1896.12.21
4.599 στίχοι · 36.232 λέξεις · 413 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35
Τῆς 21 Δεκεμβρίου 1896.
(Σάββατον).
Ὥρα 3 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν ὑπογραμματέων τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης, ἐξαιτουμένων αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν. Ὁ κ. Φιλάρετος ἔχει τὸν λόγον.
§2Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὰ γενικὰ καὶ τὰ ἐθνικὰ ζητήματα ἀφῄρεσαν τὸ πλεῖστον τοῦ χρόνου, τοῦ προωρισμένου διὰ τὸν ἔλεγχον, ἄλλα δὲ ζητήματα ἱκανοῦ ἐνδιαφέροντος καί τινα μᾶλλον τοπικοῦ σκοπίμως ἀνεβλήθησαν· τούτου ἕνεκα καὶ ἐγὼ παρέλιπον ἐν μέρει τὸ καθῆκόν μου μέχρι τοῦδε. Ἀλλὰ συμμορφούμενος μὲ τὴν γενικῶς ἐκδηλωθεῖσαν ἐπιθυμίαν, ὅπως συντομεύσωμεν τὰς ἐπερωτήσεις κατὰ τὰς εὐαρίθμους ὑπολειπομένας μέχρι τῶν ἑορτῶν συνεδριάσεις, ἀναβάλλω μὲν εὐρυτέρας συζητήσεις κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν μετὰ τὰς ἑορτὰς, ἀναγκάζομαι δὲ δι’ ὀλίγων λέξεων σήμερον νὰ ὑποβάλω σύστασιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ ἐν Βόλῳ Εἰρηνοδικεῖον εἶναι σφόδρα βεβαρημένον· νομίζω ὅτι ἐκδίδει 2000 περίπου ἀποφάσεις πολιτικὰς, 1500 περίπου πταισματικὰς, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἐργασιῶν, μὲ τὰς ὁποίας ἀναλόγως εἶναι βεβαρημένα ὅλα τὰ Εἰρηνοδικεῖα· ἔχει ἀνάγκην εἰδικοῦ Πταισματοδικείου, καὶ πρὸ πολλοῦ ὑπέβαλε, νομίζω καὶ ὁ κ. εἰρηνοδίκης τὴν περὶ τούτου γνώμην του. Ὑποβάλλω λοιπὸν σύστασιν, ὅπως προκληθῇ ἡ δέουσα γνωμοδότησις πρὸς σύστασιν εἰδικοῦ Πταισματοδικείου ἐν Βόλῳ, διότι ἄνευ αὐτοῦ χωλαίνει πολὺ ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, ἐπὶ ζημίᾳ καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐκτὸς τούτου καὶ ἡ ἀνάμιξις τῆς ἐργασίας τοῦ εἰρηνοδίκου μετὰ τῶν καθηκόντων τοῦ ὑποθηκοφύλακος βλάβην προσθέτει εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ὑποβάλλω καὶ ἑτέραν σύστασιν περὶ χωρισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν, παρακαλῶ δὲ, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εὕρῃ ὀρθὰς τὰς παρατηρήσεις μου νὰ λάβῃ τὴν δέουσαν πρόνοιαν. Παραδίδω εἰς τὸ Προεδρεῖον τὴν σύστασίν μου καὶ ἐγγράφως.
§3Φ. ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἔστε βέβαιος, ὅτι θέλω μελετήσει τὰ τῆς συστάσεώς σας.
§4Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶχον σχηματίσει τὴν πεποίθησιν, ὅτι μετὰ τὴν ἐκτύλιξιν τῶν λαβόντων χώραν ὡς πρὸς τὴν κατασκευὴν τοῦ λιμένος Βόλου, δὲν ἤθελον εὑρεθῆ εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην νὰ λάβω καὶ αὖθις τὸν λόγον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος. Ἀτυχῶς ἡ πλεονεξία τῶν ἐργολάβων ὑπερηκόντισε πᾶν ὅριον, καὶ ἀφοῦ ἐφρόντισαν νὰ ἀπομακρύνωσι πάντα ἄργον τῶν λιμενικῶν συμφερόντων, ἀπὸ τοῦ εἰρηνοδίκου κ. Χαμάρτου, τὸν ὁποῖον μετὰ πολυετῆ εὐσυνείδητον ὑπηρεσίαν ἐφρόντισαν νὰ μεταθέσωσι, δὲν ἐδειλίασαν οὔτε πρὸ τῆς παύσεως τοῦ ἀρχαιοτέρου τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, τοῦ κ. Σπυρίδου, ὅστις, κατὰ κοινὴν ὁμολογίαν, ἐκέκτητο πεῖραν ὑπὲρ πάντα ἄλλον, καὶ ἐπέδειξε διὰ τῶν ἔργων του ζῆλον σπάνιον, ἡ δὲ πλειοψηφία, κρατερῶς ἀμυνομένη, ἐστερήθη πολυτίμου συνεργάτου. Δὲν θέλω τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα, διότι αὐτὸ ἀπαιτεῖ πολὺν χρόνον καὶ τὴν Βουλὴν ὑπὸ καλλιτέρας διαθέσεις. Ἀρκοῦμαι νὰ ζητήσω τὴν κατάθεσιν ὡρισμένων ἐγγράφων ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὃν παρακαλῶ διὰ τοῦ αὐτοῦ σημειώματος, ὅπως ἐγκαίρως δώσῃ καὶ πληροφορίας σχετικάς. Ταὐτοχρόνως ὑποβάλλω καὶ ἀναφορὰν τῶν ἐγκριτωτέρων ἐν Βόλῳ ἐργοστασιαρχῶν, ἐμπόρων, κτηματιῶν κλπ. Καὶ περὶ μὲν τῶν ἄλλων οὐδὲν θέλω εἴπει σήμερον· ὀλίγας μόνον λέξεις θέλω προσθέσει σχετικῶς μὲ τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ. Οἱ ἀναφερόμενοι παραπονοῦνται, ὅτι οἱ ἐργολάβοι ὅλην τὴν προσοχήν των ἔστρεψαν πάντοτε εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκσκαφῆς, ἥτις δι’ αὐτοὺς εἶναι πηγὴ πλουτοφόρος, ἐπὶ βλάβῃ πάντοτε τοῦ λιμενικοῦ ταμείου. Καὶ ἀληθῶς, ἐνῷ δὲν ἐξετέλεσαν τὰς ὑποχρεώσεις των, ἐνῷ εἶναι ὑπερήμεροι, ἐνῷ δὲν κατεσκεύασαν τὴν ἀποβάθραν καὶ τὰ κρηπιδώματα, ἐστράφησαν μετὰ ζήλου πρὸς τὴν ἐκσκαφήν, διότι αὕτη εἶναι ἐπικερδεστέρα, ταύτην δὲ προσπαθοῦσι πάντοτε, ὑπὸ παντοίας μορφάς, νὰ προτείνωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐπὶ τροποποιήσει τοῦ ἀρχικοῦ σχεδίου. Κατὰ τὸ τελευταῖον στάδιον ἐζήτησαν τὴν κατασκευὴν ἑνὸς λιμενίσκου προσθέτου, λιμενίσκου, ὅστις κατὰ τὴν γνώμην τῶν πλειόνων εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστος, οἱ μετριοπαθέστεροι δὲ κρίνουσι τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ παρόντος βεβαίως ἄχρηστον, ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως καὶ ἐπιβλαβῆ, πρὸ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἀρχικοῦ σχεδίου, διότι διὰ τοιούτων προσθηκῶν καὶ τροποποιήσεων θὰ ἐξαντληθῇ τὸ λιμενικὸν χρῆμα, καὶ δὲν θὰ συμπληρωθῇ ἡ ἀποβάθρα, οὔτε θὰ κατασκευασθῶσι τὰ κρηπιδώματα. Ὑποβάλλω τὴν ἀναφοράν, ὑποβάλλω δὲ καὶ τὴν παράκλησίν μου περὶ καταθέσεως τῶν ἐγγράφων καὶ τῶν ἄλλων πληροφοριῶν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ κομίσῃ ἐγκαίρως τὰς πληροφορίας εἰς μίαν τῶν πρώτων συνεδριάσεων μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν, αἵτινες θὰ διακοπῶσιν ἕνεκα τῶν ἑορτῶν, διότι προτίθεμαι νὰ συζητήσω ἐν εὐρύτητι, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ τὸ θέμα, ἐν καιρῷ τῷ δέοντι, καὶ προειδοποιῶ πάντα ἐνδιαφερόμενον. Παραδίδω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τὸ σημείωμά μου.
§5ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὑποβάλω ἐγγράφως ἐπερωτήσεις τινὰς, δι’ ὧν ζητῶ πληροφορίας. Ἐλπίζω ὅτι οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ κατὰ τὰς διακοπὰς θέλουσι φροντίσει νὰ συλλέξωσιν αὐτὰς καὶ ὑποβάλωσιν ἐγκαίρως.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Καρδίτσης κ. Βελλίνης ὑποβάλλει τὰς ἑξῆς ἐπερωτήσεις.
§7ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἀναβληθείσης τῆς συζητήσεως τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων καὶ προκειμένου νὰ ἐπαναληφθῇ αὕτη μετὰ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἐπάναγκες θεωρῶ νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ καθολικῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν Ζαππείων κτημάτων πρὸς τοὺς γεωργοὺς κατοίκους αὐτῶν, ὡς συνεστήσαμεν καὶ διὰ τῆς ἐκθέσεώς μας τῆς εἰδικῆς Θεσσαλικῆς ἐπιτροπείας, καὶ συνεπῶς συνιστῶ τὴν αἴτησίν μου ταύτην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· ἀνάγκη δὲ νὰ ληφθῇ τάχιστα πρόνοια, διότι θὰ ἐνοικιασθῶσιν ἐκ νέου προσεχῶς. Ἐπίσης ἀνάγκη ἐπείγουσα παρίσταται, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ τοῦ Γυμνασίου Καρδίτσης, ἵνα πληρώνωνται οἱ μισθοὶ τῶν καθηγητῶν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, εἰς βάρος τῶν ὑποχρέων δήμων, καθόσον καθυστεροῦνται μισθοὶ ἐξ ὅλων μηνῶν εἰς τοὺς καθηγητὰς, καὶ κινδυνεύει νὰ ἐπέλθῃ διακοπὴ τῶν μαθημάτων. «Ἐπίσης ἐπείγουσα ἀνάγκη παρίσταται συστάσεως δύο τηλεγραφείων ἐν Μεσενικόλᾳ καὶ Παλαμᾷ. «Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ συστάσεως Ἑλληνικοῦ σχολείου ἐν Σοφάδες, συμπληρώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου Παλαμᾶ καὶ προσθήκης ἑνὸς ἔτι ἑλληνοδιδασκάλου εἰς τὸ Ἑλληνικὸν σχολεῖον Καρδίτσης, ὅπως διαιρεθῇ μία ἐξ αὐτῶν. «Ἐπίσης παρακαλῶ τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ λάβωσι πρόνοιαν περὶ συμπληρώσεως τῶν ἐλλειμμάτων τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης ἐκ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καθόσον εἶναι εἰς ἀθλίαν κατάστασιν τὰ οἰκονομικὰ τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας ταύτης, καὶ δὲν δύνανται οὐδὲ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεώς των νὰ πληρόνωσι.»
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης περὶ δανείων καλλιεργείας κλπ. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§9Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ προσπαθήσω, ὅσον εἶναι δυνατὸν, νὰ ἦμαι σύντομος, διότι ἀναγνωρίζω τὴν μεγίστην ἀνάγκην τῆς συντομίας εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφεθῇ ἐντελῶς ἀσυζήτητον τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, διότι δι’ αὐτοῦ πολλὰ ἐπαγγέλλονται καὶ ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῆς ἐν γένει γεωργίας, καὶ πρέπει νὰ διακριθῇ, ἂν ἦναι τοιοῦτον τὸ νομοσχέδιον. Ἄν τις ἐξετάσῃ καθ’ ἑαυτὸ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, Κύριοι, τὸ εὑρίσκει ἄστοχον, διότι δι’ αὐτοῦ παραχωροῦνται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πολλαὶ προνομίαι καὶ παροχαὶ, καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἄνευ ἀντισταθμίσματος γίνεται ἡ τοιαύτη παραχώρησις. Εἶναι τρόπον τινὰ ἡ σύμβασις αὕτη, περὶ ἧς συζητοῦμεν, ἑτεροβαρὴς, διότι δι’ αὐτῆς ἀπολαμβάνει μὲν ὅσα ἐζήτησε θετικῶς ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἀλλ’ εἰς οὐδεμίαν ἀντίῤῥοπον θετικὴν ὑποχρέωσιν ὑποβάλλεται. Τὰ τρία πρῶτα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀφορῶσι τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θ’ ἀναλάβῃ, τὰ δὲ ἑπόμενα τὰς παραχωρήσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται πρὸς αὐτήν. Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ποῖαι αἱ παροχαὶ καὶ ποῖα τ’ ἀντισταθμίσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑποβάλλεται ἡ Τράπεζα. Ἄρχομαι δ’ ἐκ τοῦ τελευταίου. Εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν ἤθελε γείνῃ κατάσχεσις παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς παρ’ οἱουδήποτε, ἡ Τράπεζα δὲν ὑποχρεοῦται πλέον εἰς τόκον ἀπέναντι τῶν κατασχεθέντων παρ’ αὐτῇ χρημάτων, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ εἰς περίστασιν καθ’ ἣν ἡ Τράπεζα ἤθελεν ἀμφιβάλλει κατὰ τὴν κρίσιν αὑτῆς, ἂν ἤθελε δηλ. τῆς γεννηθῆ ἀμφιβολία περὶ τῆς νομιμοποιήσεως τοῦ δικαιούχου ἢ τοῦ δικαιοδόχου αὐτοῦ, ἡ Τράπεζα ἀπαλλάσσεται πάσης πρὸς οἱονδήποτε εὐθύνης διὰ τόκους καὶ ἄλλην οἰανδήποτε ἀποζημίωσιν. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι πολὺ σοβαρὸν, διότι ἀφίεται εἰς τὴν κρίσιν τῆς Τραπέζης, καὶ ἂν τῆς γεννηθῇ ἀμφιβολία τις περὶ τῆς ἱκανότητος τοῦ μετ’ αὐτῆς συναλλασσομένου, δύναται νὰ μὴ καταβάλῃ τὰ χρήματα, ἀλλὰ νὰ καταθέσῃ αὐτὰ κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΙΓʹ περὶ δικαστικῶν ἐγγυήσεων. Τὸ πρᾶγμα φαίνεται ἁπλοῦν, ὑπὸ ἔποψιν κοινὴν, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα ἔχει πολλὴν σπουδαιότητα, διότι ἡ Τράπεζα πάντοτε θὰ κρίνῃ, ὅτι πιθανὸν νὰ ζημιωθῇ ἐκ τῆς πληρωμῆς, καὶ ἀφοῦ ὁ νόμος τῇ χορηγεῖ τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφύγῃ πᾶσαν ἀμφιβολίαν περὶ τῆς νομιμότητος τῆς πληρωμῆς, τὰ καταθέτει παρὰ τῷ δημοσίῳ ταμείῳ· γνωρίζετε δὲ, ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν εἶναι καὶ ἐκεῖνο ὑποχρεωμένον εἰς πληρωμὴν τόκου, καὶ θὰ καταβάλῃ τὰ χρήματα τότε μόνον, ὅταν τῷ παρουσιασθῇ τελεσίδικος ἀπόφασις. Νομίζω ὅτι οὕτω πως οἱ συμβαλλόμενοι μετὰ τῆς Τραπέζης, ἐκεῖνοι μάλιστα, οἱ ὁποῖοι ἔχουν συμβληθῆ μετ’ αὐτῆς μέχρι τοῦδε, χωρὶς νὰ ἔχουν ταῦτα ὑπ’ ὄψιν αὐτῶν, θὰ ὑποστῶσι μεγάλας ζημίας καὶ βάσανα. Ὥστε τοῦτο ἀποτελεῖ μίαν μεγάλην προνομίαν, τὴν ὁποίαν ἀπορῶ πῶς δὲν διεῖδεν ὁ Πρωθυπουργός. Ἐπίσης ἡ Τράπεζα δὲν θὰ ἦναι ἠναγκασμένη νὰ ἐνεργῇ τροπὰς μετοχῶν ἢ ὁμολογιῶν, ἄν κατὰ τὴν κρίσιν αὐτῆς ἤθελεν ἀμφιβάλλει ἐπίσης περὶ τῆς ἱκανότητος τοῦ δικαιούχου ἢ τοῦ δικαιοδόχου αὐτοῦ, καὶ ἀπαλλάσσεται πάσης εὐθύνης καὶ πάσης παροχῆς πλέον τόκου. Καὶ αὐτὸ εἶναι μία προνομία πρωτάκουστος. Ἄλλη παροχὴ εἰς τὴν Τράπεζαν εἶναι ἡ ἑξῆς. Κατὰ τοὺς νόμους τοὺς προηγουμένους τοῦ 1859, 1862 καὶ 1864, ἠδύνατο ἡ Τράπεζα νὰ κάμνῃ δάνεια, ἀλλὰ διὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς γίνεται ὑπερθεματισμὸς εἰς τοὺς νόμους ἐκείνους, καὶ ἡ Τράπεζα δύναται νὰ δανείζηται μέχρι τοῦ ὀκταπλασίου τῶν κεφαλαίων αὐτῆς, ὅπερ δικαίωμα δὲν εἶχεν· εἶχε μόνον δικαίωμα νὰ δανείζηται μέχρι τοῦ πενταπλασίου. Ὥστε λαμβάνει ἤδη διὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς τὸ δικαίωμα νὰ διπλασιάσῃ σχεδὸν τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ δανεισθῇ. Ἄλλη παροχή: Ἄν ἡ Τράπεζα συμβληθῇ περὶ δανείου, καὶ συνομολογήσῃ δάνειον, δι’ οὗ πρόκειται νὰ ἐξοφληθῇ ἄλλο δάνειον, τότε τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου θὰ μειοῦται, θὰ ἐπιβάλληται κατὰ τὴν κλίμακα τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ᾼΧΚʹ νόμου. Τοῦτο εἶναι δίκαιον, ὁμολογῶ, διότι δὲν πρέπει νὰ εἰσπράττηται δι’ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ δάνειον διπλοῦς φόρος χαρτοσήμου, ἀλλὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ γείνῃ δι’ ὅλους τοὺς πολίτας, καὶ ὄχι νὰ δίδεται προνομιακῶς εἰς τὴν Τράπεζαν. Εἶναι καὶ τοῦτο ἓν μέγα δικαίωμα, τὸ ὁποῖον παραχωρεῖται εἰς τὴν Τράπεζαν, κατὰ ὑπερθεματισμὸν πάλιν εἰς τὸν νόμον τοῦ 1880. Παραχωρεῖται ἐπὶ πλέον εἰς αὐτὴν καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ προκαλῇ διὰ Β. Διατάγματος τὴν διάρκειαν τῶν προσόδων ἢ τῶν φόρων, ἐπὶ τῶν ὁποίων βασίζεται οἱονδήποτε δάνειον αὐτῆς πρὸς δήμους κλπ. μέχρις ἐξοφλήσεως τοῦ χρέους. Τοιοῦτον δικαίωμα δὲν εἶχεν, εἶναι δὲ τοῦτο ἀρκετὰ σπουδαῖον, διότι οἱ φόροι οὗτοι πολλάκις νομοθετοῦνται μέχρις ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος. Ἤδη, ἐὰν τὸ πρὸς τοὺς δήμους δάνειον τῆς Τραπέζης δὲν ἐξοφληθῇ δι’ οἱονδήποτε λόγον, θὰ δύναται νὰ προκαλῇ διὰ Β. Διατάγματος τὴν διάρκειαν τῶν φόρων αὐτῶν μέχρι τοῦ χρονικοῦ διαστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐξοφληθῆ τὸ δάνειον. Τὸ πρᾶγμα, Κύριοι, εἶναι σπουδαῖον· διότι ὑποθέσατε, ὅτι μία δημοτικὴ ἀρχὴ κατορθώνει νὰ δανεισθῇ ἀπὸ τὴν Τράπεζαν ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένης φορολογίας, προωρισμένης πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τούτου, ὁ δῆμος ἐκεῖνος θὰ ἦναι πλέον δοῦλος αἰωνίως, δὲν θὰ δύναται νὰ μεταβάλῃ ποτὲ τὴν φορολογίαν αὐτήν, ἀλλὰ θὰ ἦναι ὑπόχρεως, καίτοι ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον ἐτέθη ἡ φορολογία, νὰ τὴν διατηρήσῃ μέχρις οὗ ἐξοφληθῇ τὸ δάνειον πρὸς τὴν Τράπεζαν. Ὄλα ταῦτα γίνονται ὑπὲρ τῆς Τραπέζης, χάριν ὠφελείας αὐτῆς. Αὐταὶ εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον αἱ προνομίαι αἱ παραχωρούμεναι εἰς τὴν Τράπεζαν διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης. Ποῖον δὲ εἶναι τὸ ἀντιστάθμισμα, κύριοι Βουλευταί; Τὰ τρία πρῶτα ἄρθρα πραγματεύονται περὶ τούτου. Κατὰ τὸ πρῶτον ἄρθρον ἡ Τράπεζα θὰ ἦναι ὑπόχρεως νὰ χορηγήσῃ εἰς τὸ συστηθησόμενον Γεωργικὸν ταμεῖον τῆς Θεσσαλίας 6,000,000 δραχμάς, καὶ ὑποχρεοῦται νὰ προέλθῃ εἰς τοιαύτην σύμβασιν μετὰ τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου ἐντὸς 2 ἐτῶν ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τῆς συμβάσεως ταύτης. Εἶναι, Κύριοι, θετικὴ ἡ ὑποχρέωσις αὕτη, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνει ἡ Τράπεζα; Εἶναι βέβαιον ὅτι θὰ συστηθῇ καὶ θὰ λειτουργήσῃ τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον; Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἦναι βέβαιον, ὅτι θὰ συστηθῇ καὶ θὰ λειτουργήσῃ, θὰ δυνηθῇ ἐντὸς δύο ἐτῶν νὰ ἦναι συνεστημένον καὶ νὰ λειτουργῇ, ἵνα μὴ παρέλθῃ ἄπρακτος ἡ προθεσμία, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἦναι ὑπόχρεως ἡ Τράπεζα νὰ συμβληθῇ μετ’ αὐτοῦ διὰ τὸ προκείμενον δάνειον; Οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ βεβαιώσῃ. Βεβαίως τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια θά συζητηθῶσιν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, μετὰ τὴν ἐπάνοδον τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ προεξοφλήσῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ, ἐξ ὅσων ἀκούω, κρίνω ὅτι μεγάλαι ἀντιῤῥήσεις νὰ ἐγερθῶσι περὶ τῆς χρησιμότητος τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων. Ὅτι τὰ μέτρα ἐκεῖνα, Κύριοι, δὲν ἐγγυῶνται αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ τὴν πραγματοποίησίν των, ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ὅτι ἀπὸ πέρυσιν ἔχουν ὑποβληθῆ, καὶ ἐν τούτοις εἰς οὐδὲν ἀποτέλεσμα ἀπέληξαν. Ἠκούσατε τὰς ἀντιῤῥήσεις τῶν διαφόρων Θεσσαλῶν, ἠκούσατε, ὅτι ἐδημιουργοῦντο φόροι, ἐδημιουργοῦντο πόροι τοῦ ταμείου ἐκείνου καὶ ἐγκατελείφθησαν φόρος στρεμματικός, δεκάτη καὶ ἄλλοι πόροι. Καὶ ἀποδεικνύουν ὅλα ταῦτα, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἀποτελοῦσιν, ὡς καὶ τὰ ἄλλα μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, ψηφιδωτὸν, εἰς τὸ ὁποῖον κατοπτρίζονται ὅλα τὰ συστήματα. Ἐκεῖ ἤθελε λυθῆ τὸ ζήτημα περὶ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, ἤθελε λυθῆ τὸ ζήτημα περὶ τῆς δεκάτης, ἤθελεν ἰσχύει καὶ ὁ φόρος περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν, ἤθελον τεθῆ ταὐτοχρόνως καὶ ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ εἰς ἐνέργειαν ὅλα τὰ συστήματα τὰ φορολογικὰ, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, Κύριοι, ὅτι ταῦτα πάντα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν δύναται κανεὶς νὰ ἦναι βέβαιος περὶ τῆς τελεσφορήσεως τῶν μέτρων αὐτῶν. Ἑπομένως δὲν εἶναι θετικὴ ἡ ὑποχρέωσις τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνει ἡ Τράπεζα, ὅπως παραχωρήσῃ τὸ δάνειον τῶν 6,000,000 εἰς τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον τῆς Θεσσαλίας. Ἄλλη ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνει ἡ Τράπεζα, εἶναι, νὰ δανείζῃ βραχυπροθέσμως ἐπὶ τοῖς ἐνεχυρογράφοις τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, δηλαδή, μὲ ἄλλας λέξεις, ἐπὶ σταφιδοκάρπου. Βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι αἱ γενικαὶ ἀποθῆκαι θὰ λειτουργήσουν τόσον εὐρέως, ὥστε ὅλα τὰ ἐμπορεύματα καὶ ὅλα τὰ προϊόντα νὰ τὰ δέχωνται, νὰ ἐκδίδωσι δι’ αὐτὰ ἐνεχυρόγραφα καὶ ἐπ’ αὐτῶν νὰ δανείζῃ ἡ Τράπεζα· ἑπομένως δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ῥήτρα αὕτη τῆς συμβάσεως ὡς πρὸς τὸν σταφιδόκαρπον. Θὰ δανείζῃ λοιπὸν ἡ Τράπεζα ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου· πότε ὅμως; Ὅταν λειτουργήσωσιν αἱ γενικαὶ ἀποθῆκαι καὶ ἐκδίδουν ἐνεχυρόγραφα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα θ’ ἀποδεικνύωσιν, ὅτι αἱ γενικαὶ αὗται ἀποθῆκαι ἔλαβον καὶ ἔχουσιν εἰς τὴν κατοχήν των καρπὸν, ὁ ὁποῖος παρίσταται ἐν τοῖς ἐνεχυρογράφοις· ἐπὶ τῶν ἐνεχυρογράφων τούτων θὰ δανείζῃ ἡ Τράπεζα. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὁ νόμος περὶ γενικῶν ἀποθηκῶν ἐψηφίσθη ἀπὸ πέρυσιν, εἶναι δὲ τοιοῦτος, ὥστε γενικῶς ὁμολογεῖται, ὅτι ἀπέτυχε καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ. Εἶναι δὲ εὐχῆς ἔργον, ὅπου δὲν ἐφαρμόζεται· διότι, ἐάν τις εὑρίσκετο νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν καὶ νὰ ἐγείρῃ ἀποθήκας, θὰ ἐτρέχομεν μέγαν κίνδυνον. Διότι μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἤθελε λάβει τὴν ἄδειαν νὰ ἐγείρῃ τοιαύτας ἀποθήκας, θὰ ὑποχρεοῦται εἰς ἐγγύησιν 25,000 δραχμῶν, καὶ ἀντὶ τῆς χρηματικῆς ταύτης ἐγγυήσεως θὰ δύναται νὰ δέχηται εἰς τὰς ἀποθήκας σταφιδόκαρπον ἀξίας ἑκατομμυρίων. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἐγγύησις, καμμία ἀσφάλεια· ὥστε, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ τις νὰ ἐγείρῃ τοιαύτας ἀποθήκας, τίς ἠδύνατο νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς αὐτὸν τὴν περιουσίαν του; Τίς ἤθελεν ἱκανοποιηθῆ, ἐὰν αὐτὸς ἀπεδεικνύετο ἄνθρωπος κακῆς πίστεως; τίς πρῶτος ἐκ τῶν καταθεσάντων τὸν σταφιδόκαρπον ἤθελεν ἱκανοποιηθῆ ἐκ τῶν 25,000 δραχμῶν τῆς χρηματικῆς ἐγγυήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν τὸν ὑπεχρέωσεν ὁ νόμος ἐκεῖνος; Οὐδείς. Ἄρα οὐδὲ ἡ ὑποχρέωσις αὕτη, ἢ μᾶλλον οὔτε ἡ εὐεργετικὴ αὕτη ἐνέργεια, ἵνα εἴπω οὕτω, τῆς Τραπέζης εἶναι θετική· διότι ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι σπουδαίως μεριμνᾷ ὑπὲρ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν ἡ σύμβασις αὕτη, ἀφοῦ ἡ Τράπεζα θὰ δανείζῃ εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς ἐπὶ ἐγγυήσει τοῦ καρποῦ, καὶ ἀπέναντι τῆς ὠφελείας ταύτης, ἀπέναντι τῆς εὐεργετικῆς ταύτης ἐνεργείας τῆς Τραπέζης ὡς πρὸς τοὺς σταφιδοπαραγωγούς, ἠδύνατο κανεὶς νὰ παραβλέψῃ τὰς παροχὰς, αἱ ὁποῖαι χορηγοῦνται εἰς τὴν Τράπεζαν, δυνάμει τῆς συμβάσεως ταύτης. Ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ αὕτη θετικὴ, διότι ἀφοῦ μέχρι τοῦδε αἱ γενικαὶ ἀποθῆκαι δὲν ἐλειτούργησαν, πιθανώτατον ἢ σχεδὸν βέβαιον εἶναι, ὅτι καὶ εἰς τὸ μέλλον δὲν θὰ λειτουργήσουν. Τρίτη, Κύριοι, εὐεργετικὴ ἐνέργεια,—ἂς τὴν ὀνομάσωμεν οὕτω—τὴν ὁποίαν ἐπαγγέλλεται ἡ σύμβασις αὕτη, εἶναι ἡ χορηγία μέχρι 10,000,000 τοὐλάχιστον δραχμῶν εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας, διὰ δανείων ἀσφαλιζομένων ὑπὸ τῶν μελλόντων νὰ συγκομισθῶσι καρπῶν, καὶ διὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον, βλέπετε, κανονίζει καὶ τὸν τρόπον τῆς ἀσφαλείας τῶν τοιούτων δανείων. Τὸ ζήτημα τοῦτο, Κύριοι, ἰδίως τοῦτο, ἐνέχει τὴν μεγάλην σπουδαιότητα, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς ἡμᾶς τοὺς μὴ Θεσσαλοὺς, ἢ μᾶλλον ὡς πρὸς ἐκείνους, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐκτείνεται ἡ δικαιοδοσία τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἡ Τράπεζα ἐδικαιοῦτο καὶ μέχρι τοῦδε, ἢ μᾶλλον ὑπεχρεοῦτο, νὰ χορηγῇ τοιαῦτα δάνεια, καὶ ἐχορήγει μέχρι τινὸς ποσοῦ, εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας. Ἀλλὰ πῶς τὰ ἐχορήγει, κύριοι Βουλευταί; Ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐχορήγει αὐτὰ τὰ δάνεια ἡ Τράπεζα, ἠδύνατο νὰ ὠφελήσῃ τὴν σταφιδοπαραγωγὴν ἰδίως;—διότι περὶ ταύτης πρόκειται· πιστεύω δ’ ὅτι καὶ ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου τοῦτο ἰδίως εἶχεν ὑπ’ ὄψιν, τὸ νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς ἡ Τράπεζα καὶ ἐπίκουρος εἰς τὴν πάσχουσαν σταφιδοπαραγωγήν.—Ἡ Τράπεζα οὐδέποτε ἐχορήγησε δάνεια εἰς γεωργοκτηματίας. Ἔχει, καθὼς γνωρίζετε, πιστούχους, ἔχει κατάλογον πιστούχων, καὶ εἰς αὐτοὺς χορηγεῖ τοιαῦτα γεωργικὰ δάνεια, ὡς τὰ ἀποκαλοῦσιν. Ἀλλὰ ποῖοι εἶναι οἱ πιστοῦχοι; Εἶναι οἱ κτηματίαι; εἶναι οἱ γεωργοί; ὄχι· εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παρέχουν πίστιν εἰς τὴν Τράπεζαν. Ἔχει κατάλογον ἡ Τράπεζα, ἐν τῷ ὁποίῳ ἔχει ἐγγεγραμμένους πάντας τούτους τοὺς πιστούχους, κατὰ τοὺς κανονισμοὺς τῆς Τραπέζης συντεταγμένον. Γνωρίζετε, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Τραπέζης συντάσσει τοὺς τοιούτους καταλόγους. Αὐτοὶ δὲ, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν τὰ τοιαῦτα δάνεια ἀπὸ τὴν Τράπεζαν μὲ τὸν μικρὸν τόκον τῶν 7%, τί τὰ κάμνουν; Τὰ μεταχειρίζονται διὰ τὰς ἀνάγκας αὐτῶν τὰς γεωργικάς; Οὐδαμῶς. Δὲν ἔχουσιν οὗτοι τοιαύτας ἀνάγκας, διότι ἡ Τράπεζα εἰς ἀνθρώπους ἔχοντας πραγματικὰς γεωργικὰς ἀνάγκας οὐδέποτε ἐδάνεισεν, ἡ Τράπεζα δανείζει εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τοιαύτας ἀνάγκας, εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐμπορεύονται τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Τραπέζης. Ὅλοι οἱ σταφιδαποθηκάριοι,—τὸ γνωρίζουν πάντες οἱ Βουλευταὶ, ὅτι εἶναι ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν,—ὅλοι οἱ τοκισταὶ παρὰ τῆς Τραπέζης οἰκονομοῦσι τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα δανείζουσιν εἰς τοὺς ἔχοντας γεωργικὰς ἀνάγκας τοκογλυφικῶς. Οὕτω πως ἡ Τράπεζα, ἀντὶ νὰ φαίνηται εὐεργετικὴ πρὸς τὴν γεωργίαν, πρὸς τοὺς κτηματίας, πρὸς τὴν σταφιδοπαραγωγήν, πρὸς πᾶσαν τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν, τί κάμνει, νομίζετε; Χορηγεῖ τὰ μέσα εἰς τὴν τοκογλυφίαν! καὶ ἴσως–ἴσως, δύναμαι νὰ εἴπω, διότι τὸ αἰσθάνομαι, διότι τὸ γνωρίζω, ἐὰν ἔλειπον αἱ παροχαὶ αὗται τῆς Τραπέζης, ἡ τοκογλυφία δὲν θὰ ἦτο τόσον ἀγρία. Λαμβάνουσιν οἱ σταφιδαποθηκάριοι, λαμβάνουσιν οἱ τοκισταὶ χρήματα μὲ τὸν ἐλαφρὸν τόκον τῶν 7%, καὶ τὰ δανείζουσι μὲ 30, μὲ 40 καὶ 50 καὶ πολλάκις μὲ 100%! Εἶμαι βέβαιος, Κύριοι, ὅτι ἡ Τράπεζα, μὲ ὅλην τὴν σύμβασιν αὐτήν, δὲν θὰ χορηγήσῃ πλέον δάνεια, διότι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐλάμβανον ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τὰ χρήματα καὶ τὰ ἐτόκιζον εἰς ἄλλους, καὶ ἐκεῖνοι περιῆλθον τώρα εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε ἡ Τράπεζα νὰ μὴ τοὺς θεωρῇ πλέον ἀξίους πίστεως· ὥστε οὔτε καὶ εἰς ἐκείνους δὲν θὰ δώσῃ πλέον ἡ Τράπεζα. Καὶ ἠκούσατε προχθές, τί εἶπεν ὁ κ. Εὐταξίας· αὐτὸ, διὰ τὸ ὁποῖον ἐγὼ νομίζω, ὅτι πολὺ ὠφελιμώτερον θὰ ἦναι νὰ μὴ δώσῃ ἡ Τράπεζα δάνεια· διότι, ἐὰν δώσῃ δάνεια ἐπὶ τῇ ἐγγυήσει τῶν καρπῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ παραχθῶσι, καὶ δοθῇ μάλιστα, κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, προνόμιον εἰς τὰ τοιαῦτα δάνεια ἐπὶ τῶν καρπῶν, ἠκούσατε τί θὰ συμβῇ. Διότι τὰ κτήματα, αἱ σταφιδοφυτεῖαι ἐν γένει, εἶναι ἐνυπόθηκα, βεβαρημένα διὰ μεγάλων χρεῶν· ἕκαστος ἔχει τὸν κύριόν του, ἵνα εἴπω οὕτω, διότι τῷ ὄντι δοῦλοι κατήντησαν οἱ κτηματίαι, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως πάσης ὑπὲρ αὐτῶν προνοίας ἐκ μέρους τοῦ Κράτους. Ὁ δανειστὴς, ἐν ὅσῳ ἔχει ἐλπίδα, ὅτι ἐκ τοῦ καρποῦ κἄτι θὰ ἀπολαύσῃ, δὲν προβαίνει εἰς τὴν ἐκποίησιν, ἀλλ’ ὅταν ἴδῃ, ὅτι ἡ Τράπεζα ἔχει προνόμιον ἐπὶ τοῦ παραχθησομένου καρποῦ, καὶ ὅτι εἰς ἐκεῖνον δὲν θὰ μείνῃ τίποτε, δὲν θὰ ἔχῃ πλέον συμφέρον νὰ ἀναμένῃ, θὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκποίησιν. Εἶναι, Κύριοι, ἀναμφισβήτητον, εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστὸν, ὅτι τὸ πλεῖστον μέρος τῆς ἀκινήτου περιουσίας τῆς Ἑλλάδος περιῆλθεν εἰς τὴν κυριότητα τῆς Τραπέζης καὶ πολλῶν ἄλλων τραπεζιτικῶν καταστημάτων, καὶ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι διὰ τούτου τοῦ τρόπου θὰ ὑποβοηθήσωμεν, ἵνα καὶ τὸ ὑπόλοιπον τῶν κτημάτων περιέλθῃ εἰς τὴν κυριότητα αὐτῶν καὶ μείνωσι πάντες οἱ Ἕλληνες ἀκτήμονες. Δὲν ὑποθέτω ὅμως, ὅτι ἡ Τράπεζα θὰ προβῇ εἰς τοιαῦτα δάνεια. Ἀλλ’ ἀφοῦ πάντα καὶ τὰ τρία ταῦτα ἀντισταθμίσματα, τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνει ἡ Τράπεζα ἀπέναντι τῶν παροχῶν, τὰς ὁποίας πρὸς αὐτὴν χορηγεῖ ἡ σύμβασις, δὲν εἶναι θετικὰ, δὲν εἶναι ὡρισμένα, δὲν εἶναι ἐπωφελῆ, — δύναμαι νὰ εἴπω οὕτω τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὰ δύο τελευταῖα — διατὶ νὰ χορηγήσωμεν ἀπὸ τοῦδε αὐτὰς τὰς προνομίας εἰς τὴν Τράπεζαν; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ σύμβασιν. Σύμβασις λέγεται, ὅταν τις παραχωρῇ καὶ ἀναλαμβάνῃ καὶ αὐτὸς ὑποχρεώσεις. Ἐδῶ ἡ Τράπεζα ἀποκτᾷ δικαιώματα, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἀπέναντι τούτων ὑποχρέωσιν ἀναλαμβάνει θετικήν. Δὲν λέγω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φροντίσωμεν ὑπὲρ τοῦ ταμείου τοῦ Γεωργικοῦ τῆς Θεσσαλίας. Ἀλλὰ πρῶτον ἔπρεπε νὰ συστηθῇ τὸ ταμεῖον, ἵνα γνωρίζωμεν μετὰ ποίου ὑποχρεοῦμεν τὴν Τράπεζαν νὰ συμβληθῇ. Πρὶν γεννηθῇ τὸ πρόσωπον, — διότι θὰ ἦναι νομικὸν πρόσωπον — ὑποχρεοῦμεν τὴν Τράπεζαν νὰ συμβληθῇ μετ’ αὐτοῦ, καὶ τῇ χορηγοῦμεν παροχὰς καὶ προνόμια ἐπὶ τῇ ὑποχρεώσει ταύτῃ. Τὸ λογικὸν, νομίζω, ἦτο, νὰ περιμείνωμεν νὰ συστηθῇ τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον καὶ νὰ λειτουργήσῃ, καὶ τότε νὰ ὑποχρεώσωμεν τὴν Τράπεζαν, ἢ μᾶλλον ἔπρεπεν ἀμφότερα τὰ μέτρα ὁμοῦ νὰ ἐλαμβάνοντο, ταὐτοχρόνως νὰ ἔλθωσι. Καὶ ὡς πρὸς τὸ ἕτερον ζήτημα, Κύριοι, τὸ τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, νομίζω ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀφήσωμεν πρῶτον νὰ λειτουργήσουν αἱ γενικαὶ ἀποθῆκαι, καὶ τότε νὰ συμβληθῶμεν μετὰ τῆς Τραπέζης, ὅπως ἀναλάβῃ αὕτη τὴν εὐεργετικὴν πρόνοιαν, ἵνα εἴπω οὕτω, νὰ δανείζῃ ἐπὶ ἐνεχύρῳ τοῦ σταφιδοκάρπου· ἀλλ’ ἐν ὅσῳ δὲν λειτουργοῦσιν αἱ γενικαὶ ἀποθῆκαι, διατὶ νὰ χορηγήσωμεν δικαιώματα καὶ προνομίας εἰς τὴν Τράπεζαν ἐπὶ τῇ ἀναλήψει τῆς ὑποχρεώσεως ἢ μᾶλλον τοῦ δικαιώματος, ἐπαναλαμβάνω, τοῦ νὰ χορηγήσῃ τοιαῦτα δάνεια; εἰς ποίους νὰ τὰ χορηγήσῃ; ἐπὶ ποίων τίτλων; Ποῦ εἶναι οἱ ἐνεχυροδανειστικοὶ τίτλοι; Οὐδαμοῦ. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸ τρίτον ζήτημα, Κύριοι, τῶν γεωργικῶν δανείων μέχρι τῶν 10 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἀναλαμβάνει ἡ Τράπεζα νὰ χορηγήσῃ, τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἁπλοῦν· διότι, ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι θὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, ὅπερ ἀδύνατον, δὲν ἀρκεῖται εἰς ὅσας ἠκούσατε, ὅτι ἀπέναντι τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης ἀποκτᾷ προνομίας καὶ δικαιώματα, ἀλλ’ ἡ προκειμένη σύμβασις τῇ χορηγεῖ καὶ ἄλλα ἀκόμη, εἰς τὰ ὁποῖα ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της. Θὰ δικαιῶται ἡ Τράπεζα ἀμέσως μετὰ τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας τοῦ δανείου νὰ ἐγγράφῃ ὑποθήκην ἐπὶ ὁλοκλήρου τῆς περιουσίας τοῦ δανειζομένου, ἄνευ τῆς θελήσεως τοῦ ὀφειλέτου, ἐπὶ πάσης καλύβης καὶ παντὸς ἀγροῦ, διὰ νὰ τῷ καταστήσῃ ἀδύνατον πλέον τὸ ζῆν. Τὸ πρᾶγμα εἶναι σπουδαῖον, διότι, ὡς γνωρίζετε, ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἐγγραφὴν ὑποθήκης ἄνευ τῆς θελήσεως τοῦ ὀφειλέτου, παρὰ μόνον εἰς πολὺ ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, ὅπου ἠθέλησε νὰ προστατεύσῃ ἰδιαιτέρως δικαιώματά τινα, ὡς ὅταν πρόκειται π. χ. περὶ προικὸς, ἢ περὶ διαχειρίσεως περιουσίας, ἀνηκούσης εἰς ἀνήλικα. Εἰς πάσας τὰς ἄλλας περιστάσεις ὁ νόμος οὐδὲν ἔδωκε κῦρος εἰς ὑποθήκην, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν συνήνεσεν ὁ ὀφειλέτης· καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ περιγραφὴ τακτικὴ καὶ ἀνελλιπὴς τοῦ κτήματος, τοῦ διδομένου εἰς ὑποθήκην διὰ τῆς θελήσεως τοῦ ὀφειλέτου, ἡ τοιαύτη ὑποθήκη ῥητῶς θεωρεῖται παρὰ τοῦ νόμου ἄκυρος, διότι ὑποτίθεται, ὅτι δὲν εἶναι σαφῶς ἐκπεφρασμένη ἡ θέλησις τοῦ ὀφειλέτου. Τόσην σημασίαν ἔδωκεν ὁ νόμος εἰς τὴν θέλησιν ταύτην τοῦ ὀφειλέτου, διότι ἡ ἀκίνητος περιουσία ἀποτελεῖ τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύναταί τις νὰ ζήσῃ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, διότι ἄνευ ἀκινήτου περιουσίας δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐλεύθερος καὶ ἀνεξάρτητος ὁ πολίτης· καὶ διὰ τοῦτο ὁ νόμος προστατεύει τὴν ἀκίνητον περιουσίαν. Ἐδῶ ὅλαι αὐταὶ αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦσι τὴν θέλησιν τοῦ ὀφειλέτου, τίθενται κατὰ μέρος. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οἰκτρὰν τῷ ὄντι μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, εἶναι αἱ περὶ προσωπικῆς κρατήσεως διατάξεις τῆς συμβάσεως. Διότι κατ’ αὐτὴν τὰ τοιαῦτα δάνεια τῆς Τραπέζης θὰ ἐπισύρωσι προσωπικὴν κράτησιν, ἐπιβαλλομένην δυνάμει ἀποφάσεως τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν. Δὲν ἠξεύρω διατὶ τόσον μικρὰ σημασία ἀπεδόθη εἰς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, ὥστε ἐνόμισαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ παραχωρήσωσι καὶ ταύτην, πρὸς μείζονα τῆς Τραπέζης ἀσφάλειαν. Γνωρίζετε, ὅτι ἡ προσωπικὴ κράτησις δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ, παρὰ δυνάμει δικαστικῆς ἀποφάσεως καὶ συμφώνως πρὸς τὸν νόμον. Ἐδῶ μόνος ὁ Πρόεδρος θ’ ἀποφαίνηται περὶ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως· ἠδύνατο δὲ καὶ τοῦτο νὰ λείψῃ, καὶ νὰ ἐπιτρέψωμεν, ὥστε τὰ δάνεια ταῦτα νὰ ἐκτελῶνται διὰ προσωπικῆς κρατήσεως ἄνευ ἀποφάσεώς τινος, διότι ὁ Πρόεδρος δὲν δύναται ποτὲ νὰ τὴν ἀρνηθῇ, ἀφοῦ ὁ νόμος ἐπιτρέπει τὴν προσωπικὴν κράτησιν διὰ τὰ τοιαῦτα δάνεια. Ὁ νομοθέτης ἐζήτησε τὴν δικαστικὴν ἀπόφασιν καὶ ὄχι τὴν ἀπόφασιν τοῦ Προέδρου, διότι ἐκεῖ ἤθελε γείνῃ συζήτησις...
§10ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καλεῖται κατ’ ἀντιμωλίαν. Ἐὰν ὁ ὀφειλέτης προβάλῃ ἀντιῤῥήσεις, τότε δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ.
§11ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι μόνον αἱ ἀντιῤῥήσεις. Ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι δὲν ὀφείλει, καὶ δὲν δύναται τότε τὸ δικαστήριον νὰ ἐπιβάλῃ τὴν προσωπικὴν κράτησιν, πρὶν ἀποφασίσῃ περὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως. Ἐδῶ ὁ Πρόεδρος θ’ ἀποφασίσῃ μόνον περὶ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, καὶ θὰ διατάξῃ τὴν ἐπιβολὴν αὐτῆς. Αἱ ἀντιῤῥήσεις ἐνώπιον τοῦ Προέδρου δὲν δύνανται νὰ ἀφορῶσιν ἢ τὴν νόμιμον περίπτωσιν τῆς διὰ προσωπικῆς κρατήσεως ἐκτελέσεως, ἐάν τις λ. χ. ἦναι ἀνήλικος ἢ ὑπερεβδομηκοντούτης, ὅτε δὲν ἐπιτρέπεται τὸ μέσον τοῦτο τῆς ἐκτελέσεως. Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο ὁ Πρόεδρος τὸ εἶχεν ἐπὶ πασῶν τῶν περιπτώσεων, εἰς τὰς ὁποίας ἐπιβάλλεται ἡ προσωπικὴ κράτησις. Τὸ ζήτημα εἶναι, Κύριοι, — καὶ δι’ αὐτὸ ὁμιλῶ — ἂν ἦναι πρέπον νὰ ἐκταθῇ ὁ κύκλος τῆς προσωπικῆς κρατήσεως καὶ ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπῆρχε μέχρι τοῦδε. Ἤδη πανταχόθεν ζητεῖται ἡ κατάργησις τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, διότι ὁ θεσμὸς θεωρεῖται βάρβαρος καὶ εἶναι βάρβαρος, καθόσον ὑποβάλλει καὶ τὸ ὕψιστον δικαίωμα τοῦ ἀνθρώπου, τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, εἰς συναλλαγήν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ἀφοῦ δὲν καταργοῦμεν τὴν προσωπικὴν κράτησιν, δὲν ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ εὐκολύνωμεν τὴν ἐπιβολήν της διὰ τοιούτων προφάσεων. Νομίζω δὲ, ὅτι ἥκιστα τοῦτο τιμᾷ καὶ τοὺς διευθύνοντας τὴν Τράπεζαν, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις, ὅπως διὰ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως κατορθώσουν νὰ προσπορισθῶσιν ὠφέλειαν. Τοιοῦτον εἶναι, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον, καὶ νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ τὸ σκεφθῇ καλλίτερον, καὶ νὰ μὴ βιασθῇ ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ψηφίσῃ, πρὶν ἢ πεισθῇ τοὐλάχιστον, ὅτι καὶ αἱ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνει ἡ Τράπεζα, θὰ ἦναι θετικαί. Ἐὰν τὸ πράττῃ διὰ νὰ παραστήσῃ ὅτι φροντίδα καὶ πρόνοιαν λαμβάνει ὑπὲρ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν καὶ τῶν γεωργοκτημόνων, νομίζω ὅτι οὐδὲν πράττει, διότι ἡ τοιαύτη φροντὶς δὲν τοὺς ἱκανοποιεῖ. Οἱ σταφιδοκτήμονες ἄλλο ἐζήτησαν· εἶναι ἤδη πολλὰ ἔτη, ὅπου ζητοῦμεν νὰ συστηθῇ εἰδικὴ Τράπεζα ὑπὲρ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μέγα μέρος τῆς κτηματικῆς περιουσίας τῆς Ἑλλάδος. Ἐλέχθησαν πολλὰ περὶ τούτου, διάφορα ὑπεβλήθησαν μέτρα πρὸ πολλοῦ, ἐγὼ δὲ ὑπέβαλον πρότασιν περὶ ἱδρύσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ ὑπέδειξα τὸν τρόπον, καθ’ ὃν δύναται ἡ τοιαύτη Τράπεζα νὰ εὐδοκιμήσῃ καὶ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς ἀνάγκας τῆς σταφιδοπαραγωγῆς. Συνεζητήθησαν τὰ μέτρα ταῦτα ἐπὶ τόσα ἔτη, ἐσυστήθη δὲ, ὡς γνωρίζετε, ἐσχάτως καὶ τὸ ἐν Πάτραις Σταφιδικὸν Συνέδριον, εἰς τὸ ὁποῖον πολλοὶ ἐκ τῶν ἐγκριτωτέρων πολιτευτῶν καὶ ὅλαι αἱ σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι δι’ ἀντιπροσώπων ἔλαβον μέρος, καὶ μετὰ μακρὰς συζητήσεις κατέληξεν εὐτυχῶς εἰς τοῦτο τὸ συμπέρασμα ἐν ὁμοφωνίᾳ, ὅτι μόνον Σταφιδικὴ Τράπεζα εἶναι δυνατὸν νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς ἀνάγκας τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, Τράπεζα, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ λειτουργῇ ταμεῖον σταφιδικῆς ἀμύνης, ὅπως ἀναλάβῃ τοῦτο τὴν φροντίδα τῆς ἐξαπλώσεως τῆς καταναλώσεως, καὶ πάντες οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν ἐδήλωσαν, ὅτι εἶναι πρόθυμοι νὰ ὑποβληθῶσι καὶ εἰς εἰσφορὰν ἐτησίαν κατὰ χιλιόλιτρον, ἵνα τὸ ποσὸν τοῦτο ἀποτελέσῃ κεφάλαιον, δυνάμενον νὰ ἐξυπηρετήσῃ δάνειον, τὸ ὁποῖον θὰ ἤρκει εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῆς σταφιδοπαραγωγῆς. Περὶ τούτου οὐδεμία φροντὶς, καὶ τὸ παράδοξον εἶναι, ὅτι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς πᾶν μέτρον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη, τὸ ἀπεδέχθη· οὐδὲν ἠρνήθη! «Σταφιδικὴν Τράπεζαν θέλετε; Μάλιστα, μᾶς λέγει, καὶ ἐγὼ αὐτῆς τῆς ἰδέας εἶμαι. Ἀποθήκας θέλετε; Μάλιστα, ἀποθήκας θέλω καὶ λέγω. Παρακράτησιν θέλετε; Μάλιστα, παρακράτησιν καὶ ἐγώ». Τὸ νόστιμον δὲ εἶναι, ὅτι εἰς οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα κατέληξε. Καὶ παράδοξον εἶναι, πῶς, ἐνῷ διὰ τὴν Θεσσαλίαν ζητεῖ νὰ εὕρῃ πόρους, ὅπως δημιουργήσῃ ἓν ταμεῖον διὰ τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας τῆς Θεσσαλίας, ἐδῶ, ὅπου τῷ δίδομεν τὰ μέσα, ὅπου τῷ λέγομεν «ἰδοὺ οἱ πόροι», ἀδιαφορεῖ! Ἔχομεν τώρα ἕνα πόρον κεκτημένον, τὸν πόρον ἐπὶ τῆς παρακρατήσεως, καὶ ἐνθυμεῖσθε ὅτι κατὰ τὴν ψήφισιν τῆς παρακρατήσεως, τοῦτο ἐνόει ἡ Βουλὴ, πᾶν ὅ,τι ἐκ τῆς παρακρατήσεως ἤθελε προκύψει, νὰ χρησιμεύσῃ ὡς τὸ πρῶτον ἐφόδιον τῆς συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἔχομεν τοὺς σταφιδοκτήμονας, οἱ ὁποῖοι λέγουν: «ἡμεῖς προσφερόμεθα νὰ συνεισφέρωμεν τόσα κατ’ ἔτος κατὰ χιλιόλιτρον, διὰ νὰ συστηθῇ Τράπεζα, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτείνῃ τὰς ἐργασίας της περὶ ἄλλα, ἀλλὰ νὰ ἦναι δανειστικὴ μόνον Τράπεζα πρὸς τοὺς σταφιδοκτήμονας, ἑπομένως νὰ μὴ δύναται νὰ εὕρῃ ἀλλαχοῦ συμφέροντα, ὅπως εὑρίσκει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία ἔχει ἄλλα στάδια ἐνεργείας, πολὺ ἐπωφελέστερα.» Καὶ ἐνῷ τῷ παρέχομεν τὰ μέσα, διὰ νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς ἱδρύσεως τοιαύτης Τραπέζης, δὲν τὸ πράττει, ἀλλὰ μᾶς φουρνίζει τὴν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης σύμβασιν. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας κατὰ τῶν ἐλλείψεων τῆς συμβάσεως ἠθέλησα, Κύριοι, νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐκφράζων συνάμα τὸ μέγα τῶν σταφιδοπαραγωγῶν παράπονον διὰ τὴν ἀκηδίαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Περὶ παντοίων ἐργαζόμεθα, ὅλους τοὺς κλάδους θέλομεν νὰ τοὺς διοργανώσωμεν, καὶ εἴδετε πῶς τοὺς διοργανοῦμεν, εἴδετε ὅτι πάσας τὰς πολιτειακὰς ἀρχὰς τὰς ἀνακηρύττομεν ἐν ἑνὶ καὶ τῷ αὐτῷ μέτρῳ, ὡς ἐν τοῖς Θεσσαλικοῖς νομοσχεδίοις, εἴδετε ὅτι περὶ τῶν δασῶν λαμβάνομεν πρόνοιαν καὶ περὶ γεωργικῶν σταθμῶν καὶ περὶ τόσων ἄλλων ἀντικειμένων, δεικνύοντες μὲν καλὴν πρόθεσιν, ἀσκόπως δὲ καὶ ἀστόχως ἐν πᾶσιν ἐνεργοῦντες, ἀλλὰ διὰ τὴν σταφίδα περιωρίσθημεν εἰς τὴν παρακράτησιν, τὴν ὁποίαν εἴδετε πῶς τὴν ἐφηρμόσαμεν. Τὸ σπουδαιότερον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γείνῃ διὰ τὴν σταφίδα, τὸ παραμελοῦμεν καὶ κάμνω τὸ παράπονον τοῦτο, διότι καυχῶνται οἱ ὑποβαλόντες τὴν σύμβασιν ταύτην, ὅτι δι’ αὐτῆς ἔλυσαν καὶ τὸ γεωργοκτηματικὸν ζήτημα! «Ἰδού, λέγουσιν, ἡ Τράπεζα θὰ δανείζῃ 10 ἑκατομμύρια εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας!» Ἠκούσατε ποίους καὶ πῶς θὰ δανείζῃ, καὶ ἂν θὰ δανείζῃ, ποῖα θὰ ᾖναι τ’ ἀποτελέσματα· καὶ ἐνῷ ἡμεῖς ζητοῦμεν ν’ ἀπαλλαχθῶμεν ἀπὸ τὴν τοκογλυφίαν, ἡ σύμβασις αὕτη χορηγεῖ πλείονα τὰ μέσα εἰς τὴν τοκογλυφίαν, διὰ νὰ μᾶς καταπιέζῃ περισσότερον. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, τὴν σύμβασιν ταύτην νὰ μὴ τὴν δεχθῇ ἡ Βουλὴ διότι εἶναι ἐπιζήμιος εἰς τὰ κοινὰ συμφέροντα, καὶ δίδει προνόμια, χωρὶς ν’ ἀπολαμβάνῃ τι. Τουλάχιστον, ἐὰν θέλωμεν νὰ χορηγήσωμεν προνόμια, πρέπει νὰ λάβωμεν καὶ τὸ ἀντάλλαγμα, καὶ ὄχι ἐπὶ πράγμασιν ἀπιθάνοις ἐντελῶς, ὅπως εἶναι ὅσα σᾶς ἀνέγνωσα ὅτι ἐπαγγέλλεται τὸ νομοσχέδιον, νὰ δώσωμεν τοιαύτας προνομίας. Ἐὰν εἰλικρινῶς νομίζουν ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης εὐεργετοῦσι τὴν σταφιδοπαραγωγὴν, τὰ μέγιστα σφάλλονται· πρέπει δὲ νὰ γνωρίσωμεν πάντες, ὅτι οὐδεμία εὐεργεσία προσφέρεται δι’ αὐτῆς εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγούς, ἀλλὰ μᾶλλον ἐπιτείνονται τὰ δεινὰ αὐτῶν. Τότε ἀληθῶς θὰ εὐεργετήσητε τὴν σταφίδα, ὅταν λάβητε πρόνοιαν περὶ ἱδρύσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.
§13ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Καλαβρύτων, ἐπὶ τοῦ ζητήματος δηλαδὴ τῆς συστάσεως εἰδικῆς Τραπέζης, εἴτε Σταφιδικῆς, εἴτε Γεωργικῆς ἐν γένει. Τὸ ζήτημα τοῦτο παρουσιάζει πολλὴν σπουδαιότητα ἀναμφισβητήτως, ἀλλὰ συνάμα καὶ πολλὰς δυσκολίας. Νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶχε δίκαιον εἰς τὰς πλείστας τῶν κρίσεών του, ἀλλ’ εἰς τὸ ζήτημα τῆς μεγαλειτέρας παροχῆς δανείων εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας, νομίζω ὅτι ἦτο ὀλίγον ὑπερβολικός. Ἡ Τράπεζα, ἀναδεχομένη τὴν αὔξησιν τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα παρέχει μέχρι σήμερον εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας μέχρι τοῦ ποσοῦ 10,000, κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, νομίζω ὅτι παρέχει εὐκολίαν τινὰ καὶ εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς καὶ εἰς τοὺς ἄλλους γεωργοκτηματίας. Νομίζω μάλιστα, ὅτι θὰ συντελέσῃ ἡ παροχὴ τῶν δανείων τούτων, ὅπως ἐλαττώσῃ κατὰ τι τὴν τοκογλυφίαν. Ἡ Τράπεζα σήμερον παρέχει δάνεια εἰς τοὺς τοκιστὰς καὶ τοὺς ἐμπόρους, ἀλλ’ οὐχὶ εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας, ἐπὶ τῇ βάσει δύο ἢ τριῶν ὑπογραφῶν. Ὅταν δὲ παρέχῃ δάνεια μέχρι 10,000,000 δρ. εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας, δὲν θὰ εὑρίσκῃ τὸ ἔδαφος καθ’ ὁλοκληρίαν ἐλεύθερον ὁ τοκογλύφος, ὅπως δανειζόμενος ἀπὸ τὴν Τράπεζαν ἐπὶ μικροτέρῳ τόκῳ δανείζῃ τοὺς γεωργοκτηματίας ἐπὶ τόκῳ τοκογλυφικῷ. Δὲν λέγω ὅτι τοῦτο θὰ ἐκλείψῃ ὁλοσχερῶς,—διότι αἱ ἀνάγκαι τῆς χώρας δὲν θεραπεύονται μὲ 10,000,000—ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ αὔξησις τοῦ πρὸς τοὺς γεωργοκτηματίας δανειζομένου ποσοῦ μία εὐκολία, τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ παραγνωρίσωμεν. Ἀλλὰ νομίζω καὶ ἐγώ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ βιασθῇ νὰ ψηφίσῃ τὴν παροῦσαν σύμβασιν. Εἶναι δὲ πραγματικῶς δυσάρεστον, διότι κατὰ τὴν τελευταίαν ὥραν καὶ ἐν στενῷ χρονικῷ διαστήματι ἐρχόμεθα νὰ συζητήσωμεν αὐτήν. Ἡ σύμβασις παρουσιάζει αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἐλαττώματα σπουδαῖα, ἀναφερόμενα εἰς τὰς πλείστας τῶν διατάξεων αὐτῆς. Θὰ προετίμων, ἂν ἦτο δυνατόν, νὰ συζητήσωμεν τὴν σύμβασιν ὡς νομοσχέδιον, ἄρθρον πρὸς ἄρθρον· τοῦτο θὰ ἦτο πρακτικώτερον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται παρὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἀναγκάζομαι νὰ ἀναπτύξω ὅσα ἐν συντόμῳ ἀνέφερα κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν αὐτῆς, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπεφυλάχθη νὰ ἐπιδιώξῃ βελτιώσεις τῆς συμβάσεως, ἀλλ’ οὐδεμίαν τοιαύτην ἐπαρουσίασε.
§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπεφυλάχθην νὰ διασαφήσω τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον.
§15ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ τροποποίησις, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἱκανοποιεῖ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμα. Θὰ ἀρχίσω δὲ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν παρατηρήσεών μου ἀπὸ τοῦ πρώτου ἄρθρου τῆς συμβάσεως. Εἶμαι ὀλιγώτερον ἀπαισιόδοξος τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, καὶ πιστεύω ὅτι, ἂν ἐπιδιωχθῇ ἡ ψήφισις νομοσχεδίου ἀφορῶντος τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον τῆς Θεσσαλίας κατὰ τρόπον δυνάμενον νὰ ἐφαρμοσθῇ, δύναται νὰ λειτουργήσῃ ἐπωφελῶς τὸ ταμεῖον τοῦτο. Δίδων δὲ τοιαύτην ἔννοιαν εἰς τὸ ὑποβληθὲν μέτρον τῆς συστάσεως Γεωργικοῦ ταμείου, δίδω καὶ σημασίαν εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον τῆς συμβάσεως, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναδέχεται ἡ Τράπεζα τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δανείσῃ εἰς αὐτὸ 6,000,000 δρ. πρὸς 5½% τόκον καὶ 1% χρεωλύσιον. Εἰσερχόμενος ὅμως εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οἰκονομίας ὅλου τοῦ ἄρθρου 1, εὑρίσκω ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν δανείζει πρὸς 5½%, ἀλλὰ πρὸς ποσοστὸν κατά τι ἀνώτερον. Διὰ τοῦτο κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν παρετήρησα, ὅτι τὸ βʹ καὶ γʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 1 εἶναι συντεταγμένα κατὰ τρόπον μὴ ἐκφράζοντα τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἕτεροι συνάδελφοι ἀντελήφθησαν. Τὸ αʹ ἐδάφιον δὲν ἐκφράζει τὴν ἔννοιαν, ὅτι διὰ τοῦ αὐτοῦ ἐτησίου ποσοῦ, δηλ. 6½%, τὸ ὁποῖον θὰ λαμβάνῃ ἡ Τράπεζα παρὰ τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου διὰ τόκον καὶ χρεωλύσιον, θὰ ἐκδώσῃ ἴδιον αὑτῆς δάνειον. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν ταύτην, ἄλλως ἔπρεπε νὰ ἦναι συντεταγμένη ἡ δευτέρα παράγραφος. Ὡς εἶναι συντεταγμένη, ἐννοεῖ ὅτι τὸ δάνειον, περὶ οὗ πραγματεύεται ἡ πρώτη παράγραφος, δηλαδὴ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον θὰ λάβῃ τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον, θὰ συνομολογηθῇ δι’ ὁμολογιῶν ἀποφερουσῶν τόκον 5%. Δὲν ἐξηγεῖται δὲ καθαρῶς, ὅτι θὰ ἐκδώσῃ ἡ Τράπεζα ἕτερον δάνειον ἴδιον αὑτῆς καὶ ὑπὸ τὴν ἰδίαν αὑτῆς εὐθύνην, ἄνευ εὐθύνης πρὸς τοὺς μέλλοντας ὁμολογιούχους ἀπὸ μέρους τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου. Τοῦτο ἔχει οὐσιαστικὸν ἀποτέλεσμα, ὅτι ἀντὶ τὸ δάνειον νὰ συνομολογηθῇ διὰ 59 ἑξαμηνίας κατὰ τὴν δευτέραν παράγραφον, συνομολογεῖται διὰ 70 ἑξαμηνίας κατὰ τὴν πρώτην παράγραφον, διότι δάνειον ἔχον ὑπηρεσίαν 6½% καὶ 5% τόκον, θὰ ἔχῃ 1½% χρεωλύσιον, καὶ διὰ τὴν ἐξόφλησίν του δὲν ἀπαιτοῦνται 70 ἑξαμηνίαι, ἀλλὰ 59 ἑξαμηνίαι μόνον. Συνδυάζοντες δὲ τὴν διάταξιν ταύτην μὲ τὴν τῆς τρίτης παραγράφου, περὶ ἧς θὰ ὁμιλήσω μετ’ ὀλίγον, δυνάμεθα ν’ ἀπολήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὸ δάνειον πρόκειται νὰ συνομολογηθῇ πρὸς 6% περίπου. Ὑπάρχει ἑπομένως κἄτι τι τὸ ἀσαφὲς ἐν τῇ συμβάσει, καὶ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι πρέπον νὰ ψηφισθῇ, χωρὶς νὰ καθαρισθῇ ἡ ἔννοια αὐτῆς. Δὲν θέλω νὰ συζητήσω, ἂν θὰ ἦναι συμφέρουσα ἡ σύμβασις δανείου πρὸς 6%, ἀλλὰ ψηφίζοντες ἐν πεποιθήσει δάνειον πρὸς 5½%, δὲν πρέπει νὰ ψηφίσωμεν δάνειον, οὗτινος ὁ τόκος δύναται νὰ ἀνέλθῃ εἰς 6%. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ἂν πράγματι τοιαύτη ἦναι ἡ ἔννοια, ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸ ἄρθρον, ὡς ἔχει, μὲ τὴν ἔννοιαν, ἥτις δύναται νὰ ἐξαχθῇ ἐξ αὐτοῦ καὶ τὴν ὁποίαν ἴσως καὶ αὐτοὶ οἱ διοικοῦντες τὴν Τράπεζαν δὲν ἐννοοῦσιν. Εἶναι δὲ τοῦτο ἀναγκαῖον, διότι τίς μᾶς ἐγγυᾶται, ὅτι θὰ διοικῆται ἡ Τράπεζα πάντοτε ὑπὸ τῶν αὐτῶν προσώπων; Ἄλλοι δύνανται νὰ ἐπιδιώξωσι τὴν ἐφαρμογὴν τῆς συμβάσεως κατὰ τὸ γράμμα αὐτῆς. Ἐὰν ἑπομένως ἐννοοῦμεν, ὅτι πρέπει πράγματι νὰ δώσωμεν οὐσιαστικὴν σημασίαν εἰς τὸ 1ον ἄρθρον τῆς συμβάσεως, τὸ ὁποῖον περιέχει τὴν κυριωτέραν παροχὴν τῆς Τραπέζης, πρέπει κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ συνταχθῇ αὐτὸ, ὥστε νὰ ἐπιβάλληται ἡ ὑποχρέωσις εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅπως παράσχῃ τὸ δάνειον εἰς τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον πρὸς 5½% τόκον καθαρὸν καὶ 1% χρεωλύσιον, ὑπὸ τοὺς ὅρους, οἱ ὁποῖοι θὰ κανονισθῶσι μεταξὺ τῆς Τραπέζης καὶ τοῦ σχηματισθησομένου Γεωργικοῦ ταμείου, χωρὶς ἐκ τῶν προτέρων νὰ ὁρισθῶσιν ὅροι, οἱ ὁποῖοι ἐνδέχεται ν’ ἀποδειχθῶσι βαρεῖς ἢ ἀνεφάρμοστοι, ὅταν θὰ σχηματισθῇ τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον. Οὐσιαστικὴ δὲ εἶναι ἡ ἔλλειψις εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ πρώτου ἄρθρου, διότι, ἐνῷ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ πᾶσα ἡ Βουλή, πιστεύω δὲ καὶ ἡ Διοίκησις αὐτὴ τῆς Τραπέζης, νομίζουσιν ὅτι πρόκειται νὰ συνομολογηθῇ δάνειον πρὸς 5½%, τοῦτο δύναται νὰ συνομολογηθῇ πρὸς 6%, ἕνεκα τῆς μὴ καθαρᾶς συντάξεως τῶν δύο πρώτων ἐδαφίων καὶ τοῦ συνδυασμοῦ αὐτῶν μετὰ τοῦ γʹ ἐδαφίου. Ἡ Τράπεζα κατὰ τὸ ἐδάφιον τοῦτο ἀναδέχεται τὴν συνομολόγησιν δανείου, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ καταβάλῃ τὸ ποσὸν τῶν 6,000,000 δρ. ἐντὸς τεσσάρων ἐτῶν, εἰς μίαν ἢ πλείονας δόσεις, ὁριστέας ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Οὕτω ἡ τρίτη παράγραφος δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ μὴ καταβάλῃ τὸ ποσὸν ἀμέσως, ἀλλ’ ἐντὸς τεσσάρων ἐτῶν, ὁ τόκος ὅμως τοῦ δανείου, κατὰ τὰς δύο προηγουμένας παραγράφους, ἄρχεται ἀπὸ τῆς συνομολογήσεως αὐτοῦ. Οὐδεμία διάταξις ὑπάρχει ἐν τῇ συμβάσει, ὅτι ὁ τόκος δὲν ἄρχεται ἢ ἀπὸ τῆς καταβολῆς τῶν χρημάτων ἑκάστης δόσεως. Ἵνα ἀπαλλαγῇ δὲ τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον τῶν τόκων διὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν δὲν θὰ χρησιμοποιήσῃ τὰ χρήματα τῶν μὴ καταβληθεισῶν εἰς αὐτὸ δόσεων, καὶ ἵνα μὴ πάθῃ ὅ,τι ἔπαθεν ὁ λιμὴν Καλαμῶν, ὅστις κατέβαλε τόκους εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ διὰ τὸ μέρος τῶν χρημάτων τοῦ δανείου του, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε λάβει, πρέπει νὰ ὁρισθῇ, ὅτι ὁ τόκος τοῦ δανείου θέλει ἄρχεσθαι ἀπὸ τῆς καταβολῆς τῶν χρημάτων ἑκάστης δόσεως. Ἂν δὲ τοῦτο δύναται νὰ φέρῃ ἀνωμαλίαν τινὰ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου παρὰ τῆς Τραπέζης, πρέπει νὰ ὁρισθῇ, ὅτι ἡ Τράπεζα θέλει ἐπιστρέφει τὸν τόκον, τὸν ὁποῖον θὰ λαμβάνῃ διὰ τὰς μὴ καταβληθείσας δόσεις. Τοῦτο ἐνδέχεται νὰ ὑπονοῆται παρὰ τῶν ὑπογραψάντων τὴν σύμβασιν, δὲν ἐξάγεται ὅμως ἐκ τῆς τρίτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου. Ἡ ἔλλειψις δ’ αὕτη, ἥτις δύναται νὰ δώσῃ τὴν ἔννοιαν τῆς παρὰ τῆς Τραπέζης ἀπολαυῆς τῶν τόκων (jouissance), ἥτις κατὰ μέσον ὅρον ἀνέρχεται εἰς δύο ἔτη, συνδυαζομένη μὲ ὅσα ἀνέπτυξα περὶ τῶν δύο πρώτων ἐδαφίων, δύναται νὰ φέρῃ εἰς ἑρμηνείαν, καθ’ ἣν ὁ τόκος τοῦ δανείου θὰ ἀνέλθῃ εἰς 6% περίπου ἀντὶ 5½% κατ’ ἔτος. Αἱ ἐλλείψεις αὗται πρέπει νὰ διορθωθῶσιν, ὅπως τὸ ψηφιζόμενον δάνειον τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου ἀποβῇ καθαρὸν καὶ ἀντάξιον πρὸς τὰς παροχὰς καὶ τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα δίδονται εἰς τὴν Τράπεζαν. Νομίζω ὅτι οὐ μόνον ἕνεκα τοῦ συμφέροντος τῶν δανεισθησομένων, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα τοῦ συμφέροντος αὐτῆς τῆς Τραπέζης δὲν πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὴν προτεινομένην ἐπαύξησιν τῶν προνομίων αὐτῆς. Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐξηγήσω διατὶ τὰ νέα ταῦτα προνόμια εἶναι βαρέα διὰ τοὺς δανεισθησομένους. Ἀνεπτύχθησαν τὰ περὶ τούτων καὶ προηγουμένως, καὶ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων συναδέλφου πρὸ ὀλίγου. Βεβαίως εἶναι καὶ βαρὺ καὶ ἐπικίνδυνον διὰ πάντα δανειζόμενον, ἢ δίδοντα ἐγγύησιν εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ ἴδῃ ἕνεκα οἱασδήποτε καθυστερήσεως πληρωμῆς ὁλόκληρον τὴν ἀκίνητον περιουσίαν του ὑποβαλλομένην οὐχὶ εἰς προσημείωσιν, ἥτις παρέχει εἰς αὐτὸν δικαστικήν τινα ἀσφάλειαν πληρεστέραν, ἀλλ’ εἰς ἄμεσον ὑποθήκην, ἥτις δύναται νὰ προκαλέσῃ καὶ τὴν ἄμεσον πώλησιν τῶν κτημάτων του, διότι τὸ ἐνυπόθηκον τοῦτο χρέος του θὰ ἦναι ληξιπρόθεσμον, ἡ Τράπεζα δὲ, κατὰ τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα κέκτηται, διὰ διαδικασίας ἁπλῆς καὶ συντόμου, δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν πώλησιν παντὸς κτήματος ἐνυποθήκου, ἅμα ἡ πρὸς αὐτὴν ὀφειλὴ εἶναι ληξιπρόθεσμος. Βαρὺ εἶναι καὶ τὸ προνόμιον τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, τῆς ἐπιβαλλομένης παρὰ μόνου τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν. Βαρεῖα ἐπίσης εἶναι ἡ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ συμβάσεως κυρουμένης διὰ Β. Διατάγματος ἀναιροῦνται διατάξεις θεμελιώδεις τῆς δημοτικῆς ἡμῶν νομοθεσίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιβολὴ ἐμμέσου δημοτικοῦ φόρου δὲν ἐπιτρέπεται ἢ διὰ χρονικὸν διάστημα ὡρισμένον, διὰ τετραετίαν, νομίζω. Τοῦτο ὡρίσθη βεβαίως χάριν τῆς κανονικῆς λειτουργίας τῶν δήμων. Ἐρχόμεθα δὲ ἤδη δι’ ἁπλῆς συμβάσεως νὰ ἀνατρέψωμεν τοῦτο, ἐπιτρέποντες εἰς τοὺς δήμους νὰ συνομολογῶσι δάνειον μὲ τὴν Τράπεζαν διὰ 30 ἢ 40 ἔτη καὶ δεσμεύωσιν οὕτω ἐπὶ 30 καὶ 40 ἔτη τὴν ἔμμεσον αὐτῶν φορολογίαν. Ἐὰν ὁ δημοτικὸς νόμος ἀπηγόρευσε τὴν ἐπιβολὴν τῶν ἐμμέσων δασμῶν διὰ χρόνον ἀπροσδιόριστον ἢ πολὺ μακρὸν, εἶχε βεβαίως ὡς λόγον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξαντλῇ εἷς δήμαρχος καὶ ἓν Δημοτικὸν Συμβούλιον τοὺς πόρους τοῦ δήμου καὶ νὰ τὸν θέτῃ εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ λειτουργῇ ὁμαλῶς καὶ προάγηται εἰς τὸ μέλλον. Διὰ τοῦτο ἐπέτρεψε μὲν τὴν συνομολόγησιν δανείων, ἐπέτρεψε τὴν ἐκχώρησιν ἐμμέσων ἐσόδων, ἀλλὰ τὴν ἐπέτρεψε δι’ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, οὐχὶ δὲ διάστημα χρονικὸν τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον νὰ δεσμεύῃ τὴν ἐλευθερίαν αὐτοῦ καὶ τὴν ἀνάπτυξίν του. Γνωρίζομεν δὲ, Κύριοι, πόσον εἶναι εὔκολον εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τοιαύτην δέσμευσιν, ὅπως δανεισθῶσι χρήματα, εἴτε πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων, τὰ ὁποῖα θέλουσι χρησιμεύσει εἰς τὴν ὑστεροφημίαν τῶν δημάρχων, εἴτε καὶ ὅπως σπαταλήσωσιν αὐτά. Ἔχομεν πολλὰ τοιαῦτα παραδείγματα. Σήμερον ὑπάρχει τοὐλάχιστον παρὰ τοῦ νόμου ὁ περιορισμὸς, ὅτι πέραν τῆς τετραετίας δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν δήμαρχον καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ δεσμεύσωσι τὸν δῆμον· ἂν δὲ ἦναι δύσκολον εἴς τινα δῆμον νὰ εὕρῃ δάνειον, ἐξοφλητέον ἐντὸς τεσσάρων ἐτῶν, εἶναι προτιμότερον νὰ μὴ δανεισθῇ. Εἶναι τάχα τόσον μεγάλη εὐεργεσία εἰς τοὺς δήμους ἡ εὐκολία τοῦ δανείζεσθαι, τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ παράσχωμεν εἰς αὐτούς; Νομίζω ἀπ’ ἐναντίας, ὅτι εἶναι πολὺ ὠφελιμώτερον νὰ περιορίσωμεν αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ νὰ δανείζωνται, καὶ νὰ τοὺς ἀναγκάσωμεν νὰ ἐκτελῶσι τὰ ἔργα αὐτῶν διὰ τῶν πόρων, τοὺς ὁποίους δύνανται νὰ διαθέσωσι. Τὸ δανείζεσθαι δὲν εἶναι ἐκ τῶν εὐεργετημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα μετ’ εὐχερείας πρέπει νὰ παρέχωνται καὶ εἰς τοὺς δήμους καὶ εἰς τὰ Κράτη. Ἄς παραδειγματισθῶμεν ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Ἀλλοία θὰ ἦτο ἡ θέσις αὐτοῦ καὶ τῆς χώρας, ἂν ὑπῆρχε περιορισμός τις τοῦ δανείζεσθαι. Βεβαίως δὲν θὰ ἤμεθα εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα σήμερον. Ἡ ἔλλειψις περιορισμῶν εἰς τὸ δανείζεσθαι διὰ τοὺς δήμους ἔφερε τοὺς περισσοτέρους ἐξ αὐτῶν εἰς τὴν δυσχερῆ κατάστασιν, εἰς ἣν σήμερον περιῆλθον. Ἐξανιστάμεθα, καὶ δικαίως, ὅλοι ἐναντίον τῆς ἰδέας, ὅτι ἐνδέχεται νὰ ἐπιβληθῇ ἔλεγχός τις οἱοσδήποτε, περιορίζων τὴν αὐτοτέλειαν ἡμῶν καὶ τὴν ἐξουσίαν νὰ μεταβάλλωμεν καὶ βελτιῶμεν τὴν δημοσίαν ἡμῶν φορολογίαν. Ἐρχόμεθα δὲ διὰ τῆς παρούσης συμβάσεως νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν διὰ τοὺς δήμους, ὅπως ἐκ συμφώνου μὲ τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικὴν δεσμεύωσιν ἑαυτοὺς ἐπὶ 30 καὶ 40 ἔτη καὶ ἀποβάλλωσι τὸ δικαίωμα τῆς μεταβολῆς καὶ τῆς βελτιώσεως τῆς φορολογίας αὐτῶν. Βαρέα εἶναι ἐπίσης καὶ τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα παρέχει τὸ ἄρθρον 7. Ἰδίως ἐπικίνδυνον εἶναι τὸ προνόμιον τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου τούτου. Ἡ παράγραφος αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπαλλάσσεται ὡσαύτως πάσης πρὸς οἱονδήποτε εὐθύνης διὰ τόκους ἢ ἄλλην ἀποζημίωσιν, ἕνεκα μὴ ἀμέσου τροπῆς μετοχῶν ἢ ὁμολογιῶν, ἐν ὅσῳ κρίνει ὅτι εἶναι ἀμφίβολος ὁ δικαιοῦχος ἢ ἡ ἱκανότης αὐτοῦ πρὸς τροπήν, μέχρις ἐκδόσεως τελεσιδίκου κατ’ αὐτῆς ἀποφάσεως.» Ἄς ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ Διοίκησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, (τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν ὑποθέτω διὰ τὴν σημερινὴν αὐτῆς Διοίκησιν) θέλουσα νὰ καταχρασθῇ τοῦ προνομίου τούτου, ἀποφασίζει νὰ τρέψῃ ἐν οἱονδήποτε ἐκ τῶν δανείων της (ὡς δὲ γνωρίζομεν πάντες, ἔχει ὁμολογίας ἐκδεδομένας εἰς παρακαταθέσαντας εἰς αὐτὴν χρήματα ἀποφερούσας 5% ἢ 6%, ἔχει δὲ καὶ τὸ λαχειοφόρον δάνειον, τὸ ὁποῖον ἂς μὴ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, διότι πρόκειται καὶ περὶ κλήρων, καὶ τοῦτο ἀπαιτεῖ μακροτέραν ἀνάπτυξιν) καὶ λέγει εἰς εἰς τοὺς κατόχους ὁμολογιῶν της, ἀποφερουσῶν τόκον 6% κατ’ ἔτος: «Ἐὰν θέλετε νὰ ἐξακολουθήσητε λαμβάνοντες 5%, καλῶς· ἄλλως εἶμαι πρόθυμος νὰ σᾶς ἐπιστρέψω τὰ χρήματα, ἅτινα κατεθέσατε εἰς τὴν Τράπεζαν.» Ἄν δὲ ὑποθέσωμεν αὐτὴν θέλουσαν νὰ κερδοσκοπήσῃ εἰς τοιαύτην τροπὴν δανείων της, κατὰ τὴν διάταξιν τῆς παραγράφου ταύτης δύναται νὰ εἴπῃ εἰς οἱονδήποτε κάτοχον τρεπομένης ὁμολογίας της, παρουσιαζόμενον κατὰ τὴν πρόσκλησίν της, ἵνα λάβῃ τὸ εἰς αὐτὸν ὀφειλόμενον ποσόν, ὅτι τὸν θεωρεῖ ἀμφίβολον ὡς δικαιοῦχον, καὶ ἀμφιβάλλει περὶ τῆς ἱκανότητός του. Οὕτω δὲ ὄχι μόνον δὲν θὰ πληρώνῃ τὸ εἰς αὐτὸν ὀφειλόμενον κεφάλαιον, ἀλλὰ δὲν θὰ ἦναι καὶ ὑποχρεωμένη νὰ πληρώσῃ οὐδένα τόκον διὰ τὸ κεφάλαιον αὐτό, μέχρις ὅτου ὁ ἀτυχὴς οὗτος δικαιοῦχος ἐναγάγῃ αὐτὴν καὶ λάβῃ τελεσίδικον κατ’ αὐτῆς ἀπόφασιν· δηλ. θὰ κατακρατῇ οὕτω ἀτόκως ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν κεφάλαιον μὴ ἀνῆκον εἰς αὐτὴν καὶ ἐναντίον τῆς θελήσεως τοῦ κυρίου αὐτοῦ. Τὰς προνομίας ταύτας δὲν θεωρῶ μόνον ἐπιβλαβεῖς διὰ τὸ κοινὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελε δανεισθῇ παρὰ τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτὴν τὴν Τράπεζαν. Εἰς χώραν, ὅπου τὰ προνόμια καὶ τ’ ἀποκλειστικὰ δικαιώματα, οὐδεμίαν ἔχουσι συμπάθειαν, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἐγείρουσι τὴν ἀντιπάθειαν τοῦ λαοῦ, εἰς χώρας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ζηλότυποι τῶν ἐλευθεριῶν αὐτῶν, τοιαύτη δὲ εἶναι καὶ ἡ ἡμετέρα χώρα, ἡ συγκέντρωσις προνομίων ὑπερβολικῶν, ἕνεκα οἱουδήποτε λόγου καὶ εἰς οἱονδήποτε ἠθικὸν ἢ φυσικὸν πρόσωπον, δὲν δύναται ἢ νὰ καταστήσῃ αὐτὸ ἀντιπαθές. Ἡ Τράπεζα δὲ διὰ τῆς συγκεντρώσεως ὑπερβολικῶν προνομίων ἐν τῷ ἰδίῳ αὐτῆς προσώπῳ καὶ τῆς ἐξασκήσεως αὐτῶν, δὲν δύναται ἢ νὰ ἐγείρῃ τὰς ἀντιπαθείας τοῦ κοινοῦ, μετὰ τοῦ ὁποίου συναλλάσσεται. Ἂν δὲ μία Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀποβῇ ἕνεκα τοιούτων λόγων ἀπεχθὴς πρὸς τὸν λαὸν, δύναται νὰ ἀναγκάσῃ τὴν Πολιτείαν νὰ μὴ προσέξῃ εἰς τὰς λεπτομερείας συμβάσεων, ἀλλὰ νὰ προβῇ εἰς ῥιζικώτερα μέτρα, ἀφοῦ μάλιστα αἱ τοιαῦται Τράπεζαι ἔχουσι καὶ τὸν χαρακτῆρα δημοσίου ἱδρύματος, ἀποτελοῦντος κλάδον τῆς δημοσίας διοικήσεως, ἕνεκα τοῦ εἰς αὐτὰς ἐκχωρηθέντος προνομίου τῆς ἐκδόσεως νομίμου νομίσματος. Διὰ τοῦτο θεωρῶ ἐπικίνδυνον, καὶ οὐχὶ ἐπωφελῆ καὶ διὰ τὴν Τράπεζαν αὐτὴν, τὴν συσσώρευσιν ἐπ’ αὐτῆς προνομίων μὴ δεδικαιολογημένων, τὰ ὁποῖα ἐνδέχεται νὰ παρέχωσι πλειοτέραν ἀσφάλειαν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ἑνὸς οἱουδήποτε δανείου, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα βεβαίως γεννῶσι κατ’ αὐτῆς ἀντιπαθείας. Καὶ διότι βλέπομεν ὅτι τὰ χορηγούμενα εἰς τὴν Τράπεζαν νέα προνόμιά εἰσιν ἐλαττωματικά, μία δὲ τῶν κυριωτέρων χορηγιῶν αὐτῆς, τὸ πρὸς τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον δάνειον, εἶναι ὄχι μόνον προβληματική, ἀλλὰ καὶ ἀσαφὴς, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ βιασθῶμεν εἰς ψήφισιν τῆς συμβάσεως ταύτης, ἀλλὰ νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν βελτίωσιν αὐτῆς κατὰ τρόπον ἐξασφαλίζοντα τὴν παροχὴν δανείων εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐργασία ἐπωφελὴς καὶ διὰ τὴν Τράπεζαν, ὅταν δοθῇ εἰς αὐτὴν ἡ ἀσφάλεια ἡ διδομένη διὰ τοῦ δευτέρου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, ἐν συνδυασμῷ μετὰ τοῦ ψηφισθέντος νόμου περὶ ἐνεχυριάσεως καρπῶν, καὶ χωρὶς νὰ ἀφήσωμεν τὰς ἐν αὐτῷ ὑπαρχούσας ἀτελείας καὶ ἀνακριβείας καὶ τὰ νέα ἐκεῖνα προνόμια, τὰ ὁποῖα δύνανται ν’ ἀποβῶσιν ἐπιβλαβῆ καὶ διὰ τὸ Ἑλληνικὸν κοινὸν καὶ διὰ τὴν Τράπεζαν. Ἐὰν ἦναι δυνατὸν ἡ τοιαύτη βελτίωσις τῆς συμβάσεως νὰ γείνῃ καὶ μέχρις αὔριον, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ συστήσω τὴν ψήφισιν αὐτῆς κατὰ τὴν αὐρινὴν συνεδρίασιν. Ἐπειδὴ ὅμως νομίζω, ὅτι τὰ ζητήματα τὰ ποικίλα, τὰ ὁποῖα περιέχει ἡ σύμβασις, θὰ ἦναι δύσκολον νὰ κανονισθῶσιν ἐπαρκῶς μέχρι τῆς αὔριον, θὰ ἦτο καλὸν νὰ ψηφισθῇ ὡς ἁπλοῦς νόμος τὸ νομοσχέδιον μετὰ προσθήκης ἐν αὐτῷ τοῦ ἄρθρου 3 τῆς συμβάσεως, τροποποιουμένης τῆς τελευταίας καὶ προτελευταίας παραγράφου αὐτοῦ. Πιστεύω δὲ, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτου νόμου, ἐπιτρέποντος εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν συνομολόγησιν συμβάσεως, θὰ ἦναι δυνατὴ ἡ συνομολόγησις ὁριστικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Τραπέζης, πρὸς θεραπείαν τῆς ὑφισταμένης ἀνάγκης χορηγίας δανείων εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας.
§16ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, κύριε Πρόεδρε, καίτοι ἀνήκω εἰς τὴν πτέρυγα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, συγχαίρω ἀπὸ καρδίας τὴν Κυβέρνησιν, διότι διὰ τῶν προσπαθειῶν καὶ ἐνεργειῶν τῆς κατώρθωσε νὰ δοθῶσιν εἰς τὴν γεωργικὴν παραγωγὴν 10 ἑκατομμύρια δραχμῶν καὶ πληρώσῃ εὐχὴν καὶ πόθον, ὅστις πρὸ ἐτῶν ὑπὸ ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν ἐξεφράσθη. Συγχαίρω ἀκόμη τὴν Κυβέρνησιν, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θέλει εὐκολύνει τὴν σύστασιν τῶν ἀποθηκῶν, αἱ ὁποῖαι πρὸ πάντων δὲν συνιστῶντο δι’ ἔλλειψιν δανειστῶν, καὶ πρὸ πάντων συγχαίρω αὐτήν, διότι κατώρθωσε νὰ καταστήσῃ εὐχερεστέραν τὴν ἐνέργειαν τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου ἐν Θεσσαλίᾳ. Εἶναι παράδοξον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ἐνῷ πάντες καὶ πανταχόθεν ζητοῦσι κεφάλαια διὰ τὴν παραγωγὴν, ἐνῷ πάντες ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι μέχρι σήμερον ἡ παραγωγὴ ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἠλαττωμένη καὶ ἡ κατάστασις τῶν κτηματιῶν ἐλεεινὴ, τοῦτο δὲ πηγάζει ἐκ τοῦ ὅτι εὐκόλως δὲν δίδονται κεφάλαια εἰς τοὺς γεωργοὺς καὶ κτηματίας, εἶναι παράδοξον, λέγω, ὅτι, ἅμα προταθῇ ἡ χορήγησις τοιούτων δανείων, ἐξονυχίζουσι τὰς συμβάσεις, εὑρίσκουσιν αὐτὰς τερατώδεις, καὶ τοιουτοτρόπως πᾶσα εὐκολία πρὸς τοὺς κτηματίας καὶ τοὺς γεωργοὺς ἀποτυγχάνει. Τοῦτο τὸ εἴδομεν ἐπανειλημμένως, ὁσάκις προὐτάθησαν μέσα πρὸς ἀνακούφισιν τῶν γεωργῶν καὶ κτηματιῶν, τοῦτ’ αὐτὸ πρόκειται νὰ γείνῃ σήμερον, ἐὰν ἀκούσωμεν τοὺς προαγορεύσαντας, οἵτινες, κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶπον τίποτε σπουδαῖον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ παρακωλύσῃ τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως. Τρεῖς εἶναι αἱ παροχαὶ, αἵτινες ἐπιβάλλονται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Πρῶτον, ν’ αὐξήσῃ τὰ γεωργικὰ δάνεια, καὶ ἀπὸ 2½ ἑκατομμυρίων νὰ τὰ ἀναβιβάσῃ εἰς 10 ἑκατομμύρια κατ’ ἐλάχιστον ὅρον· διὰ τῶν ἐγγυήσεων δὲ, τὰς ὁποίας παρέχει ἡ σύμβασις, τὰ γεωργικὰ δάνεια δύνανται νὰ ἀνέλθωσιν εἰς 15 καὶ 20 ἑκατομμύρια. Καὶ θαυμάζω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Καλαβρύτων, ὅστις εὑρίσκει κακὸν, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ δανείσῃ τὸ ὀκταπλάσιον τοῦ κεφαλαίου της, διὰ τίνα σκοπόν; πρὸς σκοπὸν κερδοσκοπικόν; ἢ ὅπως ἀγοράσῃ ὁμολογίας ἐθνικῶν δανείων, ἢ ἀπασχολήσῃ αὐτὰ εἰς προεξοφλήσεις; Ἐπιτρέπεται ὑπὸ τὸν ῥητὸν ὅρον, ἵνα τὸ ληφθησόμενον ποσὸν δοθῇ εἰς ἐνυπόθηκα καὶ γεωργικὰ δάνεια. Ἐνῷ λοιπὸν τοιαύτη εἶναι ἡ διάταξις καὶ τοιαύτη εὐκαιρία παρέχεται εἰς τὴν κτηματικὴν πίστιν, αὐτὴν τὴν διάταξιν τὴν κατακρίνει ὁ κ. συνάδελφος! Λέγετε εἰς τὴν Τράπεζαν: «σοὶ ἐπιτρέπω νὰ δανεισθῇς τὸ ὀκταπλάσιον τοῦ κεφαλαίου σου, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον, τὰ ἑκατομμύρια αὐτὰ νὰ δοθῶσιν εἰς τὴν κτηματικὴν πίστιν». Ἐνῷ δὲ πρόκειται διὰ τοῦ δανείου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ συνάψῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, νὰ δώσῃ 60 ἑκατομμύρια εἰς τὴν κτηματικὴν πίστιν, ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἐξανίσταται κατὰ τοῦ μέτρου τούτου, καὶ ὀνομάζει αὐτὸ φοβερόν! Τοιαῦτα κατὰ τὸ πλεῖστον εἶναι ὅσα ἐξέθεσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἄρτης εὑρίσκει, ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ τόκος τοῦ Θεσσαλικοῦ δανείου νὰ μὴ ἦναι 5½%, ἀλλὰ νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς 6, ἐνῷ ῥητῶς ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ ἀναφέρεται, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Τράπεζα νὰ λάβῃ τόκον πλέον τῶν 5½%. Ὄταν ῥητῶς ἀναφέρηται ἡ ὑποχρέωσις τῆς Τραπέζης, ὅταν ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ ἀναφέρηται ὅτι ἡ σύναψις τοῦ δανείου αὐτοῦ θὰ γείνῃ διὰ συμβάσεως νέας, τὴν ὁποίαν θὰ συνάψῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα μὲ τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον Θεσσαλίας, καὶ ὅτι ἐν τῇ συμβάσει ἐκείνῃ θὰ προστεθῇ χρεωλυτικὸς πίναξ, εἰς τὸν ὁποῖον θ’ ἀναφέρηται ῥητῶς τὸ καθ’ ἑξάμηνον πληρωτέον ποσὸν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ 5½%, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Καραπάνος, νὰ αὐξηθῇ εἰς 6%;
§17ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ νὰ μὴ λάβω τὸν λόγον, μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς ἐξηγήσω;
§18ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτητε. Ἐγὼ δὲν κάμνω λογιστικοὺς ὑπολογισμούς· ἀλλὰ καὶ ἂν ἦναι λάθος, καὶ ἂν πρόκειται ὄχι περὶ ἑβδομήκοντα δύο ἑξαμηνιῶν, ἤτοι 36 ἐτῶν, νὰ πληρωθῇ εἰς ὀλιγώτερον ποσὸν, ἀφοῦ ὁ χρεωλυτικὸς πίναξ θὰ ἐπισυναφθῇ εἰς τὴν σύμβασιν τὴν συνομολογηθησομένην μεταξὺ τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου καὶ τῆς Τραπέζης καὶ διὰ νόμου ὁρίζεται ῥητῶς, ὅτι θὰ συνομολογηθῇ μὲ τόκον 5½%, πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ αὐξηθῇ ὁ τόκος; Καὶ ὅμως αὐτὸ τὸ εὑρίσκει ὁ κ. Καραπάνος φοβερὸν, καὶ ὅτι δύναται ἡ Τράπεζα νὰ πληρόνηται...
§19ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔκαμα χρῆσιν τῆς λέξεως «φοβερόν».
§20ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἴπατε κἄτι τι περισσότερον.
§21ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶπον «ἄτακτον, ἀκανόνιστον», διὰ τὰς προνομίας.
§22ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι λοιπὸν τὸ μέγα κακὸν, κατὰ τὸν κ. ἐξ Ἄρτης συνάδελφον. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ἡ Τράπεζα ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν, ἐντὸς τεσσάρων ἐτῶν νὰ δώσῃ τὸ δάνειον τῶν 6,000,000. Αἱ δόσεις δὲ, εἴτε διὰ μιᾶς δοθῇ τὸ δάνειον, εἴτε εἰς διαφόρους δόσεις, ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐπιλογὴν τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε διὰ μιᾶς νὰ τὸ ζητήσῃ, εἴτε εἰς δόσεις μόνον μίαν ὑποχρέωσιν ἔχει, πρὸ ἑνὸς μηνὸς νὰ εἰδοποιῇ τὴν Τράπεζαν. Καὶ ὀφείλω νὰ δώσω ἀπάντησιν πρὸς τὸν κ. ἐκ Βόλου συνάδελφον, ὁ ὁποῖος προχθὲς, δὲν ἠξεύρω πῶς, εὗρε μίαν δυσχέρειαν. Εἶναι δυνατὸν, εἶπε, τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον τῆς Θεσσαλίας νὰ ἔχῃ χρήματα, καὶ τὰ χρήματα αὐτὰ νὰ τὰ ἔχῃ ἄτοκα, ἐν τούτοις θὰ ὑποχρεῶται νὰ καταβάλλῃ εἰς τὴν Τράπεζαν τόκον... Αὐτὸ δὲν εἴπετε κύριε Σχινᾶ;
§23Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Εἶπον ὅτι δύναται τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον νὰ εἰσπράξῃ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα νὰ μὴ δύναται νὰ διαθέσῃ ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ χρέος;
§24ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀγνοεῖ, ὅτι τῆς Τραπέζης τὰ δάνεια ἐν τῇ συνθέτῳ χρεωλυσίᾳ εἶναι δυνατὸν νὰ πληρωθῶσιν εἰς πᾶσαν στιγμήν. Τὸ δάνειον λοιπὸν, τὸ ὁποῖον συνάπτει τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον τῆς Θεσσαλίας μὲ τὴν Τράπεζαν, συνάπτεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συνθέτου χρεωλυσίας. Λοιπὸν, ἐὰν ἔχετε χρήματα, δύνασθε εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ ὑποχρεώσητε τὴν Τράπεζαν νὰ πληρωθῇ, καὶ οὕτω λύεται ἡ ἀπορία σας. Εὑρίσκει κακὸν ἐπίσης ὁ κ. ἐκ Καλαβρύτων συνάδελφος, ὅτι παρέχεται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ δανείζῃ ἐπὶ ἐνεχύρῳ τῶν ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα κατατίθενται εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Δημοσίου, καὶ δύναται, εἶπε, νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ τὸ σύστημα τῶν ἀποθηκῶν. Ἐὰν δὲν πραγματοποιηθῇ, βεβαίως καὶ ἡ ὑποχρέωσις τῆς Τραπέζης ἀργεῖ. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος λησμονεῖ, ὅτι μία ἀπὸ τὰς αἰτίας, αἵτινες διακωλύουσι τὴν σύστασιν τῶν ἀποθηκῶν, εἶναι καὶ τοῦτο. Τί θὰ γείνουν αἱ ἀποθῆκαι, ὅταν δὲν ἔχωμεν δεδομένον, ὅτι δανείζει τις ἐπὶ μικρῷ τόκῳ, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐνεχύρων αὐτῶν, τῶν ἐν ταῖς ἀποθήκαις εἰσκομισθησομένων; Αὐτὴ εἶναι πρὸ πάντων ἡ δυσκολία. Ὅταν ἔχητε δεδομένον, ὅτι ὑποχρεοῦται ἡ Τράπεζα, ἅμα συστηθῶσιν αἱ ἀποθῆκαι...
§25ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὑποχρεοῦται.
§26ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν.
§27ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δικαιοῦται.
§28ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἔστω, δικαιοῦται... Ὅταν, λέγω, ἡ Τράπεζα προσφέρηται νὰ δανείσῃ ἐπὶ ἐνεχύρῳ τῶν εἰσκομισθησομένων προϊόντων ἐν ταῖς ἀποθήκαις, ἐννοεῖτε ὅτι ἡ σύστασις τῶν ἀποθηκῶν θὰ διευκολυνθῇ κατὰ πολὺ, καὶ βεβαίως οἱ ἰδιοκτῆται, οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ, εὐχερῶς θὰ μεταφέρωσι τὰ ἐμπορεύματά των εἰς τὰς ἀποθήκας, ὅταν γνωρίζωσιν ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον θὰ λάβωσιν ἀπὸ τὰς ἀποθήκας, θὰ λάβωσιν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν δάνειον ἐπὶ τῷ τόκῳ τῆς προεξοφλήσεως, δηλαδὴ 6–7%. Καὶ ἐρωτῶ, εἶναι μικρὰ ἡ ὠφέλεια αὕτη εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, οἱ ὁποῖοι σήμερον παραδίδουσι, Κύριοι, τὸν σταφιδόκαρπόν των καὶ τὰ προϊόντα των ἐπὶ τόκοις βαρυτάτοις; Ἀλλὰ σᾶς εἶπον ἀκόμη, Κύριοι, καὶ κἄτι τι ἀκατάληπτον δι’ ἐμέ. «Ἐὰν δὲν ὑπῆρχον αἱ εὐκολίαι τῆς Τραπέζης, δὲν θὰ εἴχομεν τὴν τοκογλυφίαν»! Τὸ πρῶτον ἤδη ἀκούω τοῦτο· διότι ἐγὼ ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν δὲν εἴχομεν τὰς Τραπέζας, —οὐχὶ μόνον τὴν Ἐθνικὴν, ἀλλὰ καὶ τὰς ἄλλας, αἱ ὁποῖαι παρέχουσι μετ’ εὐκολίας δάνεια εἴς τε τὸ ἐμπόριον καὶ εἰς τὴν γεωργίαν καὶ τοὺς κτηματίας,—ἡ τοκογλυφία τότε δὲν θὰ εἶχεν ὅρια. Θὰ ἐπληρόνατε 80–100% διότι καὶ μὲ ὅλας τὰς παροχάς, τὰς ὁποίας κάμνουν αἱ Τράπεζαι σήμερον, ἔχετε τοὺς ὑπερόγκους αὐτοὺς τόκους.
§29Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
§30ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὄχι. Ἀλλὰ ὁ κ. ἐκ Καλαβρύτων συνάδελφος εὗρεν, ὅτι παρέχεται προνόμιον εἰς τὴν Τράπεζαν... ποῖον, νομίζετε; Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπὲρ τοῦ ὀφειλέτου. Διὰ τοῦ ἄρθρου 5, λέγει, τῆς συμβάσεως δὲν πληρόνεται φόρος τοῦ χαρτοσήμου, ἐὰν ἐκχωρηθῇ ἐνυπόθηκος ἀπαίτησις εἰς τὴν Τράπεζαν. Ἀλλὰ τὸν ἐρωτῶ, συνῆψε ποτὲ δάνειον;—διότι ὅσοι συνῆψαν δάνεια γνωρίζουσιν, ὅτι τοὐλάχιστον κατὰ 90% τὸν φόρον τοῦ χαρτοσήμου τὸν πληρόνουσιν οἱ ὀφειλέται, καὶ τὴν ἐξόφλησιν ἀκόμη. Καὶ ὅταν τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ σύμβασις, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔρχηται νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν εὐκολίαν εἰς τοὺς ὀφειλέτας, ὁ κ. ἐκ Καλαβρύτων συνάδελφος τὸ ἀνατρέπει, καὶ λέγει ὅτι δίδονται προνόμια εἰς τὴν Τράπεζαν!
§31Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διατὶ εἰς τοὺς ἄλλους δανειστὰς δὲν δίδεται τὸ αὐτό;
§32ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τότε ἔχει ἄλλως. Τότε ζητήσατε αὐτὸ νὰ ἐκταθῇ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων· μὴ λέγετε ὅμως, ὅτι παρέχονται προνόμια εἰς τὴν Τράπεζαν. (Διαλογικαὶ παρατηρήσεις). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 εἶπον, ποίαν ἔχω παρατήρησιν. Σᾶς εἶπον, ὅτι τὸ ἄρθρον 6 περιέχει τὴν ῥητὴν ὑποχρέωσιν τῆς Τραπέζης, ὅπως τὸ ποσὸν, ὅπερ δύναται νὰ δανεισθῇ δι’ ἐκδόσεως ὁμολογιῶν, δίδωται πρὸς τὸν σκοπὸν χορηγήσεως δανείων ἀφορώντων εἰς τὴν κτηματικὴν καὶ γεωργικὴν πίστιν. Ὑποχρεοῦται λοιπὸν διὰ τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα θὰ προμηθευθῇ, νὰ ἐνισχύσῃ τὴν κτηματικὴν πίστιν, τὴν γεωργικὴν πίστιν.
§33Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ὑποχρεοῦται.
§34ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὸ ποσὸν, ὅπερ δύναται νὰ δανεισθῇ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δι’ ἐκδόσεως ὁμολογιῶν, κατὰ τοὺς ἀπὸ 11 Ἀπριλίου 1859, 16 Δεκεμβρίου 1861 καὶ 13 Αὐγούστου 1864 νόμους, πρὸς τὸν σκοπὸν χορηγήσεως δανείων ἀφορώντων εἰς τὴν κτηματικὴν καὶ γεωργικὴν πίστιν, ἐπεκτείνεται μέχρι τοῦ ὀκταπλασίου τοῦ μετοχικοῦ αὐτῆς κεφαλαίου.» «Τὸ ὁποῖον δύναται». Ἅμα δανεισθῇ, ἅμα ἐξασκήσῃ τὸ δικαίωμά της καὶ δανεισθῇ, ὀφείλει τὸ ποσὸν αὐτὸ νὰ τὸ διαθέσῃ πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς κτηματικῆς πίστεως. Λοιπὸν τί περισσότερον, Κύριοι; Οἱ νόμοι ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἀναφέρεται τὸ νομοσχέδιον, λέγουσιν ὅτι εἰς τὴν Τράπεζαν ἐπιτρέπεται νὰ δανεισθῇ ἐπὶ ποσῷ πενταπλασίῳ τοῦ κεφαλαίου της πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν ἐθνικὸν τῆς ἐνισχύσεως τῆς παραγωγῆς. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον τοῦτο λέγει, ὅτι τὸ ποσὸν ἐκεῖνο τὸ αὐξάνει ἀκόμη εἰς τὸ ὀκταπλοῦν πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν ἴδιον. Ἀλλὰ ἰσχυρίσθησαν, Κύριοι, ὅτι εἶναι μέγα τὸ προνόμιον τῆς Τραπέζης, διότι ἔχει τὸ δικαίωμα, κατὰ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης συνάδελφον, νὰ πληρώσῃ τὰ δάνεια τὰ ὁποῖα ἔχει καὶ πρὸ τῆς προθεσμίας... Αὐτὰ, νομίζω, εἴπετε.
§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι! Εἶπον ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ μὴ πληρώσῃ τὰ δάνειά της.
§36ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἴπετε ὅτι ἀνεξαρτήτως τῶν λαχειοφόρων δανείων, ἡ Τράπεζα εἶναι δανεισμένη πρὸς 6% (δὲν ἠξεύρω ἀκριβῶς) καὶ ὅτι ἠμπορεῖ καὶ πρὸ τῆς προθεσμίας νὰ μᾶς εἴπῃ «ἔλθετε νὰ σᾶς πληρώσω».
§37ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ εἶναι δικαίωμά της.
§38ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τοῦτο εἶναι δικαίωμα τῆς Τραπέζης.
§39ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως.
§40ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἶναι δικαίωμα παντὸς ὀφειλέτου καὶ ἂν ἡ Τράπεζα ἔχῃ δανεισθῆ ἐπὶ 60 ἔτη, καὶ πρὸ τῆς προθεσμίας ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τοὺς δανειστάς της νὰ καταβάλῃ τὰ ὀφειλόμενα, ὅπως καὶ πᾶς ἄλλος ὀφειλέτης ἔχει τὸ δικαίωμα.
§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως.
§42ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δάνειον ὑπὸ προθεσμίαν;
§43ΠΕΡΡΟΣ. Εἰς αὐτὰ ὄχι.
§44ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἡ προθεσμία εἰς τὰ δάνεια ταῦτα εἶναι συνωμολογημένη ὑπὲρ τοῦ ὀφειλέτου. Καὶ βλέπομεν καθ’ ἑκάστην, Κύριοι, ὅλας τὰς Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι καὶ πρὸ τῆς προθεσμίας δικαιοῦνται νὰ καταβάλλωσι τὰ ὀφειλόμενα, νὰ πράττωσι τοῦτο, ἅμα εὕρωσιν εὐκαιρίαν νὰ δανεισθῶσιν ἐπὶ ὀλιγωτέρῳ τόκῳ. Διατί, λέγουσιν, ἡ Τράπεζα λαμβάνει τὸ δικαίωμα νὰ δανείζῃ διὰ συμβολαίου; Μήπως, Κύριοι, πᾶς ἰδιώτης δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δανείζῃ εἴτε διὰ γραμματίου εἴτε διὰ συμβολαίου; Καὶ ἂν δανείζῃ ὁ ἰδιώτης διὰ συμβολαίου, ἐρωτῶ τοὺς κυρίους, κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἦναι ἐκτελεστὸν τὸ ἔγγραφον τοῦτο, παρὰ κατὰ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον διαλαμβάνει τὸ ἄρθρον τῆς συμβάσεως; Καὶ ἀφοῦ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας ἡ Τράπεζα ἔχει δικαίωμα νὰ κατάσχῃ τὴν περιουσίαν τοῦ ὀφειλέτου ἐν γένει καὶ νὰ τὸν καταδιώξῃ, εὑρίσκετε, Κύριοι, ὅτι εἶναι δεινὸν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐγγράψῃ ὑποθήκην! Διατί; Διότι, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος, δύναται νὰ ἴδῃ ὅλην τὴν περιουσίαν του ὁ ὀφειλέτης πωλουμένην. Μήπως καὶ χωρὶς ὑποθήκην δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ δανειστὴς νὰ τὴν πωλήσῃ, ὅταν δὲν πληρωθῇ; (Ὁ κ. Καραπάνος ψιθυρίζει). Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτητε· διότι δυνατὸν νὰ σᾶς ἀναγνωρίζω ὅτι ἔχετε οἰκονομολογικὰς γνώσεις περισσοτέρας ἀπὸ ἐμὲ, ἀλλὰ βεβαίως νομικὰς ὄχι... Πᾶς δανειστὴς, ἔχων ἐκτελεστὸν τίτλον, βεβαίως, Κύριοι, ἔχει τὸ δικαίωμα, καὶ ἂν δὲν ἔχῃ ὑποθήκην, νὰ κατάσχῃ τὴν περιουσίαν τοῦ ὀφειλέτου.
§45ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγγράφει καὶ προσημείωσιν.
§46ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καὶ ἐγγράφει καὶ προσημείωσιν, καὶ δικαίωμα ἐκτελέσεως ἔχει, ἐὰν θέλῃ. Καὶ ὅμως ὁ κ. ἐξ Ἄρτης συνάδελφος λέγει, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου τρέχω τὸν κίνδυνον νὰ ἴδω τὴν περιουσίαν μου πωλουμένην, διότι ἐδανείσθην παρὰ τῆς Τραπέζης! Αὐτὸ εἶναι, Κύριοι, τὸ μέγα ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον εὗρεν εἰς τὸ ἄρθρον 7. Ποῖος εἶναι ὁ λόγος τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 7; Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι ἡ Τράπεζα ὁμολογουμένως, ἀείποτε εὑρισκομένη ἐν ἀρίστῃ πίστει, δύναμαι νὰ εἴπω, ὑπεχρεώθη πολλάκις ν’ ἀνανεώσῃ τὰς μετοχάς της εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι δικαίωμα. Παρίστανται, Κύριοι, κληρονόμοι μετόχου τῆς Τραπέζης, καὶ παρίστανται δύο ἢ τρεῖς ὡς κληρονόμοι· ἡ Τράπεζα, δυνάμει τῶν πιστοποιητικῶν, τὰ ὁποῖα συνήθως φέρουσιν ἀπὸ τοὺς δημάρχους, τοὺς ἀναγνωρίζει ὡς κληρονόμους. Ἀνανεώνει τὰς μετοχὰς ἐπ’ ὀνόματί των, ἀνανεώνει τὰς ὁμολογίας ἐπ’ ὀνόματί των, καὶ ἔπειτα παρουσιάζεται ὅτι δὲν εἶναι τρεῖς οἱ κληρονόμοι, ἀλλὰ 4, 5 ἢ 6, ὅτι ἄλλοι πολλάκις εἶναι οἱ ἀληθεῖς δικαιοῦχοι, καὶ ἀναγκάζεται ἡ Τράπεζα νὰ ἀναγνωρίσῃ καὶ ἐκείνους πλέον. Λοιπὸν ἔπρεπε νὰ διατυπωθῇ μία τις διαδικασία, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ἀναγνωρίζηται τελεσιδίκως, ὅταν πρόκειται περὶ τροπῆς ὁμολογίας ἢ μετοχῆς, τίς εἶναι ὁ ἀληθὴς δικαιοῦχος. Καὶ τί εὐκολώτερον, παρὰ τοῦτο, τὸ ὁποῖον διατάσσει τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου; Προκαλεῖται δικαστικὴ ἀπόφασις, καὶ ἐννοεῖται ὅτι δὲν εἶναι μέγα τι κακὸν, οὔτε χρειάζεται βάσανος μεγάλη διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τις μίαν ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου, ἡ ὁποία νὰ ἀναγνωρίζῃ τελεσιδίκως τίνες εἶναι οἱ δικαιοῦχοι τῆς ὁμολογίας ἢ τῆς μετοχῆς. Καὶ τοῦτο εἶναι τὸ μέγιστον κακόν!
§47Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κρατεῖ τὰ χρήματα μὲ τόκον.
§48ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἡ διαδικασία, Κύριοι, διὰ τὴν ἔκδοσιν μιᾶς ἀποφάσεως τοιαύτης δὲν θὰ ἦναι, παρὰ βραχυτάτου χρονικοῦ διαστήματος. Λοιπὸν αὐτὰ εἶναι τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα εὗρεν ἐπὶ τῆς συμβάσεως. Ἐὰν θελήσῃ τις νὰ εὑρίσκῃ ἐλαττώματα τοιαῦτα καὶ νὰ ἐξονυχίζῃ τὰς συμβάσεις, δὲν θὰ ἐπιτύχῃ ποτὲ ὠφελήματα ὑπὲρ τῆς Γεωργικῆς πίστεως. Πρέπει νὰ πεισθῶμεν εἰς τοῦτο, ὅτι, ἐὰν ἦναι ἐμπόδιον εἰς τὴν χορηγίαν κεφαλαίων πρὸς τὴν Γεωργικὴν πίστιν, τὸ ἐμπόδιον αὐτὸ εἶναι ἡ νομοθεσία, ἡ ὁποία δημιουργεῖ τοιαῦτα ἐμπόδια. Ὅσοι πλησιάζετε εἰς τὰ δικαστήρια γνωρίζετε τίνας ἀγῶνας ἔχουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ηὐτύχησαν νὰ δανείσωσι, διὰ νὰ πληρωθῶσιν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ποτὲ δὲν θὰ ἔχωμεν κτηματικὴν οὔτε γεωργικὴν πίστιν εἰς τὴν Ἑλλάδα· αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ποτὲ Κτηματικὴ Τράπεζα δὲν θὰ συστηθῇ. Ὄχι διότι ὑπάρχει ἔλλειψις κεφαλαίων· κεφάλαια ὑπάρχουσιν ἄφθονα· ἐὰν ζητήσητε πόσα εἶναι κατατεθειμένα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ εἰς τὰς ἄλλας Τραπέζας ἐπὶ τόκῳ 3%, θὰ ἴδητε ὅτι εἶναι ἑκατομμύρια. Λοιπὸν διατὶ ταῦτα δὲν στρέφονται, Κύριοι, πρὸς τὴν Γεωργικὴν πίστιν; Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι ἡ νομοθεσία παρέχει τοιαύτας στρεψοδικίας εἰς τοὺς ὀφειλέτας, ὥστε εἶναι ἀδύνατος πᾶσα ἐκτέλεσις. Καὶ εἶναι μεγάλα τὰ προνόμια, νομίζετε, τὰ ὁποῖα δίδονται σήμερον εἰς τὴν Τράπεζαν διὰ τῆς συμβάσεως; Καὶ ἂν παραβάλητε τὰ προνόμια αὐτὰ πρὸς τὴν διαδικασίαν τῆς ἐκτελέσεως, ἡ ὁποία ἰσχύει εἰς ἄλλα ἔθνη, θὰ ἴδητε, ὅτι ἐκεῖ πολὺ εὐχερεστέρα εἶναι ἡ ἐκτέλεσις, παρὰ ὅπως νομοθετεῖται σήμερον. Εὑρίσκουσι μέγα τὸ κακὸν, ὅτι κηρύσσει ὁ συμβολαιογράφος ἐκτελεστὸν τὸ συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον περιέχει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ὀφειλέτου καὶ τὴν ὑποχρέωσίν του πρὸς καταβολήν. Καὶ ἂν νομοθετηθῇ, Κύριοι, ὅτι τὸ διαμαρτυρικὸν τῆς συναλλαγματικῆς εἶναι ἐκτελεστὸν καὶ κατὰ τοῦ ἐκδότου καὶ τῶν ὀπισθογράφων, τί θὰ εἴπῃ ὁ ἐξ Ἄρτης κ. συνάδελφος; Διὰ τοὺς λόγους τούτους, ἀντιστρόφως πρὸς τοὺς Κυρίους, οἵτινες ἐζήτησαν τὴν ἀναβολὴν, ἐγὼ ζητῶ τὴν κατὰ προτίμησιν συζήτησιν τῆς συμβάσεως, καὶ διότι σήμεραν ὅλοι οἱ γεωργικοὶ πληθυσμοὶ τῆς Πελοποννήσου ζητοῦσι τὰ γεωργικὰ δάνεια, καὶ δὲν λησμονεῖ ὁ κ. ἐκ Καλαβρύτων συνάδελφος, ὅτι καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον εἴχομεν ἀναφορὰς ἐξ ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν, διὰ τῶν ὁποίων παρεπονοῦντο, ὅτι ἡ Τράπεζα ἀνέστειλε τὴν σύναψιν τῶν γεωργικῶν δανείων, καὶ ἐζήτουν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ σύναψις αὐτῶν. Καὶ ἐὰν, Κύριοι, κατὰ τὸν Φεβρουάριον, ὁπότε ἀρχίζει ἡ καλλιέργεια, δὲν δοθῶσι τὰ γεωργικὰ αὐτὰ δάνεια εἰς τοὺς κτηματίας τῆς Πελοποννήσου, ἡ Πελοπόννησος θὰ μείνῃ ἔρημος κτημάτων, καὶ τὰ κτήματα θὰ καταστραφῶσι. Διὰ τοῦτο, ἀντὶ ἐγὼ νὰ ζητήσω τὴν ἀναβολὴν, πρὸ πάντων ζητῶ τὴν ταχίστην ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, πρὸς σωτηρίαν τῶν κτηματιῶν.
§49Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ προσθέσω καὶ τοὺς ἐμοὺς ἐπαίνους πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν πρόνοιαν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε πρὸς ὑπογραφὴν συμβάσεως τοιαύτης, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ διαφωνήσω ὡς πρὸς τὴν λύπην, τὴν ὁποίαν ἐπροξένησε τῷ προαγορεύσαντι κ. Βουλευτῇ ἐκ Πυλίας ἡ ἐξονύχισις τῆς συμβάσεως, διότι ἐν τῇ ἐξονυχίσει ταύτῃ ζητεῖται τὸ συμφέρον τοῦ τόπου. Συνηγόρησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκθύμως ὑπὲρ τῆς συμβάσεως. Ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν, καὶ ἐγὼ οὐδόλως εἶμαι ἐναντίος, ἀλλὰ πρὶν ἢ δώσῃ ἕκαστος ἡμῶν τὴν ψῆφόν του, πρέπει νὰ γινώσκῃ ὑπὲρ τίνος ψηφίζει, καὶ εἰς τοῦτο καταγινόμεθα. Δὲν εἶμαι ἐναντίος ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν, ἀλλὰ δὲν εἶμαι ἐναντίος καὶ ὡς πρὸς τὸ συμπέρασμα τοῦ κ. ἐκ Πυλίας συναδέλφου, τοῦ νὰ ψηφισθῇ ὡς οἷόν τε τάχιον. Ἀλλὰ τὸ ὡς οἷόν τε τάχιον δὲν εἶναι ἐκ διαμέτρου ἀντίθετον πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, ὅστις ἐζήτησεν, ἵνα, ἂν πρόκειται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ παρατηρήσεις αἱ γενόμεναι ἐν τῇ συμβάσει, καὶ ὑπῆρχεν ἀνάγκη συνεννοήσεως μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Τραπέζης, ἀναβληθῇ μέχρι τῆς αὔριον πρὸς τοῦτο; Καὶ ἄλλοτε ἔσχον ἀφορμὴν νὰ παραστήσω τὴν ἀνωμαλίαν, ἡ ὁποία ὑπάρχει κατὰ τὴν ψήφισιν συμβάσεων καὶ συνθηκῶν· διότι δὲν εὐηρεστήθη ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει πρότασιν ὑποβληθεῖσαν εἰς αὐτὴν πρὸ πολλοῦ περὶ βελτιώσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν, καὶ ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ θὰ ἐφαρμοσθῇ ὅ,τι εἰς ὁμοίας περιπτώσεις. Κατὰ δύο τρόπους εἶναι ἐφικτὴ ἡ βελτίωσις τῶν συνομολογηθεισῶν συμβάσεων, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, ἢ διὰ τῆς ψηφίσεως τροπολογίας τοῦ νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ κύρωσις τῆς συμβάσεως, ἢ διὰ τῆς τροποποιήσεως αὐτῆς ταύτης τῆς συμβάσεως, διὰ προσθέτου δηλαδὴ συμβάσεως, κυρουμένης ἐπίσης. Τὸ πρῶτον ἐγένετο πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἰς τὴν σύμβασιν μετὰ τῶν τριῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιριῶν, τὸ δεύτερον ἐγένετο κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον εἰς τὴν ἐμπορικὴν σύμβασιν μετὰ τοῦ Βελγίου. Διότι ναὶ μὲν ἡ Βουλὴ καλεῖται δι’ ἑνὸς ναὶ ἢ ὄχι νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν συμβάσεων, ἀλλὰ οὐδέποτε πρέπει νὰ πιέζηται πλέον τοῦ δέοντος ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία εἰς ξηρὸν ναὶ ἢ ὄχι, ἐκτὸς ἐκτάκτων περιστάσεων. Καὶ ὡς τοιαύτην σύμβασιν δύναμαι νὰ ἀναφέρω τὴν Ἑλληνοτουρκικὴν σύμβασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἀπεφασίζετο ἡ προσάρτησις τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου, διότι ἡ ψήφισις αὐτῆς ἤρχετο κατόπιν ἑορτῆς. Εὐτυχῶς ὅμως δὲν εὑρισκόμεθα ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις. Ἤλπιζον ὅτι αἱ παρατηρήσεις αἱ γενόμεναι κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ἤθελον χρησιμεύσει εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μάλιστα μετὰ τὴν δήλωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη, καὶ διότι ἐφαίνετο ἀποδεχόμενος πολλὰς τῶν παρατηρήσεων, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐπεβάλλετο δυοῖν θάτερον, ἢ ἡ τροποποίησις τοῦ ψηφιζομένου νόμου, ἀφοῦ προηγουμένως ἐλαμβάνετο ἡ συναίνεσις τῆς Τραπέζης, ἢ πρόσθετος σύμβασις, τροποποιοῦσα τὴν ἤδη ὑπογραφεῖσαν. Ἀτυχῶς, καθ’ ὅσον ἐγὼ τοὐλάχιστον γινώσκω, οὐδὲν ἐξ αὐτῶν ἔλαβε χώραν. Λέγω «καθ’ ὅσον γινώσκω», διότι ἕνεκα ἀσθενείας ἀπουσίασα εἰς μίαν τῶν συζητήσεων...
§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δύο τροπολογίας ἀνεκοίνωσα, προταθησομένας ἐπὶ τοῦ κειμένου τοῦ νόμου.
§51Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀνεκοινώσατε τροπολογίας;
§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§53Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐτυπώθησαν;
§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι. Μία τροπολογία εἶναι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1.
§55Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τῆς συμβάσεως;
§56Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα. Ἐγκρίνεται ἡ σύμβασις ὑπὸ τὰς ἑξῆς τροποποιήσεις. Ἀπαλείφονται αἱ λέξεις «πρὸς ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ».
§57Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπικροτῶ.
§58Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἐδαφίου αʹ τοῦ ἄρθρου 1 διασαφηνίζεται, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ προωρισμένον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ εἰρημένου δανείου, θέλει κατατίθεσθαι ἀπὸ τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον εἰς τὴν Τράπεζαν.
§59ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀφοῦ δὲν πληρόνεται, βεβαίως θὰ κατατίθεται.
§60Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλει κατατίθεσθαι ἐκ τῶν εἰσπράξεων.
§61ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τίνα λόγον ἔχει τὸ «κατατεθησομένου»;
§62Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου εἶναι προωρισμένα πρὸς πάσας τὰς ἀνάγκας. Λοιπὸν ἐκ τῶν πρώτων εἰσπράξεων θέλουσιν ἀποδίδεσθαι κατὰ προτίμησιν διὰ τὸ δάνειον αὐτό.
§63ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ τὸ ἴδωμεν κατὰ τὴν συζήτησιν.
§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 8, ἔνθα λέγεται «τὸ τέλος σημάνσεως τῶν ἐπιταγῶν κτλ.», ἀφαιρεῖται «τὸ τέλος σημάνσεως τῶν εἰς τὸ ταμιευτήριον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐνεργουμένων καταθέσεων καὶ τῶν ἀποδείξεων ἀναλήψεως αὐτῶν», αἱ ὁποῖαι μένουσιν ἀφορολόγητοι.
§65Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πάντα ταῦτα θὰ τεθῶσιν εἰς τὸν νόμον;
§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτοὺς ἐγκρίνεται ἡ σύμβασις.
§67Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ μοὶ δώσῃ πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι διευκολύνουσι τὴν ὁμιλίαν μου. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅμως νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι τακτικὸν καὶ κανονικὸν θὰ ἦτο, ἐὰν αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας οἱ πολλοὶ, νομίζω, καὶ ἂν ἀκόμη ἀνεκοινώθησαν εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, μόλις ἤδη ἀντιλαμβάνονται ὡς ὁριστικὰς τροπολογίας, ἐὰν, λέγω, αἱ τροπολογίαι αὗται ἐτυποῦντο καὶ διενέμοντο, ὡς συνήθως γίνεται ἐπὶ τροπολογιῶν τῶν νομοσχεδίων, καὶ μάλιστα προκειμένου περὶ νομοσχεδίου τόσον σοβαροῦ, διότι ἁπλῆ δήλωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐν ὅσῳ δὲν ἔχει τυπωθῆ εἰς τροπολογίαν, δύναται νὰ ἦναι λίαν σεβαστή, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ κανονική.
§68Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλει διατυπωθῆ εἰς τροπολογίαν, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ ἄρθρου, διότι τὸ πρᾶγμα δὲν ἀπαιτεῖ μεγίστην μελέτην.
§69Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἐνδιατρίβω πλειότερον εἰς τοῦτο ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἄλλας παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἀπεδέξατο ἐν τούτοις.
§70Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄλλην δὲν ἀπεδέχθην.
§71Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Σᾶς ὑπενθυμίζω μίαν, τὴν ὁποίαν ἀναμφισβητήτως ἀπεδέχθητε καὶ λησμονεῖτε ταύτην τὴν στιγμήν. Ὁ ἐκ Βόλου συνάδελφος κ. Σχινᾶς, εἶχε παρατηρήσει, ὅτι ἐκ τῆς γραμματικῆς ἑρμηνείας τοῦ νομοσχεδίου συνάγεται, ὅτι ὅλαι αἱ πρόσοδοι τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου πρέπει νὰ κατατίθενται εἰς τὴν Τράπεζαν.
§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς ἀνέγνων πρὸ μικροῦ τὴν τροπολογίαν. Ἐπὶ ταύτης προέβαλεν ἀντιῤῥήσεις ὁ κ. Δεληγεώργης, καὶ εἶπον ὅτι θέλομεν συζητήσει ἐπὶ τοῦ ἄρθρου.
§73Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἴπετε «εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον».
§74Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον «εἰς τὸ τέλος τῆς πρώτης παραγράφου».
§75Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πολὺ καλά. Τοῦτο μόνον παρατηρῶ, ὡς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου, ὅτι ἀρχικῶς ἀνεγράφησαν τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα, μετὰ τὰς παρατηρήσεις δὲ τῶν ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφων καὶ ἐμοῦ ἐν μέρει, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδέχθη νὰ προβῇ εἰς τὴν τροποποίησιν ταύτην, δηλαδὴ εἰς τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ σκοποῦ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων ἀποκλειστικῶς, καὶ τὴν διάθεσιν τοῦ δανείου καὶ πρὸς πάντα ἄλλον σκοπόν· ἀλλ’ ἤδη, ὅτε συζητεῖται ἡ σύμβασις, ἡ Κυβέρνησις πρέπει, νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ἀσχέτως πρὸς τὰ λοιπὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐν καιρῷ θὰ συζητήσωμεν, ὅτι πρωτίστως πρέπει νὰ χρησιμεύσωσι τὰ χρήματα ταῦτα εἰς ἐνίσχυσιν τῆς γεωργικῆς πίστεως, κατὰ δεύτερον λόγον εἰς ὑδραυλικὰ ἔργα, ἢ καὶ εἰς τὸν ἄλλον σκοπὸν, τὸν ὁποῖον πολλοὶ συνάδελφοι προτείνουσι, τῆς παραχωρήσεως γαιῶν, περὶ τῆς ὁποίας θὰ συζητήσωμεν, καὶ περὶ τῆς ὁποίας ἐγὼ ἀκόμη δὲν ἔφερα γνώμην. Δὲν πρέπει νὰ πιστευθῇ, ὅτι ζητοῦντες ἡμεῖς τὴν ἀπάλειψιν τῶν λέξεων «ὑδραυλικῶν ἔργων», εἴμεθα κατὰ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων· τοὐναντίον κατὰ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων ἔχει κηρυχθῆ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Προτάσει τῆς Κυβερνήσεως Τρικούπη ἐν ἔτει 1889 ἡ Βουλὴ ἐψήφισε νόμον περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ, μετὰ τὴν ψήφισιν δὲ τοῦ νόμου ἐκείνου ἡ Κυβέρνησις Τρικούπη εἶχε διατάξει καὶ τὴν δημοπρασίαν. Ἡ διάδοχος Κυβέρνησις—ἐὰν δὲ καλῶς ἐνθυμοῦμαι, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,—ἀνέκοψε τὴν πρόοδον τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων. Ἐνδέχεται ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελεσθῶσι τότε τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα, νὰ μὴ ἦτο τῆς ἐγκρίσεως τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἠμπόδιζε νὰ προτείνῃ ἄλλον τρόπον ἢ τὸν καθ’ ὃν ἤδη ἐννοεῖ νὰ ἐκτελεσθῶσιν. Ἐν τούτοις ἠμποδίσθη τότε ἡ ἐκτέλεσις, καὶ ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐγεννήθη καὶ δίκη κατὰ τοῦ Δημοσίου, ἡ ὁποία εἶναι ἐκκρεμής. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ ἐργολάβος δὲν παρεῖχεν ἐγγυήσεις.
§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἐπίστευον, ὅτε προέβαινον εἰς τὴν πρᾶξιν αὐτὴν, ὅτι μίαν ἡμέραν ἤθελον μοὶ ἐκφράσει τὰς εὐχαριστίας των οἱ Θεσσαλοί.
§77Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Πρῶτος ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, σᾶς ἐκφράζω τὰς εὐχαριστίας μου.
§78Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἐπροσέξατε εἰς ὅ,τι εἶπον. Εἶπον ὅτι ἠμποδίσθη γενικῶς ἡ ἐκτέλεσις τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, καὶ προσέθηκα ὅτι ὁ ἐργολάβος δὲν παρεῖχε τὰς δεούσας ἐγγυήσεις. Εἶναι ὁ νῦν ἐργολάβος τοῦ λιμένος Βόλου. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἠμπόδιζε τὴν τότε Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ἄλλα μέτρα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, οὐχὶ δηλαδὴ ἐπὶ τῇ βάσει, τὴν ὁποίαν εἶχε λάβει ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις. Καὶ ἐνδέχεται νὰ ἦναι ἄξιος ἐπαίνου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐγὼ δὲν ἔλαβον καιρὸν νὰ μελετήσω μᾶλλον ἐπισταμένως τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα εἶχον σχεδιασθῆ τότε, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ τότε βουλευτὴς Βόλου κ. Γεωργιάδης κατέκρινε δριμύτατα τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα, καὶ κατέληξεν εἰς ἓν συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ὑπομνήσω εἰς ὑμᾶς, διότι ὁ κ. Γεωργιάδης ὡμίλει καὶ ὡς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ ἔλεγεν, ὅτι μὲ τὰ χρήματα ἐκεῖνα ἔπρεπε νὰ γείνῃ Τράπεζα ἀγροτική. Ἐγὼ δὲν εἶμαι τῆς γνώμης τοῦ κ. Γεωργιάδου, διότι νομίζω, ὅτι πρωτίστως πρέπει βεβαίως νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ Γεωργικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, ἔστω καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει, ἡ ὁποία εἶχε τεθῆ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ὁ κύριος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον, ἦτο ἀκριβῶς, ἵνα βεβαιωθῶ, ὅτι ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ δὲν θὰ μείνῃ ἡ φράσις «τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων». Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ τροποποιήσεως τῆς συμβάσεως, ὀλίγιστα ἔχω νὰ προσθέσω. Μίαν ὅμως παρατήρησιν ἔχω, ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀφεθῇ, ἵνα Β. Διάταγμα ὁρίσῃ τὴν χορηγηθησομένην ἀσφάλειαν διὰ τὸ δάνειον τῶν 6,000,000, καὶ ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ περιλαμβάνηται αὕτη εἰς τὸν νόμον· διότι εἶναι πολὺ εὐρεῖα ἡ ἐντολὴ, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Διὰ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων θ’ ἀποκαλυφθῶσι καὶ γαῖαι· αἱ γαῖαι αὗται δύνανται νὰ γείνωσι καὶ ἐθνικαί. Βεβαίως θὰ ἦτο προτιμότερον, ἐὰν ἐν τῷ νόμῳ ὡρίζοντο κατ’ ἀρχὴν καὶ πᾶσαι αἱ ἀσφάλειαι, αἱ ὁποῖαι ἤθελον δοθῆ διὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου. Ὡς πρὸς τὰς λοιπὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ἐλάχιστα ἔχω νὰ παρατηρήσω. Τοῦτο μόνον ἔχω καθῆκον νὰ προσθέσω, ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων συναδέλφου περὶ χαρτοσήμου, ὡς συνεπαγομένης τῆς διατάξεως ταύτης βλάβην τοῦ ὀφειλέτου, ὀρθότατα ἀντικρούσθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πυλίας συναδέλφου, διότι ἀκριβῶς ἡ διάταξις αὕτη εἶναι πρὸς ὠφέλειαν τῶν ὀφειλετῶν· διότι οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι αἱ δαπάναι ἐπὶ παντὸς δανείου βαρύνουσι τὸν ὀφειλέτην. Δὲν πιστεύω νὰ συνομολογήθη ποτὲ δάνειον, διὰ τὸ ὁποῖον νὰ ἐπεβαρύνθη ὁ δανειστής.
§79ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ νόμον ὄχι.
§80Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κατὰ νόμον ὄχι, ἀλλὰ κατὰ πρᾶγμα τὸ πρᾶγμα ἐξετάζομεν. Βεβαίως ἐν τῷ νόμῳ περὶ χαρτοσήμου δὲν ὑπάρχει τοιαύτη διάταξις, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα τὸ γινόμενον εἶναι νὰ πληρώνωσιν οἱ ὀφειλέται. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, ὅπερ πρῶτος ἀνεκίνησεν ὁ ἐκ Ζακύνθου συνάδελφος κ. Μελισσηνὸς καὶ κατόπιν ἄλλοι ἐξ Ἑπτανήσου συνάδελφοι, ἐὰν τὰ εὐεργετήματα τῆς συμβάσεως θὰ ἐπεκταθῶσι καὶ πέραν τῶν ὁρίων τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, δηλαδὴ καὶ μέχρι τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς Θεσσαλίας, προσθέτω ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι βεβαίως ἡ Τράπεζα ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δανείσῃ ἐντὸς τῶν ὁρίων ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τοῦτο δὲν προσκρούει εἰς κεκτημένα δικαιώματα. Καὶ ὁ μὲν ἐκ Ζακύνθου συνάδελφος ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν προσκρούει διὰ τὴν Ἑπτάνησον, ἀλλὰ τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ διὰ τὴν Θεσσαλίαν, ἐφ’ ὅσον ὅμως ἰσχύει ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Καὶ ἄλλην ἡμέραν ἰσχυρίσθην τοῦτο, ἀλλὰ δὲν εἶχον τότε ὑπ’ ὄψει τὸν σχετικὸν νόμον. Ὁ νόμος, δυνάμει τοῦ ὁποίου συνεστήθη ἡ Τράπεζα τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, εἶναι τῆς 30 Δεκεμβρίου 1880. Τὸ ἄρθρον 3 τῆς συμβάσεως δίδει εἰς τοὺς ἀναδόχους τοῦ δανείου τῶν 120,000,000 τὸ δικαίωμα νὰ ἱδρύσωσι Τράπεζαν εἰς τὰς προσαρτηθησομένας ἐπαρχίας. Ἀκόμη δὲν εἶχε γείνῃ ἡ κατοχὴ τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Καὶ ἡ Τράπεζα αὕτη, ἡ ὁποία ἀκολούθως κατηρτίσθη, ἐνεκρίθη διὰ Β. Διατάγματος, ἀλλ’ ἄλλος νόμος δὲν ὑπάρχει, ἐκτὸς τοῦ νόμου ΩΠΗʹ. Ὁ νόμος αὐτὸς δίδει εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας ὅλα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι...
§81ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μήπως ἡ Τράπεζα τῆς Ἠπειροθεσσαλίας δὲν δανείζει;
§82Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δανείζει, ἀλλὰ τώρα δανείζει εἰς οἱαδήποτε τραπεζικὰ γραμμάτια, διότι ἐγένετο ἡ κυρωθεῖσα σύμβασις περὶ μονοδράχμων καὶ διδράχμων. Ἀλλὰ ὁμιλῶ περὶ τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Εὐθὺς ὡς ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, βεβαίως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ δανείζῃ καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον καὶ εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἀλλ’ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας καὶ τῆς Ἰονικῆς, ἀσχέτως πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος ἀπέδειξε, περὶ ἀνεπαρκείας τοῦ ὁριζομένου ποσοῦ. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλήν.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπᾶνος.
§84ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λάβω καὶ ἐκ δευτέρου τὸν λόγον, διότι, ἀφοῦ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Πυλίας δὲν ἠθέλησε νὰ δώσῃ προσοχήν, ὅπως ἀντιληφθῇ τῶν παρατηρήσεών μου, φοβοῦμαι ὅτι δὲν ἐξηγήθην ἀρκούντως. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία διὰ τὸν μελετήσαντα αὐτὸ, ὅτι τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἀναδέχεται ἡ Τράπεζα, δύναται ν’ ἀποφέρῃ τόκον πρὸς 6 ἀντὶ 5½%. Φοβοῦμαι δὲ, ὅτι ἴσως καὶ αὐτοὶ οἱ συντάξαντες τὴν σύμβασιν δὲν συνεδύασαν ὅλας τὰς διατάξεις τοῦ πρώτου ἄρθρου, διὰ νὰ ἴδωσιν, ὅτι δὲν περιέχεται ἐν αὐτῷ καθαρὰ καὶ ἀναμφισβήτητος ἡ ἔννοια, ἣν ἀποδίδει εἰς αὐτὸ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐξηγήθη κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, καὶ ἅπαντες οἱ ὁμιλήσαντες. Ὑποθέτει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πρόκειται νὰ δανείσῃ ἡ Τράπεζα πρὸς 5½% εἰς τὸ ταμεῖον τὸ Γεωργικὸν, καὶ αὐτὴ νὰ ἐκδώσῃ ἰδικόν της δάνειον πρὸς 5% καὶ νὰ ὠφεληθῇ τὴν διαφορὰν, ἐνῷ κατὰ τὸ γράμμα τῶν δύο πρώτων ἐδαφίων δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἡ Τράπεζα δανείζει εἰς τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον ἐπὶ τῇ βάσει 5½%, συνομολογεῖ δὲ μετ’ αὐτοῦ τὸ δάνειον τοῦτο δι’ ὁμολογιῶν ἀποφερουσῶν τόκον 5%. Ἐνῷ ἑπομένως ὑποθέτομεν ὅτι πρόκειται περὶ δύο δανείων, κατὰ τὸ γράμμα τῶν ἐδαφίων τούτων δὲν πρόκειται εἰμὴ περὶ ἑνὸς μόνον δανείου, διότι καὶ τὸ δεύτερον ἐδάφιον ἀναφέρεται εἰς τὸ αὐτὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ πρῶτον θὰ χορηγήσῃ ἡ Τράπεζα εἰς τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον. Τὸ δάνειον δὲ τοῦτο, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν πληρωμὴν τῶν κεφαλαίων αὐτοῦ ἐντὸς τετραετίας κατὰ τὸ τρίτον ἐδάφιον, κανονίζεται διὰ τοῦ τετάρτου ἐδαφίου, τὸ ὁποῖον λέγει: «Ἡ σύμβασις αὕτη, ὁ χρεωλυτικὸς πίναξ κατὰ τὸ σύστημα τῆς συνθέτου χρεωλυσίας, καὶ ἐν γένει πᾶσαι αἱ λεπτομέρειαι τοῦ δανείου καὶ τῆς χορηγηθησομένης ἀσφαλείας ἐγκριθήσονται διὰ Β. Διατάγματος. Ἡ περὶ τοῦ δανείου σύμβασις, αἱ ἐκδοθησόμεναι ὁμολογίαι καὶ πᾶν ἔγγραφον ἢ ἀπόδειξις σχετικὴ τῇ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ καταθέσει καὶ τῇ ἀναλήψει τῶν προσόδων τοῦ ταμείου ἔσονται ἀπηλλαγμέναι τοῦ φόρου χαρτοσήμου.» Διὰ τοῦ ἐδαφίου τούτου κανονίζονται ἄλλα ζητήματα, δὲν μεταβάλλονται δὲ οἱ οὐσιαστικοὶ ὅροι, οἱ κανονιζόμενοι ὑπὸ τῶν προηγουμένων ἐδαφίων.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεληγεώργης.
§86ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Γενικῶς τὴν σύμβασιν θεωρῶ ἐπιζήμιον εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης καὶ ἐπιζήμιον εἰς τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ Δημοσίου. Τὴν θεωρῶ ἐπιζήμιον, διότι νομίζω ὅτι, εἰς ἃς περιστάσεις εὑρίσκεται σήμερον ἡ Τράπεζα, νὰ τῇ δίδωμεν τὸ δικαίωμα νὰ αὐξήσῃ κατὰ ὀγδοήκοντα ἴσως ἑκατομμύρια τὰ χρέη αὑτῆς εἰς ὁμολογίας, χειροτερεύομεν τὴν θέσιν αὐτῆς καὶ δυσχεραίνομεν τὴν ἀνόρθωσιν. Σήμερον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος ὅρου τοῦ καταστατικοῦ της δύναται δανεισθῇ δι’ ὁμολογιῶν, ἀνέρχεται εἰς ἐνενήκοντα ἓξ ἑκατομμύρια δραχμῶν, διότι εἶναι τὸ πενταπλάσιον τῶν ⅘ τοῦ μετοχικοῦ καὶ ἀποθεματικοῦ αὑτῆς κεφαλαίου. Τὸ κεφάλαιον τοῦτο εἶναι σήμερον 24,000,000, τὰ δὲ ⅘ εἶναι 19,200,000, ἑπομένως πέντε φορὰς 19,200,000 κάμνουν 96,000,000. Τόσα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δανεισθῇ δι’ ὁμολογιῶν, διὰ δὲ τῆς συμβάσεως, ἐφ’ ἧς συζητοῦμεν, τὸ ποσὸν αὐτὸ ἀναβιβάζεται εἰς 160,000,000. Φρονῶ ὅτι, ἐν αἷς περιστάσεσιν εὑρίσκεται ἡ Τράπεζα καὶ ἐν μέσῳ τῆς σημερινῆς νομισματικῆς καταστάσεως καὶ τῆς καταστάσεως τῶν δημοσίων καὶ ἰδιωτικῶν οἰκονομικῶν, θὰ ἦναι ἐπιζήμιον νὰ ἐπιβαρυνθῇ αὕτη διὰ νέων χρεῶν καὶ διὰ δανείων νέων ὑποθηκικῶν καὶ γεωργικῶν, καὶ ἡ θέσις αὐτῆς θ’ ἀποβῇ χείρων. Σήμερον ἡ κατάστασις τῆς Τραπέζης εἶναι λίαν παθητική, δὲν πρέπει δὲ νὰ μᾶς ἀπατῶσιν οἱ ἰσολογισμοί. Ἐὰν παριστάνετο καθαρώτερον, ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι εἶναι πολὺ χειροτέρα ἐκείνης, ἡ ὁποία φαίνεται ἐν τοῖς ἰσολογισμοῖς. Ἤδη θὰ τῇ δώσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ χορηγήσῃ καὶ ἄλλα μακροπρόθεσμα δάνεια, ἐκτὸς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔχει χορηγήσει εἴτε πρὸς νομικὰ πρόσωπα, εἴτε πρὸς τὸ Δημόσιον, εἴτε πρὸς λιμενικὰ ταμεῖα, καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναλόγως μέγιστα, καὶ μίαν ἡμέραν θὰ εὑρίσκωνται ὅλα τὰ κεφάλαια αὐτῆς, τὰ μετοχικὰ καὶ ἐκ δανείων κεχορηγημένα ὑπὸ προθεσμίας τοιαύτας, ὥστε νὰ μὴ δύναται οὔτε νὰ κινηθῇ οὔτε νὰ ἀναπνεύσῃ ἐκ τῶν βαρῶν ἡ Τράπεζα. Ἀλλὰ ἐπὶ τούτου δὲν πρόκειται νὰ ἐπιμείνω, διότι θὰ ἔφερεν εἰς μακρὰς συζητήσεις, καὶ ὁ καιρὸς δὲν ἐπιτρέπει. Θέλω μόνον τινὰς παρατηρήσεις φέρει ἐπὶ τῆς συμβάσεως, διότι θεωρῶ ὅτι αὕτη φαίνεται μὲν ὅτι παρέχει μέσα τῇ Τραπέζῃ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ταῦτα δὲν εἶναι τόσον πραγματικά, ὅσον φαίνονται, καὶ ὅτι κυρίως πρόκειται νὰ καλυφθῶσιν ὑπερβάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν γείνῃ ἤδη. Αἱ ὑπερβάσεις αὗται φαίνονται, ἂν θελήσῃ τις ἐν τῇ συνοπτικῇ καταστάσει τοῦ τελευταίου Νοεμβρίου ν’ ἀναζητήσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ὅρων τῶν συμβάσεων καὶ τῶν νόμων καὶ τοῦ καταστατικοῦ, ὅσοι διέπουν τινὰς τῶν πράξεων, περὶ ὧν πρόκειται. Πρῶτον πόσον ποσὸν ἔχει τὸ δικαίωμα σήμερον ἡ Τράπεζα νὰ δανείζηται δι’ ὁμολογιῶν; Εἴπομεν ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δανείζηται 96 ἑκατομμύρια, ἐν τούτοις τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον δι’ ὁμολογιῶν σήμερον ἔχει δανεισθῆ, εἶναι πολὺ ἀνώτερον, ἂν ὑπολογισθῇ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, εἰς ἃ καὶ τὸ κεφάλαιόν της. Εἰς τὴν συνοπτικὴν κατάστασιν τοῦ Νοεμβρίου σημειοῦνται καταθέσεις ἔντοκοι 33,455,895 καὶ διὰ τὸ λαχειοφόρον δάνειον 53,943,450 φρ. χρυσᾶ. Ἑπομένως τὸ ὅλον εἶναι 87,399,345. Ἂν τὰ ὑπολογίσῃ τις ὡς ἰσότιμα πρὸς τραπεζικὰ γραμμάτια, δὲν ὑπάρχει ὑπέρβασις. Ἂν ὅμως τὸ εἰς χρυσὸν λαχειοφόρον δάνειον μετατρέψωμεν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, δι’ ὧν ὀφείλει νὰ ἀγοράζῃ τὸν χρυσὸν σήμερον ἡ Τράπεζα μὲ τιμὴν 170 λεπτῶν τὸ φράγκον πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλύτρων, τὸ ποσὸν εἶναι πολὺ μεγαλείτερον. Διότι ἐπὶ τοῦ πραγματικῶς σήμερον ὀφειλομένου ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς 53,943,000 περίπου, τὸ ποσὸν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια θὰ ἦτο 91,703,000 δραχ., ἂν δὲ λάβωμεν τὸ ὀνοματικὸν κεφάλαιον, τοῦτο εἶναι πολὺ ἀνώτερον, δηλαδὴ 65,000,000, καὶ θὰ εἴχομεν τότε 111,377,000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Προσθέσατε καὶ τὰς ἐντόκους καταθέσεις, καὶ ἔχομεν 125,158,895, ἢ κατὰ τὴν δευτέραν περίπτωσιν 144,000,000, τὰ ὁποῖα εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἔχει δανεισθῆ δι’ ὁμολογιῶν ἡ Τράπεζα, ἐνῷ ἔχει δικαίωμα νὰ δανείζηται μόνον 96,000,000 δραχμῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην, ἀπήντησεν ὅτι, ἐπειδὴ ἐδανείσθη τὸ λαχειοφόρον εἰς χρυσόν, ἀριθμητικῶς πρέπει νὰ λογισθῇ εἰς τραπεζικὰ τὸ ποσόν, ὅπερ ἔλαβεν εἰς χρυσόν. Βεβαίως ἐκ πρώτης ὄψεως οὕτως ἔχει, ἀλλὰ ὑπὸ ἔποψιν πραγματικήν, οὐσιαστικὴν, βεβαίως τὸ ποσὸν πρέπει νὰ λογισθῇ μεγαλείτερον. Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι καλὸν τοιαῦται ὑπερβάσεις νὰ μὴ γίνωνται καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν ἀνάγκην συμβάσεων διὰ νὰ καλυφθοῦν. Ἀλλὰ καὶ ἄλλην ὑπέρβασιν δύναταί τις νὰ παρατηρήσῃ εἰς τὰς ἐργασίας αὐτὰς τῆς Τραπέζης. Ποῖον εἶναι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον δύναται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ δανείζῃ εἴτε εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια πρὸς ἰδιώτας, εἴτε πρὸς τὸ Δημόσιον, εἴτε πρὸς λιμενικὰ ταμεῖα, δήμους καὶ ἄλλα νομικὰ πρόσωπα; Τὸ ποσὸν αὐτὸ, κατὰ τὸ σύστημα τῆς Τραπέζης, εἶναι τὰ 96 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἐξ ὁμολογιῶν, καὶ τὰ ⅘ τοῦ μετοχικοῦ καὶ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου, ἤτοι τὸ ὅλον δραχ. 115,200,000, ἐνῷ κατὰ τὸν ἰσολογισμὸν τοῦ Νοεμβρίου εἶναι δραχ. 125,881,082, ἤτοι ὑπὲρ τὰ 10 ἑκατομμύρια περισσότερον. Καλὸν εἶναι νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλή, ἡ ὁποία ψηφίζει τὴν σύμβασιν, ποῖον ποσὸν ἀληθῶς ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ δανείζηται μὲ ὁμολογίας καὶ ποῖον ποσὸν νὰ δανείζῃ εἰς ἐνυπόθηκα καὶ ἄλλα πρὸς τὰ ἐνυπόθηκα ἐξομοιούμενα δάνεια. Καλὸν νὰ ἐγνώριζεν ἂν ὑπάρχῃ καὶ ποία ὑπάρχει ὑπέρβασις καθ’ ἑκάτερα. Διότι, ἐὰν λογισθῇ τὸ λαχειοφόρον δάνειον ἀριθμητικῶς, οὐχὶ δὲ κατ’ ἀξίαν, τότε βεβαίως θὰ ὑπολείπηται ἓν μέγα ποσὸν, ὅπως ληφθῇ διὰ δανείου. Σήμερον εἶναι 87 ἑκατομμύρια, ὅσα δι’ ὁμολογιῶν ἔχει δανεισθῆ, μέχρι δὲ 160 ἑκατομμυρίων, ὅσα τῇ δίδεται διὰ τῆς συμβάσεως δικαίωμα νὰ δανεισθῇ, εἶναι 73 ἑκατομμύρια περίπου ἀκόμη. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ ποσὸν τῶν 73 ἑκατομμυρίων πρόκειται ἡ Τράπεζα σήμερον νὰ λάβῃ τὸ δικαίωμα διὰ τῆς συμβάσεως νὰ δανεισθῇ πλέον τοῦ σήμερον δι’ ὁμολογιῶν, εἴτε δι’ ἐντόκων καταθέσεων, ὀφειλομένου παρ’ αὐτῆς. Θὰ συνομολογήσῃ λοιπὸν δάνειον νέον μέχρις 73 ἑκατομμυρίων περιπλέον, ἀλλὰ τότε πράγματι ἡ Τράπεζα θὰ ὀφείλῃ πολὺ περισσότερα ἕνεκα τοῦ εἰς χρυσὸν λαχειοφόρου. Ἀλλὰ εἰς τί θὰ χρησιμεύσουν τὰ 73 αὐτὰ ἑκατομμύρια; Κατὰ τὸν ἐκ Πυλίας ἀξιότιμον Βουλευτὴν, πρόκειται κατὰ τὴν σύμβασιν νὰ χρησιμεύσουν ὑπὲρ τῆς κτηματικῆς καὶ γεωργικῆς πίστεως· τοῦτο δὲ λέγων, βεβαιότατα ἐνόει, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 73 ἑκατομμυρίων δὲν πρόκειται νὰ δοθῇ οὔτε πρὸς τὸ Δημόσιον ἐπὶ χορηγήσει προσόδων δημοσίων, ὡς ἐπιτρέπει ὁ νόμος, οὔτε εἰς δήμους, λιμενικὰ ταμεῖα καὶ ἄλλα νομικὰ πρόσωπα, ἐπίσης ἐπὶ χορηγήσει εἰδικῶν προσόδων. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο καθαρῶς ἐν τῇ συμβάσει διατετυπωμένον;— διότι ἀληθῶς ἡ σύμβασις δὲν μνημονεύει, παρὰ τοὺς νόμους τοῦ 1859, 1861 καὶ 1864, οἱ ὁποῖοι ὥρισαν μόνον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δικαιοῦται ἡ Τράπεζα νὰ δανείζῃ εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια, καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ δανείζηται δι’ ὁμολογιῶν. Ὁ νόμος δὲ τοῦ 1880 εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις πρῶτος ἔφερε τὴν καινοτομίαν, ἡ ὁποία κατὰ πρῶτον λόγον δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἤγαγε τὴν Τράπεζαν εἰς τὴν σημερινὴν δεινὴν θέσιν, ἰδίως κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς πτωχεύσεως, ὅτε, ἐὰν τὸ Κράτος δὲν ἔσωζεν αὐτὴν δι’ ἐξαιρετικῶν νόμων, ἐξαιρέσαν αὐτὸν ἀπὸ τὰς συνεπείας τῆς πτωχεύσεως, βεβαίως ἡ Τράπεζα θὰ περιήρχετο ἔκτοτε εἰς πτώχευσιν. Δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1880 ἐξωμοίωσε πρὸς τὰ ἐνυπόθηκα δάνεια τῆς Τραπέζης τὰ δάνεια τὰ πρὸς τὸ Δημόσιον, τοὺς δήμους, τοὺς λιμένας καὶ τὰ νομικὰ πρόσωπα, ὅταν ἀσφαλίζωνται διὰ προσόδων. Αὐτὸς ὁ νόμος τὸ ἐκ τῶν ὁμολογιῶν χρέος, τὸ ὁποῖον συνομολογεῖ ἡ Τράπεζα, ὥρισεν ὅτι δύναται νὰ διαθέτῃ αὕτη ὄχι πλέον εἰς ἐνυπόθηκα μόνον δάνεια, ὅπερ ἦτο ὁπωσδήποτε εἷς περιορισμὸς, ἀλλὰ καὶ εἰς δάνεια πρὸς νομικὰ πρόσωπα καὶ πρὸς τὸ Δημόσιον, ὅπερ ηὔξησε τὰς μακροπροθέσμους τοποθετήσεις τῆς Τραπέζης. Διὰ τοῦτο καλὸν θὰ ἦτο, ἂν ἐν τῇ συμβάσει καθαρῶς ἐλέγετο, ὅτι δὲν θὰ χρησιμοποιοῦνται τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα πλέον τοῦ μέχρι σήμερον ἐπιτετραμμένου ποσοῦ θὰ λαμβάνῃ ἡ Τράπεζα δι’ ὁμολογιῶν, εἰς τοιαῦτα δάνεια πρὸς δήμους, πρὸς λιμενικὰ ταμεῖα ἢ καὶ πρὸς τὸ Δημόσιον, ἐπὶ ἐκχωρήσει προτόδων, ἀλλὰ μόνον εἰς κτηματικὰ καὶ γεωργικὰ δάνεια. Διότι δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι, ἀφοῦ ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1880 ἀπετράπησαν τὰ κεφάλαια τῆς Τραπέζης ἀπὸ τὰς χρησίμους τοὐλάχιστον τοποθετήσεις εἰς τὸ ἐμπόριον, εἰς τὴν γεωργίαν, εἰς τὴν βιομηχανίαν, καὶ ἐτράπησαν πρὸς τὸ Δημόσιον, πρὸς τὰ λιμενικὰ ταμεῖα καὶ τοὺς δήμους, ἤδη θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς ὑγιεστέραν πολιτικὴν τραπεζιτικὴν, καὶ ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ προμηθευθῇ ἡ Τράπεζα δι’ ὁμολογιῶν, θὰ τὸ τοποθετῇ ὑπὲρ τοῦ ἐμπορίου, τῆς γεωργίας καὶ τῆς βιομηχανίας. Ὀλιγώτερον εἶναι ὠφέλιμον ν’ ἀποῤῥοφᾶται εἰς τὰ ταμεῖα τῶν δήμων καὶ τὰ λιμενικὰ, εἴτε καὶ εἰς τὸ Δημόσιον. Τὸ σήμερον γινόμενον εἶναι εὐχάριστον εἰς τὴν Τράπεζαν, διότι ὑπὲρ ὀλίγων δανειστῶν διαθέτει μεγάλα ποσὰ, ἀντὶ ν’ ἀπασχολῆται εἰς πολυάριθμα μικρὰ δάνεια. Ἡ ἐργασία καὶ αἱ φροντίδες αὐτῆς εἶναι ὀλιγώτεραι βεβαίως, ἀλλ’ ἡ ἀποστολή της εἶναι κυρίως νὰ ὑπηρετῇ τὸ Δημόσιον, τὸ κοινὸν, οὐχὶ δὲ νὰ εὑρίσκῃ τοὺς ἀνετωτέρους δι’ αὐτὴν τρόπους, ὅπως τοποθετῇ τὰ κεφάλαια τῆς χώρας. Ἐλάχιστα βοηθεῖ τὴν ἐργασίαν ἡ Τράπεζα. Τὸ περίεργον δὲ εἶναι, ὅτι καὶ τὰ γλίσχρα ποσὰ, τὰ ὁποῖα διετίθεντο ὑπὲρ τῆς γεωργίας, ἀπὸ τοῦ 1859, νομίζω, εἰς γραμμάτια τριτεγγυημένα, καὶ αὐτὰ ἀπό τινων ἐτῶν σχεδὸν ἐξέλιπον καὶ δὲν ἐμφαίνονται ἐν ταῖς μηνιαίαις καταστάσεσι τῆς Τραπέζης ἢ δι’ ὀλίγιστον ποσὸν, τὸ δέκατον καὶ τὸ δωδέκατον τῶν ἄλλων, ἐνῷ, σημειωτέον, ὁ παρακολουθήσας καὶ μελετήσας τὰ τῆς Τραπέζης θέλει ἴδει, ὅτι περισσότεραι ὑπῆρξαν αἱ καθυστερήσεις εἰς τὰς προεξοφλήσεις τὰς ἐμπορικὰς, παρὰ εἰς τὰς συναλλαγὰς μετὰ τῶν γεωργοκτηματιῶν. Καὶ σήμερον ἡ Τράπεζα, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἢ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἤθελε ζητήσει νὰ τῷ ὑποβάλῃ αὕτη κατάστασιν συγκριτικὴν, ἤθελε βεβαιώσει, ὅτι πολὺ ὀλιγώτερα ἀπώλεσεν ἡ Τράπεζα ἐκ τῶν δανείων αὐτῶν ἢ ἐκ τῶν ἐμπορικῶν, ἐκ τῶν προεξοφλήσεων. Ἀλλ’ ὅλα ἀποῤῥοφῶνται μετὰ τὸν νόμον τοῦ 1880 ἀπὸ τὴν νέαν ἐργασίαν αὐτὴν, ἀπὸ τὰ δάνεια πρὸς τὸ Δημόσιον, πρὸς τοὺς δήμους καὶ τὰ λιμενικὰ ταμεῖα, καὶ οὐδὲν ἀφέθη εἰς τὴν γεωργίαν. Λοιπὸν ἂς ἐπανέλθωμεν τοὐλάχιστον εἰς σκοπιμωτέραν διεύθυνσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Τραπέζης. Τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ δανεισθῇ ἤδη κατὰ τὴν σύμβασιν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἂς διατίθεται σχεδὸν ἀποκλειστικῶς ὑπὲρ τοιούτων χορηγήσεων, χορηγήσεων εἰς τὸ ἐμπόριον, εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας καὶ εἰς τοὺς κατόχους τῶν ἐνεχυρογράφων τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν. Ἀλλὰ παρατηρῶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ χορηγήσεις δανείων βραχυπροθέσμων ἐπὶ ἐνεχύρῳ τῶν ἐνεχυρογράφων τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη ἀφομοιοῦται ὡς πρὸς τὰ δι’ αὐτὰ διατιθέμενα ὑπὸ τῆς Τραπέζης κεφάλαια πρὸς τὴν τῆς προεξοφλήσεως ἐμπορικῶν γραμματίων. Ἐκ τούτου συνάγεται, ὅτι τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα θὰ διατεθοῦν ἐπὶ ἀσφαλείᾳ τῶν ἐνεχυρογράφων καὶ τὰ ὁποῖα κυρίως θέλουσιν ἀφορᾷ τὴν σταφίδα, ὅτι αὐτὰ θέλουσι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσὸν, ἀνήκει εἰς τὸ μέρος τῶν ἐργασιῶν της, τὸ ἀφορῶν τὰς προεξοφλήσεις. Δυστυχῶς ὅμως τὸ ποσὸν αὐτὸ ἀπό τινων ἐτῶν ἠλαττώθη εἰς μέγαν βαθμὸν, διότι τὸν Νοέμβριον 1896 ἦτο 12,674,000 δραχ. Ἐὰν εἰς τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 12,674,000 πρόκειται νὰ περιληφθῇ καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ διατεθῇ ἐπὶ τῇ ἀσφαλείᾳ τῶν ἐμπορευμάτων τῶν ἐν ταῖς γενικαῖς ἀποθήκαις, νομίζω, ὅτι μικρὰ θὰ ἦναι ἡ ὠφέλεια. Δὲν ἠξεύρω δὲ, ἐὰν θὰ ἦναι εὔκολον νὰ ἐκδίδῃ ἐπὶ τῇ ἀσφαλείᾳ ἐμπορικῶν γραμματίων ἢ συναλλαγματικῶν γραμμάτια τραπεζικὰ ἡ Τράπεζα, ὅπως μέχρι τινὸς ποσοῦ ἐπιτρέπεται, ὅταν τὸ καταστατικὸν αὐτῆς λειτουργῇ, διότι σήμερον ἔχομεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Αἱ συμβάσεις περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ὥρισαν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐκδίδῃ ἡ Τράπεζα καὶ νὰ κυκλοφορῇ. Τὸ ποσὸν αὐτὸ εἶναι 60,000,000 δραχμῶν, τὸ δὲ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἡ Τράπεζα ἐκυκλοφόρησε κατὰ τὸν μῆνα Νοέμβριον, ἦτο 49,440,000 δραχμῶν. Ὑπολείπονται βεβαίως 11 ἑκατομμύρια, ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι διατεθειμένα ἐπίσης. Εἶναι διατεθειμένα, διότι εἶναι ἄτοκοι καταθέσεις, εἶναι τὰ ὀφειλόμενα μερίσματα, εἶναι ἐπίσης ἐπιταγαὶ πρὸς πληρωμὴν, αἱ ὁποῖαι ὑπερβαίνουσι μάλιστα τὸ ποσὸν των 11 ἑκατομμυρίων. Ὑπάρχει μία ὑπέρβασις, μικρὰ μὲν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ὑπάρχει ὑπέρβασις. Λοιπὸν δὲν εἶναι εὔκολον, ποσὸν μεγαλείτερον νὰ διατεθῇ ὑπὲρ αὐτῆς τῆς ἐργασίας τῆς Τραπέζης. Διὰ τοῦτο καλὸν θὰ ἦτο, ἂν οἱαδήποτε εὑρίσκετο ἐξοικονόμησις, ὅπως τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὑπὲρ τοῦ ἐμπορίου ἤθελε προεξοφλεῖ καὶ ὑπὲρ τῆς προεξοφλήσεως τῶν ἐνεχυρογράφων, ἤθελεν εἶσθαι μεγαλείτερον. Ἐὰν ὅμως πρόκειται μὲ αὐτὸ τὸ ποσὸν νὰ ἐξοικονομηθῶσιν αἱ δύο αὗται ἀνάγκαι καὶ τοῦ ἐμπορίου καὶ τῶν ἐπὶ ἐνεχυριάσει τῶν τίτλων τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, τὸ κέρδος θὰ ἦναι μηδαμινόν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ 1ον ἄρθρον, ὅσα ἐλέχθησαν βεβαίως ἐμβάλλουσιν ἀμφιβολίας περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ δευτέρου ἐδαφίου, καὶ ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ διασαφήσῃ αὐτήν. Διότι ὁμολογουμένως ἡ σημείωσις 70 ἑξαμηνιῶν ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ δάνειον νὰ ἦναι ἐπὶ τῷ ὅρῳ τῶν 5½%, ἑπομένως πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ ὁποίου εἴδους δάνειον θὰ ἦναι, διότι τὸ Δημόσιον καὶ ἡ Βουλὴ πρέπει ἐν γνώσει τῶν ὅρων αὐτῶν νὰ ψηφίσῃ τὸ ἄρθρον 1ον. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 ἡ Τράπεζα εἰσάγει καινοτομίαν. Ἐνῷ τὰ γραμμάτια τὰ πρὸς τοὺς γεωργοὺς εἶναι γραμμάτια τριτεγγυημένα, ἤδη λαμβάνει τὸ δικαίωμα ἡ Τράπεζα, ὅπως συνομολογῇ τὰ δάνεια αὐτὰ διὰ συμβολαίων. Ἀλλὰ δὲν ἐξηγεῖ, ἂν τὰ συμβόλαια αὐτὰ μεταβάλλουσι τὴν προθεσμίαν τῶν γραμματίων αὐτῶν τῶν πρὸς τοὺς γεωργοκτηματίας. Τὰ γραμμάτια, ὡς γνωρίζετε, εἶναι μέχρις 9 μηνῶν, τὰ πρὸς τοὺς γεωργοκτηματίας. Ἤδη πρόκειται νὰ συνάπτωνται διὰ συμβολαίων. Τὰ συμβόλαια αὐτὰ θὰ ἦναι πάλιν μέχρις ἐννέα μηνῶν, ἢ θὰ λαμβάνωσιν ἀπεριορίστως τὸν τύπον τῶν ὑποθηκικῶν συμβολαίων; Δὲν λέγεται βεβαίως ῥητῶς, ὅτι ἀντὶ 9 μηνῶν θὰ ἦναι καὶ διὰ περισσότερον χρόνον, ἀλλὰ θὰ γείνῃ πραγματικῶς αὐτὸ, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει περιορισμός. Μολονότι τὰ δάνεια αὐτὰ εἶναι μία εὐκολία, διότι εὐχερῶς καὶ ἐπὶ σχετικῶς καλλιτέροις ὅροις χορηγεῖται τὸ δάνειον πρὸς γεωργούς, ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι τὰ δάνεια αὐτὰ εἶναι τὰ λεγόμενα τῆς ἀγροτικῆς πίστεως, εἶναι τὰ δάνεια ἐπὶ καλλιεργείᾳ, τὰ δὲ δάνεια ἐπὶ καλλιεργείᾳ, κατ’ ἀνώτατον ὅρον, πρέπει νὰ ἦναι διὰ 12 μῆνας. Δὲν πρέπει δὲ νὰ μεταβάλωμεν τὴν φύσιν αὐτῶν τῶν δανείων· διότι, ἐὰν τὰ μεταβάλωμεν εἰς δάνεια ὑποθηκικὰ, ἔστω καὶ συντόμου προθεσμίας, θὰ καταστρέψωμεν τὴν ἐργασίαν αὐτὴν τῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία δύναται ν’ ἀποβῇ ὠφέλιμος εἰς τὴν γεωργίαν, τὴν ἐργασίαν δηλαδὴ, ἥτις συνίσταται εἰς τὸ νὰ ἐπαναφέρῃ τὰ κεφάλαια ἀδιακόπως ἐν τῇ Τραπέζῃ καὶ ἐκ νέου νὰ τὰ δανείζῃ. Ὅταν τὰ προσκολλήσωμεν εἰς ὡρισμένα ἄτομα ἐπὶ μακραῖς προθεσμίαις, βεβαίως θὰ πάθῃ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶναι σύστημα ἀγροτικῆς καὶ οὐχὶ κτηματικῆς πίστεως, ἥτις ἐξ ἀνάγκης εἶναι μακροπρόθεσμος. Ἡ ἀγροτικὴ κυρίως πρέπει νὰ περιορίζηται ἐντὸς τοῦ γεωργικοῦ ἔτους. Διὰ τοῦτο καλὸν θὰ ἦτο, ἂν ἐβεβαιοῦτο ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἦναι μακροπρόθεσμα, δηλαδὴ πέραν τῶν ἐννέα ἢ δώδεκα μηνῶν καὶ διὰ συμβολαίων συνομολογούμενα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ὅρον τοῦ τρίτου ἐδαφίου τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου, τὸν ἐπιτρέποντα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ ἐγγράφῃ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας ὑποθήκας κατὰ τοῦ ὀφειλέτου καὶ τῶν ἀλληλεγγύων ἐγγυητῶν, καὶ ἄν δὲν συνωμολογήθησαν τοιαῦται, μολονότι τὸ θεωρεῖ ἡ Τράπεζα ὅτι εἶναι ἀσφάλεια αὐτῆς, νομίζω ὅτι μᾶλλον θὰ συντελέσῃ ν’ ἀπομακρύνῃ τοὺς ἐγγυητὰς, καὶ μετὰ τῶν ἐγγυητῶν, ἀφοῦ δὲν θὰ ὑπάρχουν ἐγγυηταὶ, καὶ τοὺς ὀφειλέτας· διότι οὐδεὶς ἐγγυητὴς θὰ δεχθῇ νὰ γείνῃ ἐγγυητὴς καὶ τοῦ πλέον φερεγγύου ὀφειλέτου, ὅταν φοβῆται ὅτι δύναται ἡ Τράπεζα, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν δυνηθῇ νὰ πληρώσῃ ὁ πρωτοφειλέτης, νὰ ἐγγράψῃ ὑποθήκην ἐπὶ τῶν ἀκινήτων αὐτοῦ. Δὲν ἐννοῶ ἐπίσης, ἀφοῦ διὰ συμβολαίου γίνεται τὸ δάνειον, διατὶ νὰ μὴ συνομολογῆται ἐν αὐτῷ ἡ ὑποθήκη. Θὰ τὸ ἐνόουν, ἂν ἔμενεν ὁ τύπος τῶν τριτεγγυημένων γραμματίων, διότι ἐν αὐτῷ δὲν περιλαμβάνεται συμφωνία περὶ ὑποθήκης, ἀλλ’ ὅταν πρόκειται περὶ συμβολαίων, διατὶ νὰ μὴ ὁρίζηται ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐγγράψῃ ὑποθήκην, ἐν περιπτώσει καθυστερήσεως τῆς πληρωμῆς; Ἐπειδὴ δὲ ἡ Τράπεζα δὲν εἶναι ἴσως εἰς καιρὸν ἐν ἀρχῇ τοῦ δανείου νὰ βεβαιώσῃ κατὰ πόσον εἶναι ἐλεύθερα τὰ κτήματα, ἐφ’ ὧν ἐπετράπη ἡ ἐγγραφὴ ὑποθήκης, ἡ Τράπεζα δύναται νὰ συνομολογῇ τὸ δάνειον, καὶ ἔπειτα νὰ φροντίζῃ νὰ βεβαιῶται καὶ ἐγγράφῃ τὴν ὑποθήκην, ὄχι ὅμως νὰ καθιερώσωμεν τὴν ὑποθήκην δι’ αὐτὸ τὸ εἶδος τῶν δανείων, ἄνευ ἀδείας τοῦ ἐγγυητοῦ. Τὸ ὅτι θὰ καθιερωθῇ διὰ νόμου τὸ τοιοῦτον δικαίωμα, δὲν ἀρκεῖ. Ἐπίσης τὸ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως δικαίωμα φρονῶ, ὅτι καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ μὴ ἐτίθετο, ὅπως τίθεται, δηλαδὴ ὡς δικαίωμα τῆς Τραπέζης, διὰ μιᾶς ἀναφορᾶς πρὸς τὸν Πρόεδρον νὰ ζητῇ τὴν προσωπικὴν κράτησιν τοῦ ὀφειλέτου. Καλλίτερον θὰ ἦτο ν’ ἀκολουθήσωμεν τὰς διατάξεις ἐκείνας τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, αἱ ὁποῖαι ἐπιτρέπουσιν ἐν ὀλιγίσταις περιπτώσεσιν, ἀλλ’ ἐπιτρέπουσι τὴν ἑκουσίαν ὑποβολὴν τοῦ ὀφειλέτου εἰς τὴν προσωπικὴν κράτησιν, ὡς εἶναι λ. χ. ὁ δικαστικὸς ἐγγυητὴς καὶ ὁ ἐνοικιαστὴς ἀγροτικοῦ κτήματος. Ὁ ἐνοικιαστὴς ἀγροτικοῦ κτήματος καὶ ὁ δικαστικὸς ἐγγυητὴς δύνανται νὰ συνομολογήσωσι τὴν προσωπικὴν κράτησιν, ἀλλὰ νὰ μὴ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Τράπεζαν, ἐξαιρετικῶς διὰ μιᾶς ἀναφορᾶς πρὸς τὸν Πρόεδρον, τοὺς ὀφειλέτας αὐτῆς νὰ προσωποκρατῇ, ἀφοῦ δὲν πρόκειται περὶ χρέους, τὸ ὁποῖον δυνάμει τοῦ νόμου συνεπάγεται τὴν προσωπικὴν κράτησιν.
§87ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καὶ ἐκ τοῦ νόμου συνεπάγεται. Δυνάμει τῶν κειμένων νόμων ὅλοι οἱ συναλλαττόμενοι μετὰ τῆς Τραπέζης διὰ γραμματίων ὑπόκεινται εἰς τὴν προσωπικὴν κράτησιν.
§88ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρόκειται περὶ συμβολαίων.
§89ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι τὰ τριτεγγυημένα γραμμάτια, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε συνεπήγοντο τὴν προσωπικὴν κράτησιν, δύνανται νὰ γείνουν διὰ συμβολαίων.
§90ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ εἶναι καταπιεστικὸν προνόμιον, νὰ τυραννῶμεν τὸν ὀφειλέτην δι’ αὐτῶν ἀκόμη τῶν δικαιωμάτων κατὰ τῆς ἐλευθερίας αὐτοῦ, ἐνῷ δυνάμεθα νὰ τηρήσωμεν τοὐλάχιστον τοὺς τύπους, ἀπαιτοῦντες πρὶν νὰ δεχθῇ ὁ ὀφειλέτης τοιαύτην στέρησιν.
§91ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐδῶ ἐπιβάλλεται προσωπικὴ κράτησις διὰ τῆς συμβάσεως.
§92ΠΕΡΡΟΣ. Νομίζετε ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης ἐπιβάλλεται ἡ προσωπικὴ κράτησις καὶ εἰς τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα συνάπτονται δυνάμει τῆς συμβάσεως ταύτης; Νομίζω ὄχι. Κατὰ τὸ ἐδάφιον δʹ τοῦ ἄρθρου 3 τῆς συμβάσεως προβλέπεται αὐτὴ ἡ περίπτωσις (ἀναγινώσκει): «Ἡ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου τῆς 16 Δεκεμβρίου 1861 προβλεπομένη κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 999 ἐδ. αʹ καὶ 1003 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας προσωπικὴ κράτησις ἀπαγγέλλεται ἐπὶ ἀναφορᾷ τῆς Τραπέζης ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Προέδρου Πρωτοδικῶν, ἀλλὰ πάντοτε μετὰ προηγουμένην κλῆσιν τοῦ ὀφειλέτου κατὰ τὴν τῆς ἀναφορᾶς συζήτησιν.» Λέγει διὰ τὰς περιπτώσεις, τὰς ὁποίας προβλέπει τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου τοῦ 1861, ἐκεῖναι δὲ αἱ περιπτώσεις εἶναι διὰ τὰ γραμμάτια τὰ ὑπὸ ἐμπόρων ἐκδιδόμενα καὶ διὰ τὰς συναλλαγματικάς.
§93ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐξομοιοῦνται τὰ γραμμάτια.
§94ΠΕΡΡΟΣ. Ἡ σύμβασις δὲν προβλέπει περὶ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, τῆς ἀπαγγελλομένης εἰς τὰς προκειμένας περιπτώσεις οὔτε εἰς δάνεια συνομολογημένα ὑπὸ ἰδιωτῶν μὴ ἐμπόρων ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συμβάσεως. Τὸ ἐδάφιον αὐτὸ ἀφορᾷ εἰς προσωπικὴν κράτησιν, ἀπαγγελλομένην κατὰ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου τοῦ 1861. Κατὰ τί δὲ καινοτομεῖ; Μόνον καθ’ ὅσον μεταβάλλεται ἡ διαδικασία· ἀντὶ νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ δικαστήριον ἢ Τράπεζα, προσφεύγει εἰς τὸν Πρόεδρον.
§95ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Τροποποιεῖ τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν. Ἐνῷ μέχρι τοῦδε ἡ προσωπικὴ κράτησις ἀπαγγέλλεται δι’ ἀποφάσεως τοῦ δικαστηρίου, ἡ Τράπεζα ζητεῖ τὸ προνόμιον ν’ ἀντικαταστήσῃ αὐτὴν δι’ ἀποφάσεως τοῦ Προέδρου· καὶ αὐτὸ εἶναι ἄτοπον.
§96ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λέγω, ὅτι, ἂν ὑπῆρχε τοὐλάχιστον συναίνεσις τοῦ ὀφειλέτου ἐκ τῶν προτέρων, θὰ ἠδύνατο τὸ πρᾶγμα κἄπως νὰ θεωρηθῇ εὐπρεπέστερον.
§97ΠΕΡΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον δὲν προβλέπει τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν δανείζεται ὁ ἰδιώτης.
§98ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 ἐπεκρίθη παρὰ πολλῶν ἡ διάταξις, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ παρατείνῃ διὰ Β. Διατάγματος τὴν διάρκειαν τῶν φόρων τῶν ὑπηρετούντων τὰ δάνεια τῶν δήμων, λιμένων, ἢ ἄλλων νομικῶν προσώπων. Ὑπάρχουσι δύο ἄλλαι διατάξεις ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1880· ἡ μία, ὅτι ἀπαγορεύεται μέχρι τῆς ἐξοφλήσεως οἱαδήποτε μεταβολὴ τῶν φόρων, οἵτινες ἐδόθησαν πρὸς ὑπηρεσίαν διὰ τοιαῦτα πρόσωπα δανείου. Λοιπὸν ἔχομεν διὰ προγενεστέρου νόμου τοῦ 1880 τὸ ἀμετάβλητον τῶν ὑπεγγύων αὐτῶν φόρων, μολονότι ἀνανεοῦνται κατὰ νόμον κατὰ τετραετίαν. Ἡ ἑτέρα διάταξις εἶναι, ὅτι ἡ διάρκεια τῶν ἐπὶ ἐκχωρήσει προσόδων ἢ ἐπὶ ὑποθήκῃ χρεωλυτικῶν δανείων ἐπεκτείνεται κατ’ ἀνώτατον ὅρον μέχρι 40 ἐτῶν. Ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ τῆς συμβάσεως τῆς 8 Ὀκτωβρίου 1880, σπουδαῖον εἶναι νὰ ἐξετασθῇ ποία ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως αὐτοῦ, καθ’ ἣν καὶ τὰ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ ἐκχωρήσει δημοσίων προσόδων δάνεια ὑπάγονται, ὡς πρὸς τὴν διάθεσιν τῶν κεφαλαίων τῆς Τραπέζης, εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐνυποθήκων δανείων. Ἐννοοῦνται ὡς τοιαῦτα δάνεια μόνον τὰ συνομολογούμενα ἀπ’ εὐθείας καὶ ἐντελῶς μεταξὺ Τραπέζης καὶ Κυβερνήσεως, ἢ ἐννοοῦνται καὶ πάντα τὰ δάνεια, ἅτινα μεθ’ οἱουδήποτε, ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, συνομολογεῖ τὸ Κράτος ἐπὶ ὑπεγγύοις προσόδοις καὶ ὧν ὁμολογίας ἀπέκτησε καὶ ἡ Τράπεζα; Ἄν τὸ δεύτερον, τότε τὸ ποσὸν, ὅπερ ἡ Τράπεζα διαθέτει ὑπὲρ ἐνυποθήκων δανείων, ἐλαττοῦται πολὺ, διότι πρὸς τὰ ἐνυπόθηκα δάνεια ἐξομοιοῦται καὶ πᾶν ὅ,τι ποσὸν ἡ Τράπεζα διαθέτει εἰς ἀγορὰν ὁμολογιῶν τῶν ἐθνικῶν δανείων. Αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν παραδέχεται ἡ Τράπεζα. Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο, ἂν ἡ ἑτέρα ἑρμηνεία ἐπεκράτει. Τὰ ἑλληνικὰ δάνεια δὲν ἀπεδείχθησαν καλὴ τοποθέτησις χρημάτων τῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Ἐθνικὴ ἡμῶν Τράπεζα εἶναι κτηματικὴ Τράπεζα κυρίως, καλὸν εἶναι, ἐφ’ ὅσον μένει τοιαύτη, τὰ κεφάλαιά της νὰ διαθέτῃ εἰς δάνεια ὑποθηκικὰ, βοηθοῦσα διὰ τῆς πίστεως τοὐλάχιστον τῶν κτημάτων τὴν γεωργίαν, τὴν βιομηχανίαν, τὸ ἐμπόριον, παρὰ εἰς δάνεια δημόσια. Ἄλλως ἡ ἀποῤῥόφησις μεγίστου μέρους τοῦ πρὸς δανεισμὸν ἐπὶ ὑποθήκῃ κεφαλαίου τῆς Τραπέζης ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἶναι ἐπιζήμιον καὶ ἐναντίον τῶν συμφερόντων αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο τάσις Κυβερνήσεως καὶ Τραπέζης πρέπει νὰ ᾖναι, ὅπως εἰς τὸ ἄρθρον 8 δοθῇ ἡ ἄλλη ἑρμηνεία. Περὶ τοῦ ἄρθρου 6 εἶπον ὅ,τι ἐνόμιζον ὅτι ἔπρεπε νὰ εἴπω. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάθεσιν αὐτῶν τῶν χρημάτων ὑπὲρ τῆς παραγωγῆς, νομίζω ὅτι καθαρὸν δὲν εἶναι ἐν τῇ συμβάσει, καὶ ὅτι καλὸν θὰ ἦτο, ἡ Κυβέρνησις νὰ περιλάβῃ ῥητὴν καὶ καθαρὰν τὴν ἐξήγησιν ἐν τῇ συμβάσει, ὅτι θὰ προορίζωνται ὑπὲρ τῆς γεωργικῆς πίστεως, οὐχὶ δὲ πρὸς χορήγησιν δανείων πρὸς νομικὰ πρόσωπα καὶ δήμους, τοὐλάχιστον τὰ διὰ τῆς παρούσης συμβάσεως ἐπιτρεπόμενα νὰ δανείζηται περιπλέον ἡ Τράπεζα κεφάλαια.
§99ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὁ νόμος τοῦ 1880 δὲν μνημονεύεται ἐν τῷ ἄρθρῳ.
§100ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δικαίως δὲν μνημονεύεται, διότι τὸ ἄρθρον ἐννοεῖ, ὅτι ὅσα δυνάμει τῶν κειμένων νόμων ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Τράπεζα νὰ δανείζηται δι’ ὁμολογιῶν, αὐτὰ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαθέσῃ κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον. Τὸν τρόπον ἐννοεῖ τὸν ἰσχύοντα, ἑπομένως καὶ τὸν τοῦ ἄρθρου 8 τῆς συμβάσεως τοῦ 1880. Λοιπὸν δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν θὰ ἐφαρμόζητε ἐφεξῆς τὸ ἄρθρον 8 τῆς συμβάσεως τοῦ 1880. Ὡς πρὸς τὸ τρίτον ἐδάφιον, εὑρίσκω ὑπερβολικὸν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἡ Τράπεζα θέλει νὰ ἀναγράψῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς, ὅτι, ἐὰν τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Τραπέζης ἤθελεν εὕρει ὅτι ὁ τόκος, τὸν ὁποῖον πληρόνει εἰς τὰς ὁμολογίας, εἶναι πολὺς, δύναται, εἰδοποιοῦσα 20 ἡμέρας πρὶν, νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς δανειστὰς αὐτῶν τὴν ἐλάττωσιν. Ἂς λάβωμεν ἓν παράδειγμα, τὸ λαχειοφόρον δάνειον. Ὑποθέσατε ὅτι τὸ Συμβούλιον νομίζει ὅτι τὸ λαχειοφόρον δάνειον πρέπει νὰ πληρώσῃ τόκον ὀλιγώτερον, εἰδοποιεῖ δὲ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ τριῶν ἀκόμη ἐφημερίδων τῆς πρωτευούσης, ὅτι τὸν τόκον τῶν λαχειοφόρων τὸν περιορίζει εἰς 3½%· πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι διὰ τῶν 20 ἡμερῶν ἐδώσατε τὴν πρέπουσαν προθεσμίαν εἰς ὅλους τοὺς κατόχους τῶν λαχειοφόρων, οἱ ὁποῖοι εἶναι διεσπαρμένοι εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, ὥστε ἐγκαίρως νὰ εἰδοποιήσωσιν ὅτι δέχονται τὴν μετατροπήν; Γίνονται αὐταὶ αἱ μετατροπαὶ τῶν δανείων τῶν Κρατῶν ἢ τῶν ἑταιριῶν, ὅταν φθάσωσιν εἰς ἓν ποσὸν κεφαλαιώσεως, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ ἀναπόφευκτον, ἑπομένως δικαίαν, τὴν μετατροπήν.
§101ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Οἱ νόμοι οἱ ἀναφερόμενοι ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 6 φθάνουν μέχρι τοῦ 1864· ἑπομένως δὲν περιλαμβάνεται ὁ νόμος τοῦ λαχειοφόρου.
§102ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως περιλαμβάνεται, διότι τὸ λαχειοφόρον ἡ Τράπεζα ἐξέδωκε δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1864. Ἡ Τράπεζα δύναται νὰ δανείζηται δι’ ὁμολογιῶν τὸ πενταπλάσιον τῶν ⅘ τοῦ μετοχικοῦ καὶ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον τότε ἦτο 20 ἑκατομμύρια καὶ ἤδη εἶναι 160 ἑκατομμύρια. Πλὴν ἐὰν ἐτηρήθησαν οἱ ὅροι, ἀγνοῶ, διότι ἐνίοτε βλέπετε ἐν τῇ Τραπέζῃ δὲν ἐτηρήθησαν οἱ ὅροι καὶ δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν αἱ ἔντοκοι καταθέσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι παρὰ ὁμολογίαι, καὶ πρέπει νὰ ὑπολογίζωνται εἰς τὸ ὀφειλόμενον δι’ ὁμολογιῶν κεφάλαιον. Λοιπὸν καὶ τοῦ λαχειοφόρου ἀκόμη δυνάμεθα νὰ ἴδωμεν αὐτὴν τὴν μετατροπὴν, καὶ δὲν εἶναι δύσκολον, καὶ θὰ τὸ ηὐχόμην νὰ εὑρίσκοντο κεφάλαια, τὰ ὁποῖα νὰ χορηγηθῶσιν εἰς τὴν Τράπεζαν ἐπὶ μικροτέρῳ τόκῳ, ἀλλὰ ἀνάγκη νὰ δοθῇ μεγαλειτέρα προθεσμία διὰ τοιαύτην μετατροπὴν, διότι προθεσμία 20 ἡμερῶν εἶναι ἀνεπαρκής.
§103Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ ἔπραξε δυστυχῶς εἰς τὰ εὐεργετικὰ ταμεῖα διὰ κεφάλαια, τῶν ὁποίων οἱ τόκοι εἶναι προωρισμένοι πρὸς ἐκπαίδευσιν διαφόρων σπουδαστῶν κλπ. ἐκ κληροδοτημάτων, καὶ τὰ ἐκάλεσεν, ἵνα τὰ ἀναλάβωσι· δυνάμει δ’ αὐτῆς τῆς διαταγῆς ἀνελήφθη ἀπὸ τῆς Τραπέζης καὶ τὸ κληροδότημα Βαρβάκη δυστυχῶς.
§104ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω. Ἐν γένει θεωρῶ τὴν σύμβασιν ἐπιζήμιον εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης, διότι θὰ συνομολογήσῃ νέα δάνεια, καθὼς συνωμολόγησε τὸ λαχειοφόρον εἰς χρυσὸν, διὰ τὸ ὁποῖον ἕνεκα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας πληρόνει βαρυτάτην τοῦ χρυσοῦ διαφορὰν, καὶ τὸ ὁποῖον κατέστη μία τῶν μεγαλειτέρων αἰτιῶν τῆς δυσαρέστου καταστάσεως τῆς Τραπέζης. Νῦν θὰ συνομολογήσῃ ἴσως δάνειον ἐπὶ ὑποτετιμημένῳ γραμματίῳ, τὸ ὁποῖον γραμμάτιον δὲν εἶναι ἀπίθανον αὔριον νὰ ἀνατιμηθῇ καὶ μέχρι τοῦ ἀρτίου. Ἡ Τράπεζα θὰ βαρυνθῇ μὲ τὴν ἀνατίμησιν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι καὶ τὰ χρήματα, ἅτινα θὰ διαθέσῃ εἰς ὑποθηκικὰ δάνεια ἢ παρόμοια, θὰ ἐπιστραφῶσιν ἐπίσης αὐτῇ μὲ τὴν ὑπερτίμησιν, ἀλλὰ κακὸν θεωρῶ, ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις καὶ ὑπὸ τοιαύτην νομισματικὴν κατάστασιν, νὰ δανείζηται καὶ νὰ δανείζῃ μία Τράπεζα. Μία Τράπεζα πρέπει νὰ βαδίζῃ ἐπὶ ἀσφαλῶν δεδομένων, ἐφ’ ὧν νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ὑπολογίζῃ. Δὲν πρέπει νὰ κάμνῃ ἐπιχειρήσεις, ἐπιχειρήσεις δ’ ἀμφίβολοι εἶναι ὅ,τι ἀναλαμβάνει διὰ τῆς συμβάσεως. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὰς ἰδιαιτέρας τῆς συμβάσεως διατάξεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρὸ μικροῦ ὡμίλησα, φρονῶ ὅτι καλὸν θὰ ἦτο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτύχῃ, ἐὰν τὰς παραδέχηται, τὴν συγκατάθεσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Νομίζω δὲ καὶ ἐγὼ, ὅτι ἀναβολὴ ὀλίγων ἡμερῶν δὲν θὰ ζημιώσῃ μεγάλα συμφέροντα οὔτε τοῦ Κράτους, οὔτε τῆς κοινωνίας, οὔτε τῆς Τραπέζης.
§105Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ σύμβασις αὕτη προεκάλεσε κατὰ τὰς δύο προηγηθείσας ἀναγνώσεις, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἑσπέρας ταύτης, περιέργους καὶ ποικίλας κρίσεις. Ἐν πρώτοις ἐθεωρήθη ὡς συμφωνία ἑτεροβαρὴς, διὰ τῆς ὁποίας ἐξετέθησαν εἰς μέγαν κίνδυνον τὰ συμφέροντα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ βεβαίως κίνδυνος ἀπειλῶν τὰ συμφέροντα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶναι κίνδυνος ἀπειλῶν τὰ κοινωνικὰ συμφέροντα, ἀπειλῶν τὴν οἰκονομίαν ὅλου τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἄλλοι ἔκριναν, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη ἀπειλεῖ τὰ συμφέροντα οὐχὶ πλέον τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ τῶν παραγωγῶν, οἵτινες θέλουσι διαπράξει τὸ μέγα σφάλμα, τὴν μεγάλην ἀνοησίαν, νὰ δανεισθῶσι χρήματα· ἄλλοι δ’ ἔκριναν ὅτι δὲν θέλει περιορισθῆ μόνον τὸ κακὸν εἰς τοὺς παραγωγοὺς, ἀλλὰ θέλει ἐπεκταθῆ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε θέλει καθιδρύσει αἰσχροτάτην τοκογλυφίαν, ἥτις θέλει καταστρέψει πᾶσαν παραγωγικὴν ἐργασίαν. Καὶ ἀπέναντι τῶν κρίσεων τούτων πρέπει νὰ ἐξηγήσω τὴν ἐμὴν κρίσιν, ἡ ὁποία εἶναι ἐκδεδηλωμένη διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως, καὶ ἥτις εἶναι σαφὴς, καὶ ἡ σύμβασις αὕτη εἰς οὐδένα κίνδυνον θέλει ἐκθέσει τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ θέλει ἐξυπηρετήσει ἰδίως δύο κλάδους, μεγάλους καὶ ἀκμάζοντας ἄλλοτε, τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, καὶ ἴσως θέλει καταστήσει τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πλέον ἀκριβῆ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει εἰς αὐτὴν ἡ σύστασίς της. Ὅταν ἡ Τράπεζα συνέστη, συνέστη ὡς κατάστημα προεξοφλητικὸν, δὲν συνέστη ὡς Τράπεζα πιστωτικὴ, ἀλλὰ περιέλαβεν εἰς τὰ ἔργα αὐτῆς καὶ τὰ ἔργα τῆς κτηματικῆς Τραπέζης. Δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ ἱστορία, τὴν ὁποίαν ἀφηγήθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι, ὅτε συνέστη ἡ Τράπεζα, οἱ Γερουσιασταὶ, οἱ ὁποῖοι εἶχον μεγάλας ἐκτάσεις γαιῶν, ἐπέδρασαν καὶ ἐξεβίασαν αὐτὴν διὰ τῆς πολιτικῆς ἐπιῤῥοῆς των, ἵνα συνομολογήσῃ πρὸς αὐτοὺς δάνεια ἐνυπόθηκα. Ἀλλὰ πρῶτον αὐτοὶ οἱ Γερουσιασταὶ διωρίσθησαν πολὺ μετὰ τὴν σύστασιν τῆς Τραπέζης, καὶ δεύτερον, ἐὰν ἀναζητηθῶσιν εἰς τὰ βιβλία τῆς Τραπέζης οἱ συνομολογήσαντες κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην δάνεια ἐνυπόθηκα, μεταξὺ αὐτῶν βεβαίως οἱ Γερουσιασταὶ μετροῦνται εἰς τὰ δάκτυλα. Ἀλλὰ ἡ Τράπεζα εἶχε προορισθῆ, ἵνα ἐκπληρώσῃ ἐθνικὴν ἀνάγκην, ἥτις ἦτο ἡ παροχὴ δανείων εἰς τὴν κτηματικὴν τάξιν τῶν πολιτῶν. Ὁ τόπος εἶχε πρὸ μικροῦ ἀπαλλαγῆ τῆς δουλείας. Ὁ ἑπταετὴς πόλεμος εἶχε καταστρέψει πᾶσαν ἰδιοκτησίαν. Πανταχοῦ εὑρίσκοντο γαῖαι ἔρημοι καὶ χέρσοι, καὶ εἶχον μὲν οἱ πολῖται βραχίονας, ἵνα καλλιεργήσωσιν αὐτὰς, ἀλλὰ δὲν εἶχον κεφάλαια, ἐξ οὗ τὸ περίφημον γνωμικὸν, τὸ ὁποῖον ἐνδεικνύει μεγάλην πολιτικὴν οἰκονομικὴν σοφίαν, τὸ γνωμικὸν τὸ ὁποῖον διετύπωσεν εἰς ἀπόκρισιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀείμνηστος Κωλέττης ἔδιδεν εἰς τὴν τότε Ἀντιπολίτευσιν. Ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις ἐνεκάλει τὸν ἀείμνηστον Κωλέττην, ὅτι ἀφήνει νὰ διαρπάζονται αἱ ἐθνικαὶ γαῖαι, καὶ ὁ Κωλέττης ἀπεκρίθη, ὅτι «ἁρπάζουσιν αὐτὰς οἱ Ἕλληνές μου.» Καὶ τῷ ὄντι ἥρπασαν οἱ Ἕλληνες τὰς γαίας ταύτας, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον γαίας, ἀλλ’ ἥρπασαν, ἵνα καλλιεργήσωσιν αὐτὰς καὶ μεταβάλωσιν εἰς ἀμπελῶνας καὶ ἐλαιῶνας, καὶ καταστήσωσι τὴν χώραν κῆπον, ὁ ὁποῖος ἐκίνησε μετ’ ὀλίγον τὸν θαυμασμὸν καὶ τὸν ἔπαινον τῶν ξένων. Ἀλλ’ ἐκαρπώθησαν αὐτοὶ τὰ ὀφέλη τῆς ἐργασίας ταύτης; Ἐξεδόθη ὁ νόμος περὶ γαιῶν καὶ φυτειῶν, δι’ οὗ πάντες ὑπεβλήθησαν εἰς πληρωμὴν τῆς ἀξίας τῶν γαιῶν, ἃς κατέλαβον, καὶ τὴν ὁποίαν ἀξίαν κατέβαλον. Ἐὰν τὸ Κράτος τότε δὲν μετήρχετο τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, ποῖος ἤθελε καλλιεργήσει τὰς γαίας; ποῖος εἶχεν 100 κἂν δραχμὰς, ἵνα διαθέσῃ πρὸς καλλιέργειαν σταφίδος ἢ ἀμπέλου; Αὐτὴν τὴν ἀνάγκην προώρισται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ θεραπεύσῃ. Ἑπομένως τὰ ἐνυπόθηκα δάνεια, τὰ ὁποῖα συνωμολόγει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, δὲν ἦσαν ἀποτέλεσμα πολιτικῆς δράσεως ἢ πίστεως ἐπὶ τοῦ πιστωτικοῦ τούτου καταστήματος, ἀλλ’ ἀπετέλουν ἀνάγκην ἐθνικὴν, τῆς ὁποίας τὴν θεραπείαν ἐσκόπει τῆς Τραπέζης αὐτῆς ἡ σύστασις. Κατὰ τὰ τελευταία ἔτη ἡ Τράπεζα ἐμείωσε τὰς χορηγίας, τὰς ὁποίας παρεῖχεν εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας, καὶ συνέπεσε νὰ πράξῃ τοῦτο ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν οἱ γεωργοκτηματίαι εἶχον ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς ταύτης, διότι ἡ ἐπελθοῦσα περὶ τὴν ἐμπορίαν τῆς σταφίδος κρίσις ἀφῆκε τοὺς παραγωγοὺς κατέχοντας τὸ προϊόν των, ἀλλὰ στερουμένους χρημάτων, μὴ δυναμένους δὲ νὰ διαθέσωσι τὸ προϊόν αὐτῶν. Ἕνεκα τούτου ἠναγκάζοντο νὰ πωλήσωσι τὸ προϊόν των εἰς μικρὰς τιμὰς, καὶ νὰ γίγνωνται θῦμα τῆς αἰσχροκερδείας τῶν ἐμπόρων εἴτε τῶν προμηθευτῶν. Αὐτὴν τὴν ἀνάγκην σκοπεῖ ἡ σύμβασις νὰ θεραπεύσῃ. Ἐγὼ αὐτὸς κατὰ δύο προγενέστερα ἔτη, κατὰ τὸ 1893 καὶ 1894, ὡς ἀντιπολιτευόμενος, ἔψεξα τὴν Κυβέρνησιν τοῦ χρόνου ἐκείνου, διότι δὲν μετήρχετο πᾶσαν τὴν ἐπιῤῥοὴν αὐτῆς ἐπὶ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἵνα αὕτη ἐξακολουθήσῃ τὰς χορηγίας ταύτας εἰς τοὺς γεωργοὺς καὶ κτηματίας, ὡς βραχυπρόθεσμα δάνεια· ἀλλὰ μοὶ ἐπροβάλλετο τότε ἡ ἄρνησις τῆς Τραπέζης. Καθῆκον εἶχον λοιπὸν, ὅταν περιῆλθον εἰς τὴν ἀρχὴν, νὰ πολεμήσω τὴν ἄρνησιν ταύτην τῆς Τραπέζης, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι εὗρον πρόθυμον ταύτην εἰς τοῦτο· οὕτω δὲ παρήχθη ἡ παροῦσα σύμβασις ἐκ τῆς συνεννοήσεως ταύτης. Ἀλλ’ ἡ σύμβασις παρεστάθη κατ’ ἀρχὰς ὡς ἔχουσα ἐλαττώματα καὶ πολλὰς ἀτελείας. Ἐν πρώτοις παρεστάθη, ὅτι ἐν αὐτῇ ὑπῆρχε δόλος, διότι βεβαίως δόλος θὰ ὑπηγόρευε τὰς ἐν αὐτῇ διατάξεις, ἐὰν εἶχον τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν οἱ ἑρμηνευταὶ τῶν διατάξεων τούτων ἀπέδωκαν εἰς αὐτάς. Ἂν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀνελάμβανε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δανείσῃ 10 ἑκατομμύρια εἰς τοὺς κτηματίας, ἐζήτει δὲ διὰ τοῦτο τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἵνα αὐξήσῃ τὸ διὰ τὰς τοιαύτας ἀνάγκας ποσὸν τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συνομολογήσῃ εἰς τὸ ὀκταπλοῦν τοῦ ἀποθεματικοῦ, δὲν διέθετεν ὅμως ταῦτα διὰ τὰς ἀνάγκας ταύτας, ἀλλ’ ἵνα καλύψῃ ὑπερβάσεις προηγουμένας, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα βεβαίως ἤθελε μετέλθει δόλον, οὐχὶ μόνον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, διότι καὶ ἡ Βουλὴ ψηφίζει καὶ ὁ Βασιλεὺς ἐπικυροῖ σύμβασιν, διὰ τῆς ὁποίας θέλει κατασταθῆ δυνατὸν νὰ διατεθῶσι 10 ἑκατομμύρια ὡς χρηματικαὶ χορηγίαι εἰς γεωργοὺς καὶ κτηματίας, θέλει δὲ παρασχεθῆ ἡ εὐκολία εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ πορισθῇ 60 ἢ 80 ἑκατομμύρια, ἵνα διαθέσῃ εἰς τὰς αὐτὰς ἀνάγκας. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Τράπεζα εἶχεν ἑρμηνεύσει τὰς διατάξεις τῆς συμβάσεως, ὡς ἡρμήνευσαν αὐτάς τινες τῶν προαγορευσάντων Βουλευτῶν, ἤθελε κοινοποιήσει ἡμῖν, ὅτι δὲν ἔχει εὐρύτητα νὰ δανείσῃ τὰ 10 ἑκατομμύρια. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἀδικήσω οὔτε τοὺς νῦν διοικοῦντας, οὔτε τοὺς κληθησομένους ἐκ τῆς φορᾶς τῶν περιστάσεων εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Τραπέζης, ἀποδεχόμενος ὅτι τοιαύτην τινὰ ἤθελον δώσει ἑρμηνείαν εἰς τὴν διάταξιν ταύτην. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Τράπεζα περιῆλθεν εἰς ὑπερβάσεις τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτὴν νὰ διαθέσῃ διὰ τὴν κατηγορίαν τῶν ἐνυποθήκων δανείων, βεβαίως πρόκειται περὶ εὐθύνης. Ἀλλ’ ἡ εὐθύνη αὕτη εἶναι κεχωρισμένη ἀπὸ τὴν παροῦσαν σύμβασιν. Καὶ ἐγὼ μὲν δὲν γνωρίζω ἐὰν ὑπάρχῃ τοιοῦτόν τι γεγονὸς τετελεσμένον, διότι τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων εἰς χρυσὸν συνωμολογήθη καθ’ ὃν χρόνον δὲν ὑπῆρχεν ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία· ἐὰν δὲ αἱ περιστάσεις τοῦ Κράτους ἠνάγκασαν κατόπιν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἐὰν ἐκ ταύτης ἐπῆλθεν ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, καὶ ἐὰν ἐκ τούτου τὰ 60 ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν ἀνέλαβον ἀξίαν πολὺ ὑπερτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἶχον πρὸ τούτου, δὲν εὐθύνεται ἡ Τράπεζα. Ἐπίσης δὲν κατανοῶ τὴν ἑτέραν παρατήρησιν, τὴν γενομένην σχετικῶς πρὸς τὸ δεύτερον τμῆμα τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ τμῆμα τὸ ἀναγόμενον εἰς τὴν Τράπεζαν ὡς ἐκδοτικὸν κατάστημα. Ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι καὶ κατὰ τοῦτο τὸ τμῆμα ἡ Τράπεζα συνωμολόγησε σύμβασιν ἐπίσης ἐν δόλῳ, διότι ἐγνώριζεν, ὅτι δὲν θέλει ἔχει κεφάλαια, τὰ ὁποῖα νὰ ἐπιτρέπηται εἰς αὐτὴν νὰ δώσῃ εἰς δάνεια ἐπὶ ἐνεχύρῳ τῶν προϊόντων. Ὑποθέτω, ὅτι ἔχω ἕνα ἀψευδῆ μάρτυρα τῆς ἀγαθῆς αὐτῆς προαιρέσεως, τὴν βεβαίωσιν αὐτῆς, ὅτι εἶναι διατεθειμένη νὰ λάβῃ μέρος χρηματικῶς, καὶ θέλει λάβει βεβαίως τοιοῦτον πρὸς ἵδρυσιν τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν· διότι, ἐὰν ἐγνώριζεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν αὐτὴ νὰ διαθέσῃ κεφάλαιόν τι, οὐδὲ ποσόν τι ἐπὶ ἐνεχύρῳ τῶν προϊόντων, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἀποθηκευθῆ ἐν ταῖς γενικαῖς ἀποθήκαις, δὲν ἤθελεν ἀναλάβει ὑποχρέωσιν, οὐδὲ καταβάλει κεφάλαια πρὸς ἵδρυσιν γενικῶν ἀποθηκῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι περισσότερόν εἰμι ἐν τῷ ὀρθῷ, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη ἐξυπηρετεῖ συμφέροντα τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ὅτι διὰ τοῦτο θέλει κατασταθῆ ἐπίκουρος πολύτιμος εἰς τοὺς γεωργοὺς καὶ κτηματίας, καὶ ὅτι τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν ἱδρυομένων θέλουσιν ἀναλάβει ἀξίαν τὰ προϊόντα τὰ παραχθησόμενα, διότι ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν θέλουσι πορίζεσθαι χρήματα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀνάγκην αὐτῶν, οὐδὲ θέλουσιν ἀναγκάζεσθαι νὰ σπεύδωσι τοῦ λοιποῦ εἰς ἐκποίησιν αὐτῶν εἰς τιμὰς εὐτελεῖς. Ἐγένετο λόγος περὶ δημοτικῶν ἐλευθεριῶν καὶ περὶ περιορισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται εἰς ταύτας ὑπό τινος τῶν διατάξεων τῆς συζητουμένης συμβάσεως, καὶ παρεστάθη, ὅτι τῷ ὄντι εἴμεθα ἡμεῖς ἐν πλήρει ἀντιφάσει, διότι ἀπὸ θερμῶν συνηγόρων τῶν δημοτικῶν ἐλευθεριῶν μετεβλήθημεν εἰς ἐργάτας περιστολῆς καὶ ἀκρωτηριασμοῦ αὐτῶν. Ἀλλ’ ὁμολογῶ ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, ὅτι δὲν ἐπῆλθεν εἰς τὴν κεφαλήν μου τοιοῦτον διανόημα· ἐλπίζω δὲ, ὅτι οὐδεὶς ἀναγνωρίζει ὅτι ἐγένετο κἂν ἀπόπειρα πρὸς περιστολὴν τῶν δημοτικῶν ἐλευθεριῶν. Δὲν εἶναι εὔκολον νὰ φέρω γνώμην ἐπὶ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη πρὸ 16 ἐτῶν, οὐδὲ θέλω ἀπασχολήσει τὴν Βουλὴν ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν δύο μόνον ἡμέραι ὑπολείπονται μέχρι τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν της, οὐδὲ κατανοῶ ποῖον κέρδος ἤθελε πορισθῆ ἡ Βουλὴ ἐκ τῆς ἐξετάσεως τοῦ νόμου τούτου, ὁ ὁποῖος ἐπὶ δέκα καὶ ἓξ ἤδη ἔτη ἐκτελεῖται. Ἀλλὰ κατὰ τὸν νόμον τοῦτον «αἱ ἐπὶ ἐκχωρήσει λιμενικῶν, ὁδικῶν ἢ ἄλλων νόμων πρόσοδοι δὲν δύνανται νὰ ἐλαττωθῶσι διὰ νόμου, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐξοφληθῇ τὸ δάνειον, δι’ ὃ ἐξεχωρήθησαν.» Ὅτε ἐπεξετάθησαν αἱ πρὸς ἐνυπόθηκα δάνεια ἐργασίαι τῆς Τραπέζης καὶ περιῆλθον εἰς αὐτὴν καὶ τὰ πρὸς δήμους, κοινότητας, λιμένας καὶ ἄλλα νομικὰ πρόσωπα, ἡ Τράπεζα ἐζήτησε παρ’ ἐκείνων, μὲ τοὺς ὁποίους συνεβάλλετο, ἐγγύησιν καὶ κατὰ πάσης μεταλλαγῆς. Ἐπειδὴ πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δανείων προέβαλλον εἰς τὴν Τράπεζαν, ὅτι θέλουσιν ἐκχωρήσει τὰς προσόδους τῶν ἠθικῶν τούτων προσώπων, εἴτε δήμων, εἴτε λιμένων, εἴτε κοινοτήτων, ἐζήτησεν ἡ Τράπεζα, ὅπως αἱ πρόσοδοι αὗται μὴ μειωθῶσιν, ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθεῖ ἡ ὑπηρεσία τῶν δανείων τούτων· ἤθελε δ’ ὄντως ἀποδειχθῆ ἐστερημένη καὶ τῆς συνήθους προνοίας, ἂν δὲν ἠξίου τοῦτο. Λοιπὸν ὑφίσταται κατὰ τὴν ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν ἡ ὑποχρέωσις τῶν δανειζομένων παρὰ τῆς Τραπέζης νομικῶν προσώπων νὰ μὴ ἐλαττώσωσι τὴν ἀσφάλειαν, τὴν ὁποίαν παρέσχον εἰς αὐτὴν κατὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου, οὐδὲ δημιουργοῦμεν αὐτὴν ἡμεῖς σήμερον. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κατὰ τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν τρόπος, καθ’ ὃν ἐπιβάλλονται ἐν τοῖς δήμοις οἱ ἔκτακτοι δημοτικοὶ δασμοί, δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβον πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν οἱ δανεισθέντες, νομίζω ὅτι τὸ Κράτος ἤθελε δώσει ἀφορμὴν νὰ ὑποληφθῇ, ὅτι εἶναι ἐν κακῇ πίστει, μὴ εὐκολύνον τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ δυνάμει νόμου ἀνέλαβον, ἐν ὀνόματι τῶν δανειζομένων νομικῶν προσώπων, δήμων, ἢ λιμένων, ἢ ἄλλων τοιούτων. Ἀλλ’ ἐὰν ἐν τῷ μέλλοντι θέλωσι συνομολογήσει δάνειόν τι, προτρέπει τις αὐτοὺς νὰ περιορίσωσι τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας, καὶ νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν ἀκρωτηριασμὸν αὐτῶν; Ἑπομένως ἡ συζητουμένη διάταξις παρέχει τὸ δικαίωμα, ἵνα ἐξασφαλισθῶσιν αἱ πράξεις δανείων, αἵτινες συνωμολογήθησαν κατὰ τὸ παρελθόν· διὰ τὰ δάνεια ὅμως τὰ μέχρι τοῦδε συνωμολογημένα, οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ ὀρθὸν τῆς πράξεως ταύτης. Καὶ ἐγὼ συνηγορῶ ὑπὲρ διατάξεως, ἥτις ἐξυπηρέτησε κατὰ τὸ παρελθὸν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε ἠσπάσθην, διότι γνωστὸν, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς δανειστικῆς πολιτικῆς, εἶναι δὲ τοῦτο τοσούτῳ γνωστόν, ἰδίως εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, ἐν ᾗ κάθηνται πάντες οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ἐκεῖνοι, μετὰ τῶν ὁποίων εἶμαι φίλος, διότι ἐξ αὐτῶν ἀνήκουσί τινες εἰς δήμους, οἵτινες εἶχον ἀνάγκην δανείων, καὶ πολλάκις μὲ εἶδον τὰ μάλιστα δυσχεραίνοντα καὶ σχεδὸν ἀντιτιθέμενον, ἐὰν οὐχὶ ἐν πᾶσιν, ἀλλὰ ἐν πολλοῖς, ὅπως οἱ δῆμοι προβῶσιν εἰς συνομολόγησιν δανείων. Καὶ δὲν πράττω τοῦτο διότι θέλω νὰ ἀναστείλω τὴν πρόοδον τῶν δήμων τοῦ Κράτους, ἀλλὰ διότι ἔχω πρὸ ὀφθαλμῶν παραδείγματα μεγάλων καὶ εὐτυχῶν δήμων τοῦ Κράτους, οἵτινες νῦν περιήχθησαν εἰς τὴν ἐσχάτην ἀμηχανίαν. Ἔχω τὸ παράδειγμα αὐτοῦ τοῦ δήμου τῆς πρωτευούσης, τὸν ὁποῖον εἴτε ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἐπέβαλον εἰς αὐτὸν ἀκουσίως, εἴτε τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἑκὼν συνωμολόγησε, περιήγαγον τῷ ὄντι εἰς κατάστασιν τοιαύτην, ὥστε μοὶ ἐπιβάλλεται, ἐὰν παραταθῇ ἡ διαμονή μου ἐν τῇ ἀρχῇ, νὰ ζητήσω παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἀπαιτουμένην συνδρομὴν, ὅπως ἐργασθῶμεν πρὸς βελτίωσιν τοῦ πρώτου δήμου τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἔχομεν τὸ παράδειγμα δύο ἄλλων δήμων, τοὺς ὁποίους ἡ φύσις ἐπροίκισε μὲ ζηλευτὰς ἰδιότητας καὶ οἱ ὁποῖοι ἤκμαζον ἐν τῇ εὐπορίᾳ καὶ τῇ ἀνέσει, ἐκ τῶν ὁποίων ὅμως, καθ’ ὃν χρόνον διατελῶ ἐν τῇ ἀρχῇ, πολλάκις ἤκουσα κραυγὰς, διότι εἶναι ἐν ἐσχάτῃ πενίᾳ, καὶ ἀπειλοῦνται ἀπὸ ἀληθῆ πτώχευσιν. Δὲν ἐκπλήττομαι διὰ τὸ συμβαῖνον. Ἐάν τις ἀριθμῇ πολλὰ ἔτη βίου, διδάσκεται πλείονα ἢ ὅσα διδάσκονται οἱ μόλις εἰσαχθέντες εἰς τὸ στάδιον τοῦτο τῆς ζωῆς. Δὲν ἐκπλήττομαι ἐὰν, ἐνῷ πρὸ ἑνὸς ἔτους ἠλεγχόμην ἐγὼ καὶ οἱ ἐμοὶ συνάδελφοι, ὅτι ἠμελήσαμεν νὰ λάβωμεν πρόνοιαν, ὅπως παράσχωμεν ἐπικουρίαν εἰς τοὺς καλλιεργητὰς τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν καὶ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν τῶν ἀμπελοφόρων, τῶν χρηζουσῶν τοιαύτης συνδρομῆς, ἐνῷ ἠλεγχόμεθα, ὅτι ἠμελήσαμεν νὰ κατορθώσωμεν, ἵνα παρασχεθῇ αὐτοῖς χρηματική τις ἐπικουρία, ἐνῷ ἠλεγχόμεθα ὅτι δὲν ἐσπεύσαμεν νὰ ἱδρύσωμεν ἀποθήκας, ἵνα μεταδώσωμεν εἰς τὰ προϊόντα ἀξίαν δυναμένην νὰ χρησιμοποιηθῇ πρὸς εὕρεσιν δανείων, νῦν, ἐργαζόμενοι ἵνα ἐκπληρώσωμεν αὐτὰ ταῦτα, διὰ τὰ ὁποῖα ἠλεγχόμεθα ὡς ἀμελοῦντες, ἐπικρινόμεθα καὶ παριστάμεθα αὖθις μικροῦ δεῖν ὡς ἐνισχύοντες κοινωνικὰς νόσους, ἢ ὡς συντελοῦντες εἰς ζημίας ἀνεπανορθώτους. Ἀλλὰ τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι, ἐνῷ πάντες ἀναγνωρίζομεν ὅτι ἕνεκα διαφόρων αἰτιῶν ἡ οἰκονομικὴ πίστις, ἂν δὲν ἐξέλιπεν ὁλοτελῶς, ἐμειώθη ὅμως αἰσθητῶς, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἐνισχύσωμεν αὐτήν, ἐνῷ ἡμεῖς, συνδιαλεγόμενοι πρὸς ἄλλους, παριστάμεθα πρόθυμοι, ἵνα ἀνεχθῶμεν πᾶσαν θυσίαν, ὅπως ἐνισχύσωμεν τὴν πίστιν, ὅπως καταστήσωμεν προσιτώτερα τὰ κεφάλαια εἰς τοὺς ἐργαζομένους καὶ χρήζοντας αὐτῶν, δυσανασχετοῦμεν, διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐζήτησεν ἀντὶ τῶν παροχῶν, τὰς ὁποίας διὰ τῆς συμβάσεως ἀνέλαβε νὰ παράσχῃ, ἐζήτησε, λέγω, παραχωρήσεις τινάς. Καὶ ἐπιθυμοῦμεν, ἂν ἦτο δυνατὸν, νὰ μὴ δώσωμεν εἰς αὐτὴν οὐδεμίαν παραχώρησιν, μάλιστα, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, νὰ ὑποχρεώσωμεν αὐτὴν νὰ δανείζῃ πάντα ζητοῦντα δάνειον· διότι, ἐφ’ ὅσον ἀναγράφεται διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Τραπέζης προστίθεται ἡ παροχὴ δανείων ἐπὶ τῇ βάσει ἀποτεταμιευμένων εἰς τὰς γενικὰς ἀποθήκας καρπῶν, ἀπευθύνεται ἡ ἐρώτησις: «λοιπὸν ἐὰν δὲν θέλῃ ἡ Τράπεζα, δὲν θὰ χορηγῇ δάνεια;» Καὶ ἐνῷ διὰ τῆς συμβάσεως ἀνεγράφη, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δύναται νὰ χορηγήσῃ εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας, ἡ φράσις ἐθεωρήθη ἀσθενὴς καὶ ἀνεπαρκὴς, διότι ἐδηλώθη ἡ ἐπιθυμία νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ δίδῃ τὰς χορηγήσεις, ἑπομένως νὰ ἀναγράψωμεν ὑποχρέωσιν αὐτῆς, ἵνα δίδῃ χρήματα πρὸς πάντα ζητοῦντα νὰ δανεισθῇ. Καὶ ποῖαι εἶναι αἱ παραχωρήσεις αὗται, τὰς ὁποίας προτείνομεν νὰ παραχωρήσῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἰς τὴν Τράπεζαν; Παραχώρησις ἐθεωρήθη ἀξία ἐπικρίσεως, ὅτι ἐν τῇ συμβάσει ἀναγράφεται, ὅτι ἡ Τράπεζα, χορηγοῦσα βραχυχρονίους χορηγήσεις εἰς γεωργοὺς καὶ κτηματίας, δύναται νὰ χορηγῇ ταύτας οὐ μόνον διὰ τῶν τριτεγγυημένων γραμματίων, ἀλλὰ καὶ διὰ συμβολαίων. Τοῦτο ἐκρίθη ὅτι εἶναι παραχώρησις, ἡ ὁποία γίνεται πρὸς τὴν Τράπεζαν, διότι προσετέθη εἰς τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς Τραπέζης, τοῦ νὰ δίδῃ καὶ διὰ συμβολαίου, προσετέθησαν καὶ αἱ ὑποχεώσεις, αἵτινες ἦσαν φύσει ἐπιβαλλόμεναι, ἵνα καταστήσωσιν εὔχρηστον τὴν συντέλεσιν τῶν συμβολαίων. Διὰ τῶν τριτεγγυημένων γραμματίων ἡ Τράπεζα ἀποκτᾷ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει, ἐὰν ἐδάνειζε διὰ συμβολαίων. Δανείζουσα διὰ συμβολαίου, ζητεῖ τὸ δικαίωμα νὰ ἐγγράφῃ ὑποθήκην εὐθὺς ὡς λήξῃ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ δανειζομένου πρὸς ἐξόφλησιν τῆς ὀφειλῆς του. Ἐὰν ὁ ὀφειλέτης ἤθελεν ἐκπληρώσει τὴν ὑποχρέωσίν του, τίς ἤθελεν ἐνοχλήσει αὐτόν; Ἐὰν ὅμως ὁ ὀφειλέτης δὲν ἤθελε δυνηθῆ εἰς τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του, διατὶ ἡμεῖς θέλομεν ν’ ἀφαιρέσωμεν τὰ μέσα ἀπὸ τὸν δανειστήν, ἵνα δυνηθῇ νὰ καταστήσῃ ἀσφαλῆ τὴν ἀπαίτησίν του καὶ εἰσπράξῃ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ὑπολογίζει ὅτι θέλει εἰσπράξει κατὰ τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας τοῦ δανείου; Καὶ τάχα τὸ δικαίωμα τῆς ἐγγραφῆς ὑποθήκης ἐπὶ τῶν χρημάτων τοῦ ὀφειλέτου δὲν ἀποβαίνει εἰς ὠφέλειαν αὐτοῦ τούτου; Ἐὰν δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐγγράψῃ ὑποθήκην, ἤθελεν ἀναγκασθῆ νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν καὶ νὰ ζητήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἵνα ἐκτελέσῃ τὴν προσημείωσιν τῆς ὑποθήκης. Ἡ δίκη αὕτη, ἡ ὁποία ἤθελεν εἶναι ἐντελῶς περιττὴ, ἤθελε καταλήξει εἰς βάρος τοῦ ὀφειλέτου, ἀλλὰ προσέτι μετὰ δαπάνης τριακοσίων καὶ πλέον δραχμῶν, καὶ προσέτι ἤθελεν ἀποκαλύψει τὴν ἀνικανότητα τοῦ ὀφειλέτου, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν. Ἀλλὰ καὶ τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἵνα μὴ ἀναγκάζηται νὰ προσφεύγῃ εἰς τὸ δικαστήριον, ὅπως τοῦτο ἐπιβάλλῃ τὴν προσωπικὴν κράτησιν εἰς τὸν ὀφειλέτην, ἀλλὰ νὰ προσφεύγῃ εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ δικαστηρίου, καὶ οὗτος διὰ τῆς ἐπ’ ἀναφορᾷ διαδικασίας νὰ ἐκδίδῃ ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς τοιαύτης αἰτήσεως, καὶ τοῦτο ἐθεωρήθη ὑπέρμετρος πίεσις τοῦ δανειζομένου. Καὶ ἐνῷ πρὸ μικροῦ ἐλεεινολογοῦμεν τὴν τύχην τῆς Τραπέζης, ἥτις συνῄνεσεν, ἵνα δίδῃ δάνεια τοιαῦτα τοὐλάχιστον 10 ἑκατομμυρίων, διατρέχουσα τοὺς ἐσχάτους κινδύνους, ἐνῷ πρὸ μικροῦ προεκαλεῖτο ἡ Βουλὴ, ἵνα προνοήσῃ, ὅπως μὴ τὸ ἐθνικὸν τοῦτο ἵδρυμα περιέλθῃ εἰς ζημίας, αἵτινες θέλουσιν ἀπειλήσει αὐτὸ ἐκ τῶν τοιούτων ἐπιχειρήσεων, σήμερον ἀρνούμεθα ἓν μέσον ἐκτελέσεως τῶν ὑποχρεώσεων τῶν δανειζομένων πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, μέσον, τοῦ ὁποίου σπανιώτατα, ἵνα μὴ εἴπω οὐδέποτε, ἐποιήσατο χρῆσιν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ὠφελήσῃ αὐτὴν ἢ μόνον ὡς μέσον ἀπειλῆς, ὅπως ἐκφοβίζῃ τοὺς κακῆς πίστεως ὀφειλέτας πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών των. Ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς μοὶ φαίνεται, μὲ ὅλην τὴν προσοχὴν, τὴν ὁποίαν κατέβαλον, ἵνα ἐξετάσω τὴν παρατήρησιν, ἣν οὗτος προέβαλε περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 7, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον. Τὸ ἄρθρον ἕβδομον ὑποθέτει περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ καταθέσας εἰς τὴν Τράπεζαν εἴτε χρήματα, εἴτε τιμαλφῆ πράγματα, εἴτε τίτλους, δὲν εἶναι τὸ αὐτὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον κατέθηκε ταῦτα, ἀλλὰ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ, ὡς καταθέτου, περιῆλθον εἰς ἄλλο πρόσωπον, εἴτε ἐκ θανάτου ἢ κληρονομίας, εἴτε διὰ μεταβιβάσεως εἰς τρίτον. Πρὸς τὴν Τράπεζαν λοιπὸν ἀπευθύνεται ἄνθρωπος, περὶ τοῦ ὁποίου αὕτη δὲν γνωρίζει ἐὰν ἦναι νόμιμος δικαιοδόχος τῶν χρημάτων ἢ τῶν τιμαλφῶν πραγμάτων, τῶν ὁποίων εἶναι θεματοφύλαξ· ἑπομένως ἡ Τράπεζα διστάζει ν’ ἀποδεχθῇ τὴν αἴτησιν αὐτοῦ. Ἡ διάταξις λοιπὸν τῆς συμβάσεως ἀναγράφει, ὅτι μέχρις οὗ αὐτὸς νομιμοποιηθῇ πρὸς τὴν αἴτησιν, μέχρις οὗ γείνῃ ἡ legitimatio, μέχρις οὗ προσαγάγῃ τοὺς τίτλους αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι ἀποδεικνύουσιν ὅτι ἔχει τὴν νόμιμον ἡλικίαν, καὶ ὅτι ἔχει τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας του, ὅτι εἶναι ὁ νόμιμος δικαιοδόχος τοῦ παρακαταθέτου, δὲν εὐθύνεται ἡ Τράπεζα, διότι δὲν ἔπραξεν ὅ,τι ὤφειλε νὰ πράξῃ.
§106ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περὶ τοῦ πρώτου ἐδαφίου εἶμαι σύμφωνος· περὶ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου ὡμίλησα.
§107Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐπέστησε τὴν προσοχὴν αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Τράπεζα ἀπαλλάσσεται ὡσαύτως πάσης πρὸς οἱονδήποτε εὐθύνης διὰ τόκους ἢ ἄλλην ἀποζημίωσιν ἕνεκα μὴ ἀμέσου τροπῆς μετοχῶν ἢ ὁμολογιῶν, ἐν ὅσῳ κρίνει ὅτι εἶναι ἀμφίβολος ὁ δικαιοῦχος. Ἡ Τράπεζα διὰ τῆς συμβάσεως ἀπαλλάσσεται εὐθύνης, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖο ὁ παριστάμενος δικαιοδόχος ἐζήτει παρ’ αὐτῆς νὰ πράξῃ, ἀφοῦ περὶ τοῦ δικαιούχου τούτου ἡ Τράπεζα εἶχεν ἀμφιβολίαν, ἐὰν ἦναι ὁ νόμιμος κύριος τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀξιοῖ ὅτι ἔχει.
§108ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ μὴ τὸν στερήσῃ τοῦ τόκου.
§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦ τόκου ὑπερημερίας μόνον. Διατὶ θὰ θεωρήσητε αὐτὴν ὑπερήμερον; Ὑπερήμερος εἶναι ὁ μὴ ἐκτελῶν ἐμπροθέσμως τὴν ὑποχρέωσίν του. Ἀλλὰ καὶ ἄλλη προεβλήθη ἀντίῤῥησις, ἀναγομένη εἰς τὴν διάταξιν τοῦ πρώτου ἄρθρου. Τὸ πρῶτον ἄρθρον τῆς συμβάσεως ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς πολλὰς καὶ ποικίλας παρατηρήσεις. Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι τὸ πρῶτον ἄρθρον τῆς συμβάσεως δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῇ συμβάσει, ἀνεγράφη δὲ τῇ ἐπιμόνῳ αἰτήσει μου. Ὅταν τινὲς τῶν κ. Βουλευτῶν τῶν ἐκ Θεσσαλίας κατὰ τὰς προηγηθείσας δύο ἀναγνώσεις ἐδήλωσαν τὴν ἐπιθυμίαν αὐτῶν νὰ μὴ περιορισθῇ τὸ δάνειον τὸ συνομολογηθησόμενον ὑπὸ τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου εἰς μόνα τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα, ἀλλὰ νὰ ἀφεθῇ ἐλεύθερον τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον νὰ δανεισθῇ δι’ οἱανδήποτε αὐτὸ ἐγκρίνει ἀνάγκην, εἴτε δι’ ἀνάγκην γεωργικῆς πίστεως, εἴτε δι’ ἀνάγκην πρὸς ἐκτέλεσιν νομοσχεδίου ἄλλου περὶ παραχωρήσεως γαιῶν εἰς τοὺς γεωργοὺς, δὲν ἐδίστασα παντάπασι ν’ ἀποδεχθῶ τὰς γενομένας προτάσεις· συνενοήθην μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἥτις ἔστερξε νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ περίοδος «πρὸς ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ἔργων». Καὶ οὕτως ἐθεραπεύθη ἡ ἐπιθυμία αὕτη. Ἀλλὰ σήμερον ἀνευρέθη ἄλλο ἐλάττωμα ἐν τῇ συμβάσει, ὅτι ἡ Τράπεζα θέλει δανείσει τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον, ἀλλὰ θέλει δανείσει αὐτὸ κατὰ τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον βεβαίως δὲν θέλει ἐννοεῖ τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον νὰ δανεισθῇ. Δὲν θέλει δώσει εἰς αὐτὸ χρήματα, ἀλλὰ θέλει δώσει εἰς αὐτὸ ὁμολογίας.
§110ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§111Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλει δώσει χρήματα εἰς τὸ ταμεῖον, ἵνα λαμβάνῃ τὸν τόκον εἰς τὰς προθεσμίας, ἀλλὰ θέλει λάβει ὁμολογίας ἀπὸ τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον ὡς ἐνέχυρον.
§112ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι ὡς ἐνέχυρον.
§113Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλά;
§114ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ἀγοράσῃ τὰς ὁμολογίας αὐτὰς πρὸς ἔκδοσιν.
§115Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τῶν ὁμολογιῶν ὅμως αὐτῶν θέλει κατορθώσει νὰ λάβῃ τόκον ἀνώτερον τῶν 5½%.
§116ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα.
§117Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι, ὅπως καὶ ἂν ἦναι γεγραμμένη ἡ διάταξις τῆς συμβάσεως, ἡ περίπτωσις αὕτη εἶναι ἀδύνατον νὰ λάβῃ χώραν. Ἰδοὺ διατί· διότι οἱ ὅροι τοῦ δανείου δὲν κανονίζονται διὰ τῆς συμβάσεως, ἀλλὰ θέλουσι κανονίζεσθαι διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ Γεωργικοῦ ταμείου καὶ προσέτι διὰ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον θέλει συνομολογήσει περὶ δανείου.
§118ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ βάσις τίθεται.
§119Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ βάσεις, αἱ ὁποῖαι τίθενται, εἶναι δύο· δάνειον ἐξ ἑκατομμυρίων καὶ τόκος 5½% μετὰ χρεωλυσίου 1%. Αὐταὶ αἱ δύο βάσεις εἶναι αἱ βάσεις, αἱ ὁποῖαι θέλουσι χρησιμεύσει πρὸς συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως τῶν δανείων. Ἐὰν ἡ Τράπεζα ἤθελεν ἀναιρέσει εἴτε τὸν ἕνα ὅρον, εἴτε τὸν ἄλλον, παραβαίνει τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν διὰ σοφιστικῆς ἑρμηνείας νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δύναται νὰ ἀξιώσῃ τόκον ἀνώτερον τῶν 5½%. Διότι, ἐὰν ἡ Τράπεζα ἤθελε προβάλει ὅρους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον παραγάγει εἰς αὐτὴν τόκον ἀνώτερον τῶν 5½%, βεβαίως τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον δὲν θὰ συνωμολόγει τὸ δάνειον. Ἄλλη ὑποχρέωσις τῆς Τραπέζης εἶναι νὰ δώσῃ δάνειον πρὸς 5½% καὶ οὐχὶ πρὸς 5,90%. Ἐὰν ἤθελε προβάλει συνδυασμὸν δανείου, ὁ ὁποῖος ἤθελε καταλήξει εἰς παραγωγὴν τόκου 5,90%, παραβαίνει τὴν σύμβασιν. Ἀλλὰ δὲν λέγετε, ὅτι εἰκάζετε ὅτι θέλει τοῦτο συμβῆ, διότι ἡ σύμβασις ἀναφέρει ὅτι τὸ δάνειον θέλει ἐξοφληθῆ ἐντὸς 70 ἑξαμηνιῶν;
§120ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· μὲ τόκον 5½% καὶ 1% χρεωλύσιον ἀπαιτοῦνται 59 ἑξαμηνίαι.
§121Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ διατὶ δὲν ἀρκεῖσθε εἰς ἄλλην βάσιν, ἡ ὁποία ἀναγράφεται ἐν τῇ συμβάσει, τὴν βάσιν ὅτι χρεωλύσιον θὰ ἦναι 1%, καὶ ὅτι θέλει συνταχθῆ χρεωλυτικὸς πίναξ; Λοιπόν, ὅταν ἦναι 1% χρεωλύσιον, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραταθῇ τὸ δάνειον πλέον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον οἱ χρεωλυτικοὶ πίνακες παριστῶσι;
§122ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διότι αὐτὸς εἶναι ὁ μηχανισμὸς τοῦ δανείου τῶν 5% καὶ 1%.
§123Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. 5½% καὶ 1%.
§124ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, ἵνα μὴ μακρηγορῶ; 5½% εἶναι ὁ τόκος τῆς πρώτης παραγράφου, τὸν ὁποῖον θὰ λάβῃ ἡ Τράπεζα παρὰ τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου 5% εἶναι ὁ τόκος τῆς δευτέρας παραγράφου, ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον θὰ φέρωσιν αἱ ὁμολογίαι, τὰς ὁποίας θὰ λάβῃ ἡ Τράπεζα παρὰ τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου. Ἡ μεταβολὴ δὲ αὕτη ἀπὸ 5½% εἰς 5% γεννᾷ τὰ ἀποτελέσματα τὰ λογιστικὰ, ὅτι, ἐνῷ 5½% καὶ 1% φέρουσι τὴν ἐξόφλησιν τοῦ δανείου εἰς 69 ἑξαμηνίας, τὸ 5% καὶ 1½% φέρει τὴν ἐξόφλησιν εἰς 59 ἑξαμηνίας.
§125Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ διαφορὰ τοῦ 5½% πρὸς τὸ 5% παριστᾷ τὸ κέρδος τὸ εὔλογον τῆς Τραπέζης. Ἐνῷ ἡ Τράπεζα δανείζεται πρὸς 5%, δανείζει αὐτὴ πρὸς 5½%.
§126ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂς κερδίσῃ ἡ Τράπεζα. Τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ τῇ ἀρνηθῶμεν. Ἀλλ’ ἐδῶ ὁ ὑπολογισμὸς τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ δανείου θὰ γίνηται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ 5½% καὶ 1%, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ τὸ δάνειον ἐξοφλεῖται εἰς 69 ἑξαμηνίας. Ἡ μὴ ἐξηγουμένη ὠφέλεια προκύπτει ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ βʹ καὶ γʹ ἐδαφίου. Αὕτη εἶναι ἡ ἀναμφισβήτητος συνέπεια τοῦ συνδυασμοῦ.
§127Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι ἀφαιρεῖτε τὸν ἄλλον ὅρον τοῦ 1% διὰ χρεωλύσιον. Διατὶ τὸν ἀφαιρεῖτε;
§128ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δι’ ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου ἡ Τράπεζα θὰ λάβῃ 6½%, δηλαδὴ θὰ λάβῃ 390,000. Θὰ ὑπολογίσῃ δὲ ὁμολογίας ἐπὶ τῇ βάσει τόκου 5%, τὸ περιπλέον θὰ χρησιμεύσῃ ὡς χρεωλύσιον ἢ καὶ πρὸς αὔξησιν τοῦ κεφαλαίου, ἀλλὰ θὰ λάβῃ κατὰ τὸ γʹ ἐδάφιον καὶ τόκον διὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ πληρώσῃ.
§129ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν παρατήρησιν, κύριε Πρωθυπουργέ;
§130Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§131ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ διεσαφήσατε, ὅτι τὸ δάνειον θὰ πραγματοποιηθῇ διὰ χρημάτων, καὶ ὅτι χρήματα θὰ δοθῶσιν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον...
§132ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περὶ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία.
§133ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. .. τότε ἡ παράγραφος αὕτη πλεονάζει ἐντελῶς· διότι, ὅπως εἶναι γεγραμμένη τώρα, δίδει τὸ ἐνδόσιμον νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν μέλλει νὰ δώσῃ χρήματα, ἀλλ’ ὅτι θὰ δώσῃ ὁμολογίας μὲ 5%...
§134ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι.
§135ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. .. ἀφήνουσα εἰς τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον νὰ πραγματοποιήσῃ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἰδέα σας.
§136Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§137ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Τράπεζα θὰ δώσῃ χρήματα. Ἀφοῦ θὰ δώσῃ χρήματα, καὶ τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον θὰ ἐκδώσῃ ὁμολογίας, τοῦτο θὰ κανονισθῇ ἀπὸ τὸν χρεωλυτικὸν πίνακα. Ὥστε ἡ παράγραφος πλεονάζει.
§138ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ αἱ 70 ἑξαμηνίαι πλεονάζουσιν. Ἀφαιρέσατε τὰς 70 ἑξαμηνίας, καὶ τότε δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφισβήτησις.
§139Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δύο ὅρους θεωρῶ ἀναγκαιοτάτους· οἱ δύο δὲ ὅροι οὗτοι εἶναι αἱ βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ στηριχθῇ ἡ σύμβασις τοῦ δανείου· οἱ δύο δὲ ὅροι οὗτοι ἔχουσι τὸν λεγόμενον τυφλοσύρτην, τὸν χρεωλυτικὸν πίνακα. Οἱ δύο ὅροι εἶναι ἓξ ἑκατομμύρια δάνειον καὶ 1% χρεωλύτιον. Τὸν τόκον τὸν ἀφήνω κατὰ μέρος. Λοιπὸν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ποσοῦ τοῦ δανείου, ἀνερχομένου εἰς ἓξ ἑκατομμύρια, καὶ τοῦ χρεωλύτρου, ἀνερχομένου εἰς 1%, προσφεύγω εἰς τὸν χρεωλυτικὸν πίνακα καὶ εὑρίσκω τὴν χρεωλυτικὴν διάρκειαν τοῦ δανείου.
§140ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν θέλετε νὰ διατάξητε νὰ σᾶς κάμωσι τὸν χρεωλυτικὸν πίνακα τῆς ἐξοφλήσεως δανείου 5% καὶ 1½% χρεωλυσίου, θέλετε εὕρει, ὅτι ἐξοφλεῖται ἐντὸς 59 ἑξαμηνιῶν. Μὲ τὸν συνδυασμὸν τῆς δευτέρας παραγράφου ἐξοφλεῖται ἐντὸς 70 ἑξαμηνιῶν, ἀλλὰ μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι εἶναι 5% ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου. Ἐὰν ἀφαιρέσητε τὰς 70 ἑξαμηνίας, τότε δὲν ὑπάρχει καμμία δυσκολία. Καὶ μάλιστα δυνάμεθα νὰ ἀφαιρέσωμεν τὴν δευτέραν παράγραφον, διότι δὲν ἔχει πλέον χρησιμότητα.
§141Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχει χρησιμότητα κατὰ τοῦτο, διότι πρόκειται περὶ δανείου, τὸ ὁποῖον θέλει συνομολογήσει ἡ Τράπεζα. Πρέπει νὰ κανονίσωμεν τὰ τοῦ δανείου, οὐδὲ πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὴν Τράπεζαν ἐλευθέραν.
§142ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
§143Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§144ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ἐνταῦθα παρουσιάζεται ἡ ἑξῆς διαφορά. Ἀφ’ ἑνὸς ἡ Τράπεζα δανείζει πρὸς 5½% καὶ 1% χρεωλύσιον εἰς τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ ὁμολογίας φερούσας τόκον 5% καὶ ἐχούσας, ὑποθέτω, τὸ αὐτὸ χρεωλύσιον 1%. Ἐντεῦθεν λοιπὸν θὰ παρουσιασθῇ ἡ ἑξῆς διαφορά. Ἀφ’ ἑνὸς θὰ εἰσπράξῃ ἡ Τράπεζα παρὰ τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου τὰ δανεισθέντα χρήματα ἐν διαστήματι 59 ἑξαμηνιῶν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸ δάνειον τὸ ἐκδεδομένον θὰ μένῃ ἐν κυκλοφορίᾳ ἐπὶ μακρότερον χρόνον, διότι ἡ Τράπεζα θὰ πληρόνῃ διὰ τὰς ὁμολογίας αὐτοῦ τόκον μόνον 5% ...
§145ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐδόλως.
§146ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ... Διὰ τοῦτο ἡ σύμβασις λέγει, ὅτι ἡ Τράπεζα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ χορηγήσῃ δάνειον ἐξοφλητέον χρεωλυτικῶς ἐντὸς 70 ἑξαμηνιῶν ἐπὶ τόκῳ 5½% καὶ χρεωλυσίῳ 1%. Δηλαδὴ παρὰ τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου θὰ λαμβάνῃ ἡ Τράπεζα τόκον 5½% καὶ χρεωλύσιον 1% ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ. Τοῦτο λοιπὸν θὰ ἐξοφληθῇ ἐντὸς τῶν 59 ἢ 60 ἑξαμηνιῶν. Ἄλλως τε ταῦτα εὑρίσκονται εἰς τυπωμένους χρεωλυτικοὺς πίνακας.
§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§148ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἐκδώσῃ δάνειον ἡ Τράπεζα πρὸς 5%.
§149ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοεῖ αὐτό.
§150ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ποῖος θὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον;
§151ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ὁμολογίαι θὰ ἦναι ἀπὸ τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον.
§152Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι· ἡ Τράπεζα θὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον.
§153ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Βεβαίως· ἡ Τράπεζα θὰ ἐκδώσῃ δάνειο ἐπὶ τόκῳ 5%.
§154ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι ὁ συνδυασμὸς αὐτός. Ὁ συνδυασμὸς εἶναι γνωστός· δὲν πρόκειται νῦν τὸ πρῶτον νὰ κανονισθῇ ἐνταῦθα. Ἡ Τράπεζα λαμβάνει τόκον ἀνώτερον καὶ ἐκδίδει μὲ τόκον κατώτερον μεγαλείτερον ὀνομαστικὸν κεφάλαιον. Τὸ δάνειον ὅμως τὸ ἐκδιδόμενον εἶναι δάνειον ἐκδιδόμενον παρὰ τοῦ δανειζομένου, εἴτε Γεωργικὸν ταμεῖον εἶναι τοῦτο, εἴτε ἑταιρία βιομηχανικὴ, εἴτε ἑταιρία σιδηροδρομική· διὰ λογαριασμὸν αὐτοῦ ἐκδίδεται εἰς τὸ κοινὸν, ἐκδίδεται δὲ μεγαλείτερον ὀνομαστικὸν κεφάλαιον, ἀλλὰ πάντοτε δὲν ὑπερβαίνει τὸν χρόνον τῆς ἐξοφλήσεως, τὸν ὁποῖον ἐπιτρέπει ἡ ἀρχικὴ συμφωνία. Ἐνταῦθα διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν 70 ἑξαμηνιῶν, ἡ ὁποία συμπίπτει μὲ τὴν μεταβολὴν τοῦ 5½% εἰς 5%, γεννᾶται τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως δανείου ἐξοφλητέου 11 ἑξαμηνίας ἀργότερον. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Θηβῶν, διότι δὲν πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ Τράπεζα ἐπὶ 59 ἑξαμηνίας θὰ πληρώσῃ τοὺς τόκους καὶ τὸ χρεωλύσιον, λαμβάνουσα τούτους ἀπὸ τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον, διὰ δὲ τὰς ἄλλας ἑξαμηνίας θὰ πληρώσῃ ἐξ ἰδίων.
§155ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό· εἶπον ὅτι παρουσιάζεται ἐνταῦθα ἀσυμφωνία ὡς πρὸς τὰς λήξεις, καὶ ἡ ἀσυμφωνία αὕτη δὲν διορθοῦται, ἐὰν κατὰ τὴν γνώμην σας ἀπαλείψωμεν τὴν φράσιν «ἐξοφλητέον ἐντὸς 70 ἑξαμηνιῶν», διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον ὀφείλει νὰ πληρώσῃ τῇ Τραπέζῃ ἐντὸς 59 ἑξαμηνιῶν τὸ κεφάλαιον τῶν 6,000,000, διότι ἐντὸς 59 ἑξαμηνιῶν χρεωλύεται δάνειον πρὸς 5½% καὶ χρεωλύσιον 1%...
§156ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ ἐξοφλήσῃ.
§157ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Θὰ ἐξοφλήσῃ. Ἐν τούτοις θὰ εὑρίσκηται ἐν κυκλοφορίᾳ μέρος τοῦ δανείου τοῦ ἐκδοθησομένου κατ’ ἐμὲ μὲν ὑπὸ τῆς Τραπέζης, κατὰ τοὺς ἄλλους δὲ συναδέλφους ὑπὸ τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου, θὰ εὑρίσκηται, λέγω, ἐν κυκλοφορίᾳ ἐπὶ 11 ἐπὶ πλέον ἑξαμηνίας· διότι ἐντὸς 70 ἑξαμηνιῶν χρεωλύεται δάνειον ἀποφέρον τόκον 5% καὶ χρεωλύσιον 1%. Ἡ ἀσυμφωνία λοιπὸν αὕτη, τῶν λήξεων τουτέστι τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ δανείου, πρέπει νὰ δικαιολογηθῇ ἐν τῇ συμβάσει.
§158ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, κύριε Πρόεδρε;
§159ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Κατόπιν.
§160Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁρίστε.
§161ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ δευτέρα παράγραφος, ἡ ὁποία ὁμιλεῖ περὶ δανείου ἐκδοθησομένου, ὁμιλεῖ βεβαίως περὶ δανείου ἀνωτέρου ὀνοματικοῦ κεφαλαίου—ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξηγηθῇ—καὶ τὸ ὁποῖον ὅμως δάνειον ἀπαιτεῖ, ἵνα ἀποσβεσθῇ, 70 ἑξαμηνίας.
§162Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτι τὸ δάνειον τὸ ἐκδοθησόμενον παρὰ τῆς Τραπέζης δὲν θέλει ἐκδοθῇ εἰς τὸ πραγματικὸν κεφάλαιον, ἀλλ’ εἰς τὸ ὀνοματικὸν, ὡς ἐξάγεται ἐκ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζει τὸν τόκον ἐπὶ τοῦ ὀνοματικοῦ κεφαλαίου...
§163ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ εἶναι 5%.
§164ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅταν ἀφαιρέσητε τὰς 70 ἑξαμηνίας, θὰ ἦναι ἴσως κανονικώτερον.
§165Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τί σᾶς πειράζει;
§166ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διότι συνδυαζόμεναι αἱ 70 ἑξαμηνίαι μὲ τὸ 5%, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει ἡ δευτέρα παράγραφος, καὶ μὲ τὴν τρίτην παράγραφον, ἀποτελοῦσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον, ὅτι τὸ δάνειον θὰ ἐξοφληθῇ εἰς 70 ἑξαμηνίας καὶ οὐχὶ εἰς 59 ἑξαμηνίας.
§167ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ὅμως καταβληθῶσιν ὑπὸ τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου 5½% διὰ τόκον καὶ 1% διὰ χρεωλύσιον, εἰς πόσας ἑξαμηνίας θὰ ἐξοφληθῇ;
§168ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς 59.
§169ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν εἰς 59 ἑξαμηνίας θὰ ἐξοφληθῇ. Δυνατὸν ἡ Τράπεζα νὰ ζητήσῃ, τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἐξοφλεῖται εἰς 59 ἑξαμηνίας, νὰ ἐξοφληθῇ ἀργότερον. Τὸ «ἐντὸς» δὲν σημαίνει ὡρισμένως εἰς 70 ἑξαμηνίας. «Ἐντὸς» σημαίνει καὶ εἰς 30 ἑξαμηνίας καὶ εἰς 50 ἑξαμηνίας.
§170ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ....
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ παύσουν πλέον αἱ διακοπαί.
§172Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τέλος πάντων ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν θέλει συνομολογήσει τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ διὰ τῆς ὁποίας θέλουσι κανονισθῆ οἱ ὅροι τοῦ ἐκδοθησομένου δανείου, πρέπει νὰ στηρίζηται ἐπὶ τῶν δύο ἀρχικῶν ὅρων, ἕξ ἑκατομμυρίων κεφάλαιον, 5½% τόκον καὶ 1% χρεωλύσιον.
§173ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε ἂς περιορισθῶμεν εἰς τὴν πρώτην διάταξιν. Εἶναι ἁπλούστατον.
§174Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν νομίζητε ὅτι τὸ «ἐντὸς 70 ἑξαμηνιῶν» δύναται νὰ φέρῃ δυσχερείας, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ διαγραφῇ.
§175ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε, τοῦτο εἶναι τὸ πραγματικὸν καὶ ἀληθές. Δὲν δύναται τὸ ταμεῖον τὸ Γεωργικὸν παρὰ νὰ πληρώσῃ 5½%.
§176Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς τὸ συνομολογήσῃ διὰ τῆς συμβάσεως.
§177ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ δάνειον πρὸς τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον θὰ ὁρίζηται καθαρώτερον διὰ μιᾶς ἁπλῆς φράσεως. Ἐὰν εἴπωμεν ὅτι ἡ Τράπεζα ἀναδέχεται τὴν ὑποχρέωσιν, ἐν περιπτώσει συστάσεως Γεωργικοῦ Θεσσαλικοῦ ταμείου, νὰ χορηγήσῃ αὐτῷ δάνειον χρεωλυτικὸν 6,000,000 ἐπὶ τόκῳ 5½%, χωρὶς νὰ ὁρίσωμεν κἂν τὸ χρεώλυτρον καὶ τοὺς ὅρους, οἱ ὁποῖοι θὰ κανονισθῶσι διὰ συμβάσεως μεταξὺ αὐτῆς καὶ τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου, κυρωθησομένης διὰ Β. Διατάγματος, θὰ ἔχητε ὅλην τὴν ἰδέαν σας, καὶ ἁπλουστέραν καὶ κανονικωτέραν.
§178Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρόκειται περὶ δύο δανείων.
§179ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως.
§180Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περὶ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον θέλει δώσει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον, καὶ περὶ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον θέλει αὕτη λάβει. Τὸ δάνειον τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου ἔχει βάσεις τὰς ἑξῆς· κεφάλαιον 6,000,000, τόκος 5½% καὶ 1% χρεωλύσιον. Ἐὰν μόνον ἀναγράψωμεν τὴν βάσιν ταύτην, ἡ σύμβασις θέλει κανονίσει τὰς λεπτομερείας. (Παρατηρήσεις πανταχόθεν διαλογικαί).
§181ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρέπει νὰ δώσωμεν ἄδειαν συνομολογήσεως συμβάσεως. Διὰ τῆς συμβάσεως...
§182ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δι’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας. Ἐὰν εἴπητε, ὅτι ἡ Τράπεζα δικαιοῦται νὰ δώσῃ εἰς δάνειον ἀντιπροσωπεῦον τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θέλει δανείσει τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον, τότε μάλιστα.
§183ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ Τράπεζα, νομίζω, ἐζήτησεν ἓν δικαίωμα διὰ τὴν τοιαύτην ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ.
§184ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως.
§185ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Λοιπὸν αὐτὸ τὸ δικαίωμα περιλαμβάνεται εἰς τὴν διαφορὰν τῶν ἑβδομήκοντα ἑξαμηνιῶν πρὸς τὰς πεντήκοντα ἐννέα.
§186ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι δά!
§187ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως.
§188ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τότε θὰ εἴπῃ τὸ ταμεῖον: «Κύριε, ἀπεσβέσθη τὸ χρέος, νὰ παύσῃ τὸ χρεώλυτρον» ἐνῷ ἡ Τράπεζα ἐννοεῖ, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ πληρόνῃ τὸ 5½%, διὰ νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον συνωμολόγησεν ἡ Τράπεζα πρὸς 5% ἐπὶ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου ἕξ ἑκατομμυρίων.
§189ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (πρὸς τὸν κ. Εὐταξίαν). Ὅτι δὲν ἐννοεῖ τοιοῦτόν τι, καὶ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅλοι ἀντελήφθημεν· ὅλοι ἀντελήφθημεν τοῦτο, ὅτι ἡ Τράπεζα ἐννοεῖ νὰ λάβῃ 5½% τόκον ἐτήσιον καὶ 1% χρεωλύσιον, τίποτε περισσότερον, ἐφ’ ὅσον χρόνον ἀπαιτεῖ διὰ νὰ ἐξοφληθῇ τὸ δάνειόν της. Τοῦτο εἶναι. Αὐτὸ ὅμως δὲν ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον, καὶ ὑμεῖς ἀκριβῶς, θέλοντες νὰ δικαιολογήσητε, εἴπετε ὅτι τὰς ἕνδεκα τελευταίας ἑξαμηνίας τὰς λαμβάνει ὡς κέρδος αὕτη.
§190Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἡ Τράπεζα θέλῃ νὰ ἐκδώσῃ δάνειον ποσοῦ ἴσου πρὸς 5%...
§191ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ πρὸς 4%. Διατὶ νὰ τὴν ἐμποδίσωμεν;
§192Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. πρὸς 5% ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, τοῦτο δηλοῖ, ὅτι δὲν ἔχει πιθανότητα ὅτι δύναται νὰ εὕρῃ δάνειον 5% ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου. Ἑπομένως τὸ ὀνομαστικὸν κεφάλαιον δὲν θὰ ἦναι τὸ πραγματικόν, θὰ ᾖ ἀνώτερον τοῦ πραγματικοῦ, καὶ τοῦτο δηλοῖ ἡ δευτέρα περίοδος.
§193ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ναί· ἀλλὰ συνδυαζομένη μὲ τὰς ἑβδομήκοντα ἑξαμηνίας, καταργεῖ αὐτό.
§194ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ προηγουμένως ἡ Τράπεζα. Ἡ Τράπεζα τὸ ἐκανόνισεν οὕτω πως, διότι ἔχει συμφέρον.
§195Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ ἀφαίρεσις τῶν τριῶν λέξεων «ἐντὸς ἑβδομήκοντα ἑξαμηνιῶν» δὲν μεταβάλλει παντάπασι τὴν σύμβασιν, πληροῖ δὲ τοὺς ὅρους, οἵτινες συνεφωνήθησαν. Ἐὰν αὕτη κατόπιν θέλῃ νὰ ἐκδώσῃ δάνεια ἐπὶ ὀνομαστικοῖς κεφαλαίοις, τότε εἶναι ἐλευθέρα.
§196ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ ἐκδώσῃ δάνειον ἐξοφλητικόν.
§197Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλει κανονισθῆ διὰ τῆς συμβάσεως (ἀναγινώσκει): «Ἡ σύμβασις αὕτη, ὁ χρεωλυτικὸς πίναξ κατὰ τὸ σύστημα τῆς συνθέτου χρεωλυσίας, καὶ ἐν γένει πᾶσαι αἱ λεπτομέρειαι τοῦ δανείου καὶ τῆς χορηγηθησομένης ἀσφαλείας ἐγκριθήσονται διὰ Β. Διατάγματος.» (Διαλογικαὶ συζητήσεις).
§198ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἅμα διαγραφῇ τὸ «ἐντὸς ἑβδομήκοντα ἑξαμηνιῶν», δὲν ὑπάρχει κίνδυνος.
§199ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι, ἐὰν ἐν τῇ συμβάσει τεθῇ ὅτι ἡ Τράπεζα δύναται νὰ χορηγήσῃ δάνειον ἐξοφλητικόν, δάνειον ἀποφέρον τόκον 5½% καὶ χρεωλύσιον 1%, ἔχει δὲ τὸ δικαίωμα αὕτη νὰ τὸ ἐκδίδῃ πρὸς 5%, τότε ἀπαλλασσόμεθα ὅλων, καὶ νὰ μὴ εἰσέλθωμεν εἰς πλειοτέρας λεπτομερείας.
§200ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι, προκειμένου περὶ συμβάσεως, εἶναι πρωτότυπον τῷ ὄντι νὰ ἑρμηνεύωμεν, ὅτι δὲν εἶναι ὑπόχρεως ὁ ὀφειλέτης διὰ συνωμολογημένους τόκους.
§201Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὴ ἀνησυχεῖτε περὶ τούτου. Κακὸν μεῖζον εἶναι, ἐὰν ματαιωθῇ ἡ σύμβασις ἢ τὸ δάνειον.
§202ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θὰ ματαιωθῇ, διότι καὶ ἡ Τράπεζα... (διακοπαί).
§203ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν διάνοιαν τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ τοιαύτη ἑρμηνεία νὰ γίνηται ἀπὸ ἡμᾶς, θὰ ἦναι ἀλλόκοτος· νὰ ἑρμηνεύωμεν τί ἐννοεῖ ἡ Τράπεζα!
§204ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περὶ τῶν ἑβδομήκοντα ἑξαμηνιῶν πρέπει νὰ ἐρωτήσωμεν.
§205ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δύο δάνεια.
§206ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ἀφήσατε τοὺς διαλόγους.
§208ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ἓν δάνειον καὶ μία ἔκδοσις δανείου (διάλογοι).
§209Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλήν, πρὸς ἄρσιν πάσης ἀμφιβολίας, τὰς ἑξῆς τροπολογίας. Πρῶτον, διαγράφονται αἱ λέξεις τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 1 τῆς συμβάσεως «ἐντὸς ἑβδομήκοντα ἑξαμηνιῶν»· δεύτερον, ἡ ἑπομένη παράγραφος βʹ μετατρέπεται οὕτω: «Διὰ τὸ ἀνωτέρω ποσὸν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θέλει συνομολογήσει δάνειον δι’ ὁμολογιῶν ἀνωνύμων, ἀποφερουσῶν τόκον ἐτήσιον πέντε τοῖς ἑκατὸν, καταβλητέον κατὰ ἑξαμηνίαν ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου.»
§210ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ σᾶς παρατηρήσω καὶ ἓν ἄλλο. Διατὶ θέλετε νὰ δεσμεύσητε τὴν Τράπεζαν εἰς τὸ 5%; Δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀφορμὴν νὰ τὴν δεσμεύσωμεν, ἐὰν αὕτη ἤθελε δυνηθῆ νὰ συνομολογήσῃ καὶ μὲ 4% δάνειον.
§211ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν· διότι, ἐὰν προσδιορισθῇ εἰς 5%, ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ πραγματικοῦ καὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου ἔσεται μικροτέρα.
§212Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαιότατα. Ἐὰν ἦναι 5%, θὰ ἦναι ἐλαφρότερον. Ὁμοίαν τροπολογίαν προβάλλω, ἡ ὁποία θὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐγκρίνεται ἡ μεταξὺ τῶν κυρίων ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργῶν καὶ τοῦ κ. Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καταρτισθεῖσα ἀπὸ 2 Δεκεμβρίου 1896 σύμβασις ἐξ ἄρθρων 9.» Προτείνω ἤδη νὰ προστεθῇ: «μετὰ τῶν ἑξῆς τροποποιήσεων: αʹ) Ἐκ τοῦ ἄρθρου 1 ἐδαφίου αʹ τῆς συμβάσεως ἀπαλείφονται αἱ λέξεις «πρὸς ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ἔργων.» βʹ) Εἰς τὸ τέλος τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 1 ἐδαφ. αʹ προστίθενται αἱ λέξεις: «Τὸ ποσὸν τοῦτο θέλει καταβάλλεσθαι ἐκ τῶν πρώτων κατ’ ἔτος εἰσπράξεων τοῦ ταμείου».
§213ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν προσθέτετε, ὅτι ἐξαλείφονται καὶ αἱ λέξεις «ἐντὸς ἑβδομήκοντα ἑξαμηνιῶν».
§214Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ. Ἄλλην τροπολογίαν προτείνω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8. Τὸ ἄρθρον 8 μεταποιεῖται οὕτω: «Τὸ τέλος τῆς σημάνσεως τῶν ἐπιταγῶν, δι’ ὧν ἐνεργεῖται ἀνάληψις ἀτόκων παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ καταθέσεων, ὁρίζεται εἰς δεκάλεπτον, τὸ δὲ τέλος τῆς σημάνσεως τῶν εἰς τὸ ταμιευτήριον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐνεργουμένων καταθέσεων καὶ τῶν ἀποδείξεων ἀναλήψεως αὐτῶν, καταργεῖται.» Διαγράφεται δὲ τὸ λοιπόν. Ἑπομένως αἱ ἐνεργούμεναι καταθέσεις εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Τραπέζης καὶ ἡ ἀνάληψις αὐτῶν δὲν ὑπόκεινται εἰς χαρτόσημον. Εἶναι μία παραχώρησις εἰς τοὺς πτωχοὺς ἀνθρώπους.
§215ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πολὺ δικαία.
§216Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προσέτι ἀπαλείφονται, ὡς προεῖπον, τρεῖς λέξεις ἐκ τοῦ 1ου ἄρθρου «ἐντὸς ἑβδομήκοντα ἑξαμηνιῶν», καὶ τὸ δεύτερον ἐδάφιον γίνεται οὕτω: «Διὰ τὸ ἀνωτέρω ποσὸν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θέλει συνομολογήσει δάνειον δι’ ὁμολογιῶν ἀνωνύμων, ἀποφερουσῶν τόκον ἐτήσιον πέντε τοῖς ἑκατὸν, καταβλητέον κατὰ ἑξαμηνίαν ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου.»
§217ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μέχρι 5%.
§218ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ παρερμηνεία, νομίζω ὅτι εἰς τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 7 τῆς συμβάσεως πρέπει νὰ προστεθῇ μία λέξις. Τὸ ἐδάφιον τοῦτο λέγει: «Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπαλλάσσεται ὡσαύτως πάσης πρὸς οἱονδήποτε εὐθύνης διὰ τόκους ἢ ἄλλην ἀποζημίωσιν ἕνεκα μὴ ἀμέσου τροπῆς μετοχῶν ἢ ὁμολογιῶν, ἐνόσῳ κρίνει, ὅτι εἶναι ἀμφίβολος ὁ δικαιοῦχος ἢ ἡ ἱκανότης αὐτοῦ πρὸς τροπὴν μέχρις ἐκδόσεως τελεσιδίκου κατ’ αὐτῆς ἀποφάσεως.» Πρέπει νὰ προστεθῇ τὸ «μὴ συνωμολογημένους» μετὰ τὴν λέξιν «τόκους».
§219Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Περιορίζομεν τὰς ἀπαλλαγάς.
§220ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 7 τῆς συμβάσεως χορηγεῖ εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶς ὀφειλέτης, νὰ καταθέτῃ αὐτῇ τὰ χρήματα, πράγματα, ἔγγραφα καὶ λοιπά· ἀλλὰ ἡ Τράπεζα δὲν θέλει ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἡ Τράπεζα δὲν ὑποχρεοῦται νὰ ἐκτελέσῃ προσωρινῶς ἐκτελεστὴν ἀπόφασιν, δύναται νὰ ἀναμείνῃ μέχρι τῆς τελεσιδικίας, ἀλλ’ ἐντεῦθεν δὲν πρέπει νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ καταβάλῃ τόκους συνομολογημένους. Πρέπει μάλιστα νὰ καταβάλλῃ καὶ τόκους ὑπερημερίας. Ἀλλ’ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νομίζω ὅτι εὐκόλως δὲν θέλει ἀξιώσει νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς πληρωμῆς τόκων συμπεφωνημένων, διότι τὸ κεφάλαιον κατεσχέθη. Ἀφοῦ κατασχεθῇ, εἶναι μὲν ὑπόχρεως νὰ τὸ καθιστᾷ ἀργόν, διότι δὲν γνωρίζει πότε θὰ ληφθῶσι τὰ χρήματα κλπ. ἐκ τοῦ ταμείου, ἀλλὰ διὰ τῆς πρώτης παραγράφου ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαλλαγῇ, ἐὰν καταθέσῃ αὐτὰ παρὰ τῷ γραμματεῖ· ἀφ’ ἧς ὅμως δὲν τὰ καταθέσῃ, ὀφείλει τόκους.
§221Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ δεύτερον εἶναι συμπλήρωσις τοῦ πρώτου.
§222ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι ἄλλη περίπτωσις ἡ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου. Δὲν πρόκειται περὶ κατασχέσεως, πρόκειται περὶ δικαιούχων, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν, ὅπως τραπῶσιν αἱ μετοχαὶ ἐπ’ ὀνόματί των.
§223Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἀγνοεῖ ἡ Τράπεζα.
§224ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἔτρεξαν καὶ τόκοι συμπεφωνημένοι. Ἐγὼ π. χ. δὲν μετέτρεψα ἐπ’ ὀνόματί μου, διότι περιέμενον τὴν ἀπόφασιν. Θέλει λοιπὸν νὰ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τῆς εὐθύνης ἡ Τράπεζα, διότι δὲν μετέτρεψα.
§225ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται περὶ τροπῆς τῶν μετοχῶν ἢ ὁμολογιῶν, εἴτε ἀνωνύμων εἴτε ὀνομαστικῶν· οἱ τόκοι δὲν περιλαμβάνονται. Πρόκειται λοιπὸν μόνον περὶ τόκων ὑπερημερίας ἢ συνωμολογημένων. Διὰ τοῦτο, πρὸς ἀποφυγὴν πάσης παρερμηνείας, ἐπρότεινα τὴν προσθήκην.
§226Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ διαχείρισις τῆς Τραπέζης, εὐθὺς ὡς ζητηθῇ νὰ δώσῃ κεφάλαια, χρεωστεῖ αὕτη νὰ τὰ καταστήσῃ ἀργά, ἕως ὅτου ἀρθῇ ὁ δισταγμός, ὁ ὁποῖος ἐμποδίζει αὐτὴν νὰ τὰ διαθέσῃ.
§227ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐδῶ πρόκειται περὶ πράξεως, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ἡ Τράπεζα.
§228Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐπιβάλλει ἡ Τράπεζα.
§229ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιβάλλει· διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἑκουσίως παρουσιάζεται ὁ μὴ ἔχων τὰ προσόντα τροπῆς μιᾶς ὁμολογίας του καὶ ἑκουσίως ζητεῖ τὴν τροπήν της.
§230Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται περὶ τροπῆς, πρόκειται περὶ ἀναλήψεως.
§231ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περὶ τροπῆς πρόκειται (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπαλλάσσεται ὡσαύτως πάσης πρὸς οἱονδήποτε εὐθύνης διὰ τόκους ἢ ἄλλην ἀποζημίωσιν ἕνεκα μὴ ἀμέσου τροπῆς μετοχῶν ἢ ὁμολογιῶν.» Ὁ μὴ ἔχων τὰς ἰδιότητας τὰς καταλλήλους, ἵνα ζητήσῃ τὴν τροπήν, δὲν θὰ τὴν ζητήσῃ. Προηγεῖται ὅμως πρόσκλησις περὶ τῆς τροπῆς. Ἡ Τράπεζα προσκαλεῖ τοὺς ἔχοντας ὁμολογίας, ἀποφερούσας 6% τόκον, νὰ ἔλθωσι νὰ λάβωσι τὰ χρήματά των, ἐὰν δὲν θέλωσιν εἰς τὸ ἑξῆς νὰ λαμβάνωσι 5%· ὁ ἰδιώτης ἔρχεται καὶ λέγει: «Τρέψατέ μοι τὴν ὁμολογίαν μου, καὶ δότε μοι ὁμολογίαν πρὸς 5%. Ἡ Τράπεζα τότε δύναται νὰ ἀρνηθῇ καὶ νὰ εἴπῃ: «δὲν σοῦ δίδω, διότι ἔχω ἀμφιβολίας περὶ σοῦ.» Ἠμπορεῖ τὰς ἀμφιβολίας της νὰ τὰς βεβαιώσῃ, ἀλλὰ τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον μένει παρ’ αὐτῇ, πρέπει νὰ ἦναι τοκοφόρον· δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἦναι νεκρόν.
§232ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι, ὅταν λέγῃ τὸ ἄρθρον «διὰ τόκους ἢ ἄλλην ἀποζημίωσιν», δὲν ἐννοεῖ τόκους τροπῆς, ἐννοεῖ τόκους σχετικοὺς μὲ τὴν ἑαυτῆς νομοθεσίαν· ἐξομοιοῦνται μὲ τὴν ἀποζημίωσιν.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ).
§234ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἰδιαιτέρα τροπολογία αὕτη, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ ὑποβάλω, καὶ διάφορος ἀπὸ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Τὸ ἄρθρον 3 τῆς συμβάσεως, ὅπως εἰσήχθη ἐν τῇ Βουλῇ, ἀφ’ ἑνὸς μὲν παρέχει προνόμιον εἰς τὴν Τράπεζαν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐπιβάλλει εἰς αὐτὴν ὑποχρέωσιν. Ἡ ὑποχρέωσις ἔχει ἀναγραφῆ ἐν τῷ ἄρθρῳ 3. Εἶναι ἡ ὑποχρέωσις, ὅπως χορηγῇ τοῖς γεωργοκτηματίαις ἐπὶ καλλιεργείᾳ δάνεια μέχρι δέκα ἑκατομμυρίων δραχμῶν· ἀλλ’ ἤδη, εἶναι γνωστόν, ὡς πρὸ ὀλίγου ὁ ἔντιμος ἐκ Πυλίας συνάδελφος ἔλεγεν, ὁ στενώτερον συνδεδεμένος πρὸς τὴν διοίκησιν τῆς Τραπέζης, ὅτι ἡ Τράπεζα ἔχει ἤδη ἐν κυκλοφορίᾳ περὶ τὰ δύο ἑκατομμύρια μόνον...
§235ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἔχετε τὸν ἰσολογισμόν;
§236ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα... Λοιπὸν γνωρίζομεν ὅλοι, ὅτι ἔχει εἰς κυκλοφορίαν χάριν καλλιεργείας εἰς δάνεια περὶ τὰ δύο ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἂν ὄχι ποσὸν ἔλασσον. Ἀλλὰ ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 3 λέγει, ὅτι «τὸ ποσὸν τῶν διὰ τοῦ ἄρθρ. 5 τοῦ νόμου τῆς 16 Δεκεμβρίου 1861 προβλεπομένων γεωργοκτηματικῶν χορηγήσεων ὁρίζεται εἰς δέκα ἑκατομμύρια δραχμάς, κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, χορηγητέα ἐντὸς δύο ἐτῶν ἀπὸ τῆς κυρώσεως τῆς παρούσης συμβάσεως.» Τί θέλει δὲ προκύψει ἐντεῦθεν, ψηφιζομένης τῆς συμβάσεως ὡς ἔχει; τὸ ἑξῆς ἄτοπον· ὅτι, ἐνῷ ἡ Τράπεζα, κυκλοφοροῦσα ἤδη περὶ τὰ δύο ἑκατομμύρια δραχμῶν διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν γεωργικῶν κτημάτων, ἀπολαμβάνει τῶν παλαιῶν προνομίων, τῶν χορηγουμένων διὰ τῶν παλαιοτέρων νόμων τοῦ 1859, τοῦ 1861, τοῦ 1864 καὶ τῆς συμβάσεως τοῦ 1880, ἐνῷ, λέγω, ἀπολαμβάνει τῶν προνομίων ἐκείνων, συνάμα, ἐπειδὴ ἔχει τὸ δικαίωμα ἐντὸς δύο ἐτῶν νὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν τὰ δέκα ταῦτα ἑκατομμύρια, θ’ ἀπολαμβάνῃ ἐπὶ πλέον κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ τῆς διετίας καὶ τῶν προνομίων, τὰ ὁποῖα καθιστᾷ ἡ νέα σύμβασις, ἡ ὑποβληθεῖσα εἰς τὴν Βουλήν· δηλαδή, ἀφ’ ἑνὸς μὲν δὲν θὰ ἐκτελῇ τὴν ἀναγεγραμμένην ὑποχρέωσιν, ὅπως θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν δέκα ἑκατομμύρια, — διότι ἐπιτρέπεται αὐτῇ νὰ μὴ θέσῃ εἰς ἄμεσον κυκλοφορίαν ἀπὸ τῆς κυρώσεως τῆς νέας ταύτης συμβάσεως τὰ δέκα ἑκατομμύρια, — ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ ἀπολαμβάνῃ καὶ τὰ πλεονεκτήματα τῶν παλαιοτέρων προνομίων, καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καθιστᾷ ἡ σημερινὴ σύμβασις. Καὶ οὕτως ἂν δὲν ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, ἐγὼ τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Ἐθν. Τραπέζης θεωρῶ μὴ ἀνταποκρινομένας πρὸς τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνει διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης, καὶ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐτροποποιεῖτο κατὰ τοῦτο ἡ σύμβασις, ὥστε νὰ μὴ ἀπολαύῃ ἡ Τράπεζα τῶν προνομίων τῶν καθισταμένων διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου 3 αὐτῆς, εἰμὴ ἀφ’ οὗ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν τὸ ποσὸν τῶν δέκα ἑκατομμυρίων, δηλαδὴ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς διετίας, διότι ἡ Τράπεζα ἐντὸς διετίας ὑποχρεοῦται νὰ κυκλοφορήσῃ τὰ δέκα ἑκατομμύρια.
§237ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἶναι ἡ ἀπάντησις εὐκολωτάτη. Τὰ ἤδη δεδομένα δύο ἑκατομμύρια δὲν στηρίζονται εἰς συμβόλαια, στηρίζονται εἰς τριτεγγυημένα γραμμάτια· λοιπὸν τὰ δύο ἑκατομμύρια ἐκεῖνα δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὰ γραμμάτια, τὰ ὁποῖα... (διακοπαὶ καὶ διάλογοι).
§238ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι γνωρίζομεν ὑπὸ ποίους ὅρους καὶ συνθήκας δανείζει ἡ Τράπεζα. Γνωρίζομεν, ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία προσφεύγει εἰς τοὺς ὀφειλέτας, ἵνα δανείσῃ, ὅτι οἱ ἔχοντες ἀνάγκην προσφεύγουσιν εἰς τὴν Τράπεζαν. Καὶ ναὶ μὲν τὰ δάνεια τὰ χορηγηθέντα εἶναι διὰ γραμματίων τριτεγγυημένων ὑπὸ προθεσμίαν διὰ τρεῖς ἢ ἓξ ἢ τὸ πολὺ ἐννέα μῆνας, ἀλλ’ ἅμα λήξωσι τὰ γραμμάτια ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀντιπροσωπεύουσι τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ ἤδη ποσὸν, τί θέλουσι γείνῃ; Ἡ Τράπεζα, ἡ ἐπιβάλλουσα τὴν θέλησίν της ὡς νόμον εἰς τοὺς ὀφειλέτας, θὰ τοῖς ἐπιβάλῃ τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ἀνανεώσωσι τὰ δάνεια ταῦτα—τὰ διὰ γραμματίων συνομολογηθέντα—διὰ συμβολαίων. Καὶ οὕτω τὰ δύο ἑκατομμύρια αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἔχει ἤδη ἐν κυκλοφορίᾳ, θ’ ἀποκτήσωσι καὶ θ’ ἀπολαμβάνωσι καὶ τῶν παλαιῶν προνομίων καὶ τῶν νέων, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ἡ σύμβασις ἐπὶ τὸ δικαιότερον, εἰς τρόπον ὥστε τὰ πλεονεκτήματα καὶ τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνει ἡ Τράπεζα διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης, ν’ ἀντιστοιχῶσι πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας δι’ αὐτῆς ἀναλαμβάνει.
§239ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ κάμω τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα προηγουμένως. Ἐθεωρήθη ὅτι καὶ διὰ συνωμολογημένους τόκους, μόνον διότι ἡ Τράπεζα κρίνει ὅτι εἶναι ἀμφίβολος ὁ δικαιοῦχος, δὲν εἶναι ὑπόχρεως αὕτη, ὡς ὀφειλέτης. Διατί; Ποῖος ὁ εἷς συμβαλλόμενος; Μόνον διότι τὸ κρίνει ἡ Τράπεζα;
§240ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι τὸ ἠθέλησε. Χωρὶς νὰ συμβληθῇ, δὲν γίνεται.
§241ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ἐννοῶ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ἂν θέλετε ὁρίσει καὶ συνωμολογημένους τόκους· Θὰ ἦτο τὸ πρᾶγμα ἀλλόκοτον! Πῶς δύνανται νὰ ἀπαλλάσσωνται τοιαύτης ὑποχρεώσεως;
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§243ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ δανείων συνομολογουμένων μόνον παρὰ τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ περὶ δανείων συνομολογουμένων παρ’ οἱουδήποτε δανειστοῦ. Νομίζω ὅτι τοῦτο συνδέεται μὲ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, περὶ ἐνεχυριασμοῦ καρπῶν. Ἐκεῖ δὲν περιωρίζετο τὸ δικαίωμα τοῦ δανείζειν εἰς μόνας τὰς Τραπέζας, ἀλλὰ πᾶς κεφαλαιοῦχος ἠδύνατο νὰ δανείσῃ κατὰ τοὺς τύπους, τοὺς ὁποίους ἀπῄτει ὁ νόμος ἐκεῖνος. Καὶ εἶναι δίκαιον νὰ δώσωμεν τὴν εὐκολίαν αὐτὴν εἰς τοὺς δανειζομένους καὶ νὰ μὴ μεταβάλωμεν τὸ εἶδος τοῦτο τῶν δανείων εἰς μονοπώλιον τῶν Τραπεζῶν. Πρέπει νὰ δοθῶσι καὶ εἰς τὰ ἰδιωτικὰ κεφάλαια αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας δίδει ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου.
§244Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ἐν τῇ διανοίᾳ μου εἶναι νὰ ἐπεκταθῶσιν αἱ ἐγγυήσεις αὗται ἐπὶ πάσης συμβάσεως τοιούτου δανείου. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κανονισθῇ δι’ ἰδίου νομοθετήματος. Ἡ συμφωνία, περὶ ἧς συζητοῦμεν, συνομολογεῖται νῦν μετὰ τῆς Τραπέζης.
§245ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Οἱ τοκογλύφοι τότε θὰ δανείζωσι μὲ 25% καὶ θὰ ἔχωσι τὰ αὐτὰ προνόμια.
§246ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐννοῶ πᾶν προνόμιον, τὸ ὁποῖον δίδεται εἰς μίαν Τράπεζαν, βαρὺ ἢ ἐλαφρὸν, δὲν ἐννοῶ ὅμως τὸ μονοπώλιον τοῦ δανείζειν, διδόμενον εἰς μίαν Τράπεζαν, πρὸ πάντων ὅταν πρόκειται περὶ γεωργοκτηματιῶν. Δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀπαγορεύσωμεν εἰς ἕνα ἰδιώτην νὰ δανείζῃ ἐπὶ ἀσφαλείᾳ καρπῶν καὶ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται, τὸ ἔχομεν ἤδη νενομοθετημένον, διότι ἐπιτρέπομεν εἰς πάντα ἰδιώτην νὰ δανείζῃ ἐπὶ ἀσφαλείᾳ καρπῶν διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πυλίας συνάδελφος θέλει νὰ δώσῃ, τοῦ μονοπωλίου, δὲν ὑπάρχει οὔτε εἰς τὸν νοῦν τῆς Τραπέζης, οὔτε εἰς τὸν νοῦν τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε εἰς τὸν νοῦν οὐδενὸς ἐξ ἡμῶν. Φαντασθῆτε, Κύριοι, νὰ ὑπάρχῃ εἷς κεφαλαιοῦχος, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ δανείσῃ τὰ κεφάλαιά του πρὸς 5%, καὶ νὰ μὴ δύναται, διότι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὰς ἀσφαλείας τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν πέρυσι. Πῶς θὰ ἔλθουν τὰ κεφάλαια, ὅταν τοῖς λέγωμεν, ὅτι ἡ Τράπεζα ἔχει μονοπώλιον τὸ δανείζειν μετ’ ἐγγυήσεων καὶ ἀσφαλειῶν;
§247Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλει προταθῆ εἰδικὸν νομοσχέδιον, διότι αὐτὸ θέλει κανονίσει διαφόρους ἄλλας σχέσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάγονται εἰς αὐτὸ τὸ θέμα.
§248ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ γράμμα τοῦ νόμου τοῦ νῦν ψηφιζομένου εἶναι σαφέστατον, ὅτι πᾶς ἰδιώτης δανείζων θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Τράπεζα. Ἐκ τοῦ ἄρθρου 4, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι «τὰ ἐν τοῖς βιβλίοις τούτοις ἐγγεγραμμένα πρὸς καλλιέργειαν δάνεια κέκτηνται ἐπὶ τῶν καρπῶν τῶν παραχθέντων κατὰ τὸ ἔτος καλλιεργείας, καθ’ ὃ ἐχορηγήθησαν, προνόμιον ἐπικρατοῦν ἀπέναντι τῶν μὴ ἐγγεγραμμένων, τὰ δ’ ἐξ αὐτῶν κεκτημένα προγενεστέραν χρονολογίαν ἐγγραφῆς ἐπικρατοῦσι τῶν μεταγενεστέρως ἐγγεγραμμένων», ἐκ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ συντάκτου τοῦ νομοσχεδίου εἶναι αὐτό. Καὶ ἐγὼ εὑρίσκω, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ νομοσχεδίου. Φαντάσθητε τὰς συνεπείας, ἂν θελήσητε δι’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ν’ ἀναγνωρίσητε ἀποκλειστικῶς τὸ προνόμιον εἰς τὴν Τράπεζαν· σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὐδεὶς τῶν σταφιδοκτημόνων, τῶν ἐχόντων πραγματικὴν ἀνάγκην τοιαύτης βοηθείας, τῶν καταχρέων μὲ ἐνυπόθηκα δάνεια, οὐδεὶς θὰ δυνηθῇ νὰ λάβῃ δάνειον ἐπὶ ἀσφαλείᾳ τῶν καρπῶν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν. Αὐτοὶ θὰ καταφύγωσιν ἐξ ἀνάγκης εἰς ἰδιώτας κεφαλαιούχους, καὶ ὅταν οὗτοι γνωρίζωσιν, ὅτι ἀποκλείονται ἐκ τοῦ προνομίου, βεβαίως δὲν θὰ τοῖς δανείσωσι, καὶ οὕτω καταδικάζομεν τὴν καλλιέργειαν εἰς παντελῆ ἀργίαν, ἕνεκεν ἐλλείψεως κεφαλαίων. Καλῶς ἐτέθη εἰς τὸ νομοσχέδιον, καὶ πρέπει πάντως ν’ ἀποδώσωμεν αὐτὴν τὴν ἔννοιαν· διότι, ἂν ἀποδώσωμεν τὴν ἐναντίαν ἔννοιαν, ὄχι καλὸν, ἀλλὰ κακὸν μέγα θὰ κάμωμεν.
§249Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐναντίος τῆς ἀρχῆς ταύτης. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ εἰς πάντας. Νομίζω ὅμως, ὅτι, ὡς ἔχει τὸ κείμενον τοῦ νόμου, δὲν ἀρκεῖ πρὸς κανονισμὸν πασῶν τῶν περιπτώσεων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ παρουσιασθῶσι. Πρέπει λοιπὸν νὰ συμπληρώσωμεν τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου διὰ νομοθετήματος ἄλλου, κανονίζοντος διαφόρους ἄλλας σχέσεις.
§250ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τῆς Βουλῆς.
§251Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§252ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντὶ ἡ δήλωσις νὰ ἀναγραφῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς, θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ δεχθῆτε τροπολογίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον θὰ περιωρίζετο εἰς ἓν ἄρθρον, θ’ ἀπηλείφοντο δὲ ὅλα τὰ ἄλλα. Διότι, ὡς εἶναι διατετυπωμένον τὸ νομοσχέδιον, προκύπτει αὐτὴ ἡ ἔννοια, ὅτι ἡ διάταξις ἡ καθισταμένη διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τῆς καταγραφῆς δηλ. τῶν δανειστικῶν συμβολαίων, ἡ διάταξις αὕτη ἐπεκτείνεται εἰς ἅπαντα τὰ συμβόλαια τὰ δανειστικά. Αὐτὸ λέγει τὸ ἄρθρον 4.
§253Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ρητῶς ἐδήλωσα, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ προαίρεσις ἡμῶν, νὰ δώσωμεν ἐπέκτασιν γενικῶς εἰς ὅλα τὰ δάνεια. Ὅταν νομίζητε, ὅτι τὸ κείμενον τοῦ νόμου δηλοῖ τοῦτο, δὲν ἀντιτιθέμεθα εἰς τοῦτο. Ἡμεῖς νομίζομεν ἐν τούτοις, ὅτι πρέπει νὰ ζητήσωμεν συμπλήρωσιν διὰ νέου νομοσχεδίου.
§254ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε νὰ ἀναβάλητε τὴν περὶ τούτου συζήτησιν, διὰ νὰ γείνῃ πλήρης ἡ διάταξις ἐν ἄλλῳ νομοσχεδίῳ. Πρὸς τί, ἀφοῦ καθιεροῦμεν τὴν διάταξιν ἐνταῦθα;
§255ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐγὼ ὑποστηρίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι καὶ διάφορος ἡ ἔννοια. Δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ ἀναγνώσωμεν τὰ προνόμια, τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ Πολιτικῇ Δικονομίᾳ. Ἔχομεν τὸ προνόμιον τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τοῖς ἄρθροις 941 καὶ 942 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Τί γίνεται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου; καθίσταται ἀσφαλὲς τὸ προνόμιον, τὸ ὁποῖον πρότερον δὲν ἦτο ἀσφαλές. Ποίους κινδύνους ἔτρεχεν ὁ δανείζων ἐπὶ καλλιεργείᾳ; ἠδύνατο νὰ παρουσιασθῶσι δέκα δανεισταὶ καὶ νὰ ζητῶσι προτεραιότητα. Τοῦτο κανονίζει τὸ νομοσχέδιον, λέγον ὅτι τὸ προνόμιον τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἐπὶ τῶν καρπῶν τῶν παραχθέντων θὰ κανονίζηται τοῦ λοιποῦ ὡς κανονίζεται ἡ τάξις τῆς ἐγγραφῆς τῆς ὑποθήκης. Λοιπὸν ἐφ’ ὅλων τῶν δανείων ἐφαρμόζεται ἡ διάταξις. Διὰ τοῦτο ἡ συζήτησις εἶναι περιττή.
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θ’ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 2, 3 καὶ 4 τοῦ νομοσχεδίου ἀφορῶσι γενικῶς πάντα τὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον παρ’ οἱουδήποτε χορηγούμενα δάνεια.
§257ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα· δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5 καὶ 4).
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 20′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 45′ μ. μ.)
§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως ἐκ δραχ. 50,000 διὰ περίθαλψιν τῶν ἐκ πλημμυρῶν παθόντων καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, πλὴν τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§260ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑποβάλλω τροπολογίαν, ἡ ὁποία εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν ἔννοιαν καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου. Προτείνω λοιπὸν, τὸ ἄρθρον νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Χορηγεῖται ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896 ὑπὸ ἴδιον κεφάλαιον 26, φέρον τὸν τίτλον «Περίθαλψις τῶν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, πλὴν τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ, ἐκ πλημμυρῶν παθόντων», πίστωσις ἐκ δραχμῶν πεντήκοντα χιλιάδων καὶ διὰ πρόχειρα μέτρα πρὸς ἀποτροπὴν τῶν ἐξ αὐτῶν συντελουμένων καταστροφῶν.»
§261Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ τὴν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια «περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης τοῖς δύο δωδεκατημορίοις τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1897 διὰ τὰς δαπάνας τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου» καὶ «περὶ ἐγκρίσεως τῆς μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἑλένης Γ. Ζαρίφη συμβάσεως»).
§263Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ προταχθῇ τοῦ ἀμέσως ἐρχομένου νομοσχεδίου περὶ χωροφυλακῆς τὸ περὶ μεταῤῥυθμίσεων τοῦ περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας νόμου, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς δευτέραν συζήτησιν.
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν νομίζει ἡ Βουλή, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ μέχρι τοῦδε πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως καὶ ἐπικυρωθῶσιν, ἀφοῦ πρόκειται περὶ τῶν δωδεκατημορίων, ἵνα ἀσφαλισθῶσι;
§265ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ μέχρι τοῦδε πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως).
§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας νόμου.
§267ΡΑΖΕΛΟΣ. Εἰσερχόμενος ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, προτείνοντος, ἵνα προταχθῇ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χωροφυλακῆς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομίας. Ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον περὶ χωροφυλακῆς εἶναι εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, καὶ ἑπομένως ὥριμον, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀναβληθῇ, ἀφοῦ μάλιστα τὸ περὶ ἀστυνομίας θὰ προκαλέσῃ πολλὴν συζήτησιν.
§268ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ τάσσομαι μετὰ τῆς γνώμης τοῦ προλαλήσαντος συναδέλφου.
§269Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ δύο νομοσχέδια συνδέονται ἀλληλενδέτως. Τὸ ἓν εἶναι εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, καὶ τὸ ἄλλο εἰς δευτέραν. Ἐὰν ψηφισθῇ τὸ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, δὲν προφθάσωμεν δὲ νὰ συζητήσωμεν καὶ ψηφίσωμεν τὸ ἄλλο, τὸ εἰς δευτέραν, δὲν δύναται νὰ κυρωθῇ τὸ ἓν ἄνευ τοῦ ἄλλου, διότι δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ.
§270ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χωροφυλακῆς θὰ ὁμιλήσουν πολλοί, διότι ἔχει πολλὰς ἐλλείψεις, προτιμότερον δ’ εἶναι νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ προταχθῇ τὸ περὶ ἀστυνομίας, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε εἶσθε σύμφωνος μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§272Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ τὸ συμπέρασμα εἶναι τὸ αὐτό.
§273ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἡ πρώτη φορά!
§274ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι· δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά.
§275ΡΑΖΕΛΟΣ. Φαίνονται τῳόντι συνδεόμεναι κατά τινα αἱ διατάξεις τῶν δύο νομοσχεδίων, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἀπολύτως δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς τοιαῦται, διότι ἄλλο ἡ χωροφυλακὴ καὶ ἄλλο ἡ ἀστυνομία. Ἐάν ἀνατίθεται ἡ ἀστυνομία εἰς τὴν χωροφυλακήν, φρονῶ ὅτι τοῦτο γίνεται ὡς ἐκ περισσοῦ. Ἔχομεν δ’ ἐνταῦθα νὰ ἐξετάσωμεν τὸν διοργανισμὸν τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς, ἀφ’ ἧς ὑπάρχει τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ ἀφ’ ἧς ὑπάρχει ἀστυνομία. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι δὲν θὰ φέρῃ πρόσκομμα, ἐὰν προηγηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς χωροφυλακῆς. Βεβαίως καὶ τὰ δύο θὰ ψηφισθῶσιν, ἀλλὰ τὸ περὶ χωροφυλακῆς εἶναι ὥριμον.
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ;
§277ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§278ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία.
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν κατάλογον.
§280ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παραιτεῖται τῆς ἐνστάσεως.
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀστυνομίας.
§282ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§284Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐγένετο ἔνστασις.
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένει ὁ κ. Τσαμαγκίδης;
§286Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα.
§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Τσαμαγκίδη, νὰ ἐπιτηρήσητε τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βουλευτῶν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ Καρδίτσης κ. Τσαμαγκίδου. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 129. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας νόμου» εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§289ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ ἄρθρα 2, 3 καὶ 4 τοῦ νόμου ᾼϠΙϚʹ ἀφορῶσι τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀστυνόμων παρὰ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ἀλλὰ τὰ ἄρθρα ταῦτα ἀναιροῦνται διὰ τοῦ παρόντος νόμου, διότι δὲν ἐκλέγει ὁ ἀστυνόμος τοὺς ὑπαλλήλους τῆς ἀστυνομίας καὶ τοὺς κλητῆρας.
§290Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ τίθεται ἡ ἀρχή, τὰ ἑπόμενα ἄρθρα ἀποτελοῦσιν ἐξαίρεσιν τῆς ἀρχῆς.
§291Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν στιγμὴν ταύτην, τίθεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ὁ νόμος οὗτος, ὁ νέος, περιέχει τὸ παράδοξον, ὅτι εὐθὺς ἀμέσως εἰς ἄλλα ἄρθρα καταργεῖ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἰδίου νόμου· ὥστε ὁμιλῶν τις κατὰ τῆς ἀρχῆς ὁμιλεῖ ὑπὲρ τοῦ ἰδίου νόμου, διότι ὁ ἴδιος νόμος καταργεῖ τὴν ἀρχήν του. Διότι τί λέγει τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου τοῦ 1891; Ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τῆς ἀστυνομίας καὶ οἱ κλητῆρες διορίζονται ὑπὸ τοῦ εἰδικοῦ ἀστυνόμου, ὁ δὲ νόμος τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν, καταργεῖ τὴν ἀρχὴν ταύτην, λέγων ὅτι δὲν διορίζονται ὑπὸ τοῦ εἰδικοῦ ἀστυνόμου. Εἶπον, Κύριοι, κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἠθέλομεν παραγνωρίσει τὴν βάσιν τοῦ ἑνιαίου, ἤτοι τῆς ἑνότητος, ἥτις πρέπει νὰ χαρακτηρίζῃ τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχὴν, καὶ ἠθέλομεν ἀθετήσει μίαν ἀρχήν, παρὰ πάντων ἀναγνωριζομένην, καθ’ ἣν πρὸ πάντων ἐν τῷ κλάδῳ τούτῳ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας ἀπαιτεῖται ἡ ἑνότης καὶ ἡ πειθαρχία. Τὸ πρακτικώτερον τῶν ἐθνῶν, οἱ Ἄγγλοι, θέτουσιν ὡς βάσιν τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀστυνομίας, ὅτι τὸν διορισμὸν τῶν κλητήρων καὶ τῶν ὑπαλλήλων ἔχει ὁ κατὰ τόπους ἀρχηγὸς τῆς ἀστυνομίας. Καὶ τῷ ὄντι, Κύριοι, πῶς δύνασθε νὰ ἐννοήσητε τὴν ἀστυνομίαν ἄνευ τῆς ἑνότητος καὶ τῆς πειθαρχίας, ἄνευ τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ Διευθυντὴς πρὸς τὰ ὄργανα αὐτοῦ; Πρέπει νὰ μὴ ἐννοῇ τις τὸν προορισμὸν τῆς ἀστυνομίας, τοὺς ὅρους τοὺς ἰδιαιτέρους, ὑφ’ οὓς δύναται νὰ λειτουργήσῃ, ἐὰν παραγνωρίσῃ τὴν θεμελιώδη ταύτην ἀρχήν. Πῶς δύναται νὰ ἀναδεχθῇ τις τὴν εὐθύνην τοιαύτης ἐξουσίας, ἂν δὲν ἔχῃ ὑπὸ τὰς διαταγάς του ἐκείνους, τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ μεταχειρισθῇ ὡς ὄργανα πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας του; Καὶ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, τὸ τρίτον ἄρθρον τοῦ νόμου τοῦ 1891, τὸ ὁποῖον εὐλόγως ἀναγνωρίζει τὰ διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ὁριζόμενα ὡς βάσιν τοῦ νόμου, βεβαίως σαφῶς ἀναγνωρίζει τὴν ἀρχὴν ταύτην, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τῆς ἀστυνομίας καὶ οἱ κλητῆρες πρέπει νὰ διορίζωνται ὑπὸ τοῦ προϊσταμένου αὐτῶν, ὑπὸ τοῦ εἰδικοῦ ἀστυνόμου. Τοῦτο ἔχουσι καὶ ἄλλαι νομοθεσίαι, ἀλλ’ ἰδίως ἡ νομοθεσία τοῦ ἐξόχως πρακτικοῦ Ἀγγλικοῦ ἔθνους, τὸ ὁποῖον, ἐν ᾧ βεβαίως τείνει, ὡς ἐκ τῶν ἕξεων αὐτοῦ καὶ τοῦ πνεύματος τῶν θεσμῶν, εἰς τὸν καταμερισμὸν τῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ πρὸ παντὸς ἔχει τὴν ἑνότητα. Ἐκεῖ ὁ ἀστυνόμος ἐκλέγει τοὺς κλητῆράς του. Καὶ ἐν ᾧ, Κύριοι, καὶ κατὰ τοὺς καθεστῶτας νόμους, ἰδίως δὲ κατὰ τοὺς νόμους τοὺς προηγουμένους, πρὶν ἀρχίσῃ ἡ ἀνανέωσις ἐκείνη τῶν νόμων, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπό τινων ἐτῶν εἰσήλθομεν, ἡ ἀκατάπαυστος ἐκείνη ἀναστάτωσις τῆς νομοθεσίας, βεβαίως ἀναγνωρίζεται ὁπωσδήποτε οἱ κανόνες οὗτοι, καὶ ἂν δὲν ἀναγνωρίζονται καθ’ ὁλοκληρίαν, δὲν τίθεται τοὐλάχιστον ἡ ἀρχὴ τῆς διαιρέσεως τῆς ἐξουσίας ταύτης, δηλαδὴ ἡ ἀρχὴ τῆς συγκρούσεως τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας ἐν τῷ ἰδίῳ τόπῳ, ἡμεῖς ἐρχόμεθα ἤδη, προκειμένου περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀστυνομίας, νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀναρχίαν ἐν αὐτῇ, καὶ ἀντὶ νὰ νομοθετῶμεν περὶ ἀστυνομίας, νομίζω ὅτι νομοθετοῦμεν περὶ ἀναρχίας. Ἔσπευσα, Κύριοι, νὰ προτάξω τὰς ὀλίγας ταύτας παρατηρήσεις, διότι μᾶς δίδει ἀφορμὴν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὸ πρῶτον ἄρθρον νὰ ἴδωμεν, ὅτι ἀμελετήτως εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν ψῆφον ἡμῶν. Ἔσπευσα νὰ προτάξω ταῦτα, ὅπως ἴδωμεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι, ἂν ἐσπευσμένως προκαλούμεθα νὰ συζητήσωμεν περὶ τοιούτου θέματος, σταματῶμεν ὅμως ἀμέσως πρὸ τοῦ πρώτου ἄρθρου, πρὸ μιᾶς ἀντινομίας, πρὸ μιᾶς διατάξεως, ἡ ὁποία φέρει βεβαίως τὴν καταστροφὴν τῆς ὅλης οἰκονομίας τοῦ νόμου. Ἀλλ’ εἶναι, Κύριοι, ἀνεξαρτήτως τῆς παρατηρήσεως ταύτης, ἥτις προσπίπτει ἐκ πρώτης ὄψεως εἰς τὴν ἀντίληψιν ἡμῶν, εἶναι παράδοξον, ὅτι ἀκόμη, μετὰ τόσων ἐτῶν ἐλεύθερον βίον καὶ τόσων ἐτῶν πεῖραν, δὲν κατωρθώσαμεν ἀκόμη νὰ συλλάβωμεν μίαν ἰδέαν περὶ τοῦ οὐσιωδεστέρου πάσης εὐνομουμένης Πολιτείας, δηλονότι τῆς ἀστυνομικῆς τάξεως. Βεβαίως μία τῶν πρωτίστων ἐλλείψεων τῆς Πολιτείας ἡμῶν εἶναι ἡ ἔλλειψις ἀστυνομικῆς τάξεως. Ὅλοι αἰσθανόμεθα τὴν ἔλλειψιν ταύτην, καὶ ἂν ἠδυνάμεθα νὰ ἀπολαύσωμεν πρὸς στιγμὴν τὸ ἀγαθὸν τῆς ἀστυνομικῆς τάξεως ἄλλων κοινωνιῶν, ἠθέλομεν ἔτι μᾶλλον αἰσθανθῆ τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον πάσχομεν. Ἐὰν δὲν αἰσθανώμεθα τὸ μέγεθος τοῦ κακοῦ, τοῦτο προέρχεται ἴσως, διότι περὶ πάντα κακοδαιμονοῦμεν καὶ ἐξῳκειώθημεν πρὸς τὴν γενικὴν καχεξίαν. Εἴχομεν, Κύριοι, πρὸ δεκαετηρίδων ἤδη καὶ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς συστάσεως τοῦ βασιλείου, εἴχομεν ἓν καθεστὼς ἀστυνομικόν. Ἡ Βασιλεία, ἐγκατασταθεῖσα ἐν τῷ Κράτει, εὑρέθη πρὸ ἑνὸς καθεστῶτος, πρὸ μιᾶς καταστάσεως, ἡ ὁποία ὑπῆρχε καὶ ὑπὸ τὴν δουλείαν ἔτι, εὗρε θεσμοὺς αὐτοδιοικήσεως καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀστυνομίαν ἀκόμη, διότι ἀληθῶς καὶ ἐπὶ Τουρκοκρατίας αὐτοδιοίκησίς τις, ἡ ὁποία ὑπῆρχε, περιελάμβανε καί τινα ἐξουσίαν ἀστυνομικὴν, διότι οἱ δημογέροντες ἐνήσκουν, ἐφ’ ὅσον βεβαίως ἐπέτρεπον τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ Σουλτάνου, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ἐβίου ὁ τόπος, ἐνήσκουν καὶ ἀστυνομικήν τινα ἐξουσίαν. Εὑρέθη τότε ἡ Βασιλεία πρὸ τοῦ καθεστῶτος ἐκείνου, καὶ διὰ τοῦ πρώτου νόμου περὶ δήμων ἐσεβάσθη αὐτό. Ἐσεβάσθη αὐτὸ, καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου 40 τοῦ περὶ δήμων νόμου, ἀνεγνώρισε τὸ δικαίωμα τῶν δήμων νὰ ἔχωσι τὴν ἀστυνομίαν τὴν ἐπιτόπιον. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ἀναγνωρίζεται ὡς ἀρχὴ, ὅτι ὁ δήμαρχος ἐνασκεῖ τὴν ἐπιτόπιον ἀστυνομίαν. Ἀλλ’ ἐν ᾧ ἡ Βασιλεία ἔσπευδε μετὰ ζήλου ν’ ἀναγνωρίσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς αὐτοδιοικήσεως, βεβαίως ἐφάνη ὡς συναισθανθεῖσα, ὅτι πλέον τοῦ δέοντος ἠθέλησε νὰ δείξῃ τὸν ζῆλον τοῦτον πρὸς τὰ ἔθιμα τοῦ τόπου, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι τρία μόλις ἔτη κατόπιν διὰ τοῦ διατάγματος περὶ ἀστυνομίας ἐφάνη θέλουσα νὰ κολάσῃ κἄπως τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ δικαιώματος τούτου τῶν δήμων. Ἐφαίνετο φοβουμένη τὴν τοιαύτην ἀναγνώρισιν, τείνουσα δὲ νὰ λάβῃ μᾶλλον ὑπὲρ τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας καὶ τὴν ἀστυνομίαν τῶν δήμων. Ἔρχεται λοιπὸν ὁ νόμος περὶ ἀστυνομίας τοῦ 1836, καὶ θέτει ἀμέσως ὡς βάσιν, ὅτι ἡ ἀστυνομία ἐνασκεῖται ἐν ὀνόματι καὶ κατ’ ἐπιταγὴν τῆς Κυβερνήσεως. Διάκρισις δὲν γίνεται μεταξὺ τῆς ἀστυνομίας τῆς τοπικῆς καὶ τῆς ἀστυνομίας τῆς γενικῆς· καὶ ναὶ μὲν ἀναγνωρίζεται διὰ τοῦ περὶ ἀστυνομίας νόμου, ὅτι τὴν τοπικὴν ἀστυνομίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν γενικὴν ἐν τῷ δήμῳ τὴν διαχειρίζεται ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ, ἀλλ’ αἱ διατάξεις ἐν γένει τοῦ διατάγματος τοῦ 1836 ἀποπνέουσι ταύτην κυρίως τὴν ἰδέαν καὶ ταύτην τὴν τάσιν, ὅτι διὰ τῆς λεγομένης ἐποπτείας, διὰ τῆς ἀναμίξεως τῆς διοικήσεως καὶ εἰς τὴν τοπικὴν ἀστυνομίαν ἐξουδετεροῦται αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιοικήσεως. Μοὶ παρετήρησε προχθὲς ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἐγένετο ἡ παρατήρησις ἐπὶ τῆς παρεμβάσεως τῆς χωροφυλακῆς εἰς τὴν τοπικὴν ἀστυνομίαν καὶ περὶ τοῦ διφυοῦς ἐκείνου, οὕτως εἰπεῖν, τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ φέρῃ σύγκρουσιν μεταξὺ ἀστυνομίας καὶ χωροφυλακῆς, ὅταν παρετήρησα καὶ ἐγὼ τὸ κακὸν τοῦτο καὶ τὸν ἐπικείμενον κίνδυνον, μοὶ παρετήρησε, λέγω, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐρωτῶν: μήπως ἡ τοιαύτη σύμπραξις τῆς ἀστυνομίας τῆς τοπικῆς μὲ τὴν χωροφυλακὴν δὲν ὑπάρχει ἀνεγνωρισμένη ἐν τῷ διατάγματι τοῦ 1836; Νομίζει, φαίνεται, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι κατέχομαι ὑπὸ τόσης εὐλαβείας πρὸς τοὺς θεσμοὺς τῆς Βαυκροκρατίας τοὺς ὀργανικοὺς, ὥστε ἀμέσως ἤθελον ἀποστομωθῆ, καὶ ὅτι, ἂν δὲν εὐλαβοῦμαι τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους εἰσάγει αὐτὸς, ἤθελον ἀποκαλυφθῆ καὶ κλίνει τὴν κεφαλήν μου ἐνώπιον τῶν νόμων τοῦ 1836! Ἀλλ’ ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι οὐδόλως κατέχομαι ὑπὸ τοιαύτης εὐλαβείας, καὶ ὅτι περισσότερον εὐλαβοῦμαι τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους εἰσηγεῖται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους κατεσκεύασεν ἡ Βασιλεία κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη. Δὲν ἠξεύρω, τί δύναται νὰ παρατηρήσῃ τις ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους νόμους, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὀργανικοὺς νόμους, πᾶν ἄλλο δυνάμεθα νὰ συμβουλευώμεθα, παρὰ τοὺς νόμους τοὺς συνοδεύσαντας τὴν ἐγκατάστασιν τῆς πρώτης Βασιλείας ἐν Ἑλλάδι. Ἀπεναντίας μάλιστα, ὡς κανόνα δυνάμεθα νὰ θέσωμεν τὴν ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τῶν νόμων ἐκείνων, Διότι, Κύριοι, οἱ νόμοι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους μελετῶν τις θὰ ἴδῃ, ὅτι πᾶν ἄλλο φέρουσιν ἢ τὸν χαρακτῆρα νόμων ἀληθῶν, ἀληθῶς ἐν πολλοῖς οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἐγένοντο ὑπὸ μοναρχίαν. Ὅλη ἡ νομοθεσία ἐκείνη τῶν ὀργανικῶν νόμων ταύτην τὴν ἰδέαν ἀποπνέει, καὶ πᾶσα ἀτέλεια τῶν νόμων ἐκείνων προέρχεται ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς ἰδέας, ὅτι ὑπάρχει μονάρχης ἐπιβλέπων, εἰς τὸν ὁποῖον πάντες ὀφείλουσι νὰ ὑποτάσσωνται. Καὶ ἂν θελήσητε νὰ ἀναγνώσητε τὸ διάταγμα τοῦ 1836, θέλετε ἴδει ἓν ἄρθρον τελευταῖον, τὸ ὁποῖον εἶναι ὡς ἐπίλογος μᾶλλον μιᾶς ἀγορεύσεως πατρικῆς ἑνὸς ἡγεμόνος πρὸς τὸν λαόν. Διότι λέγει ὁ ἡγεμὼν πρὸς τοὺς ὑπηκόους του ἐν ἄρθρῳ νόμου: «Αὐταὶ εἶναι αἱ εὐχαί μου, τὰς ὁποίας ἡ καρδία μου μοὶ ὑπαγορεύει, (καὶ σπουδαίως βεβαίως ἔλεγε ταῦτα ὁ φιλόπατρις καὶ ἐνάρετος ἐκεῖνος ἡγεμὼν) πρέπει νὰ συμπεριφέρωνται τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας μετὰ γλυκύτητος, μετὰ πρᾳότητος πρὸς τοὺς ἀγαπητούς μοι ὑπηκόους». Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀκροτελεύτιον ἄρθρον τοῦ διατάγματος τοῦ 1836. Βλέπετε ὅτι ὁμιλεῖ εἷς ἡγεμὼν ἀπόλυτος πρὸς τοὺς ὑπηκόους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους παρέλαβεν ἀπὸ τὴν δουλείαν, ἀπὸ τὴν καταστροφὴν, βλέπετε, ὅτι ἔρχεται ὡς σωτὴρ ὁ διάδοχος ὡς πρὸς τὴν ἐξουσίαν τοῦ τυράννου καὶ ὁμιλεῖ πρὸς τοὺς τέως δυστυχεῖς ὑπηκόους. Καὶ νομίζετε ὅτι τοιοῦτοι νόμοι, ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα κατασκευασθέντες, δύνανται καλῶς νὰ κανονίσωσι καὶ τὰ τῆς ἐποχῆς ταύτης, ὅτι δύνανται πλέον νὰ ἁρμόζωσι τοιοῦτοι νόμοι εἰς τὴν ἐποχὴν τὴν σημερινὴν, ὑπὸ τοὺς πολιτικοὺς καὶ οἰκονομικοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους σήμερον βιοῦμεν, μετὰ πάροδον δεκαετηρίδων, μετὰ εἰσαγωγὴν θεσμῶν καὶ μετὰ περιπλοκὰς ἀπείρους, πολιτικὰς καὶ κοινωνικάς; Τότε τῳόντι δὲν ἠδύνατο ὁ νομοθέτης νὰ ἀνησυχῇ, ἐὰν ἐπήρχοντο συγκρούσεις μεταξὺ εἰδικῆς ἀστυνομίας καὶ χωροφυλακῆς καὶ ἐνωμοταρχῶν, οὐδὲ ἂν ἐπήρχοντο συγκρούσεις καὶ πρὸς ἄλλους. Ἦτο ἀδιάφορος τότε οἱαδήποτε σύγκρουσις, διότι ὑπῆρχεν ἡ ἐξουσία τοῦ μονάρχου ὑπεράνω πάντων αὐτῶν, διότι ὁ μονάρχης ἠδύνατο πᾶσαν σύγκρουσιν νὰ διαλύῃ, καὶ πάντες ὤφειλον νὰ ὑποτάσσωνται εἰς αὐτόν. Καὶ ἂν ἐδόθη ἡ δημοτικὴ ἐλευθερία, ἐὰν ἀνεγνωρίσθη μία κατάστασις, ἡ ὁποία ὁπωσδήποτε ὑπῆρχε καὶ ἐπὶ Τουρκοκρατίας, τοῦτο ἦτο μία χάρις, δεδομένη ὑπὸ τοῦ ἡγεμόνος, καὶ ὡς ἓν στάδιον διδασκαλίας καὶ δοκιμῆς. Καὶ αὐτὴ ἡ δημοτικὴ ἐλευθερία, τὴν ὁποίαν παρεχώρει ὁ ἡγεμὼν ἐκεῖνος, ὁ ἐλθὼν ὡς πατὴρ εἰς τὸν τόπον, ἦτο ἓν εἶδος παραχωρήσεως τῆς ἡγεμονικῆς αὐτοῦ ἐξουσίας. Οὐδεμία λοιπὸν ὑπῆρχεν ἀνησυχία, μὴ τυχὸν ὁ ἐνωμοτάρχης συγκρούεται πρὸς τὸν ἀστυνόμον. Καὶ ἐνῷ βλέπετε τὴν ἐλευθερίαν τὴν δημοτικὴν καὶ ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ, παντοῦ ὅμως, εἰς πᾶν ἄρθρον, βλέπετε ὅτι πάντες ἔπρεπε νὰ τὸ συλλογισθῶσιν, ἐὰν παρεξετρέποντο, διότι ὑπῆρχεν ἄλλη ἀρχὴ, εἰς τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ δώσωσι λόγον, καὶ ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ θέσῃ εἰς τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν πάντα ὑπάλληλον καὶ πάντα δήμαρχον καὶ ἀστυνόμον, καὶ νὰ τιμωρήσῃ τοὺς πάντας. Καὶ ἡ δημοτικὴ ἐκείνη ἐλευθερία ἐδίδετο, ὅπως κατὰ τὸν Ρωμαϊκὸν νόμον τὸ peculium, τὸ χρημάτιον, διὰ νὰ τὸ διαχειρισθῇ ὁ ἀνήλικος. Καὶ διὰ τοῦτο ἐφάνη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι μόλις διὰ τοῦ νόμου περὶ δήμων ἀνεγνωρίσθη ὡς δικαίωμα τοῦ δήμου ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, κατόπιν, μετὰ τρία ἔτη, εἶχον ἀρχίσει οἱ κυβερνῶντες τὸν τόπον τότε νὰ συλλογίζωνται, ὅτι ἴσως προέτρεξαν καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ περιμαζεύσωσι τὴν ἐξουσίαν ἐκείνην. Καὶ διὰ τοῦτο ἦλθε τὸ διάταγμα τοῦ 1836, τὸ ὁποῖον τρόπον τινὰ ἔλεγεν ἐκ μέρους τοῦ ἡγεμόνος: «Σᾶς εἶπον μὲν, ὅτι ἡ ἀστυνομία εἶναι δικαίωμα τῶν δήμων, ἀλλὰ καλὸν εἶναι νὰ μάθητε ἐγκαίρως, ὅτι ἀσκεῖται κατ’ ἐπιταγὴν τῆς Κυβερνήσεως. Οἱ διοικηταὶ καὶ ὑποδιοικηταί μας χρεωστοῦν νὰ διαχειρίζωνται ἐν γένει τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν, ἀλλὰ μένουν πρὸς Ἡμᾶς ὑπεύθυνοι διὰ τὴν καλὴν ἐκτέλεσιν κλπ.» Καὶ νομίζετε ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ κυβερνηθῶμεν σήμερον μὲ τὰς εὐχὰς ταύτας; Τὸ ζήτημα, Κύριοι, τοῦ ἂν ἡ ἀστυνομία εἶναι δικαίωμα τῶν δήμων, ἢ δικαίωμα τοῦ Κράτους, κατ’ ἀρχὴν ἴσως ἀποβαίνει μᾶλλον θεωρητικόν ἀλλ’ εἶναι ὁμολογούμενον, ὅτι ἐν τῇ πράξει κατὰ τὴν σημερινὴν ἐποχὴν εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ Κράτη ἀναγνωρίζεται ὅτι, ἂν οὐχὶ πᾶσα ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἡ τοπικὴ ἐξουσία, εἶναι οἱονεὶ δικαίωμα τῶν δήμων. Καὶ εἰς τὰς πλείστας μὲν τῶν νομοθεσιῶν δὲν γίνεται διάκρισις, ἀλλ’ εἰς πολλὰς νομοθεσίας γίνεται καὶ διάκρισις ὡρισμένη διὰ ῥητῆς διακρίσεως τῆς τοπικῆς ἀπὸ τῆς γενικῆς ἀστυνομίας. Θεωρητικὸν κυρίως ἀποβαίνει τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ ἀστυνομία, ἡ ὁποία ἀνατίθεται εἰς τοὺς δήμους, εἶναι ἐξ οἰκείου, οὕτως εἰπεῖν, δικαιώματος τῶν δήμων, ἢ ἀνατίθεται ὡς παραχώρησις, ὡς octroi, ἐκ τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας γινομένη. Ὁ νόμος λόγου χάριν τῆς Ἰταλίας ἀναγνωρίζει τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν ὡς παραχώρησιν· ὁ νόμος τῆς Αὐστρίας ποιεῖται διάκρισιν μεταξὺ τοπικῆς ἀστυνομίας καὶ γενικῆς ἀστυνομίας, καὶ τὴν μὲν τοπικὴν ἀστυνομίαν τὴν θεωρεῖ ἐνασκουμένην ὑπὸ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν ὡς ἐξ ἰδίου δικαιώματος, τὴν δὲ γενικὴν ἀστυνομίαν ὡς κατὰ παραχώρησιν τοῦ Κράτους. Ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν ἠδύνατο ἡ ἀστυνομία ἢ νὰ κανονίζηται κατὰ τοὺς κανόνας τῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἐν Ῥωσσίᾳ, καὶ ἐκεῖ ἀναγνωρίζεται δικαίωμα ἀστυνομίας δημοτικόν, ἀλλ’ ἀναγνωρίζεται ὑπὲρ τῶν ἀγροτικῶν δήμων. Ἀλλὰ τέλος πάντων, εἴτε ὡς ἴδιον δικαίωμα, εἴτε ὡς πηγάζον ἐκ παραχωρήσεως, ἁπανταχοῦ ἀναγνωρίζεται δικαίωμα ἀστυνομικὸν εἰς τοὺς δήμους. Καὶ τῷ ὄντι δὲν ἠδύνατό τις, Κύριοι, νὰ ἐννοήσῃ αὐτοδιοίκησίν τινα ἄνευ παρομαρτούσης ἀστυνομικῆς ἐξουσίας. Ἀστυνομική τις ἐξουσία ἀναγνωρίζεται εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἰδίως καὶ ὑπὲρ ἑταιριῶν ἀκόμη, διότι τῷ ὄντι μία τις ἀστυνομικὴ ἐξουσία δὲν δύναται ἢ νὰ παρακολουθῇ πάντα ὀργανισμόν, ἀναγνωρίζοντα τὴν δημοτικὴν αὐτοδιοίκησιν, ἀναγνωρίζοντα τὸ αὐθυπόστατον τοῦ δήμου ὡς τι οὐχὶ αὐθαιρέτως ὑπὸ τοῦ Κράτους δημιουργούμενον, ἀλλ’ ὡς πηγάζον ἐξ αὐτῶν τῶν ὅρων τῆς κοινωνικῆς ὑπάρξεως. Ἅμα τοῦτο ἀναγνωρίζητε, δὲν δύνασθε ἢ νὰ ἀναγνωρίσητε τοπικὴν ἀστυνομίαν ὡς συμφυᾶ πρὸς τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν λειτουργίαν τοῦ δήμου, διότι ἀναγνωρίζετε τὸν δῆμον ὡς ἔχοντα δικαίωμα περιουσίας, ὡς ἔχοντα τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ φόρους, ὡς ἐνδιαφερόμενον ἑπομένως νὰ ἀναπτύξῃ τοὺς πόρους αὑτοῦ καὶ ὡς ἔχοντα καθήκοντα νὰ ἐκτελέσῃ ὡς πρόσωπόν τι ἰδιαίτερον. Πῶς δύνασθε λοιπὸν νὰ μὴ ἀναγνωρίζητε εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ προστατεύῃ τὰ ἀντικείμενα ἐκεῖνα, ἐκ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ ἀντλήσῃ τοὺς πόρους του, νὰ προστατεύσῃ τὴν ἐν τοῖς ὁρίοις αὑτοῦ τάξιν, ἡ ὁποία τῷ εἶναι ἀναγκαία, ὅπως καλλιεργήσῃ, οὕτως εἰπεῖν, καὶ ἀναπτύξῃ τοὺς πόρους αὑτοῦ, τῶν ὁποίων ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην, ὅπως ὑπάρξῃ; Λοιπὸν ἀποδεχόμενοι τὴν ὕπαρξιν τῶν δήμων, ἔστω τὴν στοιχειώδη, ὠφείλετε νὰ παραδεχθῆτε καὶ ἀστυνομίαν τινὰ συμφυᾶ πρὸς τὴν αὐτοδιοίκησιν ταύτην. Ἐὰν δὲν παραδεχθῆτε τὴν συμφυᾶ ταύτην ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, εἶναι προτιμότερον νὰ καταργήσητε τὸν δῆμον, διότι ἡμεῖς, παραγνωρίζοντες τὴν ἔννοιαν τῆς δημοτικῆς αὐτονομίας, κατηντήσαμεν πλέον εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε νὰ πλάττωμεν ἰδανικά, νὰ νομίζωμεν ὅτι ἔχομεν δῆμον ἐλεύθερον καὶ αὐτοδιοικούμενον, καὶ νὰ τὸν ἔχωμεν μόνον ὡς ἓν πρόσκομμα τῆς διοικήσεως. Εἶναι ἓν θνησιμαῖον, οὕτως εἰπεῖν, τὸ ὁποῖον παρεμβάλλεται καὶ προσπίπτει εἰς τοὺς πόδας τῆς ἐν γένει πολιτικῆς ἐξουσίας, εἶναι ἓν πτῶμα, καὶ δὲν ἐννοῶ, τί τὸ θέλετε αὐτὸ τὸ πτῶμα καὶ δὲν τὸ παραμερίζετε, ὅπως κινῆσθε ἐλευθέρως, εἶναι πτῶμα, ὡς τὸ κατεστήσαμεν, ἀπόζον πλέον, ἐνῷ παρασυρόμεθα μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἔχομεν δημοτικοὺς θεσμοὺς καὶ δημοτικὴν αὐτονομίαν. Ἔχομεν τὰς ἀθλιότητας τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, χωρὶς οὐδὲν καλὸν νὰ ἔχωμεν. Πόρους ὑλικοὺς δὲν ἔχουσιν οἱ δῆμοι, ἀστυνομίαν δὲν ἔχουσιν, ἄλλο τι δὲν ἔχουσι· τί τοὺς θέλομεν; Τί ἀπολαμβάνει ἡ κοινωνία ἐξ αὐτῆς τῆς ὑποτιθεμένης αὐτοδιοικήσεως; Μᾶς εἶναι μόνον ἓν πρόσκομμα, καὶ προκειμένου νὰ καταστήσωμεν νέαν ἀστυνομίαν, τῆς ὁποίας ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην τὸ Κράτος, εὑρισκόμεθα εἰς περιπλοκὴν, δὲν γνωρίζομεν τί νὰ κάμωμεν, πῶς νὰ συνδυάσωμεν τὸ φάσμα αὐτὸ πλέον τῆς δημοτικῆς αὐτοδιοικήσεως μὲ τὴν ἀνάγκην τῆς δημοσίας τάξεως, καὶ πλάττομεν τραγελάφους, καὶ πλάττομεν δικέφαλα τέρατα, καὶ θέτομεν τὸν δημοτικὸν ἀστυνόμον παραπλεύρως μὲ τὸν ἐνωμοτάρχην, ὁ ὁποῖος θὰ ἀσκῇ τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν μαζῆ του, καὶ δὲν λέγομεν ποῖος πρόκειται νὰ κυβερνᾷ τὸν ἄλλον, καὶ νομίζομεν ὅτι θὰ ἔχωμεν ἀστυνομίαν, ἐνῷ πρέπει ἴσως νὰ δημιουργήσωμεν μίαν ἄλλην ἀστυνομίαν, ἵνα προλαμβάνῃ καὶ καταστέλλῃ τὰς ῥήξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ γεννῶνται μεταξὺ τοῦ ἐνωμοτάρχου καὶ τοῦ δημοτικοῦ ἀστυνόμου! Χρειαζόμεθα μίαν ἄλλην ἀστυνομίαν, διότι πολλάκις θὰ ξυλοκοπῶνται, διότι πολλάκις ὁ ἀστυνόμος θὰ καλῇ τοὺς πολίτας ἐναντίον τοῦ ἐνωμοτάρχου, καὶ ἄλλοτε μὲν ὁ δημοτικὸς ἀστυνόμος θὰ συλλαμβάνῃ τὸν ἐνωμοτάρχην, ἄλλοτε δ’ ὁ ἐνωμοτάρχης τὸν ἀστυνόμον. Μοὶ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς προχθές: «μήπως δὲν ἔχομεν εἰς τὸ διάταγμα τοῦ 1836 τὴν αὐτὴν κατάστασιν;» Ἀνέγνωσα, Κύριοι, τὸ διάταγμα τοῦ 1836. Δὲν εὗρον ἐντελῶς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, αὐτὴν τὴν διαρκῆ δυαρχίαν, δὲν τὴν εὗρον ἐντελῶς ἀνεγνωρισμένην εἰς τὸ διάταγμα τοῦ 1836. Τί εὗρον; Εὗρον ὅτι ὁ ἀστυνόμος δύναται νὰ προσκαλῇ τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν, καὶ πρὸ πάντων τὴν χωροφυλακὴν, ὅταν ὑπάρχῃ ἀνάγκη διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν· καὶ ὑπάρχει σχέδιον τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπευθύνῃ ὁ ἀστυνόμος πρὸς τὸν μοίραρχον, καθ’ ὑπόθεσιν, ἢ τὸν ἐνωμοτάρχην. Ἀλλὰ τέλος πάντων δὲν προσπίπτει ἀμέσως εἰς τὴν ἐντύπωσιν τὸ δικέφαλον τῆς ἀρχῆς, ὅτι ἔχομεν δύο ἀρχάς. Ὁ ἀστυνόμος προσκαλεῖ τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν—καὶ ὑπάρχει καὶ ἡ φράσις «προσκαλοῦμεν ὑμᾶς ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως»,—καὶ προσκαλεῖ ὁ ἀστυνόμος, ὅταν αἰσθάνηται τὴν ἀνάγκην. Ἀλλ’ ἐδῶ δὲν ἔχομεν τὸν τύπον τοῦτον τῆς συμπράξεως, τῆς ἐν ἀνάγκῃ συμπράξεως· ἐνταῦθα ἔχομεν τὸν ἐνωμοτάρχην συναστυνομεύοντα, οὕτως εἰπεῖν, μετὰ τοῦ δημοτικοῦ ἀστυνόμου διαρκῶς καὶ ὑποχρεωτικῶς.
§292ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτοῦ.
§293ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐν τούτοις ὁ ἐνωμοτάρχης δὲν φαίνεται ἀπὸ τί δύναται νὰ ἐμποδισθῇ, ὅπως μὴ ἐνεργήσῃ τι μὴ συμφώνως μετὰ τοῦ ἀστυνόμου. Ὁ ἐνωμοτάρχης ἔχει ἀνώτερον τὸν μοίραρχον ἢ ὑπομοίραρχον, καὶ ἔχομεν τὴν στρατιωτικὴν ἐξουσίαν ἢ τὴν χωροφυλακὴν ἐκτελοῦσαν ἀστυνομικὰ καθήκοντα καὶ κατὰ τοὺς νεωτέρους νόμους. Λοιπὸν δὲν ἠξεύρω τί θὰ ἐμποδίσῃ τὸν ἐνωμοτάρχην νὰ εἴπῃ πρὸς τὸν ἀστυνόμον: «ἐγὼ καλοῦμαι εἰς τὴν γενικὴν ἀστυνομίαν ἐκ τῶν κανονισμῶν τῆς χωροφυλακῆς, ἀλλὰ καλοῦμαι καὶ εἰς τὴν εἰδικὴν ἀστυνομίαν τοῦ δήμου ἐκ τοῦ νόμου αὐτοῦ, δυνάμει τοῦ ὁποίου ὑπάρχεις καὶ σύ.» Δὲν βλέπω λοιπὸν, ὅτι εἶναι κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ εἰς τὸ διάταγμα τοῦ 1836 ἡ δυαρχία αὕτη, ὅπως εἶναι ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ. Ἀλλὰ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἔσπευτα νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἔχω ἐγὼ καὶ τόσην εὐλάβειαν πρὸς τὸ εὔρυθμον τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τοῦ 1836· διότι τὸ εὔρυθμον ἐν ἐκείναις ταῖς διατάξεσι δὲν ὑπάρχει ἢ μόνον ἐν τούτῳ, ὅτι πάντες ὑπεῖκον εἰς ἕνα μονάρχην· ἀλλὰ σήμερον ἔχομεν ἀνάγκην ἐν τῷ Κράτει ἡμῶν νὰ συντάξωμεν θεσμοὺς ἀναλόγως πρὸς τὴν πρόοδον τὴν κοινωνικὴν, πρὸς τοὺς ὅρους τοῦ κοινωνικοῦ καὶ τοῦ πολιτικοῦ βίου, ὁ ὁποῖος βεβαίως ἀνεπτύχθη σήμερον. Δὲν εἴμεθα ὑπὸ ἐκείνην τὴν κατάστασιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν διετελοῦμεν τότε, οὐδὲ κοινωνικῶς, ἀλλὰ πρὸ πάντων δὲν εἴμεθα ἤδη εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν πολιτικῶς. Ποία σύγκρισις ὑπάρχει, ποία ὁμοιότης μεταξὺ τοῦ πολιτικοῦ βίου τοῦ σημερινοῦ καὶ τοῦ πολιτικοῦ βίου τοῦ 1836; Καὶ ἐὰν, Κύριοι, περὶ τὰ ἄλλα δυνάμεθα ἀδιαφόρως νὰ ἔχωμεν πρὸς τὴν κατάστασιν ἡμῶν, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἡ κατάστασις ἡ σημερινὴ πρέπει πρωτίστως νὰ μᾶς ἐμπνεύσῃ τὴν ἰδέαν, ὅτι συντόνως πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν περὶ ἀστυνομικῆς τάξεως ἐν τῷ Κράτει. Βεβαίως μεγάλη ἀφροσύνη θὰ ἦτο, μεγάλη ἀμβλυωπία καὶ ἀποτύφλωσις, ἐὰν δὲν ἐβλέπομεν ὅτι ἔχομεν μεγίστην ἀνάγκην ἀστυνομίας πλέον, οὐδὲ δυνάμεθα ἤδη νὰ ἀδιαφορῶμεν καὶ πρὸς σημεῖά τινα τῶν καιρῶν, τῶν ὁποίων ἔχομεν ὅπως δήποτε δείγματα, ὅσον καὶ ἂν ἦναι τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος ἀνεπίδεκτον τάσεων ἀναρχικῶν, ἀλλ’ ἔχομεν ὅπως δήποτε σημεῖά τινα, ἕνεκα τῶν ὁποίων πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ καταρτίσωμεν ἀστυνομικὴν τάξιν ἐν τῷ Κράτει. Δὲν πρόκειται πλέον περὶ θεωριῶν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ κινδύνου καὶ ἡμῶν αὐτῶν. Ἐν τούτοις, Κύριοι, προκειμένου περὶ τοιούτου θέματος σπεύδομεν νὰ νομοθετήσωμεν ἄνευ τῆς προσηκούσης μελέτης. Ποῖος δύναται ἐξ ἡμῶν, Κύριοι, νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ θέμα τοῦτο τὸ ἐμελέτησε; Πῶς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι σπουδαίως νομοθετοῦμεν ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ ἐσπευσμένως, προκειμένου νὰ καταρτίσωμεν θεσμὸν ἀστυνομίας; Ἐὰν ὑπάρχῃ τις ἀνάγκη νὰ σπεύσωμεν νὰ νομοθετήσωμεν, βεβαίως δὲν ἔχω καὶ ἐγὼ ἀντίῤῥησιν· ἀλλ’ ἐὰν νομίζωμεν ὅτι σπουδαῖόν τι πράττομεν, νομοθετοῦντες οὕτω καὶ περὶ τοιούτων ἀντικειμένων, νομίζω ὅτι ἀπατώμεθα. Δὲν ἔχω νὰ φοβηθῶ τίποτε πλειότερον ἐκ τῶν ἀταξιῶν. Ἐὰν θέλετε τὰ πάντα νὰ παραιτήσωμεν, καὶ, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, νὰ τὰ μουντζώσωμεν, καὶ νὰ ἀφεθῶμεν εἰς τὸ πεπρωμένον, οὐδὲν ἔχω νὰ ἀντείπω. Ἂς σπεύσωμεν νὰ ψηφίσωμεν καὶ τὸν νόμον αὐτὸν περὶ ἀστυνομίας καὶ οἱονδήποτε ἄλλον νόμον ἔχομεν ὑπ’ ὄψει ἡμῶν, καὶ ἂς μεταβῶμεν εἰς τὰς οἰκίας μας. Νομίζω ὅμως, Κύριοι, ὅτι πᾶν ἄλλο νομοθέτημα ἐσπευσμένως δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν καὶ οὐχὶ τὸν νόμον περὶ ἀστυνομίας. Τοὐλάχιστον ἐγὼ δὲν βλέπω τὸν λόγον τοῦ ἐπείγοντος, διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ σπεύσωμεν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἀπό τινων ἐτῶν καθιερώσαμεν μίαν ἀρχὴν, ὅτι εἰς τὴν διοίκησιν δὲν πειράζει ἂν ὑπάρχῃ βραδύτης, εἰς τὴν νομοθεσίαν ὅμως χρειάζεται ταχύτης, καὶ λυποῦμαι, διότι συνηγωνιζόμεθα ἄλλοτε μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐναντίον τῆς ἐπισπεύσεως τῆς ψηφίσεως τῶν νόμων. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὐλόγως ἴσως γελᾷ, διότι προτιμᾷ...
§294Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, ὄχι! μὲ συγχωρεῖτε, δὲν γελῶ δι’ ὅσα λέγετε· ὑπῆρξε μία ἄλλη αἰτία, ἡ ὁποία μὲ ἔκαμε νὰ μειδιάσω, αἰτία ἀλλοτρία ὑμῶν.
§295ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγω ὅτι ἠδύνασθε νὰ γελάσητε δι’ ἐμὲ προσωπικῶς· δὲν σᾶς ἔκαμα αὐτὴν τὴν ἀδικίαν, νὰ ὑποθέσω ὅτι δύνασθε νὰ γελάσητε δι’ ἐμὲ προσωπικῶς.
§296Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποτέ!
§297ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἠδύνασθε νὰ γελάσητε δι’ ἓν ἄλλο, ἐπὶ τῇ ὑπομνήσει ὅτι ἄλλοτε ἐφωνάζομεν κατὰ τῆς ἐπισπεύσεως τῆς ψηφίσεως τῶν νόμων καὶ κατὰ τῆς πολυνομίας· ἐξελαρυγγίσθημεν τῷ ὄντι, ἐπὶ ἔτη φωνάζοντες κατὰ τοῦ κακοῦ αὐτοῦ. Ἐὰν τὸ κακὸν αὐτὸ δὲν τὸ ἐδημιουργήσατε ὑμεῖς, ἀλλὰ βεβαίως τὸ συνεχίζετε, διότι βλέπομεν, ὅτι ἐν ὀλίγαις ἡμέραις ψηφίζομεν νόμους ἀρκετὰ πολλοὺς, καὶ ὅτι θεμελιωδεστάτους θεσμοὺς ζητοῦμεν νὰ ψηφίσωμεν ἐσπευσμένως. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ἐὰν περὶ ἄλλα νομοθετήματα δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τοῦτο, τοὐναντίον προκειμένου περὶ τῆς ἀστυνομικῆς τάξεως ἐν τῷ Κράτει δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ὑπομονὴν ὀλίγων ἡμερῶν, νὰ μὴ σπεύσωμεν δὲ ἐν τῇ ψηφίσει τοῦ νομοθετήματος τούτου, καὶ νὰ ἀφήσωμεν αὐτὸ τουλάχιστον νὰ τὸ ψηφίσωμεν, ὅταν ἐπανιδωθῶμεν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, ἀφοῦ ἐν τῷ μεταξὺ μάλιστα ἴδωσι πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων καὶ τὰς ἐπαρχίας καὶ τὴν κατάστασιν αὐτῶν καὶ τὸ φρόνημα ἐν γένει τῶν ἐκλογέων των. Τότε θὰ σκεφθῶμεν ἴσως πρακτικώτερον περὶ ἀστυνομίας, τῆς ὁποίας τόσην ἔχει ἀνάγκην ὁ τόπος.
§298Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν μὲ ἀφῆκαν ν’ ἀκολουθήσω μετὰ προσοχῆς τοὺς λόγους τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἀγορεύσεώς του· ἤκουσα ὅμως κεφαλαιώδη τινά. Πάντα τὰ περὶ τῆς ἀρχαίας νομοθεσίας ἐπὶ τῆς πρώτης Βασιλείας μοὶ φαίνεται ὅτι τὴν ὥραν ταύτην ἴσως δὲν προσῆκε νὰ σᾶς ἀπασχολήσωσιν εὐλόγως. Ἡ ἱστορία θέλει κρίνει περὶ αὐτῶν. Μὲ ἠδίκησεν ὅμως, ὅταν ἔλεγεν, ὅτι ἐγὼ τὸν παρέπεμψα εἰς τὸ διάταγμα τῆς ἀστυνομίας. Ὅταν ὡμίλει περὶ τοῦ διφυοῦς ἢ τοῦ τραγελαφικοῦ χαρακτῆρος τῆς χωροφυλακῆς, τὸν παρέπεμψα νὰ ἀναγνώσῃ τὸν κανονισμὸν τῆς χωροφυλακῆς τοῦ 1834, ἀλλὰ ὑπέλαβεν ὅτι τὸν παρέπεμπον εἰς τὸ διάταγμα τοῦ 1836. Ὁ κανονισμὸς τῆς χωροφυλακῆς εἶναι τοιοῦτος. Τὸ σῶμα εἶναι πολυφυές, καὶ εἶναι πολυφυὲς καὶ μετὰ σοφίας συνέστη τοιοῦτον. Ἐὰν ἐπετρέπετο εἰς ἑκάστην ἀρχὴν νὰ ἔχῃ ἴδια ὄργανα, ἀφήνω τὴν μεγάλην δαπάνην, ἡ ὁποία ἤθελεν ἀπαιτηθῆ, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν τὰ ὄργανα ἑκάστης ἀρχῆς νὰ συνταχθῶσιν ὡς σῶμα στρατιωτικόν, νὰ ὑπόκεινται εἰς πειθαρχίαν καὶ νὰ παρέχωσιν ἐγγύησιν, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις θέλει γίνεσθαι ὅσον τὸ δυνατὸν ἄψογος. Αὐτὴν τὴν σοφίαν εἶχεν ὁ ἱδρύσας τὴν χωροφυλακήν, ὠργάνωσε δὲ τῷ ὄντι σῶμα πολυφυές, καὶ ἐνῷ εἶναι σῶμα στρατιωτικῶς ὠργανωμένον καὶ διὰ τὴν ὀργάνωσιν αὐτοῦ ὑποκείμενον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐνῷ ἔταξεν αὐτὸ ὑπὸ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπειδὴ εἶναι σῶμα στρατιωτικόν, ὑπήγαγεν ὅμως αὐτὸ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἑκάστης τῶν ὑπηρεσιῶν εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάγεται ἡ ὑπηρεσία ἡ ἀνατιθεμένη εἰς αὐτό. Ὑπήγαγε λοιπὸν αὐτὸ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δι’ ὅλα τὰ ἔργα τῆς διοικήσεως, ὑπήγαγεν αὐτὸ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης δι’ ὅλην τὴν σύμπραξιν, τὴν ὁποίαν παρέχει εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ὑπήγαγεν αὐτὸ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν διὰ τὴν καταδίωξιν καὶ σύλληψιν τῶν λιποτακτῶν τοῦ ναυτικοῦ, ὑπήγαγεν αὐτὸ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν βοήθειαν, τὴν ὁποίαν δίδει εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων φόρων καὶ τὴν διάσωσιν τῶν δημοσίων κτημάτων καὶ δι’ ὅλας τὰς ὑπηρεσίας τὰς ὑπαγομένας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Τί διφυὲς καὶ τί τραγελαφικὸν ἔχει τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομίας; Ἐὰν ἠθέλετε ἀναγνώσει διατάξεις τινὰς τοῦ κανονισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς, ἠθέλετε πεισθῆ, κύριε συνάδελφε, ὅτι αὐτά, τὰ ὁποῖα ὑμεῖς θεωρεῖτε τραγελαφικά, εἶναι σοφία τοῦ παρελθόντος (ἀναγινώσκει)... Λοιπὸν αὐτὸ πρόκειται νὰ ἐκτελέσῃ ἡ χωροφυλακή, ὅταν καλῆται ἀπὸ τὸν ἀστυνόμον, καὶ ὅταν δὲν καταγγέλληται ἀπὸ τὸν προϊστάμενον, ὁ ὁποῖος καταγγέλλει τὸν ὑφιστάμενον, ὁσάκις δὲν ἐκτελῇ τὸ καθῆκόν του. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς ἄρθρα μεταγενέστερα, οὐχὶ ὅμως ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου, ἐνῷ ὑμεῖς ἀνεμίξατε πάντα ταῦτα ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου. Τὸ πρῶτον ἄρθρον τὸ παρεστήσατε ὡς δικέφαλον τέρας, ἀλλὰ βεβαίως κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον ἐγὼ δὲν ἠδυνήθην ν’ ἀντιληφθῶ· παρεστήσατε τὸ πρῶτον ἄρθρον ὡς ἀναιρούμενον ἀπὸ τὰ ἑπόμενα. Εἴπετε ὅτι τὴν ἀρχὴν ἀναγράφει τὸ πρῶτον ἄρθρον, τὰ δ’ ἄλλα ἄρθρα ἀναιροῦσι τὴν ἀρχήν. Ἰδοὺ ἀρχὴ ἐπαναστάσεως! Αὐτὰ εἶναι πρωτοφανῆ. Τὸ πρῶτον ἄρθρον θέτει ὡς ἀρχὴν, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει δημοτικὴν ἀστυνομίαν ἐκτελουμένην δι’ ὀργάνων τοῦ δήμου· τὰ ἑπόμενα ἄρθρα περιγράφουσιν, ὅτι εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ τῶν ἐπαρχιῶν εἶναι διοικητικὴ ἀστυνομία. Τὸ ὑπόλοιπον τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον εἶναι τὰ ⅔ τοῦ Κράτους, ἔχει δημοτικὴν ἀστυνομίαν. Ποῦ ἀναιρεῖται ἡ ἀρχή; Καὶ ποῦ ἀνατρέπεται; Καὶ ποῦ εἶναι ἡ ἐπανάστασις; Καὶ ποῦ εἶναι ἡ ἀναρχία; Δὲν βλέπω. Ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἦμαι ὀξυδερκὴς, νὰ ἀμβλυωπῶ, ἀλλὰ δὲν βλέπω τὴν ἐπανάστασιν. Εἶναι ὅπως ὑπῆρχε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη πέρυσι. Δὲν ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον τοιοῦτον εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις; Ἐὰν ἤθελεν ὑποβληθῆ εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ ὁ Βασιλεὺς ἤθελε κυρώσει αὐτὸ διὰ τῆς ὑπογραφῆς του, δὲν ἤθελεν εἶναι νόμος τοῦ Κράτους; Τί κακὸν ἔχει τοῦτο; Ἀναγράφει λοιπὸν, ὡς ἀντίθεσιν τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὅτι ἀναιρεῖται ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὁ ὁποῖος ἀπεγύμνωσε τοὺς δήμους ἀπὸ τοῦ ἀστυνομεῖν, καὶ ἐπανέρχεται ὁ νόμος ὁ ἀρχικὸς, ὅτι οἱ δῆμοι ἀστυνομοῦσιν, ἐνασκοῦσι τὴν τοπικὴν ἀστυνομίαν, πλὴν τῆς πρωτευούσης τοῦ Κράτους, τῶν πρωτευουσῶν τῶν νομῶν καὶ τῶν πρωτευουσῶν τῶν ἐπαρχιῶν. Νομίζω ὅτι εἶναι φυσικωτάτη, τακτικωτάτη ἡ κατάταξις. Ἐὰν ὑμεῖς ἐπιμένετε νὰ θεωρῆτε, ὅτι ἡ ἀρχὴ ἀναιρεῖται καὶ ὅτι ὑπάρχει ἀναρχία, βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἐμποδίσω, ἀλλ’ ἐγὼ, ὅπως σκέπτομαι, εὑρίσκω τὴν ἀρχὴν ὀρθοτάτην καὶ τὴν ἐξαίρεσιν αὐτῆς.
§299ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πταίει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δι’ ὅσα εἶπε περὶ τῆς παραγνωρίσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, καὶ τὸν εὐχαριστῶ διὰ τοῦτο. Δὲν προσεῖχεν εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔλεγον, καὶ ἀπαντᾷ μόνον εἰς ὅσα δὲν ἤκουσεν. Ὑπέθεσεν ὅτι εἶπον ἄλλο τι· δὲν ἤκουσε τί εἶπον, καὶ ἀπαντᾷ, καὶ προκαλεῖ ἑπομένως τὴν συζήτησιν. Ἐπειδὴ πρὸ ὀλίγου ἦτο ἀπὼν καὶ ἤδη ἐνεφανίσθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναλάβω (γέλωτες).
§300Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σᾶς ἀκολουθήσω. Ἡ προσοχή μου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσηλωθῇ περισσότερον.
§301ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ἀνάγκην λοιπὸν νὰ εἴπω διατί εἶπον αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπον, ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου. Ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος διότι τὸ ἄρθρον 1 λέγει, ὅτι «ἐκτελοῦνται τὰ ὑπὸ τοῦ εἰρημένου Β. Διατάγματος (τῆς 31 Δεκεμβρίου 1836) διατασσόμενα, ἀλλ’ ὡς ταῦτα ἐτροποποιήθησαν διὰ τῶν ἄρθρων 2, 3 καὶ 4 τοῦ ᾼϠΙϚʹ νόμου τῆς 31 Μαρτίου 1891». Τί δὲ λέγει τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου τοῦ 1891, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζεται ὡς βάσις τοῦ νέου θεσμοῦ διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου; Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου τοῦ 1891 λέγει, ὅτι «οἱ κλητῆρες καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῆς ἀστυνομίας διορίζονται ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου», καὶ ὁ νόμος αὐτὸς, τὸν ὁποῖον σήμερον ψηφίζομεν, λέγει ὅτι οἱ κλητῆρες καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῆς ἀστυνομίας εἶναι ὁ ἐνωμοτάρχης μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν χωροφυλάκων, οἱ ὁποῖοι συντάσσονται μαζῆ μὲ τὸν ἀστυνόμον διὰ τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν. Τώρα ἤθελεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπω ταῦτα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 15, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὸν νέον αὐτὸν θεσμόν; ἢ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1, τὸ ὁποῖον θέτει εἰς ἀναίρεσιν τὸν ἄλλον θεσμόν; Νομίζω ὅτι κανονικώτερον θὰ ἦτο νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1· διότι, ἐὰν ὡμίλουν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 15, θὰ μοὶ ἔλεγες· «πῶς δὲν ὁμιλεῖς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1, τὸ ὁποῖον θέτει ὡς βάσιν αὐτό, ὅτι ὁ ἀστυνόμος διορίζει τοὺς κλητῆρας; Μήπως ὁ ἀστυνόμος πρόκειται νὰ διορίζῃ τὸν ἐνωμοτάρχην καὶ τοὺς χωροφύλακας, διὰ νὰ συμβιβάζωνται τὰ δύο αὐτὰ ἄρθρα;» Ἀλλὰ νομίζω ὅτι παίζομεν μὲ τὴν ἰδέαν τῆς αὐτοδιοικήσεως τῶν δήμων καὶ μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν εἶναι δικαίωμα τῶν δήμων, ἐνῷ τὸ κατεστήσαμεν μίαν εἰρωνείαν. Τὸ ἀστυνομεῖν εἶναι δικαίωμα τῶν δήμων! Κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου τοῦ 1891, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται ὡς θεμελιῶδες καὶ τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζεται ὡς θεμελιῶδες, τὸ δικαίωμα εἶναι ἔμπρακτον, ὅταν ὁ ἀστυνόμος δύναται νὰ διορίζῃ τοὺς κλητῆρας, ἢ τοὐλάχιστον ὅταν δὲν πρόκειται νὰ διορίζητε τοὺς κλητῆρας κατὰ τοῦ ἀστυνόμου· ἀλλὰ νὰ μοὶ λέγητε πλέον, ὅτι ἀναγνωρίζετε τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν σήμερον, ὅταν ἔχητε μὲν τὸν ἀστυνόμον, ἀλλὰ ἔχητε καὶ τὸν ἐνωμοτάρχην μὲ τοὺς χωροφύλακας, ὡς μόνην δύναμιν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ μεταχειρισθῇ ὁ ἀστυνόμος!... Ἕως τώρα, Κύριοι, ἐγνώριζον ὅτι ἡ πραγματικὴ τιμή, τὴν ὁποίαν ἀπελάμβανον οἱ εἰδικοὶ πάρεδροι τῶν χωρίων, ἤτοι τὸ ξυλοκόπημα παρὰ τῶν ἀποσπασμάτων, ἀνῆκε μόνον εἰς τοὺς παρέδρους, διότι τὸ ἀπόσπασμα, μεταβαῖνον εἰς τὰ χωρία καὶ μὴ εὐχαριστούμενον, θὰ ἔλεγε: «ποῦ εἶναι ὁ πάρεδρος;— Αὐτός.—Λοιπόν, δός του ξύλο!» (γέλωτες). Τώρα ἡ δημοτικὴ αὐτὴ αὐτοδιοίκησις ἐπεκτείνεται καὶ θὰ ἐκδηλοῦται διὰ ῥαβδισμῶν καὶ κατὰ τοῦ ἀστυνόμου καὶ κατὰ τοῦ δημάρχου. Αὐτὸ λέγεται δημοτικὴ αὐτοδιοίκησις! Ἕως τώρα ἐξυλοκοπεῖτο μόνον ὁ εἰδικὸς πάρεδρος τοῦ χωρίου, τώρα θὰ ξυλοκοπῆται καὶ ὁ δήμαρχος, καὶ θὰ ξυλοκοπῆται νομιμώτατα, δυνάμει τοῦ νόμου, διότι ἡ ἀστυνομία εἶναι καὶ μία ἐξουσία ἐκ φύσεως αὐταρχική, ἔχει ἀπέραντα ὅρια· ἅμα πρόκειται περὶ κινδύνου δημοσίας τάξεως, δύναται νὰ διαθέσῃ ὅλα τὰ μέσα. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐν μέσαις Ἀθήναις ἄλλοτε διοικητὴς τῆς ἀστυνομίας, ἐπικροτούμενος παρὰ τοῦ λαοῦ, ἐμαστίγωνεν ἁμαξηλάτας, οἱ ὁποῖοι ἔτρεχον εἰς τὰς ὁδούς, καὶ πολλοὶ ἐπεκρότουν εἰς τὰς πράξεις τῆς ἀστυνομίας! Ἀλλὰ ὑποθέσατε ὅτι εἷς ἀστυνόμος ὑποτίθεται κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ κ. ἐνωμοτάρχου ὡς παρεκτρεπόμενος, ὡς θέτων εἰς κίνδυνον τὴν δημοσίαν τάξιν· ὁ ἐνωμοτάρχης τί θέλει πράξει; Ἔχει αὐτὸς ἀστυνομικὰ καθήκοντα, μόνιμα, διαρκῆ, ἐν τῷ δήμῳ; Ὄχι, ἔλεγε τὸ διάταγμα τοῦ 1836· ἀπῃτεῖτο νὰ προσκληθῇ, κατὰ τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, παρὰ τοῦ ἀστυνόμου, ἵνα τρέξῃ, μὲ μόνην τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ ἀστυνόμου νὰ μὴ μεταχειρισθῇ σκληρὰς ἐκφράσεις, ἀλλ’ ἡ ὑποχρέωσις ὑπονοεῖ πάντοτε τὸν ἐνωμοτάρχην ὑπόχρεων, ὁσάκις λάβῃ τὴν διαταγήν, νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ, καὶ ἔχομεν τότε ἀληθῆ αὐτοδιοίκησιν. Ἀλλὰ νὰ μοὶ λέγητε καὶ ἤδη, ὅτι σήμερον θὰ ἔχητε δημοτικὴν αὐτοδιοίκησιν καὶ ὅτι ἔχετε τὸ ἀστυνομεῖν δικαίωμα τῶν δήμων, μὲ τὸ νέον νομοσχέδιον!... Οὐδὲν ἔχετε· ἔχετε ἀληθῶς—ἀναγκάζομαι νὰ τὸ ἐπαναλάβω—ἓν δικέφαλον τέρας· δὲν ἔχετε οὔτε δημοτικὴν ἀστυνομίαν, οὔτε στρατιωτικήν, οὔτε διοικητικήν. Ἔχετε τὴν ἀναρχίαν διὰ τοῦ νόμου.
§302Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἐπεριμένετε νὰ συζητήσητε περὶ τῶν θεμάτων, τῶν ὁποίων ἥψασθε ἐν τῷ ἄρθρῳ τῷ ἁρμοδίῳ, ἠθέλετε ἰδεῖ, ὅτι τὰ πράγματα δὲν ἔχουσιν ὡς ὑμεῖς ἰσχυρίσθητε, διότι ἐπὶ ταῖς παραστάσεσιν, αἵτινες ἐγένετο κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, συνετάχθη τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἐσκόπουν νὰ προτείνω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου καὶ ἡ ὁποία ἔχει οὕτω: «Ἐν τοῖς ἄλλοις δήμοις τοῦ Κράτους οἱ παρὰ ταῖς δημοτικαῖς ἀστυνομίαις δημοτικοὶ κλητῆρες δέον νὰ ἐξετέλεσαν τὴν στρατιωτικὴν αὐτῶν ὑπηρεσίαν μὲ διαγωγὴν ἐξαίρετον ἢ ἄμεμπτον, ἢ μὲ ἀντίστοιχον ἐν τῷ στρατῷ τῆς θαλάσσης, νὰ γινώσκωσι γραφὴν καὶ ἀνάγνωσιν καὶ νὰ μὴ ὑπερέβησαν τὸ 50 ἔτος τῆς ἡλικίας των. Οὗτοι διορίζονται ὑπὸ τοῦ δημοτικοῦ ἀστυνόμου, ἐγκρίσει τοῦ νομάρχου, ἐπιτρέπεται δὲ νὰ προσληφθῶσι καὶ ἑτεροδημόται.»
§303ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ (ἐγείρεται ὅπως ὁμιλήσῃ).
§304Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὴ σπεύδετε! Ἔχετε ἀνάγκην νὰ ὁμιλήσητε, βεβαίως. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀφαιρέσω τὴν εὐκαιρίαν αὐτὴν (γέλωτες). Ἀλλὰ μήπως ὅσα εἴπετε ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ἔχονται ὀρθότητος; Τὰ μνημονευόμενα ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ νομοσχεδίου ἄρθρα τοῦ νόμου τῆς 7 Μαρτίου 1891 ἀνακηρύσσουσι τὴν ἀρχὴν τῶν ἀστυνομικῶν κανονισμῶν. Οἱ ἀστυνομικοὶ νόμοι δὲν εἶναι κώδικες, οἵτινες εὑρίσκονται ἐν πᾶσι τοῖς νόμοις. Οἱ ἀστυνομικοὶ νόμοι ἀνεγράφησαν ἐν ἑνὶ διατάγματι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1836, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει τὰ καθήκοντα τῶν ἀστυνόμων, προσδιορίζει τὰ ὅρια τῆς ἐνεργείας αὐτῶν, καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μετὰ χλεύης ἀνεκοινώσατε πρὸ μικροῦ, εἶναι σοφαὶ παρακελεύσεις τῆς ἀρχῆς πρὸς τὰ ὄργανα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐκλήθησαν νὰ ἀναλάβωσιν ἐξουσίαν τοσοῦτον λεπτὴν καὶ τοσοῦτον ἐπισφαλῆ. Ἡ ἀστυνομικὴ ἐνέργεια ἡ γεγραμμένη, ἐὰν ἐκκλίνῃ, μεταβάλλεται εἰς ἀρχὴν καταπιεστικὴν καὶ καταθλιπτικήν. Ὁ συγγράψας τὸ διάταγμα ἐκεῖνο ἐσκόπει νὰ περιορίσῃ τὴν ἀστυνομικὴν ἐνέργειαν ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα διέγραφε, καὶ ἔλεγεν εἰς αὐτήν: «ἐὰν ἐκκλίνητε, θέλετε παραβῆ τὰς παρακελεύσεις αὐτάς». Αὐτοὺς τοὺς κανονισμοὺς τοὺς στρατιωτικοὺς ἀναγράφομεν ἐν τῷ ἄρθρῳ 1. Ἵνα δὲ πεισθῆτε, ὅτι οἱ κανονισμοὶ οὗτοι θέλουσιν ἐκτελεσθῆ εἰς τὸ μέλλον οὐχὶ δι’ ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ διὰ δημοτικῶν ὀργάνων, ἀνάγνωτε τὸ ἄρθρον 3. Τὸ ἄρθρον 3 ἀναγράφει ἀληθῶς κλητῆρας, τὸ δὲ ἄρθρον 15, διὰ νὰ ἀπαλλάξῃ τοὺς δήμους ἀπὸ τὰ ἔξοδα, δήμους οἱ ὁποῖοί εἰσιν ἐν πτωχεύσει, δὲν ἀναγράφει κλητῆρας ἀστυνομικούς, διότι ἡ χωροφυλακή, ὅπως μεταποιεῖται, καλεῖται νὰ ἐκπληρώσῃ πᾶσαν ὑπηρεσίαν, ἣν πρότερον ἐξεπλήρου ὁ τακτικὸς στρατὸς, κατὰ δὲ τὸ νομοσχέδιον ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἀστυνομικῶν διατάξεων δύναται νὰ ζητηθῇ ἀπὸ τὸν σταθμὸν τῆς χωροφυλακῆς τὸν ἐν τῷ δήμῳ. Καὶ διὰ τοῦτο εὑρίσκετε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἰσάγει ἀναρχίαν! Εἶναι προκεχωρηκυῖα ἡ ὥρα. Ὑμεῖς ἐπιθυμεῖτε νὰ ἀγορεύσητε. Ἴσως ἡμεῖς οἱ ἄλλοι εἴμεθα κεκμηκότες, ἀλλὰ δὲν σᾶς ἐμποδίζω νὰ ἀγορεύσητε, διότι δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσωμεν μόνον νὰ ἐπιτρέψητε εἰς ἡμᾶς νὰ μὴ σᾶς παρακολουθήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν.
§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν. Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει, καὶ τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν).
§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§307Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, ἐν τῷ δευτέρῳ στίχῳ τῆς πρώτης παραγράφου, ἀντὶ τῶν λέξεων «δύνανται νὰ διορισθῶσι καὶ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ», νὰ τεθῇ «διορίζονται μόνον ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ». Νὰ προστεθῇ δὲ μετὰ τὴν δευτέραν παράγραφον νέα τοιαύτη, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Καὶ εἰς τοὺς ἐνωμοτάρχας δὲ καὶ τοὺς ὑπενωμοτάρχας καὶ τοὺς χωροφύλακας, τοὺς παρὰ τῇ Διευθύνσει τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ὑπηρετοῦντας, ἀπονέμεται ἑκάστῳ μηνιαία ἀποζημίωσις δραχμῶν δέκα καὶ πέντε κατὰ μῆνα· τῶν ἀπὸ τῆς ἀστυφυλακῆς δὲ μετατεθέντων εἰς τὴν χωροφυλακὴν τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, ἂν ἔχωσι συμπεπληρωμένην πρὸ τῆς εἰς τὴν χωροφυλακὴν μεταθέσεως δεκαετῆ ὑπηρεσίαν, κανονίζεται κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 11, 20, 21 καὶ 23 τοῦ ΑΡΠΘʹ νόμου τῆς 19 Ἀπριλίου 1884.»
§308ΜΑΝΕΣΗΣ. Τοῦ βαθμοῦ, ὃν εἶχον πρὸ τῆς κατατάξεως.
§309Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι. Ὁ νόμος τοῦ 1884 κανονίζει τὴν σύνταξιν ταύτην.
§310ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Νομίζω ὅτι, ἐπειδὴ τὰ ἔξοδα εἶναι μεγάλα ἐν Ἀθήναις, δίκαιον εἶναι, ἂν ἐγκρίνετε, νὰ προστεθῇ καὶ ὁ ἄρτος τῶν χωροφυλάκων. Εἶναι 6 δρ. καὶ 60/00 κατὰ μῆνα ὅλη ἡ δαπάνη δι’ ἕκαστον ἄνδρα, διότι εἶναι πρὸς 22 λεπτὰ τὴν ἡμέραν. Θὰ σώσητε αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους.
§311Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ὑπολογίσωμεν τί θέλουσι λαμβάνει. Ὁ ἁπλοῦς χωροφύλαξ θέλει λαμβάνει κατὰ μῆνα δραχμὰς 50, καὶ 15 ἀποζημίωσιν, 65, πλέον ἱματισμὸν καὶ ὑπόδυσιν, τὸ ὅλον 74· τώρα λαμβάνει 70. Ὁ ὑπενωμοτάρχης θέλει λαμβάνει κατὰ μῆνα δραχ. 55, καὶ 15 ἀποζημίωσιν, 70, σὺν 9 γίνονται 79 καὶ τι πλέον, τώρα δὲ λαμβάνει 80. Ἓν λείπει μόνον, ἐλλείπει τὸ δικαίωμα τῶν ἐνωμοταρχῶν τῆς ἀστυφυλακῆς νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἐνωμοτάρχου, ἀλλὰ τοῦτο μοὶ φαίνεται ὅτι οὕτως ἔπρεπε νὰ ἦναι, διότι οἱ ἐνωμοτάρχαι τῆς χωροφυλακῆς εἰσέρχονται μετ’ ἐξετάσεις, ἐνῷ οἱ ἐνωμοτάρχαι τῆς ἀστυφυλακῆς εἰσέρχονται ἄνευ ἐξετάσεων. Διὰ τοῦτο κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν νὰ τεθῇ, ὅτι οἱ ἐνωμοτάρχαι τῆς ἀστυνομίας, ὅσοι θέλουσι νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ἐξετάσεις καὶ ἐπιτύχωσιν, εἰσάγονται ὡς ἐνωμοτάρχαι.
§312Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ ἄρτου. Νομίζω ὅτι οἱ ὅροι τοῦ βίου εἶναι πολὺ δύσκολοι σήμερον. Ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ τοῖς τὸν παραχωρήσωμεν, βεβαίως ἠθέλομεν πράξει φιλάνθρωπον πρᾶξιν.
§313Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, Κύριοι, τὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου καὶ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται εἰς αὐτό. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι παραχωροῦντες τὰ αὐτὰ μέσα, τὰ ὁποῖα παρέχει ὁ περὶ ἀστυφυλακῆς νόμος, πράττομεν ἔργον δικαιοσύνης.
§314ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Πρὸς χάριν τῆς πειθαρχίας προτιμότερον νὰ λαμβάνουν δέκα δραχμὰς κατὰ μῆνα περισσότερον.
§315Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο εἶναι ὡς νὰ προτείνητε νὰ αὐξήσωμεν τὸν μισθὸν τῶν χωροφυλάκων καὶ ἀστυφυλάκων ὅλων, ἤτοι νὰ δώσητε ἄρτον εἰς 5,000 χωροφύλακας.
§316ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Διὰ τοὺς ἐν Ἀθήναις μόνον.
§317Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διατὶ αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις;
§318ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Ὅσοι ὑπηρετοῦσιν εἰς πρωτευούσας, πανταχοῦ λαμβάνουν κἄτι τι περισσότερον, ἕνεκα τῶν μεγαλειτέρων δαπανῶν, εἰς ἃς ὑποβάλλονται.
§319Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου τὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου ταμείου, θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 7. Οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοί, καλούμενοι εἰς ἐκτέλεσιν οἱασδήποτε ὑπηρεσίας, εἴτε ἐν γραφείοις εἴτε ἀλλαχοῦ, εἶναι ἴσοι. Ἑπομένως δὲν φρονῶ, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ γείνῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ ἐξαίρεσις διὰ τοὺς ἐνωμοτάρχας τῆς χωροφυλακῆς, ἤτοι διὰ τρεῖς, τέσσαρας ἢ πέντε, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀσχοληθῶσιν εἰς τὰ γραφεῖα τῆς χωροφυλακῆς, ἵνα λαμβάνουν 90 καὶ 100 δραχμάς. Ἡ ἐξαίρεσις αὕτη θὰ ἔχῃ τὸ ἑξῆς λίαν δυσάρεστον ἀποτέλεσμα· Θὰ ἐξαναγκάσῃ τοὺς ἐνωμοτάρχας νὰ μεταχειρίζωνται ὅλα τὰ μέσα, διὰ νὰ ἔλθουν εἰς τὴν ἀστυνομίαν, ὅπως λαμβάνωσι τὰς 100 δραχμάς. Οὕτω δὲ θέλετε ἔχει πιέσεις καὶ ἀπαιτήσεις ἀπὸ τοὺς ἐπιθυμοῦντας νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὰ γραφεῖα. Ἂν εἰς ὅλους ἐδίδετε τὰς 100 δραχμὰς, ἤθελον συμφωνήσει· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου εἶναι δεινὴ, μὴ ἐπιτρέπουσα τοιαύτας δαπάνας, δι’ αὐτὸ φρονῶ, ὅτι οἱ στρατιῶται πρέπει νὰ ὦσιν ἴσοι, ὅπερ καὶ ὁ κανονισμὸς ἀπαιτεῖ. Σφάλμα ἀκόμη ἔκαμον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπέτρεψαν καὶ τὴν μεταλλαγὴν τῆς ἐνδυμασίας εἰς τὴν χωροφυλακήν, δηλ. τὴν πρόσκτησιν ἐνδυμάτων ἐξ ἐρέας καλλιτέρας ποιότητος, διότι αὐτὸ κατέστρεψε τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, αὐτὸ ἔδωσε τὸ κακὸν παράδειγμα εἰς στολὰς δαπανηράς. Ἕν μέτρον δὲ, τὸ ὁποῖον θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν μόρφωσιν τῆς χωροφυλακῆς, εἶναι, ὅλοι οἱ ἐνωμοτάρχαι νὰ ἦναι ἴσοι. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι ὁ ἐνωμοτάρχης, ὁ ὁποῖος θὰ ἦναι ἐν περιπολίαις καὶ κακουχίαις καὶ ἀγρυπνίαις, ἐκεῖνος πρέπει νὰ λαμβάνῃ τὰς 100 δραχμὰς, καὶ ὄχι ὁ ἐν τοῖς γραφείοις ἐργαζόμενος ἐν πάσῃ ἀναπαύσει.
§320Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς ἐνωμοτάρχου αʹ τάξεως καὶ περὶ δύο ἐνωμοταρχῶν βʹ τάξεως καὶ περὶ τριῶν ἐνωμοταρχῶν γʹ τάξεως· σημειώσατε δὲ, ὅτι οἱ τεταγμένοι ἐν τῇ λοιπῇ ὑπηρεσίᾳ ἐν τῇ πόλει, αὐτοὶ ἔχουσι νόμιμά τινα δικαιώματα ἐκ τῶν ἐκτελέσεων τῶν ἐνταλμάτων, ἂν δὲ ἦναι εἰς τὸν Πειραιᾶ, βοηθοῦσιν εἰς τὴν σύλληψιν λαθρεμπορίων, ἐνῷ οἱ ἐν τοῖς γραφείοις μένουσι κεκλεισμένοι ἐν αὐτοῖς, μηδεμίαν ἄλλην ἔχοντες ἔκτακτον καὶ νόμιμον ἀπολαυήν. Οἱ ἐν τῇ λοιπῇ ὑπηρεσίᾳ ἐργαζόμενοι εἰς διαφόρους ὑπηρεσίας ἔχουσι ποσοστά τινα.
§321Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐν τῷ στρατῷ ὑπάρχουσιν οἱ θέλοντες νὰ ὑπηρετῶσιν ἐν τοῖς γραφείοις, καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουσι νὰ μένωσιν ἐν τοῖς γραφείοις. Εἶναι χαρακτῆρες, οἱ ὁποῖοι προτιμῶσι τὰ γραφεῖα, καὶ χαρακτῆρες, οἱ ὁποῖοι θέλουν τὴν ἄλλην ὑπηρεσίαν. Ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι καὶ ἰσότητα μισθοῦ ἂν θέσητε, θὰ ὑπάρξουν πάντοτε καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ σᾶς παρακαλοῦν νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν γραφείων, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ προτιμῶσι τὰς κακουχίας καὶ τὰς περιπετείας τῆς ἐξωτερικῆς ὑπηρεσίας. Εἶναι χαρακτῆρες, οἱ ὁποῖοί εἰσι προωρισμένοι ἐκ φύσεως, εἴτε ἐκ τῆς προθυμίας των εἴτε ἐκ τοῦ ζήλου των, νὰ θέλωσι νὰ ἐκτελῶσι τὰς περιπολίας, τὰς συλλήψεις κτλ. Βλέπομεν δὲ ἐκ τῆς συγχρόνου ἱστορίας, ὅτι χωροφύλακές τινες ἐχρησιμοποιοῦντο ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν σύλληψιν τῶν φυγοστράτων,—ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν ἄλλοι δὲν θὰ ἐξετέλουν.—Αὐτὰ εἶναι τάλαντα, τὰ ὁποῖα ἄλλοι δὲν τὰ κατέχουν. Ὁ ἐν τῷ γραφείῳ ἐπιθυμῶν νὰ ἐργασθῇ θὰ ἦναι ἄριστος ἐν τῷ γραφείῳ καὶ θὰ ἦναι δεξιὰ χεὶρ τοῦ διευθυντοῦ, ὁ ἄλλος θὰ ἦναι δεξιὰ χεὶρ διὰ νὰ ἀνακαλύψῃ ἡ ὑπηρεσία ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει ν’ ἀνακαλυφθῶσι, καὶ νὰ προλάβῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προληφθῶσι. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ ἰσότης ἐν τῷ στρατῷ εἶναι τὸ καλλίτερον ὅλων.
§322ΜΑΝΕΣΗΣ. Περιλαμβάνονται εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν καὶ οἱ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐργαζόμενοι ἐνωμοτάρχαι;
§323Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι· πρόκειται περὶ τῶν ἐν τοῖς γραφείοις τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἐργαζομένων.
§324ΚΡΙΤΣΑΣ. Μίαν παρατήρησιν ἐπὶ τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 7, ἡ ὁποία ὁρίζει ὅτι «οἱ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς διοριζόμενοι ἀξιωματικοὶ λαμβάνουσι παρὰ μὲν τῆς ὑπηρεσίας τῶν στρατιωτικῶν σωμάτων, εἰς ἃ ἀνήκουσι, τὸν μισθὸν καὶ τὰς ἀποδοχὰς τοῦ βαθμοῦ των, παρὰ δὲ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας ἀποζημίωσιν, οἱ μὲν ἔχοντες βαθμὸν ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ 60 δραχμὰς κατὰ μῆνα...» Φρονῶ ὅτι τὸ ἐπιχορήγημα τοῦτο εἶναι ὅλως περιττὸν, διότι τοῦ ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ ἡ μισθοδοσία εἶναι ἐπαρκής, ἐκτὸς δὲ τούτου ὁ διευθυντὴς τῆς ἀστυνομίας ἔχει καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα προστίθενται εἰς τὰς πλήρεις ἀποδοχάς, ἔχει κατοικίαν, θέρμανσιν κλπ. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, παρατηρῶ καὶ ἑτέραν διαφορὰν ἐπὶ τοῦ ἐπιχορηγήματος τῶν κατωτέρων ἀξιωματικῶν, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ οὐδόλως δικαιολογεῖται. Κατὰ τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου τούτου, εἰς τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦναι ὑπομοίραρχοι, δίδεται ἐπιχορήγησις 40 δραχμῶν, εἰς δὲ τοὺς ἀνθυπομοιράρχους ἢ ἀνθυπολοχαγοὺς δραχ. 30. Μοὶ φαίνεται ὅτι αὐταὶ αἱ διακρίσεις πρέπει νὰ λείψουν, προκειμένου περὶ ἀξιωματικῶν, τῶν ὁποίων αἱ μισθοδοσίαι διαφέρουν κατὰ 20 δραχμὰς, ἐνῷ αἱ ὑποχρεώσεις ὅλων εἶναι αἱ αὐταί. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὁρίσῃ δι’ ὅλους τὸν αὐτὸν μισθόν.
§325ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔδωσεν ἐξηγήσεις ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ ποίαν διάκρισιν ποιεῖται μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῇ διοικητικῇ ἀστυνομίᾳ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῇ Μοίρᾳ Ἀθηνῶν. Καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ὑπηρετοῦντες ἐν τῇ Μοίρᾳ Ἀθηνῶν διαμένουσιν εἰς τὰς Ἀθήνας, καὶ ἔχουσι τὰς αὐτὰς ἀνάγκας καὶ ἴσως τὴν αὐτὴν ἐργασίαν, καὶ ἐπιπονωτέραν ἔτι τῆς τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῇ διοικητικῇ ἀστυνομίᾳ, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα δὲν ἐκρίθη καλὸν νὰ δοθῇ ἐπιμίσθιον εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτούς, ἐνῷ δίδεται εἰς τοὺς ὑπηρετοῦντας ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς ἀστυνομίας. Νομίζω ὅτι εἶναι διάκρισις, ἡ ὁποία δὲν δικαιολογεῖται, ὄχι μόνον ὡς πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ἐν Ἀθήναις ὑπηρετοῦντας, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τοὺς ὑπηρετοῦντας ἐν ἄλλαις πόλεσι τῆς Ἑλλάδος, ὅπου αἱ δαπάναι εἶναι ἴσαι πρὸς τὰς δαπάνας τῶν Ἀθηνῶν. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ κατασταθῶσι προνομιοῦχοι αἱ θέσεις τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ Ἀθηνῶν, διότι πάντοτε θὰ γίνωνται πλάγιαι ἐνέργειαι, ἵνα διορισθῶσιν εἰς αὐτὰς τὰς θέσεις. Αὐτὰ πρέπει νὰ λείψουν.
§326ΚΡΙΤΣΑΣ. Νὰ καταργηθῶσι τὰ ἐπιμίσθια.
§327ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ καταργηθῶσι.
§328ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ τροπολογίαι θὰ συζητηθῶσι κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§329ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι πρότασις περὶ καταργήσεως τῶν ἐπιμισθίων· δὲν εἶναι τροπολογία.
§330ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι πρότασις, εἶναι σύστασις. Δὲν δύναμαι δὲ νὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν πρότασιν προφορικὴν, διότι τὸ ἀπαγορεύει ὁ Κανονισμός. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§331Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον 8 ὡς ἑξῆς: «Οἱ ἀγροφύλακες διορίζονται καὶ παύονται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ ἀγροφυλακῆς νόμου τῆς 15 Σεπτεμβρίου 1856· ἀλλ’ ἐν τοῖς δήμοις, ἐν οἷς ὑπάρχει διοικητικὴ ἀστυνομία, ἐν τῇ περιπτώσει τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ εἰρημένου νόμου διορίζονται καὶ παύονται ὑπὸ τοῦ διαχειριζομένου τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν.»
§332Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἓν τῶν σπουδαιοτέρων δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ ἰδιοκτῆται δυνάμει τοῦ περὶ ἀγροφυλακῆς νόμου, εἶναι νὰ συνέρχωνται τὰ δύο τρίτα ἐξ αὐτῶν καὶ νὰ ἐκλέγωσι τοὺς ἀγροφύλακας, ἡ δὲ ἐκλογή των νὰ κυροῦται δι’ ἀποφάσεως τοῦ νομάρχου. Βεβαίως εἰς αὐτὴν τὴν διάταξιν παραπέμπει ἡμᾶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως...
§333Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§334Ν. ΣΧΙΝΑΣ. .. Ἀλλὰ συμβαίνει πάντοτε τὸ ἀκόλουθον. Ἐν τῷ νόμῳ περὶ ἀγροφυλακῆς ἅπαντες οἱ ἰδιοκτῆται ἔχουσι τὰ αὐτὰ δικαιώματα, ἤτοι ὁ κάτοχος 200 ἢ 100 στρεμμάτων ἔχει τὴν αὐτὴν ψῆφον μὲ τὸν κάτοχον ἑνὸς στρέμματος. Τί δὲ συμβαίνει; Οἱ κάτοχοι μεγάλων ἐκτάσεων δὲν προσέρχονται εἰς ψηφοφορίαν, διότι λέγουν: «διατὶ νὰ παρουσιασθῶμεν, ἀφοῦ παρουσιάζονται τρεῖς, τέσσαρες ἢ δέκα κάτοχοι ὀλιγίστων στρεμμάτων καὶ μηδενίζουσι τὴν ψῆφόν μας;» Ἑπομένως ὁ κύριος λόγος, δι’ ὃν δὲν λειτουργεῖ ὁ περὶ ἀγροφυλακῆς νόμος, εἶναι ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται ὅλοι τίθενται ἐν ἴσῃ μοίρᾳ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως μεταῤῥυθμίσωσι τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ περὶ ἀγροφυλακῆς νόμου, ἵνα οὗτος λειτουργῇ καλῶς καὶ πρεπόντως. Ἀλλ’ ἤδη, μὲ τὴν ὑποβληθεῖσαν τροποποίησιν, ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν περιφέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχει διοικητικὴ ἀστυνομία, τί κοινὸν ἔχει μὲ τὴν ἀγροφυλακὴν ὁ ἀστυνόμος; ποῦ γνωρίζει τὰ κατάλληλα πρόσωπα ὁ ἀστυνόμος, ἵνα διορίζῃ καὶ παύῃ τοὺς ἀγροφύλακας; Ἐγένοντο ἐν τῇ ἐμῇ ἐπαρχίᾳ τοιαῦται καὶ τοσαῦται περιπλοκαὶ ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου, ὥστε σᾶς βεβαιῶ, ὅτι μετὰ πολλοῦ κόπου, ἀναμιχθεὶς καὶ ἐγὼ, κατώρθωσα νὰ ἐπιφέρω ἁρμονίαν μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τῶν ἀρχῶν.
§335Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀποκρύπτω ὅτι ὁ περὶ ἀγροφυλακῆς νόμος, ἂν καὶ στηρίζεται ἐπὶ βάσεως ὀρθῆς καὶ εὐλόγου, εἶναι δεκτικὸς τροποποιήσεως, καὶ χρήζει τοιαύτης, οὗ ἕνεκα ἡ λειτουργία αὐτοῦ δὲν ἀπέφερε τοὺς καρποὺς, τοὺς ὁποίους προσεδοκῶμεν. Ὑποθέτω δὲ ὅτι ὁ διευθύνων τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν Ὑπουργὸς θέλει φροντίσει νὰ ἀναθεωρήσῃ τὸν νόμον περὶ ἀγροφυλακῆς, καὶ πάντες ἡμεῖς, οἱ συνάδελφοί του, θέλομεν συμπράξει, ἵνα παρασκευασθῇ καὶ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προσῆκον νομοσχέδιον.
§336Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν δήλωσίν του ταύτην, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν, μέχρις ὅτου ψηφισθῇ ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον θέλει εἰσαγάγει κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ δικαίωμα τῆς ὑποδείξεως τῶν ἀγροφυλάκων νὰ τὸ ἔχωσιν αἱ δημοτικαὶ ἀρχαί, τὰς ὁποίας θέλει νὰ καθιερώσῃ, ὡς κυβερνήτης τοῦ τόπου, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἢ ὁ δήμαρχος, ἢ ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν νὰ ὀνομάσῃ, νὰ ὑποδείξῃ τοὺς δυναμένους νὰ διορισθῶσι. Διότι ἂς μὴ λησμονῶμεν, ὅτι μεταξὺ τῶν ἀγροφυλάκων περιλαμβάνονται καὶ οἱ ὑδρονομεῖς· ὑπάρχουσι δὲ περιφέρειαι, εἰς τὰς ὁποίας ἡ χρῆσις τοῦ ὕδατος προὐκάλεσε καὶ φόνους καὶ συμπλοκὰς καὶ τοιαῦτα καὶ τοσαῦτα ἔκτροπα, καὶ τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν ἔθεσεν ἐπὶ ποδὸς, καὶ πλείστων ἄλλων αἰτία ἐγένετο. Ἑπομένως προκειμένου περὶ διορισμοῦ τῶν ἀγροφυλάκων καθὼς καὶ τῶν ὑδρονομέων, οἱ ὁποῖοι δὲν περιελήφθησαν εἰς τὴν διάταξιν ταύτην καὶ οἱ ὁποῖοι ἐπίσης ἐκλέγονται συμφώνως πρὸς τὸν νόμον περὶ ἀγροφυλακῆς, οὗτοι πρέπει νὰ ὑποδεικνύωνται ἀπὸ τὸν δήμαρχον ἢ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ὄχι δὲ ὡς ἔχει ὁ νόμος. Φρονῶ ὅτι τοιαύτη τις μέριμνα πρέπει νὰ ληφθῇ, καὶ θὰ παρακαλέσω καὶ τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ λάβωσι τὸ πρᾶγμα ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν, διότι δὲν πρόκειται περὶ μικροῦ.
§337ΔΑΛΛΑΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν νομίζῃ καλὸν, νὰ θέσῃ μετὰ τὴν λέξιν «ἀγροφύλακες» τὴν λέξιν «καὶ ὑδρονομεῖς», τὸ ὁποῖον μοὶ ὑπομιμνήσκει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου συνάδελφος, διότι πολλάκις παρουσιάζεται τὸ ζήτημα τῆς νομιμοποιήσεως τῶν ὑδρονομέων.
§338Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐμνημονεύσαμεν τῶν ἀγροφυλάκων, διότι ὑπάρχει νόμος περὶ ἀγροφυλακῆς, ὁ ὁποῖος διαγράφει τὰ καθήκοντα αὐτῶν, ἀλλὰ περὶ τῶν ὑδρονομέων, πρὶν ἢ ἀναγράψωμεν αὐτοὺς ἐν τῷ νόμῳ περὶ ἀστυνομίας, πρέπει νὰ κανονίσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν.
§339Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξωμοιώθησαν οἱ ὑδρονομεῖς μὲ τοὺς ἀγροφύλακας.
§340Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει κανονισμὸς, κανονίζων τὰ ἔργα τῶν ὑδρονομέων. Ἴσως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπειδὴ δὲν εἶχε κανένα ἕτερον κανονισμὸν, ὑπήγαγεν αὐτοὺς ὑπὸ τὸ αὐτὸ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ληφθῇ εἰδικὴ πρόνοια, ἵνα κανονισθῶσι τὰ ἔργα τῶν ὑδρονομέων.
§341Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν γείνῃ συνέλευσις τῶν ἰδιοκτητῶν πρὸς ἐκλογὴν τῶν ἀγροφυλάκων, τότε τῇ προτάσει τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου νὰ διορίζῃ ὁ ἀστυνόμος τὰ πρόσωπα.
§342Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ μεταβληθῇ ὁ νόμος περὶ ἀγροφυλακῆς.
§343Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ πρὸ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας νόμος, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συγκροτηθῇ ἀπαρτία τῶν ἰδιοκτητῶν πρὸς ἐκλογὴν τῶν ἀγροφυλάκων, ἔδιδεν εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ διορίζειν. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ διορίζῃ ἀπ’ εὐθείας ὁ ἀστυνόμος, νὰ προτείνῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ νὰ διορίζῃ ὁ ἀστυνόμος.
§344ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἦναι ἀντικείμενον τῆς δημοτικῆς διοικήσεως, τὸ ὁποῖον εἶναι ἰδίως ἀναπόσπαστον πάσης ἰδέας αὐτοδιοικήσεως, εἶναι βεβαίως ἡ ἀγρονομία. Νομίζω λοιπόν, ὅτι δὲν ἁρμόζει παντάπασι νὰ ἔχωμεν, προκειμένου περὶ διορισμοῦ ἀγροφυλάκων, ἐν ἐλλείψει τῶν ἰδιοκτητῶν, τὸν διοικητικὸν ἀστυνόμον. Εἶναι, νομίζω, κἄτι τι παράχορδον. Διατὶ νὰ ἀποκλείωμεν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐν αὐτῇ τῇ περιπτώσει, καὶ νὰ θέτωμεν τὸν διοικητικὸν ἀστυνόμον; Δεικνύομεν δηλ. ὅτι δὲν ἐμπιστευόμεθα τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. Ἐὰν κατὰ τὸν νόμον τὸν προηγούμενον ὁ νομάρχης ἔρχεται ἀναπληρῶν τὴν ἔλλειψιν τῶν ἰδιοκτητῶν, τοῦτο γίνεται διότι ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἔχει τὴν κηδεμονίαν τῶν δήμων. Τώρα μόνον ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ἔρχεται ὁ νομάρχης εἰς ἀναπλήρωσιν τῶν ἰδιοκτητῶν, ἐὰν δὲν ἐδόθη ἐμπιστοσύνη εἰς τὸν δήμαρχον, πάντοτε ὅμως μένει κἄτι τι, εἷς θεσμὸς αὐτοδιοικήσεως, καὶ ἔρχεται ὁ νομάρχης ὡς κηδεμὼν αὐτῶν τῶν κοινοτήτων. Ἀλλὰ νὰ ἔχητε τὸν διοικητικὸν ἀστυνόμον ἐπεμβαίνοντα εἰς τὰ τῆς ἀγροφυλακῆς, ἥτις ἀποτελεῖ θεσμὸν ἐξόχως προσιδιάζοντα εἰς τὴν δημοτικὴν αὐτοδιοίκησιν, αὐτὸ εἶναι κἄτι τι ἀκατάληπτον. Δὲν λέγω ὅτι θὰ ἔχῃ συνεπείας πρακτικὰς μεγάλας, ἀλλὰ τέλος πάντων, ἐὰν θέλωμεν σπουδαιολογοῦντες νὰ λέγωμεν ὅτι ἀναγνωρίζομεν θεσμὸν αὐτοδιοικήσεως, εἶναι καλὸν νὰ μὴ δεικνύωμεν ἐμπαιγμὸν πρὸς τοὺς θεσμοὺς αὐτούς. Ἐγὼ δὲν λέγω αὐτὰ, καταφερόμενος κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς παραιτοῦντος τὴν ἰδέαν τῶν δημοτικῶν ἐλευθεριῶν καὶ τὰ τοιαῦτα, ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς ν’ ἀρχίσωμεν σκεπτόμενοι σπουδαίως καὶ πρακτικῶς ἐπὶ τῶν τοιούτων. Ἐὰν μίαν τινὰ ἐλευθερίαν τὴν βλέπωμεν εὐδοκιμοῦσαν, νὰ τὴν παραδεχθῶμεν καὶ τὴν ὀχυρώσωμεν καὶ τὴν ῥυθμίσωμεν· ἐὰν τὴν βλέπωμεν ἀνωφελῆ, νὰ τὴν καταργήσωμεν, νὰ μὴ νομίζωμεν ὅτι ἔχομεν θεσμοὺς αὐτοδιοικήσεως, καὶ νὰ μὴ παίζωμεν ἀκαταπαύστως, μεταβάλλοντες διὰ τῶν διαφόρων ἀενάως μεταβαλλομένων νομοθετημάτων. Νομίζω ὅτι ἤμεθα εἰς κυκεῶνα ἰδεῶν ἀληθῆ ἐπὶ τῶν τοιούτων ζητημάτων. Διὰ τοῦτο, ἐνῷ λέγομεν περὶ αὐτοδιοικήσεως, φέρομεν τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, κατόπιν τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν, κατόπιν ἀναμιγνύομεν τὴν δημοτικὴν καὶ τὴν στρατιωτικήν. Θέλομεν νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς ἀγροφυλακῆς, καὶ ἀναμιγνύομεν τὸν στρατιωτικὸν ἀστυνόμον. Ἐγὼ ἀντιτάσσομαι κατὰ τοῦ κυκεῶνος τούτου, ἐν τῇ περιστάσει δὲ ταύτῃ νομίζω ὅτι δὲν ἔχει θέσιν ὁ στρατιωτικὸς ἀστυνόμος, ἀλλ’ ὁ δήμαρχος ἢ ὁ νομάρχης. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἐτροποποιήθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἔχει).
§345ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§346ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, μετὰ τὴν κατάργησιν τῶν ἐπαρχείων, ποῖαι θεωροῦνται πρωτεύουσαι ἐπαρχίας; Βεβαίως πρωτεύουσα ἐπαρχίας εἶναι ἐκεῖ, ὅπου εἶναι αἱ ἀρχαί. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Κυνουρίας, ὅπου αἱ ἀρχαὶ εἶναι εἰς τὸ Ἄστρος, αὐτὴ εἶναι ἡ πρωτεύουσα; Ὅταν ὑπῆρχον τὰ ἐπαρχεῖα, ἦτο εἰς τὸ Λεωνίδιον, ὅπερ καὶ ἐθεωρεῖτο πρωτεύουσα τῆς ἐπαρχίας, σήμερον ὅμως ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει καμμία ἀρχή.
§347Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι πρωτεύουσα τῆς ἐπαρχίας εἶναι τὸ Ἄστρος, ὅπου ὑπάρχει ταμεῖον καὶ οἰκονομικὸς ἔφορος.
§348ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 10, συνιστᾶται διοικητικὴ ἀστυνομία εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ τῶν ἐπαρχιῶν. Κατὰ τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη πέρυσιν, ἐγένετο μία διάκρισις τῶν πρωτευουσῶν τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ ἀνεφέρετο ὁ ἀριθμὸς τῶν ψυχῶν, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ πρωτεύουσα τῆς ἐπαρχίας, ἵνα συστηθῇ ἐν αὐτῇ διοικητικὴ ἀστυνομία. Ἤδη ὅμως τοιαύτη διάκρισις δὲν γίνεται. Ὑπάρχουσι δὲ πρωτεύουσαι ἐπαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι πολὺ μικρὸν πληθυσμόν. Παρακαλῶ, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, νὰ τεθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ψυχῶν, τοὐλάχιστον ἄνω τῶν 5000, ὁπότε νὰ συνιστᾶται διοικητικὴ ἀστυνομία, ὅταν δὲ ἦναι ἔλαττον τῶν 5000, νομίζω ὅτι ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία δὲν ἔχει τόπον, διότι εἶναι μικρὰ ἡ περιφέρεια, καὶ δὲν χρειάζεται. Διοικητικὴ ἀστυνομία δύναται νὰ συστηθῇ εἰς μίαν πολυπληθῆ πρωτεύουσαν, ὅπου ἐπιβλέπουν καὶ αἱ ἄλλαι ἀρχαί.
§349ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι προτιμότερον θὰ ἦτο, ἐὰν κατηργεῖτο ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία τοὐλάχιστον ἐν τοῖς δήμοις, περὶ ὧν προνοεῖ τὸ ἄρθρον τοῦτο, παρὰ ἡ δημοτικὴ αὕτη αὐτοδιοίκησις νὰ διατελῇ ὑπὸ τὸ κράτος ἑνὸς φόβου, ὑπὸ τὸ κράτος μιᾶς ὑποταγῆς πρὸς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, πρὸς τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν. Ἀσυγκρίτως προτιμότερον θεωρῶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον λέγεται τέλος πάντων δικαίωμα αὐτοδιοικήσεως. Ἀλλὰ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται ὡς συμφυὲς μὲ τὴν δημοτικὴν αὐτοδιοίκησιν, ἀπειλούμενον ἀπὸ τὴν κυβερνητικὴν ἐξουσίαν, ἀπειλούμενον ἀπὸ τὴν διοίκησιν, ὅτι δύναται ν’ ἀφαιρεθῇ, νομίζω ὅτι εἶναι μία πληγὴ μᾶλλον παρὰ δικαίωμα. Ὁ δήμαρχος καὶ ὁ ἀστυνόμος, ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ ἐν γένει, θὰ διατελῇ ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ φόβου πρὸς τὸν νομάρχην καὶ τὸν εἰσαγγελέα, ὅτι δύνανται νὰ τοῖς ἀφαιρέσωσι τὸ ἀγαθὸν τοῦτο τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας. Ἂς σκεπτώμεθα, Κύριοι, πρακτικῶς. Εἰς τοῦτο κυρίως θὰ προσέχουν, τίνι τρόπῳ ν’ ἀποτρέπουν τὸν ἐπικείμενον κίνδυνον, διότι εἶναι ὡς τὸ ξίφος τοῦ Δαμοκλέους ἐπ’ αὐτῶν. Ὅλοι οἱ δῆμοι θὰ ἀρέσκωνται νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα αὐτὸ, ἀλλὰ τί θὰ ἦναι αὐτὸ, ἀπειλούμενον ὑπὸ τόσων κινδύνων; εἶναι πλέον δικαίωμα αὐτό; Τὸ ἀναγνωρίζετε ὡς δικαίωμα τῶν δήμων, καὶ ἐνῷ εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ τῶν ἐπαρχιῶν τὸ καταργεῖτε, τὸ πολιορκεῖτε καὶ εἰς τὰ ἄκρα ἀκόμη τοῦ Κράτους, καὶ ἐκεῖ δὲν τὸ ἀφαιρεῖτε ὡρισμένως, ἀλλὰ καθιστᾶτε ἀληθῆ πληγὴν, ἀντὶ δικαιώματος. Δικαίωμα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ τὸ ἔχωσιν οἱ δῆμοι, ἐὰν αἱ ἀρχαὶ αὐτῶν ὑποτάσσωνται εἰς τὸν νομάρχην, εἶναι δικαίωμα τοῦτο; Καὶ πρόκειται νὰ κρίνῃ ὁ νομάρχης καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ καὶ ἡ ἀστυνομία ἡ δημοτικὴ εἰς τὸν δεῖνα δῆμον, ἀπόκεντρόν τινα δῆμον τοῦ νομοῦ, ἀπεδείχθη ἀνίκανος νὰ προλαμβάνῃ τὰ ἐγκλήματα, νὰ συντελῇ εἰς τὴν εὐκοσμίαν καὶ τὴν εὐπρέπειαν καὶ τὰ τοιαῦτα! Κύριοι, νομίζω ὅτι δὲν σπουδαιολογοῦμεν, διατάσσοντες τὰ τοιαῦτα. Ἐγὼ ἀποφαίνομαι, χωρὶς νὰ ἐρωτήσω τὸν νομάρχην καὶ τὸν εἰσαγγελέα, ὅτι ἐν γένει ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ προλαμβάνῃ τὰ ἐγκλήματα καὶ νὰ συντελῇ εἰς τὴν εὐπρέπειαν καὶ τὰ τοιαῦτα, περὶ ὧν ἀναφέρει τὸ ἄρθρον αὐτό. Σπουδαιολογοῦμεν, Κύριοι, διατάσσοντες τὰ τοιαῦτα; Ἀφίεται εἰς τὸν νομάρχην καὶ τὸν εἰσαγγελέα νὰ κρίνουν περί τινος πράγματος, εἰς τὸ ὁποῖον, ὅπως καὶ ἂν κρίνουν, εὐσυνειδήτως κρίνουν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι προτιμότερον, ἀφοῦ, ὡς εἶπον, ἀφῃρέσαμεν τὰς ἀστυνομίας τὰς δημοτικὰς ἀπὸ τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ τῶν ἐπαρχιῶν, νὰ τὰς ἀφαιρέσωμεν καὶ ἀπὸ τοὺς ἐπιλοίπους δήμους, διότι, ὅπως τὰς διατηροῦμεν, τὰς διατηροῦμεν ἐπὶ κακῷ. Δικαίωμα τοιοῦτον, ἐξαρτώμενον ἀπὸ τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, δὲν εἶναι δικαίωμα, ὁ δὲ ὅρος, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐξαρτᾶται, εἶναι ὅρος, ὁ ὁποῖος ἄγει μόνον εἰς αὐθαιρέτους κρίσεις. Καὶ πῶς εἶναι δικαίωμα αὐτὸ, ἀφοῦ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν κακὴν διαχείρισιν ἢ ὀλιγωρίαν ἑνὸς ἀστυνόμου, τὴν ἅπαξ γενομένην, ἵνα διαρκῶς ἀφαιρεθῇ; εἷς ἀστυνόμος ἔκαμε παραλείψεις τινὰς ἐπί τινα χρόνον, καὶ ἀφαιρεῖτε τὸ δικαίωμα τοῦ δήμου δι’ αὐτό! ἀντὶ νὰ τιμωρήσητε τὸν ἀστυνόμον, ἀφαιρεῖτε τὸ δημοτικὸν δικαίωμα! Ἀλλ’ εἴπετε τότε καλλίτερον, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζετε δημοτικὸν δικαίωμα, καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν δὲν θὰ ἦμαι τόσον φανατικὸς πολέμιος τῆς ἰδέας αὐτῆς. Διότι τὸ δικαίωμα αὐτὸ τοῦ ἀστυνομεῖν τῶν δήμων, ὑπὸ τόσας ἀμφισβητήσεις διατελοῦν, διατὶ τὸ διατηρεῖτε; Νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει τι πρακτικὸν ἡ διάταξις αὕτη, καὶ ἐὰν θεωροῦμεν τὴν ἀστυνομίαν τὴν διοικητικὴν ὡς συμφέρουσαν εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν, πρέπει νὰ παραλείψωμεν τὴν εἰρωνείαν αὐτὴν πρὸς τοὺς ἀποκέντρους δήμους, τὴν εἰρωνείαν αὐτὴν τῆς ἀναγεννήσεως τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, ἑπομένως νὰ μορφώσωμεν ἓν σύστημα πλῆρες, πρακτικὸν, νὰ γνωρίζωμεν τί θέλομεν, καὶ νὰ κρίνωμεν ὑπὸ τίνας ὅρους δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν ἀστυνομίαν. Πρέπει νὰ καταρτίσωμεν θεσμὸν πλήρη, στηριζόμενον εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, εἰς τὴν πεῖραν τὴν κεκτημένην, εἰς μελέτας ἀληθεῖς, τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ εἰσαγάγωμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅπου βεβαίως τόσα φῶτα καὶ τόση πεῖρα δύνανται νὰ συνεισενεχθῶσι πρὸς κατασκευὴν ἑνὸς πλήρους νομοθετήματος περὶ ἀστυνομίας, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν καθ’ ἡμέραν μεταβολὰς καὶ τὴν ἀληθῆ ἀναστάτωσιν ἐν νομοθετήματι περὶ ἀστυνομίας καὶ τάξεως.
§350Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσι πρωτεύουσαι ἐπαρχίας, ἐν αἷς δὲν ὑπάρχει πληθυσμὸς τοσοῦτος, ὥστε νὰ θεωρηθῇ ἀπαραίτητος ἡ σύστασις διοικητικῆς ἀστυνομίας. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἠδυνάμεθα ν’ ἀφήσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἵνα, ὁπόταν παρουσιάζηται ἀνάγκη, προβαίνῃ εἰς τὴν σύστασιν τοιαύτης ἀστυνομίας, οὐχὶ δὲ νὰ τὰ καθιερώσωμεν ἀπὸ τοῦδε διὰ τοῦ νόμου. Οὕτω θὰ ἔχωμεν καὶ μεγάλην οἰκονομίαν.
§351ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§352Ν. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ὑποβάλλω τροπολογίαν, ὑπογεγραμμένην καὶ ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων Γ. Ἀνδρίτσου καὶ Λ. Σινανιώτου. Παρακαλῶ δὲ νὰ τυπωθῇ.
§353ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 239). Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§354Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ὁρίζονται τὰ προσόντα τῶν μελλόντων νὰ διορισθῶσι διευθυνταὶ ἀστυνομίας ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν. Ἀλλὰ περὶ τῶν προσόντων ἐκείνων, οἵτινες δύνανται νὰ διορισθῶσι κατὰ τὸ ἄρθρον 4, οὐδεὶς λόγος γίνεται.
§355Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ εἶπον καὶ ἐγὼ, καὶ ἔλαβον τὴν ἀπάντησιν.
§356Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἡ δήλωσις ἦναι ἀκριβὴς, ὅτι δὲν θὰ διορισθῶσι πολιτικὰ πρόσωπα ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, τότε δὲν ἐννοῶ, τίνα λόγον ἔχει τὸ ἄρθρον 4, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ ἀστυνόμων, γραμματέων καὶ λοιπῶν. Τὸ δὲ ἄρθρον 7 λέγει, ὅτι εἰς τὰς θέσεις τοῦ προσωπικοῦ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς δύνανται νὰ διορισθῶσι καὶ ἀξιωματικοί· ἄρα δύνανται νὰ διορισθῶσι καὶ πολιτικὰ πρόσωπα. Ὑποθέσατε ὅτι αὔριον ἔρχεται εἷς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ λαμβάνει ἀπὸ τὸν δρόμον πρόσωπα καὶ τὰ διορίζει ἀστυνόμους...
§357Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον 4 εἶναι ἀντιγραφὴ πιστὴ τοῦ νόμου τοῦ 1849.
§358ΜΑΝΕΣΗΣ. Λέγει ὅτι διορίζονται πολιτικοί, ἀλλὰ δύνανται νὰ διορισθῶσι καὶ ἀξιωματικοί.
§359Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ τό γε νῦν ἔχον δὲν θέλω προβῆ εἰς διορισμὸν πολιτικῶν.
§360Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ χρησιμοποιήσῃ ἔν τε τοῖς νομοῖς καὶ ταῖς ἐπαρχίαις τοὺς καταλλήλους ἀποστράτους ἀξιωματικούς, τῶν ὁποίων πολλοὶ, ὡς προανέφερον, ἔχουν καὶ ἱκανότητα καὶ διοικητικὸν πνεῦμα, ὅπερ εἶναι ἀναγκαῖον, ἰδίως ὅταν τὰ κατώτερα ὄργανα τῆς ἀστυφυλακῆς ἦναι χωροφύλακες. Ἐκτὸς δὲ τούτου, ὅταν οἱ ἀστυνόμοι ἦναι στρατιωτικοὶ, θὰ εὑρίσκωνται ἐν καλλιτέρᾳ συμφωνίᾳ καὶ ἁρμονίᾳ πρὸς ὅλας τὰς ἀρχὰς τοῦ τόπου. Προσέτι θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸ τέλος τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ προσαρτηθέντες νομοὶ Λαρίσης, Τρικκάλων καὶ Ἄρτης δὲν ἔχουσι πρόσωπα κεκτημένα τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τῷ νόμῳ, ἑπομένως οἱ νομοὶ ἐκεῖνοι θέλουσι στερεῖσθαι προσώπων, δυναμένων νὰ ἀναλάβωσι τὰ καθήκοντα τοῦ ἀστυνόμου. Νομίζω δὲ δίκαιον, ἐπειδὴ ὑπάρχουν τινὲς, οἱ ὁποῖοι ἐξετέλεσαν καθήκοντα εἰρηνοδίκου, ἢ ἔχουσι πτυχίον εἰρηνοδίκου, νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς τὸ προσὸν κατ’ ἐξαίρεσιν, ἵνα ἀναλαμβάνωσι καθήκοντα ἀστυνόμων καὶ γραμματέων. Εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν οἰκονομικὴν, τὴν διοικητικὴν καὶ τὴν δικαστικὴν οὐδένα ἐντόπιον ὑπάλληλον ἔχομεν ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ τοῦτο τὸ θεωρῶ εὐτύχημα.
§361Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπῆρχε κατ’ ἀρχαιοτάτους χρόνους θεωρία, ἴσως ὄχι κοινοβουλευτικὴ, νὰ κατανέμωνται τὰ ἀξιώματα κατὰ περιφερείας. Κατὰ τὴν θεωρίαν ταύτην, ἂν ἔχητε 16 νομοὺς, πρέπει εἰς ἕκαστον νομὸν νὰ διορίζηται εἷς νομάρχης ἐξ ἑκάστου νομοῦ· ἔχετε τόσους πρωτοδίκας, εἶναι 16 νομοὶ, πρέπει νὰ διορίζητε τὰ πρόσωπα ἀναλόγως ἐξ ἑκάστου νομοῦ. Τώρα ὅμως ὑπάρχει ἄλλη θεωρία· τὰ δημόσια ἀξιώματα νὰ κατανέμωνται εἰς τοὺς ἔχοντας τὰ προσόντα καὶ τοὺς θεωρουμένους ὡς ἱκανούς. Ὅταν δὲ νόμοι τοῦ Κράτους ἀνέγραψαν προσόντα ὡς γνώρισμα τῆς δεκτικότητος τῶν προσώπων, δὲν πρέπει νὰ μεταβάλωμεν τὸν νόμον περὶ προσόντων. Οἱ νόμοι περὶ προσόντων ἀναγράφουσιν, ὅτι εἰς τὸν νομὸν εἶναί τις ὁ ὁποῖος ἔχει βαθμὸν νομάρχου, διότι ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία, ἀσκουμένη δι’ ὀργάνων τῆς διοικήσεως, πρέπει ν’ ἀντιπροσωπεύηται δι’ ὀργάνων ἀνωτάτων τῆς διοικήσεως. Τοιοῦτον πρόσωπον εἶναι ὁ νομάρχης. Ἐὰν λάβωμεν εἰρηνοδίκην, τάσσομεν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑποδεέστερον ἀξίωμα ἀπὸ τὸ ἀξίωμα τοῦ νομάρχου, καὶ ὅταν καλῆτε τοὺς εἰσαγγελεῖς καὶ τοὺς πρωτοδίκας εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ καλέσητε τοὺς εἰρηνοδίκας.
§362Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Εἰς τὸ τέλος τῆς παραγράφου λέγει «εἴτε δικηγόροι, ἐπὶ τρία ἔτη ἐξασκήσαντες τὸ ἐπάγγελμά των.» Ἀλλὰ καὶ ὁ εἰρηνοδίκης ἔδωκεν ἐξετάσεις, ἔχει δὲ καὶ γνώσεις δικαστικὰς καὶ διοικητικὰς, δὲν ἔχομεν δὲ παρὰ δύο ἢ τρεῖς τοιούτους Θεσσαλούς.
§363ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μοὶ ἐφάνη κἄπως παράδοξος ἡ ἰδέα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστήριξε τὴν ἀπόφασιν, ὅπως μὴ προσδιορίσῃ προσόντα διὰ τὸ προσωπικὸν τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Δὲν νομίζω ὅτι οἱ νόμοι ψηφίζονται, ὅπως ἐφαρμοσθῶσι παρ’ ἑνὸς προσώπου.
§364Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ προτείνω τὴν ἀπάλειψιν.
§365Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 ὑποβάλλω τροπολογίαν, καὶ παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ διατάξητε νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν.
§366ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§367ΡΑΖΕΛΟΣ. Μεταξὺ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ὁρίζονται διὰ τὰς θέσεις ἀστυνόμων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἀναγράφονται καὶ οἱ ὑπηρετήσαντες ὡς εἰρηνοδίκαι πρώτης τάξεως. Παρακαλῶ νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ ὑπηρετήσαντες ὡς εἰρηνοδίκαι δευτέρας τάξεως.
§368Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ ἔχομεν πρωτοδίκας καὶ εἰσαγγελεῖς, νὰ καταβῶμεν εἰς εἰρηνοδίκας δευτέρας τάξεως!...
§369ΡΑΖΕΛΟΣ. Αὐτοὶ δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν, ὅτι ἔχουσι μεγαλειτέραν ἀνάπτυξιν περὶ τὰ ἀστυνομικά.
§370ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ οἱ τῆς τρίτης τάξεως ἀκόμη.
§371ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται).
§372ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἔσχον τὴν τιμὴν προχθὲς νὰ ὑποβάλω δύο τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 12. Ἐφρόνουν, ὅτι καλὸν ἤθελεν εἶσθαι, εἰς τοὺς δυναμένους νὰ λάβωσι τὴν θέσιν γραμματέως τῆς ἀστυνομίας νὰ προσετίθεντο καὶ οἱ γραμματεῖς πολυμελῶν δικαστηρίων. Ἐπίσης δὲ εἰς τοὺς γραφεῖς νὰ προσετίθεντο οἱ ὑπηρετήσαντες ἐν τῇ χωροφυλακῇ ὡς ἐνωμοτάρχαι πρώτης ἢ δευτέρας τάξεως. Φρονῶ, ὅτι οὕτω θὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις ταύτας ὑπάλληλοι ἄξιοι.
§373Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§374ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε παραδεχθῆ νὰ προτείνῃ διάταξιν, ἐξαιροῦσαν τοὺς ἐντοπίους.
§375Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν ἔχω ἐδῶ τὴν διάταξιν.
§376Δ. Ε. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ὑποβάλλω τροπολογίαν διὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 12, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 13 καὶ 14 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§377ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκεται).
§378Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦ ἄρθρου τούτου προτείνω τὴν τροποποίησιν, ὡς ἑξῆς: «Καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις δὲ δήμοις τοῦ Κράτους τάσσονται πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἀστυνομικῶν διατάξεων καὶ τῶν αἰτήσεων τῶν δημοτικῶν ἀστυνόμων ὑπὸ ἐνωμοτάρχην πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως, ἢ ὑπὸ ὑπενωμοτάρχην, ἄνδρες τῆς χωροφυλακῆς, τὸν ἀριθμὸν τῶν ὁποίων προσδιορίζει ὁ διοικῶν τὴν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ φρουροῦσαν δύναμιν τῆς χωροφυλακῆς».
§379ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Χαίρω διότι ἐπλησιάσαμεν εἴς τινα εὐρυθμίαν ἐκ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἤκουσα· παρακαλῶ ὅμως νὰ μοὶ δοθῇ μία ἐξήγησις. Τί εἶναι αὐταὶ αἱ ἀστυνομικαὶ διατάξεις καὶ αἱ αἰτήσεις; Πρέπει νὰ καταρτίσωμεν τὸ ἄρθρον εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἔχῃ τινὰ ἔννοιαν, καὶ νὰ μὴ ἀφήνῃ ἀπορίαν. Ἄλλοτε, ὅταν ὁ ἀστυνόμος ἀπηυθύνετο εἰς τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν καὶ εἰς τὴν χωροφυλακήν, ἔκαμνεν εἶδος αἰτήσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἔγραφε «προσκαλοῦμεν»· τώρα ὁ ἐνωμοτάρχης τάσσεται παρὰ τὸν ἀστυνόμον· λοιπὸν ἡ λέξις αἴτησις δὲν ἐννοῶ ποίαν ἔννοιαν ἔχει.
§380Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐννοοῦμεν νὰ κάμωμεν κλητῆρας τῆς ἀστυνομίας τοὺς ἐνωμοτάρχας.
§381ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τοὺς κάμνομεν κλητῆρας, ἀλλὰ τί τοὺς κάμνομεν;
§382Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βοηθοὺς ἀστυνομίας, ὡς ἔχει ὁ κανονισμὸς τῆς χωροφυλακῆς.
§383ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς τάσσομεν ἐν τούτοις ἀντὶ τῶν κλητήρων. Γίνεται οὕτω μία ῥιζικὴ μεταβολή. Δυστυχῶς συζητοῦμεν μετὰ τῆς ταχύτητος ἐκείνης, τὴν ὁποίαν δύναταί τις νὰ ἴδῃ εἰς τὸ κινηματοφωτόγραφον. Αἱ μεταβολαὶ τῶν ἄρθρων γίνονται δι’ ἠλεκτρισμοῦ. Ἀντὶ τῶν κλητήρων, ἔλεγε τὸ ἄρθρον, τάσσομεν ἐνωμοτάρχας καὶ χωροφύλακας· τώρα λέγομεν, ὄχι ἀντὶ τῶν κλητήρων, ἀλλ’ ἵνα ἐκτελῶσι τὰς αἰτήσεις τοῦ ἀστυνόμου. Ἐν τούτοις εἶναι ἀρχή, ἡ ὁποία συμπαρεδρεύει μετὰ τοῦ ἀστυνόμου. Ὅταν δὲ τάσσητε τὴν ὑλικὴν δύναμιν πλησίον μιᾶς ἀρχῆς πρὸς τήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως, δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι αὕτη δὲν εἶναι ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῆς ἀρχῆς, διότι ἄλλως πλάσσετε, ὡς εἶπον, δικέφαλον τέρας. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ, πῶς θὰ λειτουργήσῃ αὐτὴ ἡ ἀρχή. Ἐν διαφωνίᾳ τῶν ἐνωμοταρχῶν μὲ τὸν ἀστυνόμον τί θέλει συμβῆ; Θὰ τοὺς φέρῃ εἰς σύγχυσιν.
§384Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι εἴμεθα ἐν συγχύσει, καὶ φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ συνεννοηθῶμεν. Σᾶς βλέπω εἰς νευρικὸν ἐρεθισμόν, διότι ἀπαντᾶτε πρὸς ἐμὲ διὰ τῶν δύο τρεμουσῶν χειρῶν σας, ζητοῦντες λόγον διὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐννοεῖτε. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἐξηγήσω τὰ πράγματα, διότι ἐλπίζω ὅτι θέλετε ἀντιληφθῆ. Ὑπῆρχε σύστημα δημοτικῆς ἀστυνομίας. Τὸ σύστημα τοῦτο κατηργήθη διὰ τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὡς λόγος δὲ τῆς καταργήσεως προυτάθη, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία ἦτο ἀνίκανος νὰ ἐκπληροῖ τὸ καθῆκον αὑτῆς, καὶ νὰ συντελῇ εἰς πρόληψιν τῶν ἐγκλημάτων. Ἐν τοσούτῳ ἐγκατέστη ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ἡ ὁποία ἐξηκολούθει λειτουργοῦσα, ἀλλ’ ἐγκατέστη εἰς ἀναλογίαν πολὺ ὑπερτέραν τῶν ἀναλογιῶν, ὑφ’ ἃς ἐλειτούργει ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, διότι ἡ τελευταία ἐλειτούργει δι’ ὀλίγων ἀστυνομικῶν κλητήρων, νῦν δ’ ἔχομεν περισσοτέρους ἀστυφύλακας καὶ χωροφύλακας. Ὁ ἀριθμὸς τοσούτων ὀργάνων, τὰ ὁποῖα πάντα ἦσαν ὡπλισμένα, ἐπίεζεν, ὡς εἴπετο, τὴν κοινωνίαν, περιέστελλεν ὅμως πᾶν πονηρὸν στοιχεῖον ἐν τοῖς δήμοις. Τώρα, ὅτε ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν, ἀνάγκη νὰ δώσωμεν καὶ πᾶσαν δύναμιν εἰς αὐτήν, διὰ τοῦτο ἐπιθυμοῦμεν νὰ ὑπάρχῃ ἀριθμὸς πάντοτε ἐπαρκὴς χωροφυλάκων ἐν τῷ δήμῳ. Εἰς τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου δὲν ὑπάρχουσι δημοτικοὶ κλητῆρες· διότι ὑπελάβομεν ὅτι ἠθέλομεν ἀναγκάσει τοὺς δήμους νὰ δαπανῶσι χρήματα ἄνευ ἀνάγκης, διότι ἦτο πρόχειρος ἡ χωροφυλακή, καὶ ὁ ἐνωμοτάρχης ἤθελεν ἐκτελέσει τὰς αἰτήσεις τοῦ ἀστυνόμου. Ἔμεινε δὲ ἡ ἐλευθερία εἰς τοὺς δήμους, ὅσοι ἔχουσι χρήματα, νὰ διορίζωσιν ἀστυνομικοὺς κλητῆρας καὶ νὰ πληρόνωσιν αὐτοὺς, ὅσοι δὲ δὲν ἔχουν, ἂς μὴ διορίζουν. Διαταγὰς δὲν δίδει, παρὰ ἡ κεντρικὴ διοίκησις, τὰ ἄλλα ὄργανα τῆς διοικήσεως δὲν διατάσσουν. Ὁ νομάρχης, γράφων πρὸς τὸν μοίραρχον, λέγει «παρακαλοῦμεν». Ὁ δημοτικὸς ἀστυνόμος, ὅταν δὲν δύναται διὰ τῶν ἰδίων ὀργάνων νὰ ἐκτελέσῃ ἀστυνομικὴν διάταξιν, ἀπευθύνεται πρὸς τὸν ὑπαξιωματικὸν, τὸν διοικοῦντα τὴν χωροφυλακὴν, καὶ ζητεῖ τὴν συνδρομήν του.
§385ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος, παρὰ τὴν συνήθειάν του, μολονότι τὸν χαρακτηρίζει ἡ ἄκρα ἁβρότης, ἠθέλησε νὰ μὲ παραστήσῃ ὡς διατελοῦντα εἰς σύγχυσιν καὶ νευρικὴν ταραχὴν, καὶ διότι ἔκαμνον οὕτω τὰς χεῖράς μου. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου καὶ μᾶλλον πρεσβύτερος, ἐκίνει ταχύτερον τοὺς βραχίονας, καὶ τοῦτο οὐχὶ ἐκ ταραχῆς, ἀλλ’ ἵνα μᾶς ἐπιδείξῃ ὅτι ἔχει βραχίονας ἰσχυροὺς, ὅπερ ἐγὼ δὲν ἀμφισβητῶ. Ποῦ εἶδε τὴν νευρικὴν ταραχήν;
§386Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχετε; Χαίρω.
§387ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διετελοῦμεν ἐν συγχύσει καὶ ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς συμβάσεως τῆς Τραπέζης, καὶ τότε διετελοῦμεν ἐν τινι ἀταξίᾳ, ὥστε δὲν κατενοοῦμεν κεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐψηφίζομεν.
§388Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπῆρξεν ἓν λάθος, εἰς τὸ ὁποῖον περιέπεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἰσχυριζόμενος ὅτι 59 ἑξαμηνίαι ἤρκουν, ἵνα ἐξοφλήσωσι τὸ δάνειον, ἐνῷ ἀπῃτοῦντο 69.
§389ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ πάλιν σύγχυσις εἶναι· διότι, ἂν ἴδητε τὸν τελειότερον χρεωλυτικὸν πίνακα, θέλετε πεισθῆ, ὅτι δὲν περιέπεσα εἰς λάθος ἐγὼ, ἀλλ’ ὑπάρχει ἔλλειψις προσοχῆς περὶ τὰς διατάξεις τῆς συμβάσεως.
§390Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. 59 ἑξαμηνίαι ἀπαιτοῦνται;
§391ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 59.
§392Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῦ εἶναι ὁ πίναξ;
§393ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχω ἐγὼ τὸν πίνακα (ἱλαρότης).
§394ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ περὶ ἀστυνομίας νομοσχέδιον.
§395ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῆς τροπολογίας του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔφερέ τινα εὐρυθμίαν. Δὲν πταίομεν δὲ ἡμεῖς διὰ τὴν γενομένην συζήτησιν.
§396ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 15, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 16 (ἀναγινώσκεται).
§397Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ παραλείψῃ τὰ ἐπιμίσθια. Οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, ἐκτελοῦντες ἀστυνομικὰ καθήκοντα, ἐκτελοῦσι στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν.
§398ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Κύριε συνάδελφε, καὶ ἡμεῖς οἱ ἀξιωματικοί, ὅταν καλούμεθα εἰς ἔκτακτον ὑπηρεσίαν, λαμβάνομεν ἐπιμίσθιον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 16, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 17 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§399Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν τάξιν τῶν ἄρθρων 18 καὶ 19 παρακαλῶ νὰ τεθῶσι τὰ ἑξῆς ἄρθρα: «Ἄρθρον 18. Τὰ ἐνοίκια τοῦ Εἰρηνοδικείου καταβάλλονται ὑπὸ τοῦ ταμείου τοῦ δήμου, τοῦ ὑπαγομένου εἰς τὴν περιφέρειαν ἑκάστου αὐτῶν, ἀναλόγως τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἑκάστου αὐτῶν ἀναγεγραμμένων ἐσόδων.» «Ἄρθρον 19. Αἱ διατάξεις τοῦ περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων ΦΜʹ νόμου τῆς 11 Νοεμβρίου 1875 ἰσχύουσι καὶ ἐπὶ τῶν παρὰ ταῖς διοικητικαῖς ἀστυνομίαις ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν.» (Γίνονται δεκτὰ τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προταθέντα καὶ ἀναγνωσθέντα νέα ἄρθρα 18 καὶ 19 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 18 τοῦ νομοσχεδίου, λαβὸν τὴν θέσιν ἄρθρου 20).
§400ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 19 τοῦ νομοσχεδίου, 21 κατὰ τὴν νέαν τάξιν (ἀναγινώσκει): «Πᾶσα διάταξις ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖται.»
§401ΔΑΛΛΑΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ μοὶ δοθῇ μία ἐξήγησις. Ἐνταῦθα λέγει, ὅτι «πᾶσα διάταξις ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖται.» Ὑποθέτω ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ νόμου ͵ΒΡΠΗʹ «περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως», καθ’ ἣν «οἱ ἀστυνόμοι καὶ οἱ ἐκτελοῦντες ἀστυνομικὰ καθήκοντα ὁπλῖται ὑπάγονται εἰς τὰ κοινὰ ποινικὰ δικαστήρια διὰ πᾶσαν ἀξιόποινον πρᾶξιν κλπ.» καὶ ἡ τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ ͵ΒΞΘʹ νόμου, καθ’ ἣν «ἐπὶ ἰδιωτικῆς κατηγορίας κατ’ ἀστυνόμου ἢ ἀξιωματικοῦ τῆς χωροφυλακῆς καὶ κατ’ ἀστυφύλακος ἐκτελοῦντος ἀστυνομικὰ καθήκοντα δὲν ἐφαρμόζεται ἡ περὶ ἐγγυήσεως διάταξις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας», ὑποθέτω ὅτι αἱ διατάξεις αὗται, αἱ ὁποῖαι εἰσάγουσιν ἐξαιρετικὴν κατά τι διάταξιν τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, δὲν καταργοῦνται.
§402Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ διατάξεις αὗται ἐτροποποίησαν τὴν τότε ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, ὡς πρὸς τὰ δικαστήρια, εἰς ἃ ὑπήγοντο οἱ ἀστυνόμοι κλπ. Τώρα ἀντιβαίνουσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου; Καταργοῦνται, καὶ μένουσιν ἐν ἰσχύϊ αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἴσχυον.
§403ΔΑΛΛΑΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι κατὰ τοῦτο ὑπάρχει κενὸν ἐν τῷ νόμῳ· διότι, ἐὰν ἐπανέλθωσιν αἱ παλαιαὶ διατάξεις, θέλει ἐκλείψει ἀπὸ τῶν πολιτῶν ἡ διὰ τοῦ τελευταίου νόμου παρασχεθεῖσα αὐτοῖς ἐγγύησις.
§404Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ συζητούμενον ἄρθρον ὁρίζει, ὅτι πᾶσα διάταξις ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖται. Ἀφοῦ ὅμως δὲν ἀναγράφεται διάταξις περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐν τῷ παρόντι νόμῳ, ἕπεται ὅτι αἱ διατάξεις, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀγυιᾶς, δὲν ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸν παρόντα νόμον, ἑπομένως δὲν καταργοῦνται, ἀλλὰ μένουσιν ἐν ἰσχύϊ.
§405ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγραφῇ ἡ δήλωσις αὕτη εἰς τὰ πρακτικά.
§406ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 21, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παραδέχθη. Αἱ ὑποβληθεῖσαι τροπολογίαι θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 240–244). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῆ, ὡς ἐτροποποιήθη, διὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 245). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως γεωργικῶν σταθμῶν.
§407ΡΑΖΕΛΟΣ. Νομίζω ὅτι προηγουμένως, κατὰ πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀπεφασίσθη, ὅπως μετὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομίας συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ χωροφυλακῆς.
§408Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον περὶ ταμείου τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ δὲν ἔχει συζήτησιν, καὶ παρακαλῶ νὰ προταχθῇ.
§409ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως γεωργικῶν σταθμῶν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§410Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, φέρω ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας.
§411ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ὀνομαστικοῦ τῶν Βουλευτῶν καταλόγου, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ Σπετσῶν κ. Γ. Ν. Μπούμπουλη).
§412Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄς λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§413ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 1 καὶ 30′ μετὰ τὸ μεθονύκτιον.