| 1262 | Κατὰ τὸ ὑφιστάμενον νομαρχιακὸν σύστημα | |||
| 1263 | δαπανῶμεν διὰ τὴν διοίκησιν | δρ. | 393,960 | |
| 1264 | Ἡ νέα διοικητικὴ διαίρεσις θέλει ἀπαιτήσει | |||
| 1265 | δαπάνην | » | 439,110 | |
| 1266 | Ἄρα ἡ ἐπὶ πλέον δαπάνη ἀνέρχεται εἰς τὸ | |||
| 1267 | ποσὸν τῶν | δρ. | 45,150 | |
| 1268 | Αἱ νέαι ἐπισκοπαὶ, μετὰ τῶν σχετικῶν ἱε- | |||
| 1269 | ροκηρύκων, θέλουσιν ἀπαιτήσει ἐπιπρόσθετον | |||
| 1270 | δαπάνην | » | 46,200 | |
| 1271 | Ἡ σύστασις πέντε νέων Πρωτοδικείων θέλει | |||
| 1272 | ἀπαιτήσει καὶ αὐτὴ αὔξησιν δαπανῶν | » | 251,900 | |
| 1273 | Ἄρα τὸ ὅλον τῆς δαπάνης ἀνέρχεται εἰς τὸ | |||
| 1274 | ποσὸν τῶν | δρ. | 343,250 |
1899.06.09
3.988 στίχοι · 30.546 λέξεις · 1 πίνακας · 321 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 47
Τῆς 9 Ἰουνίου 1899.
(Τετάρτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 40′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐξ Ἠλείας συνάδελφος κ. Πέτρος Αὐγερινὸς ὑπέβαλεν ὑπόμνημα, ἐν ᾧ κηρύσσεται ὑπὲρ τῆς παρακρατήσεως, καὶ ζητεῖ νὰ δημοσιευθῇ. Οἱ ἔμποροι Πειραιῶς διὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Λεβίδου ὑποβάλλουσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφοράν, δι’ ἧς παρακαλοῦσι νὰ ἐπιψηφισθῇ τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον. Οἱ βουλευταὶ Τριφυλίας κ. κ. Παπατσώρης καὶ Πονηρόπουλος ὑποβάλλουσι ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Ἀετοῦ, δι’ οὗ συνιστᾶται, ὅπως ὁρισθῇ ἕδρα τοῦ νομοῦ Τριφυλίας ἡ Κυπαρισσία. Πολλοὶ ποιμένες δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ὅπως μεταρρυθμισθῇ ὁ περὶ δημοτικῶν φόρων νόμος. Ὁ λαὸς Ἀγρινίου διὰ τηλεγραφήματός του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν, ὅπως δευτέρα ἕδρα τοῦ νομοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ὁρισθῇ τὸ Ἀγρίνιον.
§2Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα)
§3ΑΧ. ΧΟΪΔΑΣ. Ἀληθῶς οἱ ὑπογεγραμμένοι εἰς τὴν ἀναφορὰν εἶναι ἔμποροι Πατρῶν, κεκηρυγμένοι κατὰ τῆς παρακρατήσεως ἀνέκαθεν, ἀφ’ ἧς ἤρξατο συζητούμενον τὸ μέτρον τοῦτο. Οὐδεὶς ἰσχυρίσθη, Κύριοι, ὅτι ἡ παμψηφία ἐν Πάτραις εἶναι ὑπὲρ τῆς παρακρατήσεως· εἶναι καὶ ἀντιπαρακρατητικοὶ μεταξὺ τῶν ἐμπόρων καὶ τῶν κτηματιῶν ἀκόμη. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς μεγάλης πλειονοψηφίας τῶν κτηματιῶν, οἱ ὁποῖοι ἐναγωνίως καὶ μετ’ ἀνυπομονησίας δικαίας περιμένουσι τὴν ἐπιψήφισιν μέτρου, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς τετραετοῦς μέχρι τοῦδε ἐφαρμογῆς του ἀπεδείχθη σωτήριον εἰς τὴν σταφιδοπαραγωγήν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν σπουδὴν, τὴν ὁποίαν παρεκάλεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς Αἰγιαλείας τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ ἔχῃ κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, παρατηρῶ ὅτι σήμερον, ἐναντίον μάλιστα τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἐτέθη μετὰ τὸ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, ἐνῷ, συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῇ καὶ σήμερον πρῶτον μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν ὑπηρεσιακῶν νομοσχεδίων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει συζήτησις.
§4ΤΙΝΕΣ. Διὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν μόνον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προετάχθη καὶ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§6ΧΟΪΔΑΣ. Ἄλλως καὶ οὐσιαστικῶς, Κύριοι, εἶναι ἄδικον νὰ προταχθῇ τὸ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, τοῦ ὁποίου ἀπόπειρα συζητήσεως μόνον εἴδετε ποίας ἀφορμὰς συζητήσεων ἔδωκε, καὶ τὸ ὁποῖον προμηνύει μακρὰν καὶ παρατεταμένην συζήτησιν. Ἀφοῦ τέλος πάντων μετὰ κόπου καὶ μόχθου κατωρθώθη ν’ ἀποπερατώσωμεν καὶ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, πρέπει νὰ προβῶμεν καὶ εἰς τὴν τρίτην, ἵνα ληφθῇ τέλος, ἢ οὕτως ἢ ἄλλως, μία ἀπόφασις καὶ παύσῃ αὐτὴ ἡ ἀμφιβολία καὶ ἡ ταλάντευσις τῆς καταναλώσεως.
§7Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§8ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ συγκυρίαν, κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα τῆς μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, τῆς ὁποίας τὴν μεταβολὴν ἤθελον ζητήσει, ἦλθε πολὺ ταχύτερον. Ὁ κύριος ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη, μοι ἐφάνη δὲ, ὅτι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς συμφωνεῖ, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς τοῦ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ περὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης, δὲν ἀφεώρα εἰς τὴν προτίμησιν αὐτοῦ παντὸς ἄλλου νομοσχεδίου. Ὑποθέτω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ Βουλή, — καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι πάντες διετελοῦμεν ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἐπιθυμίας τοῦ νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ τάχιστα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἀντικειμένου τούτου καὶ εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, — ἀπεφάνθη, ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ παραδοθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους. Δὲν ὑποθέτω ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην εἶχε μόνον ἱστορικὴν ἀξίαν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, — διότι ταύτην, νομίζω, τὴν σημασίαν ἠθέλησε ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτής. — Ἡ Βουλὴ σπουδαίως τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἀπεφάνθη, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρέπει νὰ ψηφισθῇ καὶ κατασταθῇ νόμος τοῦ Κράτους. Εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην προέβη, διότι καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ μέγας θόρυβος ἐπεκράτει καὶ μεγάλη συζήτησις ἐγίνετο, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, αἵτινες ἐναγωνίως ἀναμένουν τὴν ψήφισιν τοῦ μέτρου τούτου, μεγάλη συγκίνησις ἐπικρατεῖ, διότι ἀπεκδέχονται καὶ αἱ ἐπαρχίαι αὗται, αἱ παρακρατητικαί, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο, ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ σώσῃ τὸ μόνον καὶ σπουδαιότερον προϊόν τῆς Ἑλλάδος, θέλει ὅμως πάντως ἀνακουφίσει τοὺς σταφιδοκτήμονας. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, ὅπως θελήσωσιν, ἵνα συζητηθῇ σήμερον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον εὐελπίζομαι, ὅτι δὲν θὰ λάβῃ εὐρεῖαν καὶ μεγάλην συζήτησιν, καθόσον πάντες οἱ ἀγορεύσαντες ὑπὲρ αὐτοῦ ἢ κατ’ αὐτοῦ ἐξήντλησαν πᾶσαν αὐτῶν τὴν εὐγλωττίαν. Τοὐναντίον δέ, ἐάν, κύριε Πρόεδρε, κατισχύσῃ ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, οἵτινες κατήρτισαν, ὡς κατήρτισαν, τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, — παραδόξως, κατὰ τὴν γνώμην μου, — τὸ νομοσχέδιον περὶ παρακρατήσεως θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας, ἤ, ἂν δὲν παραπεμφθῇ, βεβαίως θὰ ψηφισθῇ πολὺ βραδύτερον, διότι τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως θέλει βεβαίως προκαλέσει εὐρυτάτην συζήτησιν, οὐ μόνον διότι εἶναι καινοφανὴς θεσμός, πρώτην φορὰν εἰσαγόμενος εἰς τὴν χώραν, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν ἐγένετο συζήτησις ἐπὶ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ἵνα μὴ ἐπαναλάβω τὸν λόγον καὶ ἀπασχολήσω ἐκ δευτέρου τὴν Βουλήν, παρακαλῶ νῦν καὶ προβάλλω τὴν πρότασιν, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως διὰ τὴν αὔριον, προταχθῇ δὲ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ περὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης.
§9Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι πρόωρος καὶ παρὰ τὸν Κανονισμόν, διότι ἔπρεπε νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὅτε καὶ μόνον ἐπιτρέπεται νὰ γείνῃ πρότασις περὶ μεταβολῆς αὐτῆς. Ἀλλ’ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνηγόρησαν ὑπὲρ τῆς προτάξεως τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου, παρατηρῶ, ὅτι οὐδεμία πρόθεσις ὑπάρχει νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας. Φυσικὸν εἶναι, ὕστερον ἀπὸ δύο συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι παρέσχον καὶ νέαν ὕλην πρὸς συζήτησιν καὶ προὐκάλεσαν πᾶσαν περὶ εἰσακτέων τροποποιήσεων σκέψιν ἐκ μέρους τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ μεσολαβήσῃ χρονικόν τι διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον δύνανται νὰ σχεδιασθῶσι καὶ μερικαὶ τροποποιήσεις διὰ τὸ νομοσχέδιον.
§10ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, ὁμιλήσας περὶ τῶν Ἑλληνικῶν καλενδῶν, ἐνόουν χρονικὸν διάστημα τοὐλάχιστον ἑβδομάδος.
§11ΑΧ. ΧΟΪΔΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἐνόουν, ὅτι ὑπάρχει φόβος νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας· φόβος ὑπάρχει, μήπως ἐκ τῆς προτάξεως τοῦ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως νομοσχεδίου παρέλθῃ παρὰ πολὺς καιρὸς, ὅπερ θὰ ᾖναι λίαν ἐπιβλαβές. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, ἂν δὲν ᾖναι αὔριον, νὰ ὁρισθῇ τουλάχιστον λίαν προσεχὴς ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§13ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω, Κύριοι, τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τέσσαρα σχέδια ἀρχαιολογικῶν νόμων. Τὸ πρῶτον τούτων εἶναι τὸ περὶ ἀρχαιοτήτων, τὸ δεύτερον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς ἀρχαιολογικῆς τοῦ Κράτους ὑπηρεσίας, τὸ τρίτον εἰς τὴν σύστασιν ταμείου ἀρχαιοτήτων, καὶ τὸ τέταρτον εἰς τὴν ἵδρυσιν Πρακτικῆς Ἀρχαιολογικῆς Σχολῆς ἐν Ἀθήναις. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα συναπαρτίζουσιν ἕν τι ὅλον, ὡς τοιαῦτα δ’ ἐπάναγκες ἐνόμισα νὰ συνυποβάλω εἰς τὴν μελέτην καὶ ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι, ἂν γείνωσιν αὐτὰ νόμοι τοῦ Κράτους, θὰ τεθῇ οὕτω πως ἓν τέρμα εἰς τὴν οἰκτρὰν ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις κατάστασιν, ὑφ’ ἣν εὕρηνται σήμερον αἱ ἐν Ἑλλάδι ἀρχαιότητες. Τὰ προκείμενα νομοσχέδια, ὑποβληθέντα εἰς τὴν βάσανον δύο ἀλλεπαλλήλων ἐπιτροπῶν, ἀποτελουμένων ἐξ ἐγκρίτων νομομαθῶν καὶ ἐξ εἰδικῶν ἀρχαιολόγων, ἔτυχεν ἤδη ἱκανῆς προεπεξεργασίας ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Ἂν ὑπάρχωσιν ἔτι ἐλλείψεις τινὲς ἐν αὐτοῖς, δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ συμπληρωθῶσιν αὗται κατὰ τὴν μελέτην καὶ συζήτησίν των ὑπὸ τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους, ὅπως οὕτως ἀποδειχθῶσιν ὅσον οἷόν τε λυσιτελέστερα δι’ ὃν σκοπὸν συνετάχθησαν. Διὰ τοῦ πρώτου τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος νομοσχεδίων μεταρρυθμίζεται καὶ συμπληροῦται ὁ ἐν ἰσχύϊ περὶ ἀρχαιοτήτων νόμος τοῦ 1834 κατὰ τὰς ὑποδείξεις ὑπερεξηκονταπενταετοῦς ἤδη πείρας. Ὁ νόμος οὗτος, συνταχθεὶς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐν ἔτει 1820 ἐκδοθέντος διατάγματος τοῦ καρδιναλίου Pacca ἐν τῷ πάλαι Ῥωμαϊκῷ Κράτει τοῦ Πάπα, ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ τὰς ἑξῆς κυρίως ἐλλείψεις, αἵτινες ὑπῆρξαν ἡ πρώτη πηγὴ τῆς παρ’ ἡμῖν ἀρχαιοκαπηλίας. Ἐνῷ, Κύριοι, ἐν ἄρθρῳ 61 αὐτοῦ καθιεροῦται ἡ ἀρχή, καθ’ ἣν «ὅλαι αἱ ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος ἀρχαιότητες, ὡς ἔργα τῶν προγόνων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, θεωροῦνται ὡς κτῆμα ἐθνικὸν ὅλων τῶν Ἑλλήνων ἐν γένει», διὰ τοῦ ἄρθρου 63 αὐτοῦ ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα τῆς συνιδιοκτησίας κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς πάντα ἰδιώτην, ἐν τῷ κτήματι τοῦ ὁποίου θ’ ἀνευρίσκοντο ἀρχαιότητες, καὶ δὴ καὶ τὸ δικαίωμα τῆς κατοχῆς τούτων. Καθ’ ὅσον δὲ ὁ νόμος ἐπιβάλλει εἰς τὸ Κράτος τὴν ἀπόδειξιν, ἂν ἔχῃ ὑπόνοιαν, ὅτι αἱ εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ ἰδιώτου εὑρισκόμεναι ἀρχαιότητες ἀνεκαλύφθησαν ἐπὶ ἐδάφους ἐθνικοῦ, τιμωρεῖ δὲ τὸν μὲν ἐνεργοῦντα ἀνασκαφὰς ἄνευ ἀδείας τοῦ Κράτους διὰ προστίμου μέχρι 200 δραχμῶν, τὸν δὲ ἀπεμπολοῦντα ἢ λαθραίως ἐξάγοντα τὰς ἀρχαιότητας εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν διὰ προστίμου ἐκ δρ. 50–500, ἔχει οὕτω τὰς πύλας ἀναπεπταμένας εἰς τὴν ἀρχαιοκαπηλίαν. Εἰς τὸ Κράτος ἀποβαίνει συνήθως δύσκολον ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι αἱ ἐν τῇ κατοχῇ τοῦ ἰδιώτου εὑρισκόμεναι ἀρχαιότητες ἀνευρέθησαν ἐπὶ ἐθνικοῦ ἐδάφους, ὅπως διεκδικήσῃ ἀποτελεσματικῶς τὴν πλήρη ἐπ’ αὐτῶν κυριότητά του. Ἔτι δυσκολώτερον ἀποβαίνει εἰς αὐτὸ νὰ προλάβῃ τὴν λαθραίαν πώλησιν καὶ ἐξαγωγὴν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν τῶν ἐν τῇ κατοχῇ τοῦ ἰδιώτου εὑρισκομένων ἀρχαιοτήτων. Ὅταν δὲ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αὗται ἔχουσι πολλάκις ἀξίαν χιλιάδων ὅλων δραχμῶν, κατανοεῖ εὐκόλως, ὁπόσον ἀνάξιον λόγου εἶναι τὸ πρόστιμον, τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς τοὺς ἀρχαιοκαπήλους, εἰς οὓς οὕτω πως οὐδεὶς σχεδὸν φραγμὸς τίθεται. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους οὐδὲν θαῦμα, ἐὰν ἡ ἀρχαιοκαπηλία ἐπέδωκε μεγάλως παρ’ ἡμῖν, καὶ ἀπέβη, κατὰ τὴν προσφυᾶ ἔκφρασιν τοῦ ἐπιφανοῦς ἀρχαιολόγου καὶ φιλέλληνος Ἐρνέστου Κουρτίου, φαγέδαινα τῆς νεκραναστάσης Ἑλλάδος. Τὰς ἐλλείψεις ταύτας, Κύριοι, τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου ἐπάναγκες ἐνόμισα ν’ ἀναπληρώσω ὡς ἑξῆς διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ἐν πρώτοις πάντα τὰ ὁπουδήποτε τῆς Ἑλλάδος εὑρισκόμενα ἀρχαῖα, ἀκίνητά τε καὶ κινητὰ, ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὑπὸ τῶν Τούρκων κηρύσσονται ἰδιοκτησία τοῦ Κράτους. Τὰ ἀρχαῖα ταῦτα καθορίζονται νῦν ἀκριβέστερον ἢ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1834. Οὐδὲν δικαίωμα συνιδιοκτησίας ἐπὶ ἀρχαιοτήτων ἀναγνωρίζεται πλέον εἰς τοὺς ἰδιώτας, ὁπουδήποτε καὶ ἂν ἀνεύρωσιν οὗτοι αὐτάς...
§14Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τί γίνεται ὡς πρὸς τοὺς σημερινοὺς κατόχους ἀρχαιοτήτων;
§15ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὸ νομοσχέδιον δὲν δίδεται ἀναδρομικὴ δύναμις, οὐδ’ ἀνατρέπονται ἄρα δι’ αὐτοῦ κεκτημένα ἤδη δικαιώματα. Ποῖαι ἐγγυήσεις λαμβάνονται διὰ τοὺς νῦν νομίμους κατόχους ἀρχαιοτήτων, τοῦτο θὰ ὑποδείξω βραδύτερον... Ὁ ἀνευρίσκων ἢ ὁπωσδήποτε κάτοχος γινόμενος ἀρχαιοτήτων κατὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον δικαιοῦται νὰ τύχῃ ἀμοιβῆς παρὰ τοῦ Δημοσίου, ἂν αὗται θεωρηθῶσιν ὑπὸ τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Συμβουλίου χρήσιμοι διὰ τὰ Μουσεῖα τοῦ Κράτους, τοῦ ἡμίσεος τῆς ἀξίας των· ἂν θεωρηθῶσιν αὐταὶ ἄχρηστοι, ἀφίενται εἰς τὸν ἰδιώτην, ἐλεύθερον ὄντα νὰ διαθέσῃ αὐτάς, ὅπως ἂν θέλῃ, ἤτοι νὰ τὰς κρατήσῃ, νὰ τὰς πωλήσῃ ἢ καὶ νὰ τὰς ἐξαγάγῃ εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Πρὸς τοῦτο ὅμως ὑποχρεοῦται αὐτὸς νὰ δηλώσῃ πάραυτα ἐγγράφως τὰς ὑπ’ αὐτοῦ ἀνακαλυφθείσας ἀρχαιότητας πρός τινα τῶν ἐφόρων ἢ ἐπιμελητῶν τῶν ἀρχαιοτήτων, ἢ πρὸς τὸν ἁρμόδιον εἰρηνοδίκην. Καὶ ἂν μὲν αἱ ἀνακαλυφθεῖσαι ἀρχαιότητες ἦναι ἀκίνητοι, ὀφείλει νὰ διατηρήσῃ αὐτὰς ἀθίκτους μέχρι δύο τὸ πολὺ μηνῶν, ἕως οὗ ὁ γενικὸς ἔφορος ἢ εἷς τῶν ἐφόρων ἀρχαιοτήτων ἀποφανθῇ, ἐὰν πρέπῃ αὗται νὰ διατηρηθῶσιν, ὁπότε καθίστανται ὁριστικῶς ἰδιοκτησία τοῦ Κράτους. Ἂν δὲ ἦναι κινηταί, μετὰ τὴν δήλωσιν τίθενται εἰς τὴν διάθεσιν τῶν προειρημένων ἀρχῶν. Πᾶσα φθορὰ ἢ ἀπόκρυψις ἀνακαλυφθείσης ἀρχαιότητος, πᾶσα ἀπόπειρα λαθραίας αὐτῆς ἀπεμπολήσεως ἢ ἐξαγωγῆς εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν συνεπάγεται τὴν ἀπώλειαν παντὸς δικαιώματος τοῦ ἰδιώτου ἐπ’ αὐτῆς, πρὸς δὲ πρόστιμον ἐκ 50 ἕως 10,000 δραχμῶν καὶ φυλάκισιν ἀπὸ 15 ἡμερῶν μέχρι δύο μηνῶν. Αἱ διατάξεις αὗται, Κύριοι, ἴσως θεωρηθῶσιν ὑπό τινων ὡς ἄγαν αὐστηραί· ἀλλ’ εἶναι αἱ μόναι, κατ’ ἐμὴν γνώμην, δυνάμεναι νὰ ἐξασφαλίσωσιν ἡμᾶς ἀπὸ τῆς φθορᾶς ἢ περισυλήσεως τῶν ἀρχαίων ἡμῶν κειμηλίων, εἶναι αἱ μόναι δυνάμεναι νὰ πατάξωσι κατὰ κεφαλῆς τὸ ἔγκλημα τῆς ἀρχαιοκαπηλίας, ἥτις ἔχει καταστῆ πλέον ἐθνικὸν ὄνειδος δι’ ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας. Οἱ ἰδιῶται ἔχουσι νὰ ἐκλέξωσιν ἐφεξῆς μεταξὺ τοῦ ἀσφαλοῦς καὶ νομίμου κέρδους ἐκ τῆς ἀμοιβῆς τοῦ Κράτους διὰ τὰς ὑπ’ αὐτῶν ἀνακαλυπτομένας ἢ ἀνευρισκομένας ἀρχαιότητας καὶ τῆς ἀβεβαίου καὶ ἐκθέσμου αἰσχροκερδείας ἐκ τῆς φθορᾶς ἢ λαθραίας ἀπεμπολήσεως καὶ ἐξαγωγῆς εἰς τῆς ἀλλοδαπὴν, ἥτις ἐκθέτει αὐτοὺς καὶ εἰς τὴν ἀπηνῆ καταδίωξιν τοῦ νόμου. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν διστάζω ν’ ἀποδεχθῶ, ὅτι θὰ προτιμήσωσιν αὐτοὶ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τὸ πρῶτον, τοῦτο δὲ θὰ ἦναι, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ὁ σπουδαιότατος φραγμὸς τῆς νῦν ἀρχαιοκαπηλίας. Ἑτέρα ἔλλειψις τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου εἶναι, ὅτι δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὸ Κράτος δοκιμαστικὰς ἀνασκαφὰς ἐπὶ ἰδιωτικοῦ ἐδάφους, οὐδὲ καθιεροῖ τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν τούτου λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης, ὁσάκις ὑπάρχῃ ἐλπίς, ἢ καὶ βεβαιότης, ἵν’ ἀνακαλυφθῶσιν ἐν αὐτῷ ἀρχαιότητες. Καὶ τὴν ἔλλειψιν ταύτην, Κύριοι, συμπληροῖ ἐκ τῶν ἐνόντων τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Δι’ αὐτοῦ ἀποκτᾷ τὸ Κράτος τὸ δικαίωμα, ἵνα προβαίνῃ εἰς δοκιμαστικὰς ἀνασκαφὰς ἐπὶ παντὸς ἰδιωτικοῦ ἐδάφους, ὅπου ὑπάρχει ἐλπὶς ἀνευρέσεως ἀρχαίων, ἀποζημιοῦν τὸν ἰδιοκτήτην διὰ πᾶσαν βλάβην, ἐπερχομένην οὕτως εἰς αὐτὸν, καὶ διὰ τὴν προσωρινὴν στέρησιν τῆς χρήσεως τοῦ κτήματός του. Ὅταν ἐκ τῶν δοκιμαστικῶν ἀνασκαφῶν ἀποδειχθῇ, ὅτι πρόκειται περὶ ἀξίων λόγου ἀρχαιοτήτων, ἀκινήτων ἢ κινητῶν, ἐπιβαλλουσῶν τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν τοῦ ἰδιωτικοῦ κτήματος, τότε προβαίνει εἰς αὐτὴν μετὰ προηγουμένην ἀποζημίωσιν τοῦ ἰδιοκτήτου. Ἐλλείψει τοιούτων διατάξεων, Κύριοι, δὲν ἠδυνήθη τὸ Κράτος νὰ περισώσῃ τὰ κειμήλια, ἅτινα περιέκλειον οἱ τάφοι καὶ ἄλλων μερῶν, μάλιστα δὲ τῆς Τανάγρας καὶ τῆς Κορίνθου, οἵτινες διὰ τῆς τυμβωρυχίας ἔχουσιν ἤδη περισυληθῇ καὶ γείνῃ ἔρμαιον τῆς ἀρχαιοκαπηλίας. Ἀλλ’ ὑπολείπονται πλεῖστοι ὅσοι ἀρχαῖοι τάφοι ἀσύλητοι καὶ ἀλλαχοῦ, ἰδίᾳ δὲ ἐν τῇ πάλαι Ἐρετρίᾳ. Ἀνάγκη ἀπόλυτος ν’ ἀνερευνηθῶσιν αὐτοὶ ὑπὸ τοῦ Κράτους· ἀλλὰ τοῦτο θὰ κατορθωθῇ μόνον διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, δι’ οὗ τὸ Κράτος ἀποκτᾷ τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς δοκιμαστικὰς ἀνασκαφὰς ἐπὶ παντὸς ἰδιοκτήτου ἐδάφους. Ἠρωτήθην, Κύριοι, προηγουμένως παρά τινος τῶν κυρίων Βουλευτῶν, τί θὰ γείνωσιν αἱ μέχρι τοῦδε ἀνακαλυφθεῖσαι ἀρχαιότητες ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νόμου τοῦ 1834. Πάντες οἱ νῦν κάτοχοι ἀρχαιοτήτων ὀφείλουσι, κατὰ τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ἐντὸς τεταγμένης προθεσμίας, νὰ ὑποβάλωσι πίνακα μετ’ ἀκριβοῦς περιγραφῆς αὐτῶν, τὸν ὁποῖον θὰ ἐξελέγξῃ ἡ ἀρχαιολογικὴ ὑπηρεσία. Αὐτοὶ δικαιοῦνται νὰ ἔχωσι τὰς ἀρχαιότητας ὑπὸ τὴν κατοχήν των· προκειμένου ὅμως εἴτε νὰ ἐκποιήσωσιν αὐτὰς, εἴτε νὰ ἐξαγάγωσιν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἐπεμβαίνει τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἔχει δικαίωμα ν’ ἀποζημιώσῃ αὐτοὺς καὶ κρατήσῃ τὰς ἀρχαιότητας δι’ ἑαυτό. Ἐπίσης ἐπιτρέπεται νὰ ἔχῃ τις εἰς τὴν συλλογήν του ἀρχαιότητας καὶ ν’ ἀγοράσῃ ἢ πωλήσῃ τοιαύτας, μόνον ὅταν τὸ Ἀρχαιολογικὸν Συμβούλιον τοῦ Κράτους ἤθελε κρίνει αὐτὰς ἀχρήστους εἰς τὰ Μουσεῖα αὐτοῦ. Διότι ὑπάρχουσιν ἀρχαιότητες, αἵτινες δύνανται νὰ ἔχωσι πολλάκις ἀξίαν δι’ ἰδιώτας καὶ δι’ ἀλλοδαποὺς, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ διὰ τὰ Μουσεῖα ἡμῶν, ὁσάκις ταῦτα βρίθωσιν αὐτῶν. Προκειμένου λοιπὸν περὶ τοιούτων ἀρχαιοτήτων, οἱ ἀρχαιοπῶλαι θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα, λαμβάνοντες ἄδειαν πρὸς τοῦτο καὶ καταβάλλοντες ὡρισμένον φόρον ἐπιτηδεύματος, νὰ πωλῶσιν αὐτὰς, ἀλλὰ μόνον γνησίας. Ἐννοεῖται ὅτι οὕτω δὲν ἀποκλείεται, ἀλλὰ καὶ ἐπιτρέπεται ἡ ἐμπορία τῶν κατ’ ἀπομίμησιν ἀρχαιοτήτων, ἀλλ’ οἱ μετερχόμενοι ταύτην πρέπει ῥητῶς, νὰ δηλῶσι τοῦτο. Ἠθέλησα, Κύριοι, τοιουτοτρόπως ν’ ἀφήσω ἐλευθέραν καὶ νὰ ὑποβοηθήσω τὴν ἀνάπτυξιν βιομηχανίας, ἥτις δυστυχῶς, ἐνεργουμένη μέχρι τοῦδε λάθρα, δὲν δύναται νὰ ἐπιδώσῃ καὶ παρ’ ἡμῖν, ὡς ἀλλαχοῦ, ἰδίᾳ ἐν Ἰταλίᾳ, ὅπου αὐτὴ προαχθεῖσα εἰς μέγαν βαθμὸν τελειότητος ἔχει καταστῆ ἤδη προσοδοφόρος εἰς τὴν χώραν ἐκείνην.
§16Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὡς πρὸς τὰς ἔξωθεν εἰσαγομένας ἀρχαιότητας μένουσιν ἐν ἰσχύϊ αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1834;
§17ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μόνον ὡς πρὸς τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν ἐλευθέραν ἐν αὐτῇ διάθεσίν των, οὐχὶ ὅμως καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐξαγωγὴν ἐκ τῆς χώρας. Ἐγὼ ἐνόμισα ἐπάναγκες νὰ ὑπαχθῇ αὕτη εἰς περιορισμούς τινας, καθ’ οὓς δὲν ἐπιτρέπεται πλέον, ὡς μέχρι τοῦδε, ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς νὰ ἦναι ὁ σταθμὸς, δι’ οὗ ἡ Κρήτη, ἡ Κύπρος καὶ πλεῖσται ὅσαι χῶραι τῆς ἀλυτρώτου Ἑλλάδος ἀπογυμνοῦνται τῶν ἀρχαίων κειμηλίων των, φυγαδευομένων δι’ αὐτῆς εἰς τὴν Ἑσπερίαν. Οὐδὲ θὰ εἰσάγωνται οὕτως ἀπομιμήματα ἀρχαίων, ἐξ Ἰταλίας ἰδίᾳ, ὅπως ἐξάγωνται εἶτα ὡς γνήσιαι Ἑλληνικαὶ ἀρχαιότητες, μὲ τὴν σφραγῖδα τῆς τελωνιακῆς μας ὑπηρεσίας. Πᾶσαι αἱ ἄξιαι λόγου ἀρχαιότητες, εἰσαγόμεναι ἔξωθεν, θὰ δηλῶνται πρὸς τὴν ἀρχαιολογικὴν ὑπηρεσίαν μετ’ ἀκριβοῦς περιγραφῆς των, προκειμένου δὲ νὰ ἐξαχθῶσιν αὖθις, θὰ δύναται νὰ προσκτᾶται αὐτὰς ἡ ἀρχαιολογικὴ ὑπηρεσία διὰ τὰ Μουσεῖα τοῦ Κράτους μετὰ προηγουμένην ἀποζημίωσιν τῆς ἀξίας των. Τοιαῦται, Κύριοι, ἐν κεφαλαίῳ αἱ εἰσαγόμεναι μεταρρυθμίσεις διὰ τοῦ προκειμένου περὶ ἀρχαιοτήτων νομοσχεδίου, ὅπερ καταθέτω νῦν, συνυπογραφὲν καὶ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης συναδέλφου μου. Δι’ αὐτοῦ ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ περιφρουρήσωμεν ἀποτελεσματικῶς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ νὰ διασώσωμεν τὰ ἀρχαῖα κειμήλια, ἅτινα ἔχουσι κληροδοτήσει εἰς ἡμᾶς οἱ πάλαι πρόγονοι. Οὕτω πως μόνον ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ περισταλῇ κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ ἡ ἀρχαιοκαπηλία καὶ ἡ τυμβωρυχία, αἵτινες ἔχουσιν ὑπεράρει ἤδη τὴν κεφαλὴν ἐν Ἑλλάδι πρὸς ἐθνικὸν ἡμῶν ὄνειδος. Ἀλλ’ ὅπως δυνηθῶμεν, Κύριοι, νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ προκείμενον περὶ ἀρχαιοτήτων νομοσχέδιον, πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ τὴν κατάλληλον πρὸς τοῦτο ὑπηρεσίαν. Ἡ παροῦσα ἀρχαιολογικὴ ἡμῶν ὑπηρεσία περικλείει ὁμολογουμένως ἄνδρας ἱκανοὺς, ἀφιερώσαντας τὸν βίον αὐτῶν ὁλόκληρον εἰς τὴν θεραπείαν τῆς ἀρχαιολογίας, ἀλλ’ οἵτινες, μεθ’ ὅλον τὸν ζῆλον, ὃν ἐπέδειξαν μέχρι τοῦδε, μεθ’ ὅλην τὴν ἀφοσίωσίν των, εἶναι σχεδὸν ἐγκαταλελειμμένοι εἰς τὴν τύχην των. Καὶ ὅμως αὐτοὶ ἔχουσι διεξαγάγει ἤδη μεγάλας ἀνασκαφὰς καὶ ἔχουσι προβῆ εἰς δημοσιεύματα ἀρχαιολογικὰ, περιποιοῦντα τιμὴν οὐ τὴν τυχοῦσαν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἐπιστήμην. Ἔχουσιν ἐν ἄλλαις λέξεσιν ἀποκτήσει ἤδη ὄνομα ἐπιφανὲς ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, οὐχὶ τόσον δι’ ἡμᾶς τοὺς ἐν Ἑλλάδι, — διότι παρ’ ἡμῖν δὲν ἀξιοῦνται τῆς προσηκούσης προσοχῆς αὐτοὶ καὶ τὸ ἔργον των, — ἀλλ’ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Εἰς τοὺς ἄνδρας αὐτοὺς ἔχομεν ἐμπιστευθῆ τὴν διαφύλαξιν πλούτου ἀμυθήτου, ἀνερχομένου εἰς πολλὰς δεκάδας ἑκατομμυρίων, καὶ ὅμως τοὺς ἔχομεν καταδικάσει νὰ παραμένωσι καθ’ ὅλον τὸν βίον των, ὡς ἁπλοῖ ὑπουργικοὶ γραμματεῖς πρώτης τάξεως, μὲ μισθὸν 250 δραχμῶν! Ἐνόμισα, Κύριοι, ὅτι ἐπέστη ἤδη ὁ καιρὸς, ἵνα ἡ Πολιτεία ἐπιτελέσῃ ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὴν καθῆκον ἀπέναντι τῶν ἀνδρῶν τούτων, οἵτινες εἶναι ἀληθεῖς μάρτυρες τοῦ καθήκοντος. Διὰ τοῦ περὶ ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας νομοσχεδίου, ὅπερ καταθέτω νῦν εἰς τὴν Βουλὴν, ἱδρύεται Ἀρχαιολογικὸν Συμβούλιον ἐξ ἀνδρῶν εἰδικῶν, διακριθέντων μέχρι τοῦδε ἐν τῇ ἀρχαιολογικῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ καθιεροῦνται βαθμίδες ἱεραρχίας μεταξὺ τῶν νῦν ἐφόρων τῶν ἀρχαιοτήτων, ἀναλόγως τῶν ἐτῶν τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς ἱκανότητος αὐτῶν. Δημιουργοῦμεν οὕτω τέσσαρας ἐφόρους πρώτης τάξεως, οἵτινες θὰ ἔχωσι τὸν βαθμὸν καὶ τὸν μισθὸν τμηματάρχου πρώτης τάξεως καὶ θὰ ὦσι μέλη τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Συμβουλίου, πρὸς δὲ τέσσαρας ἐφόρους δευτέρας τάξεως, μὲ μισθὸν καὶ βαθμὸν τμηματάρχου δευτέρας τάξεως, καὶ τέσσαρας ἐφόρους τρίτης τάξεως μὲ βαθμὸν καὶ μισθὸν ὑπουργικοῦ γραμματέως πρώτης τάξεως. Οἱ τελευταῖοι οὗτοι, εἰσερχόμενοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, θὰ ἔχωσι μηνιαῖον μισθὸν ἐκ δραχμῶν 250 κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, ὅστις θὰ αὐξάνῃ κατὰ πενταετίαν ἀνὰ δρ. 25, μέχρι τριακοσίων δραχμῶν κατὰ μῆνα. Μὴ νομίσητε δὲ, Κύριοι, ὅτι αὐξάνει οὕτω κατὰ πολὺ τὸ προσωπικόν. Ἔχει τὸ Κράτος ὀκτὼ ἐφόρους ἀρχαιοτήτων, ἑτέρους δὲ δύο τοιούτους ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία, διακριθέντας ἤδη διὰ τὰς ἐπιστημονικὰς αὐτῶν συγγραφὰς καὶ τὰς ἀνασκαφὰς, τὰς ὁποίας ἔχουσι διενεργήσει. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται νὰ ἀναλάβῃ ὁλόκληρον τὴν ἀρχαιολογικὴν ὑπηρεσίαν τὸ Κράτος, συμπεριέλαβε καὶ τοὺς ἀρχαιολόγους τούτους, σὺν τῇ προσθήκῃ μόνον δύο νέων ἐφόρων. Πλὴν τῶν ἐφόρων τῶν ἀρχαιοτήτων καθιεροῦται διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καὶ ὁ θεσμὸς ἐπιμελητῶν αὐτῶν, δώδεκα τὸν ἀριθμόν, οἵτινες θὰ τοποθετῶνται εἰς διαφόρους ἐπαρχίας τῆς Ἐπικρατείας. Αὕτη θὰ ὑποδιαιρεθῇ εἰς ἀρχαιολογικὰς περιφερείας, αἵτινες δὲν θὰ ἔχωσι σχέσιν πρὸς τὰς σημερινὰς διοικητικὰς περιφερείας, ἀλλὰ θὰ προσαρμόζωνται εἰς τὴν ἀρχαίαν ἱστορικὴν διαίρεσιν τῆς χώρας. Εἰς τὰς περιφερείας δὲ ταύτας, ἰδίᾳ ἐκεῖ, ὅπου θὰ ἔχωμεν Μουσεῖα, θὰ ἐγκαταστήσωμεν τοὺς περὶ ὧν ὁ λόγος ἐπιμελητὰς, οἵτινες θὰ στρατολογηθῶσιν ἐκ τελειοφοίτων τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἐξ ἑλληνοδιδασκάλων κατ’ ἀκολουθίαν διαγωνισμοῦ. Σὺν τῷ χρόνῳ, κατὰ πρότασιν τῶν ἁρμοδίων ἐφόρων καὶ μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Συμβουλίου, θὰ προάγωνται αὐτοὶ κατὰ τὸν μισθὸν, καὶ θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ προσέρχωνται εἰς διαγωνισμὸν διὰ τὴν θέσιν ἐφόρου τρίτης τάξεως, καθ’ ὃν προτιμῶνται τῶν τὸ πρῶτον προσερχομένων εἰς αὐτὸν, διότι θὰ ἔχωσι τὴν ἀρχαιολογικὴν πεῖραν. Κανονίζονται, Κύριοι, διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου καὶ τὰ τῶν φυλάκων τῶν ἀρχαιοτήτων πολλαπλῶν θέσεων καὶ τῶν νῦν ἐπιστατῶν αὐτῶν. Οἱ φύλακες εἰσέρχονται δυνάμει ὡρισμένων προσόντων καὶ διαγωνισμοῦ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Κατὰ προτίμησιν δὲ διορίζονται φύλακες οἱ τραυματίαι τοῦ τελευταίου πολέμου ἄνευ διαγωνισμοῦ, ἀρκεῖ νὰ γινώσκωσι γραφὴν καὶ ἀνάγνωσιν. Κατὰ δεύτερον λόγον διορίζονται φύλακες οἱ διακριθέντες ἐν τῇ ἀρχαιολογικῇ ὑπηρεσίᾳ ὡς ἐπιστάται, καὶ οὗτοι ἄνευ διαγωνισμοῦ. Διὰ διαγωνισμοῦ δὲ διορίζονται οἱ ἀφυπηρετήσαντες ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ ὑπαξιωματικοὶ μὲ διαγωγὴν ἐξαίρετον. Οἱ φύλακες οὗτοι διορίζονται τὸ πρῶτον ὡς φύλακες δευτέρας τάξεως, καὶ προάγονται κατ’ ἀρχαιότητα ὑπηρεσίας καὶ κατὰ πρότασιν τῶν ἁρμοδίων ἐφόρων, μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Συμβουλίου, εἰς φύλακας πρώτης τάξεως καὶ εἰς ἀρχιφύλακας. Τὸ Ἀρχαιολογικὸν Συμβούλιον καθίσταται ὅσον οἷόν τε αὐτοτελὲς ἀπέναντι τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀπαρτιζόμενον ἐξ εἰδικῶν ἀνδρῶν, ἐγγηρασάντων σχεδὸν ἐν τῇ ἀρχαιολογικῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ οἱ ὁποῖοι εἰσέρχονται οὕτως εἰς μονιμότητα, ἰσοφαρίζουσαν σχεδὸν πρὸς τὴν ἰσοβιότητα. Τὸ Ἀρχαιολογικὸν Συμβούλιον ἀποφαίνεται γνώμην περὶ πάντων, ἔχοντος τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἵνα ὑπάρχῃ πλήρης ἡ εὐθύνη αὐτοῦ καὶ ἀκεραία ἀπέναντι τοῦ Κοινοβουλίου. Ὁ Ὑπουργὸς οὐδὲν δύναται νὰ πράξῃ ἄνευ προηγουμένης γνωμοδοτήσεως ἢ ἀποφάσεως τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἁπλοῦς ἐκτελεστὴς τῶν ἀποφάσεων αὐτοῦ. Προκειμένου περὶ σπουδαίων ζητημάτων, ἐνασκεῖ τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας, ἀλλὰ καὶ τοῦτο οὐχὶ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν. Ἐντὸς τεταγμένης προθεσμίας ὀφείλει αὐτὸς ἢ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Συμβουλίου, ἢ νὰ δημοσιεύσῃ αὐτὴν ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» μετ’ ἰδίας ᾐτιολογημένης ἀποφάσεως περὶ τῆς ἀρνησικυρίας του. Οὕτω πως μόνον διασώζεται ἡ διακριτική του ἐξουσία, μένει δὲ πλήρης καὶ ἀκεραία ἡ εὐθύνη αὐτοῦ ἀπέναντι τοῦ Κοινοβουλίου. Οὕτω πως μόνον δύναται νὰ ἐνασκηθῇ καὶ ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος ἐπὶ τῶν πράξεών του. Οὕτω πως μόνον καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας θὰ συγκεράσωμεν τὴν ἀποκέντρωσιν καὶ συγκέντρωσιν, διασώζοντες τὰ ἀγαθὰ ἑκατέρας τούτων. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ, Κύριοι, μόνη ἡ τοιαύτη ἀναδιοργάνωσις τῆς ἀρχαιολογικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας, ὅπως σώσωμεν ὅ,τι εἶναι ἔτι δυνατὸν νὰ σωθῇ ἐκ τῶν ἀρχαιοτήτων ἡμῶν. Ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων διὰ τὴν ἀγορὰν πολλῶν ἀρχαίων, κινδυνευόντων νὰ ἐξαχθῶσιν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, πρὸς δὲ εἰς ἀμοιβὴν τῶν ἑκάστοτε ὑπὸ ἰδιωτῶν ἀνευρισκομένων τοιούτων. Ἔχομεν ἀνάγκην, ὡς εἴδομεν ἤδη, δοκιμαστικῶν ἀνασκαφῶν ἰδίᾳ ἐκεῖ, ὅπου φόβος ὑπάρχει διὰ λαθραίων ἀνασκαφῶν νὰ περισυληθῶσιν ὑπὸ ἀρχαιοκαπήλων ἀρχαῖα κειμήλια. Ἔχομεν ἀνάγκην στερεώσεως καὶ ἐπισκευῆς πολλῶν ἀρχαίων μνημείων, κινδυνευόντων νὰ καταπέσωσιν ἐκ διαφόρων λόγων, ὡς λ.χ. ὁ Παρθενὼν, τὸ Θησεῖον καὶ ὁ περικαλλὴς ναὸς τοῦ Ἀπόλλωνος ἐν Φιγαλείᾳ. Ἔχομεν ἀνάγκην ἀνεγέρσεως Μουσείων πολλαχοῦ τοῦ Κράτους, ὅπου ὑπάρχουσι σήμερον ἐκτεθειμέναι εἰς τὴν φθορὰν καὶ τὴν διαρπαγὴν διάφοροι ἀρχαιότητες. Ἡ ἔλλειψις τῶν τοιούτων Μουσείων καθιστᾷ μόνον οὐχὶ ἐγκληματικὰς τὰς περαιτέρω ἀνασκαφὰς διὰ τὴν ἀνακάλυψιν καὶ ἀνεύρεσιν ἄλλων ἀρχαιοτήτων. Εἶναι ἔγκλημα μέγα νὰ ἐξάγωμεν ἀντὶ δαπάνης μεγάλης ἀρχαιότητας ἐκ τῶν ἐγκάτων τῆς γῆς, ὅπου ἡ θεία Πρόνοια διέσωσεν αὐτὰς μέχρι τοῦδε, ὅπως ἐγκαταλείπωμεν εἶτα αὐτὰς ἕρμαιον εἰς τὴν καταστροφὴν καὶ λεηλασίαν. Ἀλλὰ εἰς πλήρωσιν, Κύριοι, τῶν πολλαπλῶν τούτων ἀρχαιολογικῶν ἀναγκῶν ἐννοεῖται ὅτι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσωσιν οἱ γλίσχροι πόροι, οἱ νῦν διατιθέμενοι πρὸς τοῦτο ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἀνάγκη, καὶ ἀνάγκη ἀπόλυτος, νὰ ἐξεύρωμεν ἱκανοὺς πρὸς τοῦτο πόρους. Περὶ τούτου προνοεῖ τὸ τρίτον νομοσχέδιον περὶ ταμείου ἀρχαιοτήτων, ὅπερ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω νῦν εἰς τὴν Βουλήν. Κατ’ αὐτὸ, θὰ ἔχῃ τὸ νέον ταμεῖον, τὸ ἱδρυόμενον κατὰ τὸ πρότυπον τοῦ ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν, τοὺς ἑξῆς πόρους: αʹ) τὸ Λαχεῖον τῶν Ἀρχαιοτήτων, ἀνακτώμενον ἐκ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας ὑπὲρ τοῦ Κράτους· βʹ) δικαίωμα εἰσόδου, εἰσπραττόμενον ἐπὶ τῆς Ἀκροπόλεως καὶ ἐν τοῖς Μουσείοις τοῦ Κράτους, ὡς τοῦτο γίνεται καὶ ἐν τοῖς Μουσείοις τῆς Ἑσπερίας.
§18ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§19ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ δικαίωμα τῆς εἰσόδου, Κύριοι, θὰ εἰσπράττηται τὰς καθημερινὰς παρ’ ὅλων τῶν ἄλλων, πλὴν τῶν ἐξ ἐπαγγέλματος ἀρχαιολόγων, τῶν φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, τῶν καθηγητῶν καὶ μαθητῶν τοῦ Πολυτεχνείου καὶ τῶν σχολείων τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, οἵτινες θὰ ἐπισκέπτωνται αὐτὰ ἐλευθέρως, χάριν μελέτης καὶ διδασκαλίας. Τὰς Κυριακὰς θὰ ἦναι ἐλευθέρα ἡ εἴσοδος εἰς πάντας. Εἰς τὸ δικαίωμα αὐτὸ θὰ ὑποβάλλωνται ἰδίᾳ οἱ ξένοι περιηγηταὶ, οἵτινες, ὑφιστάμενοι πολλὰς ἄλλας δαπάνας, δὲν θὰ φέρωσι βαρέως καὶ τὴν μικρὰν ταύτην καὶ ἀναξίαν λόγου δαπάνην, προκειμένου μάλιστα ν’ ἀπαλλαγῶσιν οὕτω τῶν συνήθων φιλοδωρημάτων χάριν φυλάξεως τῶν ῥάβδων, ἀλεξιβροχίων καὶ ἀλεξηλίων αὐτῶν. γʹ) Ἕτερος πόρος θὰ ἦναι ὁ ἐκ προστίμων, ἐπιβαλλομένων διὰ παραβάσεις τοῦ νόμου περὶ ἀρχαιοτήτων, καὶ δʹ) ὁ ἐκ τῆς πωλήσεως ἐκμαγείων τῶν διαφόρων ἀρχαίων, ἅτινα πρέπει νὰ καταστήσωμεν προσιτώτερα οὐ μόνον εἰς τοὺς ἀλλοδαποὺς, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἡμεδαποὺς, ἂν πρόκειται οὕτω καὶ παρ’ ἡμῖν νὰ ἀναπτυχθῇ καὶ προαχθῇ τὸ αἴσθημα τοῦ καλοῦ! Ἐλπίζω, Κύριοι, ὅτι ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους πόρους δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἐνταῦθα ἀντίρρησις. Ἴσως ἐγερθῶσι παρὰ τινων ἐνδοιασμοὶ ὡς πρὸς μόνον τὸ Λαχεῖον τῶν Ἀρχαιοτήτων.
§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι!
§21ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τουλάχιστον ὁσάκις ἄλλοτε προὐτάθη τὸ τοιοῦτον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, προὐκάλεσε πολλὰς τὰς διαμαρτυρίας· διότι πρόκειται οὕτω ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ Λαχεῖον ἐκ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, ἥτις ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ παρελθὸν ὁπωσδήποτε ἔνδοξον. Ὑπῆρξε δηλαδὴ ἐποχή, καθ’ ἣν τὸ Κράτος, στερούμενον ἰδίας ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἰδίου Μουσείου ἀξίου λόγου, εἶχεν ἐγκαταλίπει πᾶσαν σχεδὸν τὴν περὶ ἀρχαιοτήτων φροντίδα εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν. Ἀλλὰ τότε αὕτη ἦτο σωματεῖον ἔχον ἐπιστημονικὸν ἀποκλειστικῶς τὸν χαρακτῆρα. Μέλη καὶ σύμβουλοι αὐτῆς ἦσαν ἄνδρες ὄντως φιλάρχαιοι, ὁλόκληρον τὸν βίον αὐτῶν ἀφιερώσαντες εἰς τὴν θεραπείαν τῆς ἐπιστήμης, οἱ μόνοι δὲ δυνάμενοι ν’ ἀσχοληθῶσι παρ’ ἡμῖν περὶ τὰ ἀρχαιολογικά. Τότε βεβαίως δίκαιον ἦτο νὰ ἐκχωρήσῃ τὸ Κράτος εἰς τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος Ἑταιρείαν τὸ Λαχεῖον τῶν Ἀρχαιοτήτων. Τὸ προϊὸν δὲ τούτου δὲν εἶχε φθάσει ἀκόμη εἰς τὸ ποσόν, εἰς ὃ ἀνέρχεται σήμερον...
§22ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς πόσον ἀνέρχεται αὐτὸ τὴν σήμερον;
§23ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τετρακοσίας πεντήκοντα χιλιάδας δραχμὰς ἀκαθάριστον, καὶ εἰς 250 χιλιάδας καθαρόν... Ἀλλὰ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο δὲν κατεσπατάλα αὐτὴ εἰς ἐνοίκια καὶ μισθοὺς ὑπαλλήλων ὑπερόγκους, εἰς ἀγορὰν οἰκοπέδων βαρυτίμων καὶ εἰς ἀνέγερσιν ἐπ’ αὐτῶν μεγάρων πολυδαπάνων, ὡς νῦν. Τὸ διέθετεν ἀποκλειστικῶς εἰς ἐπιστημονικὰ δημοσιεύματα, εἰς ἀνασκαφὰς, τιμώσας ἔτι καὶ νῦν τὴν Ἑλληνικὴν ἐπιστήμην, εἰς ἀγορὰν ἀρχαιοτήτων καὶ εἰς συντήρησιν ἰδίου Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου. Ἔκτοτε ὅμως, Κύριοι, ἀνεστράφησαν οἱ ὅροι. Ἔκτοτε τὸ Κράτος κατήρτισεν ἰδίαν πολλοῦ λόγου ἀξίαν ἀρχαιολογικὴν ὑπηρεσίαν, εἰς ἣν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ προσφεύγει καὶ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία, προκειμένου νὰ διενεργήσῃ μεγάλας ἀνασκαφάς. Ἔκτοτε ἀπέκτησεν αὐτὸ τὸ ἐπὶ τῆς Ἀκροπόλεως καὶ τὸ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Πατησίων Κεντρικὸν Ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον, πρὸς ὃ συνεχωνεύθη καὶ τὸ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας Μουσεῖον. Ἔκτοτε ἐλάχιστον μέρος τοῦ προϊόντος τοῦ Λαχείου διαθέτει αὕτη εἰς ἐπιστημονικὰ δημοσιεύματα καὶ εἰς ἀνασκαφὰς, τὸ δὲ πλεῖστον αὐτοῦ μέρος καταδαπανᾷ εἰς σκοποὺς, οἷοι οἱ πρότερον ὑπ’ ἐμοῦ ὑποδειχθέντες... Ὑπὸ τοιούτους ὅρους, Κύριοι, θὰ ἦτο ἀληθὴς ἀναχρονισμὸς, ἐὰν ἐξηκολούθει ἔτι καὶ νῦν ἡ τοιαύτη κατάστασις. Ἐπέστη, νομίζω, ἤδη ὁ καιρὸς, καθ’ ὃν τὸ Κράτος ὀφείλει ν’ ἀνακτήσῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ Λαχεῖον τῶν Ἀρχαιοτήτων. Ἀφοῦ αὐτὸ, ἔχον ἤδη ἰδίαν ἀρχαιολογικὴν ὑπηρεσίαν πολλοῦ λόγου ἀξίαν, ὀφείλει νὰ μεριμνήσῃ περὶ πάντων, καὶ περὶ διατηρήσεως τῶν ἀρχαίων ἀκινήτων μνημείων καὶ περὶ ἱδρύσεως καὶ συντηρήσεως Μουσείων καὶ περὶ ἀπαλλοτριώσεως ἰδιωτικῶν κτημάτων καὶ περὶ ἀνασκαφῶν καὶ περὶ ἀγορᾶς ἀρχαιοτήτων, δίκαιον, δικαιότατον εἶναι νὰ μὴ μείνῃ αὐτὸ μὲ τοὺς γλίσχρους πόρους, οὓς ἐξ ἰδίων νῦν διαθέτει ὑπὲρ τῶν τοιούτων σκοπῶν. Ἀνάγκη πᾶσα ν’ ἀνακτήσῃ αὐτὸ τὸ Λαχεῖον τῶν Ἀρχαιοτήτων, καὶ νὰ προαγάγῃ τοῦτο, εἰ δυνατόν, μέχρις ἐτησίου εἰσοδήματος ἐξ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν.
§24Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ διενεργῇ αὐτὸ μόνον του τὴν διάθεσιν καὶ ἐκκύβευσιν τοῦ Λαχείου;
§25ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὴν ἐργασίαν ταύτην δύνανται νὰ ἀναθέσῃ εἰς Τράπεζάν τινα ἐπὶ ποσοστῷ, ἢ εἰς ἄλλο σωματεῖον, διότι καὶ τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων προσφέρεται ν’ ἀναλάβῃ αὐτὴν ὑπὸ ὅρους συμφέροντας εἰς τὸ Κράτος. Τὸ προϊὸν τοῦ Λαχείου δύναται νὰ κατατίθηται ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ εἰς αὐτὴν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἧς ἡ διοίκησις ἐδήλωσεν ἤδη πρὸς ἐμὲ, ὅτι ἀναλαμβάνει νὰ καταβάλλῃ ἐπὶ τούτῳ ἐτησίως τόκον 4%. Τὸ Κράτος, Κύριοι, ἀνακτῶν τὸ Λαχεῖον τῶν Ἀρχαιοτήτων ὑπὲρ ἑαυτοῦ, θ’ ἀπαλλαγῇ πάσης δαπάνης ἐξ ἰδίων ὑπὲρ ἀρχαιολογικῶν σκοπῶν. Θὰ ἐπαρκέσῃ δὲ πληρέστατα εἰς ὅλας τὰς ὑποδειχθείσας ἤδη ἀρχαιολογικὰς ἀνάγκας, θὰ δυνηθῇ δὲ νὰ διαθέσῃ ἱκανὰ ποσὰ καὶ ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας καὶ ὑπὲρ ἄλλων παραπλησίων ἱδρυμάτων. Ὑπὲρ ἐκείνης θὰ διαθέτῃ ἐτησίως 60,000 δραχμάς, ἀλλὰ μόνον δι’ ἐπιστημονικὰ ἀρχαιολογικὰ δημοσιεύματα καὶ δι’ ἀνασκαφάς, ὅσον αὐτὴ καὶ νῦν σχεδὸν δαπανᾷ ὑπὲρ τοιούτων σκοπῶν. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία, ἔχουσα καὶ τὸ εἰσόδημα ἐξ 90 μετοχῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τὰς ἐτησίας συνδρομὰς τῶν μελῶν της, θὰ ἔχῃ οὕτως ἱκανὰ πάντοτε ποσὰ εἰς τὴν διάθεσίν της, περιοριζομένη πάντοτε εἰς τὸν καθαρῶς ἐπιστημονικὸν προορισμόν της. Ἐκ τοῦ Λαχείου θὰ διαθέτῃ τὸ Κράτος ἐτησίως μέχρι 10,000 δραχ. εἰς πλουτισμὸν τοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου, μέχρις ἑτέρων δρ. 10,000 θὰ διαθέτῃ ἐτησίως ὑπὲρ τῆς Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, καὶ τέλος 10,000 δρ. ὑπὲρ τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας. Ὁμιλῶν, Κύριοι, πρὸς Ἕλληνας Βουλευτάς, περιττὸν θεωρῶ νὰ ἐξάρω ἐνταῦθα τὴν ἀποστολὴν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἱδρυμάτων, πρὸς δὲ νὰ δικαιολογήσω τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς προικοδοτήσεως αὐτῶν διὰ τῶν μνημονευθέντων ποσῶν ἐκ τοῦ Λαχείου τῶν Ἀρχαιοτήτων. Τελευταῖον, Κύριοι, νομοσχέδιον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω νῦν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ περὶ ἱδρύσεως Πρακτικῆς Ἀρχαιολογικῆς Σχολῆς ἐν Ἀθήναις. Ἡ ἀνάγκη τῆς τοιαύτης Σχολῆς ἔχει καταστῆ ἀπὸ πολλοῦ ἤδη ἐπαισθητὴ παρ’ ἡμῖν. Ἔχομεν τὰ κάλλιστα τῶν μνημείων καὶ Μουσείων τῆς ὑφηλίου, χάριν τῆς μελέτης τῶν ὁποίων τοσοῦτοι ξένοι κατ’ ἔτος προσέρχονται ἐνταῦθα ἐκ τῆς Ἑσπερίας καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς Ἀμερικῆς. Εἶναι ἀσύγγνωστον ὅλως, ἵνα μή τι ἄλλο εἴπω, μόνοι ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες, οἱ ἀξιοῦντες νὰ λεγώμεθα ἀπόγονοι ἐκείνων, οἵτινες ὑπῆρξαν οἱ δημιουργοὶ τῶν αἰωνίων τούτων μνημείων τῆς τέχνης, νὰ μένωμεν ἀναίσθητοι πρὸ αὐτῶν, καὶ νὰ μὴ τὰ μελετῶμεν, ὡς δεῖ. Τὴν ἔλλειψιν ταύτην κέκληται ν’ ἀναπληρώσῃ ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος Σχολή. Κατ’ αὐτὴν θὰ διδάσκωσι διάφοροι ἔφοροι τῶν ἀρχαιοτήτων ἐπὶ τῆς Ἀκροπόλεως, ἐν τοῖς διαφόροις μνημείοις καὶ Μουσείοις τὴν ἱστορίαν τῆς Τέχνης. Τῆς διδασκαλίας αὐτῶν θὰ ἀκροῶνται οἱ φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, οἱ μαθηταὶ τῶν ἀνωτέρω τάξεων τῶν Γυμνασίων καὶ τῆς Ῥιζαρείου Σχολῆς, τῶν Διδασκαλείων τῶν ἀρρένων καὶ θηλέων, πρὸς δὲ οἱ μέλλοντες διδάσκαλοι καὶ καθηγηταὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ πᾶς φιλάρχαιος ἰδιώτης. Διὰ τῆς τοιαύτης, Κύριοι, διδασκαλίας, ὡς καὶ διὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ καὶ τῆς διαδόσεως τῶν ἐκμαγείων τῶν ἀρχαίων, ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ καλλιεργηθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν τὸ αἴσθημα τοῦ καλοῦ καὶ νὰ ἐγερθῇ ζωηρὸν τὸ ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῶν ἀρχαίων μνημείων, οὕτω δὲ νὰ καταστῶσι ταῦτα ὄντως κτῆμα ἐθνικὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως δὲ τῶν σήμερον ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίων οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι νέα ἀρχαιολογικὴ ζωὴ καὶ κίνησις θὰ γεννηθῇ ἐν ἡμῖν, ἥτις μέλλει ν’ ἀναδείξῃ τὴν Ἑλλάδα ἀληθὲς Μουσεῖον τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, εἰς ὃ ἐκ περάτων τῆς γῆς θὰ προσέρχωνται οἱ ξένοι, ὅπως θαυμάσωσι τὰ ἀπαράμιλλα μνημεῖα τῆς τῶν προγόνων ἡμῶν τέχνης. Ἀλλ’ οὕτω πως αἱ ἀρχαιότητες ἡμῶν θ’ ἀποδειχθῶσι καὶ πηγὴ πλούτου διὰ τὴν χώραν ἡμῶν, διότι πάντες οἱ ξένοι θὰ εἰσκομίζωσιν εἰς αὐτὴν χρυσόν. Προκειμένου, Κύριοι, περὶ τοιούτων νομοσχεδίων, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν θὰ διστάσῃ νὰ μελετήσῃ, νὰ ἐπεξεργασθῇ καὶ νὰ ἐπιψηφίσῃ αὐτά. (Εὖγε! εὖγε!).
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 279–282).
§27Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν κωλυσιεργῶ. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι, βλέπων Ὑπουργὸν ὑποβάλλοντα τοιαῦτα νομοσχέδια, ἔχω καθῆκον νὰ τῷ ἐκφράσω τὰ συγχαρητήριά μου. Ἡμεῖς, ὅσοι ἐν Εὐρώπῃ, ἰδίᾳ ἐν Γερμανίᾳ, ἐσπουδάσαμεν, εἴδομεν, ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχει ἀληθὴς θρησκεία πρὸς τὴν Πατρίδα ἡμῶν. Αἱ ἀρχαιότητες, λέγουσιν, εἶναι τὰ ἱερὰ λείψανα τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος. Καὶ ὅταν οὕτως ἐκφράζωνται οἱ ξένοι, ἡμεῖς, αἰσθανόμενοι ὅτι εἴμεθα οἱ γνήσιοι ἀπόγονοι ἐκείνων, οὓς καλοῦσιν ἀριστοκράτας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, δὲν ὀφείλομεν δεόντως νὰ ἐκτιμήσωμεν τὴν ἐργασίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Ἐγὼ κηρύσσομαι ἐκ τῶν προτέρων ὑπὲρ αὐτῆς. Ἀλλ’ ἔχω καθῆκον πρὸς τούτοις νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ παρατηρήσεως κρίσεις τινὰς, ἃς ἐδῶ που ἤκουσα πρὸ ὀλίγου ψιθυριζομένας παρ’ ἀξιοτίμων συναδέλφων, περὶ τῶν ἐν Ἑλλάδι ἀρχαιολόγων. Εὐτυχῶς αἱ ἀρχαιολογικαὶ μελέται καὶ ἐργασίαι, αἱ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη γενόμεναι παρ’ ἡμῖν, εἶναι ἀπόδειξις ἀρκοῦσα περὶ τῆς ἀξίας ἐκείνων. Τὸν δὲ κ. Ὑπουργὸν ἤθελον παρακαλέσει νὰ φροντίσῃ ἐπίσης, ὅπως καθορισθῶσιν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ πλείονες ἀρχαιολογικαὶ ἕδραι. Μὴ ἔχοντες Βροὺνς, ἢ ἄλλους ἐξόχους ἀρχαιολόγους, ὡς ἐν Γερμανίᾳ, ὀφείλομεν τὰ ἐν πολλοῖς ἀρχαιολόγοις, διαπρέπουσι παρ’ ἡμῖν, προτερήματα νὰ συνενώσωμεν εἰς κοινὴν ἐπιστημονικὴν διδασκαλίαν καὶ ἐργασίαν. Ἐπιβάλλεται ἡμῖν καθῆκον, ἵν’ ἀσχοληθῶμεν μετὰ ζήλου περὶ τὴν Ἀρχαιολογίαν, διότι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν, οὔτε δυνάμεθα νὰ ἐπιδείξωμεν, τό γε νῦν ἔχον, ἐργασίαν ῥηξικέλευθον ἐπὶ ἄλλων κλάδων τῆς ἐπιστήμης. Ἀλλὰ, ὡς τοῖς εἰδήμοσιν εὐνόητον, ἐν τῇ Ἀρχαιολογίᾳ δυνάμεθα νὰ διαπρέψωμεν. Ταῦτα εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῇ εἰσηγήσει καὶ ὑποβολῇ εἰς τὴν Βουλὴν τῶν ἀρχαιολογικῶν νομοσχεδίων.
§28ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὡς πρὸς τὴν ἕδραν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, λαμβάνεται πρόνοια. Σχετικῶς πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Καπετανάκης, νομίζω καθῆκον νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἰδική μου ἀντίληψις δὲν ὑπῆρξε ποτὲ, ὅτι οἱ Γερμανοὶ τρέφουν ἐνθουσιασμὸν μόνον ὑπὲρ τῶν ἀρχαιοτήτων ἡμῶν. Οἱ Γερμανοὶ τρέφουν ἐνθουσιασμὸν πρὸς τὴν ἀρχαίαν Ἑλλάδα καθόλου καὶ πρὸς πᾶν ὅ,τι συνδέεται πρὸς αὐτήν.
§29Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Δὲν ξενολατρῶ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τοὺς Γερμανοὺς, πρὸς πάντας τοὺς ἄνδρας καὶ σοφοὺς ἐκείνους, οἵτινες ἐδίδαξαν καὶ διδάσκουσιν ἡμᾶς, τίνες ἤμεθα, καὶ οὕτω τί ὀφείλομεν νὰ ὦμεν. Μόνον ἐκ τῆς ἐπιστημονικῆς ἐργασίας τῶν Γερμανῶν, τῶν Γάλλων, τῶν Ἄγγλων, τόσων ἐξόχων ξένων συγγραφέων, κυρίως ἐμάθομεν τίνες ἤμεθα, διότι ἡμεῖς διατελοῦντες ἐν δουλείᾳ καὶ ἀμαθείᾳ ἐπὶ τόσους αἰῶνας, ἠγνοοῦμεν τὴν ἱστορίαν ἡμῶν καὶ ἀπεβάλλομεν τὴν ἀκριβῆ ἡμῶν αὐτῶν ἐπίγνωσιν. Ἤμεθα γνήσιοι μὲν, ἀμαθεῖς ὅμως υἱοὶ μεγάλων πατέρων. Ἀλλὰ τοὺς τίτλους ἡμῶν ἔδωκεν ἡμῖν ἡ ἐπιστήμη, ἣν διδάσκουσιν ἡμᾶς κυρίως οἱ ξένοι σοφοί, μαθηταὶ πάλιν αὐτοὶ οὗτοι, ὡς ὁμολογοῦσι, τῶν ἀρχαίων γενόμενοι. Ὅτε τὸ πρῶτον, ὡς ἐνθυμοῦμαι, εἰσῆλθον εἰς τὸ Πανεπιστήμιον τῆς Ἁϊδελβέργης, ἔτυχεν ἐν τῇ αἰθούσῃ τῶν παραδόσεων ν’ ἀκούσω τοῦ κυδαλίμου τῶν πολιτειολόγων Βλούντσλη λέγοντος: «Wir Germanen halten die alten Griechen für unsere Vorahnen». Δηλαδή: «Ἡμεῖς οἱ Γερμανοὶ θεωροῦμεν τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνας ὡς προγόνους ἡμῶν». Ὅταν λοιπὸν πρὸς τὴν Ἑλλάδα ἡμεῖς τοιαύτην ἀκριβῶς ἀφοσίωσιν, τοιοῦτον ἐνθουσιασμὸν παρὰ τῶν ξένων διδασκώμεθα, ἐκ καθήκοντος τότε σεβόμεθα καὶ τοὺς Γερμανοὺς ἐκείνους καὶ πάντας τοὺς σοφοὺς ξένους. Δὲν ξενολατροῦμεν, ἀλλὰ τιμῶμεν τοὺς τιμῶντας τὴν ἱερὰν Ἑλλάδα, τὴν πατρίδα ἡμῶν. Καὶ διὰ τοῦτο ἔνθους ἐκφράζω ἀκριβῶς καὶ πρὸς τοὺς ἀειμνήστους νεκροὺς καὶ πρὸς τοὺς πολυτιμήτους ζῶντας ξένους σοφοὺς τὴν ἐθνικὴν εὐγνωμοσύνην. Καὶ εἶμαι ἀληθῶς εὐτυχής, ὅτι ἐκδηλοῦται δι’ ἐμοῦ αὕτη νῦν τὸ πρῶτον ἐν Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ.
§30Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει αὐτοὶ πρέπει νὰ ᾖναι εὐγνώμονες πρὸς ἡμᾶς, διότι παρὰ τῶν ἡμετέρων προγόνων ἐδιδάχθησαν.
§31ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Τοῦτο ὁμολογοῦσιν εὐγνώμονες αὐτοὶ οὗτοι, λέγοντες τὴν Ἑλλάδα πνευματικὴν πατρίδα καὶ ὅτι εἶναι τῆς ἐπιστήμης ἡ alma mater, ἡ πότνια μήτηρ! Καὶ οὕτω διδάσκουσιν ἡμᾶς καὶ τὴν πρὸς τοὺς διδάσκοντας εὐγνωμοσύνην.
§32Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§33ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Νὰ τυπωθῶσι, νὰ διανεμηθῶσι καὶ μετὰ 24 ὥρας ν’ ἀναγραφῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Τώρα σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν, ἐννοῶ νὰ ἐπιμείνω, ἵνα ἐπιψηφισθῶσι.
§34ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§35ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπίσης θεωρῶ καὶ τὰ σήμερον ὑποβληθέντα σπουδαιότατα, ὡς ἐπίσης θεωρῶ σπουδαιότατον καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβάλω κατ’ αὐτάς, τὸ περὶ γυμναστικῆς. Πεποιθὼς δέ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐξ ἴσου ἀναγνωρίζει τὴν σπουδαιότητα τῶν νομοσχεδίων τούτων, ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι θέλει συντελέσει, ὥστε νὰ ἐπιψηφισθῶσι ταῦτα.
§36Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 15,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1898, «δι’ ἔξοδα διατροφῆς ὑποδίκων καὶ καταδίκων».
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 283).
§38Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Δωρίδος κ. Ἀναγνωστόπουλος εἶχε ζητήσει πληροφορίας «πόσαι ἐκκρεμεῖς δικογραφίαι ὑπάρχουσι κατὰ τοῦ ἡγουμένου τῆς Μονῆς Βαρνακώβης». Καταθέτω τὰς πληροφορίας ταύτας.
§39Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπέβαλον, κύριε Πρόεδρε, πρότασιν νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ μέρος τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ Κανονισμοῦ, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ δύναται νὰ κηρύξῃ νομοσχέδιά τινα ἐπείγοντα, καὶ νὰ ἐπιτύχωμεν οὕτω τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα.
§40ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ συζητηθῇ δηλαδὴ ἀπόψε.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ νὰ τυπωθῇ πρῶτον. Πῶς θὰ συζητηθῇ, πρὶν ἢ λάβῃ γνῶσιν αὐτοῦ ἡ Βουλὴ, ἀφοῦ μάλιστα εἶναι νομοσχέδιον μακρόν;
§42ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ὁμοφώνως θέλῃ, δύναται νὰ γείνῃ τοῦτο. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, βεβαίως δὲν δύναται νὰ γείνῃ.
§43ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Πρέπει ὅμως νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἶναι τέσσαρα τὰ νομοσχέδια ταῦτα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μελετηθῶσι πάντα καὶ νὰ ψηφισθῶσι πάντα ὁμοῦ, διότι πάντα ταῦτα ἀποτελοῦσιν ἕν τι ὅλον.
§44ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προταχθῶσιν ὅλα.
§45ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν της ἡ Βουλή, ἀφοῦ ἐκτυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι καὶ εἶτα νὰ τὰ συζητήσῃ καὶ ἐπιψηφίσῃ. Σᾶς βεβαιῶ ὅμως, ὅτι καὶ ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοί μου ἐννοοῦμεν, αὐτὰ τὰ νομοσχέδια νὰ συζητηθῶσι καὶ ψηφισθῶσι. Μολονότι ἐγένετο ἡ δέουσα προεπεξεργασία αὐτῶν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, διότι συνέστησα ἐπανειλημμένως ἐπιτροπὴν καὶ ἐκ νομομαθῶν καὶ ἐξ ἀρχαιολόγων καὶ ἐγένετο ἐνδελεχὴς καὶ ἐξηκριβωμένη ἐπεξεργασία αὐτῶν, οὐχ ἧττον πρέπει νὰ συζητηθῶσιν αὐτὰ εὐρέως καὶ ἐν τῇ Βουλῇ. Δηλῶ δέ, ὅτι εἴμεθα πρόθυμοι ν’ ἀποδεχθῶμεν πᾶσαν ἀναγκαίαν μεταρρύθμισιν αὐτῶν, ἐὰν ἐκ τῆς συζητήσεως προκύψῃ τοῦτο. Ἀλλὰ προηγουμένως πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ μελετήσῃ τὰ νομοσχέδια. Τοῦτο δὲ θὰ γείνῃ, ἂν τυπωθῶσιν αὐτὰ καὶ διανεμηθῶσι καὶ κατόπιν ἀναγραφῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§46ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι ὅτι δὲν ἐνοήθην. Δὲν νομίζετε ὅτι ὑπάρχει ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον ὑπέδειξα;
§47Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεὶς κίνδυνος.
§48ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος κίνδυνος, δὲν ἐπιμένω.
§49ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἡ πρότασις τοῦ ἐξ Αἰγιαλείας ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ εἶναι παρὰ τὸν Κανονισμόν· διότι ὁ Κανονισμὸς ῥητῶς κελεύει, ὅτι προτάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι προτάσεις νόμων, εἶναι δυνατὸν νὰ προταχθῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀλλ’ αἱ προτάσεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι εἶναι προτάσεις νόμων, πρέπει νὰ τυπωθῶσι, νὰ διανεμηθῶσι καὶ μετὰ 24 ὥρας ἀπὸ τῆς διανομῆς αὐτῶν νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ συζητηθῶσιν. Ἐπειδὴ λοιπὸν τὰ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὑποβληθέντα εἶναι προτάσεις νόμων, κατὰ τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἀνέγνωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας, ἤτοι τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ, ἐδάφιον βʹ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγραφῶσι τώρα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ νὰ συζητηθῶσι.
§50Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Παναγιωτοπούλου δὲν ὑποστηρίζεται, δὲν θὰ τὴν θέσω εἰς ψηφοφορίαν.
§52ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν δύναμαι νὰ ἐπιμένω.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§54Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἐξ Αἰγιαλείας κ. Βουλευτὴς ὑπέβαλε πρὸ μικροῦ ἀναφοράν, καὶ ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ, θριαμβευτικῶς τρόπον τινά, ὅτι ἡ ἀναφορὰ αὕτη προέρχεται ἐκ Πατρῶν καὶ φέρει τὰς ὑπογραφὰς πλείστων ἐμπόρων, κηρυσσομένων κατὰ τῆς παρακρατήσεως...
§55ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι πλείστων ἐμπόρων.
§56ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. .. Καὶ ἐπειδὴ θὰ ἐφάνη ἴσως παράδοξον εἰς πολλοὺς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅτι ἠγέρθησαν ἐν Πάτραις διαμαρτυρίαι κατὰ τῆς παρακρατήσεως, σπεύδω νὰ δώσω τὰς προσηκούσας ἐξηγήσεις περὶ τῆς ἀσθενοῦς ταύτης παραφωνίας, ἵνα μὴ μείνῃ ὁ ἐλάχιστος ἐνδοιασμός, ὅτι αἱ Πάτραι ἦσαν, εἶναι καὶ θὰ ἦναι ὑπὲρ τῆς παρακρατήσεως. (Θέλετε νὰ μάθητε πόσας ὑπογραφὰς φέρει ἡ ἀναφορὰ αὕτη; Ἀκούσατε. Φέρει ἐν ὅλῳ δέκα ὑπογραφάς, ἐκ τῶν δέκα δὲ τούτων αἱ πέντε ἀνήκουσιν εἰς ἐμπόρους, αἱ τέσσαρες εἰς ὑπαλλήλους αὐτῶν, καὶ ἡ τελευταία εἰς ἕνα μεσίτην, τὸν γνωστὸν καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὰ ἀντιπαρακρατητικά του φρονήματα, τὸν κ. Ἀργύριον Μιχαλακόπουλον.
§57ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τίνες εἶναι οἱ ἔμποροι;
§58ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σχίζας, Κρεμμύδας, Πάσκουας, Ἀρσένης καὶ εἷς ἢ δύο ἄλλοι, οὓς δὲν ἐνθυμοῦμαι ταύτῃ τῇ στιγμῇ.
§59ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Καὶ φρονεῖτε ὅτι εἶναι ἀνάξιοι προσοχῆς οὗτοι;
§60ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κάθε ἄλλο. Τοὺς νομίζω ἀξίους μεγίστης προσοχῆς, διότι εἶναι ἐξαγωγεῖς μεγάλων ποσῶν σταφιδοκάρπου, καὶ ἀποβαίνουσιν ἕνεκα τούτου ὠφέλιμοι εἰς τὸν τόπον, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἀντέχουν εἰς τὸν πειρασμὸν τοῦ νὰ ὑπεραμύνωνται τῶν ἰδίων των ἐμπορικῶν συμφερόντων, ἅτινα εὑρίσκονται ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰ γενικώτερα τῆς σταφιδοπαραγωγῆς συμφέροντα. Ἔπειτα δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι καὶ ὁ πειρασμὸς τῆς προπωλήσεως ἰσχυρῶς ἐπιδρᾷ ἐπὶ τοῦ πνεύματος μερικῶν ἐμπόρων. Ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξις, καθ’ ἣν θὰ συνέρχηται κατ’ ἔτος ἐπιτροπὴ κατ’ Αὔγουστον, ἵνα γνωμοδοτῇ, ἐὰν συμφέρῃ εἰς τὴν σταφιδοπαραγωγὴν νὰ αὐξηθῇ τὸ ποσοστὸν τῆς παρακρατήσεως ὑπεράνω τῶν 10% μέχρις 20%. Ἡ διάταξις αὕτη πλήττει εἰς τὰ καίρια τὰς προπωλήσεις, ἢ μᾶλλον τὰς ἐξαφανίζει ἐντελῶς, οὕτω δὲ θ’ ἀπαλλαγῶμεν μιᾶς σπουδαίας ἀφορμῆς, ἐξ ἐκείνων, αἵτινες συμβάλλουν εἰς τὸν ἐξευτελισμὸν τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος. Εἶναι λοιπὸν καὶ τοῦτο εἷς λόγος νὰ ἐξανίστανται ἔμποροί τινες, εἰς τὰ δάκτυλα τῆς μιᾶς χειρὸς μετρούμενοι, κατὰ τῆς παρακρατήσεως. Μήπως ἐν Καλάμαις δὲν παρατηρεῖται τὸ αὐτὸ φαινόμενον εἰς εὐρυτέρας διαστάσεις; Ἐκεῖ δὲν κόπτονται ὑπὲρ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ τοπικοῦ σταφιδεμπορίου, εἶναι δὲ καὶ πολὺ εἰλικρινεῖς, καὶ τὸ λέγουν φανερὰ καὶ ἀπροκαλύπτως. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν ὑπόμνημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Καλαμῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐν ζηλευτῇ εἰλικρινείᾳ καθορίζονται τὰ ἀληθῆ ἐλατήρια, ἅτινα δίδουν ὤθησιν εἰς τὴν ἐκεῖ ἀντιπαρακρατητικὴν κίνησιν. Ἀφοῦ διὰ μακρῶν ἀναπτύσσονται διὰ τοῦ ὑπομνήματος οἱ λόγοι, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὰ προσχήματα, ἐκτίθεται εἰς τὸ τέλος ἡ κυρία καὶ ἀληθὴς ἀφορμὴ τῶν κατὰ τῆς παρακρατήσεως παραπόνων διὰ τῶν ἑξῆς φράσεων: «Πρὸ τῆς παρακρατήσεως εἴχομεν ἐν Μεσσηνίᾳ, καὶ ἰδίως ἐν Καλάμαις, σταφιδεμπόριον ἀκμαῖον, ἐξαγωγὴν 40 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων λιτρῶν. Σήμερον, ὑφισταμένης πρὸ τετραετίας τῆς παρακρατήσεως, τί βλέπομεν ἐν τῷ τόπῳ μας; Σταφιδεμπόριον ἐκμηδενισθὲν καὶ περιστρεφόμενον μόνον εἰς τὰ δελτία παρακρατήσεως.» Αὐτὰ λέγει ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Καλαμῶν, καὶ αὐτὰ ἀποδεικνύουν, ὅτι αἱ ἀσθενεῖς κατὰ τῆς παρακρατήσεως διαμαρτυρίαι δύο μόνον ἔχουν πηγὰς, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον. Διαμαρτύρονται μερικοὶ ἔμποροι χάριν ἰδίων ἐμπορικῶν συμφερόντων, καὶ δύο ἐπαρχίαι χάριν στενῶν καὶ λίαν περιωρισμένων τοπικῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα, ἄλλως, οὐδαμῶς παραβλάπτονται ὑπὸ τῆς παρακρατήσεως. Ὥστε μὴ σᾶς φανῇ παράδοξον, ὅτι εὑρέθησαν καὶ 5 ἔμποροι ἐκ Πατρῶν νὰ κηρυχθῶσι κατὰ τῆς παρακρατήσεως.
§61ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι οἱ ἄλλοι ἔμποροι εἶναι ὑπὲρ τῆς παρακρατήσεως;
§62ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως· καὶ ὄχι μόνον οἱ ἔμποροι, ἀλλὰ καὶ οἱ βιομήχανοι καὶ οἱ κτηματίαι καὶ οἱ ἐπιστήμονες καὶ οἱ ἐργάται.
§63Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§64Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος ἐθεώρησε παράδοξον, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄνθρωποι κατὰ τῆς παρακρατήσεως ἐν Πάτραις. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι εἰς ἐμὲ δὲν φαίνεται παράδοξον, διότι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, μικρὸν πρὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἤμην ἐν Πάτραις· ἐπῆγα εἰς Αἴγιον διὰ νὰ μάθω τὸ φρόνημα τῶν συμπολιτῶν μου, καὶ ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ὑπάγω καὶ εἰς Πάτρας. Ἀντελήφθην δὲ, ὅτι βεβαίως ἡ μεγάλη πλειονότης τῶν ἐμπόρων εἶναι ὑπὲρ τῆς παρακρατήσεως, ἀλλ’ οὐχ ἧττον πολλοὶ ἔμποροι, καὶ ἐκ τῶν ἐπισήμων μάλιστα ἐμπόρων, καὶ ἄλλοι ἄνδρες ἀνεπτυγμένοι, δὲν ἔχουν τὸ αὐτὸ φρόνημα, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι δὲν θεωροῦσι φρόνιμον νὰ τὸ κηρύττωσι δημοσίᾳ, διὰ τὸν φόβον τῶν παρακρατητικῶν.
§65Α. ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μοὶ ἀπεστάλη ἐξ Ἀγρινίου τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τῇ εἰδήσει ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει εἰς ἐπιψήφισιν νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, δι’ οὗ τὸ Ἀγρίνιον δὲν ὁρίζεται ἕδρα διοικήσεως, ἐνῷ, ἐὰν ἐσταθμίζοντο καλῶς ἐξαιρετικὴ γεωγραφικὴ τοποθεσία, ἐμπορικὴ κίνησις, γεωργικὴ ζωτικότης, εὐχερὴς συγκοινωνία μετὰ λοιπῶν ἐπαρχιῶν νομοῦ, φιλόνομον καὶ φιλόξενον κατοίκων αὐτόματος καὶ ἐπίζηλος πρόοδος πολιτισμοῦ καὶ ἀναπτύξεως κατοίκων πόλεως Ἀγρινίου, ὧν ἕνεκα πρώτη αὕτη ἐνεκαινίασε πανελλήνιον ἔκθεσιν γυναικείων ἐργοχείρων, ἐπεβάλλετο νὰ προτιμηθῇ πάσης ἄλλης πόλεως νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας ὡς ἕδρα διοικήσεως, λαὸς πόλεως Ἀγρινίου, συνελθὼν ἐκ νέου εἰς πάνδημον συλλαλητήριον, ψηφίζει: Διαμαρτύρεται ἐντόνως κατὰ πάσης διοικητικῆς μεταρρυθμίσεως, ἀποκλειούσης Ἀγρίνιον ἐκ διοικητικῆς ἕδρας. Ἱκετεύει Αὐτοῦ Μεγαλειότητα Βασιλέα Ἑλλήνων, ἵνα ποιήσηται χρῆσιν Ὑψηλῆς Αὐτοῦ παρεμβάσεως καὶ ἀποσοβήσῃ τελεσθησόμενον μέγα καὶ ἀνεπανόρθωτον ἀδίκημα εἰς πόλιν Ἀγρινίου. Τὰς αὐτὰς παραστάσεις ὑποβάλλει πρὸς Κυβέρνησιν, ἐξορκίζων αὐτὴν νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως δευτέρα ἕδρα διοικήσεως νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας ὁρισθῇ πόλις Ἀγρινίου, προοιωνιζομένη διὰ τοιαύτης ἐθνικῆς ἐνισχύσεως εὐρύτατον μέλλον. Παρακαλεῖ ὡσαύτως Βουλὴν Ἑλλήνων, ὅπως, πρὶν ἀποφανθῇ καὶ ψηφίσῃ ὁριστικῶς, σταθμίσῃ προκύψοντα ἀποτελέσματα ἐκ τοιούτου ἀδικήματος ἐπὶ ζημίᾳ ἀνυπολογίστῳ οὐ μόνον Τριχωνίας καὶ ἄλλων ἐπαρχιῶν νομοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐθνικοῦ πλούτου. Ἐντέλλεται τοῖς Βουλευταῖς Τριχωνίας νὰ ἐργασθῶσιν ἀντὶ πάσης θυσίας, καθυποτάσσοντες πάντα ἕτερον λόγον καὶ συμμορφούμενοι μὲ γενικὸν φρόνημα ἐπαρχίας των, ὅπως μὴ ὑποστῇ πόλις Ἀγρινίου μελετώμενον καίριον ἀδίκημα, ἀνακόπτον πρόοδον αὐτοῦ, ὀφειλομένην μέχρι τοῦδε εἰς ἰδίας του ἀποκλειστικῶς δυνάμεις. Ἐκφράζων ἄπειρον εὐγνωμοσύνην πρὸς ἐπιφανῆ βουλευτὴν Πάλλης κ. Α. Τυπάλδον Μπασιᾶν διὰ δικαίας ὑπὲρ Ἀγρινίου συνηγορίας του, παρακαλεῖ αὐτὸν, ὅπως συνεχίσῃ ταύτας μετὰ ἰδίου ζήλου καὶ ἐν Κοινοβουλίῳ. Ἐκλιπαρεῖ Ἀθηναϊκὸν τύπον, ὅπως ὑποστηρίξῃ ἐκθύμως δικαίας ἀξιώσεις του. Ἡ ἐπιτροπὴ Ἰωάν. Θεοφανίδης, Ἐπαμ. Παπαγιάννης, Θεόδωρος Καρακίτσος, Ἰωάννης Ἀκρίδας, Ν. Σαραντόπουλος, Κ. Ἀλεξίου, Ι. Καββαδίας.» (Καταθέτω, κύριε Πρόεδρε τὸ τηλεγράφημα τοῦτο τῶν ἀγαπητῶν συμπολιτῶν μου, καὶ παρακαλῶ, ὅπως τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ἐπιφυλάσσομαι δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ ὑψώσω φωνὴν ὑπὲρ τοῦ μεγάλου δικαίου τῆς πόλεως Ἀγρινίου.
§66Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Καὶ ἐγώ, Κύριοι, νομίζω καθῆκόν μου, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ μοὶ ἀνατίθεται καὶ ῥητὴ ἐντολή, νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. συνάδελφος, ἀπευθυνόμενον καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς ἄλλον ἀξιότιμον συνάδελφον, τὸν κ. Μπασιᾶν. Διὰ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου οἱ συμπολῖταί μου παρακαλοῦσιν, ἵνα ἡ Βουλὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ δίκαια τῆς πόλεως Ἀγρινίου καὶ ὁρισθῇ αὕτη ὡς ἕδρα δευτέρα τοῦ νομοῦ. Περὶ τούτου μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου μου καὶ ἑτέρων Βουλευτῶν τῆς Ναυπακτίας ὑπεβάλομεν τροπολογίαν, τυπωθεῖσαν καὶ διανεμηθεῖσαν, ἐπιφυλάσσομαι δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου νὰ ἀναπτύξω τὸ δίκαιον καὶ ὀρθὸν τῆς τε τροπολογίας καὶ τοῦ ἀνακοινωθέντος τηλεγραφήματος.
§67ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πάντες γνωρίζομεν, ὅτι τὸ Ἀγρίνιον εὑρίσκεται εἰς τὸ κέντρον τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος, τὸ Ἀγρίνιον εἶναι πόλις προόδου, ἔχον ἐμπόριον μέγα ἐξαγωγικὸν καπνοῦ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ ἄλλων προϊόντων. Ὅταν σκέψις σοβαρὰ γίνηται ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ στρατοῦ, ἵνα φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον πάντες ἐπιθυμοῦμεν, τὸ Ἀγρίνιον εἶναι τὸ κέντρον, ὅπερ δύναται νὰ δεχθῇ μεγάλα τμήματα στρατεύματος, ἑπομένως δικαιοῦται πρὸ παντὸς τὸ Ἀγρίνιον νὰ ἔχῃ διοίκησιν, διότι διὰ τῆς ἀποστερήσεως τῆς ἕδρας τοῦ νομοῦ τὸ Ἀγρίνιον δὲν ἔχει μέλλον, τὸ Ἀγρίνιον ἀδικεῖται. Ὑψῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ φωνήν, ὅπως ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀπεστάλη ἐκ μέρους τῆς πόλεως Ἀγρινίου, ἐκ μέρους ὁλοκλήρου τῆς ἐπαρχίας. Δὲν εἶμαι ἐγὼ εἰς θέσιν νὰ ὁρίσω τὰς ἐπαρχίας ἢ τοὺς δήμους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀποτελέσωσι μέρος τῆς νέας διοικήσεως· ἀλλ’ ἐὰν σοβαρῶς μελετηθῇ τὸ ζήτημα, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἐναντία γνώμη, ὅπως ὁρισθῇ ὡς ἕδρα διοικήσεως τὸ Ἀγρίνιον. Μετὰ τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἕδρας ταύτης βεβαιώθητε, ὅτι τὸ Ἀγρίνιον θὰ γείνῃ μεγάλη πόλις, δευτέρα μετὰ τὰς Ἀθήνας, ὑπό τε κοινωνικὴν ἔποψιν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἐμπορίου, καὶ κέντρον τῶν στρατιωτικῶν σωμάτων. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, τότε καὶ αὖθις θὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα ὑπερασπίσω τὰ δίκαια τοῦ τόπου ἐκείνου.
§68ΑΘ. ΤΥΠ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Τριχωνίας συνάδελφοι ὑπέβαλον πρὸ ἡμερῶν τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας προτείνουσι νὰ διαιρεθῇ εἰς τρεῖς ὁ νομός Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας. Νομίζω ὅτι αἱ συνθῆκαι τοῦ νομοῦ ἐκείνου εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ ἐπιτρέπωσι τὴν εἰς τρεῖς νομοὺς διαίρεσιν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διορθοῦνται τὰ πράγματα, καὶ τὸ Μεσολόγγιον μένει πρωτεύουσα, καὶ τὸ Ἀγρίνιον ὡς καὶ τὸ Καρπενήσιον γίνονται ἐπίσης πρωτεύουσαι νομοῦ.
§69Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὴν σύστασιν, τὴν ὁποίαν κάμνω, καὶ νὰ θέσῃ ὑπὸ τὴν προστασίαν του ἓν μικρὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω. Ἀφορᾷ, κύριε Ὑπουργέ, εἰς τὴν ἀπονομὴν πρὸς τοὺς ναύτας τοὺς εὑρισκομένους ἐπὶ πλοίων ἐκπλεόντων εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν μισθῶν εἰς χρυσὸν, διότι, ὡς γνωρίζετε, ὁ μισθός των, μετατρεπόμενος εἰς φράγκα χρυσᾶ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, καταντᾷ νὰ ἦναι 6 ἢ 7 φράγκα μηνιαίως, ἅτινα εἰς οὐδεμίαν τῶν προσθέτων ἀναγκῶν, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκονται, ἵνα παραστῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ἀξιοπρεπέστερον ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἐπαρκοῦσι. Περὶ τούτου ἐγένετο καὶ ἄλλοτε πολλάκις λόγος εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἄλλοτε εἶχεν ὑποβληθῇ τὸ αὐτὸ νομοσχέδιον, (τὸ ὁποῖον καὶ σήμερον ὑποβάλλω) ὑπογεγραμμένον ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυθήρων συναδέλφου κ. Στάη καὶ δύο ἑτέρων, οἱ ὁποῖοι σήμερον δὲν παρακάθηνται εἰς τὴν Βουλήν, τοῦ κ. Ραζέλου καὶ τοῦ κ. Φιλαρέτου. Καταθέτω τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἀνατίθημι αὐτὸ εἰς τὴν προστασίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 284).
§71Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἐζήτησα προηγουμένως τὸν λόγον ἐπὶ ἑνὸς προσωπικοῦ ζητήματος. Τὰ Διοικητικὰ Συμβούλια τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Καλαμῶν καὶ τοῦ Σταφιδικοῦ Συνδέσμου Μεσσηνίας καὶ ἐπιτροπὴ λαοῦ, συνελθόντος εἰς συλλαλητήριον ἐν Καλάμαις, μοὶ ἔστειλαν, ὡς καὶ ἄλλοις 18 Βουλευταῖς, τηλεγράφημα πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἀντιπαρακρατητικῶν αὐτῶν ἰδεῶν. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος ἔθηκέ πως ἐν ἀμφιβολίᾳ τὰ αἰσθήματα τῶν ἐμπόρων καὶ ἄλλων ἐν Καλάμαις καὶ Μεσσηνίᾳ ἀντιπαρακρατητικῶν. Τὸν Ἐμπορικὸν Σύλλογον Καλαμῶν καὶ τὸν Σταφιδικὸν Σύνδεσμον Μεσσηνίας καὶ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ λαοῦ ἀποτελοῦσιν ἀξιότιμοι ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἄνδρες, οἷοι οἱ κ. κ. Τζὰν, Σπανίδης, Σταματελάκης, Μανῖνος, Ζαχαράκης, Ἀντωνακόπουλος, Παπαφωτεινός, Σταθόπουλος, Ψάλτης, Δουκάκης, Μπρεδήμας, Κοντόλαιμος, καὶ ἄλλοι πολλοί, πάντες ἀγαθοὶ πολῖται, ἐν ᾧ ἕκαστος κύκλῳ κοινωνικῆς δράσεως εὑρίσκεται, ὡς ἔμπορος, ἐπιστήμων, βιομήχανος, κτηματίας κλπ. Πάντες οὗτοι ἐπερείδουσι τὰ ἐπιχειρήματα αὑτῶν κατὰ τῆς παρακρατήσεως ἐπὶ ἀναμφισβητήτων γεγονότων. Ὁ Μεσσήνιος παραγωγὸς ὑφίσταται ἐκ τῆς παρακρατήσεως βάρη ἐπαισθητότερα ἢ ἄλλοι. Ὁ Αἰγιεὺς π. χ. ἀγοράζει παρακράτημα ἐκ τῆς παραγωγῆς τῆς Μεσσηνιακῆς, ἐνῷ δὲ τὸ προϊὸν αὐτοῦ πωλεῖ ἀντὶ 250 δραχμῶν, ἀγοράζει δελτία Καλαμῶν ἀντὶ 100 ἢ 80 δραχμῶν μόνον. Οὕτω κατὰ πόσον βαρύνει τὸν Αἰγιέα ἡ παρακράτησις; Κατὰ 5 ἢ 6%, τὸν δὲ Μεσσήνιον κατὰ 15%, καὶ 20% ἔξοδα παραδόσεως, ἐν ὅλῳ 17%. Ἄρα ἐν Μεσσηνίᾳ ἡ παραγωγὴ σπουδαίως ζημιοῦται. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ψηφισμάτων τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Καλαμῶν καὶ τοῦ Σταφιδικοῦ Συνδέσμου Μεσσηνίας, μοὶ ἐστάλη καὶ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Οἰχαλίας. Παρατηρητέον δέ, ὅτι ὁ δῆμος οὗτος παράγει κατ’ ἔτος 18,000,000 λίτρας σταφιδοκάρπου, καὶ ὁ τῆς Ἀνδανίας 7,000,000. Οὕτως οἱ δύο οὗτοι δῆμοι, οἱ ἐναντίοι τῆς παρακρατήσεως, ἔχουσιν 25,000,000 λιτρῶν παραγωγήν, δηλαδὴ ποσὸν ἴσον πρὸς τὴν ὅλην παραγωγὴν τῶν λοιπῶν δήμων τῶν ἐπαρχιῶν Μεσσήνης καὶ Καλαμῶν. Οἱ Μεσσήνιοι παραγωγοί, βλέποντες ὅτι ζημιοῦνται, καὶ περισσότερον ἢ ὅσον πιστεύει ὁ ἀγνοῶν τὰ πράγματα, ἔχουσιν ἀκριβῶς δίκαιον νὰ ῥήξωσι καὶ οὗτοι φωνὴν διαμαρτυρίας καὶ νὰ μὴ σιωπήσωσιν. Ἐπιφυλάσσομαι δέ, ὅταν ἔλθῃ ὑπὸ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, νὰ ἀναπτύξω εὐρύτερον τὴν ἐκεῖ κατάστασιν.
§72Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἐπρόκειτο διὰ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς παρακρατήσεως, ἂς ἦναι βεβαία ἡ Βουλὴ καὶ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ὅτι ἠδυνάμεθα, ὑποστηρίζοντες τὸ μέτρον τῆς παρακρατήσεως, νὰ φέρωμεν ἐνταῦθα πλεῖστα ὅσα ψηφίσματα τῶν Δημμοτικών Συμβουλίων. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι ἄλλο. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι ἡ Βουλὴ, κρίνουσα τὰ πράγματα, θ’ ἀποφασίσῃ. Ἐρρίφθη, Κύριοι, μομφὴ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς παρακρατήσεως ἔκαμε ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἐγὼ συγχαίρω τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἔκαμε ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ποῖα ζητήματα, Κύριοι, θέλετε ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ ζητήματα ἐμπιστοσύνης; ζητήματα ἁπλῶς τυπικὰ, ζητήματα ἁπλῆς καὶ μόνης κομματικῆς χροιᾶς, ἢ ζητήματα σπουδαιότατα, συνδεόμενα οὐ μόνον μὲ τὴν τύχην τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἐν γένει οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν, μὲ τὴν οἰκονομικὴν εὐεξίαν ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους; Τοιαῦτα ζητήματα πρέπει νὰ βλέπωμεν θεωρούσας τὰς Κυβερνήσεις ζητήματα ἐμπιστοσύνης, οὐχὶ ζητήματα τυπικὰ, οὐχὶ ζητήματα προσωπικὰ, οὐχὶ ζητήματα ἔστω καὶ κυβερνητικῆς καὶ κομματικῆς φιλοτιμίας, ὅπως ἄλλοτε παρέστημεν καὶ εἴδομεν Κυβερνήσεις φερούσας τοιαῦτα, Συγχαίρω λοιπὸν διὰ τοῦτο τὴν Κυβέρνησιν, διότι τὸ ζήτημα ἀντελήφθη ὅπως ἔπρεπε νὰ τὸ ἀντιληφθῇ. Παρακαλῶ δὲ τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ μὴ στηρίζωνται εἰς μεμονωμένας γνώμας, ἀλλὰ νὰ συζητῶσι σπουδαίως ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ποίαν σημασίαν ἔχει, Κύριοι, τὸ τηλεγράφημα τῶν ἐμπόρων Πατρῶν, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἠκούσατε; Πρόκειται νὰ ἀκούσωμεν, τί θέλουσιν οἱ ἔμποροι; Νομοθετοῦντες τὴν παρακράτησιν, νομοθετοῦμεν ὑπὲρ τῶν ἐμπόρων ἢ ὑπὲρ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν καὶ τῆς σωτηρίας τῆς παραγωγῆς; Βεβαίως νομοθετοῦμεν ὑπὲρ τοῦ προϊόντος, νομοθετοῦμεν ὑπὲρ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Λοιπὸν, ἐὰν τοῦτο ἔχωσι δεδομένον οἱ Κύριοι, ἔπρεπε νὰ ἀναφέρωσιν οὐχὶ περὶ ἐμπόρων. Οἱ ἔμποροι μάλιστα ἐν πολλοῖς, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ κ. ἐκ Πατρῶν συνάδελφος, ἔχουσιν ὅλως διόλου ἀντίθετον συμφέρον πρὸς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, διότι ὅσον τὸ πρᾶγμα παρακρατεῖται, τόσον ἡ ἐμπορία τῶν κυρίων τούτων περιστέλλεται.
§73ΠΕΡ. ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς εἰς τοῦτο περιορίζομαι, ὅτι δὲν ἠδυνάμην ν’ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως τὰ ψηφίσματα τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, περιορίζομαι δὲ ἐπιφυλασσόμενος νὰ συζητήσω εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§74Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ ψηφίσματα δὲν ἔφερον ἐδῶ ὡς μόνην ἀπόδειξιν, ἀλλ’ ὡς ἀπάντησιν πρὸς τὸν ἐκ Πατρῶν ἀξιότιμον συνάδελφον, εἰπόντα, ὅτι ἐκεῖθεν οὐδεμία ἐγείρεται φωνὴ διαμαρτυρίας. Τὰ δὲ Δημοτικὰ Συμβούλια, ὡς γνωρίζετε, ἀντιπροσωπεύουσι δύναμιν πραγματικὴν ἐν τῷ τόπῳ. Ἀλλ’ ἂν τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια ἢ τὰ Διοικητικὰ Συμβούλια συλλόγων ἢ σωματείων ἔλεγόν τι μὴ ὀρθὸν, τότε βεβαίως τὰ ψηφίσματα αὐτῶν μηδεμιᾶς ἔδει ν’ ἀξιωθῶσι προσοχῆς. Δύναται ὅμως ὁ κ. συνάδελφος νὰ μοὶ ἀμφισβητήσῃ τὸ γεγονὸς, ὅτι τὸν Μεσσήνιον παραγωγὸν δὲν ἐπιβαρύνει περισσότερον, ὡς εἶπον, καὶ δὲν βλάπτει ἐν γένει ἡ παρακράτησις; Αἱ ἐκεῖθεν ἐγειρόμεναι διαμαρτυρίαι δὲν προέρχονται μόνον ἐκ λόγου συμφερόντων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἰδέας τοῦ ὑπὲρ τοῦ δικαίου ἀγῶνος, ἀφοῦ ἐκεῖνα ἀδικαιολογήτως προσβάλλονται. Ὁ δὲ ἀγὼν περὶ τοῦ δικαίου ἐπιβάλλεται, κατὰ τὸν πολὺν Jehring, ὑπὲρ τῆς αὐθυπαρξίας καὶ δὴ τῆς ἠθικῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου. Τοιαύτη δ’ ὑψηλὴ ἰδέα, καὶ οὐχὶ συμφέρον, ὁδηγεῖ κυρίως καὶ τοὺς ἐκ τῆς Μεσσηνίας διαμαρτυρομένους ἀντιπαρακρατητικούς.
§75ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συζητοῦμεν περὶ αὐτοῦ.
§76ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί κατάστασις εἶναι αὐτή!
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Νέγρης κατέθηκε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 285). Ὁ βουλευτὴς Κορινθίας κ. Κροκιδᾶς ὑποβάλλει γραπτὴν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τοῦ ἀστυνόμου Δερβενίων. Τὸ πρῶτον τμῆμα τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς Ἀττικῆς, καὶ προτείνει παμψηφεὶ τὴν ἐπικύρωσιν αὐτῆς, ἅτε μὴ ὑπαρχουσῶν ἐνστάσεων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 286). Ὁ κ. Παναγιωτόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§78Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐδῶ πρέπει νὰ λυθῇ ἕν ζήτημα, ἐὰν ἡμεῖς ἀντιπροσωπεύωμεν τὰς γνώμας τοῦ κτηματικοῦ κόσμου, ἢ οἱ Κύριοι. Βλέπετε ὅτι δυστυχῶς διῃρέθημεν. Σεῖς δὲ, ὡς συνάδελφοι ἔχοντες πίστιν εἰς πάντας, δὲν δύνασθε νὰ δυσπιστῆτε οὔτε εἰς ἡμᾶς, οὔτε εἰς αὐτούς. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ Βουλὴ πρὸ παντὸς πρέπει νὰ φωτισθῇ, ποία εἶναι ἡ γνώμη τοῦ σταφιδικοῦ κόσμου. Προτείνω λοιπὸν νὰ ἐκλεχθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπή...(εἰρωνικαὶ ἐπιφωνήσεις). Μάλιστα, προτείνω νὰ ἐκλεχθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ἐκ Βουλευτῶν. Ἐὰν οἱ Κύριοι ἔχωσι πεποίθησιν εἰς τὴν γνώμην των, ἐὰν τολμῶσι νὰ τὸ δεχθῶσι...
§79ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Ἔχομεν πεποίθησιν, ἀλλὰ δὲν θέλομεν νὰ χάνωμεν τὸν χρόνον ματαίως. Αὔριον, ὅταν γείνῃ συζήτησις, θὰ λάβωμεν τὸν λόγον νὰ ὁμιλήσωμεν. Εἶναι περιττὴ δὲ μεγάλη σπουδή. Ἐδῶ εἶναι νομοθετικὸν σῶμα καὶ ἔχει σοβαρότητα, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον ἠκούσαμεν, νὰ συζητῶμεν τοιαῦτα ζητήματα. Καὶ βεβαίως ἔπρεπε τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ ἦναι πολιτικὸν, διότι δὲν βλέπω ποῖα εἶναι ἐκεῖνα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς πολιτικά.
§80ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μάλιστα.
§81ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς διακόψω.
§82ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Κωλυσιεργεῖ ἀκριβῶς ὁ κ. Βουλευτὴς Αἰγιαλείας.
§83ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἀνακαλέσητε τὸν κύριον εἰς τὴν τάξιν, διότι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑβρίζῃ (πρὸς τὸν κ. Σαρσέντην). Δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ μοὶ ἀποδίδητε τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ κωλυσιεργοῦ, ὅταν ἀπαντῶ εἰς συνάδελφόν σας, ὅταν σεῖς κωλυσιεργῆτε κατὰ τῆς ὑποθέσεώς σας.
§84ΣΑΡΣΕΝΤΗΣ. Ἀστόχως καὶ ἀδεξίως κωλυσιεργεῖτε ὑμεῖς. Ἐγὼ ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι καιρὸς παντὶ πράγματι. Αὔριον θὰ γείνῃ συζήτησις, καὶ νὰ ἐπιφυλαχθῇς.
§85Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι εἰς αὐτὸ σφάλλει ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ὁ κ. Παναγιωτόπουλος δὲν κωλυσιεργεῖ ἀναμφισβητήτως; (ἱλαρότης).
§86ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, ἐγὼ ἓν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, νὰ πεισθῇ περὶ τῆς ἀληθοῦς θελήσεως τοῦ σταφιδικοῦ καὶ τοῦ κτηματικοῦ κόσμου. Καὶ θὰ ἐδεχόμην εὐχαρίστως, ἵνα μὴ εὑρισκώμεθα ἐν διαφωνίᾳ, νὰ ἀνατεθῇ ἡ λύσις τοῦ ζητήματος εἴτε εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, εἴτε καὶ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, διότι τὸ ζήτημα, ἐὰν ἦναι ἐθνικόν, πρέπει νὰ ἐξέλθῃ τῶν συνήθων τύπων. Ἀλλὰ εἶμαι βέβαιος, ὅτι τοῦτο δὲν θὰ γείνῃ δεκτὸν, διότι οἱ Κύριοι φοβοῦνται ἀκριβῶς περὶ αὐτοῦ, μήπως γείνῃ γνωστὴ ἡ γνώμη τοῦ σταφιδικοῦ κόσμου, καὶ δι’ αὐτὸ ἡ σπουδὴ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Τριφυλίας, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν ἠξεύρει καὶ νὰ σπεύδῃ καὶ τόσον ἀστόχως ἐμποδίζει τὴν σπουδὴν τῶν γνωριζόντων νὰ σπεύδωσι κυρίων Ὑπουργῶν.
§87ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Μάλιστα. Καὶ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐντὸς πέντε ἡμερῶν.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§89ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§90ΦΩΝΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§91ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μὲ ἐμποδίσητε.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, ἀπὸ τοῦ βήματος.
§93ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τώρα οἱ ἐπερωτῶντες ἀπὸ τοῦ βήματος;
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν Πρόεδρον.
§95ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἡ Βουλὴ νὰ φωτισθῇ δι’ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς περὶ τῶν γνωμῶν τῶν σταφιδοκτημόνων, ἀπομακρύνεται πολὺ καὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ Βουλευτοῦ καὶ τοῦ πνεύματος τοῦ Συντάγματος. Ὁ Βουλευτὴς γενικὴν ἔχει ἐντολὴν νὰ μεριμνήσῃ περὶ ὅλων τῶν συμφερόντων τῶν ἐκλογέων. Δύναται δὲ νὰ γνωρίζῃ ταῦτα κάλλιστα καὶ κάλλιον παντὸς ἄλλου, διότι εὐτυχῶς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους δὲν εἶναι ἐκ τῆς Μασαχουσέτης, εἶναι ἐξ αὐτῶν τῶν σπλάγχνων τοῦ σταφιδικοῦ κόσμου, καὶ γνωρίζουσι κάλλιον παντὸς ἄλλου τὰς ἀνάγκας τῶν πληθυσμῶν αὐτοῦ. Τοιαῦται ἐπιτροπαὶ δύνανται νὰ παρελκύσωσι τὴν συζήτησιν, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ γνώμη αὕτη εἶναι ἀποκρουστέα.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν... (διαμαρτυρίαι ἀριστερόθεν).
§97ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις.
§98ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχὴν ὑπέβαλον, ὄχι πρότασιν.
§99ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἔχω τὸν λόγον.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§101ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§102ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§104Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐσπεύσατε πρότερον νὰ μὲ ἀνακαλέσητε εἰς τὴν τάξιν.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν τῶν ἐξηγήσεων, τὰς ὁποίας ἐδώσατε εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ὑπάρχει λόγος ν’ ἀνακληθῆτε εἰς τὴν τάξιν.
§106ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπομιμνήσκω ὑμῖν, κύριε Πρόεδρε, τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως προταχθῇ εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἑσπέρας ταύτης τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ἡ πρότασίς σας αὕτη ὑπὸ 10; (Ἐγείρονται πλέον τῶν 10). Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν δι’ ἀναστάσεως, ἐὰν δὲν ὑπάρχωσι 15, ἐπιθυμοῦντε τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν.
§108ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ζητῶ ἐγὼ ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χριστοπούλου περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Κυριακούλης Μαυρομιχάλης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§110ΚΥΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὁμολογοῦμεν, Κύριοι, ὅτι μετά τινος συγκινήσεως ἐπιλαμβανόμεθα, πρῶτοι ἡμεῖς, ζητήματος, τὸ ὁποῖον, ἕνεκεν τῆς ὑψίστης αὐτοῦ σημασίας, εἶναι βεβαίως προωρισμένον νὰ προκαλέσῃ καὶ ἐν τῷ τύπῳ καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εὐρυτάτην συζήτησιν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι δὲν ἔσχον τὴν τιμὴν—ἐκ συμπτώσεως ἴσως καὶ ἐγὼ—νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις ἔλαβε παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἐντολὴν νὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· ἐν τούτοις, μετὰ τὴν μελέτην αὐτοῦ, ἐνόμισα ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ σιωπήσω. Ὁμολογῶ ὅμως ταυτοχρόνως καὶ εὐθὺς ἀμέσως, ὅτι, μεθ’ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον, ὅπως ἀνεύρω ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ τὴν ἀγαθὴν αὐτοῦ ἐπὶ τῆς διοικήσεως ἐπίδρασιν, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἱκανοποιήσω τὴν ἐπιθυμίαν μου ταύτην. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐννοεῖται, παρακολουθεῖται καὶ ὑπὸ δύο ἄλλων συμφυῶν αὐτῷ, τοῦ τῆς διοικήσεως τῶν νομῶν καὶ τοῦ ἀστυνομικοῦ. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐπὶ τοῦ πρώτου τούτου θέλομεν συζητήσει σήμερον, καὶ μόνον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ. Καθ’ ἡμᾶς, δύο τινὰ προκύπτουσιν ἀσφαλῶς, ἀναμφισβητήτως ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἡ αὔξησις τῶν θέσεων καὶ ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν. Πάντες ἐν τούτοις ἐνομίζομεν, ὅτι, ἀφοῦ καὶ πρὸ τοῦ πολέμου τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν εἶχον περιέλθει εἰς κρισιμώτατον σημεῖον, προκαλοῦντα τὴν μέριμναν καὶ τὴν προσοχὴν ἑνὸς ἑκάστου ἐξ ἡμῶν, ἐνομίζομεν, λέγω, ὅτι μετὰ τὸν πόλεμον ἡ ἀνάγκη τῆς μερίμνης ἡμῶν ταύτης εἶχε καταστῆ μᾶλλον ἐπιτακτική. Καὶ ὅμως, ἐὰν μελετήσῃ τις τὸ προτεινόμενον νομοσχέδιον ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ, θέλει ἰδεῖ ὅτι κατὰ τοὺς μετριωτέρους ὑπολογισμοὺς ἡ ἀναγκαία δαπάνη διὰ τὰ νέα ταῦτα μεταρρυθμιστικὰ σχέδια θέλει ὑπερβῆ τὰς 340 χιλιάδας δραχμῶν. Καὶ ἰδοὺ πῶς.
| Κατὰ τὸ ὑφιστάμενον νομαρχιακὸν σύστημα | ||
| δαπανῶμεν διὰ τὴν διοίκησιν | δρ. | 393,960 |
| Ἡ νέα διοικητικὴ διαίρεσις θέλει ἀπαιτήσει | ||
| δαπάνην | » | 439,110 |
| Ἄρα ἡ ἐπὶ πλέον δαπάνη ἀνέρχεται εἰς τὸ | ||
| ποσὸν τῶν | δρ. | 45,150 |
| Αἱ νέαι ἐπισκοπαὶ, μετὰ τῶν σχετικῶν ἱε- | ||
| ροκηρύκων, θέλουσιν ἀπαιτήσει ἐπιπρόσθετον | ||
| δαπάνην | » | 46,200 |
| Ἡ σύστασις πέντε νέων Πρωτοδικείων θέλει | ||
| ἀπαιτήσει καὶ αὐτὴ αὔξησιν δαπανῶν | » | 251,900 |
| Ἄρα τὸ ὅλον τῆς δαπάνης ἀνέρχεται εἰς τὸ | ||
| ποσὸν τῶν | δρ. | 343,250 |
Ὡς παρατηρεῖτε λοιπὸν, Κύριοι, δὲν πρόκειται τόσον περὶ βελτιώσεως διοικήσεως, ὅσον πρόκειται περὶ πολυτελείας διοικήσεως, ἀφοῦ, ὡς προείπομεν, θέλομεν ἔχει καὶ αὔξησιν δαπανῶν καὶ αὔξησιν θέσεων. Καὶ ἐνῷ μέχρι τοῦδε μετὰ πολλοῦ κόπου εὑρίσκομεν τοὺς 16 νομάρχας, τῶν ὁποίων πάντες—τὸ λέγω μετὰ λύπης μου—δὲν εἶναι ἴσως εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς των, ἤδη, διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου, ἀναγκαζόμεθα νὰ εὕρωμεν 27 νομάρχας, ἴσως δὲ καὶ 28, ἴσως δὲ καὶ 29, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ ῥαγδαία αὕτη ἐνδοτικότης τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν εἰς τὰς ἀξιώσεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν, τῶν ὁποίων ἕκαστος, ὡς εἰκός, νομίζει κατάλληλον τὴν εὐκαιρίαν, ὅπως τὴν πρωτεύουσάν του προαγάγῃ εἰς ἕδραν διοικήσεως, ἀφοῦ ἔτυχεν, ἐξ ἀγαθῆς συμπτώσεως, νὰ ἐπικρατήσωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπεσχέθησαν τὴν ἐξαφάνισιν τῆς συναλλαγῆς! Καὶ ὄντως ἡ συναλλαγὴ πατάσσεται κατακέφαλα, ἀφ’ ὅτου εἰς τὸν βωμὸν αὐτῆς δὲν θυσιάζονται μόνον θέσεις, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρα τμήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου! Πλὴν, σᾶς ἐρωτῶ, ὑπάρχει τις ὁ σοβαρῶς φρονῶν, ὅτι σῴζεται ἡ διοίκησις εὐθὺς ὡς γείνῃ ἡ Κυπαρισσία, λόγου χάριν, ἢ ἡ Λεβαδεία πρωτεύουσα νομοῦ; εὐθὺς ὡς παρατάξητε τὸ νέον ὑμῶν στράτευμα τῶν 30 νομαρχῶν; ὅτι προάγεται ἡ δικαιοσύνη, εὐθὺς ὡς παρατάξητε πέντε νέα Πρωτοδικεῖα; Ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι ἡ βελτίωσις τῆς διοικήσεως δὲν συνίσταται εἰς τὴν ποσότητα, ἀλλ’ εἰς τὴν ποιότητα τῶν ἀνωτάτων λειτουργῶν τοῦ Κράτους. Τολμῶμεν μάλιστα νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅτι, ὅσον εὐρύτερα εἶναι ἡ διοικητικὴ περιφέρεια, τόσῳ μᾶλλον ἀγαθὴ καὶ μᾶλλον ἀμερόληπτος τυγχάνει ἡ διοίκησις, διότι εἶναι μᾶλλον ἀπηλλαγμένη τῶν ἀνθρωπίνων ἐκείνων ἐπηρεασμῶν καὶ σχέσεων, αἵτινες μοιραίως γεννῶνται μεταξὺ διοικούντων καὶ διοικουμένων. Φρονοῦμεν μάλιστα, ὅτι, ἀφ’ ὅτου τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας ὁμολογουμένως ηὔξησαν παρ’ ἡμῖν αἰσθητῶς, ἀντὶ νὰ ζητήσωμεν, ὅπως ἐλαττώσωμεν τὰς διοικητικὰς περιφερείας, ὠφείλομεν ἴσως μᾶλλον νὰ εὐρύνωμεν αὐτὰς, νὰ αὐξήσωμεν δὲ ταυτοχρόνως τὸν μισθὸν τῶν ἀνωτάτων ὀργάνων τῆς διοικήσεως, ὅπως βελτιώσωμεν τὴν ποιότητα αὐτῶν καὶ καταστήσωμεν αὐτὰ ὅσον οἷόν τε εὐπρόσωπα καὶ ἀξιοπρεπῆ. Ἀλλ’ ἀφοῦ τέλος πάντων φαίνεσθε ἀποκλίνοντες πρὸς τὰς μικροτέρας διοικητικὰς διαιρέσεις, διατὶ δὲν ἐπαναφέρετε τὸ ἐπαρχιακὸν σύστημα, τὸ λογικώτερον δι’ ἐκείνους, οἵτινες θέλουσιν ἀμεσωτέραν καὶ στενωτέραν τὴν ἐπίβλεψιν τῆς ἀνωτάτης διοικήσεως ἐπὶ τοῦ τόπου; Τουλάχιστον διὰ τῆς ἐπαναφορᾶς τῶν ἐπαρχείων δὲν θὰ εἴχομεν τὸ θλιβερὸν θέαμα, ὅπερ ἀπό τινων ἡμερῶν ἐκτυλίσσεται πρὸ τῶν ὀμμάτων ἡμῶν. Διὰ τῆς ἐπαναφορᾶς τῶν ἐπαρχείων δὲν θὰ εἴχομεν τὴν γενικὴν ἐξέγερσιν καὶ ἀναστάτωσιν, τὴν ὁποίαν παρατηροῦμεν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, καὶ ἥτις κινδυνεύει νὰ παρασύρῃ καὶ τοὺς μετριωτέρους. Διὰ τῆς ἐπαναφορᾶς τῶν ἐπαρχείων δὲν θὰ ἐβλέπομεν τὴν ἀναβίωσιν τῶν παναρχαίων φυλετικῶν διαιρέσεων καὶ ἐρίδων, αἵτινες ἐφαίνοντο λησμονημέναι ἐν τῇ ἱστορικῇ ταύτῃ χώρᾳ, καὶ αἵτινες παρίστανται σήμερον πλέον ἢ ποτε ζωηραὶ καὶ ἀκμαῖαι! Ἐννοεῖτε, Κύριοι, ὅτι ἤδη δὲν προτείνω τίποτε ὡρισμένον. Θέλω μόνον νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι, οἱονδήποτε ἄλλο σύστημα ἤθελεν εἶναι προτιμότερον καὶ ὀλιγώτερον ἄστοχον τοῦ προτεινομένου. Καὶ ἐφ’ ὅσον μελετῶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μετὰ τῆς ἀγαθῆς προαιρέσεως, ὅπως ἀνακαλύψω ἐν αὐτῷ ὑψηλοτέραν τινὰ μεταρρυθμιστικὴν ἔννοιαν, ὁμολογῶ καὶ αὖθις, ὅτι οὐδαμοῦ ἠδυνήθην νὰ ἀνακαλύψω τοιαύτην. Ἠθέλομεν ἴσως σταματήσει πλειότερον πρὸ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐὰν τὸν κανονισμὸν τῆς διοικητικῆς περιφερείας εἴχετε σχετίσει μὲ τὴν εὔρυνσιν τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας. Ὄντως ὑπάρχουσι πολλοὶ οἱ φρονοῦντες, ὅτι ἡ εὔρυνσις τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας ἤθελεν ἀφ’ ἑνὸς βελτιώσει τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους, οἵτινες ἤθελον ἴσως ἀναζητήσει ἄνδρας γενικωτέρας σημασίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἤθελε βελτιώσει καὶ τὴν ποιότητα τῶν ἐκλεξίμων, οἵτινες ἤθελον ἀπαλλαγῆ τῆς ἀσφυξίας τῶν στενῶν ἐπαρχιακῶν ὁρίων καὶ καταστῆ μᾶλλον σύμφωνοι καὶ πρὸς τὴν ῥῆσιν τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον θέλει τοὺς Βουλευτὰς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους καὶ ὄχι μόνον τῆς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἔχουσι τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύωσιν. Ὡσαύτως ἠδυνάμεθα νὰ σταματήσωμεν πρὸ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐὰν ἠθέλετε πειραθῆ νὰ εἰσαγάγητε ταυτοχρόνως καὶ τὸ ἑνιαῖον τῆς ψήφου, τὸ ὁποῖον πολλοὶ ὑπολαμβάνουσιν ὡς δυνάμενον νὰ ἀπαλείψῃ πολλὰ τῶν ἀτόπων τοῦ ὑφισταμένου παρ’ ἡμῖν ἐκλογικοῦ συστήματος. Πλὴν ἀτυχῶς οὐδὲν τοιοῦτον παρατηρῶ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ. Βλέπω μόνον, ὡς προεῖπον, τὴν θύελλαν ἐν τῷ τόπῳ, τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν καὶ τὴν αὔξησιν τῶν θέσεων. Βλέπω πρὸ πάντων — ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις — ῥουσφετικήν τινα χροιὰν καὶ τάσιν, ἥτις εὐθὺς ἀμέσως τὸ καταρρίπτει εἰς τὴν συνείδησιν τῶν μελετώντων αὐτό. Ἡ διοίκησις, κύριοι Βουλευταί, φρονῶ ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην νόμων πολλῶν. Ἡ διοίκησις ἔχει πρὸ πάντων ἀνάγκην φειδοῦς περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων, ἡ διοίκησις ἔχει πρὸ πάντων ἀνάγκην στιβαρᾶς χειρός. Εἴπετε, κύριε Πρωθυπουργέ, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας κατέπεσεν ἕνεκα τῆς καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς. Δὲν συμφωνῶ μεθ’ ὑμῶν. Ἡ κατάργησις τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς ἐθεωρήθη παρ’ ἁπάντων ὡς ἀληθὴς ἀπολύτρωσις ἀπὸ τῆς χειρίστης τῶν τυραννιῶν, τῆς τυραννίας ἀρχῆς ἀνευθύνου ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι, ὅπου οἱ ἐμφανιζόμενοι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς Ὑπουργοὶ εἶναι καὶ πρέπει νὰ ἦναι οἱ μόνοι ὑπεύθυνοι. Βεβαίως φρονοῦμεν καὶ ἡμεῖς ἀδιστάκτως, ὅτι οἱ κύριοι ἀξιωματικοὶ πρέπει νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ κύριον αὑτῶν ἔργον, ὅτι δηλ. οἱ στρατιωτικοὶ δέον νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸν στρατόν. Ἐὰν κατέπεσεν ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, κατέπεσε διότι οἱ χειριζόμενοι αὐτὸν ἀνώτατοι λειτουργοὶ τοῦ Κράτους δὲν ἐνεπνέοντο πάντοτε ὑπὸ τῆς ἀπαιτουμένης εὐθύτητος. Ἐὰν κατέπεσεν ὁ θεσμὸς οὗτος, κατέπεσε διότι ἕνεκεν ἐκλογικῶν λόγων ἢ ἄλλων δὲν ἐγίνετο πάντοτε ἡ κατάλληλος ἐκλογὴ τῶν προσώπων, κατήντησε δὲ πολλαὶ ἀστυνομίαι τοῦ Κράτους νὰ διευθύνωνται ὑπὸ κατωτέρων βαθμοφόρων τοῦ χειρίστου εἴδους. Ἰδοὺ διατί κατέπεσεν ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας! Ἡ διοίκησις, ἐπαναλαμβάνω, ἀπαιτεῖ εἰλικρίνειαν περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ὑφισταμένων νόμων, ἀπαιτεῖ νὰ διεξάγηται ἐν πνεύματι δικαιοσύνης καὶ αὐστηρότητος. Ἐὰν τοιούτων ἐμφορῆσθε διαθέσεων καὶ ἀρχῶν, θέλετε διοικήσει καλῶς καὶ ἄνευ τοῦ νόμου τούτου, ὅστις κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν περιττεύει ἐντελῶς.
§111ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ ὡραῖα! Εὖγε! εὖγε.
§112ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ εἰς τὰς 9½ νὰ ἦσθε ἐδῶ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.)
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Μαρκεζίνης ἔχει τὸν λόγον.
§115Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας ἔχει πλήρη συναίσθησιν τῆς ἐθνικῆς αὑτῆς ἀποστολῆς, ὅτι ἔχει πλήρη συνείδησιν τῆς ὑψηλῆς ἐντολῆς, διὰ τῆς ὁποίας τὴν περιέβαλεν ἡ πανηγυρικὴ ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τῆς 7 Φεβρουαρίου, καὶ ἡ τοῦ ἡγεμόνος, τῆς 1 Ἀπριλίου, ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῆς σωρείας ὅλης τῆς νομοθετικῆς ὕλης, τὴν ὁποίαν βλέπομεν πάντες ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔλαβεν ἐκείνην τὴν τιμὴν νὰ προκαλέσῃ τὴν πεφωτισμένην γνώμην καὶ ψῆφον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. Καὶ δὲν εἶναι τὸ ποσὸν τῆς νομοθετικῆς ὕλης, τὴν ὁποίαν ἔχομεν πρὸ ἡμῶν, τὸ μαρτυροῦν περὶ τῆς φιλοτίμου προνοίας τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῶν κοινῶν, ὅσον εἶναι τὸ ποιὸν τῆς νομοθετικῆς αὐτῆς ἐργασίας. Ἀλλ’ ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι διστάζει τις ν’ ἀποφανθῇ, τί ἐκ τῶν νομοσχεδίων τῆς Κυβερνήσεως εἶναι τὸ μείζονος καὶ τί τὸ ἥττονος σημασίας, φρονῶ ὅτι, προκειμένου περὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη, ὅτι εἶναι τὸ πρώτιστον πάντων τῶν ὑποβληθέντων εἰς ἡμᾶς· λέγω δὲ τοῦτο ἐν σχέσει μάλιστα πρὸ τὸ ἑπόμενον ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον περὶ νομῶν καὶ διοικήσεως αὐτῶν. Οὐδὲν τοσοῦτον ψέγομεν, κατ’ οὐδενὸς τοσοῦτον παραπονούμεθα, ὅσον κατὰ τῆς κακῆς παρ’ ἡμῖν διοικήσεως, ὅσον κατὰ τῆς ἐλλείψεως διοικήσεως παρ’ ἡμῖν. Ἀλήθεια μεμαρτυρημένη, μηδεμίαν ἐπιδεχομένη ἀντίρρησιν, ὅτι μέχρι τοῦδε ἢ ποσῶς δὲν διῳκήθημεν, ἤ, ὅπου διῳκήθημεν, κακῶς διῳκήθημεν, εἰς τρόπον ὥστε ἧττον νὰ παραπονώμεθα μὴ διοικούμενοι ἢ διοικούμενοι. Μόλις, Κύριοι, ἐπάγημεν εἰς Κράτος, παρελάβομεν ἐκ τῶν προχείρων διαφόρων διοικητικῶν συστημάτων τῆς Ἑσπερίας τὴν διαίρεσιν τοῦ Κράτους εἰς δήμους,—περὶ κοινοτήτων δὲν ὁμιλῶ, διότι ἐνωρὶς ἐξέλιπον, —εἰς ἐπαρχίας καὶ εἰς νομούς. Ἀλλὰ τίς ὁ κύκλος, τίς ἡ ἀποστολὴ ἑκάστου τῶν συστημάτων τούτων, οὐδέποτε ἐλάβομεν τὴν φροντίδα, ὅπως μελετήσωμεν ἀκριβῶς· μὴ μελετήσαντες δὲ τὰ κατ’ αὐτὰ, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ μεριμνήσωμεν περὶ αὐτῶν ἐπιτυχῶς, ἐπωφελῶς, κατὰ γνῶσιν. Εἶπον, ὅτι οὐδέποτε ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ μελετήσωμεν τὰ κατὰ τὰ συστήματα ταῦτα· ἐν τούτοις ὁμολογῶ, ὅτι ταῦτα εἰπὼν περιέπεσα εἰς ἀνακρίβειαν, διότι ὁ πολὺς τῆς χώρας πολιτικὸς, ὁ ὁποῖος κατὰ κακὴν αὐτῆς μοῖραν ἐνωρὶς μᾶς ἐγκατέλιπεν, ἐν τῇ φιλοστόργῳ αὑτοῦ προνοίᾳ περὶ τῶν κοινῶν εἶχε μεριμνήσει καὶ περὶ διοικήσεως. Διὰ τοῦτο, ἐὰν δίδωμεν εἰς τὸ πνεῦμα τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας τῆς πλουσίας, διὰ τῆς ὁποίας ἐπλούτισε τὴν χώραν ἡ μεγάλη ἐκείνη πολιτικὴ διάνοια, φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ διστάσωμεν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι, καταργῶν ὁ Τρικούπης κατὰ τὸ 1880 τὰς θέσεις τῶν γραμματέων τῶν ἐπαρχείων, δὲν ἔπραττε τοῦτο ἐκ τοῦ δικαιολογητικοῦ λόγου, τῆς ratio legis, τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, τοῦ λόγου τῶν οἰκονομιῶν, ἀλλ’ ἐκ τοῦ λόγου ὅτι κατὰ νοῦν εἶχε νὰ προβῇ σὺν τῷ χρόνῳ εἰς τὴν κατάργησιν καὶ τῆς θέσεως αὐτῶν τῶν ἐπάρχων. Εἶχεν ἐνωρὶς ἐννοήσει ὁ Τρικούπης, ὅτι ὁ θεσμὸς ὁ ἐπαρχιακὸς ἦτο θεσμὸς ξηρὸς καὶ ἄγονος, ἐπιζήμιος μᾶλλον ἢ ἐπωφελής. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸ 1886, νομίσας ἐπιστάντα τὸν χρόνον, ἠθέλησε νὰ κλείσῃ καὶ αὐτὰς τὰς πύλας τῶν ἐπαρχείων, ἐλευθερώσας οὕτω τοὺς πολίτας ἀπὸ τῆς λύμης ἐκείνης τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν— διότι πραγματικῶς ἀληθὴς λύμη τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν ὑπῆρξεν ὁ θεσμὸς ὁ ἐπαρχιακός. Ἔσχον, Κύριοι, τὴν τιμὴν νὰ κληθῶ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀποτελέσω μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐντολὴν ἔλαβε παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ προεπεξεργασθῇ καὶ προβασανίσῃ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς ἐπιτροπῆς ἔσχον τὴν τιμὴν ν’ ἀκούσω τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ, τυγχάνοντος καὶ αὐτοῦ μέλους ταύτης, εἰπόντος πρὸς ἡμᾶς, ὅτι πρέπει νὰ συστήσωμεν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐπαναφέρωσι τὸ ἐπαρχιακὸν σύστημα, —γνώμη, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἐξήνεγκεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Καὶ ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς ὁ ἐκ Μαντινείας ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ὁ θεσμὸς ὁ ἐπαρχιακὸς εἶναι θεσμὸς ἐρριζωμένος ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει, καὶ ὡς τοιοῦτος ὁ προσφορώτερος, ἵνα χρησιμεύσῃ καὶ αὖθις ὡς διοικητικὸς θεσμός, ἐὰν δ’ ἀπέτυχεν εἰς τὸ παρελθόν, ἀποδοτέον τοῦτο εἰς τὴν κακὴν ἐκλογὴν τοῦ προσωπικοῦ. Πρὸς τὴν γνώμην ταύτην μόνον ὁ ἐκ Νάξου κ. συνάδελφος εὐηρεστήθη νὰ συνταχθῇ. Ἡμεῖς ὅμως καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐπολεμήσαμεν τὴν γνώμην ταύτην, καὶ ἐνταῦθα ὑπολαμβάνομεν ὑποχρέωσιν νὰ πράξωμεν τὸ αὐτό. Δὲν εἶναι, Κύριοι, κατ’ ἐμὲ, αἰτία τῆς ἀποτυχίας τοῦ θεσμοῦ τοῦ ἐπαρχιακοῦ ἡ κακὴ ἐκλογὴ τῶν προσώπων. Ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι καὶ ἡ κακὴ ἐκλογὴ αὐτοῦ συνέτεινεν εἰς τὸ νὰ συκοφαντηθῇ ὁ θεσμός, ἀλλ’ ὁ θεσμὸς ἄλλως ἦτο αὐτοσυκοφάντητος. Ἀλλὰ καὶ ἂν εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς ἀπέτυχε μόνον διὰ τὴν κακὴν ἐκλογὴν τοῦ προσωπικοῦ, δὲν θὰ ἤμην ἐγὼ, ὅστις θὰ εἶχον τὸ θάρρος νὰ συστήσω τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ θεσμοῦ, βελτιούντων ἡμῶν τὸ προσωπικόν. Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ ὁποῖος ἐξόχως μὲ τιμᾷ, ἐπιτρέπων εἰς ἐμὲ νὰ τὸν ἀποκαλῶ φίλον μου, ἐνθυμοῦμαι, λέγω, ὅτι, ὅτε εἰσῆγε τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀστυνομικὸν, ἔλεγεν εἰς ἡμᾶς, ὅτι εἷς τῶν κυρίων λόγων τῆς ἀποτυχίας τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ὑπῆρξεν ἡ κατάργησις τοῦ Ἀρχηγείου· μόλις ἐκεῖνο κατηργήθη, ἐσήμανεν ὁ κώδων τῆς ἀποτυχίας τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Προσέθηκεν ὅμως, ὅτι, ἐάν τις ἤθελε τῷ εἴπει: «εὔκολον λοιπόν, ἀνασυνιστῶντες τὸ Ἀρχηγεῖον, νὰ ἐπανιδρύσητε τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν ἐπὶ τῶν βάσεων, αἵτινες ἠγγυῶντο τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ θεσμοῦ», θὰ τῷ ἔλεγεν, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, διότι θεσμὸς, ἅπαξ καταδικασθεὶς εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν, οὐδὲ συμφέρον εἶναι, οὐδὲ δυνατὸν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ζωήν. Ταύτην ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ θεσμὸς ὁ ἐπαρχιακὸς ἀπέτυχε, Κύριοι, ὡς στηριχθεὶς ἐπὶ βάσεων σαθρῶν, τὰς ὁποίας καὶ σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν, ὅπως ζητήσωμεν τὴν ἐπιτυχῆ ἐπανίδρυσιν αὐτοῦ. Ὁ θεσμὸς πρωτίστως ἀπέτυχεν ἕνεκα τοῦ στενοῦ τῆς περιφερείας, ἕνεκα τοῦ ἀσφυκτικοῦ τῆς περιφερείας, ἐντὸς τῆς ὁποίας εἶχε περιορισθῆ. Διότι εἶναι ἀληθὲς, ὅτι, ὅταν ὁ διοικῶν εὑρίσκηται τόσον πλησίον τοῦ διοικουμένου, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ ὁ συγχρωτισμὸς, ἡ ἐπιμιξία μετὰ τῶν προσώπων, αἱ σχέσεις αἱ εὐχερεῖς καὶ ἀδιάλειπτοι μετ’ αὐτῶν, νὰ συντελέσωσιν, ὥστε τὰ πάθη καὶ οἱ πόθοι τοῦ διοικουμένου νὰ γείνωσι πόθοι καὶ πάθη τοῦ διοικοῦντος (Θόρυβος). Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὸ στενὸν τῆς περιφερείας αἰτία τῆς ἀποτυχίας τοῦ θεσμοῦ, εἶναι καὶ ἡ στενὴ δικαιοδοσία, ἡ στενὴ δωσιδικία, —ὅπως θέλετε—εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε περιορισθῆ ἡ ἐπαρχία. Jure proprio ὁ ἔπαρχος δὲν εἶχεν ἄλλην δικαιοδοσίαν ἢ νὰ προΐσταται τῆς στρατολογικῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν δὲν ἴσχυεν ἔτι δυστυχῶς ἡ καθολικὴ στρατολογία, νὰ δικάζῃ περὶ ἀγροτικῶν ὁδῶν, νὰ ἀποφαίνηται περὶ προσωπικῆς ἐργασίας τῶν δημοτῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀποροῦντες καταφεύγουσιν οἱ δῆμοι, κατ’ ἔφεσιν δὲ ἐπὶ συνεισφορῶν ἐπιβαλλομένων εἰς τοὺς δημότας. Κυρίως ὅμως ἦτο μία μεταβατικὴ ἐξουσία, μεταβιβάζουσα ὡς ἁπλοῦς ταχυδρόμος τὰ ἔγγραφα διὰ τοῦ νομάρχου εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Τόσον δὲ κακῶς διεχειρίζετο καὶ αὐτὴν τὴν μικρὰν ἐξουσίαν, ἥτις τῷ εἶχε διὰ τῶν νομῶν ἀνατεθῆ, ὥστε εὐτυχέστερον ἐθεωρεῖτο νὰ εἶχε νὰ ἐκτελέσῃ μόνον τὴν μεταβιβαστικὴν αὐτοῦ ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ οἱ κοπτόμενοι περὶ ἐπαναφορᾶς τῶν ἐπαρχείων, ὡς θεσμοῦ ἐρριζωμένου ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει τῆς χώρας, θὰ ἐδικαιολογοῦντο μᾶλλον, ἐὰν ἐκόπτοντο τουλάχιστον ὑπὲρ ἐπαναφορᾶς τοῦ θεσμοῦ τῶν κοινοτήτων, διότι αὐτὸς ὁ θεσμὸς εἶχε πράγματι ῥιζωθῆ εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν. Διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι τῶν κοινοτήτων προΐστατο ὁ δημογέρων, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐντολὴν νὰ συλλέγῃ τοὺς φόρους καὶ ἀποστέλλῃ εἰς τὴν Τουρκίαν, ἀλλὰ τοὺς φόρους οὐχὶ τῶν μελῶν τῆς κοινότητος, ἀλλὰ τῆς κοινότητος αὐτῆς ὡς ἠθικοῦ προσώπου, τοῦτο δὲ ἐνεῖχε μεγίστην ἀληθῶς σημασίαν, διότι ἐδημιούργησε θεσμὸν αὐτοδιοικήσεως ἐν τῇ δουλευούσῃ τότε χώρᾳ. Οἱ δημογέροντες δὲ οὗτοι κατόπιν ἀνέλαβον καὶ τὴν διαχείρισιν τῆς ἀστικῆς καὶ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Ὄχι μόνον ἠνείχετο ἡ Τουρκία τὴν κατάστασιν ταύτην, ἀλλὰ καὶ ἐπέχαιρεν ἐπ’ αὐτῇ. Ἐν ταῖς κοινότησιν εἶχε σφυρηλατηθῆ ἡ ἰδέα τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως καὶ ἀνεξαρτησίας. Ἐν τούτοις, ὅτε αἱ κοινότητες κατηργήθησαν, οὐδεὶς ἐθεώρησεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ κλαύσῃ διὰ τὴν κατάργησιν αὐτῶν. Καὶ ὅμως σήμερον κόπτονται, διότι δὲν ἐπανέρχεται τοιοῦτος ὀλέθριος θεσμὸς, ὡς ἦτο ὁ ἐπαρχιακὸς θεσμὸς. Ὁ ἐπαρχιακὸς θεσμὸς, Κύριοι, εἶναι θεσμὸς νεκρὸς, καὶ οἱ νεκροὶ οὐδὲ δυνατὸν οὐδὲ συμφέρον εἶναι νὰ ὑποκαθιστῶνται εἰς τοὺς ζῶντας. Βεβαίως ὅστις, τιμῶν με, μὲ παρηκολούθησεν ἀγορεύοντα μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, θὰ νομίζῃ, ὅτι εἶμαι κεκηρυγμένος κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν. Ἐν τούτοις δηλῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ εἶμαι καὶ ὑπέρμαχος, εἴπερ τις καὶ ἄλλος, τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ, διότι πεποιθότως φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ καταλογίσωμεν εἰς τὸ παθητικὸν τοῦ ἐπαρχιακοῦ θεσμοῦ τὴν στενότητα τῆς ἐπαρχιακῆς περιφερείας, πρέπει ἐπίσης νὰ καταλογίσωμεν εἰς τὸ παθητικὸν τῆς νομαρχιακῆς διοικήσεως τὴν ἄκραν εὐρύτητα αὐτῆς. Φρονῶ ἀληθῶς, ὅτι ἡ ἀπότομος μετάπτωσις ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου εἰς τὸ ἄλλου, ἀπὸ τῆς στενότητος τῆς ἐπαρχιακῆς περιφερείας εἰς τὴν εὐρύτητα τῆς νομαρχιακῆς εἶναι ὀλισθηρά. Ἡ ἀλήθεια εὕρηται πάντοτε ἐν τῷ μέσῳ, ὡς μαρτυρεῖ ἡ ἱστορία. Καὶ αὐτὸς δὲ ὁ μέγας πολιτικὸς νοῦς τῆς ἀρχαιότητος, ὁ Ἀριστοτέλης, ἔλεγεν: «ἐγὼ δ’ ἐν μέσοισι πάντοτε βούλομαι εἶναι». Καὶ εἰς τὴν φύσιν συμβαίνει τὸ αὐτό· τὰ ἀντικείμενα δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ ὀφθαλμὸς οὔτε πολὺ πλησίον, οὔτε πολὺ μακράν. Καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν δὲν διαγινώσκει αὐτὰ καλῶς. Ἡ διαίρεσις εἰς δήμους, ἐπαρχίας καὶ νομοὺς ἀρχὴν ἔχει τὰ ἐν Γαλλίᾳ κρατοῦντα. Ἀλλ’ ἐκεῖ, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ἠδυνήθησαν νὰ δώσωσι ζωὴν καὶ εἰς τὸ Arrondissement καὶ εἰς τὴν Préfecture, διότι ἕνεκα τοῦ εὐρυτάτου πληθυσμοῦ αὐτῶν καὶ τοῦ ἀκμάζοντος πλούτου παρέσχον εἰς τὰ ἐπαρχεῖα καὶ τοὺς νομοὺς πόρους πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν πολλαπλῶν σκοπῶν τῆς διοικήσεως. Καὶ τοιοῦτον ἔχοντες ὑλικὸν ηὐτύχησαν νὰ ἴδωσιν εἰσαγόμενα τὰ ἀποκεντρωτικὰ διατάγματα τῆς 25 Μαρτίου 1852 καὶ 13 Ἀπριλίου 1864 τοῦ Ναπολέοντος Γʹ. Ἐδῷ ὅμως δὲν ἐσκέφθημεν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ μεταφυτεύσωμεν τοὺς θεσμοὺς, ὅταν οὐ μόνον δὲν ἔχωμεν τὸ ἔδαφος πρόσφορον, ἀλλὰ στερούμεθα καὶ τῶν καταλλήλων λιπασμάτων πρὸς τοῦτο. Διότι ἐν Γαλλίᾳ ἐκτὸς τοῦ Conseil de Préfecture ἔχουσι καὶ τὸ Conseil Général, εἰς τὰ ὁποῖα ἔδωκαν τοσαύτην δικαιοδοσίαν, οἵαν ἡμεῖς οὐδὲ νὰ ὀνειρευθῶμεν δυνάμεθα. Ἡμεῖς, καταργήσαντες τὰ ἐπαρχεῖα, ἐπεδιώξαμεν, ὅπως ἀνυψώσωμεν εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν θέσιν τὸν νομὸν, καθιστῶντες αὐτὸν πρόσωπον νομικόν. Ὁ νομοθέτης ὅμως εἶχε προΐδει κατὰ τὸ 1886, ὅτι βεβαίως θὰ ἐπετύγχανεν ὁ θεσμὸς, ἐὰν δὲν ἐσκέπτετο συγχρόνως καὶ περὶ συστάσεως τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, τὰ ὁποῖα καὶ ἐνομοθέτησε κατὰ τὰ 1887. Ἐὰν ἀπέτυχεν ἢ ἐπέτυχεν ὁ θεσμὸς οὗτος, δὲν ἔχω σχηματίσει πεποίθησιν, διότι ὁ νομοθέτης τοῦ 1890, εὑρεθεὶς πρὸ φαινομενικῆς ἀποτυχίας τοῦ θεσμοῦ, δὲν ἠθέλησεν, ἀποκαλύψας τὴν πληγὴν, νὰ φέρῃ ἐπ’ αὐτὴν τὸ καυτήριον, ἀλλ’ ἐνόμισεν ἀντὶ τούτου, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποκόψῃ τέλεον τὸ μέλος, θεωρήσας αὐτὸ ὡς σεσηπός. Ἐνῷ, ἐὰν ἤθελε νὰ θεραπεύσῃ τὸ πάσχον μέλος, θὰ ἠδυνάμεθα σήμερον, ὁδηγούμενοι ὑπὸ τῆς ἀλανθάστου πείρας τοῦ παρελθόντος, νὰ γνωρίσωμεν μετὰ πάροδον δωδεκαετίας ὅλης, ἐὰν ἀπέτυχεν ὁ θεσμὸς, ἵνα δυνάμεθα νὰ κατέχωμεν ποῦ νὰ ἀποταθῶμεν, ὅπως ἱδρύσωμεν νέον θεσμὸν ἐπὶ βάσεων ὑγιῶν. Ἡ κατάργησις ἤδη, Κύριοι, τῶν νομῶν ἦτο ἐνδεδειγμένη ἐκ τῶν πραγμάτων, ἀφ’ ἧς κατηργήθησαν τὰ ἐπαρχεῖα. Ὅταν δὲ τὰ ἐπαρχεῖα ἐθεωρήθησαν καταργητέα, βεβαίως δὲν ἔπρεπε νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν πρώτην διαίρεσιν τῶν νομῶν· διὰ τοῦτο ἐπιβάλλεται σήμερον νὰ ἐκζητήσωμεν μέσον ὅρον, ὅπως ἐπιτύχωμεν ἀσφαλῆ καὶ κρείττονα διοίκησιν. Ἀκριβῶς δὲ ἡ συγκοινωνία, περὶ τῆς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, δὲν εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ἐξιγμένη εἰς τὸ εὐάρεστον ἐκεῖνο σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον βλέπουσι τὴν συγκοινωνίαν τῶν χωρῶν των οἱ εὐρωπαϊκοὶ λαοὶ, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἂν εἴχομεν φθάσει, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν εὐρύτητα τῆς νομαρχιακῆς περιφερείας. Λάβετε, Κύριοι, παράδειγμα τὰς Κυκλάδας. Ἡμεῖς διατελοῦμεν εἰς σπαργανώδη ἔτι κατάστασιν συγκοινωνίας, ὥστε καὶ ὁ μᾶλλον ὀξυδερκὴς ὀφθαλμὸς φιλοτίμου διοικητοῦ νὰ μὴ δύναται νὰ εἰσδύσῃ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου εἰς τὸ ἄλλο τῆς μεγίστης περιφερείας τοῦ ἀχανοῦς αὐτοῦ νομοῦ...
§116ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν διαιρεῖται ὁ νομὸς Κυκλάδων;
§117ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ἦτο ἤδη νόμος, θὰ σᾶς ἔλεγον καὶ ἐγὼ, ὅτι δὲν διαιρεῖται... Διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἐξαίρεται ἡ ἐπίβλεψις καὶ ἡ ἐφορεία, τὴν ὁποίαν θὰ ἀσκῇ τὸ ἄγρυπνον ὄμμα τοῦ διοικητοῦ ἐπὶ τῆς ὅλης περιφερείας τῆς διοικήσεως. Ἐκτὸς τούτου ὅμως πρέπει νὰ ἐξαρθῇ συγχρόνως καὶ τὸ ἄλλο ἀγαθὸν τοῦ νομοσχεδίου, ἡ δικαστικὴ, οὕτως εἰπεῖν, αὐτοδιοίκησις, ἐὰν ἐπιτρέπηται ἡ λέξις, ἡ ἀνάπτυξις τῶν δικαστηρίων μέχρι τῆς προσεγγίσεως πρὸς τὰ ἄκρα τῆς περιφερείας. Ἐὰν λάβητε ἤδη ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ ἄλλο ἀγαθὸν τοῦ ἐν συνδυασμῷ νομοσχεδίου περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν, τὴν πρόνοιαν δηλαδὴ περὶ νομοσυνεδρίου καὶ τῆς δικαιοδοσίας αὐτοῦ, ἐὰν μάλιστα κατὰ τὴν συζήτησιν εὐρυνθῇ ἡ δικαιοδοσία αὕτη τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, τότε θέλετε ἰδεῖ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ θεσμοῦ μέλλοντος νὰ καταδικασθῇ καὶ αὐτὸς εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν, περὶ θεσμοῦ μέλλοντος καὶ αὐτοῦ νὰ ἀποτύχῃ. Πανσοφίαν, Κύριοι, δὲν ἐπαγγέλλεται ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ σημαίνει, ὅτι κατέχει πλήρως τὸ θέμα, τοῦ ὁποίου ἐπελάβετο καὶ ἐπὶ τὴν μελέτην τοῦ ὁποίου ἐφιλοτιμήθη νὰ καλέσῃ ἡμᾶς. Εἰς τὰς λεπτομερείας βεβαίως θὰ ἐξετασθῶσι πᾶσαι αἱ ἐνυπάρχουσαι ἀτέλειαι, καὶ θὰ ληφθῇ πρόνοια νὰ παρακαμφθῶσιν, ὅπως τὸ νομοθέτημα ἀποβῇ οὕτω πλῆρες καὶ τέλειον. Προκειμένης, Κύριοι, τῆς συζητήσεως περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, δὲν θὰ ἦτο ἄσκοπον νὰ ὁμιλήσῃ τις περὶ τοῦ συγκεντρωτικοῦ καὶ τοῦ ἀποκεντρωτικοῦ συστήματος ἐν σχέσει πρὸς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τῶν λέξεων συγκέντρωσις καὶ ἀποκέντρωσις ἐγένετο, κατὰ τὰ τελευταῖα ἰδίως ἔτη, παρ’ ἡμῖν μεγάλη κατάχρησις καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, προεξάρχοντος τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν διετέλει δυστυχῶς ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Προχθὲς δὲ ἀκόμη ἠκούσαμεν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης φιλοτίμου μέλους τοῦ Κοινοβουλίου, τοῦ ἐξ Οἰτύλου συναδέλφου, ὁ ὁποῖος εἶπεν ἐν τῇ ἀνακινήσει τοῦ ζητήματος τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου: «Τί ζητεῖτε εὐθύνας, καὶ θέλετε νὰ ἐξετάσητε, ἐὰν πταίῃ ὁ Α ἢ πταίῃ ὁ Β; Ἐν ὅσῳ διεπόμεθα ὑπὸ συστήματος συγκεντρωτικοῦ, παύσατε νὰ ζητῆτε ἀλλαχοῦ εὐθύνας. Ἰδοὺ ὁ πταίστης· εἶναι τὸ συγκεντρωτικὸν σύστημα.» Καὶ ἐζήτησε νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Συγκέντρωσις κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, καὶ ἀποκέντρωσις, ὅπως παραδέχονται καὶ οἱ γράφοντες περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, εἶναι λέξεις κεναὶ ἐννοίας, διότι πλήρης συγκέντρωσις, ὡς καὶ πλήρης ἀποκέντρωσις, δὲν βασιλεύει πουθενά. Ἡ συγκέντρωσις, ἥτις ἀπορρέει ἐκ τοῦ δογματικοῦ συστήματος τῆς διοικητικῆς ὀργανώσεως, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς τὴν ἑνότητα καὶ τὸ ὁμοιόμορφον τοῦ Κράτους, διαιρεῖται εἰς τρία, εἰς πολιτικὴν, κυβερνητικὴν καὶ διοικητικὴν, ὅπως καὶ ἡ ἀποκέντρωσις, ἥτις ἀπορρέει ἐκ τοῦ ἱστορικοῦ συστήματος τῆς διοικητικῆς ὀργανώσεως, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς τὴν βαθμιαίως καὶ κατὰ τόπους ἀνάπτυξιν τῶν ἀρχαίων τοπικῶν θεσμῶν, διαιρεῖται καὶ αὐτὴ εἰς πολιτικὴν, κυβερνητικὴν καὶ διοικητικήν. Καὶ βλέπομεν εἰς τὰ συνταγματικὰ μὲν πολιτεύματα τὴν πολιτικὴν συγκέντρωσιν ἀσθενεστέραν, τοὐναντίον δὲ εἰς τὰ μοναρχικὰ Κράτη καὶ τὰ δημοκρατικὰ, μεθ’ ὅσον καὶ ἂν σᾶς φανῇ ἴσως παράδοξον, παρατηροῦμεν τὴν πολιτικὴν συγκέντρωσιν ἰσχυροτέραν. Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι εἰς τὰ μοναρχικὰ Κράτη ἰσχύει ἡ φωνὴ τοῦ μόνου κυρίου καὶ δεσπότου, ὅπως μόνη ἡ φωνὴ τοῦ δήμου κατισχύει εἰς τὰ δημοκρατικά. Ἀντίθετα ὅμως ἐρχόμεθα νὰ παρατηρήσωμεν διὰ τὴν κυβερνητικὴν συγκέντρωσιν, διότι αὕτη, χαλαρωτέρα τυγχάνουσα εἰς τὰ δεσποτικὰ Κράτη, εἶναι ἰσχυροτέρα εἰς τὰ συνταγματικὰ, ἀκριβῶς διότι ταῦτα εἶναι ἐλεύθερα καί, ὅπου ὑπάρχει μείζων ἐλευθερία, παρουσιάζονται μείζονες ἀνάγκαι ἐκ τοῦ πολιτισμοῦ, τῶν ὁποίων ἡ θεραπεία ἀνάγεται εἰς τὸ Κράτος. Βλέπετε δὲ, ὅτι εὐλογοῦσιν οἱ γράφοντες περὶ τούτου τὴν κυβερνητικὴν συγκέντρωσιν, ὅπου τὴν εὑρίσκουσι τὰ μάλιστα ἀνεπτυγμένην, ὅπως συμβαίνει εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Ἀμερικήν. Διὰ τοῦτο σᾶς λέγει ὁ Tockeville (ἐν τῷ συγγράμματι αὑτοῦ «La Démocratie en Amérique», τόμ. I. p. 141): «Τὸ κατ’ ἐμέ, ἀδυνατῶ νὰ ἐννοήσω, πῶς ἔθνος τι εἶναι δυνατὸν νὰ ζῇ, καὶ μάλιστα νὰ εὐημερῇ, ἄνευ ἰσχυρᾶς κυβερνητικῆς συγκεντρώσεως.» (Pour ma part, je ne saurais concevoir qu’ une nation puisse vivre ni surtout prospérer sur une forte centralisation gouvernementale). Ἀνατιθέντες οὕτω τὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους ὅλας εἰς τὸ κέντρον, ἐρχόμεθα εἰς τὴν κυβερνητικὴν συγκέντρωσιν, ἐνῷ, ὅταν ἀναθέτωμεν εἰς τὸ Κράτος κατ’ εὐθεῖαν πᾶσαν λειτουργίαν ἀνήκουσαν εἰς τὰ ὀργανικὰ μέρη αὐτοῦ, ἀποτελοῦμεν τὴν διοικητικὴν συγκέντρωσιν, ἡ ὁποία βεβαίως εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς μίαν χώραν. Ἐπὶ Λουδοβίκου ΙΔʹ εἶχεν ἡ Γαλλία τὴν μεγαλειτέραν διοικητικὴν συγκέντρωσιν, τὴν χαλαρωτέραν δὲ κυβερνητικήν. Ἀπόδειξις τῶν ὅσων ἤδη ἔλαβον, Κύριοι, τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δηλαδὴ οὔτε συγκέντρωσις οὔτε ἀποκέντρωσις ἰσχύει ἀπολύτως εἰς τι Κράτος, εἶναι ὅ,τι παρατηροῦμεν εἰς τὴν Ῥωσίαν καὶ τὴν Τουρκίαν, τὰ δεσποτικώτερα Κράτη τῆς Εὐρώπης, ὅπου αἱ ἐλευθερίαι, αἱ παρεχόμεναι εἰς τοὺς δήμους, εἶναι πολὺ μεγαλείτεραι τῶν ἐλευθεριῶν, τὰς ὁποίας βλέπομεν εἰς τοὺς δήμους τῶν λοιπῶν Κρατῶν. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἐξ ἄλλου μόλις ἐσχάτως παρατηροῦμεν, ὅτι ἐδόθη τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμα εἰς τὰς ἐνορίας καὶ εἰς τὰς κώμας. Εἰς τὴν Ἑλλάδα λέγομεν, ὅτι ἀπέτυχε τὸ συγκεντρωτικὸν σύστημα, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ ἀποτύχῃ, διότι ἡμεῖς ἠθελήσαμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ αὐτὸ σύστημα ἐν παραδείγματι καὶ νὰ θέσωμεν ὑπὸ τὰς αὐτὰς διατάξεις τὸν μικροσκοπικόν, ἀλλ’ ἀγαπητόν μοι δῆμον τῆς Ἀνάφης καὶ τὸν τῆς πρωτευούσης τοῦ Βασιλείου, τὸν πρωτεύοντα δῆμον τῶν Ἀθηναίων. Καὶ τοῦτο, διότι λησμονοῦμεν ὅτι, ὑπηρετοῦντες τὴν ταυτότητα, διακυβεύομεν τὴν ἰσότητα. Οἱ ὀπαδοὶ τῆς ἀποκεντρώσεως λησμονοῦσιν, ὅτι ὑπάρχουσι πολλοὶ παρ’ ἡμῖν οἱ λέγοντες, ὅτι, ἂν ἀπέτυχε τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, ἀπέτυχε διότι προώρως εἰσήχθη εἰς τὴν χώραν· καὶ ἐν τούτοις θέλουσιν αὐτοὶ νὰ ἐπιβάλωσι τὰς ἀποκεντρωτικὰς ἀρχὰς εἰς αὐτὴν σήμερον, ἐνῷ θὰ ἔπρεπεν ἴσως νὰ ἔκαμνον πρόχειρον παρατήρησιν, ὅτι, ὅπου παρ’ ἡμῖν ἐφηρμόσθη ποιά τις ἀποκέντρωσις, π. χ. ἐν ταῖς ἑταιρείαις, ἀπέτυχε, διότι παρά τισι τούτων — χωρὶς νὰ ἀναφέρωμεν ὀνόματα — βλέπομεν πάντες μετὰ λύπης τὰ ἀτυχῆ καὶ φθισικὰ ἀποτελέσματα τοιαύτης ἀποκεντρώσεως. Ὑστεροῦμεν, Κύριοι, τῶν ἄλλων εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν κατὰ πολὺ· δὲν ἔχομεν ἔτι — διατί νὰ τὸ κρύπτωμεν; — ἠθικῶς καὶ ἐθνικῶς διαπαιδαγωγηθῆ, δὲν ἔχομεν ἔτι βιομηχανίαν, δὲν ἔχομεν ἐμπόριον ἀνεπτυγμένον, δὲν εἴμεθα ἀκόμη, ὅπως τὰ λοιπὰ Κράτη τῆς Εὐρώπης, τοσοῦτον ἀνεπτυγμένοι καὶ προηγμένοι ἐν ἐλευθέρῳ βίῳ, ὥστε νὰ θελήσωμεν ν’ ἀποβάλωμεν ἀφ’ ἡμῶν τὴν ἰδιαιτέραν μέριμναν τῆς Πολιτείας καὶ τὴν κηδεμονίαν αὐτῆς. Πρέπει λοιπὸν νὰ προσέχωμεν νὰ μὴ σπεύδωμεν εἰς τὰ βήματα αὐτὰ τὰ ἀποκεντρωτικὰ, διότι πρέπει νὰ συλλογισθῶμεν, ὅτι τοὺς λαοὺς χειραφετουμένους δὲν δύναται ὁ πολιτειακὸς νόμος νὰ ἐπαναφέρῃ ἐν ἀνάγκῃ εἰς τὴν προτέραν κατάστασιν, ὅπως δύναται ὁ ἀστικὸς τοὺς ἀστικῶς χειραφετουμένους. Ἐὰν θέλωμεν, Κύριοι, ν’ ἀποκρούσωμεν τὴν συγκέντρωσιν, ἐὰν θέλωμεν ν’ ἀποκτήσωμεν τὴν ἀποκέντρωσιν, — καὶ ἐννοῶ τὴν προσήκουσαν — πρέπει μόνοι μας νὰ ἐργασθῶμεν φιλοτίμως πρὸς τοῦτο, πρέπει νὰ διαπαιδαγωγηθῶμεν θρησκευτικῶς, πρέπει νὰ διαπαιδαγωγηθῶμεν ἐθνικῶς, πρέπει νὰ γείνωμεν ἔθνος πράγματι ἐλεύθερον, καὶ τότε τὰ λοιπὰ παρέπονται· ἡ ἀποκέντρωσις, ἡ ὀρθὴ ἀποκέντρωσις θὰ ἔλθῃ τότε πρὸς ἡμᾶς, δὲν θὰ ὑπάγωμεν ἡμεῖς πρὸς αὐτήν. Ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ θὰ εὕρωσι, Κύριοι, οἱ ἐρασταὶ τῆς ἀποκεντρώσεως ποιάν τινα ἀποκέντρωσιν, αὐτὴν τὴν ὁποίαν παρατηροῦμεν εἰς τὸ σύστημα τὸ ἰσχῦον ἐν Ἀγγλίᾳ, αὐτοδιοίκησίν τινα δηλαδή, διότι καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου ἡ αὐτοδιοίκησις εἶναι πολὺ ἀνεπτυγμένη, παρατηροῦμεν, ὅτι ἔχει μὲν χορηγηθῆ τὸ δικαίωμα εἰς τὰς κοινότητας νὰ καταφεύγωσιν εἰς τὴν πρὸς τοὺς πολίτας ἐπιβολὴν ἐγγείου φόρου καὶ εἰς τὴν εἴσπραξιν αὐτοῦ, πάντοτε ὅμως ἐντὸς ὁρίων, τιθεμένων πρὶν ὑπὸ τοῦ Ἀγγλικοῦ Κοινοβουλίου. Τοιαῦτά τινα θὰ παρατηρήσωμεν καὶ κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νομαρχιακοῦ συστήματος εἰς τὸ δεύτερον νομοσχέδιον περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν. Ὅταν βραδύτερον συγκεντρώσωμεν ὅλας τὰς ἀρχὰς ἐντὸς τῆς νέας νομαρχιακῆς περιφερείας, τότε θὰ ἐπιτύχωμεν, Κύριοι, τὴν ἀποκέντρωσιν δι’ αὐτῆς τῆς συγκεντρώσεως. Θὰ σκεφθῶμεν τότε βραδύτερον, ὅπως καταστήσωμεν καὶ ἐκλογικὴν τὴν νέαν διοικητικὴν περιφέρειαν, ὅτε καὶ θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀποτινάξωμεν ὁπωσδήποτε τὸν ζυγὸν τοῦ παρελθόντος, ἀποσπώμενοι ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἰσχυουσῶν ἐπαρχιακῶν διαιρέσεων ἐν τῷ Κράτει, καὶ ν’ ἀποδώσωμεν εἰς αὐτὸ τὴν ἀληθῆ διαίρεσιν τὴν διοικητικὴν, ἡ ὁποία πρέπει ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὰ διάφορα τμήματα αὐτοῦ κατὰ λόγον τῶν ἠθῶν καὶ τῶν ἐθίμων, τῶν ἱστορικῶν ἀξιώσεων καὶ τῶν γεωγραφικῶν συνθηκῶν τῆς χώρας. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ἓν τῶν μεγαλειτέρων ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα ἐγγυᾶται τὸ παρὸν νομοσχέδιον, εἶναι ἡ ἀνάπτυξις, ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν δικαστηρίων εἰς τὰς νέας ἕδρας, αἵτινες δημιουργοῦνται διὰ τῶν νέων διοικήσεων. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι ἡ δικαιοσύνη πρέπει νὰ εὑρίσκηται πολὺ μακρὰν, ἵνα μὴ τυχὸν διαφθείρηται, τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι, ὅταν ἔχωμεν πλησιέστερον τὸν δικαστὴν πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀνάγκην τούτου, — καὶ ἐννοῶ τὸν ἀστικὸν δικαστὴν, — ὅταν ἔχωμεν αὐτὸν πλησιέστερον πρὸς ἐκεῖνον, πρὸς τὸν ὁποῖον τὸν θέλει ἡ Πολιτεία χάριν τοῦ δημοσίου συμφέροντος, — καὶ ἐννοῶ τὸν ποινικὸν δικαστήν, — τότε θὰ βλέπωμεν καὶ ὀλιγωτέρους δίδοντας λόγον εἰς τὸν νόμον, διότι ὀλιγώτεροι θὰ ἦναι οἱ παραβάται αὐτοῦ, καὶ τοὺς περισσοτέρους λύοντας εἰρηνικῶς τὰς πρὸς ἀλλήλους διαφοράς.
§118ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπου πολλοὶ ἰατροί, ἐκεῖ καὶ ἀσθενεῖς πολλοί.
§119ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Μόνον περὶ τῆς δικαιοσύνης δὲν ἠμπορεῖ νὰ λεχθῇ τοῦτο, διότι οὐδεὶς φόβος, κύριε συνάδελφε, νὰ παρακολουθῇ τοὺς δικαστὰς ἡ δίκη ἢ τὸ ἔγκλημα· μόνον τοὺς ἰατροὺς παρακολουθοῦσι κατὰ τὴν παροιμίαν αἱ νόσοι αἱ πολλαί. Διὰ τοῦτο μὴ φοβηθῆτε, ὅτι σπείροντες πανταχοῦ τὴν δικαιοσύνην θὰ θερίσητε τὴν ἀδικίαν. Ἡ δικαιοσύνη πρέπει νὰ εὑρίσκηται καὶ εἰς τὴν καλύβην τοῦ χωρικοῦ, ὡς εἶπεν ὁ Βάκων. Ἀλλαχοῦ ἐθεωρήθη ὅτι εὐεργετικὸς ὁ θεσμὸς τῶν περιοδευόντων δικαστῶν· τοῦτο δὲ, οὐχὶ διότι δὲν ἤθελον τὸν δικαστὴν πάντοτε πλησίον εἰς τὸν δικαζόμενον, ἀλλὰ διότι δὲν εἶχον τὰ μέσα, ὅπως ἔχωσι τὸν δικαστὴν πανταχοῦ. Ἡμεῖς ὅμως διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου ἐρχόμεθα εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ἔχωμεν εἰς ἑκάστην διοίκησιν πλησίον τὸν δικαστήν. Ἄλλως δὲ τὸ εὐεργέτημα τοῦτο εἶναι ἔτι μεγαλύτερον, ἐὰν ἀναλογισθῶμεν, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν δικαστηρίων θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ εὔελπι σημεῖον τοῦ νὰ εἰσαγάγωμεν καὶ παρ’ ἡμῖν τὴν προφορικὴν συζήτησιν καὶ ν’ ἀπαιτήσωμεν καὶ τὴν παρ’ ἡμῖν ἀπὸ τῆς ἕδρας ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως. Ταῦτα πάντα ἔχων, Κύριοι, ὑπ’ ὄψιν, λαμβάνω τὴν τιμὴν καὶ τὸ θάρρος νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ψηφίσῃ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὐ μόνον ἄνευ δισταγμοῦ, ἀλλὰ καὶ μετ’ ἀληθοῦς ἐνθουσιασμοῦ.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§121Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ δικαίας εὐέλπιδος προσδοκίας, κύριοι συνάδελφοι, ἀφεώρα καὶ προσητένιζε σύμπαν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος πρὸς ἡμᾶς, ἡμᾶς τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν Βουλὴν ταύτην, συνερχομένους τὸ πρῶτον μετὰ τὰ δεινὰ ἀτυχήματα, ἅτινα ἐδοκίμασε τὸ Κράτος, ἀλλὰ δὴ καὶ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνισμὸς, κατὰ τὸν ἄρτι διεξαχθέντα πόλεμον ἡμῶν πρὸς τὴν Τουρκίαν, πόλεμον, ὅστις ὑπῆρξεν ἡ λυδία λίθος, ἐφ’ ἧς ἐδοκιμάσθη ἀκριβῶς καὶ ἀλανθάστως ἡ ἀπὸ μακρῶν δεκαετιῶν κρατοῦσα παρ’ ἡμῖν κατάστασις τῶν πραγμάτων. Οὐδέποτε δὲ ἄλλη τις Βουλὴ Ἑλληνικὴ ἔσχεν ὑψηλοτέραν καὶ σοβαροτέραν ἀποστολὴν ἐκείνης, ἣν ἀποδίδει ἡμῖν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, οὐ μόνον ὁ ἐν τοῖς στενοῖς ὁρίοις τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου οἰκῶν, ἀλλὰ ὁλόκληρος ὁ ἁπανταχοῦ γῆς κατεσπαρμένος Ἑλληνισμὸς, ὅστις θεωρεῖ κέντρον τῆς μεγάλης ἐθνικῆς Ἰδέας τὴν μικρὰν ταύτην γωνίαν. Ὁ ἐκ τοῦ πολιτεύματος τῆς χώρας κλῆρος ἔλαχε διὰ τῶν ἐκλογῶν τῆς 7 Φεβρουαρίου ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ἀποτελουμένην ἐκ τῶν ἐπὶ τῶν ἑδρῶν τούτων παρακαθημένων ἀξιοτίμων κυρίων Ὑπουργῶν. Ἀληθῶς δὲ, ὡς εἶπεν ὁ προαγορεύσας ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ἐκ Θήρας, ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἐφιλοτιμήθη νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληθώραν νομοθετικῆς ἐργασίας. Ὡς ἠκούσατε ὅμως, ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἔσπευσε νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν προσαχθεῖσαν ἡμῖν νομοθετικὴν ἐργασίαν πρῶτον κατὰ ποσὸν, βραδύτερον δὲ μόλις προσέθεσέ τι καὶ περὶ τοῦ ποιοῦ αὐτῆς. Εἶχον καὶ ἐγὼ οἴκοθεν τὴν γνώμην, ἀλλ’ ἤκουσα διαπιστουμένην ταύτην καὶ παρὰ τοῦ προαγορεύσαντος ἀξιοτίμου συναδέλφου, — ἄλλως δὲ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐν τῇ πρὸς τὴν Βουλὴν εἰσηγήσει τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως ἐτόνισε τοῦτο, — ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον «περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους» καὶ τὸ συναφὲς αὐτῷ «περὶ τῶν νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν» ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν καὶ τὸν κεντρικὸν πυρῆνα τοῦ συστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου, ἐφαρμόζουσα τὸ μεταρρυθμιστικὸν ἔργον, ὡς λίαν συχνῶς καὶ κατὰ ποικίλας ἐκφράσεις ἀκούομεν χαρακτηριζόμενον αὐτό. Ἀληθῶς ἡ Κυβέρνησις προσήγαγε πλεῖστα νομοσχέδια, ὧν τινα μὲν ἐπιτυχῆ, καθόσον ὁμολογουμένως ἦσαν ἀπὸ μακροῦ χρόνου ὥριμα ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει, ὡς τὸ περὶ μεταβολῆς τοῦ τρόπου τῆς φορολογίας τῶν ζώων καὶ τὸ περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, ἅτινα ἤδη ἡ Βουλὴ ἐψήφισε, φιλοτιμηθεῖσα νὰ συντελέσῃ ἐν εἰλικρινείᾳ εἰς τὴν ἀρτιωτέραν διασκευὴν αὐτῶν πρὸς καλλιτέραν διὰ τὸν φορολογούμενον ἐφαρμογήν. Ἄλλα ὅμως—καὶ ταῦτά εἰσιν οὐκ ὀλίγα — ἐκ τῆς πληθώρας τῶν νομοσχεδίων, ὅσα προσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν μὴ ἔσπευδε νὰ προσκομίσῃ αὐτά, ἵν’ ἀποτελέσῃ ὡρισμένον, οὕτως εἰπεῖν, ποσὸν νομοθετικῆς ἐργασίας, ἐὰν κατέλειπεν ἐπί τινας ἑβδομάδας, ἐπὶ μῆνας μάλιστα, εἰς τοὺς σύρτας τῶν γραφείων αὑτῆς, ἀνεθεώρει δὲ καὶ μετεσκεύαζε βραδύτερον, θὰ ἔβλεπε καὶ αὐτὴ καὶ θὰ ἐπείθετο, ὅτι χρήζουσι πολλῆς μελέτης πρὸς καλλιτέραν καὶ σκοπιμωτέραν διασκευήν. Δυστυχῶς ὅμως δὲν ἔπραξε τοῦτο, ἔσπευσε δέ, κατ’ ἐμέ, πολύ. Ὅπως δήποτε ὅμως ἐν τῇ προσαχθείσῃ ἡμῖν νομοθετικῇ ἐργασίᾳ ἀντιπροσωπεύεται, ὡς εἶπον, τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, σήμερον δὲ καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ἀσχοληθῇ ἐπὶ τοῦ κυριωτάτου τούτων, τοῦ πυρῆνος τοῦ συστήματος αὐτῆς, τοῦ «περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους». Ἐξεφράσθην ἤδη προχθές, κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν αὐτοῦ, δι’ ὀλίγων ἐνώπιον ὑμῶν περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ ἐδήλωσα ὅτι ἀντιτάσσομαι κατ’ ἀρχὴν καὶ ῥιζικῶς εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Θὰ προσπαθήσω δὲ νὰ εἴπω ὑμῖν καὶ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἔχω τοιαύτην ἐναντίαν γνώμην. Ἀλλὰ πρέπει—καὶ θὰ εὕρω, ὡς ἐλπίζω, εἰς τοῦτο συμφώνους καὶ ἅπαντας ὑμᾶς—τοιοῦτο νομοσχέδιον, τοιαύτης σπουδαιότητος, τοιαύτης μεταβολῆς πρόξενον ἐν τῷ τόπῳ, ἂν τυχὸν ἤθελεν ἐπιψηφισθῆ, νὰ συζητηθῇ μετὰ ἠρεμίας καὶ ψυχραιμίας, ἡ ὁποία, δυστυχῶς, κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας δὲν ἐπεκράτησεν ἐν τῇ Βουλῇ. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους, ἂν τυχόν, ἀναπτύσσων τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἔχω κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀναφέρω ὀνόματα νομῶν καὶ ἐπαρχιῶν καὶ δήμων, νὰ μὴ ταραχθῶσι, νὰ μὴ νομίσωσιν ὅτι μνημονεύω αὐτῶν πρὸς ἀντίπραξιν κατὰ τῶν λαμβανομένων μέτρων· θ’ ἀναφέρω αὐτὰ ἐν παραδείγματι· οὐδὲ λύω ζητήματα ἐντεῦθεν· λαμβάνω τὴν τιμὴν μόνον νὰ ἐκφράσω τὰς γνώμας μου πρὸς ὑμᾶς, οὐδ’ ἀποφαίνομαι ἀνεκκλήτως. Ὑμεῖς ἔχετε νῦν τὴν νικῶσαν ψῆφον. Ἄλλως, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῶν λεπτομερειῶν, ἕκαστος ἂς φροντίσῃ, κατὰ δύναμιν ἐπιχειρημάτων καὶ κατὰ δύναμιν πολιτικήν, νὰ λάβῃ ὅ,τι νομίζει ὅτι δικαιοῦται νὰ λάβῃ ὑπὲρ τοῦ τόπου αὑτοῦ. Διὰ τοῦτο ἐλπίζω, —καὶ ἐγὼ ἔχω, ὡς εἶπον, τὴν πρόθεσιν ταύτην, — ὅτι θὰ συζητήσωμεν πρὸς πειθὼ ἀμοιβαίαν καὶ οὐχὶ πρὸς ἐξόργισιν ἀλλήλων κατ’ ἀλλήλων, διότι ἀληθῶς ἀντικρούονται συμφέροντα τοπικὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ. Πιθανὸν νὰ ὑποχωρήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἔχομέν τινες περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τῶν καθ’ ἕκαστον αὐτοῦ, καὶ τὰς ὁποίας ἔχομεν τὸ θάρρος νὰ ὑποστηρίζωμεν, ἰσχυριζόμενοι ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι ὥριμον, οὐδὲ εὔλογον, καὶ μέλλει ν’ ἀποβῇ ἐπιβλαβὲς εἰς τὸν τόπον. Πιθανὸν ἡ Βουλὴ, πειθομένη εἰς λόγους ἰσχυρούς, τοὺς ὁποίους ἴσως θ’ ἀντιτάξωσιν ἄλλοι, ὅσοι θὰ λάβωσι τὸν λόγον μετ’ ἐμέ, — καὶ ἐδήλωσαν ἤδη πολλοὶ — νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἴτε ν’ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον προσκαίρως, πρὸς καλλιτέραν καὶ τελειοτέραν διασκευὴν αὐτοῦ, εἴτε νὰ μετατρέψῃ αὐτὸ ῥιζικῶς, ἀλλ’ ἐννοῶ τόσον ῥιζικῶς, ὥστε νὰ φθάσῃ καὶ εἰς ἄλλο σύστημα. Ἡ συζήτησις θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὸ καλλίτερον. Ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα ἀγορεύων πρὸς ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, ὑπὸ τὸ αὐτὸ ὁμοίως πνεῦμα παρακαλῶ νὰ μοῦ ἀκούσητε. Δίδει δὲ εὐτυχῶς λαβὴν καὶ βάσιν πρὸς τοιαύτας σκέψεις καὶ ἡ ἔκφρασις τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἰσάγοντος τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, διότι καὶ ἐκεῖνος ἀληθῶς, μετριοφρόνως ἐκφραζόμενος, ἔλεγεν ὅτι «τὴν ἐπ’ αὐτῶν (τῶν νομοσχεδίων) συζήτησιν μετὰ πλείονος προσοχῆς θέλομεν ἀκολουθήσει, μὲ τὴν πρόθεσιν, ὅπως ἐξ αὐτῆς φωτισθῶμεν, καὶ μὲ τὴν ἀπόφασιν, ὅπως ἀποδεχθῶμεν πᾶσαν τροπολογίαν, τείνουσαν εἰς βελτίωσιν αὐτῶν». Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μὴ ἀναπτύξω πρὸς ὑμᾶς — ἴσως δὲ δὲν εἶμαι καὶ ὁ κατάλληλος — συστήματα συγκεντρώσεως καὶ ἀποκεντρώσεως. Θὰ ἦμαι πρακτικώτερος. Μετὰ μικρῶν παραλλαγῶν, ὡς οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἐπεκράτησε τὸ νῦν διέπον ἡμᾶς διοικητικὸν σύστημα...
§122ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διοικητικὴ διαίρεσις.
§123ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. ... καὶ ὡς πρὸς τὴν τοπικὴν διαίρεσιν καὶ ὡς πρὸς τὴν διοικητικήν· διότι ὑπῆρξε καὶ μικρά τις χρονικὴ περίοδος, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔσχομεν ἄλλην διοικητικὴν διαίρεσιν, ἔσχομεν τὴν νομαρχιακήν· ἐπανήλθομεν δὲ εἰς τὴν ἐπαρχιακήν. Τοῦτο ἐννοῶ, κύριε συνάδελφε. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διοικητικὴν διαίρεσιν ἐλαχίστας ὑπέστη ὁ ἀρχῆθεν καθιδρυθεὶς ὀργανισμὸς μεταβολὰς καὶ μεταλλαγάς. Ἡ διαίρεσις αὕτη βεβαίως δὲν ὑπῆρξεν ἀρχῆθεν ἐπιτυχὴς καθ’ ὅλα· κατέστη ἐν τούτοις «κακὸν εὖ κείμενον», τοῦτο δὲ τὸ «εὖ κείμενον κακὸν» ἐσμὲν ὑπόχρεοι νὰ ἀνεχθῶμεν μέχρι τελειοτέρας, καλλιτέρας, ἀλλὰ πράγματι καλλιτέρας διαρρυθμίσεως τῆς μεταβολῆς. Ἡ τοιαύτη ὅμως μεταρρύθμισις, κύριοι συνάδελφοι, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τοῦ ζητήματος, ἕνεκεν ἱστορικῶν λόγων, ἕνεκα τῆς στενότητος τοῦ τόπου, ἕνεκα τῆς φυσικῆς διασκευῆς τῆς χώρας, δὲν εἶναι εὔκολος. Πολιτικὸς τοῦ τόπου, ἄρξας αὐτοῦ κυριαρχικῶς σχεδὸν ἐπὶ μακρὰν περίοδον ἐτῶν, ἐπὶ δύο δεκαετίας, πολιτικὸς ἀφήσας τὴν σφραγῖδα τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ καὶ τῶν σκέψεών του ἐπὶ μεγίστου μέρους τῆς νομοθεσίας τοῦ Κράτους, ἐπεχείρησε, κατὰ περίεργον σύμπτωσιν, κύριοι συνάδελφοι, ἐν στιγμαῖς καὶ περιστάσεσι προσομοίαις πρὸς τὴν παροῦσαν, τὴν μεταβολὴν τοῦ διοικητικοῦ συστήματος. Μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῆς ἐπιχειρήσεως πολέμου καὶ τότε, κατὰ τὸ 1886, μετὰ τὴν πίεσιν καὶ τὴν βίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέστημεν τότε διὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ καὶ τοῦ ἐξαναγκασμοῦ πρὸς ἀφοπλισμόν, ὁ ἐκλιπὼν δυστυχῶς πολιτευτὴς Χαρίλαος Τρικούπης ἔφερε τὸ σύστημα ἐκεῖνο τῆς μεταβολῆς τῆς ἐπαρχιακῆς διοικήσεως εἰς νομαρχιακήν, παρακολουθουμένην καὶ ὑπὸ τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας ἐν τῇ αὐτῇ ἐκτάσει. Εἰς ὁμοίας περιστάσεις, λέγω, εὑρισκομένων καὶ σήμερον ἡμῶν, μετὰ πόλεμον ἀποτυχόντα, μετὰ βίαν ἀσκηθεῖσαν ἐφ’ ἡμᾶς διὰ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ ἐλέγχου, διὰ τῆς περικοπῆς τῶν συνόρων τοῦ Κράτους διὰ τῆς ἐπιβολῆς τῆς πληρωμῆς μεγάλου προστίμου πολεμικῆς ἀποζημιώσεως, μετὰ τοιαύτας περιστάσεις, προσομοίας πρὸς ἐκείνας τοῦ 1886, ἐπιβάλλεται πάλιν ἡ μεταβολὴ τοῦ διοικητικοῦ συστήματος. Ταχέως ὅμως αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις τοῦ τόπου μετεβλήθησαν· ἄλλος πολιτικός, ὁ γεραρὸς ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς κ. Δηλιγιάννης, κρατήσας, ἐπανέφερε τὴν ἐπαρχιακὴν διοίκησιν, καὶ ὁ τόπος ἀπεδέχθη αὐτὴν προθυμότατα. Τόσον δὲ προθύμως ἀπεδέχθη ταύτην ὁ τόπος, ὥστε μετὰ δύο ἔτη ἐπανελθὼν ὁ Τρικούπης δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ σύστημα τὸ πρῶτον, τὸ τῆς νομαρχιακῆς διοικήσεως μετὰ τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, φαίνεται δὲ, ὅτι θεσμός, καταδικασθεὶς ἅπαξ εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν, δὲν ἐπανέρχεται πλέον, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ἐκ Θήρας.
§124ΑΡ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν πρόκειται τώρα περὶ νομαρχιακῆς περιφερείας.
§125ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, μὴ μὲ διακόπτετε. Ἐπανέφερε μὲν τὴν νομαρχιακὴν διαίρεσιν ὁ Τρικούπης, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ μετὰ τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ πρῶτα βήματα πρὸς τὴν ἀποκέντρωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐν νῷ, — τώρα ἤκουσα τοῦτο, ὅπως ἠκούσατε καὶ ὑμεῖς αὐτό, παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Θήρας συναδέλφου, — εἶχεν ἐν νῷ, ὡς φαίνεται ἐκ τοῦ πνεύματος τῶν διαφόρων νόμων, οὓς εἰσῆγε. Καὶ ἐπειδὴ οὔτε ἐκεῖνος ἠδυνήθη νὰ ἐπαναφέρῃ τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια ὡς πρώτην βάσιν ἀποκεντρώσεως, νομίζω ὅτι καὶ ἡ πρᾶξις αὕτη ἢ μᾶλλον ἡ παράλειψις αὕτη τοῦ μακαρίτου Τρικούπη βαρύνει σήμερον ἀρκούντως εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου...
§126Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Τὸν ἀπησχόλει τότε τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα.
§127ΑΡ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Οὐδὲ ὁ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς ἐπανέφερε τὰ ἐπαρχεῖα.
§128ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδενὸς ἀναλαμβάνω τὴν ὑπεράσπισιν, ὡς οὐδὲ κατηγορῶ τινος ἐντεῦθεν. Ἐγὼ μόνον συζητῶ. Ἐπανιδρύθη λοιπὸν πάλιν ὁ νομός, ἀλλ’ ἔχων ὡς βάσιν τὴν ἐπαρχίαν, διότι ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὡς γνωρίζετε, λέγει: «καταργοῦνται τὰ ἐπαρχεῖα, αἱ δὲ ἐπαρχίαι τοῦ Κράτους διοικοῦνται παρὰ τῶν νομαρχῶν», ἄνευ πλέον Νομαρχιακῶν Συμβουλίων. Φαίνεται δὲ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ ἐπαρχία ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ, ὡς ὥρισαν αὐτὴν οἱ πρῶτοι καταστήσαντες τὴν βάσιν τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως ἅμα τῇ συστάσει τοῦ Βασιλείου, ἡ ἐπαρχία ἔχει δικαίωμα εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν ἀπὸ χιλιάδων ἐτῶν. Ἀπὸ δύο ἢ τριῶν χιλιάδων ἐτῶν ἔχομεν τὰ ὀνόματα τῶν καὶ νῦν ἔτι ὑφισταμένων ἐπαρχιῶν καὶ διαίρεσίν τινα ἐπιπλεύσασαν πάσης πολιτικῆς καταστάσεως τῆς Ἑλλάδος. Ὑπάρχει διαίρεσίς τις τοπικὴ ἐν Ἑλλάδι, ἀπὸ τοῦ Ὁμήρου καὶ ἔτι πρόσθεν ἐπικρατήσασα ἐπιμόνως. Δὲν ἐννοῶ διαίρεσιν τοπικισμοῦ, ἀλλὰ τοπικόν τι κατ’ ἐπαρχίας πνεῦμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει χαρακτῆρα ἀποκλειστικότητος, ἢ ἐχθρότητος πρὸς τοὺς πέραν τῶν ὁρίων τῆς ἐπαρχίας, ἀλλ’ ἔχει χαρακτῆρά τινα στενώτερον, ἕνεκεν ἱστορικῶν λόγων. Τοιοῦτον ἔχουσιν αἱ ἐπαρχίαι καὶ αἱ περιφέρειαι, ὑπὸ τὴν γεωγραφικὴν ἔκφρασιν καὶ ἔννοιαν, τῆς Ἀττικῆς, οἵα ὑπῆρξεν ἀνέκαθεν ἐν τῇ ἱστορίᾳ, τῆς Μεγαρίδος ἢ Μεγαρικῆς, ὡς ἐγνώρισεν αὐτὴν ἡ ἱστορία ἀπὸ τῆς βαθυτάτης ἀρχαιότητος, καὶ τόσαι ἄλλαι, ἃς ἐλπίζω ὅτι θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὑπομνήσω, ἢ ἀκριβέστερον νὰ ἀναμνήσω ὑμῖν. Παραλείπω τὰς νήσους, αἵτινες φυσικῶς ἀποτελοῦσιν ἰδίας περιφερείας καὶ κατὰ τὸ πλεῖστον ἀείποτε ἀπετέλεσαν ἰδίας ἐπαρχίας, ἃς καὶ ταύτας ἔρχεται νῦν νὰ ἀνατρέψῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἀκούσατε ὅμως τὰ ὀνόματα τῶν ἐν τῇ χέρσῳ Ἑλλάδι καὶ τῇ Πελοποννήσῳ ἐπαρχιῶν: Θῆβαι, Φθία ἢ Φθιῶτις, Λοκρίς, Φωκίς, Δωρίς, Παρνασσίς, Ἀκαρνανία, Αἰτωλία, Εὐρυτανία, Ἀμβρακιῶτις, Ναύπακτος, Θεσσαλιῶτις, Μαγνησία, Φάρσαλος, Πήλιον, Κύμη, Κάρυστος, Ἀργολίς, Ἄργος, Κορινθία, Τροιζήν, Μαντίνεια, Γόρτυς, Μεγαλόπολις, Κυνουρία, Ἀχαΐα, Αἰγιάλεια, Ἦλις, Ὀλύμπια καὶ Ὀλυμπία, Μεσσήνη, Τριφυλία, Πύλος, Σπάρτη, Λακεδαίμων, Λακωνική, Ἐπίδαυρος ἡ Λιμηρά. Ἀναφέρω μόνον ταῦτα ἐκ τῆς ἀρχαιότητος. Περὶ ἕκαστον δὲ τῶν ὀνομάτων τούτων ἐξυπακούεται, ὡς πάντες ὑμεῖς γινώσκετε κάλλιον ἐμοῦ, ἱστορία ὁλόκληρος ἰδία, σελίδες δὲ περίλαμπροι τῆς καθ’ ὅλου ἐθνικῆς ἱστορίας. Ὑπάρχει ψυχή τις ἰδιαιτέρα ἐν ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ, καὶ ἡ ἐπαρχία ἀνθίσταται, ἀντέστη κατὰ τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι ἐκληροδοτήθησαν κατ’ αὐτῆς, ὡς εἶπον ἤδη, κατὰ τὸ 1886 καὶ κατὰ τὸ 1892, καὶ θ’ ἀντιστῇ καὶ θὰ ὑπερισχύσῃ καὶ θὰ κρατήσῃ μέχρι τέλους. Λέγω δὲ ταῦτα οὐδὲ μαντεύων οὐδὲ προφητεύων, ἀλλ’ ἀκολουθῶν τὸν κανόνα τὸν ἱστορικόν, ὁ ὁποῖος ἐπροστάτευσε καὶ ἔσωσε μέχρι τοῦδε τὰς ἐπαρχίας ἀπὸ τῆς βαθυτάτης ἀρχαιότητος. Θὰ εἴπω δὲ τελευταῖον τὸν λόγον, διατὶ φρονῶ ὅτι θὰ κατισχύσῃ μέχρι τέλους. Αἱ δὲ ἐπαρχίαι, ἃς κατέστησεν ὁ νομοθέτης κατὰ τὴν πρώτην διοικητικὴν διαίρεσιν, πλὴν τῶν ἀρχαίων ὀνομάτων, τὰ ὁποῖα συνοδεύονται ὑπὸ ἱστορίας ὁλοκλήρου καὶ παραδόσεων ἀπείρων, καθιδρύθησαν ἐν τῷ νεωτέρῳ Βασιλείῳ καὶ ἐπὶ τῶν νεωτέρων ὀνομάτων καὶ ἐγένετο δικαία τις, οὕτως εἰπεῖν, διανομὴ μεταξὺ τῆς ἀρχαίας ἱστορίας καὶ τῆς νεωτέρας· βλέπετε δὲ νεωτέρας ἐπαρχίας, καθιδρυθείσας ὑπὸ τὰ ὀνόματα τῆς Λεβαδείας, τοῦ Δομοκοῦ, Μεσολογγίου, Βάλτου, Ξηρομέρου, Ἄρτης, Καλαμπάκας, Βόλου, Ὕδρας, Σπετσῶν, Καλαβρύτων, Γυθείου, Οἰτύλου, Καρδίτσης, Τυρνάβου, Ξηροχωρίου, Ἁγυιᾶς, Ἁλμυροῦ καὶ ἄλλων ἴσως. Ἐνταῦθα, κύριοι συνάδελφοι, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκδηλώσω τὴν ἀπορίαν καὶ τὸν θαυμασμόν, ὃν μοὶ ἐμποιεῖ ἡ τάσις τῆς Πολιτείας, τοῦ ἐπισήμου Κράτους, ἡμῶν πάντων ἐνταῦθα, οἵτινες ἀντιπροσωπεύομεν τὰς ἐπαρχίας, ἃς ἠρίθμησα, εἴτε ὑπὸ ἀρχαῖα ὀνόματα, εἴτε ὑπὸ νεώτερα, πάντα ὅμως ἔνδοξα, πρὸς τὸ νὰ μεταβάλωμεν, νὰ συμπιέσωμεν, νὰ ἐξουθενώσωμεν καὶ νὰ ἐξαλείψωμεν αὐτὰ διὰ τῶν ἐπισήμων τούτων κειμένων, ἅτινα θὰ λάβωσι τὴν μορφὴν νόμων καὶ θὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὸν τόπον καὶ τὴν ἱστορίαν αὐτοῦ. Μὴ λησμονήσῃ τις ὅμως ἐξ ὑμῶν, ὅτι ἡ ἱστορία θὰ ἐπικρατήσῃ, διότι πρέπει νὰ ἐπικρατήσῃ. Ἡμεῖς δὲ, οἵτινες ἥκιστα, οὐδόλως, οὐδὲ κατὰ κεραίαν συνετελέσαμεν εἰς τὴν δημιουργίαν τῆς ἱστορίας ταύτης, τοῦτο μόνον ἀποπειρώμεθα, πῶς νὰ ἐξαλείψωμεν τὴν ἱστορίαν! Ἀλλὰ ἡ ἱστορία θὰ κρίνῃ καὶ ἡμᾶς προσηκόντως! Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὴν σειρὰν τοῦ λόγου μου, ἵνα ἐξετάσω τὸ ζήτημα πρακτικῶς. Ἡ κατάργησις τῶν ἐπαρχείων, κατὰ τῶν ὁποίων ὁ κ. ἐκ Θήρας συνάδελφος ἐξεφράσθη δριμέως, καὶ μετά τινος πικρίας, ἃς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω...
§129ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Μάλιστα.
§130ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. ὁ θεσμὸς ὁ ξηρὸς καὶ ἄγονος τῶν ἐπαρχείων, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ἐγὼ τοὐλάχιστον, κατὰ τί θὰ γείνῃ μαλακώτερος καὶ γονιμώτερος διὰ τοῦ σημερινοῦ συστήματος, ὅταν ἀντὶ τοῦ κ. ἐπάρχου Εὐρυτανίας ὀνομάζητε τὸν κ. νομάρχην Εὐρυτανίας.
§131ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Μὴ λαμβάνετε τὰς ἐξαιρέσεις.
§132ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω δὲ μόνον τὸ παράδειγμα τῆς Εὐρυτανίας, ἔχω καὶ τὸ παράδειγμα τῆς Ζακύνθου, ἔχω καὶ τὸ παράδειγμα τῆς Κερκύρας, ἔχω καὶ τὸ παράδειγμα τῆς Κεφαλληνίας, ἔχω καὶ τὸ παράδειγμα τῆς Ἄρτης, περὶ τῶν ὁποίων ἄλλως τε (πρέπει νὰ τὸ προσθέσω ἐνταῦθα, ἔστω καὶ πρωθυστέρως) ὁ κ. συνάδελφος εὑρίσκει, ὅτι ὑφίστανται μεταβολάς τινας, τὰς ὁποίας ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω. Ἡ ἐπαρχία εἶναι στενωτάτη, ὁ νομὸς εἶναι εὐρύτερος. Πρέπει νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸν μέσον ὅρον· Καὶ ποῖος εἶναι ὁ μέσος ὅρος διὰ τὸν νομὸν Ζακύνθου; καὶ ποῖος εἶναι ὁ μέσος ὅρος διὰ τὸν νομὸν Κεφαλληνίας; καὶ ποῖος εἶναι ὁ μέσος ὅρος διὰ τὸν νομὸν Κερκύρας; καὶ ποῖος εἶναι ὁ μέσος ὅρος διὰ τὸν νομὸν Ἄρτης; καὶ ποῖος εἶναι ὁ μέσος ὅρος διὰ τὸν νομὸν Εὐβοίας;
§133Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπὸ τὸν νομὸν Κεφαλληνίας ἀποσπᾶται ἡ Ἰθάκη, ἀπὸ τὸν νομὸν Κερκύρας ἀποσπᾶται ἡ Λευκάς. Φέρετε παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύονται ἐσφαλμένα.
§134ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδὲ ἡ ὑμετέρα παρατήρησις συντελεῖ πολύ, διότι πρόκειται περὶ ἀποσπάσεως τῆς Ἰθάκης, τὴν ὁποίαν ἄλλως τε ἀμφισβητοῦσι. Κατ’ ἐμέ, ἡ κατάργησις τῶν ἐπαρχείων, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἐπιζημιωτάτη, διότι βεβαίως οἱ ἔπαρχοι, τοὺς ὁποίους ἔσχομεν κατὰ παλαιότερα ἔτη καὶ μέχρις ἐσχάτων, ἐν μέρει, τινὲς δὲν ὑπῆρξαν ὑποδείγματα διοικητῶν· δὲν ὑπῆρξαν δὲ ὑποδείγματα διοικητῶν, διότι ἐν τοῖς πλείστοις ἡ πολιτικὴ ἔπταισε πρὸς τοῦτο. Τοιούτους ἐζήτει τοὺς ἐπάρχους καὶ τοιούτους ἐστρατολόγει. Ἡ Πολιτεία οὐδέποτε ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὸν ἐλάχιστον κόπον καὶ τὴν ἐλαχίστην μέριμναν πρὸς καταρτισμὸν διοικητικῶν ὑπαλλήλων. Οἱ ἀποτυγχάνοντες Βουλευταί, μὲ ὀλιγώτερα γράμματα καὶ ὀλιγωτέρας ἀξιώσεις, ἦσαν αὐτοδικαίως ἔπαρχοι. Οἱ ἀποτυγχάνοντες Βουλευταὶ σήμερον κατὰ πολὺ καὶ παρὰ πάσαις ταῖς Κυβερνήσεσι χειροτονοῦνται νομάρχαι, ἄνευ ἀξιώσεως βεβαίως, ὅτι κατεῖχον διοικητικὰς γνώσεις, διότι περί τινων ἐξ αὐτῶν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐσκέφθησάν ποτε νὰ ἐφαρμόσωσι τὸ διάταγμα τοῦ 1845 «περὶ καθηκόντων νομαρχῶν», ἀλλ’ ἐπισήμως δύναμαι νὰ βεβαιώσω πρὸς ὑμᾶς, διότι συνέβη νὰ μάθω τοῦτο παρὰ τοῦ ἰδίου προσώπου, καὶ τὴν ὕπαρξιν τοῦ διατάγματος «περὶ καθηκόντων νομαρχῶν» ἠγνόει φίλος μού τις, νομάρχης ὤν. Τί ἔπταισαν λοιπὸν οἱ ἔπαρχοι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀφοῦ οἱ πολῖται οὐδέποτε ἐζήτησαν παρ’ αὐτῶν καλλιτέραν διοίκησιν; — διότι καὶ ἐκεῖνοι δὲν ᾐσθάνοντο τὴν ἀνάγκην καλλιτέρας διοικήσεως τῶν ἐπάρχων. — Ἐν τούτοις, ἡ ὕπαρξις ἐπάρχου, καὶ κακοῦ ἐπάρχου, κύριοι συνάδελφοι, — δὲν συνηθίζω νὰ μεταχειρίζωμαι βαρείας λέξεις, ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι, — καὶ φαύλου ἀνθρώπου, ἦτο καλλιτέρα τῆς τοῦ ὑπενωμοτάρχου, ὅστις σήμερον κρατεῖ καὶ ἄρχει εἰς δήμους ὁλοκλήρους, ἐπὶ περιφερειῶν μεγίστων, ἐπὶ πληθυσμοῦ ὁλοκλήρου δήμου, ἢ καὶ δύο καὶ τριῶν δήμων ἐνίοτε, ὑπενωμοτάρχου, ὁ ὁποῖος ἀσκεῖ καὶ τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν δασονομικὴν καὶ τὰ νομοθετικὰ καθήκοντα καὶ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν ἐκτελεστικήν, ὅλα αὐτὰ διὰ τοῦ βούρδουλα καὶ τῆς κτηνωδεστέρας βίας καὶ τῆς ἀπεχθεστέρας σκαιότητος, τὴν ὁποίαν μεταχειρίζεται πρὸς τὸ ὑπήκοον. Ταῦτα δὲ συμβαίνουσιν εἰς ἀπομεμακρυσμένης τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ ἐπαρχίας. Καὶ δύναμαι νὰ προσκομίσω ὑμῖν παραδείγματα ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου. Ἀλλὰ γενικώτερον νῦν περὶ τῆς νέας διαιρέσεως. Τὸ ἀπώτερον, τὸ μᾶλλον ἀφεστὼς τῶν χωρίων τῆς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ἀπέχει τῆς Σπάρτης 26 ἢ 27 ὥρας, ὡς τὸ χωρίον Βελανίδια τοῦ δήμου Βοιῶν. Εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον, ὅπου κεῖνται τὰ χωρία τοῦ Μαλέα, τοῦ νοτιωτάτου μέρους τῆς Πελοποννήσου, τοῦ νοτιωτάτου μέρους τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Εὐρώπης, κρατεῖ γενικῶς, ὡς εἶπον, εἷς ὑπενωμοτάρχης, ἢ καὶ ἐνωμοτάρχης· ἢ εἰς τὸν ἕτερον δῆμον, τὸν ὀρεινότατον, τὸν κτηνοτροφικόν, τὸν δῆμον Ζάρακος. Ἐὰν ὁ πολίτης εἶχε τὸν ἔπαρχον εἰς ἀπόστασιν πέντε ὡρῶν, ἠδύνατο αὐθημερὸν νὰ μεταβῇ εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας, νὰ ζητήσῃ βοήθειαν, καὶ πιθανώτατα νὰ λάβῃ βοήθειάν τινα κατὰ τῆς βιαιοπραγίας τοῦ ἀσχημονοῦντος ὀργάνου τῆς ἐξουσίας. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν ἐλάμβανε βοήθειάν τινα, θὰ εἶχε τοὐλάχιστον τὴν εὐχαρίστησιν, τὴν ἀνακούφισιν τῆς συνειδήσεως, ὅτι εὗρε τὸν ἄνθρωπον, πρὸς τὸν ὁποῖον ὤφειλεν, ἐὰν ἐδικαιοῦτο, νὰ ὑποβάλῃ τὰ παράπονά του. Ἀλλὰ νὰ ἐκκινήσῃ ἐξ ἀποστάσεως 27 ὡρῶν καὶ ἄνευ διακοπῆς νὰ ταξιδεύῃ μέχρι Σπάρτης, καὶ νὰ ἐπιστρέψῃ, — πρὸς ποῖον δὲ σκοπόν; καὶ εἰς τί θὰ κατέληγεν ἡ πρὸς τὸν νομάρχην, ὅπως ἠξεύρομεν, διεξαγομένη συζήτησις; ἐν τοῖς πλείστοις, ὄχι πάντοτε, εἰς οὐδὲν θὰ κατέληγε, — μέχρις ὅτου ἐπιστρέψῃ, λέγω, πάλιν εἰς τὸν τόπον του, τὸ παράνομον ἐκεῖνο ὄργανον τοῦ νόμου θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἐξαφανίσει καὶ αὐτὸν καὶ τὴν μικρὰν περιουσίαν του καὶ τὰ πρόσωπα τῆς οἰκογενείας του, καὶ δὲν λέγω τί ἄλλο. Προτιμῶ φαῦλόν τινα ἄνθρωπον, καθὼς εἶπον,—καὶ μὲ συγχωρεῖτε διότι μεταχειρίζομαι τὸν ὅρον τοῦτον—ὡς ἔπαρχον, παρὰ τὴν ἔλλειψιν ἐπάρχου. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, κατὰ τί μεταβάλλει, κύριοι συνάδελφοι, τὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος ἐν τοῖς πλείστοις, ὑπὸ ἔποψιν διοικήσεως; Ἐκ τῶν 65 ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους αἱ 35 οὐδόλως βελτιοῦνται ἢ κἂν θίγονται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου. Μένουσιν ἀποτελοῦσαι μέρος νομοῦ, ἔχοντος τὴν αὐτὴν πρωτεύουσαν ἐν τῷ μέλλοντι, τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ νῦν. Θὰ εἴπω δὲ διατί λέγω τοῦτο, ἀφοῦ προηγουμένως ἀναφέρω ὑμῖν, ὅτι αἱ ἐπαρχίαι Αἰγίνης, Μεγαρίδος, Θηβῶν, Λοκρίδος, Δομοκοῦ, Τριχωνίας, Ναυπακτίας, Βονίτσης καὶ Ξηρομέρου, Βάλτου, Καλαμπάκας, Τυρνάβου, Ἁγυιᾶς, Φαρσάλων, Ξηροχωρίου, Καρυστίας, Ἄργους, Σπετσῶν καὶ Ἑρμιονίδος, Ὕδρας καὶ Τροιζηνίας, Κυνουρίας, Μεγαλοπόλεως, Καλαβρύτων, Αἰγιαλείας, Μεσσήνης, Πυλίας, Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, Παξῶν, Πάλλης, Σάμης, Ἰθάκης ἴσως, Κέας, Ἄνδρου, Τήνου, Νάξου, Θήρας καὶ Μήλου, τριάκοντα καὶ πέντε, πλείονες, ὡς βλέπετε, τοῦ ἡμίσεος τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν 65 ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, οὐδόλως θίγονται ὑπὸ τῆς νέας διαιρέσεως. Διατελοῦσι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἐπαρχίαι τοῦ αὐτοῦ, ὡς καὶ νῦν, νομοῦ, εἰς τὴν αὐτὴν ἀπόστασιν, εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν ἀπέναντι τοῦ νομοῦ καὶ τῆς πρωτευούσης αὐτοῦ. Κατὰ τί ὠφελοῦνται αἱ ἐπαρχίαι αὗται ἐκ τῆς νέας διοικητικῆς διαιρέσεως;...
§135ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Καὶ δὲν βλάπτονται.
§136ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βλάπτονται. Θὰ εἴπω καὶ τοῦτο ὕστερον... Τὰ ἀπώτερα χωρία τῆς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς— περιορίζομαι εἰς τὸ παράδειγμα τῆς ἐπαρχίας, ἐξ ἧς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκλέγωμαι,—τὰ ἀπέχοντα 25 καὶ 27 ὥρας σήμερον, κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα θὰ ἀπέχωσι καὶ σήμερον, κατὰ τὴν νέαν ταύτην διοικητικὴν λεγομένην διαίρεσιν. Κατὰ τί ὠφελεῖται λοιπὸν τὸ ἥμισυ τῆς χώρας ὁλοκλήρου ἐκ τῆς διαιρέσεως καὶ διατί αὐταὶ αἱ προτιμήσεις; Βλάπτονται δὲ, ἀπαντῶ πρὸς τὸν ἐρωτήσαντα ἀξιότιμον φίλον μου, βλάπτονται κατὰ τοῦτο, ὅτι γίνεται προτίμησις ὑπέρ τινων ἐπαρχιῶν. Ἐγὼ δὲν λέγω, ὅτι γίνεται προτίμησις μεροληπτική. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον δίδει εἴς τινας ἐπαρχίας εὐκολίας. Δίδει ἀμεσωτέραν τὴν διοίκησιν, δὲν δίδει δὲ αὐτὴν καὶ εἰς τὰς ἄλλας.
§137ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἄρα ζητεῖτε περισσοτέρας διοικήσεις, ὑποθέτω.
§138ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ καταλήξω.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§140ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ δὲν δέχομαι διακοπάς.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ δὲν πρέπει.
§142ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῇ σμικρύνσει τῶν ἐπαρχιῶν εὑρίσκει τοῦτο τὸ ἀγαθόν, ὅτι (ἀναγινώσκει): «τὰ ὄργανα πάντων τῶν κλάδων τῆς διοικήσεως θὰ καταστῶσι προσεκτικώτερα εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὑτῶν κλπ.» Ἐπικαλοῦμαι, κύριοι συνάδελφοι, πάντας ὑμᾶς νὰ βεβαιώσητε περὶ οἱουδήποτε νομοῦ, ὁ ὁποῖος περιέχει τρεῖς ἢ πέντε ἐπαρχίας, εἴδετέ ποτε, ὅτι ὁ νομάρχης τοῦ νομοῦ ἐκείνου, ἐν τῇ μερίμνῃ του καὶ τῷ πόθῳ του περὶ τῆς καλλιτέρας διοικήσεως τοῦ ὑπ’ αὐτὸν νομοῦ, περιώδευσε τὰς δύο, τὰς τρεῖς, τὰς τέσσαρας ἐπαρχίας τοῦ νομοῦ ἐν τῷ διαστήματι ἑνὸς ἔτους, καὶ δὲν κατώρθωσε, δὲν ἔσχε τὸν ἀπαιτούμενον ὑλικὸν χρόνον νὰ περιοδεύσῃ καὶ τὰς ἑτέρας δύο ἢ τρεῖς ὑπολειπομένας,—διότι ἔχομεν νομοὺς καὶ μὲ ἑπτὰ ἐπαρχίας—διὰ νὰ εἴπωμεν, ἐὰν μὲ μικροτέραν περιφέρειαν θὰ ἠδύνατο νὰ περιοδεύσῃ καὶ ἐκείνας καὶ νὰ ἐπιδαψιλεύσῃ καὶ εἰς αὐτὰς τὰ ἀγαθὰ τῆς διοικητικῆς προνοίας καὶ μερίμνης του; Πλὴν τοῦ νομάρχου Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, τὸν ὁποῖον ὀφείλω εὐφημότατα νὰ ἀναφέρω ἐντεῦθεν, τοῦ κυρίου Ναούμ...
§143ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ διορισθῶσιν ὅμοιοι.
§144ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως δὲν ἐπιτρέπει τὰς διακοπὰς ὁ κύριος Πρόεδρος.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Τὸ λέγει ὁ Κανονισμός.
§146Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ καρύκευμα τῆς συζητήσεως εἶναι ἡ διακοπή.
§147ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ ὄχι. Ψυχραιμία. Κατὰ τί λοιπὸν ἔπταιεν ἡ εὐρύτης τῆς διοικητικῆς περιφερείας τοῦ νομοῦ καὶ ἡ πληθὺς τῶν ἐπαρχιῶν εἰς τὴν διοίκησιν ἢ εἰς τὸν διοικητὴν, διὰ νὰ μὴ παράσχῃ καλὴν διοίκησιν εἰς τὰς ἐπαρχίας; Ἀφῃρέσατε ἐκ τοῦ νομοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας μίαν ἐπαρχίαν, τὴν Τριχωνίαν, καὶ ἀπομένει ὁ νομὸς ἐκεῖνος μὲ πέντε ἐπαρχίας, τὰς τοῦ Μεσολογγίου, τῆς Ναυπακτίας, τῆς Τριχωνίας, τῆς Βονίτσης καὶ Ξηρομέρου, καὶ τοῦ Βάλτου. Δὲν βλέπω κατὰ τί θὰ μεταβληθῇ ὡς διὰ θαύματος, ὡς ἀπὸ μηχανῆς, ἡ διοίκησις ἐν τῷ νομῷ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, διότι ἀφῃρέθη μία ἐπαρχία, ἢ κατὰ τί θὰ ὠφεληθῇ ὁ νομὸς Κυκλάδων, ὁ ἀποτελούμενος ἐξ ἑπτὰ ἐπαρχιῶν, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, — ἐκτὸς ἐὰν διαρρυθμισθῇ ἄλλως, κατὰ τὰς ὑποδείξεις τῶν ἐκεῖθεν Βουλευτῶν, — ἢ ὁ νομὸς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ἀφαιρεθείσης τῆς Κορινθίας. Δὲν βλέπω κατὰ τί διαφέρει ἡ διοίκησις.
§148ΚΡΟΚΙΔΑΣ....
§149ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι πολὺ, κύριε συνάδελφε, μὴ δυνάμενος ν’ ἀπαντήσω ὑμῖν. Εἶπον ἤδη, εἶναι ὡσὰν νὰ μὴ ἀκούω κανένα ἐξ ὑμῶν, ἀπευθυνόμενον εἰς ἐμέ. Κύριοι, σᾶς εἶπον ἐν ἀρχῇ· εἶπον καὶ παρεκάλεσα, ἐὰν ἀκούσητε ἀναφερόμενα τὰ ὀνόματα τῶν ἐπαρχιῶν, ἢ τῶν νομῶν, εἰς οὓς ἀνήκετε, νὰ μὴ θορυβηθῆτε. Δὲν ἐρωτῶ, Κύριοι. Ὁμιλῶ ἐρωτηματικῶς, χωρὶς νὰ περιμένω ἀπάντησιν. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, ἐὰν θέλητε, νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἠρέμα καὶ σοβαρῶς. Δὲν προκύπτει τίποτε ἀπὸ αὐτὰς τὰς διακοπάς. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ὁ τόπος, αἰσθανόμενος ὅτι οὐδὲν προσγίγνεται πραγματικὸν ὠφέλημα εἰς αὐτὸν ἕνεκα τῆς νέας αὐτῆς λεγομένης διοικητικῆς διαιρέσεως, ἔρρηξεν ἀμέσως κραυγὴν παραπόνου, καὶ δικαίως, καὶ φωνὰς διαμαρτυρίας, ἐν πολλοῖς λίαν ἐντόνως, μέχρι βαθμοῦ ἀπρεπείας εἴς τινα μέρη, τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιδοκιμάζω βεβαίως, διότι τὴν ὀνομάζω ἀπρεπῆ. Διὰ τοῦτο ὑπεβλήθησαν μόνον ἡμῖν μέχρι τῆς σήμερον 64 αἰτήσεις, πάντοθεν, ἐκ χωρίων ἀκόμη ζητούντων ν’ ἀποσπασθῶσι, νὰ προστεθῶσιν εἰς ἄλλους δήμους, ἐκ δήμων ζητούντων νὰ προστεθῶσιν ἀλλαχοῦ, ὅπου ἐλπίζουσι καὶ ἔχουσι τὴν γνώμην, ὅτι θὰ διοικηθῶσι καλλίτερον, ἐξ ἐπαρχιῶν ὅλων. Πάλη πρὸς προτίμησιν τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης, ταύτης ἢ ἐκείνης, διὰ τὴν καθίδρυσιν ἐν αὐτῇ τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ. Ἔχομεν μέχρι τοῦδε 64 τοιαύτας αἰτήσεις ἐνώπιον ἡμῶν. Εἶπον καὶ χθὲς, ὅτι εἶχον τὴν ὑπομονὴν νὰ καταρτίσω ἀκριβῆ κατάλογον περὶ τούτου. Διὰ τοῦτο ἔχομεν τὴν σωρείαν αὐτὴν τῶν τροπολογιῶν, τῶν ὑποβληθεισῶν ἐνταῦθα ὑπὸ τῶν κυρίων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι βεβαίως γνωρίζουσιν ἕκαστος καλλίτερον τοῦ συνόλου τῶν Βουλευτῶν, ξένων ὄντων πρὸς τὰς ἐπαρχίας τῶν ἄλλων, τὰς ἀνάγκας τῆς ἐπαρχίας των· διὰ τοῦτο ἔχομεν ἐνταῦθα ὑπὲρ τὰς 15 τροπολογίας διαφόρων Βουλευτῶν...
§150ΑΣΙΜΗΣ. Καὶ ὑπολείπονται ἀκόμη.
§151ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὑπολείπονται ἀκόμη... Διὰ τοῦτο βλέπομεν διεξαγομένην πάλην — συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ὀνομάζω πάλην—ἐν τῷ τόπῳ, ἐν συλλαλητηρίοις, ἐν ἰδιαιτέραις ὁμιλίαις, παντοῦ, διότι ὁ τόπος ἔχει τὴν συναίσθησιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἱκανοποιεῖ τὰς ἀνάγκας τῆς καλλιτέρας πρῶτον μὲν διοικητικῆς διαιρέσεως, διότι αὕτη εἶναι ἡ εὐχρηστοτέρα καὶ προσπίπτουσα, ὕστερον δὲ διοικήσεως, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ εἴπω ἀργότερα. Τοῦτο ὀφείλει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι οὐχὶ ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν, οὐχὶ ἄνευ δικαίου, οὐχὶ ἄνευ λόγου, καὶ λόγου ἰσχυροῦ, ὁ τόπος ῥηγνύει πάντοθεν τὰς κραυγὰς αὐτάς, ἀποτεινόμενος ἐκ πάσης γωνίας τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, καὶ δι’ αὐτοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Διὰ τοῦτο προβάλλει τόσας τροπολογίας περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου διὰ τῶν ἀντιπροσώπων του, δι’ ὑμῶν, Κύριοι, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα φέρονται ὑπὸ τὰς τροπολογίας ταύτας ἀνὰ ἕν, ἢ ἀνὰ τρία ἢ πέντε, ἢ καὶ κατὰ δεκάδας. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν μόνον τὸ τεκμήριον τοῦτο, τὰς ἐνδείξεις ταύτας, τὰς τρανὰς ἀποδείξεις περὶ τῆς ἀτελείας καὶ ἀνεπαρκείας τοῦ νομοσχεδίου. Ἔχομεν τὴν ἐπ’ αὐτοῦ ἔκφρασιν τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία οὐκ ὀλίγα προτείνει νὰ μεταβληθῶσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ· προτείνει τὴν ἀπόσπασιν ἐπαρχιῶν ἀπὸ ἑνὸς νομοῦ καὶ τὴν προσθήκην αὐτῶν εἰς ἄλλον. Ὑποθέτω ὑμᾶς ἀναγνόντας τὴν ἔκθεσιν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θεωρῶ χρήσιμον νὰ ἐπαναλάβω τί λέγει, ἀλλ’ ἐνθυμεῖσθε βεβαίως, ὅτι προτείνει τὴν προσάρτησιν τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ εἰς τὸν νομὸν τῆς Καρδίτσης, ὅτι θεωρεῖ δίκαιον νὰ συστήσῃ, ὅπως ἡ ἐπαρχία Βάλτου ὑπαχθῇ εἰς τὸν νομὸν Ἄρτης, ὅτι ἐπίσης δικαιολογεῖ τὴν προσάρτησιν τῆς ἐπαρχίας Φαρσάλων εἰς τὸν νομὸν Καρδίτσης, ἢ εἰς τὸν τῆς Λαρίσης, συνιστᾷ δὲ εἰς τὴν μελέτην τῆς Κυβερνήσεως τὴν διαίρεσιν τοῦ νομοῦ Κυκλάδων καὶ τὴν ἵδρυσιν νέας νομαρχίας ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Θήρας, Νάξου καὶ Μήλου, συνιστᾷ εἰς τὴν μελέτην τῆς Βουλῆς τὴν πρότασιν περὶ ἐπαρχίας Καλαβρύτων, ἵνα καὶ αὕτη ἀποτελέσῃ ἰδίαν διοικητικὴν περιφέρειαν. Ταῦτα λέγει ἡ εἰδικὴ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς: «Ἐν τούτοις ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς» (ἀναγινώσκω ὑμῖν αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς) «μεθ’ ὅλην τὴν σοβαρότητα τῶν προταθέντων ἐπιχειρημάτων, ἔκρινε σκόπιμον ν’ ἀνακοινώσῃ μὲν τῇ Βουλῇ τὰ προταθέντα, νὰ ἐπιφυλάξῃ δὲ τὴν γνώμην μετὰ τὴν πιθανῶς προκληθησομένην ἐπ’ αὐτῶν δημοσίαν συζήτησιν. Αὐτὸ τοῦτο ῥητέον καὶ περὶ τῆς ὑπὸ ἑτέρου μέλους διατυπωθείσης προτάσεως, ὅπως ἡ ἐπαρχία Καλαβρύτων ἀποτελέσῃ ἰδίαν διοικητικὴν περιφέρειαν, εἴτε μόνη, εἴτε μετὰ τῆς Αἰγιαλείας.»
§152ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγένετο πρότασις.
§153ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, νὰ μὴ παραδῶμεν τὸν κανόνα περὶ μὴ διακοπῆς. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς λέγει,—καὶ ἐν αὐτῷ ἀξιεπαίνως φερόμενος —δὲν θεωρεῖ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τέλειον, καὶ νομίζει, καὶ φρονεῖ, ὅτι πολλοὶ δῆμοι ἔπρεπε νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς ἄλλους νομοὺς, ἢ νὰ εὑρεθῇ τρόπος μεθοδικωτέρας διαιρέσεως.
§154Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν λέγω αὐτό.
§155ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἀναντιρρήτως ὁ σκοπός, εἰς ὃν ἀποβλέπομεν, προτείνοντες τὴν μεταβολὴν τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως, ἤθελεν ἐπιτευχθῆ πληρέστερον, ἂν αἱ διοικητικαὶ περιφέρειαι συνιστῶντο συστηματικώτερον, ἂν ὅσῳ τὸ δυνατὸν πάντες οἱ δῆμοι ὑπήγοντο εἰς τὴν πλησιέστερον κειμένην ἕδραν τοῦ νομοῦ...» Τοῦτο ἀναγινώσκω ἐν τῇ ὑμετέρᾳ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει.
§156Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ λέγω.
§157ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων). «...Καὶ προχείρως δύνανται νὰ ἀριθμηθῶσι πλεῖστοι δῆμοι, οἵτινες ἔπρεπε νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς ἄλλον νομόν.» Ἀλλ’ ἐνῷ ἐπαινῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διὰ τοῦτο, διίσταμαι εἰς τὸ ἄλλο πρὸς αὐτόν, φρονοῦντα ὅτι «βραδύτερον δύνανται νὰ ἐπέλθωσι μεταρρυθμίσεις τινές, βελτιοῦσαι τὴν διαίρεσιν ταύτην.» Νομίζω ὅτι τοιαῦτα ἐγχειρήματα δὲν ἐπαναλαμβάνονται συνεχῶς, οὔτε συμφωνῶ πρὸς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ ἐκ Θήρας κ. συνάδελφος, ὅτι (ἀναγινώσκει): «μετ’ οὐ πολὺ ὁ νομοθέτης, ὅτε οὗτος ἤθελε νομίσει εὐθετώτερον τὸν χρόνον, ἤθελε καλέσει ἡμᾶς εἰς νέας βουλὰς καὶ σκέψεις περὶ τοῦ ὠφελιμωτέρου τρόπου τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τῆς χώρας», διότι τοιαῦτα ἐγχειρήματα, ἐπαναλέγω, δὲν ἐπαναλαμβάνονται. Βλέπετε ποῖον κλονισμὸν φέρει ἡ ἐπιχειρουμένη κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην διοικητικὴ διαίρεσις. Πῶς θὰ ἐπαναλάβητε αὐτὴν μετά τινας μῆνας, ἢ ἔστω καὶ μετὰ ἔτους ἢ δύο ἐτῶν δοκιμασίαν; Δὲν εἶναι καλλίτερον, Κύριοι, νὰ μελετήσωμεν τώρα, πρὶν καταστήσωμεν νόμον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, νὰ μελετήσωμεν αὐτό, ν’ ἀναβάλωμεν τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ διά τινα καιρόν, ἀφοῦ δὲν ὑφιστάμεθα κανὲν κακόν, ἀφοῦ δὲν πρόκειται νὰ θεραπευθῇ καμμία ἀπόλυτος καὶ ἀμέσως ἐπείγουσα ἀνάγκη διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου; Οὔτε ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι, ἂν μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν δύναται νὰ διοικήσῃ τὴν χώραν. Διῳκήθη ὁ τόπος ἐπὶ ὁλοκλήρους δεκαετηρίδας, ἐπὶ τρία σχεδὸν τέταρτα αἰῶνος, ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο. Ἐὰν παρετείνετο ἐπί τινας μῆνας, ἢ ἔτος, ἡ κατάστασις αὕτη, δὲν θὰ ἐπήρχετο μεγάλη βλάβη, οὔτε μικρά, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ κρατοῦν σύστημα τῆς διοικήσεως ἤσκει ἐπὶ τοῦ τόπου διοίκησιν καλήν, χρηστήν, αὐστηράν, ἔντιμον, οἰκονομικήν, πατρικήν. Ἀλλά, Κύριοι, πλὴν τῆς μὴ ἐπιτεύξεως σκοποῦ τινος διὰ τῆς νέας ταύτης διαιρέσεως ἐν τῇ διοικήσει, ἐν τῇ καθαυτῇ διοικήσει, ἔχομεν ἓν μειονέκτημα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, κατὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐδεχόμην ἀμέσως, ἐὰν ἐπετρέπετο τὸ σύστημα τῶν διακοπῶν, καὶ πολλὰς ἀντιρρήσεις, τὸ σύστημα τῆς ἱδρύσεως πολλῶν δικαστηρίων, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐγὼ ἀντιτάσσομαι. Ἀντιτάσσομαι δὲ καὶ δι’ ἄλλους λόγους, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ ἐπιμιξία τῶν διοικουμένων πρὸς τοὺς διοικοῦντας φέρει καταστροφὴν καὶ τῶν μὲν καὶ τῶν δέ, κατὰ τὸν ἐκ Θήρας ἀξιότιμον Βουλευτήν, ἡ ἐπιμιξία δὲ τοῦ δικαστοῦ πρὸς τὴν στενὴν κοινωνίαν τῶν μικρῶν μερῶν εἶναι ἐπικινδυνωδεστάτη (διακοπαί). Ἐγώ, Κύριοι, ἀντιτάσσομαι πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς ἱδρύσεως πυκνῶν δικαστηρίων, διότι ἀκριβῶς φοβοῦμαι, ὅτι ἐν τῇ στενότητι τοῦ τόπου καὶ ἐν τῷ πυκνῷ συγχρωτισμῷ, εἰς τὸν ὁποῖον κατ’ ἀνάγκην ζῶσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀναστρεφόμενοι πρὸς ἀλλήλους ἐν στενοῖς τόποις, ἐκεῖ εὑρίσκω τὸν κίνδυνον τῆς βλάβης τῆς δικαιοσύνης. Ἐννοούμεθα, κύριοι συνάδελφοι, λέγοντες ταῦτα, καὶ διὰ τοῦτο δὲν νομίζω καλὸν νὰ προσθέσω τι περισσότερον· διαμαρτύρομαι ὅμως ἐντόνως κατὰ τοῦ μέτρου τῆς ἱδρύσεως πυκνῶν δικαστηρίων. Ἀλλ’ ἐνῷ δὲν ὠφελεῖται ὁ τόπος διοικητικῶς, ἐνῷ τὸ ἥμισυ καὶ πλέον ἔτι τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους δὲν θίγεται ποσῶς ἐκ τῆς νέας διαιρέσεως, ἐνῷ τὸ ὄμμα τῆς διοικήσεως εἰς τὰς πλησιεστέρας ἐπαρχίας θὰ ἀπέχῃ ἐξ ἴσου μακράν, ὅσον καὶ σήμερον ἀπέχει ὑπὸ τὸ κρατοῦν σύστημα, ἐνῷ ἐπίκειται ὁ κίνδυνος τῆς βλάβης τῆς δικαιοσύνης ἐκ τοῦ σχηματισμοῦ περισσοτέρων δικαστηρίων, ἔρχεται τὸ οἰκονομικὸν μέρος τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι βεβαίως καὶ ἐκεῖνο ἀνάξιον λόγου, διότι πολὺ θὰ βαρύνῃ ἐν τῷ δημοσίῳ προϋπολογισμῷ, ἐνῷ κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐπαναλαμβάνω, δὲν θὰ ἐπέλθῃ καμμία ὠφέλεια εἰς τὴν διοίκησιν. Θὰ ἔχωμεν 27 Πρωτοδικεῖα, ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν καὶ 27 φυλακὰς, περὶ τῶν ὁποίων δὲν γίνεται λόγος, θὰ ἔχωμεν 27 νομοὺς, ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν καὶ 27 στρατολογικὰ γραφεῖα, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ὑπέγραψε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο,— διότι βεβαίως ἕκαστος νομὸς θὰ ἔχῃ καὶ ἓν στρατολογικὸν γραφεῖον. — Πρέπει νὰ ἔχωμεν διοικητικὴν διαίρεσιν ἐν 27 νομοῖς, δικαστικὴν διαίρεσιν, ἐκκλησιαστικὴν διαίρεσιν, περὶ τῆς ὁποίας προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον, ἀστυνομικὴν, περὶ τῆς ὁποίας προνοεῖ ἄλλο νομοσχέδιον, ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν κείμενον, στρατιωτικὴν διὰ στρατολογικὰ γραφεῖα καὶ διὰ Μοιραρχίας ὡς πρὸς τὴν χωροφυλακὴν, Διεύθυνσιν ἴσως ἐν ἑκάστῳ νομῷ δημοσίων ἔργων, θὰ ἔχωμεν φυλακάς· — ἀφίνω τὰς οἰκονομικὰς ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν τώρα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. — Ὅλα αὐτὰ θὰ προσθέσουν δαπάνας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἤκουσα δὲ ἀξιότιμον συνάδελφον ἀναφέροντα καὶ ἀριθμόν. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸ ποσὸν, καθ’ ὃ θὰ αὐξήσωσι τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκ τῆς νέας αὐτῆς μεταβολῆς, ἀλλ’ ἀναφέρω τὸν ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἀνέφερε, τὰς 340 χιλιάδας, ὡς αὔξησιν δαπανῶν...
§158ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἥμισυ ἑκατομμύριον.
§159ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. 800 χιλιάδες.
§160ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τούτων τῶν ἀριθμῶν θὰ ὁμιλήσητε ὑμεῖς· ἐγὼ ἐδήλωσα, ὅτι δὲν ἔχω ὑπολογίσει τοιοῦτον ἀριθμὸν, καὶ ἠρκέσθην εἰς τὸ νὰ λάβω ἕνα δοθέντα ἀριθμόν. Ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν του ἐν συνόλῳ τὴν δέσμην τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα συνοδεύουσι τὴν διοικητικὴν διαίρεσιν, τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν, τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, τὸ νομοσχέδιον περὶ χωροφυλακῆς, καὶ ῥίψῃ βλέμμα ἐπ’ αὐτῶν, οὐχὶ μελετήσῃ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν οἰκονομικὴν, θὰ αἰσθανθῇ ἔκπληξιν καὶ ἀπορίαν διὰ τὸ ποσὸν τὸ μέγα, τὸ ὁποῖον ἐν συνόλῳ τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἐπιπροσθέτουσιν εἰς τὸν προϋπολογισμόν· διότι ἡ ἀστυνομία μόνον, κατὰ τὸ ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν νομοσχέδιον, θὰ στοιχίσῃ εἰς τὸ Κράτος 4,428,000 δραχμάς· διὰ τὴν χωροφυλακὴν γίνεται πρόσθετος δαπάνη 2,300,000 δραχμῶν, διὰ τὴν ἐγκαθίδρυσιν δικαστηρίων, φυλακῶν, στρατολογικῶν γραφείων, ἄλλων γραφείων τῆς διοικήσεως ποσὸν, τὸ ὁποῖον βεβαίως φθάνει εἰς ἑκατομμύρια. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἦναι βέβαιος καὶ ἀσφαλὴς περὶ τοῦ περισσεύματος, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ἡμῖν, ἀνερχόμενον, νομίζω, εἰς 6,300,000 δραχμὰς, καὶ δύναται διὰ τούτου νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς προστιθεμένας δαπάνας ταύτας, ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ ἐπιφέρω γνώμην...
§161Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέπετε μίαν παρατήρησιν;
§162ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§163Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἤθελον σᾶς παρακαλέσει νὰ μᾶς εἴπητε, εἶσθε ἐναντίος εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀστυνομικόν; εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ χωροφυλακῆς; — διότι ἐξ ὅσων εἴπετε, ὑποθέτω, ὅτι εἶσθε ἐναντίος.
§164ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διόλου.
§165Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι εἶσθε ἐναντίος, διότι ἐν τῇ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως ἀναφέρετε ὅλας τὰς αὐξήσεις τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἐπάγουσι τὰ ἕτερα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀναφέρετε, καὶ τὰς αὐξήσεις ταύτας ῥίπτετε εἰς βάρος τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι εἶσθε ἐναντίος τῶν νομοσχεδίων, περὶ ὧν ἐποιησάμην μνείαν.
§166ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο· εἶπον παρενθετικῶς, δὲν ἔχω νὰ φέρω τι εἰς ἀντίκρουσιν τῶν νομοσχεδίων τῆς διοικήσεως, ὅπως ἀναφέρω ἀριθμὸν, τοῦ ὁποίου τὴν εὐθύνην δὲν ἀναλαμβάνω. Εἰς τὸν κ. Ποταμιάνον εἶπον νὰ φυλάξῃ τοὺς ἀριθμούς του νὰ τοὺς εἴπῃ αὐτὸς εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ μὴ τοὺς ὑποβάλῃ εἰς ἐμέ. Μόνον ἐξέφερα φόβον περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, καὶ εἶπον, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἦναι ἀσφαλὴς περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ του, ὅτι μετ’ αὐτὴν ὅλην τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐργασίαν ὁ προϋπολογισμός του θὰ τὸν ἱκανοποιήσῃ μέχρι τέλους ἐν τῇ συσσωρεύσει ἑκατομμυρίων, ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ ἐπιφέρω γνώμην.
§167ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπιτρέπετε, παρακαλῶ;
§168ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§169ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἤθελον νὰ παρατηρήσω, ἐν σχέσει πρὸς τὴν διακοπὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἀκριβῶς σήμερον διενεμήθη εἰς ἡμᾶς ἔντυπος ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατικῶν πίναξ, περιέχων τὴν πρόβλεψιν τῶν 11 νέων Μοιραρχιῶν. Τὸ ἔντυπον τοῦτο, τὸ φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπὸ χρονολογίαν Μαΐου 1899, λέγει τὰ ἑξῆς, μεταρρυθμίζον τὸν πίνακα τὸν τέως ὑπάρχοντα (ἀναγινώσκει): «Σύνθεσις τῶν λοιπῶν ἕνδεκα Μοιραρχιῶν. Ἀντιμοίραρχος διοικητὴς 1· ὑπομοίραρχος ὑποδιοικητὴς 1· ἀνθυπομοίραρχος γραμματεὺς 1· ἐνωμοτάρχης αʹ τάξεως 1, ἐνωμοτάρχης βʹ τάξεως 1 (γραφεῖς)· ὑπενωμοτάρχης 1· ἀνθυπολοχαγὸς οἰκονομικοῦ διαχειριστὴς 1». Κατὰ τὸν πίνακα δὲ τοῦτον, ὁ προϋπολογισμὸς τῆς αὐξήσεως, ἥτις ἐπέρχεται λόγῳ τῆς προσθήκης τῶν Μοιραρχιῶν, ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς, μόνον λόγῳ τῶν θέσεων, 124,696· ἐκτὸς δὲ τούτου, οἱ ἵπποι, τὰ ἐνοίκια, τὰ γραφικὰ καὶ ἄλλα διάφορα ἔξοδα...
§170ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Στρέψατε τὴν σελίδα, καὶ ἴδετε τὸν γενικὸν ἀριθμὸν, διαφορὰν ἐπὶ πλέον, θὰ ἴδητε 2,309,697.70.
§171ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα, τὸ ὅλον.
§172Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἤθελον παρακαλέσει νὰ συζητήσητε τὰ θέματα, περὶ ὧν πρόκειται, ὅπως πρέπει νὰ συζητήσητε τὰ θέματα ταῦτα. Θέλετε νὰ συζητήσητε καὶ τὰ τρία νομοσχέδια μαζύ; Θέλετε νὰ συζητήσητε τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως ἐν σχέσει πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομίας, ἐν σχέσει πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ χωροφυλακῆς; Εἶσθε ἐλεύθεροι. Θὰ παρακολουθήσωμεν ὑμᾶς εἰς τὰ ἐπιχειρήματα ὑμῶν. Ἀλλὰ, παρακαλῶ, ὅταν πρόκειται περὶ ἀριθμῶν, νὰ ἦσθε ἀκριβής· δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν συζητήσει περὶ ἀριθμῶν νὰ λέγωμεν: «δὲν ἐμελέτησα τὸ ζήτημα τῶν ἀριθμῶν, ἐπειδὴ ὅμως ὁ προλαλήσας ἀνέφερεν ἕνα οἱονδήποτε ἀριθμὸν, ἐγὼ λαμβάνω τὸν ἀριθμὸν, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ οἰκοδομῶ, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ συζητῶ».
§173ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο, νομίζω, τὸ λέγετε ὑπὲρ τῆς εἰλικρινείας μου;
§174Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀμφέβαλά ποτε περὶ τῆς εἰλικρινείας ὑμῶν· λέγω μόνον, ὅτι δὲν εἶναι πρακτικὴ ἡ συζήτησις αὕτη. Λαμβάνετε τὸν ἀριθμὸν, ὃν ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς, καὶ σᾶς διακόπτει ὁ κ. Ποταμιάνος, καὶ λέγει: «Ἔσφαλεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης· δὲν πρόκειται περὶ δαπάνης 300,000 δραχμῶν, πρόκειται περὶ δαπάνης 800,000 δραχμῶν»· καὶ σᾶς διακόπτει ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτὴς καὶ σᾶς λέγει: «Ὄχι, δὲν πρόκειται περὶ αὐξήσεως δαπάνης 300,000 δραχμῶν, ἀλλὰ περὶ αὐξήσεως 500,000 δραχμῶν.»
§175ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶχον τὴν πρόθεσιν νὰ συναναμίξω τὴν συζήτησιν τῶν τεσσάρων νομοσχεδίων ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ θίξω τὸ νομοσχέδιον «περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν», διότι τοῦτο εἶναι, ὡς μοὶ φαίνεται, ἕν τῶν κυριωτάτων μερῶν τοῦ νέου διοικητικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀποβλέπει μόνον εἰς τὴν διάφορον τμῆσιν τῆς Ἐπικρατείας κατὰ νομοὺς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν διοίκησιν αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικήσεως τῶν νομῶν εἶναι ἀναπόσπαστον.
§176Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἤθελον σᾶς παρακαλέσει νὰ μοὶ εἴπητε, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι δὲν γίνεται ἡ νέα αὕτη διαίρεσις, νομίζετε ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξακολουθῇ ὁ τρόπος τῆς διοικήσεως, ὁ ὁποῖος μέχρι τοῦδε κρατεῖ; ἐν ἄλλαις λέξεσι, νομίζετε ὅτι, ἐὰν οἱ νομοὶ ἔπρεπε νὰ ἦναι 16 μόνον, δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ νομοθετηθῶσι τὰ περὶ τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων; Ἰδοὺ ἡ ἐρώτησις, τὴν ὁποίαν σᾶς προβάλλω. Πρόκειται λοιπὸν ἐν τῇ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ συζητήσητε, ἐὰν πρέπῃ νὰ γείνῃ ἢ ὄχι ἡ νέα διαίρεσις, δηλ. ἐὰν οἱ νομοὶ θὰ αὐξήσουν κατὰ 11 ἀκόμη, ἢ ὄχι· ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα. Ἀλλὰ θέλετε νὰ σχετίσητε αὐτὸ μὲ τὸ ζήτημα τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων· ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι τότε συζητεῖτε τὸ ζήτημα τῆς διοικήσεως τῶν νομῶν, καὶ ὄχι τὸ ζήτημα τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως. Ὑποθέσατε ὅτι μᾶς ἐπείσατε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἦναι 27 οἱ νομοί, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἦναι 16, ἢ νὰ γείνουν 20, ἢ 30· ἐρωτῶ, κατὰ τί τὸ ζήτημα τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων σχετίζεται μὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν νομῶν; Εἶναι δύο ζητήματα ἐντελῶς χωριστά. Νομίζετε, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δύναται ἡ διοίκησις νὰ ἐξακολουθήσῃ λειτουργοῦσα ὡς μέχρι τοῦδε; Ἐὰν νομίζητε ὅτι δύναται, συζητήσατε καὶ ἀποδείξατε τοῦτο. Καὶ αὐτὴν τὴν παρατήρησιν κάμνω καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς χωροφυλακῆς. Νομίζετε ὅτι δύναται νὰ ἐξακολουθῇ τὸ ἤδη καθεστὼς τῆς ἀστυνομίας; νομίζετε ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ στρατὸς μὲ τὸ καθεστὼς τοῦτο σύστημα τῆς ἀστυνομίας; ὑποστηρίξατε τοῦ καθεστῶτος τὴν διατήρησιν· ἀλλὰ τότε μὴ ἐπιπροσθέτετε εἰς τὰς δαπάνας τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τὴν δαπάνην τοῦ νέου ἀστυνομικοῦ συστήματος. Νομίζετε ὅτι ἡ χωροφυλακὴ δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ λειτουργοῦσα ὡς σήμερον λειτουργεῖ; τότε ὑποστηρίξατε τὴν διατήρησιν τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος τῆς χωροφυλακῆς, ἀλλὰ μὴ προσθέτετε εἰς τὰς δαπάνας τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τὴν δαπάνην τοῦ νέου συστήματος τῆς χωροφυλακῆς. Μὴ λέγετε ὅτι τὸ νέον σύστημα τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως φέρει κατ’ ἀνάγκην ὡς ἀποτέλεσμα τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν τῆς ἀστυνομίας, τῆς χωροφυλακῆς, τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, πράγματα ἐντελῶς ἄσχετα πρὸς τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Ταῦτα εἶπον, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι πάντα ταῦτα δὲν σχετίζονται ἀμέσως μὲ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον.
§177ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω, ὅτι οὐδεμιᾶς τῶν αἰτιάσεων τούτων, τὰς ὁποίας ἐπιρρίπτει ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατὰ τοῦ τρόπου τῆς συζητήσεως, ὑπέχω ἐγὼ τὴν εὐθύνην, διότι ἐγὼ δὲν ἐπέρριψα τὰς ἐπαγομένας ὑπὸ τῶν διαφόρων ἄλλων νομοσχεδίων δαπάνας εἰς τὸ σύστημα τὸ νέον τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ συζήτησις—καὶ εἰς τοῦτο θὰ ἤθελον νὰ ἀκούσω τὴν ὑμετέραν γνώμην, κύριε Πρωθυπουργέ,—τοῦ νομοσχεδίου «περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν» εἶναι τόσον στενῶς συνδεδεμένη πρὸς τὸ νομοσχέδιον τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως, ὥστε ὑποθέτω....
§178Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸς τὸ ζήτημα τῆς διοικήσεως, ἀλλ’ ὄχι τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως.
§179ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοῶ τῆς διοικήσεως ὑπὸ τὴν νέαν μορφὴν, ἡ ὁποία καθιδρύεται τώρα, διότι, καὶ καθ’ ὑμᾶς ἴσως, εἰς οὐδὲν θὰ ὠφελήσῃ ἡ νέα διοικητικὴ διαίρεσις ἄνευ τῆς νέας διοικήσεως.
§180Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαιότατα.
§181ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διὰ τοῦτο ἐλπίζω, ὅτι εὐχαρίστως θὰ μὲ ἀκούσητε νὰ εἴπω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς διοικήσεως τῶν νομῶν, τῆς ἀποκεντρώσεως αὐτῶν, τῆς αὐτοδιοικήσεως, καὶ ἀγνοῶ πῶς ἄλλως δύναταί τις νὰ καλέσῃ αὐτὴν ἀκριβῶς. Ἀπόπειραν αὐτοδιοικήσεως ὑπὸ προσόμοιον τρόπον — δὲν λέγω τὸν αὐτὸν — ἔκαμε καὶ ὁ μακαρίτης Τρικούπης κατὰ τὰ 1886, ὅτε κατήργησε τὸ ἐπαρχιακὸν σύστημα καὶ καθίδρυσε τὸ νομαρχιακόν. Ὅτι τὸ σύστημα ἐκεῖνο ἀπέτυχεν, οὐδεὶς, ἐλπίζω, δύναται νὰ ἀρνηθῇ ἐνταῦθα· τόσον δὲ ἀπέτυχε καὶ ἐν τῇ συνειδήσει ἀκόμη τοῦ εἰσαγαγόντος αὐτὸ μακαρίτου ἐκείνου πολιτευτοῦ, ὥστε, ὅταν ἐδόθη εἰς αὐτὸν εὐκαιρία πάλιν κατὰ τὸ 1892, καταργῶν ἐκ νέου τὰ ἐπαρχεῖα, νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ σύστημα τῆς νομαρχιακῆς διοικήσεως, δὲν ἐπανέφερε τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια, διότι ἡ ἀπόπειρα, τὴν ὁποίαν ἔκαμε κατὰ τὸ 1886, ἀπέτυχεν· ἀπέτυχε δὲ, ὡς θὰ ἀποτύχῃ καὶ ἡ νῦν εἰσαγομένη, διότι γνωρίζομεν ὅλοι τὸν τόπον μας πολὺ καλῶς. Δὲν ὁμιλεῖ ὁ κατὰ τύχην εὑρισκόμενος ἐπὶ τὸ βῆμα, ἢ ἐγὼ ἢ ἄλλος τις, πρὸς τοὺς ἄλλους, ἀγνοοῦντας τὰ πράγματα. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ γνώμης, ὡς δὲν ὑπάρχει καὶ μεγάλη διαφορὰ καταστάσεως ἐν ταῖς διαφόροις ἐπαρχίαις ἑκάστου ἡμῶν, διότι ἐλλείπει ἀκόμη ἡ ἀνάπτυξις, ἐλλείπει ἡ ἐλευθερία, ὡς εἶπεν ὁ ἐκ Θήρας κ. Βουλευτὴς καὶ ἄλλοτε, καὶ ἡ ἠθικὴ ἀνάπτυξις ἐν τῷ τόπῳ, ἐλλείπουσι πολλὰ, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὁ τόπος δὲν εἶναι ἀκόμη εἰς θέσιν νὰ αὐτοδιοικηθῇ. Δὲν πρόκειται περὶ Ἑλβετίας, οὔτε περὶ Βελγίου, οὔτε περὶ Γαλλίας, οὔτε κἂν περὶ Ἰταλίας. Τὸ νομοσχέδιον «περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν» διεξῆλθον μετὰ προσοχῆς. Εὑρίσκω αὐτὸ ἀρτίως συντεταγμένον καὶ λίαν ἐπιτυχῶς, ὁ δὲ μεταξὺ ἡμῶν, ἐὰν τυχὸν ὑπάρχῃ τις, μὴ ἀναγνώσας αὐτὸ μέχρι τοῦδε, ζημιοῦται, διότι πράγματι εὑρίσκει τις ἐν αὐτῷ λίαν εὐχάριστον ἐνασχόλησιν καὶ ὑπὸ ἔποψιν μελέτης ἀκόμη. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, παρ’ ὅλην τὴν προσοχὴν, μετὰ τῆς ὁποίας συνετάχθη, συνετάχθη κατ’ ἀντανάκλασιν ἐπιθυμίας ἐκ τῶν χωρῶν ἐκείνων, ἐκ τῆς νομοθεσίας τῶν ὁποίων ἐλήφθη. Ὁ μελετῶν τὴν νομοθεσίαν τῆς Γαλλίας, τοῦ Βελγίου, τῆς Ἑλβετίας, εὑρὼν ἐν ταῖς χώραις αὐταῖς λειτουργοῦν λαμπρὸν σύστημα, διετέθη εὐαρέστως πρὸς αὐτὸ, καὶ παρέλαβεν, ἵνα μεταφυτεύσῃ αὐτὸ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος· ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ σύστημα ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τοῦ νὰ δύναται νὰ γείνῃ οἰκεῖον καὶ νὰ ἐπιχωριάσῃ ἐν τῷ ἡμετέρῳ τόπῳ, διότι πρέπει τις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν πρῶτον τὸν ἄνθρωπον ἐν ταῖς διαφόροις χώραις, τὸν ἄνθρωπον διὰ τὸν ὁποῖον γίνονται οἱ νόμοι, καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι διὰ τοὺς νόμους. Ἐκεῖ, ἐν Ἑλβετίᾳ π. χ. καὶ ἐν Βελγίῳ, ἔχετε τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ λαοῦ ὑπὸ τὴν ἔποψιν γραμμάτων μέχρις 95 καὶ 98%, ἐὰν δὲ ἀνεθέσατε, καλῶς ἀνεθέσατε εἰς τὸν λαὸν ἐκεῖνον τὴν αὐτοδιοίκησιν· εἰς τὴν Γαλλίαν κατὰ ὑποδεέστερον λόγον καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν κατὰ πολὺ ὑποδεέστερον λόγον ἔχετε τὴν ἀνάπτυξιν ὑπὸ ἔποψιν γραμμάτων, ἀλλ’ ἔχετε τὴν ἀνάπτυξιν ἀνωτέραν, ἔχετε δὲ καὶ ἄλλους λόγους εὐκολύνοντας τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος τούτου. Παρ’ ἡμῖν ὅμως, ὅπου καὶ ἡ ἀνάπτυξις ἐλλείπει, — μόλις ἔχομεν 35 ἢ 38% ἐγγραμμάτους — καὶ τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας εἰσὶν ἐλλιπῆ καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι ὅροι τοῦ πολιτισμοῦ ὑστεροῦσι, δὲν δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ καὶ ἐλπίσῃ μετὰ λόγου, ὅτι δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπιτυχῶς τὸ σύστημα τοῦτο. Ἕνεκα δὲ τῶν μικρῶν περιφερειῶν, τῶν ἐλαχίστων αὐτῶν νομαρχιακῶν περιφερειῶν, τὰς ὁποίας καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον, βεβαίως ὁ θεσμὸς τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων καὶ τῆς αὐτοδιοικήσεως δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ, διότι ἐλήφθη ἐκ τῆς Γαλλικῆς νομοθεσίας καὶ τῆς Γαλλικῆς χώρας, ὅπου ὑπάρχουσιν ἐκτάσεις μέγισται ἐν τῷ νομῷ, ὑπάρχουσι πληθυσμοὶ μεγάλοι, ὑπάρχουσι πόροι μεγάλοι καὶ ἐπαρκεῖς διὰ νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ νομικὸν πρόσωπον, ὁ νομὸς, τὴν ἀποστολὴν, τὴν ὁποίαν ἀπονέμει αὐτῷ ἡ Πολιτεία. Ἐν Ἰταλίᾳ ὑπάρχουσι νομοί, μικρόν τι ὑπολειπόμενοι τοῦ ἡμίσεος τῆς Ἑλλάδος· ἐν Βελγίῳ ὑπάρχουσι νομοί, τῶν ὁποίων ὁ κατώτατος πληθυσμὸς εἶναι 214,000, ὁ δὲ ἀνώτατος, ὁ τοῦ πολυαριθμοτέρου νομοῦ, 1,060,000. Ἐν Γαλλίᾳ εἷς μόνον νομὸς ἔχει πληθυσμὸν κατώτερον τῶν 100,000, δύο δὲ μόνον νομοὶ ἔχουσι πληθυσμὸν κατώτερον τῶν 200,000, εἴκοσι δύο νομοὶ ἔχουσι πληθυσμὸν ἀπὸ 200,000–300,000, εἴκοσι δύο ἕτεροι νομοὶ ἀπὸ 300,000 ἕως 400,000, 7 νομοὶ 500,000–600,000, ἕτεροι 7 νομοὶ 600,000 ἕως 700,000, δύο νομοὶ 700,000–800,000, τρεῖς ἕτεροι νομοὶ 800,000–900,000, ὁ νομὸς τοῦ Nord 1,736,000, ὁ δὲ τοῦ Σηκουάνα (Παρισίων) 3,141,600. Ἐὰν δὲ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μνημονεύσω καὶ τῆς Ἰταλίας, θὰ ἐκπλαγῆτε. Ἐνῷ ὁλόκληρος ἡ ἐπιφάνεια τῆς Ἑλληνικῆς ἐπικρατείας εἶναι 65,000 τετρ. χιλιάμετρα, ἐν Ἰταλίᾳ εἷς μόνος νομὸς ἔχει ἔκτασιν 29,378 τετρ. χιλιαμέτρων, ἄλλοι δὲ ἀπὸ 20,000–25,000 τετρ. χιλιαμέτρων, εἷς δὲ μόνος, ὁ μικρότατος, ἔχει ἐπιφάνειαν 16,000 τετρ. χιλιαμέτρων, ἤτοι τὸ ¼ τῆς Ἑλλάδος! Ἐπιθυμεῖτε δὲ νὰ ἀκούσητε καὶ τὸν πληθυσμὸν τῶν νομῶν τῆς Ἰταλίας, ἐξ ἧς ἀντεγράφη ὁ ἡμέτερος ὑπὸ συζήτησιν νόμος; Ἀκούσατε: Ὁ νομὸς τῆς Λομβαρδίας ἔχει πληθυσμὸν 3,982,000 ψυχῶν, ὁ νομὸς τοῦ Πεδεμοντίου 3,289,000, ὁ τῆς Ἐνετίας 3,043,000, ὁ τῆς Τοσκάνης 2,296,000, ἄλλος 3,095,000, ἄλλος 3,403,000, ὁ δὲ μικρότατος 599,000. Ὁ ἡμέτερος νόμος πλάττει νομούς, οἵτινες θὰ διοικηθῶσι κατὰ τὸ παράδειγμα ἐκείνων. Οἱ νομοὶ τῶν 43,667 ψυχῶν (Εὐρυτανίας), τῶν 43,178 (Λευκάδος) καὶ τῶν 45,032 (Ζακύνθου) θὰ διοικηθῶσιν ὡς οἱ τῆς Γαλλίας τῶν 800,000 καὶ 900,000, ἢ ὡς οἱ τῆς Ἰταλίας τῶν 2,000,000 καὶ τῶν 3,000,000 ψυχῶν! Ἐκεῖ, ἐν ταῖς εὐρωπαϊκαῖς ἐπικρατείαις, δύναται βεβαίως ν’ ἀποτελεσθῇ νομὸς ἰσχυρότατος μὲ μέσα ἐπαρκῆ, ἀλλ’ ἐδῶ ποίας ἀξιώσεις θὰ διατυπώσητε διὰ τὸν νομὸν Εὐρυτανίας, τὸν ἀποτελούμενον ἐξ 9 δήμων; Ἐκεῖ ἔχετε μέσον ὅρον δήμων ἐν τοῖς νομοῖς τῆς Γαλλίας 407 (οἱ δῆμοι ἐκεῖ εἶναι μικρότεροι, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ὁ ἀριθμὸς εἶναι μέγιστος), ἔχετε ὑπὸ ἔποψιν ἐκτάσεως νομοὺς μεγίστους, ὑπὸ ἔποψιν πληθυσμοῦ, ὑπὸ ἔποψιν πόρων, δυνάμεως οἰκονομικῆς, προσώπων, νομούς, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἐπιτελέσωσι τὴν ἀποστολήν των. Ἐν Βελγίῳ ἕκαστος νομὸς ἀποτελεῖται ἐκ 282 δήμων. Ἀλλὰ νομὸς ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖται ἐξ 9 δήμων, οἷος ὁ τῆς Εὐρυτανίας ἢ τῆς Ζακύνθου καὶ ἄλλων, πῶς θὰ ἐλπίσῃ τις ὅτι δύναται νὰ εὐδοκιμήσῃ διὰ τοῦ νέου αὐτοῦ συστήματος; διὰ τίνων πόρων; Ἐὰν δὲ εἶχον τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νομαρχιακῶν συμβούλων κατὰ τὸν νέον νόμον, ἤθελον ἀποδείξει εἰς ὑμᾶς, ὅτι πολὺ περισσότερα θὰ δαπανηθῶσι διὰ μισθοὺς νομαρχιακῶν συμβούλων, κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τοὐλάχιστον, παρ’ ὅλα τὰ ἔσοδα τοῦ Νομαρχιακοῦ Ταμείου, τὸ ὁποῖον θέλει ἱδρυθῆ. Ἐὰν δὲ παρ’ ἡμῖν, ὅπου εἴμεθα ὀλίγοι, ὥστε εἴμεθα παρὰ πολὺ στενῶς γνωρισμένοι, διὰ τοῦτο συμφωνῶ, ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν μὲ τὸν κ. συνάδελφον ἐκ Θήρας, ὅπου δὲν ὑπάρχουσι τὰ μέσα, ὅπου δὲν δύναται νὰ τηρηθῇ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ νέου θεσμοῦ, ἀμέσως καθιδρυομένου, ὅπου δὲν δύνανται νὰ ἀρθῶσι τὰ πρόσωπα ὑπεράνω τοῦ συγγενικοῦ ἢ τοῦ φιλικοῦ κύκλου, ἢ τοῦ στενοῦ κομματικοῦ συμφέροντος, ἢ τοῦ ἁπλοῦ διοικουμένου, ἡ πενιχρότης τῶν πόλεων, ἡ πενιχρότης τῶν καταστημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἐγκαθιδρυθῶσιν ἐν ἀρχῇ, (δὲν φαίνονται ταῦτα σπουδαῖοι λόγοι, ἀλλὰ πρέπει νὰ ληφθῶσι καὶ οὗτοι ὑπ’ ὄψιν,) ἡ διοίκησις, τὰ δικαστήρια κλπ. θὰ παρουσιάσωσιν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ τὸν θεσμὸν τοῦτον πενιχρὸν καὶ κατώτερον τῆς προσδοκίας, τὴν ὁποίαν γεννῶμεν εἰς αὐτὸν διὰ τῆς τόσης συζητήσεως καὶ τῶν τόσων λόγων περὶ αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἕνεκα τῆς στενότητος τῆς περιφερείας, τῆς ὀλιγότητος τῶν ἀνθρώπων, τῆς γλισχρότητος τῶν χρηματικῶν μέσων, καὶ ἕνεκεν ἄλλων λόγων κοινωνικῶν καὶ πολιτισμοῦ, τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν εἶναι προωρισμένον νὰ ἐπιτύχῃ, καὶ ταχέως θέλομεν ἐπανέλθει εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον ἐν ἀρχῇ, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταργήσωμεν τὸ σύστημα τοῦτο, ὡς κατηργήσαμεν καὶ τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖον εἶχε καθιδρυθῆ πρότερον. Ὑπὸ μίαν ἄλλην ἔποψιν ἀκόμη θέλω νὰ συζητήσω τὸ ζήτημα, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς διαιρέσεως, οὐχὶ πλέον τῆς διοικητικῆς, ἀλλὰ τῆς κοινωνικῆς, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον ἔφερε, διότι ἔθιξε καὶ πόθους καὶ ἐλπίδας καὶ ἐπιθυμίας παρὰ τοῖς διαφόροις πληθυσμοῖς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἐδημιούργησε κατάστασιν, ἡ ὁποία βεβαίως, κατ’ ἐμὲ, πολὺ ἀπέχει τοῦ νὰ ἦναι κατάστασις ὑπερβαίνουσα τὰ ὅρια τῆς δυνάμεως καὶ τοῦ κύρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς χειρὸς τοῦ νόμου, ἀλλὰ πάντως κατάστασιν, δυσάρεστον, ὡς βλέπομεν καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, διαίρεσιν πολλῶν ἐπαρχιῶν πρὸς ἀλλήλας, διαίρεσιν τῶν κατοίκων τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας πρὸς ἀλλήλους, καὶ μίση καὶ πάθη, τὰ ὁποῖα φοβοῦμαι ὅτι, εἴτε ψηφισθῇ εἴτε δὲν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, θὰ διαρκέσωσιν. Ἀλλὰ διὰ νὰ καταλήξω, πρέπει νὰ προτείνω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔχω περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Οὔτε εἰς 20, ὡς ἐνόμισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε εἰς 30 θέλω νὰ μεταβάλω τοὺς νομούς· εἶμαι ἄντικρυς καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρδην καὶ πρόρριζα ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου, διότι θεωρῶ αὐτὸ ἀλυσιτελές. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς γνώμης τῆς ἀνασυστάσεως τῶν ἐπαρχιῶν· τῆς ἀνασυστάσεως τῶν ἐπαρχειῶν ἐπὶ ἄλλων βάσεων, ἐγγυωμένων καλλιτέραν καὶ σκοπιμωτέραν τὴν λειτουργίαν τοῦ θεσμοῦ τούτου. Σήμερον καὶ ἀνάπτυξις περισσοτέρα ὑπάρχει, καὶ πρόσωπα κάλλιον κατηρτισμένα καὶ ἐπιστημονικῶς καὶ ὑπὸ πᾶσαν ἄλλην ἔποψιν δύναται νὰ εὕρῃ τὸ Κράτος, ἵνα καταρτίσῃ τὸ προσωπικὸν τῶν ἐπαρχιῶν κατὰ τρόπον ἐγγυώμενον, ὡς εἶπον, τὴν ἐπιτυχίαν. Συνιστῶ τὴν διατήρησιν τοῦ θεσμοῦ τῶν νομαρχῶν, ἀλλὰ προτείνω ν’ ἀπονεμηθῇ μεγαλειτέρα δικαιοδοσία εἰς τοὺς ἐπάρχους, νὰ μεταρρυθμισθῇ δὲ ἡ νομοθεσία ἡ σχετικὴ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ δύναται ὁ πολίτης νὰ ἐλπίζῃ διοίκησιν καλλιτέραν, καὶ νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὴν κακοδαιμονίαν, εἰς τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ παρὸν εὑρίσκεται. Ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου θέλω ὑποβάλει διαφόρους γνώμας, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον γείνῃ δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις αὐτοῦ.
§182Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Ἐζήτησα, κύριοι Βουλευταὶ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους καὶ τὴν παραπομπὴν αὐτοῦ εἰς τὰς οἰκείας ἐπιτροπὰς, ὄχι διὰ νὰ παραπεμφθῇ τοῦτο εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας, ἀλλὰ διότι ἐφρόνουν, ὅτι, προκειμένου περὶ νομοσχεδίου τόσον σπουδαίου, ὅπερ ἤγειρε τὰς ἐπαρχίας κατὰ τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τὰς πόλεις κατὰ τῶν πόλεων, θὰ ἦτο συμφερώτερον, πρὶν ἔλθῃ ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ συζητηθῇ πρῶτον ἐν τε ταῖς ἐπιτροπαῖς καὶ ἐν τῷ τύπῳ. Νομίζω δὲ, ὅτι τοιοῦτοι νόμοι δὲν πρέπει νὰ ἔρχωνται εἰς τὴν Βουλὴν ἐξαπίνης, ἀλλὰ μετὰ μακρὰν καὶ ὥριμον συζήτησιν, ἵνα καθίστανται ἀποδεκτοὶ ὑπὸ τοῦ ἔθνους. Ὅσοι δὲ νόμοι εἰσήχθησαν ἐξαπίνης εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐψηφίσθησαν ἐν ψυχολογικῇ στιγμῇ, οἱ νόμοι ἐκεῖνοι βραδύτερον κατέπεσαν ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ ἔθνους, καὶ αὐτὸ τὸ Κοινοβούλιον, ὅπερ παμψηφεὶ τοὺς ἐψήφισεν, αὐτὸ τοῦτο τοὺς ἠκύρωσε, καὶ ἐπανέφερε τὸ πρώην καθεστώς, Παράδειγμα τούτου ὁ νόμος τοῦ 1886. ὁ ἀφορῶν τὴν νομαρχιακὴν περιφέρειαν, ὅστις, διότι εἰσήχθη ἐξαπίνης καὶ ἐψηφίσθη ἐν ψυχολογικῇ στιγμῇ, διὰ τοῦτο καὶ κατέπεσεν. Ἀλλ’ ἀτυχῶς ἄλλως ἔδοξεν εἰς τοὺς ἡγέτας τῆς πλειονοψηφίας, εἰς οὓς εὔχομαι νὰ μὴ μετανοήσουν. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν ἐλήφθησαν, ὑπ’ ὄψιν οἱ λόγοι τῆς ἀναβολῆς, ἂς ἐξετάσωμεν τὸ νομοσχέδιον, πῶς εἰσήχθη. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κύριοι Βουλευταὶ, δέον νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ δύο ἐπόψεις, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν διοικητικὴν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν δικαστικήν. Καὶ πρῶτον ἂς τὸ ἐξετάσωμεν ὑπὸ τὴν διοικητικὴν αὐτοῦ ἔποψιν. Ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς λόγον δικαιολογητικὸν αὐτοῦ ἀνέφερε (τὸν ὁποῖον καὶ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει μνημονεύει) τὴν μακρὰν ἀπόστασιν τῶν διαφόρων δήμων ἀπὸ τοῦ κέντρου τῆς διοικήσεως, εἰς οὓς δὲν φθάνει τὸ ὄμμα τοῦ νομάρχου. Ἀλλὰ ὁ λόγος οὗτος, κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι λόγος ἀποχρῶν, εἶναι λόγος δικαιολογῶν τὴν αὔξησιν τῶν νομῶν καὶ συνεπῶς τῶν δαπανῶν; Νομίζω ὄχι. Ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἀνέφερεν, εἶναι μᾶλλον λόγος δικαιολογῶν τὴν ἀνασύστασιν τῶν ἐπαρχείων καὶ τὴν ἐπάνοδον τῶν ἐπάρχων, οὐδέποτε δὲ τὴν διαίρεσιν τῶν νομῶν, διότι, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ διοικητικοῦ δικαίου, ὁ ἔπαρχος ἐν τῇ διοικήσει εἶναι ὁ βοηθὸς τοῦ νομάρχου. Ἐπειδὴ οἱ νομοὶ, μάλιστα εἰς τὰ εὐρωπαϊκὰ Κράτη, καὶ κυρίως εἰς τὴν Γαλλίαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐλάβομεν τὸ νομαρχιακὸν σύστημα, ἐπειδὴ οἱ νομοὶ ἐκεῖ εἶναι ἐκτεταμένοι, διὰ τοῦτο ἐγένετο δεκτὸν τὸ σύστημα τῶν ἐπάρχων, ὡς βοηθῶν τοῦ νομάρχου. Λοιπὸν ὁ λόγος αὐτὸς δύναται νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ἀνασύστασιν τῶν ἐπαρχείων, οὐχὶ δὲ διὰ νὰ αὐξήσῃ τοὺς νομοὺς καὶ συνεπῶς τοὺς νομάρχας. Δυστυχῶς κατὰ τῆς ἀνασυστάσεως τῶν ἐπαρχείων γενικὴ πρόληψις ὑπάρχει ἕνεκα τῶν ἐπάρχων. Νομίζω ὅμως, Κύριοι, ὅτι ἀδίκως· διότι, ἂν δὲν ἐγένετο καλὴ ἐκλογὴ τῶν ἐπάρχων, δὲν ἕπεται ὅτι καὶ ὁ θεσμὸς εἶναι κακός· δύναται μία Κυβέρνησις, προβλέπουσα περὶ τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ, περὶ τοῦ νομαρχιακοῦ συστήματος, νὰ φέρῃ θεραπείαν, μάλιστα σήμερον, ὅτε ἔχομεν τοσούτους ἐπιστήμονας, οὓς ἄριστα δυνάμεθα νὰ χρησιμοποιήσωμεν, οὐδέποτε ὅμως, ἕνεκα τῆς μὴ καταλλήλου ἄλλοτε ἐκλογῆς τῶν προσώπων, νὰ καταδικασθῇ εἰς τόσον ἐπιτυχὴς θεσμὸς διὰ τὸν τόπον. Ἐγὼ δὲ κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀνασυστάσεως τῶν ἐπαρχείων, διότι, καίτοι μικρὸν διάστημα ἔμεινα ἐν Γαλλίᾳ, οὐχ ἧττον παρετήρησα, ὅτι μετὰ τὸν δικαστικὸν κλάδον τὴν ἀρίστην θέσιν κατέχει ἐν Γαλλίᾳ ὁ διοικητικὸς κλάδος. Ἵνα ἴδητε δὲ ὁποίαν θέσιν κατέχει ἐν Γαλλίᾳ ὁ διοικητικὸς κλάδος, καὶ ὁποίους νομάρχας ἔχει, σᾶς ἀναφέρω τὸ ἑξῆς, ὅτι μεταξὺ τοῦ διπλωματικοῦ σώματος τοῦ Γαλλικοῦ δύο ἐξέχοντες διπλωμάται ἦσαν νομάρχαι, καὶ ἀπὸ νομαρχῶν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις τοὺς παρέλαβε καὶ τοὺς διώρισε πρέσβεις. Ὥστε αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον κηρύσσομαι μᾶλλον ὑπὲρ τῆς ἀνασυστάσεως τῶν ἐπαρχείων καὶ κατὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον περιλαμβάνει. Ἂς ἔλθωμεν τώρα νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὸ ὑπὸ τὴν δικαστικὴν αὐτοῦ ἔποψιν· διότι, ἂν ἐπρόκειτο μόνον περὶ προσθήκης ἑπτὰ ἢ δέκα νομαρχῶν, τὸ ζήτημα θὰ ἦτο ἁπλούστατον, ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ θὰ προσέθετε δέκα νομάρχας, ἄλλη Κυβέρνησις θὰ ἐπανέφερε τὸ πρώην καθεστὼς, καὶ ἡ βλάβη θὰ ἦτο ἐλαχίστη. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι μόνον περὶ τούτου. Σοβαρὸν ζήτημα καθ’ ἡμᾶς εἶναι τὸ δικαστικόν, εἶναι ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν Πρωτοδικείων, καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα πρέπει νὰ ἐξετάσῃ μετὰ προσοχῆς ἡ Βουλή, ἂν συμφέρῃ δηλ. ἢ ὄχι ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν Πρωτοδικείων. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, Κύριοι, δὲν θὰ ἀνατρέξω εἰς ξένα Κράτη, θὰ περιορισθῶ ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, καὶ θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασιν τῶν Πρωτοδικείων εἰς τὰς ἐπαρχίας, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο κατὰ τὸ 1867, διὰ νὰ ἴδωμεν τίνα λόγον ἡ τότε Κυβέρνησις ἔφερε πρὸς δικαιολόγησιν τῆς συστάσεως τῶν τριῶν ἐκείνων ἐπαρχιακῶν δικαστηρίων. Ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος ἐπεκαλέσθη πρὸς σύστασιν τῶν ἐπαρχιακῶν ἐκείνων δικαστηρίων, ὑφίσταται σήμερον διὰ τοὺς νομοὺς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἡ διοικητικὴ διαίρεσις προβλέπει; Ἐν τῇ ἐκθέσει αὑτοῦ λέγει, ὅτι δὲν ὑπῆρχον μέσα συγκοινωνίας. Δὲν ὑπῆρχον μέσα συγκοινωνίας ἐν Τριφυλίᾳ, ἐν Παρνασσίδι ἐν Ἠλείᾳ. Ἀλλὰ ὁ λόγος οὗτος ὑφίσταται σήμερον διὰ τὴν σύστασιν τεσσάρων ἢ πέντε Πρωτοδικείων; Ἐξετάσας, Κύριοι, τὰς ἐπαρχίας ἢ τοὺς νομοὺς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους προβλέπει τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, εὑρίσκω μόνον τὴν ἐπαρχίαν Εὐρυτανίας, στερουμένην μέσων συγκοινωνίας, ὅλαι δὲ αἱ ἄλλαι ἐπαρχίαι ἔχουσι μέσα συγκοινωνίας ἄφθονα, μάλιστα ἡ ἐπαρχία Κορινθίας συνδέεται ὄχι μόνον μὲ ἁμαξιτὰς ὁδοὺς, ἀλλὰ καὶ διὰ σιδηροδρόμου μέχρι Ναυπλίας. Ἐπίσης ἡ Βοιωτία, ἡ ὁποία σύγκειται ἐκ δύο ἐπαρχιῶν, τῆς ἐπαρχίας Θηβῶν καὶ τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας. Τίς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι μεταξὺ Θηβῶν καὶ Ἀθηνῶν καὶ Λεβαδείας καὶ Ἀθηνῶν δὲν ὑπάρχει ἁμαξιτὴ ὁδὸς καὶ διὰ θαλάσσης συγκοινωνία; Ὥστε βλέπετε, ὅτι ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον τότε προέβαλεν ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος, δὲν ὑφίσταται σήμερον διὰ τὰς περισσοτέρας ἐπαρχίας· ὑφίσταται μόνον διὰ τὴν ἐπαρχίαν Εὐρυτανίας, δι’ οὐδεμίαν δὲ ἄλλην ἐπαρχίαν. Τότε, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὁ πρῶτος ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὸν λόγον καὶ ἐπολέμησε τὸ νομοσχέδιον, τουτέστι τὴν αὔξησιν τῶν Πρωτοδικείων, ἦτο ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης. Τί δὲ εἶπε κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, τὸ βλέπει τις εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς. Ἐν ὀλίγοις εἶπεν, ὅτι εἰς τὴν Πολιτείαν ἡ αὔξησις τῶν Πρωτοδικείων δὲν συμφέρει. Ὀφείλομεν νὰ προσέξωμεν, εἰ δυνατόν, νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ δικαστήρια, καὶ νὰ αὐξήσωμεν τοὺς δικαστὰς κατὰ ποιόν, ὄχι κατὰ ποσόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθοτέρα βάσις περὶ ἀναμορφώσεως τῆς Δικαιοσύνης. Πῶς δὲ θὰ αὐξήσωμεν τοὺς δικαστὰς κατὰ ποιόν; Ἐὰν τοὺς μισθοδοτήσωμεν καλῶς. Διότι, ὅταν ὁ δικαστὴς μισθοδοτῆται καλῶς, θ’ ἀφιερωθῇ εἰς τὸ καθῆκόν του, ὄχι ὅπως σήμερον μισθοδοτοῦνται, ὡς ἐμποροϋπάλληλοι. Ὅτε ἤμην εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Προξενεῖον Κωνσταντινουπόλεως, ἤμεθα τέσσαρες δικαστικοὶ ὑπάλληλοι δι’ ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν, σᾶς βεβαιῶ, δύο μόνον δικασταὶ ἠδύναντο νὰ ἐκτελέσωσιν ἄριστα. Ἐὰν τὸ σύστημα αὐτό, τοῦ νὰ ἦναι οἱ δικασταὶ καλῶς μισθοδοτημένοι, ἐφηρμόζετο καὶ εἰς τοὺς δικαστὰς τοὺς ἐν Κωνσταντινουπόλει, οἱ τέσσαρες δικασταὶ θὰ ἦσαν δύο, καὶ θὰ ἔκαμνον τὴν ἰδίαν ἐργασίαν, καὶ θὰ ἔζων ἀξιοπρεπέστερον. Ἐν Κωνσταντινουπόλει τότε ἦτο δικαστής τις τοῦ Ἀγγλικοῦ Προξενείου, ὁ ὁποῖος, εἷς καὶ μόνος, εἶχε τὴν δικαιοδοσίαν ὄχι μόνον τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ πάσης τῆς Ἀνατολῆς. Ὁ δικαστὴς αὐτὸς ἐμισθοδοτεῖτο τοσοῦτον, ὅσον ἡμεῖς οἱ τέσσαρες, καὶ ὁ δικαστὴς αὐτὸς ἔζη ὡς διπλωμάτης μᾶλλον, παρὰ ὡς δικαστής, ὑλικῶς ἀνεξάρτητος, μακρὰν πάσης ἄλλης ἀσχολίας· καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐκηρύχθην καὶ κηρύσσομαι. Αὐτὴ εἶναι ἡ μία ὄψις, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα. Ἡ ἄλλη ὄψις, κύριοι Βουλευταί, εἶναι, συμφέρει εἰς μικρὰς ἐπαρχίας νὰ ὑπάρχουν πολυμελῆ δικαστήρια; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλετε ἐπίσης νὰ προσέξητε. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ὅσον πλησιέστερα εἶναι πρὸς τὸν λαὸν τὰ δικαστήρια, τόσον εὐκολωτέρα ἡ ἐξαχρείωσις ἐπέρχεται, καὶ ὅσον ἀπομεμακρυσμένα εἶναι τὰ δικαστήρια, τόσον ὁ λαὸς ἔχει ὑψηλὴν ἰδέαν περὶ τῶν δικαστῶν καὶ τῆς δικαιοσύνης, καὶ τόσον βραδύτερον προσέρχεται εἰς τὰ δικαστήρια. Καὶ δὲν εἶναι μόνον ὁ λόγος οὗτος, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἕτερος λόγος. Ἐν τῇ μικρᾷ κοινωνίᾳ δὲν ὑπάρχει ὁ ἔλεγχος, διότι δὲν ὑπάρχει κοινὴ γνώμη μορφωμένη καὶ δὲν ὑπάρχουσι καὶ οἱ ἀνώτεροι ὑπάλληλοι διὰ νὰ ἐπιβλέπωσιν, ἐνῷ, ὅσον μεγαλειτέρα εἶναι ἡ κοινωνία, τόσον μεγαλειτέρα εἶναι καὶ ἡ ἐπίβλεψις. Διὰ τοῦτο τὰ δικαστήρια πρέπει νὰ ἦναι ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν, αἵτινες κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον εἰσὶ μεγάλαι πόλεις καὶ ἔχουσι τοὺς ἀνωτέρους ὑπαλλήλους. Πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης μου ἠδυνάμην νὰ φέρω καὶ ἄλλους λόγους· ἐπειδὴ ὅμως περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου μία ἐφημερίς, ἡ ὁποία περιέχει τὴν γνώμην διακεκριμένου ἐν Ναυπλίῳ δικηγόρου, τοῦ κ. Νικολάου Καραπαύλου, Προέδρου τοῦ ἐν Ναυπλίῳ Δικηγορικοῦ Συλλόγου καὶ νῦν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς τὴν ἀναγνώσω, διότι συμβάλλει πολὺ εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀσχολούμεθα: «Πολὺς θόρυβος γίνεται διὰ τὴν ἐν Κορίνθῳ ἵδρυσιν Πρωτοδικείου, (λέγει ὁ κ. Καράπαυλος) ἐγὼ ὅμως ἀδυνατῶ τελείως νὰ πιστεύσω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ σήμερον Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχων συναίσθησιν τῶν καθηκόντων του, ὅστις θ’ ἀπεφάσιζε τοιοῦτόν τι καὶ θὰ ὑπέβαλλε τὸ σχετικὸν διάταγμα εἰς τὸν Βασιλέα. Δὲν ἐννοῶ νὰ ἐξετάσω ἐὰν ἡ ἵδρυσις τοῦ Πρωτοδικείου τούτου συμφέρῃ ἢ βλάπτῃ τὰς διαμαχομένας πόλεις τοῦ Ναυπλίου ἢ τῆς Κορίνθου, οὔτε εἶναι αὕτη ἡ ὄψις ἐκείνη, ὑφ’ ἣν τὸ ζήτημα τοῦτο δέον νὰ ἐξετασθῇ. Τὸ ζήτημα εἶναι γενικοῦ ἐνδιαφέροντος, καὶ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἡ ἵδρυσις καὶ ἑτέρου ἐπαρχιακοῦ Πρωτοδικείου συμφέρῃ εἰς τὴν Πολιτείαν καὶ εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Κατ’ ἐμέ, καὶ καθ’ ἅπαντα τὸν δικαστικὸν κόσμον, καὶ ἁπλῆ σκέψις περὶ ἱδρύσεως νέου Πρωτοδικείου, καὶ δὴ ἐπαρχιακοῦ, εἶναι ἔγκλημα κατὰ τῆς Δικαιοσύνης. Σήμερον δὲν ἔχομεν ἀνάγκην πολλῶν δικαστηρίων, ἀλλὰ ταχείας καὶ ἀπροσκόπτου ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Τοῦτο εἶναι τὸ πᾶν, καὶ εἰς τοῦτο ὀφείλομεν ν’ ἀποβλέψωμεν, διότι τοῦτο συμφέρει πρὸ παντὸς εἰς τὸ Κράτος καὶ εἰς τοὺς διαδίκους. Διὰ τῆς συστάσεως πολλῶν ἐπαρχιακῶν Πρωτοδικείων τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα δὲν ἐπιτυγχάνεται, τοὐναντίον ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα τὰ καταδικάζει, ὡς ἀποτυχόντα, ὡς οὐδόλως συμβάλλοντα εἰς τὴν ταχεῖαν καὶ καλὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ἁπλοῦν βλέμμα ἐπὶ τῶν ἐπισήμων πινάκων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, τῶν ἐσχάτως δημοσιευθέντων, καὶ οὓς ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, θέλει καταδείξει τὴν ἀλήθειαν ταύτην. Λάβωμεν τὰ ἐπαρχιακὰ Πρωτοδικεῖα Παρνασίδος, Κυπαρισσίας καὶ Ἠλείας, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ὁποίων ὑπάγεται ἀνὰ μία ἐπαρχία, καὶ συγκρίνωμεν τὴν ἐργασίαν αὐτῶν μὲ ἐκείνην τοῦ Πρωτοδικείου Πατρῶν, εἰς ὅπερ τρεῖς ὁλόκληροι ἐπαρχίαι ὑπάγονται, καὶ Ναυπλίου, εἰς ὃ ὑπάγονται ὀκτὼ ἐπαρχίαι. Ἰδοὺ τί ἐξάγομεν: Ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Παρνασσίδος κατὰ τὴν τελευταίαν τριμηνίαν τοῦ 1897 ἔμειναν ἐκκρεμεῖς παρὰ μὲν τοῖς ἀνακριταῖς ὑποθέσεις 387, παρὰ τοῖς ἄλλοις ἀνακριτικοῖς ὑπαλλήλοις 1861, παρὰ Εἰσαγγελεῦσι 1362, ἤτοι ἐκκρεμεῖς ἐν ὅλῳ ὑποθέσεις 3,610. Ἐπίσης παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ Κυπαρισσίας κατὰ τὴν αὐτὴν τριμηνίαν ἔμειναν, παρὰ μὲν τοῖς ἀνακριταῖς ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις 1011, παρὰ τοῖς ἄλλοις ἀνακριτικοῖς ὑπαλλήλοις 7,557, καὶ παρὰ τοῖς Εἰσαγγελεῦσιν 6,860, ἤτοι ἐν ὅλῳ 14,428 ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις. Παρὰ δὲ τῷ Πρωτοδικείῳ Ἠλείας ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις, παρὰ μὲν τοῖς ἀνακριταῖς 1137, παρὰ δὲ τοῖς ἄλλοις ἀνακριτικοῖς ὑπαλλήλοις 8,830, καὶ παρὰ τοῖς Εἰσαγγελεῦσι 3,337, ἤτοι ἐν ὅλῳ 13,304. Ἐνῷ ἐν τῷ εὐρείας περιφερείας Πρωτοδικείῳ Πατρῶν ἔμειναν, κατὰ τὸ αὐτὸ τελευταῖον τρίμηνον διάστημα τοῦ 1897 ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις, παρὰ μὲν τοῖς ἀνακριταῖς 1339, παρὰ τοῖς ἄλλοις ἀνακριτικοῖς ὑπαλλήλοις 8,283, καὶ παρὰ τοῖς Εἰσαγγελεῦσι 3,012, ἤτοι ἐν ὅλῳ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις 12,632. Παρὰ δὲ τῷ Πρωτοδικείῳ Ναυπλίου ἔμειναν, παρὰ τοῖς ἀνακριταῖς 709, παρὰ τοῖς ἄλλοις ἀνακριτικοῖς ὑπαλλήλοις 4,478, καὶ παρὰ τοῖς Εἰσαγγελεῦσι 5,650, ἤτοι ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις ἐν ὅλῳ 10,837. Ἤδη συγκρίνατε τοὺς εὐγλώττους τούτους ἀριθμοὺς καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν περατωθεισῶν ἀνακρίσεων ὑπὸ τῶν ἀνακριτῶν καὶ ἀνακριτικῶν ὑπαλλήλων τῶν ἐπαρχιακῶν δικαστηρίων πρὸς τὴν ἐργασίαν τῶν ἄλλων Πρωτοδικείων, ἵνα ἴδητε τὴν ἐργατικότητα καὶ τὴν ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν ἐν τῇ ἀπονομῇ τῆς δικαιοσύνης τῶν ἐπαρχιακῶν δικαστηρίων. —Καὶ ποῦ ἀποδίδετε, κύριε Καράπαυλε, τὴν καθυστέρησιν ταύτην ἢ τὴν ἀνικανότητα τῶν ἐπαρχιακῶν Πρωτοδικείων; —Θὰ σᾶς εἴπω εὐθύς. Προηγουμένως ὅμως δέον νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ σύστασις τῶν 5 ἐπαρχιακῶν Πρωτοδικείων, δηλ. Κυπαρισσίας, Ἠλείας, Λευκάδος, Παρνασσίδος καὶ Καρδίτσης, ἐγένετο πρὸς ἱκανοποίησιν κομματικῶν συμφερόντων διαφόρων πολιτευτῶν, ἰσχυσάντων κατὰ καιροὺς, καὶ οὐχὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Δικαιοσύνης. Οἱ δὲ λόγοι, δι’ οὓς τὰ ἐπαρχιακὰ Πρωτοδικεῖα ἀπέτυχον, εἰσὶ τρεῖς. Πρῶτον διότι ἡ πολιτικὴ πίεσις εἰς τὰ μικρᾶς περιφερείας Πρωτοδικεῖα εἶναι μεγαλειτέρα ἐκείνης τῶν νομαρχιακῶν Πρωτοδικείων, διὰ λόγους εὐνοήτους· δεύτερον, διότι τὰ ἐπαρχιακὰ δικαστήρια ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον συγκροτοῦνται ἐκ δικαστῶν εἴτε νέων, ἀπείρων, τὸ πρῶτον εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν εἰσερχομένων, εἴτε ἄλλων, γεγηρακότων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀλλ’ ἀνικάνων· καὶ τρίτον, διότι οἱ παρὰ τὰ Πρωτοδικεῖα ταῦτα δικηγορικοὶ σύλλογοι εἰσὶ μικροὶ, μὴ ἀνεπτυγμένοι ὡς δεῖ, λόγῳ τοῦ περιωρισμένου τῶν ἐργασιῶν των, καὶ ἥκιστα ἕνεκα τούτου συμβάλλουσιν εἰς τὴν ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν καὶ ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Γνωρίζετε δὲ καλῶς, ὅτι ἡ ἀνάπτυξις ἡ καλὴ ἢ κακὴ δικηγορικοῦ τινος συλλόγου μεγάλως συμβάλλει εἰς τὴν πρόοδον τοῦ δικαστηρίου, ἐν ᾧ ὑφίσταται καὶ δρᾷ. Διὰ τοὺς λίαν σπουδαίους τούτους λόγους τὰ ἐπαρχιακὰ δικαστήρια κατεδικάσθησαν ὁλοσχερῶς ἐν τῇ συνειδήσει σύμπαντος τοῦ δικαστικοῦ κόσμου. Εὐχῆς δὲ ἔργον θὰ ἦτο, ἐὰν εὑρίσκετο σήμερον Ὑπουργός τις τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις θὰ εἶχεν ὅλον τὸ ἠθικὸν σθένος νὰ καταργήσῃ καὶ τὰ ὑπάρχοντα σήμερον 5 ἐπαρχιακὰ Πρωτοδικεῖα. Ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἶχεν ἕτοιμον νομοσχέδιον πρὸς ὑποβολὴν περὶ καταργήσεως τῶν ἐπαρχιακῶν Πρωτοδικείων, ἀλλὰ ἡ λαμπρὰ πρόθεσις ἐναυάγησε, διότι ἀντέστη ὁ κ. Σιμόπουλος, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὃν δὲν συνέφερε κομματικῶς ἡ διάλυσις τοῦ Πρωτοδικείου Παρνασσίδος, τῆς ἰδιαιτέρας ἐπαρχίας του, ὅπερ ἐκεῖνος ἵδρυσε. Μεθ’ ὅλα ταῦτα λοιπὸν εἶναι λογικόν, εἶναι συμφέρον εἰς τὴν δικαιοσύνην, εἰς τὸ Κράτος, εἰς αὐτοὺς τοὺς διαδίκους ἡ ἵδρυσις Πρωτοδικείων ἐπαρχιακῶν, καταδικασθέντων εἰς τὴν πασιφανῆ ἀποτυχίαν των; Ὁποῖον εἶναι τὸ συμφέρον καὶ τί ὀφείλει ἡ Πολιτεία νὰ ἐπιδιώξῃ; Τὴν ταχεῖαν καὶ αὐστηρὰν διεξαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων. Ὁποῖον τὸ συμφέρον καὶ τί πρὸ παντὸς ζητοῦσιν οἱ διάδικοι; Νὰ εὕρωσι καλὴν καὶ ταχεῖαν ἀπονομὴν τῆς αἰτουμένης δικαιοσύνης, καὶ τοῖς εἶναι ἀδιάφορον, ἐὰν τὸ Πρωτοδικεῖον εὑρίσκηται ἐν τῇ ἕδρᾳ τῆς ἐπαρχίας των ἢ ἐν ἐκείνῃ τοῦ νομοῦ των. Σφάλλονται δὲ πολὺ οἱ νομίζοντες, ὅτι ἡ τῶν πολλῶν δικαστηρίων ὕπαρξις συντελεῖ εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς ἐγκληματικότητος καὶ τῆς φυγοδικίας, τοὐναντίον ἡ φυγοδικία καὶ ἡ ἐγκληματικότης εἶναι μεγαλειτέρα, ὅσον εὐχερέστερα εἶναι τὰ μέσα τῆς εἰς τὰ δικαστήρια προσφυγῆς. Ἄλλως τε τοῦτο μοὶ ἐνθυμίζει τὸν περιώνυμον Γάλλον συγγραφέα Louis Blanc, ὅστις, ἐρωτηθείς ποτε, ἐὰν προτιμᾷ τὰ μικρὰ ἐκλογικὰ διαμερίσματα τῶν μεγάλων, ἀπήντησε λίαν εἰρωνικῶς: «Προτιμῶ καλλίτερον νὰ συλλέγωμεν τὰς ψήφους τῶν πολιτῶν μας εἰς τὰς οἰκίας». Οὕτω δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς ὑποστηρίζοντας τὰ πολλὰ καὶ μικρᾶς περιφερείας Πρωτοδικεῖα, ὅτι προτιμότερον εἶναι νὰ μεταβαίνωσιν οἱ δικασταὶ πρὸς ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ἀνὰ τὰ χωρία καὶ τὰς καλύβας τῶν χωρικῶν. Ἀλλὰ καὶ ἡ μονομερὴς ἐν Κορίνθῳ ἵδρυσις Πρωτοδικείου δὲν δύναται ἢ νὰ διεγείρῃ θύελλαν κραυγῶν καὶ ἀξιώσεων καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Θὰ συμβῇ δὲ ὅ,τι καὶ ἄλλοτε συνέβη. Ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος, πιεζόμενος ὑπὸ τῶν τῆς Κορινθίας πολιτικῶν, ἀπεπειράθη τὴν ἐν Κορίνθῳ σύστασιν Πρωτοδικείου. Μετὰ πολλὰς ἀντιρρήσεις, δυσαρεσκείας κλπ. κατώρθωσεν ὁ Κουμουνδοῦρος νὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ψηφισθῇ, ἀλλὰ μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἐψηφίσθησαν καὶ 7 ἄλλα Πρωτοδικεῖα! Τοῦτο θὰ συμβῇ καὶ ἤδη· καὶ δικαίως. Διατὶ ν’ ἀποκτήσῃ ἡ Κόρινθος Πρωτοδικεῖον, ἡ ἔχουσα τοσοῦτον λαμπρὰν καὶ εὔκολον συγκοινωνίαν, καὶ νὰ μὴ ἀποκτήσῃ ἡ Γορτυνία, ἥτις στερεῖται συγκοινωνίας καὶ ἥτις εἶναι πολυαριθμοτέρα τῆς Κορινθίας; Καὶ ὅμως ἡ Γορτυνία δὲν ἤγειρε τοιαύτας ἀξιώσεις, καίτοι ἔχει ἄνδρα πολιτευτὴν τοιοῦτον, ὅστις λίαν εὐχερῶς θὰ ἱκανοποίει τὴν ἀξίωσιν ταύτην. Ἐν τούτοις ὅμως — καὶ παρακαλῶ νὰ τὸ γράψητε πρὸς τιμὴν τοῦ κ. Θεοδώρου Π. Δηλιγιάννη — Πρωτοδικεῖον δὲν ἐσυστήθη ἐκεῖ, χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς δικαιοσύνης καὶ μόνον. Μὴ τὰ Καλάβρυτα, μὴ τὸ Αἴγιον, μὴ ἡ Εὐρυτανία, μὴ τὸ Γύθειον δὲν ἠδύναντο νὰ ἐγείρωσι δικαιοτέρας τῶν Κορινθίων ἀξιώσεις; Ἐγὼ εἰς τὴν Πυλίαν, τὴν ἰδιαιτέραν ἐπαρχίαν μου, ηὐτύχησα νὰ κάμω πλεῖστα καλὰ, καὶ ἠδυνάμην νὰ ἀξιώσω, καὶ ἴσως ἴσως νὰ ἐπιτύχω, τὴν σύστασιν Πρωτοδικείου, ἀλλ’ οὐδέποτε τὸ ἔπραξα, οὔτε ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς ἐμὲ νὰ παρίδω τὸ συμφέρον τῆς τε Πολιτείας καὶ τῆς Δικαιοσύνης. Λοιπὸν ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ φρονῶ, ὅτι τὰ ἐν Κορίνθῳ τελούμενα δὲν εἶναι ἄλλο τι ἢ θόρυβος ῥεκλαμοειδὴς πρὸς κομματικὴν κερδοσκοπίαν, καὶ ὅτι εἶναι τελείως ἀδύνατον καὶ συζήτησις κἂν ἁπλῆ νὰ ἀπησχόλησεν ἐπὶ τοῦ τοιούτου ἀντικειμένου τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Τοὐναντίον εὔχομαι καὶ ἐλπίζω τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀπασχολήσῃ μᾶλλον ἡ πρὸς μέγιστον τῆς δικαιοσύνης συμφέρον κατάργησις καὶ τῶν ὑπαρχόντων ἐπαρχιακῶν Πρωτοδικείων, διὰ ν’ ἀνακουφισθῇ καὶ ἀναπνεύσῃ ὁ τόσον ἐπιβλαβῆ εὑρίσκων ταῦτα δικαστικὸς κόσμος. Διὰ τῆς καταργήσεως δ’ αὐτῶν θὰ ἐπέλθῃ καὶ οἰκονομία εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἥτις δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ὅπερ εἶναι ἀπαραίτητον καθῆκον τῆς Πολιτείας, καὶ δι’ ἧς κατὰ πολὺ θὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις τῶν δικαστηρίων, χωρὶς νὰ βαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τούτου.» Οἱ λόγοι οὗτοι εἶναι τοῦ Προέδρου τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου ἐν Ναυπλίῳ, νῦν δὲ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐναπόκειται νὰ μᾶς εἴπῃ σήμερον τί φρονεῖ. Ἐγὼ, Κύριοι, κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀνασυστάσεως τῶν ἐπαρχείων καὶ κατὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἐπαρχιακῶν δικαστηρίων. Καὶ βεβαίως, Κύριοι, μετὰ τὰς καταστροφὰς τοῦ πολέμου, τὰς ὁποίας ὑπέστημεν, ἐφρόνουν ὅτι ἡ Βουλὴ κυρίως ἤθελεν ἀσχοληθῇ περὶ οἰκονομιῶν, μεταξὺ δὲ τῶν οἰκονομιῶν αὐτῶν ἔπρεπε νὰ ᾖναι καὶ ἡ κατάργησις τῶν ἐπαρχιακῶν δικαστηρίων καὶ οὐχὶ ἡ αὔξησις αὐτῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἔχω. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ φέρω τὴν γνώμην μου καὶ εἰς τὰ καθέκαστα.
§183ΜΙΧ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Κύριοι, προχθὲς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρετήρησε πρὸς ἐμὲ, προτείνοντα εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀναβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὅπως κατορθωθῇ ἡ προσαγωγὴ τῶν εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθεισῶν ἐκθέσεων καὶ τῶν ψηφισμάτων τῶν διαφόρων συλλόγων, ἵνα ἡ Βουλὴ, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν πάντα τὰ προβαλλόμενα ἐπιχειρήματα καὶ παράπονα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιλάβηται ἐν ἐπιγνώσει τούτων τῆς ἐξετάσεως αὐτοῦ, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, λέγω, μοὶ παρετήρησεν, ὅτι ἡ τοιαύτη πρότασίς μου ἦτο ἄκαιρος, διότι τότε δὲν ἐπρόκειτο περὶ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ εὑρισκόμεθα ἐν τῷ σταδίῳ τῶν ἐπερωτήσεων. Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι κατὰ τύπους εἶχε βεβαίως δίκαιον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ κατ’ οὐσίαν, διότι φρονῶ μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, ἐρχομένη ὡς ἦλθεν, ἄνευ τῆς προσηκούσης προμελέτης, προδήλως ἔδει νὰ συνοδεύηται τοὐλάχιστον ὑπὸ τῶν γνωμῶν καὶ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ εὐτυχῶς, Κύριοι, σήμερον τυχαίως παρετήρησα, ὅτι ὑπὲρ τῆς γνώμης μου ταύτης ἦτο καὶ ὁ εἰσηγητὴς νομοσχεδίου ὁμοίας φύσεως, ἀλλ’ ἀντιθέτου ἀποτελέσματος. Ὅτε κατὰ τὸ 1892 ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, εἰς οὗ τὴν μνήμην ὀφείλομεν τὴν ἐπικράτησιν ἡμῶν ταύτην, (δεικνύει τὴν κυβερνητικὴν πτέρυγα) νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως Πρωτοδικείων ἐπαρχιακῶν, ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου μετὰ τῆς σχετικῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, τῆς συνοδευσάσης τὸ νομοσχέδιον, ἥτις ὁμολογῶ ὅτι ἦτο πλήρης σοβαρῶν ἐπιχειρημάτων, δὲν ὤκνησε νὰ ἐπισυνάψῃ καὶ πάντα τὰ σχετικὰ τηλεγραφήματα τῶν διαφόρων δήμων τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, ὧν τὰ συμφέροντα ἐθίγοντο διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ τὸ νομοσχέδιον μὲν ἐκεῖνο δὲν ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, ἀλλὰ δι’ ἄλλους λόγους· ἐν τούτοις τὸ ἐφαρμοσθὲν τότε μέτρον ἐν τῇ εἰσηγήσει τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ἔχοντος τὴν αὐτὴν καὶ τὸ προκείμενον βάσιν, ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, κύριοι Βουλευταὶ, ἐκτὸς τῆς μεγάλης σπουδαιότητος, τὴν ὁποίαν ἐνέχει καθ’ ἑαυτὸ, ὡς ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως αὐτοῦ, διότι πρόκειται δι’ αὐτοῦ νὰ διαρρυθμισθῶσιν αἱ διάφοροι ἐν τῷ Κράτει σχέσεις ὑπὸ ἄλλον τύπον, ὑπὸ ἄλλας βάσεις παρὰ τὰ κρατοῦντα ἐπὶ 75 ἔτη, ἔχει πρὸς τούτοις καί τι τὸ ἰδιάζον, ἔχει τι τὸ ἐξαιρετικόν, διότι τὸ νομοσχέδιον, ἂν γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους...
§184ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Καὶ θὰ γείνῃ.
§185ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἄν γείνῃ, κακῇ μοίρᾳ, ἐγὼ φρονῶ, ἀντιτιθέμενος πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συνάδελφος, ὅτι, ἅμα γείνῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νόμος τοῦ Κράτους, δὲν δύναται πλέον νὰ διορθωθῇ, διότι θὰ γεννήσῃ τοιαῦτα συμφέροντα, τοιαύτας σχέσεις καὶ ἐξαρτήσεις μεταξὺ τῶν πολιτῶν, ὥστε θὰ καταστῇ ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ χείρ, ἡ ὁποία νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπενέγκῃ περιοριστικὴν μεταβολήν.
§186ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ μᾶς τὸ ἀποδείξητε.
§187ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἔχομεν παραδείγματα πλεῖστα ἰδικά μας, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ προστρέξωμεν εἰς θεωρίας· ἔχομεν τὸ παράδειγμα τῶν Γυμνασίων. Ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ μακαρίτου Ἀνδρέου Νοταρᾶ ἐγένετο ἡ πρώτη σύστασις Γυμνασίου ἐπαρχιακοῦ ἐν Κορίνθῳ· ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐγένετο κατακλυσμὸς Γυμνασίων, ἐπεδιώχθη ἡ σύστασις Γυμνασίων εἰς ὅλας τὰς γωνίας τῆς Ἑλλάδος, συντηρουμένων εἴτε ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, εἴτε ὑπὸ τῶν δημοτικῶν ταμείων, εἴτε ὑπὸ τῶν λιμενικῶν ταμείων. Ὁποία εἶναι ἡ ὄψις τῶν Γυμνασίων τούτων, ἐπικαλοῦμαι τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἡ μέση ἐκπαίδευσις παρέλυσεν ἐντελῶς· ἐξέρχονται τῶν Γυμνασίων τούτων ἄνθρωποι καθ’ ὁλοκληρίαν ἀγράμματοι, καὶ ὅμως οὐδεὶς ἠδυνήθη νὰ μεταβάλῃ τὰ καθεστῶτα (Θόρυβος). Ἀναμένομεν ἐν τούτοις παρὰ τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ τὴν διόρθωσιν, τὴν ὁποίαν καὶ εὐχόμεθα. Τὰ Γυμνάσια ἐκεῖνα, ἀντὶ νὰ ἦναι ἑστία φωτισμοῦ, ἐγένοντο ἑστία σκοτισμοῦ, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους. Σημειώσατε δέ, ὅτι τὰ Γυμνάσια ταῦτα οὐ μόνον δὲν ἐκπληροῦσι τὸν προορισμὸν αὑτῶν, ἀλλὰ παρουσιάζουσι καὶ θέαμα οἰκτρόν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς λειτουργίας· διότι ὑπάρχουσι Γυμνάσια, τῶν ὁποίων οἱ καθηγηταὶ μισθοδοτοῦνται ἀπὸ τὰ δημοτικὰ καὶ λιμενικὰ ταμεῖα, τοὺς δὲ μισθοὺς αὐτῶν οἱ καθηγηταὶ λαμβάνουσιν εἰς εἶδος. Ἔχω ἐπιστολὴν καθηγητοῦ, εἰς ὃν καθυστεροῦνται 16 μηνῶν μισθοί. Πῶς θέλετε νὰ ζήσουν οὕτω μισθοδοτούμενοι; Ἀγοράζουσι τ’ ἀναγκαιοῦντα ἀπὸ τὰ παντοπωλεῖα, καὶ μεταβιβάζουσιν εἰς τοὺς παντοπώλας τὰς ἀποδείξεις τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν! Καὶ ἐν τούτοις τὸ σύστημα τοῦτο ἀδύνατον νὰ μεταβληθῇ. Τὸ αὐτὸ συνέβη μὲ τὰ Πρωτοδικεῖα. Κατὰ τὸ 1867 ἀπεφασίσθη, πλὴν τῶν δεκατριῶν ὑφισταμένων Πρωτοδικείων, ἡ σύστασις 11 ἄλλων. Τότε οὔτε ἡ δύναμις τῶν διαμαρτυριῶν τοῦ ἀειμνήστου Δεληγεώργη ἀπέτρεψε τὴν Βουλήν, οὔτε ἐξ ἀντιθέτου ἡ δεινότης τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου ἔπεισεν αὐτὴν νὰ δεχθῇ τὴν σύστασιν τῶν νέων Πρωτοδικείων· ὑπῆρχον πολιτικοὶ ἰσχυροί, οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον καὶ τότε τὴν σύστασιν Πρωτοδικείων. Ἐψηφίσθη ὁ νόμος, καὶ ἤρχισεν ἡ σύστασις τῶν νέων Πρωτοδικείων κατὰ προτίμησιν ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εἶχον τὴν μεγαλειτέραν εὔνοιαν τῆς Κυβερνήσεως. Ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα; Ἅμα τῇ συστάσει τῶν πρώτων νέων δικαστηρίων τὸ θέαμα ὑπῆρξεν οἰκτρόν· καὶ διὰ τοῦτο, μόλις συνεστήθησαν 4 τοιαῦτα, ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ σταματήσῃ. Ἕν τῶν Πρωτοδικείων ἐκείνων ὑπήγετο εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν· σᾶς βεβαιῶ δέ, ὅτι δὲν ἤρχετο ταχυδρομεῖον ἐκ τῆς Κυπαρισσίας, χωρὶς ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ μὴ ἔχῃ καὶ νέον σκάνδαλον ἐκεῖθεν· καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν πολλῶν ἐνταῦθα συναδέλφων. Γνωρίζω δὲ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅτι ὁ μακαρίτης Σωτηρόπουλος εἶχε μεταμεληθῆ πικρῶς, διότι συνετέλεσεν εἰς τὴν σύστασιν τοῦ Πρωτοδικείου ἐκείνου. Ἦλθε κατόπιν ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου, ὁ ὁποῖος πρὸ τοῦ καθήκοντος δὲν ὑπεχώρει ἐνώπιον οὐδεμιᾶς δυσκολίας. Ἡ Κυβέρνησις αὐτοῦ, ἔχουσα μεγάλην πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, παμψηφίαν σχεδόν, ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν ἐπαρχιακῶν δικαστηρίων, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐναυάγησε, καὶ οὔτε ἦλθε κἂν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο συνωδεύετο καὶ ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ διαβλέπει τις τὴν λεπτότητα τῶν ἐπιχειρημάτων, ἥτις χαρακτηρίζει τὸν γράψαντα, ὅστις ἦτο ὁ τότε ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς κ. Σιμόπουλος, καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀναφέρονται αἱ οἰκονομίαι, ἃς ὑπισχνεῖται ἡ κατάργησις τῶν δικαστηρίων. (Ἀναγινώσκει τὴν ἔκθεσιν). Ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ὡς πρὸς τὰ οἰκονομολογικὰ ἔχει τὴν μείζονα αὐθεντίαν, μᾶς λύει καὶ τὸ ζήτημα τῶν δαπανῶν, καὶ μοὶ φαίνεται ὅτι δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πεποίθησιν εἰς τὴν γνώμην αὐτοῦ. Τοῦτο σᾶς ἀνέφερα διὰ νὰ σᾶς δείξω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, συνειδυῖα τὸν ὄλεθρον, τὸν ὁποῖον παρεσκεύασαν εἰς τὴν δικαιοσύνην τὰ Πρωτοδικεῖα τὰ ἐπαρχιακά, ἔχουσα δὲ πεποίθησιν ἐπὶ τῆς κοινοβουλευτικῆς αὐτῆς ἰσχύος καὶ τῆς δυνάμεως τῆς θελήσεώς της, εἰσηγήσατο εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάργησιν τῶν δικαστηρίων τούτων. Ἐν τούτοις δὲν ἠδυνήθη νὰ φθάσῃ εἰς ἀποτέλεσμα, καὶ ἠναγκάσθη νὰ ὑποχωρήσῃ. Τοῦτο ἀνέφερα, ἀποκρούων τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι ὁ νόμος αὔριον προώρισται νὰ μεταβληθῇ. Ὁ νόμος, ἂν κακῇ μοίρᾳ γείνῃ, δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ ποτέ· δύναται νὰ μεταβληθῇ ἐπὶ τὰ χείρω οὐδέποτε ἐπὶ τὰ βελτίω. Ἂν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ δεχθῇ τὴν σύστασιν, ἣν ἐποιήσατο πρὸς αὐτόν ὁ ἔντιμος συμπολίτης καὶ φίλος μου, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ναυπλίας κ. Ποταμιᾶνος, καὶ ἐζητεῖτο ἡ γνώμη τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων, τῶν Ἐφετείων, τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, τῶν δικηγορικῶν συλλόγων ὅλου τοῦ Κράτους, θὰ ἐβλέπετε ὅτι δὲν ὑπάρχει δικαστικός, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ καταδικάζῃ τὸ μέτρον αὐτὸ, ὡς προωρισμένον νὰ ἐξαρθρώσῃ ὁλοκλήρως τὴν δικαιοσύνην. Ἡ δικαιοσύνη δυστυχῶς δὲν εὑρίσκεται εἰς ἣν ὤφειλε νὰ εὑρίσκηται περιωπήν. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, βεβαιώθητε ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἐξέλιπε πλέον ἐκ τῆς χώρας ἡμῶν!...
§188ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Θέλω νὰ ἐξηγηθῶ, ὅτι οἱ κύριοι Πρωτοδίκαι ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν νὰ μὴ λείψῃ οὐδεὶς ἐξ Ἀθηνῶν, οἱ δὲ κύριοι δικηγόροι, τῶν ὁποίων τὴν γνώμην ἐπεκαλέσθητε, ἐπίσης νὰ ἦναι εἰς τὰς πρωτευούσας, καὶ νὰ ἔρχωνται ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς Ἑλλάδος οἱ διάδικοι νὰ τοὺς εὑρίσκουν εἰς τὴν πρωτεύουσαν. Μεριμνήσατε ὅμως περὶ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται ἀπὸ 4 ὥρας μακρὰν διὰ νὰ εὕρουν δικαιοσύνην.
§189ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Δὲν ἀνέφερα ὅτι πρόκειται περὶ γνωμῶν δικαστηρίων Πρωτοδικῶν· εἶπον περὶ Ἐφετείων, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπόκεινται εἰς τὸν κίνδυνον τοῦτον, διότι ἑδρεύουσιν εἰς κέντρα.
§190ΑΡ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ Ἐφετεῖα ἔπρεπε νὰ συσταθῶσιν.
§191ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Παρατηρήσατε τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσης πῶς λειτουργεῖ.
§192ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καὶ τῆς Κερκύρας, πῶς λειτουργεῖ.
§193ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Μετὰ τὴν προεισαγωγὴν ταύτην εἰσέρχομαι, Κύριοι, εἰς τὴν οὐσίαν. Καὶ πρῶτον ἐξετάζω τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς διοικήσεως. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ὅμως, πρὶν ἢ προβῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν κατὰ πόσον τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο θὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τὰ κρείσσω εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς διοικήσεως, νὰ ἀναδράμω ὀλίγον εἰς τὴν ἱστορίαν. Ἐπειδὴ δὲ ἐκ τῶν χωρῶν τῆς νῦν Ἑλλάδος κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους ἡ ἀρχαιότερον ἐρρύθμως διοικουμένη εἶναι ἡ Πελοπόννησος, θὰ ἐξετάσω ἱστορικῶς τὴν διαίρεσιν αὐτῆς, ὄχι βεβαίως ἀπὸ τοὺς χρόνους τοὺς παλαιοτέρους· καὶ βεβαίως δὲν θὰ ἀνέλθω εἰς τοὺς ἀρχαίους χρόνους, οὔτε εἰς τοὺς Ρωμαϊκοὺς, οὔτε εἰς τοὺς Βυζαντινοὺς, διότι τότε ἄλλοι διεῖπον τὰ Κράτη, διότι αἱ διάφοροι πόλεις ἦσαν αὐτοτελεῖς. Ἐπίσης καὶ οἱ Βυζαντινοὶ χρόνοι καὶ οἱ Ρωμαϊκοὶ οὐδὲν μᾶς δίδουσιν εἰς τοῦτο ἐνδόσιμον. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὴν πρώτην τῆς Πελοποννήσου συστηματικὴν διαίρεσιν. Πρώτη συστηματικὴ διαίρεσις ἐγένετο ὅτε ἡ Ἑνετία κατέλαβεν ὁλόκληρον τὴν Πελοπόννησον, διότι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὰ τῆς Πελοποννήσου διεῖπον ποὺ μὲν οἱ Φράγκοι ὑπὸ τοὺς Βαρώνους, ποὺ δὲ οἱ Βυζαντινοὶ ὑπὸ τοὺς Δεσπότας, ποὺ δὲ οἱ Ἑνετοὶ ὑπὸ Ἁρμοστὰς, καὶ τέλος οἱ Τοῦρκοι μετ’ αὐτοὺς διὰ πασάδων. Ὅταν ὁ Μωροζίνης κατέκτησεν ὁλόκληρον τὴν Πελοπόννησον καὶ ἐδημιούργησε τὸ Βασίλειον τοῦ Μωρέως ὀνομαζόμενον, ἡ Ἑνετικὴ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας τὴν πρακτικότητα καταδεικνύει ὁ βίος αὐτῆς ἐπὶ 1100 ἔτη, ἀπέστειλεν εἰς Πελοπόννησον τρεῖς Συνδίκους, Καταστιχοτόρους ὀνομαζομένους, οἱ ὁποῖοι διῄρεσαν παραδόξως τὴν Πελοπόννησον εἰς τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ σήμερον διῃρημένη, εἰς πέντε διαμερίσματα, τὸ διαμέρισμα τῆς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, μὲ πρωτεύουσαν τὸ Ναύπλιον, τὸ τῆς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, μὲ πρωτεύουσαν τὰς Πάτρας, τὸ τῆς Μεσσηνίας, μὲ πρωτεύουσαν τὸ Νέον Ναυαρῖνον, καὶ τὸ τῆς Λακωνίας, μὲ πρωτεύουσαν τὴν Μονεμβασίαν.
§194ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἡ Ἀρκαδία;
§195ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Οἱ Ἑνετοὶ, ὡς γνωρίζετε, ἦσαν θαλασσοκράτορες, δὲν εἶχον δὲ ἀρκούσας χερσαίας δυνάμεις, ὥστε νὰ ἐπεκτείνωσι τὴν ἰσχύν των εἰς τὰ ἐνδότερα· ἑπομένως ἠναγκάσθησαν τὸν νομὸν Ἀρκαδίας νὰ κατατάμουν εἰς δύο· καὶ τὸ μὲν ἕν τμῆμα, τὴν Γορτυνίαν, καλουμένην τότε ἐπαρχίαν Καρυταίνης, προσήρτησαν εἰς τὴν Μεσσηνίαν, τὸ δὲ ἕτερον τμῆμα, τὴν ἐπαρχίαν Μαντινείας μετὰ τῆς Κυνουρίας, προσήρτησαν εἰς τὴν Ἀργολίδα. Τοιουτοτρόπως βλέπετε, ὅτι ὑπὸ τῶν Ἑνετῶν ἡ Πελοπόννησος διῃρέθη, ὡς καὶ νῦν, εἰς πέντε τμήματα. Ἑπομένως ἡ ἀρχαιότης καὶ ἡ ἐμμονὴ εἰς τὴν αὐτὴν διαίρεσιν ἐπὶ 300 ὅλα ἔτη ἀποδεικνύει τοὐλάχιστον τὴν ὀρθότητα τῶν σκέψεων καὶ τῶν μελετῶν τῶν Συνδίκων τούτων. Κατελύθη, Κύριοι, ἡ Ἑνετικὴ Δημοκρατία, καὶ ἐπανῆλθον οἱ Τοῦρκοι. Οἱ Τοῦρκοι ἐπανέφεραν τὸ καθεστὼς, τὸ ὁποῖον εἶχον, δηλαδὴ τὴν διοίκησιν ὑπὸ ἕνα πασᾶν, ἑδρεύοντα ἐν Ναυπλίῳ τὸ πρῶτον, βραδύτερον ἐν Λεονταρίῳ καὶ τέλος εἰς τὴν Τρίπολιν, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Ὀρλὼφ καὶ τὴν σφαγὴν τῶν Ἀλβανῶν. Μόλις παρῆλθεν ἡ κυριαρχία ἐκείνη καὶ ἡ Ἑλλὰς ἀπέκτησε τὴν Πελοπόννησον, ἡ πρώτη ἔρρυθμος Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν ἐσύστησεν ὁ ἀείμνηστος συμπολίτης τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, ὁ Καποδίστριας, εὗρε τὴν Πελοπόννησον κατειλημμένην κατὰ τὸ πλεῖστον ὑπὸ τῶν στρατιῶν τοῦ Ἰμβραήμ. Ὡς γνωρίζετε, ἀπὸ τοῦ Μαΐου τοῦ 1825 ὁλόκληρος σχεδὸν ἡ Ἑλλὰς ἔστενεν ὑπὸ τὸν ζυγὸν τῶν Αἰγυπτίων, ὑπὸ τὴν πτέρναν τοῦ Ἰμβραὴμ, πλὴν τοῦ Ναυπλίου...
§196Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Καὶ τῆς Μάνης.
§197ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἡ Μάνη πράγματι δὲν εἶχε ὑποταχθῇ ποτέ... Ὁ Ἰμβραὴμ εἶχε φθάσει μέχρι τῶν θυρῶν τοῦ Ναυπλίου, προσπαθῶν νὰ γείνῃ κύριος αὐτοῦ διὰ προδοσίας, ἀλλ’ ἀπέτυχε καὶ ἀπεχώρησεν. Ἐπῆλθεν ἡ ναυμαχία τοῦ Ναυαρίνου, ἡ κάθοδος τῶν γαλλικῶν στρατευμάτων καὶ ἡ ἀπέλασις τῶν Τούρκων. Ὁ Καποδίστριας, ὁ πράγματι σοφὸς ὀργανωτὴς τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, ἐπελήφθη τῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, καὶ διῄρεσε κατὰ πρῶτον λόγον τὴν Πελοπόννησον εἰς διαμερίσματα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μελετῶν τῶν Ἑνετῶν Συνδίκων, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι τὸν νομὸν Μεσσηνίας καὶ τὸν νομὸν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ἐπειδὴ τὰ φρούρια αὐτῶν κατείχοντο ἔτι ὑπὸ τῶν Τούρκων, ἠναγκάσθη νὰ τοὺς διχοτομήσῃ προσωρινῶς, καὶ τοιουτοτρόπως διῄρεσε τὴν Πελοπόννησον εἰς ἑπτὰ νομοὺς, ὑπὸ τὰς περιφερείας, τὰς ὁποίας καὶ νῦν ἔχουν, πλὴν τῶν εἰρημένων δύο νομῶν, τῶν ὑποτελῶν ἔτι εἰς Τούρκους, οὓς κατέταμεν, ὡς προεῖπον, χάριν τῆς ἐρρυθμοτέρας διοικήσεως. Μετὰ τὸν Καποδίστριαν ἐπῆλθεν ἡ Βασιλεία τοῦ Ὄθωνος, τῆς ὁποίας τὸ πρῶτον ἔργον ἦτο νὰ διαιρέσῃ τὸ Κράτος. Καὶ τότε ἡ Πελοπόννησος διῃρέθη αὖθις εἰς πέντε νομοὺς, τοὺς αὐτοὺς, εἰς οὓς καὶ πρὸ τριακοσίων ἐτῶν διῃρέθη ὑπὸ τῶν Ἑνετῶν. Ὅτε ἡ Ἀντιβασιλεία ἔλαβε τὸ μέτρον νὰ διαλύσῃ τὰ ἄτακτα σώματα, τὰ ἀποτελούμενα ἀπὸ τοὺς ἄνδρας τοῦ ἀγῶνος, πλεῖστοι τῶν ἀποτελούντων αὐτὰ ἐτράπησαν εἰς τὸν λῃστρικὸν βίον καὶ ἔφεραν τὴν διοίκησιν εἰς δυσχερείας, διότι ὁ Βαυαρικὸς στρατὸς, ὅστις ἀπετέλει τότε τὴν κυρίαν δύναμιν τῆς χώρας, ἦτο ξένος πρὸς τὸν τόπον. Τότε ἐσκέφθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποδιαιρέσῃ τοὺς νομοὺς, νὰ τοὺς αὐξήσῃ, ὅπως οὕτω ἡ διοίκησις περιοριζομένη περιέλθῃ εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, ἐξ ἧς εἶχε διαφύγει, ὅπως καταστῇ ἐρρυθμοτέρα, ὅπως ἐξικνῆται ἡ χεὶρ τοῦ διοικητοῦ, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, καὶ εἰς τὰ ἀπώτερα σημεῖα. Κατήρτισε διὰ τοῦ διατάγματος τοῦ 1834 τριάκοντα διοικήσεις· ἀλλὰ, μόλις συνεστάθησαν αἱ διοικήσεις ἐκεῖναι, ἐντελῶς παρέλυσαν, καὶ εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε καὶ αὐτὸς ὁ πράγματι εἰσηγητὴς τῆς νέας διαιρέσεως, ὁ ἀείμνηστος Κωλέττης, μόλις ἐπανῆλθεν εἰς τὰ πράγματα μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος, ὑπῆρξεν ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος ἐπανέφερε τοὺς νομοὺς, καὶ ὡς αἰτιολογίαν ἔφερε τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους σᾶς προεῖπον. Ἐπανήλθομεν λοιπὸν εἰς τὰς νομαρχιακὰς διοικήσεις. Λόγος ἐγένετο περὶ ἐπαρχείων. Τὰ ἐπαρχεῖα, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς διοικήσεως, οὐδεμίαν εἶχον ἀποστολήν· συνέστησαν ἁπλῶς ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως πάσης συγκοινωνίας, διότι, ὡς γνωρίζετε, δὲν ὑπῆρχε μέχρι τοῦ 1858 εἰς τὴν Πελοπόννησον καθαυτὸ παρὰ εἷς μόνον δρόμος, ὁ ἀπὸ Ναυπλίου εἰς Ἄργος, ὅστις τότε περίπου προεξετάθη μέχρι Τριπόλεως. Δὲν ὑπῆρχεν οὔτε ἀτραπός, ἐπεπόλαζε δὲ καὶ ἡ λῃστεία.
§198ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπῆρχον οὔτε τηλέγραφοι.
§199ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἔγειναν κατὰ τὸ 1862. Τὸ τηλεγραφεῖον Ναυπλίου συνέστη τὸν Ἰούνιον τοῦ 1862.
§200ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὰ 1858.
§201ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Τότε ἔγεινεν ὁ ὑποβρύχιος τηλέγραφος μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Σύρου. Λοιπὸν ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως πάσης συγκοινωνίας, καὶ ὁδικῆς καὶ τηλεγραφικῆς καὶ ταχυδρομικῆς, —διότι καὶ αὐτὰ τὰ ταχυδρομεῖα πολλάκις ἐξ Ἀθηνῶν μέχρι Ναυπλίου καθυστέρουν ἐπὶ 8 ἡμέρας, ὅσοι δὲ ἦσαν φοιτηταὶ πρὸ τριακονταετίας, ἐνθυμοῦνται ποσάκις ἐλαμβάνομεν γράμματα μετὰ 8 ἡμέρας, καὶ τὸν χειμῶνα ἀκόμη ἀργότερον, —ἕνεκα τῶν λόγων τούτων συνέστησαν τὰ ἐπαρχεῖα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἁπλαῖ μεταβιβαστικαὶ ἀρχαί. Ὁ δήμαρχος τὰς ἀναφοράς του, τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ δήμου του ἔστελλεν εἰς τὸν ἔπαρχον, ὁ ὁποῖος τὸν μετεβίβαζεν εἰς τὸν νομάρχην. Τί δὲ ἦσαν οἱ ἔπαρχοι ἐκεῖνοι; Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ τοὺς ἀναφέρωμεν· ἂς ἀφήσωμεν εἰς τὴν μνήμην τῶν ἐπιγενεστέρων κἄπως ἁγνοτέραν τὴν ἐντύπωσιν...Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν παρίσταται ἐδῶ ὁ ἔντιμος ἐξ Αἰγιαλείας συνάδελφος κ. Παναγιωτόπουλος. Ἴσως ἐνθυμεῖται ἕν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον συνέβη ἐν Αἰγίῳ εἰς τὰ 1887, ὅτε κατεσκευάζετο ὁ σιδηρόδρομος Πελοποννήσου. Τί συνέβη μὲ τὸν τότε ἔπαρχον, εἶναι κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἐντρέπομαι νὰ ἀναφέρω. Ἐδέησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸν καταλύσῃ, καὶ νὰ διατάξῃ τὸν νομάρχην νὰ κάμῃ μίαν διαδικασίαν ὀλίγων ὡρῶν, τὴν ὁποίαν ἦτο ἀδύνατον νὰ κάμῃ ὁ ἔπαρχος. Ὥστε τὰ ἐπαρχεῖα συνετέλουν μᾶλλον εἰς τὴν ἀρρυθμίαν καὶ τὴν κατάπτωσιν τῆς διοικήσεως. Κατὰ συνέπειαν ἢ κατάργησις αὐτῶν ἦτο ἐπιβεβλημένη, πολλῷ δὲ μᾶλλον σήμερον, μετὰ τὴν τοιαύτην ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας.
§202ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιούτους ἤθελεν ἡ Πολιτεία νὰ ἔχῃ.
§203ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ὁποίους ἔχει ἐν μέρει καὶ νῦν νομάρχας; Βεβαίως, ἐὰν εἴχομεν ἐπάρχους καὶ νομάρχας, οἵους προβλέπουσιν οἱ διοικητικοὶ θεσμοί, δὲν θὰ εἶχον ὑπόστασιν ὅσα λέγω σήμερον. Τί θὰ ἦναι, παρακαλῶ, ὁ νομάρχης Δημητσάνης; Περὶ τούτου πρόκειται. Θὰ ἦναι ἔπαρχος μετημφιεσμένος εἰς νομάρχην. Τὸ ὄνομα θ’ ἀλλάσσῃ ἁπλῶς, καὶ ἴσως, ἢ μᾶλλον βεβαίως, θὰ ἦναι αὐθαδέστερος, διότι θὰ ἔχῃ καὶ μείζονα δύναμιν. Ὥστε βλέπετε, Κύριοι, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ νῦν ἰσχύον, τὸ κατάρατον καὶ καταδιωκόμενον νῦν, εἶναι σύστημα ἐγκαθιδρυθὲν ἐν Πελοποννήσῳ πρὸ τριακοσίων περίπου ἐτῶν, ὑπὸ τὸν αὐτὸν τύπον ἀκριβῶς. Δὲν εἶναι λοιπόν τι νέον, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν ἄνευ μελέτης καὶ ἄνευ περισκέψεως.
§204ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Πάλιν μὲ τὴν ἱστορίαν μᾶς ὁμιλεῖτε!
§205ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἡ ἱστορία εἶναι ὁ ἀσφαλέστερος ὁδηγός. Βεβαίως, Κύριοι, ἡ διοίκησις ἐν Ἑλλάδι δὲν εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν εὐχόμεθα, —δὲν δύναταί τις νὰ τὸ ἀρνηθῇ—δὲν εἶναι, ὄχι διότι δὲν γνωρίζουσιν οἱ νομάρχαι τὸ διάταγμα τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν νομαρχιῶν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος...
§206ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσι καὶ οἱ ἀγνοοῦντες.
§207ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. .. Εἶναι διότι δὲν ἀφῆκαν τὴν διοίκησιν νὰ ἦναι οἵα πρέπει νὰ ἦναι. Διοίκησις, ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς λειτουργεῖ, εἶναι ἀδύνατος, τὸ μὲν διότι ὁ νομάρχης μισθοδοτεῖται εὐτελῶς, ἀνεπαρκῶς, ἑπομένως, ὡς εἶπεν ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν νομάρχας τῆς περιωπῆς, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν, οἷοι ἦσαν εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου, ὅτε ἐμισθοδοτοῦντο μὲ τοὺς αὐτοὺς καὶ σήμερον μισθούς, ἀλλ’ ὁ μισθὸς τῶν 500 δραχμῶν τοῦ 1833 ἰσοδυναμεῖ μὲ 3000 τοῦ 1899. Ἐμισθοδοτεῖτο λοιπὸν ἐπαρκῶς ὁ νομάρχης τότε, καὶ ἐβλέπατε τότε τὸν Κωλέττην καὶ τὸν Χρηστίδην, πρώην Πρωθυπουργοὺς καὶ Ὑπουργούς, γινομένους νομάρχας, καὶ ἀπὸ νομαρχῶν πάλιν Πρωθυπουργοὺς καὶ Ὑπουργούς, καὶ δὲν ἐνόμιζον ὅτι ἠλαττοῦτο ἡ θέσις αὐτῶν.
§208ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Σήμερον ἤλλαξαν τὰ ἤθη.
§209ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ λόγου τῆς μισθοδοσίας, δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε τοιούτους νομάρχας διότι ἤλλαξε καὶ ὁ τρόπος τῆς διοικήσεως. Σήμερον ὁ νομάρχης δὲν δύναται νὰ διατηρήσῃ τὴν ἀνάλογον πρὸς τὴν θέσιν του ἀξιοπρέπειαν, διότι τὰ πάντα καὶ ἐν ταῖς ἐσχάταις λεπτομερείαις ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον ἀπολύτως· καὶ τὸν ὑπηρέτην του αὐτὸν θὰ τὸν διορίσῃ τὸ Ὑπουργεῖον. Οὐδεμία ἀπολύτως πρᾶξις τοῦ νομάρχου δύναται νὰ γείνῃ ἄνευ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου. Καὶ λέγω, Κύριοι, Ὑπουργείου, βεβαίως δὲν θέλω νὰ ὑποτιμήσω τοὺς κυρίους Ὑπουργούς, ἀλλ’ ἀναφέρομαι εἰς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ὑπουργείου. Σήμερον ἡ λύσις πάντων σχεδὸν τῶν ζητημάτων γίνεται ἀνευθύνως ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου λεγομένου ὑπαλλήλου ἑκάστου Ὑπουργείου διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Ὑπουργοῦ. Κατὰ συνέπειαν ὁ νομάρχης δὲν ἔχει καμμίαν εὐθύνην διὰ τὴν λύσιν τῶν ἑκάστοτε ἀναφυομένων ζητημάτων, ὁ ὑπάλληλος ἐπίσης, διότι τὴν εὐθύνην τὴν ἔχει ὁ Ὑπουργός, ἡ δὲ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἦναι πραγματική. Θέλετε πρὸς τοῦτο εἰδικὸν δικαστήριον, πρᾶγμα δύσκολον... Λοιπὸν οὕτω λύονται αἱ ὑποθέσεις. Κατὰ τὸν βραχὺν αὐτὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐνεργῶς ἀνεμίχθην εἰς τὴν πολιτικήν, ἔλαβον πικρὰν πεῖραν. Θὰ σᾶς ἀναφέρω δι’ ἓν γεγονός. Ἐσχάτως εἰς μέρος τι τοῦ Βασιλείου ἐγένετο μία δημοπρασία πρὸς χορηγίαν ἄρτου εἰς κατάστημα δημόσιον· ἡ χορηγία τοῦ ἄρτου κατεκυρώθη ἐπ’ ὀνόματί τινος, κατεκυρώθη δὲ εἰς πολὺ εὐτελῆ τιμὴν καὶ συμφέρουσαν εἰς τὸ Δημόσιον, 55 λεπτά, νομίζω, ἡ μερίς, ἤτοι ἡ 1½ ὀκᾶ. Λαμβάνω ἐπιστολὴν ἀπὸ τὸν τελευταῖον μειοδότην, εἰς ὃν κατεκυρώθη ἡ χορηγία τοῦ ἄρτου, δι’ ἧς οὗτος μὲ παρεκάλει νὰ ἐνεργήσω, ὅπως ἀκυρωθῇ ἡ δημοπρασία, διότι ἐζημιοῦτο 7 λεπτὰ τὴν μερίδα· καὶ μοὶ ἀνέφερε τοὺς λόγους, ὅτι κατὰ τὴν δημοπρασίαν ἐμεθύσθη ἐκ τοῦ συναγωνισμοῦ καὶ ἐκ πείσματος ἔκαμε τὴν προσφοράν, ἡ ὁποία τὸν ζημιοῖ, διότι αἱ τιμαὶ σήμερον τοῦ ἄρτου εἶναι ἀνώτεραι. Ἔβλεπον πράγματι ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐζημιοῦτο, ἀλλὰ διὰ νὰ πεισθῶ περὶ τούτου καὶ νὰ μάθω πῶς ἔχει ἀκριβῶς τὸ πρᾶγμα, μεταβαίνω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ εὑρίσκω τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον, ἕνα κατώτερον ὑπάλληλον· τὸν ἐρωτῶ ποῦ εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις, καὶ μοὶ λέγει, ὅτι πράγματι ἐγένετο δημοπρασία, ἀλλὰ δὲν δύναται παρὰ νὰ ἀκυρωθῇ, διότι ζημιοῦται ἐκ ταύτης τὸ Δημόσιον! Καὶ πράγματι ἐπανελήφθη μετ’ ὀλίγον ἡ δημοπρασία, ἀλλ’ ἀντὶ τῶν 55 λεπτῶν, εἰς ἃ κατὰ τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον ἐζημιοῦτο τὸ Δημόσιον, ἀνῆλθεν εἰς τὰ 65, καὶ κατεκυρώθη! Ποῖος εἶναι ὁ ὑπεύθυνος;
§210Ν. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς ποίαν ἐποχὴν ἐγένετο;
§211ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Πρὸ ὀλίγου καιροῦ, ὄχι ἐπὶ τῆς ὑπουργίας σας. Ἔχω μάλιστα εἰς χεῖράς μου καὶ τὰς ἀποδείξεις. Οὕτω λύονται τὰ ζητήματα, Κύριοι!
§212Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλετε νὰ καταργήσωμεν καὶ τὰ Ὑπουργεῖα καὶ νὰ ἁπλοποιήσωμεν τότε ἐντελῶς τὴν διοίκησιν; Τὸ συμπέρασμα, παρακαλῶ.
§213ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Θὰ ἔλθω εἰς τὸ συμπέρασμα, κύριε Πρόεδρε. Τὸ συμπέρασμά μου εἶναι, ὅτι, ὅπως λειτουργεῖ ἡ διοίκησις παρ’ ἡμῖν, δὲν δύναται νὰ ᾖναι διοίκησις, διότι εἰς τὸν νομάρχην δὲν ἀφίνεται τίποτε πρὸς λύσιν.
§214Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἀφίνονται πολλά.
§215ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Νὰ σᾶς φέρω ἓν ἄλλο παράδειγμα.
§216Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν λύονται αὐτὰ τὰ ζητήματα μὲ παραδείγματα ἑνὸς ἢ δύο ὑπαλλήλων. Τὰ παραδείγματα δύνανται ν’ ἀποτελέσουν ἐξαίρεσιν τοῦ κανόνος.
§217ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἡ διοίκησις, Κύριοι, ὅπως ἀσκεῖται νῦν, ἀσκεῖται ἀπὸ τὸν νομάρχην ἀνευθύνως, διότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἀπομένει τίποτε εἰς τὴν αὐτοβουλίαν τοῦ νομάρχου. Πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, 5 ἢ 6,—τοῦτο τὸ γνωρίζει καὶ ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης—ὑπῆρξέ που ἐγγυητής τις ἐνοικιασλοῦ τοῦ δημοτικοῦ φόρου. Ἀπέθανεν ὁ ἐνοικιαστής, καὶ κατελογίσθη ὀφειλέτης 18,000 δραχμῶν· ψηφίζει τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ τὰς πληρώσῃ ὁ ἐγγυητὴς τοῦ ἀποθανόντος ὀφειλέτου εἰς μίαν δεκαετίαν ἀτόκως· ὁ νομάρχης δὲν ἐγκρίνει τὸ ψήφισμα· ἔρχεται ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἐγκρίνεται. Τί ἦτο ἡ πρᾶξις αὐτή; ἦτο δωρεὰ ἀδικαιολόγητος πρὸς τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἄλλως τε εἶναι πλουσιώτατος, ἔχων ἀκίνητον περιουσίαν 200 χιλιάδων δραχμῶν· τὸ γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν ὁ νομάρχης ἦτο ὁ μόνος ἁρμόδιος καὶ ἔχων τὴν εὐθύνην, οὐδέποτε ἤθελεν ἐγκρίνει τοιαύτην πρᾶξιν.
§218Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὥστε σεῖς δὲν παραδέχεσθε νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως τὸ Συμβούλιον.
§219ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Νὰ ἔχῃ, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ μεῖζον κῦρος ἡ γνώμη τοῦ νομάρχου, τοῦ ὑπευθύνου, τοῦ γνωρίζοντος τὰ πράγματα.
§220Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πρὸς τί τότε ἡ ἔφεσις;
§221ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἀλλὰ πῶς ἀσκεῖται;
§222Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν συζητεῖται τοιουτοτρόπως τὸ ζήτημα τῆς ἐφέσεως τῶν ἀποφάσεων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων δι’ ἑνὸς παραδείγματος, ὅτι εἷς Ὑπουργὸς ἔκαμε μίαν ἐσφαλμένην ἀπόφασιν· διότι τότε ἐγὼ θὰ σᾶς ἀποδείξω διὰ χιλίων παραδειγμάτων, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως, ἀσκούμενον παρὰ τῶν Συμβουλίων, ἐπάγεται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἀποφάσεις συναδούσας πρὸς τὸν νόμον. Δὲν λύονται αὐτὰ τὰ ζητήματα διὰ μεμονωμένων παραδειγμάτων, καὶ τὰ παραδείγματα ταῦτα δὲν ἀρκοῦσιν, ὅπως πείσωσιν ἡμᾶς, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκόν των.
§223ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ Ὑπουργοὶ δὲν λαμβάνουν εἴδησιν.
§224Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπουργοὶ ἀνάξιοι τοῦ ὀνόματος δὲν λαμβάνουσι γνῶσιν τῶν ὑποθέσεων τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου των.
§225ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἐν τούτοις ἐγένετο.
§226ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος βεβαίως θὰ ἦτο ἀνάξιος τοῦ ὀνόματός του.
§227ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Οὐχί! ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος ἦτο ἀξιώτατος. Ἐπανέρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸ θέμα. Ἡ διοίκησις χωλαίνει οὐχὶ διότι ἡ διοικητικὴ περιφέρεια εἶναι μεγάλη. Ἀλλαχοῦ ἔγκειται τὸ μικρόβιον. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι ἡ περιφέρεια τοῦ νομοῦ Ζακύνθου. Ὑπάρχει, Κύριοι, μικρότερος νομὸς ἀπὸ τὸν τῆς Ζακύνθου, ὅπου ἡ χεὶρ τῆς διοικήσεως ἐξικνεῖται καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς νήσου; Ἡ μεγαλειτέρα ἀπόστασις ἐκεῖ ἀπὸ τῆς ἕδρας τῆς διοικήσεως εἶναι, νομίζω, δύο ὡρῶν...
§228Γ. ΡΩΜΑΣ. Εἶναι 7 ὡρῶν.
§229ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ὄχι εἰς τὸ ἄκρον τῆς νήσου, ὅπου ψαρεύουν. Ὁ ἀπώτερος δῆμος ἀπέχει τῆς ἕδρας τῆς διοικήσεως δύο ἢ τρεῖς ὥρας, συγκοινωνεῖ δὲ ἡ Ζάκυνθος, ὡς γνωρίζετε, δι’ ὁδῶν ἁμαξιτῶν ἀρίστης κατασκευῆς· καὶ ἐν τούτοις — ὑποθέτω δὲ, ὅτι θὰ συνομολογήσῃ καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ζακύνθου — ἡ διοίκησις αὐτῆς δὲν εἶναι ζηλευτή.
§230Γ. ΡΩΜΑΣ. Ἴσως δὲν ἐξηγήθην καλῶς. Τί ἔχει νὰ κάμῃ ἡ μεγάλη διοικητικὴ περιφέρεια μὲ τὴν μικράν; Περὶ κακοδιοικήσεως ὁ λόγος.
§231ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Τοῦτο θέλω νὰ εἴπω καὶ ἐγώ. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἀλλαχοῦ ὀφείλεται ἡ κακὴ διοίκησις τοῦ τόπου καὶ οὐχὶ εἰς τὴν μεγάλην διοικητικὴν περιφέρειαν, καὶ ἔφερα ὡς παράδειγμα τὴν ἰδικήν σας νῆσον, ἡ ὁποία καὶ κατὰ περιφέρειαν καὶ κατὰ πληθυσμὸν εἶναι μικροτέρα καὶ κατὰ συγκοινωνίαν ὑπερτέρα.
§232ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Ἡ Ζάκυνθος θὰ εἶχε καλλιτέραν διοίκησιν, ἐὰν δὲν ἦτο ἴδιος νομὸς καὶ ὑπήγετο εἰς τὸν νομὸν Πατρῶν;
§233Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ νὰ μᾶς ἀποδείξητε, παρακαλῶ.
§234ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα.
§235Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἀσχολεῖται περὶ ἱστορίας καὶ οὐχὶ περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἤκουσα πολλὰ λίαν ἐνδιαφέροντα, ἀλλὰ δὲν ἤκουσα ἐπιχειρήματα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§236ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, φρονεῖτε ὅτι θὰ βελτιωθῇ ἡ διοίκησις διὰ τῆς εἰς μικρὰς διοικητικὰς περιφερείας διαιρέσεως τοῦ Κράτους;
§237Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα. Κάμετέ μοι τὴν χάριν νὰ ὑποθέσητε τὴν Ζάκυνθον ὑπαγομένην εἰς τὰς Πάτρας, καὶ πληροφορήσατε ἡμᾶς, πῶς καὶ διατὶ ἡ διοίκησις αὐτῆς θὰ ἦτο καλλιτέρα.
§238ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Λαμβάνω τὴν Ζάκυνθον καθ’ ἑαυτὴν, καὶ δὲν βλέπω τὴν διοίκησιν αὐτῆς κρείσσονα τῆς διοικήσεως ἄλλων περιφερειῶν.
§239ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Εἶναι πολὺ καλλιτέρα· ἔχει μόνον μίαν ἐκκρεμῆ ὑπόθεσιν πολιτικὴν, καὶ ποινικὴν οὐδεμίαν, ἐνῷ ἄλλαι ἔχουσι χιλιάδας.
§240ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτό. Εἶμαι εἰς τὸ στάδιον τῆς διοικήσεως ἀκόμη· εἰς τὴν δικαιοσύνην θὰ ἔλθω μὲ τὴν σειράν.
§241Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸ στάδιον τῶν ἐπιχειρημάτων νὰ ἔλθητε, παρακαλῶ.
§242ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Πιθανὸν τὰ ἐπιχειρήματα νὰ ἦναι ἀσθενῆ· ἀδυναμία ἰδική μου. Σήμερον, Κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς συγκοινωνίας ἐξέλιπε σχεδὸν, μάλιστα ὡς πρὸς τὴν Πελοπόννησον, ἐκτὸς ἐπαρχιῶν τινων τῆς Στερεᾶς. Ἡ Πελοπόννησος πράγματι σήμερον ἔχει σχεδὸν πλήρη συγκοινωνίαν. Ἔρχομαι εἰς τὴν Κορινθίαν, τῆς ὁποίας τὰ παθήματα ἀναβιβάζουσι μέχρι τρίτου οὐρανοῦ...
§243Κ. ΖΩΤΟΣ. Τὸ τρυφερὸν ζήτημα!
§244ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Πολὺ λάθος ἔχετε. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, καὶ Κορίνθιος ἂν ἤμην, θὰ ἔρριπτον λίθον κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι τὸ νομίζω ὀλέθριον διὰ τὸν τόπον. Διότι εἶμαι Ναυπλιεὺς, ἔχω βεβαίως τὰς συμπαθείας μου ὑπὲρ τῆς πόλεως τῆς γεννήσεώς μου, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐπηρεάζει τὰς πεποιθήσεις μου· αἱ πεποιθήσεις μου εἶναι πάντοτε ἑδραῖαι. Καὶ ὅτε ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν δικαστηρίων, χωρὶς νὰ θίγηται τὸ Ναύπλιον, τὸ ἐχειροκρότησα, ἐνῷ δὲν μὲ ἀφεώρα καθόλου. Ἔρχομαι, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Κορινθίας, ἡ ὁποία ἔχει ὅλας τὰς δίκας τοῦ κόσμου καὶ ἡ ὁποία ἀπέχει 28 ὥρας ἀπὸ τὸ Ναύπλιον. Πρῶτον οἱ ἡμίσεις τῶν δήμων τῆς Κορινθίας εἶναι ἐγγύτεροι πρὸς τὸ Ναύπλιον.
§245Γ. ΡΩΜΑΣ. Δὲν θέλουσι νὰ ὑπάγωνται εἰς τὸ Ναύπλιον;
§246ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Δὲν θέλουσιν οἱ δικηγόροι τῆς Κορίνθου.
§247ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Κορινθίας.
§248Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κάθε χωρίον θὰ ἔχῃ καὶ τὸν δικαστήν του;
§249ΖΩΤΟΣ. Ἡ Κορινθία τροφοδοτεῖ τὸ Ναύπλιον.
§250ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Τὸ Ναύπλιον, κύριε Βουλευτὰ, ἔπρεπε νὰ τὸ τροφοδοτῇ ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς, διότι, ὡς δὲν πρέπει νὰ ἀγνοῆτε, μόνον τὸ Ναύπλιον ἔσωσε τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἑλλάδος (διακοπαί).
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ.
§252ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Δὲν μὲ μέλλει, κύριε Πρόεδρε. Λοιπὸν ὡς πρὸς τὴν Κορινθίαν, τὴν ἀπέχουσαν 28 ὥρας, ὁ δῆμος τῆς Σικυῶνος, ὁ ὁποῖος, μεθ’ ὅλας τὰς διαμαρτυρίας τοῦ κ. Κροκιδᾶ, βεβαίως δὲν θέλει τὴν διαίρεσιν, ἀπέχει ἀπὸ τὸ Ναύπλιον 3 ὥρας· ὁ δῆμος Τρικκάλων ἀπέχει ἀπὸ τὸ Ναύπλιον 4 ὥρας, ὁ δῆμος Εὐρωστίνης, ὁ ἀπώτερος δῆμος, ἀπέχει ἀπὸ τὸ Ναύπλιον 5½ ὥρας, κλπ. Ὅλας τὰς ἀποστάσεις δέον νὰ ὑπολογίσητε, ἐν σχέσει πρὸς τὴν Κόρινθον, οὐχὶ πλέον τῶν δύο ὡρῶν. Μόνον ἂν εἷς δῆμος ἀπέχῃ ἀπὸ τὴν Κόρινθον 48 ὥρας, τότε θὰ ἀπέχῃ ἀπὸ τὸ Ναύπλιον 50, ὡς λέγετε.
§253ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὑπολογίζετε σιδηροδρομικὰς ὥρας.
§254ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Βεβαίως· διότι θὰ ἐθεωρεῖτε ἐντελῶς ἀναξίους τοὺς συνεπαρχιώτας σας νὰ ἔχωσιν ἕδραν διοικήσεως, ἐὰν ὑπάρχοντος σιδηροδρόμου μετέβαινον ἐκεῖ πεζοί.
§255ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐὰν ἦναι πτωχοί;
§256ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ πτωχὸς δὲν πηγαίνει εἰς τὰ δικαστήρια.
§257ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Περισσότερα θὰ δαπανήσῃ ὁ πτωχὸς εἰς παπούτσια, παρὰ εἰς τὸν σιδηρόδρομον. Ἄλλως οὐδεὶς εἶναι τόσον πτωχὸς εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Κορινθίας, ὥστε νὰ μεταβαίνῃ εἰς Ναύπλιον πεζὸς καὶ ὄχι μὲ τὸν σιδηρόδρομον. Λοιπὸν ὁσηνδήποτε ἀπόστασιν καὶ ἂν ὑπολογίσητε ἀπὸ τὴν Κόρινθον, ἔστω καὶ 200 ὥρας ἂν ὑπολογίσητε, ἀπὸ τὸ Ναύπλιον θὰ ἦναι 202, ἤτοι μόνον δύο ὧραι περισσότερον.
§258ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Λοιπὸν νὰ μεταφερθῇ ἡ ἕδρα ἀπὸ τοῦ Ναυπλίου εἰς τὴν Κόρινθον. Εἶναι κεντρικωτέρα ἡ θέσις, καὶ ἡ Κόρινθος ἦτο ὀνομαστὴ πόλις εἰς τὴν ἀρχαιότητα. Τὸ δέχεσθε αὐτό;
§259ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἐὰν πρέπῃ νὰ γείνῃ, ἂς γείνῃ.
§260Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν συμβουλεύητε ὑμεῖς νὰ γείνῃ.
§261ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ἓν δεδομένον, ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ἐδῶ ἓν νομοσχέδιον μεταρρυθμίζον τὸ καθεστώς. Ἐπὶ τοῦ δεδομένου τούτου ὁμιλῶ, καὶ κατακρίνω τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ καθεστῶτος. Ἐὰν ἔλθῃ ὑπὸ συζήτησιν ἄλλο μέτρον, μεταρρυθμίζον τὸ καθεστὼς ἐπὶ τὰ κρείττω, τότε θὰ ἴδω κατὰ πόσον αἱ πεποιθήσεις μου εἶναι σύμφωνοι πρὸς αὐτό.
§262ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις θὰ ὑποστηρίξῃ νὰ μεταφερθῇ ἡ πρωτεύουσα ἀπὸ Ναυπλίου εἰς Κόρινθον.
§263ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παράδοξον ἐπιχείρημα αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀκούομεν!
§264ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Σᾶς ἀπέδειξα, Κύριοι, χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, ὅτι καὶ ἡ ἀπωτέρα ἀπόστασις τῶν διαφόρων χωρίων τῆς Κορινθίας ἀπὸ τῆς ἕδρας τῆς διοικήσεως, ἤτοι μεταξὺ Κορίνθου καὶ Ναυπλίου, εἶναι κατὰ δύο μόνον ὥρας μεγαλειτέρα πρὸς τὸ Ναύπλιον.
§265Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές.
§266ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ (πρὸς τὸν ἀγορεύοντα). Σᾶς παρακαλῶ, κύριε συνάδελφε, μὴ δέχεσθε διακοπάς· δὲν εἶσθε ἄλλως καὶ ἠσκημένος ἐπὶ τὸ βῆμα.
§267ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Δὲν μὲ μέλει.
§268ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, ὅταν πρόκειται περὶ ἀποστάσεων, νὰ ἦσθε ἀκριβέστερος· ὁ δῆμος Φενεοῦ, ὁ δῆμος Στυμφαλίας ἀπέχουσι 10 καὶ 15 καὶ 20 ὥρας.
§269ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἀπὸ ποῦ; Θέλετε 20 ὥρας νὰ ἀπέχωσιν ἀπὸ τὸ Ναύπλιον; Ἄρα ἀπὸ τὴν Κόρινθον ἀπέχουσι 18, διότι μεταξὺ Ναυπλίου καὶ Κορίνθου ἡ ἀπόστασις εἶναι δύο ὡρῶν. Βλέπετε, ὅτι διὰ τῆς ἀφαιρέσεως φθάνομεν εἰς τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα. Πρὶν ἐκάμαμεν πρόσθεσιν, τώρα κάμνομεν ἀφαίρεσιν. Ἅμα ἀφαιρέσητε δύο ὥρας, τὸ εὑρίσκετε. Εἶναι τόσον τὸ πρᾶγμα ἀριθμητικῶς σαφὲς, ὥστε δὲν ἔχει ἀνάγκην συνηγορίας. Λοιπὸν, Κύριοι, — ἀφοῦ ἡ πρότασις αὕτη ἦλθεν — ἡ νῦν διοικητικὴ διαίρεσις ἦτο ἐπαρκὴς εἰς τοὺς ἀρχεγόνους χρόνους, καθ’ οὓς εὑρίσκετο ὀπίσω ἡ Ἑλλάς, ὑπὸ ἔποψιν συγκοινωνίας καὶ τάξεως καὶ ἀσφαλείας.
§270Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι αἱ αὐταὶ σχέσεις σήμερον.
§271ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Αἱ αὐταὶ εἶναι. Ἀφοῦ εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ διαίρεσις ἦτο ἐπαρκὴς, φρονῶ ὅτι σήμερον εἶναι ἔτι ἐπαρκεστέρα· καὶ δὲν θὰ ἦναι πολυτέλεια. Ἐὰν ἦτο πολυτέλεια, θὰ ἦτο ζήτημα προϋπολογισμοῦ. Ἐγὼ δὲν ἔρχομαι εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ προϋπολογισμοῦ· εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἁρμόδιος. Ἀφίνω κατὰ μέρος τοῦτο. Λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, ἀφοῦ ἐκεῖ ἡ διοίκησις αὕτη ἐλειτούργει ἐπὶ τόσα ἔτη οὐχὶ τόσον κακῶς, ὥστε δὲν εἶχε κινήσει τὴν κατ’ αὐτῆς κατακραυγήν, ἐνῷ τὰ μέσα ἦσαν κάκιστα, ἡ σημερινὴ πρέπει νὰ ἦναι ἀρίστη, βελτιωθέντων τῶν μέσων. Διότι οὔτε ἡ ὁδὸς μεταξὺ Κορίνθου καὶ Ναυπλίου δὲν ἦτο...
§272ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τώρα ἔχομεν ὁδὸν ἀπέχουσαν ἐννέα ὥρας.
§273ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Κύριε Κροκιδᾶ, ὅταν ἤρχεσθε εἰς τὸ Γυμνάσιον τοῦ Ναυπλίου, ὅπου ἐγνωρίσθημεν, ἤρχεσθε μὲ τὸ μουλάρι, καὶ εἰς τὸ Ἀσπρόχωμα ἐκινδυνεύετε νὰ κρημνισθῆτε! Τὸ λησμονεῖτε;
§274ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ κατέβαινεν ἀπὸ τὸ μουλάρι.
§275ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Καὶ ἐν τούτοις ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ διαίρεσις. Καὶ σήμερον, ὅτε ἀντὶ Ἀσπροχώματος ἔχετε βαγόνια καὶ ταξιδεύετε μὲ τὴν μεγαλειτέραν ἄνεσιν, δύναται νὰ ὑπάρξῃ λόγος;
§276ΡΟΥΦΟΣ. Καὶ δωρεάν! (γέλωτες).
§277ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Καὶ δωρεὰν μάλιστα σήμερον.
§278ΣΤΑΗΣ. Εἰς τὸ συμπέρασμα, κύριε Λαμπρυνίδη.
§279ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἀκόμη εἶμαι εἰς τὴν ἀρχήν.
§280ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Λοιπὸν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον μὲ ἕνα νομὸν καὶ μὲ πρωτεύουσαν τὴν Κόρινθον (θόρυβος).
§281Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (πρὸς τὸν ἀγορεύοντα). Ἐξακολουθήσατε ἕως αὔριον τὸ πρωΐ, ἐὰν θέλητε. Εἶσθε ἐλεύθερος.
§282ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Λοιπόν, Κύριοι, τὸ καθεστὼς τῶν πέντε νομῶν αὐτὸ διπλασιάζεται· ἀντὶ πέντε ἔχομεν δέκα, καὶ ἀπειλούμεθα καὶ ὑπὸ ἑνδεκάτου, κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ. Ἀλλὰ μήπως ἐλήφθη καὶ ἡ πρόνοια, τὸ καθεστὼς αὐτὸ τὸ νέον νὰ διαρρυθμισθῇ κατὰ τὰς ἀνάγκας τὰς ὑποδεικνυομένας ὑπὸ τῶν πραγμάτων; Ἔγειναν νομοὶ ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχει συγκοινωνία, καὶ δὲν ἔγειναν ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχει.
§283ΒΑΡΟΤΣΗΣ. Τῶν Κυκλάδων.
§284ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἐγὼ λαμβάνω τὴν Πελοπόννησον. Ἀρκοῦμαι εἰς τὴν Πελοπόννησον, τὴν ὁποίαν γνωρίζω κατὰ πόδα. Δι’ ἄλλα δὲν ὁμιλῶ. Οἱ νομοί, Κύριοι, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι διῃρέθησαν κατὰ τρόπον παράδοξον, διότι εὑρέθησαν ἔχοντες διπλοῦν ὄνομα. Ἀργολὶς καὶ Κορινθία· ἐκόπη εἰς δύο. Ἀχαΐα καὶ Ἤλις· ἐκόπη εἰς δύο. Ἀλλ’ ἡ Κορινθία ἀπέχει δύο ὥρας, ἡ Ἤλις ἀπέχει τρεῖς ὥρας. Τὸ Λεωνίδιον, ἡ Κυνουρία δηλαδή, ἀπέχει ἀπὸ μὲν τὴν Τρίπολιν 18 ὥρας, ἀπὸ δὲ τὴν Σπάρτην 48. Πῶς ἔρχεται δὲ ὁ κάτοικος τοῦ Λεωνιδίου εἰς τὴν πρωτεύουσάν του, εἰς τὸ δικαστήριόν του; Διέρχεται δύο Πρωτοδικεῖα, ὅπως εὕρῃ τὸ ἁρμόδιον νὰ δικασθῇ· ἔρχεται ὄχι πλέον μὲ τὸν σιδηρόδρομον, διὰ δύο ὥρας, ἀλλὰ περνᾷ τὸ Πρωτοδικεῖον τοῦ Ναυπλίου, περνᾷ τὸ Πρωτοδικεῖον Τριπόλεως, καὶ πηγαίνει νὰ δικασθῇ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Σπάρτης, διὰ θαλάσσης, διὰ τοῦ σιδηροδρόμου, ἐφ’ ἁμάξης καὶ μέχρι τινὸς καὶ ἔφιππος.
§285Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἔχετε λάθος· διότι ἀπὸ τὸ Λεωνίδιον ἕως εἰς τὴν Σπάρτην εἶναι μόνον δέκα ὧραι.
§286ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Τὸν χειμῶνα ἐταξιδεύσατε;
§287ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Πάντοτε. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὐδεὶς ἦλθε διὰ θαλάσσης· πάντοτε διὰ ξηρᾶς.
§288ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἀπὸ ποῦ; Ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὸν Μαλεβόν;
§289ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μαρτυρῶ ὅτι τὸν παρελθόντα χειμῶνα διῆλθον ἐκ Τριπόλεως πολλοὶ ἀπὸ τὸ Λεωνίδιον διὰ τὴν Σπάρτην.
§290ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Σπανιώτατα.
§291Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὑπάρχουσα διοίκησις εἶναι σοφωτάτη.
§292ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Εἶναι ἡ Μονεμβασία, ἡ πατρὶς τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, ἡ ὁποία ἀπέχει 27 ὅλας ὥρας. Εἶναι ἡ ἐπαρχία Μεγαλοπόλεως καὶ τόσαι ἄλλαι ἐπαρχίαι ἀπώτεραι κατὰ πολύ. Καὶ ἐν τούτοις αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι δὲν τυγχάνουσιν αὐτῆς τῆς εὐνοίας...
§293ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπαρχία Καρυστίας.
§294ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Εἶπον ὅτι περιορίζομαι εἰς τὴν Πελοπόννησον. Ἀφίνω τὰς Κυκλάδας, ὅπου δὲν ὑπάρχει καμμία συγκοινωνία, τὸν χειμῶνα ἰδίως. Καὶ ἐν τούτοις δὲν γίνεται καμμία διαίρεσις... Αἱ ἀποστάσεις ὅθεν δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν. Ὁ σκοπὸς δηλαδὴ δὲν ὑπῆρξε νὰ διευκολύνῃ τὴν συγκοινωνίαν, ὅπου εἶναι δύσκολος, ἐπικίνδυνος, ἐπιβλαβὴς, δυσέφικτος, ἀλλὰ γίνεται ἡ διαίρεσις αὐτοβούλως, κατὰ τρόπον ὄχι ἐξυπηρετοῦντα τὴν συγκοινωνίαν τοῦ τόπου, ἔστω καὶ διὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι καὶ κατὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον δὲν φθάνει εἰς τὸ σκοπούμενον, ὅπως ἐκτίθεται ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τουλάχιστον. Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα, Κύριοι, τῶν δικαστηρίων, εἰς τὸ ζήτημα τῆς δικαστικῆς διαιρέσεως.
§295ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε προτήτερα. Πάλιν θὰ ἐπανέλθητε;
§296ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Δὲν εἶπον τίποτε περὶ τούτου.
§297ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε τόσα καὶ τόσα.
§298ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα τῶν δικαστηρίων, Κύριοι, ἔγκειται εἰς τὸν πολλαπλασιασμὸν αὐτῶν· καὶ πολλαπλασιάζονται βεβαίως.
§299ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἐλησμονήσατε, ὅτι ὡμιλήσατε περὶ δικαστηρίων, καὶ ἐφέρατε καὶ τὰ Γυμνάσια ὡς παράδειγμα, διὰ νὰ ἀποδείξητε τὸ πλημμελὲς τῶν πολλῶν δικαστηρίων.
§300ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἐγώ, ἐξετάζων τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τὴν δικαστικὴν ἔποψιν, ἐκτὸς τῶν ἐπιχειρημάτων τῶν ἀναπτυχθέντων παρ’ ἄλλων, φρονῶ ὅτι ἡ δικαιοσύνη πρόκειται πραγματικῶς νὰ λάβῃ τραῦμα, καὶ τραῦμα ὄχι μικρόν, τραῦμα ἐκ τῶν ἀνηκέστων, ἐκ τῶν τραυμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν θεραπεύονται. Ἡ πεῖρα μὲ διδάσκει, ὅτι εἰς τὰ περισσότερα μέρη τῆς Πελοποννήσου δυσκόλως λειτουργεῖ ἡ δικαιοσύνη, καὶ μάλιστα ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη. Πρόκειται νὰ ἱδρύσητε δικαστήρια εἰς μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα ἀμφιβάλλω ἂν ἠμποροῦν νὰ λειτουργήσουν. Δὲν ἔρχομαι εἰς τὰ προσωπικὰ αὐτὰ ζητήματα, διότι διεγείρουσι θυέλλας. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ὅμως νὰ παραθέσω ἕνα πίνακα τῶν δικαστηρίων τῆς Ἑλλάδος ἐν σχέσει πρὸς τὸν πληθυσμὸν, ὄχι πλέον τῶν πρώτης τάξεως πεπολιτισμένων ἐθνῶν, ἀλλὰ τοῦ Αἵμου. Ἡ Ρουμανία — ἀφίνω τὴν Ἰταλίαν — ἔχει 5½ ἑκατομμύρια κατοίκους καὶ ἔχει 32 Πρωτοδικεῖα, δηλαδὴ εἰς 172 χιλιάδας κατοίκους ἓν Πρωτοδικεῖον. Ἡ Βουλγαρία ἐπίσης ἓν Πρωτοδικεῖον εἰς 146 χιλιάδας κατοίκους· ἡ Σερβία...
§301ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ προοδεύωμεν ἡμεῖς ἀπὸ αὐτούς;
§302ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Μάλιστα. Πλὴν ἱστορικῶς ἀναφέρω ταῦτα.
§303ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε! Δίδεις τὸ κακὸν παράδειγμα, κύριε Μπακόπουλε.
§304ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Βλέπετε, εἴμεθα κατωτέρω καὶ ἀπὸ τὴν Βουλγαρίαν. Ἀφίνω τὰ ἄλλα Κράτη, ὅσα ἀνέφερεν ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος. Ἕν ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων τῶν ὑπὲρ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν δικαστηρίων εἶναι, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ καὶ οἰκονομία ἐκ τῶν μαρτυρικῶν δικαιωμάτων. Σᾶς ἀνέφερα, Κύριοι, πρότερον τὴν ἐπὶ τούτου αὐθεντικὴν γνώμην τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπολογίζει, ὅτι ἀνὰ 40 χιλιάδας δραχμὰς στοιχίζει ἕκαστον Πρωτοδικεῖον ἐπαρχιακόν. Ὑποθέτω ὅτι ἀπέναντι τῆς αὐθεντίας τῆς γνώμης τοῦ κ. Σιμοπούλου πᾶσα ἀντίρρησις δύναται νὰ λείψῃ. Ἀλλ’ ἂς ἔλθω εἰς τὰ μαρτυρικὰ, τὰ ὁποῖα ἐπισείονται ὡς οἰκονομία. Καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, Κύριοι, τὰ μαρτυρικὰ μόλις ἀνέρχονται εἰς 700 ἢ 800 χιλιάδας δραχμῶν, καὶ ταῦτα κατανέμονται εἰς 22 Πρωτοδικεῖα, κατανέμονται δὲ καὶ εἰς ἰσάριθμα σχεδὸν Κακουργιοδικεῖα, τὰ ὁποῖα λειτουργοῦσιν ἐπίσης καθ’ ἕκαστον νομόν, ἂν ὄχι 22, ἀλλὰ βεβαίως 20. Ἐὰν ἀφαιρέσητε τὴν δαπάνην τῶν Κακουργιοδικείων,—ἡ ὁποία ἀπορροφεῖ τὸ πλεῖστον τῶν μαρτυρικῶν δικαιωμάτων, διότι οἱ μάρτυρες μεταβαίνουσιν ἀπὸ ἕνα νομὸν εἰς ἕτερον, ἑπομένως τὰ μαρτυρικὰ, λόγῳ ἀποστάσεως, εἶναι ἀνώτερα,—ἐὰν ἀφαιρέσητε, λέγω, τὰ δικαιώματα ταῦτα, τὰ καταβαλλόμενα εἰς τοὺς μάρτυρας τῶν Κακουργιοδικείων, τὰ ὁποῖα ποτὲ δὲν θὰ λείψωσιν, οὔτε δύνανται νὰ ἐλαττωθῶσι καὶ μὲ τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν δικαστηρίων, ἀμφιβάλλω ἂν ἀπομένῃ εἰς βάρος τῶν Πλημμελιοδικείων τὸ ἥμισυ ποσὸν τῶν μαρτυρικῶν δικαιωμάτων, ὅσα εἶναι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα. Ἐὰν αὐτὸ τὸ ὑποδιαιρέσητε εἰς τὰ 22 Πρωτοδικεῖα, θὰ ἴδητε ὅτι κατὰ Πρωτοδικεῖον μόλις ἀναλογοῦσιν 20 χιλιάδες δραχμῶν ἐτησίως. Ἑπομένως ἐκ τῆς οἰκονομίας τῶν μαρτυρικῶν δικαιωμάτων διὰ τῶν νέων Πρωτοδικείων ἀμφιβάλλω ἂν θὰ ἐπέλθῃ ὠφέλεια τριῶν ἢ τεσσάρων χιλιάδων δραχμῶν καθ’ ἕκαστον τῶν νεοσυνιστωμένων Πρωτοδικείων, διότι καὶ εἰς αὐτὰ τὰ νέα Πρωτοδικεῖα οἱ μάρτυρες θὰ πληρώνωνται, διότι θὰ διανύωσιν ἀποστάσεις. Οἱ κάτοικοι τῶν ἀπωτέρων δήμων τῆς ἐπαρχίας θὰ λαμβάνωσιν ἐπίσης καὶ εἰς τὸ μέλλον δικαιώματα ὄχι ὀλίγα. Ἑπομένως αἱ ἐκ τῶν μαρτυρικῶν οἰκονομίαι δὲν εἶναι ἀληθεῖς, εἶναι ἀνάξιαι λόγου.
§305ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Τὰ πλεῖστα καταβάλλονται ἀπὸ τοὺς κατηγορουμένους.
§306ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἐὰν εἰσπράττωνται, τόσον τὸ καλλίτερον.
§307ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον ὅταν ἀθῳῶνται οἱ κατηγορούμενοι δὲν καταβάλλουσι. Τότε τὰ χάνει τὸ Δημόσιον.
§308ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Τότε δὲν πρόκειται νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῶν δικαστηρίων καὶ κατὰ τοῦτο τὸ Δημόσιον οὐδ’ ὀβολόν.
§309ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ μαζή σας. Σᾶς ὑποβοηθῶ μάλιστα.
§310ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Ἕν ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων τῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ ἐνημερότης τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Περὶ ἐνημερότητος τῆς πολιτικῆς δικαιοσύνης δὲν ὑπάρχει λόγος, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι, ὅπου ὑπάρχουσι πλήρη δικαστήρια, ἡ πολιτικὴ δικαιοσύνη ἀποβαίνει ἐνήμερος. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, ἡ ὁποία εἶναι εἰς τὸ κατώτατον σημεῖον. Αὐτὴ ἡ κατάστασις ποῦ ὀφείλεται; Εἰς τὴν ἔλλειψιν τῶν δικαστηρίων; Διατὶ δὲν εἶναι ἐνήμερον τὸ Πρωτοδικεῖον Κυπαρισσίας; Ὀφείλεται ἡ μὴ ἐνημερότης τῶν ποινικῶν δικαστηρίων—καὶ τοῦτο γνωρίζομεν ὅλοι—εἰς τὴν ἔλλειψιν εἰσαγγελικῶν ἀρχῶν, εἰς τὴν ἔλλειψιν ἐπαρκῶν δικαστῶν. Δὲν ἔχετε εἰσαγγελικὰς ἀρχάς, δὲν ἔχετε ἀρκετοὺς δικαστάς. Ἄλλοτε, εἰς παρῳχημένην ἐποχὴν, ὅτε ἡ ἐγκληματικότης καὶ ὁ πληθυσμὸς ἦτο εἰς τὸ τέταρτον τοῦ νῦν, τὰ Πρωτοδικεῖα εἶχον ἀπὸ ἕνα Εἰσαγγελέα καὶ ἕνα ἀντεισαγγελέα καὶ πολλάκις δύο ἀντεισαγγελεῖς· ἐπίσης καὶ τὰ Ἐφετεῖα ἕνα Εἰσαγγελέα καὶ ἕνα ἢ δύο ἀντεισαγγελεῖς. Σήμερον αἱ περισσότεραι Εἰσαγγελίαι ἔχουσιν ἕνα Εἰσαγγελέα, ἢ καὶ κανένα ἐνίοτε, καὶ ὄχι μόνον ηὔξησεν ἡ ἐγκληματικότης, ἀλλ’ ἐπολλαπλασιάσθη καὶ ἡ ἐργασία τῶν Εἰσαγγελιῶν, διότι προσετέθησαν αἱ ἐπιθεωρήσεις τῶν γραφείων, προσετέθησαν αἱ ἐποπτεῖαι τῶν ἀνηλίκων κλπ., ὑπηρεσίαι ἐντελῶς πρόσθετοι, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπῆρχον ἐν ἀρχῇ. Καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα νῦν αἱ Εἰσαγγελίαι τῶν Πρωτοδικῶν διοικοῦνται κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπὸ ἕνα Εἰσαγγελέα ἢ ἀντεισαγγελέα. Εἶναι δυνατὸν τοιοῦτο προσωπικόν, κατὰ τοσοῦτον ἀσθενές, νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων; Δὲν εἶναι ἄπορον, πῶς ἐπαρκὴς ἐργασία ποινικῆς δικαιοσύνης δὲν δύναται νὰ ἐξέλθῃ τῶν γραφείων τῶν Εἰσαγγελιῶν, καὶ δὲν δύναται, διότι δὲν ὑπάρχουσι χεῖρες, αἱ ὁποῖαι θὰ τὴν διεξαγάγωσιν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος. Ἐπίσης καὶ εἰς τὰ ἄλλα. Δύνασθε νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι, ἐὰν αὐξήσητε τὸ προσωπικὸν τῶν Εἰσαγγελιῶν κατὰ ποιὸν καὶ κατ’ ἀριθμὸν ἐπαρκῆ, καὶ τὸ προσωπικὸν τῶν δικαστηρίων ἐπίσης κατά τε ποιὸν καὶ ἀριθμὸν ἐπαρκῆ, εὐχερέστερον δύνασθε νὰ καταστήσητε τὰ δικαστήρια, ὅπως εἶναι, μὲ τὰς μεγαλειτέρας περιφερείας, ἐνήμερα, παρὰ διὰ τῶν μικροτέρων. Καὶ σᾶς ἀναφέρω πρὸς ἀπόδειξιν τὰ Πρωτοδικεῖα τὰ ἔχοντα τὴν μικρὰν περιφέρειαν. Ἐκεῖ ἡ ἐνημερότης εἶναι χείρων τῆς τῶν ἄλλων Πρωτοδικείων, ὅπως ἀπέδειξεν ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν ἀνεκοίνωσε πρὶν ὁ ἔντιμος προλαλήσας. Ὥστε βλέπετε, ὅτι καὶ κατὰ τοῦτο δὲν πρόκειται νὰ ὠφεληθῇ ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη, διότι οὔτε ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐνημερότητος θὰ ἐξυπηρετηθῇ. Τοὐναντίον, νομίζω, ὅτι καὶ κατὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον θὰ βλάψῃ τὴν δικαιοσύνην. Καταλήγω καὶ ὡς πρὸς τοῦτο...
§311ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐκουράσθητε, νὰ διακόψωμεν, κύριε συνάδελφε;
§312ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§313ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Τὸ θέμα, Κύριοι, τοῦτο, τὸ τῆς δικαιοσύνης, ἐξηντλήθη· εἶναι πασίδηλον. Ὀφείλω ἐν τούτοις νὰ μὴ παραλείψω, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλήν, δὲν εἶναι οἷον ἐκυοφορεῖτο· ἐγένετο ποιά τις ἔκτρωσις· τὸ κυοφορούμενον, ὡς ἐλέγετο τοὐλάχιστον, ἦτο πραγματικῶς ἀρτιώτερον, διότι ἐλέγετο, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ κατασταθῶσι διοικήσεις συγκεντρωμέναι, αἱ ὁποῖαι ἤθελον εἰς τὰς ἕδρας αὐτῶν περιλάβει ὅλας τὰς ἀρχάς, τὴν διοικητικήν, τὴν δικαστικήν, τὴν οἰκονομικήν, τὴν ἐκπαιδευτικήν, τὴν ἐκκλησιαστικὴν καὶ τὰ λοιπὰ, εἰς τρόπον ὥστε ἡ πρωτεύουσα τοῦ νομοῦ θὰ ἦτο συγχρόνως καὶ ἡ μόνη ἕδρα τοῦ νομάρχου, τοῦ ἐφόρου, τοῦ ταμίου, τοῦ Γυμνασίου τοῦ ἀρχιεπισκόπου καὶ τὰ λοιπά. Ἐὰν τοῦτο ἐγίνετο, ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἔβλεπέ τι τὸ ἄρτιον, ἔβλεπέ τι τὸ σκόπιμον· διότι πραγματικῶς μία τοιαύτη διαίρεσις ὑπὸ τὸν τύπον αὐτὸν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ σημαντικότητα, διότι ἐκεῖ εἰς ἕνα τόπον, ὅπου συνεκεντροῦντο ὅλαι αὐταὶ αἱ ἀρχαί, αἱ ἀρχαὶ αὗται βεβαίως, ἀλληλλεπιβλεπόμεναι, ἠδύναντο νὰ λειτουργήσωσι κανονικώτερον καὶ εὐρυθμότερον. Ἀτυχῶς κατὰ τοῦτο τὸ μόνον προσὸν τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ἀρτιότης αὐτοῦ, ἐξέλιπε, καὶ παρέμεινεν ἡ μὲν οἰκονομικὴ κατάστασις κλπ. ὡς εἶχε πρίν, μόνον δὲ συνεκεντρώθησαν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ καὶ τὰ δικαστήρια. Ἑπομένως αὐτὴ ἡ δικαιολόγησις, αὐτὴ ἡ ἀρτιότης τοῦ κυοφορουμένου νομοσχεδίου, οὕτως εἰπεῖν, ἐξηφανίσθη, διεγράφη ἀπὸ τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν κύρωσιν ἡμῶν. Κατὰ συνέπειαν ἐγὼ φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν ἔχει τίποτε νὰ ἐλπίσῃ τις τὸ ἐπανορθωτικόν. Ζημία προφανὴς θὰ ἦναι καὶ εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ εἰς τὴν διοίκησιν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπαγγέλεται τὴν βελτίωσιν τῆς δικαιοσύνης. Δὲν σᾶς φαίνεται ὅτι τοῦτο ὁμοιάζει, Κύριοι, ὡς νὰ θέλητε νὰ καταδιώξητε τὴν μέθην, καὶ πολλαπλασιάζετε τὰ οἰνοπωλεῖα; Τοιοῦτόν τι περίπου ὑπισχνεῖται τὸ νομοσχέδιον διὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν δικαστηρίων. Δι’ ὅλους τοὺς λόγους τούτους, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν δύναται νὰ τύχῃ τῆς λελογισμένης ψήφου τῆς Βουλῆς.
§314ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη τροπολογία ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, φέρουσα τὰς ὑπογραφὰς τῶν κ. κ. Γιαννηκώστα, Σισμάνη καὶ Ἀσημάκη Χριστοπούλου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 286 (α), σελ. 908). Ὁ κ. Δούνης ἔχει τὸν λόγον.
§315ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἡ ὥρα 2 μετὰ τὸ μεσονύκτιον!
§316ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ συζητήσεως πρόκειται, ἢ περὶ διαγωνισμοῦ ἀντοχῆς;
§317ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀντίσχωμεν, ἐργαζόμενοι μέχρι τοιαύτης ὥρας καθ’ ἑκάστην.
§318ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς παρακαλοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναβάλωμεν. Δὲν κωλυσιεργοῦμεν (διάλογοι).
§319Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν, ἐὰν ὁ μέλλων νὰ ἀγορεύσῃ δηλώσῃ, ὅτι εἶναι κουρασμένος καὶ δὲν δύναται νὰ ἀγορεύσῃ. Παρακαλῶ ὅμως τοὺς Κυρίους, ὅπως σκεφθῶσιν, ὅτι αὔριον πρέπει νὰ φθάσωμεν εἰς πέρας.
§320ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως· αὔριον θὰ γείνῃ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως.
§321ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 καὶ 45′ π. μ. τῆς ἐπιούσης).