Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΔ · Σύνοδος ΕΚΤΑΚΤΟΣ› Συνεδρίαση 53

1897.02.17

3.215 στίχοι · 24.936 λέξεις · 1 πίνακας · 165 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1897.02.17
Προεδρεία
ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗ
Περίοδος
ΙΔ
Σύνοδος
ΕΚΤΑΚΤΟΣ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1897)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 53

τῆς 17 Φεβρουαρίου 1897.

(Δευτέρα)

Ὥρᾳ 4 καὶ 15′ μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως)

§1Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω δήλωσιν εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλοῦμεν αὐτήν, ἵνα ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ ἔτους 1897 προσθήκη πιστώσεως δραχ. 400,000 μὲν εἰς τὸ ἄρθρον τῶν τροφῶν τοῦ στρατοῦ, 150,000 εἰς τὸ ἄρθρον τῶν ἐξόδων μετακομίσεως, 200,000 εἰς τὸ ἄρθρον τῶν ἐξόδων προσελεύσεως στρατευσίμων καὶ 50,000 εἰς τὸ ἄρθρον τῶν ἀποζημιώσεων ὁδοιπορούντων ἀξιωματικῶν. Τὸ ὅλον 800,000.

§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 540). Ὁ κ. Σκουλούδης ἔχει ζητήσει τὸν λόγον. Δὲν γνωρίζω ἂν ἐπιθυμῇ νὰ ὁμιλήσῃ.

§3ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Δευτέρας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχεν ὑποσχεθῆ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι μετὰ μίαν ἢ δύο ἡμέρας, ἀφοῦ ἤθελε λάβει πληροφορίας τινὰς, τὰς ὁποίας ἀνέμενεν, ἤθελεν ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς πέντε ὅρους, οἵτινες περιλαμβάνονται εἰς τὰς ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας οἱ ἐν Κρήτῃ ναύαρχοι τῶν ξένων στόλων εἶχον ἀνακοινώσει πρὸς τὸν μοίραρχον κ. Ράϊνεκ. Ἐλπίζω ὅτι αἱ ἀναμενόμεναι πληροφορίαι αὗται ἐλήφθησαν ἤδη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ φέρῃ εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς ὁποῖαι εἶναι αἱ ἀποφάσεις τῶν ναυάρχων, τὰς ὁποίας κατ’ εὐφημισμόν, ὑποθέτω, ἐχαρακτήρισεν ὡς ἐπιθυμίας· διότι πράγματι πρωτοφανεῖς ἐπιθυμίαι εἶναι αἱ ἐκφραζόμεναι διὰ τοῦ στόματος τηλεβόλων, ἐξερευγομένων πῦρ καὶ θάνατον κατὰ τῶν Χριστιανῶν.

§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀληθῶς κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς Δευτέρας, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶχον ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐπεριμένομεν πληροφορίας τινὰς, ἵνα φωτισθῶμεν περὶ τοῦ ὀρθοῦ ἢ βασίμου δύο ὅρων ἐκ τῶν πέντε, τοὺς ὁποίους οἱ ναύαρχοι τῶν ἡνωμένων στόλων εἶχον προβάλει εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς ναυτικῆς μοίρας τῆς Ἑλλάδος ἐν Κρήτῃ. Ἡ συμπλήρωσις τῶν πληροφοριῶν τούτων μοὶ φαίνεται ὅτι ἦτο ἀναγκαία, ὅπως, ὅταν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἐκφέρει γνώμην ἐπὶ τῶν γενομένων, διατελῇ ἐν πλήρει γνώσει τῶν πραγμάτων καὶ ἑπομένως ἡ γνώμη αὐτῆς ᾖ ἐπαρκὴς ἐπὶ τῶν συμβεβηκότων. Συνέπεσεν ὅμως κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πρότασις ὑπὸ ἑνὸς τῶν συναδέλφων, διὰ τῆς ὁποίας προεκαλεῖτο ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν γενομένων, καὶ ἡ Βουλὴ ἐπελάβετο τῆς προτάσεως ταύτης πρὶν ἢ ἡμεῖς εἰσαγάγωμεν τὰς πληροφορίας τὰς ἀναγομένας εἰς τοὺς δύο ὅρους· ἡ Βουλὴ ἐπελάβετο καὶ ἀπεδέχθη τροποποιημένον τὸ κείμενον τῆς προτάσεως τοῦ κ. συναδέλφου, καὶ ἐξήνεγκεν ἀπόφασιν ἐπὶ τῶν κανονιοβολισμῶν τῶν γενομένων ἐν Χανίοις ὑπὸ τῶν ἡνωμένων στόλων. Διὰ τοῦτο ἐνόμιζον, ὅτι πλέον δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν καὶ ἐπορίσθημεν ἐπὶ τῶν δύο τελευταίων ὅρων. Εὐτυχῶς αἱ πληροφορίαι ἐδικαίωσαν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διότι ἐξ αὐτῶν καταδεικνύεται, ὅτι δὲν ἦσαν οἱ Χριστιανοὶ Κρῆτες, οἵτινες ἤρξαντο τῶν πυροβολισμῶν, ἀλλ’ οἱ Τοῦρκοι Κρῆτες καὶ οἱ Τοῦρκοι στρατιῶται, καὶ προσέτι ὅτι δὲν ἦτο τὸ ὀχυρὸν τῶν Φρουδίων ἐντὸς τῆς ζώνης, ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ζώνης. Ἑπομένως ἡ ἀπόφανσις τῆς Βουλῆς ἦτο εὔλογος καὶ ὀρθή. Ὡς πρὸς τοὺς ὅρους ὅμως τοὺς πέντε, τῶν ὁποίων ἐμνήσθη ὁ κ. συνάδελφος, οὐδεμίαν ἔχομεν δυσκολίαν, ἵνα ἀνακοινώσωμεν αὐτοὺς εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὑποθέτω ὅτι εἷς τῶν συναδέλφων μου, ὁ ἁρμόδιος, θέλει ἀνακοινώσει αὐτούς.

§5Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Οἱ ὅροι, Κύριοι, οἵτινες ἀνεκοινώθησαν εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἐν Κρήτῃ θωρηκτῆς Ἑλληνικῆς μοίρας εἶναι οἱ ἑξῆς, κατὰ τηλεγράφημα τοῦ ἀρχηγοῦ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, προσυπογεγραμμένον καὶ παρὰ τοῦ τότε γεν. προξένου κ. Γεννάδη.

§6ΣΤΑΗΣ. Ποίας ἡμερομηνίας, παρακαλῶ;

§7Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τῆς 6 Φεβρουαρίου 1897, ὥρᾳ 10 καὶ 40′ μ. μ. (ἀναγινώσκει): «Ναύαρχοι ἀνεκοίνωσαν ἡμῖν, ὅτι ἀντιτάξονται διὰ βίας εἰς τὰ ἑξῆς: 1) Βομβαρδισμὸν πόλεων· 2) ἀποβίβασιν στρατοῦ, ὅπλων καὶ πολεμεφοδίων παρὰ πολεμικῶν ἑλληνικῶν· 3) ἀποβίβασιν τακτικοῦ ἑλλην. στρατοῦ μὲ πλοῖα ἐκτός (;)· 4) εἰς τὴν ἐπίθεσιν ἑλληνικῶν πολεμικῶν κατὰ τουρκικῶν ἐμπορικῶν ἢ πολεμικῶν· καὶ 5) εἰς πᾶσαν νέαν κίνησιν στρατοῦ. «Εἰς ταῦτα ἀπηντήσαμεν, ὅτι ζητήσωμεν τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς ἃς καὶ μόνας συμμορφωθῶμεν.» «Ράϊνεκ, Γεννάδης.»

§8ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ.

§9Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Θέλετε νὰ καταθέσω τὸ πρωτότυπον;

§10ΡΑΛΛΗΣ. Ἔστω καὶ τὸ ἀντίγραφον.

§11Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα, τὸ καταθέτω.

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ραζέλος ἔχει τὸν λόγον.

§13ΡΑΖΕΛΟΣ. Ἐπανελθὼν, κύριοι συνάδελφοι, ἐκ Κρήτης χθὲς, ὅπου πρό τινων ἡμερῶν εἶχον μεταβῆ, θεωρῶ καθῆκον νὰ ἀνακοινώσω πρὸς ὑμᾶς τὰς ἐντυπώσεις, ἃς ἔσχον ἐκ τῆς ἐκεῖ μεταβάσεώς μου, ὡς καὶ τὰς σκέψεις μου περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς λήψεως μέτρων τινῶν πρὸς βελτίωσίν τινων ὄχι καλῶς κειμένων ἐκεῖ. Δὲν θέλω καταστήσει γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, διότι τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὸ ἠθικὸν καὶ τῶν ἐκεῖ ἐπαναστατῶν καὶ τοῦ στρατοῦ διατελεῖ εἰς ἀρίστην κατάστασιν, οὔτε ὅτι οἱ Χριστιανοὶ ἐπαναστάται καὶ ὁ στρατὸς ἡμῶν διατελοῦσι κύριοι ὅλης τῆς ὑπαιθρίου χώρας, πλὴν τῶν φρουρίων, ἐν οἷς εἶναι κεκλεισμένοι οἱ Τοῦρκοι· θὰ ἐπιστήσω ὅμως τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ἀντικειμένου τινὸς, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ σοβαρὰς συνεπείας διὰ τὸ μέλλον, καὶ τὸ σημεῖον τοῦτο εἶναι ἡ διοίκησις τῶν ναυτικῶν ἡμῶν πραγμάτων...

§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς διακόψω;

§15ΡΑΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.

§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐστὲ βέβαιος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν ἤδη μέτρα.

§17ΡΑΖΕΛΟΣ. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι μετὰ τὴν δήλωσιν καὶ τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ μὴ ἐξακολουθήσω περαιτέρω, διότι χάριν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων δὲν προσήκει ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης νὰ ἐκτεθῶσιν ὅσα ἐσκόπουν νὰ ἐκθέσω, διὰ νὰ προκαλέσω τὴν διόρθωσιν, καὶ ἑπομένως παύω. (Εὖγε! εὖγε!).

§18ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, ἔσχον τὴν εὐτυχίαν νὰ ἐπισκεφθῶ τὴν μεγαλομάρτυρα ἀληθῶς καὶ ἡρωϊκὴν νῆσον Κρήτην, ἀγωνιζομένην διὰ πολλοστὴν, δι’ εἰκοστὴν ἴσως ταύτην φορὰν ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας της. Ἐν διαστήματι ἑξαημέρου ταξειδίου καὶ διαμονῆς εἰς τὰ Κρητικὰ ὕδατα ἔσχον τὴν εὐκαιρίαν ν’ ἀποβιβασθῶ εἰς τέσσαρα διάφορα μέρη τῆς νήσου καὶ νὰ ἀντιληφθῶ, ὅσον ἦτο δυνατὸν ἀκριβέστερον ἐν τόσῳ βραχεῖ διαστήματι, τὰ τῆς καταστάσεως καὶ τὰ τοῦ ἀγῶνος τῆς Κρήτης. Ὁ παραδοξότερος τῶν ἀγώνων, κύριοι συνάδελφοι, συμβαίνει κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐν τῇ μεγαλονήσῳ. Οἱ Τοῦρκοι εἶναι οἱ ἐπαναστάται, οἱ Τοῦρκοι εἶναι οἱ ἀντάρται κατὰ τῆς ἐννόμου τάξεως, οἱ Τοῦρκοι εἶναι οἱ ἐπιχειρήσαντες πᾶν εἶδος βιοπραγίας καὶ βανδαλισμοῦ καὶ κακουργίας πρὸς παρεμπόδισιν πάσης γενομένης ἐνεργείας πρὸς ἐμπέδωσιν τάξεώς τινος ἀνεκτῆς ἔν τινι βαθμῷ. Εἰμὶ ἐκ τῶν κατακρινάντων τὴν δοθεῖσαν εἰς τοὺς ἀγῶνας τῶν Κρητῶν κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος δῆθεν ἱκανοποίησιν, οὐδ’ ἐθεώρησα αὐτὴν ἐπαρκῆ διὰ τοὺς Κρῆτας καὶ διὰ τοὺς πόθους τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἡ θέλησις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἡ ἐπιβληθεῖσα διὰ τῆς πιέσεως αὐτῶν εἰς τὸν Σουλτάνον ἐν τοῖς χορηγηθεῖσιν ὑπὸ τὸ γνωστὸν ὄνομα αἰτήμασιν εἰς τοὺς Κρῆτας, ἔπρεπε νὰ ἐκτελεσθῇ. Καὶ ἐπελήφθησαν τῶν τῆς ἐκτελέσεως αὐταὶ αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις δι’ ἀντιπροσώπων αὑτῶν, τῶν ἐκεῖ, ἐν Κρήτῃ, ὑπαρχόντων τέως προξένων, προαχθέντων εἰς γενικοὺς προξένους, καὶ δι’ ἐκτάκτων ἀπεσταλμένων πρὸς ὀργάνωσιν τῆς χωροφυλακῆς, τῆς δικαιοσύνης καὶ ἄλλων ὑπηρεσιῶν. Οἱ Τοῦρκοι, οἱ Μωαμεθανοὶ τὸ θρήσκευμα κάτοικοι τῆς Κρήτης, οἱ ἀποτελοῦντες μόλις τὸ ἓν ἕκτον τοῦ πληθυσμοῦ τῆς νήσου, ἀντέστησαν κατὰ τρόπον πρωτοφανῆ, κατὰ τρόπον τοῦ ὁποίου περιγραφὴν δὲν δύναται νὰ δώσῃ τις καὶ ἂν ἔχῃ τὴν γραφίδα τοῦ Δάντου, ἢ τὸν λόγον τοῦ Καστελλάρ. Ἐὰν ἔβλεπέ τις ὅσα εἶδον ἐγὼ κατὰ τὴν πρωΐαν τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς, τὴν φρικώδη εἰκόνα, τὴν ὁποίαν παριστῶσιν αἱ ὁδοὶ τῶν Χανίων, ὁδοὶ ὁλόκληροι, τετράγωνα τῆς πόλεως ὁλόκληρα, τμήματα τῆς πόλεως ὁλόκληρα, ἤθελε φρίξει, ὅτι ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ καὶ εἰς δεκάδων μόλις μιλίων ἀπόστασιν ἀπὸ τῆς πεπολιτισμένης Εὐρώπης ἐτελέσθησαν, ὑπὸ τὴν ἀνοχὴν δυστυχῶς αὐτῆς, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, τοιαῦται σκηναί, ὁποῖαι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας εἶδον...

§19ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὑπὸ τὴν προστασίαν αὐτῆς.

§20ΤΟΜΑΝ. Καὶ τὴν συμμετοχὴν αὐτῆς ἀκόμη.

§21ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.... Οἱ Τοῦρκοι, ἐπαναλαμβάνω, ἐπανέστησαν· οἱ Χριστιανοὶ ἠμύνθησαν, ἀλλὰ καὶ ταχέως εἶδον ἑαυτοὺς τεθέντας ὑπὸ τὸ πῦρ καὶ τοῦ στρατοῦ, τοῦ ἐπισήμου, τοῦ αὐτοκρατορικοῦ στρατοῦ, καὶ τοῦ ἐντοπίου στοιχείου, τὸ ὁποῖον, γενναῖον καὶ πολεμοχαρὲς ὂν ἀληθῶς, ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ἐξίχθη μέχρις ἀγριότητος καὶ μανίας ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν, ἐναντίον τῆς τάξεως, ἐναντίον παντὸς, ὅ,τι δὲν συνέβαλλε καὶ δὲν συνέτρεχεν εἰς τὴν ὑπεροχὴν αὐτοῦ καὶ εἰς τὴν ἐξάσκησιν τῆς βίας καὶ τῆς δουλείας ἐπὶ τῶν Χριστιανῶν. Οἱ Χριστιανοὶ ἠμύνθησαν, καὶ μόνον ἠμύνθησαν, δὲν ἠδυνήθησαν ὅμως νὰ ἀμυνθῶσι τελεσφόρως, διότι ἡ ἐπίθεσις ἐγένετο κατὰ σατανικὸν τρόπον, καὶ τὸ πῦρ ἠμπόδισε καὶ τὴν σωτηρίαν τῆς ζωῆς αὐτῶν ἀκόμη. Ἔκτοτε τὰ πράγματα εἶναι τόσον γνωστὰ εἰς ὅλους, ὥστε θεωρῶ περιττὸν νὰ εἴπω τι ἢ δώσω πληροφορίας περὶ αὐτῶν. Εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος νὰ ὑψώσω ἐντεῦθεν, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, φωνήν, καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ δύο μεγίστων κακῶν, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο εἰς τοὺς Κρῆτας, τοῦ κακοῦ τῆς συκοφαντίας, τῆς διαδοθείσης καὶ μονονουχὶ παρ’ ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου πιστευθείσης, ὅτι αὐτοὶ ὑπῆρξαν ἡ αἰτία, ἡ ἀφορμὴ τῶν τελευταίων ἀπαισίων σκηνῶν ἐν Κρήτῃ, τοῦ δὲ, ὅτι αὐτοὶ ὑπῆρξαν τὰ θύματα πράξεως τῆς Εὐρώπης, ἡ ὁποία ὁμολογουμένως θὰ χαραχθῇ διὰ μελανωτάτων γραμμάτων ἐν ταῖς σελίσι τῆς ἱστορίας τοῦ δεκάτου ἐννάτου αἰῶνος. Ἐστρατοπεδευμένοι ἐν Ἀκρωτηρίῳ, δηλαδὴ ἐπὶ τῆς γλώσσης ἐκείνης τῆς ξηρᾶς, ἥτις συνενοῖ τὸν κόλπον τῶν Χανίων μετὰ τοῦ κόλπου τῆς Σούδας, οἱ Χριστιανοὶ, 700 τὸν ἀριθμὸν, ἠμύνοντο ἐκεῖ, ἀποσχόντες καὶ αὐτῆς τῆς κατοχῆς τῆς Χαλέπας, ἥτις ἀπέχει ἐκεῖθεν ὀλιγώτερον βολῆς Γκρᾶ, ὅταν αἱ Δυνάμεις ἠξίωσαν τοῦτο· ἐπεῖχον δὲ αἱ προφυλακαὶ αὐτῶν ἀπὸ τῆς Χαλέπας, ὡς καὶ νῦν ἐπέχουσιν αὗται, κρατοῦσι δὲ μόνον τὰς θέσεις των. Κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν ὅμως Κυριακὴν, ἤτοι τὴν 9ην Φεβρουαρίου, οἱ Τοῦρκοι ἐπετέθησαν κατὰ τῶν Χριστιανῶν κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν ἐξητάσθη, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ προσκομίσω ὑμῖν πληροφορίαν τινὰ, ἐλπίζων ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου θὰ ἀκουσθῇ καὶ περαιτέρω, ἵνα μὴ ἀδικῶνται οἱ Κρῆτες, συκοφαντούμενοι ὅτι αὐτοὶ ἤρξαντο χειρῶν ἀδίκων, ἀφοῦ αὐτοὶ ὑπέστησαν ὕστερον τὴν ἐπίθεσιν ἐκείνην, τὴν μιαρὰν καὶ δολίαν, περὶ τῆς ὁποίας θὰ εἴπω ὑμῖν. Τὴν 8ην Φεβρουαρίου ὁ στρατιωτικὸς διοικητὴς τῆς νήσου Κρήτης ἐπεσκέφθη διὰ πρώτην τότε φορὰν τοὺς εὐρωπαϊκοὺς στόλους, τοὺς ἐν τῷ λιμένι Χανίων ἠγκυροβολημένους, καὶ συνωμίλησε καὶ συνενοήθη μετὰ τῶν ναυάρχων, — τὴν 8 Φεβρουαρίου, ἐπαναλαμβάνω. Τὴν 9ην δὲ Φεβρουαρίου, ἡμέραν Κυριακὴν, περὶ ὥραν 4ην μ. μ. οἱ Τοῦρκοι προεκάλεσαν τοὺς Χριστιανούς, ἐπιτεθέντες κατ’ αὐτῶν, ἐνῷ δὲν ἐπρόκειτο κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν περὶ μάχης ἢ περὶ συμπλοκῆς κἄν. Ἡ συνεννόησις τοῦ Τούρκου στρατιωτικοῦ διοικητοῦ τῶν Χανίων μετὰ τῶν ξένων, δύναταί τις κατὰ μεγίστην πιθανότητα, κατὰ βεβαιότητα προσεγγίζουσαν πρὸς τὴν ἀλήθειαν 99%, νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἀφεώρα εἰς τὴν πρόκλησιν τῶν Χριστιανῶν πρὸς μάχην, διὰ νὰ δικαιολογηθῇ ἡ προσβολὴ τῶν εὐρωπαϊκῶν τηλεβόλων κατ’ αὐτῶν.

§22Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀπὸ τίνος σημείου ἤρξαντο οἱ Τοῦρκοι; ἐντὸς τῆς ζώνης ἢ ἐκτός;

§23ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς τῆς ζώνης, ἀπὸ τῆς θέσεως Ἅγιος Ματθαῖος καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως Μόρτε–Βάρδια, αἵτινες ἀμφότεραι κεῖνται ἐκτὸς τῆς ζώνης τῶν Χανίων, ἐκτὸς τῆς Χαλέπας, περὶ τὰ 2,000 μέτρα μακρὰν αὐτῆς· ἀπεῖχον δὲ αἱ προφυλακαὶ τῶν Τούρκων ἀπὸ τὰς προφυλακὰς τῶν χριστιανῶν μέτρα περὶ τὰ 400...

§24ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ζώνη ἔχει ὁρισθῆ ἀναμφισβητήτως;

§25ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναμφισβητήτως καὶ ὡρισμένως ὄχι· ὅπου ὅμως ἐστρατοπέδευσαν καὶ στρατοπεδεύουσιν οἱ Χριστιανοί, τὸ μέρος ἐκεῖνο ἦτο καὶ εἶναι ἐκτὸς τῆς ζώνης ἀναμφισβητήτως... Ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς προσβολῆς ἐκ μέρους τῶν Τούρκων, ἀμέσως, ἀνελπίστως, ἀπροσδοκήτως, ἀπιστεύτως ἀκόμη, καὶ ἐνῷ τὸ πρᾶγμα ἐφαίνετο διὰ τῶν ὀφθαλμῶν καὶ ἠκούετο διὰ τῶν ὤτων καὶ ἐγίνετο καταληπτὸν δι’ ὅλων τῶν αἰσθήσεων, ἀπιστεύτως ἐκσφενδονίζεται ὀβὶς ἐκ τοῦ τηλεβόλου τοῦ γερμανικοῦ θωρηκτοῦ «Αὐγούστας» κατὰ τοῦ προχώματος τῶν Ἑλλήνων, τοῦ εὑρισκομένου ἐν τῇ θέσει «Προφήτης Ἠλίας». Ὡς ἐκ τῆς θέσεως, ἐν ᾗ εὑρίσκετο τὸ γερμανικὸν πλοῖον, τὸ κανονιοβολῆσαν πρῶτον, σχετικῶς πρὸς τὸ ἡμέτερον θωρηκτὸν, ἐπιστεύθη, εἰ καὶ δὲν ἐφαίνετο τοῦτο σαφέστερον κατ’ ἀρχὰς, ὅτι τὸ ἡμέτερον θωρηκτὸν ἐκανονιοβόλησε κατὰ τῶν Τούρκων, ἀλλ’ εἰς τὸν πρῶτον μύδρον τοῦ γερμανικοῦ πλοίου, ὅστις τοσοῦτον ἀπέτυχε τοῦ σκοποῦ, ὥστε πεσὼν 2,000 μέτρα πρὸ τοῦ σκοποῦ, παρ’ ὀλίγον νὰ βυθίσῃ τὸν ἡμέτερον «Ἀλφειὸν», εἰς τὸν πρῶτον ἐκεῖνον μύδρον ἐπακολουθεῖ δεύτερος, τρίτος, βροχὴ κανονιοβολισμῶν ἐξ ὅλων σχεδὸν τῶν πλοίων, ὡς ἐφαίνετο, τῶν ἐν τῷ λιμένι τῶν Χανίων ἠγκυροβολημένων. Ἡ κατάπληξις, κύριοι συνάδελφοι, ὑπῆρξεν ἀπερίγραπτος! Οἱ Εὐρωπαϊκοὶ στόλοι, οἱ καταπλεύσαντες ἐκεῖ, δὲν εἴχομεν τὴν ἀξίωσιν πρὸς προστασίαν τῶν Χριστιανῶν, ἀλλὰ πρὸς φρούρησιν τῆς τάξεως, οἱ Εὐρωπαϊκοὶ στόλοι, οἱ φέροντες ἕκαστος ἐπὶ τῆς σημαίας αὑτοῦ καὶ ἔχοντες ὡς σύνθημα τὸν σταυρὸν τῆς θρησκείας τοῦ Χριστοῦ, νὰ κανονιοβολήσωσι κατὰ Χριστιανῶν ἀγωνιζομένων ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας αὑτῶν, νὰ κανονιοβολῶσι πρὸς ἀνατροπὴν τῆς σημαίας τῆς φερούσης εἴ περ τις καὶ ἄλλη ὡς βάσιν αὐτῆς τὸν σταυρὸν, τῆς σημαίας τῆς ἀποτελούσης τὸ λάβαρον τῶν ὑπὲρ πίστεως καὶ ἐλευθερίας ἀγωνιζομένων ἐκεῖ! Οἱοσδήποτε ἐξ ἡμῶν ἐὰν εὑρίσκετο εἰς τὴν θέσιν τῶν γενναίων, τῶν ἀτρομήτων, τῶν ἀρηΐων ἐκείνων Κρητῶν, μετὰ δυσκολίας θὰ ἔπειθεν ἑαυτὸν, ὅτι οἱ μύδροι ἐκεῖνοι ἐξεσφενδονίζοντο κατὰ τῶν Χριστιανῶν. Ἀλλ’ ἐδέησε νὰ πεισθῶσιν, ὅτι ἐξεσφενδονίσθησαν κατ’ αὐτῶν μετ’ ἀπιστεύτου θηριωδίας αἱ λεγόμεναι βολιδοφόροι ὀβίδες, ὧν ἑκάστη, κανονιζομένη, ὡς γνωρίζετε, κατὰ τὴν θέλησιν τοῦ πυροβολοῦντος ἐκρήγνυται ἄνωθεν τοῦ σημείου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θέλει ὁ πυροβολῶν νὰ ἐκραγῇ· ὅταν ἐπλήρου ἑκάστη τούτων, περιέχουσα ἀνὰ 100 ἢ 200 βολὰς ἐντὸς αὐτῆς, ὁλόκληρον τὴν ἀτμόσφαιραν, ὅταν ἑκάστη ἐξ αὐτῶν ἐκάλυπτε διὰ φοβερᾶς ποσότητος βολίδων ἔκτασιν πολλῶν στρεμμάτων, ὅταν βράχοι ὁλόκληροι ἐξεῤῥιζοῦντο, τρέμοντες καὶ ἀποσπώμενοι καὶ ταρταρίως ἐκσφενδονιζόμενοι ὑπὸ τὴν ὤθησιν τῶν τεραστίων ἐκείνων τηλεβόλων, ὅταν τοῖχοι ὁλόκληροι διετρυπῶντο, κατεῤῥίπτοντο, ὅταν ἀγροὶ ὁλόκληροι ἀνεσκάπτοντο, ὅταν δένδρα ἐξεῤῥιζοῦντο, τότε ἀπέμειναν ἐμβρόντητοι καὶ κατάπληκτοι! Ἀλλ’ ἔμενον—σπεύδω νὰ βεβαιώσω ὑμᾶς καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης—ἔμενον γενναῖοι καὶ ἀκλόνητοι εἰς τὰς θέσεις των, βλέποντες μετ’ ἀγανακτήσεως, ἀλλὰ καὶ μετὰ περιφρονήσεως, τὴν ἀπίστευτον ταύτην καὶ δολίαν ἐπίθεσιν τῶν ὀπαδῶν τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν τροφίμων τοῦ πολιτισμοῦ κατ’ αὐτῶν, διότι ἐμάχοντο πρὸς τοὺς ἀντιχρίστους καὶ τοὺς δημίους πάσης ἐλευθερίας. Ἔρχεται ὅμως, Κύριοι, καὶ θὰ κηρυχθῇ καὶ τοῦτο ἐντεῦθεν, σφαῖρα ἐκσφενδονισθεῖσα ἀπὸ τοῦ ῥωσσικοῦ πλοίου, σφαῖρα ἐκσφενδονισθεῖσα ἀπὸ πλοίου ὁμοδόξου Δυνάμεως, τῆς Δυνάμεως ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐδιδάχθη τὸν χριστιανισμὸν παρὰ τῶν Ἑλλήνων, ἡ ὁποία ἔλαβε τὸν σταυρὸν ὡς λάβαρον φωτὸς καὶ σωτηρίας παρ’ ἡμῶν, σφαῖρα ἐκσφενδονισθεῖσα ἐκ τοῦ ῥωσσικοῦ πλοίου «Μπελίκη», καὶ ἀνατρέπει τὴν ἡμετέραν σημαίαν, καταῤῥίψασα τὸν τοῖχον, ἐφ’ οὗ αὕτη ἐστηρίζετο, καὶ ῥίψασα αὐτὴν κατὰ γῆς! Ἡ στιγμὴ ὑπῆρξεν ἀπαισία, ἀλλὰ καὶ ἀξία καταφρονήσεως. Δὲν ἔλειψεν ὅμως οὐδὲ τὸ θάῤῥος οὔτε ἡ τόλμη ἀπὸ τοὺς ἀνδρείους ἐκείνους πολεμιστάς. Ὁ Δημήτριος Καλοῤῥίζικος, ἀτρόμητος ὁπλαρχηγὸς, ἔχων περὶ ἑαυτὸν τοὺς εἰς αὐτὸν ἀνήκοντας 30 πολεμοχάρμας πολεμιστὰς, ἥρπασε τὴν σημαίαν καὶ παρορμῶν τοὺς γενναίους ὀπαδούς του: «Ἐμπρὸς παιδιὰ, λέγει ἐν τῷ κρητικῷ ἰδιώματι τῆς γλώσσης, ἐμπρὸς, παιδιὰ, νὰ ντῶν τήνε στήσωμε ἄλλη μιὰ φορὰ τῶν Φράγκωνε τὴ σημαία μας!» Καὶ ἀνορθοῦται ἐν ἀλαλαγμοῖς καὶ παλμοῖς, ὑπὸ βροχὴν ὀβίδων καὶ βολίδων, ἀνορθοῦται ὁ κοντὸς τῆς σημαίας, στηρίζεται διὰ λίθων, καὶ ἡ κυανόλευκος κυματίζει πάλιν ὑπερήφανος εἰς τὴν θέσιν της!... Ἱερὰ συγκίνησις πληροῖ τὰ στήθη τῶν πολεμιστῶν καὶ τῶν πληρωμάτων τῶν ὑπὸ τὸν λόφον ἐκείνων ἠγκυροβολημένων πέντε Ἑλληνικῶν πλοίων τοῦ στόλου μας, καὶ τῶν ἐν Χανίοις καὶ τοῖς πέριξ εὑρισκομένων Ἑλλήνων. Φρενητιώδεις αὐτόχρημα ζητωκραυγαὶ ἀποκρίνονται εἰς τοὺς πλαταγισμοὺς τῆς Ἑλληνικῆς σημαίας. Ἀλλ’ ὁ ἐνθουσιασμὸς ἐκορυφώθη, κατέστη ἀπερίγραπτος, ὅτε εἷς τῶν κυβερνητῶν τῶν ἡμετέρων πλοίων, ἀξιωματικὸς φέρων ἐπαξίως τὸ ἔνδοξον ὄνομα τῆς οἰκογενείας του, ὁ πλωτάρχης Παῦλος Κουντουριώτης, κυβερνήτης τοῦ «Ἀλφειοῦ», ἀνύψωσεν ἐπὶ τοῦ ἱστοῦ τοῦ πλοίου του τὸ συγχαρητήριον σῆμα... (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς αἰθούσης, χειροκροτήματα ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων καὶ τῶν ἀκροατηρίων) καὶ συνεχάρη καὶ ἐνεκαρδίωσε τοὺς γενναίους μαχητὰς τοῦ Ἀκρωτηρίου. Ἀλλὰ τὸ σῆμα ἐκεῖνο, κύριοι συνάδελφοι, ὑπῆρξε καὶ σῆμα περιφρονήσεως καὶ εἰρωνείας κατ’ ἐκείνων, οἵτινες δὲν ᾐσχύνθησαν νὰ καταῤῥίψωσι τὴν σημαίαν τοῦ Σταυροῦ, διὰ νὰ ὑπερασπίσωσι τοὺς ἀγρίους ὀπαδοὺς τῆς ἡμισελήνου. Εὖγε! ἀληθῶς εἰς τὸν ἐνθουσιώδη πατριώτην! Καὶ ὅμως καὶ μετὰ τοῦτο οἱ ὁμόδοξοι ἡμῶν δὲν συνῃσθάνθησαν τὸ ἀνοσιούργημα. Ἀλλ’ ὁ μὲν κυβερνήτης τοῦ πλοίου ἐβράβευσε διὰ δύο χρυσῶν νομισμάτων τὸν σκοπευτὴν ἐκεῖνον, ὡς ἔμαθον ἀσφαλῶς μετὰ δύο ἡμέρας ἀποβιβασθεὶς εἰς Χανία, οἱ δὲ ἀποβιβαζόμενοι εἰς τὴν πόλιν Ῥῶσσοι ἐκαυχῶντο παντοῦ, ἐπαναλαμβάνοντες: «Ἡμεῖς ἐῤῥίψαμεν τὴν σημαίαν τῶν Ἑλλήνων!»

§26ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οἱ Ρῶσσοι!

§27ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ Σκύθαι!

§28ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Νομίζω ὅτι παραπονεῖσθε κατὰ τῶν πλοίων τῶν ξένων Δυνάμεων. Αὐτὰ ἔκαμον τὸ καθῆκόν των. Μήπως καὶ ὁ Ἑλληνικὸς στόλος ἐπυροβόλησε κατὰ τῶν Ὀθωμανῶν; (ψιθυρισμοί).

§29ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ χορηγήσω ὑμῖν καὶ τὰς ἑξῆς πληροφορίας, τὴν πληροφορίαν ὅτι δὲν ἔπαυσεν ὁ κανονιοβολισμὸς τῶν Εὐρωπαίων, διότι δῆθεν οἱ Ἕλληνες κατεβίβασαν τὴν σημαίαν των, ὑπακούσαντες, ὡς διεδόθη καὶ ἐγράφη καὶ ἐτηλεγραφήθη εἰς Εὐρωπαϊκὰ φύλλα· τὴν σημαίαν κατεβίβασεν, ἀνέτρεψεν, ὁ ῥωσσικὸς μύδρος, οἱ δὲ Ἕλληνες ἀνεστήλωσαν αὐτὴν ἀμέσως. Τὸ πῦρ ἔπαυσεν, οὐχὶ διότι κατεβιβάσθη ἡ σημαία, ἡ ὁποία ἐῤῥίφθη, ἐπαναλαμβάνω, ἐκ τρίτου, καὶ ἀνεστηλώθη πάλιν ὑπὸ τῶν Χριστιανῶν, ἀλλὰ τὸ πῦρ ἔπαυσε, διότι ἔδωκε τὸ σημεῖον ἐκ τῆς ναυαρχίδος του ὁ Ἰταλὸς ναύαρχος· ἔπαυσε δὲ, ἀφοῦ ἐξεσφενδονίσθησαν, κατ’ ἐπίσημον πληροφορίαν καὶ πραγματικήν, παρὰ μὲν τοῦ ῥωσσικοῦ πλοίου μύδροι ἑπτά,—εἶναι δὲ αὐτοὶ οἱ μέγιστοι, τῶν 24 ἑκατοστομέτρων διαμέτρου καὶ 70 ἑκατοστομέτρων μήκους,—ἔῤῥιψαν δὲ καὶ οἱ Γερμανοὶ μύδρους ἑπτά, ἔῤῥιψαν οἱ Αὐστριακοὶ μύδρους τρεῖς, ἔῤῥιψαν οἱ Ἄγγλοι ἐκ τεσσάρων πλοίων μύδρους εἴκοσιν (ἐκ τοῦ ἑνὸς τρεῖς, ἐκ τοῦ ἑτέρου τρεῖς, ἐκ τοῦ ἑτέρου ἑπτὰ καὶ ἐκ τοῦ ἑτέρου ἑπτά). Δὲν ἔῤῥιψε μύδρους κατὰ τῶν Χριστιανῶν τὸ ἰταλικὸν πλοῖον, εἰπόντος τοῦ Ἰταλοῦ ναυάρχου, ὅτι ὡς ἐκ τῆς θέσεως, ἐν ᾗ ἦτο ἠγκυροβολημένον τὸ πλοῖον, δὲν ἠδύνατο νὰ πυροβολήσῃ ἄνευ κινδύνου τῶν πρὸ αὐτοῦ ἠγκυροβολημένων εὐρωπαϊκῶν πλοίων, δὲν ἔῤῥιψε δὲ καὶ ὁ Γάλλος, εἰπὼν ὅτι ἡ θέσις του ἀπεῖχε πολὺ τῆς θέσεως τοῦ πυροβολουμένου σημείου, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐπυροβόλησεν, ἔδωκεν ὅμως—καὶ πρέπει νὰ λεχθῇ τοῦτο πρὸς τιμὴν τοῦ Γαλλικοῦ ἔθνους— τὴν ἐξήγησιν, ὅτι δὲν ἐπυροβόλησε μὲν διότι ἦτο μακρὰν, καὶ πλησίον ὅμως ἐὰν ἦτο καὶ ἐπυροβόλει, θὰ ἐπυροβόλει en blanc, θὰ ἐπυροβόλει ἀσφαίρως. Εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι ὤφειλεν ὁ Ἑλληνικὸς στόλος, κύριε συνάδελφε ἐξ Ἄρτης, νὰ ἀνοίξῃ τὰ πυροβόλα αὐτοῦ καὶ νὰ πυροβολήσῃ καὶ ἐκεῖνος κατὰ τῶν Τούρκων, διότι θὰ ἐξετέλει καθῆκον πρὸς τοὺς ἀγωνιζομένους ἐκεῖ, παρὰ τὸ πλευρόν του, ἀδελφούς μας, ἀλλὰ θὰ ἐξετέλει καὶ καθῆκον πρὸς τὴν καθόλου ἰδέαν καὶ τὸν καθόλου πολιτισμόν, προσπαθῶν αὐτὸς νὰ καταῤῥίψῃ τὴν ἡμισέληνον, τὴν ἡμισέληνον τὴν μόλις που ἱσταμένην ἀκόμη καὶ μετὰ βίας στηριζομένην ἐπὶ σεσαθρωμένου κονταρίου, τῇ συνδρομῇ καὶ τῇ βοηθείᾳ τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων! Δυστυχῶς δὲν ἔπραξε τοῦτο. Ἐλπίζω ὅτι πρὸς τοιαύτας πράξεις γενναίας, περὶ Ἑλληνικοῦ στόλου προκειμένου, δὲν εἶναι ἀργὰ, ὅτι δὲ ταχέως θὰ παρουσιασθῶσιν αἱ περιστάσεις, ἵνα πράξῃ τὸ καθῆκόν του ὡς πρέπει καὶ ὡς προσήκει εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στόλον καὶ εἰς τὰς παραδόσεις αὐτοῦ. Ἔπρεπε, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ὑψωθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου φωνὴ,—εἶδον δὲ τὴν προσοχὴν, μετὰ τῆς ὁποίας ἠκούσατε τὴν ὠχρὰν διήγησίν μου, — φωνὴ διαμαρτυρίας κατὰ τῆς παρανόμου, κατὰ τῆς ἐκθέσμου, κατὰ τῆς βαρβάρου, ἵνα μή τι ἄλλο βαρύτερον καὶ δριμύτερον εἴπω, πράξεως τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων κατὰ Χριστιανῶν ἀγωνιζομένων καὶ ἀμυνομένων ὑπὲρ τοῦ σταυροῦ καὶ ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας αὑτῶν, τῆς δικαίας, τῆς δικαιοτάτης, ἐν τῷ κόσμῳ. Περὶ ἄλλων, τὰ ὁποῖα ἀντελήφθην, ἐξετάσας ἐν Κρήτῃ, δὲν κρίνω καλὸν νὰ φέρω τὸν λόγον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐλπίζω ὅτι θὰ μοὶ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ λάβω τὴν τιμὴν καὶ τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἀνακοινώσω αὐτὰ ἰδιαιτέρως ὅπου δεῖ, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι προσφέρω ὑπηρεσίαν εἰς τὸν Κρητικὸν ἀγῶνα, ὡς ὁ ἐλάχιστος τῶν Ἑλλήνων, παρακολουθῶν αὐτὸν μετὰ πόνου καὶ ἐνθουσιασμοῦ. (Φωναὶ ἐπιδοκιμαστικαὶ πανταχόθεν.)

§30ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ μοὶ δώσῃ πληροφορίαν τινά· ἐὰν ὑπάρχωσι γυναικόπαιδα ἀκόμη εἰς τὴν Κρήτην καὶ ἐὰν ὑπάρχωσι Ἕλληνες ὑπήκοοι, διὰ τοὺς ὁποίους ὁ στόλος ἡμῶν εἶχε μίαν ἀποστολήν, νὰ μεταφέρῃ τὰ γυναικόπαιδα καὶ νὰ προστατεύσῃ τοὺς ὑπηκόους. Ἐὰν γυναικόπαιδα δὲν ὑπάρχωσι καὶ ταῦτα μετεφέρθησαν διὰ τῶν εὐρωπαϊκῶν πλοίων, καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρχωσι καὶ ὑπήκοοι Ἕλληνες, νομίζω—ἐνδέχεται νὰ ἦμαι καὶ ἠπατημένος—ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος, νὰ μένῃ ἐν Κρήτῃ ὁ στόλος ὁ Ἑλληνικὸς, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου νὰ κανονιοβολῶνται οἱ Χριστιανοί, νὰ καταβιβάζηται ἡ Ἑλληνικὴ σημαία, νὰ ἐξέρχωνται οἱ ἰδικοί μας ἐκ τῶν πλοίων μὲ λευκὴν σημαίαν, νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἡ ἀπόβασις ἡμετέρων ἀγημάτων κτλ.

§31Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ νὰ αἰχμαλωτίζωνται οἱ ἀξιωματικοί!

§32ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Νομίζω ὅτι καταλληλοτέρα θέσις διὰ τὸν στόλον ἡμῶν εἶναι ἡ Μῆλος, διὰ νὰ εὑρίσκηται μακρὰν τῆς τραγῳδίας ἢ τῆς κωμῳδίας ἐκείνης· διότι ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι ὁ στόλος ἡμῶν ἔχει ἀποστολὴν νὰ βαδίσῃ παραλλήλως μὲ τὸν στρατὸν, καὶ ὅταν ὁ στρατὸς κινητοποιῆται, ὑπέθετον ὅτι ὁ στόλος ἤθελεν ἀκολουθήσει τὴν αὐτὴν παράλληλον καὶ τὴν αὐτὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν ὁ στρατὸς ἀκολουθεῖ. Δὲν γνωρίζω τὰ καθέκαστα, δὲν γνωρίζω τὰς διαταγὰς, οὐδὲ θέλω νὰ εἴπω τι, ἀλλὰ σκέψις ἁπλῆ ἰδική μου εἶναι, ὅτι χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Ἑλλάδος πάντη περιττὸν εἶναι νὰ μένῃ πλέον ὁ στόλος ἡμῶν ἐν Κρήτῃ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς. Εἶπεν ὅτι ἔπρεπε τὰ πλοῖα νὰ πυροβολήσουν. Δὲν ἐκφράζω τὴν ἰδέαν μου, διότι ἴσως θεωρηθῇ τολμηρὰ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος δὲν γνωρίζει τὴν ἀποστολὴν τῶν ἡμετέρων πλοίων, δὲν γνωρίζει τὸν προορισμὸν αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἀπετόλμησε νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ τὴν τολμηράν. Τὰ πλοῖα ἡμῶν ἴσως ἔχουσιν ἀποστολὴν νὰ βομβαρδίσουν τὴν Κετίγνην τοῦ Μαυροβουνίου ἀπὸ τὸν Ἀδριατικὸν κόλπον, ἠμπορεῖ νὰ ἔχουν ἀποστολὴν νὰ ἀποκλείσουν τὸ Βελιγράδιον ἀπὸ τὸν Δούναβιν, ἢ τὴν Σόφιαν ἀπὸ τὴν Μαύρην Θάλασσαν, καὶ δὲν ἦτο ἀνάγκη τώρα νὰ τὰ χάσωμεν. Διὰ τοῦτο, ὑποθέτω, τὰ πλοῖα ἡμῶν δὲν ἐκανονιοβόλησαν.

§33ΤΟΠΑΛΗΣ. Καὶ μετὰ τὴν εὔγλωττον ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευτοῦ νομίζω ὅτι πρέπει, Κύριοι, νὰ λεχθῶσιν ὀλίγα τινὰ ἐπὶ τῆς τελευταίας ταύτης περιστάσεως καὶ ἐπὶ τῆς τροπῆς τῆς ἀπαισίας, ἣν ἔλαβον τὰ πράγματα ἐν Κρήτῃ, ἰδίως δὲ ἐπὶ τοῦ ἀνηκούστου βομβαρδισμοῦ τῆς 9 Φεβρουαρίου. Εὑρέθημεν, Κύριοι, πρὸ καταστάσεως ὅλως ἀπροόπτου, μεταβάντες ἐκεῖ. Ἡ νῆσος καὶ ἦτο ἀποκεκλεισμένη καὶ δὲν ἦτο ἀποκεκλεισμένη· πλοῖά τινα ἀποβιβάζοντα τροφὰς συνελαμβάνοντο, ἕτερα ὅμως ἀφήνοντο ἐλεύθερα, καὶ τὴν ἀβεβαιότητα ταύτην ἐπηκολούθησεν ἀπροόπτως τὸ φρικτὸν γεγονὸς τῆς 9 Φεβρουαρίου. Χωρὶς κανεὶς νὰ τὸ ἀναμένῃ, ἐξετελέσθη τὸ παγκόσμιον τοῦτο αἶσχος ὑπὸ τῆς πεπολιτισμένης Εὐρώπης κατὰ τῶν ἀτυχῶν ἐπαναστατῶν τῆς Κρήτης, τῶν μαχομένων ἐκεῖ ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας αὑτῶν καὶ τῆς παραβιασθείσης ὑπὸ τῶν Ὀθωμανῶν τάξεως. Καὶ ἐξετελέσθη, Κύριοι, κατὰ ἐπαναστατῶν, οἵτινες ἐμάχοντο πρὸ ὀλίγων ἔτι ἡμερῶν ὑπὲρ τῶν σημαιῶν καὶ τῶν Προξενείων τῶν Κρατῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα μετὰ μικρὸν χρονικὸν διάστημα τοὺς ἐβομβάρδισαν· διότι ἐν Χαλέπᾳ ἦσαν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἐπαναστάται, οἱ ὁποῖοι ἠμύνθησαν κατὰ τῶν Βεγγαζίων, ἵνα σώσωσι τὴν ζωὴν τῶν Εὐρωπαίων προξένων, ἠναγκάσθησαν δὲ εἶτα, ὑπείκοντες εἰς τὴν ἰσχυροτέραν δύναμιν, νὰ ἀποσυρθῶσιν ἐπὶ τοῦ Ἀκρωτηρίου, καὶ ἐκεῖ ἀνάνδρως ἐβομβαρδίσθησαν, κατὰ δολοφονικὸν ὅλως τρόπον, ὑπὸ τῶν στόλων τῶν 6 Μεγάλων Δυνάμεων. Διότι, ὅπως ἀντελήφθημεν καὶ ἐξ ἐγγράφων, ὅπως ἐσχηματίσαμεν τὴν πεποίθησιν καὶ ἐκ τῶν λόγων αὐτοῦ τοῦ ναυάρχου Κανεβάρο, τοῦ προϊσταμένου ὅλων τῶν ἐν Κρήτῃ ναυάρχων, δὲν εἶχον ὑπὸ τὴν κατοχήν των οἱ Εὐρωπαῖοι, εἰμὴ τὸ φρούριον τῶν Χανίων καὶ μίαν μικρὰν περιοχὴν, ἡ ὁποία ἔπαυε μὲ τὸ τέλος τῆς Χαλέπας, τὸ Ἀκρωτῆρι δὲ καὶ ἡ θέσις «Προφήτης Ἠλίας», ἐπὶ τῆς ὁποίας διέμενον οἱ ἐπαναστάται, ἀπέχει πλεῖστα μέτρα πέραν τοῦ τελευταίου ὁρίου καὶ ὑπὲρ τὸν κόλπον τῶν Χανίων. Ἑπομένως οὔτε δικαιολογοῦνται οἱ ναύαρχοι ὑπὸ τῆς προφάσεως ὅτι ἦσαν οἱ ἐπαναστάται ἐν τῇ οὐδετέρᾳ δῆθεν ζώνῃ, καὶ ἔδει νὰ ἀναμένωσι τὴν τοιαύτην ἐπίθεσιν· διότι τὸ ἔγγραφον τοῦ ναυάρχου Κανεβάρο ἐξ ὀνόματος καὶ τῶν ἄλλων ναυάρχων, τὸ ὁποῖον ἔθετεν ὑπὸ τὴν κατοχήν των τὸν κόλπον τῆς Σούδας, τὸν κόλπον τῶν Χανίων καὶ τὴν πεδιάδα τὴν συνδέουσαν τοὺς δύο τούτου κόλπους, ἐκοινοποιήθη εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ ἡμετέρου στόλου τὴν παρελθοῦσαν Τρίτην, ἑνδεκάτην ἡμέραν τοῦ τρέχοντος μηνὸς, δύο ἡμέρας δηλαδὴ μετὰ τὸν βομβαρδισμόν, λαβόντα μάλιστα χώραν ἀναμφισβητήτως μετὰ προσβολὴν πρώτων τῶν Τούρκων. Δὲν θὰ προσέθετον μετὰ τὴν λεπτομερῆ, ὡς εἶπον, ἀγόρευσιν τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου οὐδὲν εἰς τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα, ὅπως περιγράψω τὴν κατάστασιν ταύτην, ἀλλὰ εἶναι τόσον ἀνιαρὰ ἡ ἐντύπωσίς μας, τόσον ἀπαισία, ὥστε θέλει μείνῃ ἐσαεὶ ἐγκεχαραγμένη εἰς τὴν μνήμην μας, οὐχὶ μόνον ἐκ τῶν ἀφηγήσεων τῶν ἐπαναστατῶν, οὐχὶ μόνον ἐκ τῶν παραστάσεων ἄλλων θεατῶν, ἀλλ’ ἰδίως ἀπὸ τὰς διηγήσεις τῶν ἡμετέρων τοῦ ἐκεῖ στόλου πληρωμάτων, ἅτινα ἀπὸ τῶν πλοίων, ἀπὸ τοῦ ἀσφαλοῦς,—καὶ πᾶν ἄλλο ἐπεθύμουν ἢ τοῦτο—ἐθεῶντο τὸν βομβαρδισμὸν τῶν ὁμοδόξων καὶ ὁμοφύλων ἀδελφῶν μας Κρητῶν. «Ἕν ἄ! ἀπογνώσεως ἐξῆλθεν ἐξ ὅλων τῶν στομάτων», μᾶς ἔλεγον οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν ἐν Χανίοις σταθμευόντων πλοίων μας, «τὰ χείλη μας ἔτρεμον, αἱ χεῖρές μας ἔμειναν συνεσπασμέναι, καὶ μόλις συνεκρατούμεθα πρὸ τοῦ ἀκατονομάστου τούτου γεγονότος!» Καὶ σᾶς βεβαιοῦμεν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι, μεθ’ ὅλην τὴν φρικώδη ἀφήγησιν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔκαμον οἱ ἐπαναστάται, μεθ’ ὅλον τὸν τρομερὸν κατ’ ἐκεῖνον βομβαρδισμόν, μεθ’ ὅλους τοὺς θανάτους, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον ἐκεῖ χώραν, ἐλυπήθημεν πλειότερον τὸν ἀτυχῆ μας στόλον, ὁ ὁποῖος παρέστη μάρτυς τοῦ θεάματος τούτου, ἢ τοὺς δυστυχεῖς ἐπαναστάτας, οἱ ὁποῖοι ἐβομβαρδίσθησαν εἰς τὸ Ἀκρωτῆρι. Δὲν θ’ ἀποπειραθῶ νὰ συμβουλεύσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου σήμερον τί ἔπρεπε νὰ πράξῃ ὁ στόλος κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην, ἢ τί πρέπει νὰ πράξῃ νῦν ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ἐποιησάμην τὰς παραστάσεις μου ἰδιαιτέρως. Ἤθελον μόνον νὰ ἀκουσθῇ ὡς φωνὴ διαμαρτυρίας καὶ ἡ ἰδική μου ἀσθενὴς φωνὴ ἀπὸ τοῦ ἐθνικοῦ βήματος τῆς Ἑλλάδος, νὰ ἐγερθῇ, λέγω, ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ μία εἰσέτι φωνὴ διαμαρτυρίας αὐτόπτου μάρτυρος κατὰ τοῦ αἴσχους τούτου τῆς πεπολιτισμένης Εὐρώπης, τὸ ὁποῖον συνετελέσθη ἐν φθίνοντι ΙΘʹ αἰῶνι! Τὰ ἐπίλοιπα, Κύριοι, ἐπὶ τῆς καταστάσεως ἐν Κρήτῃ ἐξέθεσα ἤδη ἰδιαιτέρως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ θέλω πράξει τοῦτο καὶ ὅπου ἀλλαχοῦ πρέπει, συντείνων κατὰ τὸ δυνατὸν εἰς τὴν αἰσίαν λύσιν τοῦ ἐθνικοῦ μας τούτου ζητήματος, ὅπερ ἐπασχολεῖ σήμερον εὐλόγως ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνισμόν.

§34ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ δηλώσω, ὅτι, διὰ νὰ μείνῃ ἡ πρᾶξις αὕτη ἐσαεὶ καταφανὴς εἰς τὰ ὄμματα ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ γένους, τοῦ ἐπισκεπτομένου τὴν πρωτεύουσαν, ἐκόμισα ἐκ τοῦ στρατοπέδου τῶν ἐν Ἀκρωτηρίῳ ἐπαναστατῶν, δοθείσας μοι κατὰ παράκλησίν μου παρὰ τῶν ἀρχηγῶν, ἕξ τεθραυσμένας ἐκ τῶν ὀβίδων, αἱ ὁποῖαι ἐῤῥίφθησαν κατ’ αὐτῶν, τέσσαρας ἀκεραίας, ὁλοκλήρους, βολιδοφόρους ὀβίδας τῶν ἀγγλικῶν πλοίων, διαμετρήματος τῶν δώδεκα ἑκατοστομέτρων καὶ μήκους τῶν τεσσαράκοντα, μίαν δὲ, παμμεγίστην, ῥωσσικὴν, 24 ἑκατοστομέτρων διαμετρήματος καὶ 70 ἑκατοστομέτρων μήκους, τὰς ὁποίας μετὰ πλείστων συντριμμάτων καὶ βολίδων θὰ καταθέσω μετὰ τῆς προσηκούσης ἐπιγραφῆς εἰς τὸ Μουσεῖον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρίας, ἵνα ἴδῃ αὐτὰς ὁ κόσμος, ἵνα βλέπῃ αὐτὰς ἐσαεὶ ὁ Ἑλληνισμὸς, ἵνα κἂν δώσῃ αὐτὸ ἀφορμὴν εἰς τοὺς Εὐρωπαίους, εἰς τοὺς τολμήσαντας τὴν στυγερὰν ταύτην πρᾶξιν, νὰ δήξωσι τὸ χεῖλος καὶ μεταμεληθῶσι καὶ νὰ συναισθανθῶσιν εἰς τὸ μέλλον καὶ ἀποτραπῶσιν, εἰ δυνατόν, ἀπὸ παρομοίων ἐγχειρημάτων.

§35ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ προσθέσω ὀλίγα τινὰ ἐπὶ τοῦ φρονήματος τοῦ πατριωτικοῦ, τὸ ὁποῖον παρετηρήσαμεν ἐν Κρήτῃ. Καίτοι τοῦτο, μετὰ τὰς δηλώσεις τὰς ἐπισήμους, θεωρῶ ὅτι οὐδόλως εἶναι ἀναγκαῖον, οὐχ ἧττον ὅμως, ὅπως διασκεδασθῶσι μερικαὶ συκοφαντίαι, αἱ ὁποῖαι ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος ἰδίως ἐγένοντο, προσπαθοῦσαι νὰ ἐπισκοτίσωσι τὸν ἀγῶνα τῆς Κρήτης, ὀφείλω νὰ ἐξάρω τὸ φρόνημα τὸ ἀκμαῖον, τὸ πατριωτικὸν, τὸ ὁποῖον παρετηρήσαμεν καθ’ ὅλην τὴν νῆσον, ἀπὸ τοῦ πολεμάρχου μέχρι τοῦ τελευταίου πολεμιστοῦ, οἱ ὁποῖοι μετὰ δακρύων σχεδὸν ἤρχοντο πρὸς ἡμᾶς, διερμηνεύοντες τὸ φρόνημα τὸ πατριωτικὸν ὁλοκλήρου τῆς νήσου καὶ τὸν διακαῆ αὐτῶν πόθον πρὸς ἕνωσιν μετὰ τῆς Ἑλλάδος.

§36ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἐσκόπουν νὰ λάβω τὸ λόγον σήμερον, κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν δὲν ἤκουον τὰς ἀφηγήσεις τῶν τριῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, τῶν ἄρτι ἐκ Κρήτης ἐπανακαμψάντων. Ἔκπληξιν προὐξένησαν καὶ εἰς ἐμὲ τὰ παρὰ τῶν τριῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων λεχθέντα καὶ δι’ ἄλλους μὲν λόγους, ἀλλὰ καὶ διότι οἱ ἀξιότιμοι καὶ διακεκριμένοι συνάδελφοι διεμαρτυρήθησαν κατὰ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων! Ἐγὼ νομίζω, καὶ διὰ τοῦτο ἔλαβον τὸν λόγον, ὅτι δὲν ἐναπόκειται εἰς ἡμᾶς νὰ κρίνωμεν τὴν διαγωγὴν τῶν Μ. Δυνάμεων, ἀλλ’ ἐναπόκειται εἰς τὴν ἱστορίαν. Εἰς ἡμᾶς ἁρμόζει καὶ ἐπιβάλλεται νὰ κρίνωμεν τὰς ἰδίας ἡμῶν πράξεις, καὶ περὶ αὐτοῦ πρέπει νὰ φέρωμεν τὸν λόγον. Πρέπει νὰ κρίνωμεν ὁποία τις ὑπῆρξεν ἡ πολιτεία ἡμῶν ἁπάντων, καὶ τῶν ἀξιοτίμων μελῶν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τῶν ὑποστηριζόντων τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἡμῶν τῶν ἑτέρων, τῶν μὴ ἀσπαζομένων καθόλου τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως. Περὶ αὐτοῦ κυρίως φρονῶ ὅτι πρέπει ν’ ἀσχοληθῶμεν. Ἀλλ’ ἵνα ἀσχοληθῇ τις περὶ τοῦ θέματος τούτου, δὲν εἶναι εὐχερὲς σήμερον, καὶ ἴσως εἶναι καὶ ἀνώτερον τῶν ἐμῶν δυνάμεων, διότι ἐν οἵᾳ στιγμῇ καὶ καταστάσει εὑρίσκεται ὁ ὁρίζων καὶ ἡ ἀτμόσφαιρα, πεπληρωμένος καὶ ὁ ὁρίζων, πεπληρωμένη καὶ ἐκείνη κονιορτοῦ καὶ καπνοῦ, τὰ ὁποῖα θολοῦσιν ὄχι μόνον τὸν ὁρίζοντα, ἀλλὰ καὶ τὴν διάνοιαν, βεβαίως ἀπαιτεῖται δεξιότης ἐξαιρετικὴ, ἵνα μὴ διαπραγματευθῇ τις καὶ θίξῃ θέματα, τὰ ὁποῖα σήμερον δὲν ὀφείλει ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης νὰ ἐξετάσῃ. Θὰ προσπαθήσω, ὅση μοι δύναμις, νὰ ἀποφύγω τὰ θέματα ταῦτα. Ἀλλὰ ἐν τούτοις παρακαλῶ πάντας νὰ μὴ παρεξηγήσωσι τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθησόμενα, διότι ἡ ἐπίκρισις ἡμῶν δὲν ἔχει οἵας βλέψεις καὶ σκοποὺς καὶ τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ πλειοψηφία, καὶ ὁ διερμηνεύων τὰ φρονήματα αὐτῆς τύπος ἠθέλησαν ν’ ἀποδώσωσιν. Ἐὰν ἐπικρίνωμεν πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι, καθ’ ἡμᾶς, δὲν ἄγουσιν εὐθὺ πρὸς τὸν σκοπὸν, πρὸς ὃν σύμπαν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἀποβλέπει, δὲν κατακρίνομεν, λέγω, ταύτας, ἵνα ἐπιδιώξωμεν ἰδίους πολιτικοὺς σκοποὺς, ἀλλ’ ἵνα ὑποδείξωμεν ὁποία ὤφειλε νὰ ᾖναι ἡ πορεία καὶ ἡ δρᾶσις τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι πολὺ πρόσφατα τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα προεκάλεσαν τὴν ἐνέργειαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος ἐν συμπράξει ἀληθῶς μετὰ τοῦ Στέμματος πλήρει, ἵνα μὴ ἔχητε ἀνάγκην, ὅπως ἀνακαλέσω αὐτὰ εἰς τὴν μνήμην σας. Εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, ὅτι αἱ ἐργασίαι τοῦ Κοινοβουλίου ἐπανελήφθησαν κατὰ τὴν τελευταίαν ἑβδομάδα τοῦ λήξαντος μηνὸς Ἰανουαρίου. Ἐνθυμοῦνται, πιστεύω, πάντες, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην ἐκείνην συνεδρίασιν πρῶτος ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον, καὶ ἐπηρώτησα τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῶν ἐν Κρήτῃ λαμβανόντων χώραν, καὶ πάλιν κατὰ τὴν δευτέραν συνεδρίασιν πρῶτος ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον, ἐπερωτήσας τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῶν διαδιδομένων ἐν Χανίοις ταραχῶν, ἃς σχεδὸν ἠρνήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Μετὰ δὲ τὴν ἀπάντησιν ταύτην καὶ ἕτεροι ἀξιότιμοι συνάδελφοι ὡμίλησαν περὶ τοῦ Κρητικοῦ θέματος καὶ εἶτα ἐπὶ ἄλλων θεμάτων, οὕτω δὲ ἐπρόκειτο νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, τὴν 24 Ἰανουαρίου, ἡμέραν Παρασκευὴν, ὅτε τηλεγράφημα τοῦ Ἐθνικοῦ Πρακτορείου διενεμήθη εἰς τὴν Βουλήν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐγένοντο γνωστὰ τὰ ἐν Χανίοις λυπηρὰ συμβάντα. Τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο προὐκάλεσε σφοδροτάτην συζήτησιν, τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ τῆς μυστικῆς συνεδριάσεως, τὴν ὁποίαν πάντες ἐνθυμοῦνται, συνεπείᾳ δὲ τῆς συζητήσεως ἐκείνης ἡ Κυβέρνησις, ἐξαναγκασθεῖσα ὑπὸ τῆς προτάσεως τῆς ὑποβληθείσης ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Ράλλη, ἐξαναγκασθεῖσα, λέγω, ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ τέλει τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης ὡμολόγησεν, ὅτι ἀπεφάσισε τὴν ἀποστολὴν δύο πολεμικῶν πλοίων εἰς τὰ Κρητικὰ ὕδατα. Κατὰ τίνα τρόπον ἐξεβιάσθη ἡ ἀποστολὴ τῶν πλοίων ἐκείνων, δύναται πᾶς τις νὰ ἐννοήσῃ, ἀρκεῖ νὰ ἀναγνώσῃ τὰ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λεχθέντα ἐνώπιον ἡμῶν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 24 Ἰανουαρίου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην εἶπε ταῦτα: «Ἀλλὰ χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἀνήγγειλα ὅτι ἐφαρμόζομεν πολιτικὴν ἀποχῆς· ἐγὼ ἐξέθηκα εἰς τὴν Βουλὴν μόνον τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις, ἐξέθηκα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ στάδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον αἱ Δυνάμεις ἀσχολοῦνται, ἵνα ἐγκαταστήσωσι τοὺς νέους θεσμοὺς καὶ καταστήσωσιν εὔκολον τὴν ἔναρξιν τῆς ἐφαρμογῆς, ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅτι πρέπει νὰ μένωμεν μακρόθεν θεωροὶ καὶ ἐπισκοποῦντες.» Κατὰ δὲ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, πρὸ τῆς καταθέσεως τουτέστι τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας, ὡς ἤδη εἶπον, ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἀποστέλλει τὰ πλοῖα εἰς Κρήτην, ἔλεγεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως: «Εἶναι ἐνδεχόμενον ν’ ἀποκαταστῶσιν ἐν βραχεῖ πάντες οἱ ἀπαιτούμενοι ὀργανισμοί, καὶ νὰ λειτουργήσωσιν οἱ θεσμοὶ, εἶναι ἐνδεχόμενον δὲ οἱ θεσμοὶ ν’ ἀποβῶσιν εἴτε πρὸς ὄφελος εἴτε πρὸς ζημίαν τῆς νήσου· ἀλλὰ ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ προβάλῃ τὰ δικαιώματά της, βεβαίως δὲν εἶναι αὕτη, πλὴν ἐὰν φρονῆτε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει συμφέρον νὰ ὑποληφθῇ, ὅτι ἀντιπράττει εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν θεσμῶν καὶ ὅτι ἐμφορεῖται εἴτε ὑπὸ τῶν αὐτῶν φρονημάτων, ὑπὸ τῶν ὁποίων ἐμφορεῖται τὸ Μουλσουμανικὸν στοιχεῖον, εἴτε ὑπὸ φρονημάτων ἐντελῶς ἐκκεντρικῶν, τῶν ὁποίων ἡ ἐκδήλωσις ἤθελεν εὐκολύνει τὸ Μουσουλμανικὸν στοιχεῖον εἰς τὴν ἐπιχείρησιν αὐτοῦ». Ταῦτα ἔλεγεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν 23 καὶ τὴν 24 Ἰανουαρίου 1897, ὀλίγας δὲ στιγμὰς κατόπιν ὡμολόγει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἀπὸ τῆς πρωΐας τῆς ἡμέρας ἐκείνης εἶχε λάβει τὸ μέτρον τῆς ἀποστολῆς τῶν δύο πλοίων εἰς τὰ Κρητικὰ πελάγη, ἐνῷ εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστὸν, ὅτι ἡ διαταγή, ὅπως ἐκπλεύσωσι τὰ πλοῖα εἰς Κρήτην, ἐδόθη τὴν ἕκτην μετὰ μεσημβρίαν, ἤτοι μετὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς. Εἶναι γεγονὸς τοῖς πᾶσι γνωστὸν, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ μέλλοντος τότε ν’ ἀποπλεύσῃ θωρηκτοῦ «Ὕδρας» εὑρίσκοντο ἐν ἀδείᾳ, εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὁ ἀξιωματικός, ὁ ἐν ὑπηρεσίᾳ κατὰ τὴν 24ην Ἰανουαρίου, παρέδωκε τὴν ὑπηρεσίαν μετὰ μεσημβρίαν, χωρὶς νὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς διαταγῆς, διότι τοιαύτη διαταγὴ δὲν εἶχε δοθῆ! Κατὰ τίνα δὲ τρόπον ἐξεβιάσθη ἡ ἀποστολὴ τῶν πλοίων, δὲν δύναμαι τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ἐκθέσω πλήρως πρὸς ὑμᾶς· ἐλπίζω ὅτι θέλει ἔλθει ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ ἐκθέσω πάντα τὰ γεγονότα, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐξηναγκάσθη ἡ ἀποστολὴ τῶν δύο πλοίων εἰς Κρήτην. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ἡ στάσις τῆς Κυβερνήσεως εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὑπῆρξε διστακτικὴ καὶ ἀμφίβολος. Καὶ ὑποθέτετε ὅτι τοιαύτη ἦτο ἡ στάσις τῆς Κυβερνήσεως μόνον κατὰ τὴν 24ην Ἰανουαρίου; Ἡ στάσις τῆς Κυβερνήσεως ἦτο τοιαύτη καθ’ ὅλον τὸ διάστημα ἐκεῖνο, κατὰ τὸ ὁποῖον σύσσωμος ἡ Ἀντιπολίτευσις, μὴ ἐξαιρουμένου δὲ μηδ’ αὐτοῦ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, ἐβόα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν: «σπεύσατε νὰ παρασκευάσητε τὴν χώραν στρατιωτικῶς». Εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, ὅτι τὴν 22 Νοεμβρίου 1896 ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἔγραφεν ἐπιστολὴν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, δημοσιευθεῖσαν ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 140 φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὸ ἡμερομηνίαν 22 Νοεμβρίου 1896, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιστολῆς ἔλεγε πρὸς τὴν Πρωθυπουργὸν, καὶ δι’ αὐτοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ Κράτος, ὅτι «ὁ στρατὸς πρέπει νὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν στρατιωτικῶν ἔργων καὶ μεγάλων γυμνασίων, ἀφοσιούμενος ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν στρατιωτικὴν αὐτοῦ ἐκπαίδευσιν». Πρὸς τοῦτο δὲ ἐθεώρει ἀπαραίτητον «νὰ συμπληρωθῶσι πᾶσαι αἱ ἀνάγκαι τῶν ἐφίππων σωμάτων.» Πότε δ’ ἔλεγε ταῦτα ὁ ἀνώτατος ἡμῶν ἄρχων πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν αὑτοῦ; Πρὸ τριῶν ἤδη μηνῶν! Δὲν ἠξεύρω ἐὰν εἶναι ἢ δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ στιγμὴ, ἵνα ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν, τί ἔπραξε κατὰ τὸ μακρὸν τοῦτο χρονικὸν διάστημα, ἵνα ἐπιτελέσῃ τὰς διαταγὰς τοῦ ἄνακτος ἡμῶν. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἐπιτρέπεται νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας καὶ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχε καὶ πρὸς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸ Κράτος καὶ πρὸς ὁλόκληρον τὸ ἔθνος. Μὴ λησμονήσητε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ἀπὸ τοῦ μηνὸς ἐκείνου ἔσπευσεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ τὰς ἀναγκαίας πιστώσεις, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ λίαν προθύμως ἐχορήγησε κατὰ δεκάδας χιλιάδων, ἵνα μὴ εἴπω ἑκατοντάδας χιλιάδων, ὅπως παρασκευάσῃ τὴν χώραν στρατιωτικῶς. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις καὶ τότε ἐδίσταζεν, ὅπως καὶ σήμερον, καὶ ἴσως καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Δυστυχῶς, Κύριοι, τὴν αὐτὴν διστακτικὴν πολιτικὴν παρατηροῦμεν καὶ μετὰ τὰς σφαγὰς καὶ τοὺς ἐμπρησμοὺς τῶν Χανίων καὶ μετὰ τὸ γεγονὸς τῆς 25 Ἰανουαρίου 1897, τῆς ἀποστολῆς τουτέστι τῶν δύο πλοίων εἰς τὰ Κρητικὰ πελάγη. Ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ ὁπωσδήποτε εὐθυνόμενοι ἐπὶ τῇ πράξει ἐκείνῃ, ταραχθέντες ἐκ τῆς ἐπιβολῆς, ἡ ὁποία, πανταχόθεν καταπιέζουσα αὐτοὺς, τοὺς ἐξηνάγκασε νὰ ἀποστείλωσι τὰ δύο πλοῖα, ἀπώλεσαν τὴν ψυχραιμίαν αὑτῶν, καὶ ἐν παραζάλῃ ἀπιστεύτῳ ἐζήτησαν νὰ ἐκτελέσωσι πράξεις, τῶν ὁποίων ἡ πρωτοβουλία δὲν ἀνήκει εἰς αὐτούς. Τὰ δὲ λυπηρὰ ἀποτελέσματα τῆς κακῆς ἐκτελέσεως τῶν πράξεων ἐκείνων ἠκούσατε πρὸ μικροῦ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Βόλου κ. Τοπάλη, καὶ τῶν ἄλλων τῶν ἄρτι ἐκ Κρήτης ἐλθόντων. Ἐπὶ τοῦ μελανοῦ τούτου σημείου ἐγὼ δὲν θὰ ἐπανέλθω, ἀφοῦ μάλιστα ἡ Κυβέρνησις ὑπέδειξεν, ὅτι ἀνεγνώρισε τὰς ἐλλείψεις ταύτας καὶ ἔσπευσεν εἰς τὴν θεραπείαν αὐτῶν. Ἀλλὰ μετὰ τὴν 25 Ἰανουαρίου 1897 ἆρά γε ἡ Κυβέρνησις, ἔστω καὶ ἀποφασίσασα τὴν ἐκτέλεσιν σχεδίων, ὧν ἡ πρωτοβουλία ἀνήκει εἰς ἄλλους, ἐξηκολούθησε τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὑτῆς, ἢ ἀποστείλασα τὰ πλοῖα εἰς Κρήτην, ἐγκατέλιπε ταῦτα ἕρμαιον εἰς τὴν τύχην αὐτῶν; Ἢ μήπως ἔχει λησμονήσει οἵας ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεις καὶ ὑποθήκας; Δυστυχῶς πάντα ταῦτα εἶχε λησμονήσει ἡ Κυβέρνησις, καὶ περὶ οὐδενὸς ἄλλου ἠσχολεῖτο ἢ κατὰ τίνα τρόπον νὰ καθησυχάσῃ τὴν κοινὴν γνώμην, ἧς ἔσπευδε νὰ προμανθάνῃ τὰς ἐπιθυμίας, ἵνα ἐπιχειρῇ προκαταβολικῶς δῆθεν τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν! Εἶναι γνωστὰ τὰ γεγονότα, τὰ προκαλέσαντα καὶ ἐξαναγκάσαντα τὴν εἰς τὰ Κρητικὰ ὕδατα ἀναχώρησιν κατὰ τὴν 29 πρὸς τὴν 30 Ἰανουαρίου τοῦ τορπιλλικοῦ ἡμῶν στόλου. Ποῖα εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀποστολὴν ταύτην, δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται σήμερον νὰ ἐκθέσω. Ἀλλ’ ἡ πίεσις καὶ ἡ ἐπιβολὴ ἐξηκολούθησεν, οὕτω δὲ ἀπεφασίσθη, μὴ συναινούσης ἴσως τῆς Κυβερνήσεως, μὴ ἐπιθυμούντων ἴσως καὶ ἄλλων προσώπων, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ἐπηρεάσωσι τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ἀποστολὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἰς Κρήτην. Ἀλλ’ ἐγκαταλείφθη καὶ ὁ στρατὸς ἕρμαιον εἰς τὴν τύχην του, ὡς εἶχον ἀφεθῆ καὶ τὰ πολεμικὰ ἡμῶν πλοῖα, καὶ ἀληθῶς ὀφείλεται μέγας ἔπαινος εἰς τὴν ἀπαράμιλλον ἀνδρείαν τοῦ ἐν Κρήτῃ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, εἰς ἣν καὶ μόνην ὀφείλεται ἡ μὴ καταστροφὴ αὐτοῦ, διότι ἄνδρες, οἷοι οἱ ἀπαρτίζοντες τὸ Ἑλληνικὸν στράτευμα, δύνανται νὰ ὑποφέρωσι πάσας τὰς στερήσεις. Καὶ ἀληθῶς ἀπέδειξαν ἀντοχὴν, ὁμοίαν τῆς ὁποίας σπανίως εὑρίσκομεν εἰς στρατοὺς πεπολιτισμένων ἐθνῶν. Ἀλλὰ τὰ τρία ταῦτα γεγονότα, ἡ ἀποστολὴ τῶν θωρηκτῶν, τοῦ τορπιλλικοῦ στόλου καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, εἶναι ἄξιον ἀπορίας, πῶς δὲν ἔπεισαν τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἔχει ἀναλάβει ὑποχρεώσεις βαρυτάτας, ὅτι ἔχει ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διεξαγάγῃ τὸν περὶ τῶν ὅλων ἀγῶνα! Ἔχει ἆρά γε ἡ Κυβέρνησις ὑπ’ ὄψιν αὑτῆς τὸ βαρυσήμαντον ἔγγραφον, τὸ δημοσιευθὲν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ σώματος τῆς κατοχῆς τῆς Κρήτης συνταγματάρχην τοῦ πεζικοῦ κ. Βάσσον Τιμολέοντα; Ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἆρά γε ὑπ’ ὄψιν αὑτῆς τὴν προκήρυξιν πρὸς τὸν Κρητικὸν λαὸν τοῦ συνταγματάρχου κ. Βάσσου; ἔχει ἀναμετρήσει ἡ Κυβέρνησις ὁποίαν ὑπόσχεσιν καὶ βεβαίωσιν ἔχει δώσει ὁ ἀνώτατος ἡμῶν ἄρχων πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν σύμπαντα; ἔχει ἀναμετρήσει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Βασιλεὺς νὰ ἀνακαλέσῃ τὸν λόγον αὐτοῦ, ὡς δὲν εἶναι δυνατὸν ὁλόκληρον τὸ ἔθνος νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε διὰ τοῦ Βασιλέως αὐτοῦ; Δυστυχῶς αἱ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, πράξεις καταδηλοῦσαι μηδεμίαν ἀπόφασιν, μηδεμίαν μελέτην, μηδένα σκοπὸν, ἀπελπίζουσι πάντα Ἕλληνα. Προχθὲς ἔτι ἐκλήθησαν δύο ἡλικίαι ἐφέδρων, διότι συνῆλθεν ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ κατήγγειλε πρὸς τὸν Βασιλέα τὴν πολιτικὴν τῶν ἀναβολῶν καὶ ἐνδοιασμῶν τῆς Κυβερνήσεως! Δύναται δὲ πᾶς τις νὰ ἀμφιβάλλῃ, ἐὰν ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γεγενημένων οὐδὲν ὀφείλεται εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δύναται ὅμως νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐγένετο, ἐγένετο εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε. Καὶ ἐνῷ ταῦτα οὕτω λαμβάνουσι χώραν, πρόκειται δ’ ἴσως μετ’ ὀλίγον νὰ ἴδωμεν τὴν καταστροφὴν ὅλου τοῦ ἔθνους, νομίζετε ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ μένωμεν θεωροὶ καὶ ἐπισκοποῦντες μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας καὶ κεκλεισμένον στόμα; Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ κλείσῃ τὸ στόμα ἡμῶν διὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ ἂς μὴ θέλῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἢ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἢ οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἀποδέχονται μετὰ μυκτηρισμοῦ τὰ λεγόμενα ὑπ’ ἐμοῦ, ἂς μὴ θέλωσι νὰ λέγωσιν ὅτι ἐπρόκειτο νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ σήμερον ἢ αὔριον, διότι εὑρίσκονται συνάδελφοι μεταξὺ ὑμῶν, τοὺς ὁποίους βλέπω καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι ἕτοιμοι νὰ διαβεβαιώσωσιν, ὅτι δὲν εἴχετε πρόθεσιν νὰ ἀνοίξητε τὴν Βουλὴν ἢ μετὰ δέκα ἡμέρας (θόρυβος). Ὑπάρχουσι πολλοὶ συνάδελφοι μεταξὺ ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον ἠρώτησαν τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν κατὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν θὰ γείνῃ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς· ἔλαβον δὲ τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἀπέλθωσι — καὶ ἀπῆλθον, ἀλλ’ ἐπανῆλθον, — εἰς τὰς ἰδιαιτέρας αὑτῶν πατρίδας, διότι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς θὰ ἐπαναληφθῶσι μετὰ τὸ πέρας τῆς ἑβδομάδος ταύτης. Καὶ ἐνῷ τοιαῦτα γεγονότα διαδραματίζονται ἐνώπιον ἡμῶν, ὑμεῖς ἀπαιτεῖτε νὰ μένωμεν ἀκίνητοι, ἢ ἄλλως χαρακτηρίζετε τὰς πράξεις ἡμῶν ὡς ἰδιοτελεῖς πολιτικοὺς σκοποὺς ἐχούσας! Εἶσθε κύριοι νὰ κρίνητε τὰ πράγματα ὅπως ὑμεῖς θέλετε, διότι ἕκαστος κρίνει ἐκ τῶν ἰδίων αὑτοῦ βλέψεων. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς βλέπομεν τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, πράξεις αἱ ὁποῖαι, ὡς εἶπον καὶ πρὸ μικροῦ, ἀλλαχοῦ ἔχουσι τὴν ἀρχικὴν αὑτῶν πρωτοβουλίαν, ἀφ’ ἑτέρου μετὰ λύπης διαβλέπομεν, ὅτι Κυβέρνησις κοινοβουλευτικὴ δὲν ὑφίσταται σήμερον. Καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει Κυβέρνησις, διὰ πολλῶν καὶ ἀκαταμαχήτων ἐπιχειρημάτων δύναται πᾶς τις νὰ βεβαιώσῃ, ἀλλὰ καὶ τὰ καθ’ ἡμέραν δημοσιευόμενα κατὰ διαταγὴν ὑψηλῶν προσώπων καὶ αἱ διαταγαὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ κοινὸν εἰδήσεις καὶ αἱ διαταγαὶ αἱ παρ’ ὑψηλῶν προσώπων καὶ κατ’ ἐντολὴν αὐτῶν δημοσιευόμεναι εἰς ἐφημερίδας, τί ἄλλο σημαίνουσιν ἢ ὅτι οἱ ἐν τοῖς πράγμασι σήμερον δὲν ἔχουσι γνῶσιν, δὲν ἔχουσι συνείδησιν τῶν πράξεων, ἃς ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν διενεργοῦσι; Καὶ τίς ἀγνοεῖ, ὅτι σήμερον λαμβάνουσι χώραν ἐν τοῖς διαφόροις Ὑπουργείοις πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι καταργήσει τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα; Καὶ τίς ἀγνοεῖ, ὅτι αἱ διαταγαὶ δὲν ἐκδίδονται παρὰ τῶν οἰκείων τμημάτων καὶ γραφείων, ἀλλ’ ἐκδίδονται παρ’ ἄλλων, τῶν ὁποίων δὲν γινώσκω ἂν αἱ διαταγαὶ ἔπρεπε νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψει; Καὶ ἐνῷ βλέπομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἔχει πρωτοβουλίαν, ἀφ’ ἑτέρου βλέπομεν, ὅτι καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν ἐκτέλεσιν ἐτέθη ἐκποδών. Τί ἄλλο σημαίνει, Κύριοι, τοῦτο ἢ ὅτι δὲν ὑπάρχει Κυβέρνησις; Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ τοιοῦτος ἀγὼν περὶ τῶν ὅλων, ὡς διεξάγεται καὶ πρόκειται νὰ διεξαχθῇ, μὲ σκιὰν Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δὲν ἔχει τὸ σθένος νὰ ἀναλάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν καὶ νὰ ἐπιτάξῃ εἰς ἕκαστον νὰ λάβῃ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἔδωκεν εἰς αὐτόν; Εἶναι γεγονότα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀπελπίζουσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κήδονται περὶ τῆς κανονικῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν. Κατὰ τὴν τελευταίαν καὶ προτελευταίαν συνεδρίασιν, Κύριοι, κατάπληξιν μοὶ ἐπροξένησαν τὰ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λεχθέντα ἐνώπιον ἡμῶν. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπαντῶν πρὸς τὸν ἔντιμον συνάδελφον ἐκ Θηβῶν κ. Σκουλούδην, ἔλεγεν ὅτι δὲν ἔχει ἐπαρκεῖς πληροφορίας, ἵνα ὁμιλήσῃ περὶ τῶν πέντε ἐπιθυμιῶν τῶν στολαρχῶν, τὰς ὁποίας ἐχαρακτήρισεν ἄριστα σήμερον ὁ ἔντιμος ἐκ Θηβῶν συνάδελφος. Καὶ ἐνῷ διεβεβαίου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν εἶχε πλήρη γνῶσιν τῶν πέντε ἐπιθυμιῶν ἐκείνων, καὶ ὅτι εἶχεν ἀνάγκην πληροφοριῶν, τὴν αὐτὴν στιγμὴν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς κατέθηκε πάσας τὰς πληροφορίας ταύτας. Καὶ δὲν ἠδυνήθημεν τὴν ἑσπέραν ἐκείνην νὰ ἐκφράσωμεν τὸν θαυμασμὸν ἡμῶν διὰ τὴν ἀντίφασιν τῶν λεγομένων μεταξὺ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Ναυτικῶν, διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε πάντες, διεκόπη ἡ συνεδρίασις διὰ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον λίαν τεχνηέντως ἔφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀκριβῶς ἵνα μὴ ἐπιτρέψῃ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν ἐκείνων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀνέγνωσεν ἡμῖν τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα τοῦ ἀρχηγοῦ Ράϊνεκ κατὰ τὴν προτελευταίαν συνεδρίαν τῆς Βουλῆς: «Ναύαρχοι μοὶ εἶπον, ὅτι Βάσσος δέον νὰ μένῃ ἀκίνητος εἰς ἃς θέσεις κατέχει, ὅτι πᾶσα νέα ἐπίθεσις αὐτοῦ κατὰ στρατοῦ ἔξω, ἢ κατὰ προφυλακῶν Χανίων, ἀναγκάσει αὐτοὺς νὰ κανονιοβολήσωσι. Συνελήφθη χθὲς «Λαύριον». Συγκοινωνία ἡμῶν μετὰ στρατοῦ δι’ ἀποστολὴν ἀλληλογραφίας ἐκτελεῖται μόνον ἐγκρίσει ναυάρχων.» Καὶ κατωτέρω: «Σήμερον εἰς Ἀκρωτῆρι οἱ Τοῦρκοι ἤρχισαν ἐπίθεσιν κατὰ τῶν ἐπαναστατῶν. Ξένα πολεμικὰ πλοῖα ἐκανονιοβόλησαν Χριστιανούς, οὐχὶ ἁπλῶς πρὸς εἰδοποίησιν, ἀλλὰ ἐπὶ συνεχῆ ὥραν, πρὸς πλήρη ἐξολόθρευσιν τῶν ἐκεῖ Χριστιανῶν, συνεξακολουθούντων καὶ τῶν Τούρκων.» Καὶ ἐνῷ ταῦτα ἐπισήμως διεβεβαίου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἔχουν πληροφορίας ἐπισήμους! Καὶ παρὰ τίνος ἄλλου ἆρά γε θὰ ἐλάμβανε ταύτας, ἐὰν μὴ παρὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ναυτικῆς μοίρας; καὶ ὑπῆρχεν ἄλλη ἀρχὴ σπουδαιοτέρα ταύτης, ἵνα βεβαιώσῃ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ γεγονότος ἐκείνου, τοῦ κανονιοβολισμοῦ τῶν Χριστιανῶν; Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐδίστασε καὶ πρὸς τὰ πλήθη τὴν αὐτὴν διαβεβαίωσιν νὰ δώσῃ, τὰ πλήθη τὰ ὁποῖα διήρχοντο ὑπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν (ἀναγινώσκει): «Ἂν ἐρωτήσητε τίνες ἐπυροβόλησαν, οἱ τὸ ὀχυρὸν κατέχοντες Χριστιανοὶ Κρῆτες ἢ οἱ κατὰ τοῦ ὀχυροῦ ἐπιτιθέμενοι στρατιῶται τῆς Τουρκίας καὶ Κρήτης Μουσουλμάνοι, οὐδεμίαν περὶ τούτου μᾶς παρέχουσι πληροφορίαν αἱ εἰδήσεις, τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε ἐλάβομεν.» Καὶ ὅμως αἱ εἰδήσεις ἐκεῖναι ἐβεβαίουν τὸ γεγονός. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔλεγεν ἆρά γε τὰ ἀληθῆ; Ἄπαγε! διότι πάντοτε μόνην τὴν ἀλήθειαν λέγει ἀλλ’ ἡ κατάπληξις ἡ ἐκ τῶν γεγονότων ἦτο τοιαύτη, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κρατήσῃ εἰς τὴν μνήμην αὐτοῦ τὰ σπουδαῖα ταῦτα γεγονότα. Καὶ ἔλεγεν εἰς τὰ πλήθη: «Εὐτυχῶς οἱ κανονιοβολισμοὶ τῶν ἡνωμένων στόλων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων δὲν ἐπήνεγκον τοσοῦτον ὄλεθρον, ὅση ἦτο ἡ κατάπληξις, ἥτις κατέλαβεν ἡμᾶς! Πρέπει νὰ ἐρευνήσωμεν τὰς λεπτομερείας τῶν διατρεξάντων, ὅπως κρίνωμεν ἂν δύναται νὰ προταθῇ λόγος τις, ὅπως παραστήσῃ τὴν πρᾶξιν εὔλογον ἢ δικαίαν»! Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠρκέσθη νὰ ἀναγγείλῃ τὸ φοβερὸν γεγονὸς εἰς τὰ πλήθη, ἀλλὰ ἠθέλησε νὰ ἐλαττώσῃ καὶ τὴν ἐντύπωσιν, ἣν προὐξένησεν εἰς σύμπαντα τὸν χριστιανικὸν κόσμον! Παρ’ ὀλίγον δ’ εὕρισκεν, ὅτι ἡ ἀπαισία ἐκείνη πρᾶξις δύναται νὰ ἦναι «εὔλογος καὶ δικαία»! οὕτω δ’ ἐχορήγει ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος ἐπιχειρήματα εἰς τὰς Κυβερνήσεις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἵνα δικαιολογήσωσι τὴν μυαρὰν αὐτῶν πρᾶξιν! Θαυμασία πολιτεία, τὴν ὁποίαν γινώσκει νὰ διαχειρίζηται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ὁποίας τ’ ἀποτελέσματα πάντες γινώσκομεν! Ἂν τις ἐπισταμένως μελετήσῃ πάντα ταῦτα, ἀδιστάκτως φρονῶ, ὅτι καὶ αὐτοῦ τοῦ βομβαρδισμοῦ τοῦ ὀχυροῦ τῶν Φρουδίων παραίτιον θέλει καταλογίσει τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας ἡ ἀνικανότης καὶ ἡ ἀτολμία ὑπερέβησαν πᾶν ὅριον. Διότι, Κύριοι, ἂν ἐξετάσητε τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον σήμερον ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν, θὰ ἴδητε, ὅτι τὴν 6 Φεβρουαρίου, δηλ. 4 ὅλας ἡμέρας προτοῦ λάβῃ χώραν ὁ βομβαρδισμὸς ἐκεῖνος, ἐγίνωσκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τίνες ἦσαν αἱ πέντε ἐπιθυμίαι, αἱ 5 αὐστηραὶ διαταγαὶ, αἱ 5 ὕβρεις κατὰ παντὸς ἀνθρωπίνου δικαίου, τὰς ὁποίας ἀπηύθυναν οἱ ναύαρχοι τῶν ἡνωμένων στόλων πρὸς τὴν Ἑλλην. Κυβέρνησιν. Καὶ ἐνῷ ἐγίνωσκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὰς 5 ἐκείνας ἀποφάσεις, ἐν τούτοις αὐτὸς οὗτος προεκάλεσε τὸ λυπηρὸν γεγονὸς τῆς καταστροφῆς καὶ τοῦ βομβαρδισμοῦ (γέλως ἐν τῇ δεξιᾷ). Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις προὐκάλεσε τὸν βομβαρδισμὸν αὐτὸν, διότι, ἐνῷ ἐγίνωσκεν ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λάβῃ χώραν, δὲν εἶχε διατάξει τὸν στρατὸν καὶ τὸν στόλον νὰ ἐπιτελέσωσι τὸ καθῆκον αὑτῶν, ἢ νὰ μὴ προκαλέσωσι τὸν βομβαρδισμὸν, ὑποχωροῦντες.

§37ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ποτὲ ὑποχώρησιν! Τὴν θέλετε τὴν ὑποχώρησιν, ἀλλ’ ὁ Δηλιγιάννης δὲν θὰ κάμῃ ποτὲ τὴν ὑποχώρησιν.

§38ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν κατὰ τὸ 1886 ἐπέτρεψεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν ὑποχώρησιν, κατὰ τὸ 1897 δὲν θὰ τὴν ἐπιτρέψῃ· ἐὰν κατὰ τὸ 1886 ἐκόπησαν χεῖρες καὶ ἐφαγώθησαν λάχανα, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι κατὰ τὸ 1897 ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ἀποφασισμένος νὰ σαρώσῃ τὰ πάντα, ἂν ἡ Κρήτη δὲν προσαρτηθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Λυποῦμαι διότι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους δὲν ἀντιλαμβάνονται τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος ἀπὸ τῆς ὑψηλῆς αὑτοῦ ἀπόψεως. Λυποῦμαι διότι φρονοῦσί τινες, ὅτι πρέπει νὰ κατασταλῇ τὸ αἴσθημα τὸ ἐθνικὸν, ὅτι πρέπει νὰ ἐμποδισθῶσι τὰ συλλαλητήρια, ὅτι πρέπει νὰ κλεισθῇ τὸ Βῆμα τὸ ἐθνικὸν, ἐνῷ τοὐναντίον ἔπρεπε νὰ συμβῇ. Ἔπρεπεν οἱ ἐν τοῖς πράγμασι νὰ ἐπιζητῶσι πάντα ταῦτα. Εἶναι ἀξιοθρήνητον τὸ θέαμα, νὰ βλέπωμεν ὑψηλῶν προσώπων δημοσιεύματα, τὰ ὁποῖα νὰ προτρέπωσι τὴν ἑλληνικὴν Βουλὴν καὶ τὸ Πανελλήνιον, ἵνα καταστείλῃ τὸ αἴσθημα αὑτοῦ, ἐνῷ τοὐναντίον ἔπρεπε πάντες νὰ συντελῶμεν εἰς τὸ νὰ ἐξεγείρωμεν καὶ νὰ ἀνυψῶμεν τὸ ἐθνικὸν φρόνημα.

§39ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι ἐμπνεόμεθα ὑπὸ τῶν αὐτῶν αἰσθημάτων, ἔχομεν τὸν αὐτὸν πατριωτισμὸν, καὶ αἰσθανόμεθα τὸ κρίσιμον τῶν περιστάσεων.

§40ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἀρκεῖ ἅπαξ νὰ ἐκδηλωθῇ καὶ δὶς καὶ τρὶς, ἀλλὰ πρέπει συνεχῶς, ἀνὰ πᾶσαν νοητὴν στιγμὴν, νὰ καταδηλῶται καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης καὶ διὰ τῶν ἐφημερίδων καὶ ἀπὸ τῶν διαφόρων πόλεων τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην ἐξέγερσιν, ὥστε τὰ πάντα θὰ κατασυντρίψῃ, καὶ θ’ ἀναφλέξῃ τὴν Ἀνατολὴν, ἂν τολμήσωσι νὰ μᾶς ἐπιβάλωσιν ὑποχώρησιν. Ἐνῷ ἔπρεπε νὰ βλέπητε μετ’ εὐχαριστήσεως τὸν ἐνθουσιασμὸν τοῦτον, σεῖς ἔρχεσθε νὰ διακόψητε τὸ νῆμα τὸ συνδέον σύμπαντα τὸν Ἑλληνισμὸν, καὶ θέλετε νὰ καταδείξητε ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιαύτη ἐξέγερσις. Δύνανται νὰ μᾶς ἀποκλείσουν, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ μᾶς ἐπιβάλλουν, ἵνα μὴ ἐξακολουθήσωμεν τὸν ἀγῶνα ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἐξικνοῦνται τῶν θαλασσίων αὐτῶν κολοσσῶν τὰ τηλεβόλα. Πρὸ πάντων προσπαθήσατε νὰ ἐμψυχώσητε σεῖς τὴν Κυβέρνησίν σας· μὴ ἀπευθύνεσθε δὲ πρὸς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἔσχομεν τὸ θάῤῥος νὰ εἴπωμεν πρὸ ἡμερῶν ἐν τῷ προαυλίῳ τῆς Βουλῆς πρὸς τὸν λαόν: «ἀφήσατε τὴν Κυβέρνησιν ἥσυχον καὶ ἔχετε πεποίθησιν εἰς τὰς ἐνεργείας αὐτῆς»...

§41ΛΑΜΠΡΥΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλα ἐλέγετε καὶ ἄλλα ἐφρονεῖτε.

§42ΣΤΑΗΣ. Ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν πραγμάτων ὁ ἄλλα λέγων καὶ ἄλλα φρονῶν δὲν εἶναι Ἕλλην. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἓν ζητοῦμεν νὰ δείξωμεν, ὅτι τὸ ἔθνος μίαν καὶ μόνην ἔχει γνώμην, καὶ μίαν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἐπὶ κεφαλῆς ἄρχων ἐδήλωσε.

§43ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δείξατέ το λοιπόν!

§44ΣΤΑΗΣ. Τὸ ἐδείξαμεν, ἀλλὰ σεῖς νομίζετε, ὅτι ἐπιθυμοῦμεν τὴν ἀρχήν.

§45Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ μάθωμεν τοῦτο· εἶναι ἀποφασισμένη ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ; Ἐὰν ναί, παρακαλοῦμεν νὰ γείνῃ ἡσυχία, διὰ νὰ ἀγορεύσῃ ὁ ῥήτωρ· ἄλλως, ἂν ἦναι σκόπιμον νὰ γίνωνται αἱ διακοπαί, διαλύσατε τὴν συνεδρίασιν.

§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀκούσῃ ἐν ἠρεμίᾳ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κυθήρων.

§47ΣΤΑΗΣ. Ἐξανιστάμεθα, Κύριοι, διότι βλέπομεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὁμιλοῦντα πρὸς τὰ πλήθη καὶ προσπαθοῦντα νὰ κατευνάσῃ τὸν ἐνθουσιασμὸν αὐτῶν, καὶ ἐπὶ τέλους ἀνατείνοντα τὰς χεῖρας πρὸς τὸν οὐρανὸν, καὶ λέγοντα: «ἂς ἀνατείνωμεν τὰς χεῖρας πρὸς τὸν Θεὸν καὶ ἂς ἐπικαλεσθῶμεν τὴν ἀντίληψιν Αὐτοῦ». Δὲν εἶναι στιγμαὶ πρὸς τοιαύτας ἐκδηλώσεις, ἀλλὰ στιγμαὶ νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν ἀντίληψιν τῶν ἰδίων ἡμῶν δυνάμεων, ἔχει δὲ δυνάμεις τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, τὰς ὁποίας δυστυχῶς δὲν δύνασθε νὰ ἐκμεταλλευθῆτε, καὶ πρώτη εἶναι ἡ δύναμις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὴν ὁποίαν δὲν ἐννοεῖτε νὰ ἐκμεταλλευθῆτε. Δύναμις ἦτο καὶ ἡ πρότασις τοῦ ἐκ Καλαμπάκας κ. συναδέλφου, τὴν ὁποίαν δὲν ἠθελήσατε νὰ ἐκμεταλλευθῆτε, καίτοι «παρώτρυνε καὶ τὸν Βασιλέα καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐμμείνωσιν εἰς τὴν ἐγκαινισθεῖσαν γενναίαν ἐθνικὴν δρᾶσιν, ἀντιμετωπίζοντες μετὰ θάῤῥους καὶ ἀντὶ πάσης θυσίας πᾶσαν περιπέτειαν». Καὶ ἐν τῇ πατριωτικωτάτῃ ταύτῃ προτάσει εὕρετε σεῖς ἀσέβειαν τῆς πλειοψηφίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν! Ποία εἶναι ἡ ἀσέβεια; ὅτι παρώτρυνεν ἡ Βουλὴ σύσσωμος τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀντιμετωπίσῃ ἀντὶ πάσης θυσίας πᾶσαν περιπέτειαν; Καὶ ὅταν βλέπωμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐρχόμενον καὶ ὑβρίζοντα σύσσωμον τὴν Βουλήν, τοιαύτην προτείνουσαν πρότασιν, θέλετε νὰ μὴ ἐξεγερθῶμεν; Διότι τί ἄλλο ἦτο, παρὰ ὕβρις, ἡ ἀντίστασις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἀποφάσεως μάλιστα διὰ χειροκροτημάτων γενομένης δεκτῆς; Καὶ θέλετε νὰ μὴ ἀμφιβάλλωμεν περὶ τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν βλέπωμεν τὸν κ. Πρόεδρον αὐτῆς ἀποκρούοντα τοιαύτην πατριωτικὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν σύμπαν τὸ Ἑλληνικὸν σήμερον ἔχει ἀσπασθῆ; Καὶ θέλετε νὰ μὴ ἀπελπισθῶμεν, ὅταν βλέπωμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως προσπαθοῦντα ἵνα τὴν ἡσυχίαν αὐτοῦ μεταδώσῃ οὐ μόνον εἰς τὰ πλήθη, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν στρατὸν, τὸν ἀγωνιζόμενον ἐν Κρήτῃ; Ἰδοὺ οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι μᾶς ἀναγκάζουν νὰ ζητήσωμεν τὴν συνέχισιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ σᾶς προσδίδωμεν συνεχῶς τὸ θάῤῥος ἡμῶν· ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐνισχύωμεν τὴν ἐνέργειαν ὑμῶν, ἐὰν θέλετε νὰ ἐνεργήσητε. Οὐδέποτε δ’ ἐζητήσαμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ γνωρίσῃ ἡμῖν πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ βλάψωσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἐπιθυμοῦμεν τὴν παρουσίαν τῆς Βουλῆς, ἵνα ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν σύσσωμος διακηρύττῃ, ὅτι ἀπόφασιν ἔχει νὰ ἐξακολουθήσῃ μέχρι πέρατος τὸν ἀγῶνα. Ἐὰν ἡ Βουλή, τοιαῦτα κηρύττουσα, φρονῆτε ὅτι μετεβλήθη εἰς φρενοκομεῖον, ὡς ἐγράφη, τότε ἐπιτρέψατέ μοι νὰ παύσω ὁμιλῶν πρὸς ὑμᾶς.

§48Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον πρὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων, ὑπεχώρησα δὲ, μὴ γνωρίζων περὶ τίνος ἤθελεν ὁμιλήσει· ὑπέθετον ὅμως, ὅτι δὲν ἤθελε διακοπῆ τόσον ἐνωρὶς τὸ στάδιον τῆς παροχῆς πληροφοριῶν σπουδαίων. Ἀλλὰ ὁ προαγορεύσας ἐθεώρησεν, ὡς εἶπε, περιττὴν τὴν συζήτησιν τῶν τριῶν λαλησάντων πρὸ αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι ὅμως εἶχον τὴν καλωσύνην νὰ προσφέρωσιν εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις σπουδαίαν κατ’ ἐμὲ ὑπηρεσίαν, ἐθεώρουν δὲ, ὅτι ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἤρξατο. Δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος στιγμή, ἵνα εἴπω τὴν ἐμὴν γνώμην ἐπὶ τῆς συζητήσεως ταύτης, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐξ ὑπερβολικῆς σπουδῆς διεκόπη τὸ στάδιον τῶν πληροφοριῶν, καὶ δύναται ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων ἐν συνειδήσει νὰ δίδῃ μεγάλην σημασίαν εἰς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε καὶ ἡ ὁποία ἔχει καὶ ἀξίαν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν στερεῖται τοιαύτης καὶ ἡ γνώμη, ὅτι ἄλλοι στηρίζουσι τὰς μεγίστας ἐλπίδας εἰς τὴν δύναμιν καὶ τὴν σταθερὰν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον περὶ τοῦ ἀγῶνος, ἀλλ’ ἐπίσης εἰς τὴν ἀγάπην τῶν ἁπανταχοῦ λαῶν, καὶ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι οἱ ἁπανταχοῦ λαοὶ ἀκόμη δὲν ἔμαθον ἀκριβῶς, πῶς ἔλαβον χώραν τὰ γεγονότα, ἀφοῦ ἡμεῖς αὐτοὶ ἐνταῦθα μόλις πρὸ μικροῦ ἐπισήμως ἐμάθομεν σπουδαῖα γεγονότα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν πρὸ ἐννέα ἡμερῶν. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, διότι ἀποδίδω εἰς τοῦτο μεγάλην σημασίαν, νὰ παρακαλέσω τοὺς κ. Ὑπουργοὺς νὰ συμπληρώσωσι τὰς πληροφορίας των, τὰς ὁποίας εὕρομεν ἀτελεῖς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν εὐηρεστήθη νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πέντε ἐπιθυμίας τῶν ναυάρχων, αἱ ὁποῖαι εἶναι: αʹ) ἡ ἀπαγόρευσις τοῦ βομβαρδισμοῦ τῶν πόλεων· βʹ) ἡ ἀπαγόρευσις ἀποβιβάσεως στρατοῦ καὶ πολεμοφοδίων· γʹ) ἡ ἀπαγόρευσις ἀποβιβάσεως Ἑλληνικοῦ στρατοῦ μὲ πλοῖα πολεμικὰ καὶ ἐμπορικά· δʹ) ἡ ἐπίθεσις Ἑλληνικῶν πλοίων κατὰ τουρκικῶν καὶ εʹ) ἡ ἀπαγόρευσις πάσης κινήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Καὶ ναὶ μὲν εὐηρεστήθη μετὰ μακρὰν σιωπὴν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πέντε ταύτας ἐπιθυμίας, ἀλλὰ δὲν εὐηρεστήθη νὰ πληροφορήσῃ αὐτὴν καὶ ὁποίαν ἔδωκεν ἀπάντησιν εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αἱ διαπραγματεύσεις περὶ τῶν πέντε τούτων ἀπαιτητικῶν ἐπιθυμιῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου γινώσκομεν ἐκ τῶν ἐφημερίδων,—καὶ ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν μεγάλας χάριτας εἰς τὸν τύπον, ὅστις ἀπεδείχθη τόσον ἐνήμερος,—γινώσκομεν τὴν λαμπρὰν μάχην τῶν Λειβαδίων, ἀλλ’ ἐν τῇ Βουλῇ περὶ αὐτῆς οὐδεὶς ἐγένετο λόγος· νομίζω δὲ, ὅτι ἐδικαιοῦτο ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ ἀκούσῃ τὴν ἐπίσημον ἔκθεσιν τῶν ἁρμοδίων, διότι μετὰ τῆς μάχης ἐκείνης συνδέεται καὶ τὸ γεγονὸς τῆς ἐξόδου τοῦ ὀθωμανικοῦ στρατοῦ ἐκ τοῦ φρουρίου τῶν Χανίων, τοῦ εὑρισκομένου ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν 6 Μεγάλων Δυνάμεων, τῆς ἐξόδου τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, ὅστις κατατροπωθεὶς ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ κατέφυγεν ὑπὸ τὰς πτυχὰς τῶν 6 χριστιανικῶν σημαιῶν· καὶ πρέπει νὰ μάθωμεν, μέχρι τίνος σημείου προχωρεῖ ἡ τοιαύτη συμπεριφορὰ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λέγονται διπλωμάται καὶ οἵτινες ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς παγκοσμίου εἰρήνης δολοφονοῦσιν ἀνθρώπους,—δὲν λέγω Χριστιανούς,—διότι δὲν περιμένετε ἀπὸ ἐμὲ νὰ μάθητε μετὰ τὴν ἔκθεσιν τῶν τελεσθέντων, τὴν γενομένην ὑπὸ τῶν τριῶν κ. συναδέλφων, ὅτι οὐδὲν ἄλλο δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν πρᾶξιν ἢ ὅτι τὴν 9ην Φεβρουαρίου ἐξετελέσθη δολοφονία. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, γινώσκομεν ἐκ τῶν ἐφημερίδων,—διότι ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀπαντῶν εἰς ἐμὲ, εἶπεν, ὅτι καὶ ἐκεῖνος ἐκ τῶν ἐφημερίδων μανθάνει,—ὅτι καὶ ὑπάρχει καὶ δὲν ὑπάρχει ἀποκλεισμός, καὶ ἐν τούτοις μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς δὲν γνωρίζομεν ἂν ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει ἀποκλεισμός, καὶ ὑπὸ τίνας περιστάσεις ἐγένετο. Γνωρίζομεν ὅτι κατακρατεῖται τὸ «Λαύριον», ὅτι κατεδιώχθη ἡ «Θεσσαλία», ὅτι ἠχμαλωτίσθη ὁ «Θησεὺς», γνωρίζομεν ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἀποκλεισμὸς εἰρηνικός, ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν θεωρηθῇ οὗτος μετημφιεσμένος πόλεμος, στηριζόμενος οὐχὶ εἰς τὸ διεθνὲς δίκαιον, ἀλλ’ εἰς προηγούμενα, ἀπαιτεῖται κατὰ ταῦτα προκήρυξίς τις, καὶ ἄνευ τοιαύτης προειδοποιήσεως δικαίως χαρακτηρίζεται πειρατικὴ πρᾶξις, καὶ θέλω νὰ μάθω, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶχεν εἰδοποίησιν πρὶν ἢ κρατηθῇ τὸ «Λαύριον»; Διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγε τὴν παρελθοῦσαν Τρίτην, ὅτι δὲν εἶχεν εἴδησιν, καὶ πρέπει νὰ διασαλπισθῇ ἐντεῦθεν εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια, ὅτι αἱ πράξεις αὗται, κατὰ τὸ διεθνὲς δίκαιον, εἶναι πειρατικαί. Αἱ Κυβερνήσεις, αἵτινες τὰς διέταξαν, πρέπει νὰ ἔχωσι τὴν τόλμην καὶ τὸ θάῤῥος νὰ μὴ καλύπτωσι τὴν ἀλήθειαν ἀπὸ τοὺς λαούς των, οἵτινες βεβαίως ἀποτροπιάζονται τοιαύτας βανδαλικὰς πράξεις. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν 28 Ἰανουαρίου ἀπὸ τοῦ ὑψηλοῦ βήματος τῆς Ἀγγλίας ὁ ὑφυπουργὸς κύριος Κούρζων ἔλεγε πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν Ἄγγλων ψευδῆ τὰ δημοσιευθέντα εἰς τὰς ἐφημερίδας, καὶ ὅτι οὐδεὶς ἐφονεύθη Χριστιανὸς, ἐνῷ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἠκούετε ἀπὸ τὸ στόμα τῶν ἡμετέρων Ὑπουργῶν, ὅτι αὐτὸς ὁ ὀθωμανικὸς στρατὸς, λαβὼν τὸ σύνθημα ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, ἔσφαξεν, ἐπυρπόλησε, καὶ ἐνθυμεῖσθε ὅτι τὴν 30 Ἰανουαρίου ὁ αὐτὸς κ. Κούρζων προανήγγειλεν, ὅτι αἱ ἐργασίαι ἐν Χανίοις ἐπαναλαμβάνονται, καὶ δὲν ἀγνοεῖτε, ὅτι ἐτόλμησαν μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου νὰ εἴπωσιν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἀγγλίας, ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς των, ὅτι οἱ Χριστιανοὶ ἦσαν οἱ ἐπιτεθέντες! Καὶ δὲν ἀγνοεῖτε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐν τῷ Γαλλικῷ Κοινοβουλίῳ ὡς πρὸς τὸν βομβαρδισμὸν κατήντησε νὰ εἴπῃ, ἵνα καλύψῃ τὴν κατάπληξιν, ἣν προὐκάλεσεν ὁ βομβαρδισμὸς, ὅτι οὗτος ἐγένετο πρὸς προστασίαν τῶν κινδυνευόντων ναυτικῶν ἀγημάτων! Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αἰσθάνεται τὴν βαρεῖαν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, καὶ ὅτι θὰ ἔπραξε τὸ καθῆκόν της καὶ θὰ διεφώτισε τοὺς διπλωμάτας· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἡ Κυβέρνησις τῶν ἁπανταχοῦ Ἑλλήνων εἶχε καὶ ἕτερον καθῆκον, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς ἁπανταχοῦ λαοὺς περὶ τῶν γεγονότων, καὶ ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς νὰ διαψεύσῃ τὰ φοβερὰ ψεύδη, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν ἐν ἄλλοις Κοινοβουλίοις· καὶ τοῦτο τὸ καθῆκον δὲν τὸ ἔπραξεν. Ἀλλ’ εἶχε καὶ ἕτερον καθῆκον· ἔπρεπε διὰ πάσης θυσίας νὰ δημοσιεύσῃ εἰς τὸν ἁπανταχοῦ τύπον τῆς Εὐρώπης καὶ Ἀμερικῆς τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, ἵνα γείνωσι γνωστὰ τὰ λαβόντα χώραν, διότι ἐκ τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐφημερίδων μανθάνομεν, ὅτι δὲν γνωρίζουσιν ἀκόμη καλῶς τὸ μέγεθος τοῦ ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον ἔπραξαν αἱ Κυβερνήσεις. Διὰ τοῦτο ζητῶ τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Κυθήρων νὰ παρακαλέσω τοὺς κ. Ὑπουργοὺς νὰ συμπληρώσωσι τὰς πληροφορίας των, ὅπως πρῶτον μὲν ἁπανταχοῦ γείνωσι γνωστὰ τὰ συμβάντα, καὶ δεύτερον, ὅπως ἐκτιμηθῇ ἡ πορεία τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν νομίζω, ὅτι δι’ ἐμὲ ἦλθεν ἡ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ἐφ’ ὅσον πρὸ μικροῦ ἐλέχθησαν, ὡς πρὸς τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως. Διότι δὲν θέλω νὰ περιπέσω εἰς τὰ σκοντάμματα τοῦ προαγορεύσαντος, ὅστις πρὸ μικροῦ σᾶς ἔλεγε «τοῦτο δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται θὰ τὸ εἴπω, τὸ ἄλλο μοὶ ἐπιτρέπεται»· καὶ θέλω νὰ ἀκούσω προηγουμένως τοὺς ἄλλους συναδέλφους, ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ἡ ἀρξαμένη συζήτησις. Ἓν γινώσκω, ὅτι πάντες οἱ Ἕλληνες, ἄνευ διακρίσεως ἀξιώματος, μίαν ἔχουσι γνώμην, ἀπὸ τοῦ Βασιλέως μέχρι τοῦ τελευταίου πολίτου, ἄνευ διακρίσεως πτερύγων καὶ κομμάτων, τὴν γνώμην ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς δράσεως (εὖγε! εὖγε!). Ἓν μόνον γνωρίζω, ὅτι εὐγενὴς συναγωνισμὸς γίνεται, τίς νὰ ἐκπληρώσῃ πλειότερον τὸ καθῆκόν του, καὶ τοῦτο εἶναι ἓν τῶν μεγαλειτέρων κεφαλαίων τοῦ Ἕλληνος κατὰ τὴν παροῦσαν στιγμὴν, καὶ ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ στιγμὴ, καθ’ ἣν ἀπαιτεῖται ἡ ὁμόφωνος γνώμη Βασιλέως, Κυβερνήσεως καὶ Βουλῆς, εἶναι ἡ στιγμὴ αὕτη· ἀλλὰ τοῦτο οὐδόλως ἀποκλείει καὶ τὰς καταλλήλους παρατηρήσεις, ἐφ’ ὅσον δι’ αὐτῶν δὲν βλάπτονται τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Δὲν θέλω νὰ μηκύνω τὸν λόγον· τοῦτο μόνον θέλω νὰ προσθέσω· ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς διακοπῆς τῶν βουλευτικῶν ἐργασιῶν δὲν εἶμαι ἐκεῖνος, ὅστις φρονῶ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία δὲν προσήνεγκε μεγάλας ὑπηρεσίας, καὶ μάλιστα ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ τὴν παροῦσαν περίοδον· ἀλλὰ τοῦτο δὲν μ’ ἐμποδίζει νὰ παραδεχθῶ, ὅτι, ἐὰν ὡς ἐκ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων ἡ Κυβέρνησις ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔχει ἀνάγκην ἡσυχίας, ἵνα ἐργασθῇ, θὰ εὕρισκεν ὅλην τὴν Βουλὴν πρόθυμον εἰς τοῦτο καὶ συναινοῦσαν, ὅπως διακόψῃ τὰς ἐργασίας της. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν προέβη εἰς τοιαύτην πρότασιν. Ὁσάκις ὑπέδειξεν ὅτι πρέπει νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις ἐνωρὶς, οὐδεὶς ἔφερεν ἀντίῤῥησιν. Πρέπει δὲ νὰ προσθέσωμεν, ἵνα ἤμεθα ἐν τῇ ἀκριβείᾳ, ὅτι διεκόπησαν αἱ συνεδριάσεις ἀπὸ τῆς παρελθούσης Τρίτης κατὰ τρόπον ἀντικανονικὸν, διότι ῥητὴ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ τοῦ ἄρθρου 16, λέγει ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἰς τὸ τέλος ἑκάστης συνεδριάσεως ἀναγγέλλει τῇ ἐπινεύσει τοῦ Σώματος τὰ τῆς προσεχοῦς συνεδριάσεως· καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ τελευταία νομολογία τοῦ Κοινοβουλίου διὰ τὰς διακοπὰς τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1896. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι τοιαύτη παρατήρησις ἔπρεπε νὰ γείνῃ δι’ ἀναφορᾶς πρὸς τὸ Στέμμα, διότι ἐπὶ ἄλλων περιστάσεων νομίζω ὅτι δύναται νὰ ἐνασκηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ ἀναφέρεσθαι· οἱ Βουλευταὶ, ὡς μέλη τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, συγκοινωνοῦσι μετὰ τοῦ Στέμματος διὰ τῶν ἀγορεύσεων ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἀλλ’ ἐὰν ἀνυπέρβλητα προσκόμματα ὑπῆρχον, ἐμποδίζοντα τὸν ἐκ τοῦ βήματος λόγον, ὑπάρχουσι τὰ συλλαλητήρια, συνταγματικώτατα τὴν καταγωγήν· ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀνάγκη καὶ ἡ ἀπόφασις καὶ τὸ πρόγραμμα. Διὰ τοῦτο ἀπευθύνω καὶ τὴν ἐμὴν διαμαρτυρίαν διὰ τὴν διακοπὴν τῶν συνεδριάσεων, ὡς ἀντικανονικῶς γενομένην, ἀλλὰ προβαίνω εἰς αὐτὴν κανονικῶς, οὐχὶ δ’ ἐκρύθμως, δι’ ἀναφορᾶς πρὸς τὸν Βασιλέα, ὡς ἄλλοι. Ἕνεκεν τῶν ὅσων ἀρχόμενος τοῦ λόγου εἶπον, θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς νὰ εὐαρεστηθῶσι νὰ συμπληρώσωσι πάσας τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, θὰ παρακαλέσω δὲ, ὅπως διατυμπανίσωσιν ἀνὰ πᾶσαν τὴν ὑφήλιον, ὅτι οἱ Κρῆτες δὲν εἶναι οἱ ἐπιτιθέμενοι, ἀλλ’ οἱ καταδυναστευόμενοι, ὅτι αὐτοὶ δὲν ἤρξαντο χειρῶν ἀδίκων, ἀλλ’ εἶναι τὰ θύματα, καὶ ὅτι αἱ Δυνάμεις συμμαχοῦσι μετὰ τῶν δολοφόνων, καὶ ὅτι ὁ ἀποκλεισμὸς ὁ γενόμενος δὲν στηρίζεται εἰς τὸ διεθνὲς δίκαιον, οὐδὲν κἄν ἔστω καὶ ἐν τῇ αὐθαιρεσίᾳ του ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν προηγουμένοις ἀποκλεισμοῖς ἰσχυσάντων, ἀλλ’ ἐν ἄκρᾳ, ἐν ἀκροτάτῃ αὐθαιρεσίᾳ, ἐξισούσῃ τὰς πράξεις τῶν ναυάρχων πρὸς λῃστρικὰς, κατὰ τὴν γνώμην τῶν δημοσιολόγων.

§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω ἐξηγήσεις ἐπὶ τῶν λεχθέντων περὶ τῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα γενομένων. Σήμερον εἶναι ἡ 17 Φεβρουαρίου, ἡ τελευταία δὲ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν 11ην· ἐξαιρουμένης τῆς Κυριακῆς, ἀπέμενον ἄρα 4 ἡμέραι, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἠδύνατο νὰ συνεδριάσῃ. Τὴν 12ην Φεβρουαρίου συνήλθομεν, καὶ ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου δὲν εὑρέθη ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ, δὲν ἐγένετο ἑπομένως τι τὸ μὴ κανονικόν· τὴν 13ην συνήλθομεν καὶ πάλιν ὀλιγώτεροι, δὲν ἐγένετο δὲ συνεδρίασις, καὶ τότε οὐδὲν συνέβη τὸ μὴ κανονικὸν, ἀφοῦ οἱ κύριοι Βουλευταὶ προσεκλήθησαν εἰς συνεδρίαν διὰ τῆς ἀποστολῆς εἰς τὰς οἰκίας των τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Τὴν 14ην καὶ 15ην ὅμως ἐγένετό τι τὸ μὴ κανονικὸν, καὶ τὴν εὐθύνην τούτου ἀναφέρω ἀκεραίαν, διότι τῇ ἐμῇ διαταγῇ δὲν ἀπεστάλη εἰς τοὺς κ. Βουλευτὰς ἡ ἡμερησία διάταξις, ἑπομένως ἐδηλώθη εἰς αὐτοὺς οὕτω, ὅτι τὴν ἡμέραν ἐκείνην δὲν ἤθελε συνεδριάσει ἡ Βουλὴ· τοῦτο ὅμως ἔπραξα οὐχὶ ἀσεβῶν ἢ μὴ ἀναγνωρίζων τὰ δικαιώματα τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ διότι πλεῖστοι κατὰ τὴν 13ην Φεβρουαρίου ἐκ τῶν κ. συναδέλφων μοὶ παρετήρησαν ὅτι δὲν πρέπει νὰ πέμπηται εἰς αὐτοὺς ἡ ἡμερησία διάταξις, ἀφοῦ ἐγνώριζον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἕνεκα κατεπειγούσης ἐργασίας, δὲν ἠδύνατο νὰ προσέρχηται. Τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ διὰ τὴν ἑπομένην ἡμέραν, ἦτο δὲ περιττὸν νὰ ἀποστείλω εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀφοῦ εἶχεν ἐκδηλωθῆ ἡ ἐπιθυμία τῆς Βουλῆς νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὰ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἰς τοιαύτας περιστάσεις. Εἶπον ὅτι ἀναλαμβάνω ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην, καὶ ἀπεκδέχομαι τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς διαγωγῆς μου.

§50Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐγὼ, Κύριοι, οὐδαμῶς ἀμφιβάλλω, ὅτι ἐν οὕτω κρισίμοις στιγμαῖς τοῦ ἔθνους πάντες ἐμπνεόμεθα ὑπὸ τῶν αὐτῶν ἐλπίδων, οὐδὲ εἶναι ποτὲ δυνατὸν, ἄνδρες ἐπὶ πολλὰ ἔτη παρακαθήσαντες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ καταβιβασθῶσι μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε νὰ ὑποθέσωσιν, ὅτι βουληφόροι ἄνδρες, τὰ πρῶτα φέροντες ἐν τῇ Πολιτείᾳ, εἴτε κάθηνται ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ, εἴτε ἐν ἐκείνῃ, εἶναι δυνατὸν ἐν οὕτω κρισίμοις στιγμαῖς νὰ ἐμπνέωνται ὑπὸ ἄλλων ἰδεῶν ἢ ὑπὸ ἐκείνων, αἵτινες, αὐτὸ τοῦτο, θέλουσι συντελέσει εἰς τὴν σωτηρίαν τῆς Πατρίδος. Καὶ ἐὰν ὁ ἀνταγωνισμὸς, ὅστις φαίνεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ᾖναι ζωηρὸς καὶ φθάνῃ μέχρι σημείου ἐνίοτε ἐρεθισμοῦ, τυγχάνει ὂν τοῦτο ἡ ἐγγύησις ὑπὲρ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἥτις ἔσωσε καὶ σώζει καὶ θέλει σώσει τοὺς λαοὺς καὶ τὰς Κυβερνήσεις. Βεβαίως, ἐὰν οἱ διευθύνοντες τὰ κοινὰ σήμερον δὲν ᾖναι δυνατὸν νὰ ἀνασύρωσι τὴν αὐλαίαν καὶ νὰ δείξωσιν εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς ὅλην τὴν Ἑλληνικὴν φυλὴν, τί σκέπτονται καί τί πράττουσι, νομίζω ὅτι ἔπαινος μᾶλλον ὀφείλεται αὐτοῖς ἢ καταδίκη. Ὅσα ἐδυνήθημεν, προσεπαθήσαμεν ν’ ἀνακοινώσωμεν. Ὁσάκις ἐζητήθησαν παρ’ ἡμῶν ἐν τῇ εἰδικῇ ταύτῃ περιπτώσει ὡρισμέναι χρονολογίαι καὶ ὡρισμένα ἔγγραφα, κατεθέσαμεν τὰ περὶ αὐτῶν. Ἴσως πρεπωδέστερον καὶ κοινοβουλευτικώτερον καὶ συντελεστικώτερον ἅμα εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ἐγγράφως οἱ ἐπερωτῶντες, ἢ οἱ ἀμφιβάλλοντες, ἐζήτουν παρὰ τῶν Ὑπουργῶν ὡρισμένα ἔγγραφα καὶ ὡρισμένας πληροφορίας, καὶ ἀφοῦ ταῦτα κατετίθεντο, νομίζω ὅτι ἐλευθέρα ἤθελεν εἶσθαι τότε ἡ συζήτησις. Ἐν τούτοις, ἐξ ὅσων ἠκούσαμεν, νομίζω ὅτι ἐδυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν τί ἐζήτησαν ἀξιότιμοί τινες Κύριοι ἐκ τῶν ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) παρακαθημένων, καὶ εἰς ταῦτα ὀφείλω ἀμέσως ν’ ἀπαντήσω. Ἐὰν βεβαίως ᾖναι πληροφορίαι, ἢ ἔγγραφα, αἵτινες δύνανται νὰ μὴ ἐκθέτωσι τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας καὶ τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς ἐν γένει, τὸ παρελθὸν τῆς Κυβερνήσεως ταύτης καὶ τὸ παρελθὸν τοῦ κόμματος, οὗτινος καὶ ἡμεῖς ἐσμὲν μέλη, εἶναι ἐγγύησις πρὸς ὑμᾶς, ὅτι οὐδὲν θέλομεν ἀρνηθῆ, ἀρκεῖ νὰ μὴ διακυβεύωνται τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἠκούσαμεν ἀληθῶς ἀφηγήσεις τινῶν κυρίων συναδέλφων, μεταβάντων ἀρτίως εἰς Κρήτην, καὶ συναδέλφων μὴ μεταβάντων, περὶ τῶν ἐν Κρήτῃ λαβόντων χώραν. Γενικῶς λέγομεν, ὅτι αἱ πληροφορίαι ἐκεῖναι εἶναι σχεδὸν πᾶσαι ἀκριβεῖς. Ἐπειδὴ ὅμως ἐκ τῶν πληροφοριῶν τῶν συναδέλφων καὶ ἐκ τῶν πληροφοριῶν, ἃς πρὸ ἡμερῶν ἀνεκοινώσαμεν πρὸς τὴν Βουλὴν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σχηματισθῇ ἀκριβὴς γνῶσις τῶν λαβόντων χώραν, ἡμεῖς ἐγκαίρως προεκαλέσαμεν ἔκθεσιν λεπτομερῆ καὶ ἐμπεριστατωμένην τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς ἐκεῖ Ἑλληνικῆς θωρηκτῆς μοίρας, ἧς θέλω ἀναγνώσει τὰ τεμάχια ἐκεῖνα, ὅσα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνωσθῶσι, καὶ ὅσα δὲν φέρουσιν ἐμπιστευτικὸν χαρακτῆρα, διότι ὅσα φέρουσι χαρακτῆρα τοιοῦτον, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἐπιτρέψει νὰ μὴ ἀναφέρω ποσῶς. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν ὑπ’ ἀριθ. 261 τῆς 11 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. ἐξ ὅρμου Χανίων ἔκθεσιν τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς θωρηκτῆς μοίρας, ἥτις ἐκτίθησι λεπτομερῶς τὰ λαβόντα χώραν κατὰ τὸν βομβαρδισμὸν ὑπὸ τῶν ξένων πλοίων (ἀναγινώσκει): «... Τηλεγραφικῶς ἀνηγγείλαμεν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ἀπαίσιον συμβὰν, ὅπερ ἐξετυλίχθη τὴν 9 Φεβρουαρίου ἐν τῷ κόλπῳ τῶν Χανίων. Ἐξιστοροῦμεν ἤδη τοῦτο ἐν συνόψει. Οἱ χριστιανοὶ τοῦ Ἀκρωτηρίου κατέχουσι τὴν ὑπὲρ τὴν Χαλέπαν κορυφὴν τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ, καὶ ἐκεῖ ἔχουσι στήσει τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν. Κατὰ τῆς θέσεως ταύτης ἤρχισεν ἐκ τῶν τουρκικῶν θέσεων πυροβολισμὸς, εἰς ὃν οἱ ἡμέτεροι ἀνταπεκρίθησαν. Ὁ ἀγὼν ἐγενικεύθη, τῶν τε τουρκικῶν πυροβολείων τῶν πέριξ λόφων καὶ τῶν ἐν Σούδᾳ τουρκικῶν πολεμικῶν πυροβολούντων κατὰ τῶν Χριστιανῶν. Αἴφνης ἀκούομεν ἐν τῷ λιμένι πυροβολισμὸν βαρέος πυροβόλου, ὃν διαδέχεται πυκνὸν πῦρ βαρέος πυροβολικοῦ κατὰ τῶν ἐπὶ τοῦ λόφου ἐπαναστατῶν, διευθυνόμενον ἐκ τῶν Εὐρωπαϊκῶν πλοίων. Ὁ ἀπὸ τούτων πυροβολισμὸς ἐξηκολούθει μετὰ πείσματος, σκοπουμένου, φαίνεται, οὐχὶ τοῦ ἐκφοβισμοῦ τῶν Χριστιανῶν, ἀλλὰ τοῦ παντελοῦς αὐτῶν ὀλέθρου. Ἐνῷ δὲ ἔβαλλον οἱ Εὐρωπαῖοι, ἐξηκολούθουν καὶ οἱ Τοῦρκοι ἀπό τε τῶν προφυλακῶν καὶ τῶν πυροβολείων, καὶ τῶν ἐν Σούδᾳ πλοίων αὐτῶν, ἐνῷ, ἐννοεῖται, οἱ Χριστιανοὶ κατάπληκτοι ἔπαυσαν πᾶσαν ἄμυναν. Ὁ Ἰταλὸς ἀντιναύαρχος ἐσήμανε τὴν παῦσιν τοῦ πυρὸς μόνον ἀφοῦ ἐῤῥίφθησαν πλέον τῶν 100 ὀβίδων συνήθων καὶ βολιδοθηκῶν, διαμετρήματος τῶν 17 ὑφεκατ. καὶ ἄνω, ἤτοι ὅλου τοῦ βαρέος αὐτῶν πυροβολικοῦ (διαμετρ. 21, 27, 32), ὅτε ὀβὶς Ρωσσικὴ κατέῤῥιψε τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν. Ὀφείλομεν νὰ ἐξάρωμεν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ἀδάμαστον θάῤῥος τῶν ὑπερασπιστῶν τοῦ Ἀκρωτηρίου, ἀναστηλωσάντων καὶ πάλιν ἀμέσως τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν, ἀπέναντι τῶν Πανευρωπαίων ἐχθρῶν. Αἱ λεπτομέρειαι τοῦ βομβαρδισμοῦ τῶν Χριστιανῶν ὑπὸ τῶν στόλων εἶναι αἱ ἑξῆς: Πρῶτον ἔῤῥιψε τὸ Γερμανικὸν, μόλις καταπλεῦσαν. Ἐν γένει δὲ ἐξηκολούθησαν τὰ ἑξῆς πλοῖα. (Ἐνταῦθα ἀναφέρονται τὰ ξένα πλοῖα). Τὸ Γαλλικὸν καὶ τὸ Ἰταλικὸν δὲν ἔβαλον, διότι, καθὰ λέγουσι, τὰ πυρὰ αὐτῶν ἠμποδίζοντο ὑπὸ τῶν ἑτέρων πλοίων. Ὁ βομβαρδισμὸς ἐγένετο ἐκ 2,115 μέτρων. Σημειοῦμεν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ἀξιοπαρατήρητον, ὅτι τοῦ βομβαρδισμοῦ τούτου προηγήθη ἐπίσκεψις τοῦ Τούρκου Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ πρὸς τοὺς ναυάρχους, πρᾶγμα μὴ σύνηθες ἐνταῦθα καὶ μὴ λαβὸν χώραν καθ’ ὅλην τὴν ἐνταῦθα διαμονὴν ἡμῶν. Ἐκ τούτου πειθόμεθα, ὅτι ὑπῆρξε συνεννόησις πρὸς διενέργειαν τοῦ πράγματος.....»

§51ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπετράπη ἡ παραλαβὴ τῶν πολεμεφοδίων;

§52Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν τὸ λέγει ἡ ἔκθεσις. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως ταύτης σημαντικὰ γεγονότα εἶναι τὰ ἑξῆς, ὅτι πρῶτοι ἤρξαντο τοῦ πυροβολισμοῦ οἱ Τοῦρκοι, ὅτι εἰς τὸν πυροβολισμὸν ἀνταπεκρίθησαν οἱ Κρῆτες, ὅτι μετέσχον τοῦ βομβαρδισμοῦ καὶ δύο τουρκικὰ πλοῖα, προκύπτει δὲ ὁ ἀριθμὸς τῶν βλημάτων καὶ τὰ πλοῖα, ἐξ ὧν ταῦτα ἐξεσφενδονίσθησαν. Ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ ἴσως δὲν εἶναι γνωστὸν, ὅπερ δὲ μοὶ φαίνεται, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν πρῶτον γνωστοποιεῖται, εἶναι, κατὰ τὴν ἔκθεσιν, τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὴν ἐπαύριον τοῦ γεγονότος τούτου οἱ Τοῦρκοι, ἐνθαρρυνθέντες, ἤρχισαν ἐκ νέου νὰ πυροβολῶσι κατὰ τῶν Χριστιανῶν ἔκ τε τῶν χαρακωμάτων καὶ διὰ τῶν πυροβόλων τῶν πέριξ ὀχυρωμάτων καὶ ἀπὸ τῶν ἐν τῇ Σούδᾳ πολεμικῶν πλοίων, ἐλπίζοντες, ὅτι δὲν θὰ ἐδύναντο οἱ Χριστιανοὶ νὰ μὴ ἀπαντήσωσι, καὶ οὕτω θὰ ἐπροκαλεῖτο μάχη, εἰς ἣν θὰ ἐπηκολούθει ὁ αὐτὸς ἀνόσιος βομβαρδισμὸς ἐκ μέρους τῶν Εὐρωπαίων. Οἱ Χριστιανοὶ ὅμως δὲν ἀπαντῶσι μέχρις ὥρας εἰς τὸ πῦρ αὐτῶν, καὶ ἀποσοβεῖται ἕως τώρα τὸ καταχθόνιον σχέδιον. Διὰ τὴν διαγωγὴν ταύτην καὶ μεροληψίαν τῶν ναυάρχων, ἣν τολμῶμεν νὰ χαρακτηρίσωμεν ὡς ἀρχὴν συμμαχίας μετὰ τῆς Τουρκίας κατὰ τῶν Χριστιανῶν, ἐπέμψαμεν αὐτοῖς διαμαρτύρησιν ἡμῶν τε καὶ τῶν ἐπαναστατῶν, ὧν (διαμαρτυρήσεων) ἐσωκλείομεν ἀντίγραφον...» Νομίζω, ὅτι οὐδὲν ἄλλο δύναμαι ν’ ἀνακοινώσω περὶ τοῦ ἐν λόγῳ ἐπεισοδίου. Ἐπειδὴ δὲ ἐπερωτήθην καὶ περὶ ἄλλων ὡρισμένων γεγονότων παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βόλου συναδέλφου, τοῦ ἄρτι καταπαύσαντος τὸν λόγον, ὁποία δηλαδὴ ἦτο ἡ ἀπάντησις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὰ πέντε τεθέντα ζητήματα παρὰ τῶν ναυάρχων τῶν Μ. Δυνάμεων, νομίζω ὅτι δύναμαι ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἔγγραφον, ὅπερ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν διεβίβασε πρὸς τὸν ἐν Κρήτῃ ἀρχηγὸν τῆς θωρηκτῆς μοίρας ἡμῶν, ὅμοιον ἐκείνου περίπου, ὅπερ διεβιβάσθη καὶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἑλλάδος παρὰ ταῖς Μεγάλαις Δυνάμεσιν (ἀναγινώσκει): «7 Φεβρουαρίου 1897.—Ἀριθ. 37 ἐμπιστευτικοῦ πρωτοκόλλου. «Ἀρχηγὸν Θωρηκτῆς Μοίρας. Μῆλον. Ἀπαντῶμεν εἰς τὸ κρυπτογραφικὸν τηλεγράφημα ἐκ Χανίων, τὸ φέρον τὰς ὑπογραφὰς ὑμῶν τε καὶ τοῦ κ. Γεννάδη, τῆς 6 ἱσταμένου. Εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν τῶν ναυάρχων θέλετε ἀπαντήσει ἐν καιρῷ ὡς ἑξῆς, κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἣν ἀνακοινῶ ὑμῖν, θέλετε δὲ ἀνακοινώσει αὐτὴν καὶ τῷ κ. Γεννάδῃ. Ἀφ’ ἧς οἱ στόλοι τῶν Μεγάλων Δυνάμεων κατέλαβον τὰ φρούρια τῆς Κρήτης, οὐδέποτε ἐσκέφθημεν νὰ προβῶμεν εἰς βομβαρδισμὸν αὐτῶν. Ὁ βομβαρδισμὸς καὶ ἡ ἐκπόρθησις ἤθελε δικαιολογεῖσθαι καὶ ἐπεβάλλετο μάλιστα, ἐφ’ ὅσον ταῦτα ἐχρησίμευον ὡς ὁρμητήριον τῶν Τούρκων στρατιωτῶν, ἑνουμένων μετὰ ὄχλου ἀγρίου καὶ φανατικοῦ, δῃούντων δὲ τὴν χώραν καὶ διαπραττόντων βαρβαρότητας καὶ βδελυγμίας ἀνηκούστους. Ἀλλ’ ἀφοῦ αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις ἀνεγνώρισαν, ὅτι δικαίως ἐποιήσαμεθα κατοχὴν τῆς Νήσου, τὸ μὲν ὅπως ἀντικαταστήσωμεν τὴν ἀνύπαρκτον τουρκικὴν κυριαρχίαν καὶ τὴν ἀνύπαρκτον τουρκικὴν διοίκησιν, τὸ δὲ, ὅπως προστατεύσωμεν τὴν ζωὴν, τὴν τιμὴν καὶ τὴν περιουσίαν τῶν ὑπηκόων ἡμῶν καὶ τῶν κατοίκων ἐν γένει, πάσης φυλῆς καὶ παντὸς θρησκεύματος, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῶμεν τὴν ἐξακολούθησιν μεταφορᾶς τουρκικῶν στρατευμάτων εἰς Κρήτην, τοῦθ’ ὅπερ ἤθελεν ἀναμφισβητήτως συντελέσει εἰς τὴν ἐξακολούθησιν ἅμα τῶν σφαγῶν, τῶν δῃώσεων καὶ τῶν ἀτιμώσεων; Τοιουτοτρόπως δέον νὰ δηλώσητε τοῖς ναυάρχοις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῶμεν τὴν μεταφορὰν τουρκικῶν στρατευμάτων εἰς Κρήτην, ὅτι δὲ ἀπόφασιν ἀμετάτρεπτον ἔχομεν νὰ παρακωλύσωμεν αὐτὴν πάσῃ δυνάμει, ἀφοῦ εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ μεταφορὰ στρατευμάτων τουρκικῶν εἰς Κρήτην θέλει συντελέσει εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἐκρύθμου ἐκεῖ καταστάσεως, ἀναιρέσει δὲ τὸν σκοπὸν, οὗτινος χάριν ὁ στρατὸς ἡμῶν ἐξεπέμφθη εἰς Κρήτην. Ἐπίσης δέον νὰ δηλώσητε, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν, ὅπως ὁ στρατὸς ἡμῶν ἐκεῖ μὴ κινῆται ἐλευθέρως, διότι τότε πάλιν ἀναιρεῖται ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν ἐξεπέμφθη. Βεβαίως ὅμως θέλομεν προσπαθήσει ν’ ἀποφύγωμεν τὴν ἀποστολὴν καὶ ἄλλου στρατοῦ, ἐνόσῳ ἔχομεν διαβεβαίωσιν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ὅτι δὲν θέλουσιν ἐπιτρέψει τὴν ἀποβίβασιν εἰς Κρήτην τουρκικοῦ στρατοῦ. Ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἕπεται, ὅτι δὲν θέλομεν ἐπιτεθῆ κατὰ ἐμπορικῶν ἢ πολεμικῶν πλοίων τουρκικῶν, ἐφ’ ὅσον δὲν μεταφέρουσι στρατὸν εἰς Κρήτην. Τοῦτο δὲ, διότι, ἄλλως πράττοντες, ἠθέλομεν συντελέσει εἰς τὴν ἐπίτασιν καταστάσεως ἐν Κρήτῃ ἀφορήτου.» «Ὁ Ὑπουργὸς «Ν. Δ. Λεβίδης.»

§53ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε! εὖγε!

§54Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν βεβαίως οἱ κύριοι συνάδελφοι ζητήσωσι νὰ μάθωσι καὶ ἄλλας πληροφορίας, δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὅστις θέλω κατηγορήσει τὸ ἐνδιαφέρον αὐτῶν, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη αἱ πληροφορίαι νὰ ζητῶνται σαφῶς καὶ ὡρισμένως, ἐὰν δὲ ζητῶνται ἔγγραφα, νὰ ζητῶνται ἐπίσης σαφῶς καὶ ὡρισμένως, ἡμεῖς δὲ θέλομεν σπεύσει νὰ καταθέσωμεν καὶ ν’ ἀνακοινώσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐκεῖνα, ἅτινα οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον δύνανται νὰ θίξωσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα.

§55ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ποία εἶναι ἡ ἀπάντησις τῶν Δυνάμεων ἐπὶ τῶν παραστάσεων τῆς Κυβερνήσεως;

§56Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἐγὼ εἰς τοῦτο δὲν ἔχω ἁρμοδιότητα.

§57ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐὰν γινώσκῃ, ὁποίαν ὑποδοχὴν ἔλαβεν ἡ ἀπάντησις αὐτῆς εἰς τὰ ζητήματα, ἅτινα ἀπηύθυνον οἱ κυβερνῆται τῶν ξένων στόλων, καὶ ἰδίως τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἀπαντήσεως, ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀποδεχθῇ τὴν ἀπόφασιν τῶν ξένων κυβερνητῶν, ὅτι δέον ν’ ἀκινητῇ ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἐν Κρήτῃ. Ἐπίσης παρακαλῶ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς τὸ ἀναγραφὲν εἰς τινας ἐφημερίδας, ὅτι μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἀπῆλθεν ἐκ τοῦ στρατοπέδου Πλατανιᾶς καὶ μετέβη εἰς τὴν θέσιν Ἀλικιανοῦ.

§58Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμίαν ἐπίσημον πληροφορίαν ἔχομεν περὶ τῆς τελευταίας ἐρωτήσεως ὑμῶν.

§59ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν πρώτην;

§60ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Διατυπώσατε, παρακαλῶ, τὴν ἐπερώτησίν σας ἐγγράφως.

§61ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἠρώτησα πρὶν, ἐὰν ἐλήφθη ἀπάντησις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως τῆς Κυβερνήσεως.

§62ΣΚΟΥΖΕΣ. Διατυπώσατε ἐγγράφως, ὡρισμένως τί ζητεῖτε.

§63ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκ τῆς ἐγγράφου ἀπαντήσεως, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, προκύπτει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐτήρησε δύο ἐκ τῶν κηρυγμάτων τῶν ἀρχηγῶν τῶν ξένων ἀποστολῶν ἐν Κρήτῃ· πρῶτον τὴν ἀκινησίαν τοῦ στρατοῦ, καὶ δεύτερον τὴν μὴ παρεμπόδισιν τῆς ἀποστολῆς νέων τουρκικῶν στρατευμάτων. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν, παρὰ νὰ συγχαρῇ τις τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε, καὶ διὰ τὴν ἀπάντησιν. Τὸ ζήτημα ὅμως εἶναι, κατὰ πόσον αἱ δίκαιαι παραστάσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰσηκούσθησαν παρὰ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, καὶ ἐπὶ τούτου παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀπαντήσῃ.

§64Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Νομίζω, Κύριοι, ὅτι σαφῶς ἐξήγησα, τίς εἶναι ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐλαττοῦμεν τὴν σοβαρότητα τῆς συζητήσεως, ἐὰν τμηματίζωμεν αὐτὴν, καὶ ἐξακολουθῶμεν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, ἢ ἐπὶ πολλὰς ὥρας, ἐπερωτώμενοι καὶ ἀπαντῶντες μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον εἰς εὐρείας ἢ εἰς μὴ εὐρείας ἐρωτήσεις. Πιστεύω καὶ πέποιθα, ὅτι καὶ οἱ ἐκ τῆς ἀντιθέτου πτέρυγος θέλουσι συναινέσει εἰς τὸ νὰ καταθέσῃ εἷς ἕκαστος ἐγγράφως, ἀφοῦ προηγουμένως ἀναπτύξῃ καὶ προφορικῶς, ἂν θέλῃ, τὰ ἀπορήματα, ἅτινα ἔχει, ἵνα λάβῃ ἡ Κυβέρνησις πάντα ταῦτα ὑπ’ ὄψει, καταφύγῃ εἰς τὰ ἔγγραφα, ἅτινα ἀντηλλάγησαν, καὶ τεθῇ εἰς τὴν θέσιν, ἵνα δώσῃ περὶ πάντων σαφεστάτας πληροφορίας.

§65ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον ἐννοήσει τοὺς δισταγμοὺς τῆς Κυβερνήσεως νὰ δώσῃ ἀπάντησιν εἰς τὸ τεθὲν ἐρώτημα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πυλίας Βουλευτοῦ. Βεβαίως τὸ ζήτημα καὶ λεπτὸν εἶναι καὶ σημαντικόν. Καὶ δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ τις ἐν τῇ Βουλῇ, ὁ ὁποῖος νὰ θέλῃ νὰ ἐπιμένῃ, ὅπως ἡ Κυβέρνησις δώσῃ ἀπάντησιν, ἂν αὕτη νομίζῃ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπαντήσῃ· διότι βεβαίως τὸ ζήτημα εἶναι ἐκκρεμὲς, βεβαίως ἐννοοῦμεν κάλλιστα, ὅτι ὑπάρχουσι διάφοροι καὶ ποικίλαι διαπραγματεύσεις. Ἀλλὰ τὴν ἰδέαν νὰ κατατεθῶσιν ἐγγράφως αἱ ἐρωτήσεις, ἐνῷ εἶναι ἐρωτήσεις ἁπλούσταται, ἐὰν ἔλαβεν ἀπάντησιν ἡ Ἑλλην. Κυβέρνησις, τὴν ἰδέαν, λέγω, ταύτην δὲν τὴν ἐννοῶ. Δὲν ὑπάρχει λόγος τις, ὁ ὁποῖος νὰ καταστήσῃ εὐληπτοτέραν τὴν ἐρώτησιν, ἡ ὁποία εἶναι ὅ,τι ἁπλουστάτη, ἐὰν αὕτη κατατεθῇ ἐγγράφως ἢ ἂν διατυπωθῇ προφορικῶς. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ ἀπαντήσῃ ἀργότερον, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπαντήσῃ σήμερον, νομίζω ὅτι οὐδεὶς ἔχει ἀντίῤῥησιν, ἀλλὰ τὸ νὰ κατατεθῇ ἐγγράφως ἐρώτησις τόσον ἁπλῆ, νομίζω ὅτι δὲν ἔχει τι τὸ πρακτικὸν καὶ τὸ θετικόν.

§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἡ ἀντίῤῥησις, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης προβάλλει, δὲν ἔχει ἔννοιαν· διότι οἱ συνάδελφοί μου, ἐκδηλώσαντες τὴν ἐπιθυμίαν, ἵνα αἱ ἐπερωτήσεις διατυπῶνται ἐγγράφως, δὲν προῃροῦντο νὰ περιορίσωσι τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως, ἀλλὰ νὰ πληροφορῶνται κατὰ τίνα τρόπον διατυποῦται ἑκάστη ἐρώτησις, μετὰ τοῦ σκοποῦ νὰ μελετηθῇ ἑκάστη ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ἵνα κρίνωμεν κατόπιν, ἂν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἐπιτρέπωσι νὰ δώσωμεν τὰς δεούσας πληροφορίας.

§67ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πολὺ καλά. Δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν.

§68ΡΑΖΕΛΟΣ. Μεταξὺ τῶν ὅρων, κ. Πρόεδρε, οἱ ὁποῖοι, ὡς ἤκουσα, περιλαμβάνονται ἐν τῇ διακοινώσει τῶν ξένων στολαρχῶν, περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἀπαγόρευσις τῆς μετακινήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἐντὸς τῆς νήσου. Τὴν ἀπαγόρευσιν ὅμως ταύτην οἱ ξένοι ναύαρχοι δὲν ἐφαρμόζουσι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν κίνησιν τουρκικῶν στρατευμάτων.

§69Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν ἀπεδέχθημεν τὴν αἴτησιν ταύτην.

§70ΡΑΖΕΛΟΣ. Εἶπον ὅτι τὴν ἀπαίτησιν ταύτην διετύπωσαν οἱ ξένοι στόλαρχοι. Διαβεβαιῶ ὅμως ἐγὼ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, καὶ δύναται νὰ διαβεβαιώσῃ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου συνάδελφος, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠρώτησα τὴν Κυβέρνησιν, ἂν ὑπέβαλεν εἰς τοὺς ξένους ναυάρχους καὶ ἂν διεμαρτυρήθη, ἐπὶ τῷ ὅτι ὑπὸ τὰς ὄψεις αὐτῶν ἐνηργοῦντο μετακινήσεις ἀπὸ τοῦ ἑνὸς φρουρίου εἰς τὸ ἕτερον. Ἐγὼ αὐτὸς ἰδίοις ὄμμασι μετὰ τοῦ ἐκ Βόλου συναδέλφου κ. Τοπάλη εἴδομεν τὸ πολεμικὸν τουρκικὸν ἀτμόπλοιον «Φουὰτ» ἀποβιβάζον στρατὸν εἰς τὸ φρούριον «Καστέλλι», τὸ ὁποῖον πολιορκεῖται ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων Χριστιανῶν. Μίαν λέμβον μάλιστα τούτου οἱ Κρῆτες πυροβολοῦντες ἠνάγκασαν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ πλοῖον. Τοῦτο δ’ ἐγένετο μόλις παρῆλθε τέταρτον τῆς ὥρας μετὰ τὴν κατάσχεσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐμπορικοῦ ἀτμοπλοίου «Θησέως» ὑπὸ Ἰταλικοῦ τορπιλλοβόλου. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ διαμαρτυρηθῇ κατὰ τῆς ἐνεργείας ταύτης τῶν ξένων ναυάρχων, ἐπιτραπέντων ἢ μᾶλλον ἐπιβοηθούντων τὴν μετακίνησιν τῶν τουρκικῶν στρατευμάτων, ἡ ὁποία βεβαίως συντελεῖ καὶ εἰς τὴν ἐπιδείνωσιν τῆς καταστάσεως καὶ εἰς τὴν γέννησιν κινδύνου διὰ τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν. Ἐπίσης παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀπαντήσῃ καὶ εἰς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου συνάδελφος κ. Φιλάρετος, ἄν διεμαρτυρήθη διὰ τὴν κατάσχεσιν τοῦ «Λαυρίου», καὶ ἂν ἐπίσης, προσθέτω ἐγὼ, ἐγένετο παρατήρησις διὰ τὴν κράτησιν τοῦ «Θησέως», ὁ ὁποῖος κρατεῖται ἐν Σούδᾳ καὶ τοῦ ὁποίου αἱ ἀποθῆκαι, περιέχουσαι τρόφιμα, ἐσφραγίσθησαν.

§71Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν θὰ θελήσῃ νὰ στενοχωρήσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἴπῃ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ εἴπῃ. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὑπάρχουσι καί τινα, περὶ τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ διπλῆ γνώμη. Μεταξὺ τῶν ἐρωτημάτων, τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω—πρέπει νὰ γίνηται πάντοτε διάκρισις μεταξὺ ἐρωτήσεων καὶ ἐπερωτήσεων —ἦτο καὶ τοῦτο. Παρεκάλουν νὰ γείνῃ μία ἔκθεσις τῆς μάχης τῶν Λειβαδίων. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὑπάρχωσι πρόχειρα τὰ μέσα τῆς τοιαύτης ἐκθέσεως, τοὐλάχιστον πρέπει νὰ μάθωμεν, ἐξῆλθε τουρκικὸς στρατὸς ἐκ Χανίων, ἵνα λάβῃ μέρος εἰς τὴν μάχην, καὶ κατατροπωθεὶς ἐπανῆλθεν εἰς τὸ φρούριον; Ὑποθέτω ὅτι διὰ τοιοῦτον ἐρώτημα δὲν χρειάζεται ἔγγραφος διατύπωσις. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω πρὸ μικροῦ καὶ ἄλλην ἐρώτησιν. Δὲν γνωρίζομεν ἀκόμη, ἂν ὑπάρχῃ ἢ ὄχι εἰρηνικὸς ἀποκλεισμὸς, καὶ ὑπὸ ποίας συνθήκας, ἐὰν ἦναι ἐν γνώσει αὐτοῦ αἱ Κυβερνήσεις, καὶ ἐν τίνι δικαιώματι συνελήφθη τὸ «Λαύριον», τὸ ὁποῖον εἶχε φάρμακα. Περὶ τούτων οὐδὲν γινώσκομεν. Καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ πληροφορίας· διότι δὲν ὑφίσταται, νομίζω, ἀνάγκη ἐγγράφου διατυπώσεως.

§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἐρώτημα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βόλου ἔχει ἀληθῶς σημασίαν καὶ εἶναι ἄξιον μελέτης. Ἐάν τις ἤθελεν ἀναδράμει εἰς τοὺς κανόνας τοῦ διεθνοῦς δικαίου, ἤθελε πολλαχοῦ προσκόψει, διότι ἤθελεν εὑρεθῇ ἐν ἀπορίᾳ, ἂν τὰ ἐν Κρήτῃ διαδραματιζόμενα ἀποτελοῦσιν ἐνάσκησιν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα τὸ διεθνὲς δίκαιον ἔχει ἀναγνωρίσει ὡς ὑπάρχοντα. Ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου περὶ ἀποκλεισμῶν εἰρηνικῶν. Τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦτον ἔδωκαν εἰς ἀποκλεισμοὺς γενομένους κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἀλλὰ τὸ διεθνὲς δίκαιον δὲν ἀναγνωρίζει εἰρηνικοὺς ἀποκλεισμούς, καὶ ἐνόσῳ οἱ κανόνες τοῦ διεθνοῦς δικαίου δὲν ἀναγνωρίζουσι τοιαῦτα δικαιώματα, οἱ εἰρηνικοὶ ἀποκλεισμοί εἰσι πάντοτε πράξεις βίας, τὴν ὁποίαν οἱ ἰσχυρότεροι μετέρχονται κατὰ τῶν ἀσθενεστέρων. Ἐὰν μὲ ἐρωτήσητε δυνάμει τίνος κανόνος οἱ ναύαρχοι τῶν ἡνωμένων στόλων τῆς Εὐρώπης κατέπλευσαν εἰς τὴν νῆσον, πρέπει νὰ ἀναδράμω εἰς τοὺς γενικοὺς κανόνας τῆς φιλανθρωπίας, ἢ πρέπει νὰ ἀναδράμω εἰς τὸ γενικὸν εὐρωπαϊκὸν συμφέρον τῆς προλήψεως ἀφορμῶν, δυναμένων νὰ διαταράξωσι τὴν παγκόσμιον εἰρήνην· διότι ἄλλως δὲν δύναται νὰ κριθῇ ὁμαλὴ πρᾶξις ἡ κάθοδος ἐνόπλων δυνάμεων εἰς χώραν, καθ’ ἧς δὲν ἐκηρύχθη ὁ πόλεμος, καὶ εἰς χώραν, ἥτις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κυβερνᾷ αὐτὴ ἑαυτήν. Ἡμεῖς ἐν τῇ ἐρεύνη ταύτῃ, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, ὅταν τὸ πρῶτον ἐμάθομεν ὅτι πλοῖα τῶν ἡνωμένων στόλων κατέπλευσαν εἰς τὴν Κρήτην, ηὐλογήσαμεν τὸν σκοπὸν, διότι ἐφρονοῦμεν, ὅτι αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις, διδαχθεῖσαι ἐκ τοῦ παρελθόντος περὶ τῶν ἐν Κρήτῃ συμβαινόντων, καὶ γνωρίζουσαι τὰς τάσεις τοῦ ἐν Κρήτῃ στρατοῦ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἐν Κρήτῃ Μωαμεθανικῶν πληθυσμῶν, ἔσπευδον ἐκεῖ, ἵνα σώσωσι τὸ Χριστιανικὸν πλήρωμα ἀπὸ κακώσεων καὶ βιαιοπραγιῶν, ἀπὸ δηώσεων καὶ λεηλασιῶν. Εὕρισκόν τινες ἀνεξήγητον τὴν πορείαν ἡμῶν, ὅταν ἐδικαιολόγουν αὐτὴν, λέγων πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐμμένομεν ἐπισκοποῦντες, διότι τοιαύτην εἴχομεν προσδοκίαν. Ἀλλ’ ὅταν, τῶν πλοίων τῶν ξένων στόλων ἐλιμενισμένων ἐν τῷ λιμένι Χανίων, ὁ Μωαμεθανικὸς πληθυσμὸς, ἐπίκουρον ἔχων τὴν δύναμιν τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, κατέκαιε τὴν πόλιν τῶν Χανίων, καὶ ἐλεητάτει αὐτὴν, καὶ ἐφόνευε θύματα ἀθῶα, καὶ ἐβλέπομεν ὅτι ἡ παρουσία τῶν πλοίων εἰς οὐδὲν συνετέλει, ἵνα προλάβῃ τοιαῦτα ἀνόσια ἔργα, ἐσπεύσαμεν νὰ ἀποστείλωμεν δύο πλοῖα τοῦ στόλου ἡμῶν, ἵνα προσφέρωσι κἂν ταῦτα συνδρομὴν καὶ ἐπικουρίαν εἰς τοὺς ἀτυχεῖς ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἡ ὕπαρξις ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὴν σπάθην φανατικοῦ ὄχλου ἢ ἀγρίων ὀρδῶν, ἡ δὲ περιουσία ἦτο ὑπὸ λεηλασίαν καὶ ὑπὸ ἐμπρησμόν. Ἀλλὰ τίνι δικαιώματι οἱ ναύαρχοι τῶν ἡνωμένων στόλων ἐξέδιδον κανονισμοὺς καὶ ἐκοινοποίησαν αὐτοὺς εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς θωρηκτῆς μοίρας ἢ εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ; Ἀφοῦ τὴν παρουσίαν τῶν στόλων δὲν δύναμαι νὰ δικαιολογήσω ἢ ἀνατρέχων εἰς τὰς γενικὰς ἀρχὰς τῆς φιλανθρωπίας καὶ εἰς τὸ καθῆκον τῆς προλήψεως πράξεων, αἵτινες ἤθελον διακινδυνεύσει τὴν εὐρωπαϊκὴν εἰρήνην, πρέπει εἰς τοὺς λόγους τούτους νὰ ἀναγάγω τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἐζήτησαν οἱ στόλαρχοι νὰ ἐνασκήσωσιν, ἐφ’ ὅσον αἱ πράξεις αὐτῶν ἐξυπηρέτουν εἴτε τὸν ἕνα εἴτε τὸν ἄλλον τῶν εἰρημένων σκοπῶν. Οἱ στόλαρχοι ἀληθῶς ἀνεκοίνωσαν, ἂν δὲν σφάλλωμαι,—διότι δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει ῥητὰ ἔγγραφα, ἡ δὲ μνήμη μου δὲν εἶναι πλέον τόσον ζωηρὰ καὶ ἀκμαία,— ἀνεκοίνωσαν ὅτι θεωροῦσιν ἐν ἀποκλεισμῷ τὸν κόλπον τῶν Χανίων. Εἶναι δικαίωμα ἐκ τοῦ διεθνοῦς δικαίου παραγόμενον; Οὐδαμοῦ εὑρίσκω τοῦτο, διότι δὲν εἶχε κηρυχθῆ πόλεμος κατὰ τῆς Τουρκίας, ἀλλ’ ἔπραττον βεβαίως τοῦτο, διότι ὑπέλαβον, ὅτι ἐξυπηρέτουν τὸν ἕτερον ἢ καὶ τοὺς δύο τῶν εἰρημένων σκοπῶν, ὅτι προελάμβανον τὰς συγκρούσεις ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ κόλπου τῶν Χανίων, τὰς αἱματοχυσίας, τὰς συγκρούσεις, αἵτινες ἠδύναντο νὰ ἐπιφέρωσι τὸν πόλεμον μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν, τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας, ἢ διότι ὑπελάμβανον ὅτι ἔπραττον πρᾶξιν φιλανθρωπίας, προλαμβάνοντες ἢ παρακωλύοντες τὰς ἐχθροπραξίας. Ἡμεῖς δικαίωμα εἴχομεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔδιδεν ἡ καταγωγὴ ἡμῶν, τὸ ὁμόφυλον, τὸ ὁμόθρησκον, καὶ προσέτι καὶ τὸ συμφέρον τοῦ προορισμοῦ τοῦ μικροῦ τούτου Κράτους. Καὶ ἀληθῶς δὲν δύναταί τις ν’ ἀμφισβητήσῃ ἢ νὰ ἐπικρίνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συμβαίνει ἐν τῷ ἐλευθέρῳ Ἑλληνικῷ βασιλείῳ, οὐδ’ ἰσχυρίσθην ὅτι τοῦτο εἶναί τι ἔκτροπον ἢ παρατράγῳδον. Καὶ πάντες γνωρίζετε τί συμβαίνει ὅταν ἀκούηται μία φωνὴ ἐπὶ τῆς δυστυχοῦς ἐκείνης νήσου. Συγκινεῖται ἅπαν τὸ Ἑλληνικὸν, ὅταν δὲ αἱ συγκινήσεις αὗται ἐπέρχωνται, —καὶ ἐπέρχονται κατὰ τριμηνίαν, ἢ καθ’ ἑξαμηνίαν,—ὁμοιάζουσι πρὸς τοὺς παροξυσμοὺς τῆς ἐπιληψίας, οἵτινες ἐνσκήπτουσιν εἰς σώματα ἀνθρώπινα· καὶ ἂν μὲν τὰ σώματα τὰ ἀνθρώπινα ἦναι ἀκμαῖα καὶ ἰσχυρὰ, ταῦτα ἀντέχουσιν εἰς τοὺς κλονισμοὺς τούτους, ἐὰν ὅμως ἦναι ἀσθενῆ ἢ καχεκτικά, ταῦτα ἀποστέλλονται εἰς τὸν Ἅδην. Τίς ἀγνοεῖ, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ὅσην καὶ ἂν ἔχῃ ἀκμαίαν ζωὴν, ὅσην καὶ ἂν ἔχῃ εὐρωστίαν ἤθους καὶ φρονήματος, εἶναι Κράτος μικρὸν, εἶναι Κράτος περιαχθὲν εἰς λίαν δυσαρέστους οἰκονομικὰς περιστάσεις, ὀφεῖλον δὲ νὰ μεριμνᾷ, ἵνα τὰ μέσα αὐτοῦ διατίθενται οὕτως, ὥστε νὰ μὴ εὑρεθῇ μίαν ἡμέραν στερούμενον τοὺς ὅρους τῆς ἰδίας αὐτοῦ ὑπάρξεως; Λοιπὸν δικαίωμα εἴχομεν καὶ καθῆκον νὰ παραστήσωμεν εἰς τοὺς ναυάρχους τῶν ἡνωμένων στόλων, ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀνήγγελλον, ἀναιροῦσι τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον παρέστημεν εἰς τὴν Κρήτην. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἢ δὲν γνωρίζω, τί οἱ ναύαρχοι ἀπήντησαν. Ἀλλὰ δικαίωμα εἴχομεν νὰ παραστήσωμεν, ὅτι τὰ μέτρα τῶν ἀποκλεισμῶν δὲν ἔπρεπε νὰ παρακωλύωσι τὴν ἐλευθέραν κίνησιν τοῦ ἐν Κρήτῃ Ἑλληνικοῦ στρατιωτικοῦ σώματος, ὅπερ ἀπεστάλη εἰς τὴν μεγαλόνησον, ἵνα ἐκπληρώσῃ σκοπὸν εὐγενῆ ἄλλως καὶ ὑπὸ τοῦ δικαίου ἐνδεδειγμένον ἡμῖν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, ὅτε τὸ πρῶτον ἠγόρευσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ μάθῃ, τί ἐπράξαμεν ἡμεῖς, ὅταν περιῆλθεν εἰς γνῶσιν ἡμῶν ἡ εἴδησις τοῦ ἀπαισίου δράματος τοῦ βομβαρδισμοῦ τοῦ ὀχυροῦ «Φρούδια»! Ἔλεγον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅταν ἀνήγγειλα τὸ δρᾶμα τοῦτο, ὅτι εἴχομεν ἀνάγκην νὰ μάθωμεν, καὶ ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα οἱ ναύαρχοι ἔμελλον νὰ λάβωσιν ἐπὶ τοῦ κόλπου τῶν Χανίων, καὶ ἐν περιπτώσει, λέγω, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχον δικαίωμα νὰ λάβωσι τὰ μέτρα ἐκεῖνα, νὰ μάθωμεν ἐὰν τὰ μέτρα ταῦτα ὑπεδεικνύοντο ἀπὸ τὴν στάσιν τῶν Χριστιανῶν, οἵτινες ἐμάχοντο ἀμυνόμενοι κατὰ τῶν Τούρκων, ἐπιτιθεμένων κατὰ τῶν κατεχόντων τὸ ὀχυρὸν Χριστιανῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἤμην ἐν πλήρει ἐπιφυλάξει, οὔτε προέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν γνώμην. Παρεκάλεσα μάλιστα αὐτὴν νὰ στέρξῃ, ἵνα λυθῇ ἡ συνεδρίασις. Εἶπον τότε, ὅτι εἴχομεν δύο ἀπορίας, δηλ. ἐὰν τῷ ὄντι οἱ Χριστιανοὶ προσέβαλον δι’ ὅπλων τοὺς Τούρκους, ἢ ἂν πρῶτοι οἱ Ὀθωμανοὶ ἤρξαντο τῆς ἐπιθέσεως τῆς πολεμικῆς ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν. Εἴχομεν ἀμφιβολίας νὰ μάθωμεν, ἐὰν ὑπῆρχε περίπτωσις, δικαιολογοῦσα τὰ μέτρα τῶν ναυάρχων ὅτε ἤθελε κριθῆ ὅτι ἔσφαλον οἱ Χριστιανοὶ, καὶ ὅτε ἐδικαιολογεῖτο ἐπίθεσις, ἔστω καὶ ἀγρία, κατ’ αὐτῶν, ἢ ἐὰν οἱ Χριστιανοὶ δὲν ἔσφαλον, ὅτε ἡ ἐπίθεσις δὲν ἦτο μόνον ἀγρία, δὲν ἦτο μόνον ἀνόσιος, ἀλλ’ ἦτο καὶ ἄδικος. Πόθεν ἠθέλομεν λάβει τὴν πληροφορίαν; Περιεμένομεν τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ναυτικῆς μοίρας, διότι αὐτὸς, διοικῶν τὴν ναυτικὴν μοῖραν, τὴν θωρηκτὴν, τὴν ἀποσταλεῖσαν εἰς Κρήτην, ἱστάμενος ἐπὶ τοῦ καταστρώματος τοῦ πλοίου, ἐφ’ οὗ ἐπέβαινεν, ἐπισκοπῶν καὶ ἀντιλαμβανόμενος πάντων τῶν γινομένων, καθῆκον εἶχε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν λεπτομερῆ ἔκθεσιν τῶν λαβόντων χώραν. Ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαμπάκας προέβαλε τὴν πρότασιν αὐτοῦ, διὰ τῆς ὁποίας προὐκάλει τὴν Βουλὴν, ἵνα ἀποφήνηται γνώμην ἐπὶ τοῦ βομβαρδισμοῦ, κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἀνέστην τότε καὶ παρετήρησα, ὅτι καλὸν ἦτο νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διότι δὲν εἴχομεν ἔτι τότε τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς θωρηκτῆς μοίρας. Ἀλλὰ δὲν ἀντέστην, ἵνα ψηφοφορηθῇ· διότι, ἂν καὶ δὲν εἴχομεν τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς θωρηκτῆς μοίρας, ὑπέθετον ὅμως, ὅτι πολὺ πιθανὸν ἦτο νὰ μὴ εἶχον ἀρχίσει τὴν ἐπίθεσιν οἱ Χριστιανοί, ἀλλ’ οἱ Τοῦρκοι, καὶ τὸ ὀχυρὸν, πιθανὸν ἦτο, νὰ ἦναι ἐκτὸς τῆς ζώνης· ἐστηριζόμην δὲ εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἔχων ὑπ’ ὄψει μου τὸν χάρτην τῆς Κρήτης, καὶ ἀσχολούμενος νὰ μετρήσω τὰ διάφορα διαστήματα. Ὅταν ὅμως ἐλάβομεν τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς θωρηκτῆς μοίρας, βεβαίως δὲν ἐσταυρώσαμεν τὰς χεῖρας. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὠφείλομεν νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ ὡς Κράτος ἐλεύθερον καὶ ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνισμοῦ (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς αἰθούσης). Ἡ πρᾶξις δὲν ἦτο μόνον ἀνόσιος, διότι χριστιανικαὶ βολαὶ κατέπιπτον κατὰ Χριστιανῶν, ὅπως ὑπερασπίσωσι τοὺς Μωαμεθανοὺς, οἵτινες ἐτυράννουν· δὲν ἦτο μόνον ἀγρία, διότι καθ’ ὁμάδος μαχίμων μαχητῶν ἔστρεφον παγκρατεῖς καὶ πανίσχυροι στόλοι τὰ τηλεβόλα των καὶ ἔῤῥιπτον 100 καὶ πλέον ὀβίδας, ἵνα ἐξολοθρεύσωσιν αὐτοὺς, ἀλλ’ ἦτο καὶ πρᾶξις ἄδικος. Δὲν ὑπῆρχε δικαίωμα, ἔστω καὶ ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους οἱ κύριοι ναύαρχοι τῶν ἡνωμένων στόλων ἐνόμιζον ὅτι ἐνήργουν ἐν τῷ λιμένι τῶν Χανίων, δὲν ὑπῆρχε δικαίωμα, ἵνα βομβαρδίσωσι τὸ ὀχυρὸν τῶν Φρουδίων. Διὰ τοῦτο ἐσπεύσαμεν νὰ παρακαλέσωμεν τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Βασιλέως ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν μεγάλων Κρατῶν νὰ δηλώσωσι τὸ ἀληθὲς φρόνημα ἡμῶν, καὶ τὸ ἀληθὲς φρόνημα ἡμῶν ἦτο, ὅτι ᾐσθανόμεθα τὴν θλίψιν, διότι τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν εἶναι μικρὸν (εὖγε! εὖγε! καὶ ζωηρὰ χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων). Παρακαλέσαμεν τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Βασιλέως νὰ εἴπωσι πρὸς τοὺς κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι, ἂν καὶ ἐλπίζομεν, ὅτι οἱ κύριοι ναύαρχοι τῶν ἡνωμένων στόλων ἐνήργουν ἄνευ ὁδηγιῶν τῶν Κυβερνήσεων αὐτῶν, ὀφείλομεν νὰ μὴ κρύψωμεν, ὅτι λυπούμεθα διότι δὲν εἴχομεν τὴν δύναμιν νὰ ἐμποδίσωμεν ἢ νὰ καταστείλωμεν τὴν ἀπαισίαν ἐκείνην πρᾶξιν (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς αἰθούσης). Καὶ ἐπειδὴ, ὡς ἔλεγον, δὲν ὡμιλοῦμεν ἐν ὀνόματι μόνον τοῦ ἐλευθέρου Βασιλείου, ἀλλ’ ὡμιλοῦμεν καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ Ἑλληνισμοῦ, δὲν ἐδιστάσαμεν νὰ παρακαλέσωμεν τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Βασιλέως νὰ διαμαρτυρηθῶσι κατὰ τῆς τοιαύτης πράξεως, ἡ ὁποία τοσοῦτον ἄντικρυς ἀντιτίθεται εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς φιλανθρωπίας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ, τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ ἐξυπηρετῇ ἡ πολιτικὴ τῆς Εὐρώπης. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα ἐκ τε τῆς αἰθούσης καὶ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).

§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις νὰ ἀγορεύσῃ;

§74ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται μετὰ τὰ λεχθέντα νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.

§75Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸ διάστημα τῶν ὀλίγων ἡμερῶν, αἱ ὁποῖαι διέῤῥευσαν ἀπὸ τῆς τελευταίας συνεδριάσεως, ἀνηγγέλθησαν ὡς λαβόντα χώραν γεγονότα, τῶν ὁποίων τινὰ μὲν περιῆλθον εἰς γνῶσίν μου ἐπισήμως, τινὰ δὲ δὲν περιῆλθον εἰς γνῶσίν μου ἐπισήμως. Ἐὰν ὁ ἐκ Κυθήρων κ. Βουλευτὴς ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ προλέγῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐν ταύτῃ ἢ ἐν ἐκείνῃ τῇ περιπτώσει ὁ λαὸς θέλει μᾶς σαρώσει, δὲν παραπονοῦμαι διὰ τὸ θάῤῥος αὐτοῦ, ἀλλ’ ἔχω τὴν εὔλογον ἐπιθυμίαν νὰ μανθάνω πάντοτε, ἐὰν ἡμεῖς ὑπάρχωμεν νομίμως καὶ ἐὰν δυνάμεθα νομίμως νὰ ἐνεργῶμεν, διότι οὐδέποτε στέργομεν νὰ κηρυχθῶμεν ἐπιβάται τῆς ἀρχῆς. Πρὸ μικροῦ ἀνηγγέλλετο ὑπουργικὴ κρίσις, καὶ αἱ πεποιθήσεις τοῦ κόσμου ἐκλονίζοντο, καὶ δὲν γνωρίζω ποίας οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἐλάμβανον πληροφορίας, ἢ ποίαν δύνανται νὰ ἔχωσι γνώμην περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὁμιλῶ περὶ τοῦ λαοῦ τῶν ἐπαρχιῶν. Τί νὰ εἴπω περὶ τοῦ λαοῦ τοῦ ἐκτὸς τοῦ Κράτους βιοῦντος Ἑλληνικοῦ; ἢ τί νὰ εἴπω περὶ τῶν ἐν ταῖς μεγάλαις πρωτευούσαις διατριβόντων; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἔχομεν δικαίωμα νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Βουλὴν νὰ δώσῃ εὐσυνείδητον ψῆφον, ἐὰν στέργῃ νὰ μᾶς δίδῃ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς, ἵνα ἐνεργῶμεν μετὰ πάσης πεποιθήσεως, ἢ ἐὰν διστάζῃ νὰ μᾶς δώσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς, ὅπως τέλος πάντων ὁδηγηθῇ καὶ τὸ Στέμμα, ἵνα καταστήσῃ Κυβέρνησιν καὶ διέλθῃ τὰς δυσχερεῖς ταύτας καὶ κρισίμους περιστάσεις.

§76ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Κατὰ τὰς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις περὶ τῶν γεγενημένων καὶ τῶν μελλόντων γενέσθαι ὑπὲρ τῆς ἡρωϊκῶς ἀγωνιζομένης Κρήτης, ἠκολούθησα πάντοτε τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς συνειδήσεώς μου, καὶ ὁμολογῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας μεγίστην ἠσθανόμην ἀνησυχίαν διὰ τὴν ἀπεργίαν τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τὴν σιωπὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ὅμως ἔβλεπον ζωηρὰν τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ταχεῖαν εἰς ἔργα ἀνάλογα τῶν περιστάσεων, ὁμολογῶ ὅτι τὴν ἀργίαν τῆς Βουλῆς ἤθελον θεωρήσει ὡς ἐπιβεβλημένην ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ἀντίληψίς μου ἦτο, ὅτι τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἦσαν σύμφωνα πρὸς τὸ μέγεθος καὶ τὸ κατεπεῖγον τοῦ ἀγῶνος, ὃν ἀγωνιζόμεθα, καὶ ἤμην συγκεκινημένος. Ἡ γενναία τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους στάσις συνεκίνησε τοὺς λαοὺς τῶν ἐθνῶν· ἔξοχοι δημοσιογράφοι καὶ εὐφραδεῖς ῥήτορες τῶν Κοινοβουλίων ἀνέλαβον τὸν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος ἀγῶνα, ἄνδρες ἐξέχοντες εἰς τὸν στρατὸν, προσφέρουσι τοὺς βραχίονας αὐτῶν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, οἱ σοφοὶ τῶν ἐθνῶν, καθηγηταὶ καὶ πρυτάνεις, ἐνθαῤῥύνουσι τὴν νεολαίαν τῶν Πανεπιστημίων τῆς Εὐρώπης εἰς διαδηλώσεις πολυπληθεῖς, καὶ σπεύδουσιν εἰς τοὺς ἀγῶνας τῆς Κρήτης ἐθελονταὶ ἀνθηρότατοι, ἀνήκοντες εἰς λαμπρὰς οἰκογενείας. Εἰς στιγμὰς κατὰ τὰς ὁποίας ἡ συγκίνησις τῶν λαῶν συνεκλόνισε τὰς Κυβερνήσεις τῆς Εὐρώπης, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ συγκινηθῶμεν ἡμεῖς, τοὺς ὁποίους ἀμέσως ἀφορᾷ ἡ ἱερὰ ὑπόθεσις τῆς Κρήτης; Ἐν τοιαύτῃ συγκινήσει εὑρισκόμενος, ἔσπευσα εἰς τὸ Βουλευτήριον, διὰ νὰ μάθω, ἐὰν εἴχομεν συνεδρίασιν, καὶ ἐρωτήσας ἔμαθον παρά τινος τῶν κλητήρων τῆς Βουλῆς, ὅτι συνεδρίασις δὲν θὰ γείνῃ. Ἠρώτησα ἂν ἦλθον ἄλλοι Βουλευταὶ ἐδῶ, καὶ ἔμαθον ὅτι εἰς τὸ δωμάτιον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως παραμένουσί τινες ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Δι’ ἐμὲ, κύριοι Βουλευταί, ποῖοι μένουσιν εἰς ταῦτα τὰ δωμάτια καὶ ποῖοι εἰς ἐκεῖνα, δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν, ποῖα εἶναι τὰ πρόσωπα, καὶ ποία ὑστεροβουλία ὑπάρχει εἰς τὴν διάνοιαν αὐτῶν, (ἂν δύναται νὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτης) εἶναι ἔρευνα δι’ ἐμὲ περιττή· ἐνδιαφέρει ἐμὲ πᾶσα συνάντησις καὶ πᾶσα συνομιλία καὶ συζήτησις μετὰ παντὸς Βουλευτοῦ κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ἐπὶ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα πρόκεινται ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν. Εἰσῆλθον εἰς ἓν δωμάτιον, εἰς τὸ ὁποῖον συνεδρίαζον ἄνδρες ἀνήκοντες εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τοῦτο ἦτο ἀρκετὸν, διετέλουν δὲ ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ, τίνες καὶ πόσοι ἦσαν, καὶ εἶπον ἀμέσως πρὸς τοὺς Κυρίους, οἱ ὁποῖοι μὲ παρεκάλεσαν νὰ λάβω μίαν θέσιν: «Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ σᾶς ἐξηγήσω, πῶς εὑρέθην ἐν τῷ μέσῳ ὑμῶν. Ἦλθον εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα πληροφορηθῶ, ἐὰν θὰ γείνῃ συνεδρίασις, καὶ πληροφορηθεὶς ὅτι δὲν θὰ γείνῃ, ἔμαθον συγχρόνως, ὅτι εὑρίσκοντό τινες τῶν κυρίων Βουλευτῶν εἰς τὸ δωμάτιον τοῦτο. Ὁμολογῶ ὅτι κατέχομαι ὑπὸ συγκινήσεως, καὶ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι πάντας ὑμᾶς κατέχει ἡ αὐτὴ συγκίνησις. Τὴν συγκίνησιν ταύτην αἰσθάνομαι, ἕνεκα τῆς ἀργίας τῆς Βουλῆς καὶ ἕνεκα τῆς ἀπραξίας τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἔργα δραστήρια καὶ κατεπείγοντα. Καὶ εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, (εἶπον πρὸς τοὺς συνεδρεύοντας εἰς τὸ δωμάτιον κυρίους Βουλευτὰς) ὅτι, ἐνῷ ἡ Βουλὴ ἅπασα συνεζήτει κατὰ τὴν 11 Φεβρουαρίου ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἐκ Καλαμπάκας κ. Βουλευτοῦ, τὴν ὁποίαν ἔμελλε νὰ ἀποστείλῃ εἰς τὰς Εὐρωπαϊκὰς Κυβερνήσεις, ἐκφράζουσα τὸ ἄλγος αὐτῆς διὰ τὸν βομβαρδισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοπέδου ὑπὸ τοῦ στόλου τῶν Δυνάμεων, ἐγὼ, λαβὼν τὸν λόγον, εἶπον, ὅτι δὲν εἶμαι οὔτε ὑπὲρ οὔτε κατὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς. Δι’ ἐμὲ ἡ πρότασις αὕτη εἶναι ἀδιάφορος, μολονότι φέρεται ὑπὸ πολυτίμου καὶ ἀγαπητοῦ φίλου καὶ συμμαθητοῦ. Ἀντὶ πάσης ἄλλης προτάσεως ταύτην νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀπευθύνωμεν τὴν ἐρώτησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους, μετὰ τὴν ἀπαισίαν τοῦ βομβαρδισμοῦ πρᾶξιν κατὰ τοῦ Ἑλλην. στρατοπέδου ἐν Κρήτῃ: ποῖα μέτρα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις εἰς ἀπάντησιν τῶν ναυάρχων καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Εὐρώπης περὶ τῆς ἀποφάσεως, ἣν ἔλαβεν ἡ Ἑλλάς; Ἐκάλεσε τάξεις τινὰς τῶν ἐφέδρων εἰς τὸν στρατόν; ἐκήρυξε τὸ Κράτος, εἰς ἐπιστράτευσιν; ἐκάλεσε τοὺς ἁρμοδίους διοικητὰς τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν δυνάμεων τῆς χώρας, καὶ διέταξεν αὐτοὺς νὰ ἀναλάβωσι τὴν διοίκησιν τῶν σωμάτων τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν πολεμικῶν πλοίων; Αἱ λέξεις αὗται, ἰδίως αὗται, εἶχον δι’ ἐμὲ βαθεῖαν ἔννοιαν, διότι πάντες γνωρίζετε, τί δύνανται νὰ πράξωσιν ἄνδρες σεβόμενοι τὸ ὄνομά των, τὸ ὁποῖον διὰ μεγάλων θυσιῶν καὶ πολλῶν αἱμάτων οἱ πατέρες αὐτῶν παρέδωκαν ἀθάνατον καὶ ἔνδοξον. Συνεκρότησεν ἐπιτελεῖον στρατοῦ; ἔκαμε σχέδιον πολέμου;» Πάντα ταῦτα ἔλεγον, καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα παραλείπω, πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους τῆς πλευρᾶς ἐκείνης (δεικνύει τὴν ἀριστεράν). Ὅταν δὲ ὑπεδείχθη πρὸς ἐμὲ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἦτο ὑπὸ συζήτησιν, καὶ παρετήρησα ὅτι ἐν τῷ ἐγγράφῳ αὐτῷ ὑπεστηρίζοντο ὅσα ἐγὼ ἀπὸ τῆς 11 Φεβρουαρίου ἐντεῦθεν ἔλεγον, παροτρύνων τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἐνέργειαν, τὸ ὑπέγραψα, μὲ πλήρη τὴν συνείδησιν, ὅτι ἐπιτελῶ τὸ καθῆκόν μου. Ἐννοεῖται, ὅτι ἐν τῇ συζητήσει, ἥτις ἐγένετο, διεγράφησάν τινα μέρη, καὶ ἐκρίθη ἀρκετὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζετε ἤδη. Δὲν καταγίνομαι πολὺ εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν λέξεων, ἀλλ’ εἰς τὴν ἔκφρασιν τῶν ἐννοιῶν. Δὲν γνωρίζω, ἂν εἶχέ τι τὸ πικρὸν, γνωρίζω ὅμως, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἐγγράφου ἦτο ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐνόουν, ὅτε ὡμίλουν ἐν τῇ Βουλῇ. Χαίρω δ’ ὅτι ὁ ἰθύνων τὴν Κυβέρνησιν, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξέθεσε τὰ μέχρι τοῦδε γεγενημένα διὰ διπλωματικῶν διακοινώσεων πρὸς τὰς Δυνάμεις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ εὐχηθῶ δὲ, θέλων νὰ ἐλπίζω εἰς τὴν διοίκησιν αὐτοῦ, (καὶ ἀπεύχομαι τοὐναντίον) τὰς διπλωματικὰς διακοινώσεις ν’ ἀκολουθήσωσι τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἦναι ἄξια τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς· διότι διὰ μόνον τῶν διπλωματικῶν διακοινώσεων δὲν θὰ πείσωμεν οὔτε τὴν Ἑλλάδα οὔτε τὴν Εὐρώπην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπετέλεσε τὸ καθῆκον αὐτῆς· τὰ ἔργα πρέπει νὰ ἦναι ἀνάλογα τῶν λόγων καὶ τῶν ἐγγράφων διακοινώσεων, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς κάμνει τὴν ὥραν ταύτην. Καὶ ἂς μὴ λησμονήσῃ οὔτε μίαν στιγμὴν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὁλόκληρον τὸ ἔθνος ἔθεσεν εἰς προσοχὴν, διὰ τὸ ὁποῖον ἐγείρονται οἱ ἐλεύθεροι λαοὶ τῆς Εὐρώπης, διὰ τὸ ὁποῖον ἵπτανται οἱ χαιρετισμοὶ ἐξόχων ἀνδρῶν πρὸς τὴν μητέρα Ἑλλάδα, καὶ τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Κρήτης, καὶ εἰς τὴν ἕνωσιν αὐτῆς μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ὅτι δύναταί τις νὰ παρεκκλίνῃ ἐκ τῆς γραμμῆς, τὴν ὁποίαν ἐχάραξε τὸ ἔθνος. Κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας θὰ λάβητε διακοινώσεις, θ’ ἀκούσητε μεγάλους λόγους ὑπὸ Μεγάλων Δυνάμεων· ἀπαιτοῦνται, κύριοι Ὑπουργοὶ, ἰσχυρὰ νεῦρα, καὶ μεγάλαι ἀποφάσεις. Ἐλπίζω ὅτι τὸ θάῤῥος, τὸ ὁποῖον ἀντλεῖτε ἐκ τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου, δὲν θὰ σᾶς ἐγκαταλείψῃ, ἐλπίζω δὲ πρὸ πάντων, ὅτι γνωρίζετε, ὅτι ὑπὸ τὸ ἔδαφος τῆς ἐλευθέρας καὶ τῆς δούλης Ἑλλάδος ἐγκυμονεῖ ἡφαίστειον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκραγῇ· δὲν εἶναι δυνατὸν καμμία δύναμις νὰ τὸ κρατήσῃ. Καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ἀναγκαῖον νὰ κάμητε γνωστὸν εἰς τὰς Εὐρωπαϊκὰς Δυνάμεις, ὅτι, ἐὰν αἱ ἀποφάσεις αὐτῶν αἱ μέλλουσαι ἀφορῶσιν εἰς τὸ νὰ δεσμεύσωσι τὰς χεῖρας τῶν ἐλευθέρων Ἑλλήνων, αἵτινες τείνουσιν εἰς ὑπεράσπισιν τῶν Κρητῶν, πρὸς ἀπελευθέρωσιν αὐτῶν, τὸ ἔθνος εἶναι ἕτοιμον εἰς ἄλλην γραμμὴν νὰ φέρῃ τὸν ἀγῶνα, χωρὶς νὰ ἐρωτήσῃ οὔτε Κυβέρνησιν, οὔτε Βασιλέα, εἰμὴ μόνον τοὺς ἱεροὺς πόθους αὐτοῦ. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς αἰθούσης, ζωηρὰ χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).

§77ΤΟΜΑΝ. Μεγάλα ἔργα, μεγάλαι ἀποφάσεις καὶ τόλμη, ἀνέκραξε πρὸ μικροῦ ὁ κατερχόμενος τοῦ βήματος τούτου ῥήτωρ· ἀλλὰ καὶ πλήρης πεποίθησις (προσθέτω ἐγὼ) εἰς τοὺς δρῶντας κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην ἐκ μέρους ὅλου τοῦ ἔθνους ὀφείλεται, διότι ἡ πεποίθησις αὕτη θέλει αὐξήσει τὸν ἐνθουσιασμὸν, διότι ἡ πεποίθησις αὕτη θέλει ἐμψυχώσει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ ἔθνους καὶ θέλει προκαλέσει τὰς θυσίας καὶ τὰ ἔργα. Ὀρθῶς συνεπῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου μου Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων καὶ μετὰ τὰ θρυληθέντα κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, προέβαλεν ἡμῖν καὶ ἐζήτησε ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Ἐπειδὴ πολλὰ ἀληθῶς κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ἐλέχθησαν, ἐν τῷ ὑπερβολικῷ δὲ ζήλῳ τινῶν, ἀπὸ χρηστοῦ πάντοτε τοῦ συνειδότος, —διότι εἰς οὐδένα ἄλλην σκέψιν, ἄλλην ἀπόφασιν, ἄλλην πρόθεσιν ἀποδίδω κατὰ τὰς ἐπισήμους ταύτας στιγμὰς— διασαλεύοντα ἴσως τὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐμπιστοσύνην, ἐνόμισα ὅτι ἔχω καθῆκον, ἔχων ἐντολὴν καὶ ἐκ μέρους ὁμάδος φίλων μου, περὶ τοὺς εἴκοσιν, ὅπως ποιήσωμαι εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἑξῆς δήλωσιν, διασαφηνίζων ὅτι ἡ ὁμὰς αὕτη τῶν φίλων μου, ἧς ἐλάχιστον μέρος ἀποτελῶ, καὶ φίλων τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ πνεύματος πατριωτικοῦ ὁρμωμένη, προέβη ὅλως ἰδίᾳ εἰς σύσκεψιν καὶ, οὕτως εἰπεῖν, ἀνακοίνωσιν ἁπλῶς ἰδεῶν. Τῆς ὁμάδος ταύτης τὸν σκοπὸν διερμηνεύων καὶ τὸ φρόνημα, δηλῶ ὑμῖν, ὅτι πειθόμενοι ἐκ τῶν ἀνακοινώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ τῶν κατ’ ἰδίαν γενομένων πρὸς συναδέλφους, ὅτι ἐμμένει οὗτος εὐσταθῶς εἰς τὴν παρ’ ὅλου τοῦ ἔθνους διαχαραχθεῖσαν ἐθνικὴν πολιτικὴν, θέλομεν, ὡς φίλοι, ἀνήκοντες εἰς τὴν μερίδα ταύτην, ἀλλὰ πρωτίστως ὡς Ἕλληνες, ἀνήκοντες εἰς τὸ ἔθνος, θέλομεν δώσει πλήρη καὶ ἀκεραίαν τὴν ἐμπιστοσύνην ἡμῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς, χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).

§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τζανετάκης, βουλευτὴς Γυθείου, κατέθηκε τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα, πλήρη ἔχουσα πεποίθησιν ἐπὶ τὴν ἐθικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἐκδηλοῖ καὶ αὖθις τὴν πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνην της.»

§79ΣΤΑΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.

§81ΣΤΑΗΣ. Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ ἁρμόδιος, ἵνα ὑποδείξω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἦτο ἡ κατάλληλος στιγμή, ἵνα ζητήσῃ καὶ πάλιν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν...

§82ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Σεῖς τὰ θέλετε. Σὺ εἶπες ὅτι δὲν ὑπάρχει Κυβέρνησις.

§83ΣΤΑΗΣ. .. Εἶναι δικαίωμα τοῦ ἡγουμένου τῆς πλειοψηφίας, ἵνα κανονίζῃ τὰ τοιαῦτα ζητήματα· ἀλλ’ ὀφείλω, ἐπειδὴ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῶν ἐμῶν στηριχθεὶς παρατηρήσεων, ἐζήτησε ψῆφον ἐμπιστοσύνης, νὰ εἴπω ὀλίγας τινὰς λέξεις, αἱ ὁποῖαι θέλουσι δηλώσει κατὰ τίνα τρόπον καὶ ἐγὼ ἀντελήφθην τὰ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λεχθέντα. Καίτοι μετὰ προσοχῆς ἠκολούθησα ἀγορεύοντα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, δυστυχῶς δὲν ἠδυνήθην νὰ διΐδω ἐν τοῖς λόγοις αὐτοῦ τὰς ἀποφάσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐνέπνευσαν τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν ἐκ Σύρου κ. συνάδελφον, τὴν ἐμπιστοσύνην ἐκείνην, ἡ ὁποία ἤρκεσεν, ἵνα μετατρέψῃ καὶ ἀποδιώξῃ τοὺς φόβους, οἱ ὁποῖοι μέχρι τῆς χθὲς καὶ προχθὲς εἶχον καταλάβει αὐτὸν καὶ ἑτέρους εἴκοσι πέντε συναδέλφους τῆς πλειοψηφίας. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, μίαν καὶ μόνην ἰδέαν ἤκουσα, περὶ τὴν ὁποίαν περιεστρέφετο ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ ὁποία, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, κατάπληξιν μοὶ ἐπροξένησε. Τὴν ἰδέαν ταύτην ἐτόνισε καὶ διὰ μακρῶν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τὴν ἰδέαν ταύτην καὶ τὰ ἀκροατήρια καὶ ἡ Βουλὴ διὰ χειροκροτημάτων ἐπεδοκίμασαν· ἀλλ’ ἡ ἰδέα αὕτη δὲν εἶναι ἐπαρκής, ἵνα ζητήσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς ὁ κ. Πρωθυπουργός. Μία ἦτο ἡ ἰδέα, ἡ ὁποία ἐκυριάρχει ἐν τῇ ὁμιλίᾳ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐλυπήθη, διότι ἡ Ἑλλὰς εἶναι μικρὰ καὶ δὲν δύναται νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν ἐν Κρήτῃ βομβαρδισμὸν τῶν Χριστιανῶν ὑπὸ τῶν εὐρωπαϊκῶν στόλων. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διὰ τὴν ἰδέαν ταύτην θὰ δώσητε ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ἡ ὁποία θὰ περιέχῃ τὸν θάνατον τῆς Κρήτης.

§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον;

§85ΡΑΛΛΗΣ. Μετὰ πολλῆς, Κύριοι, δεξιότητος κοινοβουλευτικῆς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς ψυχολογικῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ, πιεζομένη ἐκ τῆς ἀδικίας, ἥτις προσεγένετο εἰς ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, ἐπεκρότησεν εἰς τὴν διαμαρτυρίαν, ἣν ἐντεῦθεν διετύπωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας. Ἐὰν ψῆφον ἐμπιστοσύνης ζητῇ διὰ τὴν διαμαρτυρίαν ταύτην, οὐδεὶς βεβαίως θέλει τῷ ἀρνηθῇ ταύτην· ἐὰν ὅμως ψῆφον ἐμπιστοσύνης ζητῇ δι’ ὅλα, ὅσα μέχρι σήμερον ἔπραξεν ἢ δὲν ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται ἢ νὰ τῷ ἀρνηθῇ ταύτην. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σᾶς ἀνεκοίνωσε τὴν ἀπάντησιν, ἥτις ἐνεθουσίασε τὴν Βουλήν, τὴν ἀπάντησιν, ἣν τὴν 7 Φεβρουαρίου ἔδωκεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πρὸς τὰ κελεύσματα τῆς Εὐρώπης. Καὶ ἀνεμένομεν πάντες νὰ πληροφορηθῶμεν, τίς ὑπῆρξεν ἡ ἀνταπάντησις ἐκ μέρους τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, τῶν διατυπωσασῶν τὰ πέντε κελεύσματα· ἀλλὰ κατὰ συνήθη τακτικὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἀνταπάντησιν ταύτην ἠθέλησε ν’ ἀποκρύψῃ· ὑπεσχέθη ὅτι θὰ δώσῃ πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἀνταπαντήσεως, οὐδ’ ἠρνήθη ὅτι ἔχει ταύτην, ἀλλὰ δὲν ἀνεκοίνωσεν ἡμῖν αὐτήν· καὶ ἐν τούτοις αὕτη ἀποτελεῖ τὴν κλεῖδα τῆς καλῆς ἢ κακῆς διεξαγωγῆς τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος, καὶ ἐντεῦθεν καὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον ἔθηκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.

§86ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ ἀνταπάντησις;

§87ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἀνταπάντησις τῶν Δυνάμεων, μάλιστα. Διότι μετὰ τὴν ἀπάντησιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε, Κύριοι, ὅτι ἐπῆλθε μία ἄλλη ἀπάντησις, ἡ ἀπάντησις τῶν τηλεβόλων τοῦ διεθνοῦς στόλου. Καὶ ἀπήντησε μὲν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τὴν 7 Φεβρουαρίου, ἀλλὰ τὴν 9 Φεβρουαρίου ἐβομβαρδίζετο τὸ Ἀκρωτῆρι καὶ οἱ ἐν αὐτῷ ἐπαναστάται. Καὶ ὑπὸ τίνας ὅρους; ὑπὸ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξέθηκεν ἐνώπιον ἡμῶν, οὐχὶ πλέον κατὰ παράβασιν ὅλων τῶν διεθνῶν νομίμων, ἀλλὰ κατὰ παράβασιν καὶ αὐτῶν τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους ἐπέβαλεν ἡ ἀνωτέρα βία τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος· διότι μεταξὺ τῶν πέντε ὅρων, τῶν χαρακτηρισθέντων παραδόξως ὡς ἐπιθυμιῶν, δὲν δύναταί τις νὰ ἀνεύρῃ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δικαιολογεῖ τὸν βομβαρδισμὸν τῆς 9 Φεβρουαρίου. Ἐὰν δὲ ἐπιστώθη, ὡς ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οἱ βομβαρδισθέντες ἦσαν ἐκτὸς τῆς ζώνης τοῦ φρουρίου τῶν Χανίων καὶ τῆς πόλεως τῶν Χανίων, οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογήσῃ τις τὴν πρᾶξιν ἐκείνην. Ἀλλ’ ὡς μόνον τρόπον διαμαρτυρίας κατὰ τῆς ἀδίκου καὶ ἐκθέσμου ἐκείνης πράξεως, ὡς τὴν ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εὗρε παρὰ ἕνα καὶ μόνον, τὴν δήλωσιν ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι μικρὰ, ὅπως τὴν ἀδικίαν τὴν γενομένην αὐτῇ διεκδικήσῃ. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι παραδείγματα ἐν τῇ ἱστορίᾳ, ὄχι τῇ ἀρχαιοτάτῃ, ὄχι τῇ ἀρχαίᾳ, ἀλλὰ τῇ νεωτάτῃ, περὶ τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον καὶ τὰ μικρὰ ἔθνη διεκδικοῦσι τὴν τιμὴν τῆς σημαίας αὑτῶν, διεκδικοῦσι τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτῶν. Εὑρέθη καὶ ἡ Δανία πρὸ μιᾶς ἀνυποστόλου ἀδικίας, τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ ἐπιβάλωσιν αὐτῇ ἡ ἀδικοῦσα ἡμᾶς Γερμανία καὶ ἡ Αὐστρία, ἀλλὰ δὲν περιωρίσθη, ὅπως περιορίζεσθε ὑμεῖς σήμερον, εἰς λόγους κενούς. Οἱ μαχηταὶ οἱ Δανοὶ ἔμειναν μέχρις ἑνὸς ἐπὶ τῶν χαρακωμάτων αὐτῶν, καὶ ὅτε ἐξωντώθησαν μέχρις ἑνὸς, τότε ἡ Πρωσσία καὶ ἡ Αὐστρία ἠδυνήθησαν νὰ καταλάβωσι τὸ Σλέσβιχ–Ὁλστάϊν. Ἀλλὰ σεῖς περιορίζεσθε εἰς πλατωνικὰς ἐκδηλώσεις καὶ εἰς πλατωνικοὺς στεναγμούς· ἐὰν δὲ σᾶς ἐρωτήσῃ τις, ἂν κατεστήσατε ἀξιόμαχον τὸν στόλον ἡμῶν, θὰ καλέσητε τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Οἰτύλου, διὰ νὰ τῷ εἴπητε μυστικόν τι εἰς τὸ οὖς· ἐὰν σᾶς ἐρωτήσῃ τις—καὶ σᾶς τὸ ἐρωτᾷ ἡ «Πρωΐα», ὄχι ἡ ἰδική σας, ἀλλ’ ἡ «Πρωΐα» τῶν Παρισίων,—τί ἔπραξεν ὁ βασιλόπαις Γεώργιος ἀπέναντι τῆς τοιαύτης ἀδικίας, ὡς τὴν ἐχαρακτηρίσατε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, τί θέλετε ἀπαντήσει; Καὶ ἀπέναντι τοιαύτης πολιτείας ἔρχονται, μὲ τὸ θάῤῥος, τὸ ὁποῖον προσδίδουσιν εἰς αὐτοὺς οἱ ἀριθμοὶ, νὰ ζητήσωσι τί; Ψῆφον ἐμπιστοσύνης!

§88ΡΩΜΑΣ. Οἱ πατριῶται.

§89ΡΑΛΛΗΣ. Ψῆφον ἐμπιστοσύνης περὶ τίνος; Ἐπὶ τίνων πράξεων; Ἐπὶ πασῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἐπανειλημμένως διετραγῳδήθησαν ἐντεῦθεν; Ἐπὶ τοῦ τρόπου τῆς διευθύνσεως τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος; Γνωρίζετε ὅτι εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ κλείσωμεν τὸ στόμα ἡμῶν, καὶ τοῦτο καὶ μόνον σᾶς καθιστᾷ τόσον τολμηροὺς, ὥστε ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ὁ τόπος ἕνεκα τῆς ἀνικανότητος ὑμῶν, ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ὁ στρατὸς ἡμῶν ἕνεκα τῆς ἀνικανότητος ὑμῶν, ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ὁ στόλος ἡμῶν (διακοπαὶ), τοῦ ὁποίου καταβιβάζουσι τὴν σημαίαν, νὰ ζητῆτε ψῆφον ἐμπιστοσύνης! Ἡ ψῆφος αὕτη ἐμπιστοσύνης δὲν θὰ σᾶς σώσῃ (εἰρωνικαὶ ἀναφωνήσεις ἐκ τῆς δεξιᾶς), ὡς καμμία ψῆφος ἐμπιστοσύνης δὲν ἔσωσε Κυβέρνησιν κακῶς πολιτευθεῖσαν. Βεβαίως παρ’ ἡμῶν δὲν δύνασθε νὰ τὴν λάβητε, ἀλλὰ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα κἂν νὰ τὴν ζητήσητε, ἐν ὅσῳ δὲν ἀπαντήσητε εἰς τὰ ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἐτέθησαν ὑμῖν, ἐν ὅσῳ δὲν εἴπετε ἡμῖν ποῖον ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα τῶν διαπραγματεύσεων ἐπὶ τῶν πέντε κελευσμάτων τῶν Δυνάμεων.

§90ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀδιάφορον.

§91ΡΑΛΛΗΣ. Ἀδιάφορον δι’ ὑμᾶς.

§92ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μὴ ἀπαντᾶτε.

§93ΡΑΛΛΗΣ. Διότι δὲν ἠξεύρω εἰς τί ἀποβλέπετε σεῖς ἕτερον, παρὰ εἰς τὴν συντήρησιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν συντήρησιν τῆς θέσεώς σας... (θόρυβος).

§94ΣΑΚΚΗΣ. Σεῖς εἰς τὴν κατάληψιν τῆς ἐξουσίας.

§95ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Προστατεύσατε τὸν ἀγορεύοντα, κύριε Πρόεδρε.

§96ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην προστασίας... Δὲν ἀποβλέπομεν ὅμως εἰς τοῦτο ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι φρονοῦμεν, ὅτι τὰ πάντα δέον νὰ θυσιάσωμεν ὑπὲρ τοῦ ἔθνους.

§97ΣΑΚΚΗΣ. Τὸ δεικνύει τὸ παρελθόν.

§98ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ παρελθὸν τὸ γνωρίζετε. Δὲν εἶναι τὸ παρελθὸν τοῦ 1885–1886, δὲν εἶναι τὸ παρελθὸν τοῦ 1890 (Θόρυβος).

§99ΣΑΚΚΗΣ. Εἶναι τὸ παρελθὸν 15 ἐτῶν.

§100ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ παύσουν διακόπτοντες;

§101ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι τὸ παρελθὸν τῆς ἐντίμου πολιτείας. Ἀλλὰ ἐρωτήσατε περὶ τῆς πολιτείας ὑμῶν, τί ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις λέγουσι περὶ αὐτῆς πάντες. Ἐν ὥρᾳ ἐξάψεως διὰ τὴν ἀδικίαν τὴν προσγενομένην ἡμῖν θέλετε νὰ ὑφαρπάσητε μίαν ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Λάβετέ την. Εἰς οὐδὲν θὰ σᾶς ὠφελήσῃ. Ἐλάβετε τοιαύτην προχθές, λιποψυχήσαντες, (εἰρωνικὰ μειδιάματα) λιποψυχήσαντες ναί, καὶ θαυμάζω ὅτι ὁ Βουλευτὴς Καλαμπάκας μειδιᾷ, ἐνῷ ἀκριβῶς ἀπεκόπη ἐκ τῆς προτάσεώς του ἐκεῖνο τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐμμείνῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν διαγραφεῖσαν παρ’ αὐτῆς πολιτείαν.

§102ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§103ΡΑΛΛΗΣ. Ζητεῖτε σήμερον ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Ἐπὶ τίνων πράξεων ὑμῶν καὶ τίνων ἄθλων ὑμῶν; Διότι ἐπὶ ἡμέρας δέκα ἀπεκρύψατε τὰ κελεύσματα τῆς Εὐρώπης, οὐδ’ ἀπεδείχθητε ἱκανοὶ νὰ σταθμήσητε αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐχαρακτηρίσατε ὡς ἐπιθυμίας; Διότι ἐξεθέσατε διὰ τῆς πολιτείας ὑμῶν τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους Χριστιανοὺς εἰς τὸν βομβαρδισμὸν τοῦ διεθνοῦς στόλου; Διότι ἔχετε αἰχμάλωτον τὸν στρατὸν ἡμῶν ὑπὸ τὰ τηλεβόλα τοῦ διεθνοῦς στόλου; Διότι εἶσθε ἠναγκασμένοι σήμερον νὰ ἀπολύσητε τὸν μοίραρχον τοῦ στόλου; ἢ διότι ὁ τορπιλλικὸς ἡμῶν στόλος εὑρίσκεται ἐν Μήλῳ; Αὐτὰ εἶναι τὰ ἄθλα ὑμῶν! Ἐὰν ἐζητεῖτε ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ὡς εἶπον, λόγῳ τῆς διαμαρτυρίας τῆς ἐντεῦθεν κατὰ τῆς ἀδικίας τῆς γενομένης ἀπέναντι τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ ἔθνους ἡμῶν, κατὰ τῆς ἀδικίας τῆς γενομένης πρὸς τοὺς ὁμαίμονας ἡμῶν, βεβαίως τοιαύτην ψῆφον θὰ ἤμεθα πρόθυμοι νὰ σᾶς δώσωμεν· ἀλλ’ ὅταν ζητῆτε ψῆφον ἐμπιστοσύνης δι’ ὅσα παρελείψατε νὰ πράξητε ὑπὲρ τοῦ ἀγῶνος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, δι’ ὅσα κακῶς ἐπράξατε κατ’ αὐτοῦ, ὀφείλωμεν ἡμεῖς νὰ ἀρνηθῶμεν ὑμῖν αὐτήν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς καὶ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).

§104Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, μετὰ τὴν πανηγυρικὴν ἐκδήλωσιν τῶν πατριωτικῶν ἀληθῶς αἰσθημάτων, δι’ ὧν ἡ Ἀντιπολίτευσις, πρὸ ὀλίγων ἔτι ἡμερῶν, ἐχαιρέτα τὴν ἐπίσημον ἐκείνην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δήλωσιν, ὅτι πλοῖα τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν στόλου εἶχον ἤδη ἐκπεμφθῆ ἐκεῖ, ὅπου καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ Κράτους καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ ἔθνους ἐκάλουν αὐτὰ, μετὰ τὰς ἐνθουσιώδεις ἀνευφημίας καὶ τὰ ῥαγδαῖα χειροκροτήματα, δι’ ὧν ὑπεδέξατο τὴν δήλωσιν ταύτην καὶ ὑπὸ τὰ ὁποῖα συνετελέσθη ἡ πατριωτικὴ ἐκείνη τῶν κομμάτων ἀδελφοποίησις, ἣν ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον ἐχειροκρότησεν, ἀνευφημοῦσα, ἐπίστευον ἀδιστάκτως, ὅτι ἐν μέσῳ τῶν μεγάλων καὶ κρισίμων τούτων ἐθνικῶν περιστάσεων, ὁ κομματισμὸς παρ’ ἡμῖν εἶχεν ἐντελῶς καταπνιγῆ, ὅτι αἱ βίαιαι αὐτοῦ παραφοραὶ εἶχον κατασιγάσει, καὶ ὅτι ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ τούτου τῆς ἐθνικῆς μυσταγωγίας θυσιαστηρίου μία θ’ ἀνεπέμπετο εὐχὴ, εἷς θὰ ἐξεδηλοῦτο πόθος, ἡ ἐνίσχυσις τῆς Κυβερνήσεως, τῆς Κυβερνήσεως οὐχὶ τοῦ Δηλιγιάννη, ἀλλὰ τῆς Ἑλλάδος, ἐνίσχυσις εὐοδοῦσα τὸ μέγα ἔργον καὶ τὸν μέγαν σκοπὸν, πρὸς ὃν πάντες μετὰ τόσων ἀποβλέπομεν παλμῶν. Καὶ ὅμως δὲν εἶχεν ἔτι σβεσθῆ τῶν ἀνευφημιῶν καὶ τῶν χειροκροτημάτων ἐκείνων ἡ ἀπήχησις, ὁ ἀπὸ τῆς πατριωτικῆς ἐκείνης τῶν κομμάτων ἀδελφοποιήσεως ἐκραγεὶς ὑπὸ τοὺς θόλους τούτους ἀκράτητος ἐνθουσιασμὸς δὲν εἶχεν ἔτι ἀνακόψει τὴν ὁρμὴν αὐτοῦ, ἠλεκτρίζουσαν τὰ πλήθη, καὶ ἡ ἐριννὺς τοῦ κομματισμοῦ ἀνεφάνη καὶ πάλιν ἐν μέσῳ ἡμῶν, κρατοῦσα τὸν δαυλὸν τῆς διαιρέσεως, καθ’ ἣν στιγμὴν εἷς μόνος δαυλὸς ἔπρεπε νὰ σκορπᾷ περὶ ἡμᾶς τὴν λάμψιν του, φωταγωγοῦσαν καὶ τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν ἡμῶν, ὁ δαυλὸς τοῦ Κανάρη (ἐπευφημίαι). Καὶ ἐπανελήφθησαν αἱ ἐμπαθεῖς ἀντεγκλήσεις, ὧν μετὰ μυχίου πόνου παρέστημεν καὶ παριστάμεθα μάρτυρες ἐν τοιαύταις στιγμαῖς, ὁ βίαιος κομματισμὸς κατέκτησε καὶ τὸ βῆμα καὶ τὰ ἑδώλια ἐκεῖνα, πρὸς τὸν Βασιλέα ἀπευθύνονται ὑπομνήματα, ἀδεξίως συγκαλύπτοντα ὑπὸ τὴν ἀνωμαλίαν ἀλλοκότου ἀληθῶς κοινοβουλευτικῆς δράσεως τὴν ἔνοχον ὁρμὴν ἀχαλινώτου φιλαρχίας, καὶ ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος, ἥτις ταύτην κατ’ ἐξοχὴν τὴν στιγμὴν ὤφειλε ν’ ἀποδειχθῇ ἡ ἀκοίμητος ἑστία τοῦ ἱεροῦ τῆς φιλοπατρίας πυρὸς, μετεβλήθη δυστυχῶς εἰς φλέγοντα κομματικῆς φιλοπρωτίας κρατῆρα (εὖγε! εὖγε!) Μάτην ἀγωνίζονται οἱ ἀξιότιμοι ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει συνάδελφοι νὰ συγκαλύψωσι καὶ τὰ ἐλατήρια καὶ τοὺς σκοποὺς τῆς λυπηρᾶς καὶ ἀπροσδοκήτου ταύτης μεταβολῆς τῆς πολιτείας αὐτῶν, ἀποδίδοντες ταύτην εἰς ἔλλειψιν δῆθεν πεποιθήσεως ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν, εἰς ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης πρὸς αὐτήν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ἀπὸ τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν χειροκροτοῦντες καὶ ἀνευφημοῦντες προεπέμπετε τὸν Πρωθυπουργὸν μέχρι τῶν προπυλαίων τοῦ Βουλευτηρίου, ἀνεπιφύλακτον καταδεικνύοντες οὕτω τὴν πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνην καὶ πεποίθησιν, ποῖον ἐπῆλθε γεγονός, ποία προέκυψεν εἰς τὸ μέσον περιπέτεια, ῥίπτουσα τὸν δισταγμὸν εἰς τὴν συνείδησιν ὑμῶν καὶ δικαιολογοῦσα τὴν ἀπότομον ταύτην τῶν αἰσθημάτων καὶ τῶν ἰδεῶν ὑμῶν μεταστροφήν; Ἀξιοῦτε νὰ μάθητε παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τίς ἔσται ἡ κυβερνητικὴ ἐνέργεια ἐν τῷ μόλις ἀρξαμένῳ δράματι, οὗτινος ἡ ἐξέλιξις τίς οἶδε τίνας ἐπιφυλάσσει ἡμῖν πλοκὰς ἐθνικῆς δράσεως. Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀντιπροσωπεύων διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Στέμματος τὰς ἰδέας καὶ τὰς γνώμας αὐτοῦ, ἀντιπροσωπεύων διὰ τῆς κοινοβουλευτικῆς πλειονοψηφίας τὰς ἰδέας καὶ τὰς γνώμας τοῦ ἔθνους, ἀπαντᾷ ὑμῖν, ὅτι τῆς κυβερνητικῆς ἐνεργείας γνώμων ἔσται τὸ καθῆκον, ὅταν τοῦ καθήκοντος τούτου πρόδρομος ἐκπέμπεται ὁ ἐθνικὸς ἡμῶν στόλος, συναποφέρων τὸν υἱὸν τοῦ Βασιλέως καὶ τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος, ὅταν ἡ Ἑλληνικὴ σημαία κυματίζῃ ἐπὶ τῆς μαρτυρικῆς μεγαλονήσου ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων, φρουρουμένη ὑπὸ τοῦ ἐθνικοῦ στρατοῦ, ὅταν 50,000 μαχητῶν, κληθεῖσαι ὑπὸ τὰ ὅπλα, ἀναμένουσι τὸ πρόσταγμα τῆς Πατρίδος καὶ τοῦ Βασιλέως, ὅπως ἀντιμετωπίσωσι θαῤῥαλέοι τὰς περιπετείας καὶ τοὺς κινδύνους τῆς πολεμικῆς δράσεως, συνεχίζοντες τὰ τρόπαια τῶν πατέρων αὐτῶν, ὅταν ἡ ἔξοχος ἀληθῶς φιλοπατρία τοῦ μεγάλου ἐκείνου γέροντος, (δεικνύει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν) ὅστις ἐκεῖ ἀταράχως δέχεται τὰ βέλη σας, τοσαύτην ἐπεδείξατο θαυμαστὴν καὶ ἐπίκαιρον πρόνοιαν, ὅπως ἐν μέσῳ τῶν φοβερῶν τοῦ ἔθνους οἰκονομικῶν δυσχερειῶν δύναται νὰ ἐπαρκῇ εἰς τὰς μυρίας καὶ πολλαπλᾶς ἀνάγκας τῆς ἐθνικῆς δράσεως, ἣν ἔκτοτε ἀκριβῶς προέβλεπε, ζητεῖτε ἀκόμη ἐξηγήσεις περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ καθήκοντος, καὶ ἀρνεῖσθε τὴν ἐμπιστοσύνην ὑμῶν πρὸς τοιοῦτον Πρωθυπουργόν! (ἐπευφημίαι). Μετὰ τοιαύτην ἐμφανῆ τῶν κυβερνητικῶν ἰδεῶν καὶ ἀποφάσεων ἐκδήλωσιν, μετὰ τοιαύτην ἐπισημοτάτην καὶ κατάφωρον τῆς παρασκευαζομένης ἐθνικῆς δράσεως μαρτυρίαν, κυρουμένην ὑπὸ τῆς ὑψηλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ ἔθνους ἐπινεύσεως, ἐπιμένετε ἀκόμη ἀρνούμενοι τὴν ἐμπιστοσύνην ὑμῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ζητεῖτε νὰ διαῤῥήξητε τὴν πατριωτικὴν ἀλληλεγγύην, ἣν ἐν στιγμαῖς γενναίας πατριωτικῆς ἐξάρσεως συνωμολογήσητε πρὸς αὐτήν! (εὖγε! εὖγε!). Ἔστω· ἡ πλειονοψηφία, ἀσάλευτος ἐν τῇ πεποιθήσει καὶ τῇ ἐμπιστοσύνῃ αὐτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ἑτοίμη ν’ ἀντιμετωπίσῃ ὑμᾶς καὶ ἐν τῇ νέᾳ ταύτῃ τοῦ ἀνυπομόνου πατριωτισμοῦ σας ἐκδηλώσει. Γνωρίζω, ὅτι καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ σήμερον ἀκόμη, ἐξηνέχθησαν κατὰ τῆς πλειονοψηφίας ὑπαινιγμοὶ καὶ μομφαὶ, ἥκιστα εὐπρεπεῖς διὰ τὴν ἀκλόνητον αὐτῆς ἐπὶ τὸν ἀρχηγὸν πίστιν, ἣν ἄλλοι μὲν εὐαρεστοῦνται νὰ χαρακτηρίζωσιν ὡς προσωπολατρείαν, ἄλλοι δὲ ὡς ταπεινῆς κομματικῆς συναλλαγῆς ἐλατήριον, λησμονοῦντες ὅτι διὰ τῶν εὐτελῶν τούτων χαρακτηρισμῶν ὑποτιμῶσι καὶ ἐξευτελίζουσι τὸ ἀξίωμα, ὅπερ αὐτοὶ οὗτοι φέρουσιν. Ἀλλ’ οὔτε αἱ ἄδικοι καὶ βαρεῖαι αὗται καθ’ ἡμῶν μομφαί, οὔτε αἱ θερμαὶ καὶ ἐνθουσιώδεις πρὸς τὴν φιλοπατρίαν ἡμῶν ἐπικλήσεις, οὔτε αἱ βίαιαι ῥητορικαὶ ἀποστροφαὶ, αἵτινες τοσάκις μᾶς παρέπεμψαν νὰ θραύσωμεν τὰς κεφαλὰς ἡμῶν κατὰ τῶν τοίχων διὰ τὴν ἔνοχον ἡμῶν πρὸς τὰς συμφορὰς τῆς πατρίδος ἀναλγησίαν, θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐκτρέψωσιν ἡμᾶς τῆς ὁδοῦ τοῦ καθήκοντος, ἣν ὑποδεικνύουσιν ἡμῖν καὶ ἡ καρδία καὶ ἡ συνείδησις (Εὖγε! εὖγε!). Ἡμεῖς εἰς οὐδένα τῶν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἀξιοτίμων συναδέλφων ἀξιοῦμεν νὰ διδάξωμεν τὸ καθῆκον αὐτοῦ· ἀλλ’ ἂς ἐπιτρέψωσιν ἡμῖν ἐπίσης νὰ διαβεβαιώσωμεν αὐτοὺς, ὅτι, καὶ ἐὰν ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς εἶχε τυχὸν ἀνάγκην νὰ διδαχθῇ τὸ καθῆκον αὐτῆς ἐν μέσῳ ἐθνικῶν περιστάσεων, αἵτινες οὕτως ἀδυσώπητον καὶ ἐπιτακτικὸν διαγράφουσιν αὐτὸ, ἡ ἐκλογὴ τοῦ διδασκάλου δὲν θὰ ἦτο δι’ ἡμᾶς δύσκολος μεταξὺ τοῦ ἐπιφανοῦς ἡγέτου τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῶν πολυωνύμων ἀρχηγῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα).

§105Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀκριβῶς διότι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἡμῶν εὑρίσκεται ὑπὸ τὰ τηλεβόλα τῶν ξένων Δυνάμεων, ἀκριβῶς διότι ὁ στόλος ἡμῶν εὑρίσκεται αἰχμάλωτος τῆς αὐθαιρεσίας τῶν ἰσχυρῶν τῆς σήμερον, ἀκριβῶς διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος στιγμὴ, ὅπως γείνῃ συζήτησις περὶ κυβερνητικῆς ἀνεπαρκείας. Ὑπῆρξε πραγματικῶς ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ κρημνισθῇ ἡ Κυβέρνησις, διότι ἐγκαίρως δὲν προενόησε δι’ ὅσα ὤφειλε, τοὐλάχιστον ἀπὸ τῆς 23 Νοεμβρίου 1896, ὅτε ἐκαλεῖτο ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ἀκολούθου προτάσεως, ὤφειλε νὰ πράξῃ τοῦτο: «Ἡ Βουλὴ ἀποδοκιμάζει τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς Κρήτης, καὶ ἀποφαίνεται, ὅτι αἱ ἐξωτερικαὶ περιστάσεις ἐπιβάλλουσι ταχεῖαν καὶ σύντονον παρασκευὴν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας». Ἀλλὰ τότε καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ φίλοι αὐτῆς οὐδεμίαν ἔδωκαν προσοχὴν πρὸς ὅσα τοῖς ἐλέγομεν. Ὑπῆρξε καὶ βραδύτερον ἀκόμη ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ λάβῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία τὰ μέτρα αὐτῆς, ὅπως ἀντιμετωπίσῃ δεόντως τὰς περιστάσεις, ἀλλὰ καὶ τότε δὲν ἐδόθη ἡ προσήκουσα προσοχὴ, καὶ εὑρέθημεν πρὸ τῶν κινδύνων, καὶ ἤδη εὑρισκόμεθα ἐν τῷ κινδύνῳ. Δὲν ὑπῆρξα οὐδ’ ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἐνθουσιώδης ὑπὲρ τῶν κυβερνητικῶν μέτρων, ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ὑπῆρξα ἐνθουσιώδης, δὲν πρέπει καὶ νὰ παραγνωρίζω τὸ κρίσιμον τῶν περιστάσεων, διότι εἶμαι εἰς πλήρη ἀδυναμίαν νὰ συζητήσω περὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης καὶ ψηφοφορήσω, διότι δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ποῖα μέτρα ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ, καὶ πρέπει νὰ λάβῃ, καθόσον θὰ σκοντάψω ἀνὰ πᾶσαν πρότασίν μου, ἐκ φόβου μὴ ζημιώσω ἀντὶ νὰ ὠφελήσω τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Διὰ τοῦτο καὶ κατὰ τὴν πρότασιν τὴν ὑποβληθεῖσαν ἐκ τῆς ὑπουργικῆς πτέρυγος τὴν παρελθοῦσαν Τρίτην δὲν συμμετέσχον τῆς ψηφοφορίας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ὁ λόγος οὗτος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου διατελῶ εἰς πλήρη ἀδυναμίαν καὶ νὰ συζητήσω καὶ νὰ ψηφοφορήσω κατὰ τὴν παροῦσαν κρισιμωτάτην ἀληθῶς στιγμὴν· εἶναι καὶ ἡ μεγάλη ἀμφιβολία μου, ἵνα μὴ εἴπω ἡ πεποίθησίς μου ἡ λυπηρὰ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἔχει ἱκανὴν εὐρωστίαν, ἵνα διαδεχθῇ ταχέως καὶ ἐπιτυχῶς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως πράξῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀξιοῦμεν νὰ πράξῃ ἡ νῦν Κυβέρνησις. Καὶ ἂν δὲν εἶχον ἄπειρον ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἂν δὲν εἶχον πληρεστάτην πεποίθησιν, ὅτι εἷς μόνος διαρκὴς πόθος πληροῖ τὰς ψυχάς των, ὁ πόθος τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος, ἤθελον παρεξηγηθῆ. Θέλω νὰ παραδεχθῶ, ὅτι πάντες ἀνεξαιρέτως ἐμπνέονται ὑπὸ τοῦ πόθου νὰ πράξωσι τὰ ἄριστα, καὶ θέλουσι νὰ συναγωνισθῶσιν ἐν τῷ καθήκοντι· ἀλλ’ ὑπάρχει ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος πρὸς κυβερνητικὴν μεταβολήν; Ἔχω δισταγμούς. Διὰ τοὺς δύο τούτους λόγους, κύριοι Βουλευταὶ, μολονότι εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος τῆς ἀρνήσεως ψήφου, ἀναγκάζομαι νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ μετάσχω εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ψηφοφορίαν ταύτην, ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας γιγνομένην.

§106ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι οἱ λόγοι τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ παλαιοῦ μου φίλου μὲ ἐπλήγωσαν σήμερον. Σᾶς εἶπον καὶ ἄλλοτε (στρέφεται πρὸς τὴν ἀριστερὰν) ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δὲν ἔχετε τὸ μονοπώλιον τοῦ πατριωτισμοῦ. Εἴμεθα ἐπίσης πατριῶται, ὡς ὑμεῖς, σᾶς λέγω δὲ, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐν τῷ παρόντι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν καὶ ἀντιμετωπίσῃ τὰς περιστάσεις. Ἡ ὑποστήριξις τῆς Κυβερνήσεως σήμερον εἶναι πρᾶξις πατριωτικὴ, καὶ πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐπετέλεσε καὶ θὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκον αὑτῆς· ἐκτὸς τούτου, μὴ λησμονεῖτε, ὅτι τὴν πρωτοβουλίαν ἐν τῷ ἐθνικῷ καὶ πατριωτικῷ ἡμῶν ζητήματι ἀνέλαβεν ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεύς. Εἶναι δὲ ἀναμφισβήτητον, ὅτι Βασιλεὺς καὶ Κυβέρνησις εἶναι ἐντελῶς σύμφωνοι ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Προσοχὴ, Κύριοι! διότι ἔχομεν μέχρι τοῦδε ἀπέναντι ἡμῶν τὴν ἐπίσημον Εὐρώπην συνησπισμένην, ὅπως ὑπερασπισθῇ τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα ἐπὶ τῆς Κρήτης τοῦ ὡς πρὸς τὸν χριστιανισμὸν ἐκτελεστοῦ τῶν ὑψηλῶν ἔργων ἢ θελήσεων τοῦ Μωάμεθ. Διὸ πρέπει νὰ ἤμεθα ἐντελῶς σύμφωνοι, δὲν πρέπει δὲ νὰ ὑπάρχῃ σήμερον Συμπολίτευσις καὶ Ἀντιπολίτευσις, πρέπει σύμπασα ἡ Ἑλλὰς ὁμοθύμως νὰ ἀντιταχθῇ ἀπέναντι τῆς Εὐρώπης. Οὗτος δὲ θὰ ἦναι ὁ μόνος τρόπος, διὰ νὰ γείνῃ σεβαστὴ καὶ δυνηθῇ νὰ διασπάσῃ τὴν ὁμοφωνίαν αὐτῆς, κατορθοῦσα τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Εἷς τῶν παρακαθημένων ἐνταῦθα ἐκ τῶν διακεκριμένων μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πρὸς τὸν ὁποῖον οὐδένα ἔχω λόγον ἰδιαιτέρας συμπαθείας, ἀλλὰ τὸν ὁποῖον πολὺ ἐκτιμῶ καὶ ὑπολήπτομαι, ἐν προχθεσινῇ μετ’ ἐμοῦ συνδιαλέξει κατέκρινε πρᾶξίν τινα, περὶ ἧς ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ποιήσωμαι μνείαν· ἐν τούτοις ὁ Κύριος οὗτος, ὅστις ἔδωκεν εἰς ἐμὲ συμβουλὰς ἐν τῷ πνεύματι τούτῳ, προέβη εἰς ἄλλην πρᾶξιν, ἴσως πλέον ἀνώμαλον τῆς ἰδικῆς μου... Λοιπὸν σᾶς λέγω, Κύριοι, ἀποτεινόμενος πρὸς ὑμᾶς (τῆς ἀριστερᾶς)...

§107ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἶναι;

§108ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μὴ τὸν ὀνομάσω, ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπιμένετε, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὸ πράξω. Εἶναι ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Δεληγεώργης... Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω (ἀναγκαζόμενος νὰ ἐπαναλάβω, ἀφοῦ μὲ διακόπτετε), ὅτι πρέπει νὰ πάρετε τὴν ἀπόφασίν σας (ἰλαρότης), καὶ νὰ ὑποστηρίξητε εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος μας, ἥτις θὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν της,—σᾶς τὸ ὑπόσχομαι ἐγώ. Σᾶς εἶπον καὶ προχθὲς, ὅτι, ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διακρίνῃ, ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὰς περιστάσεις, βεβαίως θέλει παραιτηθῆ. Λοιπὸν ἐστὲ πατριῶται. Ὑποστηρίξατε τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι θὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν της. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§109Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπαντῶν εἰς τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα, θέλω λάβει τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐξηγήσω καὶ τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ δώσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Πρὸ τριῶν ἡμερῶν συνήντησα καθ’ ὁδὸν τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα καὶ συνωμίλησα ὑπὸ τὸ κράτος τῆς διαδόσεως, ὅτι μερίς τις τῆς Συμπολιτεύσεως, καὶ ὡρισμένως 17 Βουλευταὶ αὐτῆς, φοβούμενοι ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ὑποχωρήσῃ, ἀποδεχομένη τὴν προταθεῖσαν λύσιν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος διὰ τῆς αὐτονομίας τῆς Κρήτης, ἠθέλησαν νὰ ἐνισχύσωσι τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπιμονῆς, εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἑνώσεως. Ἐλέχθη, ὡς γινώσκετε, ὅτι οὗτοι, συνελθόντες καὶ συντάξαντες πρακτικὸν, μετέβησαν ὅπως παρακαλέσωσιν αὐτὸν νὰ δεχθῇ τὴν γνώμην των, ἀπειλοῦντες ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει αὕτη δὲν ἤθελε γείνῃ δεκτὴ, ἤθελον παύσει ὑποστηρίζοντες τὴν Κυβέρνησιν. Ὁμιλῶν ἐπ’ αὐτῶν τῶν διαδόσεων μετὰ τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος, παρετήρησα αὐτῷ, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ πιστευθῇ καὶ διαδοθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, καὶ δὴ ἡ σημερινὴ, ἡ ἀντιπροσωπεύουσα τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἀπόφασιν ἔχει ἢ δεικνύει τάσεις, ὅπως ὑποχωρήσῃ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἑνώσεως, διότι ἡ ὑποχώρησις τῆς Κυβερνήσεως ἤθελεν εἶσθαι ζημία τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, διότι ἤθελεν ἐνθαῤῥύνει τὰς Κυβερνήσεις, αἵτινες ἀγωνίζονται νὰ ἐπιβάλωσι τὴν αὐτονομίαν καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπως μετέλθωσι περισσότερα πρὸς τοῦτο μέσα καὶ ἐπιμονώτερον, παρὰ ἂν ἔβλεπον ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, καὶ Κυβέρνησιν καὶ Ἀντιπολίτευσιν ὑποστηριζούσας ὁμοθύμως τὴν αὐτὴν πολιτικήν. Παρετήρησα εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι συμφέρον εἶχον, καὶ ἂν ᾐσθάνοντο τὴν ἀνάγκην νὰ ἐνισχύσωσι τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μὴ πράξωσι τοιοῦτόν τι, οὕτως ὥστε νὰ πιστευθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ ὑποχωρήσῃ. Τοῦτο δὲ ἔλεγον, οὐχὶ ἵνα τοὺς ἀποτρέψω ἀπὸ τοῦ νὰ ἐνισχύσωσι τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἵνα τὴν ἐνισχύσωσι κατὰ τρόπον μὴ καταγγέλλοντα τὴν Κυβέρνησιν ὡς θέλουσαν νὰ ὑποχωρήσῃ. Τοῦτο ὑπεστήριξα οὐ μόνον πρὸς τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα τῆς Συμπολιτεύσεως, ἀλλὰ καὶ ἐν συνεδριάσει τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀποτέλεσμα τῆς ὁποίας ὑπῆρξεν ἡ γνωστὴ δήλωσις, ἡ δημοσιευθεῖσα ἐν ταῖς ἐφημερίσιν. Ἐν τῇ συνεδριάσει ἐκείνῃ ὑπέθετον ὅτι οὐδεὶς ὑπῆρχεν ἐκ τῶν ὑπογραψάντων, ὅστις ἐπίστευσεν ἢ ὑπεστήριξεν ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις ἀνειλικρινῶς νὰ διαχειρίζηται τὸ ζήτημα. Ὅλοι ὑπήρξαμεν σύμφωνοι, ὅτι ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη ἡ Κυβέρνησις τῇ ἐπιδοκιμασίᾳ καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ Βασιλέως, ἡ πολιτικὴ ἡ ἐθνικὴ, τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη ὅλον τὸ ἔθνος, εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ. Δισταγμοὶ ἐγεννήθησαν περὶ τῆς δραστηριότητος, περὶ τῆς σπουδῆς, περὶ τῆς θερμότητος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ παρασκευῇ πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ ζητήματος καὶ ἀντιμετώπισιν ὅλων τῶν περιστάσεων, τὰς ὁποίας τὸ ζήτημα ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ. Καὶ περὶ μὲν τῆς παραμελήσεως τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ πολλῶν ἀναγκῶν καὶ μέτρων πολλάκις ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ καὶ πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν τελευταίων ἡμερῶν. Ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δύο γεγονότα, λαβόντα χώραν κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς, συνετέλεσαν, ὅπως οὐ μόνον ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, οὐ μόνον ἐν τῷ τόπῳ, ἀλλὰ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Συμπολιτεύσει διεγείρωσι φόβους περὶ μὴ ἐπαρκοῦς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἐθνικῇ πολιτικῇ, τὴν ὁποίαν φαίνεται ὅτι προείλετο. Μολονότι εἶναι δύσκολον νὰ εἰσέλθῃ τις εἰς συζήτησιν περὶ τῶν παραλείψεων, αἱ ὁποῖαι συνετέλεσαν νὰ μορφωθῇ ἡ γνώμη αὕτη καὶ ὁ ἐνδοιασμὸς, οὐχ ἧττον ὑπάρχουσί τινα γεγονότα, τὰ ὁποῖα πολὺ ἐπηρέασαν εἰς μόρφωσιν αὐτῆς. Δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸ ἀληθὲς ἢ μὴ τῶν διαδοθέντων περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν διάδοσιν, διότι καὶ ἐδημοσιεύθη εἰς ἐφημερίδας, ὅτι δηλαδὴ οὗτος ὑπέβαλε τὴν παραίτησιν αὐτοῦ, καὶ ἄλλος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔμελλε νὰ τὸν διαδεχθῇ. Ὅτι ἡ μεταβολὴ αὕτη εἶχεν ἀφορμὴν, διότι ἐγένετο μετὰ σύγκρουσιν, περὶ τῆς ὁποίας δὲν δύναμαι νὰ φέρω τὸν λόγον, καὶ ὅτι ἐσχετίζετο μὲ τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἠκούσατε βεβαίως. Οὐδὲν ἐκ τούτων γνωρίζομεν ἐπισήμως, ἀλλ’ ὁμιλῶ περὶ τῶν ἐντυπώσεων, αἵτινες διηγέρθησαν μεταξὺ πολλῶν ἐκ τῶν διαδόσεων αὐτῶν, καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος, ὅπως δικαιολογήσω τὴν ἰδέαν, ἣν ἐμόρφωσα, νὰ ἀναφέρω αὐτὸ τὸ γεγονὸς ὡς ἓν τῶν σπουδαιοτέρων, διότι οὐδὲν Ὑπουργεῖον ἔχει εἰς χεῖράς του τὰς τύχας τοῦ ζητήματος, ὅσον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐνῷ αὐτὰ διεδίδοντο καὶ ἦσαν ἀντικείμενον τῶν ἰδιαιτέρων συζητήσεων, οἱ 17 Βουλευταὶ καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι, φαίνεται, ἄφησαν ἐκείνους νὰ προηγηθῶσι, συνῆλθον καὶ συνέταξαν πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον ἐδημοσίευσαν, καὶ ἐποιήσαντο διαβήματα παρὰ τῷ κ. Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως, τῷ ἀρχηγῷ τῆς πλειοψηφίας, συνιστῶντες αὐτῷ δραστηριωτέραν πολιτικὴν, ἀνταξίαν τοῦ ἀγῶνος, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀναλάβει. Τὰ δύο ταῦτα γεγονότα δὲν ἦτο δυνατὸν, προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων, νὰ μὴ ἐμβάλωσι καὶ ἡμᾶς εἰς σκέψεις. Ἀλλ’ ἐν ᾧ ταῦτα συνέβαινον καὶ τοιαῦται ἐντυπώσεις ἐμορφοῦντο ἐν τῷ κοινῷ καὶ μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν, ἡ Βουλὴ δὲν συνεδρίαζεν. Ἡ παῦσις τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ σύνηθές τι, οὔτε δικαιολογεῖται ἐκ τοῦ ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ἀπησχολοῦντο μὲ τὴν διεξαγωγὴν ἄλλων σοβαρωτέρων ὑποθέσεων, μὴ ἐπιτρεπουσῶν νὰ παρευρίσκωνται ἐν τῇ Βουλῇ· διότι τὸ ἴδιον ζήτημα, αἱ ἴδιαι ἀνάγκαι καὶ ὁ κίνδυνος καὶ πρὸ τῆς διακοπῆς περιεστοίχουν τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ ὅμως προσήρχοντο εἰς τὴν Βουλὴν καὶ συνειργάζοντο μετ’ αὐτῆς, καὶ θὰ εἰργάζοντο ἴσως καὶ μέχρι τῆς πρωΐας, ἐὰν ἡ Βουλὴ τὸ ἐπεθύμει. Διατὶ κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας, καθ’ ἃς ὑπῆρχε καὶ ὁ πρῶτος κίνδυνος, ἐπέμενον οἱ κ. Ὑπουργοὶ νὰ προσέρχωνται, δὲν προσήρχοντο δὲ ὅτε ἐγεννήθησαν οἱ δισταγμοὶ, ὑπῆρχον δὲ καὶ ἐκκρεμεῖς ἀπαντήσεις, ἃς ἔπρεπε νὰ φέρωσιν εἰς τὴν Βουλήν; Ὅλα ταῦτα ἦτο λίαν φυσικὸν νὰ γεννήσωσιν εἴς τινας σπουδαιοτέρους φόβους περὶ τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους ἠπείλει ἡ ἔλλειψις δραστηριωτέρας ἐνεργείας ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν θέλω πολλὰ ἄλλα νὰ ἀναφέρω, ἀποδεικνύοντα ὅτι δὲν γίνεται πραγματικὴ καὶ μετὰ τῆς προσηκούσης ταχύτητος ἡ παρασκευὴ στρατιωτικῶς τῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους. Ἡ ἀμέλεια αὕτη εἶναι ἐπικίνδυνος. Διότι ναὶ μὲν μέχρι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἡ Εὐρώπη παρεμβαίνουσα ἀνέστελλε τὴν Τουρκίαν, ὅπως μετέλθῃ καθ’ ἡμῶν βίαια μέτρα, οὐδεμίαν ὅμως βεβαιότητα ἔχομεν, ὅτι αὔριον ἡ Εὐρώπη, μὴ θέλουσα νὰ μετέλθῃ βίαν, δὲν θὰ εἴπῃ τῇ Ἑλλάδι: «ἀφοῦ δὲν πείθεσαι εἰς αὐτὰ, τὰ ὁποῖα συμβουλεύω, οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχω νὰ σὲ ἀφήσω μετὰ τῆς ὁμόρου Δυνάμεως νὰ διαλύσῃς μόνη τοὺς λογαριασμούς σου». Ἰδοὺ ὅτι θὰ εὑρεθῶμεν αἴφνης τότε εἰς τὴν ἀνάγκην, ἢ νὰ ὑποστῶμεν ἡμεῖς ἢ νὰ ἐπιχειρήσωμεν τὴν ἐπίθεσιν. Κύριος δὲ οἶδεν, ἂν καὶ αὐτὴ ἡ παρέμβασις τῶν Κυβερνήσεων τῶν Μεγάλων Κρατῶν, ὅπως παρατείνεται ὁ περὶ Κρήτης ἀγών, δὲν χρησιμεύῃ κυρίως, ὅπως δίδωται καιρὸς νὰ παρασκευάζηται τελείως καθ’ ἡμῶν ἡ Τουρκία. Διὰ τοῦτο πρὸς πᾶν ἐνδεχόμενον πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ ἤμεθα ἕτοιμοι. Δὲν ἐννοῶ προετοιμασίαν ἀνωτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐπιτρέπει ὁ Χρόνος, ὁ ὁποῖος μᾶς δίδεται. Ἀλλ’ αὐτὰς τὰς δυνάμεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν καὶ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, πρέπει νὰ δυνάμεθα νὰ τὰς χρησιμοποιήσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ἐπωφελέστερον, παρασκευάζοντες ὅσον τὸ δυνατὸν πληρέστερον. Ἀπαιτεῖται μεγάλη δραστηριότης καὶ ἐργασία πρὸς τοῦτο. Πρὸ χρόνων οὐδεμία γίνεται πολεμικὴ ἐργασία καὶ παρασκευή. Διότι οὐδὲν ἔχομεν λειτουργοῦν κανονικῶς. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν δύνανται, πιέζοντες τὸ ἠλεκτρικὸν κομβίον ἀπὸ τοῦ γραφείου των, νὰ κινῶσι στόλους καὶ στρατούς. Πρέπει τὰ πάντα ἤδη νὰ ἐξευρεθῶσι καὶ πλασθῶσιν· ὁ μηχανισμὸς ὁ στρατιωτικὸς καὶ ὁ ναυτικὸς εἶναι ἐσκωριασμένος· ἂν ζητήσητε νὰ μάθητε, ἂν ὑπάρχει ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία, θὰ μάθητε ὅτι δὲν ὑπάρχει.

§110Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Πῶς τὸ γνωρίζετε; Λέγετε ἀόριστα πράγματα καὶ ἐπιζήμια. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ὑπάρχει ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία εἰς τὰ σώματα καὶ παντοῦ.

§111ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ ἐπαινῶ τὴν δραστηριότητα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν· ὁμολογῶ ὅτι ἀνέπτυξε, καίτοι μὴ ναυτικός, οὐ μικρὰν ἱκανότητα, ἀλλ’ ὑπάρχει ἐπιτελεῖόν τι τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, παρασκευάζον καὶ διευθύνον τὰ ναυτικὰ ἡμῶν πράγματα; Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν σήμερον οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ δυνάμενος νὰ βοηθήσῃ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν εἰς τὸ ἔργον τῆς ναυτικῆς παρασκευῆς. Οἱ ἀρχηγοὶ τῶν σωμάτων σήμερον εἶναι προσωρινοί, καὶ ἐν ὥρᾳ πολέμου ἄλλοι θὰ ἦναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ὁδηγήσωσι τὸν στρατόν. Δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ κατὰ τοῦ ἐχθροῦ σπουδαιότερον πλεονέκτημα ἢ τοῦτο, ὅπως δηλονότι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐν καιρῷ εἰρήνης τὴν διοίκησιν ἑνὸς σώματος, μιᾶς μονάδος, αὐτὸς νὰ ἦναι ὁ μέλλων νὰ ὁδηγήσῃ αὐτὴν ἐν ὥρᾳ πολέμου καὶ ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ. Οὐδὲν τοιοῦτον ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν. Ἀλλὰ τίποτε δὲν ἔχει γείνῃ καὶ διὰ τοὺς ἵππους· οὗτοι ἀκόμη δὲν ἔφθασαν, ἀλλὰ μόνον ἓν μέρος. Τὰ αὐτὰ συμβαίνουν καὶ διὰ τὰ ἄλλα ὑλικά. Ἐγὼ ἐξέθεσα ταῦτα, καίτοι γνωρίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λέγωνται δημοσίᾳ, διότι ἐνόμισα ὅτι μεγαλειτέραν βλάβην καὶ ζημίαν φέρει ἡ ἀποσιώπησις τῶν κακῶν. Οὐδὲν φοβοῦμαι, ἀποκαλύπτων αὐτά, διότι τὰ καθ’ ἡμᾶς γνωρίζουσι καὶ οἱ γείτονες καὶ γινώσκουσι καλλίτερον ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι κακὰ καὶ ἀποκαλύπτομεν, εἶναι τουλάχιστον ἐλπὶς ὅτι θὰ θεραπευθῶσι, καὶ ἡ ἀποκάλυψις αὐτῶν ὠφελεῖ βεβαίως. Αὐτὰ ἔχοντες ἐν τῷ νῷ, αὐτὰ φοβούμενοι οἱ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ἐξεδηλώσαμεν τὴν ἀνησυχίαν καὶ τοὺς φόβους ἡμῶν.

§112ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πρός τίνα;

§113ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἦτο παροῦσα, ἠθέλομεν τὰ καταγγείλει ἀπὸ τοῦ βήματος.

§114ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἴχετε τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.

§115ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τὴν πρώτην πράγματι ἡμέραν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του, ἐκάλεσε δὶς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἐπὶ δύο ἡμέρας δὲν ἔπραξε τοῦτο. Ἀλλὰ καὶ ἂν τὸ ἔπραττεν, ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ προσήρχετο εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἡ συνεδρίασις θὰ ἐματαιοῦτο. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι οἱ Βουλευταὶ ἠδύναντο τοὺς λόγους τούτους νὰ ἐκθέσωσι καὶ πρὸς τὸν Βασιλέα. Νομίζω ὅτι, ὡς πᾶς Βουλευτής, οὕτω καὶ μερὶς Βουλευτῶν, ὅταν δὲν συνεδριάζῃ ἡ Βουλή, ἢ ὅταν συνεδριάζῃ καὶ πρόκειται περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ λεχθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ, δύναται νὰ μεταβῇ παρὰ τῷ Βασιλεῖ καὶ τὰ ἐκθέσῃ. Δὲν βλέπω λοιπὸν ποίαν παραβίασιν τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν ἐθίμων ἔπραξεν ἡ ὁμάς, κύριε Πετσάλη, ὥστε νὰ μὴ δύνασθε, ἐὰν θέλετε, νὰ μεταβῆτε παρὰ τῷ Βασιλεῖ καὶ ἐκθέσητε αὐτῷ τὰς γνώμας σας.

§116ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.

§117ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐξ αὐτῆς τῆς πράξεως, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη μία μερὶς τῆς Βουλῆς, δὲν δύναταί τις νὰ ἐξαγάγῃ συμπεράσματα. Δὲν ἀξιῶ δὲ νὰ κάμω λόγον περὶ τοῦ σκοποῦ δῆθεν, ὁ ὁποῖος ἀπεδόθη· ἐνόησα μόνον νὰ δικαιολογήσω τὴν πρᾶξιν ἐκείνην, δικαιολογῶν συγχρόνως καὶ τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν θέλω δώσει μετ’ ὀλίγον. Ἔπραξα δὲ ὅ,τι πᾶς Βουλευτὴς ἔχει δικαίωμα νὰ πράξῃ, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν ψῆφόν του, μολονότι οὔτε ὅταν προχθὲς ὑπέγραψα, οὔτε σήμερον, ὅταν θὰ δώσω ψῆφον μέλαιναν, νομίζω ὅτι βλάπτω τὸν τόπον. Σήμερον τὸ ζήτημα θὰ μείνῃ ὅπως ἦτο καὶ πρίν. Σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ πιστοποιήσῃ, ὅτι τοὺς ἰδίους φίλους τῆς πολιτικῆς του, τοὺς ὁποίους εἶχε προχθές, τοὺς κρατεῖ ἀκόμη. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ἡμᾶς, ἡμεῖς κατὰ τὴν προηγουμένην ψηφοφορίαν περὶ ἐμπιστοσύνης ἐπροτιμήσαμεν νὰ μὴ δώσωμεν ψῆφον, καίτοι ὑπῆρχον πολλὰ τὰ μὴ ἐμπνέοντα εἰς ἡμᾶς ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ μετὰ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔκτοτε ἔλαβον χώραν, νομίζω ὅτι προσετέθη στοιχεῖόν τι, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀνησυχεῖ περισσότερον, καὶ δὲν ἠμπορεῖ ἡ ψῆφος, τὴν ὁποίαν θὰ δώσωμεν, νὰ ἦναι παρὰ ψῆφος μὴ ἐμπιστοσύνης.

§118ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι ἀκριβῶς ἐξέθεσε τὰ γεγονότα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Ἐγὼ προκληθεὶς παρὰ τοῦ κ. Ράλλη, καὶ διὰ νὰ μὴ μείνῃ οὐδεὶς δισταγμὸς, ὅτι ἔλεγον τὴν ἀλήθειαν, ἠναγκάσθην νὰ ὁμιλήσω. Ἀφοῦ ὅμως εἶδον ὅτι ἐδόθη ὅλως διάφορος ἔννοια, ἠκολούθησα κατόπιν ἄλλην ὁδόν.

§119ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐγνώρισεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι διέταξε τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἑλλάδος, ἵνα εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀγρίου δράματος, τοῦ διαδραματισθέντος ἐνώπιον τῶν Χανίων, ἀνακοινώσωσιν εἰς τὰς Κυβερνήσεις, παρ’ αἷς εἶναι διαπεπιστευμένοι, τὴν θλῖψιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι μικρά. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ὤφειλε νὰ περιορισθῇ ἐκεῖ. Ὤφειλε νὰ προσθέσῃ, ὅτι ἡ μικρὰ Ἑλλὰς ἀνέλαβε μέγα ἔργον, καὶ ὅταν Κράτη μικρὰ ἀναλαμβάνωσι τοιοῦτον ἔργον, εἶναι πρόθυμα ἵνα τὰ πάντα ὑποστῶσιν, ὅπως τὸ ἔργον αὐτὸ ἐπιτύχῃ, διότι ἄλλως οὐδεμίαν δικαιολογίαν ἔχουσι μικρὰ Κράτη, ἀναλαμβάνοντα τὴν ἐπιτέλεσιν μεγάλων ἔργων. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἐστείλατε τὸν στόλον εἰς Κρήτην, καὶ διετάξατε τὸν στρατὸν ν’ ἀποβιβασθῇ, καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως ἐλάβετε κατοχὴν τῆς Κρήτης, ἔπρεπε ν’ ἀναλογισθῆτε, πλέον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι μικρὰ, ἀλλ’ εἶναι μεγάλη, διότι μέγα ἔργον ἀνελάμβανεν. Ἔπρεπε ν’ ἀναλογισθῆτε, ὅτι τὰ μεγάλα αὐτὰ ἔργα διὰ τῶν συνήθων μέσων δὲν κατορθοῦνται, ὅτι δὲ μικρὸν Κράτος, τὸ ὁποῖον ἐτόλμησε νὰ ἀντιπαραταχθῇ οὐ μόνον πρὸς τὴν Τουρκίαν, ἀλλὰ καὶ πρὸς ὅλην τὴν Εὐρώπην ν’ ἀντισταθῇ, κατὰ μυρίων δυσχερειῶν ἔχει νὰ παλαίσῃ, καὶ ὅτι, ὅπως ταύτας ἀντιμετωπίσῃ, τρέχει κίνδυνον πλήρους καταστροφῆς. Τολμηρὰ ἡ πολιτικὴ ὑμῶν, ἀλλ’ ἐπράξατε ὅ,τι καθῆκον εἴχετε νὰ πράξητε πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς πολιτικῆς ταύτης. Βεβαίως τὸ στόμα ἡμῶν φράττει τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον· βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅ,τι βλέπομεν, ὅ,τι πάντες ἀντιλαμβανόμεθα.

§120Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Νὰ τὸ εἴπητε.

§121ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν τὸ εἶπον καὶ δὲν θὰ τὸ εἴπω, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν τὸ ἀντιλαμβανόμεθα μόνοι ἡμεῖς, οἱ εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην καθήμενοι, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν ἐκεῖθεν καθημένων, καὶ τοῦτο γινώσκετε κάλλιστα. Εἶναι ὅμως τινὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν ἀντίληψιν ὅλων ὑποπίπτουν· εἶναι γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῶν ἀναγνωσθέντων σήμερον παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἐγγράφων προκύπτουσι. Τί ἀνεκοινώσατε, παρακαλῶ, εἰς τὴν Βουλὴν, κύριε Ὑπουργέ; Εἴπετε ὅτι εἰς τὰς Δυνάμεις ἀπηντήσατε ἀρνητικῶς εἰς ἕνα τῶν ὅρων, τῶν παρὰ τῶν ναυάρχων τῶν ξένων στόλων ἐπιβληθέντων, εἰς τὸν ὅρον περὶ μὴ ἐνεργείας τοῦ στόλου ἐν περιπτώσει μεταφορᾶς τουρκικοῦ στρατοῦ· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα τί μᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ραζέλος; Ὅτι ἰδίοις ὄμμασιν εἶδε μεταφερόμενον στρατὸν παρὰ πλοίων τουρκικῶν! καὶ μ’ ὅλα ταῦτα οὐδὲν ὁ στόλος ἡμῶν ἔπραξεν, ὅπως ἐμποδίσῃ τὴν μεταφορὰν τούτου καὶ ἐκτελέσῃ τὰς διαταγὰς, ἃς συμφώνως πρὸς τὰς δηλώσεις ὑμῶν βεβαίως ἐδώσατε. Καὶ τί ἕτερον προκύπτει ἐκ τῶν ἀνακοινώσεων ὑμῶν, κύριε Ὑπουργέ; Ὅτι, ἐνῷ ἐδηλώσατε ὅτι δὲν θέλετε ἐπιτρέψει ἐνέργειαν ἐκ μέρους τοῦ τουρκικοῦ στόλου, προκύπτει ἀπεναντίας ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ μοιράρχου, ὅτι ὁ τουρκικὸς στόλος ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ Ἑλληνικοῦ στόλου ἔλαβεν ἐνεργὸν μέρος εἰς τὴν κατὰ τῶν Χριστιανῶν ἐπίθεσιν. Ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπυροβόλουν τὰ ξένα πλοῖα, ἐπυροβόλουν καὶ τὰ τουρκικὰ πλοῖα κατὰ τῶν Χριστιανῶν, τῶν μετὰ τὴν κατάληψιν τῆς Κρήτης ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ὑπηκόων τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως. Διατὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην τῆς ἐπιθέσεως τῶν τουρκικῶν πλοίων τὰ Ἑλληνικὰ πλοῖα δὲν ἐπυροβόλησαν κατὰ τῶν τουρκικῶν; Ἀπαντήσατε, ἐὰν δύνασθε, εἰς ταῦτα· δικαιολογήσατε, ἐὰν δύνασθε, τὴν ἀδράνειαν τοῦ στόλου ἡμῶν. Ὁ στόλος ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσῃ. Ἰδοὺ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ συντελέσητε. Ἐὰν συνέπεια τῶν ἔργων τούτων θὰ ἦτο ἡ καταστροφὴ τῶν πλοίων τῶν Ἑλληνικῶν, ἐκ τῆς καταστροφῆς ἐκείνης ἤθελε βεβαίως ἐπέλθει ἡ ἕνωσις τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἢ μᾶλλον ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἑνώσεως, διότι ἡ ἕνωσις συνετελέσθη διὰ τῆς κατοχῆς ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, διὰ τῆς προκηρύξεως τοῦ Βασιλέως. Ὅταν συνδυάζωμεν τὴν στάσιν ὑμῶν ταύτην πρὸς τὴν πορείαν τὴν ἄλλην ὑμῶν, πρὸς τὸ ἀναποφάσιστον τῶν μέτρων, τῶν παρ’ ὑμῶν ληφθέντων· ὅταν βλέπωμεν ὅτι ἡμέραν τινὰ στέλλεται ὁ στόλος, ὅτι πολλαὶ παρέρχονται ἡμέραι πρὶν σταλῇ ὁ τορπιλλικὸς στόλος, ὅτι ἡμέραι πάλιν παρέρχονται πρὶν ἢ σταλῇ ὁ στρατὸς, ὅτι ἀποτέλεσμα τῆς βραδύτητος καὶ τῆς ἀναβολῆς εἶναι ἡ ἀκινησία τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου, ἡ ἀπραξία, δικαιούμεθα νὰ ἔχωμεν φόβους καὶ νὰ διατελῶμεν ἐν ἀνησυχίᾳ, καὶ ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῶν φόβων καὶ τῶν ἀνησυχιῶν εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ σπρώχνωμεν ἑκάστοτε ὑμᾶς πρὸς ἐπιτέλεσιν τῶν καθηκόντων ὑμῶν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει ὅτι διαφωνοῦμεν ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος πρέπει ν’ ἀκολουθήσῃ. Περὶ τούτου πάντες τὰ αὐτὰ φρονοῦσι, διαφωνοῦμεν δὲ μόνον ὡς πρὸς τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μετέλθωμεν, ἵνα τὴν πολιτικὴν ταύτην, τὴν πλήρη κινδύνων, ἡ ὁποία ὅμως παρέχει ἐλπίδα ἐπιτυχίας, φέρωμεν εἰς πέρας. Διαφωνοῦμεν διότι δὲν βλέπομεν ἀναπτυσσομένην παρ’ ὑμῶν τὴν δραστηριότητα, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ βλέπωμεν· φοβούμεθα τ’ ἀποτελέσματα τῆς χαλαρᾶς ὑμῶν ἐνεργείας, καὶ τοὺς φόβους τούτους ἐκδηλοῦμεν, καὶ ὅταν προσκαλῆτε ἡμᾶς νὰ δώσωμεν εἰς ὑμᾶς ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ὑπὸ τῶν φόβων τούτων κατεχόμενοι, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἄλλο ἢ ὅτι ἀρνούμεθα ψῆφον ἐμπιστοσύνης.

§122Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς δὲν ἀμφιβάλλομεν, ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ οἱ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει δὲν διαφωνοῦσιν ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος πρὸς ἡμᾶς. Καὶ οὗτοί εἰσιν Ἕλληνες, ὡς Ἕλληνές ἐσμεν καὶ ἡμεῖς, ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ἀδικήσω τινὰ ἐξ αὐτῶν. Συμβαίνει ὅμως πάντοτε, ἰδίως πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας, νὰ διαφωνῶμεν εἰς τὰς λεπτομερείας, ἐνῷ ἐν τῇ οὐσίᾳ εἴμεθα σύμφωνοι. Μήπως εἰς τὰ 1886 δὲν διεφωνοῦμεν εἰς τὰς λεπτομερείας; Καὶ τότε ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας δὲν διεφώνει πρὸς ἡμᾶς, ὅτι διὰ τῆς ἀναιρέσεως τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου, ἣν ἓν ἀπὸ τὰ Κράτη τῆς Ἑλληνικῆς Χερσονήσου διέπραξεν, ἁρπάσαν μίαν ἐπαρχίαν, τὴν ὁποίαν τὸ Συνέδριον εἶχε καταστήσει αὐτόνομον, καὶ εἶχε δημιουργήσει ὡς πρόχωμα κατ’ ἐπιδρομῶν ἄλλων, ὅτι, λέγω, κατεστρέφετο τὸ πρόχωμα τοῦτο, καὶ ἐζημιοῦντο τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ· ἀλλὰ διεφώνει, διότι ἰσχυρίζετο, ὅτι ὁ στρατὸς ἡμῶν ἦτο ἀνίκανος, διότι ἔλεγεν, ὅτι ὁ στρατὸς ἡμῶν ἦτο ἀγέλη!

§123ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ποτὲ δὲν τὸ εἶπον.

§124Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ διατὶ ἔλεγε ταῦτα περὶ τοῦ στρατοῦ ἡμῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας; Τί ἠξίου; Ἠξίου, στρατὸς ἐξ 80,000 ἀνδρῶν νὰ ἔχῃ τόσα στελέχη, ὅσα ἔχουσιν οἱ εὐρωπαϊκοὶ στρατοί, ὅταν συνίστανται ἐξ 80,000 ἀνδρῶν. Ἀλλὰ τίς ἠγνόει, ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπῆρχον στελέχη διὰ 80 χιλιάδας ἀνδρῶν, ἀλλὰ μόνον διὰ 20,000 ἀνδρῶν; Καὶ ὅταν ἐπεστρατεύομεν, τίς ἠγνόει τοῦτο; Καὶ ὅμως ἐν γνώσει τούτου ἐπεστρατεύομεν. Λοιπὸν καθ’ ὃν χρόνον ἡμεῖς ἐπεστρατεύομεν, πάντες οἱ φίλοι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας ἐγνώριζον, ὅτι ἤθελε σχηματισθῆ στρατὸς πολυάριθμος, μὴ ἔχων στελέχη ἀνάλογα πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν αὑτοῦ, καὶ ἐν γνώσει τούτου ἔστεργον καὶ ἐπεκρότουν ὅτι ἐπεστρατεύομεν· ἀλλ’ ὅταν ἦλθεν ἡ στιγμή, τότε ἡ ἔλλειψις τῶν ἀναγκαίων στελεχῶν παρεκώλυε τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ἔργον, καὶ ἤλεγχεν ἡμᾶς, ὅτι δὲν παρεσκευάσαμεν τὸν στρατὸν προσηκόντως. Καὶ τώρα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἔχει τοὺς αὐτοὺς σκοπούς, τοὺς αὐτοὺς πόθους, τὰ αὐτὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν καὶ ἡμεῖς, ἀλλὰ θεωρεῖ, ὅτι ἡ ἐργασία ἡμῶν εἶναι ἀδρανής, βλέπει ὅτι δὲν ἐνεργοῦμεν μετὰ δραστηριότητος, καὶ ὑποπτεύει ὅτι ἐνδέχεται νὰ ἔλθῃ ἡμέρα, καθ’ ἣν νὰ μὴ ἤμεθα ἐπαρκῶς παρασκευασμένοι στρατιωτικῶς. Ἀλλὰ πῶς δύναται νὰ γνωρίζῃ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ὅτι δὲν ἐνεργοῦμεν ἐγκαίρως, ἀλλὰ βραδέως; Ποῖον εἴχομεν σκοπὸν, ὅταν συνεκαλοῦμεν τὸ πρῶτον τὰς δύο ἡλικίας καὶ ἐζητοῦμεν δι’ αὐτῶν νὰ κρατύνωμεν τὸν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ στρατόν; Σκοπὸν εἴχομεν νὰ κηρύξωμεν τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας; Ὄχι. Σκοπὸν εἴχομεν νὰ περιφρουρήσωμεν ἀσφαλέστερον τὴν μεθόριον γραμμὴν, διότι οἱ γείτονες ἡμῶν ἠσχολοῦντο νὰ ἐνισχύσωσιν ὡσαύτως τὰς ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς φρουράς των. Ἀλλ’ ὅταν νεώτεραι πληροφορίαι μᾶς ἀνήγγειλαν, ὅτι ἡ Τουρκία διέτασσε μεγαλειτέρας μετακινήσεις στρατοῦ, καὶ ὅτι παρεσκεύαζεν ἔτι μεγαλειτέραν ἐνίσχυσιν τῶν φρουρῶν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, ἐσπεύσαμεν τὴν αὐτὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν συνεκεντροῦμεν τὰς πληροφορίας ταύτας, νὰ καλέσωμεν τὰς δύο ἄλλας ἡλικίας. Ἐὰν εἴχομεν σκοπὸν ἀπ’ ἀρχῆς νὰ κηρύξωμεν τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας, εἶχε δικαίωμα ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας νὰ μᾶς ἐλέγξῃ, διότι παρασκευαζόμενοι νὰ κηρύξωμεν τὸν πόλεμον δὲν παρασκευάζομεν ἀναλόγως τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ κηρύξωμεν τὸν πόλεμον. Προετιθέμεθα νὰ προλάβωμεν ἐπιδρομὰς ἀκηρύκτους, τὰς ὁποίας αἱ στρατιωτικαὶ κινήσεις τοῦ ὁμόρου Κράτους μᾶς κατήγγελλον ὡς λίαν πιθανὰς. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν αἱ κινήσεις αἱ στρατιωτικαὶ ἐν τῇ ὁμόρῳ χώρᾳ ἐγίνοντο πρὸς τὴν μεθόριον γραμμὴν τῆς Ἑλλάδος, ἐπὶ τοσοῦτον ἐφροντίζομεν νὰ κρατύνωμεν τὰς ἡμετέρας φρουράς. Ποῦ ὑπάρχει ἡ διαφωνία; Μήπως ἠξίουν νὰ μετερχώμεθα πολιτικὴν ἐπιδεικτικήν; Ἀλλὰ πρέπει ἕκαστος νὰ γνωρίζῃ, ὅτι αἱ ἐπιδείξεις ἔχουσιν ἐνίοτε τὸν χαρακτῆρα ἀπειλῆς, τότε δὲ πρέπει πάντοτε καλῶς νὰ σταθμίζωνται καὶ μετὰ μεγάλην μελέτην νὰ γίνωνται ἀποδεκταί. Δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀναμιχθῶ εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, οὐχὶ διότι ἐγὼ δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν καὶ δὲν μελετῶ μετ’ ἐμβριθείας τοὺς λόγους τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, τὸν ὁποῖον τιμῶ καὶ διὰ τὴν μάθησιν αὐτοῦ καὶ διὰ τὴν βουλευτικὴν αὐτοῦ ἱκανότητα, ἀλλὰ διότι μοὶ ἐφάνη ὅτι οἱ λόγοι αὐτοῦ ἦσαν μᾶλλον δικαιολογία τῶν ἰδίων αὐτοῦ πράξεων, ἵνα μὴ μεταχειρισθῶ τὴν λέξιν ἀπολογία. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐξετασθῇ τὸ γράμμα, τὸ ὁποῖον ἐστάλη πρὸς τὸν Ἡγεμόνα ὑπὸ τῶν κυρίων ἀντιπολιτευομένων Βουλευτῶν, ὑπὸ τοὺς κανόνας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ δικαίου ἢ τῶν κοινοβουλευτικῶν παραδόσεων καὶ ἐθίμων, δὲν ἤθελον μετάσχει τῆς ἐρεύνης ταύτης, κατὰ τὴν ὥραν μάλιστα ταύτην. Ἀλλὰ τίς ἠμφισβήτησε τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι; Διὰ τοῦτο δὲν ἐπικρίνω τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, οὔτε τοὺς ὑπογράψαντας τὴν ἀναφοράν των ταύτην, ἀφοῦ πάντες οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι κατὰ Σύνταγμα. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐκρατύνθη ἔτι μᾶλλον εἰς τοὺς δισταγμοὺς αὐτοῦ, ὡς εἶπε, περὶ τῆς πολιτείας ἡμῶν ἐκ τῶν ἐνεργειῶν ἡμῶν, δὲν ἀμφισβητῶ ὅτι εἶναι κύριος νὰ σταθμίσῃ αὐτὰς κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ἐκτίμησιν. Πρέπει ὅμως νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ παρατηρήσεως τὸ λεχθὲν ὑπ’ αὐτοῦ, ὅτι ἡ ἔλλειψις συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς ἐπὶ τέσσαρας ἢ πέντε ἡμέρας τῆς ληξάσης ἑβδομάδος ηὔξησε τοὺς δισταγμοὺς αὐτοῦ, διότι κατὰ τὴν ἀπαίτησιν, ἣν φαίνεται ὅτι εἶχεν, ἡμεῖς δὲν προσηρχόμεθα κατὰ πάσας τὰς ἡμέρας ἐκείνας εἰς τὴν Βουλήν. Τί ἤθελε νὰ πράξωμεν εἰς τὴν Βουλήν; Νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας εἴχομεν ὑποσχεθῆ ὅτι θέλομεν ἀνακοινώσει εἰς αὐτὴν περὶ τῶν δύο συμβεβηκότων, τὰ ὁποῖα συνδέονται μετὰ τοῦ βομβαρδισμοῦ; Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ εἶχε προλάβει καὶ εἶχεν ἐκφέρει γνώμην, ἀποδεξαμένη τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαμπάκας, ὡς ἐτροποποιήσαμεν αὐτήν. Νὰ ποιήσωμεν ἄλλας ἀνακοινώσεις εἰς τὴν Βουλήν; Δὲν εἴχομεν τοιαύτας· ἀλλὰ καὶ ἂν εἴχομεν πληροφορίας οἱασδήποτε, ἡ γνώμη ἡμῶν ἦτο, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προβῶμεν εἰς ἀνακοίνωσιν αὐτῶν. Ἑπομένως δὲν ἔμενον, εἰμὴ τὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένα ἀντικείμενα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐνομίζομεν, ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ προβῶμεν. Λοιπὸν ἔπρεπε νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν Βουλήν, μηδὲν ἔχοντες νὰ πράξωμεν καὶ καταναλίσκοντες χρόνον, τὸν ὁποῖον ἔπρεπε κατὰ πρῶτον λόγον νὰ καταναλώσωμεν εἰς ὑποθέσεις σπουδαιοτάτας, τὰς ὁποίας δὲν ἐπετρέπετο ἡμῖν νὰ ἀναβάλωμεν. Διὰ τοῦτο δὲν προσήλθομεν κατὰ τὰς εἰρημένας ἡμέρας νὰ συνεδριάσωμεν μετὰ τῆς Βουλῆς. Καὶ σήμερον, κ. Πρόεδρε,—καὶ παρακαλῶ τοὺς λόγους τούτους νὰ τοὺς θεωρήσητε ὡς γνώμην καὶ νὰ ὑποβάλητε τὴν γνώμην ταύτην εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς,— καὶ σήμερον, λέγω, ἐὰν μετὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας γνωσθῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ἐμπιστοσύνην πρὸς ἡμᾶς, θὰ παρακαλέσω νὰ μὴ παύσῃ μὲν ἐργαζομένη ἡ Βουλή, ἀλλ’ οἱ κ. κ. Βουλευταὶ νὰ μὴ συνέρχωνται πρὸς συνεδρίασιν, εἰμὴ ὁσάκις ὁ Πρόεδρος ἤθελεν εἰδοποιήσει αὐτούς, διότι δυστυχῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐρχώμεθα ἡμεῖς καθ’ ἑκάστην, ὁσάκις ἀνυπέρβλητοι καὶ κατεπείγουσαι ὑποθέσεις ἀπασχολοῦσιν ἡμᾶς.

§125ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ λύπης ἤκουσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐπανερχόμενον εἰς τὰς συζητήσεις τοῦ 1886. Τότε διεφώνουν ἐγὼ πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως οὐχὶ εἰς τὰς λεπτομερείας, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν, ἀλλ’ ἐπὶ οὐσιώδους ζητήματος. Ἐνόμιζε τότε ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παρέρχηται χρόνος εἰς μάτην, διότι ἡ πάροδος τοῦ χρόνου ὡδήγει ἀφεύκτως τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἔργον, δι’ ὃ τόσας ὑπέστη θυσίας. Προέβλεπε τότε ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι ἡ ἀνάμιξις τῶν Δυνάμεων ἤθελε καταστήσει τὴν ἐνέργειαν τῆς Ἑλλάδος ἀδύνατον, ὅτι παρήρχετο χρόνος ἀνωφελῶς, καὶ ὅτι παρερχομένου τοῦ χρόνου θὰ ἤρχετο στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ θέλησις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἤθελεν ἐπιβληθῆ ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος. Λυποῦμαι ὅτι ἀνέφερε τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο, διότι βεβαίως θὰ ἦτο ὀλέθριον, ἐὰν τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο ἐπρόκειτο σήμερον νὰ ἐπαναληφθῇ. Ἀκριβῶς ἔχων τὸ μάθημα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, συνιστῶ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ταχύτητα εἰς τὴν ἐνέργειαν, δραστηριότητα εἰς τὴν ἐνέργειαν, τόλμην εἰς τὴν ἐνέργειαν. Καὶ δὲν μὲ πείθουσιν οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν βραδύτητα καὶ τὰς ἀναβολάς. Εἶπεν ὅτι, ἐπειδὴ δὲν πρόκειται περὶ ἐπιθέσεως, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπιταχύνωμεν τὴν σύγκλησιν τῶν ἐφέδρων. Τὸ τόλμημα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐν Κρήτῃ, βεβαίως ἔπρεπε νὰ γεννήσῃ ἀνησυχίας ὡς πρὸς τοὺς κινδύνους, οἵτινες ἠδύναντο νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τὴν ὁροθετικὴν γραμμήν, καὶ τὰς ἀνησυχίας ταύτας ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις, καὶ νὰ μὴ περιμένῃ τὴν τελευταίαν στιγμήν, ἵνα καλέσῃ τὰς ἐφεδρείας. Ἀκριβῶς διὰ τοῦτο κατηγορῶ τὴν Κυβέρνησιν. Κατηγορῶ αὐτήν, διότι δὲν ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην τῆς ταχείας τῶν ἐφέδρων συγκλήσεως. Θέλω παρ’ αὐτῆς ἐνέργειαν, καὶ ἂς μὴ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι, ἂν ἴδωμεν αὐτὴν τοιαύτην μετερχομένην πολιτικήν, οὐδεὶς θὰ ὑπάρξῃ ὁ διστάζων, ὅπως ὑποστηρίξῃ αὐτήν.

§126Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡ ὑπόμνησις τῆς ἐποχῆς τοῦ 1886 μοὶ ἀναπολεῖ εἰς τὴν μνήμην μίαν λίαν σοβαρὰν περίστασιν καὶ πολὺ σχετιζομένην μὲ τὸ ζήτημα τὸ Κρητικόν. Ἐνθυμεῖται βεβαίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι κατὰ τὴν γέννησιν τοῦ ζητήματος τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας, ὅτε ἀπεφάσισε νὰ ἐπιστρατεύσῃ τὸ Κράτος, συνεζήτησε μετὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ἀντωνίου Μαυρομιχάλη καί τινων ἄλλων ἀξιωματικῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ ἀδελφὸς τοῦ κ. Μαυρομιχάλη, ὁ κ. Γ. Μαυρομιχάλης, ὁ συνταγματάρχης, καὶ ἀπεφάσισε, πεισθεὶς ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁ τότε καὶ νῦν, νὰ ἐνεργήσῃ τάχιστα εἰς τὴν Μακεδονίαν, διότι εἶχε πληροφορηθῆ, ὅτι ἡ γραμμὴ ἡ ὁροθετικὴ κατείχετο ὑπὸ 6,000 μόνον τουρκικοῦ στρατοῦ, ἀπὸ Ἰωαννίνων μέχρι Θεσσαλονίκης, καὶ ἐγένοντο ἐνέργειαί τινες πρὸς τοῦτο· ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, πῶς μετ’ ὀλίγον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μετέβαλε γνώμην, καὶ δὲν ἐσκέπτετο ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐνεργήσῃ, ἵνα εἰσβάλῃ ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς εἰς τὴν Μακεδονίαν, ἐξηκολούθει δὲ προετοιμαζόμενος καὶ ἀπὸ ἀναβολῆς εἰς ἀναβολὴν περιπίπτων, μέχρις ὅτου ἐνδυναμωθέντες οἱ Τοῦρκοι εἰς τὴν μεθόριον γραμμήν, ἔδωσαν αὐτοὶ τὴν ἀφορμήν, διότι ἡμεῖς τοὺς ἐδώσαμεν τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐνδυναμωθῶσι καὶ ἀπαλλαχθῶσιν ἀπὸ ὅλας τὰς ἄλλας ἀνησυχίας, τὰς ὁποίας ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς εἶχεν ἡ Τουρκία τότε. Βλέπων λοιπὸν καὶ νῦν τὰς ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ἀναβολὰς τῶν προετοιμασιῶν τοῦ Κράτους κατά τε τὴν ξηρὰν καὶ τὴν θάλασσαν, φοβοῦμαι ὅτι θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1886. Δὲν δύναται δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ πείσῃ κανένα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐνεργεῖ, ὡς δηλοῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, σοβαρῶς καὶ ταχέως, διότι τὰ πράγματα δὲν μαρτυροῦσι τοῦτο. Δὲν ἐπιτρέπεται ἀληθῶς νὰ κατέλθῃ τις εἰς λεπτομερείας καὶ νὰ ἐκθέσῃ ὁποῖαι εἶναι αἱ λεπτομέρειαι αὗται, αἵτινες ἐμβάλλουσιν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν τοὺς φόβους αὐτούς. Ἐν τούτοις διὰ γενικῶν γραμμῶν ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ ἐκθέσωμεν δημοσίᾳ τὴν γνώμην μας, οὐ μόνον τὴν ψῆφόν μας δικαιολογοῦντες, ἀλλὰ καὶ τὸν κίνδυνον ὑποδεικνύοντες· διότι δὲν ἀρκεῖ, κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὸ ἀτυχὲς — ἄν τοιοῦτον ἦναι, ὅπερ ἀπεύχομαι, — ἀποτέλεσμα τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, νὰ ζητήσωμεν εὐθύνην ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι θὰ ἦναι κατόπιν ἑορτῆς· ὁ Ἑλληνισμὸς πλέον δὲν θὰ ἔχῃ καμίαν ἐλπίδα αὐξήσεως εἰς τὸ μέλλον. Διὰ τοῦτο συνιστῶμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὀφείλει αὕτη νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαιοτάτην ἔποψιν τὴν περίστασιν ταύτην, ἵνα μὴ ματαίως παρέρχηται ὁ χρόνος.

§127ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ὅπως δικαιολογήσω τὴν θέσιν μου. Παρουσιάζεται ἓν ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου οὐδεμία ὑπάρχει διαφωνία οὔτε ἐν τῇ Βουλῇ, οὔτε ἐν τῷ ἔθνει. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ παραδεχθῇ λύσιν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, ἐκ τῆς ὁποίας νὰ ἐπέλθῃ προσβολὴ εἰς τὸ γόητρον τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Οὐδεμία διαφωνία ὑπάρχει ἐπὶ τούτου, καὶ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ οἱαδήποτε Κυβέρνησις, ἥτις νὰ μὴ ἐκτελέσῃ πλῆρες καὶ τέλειον τὸ καθῆκον αὐτῆς πρὸς πραγματοποίησιν καὶ πρὸς ἐπιδίωξιν τοῦ κοινοῦ τούτου σκοποῦ τοῦ ἔθνους, τοῦ Στέμματος καὶ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ παρουσιάζεται ἓν ἕτερον ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς προπαρασκευῆς τῆς χώρας. Ἡ προπαρασκευὴ τῆς χώρας ἀναμφισβητήτως εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς γενικῆς ὁμοφωνίας πρὸς τὴν ἐπιδίωξιν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον πάντες ἐπιδιώκομεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης. Τὰ διδόμενα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν, αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐπισήμως γνωρίζομεν, δὲν δίδουσιν εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσωμεν ἐκ τῶν προτέρων δυσπιστίαν καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ἔχομεν ὅμως ἐπισήμως ἀρκετὰ διδόμενα καὶ ὅπως ἐκφράσωμεν πλήρη τὴν πεποίθησιν ἡμῶν καὶ ὅπως συμμετάσχωμεν τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν πλήρη καὶ ἀκεραίαν ἀνέλαβεν ἡ Κυβέρνησις. Παρουσιάζεται ὅμως καὶ τρίτον ζήτημα. Τὸ ζήτημα δὲ τοῦτο, κατ’ ἐμὲ, εἶναι τὸ σπουδαιότερον. Εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἐπιδείξεως πλήρους καὶ τελείας ὁμοφωνίας καὶ ἑνότητος τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους ἀπέναντι τοῦ ξένου κόσμου. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὰ μέσα καὶ αἱ δυνάμεις, τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν, μετὰ πάσης δραστηριότητος ἐνεργοῦντες εἴτε κατὰ θάλασσαν, εἴτε κατὰ ξηρὰν, ἐὰν πρόκειται αὗται νὰ ἀντιστῶσι κατὰ τῶν ἡνωμένων δυνάμεων τῆς Εὐρώπης, δὲν δύνανται νὰ παράσχωσιν εἰς ἡμᾶς πεποίθησιν ἐπιτυχοῦς λύσεως τοῦ ζητήματος. Δὲν πράττομεν ἑπομένως ἔργον φρονήσεως, ἂν νομίζωμεν ὅτι πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν οἱανδήποτε ἐνέργειαν διὰ τῶν δυνάμεων ἡμῶν κατὰ τῆς ἡνωμένης Εὐρώπης. Μόνον δι’ ἑνὸς μέσου δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὰς Εὐρωπαϊκὰς Κυβερνήσεις. Τοῦτο δὲ εἶναι ἡ ἀπόδειξις πλήρους καὶ ἀναμφισβητήτου ἑνότητος καὶ ἐνεργείας τῆς φυλῆς ἡμῶν. Πρέπει νὰ ἐννοηθῇ παρὰ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, ὅτι ὁλόκληρος ἡ φυλὴ ἡμῶν μίαν ἔχει ἐπιθυμίαν, μίαν ἔχει γνώμην, μίαν ἔχει ἀπόφασιν, νὰ μὴ δεχθῇ τι, τὸ ὁποῖον θίγει τὸ γόητρον αὐτῆς, τὸ μέλλον αὐτῆς, τὸν προορισμὸν αὐτῆς. Τοῦτο θὰ δείξωμεν, ἀποδεικνύοντες τρανῶς, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν δύο γνῶμαι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ οὐ μόνον καμμία Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀλλὰ οὔτε εἷς Ἕλλην, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ πράξῃ πλῆρες τὸ καθῆκον αὐτοῦ πρὸς προάσπισιν τοῦ γοήτρου τοῦ Ἑλληνικοῦ Στέμματος καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους καὶ τῶν συμφερόντων τῆς φυλῆς ἡμῶν. Τοιαύτη πεποίθησις τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου θὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς ἡμᾶς τὴν γνώμην τῆς Εὐρώπης, θὰ πείσῃ αὐτὴν, ὅτι ἂν δὲν δυνάμεθα ν’ ἀντιταχθῶμεν εἰς τοὺς ἰσχυροὺς αὐτῆς στρατοὺς, δυνάμεθα ὅμως νὰ κρατήσωμεν ὁλόκληρον τὴν Εὐρώπην ὑπὸ τὸν φόβον τῆς διαταράξεως τῆς εἰρήνης, ὅστις κυρίως ἐπηρεάζει καὶ πιέζει αὐτήν. Μόνον ὅταν ὡς ἔθνος ὁλόκληρον παριστάμεθα ἡνωμένοι, δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τοιοῦτον ἀποτέλεσμα. Διὰ τοῦτο λυπηρὰν θεωρῶ πᾶσαν διαίρεσιν εἴτε ἐν τῇ Βουλῇ εἴτε ἐν τῷ ἔθνει, ἥτις δύναται νὰ δώσῃ καὶ ἁπλῶς ὑπόνοιαν εἰς τὸν πεπολιτισμένον κόσμον, ὅτι δυνάμεθα περὶ ἄλλα νὰ τυρβάζωμεν καὶ περὶ ἄλλα νὰ ἀσχολώμεθα, ἢ ὅτι δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν οἱανδήποτε ἄλλην γνώμην, παρὰ τὴν γνώμην τῆς αὐτοθυσίας καὶ τῆς δραστηρίας ἐνεργείας πρὸς προάσπισιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων. Λυπηρὸν ἑπομένως θεωρῶ, διότι ἐπαρουσιάσθησαν ἀφορμαί, ἐγείρασαι ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ δύναται νὰ παρουσιασθῇ διῃρημένη. Διὰ τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ μετάσχω τοιαύτης ψηφοφορίας. Δὲν δύναμαι νὰ ψηφίσω κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι οὐδεμίαν ἔχω ἀφορμὴν νὰ δυσπιστῶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος μου εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν (ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν δύναμαι νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν εἶμαι ἀρκετὰ πληροφορημένος, δὲν ἔχω ἀρκετὰ φῶτα, ὥστε νὰ πιστεύσω, ὅτι ἐν ταῖς λεπτομερείαις ἔπραξε πάντα ὅσα ἠδύνατο καὶ ἔπρεπε νὰ πράξῃ. Δὲν ἀμφιβάλλω περὶ τούτου, ἀλλὰ ἐπὶ ἐξωδίκων πληροφοριῶν καὶ εἰκασιῶν δὲν δύναμαι νὰ στηρίξω ψῆφον δυναμένην νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν ζωτικωτέρων τῆς πατρίδος μου συμφερόντων. Μὴ συμμετέχων δὲ τῆς ψηφοφορίας, δηλῶ ὅτι οὐδεμίαν ἐννοῶ νὰ ἐκφράσω δυσπιστίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ψηφίσω ὑπὲρ αὐτῆς, διότι, ἀνήκων εἰς ἄλλην πτέρυγα, δὲν δύναμαι νὰ ἀναλάβω, ἐν ἀγνοίᾳ ὢν τῶν λεπτομερειῶν, τὴν εὐθύνην τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο θὰ ἀπόσχω τῆς ψηφοφορίας μετὰ τῶν φίλων, οἱ ὁποῖοι συμμερίζονται τὴν γνώμην μου.

§128ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, δύο λέξεις.

§129ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.

§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Τζανετάκη ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα, πλήρη ἔχουσα πεποίθησιν ἐπὶ τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἐκδηλοῖ καὶ αὖθις τὴν πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνην της.»

§131Χ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ζητῶ τὸ λόγον, διότι βλέπω ὅτι σήμερον πρόκειται περὶ τῆς δικαιολογίας τῆς ψήφου ἑκάστου. Ὀφείλω καὶ ἐγὼ συνεπῶς νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν θὰ δώσω, καθόσον εἶμαι ἐκ τῶν Βουλευτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν μίαν δήλωσιν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.

§132Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐλάβομεν τοιαύτην δήλωσιν.

§133ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Μίαν ἐπιστολήν.

§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδ’ ἐπιστολήν.

§135ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Δι’ ἐπιτροπῆς...

§136Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, τρεῖς Βουλευταὶ ἦλθον πρὸς ἐμέ.

§137ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἡ ἀντιπροσωπεία ὁλόκληρος ἐξέφρασε τὴν γνώμην της, ὅτι τὸ ἔθνος πρέπει νὰ δράσῃ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν οὐδὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν οὐδὲ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν· ἀλλ’ ὡς στρατιώτης ὤφειλον νὰ παρατηρήσω μερικὰ πράγματα. Παρετήρησα τὸν στρατόν, ὁ ὁποῖος ἀνεχώρει ἐξ Ἀθηνῶν, καὶ ἐσχημάτισα ἐκ τῆς συνθέσεως τοῦ στρατοῦ καὶ ἐκ τῆς συντάξεως αὐτοῦ πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κρήτη ἐπρόκειτο νὰ καταληφθῇ πανηγυρικῶς. Ἐζήλευσα τὴν θέσιν τῶν ἀναχωρούντων, διότι ἐκ τῆς συντάξεως τοῦ ἀναχωροῦντος στρατοῦ ἐσχημάτισα πεποίθησιν, ὡς στρατιώτης, ὅτι ὁ στρατὸς ἐκεῖνος ἀνεχώρει οὐχὶ δι’ ἐπιχείρησιν πολεμικήν, ἀλλὰ διὰ πανηγυρικὴν κατάληψιν. Καὶ πῶς τοῦτο ἐξήγαγον; Ἐκ τῶν ὀλίγων γνώσεων τῶν στρατιωτικῶν, τὰς ὁποίας ἀπέκτησα μελετῶν. Ἀλλ’ ἴσως αἱ γνώσεις αὗται μετεβλήθησαν σήμερον, καὶ ἴσως ἐγὼ αὐτὸς ἀγνοῶν ἤρχισα νὰ ἀμφιβάλλω περὶ τῆς πολεμικῆς δράσεως τοῦ ἔθνους.

§138Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὡμιλήσατε περὶ πανηγυρικῆς καταλήψεως, ἡ μάχη τῶν Λειβαδίων ἀπαντᾷ εἰς τὴν ἰδέαν σας.

§139ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Συμφώνως μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐμελέτησα καὶ ἔμαθον εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Σχολὴν, γνωρίζω ἀσφαλῶς, ὅτι τὰ τμήματα στρατοῦ, τὰ μεταβαίνοντα πρὸς πολεμικὴν δρᾶσιν, διοικοῦνται μέχρι τῆς τελευταίας κρισίμου στιγμῆς ὑπὸ τῶν οἰκείων ἡγητόρων, καὶ τοῦτο, ἵνα ἐξασφαλίζηται ἡ διοίκησις. Οὐδέποτε ἐπιτρέπεται εἰς στράτευμα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ πολεμήσῃ, νὰ ἀλλάσσῃ τὴν τελευταίαν στιγμὴν τοὺς διοικητάς του· διότι ὑποτίθεται ὅτι οἱ νέοι διοικηταὶ, οἱ ἐρχόμενοι νὰ διοικήσωσιν αὐτὸ κατὰ τὴν δρᾶσιν, δὲν γνωρίζουσι τὸ ποιὸν, δὲν γνωρίζουσι τὰς ἰδιότητας, δὲν γνωρίζουσι τὸν χαρακτῆρα τῶν ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους διοικοῦσι.

§140Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅμως τοὺς ἐδιοίκησαν πολὺ καλῶς.

§141ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Κύριε Ἀγγελόπουλε, σᾶς εἰδοποιῶ προκαταβολικῶς, ὅτι θὰ δώσω ψῆφον ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως (γέλωτες).

§142Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ εἶναι ἀδιάφορον ποίαν ψῆφον θὰ δώσητε.

§143ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Τότε διατὶ μὲ διακόπτετε; (Θόρυβος). Ἐὰν δὲν ἦναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὁμιλήσω, τότε νὰ παύσω.

§144ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁρίστε, ὁρίστε.

§145Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ἀπαντᾶτε εἰς τὰς διακοπάς.

§146ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ὑπέθεσα λοιπὸν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ πολέμου. Τὰ περιστατικὰ, τὰ ὁποῖα ἐπαρουσιάσθησαν εἰς τὴν Κρήτην, τὰ ἔκτακτα, ἀπέδειξαν, ὅτι ὁ ἀποστελλόμενος στρατὸς εἶχε προορισμὸν νὰ πολεμήσῃ, καὶ ἐπολέμησεν ἀνδρειότατα. Γνωρίζω δὲ, ὅτι ξένοι ἀξιωματικοὶ δὲν ἐπίστευον ὅτι οἱ στρατιῶται αὐτοὶ εἶναι στρατιῶται τριῶν μηνῶν, οἱ ξένοι δ’ οὗτοι ἀξιωματικοὶ δὲν πιστεύω ὅτι ἐμερολήπτησαν εἰς τὰς κρίσεις των. Ὁ στρατὸς ὁ Ἑλληνικὸς ἐθαυμάσθη εὐτυχῶς ὑπὸ ὅλου τοῦ κόσμου. Ἐνόουν μόνον, ὅτι ἡ σύνταξις τοῦ στρατοῦ δὲν ἐπαρουσίαζε σκοπὸν πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων. Μὲ διέψευσεν ὅμως αὐτὸς ὁ στρατὸς, διότι ἔκαμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ κάμῃ ἄλλος ἀρχαῖος καὶ παλαιὸς στρατός. Βλέπω τὴν κίνησιν τοῦ Ναυτικοῦ, καὶ ἔχω τὴν ἀνόητον ἰδέαν, ὅτι ὁ τορπιλλικὸς στόλος, προκειμένου νὰ ἐμποδίσῃ πλοῖα ἐρχόμενα ἐκ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ προκειμένου νὰ ἀνατινάξῃ εἰς τὸν ἀέρα τὰ πλοῖα ἐκεῖνα, δὲν ὤφειλε νὰ ἔχῃ ὡς ἀφετηρίαν τῆς ἐργασίας του τὰ παράλια τῆς Κρήτης. Ἐπίστευον, ἴσως ἀνοήτως, ἴσως ἐσφαλμένως, ὅτι ἡ θέσις τοῦ τορπιλλικοῦ στόλου εἶναι ἀπὸ τοῦ Καφηρέως μέχρι τῆς Χίου, καὶ οὐχὶ εἰς τὰ παράλια τῆς Κρήτης, ἐνώπιον τῶν ναυάρχων τῶν ξένων Δυνάμεων. Βλέπω εἰς τὰς ἐφημερίδας τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου, τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως, τὰς διαταγὰς τοῦ Βασιλέως, καὶ ἀμέσως σκέπτομαι, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ σοβαρὰ ἐργασία, ὅταν τὰ μυστικὰ μιᾶς ἐκστρατείας δίδωνται εἰς τὸν τύπον. Βλέπω, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῆς κατοχῆς ἔχει τὴν διαταγὴν νὰ καταλάβῃ τὴν νῆσον καὶ νὰ κυριεύσῃ τὰ φρούρια, καὶ ἡ διαταγὴ αὕτη δημοσιεύεται εἰς τὸν τύπον. Βλέπω εἰς τὸν τύπον, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ τορπιλλικοῦ στόλου ἔλαβε τὴν διαταγὴν νὰ ἀνατινάξῃ τὰ τουρκικὰ πλοῖα εἰς τὸν ἀέρα, βλέπω εἰς τὸν τύπον, ὅτι ὁ μὲν παροτρύνει τὸν δὲ, ἢ οὗτος τὸν ἄλλον, βλέπω, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δράσῃ, καὶ ὅλα ταῦτα δὲν διαψεύδονται. Βλέπω, ὅτι μεταβαίνει ὁ στρατὸς εἰς τὴν Κρήτην, μάχεται, νικᾷ, καὶ ἐνῷ κατὰ ξηρὰν ὁμολογουμένως—καὶ ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω —εἶναι ὑποδεέστερος τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, ἐννοῶ ὡς στρατοῦ ὑπὸ ἔποψιν ποιοῦ, ποσοῦ καὶ ἀνωτέρας διοικήσεως, ὄχι ὡς στρατοῦ ἐνθουσιώδους, κατώρθωσεν ὁ στρατὸς ἡμῶν νὰ παρουσιασθῇ ὑπέρτερος τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, καὶ ἐνῷ κατὰ θάλασσαν ὁ στόλος ἡμῶν εἶναι ὁμολογουμένως ἀνώτερος τοῦ τουρκικοῦ στόλου, κατώρθωσεν ὁ στόλος ἡμῶν νὰ φανῇ πολὺ ὑποδεέστερος.

§147Ι. Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Διότι δὲν ἐνήργησε.

§148ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς μοὶ ἀπαντᾷ «διότι δὲν ἐνήργησεν.» Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ σώματος· ἂς μὴ ὑποθέτῃ ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ἐγὼ δὲν ἀγαπῶ, ὡς αὐτός, τὸ Ναυτικόν. Εἰς τὸ Ναυτικὸν ἔχω παραδόσεις, διότι εἶχον ἀδελφόν, ὁ ὁποῖος, ἐὰν ἔζη καὶ εἶχε τὴν τιμὴν σήμερον νὰ διοικῇ τὴ «Ὕδραν», ἴσως ὁ στόλος ἡμῶν ἤθελεν ἐνεργήσει... Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ συγχωρήσῃ τὸν ἐγωϊσμὸν αὐτόν.

§149Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἐγωϊσμός, δεικνύει ἄγνοιαν στρατιωτικῶν κανόνων.

§150ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Τοὺς ὁποίους κανόνας ἐγὼ ἐπὶ ἑπταετίαν ἐσπούδασα, ἐξελθὼν τρίτος ἐκ τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς μεταξὺ 14 ἀξιωματικῶν, ἐθελουσίως δὲ καταταχθεὶς εἰς τὸ πεζικόν.

§151ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Τὸ Ζαλόγκον καὶ ἡ Κιάφα τὰ λέγουν αὐτά. (Διακοπαί).

§152ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐμποδίσατε, κύριε Πρόεδρε, τὰς διακοπάς.

§153ΣΕΧΟΣ. Κύριε Πρόεδρε ἀναγκαζόμεθα ἡμεῖς νὰ ἐκτελῶμεν τὰ καθήκοντά σας!

§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀγορεύων κατὰ τοῦτο πταίει, ὅτι ἀπαντᾷ εἰς τὰς διακοπάς.

§155ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ὁ κύριος Ἀγγελόπουλος νομίζει, ὅτι ἐγὼ δὲν ἔμαθον τοὺς στρατιωτικοὺς κανονισμούς. Εἰδοποιῶ τὸν κ. Ἀγγελόπουλον, ὅτι καὶ τοὺς κανονισμοὺς ἔμαθον καὶ ἀκολουθῶ τὴν ἐπιστήμην, μελετῶν. Ἡ ἀποστολὴ λοιπὸν τοῦ στόλου καὶ τοῦ στρατοῦ ἡμῶν ἐν Κρήτῃ, μὴ παραλλήλως βαινόντων, οὐδεμιᾶς ὑπαρχούσης συνοχῆς καὶ οὐδεμιᾶς συνδρομῆς πρὸς ἀλλήλους, μὲ ἔκαμε νὰ ὑποπτεύσω, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν πρόκειται νὰ δράσῃ στρατιωτικῶς· ἰδίως δ’ ἐπίστευσα τοῦτο, ὅταν οἱ στόλοι τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων ἐκανονιοβόλουν τοὺς Κρῆτας, τοὺς ὁποίους μετ’ ἀπορίας ἀκούω ἐντὸς τῆς Βουλῆς ὀνομαζομένους ἀκόμη ἐπαναστάτας, ἐνῷ μετὰ τὴν κατάληψιν τὴν ἐπίσημον εἶναι ὑπήκοοι τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, καὶ ὄχι ἐπαναστάται. Ὅταν λοιπὸν τὰ πλοῖα τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων ἐβομβάρδιζον τοὺς ὑπηκόους τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, νομίζω ὅτι τὸ Ναυτικὸν ἡμῶν ἔπρεπε νὰ ὑπερασπισθῇ τοὺς ὑπηκόους του, διότι πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἐστάλη (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Νομίζω δέ, ὅτι οἱ στόλαρχοι ὤφειλον νὰ προτιμήσουν νὰ πνιγοῦν εἰς τὰ αἱματωμένα νερὰ τῆς Κρήτης ἀπὸ τὸν Σεϊμοὺρ καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους Εὐρωπαίους ναυάρχους, παρὰ ἀπὸ ἕνα Χασὰν–πασσᾶ ἢ Τεφὶκ–μπέην. Μεγαλειτέρα τιμὴ θὰ ἦτο δι’ αὐτοὺς νὰ ἀποθάνουν ἐκεῖ, ἀπὸ τὸ πυροβόλον τοῦ Σεϊμούρ, παρὰ ἀπὸ τὸ πυροβόλον τοῦ Τεφὶκ–μπέη. Καὶ τί ἐπερίμενε τὸ Ναυτικόν, ὅταν ἡ σημαία τοῦ Προξενείου καταβιβάζηται, ὅταν πλοῖα Ἑλληνικὰ συλλαμβάνωνται καὶ κατακρατῶνται, ὅταν πλοῖον τουρκικὸν ἀπὸ τὸ Ἡράκλειον μεταφέρῃ στρατὸν εἰς τὰ Χανιά, συνοδευόμενον δῆθεν ἀπὸ ἀγγλικὸν τορπιλλοβόλον; Ἡ μετάβασις τοῦ τουρκικοῦ πλοίου ἐκ τοῦ Ἡρακλείου εἰς τὰ Χανιὰ καὶ ἡ διαγωγὴ τοῦ στολάρχου ἡμῶν εἶναι ἐναντία τῆς διαταγῆς τοῦ Βασιλέως, διότι ὁ Βασιλεὺς διέταξε νὰ ἀνατιναχθοῦν εἰς τὸν ἀέρα ὅλα τὰ τουρκικὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα ἤθελον μεταφέρει στρατόν. Καὶ τίς λόγος ὑπῆρχεν ὁ Κανάρης νὰ ἦναι διαθέσιμος καὶ νὰ μὴ διοικῇ τὸν στόλον; Ὁ Κανάρης βεβαίως δὲν θὰ ἦτο ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἤθελε δεχθῇ μίαν τοιαύτην περιφρόνησιν τῆς σημαίας μας. Ὅλα ταῦτα μὲ ἔκαμαν νὰ πεισθῶ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ πολεμικῆς δράσεως. Συνεννοήθημεν λοιπὸν ἐκ συμπτώσεως, ἐκ συναντήσεως ἰδεῶν, 15 ἕως 20 Βουλευταὶ, ἀπεστάλη μία ἐπιτροπὴ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία τῷ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι ἡμεῖς ἐννοοῦμεν δρᾶσιν μέχρις ἐσχάτων, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπήντησεν ὅτι θὰ δράσῃ. (Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς στρέφει πρὸς τὸν ἀγορεύοντα).

§156ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶπεν, ὅτι δὲν ἐπῆλθε γεγονὸς, τὸ ὁποῖον νὰ μεταβάλῃ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως.

§157ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Διὰ τοῦτο δὲν ἔχω πλέον δικαίωμα νὰ ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς κυβερνήτης, θὰ δράσῃ, καὶ διὰ τοῦτο θὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως.

§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον; (Οὐδεὶς ἐγείρεται). Ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα, πλήρη ἔχουσα πεποίθησιν ἐπὶ τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἐκδηλοῖ καὶ αὖθις τὴν πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνην της». Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης.

§159ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.

§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Γ. Ν. Μπούμπουλη καὶ Δ. Μυλωνᾶ, ὡς ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Μιλτ. Δάλλας Ν Γεώργ. Φιλάρετος
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Ν Νικ. Σταματιάδης Ν
Κωνστ. Ἀσημακόπουλος Ν Ἰω. Γιαννακόπουλος Ν
Ν. Σμόλενιτς ἀρν.Ἐπ. Μαυρομμάτης ἀρν.
Δημ. Οἰκονομίδης Ν Ι. Γρίβας Ν
Δημοσθ. Καΐρης Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ἀρν.
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος ἀρν.Περ. Ἀλεξάκης Ν
Κωνστ. Νεγρεπόντης Ν Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Ν
Ἰωάννης Πετρίδης Ν Ἰω. Ἀντωνόπουλος Ν
Ν. Φαρμακόπουλος Ν Π. Λαμπρινόπουλος Ν
Σωτήρ. Δανόπουλος Ν Χαρ. Τζανετάκης Ν
Χρ. Βότσαρης Ν Γ. Λ. Πετροπουλάκης ἀρν.
Κωνστ. Γ. Καραπάνος Πολύμ. Ζαρίμπας Ν
Σπυρ. Βαρζέλης Χρ. Μαστραπᾶς ἀρν.
Νικόλαος Λεβίδης ἀρν.Γεώργ. Ἀνδρίτσος Ν
Κωνστ. Κολιάτσος Ν Κ. Παπαμιχαλόπουλος ἀρν.
Δημοσθ. Σκυλίτσης Π. Ρίτσος
Ἀθ. Μουτσόπουλος Ἀνδρ. Βασιλείου Ν
Ι. Δ. Καλλιφρονᾶς Ν Σπ. Τσιτσάρας Ν
Ἀλεξ. Γ. Σκουζὲς ἀρν.Δημ. Χατζόπουλος
Ἀλεξ. Σκ. Σοῦτσος Ν Δημ. Βουλπιώτης ἀρν.
Δ. Γ. Ράλλης ἀρν.Μιχ. Ἰατρίδης ἀρν.
Ἀλεξ. Ψύλλας Ν Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμας Ν
Κ. Ι. Ἀγγελόπουλος Ν Κ. Δ. Βοῦλτσος ἀρν.
Γ. Κοζάκης Τυπάλδος Ν Γ. Μελισσηνός Ν
Νικ. Σκυλοδῆμος Ν Διον. Μυλωνᾶς Ν
Ἀθ. Ἴσκος Ν Ἄγγ. Πετραλιᾶς Ν
Κωνστ. Τοπάλης Ν Χ. Στεφανόπουλος
Νικ. Σχινᾶς Ν Γεώργ. Κρεστενίτης Ο
Γ. Παπακυριακόπουλος Ν Β. Βασιλειάδης Ν
Δημοσθ. Δόγκας Ἀθ. Εὐταξίας
Ἰω. Σισίνης Ν Ἰω. Μπακόπουλος Ν
Στέφ. Σκουλούδης ἀρν.Ἀρ. Σακελλαρόπουλος Ν
Γεώργ. Πετούσης ἀρν.Φίλ. Βάρβογλης ἀρν.
Ἀριστομ. Βαλέττας ἀρν.Ν. Τριανταφυλλάκος ἀρν.
Νικ. Νομικός Ν Ἡλ. Ζέγγελης ἀρν.
Πέτρος Δελένδας Ν Λάμπρος Σινανιώτης Ν
Κωνστ. Πεταλᾶς Ν Ἰω. Βούτουνας
Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ν Γ. Μαλέας ἀρν.
Παναγ. Θρ. Ζαΐμης Ν Γ. Νικολαΐδης Ν
Θεόδ. Ζαΐμης Ν Λεων. Δεληγεώργης ἀρν.
Λ. Πετιμεζᾶς ἀρν.Μιλτ. Γουλιμῆς Ν
Γεώργ. Σιβιτανίδης Ν Παν. Μερλόπουλος ἀρν.
Γιαννούσιος Τάκης Περ. Μποῦτος Ν
Ν. Δαγρὲς Ν Ἀλκ. Δεληγιάννης ἀρν.
Κωνστ. Φλέσσας ἀρν.Ἀντ. Καρατζᾶς ἀρν.
Ν. Σάλμας Ν Πέτρ. Ταταράκης Ν
Δημ. Τερτίπης Γεώργ. Κουλούρης Ν
Ἰω. Παλάσκας Ν Ὄθων Μαῦρος Ν
Ἰω. Σταμούλης Ἐλευθ. Μυκώνιος Ν
Κίμων Βελλίνης Ν Μιλτ. Βαρότσης Ν
Ξενοφῶν Τσαμαγκίδης ἀρν.Γεώργ. Σισμάνης Ν
Ἰωάννης Καζαμπάκας Ν Γεώργ. Πλατανιώτης
Ι. Στεφάνου Ν Ἰω. Καναβὸς Ν
Παν. Λεβέντης Ν Γ. Φαρμακόπουλος Ν
Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Μιχ. Ἰατρὸς
Ν. Χατζηνικολῆς Ν Α. Πετσάλης Ν
Γεώργ. Κόρπας Παῦλος Ραζέλος Ο
Ἀχιλ. Ἀγάθος Ἀθ. Πιεῤῥάκος Μαυρομιχ. ἀρν.
Κωνστ. Βασιλάκης Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης ἀρν.
Ἰω. Σέχος ἀρν.Ἀσημ. Χριστόπουλος Ν
Νικ. Βασιλάκης Ν Χαράλ. Κανελλόπουλος Ν
Ἀθ. Παραμυθιώτης Π. Λαμπρούλιας Ν
Γεώργ. Θεοτόκης ἀρν.Σπυρ. Τυπάλδος Φορέστης
Γεώργ. Καποδίστριας Πέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς Ν
Δημ. Οἰκονόμου Ν Θεόδ. Βελλιανίτης Ν
Ἀνάρ. Σιμόπουλος ἀρν.
Π. Ζούζουλας Ν Λ. Καραλίβανος Ν
Κωνστ. Σκαρπέτης Ν Πανούργ. Πανουργιᾶς
Ἀριστ. Μεντζελόπουλος Ν Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ν
Νικολ. Βαλσαμάκης Ἀχιλ. Γεροκωστόπουλος Ν
Ι. Τζανετάτος Φωκᾶς Ἰω. Τσερτίδης Ν
Δημ. Σβορῶνος Ν Χρ. Τζῖνος Ν
Ἅθως Ρωμάνος ἀρν.Δημ. Βότσης Ν
Διον. Καλούτσης Ν Πίνδ. Ἀντωνόπουλος Ν
Σπ. Ε. Στάης ἀρν.Παν. Σάκκης Ν
Χ. Κ. Βοζίκης Ν Δημ. Ε. Καλογερόπουλος Ν
Νικ. Σταματόπουλος Ν Νικ. Καράπαυλος
Θ. Πέῤῥος Ν Ἰωάν. Βρυώνης Ν
Γεώργ. Μαυρομιχάλης Ν Π. Ἄννινος ΚαβαλλιεράτοςΝ
Δημοσθ. Μανουσάκης Ν Νικολ. Δημητριάδης Ν
Δημοσθ. Ματάλας ἀρν.Γ. Ν. Μπούμπουλης ἀρν.
Ἀριστ. Μελετόπουλος Ν Ἀντ. Γουδῆς Ν
Ν. Γκουζούλης Ἀθ. Λαδόπουλος Ν
Δημ. Πιπινόπουλος Ν Ν. Βαφειαδάκης
Χασὰν βέης Πετρεδὴν βέηςΝ Γ. Παγανέλης Ν
Τωφιλῶτας Ἰσχόμαχος Ν Ἀλοΐσιος Τόμαν Ν
Ἰω. Λάππας Ν Ν. Δρόσος Ν
Α. Ἀλεξανδρόγιαννος Ν Γρηγ. Μαυρομαρᾶς
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ν Σωτ. Χατζηγάκης Ν
Π. Μπογδάνος Ν Νικ. Ταρμπάζης Ν
Κωνστ. Χατζηπέτρος Ν Νιχ. Τσαμαδὸς ἀρν.
Θεόδ. Κριεζώτης Ν Χριστόδουλος Στεριάδης Ν
Εὐστ. Κοκκέβης Νιχ. Κοντογιάννης Ν
Ν. Γεωργακόπουλος Ν Κομνᾶς Τράκας
Σωτὴρ Σωτηρόπουλος Ν. Χατζῖσκος
Δημ. Καμαριώτης ἀρν.Τριαντάφυλλος Σχινᾶς
Διον. Στάικος Ν Δημ. Κρίτσας
Ἀριστόδουλος Μάνεσης ἀρν.Μιχ. Κακαρᾶς
Σπ. Δεϊμέζης Ν Γ. Ἀβέρωφ Ν
Θεόδ. Λιμπρίτης Κ. Βαρατάσης Ν
Ἰω. Παπαδόπουλος Ν Ἀλέξ. Μ. Κανάρης ἀρν.
Θεόδ. Γκίκας Ν Ἰω. Α. Κανάρης Ν
Παντελῆς Γκίκας Ν

§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 166. Ἐκ τούτων 125 εἶπον Ναὶ, 2 εἶπον Ὄχι, καὶ 39 ἠρνήθησαν ψῆφον. Κατ’ ἀκολουθίαν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐκ Γυθείου Βουλευτοῦ. Θὰ ἐρωτήσω ἤδη τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἄν τουτέστιν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ νὰ μοὶ ἀναθέσῃ τὸ δικαίωμα νὰ προσκαλῶ αὐτὴν εἰς συνεδρίασιν, ὅταν κρίνω τοῦτο ἀναγκαῖον.

§162ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§163ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ τὸ ἔχετε.

§164ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν;

§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς εἰδοποιήσω. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 καὶ 15′ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 53
2τῆς 17 Φεβρουαρίου 1897.
3(Δευτέρα)
4Ὥρᾳ 4 καὶ 15′ μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦν-
6ται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως)
7§1Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Λαμβάνω
8τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω δήλωσιν εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τῆς
9ὁποίας παρακαλοῦμεν αὐτήν, ἵνα ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναγραφῇ ἐν
10τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ
11ἔτους 1897 προσθήκη πιστώσεως δραχ. 400,000 μὲν εἰς τὸ
12ἄρθρον τῶν τροφῶν τοῦ στρατοῦ, 150,000 εἰς τὸ ἄρθρον τῶν
13ἐξόδων μετακομίσεως, 200,000 εἰς τὸ ἄρθρον τῶν ἐξόδων
14προσελεύσεως στρατευσίμων καὶ 50,000 εἰς τὸ ἄρθρον τῶν ἀπο-
15ζημιώσεων ὁδοιπορούντων ἀξιωματικῶν. Τὸ ὅλον 800,000.
16§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
17ράρτημα, ἀριθ. 540).
18Ὁ κ. Σκουλούδης ἔχει ζητήσει τὸν λόγον. Δὲν γνωρίζω
19ἂν ἐπιθυμῇ νὰ ὁμιλήσῃ.
20§3ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν συνεδρίασιν
21τῆς παρελθούσης Δευτέρας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
22εἶχεν ὑποσχεθῆ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι μετὰ μίαν ἢ δύο ἡμέ-
23ρας, ἀφοῦ ἤθελε λάβει πληροφορίας τινὰς, τὰς ὁποίας ἀνέ-
24μενεν, ἤθελεν ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς πέντε ὅρους,
25οἵτινες περιλαμβάνονται εἰς τὰς ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας οἱ ἐν
26Κρήτῃ ναύαρχοι τῶν ξένων στόλων εἶχον ἀνακοινώσει πρὸς
27τὸν μοίραρχον κ. Ράϊνεκ. Ἐλπίζω ὅτι αἱ ἀναμενόμεναι πλη-
28ροφορίαι αὗται ἐλήφθησαν ἤδη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ
29παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ
30νὰ φέρῃ εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς ὁποῖαι εἶναι αἱ ἀποφάσεις
31τῶν ναυάρχων, τὰς ὁποίας κατ’ εὐφημισμόν, ὑποθέτω, ἐχα-
32ρακτήρισεν ὡς ἐπιθυμίας· διότι πράγματι πρωτοφανεῖς ἐπι-
33θυμίαι εἶναι αἱ ἐκφραζόμεναι διὰ τοῦ στόματος τηλεβόλων,
34ἐξερευγομένων πῦρ καὶ θάνατον κατὰ τῶν Χριστιανῶν.
35§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀληθῶς
36κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς Δευτέρας, ἂν δὲν ἀπα-
37τῶμαι, εἶχον ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐπεριμένομεν
38πληροφορίας τινὰς, ἵνα φωτισθῶμεν περὶ τοῦ ὀρθοῦ ἢ βασί-
39μου δύο ὅρων ἐκ τῶν πέντε, τοὺς ὁποίους οἱ ναύαρχοι τῶν
40ἡνωμένων στόλων εἶχον προβάλει εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς ναυ-
41τικῆς μοίρας τῆς Ἑλλάδος ἐν Κρήτῃ. Ἡ συμπλήρωσις τῶν
42πληροφοριῶν τούτων μοὶ φαίνεται ὅτι ἦτο ἀναγκαία, ὅπως,
43ὅταν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἐκφέρει γνώμην ἐπὶ τῶν γενομένων,
44διατελῇ ἐν πλήρει γνώσει τῶν πραγμάτων καὶ ἑπομένως ἡ
45γνώμη αὐτῆς ᾖ ἐπαρκὴς ἐπὶ τῶν συμβεβηκότων. Συνέπεσεν
46ὅμως κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν
47Βουλὴν πρότασις ὑπὸ ἑνὸς τῶν συναδέλφων, διὰ τῆς ὁποίας
48προεκαλεῖτο ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν γενομένων, καὶ
49ἡ Βουλὴ ἐπελάβετο τῆς προτάσεως ταύτης πρὶν ἢ ἡμεῖς
50εἰσαγάγωμεν τὰς πληροφορίας τὰς ἀναγομένας εἰς τοὺς δύο
51ὅρους· ἡ Βουλὴ ἐπελάβετο καὶ ἀπεδέχθη τροποποιημένον τὸ
52κείμενον τῆς προτάσεως τοῦ κ. συναδέλφου, καὶ ἐξήνεγκεν
53ἀπόφασιν ἐπὶ τῶν κανονιοβολισμῶν τῶν γενομένων ἐν Χα-
54νίοις ὑπὸ τῶν ἡνωμένων στόλων. Διὰ τοῦτο ἐνόμιζον, ὅτι
55πλέον δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πλη-
56ροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν καὶ ἐπορίσθημεν ἐπὶ τῶν
57δύο τελευταίων ὅρων. Εὐτυχῶς αἱ πληροφορίαι ἐδικαίωσαν
58τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διότι ἐξ αὐτῶν καταδεικνύεται,
59ὅτι δὲν ἦσαν οἱ Χριστιανοὶ Κρῆτες, οἵτινες ἤρξαντο τῶν
60πυροβολισμῶν, ἀλλ’ οἱ Τοῦρκοι Κρῆτες καὶ οἱ Τοῦρκοι στρα-
61τιῶται, καὶ προσέτι ὅτι δὲν ἦτο τὸ ὀχυρὸν τῶν Φρουδίων
62ἐντὸς τῆς ζώνης, ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ζώνης. Ἑπομένως ἡ ἀπό-
63φανσις τῆς Βουλῆς ἦτο εὔλογος καὶ ὀρθή.
64Ὡς πρὸς τοὺς ὅρους ὅμως τοὺς πέντε, τῶν ὁποίων ἐμνήσθη
65ὁ κ. συνάδελφος, οὐδεμίαν ἔχομεν δυσκολίαν, ἵνα ἀνακοινώ-
66σωμεν αὐτοὺς εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὑποθέτω ὅτι εἷς τῶν συνα-
67δέλφων μου, ὁ ἁρμόδιος, θέλει ἀνακοινώσει αὐτούς.
68§5Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Οἱ ὅροι,
69Κύριοι, οἵτινες ἀνεκοινώθησαν εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἐν Κρήτῃ
70θωρηκτῆς Ἑλληνικῆς μοίρας εἶναι οἱ ἑξῆς, κατὰ τηλεγράφη-
71μα τοῦ ἀρχηγοῦ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, προσυπο-
72γεγραμμένον καὶ παρὰ τοῦ τότε γεν. προξένου κ. Γεννάδη.
73§6ΣΤΑΗΣ. Ποίας ἡμερομηνίας, παρακαλῶ;
74§7Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τῆς 6 Φεβρουαρίου 1897, ὥρᾳ 10 καὶ
7540′ μ. μ. (ἀναγινώσκει):
76«Ναύαρχοι ἀνεκοίνωσαν ἡμῖν, ὅτι ἀντιτάξονται διὰ βίας
77εἰς τὰ ἑξῆς: 1) Βομβαρδισμὸν πόλεων· 2) ἀποβίβασιν στρατοῦ,
78ὅπλων καὶ πολεμεφοδίων παρὰ πολεμικῶν ἑλληνικῶν· 3) ἀπο-
79βίβασιν τακτικοῦ ἑλλην. στρατοῦ μὲ πλοῖα ἐκτός (;)· 4) εἰς
80τὴν ἐπίθεσιν ἑλληνικῶν πολεμικῶν κατὰ τουρκικῶν ἐμπορικῶν
81ἢ πολεμικῶν· καὶ 5) εἰς πᾶσαν νέαν κίνησιν στρατοῦ.
82«Εἰς ταῦτα ἀπηντήσαμεν, ὅτι ζητήσωμεν τὰς διαταγὰς
83τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς ἃς καὶ μόνας συμμορφωθῶμεν.»
84«Ράϊνεκ, Γεννάδης.»
85§8ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ.
86§9Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Θέλετε νὰ καταθέσω τὸ πρωτότυπον;
87§10ΡΑΛΛΗΣ. Ἔστω καὶ τὸ ἀντίγραφον.
88§11Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα, τὸ καταθέτω.
89§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ραζέλος ἔχει τὸν λόγον.
90§13ΡΑΖΕΛΟΣ. Ἐπανελθὼν, κύριοι συνάδελφοι, ἐκ Κρήτης
91χθὲς, ὅπου πρό τινων ἡμερῶν εἶχον μεταβῆ, θεωρῶ καθῆκον
92νὰ ἀνακοινώσω πρὸς ὑμᾶς τὰς ἐντυπώσεις, ἃς ἔσχον ἐκ τῆς
93ἐκεῖ μεταβάσεώς μου, ὡς καὶ τὰς σκέψεις μου περὶ τῆς ἀνάγ-
94κης τῆς λήψεως μέτρων τινῶν πρὸς βελτίωσίν τινων ὄχι κα-
95λῶς κειμένων ἐκεῖ. Δὲν θέλω καταστήσει γνωστὸν εἰς τὴν
96Βουλὴν, διότι τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὸ ἠθι-
97κὸν καὶ τῶν ἐκεῖ ἐπαναστατῶν καὶ τοῦ στρατοῦ διατελεῖ εἰς
98ἀρίστην κατάστασιν, οὔτε ὅτι οἱ Χριστιανοὶ ἐπαναστάται καὶ
99ὁ στρατὸς ἡμῶν διατελοῦσι κύριοι ὅλης τῆς ὑπαιθρίου χώρας,
100πλὴν τῶν φρουρίων, ἐν οἷς εἶναι κεκλεισμένοι οἱ Τοῦρκοι· θὰ
101ἐπιστήσω ὅμως τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ἀντικει-
102μένου τινὸς, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ σοβαρὰς
103συνεπείας διὰ τὸ μέλλον, καὶ τὸ σημεῖον τοῦτο εἶναι ἡ διοί-
104κησις τῶν ναυτικῶν ἡμῶν πραγμάτων...
105§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ δίδετε
106τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς διακόψω;
107§15ΡΑΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
108§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐστὲ βέβαιος, ὅτι ἡ Κυβέρνη-
109σις ἔλαβεν ἤδη μέτρα.
110§17ΡΑΖΕΛΟΣ. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι μετὰ τὴν
111δήλωσιν καὶ τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην τοῦ κ. Προέδρου τῆς
112Κυβερνήσεως, μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ μὴ ἐξακολουθήσω περαι-
113τέρω, διότι χάριν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων δὲν προσήκει ἀπὸ
114τῆς θέσεως ταύτης νὰ ἐκτεθῶσιν ὅσα ἐσκόπουν νὰ ἐκθέσω, διὰ
115νὰ προκαλέσω τὴν διόρθωσιν, καὶ ἑπομένως παύω. (Εὖγε!
116εὖγε!).
117§18ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι,
118ἔσχον τὴν εὐτυχίαν νὰ ἐπισκεφθῶ τὴν μεγαλομάρτυρα ἀλη-
119θῶς καὶ ἡρωϊκὴν νῆσον Κρήτην, ἀγωνιζομένην διὰ πολλοστὴν,
120δι’ εἰκοστὴν ἴσως ταύτην φορὰν ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ ὑπὲρ τῆς
121ἐλευθερίας της. Ἐν διαστήματι ἑξαημέρου ταξειδίου καὶ δια-
122μονῆς εἰς τὰ Κρητικὰ ὕδατα ἔσχον τὴν εὐκαιρίαν ν’ ἀποβι-
123βασθῶ εἰς τέσσαρα διάφορα μέρη τῆς νήσου καὶ νὰ ἀντιλη-
124φθῶ, ὅσον ἦτο δυνατὸν ἀκριβέστερον ἐν τόσῳ βραχεῖ διαστή-
125ματι, τὰ τῆς καταστάσεως καὶ τὰ τοῦ ἀγῶνος τῆς Κρήτης.
126Ὁ παραδοξότερος τῶν ἀγώνων, κύριοι συνάδελφοι, συμβαί-
127νει κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐν τῇ μεγαλονήσῳ. Οἱ Τοῦρ-
128κοι εἶναι οἱ ἐπαναστάται, οἱ Τοῦρκοι εἶναι οἱ ἀντάρται κατὰ
129τῆς ἐννόμου τάξεως, οἱ Τοῦρκοι εἶναι οἱ ἐπιχειρήσαντες πᾶν
130εἶδος βιοπραγίας καὶ βανδαλισμοῦ καὶ κακουργίας πρὸς πα-
131ρεμπόδισιν πάσης γενομένης ἐνεργείας πρὸς ἐμπέδωσιν τάξεώς
132τινος ἀνεκτῆς ἔν τινι βαθμῷ. Εἰμὶ ἐκ τῶν κατακρινάντων
133τὴν δοθεῖσαν εἰς τοὺς ἀγῶνας τῶν Κρητῶν κατὰ τὸ παρελ-
134θὸν θέρος δῆθεν ἱκανοποίησιν, οὐδ’ ἐθεώρησα αὐτὴν ἐπαρκῆ
135διὰ τοὺς Κρῆτας καὶ διὰ τοὺς πόθους τοῦ Ἑλληνισμοῦ,
136ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἡ θέλησις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἡ ἐπι-
137βληθεῖσα διὰ τῆς πιέσεως αὐτῶν εἰς τὸν Σουλτάνον ἐν τοῖς
138χορηγηθεῖσιν ὑπὸ τὸ γνωστὸν ὄνομα αἰτήμασιν εἰς τοὺς Κρῆ-
139τας, ἔπρεπε νὰ ἐκτελεσθῇ. Καὶ ἐπελήφθησαν τῶν τῆς ἐκτε-
140λέσεως αὐταὶ αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις δι’ ἀντιπροσώπων αὑτῶν,
141τῶν ἐκεῖ, ἐν Κρήτῃ, ὑπαρχόντων τέως προξένων, προαχθέν-
142των εἰς γενικοὺς προξένους, καὶ δι’ ἐκτάκτων ἀπεσταλμένων
143πρὸς ὀργάνωσιν τῆς χωροφυλακῆς, τῆς δικαιοσύνης καὶ ἄλλων
144ὑπηρεσιῶν. Οἱ Τοῦρκοι, οἱ Μωαμεθανοὶ τὸ θρήσκευμα κάτοι-
145κοι τῆς Κρήτης, οἱ ἀποτελοῦντες μόλις τὸ ἓν ἕκτον τοῦ πλη-
146θυσμοῦ τῆς νήσου, ἀντέστησαν κατὰ τρόπον πρωτοφανῆ,
147κατὰ τρόπον τοῦ ὁποίου περιγραφὴν δὲν δύναται νὰ δώσῃ τις
148καὶ ἂν ἔχῃ τὴν γραφίδα τοῦ Δάντου, ἢ τὸν λόγον τοῦ Κα-
149στελλάρ. Ἐὰν ἔβλεπέ τις ὅσα εἶδον ἐγὼ κατὰ τὴν πρωΐαν
150τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς, τὴν φρικώδη εἰκόνα, τὴν ὁποίαν
151παριστῶσιν αἱ ὁδοὶ τῶν Χανίων, ὁδοὶ ὁλόκληροι, τετρά-
152γωνα τῆς πόλεως ὁλόκληρα, τμήματα τῆς πόλεως ὁλόκλη-
153ρα, ἤθελε φρίξει, ὅτι ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ καὶ εἰς δεκάδων μό-
154λις μιλίων ἀπόστασιν ἀπὸ τῆς πεπολιτισμένης Εὐρώπης ἐτε-
155λέσθησαν, ὑπὸ τὴν ἀνοχὴν δυστυχῶς αὐτῆς, δύναταί τις νὰ
156εἴπῃ, τοιαῦται σκηναί, ὁποῖαι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας εἶδον...
157§19ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὑπὸ τὴν προστασίαν αὐτῆς.
158§20ΤΟΜΑΝ. Καὶ τὴν συμμετοχὴν αὐτῆς ἀκόμη.
159§21ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.... Οἱ Τοῦρκοι,
160ἐπαναλαμβάνω, ἐπανέστησαν· οἱ Χριστιανοὶ ἠμύνθησαν, ἀλλὰ
161καὶ ταχέως εἶδον ἑαυτοὺς τεθέντας ὑπὸ τὸ πῦρ καὶ τοῦ
162στρατοῦ, τοῦ ἐπισήμου, τοῦ αὐτοκρατορικοῦ στρατοῦ, καὶ
163τοῦ ἐντοπίου στοιχείου, τὸ ὁποῖον, γενναῖον καὶ πολεμοχαρὲς
164ὂν ἀληθῶς, ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ἐξίχθη μέχρις ἀγριότη-
165τος καὶ μανίας ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν, ἐναντίον τῆς τά-
166ξεως, ἐναντίον παντὸς, ὅ,τι δὲν συνέβαλλε καὶ δὲν συνέτρεχεν
167εἰς τὴν ὑπεροχὴν αὐτοῦ καὶ εἰς τὴν ἐξάσκησιν τῆς βίας καὶ
168τῆς δουλείας ἐπὶ τῶν Χριστιανῶν. Οἱ Χριστιανοὶ ἠμύνθησαν,
169καὶ μόνον ἠμύνθησαν, δὲν ἠδυνήθησαν ὅμως νὰ ἀμυνθῶσι τε-
170λεσφόρως, διότι ἡ ἐπίθεσις ἐγένετο κατὰ σατανικὸν τρόπον,
171καὶ τὸ πῦρ ἠμπόδισε καὶ τὴν σωτηρίαν τῆς ζωῆς αὐτῶν ἀκόμη.
172Ἔκτοτε τὰ πράγματα εἶναι τόσον γνωστὰ εἰς ὅλους, ὥστε
173θεωρῶ περιττὸν νὰ εἴπω τι ἢ δώσω πληροφορίας περὶ αὐτῶν.
174Εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος νὰ ὑψώσω ἐντεῦθεν, ἀπὸ τοῦ
175βήματος τούτου, φωνήν, καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ δύο με-
176γίστων κακῶν, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο εἰς τοὺς Κρῆτας, τοῦ κα-
177κοῦ τῆς συκοφαντίας, τῆς διαδοθείσης καὶ μονονουχὶ παρ’ ὁλο-
178κλήρου τοῦ κόσμου πιστευθείσης, ὅτι αὐτοὶ ὑπῆρξαν ἡ αἰτία,
179ἡ ἀφορμὴ τῶν τελευταίων ἀπαισίων σκηνῶν ἐν Κρήτῃ, τοῦ
180δὲ, ὅτι αὐτοὶ ὑπῆρξαν τὰ θύματα πράξεως τῆς Εὐρώπης, ἡ
181ὁποία ὁμολογουμένως θὰ χαραχθῇ διὰ μελανωτάτων γραμ-
182μάτων ἐν ταῖς σελίσι τῆς ἱστορίας τοῦ δεκάτου ἐννάτου αἰῶ-
183νος. Ἐστρατοπεδευμένοι ἐν Ἀκρωτηρίῳ, δηλαδὴ ἐπὶ τῆς
184γλώσσης ἐκείνης τῆς ξηρᾶς, ἥτις συνενοῖ τὸν κόλπον τῶν
185Χανίων μετὰ τοῦ κόλπου τῆς Σούδας, οἱ Χριστιανοὶ, 700
186τὸν ἀριθμὸν, ἠμύνοντο ἐκεῖ, ἀποσχόντες καὶ αὐτῆς τῆς κατο-
187χῆς τῆς Χαλέπας, ἥτις ἀπέχει ἐκεῖθεν ὀλιγώτερον βολῆς Γκρᾶ,
188ὅταν αἱ Δυνάμεις ἠξίωσαν τοῦτο· ἐπεῖχον δὲ αἱ προφυλακαὶ
189αὐτῶν ἀπὸ τῆς Χαλέπας, ὡς καὶ νῦν ἐπέχουσιν αὗται, κρατοῦσι
190δὲ μόνον τὰς θέσεις των. Κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν ὅμως
191Κυριακὴν, ἤτοι τὴν 9ην Φεβρουαρίου, οἱ Τοῦρκοι ἐπετέθη-
192σαν κατὰ τῶν Χριστιανῶν κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν ἐξη-
193τάσθη, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ προσκο-
194μίσω ὑμῖν πληροφορίαν τινὰ, ἐλπίζων ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος
195τούτου θὰ ἀκουσθῇ καὶ περαιτέρω, ἵνα μὴ ἀδικῶνται οἱ Κρῆ-
196τες, συκοφαντούμενοι ὅτι αὐτοὶ ἤρξαντο χειρῶν ἀδίκων, ἀφοῦ
197αὐτοὶ ὑπέστησαν ὕστερον τὴν ἐπίθεσιν ἐκείνην, τὴν μιαρὰν
198καὶ δολίαν, περὶ τῆς ὁποίας θὰ εἴπω ὑμῖν. Τὴν 8ην Φεβρουα-
199ρίου ὁ στρατιωτικὸς διοικητὴς τῆς νήσου Κρήτης ἐπεσκέφθη
200διὰ πρώτην τότε φορὰν τοὺς εὐρωπαϊκοὺς στόλους, τοὺς
201ἐν τῷ λιμένι Χανίων ἠγκυροβολημένους, καὶ συνωμίλησε καὶ
202συνενοήθη μετὰ τῶν ναυάρχων, — τὴν 8 Φεβρουαρίου, ἐπανα-
203λαμβάνω. Τὴν 9ην δὲ Φεβρουαρίου, ἡμέραν Κυριακὴν, περὶ
204ὥραν 4ην μ. μ. οἱ Τοῦρκοι προεκάλεσαν τοὺς Χριστιανούς,
205ἐπιτεθέντες κατ’ αὐτῶν, ἐνῷ δὲν ἐπρόκειτο κατ’ ἐκείνην τὴν
206ἡμέραν περὶ μάχης ἢ περὶ συμπλοκῆς κἄν. Ἡ συνεννόησις
207τοῦ Τούρκου στρατιωτικοῦ διοικητοῦ τῶν Χανίων μετὰ τῶν
208ξένων, δύναταί τις κατὰ μεγίστην πιθανότητα, κατὰ βεβαιό-
209τητα προσεγγίζουσαν πρὸς τὴν ἀλήθειαν 99%, νὰ
210ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἀφεώρα εἰς τὴν πρόκλησιν τῶν Χριστιανῶν πρὸς
211μάχην, διὰ νὰ δικαιολογηθῇ ἡ προσβολὴ τῶν εὐρωπαϊκῶν
212τηλεβόλων κατ’ αὐτῶν.
213§22Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀπὸ τίνος σημείου ἤρξαντο οἱ Τοῦρ-
214κοι; ἐντὸς τῆς ζώνης ἢ ἐκτός;
215§23ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς τῆς ζώνης, ἀπὸ τῆς
216θέσεως Ἅγιος Ματθαῖος καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως Μόρτε–Βάρδια,
217αἵτινες ἀμφότεραι κεῖνται ἐκτὸς τῆς ζώνης τῶν Χανίων, ἐκτὸς
218τῆς Χαλέπας, περὶ τὰ 2,000 μέτρα μακρὰν αὐτῆς· ἀπεῖχον
219δὲ αἱ προφυλακαὶ τῶν Τούρκων ἀπὸ τὰς προφυλακὰς τῶν
220χριστιανῶν μέτρα περὶ τὰ 400...
221§24ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ζώνη ἔχει ὁρισθῆ ἀναμφισβη-
222τήτως;
223§25ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναμφισβητήτως καὶ ὡρι-
224σμένως ὄχι· ὅπου ὅμως ἐστρατοπέδευσαν καὶ στρατοπεδεύου-
225σιν οἱ Χριστιανοί, τὸ μέρος ἐκεῖνο ἦτο καὶ εἶναι ἐκτὸς τῆς
226ζώνης ἀναμφισβητήτως... Ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς προσβολῆς
227ἐκ μέρους τῶν Τούρκων, ἀμέσως, ἀνελπίστως, ἀπροσδοκήτως,
228ἀπιστεύτως ἀκόμη, καὶ ἐνῷ τὸ πρᾶγμα ἐφαίνετο διὰ τῶν
229ὀφθαλμῶν καὶ ἠκούετο διὰ τῶν ὤτων καὶ ἐγίνετο καταλη-
230πτὸν δι’ ὅλων τῶν αἰσθήσεων, ἀπιστεύτως ἐκσφενδονίζεται
231ὀβὶς ἐκ τοῦ τηλεβόλου τοῦ γερμανικοῦ θωρηκτοῦ «Αὐγού-
232στας» κατὰ τοῦ προχώματος τῶν Ἑλλήνων, τοῦ εὑρισκομέ-
233νου ἐν τῇ θέσει «Προφήτης Ἠλίας». Ὡς ἐκ τῆς θέσεως, ἐν ᾗ
234εὑρίσκετο τὸ γερμανικὸν πλοῖον, τὸ κανονιοβολῆσαν πρῶτον,
235σχετικῶς πρὸς τὸ ἡμέτερον θωρηκτὸν, ἐπιστεύθη, εἰ καὶ δὲν
236ἐφαίνετο τοῦτο σαφέστερον κατ’ ἀρχὰς, ὅτι τὸ ἡμέτερον θω-
237ρηκτὸν ἐκανονιοβόλησε κατὰ τῶν Τούρκων, ἀλλ’ εἰς τὸν πρῶ-
238τον μύδρον τοῦ γερμανικοῦ πλοίου, ὅστις τοσοῦτον ἀπέτυχε
239τοῦ σκοποῦ, ὥστε πεσὼν 2,000 μέτρα πρὸ τοῦ σκοποῦ, παρ’
240ὀλίγον νὰ βυθίσῃ τὸν ἡμέτερον «Ἀλφειὸν», εἰς τὸν πρῶτον
241ἐκεῖνον μύδρον ἐπακολουθεῖ δεύτερος, τρίτος, βροχὴ κανονιοβο-
242λισμῶν ἐξ ὅλων σχεδὸν τῶν πλοίων, ὡς ἐφαίνετο, τῶν ἐν τῷ
243λιμένι τῶν Χανίων ἠγκυροβολημένων. Ἡ κατάπληξις, κύριοι
244συνάδελφοι, ὑπῆρξεν ἀπερίγραπτος! Οἱ Εὐρωπαϊκοὶ στόλοι,
245οἱ καταπλεύσαντες ἐκεῖ, δὲν εἴχομεν τὴν ἀξίωσιν πρὸς προ-
246στασίαν τῶν Χριστιανῶν, ἀλλὰ πρὸς φρούρησιν τῆς τάξεως,
247οἱ Εὐρωπαϊκοὶ στόλοι, οἱ φέροντες ἕκαστος ἐπὶ τῆς σημαίας
248αὑτοῦ καὶ ἔχοντες ὡς σύνθημα τὸν σταυρὸν τῆς θρησκείας τοῦ
249Χριστοῦ, νὰ κανονιοβολήσωσι κατὰ Χριστιανῶν ἀγωνιζομένων
250ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας αὑτῶν, νὰ κανονιοβολῶσι πρὸς ἀνατροπὴν
251τῆς σημαίας τῆς φερούσης εἴ περ τις καὶ ἄλλη ὡς βάσιν αὐτῆς
252τὸν σταυρὸν, τῆς σημαίας τῆς ἀποτελούσης τὸ λάβαρον τῶν
253ὑπὲρ πίστεως καὶ ἐλευθερίας ἀγωνιζομένων ἐκεῖ! Οἱοσδήποτε
254ἐξ ἡμῶν ἐὰν εὑρίσκετο εἰς τὴν θέσιν τῶν γενναίων, τῶν ἀτρο-
255μήτων, τῶν ἀρηΐων ἐκείνων Κρητῶν, μετὰ δυσκολίας θὰ ἔπει-
256θεν ἑαυτὸν, ὅτι οἱ μύδροι ἐκεῖνοι ἐξεσφενδονίζοντο κατὰ τῶν
257Χριστιανῶν. Ἀλλ’ ἐδέησε νὰ πεισθῶσιν, ὅτι ἐξεσφενδονίσθησαν
258κατ’ αὐτῶν μετ’ ἀπιστεύτου θηριωδίας αἱ λεγόμεναι βολιδο-
259φόροι ὀβίδες, ὧν ἑκάστη, κανονιζομένη, ὡς γνωρίζετε, κατὰ
260τὴν θέλησιν τοῦ πυροβολοῦντος ἐκρήγνυται ἄνωθεν τοῦ ση-
261μείου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θέλει ὁ πυροβολῶν νὰ ἐκραγῇ· ὅταν
262ἐπλήρου ἑκάστη τούτων, περιέχουσα ἀνὰ 100 ἢ 200 βολὰς
263ἐντὸς αὐτῆς, ὁλόκληρον τὴν ἀτμόσφαιραν, ὅταν ἑκάστη ἐξ
264αὐτῶν ἐκάλυπτε διὰ φοβερᾶς ποσότητος βολίδων ἔκτασιν πολ-
265λῶν στρεμμάτων, ὅταν βράχοι ὁλόκληροι ἐξεῤῥιζοῦντο, τρέμον-
266τες καὶ ἀποσπώμενοι καὶ ταρταρίως ἐκσφενδονιζόμενοι ὑπὸ τὴν
267ὤθησιν τῶν τεραστίων ἐκείνων τηλεβόλων, ὅταν τοῖχοι ὁλό-
268κληροι διετρυπῶντο, κατεῤῥίπτοντο, ὅταν ἀγροὶ ὁλόκληροι
269ἀνεσκάπτοντο, ὅταν δένδρα ἐξεῤῥιζοῦντο, τότε ἀπέμειναν ἐμ-
270βρόντητοι καὶ κατάπληκτοι! Ἀλλ’ ἔμενον—σπεύδω νὰ βε-
271βαιώσω ὑμᾶς καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης—ἔμενον γενναῖοι
272καὶ ἀκλόνητοι εἰς τὰς θέσεις των, βλέποντες μετ’ ἀγανακτή-
273σεως, ἀλλὰ καὶ μετὰ περιφρονήσεως, τὴν ἀπίστευτον ταύτην
274καὶ δολίαν ἐπίθεσιν τῶν ὀπαδῶν τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν τροφί-
275μων τοῦ πολιτισμοῦ κατ’ αὐτῶν, διότι ἐμάχοντο πρὸς τοὺς
276ἀντιχρίστους καὶ τοὺς δημίους πάσης ἐλευθερίας. Ἔρχεται
277ὅμως, Κύριοι, καὶ θὰ κηρυχθῇ καὶ τοῦτο ἐντεῦθεν, σφαῖρα ἐκ-
278σφενδονισθεῖσα ἀπὸ τοῦ ῥωσσικοῦ πλοίου, σφαῖρα ἐκσφενδονι-
279σθεῖσα ἀπὸ πλοίου ὁμοδόξου Δυνάμεως, τῆς Δυνάμεως ἐκείνης,
280ἡ ὁποία ἐδιδάχθη τὸν χριστιανισμὸν παρὰ τῶν Ἑλλήνων, ἡ
281ὁποία ἔλαβε τὸν σταυρὸν ὡς λάβαρον φωτὸς καὶ σωτηρίας
282παρ’ ἡμῶν, σφαῖρα ἐκσφενδονισθεῖσα ἐκ τοῦ ῥωσσικοῦ πλοίου
283«Μπελίκη», καὶ ἀνατρέπει τὴν ἡμετέραν σημαίαν, καταῤῥί-
284ψασα τὸν τοῖχον, ἐφ’ οὗ αὕτη ἐστηρίζετο, καὶ ῥίψασα αὐτὴν
285κατὰ γῆς! Ἡ στιγμὴ ὑπῆρξεν ἀπαισία, ἀλλὰ καὶ ἀξία
286καταφρονήσεως. Δὲν ἔλειψεν ὅμως οὐδὲ τὸ θάῤῥος οὔτε ἡ
287τόλμη ἀπὸ τοὺς ἀνδρείους ἐκείνους πολεμιστάς. Ὁ Δημήτριος
288Καλοῤῥίζικος, ἀτρόμητος ὁπλαρχηγὸς, ἔχων περὶ ἑαυτὸν τοὺς
289εἰς αὐτὸν ἀνήκοντας 30 πολεμοχάρμας πολεμιστὰς, ἥρπασε
290τὴν σημαίαν καὶ παρορμῶν τοὺς γενναίους ὀπαδούς του: «Ἐμ-
291πρὸς παιδιὰ, λέγει ἐν τῷ κρητικῷ ἰδιώματι τῆς γλώσσης,
292ἐμπρὸς, παιδιὰ, νὰ ντῶν τήνε στήσωμε ἄλλη μιὰ φορὰ
293τῶν Φράγκωνε τὴ σημαία μας!» Καὶ ἀνορθοῦται ἐν ἀλα-
294λαγμοῖς καὶ παλμοῖς, ὑπὸ βροχὴν ὀβίδων καὶ βολίδων, ἀνορθοῦ-
295ται ὁ κοντὸς τῆς σημαίας, στηρίζεται διὰ λίθων, καὶ ἡ κυανό-
296λευκος κυματίζει πάλιν ὑπερήφανος εἰς τὴν θέσιν της!...
297Ἱερὰ συγκίνησις πληροῖ τὰ στήθη τῶν πολεμιστῶν καὶ
298τῶν πληρωμάτων τῶν ὑπὸ τὸν λόφον ἐκείνων ἠγκυροβολημέ-
299νων πέντε Ἑλληνικῶν πλοίων τοῦ στόλου μας, καὶ τῶν ἐν
300Χανίοις καὶ τοῖς πέριξ εὑρισκομένων Ἑλλήνων. Φρενητιώδεις
301αὐτόχρημα ζητωκραυγαὶ ἀποκρίνονται εἰς τοὺς πλαταγισμοὺς
302τῆς Ἑλληνικῆς σημαίας. Ἀλλ’ ὁ ἐνθουσιασμὸς ἐκορυφώθη,
303κατέστη ἀπερίγραπτος, ὅτε εἷς τῶν κυβερνητῶν τῶν ἡμετέ-
304ρων πλοίων, ἀξιωματικὸς φέρων ἐπαξίως τὸ ἔνδοξον ὄνομα
305τῆς οἰκογενείας του, ὁ πλωτάρχης Παῦλος Κουντουριώτης,
306κυβερνήτης τοῦ «Ἀλφειοῦ», ἀνύψωσεν ἐπὶ τοῦ ἱστοῦ τοῦ
307πλοίου του τὸ συγχαρητήριον σῆμα... (εὖγε! εὖγε! ἐκ
308τῆς αἰθούσης, χειροκροτήματα ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτε-
309ρύγων καὶ τῶν ἀκροατηρίων) καὶ συνεχάρη καὶ ἐνεκαρ-
310δίωσε τοὺς γενναίους μαχητὰς τοῦ Ἀκρωτηρίου. Ἀλλὰ τὸ
311σῆμα ἐκεῖνο, κύριοι συνάδελφοι, ὑπῆρξε καὶ σῆμα περιφρονή-
312σεως καὶ εἰρωνείας κατ’ ἐκείνων, οἵτινες δὲν ᾐσχύνθησαν νὰ
313καταῤῥίψωσι τὴν σημαίαν τοῦ Σταυροῦ, διὰ νὰ ὑπερασπίσωσι
314τοὺς ἀγρίους ὀπαδοὺς τῆς ἡμισελήνου. Εὖγε! ἀληθῶς εἰς τὸν
315ἐνθουσιώδη πατριώτην! Καὶ ὅμως καὶ μετὰ τοῦτο οἱ ὁμόδο-
316ξοι ἡμῶν δὲν συνῃσθάνθησαν τὸ ἀνοσιούργημα. Ἀλλ’ ὁ μὲν
317κυβερνήτης τοῦ πλοίου ἐβράβευσε διὰ δύο χρυσῶν νομισμά-
318των τὸν σκοπευτὴν ἐκεῖνον, ὡς ἔμαθον ἀσφαλῶς μετὰ δύο
319ἡμέρας ἀποβιβασθεὶς εἰς Χανία, οἱ δὲ ἀποβιβαζόμενοι εἰς τὴν
320πόλιν Ῥῶσσοι ἐκαυχῶντο παντοῦ, ἐπαναλαμβάνοντες: «Ἡμεῖς
321ἐῤῥίψαμεν τὴν σημαίαν τῶν Ἑλλήνων!»
322§26ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οἱ Ρῶσσοι!
323§27ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ Σκύθαι!
324§28ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Νομίζω ὅτι παραπονεῖσθε κατὰ τῶν πλοίων
325τῶν ξένων Δυνάμεων. Αὐτὰ ἔκαμον τὸ καθῆκόν των. Μήπως
326καὶ ὁ Ἑλληνικὸς στόλος ἐπυροβόλησε κατὰ τῶν Ὀθωμανῶν;
327(ψιθυρισμοί).
328§29ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ χορηγήσω ὑμῖν
329καὶ τὰς ἑξῆς πληροφορίας, τὴν πληροφορίαν ὅτι δὲν ἔπαυσεν
330ὁ κανονιοβολισμὸς τῶν Εὐρωπαίων, διότι δῆθεν οἱ Ἕλληνες
331κατεβίβασαν τὴν σημαίαν των, ὑπακούσαντες, ὡς διεδόθη
332καὶ ἐγράφη καὶ ἐτηλεγραφήθη εἰς Εὐρωπαϊκὰ φύλλα· τὴν
333σημαίαν κατεβίβασεν, ἀνέτρεψεν, ὁ ῥωσσικὸς μύδρος, οἱ δὲ
334Ἕλληνες ἀνεστήλωσαν αὐτὴν ἀμέσως. Τὸ πῦρ ἔπαυσεν,
335οὐχὶ διότι κατεβιβάσθη ἡ σημαία, ἡ ὁποία ἐῤῥίφθη, ἐπανα-
336λαμβάνω, ἐκ τρίτου, καὶ ἀνεστηλώθη πάλιν ὑπὸ τῶν Χρι-
337στιανῶν, ἀλλὰ τὸ πῦρ ἔπαυσε, διότι ἔδωκε τὸ σημεῖον ἐκ τῆς
338ναυαρχίδος του ὁ Ἰταλὸς ναύαρχος· ἔπαυσε δὲ, ἀφοῦ ἐξε-
339σφενδονίσθησαν, κατ’ ἐπίσημον πληροφορίαν καὶ πραγματι-
340κήν, παρὰ μὲν τοῦ ῥωσσικοῦ πλοίου μύδροι ἑπτά,—εἶναι δὲ
341αὐτοὶ οἱ μέγιστοι, τῶν 24 ἑκατοστομέτρων διαμέτρου καὶ 70
342ἑκατοστομέτρων μήκους,—ἔῤῥιψαν δὲ καὶ οἱ Γερμανοὶ μύδρους
343ἑπτά, ἔῤῥιψαν οἱ Αὐστριακοὶ μύδρους τρεῖς, ἔῤῥιψαν οἱ Ἄγ-
344γλοι ἐκ τεσσάρων πλοίων μύδρους εἴκοσιν (ἐκ τοῦ ἑνὸς τρεῖς,
345ἐκ τοῦ ἑτέρου τρεῖς, ἐκ τοῦ ἑτέρου ἑπτὰ καὶ ἐκ τοῦ ἑτέρου
346ἑπτά). Δὲν ἔῤῥιψε μύδρους κατὰ τῶν Χριστιανῶν τὸ ἰταλικὸν
347πλοῖον, εἰπόντος τοῦ Ἰταλοῦ ναυάρχου, ὅτι ὡς ἐκ τῆς θέ-
348σεως, ἐν ᾗ ἦτο ἠγκυροβολημένον τὸ πλοῖον, δὲν ἠδύνατο νὰ
349πυροβολήσῃ ἄνευ κινδύνου τῶν πρὸ αὐτοῦ ἠγκυροβολημένων
350εὐρωπαϊκῶν πλοίων, δὲν ἔῤῥιψε δὲ καὶ ὁ Γάλλος, εἰπὼν ὅτι
351ἡ θέσις του ἀπεῖχε πολὺ τῆς θέσεως τοῦ πυροβολουμένου ση-
352μείου, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐπυροβόλησεν, ἔδωκεν ὅμως—καὶ
353πρέπει νὰ λεχθῇ τοῦτο πρὸς τιμὴν τοῦ Γαλλικοῦ ἔθνους—
354τὴν ἐξήγησιν, ὅτι δὲν ἐπυροβόλησε μὲν διότι ἦτο μακρὰν,
355καὶ πλησίον ὅμως ἐὰν ἦτο καὶ ἐπυροβόλει, θὰ ἐπυροβόλει en
356blanc, θὰ ἐπυροβόλει ἀσφαίρως.
357Εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι ὤφειλεν ὁ Ἑλληνικὸς στόλος, κύριε
358συνάδελφε ἐξ Ἄρτης, νὰ ἀνοίξῃ τὰ πυροβόλα αὐτοῦ καὶ νὰ
359πυροβολήσῃ καὶ ἐκεῖνος κατὰ τῶν Τούρκων, διότι θὰ ἐξετέ-
360λει καθῆκον πρὸς τοὺς ἀγωνιζομένους ἐκεῖ, παρὰ τὸ πλευ-
361ρόν του, ἀδελφούς μας, ἀλλὰ θὰ ἐξετέλει καὶ καθῆκον πρὸς
362τὴν καθόλου ἰδέαν καὶ τὸν καθόλου πολιτισμόν, προσπαθῶν
363αὐτὸς νὰ καταῤῥίψῃ τὴν ἡμισέληνον, τὴν ἡμισέληνον τὴν
364μόλις που ἱσταμένην ἀκόμη καὶ μετὰ βίας στηριζομένην ἐπὶ
365σεσαθρωμένου κονταρίου, τῇ συνδρομῇ καὶ τῇ βοηθείᾳ τῶν
366Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων! Δυστυχῶς δὲν ἔπραξε τοῦτο. Ἐλ-
367πίζω ὅτι πρὸς τοιαύτας πράξεις γενναίας, περὶ Ἑλληνικοῦ
368στόλου προκειμένου, δὲν εἶναι ἀργὰ, ὅτι δὲ ταχέως θὰ παρου-
369σιασθῶσιν αἱ περιστάσεις, ἵνα πράξῃ τὸ καθῆκόν του ὡς πρέ-
370πει καὶ ὡς προσήκει εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στόλον καὶ εἰς τὰς
371παραδόσεις αὐτοῦ.
372Ἔπρεπε, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ὑψωθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος
373τούτου φωνὴ,—εἶδον δὲ τὴν προσοχὴν, μετὰ τῆς ὁποίας ἠκού-
374σατε τὴν ὠχρὰν διήγησίν μου, — φωνὴ διαμαρτυρίας κατὰ
375τῆς παρανόμου, κατὰ τῆς ἐκθέσμου, κατὰ τῆς βαρβάρου, ἵνα
376μή τι ἄλλο βαρύτερον καὶ δριμύτερον εἴπω, πράξεως τῶν Εὐ-
377ρωπαϊκῶν Δυνάμεων κατὰ Χριστιανῶν ἀγωνιζομένων καὶ ἀμυ-
378νομένων ὑπὲρ τοῦ σταυροῦ καὶ ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας αὑτῶν,
379τῆς δικαίας, τῆς δικαιοτάτης, ἐν τῷ κόσμῳ.
380Περὶ ἄλλων, τὰ ὁποῖα ἀντελήφθην, ἐξετάσας ἐν Κρήτῃ,
381δὲν κρίνω καλὸν νὰ φέρω τὸν λόγον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
382Ἐλπίζω ὅτι θὰ μοὶ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ λάβω τὴν τιμὴν
383καὶ τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἀνακοινώσω αὐτὰ ἰδιαιτέρως ὅπου
384δεῖ, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι προσφέρω ὑπηρεσίαν εἰς τὸν Κρητικὸν
385ἀγῶνα, ὡς ὁ ἐλάχιστος τῶν Ἑλλήνων, παρακολουθῶν αὐτὸν
386μετὰ πόνου καὶ ἐνθουσιασμοῦ. (Φωναὶ ἐπιδοκιμαστικαὶ
387πανταχόθεν.)
388§30ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυ-
389τικῶν νὰ μοὶ δώσῃ πληροφορίαν τινά· ἐὰν ὑπάρχωσι γυναι-
390κόπαιδα ἀκόμη εἰς τὴν Κρήτην καὶ ἐὰν ὑπάρχωσι Ἕλληνες
391ὑπήκοοι, διὰ τοὺς ὁποίους ὁ στόλος ἡμῶν εἶχε μίαν ἀποστο-
392λήν, νὰ μεταφέρῃ τὰ γυναικόπαιδα καὶ νὰ προστατεύσῃ
393τοὺς ὑπηκόους. Ἐὰν γυναικόπαιδα δὲν ὑπάρχωσι καὶ ταῦτα
394μετεφέρθησαν διὰ τῶν εὐρωπαϊκῶν πλοίων, καὶ ἐὰν δὲν
395ὑπάρχωσι καὶ ὑπήκοοι Ἕλληνες, νομίζω—ἐνδέχεται νὰ ἦμαι
396καὶ ἠπατημένος—ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος, νὰ μένῃ ἐν Κρήτῃ
397ὁ στόλος ὁ Ἑλληνικὸς, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου νὰ κανονιοβο-
398λῶνται οἱ Χριστιανοί, νὰ καταβιβάζηται ἡ Ἑλληνικὴ ση-
399μαία, νὰ ἐξέρχωνται οἱ ἰδικοί μας ἐκ τῶν πλοίων μὲ λευ-
400κὴν σημαίαν, νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἡ ἀπόβασις ἡμετέρων
401ἀγημάτων κτλ.
402§31Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ νὰ αἰχμαλωτίζωνται οἱ
403ἀξιωματικοί!
404§32ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Νομίζω ὅτι καταλληλοτέρα θέσις διὰ τὸν
405στόλον ἡμῶν εἶναι ἡ Μῆλος, διὰ νὰ εὑρίσκηται μακρὰν τῆς
406τραγῳδίας ἢ τῆς κωμῳδίας ἐκείνης· διότι ἐφρόνουν καὶ φρονῶ,
407ὅτι ὁ στόλος ἡμῶν ἔχει ἀποστολὴν νὰ βαδίσῃ παραλλήλως
408μὲ τὸν στρατὸν, καὶ ὅταν ὁ στρατὸς κινητοποιῆται, ὑπέθε-
409τον ὅτι ὁ στόλος ἤθελεν ἀκολουθήσει τὴν αὐτὴν παράλλη-
410λον καὶ τὴν αὐτὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν ὁ στρατὸς ἀκολουθεῖ.
411Δὲν γνωρίζω τὰ καθέκαστα, δὲν γνωρίζω τὰς διαταγὰς,
412οὐδὲ θέλω νὰ εἴπω τι, ἀλλὰ σκέψις ἁπλῆ ἰδική μου εἶναι,
413ὅτι χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Ἑλλάδος πάντη περιττὸν
414εἶναι νὰ μένῃ πλέον ὁ στόλος ἡμῶν ἐν Κρήτῃ.
415Ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς.
416Εἶπεν ὅτι ἔπρεπε τὰ πλοῖα νὰ πυροβολήσουν. Δὲν ἐκφράζω
417τὴν ἰδέαν μου, διότι ἴσως θεωρηθῇ τολμηρὰ, ἀλλὰ νομίζω
418ὅτι ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος δὲν γνωρίζει τὴν ἀποστολὴν
419τῶν ἡμετέρων πλοίων, δὲν γνωρίζει τὸν προορισμὸν αὐτῶν, καὶ
420διὰ τοῦτο ἀπετόλμησε νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ τὴν
421τολμηράν. Τὰ πλοῖα ἡμῶν ἴσως ἔχουσιν ἀποστολὴν νὰ βομ-
422βαρδίσουν τὴν Κετίγνην τοῦ Μαυροβουνίου ἀπὸ τὸν Ἀδρια-
423τικὸν κόλπον, ἠμπορεῖ νὰ ἔχουν ἀποστολὴν νὰ ἀποκλείσουν τὸ
424Βελιγράδιον ἀπὸ τὸν Δούναβιν, ἢ τὴν Σόφιαν ἀπὸ τὴν Μαύ-
425ρην Θάλασσαν, καὶ δὲν ἦτο ἀνάγκη τώρα νὰ τὰ χάσωμεν.
426Διὰ τοῦτο, ὑποθέτω, τὰ πλοῖα ἡμῶν δὲν ἐκανονιοβόλησαν.
427§33ΤΟΠΑΛΗΣ. Καὶ μετὰ τὴν εὔγλωττον ἀγόρευσιν τοῦ
428ἀξιοτίμου ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευτοῦ νομίζω ὅτι πρέ-
429πει, Κύριοι, νὰ λεχθῶσιν ὀλίγα τινὰ ἐπὶ τῆς τελευταίας ταύτης
430περιστάσεως καὶ ἐπὶ τῆς τροπῆς τῆς ἀπαισίας, ἣν ἔλαβον τὰ
431πράγματα ἐν Κρήτῃ, ἰδίως δὲ ἐπὶ τοῦ ἀνηκούστου βομβαρ-
432δισμοῦ τῆς 9 Φεβρουαρίου. Εὑρέθημεν, Κύριοι, πρὸ κατα-
433στάσεως ὅλως ἀπροόπτου, μεταβάντες ἐκεῖ. Ἡ νῆσος καὶ ἦτο
434ἀποκεκλεισμένη καὶ δὲν ἦτο ἀποκεκλεισμένη· πλοῖά τινα ἀπο-
435βιβάζοντα τροφὰς συνελαμβάνοντο, ἕτερα ὅμως ἀφήνοντο ἐλεύ-
436θερα, καὶ τὴν ἀβεβαιότητα ταύτην ἐπηκολούθησεν ἀπροό-
437πτως τὸ φρικτὸν γεγονὸς τῆς 9 Φεβρουαρίου. Χωρὶς κανεὶς
438νὰ τὸ ἀναμένῃ, ἐξετελέσθη τὸ παγκόσμιον τοῦτο αἶσχος ὑπὸ
439τῆς πεπολιτισμένης Εὐρώπης κατὰ τῶν ἀτυχῶν ἐπαναστα-
440τῶν τῆς Κρήτης, τῶν μαχομένων ἐκεῖ ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας
441αὑτῶν καὶ τῆς παραβιασθείσης ὑπὸ τῶν Ὀθωμανῶν τάξεως.
442Καὶ ἐξετελέσθη, Κύριοι, κατὰ ἐπαναστατῶν, οἵτινες ἐμά-
443χοντο πρὸ ὀλίγων ἔτι ἡμερῶν ὑπὲρ τῶν σημαιῶν καὶ τῶν
444Προξενείων τῶν Κρατῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα μετὰ μικρὸν χρονι-
445κὸν διάστημα τοὺς ἐβομβάρδισαν· διότι ἐν Χαλέπᾳ ἦσαν αὐτοὶ
446οἱ ἴδιοι ἐπαναστάται, οἱ ὁποῖοι ἠμύνθησαν κατὰ τῶν Βεγ-
447γαζίων, ἵνα σώσωσι τὴν ζωὴν τῶν Εὐρωπαίων προξένων,
448ἠναγκάσθησαν δὲ εἶτα, ὑπείκοντες εἰς τὴν ἰσχυροτέραν δύνα-
449μιν, νὰ ἀποσυρθῶσιν ἐπὶ τοῦ Ἀκρωτηρίου, καὶ ἐκεῖ ἀνάν-
450δρως ἐβομβαρδίσθησαν, κατὰ δολοφονικὸν ὅλως τρόπον, ὑπὸ
451τῶν στόλων τῶν 6 Μεγάλων Δυνάμεων. Διότι, ὅπως ἀντε-
452λήφθημεν καὶ ἐξ ἐγγράφων, ὅπως ἐσχηματίσαμεν τὴν πεποί-
453θησιν καὶ ἐκ τῶν λόγων αὐτοῦ τοῦ ναυάρχου Κανεβάρο, τοῦ
454προϊσταμένου ὅλων τῶν ἐν Κρήτῃ ναυάρχων, δὲν εἶχον ὑπὸ
455τὴν κατοχήν των οἱ Εὐρωπαῖοι, εἰμὴ τὸ φρούριον τῶν Χα-
456νίων καὶ μίαν μικρὰν περιοχὴν, ἡ ὁποία ἔπαυε μὲ τὸ τέλος τῆς
457Χαλέπας, τὸ Ἀκρωτῆρι δὲ καὶ ἡ θέσις «Προφήτης Ἠλίας»,
458ἐπὶ τῆς ὁποίας διέμενον οἱ ἐπαναστάται, ἀπέχει πλεῖστα μέ-
459τρα πέραν τοῦ τελευταίου ὁρίου καὶ ὑπὲρ τὸν κόλπον τῶν
460Χανίων. Ἑπομένως οὔτε δικαιολογοῦνται οἱ ναύαρχοι ὑπὸ
461τῆς προφάσεως ὅτι ἦσαν οἱ ἐπαναστάται ἐν τῇ οὐδετέρᾳ δῆ-
462θεν ζώνῃ, καὶ ἔδει νὰ ἀναμένωσι τὴν τοιαύτην ἐπίθεσιν· διότι
463τὸ ἔγγραφον τοῦ ναυάρχου Κανεβάρο ἐξ ὀνόματος καὶ τῶν
464ἄλλων ναυάρχων, τὸ ὁποῖον ἔθετεν ὑπὸ τὴν κατοχήν των τὸν
465κόλπον τῆς Σούδας, τὸν κόλπον τῶν Χανίων καὶ τὴν πεδιά-
466δα τὴν συνδέουσαν τοὺς δύο τούτου κόλπους, ἐκοινοποιήθη εἰς
467τὸν ἀρχηγὸν τοῦ ἡμετέρου στόλου τὴν παρελθοῦσαν Τρίτην,
468ἑνδεκάτην ἡμέραν τοῦ τρέχοντος μηνὸς, δύο ἡμέρας δηλαδὴ
469μετὰ τὸν βομβαρδισμόν, λαβόντα μάλιστα χώραν ἀναμφι-
470σβητήτως μετὰ προσβολὴν πρώτων τῶν Τούρκων.
471Δὲν θὰ προσέθετον μετὰ τὴν λεπτομερῆ, ὡς εἶπον, ἀγό-
472ρευσιν τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου οὐδὲν εἰς τὰ ὑπ’ αὐτοῦ
473λεχθέντα, ὅπως περιγράψω τὴν κατάστασιν ταύτην, ἀλλὰ
474εἶναι τόσον ἀνιαρὰ ἡ ἐντύπωσίς μας, τόσον ἀπαισία, ὥστε
475θέλει μείνῃ ἐσαεὶ ἐγκεχαραγμένη εἰς τὴν μνήμην μας, οὐχὶ
476μόνον ἐκ τῶν ἀφηγήσεων τῶν ἐπαναστατῶν, οὐχὶ μόνον ἐκ
477τῶν παραστάσεων ἄλλων θεατῶν, ἀλλ’ ἰδίως ἀπὸ τὰς διη-
478γήσεις τῶν ἡμετέρων τοῦ ἐκεῖ στόλου πληρωμάτων, ἅτινα
479ἀπὸ τῶν πλοίων, ἀπὸ τοῦ ἀσφαλοῦς,—καὶ πᾶν ἄλλο ἐπεθύ-
480μουν ἢ τοῦτο—ἐθεῶντο τὸν βομβαρδισμὸν τῶν ὁμοδόξων καὶ
481ὁμοφύλων ἀδελφῶν μας Κρητῶν. «Ἕν ἄ! ἀπογνώσεως ἐξῆλθεν
482ἐξ ὅλων τῶν στομάτων», μᾶς ἔλεγον οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν ἐν
483Χανίοις σταθμευόντων πλοίων μας, «τὰ χείλη μας ἔτρεμον, αἱ
484χεῖρές μας ἔμειναν συνεσπασμέναι, καὶ μόλις συνεκρατούμεθα
485πρὸ τοῦ ἀκατονομάστου τούτου γεγονότος!» Καὶ σᾶς βεβαιοῦ-
486μεν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι, μεθ’ ὅλην τὴν φρικώδη ἀφήγησιν,
487τὴν ὁποίαν μᾶς ἔκαμον οἱ ἐπαναστάται, μεθ’ ὅλον τὸν τρο-
488μερὸν κατ’ ἐκεῖνον βομβαρδισμόν, μεθ’ ὅλους τοὺς θανάτους,
489οἱ ὁποῖοι ἔλαβον ἐκεῖ χώραν, ἐλυπήθημεν πλειότερον τὸν ἀτυ-
490χῆ μας στόλον, ὁ ὁποῖος παρέστη μάρτυς τοῦ θεάματος
491τούτου, ἢ τοὺς δυστυχεῖς ἐπαναστάτας, οἱ ὁποῖοι ἐβομβαρ-
492δίσθησαν εἰς τὸ Ἀκρωτῆρι.
493Δὲν θ’ ἀποπειραθῶ νὰ συμβουλεύσω ἀπὸ τοῦ βήματος
494τούτου σήμερον τί ἔπρεπε νὰ πράξῃ ὁ στόλος κατὰ τὴν περί-
495στασιν ταύτην, ἢ τί πρέπει νὰ πράξῃ νῦν ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ
496τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ἐποιησάμην τὰς παραστάσεις μου
497ἰδιαιτέρως. Ἤθελον μόνον νὰ ἀκουσθῇ ὡς φωνὴ διαμαρτυ-
498ρίας καὶ ἡ ἰδική μου ἀσθενὴς φωνὴ ἀπὸ τοῦ ἐθνικοῦ βήμα-
499τος τῆς Ἑλλάδος, νὰ ἐγερθῇ, λέγω, ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ
500μία εἰσέτι φωνὴ διαμαρτυρίας αὐτόπτου μάρτυρος κατὰ τοῦ
501αἴσχους τούτου τῆς πεπολιτισμένης Εὐρώπης, τὸ ὁποῖον συν-
502ετελέσθη ἐν φθίνοντι ΙΘʹ αἰῶνι!
503Τὰ ἐπίλοιπα, Κύριοι, ἐπὶ τῆς καταστάσεως ἐν Κρήτῃ
504ἐξέθεσα ἤδη ἰδιαιτέρως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ θέλω πρά-
505ξει τοῦτο καὶ ὅπου ἀλλαχοῦ πρέπει, συντείνων κατὰ τὸ δυ-
506νατὸν εἰς τὴν αἰσίαν λύσιν τοῦ ἐθνικοῦ μας τούτου ζητήματος,
507ὅπερ ἐπασχολεῖ σήμερον εὐλόγως ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνισμόν.
508§34ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ δηλώσω, ὅτι, διὰ
509νὰ μείνῃ ἡ πρᾶξις αὕτη ἐσαεὶ καταφανὴς εἰς τὰ ὄμματα
510ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ γένους, τοῦ ἐπισκεπτομένου τὴν πρω-
511τεύουσαν, ἐκόμισα ἐκ τοῦ στρατοπέδου τῶν ἐν Ἀκρωτηρίῳ
512ἐπαναστατῶν, δοθείσας μοι κατὰ παράκλησίν μου παρὰ τῶν
513ἀρχηγῶν, ἕξ τεθραυσμένας ἐκ τῶν ὀβίδων, αἱ ὁποῖαι ἐῤῥίφθη-
514σαν κατ’ αὐτῶν, τέσσαρας ἀκεραίας, ὁλοκλήρους, βολιδοφόρους
515ὀβίδας τῶν ἀγγλικῶν πλοίων, διαμετρήματος τῶν δώδεκα
516ἑκατοστομέτρων καὶ μήκους τῶν τεσσαράκοντα, μίαν δὲ, παμ-
517μεγίστην, ῥωσσικὴν, 24 ἑκατοστομέτρων διαμετρήματος καὶ
51870 ἑκατοστομέτρων μήκους, τὰς ὁποίας μετὰ πλείστων συν-
519τριμμάτων καὶ βολίδων θὰ καταθέσω μετὰ τῆς προσηκούσης
520ἐπιγραφῆς εἰς τὸ Μουσεῖον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς
521Ἑταιρίας, ἵνα ἴδῃ αὐτὰς ὁ κόσμος, ἵνα βλέπῃ αὐτὰς ἐσαεὶ ὁ
522Ἑλληνισμὸς, ἵνα κἂν δώσῃ αὐτὸ ἀφορμὴν εἰς τοὺς Εὐρω-
523παίους, εἰς τοὺς τολμήσαντας τὴν στυγερὰν ταύτην πρᾶξιν, νὰ
524δήξωσι τὸ χεῖλος καὶ μεταμεληθῶσι καὶ νὰ συναισθανθῶσιν
525εἰς τὸ μέλλον καὶ ἀποτραπῶσιν, εἰ δυνατόν, ἀπὸ παρομοίων
526ἐγχειρημάτων.
527§35ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ προσθέσω ὀλίγα τινὰ ἐπὶ
528τοῦ φρονήματος τοῦ πατριωτικοῦ, τὸ ὁποῖον παρετηρήσαμεν
529ἐν Κρήτῃ. Καίτοι τοῦτο, μετὰ τὰς δηλώσεις τὰς ἐπισήμους,
530θεωρῶ ὅτι οὐδόλως εἶναι ἀναγκαῖον, οὐχ ἧττον ὅμως, ὅπως
531διασκεδασθῶσι μερικαὶ συκοφαντίαι, αἱ ὁποῖαι ἐκτὸς τῆς Ἑλ-
532λάδος ἰδίως ἐγένοντο, προσπαθοῦσαι νὰ ἐπισκοτίσωσι τὸν
533ἀγῶνα τῆς Κρήτης, ὀφείλω νὰ ἐξάρω τὸ φρόνημα τὸ ἀκμαῖον,
534τὸ πατριωτικὸν, τὸ ὁποῖον παρετηρήσαμεν καθ’ ὅλην τὴν
535νῆσον, ἀπὸ τοῦ πολεμάρχου μέχρι τοῦ τελευταίου πολεμι-
536στοῦ, οἱ ὁποῖοι μετὰ δακρύων σχεδὸν ἤρχοντο πρὸς ἡμᾶς, δι-
537ερμηνεύοντες τὸ φρόνημα τὸ πατριωτικὸν ὁλοκλήρου τῆς νή-
538σου καὶ τὸν διακαῆ αὐτῶν πόθον πρὸς ἕνωσιν μετὰ τῆς Ἑλ-
539λάδος.
540§36ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἐσκόπουν νὰ λάβω τὸ λόγον σήμερον, κύ-
541ριοι συνάδελφοι, ἐὰν δὲν ἤκουον τὰς ἀφηγήσεις τῶν τριῶν
542ἀξιοτίμων συναδέλφων, τῶν ἄρτι ἐκ Κρήτης ἐπανακαμψάντων.
543Ἔκπληξιν προὐξένησαν καὶ εἰς ἐμὲ τὰ παρὰ τῶν τριῶν
544ἀξιοτίμων συναδέλφων λεχθέντα καὶ δι’ ἄλλους μὲν λόγους,
545ἀλλὰ καὶ διότι οἱ ἀξιότιμοι καὶ διακεκριμένοι συνάδελφοι
546διεμαρτυρήθησαν κατὰ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων! Ἐγὼ νομίζω,
547καὶ διὰ τοῦτο ἔλαβον τὸν λόγον, ὅτι δὲν ἐναπόκειται εἰς
548ἡμᾶς νὰ κρίνωμεν τὴν διαγωγὴν τῶν Μ. Δυνάμεων, ἀλλ’ ἐνα-
549πόκειται εἰς τὴν ἱστορίαν. Εἰς ἡμᾶς ἁρμόζει καὶ ἐπιβάλλεται
550νὰ κρίνωμεν τὰς ἰδίας ἡμῶν πράξεις, καὶ περὶ αὐτοῦ πρέπει
551νὰ φέρωμεν τὸν λόγον. Πρέπει νὰ κρίνωμεν ὁποία τις ὑπῆρ-
552ξεν ἡ πολιτεία ἡμῶν ἁπάντων, καὶ τῶν ἀξιοτίμων μελῶν
553τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τῶν ὑποστη-
554ριζόντων τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἡμῶν τῶν ἑτέρων, τῶν μὴ
555ἀσπαζομένων καθόλου τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως. Περὶ
556αὐτοῦ κυρίως φρονῶ ὅτι πρέπει ν’ ἀσχοληθῶμεν. Ἀλλ’ ἵνα
557ἀσχοληθῇ τις περὶ τοῦ θέματος τούτου, δὲν εἶναι εὐχερὲς σή-
558μερον, καὶ ἴσως εἶναι καὶ ἀνώτερον τῶν ἐμῶν δυνάμεων, διότι
559ἐν οἵᾳ στιγμῇ καὶ καταστάσει εὑρίσκεται ὁ ὁρίζων καὶ ἡ ἀτ-
560μόσφαιρα, πεπληρωμένος καὶ ὁ ὁρίζων, πεπληρωμένη καὶ
561ἐκείνη κονιορτοῦ καὶ καπνοῦ, τὰ ὁποῖα θολοῦσιν ὄχι μόνον
562τὸν ὁρίζοντα, ἀλλὰ καὶ τὴν διάνοιαν, βεβαίως ἀπαιτεῖται
563δεξιότης ἐξαιρετικὴ, ἵνα μὴ διαπραγματευθῇ τις καὶ θίξῃ
564θέματα, τὰ ὁποῖα σήμερον δὲν ὀφείλει ἀπὸ τῆς θέσεως ταύ-
565της νὰ ἐξετάσῃ. Θὰ προσπαθήσω, ὅση μοι δύναμις, νὰ ἀπο-
566φύγω τὰ θέματα ταῦτα. Ἀλλὰ ἐν τούτοις παρακαλῶ πάν-
567τας νὰ μὴ παρεξηγήσωσι τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθησόμενα, διότι
568ἡ ἐπίκρισις ἡμῶν δὲν ἔχει οἵας βλέψεις καὶ σκοποὺς καὶ τὰ
569μέλη τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ πλειοψηφία, καὶ ὁ διερμηνεύων
570τὰ φρονήματα αὐτῆς τύπος ἠθέλησαν ν’ ἀποδώσωσιν. Ἐὰν
571ἐπικρίνωμεν πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι, καθ’ ἡμᾶς,
572δὲν ἄγουσιν εὐθὺ πρὸς τὸν σκοπὸν, πρὸς ὃν σύμπαν τὸ Ἑλ-
573ληνικὸν ἔθνος ἀποβλέπει, δὲν κατακρίνομεν, λέγω, ταύτας,
574ἵνα ἐπιδιώξωμεν ἰδίους πολιτικοὺς σκοποὺς, ἀλλ’ ἵνα ὑπο-
575δείξωμεν ὁποία ὤφειλε νὰ ᾖναι ἡ πορεία καὶ ἡ δρᾶσις τῆς
576Κυβερνήσεως.
577Εἶναι πολὺ πρόσφατα τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα προεκάλε-
578σαν τὴν ἐνέργειαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ Κρη-
579τικοῦ ζητήματος ἐν συμπράξει ἀληθῶς μετὰ τοῦ Στέμματος
580πλήρει, ἵνα μὴ ἔχητε ἀνάγκην, ὅπως ἀνακαλέσω αὐτὰ εἰς
581τὴν μνήμην σας. Εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, ὅτι αἱ ἐργα-
582σίαι τοῦ Κοινοβουλίου ἐπανελήφθησαν κατὰ τὴν τελευταίαν
583ἑβδομάδα τοῦ λήξαντος μηνὸς Ἰανουαρίου. Ἐνθυμοῦνται,
584πιστεύω, πάντες, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην ἐκείνην συνεδρίασιν
585πρῶτος ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον, καὶ ἐπηρώτησα τὴν Κυβέρ-
586νησιν περὶ τῶν ἐν Κρήτῃ λαμβανόντων χώραν, καὶ πάλιν
587κατὰ τὴν δευτέραν συνεδρίασιν πρῶτος ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον,
588ἐπερωτήσας τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῶν διαδιδομένων ἐν Χανίοις
589ταραχῶν, ἃς σχεδὸν ἠρνήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.
590Μετὰ δὲ τὴν ἀπάντησιν ταύτην καὶ ἕτεροι ἀξιότιμοι συνά-
591δελφοι ὡμίλησαν περὶ τοῦ Κρητικοῦ θέματος καὶ εἶτα ἐπὶ
592ἄλλων θεμάτων, οὕτω δὲ ἐπρόκειτο νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν
593ἡμερησίαν διάταξιν κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, τὴν 24 Ἰα-
594νουαρίου, ἡμέραν Παρασκευὴν, ὅτε τηλεγράφημα τοῦ Ἐθνικοῦ
595Πρακτορείου διενεμήθη εἰς τὴν Βουλήν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐγέ-
596νοντο γνωστὰ τὰ ἐν Χανίοις λυπηρὰ συμβάντα. Τὸ τηλεγρά-
597φημα ἐκεῖνο προὐκάλεσε σφοδροτάτην συζήτησιν, τὸ τηλεγρά-
598φημα ἐκεῖνο ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ τῆς μυστικῆς συνεδριάσεως,
599τὴν ὁποίαν πάντες ἐνθυμοῦνται, συνεπείᾳ δὲ τῆς συζητήσεως
600ἐκείνης ἡ Κυβέρνησις, ἐξαναγκασθεῖσα ὑπὸ τῆς προτάσεως τῆς
601ὑποβληθείσης ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ.
602Ράλλη, ἐξαναγκασθεῖσα, λέγω, ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ τέλει
603τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης ὡμολόγησεν, ὅτι ἀπεφάσισε τὴν
604ἀποστολὴν δύο πολεμικῶν πλοίων εἰς τὰ Κρητικὰ ὕδατα.
605Κατὰ τίνα τρόπον ἐξεβιάσθη ἡ ἀποστολὴ τῶν πλοίων ἐκεί-
606νων, δύναται πᾶς τις νὰ ἐννοήσῃ, ἀρκεῖ νὰ ἀναγνώσῃ τὰ
607παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λεχθέντα
608ἐνώπιον ἡμῶν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 24 Ἰανουαρίου. Ὁ
609κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην
610εἶπε ταῦτα: «Ἀλλὰ χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἀνήγγειλα ὅτι
611ἐφαρμόζομεν πολιτικὴν ἀποχῆς· ἐγὼ ἐξέθηκα εἰς τὴν Βουλὴν
612μόνον τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις,
613ἐξέθηκα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ στάδιον, κατὰ τὸ
614ὁποῖον αἱ Δυνάμεις ἀσχολοῦνται, ἵνα ἐγκαταστήσωσι τοὺς
615νέους θεσμοὺς καὶ καταστήσωσιν εὔκολον τὴν ἔναρξιν τῆς
616ἐφαρμογῆς, ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅτι πρέπει νὰ μένωμεν μακρό-
617θεν θεωροὶ καὶ ἐπισκοποῦντες.»
618Κατὰ δὲ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, πρὸ τῆς καταθέ-
619σεως τουτέστι τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ
620Ἀττικῆς, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας, ὡς ἤδη εἶπον, ἠναγκάσθη ἡ
621Κυβέρνησις νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἀποστέλλει τὰ πλοῖα εἰς Κρή-
622την, ἔλεγεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν ἀρχῇ
623τῆς συνεδριάσεως: «Εἶναι ἐνδεχόμενον ν’ ἀποκαταστῶσιν ἐν
624βραχεῖ πάντες οἱ ἀπαιτούμενοι ὀργανισμοί, καὶ νὰ λειτουρ-
625γήσωσιν οἱ θεσμοὶ, εἶναι ἐνδεχόμενον δὲ οἱ θεσμοὶ ν’ ἀποβῶ-
626σιν εἴτε πρὸς ὄφελος εἴτε πρὸς ζημίαν τῆς νήσου· ἀλλὰ ἡ
627ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ προβάλῃ τὰ
628δικαιώματά της, βεβαίως δὲν εἶναι αὕτη, πλὴν ἐὰν φρο-
629νῆτε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει συμφέρον νὰ ὑποληφθῇ, ὅτι ἀντι-
630πράττει εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν θεσμῶν καὶ ὅτι ἐμφορεῖται
631εἴτε ὑπὸ τῶν αὐτῶν φρονημάτων, ὑπὸ τῶν ὁποίων ἐμφορεῖται τὸ
632Μουλσουμανικὸν στοιχεῖον, εἴτε ὑπὸ φρονημάτων ἐντελῶς ἐκ-
633κεντρικῶν, τῶν ὁποίων ἡ ἐκδήλωσις ἤθελεν εὐκολύνει τὸ Μου-
634σουλμανικὸν στοιχεῖον εἰς τὴν ἐπιχείρησιν αὐτοῦ».
635Ταῦτα ἔλεγεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν 23 καὶ
636τὴν 24 Ἰανουαρίου 1897, ὀλίγας δὲ στιγμὰς κατόπιν ὡμο-
637λόγει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἀπὸ τῆς πρωΐας τῆς ἡμέρας
638ἐκείνης εἶχε λάβει τὸ μέτρον τῆς ἀποστολῆς τῶν δύο πλοίων
639εἰς τὰ Κρητικὰ πελάγη, ἐνῷ εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστὸν, ὅτι
640ἡ διαταγή, ὅπως ἐκπλεύσωσι τὰ πλοῖα εἰς Κρήτην, ἐδόθη
641τὴν ἕκτην μετὰ μεσημβρίαν, ἤτοι μετὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς
642Βουλῆς. Εἶναι γεγονὸς τοῖς πᾶσι γνωστὸν, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ
643τοῦ μέλλοντος τότε ν’ ἀποπλεύσῃ θωρηκτοῦ «Ὕδρας» εὑ-
644ρίσκοντο ἐν ἀδείᾳ, εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὁ ἀξιωματικός, ὁ ἐν ὑπη-
645ρεσίᾳ κατὰ τὴν 24ην Ἰανουαρίου, παρέδωκε τὴν ὑπηρεσίαν
646μετὰ μεσημβρίαν, χωρὶς νὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς διαταγῆς, διότι
647τοιαύτη διαταγὴ δὲν εἶχε δοθῆ! Κατὰ τίνα δὲ τρόπον ἐξε-
648βιάσθη ἡ ἀποστολὴ τῶν πλοίων, δὲν δύναμαι τὴν στιγμὴν
649ταύτην νὰ ἐκθέσω πλήρως πρὸς ὑμᾶς· ἐλπίζω ὅτι θέλει ἔλθει
650ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ ἐκθέσω
651πάντα τὰ γεγονότα, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐξηναγκάσθη ἡ ἀπο-
652στολὴ τῶν δύο πλοίων εἰς Κρήτην. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ἡ
653στάσις τῆς Κυβερνήσεως εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὑπῆρξε διστακτικὴ
654καὶ ἀμφίβολος. Καὶ ὑποθέτετε ὅτι τοιαύτη ἦτο ἡ στάσις τῆς
655Κυβερνήσεως μόνον κατὰ τὴν 24ην Ἰανουαρίου; Ἡ στάσις
656τῆς Κυβερνήσεως ἦτο τοιαύτη καθ’ ὅλον τὸ διάστημα
657ἐκεῖνο, κατὰ τὸ ὁποῖον σύσσωμος ἡ Ἀντιπολίτευσις, μὴ ἐξαι-
658ρουμένου δὲ μηδ’ αὐτοῦ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, ἐβόα πρὸς
659τὴν Κυβέρνησιν: «σπεύσατε νὰ παρασκευάσητε τὴν χώραν
660στρατιωτικῶς». Εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, ὅτι τὴν 22 Νο-
661εμβρίου 1896 ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἔγραφεν ἐπιστολὴν πρὸς
662τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, δημοσιευθεῖσαν ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 140
663φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὸ ἡμερομηνίαν
66422 Νοεμβρίου 1896, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιστολῆς ἔλεγε πρὸς
665τὴν Πρωθυπουργὸν, καὶ δι’ αὐτοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ
666τὸ Κράτος, ὅτι «ὁ στρατὸς πρέπει νὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὴν ἐκτέ-
667λεσιν στρατιωτικῶν ἔργων καὶ μεγάλων γυμνασίων, ἀφο-
668σιούμενος ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν στρατιωτικὴν αὐτοῦ ἐκπαί-
669δευσιν». Πρὸς τοῦτο δὲ ἐθεώρει ἀπαραίτητον «νὰ συμπλη-
670ρωθῶσι πᾶσαι αἱ ἀνάγκαι τῶν ἐφίππων σωμάτων.»
671Πότε δ’ ἔλεγε ταῦτα ὁ ἀνώτατος ἡμῶν ἄρχων πρὸς τὸν
672Πρωθυπουργὸν αὑτοῦ; Πρὸ τριῶν ἤδη μηνῶν!
673Δὲν ἠξεύρω ἐὰν εἶναι ἢ δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ στιγμὴ,
674ἵνα ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν, τί ἔπραξε κατὰ τὸ μακρὸν
675τοῦτο χρονικὸν διάστημα, ἵνα ἐπιτελέσῃ τὰς διαταγὰς τοῦ
676ἄνακτος ἡμῶν. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἐπιτρέπεται νὰ εἰσέλθω εἰς
677τὰς λεπτομερείας καὶ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἐξεπλή-
678ρωσε τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχε καὶ πρὸς τὸν ἀνώτατον ἄρ-
679χοντα καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸ Κράτος καὶ πρὸς
680ὁλόκληρον τὸ ἔθνος. Μὴ λησμονήσητε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι
681ἀπὸ τοῦ μηνὸς ἐκείνου ἔσπευσεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ τὰς
682ἀναγκαίας πιστώσεις, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ λίαν προθύμως
683ἐχορήγησε κατὰ δεκάδας χιλιάδων, ἵνα μὴ εἴπω ἑκατοντά-
684δας χιλιάδων, ὅπως παρασκευάσῃ τὴν χώραν στρατιωτικῶς.
685Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις καὶ τότε ἐδίσταζεν, ὅπως καὶ σήμερον,
686καὶ ἴσως καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Δυστυχῶς, Κύριοι, τὴν αὐτὴν
687διστακτικὴν πολιτικὴν παρατηροῦμεν καὶ μετὰ τὰς σφαγὰς
688καὶ τοὺς ἐμπρησμοὺς τῶν Χανίων καὶ μετὰ τὸ γεγονὸς τῆς
68925 Ἰανουαρίου 1897, τῆς ἀποστολῆς τουτέστι τῶν δύο πλοίων
690εἰς τὰ Κρητικὰ πελάγη. Ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ ὁπωσδήποτε
691εὐθυνόμενοι ἐπὶ τῇ πράξει ἐκείνῃ, ταραχθέντες ἐκ τῆς ἐπιβο-
692λῆς, ἡ ὁποία, πανταχόθεν καταπιέζουσα αὐτοὺς, τοὺς ἐξη-
693νάγκασε νὰ ἀποστείλωσι τὰ δύο πλοῖα, ἀπώλεσαν τὴν ψυ-
694χραιμίαν αὑτῶν, καὶ ἐν παραζάλῃ ἀπιστεύτῳ ἐζήτησαν νὰ
695ἐκτελέσωσι πράξεις, τῶν ὁποίων ἡ πρωτοβουλία δὲν ἀνήκει
696εἰς αὐτούς. Τὰ δὲ λυπηρὰ ἀποτελέσματα τῆς κακῆς ἐκτε-
697λέσεως τῶν πράξεων ἐκείνων ἠκούσατε πρὸ μικροῦ παρὰ τοῦ
698ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Βόλου κ. Τοπάλη, καὶ τῶν ἄλλων
699τῶν ἄρτι ἐκ Κρήτης ἐλθόντων. Ἐπὶ τοῦ μελανοῦ τούτου
700σημείου ἐγὼ δὲν θὰ ἐπανέλθω, ἀφοῦ μάλιστα ἡ Κυβέρνησις
701ὑπέδειξεν, ὅτι ἀνεγνώρισε τὰς ἐλλείψεις ταύτας καὶ ἔσπευσεν
702εἰς τὴν θεραπείαν αὐτῶν. Ἀλλὰ μετὰ τὴν 25 Ἰανουαρίου
7031897 ἆρά γε ἡ Κυβέρνησις, ἔστω καὶ ἀποφασίσασα τὴν ἐκτέ-
704λεσιν σχεδίων, ὧν ἡ πρωτοβουλία ἀνήκει εἰς ἄλλους, ἐξηκο-
705λούθησε τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὑτῆς, ἢ ἀποστείλασα
706τὰ πλοῖα εἰς Κρήτην, ἐγκατέλιπε ταῦτα ἕρμαιον εἰς τὴν
707τύχην αὐτῶν; Ἢ μήπως ἔχει λησμονήσει οἵας ἀνέλαβεν ὑπο-
708χρεώσεις καὶ ὑποθήκας; Δυστυχῶς πάντα ταῦτα εἶχε λησμο-
709νήσει ἡ Κυβέρνησις, καὶ περὶ οὐδενὸς ἄλλου ἠσχολεῖτο ἢ κατὰ
710τίνα τρόπον νὰ καθησυχάσῃ τὴν κοινὴν γνώμην, ἧς ἔσπευδε
711νὰ προμανθάνῃ τὰς ἐπιθυμίας, ἵνα ἐπιχειρῇ προκαταβολικῶς
712δῆθεν τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν!
713Εἶναι γνωστὰ τὰ γεγονότα, τὰ προκαλέσαντα καὶ ἐξαναγ-
714κάσαντα τὴν εἰς τὰ Κρητικὰ ὕδατα ἀναχώρησιν κατὰ τὴν
71529 πρὸς τὴν 30 Ἰανουαρίου τοῦ τορπιλλικοῦ ἡμῶν στόλου.
716Ποῖα εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, ἵνα
717ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀποστολὴν ταύτην, δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται σή-
718μερον νὰ ἐκθέσω. Ἀλλ’ ἡ πίεσις καὶ ἡ ἐπιβολὴ ἐξηκολούθη-
719σεν, οὕτω δὲ ἀπεφασίσθη, μὴ συναινούσης ἴσως τῆς Κυβερνή-
720σεως, μὴ ἐπιθυμούντων ἴσως καὶ ἄλλων προσώπων, τὰ ὁποῖα
721ἠδύναντο νὰ ἐπηρεάσωσι τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ἀποστολὴ τοῦ
722Ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἰς Κρήτην. Ἀλλ’ ἐγκαταλείφθη καὶ ὁ
723στρατὸς ἕρμαιον εἰς τὴν τύχην του, ὡς εἶχον ἀφεθῆ καὶ τὰ
724πολεμικὰ ἡμῶν πλοῖα, καὶ ἀληθῶς ὀφείλεται μέγας ἔπαινος εἰς
725τὴν ἀπαράμιλλον ἀνδρείαν τοῦ ἐν Κρήτῃ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ,
726εἰς ἣν καὶ μόνην ὀφείλεται ἡ μὴ καταστροφὴ αὐτοῦ, διότι
727ἄνδρες, οἷοι οἱ ἀπαρτίζοντες τὸ Ἑλληνικὸν στράτευμα, δύναν-
728ται νὰ ὑποφέρωσι πάσας τὰς στερήσεις. Καὶ ἀληθῶς ἀπέδει-
729ξαν ἀντοχὴν, ὁμοίαν τῆς ὁποίας σπανίως εὑρίσκομεν εἰς στρα-
730τοὺς πεπολιτισμένων ἐθνῶν.
731Ἀλλὰ τὰ τρία ταῦτα γεγονότα, ἡ ἀποστολὴ τῶν θω-
732ρηκτῶν, τοῦ τορπιλλικοῦ στόλου καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρα-
733τοῦ, εἶναι ἄξιον ἀπορίας, πῶς δὲν ἔπεισαν τὴν Ἑλληνικὴν Κυ-
734βέρνησιν, ὅτι ἔχει ἀναλάβει ὑποχρεώσεις βαρυτάτας, ὅτι ἔχει
735ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διεξαγάγῃ τὸν περὶ τῶν ὅλων
736ἀγῶνα! Ἔχει ἆρά γε ἡ Κυβέρνησις ὑπ’ ὄψιν αὑτῆς τὸ βα-
737ρυσήμαντον ἔγγραφον, τὸ δημοσιευθὲν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς
738Κυβερνήσεως, τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιω-
739τικῶν πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ σώματος τῆς κατοχῆς τῆς
740Κρήτης συνταγματάρχην τοῦ πεζικοῦ κ. Βάσσον Τιμολέοντα;
741Ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἆρά γε ὑπ’ ὄψιν αὑτῆς τὴν προκήρυξιν
742πρὸς τὸν Κρητικὸν λαὸν τοῦ συνταγματάρχου κ. Βάσσου;
743ἔχει ἀναμετρήσει ἡ Κυβέρνησις ὁποίαν ὑπόσχεσιν καὶ βεβαίω-
744σιν ἔχει δώσει ὁ ἀνώτατος ἡμῶν ἄρχων πρὸς τὸν Ἑλληνι-
745σμὸν σύμπαντα; ἔχει ἀναμετρήσει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν εἶ-
746ναι δυνατὸν ὁ Βασιλεὺς νὰ ἀνακαλέσῃ τὸν λόγον αὐτοῦ, ὡς
747δὲν εἶναι δυνατὸν ὁλόκληρον τὸ ἔθνος νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν
748ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε διὰ τοῦ Βασιλέως αὐτοῦ;
749Δυστυχῶς αἱ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, πράξεις καταδηλοῦ-
750σαι μηδεμίαν ἀπόφασιν, μηδεμίαν μελέτην, μηδένα σκοπὸν,
751ἀπελπίζουσι πάντα Ἕλληνα. Προχθὲς ἔτι ἐκλήθησαν δύο
752ἡλικίαι ἐφέδρων, διότι συνῆλθεν ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ κα-
753τήγγειλε πρὸς τὸν Βασιλέα τὴν πολιτικὴν τῶν ἀναβολῶν
754καὶ ἐνδοιασμῶν τῆς Κυβερνήσεως! Δύναται δὲ πᾶς τις νὰ
755ἀμφιβάλλῃ, ἐὰν ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γεγενημένων οὐδὲν
756ὀφείλεται εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δύναται
757ὅμως νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐγένετο, ἐγένετο εἰκῇ καὶ
758ὡς ἔτυχε. Καὶ ἐνῷ ταῦτα οὕτω λαμβάνουσι χώραν, πρόκει-
759ται δ’ ἴσως μετ’ ὀλίγον νὰ ἴδωμεν τὴν καταστροφὴν ὅλου
760τοῦ ἔθνους, νομίζετε ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ μένωμεν θεωροὶ
761καὶ ἐπισκοποῦντες μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας καὶ κεκλει-
762σμένον στόμα; Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ κλείσῃ τὸ
763στόμα ἡμῶν διὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ ἂς μὴ θέλῃ
764ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἢ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς,
765ἢ οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἀποδέχονται μετὰ μυκτηρισμοῦ
766τὰ λεγόμενα ὑπ’ ἐμοῦ, ἂς μὴ θέλωσι νὰ λέγωσιν ὅτι ἐπρό-
767κειτο νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ σήμερον ἢ αὔριον, διότι εὑρίσκον-
768ται συνάδελφοι μεταξὺ ὑμῶν, τοὺς ὁποίους βλέπω καὶ οἱ
769ὁποῖοι εἶναι ἕτοιμοι νὰ διαβεβαιώσωσιν, ὅτι δὲν εἴχετε πρόθε-
770σιν νὰ ἀνοίξητε τὴν Βουλὴν ἢ μετὰ δέκα ἡμέρας (θόρυβος).
771Ὑπάρχουσι πολλοὶ συνάδελφοι μεταξὺ ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι κατὰ
772τὸ παρελθὸν Σάββατον ἠρώτησαν τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον
773τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν κατὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν θὰ γείνῃ
774συνεδρίασις τῆς Βουλῆς· ἔλαβον δὲ τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ἠδύ-
775ναντο νὰ ἀπέλθωσι — καὶ ἀπῆλθον, ἀλλ’ ἐπανῆλθον, — εἰς τὰς
776ἰδιαιτέρας αὑτῶν πατρίδας, διότι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς
777θὰ ἐπαναληφθῶσι μετὰ τὸ πέρας τῆς ἑβδομάδος ταύτης.
778Καὶ ἐνῷ τοιαῦτα γεγονότα διαδραματίζονται ἐνώπιον
779ἡμῶν, ὑμεῖς ἀπαιτεῖτε νὰ μένωμεν ἀκίνητοι, ἢ ἄλλως χαρα-
780κτηρίζετε τὰς πράξεις ἡμῶν ὡς ἰδιοτελεῖς πολιτικοὺς σκο-
781ποὺς ἐχούσας! Εἶσθε κύριοι νὰ κρίνητε τὰ πράγματα ὅπως
782ὑμεῖς θέλετε, διότι ἕκαστος κρίνει ἐκ τῶν ἰδίων αὑτοῦ βλέ-
783ψεων. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς βλέπομεν τὰς πράξεις τῆς Κυ-
784βερνήσεως, πράξεις αἱ ὁποῖαι, ὡς εἶπον καὶ πρὸ μικροῦ, ἀλ-
785λαχοῦ ἔχουσι τὴν ἀρχικὴν αὑτῶν πρωτοβουλίαν, ἀφ’ ἑτέρου
786μετὰ λύπης διαβλέπομεν, ὅτι Κυβέρνησις κοινοβουλευτικὴ
787δὲν ὑφίσταται σήμερον. Καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει Κυβέρνησις, διὰ
788πολλῶν καὶ ἀκαταμαχήτων ἐπιχειρημάτων δύναται πᾶς τις
789νὰ βεβαιώσῃ, ἀλλὰ καὶ τὰ καθ’ ἡμέραν δημοσιευόμενα κατὰ
790διαταγὴν ὑψηλῶν προσώπων καὶ αἱ διαταγαὶ εἰς τὴν Κυ-
791βέρνησιν, ἵνα ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ κοινὸν εἰ-
792δήσεις καὶ αἱ διαταγαὶ αἱ παρ’ ὑψηλῶν προσώπων καὶ κατ’
793ἐντολὴν αὐτῶν δημοσιευόμεναι εἰς ἐφημερίδας, τί ἄλλο σημαί-
794νουσιν ἢ ὅτι οἱ ἐν τοῖς πράγμασι σήμερον δὲν ἔχουσι γνῶσιν, δὲν
795ἔχουσι συνείδησιν τῶν πράξεων, ἃς ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν διε-
796νεργοῦσι; Καὶ τίς ἀγνοεῖ, ὅτι σήμερον λαμβάνουσι χώραν
797ἐν τοῖς διαφόροις Ὑπουργείοις πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι
798καταργήσει τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα; Καὶ τίς ἀγνοεῖ,
799ὅτι αἱ διαταγαὶ δὲν ἐκδίδονται παρὰ τῶν οἰκείων τμημά-
800των καὶ γραφείων, ἀλλ’ ἐκδίδονται παρ’ ἄλλων, τῶν ὁποίων
801δὲν γινώσκω ἂν αἱ διαταγαὶ ἔπρεπε νὰ λαμβάνωνται ὑπ’
802ὄψει; Καὶ ἐνῷ βλέπομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἔχει πρω-
803τοβουλίαν, ἀφ’ ἑτέρου βλέπομεν, ὅτι καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν ἐκ-
804τέλεσιν ἐτέθη ἐκποδών. Τί ἄλλο σημαίνει, Κύριοι, τοῦτο ἢ
805ὅτι δὲν ὑπάρχει Κυβέρνησις; Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ
806τοιοῦτος ἀγὼν περὶ τῶν ὅλων, ὡς διεξάγεται καὶ πρόκειται
807νὰ διεξαχθῇ, μὲ σκιὰν Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δὲν ἔχει τὸ σθέ-
808νος νὰ ἀναλάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν καὶ νὰ ἐπιτάξῃ εἰς ἕκα-
809στον νὰ λάβῃ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἔδω-
810κεν εἰς αὐτόν; Εἶναι γεγονότα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀπελπί-
811ζουσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κήδονται περὶ τῆς κανονικῆς λει-
812τουργίας τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν.
813Κατὰ τὴν τελευταίαν καὶ προτελευταίαν συνεδρίασιν,
814Κύριοι, κατάπληξιν μοὶ ἐπροξένησαν τὰ παρὰ τοῦ κ. Προ-
815έδρου τῆς Κυβερνήσεως λεχθέντα ἐνώπιον ἡμῶν. Ἐνθυμοῦ-
816μαι ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπαντῶν πρὸς τὸν
817ἔντιμον συνάδελφον ἐκ Θηβῶν κ. Σκουλούδην, ἔλεγεν ὅτι δὲν
818ἔχει ἐπαρκεῖς πληροφορίας, ἵνα ὁμιλήσῃ περὶ τῶν πέντε ἐπι-
819θυμιῶν τῶν στολαρχῶν, τὰς ὁποίας ἐχαρακτήρισεν ἄριστα
820σήμερον ὁ ἔντιμος ἐκ Θηβῶν συνάδελφος. Καὶ ἐνῷ διεβε-
821βαίου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν εἶχε πλήρη γνῶ-
822σιν τῶν πέντε ἐπιθυμιῶν ἐκείνων, καὶ ὅτι εἶχεν ἀνάγκην πλη-
823ροφοριῶν, τὴν αὐτὴν στιγμὴν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουρ-
824γὸς κατέθηκε πάσας τὰς πληροφορίας ταύτας. Καὶ δὲν ἠδυ-
825νήθημεν τὴν ἑσπέραν ἐκείνην νὰ ἐκφράσωμεν τὸν θαυμασμὸν
826ἡμῶν διὰ τὴν ἀντίφασιν τῶν λεγομένων μεταξὺ τοῦ κ. Προ-
827έδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Ναυτι-
828κῶν, διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε πάντες, διεκόπη ἡ συνεδρίασις διὰ
829τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον λίαν τεχνηέν-
830τως ἔφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀκριβῶς ἵνα μὴ
831ἐπιτρέψῃ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν
832ἐκείνων.
833Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀνέγνωσεν ἡμῖν τὸ ἑξῆς
834τηλεγράφημα τοῦ ἀρχηγοῦ Ράϊνεκ κατὰ τὴν προτελευταίαν
835συνεδρίαν τῆς Βουλῆς: «Ναύαρχοι μοὶ εἶπον, ὅτι Βάσσος δέον
836νὰ μένῃ ἀκίνητος εἰς ἃς θέσεις κατέχει, ὅτι πᾶσα νέα ἐπίθε-
837σις αὐτοῦ κατὰ στρατοῦ ἔξω, ἢ κατὰ προφυλακῶν Χανίων,
838ἀναγκάσει αὐτοὺς νὰ κανονιοβολήσωσι. Συνελήφθη χθὲς
839«Λαύριον». Συγκοινωνία ἡμῶν μετὰ στρατοῦ δι’ ἀποστολὴν
840ἀλληλογραφίας ἐκτελεῖται μόνον ἐγκρίσει ναυάρχων.»
841Καὶ κατωτέρω: «Σήμερον εἰς Ἀκρωτῆρι οἱ Τοῦρκοι ἤρ-
842χισαν ἐπίθεσιν κατὰ τῶν ἐπαναστατῶν. Ξένα πολεμικὰ πλοῖα
843ἐκανονιοβόλησαν Χριστιανούς, οὐχὶ ἁπλῶς πρὸς εἰδοποίησιν,
844ἀλλὰ ἐπὶ συνεχῆ ὥραν, πρὸς πλήρη ἐξολόθρευσιν τῶν ἐκεῖ
845Χριστιανῶν, συνεξακολουθούντων καὶ τῶν Τούρκων.»
846Καὶ ἐνῷ ταῦτα ἐπισήμως διεβεβαίου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
847Ναυτικῶν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγεν, ὅτι δὲν
848ἔχουν πληροφορίας ἐπισήμους! Καὶ παρὰ τίνος ἄλλου ἆρά γε
849θὰ ἐλάμβανε ταύτας, ἐὰν μὴ παρὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ναυτικῆς
850μοίρας; καὶ ὑπῆρχεν ἄλλη ἀρχὴ σπουδαιοτέρα ταύτης, ἵνα
851βεβαιώσῃ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν λεπτο-
852μερειῶν τοῦ γεγονότος ἐκείνου, τοῦ κανονιοβολισμοῦ τῶν Χρι-
853στιανῶν; Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐδί-
854στασε καὶ πρὸς τὰ πλήθη τὴν αὐτὴν διαβεβαίωσιν νὰ δώσῃ,
855τὰ πλήθη τὰ ὁποῖα διήρχοντο ὑπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
856Οἰκονομικῶν (ἀναγινώσκει): «Ἂν ἐρωτήσητε τίνες ἐπυ-
857ροβόλησαν, οἱ τὸ ὀχυρὸν κατέχοντες Χριστιανοὶ Κρῆτες ἢ
858οἱ κατὰ τοῦ ὀχυροῦ ἐπιτιθέμενοι στρατιῶται τῆς Τουρκίας
859καὶ Κρήτης Μουσουλμάνοι, οὐδεμίαν περὶ τούτου μᾶς παρέ-
860χουσι πληροφορίαν αἱ εἰδήσεις, τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε ἐλά-
861βομεν.» Καὶ ὅμως αἱ εἰδήσεις ἐκεῖναι ἐβεβαίουν τὸ γεγονός.
862Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔλεγεν ἆρά γε τὰ
863ἀληθῆ; Ἄπαγε! διότι πάντοτε μόνην τὴν ἀλήθειαν λέγει
864ἀλλ’ ἡ κατάπληξις ἡ ἐκ τῶν γεγονότων ἦτο τοιαύτη, ὥστε δὲν
865ἦτο δυνατὸν νὰ κρατήσῃ εἰς τὴν μνήμην αὐτοῦ τὰ σπουδαῖα
866ταῦτα γεγονότα. Καὶ ἔλεγεν εἰς τὰ πλήθη: «Εὐτυχῶς οἱ
867κανονιοβολισμοὶ τῶν ἡνωμένων στόλων τῶν Μεγάλων Δυνά-
868μεων δὲν ἐπήνεγκον τοσοῦτον ὄλεθρον, ὅση ἦτο ἡ κατά-
869πληξις, ἥτις κατέλαβεν ἡμᾶς! Πρέπει νὰ ἐρευνήσωμεν τὰς
870λεπτομερείας τῶν διατρεξάντων, ὅπως κρίνωμεν ἂν δύναται
871νὰ προταθῇ λόγος τις, ὅπως παραστήσῃ τὴν πρᾶξιν εὔλογον
872ἢ δικαίαν»!
873Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠρκέσθη νὰ ἀναγγείλῃ
874τὸ φοβερὸν γεγονὸς εἰς τὰ πλήθη, ἀλλὰ ἠθέλησε νὰ ἐλατ-
875τώσῃ καὶ τὴν ἐντύπωσιν, ἣν προὐξένησεν εἰς σύμπαντα τὸν
876χριστιανικὸν κόσμον! Παρ’ ὀλίγον δ’ εὕρισκεν, ὅτι ἡ ἀπαισία
877ἐκείνη πρᾶξις δύναται νὰ ἦναι «εὔλογος καὶ δικαία»!
878οὕτω δ’ ἐχορήγει ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος ἐπιχειρή-
879ματα εἰς τὰς Κυβερνήσεις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἵνα
880δικαιολογήσωσι τὴν μυαρὰν αὐτῶν πρᾶξιν! Θαυμασία πο-
881λιτεία, τὴν ὁποίαν γινώσκει νὰ διαχειρίζηται ὁ κ. Πρόεδρος
882τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ὁποίας τ’ ἀποτελέσματα πάντες
883γινώσκομεν! Ἂν τις ἐπισταμένως μελετήσῃ πάντα ταῦτα,
884ἀδιστάκτως φρονῶ, ὅτι καὶ αὐτοῦ τοῦ βομβαρδισμοῦ τοῦ
885ὀχυροῦ τῶν Φρουδίων παραίτιον θέλει καταλογίσει τὴν
886Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας ἡ ἀνικανότης καὶ
887ἡ ἀτολμία ὑπερέβησαν πᾶν ὅριον. Διότι, Κύριοι, ἂν ἐξετά-
888σητε τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον σήμερον ὁ κύριος Ὑπουργὸς
889τῶν Ναυτικῶν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν, θὰ ἴδητε, ὅτι
890τὴν 6 Φεβρουαρίου, δηλ. 4 ὅλας ἡμέρας προτοῦ λάβῃ χώ-
891ραν ὁ βομβαρδισμὸς ἐκεῖνος, ἐγίνωσκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
892βερνήσεως τίνες ἦσαν αἱ πέντε ἐπιθυμίαι, αἱ 5 αὐστηραὶ
893διαταγαὶ, αἱ 5 ὕβρεις κατὰ παντὸς ἀνθρωπίνου δικαίου, τὰς
894ὁποίας ἀπηύθυναν οἱ ναύαρχοι τῶν ἡνωμένων στόλων πρὸς
895τὴν Ἑλλην. Κυβέρνησιν. Καὶ ἐνῷ ἐγίνωσκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
896Κυβερνήσεως καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὰς 5 ἐκείνας
897ἀποφάσεις, ἐν τούτοις αὐτὸς οὗτος προεκάλεσε τὸ λυπηρὸν
898γεγονὸς τῆς καταστροφῆς καὶ τοῦ βομβαρδισμοῦ (γέλως ἐν
899τῇ δεξιᾷ). Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις προὐκάλεσε τὸν βομβαρδι-
900σμὸν αὐτὸν, διότι, ἐνῷ ἐγίνωσκεν ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λάβῃ
901χώραν, δὲν εἶχε διατάξει τὸν στρατὸν καὶ τὸν στόλον νὰ
902ἐπιτελέσωσι τὸ καθῆκον αὑτῶν, ἢ νὰ μὴ προκαλέσωσι τὸν
903βομβαρδισμὸν, ὑποχωροῦντες.
904§37ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ποτὲ ὑποχώρησιν! Τὴν θέλετε τὴν ὑπο-
905χώρησιν, ἀλλ’ ὁ Δηλιγιάννης δὲν θὰ κάμῃ ποτὲ τὴν ὑπο-
906χώρησιν.
907§38ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν κατὰ τὸ 1886 ἐπέτρεψεν ὁ Ἑλληνικὸς
908λαὸς τὴν ὑποχώρησιν, κατὰ τὸ 1897 δὲν θὰ τὴν ἐπιτρέψῃ·
909ἐὰν κατὰ τὸ 1886 ἐκόπησαν χεῖρες καὶ ἐφαγώθησαν λάχανα,
910ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι κατὰ τὸ 1897 ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι
911ἀποφασισμένος νὰ σαρώσῃ τὰ πάντα, ἂν ἡ Κρήτη δὲν προσ-
912αρτηθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Λυποῦμαι διότι ἀντιπρόσωποι τοῦ
913Ἑλληνικοῦ ἔθνους δὲν ἀντιλαμβάνονται τῆς θέσεως τοῦ ζη-
914τήματος ἀπὸ τῆς ὑψηλῆς αὑτοῦ ἀπόψεως. Λυποῦμαι διότι
915φρονοῦσί τινες, ὅτι πρέπει νὰ κατασταλῇ τὸ αἴσθημα τὸ
916ἐθνικὸν, ὅτι πρέπει νὰ ἐμποδισθῶσι τὰ συλλαλητήρια, ὅτι
917πρέπει νὰ κλεισθῇ τὸ Βῆμα τὸ ἐθνικὸν, ἐνῷ τοὐναντίον ἔπρεπε
918νὰ συμβῇ. Ἔπρεπεν οἱ ἐν τοῖς πράγμασι νὰ ἐπιζητῶσι
919πάντα ταῦτα. Εἶναι ἀξιοθρήνητον τὸ θέαμα, νὰ βλέπωμεν
920ὑψηλῶν προσώπων δημοσιεύματα, τὰ ὁποῖα νὰ προτρέπωσι
921τὴν ἑλληνικὴν Βουλὴν καὶ τὸ Πανελλήνιον, ἵνα καταστείλῃ
922τὸ αἴσθημα αὑτοῦ, ἐνῷ τοὐναντίον ἔπρεπε πάντες νὰ συντε-
923λῶμεν εἰς τὸ νὰ ἐξεγείρωμεν καὶ νὰ ἀνυψῶμεν τὸ ἐθνικὸν φρό-
924νημα.
925§39ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι ἐμπνεόμεθα ὑπὸ τῶν αὐ-
926τῶν αἰσθημάτων, ἔχομεν τὸν αὐτὸν πατριωτισμὸν, καὶ αἰ-
927σθανόμεθα τὸ κρίσιμον τῶν περιστάσεων.
928§40ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἀρκεῖ ἅπαξ νὰ ἐκδηλωθῇ καὶ δὶς καὶ τρὶς,
929ἀλλὰ πρέπει συνεχῶς, ἀνὰ πᾶσαν νοητὴν στιγμὴν, νὰ κατα-
930δηλῶται καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης καὶ διὰ τῶν ἐφημερί-
931δων καὶ ἀπὸ τῶν διαφόρων πόλεων τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ὁ
932Ἑλληνικὸς λαὸς εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην ἐξέγερσιν, ὥστε τὰ
933πάντα θὰ κατασυντρίψῃ, καὶ θ’ ἀναφλέξῃ τὴν Ἀνατολὴν,
934ἂν τολμήσωσι νὰ μᾶς ἐπιβάλωσιν ὑποχώρησιν. Ἐνῷ ἔπρεπε
935νὰ βλέπητε μετ’ εὐχαριστήσεως τὸν ἐνθουσιασμὸν τοῦτον,
936σεῖς ἔρχεσθε νὰ διακόψητε τὸ νῆμα τὸ συνδέον σύμπαντα τὸν
937Ἑλληνισμὸν, καὶ θέλετε νὰ καταδείξητε ὅτι δὲν ὑπάρχει τοι-
938αύτη ἐξέγερσις. Δύνανται νὰ μᾶς ἀποκλείσουν, ἀλλὰ δὲν δύ-
939νανται νὰ μᾶς ἐπιβάλλουν, ἵνα μὴ ἐξακολουθήσωμεν τὸν
940ἀγῶνα ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἐξικνοῦνται τῶν θαλασσίων αὐτῶν κο-
941λοσσῶν τὰ τηλεβόλα. Πρὸ πάντων προσπαθήσατε νὰ ἐμψυ-
942χώσητε σεῖς τὴν Κυβέρνησίν σας· μὴ ἀπευθύνεσθε δὲ πρὸς
943ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἔσχομεν τὸ θάῤῥος νὰ εἴπωμεν πρὸ ἡμερῶν
944ἐν τῷ προαυλίῳ τῆς Βουλῆς πρὸς τὸν λαόν: «ἀφήσατε τὴν
945Κυβέρνησιν ἥσυχον καὶ ἔχετε πεποίθησιν εἰς τὰς ἐνεργείας
946αὐτῆς»...
947§41ΛΑΜΠΡΥΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλα ἐλέγετε καὶ ἄλλα ἐφρο-
948νεῖτε.
949§42ΣΤΑΗΣ. Ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν πραγμάτων ὁ ἄλλα λέγων
950καὶ ἄλλα φρονῶν δὲν εἶναι Ἕλλην. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἓν ζητοῦ-
951μεν νὰ δείξωμεν, ὅτι τὸ ἔθνος μίαν καὶ μόνην ἔχει γνώμην,
952καὶ μίαν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἐπὶ κεφαλῆς ἄρχων ἐδήλωσε.
953§43ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δείξατέ το λοιπόν!
954§44ΣΤΑΗΣ. Τὸ ἐδείξαμεν, ἀλλὰ σεῖς νομίζετε, ὅτι ἐπιθυ-
955μοῦμεν τὴν ἀρχήν.
956§45Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ μάθωμεν τοῦτο·
957εἶναι ἀποφασισμένη ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ; Ἐὰν ναί, παρα-
958καλοῦμεν νὰ γείνῃ ἡσυχία, διὰ νὰ ἀγορεύσῃ ὁ ῥήτωρ· ἄλλως,
959ἂν ἦναι σκόπιμον νὰ γίνωνται αἱ διακοπαί, διαλύσατε τὴν
960συνεδρίασιν.
961§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀκούσῃ ἐν ἠρε-
962μίᾳ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κυθήρων.
963§47ΣΤΑΗΣ. Ἐξανιστάμεθα, Κύριοι, διότι βλέπομεν τὸν κ.
964Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὁμιλοῦντα πρὸς τὰ πλήθη καὶ
965προσπαθοῦντα νὰ κατευνάσῃ τὸν ἐνθουσιασμὸν αὐτῶν, καὶ
966ἐπὶ τέλους ἀνατείνοντα τὰς χεῖρας πρὸς τὸν οὐρανὸν, καὶ λέ-
967γοντα: «ἂς ἀνατείνωμεν τὰς χεῖρας πρὸς τὸν Θεὸν καὶ ἂς
968ἐπικαλεσθῶμεν τὴν ἀντίληψιν Αὐτοῦ». Δὲν εἶναι στιγμαὶ
969πρὸς τοιαύτας ἐκδηλώσεις, ἀλλὰ στιγμαὶ νὰ ἐπικαλεσθῶμεν
970τὴν ἀντίληψιν τῶν ἰδίων ἡμῶν δυνάμεων, ἔχει δὲ δυνάμεις
971τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, τὰς ὁποίας δυστυχῶς δὲν δύνασθε νὰ ἐκ-
972μεταλλευθῆτε, καὶ πρώτη εἶναι ἡ δύναμις τῆς Ἀντιπολιτεύ-
973σεως, τὴν ὁποίαν δὲν ἐννοεῖτε νὰ ἐκμεταλλευθῆτε. Δύναμις
974ἦτο καὶ ἡ πρότασις τοῦ ἐκ Καλαμπάκας κ. συναδέλφου, τὴν
975ὁποίαν δὲν ἠθελήσατε νὰ ἐκμεταλλευθῆτε, καίτοι «παρώ-
976τρυνε καὶ τὸν Βασιλέα καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐμμείνωσιν εἰς
977τὴν ἐγκαινισθεῖσαν γενναίαν ἐθνικὴν δρᾶσιν, ἀντιμετωπίζοντες
978μετὰ θάῤῥους καὶ ἀντὶ πάσης θυσίας πᾶσαν περιπέτειαν».
979Καὶ ἐν τῇ πατριωτικωτάτῃ ταύτῃ προτάσει εὕρετε σεῖς ἀσέ-
980βειαν τῆς πλειοψηφίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν! Ποία εἶναι ἡ
981ἀσέβεια; ὅτι παρώτρυνεν ἡ Βουλὴ σύσσωμος τὴν Κυβέρνησιν
982ν’ ἀντιμετωπίσῃ ἀντὶ πάσης θυσίας πᾶσαν περιπέτειαν; Καὶ
983ὅταν βλέπωμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐρχόμενον
984καὶ ὑβρίζοντα σύσσωμον τὴν Βουλήν, τοιαύτην προτείνουσαν
985πρότασιν, θέλετε νὰ μὴ ἐξεγερθῶμεν; Διότι τί ἄλλο ἦτο,
986παρὰ ὕβρις, ἡ ἀντίστασις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως
987κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἀποφά-
988σεως μάλιστα διὰ χειροκροτημάτων γενομένης δεκτῆς; Καὶ
989θέλετε νὰ μὴ ἀμφιβάλλωμεν περὶ τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερ-
990νήσεως, ὅταν βλέπωμεν τὸν κ. Πρόεδρον αὐτῆς ἀποκρούοντα
991τοιαύτην πατριωτικὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν σύμπαν τὸ Ἑλ-
992ληνικὸν σήμερον ἔχει ἀσπασθῆ; Καὶ θέλετε νὰ μὴ ἀπελπι-
993σθῶμεν, ὅταν βλέπωμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως
994προσπαθοῦντα ἵνα τὴν ἡσυχίαν αὐτοῦ μεταδώσῃ οὐ μόνον
995εἰς τὰ πλήθη, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν στρατὸν, τὸν ἀγωνιζό-
996μενον ἐν Κρήτῃ; Ἰδοὺ οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι μᾶς ἀναγκάζουν
997νὰ ζητήσωμεν τὴν συνέχισιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
998Ἐπιθυμοῦμεν νὰ σᾶς προσδίδωμεν συνεχῶς τὸ θάῤῥος ἡμῶν·
999ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐνισχύωμεν τὴν ἐνέργειαν ὑμῶν, ἐὰν θέλετε
1000νὰ ἐνεργήσητε. Οὐδέποτε δ’ ἐζητήσαμεν παρὰ τῆς Κυβερ-
1001νήσεως νὰ γνωρίσῃ ἡμῖν πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ
1002βλάψωσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἐπιθυμοῦμεν τὴν παρουσίαν
1003τῆς Βουλῆς, ἵνα ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν σύσσωμος διακηρύττῃ,
1004ὅτι ἀπόφασιν ἔχει νὰ ἐξακολουθήσῃ μέχρι πέρατος τὸν ἀγῶνα.
1005Ἐὰν ἡ Βουλή, τοιαῦτα κηρύττουσα, φρονῆτε ὅτι μετεβλήθη
1006εἰς φρενοκομεῖον, ὡς ἐγράφη, τότε ἐπιτρέψατέ μοι νὰ παύσω
1007ὁμιλῶν πρὸς ὑμᾶς.
1008§48Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον πρὸ τοῦ κ. Βου-
1009λευτοῦ ἐκ Κυθήρων, ὑπεχώρησα δὲ, μὴ γνωρίζων περὶ τίνος
1010ἤθελεν ὁμιλήσει· ὑπέθετον ὅμως, ὅτι δὲν ἤθελε διακοπῆ τόσον
1011ἐνωρὶς τὸ στάδιον τῆς παροχῆς πληροφοριῶν σπουδαίων. Ἀλλὰ
1012ὁ προαγορεύσας ἐθεώρησεν, ὡς εἶπε, περιττὴν τὴν συζήτη-
1013σιν τῶν τριῶν λαλησάντων πρὸ αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι ὅμως εἶχον
1014τὴν καλωσύνην νὰ προσφέρωσιν εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις
1015σπουδαίαν κατ’ ἐμὲ ὑπηρεσίαν, ἐθεώρουν δὲ, ὅτι ἔπρεπε νὰ
1016προηγηθῇ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἤρξατο. Δὲν εἶναι ἡ κατάλ-
1017ληλος στιγμή, ἵνα εἴπω τὴν ἐμὴν γνώμην ἐπὶ τῆς συζητή-
1018σεως ταύτης, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐξ ὑπερβολικῆς σπουδῆς διε-
1019κόπη τὸ στάδιον τῶν πληροφοριῶν, καὶ δύναται ὁ κ. Βουλευ-
1020τὴς Κυθήρων ἐν συνειδήσει νὰ δίδῃ μεγάλην σημασίαν εἰς
1021τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε καὶ ἡ ὁποία ἔχει καὶ ἀξίαν,
1022ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν στερεῖται τοιαύτης καὶ ἡ γνώμη, ὅτι
1023ἄλλοι στηρίζουσι τὰς μεγίστας ἐλπίδας εἰς τὴν δύναμιν καὶ
1024τὴν σταθερὰν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον περὶ τοῦ ἀγῶνος,
1025ἀλλ’ ἐπίσης εἰς τὴν ἀγάπην τῶν ἁπανταχοῦ λαῶν, καὶ πρέ-
1026πει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι οἱ ἁπανταχοῦ λαοὶ ἀκόμη δὲν
1027ἔμαθον ἀκριβῶς, πῶς ἔλαβον χώραν τὰ γεγονότα, ἀφοῦ
1028ἡμεῖς αὐτοὶ ἐνταῦθα μόλις πρὸ μικροῦ ἐπισήμως ἐμάθομεν
1029σπουδαῖα γεγονότα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν πρὸ ἐννέα ἡμερῶν.
1030Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, διότι ἀποδίδω εἰς τοῦτο μεγάλην σημα-
1031σίαν, νὰ παρακαλέσω τοὺς κ. Ὑπουργοὺς νὰ συμπληρώσωσι
1032τὰς πληροφορίας των, τὰς ὁποίας εὕρομεν ἀτελεῖς. Ὁ κ.
1033Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν εὐηρεστήθη νὰ γνωρίσῃ εἰς
1034τὴν Βουλὴν τὰς πέντε ἐπιθυμίας τῶν ναυάρχων, αἱ ὁποῖαι
1035εἶναι: αʹ) ἡ ἀπαγόρευσις τοῦ βομβαρδισμοῦ τῶν πόλεων·
1036βʹ) ἡ ἀπαγόρευσις ἀποβιβάσεως στρατοῦ καὶ πολεμοφοδίων·
1037γʹ) ἡ ἀπαγόρευσις ἀποβιβάσεως Ἑλληνικοῦ στρατοῦ μὲ πλοῖα
1038πολεμικὰ καὶ ἐμπορικά· δʹ) ἡ ἐπίθεσις Ἑλληνικῶν πλοίων
1039κατὰ τουρκικῶν καὶ εʹ) ἡ ἀπαγόρευσις πάσης κινήσεως τοῦ
1040Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Καὶ ναὶ μὲν εὐηρεστήθη μετὰ μακρὰν
1041σιωπὴν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς
1042πέντε ταύτας ἐπιθυμίας, ἀλλὰ δὲν εὐηρεστήθη νὰ πληρο-
1043φορήσῃ αὐτὴν καὶ ὁποίαν ἔδωκεν ἀπάντησιν εἰς αὐτοὺς καὶ
1044εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αἱ διαπραγματεύσεις περὶ τῶν
1045πέντε τούτων ἀπαιτητικῶν ἐπιθυμιῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου
1046γινώσκομεν ἐκ τῶν ἐφημερίδων,—καὶ ὀφείλομεν νὰ ὁμολογή-
1047σωμεν μεγάλας χάριτας εἰς τὸν τύπον, ὅστις ἀπεδείχθη τό-
1048σον ἐνήμερος,—γινώσκομεν τὴν λαμπρὰν μάχην τῶν Λειβα-
1049δίων, ἀλλ’ ἐν τῇ Βουλῇ περὶ αὐτῆς οὐδεὶς ἐγένετο λόγος· νο-
1050μίζω δὲ, ὅτι ἐδικαιοῦτο ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ ἀκούσῃ
1051τὴν ἐπίσημον ἔκθεσιν τῶν ἁρμοδίων, διότι μετὰ τῆς μάχης
1052ἐκείνης συνδέεται καὶ τὸ γεγονὸς τῆς ἐξόδου τοῦ ὀθωμα-
1053νικοῦ στρατοῦ ἐκ τοῦ φρουρίου τῶν Χανίων, τοῦ εὑρισκομένου
1054ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν 6 Μεγάλων Δυνάμεων, τῆς ἐξόδου
1055τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, ὅστις κατατροπωθεὶς ὑπὸ τοῦ Ἑλ-
1056ληνικοῦ κατέφυγεν ὑπὸ τὰς πτυχὰς τῶν 6 χριστιανικῶν ση-
1057μαιῶν· καὶ πρέπει νὰ μάθωμεν, μέχρι τίνος σημείου προχωρεῖ
1058ἡ τοιαύτη συμπεριφορὰ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λέγονται διπλω-
1059μάται καὶ οἵτινες ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς παγκοσμίου εἰρήνης
1060δολοφονοῦσιν ἀνθρώπους,—δὲν λέγω Χριστιανούς,—διότι δὲν
1061περιμένετε ἀπὸ ἐμὲ νὰ μάθητε μετὰ τὴν ἔκθεσιν τῶν τελε-
1062σθέντων, τὴν γενομένην ὑπὸ τῶν τριῶν κ. συναδέλφων, ὅτι οὐδὲν
1063ἄλλο δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν πρᾶξιν ἢ ὅτι τὴν 9ην
1064Φεβρουαρίου ἐξετελέσθη δολοφονία. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, γι-
1065νώσκομεν ἐκ τῶν ἐφημερίδων,—διότι ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ
1066Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀπαντῶν εἰς ἐμὲ, εἶπεν, ὅτι καὶ ἐκεῖ-
1067νος ἐκ τῶν ἐφημερίδων μανθάνει,—ὅτι καὶ ὑπάρχει καὶ δὲν
1068ὑπάρχει ἀποκλεισμός, καὶ ἐν τούτοις μέχρις αὐτῆς τῆς στιγ-
1069μῆς δὲν γνωρίζομεν ἂν ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει ἀποκλεισμός,
1070καὶ ὑπὸ τίνας περιστάσεις ἐγένετο. Γνωρίζομεν ὅτι κατακρα-
1071τεῖται τὸ «Λαύριον», ὅτι κατεδιώχθη ἡ «Θεσσαλία», ὅτι
1072ἠχμαλωτίσθη ὁ «Θησεὺς», γνωρίζομεν ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ
1073ἀποκλεισμὸς εἰρηνικός, ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν θεωρηθῇ οὗτος με-
1074τημφιεσμένος πόλεμος, στηριζόμενος οὐχὶ εἰς τὸ διεθνὲς δί-
1075καιον, ἀλλ’ εἰς προηγούμενα, ἀπαιτεῖται κατὰ ταῦτα προ-
1076κήρυξίς τις, καὶ ἄνευ τοιαύτης προειδοποιήσεως δικαίως χα-
1077ρακτηρίζεται πειρατικὴ πρᾶξις, καὶ θέλω νὰ μάθω, ἡ Ἑλ-
1078ληνικὴ Κυβέρνησις εἶχεν εἰδοποίησιν πρὶν ἢ κρατηθῇ τὸ
1079«Λαύριον»; Διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγε
1080τὴν παρελθοῦσαν Τρίτην, ὅτι δὲν εἶχεν εἴδησιν, καὶ πρέπει
1081νὰ διασαλπισθῇ ἐντεῦθεν εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια, ὅτι αἱ
1082πράξεις αὗται, κατὰ τὸ διεθνὲς δίκαιον, εἶναι πειρατικαί. Αἱ
1083Κυβερνήσεις, αἵτινες τὰς διέταξαν, πρέπει νὰ ἔχωσι τὴν
1084τόλμην καὶ τὸ θάῤῥος νὰ μὴ καλύπτωσι τὴν ἀλήθειαν ἀπὸ
1085τοὺς λαούς των, οἵτινες βεβαίως ἀποτροπιάζονται τοιαύτας
1086βανδαλικὰς πράξεις.
1087Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν 28 Ἰανουαρίου ἀπὸ τοῦ
1088ὑψηλοῦ βήματος τῆς Ἀγγλίας ὁ ὑφυπουργὸς κύριος Κούρζων
1089ἔλεγε πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν Ἄγγλων ψευδῆ τὰ δημο-
1090σιευθέντα εἰς τὰς ἐφημερίδας, καὶ ὅτι οὐδεὶς ἐφονεύθη Χρι-
1091στιανὸς, ἐνῷ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἠκούετε ἀπὸ τὸ στόμα
1092τῶν ἡμετέρων Ὑπουργῶν, ὅτι αὐτὸς ὁ ὀθωμανικὸς στρατὸς,
1093λαβὼν τὸ σύνθημα ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, ἔσφαξεν, ἐπυρπό-
1094λησε, καὶ ἐνθυμεῖσθε ὅτι τὴν 30 Ἰανουαρίου ὁ αὐτὸς κ. Κούρζων
1095προανήγγειλεν, ὅτι αἱ ἐργασίαι ἐν Χανίοις ἐπαναλαμβάνον-
1096ται, καὶ δὲν ἀγνοεῖτε, ὅτι ἐτόλμησαν μέχρι τοῦ σημείου ἐκεί-
1097νου νὰ εἴπωσιν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἀγγλίας, ἐν τῇ
1098ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς των, ὅτι οἱ Χριστιανοὶ ἦσαν οἱ ἐπι-
1099τεθέντες! Καὶ δὲν ἀγνοεῖτε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτι-
1100κῶν ἐν τῷ Γαλλικῷ Κοινοβουλίῳ ὡς πρὸς τὸν βομβαρδισμὸν
1101κατήντησε νὰ εἴπῃ, ἵνα καλύψῃ τὴν κατάπληξιν, ἣν προὐ-
1102κάλεσεν ὁ βομβαρδισμὸς, ὅτι οὗτος ἐγένετο πρὸς προστασίαν
1103τῶν κινδυνευόντων ναυτικῶν ἀγημάτων! Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι
1104ἡ Κυβέρνησις αἰσθάνεται τὴν βαρεῖαν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν
1105ἔχει, καὶ ὅτι θὰ ἔπραξε τὸ καθῆκόν της καὶ θὰ διεφώτισε
1106τοὺς διπλωμάτας· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Βα-
1107σιλείου, ἡ Κυβέρνησις τῶν ἁπανταχοῦ Ἑλλήνων εἶχε καὶ ἕτε-
1108ρον καθῆκον, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς ἁπαν-
1109ταχοῦ λαοὺς περὶ τῶν γεγονότων, καὶ ἐν τῇ ἐπισημότητι
1110τῆς ἀρχῆς νὰ διαψεύσῃ τὰ φοβερὰ ψεύδη, τὰ ὁποῖα ἐλέχθη-
1111σαν ἐν ἄλλοις Κοινοβουλίοις· καὶ τοῦτο τὸ καθῆκον δὲν τὸ
1112ἔπραξεν. Ἀλλ’ εἶχε καὶ ἕτερον καθῆκον· ἔπρεπε διὰ πάσης
1113θυσίας νὰ δημοσιεύσῃ εἰς τὸν ἁπανταχοῦ τύπον τῆς Εὐρώ-
1114πης καὶ Ἀμερικῆς τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, ἵνα γεί-
1115νωσι γνωστὰ τὰ λαβόντα χώραν, διότι ἐκ τῶν εὐρωπαϊκῶν
1116ἐφημερίδων μανθάνομεν, ὅτι δὲν γνωρίζουσιν ἀκόμη καλῶς τὸ
1117μέγεθος τοῦ ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον ἔπραξαν αἱ Κυβερνήσεις.
1118Διὰ τοῦτο ζητῶ τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Βουλευ-
1119τὴν Κυθήρων νὰ παρακαλέσω τοὺς κ. Ὑπουργοὺς νὰ συμ-
1120πληρώσωσι τὰς πληροφορίας των, ὅπως πρῶτον μὲν ἁπαν-
1121ταχοῦ γείνωσι γνωστὰ τὰ συμβάντα, καὶ δεύτερον, ὅπως ἐκ-
1122τιμηθῇ ἡ πορεία τῆς Κυβερνήσεως.
1123Δὲν νομίζω, ὅτι δι’ ἐμὲ ἦλθεν ἡ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν
1124θὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ἐφ’ ὅσον πρὸ μικροῦ ἐλέχθησαν, ὡς
1125πρὸς τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως. Διότι δὲν θέλω νὰ περι-
1126πέσω εἰς τὰ σκοντάμματα τοῦ προαγορεύσαντος, ὅστις πρὸ
1127μικροῦ σᾶς ἔλεγε «τοῦτο δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται θὰ τὸ εἴπω, τὸ
1128ἄλλο μοὶ ἐπιτρέπεται»· καὶ θέλω νὰ ἀκούσω προηγουμένως
1129τοὺς ἄλλους συναδέλφους, ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ
1130ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ἡ ἀρξαμένη συζήτησις. Ἓν γινώσκω,
1131ὅτι πάντες οἱ Ἕλληνες, ἄνευ διακρίσεως ἀξιώματος, μίαν
1132ἔχουσι γνώμην, ἀπὸ τοῦ Βασιλέως μέχρι τοῦ τελευταίου πολί-
1133του, ἄνευ διακρίσεως πτερύγων καὶ κομμάτων, τὴν γνώμην
1134ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς δράσεως (εὖγε! εὖγε!). Ἓν μόνον γνω-
1135ρίζω, ὅτι εὐγενὴς συναγωνισμὸς γίνεται, τίς νὰ ἐκπληρώσῃ
1136πλειότερον τὸ καθῆκόν του, καὶ τοῦτο εἶναι ἓν τῶν μεγαλειτέ-
1137ρων κεφαλαίων τοῦ Ἕλληνος κατὰ τὴν παροῦσαν στιγμὴν,
1138καὶ ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ στιγμὴ, καθ’ ἣν ἀπαιτεῖται ἡ ὁμόφωνος
1139γνώμη Βασιλέως, Κυβερνήσεως καὶ Βουλῆς, εἶναι ἡ στιγμὴ
1140αὕτη· ἀλλὰ τοῦτο οὐδόλως ἀποκλείει καὶ τὰς καταλλήλους
1141παρατηρήσεις, ἐφ’ ὅσον δι’ αὐτῶν δὲν βλάπτονται τὰ ἐθνικὰ
1142συμφέροντα.
1143Δὲν θέλω νὰ μηκύνω τὸν λόγον· τοῦτο μόνον θέλω νὰ
1144προσθέσω· ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς διακοπῆς τῶν βουλευτικῶν
1145ἐργασιῶν δὲν εἶμαι ἐκεῖνος, ὅστις φρονῶ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντι-
1146προσωπεία δὲν προσήνεγκε μεγάλας ὑπηρεσίας, καὶ μάλιστα
1147ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ τὴν παροῦσαν περίοδον· ἀλλὰ τοῦτο
1148δὲν μ’ ἐμποδίζει νὰ παραδεχθῶ, ὅτι, ἐὰν ὡς ἐκ τῶν ἐκτάκτων
1149περιστάσεων ἡ Κυβέρνησις ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔχει
1150ἀνάγκην ἡσυχίας, ἵνα ἐργασθῇ, θὰ εὕρισκεν ὅλην τὴν Βου-
1151λὴν πρόθυμον εἰς τοῦτο καὶ συναινοῦσαν, ὅπως διακόψῃ τὰς
1152ἐργασίας της. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν προέβη εἰς τοιαύτην
1153πρότασιν. Ὁσάκις ὑπέδειξεν ὅτι πρέπει νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις
1154ἐνωρὶς, οὐδεὶς ἔφερεν ἀντίῤῥησιν. Πρέπει δὲ νὰ προσθέσωμεν,
1155ἵνα ἤμεθα ἐν τῇ ἀκριβείᾳ, ὅτι διεκόπησαν αἱ συνεδριάσεις
1156ἀπὸ τῆς παρελθούσης Τρίτης κατὰ τρόπον ἀντικανονικὸν,
1157διότι ῥητὴ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ τοῦ ἄρθρου 16, λέγει
1158ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἰς τὸ τέλος ἑκάστης συνεδριά-
1159σεως ἀναγγέλλει τῇ ἐπινεύσει τοῦ Σώματος τὰ τῆς προσε-
1160χοῦς συνεδριάσεως· καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ τελευταία νομολογία
1161τοῦ Κοινοβουλίου διὰ τὰς διακοπὰς τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ
11621896. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι τοιαύτη παρατήρησις ἔπρεπε νὰ
1163γείνῃ δι’ ἀναφορᾶς πρὸς τὸ Στέμμα, διότι ἐπὶ ἄλλων περι-
1164στάσεων νομίζω ὅτι δύναται νὰ ἐνασκηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο
1165τοῦ ἀναφέρεσθαι· οἱ Βουλευταὶ, ὡς μέλη τοῦ νομοθετικοῦ
1166σώματος, συγκοινωνοῦσι μετὰ τοῦ Στέμματος διὰ τῶν ἀγο-
1167ρεύσεων ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἀλλ’ ἐὰν ἀνυπέρβλητα προσ-
1168κόμματα ὑπῆρχον, ἐμποδίζοντα τὸν ἐκ τοῦ βήματος λόγον,
1169ὑπάρχουσι τὰ συλλαλητήρια, συνταγματικώτατα τὴν κατα-
1170γωγήν· ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀνάγκη καὶ ἡ ἀπόφασις
1171καὶ τὸ πρόγραμμα. Διὰ τοῦτο ἀπευθύνω καὶ τὴν ἐμὴν δια-
1172μαρτυρίαν διὰ τὴν διακοπὴν τῶν συνεδριάσεων, ὡς ἀντικανο-
1173νικῶς γενομένην, ἀλλὰ προβαίνω εἰς αὐτὴν κανονικῶς, οὐχὶ
1174δ’ ἐκρύθμως, δι’ ἀναφορᾶς πρὸς τὸν Βασιλέα, ὡς ἄλλοι.
1175Ἕνεκεν τῶν ὅσων ἀρχόμενος τοῦ λόγου εἶπον, θὰ παρα-
1176καλέσω τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς νὰ εὐαρεστηθῶσι νὰ συμπλη-
1177ρώσωσι πάσας τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, θὰ παρακαλέσω
1178δὲ, ὅπως διατυμπανίσωσιν ἀνὰ πᾶσαν τὴν ὑφήλιον, ὅτι οἱ
1179Κρῆτες δὲν εἶναι οἱ ἐπιτιθέμενοι, ἀλλ’ οἱ καταδυναστευόμενοι,
1180ὅτι αὐτοὶ δὲν ἤρξαντο χειρῶν ἀδίκων, ἀλλ’ εἶναι τὰ θύματα,
1181καὶ ὅτι αἱ Δυνάμεις συμμαχοῦσι μετὰ τῶν δολοφόνων, καὶ
1182ὅτι ὁ ἀποκλεισμὸς ὁ γενόμενος δὲν στηρίζεται εἰς τὸ διεθνὲς
1183δίκαιον, οὐδὲν κἄν ἔστω καὶ ἐν τῇ αὐθαιρεσίᾳ του ἐπὶ τῇ βάσει
1184τῶν ἐν προηγουμένοις ἀποκλεισμοῖς ἰσχυσάντων, ἀλλ’ ἐν ἄκρᾳ,
1185ἐν ἀκροτάτῃ αὐθαιρεσίᾳ, ἐξισούσῃ τὰς πράξεις τῶν ναυάρχων
1186πρὸς λῃστρικὰς, κατὰ τὴν γνώμην τῶν δημοσιολόγων.
1187§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω ἐξηγήσεις ἐπὶ τῶν λε-
1188χθέντων περὶ τῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα γενομένων.
1189Σήμερον εἶναι ἡ 17 Φεβρουαρίου, ἡ τελευταία δὲ συνεδρίασις
1190τῆς Βουλῆς ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν 11ην· ἐξαιρουμένης τῆς
1191Κυριακῆς, ἀπέμενον ἄρα 4 ἡμέραι, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ
1192ἠδύνατο νὰ συνεδριάσῃ. Τὴν 12ην Φεβρουαρίου συνήλθομεν,
1193καὶ ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου δὲν εὑρέθη ἡ Βουλὴ ἐν
1194ἀπαρτίᾳ, δὲν ἐγένετο ἑπομένως τι τὸ μὴ κανονικόν· τὴν 13ην
1195συνήλθομεν καὶ πάλιν ὀλιγώτεροι, δὲν ἐγένετο δὲ συνεδρίασις,
1196καὶ τότε οὐδὲν συνέβη τὸ μὴ κανονικὸν, ἀφοῦ οἱ κύριοι Βου-
1197λευταὶ προσεκλήθησαν εἰς συνεδρίαν διὰ τῆς ἀποστολῆς εἰς
1198τὰς οἰκίας των τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Τὴν 14ην καὶ 15ην
1199ὅμως ἐγένετό τι τὸ μὴ κανονικὸν, καὶ τὴν εὐθύνην τούτου
1200ἀναφέρω ἀκεραίαν, διότι τῇ ἐμῇ διαταγῇ δὲν ἀπεστάλη εἰς τοὺς
1201κ. Βουλευτὰς ἡ ἡμερησία διάταξις, ἑπομένως ἐδηλώθη εἰς
1202αὐτοὺς οὕτω, ὅτι τὴν ἡμέραν ἐκείνην δὲν ἤθελε συνεδριάσει ἡ
1203Βουλὴ· τοῦτο ὅμως ἔπραξα οὐχὶ ἀσεβῶν ἢ μὴ ἀναγνωρίζων
1204τὰ δικαιώματα τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ διότι πλεῖστοι κατὰ
1205τὴν 13ην Φεβρουαρίου ἐκ τῶν κ. συναδέλφων μοὶ παρετήρη-
1206σαν ὅτι δὲν πρέπει νὰ πέμπηται εἰς αὐτοὺς ἡ ἡμερησία διά-
1207ταξις, ἀφοῦ ἐγνώριζον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἕνεκα κατεπειγού-
1208σης ἐργασίας, δὲν ἠδύνατο νὰ προσέρχηται. Τὸ αὐτὸ συνέβη
1209καὶ διὰ τὴν ἑπομένην ἡμέραν, ἦτο δὲ περιττὸν νὰ ἀποστείλω
1210εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀφοῦ εἶχεν
1211ἐκδηλωθῆ ἡ ἐπιθυμία τῆς Βουλῆς νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὰ
1212ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἰς τοιαύτας περιστά-
1213σεις. Εἶπον ὅτι ἀναλαμβάνω ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην, καὶ ἀπεκ-
1214δέχομαι τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς διαγωγῆς μου.
1215§50Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐγὼ,
1216Κύριοι, οὐδαμῶς ἀμφιβάλλω, ὅτι ἐν οὕτω κρισίμοις στιγ-
1217μαῖς τοῦ ἔθνους πάντες ἐμπνεόμεθα ὑπὸ τῶν αὐτῶν ἐλπίδων,
1218οὐδὲ εἶναι ποτὲ δυνατὸν, ἄνδρες ἐπὶ πολλὰ ἔτη παρακαθήσαν-
1219τες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ καταβιβασθῶσι μέχρι τοιούτου
1220σημείου, ὥστε νὰ ὑποθέσωσιν, ὅτι βουληφόροι ἄνδρες, τὰ πρῶτα
1221φέροντες ἐν τῇ Πολιτείᾳ, εἴτε κάθηνται ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ,
1222εἴτε ἐν ἐκείνῃ, εἶναι δυνατὸν ἐν οὕτω κρισίμοις στιγμαῖς νὰ
1223ἐμπνέωνται ὑπὸ ἄλλων ἰδεῶν ἢ ὑπὸ ἐκείνων, αἵτινες, αὐτὸ
1224τοῦτο, θέλουσι συντελέσει εἰς τὴν σωτηρίαν τῆς Πατρίδος. Καὶ
1225ἐὰν ὁ ἀνταγωνισμὸς, ὅστις φαίνεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ᾖναι
1226ζωηρὸς καὶ φθάνῃ μέχρι σημείου ἐνίοτε ἐρεθισμοῦ, τυγχάνει ὂν
1227τοῦτο ἡ ἐγγύησις ὑπὲρ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος
1228ἥτις ἔσωσε καὶ σώζει καὶ θέλει σώσει τοὺς λαοὺς καὶ τὰς Κυ-
1229βερνήσεις. Βεβαίως, ἐὰν οἱ διευθύνοντες τὰ κοινὰ σήμερον δὲν
1230ᾖναι δυνατὸν νὰ ἀνασύρωσι τὴν αὐλαίαν καὶ νὰ δείξωσιν εἰς
1231ὅλην τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς ὅλην τὴν Ἑλληνικὴν φυλὴν, τί
1232σκέπτονται καί τί πράττουσι, νομίζω ὅτι ἔπαινος μᾶλλον
1233ὀφείλεται αὐτοῖς ἢ καταδίκη. Ὅσα ἐδυνήθημεν, προσεπαθή-
1234σαμεν ν’ ἀνακοινώσωμεν. Ὁσάκις ἐζητήθησαν παρ’ ἡμῶν ἐν
1235τῇ εἰδικῇ ταύτῃ περιπτώσει ὡρισμέναι χρονολογίαι καὶ ὡρι-
1236σμένα ἔγγραφα, κατεθέσαμεν τὰ περὶ αὐτῶν. Ἴσως πρεπωδέ-
1237στερον καὶ κοινοβουλευτικώτερον καὶ συντελεστικώτερον ἅμα εἰς
1238τὴν προκειμένην συζήτησιν ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ἐγγράφως οἱ ἐπε-
1239ρωτῶντες, ἢ οἱ ἀμφιβάλλοντες, ἐζήτουν παρὰ τῶν Ὑπουργῶν
1240ὡρισμένα ἔγγραφα καὶ ὡρισμένας πληροφορίας, καὶ ἀφοῦ ταῦτα
1241κατετίθεντο, νομίζω ὅτι ἐλευθέρα ἤθελεν εἶσθαι τότε ἡ συζήτη-
1242σις. Ἐν τούτοις, ἐξ ὅσων ἠκούσαμεν, νομίζω ὅτι ἐδυνάμεθα νὰ
1243ἐννοήσωμεν τί ἐζήτησαν ἀξιότιμοί τινες Κύριοι ἐκ τῶν ἐν τῇ
1244πτέρυγι ταύτῃ (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) παρακαθημένων,
1245καὶ εἰς ταῦτα ὀφείλω ἀμέσως ν’ ἀπαντήσω. Ἐὰν βεβαίως ᾖναι
1246πληροφορίαι, ἢ ἔγγραφα, αἵτινες δύνανται νὰ μὴ ἐκθέτωσι τὰ
1247συμφέροντα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας καὶ τῆς Ἑλληνικῆς
1248φυλῆς ἐν γένει, τὸ παρελθὸν τῆς Κυβερνήσεως ταύτης καὶ τὸ
1249παρελθὸν τοῦ κόμματος, οὗτινος καὶ ἡμεῖς ἐσμὲν μέλη, εἶναι
1250ἐγγύησις πρὸς ὑμᾶς, ὅτι οὐδὲν θέλομεν ἀρνηθῆ, ἀρκεῖ νὰ μὴ
1251διακυβεύωνται τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα.
1252Ἠκούσαμεν ἀληθῶς ἀφηγήσεις τινῶν κυρίων συναδέλφων,
1253μεταβάντων ἀρτίως εἰς Κρήτην, καὶ συναδέλφων μὴ μετα-
1254βάντων, περὶ τῶν ἐν Κρήτῃ λαβόντων χώραν. Γενικῶς λέ-
1255γομεν, ὅτι αἱ πληροφορίαι ἐκεῖναι εἶναι σχεδὸν πᾶσαι ἀκρι-
1256βεῖς. Ἐπειδὴ ὅμως ἐκ τῶν πληροφοριῶν τῶν συναδέλφων καὶ
1257ἐκ τῶν πληροφοριῶν, ἃς πρὸ ἡμερῶν ἀνεκοινώσαμεν πρὸς τὴν
1258Βουλὴν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σχηματισθῇ ἀκριβὴς γνῶσις τῶν
1259λαβόντων χώραν, ἡμεῖς ἐγκαίρως προεκαλέσαμεν ἔκθεσιν
1260λεπτομερῆ καὶ ἐμπεριστατωμένην τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς ἐκεῖ
1261Ἑλληνικῆς θωρηκτῆς μοίρας, ἧς θέλω ἀναγνώσει τὰ τεμά-
1262χια ἐκεῖνα, ὅσα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνωσθῶσι, καὶ ὅσα δὲν
1263φέρουσιν ἐμπιστευτικὸν χαρακτῆρα, διότι ὅσα φέρουσι χαρα-
1264κτῆρα τοιοῦτον, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἐπιτρέψει νὰ μὴ
1265ἀναφέρω ποσῶς.
1266Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν ὑπ’ ἀριθ. 261 τῆς 11 Φεβρουα-
1267ρίου ἐ. ἔ. ἐξ ὅρμου Χανίων ἔκθεσιν τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς θω-
1268ρηκτῆς μοίρας, ἥτις ἐκτίθησι λεπτομερῶς τὰ λαβόντα χώ-
1269ραν κατὰ τὸν βομβαρδισμὸν ὑπὸ τῶν ξένων πλοίων (ἀνα-
1270γινώσκει):
1271«... Τηλεγραφικῶς ἀνηγγείλαμεν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ
1272»ἀπαίσιον συμβὰν, ὅπερ ἐξετυλίχθη τὴν 9 Φεβρουαρίου ἐν τῷ
1273»κόλπῳ τῶν Χανίων. Ἐξιστοροῦμεν ἤδη τοῦτο ἐν συνόψει.
1274»Οἱ χριστιανοὶ τοῦ Ἀκρωτηρίου κατέχουσι τὴν ὑπὲρ τὴν
1275»Χαλέπαν κορυφὴν τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ, καὶ ἐκεῖ ἔχουσι
1276»στήσει τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν. Κατὰ τῆς θέσεως ταύτης
1277»ἤρχισεν ἐκ τῶν τουρκικῶν θέσεων πυροβολισμὸς, εἰς ὃν
1278»οἱ ἡμέτεροι ἀνταπεκρίθησαν. Ὁ ἀγὼν ἐγενικεύθη, τῶν τε
1279»τουρκικῶν πυροβολείων τῶν πέριξ λόφων καὶ τῶν ἐν Σούδᾳ
1280»τουρκικῶν πολεμικῶν πυροβολούντων κατὰ τῶν Χριστια-
1281»νῶν. Αἴφνης ἀκούομεν ἐν τῷ λιμένι πυροβολισμὸν βαρέος πυ-
1282»ροβόλου, ὃν διαδέχεται πυκνὸν πῦρ βαρέος πυροβολικοῦ κατὰ
1283»τῶν ἐπὶ τοῦ λόφου ἐπαναστατῶν, διευθυνόμενον ἐκ τῶν
1284»Εὐρωπαϊκῶν πλοίων. Ὁ ἀπὸ τούτων πυροβολισμὸς ἐξη-
1285»κολούθει μετὰ πείσματος, σκοπουμένου, φαίνεται, οὐχὶ τοῦ
1286»ἐκφοβισμοῦ τῶν Χριστιανῶν, ἀλλὰ τοῦ παντελοῦς αὐτῶν
1287»ὀλέθρου. Ἐνῷ δὲ ἔβαλλον οἱ Εὐρωπαῖοι, ἐξηκολούθουν
1288»καὶ οἱ Τοῦρκοι ἀπό τε τῶν προφυλακῶν καὶ τῶν πυροβο-
1289»λείων, καὶ τῶν ἐν Σούδᾳ πλοίων αὐτῶν, ἐνῷ, ἐννοεῖται,
1290»οἱ Χριστιανοὶ κατάπληκτοι ἔπαυσαν πᾶσαν ἄμυναν. Ὁ
1291»Ἰταλὸς ἀντιναύαρχος ἐσήμανε τὴν παῦσιν τοῦ πυρὸς μό-
1292»νον ἀφοῦ ἐῤῥίφθησαν πλέον τῶν 100 ὀβίδων συνήθων καὶ
1293»βολιδοθηκῶν, διαμετρήματος τῶν 17 ὑφεκατ. καὶ ἄνω, ἤτοι
1294»ὅλου τοῦ βαρέος αὐτῶν πυροβολικοῦ (διαμετρ. 21, 27, 32),
1295»ὅτε ὀβὶς Ρωσσικὴ κατέῤῥιψε τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν.
1296»Ὀφείλομεν νὰ ἐξάρωμεν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ἀδάμα-
1297»στον θάῤῥος τῶν ὑπερασπιστῶν τοῦ Ἀκρωτηρίου, ἀναστη-
1298»λωσάντων καὶ πάλιν ἀμέσως τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν, ἀπέ-
1299»ναντι τῶν Πανευρωπαίων ἐχθρῶν.
1300»Αἱ λεπτομέρειαι τοῦ βομβαρδισμοῦ τῶν Χριστιανῶν ὑπὸ
1301»τῶν στόλων εἶναι αἱ ἑξῆς:
1302»Πρῶτον ἔῤῥιψε τὸ Γερμανικὸν, μόλις καταπλεῦσαν. Ἐν
1303»γένει δὲ ἐξηκολούθησαν τὰ ἑξῆς πλοῖα. (Ἐνταῦθα ἀναφέ-
1304»ρονται τὰ ξένα πλοῖα). Τὸ Γαλλικὸν καὶ τὸ Ἰταλικὸν
1305»δὲν ἔβαλον, διότι, καθὰ λέγουσι, τὰ πυρὰ αὐτῶν ἠμποδί-
1306»ζοντο ὑπὸ τῶν ἑτέρων πλοίων.
1307» Ὁ βομβαρδισμὸς ἐγένετο ἐκ 2,115 μέτρων.
1308»Σημειοῦμεν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ἀξιοπαρατήρητον,
1309»ὅτι τοῦ βομβαρδισμοῦ τούτου προηγήθη ἐπίσκεψις τοῦ Τούρ-
1310»κου Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ πρὸς τοὺς ναυάρχους, πρᾶγμα
1311»μὴ σύνηθες ἐνταῦθα καὶ μὴ λαβὸν χώραν καθ’ ὅλην τὴν
1312»ἐνταῦθα διαμονὴν ἡμῶν. Ἐκ τούτου πειθόμεθα, ὅτι ὑπῆρξε
1313»συνεννόησις πρὸς διενέργειαν τοῦ πράγματος.....»
1314§51ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπετράπη ἡ παραλαβὴ τῶν πολε-
1315μεφοδίων;
1316§52Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν τὸ λέγει ἡ ἔκθεσις.
1317Ἐκ τῆς ἐκθέσεως ταύτης σημαντικὰ γεγονότα εἶναι τὰ
1318ἑξῆς, ὅτι πρῶτοι ἤρξαντο τοῦ πυροβολισμοῦ οἱ Τοῦρκοι,
1319ὅτι εἰς τὸν πυροβολισμὸν ἀνταπεκρίθησαν οἱ Κρῆτες, ὅτι με-
1320τέσχον τοῦ βομβαρδισμοῦ καὶ δύο τουρκικὰ πλοῖα, προκύ-
1321πτει δὲ ὁ ἀριθμὸς τῶν βλημάτων καὶ τὰ πλοῖα, ἐξ ὧν ταῦτα
1322ἐξεσφενδονίσθησαν. Ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ ἴσως δὲν εἶναι γνωστὸν,
1323ὅπερ δὲ μοὶ φαίνεται, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν πρῶτον γνω-
1324στοποιεῖται, εἶναι, κατὰ τὴν ἔκθεσιν, τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
1325«Τὴν ἐπαύριον τοῦ γεγονότος τούτου οἱ Τοῦρκοι, ἐνθαρ-
1326»ρυνθέντες, ἤρχισαν ἐκ νέου νὰ πυροβολῶσι κατὰ τῶν
1327»Χριστιανῶν ἔκ τε τῶν χαρακωμάτων καὶ διὰ τῶν πυρο-
1328»βόλων τῶν πέριξ ὀχυρωμάτων καὶ ἀπὸ τῶν ἐν τῇ Σούδᾳ
1329»πολεμικῶν πλοίων, ἐλπίζοντες, ὅτι δὲν θὰ ἐδύναντο οἱ
1330»Χριστιανοὶ νὰ μὴ ἀπαντήσωσι, καὶ οὕτω θὰ ἐπροκαλεῖτο
1331»μάχη, εἰς ἣν θὰ ἐπηκολούθει ὁ αὐτὸς ἀνόσιος βομβαρδισμὸς
1332»ἐκ μέρους τῶν Εὐρωπαίων. Οἱ Χριστιανοὶ ὅμως δὲν ἀπαντῶσι
1333»μέχρις ὥρας εἰς τὸ πῦρ αὐτῶν, καὶ ἀποσοβεῖται ἕως τώρα
1334»τὸ καταχθόνιον σχέδιον.
1335»Διὰ τὴν διαγωγὴν ταύτην καὶ μεροληψίαν τῶν ναυάρ-
1336»χων, ἣν τολμῶμεν νὰ χαρακτηρίσωμεν ὡς ἀρχὴν συμμα-
1337»χίας μετὰ τῆς Τουρκίας κατὰ τῶν Χριστιανῶν, ἐπέμψαμεν
1338»αὐτοῖς διαμαρτύρησιν ἡμῶν τε καὶ τῶν ἐπαναστατῶν, ὧν
1339»(διαμαρτυρήσεων) ἐσωκλείομεν ἀντίγραφον...»
1340Νομίζω, ὅτι οὐδὲν ἄλλο δύναμαι ν’ ἀνακοινώσω περὶ τοῦ
1341ἐν λόγῳ ἐπεισοδίου.
1342Ἐπειδὴ δὲ ἐπερωτήθην καὶ περὶ ἄλλων ὡρισμένων γεγονό-
1343των παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βόλου συναδέλφου, τοῦ ἄρτι κατα-
1344παύσαντος τὸν λόγον, ὁποία δηλαδὴ ἦτο ἡ ἀπάντησις τῆς
1345Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὰ πέντε τεθέντα ζητήματα
1346παρὰ τῶν ναυάρχων τῶν Μ. Δυνάμεων, νομίζω ὅτι δύναμαι
1347ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἔγγραφον, ὅπερ τὸ Ὑπουρ-
1348γεῖον τῶν Ναυτικῶν διεβίβασε πρὸς τὸν ἐν Κρήτῃ ἀρχηγὸν
1349τῆς θωρηκτῆς μοίρας ἡμῶν, ὅμοιον ἐκείνου περίπου, ὅπερ διε-
1350βιβάσθη καὶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν
1351πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἑλλάδος παρὰ ταῖς Μεγάλαις
1352Δυνάμεσιν (ἀναγινώσκει):
1353«7 Φεβρουαρίου 1897.—Ἀριθ. 37 ἐμπιστευτικοῦ πρω-
1354»τοκόλλου.
1355«Ἀρχηγὸν Θωρηκτῆς Μοίρας.
1356Μῆλον.
1357»Ἀπαντῶμεν εἰς τὸ κρυπτογραφικὸν τηλεγράφημα ἐκ Χα-
1358»νίων, τὸ φέρον τὰς ὑπογραφὰς ὑμῶν τε καὶ τοῦ κ. Γεννάδη,
1359»τῆς 6 ἱσταμένου.
1360»Εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν τῶν ναυάρχων θέλετε ἀπαντήσει
1361»ἐν καιρῷ ὡς ἑξῆς, κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
1362»βουλίου, ἣν ἀνακοινῶ ὑμῖν, θέλετε δὲ ἀνακοινώσει αὐτὴν
1363»καὶ τῷ κ. Γεννάδῃ.
1364»Ἀφ’ ἧς οἱ στόλοι τῶν Μεγάλων Δυνάμεων κατέλαβον
1365»τὰ φρούρια τῆς Κρήτης, οὐδέποτε ἐσκέφθημεν νὰ προβῶμεν
1366»εἰς βομβαρδισμὸν αὐτῶν. Ὁ βομβαρδισμὸς καὶ ἡ ἐκπόρθη-
1367»σις ἤθελε δικαιολογεῖσθαι καὶ ἐπεβάλλετο μάλιστα, ἐφ’ ὅσον
1368»ταῦτα ἐχρησίμευον ὡς ὁρμητήριον τῶν Τούρκων στρατιω-
1369»τῶν, ἑνουμένων μετὰ ὄχλου ἀγρίου καὶ φανατικοῦ, δῃούν-
1370»των δὲ τὴν χώραν καὶ διαπραττόντων βαρβαρότητας καὶ
1371»βδελυγμίας ἀνηκούστους.
1372»Ἀλλ’ ἀφοῦ αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις ἀνεγνώρισαν, ὅτι δι-
1373»καίως ἐποιήσαμεθα κατοχὴν τῆς Νήσου, τὸ μὲν ὅπως ἀντι-
1374»καταστήσωμεν τὴν ἀνύπαρκτον τουρκικὴν κυριαρχίαν καὶ
1375»τὴν ἀνύπαρκτον τουρκικὴν διοίκησιν, τὸ δὲ, ὅπως προστα-
1376»τεύσωμεν τὴν ζωὴν, τὴν τιμὴν καὶ τὴν περιουσίαν τῶν
1377»ὑπηκόων ἡμῶν καὶ τῶν κατοίκων ἐν γένει, πάσης φυλῆς
1378»καὶ παντὸς θρησκεύματος, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῶμεν
1379»τὴν ἐξακολούθησιν μεταφορᾶς τουρκικῶν στρατευμάτων εἰς
1380»Κρήτην, τοῦθ’ ὅπερ ἤθελεν ἀναμφισβητήτως συντελέσει εἰς
1381»τὴν ἐξακολούθησιν ἅμα τῶν σφαγῶν, τῶν δῃώσεων καὶ τῶν
1382»ἀτιμώσεων;
1383»Τοιουτοτρόπως δέον νὰ δηλώσητε τοῖς ναυάρχοις τῶν
1384»Μεγάλων Δυνάμεων, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῶμεν τὴν
1385»μεταφορὰν τουρκικῶν στρατευμάτων εἰς Κρήτην, ὅτι δὲ ἀπό-
1386»φασιν ἀμετάτρεπτον ἔχομεν νὰ παρακωλύσωμεν αὐτὴν πάσῃ
1387»δυνάμει, ἀφοῦ εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ μεταφορὰ στρατευμάτων
1388»τουρκικῶν εἰς Κρήτην θέλει συντελέσει εἰς τὴν ἐξακολούθη-
1389»σιν τῆς ἐκρύθμου ἐκεῖ καταστάσεως, ἀναιρέσει δὲ τὸν σκο-
1390»πὸν, οὗτινος χάριν ὁ στρατὸς ἡμῶν ἐξεπέμφθη εἰς Κρήτην.
1391»Ἐπίσης δέον νὰ δηλώσητε, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δυνάμεθα
1392»νὰ δεχθῶμεν, ὅπως ὁ στρατὸς ἡμῶν ἐκεῖ μὴ κινῆται ἐλευ-
1393»θέρως, διότι τότε πάλιν ἀναιρεῖται ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν ἐξεπέμφθη.
1394»Βεβαίως ὅμως θέλομεν προσπαθήσει ν’ ἀποφύγωμεν τὴν
1395»ἀποστολὴν καὶ ἄλλου στρατοῦ, ἐνόσῳ ἔχομεν διαβεβαίωσιν
1396»τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ὅτι δὲν θέλουσιν ἐπιτρέψει τὴν
1397»ἀποβίβασιν εἰς Κρήτην τουρκικοῦ στρατοῦ.
1398» Ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἕπεται, ὅτι δὲν θέλομεν ἐπιτεθῆ κατὰ
1399»ἐμπορικῶν ἢ πολεμικῶν πλοίων τουρκικῶν, ἐφ’ ὅσον δὲν
1400»μεταφέρουσι στρατὸν εἰς Κρήτην. Τοῦτο δὲ, διότι, ἄλλως
1401»πράττοντες, ἠθέλομεν συντελέσει εἰς τὴν ἐπίτασιν καταστά-
1402»σεως ἐν Κρήτῃ ἀφορήτου.»
1403«Ὁ Ὑπουργὸς
1404«Ν. Δ. Λεβίδης.»
1405§53ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε! εὖγε!
1406§54Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν βεβαίως οἱ κύριοι συνάδελφοι ζητή-
1407σωσι νὰ μάθωσι καὶ ἄλλας πληροφορίας, δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖ-
1408νος, ὅστις θέλω κατηγορήσει τὸ ἐνδιαφέρον αὐτῶν, ἀλλ’ εἶναι
1409ἀνάγκη αἱ πληροφορίαι νὰ ζητῶνται σαφῶς καὶ ὡρισμένως,
1410ἐὰν δὲ ζητῶνται ἔγγραφα, νὰ ζητῶνται ἐπίσης σαφῶς καὶ
1411ὡρισμένως, ἡμεῖς δὲ θέλομεν σπεύσει νὰ καταθέσωμεν καὶ
1412ν’ ἀνακοινώσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐκεῖνα, ἅτινα οὐδὲ κατ’ ἐλά-
1413χιστον δύνανται νὰ θίξωσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα.
1414§55ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ποία εἶναι ἡ ἀπάντησις τῶν Δυνάμεων
1415ἐπὶ τῶν παραστάσεων τῆς Κυβερνήσεως;
1416§56Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἐγὼ εἰς τοῦτο δὲν ἔχω ἁρ-
1417μοδιότητα.
1418§57ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς εἴπῃ,
1419ἐὰν γινώσκῃ, ὁποίαν ὑποδοχὴν ἔλαβεν ἡ ἀπάντησις αὐτῆς
1420εἰς τὰ ζητήματα, ἅτινα ἀπηύθυνον οἱ κυβερνῆται τῶν ξέ-
1421νων στόλων, καὶ ἰδίως τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἀπαντήσεως,
1422ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀποδεχθῇ τὴν ἀπόφασιν τῶν ξένων κυβερ-
1423νητῶν, ὅτι δέον ν’ ἀκινητῇ ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἐν Κρήτῃ.
1424Ἐπίσης παρακαλῶ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς πλη-
1425ροφορήσῃ, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς τὸ ἀναγραφὲν εἰς τινας ἐφημερί-
1426δας, ὅτι μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἀπῆλθεν ἐκ τοῦ στρα-
1427τοπέδου Πλατανιᾶς καὶ μετέβη εἰς τὴν θέσιν Ἀλικιανοῦ.
1428§58Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμίαν
1429ἐπίσημον πληροφορίαν ἔχομεν περὶ τῆς τελευταίας ἐρωτή-
1430σεως ὑμῶν.
1431§59ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν πρώτην;
1432§60ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δια-
1433τυπώσατε, παρακαλῶ, τὴν ἐπερώτησίν σας ἐγγράφως.
1434§61ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἠρώτησα πρὶν, ἐὰν ἐλήφθη
1435ἀπάντησις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως
1436τῆς Κυβερνήσεως.
1437§62ΣΚΟΥΖΕΣ. Διατυπώσατε ἐγγράφως, ὡρισμένως τί ζητεῖτε.
1438§63ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκ τῆς ἐγγράφου ἀπαντήσεως, τὴν ὁποίαν
1439ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, προκύπτει, ὅτι ἡ Κυβέρ-
1440νησις δὲν ἐτήρησε δύο ἐκ τῶν κηρυγμάτων τῶν ἀρχηγῶν τῶν
1441ξένων ἀποστολῶν ἐν Κρήτῃ· πρῶτον τὴν ἀκινησίαν τοῦ στρα-
1442τοῦ, καὶ δεύτερον τὴν μὴ παρεμπόδισιν τῆς ἀποστολῆς νέων
1443τουρκικῶν στρατευμάτων. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν, παρὰ
1444νὰ συγχαρῇ τις τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον
1445ἔλαβε, καὶ διὰ τὴν ἀπάντησιν. Τὸ ζήτημα ὅμως εἶναι, κατὰ
1446πόσον αἱ δίκαιαι παραστάσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως
1447εἰσηκούσθησαν παρὰ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, καὶ ἐπὶ τού-
1448του παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀπαντήσῃ.
1449§64Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Νο-
1450μίζω, Κύριοι, ὅτι σαφῶς ἐξήγησα, τίς εἶναι ἡ γνώμη τῆς Κυ-
1451βερνήσεως, καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐλαττοῦμεν τὴν σοβαρό-
1452τητα τῆς συζητήσεως, ἐὰν τμηματίζωμεν αὐτὴν, καὶ ἐξα-
1453κολουθῶμεν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, ἢ ἐπὶ πολλὰς ὥρας, ἐπερω-
1454τώμενοι καὶ ἀπαντῶντες μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον εἰς εὐρείας
1455ἢ εἰς μὴ εὐρείας ἐρωτήσεις. Πιστεύω καὶ πέποιθα, ὅτι καὶ οἱ
1456ἐκ τῆς ἀντιθέτου πτέρυγος θέλουσι συναινέσει εἰς τὸ νὰ κατα-
1457θέσῃ εἷς ἕκαστος ἐγγράφως, ἀφοῦ προηγουμένως ἀναπτύξῃ
1458καὶ προφορικῶς, ἂν θέλῃ, τὰ ἀπορήματα, ἅτινα ἔχει, ἵνα λάβῃ
1459ἡ Κυβέρνησις πάντα ταῦτα ὑπ’ ὄψει, καταφύγῃ εἰς τὰ ἔγ-
1460γραφα, ἅτινα ἀντηλλάγησαν, καὶ τεθῇ εἰς τὴν θέσιν, ἵνα
1461δώσῃ περὶ πάντων σαφεστάτας πληροφορίας.
1462§65ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον ἐννοήσει τοὺς δισ-
1463ταγμοὺς τῆς Κυβερνήσεως νὰ δώσῃ ἀπάντησιν εἰς τὸ τεθὲν
1464ἐρώτημα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πυλίας Βουλευτοῦ. Βεβαίως
1465τὸ ζήτημα καὶ λεπτὸν εἶναι καὶ σημαντικόν. Καὶ δὲν νομίζω
1466ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ τις ἐν τῇ Βουλῇ, ὁ ὁποῖος νὰ θέλῃ νὰ
1467ἐπιμένῃ, ὅπως ἡ Κυβέρνησις δώσῃ ἀπάντησιν, ἂν αὕτη νο-
1468μίζῃ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπαντήσῃ· διότι βεβαίως τὸ ζήτημα
1469εἶναι ἐκκρεμὲς, βεβαίως ἐννοοῦμεν κάλλιστα, ὅτι ὑπάρχουσι
1470διάφοροι καὶ ποικίλαι διαπραγματεύσεις. Ἀλλὰ τὴν ἰδέαν νὰ
1471κατατεθῶσιν ἐγγράφως αἱ ἐρωτήσεις, ἐνῷ εἶναι ἐρωτήσεις
1472ἁπλούσταται, ἐὰν ἔλαβεν ἀπάντησιν ἡ Ἑλλην. Κυβέρνησις,
1473τὴν ἰδέαν, λέγω, ταύτην δὲν τὴν ἐννοῶ. Δὲν ὑπάρχει λόγος
1474τις, ὁ ὁποῖος νὰ καταστήσῃ εὐληπτοτέραν τὴν ἐρώτησιν, ἡ
1475ὁποία εἶναι ὅ,τι ἁπλουστάτη, ἐὰν αὕτη κατατεθῇ ἐγγράφως
1476ἢ ἂν διατυπωθῇ προφορικῶς. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ
1477ἀπαντήσῃ ἀργότερον, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ ὅτι δὲν πρέπει
1478νὰ ἀπαντήσῃ σήμερον, νομίζω ὅτι οὐδεὶς ἔχει ἀντίῤῥησιν,
1479ἀλλὰ τὸ νὰ κατατεθῇ ἐγγράφως ἐρώτησις τόσον ἁπλῆ, νο-
1480μίζω ὅτι δὲν ἔχει τι τὸ πρακτικὸν καὶ τὸ θετικόν.
1481§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι
1482ἡ ἀντίῤῥησις, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης
1483προβάλλει, δὲν ἔχει ἔννοιαν· διότι οἱ συνάδελφοί μου, ἐκδη-
1484λώσαντες τὴν ἐπιθυμίαν, ἵνα αἱ ἐπερωτήσεις διατυπῶνται ἐγ-
1485γράφως, δὲν προῃροῦντο νὰ περιορίσωσι τὸ δικαίωμα τῆς ἐπε-
1486ρωτήσεως, ἀλλὰ νὰ πληροφορῶνται κατὰ τίνα τρόπον δια-
1487τυποῦται ἑκάστη ἐρώτησις, μετὰ τοῦ σκοποῦ νὰ μελετηθῇ
1488ἑκάστη ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ἵνα κρίνωμεν κατόπιν, ἂν
1489τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἐπιτρέπωσι νὰ δώσωμεν τὰς δε-
1490ούσας πληροφορίας.
1491§67ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πολὺ καλά. Δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν.
1492§68ΡΑΖΕΛΟΣ. Μεταξὺ τῶν ὅρων, κ. Πρόεδρε, οἱ ὁποῖοι, ὡς
1493ἤκουσα, περιλαμβάνονται ἐν τῇ διακοινώσει τῶν ξένων στο-
1494λαρχῶν, περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἀπαγόρευσις τῆς μετακινή-
1495σεως τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἐντὸς τῆς νήσου. Τὴν ἀπαγό-
1496ρευσιν ὅμως ταύτην οἱ ξένοι ναύαρχοι δὲν ἐφαρμόζουσι καθ’
1497ὅσον ἀφορᾷ τὴν κίνησιν τουρκικῶν στρατευμάτων.
1498§69Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν
1499ἀπεδέχθημεν τὴν αἴτησιν ταύτην.
1500§70ΡΑΖΕΛΟΣ. Εἶπον ὅτι τὴν ἀπαίτησιν ταύτην διετύπω-
1501σαν οἱ ξένοι στόλαρχοι. Διαβεβαιῶ ὅμως ἐγὼ ἐξ ἰδίας ἀντι-
1502λήψεως, καὶ δύναται νὰ διαβεβαιώσῃ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βό-
1503λου συνάδελφος, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠρώτησα τὴν Κυβέρνησιν,
1504ἂν ὑπέβαλεν εἰς τοὺς ξένους ναυάρχους καὶ ἂν διεμαρτυρήθη,
1505ἐπὶ τῷ ὅτι ὑπὸ τὰς ὄψεις αὐτῶν ἐνηργοῦντο μετακινήσεις ἀπὸ
1506τοῦ ἑνὸς φρουρίου εἰς τὸ ἕτερον. Ἐγὼ αὐτὸς ἰδίοις ὄμμασι μετὰ
1507τοῦ ἐκ Βόλου συναδέλφου κ. Τοπάλη εἴδομεν τὸ πολεμικὸν
1508τουρκικὸν ἀτμόπλοιον «Φουὰτ» ἀποβιβάζον στρατὸν εἰς τὸ
1509φρούριον «Καστέλλι», τὸ ὁποῖον πολιορκεῖται ὑπὸ τῶν Ἑλ-
1510λήνων Χριστιανῶν. Μίαν λέμβον μάλιστα τούτου οἱ Κρῆτες
1511πυροβολοῦντες ἠνάγκασαν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ πλοῖον. Τοῦτο
1512δ’ ἐγένετο μόλις παρῆλθε τέταρτον τῆς ὥρας μετὰ τὴν κατά-
1513σχεσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐμπορικοῦ ἀτμοπλοίου «Θησέως» ὑπὸ
1514Ἰταλικοῦ τορπιλλοβόλου.
1515Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ διαμαρτυρηθῇ κατὰ
1516τῆς ἐνεργείας ταύτης τῶν ξένων ναυάρχων, ἐπιτραπέντων ἢ
1517μᾶλλον ἐπιβοηθούντων τὴν μετακίνησιν τῶν τουρκικῶν στρα-
1518τευμάτων, ἡ ὁποία βεβαίως συντελεῖ καὶ εἰς τὴν ἐπιδείνωσιν
1519τῆς καταστάσεως καὶ εἰς τὴν γέννησιν κινδύνου διὰ τὸν Ἑλ-
1520ληνικὸν στρατόν.
1521Ἐπίσης παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀπαντήσῃ καὶ εἰς
1522τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου
1523συνάδελφος κ. Φιλάρετος, ἄν διεμαρτυρήθη διὰ τὴν κατάσχε-
1524σιν τοῦ «Λαυρίου», καὶ ἂν ἐπίσης, προσθέτω ἐγὼ, ἐγένετο
1525παρατήρησις διὰ τὴν κράτησιν τοῦ «Θησέως», ὁ ὁποῖος κρα-
1526τεῖται ἐν Σούδᾳ καὶ τοῦ ὁποίου αἱ ἀποθῆκαι, περιέχουσαι
1527τρόφιμα, ἐσφραγίσθησαν.
1528§71Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν κυρίων
1529Βουλευτῶν θὰ θελήσῃ νὰ στενοχωρήσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ
1530εἴπῃ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ εἴπῃ. Ἀλλὰ νο-
1531μίζω ὅτι ὑπάρχουσι καί τινα, περὶ τῶν ὁποίων δὲν δύναται
1532νὰ ὑπάρξῃ διπλῆ γνώμη. Μεταξὺ τῶν ἐρωτημάτων, τὰ ὁποῖα
1533πρὸ μικροῦ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω—πρέπει νὰ γί-
1534νηται πάντοτε διάκρισις μεταξὺ ἐρωτήσεων καὶ ἐπερωτήσεων
1535—ἦτο καὶ τοῦτο. Παρεκάλουν νὰ γείνῃ μία ἔκθεσις τῆς μά-
1536χης τῶν Λειβαδίων. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὑπάρχωσι πρόχειρα τὰ μέσα
1537τῆς τοιαύτης ἐκθέσεως, τοὐλάχιστον πρέπει νὰ μάθωμεν, ἐξῆλθε
1538τουρκικὸς στρατὸς ἐκ Χανίων, ἵνα λάβῃ μέρος εἰς τὴν μάχην,
1539καὶ κατατροπωθεὶς ἐπανῆλθεν εἰς τὸ φρούριον; Ὑποθέτω ὅτι
1540διὰ τοιοῦτον ἐρώτημα δὲν χρειάζεται ἔγγραφος διατύπωσις.
1541Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω πρὸ
1542μικροῦ καὶ ἄλλην ἐρώτησιν. Δὲν γνωρίζομεν ἀκόμη, ἂν ὑπάρχῃ
1543ἢ ὄχι εἰρηνικὸς ἀποκλεισμὸς, καὶ ὑπὸ ποίας συνθήκας, ἐὰν
1544ἦναι ἐν γνώσει αὐτοῦ αἱ Κυβερνήσεις, καὶ ἐν τίνι δικαιώματι
1545συνελήφθη τὸ «Λαύριον», τὸ ὁποῖον εἶχε φάρμακα. Περὶ τού-
1546των οὐδὲν γινώσκομεν. Καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυ-
1547βέρνησιν νὰ δώσῃ πληροφορίας· διότι δὲν ὑφίσταται, νομίζω,
1548ἀνάγκη ἐγγράφου διατυπώσεως.
1549§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἐρώτημα
1550τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βόλου ἔχει ἀληθῶς σημασίαν καὶ εἶναι
1551ἄξιον μελέτης. Ἐάν τις ἤθελεν ἀναδράμει εἰς τοὺς κανόνας
1552τοῦ διεθνοῦς δικαίου, ἤθελε πολλαχοῦ προσκόψει, διότι ἤθε-
1553λεν εὑρεθῇ ἐν ἀπορίᾳ, ἂν τὰ ἐν Κρήτῃ διαδραματιζόμενα ἀπο-
1554τελοῦσιν ἐνάσκησιν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα τὸ διεθνὲς δί-
1555καιον ἔχει ἀναγνωρίσει ὡς ὑπάρχοντα. Ὡμίλησεν ὁ κ. Βου-
1556λευτὴς ἐκ Βόλου περὶ ἀποκλεισμῶν εἰρηνικῶν. Τὸν χαρακτη-
1557ρισμὸν τοῦτον ἔδωκαν εἰς ἀποκλεισμοὺς γενομένους κατὰ τὰ
1558τελευταῖα ἔτη, ἀλλὰ τὸ διεθνὲς δίκαιον δὲν ἀναγνωρίζει εἰ-
1559ρηνικοὺς ἀποκλεισμούς, καὶ ἐνόσῳ οἱ κανόνες τοῦ διεθνοῦς δι-
1560καίου δὲν ἀναγνωρίζουσι τοιαῦτα δικαιώματα, οἱ εἰρηνικοὶ
1561ἀποκλεισμοί εἰσι πάντοτε πράξεις βίας, τὴν ὁποίαν οἱ ἰσχυ-
1562ρότεροι μετέρχονται κατὰ τῶν ἀσθενεστέρων. Ἐὰν μὲ ἐρω-
1563τήσητε δυνάμει τίνος κανόνος οἱ ναύαρχοι τῶν ἡνωμένων στό-
1564λων τῆς Εὐρώπης κατέπλευσαν εἰς τὴν νῆσον, πρέπει νὰ ἀνα-
1565δράμω εἰς τοὺς γενικοὺς κανόνας τῆς φιλανθρωπίας, ἢ πρέπει
1566νὰ ἀναδράμω εἰς τὸ γενικὸν εὐρωπαϊκὸν συμφέρον τῆς προλή-
1567ψεως ἀφορμῶν, δυναμένων νὰ διαταράξωσι τὴν παγκόσμιον
1568εἰρήνην· διότι ἄλλως δὲν δύναται νὰ κριθῇ ὁμαλὴ πρᾶξις ἡ
1569κάθοδος ἐνόπλων δυνάμεων εἰς χώραν, καθ’ ἧς δὲν ἐκηρύχθη ὁ
1570πόλεμος, καὶ εἰς χώραν, ἥτις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κυβερνᾷ
1571αὐτὴ ἑαυτήν. Ἡμεῖς ἐν τῇ ἐρεύνη ταύτῃ, ὀφείλω νὰ ὁμολο-
1572γήσω, ὅτι, ὅταν τὸ πρῶτον ἐμάθομεν ὅτι πλοῖα τῶν ἡνωμέ-
1573νων στόλων κατέπλευσαν εἰς τὴν Κρήτην, ηὐλογήσαμεν τὸν
1574σκοπὸν, διότι ἐφρονοῦμεν, ὅτι αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις, διδαχθεῖ-
1575σαι ἐκ τοῦ παρελθόντος περὶ τῶν ἐν Κρήτῃ συμβαινόντων,
1576καὶ γνωρίζουσαι τὰς τάσεις τοῦ ἐν Κρήτῃ στρατοῦ τῆς Ὀθω-
1577μανικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἐν Κρήτῃ Μωαμεθανικῶν πλη-
1578θυσμῶν, ἔσπευδον ἐκεῖ, ἵνα σώσωσι τὸ Χριστιανικὸν πλήρωμα
1579ἀπὸ κακώσεων καὶ βιαιοπραγιῶν, ἀπὸ δηώσεων καὶ λεηλα-
1580σιῶν.
1581Εὕρισκόν τινες ἀνεξήγητον τὴν πορείαν ἡμῶν, ὅταν ἐδι-
1582καιολόγουν αὐτὴν, λέγων πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐμμένομεν
1583ἐπισκοποῦντες, διότι τοιαύτην εἴχομεν προσδοκίαν. Ἀλλ’ ὅταν,
1584τῶν πλοίων τῶν ξένων στόλων ἐλιμενισμένων ἐν τῷ λιμένι
1585Χανίων, ὁ Μωαμεθανικὸς πληθυσμὸς, ἐπίκουρον ἔχων τὴν δύ-
1586ναμιν τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, κατέκαιε τὴν πόλιν
1587τῶν Χανίων, καὶ ἐλεητάτει αὐτὴν, καὶ ἐφόνευε θύματα ἀθῶα,
1588καὶ ἐβλέπομεν ὅτι ἡ παρουσία τῶν πλοίων εἰς οὐδὲν συνετέ-
1589λει, ἵνα προλάβῃ τοιαῦτα ἀνόσια ἔργα, ἐσπεύσαμεν νὰ ἀπο-
1590στείλωμεν δύο πλοῖα τοῦ στόλου ἡμῶν, ἵνα προσφέρωσι κἂν
1591ταῦτα συνδρομὴν καὶ ἐπικουρίαν εἰς τοὺς ἀτυχεῖς ἐκείνους,
1592τῶν ὁποίων ἡ ὕπαρξις ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὴν σπάθην φανατικοῦ
1593ὄχλου ἢ ἀγρίων ὀρδῶν, ἡ δὲ περιουσία ἦτο ὑπὸ λεηλασίαν
1594καὶ ὑπὸ ἐμπρησμόν.
1595Ἀλλὰ τίνι δικαιώματι οἱ ναύαρχοι τῶν ἡνωμένων στό-
1596λων ἐξέδιδον κανονισμοὺς καὶ ἐκοινοποίησαν αὐτοὺς εἰς τοὺς
1597ἀντιπροσώπους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸν ἀρχη-
1598γὸν τῆς θωρηκτῆς μοίρας ἢ εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ τακτικοῦ
1599στρατοῦ; Ἀφοῦ τὴν παρουσίαν τῶν στόλων δὲν δύναμαι
1600νὰ δικαιολογήσω ἢ ἀνατρέχων εἰς τὰς γενικὰς ἀρχὰς τῆς
1601φιλανθρωπίας καὶ εἰς τὸ καθῆκον τῆς προλήψεως πρά-
1602ξεων, αἵτινες ἤθελον διακινδυνεύσει τὴν εὐρωπαϊκὴν εἰρήνην,
1603πρέπει εἰς τοὺς λόγους τούτους νὰ ἀναγάγω τὸ δικαίωμα
1604τὸ ὁποῖον ἐζήτησαν οἱ στόλαρχοι νὰ ἐνασκήσωσιν, ἐφ’ ὅσον
1605αἱ πράξεις αὐτῶν ἐξυπηρέτουν εἴτε τὸν ἕνα εἴτε τὸν ἄλλον
1606τῶν εἰρημένων σκοπῶν. Οἱ στόλαρχοι ἀληθῶς ἀνεκοίνωσαν,
1607ἂν δὲν σφάλλωμαι,—διότι δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει ῥητὰ ἔγγραφα, ἡ
1608δὲ μνήμη μου δὲν εἶναι πλέον τόσον ζωηρὰ καὶ ἀκμαία,—
1609ἀνεκοίνωσαν ὅτι θεωροῦσιν ἐν ἀποκλεισμῷ τὸν κόλπον τῶν
1610Χανίων. Εἶναι δικαίωμα ἐκ τοῦ διεθνοῦς δικαίου παραγό-
1611μενον; Οὐδαμοῦ εὑρίσκω τοῦτο, διότι δὲν εἶχε κηρυχθῆ
1612πόλεμος κατὰ τῆς Τουρκίας, ἀλλ’ ἔπραττον βεβαίως τοῦτο,
1613διότι ὑπέλαβον, ὅτι ἐξυπηρέτουν τὸν ἕτερον ἢ καὶ τοὺς δύο
1614τῶν εἰρημένων σκοπῶν, ὅτι προελάμβανον τὰς συγκρούσεις ἐν
1615τῇ περιφερείᾳ τοῦ κόλπου τῶν Χανίων, τὰς αἱματοχυσίας,
1616τὰς συγκρούσεις, αἵτινες ἠδύναντο νὰ ἐπιφέρωσι τὸν πόλεμον
1617μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν, τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας,
1618ἢ διότι ὑπελάμβανον ὅτι ἔπραττον πρᾶξιν φιλανθρωπίας,
1619προλαμβάνοντες ἢ παρακωλύοντες τὰς ἐχθροπραξίας. Ἡμεῖς
1620δικαίωμα εἴχομεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔδιδεν ἡ καταγωγὴ
1621ἡμῶν, τὸ ὁμόφυλον, τὸ ὁμόθρησκον, καὶ προσέτι καὶ τὸ συμ-
1622φέρον τοῦ προορισμοῦ τοῦ μικροῦ τούτου Κράτους.
1623Καὶ ἀληθῶς δὲν δύναταί τις ν’ ἀμφισβητήσῃ ἢ νὰ ἐπικρίνῃ
1624ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συμβαίνει ἐν τῷ ἐλευθέρῳ Ἑλληνικῷ βασι-
1625λείῳ, οὐδ’ ἰσχυρίσθην ὅτι τοῦτο εἶναί τι ἔκτροπον ἢ παρα-
1626τράγῳδον. Καὶ πάντες γνωρίζετε τί συμβαίνει ὅταν ἀκούη-
1627ται μία φωνὴ ἐπὶ τῆς δυστυχοῦς ἐκείνης νήσου. Συγκινεῖται
1628ἅπαν τὸ Ἑλληνικὸν, ὅταν δὲ αἱ συγκινήσεις αὗται ἐπέρχωνται,
1629—καὶ ἐπέρχονται κατὰ τριμηνίαν, ἢ καθ’ ἑξαμηνίαν,—ὁμοιά-
1630ζουσι πρὸς τοὺς παροξυσμοὺς τῆς ἐπιληψίας, οἵτινες ἐνσκή-
1631πτουσιν εἰς σώματα ἀνθρώπινα· καὶ ἂν μὲν τὰ σώματα τὰ
1632ἀνθρώπινα ἦναι ἀκμαῖα καὶ ἰσχυρὰ, ταῦτα ἀντέχουσιν εἰς
1633τοὺς κλονισμοὺς τούτους, ἐὰν ὅμως ἦναι ἀσθενῆ ἢ καχεκτικά,
1634ταῦτα ἀποστέλλονται εἰς τὸν Ἅδην. Τίς ἀγνοεῖ, ὅτι τὸ
1635Ἑλληνικὸν Κράτος, ὅσην καὶ ἂν ἔχῃ ἀκμαίαν ζωὴν, ὅσην καὶ
1636ἂν ἔχῃ εὐρωστίαν ἤθους καὶ φρονήματος, εἶναι Κράτος μικρὸν,
1637εἶναι Κράτος περιαχθὲν εἰς λίαν δυσαρέστους οἰκονομικὰς
1638περιστάσεις, ὀφεῖλον δὲ νὰ μεριμνᾷ, ἵνα τὰ μέσα αὐτοῦ δια-
1639τίθενται οὕτως, ὥστε νὰ μὴ εὑρεθῇ μίαν ἡμέραν στερούμενον
1640τοὺς ὅρους τῆς ἰδίας αὐτοῦ ὑπάρξεως; Λοιπὸν δικαίωμα εἴ-
1641χομεν καὶ καθῆκον νὰ παραστήσωμεν εἰς τοὺς ναυάρχους
1642τῶν ἡνωμένων στόλων, ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀνήγγελ-
1643λον, ἀναιροῦσι τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον παρέστημεν εἰς τὴν
1644Κρήτην. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἢ δὲν γνωρίζω, τί οἱ ναύαρχοι ἀπήν-
1645τησαν. Ἀλλὰ δικαίωμα εἴχομεν νὰ παραστήσωμεν, ὅτι τὰ
1646μέτρα τῶν ἀποκλεισμῶν δὲν ἔπρεπε νὰ παρακωλύωσι τὴν ἐλευ-
1647θέραν κίνησιν τοῦ ἐν Κρήτῃ Ἑλληνικοῦ στρατιωτικοῦ σώμα-
1648τος, ὅπερ ἀπεστάλη εἰς τὴν μεγαλόνησον, ἵνα ἐκπληρώσῃ
1649σκοπὸν εὐγενῆ ἄλλως καὶ ὑπὸ τοῦ δικαίου ἐνδεδειγμένον ἡμῖν.
1650Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, ὅτε τὸ πρῶτον ἠγόρευσεν ἀπὸ
1651τοῦ βήματος τούτου, ἐδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ μάθῃ, τί
1652ἐπράξαμεν ἡμεῖς, ὅταν περιῆλθεν εἰς γνῶσιν ἡμῶν ἡ εἴδησις
1653τοῦ ἀπαισίου δράματος τοῦ βομβαρδισμοῦ τοῦ ὀχυροῦ «Φρού-
1654δια»! Ἔλεγον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅταν ἀνήγγειλα τὸ δρᾶμα
1655τοῦτο, ὅτι εἴχομεν ἀνάγκην νὰ μάθωμεν, καὶ ἐν περιπτώσει
1656κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα οἱ ναύαρχοι ἔμελλον
1657νὰ λάβωσιν ἐπὶ τοῦ κόλπου τῶν Χανίων, καὶ ἐν περιπτώ-
1658σει, λέγω, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχον δικαίωμα νὰ λάβωσι τὰ
1659μέτρα ἐκεῖνα, νὰ μάθωμεν ἐὰν τὰ μέτρα ταῦτα ὑπεδεικνύον-
1660το ἀπὸ τὴν στάσιν τῶν Χριστιανῶν, οἵτινες ἐμάχοντο ἀμυ-
1661νόμενοι κατὰ τῶν Τούρκων, ἐπιτιθεμένων κατὰ τῶν κατε-
1662χόντων τὸ ὀχυρὸν Χριστιανῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἤμην ἐν πλή-
1663ρει ἐπιφυλάξει, οὔτε προέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν γνώμην. Πα-
1664ρεκάλεσα μάλιστα αὐτὴν νὰ στέρξῃ, ἵνα λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
1665Εἶπον τότε, ὅτι εἴχομεν δύο ἀπορίας, δηλ. ἐὰν τῷ ὄντι οἱ
1666Χριστιανοὶ προσέβαλον δι’ ὅπλων τοὺς Τούρκους, ἢ ἂν πρῶ-
1667τοι οἱ Ὀθωμανοὶ ἤρξαντο τῆς ἐπιθέσεως τῆς πολεμικῆς
1668ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν. Εἴχομεν ἀμφιβολίας νὰ μάθωμεν,
1669ἐὰν ὑπῆρχε περίπτωσις, δικαιολογοῦσα τὰ μέτρα τῶν ναυάρ-
1670χων ὅτε ἤθελε κριθῆ ὅτι ἔσφαλον οἱ Χριστιανοὶ, καὶ ὅτε ἐδι-
1671καιολογεῖτο ἐπίθεσις, ἔστω καὶ ἀγρία, κατ’ αὐτῶν, ἢ ἐὰν οἱ Χρι-
1672στιανοὶ δὲν ἔσφαλον, ὅτε ἡ ἐπίθεσις δὲν ἦτο μόνον ἀγρία, δὲν
1673ἦτο μόνον ἀνόσιος, ἀλλ’ ἦτο καὶ ἄδικος. Πόθεν ἠθέλομεν
1674λάβει τὴν πληροφορίαν; Περιεμένομεν τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀρχη-
1675γοῦ τῆς ναυτικῆς μοίρας, διότι αὐτὸς, διοικῶν τὴν ναυτικὴν
1676μοῖραν, τὴν θωρηκτὴν, τὴν ἀποσταλεῖσαν εἰς Κρήτην, ἱστά-
1677μενος ἐπὶ τοῦ καταστρώματος τοῦ πλοίου, ἐφ’ οὗ ἐπέβαινεν,
1678ἐπισκοπῶν καὶ ἀντιλαμβανόμενος πάντων τῶν γινομένων,
1679καθῆκον εἶχε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν λεπτομερῆ ἔκ-
1680θεσιν τῶν λαβόντων χώραν. Ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κα-
1681λαμπάκας προέβαλε τὴν πρότασιν αὐτοῦ, διὰ τῆς ὁποίας
1682προὐκάλει τὴν Βουλὴν, ἵνα ἀποφήνηται γνώμην ἐπὶ τοῦ
1683βομβαρδισμοῦ, κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἀνέστην τότε
1684καὶ παρετήρησα, ὅτι καλὸν ἦτο νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις
1685τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διότι δὲν εἴχομεν ἔτι τότε
1686τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς θωρηκτῆς μοίρας. Ἀλλὰ δὲν
1687ἀντέστην, ἵνα ψηφοφορηθῇ· διότι, ἂν καὶ δὲν εἴχομεν τὴν ἔκ-
1688θεσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς θωρηκτῆς μοίρας, ὑπέθετον ὅμως, ὅτι
1689πολὺ πιθανὸν ἦτο νὰ μὴ εἶχον ἀρχίσει τὴν ἐπίθεσιν οἱ Χρι-
1690στιανοί, ἀλλ’ οἱ Τοῦρκοι, καὶ τὸ ὀχυρὸν, πιθανὸν ἦτο, νὰ
1691ἦναι ἐκτὸς τῆς ζώνης· ἐστηριζόμην δὲ εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύ-
1692την, ἔχων ὑπ’ ὄψει μου τὸν χάρτην τῆς Κρήτης, καὶ ἀσχο-
1693λούμενος νὰ μετρήσω τὰ διάφορα διαστήματα. Ὅταν ὅμως
1694ἐλάβομεν τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς θωρηκτῆς μοίρας,
1695βεβαίως δὲν ἐσταυρώσαμεν τὰς χεῖρας. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ
1696λησμονήσωμεν, ὅτι τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὠφείλομεν νὰ ὁμιλή-
1697σωμεν καὶ ὡς Κράτος ἐλεύθερον καὶ ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ
1698Ἑλληνισμοῦ (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς αἰθούσης). Ἡ πρᾶξις δὲν
1699ἦτο μόνον ἀνόσιος, διότι χριστιανικαὶ βολαὶ κατέπιπτον κατὰ
1700Χριστιανῶν, ὅπως ὑπερασπίσωσι τοὺς Μωαμεθανοὺς, οἵτινες
1701ἐτυράννουν· δὲν ἦτο μόνον ἀγρία, διότι καθ’ ὁμάδος μαχίμων
1702μαχητῶν ἔστρεφον παγκρατεῖς καὶ πανίσχυροι στόλοι τὰ τη-
1703λεβόλα των καὶ ἔῤῥιπτον 100 καὶ πλέον ὀβίδας, ἵνα ἐξολο-
1704θρεύσωσιν αὐτοὺς, ἀλλ’ ἦτο καὶ πρᾶξις ἄδικος. Δὲν ὑπῆρχε
1705δικαίωμα, ἔστω καὶ ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους οἱ κύ-
1706ριοι ναύαρχοι τῶν ἡνωμένων στόλων ἐνόμιζον ὅτι ἐνήργουν
1707ἐν τῷ λιμένι τῶν Χανίων, δὲν ὑπῆρχε δικαίωμα, ἵνα βομβαρ-
1708δίσωσι τὸ ὀχυρὸν τῶν Φρουδίων. Διὰ τοῦτο ἐσπεύσαμεν νὰ
1709παρακαλέσωμεν τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Βασιλέως ἐν ταῖς
1710πρωτευούσαις τῶν μεγάλων Κρατῶν νὰ δηλώσωσι τὸ ἀληθὲς
1711φρόνημα ἡμῶν, καὶ τὸ ἀληθὲς φρόνημα ἡμῶν ἦτο, ὅτι ᾐσθα-
1712νόμεθα τὴν θλίψιν, διότι τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν εἶναι μι-
1713κρὸν (εὖγε! εὖγε! καὶ ζωηρὰ χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰ-
1714θούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων). Παρακαλέσαμεν τοὺς ἀντι-
1715προσώπους τοῦ Βασιλέως νὰ εἴπωσι πρὸς τοὺς κ. Ὑπουργοὺς
1716τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι, ἂν καὶ ἐλπίζομεν, ὅτι οἱ κύριοι ναύαρ-
1717χοι τῶν ἡνωμένων στόλων ἐνήργουν ἄνευ ὁδηγιῶν τῶν Κυ-
1718βερνήσεων αὐτῶν, ὀφείλομεν νὰ μὴ κρύψωμεν, ὅτι λυπούμεθα
1719διότι δὲν εἴχομεν τὴν δύναμιν νὰ ἐμποδίσωμεν ἢ νὰ κατα-
1720στείλωμεν τὴν ἀπαισίαν ἐκείνην πρᾶξιν (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς
1721αἰθούσης). Καὶ ἐπειδὴ, ὡς ἔλεγον, δὲν ὡμιλοῦμεν ἐν ὀνόματι
1722μόνον τοῦ ἐλευθέρου Βασιλείου, ἀλλ’ ὡμιλοῦμεν καὶ ἐν ὀνό-
1723ματι τοῦ Ἑλληνισμοῦ, δὲν ἐδιστάσαμεν νὰ παρακαλέσωμεν
1724τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Βασιλέως νὰ διαμαρτυρηθῶσι κατὰ
1725τῆς τοιαύτης πράξεως, ἡ ὁποία τοσοῦτον ἄντικρυς ἀντιτίθε-
1726ται εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς φιλανθρωπίας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ, τὰς
1727ὁποίας ὀφείλει νὰ ἐξυπηρετῇ ἡ πολιτικὴ τῆς Εὐρώπης.
1728(Ζωηρὰ χειροκροτήματα ἐκ τε τῆς αἰθούσης καὶ ἐκ τῶν
1729ἀκροατηρίων).
1730§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις νὰ ἀγορεύσῃ;
1731§74ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται μετὰ τὰ
1732λεχθέντα νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
1733§75Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸ
1734διάστημα τῶν ὀλίγων ἡμερῶν, αἱ ὁποῖαι διέῤῥευσαν ἀπὸ τῆς
1735τελευταίας συνεδριάσεως, ἀνηγγέλθησαν ὡς λαβόντα χώραν
1736γεγονότα, τῶν ὁποίων τινὰ μὲν περιῆλθον εἰς γνῶσίν μου ἐπι-
1737σήμως, τινὰ δὲ δὲν περιῆλθον εἰς γνῶσίν μου ἐπισήμως. Ἐὰν
1738ὁ ἐκ Κυθήρων κ. Βουλευτὴς ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ προλέγῃ εἰς
1739τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐν ταύτῃ ἢ ἐν ἐκείνῃ τῇ περιπτώσει ὁ λαὸς
1740θέλει μᾶς σαρώσει, δὲν παραπονοῦμαι διὰ τὸ θάῤῥος
1741αὐτοῦ, ἀλλ’ ἔχω τὴν εὔλογον ἐπιθυμίαν νὰ μανθάνω πάντο-
1742τε, ἐὰν ἡμεῖς ὑπάρχωμεν νομίμως καὶ ἐὰν δυνάμεθα νομίμως
1743νὰ ἐνεργῶμεν, διότι οὐδέποτε στέργομεν νὰ κηρυχθῶμεν ἐπι-
1744βάται τῆς ἀρχῆς. Πρὸ μικροῦ ἀνηγγέλλετο ὑπουργικὴ κρί-
1745σις, καὶ αἱ πεποιθήσεις τοῦ κόσμου ἐκλονίζοντο, καὶ δὲν γνω-
1746ρίζω ποίας οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἐλάμβανον πληροφορίας, ἢ
1747ποίαν δύνανται νὰ ἔχωσι γνώμην περὶ τῆς καταστάσεως τῆς
1748Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὁμιλῶ περὶ τοῦ λαοῦ τῶν ἐπαρχιῶν. Τί
1749νὰ εἴπω περὶ τοῦ λαοῦ τοῦ ἐκτὸς τοῦ Κράτους βιοῦντος Ἑλ-
1750ληνικοῦ; ἢ τί νὰ εἴπω περὶ τῶν ἐν ταῖς μεγάλαις πρωτευού-
1751σαις διατριβόντων; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἔχομεν δικαίωμα
1752νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Βουλὴν νὰ δώσῃ εὐσυνείδητον ψῆφον,
1753ἐὰν στέργῃ νὰ μᾶς δίδῃ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς, ἵνα ἐνερ-
1754γῶμεν μετὰ πάσης πεποιθήσεως, ἢ ἐὰν διστάζῃ νὰ μᾶς δώ-
1755σῃ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς, ὅπως τέλος πάντων ὁδηγηθῇ
1756καὶ τὸ Στέμμα, ἵνα καταστήσῃ Κυβέρνησιν καὶ διέλθῃ τὰς
1757δυσχερεῖς ταύτας καὶ κρισίμους περιστάσεις.
1758§76ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Κατὰ τὰς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις περὶ
1759τῶν γεγενημένων καὶ τῶν μελλόντων γενέσθαι ὑπὲρ τῆς ἡρωϊ-
1760κῶς ἀγωνιζομένης Κρήτης, ἠκολούθησα πάντοτε τὰς ὑπα-
1761γορεύσεις τῆς συνειδήσεώς μου, καὶ ὁμολογῶ, κύριοι Βουλευ-
1762ταί, ὅτι κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας μεγίστην
1763ἠσθανόμην ἀνησυχίαν διὰ τὴν ἀπεργίαν τῆς Βουλῆς καὶ διὰ
1764τὴν σιωπὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ὅμως ἔβλεπον ζωηρὰν
1765τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ταχεῖαν εἰς ἔργα ἀνά-
1766λογα τῶν περιστάσεων, ὁμολογῶ ὅτι τὴν ἀργίαν τῆς Βου-
1767λῆς ἤθελον θεωρήσει ὡς ἐπιβεβλημένην ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ
1768ἀντίληψίς μου ἦτο, ὅτι τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἦσαν
1769σύμφωνα πρὸς τὸ μέγεθος καὶ τὸ κατεπεῖγον τοῦ ἀγῶνος, ὃν
1770ἀγωνιζόμεθα, καὶ ἤμην συγκεκινημένος. Ἡ γενναία τοῦ Ἑλ-
1771ληνικοῦ ἔθνους στάσις συνεκίνησε τοὺς λαοὺς τῶν ἐθνῶν· ἔξο-
1772χοι δημοσιογράφοι καὶ εὐφραδεῖς ῥήτορες τῶν Κοινοβουλίων
1773ἀνέλαβον τὸν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος ἀγῶνα, ἄνδρες ἐξέχοντες εἰς
1774τὸν στρατὸν, προσφέρουσι τοὺς βραχίονας αὐτῶν ὑπὲρ τῆς
1775Ἑλλάδος, οἱ σοφοὶ τῶν ἐθνῶν, καθηγηταὶ καὶ πρυτάνεις, ἐν-
1776θαῤῥύνουσι τὴν νεολαίαν τῶν Πανεπιστημίων τῆς Εὐρώπης
1777εἰς διαδηλώσεις πολυπληθεῖς, καὶ σπεύδουσιν εἰς τοὺς ἀγῶ-
1778νας τῆς Κρήτης ἐθελονταὶ ἀνθηρότατοι, ἀνήκοντες εἰς λαμ-
1779πρὰς οἰκογενείας. Εἰς στιγμὰς κατὰ τὰς ὁποίας ἡ συγκίνη-
1780σις τῶν λαῶν συνεκλόνισε τὰς Κυβερνήσεις τῆς Εὐρώπης, πῶς
1781ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ συγκινηθῶμεν ἡμεῖς, τοὺς ὁποίους ἀμέ-
1782σως ἀφορᾷ ἡ ἱερὰ ὑπόθεσις τῆς Κρήτης; Ἐν τοιαύτῃ συγ-
1783κινήσει εὑρισκόμενος, ἔσπευσα εἰς τὸ Βουλευτήριον, διὰ νὰ
1784μάθω, ἐὰν εἴχομεν συνεδρίασιν, καὶ ἐρωτήσας ἔμαθον παρά τινος
1785τῶν κλητήρων τῆς Βουλῆς, ὅτι συνεδρίασις δὲν θὰ γείνῃ.
1786Ἠρώτησα ἂν ἦλθον ἄλλοι Βουλευταὶ ἐδῶ, καὶ ἔμαθον ὅτι
1787εἰς τὸ δωμάτιον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως παραμένουσί τινες ἐκ
1788τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Δι’ ἐμὲ, κύριοι Βουλευταί, ποῖοι μέ-
1789νουσιν εἰς ταῦτα τὰ δωμάτια καὶ ποῖοι εἰς ἐκεῖνα, δὲν ἔχει
1790καμμίαν ἀξίαν, ποῖα εἶναι τὰ πρόσωπα, καὶ ποία ὑστερο-
1791βουλία ὑπάρχει εἰς τὴν διάνοιαν αὐτῶν, (ἂν δύναται νὰ ὑπάρξῃ
1792τοιαύτη κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτης) εἶναι ἔρευνα δι’ ἐμὲ
1793περιττή· ἐνδιαφέρει ἐμὲ πᾶσα συνάντησις καὶ πᾶσα συνομι-
1794λία καὶ συζήτησις μετὰ παντὸς Βουλευτοῦ κατὰ τὰς ἡμέ-
1795ρας ταύτας ἐπὶ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα πρόκεινται ὑπ’
1796ὄψιν ἡμῶν. Εἰσῆλθον εἰς ἓν δωμάτιον, εἰς τὸ ὁποῖον συνε-
1797δρίαζον ἄνδρες ἀνήκοντες εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τοῦτο ἦτο ἀρ-
1798κετὸν, διετέλουν δὲ ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ, τίνες καὶ πόσοι ἦσαν,
1799καὶ εἶπον ἀμέσως πρὸς τοὺς Κυρίους, οἱ ὁποῖοι μὲ παρεκά-
1800λεσαν νὰ λάβω μίαν θέσιν: «Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ
1801σᾶς ἐξηγήσω, πῶς εὑρέθην ἐν τῷ μέσῳ ὑμῶν. Ἦλθον εἰς τὴν
1802Βουλὴν, ἵνα πληροφορηθῶ, ἐὰν θὰ γείνῃ συνεδρίασις, καὶ πλη-
1803ροφορηθεὶς ὅτι δὲν θὰ γείνῃ, ἔμαθον συγχρόνως, ὅτι εὑρίσκοντό
1804τινες τῶν κυρίων Βουλευτῶν εἰς τὸ δωμάτιον τοῦτο. Ὁμο-
1805λογῶ ὅτι κατέχομαι ὑπὸ συγκινήσεως, καὶ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφι-
1806βολίαν, ὅτι πάντας ὑμᾶς κατέχει ἡ αὐτὴ συγκίνησις. Τὴν
1807συγκίνησιν ταύτην αἰσθάνομαι, ἕνεκα τῆς ἀργίας τῆς Βουλῆς
1808καὶ ἕνεκα τῆς ἀπραξίας τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἔργα δραστήρια
1809καὶ κατεπείγοντα. Καὶ εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, (εἶπον πρὸς
1810τοὺς συνεδρεύοντας εἰς τὸ δωμάτιον κυρίους Βουλευτὰς) ὅτι,
1811ἐνῷ ἡ Βουλὴ ἅπασα συνεζήτει κατὰ τὴν 11 Φεβρουαρίου
1812ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἐκ Καλαμπάκας κ. Βουλευτοῦ, τὴν
1813ὁποίαν ἔμελλε νὰ ἀποστείλῃ εἰς τὰς Εὐρωπαϊκὰς Κυβερ-
1814νήσεις, ἐκφράζουσα τὸ ἄλγος αὐτῆς διὰ τὸν βομβαρδισμὸν
1815τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοπέδου ὑπὸ τοῦ στόλου τῶν Δυνάμεων,
1816ἐγὼ, λαβὼν τὸν λόγον, εἶπον, ὅτι δὲν εἶμαι οὔτε ὑπὲρ οὔτε
1817κατὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς. Δι’ ἐμὲ ἡ πρότασις αὕτη εἶναι
1818ἀδιάφορος, μολονότι φέρεται ὑπὸ πολυτίμου καὶ ἀγαπητοῦ
1819φίλου καὶ συμμαθητοῦ. Ἀντὶ πάσης ἄλλης προτάσεως ταύ-
1820την νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀπευθύνωμεν τὴν ἐρώτησιν πρὸς τὴν
1821Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους, μετὰ τὴν ἀπαισίαν τοῦ βομβαρδι-
1822σμοῦ πρᾶξιν κατὰ τοῦ Ἑλλην. στρατοπέδου ἐν Κρήτῃ: ποῖα
1823μέτρα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις εἰς ἀπάντησιν τῶν ναυάρχων
1824καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Εὐρώπης περὶ τῆς ἀποφάσεως,
1825ἣν ἔλαβεν ἡ Ἑλλάς; Ἐκάλεσε τάξεις τινὰς τῶν ἐφέδρων εἰς
1826τὸν στρατόν; ἐκήρυξε τὸ Κράτος, εἰς ἐπιστράτευσιν; ἐκάλεσε
1827τοὺς ἁρμοδίους διοικητὰς τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασ-
1828σαν δυνάμεων τῆς χώρας, καὶ διέταξεν αὐτοὺς νὰ ἀναλάβωσι
1829τὴν διοίκησιν τῶν σωμάτων τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν πολεμι-
1830κῶν πλοίων; Αἱ λέξεις αὗται, ἰδίως αὗται, εἶχον δι’ ἐμὲ βα-
1831θεῖαν ἔννοιαν, διότι πάντες γνωρίζετε, τί δύνανται νὰ πράξω-
1832σιν ἄνδρες σεβόμενοι τὸ ὄνομά των, τὸ ὁποῖον διὰ μεγάλων
1833θυσιῶν καὶ πολλῶν αἱμάτων οἱ πατέρες αὐτῶν παρέδωκαν
1834ἀθάνατον καὶ ἔνδοξον. Συνεκρότησεν ἐπιτελεῖον στρατοῦ;
1835ἔκαμε σχέδιον πολέμου;»
1836Πάντα ταῦτα ἔλεγον, καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα παραλείπω,
1837πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους τῆς πλευρᾶς ἐκείνης (δει-
1838κνύει τὴν ἀριστεράν). Ὅταν δὲ ὑπεδείχθη πρὸς ἐμὲ ἔγγρα-
1839φον, τὸ ὁποῖον ἦτο ὑπὸ συζήτησιν, καὶ παρετήρησα ὅτι ἐν
1840τῷ ἐγγράφῳ αὐτῷ ὑπεστηρίζοντο ὅσα ἐγὼ ἀπὸ τῆς 11 Φε-
1841βρουαρίου ἐντεῦθεν ἔλεγον, παροτρύνων τὴν Κυβέρνησιν πρὸς
1842ἐνέργειαν, τὸ ὑπέγραψα, μὲ πλήρη τὴν συνείδησιν, ὅτι ἐπιτελῶ
1843τὸ καθῆκόν μου. Ἐννοεῖται, ὅτι ἐν τῇ συζητήσει, ἥτις ἐγέ-
1844νετο, διεγράφησάν τινα μέρη, καὶ ἐκρίθη ἀρκετὸν ἐκεῖνο, τὸ
1845ὁποῖον γνωρίζετε ἤδη.
1846Δὲν καταγίνομαι πολὺ εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν λέξεων,
1847ἀλλ’ εἰς τὴν ἔκφρασιν τῶν ἐννοιῶν. Δὲν γνωρίζω, ἂν εἶχέ τι
1848τὸ πικρὸν, γνωρίζω ὅμως, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἐγγράφου ἦτο
1849ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐνόουν, ὅτε ὡμίλουν ἐν τῇ Βουλῇ.
1850Χαίρω δ’ ὅτι ὁ ἰθύνων τὴν Κυβέρνησιν, ἀπὸ τοῦ βήματος
1851τούτου ἐξέθεσε τὰ μέχρι τοῦδε γεγενημένα διὰ διπλωματικῶν
1852διακοινώσεων πρὸς τὰς Δυνάμεις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ
1853εὐχηθῶ δὲ, θέλων νὰ ἐλπίζω εἰς τὴν διοίκησιν αὐτοῦ, (καὶ
1854ἀπεύχομαι τοὐναντίον) τὰς διπλωματικὰς διακοινώσεις ν’ ἀκο-
1855λουθήσωσι τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἦναι ἄξια τῆς Ἑλ-
1856λάδος καὶ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς· διότι διὰ μόνον τῶν διπλω-
1857ματικῶν διακοινώσεων δὲν θὰ πείσωμεν οὔτε τὴν Ἑλλάδα
1858οὔτε τὴν Εὐρώπην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπετέλεσε τὸ καθῆκον
1859αὐτῆς· τὰ ἔργα πρέπει νὰ ἦναι ἀνάλογα τῶν λόγων καὶ
1860τῶν ἐγγράφων διακοινώσεων, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς κάμνει τὴν
1861ὥραν ταύτην. Καὶ ἂς μὴ λησμονήσῃ οὔτε μίαν στιγμὴν ἡ
1862Κυβέρνησις, ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὁλόκληρον
1863τὸ ἔθνος ἔθεσεν εἰς προσοχὴν, διὰ τὸ ὁποῖον ἐγείρονται οἱ
1864ἐλεύθεροι λαοὶ τῆς Εὐρώπης, διὰ τὸ ὁποῖον ἵπτανται οἱ χαι-
1865ρετισμοὶ ἐξόχων ἀνδρῶν πρὸς τὴν μητέρα Ἑλλάδα, καὶ τὸ
1866ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Κρήτης, καὶ εἰς τὴν
1867ἕνωσιν αὐτῆς μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ὅτι δύναταί τις νὰ παρεκ-
1868κλίνῃ ἐκ τῆς γραμμῆς, τὴν ὁποίαν ἐχάραξε τὸ ἔθνος. Κατὰ
1869τὰς ἡμέρας ταύτας θὰ λάβητε διακοινώσεις, θ’ ἀκούσητε
1870μεγάλους λόγους ὑπὸ Μεγάλων Δυνάμεων· ἀπαιτοῦνται, κύ-
1871ριοι Ὑπουργοὶ, ἰσχυρὰ νεῦρα, καὶ μεγάλαι ἀποφάσεις. Ἐλ-
1872πίζω ὅτι τὸ θάῤῥος, τὸ ὁποῖον ἀντλεῖτε ἐκ τοῦ ἔθνους ὁλο-
1873κλήρου, δὲν θὰ σᾶς ἐγκαταλείψῃ, ἐλπίζω δὲ πρὸ πάντων, ὅτι
1874γνωρίζετε, ὅτι ὑπὸ τὸ ἔδαφος τῆς ἐλευθέρας καὶ τῆς δούλης
1875Ἑλλάδος ἐγκυμονεῖ ἡφαίστειον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκραγῇ· δὲν εἶ-
1876ναι δυνατὸν καμμία δύναμις νὰ τὸ κρατήσῃ. Καὶ διὰ τοῦτο
1877νομίζω ἀναγκαῖον νὰ κάμητε γνωστὸν εἰς τὰς Εὐρωπαϊκὰς
1878Δυνάμεις, ὅτι, ἐὰν αἱ ἀποφάσεις αὐτῶν αἱ μέλλουσαι ἀφορῶ-
1879σιν εἰς τὸ νὰ δεσμεύσωσι τὰς χεῖρας τῶν ἐλευθέρων Ἑλλήνων,
1880αἵτινες τείνουσιν εἰς ὑπεράσπισιν τῶν Κρητῶν, πρὸς ἀπελευ-
1881θέρωσιν αὐτῶν, τὸ ἔθνος εἶναι ἕτοιμον εἰς ἄλλην γραμμὴν
1882νὰ φέρῃ τὸν ἀγῶνα, χωρὶς νὰ ἐρωτήσῃ οὔτε Κυβέρνησιν, οὔτε
1883Βασιλέα, εἰμὴ μόνον τοὺς ἱεροὺς πόθους αὐτοῦ. (Εὖγε! εὖγε!
1884ἐκ τῆς αἰθούσης, ζωηρὰ χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροα-
1885τηρίων).
1886§77ΤΟΜΑΝ. Μεγάλα ἔργα, μεγάλαι ἀποφάσεις καὶ τόλμη,
1887ἀνέκραξε πρὸ μικροῦ ὁ κατερχόμενος τοῦ βήματος τούτου
1888ῥήτωρ· ἀλλὰ καὶ πλήρης πεποίθησις (προσθέτω ἐγὼ) εἰς τοὺς
1889δρῶντας κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην ἐκ μέρους ὅλου τοῦ ἔθνους
1890ὀφείλεται, διότι ἡ πεποίθησις αὕτη θέλει αὐξήσει τὸν ἐνθουσια-
1891σμὸν, διότι ἡ πεποίθησις αὕτη θέλει ἐμψυχώσει τὴν ἐμπιστοσύ-
1892νην τοῦ ἔθνους καὶ θέλει προκαλέσει τὰς θυσίας καὶ τὰ ἔργα.
1893Ὀρθῶς συνεπῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τὰ
1894λεχθέντα παρὰ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου μου Βουλευτοῦ ἐκ
1895Κυθήρων καὶ μετὰ τὰ θρυληθέντα κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας,
1896προέβαλεν ἡμῖν καὶ ἐζήτησε ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Ἐπειδὴ
1897πολλὰ ἀληθῶς κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ἐλέχθησαν, ἐν τῷ
1898ὑπερβολικῷ δὲ ζήλῳ τινῶν, ἀπὸ χρηστοῦ πάντοτε τοῦ συν-
1899ειδότος, —διότι εἰς οὐδένα ἄλλην σκέψιν, ἄλλην ἀπόφασιν,
1900ἄλλην πρόθεσιν ἀποδίδω κατὰ τὰς ἐπισήμους ταύτας στιγ-
1901μὰς— διασαλεύοντα ἴσως τὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐμπιστοσύ-
1902νην, ἐνόμισα ὅτι ἔχω καθῆκον, ἔχων ἐντολὴν καὶ ἐκ μέρους ὁμά-
1903δος φίλων μου, περὶ τοὺς εἴκοσιν, ὅπως ποιήσωμαι εἰς τὴν
1904Βουλὴν τὴν ἑξῆς δήλωσιν, διασαφηνίζων ὅτι ἡ ὁμὰς αὕτη
1905τῶν φίλων μου, ἧς ἐλάχιστον μέρος ἀποτελῶ, καὶ φίλων τῆς
1906Κυβερνήσεως, ἐκ πνεύματος πατριωτικοῦ ὁρμωμένη, προέβη
1907ὅλως ἰδίᾳ εἰς σύσκεψιν καὶ, οὕτως εἰπεῖν, ἀνακοίνωσιν ἁπλῶς
1908ἰδεῶν. Τῆς ὁμάδος ταύτης τὸν σκοπὸν διερμηνεύων καὶ τὸ
1909φρόνημα, δηλῶ ὑμῖν, ὅτι πειθόμενοι ἐκ τῶν ἀνακοινώσεων
1910τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ
1911τῶν κατ’ ἰδίαν γενομένων πρὸς συναδέλφους, ὅτι ἐμμένει οὗτος
1912εὐσταθῶς εἰς τὴν παρ’ ὅλου τοῦ ἔθνους διαχαραχθεῖσαν ἐθνι-
1913κὴν πολιτικὴν, θέλομεν, ὡς φίλοι, ἀνήκοντες εἰς τὴν μερίδα
1914ταύτην, ἀλλὰ πρωτίστως ὡς Ἕλληνες, ἀνήκοντες εἰς τὸ
1915ἔθνος, θέλομεν δώσει πλήρη καὶ ἀκεραίαν τὴν ἐμπιστοσύ-
1916νην ἡμῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δε-
1917ξιᾶς, χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
1918§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τζανετάκης, βουλευτὴς Γυθείου,
1919κατέθηκε τὴν ἑξῆς πρότασιν:
1920«Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα, πλήρη ἔχουσα πεποίθησιν
1921ἐπὶ τὴν ἐθικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἐκδηλοῖ καὶ
1922αὖθις τὴν πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνην της.»
1923§79ΣΤΑΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
1924§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
1925§81ΣΤΑΗΣ. Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ ἁρμό-
1926διος, ἵνα ὑποδείξω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι
1927δὲν ἦτο ἡ κατάλληλος στιγμή, ἵνα ζητήσῃ καὶ πάλιν ἄφε-
1928σιν ἁμαρτιῶν...
1929§82ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Σεῖς τὰ θέλετε. Σὺ εἶπες ὅτι δὲν ὑπάρχει
1930Κυβέρνησις.
1931§83ΣΤΑΗΣ... Εἶναι δικαίωμα τοῦ ἡγουμένου τῆς πλειο-
1932ψηφίας, ἵνα κανονίζῃ τὰ τοιαῦτα ζητήματα· ἀλλ’ ὀφείλω,
1933ἐπειδὴ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῶν ἐμῶν στη-
1934ριχθεὶς παρατηρήσεων, ἐζήτησε ψῆφον ἐμπιστοσύνης, νὰ εἴπω
1935ὀλίγας τινὰς λέξεις, αἱ ὁποῖαι θέλουσι δηλώσει κατὰ τίνα
1936τρόπον καὶ ἐγὼ ἀντελήφθην τὰ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς
1937Κυβερνήσεως λεχθέντα.
1938Καίτοι μετὰ προσοχῆς ἠκολούθησα ἀγορεύοντα τὸν κ.
1939Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, δυστυχῶς δὲν ἠδυνήθην νὰ διΐδω
1940ἐν τοῖς λόγοις αὐτοῦ τὰς ἀποφάσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐνέπνευ-
1941σαν τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν ἐκ Σύρου κ. συνάδελφον, τὴν
1942ἐμπιστοσύνην ἐκείνην, ἡ ὁποία ἤρκεσεν, ἵνα μετατρέψῃ καὶ
1943ἀποδιώξῃ τοὺς φόβους, οἱ ὁποῖοι μέχρι τῆς χθὲς καὶ προ-
1944χθὲς εἶχον καταλάβει αὐτὸν καὶ ἑτέρους εἴκοσι πέντε συνα-
1945δέλφους τῆς πλειοψηφίας. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, μίαν καὶ μόνην
1946ἰδέαν ἤκουσα, περὶ τὴν ὁποίαν περιεστρέφετο ἡ ἀγόρευσις
1947τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ ὁποία, ὀφείλω νὰ
1948ὁμολογήσω, κατάπληξιν μοὶ ἐπροξένησε. Τὴν ἰδέαν ταύτην
1949ἐτόνισε καὶ διὰ μακρῶν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
1950νήσεως. Τὴν ἰδέαν ταύτην καὶ τὰ ἀκροατήρια καὶ ἡ Βουλὴ
1951διὰ χειροκροτημάτων ἐπεδοκίμασαν· ἀλλ’ ἡ ἰδέα αὕτη δὲν
1952εἶναι ἐπαρκής, ἵνα ζητήσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς
1953ὁ κ. Πρωθυπουργός. Μία ἦτο ἡ ἰδέα, ἡ ὁποία ἐκυριάρχει ἐν
1954τῇ ὁμιλίᾳ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐλυπήθη,
1955διότι ἡ Ἑλλὰς εἶναι μικρὰ καὶ δὲν δύναται νὰ ἀπαντήσῃ
1956εἰς τὸν ἐν Κρήτῃ βομβαρδισμὸν τῶν Χριστιανῶν ὑπὸ τῶν εὐρω-
1957παϊκῶν στόλων. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διὰ τὴν ἰδέαν ταύτην
1958θὰ δώσητε ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ἡ ὁποία θὰ περιέχῃ τὸν θά-
1959νατον τῆς Κρήτης.
1960§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον;
1961§85ΡΑΛΛΗΣ. Μετὰ πολλῆς, Κύριοι, δεξιότητος κοινοβου-
1962λευτικῆς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ ἐπωφε-
1963ληθῇ τῆς ψυχολογικῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ, πιεζομένη
1964ἐκ τῆς ἀδικίας, ἥτις προσεγένετο εἰς ὁλόκληρον τὸ ἔθνος,
1965ἐπεκρότησεν εἰς τὴν διαμαρτυρίαν, ἣν ἐντεῦθεν διετύπωσεν ὁ
1966κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας.
1967Ἐὰν ψῆφον ἐμπιστοσύνης ζητῇ διὰ τὴν διαμαρτυρίαν ταύτην,
1968οὐδεὶς βεβαίως θέλει τῷ ἀρνηθῇ ταύτην· ἐὰν ὅμως ψῆφον ἐμ-
1969πιστοσύνης ζητῇ δι’ ὅλα, ὅσα μέχρι σήμερον ἔπραξεν ἢ δὲν
1970ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται ἢ νὰ τῷ ἀρ-
1971νηθῇ ταύτην.
1972Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σᾶς ἀνεκοίνωσε τὴν ἀπάν-
1973τησιν, ἥτις ἐνεθουσίασε τὴν Βουλήν, τὴν ἀπάντησιν, ἣν τὴν
19747 Φεβρουαρίου ἔδωκεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πρὸς τὰ κε-
1975λεύσματα τῆς Εὐρώπης. Καὶ ἀνεμένομεν πάντες νὰ πληροφο-
1976ρηθῶμεν, τίς ὑπῆρξεν ἡ ἀνταπάντησις ἐκ μέρους τῶν Μεγάλων
1977Δυνάμεων, τῶν διατυπωσασῶν τὰ πέντε κελεύσματα· ἀλλὰ
1978κατὰ συνήθη τακτικὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν
1979ἀνταπάντησιν ταύτην ἠθέλησε ν’ ἀποκρύψῃ· ὑπεσχέθη ὅτι θὰ
1980δώσῃ πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἀνταπαντήσεως,
1981οὐδ’ ἠρνήθη ὅτι ἔχει ταύτην, ἀλλὰ δὲν ἀνεκοίνωσεν ἡμῖν
1982αὐτήν· καὶ ἐν τούτοις αὕτη ἀποτελεῖ τὴν κλεῖδα τῆς καλῆς
1983ἢ κακῆς διεξαγωγῆς τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος, καὶ ἐντεῦθεν καὶ
1984τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον ἔθηκεν ὁ κ.
1985Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
1986§86ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ ἀνταπάντησις;
1987§87ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἀνταπάντησις τῶν Δυνάμεων, μάλιστα.
1988Διότι μετὰ τὴν ἀπάντησιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, δὲν
1989πρέπει νὰ λησμονῆτε, Κύριοι, ὅτι ἐπῆλθε μία ἄλλη ἀπάν-
1990τησις, ἡ ἀπάντησις τῶν τηλεβόλων τοῦ διεθνοῦς στόλου. Καὶ
1991ἀπήντησε μὲν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τὴν 7 Φεβρουαρίου,
1992ἀλλὰ τὴν 9 Φεβρουαρίου ἐβομβαρδίζετο τὸ Ἀκρωτῆρι καὶ οἱ
1993ἐν αὐτῷ ἐπαναστάται. Καὶ ὑπὸ τίνας ὅρους; ὑπὸ τοὺς ὅρους,
1994τοὺς ὁποίους αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξέθηκεν
1995ἐνώπιον ἡμῶν, οὐχὶ πλέον κατὰ παράβασιν ὅλων τῶν διε-
1996θνῶν νομίμων, ἀλλὰ κατὰ παράβασιν καὶ αὐτῶν τῶν ὅρων,
1997τοὺς ὁποίους ἐπέβαλεν ἡ ἀνωτέρα βία τῶν Μεγάλων Δυνά-
1998μεων ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος· διότι μεταξὺ τῶν πέντε ὅρων, τῶν
1999χαρακτηρισθέντων παραδόξως ὡς ἐπιθυμιῶν, δὲν δύναταί τις
2000νὰ ἀνεύρῃ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δικαιολογεῖ τὸν βομβαρδισμὸν τῆς
20019 Φεβρουαρίου. Ἐὰν δὲ ἐπιστώθη, ὡς ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Πρόε-
2002δρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οἱ βομβαρδισθέντες ἦσαν ἐκτὸς τῆς
2003ζώνης τοῦ φρουρίου τῶν Χανίων καὶ τῆς πόλεως τῶν Χα-
2004νίων, οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογήσῃ τις
2005τὴν πρᾶξιν ἐκείνην. Ἀλλ’ ὡς μόνον τρόπον διαμαρτυρίας
2006κατὰ τῆς ἀδίκου καὶ ἐκθέσμου ἐκείνης πράξεως, ὡς τὴν ἐχα-
2007ρακτήρισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εὗρε παρὰ
2008ἕνα καὶ μόνον, τὴν δήλωσιν ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι μικρὰ, ὅπως
2009τὴν ἀδικίαν τὴν γενομένην αὐτῇ διεκδικήσῃ. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι
2010παραδείγματα ἐν τῇ ἱστορίᾳ, ὄχι τῇ ἀρχαιοτάτῃ, ὄχι τῇ
2011ἀρχαίᾳ, ἀλλὰ τῇ νεωτάτῃ, περὶ τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον
2012καὶ τὰ μικρὰ ἔθνη διεκδικοῦσι τὴν τιμὴν τῆς σημαίας αὑτῶν,
2013διεκδικοῦσι τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτῶν. Εὑρέθη καὶ ἡ Δανία
2014πρὸ μιᾶς ἀνυποστόλου ἀδικίας, τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ ἐπι-
2015βάλωσιν αὐτῇ ἡ ἀδικοῦσα ἡμᾶς Γερμανία καὶ ἡ Αὐστρία,
2016ἀλλὰ δὲν περιωρίσθη, ὅπως περιορίζεσθε ὑμεῖς σήμερον, εἰς λό-
2017γους κενούς. Οἱ μαχηταὶ οἱ Δανοὶ ἔμειναν μέχρις ἑνὸς ἐπὶ τῶν
2018χαρακωμάτων αὐτῶν, καὶ ὅτε ἐξωντώθησαν μέχρις ἑνὸς, τότε
2019ἡ Πρωσσία καὶ ἡ Αὐστρία ἠδυνήθησαν νὰ καταλάβωσι τὸ
2020Σλέσβιχ–Ὁλστάϊν. Ἀλλὰ σεῖς περιορίζεσθε εἰς πλατωνικὰς
2021ἐκδηλώσεις καὶ εἰς πλατωνικοὺς στεναγμούς· ἐὰν δὲ σᾶς
2022ἐρωτήσῃ τις, ἂν κατεστήσατε ἀξιόμαχον τὸν στόλον ἡμῶν, θὰ
2023καλέσητε τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Οἰτύλου, διὰ νὰ τῷ εἴπητε
2024μυστικόν τι εἰς τὸ οὖς· ἐὰν σᾶς ἐρωτήσῃ τις—καὶ σᾶς τὸ
2025ἐρωτᾷ ἡ «Πρωΐα», ὄχι ἡ ἰδική σας, ἀλλ’ ἡ «Πρωΐα» τῶν
2026Παρισίων,—τί ἔπραξεν ὁ βασιλόπαις Γεώργιος ἀπέναντι τῆς
2027τοιαύτης ἀδικίας, ὡς τὴν ἐχαρακτηρίσατε ἀπὸ τοῦ βήματος
2028τῆς Βουλῆς, τί θέλετε ἀπαντήσει;
2029Καὶ ἀπέναντι τοιαύτης πολιτείας ἔρχονται, μὲ τὸ θάῤῥος,
2030τὸ ὁποῖον προσδίδουσιν εἰς αὐτοὺς οἱ ἀριθμοὶ, νὰ ζητήσωσι
2031τί; Ψῆφον ἐμπιστοσύνης!
2032§88ΡΩΜΑΣ. Οἱ πατριῶται.
2033§89ΡΑΛΛΗΣ. Ψῆφον ἐμπιστοσύνης περὶ τίνος; Ἐπὶ τίνων
2034πράξεων; Ἐπὶ πασῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἐπανειλημμένως
2035διετραγῳδήθησαν ἐντεῦθεν; Ἐπὶ τοῦ τρόπου τῆς διευθύν-
2036σεως τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος; Γνωρίζετε ὅτι εἴμεθα ἠναγκα-
2037σμένοι νὰ κλείσωμεν τὸ στόμα ἡμῶν, καὶ τοῦτο καὶ μόνον
2038σᾶς καθιστᾷ τόσον τολμηροὺς, ὥστε ὑπὸ τὰς περιστάσεις,
2039ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ὁ τόπος ἕνεκα τῆς ἀνικανότητος
2040ὑμῶν, ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ὁ
2041στρατὸς ἡμῶν ἕνεκα τῆς ἀνικανότητος ὑμῶν, ὑπὸ τὰς περι-
2042στάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ὁ στόλος ἡμῶν (διακο-
2043παὶ), τοῦ ὁποίου καταβιβάζουσι τὴν σημαίαν, νὰ ζητῆτε
2044ψῆφον ἐμπιστοσύνης! Ἡ ψῆφος αὕτη ἐμπιστοσύνης δὲν θὰ σᾶς
2045σώσῃ (εἰρωνικαὶ ἀναφωνήσεις ἐκ τῆς δεξιᾶς), ὡς καμ-
2046μία ψῆφος ἐμπιστοσύνης δὲν ἔσωσε Κυβέρνησιν κακῶς πολι-
2047τευθεῖσαν. Βεβαίως παρ’ ἡμῶν δὲν δύνασθε νὰ τὴν λάβητε,
2048ἀλλὰ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα κἂν νὰ τὴν ζητήσητε, ἐν ὅσῳ
2049δὲν ἀπαντήσητε εἰς τὰ ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου
2050ἐτέθησαν ὑμῖν, ἐν ὅσῳ δὲν εἴπετε ἡμῖν ποῖον ὑπῆρξε τὸ
2051ἀποτέλεσμα τῶν διαπραγματεύσεων ἐπὶ τῶν πέντε κελευ-
2052σμάτων τῶν Δυνάμεων.
2053§90ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀδιάφορον.
2054§91ΡΑΛΛΗΣ. Ἀδιάφορον δι’ ὑμᾶς.
2055§92ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μὴ ἀπαν-
2056τᾶτε.
2057§93ΡΑΛΛΗΣ. Διότι δὲν ἠξεύρω εἰς τί ἀποβλέπετε σεῖς ἕτε-
2058ρον, παρὰ εἰς τὴν συντήρησιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν συν-
2059τήρησιν τῆς θέσεώς σας... (θόρυβος).
2060§94ΣΑΚΚΗΣ. Σεῖς εἰς τὴν κατάληψιν τῆς ἐξουσίας.
2061§95ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Προστατεύσατε τὸν ἀγορεύοντα, κύ-
2062ριε Πρόεδρε.
2063§96ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην προστασίας... Δὲν ἀπο-
2064βλέπομεν ὅμως εἰς τοῦτο ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι φρονοῦμεν, ὅτι τὰ
2065πάντα δέον νὰ θυσιάσωμεν ὑπὲρ τοῦ ἔθνους.
2066§97ΣΑΚΚΗΣ. Τὸ δεικνύει τὸ παρελθόν.
2067§98ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ παρελθὸν τὸ γνωρίζετε. Δὲν εἶναι τὸ πα-
2068ρελθὸν τοῦ 1885–1886, δὲν εἶναι τὸ παρελθὸν τοῦ 1890
2069(Θόρυβος).
2070§99ΣΑΚΚΗΣ. Εἶναι τὸ παρελθὸν 15 ἐτῶν.
2071§100ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Κύριε Πρόε-
2072δρε, δὲν θὰ παύσουν διακόπτοντες;
2073§101ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι τὸ παρελθὸν τῆς ἐντίμου πολιτείας.
2074Ἀλλὰ ἐρωτήσατε περὶ τῆς πολιτείας ὑμῶν, τί ὑπὸ τὰς σημε-
2075ρινὰς περιστάσεις λέγουσι περὶ αὐτῆς πάντες. Ἐν ὥρᾳ ἐξά-
2076ψεως διὰ τὴν ἀδικίαν τὴν προσγενομένην ἡμῖν θέλετε νὰ ὑφαρ-
2077πάσητε μίαν ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Λάβετέ την. Εἰς οὐδὲν θὰ
2078σᾶς ὠφελήσῃ. Ἐλάβετε τοιαύτην προχθές, λιποψυχήσαντες,
2079(εἰρωνικὰ μειδιάματα) λιποψυχήσαντες ναί, καὶ θαυμάζω
2080ὅτι ὁ Βουλευτὴς Καλαμπάκας μειδιᾷ, ἐνῷ ἀκριβῶς ἀπεκόπη
2081ἐκ τῆς προτάσεώς του ἐκεῖνο τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει,
2082ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐμμείνῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν διαγραφεῖσαν
2083παρ’ αὐτῆς πολιτείαν.
2084§102ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
2085§103ΡΑΛΛΗΣ. Ζητεῖτε σήμερον ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Ἐπὶ
2086τίνων πράξεων ὑμῶν καὶ τίνων ἄθλων ὑμῶν; Διότι ἐπὶ ἡμέ-
2087ρας δέκα ἀπεκρύψατε τὰ κελεύσματα τῆς Εὐρώπης, οὐδ’
2088ἀπεδείχθητε ἱκανοὶ νὰ σταθμήσητε αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐχαρα-
2089κτηρίσατε ὡς ἐπιθυμίας; Διότι ἐξεθέσατε διὰ τῆς πολιτείας
2090ὑμῶν τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους Χριστιανοὺς εἰς τὸν βομβαρδι-
2091σμὸν τοῦ διεθνοῦς στόλου; Διότι ἔχετε αἰχμάλωτον τὸν
2092στρατὸν ἡμῶν ὑπὸ τὰ τηλεβόλα τοῦ διεθνοῦς στόλου; Διότι
2093εἶσθε ἠναγκασμένοι σήμερον νὰ ἀπολύσητε τὸν μοίραρχον
2094τοῦ στόλου; ἢ διότι ὁ τορπιλλικὸς ἡμῶν στόλος εὑρίσκεται
2095ἐν Μήλῳ; Αὐτὰ εἶναι τὰ ἄθλα ὑμῶν! Ἐὰν ἐζητεῖτε ψῆφον
2096ἐμπιστοσύνης, ὡς εἶπον, λόγῳ τῆς διαμαρτυρίας τῆς ἐντεῦ-
2097θεν κατὰ τῆς ἀδικίας τῆς γενομένης ἀπέναντι τῆς ἀνεξαρ-
2098τησίας τοῦ ἔθνους ἡμῶν, κατὰ τῆς ἀδικίας τῆς γενομένης
2099πρὸς τοὺς ὁμαίμονας ἡμῶν, βεβαίως τοιαύτην ψῆφον θὰ ἤμεθα
2100πρόθυμοι νὰ σᾶς δώσωμεν· ἀλλ’ ὅταν ζητῆτε ψῆφον ἐμπι-
2101στοσύνης δι’ ὅσα παρελείψατε νὰ πράξητε ὑπὲρ τοῦ ἀγῶνος
2102τοῦ Ἑλληνισμοῦ, δι’ ὅσα κακῶς ἐπράξατε κατ’ αὐτοῦ, ὀφεί-
2103λωμεν ἡμεῖς νὰ ἀρνηθῶμεν ὑμῖν αὐτήν. (Χειροκροτήματα
2104ἐκ τῆς ἀριστερᾶς καὶ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
2105§104Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, μετὰ τὴν πανη-
2106γυρικὴν ἐκδήλωσιν τῶν πατριωτικῶν ἀληθῶς αἰσθημάτων,
2107δι’ ὧν ἡ Ἀντιπολίτευσις, πρὸ ὀλίγων ἔτι ἡμερῶν, ἐχαιρέτα
2108τὴν ἐπίσημον ἐκείνην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δήλωσιν, ὅτι
2109πλοῖα τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν στόλου εἶχον ἤδη ἐκπεμφθῆ ἐκεῖ,
2110ὅπου καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ Κράτους καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ
2111ἔθνους ἐκάλουν αὐτὰ, μετὰ τὰς ἐνθουσιώδεις ἀνευφημίας καὶ
2112τὰ ῥαγδαῖα χειροκροτήματα, δι’ ὧν ὑπεδέξατο τὴν δήλωσιν
2113ταύτην καὶ ὑπὸ τὰ ὁποῖα συνετελέσθη ἡ πατριωτικὴ ἐκείνη
2114τῶν κομμάτων ἀδελφοποίησις, ἣν ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ ἄκρου εἰς
2115ἄκρον ἐχειροκρότησεν, ἀνευφημοῦσα, ἐπίστευον ἀδιστάκτως,
2116ὅτι ἐν μέσῳ τῶν μεγάλων καὶ κρισίμων τούτων ἐθνικῶν περι-
2117στάσεων, ὁ κομματισμὸς παρ’ ἡμῖν εἶχεν ἐντελῶς καταπνιγῆ,
2118ὅτι αἱ βίαιαι αὐτοῦ παραφοραὶ εἶχον κατασιγάσει, καὶ ὅτι
2119ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ τούτου τῆς ἐθνικῆς μυσταγωγίας θυσιαστηρίου
2120μία θ’ ἀνεπέμπετο εὐχὴ, εἷς θὰ ἐξεδηλοῦτο πόθος, ἡ ἐνίσχυ-
2121σις τῆς Κυβερνήσεως, τῆς Κυβερνήσεως οὐχὶ τοῦ Δηλιγιάννη,
2122ἀλλὰ τῆς Ἑλλάδος, ἐνίσχυσις εὐοδοῦσα τὸ μέγα ἔργον καὶ
2123τὸν μέγαν σκοπὸν, πρὸς ὃν πάντες μετὰ τόσων ἀποβλέπομεν
2124παλμῶν.
2125Καὶ ὅμως δὲν εἶχεν ἔτι σβεσθῆ τῶν ἀνευφημιῶν καὶ τῶν
2126χειροκροτημάτων ἐκείνων ἡ ἀπήχησις, ὁ ἀπὸ τῆς πατριωτι-
2127κῆς ἐκείνης τῶν κομμάτων ἀδελφοποιήσεως ἐκραγεὶς ὑπὸ
2128τοὺς θόλους τούτους ἀκράτητος ἐνθουσιασμὸς δὲν εἶχεν ἔτι
2129ἀνακόψει τὴν ὁρμὴν αὐτοῦ, ἠλεκτρίζουσαν τὰ πλήθη, καὶ ἡ
2130ἐριννὺς τοῦ κομματισμοῦ ἀνεφάνη καὶ πάλιν ἐν μέσῳ ἡμῶν,
2131κρατοῦσα τὸν δαυλὸν τῆς διαιρέσεως, καθ’ ἣν στιγμὴν εἷς μό-
2132νος δαυλὸς ἔπρεπε νὰ σκορπᾷ περὶ ἡμᾶς τὴν λάμψιν του, φω-
2133ταγωγοῦσαν καὶ τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν ἡμῶν, ὁ δαυλὸς
2134τοῦ Κανάρη (ἐπευφημίαι). Καὶ ἐπανελήφθησαν αἱ ἐμπαθεῖς
2135ἀντεγκλήσεις, ὧν μετὰ μυχίου πόνου παρέστημεν καὶ παρι-
2136στάμεθα μάρτυρες ἐν τοιαύταις στιγμαῖς, ὁ βίαιος κομματι-
2137σμὸς κατέκτησε καὶ τὸ βῆμα καὶ τὰ ἑδώλια ἐκεῖνα, πρὸς τὸν
2138Βασιλέα ἀπευθύνονται ὑπομνήματα, ἀδεξίως συγκαλύπτοντα
2139ὑπὸ τὴν ἀνωμαλίαν ἀλλοκότου ἀληθῶς κοινοβουλευτικῆς
2140δράσεως τὴν ἔνοχον ὁρμὴν ἀχαλινώτου φιλαρχίας, καὶ ἡ Βουλὴ
2141τῆς Ἑλλάδος, ἥτις ταύτην κατ’ ἐξοχὴν τὴν στιγμὴν ὤφειλε
2142ν’ ἀποδειχθῇ ἡ ἀκοίμητος ἑστία τοῦ ἱεροῦ τῆς φιλοπατρίας
2143πυρὸς, μετεβλήθη δυστυχῶς εἰς φλέγοντα κομματικῆς φιλο-
2144πρωτίας κρατῆρα (εὖγε! εὖγε!)
2145Μάτην ἀγωνίζονται οἱ ἀξιότιμοι ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει
2146συνάδελφοι νὰ συγκαλύψωσι καὶ τὰ ἐλατήρια καὶ τοὺς σκο-
2147ποὺς τῆς λυπηρᾶς καὶ ἀπροσδοκήτου ταύτης μεταβολῆς τῆς
2148πολιτείας αὐτῶν, ἀποδίδοντες ταύτην εἰς ἔλλειψιν δῆθεν πε-
2149ποιθήσεως ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν, εἰς ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης πρὸς
2150αὐτήν.
2151Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ἀπὸ τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν χει-
2152ροκροτοῦντες καὶ ἀνευφημοῦντες προεπέμπετε τὸν Πρωθυπουρ-
2153γὸν μέχρι τῶν προπυλαίων τοῦ Βουλευτηρίου, ἀνεπιφύλακτον
2154καταδεικνύοντες οὕτω τὴν πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνην καὶ πε-
2155ποίθησιν, ποῖον ἐπῆλθε γεγονός, ποία προέκυψεν εἰς τὸ μέσον
2156περιπέτεια, ῥίπτουσα τὸν δισταγμὸν εἰς τὴν συνείδησιν ὑμῶν
2157καὶ δικαιολογοῦσα τὴν ἀπότομον ταύτην τῶν αἰσθημάτων
2158καὶ τῶν ἰδεῶν ὑμῶν μεταστροφήν; Ἀξιοῦτε νὰ μάθητε παρὰ
2159τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τίς ἔσται ἡ κυβερνητικὴ ἐνέργεια ἐν
2160τῷ μόλις ἀρξαμένῳ δράματι, οὗτινος ἡ ἐξέλιξις τίς οἶδε τί-
2161νας ἐπιφυλάσσει ἡμῖν πλοκὰς ἐθνικῆς δράσεως. Ἀλλ’ ὅταν,
2162Κύριοι, ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀντιπροσωπεύων διὰ τῆς ἐμπιστο-
2163σύνης τοῦ Στέμματος τὰς ἰδέας καὶ τὰς γνώμας αὐτοῦ, ἀντι-
2164προσωπεύων διὰ τῆς κοινοβουλευτικῆς πλειονοψηφίας τὰς
2165ἰδέας καὶ τὰς γνώμας τοῦ ἔθνους, ἀπαντᾷ ὑμῖν, ὅτι τῆς
2166κυβερνητικῆς ἐνεργείας γνώμων ἔσται τὸ καθῆκον, ὅταν τοῦ
2167καθήκοντος τούτου πρόδρομος ἐκπέμπεται ὁ ἐθνικὸς ἡμῶν στό-
2168λος, συναποφέρων τὸν υἱὸν τοῦ Βασιλέως καὶ τὴν τιμὴν τῆς
2169Ἑλλάδος, ὅταν ἡ Ἑλληνικὴ σημαία κυματίζῃ ἐπὶ τῆς μαρ-
2170τυρικῆς μεγαλονήσου ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλή-
2171νων, φρουρουμένη ὑπὸ τοῦ ἐθνικοῦ στρατοῦ, ὅταν 50,000 μα-
2172χητῶν, κληθεῖσαι ὑπὸ τὰ ὅπλα, ἀναμένουσι τὸ πρόσταγμα
2173τῆς Πατρίδος καὶ τοῦ Βασιλέως, ὅπως ἀντιμετωπίσωσι θαῤ-
2174ῥαλέοι τὰς περιπετείας καὶ τοὺς κινδύνους τῆς πολεμικῆς δρά-
2175σεως, συνεχίζοντες τὰ τρόπαια τῶν πατέρων αὐτῶν, ὅταν ἡ
2176ἔξοχος ἀληθῶς φιλοπατρία τοῦ μεγάλου ἐκείνου γέροντος,
2177(δεικνύει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν) ὅστις ἐκεῖ ἀταράχως
2178δέχεται τὰ βέλη σας, τοσαύτην ἐπεδείξατο θαυμαστὴν καὶ
2179ἐπίκαιρον πρόνοιαν, ὅπως ἐν μέσῳ τῶν φοβερῶν τοῦ ἔθνους
2180οἰκονομικῶν δυσχερειῶν δύναται νὰ ἐπαρκῇ εἰς τὰς μυρίας
2181καὶ πολλαπλᾶς ἀνάγκας τῆς ἐθνικῆς δράσεως, ἣν ἔκτοτε
2182ἀκριβῶς προέβλεπε, ζητεῖτε ἀκόμη ἐξηγήσεις περὶ τῆς ἐννοίας
2183τοῦ καθήκοντος, καὶ ἀρνεῖσθε τὴν ἐμπιστοσύνην ὑμῶν πρὸς
2184τοιοῦτον Πρωθυπουργόν! (ἐπευφημίαι). Μετὰ τοιαύτην
2185ἐμφανῆ τῶν κυβερνητικῶν ἰδεῶν καὶ ἀποφάσεων ἐκδήλωσιν,
2186μετὰ τοιαύτην ἐπισημοτάτην καὶ κατάφωρον τῆς παρασκευα-
2187ζομένης ἐθνικῆς δράσεως μαρτυρίαν, κυρουμένην ὑπὸ τῆς ὑψη-
2188λῆς καὶ τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ ἔθνους ἐπινεύσεως, ἐπιμένετε
2189ἀκόμη ἀρνούμενοι τὴν ἐμπιστοσύνην ὑμῶν πρὸς τὴν Κυβέρ-
2190νησιν, καὶ ζητεῖτε νὰ διαῤῥήξητε τὴν πατριωτικὴν ἀλληλεγ-
2191γύην, ἣν ἐν στιγμαῖς γενναίας πατριωτικῆς ἐξάρσεως συνω-
2192μολογήσητε πρὸς αὐτήν! (εὖγε! εὖγε!). Ἔστω· ἡ πλειονο-
2193ψηφία, ἀσάλευτος ἐν τῇ πεποιθήσει καὶ τῇ ἐμπιστοσύνῃ αὐτῆς
2194πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ἑτοίμη ν’ ἀντιμετωπίσῃ ὑμᾶς καὶ
2195ἐν τῇ νέᾳ ταύτῃ τοῦ ἀνυπομόνου πατριωτισμοῦ σας ἐκδηλώσει.
2196Γνωρίζω, ὅτι καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ
2197σήμερον ἀκόμη, ἐξηνέχθησαν κατὰ τῆς πλειονοψηφίας ὑπαινιγ-
2198μοὶ καὶ μομφαὶ, ἥκιστα εὐπρεπεῖς διὰ τὴν ἀκλόνητον αὐτῆς
2199ἐπὶ τὸν ἀρχηγὸν πίστιν, ἣν ἄλλοι μὲν εὐαρεστοῦνται νὰ χα-
2200ρακτηρίζωσιν ὡς προσωπολατρείαν, ἄλλοι δὲ ὡς ταπεινῆς
2201κομματικῆς συναλλαγῆς ἐλατήριον, λησμονοῦντες ὅτι διὰ
2202τῶν εὐτελῶν τούτων χαρακτηρισμῶν ὑποτιμῶσι καὶ ἐξευτε-
2203λίζουσι τὸ ἀξίωμα, ὅπερ αὐτοὶ οὗτοι φέρουσιν. Ἀλλ’ οὔτε αἱ
2204ἄδικοι καὶ βαρεῖαι αὗται καθ’ ἡμῶν μομφαί, οὔτε αἱ θερμαὶ
2205καὶ ἐνθουσιώδεις πρὸς τὴν φιλοπατρίαν ἡμῶν ἐπικλήσεις, οὔτε
2206αἱ βίαιαι ῥητορικαὶ ἀποστροφαὶ, αἵτινες τοσάκις μᾶς παρέ-
2207πεμψαν νὰ θραύσωμεν τὰς κεφαλὰς ἡμῶν κατὰ τῶν τοίχων
2208διὰ τὴν ἔνοχον ἡμῶν πρὸς τὰς συμφορὰς τῆς πατρίδος ἀναλ-
2209γησίαν, θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐκτρέψωσιν ἡμᾶς τῆς ὁδοῦ τοῦ κα-
2210θήκοντος, ἣν ὑποδεικνύουσιν ἡμῖν καὶ ἡ καρδία καὶ ἡ συνεί-
2211δησις (Εὖγε! εὖγε!). Ἡμεῖς εἰς οὐδένα τῶν ἐν τῇ Ἀντι-
2212πολιτεύσει ἀξιοτίμων συναδέλφων ἀξιοῦμεν νὰ διδάξωμεν τὸ
2213καθῆκον αὐτοῦ· ἀλλ’ ἂς ἐπιτρέψωσιν ἡμῖν ἐπίσης νὰ διαβε-
2214βαιώσωμεν αὐτοὺς, ὅτι, καὶ ἐὰν ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἑλ-
2215ληνικῆς Βουλῆς εἶχε τυχὸν ἀνάγκην νὰ διδαχθῇ τὸ καθῆ-
2216κον αὐτῆς ἐν μέσῳ ἐθνικῶν περιστάσεων, αἵτινες οὕτως ἀδυσώ-
2217πητον καὶ ἐπιτακτικὸν διαγράφουσιν αὐτὸ, ἡ ἐκλογὴ τοῦ
2218διδασκάλου δὲν θὰ ἦτο δι’ ἡμᾶς δύσκολος μεταξὺ τοῦ ἐπιφα-
2219νοῦς ἡγέτου τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῶν πολυωνύμων ἀρχη-
2220γῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειρο-
2221κροτήματα).
2222§105Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀκριβῶς διότι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς
2223ἡμῶν εὑρίσκεται ὑπὸ τὰ τηλεβόλα τῶν ξένων Δυνάμεων,
2224ἀκριβῶς διότι ὁ στόλος ἡμῶν εὑρίσκεται αἰχμάλωτος τῆς
2225αὐθαιρεσίας τῶν ἰσχυρῶν τῆς σήμερον, ἀκριβῶς διὰ τοὺς λό-
2226γους αὐτοὺς νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος στιγμὴ, ὅπως
2227γείνῃ συζήτησις περὶ κυβερνητικῆς ἀνεπαρκείας. Ὑπῆρξε
2228πραγματικῶς ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ κρημνι-
2229σθῇ ἡ Κυβέρνησις, διότι ἐγκαίρως δὲν προενόησε δι’ ὅσα
2230ὤφειλε, τοὐλάχιστον ἀπὸ τῆς 23 Νοεμβρίου 1896, ὅτε ἐκα-
2231λεῖτο ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ἀκολούθου προτάσεως, ὤφειλε νὰ
2232πράξῃ τοῦτο: «Ἡ Βουλὴ ἀποδοκιμάζει τὴν πολιτείαν τῆς
2233»Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς Κρήτης, καὶ ἀποφαίνεται, ὅτι
2234»αἱ ἐξωτερικαὶ περιστάσεις ἐπιβάλλουσι ταχεῖαν καὶ σύντο-
2235»νον παρασκευὴν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας».
2236Ἀλλὰ τότε καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ φίλοι αὐτῆς οὐδε-
2237μίαν ἔδωκαν προσοχὴν πρὸς ὅσα τοῖς ἐλέγομεν. Ὑπῆρξε καὶ
2238βραδύτερον ἀκόμη ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ λάβῃ
2239ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία τὰ μέτρα αὐτῆς, ὅπως ἀντιμετω-
2240πίσῃ δεόντως τὰς περιστάσεις, ἀλλὰ καὶ τότε δὲν ἐδόθη ἡ
2241προσήκουσα προσοχὴ, καὶ εὑρέθημεν πρὸ τῶν κινδύνων, καὶ
2242ἤδη εὑρισκόμεθα ἐν τῷ κινδύνῳ. Δὲν ὑπῆρξα οὐδ’ ἐπὶ μίαν
2243στιγμὴν ἐνθουσιώδης ὑπὲρ τῶν κυβερνητικῶν μέτρων, ἀλλὰ
2244καὶ ἂν δὲν ὑπῆρξα ἐνθουσιώδης, δὲν πρέπει καὶ νὰ παραγνω-
2245ρίζω τὸ κρίσιμον τῶν περιστάσεων, διότι εἶμαι εἰς πλήρη
2246ἀδυναμίαν νὰ συζητήσω περὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης καὶ
2247ψηφοφορήσω, διότι δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ποῖα μέτρα ἠδύ-
2248νατο ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ, καὶ πρέπει νὰ λάβῃ, καθόσον θὰ
2249σκοντάψω ἀνὰ πᾶσαν πρότασίν μου, ἐκ φόβου μὴ ζημιώσω
2250ἀντὶ νὰ ὠφελήσω τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Διὰ τοῦτο καὶ
2251κατὰ τὴν πρότασιν τὴν ὑποβληθεῖσαν ἐκ τῆς ὑπουργικῆς πτέ-
2252ρυγος τὴν παρελθοῦσαν Τρίτην δὲν συμμετέσχον τῆς ψηφοφορίας.
2253Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ὁ λόγος οὗτος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου δια-
2254τελῶ εἰς πλήρη ἀδυναμίαν καὶ νὰ συζητήσω καὶ νὰ ψηφο-
2255φορήσω κατὰ τὴν παροῦσαν κρισιμωτάτην ἀληθῶς στιγμὴν·
2256εἶναι καὶ ἡ μεγάλη ἀμφιβολία μου, ἵνα μὴ εἴπω ἡ πεποί-
2257θησίς μου ἡ λυπηρὰ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἔχει ἱκανὴν
2258εὐρωστίαν, ἵνα διαδεχθῇ ταχέως καὶ ἐπιτυχῶς τὴν Κυβέρνη-
2259σιν, ὅπως πράξῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀξιοῦμεν νὰ πράξῃ ἡ νῦν
2260Κυβέρνησις. Καὶ ἂν δὲν εἶχον ἄπειρον ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ
2261μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἂν δὲν εἶχον πληρεστάτην
2262πεποίθησιν, ὅτι εἷς μόνος διαρκὴς πόθος πληροῖ τὰς ψυχάς
2263των, ὁ πόθος τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος, ἤθελον παρεξ-
2264ηγηθῆ. Θέλω νὰ παραδεχθῶ, ὅτι πάντες ἀνεξαιρέτως ἐμ-
2265πνέονται ὑπὸ τοῦ πόθου νὰ πράξωσι τὰ ἄριστα, καὶ θέλουσι
2266νὰ συναγωνισθῶσιν ἐν τῷ καθήκοντι· ἀλλ’ ὑπάρχει ὁ ἀπαι-
2267τούμενος χρόνος πρὸς κυβερνητικὴν μεταβολήν; Ἔχω δισταγ-
2268μούς.
2269Διὰ τοὺς δύο τούτους λόγους, κύριοι Βουλευταὶ, μολονότι
2270εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος τῆς ἀρνήσεως ψήφου, ἀναγκάζομαι
2271νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ μετάσχω εἰς τὴν συζήτησιν
2272καὶ ψηφοφορίαν ταύτην, ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας γιγνομένην.
2273§106ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω
2274τὸν λόγον, διότι οἱ λόγοι τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς
2275καὶ παλαιοῦ μου φίλου μὲ ἐπλήγωσαν σήμερον. Σᾶς εἶπον
2276καὶ ἄλλοτε (στρέφεται πρὸς τὴν ἀριστερὰν) ὁμιλῶν ἀπὸ
2277τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δὲν ἔχετε τὸ μονοπώλιον τοῦ πα-
2278τριωτισμοῦ. Εἴμεθα ἐπίσης πατριῶται, ὡς ὑμεῖς, σᾶς λέγω
2279δὲ, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν Κυβέρνησιν,
2280διότι ἐν τῷ παρόντι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ
2281σχηματίσῃ Κυβέρνησιν καὶ ἀντιμετωπίσῃ τὰς περιστάσεις.
2282Ἡ ὑποστήριξις τῆς Κυβερνήσεως σήμερον εἶναι πρᾶξις πα-
2283τριωτικὴ, καὶ πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ. Ἡ παροῦσα Κυβέρ-
2284νησις ἐπετέλεσε καὶ θὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκον αὑτῆς· ἐκτὸς
2285τούτου, μὴ λησμονεῖτε, ὅτι τὴν πρωτοβουλίαν ἐν τῷ ἐθνικῷ
2286καὶ πατριωτικῷ ἡμῶν ζητήματι ἀνέλαβεν ἡ Α. Μ. ὁ Βα-
2287σιλεύς. Εἶναι δὲ ἀναμφισβήτητον, ὅτι Βασιλεὺς καὶ Κυβέρ-
2288νησις εἶναι ἐντελῶς σύμφωνοι ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Προσο-
2289χὴ, Κύριοι! διότι ἔχομεν μέχρι τοῦδε ἀπέναντι ἡμῶν τὴν
2290ἐπίσημον Εὐρώπην συνησπισμένην, ὅπως ὑπερασπισθῇ τὰ κυ-
2291ριαρχικὰ δικαιώματα ἐπὶ τῆς Κρήτης τοῦ ὡς πρὸς τὸν χρι-
2292στιανισμὸν ἐκτελεστοῦ τῶν ὑψηλῶν ἔργων ἢ θελήσεων τοῦ
2293Μωάμεθ. Διὸ πρέπει νὰ ἤμεθα ἐντελῶς σύμφωνοι, δὲν πρέπει
2294δὲ νὰ ὑπάρχῃ σήμερον Συμπολίτευσις καὶ Ἀντιπολίτευσις,
2295πρέπει σύμπασα ἡ Ἑλλὰς ὁμοθύμως νὰ ἀντιταχθῇ ἀπέναντι
2296τῆς Εὐρώπης. Οὗτος δὲ θὰ ἦναι ὁ μόνος τρόπος, διὰ νὰ γείνῃ
2297σεβαστὴ καὶ δυνηθῇ νὰ διασπάσῃ τὴν ὁμοφωνίαν αὐτῆς,
2298κατορθοῦσα τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος.
2299Εἷς τῶν παρακαθημένων ἐνταῦθα ἐκ τῶν διακεκριμένων
2300μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πρὸς τὸν ὁποῖον οὐδένα ἔχω λόγον
2301ἰδιαιτέρας συμπαθείας, ἀλλὰ τὸν ὁποῖον πολὺ ἐκτιμῶ καὶ
2302ὑπολήπτομαι, ἐν προχθεσινῇ μετ’ ἐμοῦ συνδιαλέξει κατέκρινε
2303πρᾶξίν τινα, περὶ ἧς ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ποιήσωμαι μνείαν·
2304ἐν τούτοις ὁ Κύριος οὗτος, ὅστις ἔδωκεν εἰς ἐμὲ συμβουλὰς ἐν
2305τῷ πνεύματι τούτῳ, προέβη εἰς ἄλλην πρᾶξιν, ἴσως πλέον
2306ἀνώμαλον τῆς ἰδικῆς μου... Λοιπὸν σᾶς λέγω, Κύριοι, ἀποτει-
2307νόμενος πρὸς ὑμᾶς (τῆς ἀριστερᾶς)...
2308§107ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἶναι;
2309§108ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μὴ τὸν ὀνομάσω, ἀλλ’
2310ἀφοῦ ἐπιμένετε, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὸ πράξω. Εἶναι ὁ ἐκ
2311Μεσολογγίου ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Δεληγεώργης... Λοι-
2312πὸν ἐπαναλαμβάνω (ἀναγκαζόμενος νὰ ἐπαναλάβω, ἀφοῦ μὲ
2313διακόπτετε), ὅτι πρέπει νὰ πάρετε τὴν ἀπόφασίν σας (ἰλα-
2314ρότης), καὶ νὰ ὑποστηρίξητε εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις
2315τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος μας, ἥτις θὰ πράξῃ τὸ καθῆ-
2316κόν της,—σᾶς τὸ ὑπόσχομαι ἐγώ. Σᾶς εἶπον καὶ προχθὲς, ὅτι,
2317ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διακρίνῃ, ὅτι δὲν δύναται
2318ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὰς περιστάσεις, βεβαίως θέλει παραιτηθῆ.
2319Λοιπὸν ἐστὲ πατριῶται. Ὑποστηρίξατε τὴν Κυβέρνησιν, καὶ
2320ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι θὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν της. (Εὖγε! εὖγε!
2321ἐκ τῆς δεξιᾶς).
2322§109Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπαντῶν εἰς τὸν ἔντιμον προλα-
2323λήσαντα, θέλω λάβει τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐξηγήσω καὶ τὴν ψῆ-
2324φον, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ δώσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς
2325ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
2326σεως.
2327Πρὸ τριῶν ἡμερῶν συνήντησα καθ’ ὁδὸν τὸν ἔντιμον προ-
2328λαλήσαντα καὶ συνωμίλησα ὑπὸ τὸ κράτος τῆς διαδόσεως,
2329ὅτι μερίς τις τῆς Συμπολιτεύσεως, καὶ ὡρισμένως 17 Βουλευ-
2330ταὶ αὐτῆς, φοβούμενοι ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ὑποχωρήσῃ, ἀπο-
2331δεχομένη τὴν προταθεῖσαν λύσιν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος
2332διὰ τῆς αὐτονομίας τῆς Κρήτης, ἠθέλησαν νὰ ἐνισχύσωσι
2333τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπι-
2334μονῆς, εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἑνώσεως. Ἐλέχθη, ὡς γινώσκετε, ὅτι
2335οὗτοι, συνελθόντες καὶ συντάξαντες πρακτικὸν, μετέβησαν ὅπως
2336παρακαλέσωσιν αὐτὸν νὰ δεχθῇ τὴν γνώμην των, ἀπειλοῦν-
2337τες ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει αὕτη δὲν ἤθελε γείνῃ δεκτὴ, ἤθελον
2338παύσει ὑποστηρίζοντες τὴν Κυβέρνησιν. Ὁμιλῶν ἐπ’ αὐτῶν
2339τῶν διαδόσεων μετὰ τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος, παρετή-
2340ρησα αὐτῷ, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ πιστευθῇ καὶ διαδοθῇ, ὅτι
2341ἡ Κυβέρνησις, καὶ δὴ ἡ σημερινὴ, ἡ ἀντιπροσωπεύουσα τὴν
2342πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἀπόφασιν ἔχει ἢ δεικνύει τάσεις,
2343ὅπως ὑποχωρήσῃ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἑνώσεως, διότι ἡ ὑπο-
2344χώρησις τῆς Κυβερνήσεως ἤθελεν εἶσθαι ζημία τοῦ Κρητικοῦ
2345ζητήματος, διότι ἤθελεν ἐνθαῤῥύνει τὰς Κυβερνήσεις, αἵτινες
2346ἀγωνίζονται νὰ ἐπιβάλωσι τὴν αὐτονομίαν καὶ εἰς τὴν Ἑλ-
2347λάδα, ὅπως μετέλθωσι περισσότερα πρὸς τοῦτο μέσα καὶ ἐπι-
2348μονώτερον, παρὰ ἂν ἔβλεπον ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, καὶ Κυβέρ-
2349νησιν καὶ Ἀντιπολίτευσιν ὑποστηριζούσας ὁμοθύμως τὴν αὐ-
2350τὴν πολιτικήν. Παρετήρησα εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι συμ-
2351φέρον εἶχον, καὶ ἂν ᾐσθάνοντο τὴν ἀνάγκην νὰ ἐνισχύσωσι τὴν
2352Κυβέρνησιν, νὰ μὴ πράξωσι τοιοῦτόν τι, οὕτως ὥστε νὰ πι-
2353στευθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ ὑποχωρήσῃ. Τοῦτο δὲ ἔλε-
2354γον, οὐχὶ ἵνα τοὺς ἀποτρέψω ἀπὸ τοῦ νὰ ἐνισχύσωσι τὴν Κυ-
2355βέρνησιν, ἀλλ’ ἵνα τὴν ἐνισχύσωσι κατὰ τρόπον μὴ καταγ-
2356γέλλοντα τὴν Κυβέρνησιν ὡς θέλουσαν νὰ ὑποχωρήσῃ.
2357Τοῦτο ὑπεστήριξα οὐ μόνον πρὸς τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα
2358τῆς Συμπολιτεύσεως, ἀλλὰ καὶ ἐν συνεδριάσει τῶν Βουλευ-
2359τῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀποτέλεσμα τῆς ὁποίας ὑπῆρξεν
2360ἡ γνωστὴ δήλωσις, ἡ δημοσιευθεῖσα ἐν ταῖς ἐφημερίσιν. Ἐν
2361τῇ συνεδριάσει ἐκείνῃ ὑπέθετον ὅτι οὐδεὶς ὑπῆρχεν ἐκ τῶν
2362ὑπογραψάντων, ὅστις ἐπίστευσεν ἢ ὑπεστήριξεν ὅτι εἶναι δυ-
2363νατὸν ἡ Κυβέρνησις ἀνειλικρινῶς νὰ διαχειρίζηται τὸ ζήτη-
2364μα. Ὅλοι ὑπήρξαμεν σύμφωνοι, ὅτι ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν
2365ἀπεδέχθη ἡ Κυβέρνησις τῇ ἐπιδοκιμασίᾳ καὶ τῆς Βουλῆς καὶ
2366τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ Βασιλέως, ἡ πολιτικὴ ἡ ἐθνικὴ, τὴν
2367ὁποίαν ἀπεδέχθη ὅλον τὸ ἔθνος, εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ. Δισταγμοὶ
2368ἐγεννήθησαν περὶ τῆς δραστηριότητος, περὶ τῆς σπουδῆς, περὶ
2369τῆς θερμότητος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ παρασκευῇ πρὸς διεξ-
2370αγωγὴν τοῦ ζητήματος καὶ ἀντιμετώπισιν ὅλων τῶν περι-
2371στάσεων, τὰς ὁποίας τὸ ζήτημα ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ. Καὶ
2372περὶ μὲν τῆς παραμελήσεως τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ πολλῶν
2373ἀναγκῶν καὶ μέτρων πολλάκις ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ
2374καὶ πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν τελευταίων ἡμερῶν. Ὀφείλω ὅμως
2375νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δύο γεγονότα, λαβόντα χώραν κατὰ τὰς
2376ἡμέρας αὐτὰς, συνετέλεσαν, ὅπως οὐ μόνον ἐν τῇ Ἀντιπολι-
2377τεύσει, οὐ μόνον ἐν τῷ τόπῳ, ἀλλὰ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Συμπο-
2378λιτεύσει διεγείρωσι φόβους περὶ μὴ ἐπαρκοῦς ἐνεργείας τῆς
2379Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἐθνικῇ πολιτικῇ, τὴν ὁποίαν φαίνεται
2380ὅτι προείλετο. Μολονότι εἶναι δύσκολον νὰ εἰσέλθῃ τις εἰς
2381συζήτησιν περὶ τῶν παραλείψεων, αἱ ὁποῖαι συνετέλεσαν νὰ
2382μορφωθῇ ἡ γνώμη αὕτη καὶ ὁ ἐνδοιασμὸς, οὐχ ἧττον ὑπάρ-
2383χουσί τινα γεγονότα, τὰ ὁποῖα πολὺ ἐπηρέασαν εἰς μόρφωσιν
2384αὐτῆς. Δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸ ἀληθὲς ἢ μὴ τῶν
2385διαδοθέντων περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ οὐ-
2386δεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν διάδοσιν, διότι καὶ ἐδημοσιεύθη
2387εἰς ἐφημερίδας, ὅτι δηλαδὴ οὗτος ὑπέβαλε τὴν παραίτησιν
2388αὐτοῦ, καὶ ἄλλος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔμελλε νὰ
2389τὸν διαδεχθῇ. Ὅτι ἡ μεταβολὴ αὕτη εἶχεν ἀφορμὴν, διότι
2390ἐγένετο μετὰ σύγκρουσιν, περὶ τῆς ὁποίας δὲν δύναμαι νὰ φέρω
2391τὸν λόγον, καὶ ὅτι ἐσχετίζετο μὲ τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουρ-
2392γείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἠκούσατε βεβαίως. Οὐδὲν ἐκ τού-
2393των γνωρίζομεν ἐπισήμως, ἀλλ’ ὁμιλῶ περὶ τῶν ἐντυπώσεων,
2394αἵτινες διηγέρθησαν μεταξὺ πολλῶν ἐκ τῶν διαδόσεων αὐτῶν,
2395καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος, ὅπως δικαιολογήσω τὴν ἰδέαν, ἣν
2396ἐμόρφωσα, νὰ ἀναφέρω αὐτὸ τὸ γεγονὸς ὡς ἓν τῶν σπουδαιο-
2397τέρων, διότι οὐδὲν Ὑπουργεῖον ἔχει εἰς χεῖράς του τὰς τύχας
2398τοῦ ζητήματος, ὅσον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐνῷ
2399αὐτὰ διεδίδοντο καὶ ἦσαν ἀντικείμενον τῶν ἰδιαιτέρων συζη-
2400τήσεων, οἱ 17 Βουλευταὶ καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι, φαίνεται, ἄφη-
2401σαν ἐκείνους νὰ προηγηθῶσι, συνῆλθον καὶ συνέταξαν πρωτό-
2402κολλον, τὸ ὁποῖον ἐδημοσίευσαν, καὶ ἐποιήσαντο διαβήματα
2403παρὰ τῷ κ. Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως, τῷ ἀρχηγῷ τῆς πλειο-
2404ψηφίας, συνιστῶντες αὐτῷ δραστηριωτέραν πολιτικὴν, ἀντα-
2405ξίαν τοῦ ἀγῶνος, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀναλάβει.
2406Τὰ δύο ταῦτα γεγονότα δὲν ἦτο δυνατὸν, προκειμένου περὶ
2407τοιούτων ζητημάτων, νὰ μὴ ἐμβάλωσι καὶ ἡμᾶς εἰς σκέψεις.
2408Ἀλλ’ ἐν ᾧ ταῦτα συνέβαινον καὶ τοιαῦται ἐντυπώσεις ἐμορ-
2409φοῦντο ἐν τῷ κοινῷ καὶ μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν, ἡ Βουλὴ
2410δὲν συνεδρίαζεν. Ἡ παῦσις τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς δὲν δύναται
2411νὰ θεωρηθῇ σύνηθές τι, οὔτε δικαιολογεῖται ἐκ τοῦ ὅτι οἱ
2412Ὑπουργοὶ ἀπησχολοῦντο μὲ τὴν διεξαγωγὴν ἄλλων σοβα-
2413ρωτέρων ὑποθέσεων, μὴ ἐπιτρεπουσῶν νὰ παρευρίσκωνται ἐν
2414τῇ Βουλῇ· διότι τὸ ἴδιον ζήτημα, αἱ ἴδιαι ἀνάγκαι καὶ ὁ
2415κίνδυνος καὶ πρὸ τῆς διακοπῆς περιεστοίχουν τοὺς Ὑπουρ-
2416γοὺς, καὶ ὅμως προσήρχοντο εἰς τὴν Βουλὴν καὶ συνειργά-
2417ζοντο μετ’ αὐτῆς, καὶ θὰ εἰργάζοντο ἴσως καὶ μέχρι τῆς
2418πρωΐας, ἐὰν ἡ Βουλὴ τὸ ἐπεθύμει. Διατὶ κατὰ τὰς πρώτας
2419ἡμέρας, καθ’ ἃς ὑπῆρχε καὶ ὁ πρῶτος κίνδυνος, ἐπέμενον οἱ
2420κ. Ὑπουργοὶ νὰ προσέρχωνται, δὲν προσήρχοντο δὲ ὅτε ἐγεν-
2421νήθησαν οἱ δισταγμοὶ, ὑπῆρχον δὲ καὶ ἐκκρεμεῖς ἀπαντήσεις,
2422ἃς ἔπρεπε νὰ φέρωσιν εἰς τὴν Βουλήν; Ὅλα ταῦτα ἦτο λίαν
2423φυσικὸν νὰ γεννήσωσιν εἴς τινας σπουδαιοτέρους φόβους περὶ
2424τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους ἠπείλει ἡ ἔλλειψις δραστηριωτέ-
2425ρας ἐνεργείας ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν θέλω πολλὰ
2426ἄλλα νὰ ἀναφέρω, ἀποδεικνύοντα ὅτι δὲν γίνεται πραγμα-
2427τικὴ καὶ μετὰ τῆς προσηκούσης ταχύτητος ἡ παρασκευὴ
2428στρατιωτικῶς τῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους. Ἡ ἀμέλεια αὕτη
2429εἶναι ἐπικίνδυνος. Διότι ναὶ μὲν μέχρι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἡ
2430Εὐρώπη παρεμβαίνουσα ἀνέστελλε τὴν Τουρκίαν, ὅπως μετέλ-
2431θῃ καθ’ ἡμῶν βίαια μέτρα, οὐδεμίαν ὅμως βεβαιότητα ἔχο-
2432μεν, ὅτι αὔριον ἡ Εὐρώπη, μὴ θέλουσα νὰ μετέλθῃ βίαν, δὲν
2433θὰ εἴπῃ τῇ Ἑλλάδι: «ἀφοῦ δὲν πείθεσαι εἰς αὐτὰ, τὰ ὁποῖα
2434συμβουλεύω, οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχω νὰ σὲ ἀφήσω μετὰ τῆς
2435ὁμόρου Δυνάμεως νὰ διαλύσῃς μόνη τοὺς λογαριασμούς σου».
2436Ἰδοὺ ὅτι θὰ εὑρεθῶμεν αἴφνης τότε εἰς τὴν ἀνάγκην, ἢ νὰ
2437ὑποστῶμεν ἡμεῖς ἢ νὰ ἐπιχειρήσωμεν τὴν ἐπίθεσιν. Κύριος δὲ
2438οἶδεν, ἂν καὶ αὐτὴ ἡ παρέμβασις τῶν Κυβερνήσεων τῶν Με-
2439γάλων Κρατῶν, ὅπως παρατείνεται ὁ περὶ Κρήτης ἀγών,
2440δὲν χρησιμεύῃ κυρίως, ὅπως δίδωται καιρὸς νὰ παρασκευάζη-
2441ται τελείως καθ’ ἡμῶν ἡ Τουρκία. Διὰ τοῦτο πρὸς πᾶν ἐν-
2442δεχόμενον πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ ἤμεθα ἕτοιμοι. Δὲν ἐννοῶ
2443προετοιμασίαν ἀνωτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐπιτρέπει ὁ
2444Χρόνος, ὁ ὁποῖος μᾶς δίδεται. Ἀλλ’ αὐτὰς τὰς δυνάμεις,
2445τὰς ὁποίας ἔχομεν καὶ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, πρέπει νὰ δυνά-
2446μεθα νὰ τὰς χρησιμοποιήσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ἐπωφελέστε-
2447ρον, παρασκευάζοντες ὅσον τὸ δυνατὸν πληρέστερον. Ἀπαι-
2448τεῖται μεγάλη δραστηριότης καὶ ἐργασία πρὸς τοῦτο. Πρὸ
2449χρόνων οὐδεμία γίνεται πολεμικὴ ἐργασία καὶ παρασκευή.
2450Διότι οὐδὲν ἔχομεν λειτουργοῦν κανονικῶς. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν
2451Στρατιωτικῶν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν δύνανται,
2452πιέζοντες τὸ ἠλεκτρικὸν κομβίον ἀπὸ τοῦ γραφείου των, νὰ
2453κινῶσι στόλους καὶ στρατούς. Πρέπει τὰ πάντα ἤδη νὰ
2454ἐξευρεθῶσι καὶ πλασθῶσιν· ὁ μηχανισμὸς ὁ στρατιωτικὸς καὶ
2455ὁ ναυτικὸς εἶναι ἐσκωριασμένος· ἂν ζητήσητε νὰ μάθητε, ἂν
2456ὑπάρχει ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία, θὰ μάθητε ὅτι δὲν ὑπάρχει.
2457§110Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
2458Πῶς τὸ γνωρίζετε; Λέγετε ἀόριστα πράγματα καὶ ἐπιζή-
2459μια. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ὑπάρχει ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία εἰς τὰ
2460σώματα καὶ παντοῦ.
2461§111ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ ἐπαινῶ τὴν δραστηριότητα τοῦ
2462κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν· ὁμολογῶ ὅτι ἀνέπτυξε, καίτοι
2463μὴ ναυτικός, οὐ μικρὰν ἱκανότητα, ἀλλ’ ὑπάρχει ἐπιτελεῖόν
2464τι τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, παρασκευάζον καὶ διευθύνον τὰ
2465ναυτικὰ ἡμῶν πράγματα; Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν
2466σήμερον οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ δυνάμενος νὰ βοηθήσῃ τὸν Ὑπουρ-
2467γὸν τῶν Ναυτικῶν εἰς τὸ ἔργον τῆς ναυτικῆς παρασκευῆς.
2468Οἱ ἀρχηγοὶ τῶν σωμάτων σήμερον εἶναι προσωρινοί, καὶ ἐν
2469ὥρᾳ πολέμου ἄλλοι θὰ ἦναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ὁδηγήσωσι
2470τὸν στρατόν. Δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ κατὰ
2471τοῦ ἐχθροῦ σπουδαιότερον πλεονέκτημα ἢ τοῦτο, ὅπως δηλο-
2472νότι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐν καιρῷ εἰρήνης τὴν διοίκησιν
2473ἑνὸς σώματος, μιᾶς μονάδος, αὐτὸς νὰ ἦναι ὁ μέλλων νὰ ὁδη-
2474γήσῃ αὐτὴν ἐν ὥρᾳ πολέμου καὶ ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ. Οὐδὲν
2475τοιοῦτον ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν. Ἀλλὰ τίποτε δὲν ἔχει γείνῃ
2476καὶ διὰ τοὺς ἵππους· οὗτοι ἀκόμη δὲν ἔφθασαν, ἀλλὰ μόνον
2477ἓν μέρος. Τὰ αὐτὰ συμβαίνουν καὶ διὰ τὰ ἄλλα ὑλικά.
2478Ἐγὼ ἐξέθεσα ταῦτα, καίτοι γνωρίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ
2479λέγωνται δημοσίᾳ, διότι ἐνόμισα ὅτι μεγαλειτέραν βλάβην
2480καὶ ζημίαν φέρει ἡ ἀποσιώπησις τῶν κακῶν. Οὐδὲν φοβοῦμαι,
2481ἀποκαλύπτων αὐτά, διότι τὰ καθ’ ἡμᾶς γνωρίζουσι καὶ οἱ
2482γείτονες καὶ γινώσκουσι καλλίτερον ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖνα, τὰ
2483ὁποῖα εἶναι κακὰ καὶ ἀποκαλύπτομεν, εἶναι τουλάχιστον
2484ἐλπὶς ὅτι θὰ θεραπευθῶσι, καὶ ἡ ἀποκάλυψις αὐτῶν ὠφελεῖ
2485βεβαίως.
2486Αὐτὰ ἔχοντες ἐν τῷ νῷ, αὐτὰ φοβούμενοι οἱ ἐν τῇ Ἀντι-
2487πολιτεύσει, ἐξεδηλώσαμεν τὴν ἀνησυχίαν καὶ τοὺς φόβους
2488ἡμῶν.
2489§112ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πρός τίνα;
2490§113ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἦτο παροῦσα, ἠθέλο-
2491μεν τὰ καταγγείλει ἀπὸ τοῦ βήματος.
2492§114ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἴχετε τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.
2493§115ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τὴν πρώ-
2494την πράγματι ἡμέραν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του, ἐκάλεσε
2495δὶς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἐπὶ δύο ἡμέρας δὲν ἔπραξε τοῦτο. Ἀλλὰ
2496καὶ ἂν τὸ ἔπραττεν, ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ προσήρχετο εἰς
2497τὴν Βουλήν, καὶ ἡ συνεδρίασις θὰ ἐματαιοῦτο. Ἐγὼ νομίζω,
2498ὅτι οἱ Βουλευταὶ ἠδύναντο τοὺς λόγους τούτους νὰ ἐκθέσωσι
2499καὶ πρὸς τὸν Βασιλέα. Νομίζω ὅτι, ὡς πᾶς Βουλευτής, οὕτω
2500καὶ μερὶς Βουλευτῶν, ὅταν δὲν συνεδριάζῃ ἡ Βουλή, ἢ ὅταν
2501συνεδριάζῃ καὶ πρόκειται περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν δύ-
2502νανται νὰ λεχθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ, δύναται νὰ μεταβῇ παρὰ
2503τῷ Βασιλεῖ καὶ τὰ ἐκθέσῃ. Δὲν βλέπω λοιπὸν ποίαν παρα-
2504βίασιν τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν ἐθίμων ἔπραξεν ἡ ὁμάς, κύ-
2505ριε Πετσάλη, ὥστε νὰ μὴ δύνασθε, ἐὰν θέλετε, νὰ μεταβῆτε
2506παρὰ τῷ Βασιλεῖ καὶ ἐκθέσητε αὐτῷ τὰς γνώμας σας.
2507§116ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
2508§117ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐξ αὐτῆς τῆς πράξεως,
2509εἰς τὴν ὁποίαν προέβη μία μερὶς τῆς Βουλῆς, δὲν δύναταί τις
2510νὰ ἐξαγάγῃ συμπεράσματα. Δὲν ἀξιῶ δὲ νὰ κάμω λόγον περὶ
2511τοῦ σκοποῦ δῆθεν, ὁ ὁποῖος ἀπεδόθη· ἐνόησα μόνον νὰ δικαιο-
2512λογήσω τὴν πρᾶξιν ἐκείνην, δικαιολογῶν συγχρόνως καὶ τὴν
2513ψῆφον, τὴν ὁποίαν θέλω δώσει μετ’ ὀλίγον. Ἔπραξα δὲ ὅ,τι
2514πᾶς Βουλευτὴς ἔχει δικαίωμα νὰ πράξῃ, ὅπως δικαιολογήσῃ
2515τὴν ψῆφόν του, μολονότι οὔτε ὅταν προχθὲς ὑπέγραψα, οὔτε
2516σήμερον, ὅταν θὰ δώσω ψῆφον μέλαιναν, νομίζω ὅτι βλάπτω
2517τὸν τόπον. Σήμερον τὸ ζήτημα θὰ μείνῃ ὅπως ἦτο καὶ πρίν.
2518Σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νομίζει, ὅτι πρέπει
2519νὰ πιστοποιήσῃ, ὅτι τοὺς ἰδίους φίλους τῆς πολιτικῆς του,
2520τοὺς ὁποίους εἶχε προχθές, τοὺς κρατεῖ ἀκόμη. Καθ’ ὅσον
2521ἀφορᾷ ἡμᾶς, ἡμεῖς κατὰ τὴν προηγουμένην ψηφοφορίαν περὶ
2522ἐμπιστοσύνης ἐπροτιμήσαμεν νὰ μὴ δώσωμεν ψῆφον, καίτοι
2523ὑπῆρχον πολλὰ τὰ μὴ ἐμπνέοντα εἰς ἡμᾶς ἐμπιστοσύνην πρὸς
2524τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ μετὰ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔκτοτε
2525ἔλαβον χώραν, νομίζω ὅτι προσετέθη στοιχεῖόν τι, τὸ ὁποῖον
2526μᾶς ἀνησυχεῖ περισσότερον, καὶ δὲν ἠμπορεῖ ἡ ψῆφος, τὴν
2527ὁποίαν θὰ δώσωμεν, νὰ ἦναι παρὰ ψῆφος μὴ ἐμπιστοσύνης.
2528§118ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι ἀκριβῶς ἐξέθεσε τὰ γεγο-
2529νότα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Ἐγὼ προκληθεὶς παρὰ
2530τοῦ κ. Ράλλη, καὶ διὰ νὰ μὴ μείνῃ οὐδεὶς δισταγμὸς, ὅτι
2531ἔλεγον τὴν ἀλήθειαν, ἠναγκάσθην νὰ ὁμιλήσω. Ἀφοῦ ὅμως
2532εἶδον ὅτι ἐδόθη ὅλως διάφορος ἔννοια, ἠκολούθησα κατόπιν
2533ἄλλην ὁδόν.
2534§119ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐγνώρι-
2535σεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι διέταξε τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἑλ-
2536λάδος, ἵνα εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀγρίου δράματος, τοῦ διαδρα-
2537ματισθέντος ἐνώπιον τῶν Χανίων, ἀνακοινώσωσιν εἰς τὰς Κυ-
2538βερνήσεις, παρ’ αἷς εἶναι διαπεπιστευμένοι, τὴν θλῖψιν τῆς
2539Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι μικρά. Νομίζω
2540ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ὤφειλε νὰ περιορισθῇ
2541ἐκεῖ. Ὤφειλε νὰ προσθέσῃ, ὅτι ἡ μικρὰ Ἑλλὰς ἀνέλαβε μέγα
2542ἔργον, καὶ ὅταν Κράτη μικρὰ ἀναλαμβάνωσι τοιοῦτον ἔργον,
2543εἶναι πρόθυμα ἵνα τὰ πάντα ὑποστῶσιν, ὅπως τὸ ἔργον αὐτὸ
2544ἐπιτύχῃ, διότι ἄλλως οὐδεμίαν δικαιολογίαν ἔχουσι μικρὰ
2545Κράτη, ἀναλαμβάνοντα τὴν ἐπιτέλεσιν μεγάλων ἔργων.
2546Καθ’ ἣν στιγμὴν ἐστείλατε τὸν στόλον εἰς Κρήτην, καὶ
2547διετάξατε τὸν στρατὸν ν’ ἀποβιβασθῇ, καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ
2548Βασιλέως ἐλάβετε κατοχὴν τῆς Κρήτης, ἔπρεπε ν’ ἀναλογι-
2549σθῆτε, πλέον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι μικρὰ, ἀλλ’ εἶναι με-
2550γάλη, διότι μέγα ἔργον ἀνελάμβανεν. Ἔπρεπε ν’ ἀναλογι-
2551σθῆτε, ὅτι τὰ μεγάλα αὐτὰ ἔργα διὰ τῶν συνήθων μέσων δὲν
2552κατορθοῦνται, ὅτι δὲ μικρὸν Κράτος, τὸ ὁποῖον ἐτόλμησε νὰ
2553ἀντιπαραταχθῇ οὐ μόνον πρὸς τὴν Τουρκίαν, ἀλλὰ καὶ πρὸς
2554ὅλην τὴν Εὐρώπην ν’ ἀντισταθῇ, κατὰ μυρίων δυσχερειῶν
2555ἔχει νὰ παλαίσῃ, καὶ ὅτι, ὅπως ταύτας ἀντιμετωπίσῃ, τρέ-
2556χει κίνδυνον πλήρους καταστροφῆς. Τολμηρὰ ἡ πολιτικὴ
2557ὑμῶν, ἀλλ’ ἐπράξατε ὅ,τι καθῆκον εἴχετε νὰ πράξητε πρὸς
2558ἐξυπηρέτησιν τῆς πολιτικῆς ταύτης. Βεβαίως τὸ στόμα ἡμῶν
2559φράττει τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον· βεβαίως δὲν δυνάμεθα
2560νὰ εἴπωμεν ὅ,τι βλέπομεν, ὅ,τι πάντες ἀντιλαμβανόμεθα.
2561§120Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Νὰ τὸ
2562εἴπητε.
2563§121ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν τὸ εἶπον καὶ δὲν θὰ τὸ εἴπω, ἀλλὰ
2564σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν τὸ ἀντιλαμβανόμεθα μόνοι ἡμεῖς, οἱ εἰς
2565τὴν πτέρυγα ταύτην καθήμενοι, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν
2566ἐκεῖθεν καθημένων, καὶ τοῦτο γινώσκετε κάλλιστα. Εἶναι ὅμως
2567τινὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν ἀντίληψιν ὅλων ὑποπί-
2568πτουν· εἶναι γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῶν ἀναγνωσθέντων σήμε-
2569ρον παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἐγγράφων προκύ-
2570πτουσι. Τί ἀνεκοινώσατε, παρακαλῶ, εἰς τὴν Βουλὴν, κύριε
2571Ὑπουργέ; Εἴπετε ὅτι εἰς τὰς Δυνάμεις ἀπηντήσατε ἀρνητικῶς
2572εἰς ἕνα τῶν ὅρων, τῶν παρὰ τῶν ναυάρχων τῶν ξένων στό-
2573λων ἐπιβληθέντων, εἰς τὸν ὅρον περὶ μὴ ἐνεργείας τοῦ στόλου
2574ἐν περιπτώσει μεταφορᾶς τουρκικοῦ στρατοῦ· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα
2575τί μᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ραζέλος; Ὅτι ἰδίοις ὄμμασιν
2576εἶδε μεταφερόμενον στρατὸν παρὰ πλοίων τουρκικῶν! καὶ
2577μ’ ὅλα ταῦτα οὐδὲν ὁ στόλος ἡμῶν ἔπραξεν, ὅπως ἐμποδίσῃ
2578τὴν μεταφορὰν τούτου καὶ ἐκτελέσῃ τὰς διαταγὰς, ἃς συμ-
2579φώνως πρὸς τὰς δηλώσεις ὑμῶν βεβαίως ἐδώσατε. Καὶ τί ἕτε-
2580ρον προκύπτει ἐκ τῶν ἀνακοινώσεων ὑμῶν, κύριε Ὑπουργέ;
2581Ὅτι, ἐνῷ ἐδηλώσατε ὅτι δὲν θέλετε ἐπιτρέψει ἐνέργειαν ἐκ
2582μέρους τοῦ τουρκικοῦ στόλου, προκύπτει ἀπεναντίας ἐκ τῆς ἐκθέ-
2583σεως τοῦ μοιράρχου, ὅτι ὁ τουρκικὸς στόλος ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ
2584Ἑλληνικοῦ στόλου ἔλαβεν ἐνεργὸν μέρος εἰς τὴν κατὰ τῶν
2585Χριστιανῶν ἐπίθεσιν. Ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπυροβόλουν τὰ
2586ξένα πλοῖα, ἐπυροβόλουν καὶ τὰ τουρκικὰ πλοῖα κατὰ τῶν
2587Χριστιανῶν, τῶν μετὰ τὴν κατάληψιν τῆς Κρήτης ὑπὸ τοῦ
2588Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ὑπηκόων τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως.
2589Διατὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην τῆς ἐπιθέσεως τῶν τουρκι-
2590κῶν πλοίων τὰ Ἑλληνικὰ πλοῖα δὲν ἐπυροβόλησαν κατὰ
2591τῶν τουρκικῶν; Ἀπαντήσατε, ἐὰν δύνασθε, εἰς ταῦτα· δικαιο-
2592λογήσατε, ἐὰν δύνασθε, τὴν ἀδράνειαν τοῦ στόλου ἡμῶν. Ὁ
2593στόλος ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσῃ.
2594Ἰδοὺ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ συντελέσητε. Ἐὰν
2595συνέπεια τῶν ἔργων τούτων θὰ ἦτο ἡ καταστροφὴ τῶν πλοίων
2596τῶν Ἑλληνικῶν, ἐκ τῆς καταστροφῆς ἐκείνης ἤθελε βεβαίως
2597ἐπέλθει ἡ ἕνωσις τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἢ μᾶλλον
2598ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἑνώσεως, διότι ἡ ἕνωσις συνετελέσθη διὰ
2599τῆς κατοχῆς ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, διὰ τῆς προ-
2600κηρύξεως τοῦ Βασιλέως. Ὅταν συνδυάζωμεν τὴν στάσιν ὑμῶν
2601ταύτην πρὸς τὴν πορείαν τὴν ἄλλην ὑμῶν, πρὸς τὸ ἀναπο-
2602φάσιστον τῶν μέτρων, τῶν παρ’ ὑμῶν ληφθέντων· ὅταν βλέ-
2603πωμεν ὅτι ἡμέραν τινὰ στέλλεται ὁ στόλος, ὅτι πολλαὶ πα-
2604ρέρχονται ἡμέραι πρὶν σταλῇ ὁ τορπιλλικὸς στόλος, ὅτι ἡμέ-
2605ραι πάλιν παρέρχονται πρὶν ἢ σταλῇ ὁ στρατὸς, ὅτι ἀποτέ-
2606λεσμα τῆς βραδύτητος καὶ τῆς ἀναβολῆς εἶναι ἡ ἀκινησία
2607τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου, ἡ ἀπραξία, δικαιούμεθα νὰ ἔχω-
2608μεν φόβους καὶ νὰ διατελῶμεν ἐν ἀνησυχίᾳ, καὶ ὑπὸ τὴν ἐπή-
2609ρειαν τῶν φόβων καὶ τῶν ἀνησυχιῶν εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ
2610σπρώχνωμεν ἑκάστοτε ὑμᾶς πρὸς ἐπιτέλεσιν τῶν καθηκόντων
2611ὑμῶν.
2612Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει ὅτι διαφωνοῦμεν ὡς πρὸς τὴν
2613πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος πρέπει ν’ ἀκολουθήσῃ. Περὶ
2614τούτου πάντες τὰ αὐτὰ φρονοῦσι, διαφωνοῦμεν δὲ μόνον ὡς
2615πρὸς τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μετέλθωμεν, ἵνα τὴν πολι-
2616τικὴν ταύτην, τὴν πλήρη κινδύνων, ἡ ὁποία ὅμως παρέχει
2617ἐλπίδα ἐπιτυχίας, φέρωμεν εἰς πέρας. Διαφωνοῦμεν διότι δὲν
2618βλέπομεν ἀναπτυσσομένην παρ’ ὑμῶν τὴν δραστηριότητα, τὴν
2619ὁποίαν ἔπρεπε νὰ βλέπωμεν· φοβούμεθα τ’ ἀποτελέσματα τῆς
2620χαλαρᾶς ὑμῶν ἐνεργείας, καὶ τοὺς φόβους τούτους ἐκδηλοῦμεν,
2621καὶ ὅταν προσκαλῆτε ἡμᾶς νὰ δώσωμεν εἰς ὑμᾶς ψῆφον ἐμπι-
2622στοσύνης, ὑπὸ τῶν φόβων τούτων κατεχόμενοι, δὲν δυνάμεθα
2623νὰ εἴπωμεν ἄλλο ἢ ὅτι ἀρνούμεθα ψῆφον ἐμπιστοσύνης.
2624§122Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρό-
2625εδρε, ἡμεῖς δὲν ἀμφιβάλλομεν, ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ οἱ ἐν τῇ
2626Ἀντιπολιτεύσει δὲν διαφωνοῦσιν ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήμα-
2627τος πρὸς ἡμᾶς. Καὶ οὗτοί εἰσιν Ἕλληνες, ὡς Ἕλληνές ἐσμεν
2628καὶ ἡμεῖς, ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ἀδικήσω τινὰ ἐξ αὐτῶν.
2629Συμβαίνει ὅμως πάντοτε, ἰδίως πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν
2630ἐκ Κερκύρας, νὰ διαφωνῶμεν εἰς τὰς λεπτομερείας, ἐνῷ ἐν
2631τῇ οὐσίᾳ εἴμεθα σύμφωνοι. Μήπως εἰς τὰ 1886 δὲν διε-
2632φωνοῦμεν εἰς τὰς λεπτομερείας; Καὶ τότε ὁ κύριος Βου-
2633λευτὴς ἐκ Κερκύρας δὲν διεφώνει πρὸς ἡμᾶς, ὅτι διὰ τῆς
2634ἀναιρέσεως τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου, ἣν ἓν ἀπὸ τὰ
2635Κράτη τῆς Ἑλληνικῆς Χερσονήσου διέπραξεν, ἁρπάσαν
2636μίαν ἐπαρχίαν, τὴν ὁποίαν τὸ Συνέδριον εἶχε καταστή-
2637σει αὐτόνομον, καὶ εἶχε δημιουργήσει ὡς πρόχωμα κατ’ ἐπι-
2638δρομῶν ἄλλων, ὅτι, λέγω, κατεστρέφετο τὸ πρόχωμα τοῦτο,
2639καὶ ἐζημιοῦντο τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ· ἀλλὰ διε-
2640φώνει, διότι ἰσχυρίζετο, ὅτι ὁ στρατὸς ἡμῶν ἦτο ἀνίκανος,
2641διότι ἔλεγεν, ὅτι ὁ στρατὸς ἡμῶν ἦτο ἀγέλη!
2642§123ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ποτὲ δὲν τὸ εἶπον.
2643§124Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ διατὶ ἔλεγε ταῦτα περὶ
2644τοῦ στρατοῦ ἡμῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας; Τί ἠξίου;
2645Ἠξίου, στρατὸς ἐξ 80,000 ἀνδρῶν νὰ ἔχῃ τόσα στελέχη, ὅσα
2646ἔχουσιν οἱ εὐρωπαϊκοὶ στρατοί, ὅταν συνίστανται ἐξ 80,000
2647ἀνδρῶν. Ἀλλὰ τίς ἠγνόει, ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπῆρχον στε-
2648λέχη διὰ 80 χιλιάδας ἀνδρῶν, ἀλλὰ μόνον διὰ 20,000 ἀν-
2649δρῶν; Καὶ ὅταν ἐπεστρατεύομεν, τίς ἠγνόει τοῦτο; Καὶ ὅμως
2650ἐν γνώσει τούτου ἐπεστρατεύομεν. Λοιπὸν καθ’ ὃν χρόνον ἡμεῖς
2651ἐπεστρατεύομεν, πάντες οἱ φίλοι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερ-
2652κύρας ἐγνώριζον, ὅτι ἤθελε σχηματισθῆ στρατὸς πολυάριθμος,
2653μὴ ἔχων στελέχη ἀνάλογα πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν αὑ-
2654τοῦ, καὶ ἐν γνώσει τούτου ἔστεργον καὶ ἐπεκρότουν ὅτι ἐπε-
2655στρατεύομεν· ἀλλ’ ὅταν ἦλθεν ἡ στιγμή, τότε ἡ ἔλλειψις
2656τῶν ἀναγκαίων στελεχῶν παρεκώλυε τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ
2657Κερκύρας νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ἔργον, καὶ ἤλεγχεν ἡμᾶς, ὅτι δὲν
2658παρεσκευάσαμεν τὸν στρατὸν προσηκόντως.
2659Καὶ τώρα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἔχει τοὺς αὐτοὺς
2660σκοπούς, τοὺς αὐτοὺς πόθους, τὰ αὐτὰ αἰσθήματα, τὰ
2661ὁποῖα ἔχομεν καὶ ἡμεῖς, ἀλλὰ θεωρεῖ, ὅτι ἡ ἐργασία ἡμῶν εἶ-
2662ναι ἀδρανής, βλέπει ὅτι δὲν ἐνεργοῦμεν μετὰ δραστηριότητος,
2663καὶ ὑποπτεύει ὅτι ἐνδέχεται νὰ ἔλθῃ ἡμέρα, καθ’ ἣν νὰ μὴ
2664ἤμεθα ἐπαρκῶς παρασκευασμένοι στρατιωτικῶς. Ἀλλὰ πῶς
2665δύναται νὰ γνωρίζῃ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ὅτι δὲν
2666ἐνεργοῦμεν ἐγκαίρως, ἀλλὰ βραδέως; Ποῖον εἴχομεν σκοπὸν,
2667ὅταν συνεκαλοῦμεν τὸ πρῶτον τὰς δύο ἡλικίας καὶ ἐζητοῦμεν
2668δι’ αὐτῶν νὰ κρατύνωμεν τὸν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ στρα-
2669τόν; Σκοπὸν εἴχομεν νὰ κηρύξωμεν τὸν πόλεμον κατὰ τῆς
2670Τουρκίας; Ὄχι. Σκοπὸν εἴχομεν νὰ περιφρουρήσωμεν ἀσφαλέ-
2671στερον τὴν μεθόριον γραμμὴν, διότι οἱ γείτονες ἡμῶν ἠσχο-
2672λοῦντο νὰ ἐνισχύσωσιν ὡσαύτως τὰς ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμ-
2673μῆς φρουράς των. Ἀλλ’ ὅταν νεώτεραι πληροφορίαι μᾶς
2674ἀνήγγειλαν, ὅτι ἡ Τουρκία διέτασσε μεγαλειτέρας μετακινή-
2675σεις στρατοῦ, καὶ ὅτι παρεσκεύαζεν ἔτι μεγαλειτέραν ἐνίσχυ-
2676σιν τῶν φρουρῶν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, ἐσπεύσαμεν τὴν
2677αὐτὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν συνεκεντροῦμεν τὰς πληροφορίας ταύ-
2678τας, νὰ καλέσωμεν τὰς δύο ἄλλας ἡλικίας. Ἐὰν εἴχομεν σκο-
2679πὸν ἀπ’ ἀρχῆς νὰ κηρύξωμεν τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Τουρ-
2680κίας, εἶχε δικαίωμα ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας νὰ μᾶς
2681ἐλέγξῃ, διότι παρασκευαζόμενοι νὰ κηρύξωμεν τὸν πόλεμον
2682δὲν παρασκευάζομεν ἀναλόγως τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις τοῦ
2683Κράτους. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ κηρύξωμεν τὸν πόλε-
2684μον. Προετιθέμεθα νὰ προλάβωμεν ἐπιδρομὰς ἀκηρύκτους, τὰς
2685ὁποίας αἱ στρατιωτικαὶ κινήσεις τοῦ ὁμόρου Κράτους μᾶς κα-
2686τήγγελλον ὡς λίαν πιθανὰς. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν αἱ κινήσεις αἱ
2687στρατιωτικαὶ ἐν τῇ ὁμόρῳ χώρᾳ ἐγίνοντο πρὸς τὴν μεθόριον
2688γραμμὴν τῆς Ἑλλάδος, ἐπὶ τοσοῦτον ἐφροντίζομεν νὰ κρατύ-
2689νωμεν τὰς ἡμετέρας φρουράς. Ποῦ ὑπάρχει ἡ διαφωνία; Μή-
2690πως ἠξίουν νὰ μετερχώμεθα πολιτικὴν ἐπιδεικτικήν; Ἀλλὰ
2691πρέπει ἕκαστος νὰ γνωρίζῃ, ὅτι αἱ ἐπιδείξεις ἔχουσιν ἐνίοτε τὸν
2692χαρακτῆρα ἀπειλῆς, τότε δὲ πρέπει πάντοτε καλῶς νὰ σταθ-
2693μίζωνται καὶ μετὰ μεγάλην μελέτην νὰ γίνωνται ἀποδεκταί.
2694Δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀναμιχθῶ εἰς τοὺς λόγους τοῦ
2695κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, οὐχὶ διότι ἐγὼ δὲν λαμβάνω
2696ὑπ’ ὄψιν καὶ δὲν μελετῶ μετ’ ἐμβριθείας τοὺς λόγους τοῦ κ.
2697Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, τὸν ὁποῖον τιμῶ καὶ διὰ τὴν
2698μάθησιν αὐτοῦ καὶ διὰ τὴν βουλευτικὴν αὐτοῦ ἱκανότητα,
2699ἀλλὰ διότι μοὶ ἐφάνη ὅτι οἱ λόγοι αὐτοῦ ἦσαν μᾶλλον δι-
2700καιολογία τῶν ἰδίων αὐτοῦ πράξεων, ἵνα μὴ μεταχειρισθῶ
2701τὴν λέξιν ἀπολογία. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐξετασθῇ τὸ γράμμα,
2702τὸ ὁποῖον ἐστάλη πρὸς τὸν Ἡγεμόνα ὑπὸ τῶν κυρίων ἀντι-
2703πολιτευομένων Βουλευτῶν, ὑπὸ τοὺς κανόνας τοῦ κοινοβου-
2704λευτικοῦ δικαίου ἢ τῶν κοινοβουλευτικῶν παραδόσεων καὶ
2705ἐθίμων, δὲν ἤθελον μετάσχει τῆς ἐρεύνης ταύτης, κατὰ τὴν
2706ὥραν μάλιστα ταύτην. Ἀλλὰ τίς ἠμφισβήτησε τὸ δικαίω-
2707μα τοῦ ἀναφέρεσθαι; Διὰ τοῦτο δὲν ἐπικρίνω τὸν κ. Βου-
2708λευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, οὔτε τοὺς ὑπογράψαντας τὴν ἀνα-
2709φοράν των ταύτην, ἀφοῦ πάντες οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δι-
2710καίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι κατὰ Σύνταγμα. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ.
2711Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐκρατύνθη ἔτι μᾶλλον εἰς τοὺς
2712δισταγμοὺς αὐτοῦ, ὡς εἶπε, περὶ τῆς πολιτείας ἡμῶν ἐκ
2713τῶν ἐνεργειῶν ἡμῶν, δὲν ἀμφισβητῶ ὅτι εἶναι κύριος νὰ σταθ-
2714μίσῃ αὐτὰς κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ἐκτίμησιν. Πρέπει ὅμως
2715νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ παρατηρήσεως τὸ λεχθὲν ὑπ’ αὐτοῦ, ὅτι
2716ἡ ἔλλειψις συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς ἐπὶ τέσσαρας ἢ πέντε
2717ἡμέρας τῆς ληξάσης ἑβδομάδος ηὔξησε τοὺς δισταγμοὺς αὐ-
2718τοῦ, διότι κατὰ τὴν ἀπαίτησιν, ἣν φαίνεται ὅτι εἶχεν, ἡμεῖς
2719δὲν προσηρχόμεθα κατὰ πάσας τὰς ἡμέρας ἐκείνας εἰς τὴν
2720Βουλήν. Τί ἤθελε νὰ πράξωμεν εἰς τὴν Βουλήν; Νὰ εἰσα-
2721γάγωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας εἴχο-
2722μεν ὑποσχεθῆ ὅτι θέλομεν ἀνακοινώσει εἰς αὐτὴν περὶ τῶν
2723δύο συμβεβηκότων, τὰ ὁποῖα συνδέονται μετὰ τοῦ βομβαρ-
2724δισμοῦ; Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ εἶχε προλάβει καὶ εἶχεν ἐκφέρει
2725γνώμην, ἀποδεξαμένη τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ
2726Καλαμπάκας, ὡς ἐτροποποιήσαμεν αὐτήν. Νὰ ποιήσωμεν
2727ἄλλας ἀνακοινώσεις εἰς τὴν Βουλήν; Δὲν εἴχομεν τοιαύτας·
2728ἀλλὰ καὶ ἂν εἴχομεν πληροφορίας οἱασδήποτε, ἡ γνώμη ἡμῶν
2729ἦτο, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προβῶμεν εἰς ἀνακοίνωσιν αὐτῶν.
2730Ἑπομένως δὲν ἔμενον, εἰμὴ τὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀνα-
2731γεγραμμένα ἀντικείμενα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐνομίζομεν, ὅτι
2732δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ προβῶμεν. Λοιπὸν ἔπρεπε νὰ
2733ἔλθωμεν εἰς τὴν Βουλήν, μηδὲν ἔχοντες νὰ πράξωμεν καὶ
2734καταναλίσκοντες χρόνον, τὸν ὁποῖον ἔπρεπε κατὰ πρῶτον
2735λόγον νὰ καταναλώσωμεν εἰς ὑποθέσεις σπουδαιοτάτας, τὰς
2736ὁποίας δὲν ἐπετρέπετο ἡμῖν νὰ ἀναβάλωμεν. Διὰ τοῦτο δὲν
2737προσήλθομεν κατὰ τὰς εἰρημένας ἡμέρας νὰ συνεδριάσωμεν
2738μετὰ τῆς Βουλῆς. Καὶ σήμερον, κ. Πρόεδρε,—καὶ παρακαλῶ
2739τοὺς λόγους τούτους νὰ τοὺς θεωρήσητε ὡς γνώμην καὶ νὰ
2740ὑποβάλητε τὴν γνώμην ταύτην εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς,—
2741καὶ σήμερον, λέγω, ἐὰν μετὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφο-
2742ρίας γνωσθῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ἐμπιστοσύνην πρὸς ἡμᾶς, θὰ
2743παρακαλέσω νὰ μὴ παύσῃ μὲν ἐργαζομένη ἡ Βουλή, ἀλλ’ οἱ
2744κ. κ. Βουλευταὶ νὰ μὴ συνέρχωνται πρὸς συνεδρίασιν, εἰμὴ
2745ὁσάκις ὁ Πρόεδρος ἤθελεν εἰδοποιήσει αὐτούς, διότι δυστυ-
2746χῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐρχώμεθα ἡμεῖς καθ’ ἑκάστην, ὁσά-
2747κις ἀνυπέρβλητοι καὶ κατεπείγουσαι ὑποθέσεις ἀπασχολοῦσιν
2748ἡμᾶς.
2749§125ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ λύπης ἤκουσα τὸν
2750κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐπανερχόμενον εἰς τὰς συζητή-
2751σεις τοῦ 1886. Τότε διεφώνουν ἐγὼ πρὸς τὸν ἀξιότιμον
2752Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως οὐχὶ εἰς τὰς λεπτομερείας, τὰς
2753ὁποίας ἀνέφερεν, ἀλλ’ ἐπὶ οὐσιώδους ζητήματος. Ἐνόμιζε
2754τότε ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παρέρχηται χρόνος
2755εἰς μάτην, διότι ἡ πάροδος τοῦ χρόνου ὡδήγει ἀφεύκτως
2756τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἔργον, δι’ ὃ
2757τόσας ὑπέστη θυσίας. Προέβλεπε τότε ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι
2758ἡ ἀνάμιξις τῶν Δυνάμεων ἤθελε καταστήσει τὴν ἐνέργειαν τῆς
2759Ἑλλάδος ἀδύνατον, ὅτι παρήρχετο χρόνος ἀνωφελῶς, καὶ
2760ὅτι παρερχομένου τοῦ χρόνου θὰ ἤρχετο στιγμή, κατὰ τὴν
2761ὁποίαν ἡ θέλησις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἤθελεν ἐπιβληθῆ
2762ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος. Λυποῦμαι ὅτι ἀνέφερε τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο,
2763διότι βεβαίως θὰ ἦτο ὀλέθριον, ἐὰν τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο ἐπρό-
2764κειτο σήμερον νὰ ἐπαναληφθῇ.
2765Ἀκριβῶς ἔχων τὸ μάθημα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, συνιστῶ εἰς
2766τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ταχύτητα εἰς τὴν ἐνέργειαν,
2767δραστηριότητα εἰς τὴν ἐνέργειαν, τόλμην εἰς τὴν ἐνέργειαν.
2768Καὶ δὲν μὲ πείθουσιν οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν, ὅπως δι-
2769καιολογήσῃ τὴν βραδύτητα καὶ τὰς ἀναβολάς. Εἶπεν ὅτι,
2770ἐπειδὴ δὲν πρόκειται περὶ ἐπιθέσεως, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπι-
2771ταχύνωμεν τὴν σύγκλησιν τῶν ἐφέδρων. Τὸ τόλμημα, τὸ
2772ὁποῖον ἐγένετο ἐν Κρήτῃ, βεβαίως ἔπρεπε νὰ γεννήσῃ ἀνησυ-
2773χίας ὡς πρὸς τοὺς κινδύνους, οἵτινες ἠδύναντο νὰ παρουσια-
2774σθῶσιν εἰς τὴν ὁροθετικὴν γραμμήν, καὶ τὰς ἀνησυχίας ταύ-
2775τας ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις, καὶ νὰ μὴ περι-
2776μένῃ τὴν τελευταίαν στιγμήν, ἵνα καλέσῃ τὰς ἐφεδρείας.
2777Ἀκριβῶς διὰ τοῦτο κατηγορῶ τὴν Κυβέρνησιν. Κατηγορῶ αὐ-
2778τήν, διότι δὲν ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην τῆς ταχείας τῶν ἐφέ-
2779δρων συγκλήσεως. Θέλω παρ’ αὐτῆς ἐνέργειαν, καὶ ἂς μὴ
2780ἀμφιβάλλῃ, ὅτι, ἂν ἴδωμεν αὐτὴν τοιαύτην μετερχομένην πο-
2781λιτικήν, οὐδεὶς θὰ ὑπάρξῃ ὁ διστάζων, ὅπως ὑποστηρίξῃ αὐτήν.
2782§126Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡ ὑπόμνησις τῆς ἐποχῆς τοῦ
27831886 μοὶ ἀναπολεῖ εἰς τὴν μνήμην μίαν λίαν σοβαρὰν περί-
2784στασιν καὶ πολὺ σχετιζομένην μὲ τὸ ζήτημα τὸ Κρητικόν.
2785Ἐνθυμεῖται βεβαίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι
2786κατὰ τὴν γέννησιν τοῦ ζητήματος τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας,
2787ὅτε ἀπεφάσισε νὰ ἐπιστρατεύσῃ τὸ Κράτος, συνεζήτησε μετὰ
2788τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ἀντωνίου Μαυρο-
2789μιχάλη καί τινων ἄλλων ἀξιωματικῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων
2790καὶ ὁ ἀδελφὸς τοῦ κ. Μαυρομιχάλη, ὁ κ. Γ. Μαυρομιχάλης,
2791ὁ συνταγματάρχης, καὶ ἀπεφάσισε, πεισθεὶς ὁ κ. Πρωθυπουρ-
2792γός, ὁ τότε καὶ νῦν, νὰ ἐνεργήσῃ τάχιστα εἰς τὴν Μακεδονίαν,
2793διότι εἶχε πληροφορηθῆ, ὅτι ἡ γραμμὴ ἡ ὁροθετικὴ κατεί-
2794χετο ὑπὸ 6,000 μόνον τουρκικοῦ στρατοῦ, ἀπὸ Ἰωαννίνων
2795μέχρι Θεσσαλονίκης, καὶ ἐγένοντο ἐνέργειαί τινες πρὸς τοῦτο·
2796ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, πῶς μετ’ ὀλίγον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
2797νήσεως μετέβαλε γνώμην, καὶ δὲν ἐσκέπτετο ὅτι ἦτο ἀνάγκη
2798νὰ ἐνεργήσῃ, ἵνα εἰσβάλῃ ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς εἰς τὴν Μα-
2799κεδονίαν, ἐξηκολούθει δὲ προετοιμαζόμενος καὶ ἀπὸ ἀναβολῆς
2800εἰς ἀναβολὴν περιπίπτων, μέχρις ὅτου ἐνδυναμωθέντες οἱ Τοῦρ-
2801κοι εἰς τὴν μεθόριον γραμμήν, ἔδωσαν αὐτοὶ τὴν ἀφορμήν,
2802διότι ἡμεῖς τοὺς ἐδώσαμεν τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐνδυναμωθῶσι
2803καὶ ἀπαλλαχθῶσιν ἀπὸ ὅλας τὰς ἄλλας ἀνησυχίας, τὰς
2804ὁποίας ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς εἶχεν ἡ Τουρκία τότε. Βλέ-
2805πων λοιπὸν καὶ νῦν τὰς ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ἀναβολὰς
2806τῶν προετοιμασιῶν τοῦ Κράτους κατά τε τὴν ξηρὰν καὶ τὴν
2807θάλασσαν, φοβοῦμαι ὅτι θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ αὐτὰ ἀποτε-
2808λέσματα τοῦ 1886. Δὲν δύναται δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
2809βερνήσεως νὰ πείσῃ κανένα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐνεργεῖ, ὡς δηλοῖ
2810ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, σοβαρῶς καὶ ταχέως, διότι
2811τὰ πράγματα δὲν μαρτυροῦσι τοῦτο. Δὲν ἐπιτρέπεται ἀλη-
2812θῶς νὰ κατέλθῃ τις εἰς λεπτομερείας καὶ νὰ ἐκθέσῃ ὁποῖαι
2813εἶναι αἱ λεπτομέρειαι αὗται, αἵτινες ἐμβάλλουσιν εἰς τὴν
2814Ἀντιπολίτευσιν τοὺς φόβους αὐτούς. Ἐν τούτοις διὰ γε-
2815νικῶν γραμμῶν ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ ἐκθέσωμεν δημο-
2816σίᾳ τὴν γνώμην μας, οὐ μόνον τὴν ψῆφόν μας δικαιολογοῦν-
2817τες, ἀλλὰ καὶ τὸν κίνδυνον ὑποδεικνύοντες· διότι δὲν ἀρκεῖ, κύριε
2818Πρόεδρε, μετὰ τὸ ἀτυχὲς — ἄν τοιοῦτον ἦναι, ὅπερ ἀπεύχομαι,
2819— ἀποτέλεσμα τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, νὰ ζητήσωμεν εὐ-
2820θύνην ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι θὰ ἦναι κατόπιν ἑορ-
2821τῆς· ὁ Ἑλληνισμὸς πλέον δὲν θὰ ἔχῃ καμίαν ἐλπίδα αὐξή-
2822σεως εἰς τὸ μέλλον. Διὰ τοῦτο συνιστῶμεν εἰς τὴν Κυβέρνη-
2823σιν καὶ ὀφείλει αὕτη νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαιοτάτην ἔποψιν τὴν
2824περίστασιν ταύτην, ἵνα μὴ ματαίως παρέρχηται ὁ χρόνος.
2825§127ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω ὀλίγας
2826λέξεις, ὅπως δικαιολογήσω τὴν θέσιν μου. Παρουσιάζεται ἓν
2827ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου οὐδεμία ὑπάρχει διαφωνία οὔτε ἐν
2828τῇ Βουλῇ, οὔτε ἐν τῷ ἔθνει. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι, ὅτι
2829δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ παραδεχθῇ λύσιν τοῦ Κρη-
2830τικοῦ ζητήματος, ἐκ τῆς ὁποίας νὰ ἐπέλθῃ προσβολὴ εἰς τὸ
2831γόητρον τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ
2832Ἑλληνισμοῦ. Οὐδεμία διαφωνία ὑπάρχει ἐπὶ τούτου, καὶ δὲν
2833νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ οἱαδήποτε Κυβέρνησις,
2834ἥτις νὰ μὴ ἐκτελέσῃ πλῆρες καὶ τέλειον τὸ καθῆκον αὐτῆς
2835πρὸς πραγματοποίησιν καὶ πρὸς ἐπιδίωξιν τοῦ κοινοῦ τούτου
2836σκοποῦ τοῦ ἔθνους, τοῦ Στέμματος καὶ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ
2837παρουσιάζεται ἓν ἕτερον ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς προπαρα-
2838σκευῆς τῆς χώρας. Ἡ προπαρασκευὴ τῆς χώρας ἀναμφι-
2839σβητήτως εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς γενικῆς ὁμοφωνίας πρὸς
2840τὴν ἐπιδίωξιν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον πάντες ἐπιδιώκομεν
2841εἰς τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης. Τὰ διδόμενα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν
2842ἐνώπιον ἡμῶν, αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐπισήμως γνω-
2843ρίζομεν, δὲν δίδουσιν εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσωμεν ἐκ
2844τῶν προτέρων δυσπιστίαν καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου
2845πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ἔχομεν ὅμως ἐπισήμως ἀρκετὰ δι-
2846δόμενα καὶ ὅπως ἐκφράσωμεν πλήρη τὴν πεποίθησιν ἡμῶν
2847καὶ ὅπως συμμετάσχωμεν τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν πλήρη καὶ
2848ἀκεραίαν ἀνέλαβεν ἡ Κυβέρνησις. Παρουσιάζεται ὅμως καὶ
2849τρίτον ζήτημα. Τὸ ζήτημα δὲ τοῦτο, κατ’ ἐμὲ, εἶναι τὸ σπου-
2850δαιότερον. Εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἐπιδείξεως πλήρους καὶ τε-
2851λείας ὁμοφωνίας καὶ ἑνότητος τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους ἀπέναντι
2852τοῦ ξένου κόσμου. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὰ μέσα καὶ
2853αἱ δυνάμεις, τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν, μετὰ πάσης
2854δραστηριότητος ἐνεργοῦντες εἴτε κατὰ θάλασσαν, εἴτε κατὰ
2855ξηρὰν, ἐὰν πρόκειται αὗται νὰ ἀντιστῶσι κατὰ τῶν ἡνωμέ-
2856νων δυνάμεων τῆς Εὐρώπης, δὲν δύνανται νὰ παράσχωσιν εἰς
2857ἡμᾶς πεποίθησιν ἐπιτυχοῦς λύσεως τοῦ ζητήματος. Δὲν πράτ-
2858τομεν ἑπομένως ἔργον φρονήσεως, ἂν νομίζωμεν ὅτι πρέπει νὰ
2859ἐπιδιώξωμεν οἱανδήποτε ἐνέργειαν διὰ τῶν δυνάμεων ἡμῶν
2860κατὰ τῆς ἡνωμένης Εὐρώπης. Μόνον δι’ ἑνὸς μέσου δύνα-
2861ται ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὰς Εὐρωπαϊκὰς Κυβερνήσεις.
2862Τοῦτο δὲ εἶναι ἡ ἀπόδειξις πλήρους καὶ ἀναμφισβητήτου
2863ἑνότητος καὶ ἐνεργείας τῆς φυλῆς ἡμῶν. Πρέπει νὰ ἐννοηθῇ
2864παρὰ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, ὅτι ὁλόκληρος ἡ φυλὴ
2865ἡμῶν μίαν ἔχει ἐπιθυμίαν, μίαν ἔχει γνώμην, μίαν ἔχει ἀπό-
2866φασιν, νὰ μὴ δεχθῇ τι, τὸ ὁποῖον θίγει τὸ γόητρον αὐτῆς,
2867τὸ μέλλον αὐτῆς, τὸν προορισμὸν αὐτῆς. Τοῦτο θὰ δείξωμεν,
2868ἀποδεικνύοντες τρανῶς, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν δύο γνῶ-
2869μαι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ οὐ μόνον καμμία Ἑλ-
2870ληνικὴ Κυβέρνησις, ἀλλὰ οὔτε εἷς Ἕλλην, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ
2871πράξῃ πλῆρες τὸ καθῆκον αὐτοῦ πρὸς προάσπισιν τοῦ γοή-
2872τρου τοῦ Ἑλληνικοῦ Στέμματος καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους
2873καὶ τῶν συμφερόντων τῆς φυλῆς ἡμῶν. Τοιαύτη πεποίθησις
2874τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου θὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς ἡμᾶς τὴν γνώ-
2875μην τῆς Εὐρώπης, θὰ πείσῃ αὐτὴν, ὅτι ἂν δὲν δυνάμεθα
2876ν’ ἀντιταχθῶμεν εἰς τοὺς ἰσχυροὺς αὐτῆς στρατοὺς, δυνά-
2877μεθα ὅμως νὰ κρατήσωμεν ὁλόκληρον τὴν Εὐρώπην ὑπὸ τὸν
2878φόβον τῆς διαταράξεως τῆς εἰρήνης, ὅστις κυρίως ἐπηρεάζει
2879καὶ πιέζει αὐτήν. Μόνον ὅταν ὡς ἔθνος ὁλόκληρον παρι-
2880στάμεθα ἡνωμένοι, δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τοιοῦτον ἀποτέ-
2881λεσμα. Διὰ τοῦτο λυπηρὰν θεωρῶ πᾶσαν διαίρεσιν εἴτε ἐν
2882τῇ Βουλῇ εἴτε ἐν τῷ ἔθνει, ἥτις δύναται νὰ δώσῃ καὶ ἁπλῶς
2883ὑπόνοιαν εἰς τὸν πεπολιτισμένον κόσμον, ὅτι δυνάμεθα περὶ
2884ἄλλα νὰ τυρβάζωμεν καὶ περὶ ἄλλα νὰ ἀσχολώμεθα, ἢ ὅτι
2885δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν οἱανδήποτε ἄλλην γνώμην, παρὰ τὴν
2886γνώμην τῆς αὐτοθυσίας καὶ τῆς δραστηρίας ἐνεργείας πρὸς
2887προάσπισιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων. Λυπηρὸν ἑπο-
2888μένως θεωρῶ, διότι ἐπαρουσιάσθησαν ἀφορμαί, ἐγείρασαι ζή-
2889τημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ δύναται νὰ πα-
2890ρουσιασθῇ διῃρημένη. Διὰ τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ μετάσχω
2891τοιαύτης ψηφοφορίας. Δὲν δύναμαι νὰ ψηφίσω κατὰ τῆς
2892Κυβερνήσεως, διότι οὐδεμίαν ἔχω ἀφορμὴν νὰ δυσπιστῶ πρὸς
2893τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος μου εἰς τὴν παροῦσαν περί-
2894στασιν (ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν δύναμαι νὰ
2895ψηφίσω ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν εἶμαι ἀρκετὰ πλη-
2896ροφορημένος, δὲν ἔχω ἀρκετὰ φῶτα, ὥστε νὰ πιστεύσω, ὅτι
2897ἐν ταῖς λεπτομερείαις ἔπραξε πάντα ὅσα ἠδύνατο καὶ ἔπρεπε
2898νὰ πράξῃ. Δὲν ἀμφιβάλλω περὶ τούτου, ἀλλὰ ἐπὶ ἐξωδί-
2899κων πληροφοριῶν καὶ εἰκασιῶν δὲν δύναμαι νὰ στηρίξω ψῆ-
2900φον δυναμένην νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν ζωτικω-
2901τέρων τῆς πατρίδος μου συμφερόντων. Μὴ συμμετέχων δὲ
2902τῆς ψηφοφορίας, δηλῶ ὅτι οὐδεμίαν ἐννοῶ νὰ ἐκφράσω δυσπι-
2903στίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ψηφίσω
2904ὑπὲρ αὐτῆς, διότι, ἀνήκων εἰς ἄλλην πτέρυγα, δὲν δύναμαι νὰ
2905ἀναλάβω, ἐν ἀγνοίᾳ ὢν τῶν λεπτομερειῶν, τὴν εὐθύνην τῶν
2906πράξεων τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο θὰ ἀπόσχω τῆς ψηφο-
2907φορίας μετὰ τῶν φίλων, οἱ ὁποῖοι συμμερίζονται τὴν γνώ-
2908μην μου.
2909§128ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, δύο λέξεις.
2910§129ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
2911§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Τζανετάκη ἔχει ὡς
2912ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα, πλήρη ἔχουσα πεποίθη-
2913σιν ἐπὶ τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἐκδηλοῖ καὶ
2914αὖθις τὴν πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνην της.»
2915§131Χ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ζητῶ τὸ λόγον, διότι βλέπω ὅτι σή-
2916μερον πρόκειται περὶ τῆς δικαιολογίας τῆς ψήφου ἑκάστου.
2917Ὀφείλω καὶ ἐγὼ συνεπῶς νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφον, τὴν
2918ὁποίαν θὰ δώσω, καθόσον εἶμαι ἐκ τῶν Βουλευτῶν ἐκείνων,
2919οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν μίαν δήλωσιν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς
2920Κυβερνήσεως.
2921§132Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐλάβο-
2922μεν τοιαύτην δήλωσιν.
2923§133ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Μίαν ἐπιστολήν.
2924§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδ’ ἐπιστολήν.
2925§135ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Δι’ ἐπιτροπῆς...
2926§136Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, τρεῖς Βουλευταὶ ἦλθον
2927πρὸς ἐμέ.
2928§137ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἡ ἀντιπροσωπεία ὁλόκληρος ἐξέφρασε τὴν
2929γνώμην της, ὅτι τὸ ἔθνος πρέπει νὰ δράσῃ. Δὲν ἔχω καμμίαν
2930ἀμφιβολίαν οὐδὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν οὐδὲ εἰς τὴν Ἀντιπολί-
2931τευσιν· ἀλλ’ ὡς στρατιώτης ὤφειλον νὰ παρατηρήσω μερικὰ
2932πράγματα. Παρετήρησα τὸν στρατόν, ὁ ὁποῖος ἀνεχώρει ἐξ
2933Ἀθηνῶν, καὶ ἐσχημάτισα ἐκ τῆς συνθέσεως τοῦ στρατοῦ καὶ
2934ἐκ τῆς συντάξεως αὐτοῦ πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κρήτη
2935ἐπρόκειτο νὰ καταληφθῇ πανηγυρικῶς. Ἐζήλευσα τὴν θέσιν
2936τῶν ἀναχωρούντων, διότι ἐκ τῆς συντάξεως τοῦ ἀναχωροῦν-
2937τος στρατοῦ ἐσχημάτισα πεποίθησιν, ὡς στρατιώτης, ὅτι ὁ
2938στρατὸς ἐκεῖνος ἀνεχώρει οὐχὶ δι’ ἐπιχείρησιν πολεμικήν, ἀλλὰ
2939διὰ πανηγυρικὴν κατάληψιν. Καὶ πῶς τοῦτο ἐξήγαγον; Ἐκ
2940τῶν ὀλίγων γνώσεων τῶν στρατιωτικῶν, τὰς ὁποίας ἀπέ-
2941κτησα μελετῶν. Ἀλλ’ ἴσως αἱ γνώσεις αὗται μετεβλήθησαν
2942σήμερον, καὶ ἴσως ἐγὼ αὐτὸς ἀγνοῶν ἤρχισα νὰ ἀμφιβάλλω
2943περὶ τῆς πολεμικῆς δράσεως τοῦ ἔθνους.
2944§138Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὡμιλήσατε περὶ πα-
2945νηγυρικῆς καταλήψεως, ἡ μάχη τῶν Λειβαδίων ἀπαντᾷ εἰς
2946τὴν ἰδέαν σας.
2947§139ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Συμφώνως μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐμελέτησα
2948καὶ ἔμαθον εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Σχολὴν, γνωρίζω ἀσφα-
2949λῶς, ὅτι τὰ τμήματα στρατοῦ, τὰ μεταβαίνοντα πρὸς πολε-
2950μικὴν δρᾶσιν, διοικοῦνται μέχρι τῆς τελευταίας κρισίμου στιγ-
2951μῆς ὑπὸ τῶν οἰκείων ἡγητόρων, καὶ τοῦτο, ἵνα ἐξασφαλίζη-
2952ται ἡ διοίκησις. Οὐδέποτε ἐπιτρέπεται εἰς στράτευμα, τὸ
2953ὁποῖον πρόκειται νὰ πολεμήσῃ, νὰ ἀλλάσσῃ τὴν τελευταίαν
2954στιγμὴν τοὺς διοικητάς του· διότι ὑποτίθεται ὅτι οἱ νέοι διοι-
2955κηταὶ, οἱ ἐρχόμενοι νὰ διοικήσωσιν αὐτὸ κατὰ τὴν δρᾶσιν, δὲν
2956γνωρίζουσι τὸ ποιὸν, δὲν γνωρίζουσι τὰς ἰδιότητας, δὲν γνω-
2957ρίζουσι τὸν χαρακτῆρα τῶν ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους διοικοῦσι.
2958§140Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅμως τοὺς ἐδιοίκησαν
2959πολὺ καλῶς.
2960§141ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Κύριε Ἀγγελόπουλε, σᾶς εἰδοποιῶ προ-
2961καταβολικῶς, ὅτι θὰ δώσω ψῆφον ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως (γέ-
2962λωτες).
2963§142Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ εἶναι ἀδιάφορον ποίαν
2964ψῆφον θὰ δώσητε.
2965§143ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Τότε διατὶ μὲ διακόπτετε; (Θόρυβος).
2966Ἐὰν δὲν ἦναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὁμιλήσω, τότε νὰ παύσω.
2967§144ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁρίστε, ὁρίστε.
2968§145Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ἀπαντᾶτε εἰς τὰς δια-
2969κοπάς.
2970§146ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ὑπέθεσα λοιπὸν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ
2971πολέμου. Τὰ περιστατικὰ, τὰ ὁποῖα ἐπαρουσιάσθησαν εἰς τὴν
2972Κρήτην, τὰ ἔκτακτα, ἀπέδειξαν, ὅτι ὁ ἀποστελλόμενος στρα-
2973τὸς εἶχε προορισμὸν νὰ πολεμήσῃ, καὶ ἐπολέμησεν ἀνδρειό-
2974τατα. Γνωρίζω δὲ, ὅτι ξένοι ἀξιωματικοὶ δὲν ἐπίστευον ὅτι
2975οἱ στρατιῶται αὐτοὶ εἶναι στρατιῶται τριῶν μηνῶν, οἱ ξένοι
2976δ’ οὗτοι ἀξιωματικοὶ δὲν πιστεύω ὅτι ἐμερολήπτησαν εἰς τὰς
2977κρίσεις των. Ὁ στρατὸς ὁ Ἑλληνικὸς ἐθαυμάσθη εὐτυχῶς
2978ὑπὸ ὅλου τοῦ κόσμου. Ἐνόουν μόνον, ὅτι ἡ σύνταξις τοῦ
2979στρατοῦ δὲν ἐπαρουσίαζε σκοπὸν πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων. Μὲ
2980διέψευσεν ὅμως αὐτὸς ὁ στρατὸς, διότι ἔκαμεν ἐκεῖνο, τὸ
2981ὁποῖον δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ κάμῃ ἄλλος ἀρχαῖος καὶ παλαιὸς
2982στρατός. Βλέπω τὴν κίνησιν τοῦ Ναυτικοῦ, καὶ ἔχω τὴν ἀνόη-
2983τον ἰδέαν, ὅτι ὁ τορπιλλικὸς στόλος, προκειμένου νὰ ἐμποδίσῃ
2984πλοῖα ἐρχόμενα ἐκ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ προκειμένου
2985νὰ ἀνατινάξῃ εἰς τὸν ἀέρα τὰ πλοῖα ἐκεῖνα, δὲν ὤφειλε νὰ
2986ἔχῃ ὡς ἀφετηρίαν τῆς ἐργασίας του τὰ παράλια τῆς Κρήτης.
2987Ἐπίστευον, ἴσως ἀνοήτως, ἴσως ἐσφαλμένως, ὅτι ἡ θέσις τοῦ
2988τορπιλλικοῦ στόλου εἶναι ἀπὸ τοῦ Καφηρέως μέχρι τῆς Χίου,
2989καὶ οὐχὶ εἰς τὰ παράλια τῆς Κρήτης, ἐνώπιον τῶν ναυάρ-
2990χων τῶν ξένων Δυνάμεων.
2991Βλέπω εἰς τὰς ἐφημερίδας τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου,
2992τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως, τὰς διαταγὰς τοῦ Βασι-
2993λέως, καὶ ἀμέσως σκέπτομαι, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ σο-
2994βαρὰ ἐργασία, ὅταν τὰ μυστικὰ μιᾶς ἐκστρατείας δίδωνται
2995εἰς τὸν τύπον. Βλέπω, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῆς κατοχῆς ἔχει τὴν
2996διαταγὴν νὰ καταλάβῃ τὴν νῆσον καὶ νὰ κυριεύσῃ τὰ φρού-
2997ρια, καὶ ἡ διαταγὴ αὕτη δημοσιεύεται εἰς τὸν τύπον. Βλέπω
2998εἰς τὸν τύπον, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ τορπιλλικοῦ στόλου ἔλαβε
2999τὴν διαταγὴν νὰ ἀνατινάξῃ τὰ τουρκικὰ πλοῖα εἰς τὸν ἀέρα,
3000βλέπω εἰς τὸν τύπον, ὅτι ὁ μὲν παροτρύνει τὸν δὲ, ἢ οὗτος
3001τὸν ἄλλον, βλέπω, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ
3002δράσῃ, καὶ ὅλα ταῦτα δὲν διαψεύδονται. Βλέπω, ὅτι μετα-
3003βαίνει ὁ στρατὸς εἰς τὴν Κρήτην, μάχεται, νικᾷ, καὶ ἐνῷ
3004κατὰ ξηρὰν ὁμολογουμένως—καὶ ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω
3005—εἶναι ὑποδεέστερος τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, ἐννοῶ ὡς στρα-
3006τοῦ ὑπὸ ἔποψιν ποιοῦ, ποσοῦ καὶ ἀνωτέρας διοικήσεως, ὄχι
3007ὡς στρατοῦ ἐνθουσιώδους, κατώρθωσεν ὁ στρατὸς ἡμῶν νὰ
3008παρουσιασθῇ ὑπέρτερος τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, καὶ ἐνῷ κατὰ
3009θάλασσαν ὁ στόλος ἡμῶν εἶναι ὁμολογουμένως ἀνώτερος τοῦ
3010τουρκικοῦ στόλου, κατώρθωσεν ὁ στόλος ἡμῶν νὰ φανῇ πολὺ
3011ὑποδεέστερος.
3012§147Ι. Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Διότι δὲν ἐνήργησε.
3013§148ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς μοὶ ἀπαντᾷ
3014«διότι δὲν ἐνήργησεν.» Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὸ
3015πνεῦμα τοῦ σώματος· ἂς μὴ ὑποθέτῃ ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι
3016ἐγὼ δὲν ἀγαπῶ, ὡς αὐτός, τὸ Ναυτικόν. Εἰς τὸ Ναυτικὸν ἔχω
3017παραδόσεις, διότι εἶχον ἀδελφόν, ὁ ὁποῖος, ἐὰν ἔζη καὶ εἶχε
3018τὴν τιμὴν σήμερον νὰ διοικῇ τὴ «Ὕδραν», ἴσως ὁ στόλος
3019ἡμῶν ἤθελεν ἐνεργήσει... Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ
3020συγχωρήσῃ τὸν ἐγωϊσμὸν αὐτόν.
3021§149Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἐγωϊσμός, δεικνύει
3022ἄγνοιαν στρατιωτικῶν κανόνων.
3023§150ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Τοὺς ὁποίους κανόνας ἐγὼ ἐπὶ ἑπταετίαν
3024ἐσπούδασα, ἐξελθὼν τρίτος ἐκ τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς
3025μεταξὺ 14 ἀξιωματικῶν, ἐθελουσίως δὲ καταταχθεὶς εἰς τὸ
3026πεζικόν.
3027§151ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Τὸ Ζαλόγκον καὶ ἡ Κιάφα τὰ λέγουν
3028αὐτά. (Διακοπαί).
3029§152ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐμποδίσατε, κύριε Πρόεδρε, τὰς
3030διακοπάς.
3031§153ΣΕΧΟΣ. Κύριε Πρόεδρε ἀναγκαζόμεθα ἡμεῖς νὰ ἐκτελῶ-
3032μεν τὰ καθήκοντά σας!
3033§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀγορεύων κατὰ τοῦτο πταίει, ὅτι
3034ἀπαντᾷ εἰς τὰς διακοπάς.
3035§155ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ὁ κύριος Ἀγγελόπουλος νομίζει, ὅτι ἐγὼ
3036δὲν ἔμαθον τοὺς στρατιωτικοὺς κανονισμούς. Εἰδοποιῶ τὸν κ.
3037Ἀγγελόπουλον, ὅτι καὶ τοὺς κανονισμοὺς ἔμαθον καὶ ἀκο-
3038λουθῶ τὴν ἐπιστήμην, μελετῶν.
3039Ἡ ἀποστολὴ λοιπὸν τοῦ στόλου καὶ τοῦ στρατοῦ ἡμῶν ἐν
3040Κρήτῃ, μὴ παραλλήλως βαινόντων, οὐδεμιᾶς ὑπαρχούσης
3041συνοχῆς καὶ οὐδεμιᾶς συνδρομῆς πρὸς ἀλλήλους, μὲ ἔκαμε νὰ
3042ὑποπτεύσω, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν πρόκειται νὰ δράσῃ στρατιωτι-
3043κῶς· ἰδίως δ’ ἐπίστευσα τοῦτο, ὅταν οἱ στόλοι τῶν Εὐρωπαϊκῶν
3044Δυνάμεων ἐκανονιοβόλουν τοὺς Κρῆτας, τοὺς ὁποίους μετ’
3045ἀπορίας ἀκούω ἐντὸς τῆς Βουλῆς ὀνομαζομένους ἀκόμη ἐπα-
3046ναστάτας, ἐνῷ μετὰ τὴν κατάληψιν τὴν ἐπίσημον εἶναι ὑπή-
3047κοοι τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, καὶ ὄχι ἐπαναστάται. Ὅταν
3048λοιπὸν τὰ πλοῖα τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων ἐβομβάρδιζον
3049τοὺς ὑπηκόους τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, νομίζω ὅτι τὸ Ναυτικὸν
3050ἡμῶν ἔπρεπε νὰ ὑπερασπισθῇ τοὺς ὑπηκόους του, διότι πρὸς
3051αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἐστάλη (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
3052Νομίζω δέ, ὅτι οἱ στόλαρχοι ὤφειλον νὰ προτιμήσουν νὰ πνι-
3053γοῦν εἰς τὰ αἱματωμένα νερὰ τῆς Κρήτης ἀπὸ τὸν Σεϊμοὺρ
3054καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους Εὐρωπαίους ναυάρχους, παρὰ ἀπὸ ἕνα
3055Χασὰν–πασσᾶ ἢ Τεφὶκ–μπέην. Μεγαλειτέρα τιμὴ θὰ ἦτο
3056δι’ αὐτοὺς νὰ ἀποθάνουν ἐκεῖ, ἀπὸ τὸ πυροβόλον τοῦ Σεϊμούρ,
3057παρὰ ἀπὸ τὸ πυροβόλον τοῦ Τεφὶκ–μπέη. Καὶ τί ἐπερίμενε
3058τὸ Ναυτικόν, ὅταν ἡ σημαία τοῦ Προξενείου καταβιβάζηται,
3059ὅταν πλοῖα Ἑλληνικὰ συλλαμβάνωνται καὶ κατακρατῶνται,
3060ὅταν πλοῖον τουρκικὸν ἀπὸ τὸ Ἡράκλειον μεταφέρῃ στρα-
3061τὸν εἰς τὰ Χανιά, συνοδευόμενον δῆθεν ἀπὸ ἀγγλικὸν τορ-
3062πιλλοβόλον; Ἡ μετάβασις τοῦ τουρκικοῦ πλοίου ἐκ τοῦ
3063Ἡρακλείου εἰς τὰ Χανιὰ καὶ ἡ διαγωγὴ τοῦ στολάρχου ἡμῶν
3064εἶναι ἐναντία τῆς διαταγῆς τοῦ Βασιλέως, διότι ὁ Βασιλεὺς
3065διέταξε νὰ ἀνατιναχθοῦν εἰς τὸν ἀέρα ὅλα τὰ τουρκικὰ πλοῖα,
3066τὰ ὁποῖα ἤθελον μεταφέρει στρατόν. Καὶ τίς λόγος ὑπῆρχεν
3067ὁ Κανάρης νὰ ἦναι διαθέσιμος καὶ νὰ μὴ διοικῇ τὸν στόλον;
3068Ὁ Κανάρης βεβαίως δὲν θὰ ἦτο ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος
3069ἤθελε δεχθῇ μίαν τοιαύτην περιφρόνησιν τῆς σημαίας μας.
3070Ὅλα ταῦτα μὲ ἔκαμαν νὰ πεισθῶ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ
3071πολεμικῆς δράσεως. Συνεννοήθημεν λοιπὸν ἐκ συμπτώσεως,
3072ἐκ συναντήσεως ἰδεῶν, 15 ἕως 20 Βουλευταὶ, ἀπεστάλη μία
3073ἐπιτροπὴ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία
3074τῷ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι ἡμεῖς ἐννοοῦμεν δρᾶσιν μέχρις ἐσχάτων,
3075ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπήντησεν ὅτι θὰ δράσῃ.
3076(Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς στρέφει πρὸς τὸν ἀγορεύοντα).
3077§156ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶπεν, ὅτι δὲν ἐπῆλθε γεγονὸς, τὸ ὁποῖον
3078νὰ μεταβάλῃ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως.
3079§157ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Διὰ τοῦτο δὲν ἔχω πλέον δικαίωμα νὰ ἀμ-
3080φιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς κυβερνή-
3081της, θὰ δράσῃ, καὶ διὰ τοῦτο θὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ
3082τῆς Κυβερνήσεως.
3083§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον; (Οὐδεὶς ἐγεί-
3084ρεται).
3085Ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει)·
3086«Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα, πλήρη ἔχουσα πεποίθησιν ἐπὶ
3087τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἐκδηλοῖ καὶ αὖθις
3088τὴν πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνην της».
3089Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης.
3090§159ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύ-
3091ριε Πρόεδρε.
3092§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι
3093Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
3094(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ
3095τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Γ. Ν. Μπούμπουλη
3096καὶ Δ. Μυλωνᾶ, ὡς ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον
3097πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3098Μιλτ. Δάλλας Ν Γεώργ. Φιλάρετος
3099Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Ν Νικ. Σταματιάδης Ν
3100Κωνστ. Ἀσημακόπουλος Ν Ἰω. Γιαννακόπουλος Ν
3101Ν. Σμόλενιτς ἀρν.Ἐπ. Μαυρομμάτης ἀρν.
3102Δημ. Οἰκονομίδης Ν Ι. Γρίβας Ν
3103Δημοσθ. Καΐρης Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ἀρν.
3104Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος ἀρν.Περ. Ἀλεξάκης Ν
3105Κωνστ. Νεγρεπόντης Ν Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Ν
3106Ἰωάννης Πετρίδης Ν Ἰω. Ἀντωνόπουλος Ν
3107Ν. Φαρμακόπουλος Ν Π. Λαμπρινόπουλος Ν
3108Σωτήρ. Δανόπουλος Ν Χαρ. Τζανετάκης Ν
3109Χρ. Βότσαρης Ν Γ. Λ. Πετροπουλάκης ἀρν.
3110Κωνστ. Γ. Καραπάνος Πολύμ. Ζαρίμπας Ν
3111Σπυρ. Βαρζέλης Χρ. Μαστραπᾶς ἀρν.
3112Νικόλαος Λεβίδης ἀρν.Γεώργ. Ἀνδρίτσος Ν
3113Κωνστ. Κολιάτσος Ν Κ. Παπαμιχαλόπουλος ἀρν.
3114Δημοσθ. Σκυλίτσης Π. Ρίτσος
3115Ἀθ. Μουτσόπουλος Ἀνδρ. Βασιλείου Ν
3116Ι. Δ. Καλλιφρονᾶς Ν Σπ. Τσιτσάρας Ν
3117Ἀλεξ. Γ. Σκουζὲς ἀρν.Δημ. Χατζόπουλος
3118Ἀλεξ. Σκ. Σοῦτσος Ν Δημ. Βουλπιώτης ἀρν.
3119Δ. Γ. Ράλλης ἀρν.Μιχ. Ἰατρίδης ἀρν.
3120Ἀλεξ. Ψύλλας Ν Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμας Ν
3121Κ. Ι. Ἀγγελόπουλος Ν Κ. Δ. Βοῦλτσος ἀρν.
3122Γ. Κοζάκης Τυπάλδος Ν Γ. Μελισσηνός Ν
3123Νικ. Σκυλοδῆμος Ν Διον. Μυλωνᾶς Ν
3124Ἀθ. Ἴσκος Ν Ἄγγ. Πετραλιᾶς Ν
3125Κωνστ. Τοπάλης Ν Χ. Στεφανόπουλος
3126Νικ. Σχινᾶς Ν Γεώργ. Κρεστενίτης Ο
3127Γ. Παπακυριακόπουλος Ν Β. Βασιλειάδης Ν
3128Δημοσθ. Δόγκας Ἀθ. Εὐταξίας
3129Ἰω. Σισίνης Ν Ἰω. Μπακόπουλος Ν
3130Στέφ. Σκουλούδης ἀρν.Ἀρ. Σακελλαρόπουλος Ν
3131Γεώργ. Πετούσης ἀρν.Φίλ. Βάρβογλης ἀρν.
3132Ἀριστομ. Βαλέττας ἀρν.Ν. Τριανταφυλλάκος ἀρν.
3133Νικ. Νομικός Ν Ἡλ. Ζέγγελης ἀρν.
3134Πέτρος Δελένδας Ν Λάμπρος Σινανιώτης Ν
3135Κωνστ. Πεταλᾶς Ν Ἰω. Βούτουνας
3136Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ν Γ. Μαλέας ἀρν.
3137Παναγ. Θρ. Ζαΐμης Ν Γ. Νικολαΐδης Ν
3138Θεόδ. Ζαΐμης Ν Λεων. Δεληγεώργης ἀρν.
3139Λ. Πετιμεζᾶς ἀρν.Μιλτ. Γουλιμῆς Ν
3140Γεώργ. Σιβιτανίδης Ν Παν. Μερλόπουλος ἀρν.
3141Γιαννούσιος Τάκης Περ. Μποῦτος Ν
3142Ν. Δαγρὲς Ν Ἀλκ. Δεληγιάννης ἀρν.
3143Κωνστ. Φλέσσας ἀρν.Ἀντ. Καρατζᾶς ἀρν.
3144Ν. Σάλμας Ν Πέτρ. Ταταράκης Ν
3145Δημ. Τερτίπης Γεώργ. Κουλούρης Ν
3146Ἰω. Παλάσκας Ν Ὄθων Μαῦρος Ν
3147Ἰω. Σταμούλης Ἐλευθ. Μυκώνιος Ν
3148Κίμων Βελλίνης Ν Μιλτ. Βαρότσης Ν
3149Ξενοφῶν Τσαμαγκίδης ἀρν.Γεώργ. Σισμάνης Ν
3150Ἰωάννης Καζαμπάκας Ν Γεώργ. Πλατανιώτης
3151Ι. Στεφάνου Ν Ἰω. Καναβὸς Ν
3152Παν. Λεβέντης Ν Γ. Φαρμακόπουλος Ν
3153Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Μιχ. Ἰατρὸς
3154Ν. Χατζηνικολῆς Ν Α. Πετσάλης Ν
3155Γεώργ. Κόρπας Παῦλος Ραζέλος Ο
3156Ἀχιλ. Ἀγάθος Ἀθ. Πιεῤῥάκος Μαυρομιχ. ἀρν.
3157Κωνστ. Βασιλάκης Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης ἀρν.
3158Ἰω. Σέχος ἀρν.Ἀσημ. Χριστόπουλος Ν
3159Νικ. Βασιλάκης Ν Χαράλ. Κανελλόπουλος Ν
3160Ἀθ. Παραμυθιώτης Π. Λαμπρούλιας Ν
3161Γεώργ. Θεοτόκης ἀρν.Σπυρ. Τυπάλδος Φορέστης
3162Γεώργ. Καποδίστριας Πέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς Ν
3163Δημ. Οἰκονόμου Ν Θεόδ. Βελλιανίτης Ν
3164 Ἀνάρ. Σιμόπουλος ἀρν.
3165Π. Ζούζουλας Ν Λ. Καραλίβανος Ν
3166Κωνστ. Σκαρπέτης Ν Πανούργ. Πανουργιᾶς
3167Ἀριστ. Μεντζελόπουλος Ν Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ν
3168Νικολ. Βαλσαμάκης Ἀχιλ. Γεροκωστόπουλος Ν
3169Ι. Τζανετάτος Φωκᾶς Ἰω. Τσερτίδης Ν
3170Δημ. Σβορῶνος Ν Χρ. Τζῖνος Ν
3171Ἅθως Ρωμάνος ἀρν.Δημ. Βότσης Ν
3172Διον. Καλούτσης Ν Πίνδ. Ἀντωνόπουλος Ν
3173Σπ. Ε. Στάης ἀρν.Παν. Σάκκης Ν
3174Χ. Κ. Βοζίκης Ν Δημ. Ε. Καλογερόπουλος Ν
3175Νικ. Σταματόπουλος Ν Νικ. Καράπαυλος
3176Θ. Πέῤῥος Ν Ἰωάν. Βρυώνης Ν
3177Γεώργ. Μαυρομιχάλης Ν Π. Ἄννινος ΚαβαλλιεράτοςΝ
3178Δημοσθ. Μανουσάκης Ν Νικολ. Δημητριάδης Ν
3179Δημοσθ. Ματάλας ἀρν.Γ. Ν. Μπούμπουλης ἀρν.
3180Ἀριστ. Μελετόπουλος Ν Ἀντ. Γουδῆς Ν
3181Ν. Γκουζούλης Ἀθ. Λαδόπουλος Ν
3182Δημ. Πιπινόπουλος Ν Ν. Βαφειαδάκης
3183Χασὰν βέης Πετρεδὴν βέηςΝ Γ. Παγανέλης Ν
3184Τωφιλῶτας Ἰσχόμαχος Ν Ἀλοΐσιος Τόμαν Ν
3185Ἰω. Λάππας Ν Ν. Δρόσος Ν
3186Α. Ἀλεξανδρόγιαννος Ν Γρηγ. Μαυρομαρᾶς
3187Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ν Σωτ. Χατζηγάκης Ν
3188Π. Μπογδάνος Ν Νικ. Ταρμπάζης Ν
3189Κωνστ. Χατζηπέτρος Ν Νιχ. Τσαμαδὸς ἀρν.
3190Θεόδ. Κριεζώτης Ν Χριστόδουλος Στεριάδης Ν
3191Εὐστ. Κοκκέβης Νιχ. Κοντογιάννης Ν
3192Ν. Γεωργακόπουλος Ν Κομνᾶς Τράκας
3193Σωτὴρ Σωτηρόπουλος Ν. Χατζῖσκος
3194Δημ. Καμαριώτης ἀρν.Τριαντάφυλλος Σχινᾶς
3195Διον. Στάικος Ν Δημ. Κρίτσας
3196Ἀριστόδουλος Μάνεσης ἀρν.Μιχ. Κακαρᾶς
3197Σπ. Δεϊμέζης Ν Γ. Ἀβέρωφ Ν
3198Θεόδ. Λιμπρίτης Κ. Βαρατάσης Ν
3199Ἰω. Παπαδόπουλος Ν Ἀλέξ. Μ. Κανάρης ἀρν.
3200Θεόδ. Γκίκας Ν Ἰω. Α. Κανάρης Ν
3201Παντελῆς Γκίκας Ν
3202§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 166. Ἐκ τούτων
3203125 εἶπον Ναὶ, 2 εἶπον Ὄχι, καὶ 39 ἠρνήθησαν ψῆφον.
3204Κατ’ ἀκολουθίαν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ κ.
3205ἐκ Γυθείου Βουλευτοῦ.
3206Θὰ ἐρωτήσω ἤδη τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πρω-
3207θυπουργοῦ, ἄν τουτέστιν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ νὰ μοὶ ἀναθέσῃ
3208τὸ δικαίωμα νὰ προσκαλῶ αὐτὴν εἰς συνεδρίασιν, ὅταν κρίνω
3209τοῦτο ἀναγκαῖον.
3210§162ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
3211§163ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ τὸ ἔχετε.
3212§164ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν;
3213§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς εἰδοποιήσω.
3214Λύεται ἡ συνεδρίασις.
3215Ὥρα 9 καὶ 15′ μ. μ.