀδύνατον νὰ εὐδοκιμήσῃ ἐλευθέρα Πολιτεία, συμβιοῦσα μετὰ μοναρχικῆς νομοθεσίας, εἶναι ἀδύνατον νὰ εὐδοκιμήσῃ ἀριστοκρατία, συμβιοῦσα μετὰ νομοθεσίας δημοκρατικῆς, καὶ οὕτω καθεξῆς. Τοῦτο ὅμως συμβαίνει ἀκριβῶς παρ’ ἡμῖν. Ἔχομεν πολίτευμα ἐλευθεριώτατον, ὅπερ εἰς τὸν σχηματισμὸν καὶ τὴν διατήρησιν τῶν Κυβερνήσεων ὁρίζει ἀκριβῶς τὴν παντοδυναμίαν τοῦ λαοῦ, ὅπως ἐκλέγῃ ἀπ’ εὐθείας τοὺς Βουλευτὰς, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνατίθεται ἡ ἐξουσία τοῦ νομοθετεῖν, ἡ ἐξουσία τοῦ ἐλέγχειν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ ἐμμέσως τοῦ καταρτίζειν καὶ ἀπολύειν τὰς Κυβερνήσεις. Ἔχει παντοκρατορίαν ὁ λαός· καὶ ἐνῷ ἔχει τοιαύτην ἐξουσίαν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν ὑψίστων συμφερόντων τῆς χώρας, αἴφνης δὲν ἔχει αὐτὸς οὗτος τὸ δικαίωμα νὰ διατηρῇ ἐλαχίστην καὶ ἐπουσιώδη ὅλως διόλου ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν δημοτικῶν πραγμάτων. Ὁ δῆμος, Κύριοι, εἶναι ἡ βάσις τῆς Πολιτείας, ὁ πυρὴν τῆς κοινωνίας, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐνυπάρχουσι τὰ στοιχειωδέστατα κοινωνικὰ συμφέροντα· εἶναι τὸ κοινὸν στάδιον τῆς ἀνθρωπίνης δραστηριότητος, καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ πρὸ πάντων, ὅτι ὁ δημότης, ὅσον καὶ ἂν ἦναι φιλόπατρις, εἶναι πολὺ πλέον ἀφωσιωμένος εἰς τὸν ἴδιον δῆμον, εἰς τὰ δημοτικὰ συμφέροντα, διὰ τὸν λόγον, ὅτι τὸ αἴσθημα τῆς φιλοπατρίας εἶναι ἀπέραντον, καὶ ἔχει ἀνάγκην ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου ὁρμητηρίου τινὸς, σταθμοῦ τινος πρὸς ἀνακούφισιν. Αὐτὸ τὸ αἴσθημα τῆς πρὸς τὸν δῆμον ἀγάπης εἶναι ἡ ἀφετηρία τῆς ἀγάπης τῆς μεγάλης πατρίδος, ἀλλ’ ὁ δημότης οὗτος, ὁ τόσον ἀγαπῶν τὸν ἴδιον δῆμον, ὁ τόσον προσκεκολλημένος εἰς τὰ δημοτικὰ συμφέροντα, θεωρεῖται ἀνίκανος νὰ διαχειρισθῇ τὰ πράγματα τὰ δημοτικά. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἶναι ἀνίκανος νὰ διαχειρισθῇ τοιούτου εἴδους ψωραλέα δικαιώματα, πῶς θεωρεῖται ἱκανὸς νὰ διαχειρισθῇ διὰ τῶν Βουλευτῶν αὑτοῦ ὅλην τὴν νομοθετικὴν καὶ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν; Τοῦτο καταδήλως ἀποτελεῖ τερατώδη ἐπιστημονικὴν ἀνακολουθίαν. Ἐν τῇ δεσποτικωτάτῃ Ρωσίᾳ — καὶ ἀναφέρω ἐξεπίτηδες ταύτην — βεβαίως δὲν δύναται ὁ πολίτης νὰ διευθύνῃ τὰ πράγματα τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐκεῖ ὑπάρχει Αὐτοκράτωρ, ἔχων ἀπεριόριστον τὸ δικαίωμα τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ψηφίσεως τῶν νόμων, ὑπόχρεως μόνον νὰ ἀκούῃ τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Καὶ ἐν τούτοις ἐν Ρωσίᾳ οἱ δῆμοι εἶναι ἀπολύτως ἐλεύθεροι εἰς τὸ διευθύνειν κατὰ βούλησιν τὰ δημοτικὰ πράγματα, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ὑποβάλλωσι τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ ψήφισμα εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, εἰς τὴν ἔγκρισιν ἄλλων ἀνωτέρων Ὑπουργῶν, Πρωθυπουργῶν· καὶ ὅμως δὲν ἠκούσθη ποτὲ, ὅτι τὰ δημοτικὰ πράγματα περιῆλθον ἐκεῖ εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἐξαφανισθῇ ἡ δημοτικὴ αὐτονομία. Εἶναι δὲ πράγματι πολὺ λογικωτέρα ἡ νομοθεσία ἐκείνη, διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν, ἐκεῖνος ὅστις θεωρεῖται ἀνάξιος νὰ διευθύνῃ μικρὰ πράγματα, πρὸς τὰ ὁποῖα εὑρίσκεται εἰς ἄμεσον προσέγγισιν, νὰ διευθύνῃ ἐπιτυχῶς τὰς κυβερνητικὰς ὑποθέσεις. Αἱ δημοτικαὶ ἐλευθερίαι προηγοῦνται τῶν πολιτικῶν ἢ συνταγματικῶν, καὶ δύνανται ἑπομένως νὰ τελεσφορήσωσιν ὑπὸ μοναρχικὸν πολίτευμα, ἐνῷ τοὐναντίον αἱ συνταγματικαὶ ἐλευθερίαι δὲν δύνανται νὰ τελεσφορήσωσιν ἄνευ δημοτικῶν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ τοῦ τερατώδους τῷ ὄντι, ὑπὸ ἐπιστημονικὴν ἔποψιν, τῆς ἀνωμαλίας τῆς ἐπικρατούσης ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Πολιτείᾳ. Εἶναι φυσικώτατον, ὅτι, ὅπου ἐπικρατεῖ τοιούτου εἴδους κατάπτωσις, ὅπου λειτουργεῖ μετὰ πολιτεύματος ἐλευθέρου νομοθεσία μοναρχική, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐκείνη ἡ χρηστοήθεια εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν δημοσίων πραγμάτων, ἥτις εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαία πρὸς καλὴν καὶ ἐναρμόνιον τῆς Πολιτείας λειτουργίαν. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τί γίνεται παρ’ ἡμῖν. Ἠκούσαμεν πολλοὺς, κατὰ διαφόρους ἐποχὰς, λέγοντας, ὅτι δῆθεν ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν πράγματι ὑπὸ τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας κατὰ τοὺς γινομένους διορισμοὺς, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ δὲν παρεσύροντο ὑπὸ τῶν αἰσθημάτων τῶν μικρῶν τοῦ συμφέροντος τῆς ἰδίας αὑτῶν πολιτικῆς συντηρήσεως. Ἀλλ’ ἂν συμφέρῃ τοῦτο παρ’ ἡμῖν, ἂν τῷ ὄντι παρ’ ἡμῖν δὲν ἐνεργῆται κακοήθης συναλλαγή, ἐξαφανίζουσα τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον καὶ καταστρέφουσα τὰ δημόσια συμφέροντα, βεβαίως εἶναι ἐξαίρεσις, διότι πανταχοῦ ἀλλαχοῦ συμβαίνει τοῦτο, τὸ ὁποῖον βλέπομεν· ὅπου ὑπάρχει κατάστασις νόμων καὶ Πολιτείας ὁμοία πρὸς τὴν παρ’ ἡμῖν, συμβαίνει ὅ,τι εἶπον προηγουμένως. Ἰδοὺ ἀμέσως σᾶς ἀναγινώσκω, τί εἶπε πρό τινων ἐτῶν ὁ Lamarmora, ὅστις μετὰ τὴν ἔνδοξον ἐργασίαν αὑτοῦ πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς Ἰταλικῆς ἑνότητος διετέλεσε Πρωθυπουργὸς ἐν Ἰταλίᾳ. Ἰδοὺ τί ἔλεγε κατὰ τὸ ἔτος 1870 εἰς ἐπήκοον τῆς Ἰταλικῆς Βουλῆς (ἀναγινώσκει): «...Πόσον ἀλλόκοτος φαίνεται ἡ θέσις ἡμῶν! Εἴδομεν τὴν Ἰταλίαν ὡς ἐκ θαύματος ἀναστᾶσαν, νῦν δὲ πολλοὺς ἀκούομεν ἀμφιβάλλοντας, ἐὰν αὕτη θὰ παγιωθῇ ποτε εἰς ἔθνος μέγα καὶ ἰσχυρόν. Ἔτι δὲ μᾶλλον ἀλλόκοτος εἶναι ἡ θέσις, διότι οἱ Ἰταλικοὶ λαοὶ οὔτε διχονοοῦσιν, ὥσπερ ἡμεῖς, οὔτε διατρέφουσιν ἀμοιβαῖον μῖσος καὶ μνησικακίαν... Τὸ πάντων ὅμως περιεργότατον εἶναι τὸ ἑξῆς. Ὅπου καὶ ὁσάκις δὲν ἀναμιγνύεται ἡ πολιτική, πᾶσα ἐργασία, ἰδιωτικὴ ἢ δημοτική, εὐδοκιμεῖ· πανταχοῦ βλέπει τις θαυμαστὴν φιλοπονίαν καὶ δραστηριότητα. Ἀπέλθετε εἰς παροχθίους χώρας, καὶ θὰ ἴδητε ἀνυψούμενα ἐργοστάσια· ἐν ταῖς πόλεσι πολλαπλασιάζονται τὰ περικαλλῆ κτίρια. Ὑπάρχει λοιπὸν εὐημερία τις ἐθνική. Ἀλλ’ ἆρά γε ἀρκεῖ αὕτη νὰ ἀναδείξῃ ἡμᾶς ἔθνος; Οὐχί! Προσαπαιτεῖται καί τι πλέον. Ἀνάγκη νὰ κινῆται κανονικῶς ἡ τοῦ Κράτους μηχανή· κατὰ δυστυχίαν ὅμως ἡ ἡμετέρα μηχανὴ δὲν κινεῖται κανονικῶς· ἐφ’ ὅσον δὲ αἱ λειτουργίαι αὐτῆς τελοῦνται ἐκρύθμως, οὐδ’ ἡμεῖς ἀποβαίνομεν ἔθνος μέγα...Κατὰ τὴν τριετῆ ἐν Νεαπόλει διατριβήν μου ἦλθον εἰς ἐπαφὴν πρὸς τρεῖς Ὑπουργούς. Ἐκ τῶν δεκαὲξ νομαρχῶν, μεθ’ ὧν ἀνεστρεφόμην, ἕνεκα τῆς ληστείας, ἠλλάγησαν τότε δεκατέσσαρες· ἔπαρχοι δὲ ἠλλάγησαν τοσοῦτοι, ὥστε μοί εἶναι ἀδύνατον νὰ τοὺς ἀπαριθμήσω ἢ ἐνθυμηθῶ· τοῦτο μόνον ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐν Βενεβέντῳ, εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ, διωρίσθησαν τρεῖς νομάρχαι, ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον. Ἀλλὰ πῶς θέλετε νὰ διοικήσῃ καλῶς ὁ νομάρχης, ἀγνοῶν τὰ πρόσωπα καὶ τὸν τόπον, ζῶν δὲ πάντοτε ἐν τῇ ἀβεβαιότητι, ὅτι θ’ ἀποπεμφθῇ ἀπὸ μιᾶς εἰς ἄλλην στιγμήν; Ἐγὼ, Κύριοι, λαμβάνω τὸ θάρρος νὰ ὁμολογήσω ἀπροκαλύπτως, ὅτι πᾶσαι αἱ μεταβολαὶ αὗται ἐγένοντο τῇ συστάσει Βουλευτῶν, Γερουσιαστῶν, δημοσιογράφων καὶ ἄλλων. Ἤδη ἐρωτῶ, ποῦ τὸ κῦρος καὶ τὸ ἀξίωμα, οὗ προσδεῖται ὁ ὑπάλληλος, ἵνα καταστήσῃ τὸν νόμον τοῖς πᾶσι σεβαστὸν, ἀφοῦ βλέπει ἑαυτὸν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν τῇδε κἀκεῖσε μετατιθέμενον; Δὲν λαλῶ περὶ τῶν νῦν Ὑπουργῶν· ἀλλὰ πόσοι Ὑπουργοὶ ἐθάρρησαν νὰ ἀντιστῶσι πρὸς τὰς συστάσεις, ἢ πόσοι εἶναι οἱ Βουλευταὶ, οἱ μηδεμίαν ποιήσαντες σύστασιν;...» Ταῦτα ἔλεγεν ὁ Lamarmora. Ἀλλὰ παρατρέχω τὴν Ἰταλίαν, παρατρέχω τὴν Γαλλίαν, παρατρέχω τὴν Ἱσπανίαν, ὅπου ἐν τούτοις ἐπικρατεῖ ἀπό τινων ἐτῶν νομοθεσία βελτίων τῆς Ἑλληνικῆς κατὰ τοῦτο, ὅτι καὶ εἰς τὰ δημοτικὰ πράγματα ἔλειψεν ἐκείνη ἡ φοβερὰ συγκέντρωσις, καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐμονιμοποιήθησαν κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον, πλὴν τῶν κυρίως διοικητικῶν. Ἔρχομαι εἰς αὐτὴν τὴν Ἀγγλίαν. Ἐν Ἀγγλίᾳ οὐδὲν σχεδὸν προσωπικὸν χάρισμα δύναται νὰ πηγάζῃ ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ διοικητικὴ διοργάνωσις εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν ὑπάρχουσιν ὑπάλληλοι διοριζόμενοι, παυόμενοι ἢ μετατιθέμενοι. Ἐκεῖ ὑπάρχει ἐν ἑκάστῃ κομητείᾳ εἷς τοποτηρητὴς τῆς Βασιλίσσης ἰσόβιος, ὅστις ἔχει δικαίωμα νὰ συγκαλῇ κατὰ καιροὺς τὴν ἐθνοφυλακὴν καὶ φέρει τὸν τίτλον τοῦ τοποτηρητοῦ, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἔχει ἄλλην ἐξουσίαν. Ἐκεῖ ὑπάρχουσιν εἰρηνοδίκαι ἢ εἰρηνοποιοί, οἵτινες ἔχουσι πολλὰ καὶ μεγάλα διοικητικὰ καὶ δικαστικὰ καθήκοντα, οἵτινες εἶναι μεγαλοκτήμονες, ἀκριβῶς διοριζόμενοι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μεγάλων αὐτῶν κτηματικῶν προσόδων, ἄμισθοι, ἀμετάθετοι καὶ ἰσόβιοι· ὑπάρχει ὁ Σερίφ, ὅστις δὲν ἀπορρέει ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Οἰκονομικοὶ ἔφοροι καὶ ταμίαι δὲν ὑπάρχουσι, διότι ἡ Τράπεζα, ἡ μεγάλη αὕτη πιστωτικὴ μηχανή, εἰσπράττει τοὺς φόρους. Καὶ ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ὑπάρχουσι μικρά τινα τεμάχια γραφειοκρατικῆς ὑπηρεσίας, δημόσιοί τινες ὑπάλληλοι καὶ ὑπηρέται, ἰδίως ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ, τί συμβαίνει; Ἰδοὺ τί λέγει ὁ ἐπισημότατος τῶν Ἄγγλων ἱστορικῶν μετὰ τὸν Μακώλεϋ, ὅστις πρό τινων ἐτῶν ἔγραψε δωδεκάτομον ἱστορίαν τῆς Ἀγγλίας, ὁ περιώνυμος Φρόουδε: «Ὁ Πρωθυπουργὸς (λέγει ὁ Φρόουδε) ἑκὼν ἄκων ἀνέχεται καταχρήσεις, ἃς οὐδ’ ἐπὶ μίαν ὥραν θὰ ἠνείχετο ἐλεύθερος ὤν, διότι τὸ δεῖνα ἢ δεῖνα μέλος τοῦ κόμματός του ἐνδιαφέρεται εἰς τῶν καταχρήσεων τὴν διατήρησιν. Πᾶσα προστασία, πᾶν ἀξίωμα, πᾶσα θέσις, ἣν ἔχει νὰ χορηγήσῃ ἡ Κυβέρνησις, θυσιάζεται εἰς τὸ κομματικὸν πνεῦμα, εἰς τὴν ἀγορὰν ψήφων, εἰς τὴν διατήρησιν τῆς πλειονοψηφίας... Ἀναγκάζεται ὁ Πρωθυπουργὸς (ἐπιλέγει ὁ περίβλεπτος ἱστορικὸς) νὰ σαίνῃ, νὰ θωπεύῃ, νὰ κολακεύῃ, νὰ προσέρχηται εἰς μέρη δημόσια, νὰ ἀπονέμῃ τιμὴν ἐκεῖ, ἔνθα οὐδεμία ὀφείλεται τιμὴ, καὶ νὰ ἀρνῆται αὐτὴν ἐκεῖ, ἔνθα ὤφειλε νὰ ἐπιχέῃ αὐτὴν δαψιλῶς.» Ἀλλ’ ἐν τούτοις ἡ Ἀγγλία εὐδαιμονεῖ πολιτικῶς, διὰ τὸν λόγον, ὅτι τὰ ψιχία ἐκεῖνα τῆς Κυβερνητικῆς τραπέζης, περὶ ὧν ποιεῖται μνείαν ὁ περίβλεπτος ἱστορικὸς, εἶναι ἁπλᾶ ψιχία, μὴ δυνάμενα νὰ διαθέσωσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον τοὺς Βουλευτὰς, ὥστε νὰ ὑποτάξωσιν αὐτοὺς εἰς ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν μερίδα. Ἕνεκα τούτου ἡ Ἀγγλία τῷ ὄντι εὐδαιμονεῖ, καὶ ἀπόδειξις, ὅτι κατ’ ἔτος ἐλαττώνει τοὺς φόρους αὐτῆς, καὶ ὅμως αἱ εἰσπράξεις αὐξάνουσι, καὶ ἀπόδειξις, ὅτι οὐδ’ ἐλάχιστος ἀριθμὸς τῶν παρ’ ἡμῖν ἐγκληματικῶν πράξεων συμβαίνει· διότι κατὰ τὴν τελευταίαν στατιστικὴν, ἐν μὲν τῇ Ἀγγλίᾳ μεταξὺ διακοσίων εἴκοσι χιλιάδων ψυχῶν μία καὶ μόνη ἀνθρωποκτονία συμβαίνει, ἐν Γερμανίᾳ δύο, ἐν Ἑλλάδι δὲ ἀπό τινων ἐτῶν 50! Καὶ ἐνῷ ἡ ἀναλογία τῶν ἀνθρωποκτονιῶν εἶναι τηλικαύτη, ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν ἐγκλήματα, ἅτινα ἐλλείπουσιν ἐντελῶς ἐκ τῆς Ἀγγλίας, διότι ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει, φέρ’ εἰπεῖν, τὸ ἀδίκημα τῆς ζωοκλοπῆς. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ νομοθεσία πρέπει μὲν νὰ μεταβληθῇ, ἀλλὰ νὰ μεταβληθῇ ἐν συνόλῳ καὶ κατὰ τρόπον ἐμφαίνοντα ὅτι θέλει ἐπέλθει ἀληθὴς καινοτομία ἐν τῷ μέλλοντι, ὅτι δηλαδὴ θέλει ἐκλίπει ἡ κυβερνητικὴ ἐπιβολὴ ἐν τῷ νομοθετεῖν, ὅτι θέλει καταστῆ ἀληθὲς νομοθετικὸν σῶμα ἡ Βουλὴ, καὶ ὅτι θέλουσι ψηφίζεσθαι ἀληθῆ νομοθετήματα, ἀπορρέοντα ἀπὸ τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως καὶ μὴ ἐπιβαλλόμενα ὑπὸ τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων. Θέλει ἐπέλθει ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει κίνησις τακτικὴ τῆς κυβερνητικῆς μηχανῆς, ἐπὶ ἀποσκυβαλίσει τοῦ ἐπικρατοῦντος καταστρεπτικοῦ φατριασμοῦ, ὁ ὁποῖος διέπει ἀπό τινος τὰ ἡμέτερα πράγματα. Ἐὰν πρόκειται περὶ ἁπλοῦ νομοθετήματος, ὅπως τὰ ὑποβαλλόμενα ἤδη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως πρέπει νὰ κηρυχθῶμεν κατ’ αὐτοῦ, διότι τὸ ψηφίζειν πολλὰ νομοθετήματα ἔχει τοῦτο τὸ μέγα κακὸν, ὅτι κλονίζει τὸ κῦρος τῶν νόμων, ὅτι περιπλέκει τὰς ὑπαρχούσας σχέσεις, ὅτι ἀναστατώνει τὰ δημόσια συμφέροντα καὶ περιάγει τοὺς πολίτας εἰς τὴν ἄγνοιαν τῶν νέων νόμων. Δόξα τῷ Θεῷ, ἀπὸ πλείστων ὅσων ἐτῶν ψηφίζονται κατ’ ἔτος παρ’ ἡμῖν σωρεία νομοθετημάτων, καὶ εἰς τὸ διάστημα 14 ἢ 15 ἐτῶν ἐψηφίσθησαν ὑπὲρ τοὺς χιλίους νόμοι. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐργοστάσιον νόμων, καὶ ἔχομεν σωρὸν νόμων, οὐ μόνον συμπληρούντων, τροποποιούντων, μεταρρυθμιζόντων τοὺς προηγουμένους νόμους, ἀλλὰ καὶ καταργούντων αὐτοὺς, τοὺς κατὰ τὴν προλαβοῦσαν Σύνοδον ἢ Περίοδον ψηφισθέντας. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ μάλιστα προχείρως νὰ ἀναφέρω μερικὰ παραδείγματα. Εἴχομεν ἀστυνομίαν δημοτικὴν, καθ’ ἣν διωρίζετο διὰ βασιλικοῦ διατάγματος ἀστυνόμος οἱοσδήποτε, προτεινόμενος ὑπὸ τοῦ δημάρχου. Τὴν ἀστυνομίαν ταύτην ἀντικατεστήσαμεν δι’ ἄλλης, δημοτικῆς καὶ αὐτῆς, ἀλλὰ κατ’ ἄλλο σύστημα. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον προέτεινε τρεῖς, καὶ ἐξ αὐτῶν ἐξέλεγεν ἕνα ὁ δήμαρχος. Τὴν ἀστυνομίαν ταύτην ἀντικατεστήσαμεν ἀμέσως κατόπιν δι’ ἄλλης ἀστυνομίας, στρατιωτικῆς, ἐχούσης ὅμως ἐπὶ κεφαλῆς τὸν ἀρχηγὸν τῆς χωροφυλακῆς. Ἔπειτα τὴν ἀστυνομίαν ταύτην διετηρήσαμεν μὲν, ἀλλ’ ἄνευ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς. Μετὰ ταῦτα προέβημεν καὶ συνετάξαμεν ἄλλο νομοθέτημα, ψηφισθὲν, διὰ τοῦ ὁποίου κατηρτίζετο ἄλλη τις ἀστυνομία, πολύμορφος καὶ πολύμικτος, τὴν ὁποίαν ὅμως δὲν ἐθέσαμεν εἰς ἐνέργειαν. Τὴν ἀστυνομίαν ἐκείνην προτιθέμεθα ἤδη ν’ ἀντικαταστήσωμεν διὰ διοικητικῆς ἀστυνομίας, καὶ Κύριος οἶδε κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος τί εἶδος ἀστυνομίας θ’ ἀντικαταστήσῃ αὐτήν. Καὶ νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἀστυνομίαν, ὅσον καλοὶ καὶ ἂν ὑποτεθῶσιν οἱ ψηφιζόμενοι θεσμοὶ, ὅταν τὸν ἕνα νόμον διαδέχηται ἄλλος; Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν διοίκησιν. Εἴχομεν τοὺς νομοὺς, ἀλλὰ μετὰ ἐπάρχων καὶ ἐπαρχιακῶν συμβούλων, κατόπιν κατηργήσαμεν τὰς ἐπαρχίας καὶ τὰ ἐπαρχεῖα, καὶ ἱδρύσαμεν Νομαρχιακὰ Συμβούλια, ἀκολούθως κατηργήσαμεν μόνον τὰ ἐπαρχεῖα, ἀλλὰ διετηρήσαμεν τὰς ἐπαρχίας μετὰ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων. Ἤδη πρόκειται νὰ πολλαπλασιάσωμεν τοὺς νομοὺς, καὶ νὰ συστήσωμεν πάλιν Νομαρχιακὰ Συμβούλια, διατηροῦντες ὅμως καὶ τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια. Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ διοίκησις, ὅταν σήμερον ἐπικρατῇ τοῦτο τὸ σύστημα καὶ αὔριον ἄλλο; Εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε ἀνθρώπους παρεσκευασμένους εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν διοικητικῶν καθηκόντων, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε συμβούλους νομαρχιακοὺς ἢ ἐπαρχιακοὺς, εἰθισμένους εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὑτῶν, ὅταν καθ’ ἑκάστην μεταβάλλητε τοὺς νόμους; Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ σύστημα τὸ στρατολογικόν. Ἐψηφίσθη τῷ 1879 ὁ νόμος περὶ καθολικῆς στρατολογίας, καὶ εἰς διάστημα ὀλίγων ἐτῶν ὑπέστη τοσαύτας τροποποιήσεις καὶ μεταβολὰς (καὶ σημειωτέον ἐπὶ τὸ χεῖρον πάντοτε), ὥστε ὑπῆρξεν ἀνάγκη νὰ κωδικοποιηθῶσιν ὅλοι οἱ νόμοι, καὶ νὰ γείνῃ ὁ νόμος ὁ νῦν ἰσχύων, ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὸ 1887. Ἔκτοτε παρῆλθον 10 ἔτη ἕως τοῦ ἔτους 1897, καὶ τὸ ἄρθρον 33 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, τὸ πραγματευόμενον περὶ ἀπαλλαγῶν καὶ ἐξαιρέσεων, μετερρυθμίσθη ὑπερεικοσάκις, κατὰ τοιοῦτον δ’ ἐπὶ τέλους τρόπον, ὥστε ἐξηφανίσθη ἡ καθολικὴ στρατολογία. Ἡ θητεία ἐπίσης μετεβλήθη ἀλλεπαλλήλως. Εἴχομεν θητείαν σήμερον μὲν μονοετῆ, αὔριον τριετῆ, καὶ κατόπιν πάλιν διετῆ, καὶ οὕτω καθεξῆς. Καὶ νομίζετε, ὅτι οὕτω πως εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμέν ποτε στρατόν; Λοιπὸν νομίζω μὲν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῶσι, καὶ ταχέως, νομοθετήματα, ἀλλὰ μόνον νομοθετήματα δυνάμενα νὰ στηριχθῶσιν εἰς τὴν ἀρχὴν, ἥτις πρόκειται νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Ἐὰν δὲν πρόκειται περὶ τοιούτων νόμων, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ οἱοσδήποτε νόμος, διότι πᾶς νέος νόμος ἔχει τὸ κακὸν, ὅτι ἀπαιτεῖται καιρός τις, ἕως ὅτου ῥιζωθῇ εἰς τὰς ἕξεις τῶν πολιτῶν, ἀλλ’ ἐν τῷ διαστήματι τούτῳ θέλει ἐξαφανισθῆ, ἀντικαθιστάμενος δι’ ἄλλου. Καὶ ἡ ἔλλειψις τῶν μονίμων νόμων εἶναι τὸ μέγιστον κακὸν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐνσκήψῃ εἰς Πολιτείαν. Εἶναι δὲ καὶ τοῦτο ἀπόρροια τῆς οἰκτρᾶς παρ’ ἡμῖν λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος, ἥτις κατέστησε τοὺς κατὰ καιροὺς Βουλευτὰς τῆς πλειονοψηφίας ὑποχειρίους εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ἐπ’ ἀνταλλαγῇ τῶν δώρων τῆς ἐξουσίας, ἐξ οὗ ἡ ἀνωμολογημένη καὶ ἀναμφισβήτητος κακοδιοίκησις. Δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νὰ ἀναπτύξω ἐν λεπτομερείᾳ, τί νομίζω ἀκριβῶς, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ, ὅπως κατορθωθῇ νὰ σωθῇ ὁ τόπος ἐκ τῆς κακοδιοικήσεως ἢ μᾶλλον ἐκ τῆς ἐπικειμένης καταστροφῆς. Πολλάκις ὑπέβαλον περὶ τούτου νομοσχέδια κατὰ παρελθούσας Περιόδους, καὶ πολλάκις ἐπραγματεύθην τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς καὶ ἄλλοθεν. Ἐπιφυλάττομαι οὐχ ἧττον λεπτομερέστερον νὰ ὁμιλήσω περὶ τούτου κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἕν ὅμως θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι πολὺ ἐφεκτικὴ εἰς τὴν ψήφισιν νομοθετημάτων, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι πᾶς νέος νόμος φέρει ἓν μέγα κακὸν εἰς τὴν Πολιτείαν, ἐκτὸς ἐὰν ἀπορρέῃ ἐκ τῆς ὑψίστης ἀρχῆς, ὅτι πρέπει ἡ νομοθεσία νὰ συμβαδίσῃ μετὰ τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι ἀλυσιτελὲς, ὡς προεῖπον, εἰς τὸν σκοπὸν, εἰς ὃν πρέπει νὰ τείνωμεν, τῆς χειραφετήσεως τῶν Βουλευτῶν ἀπὸ τῆς ὑπουργικῆς παντοδυναμίας, ἔχει καὶ τοῦτο τὸ μέγα κακὸν, ὅτι πρόκειται νὰ προσθέσῃ νέας δαπάνας, —καὶ τονίζω τὴν λέξιν νέας δαπάνας, ἀκριβῶς διότι νομίζω, ὅτι μετὰ πολλῆς προσοχῆς πρέπει νὰ ψηφίσωμεν εἰς τὸ ἑξῆς νέας δαπάνας. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, δηλῶ, ὅτι δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ ψηφίσω ποτὲ ὑπὲρ νέας δαπάνης, ἀκολουθῶν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησα πάντοτε ὡς Βουλευτής. Λέγω δὲ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφίσωμεν νέας δαπάνας, διότι— ἄς μοι ἐπιτραπῇ καὶ πάλιν ἡ Καλχαντικὴ πρόρρησις—μετά τινα ἔτη, ἐὰν δὲν ἐπιφέρωμεν ἐξακολουθητικῶς ἀνηλεεῖς οἰκονομίας εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Ἀπὸ τοῦ 1879 εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, προκειμένης τότε τῆς ἀγορᾶς μιᾶς οἰκίας ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὡς πρεσβευτικοῦ μεγάρου, ὅτι, ὅσον καὶ ἂν θεωρῆται ἀναγκαῖον νὰ ἀποκτήσῃ ἡ Ἑλλὰς ἐκεῖ πρεσβευτικὸν μέγαρον, δὲν πρέπει ὅμως νὰ ψηφισθῇ ἡ δαπάνη· ἔκτοτε δὲ εἶπον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ, διότι κρούομεν τὰς πύλας τῆς χρεωκοπίας, καὶ εἶπον ὅτι κρούομεν τὰς πύλας τῆς χρεωκοπίας, ἐνῷ τότε ἄμεσος χρεωκοπία δὲν ἐπέκειτο, διότι αἱ Κυβερνήσεις δὲν πρέπει νὰ δαπανῶσι τὰς εἰσπράξεις πάσας, διότι τὰ ἔθνη ὑφίστανται κατὰ διαλείμματα ἀτυχήματα, οἷον σεισμοὺς, πλημμύρας, κρίσεις ἐθνικὰς ἀπροσδοκήτους, καὶ πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ εὑρίσκωνται εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε νὰ ἀντιτάσσωνται εἰς τὰ δυνάμενα νὰ προκύψωσιν ἀπρόοπτα συμβάντα. Κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1882, ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐδήλωσα ῥητῶς μετὰ καὶ ἄλλων μελῶν αὐτῆς, ὅτι ἐπίκειται ἄφευκτος χρεωκοπία, ἐὰν ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμός. Ἐθεωρεῖτο ὅμως τότε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει πολλοὺς ἀνεκμεταλλεύτους πόρους, ὅτι πρόκειται διὰ τῶν ὑποβληθέντων φορολογικῶν νομοσχεδίων νὰ εἰσπραχθῶσι πολλά· ἀλλὰ πάντα ταῦτα ἀπεδείχθησαν φροῦδα, καὶ ἐφθάσαμεν ὅπου ἐφθάσαμεν. Καὶ τότε μὲν εἴχομεν ἕνα ἀπαίσιον λιμένα σωτηρίας, τὴν χρεωκοπίαν, σήμερον ὅμως δὲν ἔχομεν παρὰ τὴν καταστροφήν. Ἐξορκίζω τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ψηφίσῃ οἱονδήποτε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ προστεθῇ ἔστω καὶ ἑνὸς λεπτοῦ δαπάνη.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ποταμιάνος ἔχει τὸν λόγον.
§18ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὅσον ἠρεμώτερον καὶ ὅσον εὐρύτερον συζητεῖται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τόσον καταφανέστερον θὰ γείνῃ, ὅτι καὶ ἄνευ αἰτίας καὶ ἄνευ σκοποῦ εἶναι, καὶ ἄνευ μελέτης ἤχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, οἱονεὶ ἐξαπίνης καὶ ἐξ ἀπροόπτου. Πολλάκις βλέπω νομοσχέδια εἰσαγόμενα εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τὰ ὁποῖα ἐρωτῶ ἐμαυτόν, ποία αἰτία ὑπηγόρευσεν αὐτά; τίς δηλονότι εἶναι ὁ νομοθετικὸς αὐτῶν λόγος; ποίαν ἀνάγκην σκοποῦσι νὰ θεραπεύσουν; ποῖος δηλαδὴ εἶναι ὁ νομοθετικὸς αὐτῶν σκοπός; Ἐπίσης πολλάκις συμβαίνει νὰ βλέπω ψηφιζομένους νόμους καταστρέφοντας θεσμόν τινα, διότι ὁ θεσμὸς δὲν ἐφηρμόζετο καλῶς, ἐνῷ ἀντὶ καταστροφῆς ἐδεῖτο καλλιτέρας ἐφαρμογῆς. Καὶ σήμερον ἐρωτῶ, ποῖος λόγος ὑπηγόρευσεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑποβολὴν τοιούτου νομοσχεδίου, τὴν καθιέρωσιν αὐτοῦ ὡς βάσεως ὀργανικοῦ νόμου; τὴν ἐπιμονὴν αὐτῆς εἰς τὸ νὰ συζητηθῇ τάχιστα, χωρὶς νὰ τύχῃ μελέτης τῆς προσηκούσης; Καὶ οὐδένα εὑρίσκω λόγον. Ἡ δημοσία ἀσφάλεια εἰς τοὺς μεγάλους νομοὺς λειτουργεῖ κάλλιστα, κάλλιον βεβαίως ἢ εἰς τοὺς μικροὺς νομούς. Μὴ ἆρά γε ἀνάγκαι ὁμοφυΐας τῶν κατοίκων ἐπιβάλλουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦτο; Οὐδὲ τοῦτο συμβαίνει. Μὴ τὰ μέσα συγκοινωνίας; Ἀλλὰ σήμερον τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας προώδευσαν πολύ, ἰδίως ἀπὸ 10 ἐτῶν καὶ ἀπὸ 20 καὶ ἀπὸ 30. Μὴ ἐδαφικὴ ἀνάγκη; Ἀλλ’ οὐδὲ τοῦτο. Καὶ ὅταν ἀφαιρέσητε οὕτω πᾶσαν αἰτίαν λογικὴν ἀπὸ τοῦ νομοσχεδίου, μένει μόνον ἡ ὑπόνοια, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν θέλω βεβαίως νὰ δεχθῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον καλεῖται νὰ θεραπεύσῃ προσωπικὰ συμφέροντα. Ὅταν βλέπω τὸν τρόπον τοῦ νομοθετεῖν ἐν ἄλλοις Κράτεσι, καὶ παραβάλω αὐτὸν πρὸς τὸν παρ’ ἡμῖν τρόπον τοῦ νομοθετεῖν, θλίβομαι ἀληθῶς, διότι ἡμεῖς ἐν τούτῳ δεικνύμεθα ἥκιστα ἐννοήσαντες τὴν ἐλευθερίαν ἢ ἥκιστα γνωρίζοντες τὰ στοιχεῖα τῆς νομοθετικῆς ἐπιστήμης. Εἰσάγονται νόμοι, οἵτινες ὑπὸ οὐδεμίαν ἔποψιν ἔχουσι μελετηθῇ. Καὶ ἂν θέλητε μίαν ἀπόδειξιν τούτου, ἔχετε ταύτην εἰς τὸ συναφὲς νομοσχέδιον περὶ νομῶν. Τοῦτο καθιεροῖ πρόσωπα νομικά, τοὺς νομούς, καὶ δίδει εἰς αὐτὰ περιουσίαν, τὴν ὁποίαν δὲν γνωρίζει ὁ νομοθέτης, ὁπόση εἶναι, καὶ ἐν τούτοις ἐπὶ τῇ βάσει τῆς περιουσίας ταύτης ἀναθέτει εἰς τοὺς νομοὺς καθήκοντα καὶ ἔργα ἀπαιτοῦντα δεκαπλασίαν περιουσίαν ἐκείνης, ἣν δίδει αὐτοῖς τὸ νομοσχέδιον. Πρὸ δέκα ἡμερῶν ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ πίνακα, δεικνύοντα τοὺς ἐμμέσους καὶ τοὺς ἀμέσους φόρους τῶν δήμων, ἀφ’ ὧν διὰ προσθήκης ἑκατοστῶν τινων γίνονται οἱ πόροι τῶν νομῶν, καὶ δὲν προσήχθη ἀκόμη τοιοῦτος πίναξ. Καὶ ἐν τούτοις τὸ νομοσχέδιον περὶ νομῶν τρεῖς πόρους δίδει εἰς τοὺς νομούς: αʹ) μέχρι 5% ἐπὶ τῶν ἀμέσων φόρων, βʹ) μέχρι 1% ἐπὶ τῶν ἐμμέσων φόρων τῶν δήμων, καὶ γʹ) μέχρι 5% ἐπὶ τῶν φόρων τῶν λιμενικῶν ταμείων. Ἐπιβάλλονται οὕτω νέοι φόροι πρὸς σκοπὸν τίνα; Ἀνάγνωτε τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἀναθέτει τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸ νέον ἵδρυμα τῶν νομῶν, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι ἀναθέτει εἰς αὐτοὺς ἢ καθήκοντα μὴ ἔχοντα σημασίαν, ἢ καθήκοντα ἀπαιτοῦντα μεγάλην δαπάνην, ἐνῷ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δίδει αὐτοῖς νὰ διαχειρίζωνται, μόλις ἀρκεῖ νὰ μισθοδοτῶνται οἱ νομαρχιακοὶ σύμβουλοι καὶ νὰ γίνωνται αἱ ἄλλαι ἀνάγκαι, δι’ ἔργα δὲ ἢ οὐδὲν ἢ ἀσήμαντον θ’ ἀπομένῃ ποσόν. Οἱ νομαρχιακοὶ σύμβουλοι ἀνέρχονται εἰς 879, κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ νομοσχεδίου. Οὗτοι θὰ συνέρχωνται ἐπὶ 30 ἡμέρας καὶ θὰ λαμβάνωσιν ἀνὰ 10 δραχμὰς τὴν ἡμέραν, θὰ πληρώνωνται δὲ καὶ τὰ ὁδοιπορικὰ καὶ θ’ ἀφίνωσι τριμελῆ ἐπιτροπὴν διαρκῆ, ἥτις δι’ ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος θὰ ἐκτελῇ τὴν γραφικὴν ὑπηρεσίαν, θὰ διεξάγῃ τὰς ὑποθέσεις τοῦ ἱδρύματος τούτου. Θὰ κάμνουν περιοδείας οἱ νομαρχιακοὶ σύμβουλοι, καὶ τοιουτοτρόπως ἐν ὅλῳ θ’ ἀπαιτηθῇ δαπάνη 300 περίπου χιλιάδων δραχμῶν, μόνον διὰ τὴν τυπικὴν λειτουργίαν τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου. Σήμερον ἀνεγνωρίσθη πανταχοῦ, ὅτι πρὸς τὸ νομοθετεῖν, τὸ σύστημα τὸ λεγόμενον πειραματικὸν εἶναι τὸ ἄριστον. Ὅπως τοῦτο ἔφερεν ἄριστα ἀποτελέσματα εἰς τὴν ἰατρικὴν ἐπιστήμην καὶ τὰς ἄλλας πρακτικὰς ἐπιστήμας, — πρακτικωτάτη δὲ πασῶν τῶν ἐπιστημῶν εἶναι ἡ Πολιτικὴ—οὕτως ἔφερε τὸ πειραματικὸν σύστημα ἄριστα ἀποτελέσματα καὶ εἰς τὴν Πολιτικὴν καὶ εἰς τὴν Νομοθεσίαν· τοῦ δὲ συστήματος τούτου ἓν τῶν μεγάλων μέσων εἶναι ἡ συγκριτικὴ μελέτη παντὸς θεσμοῦ, τὸν ὁποῖον θὰ εἰσαγάγωμεν, πρὸς τοὺς θεσμοὺς ἄλλων Κρατῶν, διὰ νὰ ἴδωμεν τίνα ἀποτελέσματα ἔφερεν οὗτος ἀλλαχοῦ. Ἄλλο μέσον εἶναι ἡ Στατιστικὴ καὶ ἐφεξῆς. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι οἱ συντάκται τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὔτε ἐσκέφθησαν νὰ συμβουλευθῶσι τὰ γινόμενα ἀλλαχοῦ καὶ νὰ τηρήσωσι τοὺς ἀλλαχοῦ ὅρους. Ἐπιφυλασσόμενος, ἀφοῦ ἀκούσω τοὺς ὑπερασπιστὰς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, νὰ ἐπαναλάβω τὸν λόγον, θὰ σᾶς ἀποδείξω ἤδη, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, ὑπὸ πᾶσαν ὄψιν, καὶ ὑπὸ διοικητικὴν καὶ ὑπὸ δικαστικὴν, ἀποτελεῖ τι ἐξαιρετικῶς καὶ ἀσυγχωρήτως πολυτελές. Ἂν ἀναγνώσητε τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καὶ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νόμου τοῦ ἱδρύσαντος τὸ νομαρχιακὸν σύστημα, τὴν ὁποίαν συνέταξεν ὁ τότε Πρωθυπουργὸς ἀείμνηστος Κωλέττης, θὰ ἴδητε ὁποία διαφορὰ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι τῆς σήμερον! Ἐπὶ τὰ κρείττω; Ἐπὶ τὰ χείρω δυστυχῶς. Ἐκεῖνος ἔχει σαφεῖς ἰδέας, εἰς ἃς στηρίζεται μετὰ πεποιθήσεως, καὶ ἐμπνέεται ἀπὸ πνεῦμα καθαρὸν πατριωτισμοῦ. Ἐδῶ ὁ συντάκτης τῆς ἐκθέσεως φαίνεται ἐν γένει ἀμφιβάλλων· οὐδὲν ὡρισμένον αἴτιον ἀναγράφει, οὐδὲν ἀποτέλεσμα ὑπόσχεται. Μερικὴν ἀποκέντρωσιν καὶ ἐν μέρει συγκέντρωσιν ὑπόσχεται, καὶ ἐπικαλεῖται ὡς λόγον τὰς ἀποστάσεις, τὰς ὁποίας ἐπεκαλοῦντο καὶ οἱ θελήσαντες νὰ εἰσαγάγωσι τὸ διοικητικὸν σύστημα κατὰ τὸ 1867. Ὅταν δὲ ἀναλογισθῶμεν, ὅτι τὸ ἁρμονικὸν νομαρχιακὸν σύστημα, τὸ ὑπὸ τῆς Ἀντιβασιλείας εἰσαχθὲν, τὸ φιλελεύθερον καὶ ἄρτιον, κατόπιν τροποποιήσαντες ἡμεῖς, ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐξετρέψαμεν καὶ ἠλλοιώσαμεν διὰ νομοθετημάτων, τότε βλέπομεν, ὅτι σήμερον μάτην θὰ ἐπικαλεσθῇ τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι πρόκειται περὶ συστάσεως νέων νομῶν κατὰ τὸ νομαρχιακὸν σύστημα. Θὰ ἐξετάσω τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τρεῖς ὄψεις, τὴν διοικητικὴν, τὴν οἰκονομικὴν καὶ τὴν δικαστικήν. Τὸ νομαρχιακὸν σύστημα ἔχει τὴν καταγωγὴν αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ 1790, καὶ εἰσήχθη ἐν Γαλλίᾳ μὲ σκοπὸν νὰ κτυπήσῃ τὸν φεουδαλισμὸν καὶ τὰς τοπικὰς διαιρέσεις, καὶ ἑνοποιήσῃ τὸ Κράτος. Καὶ ἐν Ἑλλάδι δὲ τὸν αὐτὸν σκοπὸν εἶχεν ὁ νομοθέτης, νὰ κτυπήσῃ δηλαδὴ τὸν κοτζαμπασισμὸν καὶ τὰς τοπικὰς διαιρέσεις. Διὰ τοῦτο ἵδρυσε τὰς μεγάλας περιφερείας. Ἐὰν ἀναγνώσητε τὰς ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ Γερουσίᾳ ἀγορεύσεις, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὅλων αἱ προθέσεις ἔτεινον νὰ εὐρύνωσι τὸ πνεῦμα τῶν πολιτῶν, νὰ γενικευθῶσιν αἱ ἰδέαι αὐτῶν καὶ περιλάβωσι τὴν μίαν Πατρίδα, καὶ νὰ ἀνυψωθῇ τὸ γόητρον τῆς Κυβερνήσεως. Ὅλοι ὡμολόγουν τὸ ὀρθὸν τοῦ σκοποῦ καὶ τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ εὐρυνθῶσιν αἱ βλέψεις τοῦ λαοῦ καὶ νὰ συγχωνεύσουν τὰς μικρὰς τοπικὰς περιφερείας. Παρατηρήσεις ὀρθόταται (τὰς ὁποίας βλέπομεν ἐν τῷ κατόπιν χρόνῳ ἐπαληθευσάσας ὅλας) γίνονται κατὰ τὴν συζήτησιν, οὐδεὶς δὲ ἐκ τῶν ἀντιλεγόντων εἰς τὸ ζήτημα τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομαρχιακοῦ συστήματος κατέκρινε τὸ σύστημα τοῦτο. Ἀναγκάζομαι νὰ ὑπενθυμίσω τινὰ ἐκ τῆς ἱστορίας τοῦ θεσμοῦ τούτου, διὰ νὰ δείξω, ὅτι ἡ προτεινομένη μεταβολὴ εἶναι ἄνευ λόγου. Παρ’ ἡμῖν τῷ 1833 εἰσήχθη τὸ νομαρχιακὸν σύστημα. Αἱ ἀταξίαι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης αἱ πολλαὶ, αἱ λίαν ζωηρῶς καὶ αἱματηρῶς ἐκδηλούμεναι τότε ἁπανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος τοπικαὶ ἔριδες, ἐνέπνευσαν τὴν ἰδέαν τοῦ περιορισμοῦ τῶν διοικητικῶν περιφερειῶν καὶ τῆς συγκεντρώσεως, διὰ τῆς ἀποστολῆς διοικητῶν εἰς ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα σημεῖα τοῦ Κράτους. Καὶ τότε εἰσήγαγον τὸ διοικητικὸν σύστημα. Ἀλλὰ προτοῦ ἀκόμη ἐπέλθῃ ἡ Μεταπολίτευσις τοῦ 1844, ἀπὸ τοῦ 1842 ἤδη ἐμελετᾶτο ἡ ἐπαναγωγὴ τοῦ νομαρχιακοῦ συστήματος. Ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ἐπαναγωγῆς τοῦ νομαρχιακοῦ συστήματος, καὶ ἡ πρώτη Βουλὴ, εἰς τὴν πρώτην αὐτῆς σύνοδον, ἐψήφισε τὸν νόμον τῶν νομαρχῶν, οἱ δὲ νομοθετήσαντες ἐσκόπουν δι’ αὐτοῦ, ὡς εἶπον, νὰ περιορίσωσι τοῦ κοτζαμπασισμοῦ τὰς διαιρετικὰς τάσεις. Ζῇ ἀκόμη ὁ κοτζαμπασισμὸς ἐν Ἑλλάδι; Ἐὰν δὲν ζῇ, ὅμως καλλιεργεῖται ἔτι ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ δὲν δέχομαι, ὅτι δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἀφορμῶν τῆς καχεξίας τοῦ τόπου ἡ συναλλαγή. Διότι ἡ συναλλαγὴ, ὅπως τελεῖται, καλλιεργεῖ τοῦ κοτζαμπασισμοῦ τὰς ὁρμὰς καὶ φέρει διαιρέσεις, τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ αἰφνιδίως ῥιφθὲν, μᾶς κατέδειξεν ἔτι ζώσας καθ’ ἅπασαν τὴν ἐπιφάνειαν τῆς Ἑλλάδος. Τὴν ἐποχὴν δὲ ἐκείνην, ὅπως εἶπεν εἷς γερουσιαστὴς, ὁ μακαρίτης Ψύλλας, εἰς τὴν Γερουσίαν, ὅτε δηλονότι ἐγένετο τὸ νομαρχιακὸν σύστημα, ἡ Ἑλλάς, ὑπὸ ἔποψιν συγκοινωνίας, εἶχε μίαν ὁδὸν, τὴν ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ. Διὰ τοῦτο ἐθέσπισε τοὺς ἐπάρχους, ὅπως εἰς μικροτέρας περιφερείας οὗτοι χρησιμεύωσιν εἰς τὴν διοίκησιν ὡς μεσολαβοῦντα μεταξὺ δευτέρου καὶ τρίτου βαθμοῦ ὄργανα. Καὶ ὅτε ἐβελτιώθησαν τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, καλῶς κατήργησεν αὐτοὺς, ὡς ἄνευ λόγου ὑφισταμένους, ὁ μακαρίτης Τρικούπης, τοῦ ὁποίου τὰς ἀρχὰς καὶ κατὰ τοῦτο τὸ σημερινὸν Ὑπουργεῖον φαίνεται μὴ ἀποδεχόμενον, ὅπως φαίνεται μὴ ἀποδεχόμενον τὰς ἀρχὰς αὐτοῦ καὶ κατὰ τὸ ἄλλο, ὅτι ἐκεῖνος ἐθεώρησε περιοριστέον τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστηρίων, καὶ εἰσήγαγε τῷ 1893 περὶ τούτου νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐψηφίσθη ἐν τῇ Βουλῇ ἐκείνῃ, διὰ λόγους προσωρινοὺς ἐντελῶς. Τὸ σημερινὸν Ὑπουργεῖον ἐν τούτοις ζητεῖ νὰ προσθέσῃ ἀκόμη πέντε Πρωτοδικεῖα εἰς τὰ ὑπάρχοντα. Τὸ νομαρχιακὸν σύστημα, εἰ μὲν πρόκειται περὶ Κράτους κατὰ πρῶτον ὀργανιζομένου, εἶναι ἡ βάσις τῆς ὀργανώσεως αὐτοῦ, καὶ κατὰ τὴν διαίρεσιν τὴν διοικητικὴν γίνεται καὶ ἡ κατανομὴ καὶ ὁ ὀργανισμὸς τῶν ἄλλων κλάδων, οἰκονομικοῦ, δικαστικοῦ, ἐκπαιδευτικοῦ, στρατιωτικοῦ καὶ ἐφεξῆς, ὅσους ἤθελε νομοθετήσει ὁ νομοθέτης. Κατὰ λόγους δὲ ἱστορικοὺς ἢ ἐδαφικῆς διαπλάσεως ἢ ἀναγκῶν τῶν ἐνοικούντων πληθυσμῶν, θὰ γείνῃ ἡ διαγραφὴ περιφερειῶν, ἐντὸς τῶν ὁποίων οἱ κλάδοι ὅλοι θὰ λειτουργήσωσιν ἁρμονικῶς διὰ τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως ὅλων τῶν κλάδων αὐτῆς. Ἐὰν δὲ πρόκειται περὶ μεταρρυθμίσεως ἢ τροποποιήσεως τῶν περιφερειῶν, πρέπει νὰ γένηται φροντὶς, ὥστε ἡ μεταρρύθμισις νὰ ἦναι σύμφωνος πρὸς τὴν ὑφισταμένην νομοθεσίαν καὶ πρὸς τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς διοικήσεως, ὥστε οὗτοι ἁρμονικῶς νὰ συνυπάρχωσιν ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ νομάρχου. Ἀλλὰ σήμερον μία τῶν κυρίων τούτων βάσεων ἐκλείπει· διότι ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν ἠρνήθη νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς προτεινομένας διαιρέσεις ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία. Ἴσως εἶναι βέβαιον, ὅτι καὶ αἱ ἐκκλησιαστικαὶ ἀρχαὶ, ἐὰν ἠρωτῶντο, (διότι καὶ αὗται δὲν ἠρωτήθησαν, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν ἡμῖν, ὅτι δὲν ἠθέλησε νὰ ἐρωτήσῃ αὐτὰς,) ἤθελον ἀρνηθῆ τὴν συμμετοχήν των εἰς τὴν τοιαύτην νέαν διαίρεσιν, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον προτείνει. Οἱ δὲ νόμοι οἱ ὀργανικοὶ τοῦ Κράτους, οἱ νόμοι οἱ διοικητικοὶ, οἱ τὰς διαιρέσεις διοργανοῦντες, πρέπει νὰ μὴ μεταβάλλωνται συχνάκις, καὶ τὸ τῆς ὀργανώσεως σύστημα νὰ μὴ ἀλλοιῶται. Ἐὰν προσέξωμεν εἰς τὰ γινόμενα εἰς τ’ ἄλλα Κράτη, θὰ ἴδωμεν τοῦτο. Παράδειγμα λαμβάνω τὴν Γαλλίαν, ἡ ὁποία, καίτοι, ὡς εἶπον, ἀπὸ τοῦ 1790, καὶ ἰδίως ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ αἰῶνος, εἰσήγαγε σύστημα τοιοῦτον, μολονότι ὑπέστη τρεῖς ἢ τέσσαρας ἐπαναστάσεις, μόνον μικράς τινας τροποποιήσεις ἔφερεν, ἀλλὰ τὸ σύστημα τὸ διετήρησεν ἀναλλοίωτον καὶ ἀκέραιον. Τὸ σύστημα τὸ νομαρχιακὸν ἀναγνωρίζει τρεῖς βαθμοὺς διοικητικούς· τὸν Ὑπουργὸν, ἐξ ἰδίου δικαίου, ἢ κατ’ ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἢ τοῦ Βασιλέως, ὡς πρῶτον βαθμὸν ἐνεργοῦντα, ἔπειτα τὸν νομάρχην, ἐξ ἰδίου δικαίου ἢ κατ’ ἐντολὴν ἐνεργοῦντα, ὡς δεύτερον βαθμὸν, καὶ τὸν δήμαρχον, ὡς τρίτον βαθμὸν, ἐξ ἰδίου δικαίου ἢ κατ’ ἐντολὴν ἐπίσης ἐνεργοῦντα. Καὶ ὀρθῶς οὕτως ὠργανώθη, καὶ τὸν ὀργανισμὸν τοῦτον τὰ περισσότερα Κράτη ἀκολουθοῦσι, διότι ὁ Ὑπουργὸς εἶναι τὸ ἀνώτατον κέντρον, ὁ νομάρχης εἶναι ὁ ὡρισμένης περιφερείας ἐπόπτης καὶ διακανονιστὴς, ὁ δήμαρχος δὲ εἶναι ἡ βαθμὶς ἡ τελευταία, ἡ λαϊκὴ, ἡ κυρίως μετὰ τοῦ λαοῦ εἰς ἐπαφὴν ἐρχομένη καὶ κυρίως τοῦ λαοῦ τὰς ἀνάγκας γνωρίζουσα· καὶ διὰ τοῦτο κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομαρχιακοῦ συστήματος εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς ἐδόθησαν πολλὰ δικαιώματα, ἀπὸ τῶν ὁποίων ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἀπεγυμνώσαμεν τὸν δῆμον, καὶ ἀφήσαμεν αὐτὸν ὡς ἔννοιαν κενὴν ὑπάρξεως. Εἶχεν ὁ δῆμος ἄλλοτε ἐνέργειαν οὐσιώδη εἰς τὰ στρατολογικὰ, εἶχεν ὡσαύτως τὴν διεύθυνσιν τῆς κατωτάτης ἐκπαιδεύσεως εἰς τὴν περιφέρειαν αὐτοῦ, ἐπίσης εἶχε τὴν ἀστυνομίαν τὴν ἀστικὴν καὶ τὴν ἀγροτικὴν καὶ τὴν ἀγορανομίαν, εἶχε τὸ δικαίωμα, ἐντὸς ὁρίων, νὰ ἐπιβάλλῃ φόρους καὶ εἰσπράττῃ αὐτοὺς, καὶ παρ’ ὀλίγον νὰ στερηθῇ καὶ τούτου. Ἔχει καὶ διατηρεῖ τὰ τοπικὰ μόνον πράγματα, οἷον τὰ τῶν ὑδάτων, τὰ τῶν ὁδῶν τῆς πόλεως, τὰ τῆς καθαριότητος, τὰ τοῦ φωτισμοῦ, τὰ τῶν ναῶν κλπ. Ἀλλ’ ἀφῃρέσαμεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὰ διοικητικὰ ἔργα. Διατί; Διότι ἐβλέπομεν, ὅτι ἡ ἀστυνομία δὲν ἐλειτούργει καλῶς, δὲν ἐζητήσαμεν νὰ διορθωθῇ ἡ λειτουργία της, ἀλλὰ διὰ τὸ εὔκολον ἀφῃρέσαμεν αὐτὴν ἀπὸ τοῦ δήμου, καὶ ἀκόμη δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν κατὰ τίνα τρόπον τὸ Κράτος θὰ ἀσκήσῃ τὸ ἀστυνομεῖν. Παρετηρήσαμεν ὅτι ἐν τῇ παιδείᾳ δὲν ἐξεπλήρου ὅλους αὐτῆς τοὺς σκοποὺς ὁ δῆμος, καὶ ἀφῃρέσαμεν τὴν ἐπὶ τῆς κατωτάτης ἐκπαιδεύσεως ἐποπτείαν αὐτοῦ. Βεβαίως δὲν ἐλειτούργησεν οὐδὲ λειτουργεῖ καλῶς τὸ δημοτικὸν σύστημα παρ’ ἡμῖν· ἀλλὰ δὲν ἔπρεπεν ἆρά γε, προτοῦ τὸ κέντρον τοῦτο τῆς αὐτοδιοικήσεως καταστραφῇ, δὲν ἔπρεπεν ἡ Πολιτεία νὰ φροντίσῃ, ὥστε διὰ νομοθετημάτων καὶ διὰ καταλλήλου πολιτείας νὰ διορθώσῃ τὸ κακόν, ἀντὶ νὰ καταργήσῃ τὸν θεσμόν; Δὲν ἔπρεπε νὰ δοκιμάσῃ, ἂν ἠδύνατο νὰ καταστήσῃ τὸν δήμαρχον ἄνευ συμφέροντος πολιτικοῦ ἐν τῇ διοικήσει τοῦ δήμου, καὶ διὰ τοῦτο μὴ μεριμνῶντα εἰμὴ περὶ τῶν δημοτικῶν συμφερόντων; Π.χ. δὲν ἐδοκίμασε νὰ καλῇ εἰς τὸ δημαρχικὸν ἀξίωμα τοὺς πολίτας, ἀνεξαρτήτως πάσης πολιτικῆς τῶν κομμάτων ἐνεργείας, νὰ διευθύνωσι τὰ τοῦ δήμου οὕτως, ὥστε ταῦτα νὰ μὴ πίπτωσιν εἰς τὴν σφαῖραν τῶν ἀναγκῶν τῆς Πολιτικῆς, ἡ ὁποία ἕνεκα τούτου νὰ ζητῇ νὰ χρησιμοποιήσῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς τὰς δυνάμεις τοῦ δήμου. Οὐδὲν ἐγένετο τοιοῦτον. Ἠκολουθήσαμεν τὸ σύστημα τὸ εὔκολον τῆς καταργήσεως καὶ τῆς ἀφαιρέσεως. Ὑπὸ διοικητικὴν ἔποψιν παραβαλλόμενος ὁ ὀργανισμὸς ὁ διοικητικὸς ἡμῶν, καὶ ὡς ἔχει καὶ ὡς τὸ νομοσχέδιον θέλει αὐτόν, μᾶς δίδει φαινόμενα, τὰ ὁποῖα οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ θὰ εὕρωμεν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰ πορίσματα τῆς συγκρίσεως ταύτης, ἣν ἔκαμα, καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ βλέπετε τὰ ἑξῆς φαινόμενα. Τὸ Βέλγιον, ἐπὶ ἓξ ἑκατομμυρίων καὶ πλέον κατοίκων, ἔχει 9 νομοὺς, εἰς τοὺς ὁποίους ἀναλογοῦσιν 681,000 καὶ πλέον κάτοικοι, κατὰ μέσον ὅρον, καὶ 41 ἐπαρχίας καὶ 2538 δήμους. Ὥστε ἕκαστος νομάρχης ἐφορεύει 282 δήμους, καὶ ἕκαστος ἔπαρχος 61 ἢ 62 δήμους, κατὰ μέσον ὅρον, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν εἰς τοὺς 16 νομάρχας ἀναλογεῖ ἡ ἐπίβλεψις 27 δήμων, εἰς δὲ τοὺς 27 νομάρχας θ’ ἀναλογῶσι 16 δῆμοι. Ἡ Γαλλία ἐπὶ πληθυσμοῦ 42 ἑκατομμυρίων (μετὰ τῆς Ἀλγερίας) ἔχει 90 νομάρχας, εἰς ἕκαστον τῶν ὁποίων ἀναλογοῦσι 460,000 κάτοικοι καὶ ἔκτασις 6160 τετραγωνικῶν χιλιομέτρων, ἕκαστος δὲ νομάρχης ἐπιβλέπει 413 δήμους, καὶ ἕκαστος ἔπαρχος 99 δήμους...
§19ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ μέσον ὅρον.
§20ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸν μέσον ὅρον λαμβάνω πάντοτε... Ἐνῷ, ὡς εἴδομεν, ὁ Ἕλλην νομάρχης ἐπιβλέπει 27 δήμους, καὶ ἂν τὸ νομοσχέδιον γείνῃ νόμος, θὰ ἐπιβλέπῃ 16 κατὰ μέσον ὅρον, ἀλλὰ εἴς τινας νέους νομοὺς καὶ ἕνδεκα καὶ ἐννέα δήμους. Ἡ Ἰταλία ἔχει 16 διαμερίσματα καὶ 69 νομούς, εἰς οὓς ἀναλογοῦσιν ἀνὰ 470,000 καὶ πλέον κάτοικοι.
§21Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχουσιν ἔπαρχοι καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ.
§22ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀλλ’ ὁ ἔπαρχος ἐν Γαλλίᾳ, ὡς σᾶς εἶπον, ἐφορεύει 99 δήμους καὶ πλέον τῶν ἑκατὸν χιλιάδων κατοίκων, ὁ δὲ νομάρχης ἔχει δικαιοδοσίαν ἐπὶ 490 χιλιάδων κατοίκων ἐν Γαλλίᾳ, καὶ ἐν Ἰταλίᾳ ἐπίσης. Ἡ Ῥουμανία, ἐπὶ πληθυσμοῦ μείζονος τῶν 5 ἑκατομμυρίων ἔχει 32 νομοὺς, ὧν ἕκαστος, κατὰ μέσον ὅρον, ἔχει κατοίκους 157,000 καὶ πλέον. Ἡ Πορτογαλία, ἐπὶ πληθυσμοῦ 4,700,000, ἔχει 22 νομοὺς, ὧν ἕκαστος ἔχει 214,000 κατοίκους. Ἡ Σερβία ἐπὶ 2,161,000 ἔχει 17 νομοὺς, εἰς ἕκαστον τῶν ὁποίων ἀναλογοῦσιν 127,000 κάτοικοι. Ἡ Βουλγαρία καὶ ἡ Ἀνατολικὴ Ῥωμυλία, ἐπὶ πληθυσμοῦ 3,200,000 σχεδὸν, ἔχει 23 νομοὺς (17 ἡ Βουλγαρία καὶ 6 ἡ Ἀνατολικὴ Ῥωμυλία), ὧν ἕκαστος ἔχει 130,000 κατοίκους, καὶ λόγῳ ἐπιφανείας ἕκαστος νομὸς εἶναι πολὺ εὐρύτερος, συγκοινωνίαν δ’ ἔχει οὐχὶ καλλιτέραν τῆς ἰδικῆς μας. Περὶ ἐκτάσεως δὲ προκειμένου, ἡ ἔκτασις ἡ ἀναλογοῦσα εἰς ἕκαστον νομὸν τῆς Ἑλλάδος, ὡς νῦν αὕτη διαιρεῖται, εἶναι μικροτέρα τοῦ νομοῦ τῆς Βουλγαρίας, τῆς Πορτογαλίας, εἶναι μόλις τὰ ⅔ τῆς ἐκτάσεως τοῦ νομοῦ τῆς Γαλλίας, εἶναι ἴση πρὸς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Ἰταλίας, καὶ ἐφεξῆς.
§23Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Καὶ ὑπὸ ἔποψιν συγκοινωνίας.
§24ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καὶ ὑπὸ ἔποψιν συγκοινωνίας, σᾶς ἀπαντῶ. Ἐν Γαλλίᾳ, ὅτε δὲν ὑπῆρχον μέσα συγκοινωνίας, κατὰ τὸ 1833 καὶ 1856, ὅτε δὲν ὑπῆρχε μεγάλη ἔκτασις τῶν σιδηροδρόμων, ἡ ἔκτασις καὶ ὁ ἀριθμὸς ἦσαν τὰ αὐτά. Σήμερον τὰ μέσα συγκοινωνίας τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι χειρότερα τῶν τῆς Ρουμανίας, τῆς Βουλγαρίας, τῆς Σερβίας, καὶ ἐν Πελοποννήσῳ καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ οἱ σιδηρόδρομοι διατηροῦν συγκοινωνίαν σχεδὸν ὁμοίαν πρὸς τὴν συγκοινωνίαν πολλῶν Κρατῶν.
§25ΤΣΑΤΣΟΣ. Τὸ σύμπλεγμα τῶν ὁδῶν ἐγένετο ἐπὶ Κολμπέρ, ἐπὶ βασιλείας Λουδοβίκου ΙΔʹ.
§26ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τότε ἤθελον ὀκτὼ ἡμέρας, διὰ νὰ ὑπάγουν ἀπὸ τὴν Μασσαλίαν εἰς τοὺς Παρισίους, καὶ πλέον. Ἡ Βαυαρία ἔχει 5 ἑκατομμύρια καὶ 8 νομούς, ἡ Πρωσσία 37 νομούς. Ἡ Ἱσπανία ἔχει περίπου 49 νομούς, ἤτοι ἐπὶ 17,000,000 ἀναλογοῦσι 350,000 κάτοικοι εἰς ἕκαστον νομόν. Ἐπίσης δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω, ἐὰν θέλητε, καὶ Κράτη, τῶν ὁποίων ἡ ἔκτασις εἶναι ἀχανής, καθὼς εἶναι ἡ Ἀργεντίνη Δημοκρατία, ἡ ἔχουσα 3,800,000 κατοίκους καὶ 16 νομοὺς μόνον. Καὶ ἡ ἔκτασις τῆς Δημοκρατίας ἐκείνης εἶναι 2,789,000 τετραγωνικὰ χιλιόμετρα. Ἡ Ἑλλάς, ἔχουσα 65,000 τετραγ. χιλιόμετρα ἐπιφάνειαν καὶ 2,400,000 κατοίκους, μὲ 27 νομούς, ἂν εὐτυχήσῃ ν’ ἀποκτήσῃ τόσους, θὰ ἔχῃ τοὺς νομοὺς μὲ πληθυσμὸν μὲν 90,000 κατὰ μέσον ὅρον, μὲ ἔκτασιν δὲ 2400 τετραγ. χιλιομέτρων, ἤτοι μὲ ἔκτασιν κατὰ τὸ ἥμισυ σχεδὸν μικροτέραν καὶ τῆς Βουλγαρίας καὶ τῆς Ρουμανίας καὶ τῆς Πορτογαλίας, μὲ τὸ ἓν ὄγδοον τῆς Βοσνίας καὶ Ἑρζεγοβίνης, ἥτις ἔχει 6 νομούς, ἐπὶ πληθυσμοῦ 1,330,000 κατοίκων καὶ ἐπιφανείας 112,000 τετραγωνικῶν χιλιομέτρων. Καὶ διατὶ οὕτως ἔχουσιν αἱ διαιρέσεις; Διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν τὸ λεγόμενον ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ὁ νομάρχης πρέπει νὰ παρίσταται πανταχοῦ. Ὁ νομάρχης ἐφορεύει τὴν διοίκησιν, καὶ δίδει διαταγάς. Ὁ νομάρχης πρέπει νὰ ἦναι πρόσωπον, τὸ ὁποῖον, ἀπὸ ἀνωτέρας σφαίρας ἀντιλαμβανόμενον τῶν ἀναγκῶν τοῦ νομοῦ, νὰ δύναται νὰ ὁδηγῇ τοὺς δημάρχους, καὶ νὰ φωτίζῃ τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου, ἂν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ λαμβάνῃ παρ’ αὐτοῦ ὁδηγίας, καὶ νὰ μὴ λαμβάνῃ τὰς ἐμπνεύσεις αὐτῆς ἄλλοθεν ἢ ἀπὸ τὴν διοίκησιν. Ὁ νομάρχης ἐφορεύει τὴν δημοτικὴν διοίκησιν. Ἡ δημοτικὴ διοίκησις πρέπει νὰ λειτουργῇ καλῶς, ἡ αὔξησις δὲ τῶν προσώπων τῶν νομαρχῶν ἢ διοικητῶν, ὅπως ὀρθῶς παρετήρουν εἰς τὴν Γερουσίαν, θὰ ἐλαττώσῃ τὸ ποιὸν αὐτῶν, καὶ μετὰ τοῦ κακοῦ ποιοῦ τῶν νομαρχῶν θὰ ἐλαττωθῇ καὶ ἡ ἠθικὴ ἐπιβολὴ καὶ τὸ κῦρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν κυβερνωμένων. Δὲν θέλω βεβαίως οὐδένα τῶν ὑπηρετησάντων ἢ ὑπηρετούντων νὰ ἐλέγξω, ἀλλὰ ἤθελον ἐρωτήσει εὐσυνειδήτως, ἐν τῷ ὕψει, εἰς τὸ ὁποῖον θέλει ἡ νομοθεσία νὰ ἵσταται ὁ νομάρχης, πόσους συνήθως εὑρίσκει κατὰ περιόδους τὸ Κράτος νὰ τοποθετήσῃ, θέλοντας νὰ ὑπηρετήσωσιν; Ἐὰν δὲ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν, θὰ ἦναι δυσχερεστέρα ἔτι ἡ εὕρεσις προσώπων τοιούτων, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς διοικήσεως αὑτῶν, νὰ ἀνυψώσωσι τὸ γόητρον τῆς ἐξουσίας καὶ νὰ ἐπιβάλωσι διὰ τῆς ἠθικῆς αὑτῶν ὑπεροχῆς τὸν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν σεβασμόν. Διότι, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, μεγάλως συντελεῖ τοῦ προσώπου ἡ ἠθικὴ ἀξία, ἡ ἠθικὴ δύναμις ἐν τῇ διοικήσει. Καὶ ἂν ἦναι νομάρχης, τὸν ὁποῖον ὁ κόσμος, εἴτε διὰ λόγους ἠθικοὺς εἴτε διὰ λόγους πνευματικούς, δὲν σέβεται, ὁ νομάρχης αὐτὸς δὲν δύναται νὰ διοικήσῃ οὔτε περιφέρειαν ἐπαρχίας μικρᾶς, μικρᾶς ἔστω ὅση εἶναι ἡ τῆς Αἰγίνης, ἐνῷ ὁ νομάρχης ὁ ἄξιος τοῦ ὕψους τῆς θέσεως αὐτοῦ δύναται νὰ διοικῇ διπλάσιον τοῦ σημερινοῦ, καὶ δύναται πανταχοῦ νὰ ἐφορεύῃ, πανταχοῦ νὰ ἐπιβλέπῃ καὶ πανταχοῦ νὰ ἐλέγχῃ. Εἶναι ζήτημα προσώπων, καὶ τῶν προσώπων τὴν ἀξίαν ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἡ αὔξησις τοῦ πληθυσμοῦ ὑπόσχεται ἐλάττωσιν τῆς ἀξίας τῶν προσώπων. Τῷ 1844 ὑπῆρχον ὅλοι οἱ ἄνδρες τοῦ Ἀγῶνος, ἄνδρες ἱστορικῆς ἀξίας καὶ ἐπιβολῆς, ὅπως δὲ παρετήρησε χθὲς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, καὶ οἱ τὰ ὕψιστα ἀξιώματα διαχειριζόμενοι ἐδέχοντο νὰ διορισθῶσι νομάρχαι. Καὶ Πρωθυπουργοὶ ἐγίνοντο τοιοῦτοι καὶ Ὑπουργοὶ, καὶ ἀπὸ νομαρχῶν ἐπέστρεφον εἰς τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργοῦ· καὶ ὅμως τότε ὡμολόγουν ὁμοφώνως, ὅτι δὲν εἶχον 24 διοικητὰς, διὰ νὰ διοικήσωσι τὸν τόπον. Σήμερον δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, λόγῳ μορφώσεως, πολὺν ἀριθμὸν, ἀλλὰ λόγῳ ἐπιβολῆς ἠθικῆς, κρίνατε σεῖς ἂν ἔχωμεν. Δὲν θέλω κανένα νὰ ἀδικήσω ἐξ ὑμῶν αὐτῶν, οὐδὲ ἐκ τῶν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς εὑρισκομένων. Ἀλλὰ ἀφοῦ εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας τῆς Ἑλλάδος ἦσαν ἀτελέστατα, καὶ ὕστερον ἀπὸ μίαν ἐπανάστασιν, ἥτις ἤγαγεν εἰς πολλὴν δύναμιν τὰς ἐπαρχιακὰς ἐπιρροὰς, ἡ ἰδέα τοιούτου πολλαπλασιασμοῦ δὲν ἠδυνήθη νὰ κατισχύσῃ, διατὶ ἐπιζητεῖται οὗτος νῦν, ὅτε τοσοῦτον τὰ μέσα ἐβελτιώθησαν, ὅτε τόσην ἀνάγκην ἔχομεν οἰκονομίας, ὅτε τόσαι ἀνάγκαι ἐπιβλητικαὶ ἀξιοῦσι τὴν ἀντίληψιν τοῦ Κράτους; Ὑπεστηρίχθη τῷ ὄντι καὶ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τῷ 1867, κυρίως λόγῳ τῆς ἐλλείψεως ἀσφαλείας, — διότι ἡ ληστεία ἦτο διαδεδομένη — καὶ λόγῳ ἐλλείψεως μέσων συγκοινωνίας, ἡ ἐπαναφορὰ τοῦ διοικητικοῦ συστήματος καὶ τῶν μικρῶν διοικητικῶν περιφερειῶν, ἀλλὰ τότε καὶ οἱ τὴν ἰδέαν εἰσαγαγόντες δὲν ἐνέμειναν εἰς αὐτὴν, καὶ οἱ ἐγκριτώτατοι τῶν ἐπιστημόνων ἐπολέμησαν τοιαύτην ἰδέαν. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα καλῶς τὰ ἄρθρα τοῦ μακαρίτου Κοκκίνου, τοῦ καθηγητοῦ τότε τοῦ Διοικητικοῦ Δικαίου, ὅστις σφοδρῶς ἠμύνθη τοῦ νομαρχιακοῦ συστήματος καὶ τῆς διατηρήσεως τοῦ τότε καθεστῶτος, καὶ ἠγωνίσθη, ὅπως μὴ ἐπανέλθῃ τὸ σύστημα τὸ διοικητικόν. Καὶ ὁ Προβελέγγιος ἦτο ἐναντίος, καὶ μόνος ὑπέρμαχος τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως, λόγῳ τῆς ἐλλείψεως συγκοινωνίας, ἦτο εἷς ἀνὴρ, ἁρμόδιος περὶ τὰ τοιαῦτα νὰ κρίνῃ, ὁ Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅστις εἶχεν ἐναντίαν γνώμην, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν οὔτε τότε πολὺ ὑπεστήριξε, καὶ ὅτε τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας ἐβελτιώθησαν, δὲν διετήρησεν, ὑποθέτω, αὐτὴν, διότι, ἐὰν διετήρει αὐτὴν, εἶχε πολλάκις δύναμιν νὰ ἐφαρμόσῃ, καὶ δὲν ἐφήρμοσεν αὐτήν. Διὰ νὰ μὴ ζητήσῃ δὲ τὴν πραγματοποίησιν αὐτῆς, σημαίνει, κατ’ ἐμὲ, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη αὐτῆς πλέον. Τίνα δὲ δύναται νὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα; Τὸν περιορισμὸν τῶν πνευμάτων τῶν ἀνθρώπων εἰς τὰ τοπικὰ συμφέροντα, τὴν δημιουργίαν νομικῶν προσώπων τῶν νομῶν, κέντρων δυνάμεως ἀτόνου καὶ ἄνευ εὐρωστίας οἰκονομικῆς, ἵνα δράσωσιν ὁπωσδήποτε ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ νομοῦ, ἐνῷ ὁ εὐρὺς νομὸς ἠδύνατο νὰ ἔχῃ καὶ εὐρυτέρους πόρους. Πολλοὶ τῶν μικρῶν νομῶν ἀμφιβάλλω ἂν θὰ ἔχωσι τόσα εἰσοδήματα, ὥστε νὰ πληρώνωσι τὰ ὁδοιπορικὰ καὶ τὴν ἀμοιβὴν τῶν νομαρχιακῶν αὐτῶν συμβούλων. Ὅταν δὲ προσαχθῇ — καὶ ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ βραδύνῃ πέραν τῆς αὔριον — ὁ πίναξ τῶν εἰσοδημάτων τῶν δήμων, τότε θὰ λάβητε ἀφορμὴν νὰ πιστοποιήσητε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω· διότι, ἐὰν αὐξήσῃ ὁ φόρος τῶν λιμενικῶν ταμείων εἰς τὸ ἀνώτατον ὅριον, τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου διδόμενον, τὸ 5%, μόνον 153,000 δραχμὰς θὰ δύνανται νὰ πορισθῶσιν ἐκ τούτου.
§27ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι οἱ νομοί;
§28ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. 3,000,000 δρ. καὶ κάτι εἶναι τὰ εἰσοδήματα τῶν λιμενικῶν ταμείων· ὥστε 153,000 δραχμαὶ εἶναι τὸ ὅλον διὰ τοὺς νομοὺς, ἐννοεῖται τοὺς ἔχοντας λιμενικὰ ταμεῖα. Γενικῶς ἐξεταζομένου τοῦ πράγματος, ἔχομεν 879 νομαρχιακοὺς συμβούλους, οἵτινες χρειάζονται 263,700 δραχμὰς διὰ τὴν τριακονθήμερον ἀμοιβὴν, πρὸς 10 δραχμὰς· καὶ χρειάζονται ἀμοιβὴν καὶ οἱ ὑπηρετοῦντες ὡς γραμματεῖς. Ὅθεν ἀναγκαίως εἰς τοὺς 27 νομοὺς, ἂν λαμβάνωσι μόνον δραχμὰς 50 κατὰ μῆνα, θὰ χρειασθοῦν περὶ τὰς 16,000 δραχ. Ἔπειτα εἶναι τὰ ὁδοιπορικὰ τῶν πλείστων ἐξ αὐτῶν, διότι εἰς τὴν ἕδραν τοῦ νομοῦ θὰ ἦναι μόνον οἱ τοῦ δήμου νομαρχιακοὶ σύμβουλοι. Ὡσαύτως θὰ χρειασθῶσι περὶ τὰς 15,000 δραχμαὶ διὰ νομαρχιακὰ καταστήματα, γραφικὴν ὕλην κτλ.
§29Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
§30ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε ὄχι, διότι ἐντὸς τῶν νομαρχιακῶν καταστημάτων δὲν θὰ δύνανται νὰ διατηρῶνται αἴθουσαι συνεδριάσεως καὶ ἴδια γραφεῖα.
§31Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ λέγει ὁ νόμος.
§32ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ τὸ λέγῃ ὁ νόμος, ἀλλ’ ὁ νόμος θὰ μεταβληθῇ ταχέως.
§33ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Περὶ τοῦ μεταβλητέου νόμου ὁμιλεῖτε;
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ.
§35ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ ἐπαφὴ ἡ εὔκολος τοῦ διοικητοῦ μετὰ τῶν διοικουμένων διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐχαράχθησαν σήμερον καὶ ἐδημιουργήθησαν οἱ πλεῖστοι τῶν νέων νομῶν, θέλει φέρει τοῦ κομματισμοῦ τὴν ἐπίτασιν, διότι οἱ πλεῖστοι τῶν νέων νομῶν εἶναι ἁπλῶς ἐπαρχίαι, καὶ τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια θὰ ἦναι Συμβούλια κομμάτων, ὅπως εἶναι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια. Καὶ δὲν ἠμπορεῖ βέβαια κανεὶς νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι τὸ ἐπαρχιακὸν πνεῦμα, ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζήτει νὰ πολεμήσῃ τὸ νομαρχιακὸν σύστημα τοῦ 1844, ἐπανέρχεται ὁρμητικόν, τοὐλάχιστον εἰς τοὺς νομοὺς ἐκείνους, οἵτινες εἶναι ἀπὸ μίαν ἢ ἀπὸ δύο τὸ πολὺ ἐπαρχίας. Θέλει φέρει ὡς συνέπειαν τοῦ κομματισμοῦ τὴν ἐπίτασιν, θέλει φέρει καὶ εἰς τὰ πρόσωπα τῶν συμφερόντων τῶν κομματικῶν τὴν ἔξαψιν, θέλει φέρει τὴν τελείαν παράλυσιν τῶν δήμων, ἀπὸ τῶν ὁποίων θέλει ἀφαιρέσει καὶ μίαν προσέτι δύναμιν, τὴν αὐθύπαρκτον δηλονότι λειτουργίαν, ἣν ἤδη θὰ δεσμεύῃ ὁ κομματισμὸς τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου, χωρὶς ν’ ἀποκτήσῃ αὐτὸ ἐπιρροήν τινα εὐεργετικὴν διὰ τὸν νομόν. Ἀλλ’ ἐὰν αὐτὴ ἦναι ἡ ὄψις ἡ διοικητική, ποία εἶναι ἡ δικαστικὴ ὄψις; Ἠκούσατε χθὲς ἀρκετά. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη καὶ πάλιν καὶ ὡς πρὸς τοῦτο νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν σύγκρισιν πρὸς ἄλλα Κράτη, ἔχοντα τὸν αὐτὸν μὲ ἡμᾶς δικαστικὸν ὀργανισμὸν, διότι καὶ ὁ δικαστικὸς ὀργανισμὸς ἡμῶν ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἡ Ἀντιβασιλεία ἐθέσπισε. Δὲν πρέπει δὲ νὰ σᾶς κρύψω, ὅτι ἐν πολλοῖς νομοθετήμασιν, ἐρχομένοις εἰς τὴν Βουλὴν, παρετήρησα ὅ,τι καὶ μέχρι σήμερον, ὅτι δὲν κατενοήθη ἀκόμη παρ’ ἡμῖν καλῶς τὸ πνεῦμα τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων ἡμῶν· διότι προχθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνήγγειλεν, ὅτι θέλει εἰσαγάγει νόμον περὶ τριμελῶν Πλημμελειοδικείων, καὶ μᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι ὅλοι οἱ Εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους ἐκηρύχθησαν ὑπὲρ τῶν τριμελῶν Πλημμελειοδικείων. Τοιαύτη γνώμη κηρύττει ὡς μὴ γνωρίσαντα νὰ ὀργανώσῃ τὰ δικαστήρια ἡμῶν τὸν Μάουρερ καὶ μὴ γνωρίσαντα οὐδὲ τὸν ὀργανισμὸν τῶν ἐν Γαλλίᾳ ποινικῶν δικαστηρίων, παρ’ οὗ ἔλαβε τὸν ἡμέτερον. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη γνώμη τριμελῶν παρ’ ἡμῖν Πλημμελειοδικείων παρεῖδε τὸ στοιχειῶδες, ὅτι παρ’ ἡμῖν δὲν ἐπετράπη ἔφεσις κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν Πλημμελειοδικῶν, καὶ ὅτι τὰ Πλημμελειοδικεῖα δικάζουσιν ἀνεκκλήτως, ἐπιβάλλοντα ποινὴν μέχρι πέντε ἐτῶν φυλακίσεως καὶ ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη δὲν ὑπόκειται, εἰμὴ εἰς τὴν νομικὴν ἀναθεώρησιν, τὴν ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου γιγνομένην, ἐνῷ ἀλλαχοῦ διὰ φυλάκισιν ὑπερβαίνουσαν τὰς πέντε, δέκα ἢ δεκαπέντε ἡμέρας, ἢ τὴν χρηματικὴν ποινὴν τῶν 500 δραχμῶν, ἐπιτρέπεται ἔφεσις κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου, καὶ γίνεται δίκη ἐνώπιον τῶν Ἐφετῶν, καὶ ἐννοεῖται, ὅτι ἡ ἐκ τούτου ἐγγύησις εἶναι μεγάλη διὰ τοὺς δικαζομένους, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐκ τούτου ἐργασία τῶν Ἐφετείων δὲν εἶναι μικρὰ, ὅπου λειτουργεῖ ὁ θεσμός. Ἔχουσι δὲ τὴν ἔφεσιν κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ἰταλία καὶ τὸ Βέλγιον καὶ ἡ Ρουμανία καὶ ὅλα τὰ Κράτη, τὰ ἔχοντα ὁμοίαν μὲ ἡμᾶς νομοθεσίαν καὶ ὀργανισμὸν δικαστηρίων, ὁποῖος ὁ ἡμέτερος. Καὶ διὰ τοῦτο ὀρθῶς ὁ Μάουρερ, προκειμένου μὲν περὶ τῶν βουλευμάτων τῶν προδικαστικῶς παρασκευαζόντων τὴν διαδικασίαν τὴν ἐπὶ ἀκροατηρίου, ἐπέτρεψε τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως κατὰ τῶν βουλευμάτων τῶν Συμβουλίων τῶν Πλημμελειοδικῶν, τὰ ὁποῖα ἐπέτρεψε νὰ ἦναι τριμελῆ, — εἶναι δὲ αὕτη ἡ ἀνακοπὴ τῶν βουλευμάτων τῶν Πλημμελειοδικῶν, — ἀλλ’ ὅταν τὰ Πλημμελειοδικεῖα ὁριστικῶς ἀποφαίνωνται, δὲν ἔδωκε δικαίωμα ἐφέσεως, καὶ διὰ τοῦτο κατέστησεν αὐτὰ πενταμελῆ. Καὶ ὅμως οἱ πλεῖστοι λέγουσιν «ἂς τὰ κάμωμεν τριμελῆ», μὴ ἐννοοῦντες ὅτι, ἀφοῦ ἀφαιροῦσι τὴν ἐγγύησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν, πρέπει νὰ προσθέσωσι τὴν ἐκ τῆς ἐφέσεως. Οἱ τοῦτο δὲ προτείνοντες παραβλέπουσι τὴν ἠθικὴν ἐπίδρασιν, τὴν ὁποίαν φέρει ὁ νόμος, ὁ δεικνύων μικρὸν σεβασμὸν πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν, τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ περιλάβῃ ὑπὸ τὰς διατάξεις του. Ὅσον περισσότεραν μέριμναν καὶ προσοχὴν δεικνύει ὁ νομοθέτης εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ προσώπου, τόσον διδάσκει αὐτὸν νὰ σέβηται καὶ αὐτὸς τὰ δικαιώματα τοῦ ἄλλου· ἀλλ’ ὅταν χονδρικῶς, οὕτως εἰπεῖν, νομοθετῇ ἢ δικάζῃ ἡ Πολιτεία, μικρὰν δεικνύουσα προσοχὴν εἰς τοῦ προσώπου τὴν ἀσφάλειαν, τότε χονδρικῶς κρίνει καὶ ὁ ἰδιώτης καὶ χονδρικῶς ἐκτιμᾷ καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ ὁμοίου του, καὶ διὰ τοῦτο πολλαπλασιάζονται αἱ ἀξιόποινοι πράξεις. Καὶ ὅμως, ἐνῷ αἱ ἀποφάσεις τῶν Πλημμελειοδικῶν, ὡς εἶπον, ὑπόκεινται ἀλλαχοῦ εἰς ἔφεσιν, οὐδαμοῦ θὰ εὕρητε τῶν Κρατῶν αὐτῶν τὴν ἀναλογίαν τοῦ πληθυσμοῦ πρὸς τὰ δικαστήρια, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Ἑλλάς. Καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε πάλιν νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν συγκριτικὴν μελέτην. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἀναλογοῦσι πλέον τῶν 112,000 κατοίκων εἰς ἕκαστον τῶν 382 Πρωτοδικείων, εἰς τὴν Ἰταλίαν εἶναι 162 Πρωτοδικεῖα, εἰς ἃ ἀναλογοῦσιν ἀνὰ 200,000 κάτοικοι — πάντοτε κατὰ μέσον ὅρον. — Εἰς τὴν Ρουμανίαν εἶναι 32 Πρωτοδικεῖα ἐπὶ πέντε ἑκατομμυρίων κατοίκων, καὶ ἀναλογοῦσιν ἐπὶ ἑκάστου Πρωτοδικείου 157,000 καὶ πλέον κάτοικοι. Εἰς τὸ Βέλγιον ἀναλογοῦσι 236,000 κάτοικοι εἰς ἕκαστον Πρωτοδικεῖον. Αἱ ἀποφάσεις δὲ τῶν Πλημμελειοδικείων εἰς τὰ Κράτη ταῦτα ὑπόκεινται εἰς ἔφεσιν. Εἰς τὴν Πορτογαλίαν ἀντιστοιχοῦσι 214,000 κάτοικοι εἰς ἕκαστον Πρωτοδικεῖον. Παρ’ ἡμῖν ἀντιστοιχοῦσιν 110,000 σήμερον, καὶ πρόκειται νὰ καταβιβασθῶσιν εἰς 90,000. Εἰς τὰ Γερμανικὰ Κράτη ἡ ἀναλογία τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατοίκων εἰς ἕκαστον δικαστήριον εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα. Ἐὰν τὰ Πρωτοδικεῖα ἡμῶν γείνωσιν 27, θ’ ἀναλογῶσιν εἰς ἕκαστον 90,000 κάτοικοι, κατὰ μέσον ὅρον, διότι ἐν πράγματι θὰ ἀναλογῶσι καὶ 39,000, ὅπως εἰς τὴν Ἄρταν, καὶ 43,000, ὅπως εἰς τὴν Ζάκυνθον, καὶ 45,000, ὅπως ἀλλαχοῦ.
§36Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶναι νέον τὸ τῆς Ζακύνθου.
§37ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸ ὅτι δὲν εἶναι νέον, τὸ γνωρίζω. Παλαιὸν εἶναι, καὶ περὶ παλαιῶν ἀκριβῶς ὁμιλῶ, ὄχι περὶ νέων. Ὡς πρὸς δὲ τὰ Ἐφετεῖα, καὶ ἐκεῖ, ὅπου ταῦτα δικάζουσι τὰς ἐφέσεις κατ’ ἀποφάσεων τῶν Πλημμελειοδικείων, ποία ἡ ἀναλογία των ἐν σχέσει πρὸς τὴν Ἑλλάδα; Ἰδού. Ἐν Γαλλίᾳ ὑπάρχουσιν Ἐφετεῖα 28...
§38ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Προσωπικόν;
§39ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἰς Παρισίους μόνον πολύ. Εἰς τὰ ἄλλα, δὲν ἠξεύρω. Τὸν ἀριθμὸν τῆς περιφερείας λαμβάνω ἐγὼ ἐκεῖ, ὅπου καὶ προσάγονται οἱ κατηγορούμενοι καὶ δικάζονται κατ’ ἔτος (θόρυβος)... Ἀναλογοῦσι δὲ περίπου 1,500,000 κάτοικοι εἰς ἕκαστον Ἐφετεῖον. Εἰς τὴν Ἰταλίαν εἶναι 24 τὰ Ἐφετεῖα, ἀναλογοῦσι δὲ 1,262,000 κάτοικοι εἰς ἕκαστον. Εἰς τὴν Ρουμανίαν εἶναι 4 τὰ Ἐφετεῖα, ἀναλογοῦσι δὲ εἰς ἕκαστον 1,356,000 κάτοικοι. Εἰς τὸ Βέλγιον εἶναι 3 Ἐφετεῖα, εἰς ἃ ἀναλογοῦσιν ἀνὰ 2,000,000. Εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔχομεν 2,433,000 κατοίκους, καὶ πέντε Ἐφετεῖα· ἀναλογοῦσι δηλ. 480,000 κάτοικοι εἰς ἕκαστον. Δηλαδὴ ἡμεῖς ἔχομεν τριπλάσιον ἀριθμὸν Ἐφετείων ἀφ’ ὅ,τι ἔχουσιν ὅλα τὰ ἄλλα Κράτη, τὰ ὀργανισμὸν ὅμοιον πρὸς τὸν ἡμέτερον ἔχοντα, ἀλλ’ ἔχοντα καὶ τὰς ἐφέσεις κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν Πλημμελειοδικείων. Καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε τὸ φαινόμενον, τὸ μέχρις ἀηδίας, ὅτι, ἐνῷ ἓν δικαστήριον δὲν ἐργάζεται παντάπασιν, ἄλλο δικαστήριον βαρύνεται ὑπὸ πολλῆς ἐργασίας. Καὶ λέγουσι συνήθως «πάσχομεν ἔλλειψιν προσώπων»! Ἀλλὰ ἔχετε πρόσωπα ἄφθονα, τὰ ὁποῖα ἀργοῦσι, τοποθετούμενα εἰς τὰ δικαστήρια αὐτά. Καταργήσατε τὰ περιττὰ Ἐφετεῖα καὶ τὰ Πρωτοδικεῖα τῆς μικρᾶς περιφερείας, φέρετε τοὺς δικαστὰς νὰ ἐργασθῶσιν ὅπου εἶναι ἐργασία, καὶ θὰ ἴδητε ὅτι δὲν ἔχομεν ἔλλειψιν προσώπων. Τοῦτο ἔκαμαν ἡ Σαξωνία, ἡ Πρωσσία, ἡ Ἀγγλία, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ αἰῶνος· κατήργησαν τὸν πολὺν ἀριθμὸν δικαστηρίων, καὶ ἐζήτουν διὰ τῆς αὐτῆς δαπάνης νὰ ἀποκτήσωσι καλὸν καὶ ὀλιγάριθμον προσωπικόν, καὶ ἐπέτυχον, ὥστε ν’ ἀπονέμωσι τὴν δικαιοσύνην πρεπόντως. Εἰς τὰ 1877 ἐν Γερμανίᾳ ἐγένετο τοιαύτη μεταβολή. Καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ ἀπόπειρα, τὴν ὁποίαν ἔκαμε τῷ 1893 ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τότε δὲ τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν ἐγίνετο μετὰ πλείονος ἐπιμελείας, ἤθελεν ἐπιτύχει τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ἴδιον. Ὅταν δὲ ἐδῶ δὲν ἔχωμεν προσωπικόν, ἂς μὴ λησμονῶμεν, ὅτι εἰς τὴν Ἄρταν, εἰς τὴν Λευκάδα κλπ. κάθηνται οἱ δικασταί. Δὲν ὁμιλῶ διὰ νὰ πειράξω κανένα. Ἠξεύρω τὴν ἐπαρχιακὴν εὐαισθησίαν πάντων. Τὴν ἠξεύρει καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος, προκειμένου μάλιστα περὶ ἐπαρχιῶν, ἀφοῦ μᾶς ἔφερεν αὐτὰ τὰ δύο νομοσχέδια, ἔφερε δυστυχῶς μετ’ αὐτῶν τὰς ἐπαρχίας ὅλας ἐπὶ τοῦ τάπητος, καὶ εἴμεθα ἠναγκασμένοι περὶ ὅλων νὰ ὁμιλήσωμεν. Καὶ ἰδοὺ ἓν μέγα πλεονέκτημα τοῦ νομοσχεδίου, διότι μεταξὺ ἡμῶν φέρονται ζητήματα, τὰ ὁποῖα, ἐὰν καλῶς παρεσκευάζετο τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν καλῶς ἐμελετῶντο τὰ σχετικὰ ζητήματα, ἤθελον τύχει ψήφου ἐπιδοκιμασίας. Εἶχε δὲ δίκαιον ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, κατηγορήσας τὸν τρόπον τοῦ νομοθετεῖν παρ’ ἡμῖν, διότι ἡ προεξεργασία τοῦ νομοσχεδίου—ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει Συμβούλιον προπαρασκευαστικὸν—ἔπρεπε νὰ γίνηται εὐρυτάτη εἰς τὸν τόπον, διότι ὁ νόμος, πρὶν ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν, πρέπει πρῶτον ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ τόπου νὰ ὡριμάσῃ, καὶ τότε γίνεται ἀποδεκτός. Ὅταν ὅμως ἐξαπίνης εἰσάγηται καὶ διὰ τῆς βίας ἐπιζητῆται ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ, — ὅπως συμβαίνει καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ μᾶς ἀρνοῦνται τὴν εὐρεῖαν συζήτησιν, καὶ ζητοῦσι τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν... (διαμαρτυρίαι δεξιόθεν). Ναί! δὲν εἶναι συζήτησις ἡ μεταμεσονυκτίως γιγνομένη καὶ ἐπὶ ἀπειλῇ ἐπιψηφίσεως, ἐὰν ἀποχωρήσωμεν. Δὲν εἶναι συζήτησις, ὅταν δὲν ἔχωμεν ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς μελέτης, ἅτινα ἐζητήσαμεν. Ἐγὼ ἠθέλησα προσωπικῶς νὰ μελετήσω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τὰς στατιστικὰς τῶν ἄλλων Κρατῶν, καὶ ἰδίως τὸν Boddio, καὶ εὗρον τὸ γραφεῖον ἀνάστατον, ἕνεκα τῆς μετακομίσεως, καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ συμβουλευθῶ, παρὰ δευτερευούσας τινὰς στατιστικάς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νομοσχέδιον τοιοῦτον νὰ συζητηθῇ ἐντὸς 15 ἡμερῶν, ἀφ’ ἧς εἰσάγεται, διότι, διὰ νὰ μελετηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρ’ ἑνὸς θέλοντος νὰ τὸ μελετήσῃ, ἀπαιτοῦνται δύο τοὐλάχιστον μῆνες, ἵνα οὗτος προσκτήσηται ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς κρίσεως (ἐπιδοκιμασίαι). Δὲν εἶναι δυνατόν, χωρὶς νὰ ἐρωτηθῶσι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, τὰ Δικαστικὰ Συμβούλια, ἡ γνώμη ὅλων, νὰ κριθῇ ὥριμον τὸ νομοσχέδιον. Ἐν Ἰταλίᾳ, ὅταν πρόκειται περὶ δικαστικῶν νόμων, ἔχει ὀργανωθῆ σύστημα προεξεργασίας θαυμάσιον.
§40ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει ὀργανωθῆ σύστημα προεξεργασίας;
§41ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ναί, σύστημα προεξεργασίας, ὄχι ὅμως διὰ νόμου, ἀλλὰ διὰ τῆς καλῆς τῶν κυβερνητῶν νομοθετικῆς ἐργασίας... Προκειμένου περὶ δικαστικοῦ νομοσχεδίου, συνέστησαν ἐπιτροπὴν εἰς τὴν περιφέρειαν ἑκάστου Πρωτοδικείου, ἀπὸ νέους καὶ γέροντας δικηγόρους καὶ ἀπὸ νέους καὶ γέροντας δικαστάς· εἰς τὴν ἕδραν ἑκάστου Ἐφετείου ἄλλην ἐπιτροπὴν εὐρυτέραν καὶ συγκεντροῦσαν τὰς γνώμας τῶν ἐπαρχιακῶν ἐπιτροπῶν· εἰς τὴν ἕδραν ἑκάστου Ἀκυρωτικοῦ ἄλλην ἐπιτροπήν, καὶ τελευταίως εἰς τὴν Ρώμην ἄλλην, καὶ ἡ ἐργασία ὅλων αὐτῶν συγκεντροῦται καὶ ἡ γνώμη πάντων φαίνεται. Παρ’ ἡμῖν ὅμως; Παρ’ ἡμῖν δὲν ἔκρινε καλὸν ἡ Κυβέρνησις οὔτε νὰ ἐρωτήσῃ τὰ Δικαστικὰ Συμβούλια, διὰ νὰ μᾶς εἴπωσιν, ἐὰν λειτουργῶσι καλῶς τὰ δικαστήρια τὰ ἐν τῇ περιφερείᾳ των, τὰ ἔχοντα μικρὰν περιφέρειαν καὶ μικρὰν λειτουργίαν. Δὲν ἔκρινε καλὸν νὰ τὸ ἐξετάσῃ...
§42ΠΕΡ. ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μικρὰν διακοπήν; Φρονῶ ὅτι τὰς ἰδέας ταύτας δὲν εἴχετε καὶ κατὰ τὸ 1890, διότι δὲν πιστεύω νὰ ἐλησμονήσατε, ὅτι κατὰ τὴν εὐρεῖαν ἐκλογικὴν περιφέρειαν, ὅτε ὡς ὑποψήφιος περιήλθετε ἀπὸ χωρίου εἰς χωρίον τὴν ἐπαρχίαν Κορινθίας, ὑπεστηρίζετε πάσῃ δυνάμει καὶ ὑπεδεικνύετε τὴν ἀνάγκην συστάσεως Πρωτοδικείου ἐν Κορίνθῳ, φρονοῦντες ὅτι διὰ τῆς συστάσεως τοῦ Πρωτοδικείου θὰ ἐβελτιοῦτο καὶ ἡ ἐργασία ἐκείνου τοῦ Ναυπλίου, καὶ δὲν θὰ παρελείψατε νὰ ὑποσχεθῆτε εἰς τοὺς Κορινθίους, ὅτι θὰ μεριμνήσητε, ἐὰν ἐκλεχθῆτε, καὶ ἡ Κορινθία σᾶς ἐξέλεξε Βουλευτὴν (Θόρυβος).
§43ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Σᾶς τὸ εἶπον καὶ σᾶς λέγω, ὅτι εἶναι ψεῦδος! Ἐφαντάσθητε ν’ ἀποδώσητε εἰς ἐμέ, ὅτι εἶπον ἓν ψεῦδος ἢ ἔδωκα ψευδῆ ὑπόσχεσιν εἰς τοὺς Κορινθίους περὶ συστάσεως Πρωτοδικείου. Ποτὲ δὲν εἶπον ψεῦδος, καὶ οἱ ἐκλογεῖς μου οἱ ἐν Ναυπλίῳ ἠξεύρουσιν, ὅτι, ὅταν ἐγὼ ὁμιλῶ πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς, λέγω πρὸς αὐτοὺς τόσον μεγάλας ἀληθείας, ὥστε πολλάκις οἱ φίλοι μου διαμαρτύρονται. Ἐνθυμοῦμαι τῷ 1890 εἰς τὸν δῆμον Μινώας (ὅστις εἶναι ἀποικία Κρητῶν), ὅταν μετέβην χάριν τῆς ἐκλογῆς, καίτοι δὲν ἤμην ὑποψήφιος Τρικουπικός, διότι ἀπεδύθην μόνος εἰς τὰς ἐκλογάς, καὶ οἱ ἡρωϊκοὶ Κρῆτες ὅλοι εἰς τὸ Τολὸν ἀπεκάλουν τὸν Τρικούπην προδότην, (διότι εἶχε τότε καταπνίξει τὴν ἐξέγερσιν τῆς Κρήτης) ἐγὼ ἀντετάχθην πρὸς ὅλους ἐκείνους, —ἐνῷ οἱ φίλοι μου προσεπάθουν νὰ μὲ καταπείσωσι τοὐλάχιστον νὰ σιωπήσω, —καὶ ἔπεισα αὐτούς, ὅτι εἶχον ἄδικον. Εἰς τὴν Κόρινθον δὲ οὐδεμίαν οὐδαμοῦ ἔδωκα ὑπόσχεσιν, καὶ ὁ τότε συντρέξας με κ. Κροκιδᾶς, ἂν γνωρίζῃ τὸ τοιοῦτον, ἂς τὸ εἴπῃ.
§44ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Μάλιστα. Δὲν γνωρίζω νὰ ἔδωκε τοιαύτην ὑπόσχεσιν ποτέ, ὁσάκις περιηγήθη τὴν ἐπαρχίαν, ὁ κ. Ποταμιάνος.
§45ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ (πρὸς τὸν κ. Μεντζελόπουλον). Τὸ ἐπιχείρημά σας λοιπὸν ἦτο ἀνάξιον νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν.
§46ΤΣΑΤΣΟΣ. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἐμελετήσατε καλῶς τὸ νομοσχέδιον.
§47ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν τὸ ἔχω μελετήσει παντάπασιν.
§48ΣΤΑΗΣ. Ἡμᾶς μᾶς ἔχει φωτίσει ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς.
§49ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ποία δὲ εἶναι ἡ λειτουργία τῶν μικρῶν δικαστηρίων; Οἱ δικασταὶ, οἱ εἰς αὐτὰ στελλόμενοι, ἢ εἶναι καλοὶ καὶ δυσφοροῦσιν, ἢ εἶναι κακοὶ καὶ κρύπτονται εἰς αὐτὰ, ἡ ἐργασία δὲ πάντοτε δὲν εἶναι τελεία. Τοῦτο δὲ τὸ φαινόμενον θέλετε τὸ παρατηρήσει εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ μικρὰ δικαστήρια. Οἱ δικηγόροι εἰς αὐτὰ, δι’ ἔλλειψιν ἐργασίας, ὅπως καὶ οἱ δικασταὶ, πάσχουσιν ἀτροφίαν ἐπιστημονικὴν, καὶ ἡ ἄσκησις τῆς ἐπιστήμης καταπίπτει, οὕτως εἰπεῖν, καὶ ὅταν ἔλθωσιν εἰς δικαστήρια εὐρύτερα ἐκ τῶν μικρῶν οἱ δικασταὶ, καταπλήσσονται ἐνώπιον τῆς ἀφθονίας τῶν ζητημάτων, καὶ ἀργοῦν νὰ ἐθισθῶσιν εἰς τὴν ἄφθονον ἐργασίαν. Ἀλλὰ καὶ ἡ οἰκειότης, ἡ ἀναπτυσσομένη μεταξὺ δικαστῶν καὶ δικαζομένων, μεταξὺ δικαστῶν καὶ πολιτῶν, καταρρίπτει τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης. Εἰς ἓν τῶν μικρῶν Πρωτοδικείων εἷς Πρόεδρος εἰσήρχετο εἰς τὴν αἴθουσαν τῶν συνεδριάσεων φέρων τὸν κοιτωνίτην αὑτοῦ καὶ τὰς ἐμβάδας τοῦ δωματίου καὶ ἔλεγεν εἰς τοὺς δικηγόρους: «Ἐλᾶτε νὰ δικάσουμε, βρὲ παιδιά! Τί ἔχετε νὰ ’πῆτε; ψέματα ἢ ἀλήθιαις ἐδῶ;»
§50ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὲ τὸν ναργιλέν!
§51ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Συνέβη. Καὶ σῴζεται ἄλλο χρονικὸν εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Εἰς ἓν ἄλλο Πρωτοδικεῖον ὁ Πρόεδρος ἔλεγε: «Δὲν θὰ δικάσωμεν καὶ σήμερον, εἰμὴ αἰτήσεις. — Μὰ, κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς κινδυνεύομεν νὰ πτωχεύσωμεν! — Ἀκόμη ἔχετε λαιμοδέτην μὲ φαρδειὰ κορδέλλα· ἐγὼ θὰ σᾶς κάμω νὰ βάλετε τεχρίλι ἀντὶ λαιμοδέτου, ἐὰν δὲν πείσητε τοὺς Βουλευτάς σας νὰ μὲ μεταθέσουν!» (ἱλαρότης). Θέλετε δὲ καὶ ἓν ἄλλο ἀποτέλεσμα κακόν; Τὴν περὶ τούτου πληροφορίαν μου λαμβάνω ἀπὸ στατιστικὸν φυλλάδιον, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκεν ὁ κ. Κροκιδᾶς, ὁ ἀξιότιμος φίλος μου. Τὸ φαινόμενον εἶναι, ὅτι, ὅπου ἱδρύονται Πρωτοδικεῖα, αὐξάνει ἡ ποινικὴ ἐργασία, ὅπως καὶ ἡ πολιτικὴ, μὴ φυσικῶς, ἀλλὰ μᾶλλον ἡ ποινικὴ, διὰ τὸ ἀδάπανον, καὶ πολλαπλασιάζεται ἡ ἀσχολία τῶν δικαστῶν ἄνευ σπουδαίας ἀφορμῆς, καὶ εἰς τοῦτο ὀφείλεται ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν ἐκκρεμῶν ποινικῶν δικῶν. Εἶναι δίκαι αἱ πλεῖσται ἄνευ σημασίας. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸ δημοσίευμα τοῦ κ. Κροκιδᾶ, καὶ βλέπω εἰς αὐτὸ τὴν τοιαύτην ἀναλογίαν, διότι ἄλλην στατιστικὴν τῆς κατ’ ἐπαρχίαν ἐργασίας τῶν δικαστηρίων δὲν μᾶς προσέφερε ποτὲ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Ἀπὸ αὐτὴν τὴν δημοσίευσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Κροκιδᾶς διὰ τὸ Πρωτοδικεῖον Ναυπλίας καὶ διὰ περίοδον 17 μηνῶν, λαμβάνω τοὺς ἀριθμοὺς, καὶ βλέπω, ὅτι ἐδόθησαν εἰς τοὺς 17 μῆνας ἐκ Ναυπλίου μηνύσεις 1552 ἐπὶ πληθυσμοῦ 16,697, ὅπερ φέρει ἀναλογίαν 8¾%. Ἐκ τοῦ Ἄργους 2445 μηνύσεις ἐπὶ πληθυσμοῦ 27,637, ὅπερ φέρει 8,7%. Ἐκ Κυθήρων 299 μηνύσεις ἐπὶ 12,300 κατοίκων, ὅπερ φέρει 2 καὶ 3/10%. Ἐκ Σπετσῶν καὶ Ἑρμιονίδος 665 μηνύσεις ἐπὶ 17,000 κατοίκων, ὅπερ φέρει 4 καὶ 2/10%. Ἐκ Κορινθίας 4248 μηνύσεις ἐπὶ 64,500 κατοίκων, ἤτοι ἀναλογία 6,5%. Κατὰ λόγον λοιπὸν τῆς προσεγγίσεως τοῦ πληθυσμοῦ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον αὐξάνει ὁ ἀριθμὸς τῶν μηνύσεων καὶ τῶν δικῶν.
§52ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀκριβῶς.
§53ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καὶ τί μηνύσεις εἶναι; Μηνύσεις ἀπασχολοῦσαι τὰ δικαστήρια χωρὶς νὰ πρόκειται περὶ ἐγκληματικότητος. Ὅπως δὲ πανταχοῦ, καὶ ἐν τῇ δικαιοσύνῃ καὶ ἐν τῇ διοικήσει τὰ δικαστήρια καὶ αἱ ἀρχαὶ φέρουσι τ’ ἀποτελέσματα μᾶλλον διὰ τῆς ἠθικῆς αὑτῶν ἐπιβολῆς καὶ προλήψεως, ἢ διὰ τῆς ὑλικῆς αὑτῶν ἐργασίας. Ἡ πεποίθησις ὅτι τὸ δικαστήριον θέλει αὐστηρῶς ἐξελέγξει τὴν καταγγελίαν, καὶ ὁ κίνδυνος τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας θὰ ὑποστῇ, πείθει νὰ παραβλέπωνται αἱ λόγου ἀνάξιαι ὑποθέσεις, καὶ εἶναι εὐχῆς ἔργον, ἵνα αἱ μικραὶ διενέξεις μὴ φέρωνται εἰς τὰ δικαστήρια. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀμφισβητήσιμον, ὅτι πολλαπλασιάζονται τὰ ἐγκλήματα εἰς τὰς περιφερείας, ὅπου συνέστησαν μικρὰ Πρωτοδικεῖα. Ἐὰν εἴχομεν στατιστικὰς, ἠθέλομεν ἴδει, ὅτι μετὰ τὴν σύστασιν τῶν Πρωτοδικείων ἡ ἐγκληματικότης ηὔξησε, καὶ μεγάλα ἐγκλήματα ἀνεφάνησαν καὶ εἰς τὰ μικρὰ Πρωτοδικεῖα. Ἤθελον ἐπικαλεσθῆ δὲ καὶ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν εἰς τὴν Παρνασσίδα δὲν ἀνεφάνησαν πολλὰ τοιαῦτα ἐγκλήματα, ὡς καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας...
§54Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀφ’ ἧς συνεστάθη τὸ Πρωτοδικεῖον ἐν Ἀμφίσσῃ, δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἐγκληματικότης ἠλαττώθη, ἡ ζωοκλοπὴ μάλιστα κατεστάλη, οὐδὲν δὲ ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν λειτουργεῖ καλῶς τὸ Πρωτοδικεῖον ἐκεῖνο.
§55ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐνθυμίζω ὅμως ἐγὼ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐν Ἀμφίσσῃ οἱ μεγάλοι ἐγκληματίαι, οἱ διαρκῶς ἀπασχολήσαντες τὴν Δικαιοσύνην, ὁ Καπράλος καὶ οἱ ἄλλοι, ἐγεννήθησαν ὑπὸ τὸ Πρωτοδικεῖον αὐτό.
§56ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοὶ ἐγένοντο ἐγκληματίαι πρὶν ἢ συσταθῇ τὸ Πρωτοδικεῖον. Ὁ Καπράλος ἦτο φυγόδικος πρὶν ἢ συσταθῇ τὸ Πρωτοδικεῖον (διακοπαί).
§57ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τώρα, ἀφοῦ στερούμεθα στατιστικῶν πληροφοριῶν, πᾶσα γνώμη δύναται νὰ διεκδικήσῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς τὸ κῦρος τῆς ἀληθείας, ἐγὼ ὅμως ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν διὰ 32 ἐτῶν πείρας ἐσχημάτισα, ὅτι, ὅπου εἶναι Πρωτοδικεῖα τοιαῦτα μικρὰ, ἥκιστα συντελοῦσιν εἰς τὴν καταστολὴν τῶν πλημμελημάτων καὶ τῶν ἄλλων ἐγκλημάτων. Θέλετε νὰ εὕρητε παραδείγματα, ποῦ κυρίως φαίνεται ἡ ἐγκληματικότης; Θὰ ἴδητε, ὅτι δὲν εἶναι τόσον μεγάλη εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Πρωτοδικείου Πατρῶν, κατ’ ἀναλογίαν πληθυσμοῦ, δὲν εἶναι παντάπασιν εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Πρωτοδικείου Ναυπλίας, δὲν εἶναι παντάπασιν εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Πρωτοδικείου Κυκλάδων, δὲν εἶναι παντάπασιν εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν.
§58Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀπὸ ποῦ τὰ βγάζετε αὐτά;
§59ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Παρατηρήσατε τὰς στατιστικὰς τοῦ Ὑπουργείου, καὶ θὰ ἴδητε, συγκρίνοντες τὸν πληθυσμὸν καὶ τοὺς ὅρους τοῦ βίου ἑκάστης περιφερείας.
§60ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀκριβῶς αἱ στατιστικαὶ λέγουν τὸ ἐναντίον.
§61ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Φέρετέ τας.
§62ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Διατὶ δὲν τὰς φέρετε σεῖς;
§63ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Διότι δὲν τὰς ἔχω καὶ διότι δὲν ἔλαβον καιρὸν νὰ προσκομίσω τοιαύτας. Σᾶς εἶπον ὅτι ἐπικαλοῦμαι τῆς πείρας καὶ τῆς μνήμης μου τὰς παρατηρήσεις καὶ τὴν κρίσιν μου. Σᾶς εἶπον δ’ ἔτι, ὅτι, ὅπου εἶχον στατιστικὰς σημειώσεις, τὰς ἔφερα, ὅπου δὲν εἶχον, δὲν ἔφερα. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, παρατηρήσατε ποῦ εἶναι σήμερον οἱ μεγάλοι φυγόδικοι καὶ φυγόποινοι, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι εἰς τὰς περιφερείας τῶν μικρῶν Πρωτοδικείων εἶναι. Μὴ θέλετε ν’ ἀμφισβητῆτε τὰ καταφανῆ, διότι οὐδὲν προσθέτετε σεῖς διὰ τῶν τοιούτων ἀμφισβητήσεων· φέρετε σημειώσεις, διὰ νὰ μὲ διαψεύσητε.
§64ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ τὰς φέρω ἐγὼ καὶ θὰ τὰς ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τότε θὰ ὁμολογήσωσι καὶ οἱ τῆς πτέρυγος ἐκείνης καὶ πᾶσα ἡ Βουλὴ τὴν ἀνακρίβειαν τῶν πληροφοριῶν, ἃς παρέχετε εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ ἴδητε δὲ πῶς λειτουργεῖ ἡ δικαιοσύνη ἐν Ἀθήναις, ἐν Πάτραις, ἐν Ναυπλίῳ, ὅπως εἶναι ἤδη αἱ περιφέρειαι. Θὰ τὰς ἀκούσωσι πάντες, διὰ νὰ μάθωσι πῶς ἀπονέμεται ἡ Ἑλληνικὴ δικαιοσύνη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὁ ὁποῖος καταβάλλει τοὺς φόρους διὰ νὰ ἔχῃ δικαιοσύνην, καὶ δικαιοσύνην δὲν ἔχει.
§65ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Βλέπω τὸν ἐνθουσιασμόν σας. Μὴ τὸν καταναλίσκετε. Φυλάξατέ τον διὰ νὰ τὸν δείξητε διὰ μιᾶς. Γνωρίζω τὴν ῥίζαν τοῦ ἐνθουσιασμοῦ σας· μὴ τὸν καταναλίσκετε (θορυβώδεις διακοπαί).
§66ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡμεῖς γνωρίζομεν τὴν ῥίζαν τῆς ἀγανακτήσεώς σας (θόρυβος).
§67ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν πτοοῦμαι ἀπὸ φωνὰς, ἀλλὰ σεῖς (στρέφεται πρὸς τὸ Πρόεδρον) δύνασθε νὰ ἐπιβάλητε σιγήν.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἦσθε ἐντὸς τοῦ θέματος.
§69ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἶμαι, διότι ἐντὸς τοῦ θέματος ὁμιλῶ. Εἰς ἐκείνους ὅμως δὲν κάμνετε καμμίαν παρατήρησιν! (διακοπαί).
§70Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἐκ Ναυπλίας ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὁμιλεῖ ἤδη ἐπὶ μίαν ὥραν, χωρὶς νὰ θίξῃ οὐδενὸς τὴν φιλοτιμίαν, θαυμάζω δὲ διὰ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον τινες συνάδελφοι ζητοῦσι νὰ ἀνασκευάσουν τὰ παρ’ αὐτοῦ λεγόμενα, ὅταν μάλιστα πρόκειται περὶ θεωριῶν. Ἐὰν ὑπὸ τοιούτους ὅρους πρόκειται νὰ συνερχώμεθα ἐδῶ καὶ νὰ ἐργαζώμεθα, βεβαίως θὰ φθάσωμεν εἰς τὰς σκηνὰς, τὰς ὁποίας εἴδομεν χθές. Νομίζω ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Βουλῆς ἐπιβάλλει, ὅπως καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀντίθετον γνώμην πρὸς τὸν ἀγορεύοντα, καταστείλωσι τὴν ὁρμήν των.
§71ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως, βεβαίως.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀγορεύοντα...
§73ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν θὰ λάβητε ποτὲ ἀφορμὴν νὰ μοὶ παρατηρήσητε τίποτε.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ ζητεῖτε τῶν Βουλευτῶν τὴν γνώμην (διακοπαί).
§75Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἤκουσα καμμίαν λέξιν ἀπὸ τὸν ἀγορεύοντα θίγουσαν τὴν φιλοτιμίαν τινός, μετὰ θλίψεως δὲ ἤκουσα ἀξιότιμον συνάδελφον, ὁ ὁποῖος διακρίνεται διὰ τὴν συμπεριφοράν του καὶ διὰ τὴν εὐγένειαν τῶν τρόπων του, νὰ ἐκφέρῃ κατὰ τοῦ ἀγορεύοντος, ὅτι ἐκ ποταπῶν συμφερόντων κινούμενος λέγει ὅσα λέγει, τὸ εἶπε δὲ γεγωνυίᾳ τῇ φωνῇ, διὰ νὰ τὸ ἀκούσῃ πᾶς τις ἐν τῇ αἰθούσῃ καὶ πάντες οἱ ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις.
§76Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδῶ ὑπάρχει παρεξήγησις. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας ἀνέπτυξε τὰς θεωρίας καὶ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναπτύξῃ· παρατήρησις ἐγένετο παρὰ τοῦ ἐκ Λεβαδείας κ. Βουλευτοῦ περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν στατιστικῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἔδωκε. Στραφεὶς δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ ἐκ Ναυπλίας κ. Βουλευτής, τῷ εἶπεν: «ὁ λόγος τοῦ ἐνθουσιασμοῦ σας εἶναι γνωστὸς εἰς τὴν Βουλὴν», ἀπήντησε δὲ τότε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας, ὅτι ὁ αὐτὸς ἴσως λόγος ἐνθουσιασμοῦ κινεῖ καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Ναυπλίας.
§77ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν ἤκουσα ἐγὼ (θορυβώδεις διάλογοι) τὴν ἀπρεπῆ λέξιν. Ἄν τις εἶπεν ὕβριν, λέγω τώρα, ὅτι περιφρονῶ αὐτόν.
§78Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ οὐδέποτε ἔδωκα ἀφορμὴν εἰς οὐδένα νὰ μὲ περιφρονήσῃ, διότι καὶ ἐγὼ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν θέσιν νὰ περιφρονήσω τινά. Ἐγὼ σᾶς διέκοψα, διότι εἴπετε, ὅτι γνωρίζετε τὰ ἐλατήρια τοῦ ἐνθουσιασμοῦ μου· σᾶς ἀπήντησα, ὅτι καὶ ἐγὼ γνωρίζω τὴν ῥίζαν τῶν ἐλατηρίων τῆς ἀγανακτήσεώς σας. Οὐδεμία ὑβριστικὴ λέξις ὑπάρχει εἰς ταῦτα.
§79ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἴπετε—ὡς ἄλλοι λέγουν, διότι ἐγὼ δὲν προσέχω, ὅταν ἀγορεύω,—ὅτι ἐκ ποταπῶν συμφερόντων κινούμενος λέγω ὅσα λέγω.
§80ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσητε, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπω ἐγὼ αὐτό;
§81Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως ἡ λέξις αὕτη, ἡ βαρεῖα, ἐξηνέχθη παρά τινος· ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ παρατηρήσω πρὸς πάντα, εἶναι, ὅτι πρέπει περισσοτέρα εὐπρέπεια νὰ διακρίνῃ τοὺς ἐνταῦθα ὁμιλοῦντας, διὰ νὰ μὴ γινώμεθα θεαταὶ σκηνῶν θλιβερῶν.
§82ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ ὅτι ὑπὸ ἔποψιν διοικητικὴν εἶναι ἄσκοπον καὶ ἐπιβλαβὲς, πλὴν τοῦ ὅτι ὑπὸ ἔποψιν δικαστικὴν εἶναι κάκιστον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἔχομεν καὶ τὴν ὄψιν τὴν οἰκονομικὴν, τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργεῖον παρέστησεν ὡς λίαν ἐλαφράν. Νομίζω ὅτι προϋπολογίζει αὔξησιν δαπάνης περὶ τὰς 45 χιλιάδας δραχμῶν. Δυνατὸν ν’ ἀπατῶμαι εἰς τοὺς ὑπολογισμούς μου, οὓς προσεπάθησα νὰ κάμω ὅσον τὸ δυνατὸν μετριωτέρους, ἀκριβῶς ὅπως μὴ παρεξηγηθῶ, ἀλλ’ οἱ ὑπολογισμοί μου μὲ φέρουσιν εἰς πολὺ ὀγκῶδες ποσόν, καὶ θὰ ὑποβάλω αὐτοὺς ἐν λεπτομερείᾳ, ἵνα ἴδωμεν ἐὰν ἦναι ὀρθὸς ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου, ἢ ὁ ἰδικός μου. Πρὶν ἢ ὅμως εἰσέλθω εἰς τὴν οἰκονομικὴν ὄψιν τοῦ ζητήματος, ἔχω καθῆκον νὰ προσθέσω ἓν ἀκόμη ὡς πρὸς τὴν δικαστικὴν λειτουργίαν τῶν μικρῶν δικαστηρίων. Ὁ νομὸς ἦτο ἄλλοτε καὶ βάσις τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων. Ὁ νόμος ἐκεῖνος ὅμως μετεβλήθη πρὸ ὀλίγων ἐτῶν δι’ ἄλλου νόμου, ὅστις τοὺς ἐνόρκους ἐζήτησε νὰ λαμβάνῃ ἡ Δικαιοσύνη ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς ἕδρας τοῦ Πρωτοδικείου. Παρακαλῶ τοὺς ἔχοντας ἐν ταῖς ἐπαρχίαις αὑτῶν μικρὰ Πρωτοδικεῖα νὰ μὴ ἐξεγερθῶσι· δὲν ἐννοῶ νὰ προσβάλω καμμίαν πόλιν καὶ κανένα ἐκ τῶν ἐνόρκων, ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἀριθμὸς προσώπων παρεχόντων εἰς τὴν Δικαιοσύνην πλήρη ἐγγύησιν, ἐκεῖ τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ καλῶς, καὶ θὰ λειτουργήσῃ κατ’ ἀνάγκην κακῶς. Ἐκεῖ καὶ συνδυασμοὶ συμφερόντων γίνονται, ὅταν ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐνόρκων ἦναι μικρὸς, διότι κατὰ μῆνα πρέπει νὰ κληρῶνται τοὐλάχιστον 50 καὶ κατὰ περίοδον τριῶν μηνῶν νὰ ἔχῃ 150 καλοὺς ἐνόρκους. Ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς κατ’ ἀνάγκην, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ πολὺς ἀριθμὸς μορφωμένων πολιτῶν, θέλει λαμβάνεσθαι ἀπὸ τὰς κατωτέρας τάξεις. Ἐκεῖ καὶ τῆς πολιτικῆς ἡ δύναμις καὶ τῆς δικηγορίας ἡ ἐνέργεια καὶ τῶν συμφερόντων τῶν κατηγορουμένων ἡ δρᾶσις δὲν ἐγγυᾶται ὅτι θὰ λειτουργήσῃ, ὑπὸ τοιούτους ὅρους, καλῶς τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα. Δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ μάρτυρας, διότι θὰ εὑρεθῶ καὶ πάλιν (ὡς μὴ ἔχων στατιστικὰς σημειώσεις) ἐν τῷ ἀδίκῳ ἐγώ. Εἶναι πολλοί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐγερθῶσιν ἀμέσως νὰ διαμαρτυρηθῶσι, διότι, βλέπετε, θίγεται ἡ εὐαίσθητος χορδὴ τῶν ἐπαρχιακῶν συμπαθειῶν, (καὶ τοῦτο εἶναι μία τῶν ἀρετῶν τοῦ νομοσχεδίου!) ἀλλὰ γνωρίζω ὅτι εἰς πολλὰ σημεῖα τοιαῦται τελοῦνται πράξεις, αἱ ὁποῖαι περιπίπτουν εἰς τὴν σφαῖραν τῆς ἀνωτέρας δικαιοσύνης, καὶ ἡ δικαιοσύνη δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ ἐπαρκῶς ἐκεῖ.
§83ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πταίει τὸ σύστημα.
§84ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐὰν ἠθέλετε νὰ κάμητε διοικητικὴν διαίρεσιν, ἔπρεπε νὰ μεταβάλητε καὶ κατὰ τοῦτο τὸ σύστημα. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἦλθεν ἀμελέτητον ἐντελῶς, διότι ἀφορᾷ ὅλους τοὺς κλάδους, καὶ τῆς διοικήσεως καὶ τῆς δικαιοσύνης, καὶ τὸν στρατιωτικὸν κλάδον καὶ τὸν ἐκκλησιαστικὸν καὶ τὸν ἐκπαιδευτικὸν καὶ ἐν γένει πάντας. Μὴ καλῶς μελετηθείς, θὰ γεννήσῃ πράγματα καὶ θὰ δημιουργήσῃ κακὰ, τὰ ὁποῖα θὰ αἰσθανθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σπεύδουσιν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§85Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπειδὴ ὑπῆρξα Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰσηγητὴς τοῦ ὑφεστῶτος ὁρκωτικοῦ συστήματος, καὶ ἐπειδὴ ἐγὼ ἐκπροσωπῶ ἐπαρχίαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ, μὴ οὔσῃ πρωτευούσῃ νομοῦ, ἑδρεύει Πρωτοδικεῖον, δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, δύναμαι δὲ νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ τὴν στατιστικὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κακουργιοδικείου τοῦ ἐν τῇ πόλει τῆς Ἀμφίσσης ἑδρεύοντος, ὅτι, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὴν στατιστικὴν ταύτην, ἤθελε πληροφορήσει δι’ αὐτῆς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐν τοῖς Κακουργιοδικείοις τοῖς λειτουργοῦσιν εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα τὰ μὴ ἑδρεύοντα ἐν πρωτευούσῃ νομοῦ ἡ ἀνωτάτη ποινικὴ δικαιοσύνη ἀπονέμεται προσηκόντως, οὐδὲν δὲ παράπονον ἠγέρθη ἢ ἐξεδηλώθη ὑπὸ τῶν ἐχόντων τὸ καθῆκον καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἐποπτεύωσι καὶ διαχειρίζωνται τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην. (Ἐνταῦθα ὁ κ. Γουναράκης χειρονομεῖ).
§86ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὁ κ. Γουναράκης κινεῖ τὰς χεῖράς του.
§87ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παραπέμπω εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, παρ’ οὗ θέλετε βεβαιωθῆ, ὅτι τὰ Πρωτοδικεῖα ταῦτα, τοὐλάχιστον τὸ ἐν Ἀμφίσσῃ λειτουργεῖ καλλίτερον καὶ λυσιτελέστερον ἢ τὸ ἐν Ἀθήναις (διακοπαί).
§88Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὡμίλησε περὶ τῶν μικρῶν δικαστηρίων καὶ ἰδίως τοῦ δικαστηρίου τοῦ ἐν Ἀμφίσσῃ, θὰ σᾶς διαδεχθῶ εἰς τὸ βῆμα, κύριε συνάδελφε, διὰ νὰ εἴπω ὡρισμένως, ἂν ὑπάρχῃ, ἂν ᾖναι δυνατὸν εἰς τὰ δικαστήρια ταῦτα νὰ ὑπάρχῃ μεγάλη δικαιοσύνη, ἡ δικαιοσύνη τοῦ Κακουργιοδικείου. Διάφορον εἶναι τὸ ζήτημα τῶν Πλημμελειοδικείων ἀπὸ τοῦ ζητήματος τῶν Κακουργιοδικείων. Ἐν Ἀθήναις βεβαίως ἀπονέμεται δικαιοσύνη Κακουργιοδικῶν, καὶ κατὰ δεύτερον λόγον ἐν Πάτραις καὶ εἰς τὰ μεγάλα κέντρα, ὄχι διὰ τὴν ἰδιότητα καὶ τὴν ποιότητα τῶν πολιτῶν τὴν διάφορον, ἀλλὰ διότι δὲν ὑπάρχει ἡ ἐγγύησις ὅπου ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκλεκτέων ὡς ἐνόρκων εἶναι μικρός. Ἐλάχιστα εἶναι τὰ Πρωτοδικεῖα ἐκεῖνα, ἐλάχισται εἶναι αἱ ἐπαρχιακαὶ περιφέρειαι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἀντέχουσιν εἰς τὴν πίεσιν τῶν πολιτικῶν, εἰς τὴν βίαν τῶν κοινωνικῶν σχέσεων. Ἐν Ἀμφίσσῃ ἰδίως δὲν ὑπάρχει δικαιοσύνη Κακουργιοδικείου. Παρέστην δὶς ἐκεῖ, καὶ ἠναγκάσθην νὰ μεμφθῶ τῶν ἐνόρκων καὶ νὰ εἴπω αὐτοῖς ἐν τῇ αὐτῇ συνεδριάσει: «Λυποῦμαι, κύριοι ἔνορκοι, ὅτι εἷς θεσμὸς, τὸν ὁποῖον ἔξοχος συμπολίτης σας ἐνομοθέτησεν, ὁ θεσμὸς τῶν ἐνόρκων, εἰς τὰς χεῖράς σας χρησιμεύει πρὸς κατάρριψιν τῆς δικαιοσύνης!» Ἠναγκάσθην νὰ παραστήσω εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Κακουργιοδικείου καὶ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Κακουργιοδικείου τὴν ἀνάγκην, ὅπως ἀναβάλωσι τὴν δίκην, καθ’ ἣν παρέστην, καὶ ἀνέβαλον ὄντως τὴν δίκην ἐκείνην, δίκην σκανδαλώδη, καὶ τὴν ἀνέβαλον χάριν τῆς δικαιοσύνης. Ἐπαναλέγω, εἶναι ἀδύνατον ἐν Ἀμφίσσῃ, εἶναι ἀδύνατον ἐν Κυπαρισσίᾳ, εἶναι ἀδύνατον εἰς τὰς στενωτάτας περιφερείας ν’ ἀπονεμηθῇ ἡ μεγάλη δικαιοσύνη ὑπὸ τῶν Κακουργιοδικείων.
§89Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἴπερ τις καὶ ἄλλος τιμῶ τὸν ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμον Βουλευτὴν κ. Γουναράκην, ἀλλὰ δύναμαι νὰ τὸν βεβαιώσω, ὅτι ἡ ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν ἀπεκόμισεν ἐκ τοῦ Κακουργιοδικείου Ἀμφίσσης, ἦτο ἐντύπωσις μεμονωμένη, τὴν ὁποίαν παρήγαγεν ἡ ὑπόθεσις, ἣν ὑπερήσπιζεν, ὑπόθεσις φύσεως πολιτικῆς. Εἶναι θεωρητικὸν ἐντελῶς τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον φέρει ὁ κ. Γουναράκης. Ἐγὼ καὶ ὑμᾶς καὶ τὸν κ. Γουναράκην παραπέμπω εἰς τὴν στατιστικήν.
§90ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν ἔχομεν τοιαύτην στατιστικήν.
§91ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἐμόρφωσα τὴν γνώμην, ὅτι εἰς τὰ Κακουργιοδικεῖα ταῦτα ἡ ἀνωτάτη ποινικὴ δικαιοσύνη λειτουργεῖ προσηκόντως.
§92Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Θὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς πολιτικῆς δίκης, πρόκειται περὶ μιᾶς ἄλλης δίκης, πρόκειται περὶ ἑνὸς κατηγορουμένου, ὁ ὁποῖος ἐκ προμελέτης ἀπέκτεινέ τινα ἐν μέσαις Ἀθήναις καὶ ὅστις μετέβη ἐκεῖ, ἵνα δικασθῇ. Οἱ δὲ ἔνορκοι ἐκεῖ, ἕνεκα τῶν πολλῶν παρακλήσεων καὶ πιέσεων, ἠθέλησαν νὰ συνθηκολογήσουν μὲ τοὺς δικαστὰς, τοὺς συνέδρους καὶ τὸν Πρόεδρον, καὶ εἶπον εἰς ἐκείνους: «Συγκατατίθεσθε σεῖς νὰ δικάσητε εἰς δύο ἐτῶν μόνον φυλάκισιν τὸν κατηγορούμενον, ἡμῶν παραδεχομένων αὐτὰ ἢ ἐκεῖνα τὰ ἐλαφρυντικά; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐκδίδομεν καταδικαστικὴν ἐτυμηγορίαν, ἄλλως θὰ τὸν ἀθῳώσωμεν!» Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου ἀνεβλήθη ἡ δίκη, καὶ ἐπανελήφθη ἐν Χαλκίδι, ὁ δὲ κατηγορούμενος, ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ ἀθῳωθῇ ἐν Ἀμφίσσῃ, κατεδικάσθη εἰς 15 ἐτῶν πρόσκαιρα δεσμὰ ἐν Χαλκίδι. Πρόκειται περὶ αὐτῆς τῆς δίκης, καὶ εἶχον τὸ θάρρος νὰ εἴπω ἔκτοτε τὴν γνώμην μου, νὰ τὴν εἴπω ἐν τῇ πόλει τῆς Ἀμφίσσης, ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, ἐνώπιον τῶν ἐνόρκων, νὰ μεμφθῶ αὐτοὺς, διότι εἶχον ἐκ τῶν προτέρων ἐσχηματισμένην γνώμην περὶ τῆς μελλούσης νὰ ἐκδοθῇ ἐτυμηγορίας των. Διὰ τοῦτο ἰσχυρίζομαι τὸ φύσει ἀδύνατον λειτουργίας Κακουργιοδικείου καὶ ἐν Ἀμφίσσῃ καὶ ἐν ταῖς μικραῖς πόλεσιν, ὡς ἡ Ἄμφισσα, διότι ἡ ἀπονομὴ δικαιοσύνης προϋποθέτει ἀρετὰς πολὺ ὑπερτέρας ἐκείνων, αἵτινες ἀπαντῶσιν εἰς στενοὺς, στενωτάτους κύκλους.
§93Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐγκλήματος σχετιζομένου πρὸς τὴν οἰκογενειακὴν τιμὴν, ἣν περὶ πολλοῦ ποιεῖται ἡ κοινωνία Ἀμφίσσης. Ἐν τοιαύτης φύσεως ὑποθέσεις ἴσως ὁ κ. Γουναράκης εἶδε κλονιζομένας τὰς καταδικαστικὰς διαθέσεις τῶν ἐνόρκων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀποκρούω τὴν μομφὴν, τὴν ὁποίαν ἐξετόξευσε κατὰ τῶν συμπολιτῶν μου, ὅτι ἦτο δυνατὸν εἰς τοιαύτην νὰ ἔλθωσι συνεννόησιν μετὰ τοῦ κατηγορουμένου. Εἶναι ἀνάγκη νὰ λεχθῇ, ὅτι εἰς πάντα τὰ Κακουργιοδικεῖα εἶναι πιθανὸν νὰ ἀνεύρῃ τις παρεκτροπήν τινα· εἶναι ὅμως ἀναντίρρητον, ὅτι τοιαῦται παρεκτροπαὶ ἀπαντῶσιν εἰς μείζονας διαστάσεις εἰς τὰ Κακουργιοδικεῖα τὰ λειτουργοῦντα εἰς μεγάλα κέντρα. Λυποῦμαι, διότι εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς τοιαύτης μομφῆς τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διότι φρονῶ, ὅτι, ἐὰν τοιοῦτόν τι ἐγίνετο καὶ ἐὰν κατηγγέλλοντο οἱ ἔνορκοι ἐκεῖνοι ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως, βεβαίως ἤθελε τὸ ἔγκλημα τιμωρηθῆ. Ἀλλ’ οὐδεμία τοιαύτη καταγγελία ἐγένετο, ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ αἰτίασις τοῦ κ. Γουναράκη δὲν εἶναι βάσιμος. Συνέπεσε μετ’ ὀλίγας ἡμέρας νὰ εὑρεθῶ τότε ἐν Ἀμφίσσῃ, παρ’ οὐδενὸς δ’ ἐπληροφορήθην, ὅτι τοιαύτη τις συμπαιγνία ἐτελεῖτο μεταξὺ τῶν ἐνόρκων καὶ τῶν συνέδρων. Ἴσως ὁ κύριος Βουλευτὴς ἔσχε τὴν πρόληψιν, ὅτι οἱ ἔνορκοι ἤθελον ἐπιεικῶς ἀποφανθῆ ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου, καὶ διὰ τοῦτο προεκάλεσε τὴν ἀναβολὴν τῆς δίκης· ἀλλ’ ἡ ἐσφαλμένη πρόληψις καὶ ἀντίληψις τοῦ κ. Γουναράκη δὲν δικαιολογοῦσι μομφὴν κατὰ τῶν Πρωτοδικείων τῶν ἑδρευόντων ἐν πόλεσιν, εἰς ἃς δὲν ἑδρεύει νομάρχης, μάλιστα δὲ κατὰ τοῦ Πρωτοδικείου Ἀμφίσσης, οὗτινος τὴν προσήκουσαν λειτουργίαν πάντοτε ἀνομολογεῖ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, καὶ οὗτινος ἡ ἐργασία συνεβάλετο εἰς τὴν προσήκουσαν ἀπονομὴν τῆς ἀνωτάτης ποινικῆς δικαιοσύνης.
§94ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἤκουσα τὸν κ. συνάδελφον ἐξ Ἀττικῆς νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην μομφὴν κατὰ τῆς Ἀμφίσσης.
§95ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι μάρτυρας τὸν Πρόεδρον καὶ τὸν Εἰσαγγελέα περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου.
§96ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Οὐδεμίαν εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος κατὰ τῆς κοινωνίας τῆς Ἀμφίσσης μομφήν· εἶπε μίαν ἀρχὴν ὀρθοστάτην, ὅτι ἐν μικρῷ ἀριθμῷ προσώπων δὲν ὑπάρχουσιν ἐπαρκεῖς ἐγγυήσεις, ὅτι θὰ εὑρεθῶσιν ἔνορκοι ἱκανοί, ὥστε ἐπ’ αὐτῶν νὰ ἔχῃ πεποίθησιν ἡ Δικαιοσύνη. Ἡμεῖς παρατηροῦμεν, ὅτι καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἐξ ἐπαγγέλματος λειτουργοὺς μιᾶς λειτουργίας — δὲν ἐννοῶ τοῦ δικαστικοῦ μόνον κλάδου, ἀλλ’ οἱουδήποτε κλάδου, — δὲν εὑρίσκεται ἡ συναίσθησις τοῦ καθήκοντος εἰς ἐπαρκῆ ἀριθμόν. Καὶ ἡ παρατήρησις δὲ, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἕτερος ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι οἱ ἔνορκοι καὶ ἀλλαχοῦ ἐκ τοῦ φόβου τῆς καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκόν των, ἀποδεικνύει, ὅτι οὐχὶ ἐκ συναισθήματος καθήκοντος, ἢ ἐκ πεποιθήσεως δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἐκ τοῦ φόβου τῆς καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου, τουτέστι τοῦ συμφέροντος, λειτουργεῖ καλῶς τὸ Κακουργιοδικεῖον. Αὐτὴ εἶναι ἡ δικαστικὴ ὄψις, ἥτις ἀποδεικνύει ὅτι, ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, δὲν εἶναι ἀνακριβὲς κατ’ ἀρχήν. Ἀλλὰ εἶναι τόσον ἀναμφισβήτητον τὸ πρᾶγμα παρ’ ἅπασι τοῖς ἀσχολουμένοις εἰς τὰ δικαστικὰ, ὥστε νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχωσι πολλοὶ οἱ ἐκ τῶν δικαστικῶν δυνάμενοι ν’ ἀμφισβητήσωσι τὴν ἀλήθειαν αὐτοῦ. Καὶ ἂν ὑπάρχωσι δὲ, ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν στατιστικὰς πληροφορίας σχετικὰς, (διότι τὰ πενιχρὰ δημοσιεύματα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐλαχίστας ἀνάγκας πληροῦσι) πρέπει, ἵνα πεισθῶσι, νὰ ἐπισκεφθῶσι τὰς πόλεις, ἐν αἷς τοιαῦτα Πρωτοδικεῖα, νὰ ἐρωτήσωσι τοὺς δικαστὰς, τοὺς ὑπηρετήσαντας εἰς τὰ μικρὰ ἐκεῖνα δικαστήρια, καὶ νὰ τοῖς εἴπωσι ποίας ἀπεκόμισαν ἐκεῖθεν ἐντυπώσεις. Ἂς μὴ ζητῶσιν ἀπὸ ἐμὲ στατιστικὰς σημειώσεις, διότι πῶς θέλουσι νὰ ἔχω, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχουν; Σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐφέρατε τὸ νομοσχέδιον, ἔπρεπε νὰ φέρητε σημειώσεις, ἃς ἠδύνασθε διὰ τῆς ὑπηρεσίας νὰ προμηθευθῆτε καὶ ἐξ ὧν ν’ ἀποδεικνύετο, ὅτι ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν δικαστηρίων, ὁ ὁποῖος καθ’ ὅλας τὰς μέχρι τοῦδε παρατηρήσεις, τὰς γενομένας εἰς ὅλα τὰ Κράτη, βλάπτει, ἀντὶ νὰ ὠφελῇ, ἐξαιρετικῶς ἐν Ἑλλάδι θὰ ὠφελήσῃ· ν’ ἀποδείξητε δι’ αὐτῶν, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ὁ πολλαπλασιασμὸς αὐτὸς δὲν βλάπτει, ἀλλ’ ὅτι ἐν Ἑλλάδι θὰ συμβῇ καὶ πρέπει νὰ γείνῃ τὸ ἐναντίον ἀφ’ ὅ,τι ἁπανταχοῦ ἀλλοῦ ἐγένετο. Ὡς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ὄψιν, μόνον 45,000 δραχμῶν προσθήκη, κατὰ τὴν ἔκθεσιν, γενήσεται διὰ τῆς προσθήκης τῶν 11 νομαρχιῶν, τῆς γινομένης διὰ τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν εὑρίσκω τοῦτο ἀκριβές. Κάμνω ὑπολογισμὸν τοῦ προσωπικοῦ τῶν νομαρχιῶν, καὶ εὑρίσκω εἰς τοῦτο μόνον διαφορὰν 40,000 δραχμῶν, κατὰ πίνακα, ὃν δὲν ἀναγινώσκω, διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράσω. Παρατηρῶ ὅτι εἶναι ἀδύνατον οἱ μένοντες μεγάλοι νομοὶ νὰ διοικηθῶσι διὰ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ταχέως θὰ αὐξηθῇ τὸ προσωπικόν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ προσθέσωμεν δι’ ὁδοιπορικὰ καὶ ἀποζημιώσεις ὁδοιπορούντων, ἀναλόγως πρὸς τοὺς 16 νομοὺς, καὶ ἀφοῦ διὰ τοὺς 16 νομάρχας ὁρίζουν οἱ προϋπολογισμοὶ 8,000 δραχμὰς, ἄρα κατ’ ἀναλογίαν διὰ τοὺς προσθέτους ἕνδεκα νομάρχας πρέπει νὰ προστεθῶσι 5,000 δραχμαί. Ἐπίσης δι’ ἐνοίκια ἕνδεκα προσθέτων νομαρχιακῶν καταστημάτων ὑπολογίζει ἡ ἔκθεσις δραχ. 19,800. Τὸν ὑπολογισμὸν τοῦτον δὲν εὑρίσκω ὀρθόν. Ἀφοῦ διὰ τὰ 15 ἢ 14, νομίζω, νομαρχιακὰ καταστήματα σήμερον δαπανᾷ τὸ Κράτος δρ. 42,360, πῶς εἶναι δυνατὸν διὰ τὰ προστιθέμενα 11 νὰ δαπανᾷ μόνον 19,800; Εἶναι λάθος προφανὲς καὶ πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ ποσὸν δρ. 29,100. Μὴ λησμονῶμεν δέ, ὅτι ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ εἰσάγεται ὁ νεωτερισμὸς τῆς ὑποχρεωτικῆς ἐντὸς τοῦ νομαρχιακοῦ καταστήματος κατοικίας τοῦ νομάρχου.
§97Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πανταχοῦ γίνεται αὐτό.
§98ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τώρα δὲν εἶναι ὑποχρεωτικόν, εἶναι δυνητικὸν καὶ δύναται νὰ μὴ γίνηται πανταχοῦ. Λοιπόν, ἀφοῦ διὰ τὰ 16 καταστήματα πληρώνομεν 42,360 δραχμάς, διὰ τὰ 11 ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προσθέσωμεν δραχμὰς 28,100. Εἰς ταῦτα δὲ πρέπει νὰ προσθέσωμεν αὔξησιν τῶν ἐξόδων φωτισμοῦ καὶ θερμάνσεως καὶ γραφικῶν κατ’ ἀναλογίαν δρ. 13,125 ἔτι· διότι πῶς εἶναι δυνατόν, ἀφοῦ διὰ τὰ 16 νομαρχιακὰ καταστήματα οἱ μέχρι τοῦδε προϋπολογισμοὶ ἀναγράφουσι δρ. 21,000, διὰ τὰ 27 καταστήματα νὰ προϋπολογίζωμεν μόνον 19,340, ὡς πράττει ἡ ἔκθεσις; Ἐπίσης, ἐὰν διὰ τὰς 16 νομαρχίας δαπανῶνται δι’ ἔπιπλα καὶ σκεύη δραχ. 5,000, διὰ τὰς 27 οὐχὶ ἀκριβῶς ὑπολογίζει ἡ ἔκθεσις 6,750· διότι κατ’ ἀναλογίαν διὰ τὰ 27 νομαρχιακὰ καταστήματα πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν δραχ. 8,437, ἤτοι πρέπει νὰ προστεθῶσι δραχ. 1687. Ἀλλ’ ὅπου συνιστᾶται νομαρχία, κατ’ ἀνάγκην θὰ συστήσητε καὶ Γυμνάσιον, καὶ δὴ κλασικὸν Γυμνάσιον, καὶ εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν ἅπαντες αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην νὰ περιορισθῶσι κατ’ ἀριθμὸν τὰ δικαστήρια καὶ τὰ Γυμνάσια, ταῦτα μάλιστα εἰς τὸ τέταρτον τῶν ὑπαρχόντων, ἵνα βελτιωθῶσι τὰ διατηρηθησόμενα, διότι, ὡς ἔχουσι σήμερον, μόνον ἀμαθεῖς δημιουργοῦσιν.
§99ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τοὐναντίον θὰ καταργήσωμεν ἐκ τῶν 45 ὑπαρχόντων Γυμνασίων τὰ 18.
§100ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐδὲν τῶν ὑπαρχόντων Γυμνασίων θὰ καταργήσητε, τοὐναντίον μάλιστα θὰ δημιουργήσητε νέα· καὶ ἐὰν δὲν τὰ δημιουργήσητε τὸ πρῶτον ἔτος, θὰ τὸ κάμητε τὸ δεύτερον.
§101ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μὴ ἐπιμένετε.
§102ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐγὼ τὴν σύστασιν δύο ἔτι Γυμνασίων τὴν θεωρῶ βεβαιοτάτην, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἱδρύσητε Γυμνάσια εἰς τὴν πρωτεύουσαν ἑκάστου νομοῦ, καὶ δὴ νῦν εἰς Καρπενήσιον καὶ Λεβαδείαν· ἡ δαπάνη δὲ αὐτῶν ἐν ὅλῳ ἀνέρχεται εἰς 50,760 δραχμάς. Πρέπει δὲ νὰ προσθέσωμεν καὶ ἐπιθεωρητὰς τῆς κατωτάτης Ἐκπαιδεύσεως, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπαραίτητοι, διότι, ἵνα λειτουργήσῃ ὁ θεσμὸς τῶν ἐπιθεωρητῶν, πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται εἰς ἕκαστον νομόν. Πρέπει λοιπὸν νὰ προσθέσητε καὶ δι’ ὀκτὼ ἐπιθεωρητὰς δρ. 23,500, διὰ βοηθοὺς αὐτῶν δρ. 11,000, δι’ ἀποζημίωσιν αὐτῶν, κατ’ ἀναλογίαν, δρ. 8,000, δι’ ἐνοίκια καὶ ἔξοδα δρ. 8,000· ἔχομεν οὕτω 50,500 δραχμάς. Ἀλλὰ θὰ προσθέσητε καὶ νομομηχανικούς, ἢ τοὐλάχιστον θὰ προαγάγητε κατ’ ἀνάγκην μηχανικούς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι πρωτεύουσαι νομῶν, μὴ ἔχουσαι νομομηχανικὸν ἢ ἀναπληρωτὴν αὐτοῦ, ἐκτὸς ἐὰν ἐπιμένωσιν νὰ νομίζωσιν, ὅτι θὰ μείνῃ ὁ νομὸς μόνον μὲ τὸν νομάρχην. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν μείνῃ οὕτως, ἐὰν ὁ νομὸς δὲν ἔχῃ διευθυντὴν τῶν δημοσίων ἔργων, ἐὰν ὁ νομάρχης δὲν ἔχῃ τὸν ἐπιθεωρητὴν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, δὲν γνωρίζω πῶς ὁ νομάρχης θὰ κάμῃ τὴν σχετικὴν ὑπηρεσίαν.
§103Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἂν ὑπάρχωσι 16 νομομηχανικοὶ εἰς τοὺς σημερινοὺς 16 νομούς.
§104ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Βεβαίως ὄχι.
§105ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα τὰ γραφεῖα τῶν νομῶν τὰ διευθύνουσι σήμερον ἐπαρχιακοὶ μηχανικοί, ὅλοι δὲ οἱ νομομηχανικοὶ εὑρίσκονται ἐν Ἀθήναις.
§106ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸ θέμα τῶν δαπανῶν εἶναι φυσικὸν νὰ ἐρεθίζῃ, διότι, ἐὰν πεισθῶσι πάντες, ὅτι πρόκειται περὶ αὐξήσεως δαπανῶν, τότε θὰ γείνῃ καταφανέστερον, ὅτι καὶ ὑπὸ τὴν οἰκονομικὴν ἔποψιν εἶναι ἀτυχὲς νομοσχέδιον. Διὰ τοῦτο βλέπετε τὰς διαμαρτυρίας ταύτας, διότι καὶ ἐκ τῆς ὑποδείξεως τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης ἀποδεικνύεται πόσον βλάπτει τὸ νομοσχέδιον. Διὰ τὰ ἕνδεκα γραφεῖα νομομηχανικῶν ἐν ὅλῳ ὑπολογίζω μόνον δρ. 25,000. Θὰ συσταθῶσι προσέτι πέντε Πρωτοδικεῖα, τῶν ὁποίων ἡ δαπάνη εἶναι ἐν λεπτομερείᾳ ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ πίνακι τούτῳ, καὶ ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς 304 χιλ. δραχμάς. Διὰ τὰ προστιθέμενα πέντε Πρωτοδικεῖα ὑπολογίζω πέντε προέδρους, 5 εἰσαγγελεῖς, 20 πρωτοδίκας, 2 ἀντεισαγγελεῖς, κατ’ ἐλάχιστον ὅρον. Προσέτι βοηθητικὸν προσωπικόν, οἷον τὸ τοῦ Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, τὸ ὁποῖον φέρει 49,000 δραχμάς, βοηθητικὸν προσωπικὸν διὰ τὰς Εἰσαγγελίας, — καὶ λαμβάνω ὡς βάσιν τὸ τῆς Ζακύνθου, τὸ ὁποῖον εἶναι περιωρισμένον, — θὰ ἔχητε ἀνάγκην 15 γραφέων, ἄλλων γραφέων διὰ τὰς Εἰσαγγελίας, ἄλλων γραφέων διὰ τὰς Ἀνακρίσεις, τριῶν ἐμμίσθων κλητήρων δι’ ἕκαστον δικαστήριον· θὰ προσθέσητε φυλακὰς εἰς τὰ πέντε Πρωτοδικεῖα, — ἀνὰ δύο φυλακὰς εἰς ἕκαστον — ἐπιστάτας φυλακῶν, φύλακας, ὑπηρέτας, καὶ ὅλων τούτων τὴν δαπάνην ὑπολογίζω εἰς 304 χιλιάδας δραχμάς. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη δαπάνη λανθάνουσα, ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς προσθήκης τῶν Πρωτοδικείων, δαπάνη ἥτις δὲν φαίνεται, ἀλλὰ θὰ γείνῃ. Ἡ λειτουργία ἑκάστου Πρωτοδικείου ἀπαιτεῖ προσθήκην τοὐλάχιστον 50 ἀνδρῶν ἐνόπλων, καὶ ἂν μὲν ἦναι στρατός, θὰ ἦναι στρατιῶται, ἂν δὲ ἦναι χωροφυλακή, κατὰ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, θὰ ἦναι χωροφύλακες. Ἕκαστον Πρωτοδικεῖον διὰ τὴν φύλαξιν τῶν φυλακῶν, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἀκροατηρίου τοῦ Κακουργιοδικείου καὶ τοῦ Πλημμελειοδικείου καὶ τῆς Ἀνακρίσεως, θὰ χρειασθῇ, κατ’ ἐλάχιστον ὅρον 50 ἄνδρας, καὶ ἔχετε οὕτω 250 ἄνδρας, τῶν ὁποίων ἡ δαπάνη, ὑπολογιζομένη κατὰ τὸν γνωστὸν περὶ τῆς δαπάνης τῶν στρατιωτῶν ὑπολογισμὸν εἰς δρ. χιλίας ἐτησίως δι’ ἕκαστον ἄνδρα, (μετὰ τῶν ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν κλπ.) ἐπάγεται προσθήκην 250,000 δραχμῶν. Καὶ δὲν δύνανται νὰ εἴπωσιν, ὅτι ὑπολογίζω πολλούς, διότι εἶναι γνωσταὶ αἱ ἀνάγκαι τῆς Ἀνακρίσεως, τῆς φρουρήσεως τῶν φυλακῶν, τῆς φρουρήσεως τῶν κατηγορουμένων ἐν τοῖς Κακουργιοδικείοις καὶ τοῖς Πλημμελειοδικείοις. Ἡ ἀπασχόλησις τῶν 50 ἀνδρῶν δι’ ἕκαστον Πρωτοδικεῖον εἶναι τὸ ἐλάχιστον ποσόν, τὸ ὁποῖον θ’ ἀπαιτηθῇ, καὶ τοιουτοτρόπως, ἐὰν προσθέσητε καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο, θὰ ἔχητε διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν Πρωτοδικείων ἀνάγκην προσθήκης δαπάνης 550,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἔχετε προσθήκην καὶ 11 Μοιραρχιῶν, τὴν προσθήκην τῆς δαπάνης τοῦ προσωπικοῦ, τὴν ὁποίαν φαίνεται ὅτι δὲν ὑπελογίσατε, ἀλλ’ ἡ ὁποία θὰ γείνῃ, διότι πρέπει νὰ προβῆτε εἰς προβιβασμὸν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, ὅπως λειτουργήσωσιν αἱ Νομαρχίαι. Ἐὰν ὑπολογίσωμεν δὲ εἰς ἑκάστην Μοιραρχίαν ἀνὰ ἕνα μοίραρχον, ἀνὰ ἕνα ἀνθυπομοίραρχον, ἀνὰ ἕνα οἰκονομικὸν ἀξιωματικόν, ἀνὰ ἕνα ἐνωμοτάρχην γραφέα, ἀνὰ ἕνα ἐνωμοτάρχην δευτέρας τάξεως καὶ ἀνὰ ἕνα ὑπενωμοτάρχην, ἔχομεν δρ. 90,000 καὶ πλέον. Διὰ δὲ τὰ 11 Στρατολογικὰ Γραφεῖα θὰ χρειασθῶσιν εἰς μισθοὺς ἀξιωματικῶν δραχμαὶ περίπου 70,000. Ἂν ὑπολογίσωμεν δὲ τὰ ἐνοίκια Μοιραρχιῶν καὶ Στρατολογικῶν Γραφείων καὶ τὴν ἄλλην δαπάνην, θὰ ἴδωμεν ὅτι θὰ χρειασθῶσιν ἀκόμη δρ. 15,000 τοὐλάχιστον...
§107ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἑκατὸν εἴκοσιν ἓξ χιλιάδες δραχμαὶ ἀπαιτοῦνται διὰ τὰς Μοιραρχίας.
§108ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Αὐτὸ ἀποδεικνύει τὴν μετριότητα τῶν ὑπολογισμῶν μου, διότι ἐγὼ δὲν ἔκαμα ὑπολογισμοὺς, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐξεγείρωσι διαμαρτυρίας. Τοῦτο μόνον, τὸ ὁποῖον δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ, ἦτο ἡ προσθήκη ἐν τῷ μέλλοντι δαπανῶν, τὰς ὁποίας δὲ παραδέχονται ὅτι θὰ γείνωσιν, ἀλλὰ τὰς ὁποίας ἐγὼ λέγω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀποφύγωσι. Τοιουτοτρόπως ἡ ὅλη δαπάνη, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτοὺς, τοὺς ὁποίους ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εὑρίσκει μετρίους, ἀνέρχεται εἰς ἐννεακοσίας εἴκοσι καὶ πλέον χιλιάδας δραχμάς. Ἂν τώρα θελήσωμεν νὰ ἀφαιρέσωμεν καὶ τὰ Γυμνάσια καὶ τὰς ἐν μέλλοντι προστεθησομένας δαπάνας, ἐκ δραχ. 120,000, πάλιν μένει ποσὸν 800,000 δραχμῶν, ἀσφαλὴς προσθήκη εἰς τὸν προϋπολογισμόν· καὶ τοῦτο, ἐνῷ ἔχομεν τὸν Ἔλεγχον, ὁ ὁποῖος ἔχει ὑπὸ δουλείαν οἰκονομικὴν τὴν πατρίδα! Δὲν λέγω περισσότερα, διότι δὲν θέλω νὰ σᾶς βαρύνω. Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι προσωπικῶς πρὸς τοὺς κυβερνῶντας ἔχω ὑπόληψιν, ἀλλὰ πρέπει ἐπίσης νὰ ὁμολογήσω εἰς αὐτοὺς, ὅτι τὰ ἐγκαίνια τῆς πολιτικῆς αὐτῶν (καθ’ ὅσον διὰ τῶν νομοθετημάτων τούτων ἐκδηλοῦται ἡ πολιτικὴ αὐτῶν) προοιωνίζονται ἀποτυχίαν αὐτῆς, δι’ ἣν ἐγκαρδίως θὰ λυπηθῶ, καὶ ἀποτυχίαν μετὰ συμφορῶν. Ἐστάλησαν ὑπὸ τοῦ λαοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην, μετὰ τὴν καταστροφὴν, ἐνενήκοντα νέοι, οἱ ὁποῖοι τὸ πρῶτον ἤδη ἐκλέγονται Βουλευταί. Ἦτο ἐποχὴ νὰ ἐμφυσήσῃ αὐτοῖς ἡ νέα Κυβέρνησις, τὸ νέον κόμμα, πνεῦμα ἐνθουσιασμοῦ καὶ ἐθελοθυσίας, πνεῦμα αὐταπαρνήσεως, ὅπως ὑψωθῶσιν ὑπὲρ τὰ προσωπικὰ ἢ ὑπὲρ τὰ τοπικὰ αὐτῶν συμφέροντα, καὶ ἀντὶ τούτου εἰσάγει νομοσχέδια, ὁποῖον τὸ συζητούμενον σήμερον, νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα καὶ τὰ προσωπικὰ καὶ τὰ ἐπαρχιακὰ συμφέροντα ἐξερεθίζουσι, καὶ τὰ πάθη τοῦ τοπικισμοῦ ἐξῆψαν, καὶ ἀνεζωογόνησαν τὰ ἐπαρχιακὰ πρὸς ἀντιζηλίας καὶ ἔριδας ἔνστικτα, τὰ ὁποῖα κινδυνεύουν νὰ μεταβάλουν τὴν Βουλὴν καὶ κέντρα ἄλλα ἐκτὸς τῆς Βουλῆς εἰς λαὸν ἀλληλοσυγκρουόμενον καὶ ἀλληλομαχοῦντα! Περιέμενέ τις ἀπὸ τὴν νέαν Κυβέρνησιν, ἥτις παρέλαβε τὴν πατρίδα συντετριμμένην καὶ δεδουλωμένην, νὰ κηρύξῃ ὡς πρῶτον αὑτῆς δόγμα τὴν προσπάθειαν πρὸς ὅσον ἔνεστι ταχύτερον ἀπελευθέρωσιν τοῦ τόπου ἀπὸ τοῦ Ἐλέγχου, περιέμενε νὰ εἴπῃ εἰς πάντας τοὺς ἐλθόντας Βουλευτάς: «Ἔλθετε νὰ κάμωμεν τὰς αὐστηροτάτας τῶν οἰκονομιῶν· πρέπει ἴσως νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους, ἵνα χρησιμοποιήσωμεν τούτους εἰς τὴν ὅσον ἔνεστι μείζονα ἐξαγορὰν τοῦ δανείου τῆς δουλείας πρὸς ἀπολύτρωσιν τῆς χώρας.» Ἔπρεπε νὰ εἴπῃ τοῖς Βουλευταῖς: «Κατεπέσαμεν εἰς τὸ φρόνημα τῆς Εὐρώπης· ἔλθετε νὰ ἀνυψωθῶμεν, δεικνύοντες ἐθελοθυσίαν ἐν πᾶσι, καὶ ἂν αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας διεξηγάγομεν τὸν πόλεμον, μᾶς ἀπέδειξαν μὴ ἀξιομάχους, αἱ περιστάσεις ὅμως τῆς εἰρήνης μᾶς δεικνύουν καλοὺς πολίτας, θέλοντας νὰ ἀνορθώσωσι τὴν ὑπόληψιν τῆς πατρίδος καὶ ἀπέναντι τῆς Εὐρώπης δι’ ἐθελοθυσιῶν.» Ἀντὶ τούτων ἔκαμε τί; Εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον! Σπείρει ἀκάνθας. Τί θὰ θερίσῃ, θὰ τὸ ἴδωμεν.
§109ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν πρὸς τὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος, διότι νομίζομεν, ὅτι αἱ θεωρίαι αὐταὶ οὐδὲν κοινὸν ἔχουσι πρὸς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Δὲν αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην νὰ προέλθωμεν εἰς συζήτησιν οὐδὲ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Ναυπλίας Βουλευτήν· διότι τί ν’ ἀπαντήσωμεν καὶ πρὸς αὐτόν; Ν’ ἀποδείξωμεν ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον, ἐπὶ μίαν ὥραν ἀγορεύσας, ὅπως μᾶς πείσῃ ὅτι, καθ’ ὅσον ἡ δικαιοσύνη ἀπονέμεται ἀμεσώτερον, καθ’ ὅσον αὐτὴ εἶναι ἐγγυτέρα καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἐνεργεῖ ταχύτερον καὶ ἀποτελεσματικώτερον, κατὰ τοσοῦτον χειροτερεύει, ὅτι δὲ τοὐναντίον, καθ’ ὅσον δυσχεραίνεται ἡ ἀπονομὴ αὐτῆς πρὸς τοὺς πολίτας, κατὰ τοσοῦτον βελτιοῦται αὐτή; Ἡμεῖς τοὐλάχιστον, κύριε Πρόεδρε, δὲν αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην νὰ ἀπαντήσωμεν πρὸς τοιούτους ἰσχυρισμούς. Ἂν ἔλαβον τὸν λόγον, τὸν ἔλαβον, ἵνα ἀποκρούσω μίαν ἀνακρίβειαν, ἥτις καὶ χθὲς ἐξηνέχθη καὶ σήμερον ἐπανελήφθη μετὰ στόμφου. Ἐλέχθη δηλ. ὅτι κατ’ ἀκολουθίαν τῆς προτεινομένης διοικητικῆς διαιρέσεως θὰ αὐξηθῶσιν αἱ μὲν Ἐπισκοπαὶ τοῦ Κράτους εἰς 31, τὰ δὲ Γυμνάσια εἰς 27 τὸν ἀριθμόν. Ἀλλ’ ἠξεύρετε, Κύριοι, πόσαι εἶναι τὴν σήμερον αἱ Ἐπισκοπαὶ ἡμῶν καὶ τὰ Γυμνάσια; Εἰς 40 ἀνέρχονται αἱ Ἐπισκοπαί, εἰς 40 καὶ τὰ Γυμνάσια· ἐρωτῶ δὲ πάντα ἔχοντα τὸν κοινὸν νοῦν νὰ εἴπῃ, ἐὰν πράγματι ἐπρόκειτο κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον νὰ ἔχωμεν 31 Ἐπισκοπὰς καὶ 27 Γυμνάσια, ἐὰν τοῦτο θὰ ἦτο αὔξησις ἢ τοὐναντίον ἐλάττωσις τοῦ νῦν ἀριθμοῦ αὐτῶν. Καὶ πρὸς τοιούτους ἰσχυρισμούς, ἀντιστρατευομένους πρὸς τὴν στοιχειώδη λογικὴν νομίζουσιν, ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς ἡμᾶς νὰ λάβωμεν τὸν λόγον καὶ νὰ συζητήσωμεν πρὸς αὐτούς! Ἡμεῖς ἐλπίζομεν, Κύριοι, πρὸς τιμὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι θὰ λάβωσι καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν ῥητόρων αὐτῆς τὸν λόγον καὶ θὰ προβάλωσι πραγματικώτερα ἐπιχειρήματα, πρὸς ἅ, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν θὰ διστάσωμεν ν’ ἀπαντήσωμεν. Ἀλλὰ ὡς πρὸς τὰ μέχρι τοῦδε ῥηθέντα ὁμολογῶ, ὅτι οὐδεμίαν ἀνάγκην αἰσθανόμεθα, ἵνα ἀπαντήσωμέν τι.
§110ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει αἱ ἀγορεύσεις, αἱ γενόμεναι ἰδίᾳ τὴν ἑσπέραν ταύτην, καὶ ἰδιαίτατα ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. ἐκ Ναυπλίας Βουλευτοῦ, ἔθηκαν ἐρώτημα, εἰς ὃ ἔχει καθῆκον νὰ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὡμίλησε περὶ Ἐπισκοπῶν πολυαρίθμων καὶ περὶ Γυμνασίων πολυαρίθμων, ὧν ἀπέναντι ὁ ἀριθμὸς 27 ἀποτελεῖ ἐλάττωσιν. Καὶ ὡμίλησεν οὕτω πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν, ἥτις ὑποθέτει, ὅτι ἀγνοεῖ ὅτι αἱ πολυάριθμοι αὗται Ἐπισκοπαὶ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν εἶναι ἔργῳ κατηργημέναι, καὶ ὅτι σκέψις γίνεται μόνον εἰς ποῖον ἀριθμὸν θὰ περιορισθῇ ὁριστικῶς ἡ ἐκκλησιαστικὴ διοίκησις ἡ ἀνωτέρα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὡμίλησε περὶ 27 Γυμνασίων ἀπέναντι 40 ὑπαρχόντων, ὡς νὰ μὴ γνωρίζῃ ὅτι πρὸς λειτουργίαν πολλῶν τῶν Γυμνασίων τούτων συντρέχουσι καὶ κληροδοτήματα καὶ δῆμοι καὶ λιμενικὰ ταμεῖα, καὶ ὅτι δὲν εὑρέθη μέχρι τοῦδε Κυβέρνησις ἀρκετὰ ἰσχυρὰ καὶ Βουλὴ ἀπηλλαγμένη δεσμῶν, ὥστε νὰ δυνηθῶσι νὰ περιορίσωσι τὴν ὑπὸ πάντων ἀναγνωριζομένην ὡς ὀλεθρίαν πληθώραν ταύτην τῶν Γυμνασίων. Ἡ Κυβέρνησις, εἰσάγουσα τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἀκούουσα δὲ τὴν ἐπίκρισιν, ὅτι ἐπίκειται προσθήκη δαπάνης ἡμίσεος ἑκατομμυρίου, προσεγγίζουσα μάλιστα, κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν Ναυπλίας, εἰς τὸ ἑκατομμύριον, ἔχει καθῆκον νὰ φέρῃ πίνακας, φωτίζοντας ἡμᾶς, ποία θὰ ἦναι ἡ ἐκ τοῦ νομοθετήματος προστεθησομένη δαπάνη· διότι βεβαίως δὲν εἶναι σπουδαία ἡ σημείωσις, ἡ ὄπισθεν τοῦ νομοσχεδίου, ἡ φέρουσα ἐπὶ πλέον ὡς δαπάνην 31,000 δραχμάς. Ἡ σημείωσις αὕτη δυνατὸν νὰ ἔχῃ σχέσιν ἐπαρκῆ πρὸς τὸ προσωπικὸν τῶν νομαρχιῶν, ἀλλ’ ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι συγκεκαλυμμένα, καὶ δὲν ἠξεύρω, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἀφίνῃ ταῦτα οὕτω διότι δὲν τῇ συμφέρει νὰ ἦναι τὰ πράγματα γνωστά. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν κεφαλαίων, ἅτινα κατωνόμασεν ὁ κ. Ποταμιάνος, νὰ φέρῃ πίνακας, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι ἦσαν ἐσφαλμένοι οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ· διότι ὁ κ. Ποταμιάνος δὲν δύναται νὰ ἔχῃ πληροφορίας ἐξ ἐπισήμων πινάκων, ἡ Κυβέρνησις ὅμως πάντως ἔχει τοιούτους, καὶ ὀφείλει νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλήν. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι πρὸ τῆς τρίτης συζητήσεως θέλει εὐδοκήσει νὰ φέρῃ τὰς αἰτουμένας πληροφορίας.
§111Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι μόνον τοὺς πίνακας θέλομεν καταθέσει, ἀλλὰ καὶ θέλομεν ἀπαντήσει, ὅταν νομίσωμεν ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἀπαντήσωμεν, ὅταν ἀναπτυχθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐπιχειρήματα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουσιν εἰς ἡμᾶς τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀπαντήσωμεν. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπαντήσῃ, ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ἐπιδείξας γνώσεις πλείστας, τὰς ὁποίας ἐθαυμάσαμεν, ἐπὶ ὥρας ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου θεωρίας περὶ διοικήσεως, περὶ σχέσεως τῆς νομοθεσίας πρὸς τὸ πολίτευμα, ὅταν ἀνέτρεξεν εἰς ὅλα τὰ Κράτη τῆς Εὐρώπης, καὶ λησμονῶν τὴν ἀρχὴν, ἣν ἔθηκε καὶ δυνάμει τῆς ὁποίας οἱ θεσμοὶ δὲν δύνανται νὰ λειτουργήσωσι καλῶς, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἁρμονία μεταξὺ αὐτῶν καὶ τοῦ πολιτεύματος, ἐθαύμασε τοὺς δημοτικοὺς θεσμοὺς τῆς Ρωσίας, καὶ τὸν τρόπον τῆς λειτουργίας αὐτῶν, λησμονῶν ὅτι ἡ καλὴ λειτουργία τῶν δημοτικῶν ἐκείνων θεσμῶν, ἐν πλήρει ἀντιθέσει εὑρισκομένων πρὸς τὸ σύστημα τὸ πολιτικὸν τῆς χώρας ἐκείνης, ἀποτελεῖ ἐπιχείρημα κατὰ τῆς ἀρχῆς, ἣν ἔθεσεν ὡς βάσιν τῆς ἀγορεύσεώς του. Βεβαίως εἶναι ἐλεύθερος ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἀναπτύξῃ πάντα ταῦτα· ἐλεύθερος εἶναι νὰ μεταβάλῃ τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς εἰς Πανεπιστημιακὴν ἕδραν. Ἀλλὰ τί σχετικὸν εἶπε πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον; Τίνα ἐπιχειρήματα ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος, διὰ νὰ πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ; Ὡμίλησε καὶ ἀνέπτυξε γενικὰς θεωρίας, ὡμίλησε περὶ διαιρέσεως τοῦ Κράτους, ὡμίλησε περὶ νομαρχιῶν καὶ διοικήσεων, μιμηθεὶς τὸ παράδειγμα ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἀνέπτυξαν τὸ θέμα τοῦτο. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἔχομεν θέμα σήμερον, ἂν πρέπῃ νὰ προτιμήσωμεν τὸ σύστημα τὸ νομαρχιακὸν ἢ τὸ τῶν διοικήσεων; Πρόκειται, Κύριοι, περὶ τούτου; Σήμερον πρόκειται, ἁπλούστατα, νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα, ἐὰν, διατηρουμένου τοῦ συστήματος τοῦ νομαρχιακοῦ, πρέπῃ νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν νομαρχιῶν τῶν σήμερον ὑπαρχουσῶν, ἢ πρέπῃ νὰ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τοῦτον; Ἐπιθυμοῦμεν δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ συζητηθῇ. Ἐννοῶ κάλλιστα τὴν συζήτησιν ἐντὸς τοῦ θέματος τούτου. Χθὲς ἀξιότιμοι Βουλευταὶ ὑπεστήριξαν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ σύστημα τῶν ἐπαρχείων, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τὸ ὑπὸ συζήτησιν εἶναι, ἐὰν μετὰ τὴν κατάργησιν τῶν ἐπαρχείων ἦναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν διοικούμενοι ὑπὸ 16 νομαρχῶν, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ περιορισθῶμεν εἰς αὐτὸν τὸν ἀριθμὸν τῶν νομαρχιῶν. Δύναται νὰ ὑπάρχῃ διοικητικὴ ἐπίδρασις ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ τόπου, ἐνεργουμένη, ὡς μέχρι τοῦδε ἐνηργεῖτο; Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐπιθυμῶ νὰ ἀκούσω τὴν γνώμην τῶν κ.κ. Βουλευτῶν· ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου οὐδὲν οὐδεὶς εἶπεν. Ἀνέμιξαν εἰς τὴν συζήτησιν τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ νομοσχέδιον περὶ νομῶν, καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κατεδίκασε καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βεβαίως καθιεροῖ ποιάν τινα ἀποκέντρωσιν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἦλθε νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθῶμεν μὲ τὸ σύστημα τὸ κρατοῦν, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθῶμεν διοικούμενοι μὲ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχει Ὑπουργὸν νομάρχην καὶ δήμαρχον ἄνευ οὐδενὸς ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθῇ ὁ νομάρχης ἐξασκῶν τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἐξασκεῖ, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ τίποτε, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιβλέπῃ τὴν ἐξάσκησιν τῆς ἐξουσίας ταύτης; Διότι δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει τις ἰσχυριζόμενος ὅτι τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια τὰ σημερινὰ ἔχουσι σημασίαν τινά. Αὐτὰ εἶναι τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ συζητηθῶσι, καὶ τὰ ὁποῖα οὐδόλως συνεζητήθησαν. Ὁμιλεῖτε περὶ αὐξήσεως δαπανῶν, ἀλλ’ εἶσθε εἰς πλήρη ἀσυμφωνίαν, μεταξὺ ὑμῶν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο· διότι ὁ ἐξ Οἰτύλου κ. Βουλευτὴς ἀνεβίβασεν αὐτὴν εἰς 300.000 δραχμάς, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας τὴν ἀναβιβάζει εἰς 700,000, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἰς 500,000. Ὑπεβάλομεν πίνακας, ἀλλὰ τοὺς πίνακας αὐτοὺς τοὺς ἀμφισβητεῖτε, ὡς τοὺς ἠμφισβήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Βεβαίως, ὅταν ἡ συζήτησις λάβῃ τὰς διαστάσεις, τὰς ὁποίας ἐλπίζω νὰ λάβῃ, ὅταν ἀκούσωμεν ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τῆς σπουδαιότητος αὐτῶν καθιστῶσι τὴν ἀνασκευὴν αὐτῶν ἀναγκαίαν, θέλομεν ἀπαντήσει καὶ ἀπαντῶντες εἰς ταῦτα θέλομεν ἐξετάσει ποία εἶναι ἡ πραγματικὴ αὔξησις τῆς δαπάνης, ἡ ἐκ τῶν νομοσχεδίων προκύπτουσα. Ἡμεῖς ὑπεβάλομεν πίνακα, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τὴν καθαρῶς διοικητικὴν ἔποψιν, καὶ νομίζω ὅτι ὁ πίναξ αὐτὸς δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλε πίνακα περὶ τῆς δαπάνης, τὴν ὁποίαν θ’ ἀπαιτήσωσι τὰ συσταθησόμενα Πρωτοδικεῖα. Ἐκ τούτου ἀποδεικνύεται, ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ ὑμῶν ἐγένοντο ἐπὶ τὸ ὑπερβολικώτερον. Αὐτὰ εἶχον καθῆκον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σήμερον, ἐπιφυλάσσομαι δὲ κατ’ ἄλλην στιγμήν, ὅταν θεωρήσω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ νὰ λάβω τὸν λόγον, νὰ συζητήσω ἐν ἐκτάσει ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῶν σχετιζομένων μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον.
§112ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ θὰ λάβωσι τὸν λόγον, ὅταν θεωρήσωσιν ἀναγκαῖον νὰ λάβωσιν αὐτόν. Εἶναι ἐλεύθεροι νὰ ἀπαντήσωσιν, ὅταν θελήσωσι, καὶ δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ καταναγκασθῶσιν εἰς τοῦτο. Ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι δὲν δίδουσι πολλὴν προσοχὴν εἰς τὸ ζήτημα τῶν πινάκων, οὓς ἐπανειλημμένως ἐζητήσαμεν. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ὑπέβαλε πίνακας καὶ ὅτι οἱ πίνακες αὐτοὶ ἀμφισβητοῦνται. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Ναυπλίας, ὁ παραλαβὼν τοὺς πίνακας, βεβαιοῖ ὅτι μόνον τοὺς ἀναγομένους εἰς τὰ τῶν δημοτικῶν εἰσπράξεων κατέθηκεν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§113Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Σήμερον συζητεῖται τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως· ὁ κ. Βουλευτὴς Ναυπλίας ἐζήτησε νὰ καταθέσω πίνακα, ἐμφαίνοντα τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα δυνάμει ἄρθρου τινὸς τοῦ νόμου περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν θὰ εἰσπράττουν τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια. Ἐζητήσατε νὰ φέρω πίνακα τῶν λιμενικῶν εἰσπράξεων καὶ πίνακα τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων δημοτικῶν φόρων. Ὑπέβαλον τὸν πίνακα τῶν λιμενικῶν εἰσπράξεων, εἶπον δ’ ὅτι εἰσέτι δὲν συνετάχθη ὁριστικὸς πίναξ τῶν ἐμμέσων καὶ ἀμέσων φόρων τῶν ὑπὸ τῶν δήμων εἰσπραττομένων. Ἐλπίζω ὅτι αὔριον θὰ καταθέσω τὸν πίνακα τοῦτον. Ἀλλὰ παρατηρῶ εἰς ὑμᾶς, ὅτι ὁ πίναξ οὗτος σχετίζεται μὲ τὴν συζήτησιν τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, καὶ οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἀπολύτως οὐδεμίαν· καὶ ὁ λόγος ἁπλούστατος. Δύνασθε σήμερον νὰ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητεῖται, καὶ δύνασθε αὔριον νὰ μὴ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν, καθὼς δύνασθε νὰ ἀπορρίψητε τὸ ὑπὸ συζήτησιν σήμερον νομοσχέδιον, καὶ αὔριον νὰ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν. Διότι τὸ νομοσχέδιον περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν τί κάμνει; συνιστᾷ Νομαρχιακὰ Συμβούλια. Ἂν ὑποθέσητε λοιπόν, ὅτι οἱ νομοὶ μένουσιν ὡς ἔχουσι σήμερον, θὰ ὑπάρχουν 16 Νομαρχιακὰ Συμβούλια, ἂν αὐξήσῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν νομῶν εἰς 27, θὰ ὑπάρχουν 27 Νομαρχιακὰ Συμβούλια, καὶ ἑπομένως τῶν πινάκων τούτων ἔχετε ἀνάγκην, ὅταν θὰ συζητήσητε τὸ νομοσχέδιον περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν καὶ οὐχὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως. Πῶς λοιπὸν ἰσχυρίζεσθε, ὅτι ἡ ἔλλειψις τῆς ὑποβολῆς τῶν πινάκων τῶν ζητουμένων ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ναυπλίας δυσχεραίνει τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην συζητεῖται;
§114ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λοιπὸν εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν κατετέθησαν ὅλοι οἱ πίνακες, καὶ εἰς τοῦτο δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητοι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας θέλω ὑποδείξει. Πρῶτον, ποία ἤθελον εἶναι ἡ δαπάνη διὰ τὴν προσθήκην 11 Στρατολογικῶν Γραφείων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν· διότι τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα συνδέονται μετὰ τῶν Στρατολογικῶν Συμβουλίων, καὶ ἔχομεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 δαπάνην ἀναγεγραμμένην διὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια εἰς 16 νομοὺς 47,000 δραχμῶν, ἥτις δὲν δύναται νὰ μείνῃ ἀμετάβλητος, διότι ἡ προσθήκη 11 νομῶν θὰ φέρῃ πρόσθετα 11 Στρατολογικὰ Συμβούλια. Ποία ἡ δαπάνη μετὰ τὴν προσθήκην; Δευτέρα ἐρώτησις: ποία ἡ δαπάνη ἐκ τῆς προσθήκης 5 Πρωτοδικείων, Εἰσαγγελιῶν Πρωτοδικῶν καὶ λοιπῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καὶ ποία ἡ δαπάνη ἡ ἐκ τῆς προσθήκης φυλακῶν; ...
§115ΚΡΟΚΙΔΑΣ. 45,000 δραχμαὶ δι’ ἕκαστον Πρωτοδικεῖον.
§116ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διατί νὰ συζητῶμεν ἐπὶ προϋπολογισμῶν ἰδίων; Ἡ μόνη ἀξιόπιστος ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων εἶναι ἡ ὑπηρεσία· αὕτη πρέπει νὰ φέρῃ τοὺς πίνακας... Τρίτον, ἐπὶ τούτου ἔχομεν πίνακας κατατεθέντας ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἔχομεν τὸν πίνακα τὸν περὶ τῆς χωροφυλακῆς· ἀλλὰ νὰ προστεθῇ, ζητοῦμεν, καὶ ἡ πληροφορία, ποία θὰ ἦναι ἡ δαπάνη ἐκ τῆς προσθήκης 11 Στρατολογικῶν Συμβουλίων, ὧν ἕκαστον θὰ περιλαμβάνῃ 5 ἀξιωματικούς. Σημειώσατε ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι σπουδαῖον, διότι συνδυάζεται μετὰ τῆς προσθήκης 11 Στρατολογικῶν Γραφείων. Τὸ δὲ ζήτημα τῆς προσθήκης 11 Στρατολογικῶν Γραφείων εἶναι ζήτημα προσθήκης γενικῶν θέσεων, αἵτινες παρατηρῶ, ὅτι οὕτως αὐξάνονται, παρέχουσαι εἰς τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν ἀφορμὴν νέων σκέψεων περὶ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τῶν γενικῶν θέσεων, ὅτε καὶ θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὸ περὶ αὐτῶν νομοσχέδιον. Ταύτας τὰς πληροφορίας ζητοῦμεν. Δὲν θέλομεν πληροφορίας περὶ Γυμνασίων, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας πανδήμως ὡμολόγησεν, ὅτι δὲν θέλει συστήσει Γυμνάσια ἄλλα. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρέπει νὰ φέρῃ πίνακας τῆς δαπάνης τῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες θὰ ἀναλάβωσιν ὑπηρεσίαν εἰς τὰ νέα γραφεῖα τῶν δημοσίων ἔργων. Ὅταν δ’ ἔλθωσιν οἱ πίνακες, θὰ παραβάλωμεν τοὺς ἀριθμούς. Ἐγὼ ἐξετέλεσα ὑπολογισμόν τινα ἰδιαιτέρως, κονδύλιον πρὸς κονδύλιον, καὶ ἔφθασα εἰς 460,000 δραχμάς. Εὔχομαι νὰ ἦναι ὀλιγώτεραι. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι ἄξιον τοῦ κόπου, πρὶν προβῶμεν εἰς τὴν ὁριστικὴν ψήφισιν, νὰ γνωρίζωμεν τί πρόκειται νὰ δαπανήσῃ τὸ Κράτος περισσότερον ἕνεκα τοῦ νέου νομοσχεδίου.
§117Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ προσεκόμισα τὰς πληροφορίας, αἵτινες μοὶ ἐζητήθησαν· ἀλλὰ σήμερον ὁ κ. Βουλευτὴς ζητεῖ πίνακας, τοὺς ὁποίους οὐδεὶς ἕτερος εἶχε ζητήσει. Δὲν ἔχω δυσκολίαν ν’ ἀπαντήσω αὔριον εἰς τὰ ἐρωτήματά του, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τοὺς λέγοντας ὅτι δὲν κατετέθησαν πληροφορίαι...
§118ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἴχετε καθῆκον νὰ καταθέσητε τὰς πληροφορίας αὐτεπαγγέλτως.
§119Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἐγνώριζον, ὅτι ἠθέλετε καταλογίσει εἰς βάρος τοῦ νομοσχεδίου τὴν δαπάνην τῶν Γυμνασίων. Δὲν ἔχομεν τὴν ἱκανότητα νὰ εἰσδύωμεν εἰς τὸ πνεῦμα τῶν ἀντιπάλων· ἔχομεν μόνον καθῆκον, ὅταν ζητῶνται πληροφορίαι, νὰ τὰς προσκομίζωμεν.
§120Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπειδὴ πρώτην φορὰν καὶ παρ’ ἐμοῦ ζητεῖται τοιαύτη κατάστασις, θέλω τὴν ὑποβάλει.
§121ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἤθελε γείνῃ τοιαύτη συζήτησις καὶ θὰ ἐζητοῦντο στατιστικαὶ πληροφορίαι περὶ τοῦ δῆθεν σχηματισμοῦ δύο νέων Γυμνασίων, καθόσον τὸ ζήτημα τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ἡμεῖς δὲν συνεδέσαμεν πρὸς τὸ ζήτημα τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως. Δὲν ἐσκέφθημεν νὰ συστήσωμεν ἀνὰ ἓν Γυμνάσιον εἰς ἕκαστον νομόν. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι, ἐὰν πρέπῃ ἡ Μέση ἐκπαίδευσις νὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε νὰ παρασκευάζῃ προσηκόντως τοὺς νέους διὰ τὴν Ἀνωτάτην ἐκπαίδευσιν, δὲν εἶναι ἀνάγκη οὔτε 16 οὔτε 17 Γυμνασίων. Τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τοῦ Κράτους, οὐχ ἧττον ἢ τῆς μαθητιώσης νεολαίας, ἐπιβάλλει οὐχὶ τὴν αὔξησιν, ἀλλὰ τὸν περιορισμὸν τῶν νῦν Γυμνασίων, τοῦτον δ’ ἐπιδιώκομεν καὶ ἡμεῖς διὰ τοῦ περὶ Μέσης ἐκπαιδεύσεως νομοσχεδίου ἡμῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς εἶπεν ἀνακριβῶς, ὅτι τώρα ἔχομεν κατὰ νομοὺς μόνον δημόσια Γυμνάσια, ὅτι δὲ τὰ λοιπὰ συντηροῦνται ἐκ δημοτικῶν ἢ λιμενικῶν χρημάτων. Ὑπὸ δήμων, Κύριοι, ἢ τῶν λιμενικῶν ταμείων ἢ καὶ κληροδοτημάτων συντηροῦνται τὰ Γυμνάσια Πειραιῶς, Αἰγίου, Πύργου, Φιλιατρῶν, Μεσσήνης, Γυθείου, Ἀγρινίου, Ληξουρίου, Λευκάδος, Ἀμφίσσης καὶ Καρδίτσης, ἤτοι 11 μόνον· τὰ λοιπὰ Γυμνάσια πάντα, τῶν Ἀθηνῶν καὶ τὸ Βαρβάκειον Λύκειον, τῆς Σύρου, τῆς Κορίνθου, τοῦ Ἄργους, τοῦ Ναυπλίου, τῶν Καλαβρύτων, δύο τῶν Πατρῶν, τῆς Κυπαρισσίας, Τριπόλεως, Σπάρτης, Δημητσάνης, Ἀνδριτσαίνης, τῶν Καλαμῶν, τῆς Ζακύνθου, τοῦ Ληξουρίου, τῆς Κερκύρας, Ἄρτης, Μεσολογγίου, Λαμίας, Χαλκίδος, Βόλου, Λαρίσης καὶ Τρικάλων, ἤτοι 29 τὸ ὅλον, συντηροῦνται ὑπὸ τοῦ Κράτους. Τώρα οἱ μόνοι νομοί, οἵτινες δὲν ἔχουσι Γυμνάσια, θὰ ἦναι ὁ τῆς Εὐρυτανίας καὶ ὁ τῆς Λεβαδείας. Ἀλλὰ πόθεν συνάγει ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι θὰ γείνωσιν ἐν αὐτοῖς νέα Γυμνάσια, ἀφοῦ οὐδεμία τοιαύτη διάταξις ἀπαντᾷ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ; Καὶ εἰς ἑτέραν ἀνακρίβειαν ὑπέπεσεν ὁ κ. Δραγούμης. Εἶπεν ὅτι ναὶ μὲν ἦσάν ποτε 40 Ἐπισκοπαὶ ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ, ἀλλὰ τώρα αἱ πλεῖσται ἐξ αὐτῶν εἶναι κατηργημέναι. Ἀλλὰ πῶς; Νόμος περὶ καταργήσεως αὐτῶν, ὡς πάντες γινώσκομεν, καὶ αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ, οὐδέποτε ἐψηφίσθη. Πολλαὶ Ἐπισκοπαὶ χηρεύουσαι διοικοῦνται ὑπὸ ἐπισκοπικῶν ἐπιτροπῶν, χωρὶς ὅμως οὕτω νὰ παύσωνται αὐταὶ οὖσαι ἐπισκοπαὶ καὶ δικαιούμεναι νὰ τύχωσιν ἐπισκόπων. Καθ’ ὃν δὲ χρόνον παρὰ πάντων ὁμολογεῖται, ὅτι ὑπὸ τοιαύτην διοίκησιν διατελοῦσαι αὐταὶ ἔχουσι περιστῆ εἰς παντελῆ παράλυσιν, καθ’ ὃν χρόνον πάντες συναισθάνονται τὴν ἀνάγκην τῆς πληρώσεως αὐτῶν, ἡ δὲ Σύνοδος ἐπανειλημμένως δι’ ἐγγράφων της ὑπέδειξε τὴν τοιαύτην ἀνάγκην, καθ’ ὃν χρόνον ἄρα ἀδύνατον ν’ ἀναβληθῇ ἐπὶ πλέον ἡ πλήρωσις τῶν χηρευουσῶν Ἐπισκοπῶν, ἐρωτῶ πάντα λογικῶς σκεπτόμενον, εἶναι αὔξησις ἢ μείωσις ὁ περιορισμὸς αὐτῶν ἀπὸ 40 εἰς 31, ὡς ἀναγράφει ῥητῶς τὸ νομοσχέδιον;
§122Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ διάκρισις τῶν δύο νομοσχεδίων, τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ νομαρχιῶν καὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικήσεως τῶν νομῶν, εἶναι καταφανής. Ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον εἶναι τοῦτο καταφανές, αἱ παραστάσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι εὔλογοι. Αἱ ζητούμεναι πληροφορίαι θέλουσι χρησιμεύσει διὰ τὴν διαφώτισιν τοῦ δευτέρου νομοσχεδίου, αὗται δὲ δὲν ἔπρεπε ν’ ἀναμιχθῶσι μὲ τὸ νομοσχέδιον τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως. Θὰ παρακαλέσω μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ κ. ἐκ Ναυπλίας Βουλευτής, ὡς πρὸς τὴν δαπάνην ἕνεκα τῶν 250 ἀνδρῶν, τῶν ὁποίων ἡ παρουσία εἶναι ἀναγκαία ἐν ταῖς νέαις πρωτευούσαις τῶν νομῶν, καὶ πρὸς τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσκομίσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας, ἵνα γενώμεθα ἐν γνώσει τῆς ἀπαιτηθησομένης δαπάνης.
§123ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 50 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 20′ μ. μ.)
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.
§126Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν, Κύριοι, λαμβάνω τὸν λόγον, πράττω τοῦτο οὐχὶ διότι ἔχω τὴν παράδοξον ἰδέαν, ὅτι δύναμαι νὰ μεταβάλω τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Ἐνθυμοῦμαι πολιτικοῦ ἀνδρὸς περικλεεστάτου, ὅστις ἔλεγεν, ὅτι, ὅσον καὶ ἂν ᾖναι ὁ λόγος εὔγλωττος, οὐδόλως δύναται νὰ μεταβάλῃ τὴν γνώμην πολυμελοῦς Σώματος, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον δύναται νὰ μεταβάλῃ αὐτὴν ὁ λόγος ἀνδρὸς, ὅστις οὐδὲν ἄλλο ἐκπροσωπεῖ, εἰμὴ τὴν ἀτομικὴν αὑτοῦ πεποίθησιν. Ἀγορεύω ὅμως ἐκ συστήματος, καὶ διότι ἔχω τὴν ἰδιοτροπίαν νὰ πιστεύω, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, ὅσον καὶ ἂν αἰσθάνωνται τὰς δυνάμεις αὑτῶν ἀσθενεῖς, καθῆκον ἔχουσι νὰ ἐκφράζωσι τὰς γνώμας αὑτῶν, καὶ μάλιστα ἐπὶ ζητημάτων τοσούτῳ σπουδαίων, ζητημάτων θιγόντων αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τὴν διοικητικὴν τοῦ Κράτους. Ἤθελον εἶναι ἀληθῶς καὶ ἡ Βουλὴ ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῆς καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι διακεκριμένως ἀνάξιοι τῆς ὑψηλῆς αὑτῶν ἀποστολῆς, ἀνάξιοι τῆς ἐντολῆς, ἐφ’ ᾗ ἐστάλησαν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἐὰν ἐπὶ ζητήματος τοιούτου, αἰσθανόμενοι, ὅτι ὁπωσδήποτε ἐδύναντο νὰ ἔχωσιν οἱανδήποτε γνώμην, παρέλειπον νὰ ἐκφράσωσιν αὐτὴν δι’ οἱανδήποτε αἰτίαν. Καὶ νομίζω ὅτι, ὅταν ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Ἑλλάδος πολλοὶ πληθυσμοὶ ἐγείρωνται ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἤθελεν εἶναι εἰς ἀντίφασιν πρὸς τοὺς λαοὺς ἡ αἴθουσα αὕτη, ἐὰν ἐλευθέρως καὶ ἀκωλύτως δὲν ἠκούοντο αἱ γνῶμαι πάντων, αἵτινες πᾶσαι δέον νὰ ὦσι σεβασταί. Ἐνταῦθα, Κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ ἁπλουστάτου τινὸς νομοθετήματος, περὶ ἁπλοῦ τινος φορολογικοῦ ἢ δικαστικοῦ νομοσχεδίου, οὗτινος ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη τύχη ἴσως μικρὸν ἤθελε συμβάλει ἐπὶ τὴν γενικὴν τύχην τοῦ Κράτους. Πρόκειται μετὰ πάροδον πέντε καὶ πεντήκοντα ἐνιαυτῶν, καθ’ οὓς διοικούμεθα ὑπὸ τὸ καθεστὼς τοῦτο, τὸ ὑπάρχον, νὰ μεταβάλωμεν αὐτό· καὶ πρόκειται νὰ μεταβάλωμεν αὐτὸ, ἐνῷ ἔχομεν, ὡς πρὸς τὸ νέον καθεστώς, τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος, τὴν πεῖραν τῶν ἐτῶν 1836 μέχρι 1845, καθ’ ἣν τὸ νομαρχιακὸν σύστημα ἀντικατεστάθη διὰ τοῦ διοικητικοῦ. Οὐδαμῶς ἄρα πρέπει νὰ ἀπορῇ τις, οὐδὲ πρέπει νὰ δυσαρεστῆται, ἐὰν καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὡς καὶ ἐν πολλαῖς πόλεσι τῆς ἐπικρατείας, ἀκούηται ἀντίθεσίς τις καὶ ἀντίπραξις, κατὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ διοικητικοῦ καθεστῶτος. Καὶ ἐπαναλέγω, ὅτι ἡ αἴθουσα αὕτη δὲν ἤθελεν εἶναι ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν κίνησιν πολλῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν δὲν ἠγείρετο συζήτησις σφοδρὰ ἅμα τῇ ὑποβολῇ τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ δὲν παραπονοῦμαι οὐδὲ κατὰ τῆς πλειονοψηφίας, οὐδὲ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, λέγων ταῦτα· διότι ὁμολογῶ, ὅτι καὶ ἱκαναὶ πληροφορίαι παρεσχέθησαν καὶ ἡ συζήτησις διεξάγεται ἐν ἄκρᾳ ἐλευθερίᾳ. Λέγω μόνον, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ παραπονεθῇ, οὐδὲ πρέπει νὰ ἀσχάλλῃ, ἐὰν οἱ ἔχοντες τυχὸν ἐναντίαν γνώμην κατὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου λαμβάνωσι τὸν λόγον, ἀποκρούοντες αὐτὸ καὶ φέροντες τὴν γνώμην αὑτῶν δεδικαιολογημένην, ἣν βεβαίως οἱ διαφωνοῦντες πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ ἀνέχωνται. Ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω τοὺς εἰσηγητὰς τοῦ νομοσχεδίου, ἆρά γε ἀνέμενεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, μετὰ τὰ ἀτυχῆ γεγονότα, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἤλπισεν, ὅτι ἤθελεν ἐπέλθει βελτίωσίς τις τῶν πραγμάτων; Καὶ ἠκούσαμεν ἆρά γε τὴν κοινὴν γνώμην, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον αὕτη ἐκδηλοῦται, ἐκφράζουσαν τὴν βούλησιν αὑτῆς κατὰ τοῦ καθεστῶτος διοικητικοῦ συστήματος; Ἀπ’ ἐναντίας γνωρίζομεν, ὅτι, ὅτε κατὰ τὸ 1836 ἔτος, ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κόμητος Ἄρμανσπεργ, ἠθέλησαν νὰ μεταβάλωσι τὸ καθεστὼς τότε νομαρχιακὸν σύστημα, ὅπερ εἶναι τὸ νῦν ἰσχῦον, ἡ κοινὴ γνώμη ἐξηγέρθη· καὶ ἐὰν δὲν κατώρθωσε νὰ ἐπιβληθῇ, τοῦτο προῆλθεν ὡς ἐκ τῆς πολιτικῆς τῶν χρόνων ἐκείνων καταστάσεως τῶν πραγμάτων τῆς χώρας. Καὶ τότε οὐδεὶς λόγος ὑπῆρχε σοβαρὸς πρὸς μεταβολὴν τοῦ νομαρχιακοῦ συστήματος. Τὰ δύο μέλη τῆς Ἀντιβασιλείας πρὸ πολλοῦ εἶχον ἀπέλθει τῆς Ἑλλάδος. Ὁ σοφὸς Μάουρερ καὶ ὁ Ἄβελ, διαφωνήσαντες πρὸς τὸν κόμητα Ἄρμανσπεργ, ἐθυσιάσθησαν ὑπὸ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Ἡ τότε πολιτικὴ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἥτις, ὡς καὶ σήμερον, σπουδαίως ἐπέδρα ἐπὶ τῶν πραγμάτων τῆς χώρας, εἶχε κατορθώσει λοιπὸν, πρωτοστατούσης τῆς Ἀγγλίας, τὴν ἀπέλασιν ἐκ τῆς Ἑλλάδος τῶν δύο μελῶν τῆς Ἀντιβασιλείας. Ἔμεινεν ὁ κόμης Ἄρμανσπεργ ἐνταῦθα δικτάτωρ ἀπόλυτος καὶ ἀνεύθυνος, δυνάμενος νὰ διευθύνῃ κατὰ τὸ δοκοῦν τὰς τύχας τοῦ τόπου. Καὶ εὐθὺς ὡς ἀπηλλάγη τοῦ σοφωτάτου ἐκείνου ἀνδρὸς καὶ νομοδιδασκάλου, τοῦ Μάουρερ, καὶ τοῦ Ἄβελ, τὸ πρῶτον ἐκ τῶν ἔργων, ὅπερ ἔπραξεν, ἦτο νὰ μεταβάλῃ τὸ καθεστὼς διοικητικὸν σύστημα, δι’ ἣν μεταβολὴν καὶ τότε οὐδεὶς λόγος ἀποχρῶν συνέβαλλεν. Οὐδαμῶς ἐννοῶ, Κύριοι, —καὶ παρακαλῶ ποσῶς νὰ μὴ παρεξηγηθῶ,—νὰ παραβάλω τὰ τότε πρὸς τὰ σήμερον γινόμενα, οὐδὲ ἀγορεύω ἀντιπολιτευόμενος τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, πρὸς ἣν οὐδὲ ἔχθρα, οὐδὲ φιλία ὅμως μὲ συνδέει· ἀγορεύω ἐξετάζων ἱστορικῶς τὰ πράγματα, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι εὐγενεῖς καὶ εἰλικρινεῖς εἶναι καὶ οἱ πόθοι τῆς Κυβερνήσεως, οὕτω πως θελούσης νὰ νομοθετήσῃ. Ἀλλὰ λέγω, ὅτι καὶ τότε οὐδεὶς λόγος συνέτρεχεν, οὐδεμία ἱστορικὴ αἰτία, οὐδεμία διοικητικὴ ἀνάγκη, οὐδεὶς ἀνώτερος λόγος πρὸς μεταβολὴν τῆς καθεστώσης διοικήσεως. Ὅσοι ηὐτύχησαν νὰ ἀναγνώσωσι τί ἔγραφε τότε ὁ ἐλεύθερος τῆς Ἑλλάδος τύπος περὶ τῆς μεταβολῆς τοῦ διοικητικοῦ καθεστῶτος, ὅσοι ηὐτύχησαν ν’ ἀναγνώσωσι συγγραφεῖς ἐγχωρίους τε καὶ ξένους περὶ τῆς τοιαύτης τότε μεταβολῆς, θέλουσιν ἐνθυμηθῆ καὶ ὁμολογήσει, ὅτι ἁπαξάπαντες ἐδέχοντο ὡς αἰτίαν τῆς μεταβολῆς σκοποὺς οὐχὶ εἰλικρινεῖς καὶ προσωπικὰ συμφέροντα. Ἐδημιουργήθη, ἐλέχθη τότε, τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο, ἵνα διὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν διοικήσεως κατορθώσῃ ὁ κόμης νὰ σύρῃ πρὸς ἑαυτὸν τὰ προσωπικὰ συμφέροντα, νὰ δημιουργήσῃ κόμμα ἰσχυρότερον, ὡς ἐνόμιζε, νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῶν περὶ συγκεντρώσεως ἀπολυταρχικῶν αὐτοῦ ἰδεῶν. Ἀλλ’ ἐπαναλέγω, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ποσῶς δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι τοιοῦτοι σκοποὶ δὲν κρύπτονται ὄπισθεν τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ διαχειριζόμενοι τὰ κοινά, ἐπὶ μακρὸν χρόνον παρακαθήμενοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ πολιτευόμενοι, ἐπείσθησαν ἤδη βεβαίως, ὅτι ἐλάχιστα ὠφελοῦνται τὰ πολιτικὰ κόμματα, τὰ ἐξαρτῶντα τὴν τύχην αὐτῶν ἐκ τοιούτων τινῶν ἰδιοτελῶν παροχῶν. Δὲν ἀμφιβάλλω λοιπόν, ὅτι διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἡ Κυβέρνησις πιστεύει, ὅτι θέλει κατορθώσει νὰ δημιουργήσῃ νέαν κατάστασιν, πιστεύει ὅτι θὰ ἀνοίξῃ νέους ὁρίζοντας ἀνεφέλους εἰς τὴν διοίκησιν τῆς χώρας, ὅτι θὰ ὑψώσῃ τὸ δημοτικὸν καθεστώς, ὅτι θὰ συγκεντρώσῃ καὶ θ’ ἀποκεντρώσῃ ἅμα τὴν διοίκησιν, ὡς γράφει ἐν τῇ αἰτιολογικῇ αὐτῆς ἐκθέσει, ὅτι θὰ συντελέσῃ τέλος πάντων, ὅπως ἀνασυνταχθῇ καὶ ἀναδημιουργηθῇ ἡ ἀτυχὴς ἡμῶν πατρίς. Ἀλλ’ ἀναγινώσκων τὸ νομοσχέδιον, ἀναγινώσκων δὲ καὶ τὴν αἰτιολογικὴν τούτου ἔκθεσιν, οὐδαμῶς εὑρίσκω οὐδὲ τὴν ἀφορμὴν οὐδὲ τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου. Ἐγὼ ἤκουσα καὶ γνωρίζω, ὅτι μετὰ τὰ ἀτυχῆ τελευταῖα γεγονότα ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ ἐξηγέρθη καὶ ὡς εἷς ἄνθρωπος ἐζήτησε τὴν ἀνάπλασιν τῆς χώρας. Ἤκουσα λοιπὸν νὰ συζητῶνται σχέδια νέου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης· ἤκουσα νὰ ζητῇ ἡ πατρὶς ἡμῶν τὴν διαρρύθμισιν τῶν φορολογικῶν ἡμῶν νόμων, εἰς ἣν πάνυ ἀξιεπαίνως προέβη κατά τι ἡ Κυβέρνησις· ἤκουσα νὰ ζητῇ ὁ τόπος, ὅπως ἡ Ἑλλὰς ἐπαρκῶς ἀντιπροσωπεύηται ἐν τῷ ἐξωτερικῷ· ἤκουσα νὰ ἐρωτᾷ ἡ χώρα, ἂν θὰ ἔχωμεν ἐπὶ τέλους ἐξωτερικὴν πολιτικήν, καὶ ὁποία ὀφείλει νὰ ἦναι αὕτη· ἤκουσα ὅτι ἐζήτει καὶ ζητεῖ ἡ χώρα, νὰ μάθῃ, ἂν ἐλήφθη πρόνοια περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, οὗτινος μέγα μέρος ἀτυχῶς ἀπωλέσθη. Ἤκουσα ὅτι ζητεῖ τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος, οὗτινος ἡ ἔλλειψις τὰ μάλα καὶ αὐτὴ συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀποτυχίαν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν ζητήματος. Ἤκουσα, ὅτι ἐξηγέρθη κατὰ τῆς λεγομένης συναλλαγῆς. Ἤκουσα τέλος πάντων καὶ τὴν φωνὴν τοῦ τύπου καὶ τὴν φωνὴν τοῦ ἀστοῦ καὶ τοῦ χειρώνακτος, μὲ ἀγρίαν ὄψιν ἐξεγειρομένων καὶ ζητούντων τὴν πραγματικὴν ἀνάπλασιν τοῦ τόπου, τὴν περισυλλογὴν τῶν ἐρειπίων, τὴν εἰρήνην καὶ τὴν γαλήνην τῶν ψυχῶν καὶ τῶν πνευμάτων. Ἤκουσα, ὅτι πρέπει τέλος πάντων νὰ καθιερωθῇ ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν, καὶ ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ πρέπει νὰ γνωρίζωσιν, ὅτι αὐτοὶ ὑπέχουσι τὴν εὐθύνην τῶν ἰδίων πράξεων. Ἤκουσα πολλοὺς ὀνειροπολοῦντας ἐν τῷ βαθεῖ μέλλοντι, τῷ ἀγνώστῳ, τὴν ἐλευθερίαν τῆς χώρας ἀπὸ τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου, τοῦ ἐπιδρῶντος οὐχὶ μόνον ἐπὶ τὴν διοίκησιν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τὴν ἐσωτερικὴν καὶ ἐπὶ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους. Ἤκουσα τοιαύτας ἐξεγέρσεις· ἀλλ’ οὐδαμοῦ, οὐδ’ ἐν τῷ τύπῳ, οὐδ’ ἐν τοῖς Συλλόγοις τοῖς ἐκλογικοῖς, οὐδ’ ἐν τοῖς ἐνταῦθα ἰδιωτικοῖς διαβουλίοις καὶ ταῖς συνεννοήσεσιν, ἤκουσα νὰ γίνηται λόγος, ὅτι αἰτία τάχα τῆς δυστυχίας ἡμῶν καὶ τῆς ἀθλιότητος καὶ τῆς ἀτυχίας ἐν τῷ τελευταίῳ πολέμῳ ὑπῆρξε τὸ κακὸν διοικητικὸν καθεστώς. Δὲν ἀνήκω εἰς τὴν γνώμην καὶ τὴν αἵρεσιν τῶν πρεσβευόντων, ὅτι ἡ Ἑλλὰς οὐδαμῶς προώδευσεν ἀπὸ τῆς ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας. Ἐγὼ πέποιθα, ὅτι καὶ ὡς Κράτος καὶ ὡς κοινωνία ἡ Ἑλλὰς προώδευσε, καὶ προώδευσε γιγαντιαίως. Οὐδέποτε ὅμως, οὐδ’ ἐν ἱστορικοῖς δοκιμίοις, οὐδ’ ἐν τῷ τύπῳ, οὐδ’ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐν ᾗ ηὐτύχησα ἀπὸ πολλοῦ χρόνου νὰ παρακάθημαι, συνέπεσε ν’ ἀκούσω, ὅτι αἰτία τῆς κακοδαιμονίας ἡμῶν εἶναι οἱ 16 νομοὶ τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι, ἂν οὗτοι αὐξήσωσιν ἢ εἰς 27 ἢ εἰς 30, θέλει μεταβληθῆ ἡ ἡ πατρὶς ἡμῶν εἰς γῆν Ἐπαγγελίας. Ἐπεθύμουν τέλος πάντων νὰ εὕρω ἐν τῇ δικαιολογητικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου τοὺς σπουδαίους, τοὺς ἐξηκριβωμένους, τοὺς ὡρισμένους λόγους, ὧν ἕνεκα ζητεῖται ἡ μεταβολὴ διοικητικοῦ καθεστῶτος, ἐπὶ πέντε καὶ πεντήκοντα ἔτη διέποντος τὴν χώραν ἡμῶν. Ἐπεθύμουν ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου νὰ ὡμοίαζε πρὸς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ ἑτέρου συναφοῦς νομοσχεδίου, τοῦ «περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν», ἧς τὸν συντάκτην δὲν γνωρίζω, ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι ἡ ἔκθεσις τοῦ δευτέρου τούτου νομοσχεδίου εἶναι ἔργον μελέτης μεγίστης, προδιδούσης ἄνδρα, ὅστις κατέγεινεν οὐχὶ μόνον πῶς νὰ συντελέσῃ, ἵνα βελτιώσῃ τὰ περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν ἐνταῦθα τεθεσπισμένα, ἀλλὰ καὶ πῶς νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ἀλλαχοῦ σχετικῶς ἰσχυόντων. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν συντάκτης τῆς ἐκθέσεως τοῦ δευτέρου τούτου νομοσχεδίου τυγχάνῃ ὁ ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς καὶ καὶ Πρωθυπουργός. Ἐὰν ὅμως τοῦτο οὕτως ἔχῃ, οὐδαμῶς κωλύομαι νὰ συγχαρῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐκ βάθους ψυχῆς, διότι ὁμολογῶ, ὅτι καὶ ὁ ἀδαέστατος περὶ τὰ τοιαῦτα, ἀναγινώσκων τὴν ἔκθεσιν ἐκείνην, δύναται νὰ σχηματίσῃ ποιάν τινα γνώμην καὶ περὶ τῶν ἀλλαχοῦ ἰσχυόντων. Δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, οὐδὲ θέλω νὰ ἐκφράσω τὴν περὶ αὐτοῦ γνώμην μου· λέγω μόνον, ὅτι ἡ ἔκθεσις αὕτη, ὡς εἰσηγητική, ἔχει καὶ ἀρτιότητα καὶ ἀναδρομὴν εἰς ξένας νομοθεσίας. Διαβλέπει τέλος πάντων ὁ ἀναγνώστης αὐτῆς τὸν σκοπὸν καὶ τὴν ἀφορμὴν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου πάντα ταῦτα ἐλλείπουσιν, αἱ ἰδέαι συγκρούονται, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀνεύρῃ τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν τὸ προκείμενον θεσμοθέτημα ὑποβάλλεται ὑπὸ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Ἐν ἀρχῇ ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει, ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἡ διοίκησις ἐκτεταμένης περιφερείας, ὡς μάλιστα κατὰ σύμπτωσιν συμβαίνει εἰς πολλοὺς νομοὺς, ἀπὸ τοῦ ἄκρου αὐτῆς, ὅπου κεῖται ἡ ἕδρα τῆς διοικήσεως, κατέστησαν ἄγνωστον τὴν κυβερνητικὴν ἐπίβλεψιν εἰς τὰς ἐσχατιὰς τοῦ νομοῦ.» Εἶναι λοιπὸν ἡ ἔκθεσις ἐδῶ ὑπὸ πνεῦμα συγκεντρώσεως συντεταγμένη, καὶ ἀποδίδωσι τὴν κακὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων εἰς τὴν ἔλλειψιν πνεύματος συγκεντρωτικοῦ, ἐνῷ κατωτέρω ἀναγινώσκομεν: «Ἀναντιρρήτως εἰς τὴν ἄκραν συγκέντρωσιν ὀφείλεται κατὰ πολὺ ἡ στασιμότης εἰς πλεῖστα μέρη τοῦ Κράτους, τοῦ λαοῦ ἀποβαλόντος πᾶσαν αὐτοβουλίαν καὶ συνηθίσαντος νὰ ἀποβλέπῃ πάντοτε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐξ αὐτῆς νὰ προσδοκᾷ τὰ πάντα.» Ἔκθεσις ἀντιφατική, ἧς τὰ μέρη συγκρούονται πρὸς ἄλληλα, ἔκθεσις, εἰς οὐδεμίαν γραμμὴν τῆς ὁποίας δυνάμεθα νὰ εἰσδύσωμεν εἰς τὴν ἀφορμὴν καὶ εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου. Ἤθελον ἐπιθυμήσει, —καὶ κατὰ τοῦτο ἂς ἦναι βεβαία ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἤθελεν ἔχει τοὐλάχιστον καὶ τὴν ἐμὴν ἀσθενῆ συνδρομὴν, ἐὰν αὕτη ἤθελεν εἶναι εὐπρόσδεκτος, —ἤθελον ἐπιθυμήσει, Κύριοι, περὶ ἄλλα νὰ κατεγίνετο ἡ Βουλὴ αὕτη, ἧς ἡ ἐντολὴ εἶναι ὑψίστη, ἧς τὴν ἐντολὴν νομίζω, ὅτι οὐδεμία Βουλὴ ἐκ τῶν προγεγενημένων ἠδύνατο νὰ ἔχῃ. Ἤθελον ἐπιθυμήσει, μὲ πνεῦμα γαλήνης καὶ ἠρεμίας νὰ ἐξετάσῃ τὸ παρελθὸν, νὰ ἐρευνήσῃ τὰς αἰτίας τῶν ἀτυχημάτων ἡμῶν, καὶ μὲ πνεῦμα γαλήνης καὶ ἠρεμίας νὰ μορφώσῃ τὸ παρὸν καὶ νὰ ἀτενίσῃ τὸ εὔελπι μέλλον. Ἀλλ’ ἐὰν ἐξαιρέσωμεν νομοσχέδιά τινα, ὧν τὴν χρησιμότητα, ἐπαναλέγω, οὐδεὶς ν’ ἀρνηθῇ δύναται, δυστυχῶς κατεγείναμεν καὶ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην εἰς συζητήσεις καὶ ἐπιψηφίσεις νόμων, οὐδαμῶς συνδεομένων πρὸς τὰς σοβαρὰς περιστάσεις, ἃς διερχόμεθα, ζητοῦμεν δὲ τὴν ἐπιψήφισιν νόμων, οἵτινες ἀνάστατον κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ποιοῦσι τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ὅτε κατὰ τὸ 1836 ἔτος μετεβάλλετο τὸ διοικητικὸν καθεστὼς, κατηγορήθησαν οἱ τότε, ὅτι ἄνευ αἰτίας, ἁπλῶς πρὸς δημιουργίαν θέσεων καὶ θεραπείαν προσωπικῶν συμφερόντων, πρὸς ὑποστήριξιν ἰδεῶν συγκεντρωτικῶν ἐγένοντο εἰσηγηταὶ τοῦ νόμου ἐκείνου. Καὶ ὅτε οἱ ἀείμνηστοι ἐκεῖνοι ἄνδρες τοῦ 1845 ἔτους εἰσηγοῦντο τὸν νόμον τῆς 5 Δεκεμβρίου, δι’ οὗ τὸ νομαρχιακὸν καθεστὼς ἐπανήρχετο εἰς τὴν ζωὴν καὶ εἰς τὴν δρᾶσιν, ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει ἐλέχθησαν οἱ λόγοι, δι’ οὓς τὸ διοικητικὸν καθεστὼς μετεβλήθη κατὰ τὸ 1836 ἔτος ὑπὸ τοῦ κόμητος Ἄρμανσπεργ. Κατηγορήθη λοιπὸν ἡ μεταβολὴ τοῦ 1836 ἔτους, διότι, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ εὕρῃ τόσα πρόσωπα ἱκανὰ, ὅπως καταλάβωσι τὰς θέσεις τῶν τότε νομαρχῶν, πῶς ἤθελεν εἶναι ἱκανὴ νὰ εὕρῃ 30 διοικητὰς καὶ 17 ὑποδιοικητὰς, ὡς εἶχον διαιρεθῆ τότε αἱ διοικήσεις τοῦ Κράτους; Καὶ πῶς ὁ δημοτικὸς νόμος, νόμος εἰσαχθεὶς μὲν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, συνᾴδων ὅμως πρὸς τὰς πεποιθήσεις καὶ τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, πῶς ὁ περὶ δήμων νόμος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἤθελε δύνασθαι ἀπροσκόπτως καὶ ἐλευθέρως νὰ λειτουργῇ ὑπὸ τὴν μεταβολὴν τοῦ διοικητικοῦ ἐκείνου καθεστῶτος τοῦ 1836 ἔτους, τοῦ συγκεντρωτικοῦ λόγῳ τῆς στενότητος τῶν διοικητικῶν περιφερειῶν, τοῦ ἀξίου χώρας οὐχὶ ἐλευθέρας; Ἰδοὺ οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἡ ἔκθεσις τοῦ 1845 ἔτους, καυτηριάζουσα τὴν μεταβολὴν τὴν ὑπὸ τοῦ κόμητος Ἄρμανσπεργ γενομένην, εἰσηγεῖτο εἰς τὴν τότε Βουλὴν, τὴν πρώτην μετὰ τὸ Σύνταγμα, τὴν ἐπάνοδον τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ πρῴην διοικητικὸν σύστημα. Ἤκουσα νὰ διαχειρίζωνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἄνδρες σοβαροὶ καὶ γνῶσται τῶν πραγμάτων τὸ ζήτημα καὶ ὑπὸ τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ ἔποψιν. Ἤθελον τολμήσει νὰ εἴπω, ὅτι διαφωνῶ πρὸς τὴν πεφωτισμένην αὐτῶν γνώμην, ἤθελον τολμήσει νὰ δηλώσω, καίτοι γνωρίζων τὴν ἀθλίαν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, ὅτι οὐχὶ 500,000, ἀλλὰ καὶ 1 ἑκατομμύριον δραχμῶν ἐπὶ πλέον εὐχερῶς ἤθελον ψηφίσει, ἐὰν προέκειτο διὰ τῆς λειτουργίας τοῦ νέου τούτου συστήματος νὰ εὕρῃ τέλος πάντων ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διοίκησιν, νὰ τύχῃ δικαιοσύνης καὶ ἐκπαιδεύσεως, νὰ τύχῃ ὅλων τῶν ἀγαθῶν, ὅσων δέον νὰ ἀπολαύωσιν οἱ πολῖται πάσης εὐνομουμένης χώρας. Ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, Κύριοι, ὅτι καὶ ὑπὸ τὴν μεταβολὴν ταύτην τοῦ διοικητικοῦ συστήματος τὰ πράγματα θέλουσιν ἀκολουθήσει τὴν πεπρωμένην αὑτῶν γραμμήν. Ἐὰν ὅμως οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ οἰκονομικῶς τὸ ζήτημα διαχειρισθέντες, μοὶ ἐπέτρεπον, ἤθελον παρακαλέσει αὐτοὺς νὰ ζητήσωσι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὴν πληροφορίαν, θὰ ᾖναι ἆρά γε δυνατὸν ἡ κεντρικὴ διοίκησις διὰ τῆς αὐτῆς δαπάνης νὰ κατορθώσῃ τὴν διοίκησιν καὶ ἕνδεκα νέων νομῶν; Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, μετὰ πάροδον μιᾶς τριμηνίας, ἢ ἑνὸς ἑξαμήνου, δὲν θέλουσιν ἔλθει ἐνταῦθα οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα ζητήσωσιν αὔξησιν τῆς δυνάμεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὸς διοίκησιν τῶν ἕνδεκα τούτων νέων νομῶν; Καὶ εἰς πόσον ποσὸν θέλει ἀνέλθει ἡ αὔξησις αὕτη; Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι καὶ ἡ ἔκθεσις ἐκείνη τοῦ 1845 ἔτους καὶ περὶ τούτου ἐποιεῖτο μακρὸν λόγον, καὶ ἀποδοκιμάζουσα τὸν νόμον τοῦ 1836 ἔτους, ἐκτὸς τῶν ἄλλων λόγων, ἔφερε καὶ τοῦτον, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἡ κεντρικὴ Κυβέρνησις νὰ ἐφορεύῃ καὶ νὰ διοικῇ τὰς νέας διοικήσεις ἄνευ αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Οὐδὲν τέλος πάντων μὲ πείθει, ὅτι τοῦτο ἠξίου ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, γινόμενον νόμος τοῦ Κράτους, ἂν οὐχὶ ἄλλο, θέλει ὅμως ἀφεύκτως καὶ ἀναμφιβόλως συντελέσει καὶ εἰς τὴν καταπίεσιν πάσης δημοτικῆς αὐτοβουλίας, εἰς τὴν ἀπομύζησιν καὶ τοῦ τελευταίου στοιχείου τῆς δημοτικῆς ὑπάρξεως. Ἐὰν τὸ παρελθὸν πρέπῃ νὰ καταδικασθῇ, εἷς τῶν λόγων τῆς καταδίκης πρέπει νὰ ἦναι, ὅτι τὴν δημοτικὴν διοίκησιν, τὴν ἐλευθέραν, τὴν Ἑλληνικὴν καὶ τὴν ἀρχέγονον, τὴν προηγηθεῖσαν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844 ἔτους, οὐδέποτε ἠθελήσαμεν νὰ θωπεύσωμεν, οὐδέποτε ἠθελήσαμεν, νὰ περιποιηθῶμεν, οὐδέποτε ἠθελήσαμεν νὰ ἐνισχύσωμεν, ἐνῷ εἰς τὴν δημοτικὴν ταύτην διοίκησιν, ὑπὸ ἄλλην τινὰ βεβαίως, ἀλλ’ ὁμοίαν, ὑπόστασιν, ὀφείλομεν καὶ τὴν διάσωσιν τοῦ ἐθνισμοῦ ἡμῶν καὶ τὴν διάσωσιν πολιτικῶν τινων καὶ πλείστων ἀστικῶν δικαιωμάτων κατὰ τὴν μακραίωνα ἡμῶν δουλείαν. Καθ’ ἣν ἐποχὴν δὲ τὸ ἔθνος μετὰ ταῦτα δὲν εἶχεν ἔτι ἐλευθέραν τὴν θέλησιν αὐτοῦ, οὔτε τὴν γνώμην, καὶ ἡ Ἑλλὰς ἐστερεῖτο ἐθνικῆς ἀντιπρσοπείας, ἡ δημοτικὴ διοίκησις τότε, συνεχίζουσα τὰς παραδόσεις καὶ τὰς ἐθνικὰς προαιρέσεις καὶ τὰ ἐθνικὰ ἔργα τῆς κοινωνικῆς ὑπὸ τὴν Τουρκοκρατίαν διοικήσεως, ὑπέθαλπε τὰ ἐλεύθερα αἰσθήματα τοῦ λαοῦ, γεννήσασα οὕτως αὐτὴ τὴν μεταβολὴν τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1843 ἔτους. Καὶ ταύτην τὴν δημοτικὴν ἡμῶν διοίκησιν, πρὸς ἣν ὡς πρὸς ἱερὰν καὶ ἁγίαν παρακαταθήκην ἔδει πάντες νὰ ἀποβλέπωμεν, ἡμεῖς πάντοτε κατεξηυτελίσαμεν καὶ περιεφρονήσαμεν, καὶ διὰ νομοθετημάτων ἀστόργων κατεστήσαμεν αὐτὴν σχεδὸν ἀνύπαρκτον. Ἐβάλομεν χεῖρα διὰ τοῦ νόμου περὶ ὑποταμείων εἰς τὴν εἴσπραξιν καὶ διαχείρισιν τῶν δημοτικῶν χρημάτων· ἤλθομεν μετὰ ταῦτα διὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καθ’ ἧς ἐγὼ τοὐλάχιστον ἠγέρθην καὶ ἠγόρευσα καὶ ἔδρασα τότε, καὶ ἐφέρομεν τὸ καιριώτατον τραῦμα κατά τε τῆς δημοτικῆς διοικήσεως καὶ τῶν δήμων αὐτῶν. Καὶ ἐνῷ τέλος πάντων ἀνεμένομεν κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην τῆς ἀναγεννήσεως, ὡς λέγεται, νὰ ἴδωμεν τὴν τε δημοτικὴν διοίκησιν καὶ τὸν δῆμον ὑψουμένους εἰς τὴν ἀληθῆ αὑτῶν περιωπὴν, νὰ ἴδωμεν τὸν δημοτικὸν θεσμὸν προστατευόμενον καὶ θωπευόμενον ἅμα, ἵνα συμφώνως πρὸς τὰ ἤθη τοῦ Τόπου λειτουργήσῃ, παριστάμεθα ἐν συζητήσει νομοσχεδίου, εἰς οὐδὲν ἄλλο μέλλοντος νὰ συντελέσῃ ἢ εἰς τὸ νὰ κατεδαφίσῃ καὶ τὰ τελευταῖα ἐρείπια τῆς δημοτικῆς αὐτοβουλίας καὶ αὐτοδιοικήσεως. Καὶ μοὶ φαίνεται παράδοξον, πῶς ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἥτις εὐλόγως ὑπεσχέθη ἔν τισι τὴν ἀποκέντρωσιν οὐχὶ τοῦ ἀγαπητοῦ ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου καὶ νομοδιδασκάλου κ. Φλογαΐτου, ἀλλ’ ἐκείνην, πρὸς ἣν ἱκανὴ εἶναι ἡ χώρα, ἐνῷ, λέγω, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐν τοῖς νομοσχεδίοις αὐτῆς τούτοις, τοῖς συναφέσιν, ὑπόσχεται ποιάν τινα ἀποκέντρωσιν καὶ αὐτοδιοίκησιν, διὰ τῆς στενότητος τῆς διοικητικῆς περιφερείας ἔρχεται σήμερον, ἵνα ὀλεθρίως ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῆς δημοτικῆς αὐτοβουλίας καὶ αὐτοδιοικήσεως. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, Κύριοι, ἐὰν εἶχον τὸ εὐτύχημα, ἢ τὴν δύναμιν, νὰ γένωμαι ἀκουστὸς παρὰ τοῖς ἰσχύουσιν, ἤθελον συμβουλεύσει αὐτοὺς μετὰ τῆς θέρμης, ἥτις δυστυχῶς χαρακτηρίζει τὸν λόγον μου, καὶ μεθ’ ὅλης τῆς ὑπολήψεως, ἣν πρὸς αὐτοὺς τρέφω, νὰ καταγείνωσι μᾶλλον εἰς τὴν δημοτικὴν διοίκησιν ἢ εἰς τὴν νομαρχιακὴν, μᾶλλον εἰς τὸν δῆμον ἢ εἰς τὸν νομόν. Ἐὰν ὁ τόπος ἡμῶν κακοδαιμονῇ, μία τῶν αἰτιῶν εἶναι ἡ καταστροφὴ τοῦ κοινωτικοῦ συστήματος, ἡ ἔλλειψις ἢ πλήρης πλέον δημοτικοῦ καθεστῶτος. Ἡ εὐγενὴς ἅμιλλα πρὸς διοίκησιν τοῦ δήμου σήμερον νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει λόγον πλέον ὑπάρξεως, διότι σπουδαιότατον τῶν δημοτικῶν καθηκόντων καὶ δικαιωμάτων ἀπέμεινεν ἡ ἀποκομιδὴ τῶν ἀκαθαρσιῶν τῶν πόλεων καὶ τῶν κωμῶν. Ἤθελον συμβουλεύσει τὸ καθεστὼς νὰ καταγείνῃ εἰς τὴν δι’ ἐνισχύσεως τοῦ δήμου ὤθησιν τῶν δημοτῶν πρὸς ἅμιλλαν εὐγενῆ διὰ τὴν κατάληψιν τῶν δημοτικῶν ἀξιωμάτων, ἤθελον συμβουλεύσει τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἐκ παντὸς τρόπου, λέγω, ἐνίσχυσιν καὶ τὸν προβιβασμὸν τῆς δημοτικῆς διοικήσεως, ἧς ἄνευ, μεταβάλλετε ὅσον θέλετε, σήμερον μὲν οὕτως, αὔριον δὲ ἄλλως τὴν διοίκησιν τῆς χώρας, οὐδὲν θέλετε κατορθώσει. Θέλετε ἔχει, οὕτως εἰπεῖν, στρατηγοὺς, διοικοῦντας στρατιώτας ἀόπλους, γυμνοὺς καὶ ἀνυποδήτους, τοὺς δήμους. Καὶ τί ἀφήσαμεν εἰς τοὺς δήμους, ἵνα, συστέλλοντες ἔτι πλέον τὴν διοικητικὴν περιφέρειαν κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἀφαιρέσωμεν αὐτοὺς καὶ τὰ λείψανα ταῦτα τῆς ὑπάρξεως αὐτῶν; Ἡ γνώμη μου εἶναι, Κύριοι, — πιθανὸν νὰ ἦναι καὶ ἐσφαλμένη, ἐγὼ δὲν ἐπαγγέλλομαι τὸν ἀλάθητον, — ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην πρὸ παντὸς ἐλέγχου τοῦ παρελθόντος· ἠρεμίας καὶ γαλήνης, ἀδελφότητος, ἐπαναλέγω, τῶν ψυχῶν καὶ τῶν πνευμάτων. Οὔτε εἶναι ἡ ἐποχὴ ἡ νῦν κατάλληλος, ἵνα ἀνακινήσωμεν πάθη ἐπαρχιακὰ, συμφέροντα ἀντιμαχόμενα ἄνευ σπουδαίου καὶ ἐπωφελοῦς σκοποῦ. Διὰ τοῦτο ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἐκφράζων τὴν ἀτομικὴν γνώμην μου, οὐχὶ δέ ποτε ἀπὸ ἐννοίας πολιτικῆς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ἧς, καὶ ὡς τοιαύτης καὶ ὡς ἀτόμων, οὐδὲν αἰσθάνομαι νὰ ἔχω, λέγω ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδαμῶς πρέπει νὰ νομίσῃ ἀνάξιον ἑαυτῆς νὰ δεχθῇ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι, ἂν οὐχὶ ἄλλο, τοὐλάχιστον ἄωρον διὰ τοὺς παρόντας καιρούς. Ἂς καταγείνῃ νὰ συλλέξῃ τὰ ἐρείπια καὶ τὰ λείψανα τῆς χώρας, ἂς κατορθώσῃ νὰ ἀναδημιουργήσῃ τὸν στρατὸν καὶ τὸν στόλον, ἂς φροντίσῃ διὰ σώφρονος καὶ μεμετρημένου προϋπολογισμοῦ νὰ ἀναπληρώσῃ τὰ ἀπολεσθέντα ὑλικὰ τοῦ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ, ἂς κατορθώσῃ τέλος πάντων νὰ εὕρῃ οἱανδήποτε ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, ἀλλὰ πολιτικὴν ὡρισμένην καὶ Ἑλληνικὴν, ἧς αὐτὴ καὶ μόνη νὰ ἡγῆται. Ἂς ἐμβάλῃ, ἐπαναλέγω, τὴν ἠρεμίαν καὶ τὴν γαλήνην, καὶ ἂς μὴ ζητῇ ἐν οὑτωσὶ κρισίμοις στιγμαῖς οὐχὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους μόνον, ἀλλ’ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, νὰ θέση χεῖρα ἐκεῖ, ὅπου δύναται νὰ ἀναβάλῃ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατὰ τὸ 1870 ἔτος, ὅτε αἱ Γερμανικαὶ λεγεῶνες εἰσήλασαν μέχρι τῶν Παρισίων, ὁ αὐτοκράτωρ τῶν Γάλλων καὶ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ἠχμαλωτίζοντο, ἡ Commune διεῖπε τοὺς Παρισίους, ἡ Γαλλία ἦτο ἀνάστατος, ὅλοι ἐνόμιζον, ὅτι ὁ εὐγενὴς ἐκεῖνος λαὸς διεγράφη ἀπὸ τοῦ χάρτου τῆς Εὐρώπης. Καὶ ὅμως ἡ διοίκησις τῆς Γαλλίας οὐδαμῶς μετεβλήθη, καὶ, χάρις εἰς τὸ μεγάθυμον αὐτῆς, χάρις εἰς τὸ ἀμετάβλητον τῆς διοικήσεως τῆς Γαλλικῆς, ὑφισταμένης τοιαύτης ἀπὸ τῆς πρώτης Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, ἡ Γαλλία, ὡς ὀρθῶς ἐρρήθη, κατώρθωσε νὰ ὑποστῇ τοσαύτας πολιτικὰς μεταβολὰς, τοσαύτας ἀλλαγὰς δυναστειῶν καὶ δύο δημοκρατίας, χωρὶς ποσῶς νὰ κλονισθῇ. Ἡ Βυρτεμβέργη, ἡ Βαυαρία, ἡ Πρωσσία καὶ ἄλλα Κράτη τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου οὐδέποτε μετέβαλον τὸ διοικητικὸν αὑτῶν καθεστὼς, οὔτε ὑπάρχει λόγος μετατροπῆς αὐτοῦ, ὅταν δὲν ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι διὰ τῆς μεταβολῆς ταύτης θέλομεν ἐπιτύχει τοῦ ποθουμένου, ἐνῷ τοὐναντίον θέλομεν στερηθῆ τῆς ἠρεμίας καὶ τῆς γαλήνης, ἧς σήμερον πρὸ πάντων ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀνάγκην, ὅπως ἀνορθώσῃ ἑαυτήν.
§127Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ διαιρέσεως διοικητικῆς τοῦ Κράτους. Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, γεννᾷ ἀμέσως τὸ ζήτημα: εἴχομεν ἆρά γε ἀνάγκην μεταρρυθμίσεως τοῦ διοικητικοῦ ἡμῶν ὀργανισμοῦ; Οὐδεὶς, νομίζω, δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἀναπόδραστος ὑπῆρχεν ἡ ἀνάγκη θεμελιώδους καὶ ῥιζικῆς μάλιστα μεταβολῆς τοῦ διοικητικοῦ ἡμῶν συστήματος. Νομοσχέδιον δὲ, τὸ ὁποῖον ἀνάγεται εἰς τοιαύτην ὕλην, ὡς θὰ ἦτο καὶ πᾶν νομοσχέδιον ἀφορῶν εἰς τὴν ῥιζικὴν τροποποίησιν τῆς δικαστικῆς νομοθεσίας, δὲν πρέπει βεβαίως νὰ θεωρεῖται ὡς ἀντικείμενον πολιτικῆς ἀντιδράσεως, ἀλλ’ ὡς θέμα μᾶλλον εἰλικρινοῦς καὶ εὐσυνειδήτου κριτικῆς. Πρὸ ὀλίγου ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐξῆρε τὸ ἔργον τῶν νομοθετῶν τοῦ 1833 καὶ 1834. Ἀκριβῶς ὅμως, ὅταν αὐτὴν τὴν νομοθεσίαν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν τύχην, ἣν ὑπέστη ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτῆς, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ὀρθῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, ἐπιληφθεῖσα τοῦ ἔργου τῆς μεταρρυθμίσεως καὶ τῆς μεταβολῆς τοῦ συστήματος ἐκείνου, ὡς ἐν πολλοῖς ἀποτυχόντος. Τί εἰσηγάγομεν κατὰ τὸ 1834; Εἰσηγάγομεν Ναπολεόντειον διοικητικὸν ὀργανισμόν, συγκεντρωτικὸν ὀργανισμὸν τριῶν τυπικῶν διοικητικῶν κρίκων, τοῦ νομάρχου, τοῦ ἐπάρχου καὶ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, καὶ ἂν ῥίψωμεν ἓν βλέμμα εἰς τὴν τύχην αὐτοῦ, θέλομεν παραστῆ μάρτυρες τῶν ἐρειπίων του. Ἀλλὰ δὲν πρέπει βεβαίως νὰ ἀδικήσωμεν τοὺς νομοθέτας τοῦ 1833, διότι οὐχὶ μόνον ἡμεῖς ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ, ὅπου ἐφηρμόσθη τὸ αὐτὸ σύστημα, καὶ ἐν Βελγίῳ καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ, ἔσπευσαν ἀμέσως νὰ τὸ ἐγκαταλείψωσι, νὰ τὸ ἀποκαθάρωσι, καὶ νὰ πλάσωσι νέον διοικητικὸν ὀργανισμόν. Ὁ Μάουρερ καὶ ὁ Ἄβελ, οὓς ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Λεβίδης, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι μετὰ πόνου εἰργάσθησαν, καὶ ἐπροικοδότησαν, οὕτως εἰπεῖν, τὴν Ἑλλάδα εἰς διάστημα 16 μηνῶν, ὅσον ἦτο εἰς αὐτοὺς ἐφικτόν, διὰ τῆς τελειοτέρας κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους εὐρωπαϊκῆς νομοθεσίας· εἶχον δὲ ἀναλάβει μέγα τῷ ὄντι ἔργον, οὐχὶ νὰ ἀνορθώσωσιν, ἀλλ’ ἐκ ῥίζης νὰ δημιουργήσωσι σύστημα νομοθετικόν. Ὁ Ἄβελ, ὀξυνούστατος ἀνὴρ, ἐπελήφθη ἰδίᾳ τοῦ δημοτικοῦ νόμου, καὶ ὅτε ἀνεχώρησεν ὁ Μάουρερ εἰς Βαυαρίαν, ἔγραφε δὲ τὸ τρίτομον πολύτιμον αὑτοῦ διὰ τὴν πηγὴν τῶν νόμων τῆς νομοθεσίας ἡμῶν σύγγραμμα «das griechische Volk», δὲν ἐδίστασε νὰ βεβαιώσῃ, ἐπικαλούμενος καὶ μίαν περικοπὴν μιᾶς ἐφημερίδος, τοῦ «Σωτῆρος», ὅστις ἐγράφετο κατὰ τὸ 1824 Ἑλληνιστὶ καὶ Γαλλιστί, ὅτι ὁ δημοτικὸς ἡμῶν νόμος, στηριζόμενος ἐπὶ εὐρείας βάσεως καὶ ἐπὶ φιλελευθέρων ἀρχῶν, ἐπρόκειτο νὰ ἀνυψώσῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν βαθμίδα τῶν μᾶλλον πεπολιτισμένων Κρατῶν, καὶ νὰ διατηρηθῇ μεταξὺ τῶν ἄλλων θεσμῶν ὡς μνημεῖον αἰώνιον πατριωτισμοῦ καὶ ἐλευθερίας. Καὶ τὸ νομαρχιακὸν σύστημα ἦτο τέλειον σύστημα· κατὰ τὸ 1820 μάλιστα ἐθεωρεῖτο ἐν Γαλλίᾳ ὡς νομοθετικὸν ἀριστούργημα. Ἀλλὰ ποία ἦτο ἡ τύχη τῶν διοικητικῶν ἡμῶν θεσμῶν ἐν Ἑλλάδι; Τοὺς δήμους τοὺς γνωρίζομεν· μετεβλήθησαν εἰς ἐρείπια, ἀπὸ τοῦ 1845 δὲ ἐθεωρήθη καταδικασθεὶς ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ὁ δημοτικὸς νόμος. Δὲν γνωρίζω ἐγὼ, ἐὰν ἡ μομφὴ, ὅτι οἱ νομοθέται τοῦ 1833 καὶ 1834 ἠδίκησαν τὴν Ἑλλάδα, διότι ἀπεμακρύνθησαν τοῦ κοινωτικοῦ συστήματος τοῦ Καποδίστρια, διότι δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὸν τοπικὸν ὀργανισμόν, ὅστις πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως ἐλειτούργει καὶ ὁ ὁποῖος ἀνάγεται ἱστορικῶς μέχρι τῶν Βυζαντινῶν χρόνων, δηλαδὴ τὰς κοινότητας, δὲν γνωρίζω, λέγω, ἐὰν ἡ μομφὴ αὕτη ἦναι δικαία. Αἱ κοινότητες ἦσαν τὰ κύτταρα τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ὑπάρξεως. Ἡ κοινότης, ἔχουσα ὡς πυρῆνα τὸν ἱερέα, διετήρησε τὸ πνεῦμα ἄσβεστον, καὶ ἀκεραίαν τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Μόνος ὁ Καποδίστριας, ἐννοήσας τοῦτο, ἠθέλησεν ἐπὶ τοῦ κοινωτικοῦ συμπλέγματος νὰ διαπλάσῃ καὶ νὰ δημιουργήσῃ δημοτικὴν νομοθεσίαν. Ὁ Μάουρερ ἰσχυρίσθη, ὅτι ὁ Καποδίστριας ἀπέτυχε. Δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ἂν ἤθελεν ἀποτύχει τὸ σύστημα ἐκεῖνο, ἀλλ’ ἴσως θὰ διέσωζε γνησιώτερον Ἑλληνικὸν ὀργανισμόν. Ταῦτα ὅμως ἀνάγονται εἰς τὴν ἱστορίαν. Ἐκ τῆς τοπικῆς διοικήσεως ὁ πρῶτος καταργηθεὶς θεσμὸς ὑπῆρξεν ὁ τοῦ ἐπάρχου. Καὶ ἔψεξαν μέν τινες τὴν κατάργησιν, καὶ συνεβούλευσαν μάλιστα, ὅτι ἀπαραίτητος καὶ σωτηριώδης ἐστὶν ἡ ἐπαναφορὰ αὐτοῦ, νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ σκέψις αὕτη δὲν εἶναι ὀρθή. Οὐ μόνον παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ ἔπαρχος, ὡς ἁπλοῦν ὄργανον τοῦ νομάρχου, ἐθεωρήθη ὡς τις διοικητικὸς πλεονασμός. Ἐν Ἰταλίᾳ μάλιστα, ὅτε συνεζητεῖτο ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τὸ ζήτημα τοῦτο, Βουλευτής τις, πῶς νομίζετε ὅτι ὠνόμασε τοὺς ἐπάρχους; Θὰ τὸ εἴπω Ἰταλιστί! ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τυγχάνει ἰταλιστής· τοὺς ὠνόμασε fattorini postali.
§128ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἑλληνικὰ, ἑλληνικά.
§129ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δηλαδὴ ὄργανα ταχυδρομικὰ τοῦ κυρίου νομάρχου· ὅτι δηλ. τὸ καθῆκον αὐτῶν περιωρίζετο εἰς τὸ νὰ διαβιβάζωσιν ἔγγραφα εἰς τὸν νομάρχην. Οὐδεὶς ὑπῆρξεν, ὅστις νὰ ὑψώσῃ τὴν φωνὴν αὑτοῦ ὑπὲρ τοῦ ἐπαρχιακοῦ συστήματος, οἷον διετυποῦτο παρ’ ἡμῖν, καὶ μόνον ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ ὑπὸ ἀνδρῶν διακεκριμένων καὶ πεπειραμένων ἐθεωρήθη, ὅτι ἡ μόνη σωτηρία τῆς τοπικῆς διοικήσεως ἔγκειται εἰς τὴν ἐπάνοδον τῶν ἐπάρχων. Ἐγὼ, δὲν γνωρίζω βεβαίως ἐὰν ἀπατῶμαι, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔρχηται εἰς ἀμεσωτέραν βεβαίως, ὡς οἷόν τε, σχέσιν πρὸς τὰς κατωτέρας διοικητικὰς ἀρχάς. Ἀλλὰ τίς ὑπῆρξε καὶ ἡ λειτουργία τοῦ νομάρχου ἐν τῇ ἐφαρμογῇ; Ἀνταπεκρίθη ἆρά γε εἰς τὰ δικαιώματα, δι’ ὧν περιεβλήθη; Ἐὰν ἀναγνώσωμεν τὸν νόμον, θέλομεν παρατηρήσει, ὅτι ὁ νομάρχης παρίσταται ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ τοπικῇ διοικήσει. Αὐτὸς θεωρεῖται ὡς ἄλλος Ὑπουργὸς ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτοῦ. Οὐδεὶς ὅμως δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ὁ νομάρχης ἀναδείκνυται ἐν τῇ πράξει εἰς ἁπλοῦς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Δὲν εἶναι αὕτη γνώμη ἐμοῦ· εἶναι ἰδέα ἀναπτυχθεῖσα ἐσχάτως ἐν τῷ Ἰταλικῷ Κοινοβουλίῳ. Εἶναι ὅμως ἀκριβής. Καὶ βεβαίως, ἐάν τις ἔχῃ ἐργασίαν τινὰ ὁπωσδήποτε σοβαρὰν, οὐδεμίαν αἰσθάνεται ἀνάγκην νὰ ἀπευθυνθῇ κἂν πρὸς τὸν νομάρχην, ἀλλὰ λαμβάνει τὴν πρὸς τὴν Μέκκαν ἄγουσαν, προσέρχεται κατ’ εὐθεῖαν πρὸς τὸν Ὑπουργόν, καὶ ἐπιτυγχάνει αὐτήν. Διὰ ταῦτα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑφίσταται ἐπανειλημμένας ἐπιθέσεις ἐξ ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἤδη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑφίσταται τὸ μαρτύριον τοῦτο, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἡ συγκεντρωτικὴ αὕτη ἐπίθεσις ἀποβαίνει βεβαίως εἰς βλάβην τῆς ὑπηρεσίας, διότι ἀπασχολούμενος ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὰ ἐλάχιστα καὶ ἐπουσιώδη, ἀναγκάζεται νὰ παραμελῇ σπουδαιότερα καθήκοντα. Ἐθεωρήθη λοιπὸν καὶ ὁ νομάρχης ὡς μία τροχοπέδη, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ διοικητικοῦ ὀργανισμοῦ, καὶ ὁ θεσμὸς χρῄζει ἐπανορθώσεως, ἵνα λάβῃ καὶ αὐτὸς τὴν προσήκουσαν ἐν τῇ τοπικῇ διοικήσει θέσιν. Ἐντεῦθεν ἐθεωρήθη, ὅτι οὐ μόνον ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖόν ἐστι Νομαρχιακὸν Συμβούλιον παρὰ τῷ νομάρχῃ, ὡς ἐλεγκτὴς, ἵνα γνωμοδοτῇ, ἀλλὰ καὶ ἵνα ἐφορᾷ καὶ ἀστυνομεύῃ ἐπὶ τὰς κατωτέρας ἀρχὰς, τοὺς δήμους, τὰ νομικὰ πρόσωπα, τὰ φιλανθρωπικὰ καταστήματα, καὶ ἵνα ἀσκῇ δικαιώματα ἀνεξαρτήτως ὅλως καὶ ἀνεξελέγκτως. Ἐντεῦθεν ζήτημα ἠγέρθη, ἐὰν ὁ νομάρχης πρέπῃ νὰ προΐσταται κἂν τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου. Τὸ ζήτημα τοῦτο πολὺ ἀπησχόλησε τὰς εὐρωπαϊκὰς Βουλὰς, καὶ ἐλύθη κατὰ τοῦ νομάρχου, διότι ἐθεωρήθη σκοπιμωτέρα ἡ ἐλευθέρα καὶ ἀποκεντρωτικὴ ἐνέργεια τοῦ Συμβουλίου. Ἀδικοῦμεν λοιπόν, νομίζω, τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν ἐπιτιθέμεθα κατ’ αὐτῆς, ἰσχυριζόμενοι ὅτι πρέπει νὰ ἀποκρούσωμεν νομοσχέδια ἀναγόμενα εἰς τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ διοικητικοῦ ὀργανισμοῦ. Τὸ ζήτημα εἶναι κατὰ πόσον ταῦτά εἰσι χρήσιμα, καὶ ἀκριβῶς κατὰ πόσον τὸ περιεχόμενον αὐτῶν καὶ τῶν στοιχείων αὐτῶν συμβιβάζεται πρὸς τοὺς πόθους τῆς κοινῆς γνώμης, ἢ μήπως εἰσὶν ἀτελῆ καὶ ἀμελέτητα. Δὲν δύναμαι νὰ ἐπιδοκιμάσω τὴν γνώμην, ἣν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἠκούσαμεν σήμερον παρὰ διακεκριμένου πολιτευτοῦ ἐκφερομένην, ὅτι, ἐὰν δὲν παρασκευάσωμεν καὶ δὲν προσαγάγωμεν ὁλόκληρον σύστημα ὀργανισμοῦ συμπάσης τῆς νομοθεσίας ἡμῶν ἐπὶ τῇ βάσει συστήματος ἀποκεντρώσεως, εἰς οὐδεμίαν πρέπει νὰ προβῶμεν μεταρρύθμισιν. Τοῦτο δέ μοὶ φαίνεται δυνατόν, διότι εἶναι τὸ αὐτὸ, ὡς νὰ λέγωμεν εἰς ἄνθρωπον πειναλέον καὶ ζητοῦντα ἄρτον, ἵνα μὴ ἀποθάνῃ τῆς πείνης, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φάγῃ, διότι θὰ παρασταθῇ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας εἰς πολυτελέστατον γεῦμα. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη ῥιζικῆς μεταρρυθμίσεως, ἀναμφισβητήτως πρέπει νὰ προβαίνωμεν χειρουργικῶς, ἵνα κατορθώσωμεν βαθμηδὸν τὴν βελτίωσιν τῶν πραγμάτων. Δὲν ἐνόησα ὅμως καὶ τὸν λόγον, δι’ ὃν ἐπεκαλοῦντό τινες καὶ τοὺς ἀπανθρώπους νόμους τῶν ἀρχαίων Λοκρῶν, ὅτι ὁ προτείνων νέον νόμον ἔφερε βρόχον περὶ τὸν τράχηλον, ἀπηγχονίζετο δὲ, ἂν ἡ πρότασις ἀπερρίπτετο. Τοῦτο ἐγίνετο, ἵνα μὴ ἀποτολμῶσι συχνοὺς νομοθετικοὺς νεωτερισμούς. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ ἐλυπούμην βεβαίως, ἐὰν ἔβλεπον τὴν κομψὴν κεφαλὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἠναγκασμένην νὰ περιβληθῇ βρόγχον, ἵνα ὑποβάλῃ τὸν νόμον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε δύο νομοσχέδια, ἓν περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους καὶ ἕτερον περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων. Δὲν συμφωνῶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ στενὰ ὅρια τοῦ πρώτου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον σήμερον πρὸς συζήτησιν εἰσάγεται· διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο μόνον περὶ τῆς γεωγραφικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους εἰς 27 νομοὺς, δὲν γνωρίζω ἐὰν ἠδύνατο νὰ γείνῃ κἄν συζήτησις. Ἀλλ’ ὅταν ἐν ἄρθρῳ 3 ἀναγράφηται ἡ ἀρχὴ, ὅτι «ἕκαστος νομὸς ἀποτελεῖ ἴδιον νομικὸν πρόσωπον, καταρτιζόμενον κατὰ τὸν περὶ τούτου νόμον», μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ ἀρχὴ αὕτη προκαλεῖ τὴν συζήτησιν, διότι δημιουργεῖ νέον θεσμὸν, ἄξιον εὐρυτέρας ἐξετάσεως καὶ ἐρεύνης. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν, κατὰ τοσοῦτον δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὸ περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὰ στοιχεῖα τοῦ ἱδρυομένου νομικοῦ προσώπου. Ἐὰν ῥίψωμεν τὸ βλέμμα ἐπὶ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, παρατηροῦμεν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπεδίωξε τὴν ἐφαρμογὴν ἀποκεντρωτικοῦ τινος συστήματος. Συνεβουλεύθη τὰς νομοθεσίας τὰς νεωτέρας τῆς Εὐρώπης, καὶ κατελήφθη ὑπὸ τῆς σκέψεως, ὅτι, ὅπως ὁ δῆμος ἔχει ἴδια καὶ ἀνεξάρτητα τοπικὰ συμφέροντα, ἔχει ἰδίαν περιουσίαν, ἀναγνωρίζεται διὰ τοῦτο ὡς νομικὸν πρόσωπον, οὕτω καὶ ἡ ἐπαρχία δύναται ἐπίσης νὰ ἔχῃ περιουσίαν, καὶ αὐτὴ δύναται νὰ ἔχῃ τοπικὰ συμφέροντα, ἀνεξάρτητα τῶν γενικῶν τοῦ Κράτους συμφερόντων. Ὁ ἀσφαλέστερος καὶ ἀγρυπνότερος φρουρὸς τῶν συμφερόντων τούτων εἶναι αὐτὸς ὁ ἐνδιαφερόμενος. Οὐδεὶς λοιπὸν λόγος δικαιολογεῖ τὴν ἀνάμιξιν τοῦ Κράτους εἰς τὴν ἄμεσον διαχείρισιν τῶν καθαρῶς τοπικῶν συμφερόντων. Τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς αὐτὰ, μόνον ὅταν πρόκειται περὶ τῆς δημοσίας τάξεως. Ἐντεῦθεν ἡ ἀνάγκη τῆς ἀστυνομίας καὶ ἐποπτείας τῶν νομικῶν προσώπων ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον, ὡς ὑποβάλλεται, πληροῖ ἆρά γε τὸν σκοπὸν αὐτοῦ; Κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅσῳ ἐγγυτέρα ἡ ἐπίβλεψις καὶ ἡ σχέσις τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας πρὸς τὰ νομικὰ πρόσωπα, τόσῳ καὶ λυσιτελεστέρα. Νομίζω ὅμως, ὅτι πλανᾶται ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐὰν ἡ γεωγραφικὴ στενότης τῆς διοικητικῆς περιφερείας ἀπετέλει πράγματι καὶ τὴν τελειότητα τῆς διοικητικῆς ἐνεργείας, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σπουδαιότατον ἔλυσε ζήτημα. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἔχομεν ἀποδείξεις, ὅτι, ἐνῷ εἰς μεγάλας περιφερείας δύναται ἡ τοπικὴ διοίκησις νὰ ἦναι καλλιτέρα, εἰς μικρὰς περιφερείας τοὐναντίον δύναται νὰ ἦναι ἀτελής. Δὲν θέλω νὰ φέρω ὡς παράδειγμα τὰς ἀγγλικὰς διοικήσεις, διότι ἐκεῖ καὶ ἡ μέθοδος καὶ ἡ νομοθεσία εἶναι ἰδιόρρυθμος. Ἡ York π.χ., περιλαμβάνουσα 1,200,000 κατοίκους, εἶναι μία περιφέρεια, ἐνῷ ἐπίσης μία περιφέρεια εἶναι καὶ ἡ Portland, ἔχουσα 24,000 κατοίκους. Δὲν εἶναι βεβαίως ἡ διαφορὰ τῆς ἐκτάσεως, ἡ ὁποία ἐπιφέρει τὰ ἀγαθὰ τῆς τοπικῆς διοικήσεως ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ καὶ αἱ εὐρωπαϊκαὶ χῶραι, αἵτινες ἔχουσι τοὺς αὐτοὺς περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων καὶ νομῶν θεσμούς, οὓς καὶ ἡμεῖς προσπαθοῦμεν νὰ μεταφυτεύσωμεν, δὲν ἔδωκαν προσοχὴν ἀπολύτως εἰς τὴν στενότητα τῶν περιφερειῶν. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἔχουσιν 89 νομοὺς καὶ 38 καὶ πλέον χιλιάδας δήμους, εἰς τὴν Ἰταλίαν 59 νομοὺς, εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔχομεν 27. Δὲν νομίζετε, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅτι εἶναι ὑπερβολή; Ἐὰν εἰς τὴν Ἰταλίαν, ἐκ τῆς νομοθεσίας τῆς ὁποίας κατὰ τὸ πλεῖστον, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἐδανείσθητε τὸ ἔργον ὑμῶν, ὑπάρχωσι 59 νομοί, 59 νομικὰ πρόσωπα, δὲν εἶναι ἀπότομος ἀντίθεσις, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν 27 νομούς; Διὰ τίνα ἆρά γε λόγον; Ἀλλ’ ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τί γίνεται ἐν Ἑλλάδι, μήπως δικαιολογεῖται τοιαύτη ἀρχή; Ἡ Ζάκυνθος, μικρὰ οὖσα περιφέρεια, μήπως διοικεῖται τελειότερον τῆς Εὐβοίας; μήπως διοικεῖται καλλίτερον τῶν Κυκλάδων;
§130Γ. ΡΩΜΑΣ. Καλλίτερον.
§131ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὑμεῖς λέγετε καλλίτερον, διότι δὲν δύνασθε νὰ δεχθῆτε τὴν γνώμην μου, ἀλλὰ βεβαίως ἡ αὐτὴ κατάστασις ὑπάρχει. Ἀλλ’ ὑμεῖς ἐνομίσατε, ὅτι ἡ χώρα εἶναι ὕφασμα καὶ ὅτι διὰ ῥαπτικῆς ψαλίδος δύνασθε νὰ διαιρέσητε αὐθαιρέτως τὸ Κράτος εἰς τεμάχια· ἀκριβῶς ὅμως, διότι διαιρεῖτε αὐτὸ εἰς πολλὰ τεμάχια, θὰ περιέλθητε εἰς τὸν κίνδυνον, ὃν τὸ σύστημα τῆς ἀποκεντρώσεως προσπαθεῖ νὰ ἀποφύγῃ. Ἡ ἀποκέντρωσις δὲν ἔχει σκοπὸν μόνον τὴν ἀνακουφιστικὴν μετάθεσιν τῶν πλεοναζουσῶν λειτουργιῶν ἐκ τῶν κέντρων πρὸς τὴν περιφέρειαν, ἐκ τῆς καρδίας πρὸς τὰ ἄκρα· σκοπὸν ἔχει τὸν περιορισμὸν καὶ τῆς γραφειοκρατίας, νὰ ἀπαλλάξῃ δηλ. τὸ κέντρον ἐκ τοῦ βάρους καὶ τῆς πληθώρας τῶν ὑπηρεσιῶν. Ἀλλ’ ὑμεῖς διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον φέρετε, τῶν 27 νομῶν, θὰ αὐξήσητε βεβαίως τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ κέντρου· διότι, ἐὰν σήμερον ἔχητε 16 νομοὺς, τῶν ὁποίων ἡ ἐργασία ἀπασχολεῖ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ ἔχητε εἰς τὸ μέλλον 27 νομοὺς, τῶν ὁποίων ἡ ὑπηρεσία θὰ διεξάγηται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, καὶ δὲν γνωρίζω ἐὰν θὰ ὑπάρξῃ Ὑπουργὸς τόσον φλεγματικός, ὅστις δὲν θὰ τραπῇ εἰς φυγὴν ὑπὸ τοιοῦτον βάρος. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πολλαὶ συζητήσεις ἐγένοντο, ὅτε ἐν Ἰταλίᾳ συνεζητεῖτο ἡ νομοθεσία τῆς τοπικῆς διοικήσεως, ἐὰν προηγουμένως δὲν ἔπρεπε νὰ βελτιωθῇ ὁ κεντρικὸς τοῦ Ὑπουργείου ὀργανισμός. Πρῶτον πρέπει νὰ ἀνορθώσητε καὶ βελτιώσητε τὴν διοικητικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ κέντρου, καὶ κατόπιν τὴν τῆς περιφερείας, ἢ τοὐλάχιστον συγχρόνως. Ἐὰν δὲ τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν, ἐὰν δὲν δύναταί τις νὰ ἀξιώσῃ παρ’ ὑμῶν τὴν δύναμιν τοῦ Ἄτλαντος, τοὐλάχιστον τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα εἴχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φέρητε, προκειμένου περὶ διοικητικοῦ ὀργανισμοῦ, ἔπρεπε ν’ ἀποτελῶσι σύστημα ἄρτιον, κατὰ τὴν ἐμὴν δὲ γνώμην, πρωτίστως καὶ συγχρόνως μετὰ τοῦ θεσμοῦ τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ καὶ νόμος περὶ ῥιζικῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ δημοτικοῦ νόμου. Διότι καὶ ἡ Γαλλία, ἡ ὁποία εἰσήγαγε τὸν θεσμὸν τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, ἔσπευσε νὰ φέρῃ ἀμέσως καὶ νόμον δημοτικόν. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν τὰς ὀρθὰς ταύτας παρατηρήσεις. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὕτω πολὺ θ’ ἀνακουφισθῇ ἡ τοπικὴ διοίκησις. Σήμερον, ἐὰν ψηφισθῇ ὁ νόμος περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων ἄνευ νόμων δημοτικῶν, θὰ ἔχητε ἕνα μόνον διοικητικὸν τροχόν, κανονικῶς ἐργαζόμενον. Τὸ νομικὸν πρόσωπον, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς πρόκειται ὁ θεσμὸς τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων νὰ θεραπεύσῃ, θὰ ἐξακολουθῇ συρόμενον παράλυτον — καὶ κατέστη παράλυτον ἕνεκα τοῦ βάρους τῶν ὑπηρεσιῶν, τὸ ὁποῖον ἐπέθηκαν ἐπ’ αὐτοῦ. — Ἵνα πείσω δ’ ὑμᾶς περὶ τῆς ἀναποδράστου ἀνάγκης τῆς προηγουμένης ἀνακαθάρσεως τῆς δημοτικῆς νομοθεσίας, ἐπιτρέψατέ μοι ἓν μόνον σημεῖον νὰ θίξω. Ἐὰν ψηφισθῇ νομοσχέδιον περὶ ἐνοριῶν, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς ὑπεσχέθη νὰ ἐργασθῇ, οὐ μόνον ὁ δῆμος μεγάλην θέλει αἰσθανθῆ ἀνακούφισιν, ἀλλὰ καὶ ἡ τοπικὴ διοίκησις πολλὴν ὠφέλειαν θ’ ἀποκομίσῃ. Διότι οὐ μόνον θὰ κανονίσωμεν τελειότερον τὰς ἐνοριακὰς ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἡ ἐνορία, ἀναγομένη καὶ αὐτὴ εἰς νομικὸν πρόσωπον, ἀναλαμβάνει τὴν φροντίδα τῶν ληξιαρχικῶν βιβλίων. Ὅσοι ἐπεσκέφθητε δημοτικὰ καταστήματα καὶ ἐζητήσατε ληξιαρχικὰς πράξεις, θὰ παρετηρήσατε βεβαίως εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ὁ σπουδαιότατος καὶ πρακτικώτατος οὗτος κλάδος.
§132Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Πελοπόννησον δὲν ὑπάρχουσι ληξιαρχικὰ βιβλία.
§133ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἑκάστη ἐκκλησία θὰ ἔχῃ τὸ καθῆκον τῶν ληξιαρχικῶν πράξεων· γνωρίζουσι δὲ οἱ ἐξ Ἑπτανήσου, ποίαν ἀξίαν ἔχουσι τὰ βιβλία ταῦτα. Εἰς τὰς ἐνορίας δύναται νὰ ἀνατεθῇ καὶ ἡ φροντὶς τῶν νεκροταφείων. Σήμερον εἰς τὰς ἐνορίας ἀνατίθεται καὶ ἡ ἐπισκευὴ καὶ καθαριότης τῶν ὁδῶν. Ἓν παράδειγμα ἔφερα, διὰ νὰ πεισθῆτε πόσον ἀναγκαῖον εἶναι, ἓν σύστημα ὁλόκληρον νὰ εἰσαχθῇ παρ’ ἡμῖν περὶ τῆς μεταρρυθμίσεως τῆς τοπικῆς διοικήσεως. Ἐὰν παρακολουθήσητε τὴν ἱστορίαν τῆς Ἰταλικῆς νομοθεσίας, ἐκ τῆς ὁποίας ἠρύσθητε τὰ νομοσχέδιά σας, θὰ παρατηρήσητε βεβαίως, ὅτι ἡ πρὸς τοῦτο ἐργασία ἐγένετο ἐκεῖ οὐχὶ σπασμωδική, ἀλλὰ συστηματικὴ καὶ μεμελετημένη. Μετὰ τὰς βάσεις, τὰς ὁποίας ἔθηκεν ἐν Ἰταλίᾳ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ 1859, τὸ Ὑπουργεῖον Μιγκέτη εἰσάγει εἰς τὴν Βουλὴν πλῆρες σύστημα· μετὰ τοῦτο τὰ Ὑπουργεῖα τοῦ Μεναβρέα καὶ τοῦ Δεπρέτη προβαίνουσιν εἰς ἐπανειλημμένας καὶ μακρὰς μελέτας τοῦ διοικητικοῦ ὀργανισμοῦ· μετὰ συζητήσεις δὲ πολυχρονίους καὶ πολλὰς μεταρρυθμίσεις, ἐν ἔτει 1889, ἐπὶ Κρίσπη, ἐψηφίσθη τὸ νομοθετικὸν ἔργον περὶ τοπικῆς διοικήσεως, περιλαμβάνον ἐν συστήματι τὸν νομαρχιακὸν καὶ δημοτικὸν ὀργανισμόν. Ἐὰν ὑμεῖς περιορισθῆτε μόνον εἰς τὴν γεωγραφικὴν διαίρεσιν τοῦ Κράτους, ἐὰν δὲν εἰσαγάγητε νομοσχέδιον πρὸς βελτίωσιν τῆς δημοτικῆς διοικήσεως, δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς χρόνος, καὶ τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια, τὰ ὁποῖα κέκληνται νὰ ἀσκήσωσι τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν ἐποπτείαν τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν καὶ τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων, θέλουσι μεταβληθῆ εἰς ἕνα μέγαν δῆμον, θ’ ἀποτελέσωσι σωρόν, ἀποτελούμενον ἐκ τῶν ἐρειπίων τῶν δήμων. Καὶ κατὰ τὸ 1887 ἐψηφίσθη παρ’ ἡμῖν νόμος περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, ἐπιμελέστερος ἴσως τοῦ ἤδη εἰσαχθέντος, ἐψηφίσθη δὲ ἐπὶ τοῦ ἀοιδίμου Τρικούπη. Ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐν τούτοις ἀπέτυχε καὶ ἀπέτυχε, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ συμβαδίσῃ πρὸς τὰ ἄλλα στοιχεῖα τῆς τοπικῆς διοικήσεως, ἀπέτυχεν ὅμως πρὸ πάντων καὶ δι’ ἄλλον λόγον, ἕνεκεν οἰκονομικῆς ἀνεπαρκείας, — καὶ εἰς τοῦτο παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ὁ κ. Ὑπουργός, διότι νομικὸν πρόσωπον ἄνευ περιουσίας εἶναι μηδέν. Παρέβαλον τοὺς δύο νόμους, τὸν τοῦ 1887 καὶ τὸν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ἤδη ὑποβαλλόμενον, καὶ οὐδεμίαν σχεδὸν εὑρίσκω διαφορὰν ὡς πρὸς τὸ οἰκονομικὸν μέρος. Καὶ ἂν ἀπέτυχεν ὁ νόμος τοῦ 1887, ἀπέτυχε διότι μόλις τὰ ἔξοδα τῶν ἐπίπλων καὶ τῆς ὑπαλληλίας ἠδύνατο νὰ προσπορίζηται ἐκ τῶν εἰσοδημάτων, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος παρεῖχε. Σήμερον ἐπαναλαμβάνεται τὸ αὐτό· ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ δήμου προσπαθεῖτε νὰ δώσητε ζωὴν εἰς τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον. Εἰς τὸν ἐπίτροπον παρέχετε τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεως εἰς βάρος τῆς περιουσίας τοῦ ἐπιτροπευομένου· καὶ ποίας περιουσίας; τῆς περιουσίας τῶν δήμων τῆς Ἑλλάδος. Παραβάλετε ὅμως τὸ νομοσχέδιον ὑμῶν πρὸς τὸν γαλλικὸν νόμον περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, καὶ θὰ ἴδητε ἐκεῖ πλῆρες καὶ ἐπαρκὲς σύστημα οἰκονομικὸν, καὶ θὰ ἐννοήσητε διατί ὁ παρ’ ὑμῶν εἰσαγόμενος θεσμὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐδοκιμήσῃ. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ἀκανθῶδες ζήτημα τῆς ἱδρύσεως νέων Πρωτοδικείων. Λυποῦμαι ὅτι εὑρίσκομαι ἐντελῶς ἀντίθετος πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, οὐχὶ διότι ἓν Πρωτοδικεῖον, εὑρισκόμενον ἐν μικρᾷ περιφερείᾳ, δύναται ἀκωλύτως πάντοτε νὰ διαφθαρῇ, οὐδὲ τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς περὶ τοῦ ἐν Ἀμφίσσῃ Πρωτοδικείου καὶ περὶ σκανδάλου τινός, συμβάντος αὐτόθι, θεωρῶ πάντοτε ὡς ἐπιχείρημα σοβαρὸν καὶ ἀλάνθαστον, διότι σκάνδαλα εὑρίσκομεν καὶ ἀλλαχοῦ, οὐδὲ δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν τὴν δικαιοσύνην ἡμῶν πεπτωκυῖαν, ὃ ἐγὼ βεβαίως δὲν ἀποδέχομαι, διότι συμβαίνουσιν ἐνίοτε παρανομίαι καὶ λάθη ἀνθρώπινα. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι κατ’ οὐδένα τρόπον συμφέρει ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν Πρωτοδικείων. Θὰ ἐζήτουν μᾶλλον τὴν κατάργησιν μικρῶν τινων Πρωτοδικείων, διότι, ὅταν τὰ δικαστήρια ᾖναι πληρέστερα καὶ ὁ κύκλος αὐτῶν εὐρύτερος, τότε ἡ δικαιοσύνη ἀπονέμεται τελειότερον, καὶ ἡ πολιτικὴ ἐπίδρασις εἰσχωρεῖ δυσκολώτερον, ἐνῷ Πρωτοδικεῖα, ἐν στενῷ κύκλῳ ἐπαρχιακῷ ὑπάρχοντα, ταχέως διαφθείρονται καὶ καταπίπτουσι, διότι καὶ δικασταὶ ἐν αὐτοῖς οὔτε οἱ κρείττονες, οὔτε οἱ τιμιώτεροι προσελκύονται. Ἀλλὰ καὶ ἕτερος λόγος δέον νὰ πείσῃ ὑμᾶς νὰ μὴ ἐπιμένητε εἰς τὴν σύστασιν νέων Πρωτοδικείων. Ὑμεῖς εἶσθε Ὑπουργεῖον μεταρρυθμιστικόν, ὑπεσχέθητε ῥιζικὰς μεταρρυθμίσεις ἐν τῇ Δικαιοσύνῃ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μετ’ ὀλίγον θὰ προβῇ εἰς τὴν ἀναδιοργάνωσιν βεβαίως τοῦ εἰρηνοδικειακοῦ κλάδου, καὶ θὰ παύσωσιν οὕτως οἱ Ὑπουργοὶ νὰ μετέρχωνται τὸν χοροδιδάσκαλον τῶν εἰρηνοδικῶν. Ἐὰν πρόκειται ὅμως νὰ βελτιωθῇ ὁ κλάδος οὗτος, δὲν δύνασθε νὰ προβῆτε εἰς σύστασιν νέων Πρωτοδικείων, διότι κατὰ τὰς νεωτέρας νομοθεσίας ὁ εἰρηνοδίκης δέον νὰ προαχθῇ εἰς βαθμὸν πρωτοδίκου. Ἀλλαχοῦ λαμβάνει σήμερον μισθὸν φράγκα 500. Ὅταν ὅμως τὸ τοιοῦτον σύστημα εἰσαχθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν, θὰ ἐλαττώσητε τὸν ἀριθμὸν τῶν Εἰρηνοδικείων. Γνωρίζετε πόσους εἰρηνοδίκας ἔχομεν; 245. Ἐν ᾧ Ρουμανίᾳ ὑπάρχουσι μόνον 140. Σήμερον ἐν ταῖς νομοθεσίαις τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν δύο εἴδη κατωτέρων δικαστηρίων ὑπάρχουσι, πρῶτον ὁ κυρίως εἰρηνοδίκης καὶ δεύτερον τὰ ἀγροτικὰ δικαστήρια. Θὰ εἰσαγάγητε καὶ ὑμεῖς βεβαίως αὐτὰ, διότι εἶναι πρακτικώτατα, καὶ τότε ἡ δικαιοσύνη θὰ ἦναι πλησίον τοῦ πολίτου. Διὰ ποῖον τάχα λόγον σήμερον ἐμπιστευόμεθα εἰς τοὺς ἐνόρκους πολίτας τὴν ἐκδίκασιν σοβαρωτάτων ζητημάτων, καὶ δὲν θὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς αὐτοὺς διαφορὰν περὶ ἐλαχίστου ποσοῦ; Σήμερον ἀλλαχοῦ ὁ δήμαρχος μετὰ δύο ἐνόρκων δικάζει τὰ μικρὰ πταίσματα· διὰ ποῖον λόγον καὶ ἐν Ἑλλάδι, ὅταν ὁ χωρικὸς δικαιοῦται εἰς ὀλίγας δραχμὰς, νὰ ἀναγκάζηται νὰ ταξιδεύῃ διὰ νὰ εὕρῃ τὸν εἰρηνοδίκην; Δὲν εἶναι προτιμότερον, ἡ ἐπὶ εὐτελῶν ἀντικειμένων δικαιοσύνη νὰ ἀπονέμηται ταχύτερον καὶ προχειρότερον; Ἐὰν εἰσαγάγωμεν καὶ ἡμεῖς τοιαῦτα συστήματα, τότε θὰ ἔχωμεν ἐλάττωσιν καὶ τῆς ἐγκληματικότητος, διότι πολλάκις ὁ χωρικός, μὴ ἔχων νὰ δαπανήσῃ, ἵνα ἐναγάγῃ τὸν ὀφειλέτην του διὰ 5 δραχμάς, προβαίνει εἰς αὐτοδικίας καὶ ἐγκλήματα. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πάντως εἶναι περιττὴ καὶ ὅλως πρόωρος ἡ σύστασις Πρωτοδικείων, πρὶν ἢ σκεφθῆτε περὶ μεταρρυθμίσεως τῆς κατωτέρας δικαιοσύνης. Τόσῳ μᾶλλον, καθόσον διὰ τὴν σύστασιν Εἰρηνοδικείων θὰ ἀπαιτῆται νόμος, ἐνῷ ὑμεῖς διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων κανονίζετε τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Πρωτοδικείων. Πλὴν τούτων εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας θὰ ἀναθέσητε σπουδαιότατα καθήκοντα, συμφώνως πρὸς τὰς νεωτέρας νομοθεσίας, θὰ παρεκτείνητε τὴν δικαιοδοσίαν αὐτῶν. Εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας θὰ ἀναθέσητε ὑποθέσεις ἀναγομένας σήμερον εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα, οἷον περὶ δουλείας, περὶ νομῆς καὶ περὶ κυριότητος πολλάκις, μέχρις ὡρισμένου ποσοῦ. Ὅταν δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἀντὶ νὰ καταγίνηται εἰς κήδευσιν νεκρῶν θεσμῶν, οἷος ὁ τοῦ μηνυτοῦ, ἐπιμεληθῇ καὶ τῆς μεταρρυθμίσεως τῶν ποινικῶν νόμων, πολλὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα δικάζονται σήμερον ὑπὸ τοῦ Κακουργιοδικείου, θὰ δικάζωνται ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου. Φαντάσθητε λοιπὸν τὴν διγαμίαν, τὴν δολίαν χρεωκοπίαν, τὴν πλαστογραφίαν δημοσίων ἐγγράφων, τὴν νόθευσιν τραπεζικῶν γραμματίων, νὰ δικάζωνται ὑπὸ τῶν Πρωτοδικείων, τὰ ὁποῖα προσπαθεῖτε εἰς τὰς γωνίας τῆς Ἑλλάδος νὰ ἱδρύσητε!...
§134Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω καμμίαν νομοθεσίαν, ἡ ὁποία ὑπήγαγεν εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα τὴν ἐκδίκασιν τῆς πλαστογραφίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων.
§135Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὑπάρχει... Ὅταν δὲ εἰσαγάγητε τοιαύτας ἐπεκτάσεις τῆς δικαιοδοσίας τῶν εἰρηνοδικῶν, ὅταν ἀναθέσητε εἰς αὐτοὺς τὴν ἐκδίκασιν ἀδικημάτων, ἅτινα σήμερον θεωροῦμεν ὡς πλημμελήματα, τότε βεβαίως θ’ ἀναλογισθῆτε τὸ μέγεθος τοῦ σφάλματος περὶ πολλαπλασιασμοῦ τῶν Πρωτοδικείων, ὃ διαπράττετε. Ὅταν ὅμως ἱδρύσητε νέα Πρωτοδικεῖα εἰς στενὰς καὶ μεμακρυσμένας περιφερείας, θ’ ἀναγκασθῆτε ἴσως νὰ ἀξιώσητε καὶ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ περιορισμοῦ καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πλημμελειοδικῶν. Δὲν δικαιοῦμαι νὰ πραγματευθῶ σήμερον περὶ τούτου. Ὅταν ὅμως ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως αὐτοῦ, τότε θὰ παραστήσω τὰ μεγάλα ἐλαττώματα καὶ τὸν ἐπικίνδυνον αὐτοῦ χαρακτῆρα. Δὲν θέλω περισσότερον νὰ κουράσω τὴν Βουλήν. Πολλὰ δύναταί τις νὰ ἀντιτάξῃ κατ’ ἀρχὴν ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς ἱδρύσεως νέων Πρωτοδικείων. Νομίζω ὅμως ἐν γένει, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἢ πρέπει νὰ ἀποσυρθῇ ὅλως, ἢ τουλάχιστον νὰ εἰσαχθῇ μετὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων καὶ συγχρόνως μετὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δήμων. Καθ’ ὃν τρόπον ὅμως εἰσάγεται, οὐδεμίαν ὠφέλειαν θὰ προσδώσῃ εἰς τὴν νομοθεσίαν τοῦ Κράτους, τοὐναντίον ἐξ ὅλης τῆς νομοθετικῆς ἀποπείρας πρὸς βελτίωσιν τῆς τοπικῆς διοικήσεως, θὰ διασωθῶσι μόνον τὰ πρὸς παράλυσιν τῆς δικαιοσύνης ἱδρυόμενα Πρωτοδικεῖα καὶ ἡ πικρὰ ἀνάμνησις ἑνὸς νεωτέρου Πελοποννησιακοῦ πολέμου, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω ἐὰν θὰ εὑρεθῇ τις Θουκυδίδης νὰ περιγράψῃ.
§136Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἦτο λίαν δεδικαιολογημένη ἡ ἔκπληξις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε προσεκαλεῖτο παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅπως ἀπαντήσῃ εἰς τοὺς συζητοῦντας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται. Διότι ὁμολογῶ, ὅτι, ἂν οἱ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου συζητοῦντες δὲν κατεφέροντο κατὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐφ’ ὅσον δι’ αὐτοῦ ἐπιζητεῖται ἡ σύστασις νέων δικαστηρίων, καὶ ἂν τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐπεκαλέσθησαν, δὲν ἐθεώρουν ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ ἀφεθῶσιν οὐδὲ ἐπὶ στιγμὴν ἄνευ ἀπαντήσεως, ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ λάβῃ τις τὸν λόγον. Διότι, προκειμένου περὶ τῆς διαιρέσεως, ἥτις καθιεροῦται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, οὐδὲν ἤκουσα σχετιζόμενον πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἤκουσα τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, τοῦ πρώτου λαλήσαντος κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἀπαγγείλαντος λόγον ὁμοιάζοντα τὰς ἐπὶ ὑφηγεσίᾳ γενομένας διδασκαλίας καὶ λέγοντος, ὅτι θὰ ἦτο εὐκταῖον ἴσως καὶ παρ’ ἡμῖν νὰ εἰσαχθῇ τὸ σύστημα τοῦ φέρειν βρόχον εἰς τὸν λαιμὸν τὸν προτείνοντα νόμους, οὕτως ὥστε, ἂν ὁ προτεινόμενος νόμος δὲν ἤθελεν ἐγκριθῇ, νὰ σύρηται ἀμέσως ὁ βρόχος, καὶ νὰ πληρώνῃ διὰ τῆς ζωῆς του ὁ τὸν ἀνόητον προβαλὼν νόμον τὴν ἄσκοπον ἀπασχόλησιν τοῦ νομοθετικοῦ σώματος. Τῇ ἀληθείᾳ τὸ μέτρον θὰ ἦτο ἄριστον. Θὰ ἦτο δὲ πλῆρες, ἂν ἐφηρμόζετο καὶ εἰς τοὺς ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων συζητοῦντας καὶ ἀγορεύοντας ἐπὶ ὥρας, πολλὰ μὲν τὰ καινὰ λέγοντας, μηδὲν ὅμως τὸ σχετιζόμενον πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα προτείνοντας. Ἂν τὸ μέτρον τοῦτο οὕτω πλῆρες ἐφηρμόζετο παρ’ ἡμῖν, ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς θὰ ἐλογίζετο ἤδη μεταξὺ τῶν μακαριτῶν· διότι πάντες οἱ ἀκούσαντες αὐτοῦ, μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀγορεύσεώς του ἤθελον προθυμοποιηθῆ νὰ σύρωσι τὸν βρόχον (γέλως). Ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι δὲν ἀρέσκεται εἰς τὰς μεταβολὰς τῶν διοικητικῶν συστημάτων καὶ ἵνα ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην του, κατέφυγεν εἰς θεωρίας εἰλημμένας ἐκ τῆς νομοθεσίας διαφόρων Κρατῶν. Ἔλεγε δὲ ταῦτα, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἔχει, φαίνεται, κατανοήσει, ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου δὲν δημιουργεῖται νέον διοικητικὸν σύστημα, οὐδὲ μεταβάλλεται τὸ ὑπάρχον, ἀλλ’ ἁπλῶς περιορίζεται ἡ ἔκτασις τῶν ὑπαρχόντων διοικητικῶν διαμερισμάτων. Ἐνῷ δὲ διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου τὸ σύστημα παραμένει τὸ αὐτό, διὰ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, τοῦ σχετιζομένου πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τοῦ περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, ὑποδεικνύεται ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις εἶναι καὶ πόθος πάντων ἡμῶν, ὅπως θεμελιωθῶσι τὰ πρῶτα στοιχεῖα πρὸς ἀποκέντρωσιν, ὑπὲρ ἧς ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς κόπτεται διὰ τῶν συγγραμμάτων καὶ τῶν ἀγορεύσεων αὐτοῦ. Καθ’ ἣν δὲ στιγμὴν αἱ πρῶται βάσεις τίθενται, ἐφ’ ὧν στηριζόμενοι θέλομεν δυνηθῆ νὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν ἀποκέντρωσιν, ἔρχεται ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ διαρρηγνύει τὰ ἱμάτιά του κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, νομίζων ἴσως ὅτι εἶναι καθῆκόν του, ἐπειδὴ συνέπεσε νὰ κάθηται εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην, ὅπως ἀντιστρατεύηται πρὸς πᾶσαν πρότασιν προερχομένην ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης, ἀδιάφορον ἂν αὕτη συμβάλληται πρὸς πραγματοποίησιν τῶν πόθων του, τῶν ἰδεῶν του, ὑπὲρ ὧν ἔγραψε τόμους ὁλοκλήρους. Μετὰ τὸν Βουλευτὴν Ἀττικῆς ἦλθεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας. Τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ναυπλίας ἡ ἀγόρευσις, ὁμολογῶ, ἦτο δικανική, ἀντιθέτως πρὸς τὴν τοῦ δευτέρου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Λεβίδου, ἥτις ἦτο πανηγυρική. Τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀττικῆς ὁμολογῶ, ὅτι ἤκουσα εὐαρέστως ἀπήγγειλε μίαν πολὺ εὔμορφον ἀγόρευσιν, ἕνα λόγον πανηγυρικόν, ὁ ὁποῖος ἐμφαίνει ὅτι ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐμελέτησεν ἐπαρκῶς, ἵνα ἀπαγγείλῃ τὸν λόγον του· ἀλλὰ κρίσεις ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος, ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι παρὰ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς δὲν ἤκουσα. Ὁ μόνος, τὸν ὁποῖον ἤκουσα συζητοῦντα ἐπὶ τοῦ θέματος, εἶναι ὁ τελευταῖος καταβὰς τοῦ βήματος. Δὲν ἐξετάζω ἂν κατὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁ κ. Βουλευτὴς Κραναίας προέβαλε παραβόλους γνώμας, προέβαλε συστήματα, τὰ ὁποῖα ἴσως, ἐὰν κληθῇ ποτε εἰς τὴν ἀρχήν, εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ προβάλῃ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ βεβαίως τὰ συστήματα ταῦτα δὲν ὁμοιάζουσι πρὸς τὰ συστήματα τῆς δημογεροντίας, εἰς τὰ ὁποῖα ἄλλοι μᾶς παραπέμπουσιν, ἵνα ἐπανέλθωμεν εἰς τοὺς χρόνους, κατὰ τοὺς ὁποίους ἡ Ἑλλὰς ἀκόμη διετέλει ὑπὸ δουλείαν καὶ διοικεῖτο ὑπὸ τῶν δημογερόντων. Ὁ κ. Βουλευτὴς Κραναίας συνεζήτησε τὸ νομοσχέδιον καὶ εὗρεν αὐτὸ κατ’ ἀρχὴν παραδεκτὸν παρὰ τῆς Βουλῆς, διότι, ὡς ἡ διαίρεσις ἀναγράφεται ἐν τῷ νομοθετήματι, δὲν μεταβάλλει τὰ κείμενα τὰ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντα. Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας, ὡς καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας, ἐθεώρησαν ὅτι ἡ μικροτέρα κατάτμησις τῶν νομῶν οὐδένα θὰ ἔχῃ δικαιολογητικὸν λόγον· καὶ ἠρύσθησαν ἐπιχειρήματα ἐκ τῶν συμβαινόντων ἐν Βελγίῳ, ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Γαλλίᾳ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ναυπλίας μάλιστα ἀνέφερεν ἀριθμοὺς καὶ σᾶς εἶπεν ὅτι εἷς νομὸς τοῦ Βελγίου ἢ τῆς Γαλλίας ἢ τῆς Ἀγγλίας περιλαμβάνει, δὲν γνωρίζω πόσας χιλιάδας κατοίκων, καὶ ὅμως ἐκεῖ ὁ νομὸς διοικεῖται εὐχερῶς. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν γνωρίζω πόσον εἶναι τὸ ἐμβαδὸν τῶν νομῶν ἐκείνων· ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν ἀγαθῶν, ἅτινα ἀπεκδεχόμεθα ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου τούτου, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν πρακτικώτερον τὸ ζήτημα. Ἀλλ’ οὕτω δύνανται νὰ τὸ ἐξετάσωσιν οὐχὶ οἱ παραμένοντες διαρκῶς εἰς τὰς πόλεις καὶ τὰ μεγάλα κέντρα, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν μετὰ τοῦ λαοῦ, μετὰ τοῦ γεωργοῦ καὶ τοῦ χωρικοῦ, διότι ἐκεῖνοι δύνανται νὰ ἐκτιμήσωσι τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν διατελεῖ ὁ λαός, καὶ τίνας ἀξιώσεις ἔχει παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὑτοῦ. Τί ζητοῦσι δὲ παρ’ ἡμῶν ἐκεῖνοι, παρὰ τῶν ὁποίων ἡμεῖς ζητοῦμεν πάσας τὰς θυσίας, ψέγομεν δὲ αὐτούς, ὁσάκις διὰ τὰς αἰτουμένας θυσίας γογγύζωσιν, ἐνῷ ἡμεῖς δὲν μεριμνῶμεν νὰ δώσωμεν εἰς αὐτοὺς οὔτε διοίκησιν, ἀλλὰ πρὸ πάντων οὔτε δικαιοσύνην; Αὐτὸ εἶναι, Κύριοι, τὸ ζήτημα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας σᾶς εἶπε (καὶ μόνον ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν θὰ συζητήσω τὸ ζήτημα), ὅτι ἡ δικαιοσύνη εἰς τὰ μικρὰ κέντρα παραλύει, ἕνεκα τοῦ συγχρωτισμοῦ αὐτῆς πρὸς τὰ πρόσωπα· σᾶς εἶπεν ὅτι, ὅσον μικροτέρα εἶναι ἡ περιφέρεια τῆς δικαιοσύνης, ἐπὶ τοσοῦτον αὕτη καθίσταται ἀτελεστέρα, διότι ὁ συγχρωτισμὸς πρὸς τὰ πρόσωπα γεννᾷ σχέσεις τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀφίνουσιν ἐλευθερίαν εἰς τὸν δικαστὴν νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του. Προβάλλων δὲ πρὸς ἀπόκρουσιν τοῦ νομοσχεδίου τοιαύτην θεωρίαν, δὲν ἐννοεῖ ὅτι τὸ ἐπιχείρημα δύναται νὰ στραφῇ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐναντίον αὐτοῦ. Καὶ ὄντως, ἀναστρέφων τὸ ἐπιχείρημα, θὰ ἔλεγον εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Ναυπλίας: διατὶ καταδικάζει τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν εἰς κακοδαιμονίαν καὶ ἀνέχεται νὰ ἔχωσιν αὗται πάντοτε κακὴν δικαιοσύνην; Πῶς ἀνέχεται, ἵνα αὐτὸ τὸ μέγα ἀγαθὸν ἀπολαμβάνωσι μόνον τὰ ἄκρα τοῦ νομοῦ, τὰ ὁποῖα ἀφίστανται τῆς πρωτευούσης; Διατὶ τὸ Ναύπλιον, φέρ’ εἰπεῖν, νὰ ἦναι τόσον δυστυχές, ὥστε ἐκ τοῦ συγχρωτισμοῦ τῶν δικαστῶν μετὰ τῶν προσώπων νὰ ἔχῃ κακὴν καὶ μεροληπτικὴν δικαιοσύνην, ν’ ἀπολαμβάνωσι δὲ πλήρη καὶ ἀμερόληπτον δικαιοσύνην τὰ Τρίκκαλα τῆς Κορινθίας, ἅτινα κεῖνται ἀπώτατα ὡς πρὸς τὸ κέντρον τῆς δικαστικῆς ἕδρας. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, πρέπει ν’ ἀποδώσωμεν τὸ ἀγαθὸν αὐτὸ καὶ εἰς τὸ Ναύπλιον, νὰ ἀπολαύσωσι καὶ οἱ κάτοικοι τοῦ Ναυπλίου τελείας δικαιοσύνης, νὰ ἐννοήσωσι καὶ ἐκεῖνοι ποῖα εἶναι τὰ ἀγαθὰ, τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνει ὁ πολίτης, ἀπομακρυνόμενος τῆς ἕδρας τῆς δικαιοσύνης. Ἂς μεταθέσωμεν λοιπὸν τὴν ἕδραν τοῦ δικαστηρίου εἰς τὸ ἀπώτατον σημεῖον τοῦ νομοῦ. Ἀλλὰ καὶ οἱ κάτοικοι τῆς πρωτευούσης τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, τῶν Ἀθηνῶν, θὰ εἴπωσι πρὸς ἡμᾶς τοὺς κατοικοῦντας εἰς τὸ ἀπώτατον σημεῖον, εἰς τὸν Ὀρχομενόν, εἰς τὴν Ἀράχωβαν καὶ τὸ Δίστομον: «Διατὶ σεῖς νὰ ἀπολαμβάνητε αὐτῶν τῶν ἀγαθῶν, ὄντες μακρὰν τῆς ἕδρας τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἡμεῖς νὰ κακοδαιμονῶμεν δι’ ἔλλειψιν δικαιοσύνης; Λάβετε σεῖς τὴν ἕδραν, διὰ νὰ ἀπολαύσωμεν καὶ ἡμεῖς αὐτῶν τῶν ἀγαθῶν, ἀπομακρυνόμενοι τῆς ἕδρας». Ἀλλὰ βλέπω ὅτι οὔτε αἱ Ἀθῆναι, οὔτε τὸ Ναύπλιον ἀποδέχεται τὰς θεωρίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ναυπλίας, ὅπερ δηλοῖ, ὅτι ἡ θεωρία τοῦ κ. Βουλευτοῦ δὲν στηρίζεται εἰς τὴν ἀλήθειαν· εἶναι θεωρία, ἣν ἐδημιούργησαν τὰ συμφέροντα τῶν μεγάλων πόλεων διὰ νὰ τὴν ἀντιτάσσωσιν εἰς τὰς ἀξιώσεις τῶν ἄλλων. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος, καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἂς ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν πρέπῃ νὰ εὐρύνωμεν ἀκόμη τὰς περιφερείας τὰς δικαστικὰς, ἢ πρέπῃ εἰς τὸν δικαιοσύνης διψῶντα λαὸν νὰ δώσωμεν τοιαύτην οὕτως, ὡς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο σκοπεῖ. Ἀλλ’ αὐξάνει, σᾶς λέγουσιν, ἡ ἐγκληματικότης, ὅταν ἡ δικαιοσύνη ἦναι πλησίον. Καὶ μᾶς ἔφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας στατιστικήν, διὰ νὰ μᾶς ἀποδείξῃ, ὅτι, ἀφ’ ὅτου συνεστάθησαν τὰ νέα μικρὰ δικαστήρια, αἱ μηνύσεις ηὔξησαν· τοῦτο δὲ χαρακτηρίζει ὡς αὔξησιν τῆς ἐγκληματικότητος! Ἀλλὰ τοῦτο, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Ναυπλίας, δὲν ἀποτελεῖ αὔξησιν τῆς ἐγκληματικότητος· ἡ αὔξησις τῶν μηνύσεων ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ λαός, διψῶν δικαιοσύνης, καὶ μὴ δυνάμενος ν’ ἀπολαύσῃ ταύτης, μόλις εὗρεν αὐτὴν πρόχειρον, ἔσπευσε πρὸς αὐτὴν, ἐγκαταλιπὼν τὴν αὐτοδικίαν, εἰς ἣν κατέφευγεν, ὅτε ἡ δικαιοσύνη ἦτο μακρὰν αὐτοῦ. Καὶ πῶς ἀξιοῦτε, ὅτι παρέχετε δικαιοσύνην εἰς τὸν πολίτην, ὅταν δι’ ἓν μικρὸν πλημμέλημα ὑποχρεῶτε αὐτὸν νὰ ταξιδεύῃ ἑβδομάδας ὁλοκλήρους, νὰ δαπανᾷ ὅ,τι δὲν ἔχει, νὰ ἀργῇ ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας αὐτὸς καὶ πάντες οἱ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν προτεινόμενοι μάρτυρες, πολλάκις δὲ πάντα τὰ μέλη μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς οἰκογενείας; Βεβαίως ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει προτιμᾷ ὁ πολίτης τὴν ὁδὸν τῆς αὐτοδικίας ἢ τὴν τῆς δικαιοσύνης. Ἰδοὺ δὲ πόθεν ἡ αὔξησις τῆς ἐγκληματικότητος ἔχει τὴν ἀφορμήν. Ἀλλ’ ὅταν ὁ πολίτης ἔχῃ τὴν δικαιοσύνην πρόχειρον, σπεύδει πρὸς αὐτὴν, ἐνῷ δὲ οὗτος ἀποφεύγει τὴν αὐτοδικίαν, ὁ ἄλλος, ταχέως τιμωρούμενος, βελτιοῦται· οὕτω δὲ μειοῦται κατὰ διττὸν τρόπον ἡ ἐγκληματικότης. Διὰ τοῦτο βλέπομεν, ὅτι ἡ ἐπανορθωτικὴ δικαιοσύνη παρ’ ἡμῖν οὐδὲν ἔφερεν ἀποτέλεσμα, παρὰ μόνον ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχει τὸ κέντρον τῶν δικαστηρίων· καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι μία μεγάλη ἀλήθεια, ὅτι εἰς τὴν πατρίδα του, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς συνέστη τὸ δικαστήριον, ἐξέλιπεν ἐντελῶς ἡ ζωοκλοπή. Τῆς ἀληθείας ταύτης τὴν ἀντίληψιν ἐγὼ ἔχω πλήρη. Διότι ἡμεῖς συνορεύομεν μετὰ τῆς ἐπαρχίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχομεν τὸν δῆμον Διστομίων, ὅστις συνορεύει πρὸς τὸν δῆμον Ἀντικύρας· ἀμφότεροι οἱ δῆμοι οὗτοι κατοικοῦνται ὑπὸ ἀνθρώπων τῶν αὐτῶν ἕξεων καὶ τοῦ αὐτοῦ χαρακτῆρος, χαρακτῆρος ζωηροῦ καί, ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ τις, ἀτιθάσου. Ποία δὲ εἶναι ἡ κατάστασις ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ δικαστηρίου τῆς Ἀμφίσσης εἰς τοὺς δύο ἐκείνους δήμους; Εἰς μὲν τὸν δῆμον τῆς ἐπαρχίας Ἀμφίσσης ἡ ζωοκλοπὴ ἐξέλιπεν ἐντελῶς, εἰς δὲ τὸν δῆμον Διστομίων, τὸν ὑπαγόμενον δικαστικῶς ἐνταῦθα, ἡ ζωοκλοπὴ εἶναι εἰς ὕψιστον βαθμὸν προηγμένη, τὰ ἄλλα δὲ πλημμελήματα ἐπίσης εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν. Καὶ σᾶς λέγουν οἱ Κύριοι, οἱ ὑπὲρ τῆς εὐρείας περιφερείας ἀγωνιζόμενοι, ὅτι πρέπει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅστις παραμένει μακρὰν τοῦ κέντρου, νὰ ἦναι ἀπόκληρος τῆς Πολιτείας, νὰ μὴ δύναται νὰ ζητήσῃ δικαιοσύνην, νὰ μὴ δύναται νὰ προσέλθῃ εἰς τὸ δικαστήριον, ἐὰν δὲ ἀποφασίσῃ νὰ προσέλθῃ, νὰ πληρώσῃ τὴν προσέλευσίν του ταύτην διὰ βαρυτάτης θυσίας! Διότι ἀναλογίσθητε, Κύριοι, πόσας ἡμέρας θέλει ἀπὸ τὸ ἓν ἄκρον νὰ προσέλθῃ τις εἰς τὴν ἕδραν τοῦ δικαστηρίου. Λαμβάνω ὡς παράδειγμα τὴν ἐπαρχίαν μου. Ἵνα ἔλθῃ τις ἐκ τοῦ δήμου Χαιρωνείας ἢ Ἀραχώβης ἢ Διστομίων εἰς Ἀθήνας, πρέπει νὰ ἔλθῃ πεζῇ, καθόσον, ἵνα ἔλθῃ ἐφ’ ἁμάξης, πρέπει νὰ καταβάλῃ δαπάνας, ἃς δὲν δύναται νὰ καταβάλῃ. Διὰ νὰ ἔλθῃ λοιπὸν ἐνταῦθα, ἀπαιτοῦνται τρεῖς ὁλόκληροι ἡμέραι, καὶ τρεῖς, αἵτινες ἀπαιτοῦνται διὰ νὰ ἐπιστρέψῃ, γίνονται ἕξ ἡμέραι· ὅταν δὲ ἔλθῃ ἐνταῦθα, θὰ μείνῃ ἆρά γε μίαν ἡμέραν μόνον; Εἴθε νὰ ἔμενε μίαν μόνον. Πρέπει νὰ ἔλθῃ δεκάκις εἰς ἐμὲ καὶ νὰ μεταβῇ εἰκοσάκις εἰς τὸν ἀνακριτὴν, διὰ νὰ δώσῃ μίαν ἀνάκρισιν· καὶ ἐὰν κατορθώσῃ νὰ παραμείνῃ τρεῖς ἡμέρας μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐνταῦθα, θὰ ἦναι εὐτυχής. Θὰ χάσῃ λοιπὸν ἐν ὅλῳ τουλάχιστον ἐννέα ἡμέρας. Καὶ λέγει ὁ κύριος Βουλευτὴς Ναυπλίας, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει φοβερὰς δαπάνας· δὲν ἀναλογίζεται δὲ τὴν δαπάνην, ἣν ὑφίσταται τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς καταβολῆς μαρτυρικῶν δικαιωμάτων, ἅτινα κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν ἀνέρχονται εἰς 800,000 δραχμὰς, ἐξ ὧν ἐλαχίστας κατορθοῖ νὰ εἰσπράξῃ ἐκ τῶν ἐλαχίστων καταδικαστικῶν ἀποφάσεων· καθόσον, ὡς ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀποδείξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, αἱ καταδικαστικαὶ ἀποφάσεις εἰσὶν ἐλάχισται, παραβαλλόμεναι πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν εἰσαγομένων ὑποθέσεων καὶ τῶν διὰ βουλευμάτων ἀπαλλασσομένων. Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε μόνη ἡ ζημία αὕτη, ἣν ὑφίσταται ἡ Πολιτεία ἐκ τῆς τοιαύτης εὐρύτητος τῆς δικαστικῆς περιφερείας; Διακόσιαι χιλιάδες ἀνθρώπων πάσης ἡλικίας καὶ φύλου, πρὸ πάντων δὲ ἄρρενες τῆς ἐργατικωτέρας ἡλικίας, περιφέρονται τὸ ἥμισυ τοῦ ἔτους, ἵνα προσέρχωνται εἰς τὰ δικαστήρια. Βεβαίως ἡ ἐκ τῆς κινητοποιήσεως τοσούτου πληθυσμοῦ ἐπὶ τόσας ἡμέρας ἀπώλεια τῆς δημοσίας οἰκονομίας εἶναι ἀνυπολόγιστος· ἡμεῖς ὅμως, προκαλούμενοι νὰ σκεφθῶμεν ἐπὶ τῆς καταστάσεως ταύτης, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ἀνυπολόγιστος αὕτη ἀπώλεια τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ἡ ἀργία, εἰς ἣν καταδικάζομεν τὰς πλείστας ἐργατικὰς χεῖρας τῆς χώρας ἐπὶ τὸ τέταρτον τοὐλάχιστον τοῦ χρόνου κατ’ ἔτος, πρέπει σπουδαίως νὰ βαρύνῃ εἰς τὰς ἀποφάσεις μας, καὶ πρέπει ἐκ παντὸς τρόπου νὰ μεριμνήσωμεν νὰ περιορίσωμεν, ἂν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξαλείψωμεν, τὸ κακόν. Καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ τοῦτο τὸ κακὸν περιορίζει, ἀποδίδον τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς εἰς τὰς ἐργασίας των, καὶ δωροῦν οὕτως εἰς τὴν Πολιτείαν τὰ ἐκ τῆς ἐργασίας τούτων ὀφέλη. Ἀλλὰ τέλος πάντων ὁποία εἶναι αὐτὴ ἡ δικαιοσύνη τῶν μεγάλων κέντρων, ἣν ἐξυμνεῖτε, καὶ τὴν ὁποίαν, περιφέρεται ὡς πλάνης ὁ γεωργὸς καὶ ὁ ποιμὴν ἐπὶ ἡμέρας, ἵνα ἀνεύρῃ; Ἀκούσατε. Θὰ σᾶς ὁμιλήσω πρῶτον περὶ τῆς πολιτικῆς δικαιοσύνης. Ἐπὶ 32 ἔτη δικηγορῶ ἐν Ἀθήναις· εἶδον πολλὰς ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων τῶν μικρῶν κέντρων, ὁμολογῶ δὲ μετ’ εὐχαριστήσεως καὶ πρὸς τιμὴν τῶν δικαστῶν τῶν μικρῶν κέντρων, ὅτι ἐν ταῖς ἀποφάσεσιν ἐκείναις παρετήρησα, ὅτι μετὰ φιλοτίμου ζήλου οἱ δικασταὶ αἰτιολογοῦσι τὰς ἀποφάσεις των, κατὰ τρόπον καθιστῶντα καταφανὲς, ὅτι ἐπιζητοῦσι νὰ πείσωσι τὸν καταδικαζόμενον ὅτι δικαίως κατεδικάσθη. Τοῦτο δὲ εἶναι κατ’ ἐμὲ τὸ κυριώτερον προσὸν τῆς ἀμερολήπτου δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Ναυπλίας κινεῖ τὴν κεφαλήν· δὲν ἀναλογίζεται ὅτι τὸ Ναύπλιον εἶναι μικρότατον κέντρον, διότι ἔχει 5,000 μόνον κατοίκους, ἑπομένως τὰ ἐπιχειρήματά του συνεπάγονται κατ’ ἀνάγκην τὴν κατάργησιν τοῦ δικαστηρίου του, ἢ τὴν μετάθεσιν τῆς ἕδρας εἰς Ἄργος, ὅπερ ἔχει 8,000. Αἱ πολιτικαὶ λοιπὸν ἀποφάσεις τῶν ἐπαρχιακῶν δικαστηρίων αὐτὰς τὰς πεποιθήσεις γεννῶσιν ἐν ἐμοί· προκαλῶ δὲ πάντας τοὺς δικαστικοὺς νὰ μαρτυρήσωσιν, ἂν τὰ πράγματα δὲν ἔχωσιν οὕτως. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν δικαιοσύνην δὲν εἶχον οὕτω τὰ πράγματα, τὸ κακὸν δὲν θὰ ἦτο μέγα· διότι δὲν ἐγείρω τὴν φωνήν μου χάριν τῆς πολιτικῆς δικαιοσύνης, ὑπὲρ ἧς ὑπάρχουσιν ἐγγυήσεις, οἱ διάφοροι βαθμοὶ τῆς διαδικασίας, ἀλλὰ πρὸ πάντων χάριν τῆς ἐπανορθωτικῆς δικαιοσύνης. Εἰς τὰ μεγάλα κέντρα ἐπανορθωτικὴ δικαιοσύνη δὲν ὑπάρχει. Εἰς τὰ μεγάλα κέντρα τὸ γόητρον τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης κατέπεσε τελείως· διότι δὲν εἶδον ἕνα κἂν πολίτην νὰ πιστεύῃ, ὅτι ἐρχόμενος ἐνταῦθα νὰ δικασθῇ ἔρχεται ἵνα δώσῃ λόγον τῶν πράξεών του, ἢ νὰ ἴδῃ δίδοντα λόγον τῶν πράξεών του ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον κατήγγειλεν. Ἔρχεται ἐνταῦθα μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ πᾶν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς τύχης ἢ τῶν μέσων, ἅτινα διαθέτει, τὸ δὲ ἀποτέλεσμα πάντοτε ἀποδίδει εἰς τὴν τύχην καὶ ὀρθῶς.
§137ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐν Ἀθήναις συμβαίνουσιν αὐτά.
§138ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Περισσότερον ἐδῶ, ὀλιγώτερον ἀλλαχοῦ, εἰς τὰ ἄλλα μεγάλα κέντρα. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἀκριβῶς, ὅπερ σᾶς λέγω καὶ δὲν βλέπω νὰ τὸ ἀρνῆσθε· τοὐναντίον δὲ διὰ τῆς διακοπῆς σας ἐνισχύετε τὸ ἐπιχείρημά μου, ὅτι, ὅσον μικρότερον εἶναι τὸ κέντρον, τόσον ὀλιγώτερα θὰ συμβαίνωσι κακά. Τὸ ἀποτέλεσμα λοιπὸν ἀποδίδει εἰς τὴν τύχην, καὶ ὀρθῶς· διότι, ὅταν μάθητε οἱ ἀγνοοῦντες, πῶς ἀπονέμεται ἡ ἐπανορθωτικὴ δικαιοσύνη εἰς τὰ μεγάλα κέντρα, θὰ ὁμολογήσητε μετ’ ἐμοῦ, ὅτι πολὺ σκαιὸς θὰ ἦναι ἐκεῖνος, ὅστις θὰ ἀδικήσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ζητοῦντα νὰ παρέχωνται εἰς αὐτὸν τὰ ἀγαθὰ τῆς ἀληθοῦς δικαιοσύνης. Θὰ σᾶς δώσω ἤδη τὴν εἰκόνα τῆς δικαιοσύνης, ἣν παρέχετε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Παρέστητέ ποτε εἰς συνεδρίασιν τοῦ Πλημμελειοδικείου ἐν Ἀθήναις; Ὅσοι δὲν παρέστητε, ἀκούσατε τί τελεῖται ἐκεῖ. Ἔρχεται τὴν πρωΐαν ὁ Εἰσαγγελεὺς, συνοδευόμενος ὑπὸ τοῦ γραμματέως, ὅστις φέρει ὑπὸ μάλης 80 ἢ 90 δικογραφίας...
§139ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ 100 πολλάκις.
§140ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἰσέρχεται εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ ἀκροατηρίου, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Ναυπλίας, καὶ καταλαμβάνει τὴν θέσιν του χωρὶς νὰ γνωρίζῃ καμμίαν ἐκ τῶν δικογραφιῶν, ἃς ἔφερε νὰ εἰσαγάγῃ, τί περιέχει, εἰς ποῖον ἀδίκημα ἀφορᾷ. Μόνον ἐὰν συμβαίνῃ ποτὲ δίκη τις νὰ ἀφορᾷ εἰς πρόσωπον ἔχον ποιάν τινα ἐπισημότητα, ὁ κανὼν πάσχει ἐξαίρεσιν. Τὸ ὡς κανὼν συμβαῖνον εἶναι τοῦτο, τὸ ὁποῖον λέγω. Ἀνέρχεται τὸ δικαστήριον ἐπὶ τῆς ἕδρας, καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου, κρούων τὸν κώδωνα ἐν μέσῳ ἀπεριγράπτου θορύβου παντὸς εἴδους ἀνθρώπων, λαμβάνει μίαν ἐκ τῶν πολλῶν δικογραφιῶν καὶ ἐκφωνεῖ τὸ ὄνομα τοῦ κατηγορουμένου. Μόλις ἀναφωνήσῃ ὁ κατηγορούμενος «παρὼν» καὶ πρὶν ἢ ἀκόμη κάμῃ τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς τὸ δικαστήριον, ὁ Πρόεδρος ἄρχεται λαμβάνων τὴν ταυτότητα διὰ σιδηροδρομικῆς ταχύτητος: «Ἐγεννήθης καὶ κατοικεῖς εἰς Μάνδραν, ἐτῶν 35, γεωργός, χριστιανός. Κατηγορεῖσαι. Κάθησε κάτω»! Ὅταν ἐκφωνῆται τὸ «κάθησε κάτω», ὁ δυστυχὴς κατηγορούμενος δὲν ἔχει κατορθώσει ἀκόμη νὰ φθάσῃ πρὸ τῆς ἕδρας τοῦ δικαστηρίου· «κάθησε κάτω», ἐπαναλαμβάνει ἐντονώτερον ὁ Πρόεδρος, καὶ ὁ κατηγορούμενος, μηδὲ λέξιν προφθάσας ν’ ἀπαγγείλῃ, κάθηται κάτω (γέλως). Γελᾶτε βέβαια· ἀλλὰ δυστυχῶς τοιαύτη κωμῳδία παίζεται ἐκεῖ, ἔνθα ἡ Πολιτεία ὥρισε ν’ ἀπονέμηται ἡ δικαιοσύνη. Δὲν ἐτελείωσα ἐν τούτοις ἀκόμη· θὰ ἀκούσητε καὶ ἄλλα χειρότερα· θ’ ἀκούσητε ὅτι ὁ Πρόεδρος ὀνομάζει καὶ τὸν συνήγορον τοῦ κατηγορουμένου, τὸν πρῶτον ἐκ τῶν δικηγόρων, ὃν βλέπει ἐγειρόμενον, διότι δὲν θέλει ν’ ἀπολεσθῇ ὁ χρόνος ὁ ἀπὸ τῆς ἐρωτήσεώς του μέχρι τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κατηγορουμένου. «Ἔχεις δικηγόρον τὸν δεῖνα, λέγει, κάθησε κάτω»· (λαμβάνω ὡς παράδειγμα δίκην κατ’ ἀνακοπήν). Μόλις ὁ κατηγορούμενος καθήσῃ, ὁ Πρόεδρος διατάσσει τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς ἐρήμην δίκης. Τί εἶναι δὲ αὐτὰ τὰ πρακτικά, Κύριοι; ἓν φύλλον χάρτου, κακοζήλως συντεταγμένον, μηδεμίαν πληροφορίαν δίδον περὶ τῆς κατηγορουμένης πράξεως. Συνήθως ταῦτα περιέχουν στερεοτύπως τὰς φράσεις: «προσῆλθεν ὁ δεῖνα μάρτυς, ὅστις κατέθεσεν, ὅτι ὁ κατηγορούμενος ἐκτύπησε τὸν παθόντα!» Διατὶ τὸν ἐκτύπησε, πῶς συνέβη ἡ πρᾶξις, ποῖαι περιστάσεις συνέβησαν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἀδικήματος, οὐδαμῶς ἐξετάζεται· τὰ πρακτικὰ περὶ τούτου δὲν ἐνδιαφέρονται· ἀδιάφορον ἂν πάντα ταῦτα ἔχωσιν ἐπιρροὴν εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως, εἰς τὸν καταλογισμὸν ἢ εἰς τὴν ἐπιμέτρησιν τῆς ποινῆς. Ταῦτα εἶναι ἀνοησίαι καὶ δὲν θεωρεῖται ἀναγκαῖον νὰ ἐξετασθῶσι! Καὶ νομίζετε ὅτι ἡ ἀτέλεια ἢ μᾶλλον ἡ παρῳδία αὕτη ἐκπροσωπεῖται μόνον διὰ τῶν πρακτικῶν; Ἀκούσατε πῶς ἐξετάζονται οἱ μάρτυρες. Κατὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνόματος τοῦ μάρτυρος ἐπαναλαμβάνεται ὑπὸ τοῦ Προέδρου ἡ αὐτὴ τακτική· ἡ ταυτότης τοῦ μάρτυρος λαμβάνεται καθ’ ὑπόθεσιν, οὕτως ὥστε, μόλις πλησιάσῃ ὁ μάρτυς εἰς τὴν ἕδραν τοῦ δικαστηρίου, ὁ Πρόεδρος ἤδη ἔχει λάβει τὴν ταυτότητα, τοῦ μάρτυρος οὐδὲν λέγοντος, ἀλλὰ τοῦ Προέδρου ἐρωτῶντος καὶ ἀπαντῶντος διὰ τοῦ «Γεώργιος Κωνσταντίνου. Ἐγεννήθης καὶ κατοικεῖς εἰς Ἀράχωβαν, ἐτῶν 50 ἢ 40, χριστιανός· γνωρίζεις καὶ δὲν συγγενεύεις τὸν κατηγορούμενον. Βάλε τὸ χέρι σου εἰς τὸ Εὐαγγέλιον». Μόλις λοιπὸν φθάσῃ ὁ μάρτυς πρὸ τῆς ἕδρας, ἀκούει τοῦτο μόνον: «βάλε τὸ χέρι σου εἰς τὸ Εὐαγγέλιον»· ἐὰν ἀντιληφθῇ τὴν διαταγήν, θέτει τὴν χεῖρά του ἐπὶ τοῦ Εὐαγγελίου, ἐὰν δὲν τὴν ἀντιληφθῇ, ἀμέσως ὁ παριστάμενος κλητὴρ ἁρπάζει τὴν χεῖρά του καὶ τὴν θέτει ἐπὶ τοῦ Εὐαγγελίου, ἐνῷ ὁ Πρόεδρος ἀπαγγέλλει τὸν ὅρκον: «ὁρκίζομαι νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν»· «κάτω τὸ χέρι σου!» προστάττει ὁ Πρόεδρος, καὶ συγχρόνως: «λέγε μας, τὸν ἐβάρεσεν ὁ κατηγορούμενος τὸν μηνυτήν;» Ὁ δυστυχὴς ὁ μάρτυς, ἐν συγχύσει διατελῶν, ὡς ἐκ τῆς παροτρύνσεως νὰ σπεύσῃ, ἀρχίζει νὰ κάμῃ ἀπόπειραν νὰ διηγηθῇ τὰ τῆς πράξεως, δι’ ἣν ἐρωτᾶται· ἀλλ’ εἰς τὴν πρώτην λέξιν διακόπτεται ἀποτόμως ὑπὸ τοῦ Προέδρου, λέγοντος: «βρὲ ἀδελφέ, δὲν θὰ μᾶς ζαλίσῃς τώρα μὲ τὸ ποῦ ἤσουν καὶ τί ἔκαμες· τὸν ἐβάρεσεν ἢ δὲν τὸν ἐβάρεσε; Λέγε λοιπόν!» προσθέτει ἐντονώτερον. Ὁ μάρτυς ἀπαντᾷ: «μάλιστα, τὸν ἐβάρεσεν, ἀλλά...» «Δὲν θέλω ἀλλά», λέγει ὁ Πρόεδρος, «ἀρκεῖ, κάθησε». Οὕτω δὲ ὁ μάρτυς ὑποχωρεῖ, τὸ δὲ δικαστήριον εἶναι εὐχαριστημένον, διότι ὑποθέτει, ὅτι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του καὶ ἤκουσε τὸν μάρτυρα. Ἡ αὐτὴ διαδικασία ἀκολουθεῖ καὶ κατὰ τὴν ἀπολογίαν τοῦ κατηγορουμένου, τὴν ὁποίαν συνήθως κάμνει μόνος ὁ Πρόεδρος· διότι λέγει: «σήκω ἐπάνω, κατηγορούμενε· τί λέγεις; δὲν ἔπραξες τίποτε· κάθησε κάτω! Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἔχει τὸν λόγον». Ἡ ἀγόρευσις τοῦ Εἰσαγγελέως περιορίζεται εἰς τὰς δύο αὐτὰς λέξεις: «Νὰ κηρυχθῇ ἔνοχος κατὰ τὸ κατηγορητήριον». Ἀμέσως μετὰ τοῦτο δίδεται δῆθεν ὁ λόγος εἰς τὴν ὑπεράσπισιν, καὶ πρὶν ἢ ὁ συνήγορος ἀρθρώσῃ τὰς πρώτας λέξεις, τὸ δικαστήριον, διασκεπτόμενον ἐπὶ τῶν ἑδρῶν του, ἐκδίδει τὴν ἀπόφασιν, μηδὲ λέξιν προφθάσαντος νὰ ἀρθρώσῃ τοῦ συνηγόρου!...
§141ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸ νομοσχέδιον τὰ διορθώνει αὐτά;
§142ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βεβαίως τὰ διορθώνει· διότι, ὅταν περιορίζητε διὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν δικαστηρίων τὸν ἀριθμὸν τῶν καθ’ ἑκάστην συνεδρίασιν ἐκδικαζομένων ὑποθέσεων, ἔχητε δὲ τὰ δικαστήρια ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῶν μικρῶν κέντρων, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβαίνωσι ταῦτα. Καὶ τί θέλετε νὰ κάμῃ ὁ δικαστὴς, ὅταν ἦναι ὑποχρεωμένος νὰ δικάζῃ εἰς μίαν ἡμέραν 80 καὶ 100 ὑποθέσεις; εἶναι ἀνθρωπίνως ἀδύνατον νὰ δικάσῃ ὅλην αὐτὴν τὴν πληθὺν εἰς μίαν ἡμέραν, καὶ διὰ τοῦτο τὸ δικαστήριον εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ καταφεύγῃ εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὅστις μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν μίαν ἡμέραν νὰ παραστῶ εἰς τὸ φρικωδέστερον θέαμα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἐκτυλιχθῇ ἐνώπιον δικαστηρίου. Ἐδικάζετο εἷς ἐξ Αἰγίνης· συνέβη δὲ τὴν ἡμέραν ἐκείνην νὰ ἐκδικάζωνται 100 ὑποθέσεις· Πρόεδρος ἦτο εἷς, ὅστις ἀπέθανεν ἐφέτης, ὁ μακαρίτης Δέδες· ἐξεφώνησε τὸ ὄνομα τοῦ κατηγορουμένου, ὅστις ὠνομάζετο Γεώργιος Αἰγινήτης. Ἦτο ἐκεῖ εἰς τὸ δικαστήριον εἷς ἐξ Αἰγίνης, ὅστις εἶχε καταγγείλει τινὰ, ὅτι τὸν εἶχε τραυματίσει· νομίζων δὲ, ὅτι αὐτὸς ἐκαλεῖτο, ὡς Αἰγινήτης, εἶπε παρών. Ὁ Πρόεδρος, ἐκλαβὼν ὅτι παρὼν ἦτο ὁ κατηγορούμενος, οὗ τὸ ὄνομα ἐξεφωνήθη, μόλις ἤκουσε τὴν λέξιν παρών, ἤρξατο λαμβάνων τὴν ταυτότητά του πρὶν προφθάσῃ νὰ ἔλθῃ πλησίον του· καὶ μόλις ἐπλησίασε, τοῦ λέγει: «κάθησε κάτω· ἔχεις μάρτυρας;» Ὁ δῆθεν κατηγορούμενος λέγει «ὄχι, δὲν ἦλθον οἱ μάρτυρές μου», ἐννοῶν ὅτι δὲν ἦλθον οἱ ἐπὶ τῇ μηνύσει του μάρτυρες· ὁ Πρόεδρος διατάσσει τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν (γέλως)· ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικά· κατηγορεῖτο ὁ Αἰγινήτης ἐκεῖνος ἐπὶ τραύματι, μάρτυρας δὲν εἶχε, δικηγόρον δὲν εἶχε. «Σήκω ἐπάνω», τῷ λέγει ὁ Πρόεδρος μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν· «διατὶ τὸν ἐβάρεσες αὐτόν;» ὁ δυστυχὴς ἐκεῖνος ἀπαντᾷ «δὲν τὸν ἐβάρεσα ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἐκεῖνος μ’ ἐβάρεσε». «Πολὺ καλά», λέγει ὁ Πρόεδρος, «κάθησε κάτω». Ὁ Εἰσαγγελεὺς ζητεῖ τὴν ἐνοχήν του, τὸ δικαστήριον τὸν καταδικάζει, καὶ τὸν παραλαμβάνουν οἱ χωροφύλακες καὶ τὸν ὁδηγοῦν εἰς τοὺς καταδικασθέντας. Μετὰ πέντε λεπτὰ καταφθάνει ὁ κ. Ράλλης, ὅστις ἦτο ὁ συνήγορος τοῦ καθαυτὸ κατηγορουμένου, μετὰ τοῦ ἀληθοῦς κατηγορουμένου, καὶ ζητεῖ νὰ εἰσαχθῇ ἡ ὑπόθεσις, ἵνα δικάσῃ τὴν ἀνακοπήν· ἀλλ’ ὁ Εἰσαγγελεὺς λέγει πρὸς τὸν κ. Ράλλην, ὅτι συνεζητήθη καὶ ἀπερρίφθη ἡ ἀνακοπή του κατ’ ἀντιμωλίαν! (θόρυβος). Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ δικαιοσύνη, ἡ ὁποία ἀποδίδεται εἰς τὰ μεγάλα κέντρα!
§143Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ εἶναι ἀληθῆ· ἀλλὰ τὴν δικαιοσύνην τὴν διορθώνουν οἱ δικασταί· τὰ αὐτὰ πρόσω θὰ ἦναι καὶ εἰς τὴν Λεβαδίαν καὶ ἀλλαχοῦ.
§144ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὸ τὸ σύστημα τοῦ πολεμεῖτε τὰ εἰσαγόμενα νομοθετήματα εἶναι τὸ χειρότερον. Ἐπὶ τέλους αὐτοὶ εἶναι οἱ δικασταί, τοὺς ὁποίους ἔχομεν· δὲν πρόκειται νὰ δημιουργήσωμεν ἄλλους δικαστὰς, ἀλλὰ νὰ φροντίσωμεν, ὅπως μὲ αὐτοὺς, μέχρις οὗ ἀποκτήσωμεν καλλιτέρους, περιορίσωμεν τὸ κακὸν, ὥστε νὰ μὴ ἐκδικάζωνται εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον ἐν πάσῃ συνεδριάσει 100 ὑποθέσεις· τοῦθ’ ὅπερ τοὺς κακοὺς δικαστὰς καθιστᾷ χειροτέρους, ὡς ἐκ τῆς ταχύτητος, μεθ’ ἧς διεξάγονται αἱ ὑποθέσεις· τὸ περιορίζομεν δὲ τὸ κακὸν, ὅταν τὸ δικαστήριον ἔχῃ νὰ δικάσῃ 30 ὑποθέσεις· διότι καὶ εἰς αὐτὸ ἐπιβάλλεται τότε νὰ δικάσῃ κανονικώτερον, καὶ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς κοινῆς γνώμης ἐν τοῖς μικροῖς κέντροις ἀποτελεσματικώτερον ὑποβάλλεται: διότι εἰς τὰς μικρὰς πόλεις ὁ ἔλεγχος εἶναι αὐστηρῶς καὶ διαρκής. Οἱ δικασταὶ ἐν τοῖς μικροῖς κέντροις γνωρίζουσιν, ὅτι εἰς πᾶν μέρος, καὶ ἐν τοῖς περιπάτοις καὶ ἐν τοῖς καφενείοις καὶ ἐν ταῖς συναναστροφαῖς, θὰ γίνηται λόγος περὶ τῆς ἀξίας, τῆς ἱκανότητος καὶ τῆς συμπεριφορᾶς αὐτῶν. Καὶ ἐπειδὴ οἱ δικασταί μας δὲν στεροῦνται φιλοτιμίας, θέλουσι μεριμνήσει, ὅπως μὴ δίδωσιν ἀφορμὰς εἰς ἐπικρίσεις δικαίας τῆς διαγωγῆς των, καὶ μὴ ἐξευτελίζωσι τὴν δικαιοσύνην πρὸ τῶν ὀμμάτων τῆς κοινωνίας, μεταξὺ τῆς ὁποίας ζῶσι. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῶν μεγάλων κέντρων· ἐὰν δὲ ἔχῃ ἀρετὰς τὸ νομοθέτημα τοῦτο, ὁμολογῶ μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι ἡ πρωτίστη ἀρετή του εἶναι, ὅτι καθιστᾷ καὶ ἄλλα δικαστικὰ κέντρα. Δὲν εἶναι δὲ ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ἀνεπτύχθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἡ ἀνάγκη τῆς συστάσεως καὶ ἄλλων δικαστηρίων. Ἀπὸ 30 ἐτῶν δὲν ὑπῆρχε σύνοδος Βουλευτικὴ, καθ’ ἣν νὰ μὴ συνεζητεῖτο τὸ ζήτημα τοῦτο: καὶ ἂν δὲν εἶχε πολλοὺς ὑποστηρικτὰς, ἐπιζητοῦντας τὴν σύστασιν δικαστηρίων, δὲν εἶχεν ὅμως καὶ πολεμίους. Ἂν δὲ δὲν κατωρθώθη ἡ ψήφισις τοιούτου μέτρου, τοῦτο ἀποδοτέον εἰς τὰ μέτρα τὰ οἰκονομικὰ, ἅτινα ἑκάστοτε ἐπεβάλλοντο εἰς τὰς Κυβερνήσεις. Κατὰ τὸ 1865, ὅτε ὑπεβλήθη διοικητικὸν σύστημα, ὑπεβλήθη καὶ δικαστικὸν, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη μάλιστα ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη παρῃτήθη, ἀπολέσασα τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, καὶ τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐψηφίσθη. Κατεῖδεν ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀνάγκην, ὅπως προβῇ εἰς σύστασιν δικαστηρίων, διότι μὴ λησμονῆτε, Κύριοι, ὅτι, ἂν δὲν παρέχητε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν δικαιοσύνην, ἂν δὲν παρέχητε αὐτῷ διοίκησιν, ἀλλ’ ἀφίνητε αὐτὸν ἐκτεθειμένον εἰς παντοίας καταπιέσεις, βασιζόμενοι εἰς τὸ φιλήσυχον τοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ, μεγάλως τὸν ἀδικεῖτε. Εἰς τὰς ἀποκέντρους ἐπαρχίας δὲν ὑπάρχει ἴχνος διοικήσεως. Ὁ πολίτης, ὁ ἀδικούμενος ὑπὸ τοῦ χωροφύλακος καὶ ὑπὸ τοῦ τελευταίου ὑπαλλήλου, δὲν ἔχει ποῦ νὰ καταφύγῃ, ἵνα ὑποβάλῃ τὸ παράπονόν του, δὲν ἔχει ποῦ νὰ ζητήσῃ θεραπείαν...
§145ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα θὰ ἔχῃ;
§146ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ βεβαίως θὰ ἔχῃ τώρα. Δὲν θὰ ἔχῃ ἴσως τόσην, ὅσην ἐπιθυμεῖ, ἀλλὰ θὰ ἔχῃ πλείονα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἶχε μέχρι τοῦδε (Θόρυβος). Σᾶς βλέπω ἀπαισιοδοξοῦντας. Ἀλλοίμονον, ἐὰν μᾶς καταλάβῃ τοιαύτη ἀπαισιοδοξία! Ἡ ἀπαισιοδοξία γεννᾷ τὴν ἀπελπισίαν, ἥτις παραλύει πᾶσαν διάθεσιν πρὸς ἐργασίαν ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ καλοῦ, ἀφοῦ θεωροῦμεν ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐπιχειρήσωμεν πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως εἶναι μάταιον. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ πράξωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς· νὰ θέσωμεν βρόχον εἰς τὸν λαιμὸν ἡμῶν, ἵνα ἀπαγχονισθῶμεν. Ἀλλ’ οὕτως οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες οὔτε συζητοῦσιν οὔτε σκέπτονται. Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες δὲν πρέπει νὰ ἀπελπίζωνται· δέον νὰ προσπαθῶσι νὰ κατορθώσωσι τὰ καλὰ, ἐλπίζοντες ὅτι εἰς τὸ μέλλον θὰ ἐπιτύχωσι τὰ βελτίονα. Μετὰ τόσα παθήματα ἀναμένει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς παρὰ τῆς Βουλῆς ταύτης, ὅπως προβῇ εἰς μέτρον ἐγγυώμενον τὴν βελτίωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων, καὶ μεριμνήσῃ ἵνα περισυλλέξῃ τὰ ἐρείπια. Κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐπέλθῃ ἡ περισυλλογὴ αὕτη; κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐμπνεύσῃ εἰς τὸν λαὸν τὴν πεποίθησιν ὅτι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐργάζεται, ὅταν δὲν δίδῃ εἰς αὐτὸν τὰ κυριωδέστερα στοιχεῖα πρὸς τὴν βελτίωσιν, διοίκησιν καὶ δικαιοσύνην; Ἄ! Κύριοι! καθῆκον ἔχομεν πάντες νὰ μὴ ἐκμεταλλευώμεθα πρὸς πολιτικοὺς σκοποὺς ζητήματα τοιαῦτα, ὠφελούμενοι ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα θίγουσι προσωπικὰ συμφέροντα ὁλοκλήρων πληθυσμῶν· πρέπει νὰ συντρέξωμεν εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως, διότι εἶναι καιρὸς νὰ ἐννοήσωμεν ἐπὶ τέλους, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡμῖν νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὸ καθεστὼς κατὰ τρόπον, ὅστις νὰ ἐπιτρέπῃ ἡμῖν ἵνα ἐγείρωμεν βραδύτερον ἀξιώσεις, ὅπως ὑποβάλωμεν τὸν λαὸν εἰς θυσίας. Μόνον δὲ δεικνύοντες ὅτι ἐννοοῦμεν νὰ δώσωμεν εἰς τὸν λαὸν διοίκησιν καὶ δικαιοσύνην, δυνάμεθα ν’ ἀπαιτήσωμεν παρ’ αὐτοῦ θυσίας. Ὅταν δὲ ἀποδεχώμεθα πάντες, ὅτι πρέπει νὰ χωρίσωμεν τὸν στρατὸν ἀπὸ τὴν πολιτικὴν, ὅτι πρέπει νὰ παραδώσωμεν τὸν στρατὸν εἰς τὸν στρατὸν, ὅτι πρέπει νὰ μορφώσωμεν τοὺς πολίτας διὰ κανονικωτέρου ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος, ὅτι πρέπει ν’ ἀποκαταστήσωμεν τελείαν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἥτις εἶναι ὁ ἐπιούσιος ἄρτος τῶν λαῶν, πρέπει νὰ κατανοήσωμεν, ὅτι πάντα ταῦτα μόνον διὰ μεταρρυθμίσεως νομοθετικῆς τῶν νῦν κρατούντων δύνανται νὰ γείνωσιν. Ἀλλ’ ἐνῷ πάντες ἐν μιᾷ φωνῇ ταῦτα ἐπιζητοῦμεν, σεῖς ἐξεγείρεσθε, ὅταν προκαλῆσθε νὰ ψηφίσητε τοιαῦτα νομοθετήματα! Ἀναγνωρίζετε τὸ ὀρθὸν τῶν μέτρων ἆρά γε καὶ δὲν θέλετε νὰ προέλθῃ ἐξ ἡμῶν κἀνὲν ἀγαθόν; Ἀλλὰ τότε, ἂν ἔχητε τὴν δύναμιν, πράξατε ὑμεῖς τὸ ἀγαθὸν, ἡμεῖς δὲ θέλομεν σπεύσει νὰ παράσχωμεν πρὸς ὑμᾶς πᾶσαν τὴν συνδρομὴν ἡμῶν. (Χειροκροτήματα ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων καὶ ἐκ τῶν θεωρείων).
§147Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθῶς, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀνέμενον ν’ ἀκούσω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρ’ ἀνδρὸς κατατρίψαντος τὸν βίον ἐν τῇ ἀσκήσει τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος, λίαν ἐπιτυχῶς, ὁμολογουμένως, καὶ τὸ ἕτερον τοῦ βίου του ἐκ παραλλήλου ἐν τῇ πολιτικῇ, δὲν ἀνέμενον νὰ ἀκούσω παρ’ αὐτοῦ τοιοῦτον εὐτελισμὸν τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος του...
§148ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἡ ἀλήθεια.
§149Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. καὶ τοῦτο, ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ὡς παράδειγμα, ὅτι ἡ δικαιοσύνη κακῶς λειτουργεῖ εἰς τὰ μεγάλα κέντρα· διότι ἡ πρόθεσίς του δὲν ἦτο νὰ προσβάλῃ τὴν δικαιοσύνην, ἀλλὰ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι κακῶς λειτουργεῖ εἰς τὰ μεγάλα κέντρα, ἐνῷ εἰς τὴν Λεβαδείαν ἢ τὴν Ἄμφισσαν λειτουργεῖ κάλλιον. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω κατὰ τί θὰ λειτουργῇ καλλίτερον ἐν Λεβαδείᾳ τὸ Πρωτοδικεῖον, ἀφοῦ θ’ ἀποτελῆται ἀπὸ τοὺς ἰδίους δικαστάς.
§150ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶπον ὅτι δὲν πταίουσιν οἱ δικασταί.
§151Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδίας ἀπορεῖ, πῶς δὲν παραδεχόμεθα, πῶς δὲν αἰσθανόμεθα, πῶς δὲν κατανοοῦμεν καὶ ἡμεῖς τὸ καλὸν, τὸ μέγα ἀγαθὸν τῆς νέας διοικήσεως, ἡ ὁποία ἀπονέμεται εἰς τὸν τόπον διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον εἰσάγει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Καὶ ἐγὼ εἶπον χθὲς, ἀριθμήσας μίαν πρὸς μίαν τὰς 70 ἐπαρχίας, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποτελεῖται σήμερον τὸ Κράτος, ὅτι τὰς 36 τούτων οὐδόλως θίγει τὸ νομοσχέδιον. Καὶ ἔφερα παράδειγμα τὴν ἐπαρχίαν τῆς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, τῆς ὁποίας τὰ χωρία καὶ οἱ δῆμοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπέχουσι νῦν 25 καὶ 27 ὥρας ἀπὸ τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ, ἥτις εἶναι ἡ Σπάρτη, τὰς αὐτὰς ὥρας θ’ ἀπέχωσι καὶ εἰς τὸ μέλλον, διότι θὰ μείνῃ ἡ αὐτὴ πρωτεύουσα. Ἀλλὰ «ὁ νομάρχης, —λέγουσιν—ἔχων μικροτέραν περιφέρειαν, θὰ δύναται τότε νὰ ἐπιβλέπῃ περισσότερον τὸν νομὸν, καὶ οὕτω θὰ αἰσθάνωνται ἐγγύτερον ἑαυτῶν τὴν διοίκησιν οἱ πολῖται». Καὶ ἠρώτων χθὲς, ἐὰν δύναταί τις νὰ μοὶ ἀναφέρῃ, ὅτι νομάρχης, διοικῶν νομὸν ἀποτελούμενον ἐκ 5 ἢ ἐξ 7 ἐπαρχιῶν, περιῆλθέ ποτε τὰς 2, 3 ἢ 4 τούτων, καὶ ὅτι ἕνεκα τῆς μεγάλης περιφερείας δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐπισκεφθῇ καὶ τὰς λοιπάς. Οὐδαμοῦ εἴδομεν τοιοῦτον παράδειγμα· ἐν ᾗ δύο δύναταί τις νὰ ἀναφέρῃ παραδείγματα, τοῦ νομάρχου Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Ναοὺμ καὶ τοῦ νομάρχου Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κ. Σπανίδου, οἵτινες, ἰδίᾳ ὅμως ὁ πρῶτος, περιώδευσαν τὴν περιφέρειαν τῆς διοικήσεως αὑτῶν, κατ’ ἐπαρχίας, δήμους καὶ χωρία. Κατὰ τί θὰ αἰσθανθῇ ὁ πολίτης τὴν διοίκησιν ἐγγύτερον πρὸς αὐτόν; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ εὐγλωττία τοῦ κ. Μπουφίδου καὶ ἡ δύναμις τῶν ἐπιχειρημάτων αὐτοῦ δὲν ὑπῆρξε τοιαύτη, οἵαν συνήθως εὑρίσκομεν παρ’ αὐτῷ.
§152Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον φέρει τίτλον «περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους», ἤτοι τῆς ἐπικρατείας. Ἀλλ’ οὕτως ἐσφαλμένη ἦτο καὶ ἡ ἐπιγραφὴ τοῦ νόμου τοῦ 1845, καὶ ἐκεῖθεν μετηνέχθη τὸ λάθος καὶ ἐν τῷ τίτλῳ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Ἐπὶ τῆς οὐσίας ὅμως τοῦ νομοσχεδίου θέλω περιορίσει τὰς παρατηρήσεις μου ἐπὶ μόνων τῶν διατάξεων αὐτοῦ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μετὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου συνδέεται ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπιγράφεται «περὶ διοικήσεως τῶν νομῶν», τὰς ἐπ’ ἐκείνου ὅμως παρατηρήσεις ὀφείλω νὰ ἀναβάλω, ἵνα ἐκφέρω, ὅταν προταθῶσι πρὸς συζήτησιν αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Ἀλλὰ καὶ τρίτον νομοσχέδιον συνδέεται μετὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας· δὲν πρέπει δὲ νὰ ἀναμίξωμεν τὰς συζητήσεις τῶν τριῶν τούτων νομοσχεδίων, διότι ὁ περιορισμὸς τῶν συζητήσεων ἐπὶ ἑκάστου νομοσχεδίου θέλει εὐκολύνει ἡμᾶς καὶ εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τῆς ἀληθείας καὶ εἰς τὴν ὁμαλωτέραν διεξαγωγὴν τῆς συζητήσεως. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου σκοπεῖται ἰδίως ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομαρχιῶν, δηλαδὴ ἡ σμίκρυνσις τῶν διοικητικῶν περιφερειῶν, τὴν ἕνεκα δὲ τούτου αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως συνδέει τὸ νομοσχέδιον μετὰ τῆς ἐγκαθιδρύσεως Πρωτοδικείων ἐν ἑκάστῳ τῶν νέων νομῶν. Ἑπομένως ἔχομεν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομαρχιῶν, δεύτερον αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Πρωτοδικείων. Αἱ προστιθέμεναι νομαρχίαι θέλουσιν ἱδρυθῇ ἐν ἐπαρχίαις, αἵτινες κατ’ ἐξαίρεσιν θέλουσιν ἀναβιβασθῇ εἰς νομαρχίας, ἐν ταύταις δὲ, ἐὰν δὲν ὑπάρχωσιν ἤδη Πρωτοδικεῖα, θέλουσιν ἱδρυθῇ τὰ συνιστώμενα πέντε, νομίζω, Πρωτοδικεῖα. Ἐπεθύμουν νὰ πεισθῶ περὶ τῆς χρησιμότητος τῶν δύο τούτων μέτρων. Τὸ πρῶτον βεβαίως σκοπεῖ νὰ βελτιώσῃ τὴν διοίκησιν, τὸ δεύτερον σκοπεῖ νὰ καταστήσῃ ἀρτιωτέραν, βελτίονα τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Τὰ δύο ταῦτα θέματα πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν. Χρεωστῶ ὅμως νὰ παρατηρήσω πρὸ παντός, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν εἶναι φύσεως τοιαύτης, ὥστε νὰ ζητήσῃ τις νὰ ἀποδοθῇ εἰς αὐτὸ πολιτικὸς χαρακτήρ. Ἑπομένως εἶναι νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου ἡ ἐπιψήφισις ἢ μὴ ἐπιψήφισις ἀποτελεῖ θέμα καθαρῶς νομοθετικὸν, μηδεμίαν ἔχον χροιὰν πολιτικὴν, πρέπει δὲ νὰ λησμονήσωμεν τὸν πολιτικὸν χαρακτηρισμὸν, ὃν ἕκαστος ἡμῶν ἔχει, τὰ πολιτικὰ συμφέροντα ἡμῶν, καὶ νὰ κρίνωμεν μόνον, ἐὰν πρέπῃ νὰ ψηφίσωμεν τὴν προτεινομένην μεταβολὴν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομαρχιῶν καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστηρίων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὰ Ὑπουργεῖα ἔχουσι δικαίωμα νὰ δίδωσι πολιτικὸν χαρακτηρισμὸν καὶ νὰ μεταποιῶσιν εἰς πολιτικὸν ἢ, ὡς κοινῶς λέγεται, ὑπουργικὸν ζήτημα καὶ τὰ μὴ πολιτικὰ νομοσχέδια, καὶ τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι συνδεδεμένα ἀρρήκτως μὲ πολιτικὸν χαρακτηρισμόν· ἀλλὰ δὲν πιστεύω, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον εἶναι διατεθειμένον νὰ δώσῃ τοιοῦτον χαρακτῆρα εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· ἐὰν δὲ οἱ Ὑπουργοὶ ἤθελον δώσει τοιοῦτον εἰς αὐτὸ, ποιοῦνται κατάχρησιν τῆς ἰδίας αὑτῶν ἐξουσίας. Ὅταν δίδηται χαρακτηρισμὸς τοιοῦτος εἰς τι νομοσχέδιον, συνέπεια ἄφευκτος εἶναι, ὅτι, ἐὰν ἡ πλειονοψηφία δὲν ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, οἱ Ὑπουργοὶ θέλουσι παραιτηθῆ τῆς ἀρχῆς. Ἀλλὰ τότε ἕκαστος Βουλευτὴς τίθεται εἰς τὸ δίλημμα, ἂν πρέπῃ νὰ προτιμήσῃ τὴν ἀποχώρησιν τοῦ Ὑπουργείου καὶ νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν γνώμην, ἣν ἔχει κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἢ νὰ θυσιάσῃ τὰς γνώμας του κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα μὴ προκαλέσῃ μεταβολὴν ὑπουργικήν. Ἐπειδὴ δὲ πολλάκις ἡ μεταβολὴ τοῦ Ὑπουργείου παράγει συνεπείας δεινοτέρας τῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας ἤθελε παραγάγει τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἐπιψήφισις, ὑποβάλλονται οἱ Βουλευταὶ εἰς τινα καταναγκασμὸν, εἰς περιορισμὸν τῆς ἐλευθερίας τῆς βουλήσεως αὑτῶν. Διὰ τοῦτο τὰ Ὑπουργεῖα δὲν πρέπει νὰ καταχρῶνται τῆς ἐξουσίας των, χαρακτηρίζοντα αὐθαιρέτως ὡς πολιτικὰ ζητήματα τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίων ἐστερημένων παντὸς πολιτικοῦ χαρακτῆρος. Τὴν ἐπὶ τούτου γνώμην τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν ἠκούσαμεν ἕως τώρα, ἀλλ’ ἔχω ἀφορμὰς νὰ πιστεύω, ὅτι δὲν σκοπεῖ νὰ μεταβάλῃ εἰς πολιτικὸν τὸν χαρακτῆρα τοῦ περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητήματος· ἐγὼ δὲ, ἐν ὅσῳ δὲν ἀκούσω, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δίδει ῥητῶς τοιοῦτον χαρακτηρισμόν, θεωρῶ τὸ ζήτημα ὡς καθαρῶς νομοθετικόν· τοιαύτην δὲ ἔχω πεποίθησιν περὶ τούτου, ὥστε ἐδήλωσα εἰς τοὺς φίλους μου, ὅτι δύνανται νὰ ἔχωσι γνώμην διάφορον πρὸς τὴν ἐμὴν, οὔτε θέλω θεωρήσει τὴν τοιαύτην διαφωνίαν των πρὸς τὴν ἐμὴν γνώμην ὡς ἀφορμὴν μεταβάλλουσαν τὴν πολιτικὴν θέσιν των. Ὅθεν οὕτω θέλω ἐξετάσει τὸ νομοσχέδιον, καὶ θέλω ἐπιφέρει ὅσας ἔχω παρατηρήσεις. Ἀλλὰ πρὸ τούτου πρέπει νὰ δηλώσω τὴν λύπην μου, διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην, οὐχὶ νὰ διαφωνήσω, ἀλλὰ νὰ ἀναιρέσω γνώμας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας ἐξέθηκεν ἐντεῦθεν. Εἶπον δὲ ὅτι λυποῦμαι, διότι ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ γνωρίσω τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κραναίας πρὶν ἢ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον...
§153ΛΑΠΠΑΣ. Καὶ πρὶν γείνῃ Ὑπουργός.
§154ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀληθῶς πρὶν ἢ γένηται Ὑπουργός· αἱ δὲ σχέσεις, τὰς ὁποίας εἶχον μετ’ αὐτοῦ, μοὶ ἔδωκαν ἀφορμὴν νὰ κρίνω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας εἶναι δεινὸς ἑρμηνευτὴς τῶν νόμων· αἱ παρατηρήσεις ὅμως αὐτοῦ, ἃς πρὸ μικροῦ ἔφερεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, μὲ ἀναγκάζουσι νὰ περιορίσω τὴν γνώμην μου ταύτην, καὶ νὰ φρονῶ μὲν, ὅτι εἶναι δεινὸς ἑρμηνευτὴς τῶν δικανικῶν νόμων, οὐχὶ ὅμως καὶ τῶν διοικητικῶν. Καὶ ὄντως ἤκουσα αὐτοῦ λέγοντος, ὅτι νομὸς, ἐπαρχία καὶ δῆμος εἶναι τρεῖς ἐξουσίαι, τρεῖς διοικήσεις· τοῦτο δὲ ἀρκεῖ νὰ μὲ πείσῃ, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας συγχέει τὰ πράγματα, ἐκλαμβάνων τὸν ἔπαρχον ὡς τεταγμένον ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ ἐνασκῇ ἰδίαν ἐξουσίαν, ν’ ἀποφασίζῃ ἐπὶ ὑποθέσεων διοικητικῶν, τὸν δὲ νομάρχην ὡς εἶδος Ἐφετείου, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἐκκαλοῦνται τοῦ ἐπάρχου αἱ ἀποράσεις. Ἀλλ’ ὁ ἔπαρχος εἶναι ὄργανον τῆς διοικήσεως παρασκευαστικόν, τὴν δὲ διοίκησιν διαχειρίζονται μόνον δύο ἀρχαί, ὁ δήμαρχος καὶ ὁ νομάρχης. Ὁ νομάρχης διαχειρίζεται τὴν ἐξουσίαν τὴν μεταδοθεῖσαν αὐτῷ κατὰ τὸν νόμον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι τὸ πρῶτον ὄργανον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὁ ἀνώτατος διευθυντὴς τῶν ὑποθέσεων τοῦ κλάδου, τοῦ ὁποίου διωρίσθη Ὑπουργὸς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως· ὁ δὲ δήμαρχος εἶναι τὸ ἄκρον ὄργανον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, φροντίζων περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων ἐν τῷ δήμῳ του καὶ διαχειριζόμενος ἐν αὐτῷ τὴν δημοσίαν διοίκησιν· ἐπειδὴ δ’ εἶναι ἐκλεκτὸς τοῦ δήμου καὶ ἐξ αὐτοῦ ἀντλεῖ τὴν δημαρχικὴν ἰδιότητά του, ἐτάχθη αὐτὸς ὑπὸ τοῦ νόμου ὡς ἐπιμελητὴς τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων, ἵνα αὕτη γίγνηται ἠπία καὶ ἀνεκτὴ ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Λοιπὸν τὸ παρ’ ἡμῖν ἰσχῦον νομαρχιακὸν σύστημα ἵδρυσε δύο λειτουργίας, τὴν λειτουργίαν τοῦ νομάρχου καὶ τὴν λειτουργίαν τοῦ δημάρχου. Εἶναι δὲ, κατ’ ἐμὲ, σύστημα ἀποκεντρωτικώτατον, τουτέστι φιλελευθερώτατον. Ἐπειδὴ δὲ ἐγένετο λόγος περὶ φιλελευθέρων θεσμῶν, ὀφείλω νὰ ἐκφράσω γνώμην ἐπὶ ἱστορικοῦ θέματος, ἐφ’ οὗ ἔκρινε πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Λεβίδης, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι ἀποδέχομαι τὴν γνώμην αὐτοῦ. Τὸ νομοθετηθὲν ἐν Ἑλλάδι δημοτικὸν σύστημα ἦτο θεσμὸς φιλελεύθερος, εἰσάγων τὴν αὐτοδιοίκησιν, αἱ δὲ κατὰ τὸ 1864 ἐπενεχθεῖσαι τροποποιήσεις κατέστησαν αὐτὸ θεσμὸν φιλελευθερώτατον. Τὴν γενομένην δὲ κατὰ τὸ 1836 ὑπὸ τοῦ τότε ἀρχικαγκελλαρίου ἀντικατάστασιν τοῦ νομαρχιακοῦ συστήματος διὰ τοῦ συστήματος τῶν διοικήσεων δὲν πρέπει νὰ ἀποδώσωμεν εἰς προαίρεσιν αὐτοῦ συγκεντρωτικὴν, ἢ εἰς διαθέσεις δεσποτικὰς, διότι ἡ «Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως» τοῦ ἔτους 1836 ἀποτελεῖ μνημεῖον τῶν προαιρέσεων αὐτοῦ, δεικνύουσα εἰς ἡμᾶς διὰ πόσων ἐπροίκισεν ἀρτισύστατον ἔτι τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον θεσμῶν λίαν φιλελευθέρων, ἴσως μὴ ἁρμοζόντων τότε εἰς τὴν κοινωνικὴν καὶ πολιτικὴν κατάστασιν τῆς χώρας. Ἡμεῖς, πολῖται τοῦ Βασιλείου, κρίνοντες ἐπὶ τῶν πρὸ ἡμῶν τελεσθέντων, ὀφείλομεν νὰ ἤμεθα δίκαιοι. Τὸ ἐν τῇ διοικήσει σύστημα τῶν διοικήσεων διαφέρει τοῦ νομαρχιακοῦ συστήματος. Οἱ διοικηταὶ δὲν ἀσκοῦσιν αὐτοβούλως ἐξουσίαν κατὰ δικαίωμα μεταδοθὲν αὐτοῖς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ εἰσὶν ὄργανα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος διατηρεῖ ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ πᾶσαν τὴν ἐξουσίαν. Κατὰ τὸ νομαρχιακὸν ὅμως σύστημα, ὁ νόμος μετέδωκε μέρος τῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὸν νομάρχην, ὁ ὁποῖος αὐτοβούλως διαχειρίζεται αὐτὴν ἐπὶ ὡρισμένων σχέσεων. Δὲν ἀμφισβητῶ, ὀφείλω μάλιστα νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ ἱστορία τῆς διοικήσεως κατέδειξε πολλάκις νομάρχας μὴ ἔχοντας συνείδησιν τῶν ἰδίων αὐτῶν καθηκόντων, τῆς διοικητικῆς αὐτῶν ἐξουσίας, ἀλλὰ κατέδειξε καὶ Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀξιώσαντας παρὰ τῶν νομαρχῶν νὰ μὴ ἐνασκήσωσι τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου ἀνατεθειμένην αὐτοῖς ἐξουσίαν πρὶν ἀκούσωσι τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ ταῦτα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν ἦσαν ἱκανοὶ διὰ τὸ νομαρχιακὸν ἀξίωμα πάντες οἱ διορισθέντες νομάρχαι, ὡς δὲν ἦσαν ἱκανοὶ νὰ διαχειρίζωνται τὴν ὑπουργικὴν ἐξουσίαν καὶ πάντες οἱ γενόμενοι Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ταῦτα εἰκονίζουσι τὴν κατάστασιν τῆς πολιτικῆς ἀνατροφῆς καὶ ἀναπτύξεως τῆς χώρας, ἀλλὰ δὲν μειώνουσι τὴν ἀξίαν καὶ τὴν χρησιμότητα τῶν νομοθετηθέντων διοικητικῶν συστημάτων. Ἐμνημόνευσα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας διὰ τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἐξήνεγκε περὶ τῶν ἐπάρχων, ὅπως ἐξηγήσω ποίαν ἐντολὴν ἔχουσιν ὑπὸ τοῦ νόμου οἱ ἔπαρχοι. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, οἱ ἔπαρχοι ἦσαν ἀναγκαῖοι, διότι αὐτοὶ ἐκαλοῦντο, ἵνα παρασκευάζωσι τὰς ὑποθέσεις, αἵτινες προσῆκε νὰ ὑποβληθῶσι κατὰ τὸν νόμον εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ νομάρχου, ὅπως ὁ νομάρχης δύνηται ν’ ἀποφασίζῃ ἐν πλήρει γνώσει ἐπ’ αὐτῶν, μὴ περιέρχηται δὲ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναβάλλῃ ν’ ἀποφασίζῃ, παραγγέλλων νέας ἐξετάσεις. Ἡ τοιαύτη μεσολάβησις τῶν ἐπάρχων ἦτο ἀναγκαία, οὐδὲ πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι καὶ οἱ δῆμοι κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου ἦσαν εἰς νηπιώδη κατάστασιν· ἀλλὰ καὶ νῦν ἔτι, ἂν καὶ προώδευσαν, δὲν ἔφθασαν ὅμως ἀκόμη εἰς τοιοῦτον βαθμὸν τελειότητος, ὥστε οἱ δήμαρχοι νὰ ἐκτελῶσι τὰ καθήκοντα αὐτῶν ἀρτίως, καὶ νὰ διαχειρίζωνται τὴν μετοχήν των εἰς τὴν δημοσίαν διοίκησιν ἀρτίως καὶ σκοπίμως. Ἡ ἀνάθεσις εἰς τοὺς δημάρχους τῆς ἐπιμελείας τῆς ἐν τοῖς ἰδίοις αὐτῶν δήμοις ἐκτελέσεως τῶν νόμων εἶναι σύστημα ἐλεύθερον καὶ οἰκονομικόν· οἰκονομικόν, διότι, ἐὰν δὲν ἀνετίθετο εἰς τοὺς δημάρχους ἡ μερὶς αὕτη τῆς δημοσίας διοικήσεως, ἔπρεπε νὰ διορίσωμεν ἴδια πρὸς τοῦτο ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ μισθοδοτῶμεν, οἱ δὲ δήμαρχοι ἀπαλλάττουσι τὸ Κράτος ἀπὸ τῆς δαπάνης ταύτης· ἐλεύθερον, διότι, ὡς εἶπον, οἱ τὴν μερίδα ταύτην τῆς δημοσίας διοικήσεως διαχειριζόμενοι δήμαρχοι δὲν εἶναι ὑπάλληλοι διοριζόμενοι ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ προέρχονται ἐξ ἐκλογῆς τοῦ λαοῦ, μάλιστα μετὰ τὴν νομοθετηθεῖσαν κατὰ τὸ 1864 μεταβολὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν κατηργήθη πᾶσα ἀνάμιξις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν ἀνάδειξιν τῶν δημάρχων, γίγνονται δὲ δήμαρχοι ὅσοι ἐκλέγονται ὑπὸ τῶν ἐκλογέων διὰ καθολικῆς ψηφοφορίας. Ἡ κλῆσις τῶν δημάρχων νὰ μετέχωσιν οὕτω τῆς διοικήσεως, ἡ ἀνάμιξις αὐτῶν εἰς τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου εἶναι κανόνες καὶ βάσεις τῆς διοικητικῆς νομοθεσίας ἡμῶν. Ἀλλ’ οἱ δήμαρχοι, ὡς εἶπον, δὲν εἶναι πάντες εἰς κατάστασιν νὰ ἐννοήσωσι τὰ ἀνατεθειμένα αὐτοῖς δημόσια καθήκοντα, νὰ κρίνωσι τίνων πληροφοριῶν ἔχει ἀνάγκην ὁ νομάρχης, ὅπως ἀποφασίσῃ ἀμέσως, ὅταν ὑποβληθῇ εἰς αὐτὸν ἡ ὑπόθεσις, καὶ μὴ ἀναβάλῃ τὴν ὑπόθεσιν, ζητῶν νέας πληροφορίας. Βεβαίως μεταξὺ τῶν δημάρχων εἰσὶ πολλοί, οἱ ὁποῖοι διακρίνονται ὡς ἄρτιοι καὶ ἄριστοι δήμαρχοι· εἰσὶν ὅμως καὶ ἄλλοι δήμαρχοι, ἰδίως ἐν τοῖς δήμοις τρίτης τάξεως, ἐν ἀποκέντροις δήμοις, ἐν χώραις ἔνθα ἡ κοινωνικὴ ἀνάπτυξις δὲν προέβη ἐπαισθητῶς, οἵτινες καθυστεροῦσι. Διὰ τοῦτο ὁ διορισμὸς τῶν ἐπάρχων συμπληροῖ τὸ ὑπάρχον διοικητικὸν σύστημα, οὐδόλως δὲ συμπληροῖ, οὐδὲ βελτιώνει τὴν διοίκησιν τὸ ἐπινοηθὲν καὶ προτεινόμενον μέτρον τῆς σμικρύνσεως τῶν περιφερειῶν τῶν νομῶν. Ἂν κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν προϊστάμην τοῦ Ὑπουργείου, δὲν ἐπρότεινα τὴν ἀνασύστασιν τῶν ἐπαρχείων, παρελίπομεν τοῦτο, οὐχὶ διότι ἐκρίναμεν τὰ ἐπαρχεῖα περιττὰ, ἀλλὰ διότι ἀπείχομεν νὰ προκαλέσωμεν νομοθέτημα, διὰ τοῦ ὁποίου ηὐξάνομεν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ἤθελον δὲ αὐξηθῆ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους κατὰ 250,000 περίπου δραχμάς· ὠφείλομεν νὰ ἀποφύγωμεν τὴν δαπάνην ταύτην, ἀφοῦ ἦσαν ἐκκρεμεῖς ἔτι αἱ περὶ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεις, ἵνα μὴ διαβληθῶμεν ὑπό τινων ὡς ὀφειλέται κακῆς πίστεως, αὐξάνοντες τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ἵνα ἐλαττώσωμεν τὰ ὑπόλοιπα τῶν ἐσόδων πρὸς ζημίαν τῶν δανειστῶν· ἀνεβάλομεν δὲ τὸ μέτρον, περιμένοντες εὐθετωτέρους καιροὺς, ὅπως προτείνωμεν, ἐὰν ἤθελεν ἐξακολουθεῖ ὑπάρχουσα ἡ ἀνάγκη αὕτη, τὴν τοιαύτην συμπλήρωσιν τῆς διοικήσεως. Ἑπομένως, ὡς εἶπον, φρονοῦμεν ὅτι ἡ προσθήκη τῶν νομαρχῶν δὲν συμπληροῖ τὸ σύστημα τὸ νομαρχιακὸν, δὲν βελτιώνει αὐτὸ, διότι ἡ ἐπιτήρησις ἡ ἐπὶ τῶν δημάρχων καὶ ἡ παρασκευὴ τῶν ὑποβαλλομένων ὑπὸ τὴν ἀπόφασιν τοῦ νομάρχου ὑποθέσεων θέλει εἶναι ἐπίσης ἀτελὴς, ἐφ’ ὅσον οἱ δήμαρχοι δὲν δύνανται νὰ προπαρασκευάζωσι τὰς ὑποθέσεις οὕτως, ὥστε νὰ ἦναι ἄμεσος καὶ εὐχερὴς ἡ ἀπόφασις τῶν νομαρχῶν ἐπ’ αὐτῶν. Τὸ σύστημα τὸ νομαρχιακὸν θέλει ἐξακολουθεῖ ἔχον τὰς ἀτελείας, τὰς ὁποίας ἔχει καὶ μέχρι τοῦδε, ἤτοι πρὸ τῆς προσθήκης τῶν κατὰ τὸ συζητούμενον νομοσσχέδιον νέων νομαρχῶν. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ προσθήκη τῶν νομαρχῶν, διὰ τῆς σμικρύνσεως τῶν περιφερειῶν, ἤτοι ἡ παρουσία νομάρχου ἐν ταῖς μικραῖς καὶ περιωρισμέναις περιφερείαις, ἐνδέχεται νὰ ἐπιφέρῃ καὶ βλάβην τινὰ εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν θεσμῶν. Ἐπειδὴ δὲ ἀναβιβάζω τὰς σκέψεις μου μέχρι τῆς λειτουργίας τῶν θεσμῶν, ἀναγκάζομαι ν’ ἀναμνησθῶ ἐπεισοδιακῶς τῶν λόγων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, τοῦ πρώτου ἀγορεύσαντος σήμερον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς προανήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν προσεχῆ τὴν καταστροφήν, διότι εὑρίσκει τοὺς νόμους τοῦ Κράτους ἐν πλήρει ἀντιθέσει πρὸς τοὺς θεσμούς. Ἀλλ’ ἡ παρατήρησις αὕτη οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ κρατοῦν διοικητικὸν σύστημα, διότι οἱ ἀποτελοῦντες τὸ σύστημα τοῦτο νόμοι εἰσὶ συμφωνότατοι πρὸς τοὺς θεσμούς, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνεύρῃ τις ἄλλο σύστημα πλὴν τοῦ νομαρχιακοῦ καὶ τοῦ δημοτικοῦ, τοσοῦτον σύμφωνον πρὸς τὸ ἡμέτερον πολίτευμα. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ χώραν ἐπὶ ἄλλου ζητήματος, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ σύστημα τὸ διοικητικόν, τὸ ὁποῖον κρατεῖ παρ’ ἡμῖν. Ἐνόμιζον μάλιστα, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος ἐγνώσθη ἤδη ἐν τῇ ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ ὡς ὑποστηρίζων καὶ δογματίζων τὰ τῆς ἀποκεντρώσεως, ἤθελεν ἀποκρούσει πάντα δισταγμὸν ἐπὶ τοῦ ἀποκεντρωτικοῦ χαρακτῆρος τοῦ νομαρχιακοῦ καὶ τοῦ δημοτικοῦ συστήματος. Ἔλεγον ὅτι ἴσως ἡ προσθήκη τῶν νέων νομαρχῶν καὶ ἡ παρουσία νομάρχου ἐν ταῖς μικραῖς καὶ περιωρισμέναις περιφερείαις ἐπιφέρῃ βλάβην τινὰ εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, διότι ὁ νομάρχης εἶναι ἀντιπρόσωπος τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐνασκῶν τὴν διοίκησιν, ἀλλ’ εἶναι καὶ ὄργανον τῆς πολιτικῆς. Κρίνω δὲ ὅτι, ὅσον καὶ ἄν κατέκρινεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς τὰς συνεχεῖς μεταβολὰς τοῦ προσωπικοῦ, θέλει ὅμως ἀποδεχθῆ τὴν ἐξαίρεσιν διὰ τοὺς νομάρχας. Οἱ νομάρχαι πρέπει νὰ ἦναι σύμφωνοι ἐντελῶς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ τὰς γνώμας καὶ τὴν πολιτικήν, διότι αὐτοὶ καλοῦνται νὰ βοηθήσωσιν αὐτὸ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα αὐτὸ ἀνεκήρυξεν ὡς ἀναγκαῖα, εἴτε νομοθετικά, εἴτε ἐκτελεστικά, πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ προγράμματός του. Ἤθελεν εἶναι παράλειψις ἐπικίνδυνος, μέλλουσα ἴσως νὰ ἀγάγῃ εἰς πλήρη ἀποτυχίαν τὰ μέτρα τοῦ Ὑπουργείου, ἐὰν ἤθελε διατηρήσει νομάρχας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὰς γνώμας αὐτοῦ καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν μετέχουσι τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς νὰ μὴ ἐκτείνῃ τὴν κατάκρισιν διὰ τὰς μεταβολὰς τὰς συνεχεῖς τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως καὶ μέχρι τοῦ προσωπικοῦ τῶν νομαρχῶν. Ἀλλ’ ἐὰν οἱ νομάρχαι, δὲν δύνανται νὰ ἐνασκήσωσι πλήρη καὶ ἀρτίαν τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτοῖς ἐξουσίαν, τὴν ἐπιτήρησιν ἐπὶ τῆς δοικήσεως τῶν δημάρχων, τοῦτο δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀποδώσητε εἰς ἐλάττωμα τῶν νόμων, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀτέλειαν, ἣν οἱ νομάρχαι ἔχουσι, τῆς συνειδήσεως τῶν καθηκόντων τῶν νομαρχῶν. Καὶ ὑπάρχουσι μὲν καὶ νομάρχαι ἄνδρες δεδοκιμασμένοι ἐν τῇ διοικήσει, ἀποδείξαντες, ὅτι ἔχουσι πλήρη συνείδησιν τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι μετέδωκαν εἰς αὐτούς, γνωρίζοντες τὰ καθήκοντα αὑτῶν καὶ ἐργαζόμενοι σκοπίμως, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ νομάρχαι, οἵτινες δὲν ἀνεδείχθησαν τοιοῦτοι, τὸ κακὸν δὲ τοῦτο, τὴν ἀτέλειαν ταύτην εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὁμολογήσω ὄχι μόνον ἐπὶ τῶν νομαρχῶν, ἀλλ’ ἐπὶ πάντων τῶν κλάδων τῆς δημοσίας διοικήσεως. Καὶ ἐπειδὴ διετέλεσα πολλάκις Ὑπουργός, συνέβη δὲ καὶ τρὶς νὰ κληθῶ εἰς τὴν προεδρίαν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον εὐσυνείδητον νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἔχομεν μεγάλην λειψανδρίαν, εἶναι δὲ τοιαύτη ἡ λειψανδρία ἐν τῇ χώρᾳ, ὥστε εἴδομεν ἀναβιβασθέντας κατ’ ἀνάγκην εἰς ἀξιώματα ἄνδρας ἀναξίους ἵνα ἀναβιβασθῶσιν εἰς αὐτά. Ἐὰν δὲ ἔχωμεν ἔλλειψιν νομαρχῶν, ὅταν ἀναζητῶμεν νὰ εὕρωμεν 16 νομάρχας, ἡ ἔλλειψις θέλει εἶναι πάντως λίαν αἰσθητή, ὅταν ἀναζητῶμεν 27 νομάρχας. Διὰ τοῦτο, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, τὸ σύστημα τῆς σμικρύνσεως τῶν νομαρχιακῶν περιφερειῶν διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομῶν καὶ τῶν νομαρχῶν δὲν θέλει συντελέσει εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς διοικήσεως· τὴν βελτίωσιν δὲ τῆς διοικήσεως πρέπει νὰ περιμένωμεν ἀπὸ τὴν παρασκευὴν τῶν ὀργάνων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνατίθεται ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἡ διοίκησις τῆς χώρας, ἀπὸ τὸν πληρέστερον καταρτισμὸν τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους οἱ δῆμοι ἐμπιστεύονται τὴν διοίκησιν αὑτῶν. Ἐν τοῖς κύκλοις τοῖς δημοτικοῖς δὲν ὑπάρχουσι πρόχειροι ἄνδρες, παρεσκευασμένοι ἵνα ἀναλάβωσι τὸ δημαρχικὸν ἀξίωμα, ἀναβιβάζονται δὲ εἰς τὸ δημαρχικὸν ἀξίωμα ἄνδρες μὴ ἔχοντες πλήρη συνείδησιν τῶν καθηκόντων αὑτῶν. Τοῦτο ὀφείλομεν νὰ προσδοκῶμεν ὅτι θέλει διορθωθῆ μὲ τὸν καιρὸν, ἀναπτυσσομένης τῆς κοινωνίας τῶν δήμων, μορφουμένων τῶν ἠθῶν καὶ μεταδιδομένης τῆς πνευματικῆς ἀναπτύξεως, ὅπως πάντες γενώμεθα ἐν συνειδήσει τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν πρὸς τὴν Πολιτείαν. Ἀλλ’ ἐὰν οἱ νομάρχαι ἦναι ἥσσονες τῆς ἐξουσίας, ἥτις ἀνατίθεται εἰς αὐτοὺς, τὸ κακὸν εἶναι μεῖζον. Ἴσως, ἐὰν εἴχομεν ὀργανώσει παρασκευήν τινα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἐν τῷ συστήματι τῷ ἐκπαιδευτικῷ, ἴσως ἐὰν εἴχομεν διδασκαλίαν τοῦ διοικητικοῦ δικαίου πρακτικωτέραν καὶ οὐχὶ ὅλως θεωρητικὴν, ἴσως ἐὰν εἴχομεν διδακτήριον τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν, ἴσως ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀρτιώτερα τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως· ἀλλ’ ἐν ὅσῳ δὲν ἔχομεν τοιαῦτα, πρέπει νὰ ἐμπιστευώμεθα εἰς τὴν ἅμιλλαν, εἰς τὸν ζῆλον τῶν ἀνθρώπων, ἵνα γίνωνται κρείττονες ἑαυτῶν, ὅτε δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν, ὅτι θέλουσιν εὑρίσκεσθαι καταλληλότεροι καὶ ἀρτιώτεροι νομάρχαι. Καὶ ταύτην μὲν ἔχω τὴν γνώμην περὶ τῆς χρησιμότητος τοῦ νομοσχεδίου. Ὁμολογῶ δ’ ὅτι ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν δὲν ἤθελον ἀρνηθῆ νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου, ἐὰν ἀντὶ σμικρύνσεως τῶν διοικητικῶν περιφερειῶν καὶ αὐξήσεως τῶν νομαρχῶν ἐπροτείνετο ἡ ἀνασύστασις τῶν ἐπαρχειῶν. Τὸ νομοσχέδιον ὅμως, καθ’ ἃ ἀνέγνων ἐν τῇ ἐκθέσει, προσδοκᾷ ὅτι θέλει βελτιωθῆ καὶ ἡ δικαιοσύνη διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Πρωτοδικείων, διὰ τῆς ἱδρύσεως τοιούτων ἐν πέντε περιφερείαις, τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον καθορίζει. Ἐλπίζω ὅτι δὲν θέλω παρεξηγηθῆ, ὅτι εἰς τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας θέλω ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλήν, κινοῦμαι ἐξ ἰδίου τινὸς συμφέροντος. Κατὰ δυστυχίαν, κατὰ τὰς τελευταίας συνεδριάσεις πολλάκις ἀνέβησαν ἐπὶ τὸ βῆμα συνάδελφοι, ἀρεσκόμενοι νὰ ἀποδίδωσιν ἰδιοτέλειαν εἰς τοὺς ἔχοντας ἐναντίαν γνώμην. Ἡ τακτικὴ αὕτη δὲν νομίζω ὅτι εὐκολύνει τὰς συζητήσεις, ἐξ ἐναντίας νομίζω, ὅτι παράγει διαπληκτισμοὺς καὶ σκάνδαλα. Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν εἶχον κατὰ τὸ 1875, τὸν Δεκέμβριον, αὐτὴ ἡ γνώμη ἐξακολουθεῖ νὰ ἦναι παρ’ ἐμοὶ κρατοῦσα. Ἡ γνώμη, δὲ, τὴν ὁποίαν κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1875 ἔδωκα εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι, ὅτι προσέγγισις τῶν δικαστῶν πρὸς τοὺς δικαζομένους εἶναι ἐπικίνδυνος πρὸς τὴν δικαιοσύνην. Κατὰ τὸ 1875, τὸν Δεκέμβριον, Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἦτο ἐπιφανὴς ἀνὴρ πολιτικός, ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος. Ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλὴν πίστωσιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτει τὰ ἀναγκαῖα χρήματα, ἵνα συστήσῃ Πρωτοδικεῖον ἐν Κορίνθῳ. Ἀλλ’ ὅτε συνεζητήθη ἡ πίστωσις αὕτη, ἔκρινα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἀντιλέξω, ἂν καὶ συνέπιπτε νὰ μὴ ἦμαι μὲν ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀνῆκον εἰς τὰς τάξεις τοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου ἡγεῖτο ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος, πολιτευόμενος αὐτοβούλως μετὰ 10 καὶ πλέον φίλων, νὰ συμπαθῶ ὅμως εἰς τὸν ἀείμνηστον ἄνδρα καὶ νὰ παρέχω εἰς αὐτὸν τὴν ὑποστήριξίν μου κατὰ τὰς συζητήσεις τοῦ Κοινοβουλίου, ὁσάκις βεβαίως αἱ γνῶμαι τοῦ Ὑπουργείου δὲν ἀντέβαινον ἄντικρυς πρὸς τὰς γνώμας μου. Τοιαύτη τις περίπτωσις ἦτο κατὰ τὴν εἰσαχθεῖσαν πρότασιν τῆς συστάσεως νέου Πρωτοδικείου. Ἠγόρευσα κατὰ τῆς προτάσεως ταύτης· ὁ Πρωθυπουργὸς ἀντεῖπε πρός με· ἐπανῆλθον ἀγορεύσας, ἀντέλεξεν αὖθις ὁ Πρωθυπουργὸς, ἡ δὲ γενομένη ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν ἔδωκεν εἰς ἐμὲ ἄδικον, διότι ἡ Βουλὴ ἐπεψήφισε τὴν πίστωσιν, τὴν ὁποίαν ἐζήτει ὁ Πρωθυπουργός. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας βεβαίως δὲν ἐξέπληξεν, ἀφοῦ ὑπεστηρίζετο τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τῶν φίλων τοῦ Ὑπουργείου, ἂν καὶ τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶχε χαρακτῆρα πολιτικόν. Ἀλλὰ τοσαύτην εἶχον πεποίθησιν περὶ τοῦ ἐπιζημίου τοῦ μέτρου, ὥστε ἔκρινα ὅτι ἔπρεπε νὰ ματαιώσω αὐτὸ κατ’ ἄλλον τρόπον, συνεννοήθην δὲ μετὰ πολλῶν Βουλευτῶν, καὶ κατωρθώθη τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, ἵνα κατὰ διαδοχὴν συσταθῶσι Πρωτοδικεῖα οὐ μόνον ἐν Κορίνθῳ, ἀλλὰ καὶ ἐν Καλαβρύτοις, ἐν Γυθείῳ, ἐν Εὐρυτανίᾳ, ἐν Κυνουρίᾳ, ἐν Γόρτυνι, ἐν Θήβαις, ἐν Ἰθάκῃ καὶ ἐν Ξηροχωρίῳ. Ὁ ἀριθμὸς τῶν Πρωτοδικείων τῶν συσταθέντων ἀνεβιβάσθη εἰς 10 περίπου, πλὴν τοῦ Πρωτοδικείου τῆς Κορίνθου. Ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος τότε ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα, καὶ παρεκάλεσε τὴν Βουλὴν νὰ παύσῃ πλέον τὰς ψηφοφορίας.
§155Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Διότι ἐξηκολούθει ἡ δημιουργία καὶ ἄλλων.
§156Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι ἐπὶ ἑκάστης ἐκ τῶν προτάσεων αὐτῶν ἐγίνετο ψηφοφορία, καί τινες τῶν ψηφοφοριῶν ἐγίνοντο κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν. Ἐδήλωσεν ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος, ὅτι τὰ θέματα ἀπώλεσαν τὴν ἀξίαν των, ὅτι δ’ εἶναι περιττὸν πλέον νὰ ἐπαναλαμβάνωνται ψηφοφορίαι. Ὁ ἀείμνηστος ἀνὴρ εἶχεν ἀρετὴν, τῆς ὁποίας πολλάκις ἐμνήσθην· ἦτο καθ’ ὑπερβολὴν ἀνεκτικός. Ἀνέστην ἀπὸ τῆς θέσεώς μου—ἐκαθήμην ἐπὶ τῶν ἄνω θρανίων—καὶ παρέστησα εἰς τὸν ἀγορεύσαντα τότε, ὅτι, ἐὰν ἀπώλεσαν τὰ θέματα τὴν σημασίαν των, ἐὰν αἱ ἐργασίαι ἡμῶν ἔπαυσαν νὰ ἦναι σπουδαῖαι, παρέστησα ὅτι δὲν πταίομεν ἡμεῖς, ἀλλ’ ὅτι πταίει τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγε πρότασιν μὴ σπουδαίαν. Ἀληθῶς μὴ σπουδαίαν ἐθεωροῦμεν τὴν πρότασιν περὶ συστάσεως Πρωτοδικείου ἐν Κορίνθῳ. Οὕτω, τοῦ Ὑπουργείου συναινοῦντος καὶ τῆς Βουλῆς ἐπικροτούσης, ἐγένετο ἀποδεκτὸν νὰ κριθῇ, ὅτι δὲν ἐγένετό τι. Τοιουτοτρόπως καὶ τὸ Πρωτοδικεῖον Κορίνθου δὲν συνεστάθη καὶ τὰ ἄλλα Πρωτοδικεῖα δὲν συνεστάθησαν. Τὴν γνώμην αὐτὴν ἔχω καὶ σήμερον, καὶ ὁμολογῶ ὅτι φρονῶ, ὅτι ἡ σύστασις Πρωτοδικείων ἐν στεναῖς περιφερείαις, ἐν μικραῖς περιφερείαις, εἶναι ἐπιζήμιος. Καὶ ἐὰν ἦναι ἄριστοι οἱ δικασταὶ, καὶ ἐὰν ἦναι ἀνώτεροι πάσης ὑπονοίας, μεροληψίας καὶ μὴ εὐθύτητος, πρέπει νὰ μὴ λησμονῶμεν, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι οἱ ἀρχαῖοι ἔλεγον, ὅτι δὲν ἀρκεῖ μόνον εἶναι, ἀλλὰ καὶ δοκεῖν εἶναι. Ὑπόνοιαι ἐγείρονται καὶ δημιουργοῦνται εἰς τὴν συνείδησιν τῶν πολιτῶν, ὅτι οἱ δικασταὶ χαρίζονται, ὅτι μεροληπτοῦσιν, ὅτι ἐπηρεάζονται ὑπὸ τῶν σχέσεων αὐτῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ἔχει μεγίστην εὐστροφίαν πνεύματος καὶ εὐφυΐαν ἀξίαν ἀναγνωρίσεως· ἀλλὰ μετέτρεψε τὰ ζητήματα, ὅτε δ’ ἐλέγομεν περὶ τῶν στενῶν περιφερειῶν καὶ περὶ τῆς προσεγγίσεως τῶν δικαζομένων πρὸς τοὺς δικάζοντας, ἐξεικόνισε ποία τυγχάνει ἡ ἀπονομὴ τῆς ἐπανορθωτικῆς δικαιοσύνης ἐν Ἀθήναις, ἐν τῇ μεγίστῃ αὐτῇ περιφερείᾳ. Συνεπέρανε δὲ, ἐὰν ἡ ἀπονομὴ τῆς ἐπανορθωτικῆς δικαιοσύνης ᾖναι τοιαύτη, οἵαν παρέστησεν, ἐν Ἀθήναις, οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα νὰ παραπονεθῇ, ἐὰν ἐν τινι στενῇ περιφερείᾳ ᾖναι τοιαύτη ἡ ἀπονομὴ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ἐνῷ αὐτὸς νομίζει ὅτι εἶναι πολλῷ κρείττων. Τὸ ἐμὸν ἐπάγγελμα δὲν μὲ ὑποχρεοῖ νὰ φοιτῶ εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, ὁμολογῶ δ’ ὅτι μέχρι τῆς ὥρας ταύτης ἠγνόουν τὰ κατὰ τὸ Πλημμελειοδικεῖον Ἀθηνῶν γιγνόμενα, μετ’ ἐκπλήξεως δὲ καὶ μετὰ θλίψεως ἤκουσα τὴν ἐξεικόνισιν, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ἐποιήσατο, τῶν ἐργασιῶν τοῦ Πλημμελειοδικείου Ἀθηνῶν. Εἶπον μετ’ ἐκπλήξεως, ὄχι διότι ἀμφισβητῶ τὴν ἀκρίβειαν τῆς εἰκόνος, ἀλλ’ ἐξεπλάγην, πῶς ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἀνώτερος ἐπιθεωρητὴς τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, πῶς ἀνέχεται τοιαύτην κατάστασιν, πῶς δὲν ἐκάλεσεν ἀμέσως τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν, δὲν ἐζήτησε παρ’ αὐτοῦ λόγον, πῶς συμπράττει εἰς τοιαύτην σάτυραν τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, αὐτὸς ὁ ὑποκατάστατος αὐτοῦ, ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν. Ἐὰν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπιτετραμμένοι λειτουργίαν κατὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, εἴτε κυρίαν, εἴτε ἐπικουρικὴν εἰς τὴν ἀπονομὴν αὐτῆς, δὲν ἐκπληρῶσι τὰ καθήκοντά των, ἐὰν οἱ ἐπιτηροῦντες αὐτοὺς δὲν ἐκπληρῶσι τὰ καθήκοντά των, εἶναι ἀπελπισία, Κύριοι, διὰ πᾶν δικαστήριον, ὅπου καὶ ἂν τοῦτο λειτουργῇ. Καὶ ἤθελον μάλιστα ἐκ τούτου λάβει ἀφορμὴν ν’ ἀποταθῶ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἂν καὶ ἐλπίζω ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐμῆς προτροπῆς καὶ ἐνισχύσεως ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ θέλει λάβει ἀφορμὴν νὰ μὴ ἀφήσῃ νὰ παρέλθωσιν οἱ λόγοι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας ἐν σιγῇ, ἀλλὰ νὰ ζητήσῃ νὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα πῶς ἔχουσι, καὶ ὄχι μόνον νὰ ὁδηγήσῃ τοὺς ἀντιπροσωπεύοντας τὴν Πολιτείαν, τοὺς ἐνασκοῦντας τὴν δημοσίαν ἀγωγὴν ἐκεῖ, ὅπως ἐκπληρῶσιν εἰλικρινῶς καὶ οὐχὶ εἰκονικῶς τὸ καθῆκόν των, ἀλλὰ καὶ προβῇ εἰς μέτρα κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς τοιοῦτον σατυρισμὸν τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος μας. Ἀλλὰ τὸ κακὸν αὐτὸ ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι εἶναι μοναδικὸν ἐν Ἀθήναις, εὔχομαι δὲ νὰ ᾖναι μοναδικὸν, καὶ νὰ μὴ διαπράττηται καὶ ἀλλαχοῦ, ἐλπίζω δὲ νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ καὶ εἰς τὸ μέλλον, ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης προβῇ εἰς ἐρεύνας περὶ τοῦ πράγματος καὶ φροντίσῃ περὶ διορθώσεως αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἐπρόκειτο περὶ τῆς εὐρείας περιφερείας τῶν Ἀθηνῶν, περὶ τοῦ κέντρου τῶν Ἀθηνῶν, διὰ νὰ παραστήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ποία τυγχάνει ἡ κατάστασις τοῦ Πλημμελειοδικείου· ἐπρόκειτο περὶ ἄλλου τινὸς, τούτου, ὅτι, ὅταν ἱδρύωνται Πρωτοδικεῖα ἐν μικραῖς περιφερείαις, ἐν μικραῖς κοινωνίαις, ὅταν οἱ δικασταὶ ᾖναι ἠναγκασμένοι νὰ συγκοινωνῶσι, νὰ ᾖναι εἰς ἄμεσον ἐπαφὴν μετὰ τῶν κατοίκων τῆς κώμης ἢ τῆς κωμοπόλεως ἐκείνης, ἐν ᾗ θέλει ἑδρεύει τὸ Πρωτοδικεῖον, ὅταν συναντῶνται οἱ δικασταὶ καὶ οἱ δικαζόμενοι, ὅταν γεύωνται, ὅταν διέρχωνται τὰς ἑσπέρας μετ’ αὐτῶν, ὅταν ᾖναι ἐν ἀμέσῳ ἐπαφῇ καὶ ἀμέσῳ συγκοινωνίᾳ, εἶναι ἀδύνατον νὰ μένωσιν ἀνεπηρέαστοι. Αἱ κοινωνικαὶ σχέσεις πολλάκις ἐνθαρρύνουσι τοὺς προσηλωμένους εἰς τὰ ἴδια αὐτῶν συμφέροντα, συμβαίνει δὲ αἱ σχέσεις αὗται νὰ ἐκτρέπωνται καὶ μέχρι τῆς ἐκπληρώσεως τῶν δημοσίων καθηκόντων, καὶ ἐὰν τυχὸν οἱ δικασταὶ ᾖναι ἀνώτεροι πάσης τοιαύτης αἰτιάσεως, εἶναι ὅμως οὐχὶ ἀδύνατον, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀντίθετα συμφέροντα, νὰ μὴ πείθωνται ὅτι, ἐὰν ἐξέδωκαν οἱ δικασταὶ τοιαύτην ἀπόφασιν, ἐξέδωκαν αὐτὴν μετὰ δικαιοσύνης, δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποθέσωσιν, ὅτι τὴν ἐξέδωκαν χάριν ἐκείνων, μετὰ τῶν ὁποίων συμβιοῦσι καὶ διατελοῦσιν ἐν ἀμέσῳ ἐπαφῇ. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἡ δικαιοσύνη τοῦ λαοῦ πρέπει νὰ ἦναι ἐν τῷ μέσῳ τοῦ λαοῦ, καὶ νὰ διατελῇ εἰς ἄμεσον ἐπαφὴν μετ’ αὐτοῦ. Ἡ ἀνωτέρα ὅμως δικαιοσύνη δὲν πρέπει νὰ ἦναι εἰς σχέσεις μὲ τοὺς δικαζομένους. Ἐνθυμεῖσθε εἰς τοὺς ἀρχαίους, πόσον οὗτοι ὑπερβολικῶς ἔκρινον τὰ περὶ τούτου, πῶς παρίστων δι’ εἰκόνων τὴν γνώμην των, ἵνα διδάξωσι τὰ πλήθη, ὅτι οἱ δικάζοντες πρέπει νὰ ἦναι ξένοι τῶν δικαζομένων. Πολλοὶ ἐνθυμοῦνται τὰ ἱστορούμενα περὶ τῶν δικαζόντων ἐν σκότει, μὴ βλεπόντων τὰ πρόσωπα τῶν δικαζομένων. Ἀλλὰ δὲν προσκόπτει ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης ἕνεκα τῆς πληθύος τῶν πλημμελημάτων, τὰ ὁποῖα καλεῖται νὰ δικάσῃ τὸ Πλημμελειοδικεῖον; Ἀλλὰ δὲν βασανίζονται οἱ λαοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ ὁδοιπορῶσιν 20 ἢ 25 ὥρας διὰ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Πλημμελειοδικείου, ὅπως δώσωσιν ἀνάκρισιν εἰς τὸν ἀνακριτὴν ἢ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα; Βεβαίως. Ἀλλὰ τάχα τὰ δύο ταῦτα κακὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπευθῶσι, καὶ πληρέστερον ἢ ὅσον προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον νὰ θεραπεύσῃ αὐτά; Εἶναι τάχα δύσκολον νὰ διορισθῇ ἐν ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ εἷς ἀνακριτὴς, ὁ ὁποῖος νὰ ἑδρεύῃ ἐκεῖ, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον νὰ διευθύνωνται πᾶσαι αἱ καταγγελίαι καὶ μηνύσεις, ὅπως ἐνεργῇ ἀμέσως ἀνακρίσεις καὶ ἀποστέλλῃ αὐτὰς εἰς τὸν Εἰσαγγελέα; Δὲν θὰ παρείχετο μεγάλη εὐκολία πρὸς προπαρασκευὴν τῶν ποινικῶν δικῶν; Ἴσως αἱ ἐκκρεμεῖς δίκαι, αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται εἰς δεκάδας χιλιάδων, ἤθελον ἐλαττωθῆ, διότι ἡ ἀνάκρισις θὰ ἦτο εὐχερεστέρα, προχειροτέρα εἰς τοὺς ἀνακρινομένους καὶ εἰς τοὺς δικαζομένους. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπευθῇ τὸ κακὸν τῆς πληθύος τῶν δικῶν καὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ πολῖται δικάζονται, ὅπως κατορθώσωσιν οἱ πλημμελειοδίκαι νὰ δικάζωσιν 80 δίκας ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας, ἐν μιᾷ συνεδριάσει; Ἂς αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν Πλημμελειοδικῶν. Τίς ἀντιλέγει νὰ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ νὰ δικάζωσιν ὄχι ἅπαξ ἢ δὶς τῆς ἑβδομάδος, ἀλλὰ καθ’ ἡμέραν τὰ πλημμελήματα, διὰ νὰ ἐπαρκέσωσι;
§157Μ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Πλειότερα τμήματα.
§158Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοιουτοτρόπως θέλομεν θεραπεύσει τὴν ἀνάγκην ἀπὸ τῆς ῥίζης αὐτῆς, ἐνῷ οὕτω δὲν θεραπεύομεν τὴν ἀνάγκην, διότι θέλει μὲν εὐκολυνθῆ ἡ ἀπονομὴ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, εἰς τὰς ὁποίας συνιστῶνται τὰ Πρωτοδικεῖα, ἀλλὰ δὲν θέλει εὐκολυνθῆ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, εἰς τὰς ὁποίας δὲν συνιστῶνται τὰ Πρωτοδικεῖα. Καὶ εἶναι πολλαὶ αἱ ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι μένουσιν ἄνευ Πρωτοδικείων. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι καὶ δι’ ἄλλον λόγον ἐπεθύμουν, ἐὰν ἦτο δυνατὸν, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Μετὰ τὰ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα ὑπέστη καὶ ἡ χώρα καὶ τὸ Κράτος καὶ τὸ ἔθνος, εἴχομεν ἀνάγκην, Κύριοι, πλήρους πρὸς ἀλλήλους συνεννοήσεως καὶ κοινῆς, ἀμοιβαίας καὶ ἀδελφικῆς συμπράξεως, ὄχι μόνον ἵνα ἐκριζώσωμεν τὰς αἰτίας, ἕνεκα τῶν ὁποίων τὸ Κράτος παρειλκύσθη εἰς πόλεμον, οὐχὶ μόνον ἵνα ἐκριζώσωμεν τὰς αἰτίας, ἕνεκα τῶν ὁποίων αἱ στρατιαὶ ἡμῶν — ἃς μεταχειρισθῶ εὔφημον φράσιν — δὲν ἐνίκησαν, ἀλλὰ καὶ ἵνα πληρώσωμεν κενὰ, τὰ ὁποῖα ὁ πόλεμος καὶ ἡ ἧττα ἐπήνεγκον. Ἐξετάσας τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, ἔκρινα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει εὑρεθῆ εἰς μεγάλην ἀμηχανίαν, ὅπως ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Ὡμίλησαν πολλάκις περὶ παρασκευῆς τοῦ πολέμου κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν, περὶ παρασκευῆς στρατιωτικῆς τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης· ἐπειδὴ δ’ ὑπάρχει πάντοτε καὶ πανταχοῦ, ὄχι μόνον παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ, ἐπιθυμία, ἵνα ἐπιτίθενται κατὰ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἤκουσα αἰτιάσεις, ὅτι ἡ ἧττα ὑπῆρξε συνέπεια τῆς ἀνεπαρκοῦς παρασκευῆς τῶν ἡμετέρων στρατιῶν. Μίαν τῶν ἡμερῶν τούτων, μάλιστα πρό τινων ἡμερῶν, μὲ ἐπλησίασεν ἔντιμος συνάδελφος, ἔχων ἀνώτατον βαθμὸν ἐν τῷ στρατῷ, ὁ ὁποῖος ἐνέκρινεν ἐξ εὐγενείας νὰ μοὶ ἀνακοινώσῃ, ὅτι ἐγράφη ἐν ἐφημερίδι, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος, ὡς ἀπεσταλμένος τοῦ Ὑπουργείου, ἵνα ἀνακρίνῃ τὰ κατὰ τὸν στρατὸν τῆς Ἠπείρου, ἀνέφερεν ἐν τῇ ἐκθέσει του, ὅτι αἰτία τῶν κατὰ τὴν Ἤπειρον συμβάντων ἦσαν αἱ ἀτελεῖς παρασκευαί, ἡ ἔλλειψις τοῦ ἀναγκαιοῦντος ὑλικοῦ. Ὁ κύριος συνάδελφος ἐξ εὐγενείας μὲ ἐβεβαίου, ὅτι τοιοῦτόν τι δὲν ἀνέφερεν ἐν τῇ ἐκθέσει του, καὶ ὅτι ψευδῆ ἦσαν τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῇ ἐφημερίδι. Βεβαίως ηὐχαρίστησα τὸν ἔντιμον συνάδελφον διὰ τὴν εὐγένειαν, τὴν ὁποίαν εἶχε, νὰ μοὶ δώσῃ τὴν πληροφορίαν ταύτην. Ἀλλά, καὶ ἐὰν ἦσαν ἀληθῆ τὰ γραφόμενα ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων, ἐὰν ἀληθῶς τοιαῦτα περιεῖχεν ἔκθεσίς τις οἱουδήποτε ἀνακριτοῦ ἢ ἀρχηγοῦ, ὀλίγον ἤθελον ἐνοχληθῆ ἐκ τούτου, διότι προσεχὴς εἶναι ἡ ἡμέρα...
§159ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως.
§160Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. κατὰ τὴν ὁποίαν θέλω φέρει τὸν κατάλογον τοῦ ὑλικοῦ, παντὸς τοῦ ὑλικοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου εἴχομεν προμηθεύσει τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, καὶ παντὸς τοῦ ὑλικοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου εἴχομεν προμηθεύσει τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης, τοῦ ὑλικοῦ, τοῦ κυρίως ὑλικοῦ τοῦ πολέμου, ἤτοι τῶν ὅπλων, τῶν φυσιγγίων, τῶν ὀβίδων, τῶν σφαιρῶν, τοῦ ἐπικουρικοῦ ὑλικοῦ, ἤτοι τῆς σαγῆς, τῆς ἐξαρτήσεως, τῆς κλινοστρωμνῆς, τοῦ στρατωνισμοῦ, τῆς διασκευῆς τῶν πλοίων τοῦ στόλου, τοῦ ἄλλου ὑλικοῦ τοῦ πολέμου τοῦ στόλου. Καὶ θέλομεν φέρει ἐπισήμους ἐκθέσεις, ἀριθμοὺς βεβαιοῦντας τὴν ὕπαρξιν ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων φυσιγγίων, δεκάδων χιλιάδων ὀβίδων, θέλουσι δὲ τότε ἀποστομωθῆ πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι δύνανται νὰ ὑπονομεύωσι τὴν ὑπόληψιν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν. Ἀλλ’ ἐὰν τοσαῦτα ὑπῆρχον ὑλικὰ τότε ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ πολέμου, ὑλικά, τὰ ὁποῖα εἴχομεν προμηθεύσει κατὰ τὸ 1885 καὶ 1886, νῦν, μετὰ τὸν πόλεμον, τὰ ὑλικὰ αὐτὰ δὲν ὑπάρχουσι πλέον. Ἄλλα κατηναλώθησαν, ἄλλα διηρπάγησαν, ἄλλα ἀπωλέσθησαν, αἱ δ’ ἀποθῆκαι εἶναι κεναί. Ἠπόρουν δὲ, πῶς θέλει δυνηθῆ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ χορηγήσῃ τὰ ἀναγκαῖα μέσα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, οὐχὶ νὰ πληρώσῃ τὰς ἀποθήκας τοῦ στρατοῦ μετὰ τοσούτου ὑλικοῦ, ἀλλὰ νὰ ἀρχίσῃ τὰς προμηθείας ἐκείνας, διὰ νὰ φθάσῃ μίαν ἡμέραν εἰς τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ἀπαιτουμένου ὑλικοῦ. Κατὰ τὸ 1895, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1895, ἐδαπανήθησαν δι’ ἱματισμὸν στρατοῦ δραχ. 999,688.69, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 συνετάχθη κατὰ χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν ὑπῆρχεν ὑπόνοια οὔτε ἐχθροπραξιῶν οὔτε ἀνάγκης ἐπιστρατεύσεως, μόνον δι’ ἱματισμόν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1899 ἀναγράφει 800,000 δραχμὰς δι’ ἱματισμόν! Κατὰ τὸ 1899 ἀνεγράφησαν 100,000 μόνον δι’ ὁπλισμόν, ἐνῷ γνωστὸν εἶναι, ὅτι ὁ ὁπλισμὸς τοῦ πυροβολικοῦ, καὶ ἕνεκα τῆς χρήσεως καὶ ἕνεκα τῆς συνεχοῦς μετακινήσεως καὶ μεταφορᾶς, ἔχει ἀνάγκην μεγάλων ἐπισκευῶν, ἵνα χρησιμοποιηθῶσι τὰ σωθέντα μέρη τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ πυροβολικοῦ, καὶ οἱ σωλῆνες τῶν πυροβόλων καὶ οἱ κιλλίβαντες, καὶ πάντα ταῦτα. Ἐὰν δὲ ἤθελεν ἐκτελεσθῆ μόνον ἐπισκευὴ τοῦ ὁπλισμοῦ, θέλουσι πάντως ἀπαιτηθῆ πολλὰ ἑκατομμύρια. Ἐὰν πρόκειται νὰ συμπληρωθῇ ὁ ἀριθμός, τὸ ποσὸν τοῦ ὁπλισμοῦ, βεβαίως δὲν θέλει ἐπαρκέσει ἀριθμὸς μικρὸς ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ τὰ τῆς σαγῆς; Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 εὑρίσκω ἐπιγραφὴν «σαγή, ζευγοσυσκευαὶ ἁμαξῶν, ἡμιονοσκευῆς, στλεγγίδες, χειλωτῆρες, ψῆκτραι, δέρματα», καὶ πίστωσιν ἀναγεγραμμένην διὰ πάσας ταύτας τὰς ἀνάγκας τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν ἑκατὸν χιλιάδων. Εἶναι ἀδύνατον διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου νὰ πληρώσητε τὰς ἀνάγκας ταύτας. Δὲν μοὶ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀκολουθήσω τὰ τελευταῖα γυμνάσια. Ἔχω ὅμως πληροφορίας ἀπὸ ἀξιωματικοὺς βαθμοῦ ἀνωτάτου, εἰς τοὺς ὁποίους παρέχω πλήρη ἐμπιστοσύνην καὶ εἰς τοὺς λόγους αὐτῶν πλήρη πίστιν. Τὰ τῆς σαγῆς ἔχουσι κάκιστα, διότι ἐξηράνθησαν τὰ στρώματα τῆς σαγῆς, εἶναι δὲ ἀδύνατον νῦν νὰ ὑποφέρωσιν οἱ ἵπποι τὴν σαγήν, τραυματίζονται δὲ καὶ πληροῦνται τὰ σώματά των ἀπὸ πληγὰς, διὰ νὰ μεταβῶσι δ’ εἰς τὸν τόπον τῶν γυμνασίων καὶ ἐπανέλθωσι, πολλοὶ ἐκ τῶν ἵππων αὐτῶν ἔμειναν εἰς τὸν δρόμον. Ἀφοῦ δὲ τοιαύτας ἔχομεν ἀνάγκας, τῶν ὁποίων ἡ θεραπεία δὲν δύναται νὰ παραλειφθῇ, εἶναι δ’ ἐπιβεβλημένη καὶ ἀναπόφευκτος, νομίζω ὅτι ἡ δαπάνη τοὐλάχιστον 500 χιλιάδων δραχμῶν, ὅσας θέλει ἐπιφέρει ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, μᾶς καθιστᾷ ἀνικάνους εἰς ἐκπλήρωσιν ἐπιβεβλημένων ὑποχρεώσεων, μάλιστα μετὰ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐδήλωσα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν προσδοκῶ καμμίαν ὠφέλειαν ἐκ τοῦ νόμου τούτου. Ἀλλὰ καὶ ἄλλην παρατήρησιν ἔχω νὰ ἀπευθύνω. Ὁ σύνδεσμος τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τῶν κατοίκων τῆς χώρας, ὅπως τὰ τμήματα τῆς χώρας, ὅπως ἡ ἑνότης τῆς χώρας μὴ διασπασθῇ, ἑπομένως παγιωθῇ καὶ μὴ διαταραχθῇ ἡ ἀδελφικὴ σύμπραξις, ἡ ὁμόνοια καὶ ἡ ἑνότης ἡ ἐθνικὴ, εἶναι πάντοτε ἀναγκαῖος, ἰδίως κατὰ τὴν περίοδον ταύτην τοῦ χρόνου. Δυστυχῶς δὲ, τὸ νομοσχέδιον δίδει ἀφορμὰς εἰς διαιρέσεις. Μέχρι τοῦδε τὸ χαρτοφυλάκιόν μου εἶναι πλῆρες τηλεγραφημάτων. Αἱ ἐπαρχίαι ἐρίζουσι πρὸς ἀλλήλας εἰς βαθμὸν ἐπίφοβον. Ἀλλὰ μήπως καὶ αἱ πόλεις δὲν ἐρίζουσι πρὸς ἀλλήλας; Μήπως αἱ κῶμαι δὲν ἐρίζουσι πρὸς ἀλλήλας; Γαργαλιάνοι καὶ Φιλιατρὰ κατὰ τῆς Κυπαρισσίας. Ἡ Καρυστία ζητεῖ νομαρχίαν. Ἐν ταῖς Κυκλάσι ζητοῦσι νομὸν ἴδιον ἡ Θήρα καὶ ἡ Νάξος, ἀποσπώμεναι ἐκ τοῦ νομοῦ Κυκλάδων. Τριχωνία, Ναυπακτία καὶ Βάλτος ζητοῦσι ν’ ἀποτελέσωσιν ἴδιον νομὸν, ἔχοντα πρωτεύουσαν τὸ Ἀγρίνιον. Καὶ σᾶς βεβαιῶ, ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ Ἀγρινίου, ἡ δὲ γνώμη μου πρέπει νὰ παρέχῃ πλήρη πίστιν, ὅτι εἶναι ἀμερόληπτος καὶ εὐθεῖα, ἐγὼ δὲν εὗρον τὴν ἀξίωσίν των παράλογον, διότι καὶ τὸ Ἀγρίνιον εἶναι πόλις κεντρική, ἔχει δὲ στοιχεῖα ζωῆς καὶ προόδου, ἑπομένως δὲν μοὶ ἐφάνη παράδοξος ἡ ἀξίωσις καὶ τῶν χωρῶν τούτων ν’ ἀποτελέσωσι διοικητικὴν περιφέρειαν. Βεβαίως εὔλογος εἶναι ὁ σχηματισμὸς τοῦ νομοῦ τῆς Εὐρυτανίας, ἔχοντος πρωτεύουσαν τὸ Καρπενήσιον, ἐὰν γείνῃ παραδεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ δὲν ἀμφισβητῶ καὶ τὴν ἀξίωσιν τοῦ Ἀγρινίου. Ἀλλὰ καὶ ἄνευ τούτου, Βόνιτσα καὶ Βάλτος καὶ Ξηρόμερον ζητοῦσι νομὸν ἴδιον. Τὰ Καλάβρυτα ζητοῦσιν ἴδιον νομόν. Καὶ αἱ ἀξιώσεις αὗται διατυποῦνται μετὰ τοσαύτης ἐπιμονῆς, ὥστε ὁμολογῶ, ὅτι μοὶ φαίνεται ὅτι αἱ ἐπαρχίαι καὶ αἱ πόλεις συνεπλάκησαν μαλλιὰ μὲ μαλλιά. Θὰ ηὐχόμην νὰ μὴ ἐδίδετο τοιαύτη ἀφορμὴ εἰς τὰ διάφορα τμήματα τοῦ Κράτους. Ἐξ ἐναντίας, ὀφείλομεν πάντες διὰ τῶν νόμων καὶ διὰ τῶν μέτρων τῆς διοικήσεως νὰ προσπαθῶμεν νὰ συντηρῶμεν τὴν ἑνότητα. Οἱ πρόγονοι ἡμῶν ἔκοψαν παράσημα καὶ ἀπένειμαν εἰς τοὺς πληρεξουσίους τῆς ἐν Ἐπιδαύρῳ Συνελεύσεως, διότι ὑπὸ τοῦ ἐθνικοῦ ἐκείνου Σώματος ἐψηφίσθη ἡ ἑνότης τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Τὸ Κράτος ἦτο κατατετμημένον εἰς τμήματα καὶ περιφερείας, τοσοῦτον δ’ αἱ παραδόσεις αὗται ἐπηρεάζουσιν, ὥστε, ὁσάκις διεταράχθη ἡ τάξις, ἢ ὑπῆρξαν φόβοι ἀνατροπῶν, ἐπεφάνη ὁ ἐπαρχιασμὸς ἡγούμενος καὶ ἀξιῶν ἰδίαν ὕπαρξιν. Τὴν αὐτὴν ἑνότητα πρέπει νὰ ὑποστηρίξωμεν καὶ κρατύνωμεν, φροντίζοντες νὰ μὴ δίδηται ἀφορμὴ ζηλοτυπίας μεταξὺ τῶν ἐπαρχιῶν, ἢ ἔριδος καὶ διαστάσεων. Διὰ τοῦτο θὰ ηὐχόμην, τὸ Ὑπουργεῖον νὰ μὴ ἐπιμείνῃ, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἡμεῖς, ὡς Ἀντιπολίτευσις, δὲν ἔχομεν νὰ ἐπιζητήσωμέν τι, οὐδὲ προσδοκῶμεν κέρδος πολιτικὸν ἐκ τῆς στάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς τοιαύτης, οἵαν συμβουλεύομεν· ἀλλὰ χρεωστοῦμεν νὰ συμβουλεύσωμεν τὸ Ὑπουργεῖον, ἐργαζόμενοι καὶ ἡμεῖς μετὰ τῆς αὐτῆς προαιρέσεως, μεθ’ ἧς τὸ Ὑπουργεῖον διατείνεται ὅτι ἐργάζεται· ἠθέλομεν δὲ παραλείψει τὸ καθῆκον ἡμῶν, ἐὰν δὲν ἐποιοῦμεν τὰς παραστάσεις ἡμῶν ταύτας γνωστὰς πρὸς τὴν Βουλήν.
§161ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὡραῖα! ὡραῖα!
§162Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δίκαιον εἶχον, νομίζω, Κύριοι, ὅτε, προκληθεὶς κατὰ τὸ πρῶτον μέρος τῆς συνεδριάσεως, ὅπως λάβω τὸν λόγον, εἶπον ὅτι δὲν ἐνόμιζον ὅτι ἐπέστη ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε τὸ καθῆκον τοῦτο νὰ ἐκτελέσω. Λέγω ὅτι εἶχον δίκαιον, διότι, κατ’ ἐμὲ, μόνον μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῆς συνεδριάσεως τὸ ζήτημα συνεζητήθη καθ’ ὃν τρόπον ἔδει νὰ συζητηθῇ, καὶ ἀφοῦ τὸ ζήτημα συνεζητήθη καθ’ ὃν τρόπον ἔδει νὰ συζητηθῇ, θεωρῶ ἐμὸν καθῆκον, ἵνα ὁμιλήσω καὶ δικαιολογήσω τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐξηγήσω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπεβλήθη εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἠκούσαμεν πολλοὺς ἀγορεύσαντας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου· ἠκούσαμεν πολλὰ μαθήματα διοικητικοῦ δικαίου· ἠκούσαμεν πολλὰς ἱστορικὰς μελέτας. Καὶ τοὺς Λοκροὺς ἀνέφεραν, καὶ τοὺς Ἑνετούς ἀνέφεραν, καὶ δὲν ἠξεύρω ποίων Κρατῶν τὴν νομοθεσίαν δὲν ἐξήτασαν οἱ ἐπὶ τοῦ θέματος ἀγορεύσαντες. Ἀλλ’ ὅλα ταῦτα, Κύριοι, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ξένα πρὸς τὸ ζήτημα, ὅπερ συζητεῖται. Τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, εἶναι τὸ ἑξῆς. Διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου μεταβάλλεται τὸ διοικητικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον κρατεῖ ἐν Ἑλλάδι; Καὶ ποῖον εἶναι τὸ σύστημα τοῦτο; Τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι τὸ νομαρχιακόν. Ἀπὸ ἐτῶν πολλῶν τὸ νομαρχιακὸν σύστημα διέπει ἡμᾶς, καὶ ὑπῆρξαν ἐποχαὶ, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ νομαρχιακὸν σύστημα ἀντικατεστάθη ὑπὸ τοῦ διοικητικοῦ, ἀλλὰ ἐγκατελείφθη γρήγορα τὸ σύστημα τῶν διοικήσεων, καὶ ἐπανήλθομεν πάλιν εἰς τὸ σύστημα τὸ νομαρχιακόν. Καὶ τὸ σύστημα τὸ νομαρχιακὸν ποῦ βασίζεται κυρίως; Εἰς τὴν ὕπαρξιν νομαρχίας καὶ νομάρχου ἀφ’ ἑνὸς, καὶ εἰς τὴν ὕπαρξιν δήμου ἀφ’ ἑτέρου. Διότι ὀρθῶς, ὀρθότατα ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς παρέστησεν, ὅτι ἡ ἐπαρχία οὐδέποτε ἀπετέλεσε βαθμὸν διοικητικόν. Ὁ ἔπαρχος δὲν ἦτο ἢ τὸ μεσάζον, οὕτως εἰπεῖν, πρόσωπον μεταξὺ δήμου καὶ νομάρχου· ἦτο ἡ ἀρχὴ, ἡ ὁποία παρεσκεύαζε τὴν ἐργασίαν τοῦ νομάρχου, ὁ νομάρχης ὅμως ἐξήσκει τὰ δικαιώματα καὶ καθήκοντα τῆς διοικήσεως. Κυρίως λοιπὸν ἔχομεν νομὸν ἀφ’ ἑνὸς καὶ δῆμον ἀφ’ ἑτέρου. Καὶ τὸ σύστημα τοῦτο τὸ κρατοῦν μεταβάλλεται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Καὶ πῶς ἐπιτρέπεται ὑμῖν νὰ ὑποστηρίζητε, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐγκαταλείπομεν τὸ νομαρχιακὸν σύστημα, ὅπως παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα τῶν διοικήσεων; Ἀλλ’ ἐξεταστέον, Κύριοι, ἡ κατάστασις τοῦ νομαρχιακοῦ ἡμῶν συστήματος ἔχει καλῶς; Ἡ κατάστασις τοῦ δημοτικοῦ ἡμῶν συστήματος ἔχει καλῶς; Ἐπιβάλλεται ἢ ὄχι ἡ ἀνάγκη, ὅπως τὸ ἓν βελτιωθῇ καὶ τὸ ἕτερον μεταρρυθμισθῇ; Ὑποθέτω ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀντιλέγων. Τὸ σύστημα ἡμῶν τὸ διοικητικὸν χωλαίνει ὄχι μόνον ὡς ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομαρχιῶν, ἀλλὰ καὶ χωλαίνει ὡς ἐκ τοῦ ὀλίγου ἀριθμοῦ τῶν νομαρχῶν καὶ ὡς ἐκ τῶν δικαιωμάτων τοῦ νομάρχου, τῶν ἀνεξελέγκτως, οὕτως εἰπεῖν, ἐνασκουμένων ἢ μᾶλλον τῶν ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν μόνον τοῦ Ὑπουργείου ἐνασκουμένων καὶ ἀμφότερα τὰ κακὰ ταῦτα διὰ τῶν ὑποβαλλομένων νομοσχεδίων διορθοῦνται. Διορθοῦμεν τὸ ἓν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου· διορθοῦμεν τὸ ἕτερον διὰ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, τοῦ περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐλέγχουσιν ἡμᾶς, ἢ τοὐλάχιστον ὁ ἐκ Κραναίας ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἤλεγξεν ἡμᾶς, διατὶ περιωρίσθημεν εἰς τὴν διόρθωσιν τοῦ διοικητικοῦ συστήματος καὶ δὲν ὑπεβάλομεν νομοσχέδιον, ὅπως καὶ τὸ ἕτερον μέρος τῆς ὅλης ἡμῶν διοικήσεως βελτιώσωμεν, ὅπως βελτιώσωμεν τουτέστι καὶ τὴν δημοτικὴν διοίκησιν. Τίς δύναται, Κύριοι, νὰ ἀρνηθῇ ὅτι τὸ δημοτικὸν ἡμῶν σύστημα χρῄζει ῥιζικῆς μεταρρυθμίσεως; Ἄς μὴ κολακευώμεθα πιστεύοντες, ὅτι παρ’ ἡμῖν λειτουργεῖ δημοτικὸν σύστημα· τοὐλάχιστον εἰς τὰ ἐννέα δέκατα τῶν δήμων ἡμῶν δὲν λειτουργεῖ δημοτικὸν σύστημα. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, Κύριοι, τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν δήμων καὶ εἴπετέ μοι, ὑπάρχει δημοτικὴ ζωὴ ἐν ἡμῖν; Ὁ θεσμὸς τῶν δήμων δύναται νὰ λειτουργήσῃ; Ποίαν εἰκόνα παρουσιάζουσιν οἱ ἀπολογισμοὶ οὗτοι; Τί ἀποδεικνύουσιν; ὅτι οἱ πλεῖστοι δῆμοι ἔχουσι πόρους μόλις ἀρκοῦντας, ὅπως πληρώσωσι τὴν μικρὰν ἀποζημίωσιν τοῦ δημάρχου, τὴν μικρὰν μισθοδοσίαν τοῦ γραμματέως καὶ τὴν ἔτι μικροτέραν τοῦ εἰσπράκτορος. Νομίζετε ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὅρους δημοτικὸν σύστημα δύναται νὰ λειτουργήσῃ; Ἀλλὰ κατηγοροῦσιν ἡμᾶς, ὅτι συνετελέσαμεν μεγάλως εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην τῶν δήμων, συνετελέσαμεν εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν πόρων τῶν δήμων διὰ τῆς εἰσφορᾶς χάριν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διὰ τῆς εἰσφορᾶς χάριν τῆς ἀστυνομίας· ἀλλ’ οἱ ταῦτα λέγοντες λησμονοῦσιν, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις εἶναι καθῆκον δημοτικόν, λησμονοῦσιν, ὅτι ἡ ἀστυνομία εἶναι ἐπίσης καθῆκον δημοτικόν, ἀλλὰ λησμονοῦσι καὶ τι ἕτερον, ὅτι μόνον ὀλίγοι δῆμοι, οἱ εὐποροῦντες, συνεισφέρουσιν· οἱ πλεῖστοι δῆμοι οὐδὲν συνεισφέρουσιν, ὡς μηδὲν ἔχοντες ἵνα συνεισφέρουσιν. Ἐν ὅσῳ λοιπὸν οἱ δῆμοι ὕπαρξιν οἰκονομικὴν δὲν ἔχουσιν, εἶναι ἀδύνατον νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν σύστημα δημοτικόν· διότι δημοτικὸν σύστημα σημαίνει δημοτικὴν ἀρχὴν ἐργαζομένην, ὅπως ἐπαρκέσῃ εἰς πλήρωσιν τῶν πολλαπλῶν τοῦ δήμου ἀναγκῶν, πρὸς πλήρωσιν τοῦ σκοποῦ τῆς ὑπάρξεως τῶν δήμων. Ἄνευ μέσων δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ πλήρωσις σκοποῦ δημοτικοῦ, μὴ ὑπαρχούσης δὲ πληρώσεως σκοποῦ δημοτικοῦ, πρὸς τί ἡ ὕπαρξις ἡ δημοτική; Ἀνάγκη λοιπόν, καὶ ἀνάγκη βεβαίως ἐπιβαλλομένη εἰς οἱανδήποτε Κυβέρνησιν, ἵνα ὡρίμως σκεφθῶμεν περὶ τῆς καταστάσεως ταύτης τῶν δήμων καὶ ἵνα σπουδαίως περὶ ταύτης ἀσχολούμενοι εὕρωμεν τὰ μέσα πρὸς θεραπείαν τῆς πράγματι λυπηρᾶς ταύτης καταστάσεως. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τις, ὅτι, ἐπειδὴ μέχρι τοῦδε δὲν κατωρθώσαμεν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ βελτιώσεως τῆς καταστάσεως τῶν δήμων, δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον, τὸ σκοποῦν τὴν μεταρρύθμισιν καὶ τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῆς νομαρχιακῆς ἡμῶν διοικήσεως; Τὸ τοιοῦτον οὔτε σοβαρὸν εἶναι, οὔτε λογικόν. Παρατηρῶ δὲ μετὰ λύπης, Κύριοι, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ ὑπάρχουσιν οἱ ἀκολουθοῦντες σύστημα ἀντιπολιτεύσεως περίεργον. Ἐν πάσῃ συζητήσει νομοσχεδίου οἱουδήποτε ἐπιδιώκεται ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, λόγῳ ὅτι ὑπάρχουσιν ἕτεραι ἀνάγκαι σπουδαιότεραι, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ θεραπεύσωμεν πρὶν ἢ θεραπεύσωμεν τὴν ἀνάγκην, περὶ ἧς τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον ἀσχολεῖται, καὶ ὁμιλοῦσι πάντοτε περὶ βελτιώσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως, περὶ βελτιώσεως τοῦ στρατοῦ, περὶ βελτιώσεως τοῦ ναυτικοῦ· καὶ λέγουσι, μετὰ τὰ ἀτυχήματα, τὰ ὁποῖα ὑπέστημεν, ὅτι περὶ ταῦτα ἔπρεπε νὰ στραφῇ ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν ὅμως λέγωμεν, ὅτι ὑπεβάλομεν νομοσχέδια πρὸς βελτίωσιν τῆς ἐκπαιδεύσεως, ὑπεβάλομεν δύο νομοσχέδια σπουδαιότατα, σκοποῦντα τὴν βελτίωσιν τῶν τοῦ στρατοῦ, — διότι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀναιρέσῃ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνῃ σοβαρὰ σκέψις περὶ βελτιώσεως τῶν τοῦ στρατοῦ, ἐν ὅσῳ ὁ στρατὸς ἀσχολεῖται εἰς ὑπηρεσίας ὅλως ξένας τοῦ προορισμοῦ του, διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲ περὶ ἀστυνομίας καὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χωροφυλακῆς ἐπιδιώκεται ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ στρατοῦ ἐκ τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων, — ὅταν λέγωμεν, ὅτι διὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων γίνεται τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς βελτίωσιν τῶν τοῦ στρατοῦ, μᾶς λέγουσι: «τὰ νομοσχέδια ταῦτα δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς μὴ συντελοῦντα εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν τοῦ στρατοῦ, διότι δὲν ὑπεβλήθη εἰσέτι ὁ νέος ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, ἄρα δὲν ἠσχολήθητε περὶ βελτιώσεως τῶν τοῦ στρατοῦ». Ἡ τοιαύτη συζήτησις δὲν εἶναι σπουδαία. Ὁ τελειότερος ὀργανισμὸς στρατοῦ, ἐν ὅσῳ ὁ στρατὸς δὲν ἀπαλλάσσεται τῶν καθηκόντων τῶν ξένων καὶ ἀλλοτρίων τοῦ προορισμοῦ του, οὐδεμίαν ἀγαθὴν ἐπίδρασιν θὰ ἐξασκήσῃ, οὐδὲν ἀγαθὸν ἀποτέλεσμα θὰ παραγάγῃ, διότι ὁ ὀργανισμὸς οὗτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ. Ὥστε πιστεύω, Κύριοι, ὅτι αἱ παρατηρήσεις, αἱ ἑκάστοτε ἐπαναλαμβανόμεναι, περὶ δῆθεν ἀμελείας τῆς Κυβερνήσεως περὶ τὰ σπουδαῖα καὶ τὰ ἐπείγοντα, καὶ περὶ τῆς τάσεως αὐτῆς, ὅπως περὶ μὴ σπουδαῖα καὶ μὴ ἐπείγοντα ἀσχοληθῇ, δὲν εἶναι αὐταὶ αὗται σπουδαῖαι. Μετὰ τὴν παρέκβασιν, εἰς ἣν μὲ ἤγαγον αἱ παρατηρήσεις τῶν προαγορευσάντων, ἐξετάσωμεν, Κύριοι, ἐὰν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν βελτιῶνται πράγματι τὰ τῆς διοικήσεως. Οἱ σοβαρῶς ἐξετάσαντες τὰ τοῦ νομοσχεδίου ἠναγκάσθησαν ν’ ἀναγνωρίσωσιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ 16 μόνον νομαρχῶν νὰ διοικῆται τὸ Κράτος, καὶ κατέληξαν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀνασυσταθῶσι τὰ ἐπαρχεῖα. Ἡ ἐπιθυμία τῆς ἀνασυστάσεως τῶν ἐπαρχείων, τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσεν ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς σήμερον καὶ τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσε χθὲς ὁ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κ. Βουλευτής, καὶ ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἀνάγκης τῆς ἀνασυστάσεως αὐτῶν τί ἄλλο εἶναι ἢ ἀναγνώρισις τῆς παρ’ ἡμῶν ὑποστηριζομένης ἀρχῆς, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν 16 νομαρχῶν εἶναι ὅλως ἀνεπαρκὴς πρὸς διοίκησιν τῆς χώρας; Τί πράττομεν δὲ ἡμεῖς διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου; Αὐξάνομεν τὸν ἀριθμὸν τῶν νομαρχιῶν, αὐξάνομεν τὸν ἀριθμὸν τῶν νομαρχῶν· περιορίζομεν τὰ ὅρια τῶν νομαρχιῶν, αὐξάνομεν, ἐπαναλαμβάνω, τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν, αὐξάνομεν τὸν ἀριθμὸν τῶν νομαρχῶν, θέτομεν αὐτοὺς ἐγγυτέρω πρὸς τοὺς διοικουμένους, θέτομεν αὐτοὺς ἐγγυτέρω πρὸς τοὺς δήμους, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἐπιβλέπωσι, θέτομεν αὐτοὺς ἐγγυτέρω πρὸς τὰ πράγματα, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει ν’ ἀσχοληθῶσι, καὶ ἐκ τῆς μεταρρυθμίσεως ταύτης προσδοκῶμεν λυσιτελεστέραν τὴν ἐπὶ τῶν δήμων ἐποπτείαν, εὐκολωτέραν καὶ ταχυτέραν τὴν λύσιν τῶν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῶν ὑπαγομένων ὑποθέσεων, δραστηριωτέραν τὴν διοικητικὴν ἐνέργειαν· πράττομεν δὲ τοῦτο, χωρὶς ν’ ἀνασυστήσωμεν τὸ ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει πρὸ πολλοῦ καταδικασθὲν σύστημα τῶν ἐπαρχείων καὶ τῶν ἐπάρχων, τὸ ὁποῖον, ἐπικροτούσης τῆς κοινωνίας, πρὸ πολλοῦ κατηργήθη. Ἄλλως τε, Κύριοι, μὴ λησμονεῖτε, ὅτι δὲν εἶναι αὕτη ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκεται ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομαρχιῶν· καὶ ἄλλοτε ὑπεβλήθη παρὰ τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν καὶ περὶ συστάσεως 29 νομαρχιῶν ἢ διοικήσεων· ἀδιάφορον τὸ ὄνομα· περὶ νομαρχιῶν ἐπρόκειτο, ἀδιάφορον ἐὰν ἐκαλοῦντο διοικήσεις. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὑποβληθὲν κατὰ τὸ 1865, πρὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας, ὑπεβλήθη εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, καὶ ἐὰν τὰ παρ’ ἐμοῦ ἀναγνωσθέντα σχετικῶς πρὸς τὴν συζήτησιν τὴν λαβοῦσαν τότε χώραν ἐν τῷ Συμβουλίῳ τῆς Ἐπικρατείας δὲν ἦναι ἐσφαλμένα, ὁμολογῶ, ὅτι ἐδικαιούμην νὰ ἐλπίσω, ὅτι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ σήμερον συζητουμένου ἤθελε κηρυχθῆ ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτής, διότι κατὰ τὸ 1865, κληθεὶς ὡς μέλος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας νὰ ἐκφράσῃ γνώμην περὶ τοῦ παρὰ τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, τοῦ ἔχοντος τὴν αὐτὴν πρὸς τὴν τοῦ ἡμετέρου νομοσχεδίου βάσιν, ἐξεφράσθη ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ ἐὰν ὅσα ἀνέγνωσα σχετικὰ πρὸς τὰ λαβόντα χώραν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦναι ἀκριβῆ, κραταιὸς ἐδείχθη ὑποστηρικτὴς τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ τότε ὑποβληθέντος. Εἶπον, ἐὰν ἦναι ἀκριβῆ τὰ παρ’ ἐμοῦ ἀναγνωσθέντα, διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ταῦτα ἀπωλέσθησαν. Ὑπάρχει μόνον τὸ νομοσχέδιον καὶ πράξεις τινὲς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, σχετικαὶ πρὸς τοῦτο. Ἐὰν ὅσα ἀνέφερα δὲν ἦναι ἀκριβῆ, ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμον Βουλευτὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δηλώσῃ τοῦτο.
§163Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς, ἐὰν συνεζητήθη ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε προταθῆ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Κουμουνδούρου, ἐὰν ἐγένετο ψηφοφορία, καὶ ἐὰν προεκλήθην νὰ δώσω ψῆφον, καὶ ποίαν ἔδωκα ψῆφον· ἐνθυμοῦμαι ὅμως, ὅτι συνεζητήθη ἐν τῷ τμήματι, ἐπειδὴ δὲ ἐγὼ ἤμην μέλος τοῦ διοικητικοῦ τμήματος, πιθανὸν νὰ ἔδωκα γνώμην ἐπὶ τοιούτου νομοσχεδίου. Ἀλλὰ τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν, ἀφοῦ τριάκοντα καὶ τρία ἔτη ἀπέχομεν ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου, οὐδὲ δύναταί τις νὰ ἀπαιτήσῃ νὰ σκεφθῶ καὶ κατὰ τὸ 1899 ὡς ἐσκεπτόμην κατὰ τὸ 1866. Εἰς τὰ 1866 εἶχε τεθῆ ἐν ἐφαρμογῇ τὸ πολίτευμα πρὸ ἑνὸς χρόνου, διετελοῦμεν δὲ κατὰ τὴν ἐπιοῦσαν ἐπαναστάσεως, ἥτις εἶχεν ἀνατρέψει τὴν τάξιν ἐν τῷ Κράτει, δημιουργήσει δ’ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις πολλὰς ἀνωμαλίας, ὁ δὲ ἐπαρχιασμὸς εἶχε προβάλει τοσοῦτον τὴν κεφαλήν του, ὥστε ἠπείλει τὴν ἑνότητα τοῦ Κράτους καὶ τὴν δημοσίαν τάξιν. Ὁμολογῶ ὅτι τότε ἀμφέβαλλον, ἐὰν τὸ πολίτευμα ἤθελε προκόψει, οἷον εἶχε ψηφισθῆ, διότι ἐν τῇ Ἐθνικῇ Συνελεύσει ἐπὶ πολλῶν διατάξεων τοῦ πολιτεύματος ἔδωκα ψῆφον ἐναντίαν. Ὁμολογῶ ὅτι ἀμφέβαλλον, ἐὰν καὶ τὸ δημοτικὸν σύστημα, ὡς ἐν τῇ Συνελεύσει ἐψηφίσθη, ἤθελε προκόψει, οὐδ’ ἤμην ἐν τῇ Συνελεύσει ὑπὲρ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐνομοθετήθησαν τὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν δημάρχων. Ἐν δὲ τῷ Συμβουλίῳ τῆς Ἐπικρατείας ἔδωκα γνώμην, ὅτι ἔπρεπεν ἐν πάσῃ συγκεντρώσει νὰ διοικηθῇ τὸ Κράτος, ἵνα ἀποκατασταθῇ ἡ τάξις, ἵνα παγιωθῶσιν οἱ θεσμοί, ἵνα κρατυνθῇ ἡ διοίκησις καὶ μὴ διακινδυνεύσῃ ἡ ὑπάρχουσα δημοσία ἀσφάλεια. Ἑπομένως τὴν γνώμην ἐκείνην εἶχον τότε. Ἀλλ’ ἀπὸ τότε ἕως τώρα παρῆλθον ἔτη 33, ἡ κατ’ αὐτὰ δὲ τὰ ἔτη ἐφαρμογὴ τοῦ πολιτεύματος ἀπέδειξεν, ὅτι τὸ πολίτευμα ἥρμοζεν εἰς τὸ Κράτος, καὶ τὸ πολίτευμα λειτουργεῖ ἀπροσκόπτως. Ἡ πεῖρα τῶν ἐτῶν τούτων ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ ἐλευθερία τῆς δημοτικῆς διοικήσεως, ἡ ὁποία ἐδόθη κατὰ τὸ 1863, εὐλόγως ἐδόθη, καὶ τὸ σύστημα τῆς ἐκλογῆς τῶν δημάρχων εἶναι σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπέτυχε καθ’ ὁλοκληρίαν. Διὰ τοῦτο δὲν ἔχω νῦν τοὺς φόβους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους εἶχον κατὰ τὸ 1866.
§164Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὥστε αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἀπεκόμισα, ἀναγνώσας τὰς ἐφημερίδας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, —διότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχω τὰ πρακτικὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, — εἶναι ἀκριβεῖς. Ἡ πλειονοψηφία ἐν τῷ Συμβουλίῳ τῆς Ἐπικρατείας ἐξεφράσθη ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὑποβληθέντος εἰς αὐτὸ, ἀλλὰ διαπρεπέστατα μέλη τοῦ Συμβουλίου, ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς καὶ ὁ μακαρίτης Ζαΐμης, ἐκηρύχθησαν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Ταῦτα ἀναφέρουσιν αἱ ἐφημερίδες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ταῦτα ἐπεκύρωσεν ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτής.
§165Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ὁ ἀείμνηστος Ζαΐμης ἀπετέλει μέρος τῆς πλειονοψηφίας...
§166Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τῆς μειονοψηφίας.
§167Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας βεβαίως ἐτύγχανον μέλος καὶ ἐγὼ, ἐν τῷ Συμβουλίῳ δὲ τῆς Ἐπικρατείας συνεπράττομεν καὶ συνεσκεπτόμεθα πρὸ πάσης συζητήσεως· ἑπομένως πιθανὸν εἶναι νὰ ἔδωκα τοιαύτην γνώμην, ἀφοῦ καὶ ὁ ἀείμνηστος Ζαΐμης, καθ’ ἃ λέγετε, τοιαύτην εἶχε.
§168Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς λέγει: «ὑπεστήριζον κατὰ τὸ 1865 τὸ σύστημα τῶν διοικήσεων (τὸ ὁποῖον ἐν πολλοῖς, ἐν πλείστοις ὁμοιάζει πρὸς τὸ σύστημα τὸ παρ’ ἡμῶν ὑποστηριζόμενον) διότι ἐνόμιζον ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἔπρεπε νὰ ἐπιδιώξωμεν συγκέντρωσιν, καθόσον πεποίθησιν ἀκόμη δὲν εἶχον περὶ τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος».
§169Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ σύστημα τῶν διοικήσεων δὲν ὁμοιάζει πρὸς τὸ σύστημα τὸ νομαρχιακόν.
§170Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ διαφωνῶ.
§171ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὤ! ὤ! ὤ!
§172Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, μὴ τόσον γρήγορα ἐξάπτεσθε, κύριε ἐκ Ναυπλίας Βουλευτά. Ἀφήσατε τὰ ὤ! ὤ! ὤ! Βλέπετε ὅτι ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ἔχων τὴν καλωσύνην νὰ συζητῇ μαζῇ μου, εἶναι ψύχραιμος. Σεῖς, χωρὶς νὰ ἠξεύρητε τί ἐσκέπτετο τότε ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, περὶ τῶν γνωμῶν τοῦ ὁποίου πρόκειται, λέγετε «ὤ! ὤ! ὤ!» Περιμείνατε ὀλίγον. Κατὰ τί διαφέρει τὸ σύστημα τῶν διοικήσεων τοῦ 1865 τοῦ συστήματος τοῦ ὑποβαλλομένου σήμερον; Κατ’ οὐδέν· κατὰ τὴν λέξιν μόνον. Διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου «περὶ διοργανισμοῦ τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν τοῦ Κράτους» ὡρίζοντο διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου τὰ ἑξῆς: «Ἀντὶ τῶν κατὰ τὸν νόμον τῆς 5 Δεκεμβρίου 1845 νομαρχῶν καὶ ἐπάρχων καθίστανται πρὸς διοίκησιν τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους διοικηταί». Διὰ δὲ τοῦ ἄρθρου 2 ὡρίζοντο 29 διοικήσεις. Δὲν βλέπω διαφορὰν κατὰ τὴν ἀρχήν· βλέπω διαφορὰν κατ’ ἀριθμὸν, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου τὸ Κράτος διῃρεῖτο εἰς 29 διοικήσεις, καὶ τότε δὲν εἴχομεν οὔτε τὴν Θεσσαλίαν οὔτε τὸν νομὸν Ἄρτης, ἐνῷ ἡμεῖς, κατέχοντες τὴν Θεσσαλίαν καὶ λωρίδα τινὰ τῆς Ἠπείρου, διαιροῦμεν τὸ Κράτος εἰς 27 νομούς. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου διωργανίζοντο οἱ νομοὶ ἢ μᾶλλον αἱ διοικήσεις, — ἀδιάφορον τὸ ὄνομα — κατηργοῦντο τὰ ἐπαρχεῖα· καθιεροῦτο σύστημα διοικητικόν, οἷον τὸ ὑπὸ τοῦ σήμερον συζητουμένου νομοσχεδίου καθιερούμενον. Ὀνομάσατε τὸν προϊστάμενον τῆς διοικήσεως ἐν τῷ νομῷ νομάρχην, ὀνομάσατέ τον διοικητήν· ἀδιαφορῶ. Ἐγὼ εἰς τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἀνατίθενται εἰς τὸν διοικητήν, ἀποβλέπω, καὶ ὅταν οὐδεμίαν διαφορὰν μεταξὺ τῶν καθηκόντων τοῦ διοικητοῦ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ 1865 καὶ τῶν καθηκόντων τοῦ νομάρχου ἀνευρίσκω, δικαιοῦμαι νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι οὐδεμία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ 1865 καὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, ἐκτὸς μόνον ταύτης, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν νομαρχιῶν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ 1865 εἶναι μεγαλείτερος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομαρχιῶν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου.
§173Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἰδοὺ ποίαν ἔχω γνώμην περὶ τοῦ ζητήματος τῆς διοικήσεως. Ἔχω γνώμην, ἥτις συμβιβάζεται μὲ τὴν κρίσιν, ἣν πάντες ἐξεδήλωσαν περὶ τοῦ συστήματος, ὅτι τὸ σύστημα τὸ νομαρχιακὸν εἶναι σύστημα φιλελεύθερον, διότι ἡ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργοῦ μεταδίδεται εἰς ἕτερα πρόσωπα ἐκτὸς τοῦ Ὑπουργείου, τὰ ὁποῖα αὐτοβούλως ἐνασκοῦσιν αὐτήν. Τὸ σύστημα τῆς διοικήσεως ἀφ’ ἑτέρου στερεῖται τοῦ προσόντος τούτου, διότι οἱ διοικηταὶ δὲν ἀσκοῦσιν ἰδίαν ἐξουσίαν, ἀλλ’ εἰσὶν ὄργανα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διαχειριζόμενα τὴν ἐξουσίαν αὑτῶν κατὰ τὰς ἐφ’ ἑκάστης ὑποθέσεως ὁδηγίας τοῦ Ὑπουργοῦ.
§174Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀπαντήσω ἀναγινώσκων τὸ ἄρθρον 6: «Οἱ διοικηταὶ ἐκτελοῦσιν ἐν ταῖς ὑπὸ τὴν διοίκησιν αὑτῶν ἐπαρχίαις τὰ ὑπὸ τοῦ βασιλικοῦ διατάγματος τῆς 5 Δεκεμβρίου 1845 ὡρισμένα καθήκοντα τῶν νομαρχῶν.» Ἀπέναντι τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ νομοσχεδίου τοῦ 1865, τῆς καθιερούσης τὰ καθήκοντα τῶν διοικητῶν, οἷα καθιεροῖ ταῦτα τὸ διάταγμα τῆς 5 Δεκεμβρίου 1845 περὶ νομαρχῶν, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δύναμαι ν’ ἀναγνωρίσω, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τοῦ νομάρχου καὶ τοῦ διοικητοῦ. Διαφορὰ λέξεων καὶ οὐδὲν πλέον. Μὴ προσέξωμεν εἰς τὰς λέξεις, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον, ἐὰν ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν θεσμῶν τῶν διοικητικῶν παρ’ ἡμῖν, θέλομεν πεισθῆ, ὅτι ἡ διάκρισις οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν. Ὁπωσδήποτε σημασίαν δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἀπέναντι ἄρθρου ῥητοῦ, τὸ ὁποῖον εἰς τοὺς διοικητὰς τοῦ 1865 ἀναθέτει τὰ καθήκοντα τῶν νομαρχῶν, τὰ ὑπὸ τοῦ διατάγματος ὁριζόμενα, καὶ γινώσκετε ὅτι τὰ καθήκοντα ταῦτα ὑπὸ τοῦ διατάγματος τούτου ὁρίζονται. Οὐδεὶς ἕτερος νόμος ὑπάρχει, κανονίζων τὰ καθήκοντα ταῦτα.
§175Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑμεῖς ἔχετε ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον, ἐγὼ δὲ δὲν ἔχω αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐπιστήμην τοῦ διοικητικοῦ δικαίου τὸ σύστημα τὸ νομαρχιακὸν κατὰ τοῦτο διαφέρει τοῦ συστήματος τῶν διοικήσεων, ὅταν δὲ λέγωσι περὶ διοικήσεων, ἐννοοῦσι σύστημα διάφορον τοῦ νομαρχιακοῦ κατὰ τοῦτο, ἤτοι, ἐνῷ κατὰ τὸ νομαρχιακὸν ὁ νομάρχης κανονίζει ὡρισμένας ὑποθέσεις διὰ τῆς ἰδίας αὑτοῦ ἐξουσίας, κατὰ τὸ διοικητικὸν οἱ διοικηταὶ ἐνεργοῦσι κατὰ τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀπορῶ μάλιστα, πῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εἰσέφρησε τοιαύτη σύγχυσις, νὰ δοθῇ τὸ ὄνομα τοῦ διοικητοῦ εἰς ὑπαλλήλους ἔχοντας ἐξουσίαν νομάρχου, καὶ διατὶ νὰ μὴ ὀνομασθῶσι νομάρχαι αὐτοί, οἵτινες ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὀνομάζονται διοικηταί.
§176Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔκαμα μνείαν περὶ διοικήσεων κατὰ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐν ἄλλαις χώραις· ἐγὼ ἔκαμα μνείαν τῶν διοικήσεων κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ 1865· ἀλλὰ ταῦτα δὲν εἶπον, ὅπως θέσω ὑμᾶς εἰς ἀντίφασιν, διότι δύνασθε νὰ ὑποστηρίξητε, ὅτι κατὰ τὸ 1899 δὲν εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ ἔχητε τὴν γνώμην, ἣν εἴχετε κατὰ τὸ 1865. Οὐδὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ἐλέγξω ὑμᾶς διὰ τὴν ἀλλαγὴν ταύτην γνωμῶν. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομῶν, διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομαρχῶν, θὰ ἐπέλθῃ βεβαίως βελτίωσις, διότι θὰ καταστήσωμεν, ὡς εἶπον, λυσιτελεστέραν τὴν ἐπὶ τῶν δήμων ἐπίβλεψιν τοῦ νομάρχου. Ἀλλὰ δὲν ἀξιῶ, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ μόνου θὰ βελτιώσωμεν τὴν διοίκησιν ἡμῶν. Ὅπως βελτιώσωμεν τὴν διοίκησιν, ἀναγκαίως πρέπει νὰ ψηφίσωμεν καὶ τὸ ἕτερον νομοσχέδιον «περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν», ἀναγκαίως πρέπει ν’ ἀσχοληθῶμεν σπουδαίως, ὅπως βελτιώσωμεν τὸ σύστημα τὸ δημοτικόν. Ὅταν δὲ τὰ δύο ταῦτα κατορθώσωμεν, τότε θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀξιώσωμεν, ὅτι θέλουσιν ἐπέλθει ῥιζικαὶ βελτιώσεις. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς ταῦτα μόνον. Ἐν ὅσῳ διὰ νόμων δὲν καθιερώσωμεν τὰ καθήκοντα τῶν νομαρχῶν, ἐν ὅσῳ δὲν δώσωμεν εἰς τοὺς νομάρχας περισσότερα δικαιώματα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σήμερον ἐξασκοῦσιν, ἐν ὅσῳ ἓν μέρος τῶν δικαιωμάτων, τῶν σήμερον ἐνασκουμένων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, δὲν μεταβιβασθῶσιν εἰς τὸν νομάρχην, βεβαίως πλήρη βελτίωσιν δὲν δυνάμεθα ν’ ἀξιώσωμεν. Ἀλλ’ ἀντιτάσσουν: εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρητε 27 νομάρχας, ἐνῷ εἶναι δύσκολον νὰ εὕρητε 16 τοιούτους; Ἡ ἀντίρρησις αὕτη ἔχει σπουδαιότητα, ἀλλὰ δὲν δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον· δύσκολον βεβαίως εἶναι, ἀλλ’ οὐχὶ ἀδύνατον· ὁπωσδήποτε δὲν ἐπιτρέπεται, ἵνα τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ἀντιτάξωσιν ἡμῖν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιζητοῦσι τὴν ἀνασύστασιν τῶν ἐπαρχείων. Λησμονοῦσιν οἱ Κύριοι οὗτοι, ὅτι ἡ ἀνασύστασις αὕτη θὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἀνάγκην εὑρέσεως ὑπαλλήλων περισσοτέρων ἐκείνων, ὧν τὸν ἀριθμὸν καθιστᾷ ἀναγκαῖον τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἄλλως τε διὰ τοῦ νομοσχεδίου λαμβάνεται πρόνοια, ὅπως διὰ τῆς βελτιώσεως τῆς ὑλικῆς θέσεως τοῦ νομάρχου ἐπιτευχθῇ ἡ εὕρεσις προσώπων δυναμένων νὰ παράσχωσιν εἰς ἡμᾶς τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ ᾖναι δυνατὸν τὰ τῆς διοικήσεως νὰ βελτιωθῶσι. Δὲν ἀξιῶ, Κύριοι, τὸ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τῶν ἄλλων τῶν μέχρι τοῦδε ὑποβληθέντων λύεται τὸ ζήτημα, τὸ τόσῳ σπουδαῖον, τῆς βελτιώσεως τῆς διοικήσεως, ἀλλ’ ἓν βῆμα πρὸς τὰ πρόσω γίνεται, δὲν νομίζω δὲ, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀγορεύσαντες, εὑρίσκονται ἐν τῷ δικαίῳ, ὑποστηρίζοντες καὶ λέγοντες εἰς ἡμᾶς: «δὲν δύνασθε τὸ πᾶν νὰ ἐπιτύχητε· δὲν ἐπιτρέπετε εἰς ὑμᾶς οὔτε ἓν βῆμα πρὸς τὰ πρόσω νὰ κάμητε». Ἐγὼ δὲν εἶμαι αὐτῆς τῆς ἰδέας· ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι καθῆκον τῶν Κυβερνήσεων εἶναι νὰ ὁδεύωσι πάντοτε τὴν ὁδὸν τῆς προόδου. Βεβαίως ἡ ὁδὸς αὕτη εἶναι ἀπέραντος· οὐδεὶς δύναται ἐντελῶς νὰ τὴν διανύσῃ. Ἀλλ’ ἂς πράξωμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, ἐπιχειροῦντες τὴν βελτίωσιν. Ἀργότερον ἄλλοι θὰ κάμωσιν ἄλλα ἐν τῇ βελτιώσει βήματα, ταῦτα δὲ πάντα θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων τῆς ἡμετέρας χώρας, εἰς τὴν πρόοδον αὐτῆς. Ἐξήτασα τὸ ζήτημα, Κύριοι, ὑπὸ τὴν διοικητικὴν αὐτοῦ ἔποψιν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα συνεζητήθη παρὰ τῶν προαγορευσάντων καὶ ὑπὸ τὴν δικαστικὴν αὐτοῦ ἔποψιν. Καὶ ἠκούσατε τοὺς μὲν κατηγοροῦντας τὸ σύστημα τῶν μικρῶν δικαστηρίων, ἢ μᾶλλον τὸ σύστημα τῶν δικαστηρίων τῶν ἐνεργούντων ἐν μικραῖς πόλεσι. Καὶ ἠκούσατε τὸν εὔγλωττον ἐκ Λεβαδείας Βουλευτήν, πολεμήσαντα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνεπτύχθησαν κατὰ τῶν ἐν λόγῳ δικαστηρίων, δύνασθε δὲ νὰ κρίνητε μεταξὺ τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ μὲν καὶ τῶν ἐπιχειρημάτων τῶν δέ. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς προσεπάθησε νὰ μειώσῃ τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ὁ λόγος τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λεβαδείας Βουλευτοῦ εἶχε προξενήσει εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ παρέστησεν, ὅτι τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα, τὰ σχετικὰ πρὸς τὸ δικαστήριον Ἀθηνῶν, ἦσαν ὑπερβολικὰ, καὶ ἐξέφρασε τὴν ἀπορίαν του, πῶς ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν ἐνήργησε πρὸς τιμωρίαν τῶν δικαστῶν, περὶ ὧν ἐποιήσατο μνείαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας Βουλευτής. Ἀλλὰ ποίαν ἐνέργειαν ἠδύνατο, παρακαλῶ, νὰ κάμῃ ὁ Εἰσαγγελεύς; Μήπως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας παρέστησεν, ὅτι ἐκ κακῆς προαιρέσεως τῶν δικαστῶν τὰ γεγονότα ταῦτα τὰ λυπηρὰ συνέβησαν; Συνέβησαν, συμβαίνουσι καὶ θὰ συμβαίνωσι, διότι εἶναι ἀδύνατον, ὡς ἐκ τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν δικῶν, νὰ ἐπαρκέσωσιν οἱ δικασταὶ πρὸς λεπτομερῆ καὶ ἀκριβῆ ἐξέτασιν τῶν ὑποθέσεων. Τοῦτο παρέστησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, καὶ ὑπεστήριξεν, ὅτι ἐν δικαστηρίῳ, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ὀλιγωτέρας ὑποθέσεις, ἡ ἐξέτασις θὰ γίνηται καλλίτερον, ἡ ἐκδίκασις τῆς ὑποθέσεως τακτικωτέρα. Ἀλλ’ εἶπον οἱ πολεμοῦντες τὸ νομοσχέδιον, ὅτι ἐν τοῖς μικροῖς δικαστηρίοις τρέχει κίνδυνον ὁ δικαστὴς νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὰς πιέσεις τῶν μετ’ αὐτοῦ ἀναστρεφομένων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῶν Πατρῶν ποῖον εἶναι τὸ δικαστικὸν κέντρον, ὅπου ὁ δικαστὴς δὲν ἀναστρέφεται μὲ ὅλους τοὺς ἐν τῇ πόλει οἰκοῦντας; Τὸ ἐπιχείρημα λοιπὸν τοῦτο οὐδόλως δικαιολογεῖ τὸν πόλεμον, τὸν γενόμενον κατὰ τῆς συστάσεως τῶν προτεινομένων δικαστηρίων. Καθῆκον ἔχομεν, Κύριοι, ὅπως ἐπιζητήσωμεν διὰ καταλλήλων νομοθετημάτων νὰ καταστήσωμεν τὸν δικαστὴν ἀνώτερον πιέσεων ταπεινῶν καὶ ἐπεμβάσεων πολιτικῶν, αἱ πιέσεις δὲ αὗται δὲν ἀσκοῦνται μόνον ἐν τοῖς δικαστηρίοις τῆς μικρᾶς περιφερείας, ἀλλ’ ἀσκοῦνται καὶ ἐν τοῖς δικαστηρίοις τῶν μεγάλων περιφερειῶν. Ὡς γνωρίζετε, ἡ πίεσις ἐπὶ τῶν δικαστῶν δύναται διττῶς νὰ ἀσκηθῇ. Ὁ δικαστὴς δύναται νὰ ἐπηρεασθῇ ἢ διότι θέλει νὰ μετατεθῇ, ἢ διότι δὲν θέλει νὰ μετατεθῇ, καὶ ἐν τοῖς μικροῖς δικαστηρίοις εὑρισκόμενος ἐπιδιώκει, ὅπως μετατεθῇ εἰς μεγαλείτερον δικαστήριον, ἐν Ἀθήναις δὲ εὑρισκόμενος, ὑπόκειται εἰς τὸν πειρασμὸν αὐτὸν, ὅπως μὴ μετατεθῇ. Ἑπομένως καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν. Πρέπει νὰ κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν καλοὺς καὶ ἀξιοπρεπεῖς δικαστάς. Ὁ καλὸς δικαστὴς, ὁ ἀξιοπρεπὴς δικαστὴς θὰ ἐκτελῇ εὐόρκως καὶ ἐντίμως τὸ καθῆκόν του, οἱονδήποτε καὶ ἂν ἦναι τὸ δικαστήριον, παρ’ ᾧ ὑπηρετεῖ. Ἀλλ’ ἀντιτάσσουσιν οἱ τὸ νομοσχέδιον πολεμοῦντες τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, τὰς μεγάλας δαπάνας, τὰς ὁποίας τὸ σύστημα τοῦτο θὰ ἐπιβάλῃ. Ἐκ τῶν πινάκων, τοὺς ὁποίους ἔχω πρὸ ἐμοῦ, ἐξάγεται, ὅτι ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν ἡ αὔξησις τῆς δαπάνης θέλει ἀνέλθει εἰς 40,000 δρ. Ἐδημοσιεύθη, ὡς γινώσκετε, ὁ πίναξ τῶν δαπανῶν τοῦ νέου συστήματος. Ὑπάρχει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πίναξ τῶν δαπανῶν τοῦ ἰσχύοντος συστήματος. Παραβάλετε τούτους· ἡ παραβολὴ δίδει αὔξησιν 40,000 δραχμῶν. Ὡς πρὸς τὰ Πρωτοδικεῖα, ἐὰν παραδεχθῆτε αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πρωτοδικῶν μόνον κατὰ ἕξ, διότι κατ’ ἀνάγκην ἡ προσθήκη δικαστηρίων τινῶν θὰ φέρῃ ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα τὰ ἤδη λειτουργοῦντα, ἡ προσθήκη τῶν πέντε Πρωτοδικείων θὰ φέρῃ αὔξησιν δαπάνης 169,000 δραχμῶν, ἤτοι τὸ ὅλον τῆς αὐξήσεως ἀνέρχεται εἰς 209,000 δραχμὰς, ποσόν, τὸ ὁποῖον οἱ ἐνασχολούμενοι εἰς τὰ δικαστικὰ ὁμολογοῦσιν, ὅτι πολὺ θὰ μειωθῇ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν μαρτυρικῶν δαπανῶν. Ἀλλὰ μᾶς λέγουσιν, εἶναι δυνατὸν τοιαῦται δαπάναι νὰ γείνωσι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔχετε ἐπιτακτικὰς ἄλλας δαπάνας, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσι, δαπάνας ἕνεκα τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ τοῦ πυροβολικοῦ, τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ; Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κύριος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ἐὰν πρόκειται ν’ ἀσχοληθῶμεν περὶ ὁπλισμοῦ τοῦ πεζικοῦ, ἐὰν πρόκειται νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πυροβολικοῦ, δὲν δύναται νὰ γείνῃ λόγος περὶ 200,000 δρ. Αἱ δαπάναι ἐκεῖναι εἰς πολλὰ ἀνέρχονται ἑκατομμύρια, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν διὰ τοῦ μικροῦ ποσοῦ, ὅπως ἀνέφεραν, διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν 200,000 δρ. νὰ ἐπαρκέσωμεν. Γνωρίζει ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι αἱ ἀνάγκαι, περὶ ὧν ἔκαμε λόγον, δὲν θεραπεύονται διὰ τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἀνέφερε. Δὲν πρόκειται περὶ σωλήνων, περὶ ἐπισκευῆς τροχῶν· δὲν πρόκειται περὶ σαγῆς· πρόκειται περὶ προμηθείας ὁλοκλήρου τοῦ ὑλικοῦ. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν ὁπλισμὸν τοῦ πεζικοῦ, γνωρίζει κάλλιστα ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι κατὰ τὸν πόλεμον ὁ ὁπλισμὸς ἀπωλέσθη ἐν μέρει· κατέστη ἄχρηστος ἐν ὅλῳ, καὶ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ προμηθείας τοῦ ὅλου ὁπλισμοῦ· ἀλλὰ τότε πρόκειται περὶ μεγάλης δαπάνης, περὶ δαπάνης ἀνερχομένης εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια. Τί δυνάμεθα νὰ κάμωμεν μὲ τὰς 200,000 δραχ. ἐν περιπτώσει καταψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου; Οὐχί, Κύριοι, διότι οἱ πολεμήσαντες τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου ἐκηρύχθησαν ὑπὲρ τῆς ἀνασυστάσεως τῶν ἐπαρχείων, ἡ δὲ ἀνασύστασις τῶν ἐπαρχείων πολλὰς θ’ ἀπαιτήσῃ ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν. Ἀλλὰ λέγουσι, θ’ ἀνασυστήσωμεν τὰ ἐπαρχεῖα, ἀλλ’ εἴμεθα ἐναντίοι τῆς συστάσεως τῶν δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα θὰ προκαλέσωσιν αὔξησιν δαπάνης. Κόπτονται κατὰ τῆς αὐξήσεως ταύτης, ἀλλὰ προτείνουσιν ἀνακριτὰς ἑδρεύοντας εἰς τὰς ἐπαρχίας. Ἀναλογίσθητε, παρακαλῶ, ὁποία θὰ ἦναι ἡ δαπάνη διὰ τοὺς ἀνακριτὰς αὐτοὺς, καὶ εἴπετέ μοι, ἐὰν αὕτη δὲν θὰ ἦναι ἀνωτέρα τῆς διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητουμένης. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, Κύριοι, νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δέον νὰ ψηφισθῇ. Μένει ἓν τελευταῖον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς προέβαλεν. Εἶπε «δὲν γινώσκω, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θεωρήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ὡς ὑπουργικὸν ἢ ὡς νομοθετικόν». Ἐγὼ οὐδένα δισταγμὸν ἔχω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὸ ἔργον τοῦτο θεωρῶ νομοθετικόν· θεωρῶ, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις σπανίως, πολὺ σπανίως πρέπει ἐν νομοθετικοῖς ἔργοις νὰ θέτωσι ζήτημα ὑπουργικόν· θεωρῶ ὅτι τὸ νομοθετεῖν ἀποτελεῖ ἓν τῶν σπουδαιοτέρων δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς. Ὑπουργικὰ ζητήματα σπανίως ἐν νομοθετικοῖς ζητήμασι δύνανται νὰ τεθῶσι, διότι δι’ αὐτῶν περιορίζεται τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ θέλω τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς Βουλῆς ἀπεριόριστον· θέλω τὴν ἐλευθερίαν αὐτῆς ἀπόλυτον, περιμένω δὲ ἐκ τῆς χρήσεως τῆς ἀπολύτου ταύτης ἐλευθερίας τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...
§178ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι δά! ἡ ὥρα παρῆλθεν. Αὔριον πλέον.
§179Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδῶ νὰ σταθῶμεν. Ὑπεβλήθησαν τροπολογίαι καὶ ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὑπὸ πολλῶν Βουλευτῶν· νομίζω δ’ ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ μίαν ἢ δύο ἡμέρας, ὅπως δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ μελετήσῃ τὰς τροπολογίας ταύτας καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκφράσῃ τὴν γνώμην αὑτῆς ἐπ’ αὐτῶν. Ἑπομένως αὔριον θέλομεν ἀναγράψει ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὡς πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον, ἐπιφυλασσόμενοι νὰ ἀναγράψωμεν κατόπιν τὸ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 2 καὶ 40′ π. μ. τῆς ἐπιούσης).