Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΔ · Session ΕΚΤΑΚΤΟΣ› Sitting 27

1896.12.12

4,358 rows · 34,455 words · 1 table · 144 turns

Date
1896.12.12
Presidency
ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗ
Period
ΙΔ
Session
ΕΚΤΑΚΤΟΣ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1897)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27

Τῆς 12 Δεκεμβρίου 1896.

(Πέμπτη)

Ὥρα 4 καὶ 20′ μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Χατζηπέτρος εἰδοποιεῖ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, ὅτι τὴν προσεχῆ Δευτέραν θέλει ἀπευθύνει αὐτῷ ἐπερώτησιν περὶ τοῦ ἐκ Τριπόλεως συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Π. Παπαδιαμαντοπούλου. Παρακαλεῖ δ’ αὐτὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης σχετικὸν φάκελλον.

§2Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Βόλου κ. Φιλάρετος καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου κ. Ραζέλος ἀπηύθυναν πρός με αἴτησιν, ἔχουσαν οὕτω: «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀκόλουθα ἔγγραφα, ὡς πρὸς τὰς γενομένας μελέτας διὰ τὴν ἵδρυσιν στρατοπέδου ἐν Θήβαις. αʹ) Τὴν ἔκθεσιν τοῦ ταγματάρχου τοῦ μηχανικοῦ κ. Δροσινοῦ. βʹ) Τὴν τοῦ ὑπολοχαγοῦ τοῦ μηχανικοῦ Κωνσταντινοπούλου καὶ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ τοῦ πεζικοῦ κ. Ῥωσσέτου. γʹ) Τὴν ἀρχικὴν ἐντολὴν τῆς τελευταίας ἐπιτροπῆς, τῆς προεδρευομένης ὑπὸ τοῦ ἀντισυνταγματάρχου τοῦ μηχανικοῦ κ. Νοταρᾶ, καὶ τὴν τροποποίησιν αὐτῆς διὰ μεταγενεστέρου ἐγγράφου.» Πάντα ταῦτά εἰσιν ἀντικείμενα τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας καὶ ὑπὸ μελέτην. Νομίζω ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία εἰς τὴν περίστασιν ταύτην δὲν ὑποχρεοῦται νὰ δώσῃ πληροφορίας ἐπὶ ἀντικειμένου τοιαύτης φύσεως. Φρονῶ, ὅτι ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δίδω πληροφορίας μόνον ἐπὶ πραγμάτων τετελεσμένων. Τὰ αἰτούμενα ὅμως πάντα εἰσὶν ἀντικείμενα ὑπὸ μελέτην, καὶ νομίζω ὅτι δὲν ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δώσω τὰς αἰτουμένας πληροφορίας.

§3Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πολὺ ἐσφαλμένην γνώμην ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, τοιαῦτα φρονῶν, διότι ἔχει πολὺ περιωρισμένην ἰδέαν περὶ τῆς εὐρύτητος τῆς ἐντολῆς τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Καὶ ἄλλοτε ἤκουσα τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ χαρακτηρίζοντος τὰ πάντα ὑπηρεσιακὰ τοῦ γραφείου, ἀλλὰ εἰς συνταγματικὰ Κράτη ἄλλοι ὑπάρχουσι κανόνες. Βεβαίως ὑπάρχουτι καὶ ἀπόῤῥητα τῆς ὑπηρεσίας, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς δύναται νὰ ἐγγίσῃ, ἀλλὰ νὰ ὑποστηρίξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων εἰσέρχεται εἰς τὸν κύκλον τῶν ἀποῤῥήτων, τοῦτο τῇ ἀληθείᾳ παρ’ οὐδενὸς δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ. Ἔχομεν λοιπὸν ἀνακοινώσεις εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἔστω, πρόγραμμα περὶ νεωτέρας πολιτικῆς, ἢ πρὸς συμπλήρωσιν τῶν κενῶν, ἀδιάφορον. Ἐν τῷ προγράμματι τούτῳ ἀναγράφεται ἡ ἵδρυσις στρατοπέδου, καὶ ἡ ἵδρυσις στρατοπέδου ἔχει ὡς παρακολούθημα τὴν δαπάνην πολλῶν ἑκατομμυρίων ἀμέσως ἢ ἐμμέσως. Νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι τὸ θέμα τοῦτο εἶναι ξένον τοῦ κύκλου τῆς Βουλευτικῆς ἐντολῆς; Ἀλλὰ λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν: «ἀφήσατε ν’ ἀποφανθῶ, καὶ ἐπὶ τετελεσμένου γεγονότος ἔχετε δικαίωμα νὰ ἐκφράσητε γνώμην.» Ἐννοῶ ὅτι ἐπὶ τετελεσμένου γεγονότος ἔχω δικαίωμα νὰ ἐλέγξω καὶ νὰ ἐκφράσω γνώμην ἀποδοκιμασίας ἢ ἐπιδοκιμασίας, ἀλλὰ πρὸ τοῦ ἐλέγχου ἔχω τὸ δικαίωμα τῆς συστάσεως καὶ τῆς ἐξετάσεως, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ βοηθήσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ὑποστηρίξω αὐτήν, ἐὰν πρόκειται νὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν συμφέρουσαν. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, ἐὰν νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις στηρίζεται ἐπὶ ἐσφαλμένων πληροφοριῶν, καθῆκον ἔχω ἐγκαίρως νὰ ὑποβάλω τὴν γνώμην μου. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἔχω ἀνάγκην στοιχείων. Αὐτὰ τὰ στοιχεῖα δὲν εἶναι ἀπόῤῥητα. Αἰωνίως, ὁσάκις ζητήσῃ τις τὸ ἁπλούστερον ἔγγραφον, ἔρχεται ἀμέσως ἡ ἔνστασις τῆς προσβολῆς τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ τῆς ὑπηρεσίας! Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ μὴ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα. Μήπως ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κατέθεσεν ἄλλα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζητήσαμεν; μήπως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ κατέθεσεν ὅλα τὰ ἔγγραφα, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην; Ἀλλὰ θὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην, καὶ θὰ τὴν ἀναλάβῃ ἀκεραίαν, διότι δὲν γνωρίζει εἰς τί δύναται νὰ χρησιμεύσωσι τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα μετὰ τὴν τυχὸν διάπραξιν σφάλματος. Ἐνδέχεται νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἐὰν ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἐγγράφων πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι ὄχι μόνον δὲν συντελεῖ εἰς τὴν ὑπεράσπισιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἀλλ’ ἀκριβῶς προσβάλλει αὐτὰ ἡ ἵδρυσις ἑνὸς στρατοπέδου εἰς μέρος ἀκατάλληλον...

§4ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Πῶς τὸ ἠξεύρετε;

§5Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐὰν, εἶπον... Ἐὰν ἀποδειχθῇ τοῦτο, νομίζετε ὅτι εἶναι μικρὰ ἡ ὑπηρεσία τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἡ ὁποία θὰ παρασχεθῇ ἐκ τῆς συζητήσεως; Ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἐξακολουθῇ ἀρνουμένη, ἀλλὰ θὰ ἀναλάβῃ ἀκεραιοτάτην τὴν εὐθύνην. Διὰ τοῦτο ἐν καιρῷ θὰ λάβω τὸν λόγον, ὅπως ἢ ἀποδοκιμάσω τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ἐγκρίνω αὐτήν· ἀλλὰ καθιστῶ ὑπεύθυνον τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἄρνησίν της.

§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ δικαιώματα ἑκάστου τῶν κυρίων Βουλευτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραγνωρισθῶσιν· εἶναι ἀκέραια, καὶ δύναται νὰ ἀσκήσῃ αὐτὰ ἕκαστος, ὁσάκις βούλεται. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι γίνεται σύγχυσις, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου ζητεῖ ν’ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν διοίκησιν, ζητεῖ νὰ συσκεφθῇ μὲ τὴν Κυβέρνησιν, μὲ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, περὶ τοῦ μέρους, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἱδρυθῇ τὸ στρατόπεδον. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν συλλέγει πληροφορίας· ἴσως δὲν τὰς συνεκέντρωσεν ἔτι αὐτὸς πάσας. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐσκέφθη ἀκόμη εἰς ποῖον μέρος θέλει ἱδρύσει τὸ στρατόπεδον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου λέγει, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ συμβουλεύσῃ καὶ αὐτὸς, καὶ ζητεῖ νὰ δώσωσιν αὐτῷ τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα, διὰ νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι κανονικόν. Τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου εἶναι ἀκέραιον, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προβῇ εἰς πράξεις, αἵτινες ἤθελον φέρει εἰς τὸ Δημόσιον ζημίαν. Ἐὰν θέλετε νὰ ἐκφράσητε γνώμην, ἐκφράσατέ την, ἀλλὰ δὲν ἔχετε δικαίωμα ν’ ἀποφασίσητε ὑμεῖς, πρὶν ἢ ἀποφασίσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.

§7Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θὰ ἐπεθύμουν, τὸ δόγμα τὸ ὁποῖον ἀνέγραψεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ τὸ ἐνθυμῆται ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, καὶ ν’ ἀπομακρύνῃ τοὺς Βουλευτὰς ἀπὸ τὴν διοίκησιν.

§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα.

§9Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θὰ ἐπεθύμουν, ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος μετὰ τόσης σοβαρότητος μοὶ ἀπήγγειλε τὸ κατηγορητήριον, διότι ἠθέλησα νὰ συγκρουσθῶ μὲ τὴν διοικητικὴν ἐξουσίαν, νὰ ὑπενθυμίζῃ εἰς τοὺς φίλους του τὸ δόγμα, ὅταν ἐπεμβαίνωσιν εἰς τὰ τῆς διοικήσεως. Ἐπέμβασις εἰς τὴν διοίκησιν εἶναι, ὅταν ζητῶ — ἐπ’ ἀνταλλάγματι τῆς βουλευτικῆς μου ψήφου, ἐννοεῖται, — ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ διορίσῃ ἕνα ἔφορον, καὶ ὅταν ἀπειλήσω ὅτι θὰ ἐγκαταλείψω τὰς τάξεις του· ἐπέμβασις εἶναι, ὅταν θὰ θελήσω ν’ ἀπομακρύνω ἕνα ἀνακριτήν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπέμβασις, ὅταν θελήσῃ τις νὰ μορφώσῃ γνώμην ἐπὶ γενικοῦ ζητήματος μετὰ μελέτην ἐγγράφων.

§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκδηλώσατε τὴν γνώμην σας.

§11Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δεχθῇ ἢ νὰ μὴ δεχθῇ τὴν σύστασίν μας. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀποδέχεται τὸ δόγμα, τὸ ὁποῖον ἀνήγγειλεν, ἂς τὸ ἀνακοινώσῃ εἰς τοὺς κ. Ὑπουργούς, διότι οὕτω θὰ διαγράψῃ σταθμὸν μεγάλης βελτιώσεως ἐν τῇ διοικήσει. Ἀλλ’ ἤδη, ἀφοῦ ἐζητήθη ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ πίστωσις διὰ τὸ στρατόπεδον, ὀφείλετε νὰ δώσητε τ’ ἀπαιτούμενα στοιχεῖα πρὸ τῆς συζητήσεως.

§12Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν γνωρίζω τίς λόγος ὑπηγόρευσεν εἰς τὸν κ. ἐκ Βόλου συνάδελφον νὰ ζητήσῃ κατάθεσιν ἐγγράφων· οἱ λόγοι ὅμως δύνανται νὰ διαιρεθῶσιν εἰς δύο· ἢ πρόκειται νὰ συσκεφθῶσι μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ περὶ τῆς καταλλήλου θέσεως τοῦ στρατοπέδου, ἢ πρόκειται νὰ συσκεφθῶσι περὶ τῆς γενησομένης δαπάνης. Δαπάνη δὲν ζητεῖται ἤδη, οὐδὲ συζητεῖται τοιοῦτόν τι· ἐὰν συνεζητεῖτο, εἴχομεν πλῆρες τὸ στάδιον νὰ εἴπωμεν τὴν ἰδέαν μας, ἐὰν συμφέρῃ νὰ συστηθῇ μόνιμον ἢ προσωρινὸν στρατόπεδον, καὶ εἰς ποίαν θέσιν. Ἡ θέσις τοῦ στρατοπέδου ἐξαρτᾶται ἐκ πολλῶν λόγων. Τοῦτο δὲ γνωρίζει κάλλιον ἡμῶν ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία. Ἡ εἰσήγησις τοῦ Α ἢ Β Βουλευτοῦ οὐδεμίαν δύναται νὰ ἀσκήσῃ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν συστηθησομένων ἐπιτροπειῶν, αἱ ὁποῖαι φέρουσιν ὅλα τὰ βάρη καὶ τὰς εὐθύνας τοῦ στρατοπέδου. Φρονῶ ἀδιστάκτως, οὐχὶ ὡς στρατιώτης, ἀλλ’ ὡς πολιτευόμενος, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀναμιγνύωνται εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν οἱ Βουλευταί. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου πλειότερον τοῦ κ. συναδέλφου, ἀλλ’ εἰς ζητήματα τόσον λεπτά, τῶν ὁποίων ἀγνοοῦμεν τὰς λεπτομερείας, δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν ἰδέας, κατὰ τῶν ὁποίων ἀντίκειται ἡ γνώμη εἰδικῶν ἐπιτροπῶν. Ὁ κ. Ὑπουργός, μέλλων νὰ συστήσῃ τὸ στρατόπεδον, θὰ λάβῃ ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα διατάσσονται ὑπὸ τῶν γενικῶν κανόνων περὶ συντηρήσεως τῶν στρατοπέδων.

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, εἰσέρχεσθε εἰς τὴν οὐσίαν.

§14Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ ζήτημα τοῦ στρατοπέδου εἶναι καθαρῶς στρατιωτικόν, καὶ πρέπει νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα συστήσῃ τὸ στρατόπεδον ὅπου θέλει, ἀκούων τὴν γνώμην τῶν ἁρμοδίων ἐπιτροπῶν. Ὅταν συζητήσωμεν τὰς σχετικὰς πιστώσεις, τότε ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσωμεν περὶ πάντων, καθὼς καὶ περὶ τῆς θέσεως.

§15Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πῶς δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὰ στοιχεῖα;

§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἄδεια, ἵνα καταστραφῶσι διὰ τοῦ πυρὸς 1330 ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, αἱ ὁποῖαι ἔμειναν ἀδιάθετοι ἐν τῷ Κεντρικῷ Ταμείῳ.

§17ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1896 ἐκ δρ. 349,000. Προσέτι καταθέτω ἀπαντήσεις εἰς διαφόρους ἐπερωτήσεις τῶν κ. Βουλευτῶν Τριφυλίας, Μεσσήνης καὶ Σύρου.

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 189–190). Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Σωτ. Δανόπουλος, Θ. Βελλιανίτης καὶ Κ. Ἀσημακόπουλος ὑπέβαλον πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΑΡΞΒʹ νόμου τῆς 29 Μαρτίου 1884 ἔτους περὶ βαθμολογίας κλπ. τῶν οἰκονομικῶν βαθμοφόρων τοῦ Β. Ναυτικοῦ καὶ τοῦ ͵ΒΥΔʹ νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀνωτέρω νόμου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 191). Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως περὶ τῶν τοῦ συμβιβασμοῦ.

§19ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Κραναίας καὶ ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφοι ἐκάκισαν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν ἐφρόντισεν, ἅμ’ ἀνελθὼν εἰς τὴν ἀρχήν, νὰ μελετήσῃ τὸν φάκελλον τῶν ὑπὸ τοῦ Τρικούπη διεξαχθεισῶν διαπραγματεύσεων καὶ νὰ ἐπαναλάβῃ ταύτας αὐτὸς ἐκ τοῦ σημείου, ἐν ᾧ ἐκεῖνος τὰς εἶχεν ἐγκαταλίπει. Ἐγὼ συμφωνῶ πρὸς αὐτοὺς πληρέστατα, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὤφειλε νὰ μελετήσῃ τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος φάκελλον, ὅπως οὕτω καταστῇ ἐνήμερος τῶν γενομένων διαπραγματεύσεων καὶ γινώσκῃ ἀκριβῶς, τί κυρίως αἱ ἐπιτροπεῖαι τῶν ὁμολογιούχων ἐζήτουν, τί δ’ ἐδόθη εἰς ταύτας ὑπὸ τοῦ προκατόχου του. Ἠπόρησα μάλιστα, ἀκούσας ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε τὸ πρῶτον ἐζητήθη ὁ φάκελλος ἐκεῖνος παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Παρνασσίδος, ἐδήλωσεν ὅτι ἠγνόει κἂν τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ. Δὲν ἀποδέχομαι ὅμως, ὅτι αὐτὸς ὤφειλε νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς διαπραγματεύσεις ἐκ τοῦ σημείου, ἐν ᾧ εἶχεν ἐγκαταλίπει αὐτὰς ὁ Τρικούπης. Αἱ διαπραγματεύσεις ἐκεῖναι εἶχον ναυαγήσει ὁλοσχερῶς, ἀφ’ οὗ χρόνου καὶ ἡ συμφωνία, ἡ ἐπιτευχθεῖσα ἐνταῦθα μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν τριῶν ἐπιτροπειῶν τῶν ὁμολογιούχων καὶ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος, εἶχεν ἀποκρουσθῆ ὑπὸ τῶν ἐπιτροπειῶν, καὶ ἡ σύμβασις, ἡ συνομολογηθεῖσα κατ’ Αὔγουστον μῆνα τοῦ 1893 ἐν Λονδίνῳ, εἶχεν ἀποῤῥιφθῆ ὑπὸ τῆς ἐκεῖ συγκληθείσης συνελεύσεως τῶν Ἄγγλων ὁμολογιούχων. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ὁ Τρικούπης, λόγου γενομένου μετὰ ταῦτα ἐν τῇ Βουλῇ περὶ συμβιβασμοῦ, ἰσχυρίσθη ὅτι αὐτὸς ἐξηκολούθει νὰ θεωρῇ ἔγκυρον τὴν ἐπιτευχθεῖσαν ἐν Ἀθήναις συμφωνίαν, ἐφ’ ὅσον αὕτη δὲν ἀπεῤῥίπτετο ὑπὸ τῶν συνελεύσεων τῶν ὁμολογιούχων, εἰς ἃς αἱ ἐπιτροπεῖαι αὐτῶν ὤφειλον νὰ τὰς ὑποβάλωσιν, ἀλλὰ πῶς συνεβιβάζετο πρὸς τὴν γνώμην του ταύτην τὸ γεγονός, καθ’ ὃ προέβη εἰς συνομολόγησιν ἰδιαιτέρας συμβάσεως πρὸς τὴν ἐπιτροπείαν τῶν Ἄγγλων ὁμολογιούχων, συμβάσεως διαφερούσης ἔν τισι πρὸς τὴν ἐνταῦθα ἐπιτευχθεῖσαν συμφωνίαν; Πλὴν ἀπεῤῥίφθη καὶ ἡ σύμβασις αὕτη, ὡς εἴδομεν, ὑπὸ τῶν ἐν Λονδίνῳ συνελθόντων ὁμολογιούχων, μεθ’ ὃ αἱ ἐπιτροπεῖαι ἀπηύθυναν νέας προτάσεις πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἀπαραδέκτους ὑπὸ ταύτης θεωρηθείσας, καθόσον ἐζητοῦντο δι’ αὐτῶν σὺν ἄλλοις, ὡς minimum ποσοστῶν τόκου, 35%, συμμετοχὴ εἰς τὰς προσαυξήσεις τῶν εἰσπράξεων τῶν ὑπεγγύων προσόδων καὶ ἀναδιοργάνωσις τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, εἰς ἣν θ’ ἀνετίθετο ἡ διαχείρισις τῶν ὑπεγγύων προσόδων, κατὰ τρόπον ἐπιτρέποντα τὴν συμμετοχὴν εἰς τὸ Συμβούλιόν της τριῶν ἀντιπροσώπων τῶν Γερμανῶν, Ἄγγλων καὶ Γάλλων ὁμολογιούχων. Αἱ διαπραγματεύσεις εἶχον οὕτω ναυαγήσει ὑπὸ τὸν Τρικούπην, ὥστε ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, ἐκ τίνος σημείου ὤφειλε νὰ ἐπαναλάβῃ αὐτὰς ὁ νῦν Πρωθυπουργός. Τοῦτο ὅμως δὲν ἦτο λόγος, ὅπως μὴ μελετήσῃ αὐτὸς ἐπισταμένως τὸν σχετικὸν φάκελλον καὶ ἀρυσθῇ ἐκ τούτου τὰ ἀναγκαῖα διδάγματα. Καὶ τὸ πρῶτον καὶ κύριον δίδαγμα, ὅπερ θὰ ἠρύετο ἐξ αὐτοῦ, θὰ ἦτο κατ’ ἐμὲ ἡ πεποίθησις, ὅτι ἢ ἔπρεπε νὰ ἀνατρέψῃ τὸν νόμον τῆς 10 Δεκεμβρίου, ὅστις ἦτο τὸ κυριώτατον δυσυπέρβλητον δι’ ἡμᾶς πρόσκομμα πρὸς συνομολόγησιν τοῦ συμβιβασμοῦ, καὶ νὰ δημιουργήσῃ οὕτω νέαν ὅλως βάσιν πρὸς διαπραγμάτευσιν, ἢ ὤφειλεν, ἀποδεχόμενος τὸν νόμον ἐκεῖνον, ὡς καλῶς κείμενον κακὸν, ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὰς συνεπείας αὐτοῦ. Μέση τις ὁδὸς δὲν ὑπελείπετο εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργόν. Τὸ πρῶτον ἀπῄτει βεβαίως ἀπόφασιν καὶ τόλμην, ἣν ἔπρεπε νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ ἡ περιστοιχίζουσα αὐτὸν ἐν τῇ Βουλῇ πλειονοψηφία καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη καὶ ἰδιαιτέρα στοργὴ, μεθ’ ἧς φαίνεται περιβάλλον νῦν αὐτὸν τὸ Στέμμα. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὤφειλεν αὐτὸς νὰ ἄρῃ πάραυτα ἐκ τοῦ μέσου τὴν πέτραν τοῦ σκανδάλου, τὸν νόμον τῆς χρεωκοπίας, δηλῶν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐνόει ν’ ἀποκαταστήσῃ εἰς τὴν ἰσχύν των πάσας τὰς πρὸς τοὺς πιστωτὰς συμβάσεις της ὁμοῦ μετὰ τῶν ὑπεγγύων αὐτῶν προσόδων. Μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν ταύτην τοῦ πρώην καθεστῶτος, ὅπερ μονομερῶς καὶ αὐθαιρέτως ἠθετήθη διὰ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου, ἠδύνατο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀνακοινῶν τὴν ἀνικανότητα τῆς Ἑλλάδος πρὸς ἐκπλήρωσιν ἀκεραίων τῶν ὑποχρεώσεών της, νὰ καλέσῃ τοὺς πιστωτὰς ἡμῶν πρὸς διακανόνισιν ἀπὸ κοινοῦ τῶν πρὸς αὐτοὺς σχέσεών μας, καὶ θὰ ἐβλέπετε τότε, Κύριοι, ὁπόσον ταχέως θὰ ἤγετο αὕτη εἰς πέρας. Δὲν εἶχε τὸ θάῤῥος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἵνα λάβῃ τοιαύτην ἀπόφασιν; τότε ὤφειλε τοὐλάχιστον ν’ ἀντιμετωπίσῃ ἐν ἐπιγνώσει τὰς συνεπείας τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου. Ὤφειλε νὰ ἐννοήσῃ πάραυτα, ὅτι οἱ πιστωταί μας, ἔχοντες ὁπωςδήποτε διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐξησφαλισμένα τὰ 30%, οὐδέποτε θὰ προήρχοντο εἰς συμβιβασμὸν πρὸς ἡμᾶς, ἐὰν δὲν ἐλάμβανον τί πλέον ἐκείνου, ὅπερ νομίζουσιν ὅτι ἔχουσιν ἤδη κεκτημένον. Ὤφειλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πᾶσαν προσπάθειαν νὰ καταβάλῃ, ὅπως διασώσῃ ἀλώβητα τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους, ἀντὶ τούτου προβαίνων εἰς πᾶσαν δυνατὴν θυσίαν ὡς πρὸ τὰ ποσοστὰ τοῦ πληρωτέου τόκου. Ἔδαφος δὲ προσφορώτατον εἰς τοῦτο εἶχον παράσχει αὐτοὶ οἱ πιστωταὶ πρὸς ἡμᾶς, προτείναντες ἀρχικῶς, ὡς συνάγεται ἐκ τοῦ φακέλλου τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ Τρικούπη, τὴν πληρωμὴν τῶν ποσοστῶν τοῦ τόκου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ θὰ ἠδυνάμεθα ἡμεῖς νὰ προσφέρωμεν νῦν, ἀντὶ τῶν 10% εἰς χρυσὸν, 50% εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἅτινα σὺν τῇ βελτιώσει τῆς νομισματικῆς ἡμῶν ἀνωμαλίας τὰ 30% εἰς χρυσὸν θὰ ἀνεβίβαζον σὺν τῷ χρόνῳ εἰς 35%, 40% καὶ 50%, ἄν ποτε ἀποκαθίστατο ἐν ἡμῖν ἡ ἰσοτιμία τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον. Ἐν τούτῳ θὰ συνέπιπτε βεβαίως τὸ συμφέρον τῶν πιστωτῶν πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους. Τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἐν τῇ βελτιώσει τῆς νομισματικῆς ἡμῶν ἀνωμαλίας εἶναι πρόδηλον εἰς πάντας. Ἐν τῷ συμφέροντι τῶν πιστωτῶν μας ἔγκειται, ὅταν λαμβάνωσι τὸν τόκον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, νὰ προμηθεύωνται διὰ τούτων τὸν χρυσὸν καὶ τὸ συνάλλαγμα εἰς ὅσον οἷόν τε εὐθηνοτέραν τιμὴν, ἀφοῦ οὕτω θὰ εἰσπράττωσιν αὐτοὶ πλείονα. Τὸ συμφέρον τοῦτο θὰ ἐκίνει αὐτοὺς, ἵνα ὑποβοηθήσωσιν ἡμᾶς ἐκ παντὸς τρόπου, ὅπως ὅσον οἷόν τε τάχιον ἀποκαταστήσωμεν τὴν ἰσοτιμίαν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου πρὸς τὸν χρυσόν. Καὶ ἐὰν δὲ, ὅπερ ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν πιστεύω, οἱ πιστωταί μας μεταβαλόντες τὴν ἀρχικήν των πρόθεσιν, ἐπέμενον νῦν εἰς τὴν εἰς χρυσὸν καταβολὴν τῶν ποσοστῶν τῶν τόκων, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὤφειλε καὶ ἐν τούτῳ νὰ φανῇ ἐνδοτικὸς, παρέχων πρὸς αὐτοὺς ἀνώτερα ποσοστὰ τῶν διὰ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου χορηγηθέντων, καὶ ἐν ἀνάγκῃ διαθέτων καί τινα ποσοστὰ εἰς πληρωμὴν χρεωλυσίου. Ἐὰν, Κύριοι, πιστεύωμεν τῳόντι, καὶ πρέπει νὰ πιστεύωμεν, ὅτι ὁ συμβιβασμὸς εἶναι ἀποκατάστασις τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως, ὡς τοιοῦτος δὲ θὰ ἦναι ἡ ἀφετηρία τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν ἀναῤῥώσεως, οὐδόλως πρέπει νὰ πτοώμεθα πρὸ τῆς τοιαύτης θυσίας. Ἅμα τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως ἀποκαθισταμένης, εὐθὺς ἅμα εἰσελθόντες ἡμεῖς εἰς τὴν ὁδὸν τῆς οἰκονομικῆς ἀναῤῥώσεως, θὰ εἴχομεν πάραυτα τοσαύτην βελτίωσιν τῆς νομισματικῆς ἡμῶν ἀνωμαλίας, ὥστε σὺν τῷ χρόνῳ θὰ ἐχρειαζόμεθα εἰς προμήθειαν τῶν ἀνωτέρω ποσοστῶν τόκου καὶ χρεωλυσίου ὅσα καὶ νῦν εἰς προμήθειαν τῶν 30% εἰς χρυσὸν, βραδύτερον δὲ καὶ ὀλιγώτερα αὐτῶν. Πρὸ τῆς τοιαύτης ἐνδοτικότητος ἡμῶν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν καταβλητέων ποσοστῶν, βεβαίως θὰ καθίσταντο ἐνδοτικώτεροι καὶ οἱ πιστωταί μας, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν ἐγγυήσεων. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους τί ζητοῦσιν αὐτοὶ καὶ ὡς πρὸς τὰς ἐγγυήσεις; πᾶσαν δυνατὴν ἀσφάλειαν, προφυλάττουσαν αὐτοὺς ἐξ ἐνδεχομένης ὑποτροπῆς ἡμῶν εἰς τὸ πάθημα τῆς 10 Δεκεμβρίου. Καὶ τί ἀξιοῦσι πρὸς τοῦτο; συμμετοχὴν τριῶν ἀντιπροσώπων των εἰς τὴν ἑταιρίαν τὴν διαχειρισθησομένην τὰς ὑπεγγύους προσόδους. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο τῳόντι ἀποχρῶσα δι’ αὐτοὺς ἀσφάλεια; Κύριοι, ὄχι τρεῖς, ἀλλὰ δέκα καὶ τρεῖς ἀντιπροσώπους ἂν εἶχον ἐν τῇ τοιαύτῃ ἑταιρίᾳ, ἐρωτῶ, εἰς τί θὰ τοὺς ὠφέλουν οὗτοι, ἐάν ποτε, παρατεινομένης τῆς νῦν ἀταξίας ἐν τῇ οἰκονομικῇ ἡμῶν διαχειρίσει, τῆς νῦν οἰκονομικῆς ἡμῶν καχεξίας, καθίστατο καὶ αὖθις τὸ Κράτος ἀνίκανον πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του; Αἱ ὑπέγγυοι πρόσοδοι θὰ εὑρίσκοντο καὶ πάλιν εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην ν’ ἀλλάξωσιν ἀκόμη μίαν φορὰν τόπον διαμονῆς, ὡς ἐν ἔτει 1893, οἱ δὲ κ. κ. ἀντιπρόσωποι τῶν ὁμολογιούχων ἐν τῇ διαχειριστικῇ αὐτῶν ἑταιρίᾳ τὸ πολὺ πολὺ θὰ συνέταττον μίαν ἐντονωτέραν διαμαρτυρίαν ἐκείνης, ἣν συνέταξεν ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων, ὅτε αὕτη ἠναγκάσθη νὰ παραδώσῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὰς διαπεπιστευμένας εἰς αὐτὴν εἰσπράξεις τῶν Μονοπωλίων. Αἱ ἐγγυήσεις, Κύριοι, ὡς ἐννοοῦσιν αὐτὰς αἱ ἐπιτροπαὶ τῶν ὁμολογιούχων, εἶναι κυρίως εἰπεῖν χάρτιναι. Ἐνῷ δι’ ἡμᾶς εἶναι αὐταὶ ἀπαράδεκτοι, ὡς ἁπτόμεναι τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους, ὡς μὴ δυνάμεναι ποτὲ νὰ ψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς,—διὸ οὐδὲ προετάθησάν ποτε τοιαῦται εἰς συνταγματικὸν Κράτος,—δὲν δύνανται νὰ παράσχωσιν αὐταὶ καὶ εἰς τοὺς πιστωτὰς, ὡς εἴδομεν, ἣν ἀπεκδέχονται οὗτοι ἐξ αὐτῶν ἀσφάλειαν. Πρὸς τί τότε ἡ τοσαύτη περὶ αὐτῶν πολυπραγμοσύνη; Δὲν θὰ ἦτο προτιμότερον εἰς τοὺς ὁμολογιούχους νὰ ἀρκεσθῶσιν εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ὑπεγγύων προσόδων ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, νὰ λάβωσι δὲ ἄλλας ἁπτοτέρας ἀσφαλείας περὶ τοῦ μέλλοντος; Πλὴν ποῖαί τινες αὗται; Τὰς ἀσφαλείας αὐτὰς θὰ παρείχομεν ἡμεῖς, ἐὰν ἅμα τῇ ἐνάρξει τῶν διαπραγματεύσεων, εἰ δυνατὸν δὲ, καὶ πρὸ αὐτῆς, προεβαίνομεν εἰς πάσας τὰς ἀναγκαίας οἰκονομικὰς μεταῤῥυθμίσεις. Ἐὰν ἐσπεύδομεν ν’ ἀναδιοργανώσωμεν τόν τε διοικητικὸν καὶ δικαστικὸν ἔλεγχον τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν διαχειρίσεως καὶ ἀπεδεικνύομεν αὐτὸν ζῶντα καὶ ἐνεργόν· ἐὰν ἐσπεύδομεν νὰ προβῶμεν εἰς πᾶσαν δυνατὴν οἰκονομίαν ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κειμένης ὀργανικῆς ἡμῶν νομοθεσίας καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ῥιζικῆς ταύτης μεταῤῥυθμίσεως ἐὰν ἐσπεύδομεν νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν καὶ τὴν ὅλην φορολογικὴν ἡμῶν νομοθεσίαν, ὡς ὑπέδειξα ἤδη πρότερον· ἐὰν, λέγω, ταῦτα πάντα ἐσπεύδομεν νὰ πράξωμεν ἐγκαίρως, τότε μὴ ἀμφιβάλλετε, Κύριοι, ὅτι θὰ παρείχομεν οὕτω τὰς μόνας ἁπτὰς, τὰς μόνας ἀσφαλεῖς ἐγγυήσεις πρὸς τοὺς πιστωτάς μας. Οὕτω θ’ ἀπεδεικνύομεν ἐμπράκτως, ὅτι ἐλάβομεν πλέον ὁριστικὸν διαζύγιον πρὸς τὸ παρελθὸν ἐκεῖνο, ὅπερ ἤγαγεν ἡμᾶς εἰς τὴν χρεωκοπίαν, ὅτι ἐλάβομεν πλέον τὴν ἀμετάθετον ἀπόφασιν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἀναῤῥώσεως. Οὕτω θὰ ἐνεπνέομεν καὶ εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ εἰς τοὺς ξένους ἐμπιστοσύνην, καθιστῶσαν περιττὴν ὅλως τὴν νῦν ἀπαιτουμένην προσαύξησιν τῶν ἐγγυήσεων. Ἰδοὺ, Κύριοι, τί εἶχε νὰ πράξῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εὐθὺς ἅμ’ ἀνελθὼν εἰς τὴν ἀρχὴν, ἐν τῷ ζητήματι τοῦ συμβιβασμοῦ, ἐὰν ἤθελε νὰ ἴδῃ ταχέως πληρουμένην τὴν περὶ τούτου ἐπαγγελίαν του, εἰς ἣν πιστεύσας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὸν περιέβαλε διὰ τοιαύτης καταπληκτικῆς πλειονοψηφίας. Ἀλλ’ ὅταν τις, Κύριοι, ταῦτα ἔχων πρὸ ὀφθαλμῶν, ἀνασκοπῇ τὴν μέχρι τοῦδε πολιτείαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐν τῷ ζητήματι τοῦ συμβιβασμοῦ, προάγεται καὶ ἄκων νὰ πιστεύσῃ, ὅτι κακός τις δαίμων τῆς Ἑλλάδος ὤθησε μέχρι τοῦδε αὐτὸν εἰς τὸ νὰ πράξῃ ἐν αὐτῷ ἀκριβῶς πᾶν τὸ ἀντίθετον ἐκείνου, ὅπερ ἔπρεπε νὰ πράξῃ, οὕτω δὲ, ἀντὶ νὰ ἔχῃ ἤδη συντελεσθῆ ὁ συμβιβασμὸς, ἢ νὰ ἔχωμεν τοὐλάχιστον προσεγγίσει εἰς τὴν ἐπίτευξίν του, νὰ εὑρισκώμεθα τὴν σήμερον παρασάγγας πολλοὺς μακρότερον αὐτοῦ ἢ ὑπὸ τὴν πρωθυπουργίαν τοῦ μακαρίτου Τρικούπη. Πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ διακηρύττων πρὶν ἔλθῃ εἰς τὰ πράγματα, ὅτι πᾶσα ἡμέρα παρερχομένη ἄνευ συμβιβασμοῦ ἦτο δι’ ἡμᾶς ζημία ἀνεπανόρθωτος, κατώρθωσεν, ὥστε μετὰ δέκα καὶ ὀκτὼ μῆνας, ἀφ’ ὅτου αὐτὸς διαχειρίζεται τὰ κοινὰ, ἀντὶ νὰ προσεγγίσωμεν εἰς τὸν συμβιβασμὸν, νὰ εὑρισκώμεθα μακρότερον αὐτοῦ νῦν ἢ πρὸ τῆς ἀνόδου του εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τοῦτο εἶναι τῇ ἀληθείᾳ θαῦμα, ὅπερ ἐζήτησεν ἤδη νὰ ἐξηγήσῃ μόνος του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, προβάλλων εἰς ἡμᾶς, κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1897, ὅτι ναὶ μὲν ἐθεώρει ἐν ἀρχῇ τὸ ζήτημα εὔκολον, ἐπείσθη ὅμως βραδύτερον ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι αὐτὸ εἶναι δυσχερὲς τὰ μάλιστα. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι αὐτὸς, ἀντὶ νὰ ἐλαττώσῃ τὰς φύσει συμπαρομαρτούσας εἰς τὴν διακανόνισιν τῶν σχέσεων ἡμῶν πρὸς τοὺς πιστωτὰς δυσχερείας, ἐπηύξησεν αὐτὰς ἔτι μᾶλλον· καὶ ἰδού πως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νομίσας, ὡς φαίνεται, ὅτι ὅλη ἡ διαφωνία μεταξὺ τοῦ Τρικούπη καὶ τῶν ἐπιτροπειῶν τῶν ὁμολογιούχων συνίστατο εἰς τὴν συμμετοχὴν τούτων εἰς τὴν προσαύξησιν τῶν εἰσπράξεων τῶν ὑπεγγύων προσόδων, ἐπίστευσεν ὅτι, ἐὰν ἐλάμβανεν αὐτὸς τὴν γενναίαν ἀπόφασιν νὰ προβῇ εἰς τὴν τοιαύτην παραχώρησιν, τὸ ζήτημα θὰ ἐλύετο πάραυτα. Ἐν τῇ πεποιθήσει ταύτῃ, ἔσπευσε κατὰ τὴν ἐκλογικήν του περιοδείαν, ἐπαγγελλόμενος πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὴν ταχεῖαν, τὴν ἄμεσον συντέλεσιν τοῦ συμβιβασμοῦ, νὰ καταστήσῃ τοῦτον κοινωνὸν καὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ κατωρθοῦτο τὸ πρᾶγμα. Ἀλλὰ τοῦτο ἦτο, κατ’ ἐμὴν γνώμην, τὸ πρῶτον μέγα σφάλμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ἐγὼ νῦν, κατὰ πόσον ἡ συμμετοχὴ τῶν ὁμολογιούχων εἰς τὴν προσαύξησιν τῶν εἰσπράξεων τῶν ὑπεγγύων προσόδων ἐνέχει κατ’ ἀρχὴν τὴν ἰδέαν τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου. Τὴν περὶ τούτου γνώμην ἐξεδηλώσαμεν ἡμεῖς ἤδη, ὅτε τὸ πρῶτον ἐν ἔτει 1894 ἐῤῥίφθη ἐν τῇ Βουλῇ ἡ ἰδέα αὕτη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης συναδέλφου. Καὶ τότε ἀπεκρούσαμεν αὐτὴν, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι, ὅταν παραχωρῇ τις εἰς ἄλλον συμμετοχὴν εἰς τὴν προσαύξησιν τῶν εἰσπράξεων προσόδου τινὸς, συμπαραχωρεῖ εἰς αὐτὸν κατ’ ἀνάγκην καὶ τὸ δικαίωμα τῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς προσόδου ταύτης, ἀφοῦ οὕτω καὶ μόνον δύναται νὰ γινώσκῃ αὐτὸς, τί περιπλέον εἰσπράττεται καὶ τί περιπλέον ἐντεῦθεν ἀνήκει εἰς αὐτόν· καὶ νῦν δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἄλλην γνώμην. Ἀλλὰ νομίζω περιττὸν νὰ προσθέσω τι νῦν ἐγὼ εἰς ὅσα εἶπε περὶ τούτου ἤδη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Παρνασσίδος, ἀναιρῶν τὰ σχετικὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Καραπάνου. Ἐγὼ, Κύριοι, ἤθελον νὰ εἴπω μᾶλλον, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην παραχώρησιν πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους, ὤφειλε τοὐλάχιστον νὰ προβάλῃ αὐτὴν ἐν καιρῷ διαπραγματεύσεων, καὶ δὴ ἀφοῦ ἐξησφάλιζε προηγουμένως τὸ κατάλληλον ἀντάλλαγμα παρ’ αὐτῶν. Προεξοφλήσας ὅμως τοιοῦτον πλεονέκτημα δι’ αὐτοὺς τόσον ἀκαίρως, οὐ μόνον δὲν ἐβελτίωσεν οὕτω τὴν θέσιν ἡμῶν ἐν τῷ ζητήματι τοῦ συμβιβασμοῦ, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ ἐδυσχέρανεν αὐτὴν, καταστήσας τὰς ἐπιτροπείας τῶν ὁμολογιούχων ἀπαιτητικωτέρας. Δεύτερον ἐπίσης μέγα σφάλμα διέπραξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, σπεύσας νὰ προβῇ εἰς τὴν σύστασιν τοῦ γραφείου τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, πρὶν ἢ ἔλθῃ εἰς οἱανδήποτε συνεννόησιν πρὸς τοὺς πιστωτάς. Δὲν ἀγνοῶ, Κύριοι, ὅτι ἠθέλησεν οὕτω νὰ παραστήσῃ αὐτὸς τὸ Κράτος ὡς οἰκειοθελῶς παρέχον πᾶσαν δυνατὴν ἐγγύησιν περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν προσόδων τῶν προωρισμένων εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν δανείων. Ἀλλ’ οὐδὲν ἐστὶ καλὸν, ἂν μὴ καλῶς γένηται. Ἡ ἀγαθὴ πρόθεσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐκδηλωθεῖσα ὡς ἐξεδηλώθη αὕτη, παρεξηγήθη ὑπὸ τῶν ὁμολογιούχων. Οὗτοι ἐνόμισαν, ὅτι τὸ Κράτος ἠθέλησεν οὕτω πως νὰ κανονίσῃ αὐτὸ μονομερῶς τὰ τῶν ἐγγυήσεων· διὸ οὐδ’ ἔλαβον κἂν ὑπὸ σημείωσιν τὴν σύστασιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος γραφείου. Ἐγὼ πολὺ φοβοῦμαι μάλιστα, ὅτι τὸ γεγονὸς τοῦτο διέθεσε μᾶλλον δυσπίστως πρὸς ἡμᾶς τοὺς πιστωτὰς, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς μένει νῦν μὲ μόνην τὴν εὐχαρίστησιν, ὅτι τὸ νέον γραφεῖον, εἰ μή τι ἄλλο, κατώρθωσεν ὅμως ἤδη νὰ παραλάβῃ δὲν ἠξεύρω ὁπόσας χιλιάδας ἐξαργυρωθέντων τοκομεριδίων καὶ χρεωγράφων, καὶ ν’ ἀπαριθμήσῃ ταῦτα· διότι ἄλλη τις ἐργασία, ὡς τακτοποίησις αὐτῶν καὶ ἐγγραφὴ ἐν τῷ Μεγάλῳ λεγομένῳ βιβλίῳ, δὲν ἤρχισε κἂν ἐν αὐτῷ ἀκόμη, καθ’ ἃς ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω πληροφορίας. Τρίτον μέγα σφάλμα ἔχει τις νὰ καταλογίσῃ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι δὲν ἐσκέφθη ἀμέσως νὰ ἄρξηται ἑνιαίων διαπραγματεύσεων ἢ ἐνταῦθα, ἐν Ἀθήναις, ὡς ὁ Τρικούπης, ἢ ἐν τινι τῶν πρωτευουσῶν τῶν χωρῶν, ἐν αἷς ἑδρεύουσιν αἱ ἐπιτροπεῖαι τῶν ὁμολογιούχων, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ διεξαγάγῃ αὐτὰς χωριστὰ ἐν ἑκάστῃ ἕδρᾳ τῶν ἐπιτροπειῶν, καὶ δὴ διὰ τῶν πρεσβευτῶν, οὓς ἔγνω ἐπὶ τούτῳ ν’ ἀναδιορίσῃ ἐν Παρισίοις καὶ ἐν Βερολίνῳ, ἐν Λονδίνῳ ἀφήσας τὴν διεύθυνσιν τῆς Πρεσβείας εἰς τὸν ἐπιτετραμμένον ἡμῶν, πρὸς ὃν ἐξακολουθεῖ καὶ αὐτός, ἄνευ λόγου ἀποχρῶντος, ἀπονέμων ἡμερήσιον ἐπίδομα ἐξ 25 φρ. χρ. ἐπὶ τῇ βάσει παρανόμου διατάγματος, ἐκδοθέντος ἐν ἔτει 1895 ὑπὸ τοῦ τότε ἀχρόου Ὑπουργείου. Πολὺς χρόνος παρῆλθε πρὸ τοῦτο ἐπὶ ματαίῳ, ἕως οὗ ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὰς σχετικὰς πιστώσεις καὶ γείνῃ ὁ διορισμὸς τῶν νέων πρεσβευτῶν. Πλὴν καὶ τότε ἐδέησεν ὁ κ. Πρόεδρος νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὴν ἀξίωσιν τῶν ἐπιτροπειῶν, ὅπως ἐν ἑνὶ καὶ μόνῳ κέντρῳ, ἐν Παρισίοις, διεξαχθῶσιν αἱ διαπραγματεύσεις, ὑπελείφθη δ’ ἐντεῦθεν εἰς τοὺς πιστωτὰς μόνη ἡ ἐντύπωσις, ὅτι αὐτὸς ἐζήτησεν οὕτω νὰ διασπάσῃ αὐτούς, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν συμφερόντων αὐτῶν, ἐξ οὗ ἐπετάθη μόνον ἡ πρὸς αὐτὸν δυσπιστία των. Τέταρτον μέγα σφάλμα αὐτοῦ ὑπῆρξεν, ὅτι ἐνόμισε πρέπον ν’ ἀπευθύνῃ μακρὰς ὁδηγίας πρὸς τοὺς ἡμετέρους πρεσβευτάς, δι’ ὧν ἐποιεῖτο αὐτὸς τὰς πρώτας προτάσεις πρὸς τὰς ἐπιτροπείας τῶν ὁμολογιούχων. Αἱ ὁδηγίαι αὗται, Κύριοι, εἶναι αἱ ὑποβληθεῖσαι ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δημοσιευθεῖσαι ἐν τῷ προκειμένῳ τεύχει (ἐπιδεικνύει αὐτό). Ὅσοι ἐῤῥίψατε ἓν βλέμμα εἰς αὐτάς, θὰ ἐπείσθητε πάντως, ὅτι ἀτυχέστερον αὐτοῦ ἔγγραφον δὲν ἠδύνατο ποτὲ νὰ συνταχθῇ ἐν τῇ ὑποθέσει, περὶ ἧς ὁ λόγος. Καὶ ὑπὸ ἔποψιν γλωσσικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν λογικὴν εἶναι κακόζηλον καὶ κακότεχνον. Οὐδεμία σαφήνεια, οὐδεὶς συνειρμὸς ἰδεῶν ἀπαντᾷ ἐν αὐτῷ. Ἀλλὰ τὸ χείριστον πάντων εἶναι, ὅτι ὁ συντάκτης αὐτοῦ, ἐπιλαθόμενος ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἑνιαία, οὐδὲ δύναται νὰ γείνῃ διάκρισίς τις Πρωθυπουργῶν ἐν αὐτῇ, ὅσον ἀφορᾷ τὰς σχέσεις της πρὸς τοὺς ξένους, παρεκτρέπεται εἰς ἀληθὲς κατηγορητήριον τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ πρὸς τὸν πρώην Πρωθυπουργὸν Τρικούπην, ὅπως δ’ ἐπιτύχῃ τοῦ σκοποῦ τούτου, περιπίπτει εἰς ἀνακριβείας ἀριθμῶν, οἵτινες ἐκθέτουσι μόνον οἰκτρῶς τὴν Ἑλλάδα εἰς τὰ ὄμματα τῶν πιστωτῶν της. Δὲν θὰ εἰσέλθω ἐγὼ εἰς λεπτομερείας νῦν, ὅπως μὴ φανῶ ἐπαναλαμβάνων ὅσα μετὰ τοσαύτης ἀναλυτικότητος καὶ πειστικότητος ἐν ταὐτῷ ἐξέθεσε χθὲς περὶ τούτου ὁ ἐκ Παρνασσίδος κ. συνάδελφος. Ἀρκοῦμαι μόνον νὰ παρατηρήσω, ὅτι καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν συμπερασμάτων του, τῶν ἀφορώντων ἀμέσως εἰς τὸν συμβιβασμόν, τὸ προκείμενον ἔγγραφον ἦτο ἀληθὴς ψυχρολουσία διὰ τὰς ἐπιτροπείας τῶν ὁμολογιούχων. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δι’ αὐτοῦ προετείνοντο πρὸς τούτοις ὀλιγώτερα ἐκείνων, ἅτινα αὐτοὶ νομίζουσιν ὅτι ἔχουσιν ἤδη κεκτημένα διὰ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου, ὡς ἐκ περισσοῦ δὲ ὑπεδεικνύετο εἰς αὐτούς, ὅτι ὤφειλον νὰ προμηθεύσωσιν εἰς ἡμᾶς νέον δάνειον ἐκ 30 περίπου ἑκατομμυρίων δρ. εἰς χρυσόν, καὶ εἰς τὴν λειτουργίαν τούτου νὰ χρησιμεύσῃ, κατὰ παράδοξον τρόπον, μέρος τῶν εἰσπράξεων τῶν εἰς αὐτοὺς προοριζομένων νέων προσόδων. Ἐννοεῖται, Κύριοι, ὅτι ἔγγραφον τοιοῦτον δὲ ἠδύνατο ἢ νὰ θεωρηθῇ ὑπὸ τῶν ἐπιτροπειῶν τῶν ὁμολογιούχων ὡς ἁπλῆ εἰρωνεία ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο αὐτοὶ, παραπονούμενοι, κατά τι δημοσίευμα τῆς ἐπιτροπείας τῶν Γερμανῶν ὁμολογιούχων, ὅτι, καίτοι αἱ ἐπιτροπεῖαι ἐπέσπευδον ἀπὸ τοῦ Μαΐου τοῦ 1895 τὰς διαπραγματεύσεις, ἐν τούτοις ὁ κ. Δηλιγιάννης, μεθ’ ὅλον τὸ ζωηρὸν ἐνδιαφέρον, ὅπερ ἐπεδείκνυεν, ὅπως ἐπιτύχῃ συμβιβασμοῦ πρὸς τοὺς πιστωτάς, κατώρθωσεν, ὥστε μόλις μετὰ ἓξ μῆνας νὰ ἄρξωνται αἱ διαπραγματεύσεις, ἀλλὰ καὶ τότε διὰ τῆς ἀνακοινώσεως τῶν προμνημονευθεισῶν ὁδηγιῶν, ὧν ὅμως τὸ περιεχόμενον αὐταὶ ἐκήρυξαν ἀπαράδεκτον καὶ ἀνάξιον πάσης συζητήσεως. Ἐσκέφθησαν τότε οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῶν ἐν Παρισίοις νὰ θέσωσι τὰς θεμελιώδεις βάσεις τῶν διαπραγματεύσεων, καὶ ταύτας ν’ ἀνακοινώσωσι τῇ 3 Φεβρουαρίου (ν. ἕ.) 1896 εἰς τὸν ἐν Παρισίοις πρεσβευτὴν ἡμῶν κ. Ν. Δελιγιάννην ἐν εἴδει ὑπομνήματος...

§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸν ἐν Παρισίοις Ἕλληνα πρέσβυν δὲν ἐνεχειρίσθη οὔτε ἀνεκοινώθη ἄλλο τι, εἰμὴ τὸ σχέδιον τὸ δημοσιευθὲν ἐν τῷ φυλλαδίῳ, ὅπερ κατέθηκα εἰς τὴν Βουλήν. Οὐδὲν ἕτερον. Ἀμφιβάλλω δὲ, ἐὰν ἦναι τῶν ἐν Γερμανίᾳ κομιτάτων ἔργον τὸ δημοσίευμα, περὶ οὗ ὁ λόγος.

§21ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὕτως ἐπιγράφεται, δὲν διεψεύσθη δὲ ἀκόμη ὑπό τινος.

§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐν Γερμανίᾳ δὲν ὑπάρχει ἓν κομιτάτον, ἀλλὰ τρία κομιτάτα, μεταξὺ δὲ αὐτῶν εἶναι καὶ κομιτάτον, τοῦ ὁποίου προΐσταταί τις, οὗτινος τὸ ὄνομα εἶναι γνωστόν, διότι ἐπλήρωσε πᾶσαν τὴν Ἀθηναϊκὴν κοινωνίαν δι’ ἐπιστολῶν, τὰς ὁποίας ἐπιστέλλει καθ’ ἑκάστην. Ἐὰν τὸ δημοσίευμα ἦναι ἔργον τοῦ κομιτάτου ἐκείνου, ἐνδέχεται· ἀλλ’ ἀμφιβάλλω ἐὰν ἦναι τοῦ κομιτάτου τοῦ προεδρευομένου ὑπὸ τοῦ κ. Wachler. Οὐδὲ γνωρίζω ἐὰν ἦναι ἔργον τοῦ δευτέρου κομιτάτου. Ἀλλὰ καὶ τὰ τρία κομιτάτα δὲν συνῆλθον ἵνα ἀποτελέσωσιν ἓν κομιτάτον, τὸ δὲ δημοσίευμα δὲν φέρει ὑπογραφήν τινα. Ἐνδέχεται νὰ ἦναι ἔργον ἑνὸς κομιτάτου, ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἐγράφη τῇ συναινέσει πάντων. Εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ὅμως τὸ δημοσίευμα εἶναι ἄγνωστον. Τὸ δημοσίευμα εἶναι ὅμοιον πρὸς τὰ διάφορα ἄρθρα τῆς «Financial News», «τῆς Ἐφημερίδος τῆς Φραγκφούρτης» καὶ ἄλλων ἐφημερίδων τῆς Γερμανίας.

§23ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι τὸ προκείμενον δημοσίευμα (ἐπιδεικνύει αὐτὸ) ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τοῦ νὰ ἦναι ὡς τὰ δημοσιεύματα, ἅτινα ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Αὐτὸ ἐπιγράφεται ἐπὶ λέξει: «Ἔκθεσις τοῦ Γερμανικοῦ ἀμυντικοῦ κομιτάτου τῶν κατόχων Ἑλληνικῶν χρεωγράφων περὶ τῶν διαπραγματεύσεων πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν». Ὡς τοιοῦτο, δὲν χρήζει τῆς ὑπογραφῆς οὔτε τοῦ κ. Wachler οὔτε ἄλλου τινός. Ἀρκεῖ δι’ ἡμᾶς, ὅτι δημοσιεύεται ὡς ἔκθεσις τοῦ μνημονευθέντος κομιτάτου· ἀρκεῖ ὅτι περιέχει λέξιν πρὸς λέξιν τὰς ἀντιπροτάσεις τῶν ἐπιτροπῶν τῶν ὁμολογιούχων, τὰς περιεχομένας καὶ ἐν τῷ τεύχει τῷ ὑποβληθέντι εἰς ἡμᾶς ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ἀρκεῖ ὅτι οὐδεὶς εὑρέθη μέχρι τοῦδε ἐν Γερμανίᾳ οὔτε ἐκ τοῦ κομιτάτου τοῦ διεξαγαγόντος τὰς πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν διαπραγματεύσεις, οὔτε ἐκ τῶν ἑτέρων δύο ἐκεῖ κομιτάτων, οὔτ’ ἐκ τῶν ὁμολογιούχων, ἵνα διαψεύσῃ αὐτό. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἁρμόδιος νὰ κηρύξῃ αὐτὸ ἀνακριβές, ὡς ἔπραξεν ἤδη, ὡς πρὸς τὰ ἀφορῶντα ἐν αὐτῷ τὸ ὑπόμνημα τὸ ἐπιδοθὲν τῇ 3 Φεβρουαρίου (ν. ἔ.) πρὸς τὸν ἐν Παρισίοις πρεσβευτὴν ἡμῶν· δὲν εἶναι ὅμως ἁρμόδιος αὐτὸς ν’ ἀναγνωρίζῃ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος δημοσίευμα ὡς ὑποβολιμαῖον, ὡς μὴ προερχόμενον ἐκ τοῦ ἐν Βερολίνῳ κομιτάτου. Ἁρμόδιοι πρὸς τοῦτο εἶναι, ὡς προεῖπον, τὰ μέλη τοῦ κομιτάτου τούτου καὶ οἱ ἐν Γερμανίᾳ ὁμολογιοῦχοι. Ἐν ὅσῳ δὲ αὐτοὶ δὲν τὸ ἀποκηρύττουσιν, ἐν ὅσῳ δὲν τὸ διαψεύδουσι καὶ τὰ ἐν Λονδίνῳ καὶ ἐν Παρισίοις κομιτάτα, περὶ τῶν κοινῶν ἐνεργειῶν τῶν ὁποίων εὐθύναι, οὕτως εἰπεῖν, δίδονται ἐν αὐτῷ, ἡμεῖς οὐδένα λόγον ἔχομεν νὰ συμφωνήσωμεν πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἡμεῖς τοὐναντίον εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ συμβουλευθῶμεν αὐτὸ, ὅπως ἐπιχύσωμεν οὕτω φῶς εἰς τὰ σημεῖα τῆς ὑποθέσεως, ἅτινα ἐνόμισε πρέπον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταλίπῃ ἐν πλήρει σκότει. Αὐτὸς ὑπέβαλεν εἰς ἡμᾶς τὰς ὁδηγίας του καὶ τὰς ἀντιπροτάσεις τῶν ἐν Παρισίοις ἀντιπροσώπων τῶν ἐπιτροπειῶν τῶν ὁμολογιούχων μόνον. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν ἐγγράφων ὑπάρχει χάσμα μέγα, ὅπερ ἀδύνατον νὰ διαγεφυρώσωμεν ἡμεῖς διὰ τῶν πληροφοριῶν του. Μᾶς εἶπεν ὅτι ἀρχομένου τοῦ Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. ὁ ἐν Παρισίοις πρέσβυς ἡμῶν ἀνεκοίνωσε πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἐπιτροπειῶν τῶν ὁμολογιούχων τὰς πρὸς αὐτὸν ὁδηγίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, πρὸς ταύτας δὲ μόλις μετὰ μῆνας πέντε ἀπήντησαν οὗτοι διὰ τῶν δημοσιευομένων νῦν ἀντιπροτάσεών των. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ ἐν Παρισίοις πρέσβυς ἡμῶν εἶχεν ἐντολὴν μόνον ν’ ἀνακοινώσῃ τὰς ὁδηγίας καὶ νὰ μὴ προβῇ εἰς διαπραγματεύσεις, διατὶ διωρίσθη αὐτὸς ἐκεῖ καὶ μισθοδοτεῖται ἁδρῶς ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου; διατὶ νὰ μὴ σταλῶσιν αἱ ὁδηγίαι ταχυδρομικῶς πρὸς τὰ κομιτάτα, καὶ νὰ μὴ ληφθῶσιν ἐπίσης ταχυδρομικῶς αἱ ἀντιπροτάσεις, ὡς νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργός; πῶς ὅμως τότε φέρουσι τὸν τύπον σχεδίου συμβιβασμοῦ, ἑτοίμου καθ’ ὅλα πρὸς ὑπογραφήν; πῶς τὸ σχέδιον τούτου συνοδεύεται καὶ ὑπὸ καταστατικοῦ τῆς ἑταιρίας τῆς μελλούσης νὰ ἀναλάβῃ τὴν διαχείρισιν τῶν ὑπεγγύων προσόδων; Εἶναι δυνατόν, Κύριοι, νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι αἱ ἐπιτροπεῖαι τῶν ὁμολογιούχων προέβησαν ἀφ’ ἑαυτῶν εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν σχεδίων τούτων, ἄνευ προηγουμένης συνεννοήσεως πρὸς τὸν ἐν Παρισίοις πρεσβευτὴν ἡμῶν, καὶ δὴ κατ’ ἀκολουθίαν τῶν ὁδηγιῶν μόνον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, αἵτινες ἀφίστανται κατὰ τὸ περιεχόμενον ἀπ’ αὐτῶν ὅσον Ἀνατολαὶ ἀπὸ Δυσμῶν; Ἰδοὺ διατὶ ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀπέναντι τοῦ χάους, εἰς ὃ ἐμβάλλουσιν ἡμᾶς αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δύναμαι νὰ μὴ προσφεύγω εἰς τὰς ἐξηγήσεις, ἃς παρέχει ἡμῖν ἡ ἔκθεσις τοῦ κομιτάτου τῶν Γερμανῶν ὁμολογιούχων, ὑπὲρ τῆς γνησιότητος τῆς ὁποίας θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ προσθέσω ἓν ἔτι ἐπιχείρημα. Ἴσως γεννηθῇ ἔν τινι ἐξ ὑμῶν ἡ ἀπορία, ἀφοῦ πρόκειται περὶ ἐκθέσεως, πῶς μόνον τὸ Γερμανικὸν κομιτάτον ἐδημοσίευσε τοιαύτην, οὐχὶ δὲ καὶ τὰ ἄλλα δύο κομιτάτα, τὸ Ἀγγλικὸν καὶ τὸ Γαλλικόν; Διότι, Κύριοι, ἐν μὲν Γαλλίᾳ ἐλάχιστοι ὑπάρχουσι τὴν σήμερον πραγματικοὶ κάτοχοι ἑλληνικῶν χρεωγράφων, ἐν δὲ τῇ Ἀγγλίᾳ εἶναι συνειθισμένοι ἤδη μὲ τοιαύτας οἰκονομικὰς ἐκκαθαρίσεις ξένων Κρατῶν, καὶ δὲν παρέχουσι πολλὴν σημασίαν εἰς αὐτάς. Ἐν Γερμανίᾳ ὅμως ἄλλως ἔχει τὸ πρᾶγμα. Ἐκεῖ ὑπάρχουσι πλεῖστοι ὅσοι κάτοχοι ἑλληνικῶν χρεωγράφων, καὶ δὴ συνταξιοῦχοι, χῆραι καὶ ὀρφανά, οἵτινες μετὰ τὸ συνοικέσιον ἰδίᾳ τῆς ἀδελφῆς τοῦ Αὐτοκράτορός των μετὰ τοῦ ἡμετέρου Διαδόχου, πιστεύσαντες εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν ἐπίδοσιν καὶ ἀκμήν, ἔσπευσαν νὰ τοποθετήσωσι τὴν μικρὰν περιουσίαν των, τὰς οἰκονομίας των, εἰς Ἑλληνικὰ δάνεια, ἐξαρτήσαντες ἐκ τῆς τύχης τούτων τὸν μόνον πόρον τῆς ζωῆς των. Αὐτοὶ εἶναι, Κύριοι, οἱ ὁμολογιοῦχοι ἡμῶν ἐν Γερμανίᾳ, καὶ οὐχὶ Ἑβραῖοι κερδοσκόποι, ὡς διατείνονταί τινες ἐν ἡμῖν. Αὐτοὶ δ’ ἔχουσιν ὑπὲρ πάντα ἄλλον ζωηρότερον τὸ ἐνδιαφέρον περὶ τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ συμβιβασμοῦ, καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν κατ’ ἐξοχὴν τὸ Γερμανικὸν κομιτάτον ἔσπευσε καὶ πέρυσι καὶ φέτος νὰ δημοσιεύσῃ τοιαύτην ἔκθεσιν περὶ αὐτῶν. Τί δὲ μανθάνομεν ἐκ τῆς νῦν δημοσιευθείσης ἐκθέσεώς του περὶ τῶν ζητημάτων, ἅτινα ἀφήνουσι πάντη σκοτεινὰ αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον ἤδη, πρὶν ἢ μὲ διακόψῃ οὗτος. Ἀφοῦ ἀπεκρούσθη ὡς ἀπαράδεκτον κατ’ ἀρχὴν τὸ περιεχόμενον τῶν ὁδηγιῶν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀπεφασίσθη νὰ τεθῶσιν ἐν ὑπομνήματι αἱ θεμελιώδεις βάσεις τῶν διαπραγματεύσεων καὶ νὰ ἐπιδοθῇ τοῦτο εἰς τὸν ἐν Παρισίοις πρεσβευτὴν ἡμῶν. Καθ’ ἃ διαβεβαιοῦται, διεξήχθησαν ἔκτοτε μακραὶ συζητήσεις πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν περὶ τῶν βάσεων αὐτῶν, τῇ 4|16 δὲ Μαρτίου 1896 ἐδήλωσεν αὐτὸς ἐξ ὀνόματος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι αὕτη τάς ἀποδέχεται, μεθ’ ὃ ἐδέησε νὰ συνεννοηθῶσι πρὸς ἀλλήλας αἱ ἐπιτροπεῖαι καὶ νὰ συντάξωσιν ἀπὸ κοινοῦ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀποδεκτῶν γενομένων βάσεων τὸ σχέδιον τοῦ συμβιβασμοῦ, τὸ χαρακτηριζόμενον νῦν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὡς ἀντιπροτάσεως αὐτῶν. Τὸ σχέδιον τοῦτο ἐπεδόθη πρὸς τὸν ἐν Παρισίοις πρεσβευτὴν ἡμῶν τῇ 1/13 Ἰουνίου. Ἐνῷ δὲ ἀνεμένετο ταχεῖα ἡ εἰς αὐτὸ ἀπάντησις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, μόλις μετὰ δύο μῆνας ἔγνω αὕτη ν’ ἀπαντήσῃ διὰ νέων προτάσεων, ἃς οἱ πιστωταί, θεωρήσαντες ὡς καθαρὸν ἐμπαιγμόν, δὲν ἔλαβον τὸ παράπαν ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ διέκοψαν ἔκτοτε πᾶσαν διαπραγμάτευσιν. Ἡ τοιαύτη ἀφήγησις, Κύριοι, εἶναι φυσικὴ καὶ λογική, ἀποδεικνύει δέ, ὅτι οὕτω οὐ μόνον συμβιβασμὸν δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναμένωμεν ὑπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἀλλὰ καὶ εὐεξηγήτους πρέπει νὰ εὕρωμεν ὅλας τὰς νέας ὕβρεις καὶ λοιδορίας, εἰς ἃς τὸ Κράτος ἐξετέθη κατ’ ἀκολουθίαν τῆς τοιαύτης πολιτείας του ἐν τῷ ζητήματι τοῦ συμβιβασμοῦ. Οἱ ξένοι ἔχουσι δίκαιον νὰ κατηγορῶσιν ἡμῶν ὡς ἀλλοπροσάλλων καὶ κακοπίστων, ἔχουσι δίκαιον νὰ καταφέρωνται καθ’ ἡμῶν, πότε; ἀκριβῶς καθ’ ἣν στιγμὴν ἡμεῖς ἔχομεν εἴπερ ποτὲ καὶ ἄλλοτε ἀνάγκην τῶν συμπαθειῶν των. Καὶ ταῦτα μὲν κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Γερμανικοῦ κομιτάτου. Ἀλλὰ μήπως παρίσταται ἡ θέσις ἡμῶν μᾶλλον εὐχάριστος, κατ’ αὐτὴν τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Ἐγώ, Κύριοι, ἀποδέχομαι πρὸς στιγμήν, ὅτι εἶναι ψευδὴς καὶ ὑποβολιμαία ἡ ἔκθεσις τοῦ Γερμανικοῦ κομιτάτου, ὅτι δὲ οὐδὲν ἄλλο ἔγγραφον ἀντηλλάγη, οὔτε συνεννόησίς τις ἐπῆλθε μεταξὺ τῶν πιστωτῶν καὶ τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως, ὅτι δὲ ὅλον τὸ δεκαοκτάμηνον διάστημα, καθ’ ὃ ὁ κ. Δηλιγιάννης προΐσταται τῶν κοινῶν, διέῤῥευσε μὲ τὴν ὑποβολὴν μόνον τῶν προκειμένων ὁδηγιῶν του καὶ τὴν ἀνθυποβολὴν τῶν ἀντιπροτάσεων τῶν ἐπιτροπειῶν τῶν ὁμολογιούχων. Τί ὅμως καὶ ἐκ τούτων συνάγεται; Ἓν καὶ μόνον, ὅτι ἀντὶ νὰ προσεγγίσωμεν ἀπεμακρύνθημεν ἔτι μᾶλλον τοῦ συμβιβασμοῦ ὑπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο καθίσταται ἡλίου φαεινότερον, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ἔνθεν μὲν τὰς προτάσεις τῶν πιστωτῶν, τὰς ὑποβληθείσας εἰς τὸν Τρικούπην, ἔνθεν δὲ τὰς προκειμένας αὐτῶν προτάσεις, τὰς διατυπωθείσας ἐν εἴδει σχεδίου συμβιβασμοῦ. 1) Κατ’ ἐκείνας, αὐτοὶ ἠρκοῦντο εἰς τὴν ἐξασφάλισιν ποσοστῶν τόκου ἐκ 30%, ἤτοι ἐν ὅλῳ 7,452,072 φρ. χρυσῶν· κατὰ ταύτας, ἀπαιτοῦσιν ὑπὲρ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους 15,750,000 δρ. εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἐξασφάλισιν δὲ παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως δι’ 9,000,000 φρ. χρ. 2) Κατ’ ἐκείνας, ἐζήτουν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ συμβιβασμοῦ νὰ καταβάλλωνται εἰς αὐτοὺς ποσοστὰ τόκου 35%, κατὰ ταύτας, ἀξιοῦσι διὰ μὲν τὸ δάνειον τῶν Μονοπωλίων 43%, διὰ δὲ τὰ λοιπὰ δάνεια 32%. 3) Κατ’ ἐκείνας, ἐζήτουν ἐκ τοῦ πλεονάζοντος ποσοῦ τῶν εἰσπράξεων τῶν ὑπεγγύων προσόδων νὰ διατεθῶσι 50% ὑπὲρ τοῦ Κράτους, 25% δὲ εἰς αὔξησιν τοῦ τόκου καὶ 25% εἰς χρεωλύσιον· κατὰ ταύτας, ἀπαιτοῦσι νὰ διατεθῶσι μόνον 40% ὑπὲρ τοῦ Κράτους, ἀνὰ 30% δὲ ὑπὲρ αὐξήσεως τοῦ τόκου καὶ εἰς χρεωλύσιον. 4) Κατ’ ἐκείνας, τὸ Κράτος θὰ ἐφρόντιζε μόνον τὰ εἰσπραττόμενα ἐκ τῶν ὑπεγγύων προσόδων τραπεζικὰ γραμμάτια νὰ μετατρέπῃ εἰς χρυσὸν πρὸς πληρωμὴν τῶν ὁμολογιούχων, χωρὶς οὗτοι νὰ ἔχωσι κέρδος τι ἐκ τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς· κατὰ ταύτας, ἡ διαχειριστικὴ ἑταιρία τῶν ὑπεγγύων προσόδων θὰ ποιῆται τὴν μετατροπὴν ταύτην, καθ’ ὅσον δὲ θὰ βελτιῶται ἐν τῷ μέλλοντι ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία καὶ θὰ ἐναπολείπηται πλεόνασμα ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 15,750,000 δραχμῶν, ὅπερ θὰ διατίθηται εἰς προμήθειαν τῶν 9,000,000 φρ. χρυσῶν, τὸ πλεόνασμα τοῦτο θ’ ἀνήκῃ εἰς τοὺς πιστωτάς. 5) Κατ’ ἐκείνας, ἐζήτουν ὡς ὑπεγγύους προσόδους τοὺς φόρους τοῦ χαρτοσήμου καὶ τοῦ καπνοῦ, καὶ τὰ Μονοπώλια· κατὰ ταύτας, ἀπαιτοῦσι προσέτι τὴν Ναξίαν σμύριδα. 6) Κατ’ ἐκείνας, ἐζήτουν ἁπλῶς ἀναδιοργάνωσιν τῆς ὑφισταμένης Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων κατὰ τρόπον ἐπιτρέποντα νὰ ἔχωσι κρατοῦσαν γνώμην ἐν τῷ Διοικητικῷ αὐτῆς Συμβουλίῳ οἱ ὁμολογιοῦχοι· κατὰ ταύτας, ἀξιοῦσι νὰ συσταθῇ νέα ἑταιρία, ὑπὸ τὸν τίτλον «Διοίκησις τῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους προσδιορισθεισῶν προσόδων», ἧς τὸ Συμβούλιον κατὰ τὰ τέσσαρα μὲν μέλη του θὰ ἐκλέγηται ὑπὸ τῆς συνελεύσεως τῶν μετόχων της, κατὰ δὲ τὰ τέσσαρα ἄλλα θὰ διορίζηται ἓν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἓν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Προεξοφλητικῆς Τραπέζης ἐν Παρισίοις, ἓν ὑπὸ τῶν κ. κ. C. I. Hambro καὶ υἱοῦ ἐν Λονδίνῳ καὶ ἓν ὑπὸ τῆς ἐν Βερολίνῳ National Bank, τῶν κ. κ. M. S. Bleichroeder ἐν Βερολίνῳ καὶ d’ Erlanger et fils ἐν Φραγκφούρτῃ. Ἐκ τῆς ἀντιβολῆς ταύτης τῶν τότε καὶ τῶν νῦν προτάσεων πείθεται ἕκαστος, νομίζω, ὅτι ἀντὶ νὰ πλησιάσωμεν ἀπεμακρύνθημεν πολὺ ἐκ τοῦ ποθουμένου σκοποῦ ὑπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἀποδέχθητε νῦν ὑμεῖς, Κύριοι, οἱανδήποτε ἂν θέλητε ἐκ τῶν δύο ἐκδοχῶν. Κατὰ τὴν πρώτην, τὴν ἀναφερομένην ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κομιτάτου τῶν Γερμανῶν ὁμολογιούχων, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν ἀπεδέξατο κατ’ ἀρχὴν πάντα τὰ αἰτήματα τῶν πιστωτῶν, αἴφνης, μεταβαλοῦσα γνώμην, ὑπέβαλε νέας προτάσεις, ἀνατρεπούσας ἄρδην τὰ συμπεφωνημένα. Κατὰ τὴν δευτέραν ἐκδοχήν, αἱ ἐπιτροπεῖαι τῶν ὁμολογιούχων, λαβοῦσαι γνῶσιν τῶν πρώτων προτάσεων τῆς Κυβερνήσεως, ἀντέταξαν πρὸς αὐτὰς μετὰ μῆνας πολλοὺς ἰδίας προτάσεις, ἐκ διαμέτρου ἀντιθέτους πρὸς ἐκείνας. Καὶ κατὰ τὴν μίαν καὶ κατὰ τὴν ἄλλην ἐκδοχὴν τὸ ναυάγιον τῶν περὶ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεων ὑπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως φαίνεται βέβαιον. Ἡ διαβεβαίωσις τούτου, καθ’ ἣν δῆθεν ναὶ μὲν διεκόπησαν, ἀλλὰ δὲν ἔπαυσαν ὁλοσχερῶς αἱ διαπραγματεύσεις, ἐλέγχεται φρούδη. Ἡ ἀποτυχία ὅμως τῶν περὶ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεων εἶναι ἀποτυχία αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις, ἐλθοῦσα εἰς τὰ πράγματα μὲ τὴν ῥητὴν ἐπαγγελίαν τῆς ταχείας, τῆς ἀμέσου συντελέσεως τοῦ συμβιβασμοῦ, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ πλέον λόγον ὑπάρξεως μετὰ τὸ πλῆρες ναυάγιον τούτου. Τὸ ζήτημα, κύριε Πρωθυπουργέ, δὲν εἶναι νῦν, ἐὰν πρέπῃ ἢ ὄχι νὰ γείνῃ συμβιβασμὸς, ἐὰν θέλῃ ἢ ὄχι τὸ ἔθνος τοῦτον, ὡς ὑμεῖς νομίζετε. Τὸ ζήτημα δὲν στρέφεται κἂν περὶ τοῦτο, περὶ τὸ πῶς πρέπει νὰ γείνῃ ὁ συμβιβασμὸς, ὡς ὑμεῖς ἐν προσποιητῇ ἀγανακτήσει ἰσχυρίσθητε χθές. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι ὑμεῖς κακῶς, κάκιστα ἐπολιτεύθητε ἐν τῷ ζητήματι τοῦ συμβιβασμοῦ, ὅτι, ἀντὶ νὰ ἐπιλύσητε τοῦτο, ὡς ἐπηγγέλλεσθε ἐν ἀρχῇ, τοὐναντίον περιπλέξατε καὶ ἐδυσχεράνατε αὐτὸ ἔτι μᾶλλον καὶ διὰ τὸν διάδοχον ὑμῶν, μάλιστα δὲ δι’ ὑμᾶς αὐτούς. Ἐπὶ δέκα καὶ ὀκτὼ ὅλους μῆνας παραμένετε ἐν τῇ ἀρχῇ, καὶ καθ’ ὅλον τὸ μακρὸν τοῦτο διάστημα κατωρθώσατε διὰ τῆς πολιτείας σας, οἱ πιστωταί μας νὰ γείνωσιν ἀπαιτητικώτεροι ἢ πρίν, ν’ ἀποφεύγωσι δὲ πᾶσαν πρὸς ὑμᾶς διαπραγμάτευσιν, τὸ δὲ ὄνομα τῆς Ἑλλάδος νὰ ἐκτεθῇ εἰς νέους προπηλακισμοὺς ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ. Ἡ ἀποστολή σας ἔληξεν οὕτω. Εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην καλεῖται νὰ θέσῃ τέρμα ἡ Βουλή. Ἂν αὕτη φανῇ ἐπιλήσμων τοῦ καθήκοντός της, τὸ ἔθνος ὅμως τὸ Ἑλληνικὸν δὲν θὰ ἀνεχθῇ ἐπὶ πλέον τὴν τοιαύτην κατάστασιν. Τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν φέρει βαρέως τὸ στίγμα τῆς χρεωκοπίας, γινώσκει δὲ κάλλιον ὑμῶν τῶν κυβερνητῶν του, τί στοιχίζει τοῦτο εἰς αὐτὸ τὴν σήμερον. Πρὸ μικροῦ ἐδόθη εἰς ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας ἡ εὐκαιρία, ἵνα ἀποκτήσωμεν τὴν μεγαλόνησον τῆς Μεσογείου, ἀλλὰ μόλις ἐξετείναμεν πρὸς αὐτὴν χεῖρα καὶ ἠκούσθη φωνὴ ἀπαισία, ἀποτρέπουσα ἡμᾶς τούτου καὶ λέγουσα «’πίσω χρεωκόποι!» Τὴν φωνὴν ταύτην δὲν θέλομεν, δὲν πρέπει ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ν’ ἀκούσωμεν ἀκόμη μίαν φορὰν, ὅταν ὅσον οὔπω ἀνακινηθῇ τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα καὶ κριθῶσι κατ’ αὐτὸ αἱ τύχαι τῶν λαῶν τῆς Ἰλλυρικῆς χερσονήσου, αἱ τύχαι τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους! (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἔχει τὸν λόγον.

§25ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἦτο δυνατὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποφύγῃ τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν τόπον ἤδη, καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας καὶ τοὺς ξένους, ἐκ τοῦ παραδόξου φαινομένου Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία, ἐνῷ ἐπὶ σπουδαιοτάτης ὑποθέσεως ἐγκαλεῖται καὶ ἐπικρίνεται, ἐν τούτοις παρευρίσκεται μὲν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ σιωπᾷ. Αἱ Κυβερνήσεις αἱ διαπραγματευόμεναι ὑποθέσεις σπουδαίας, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ τελικὴ καὶ ὁριστικὴ ἀπόφασις δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ μόνης τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐκ τῆς Βουλῆς, δύνανται ἀζημίως νὰ ἀρνῶνται εἴτε ἀνακοινώσεις, εἴτε ἔγγραφα, ὅταν νομίζωσιν ὅτι αὗται βλάπτουσι τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἡ δὲ ἄρνησις αὕτη πάσης συζητήσεως οὐδόλως βλάπτει, διότι καλουμένη βραδύτερον ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν συνομολογηθεισῶν συμφωνιῶν, εἰς ἃς προῆλθεν ἡ Κυβέρνησις, δύναται, ἐὰν θεωρῇ ταύτας ἐπιζημίους, νὰ τὰς ἀποῤῥίψῃ. Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, ὅταν ἐκλήθη νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ πρὸς τὸν συμβιβασμὸν, ἐὰν ἐθεώρει τὴν κατάθεσιν αὐτῶν ἐπιζήμιον εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα, ὤφειλε τότε νὰ ἀρνηθῇ τὴν κατάθεσιν αὐτῶν. Πιθανὸν τότε, ὅτε κληθεῖσα νὰ τὰ καταθέσῃ ἐδέχθη νὰ τὰ καταθέσῃ καὶ τὰ κατέθεσε, νὰ μὴ ὑφίσταντο πλέον ἐν ἐνεργείᾳ ἐκκρεμεῖς διαπραγματεύσεις· ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ τὰ κατέθηκε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθῃ ἐπὶ τὴν ἀπόφασίν της καὶ νὰ ἀρνηθῇ τὴν συζήτησιν. Καὶ ἐὰν τυχὸν ἐν τῷ μεταξὺ εἶχε κληθῆ παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ὁμολογιούχων νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς διαπραγματεύσεις, ἔπρεπεν ἀφοῦ κατέθηκε τὰ ἔγγραφα καὶ ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν τόπον καὶ ἐνώπιον τῶν ξένων τὰ ἔγγραφα τὰ διαμειφθέντα μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῶν δανειστῶν, ἔπρεπε, λέγω, μᾶλλον νὰ προτιμήσῃ νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐπανάληψιν τῶν διαπραγματεύσεων μέχρις οὗ συζητηθῇ ἡ ὑπόθεσις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, παρὰ νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς διαπραγματεύσεις, καὶ λόγῳ τῆς ἐπαναλήψεως αὐτῆς νὰ ζητῇ νὰ ἀναστείλῃ τὴν Βουλὴν εἰς τὸ ἔργον τῆς εὐρεύνης τῶν ἀνακοινωθέντων. Διότι, ἀφοῦ ἅπαξ κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα καὶ ἐγένοντο γνωστά, πᾶς Βουλευτὴς, ὅστις εὕρισκεν ἐν ταῖς προτάσεσι τῆς Κυβερνήσεως μεθόδους καὶ προτάσεις, τὰς ὁποίας ἐθεώρει ἐπιζημίους ἢ μὴ φερούσας εἰς συμβιβασμὸν, καθῆκον εἶχε νὰ φέρῃ τὸν λόγον ἐπὶ τῶν προτάσεων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ ζητήσῃ εἴτε νὰ ἀνακόψῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῇ ὁδῷ, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν, εἴτε νὰ προσπαθήσῃ νὰ τροποποιήσῃ τὰς γνώμας αὐτῆς. Καὶ τοιαύτη ὑπῆρξε, Κύριοι, ἡ ἐντύπωσις εἰς τοὺς ἀναγνόντας τὰ κατατεθέντα ἔγγραφα. Ἡ ἐντύπωσις ὑπῆρξεν, ὅτι ἡ μέθοδος, αἱ ἀρχαὶ, οἱ κανόνες, τοὺς ὁποίους ἔθετα ἡ Κυβέρνησις ἐν ταῖς προτάσεσι, τὰς ὁποίας πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ὁμολογιούχων ὑπέβαλεν, ὅτι αἱ ἐκθέσεις τῶν γεγονότων, τῶν πραγμάτων, πάντα ταῦτα ἢ εἰς οὐδένα δύνανται νὰ φέρουν συμβιβασμὸν, ἢ δύνανται νὰ φέρουν εἰς συμβιβασμὸν ἐπιζήμιον εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα. Ὅπως ἐννοήσῃ τις, ὅτι τοιαύτη εὐλόγως ἔπρεπε νὰ ἦναι ἡ ἐντύπωσις τῶν ἀναγνόντων τὰ κατατεθέντα ἔγγραφα, ἀρκεῖ νὰ συγκρίνῃ τὰς προτάσεις, τὰς ὑπὸ τοῦ νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ ὑποβληθείσας, πρὸς τὰς προτάσεις, ἐφ’ ὧν διεξήχθη ἄλλοτε ἡ διαπραγμάτευσις ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργὸν τοῦ 1894. Διότι, Κύριοι, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διαπραγματευόμενοι μετὰ τῶν ὁμολογιούχων πρέπει νὰ θέτωμεν τοιαύτας βάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀναγκαίως φέρουν εἰς τὰ συμπεράσματα, εἰς ἃ θέλομεν νὰ φέρουν, εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐννοοῦμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν, οὐχὶ δὲ νὰ θέτωμεν ἀρχὰς, αἵτινες δικαιολογοῦσιν ἄλλα συμπεράσματα καὶ ἄλλας ἀπαιτήσεις, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ἐρχώμεθα λέγοντες, ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν αὐτὰ, ὅτι δὲν παραδεχόμεθα ἐκείνας. Πρέπει ὅ,τι ζητεῖ τις νὰ ἦναι ἀπόῤῥοια ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θέτει· ὅταν ὅμως, ἐξ ὅσων θέτετε, ἄλλα συνάγωνται καὶ εἰς ἄλλα θέλετε νὰ ἀγάγητε τοὺς μεθ’ ὧν διαπραγματεύεσθε, ματαιοπονεῖτε, ἢ θὰ θεωρηθῆτε ὡς κακῆς πίστεως. Ὅ,τι εἰς τὰ κεφαλαιώδη ἡ Κυβέρνησις ἔθετο ὡς βάσιν κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις, βεβαίως φέρει δυστυχῶς εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀντεπρότειναν, ἀντηξίωσαν οἱ δανεισταί, καὶ οὐδόλως δικαιολογεῖ τὰς ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις μετὰ ταῦτα ἔφερεν. Ἡ μέθοδος ὑπῆρξε κακίστη. Ἐνῷ κατὰ τὸ 1894 ἔλεγεν ὁ τότε διαπραγματευθεὶς Πρωθυπουργὸς πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους: «Κύριοι, σᾶς δίδω σήμερον 32, καὶ βραδύτερον, κατὰ προϊοῦσαν κλίμακα, τόσα, μέχρις ὡρισμένου ὁρίου διὰ νὰ πεισθῆτε δὲ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω περισσότερα, ἴδετε τὰ βιβλία μου», ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς λέγει πρὸς αὐτούς: «Οὐδὲν ὡρισμένον μέρισμα δύναμαι νὰ σᾶς δώσω. Περιττὸν νὰ ἴδητε τὰ βιβλία μου· τὰ βλέπω ἐγώ, καὶ ἰδοὺ τί προκύπτει ἐξ αὐτῶν. Προκύπτει ὅτι τόσα πιθανῶς θὰ εἰσπράττω, τόσα μοῦ εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, τόσα περίπου θὰ περισσεύουν, καὶ ἐπ’ αὐτῶν θὰ πληρωθῆτε.» Ἀποτέλεσμα ἀναγκαῖον τοιαύτης προτάσεως εἶναι νὰ ἐνδιαφέρωνται οἱ ὁμολογιοῦχοι καὶ νὰ θέλουν ν’ ἀναμιχθῶσιν εἰς τὰς εἰσπράξεις τοῦ Κράτους, διότι ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος αὐτῶν ἐξαρτῶνται τὰ μερίσματα αὐτῶν. Ὁ Τρικούπης ἔλεγε πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους: «σᾶς προσφέρω 32% εἰς χρυσὸν, καὶ πρὸς ἀσφάλειαν τῆς πληρωμῆς αὐτῶν παρέχω τὰς ἑξῆς προσόδους. Ἂν αὗται δὲν ἐπαρκοῦν, θὰ τὰς συμπληρῶ ἐκ τῶν ἄλλων δημοσίων προσόδων»,—διότι αἱ ὑπέγγυοι πρόσοδοι ἦσαν μόνον διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς πληρωμῆς.—Ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς λέγει αὐτοῖς: «Οὐδὲν ἐννοῶ νὰ σᾶς δώσω ὡρισμένως εἰς χρυσόν. Λάβετε ὅ,τι εἰσπραχθῇ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐκ τῶν προσόδων, ἃς σᾶς παραχωρῶ, μετατρέποντες ἑκάστοτε αὐτὰ εἰς χρυσὸν κατὰ τὴν τιμὴν τῆς ἀγορᾶς.» Ἀποτέλεσμα τῆς πρώτης προτάσεως εἶναι νὰ μὴ εὑρίσκουν ἀναγκαῖον οἱ δανεισταὶ ἡμῶν νὰ ἀναμιχθῶσιν εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ὑπεγγύων προσόδων ἢ εἰς τὴν μετατροπὴν αὐτῶν εἰς χρυσὸν, διότι ὡρισμένον κατ’ ἔτος εἰς χρυσὸν μέρισμα ἀνελάμβανε νὰ καταβάλλῃ ἡ Κυβέρνησις, οἱαιδήποτε καὶ ἂν ἦσαν αἱ ἐκ τῶν ὑπεγγύων προσόδων εἰσπράξεις καὶ οἱαδήποτε ἡ τιμὴ τοῦ χρυσοῦ ἐν τῇ ἀγορᾷ τῆς Ἑλλάδος. Ἂν τυχὸν αἱ ὑπέγγυοι πρόσοδοι ηὔξανον, οὐδὲν ἐπίσης εἶχον δικαίωμα οἱ πιστωταὶ ἡμῶν ἐπὶ τῆς αὐξήσεως. Αὕτη ἀνῆκεν εἰς τὸ Κράτος ἀποκλειστικῶς. Ἀποτέλεσμα τῆς προτάσεως, ἣν ποιεῖται ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, εἶναι, ὅτι αἱ προσφερόμεναι τοῖς ὁμολογιούχοις πρόσοδοι δὲν εἶναι ἀσφάλεια ἁπλῶς τῆς πληρωμῆς τῶν τόκων, ἀλλ’ αὐτοὶ οἱ τόκοι, ἀνήκουσαι καὶ πρὶν τῆς καταθέσεώς των εἰς τὸ ὁρισθησόμενον ταμεῖον ὡς ἰδιοκτησία, καὶ ἀνήκουσαι αὐτοῖς, ὁσαιδήποτε καὶ ἂν ἦναι, ἔστω καὶ καθ’ ὡρισμένην ἀναλογίαν, ἄνευ οὐδεμιᾶς τοῦ Κράτους ὑποχρεώσεως νὰ συμπληροῖ αὐτὰς μέχρις ὁρίου τινὸς, τοὐλάχιστον εἰς χρυσὸν, ἀλλὰ καὶ ἄνευ δικαιώματος νὰ λαμβάνῃ τὰ πέραν ὁρίου τινὸς πλεονάσματα αὐτῶν. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἀναγκαία συνέπεια εἶναι ν’ ἀναμιγνύωνται οἱ δανεισταὶ εἰς τὴν εἴσπραξιν καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν ὑπεγγύων προσόδων, καὶ ν’ ἀπαιτῶσιν αὐτὴν, ἤτοι τὸν ἔλεγχον. Ἀναγκαία συνέπεια τοιούτου ὅρου, τοιαύτης προτάσεως εἶναι τὸ ν’ ἀπαιτῶσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν οἱ ὁμολογιοῦχοι καὶ πᾶσαν αὔξησιν εἰς χρυσὸν, ἣν ἤθελε φέρει ἡ βελτίωσις τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος, διότι τὸ δικαίωμά των εἶναι δικαίωμα ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων αὐτῶν τῶν ὑπεγγύων προσόδων, ἑπομένως καὶ ἐπὶ τῆς εἰς χρυσὸν ἀξίας αὐτῶν. Αἱ προτάσεις λοιπὸν τοῦ Πρωθυπουργοῦ τοῦ 1894 περιεῖχον ὡς ἀναγκαίαν καὶ λογικὴν συνέπειαν τὴν ἀπόκρουσιν πάσης συμμετοχῆς καὶ πάσης ἀναμίξεως τῶν πιστωτῶν ἡμῶν εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἢ εἰς τὴν εἴσπραξιν ἢ διαχείρισιν τῶν ὑπεγγύων προσόδων. Αἱ προτάσεις τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ προκαλοῦν καὶ δικαιολογοῦν δυστυχῶς τοιαύτην ἀνάμιξιν τῶν πιστωτῶν ἡμῶν, διότι ἄνευ τῆς ἀναμίξεως αὐτῆς φόβος θὰ ἐπικρατῇ παρὰ τοῖς κατόχοις τῶν ἡμετέρων τίτλων, ὅτι δύνανται ἀδίκως νὰ ἐλαττωθῶσι τὰ μερίσματα αὐτῶν. Ὁ φόβος αὐτὸς ὁ ἀέναος περὶ τῶν μερισμάτων θὰ ἐπηρεάζῃ τὴν τιμὴν τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων πάντοτε ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις, καὶ συμφέρον ἔχουν οἱ κάτοχοι ν’ ἀποσοβήσουν πάντα τοιοῦτον φόβον διὰ τοῦ ἐλέγχου. Ὅταν ἔλεγχος γείνῃ δεκτὸς, τὸ κέρδος δὲν εἶναι ὅτι αἱ ἐκ τῶν ὑπεγγύων προσόδων εἰσπράξεις θὰ ἦναι μεγαλείτεραι, — τοῦτο καλῶς γνωρίζουν καὶ οἱ δανεισταὶ ἡμῶν, — τὸ κέρδος θὰ ἦναι μόνον ὅτι θὰ ἐκλίπῃ ὁ φόβος, ὃν δυστυχῶς ἐμπνέομεν μετὰ τὴν πτώχευσιν, περὶ χαλαρᾶς καὶ ἐλαττωματικῆς εἰσπράξεως καὶ διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων. Τὸ κέρδος τοῦτο εἶναι σπουδαῖον ἐν ταῖς εὐρωπαϊκαῖς ἀγοραῖς διὰ τὰς τιμὰς τῶν ἑλληνικῶν γρεωγράφων. Ὅταν θέλωμεν ν’ ἀποφύγωμεν τὴν ἀνάμιξιν τῶν δανειστῶν μας, πρέπει νὰ ποιώμεθα πρὸς αὐτοὺς τοιαύτας προτάσεις, ὥστε νὰ μὴ τοῖς παρέχηται εὔλογος ἀφορμὴ ν’ ἀπαιτῶσι τοιαύτην ἀνάμιξιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσιώδης, ἡ θεμελιώδης διαφορὰ τῶν δύο διαφόρων μεθόδων, ἃς ἠκολούθησαν οἱ διαπραγματευθέντες δύο Πρωθυπουργοί· ἡ πρώτη δὲν παρεῖχε δικαιολογίας πρὸς ἀνάμιξιν καὶ ἔλεγχον, ἡ δευτέρα παρέχει. Οὔτε εἶναι πρέπον ν’ ἀπαντῶμεν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, ὅτι δὲν δεχόμεθα ὅ,τι εἶναι συνέπεια τῶν προτάσεών μας. Διότι δὲν εἶναι εὔλογον, ὅταν δὲν δίδωμεν ὡρισμένα ποσὰ, ὅταν δὲν ἐγγυώμεθα αὐτὰ, ὅταν παραχωρῶμεν προσόδους εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, νὰ ἀρνώμεθα εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν τὸ δικαίωμα ν’ ἀναμιγνύωνται εἰς τὴν διαχείρισιν αὐτῶν καὶ εἰς τὴν μετατροπὴν εἰς χρυσόν. Αὕτη δὲν ἀνήκει εἰς τὴν διοίκησιν, διότι δὲν πρόκειται περὶ ἀσφαλείας ἁπλῆς διὰ προσόδων, τὴν ὁποίαν ἐννοεῖτε νὰ μὴ ἀπομονώσητε τῶν ἄλλων ἐσόδων τοῦ Κράτους, ἀλλὰ μόνον νὰ καθορίσητε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὡρισμένου χρέους, ἁπλῶς συναινοῦντες ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς καταθέσεως τῶν χρημάτων νὰ γίνωνται ταῦτα ἰδιοκτησία τῶν ὁμολογιούχων, καὶ ἀπ’ ἐκείνης τῆς στιγμῆς οὐδεμίαν πλέον ἐξουσίαν νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἂν αὕτη ἤθελεν ἀφαιρέσει τότε αὐτὰ, θ’ ἀφήρει ξένην ἰδιοκτησίαν, ὅπερ θὰ συνεπήγετο λίαν δυσαρέστους συνεπείας, ὡς ἐκείνας, τὰς ὁποίας συνεπήγαγε τὸ σύστημα τὸ ἐπιτραπὲν διὰ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, μὴ ἐγγυωμένη οὔτε ποσοστὰ οὔτε χρυσὸν, ἀλλὰ λέγουσα ὅτι ὡρισμένας προσόδους ἀφήνει εἰς αὐτοὺς, ἐννοεῖται ὅτι καθιστᾷ τοὺς πιστωτὰς ἡμῶν ἀπ’ ἐκείνης τῆς στιγμῆς συνιδιοκτήτας, συνεταίρους εἰς τὸ προϊὸν τῶν ὑπεγγύων αὐτῶν προσόδων. Δὲν εἶναι μόνον ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θὰ κατατεθοῦν, κύριοι τῶν χρημάτων, ἀλλ’ εἶναι καὶ πρὸ τῆς καταθέσεως συνέταιροι, συνενδιαφερόμενοι, διότι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν εἰσπράττονται, ἀποκτοῦν τὸ δικαίωμα. Βεβαίως τὸ ἀμφισβητεῖτε αὐτό, ἀλλ’ ὅταν λέγητε εἰς τοὺς δανειστὰς ὅτι τοῖς παρέχετε τὰς προσόδους, χωρὶς νὰ ἐγγυᾶσθε τί αὗται θ’ ἀποδώσουν, καὶ ὅτι, ἂν δὲν ἀποδώσουν, αἱ ἄλλαι πρόσοδοι τοῦ Κράτους, δὲν θὰ ἦναι ὑπόχρεοι νὰ συμπληρώσωσιν αὐτάς, βεβαίως ἀναγνωρίζετε εἰς αὐτοὺς πολὺ εὐρύτερα δικαιώματα, παρὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ λέγων ὅτι δίδει 30 ἢ 35 καὶ ὅτι τὰ ἐγγυᾶται διὰ προσόδων. Εἶναι ἡ διαφορὰ τοιαύτη, ὥστε βεβαίως ὁ διεξάγων τὰς διαπραγματεύσεις ἐπὶ τοιαύτῃ βάσει εὑρίσκεται ἀπέναντι δυσεξόδων δυσχερειῶν. Ταῦτα διεξελθὼν ἐν βραχεῖ, οὔτε θέλω ἐπανέλθει εἰς τὰς λεπτομερείας, ἐφ’ ὧν οἱ προλαλήσαντες ἠσχολήθησαν, ὅσον ἀφορᾷ τὰς προτάσεις καὶ ἀντιπροτάσεις καὶ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλουν οἱ δανεισταί. Θέλω ἤδη ἐνασχοληθῆ εἰς ἄλλο ζήτημα, ὅπερ δὲν ἔθιξαν, ἐφ’ ὅσον τοὐλάχιστον παρευρέθην εἰς τὰς συνεδριάσεις, οἱ προλαλήσαντες, τὸ ζήτημα τῶν αἰτίων, ἐξ ὧν περιήλθομεν εἰς ἀδυναμίαν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν πρὸς τοὺς ἡμετέρους δανειστάς. Διότι, ἂν δὲν καθορίσωμεν εὐκρινῶς καὶ σαφῶς τὰς αἰτίας, δὲν δυνάμεθα οὔτε δικαίως νὰ διαπραγματευθῶμεν συμβιβασμὸν, οὔτε νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ, δηλαδὴ νὰ εὕρωμεν τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ. Διὰ ποῖον λόγον κατέστη ἀδύνατον περὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ Δεκεμβρίου 1893 νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ Κράτος τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ὅλοι δὲν τὸν ἐννοοῦμεν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. Διὰ τοῦτο, ὅταν πρόκειται νὰ σκεφθῶμεν ἐπὶ τῶν γενομένων, καὶ νὰ κρίνωμεν ἂν καλῶς ἐγένοντο ὅσα τότε ἐγένοντο, καὶ περὶ τῶν γενησομένων, διὰ νὰ εὕρωμεν τὰ προσφορώτερα μέσα θεραπείας, τότε τὰς αἰτίας ἐντελῶς τὰς λησμονοῦμεν. Βεβαίως ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ἀδυναμίαν τοῦ νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν πρὸς τοὺς δανειστὰς, διότι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους διηυθύνθησαν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἀτάκτως. Ἂν λάβωμεν τὴν διοίκησιν ἰδίως ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1893, βλέπομεν αὐτὴν καταλήγουσαν κατ’ ἔτος εἰς ἐλλείμματα. Ἐλλείμματα ἐπὶ τῶν τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ἐλλείμματα συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Ἀλλὰ τὰ ἐλλείμματα δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωνται μεμονωμένως. Ἐνῶ τὰ ἐλλείμματα πραγματικῶς ἐξηκολούθουν καὶ καθίστων καθ’ ἡμέραν δυσχερεστέραν τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, οὐχ ἧττον συνωδεύοντο καὶ ὑπό τινος καλοῦ, καλοῦ ὑπὸ ἔποψιν ταμιευτικὴν, ἀπὸ τὴν αὔξησιν δηλαδὴ τῶν ἐσόδων. Ἂν τὰ κακὰ οἰκονομικῶς κατοπτρίζωνται εἰς τὰ μεγάλα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα αὐξάνουν καθ’ ἡμέραν ἀδιαλείπτως καὶ ὑπερμέτρως, ταῦτα μειώνουν τὰ ἔσοδα, ἅτινα παρατηρεῖ τις σταθερῶς, εἰ καὶ ἐν μικροτέρῳ μέτρῳ, αὐξανόμενα. Ἀλλὰ τὰ ἔξοδα αὐξάνουν ἐν μεῖζον μέτρῳ, καὶ τὰ ἐλλείμματα ἐξακολουθοῦν. Εἰς τί ὅμως τὰ ἐπιζήμια ἀποτελέσματα τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ πληρέστερον ἀποτυποῦνται; Ἀποτυποῦνται εἰς τὴν τιμὴν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, εἰς τὴν τιμὴ δηλαδὴ τοῦ νομίσματος τῆς χώρας. Ὅσον τὰ ἐλλείμματα τοῦ Κράτους αὐξάνουν, τόσον ἡ τιμὴ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἐκπίπτει, διότι οὐδὲν ἄλλο ὁρίζει ποία πρέπει νὰ ἦναι ἐν καιρῷ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἡ τιμὴ τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου ἔν τινι τόπῳ, παρὰ ἡ κατάστασις τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ, δηλ. τὰ ἐλλείμματα αὐτοῦ. Ὅσον τὰ ἐλλείμματα εἶναι μεγαλείτερα, τόσον μεγαλειτέρα ἡ ἀνικανότης τῆς χώρας πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ χρέους τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐν Ἑλλάδι δὲ, ἐπειδὴ καὶ τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία κυκλοφορεῖ τὰ γραμμάτια τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἔβαινον κακῶς, παρίστων δὲ καὶ αὐτὰ καθ’ ἡμέραν ἐλλειμματίας ἰσολογισμούς, καὶ τὰ μὲν καὶ τὰ δὲ κατέληγον εἰς ἐξευτελισμὸν τῆς τιμῆς τῶν γραμματίων, ὅστις ὑπερέβη καὶ τὰ 80%. Ἀλλ’ ἐνῷ τοσαύτη ἦτο ἡ ἔκπτωσις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, καὶ ὅλοι τὴν ἀντελαμβάνοντο, ἐνῷ αὐτὸς ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε τὸν νόμον τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893, ἐβεβαίου ὅτι αἰτία τῆς ἀδυναμίας τοῦ Κράτους, ὅπως ἐξακολουθήσῃ ἀκεραίαν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ἦτο μόνον ἡ κατάπτωσις τῆς τιμῆς τῶν τραπεζικῶν γραμματίων καὶ ὅτι ἄνευ αὐτῆς ὁ προϋπολογισμὸς θὰ ἦτο εἰς κατάστασιν ἀμειώτους νὰ ἐκπληροῖ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τὰς ἄλλας τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἐν τούτοις δὲν συνεμόρφωσε τὰς πράξεις αὐτοῦ, οὔτε πρὸ τῆς 10 Δεκεμβρίου, οὔτε μετὰ τὴν 10 Δεκεμβρίου, πρὸς τὰς ἰδέας καὶ τὰς γνώμας ταύτας. Ἂν πραγματικῶς τὴν ἀδυναμίαν τοῦ Κράτους παρῆγεν ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, ἔπρεπεν εἰς αὐτὴν καὶ μόνην νὰ ἀσχοληθῇ· ἂν δ’ ἀσχολούμενος εἰς τὴν ἐπανόρθωσιν τῆς τιμῆς τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου ἐβελτίου αὐτήν, βεβαίως ἤθελε βελτιώσει τὰ μέσα τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ καταστήσῃ αὐτὸν καὶ πραγματικῶς ἐν ἰσοζυγίῳ, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἤθελε καταλήγει εἰς τὰ ἐλλείμματα, εἰς ὅσα κατέληγε. Δυστυχῶς ἐξελέξατο ἐπὶ μακρὰ ἔτη τὴν μέθοδον τῆς διὰ δανείων καὶ διὰ συνδυασμῶν διαφόρων συμπληρώσεως τῶν ἐλλειμμάτων, ἀπέφυγε δὲ ν’ ἀσχοληθῇ τὸ παράπαν εἰς τὴν ἀνατίμησιν τοῦ νομίσματος τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἥτις μόνη θὰ καθίστα αὐτὸν ἐπαρκῆ. Ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς καὶ ἄλλοτε καὶ νῦν παραδόξως ὑποστηρίζει, ὅτι οὐδόλως ὑπῆρξεν αἰτία τῆς ἀδυναμίας τοῦ Κράτους πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων του πρὸς τοὺς δανειστὰς ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Τοιαύτη ἀντίληψις τῶν πραγμάτων εἶναι οὐ μόνον σφαλερά, ἀλλὰ καὶ ἐπιζήμιος εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα. Ὅπως κρίνῃ τις ὀρθῶς τὰ γενόμενα κατὰ τὴν 10 Δεκεμβρίου 1893 καὶ τὰ μετὰ ταῦτα, καὶ ὅπως συμβουλεύσῃ τὰ δέοντα γενέσθαι, ἀνάγκη πρότερον νὰ γνωρίσῃ τοὺς ἀληθεῖς λόγους τῆς ἀδυναμίας τοῦ Κράτους πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν πρὸς τοὺς πιστωτὰς ὑποχρεώσεών του. Ὁ χωρίζων τοὺς λόγους αὐτῆς ἀπὸ τὸν σκοπὸν καὶ τὸ ἀντικείμενον τοῦ συμβιβασμοῦ σήμερον βαδίζει ἐπὶ πεπλανημένης ὁδοῦ, καὶ θ’ ἀποτύχῃ εἰς τὸ ἔργον τῆς θεραπείας. Τὴν ἀδυναμίαν τοῦ Κράτους βεβαίως παρεσκεύασε μακρὰ κακὴ διοίκησις τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ, ἥτις ἐπεσώρευε καθ’ ἡμέραν δαπάνας ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀγόνους, ἢ ἐπὶ βαρυτάτοις τόκοις ἐξευρισκομένας, ματαιούσας πᾶν κέρδος, ὅπερ ἔφερον ἄλλα ἐπωφελῆ μέτρα τῆς διοικήσεως, οἱ φόροι καὶ ἡ καθημερινὴ πρόοδος τοῦ τόπου. Ἂν τὰ τακτικὰ ἔσοδα ἀνῆλθον ἀπὸ 58,879,495 δρ. κατὰ τὸ 1882 εἰς 91,547,000 κατὰ τὸ 1893, καὶ τὰ τακτικὰ ἔξοδα ἀνῆλθον ἀπὸ 62,359,272 εἰς 96,348,643 κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη. Ἂν οὕτω εἰς 11 ἔτη τὰ τακτικὰ ἔσοδα ηὔξησαν κατὰ 32,667,505 δραχμάς, ἀφ’ ἑτέρου τὰ τακτικὰ ἔξοδα ηὔξησαν κατὰ 33,988,771 δρ. Ἀλλὰ συνυπολογιζομένων τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων, ἡ ἀνικανότης τοῦ Κράτους ἐγένετο πολὺ μεγαλειτέρα παρ’ ὅσον δεικνύουν αὐτὴν τὰ τακτικὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα. Ἀλλ’ ὅσῃ δήποτε καὶ ἂν ὑπῆρξεν ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, αὕτη θὰ ἦτο πολὺ μικροτέρα, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ ὑποτίμησις τοῦ νομίσματος, εἰς ὃ εἰσπράττονται οἱ φόροι καὶ τὰ ἄλλα ἔσοδα τοῦ Κράτους. Ἄνευ αὐτῆς τὰ ἐλλείμματα τοῦ Κράτους θὰ ἦσαν μικρότερα, ἢ δὲν θὰ ὑπῆρχον παντάπασιν ἐλλείμματα ἐνίοτε, καὶ δὲν θὰ ὑφίστατο ἡ ἀνάγκη τῶν καθημερινῶν δανείων καὶ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, ἐξ ὧν καθ’ ἡμέραν ηὔξανεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου εἰς χρυσὸν χρέους, ἀγαγοῦσα ἡμᾶς τέλος εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν καὶ τὴν ἀναστολὴν αὐτῆς. Πλανᾶται ἑπομένως ὁ μὴ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τ’ ἀποτελέσματα τῆς ὑποτιμήσεως τῶν γραμματίων ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, καὶ ἀποδίδων τὴν ἀνεπάρκειαν αὐτοῦ εἰς τὰ μικρὰ ἔσοδα ἢ τὰ μεγάλα ἔξοδα. Ἡ δυσαναλογία αὐτῶν εἶναι μεγάλη ἕνεκα τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ νομίσματος καὶ τῆς ἀνάγκης μεγαλειτέρου ποσοῦ ἐσόδων διὰ τὰς εἰς χρυσὸν ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ἡ ὑποτίμησις αὕτη τῶν γραμματίων προῆλθε κυρίως ἐκ τῆς κακῆς διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ὡς γεγονὸς εἶναι ὁ σπουδαιότερος λόγος τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν. Ἡ μελέτη τῶν προϋπολογισμῶν καὶ ἀπολογισμῶν ἀποδεικνύει τοῦτο. Βεβαίως δὲν θὰ ἀνέλθω εἰς μεμακρυσμένα ἔτη, διότι πολὺν χρόνον ἤθελον δαπανήσει ἀπασχολῶν ὑμᾶς. Τοῦτο δὲν εἶναι τοῦ παρόντος. Θέλω ὅμως παρακαλέσει τὴν Βουλὴν, ὅπως μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐνδιατρίψω εἰς τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1893, ὅπερ εἶναι τὸ ἔτος, τὸ ὁποῖον περὶ τὸ τέλος αὐτοῦ κατεδήλωσε τὴν ἀδυναμίαν, ἐπισήμως ἀναγνωρισθεῖσαν, τοῦ Κράτους, καὶ ἔφερεν εἰς τὴν ἀναστολὴν τῶν πληρωμῶν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Ὑπῆρξεν ἆρά γε τὸ ἔτος 1893 ἕν τε τοῖς ἐσόδοις καὶ τοῖς ἐξόδοις αὐτοῦ τοιοῦτον, ὥστε νὰ δικαιολογῆται ἀπολύτως σήμερον, ὅτε ἔχομεν καὶ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1893, τὸ διάβημα ἐκεῖνο τῆς ἀναστολῆς, τὸ κατὰ τὴν 10ην Δεκεμβρίου ληφθέν; Ἢ, ἂν ἦτο ἀναπόφευκτον, ὅπως βεβαίως ἦτο ἀναπόφευκτον, ὑφ’ ἃς περιστάσεις νομισματικὰς τότε διετελοῦμεν, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου καὶ ἡ ὑπερτίμησις τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, τοῦ ἀναγκαίου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, θὰ ἦτο ἀναγκαία καὶ ἀναπόφευκτος καὶ τότε ἀκόμη ἡ ἀναστολὴ τῶν πληρωμῶν; Ἐγὼ δὲν τὸ πιστεύω. Ἐγὼ βλέπω ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1893, ὅτι, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ μεγάλη διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος, θὰ ἦτο δυνατὸν, ἕνεκα τῆς σμικρότητος σχετικῶς τοῦ ἐλλείμματος, τὸ Κράτος νὰ κατορθώσῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς πληρωμὰς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ νὰ μὴ περιέλθῃ εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς περικοπῆς τῶν πληρωμῶν. Κατὰ τὸ 1893 εἰσεπράχθησαν ἔσοδα τακτικὰ δραχμαὶ 96,723,418, ἐδαπανήθησαν δὲ εἰς τακτικὰ ἔξοδα 87,250,900 δραχμαί. Ἐννοεῖται ὅτι εἰς τὰς δαπάνας αὐτὰς τὰς τακτικὰς τοῦ 1893, εἰς τὰ 87 καὶ πλέον ἑκατομμύρια, δὲν περιλαμβάνεται ἐκεῖνο τὸ μέρος τοῦ δημοσίου χρέους, τὸ ὁποῖον δὲν ἐξετελέσθη ἕνεκα τῶν γνωστῶν συμβάντων τοῦ 1893, δηλαδὴ τῆς περικοπῆς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους.

§26ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ ὑπολογίσητε καὶ τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως.

§27ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως. Ἀλλὰ θὰ ἴδητε, ὅτι πρὸς μείζονα ἐνίσχυσιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου, ἀντὶ νὰ ὑπολογίσω τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως μόνον, θὰ παραδεχθῶ αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος συνετάχθη πρὶν καὶ χωρὶς νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ μικρότερα ποσὰ τῆς κεφαλαιώσεως, καὶ διὰ τοῦτο περιέλαβεν ἀκεραίαν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ τὸ ἔτος 1893.

§28ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ 87 αὐτὰ ἑκατομμύρια περιλαμβάνονται καὶ τέσσαρα ἑκατομμύρια ἔκτακτα ἔξοδα, γενόμενα διὰ τοὺς σιδηροδρόμους.

§29ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τώρα θὰ εἴπω. Ἔλεγον ὅτι εἰς τὰ 87,250,900 τῶν τακτικῶν δαπανῶν δὲν περιλαμβάνεται ὁλόκληρος ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους διὰ τὸ ἔτος 1893. Ἡ ὑπηρεσία αὕτη ἀνεγράφετο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἰς δραχμὰς 46,137,635, καὶ ἐξ αὐτῶν διὰ διαφορὰν συναλλάγματος ἐσημειοῦντο 9,789,039 δραχμαί. Βεβαίως αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ ἀκριβὲς ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ διὰ συναλλαγματικὴν διαφοράν. Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1893, διὰ ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἐν γένει ἐπληρώθησαν μόνον 26,248,283 δραχμαὶ, ἀντὶ τῶν 46,137,635, ἐκ τούτων δὲ 9,775,011 σημειοῦνται ὡς συναλλαγματικὴ διαφορά. Λοιπὸν, ἐὰν περιλάβωμεν καὶ τὴν συλλαγματικὴν διαφοράν, ἐπληρώθησαν 19,889,352 δραχ. ὀλιγώτερον ἢ ὅσα ἐσημειώθησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ 1893. Ἐὰν ἤδη προσθέσωμεν εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ 1893 τὸ ποσὸν αὐτὸ, ἀφαιροῦντες τὰ ἄρθρα 6, 7 καὶ 8 τοῦ κεφαλαίου Αʹ τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ τὰ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια πληρωτέα ποσὰ τοῦ δημοσίου χρέους, ἅτινα δὲν ὑπέστησαν περικοπὴν τὸ 1893, δηλαδὴ ἐὰν προσθέσωμεν 15,504,212 δραχμὰς εἰς χρυσὸν εἰς τὰ γενόμενα τακτικὰ ἔξοδα, θὰ ἔχωμεν τακτικὰ ἔξοδα 102,755,112. Δὲν προσθέτω ἄλλην διαφορὰν συναλλάγματος εἰς τὸ ποσὸν αὐτὸ, ἀφοῦ πάντως θὰ τὴν ἀφαιρέσω, ἵνα εὕρω τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμα, δηλαδὴ ἐκεῖνο, ὅπερ θὰ ὑπῆρχεν, ἂν τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον δὲν ἦτο ὑποτετιμημένον καὶ δὲν ὑπῆρχε συναλλαγματικὴ διαφορά.

§30ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ 87 ἑκατομμύρια μετὰ τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων, ἢ εἰς τὰ 84 ἄνευ αὐτῶν, περιλαμβάνονται καὶ τὰ πληρωθέντα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους.

§31ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ. Τὸ χρέος, τὸ ὁποῖον ἐπληρώθη κατὰ τὸ 1893, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 9,775,011 συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, ἀνέρχεται εἰς 16,473,272. Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι τὸ ποσὸν τὸ ὁλικὸν τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ τὸ 1893, ὅπερ ἔδει νὰ πληρωθῇ, ἀλλὰ τὸ πληρωθὲν εἰς κεφάλαιον.

§32ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 9,000,000 εἶναι ἡ συναλλαγματικὴ διαφορά;

§33ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ ὡς ψηφισθεῖσα ἀναγεγραμμένη εἶναι 9,759,000. Ἀλλ’ ἀναγράφεται ὡς πληρωθεῖσα ποσότης 9,775,011 δρ.

§34ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ποσὸν τὸ πληρωθὲν διὰ συναλλαγματικὴν διαφοράν.

§35ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ ἐννοεῖται ὅτι αὐτὸ εἶναι μικρότερον ποσὸν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπληρόνετο, ἂν ἐπληρόνετο ἀκεραία ἡ ὑπηρεσία.

§36ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ ἥμισυ περίπου ἐπληρώθη ἡ ὑπηρεσία τοῦ εἰς χρυσὸν δημοσίου χρέους κατὰ τὸ 1893.

§37ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ. Τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐπληρώθη διὰ δημόσιον χρέος εἰς χρυσὸν καὶ τραπεζικὰ γραμμάτια, ἄνευ συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, εἶναι 16,473,272. Ἄρα τὰ 9,759,000 εἶναι ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ μέρους τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ, τοῦ εἰς χρυσόν. Τοῦτο ἀνέρχεται, ὡς εἶπον, εἰς 15,504,212. Ἀλλὰ πιθανὸν ἐν αὐτῷ τῷ ποσῷ τῶν 9,759,000 νὰ μὴ περιλαμβάνηται μόνον τὸ διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ δημοσίου χρέους συνάλλαγμα, πιθανὸν νὰ ἦναι καὶ ἄλλο τι ποσὸν δι’ ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου. Τοῦτο δὲν φαίνεται ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς, οὔτε γίνεται διάκρισις μεταξὺ τῶν μὲν καὶ τῶν δὲ, νομίζω δὲ, ὅτι ἐνίοτε συγκεντροῦνται εἰς μίαν πληρωμήν.

§38ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· δὲν εἶναι δυνατόν.

§39ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω. Δὲν τὸ βεβαιῶ.

§40ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀναγεγραμμένη ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους ὑπὸ ἴδιον ἄρθρον. Ὅπου ὑπάρχει ἄλλη συναλλαγματικὴ διαφορὰ εἰς ἕτερα κεφάλαια τῶν δημοσίων ἐξόδων, ἐκεῖ περιλαμβάνεται ἡ διαφορὰ εἰς τὸ ποσὸν τῶν πιστώσεων, ὑπολογιζομένων κατὰ τὴν ἀναγραφὴν τοῦ ἐξόδου.

§41ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Φρονῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι 9,775,011 εἶναι συναλλαγματικὴ διαφορὰ διὰ τὸ δημόσιον χρέος. Εἶναι ὁ ἀπολογισμὸς καθαρὸς κατὰ τοῦτο. Εἶπον ὅτι 46,137,635 εἶναι τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1893 ποσὸν δι’ ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους μετὰ τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς. Τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐπληρώθη, εἶναι 26,248,283, ἤτοι ἔλαττον κατὰ 19,889,352 δραχ. Τὸ ποσὸν, ὅπερ ἐπὶ τῶν 46,137,635 δραχ. ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ εἰς χρυσὸν κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893, ἦτο 30,704,261 φρ. Τὸ πληρωθὲν εἰς χρυσὸν ποσὸν κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1893 εἶναι 17,251,414, ἤτοι ὀλιγώτερον κατὰ 13,542,847, ἀλλὰ τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ ἀληθὲς, διότι ἐπληρώθησαν, νομίζω, ποσὰ καὶ μετὰ ταῦτα. Ἀλλ’ ἂς λάβωμεν αὐτὸ τὸ ποσὸν ὡς τὸ οἰκονομηθὲν διὰ τοῦ κανονισμοῦ, ὅστις ἐγένετο διὰ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893. Ἄνευ τοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ θὰ ἤμεθα ὑπόχρεοι νὰ δαπανήσωμεν ἔτι 13,542,847 δραχ., καὶ τὸ ὅλον τῶν δαπανῶν τοῦ 1893 θ’ ἀνήρχετο εἰς 100,793,747, σὺν τῇ συναλλαγματικῇ διαφορᾷ. Ἀλλ’ ἂς παραδεχθῶμεν τὸ ποσὸν, ὅπερ προηγουμένως ἀνέφερα καὶ τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει καὶ ὅσα ἔτι ὀφείλονται ἐπὶ τοῦ κεφαλ. Αʹ τοῦ 1893, ἤτοι τὸ ποσὸν τῶν 102,755,112 δραχ. σὺν τῇ συναλλαγματικῇ διαφορᾷ. Τὸ ποσὸν αὐτὸ ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως τοῦ 1893, ἐὰν δὲν ἐπήρχετο ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος μετέβαλε τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Πιθανὸν τὸ ποσὸν αὐτὸ νὰ ἦναι καὶ κατά τι μεγαλείτερον, ἀλλ’ ὅπως δήποτε δὲν περιλαμβάνει τὴν συναλλαγματικὴν διαφορὰν ὅλου τοῦ εἰς χρυσὸν ποσοῦ. Πιθανὸν νὰ εἴπῃ τις, ὅτι, ἀφοῦ προσθέτω καὶ τὸ μὴ πληρωθὲν εἰς χρυσὸν ποσὸν τοῦ δημοσίου χρέους, ἔπρεπε νὰ προσθέσω ἀναλόγως καὶ συναλλαγματικὴν διαφοράν. Ἀλλ’ ἀφοῦ θ’ ἀφαιρέσω ὁλοτελῶς τὴν συναλλαγματικὴν διαφοράν, διὰ νὰ εὕρω τί θὰ ἐπληρόνομεν τὸ 1893, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου καὶ ἑπομένως συναλλαγματικὴ διαφορὰ, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν προσθέτω αὐτήν. Οὕτω νῦν...

§42ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;

§43ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι. Νὰ τελειώσω πρίν... Λοιπὸν 102 ἢ 104 ἑκατομμύρια δρ. θὰ ἦσαν κατὰ πᾶσαν πιθανότητα. Ἐπ’ αὐτῶν δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἦναί τις ἀκριβὴς, διότι ἐλλείπουσι πολλοὶ ἀριθμοὶ καὶ μετὰ τὸν ἀπολογισμόν. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ποσὸν πιθανῶς θὰ ἦτο τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐδαπανᾶτο, ἄνευ τῆς προσθέτου συναλλαγματικῆς διαφορᾶς μέρους τοῦ δημοσίου χρέους, τὴν ὁποίαν, δι’ ὃν λόγον ἐξήγησα, δὲν προσέθεσα. Ἐὰν ἀπὸ τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 102 ἢ 104 ἑκατομμυρίων δραχ. ἀφαιρέσωμεν τὰ εἰσπραχθέντα τακτικὰ ἔσοδα τῶν 96,723,118 δραχμῶν, ἔχομεν περιπλέον ἔξοδα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ 1893 θὰ ἐδαπανῶντο, δρ. 5,000,000 ἢ 7,723,418. Ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ, εἶπον, ἡ ὁποία περιλαμβάνεται εἰς τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 104 ἑκατομμυρίων, ἀνέρχεται εἰς 9,775,011 δραχ. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ εἰρημένου ἐλλείμματος τὸ ποσὸν αὐτὸ τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἔκπτωσις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, εὑρίσκομεν ὅτι οὐχὶ ἔλλειμμα, ἀλλὰ περίσσευμα θὰ ὑπῆρχεν. Ἀλλὰ καὶ ἂν τὰ ἔσοδα περιορισθῶσι,—διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς γνωρίζετε, εἰς τὰς σημειώσεις, τὰς ὁποίας ἔπεμψε πρὸς τοὺς πρέσβεις, ἀφαιρεῖ ποσά τινα, ὡς μὴ τακτικὰ ἔσοδα,— πάλιν τὸ ἀποτέλεσμα δὲν θὰ ἦναι μεγάλη διαφορά. Οὕτω δυνάμεθα ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸ ἐκ τῆς νομισματοποιΐας ἔσοδον ἐξ 1,500,000. Τὸ ἐκ τῆς νομισματοποιΐας ἔσοδον εἶναι πολὺ πλέον ἀσύνηθες παρ’ ὅ,τι εἶναι τὸ ἐξ ὑλικῶν ἀχρήστων, τὸ ὁποῖον, οὕτως εἰπεῖν, κατέστη τακτικὸν ἔκτακτον ἔσοδον, ὡς ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἐπαναληφθὲν καὶ ἐπαναλαμβανόμενον. Ἀφαιρῶ ἐπίσης ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ 1893 τὸ ἐξ ὑπερτιμήσεως νομίσματος καὶ συναλλάγματος ἐξ ἐκτάκτων πόρων 2,030,000, δηλαδὴ τὸ ὅλον 3,530,420. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἔχωμεν διαφορὰν ἐπὶ πλέον μεταξὺ τακτικῶν ἐξόδων καὶ ἐσόδων 1,031,991 δραχ. Δηλαδή, ἂν ἐξ ἐξόδων 104 ἑκατομμυρίων ἀφαιρέσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἐκ δραχ. 9,775,011, ἐκ δὲ τῶν ἐσόδων ἐκ δραχ. 96,723,411 ἀφαιρέσωμεν ἔκτακτά τινα ἔσοδα ἐκ δραχ. 3,530,420, τὸ ἔλλειμμα μόλις θὰ ὑπερέβαινε τὸ ἓν ἑκατομμύριον. Ἔλλειμμα τοσοῦτον κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1893, ἀλλὰ καὶ διπλάσιον καὶ τριπλάσιον, ἂν θέλετε ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων ν’ ἀφαιρέσωμεν καὶ ἄλλα ὡς ἔκτακτα, βεβαίως δὲν εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ δικαιολογήσῃ ἀπόφασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὅπως παύσῃ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Διότι βεβαίως ἀπέναντι τοιούτου κακοῦ καὶ τῶν φοβερῶν συνεπειῶν, ὅσας συνεπάγεται ἡ πτώχευσις τοῦ Κράτους, ἡ ἐξοικονόμησις διὰ διαφόρων μεταβολῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἑνὸς ἢ δύο ἢ τριῶν ἑκατομμυρίων θὰ ἦτο πρᾶγμα εὔκολον. Οὕτω ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ ἔτους ἐκείνου, καθ’ ὃν ἐπεβλήθη ἡ πτώχευσις εἰς τὸ Κράτος, δεικνύει ὅτι, ἐὰν δὲν ἐβαρύνετο διὰ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, θὰ εἴχομεν κατάστασιν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τακτικῶν, ἡ ὁποία θὰ ἐπαρουσίαζεν ἀνάξιον λόγου καὶ συνήθως ἀπαντῶν ἔλλειμμα, ἔλλειμμα μικρόν, συγκριτικῶς πρὸς τὸ κακόν, ὅπερ ἐπεβάλομεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1893, καὶ ὅπερ οὐδεμία δυσκολία θὰ ὑπῆρχε νὰ καλυφθῇ. Ἀλλ’ ἐὰν θελήσῃ τις καὶ ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1894 τὰς αὐτὰς σκέψεις καὶ τοὺς αὐτοὺς ὑπολογισμοὺς νὰ ποιήσηται, θέλει φθάσει εἰς ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν Κυβέρνησιν ἤθελον ἐξωθήσει εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς πτωχεύσεως τοῦ Κράτους. Ἄνευ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, δηλ. ἄνευ τῆς μεγάλης συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, τὰ ἔσοδα θὰ ἐπήρκουν εἰς τοιοῦτον μέτρον, ὥστε ἡ περικοπὴ τοῦ δημοσίου χρέους ν’ ἀπέβαινεν ἐντελῶς περιττή. Κατὰ τὸ ἔτος 1894 καὶ κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν αὐτοῦ, εἰσεπράχθησαν 99,015,331 δραχμαί, μὴ συμπεριλαμβανομένων τῶν ἐξ ἀπροβλέπτων πόρων ἐσόδων, τὰ ὁποῖα σημειοῦνται εἰς δραχ. 4,023,489, ἄνευ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς ἐξ ἐκτάκτων πόρων, ἡ ὁποία ἀνῆλθεν εἰς 1,588,321, καὶ ἄνευ τῆς νομισματοποιΐας, ἥτις ἀνῆλθεν εἰς 1,268,000, ἤτοι ἀφαιρουμένων 6,879,810 δραχ. ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ 1894. Ἐὰν τὰ ἔξοδα τοῦ 1894 ἀνῆλθον εἰς 62,868,897, ἄνευ, ἐννοεῖται, τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, δυνάμεθα, προσθέτοντες εἰς αὐτὰ τὴν τοῦ ἔτους 1893 ὑπηρεσίαν, — διὰ νὰ μὴ ἐνασχολῶμαι εἰς ἀνεύρεσιν τῶν μικρῶν διαφορῶν, αἵτινες παρουσιάζονται κατὰ τοῦτο μεταξὺ τῶν δύο ἐτῶν, — νὰ προσδιορίσωμεν ποία θὰ ἦτο κατὰ προσέγγισιν ἡ ἀνισοῤῥοπία τῶν εἰσπράξεων πρὸς τὰς δαπάνας. Τοιουτοτρόπως, ἂν ἀναγράψωμεν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1893 μὲ διαφορὰν ἐκ συναλλάγματος δραχ. 9,775,011, ἤτοι τὸ ὅλον δραχ. 46,137,635, θὰ ἔχωμεν ὁλικὸν ποσὸν ἐξόδων 109,006,532, ἐξ ὧν ἀφαιροῦντες τὰ ἔσοδα 96,015,331, θὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα 12,991,201 δραχμῶν, ἀφαιροῦντες δ’ ἐξ αὐτῶν τὴν συναλλαγματικὴν διαφορὰν ἐκ δρ. 9,775,011, θὰ ἔχομεν ἔλλειμμα 3,216,190 δραχμῶν κατὰ τὸ 1894. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλης μεθόδου διὰ τὸ 1893 δύναταί τις νὰ φθάσῃ εἰς παραπλήσια τῶν ἀνωτέρω ἀποτελέσματα. Ἐζητήθησαν ἔξοδα διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ δι’ εἰδικῶν πιστώσεων 121,157,574, δραχμῶν, ἐπληρώθησαν δὲ τακτικὰ ἐντὸς τῆς χρήσεως 87,250,900 καὶ ἔκτακτα 4,882,664, τὸ ὅλον δρ. 92,133,565. Ἀφ’ ἑτέρου εἰσεπράχθησαν 96,723,422 δραχμαί. Ἐκ τῶν 87,250,900 δρ. τακτικῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1893 ἀνήκουν τῷ εἰς χρυσὸν δημοσίῳ χρέει διὰ κεφάλαιον καὶ συναλλαγματικὴν διαφορὰν μόνον δραχμαὶ 21,919,470. Ἑπομένως αἱ τακτικαὶ δαπάναι τοῦ 1893 ἄνευ ὑπηρεσίας τοῦ εἰς χρυσὸν δημοσίου χρέους ἀνῆλθον εἰς δρ. 65,331,490. Ἄν ὑποθέσωμεν, ὅτι δὲν ἐπήρχετο ὁ νόμος τῆς 10 Δ)βρίου 1893 καὶ ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους εἰς χρυσὸν ἐλειτούργει ἀκεραία κατὰ τὸ 1893, ποῖα θὰ ἦσαν τ’ ἀποτελέσματα τοῦ ἀπολογισμοῦ; Τὸ εἰς χρυσὸν δημόσιον χρέος ἐσημειώθη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1893 εἰς φρ. 30,964,261. Ἄν εἰς τὸ ποσὸν αὐτὸ προσθέσωμεν καὶ τὴν πιθανὴν συναλλαγματικὴν διαφοράν, θὰ ἔχωμεν τὴν ὅλην ὑπηρεσίαν τοῦ εἰς χρυσὸν δημοσίου χρέους κατὰ τὸ 1893, ἂν δὲν ἐπήρχετο ἡ ἀναστολὴ τῶν πληρωμῶν. Ὁ μέσος ὅρος τῆς τιμῆς τοῦ φράγκου κατὰ τὸ 1893, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σημειώσεων τοῦ Χρηματιστηρίου Ἀθηνῶν, εἶναι 1,60, ἑπομένως διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν φρ. χρ. 30,964,261 θ’ ἀπῃτοῦντο δρ. 50,142,744. Τούτων προστιθεμένων εἰς τὰς ἄλλας τακτικὰς δαπάνας τοῦ 1893, ἤτοι τὰς δρ. 65,331,490, θὰ εἴχομεν ὁλικὴν δαπάνην 115,474,234 δρ. Αἱ τακτικαὶ εἰσπράξεις τοῦ 1893 ἀνῆλθον, ὡς εἶπον, εἰς δρ. 96,723,422, ἂν δ’ ἀφαιρέσωμεν αὐτὰς ἐκ τῶν 115,474,234, θὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα τοῦ 1893 δραχ. 18,750,812. Ἄν ὑποθέσωμεν ὅτι δὲν ὑπῆρχε τὸ 1893 ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, οὐδὲ συναλλαγματικὴ διαφορὰ τῶν 30,964,215 φρ. χρ. τοῦ δημοσίου χρέους, ἤτοι ἂν ἀφαιρέσωμεν ἐκ τῶν δαπανῶν τοῦ 1893 δρ. 19,178,529, οὐχὶ ἔλλειμμα, ἀλλὰ περίσσευμα θὰ ὑπῆρχεν. Ἀλλὰ καὶ ἄν ἐκ τῶν 96,723,422 δρ. ἐσόδων τοῦ 1893 ἀφαιρέσωμεν ὡς ἔκτακτα τὰ ἐκ νομισματοποιΐας καὶ ὑπερτιμήσεως νομίσματος ἐξ ἐκτάκτων πόρων, ἤτοι δρ. 3,530,420, καὶ ἂν ἀκόμη ἀφαιρέσωμεν ὅσα οὐχὶ ἐντελῶς ἀκριβῶς ἀφαιρεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὡς ἔκτακτα ἐπίσης ἔσοδα, ἤτοι τὰ ἐξ ἀπαλλαγῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἀχρήστου ὑλικοῦ, ἤτοι δρ. 1,821,345, καὶ ἐν ὅλῳ ἀφαιρέσωμεν δρ. 5,351,765, ἤτοι περιορίσωμεν τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ 1893 εἰς δραχμὰς 91,371, 657, πάλιν τὸ ἔλλειμμα, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ συναλλαγματικὴ διαφορά, θὰ ἦτο 4,924,048 δρ. Τοιοῦτον ἔλλειμμα, ὅσον καὶ ἂν θεωρηθῇ συγκριτικῶς σπουδαῖον, δὲν δικαιολογεῖ τὰ μέτρα τοῦ νόμου τὰς 10 Δεκεμβρίου 1893. Δι’ οἰκονομιῶν καὶ τῆς τακτικῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων θὰ ἦτο εὔκολον κατὰ μόνιμον τρόπον νὰ καλυφθῇ. Ἐξ αὐτῶν ἓν πρᾶγμα βεβαιοῦται, ὅτι ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ Κράτους, καὶ μεθ’ ὅλας τὰς αὐξήσεις τῶν δαπανῶν, προήρχετο ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Αὕτη μόνη προσέθετε τὸ 1893 εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους περὶ τὰ 20 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἀπειλοῦσα μεγαλειτέραν δαπάνην, διότι ὅσον αὐξάνουν τὰ ἐλλείμματα τοῦ Κράτους, τόσον ὑποτιμᾶται τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον. Καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ 1893 εἰς τὴν αὐξάνουσαν συναλλαγματικὴν διαφοράν ἀπέδιδε τὴν ἀνισοῤῥοπίαν τῶν προϋπολογισμῶν. Τοὺς προϋπολογισμούς του ἐθεώρει ἐν ἰσοζυγίῳ, ἢ ἐν περισσεύμασιν, ἄνευ τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς. Καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθές. Ὁμοία ἐργασία ἐκείνης, ἣν ἐφήρμοσε ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ 1893 καὶ 1894, ἐφαρμοζομένη καὶ ἐπὶ προηγουμένων προϋπολογισμῶν, θὰ ἐβεβαίου αὐτό. Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαύτην εἶχε γνώμην ὁ μακαρίτης Τρικούπης, δὲν συνεμόρφωσε τὰς πράξεις του πρὸς αὐτήν. Ἀντὶ νὰ ἐργασθῇ, ὅπως ἐλαττώσῃ καὶ βαθμηδὸν ἐξαλείψῃ τὴν συναλλαγματικὴν διαφοράν ἐκ τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ Κράτους, εἰργάζετο τοὐναντίον ν’ αὐξήσῃ αὐτήν. Ἀντὶ νὰ ἐργασθῇ νὰ ἀνυψώσῃ τὴν τιμὴν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, συνετέλει διὰ τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ εἰς χρυσὸν δημοσίου χρέους νὰ ὑποτιμηθῇ ἔτι μᾶλλον αὐτό. Οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ ἐξεύρισκον μὲν ἄνευ ἀγορᾶς χρυσοῦ ἐν τῷ τόπῳ τὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἀναγκαιοῦντα χρυσὸν, καὶ ἀνεκούφιζον δῆθεν αὐτὸν, ἀλλ’ ηὔξανον τὰς εἰς χρυσὸν ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, καὶ παρεσκεύαζον ἀναγκαίως διὰ τὸ μέλλον μεγαλείτερα ἐλλείμματα. Ταῦτα κατεφάνησαν πλήρη, καὶ ἐπήνεγκον τὰ καταστρεπτικὰ ἀποτελέσματά των, ὅταν οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ καὶ τὰ ἐξωτερικὰ δάνεια κατέστησαν πλέον ἀδύνατα. Τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐπείσθη ὁ μακαρίτης Τρικούπης, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρῃ δάνειον ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, παρῄτησε τὴν ἐξουσίαν. Ἐπανελθὼν βραδύτερον εἰς αὐτήν, δὲν εἶχε πλέον καιρὸν νὰ ἐφαρμόσῃ τὰ πρέποντα μέτρα πρὸς βελτίωσιν τῆς νομισματικῆς καταστάσεως, ἀλλ’ ἀποφασίσας νὰ καταφύγῃ εἰς ἀναστολὴν πληρωμῶν τοῦ δημοσίου χρέους, ἥτις ἐπεβάλλετο, οὐδὲ ταύτην συνέλαβε καὶ ἐξετέλεσε συμφώνως πρὸς τὰς αἰτίας τῆς πτωχεύσεως καὶ πρὸς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας εἶχε περὶ τῆς καταστρεπτικῆς ἐπιῤῥοῆς τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἀντὶ νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν τόπον τῶν αἰτίων τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ προϋπολογισμοῦ, δηλαδὴ τῆς ἀθλίας νομισματικῆς καταστάσεως, μεταχειριζόμενος πρὸς τοῦτο αὐτοὺς τοὺς ὁμολογιούχους καὶ πᾶν περίσσευμα τοῦ προϋπολογισμοῦ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως, ἠρκέσθη νὰ περιορίσῃ μόνον τὸ ποσὸν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, οὐδὲν λαβὼν μέτρον ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς τιμῆς τοῦ νομίσματος. Ἐν τούτοις ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, δηλ. ἡ 10 Δεκεμβρίου, ἦτο ἡ καταλληλοτάτη πρὸς λῆψιν δραστηρίων μέτρων ὑπὲρ οἰκονομικῆς σωτηρίας τοῦ Κράτους. Οἱ δανεισταὶ ἡμῶν ἔβλεπον, ἄλλως εὔκολον ἦτο νὰ πεισθῶσιν, ὅτι ἡ δυσκολία τοῦ Κράτους, ὅπως ἐκπληρώσῃ τὰς πρὸς αὐτοὺς ὑποχρεώσεις, προήρχετο κυριώτατα ἐκ τῆς μεγάλης συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, καὶ ὅτι ἄνευ αὐτῆς ὁ προϋπολογισμὸς θὰ ἐπήρκει. Ἀνάγκη ἑπομένως ἦτο νὰ ἐκλίπῃ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Διὰ μιᾶς νὰ γείνῃ τοῦτο, δὲν ἦτο οὔτε συμφέρον οὔτε εὔκολον, διότι δάνειον εἰς χρυσὸν πρὸς ἄρσιν αὐτῆς ἢ δὲν θὰ εὑρίσκετο, ἢ θὰ εὑρίσκετο ὑπὸ βαρυτάτους ὅρους. Τοιοῦτον δάνειον μάλιστα εἶχε ζητήσει πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν ὁ μακαρίτης Τρικούπης, ἀλλ’ ἀπέτυχεν. Ἦτο ὅμως δυνατὸν νὰ χορηγήσωσι τὰ μέσα τῆς σωτηρίας τοῦ Κράτους ἀπὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας αὐτοὶ οἱ πιστωταὶ τοῦ Κράτους, καὶ ἡ κατάστασις ἡ ψυχολογικὴ ἦτο πρὸς τοῦτο κατάλληλος τότε. Τὸ Κράτος ἔπρεπε νὰ εἴπῃ κατὰ τὴν 10 Δεκεμβρίου πρὸς τοὺς κατόχους τῶν εἰς χρυσὸν ὁμολογιῶν, ὅτι λόγῳ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ νομίσματος τοῦ τόπου, εἰς ὃ εἰσπράττονται τὰ ἔσοδα, εἶναι ἠναγκασμένον νὰ παύσῃ ἐπί τινα ἔτη, ἐξ π. χ., τὴν εἰς χρυσὸν ὑπηρεσίαν τῶν χρεῶν του, καὶ νὰ χρησιμοποιήσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον μέρος αὐτῆς ἀποκλειστικῶς καὶ ὑποχρεωτικῶς πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ἐξίσωσιν τῆς τιμῆς τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου πρὸς τὴν τοῦ χρυσοῦ. Τοιαῦται παύσεις πάσης πληρωμῆς δημοσίου χρέους πολλάκις ἐγένοντο ὑπὸ Κρατῶν, καὶ μάλιστα οὐχὶ πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν, δηλαδὴ πρὸς ἄρσιν τῶν αἰτίων τῆς ἀνικανότητος αὐτῶν. Ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἦτο ἡ ὠφελιμωτέρα καὶ ἡ μᾶλλον ἀσφαλίζουσα τὰ συμφέροντα τῶν ὁμολογιούχων πρότασις. Οἰκονομίαι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἢ νέοι φόροι δὲν ἦσαν πλέον δυνατοὶ ἀπολύτως ἢ ἐν ἐπαρκεῖ μέτρῳ. Ἡ ἄρσις θὰ συνεπήγετο αὔξησιν, οὕτως εἰπεῖν, ἐσόδων διὰ μιᾶς 20 ἑκατομμυρίων δρ. ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διότι θὰ ἐξήλειφεν ἀπ’ αὐτοῦ τὴν συναλλαγματικὴν διαφοράν. Θὰ ἐγίνετο βεβαίως ἡ ἄρσις αὕτη διὰ καταναγκαστικοῦ δανείου τῶν ὁμολογιούχων πρὸς τὸ Κράτος, ἀλλὰ θὰ ἠσφάλιζεν αὐτοῖς μετά τινα ἔτη τὴν ἐπάνοδον εἰς τὴν ἀκεραίαν πληρωμὴν τῶν τόκων τῶν δανείων των, ἐν ᾧ οἱαδήποτε ἄλλη μέθοδος θὰ ἔφερε πάντως εἰς περικοπὴν αὐτῶν, καὶ περικοπὴν διαρκῆ. Τοῦτο συμβαίνει καὶ θὰ συμβῇ εἰς αὐτοὺς ἤδη. Βεβαίως ἡ ἄρνησις πάσης ὑπηρεσίας τόκων πρὸς ἐκείνους ἐκ τῶν ὁμολογιούχων, οἵτινες ἐξ αὐτῶν ἀποζῶσιν ἢ συντηροῦνται, εἶναι βαρὺ μέτρον. Ἂν καὶ οὗτοι εἶναι ὀλίγοι, ἀλλ’ ὅμως θὰ ἦτο κακόν. Ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁμολογίαι, ὧν θὰ ἦτο βέβαιον ὅτι μετὰ 6 ἔτη θ’ ἀρχίσῃ βαθμηδὸν ἡ τακτικὴ καταβολὴ τῶν τόκων, θὰ παρεῖχον ἀπὸ τοῦδε ἀσφάλειαν ἀρκοῦσαν, ὅπως προσπορίζουν εἰς τοὺς κατόχους παρὰ Τραπέζαις μέρος τῶν μελλόντων τόκων. Ἄλλως περὶ τῶν εὐεργετικῶν ἡμῶν ἱδρυμάτων, ὧν τὸ πλεῖστον ἢ τὸ ὅλον τῆς περιουσίας συνίσταται εἰς ἑλληνικὰ χρεώγραφα, ἠδύνατο νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως μὴ καταστῇ ἀδύνατος ἡ συντήρησις αὐτῶν, προκαταβαλλομένου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια μέρους τῶν τόκων. Ἠδύνατο νὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτὰ ἡ μετατροπὴ τῶν εἰς χρυσὸν ὁμολογιῶν των ὁριστικῶς εἰς ὁμολογίας τραπεζικῶν γραμματίων. Ὁπωσδήποτε, χάριν ταχείας καὶ βεβαίας ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἥτις ἦτο καὶ εἶναι ἡ κυρία αἰτία τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπεβάλλετο, χάριν αὐτῶν τῶν ὁμολογιούχων πρώτιστα, ἡ παῦσις πάσης ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους ἐπὶ ἕξ τοὐλάχιστον ἔτη. Κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἕξ αὐτῶν ἐτῶν τὸ Κράτος ἤθελεν ἀναλάβει νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέος πρὸς τὰς Τραπέζας εἰς γραμμάτια καὶ εἰς χρυσὸν, τὸ εἰς χρυσὸν κυμαῖνον χρέος καὶ τὸ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς χρυσὸν προσωρινὸν χρέος. Τὸ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1893 ὀφειλόμενον πρὸς τὰς Τραπέζας χρέος ἀνήρχετο εἰς 404,265,651 δραχμὰς, ἐξ ὧν 16,873,949 εἰς χρυσόν. Τὸ εἰς χρυσὸν χρέος, ὅπερ δικαιούμεθα νὰ ὀφείλωμεν πρὸς τὰς Τραπέζας, ὁρίζεται εἰς 16,800,000 δραχ. Ὥστε τὸ εἴχομεν ὑπερβῆ κατὰ 73,949 δρ. (Ἐπίσης κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν εἴχομεν ὑπερβῆ τὸ εἰς χάρτινα κέρματα κατὰ 17,499 δρ. Σημειῶ ταῦτα οὐχὶ λόγῳ τῆς σπουδαιότητος τοῦ ποσοῦ, ἀλλὰ λόγῳ τῆς παραβάσεως, ἣν κατ’ οὐδένα λόγον πρέπει νὰ ἐπιτρέπῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ Τράπεζα. Τὸ κυμαῖνον εἰς χρυσὸν χρέος ἀνήρχετο κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν εἰς 15,293,713 φράγκα, τὸ δὲ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν προσωρινὸν εἰς χρυσὸν εἰς 7,102,845 φράγκα· ἐν ὅλῳ εἰς 126,662,209, ἐξ ὧν εἰς χρυσὸν 39,270,507, εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια 73,339,202, καὶ εἰς χάρτινα κερμάτια 14,017,499. Αὐτὸ θὰ ἦτο τὸ ὁλικὸν χρέος, ὅπερ ὠφείλομεν νὰ ἐξοφλήσωμεν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐντὸς ἕξ ἐτῶν. Ἡ ἐξόφλησις ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ χρόνου δὲν θὰ ἦτο δύσκολος, ἀφοῦ ἡ ὑπηρεσία τοῦ εἰς χρυσὸν δημοσίου χρέους δὲν θὰ ὑπῆρχε κατ’ αὐτὸν τὸν χρόνον. Ἡ ἐξόφλησις δ’ ἤθελε καταστῆ τοσοῦτον εὐκολωτέρα, ὅσον ἡ παῦσις ἐξαγωγῆς χρυσοῦ ἐξ 29 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ χρέους αὐτοῦ, ἀνακουφίζουσα τὴν ἀγορὰν ἡμῶν, θὰ καθίστα εὐκολώτερον τὸν χρυσόν, ὃν θ’ ἀπεδίδομεν εἰς τὰς Τραπέζας. Ἀλλὰ τὴν ἀνατίμησιν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων πρὸς εὐκολωτέραν ἀπότισιν τοῦ εἰς χρυσὸν πρὸς τὰς Τραπέζας χρέους θὰ συνεπήγετο ἰδίως ἡ ἀπόφασις καὶ ἡ βεβαία ἐκτέλεσις τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἣν ἤθελεν ἀναλάβει τὸ Κράτος ἀπέναντι τῶν δανειστῶν του. Φυσικὴ συνέπεια τῆς πεποιθήσεως πάσης ἀγορᾶς περὶ τῆς ἄρσεως, εἶναι ν’ ἀνατιμᾷ τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, καθ’ ὅσον αὕτη ἐκτελεῖται, νὰ δέχηται δὲ καὶ εἰς τὸ ἄρτιον αὐτὰ πρὸ τῆς ταχθείσης πρὸς ἄρσιν προθεσμίας. Πρὸς τοῦτο πρώτη πρᾶξις τῆς Βουλῆς ἔπρεπε νὰ ἦναι, διὰ νόμου νὰ ὁρίσῃ, ὅτι διὰ βαθμιαίας ἐξοφλήσεως τῶν εἰρημένων χρεῶν ἐξ 126,662,209 δρ. ἐντὸς ἓξ ἐτῶν θέλει ἀρθῆ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ ὅτι πᾶν καταβληθὲν ποσὸν τοῦ χρέους πρὸς τὰς Τραπέζας παύει πλέον ἀποτελοῦν μέρος τῆς πιστώσεως ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐν τοῖς μετὰ τῶν Τραπεζῶν τρεχουμένοις αὐτοῦ· καὶ ἀποσύρεται μὲν τῆς κυκλοφορίας τὸ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, φυλάσσεται δ’ ἐν τοῖς ταμείοις τὸ ἀπέναντι τοῦ εἰς χρυσὸν χρέους τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπιστραφέν. Τὸ τελευταῖον εἶναι ὑποχρέωσις τῶν Τραπεζῶν, δυνάμει τῶν συμβάσεων μετὰ τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τὴν βαθμιαίαν δ’ ἐξόφλησιν θὰ ἐκανόνιζεν ἡ Κυβέρνησις μετὰ τῶν Τραπεζῶν διὰ συμβάσεως κατὰ τὸν προσφορώτερον τρόπον, καὶ τὰ ἐτήσια ποσὰ τῶν δόσεων θ’ ἀνεγράφοντο ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς κατ’ ἔτος ὡς ὑποχρεωτικαὶ πληρωμαὶ τοῦ Κράτους πρὸς τὰς Τραπέζας καὶ τοὺς δανειστὰς τοῦ κυμαίνοντος χρέους. Ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ εἰς χρυσὸν χρέους θὰ ὡρίζετο κατὰ τοιαύτας ἐποχὰς ἐντὸς τῆς ἑξαετίας, ὥστε ἡ ἀγορὰ τοῦ χρυσοῦ νὰ γείνῃ ὅσον τὸ δυνατὸν εὐθηνοτέρα ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καὶ νὰ μὴ βαρυνθῇ μὲ μεγάλην ὑπερτίμησιν ἐπὶ τῶν 39,270,507 χρ. φράγκων τὸ Κράτος. Οὕτω, ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν ἓξ ἐτῶν θὰ ὥριζον 150 ἑκατομμύρια ἐν ὅλῳ, ταῦτα θὰ ὑπερήρκουν διὰ τὴν ἀπόσβεσιν τῶν 126,662,209 δραχμῶν, ὧν τὰ 39,270,507 εἰς χρυσόν. Πεποίθησιν ἔχω, ὅτι καὶ μὲ 140 ἑκατομμύρια μόνον θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ ἀπόσβεσις αὐτῶν, καὶ μὲ ὀλιγώτερα ἀκόμη, ἂν διεξήγετο καλῶς. Ἐπὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκτελέσεως περιττὸν ν’ ἀπασχολήσω νῦν τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ τὸ Κράτος ἠδύνατο παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐκτὸς τῶν ἄλλων μέτρων, ὅσα ἤθελον κριθῆ ἀναγκαῖα πρὸς ἀνύψωσιν τῆς τιμῆς τῶν γραμματίων καὶ ἀσφαλῆ ἐπανάληψιν τῆς ἐξαργυρώσεως τῶν γραμματίων της, νὰ ἐπιτύχῃ καὶ τὴν διατήρησιν ἐν τοῖς ταμείοις αὐτῆς τοῦ προσωρινοῦ εἰς χρυσὸν δανείου της ἐξ 7,102,845 φράγκων, ὅπερ ἤθελε τῇ καταβάλει τὸ Δημόσιον. Ἐπειδὴ ὅμως, καθ’ ὅσον θὰ κατεβάλλετο ὑπὸ τοῦ Κράτους τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ τὸ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια χρέος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἴσον γραμματίων ποσὸν ἔπρεπε ν’ ἀποσύρηται τῆς κυκλοφορίας, χωρὶς ν’ ἀντικαθίσταται δι’ ἄλλου, βεβαίως στενοχωρία ἤθελεν ἐπέλθει εἰς τὴν ἀγορὰν, ἐλλείψει νομίσματος. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἀποδιώξασα τῆς χώρας πᾶν μεταλλικὸν νόμισμα, ὑποκατέστησε πανταχοῦ τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, ἅτινα μόνα ἐκπληροῦσι τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ νομίσματος σήμερον. Ἡ περικοπὴ μέρους αὐτῶν οὐχὶ ἐκ λόγων τῆς ἀγορᾶς, ἀλλ’ ἀποφάσει τοῦ Κράτους, θὰ φέρῃ βεβαίως δυσχερείας εἰς τὰς συναλλαγὰς, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει ν’ ἀντικαθίσταται, ἂν μὴ ἐν ὅλῳ, ἀλλὰ πάντως κατὰ μέγα μέρος. Ἀντικατάστασις ὅμως μόνον καθ’ ἕνα τρόπον δύναται νὰ γίνεται, καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ ἀπαιτοῦν αἱ ἀνάγκαι τῆς κυκλοφορίας. Δι’ ἐκδόσεως δηλονότι τραπεζικῶν γραμματίων ὑπὸ τῆς Τραπέζης ἀπέναντι ἴσου ποσοῦ χρυσοῦ. Δὲν ἐννοῶ ἀπέναντι τοῦ χρυσοῦ, ὃν πρὸ μικροῦ ἀνέφερα ὅτι ὀφείλει ἢ θὰ συμφωνηθῇ νὰ κατέχῃ ἡ Τράπεζα· αὐτὸς θ’ ἀσφαλίζῃ τὸ ποσὸν τῶν τραπεζογραμματίων, ὅπερ ἡ Τράπεζα δικαιοῦται νὰ ἐκδίδῃ, διαρκούσης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δυνάμει τῶν συμβάσεων μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐννοῶ ἀπέναντι χρυσοῦ εἰδικῶς ἀποκτωμένου καὶ προωρισμένου ν’ ἀσφαλίζῃ πᾶν ποσὸν τραπεζογραμματίων, ὅπερ μετὰ τὴν ἔναρξιν ἀποτίσεως τοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια χρέους τοῦ Κράτους ἤθελεν ἑκάστοτε ἡ Τράπεζα ἀποφασίζει νὰ ἐκδίδῃ πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ ἀποσυρθέντος ἐκ τῆς κυκλοφορίας ποσοῦ. Οὕτως ἡ Τράπεζα ἤθελε παρασκευάζει ἑαυτὴν διὰ τὴν ἐπανάληψιν τῆς ἐξαργυρώσεως τῶν γραμματίων της. Τὰ γραμμάτια, τὰ ὁποῖα οὕτω ἤθελεν ἐκδίδει ἀπέναντι χρυσοῦ, δὲν θὰ ἦτο βεβαίως ὑπόχρεως νὰ ἐξαργυρώνῃ πρὸ τῆς ἄρσεως ἡ Τράπεζα, ἀλλ’ ἡ κυκλοφορία αὐτῶν, λόγῳ τῆς εἰδικῆς εἰς χρυσὸν ἀσφαλείας, οὐδόλως ἤθελε συντελεῖ εἰς ὑποτίμησιν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ὡς ὅταν ἐξεδίδοντο ἄνευ ἀσφαλείας ἴσου ποσοῦ εἰς χρυσόν. Ἀλλ’ ἡ Τράπεζα κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἑξαετίας ὤφειλε διὰ διαφόρων μέτρων νὰ παρασκευάζῃ ἑαυτὴν διὰ τὴν ἐπανάληψιν τῆς ἐξαργυρώσεως τῶν γραμματίων της. Διότι τὸ δύσκολον δὲν εἶναι ἡ ἐπανάληψις, ἀλ’ ἡ διατήρησις αὐτῆς, πρὸς τοῦτο δὲ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα οὐ μόνον νέων δυνάμεων ἔχει ἀνάγκην, ἀλλὰ καὶ συστήματος διοικήσεως ἄλλου, παρὰ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ. Ἡ Τράπεζα, ὅπως ἐπαναλάβῃ τὰς πληρωμὰς καὶ ἐπαρκῇ εἰς τὰς μεγάλας ἀνάγκας, αἵτινες κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπλάσθησαν, ἔχει ἀνάγκην κεφαλαίων, τὰ δὲ κεφάλαια αὐτὰ συμφέρει αὐτῇ μᾶλλον δι’ ἐκδόσεως μετοχῶν παρὰ διὰ δανείων νὰ προμηθευθῇ. Ἀλλὰ καὶ ἀφοῦ εὕρῃ τ’ ἀναγκαιοῦντα αὐτῇ κεφάλαια, δὲν θὰ στερεωθῇ, οὐδὲ θὰ διαφύγῃ νέας περιπετείας ἢ ἐξ ἰδίων σφαλμάτων ἢ ἐκ σφαλμάτων τοῦ Κράτους, ἂν μὴ περιορισθῇ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα οὖσα Τράπεζα ἐκδόσεως καὶ προεξοφλήσεως, ἀποκλειστικῶς εἰς τοιαύτης Τραπέζης τὰς ἐργασίας περιοριζομένη, καὶ παύουσα νὰ συνταυτίζῃ τὴν τύχην αὐτῆς πρὸς τὴν τύχην τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἀλλ’ ὡς ἔχει σήμερον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, καὶ ὡς διέπλασαν αὐτὴν οἱ νόμοι, δηλ. Τράπεζαν μᾶλλον κτηματικῆς καὶ ἀγροτικῆς πίστεως, παρὰ ἐκδόσεως καὶ προεξοφλήσεως, ἀλλὰ πάντοτε ταῦτα πάντα ὁμοῦ, πρέπει νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο ἀνεξαρτήτους ἀπ’ ἀλλήλων Τραπέζας. Πρέπει ἓν μέρος αὐτῆς ν’ ἀποτελέσῃ Τράπεζαν κτηματικῆς καὶ ἀγροτικῆς πίστεως, ἕτερον δὲ μέρος ν’ ἀποτελέσῃ τὴν Τράπεζαν ἐκδόσεως καὶ προεξοφλήσεως. Τὰς λεπτομερείας τῆς ἐκτελέσεως τοιαύτης διαιρέσεως δὲν πρόκειται νὰ ὑποδείξω ἐγώ. Ἡ διαίρεσις ὅμως εἶναι δυνατή, εἶναι δ’ ὅρος θεμελιώδης ἐξακολουθήσεως καὶ εὐδοκιμήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τὰ κεφάλαια τῆς Τραπέζης ἐκδόσεως δὲν πρέπει οὔτε εἰς ἀκίνητα, οὔτε εἰς μακροπροθέσμους χορηγήσεις, οὔτε εἰς δάνεια τοῦ Κράτους νὰ τοποθετῶνται. Πρέπει νὰ ἦναι πρόχειρα πάντοτε, ὅπως κυκλοφορῶσιν ὑπὲρ τῶν καθημερινῶν ἀναγκῶν τῆς κοινωνίας, δὲν εἶναι δὲ πρόχειρα ἢ ὅταν χρησιμοποιῶνται εἰς βραχυπροθέσμους ἐργασίας, ἀενάως ἀνανεουμένας. Ὅταν ταῦτα γείνωσι, δὲν φοβοῦμαι ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν θὰ δυνηθῇ μετὰ τὴν ἄρσιν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐξαργύρωσιν τῶν γραμματίων της καὶ ὅτι θὰ ἔχωμεν νέαν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ πάλιν. Τὸν φόβον τοῦτον ἐμπνέει ἡ γνώμη, ὅτι ἡ χώρα ἐξάγει περισσότερον χρυσὸν κατ’ ἔτος παρ’ ὅσον εἰσάγει, καὶ ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ ἐκβιάζηται νὰ χορηγῇ τὸν ἐλλείποντα αὐτὸν χρυσὸν εἰς τὸ Κράτος ἢ εἰς τὸ ἐμπόριον. Ἐν πρώτοις ὡς διαρκὲς φαινόμενον δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ χώρα ἐξάγουσα περισσότερον ἢ ὅσον εἰσάγει χρυσόν. Ὑπὸ τοιοῦτον ὅρον δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ζῇ. Καὶ ἂν ἡ χώρα αὕτη δὲν δυνηθῇ ν’ αὐξήσῃ τὴν ἐξαγωγήν της, θ’ ἀναγκασθῇ νὰ ἐλαττώσῃ τὴν εἰσαγωγήν της. Πᾶσα ἡ εἰσαγωγὴ μιᾶς χώρας δὲν εἶναι ἐπίσης ἀναγκαία. Ὅταν δ’ ἡ εἰσαγωγὴ μιᾶς χώρας γίνηται μεγαλειτέρα καὶ ἐκ κερδοσκοπίας, πολὺ συντελεῖ εἰς τὴν περικοπὴν αὐτῆς καὶ τὴν ἰσοζύγισιν τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου καὶ τῶν ἐξωτερικῶν συναλλαγῶν καὶ εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος ἡ ὕψωσις τοῦ προεξοφλητικοῦ τόκου ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Μέγα μέρος τοῦ χρήματος τοῦ εἰσαγωγικοῦ ἐμπορίου προμηθεύει ἡ Τράπεζα διὰ τῶν προεξοφλήσεων, ὡς γνωστόν. Ἂν ἀναδιοργανωθῇ ἡ Ἐθνικὴ ἡμῶν Τράπεζα εἰς Τράπεζαν ἐκδόσεως καὶ προεξοφλήσεως, ἀνάγκη νὰ τῇ δοθῇ καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς ὑψώσεως τοῦ τόκου ἀπεριόριστον, τῇ συγκαταθέσει ἢ καὶ ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν γίνηται πέραν ἑνὸς ὁρίου. Ἐὰν τὰ χρήματα χορηγῶνται ὑπὸ τῆς Τραπέζης εἰς τιμὴν ἀνωτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ καλύψῃ εἰσαγωγική τις ἐμπορικὴ ἐπιχείρησις, σπανίως θὰ θελήσῃ νὰ τὰ δανεισθῇ παρὰ τῆς Τραπέζης ὁ ἔμπορος ἢ ὁ βιομήχανος. Ἀλλ’ ὅσα δυσάρεστα καὶ ὅσους κινδύνους καὶ ἂν πρόκειται νὰ φέρῃ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, πρέπει νὰ θεωρῆται ὡς τὸ θεμελιῶδες ἔργον πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Μόνον δι’ αὐτῆς θ’ ἀποκτήσῃ σταθερότητα καὶ θὰ γείνῃ ἀληθὴς ὁ προϋπολογισμός. Ἐλλείψει σταθερᾶς τιμῆς τοῦ νομίσματος, οὔτε τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων ἡμῶν γινώσκομεν, οὔτε τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων, ἕνεκα τῶν εἰς χρυσὸν πληρωμῶν μέρους αὐτῶν. Ἄνευ τῆς ἄρσεως ἀδύνατον νὰ ἐπαναλάβωμεν τὰς προτέρας ἡμῶν μετὰ τῆς Εὐρώπης πιστώσεις καὶ συναλλαγάς. Ὅταν ἡ τιμὴ τοῦ ἐγχωρίου νομίσματος ἀποτόμως κινδυνεύῃ νὰ ἐκπέσῃ, καὶ ὁ ἐντιμότερος πιστοῦχος δύναται νὰ καταστῇ ἀνίκανος νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του, καὶ οἱ ξένοι βεβαίως ἀποφεύγουν νὰ τὸν πιστώσουν. Ἄνευ τῆς ἄρσεως ἀδύνατον νὰ εἰσρεύσουν κεφάλαια ξένα εἴτε διὰ μεγάλα δημόσια ἔργα, εἴτε δι’ ἄλλας μεγάλας ἰδιωτικὰς ἐπιχειρήσεις. Ὁ σιδηρόδρομος Λαρίσης δύσκολον νὰ περατωθῇ διὰ ξένων κεφαλαίων, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὸ σημερινὸν χάρτινον νόμισμα. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἠθικὸν καὶ τὸ πολιτικὸν κέρδος ἡμῶν ἐκ τῆς ἄρσεως θὰ ἦναι μέγα. Καλλιτέραν παρασκευὴν πρὸς πόλεμον τῆς ἄρσεως δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιχειρήσωμεν. Ὅταν αἱ Τράπεζαι τῆς Ἑλλάδος καὶ τὰ ἰδιωτικὰ ταμεῖα ἔχουν χρυσόν, δύνασθε ἐν ὥρᾳ πολέμου, ψηφίζοντες τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, νὰ ἔχητε ὅλον τὸν χρυσόν, ὅστις σᾶς ἀναγκαιοῖ. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἔργον τῶν Κυβερνήσεων ἀπὸ τοῦ 1885, ὅτε ἐπεβλήθη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἔπρεπε νὰ ἦναι, πῶς αὕτη θὰ κατωρθοῦτο νὰ ἀρθῇ. Πρὸς τοῦτο ἔπρεπε πρῶτον νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ πραγματικὸν ἰσοζύγιον τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ Κράτους. Ὅταν ὑπάρχῃ ἰσοζύγιον, ὅταν ἠσφαλίσθησαν περισσεύματα μάλιστα, καὶ ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου εἶναι ἐλαχίστη καὶ ἡ εὕρεσις δανείου ὑπὸ καλοὺς ὅρους πρὸς ἀπόσβεσιν τοῦ πρὸς τὰς Τραπέζας χρέους τῆς ἀναγκαστικῆς εἶναι εὔκολος. Ἡ ἐνδελεχὴς μέριμνα τῶν Κυβερνήσεων ἔπρεπε νὰ ἦναι ἰσοζύγιον καὶ περίσσευμα ἀληθῆ. Ἦσαν δ’ εὔκολα ταῦτα. Δυστυχῶς εἰργάσθησαν διὰ τὸ ἐναντίον, καὶ ἡ κρίσις ἐπῆλθεν ἀκαταμάχητος. Ἦτο δυνατὸν ἡ κρίσις νὰ μᾶς σώσῃ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς, ἂν ἠξεύρομεν νὰ ὠφεληθῶμεν ἐξ αὐτῆς. Ἀλλὰ ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου ὑπῆρξεν ἔργον ἀνωφελές. Ἂν κατ’ αὐτὴν τὴν ἐποχὴν ἐπαύομεν πᾶσαν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους τοῦ εἰς χρυσὸν ἐπὶ ἓξ ἔτη, ἂν πρὸς διευκόλυνσιν ἐπετρέπομεν εἰς τοὺς θέλοντας ὁμολογιούχους νὰ μετατρέψωσι τοὺς τίτλους των εἰς νόμισμα χάρτινον ἴσου ποσοῦ, θὰ ἦτο δυνατὸν μετὰ ἓξ ἔτη νὰ ἐπαναλάβωμεν εὐχερῶς τὰς πληρωμὰς, ἀφοῦ συγχρόνως θὰ εἴχομεν ἀπαλλαχθῆ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐπαναλαμβάνοντες τὰς πληρωμὰς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν παρὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν, ὅπως μὴ ἐπαναλάβωμεν αὐτὰς ἀκεραίας. Ἡ μετάβασις ἀπὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων εἰς τὴν τοῦ χρυσοῦ δὲν ἦτο ἀπίθανον ἐν ἀρχῇ καὶ ἐλάττωσιν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ φέρῃ καὶ ἐξαγωγὴν χρυσοῦ μεγαλειτέραν, πρὸς ἀπότισιν ἐξωτερικῶν χρεῶν. Καὶ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἡ Τράπεζα ἑπομένως δίκαιον θὰ ἦτο νὰ βαρυνθοῦν κατ’ ἀρχὰς μὲ ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερα βάρη. Διὰ τοῦτο ἠδυνάμεθα μετὰ τὰ ἓξ ἔτη ν’ ἀρχίσωμεν καταβάλλοντες 50% τῶν συμπεφωνημένων τόκων, δηλ. τῶν 25 περίπου ἑκατομ. φράγκων, καὶ προσαυξάνοντες κατ’ ἔτος 5%, ὥστε μετὰ 10 ἔτη νὰ ἐπαναλάβωμεν ἀκεραίαν τὴν ὑπηρεσίαν. Οὕτω ἡ προσαύξησις κατ’ ἔτος καὶ ἐπὶ δεκαετίαν τοῦ ποσοῦ τῶν τόκων θὰ ἦτο 1,250,000 φρ. περίπου. Εἰς τὰ 25 ἑκατομμύρια δρ. τόκων δὲν περιέλαβον τοὺς τόκους τοῦ Φαῖντιγκ. Τοῦτο ἀνέρχεται εἰς 10 ἑκατομμύρια φρ. πρὸς 5%, ἐπειδὴ δ’ ἀποτελεῖται ἐκ τόκων τοῦ δημοσίου χρέους, δύναται νὰ κανονισθῇ μετὰ τῶν ἄλλων τόκων. Ὁπωσδήποτε ἡ ἐξ αὐτοῦ διαφορὰ δὲν θὰ ἦναι μεγάλη, καὶ ταύτης συμπεριλαμβανομένης θὰ ἐφθάνομεν μετὰ 16 ἔτη νὰ καταβάλλωμεν διὰ τὰ εἰς χρυσὸν δάνεια φρ. 25,500,000 ὑπηρεσίαν τόκων πρὸς τοὺς πιστωτὰς ἡμῶν. Ὁρμώμενος ἐκ τῆς ἀρχῆς, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν πρέπει κατ’ οὐδένα λόγον νὰ δεχθῇ, ὅπως ὠφεληθῇ ἐκ τῆς πτωχεύσεως, καὶ ὅτι μόνον ἀναστολὴν ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ καὶ βοήθειαν, ἵν’ ἀποκαταστήσῃ ὑγιᾶ νομισματικὴν κατάστασιν, φρονῶ ὅτι πρέπει σκοπὸν παντὸς οἰκονομικοῦ μέτρου νὰ θέσωμεν τὴν ἐπάνοδον εἰς ἀκεραίας τὰς ὑποχρεώσεις μας. Τὴν ἐπάνοδον δὲ ταύτην δικαιολογεῖ καὶ ἡ θυσία τῶν πιστωτῶν τοῦ Κράτους, ὅπως ὑποστῶσιν ἐπὶ ἓξ ἔτη ἐντελῆ περικοπὴν τῶν τόκων αὐτῶν καὶ ἐπὶ δέκα ἄλλα ἔτη μερικὴν αὐτῶν περικοπήν, πρὸς ἐξόφλησιν τῶν ἄλλων χρεῶν ἡμῶν καὶ ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς. Ἀλλὰ διὰ τῆς ἐπανόδου αὐτῆς εἰς τὴν πλήρη ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών της ἡ Ἑλλὰς ἐξαλείφει πᾶσαν ἰδέαν πτωχεύσεως, ἥτις τὴν ἐπιβαρύνει σήμερον καὶ θὰ τὴν ἐπιβαρύνῃ ἄλλως αἰωνίως. Μετὰ τὴν δεκαεξαετίαν ἠδύνατο νὰ ἐπαναληφθῇ καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ χρεωλυσίου, συμφώνως πρὸς τὰς συμβάσεις τῶν χρεωλυτικῶν δανείων. Καὶ αἱ ἀσφάλειαι δὲ δίκαιον ἦτο νὰ μείνουν αἱ ὁριζόμεναι ἐν ταῖς συμβάσεσιν. Οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει, ὅπως μεταβληθῶσιν αἱ ὑπάρχουσαι ὑπέγγυοι πρόσοδοι ἢ ὁ τρόπος τῶν πληρωμῶν, ὃν κανονίζουν αἱ περὶ τῶν δανείων συμβάσεις, ἢ νὰ ἐπιβληθῇ ἔλεγχος. Ἡ ἀδυναμία τοῦ Κράτους προῆλθεν ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, εἰς ἃ εἰσεπράττοντο αἱ ὑπέγγυοι πρόσοδοι, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἐπήρκουν διὰ τὴν εἰς χρυσὸν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων. Ἂν εἰς τὴν ὑποτίμησιν ταύτην συνετέλεσε καὶ ἡ κακὴ διοίκησις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, οὐχ ἧττον αὕτη δὲν θὰ καθίστα ἀνεπαρκεῖς τὰς ὑπεγγύους προσόδους, ἂν μὴ ὑπῆρχεν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἤδη αὕτη θὰ ἐκλίπῃ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ ἔλεγχος, ὃν θὰ ἐπετύγχανον οἱ ὁμολογιοῦχοι, δὲν σκοπεῖ τὴν ἀνάμιξιν αὐτῶν εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους καὶ τὴν δῆθεν βελτίωσιν αὐτῆς. Ἐν τῷ συστήματι τούτῳ θὰ ὑπελείπετο μόνον νὰ κανονισθῇ μετὰ τῶν ὁμολογιούχων ἡ τύχη τοῦ ποσοῦ τῶν τόκων, ὅπερ κατὰ τὰ 16 ἔτη δὲν ἐπληρώθη αὐτοῖς. Τὸ ποσὸν αὐτὸ θὰ ὑπερέβαινε τὰ 222 ἑκατομμύρια φράγκα διὰ τὰ δεκαὲξ ἔτη. Τὸ ποσὸν αὐτὸ θὰ ἦτο βαρὺ διὰ τὸ Κράτος νὰ πληρωθῇ ὡς ἔντοκον κεφάλαιον καὶ νὰ ἐξομοιωθῇ πρὸς τὰ ἄλλα χρέη αὐτοῦ καθ’ ὅλα. Ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ ἄτοκος ὀφειλὴ τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους, καὶ νὰ προσαυξήσῃ ἁπλῶς τὸ κεφάλαιον αὐτῶν. Φρονῶ δ’ ὅτι οἱ ὁμολογιοῦχοι θὰ εὕρισκον συμφέρον νὰ δεχθῶσι τοῦτο, πρὸς διευκόλυνσιν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ὅλου συστήματος, ὅπερ ἐξέθηκα. Ἂν ἐπρόκειτο νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον ἐξωτερικόν, ὅπως πληρώσωμεν τὰ χρέη τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τὸ κυμαῖνον χρέος καὶ τὸ εἰς χρυσὸν προσωρινὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, θὰ ἐπεβαρυνόμεθα διὰ τοσαύτης νέας εἰς χρυσὸν ὑπηρεσίας, ὥστε θ’ ἀπέβαινεν ἀδύνατος ἡ ἐπάνοδος εἰς τὴν ἀκεραίαν ὑπηρεσίαν, τὴν πρὸ τῆς 10 Δεκεμβρίου. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἐγένοντο ὅταν ἔπρεπε, δηλ. κατὰ τὴν 10 Δεκεμβρίου, ὅτε ἦτο ἡ κατάλληλος στιγμή. Πλὴν οὔτε μετὰ τὴν 10 Δεκεμβρίου 1893 ἐφηρμόσθη διοίκησις οἰκονομική, ἐπιδιώκουσα τὴν βελτίωσιν τῆς νομισματικῆς καταστάσεως καὶ βαίνουσα πρὸς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Καὶ ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως οὐδόλως μέχρι τοῦδε εἰργάσθη πρὸς τοιοῦτον σκοπόν. Ἐπειδὴ αὐτὸς εἶναι ὁ ἐπαναγαγὼν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν κατὰ τὸ 1883, φοβεῖται νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἡ κακὴ νομισματικὴ ἡμῶν κατάστασις εἶναι ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ. Φοβεῖται μὴ τότε εἰς αὐτὸν ἀποδώσουν τὴν καταστροφήν. Ἀλλὰ τὰ πράγματα δὲν ψεύδονται. Ἐνῷ περιεκόψαμεν διὰ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου ἐκ τῶν προϋπολογισμῶν ὑπὲρ τὰ 37 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἐν τούτοις ἡ νομισματικὴ ἡμῶν κατάστασις ἐχειροτέρευσε, διότι οὐδὲν πρὸς βελτίωσιν αὐτῆς ἐπράξαμεν. Δὲν εἶναι ὅμως ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καθ’ ἑαυτήν, ἥτις ὑποτιμᾷ τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, ἀλλ’ ἡ κακὴ διοίκησις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· ὑπὸ καλὴν διοίκησιν Κράτους καὶ Τραπέζης ἠδύνατο τὸ ἀναγκαστικῶς κυκλοφοροῦν γραμμάτιον νὰ ἦναι ἰσότιμον τῷ χρυσῷ. Πρέπει μέτρα τοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης νὰ πείσουν τὸ κοινόν, ὅτι ἀφεύκτως θέλουν πληρωθῆ προσεχῶς τὰ γραμμάτια, τὰ ὁποῖα κυκλοφοροῦν καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἓν καταναγκαστικὸν δάνειον τῶν κομιστῶν πρὸς τὸ Κράτος καὶ τὰς Τραπέζας. Ἂν θέλῃ νὰ ὑπερασπισθῇ ἑαυτὸν ὁ κ. Πρωθυπουργός, δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ αἴτιος τῆς κακῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, ἥτις ὑποτιμᾷ τὰ γραμμάτια καὶ καθιστᾷ ἀνεπαρκῆ τὸν προϋπολογισμόν. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ πολιτεύηται ὡς ἄνθρωπος θεωρῶν τὴν νομισματικὴν ἡμῶν κατάστασιν ἐντελῶς ξένην πρὸς τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ Κράτους. Ἡ συνομολόγησις σήμερον δανείου πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν εἶναι οὔτε εὔκολος οὔτε συμφέρουσα, καὶ ἀφοῦ δὲν ἐφηρμόσθη πρὸ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου τὸ σύστημα, ὅπερ πρὸ μικροῦ ἐξέθηκα, ἡ διὰ δανείου ἄρσις κατ’ οὐδένα λόγον πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ. Τοιοῦτον δάνειον ἐξ 100 ἑκατομμυρίων φρ. πραγματικῶν ἀδύνατον θὰ ἦτο νὰ ἐξευρεθῇ μὲ τόκον κατώτερον τῶν 7%, καὶ δὲν συνηγόρει ὑπὲρ αὐτοῦ. Προτιμοτέρα ἡ δι’ ἄλλων μέτρων τοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης βραδεῖα ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν ταῖς πρὸς τοὺς ἡμετέρους πρεσβευτὰς σημειώσεσιν ὑποδεικνύει δάνειον μόνον 32 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ διὰ τοιούτου δανείου δὲν θὰ ἐπετυγχάνομεν ὅ,τι διὰ τοῦ συστήματος, ὅπερ προεξέθηκα ὑμῖν, ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι θὰ εὑρίσκετο τοιοῦτον δάνειον. Ταῦτα εἶπον, διότι οὐδένα συμβιβασμὸν θεωρῶ ἐπιτυγχάνοντα ἐκείνου, τοῦ ὁποίου σήμερον ἔχομεν ἀνάγκην, δηλαδὴ νὰ βελτιώσωμεν μετά τινος μονιμότητος τὰ δημόσια οἰκονομικά, ν’ ἀπαλλάξωμεν τὴν χώραν τῶν ζημιῶν καὶ τῶν δυσκολιῶν τῶν ἐκ τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας, καὶ παρασκευάσωμεν τὸ μέλλον οἰκονομικῶς. Κακῶς ἐπικρατεῖ ἡ ἰδέα, ὅτι τὸ σπουδαῖον εἶναι ὁ συμβιβασμὸς, καὶ ὅτι, ἐὰν ὁπωσδήποτε συμβιβασθῶμεν μετὰ τῶν δανειστῶν ὑμῶν, εὐθὺς ἀμέσως αἱ στενοχωρίαι τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους θὰ λάβωσι πέρας. Τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν τὸ πιστεύω. Βεβαίως πανταχόθεν τοιαύτη συμβουλὴ ἐξ Εὐρώπης ἀκούεται, ἀλλὰ δὲν τὴν θεωρῶ ἀπολύτως ἀσφαλῆ. Ἀληθῶς κατὰ πολὺ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς καλῆς διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἡ ἐπάνοδος καλλιτέρας οἰκονομικῆς καταστάσεως, ἀλλ’ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἐλλείποντος νομίσματος ἀληθοῦς καὶ πραγματικοῦ, εἶναι ἀδύνατον καὶ τὸ Κράτος νὰ ἑδραιώσῃ τὰ οἰκονομικά του καὶ ἡ χώρα νὰ προοδεύσῃ, μὲ ὅλην τὴν ὤθησιν, τὴν ὁποίαν ἤθελε δώσει καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ τόπος. Μόνον διὰ τῆς ἀποκαταστάσεως νομισματικῆς καταστάσεως ὑγιοῦς εἶναι δυνατὸν καὶ τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπὶ στερεῶν βάσεων νὰ θεμελιωθῶσι, καὶ αἱ συναλλαγαὶ ἡμῶν μετὰ τῆς Εὐρώπης νὰ ἐπαναληφθῶσι, καὶ τὸ ἐμπόριον νὰ ἐνισχυθῇ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἄριστον συμβιβασμὸν ἤθελον θεωρήσει ἐκεῖνον, ὅστις θὰ συνέδεε τὸν συμβιβασμὸν μετὰ τῆς νομισματικῆς ἀνορθώσεως. Τοιοῦτον δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν πλέον εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν· ἂν δὲ προσφερθῇ δάνειον, θέλομεν προσθέσει εἰς χρυσὸν νέας ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας διὰ παντὸς τρόπου πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν, διότι πρέπει νὰ καθιερώσωμεν ὡς ἀρχὴν, ὅτι ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον χρυσὸν πρέπει νὰ ἐξάγωμεν ἐκ τῆς χώρας. Ἰδίως σήμερον τοιαύτη εἶναι ἡ τάσις ὅλων τῶν μεγάλων καὶ πλουσίων Κρατῶν, πῶς νὰ συγκεντρῶσι περισσότερον χρυσὸν, καὶ καθ’ ἡμέραν συγκεντροῦσι περισσότερον, διὰ τοῦτο δὲ ζήτημα σήμερον κατέστη, πῶς τὰ ὀλιγώτερον πλούσια Κράτη θὰ δύνανται νὰ προμηθεύωνται εὐκόλως ἐφεξῆς τὸν ἀναγκαιοῦντα αὐτοῖς χρυσόν. Τὰ μεγάλα Κράτη δι’ ὅλων τῶν μέσων, ἰδίως διὰ τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς τοποθετήσεως τῶν περισσευόντων κεφαλαίων αὐτῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, συγκεντροῦσι τακτικῶς πολὺν χρυσὸν ἐκ τῶν ἄλλων χωρῶν, ὃν προσπαθοῦν νὰ συγκρατοῦν. Ἐπειδὴ σήμερον τὴν οἰκονομικὴν αὐτῶν πολιτικὴν ἐπηρεάζει καὶ ἡ στρατιωτικὴ πολιτική, ἐπλήρωσαν τὰ ταμεῖα τῶν Τραπεζῶν αὐτῶν ἐκ κολοσσιαίων ποσῶν χρυσοῦ, τὸν ὁποῖον ἐξ ἀνάγκης καὶ κατ’ ἐντολὴν τῶν Κυβερνήσεων διατηροῦν διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν μεγάλων πολέμων, οἵτινες ἀπειλοῦν τὴν Εὐρώπην διαρκῶς ἀπό τινων ἐτῶν. Ἔχομεν διὰ τοῦτο τὸ κολοσσιαῖον ποσὸν χρυσοῦ, ὅπερ διατηρεῖ ἡ Ῥωσσία παρὰ τῇ Τραπέζῃ τοῦ Κράτους δι’ ἴδιον λογαριασμόν, ἐκτὸς ἐκείνου, ὃν διατηρεῖ αὐτὴ ἡ Τράπεζα τῆς Ῥωσσίας. Ἔχομεν τὴν Γαλλικὴν Τράπεζαν, ἔχομεν τὸν Γερμανικὸν Θησαυρὸν τοῦ πολέμου, ἐκτὸς τοῦ χρυσοῦ τῆς Γερμανικῆς Τραπέζης. Τὰ μέτρα αὐτὰ συντελοῦσιν, ὅπως καθιστῶσι τὰς χώρας αὐτὰς ἐντελῶς ἀνεξαρτήτους ἐν ταῖς ἐνεργείαις αὐτῶν ἐν ὥρᾳ πολέμου ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν χρηματικήν. Καὶ δι’ ἡμᾶς, ἐὰν ὁμιλοῦντες περὶ στρατιωτικῆς πολιτικῆς ἢ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ἠθέλομεν νὰ ὑποδείξωμεν μέτρα συντελοῦντα εἰς τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας, δὲν ὑπάρχει μέσον πρακτικώτερον καὶ λυσιτελέστερον ἢ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Ἐθνικὴ καὶ αἱ ἄλλαι Τράπεζαι θὰ ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν ἐν τοῖς ταμείοις αὐτῶν ἀρκετὸν σχετικῶς χρυσὸν, καὶ ἐν πρώτῃ ἀνάγκῃ ἠδυνάμεθα ἄνευ δανείου, ὅπερ ἄλλως ἐν πολέμῳ δύσκολον, νὰ ἔχωμεν ἐν τῷ τόπῳ τὰ ἀπαιτούμενα εἰς χρυσὸν χρήματα. Διατὶ κατὰ τὸ 1885 ἠδυνήθημεν εὐχερῶς νὰ συντελέσωμεν τὴν στρατιωτικὴν ἡμῶν παρασκευήν; Διότι ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ εὕρομεν ἕτοιμον ἀρκετὸν ποσὸν χρυσοῦ. Ἂν ὅμως σήμερον ἤθελε παρουσιασθῆ τοιαύτη ἀνάγκη τῆς ἐπικρατείας, ἤθελεν εὑρεθῆ καὶ τὸ ἐλάχιστον ποσὸν τοῦ ἀναγκαιοῦντος χρυσοῦ; Ἐὰν σήμερον στραγγίσητε ὁλόκληρον τὴν χώραν, εἶναι ἀδύνατον νὰ εὕρητε ἄλλον, πλὴν τοῦ χρυσοῦ, ὅστις πωλεῖται ἐν τῇ ἀγορᾷ καὶ ταῖς Τραπέζαις διὰ τὰς καθημερινὰς ἀνάγκας τοῦ ἐμπορίου, καὶ ὅπερ ἐλάχιστον. Ἀποταμίευμα χρυσοῦ δὲν ὑπάρχει. Δὲν ὑπάρχει ἀπολύτως ἐν τῷ τόπῳ χρυσός. Ἂν ὑπῆρχεν, ἐφυγαδεύθη, ὅταν τὸ τραπεζικὸν νόμισμα διὰ νόμου, ἄνευ οὐδενὸς ἀντικρύσματος εἰς χρυσὸν, ὅπερ ν’ ἀσφαλίζῃ τὴν ἐξαργύρωσιν αὐτοῦ ἅμα τῇ ἐμφανίσει, ἐπεβλήθη εἰς τὴν ἀγοράν. Ὁμιλοῦμεν ἐπίσης περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης. Πῶς ὅμως θὰ συντελεσθῇ ὁ σιδηρόδρομος οὗτος, ἀφοῦ δύναται νὰ κατασκευασθῇ μόνον διὰ ξένων κεφαλαίων; Ἐν ὅσῳ ἐπικρατεῖ ἡ παροῦσα νομισματικὴ κατάστασις, οὐδεὶς δέχεται νὰ ἀναλάβῃ καὶ ἐκμεταλλευθῇ οἱανδήποτε ἐπιχείρησιν, ἀφοῦ θὰ εἰσπράττῃ εἰς νόμισμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει σταθερὰν ἀξίαν. Λοιπὸν ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις ἡ ἐπάνοδος εἰς ὑγιᾶ νομισματικὴν κυκλοφορίαν ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς. Ἐννοῶ πολλῶν τὰς ἀντιῤῥήσεις ἐναντίον τοιαύτης ἐπανόδου. Σήμερον δὲν πρόκειται νὰ συζητήσω περὶ αὐτῆς· ἐγὼ ὅμως δὲν τὰς συμμερίζομαι. Νομίζω ὅτι ἡ βλάβη, ἡ ὁποία ἐπέρχεται σήμερον, εἶναι πολὺ μεγαλείτερα ἐκείνης, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ εἴς τινας, αἰρομένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Βεβαίως δὲν θὰ ἔχῃ τότε εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια τὴν αὐτὴν τιμὴν τὸ προϊὸν τὸ ἐξαγόμενον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, τὴν ὁποίαν ἔχει νῦν, ἀλλ’ ἀδύνατον ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἀρνηθῶμεν, ὅτι πάντα σχεδὸν τὰ πράγματα σήμερον εἶναι ἀκριβότερα παρ’ ὅσον ἔπρεπε νὰ ἦναι. Πῶς εἶναι δυνατὸν τὰ εἰσαγόμενα ἔξωθεν νὰ μὴ ἔχωσιν ὑπερτίμησιν; Πῶς εἶναι δυνατὸν τὰ προϊόντα ἐπίσης τοῦ τόπου, τὰ ὁποῖα διαγωνίζονται πρὸς τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα, νὰ μὴ μετέχουν τῆς ὑπερτιμήσεως αὐτῆς; Ὁ σῖτος δὲν κανονίζεται κατὰ τὰς τιμὰς τῆς παραγωγικῆς δαπάνης ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ κατὰ τὰς τιμὰς, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ ἔξωθεν εἰσαγόμενος, ὁ βεβαρυμένος μὲ τὴν συναλλαγματικὴν διαφοράν. Σχεδὸν λοιπὸν πάντα τὰ προϊόντα τῆς γῆς ἢ τῆς βιομηχανίας, τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐν τῷ τόπῳ παραγόμενα, ὅσα διαγωνίζονται πρὸς τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα ὁμοειδῆ, βαρύνονται μὲ ὑπερτίμησιν, ἥτις ὑπερσυμψηφίζει τὸ ἐκ τῶν ἐξαγομένων ἑλληνικῶν προϊόντων κέρδος. Διὰ τοῦτο δὲν θεωρῶ δικαίας τὰς ἀντιῤῥήσεις κατὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλὰ περὶ τούτων δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος ὥρα νὰ συζητήσωμεν. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τούτου, καθῆκον πάσης Κυβερνήσεως εἶναι νὰ ἐργάζηται πρὸς ἀνύψωσιν τῆς τιμῆς τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, διότι πᾶσα τοιαύτη ἀνύψωσις εἶναι ὑποτίμησις τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, ἰσοδυναμοῦσα πρὸς αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Διὰ ποίων μέσων δύναται ἡ Κυβέρνησις νῦν νὰ ἐπιτύχῃ τοῦτο, δὲν εἶναι ἄγνωστον. Ἂς προσκαλέσῃ καὶ τὰς Τραπέζας νὰ δώσωσι τὴν γνώμην των περὶ τῶν προσφορωτέρων μέσων πρὸς τοιαύτην ἀνύψωσιν τῆς τιμῆς τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Μὴ περιμένωμεν τὰ πάντα νὰ ἐπέλθωσι διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ. Διὰ μόνον αὐτοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ σωθῶμεν. Πρέπει νὰ ἐργασθῶσι πρὸς βελτίωσιν τῆς νομισματικῆς καταστάσεως καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Πρέπει νὰ νομοθετηθῶσι τὸ ταχύτερον τὰ τῆς βαθμιαίας ἐλαττώσεως τοῦ χρέους τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τοῦ κυμαίνοντος εἰς χρυσὸν χρέους. Τὰ τῆς ἐκτελέσεως δὲ τῆς ἐλαττώσεως αὐτῆς πρέπει ν’ ἀσφαλισθῶσι διὰ προσόδων. Ὅταν τοῦτο γείνῃ, ἀδύνατον ἀπὸ τοῦδε νὰ μὴ ἀρχίσῃ ἡ ἀνύψωσις τῆς τιμῆς τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Οἱ δανεισταὶ ἡμῶν, ἐφ’ ὅσον τοῖς δίδεται ὅ,τι πρέπει νὰ τοῖς δοθῇ, οὐδεμίαν θὰ φέρωσιν ἀντίῤῥησιν κατὰ τοιούτων ἐργασιῶν ἡμῶν, αἵτινες καὶ αὐτοὺς ὠφελοῦσιν. Ἄνευ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, Κύριοι, ἀδύνατος ἡ ἐξασφάλισις τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀδύνατος ἡ ἐπάνοδος τῆς πίστεως τοῦ ἔθνους, ἀδύνατος ἀληθὴς ἐνίσχυσις τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς παραγωγῆς. Αὐτὰ εἶχον νὰ ὑποβάλω ὑμῖν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἐγγράφων περὶ συμβιβασμοῦ. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν ἑκατέρωθεν γενομένων προτάσεων. Περὶ αὐτῶν ἀρκετὰ ἐλέχθησαν ὑπὸ τῶν προλαλησάντων. Γενικῶς ὅμως παρατηρῶ, ὅτι ὑπῆρξε σφάλμα τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως νὰ διευκολύνῃ τὰς ἀξιώσεις τῶν ὁμολογιούχων, ὅπως συμμετέχωσι τῶν πλεονασμάτων τῶν ὑπεγγύων προσόδων. Ἡ μόνη ὀρθὴ καὶ δικαία πρότασις ἦτο ἐκείνη, ἥτις εἶχε προταθῆ ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Τρικούπη, ἢ τῆς προσφορᾶς δηλονότι ὡρισμένου εἰς χρυσὸν ποσοστοῦ, αὐξάνοντος κατ’ ἔτος κατὰ προϊοῦσαν κλίμακα καὶ ἀσφαλιζομένου δι’ ὡρισμένων προσόδων. Διότι, ἅπαξ τούτου γενομένου δεκτοῦ, ἀποκλείεται ἀναγκαίως πᾶσα ἀνάμιξις τῶν ὁμολογιούχων. Τὸ Κράτος καὶ διὰ τῶν ὑπεγγύων προσόδων καὶ ἐν ἀνάγκῃ καὶ διὰ τῶν ἄλλων αὑτοῦ προσόδων ἐγγυᾶται αὐτοῖς κατ’ ἔτος ὡρισμένον ποσὸν τόκων εἰς χρυσόν. Ὑπὸ τοιοῦτον σύστημα ἡ ἀξίωσις τῶν ὁμολογιούχων ν’ ἀναμιγνύωνται εἴτε εἰς τὴν οἰκονομικὴν διοίκησιν εἴτε καὶ εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ὑπεγγύων προσόδων, εἶναι αὐθαίρετος. Ὅταν ὅμως δὲν ἐγγυώμεθα ὡρισμένην κατ’ ἔτος εἰς χρυσὸν ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ ἐξαρτῶμεν αὐτὴν ἐκ τοῦ ἑκάστοτε ἀποτελέσματος τῶν εἰσπράξεων τῶν ὑπεγγύων προσόδων καὶ ἐκ τῆς μετατροπῆς τῶν τραπεζικῶν γραμματίων εἰς χρυσὸν, δικαιολογοῦμεν τὴν ἀνάμιξιν τῶν ὁμολογιούχων οὐ μόνον εἰς τὴν διαχείρισιν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν διοίκησιν αὐτῶν. Ἡ ἄρνησις ἡμῶν νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀνάμιξιν ταύτην ὑπὸ τοιοῦτον σύστημα, δύσκολον νὰ κριθῇ εὔλογος καὶ δεκτή. Ὅσοι δὲν αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν δύναμιν νὰ ἀνορθώσωσι τὴν νομισματικὴν κυκλοφορίαν, αὐτοὶ δύνανται νὰ ὑπόσχωνται τοῖς ὁμολογιούχοις ὑπηρεσίαν τῶν δανείων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Τοιαύτη ὅμως ὑπηρεσία συνεπάγεται μὲν εὐκολίας, ἀλλὰ συνεπάγεται καὶ δυσάρεστα. Οἱ ὁμολογιούχοι συμφέρον ἔχουσιν, ὅπως ἀναμιγνύωνται ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ὅταν τοῖς προσφέρωμεν χαρτὶ ἀντὶ χρυσοῦ. Τοιαύτη λοιπὸν προσφορὰ τραπεζογραμματίων θέτει τὴν Κυβέρνησιν εἰς πολὺ δύσκολον θέσιν ἀπέναντι τῶν ὁμολογιούχων, ζητούντων ἀνάμιξιν. Ἕτερον σφάλμα τῆς μεθόδου, ἣν ἠκολούθησεν ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, εἶναι τὸ νὰ ζητῇ νὰ ὁρίσῃ σήμερον τὰ πιθανὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους καὶ τὸ ἀναγκαιοῦν σήμερον διὰ τὴν διοίκησιν αὐτοῦ ποσὸν, ν’ ἀφήνῃ δ’ εἰς τοὺς ὁμολογιούχους καὶ τοὺς ἄλλους κομιστὰς τοῦ δημοσίου χρέους τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν τῶν ἐσόδων. Τοιαύτη μέθοδος παρασκευάζει, καὶ εὐλόγως, τὴν ἀξίωσιν τῶν δανειστῶν, ὅπως ἀπαιτῶσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν πᾶν ὅ,τι ὑπολείπεται ἐκ τῶν ἐσόδων μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως. Τοιαύτη ὅμως ἀπαίτησις εἶναι ἀσύμφορος, διότι τὰ σημερινὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους οὔτε σήμερον ἀνταποκρίνονται εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, ἀλλ’ οὔτε, πολὺ ὀλιγώτερον, μετὰ τινα ἔτη θ’ ἀνταποκρίνωνται. Ἐν γένει αἱ προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως καθιεροῦσι συμμετοχὴν τῶν δανειστῶν ἡμῶν εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, καὶ ὅταν καθιερῶσι τοιαύτην συμμετοχὴν, καθιστῶσιν ἀδικαιολόγητον καὶ ἀσυνεπῆ τὴν ἄρνησιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐνασκῶσι τὰ δικαιώματα τοῦ συμμετόχου οἱ πιστωταὶ τοῦ Κράτους. Αὐταὶ αἱ ὑπέγγυοι πρόσοδοι δὲν προσφέρονται ὡς ἀσφάλεια ἁπλῆ, ἀλλ’ ὡς ὑπόλοιπον ἀνῆκον αὐτοῖς, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, ὡς ἰδιοκτησία. Ἑπόμενον διὰ τοῦτο νὰ ἀπαιτῶσιν ἐπ’ αὐτοῦ οἱ ὁμολογιοῦχοι τὰ δικαιώματα τοῦ ἰδιοκτήτου. Αἱ διαπραγματεύσεις ἑπομένως αὐτὴν τὴν φορὰν διεξήχθησαν κατὰ τρόπον, ὅστις, ἀνεξαρτήτως τῶν βαρῶν, ἅτινα μένουσιν ἄγνωστα πάντοτε, δημιουργεῖ περιπλοκὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ ἀνάμιξιν τῶν ὁμολογιούχων εἰς τὰ τῆς οἰκονομικῆς διοικήσεως. Τὰ ὅρια τῆς ἀναμίξεως αὐτῆς καὶ τὰς περιπετείας δὲν γνωρίζομεν, ἐνῷ δὲ δὲν πρέπει νὰ δίδωμεν λαβὴν καὶ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ αὐτῆς, ἡ Κυβέρνησις τὸ ἐναντίον ἔπραξε δι’ ὅσων ἐπρότεινε, καὶ καλὸν νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ ταῖς αὐταῖς βάσεσι.

§44Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἷς τῶν συναδέλφων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προεκάλεσε χθὲς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀπαντήσῃ εἰς τὰ λεχθέντα περὶ τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ συμβιβασμοῦ, ἀπήντησε δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι δὲν συναινεῖ νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὴν συζήτησιν, ὡς κατ’ ἐπανάληψιν εἶπε, καὶ ὅτι ὁ συμβιβασμὸς ἢ πρέπει νὰ γείνῃ καλὸς, ἢ νὰ μὴ γείνῃ. «Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου», ἔλεγε. Βλέπω ἀνερχομένους καὶ κατερχομένους ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) πολλοὺς, ἐκ τῆς κυβερνητικῆς δὲ πτέρυγος οὐδένα, καὶ ἔρχομαι ἐγὼ νὰ ὑποστηρίξω τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἐκ τῆς ἀναπτύξεως, εἰς ἣν θέλω προβῆ, ἀποδειχθῇ, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἀληθῶς ἡ γνώμη του, — διότι φοβοῦμαι ὅτι ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ θέματος θέλει διαπιστωθῆ ὅ,τι καὶ ἄλλοτε εἶπον, ὅτι δηλ. οὐδόλως φαίνεται ὅτι ἐσκέφθη σπουδαίως πρὸς ὁριστικὴν συνομολόγησιν τοῦ διακανονισμοῦ τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους μετὰ τῶν ὁμολογιούχων. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσε τελευταῖον, ὅτι ἀπέτυχεν, ἀλλ’ ἐλησμόνησε, φαίνεται, τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν. Ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν λέγοντα, ὅτι ἀνέρχεται εἰς τὸ βῆμα πάντοτε μὲ τὰς ἐγγράφους ἀποδείξεις, καὶ ἐγὼ, φοβούμενος ὅτι δὲν ἀρκοῦσιν αἱ ἁπλαῖ διαβεβαιώσεις μου, εἶμαι ἐφωδιασμένος σχεδὸν πάντοτε μὲ τὰ ἐφόδια τὰ δημοσιογραφικὰ, τὰ αὐθεντικώτερα, τοιοῦτον δὲ εἶναι τὸ ἡμιεπίσημον ἐν τῷ τύπῳ ὄργανον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τὴν 15 Νοεμβρίου 1896, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Παρνασσίδος, ἔλεγεν ἐπὶ λέξεσι τὰ ἀκόλουθα: «Ἐγὼ ἀντιλαμβάνομαι τῆς ὑποθέσεως οὕτως, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπιθυμεῖ νὰ ἐνασκήσῃ ἔλεγχον ἐπὶ τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως τῆς χώρας, καὶ τὴν ἐπιθυμίαν αὐτὴν εὑρίσκω συνταγματικὴν, νόμιμον, λογικήν. Τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις μέχρι τοῦδε; Δύο τινὰ ἔπραξε, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν ἔλεγχον. Πρῶτον, ὑπόκειται εἰς τὸ ἔλεγχον τὸ σύνολον τῶν προτάσεων καὶ τῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀνεκοίνωσε διὰ τοῦ ἐν Παρισίοις κ. πρέσβεως πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν δανειστῶν...» Ἐξακολουθεῖ δὲ δικαιολογούμενος, διατὶ δὲν καταθέτει καὶ ἕτερα ἔγγραφα μεταγενέστερα, ἀλλ’ οὐδεμία ἐκφράζεται διαφωνία, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξωμεν τὰς πράξεις τῆς διοικήσεως, καὶ μὴ συντελεσθείσας ἔτι, — τοῦτο τονίζω ἐν σχέσει πρὸς προηγουμένην ἐν τῇ ἐνάρξει τῆς συνεδριάσεως συζήτησιν περὶ τοῦ ἐν Θήβαις στρατοπέδου. — Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὑρέθη συμφωνότατος· βραδύτερον ὅμως μετέβαλε, φαίνεται, γνώμην. Δὲν δύναται ὅμως νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι ἐν τῷ δικαιώματι ἡμῶν συζητοῦμεν περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τὸ ἐθνικὸν, διότι πρέπει, πρὶν ἢ συντελεσθῇ τὸ κακὸν, νὰ εἴπωμεν τὴν γνώμην μας καὶ ὑποβοηθήσωμεν ἢ προφυλάξωμεν τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις σιγᾷ, πάντοτε ὑπευθύνως σιγᾷ, ἐὰν μέχρι τέλους σιγήσῃ, καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ τηρῇ ὡς πρὸς τὰς ἐπερωτήσεις, καὶ ὡς πρὸς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Πρὸ τούτου εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνατρέξωμεν ὀλίγον εἰς τὸ παρελθόν, ἵνα ἀνεύρωμεν τὰς ἐπαγγελίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Πρὸς τοῦτο δὲν θέλω ὑπομνήσει τὴν ἐν Βόλῳ ἐκτύλιξιν τοῦ προγράμματός του, διότι ἕτερος πρὸ ἐμοῦ σᾶς ἀνέφερε περὶ τοῦ ταξειδίου του εἰς τὴν νύμφην τοῦ Παγασητικοῦ καὶ τὸ ἐκεῖ ἀπαγγελθὲν πρόγραμμα τοῦ ἡγέτου τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως. Δυνάμεθα ὅμως ν’ ἀναμνησθῶμεν τὴν κόπωσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη ὑπὸ τὴν χιόνα καὶ τὸ ῥιγηλὸν ψῦχος, ὅπως πείσῃ τοὺς Θεσσαλοὺς, ὅτι ἡ Πατρὶς σῴζεται, ἐὰν πάντες οἱ συμπατριῶταί μου ταχθῶσι περὶ αὐτὸν, διότι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν, ἔλεγεν, ἐρχόμενος εἰς τὴν ἐξουσίαν, τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐκτελέσει, ἦτο ὁ συμβιβασμός. Ἐν συντόμῳ οὕτω εἶχε διατυπώσει δημοσιογραφικὸν ὄργανον τοῦ κόμματος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπερ καὶ ἔχει ἀφ’ ἑνὸς μέρους τὴν εἰκόνα αὐτοῦ, ἐκ τοῦ ἑτέρου τὴν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Δηλιγιαννικοῦ κόμματος ἐν Βόλῳ, καὶ ἐν τῷ μέσῳ «Ζήτω τὸ Κορδόνι! ἄσπρο καὶ εἰς τοὺς πέντε!» Ἐν κεφαλίδι δὲ, ὡς στερεότυπον, αἱ ἀρχαὶ τοῦ κόμματος, ἐν αἷς «κατάργησις τῶν διαπυλίων, τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας καὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, ἐλάφρυνσις τῆς ἐλαιοδεκάτης... ῥύθμισις τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας».

§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποία εἶναι ἡ ἐφημερὶς αὕτη;

§46Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ «Νέα Θεσσαλία». Δὲν θέλω σᾶς ἀναγνώσει βεβαίως δημηγορίας, ἃς ἀπήγγειλεν ὁ τέως ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπὸ Ταϋγέτου μέχρις Ὀλύμπου· ἀλλὰ θέλω σᾶς ἀναγνώσει μόνον στίχους τινὰς ἐκ τῆς πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς τῆς Ἀρκαδίας ἀπαγγελθείσης ἐν Τριπόλει. Ἔλεγεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸν Μάρτιον τοῦ 1895, ὡς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως (ἀναγινώσκει): «Ἄν οὐδὲν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ κομμάτων ἔχῃ πλειοψηφίαν, Κυβέρνησις δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ σχηματισθῇ· ἢ ἂν ἀσθενὴς μόνον καὶ ἀσταθὴς σχηματισθῇ ἐν τῇ νέᾳ Βουλῇ πλειοψηφία, καὶ ἂν σχηματισθῇ Κυβέρνησις, οὐδὲν θέλει δυνηθῆ αὕτη νὰ πράξῃ· ἂν δὲ δὲν συνομολογηθῇ συμβιβασμός, ἡ οἰκονομικὴ πίστις τοῦ Κράτους δὲν θέλει ἀνορθωθῆ, ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία, ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζογραμματίου, ἡ τιμὴ τοῦ φράγκου θέλει ἀναβιβασθῆ ἀκόμη, ἐν σχέσει πρὸς τὸ τραπεζογραμμάτιον, καὶ θέλει ἀνέλθει εἰς τὰς δύο δραχμὰς ἢ εἰς τὰς δύο καὶ ἡμίσειαν, ἡ στενοχωρία τοῦ λαοῦ θέλει μεταβληθῆ εἰς δυσφορίαν, καὶ τότε θέλουσιν ἐμφανισθῆ αὖθις ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν ἐκεῖνοι, οἵτινες πάντοτε ζητοῦσι νὰ πλανῶσιν αὐτὸν, οἵτινες θέλουσιν ἰσχυρίζεσθαι, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ σχηματίσωμεν Κυβέρνησιν, διότι ὁ λαὸς δὲν εἶναι ἄξιος διὰ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, διότι ὁ λαὸς δὲν ἔχει ἀνατροφὴν διὰ νὰ κυβερνᾶται κοινοβουλευτικῶς». Καὶ παρακατιόν: «Ἐγὼ σύνοιδα τὴν μεγάλην εὐθύνην, τὴν ὁποίαν θέλει ἀναλάβει ἡ Κυβέρνησις, ἥτις θέλει ἀναδειχθῆ ὑπὸ τῆς νέας Βουλῆς. Εἶναι δ’ ὄντως μεγάλη ἡ εὐθύνη αὕτη, διότι ὀφείλει νὰ τελειώσῃ τὸν συμβιβασμὸν, νὰ φέρῃ θεραπείαν εἰς τὸ συνάλλαγμα καὶ τὴν τιμὴν τοῦ τραπεζογραμματίου καὶ παρασκευάσῃ τὴν ἀνακούφισιν καὶ τὴν βελτίωσιν τοῦ λαοῦ... Ὅσοι δὲν ἔχετε ἐμπιστοσύνην εἰς ἐμὲ, ἀλλ’ ἐμπιστεύεσθε ἄλλον,— ἀγνοῶ ποῖον— δότε τὰς ψήφους σας ὑπὲρ ἐκείνου, τοῦ ὁποίου τὸ πρόγραμμα προτιμᾶτε». Πρόγραμμα σαφὲς τοῦ ἐκ Γόρτυνος ἀρχαίου πολιτευτοῦ, δι’ οὗ προσείλκυσε περὶ ἑαυτὸν σχεδὸν τὴν παμψηφίαν τῶν ἐκ Θεσσαλίας ἀντιπροσώπων, καὶ μόλις διεσώθησαν ἀπὸ τὸ ἐχθρικὸν πῦρ τρεῖς μόνον Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι κάθηνται ἐν τῇ πτέρυγι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκαταλέγομαι καὶ ἐγώ. Ἀλλὰ παρῆλθον ἔκτοτε σχεδὸν δύο ἔτη, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἀνελθὼν εἰς τὸ βῆμα, ἔλεγε πρὸς ὑμᾶς, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1897, τὰ ἀκόλουθα: «Ἐφρόνουν μάλιστα, ὅτι τὸ ἔργον ἔμελλε νὰ ἦναι εὐχερὲς, καὶ ὅτι ἠθέλομεν τάχιστα φθάσει ἐκ συμφώνου εἰς τὸν ὁριστικὸν κανονισμὸν τῶν σχέσεων τούτων, διότι ὑπελάμβανον, ὅτι, ἐὰν προσεφέρομεν εἰς τοὺς δανειστὰς πᾶν ὅ,τι ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους ὑπελείπετο ἡμῖν μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως, ἡ πρότασις ἡμῶν αὕτη ἤθελε βεβαίως γένηται ἀποδεκτή.» Ἢ μετ’ ἐμβριθείας εἶχε μελετήσει τὸ ζήτημα τοῦ διακανονισμοῦ τῶν σχέσεων μετὰ τῶν δανειστῶν κατὰ Μάρτιον τοῦ 1895, ἢ ὄχι μετὰ πολλῆς ἐμβριθείας,—ἵνα μὴ μεταχειρισθῶ βαρυτέραν λέξιν—καὶ τότε δὲν ἐπετρέπετο νὰ παρασύρῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅπως ἐκ τρίτου ἀναθέσῃ τὴν διοίκησιν τῆς χώρας εἰς τὰς ἀσθενεῖς αὑτοῦ χεῖρας. Παρῆλθον δύο περίπου ἔτη, καὶ ἀντὶ συμβιβασμοῦ, ὃν ὑπέσχετο πρὸς ἡμᾶς, ἔχομεν χειροτέρευσιν τῶν διαπραγματεύσεων εἰς τρόπον φρικώδη! Ἀλλὰ μήπως ἔχομεν τοὐλάχιστον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ μέλλοντος, ὡς ἐπεβάλλετο μετὰ τὸ οἰκονομικὸν δυστύχημα; Ὄχι! Διατελοῦμεν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῶν δανειστῶν, δὲν τολμῶμεν νὰ θίξωμεν ἔτι κἂν λίθον ἐκ τοῦ οἰκονομικοῦ οἰκοδομήματος τοῦ παρελθόντος, καὶ ἂν ἔτι οὗτος ἀπειλῇ πτῶσιν, ὅπως συντρίψῃ τὰς κεφαλὰς μας. Ἄλλοι συνάδελφοι, εἰδικώτεροι περὶ τὰ οἰκονομικὰ, ἀνέπτυξαν ἐπαρκῶς τὴν σπουδαιότητα τοῦ ζητήματος, οὐχὶ μόνον ὡς καθαρῶς οἰκονομικοῦ, ἀλλ’ ὡς ἐθνικοῦ, καὶ μάλιστα εἰς τὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, καὶ ὑπὸ τοὺς κινδύνους, ὑφ’ ὧν ἀπειλούμεθα. Ἐπιτρέψατε καὶ εἰς ἐμὲ νὰ ἐκδηλώσω τὴν ταπεινήν μου γνώμην, διότι δὲν εἶναι ἐκ τῶν συζητήσεων ἐκείνων, εἰς ἃς θὰ ἐπετρέπετο νὰ μὴ συμμετάσχω τῆς συζητήσεως. Ἀνάγκη νὰ ἀνατρέξω εἰς τὸ παρελθὸν, εἰς τὴν ἱστορίαν, ἵνα ἐννοηθῶ κάλλιον εἰς τὸ συμπέρασμά μου. Ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν δεινὴν οἰκονομικὴν νόσον, γάγγραιναν οἰκονομικήν· εἶναι ἀνάγκη νὰ προβῶμεν εἰς τὴν διάγνωσιν, καὶ ἀνεύρωμεν τὰ αἴτια. Καὶ ἂν ἀνατρέχω εἰς τὸ παρελθὸν, δὲν τὸ πράττω διὰ νὰ ἐλέγξω τὰς προηγουμένας Κυβερνήσεις, ἀλλὰ κατ’ ἀνάγκην, χάριν τῆς συνεχείας τοῦ θέματος. Τὸ κακὸν ὑπέβοσκεν ἐν τῷ οἰκονομικῷ ὀργανισμῷ πρὸ πολλῶν ἐτῶν· δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἤρξατο ἀπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκείνου, κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ ἐλλείμματα συνεληροῦντο δι’ εἰκονικῶν συνδυασμῶν, ἢ διὰ δανείων. Τότε ἡ νόσος ἀνεφάνη, ἀλλὰ περὶ αὐτῆς οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια, καὶ ὡς ἐκ τούτου φυσικὸν ἦτο νὰ ἐπιδεινωθῇ. Ἡ νόσος ὑπέβοσκε, καὶ ἠνειχόμεθα αὐτὴν, κακῶς ποιοῦντες, διότι ἔπρεπε ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ κακὸν ἐγκαίρως, καὶ νὰ λάβωμεν τὰ κατάλληλα μέτρα ἐν καιρῷ τῷ δέοντι. Ἐπιστοποιήθη δ’ ἐπισήμως καὶ ἐξεδηλώθη σαφῶς κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893· διότι προϋπολογισμός, ὅστις ἐξαρτᾶται ἀπὸ συνομολόγησιν δανείων, δὲν εἶναι προϋπολογισμός, ὅστις δύναται νὰ σταθῇ ἀσφαλῶς εἰς τοὺς πόδας του, οὐ μόνον διότι ἐνδέχεται νὰ μὴ συνομολογηθῇ τὸ δάνειον, καὶ τότε ἀμέσως ἔρχονται αἱ συνέπειαι, τὰς ὁποίας μάτην ζητοῦμεν ν’ ἀποφύγωμεν, ἀλλὰ καὶ διότι μόνον δι’ ἑτέρων μέσων, καὶ οὐχὶ διὰ δανείων, ἐπιβαρυνόντων τὴν θέσιν μας, ἠδυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν τὸ μοιραῖον τέλος. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὴν 21 Ἰανουαρίου 1893, συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑψώθη εἰλικρινὴς καὶ σθεναρὰ φωνή, ἡ ὁποία ἀπηυθύνθη πρὸς τὴν τότε Κυβέρνησιν, καὶ εἶπε: «Πρὸς τί τὸ ζητούμενον δάνειον, ἀφοῦ εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι εἰς οὐδὲν ἕτερον θὰ ἐχρησίμευεν ἢ νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν προϋπολογισμόν;» Ἀλλ’ ἡ φωνὴ ἐκείνη ἔλαβε κακὴν ὑποδοχήν· διότι ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι τότε ἦσαν γνωστοὶ ὡς Ἐθνικὴ Ἀντιπολίτευσις, εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ πληρώσωμεν εἰς ἀκέραιον τοὺς δανειστὰς, καὶ μετὰ τὴν κρίσιν, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν, ἐκλήθησαν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ μετὰ 27 ἡμέρας, καὶ μεθ’ ὅλας τὰς διαβεβαιώσεις ἐν ὑπομνήματι, εὑρέθησαν καὶ ἐκεῖνοι πρὸ τῆς ἀνεπαρκείας. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω, ἂν μετὰ τὴν ἐκ τοῦ σύνεγγυς μελέτην πραγματικῶς κατέληξαν εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο, διότι τ’ ἀποτελέσματα ἦσαν καὶ ἀπὸ πρὶν γνωστὰ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ἂν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἔβλεπον τὰ πράγματα ὁμαλώτερα καὶ ῥοδινώτερα, ὡς συμβαίνει ἐνίοτε. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι εὑρέθησαν εἰς ἀνεπάρκειαν. Τὴν 3 Μαΐου 1893 συνεκροτήθη ἡ Κυβέρνησις, καὶ τὴν 30 Μαΐου 1893 ὑπέγραφε διάταγμα περὶ τοῦ δανείου τοῦ Φαῖντιγκ. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅ,τι πάντοτε ὑπεστήριξα περὶ τοῦ δανείου ἐκείνου, ὅτι ἦτο χρόνου ἀπώλεια καὶ ματαιοπονία, ἀλοιφὴ προωρισμένη νὰ θεραπεύσῃ τὴν γάγγραιναν, ὀρθῶς δὲ δὲν εὗρεν ὑποδοχὴν οὔτε ἐν τῇ Βουλῇ οὔτε ἐν τῷ τόπῳ, διότι ἡ ἀλοιφὴ καλύπτει, ἀλλὰ δὲν θεραπεύει τὴν γάγγραιναν. Ἐσχηματίσθη ἡ Κυβέρνησις τῆς 30 Ὀκτωβρίου τοῦ 1893· σφάλμα, κατὰ τὴν γνώμην μου, καὶ τὸ σφάλμα συνίστατο εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ ὑπὸ τὸν ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτὴν πολυετὴς Κυβέρνησις εἶχεν ἓν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἴσως, ἐὰν κατωρθοῦτο νὰ ἔλθῃ εἰς πέρας, πιθανὸν νὰ εἶχε συμπεράσματα κάλλιστα. Ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη, ὅτι τὸ σύστημα ἐκεῖνο ἦτο ἐλαττωματικὸν, διότι πάντοτε εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς ὑπῆρχον περισσεύματα, ἀλλὰ καὶ πάντοτε εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς ὑπῆρχον ἐλλείμματα. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ὡς ἐκ τῶν ἐπαγγελιῶν καὶ τῶν προηγουμένων της, εἶχεν ἀναλάβει ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τῶν δανειστῶν καὶ δὲν ἦτο ἡ καταλληλοτέρα, ὅπως λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ. Ἀλλ’ ἄλλως ἔδοξε τῇ Ἐθνικῇ Ἀντιπροσωπείᾳ καὶ τῷ Στέμματι· ἐκ τῶν ὑστέρων δ’ ἀπεδείχθη, ὅτι πλημμελὴς ἦτο ἡ τοιαύτη πορεία. Ἤρξαντο διαπραγματεύσεις, ὧν τὴν τύχην δὲν θὰ σᾶς διηγηθῶ, διότι τοῦτο ἔπραξαν ἄλλοι συνάδελφοι· τοῦτο μόνον ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἄξιος ἀϊδίου εὐγνωμοσύνης εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἀπέκρουσε τὴν πρότασιν περὶ διανομῆς τῶν πλεονασμάτων, ἄξιοι δὲ κατάρας ἐσόμεθα πάντες, ἐὰν δὲν ἀκολουθήσωμεν τὸ δίδαγμα ἐκεῖνο. Ἀλλὰ ταῦτα ἐγένοντο, καί, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, δὲν ἐγένοντο καλῶς. Καὶ τί ἔπρεπε νὰ γείνῃ; Δὲν συνειθίζω νὰ περιορίζωμαι ἁπλῶς εἰς τὸ νὰ ἐκφράζω γνώμην, ἐὰν τοῦτο καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο· μοὶ ἀρέσκει νὰ ὑποβάλλω καὶ τὴν ἰδικήν μου γνώμην. Τί ἠδύνατο νὰ γείνῃ, τί ἔπρεπε νὰ γείνῃ, ὑποδεικνύει ἡ λογική. Εἷς ἔμπορος, εἷς τραπεζίτης, εἷς παντοπώλης, ἕνεκεν ἀταξίας τῶν βιβλίων του, ἕνεκα κακῶν ὑπολογισμῶν, περιῆλθεν εἰς ἀνεπάρκειαν. Τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ πράξῃ, εἶναι νὰ ἐξετάσῃ τὰ βιβλία του, νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν οἰκονομικήν του κατάστασιν· ἀλλ’ ἐὰν πρὶν ἢ γείνῃ ὁ ἀκριβὴς ἔλεγχος τῆς θέσεώς του ὑποσχεθῇ εἰς τοὺς δανειστάς του ὡρισμένα ποσά, — ἐκ γενναιότητος ἔστω — νομίζετε ὅτι πράττει ἔργον συνετόν; Ὄχι βεβαίως. Τοῦτο ὅμως ὑπεσχέθη ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893, εἰς Κράτος, τὸ ὁποῖον διετέλει ὑπὸ νομισματικὴν ἀνωμαλίαν, ἡ ὁποία ἔφερε τὸ οἰκτρὸν τῆς πτωχεύσεως τέλος. Ὑπεσχέθημεν 30%, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν ἀκριβῶς τὴν ἀληθῆ ἡμῶν κατάστασιν, καὶ χωρὶς νὰ λάβωμεν παραλλήλως ἕτερον μέτρον ὑπὲρ τῆς βαθμιαίας ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· οὕτω δ’ ἐξετέθημεν εἰς τὰς συνεπείας τοῦ ἀπερισκέπτου διαβήματός μας. Ὅσον γενναῖον καὶ ἂν ὑποθέσητε τοῦτο, ἐρωτῶ, ὁποῖον ἦτο τὸ κύριον αἴτιον, τὸ ὁποῖον ἔφερε τὸ μοιραῖον τέλος; Ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία; Ἀλλὰ τί ἐπράξαμεν πρὸς θεραπείαν αὐτῆς; Οὐδέν. Ἀλλ’ ἓν ἐκ τῶν αἰτίων ἦτο καὶ διότι ὑπερέβημεν τὸ φορολογικὸν ὅριον τῆς ἀντοχῆς· ἀπὸ 26,000,000, τὰ ὁποῖα ὁ προϋπολογισμὸς εἰσέπραττε τὸ 1865, εἶχε φθάσει ὁ προϋπολογισμὸς διὰ τὸ ἔτος 1893 εἰς 110,000,000! Ἐν διαστήματι 28 ἐτῶν διαφορὰ 84,000,000 δραχμῶν! Ὑποθέτω, ὅτι, ἐὰν κατὰ τὴν προσάρτησιν τῆς εὐφόρου Θεσσαλίας καὶ τῶν ἠπειρωτικῶν ἐπαρχιῶν, ἀντὶ τῆς διευθύνσεως, τὴν ὁποίαν εἶχον λάβει αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις, ἐλάμβανον ἄλλην διεύθυνσιν, ἴσως ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποφύγωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς τὸ ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι ἐπιέσαμεν τὰ πράγματα πλέον τοῦ δέοντος, ἐφουσκώσαμεν πολὺ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων. Τὸ πρῶτον λοιπὸν ἡμῶν ἔργον ἔπρεπε νὰ ἦναι πρὸ παντὸς νὰ καταργήσωμεν τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ἐπεβάλομεν, διὰ νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις μας καὶ πληρώσωμεν εἰς τὸ ἄρτιον· τὸ ὁποῖον δὲν ἐπράξαμεν. Διὰ νὰ ἔλθωμεν εἰς ὁμαλὴν θέσιν, εἰς φυσικὴν, πρὸ παντὸς ἔπρεπε νὰ ἐξακριβώσωμεν ὁποῖον εἶναι τὸ ἐνεργητικὸν ἡμῶν, τί δυνάμεθα νὰ φορολογήσωμεν καὶ νὰ φορολογῶμεν. Ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος, νομίζω, ἔλεγεν εἴς τινα ἐν ὁμοίᾳ περιστάσει, ὅτι μισεῖ ἐκεῖνον, ὁποῖος, διὰ νὰ λάβῃ τὸν καρπόν, ἐκριζώνει τὸ δένδρον. Πρὸ παντὸς ἔπρεπε νὰ φέρωμεν μεταῤῥυθμίσεις φορολογικὰς, διὰ νὰ ἀνακουφισθῇ ὁ τόπος, νὰ ἀναπνεύσῃ· καὶ πρῶτον νὰ γείνῃ ἡ ἀναθεώρησις τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου, καὶ ἰδίως τῶν δικαστικῶν τελῶν, διὰ νὰ ἀποδοθῇ δικαιοσύνη σχετική. Ἐπίσης ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἡ ἀναθεώρησις τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου.

§47ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ τοῦ ἐλαίου...

§48Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καὶ τοῦ ἐλαίου καὶ τῆς σταφίδος καὶ ἄλλων... Ἀλλὰ δὲν εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνωσι μόνον ἐλαφρύνσεις, ἔπρεπε νὰ γείνωσι καὶ προσθῆκαι ἐκεῖ, ὅπου ἐπετρέπετο τοῦτο. Γενικὴ καὶ βαθμιαία ἀναθεώρησις φορολογικὴ ἔπρεπε νὰ γείνῃ, ὅπως ἐπιτευχθῇ κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ φορολογικὴ ἰσότης, συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα. Τὸ δεύτερον ἡμῶν ἔργον ἦτο, εὐθὺς ὡς ἤθελεν ἐξακριβωθῆ τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων, νὰ κηρύξωμεν πόλεμον ἀμείλικτον κατὰ τῶν κηφήνων καὶ παρασίτων τοῦ κόμματος. Ἐὰν εἰς ὑπηρεσίαν τινὰ οἱ ἑκατὸν ὑπάλληλοι ἦναι πολλοί, διότι πραγματικῶς ἐργάζονται μόνον οἱ ἑξήκοντα, λάβετε τὴν ψαλίδα καὶ περικόψατε τοὺς τεσσαράκοντα, ἀλλὰ πληρώσατε ἐπαρκῶς τοὺς ἑξήκοντα. Τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὴν στάσιν τῶν πληρωμῶν, ἦτο νὰ σκεφθῇ περὶ λογικῆς καὶ ἐπιβαλλομένης αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν ὀργάνων τῆς ὑπηρεσίας, ἅτινα λιμώττοντα δὲν δύνανται νὰ προσφέρωσι τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνουσιν, ἢ ἀναγκάζονται νὰ παρεκτρέπωνται πολλάκις. Ἔπρεπεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀξιοῦμεν νὰ διεκδικήσωμεν τὰ δικαιώματά μας ἐν τῇ Ἀνατολῇ, νὰ σκεφθῶμεν εἰς τίνας χεῖρας ἔχομεν ἐμπιστευθῆ τὴν ἀντιπροσωπείαν ἐν τῇ Ἀνατολῇ πρὸ πάντων, καὶ νὰ μὴ ἐκθέσωμεν εἰς κίνδυνον τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα διὰ προξενικῆς ὑπαλληλίας γλίσχρως ἀμειβομένης. Ἔπρεπε νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς δικαστικῆς ὑπαλληλίας καὶ ἐν γένει περὶ ὅλων τῶν ὑπαλλήλων. Ἐὰν ἐκ τοῦ ὅλου τῶν εἰσπράξεων ἀσφαλίσητε τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως καὶ πᾶσαν ἄλλην ἀπαραίτητον δαπάνην, ἔχετε ἓν ὑπόλοιπον· αὐτὸ τὸ ὑπόλοιπον ἀνήκει εἰς τοὺς δανειστάς. Τὸ πρώτιστον λοιπὸν ἦτο ἡ σύνταξις προϋπολογισμοῦ τοῦ μέλλοντος, καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ μέλλοντος, ἐὰν εἰλικρινῶς θελήσητε νὰ ἐργασθῆτε, θὰ ἔχητε ὑπόλοιπον, καὶ τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο, ὀλίγον ἢ πολύ, ἀνήκει εἰς τοὺς δανειστάς. Διότι, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἐννοῶ τὴν ἰδέαν τοῦ συμβιβασμοῦ μεταξὺ Κράτους καὶ δανειστῶν· τὸ θεωρῶ ἀναξιοπρεπές. «Ὄχι 30, ἀλλὰ 32 ἢ 40· ὄχι 30, ἀλλὰ 29.» Ὅταν ἀφαιρέσητε ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου ἔχετε ἀνάγκην διὰ νὰ κινηθῆτε ὡς διοίκησις, ὅταν ὑπολογίσητε συμφώνως μὲ τὰς οἰκονομικάς σας ἀνάγκας ὡρισμένον ποσὸν διὰ τὸν στρατὸν καὶ τὸν στόλον καὶ τὰς ἄλλας ἀνάγκας, τὸ ὑπόλοιπον ἀνήκει εἰς τοὺς δανειστάς. Ὑποθέσατε πρὸς στιγμήν, ὅτι ἀντὶ τῶν 32% ὑπάρχει περίσσευμα 50% νομίζετε ὅτι εἴμεθα δεδικαιολογημένοι νὰ μὴ τὸ δώσωμεν; Ἡ διαπραγμάτευσις αὕτη, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶναι ἀναξιοπρεπής, ἀλλὰ καὶ ἐκθέτει εἰς κίνδυνον τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους. Ἐὰν ὅμως, ὑπάρχωσιν οἱ διαφωνοῦντες, καὶ πρόκειται περὶ διακανονισμοῦ, —διότι συμβιβασμὸς δὲν εἶναι ἡ προσήκουσα λέξις— ὁ διακανονισμὸς γενήσεται ἢ μονομερής, ὅπως ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893 ὁρίζει, ἢ ἀμφοτεροβαρής. Ἐὰν πρόκειται περὶ μονομεροῦς διακανονισμοῦ τῶν πρὸς τοὺς δανειστὰς σχέσεων, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην διαπραγματεύσεων, τὸ προσωρινὸν χαρακτηρίζομεν ὡς ὁριστικόν, ἔστω δι’ ἑνὸς ἄλλου νόμου. Πρόκειται περὶ ἀμφοτεροβαροῦς; Ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται περὶ ἀμφοτεροβαροῦς πράξεως, πρὸ παντὸς ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ, τίνες εἶναι οἱ συμβαλλόμενοι. Εἰς τὸ σημείωμα τὸ κατατεθὲν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ὁμολογιούχων ὁρίζουσι τὸ ὅλον ποσὸν τῶν δανείων εἰς δραχ. 553,000,000. Τίνες εἶναι οἱ κάτοχοι τῶν ὁμολογιῶν τῶν δραχ. 553,000,000; οὐδεὶς τὸ γινώσκει. Ἐγένοντο τρία κομιτάτα, ἓν ἐν Λονδίνῳ, ὅπερ, φαίνεται, εἶναι τὸ κανονικώτερον, ὡς ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ἕτερον ἐν Παρισίοις, καὶ ἕτερον ἐν Βερολίνῳ· ἀλλὰ ποῖοι κατέχουσι τὰς ὁμολογίας αὐτάς; Ἐρωτῶ πάντα νὰ μοὶ εἴπῃ. Κατὰ συμπεράσματα τῶν παρακολουθούντων τὰ οἰκονομολογικά, γνωρίζομεν ὅτι εἰς χεῖρας Ἑλλήνων ὑπάρχουσιν ὁμολογίαι δραχ. 210,000,000 περίπου ἐκ τῶν 553,000,000, ὅτι τόσα περίπου ἢ ὀλίγον περισσότερα εἶναι εἰς Γερμανίαν, πολὺ ὀλιγώτερα εἰς Ἀγγλίαν, καὶ ὀλιγώτερα ἀκόμη εἰς Γαλλίαν, ποσὸν δέ τι εἰς διαφόρους. Καὶ βλέπω καὶ ἀκούω ἀντιπροσώπους τῶν Ἄγγλων, ἀντιπροσώπους τῶν Γάλλων, καὶ ἀντιπροσώπους τῶν Γερμανῶν, δικαιότερον ἀναμιγνυομένων εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἀλλὰ καὶ τῶν Γάλλων διαδραματιζόντων σπουδαῖον μέρος· δὲν βλέπω ὅμως ἀντιπρόσωπον τῶν Ἑλλήνων ὁμολογιούχων. Ἀπὸ πρώτης ἀπόψεως, τῆς διανομῆς, οὕτως εἰπεῖν, τῶν κατόχων, εἶναι τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως πρέπει νὰ διακρίνωμεν, ὅτι οἱ κάτοχοι εἶναι δύο κατηγοριῶν. Πρώτη κατηγορία εἶναι κεφαλαιοῦχοι τοποθετήσαντες τὰ χρήματά των χάριν τοῦ τόκου, οἱ ἄλλοι εἶναι τραπεζῖται· τὰ θύματα εἶναι οἱ πρῶτοι· οἱ τραπεζῖται δὲν εἶναι τὰ θύματα, εἶναι οἱ κερδοσκοπήσαντες, οἱ κερδοσκοποῦντες καὶ κερδοσκοπήσοντες. Μεταξὺ τῶν τῆς πρώτης κατηγορίας εἶναι καὶ οἱ Ἕλληνες· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, τίς ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτῶν; Πιθανὸν νὰ μοὶ ἀντιταχθῇ, ὅτι τοιοῦτος εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ οὗτος εἶναι ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Δημοσίου, τοῦ ἑτέρου τῶν συμβαλλομένων μερῶν, καὶ δὲν δύναται ἐν τῷ αὐτῷ προσώπῳ νὰ συνυπάρξωσι πιστωτὴς καὶ ὀφειλέτης. Ναὶ μὲν ὑπάρχει ἐμπιστοσύνη, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ προστατεύσῃ καὶ τὰ λοιπὰ κεφάλαια, ἀλλὰ πολιτικώτατον, ἀπαραίτητον, ἐπιβαλλόμενον ἦτο νὰ ὑπάρξῃ ὁ ἀντιπρόσωπος τῶν Ἑλλήνων, οὕτω δὲ ἤθελεν ὑπάρχει μία ψῆφος ἐν τῷ Συμβουλίῳ· ἀλλὰ τοῦτο δὲν προέτεινεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κακῶς κατ’ ἐμέ. Πρὸ παντὸς δὲ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, οἱαδήποτε, μετὰ τὸ πόρισμα, μετὰ τὴν ψήφισιν προϋπολογισμοῦ σπουδαίου, ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς ὡρισμένην δήλωσιν, ἀξιοπρεπῆ καὶ σαφῆ, ὅτι ἀποκρούει τὸν ἔλεγχον, ὑπὸ οἰανδήποτε μορφήν. Ἂν ἐπρόκειτο νὰ προβῇ εἰς διαπραγματεύσεις, ὤφειλεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς νὰ θέσῃ κατὰ μέρος τὸ ζήτημα τοῦ ἐλέγχου, ὡς ἀνεπίδεκτον συζητήσεως, νὰ προτιμήσῃ νὰ διακόψῃ πᾶσαν διαπραγμάτευσιν, ἐὰν κατ’ αὐτὴν προετείνετο ὅπως δήποτε ἔλεγχος. Ἐὰν δὲ σθεναρῶς ἔλεγε τοῦτο, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ νέα ἀπόπειρα. Ἂν ὅ,τι εἶπεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ 1894 ἐπανελαμβάνετο καὶ ὑπὸ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, ἤθελον ἀπελπισθῆ οἱ δανεισταί, καὶ δὲν ἤθελον ἐπαναφέρει τὸ ζήτημα. Ὅταν ὅμως ἔρχηται ἡ Κυβέρνησις ἡ λαοπρόβλητος, ἡ τόσα ὑποσχεθεῖσα περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, πρώτη νὰ προσφέρῃ τὸν ἔλεγχον, τὴν διανομὴν τῶν πλεονασμάτων, τί θέλετε νὰ σᾶς εἴπωσιν οἱ δανεισταί; Ὅταν ἔρχηται νὰ ὑπερθεματίσῃ εἰς τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ὁπωσδήποτε κατωρθώθη νὰ δεχθῶσι τότε, τί περιμένετε ἀπὸ τοὺς δανειστάς; Μήπως θέλετε νὰ ἔχητε ἀπέναντι ὑμῶν αἰσθηματίας φιλέλληνας; Τὸ χρῆμα, καθὼς γνωρίζετε, δὲν ἔχει πατρίδα, οὔτε αἰσθήματα. Μίαν καὶ μόνην ἐπαγγελίαν ἐξετέλεσεν ἡ Κυβέρνησις, τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου περὶ Συμβουλίου τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ ἤμην ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, καὶ ἐπεκρότησα τὸ μέτρον ἐκεῖνο, ἀσχέτως πρὸς τὰς λεπτομερείας. Τὸ μέτρον ἦτο προληπτικόν, προετάθη, ἵνα ἀποκρουσθῇ ὁ ἔλεγχος· ἀλλ’ ὅταν οὗτος προσφέρηται ὑπὸ τῆς ἰδίας Κυβερνήσεως κατόπιν, τί ὠφελεῖ ὁ νόμος αὐτός; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξ ὅλων τῶν γενομένων ἀποδεικνύεται ὡς μὴ ἐπιληφθεὶς σπουδαίως διαπραγματεύσεων, διότι συμβιβασμὸν καλλίτερον τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893 δὲν ἦτο ἱκανὸς νὰ φέρῃ εἰς πέρας, οὔτε, ἐὰν προέβαινεν εἰς παραχωρήσεις τινάς, ἦτο ἱκανὸς νὰ λάβῃ παραλλήλως ἄλλα οἰκονομικὰ μέτρα πρὸς βελτίωσιν τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας· δι’ αὐτὸ συμφωνῶ μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα χθὲς ἔλεγεν, ὅτι, προκειμένου νὰ προβῇ εἰς συνομολόγησιν συμβιβασμοῦ κακοῦ, προτιμᾷ ποτὲ νὰ μὴ γείνῃ τοιοῦτος· ἀλλὰ τοῦτο, διότι δὲν εἶχε τὰς δυνάμεις διὰ καλλίτερόν τι τῆς ἐνεστώσης καταστάσεως· ἀφοῦ ἦλθε νὰ ὑπερθεματίσῃ εἰς τὰς προτάσεις τῶν πιστωτῶν, ἦτο ἑπόμενον νὰ προκαλέσῃ μείζονας ἀξιώσεις. Ἀλλὰ μὴ τοὐλάχιστον μετέβαλε τὸν προϋπολογισμόν; Ὑπέβαλε μέχρι τοῦδε τρεῖς προϋπολογισμούς, ἀντίγραφα κακόγραφα, ἀνορθόγραφα τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ παρελθόντος. Καὶ ὁσάκις τῷ γίνεται παρατήρησις, ὅτι «δι’ αὐτὸ δὲν σᾶς ἔφερεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς», ἀμέσως ἔχει πρόχειρον τὴν ἀπάντησιν, τὸ μέγα φάσμα τοῦ συμβιβασμοῦ, τὸ ὁποῖον ὅμως χρησιμεύει καὶ ὡς ἀσπίς, ἵνα ἄλλοτε μὲν ἀποκρούῃ τὰς προτάσεις, ἄλλοτε δὲ τὰς παραμερίζῃ καὶ ἐκτελῇ τὰ ἐναντία τῶν ὅσων ὑποστηρίζει, ἕνεκα τοῦ συμβιβασμοῦ. Ἐννοούμεθα... Ὁμολογουμένως, Κύριοι, τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἔγγραφον πρὸς τοὺς δανειστὰς εἶναι κατηγορητήριον τοῦ παρελθόντος, οὐδὲν ἧττον! Δι’ αὐτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπελήφθη νὰ διατηρήσῃ τὰ ἴχνη τῆς ἀπολογίας του ὡς πρὸς τὸ παρελθόν. Κακῶς ἔπραξε. Δὲν ἦτο ἔγγραφον, ἐν τῷ ὁποίῳ ἠδύνατο νὰ καταγγείλῃ τὰς Κυβερνήσεις τοῦ παρελθόντος, εἰς τὰς ὁποίας ὅμως καὶ ὁ ἴδιος ἔλαβε μέρος εἰς δύο περιόδους. Ἀλλ’ αἱαδήποτε Κυβέρνησις ἂν περιέπεσεν εἰς σφάλματα, δὲν ἦτο κατάλληλον τὸ ἔγγραφον, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναφέρῃ τοιαύτας καταγγελίας, ὧν τινες καὶ δὲν συμβιβάζονται καθ’ ὁλοκληρίαν μὲ τὴν ἀκρίβειαν τῶν πραγμάτων, ὡς ἀπεδείχθη παρ’ ἄλλων προαγορευσάντων. Δὲν θέλω, Κύριοι, σᾶς βαρύνει δι’ ἀναλύσεως τῶν ὑποβληθεισῶν προτάσεων, οὐδὲ τῶν γενομένων ἀπαντήσεων· δὲν θὰ σᾶς κουράσω μὲ ἀριθμοὺς, διότι οἱ εἰδικώτεροι περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἀνέπτυξαν ἐπαρκῶς πάντα ταῦτα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι εὔκολον νὰ μὴ εἴπω, ὅτι ἡ μελέτη τῶν ὑπουργικῶν προτάσεων προεκάλεσεν αὐτὰς τὰς τερατώδεις, τὰς φρικώδεις προτάσεις, τὰς ὁποίας ὅσον τις μελετᾷ, τοσοῦτον ἀγανακτεῖ. Οὐδὲν ἄλλο ζητοῦσιν οἱ δανεισταὶ διὰ τῶν ὑποβληθεισῶν προτάσεων ἢ τὴν ὑποδούλωσιν τῆς Ἑλλάδος, τοῦ Ἑλληνισμοῦ! Ζητοῦσιν ἰδιοκτησίαν τί; τοὺς φόρους· καὶ τόσον φοβοῦνται περὶ τούτου, ὥστε σᾶς τὸ ἐπαναλαμβάνουν ἐν σελίδι 33 τοῦ τεύχους, καὶ ἐν τῇ σελ. 34 καὶ ἐν τῇ σελ. 44. «Συνεπείᾳ, λέγουσιν οἱ δανεισταί, τοῦ προσδιορισμοῦ τούτου, συνομολογουμένου ὡς ἀνεκκλήτου...» Λάβετέ το ὑπὸ σημείωσιν, ὡς ἀνεκκλήτου· νὰ πωλήσωμεν δηλαδὴ ἡμᾶς αὐτοὺς, τὰ τέκνα ἡμῶν καὶ πάντας τοὺς ἀπογόνους ἡμῶν ἀνεκκλήτως! (ἀναγινώσκει): «...ἡ πρόσοδος τῶν εἰρημένων φόρων καθίσταται ἀπόλυτος ἰδιοκτησία τῶν ὁμολογιούχων τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους μέχρι τῆς ἀπαιτουμένης ἐξοφλήσεως καὶ ἐντὸς τοῦ ὁρίου τῶν ποσῶν, τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ χρέους τούτου, συμφώνως τῷ παρόντι Κανονισμῷ. Ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν θέλει λάβει μέτρον, ἐπάγον ἐλάττωσιν τῆς προσόδου τῶν φόρων τούτων.» Τοιαύτη πρότασις, ἀποδεκτὴ γιγνομένη, συνεπάγεται τὴν κατάργησιν τοῦ Συντάγματος, καὶ εἶχον—ἅς μοι ἐπιτραπῇ ἡ λέξις, διότι δὲν ὑπάρχει ἄλλη μετριωτέρα,— εἶχον τὸ θράσος νὰ προτείνωσι τὴν κατάργησιν τοῦ Συντάγματος!— διότι οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ κατάργησις τοῦ Συντάγματος, νὰ λέγωσι πρὸς ἡμᾶς, ὅτι ἀνεκκλήτως ὀφείλομεν νὰ χορηγήσωμεν πρὸς αὐτοὺς ὡς ἰδιοκτησίαν φόρους, καὶ δὴ τόσον σπουδαίους, συνδεομένους μὲ αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν ἀναπνοὴν τοῦ ἔθνους! Καὶ τί γίνεται τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον δίδει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν νὰ ψηφίζῃ κατ’ ἔτος τοὺς φόρους, νὰ ἀναγράφῃ τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα ἐν ἐτησίῳ προϋπολογισμῷ;—διάταξις ἡ ὁποία ἐξηγοράσθη μὲ χειμάῤῥους αἱμάτων, οὐχὶ ἐν Ἑλλάδι χυθέντων, ἀλλ’ ὑφ’ ὅλων τῶν λαῶν, ἐνεγράφη δὲ καὶ ἐν τῷ Συντάγματι ἡμῶν. Αὔριον εὑρίσκει ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία δίκαιον νὰ μειώσῃ κατὰ ἑκατὸν δραχμὰς π. χ. τὸ εἰσόδημα ἑνὸς φόρου, δὲν δύναται ὅμως! Ἔχετε τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος πολὺ εὐλόγως σᾶς ἔλεγεν, ὅτι ἔφθασεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον τὸ ζήτημα τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου καὶ ἰδίως τῶν δικαστικῶν τελῶν. Ἐπαναλαμβάνουσιν ἐν τούτοις οἱ δανεισταὶ εἰς πᾶσαν εὐκαιρίαν τῆς διατυπώσεως τῶν πόθων των, ὅτι ζητοῦσιν ὡς ἰδιοκτησίαν καὶ τὸν φόρον τοῦ χαρτοσήμου! Κατὰ τίνα τρόπον προτείνουσι τὴν σύστασιν τῆς ἑταιρίας, περιττὸν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, διότι ἀνεγνώσατε βεβαίως τὸ φυλλάδιον. Ἀλλ’ ἐῤῥίψαν ἓν χρύσωμα ἐν τῷ τίτλῳ· «Ἑλληνικῆς Ἑταιρίας», ἐνῷ εἶναι ἀλλοδαπὴ ἑταιρία, ἡ ὁποία θέτει οὐ μόνον τὴν χεῖρα, ἀλλὰ καὶ τοὺς πόδας, στερεῶς καὶ ἀκλονήτως ἐπὶ ἑλληνικοῦ ἐδάφους, ἵνα δύνηται εἰς πᾶσαν στιγμὴν ν’ ἀποφασίζῃ περὶ τῆς τύχης τοῦ τόπου τούτου! Ἄν δὲ εἰς οἱονδήποτε ἄλλο Κράτος τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχῃ σπουδαιότητα, ἀλλὰ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἀτυχῶς ὑπὸ ξένας ἐπιδράσεις, τὰς ὁποίας ὅλοι γνωρίζομεν, ἂν δοθῇ τοιοῦτον ὅπλον, ἀπώλετο πᾶσα ἐλευθερία! Θέλομεν εἶσθαι ἕρμαιον τῶν ἑκάστοτε ἰσχυρῶν! Ἄν σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ ὀρθοποδήσωμεν, πόσῳ μᾶλλον, ἂν παραδοθῶμεν εἰς χεῖρας τῶν τραπεζιτῶν, οἱ ὁποῖοι συμφώνως μὲ τὰ συμφέροντά των θέλουσιν ἐπωφελεῖσθαι ἑκάστοτε τῆς εὐκαιρίας, ἀλλὰ δύνανται καὶ νὰ γίνωνται, χάριν τῶν συμφερόντων των, καὶ ὄργανα, ὡς ἀλλοδαποί! Ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσω τὴν βαθεῖαν θλίψιν μου, ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι ὑπετίμησαν πολὺ τὴν φιλοτιμίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ νομίζωσιν, ὅτι ἐπὶ τῇ δυστυχίᾳ ἡμῶν, ἥτις ὀφείλεται ὁπωςδήποτε εἰς τὸ παρελθὸν, ἠδύναντο νὰ ἀπευθύνωσι τόσον σκαιὰν ὕβριν πρὸς ἡμᾶς, τοιαῦτα προτείνοντες. Ἡ Κυβέρνησις—ἀναγκάζομαι νὰ σᾶς ὑπομνήσω—παρεδέχθη τὸν ὁρισμὸν ὑπεγγύων προσόδων. Βεβαίως κατ’ ἀκρίβειαν τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν· ἐγένετο ἐν τῷ παρελθόντι, —τὸ γνωρίζομεν—ἀλλ’ κατ’ ἀκρίβειαν δὲν εἶναι ὀρθὸν, δι’ οὓς λόγους καὶ πρότερον ἔλεγον, συνταγματικούς. Ἂν ὅμως ἐπικρατήσῃ ἡ ἐναντία γνώμη, εἰ καὶ τὰ προηγούμενα ποτὲ δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐπηρεάζωσι, τοὐλάχιστον ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχῃ νὰ πράξῃ ἄλλως, ἂς διασώσῃ τὸ χαρτόσημον, οὐχὶ βεβαίως μὲ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους προτείνουσι, διότι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ καλῶς ἔπραξε, μετὰ τὰς ἀπαιτήσεις ταύτας, μὴ προχωρήσασα εἰς τὰς διαπραγματεύσεις, ἀλλ’ ἂν ἄλλαι προτάσεις ἀνθρώπιναι—διότι αὐταὶ εἶναι ἀπάνθρωποι—γείνωσιν, ἂς φυλάξῃ τοὐλάχιστον τὸ χαρτόσημον ἀπὸ τοὺς ὄνυχας αὐτῶν, διότι τὸ χαρτόσημον συνδέεται μὲ τὴν ἐμπορικὴν πίστιν καὶ ἰδίως μὲ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Εἰς ἄλλην εὐκαιρίαν δύναμαι νὰ ἀναπτύξω τὴν ἱστορίαν τοῦ χαρτοσήμου, καὶ πόσην σπουδαιότητα ἔχει ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις πᾶν ζήτημα σχετιζόμενον ὁπωσδήποτε πρὸς αὐτὸ. Ἤδη ταύτην τὴν σύστασιν ὑποβάλλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε δεινότερον σφάλμα, δεχθεῖσα τὴν πρότασιν περὶ διανομῆς τῶν πλεονασμάτων καὶ τὴν περὶ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς. Ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν, κύριοι Βουλευταὶ, ἀπειλοῦσιν ἡμᾶς δι’ ἐπεμβάσεων. Ἀνάγκη δὲ καὶ περὶ τούτου νὰ λεχθῇ, ὅτι ἐκ τοιούτων ἀπειλῶν δὲν πρέπει ἐκβιαζόμενοι νὰ μεταπεισθῶμεν. Ἡ πτώχευσις τοῦ Κράτους εἶναι πρᾶξις λυπηρὰ, ὀφειλομένη εἰς κακοὺς ὑπολογισμοὺς, εἰς ἀποτυχίας, εἰς δαπάνας ὑπερβολικὰς, ἕνεκα τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, ἄλλοτε δεδικαιολογημένας καὶ ἄλλοτε μὴ, ἀλλὰ τέλος εἶναι δυστύχημα, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπέστημεν μόνον ἡμεῖς, ἀλλὰ καὶ ἄλλα Κράτη· π. χ. ἡ Αὐστρία, ἡ Γαλλία, ἡ Πορτογαλία κατ’ ἐπανάληψιν, καὶ ἄλλα Κράτη εὑρέθησαν εἰς τὴν δυσάρεστον ταύτην θέσιν· ἀλλ’ οὐδέποτε ἐγένετο ἐπέμβασις, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἐπέμβασις. Δὲν θέλω τὴν στιγμὴν ταύτην, τὴν ἱκανῶς προκεχωρηκυῖαν, νὰ σᾶς ὑπομνήσω πολλοὺς συγγραφεῖς· ἀρκοῦμαι εἰς τὸν Martens. «Προκειμένου περὶ τοῦ ἀδυνάτου τῆς ἐπεμβάσεως ξένων Κρατῶν εἰς τὰς πτωχεύσεις ἑτέρων, λέγει ὁ Μάρτενς, ἡ πρόσφατος (récente) πτώχευσις τῆς Αὐστρίας, τῆς Οὐγγαρίας, τῆς Ἱσπανίας καὶ τῆς Πορτογαλίας δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ὑπόδειγμα περὶ τούτου.» Ἀναγνωρίζουσι,—διότι τοῦτο ὑπῆρξε θέμα καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ—ἐξεφράσθησαν καὶ ὁ κ. Γλάδστων καὶ ὁ κ. Σαλισβουρὺ, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος ἐπεμβάσεως, διότι ἕκαστος, ὅταν τοποθετῇ τὰ χρήματά του, ἂς προσέχῃ καὶ ἂς σκέπτηται, τίνα μέτρα δύναται νὰ λάβῃ ἐκ τῶν προτέρων.

§49ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὰ δὲν τὰ ὑποστηρίζει κανεὶς ἄλλος, παρὰ ἡ «Ἡμέρα» τῆς Τεργέστης.

§50Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὅστις δήποτε καὶ ἂν τὰ ὑποστηρίζῃ, ἡ παροῦσα στιγμὴ εἶναι ἡ κατάλληλος, καθ’ ἣν πρέπει νὰ δοθῇ ἀπάντησις σύντομος. Βεβαίως αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀναγκάσῃ, ὥστε νὰ ἤμεθα ἀπαιτητικοὶ καὶ ἀνένδοτοι· οὔτε πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι, ἀφοῦ δὲν δύνασθε νὰ μᾶς βλάψητε, δὲν σᾶς δίδομεν τίποτε! Ὄχι βεβαίως, ὄχι! Περιττὸν εἶναι νὰ ἐπαναλάβω καὶ ἐγὼ ὅ,τι ὅλοι οἱ προαγορεύσαντες εἶπον, ὅτι ὅλον τὸ ἔθνος ζητεῖ τὸν συμβιβασμὸν, ἀλλὰ συμβιβασμὸν προσήκοντα. Πάντες ὅμως οἱ ὁμιλήσαντες προσθέτουσιν, ὅτι μάτην ὁ λαὸς διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ νομίζει ὅτι εὗρε τὴν πανάκειαν· διότι σὺν τῷ συμβιβασμῷ ἀπαιτοῦνται καὶ ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα μάλιστα ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἐπαρκῶς πρὸ μικροῦ ἀνέπτυξεν· ἐκεῖνο ὅμως, τοῦ ὁποίου, κατ’ ἐμὴν γνώμην, πρωτίστως ἔχομεν ἀνάγκην, εἶναι ὁ προϋπολογισμός. Ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως αἰσθάνεται ἑαυτὸν ἀνίκανον διὰ τὴν συντέλεσιν τοῦ συμβιβασμοῦ,—καὶ πρέπει νὰ τὸν αἰσθάνηται, μάλιστα μετὰ τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον περιῆλθεν ἡ ὑπόθεσις,—πρέπει νὰ στρέψῃ τὴν προσοχήν του εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι εὐθὺς ὡς κατορθώσῃ τοῦτο, ἔχει τὸ πόρισμα τοῦ συμβιβασμοῦ. Κύριοι Βουλευταί, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, περὶ τοῦ ὁποίου πολλά τις ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, θεωρῶ ἐπαρκῆ τὰ λεχθέντα, ἀναφερόμενος εἰς τὰς ἀγορεύσεις τῶν προαγορευσάντων· τοῦτο μόνον συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν παροῦσαν ἢ τὴν μέλλουσαν, εὐθὺς ὡς φθάσῃ ἡ στιγμή, καθ’ ἣν θὰ θέσῃ τὴν ὑπογραφήν της εἰς σύμβασιν μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν δανειστῶν, νὰ σκεφθῇ ὡρίμως, λίαν ὡρίμως, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ ἐλέγχου. Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀποδεχθῇ τὸν ἔλεγχον, ὑπὸ οἱονδήποτε ἔνδυμα ἐμφανιζόμενον. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἥτις μέχρις ἑνὸς βαθμοῦ εἶναι ἡ θεματοφύλαξ τῆς Ἑλληνικῆς κυριαρχίας, ἂς προφυλάξῃ τὸν τόπον ἀπὸ τὴν ὑποδούλωσιν· ἂς σκεφθῇ ὅτι τοιαύτη πρότασις οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ πρότασις περὶ ἀφομοιώσεως τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Τουρκίαν καὶ τὴν Αἴγυπτον, καὶ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ἄξιος κρείττονος τύχης. Ἂν ἠτύχησεν οἰκονομικῶς, ἀπέδειξεν ὅμως, ὅτι ἔχει ζωτικότητα, ὅτι ἐννοεῖ νὰ ὑποβληθῇ εἰς πᾶσαν λογικὴν θυσίαν, ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβε διὰ τῶν νομίμων ἀντιπροσώπων του, ἀλλ’ ἐννοεῖ νὰ ἀναπνέῃ. Δὲν πρέπει νὰ πιέζηται πλέον τοῦ δέοντος. Ἂς σκεφθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, οἱαδήποτε καὶ ἂν εὑρεθῇ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ὑπογράψῃ συμβιβασμὸν μετὰ τῶν δανειστῶν, ὅτι διὰ παντὸς τρόπου πρέπει νὰ ἀποκρούσῃ τὸν ἔλεγχον, ἐπαναλαμβάνω· διότι, καὶ ἂν ἀκόμη ἀποφασίσῃ νὰ λάβῃ ὑποχρέωσιν ἀντικειμένην εἰς τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν, οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία θέλει μετ’ ἀποστροφῆς στρέψει τὸ μέτωπον εἰς πᾶσαν τοιαύτην σύμβασιν· ἀλλὰ καὶ ἂν ἐπελανθάνετο ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ καθήκοντος τούτου πρὸς διατήρησιν τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, βεβαίως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ σχίσῃ σύμβασιν παραβιάζουσαν ἀναφαίρετα δίκαια τῆς Πολιτείας καὶ τοῦ ἔθνους.

§51ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Πολλὰ μέχρι τοῦδε βεβαίως ὑπάρχουσι τὰ ψεκτὰ ἐν τῇ πολιτείᾳ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις αὐτῆς μετὰ τῶν δανειστῶν, σχετικῶς πρὸς τὸν διακανονισμὸν τοῦ δημοσίου χρέους· πολλὰ ὑπάρχουσι ψεκτὰ καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀπώλειαν μακροῦ πολυτίμου χρόνου, χωρὶς νὰ φθάσῃ εἰς οὐδὲν οἱονδήποτε ἀποτέλεσμα, καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διεξήγαγε τὰς διαπραγματεύσεις, καὶ ὡς πρὸς τοὺς ὅρους τοὺς προταθέντας. Ταῦτα πάντα ἀνέπτυξαν συνάδελφοι ἡμῶν ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ καὶ λεπτομερείᾳ, καὶ ἔπραξαν τοῦτο πράγματι μετὰ δεξιότητος ἄκρας καὶ προσοχῆς, ὅπως μὴ ἐκ τῶν γνωμῶν αὐτῶν βλαβῶσι τὸ παράπαν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις, αἵτινες ἐπανελήφθησαν, ὡς λέγει ἡ Κυβέρνησις, ἢ μέλλουσι νὰ ἐπαναληφθῶσι προσεχῶς. Καὶ δὲν ἦτο εὐχερὲς τὸ ἔργον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· δὲν εἶναι ἔργον εὐχερὲς ἐν τοιούτῳ ζητήματι νὰ ἐκφέρῃ τις γνώμας ἐπὶ θεμάτων, ἅτινα ἀπετέλεσαν τὸν σκοπὸν παρελθουσῶν διαπραγματεύσεων, χωρὶς νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἐπ’ αὐτῶν τῶν θεμάτων, ἅτινα θέλουσιν ἀποτελέσει καὶ τὸν σκοπὸν μελλουσῶν διαπραγματεύσεων. Οὐδὲ λησμονοῦμεν ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ναὶ μὲν δὲν ἀποτελεῖ μέρος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, οὐδὲ φέρει τὰς εὐθύνας ἐκείνης, ἀλλὰ πάντως ἀποτελεῖ μέρος τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἐκπροσωπεῖ τὸ φρόνημα μικροῦ ἢ μεγάλου μέρους τοῦ ἔθνους, καὶ τοιαύτην ἔχουσα σημασίαν ἡ γνώμη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δύναται νὰ ἐπισύρῃ τὴν προσοχὴν ἐκείνων, μεθ’ ὧν διαπραγματευόμεθα. Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐξετέλεσε τὸν καθῆκον αὐτῆς μετὰ πάσης εὐλαβείας πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, καὶ χάρις ὀφείλεται αὐτῇ μάλιστα καὶ εὐγνωμοσύνη ἐπὶ τούτῳ, διότι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀνάγκην νὰ γινώσκῃ καὶ τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, ἐπαρκῶς ἤδη, δαψιλῶς μάλιστα, ἐλέχθη ἐντεῦθεν ἐπὶ τίνων σημείων δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ φανῇ ἐνδοτικωτέρα, καὶ ἐπὶ τίνων ἄλλων ὀφείλει νὰ ἦναι ἀνένδοτος. Εἶναι μικρὸν ἐφόδιον τοῦτο εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, τὸ νὰ γινώσκῃ ἐκ τῶν προτέρων τὰς γνώμας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Πρὸς τούτοις δὲν εἶναι τρανὴ ἀπόδειξις αἱ δηλωθεῖσαι γνῶμαι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τῆς εἰλικρινείας, μεθ’ ἧς σύμπασα ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡνωμένη, τολμῶ εἰπεῖν, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐπιθυμεῖ τὸν διακανονισμὸν τοῦ δημοσίου χρέους; Ἂς προβῇ λοιπὸν νῦν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἄν καὶ ὅταν συντελέσῃ τὸν συμβιβασμὸν καὶ φέρῃ αὐτὸν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, τότε θέλομεν ἐξετάσει τοὺς ὅρους αὐτοῦ, καὶ θέλομεν ἐξασκήσει πλήρη καὶ αὐστηρὸν τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν αὐτῆς. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐγὼ περιορίζομαι νὰ ποιήσωμαι μίαν μόνον ὑπόμνησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ταύτην. Ὅτι διὰ τῆς ἀλληλογραφίας τῆς διαμειφθείσης μεταξὺ τοῦ Προέδρου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν προέδρων τῶν ἐπιτροπειῶν τῶν ὁμολογιούχων, ἀλληλογραφίας, ἥτις προηγήθη τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ 1894, καὶ ἰδίως διὰ τῶν ἐγγράφων τῆς 12 Ἰανουαρίου, τῆς 8 Ἀπριλίου καὶ 21 Ἀπριλίου 1894, οἱ πρόεδροι τῶν ἐπιτροπειῶν παρεδέχθησαν σαφῶς καὶ ὡρισμένως, ὅτι ἔμελλον ν’ ἀποκλείσωσιν ἐκ τῶν προτάσεων αὐτῶν πάντα ὅρον, τείνοντα εἰς μείωσιν τῶν κυριαρχικῶν τοῦ Κράτους δικαιωμάτων, ἢ εἰς ἐπιβολὴν ἀναμίξεως ξένων εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ τοῦτο ἀείποτε ὑπ’ ὄψει κατὰ τὰς νέας διαπραγματεύσεις. Παντοῖοι λόγοι ἐθνικῶν συμφερόντων, ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν, ἐπιβάλλουσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἐπιδιώξῃ ἔντιμον συμβιβασμόν, ἄνευ ἀναβολῆς, μετὰ τῶν δανειστῶν αὐτῆς. Καὶ λέγω ἀδιστάκτως, ὑπάρχει τρόπος νὰ συντελεσθῇ ὁ συμβιβασμός· ὑπάρχει τρόπος νὰ συντελεσθῇ ὁ συμβιβασμὸς πρεπόντως, τουτέστιν ἄνευ μειώσεως τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους καὶ ἄνευ ἀναμίξεως τῶν ξένων εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπόκειται ἤδη διὰ πραγμάτων ν’ ἀποδείξῃ, ἐὰν εἰλικρινῶς θέλῃ τὸν συμβιβασμόν, καὶ ἐὰν ἦναι ἐπαρκὴς, ἵνα συντελέσῃ αὐτόν. Ἐπίσης ἀδιστάκτως προσθέτω, ὅτι, ἐὰν δὲν συντελεσθῇ ὁ συμβιβασμός, ἐὰν σὺν αὐτῷ, ἢ ἀμέσως μετ’ αὐτόν, δὲν ληφθῇ φροντὶς πρὸς θεραπείαν τῆς νομισματικῆς ἡμῶν καταστάσεως, τῆς ἀνωμάλου, μὴ προσδοκῶμεν νὰ ἴδωμεν τὴν χώραν βαίνουσαν εἰς ἀνάῤῥωσιν· μάταιον δὲ εἶναι νὰ παταγῶμεν περὶ συντάξεις στρατιωτικάς, καὶ ναυτικὰς καὶ ἐθνικάς, καὶ ὁρατὰς καὶ ἀοράτους, ἐὰν μὴ ἐκ παραλλήλου καὶ πρὸ πάντων φροντίσωμεν περὶ τῆς συντάξεως τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου. Πιστεύω ὅτι οὐδὲ εἷς ὑπάρχει Ἕλλην, ἐλεύθερος ἢ μὴ, ὅστις διακαῶς δὲν ποθεῖ νὰ ἴδῃ τὴν ἐλευθέραν ταύτην γωνίαν συντεταγμένην στρατιωτικῶς κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε, εὐκαιρίας δοθείσης, νὰ δύναται ἐπιτυχῶς νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν προορισμὸν ταύτης καὶ ἀποτίσῃ τὴν ἱερὰν τοῦ αἵματος ὀφειλὴν πρὸς τὸν ἀλύτρωτον Ἑλληνισμόν. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν συντάξωμεν τὴν χώραν οἰκονομικῶς, ἐὰν ἐκ τῶν ἐνόντων δὲν ἐξασφαλίσωμεν τ’ ἀναγκαιοῦντα χρηματικὰ μέσα, πᾶσαι αἱ τοιούτου εἴδους ἐπαγγελίαι εἶναι κίνδυνος ἀτυχῶς νὰ ἀποδειχθῶσι ταχέως, ὅτι δὲν εἶναι, εἰμὴ κρόταλα ἀνάξια σοβαρῶν πολιτευτῶν, ἀνάξια πολιτῶν φρονίμων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 30 Νοεμβρίου παρελθόντος εἶπε νὰ σημειώσωμεν ἐν τῷ νῷ ἡμῶν τὴν χρονολογίαν ἐκείνην. Ἐάν τις τῶν κ. κ. συναδέλφων ἐτήρησε τοιαύτην σημείωσιν, θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ προσθέσῃ ἐν ὑποσημειώσει καὶ τοὺς ὀλίγους λόγους, τοὺς ὁποίους ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἐγὼ τὴν ἑσπέραν ταύτην.

§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ προσοχῆς ἀτενοῦς ἤκουσα ἑπτὰ συναδέλφων, καθημένων ἐπὶ τῶν θρανίων τῆς ἀριστερᾶς, ἀλληλοδιαδόχως ἀνελθόντων τὸ βῆμα καὶ ἀγορευσάντων ἐπὶ τῶν διαπραγματεύσεων τῶν γενομένων πρὸς κανονισμὸν τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους μετὰ τῶν δανειστῶν αὐτοῦ· ὁμολογῶ δέ, ὅτι, εἰ καὶ διάφοροι ἦσαν αἱ ὁδοί, ἃς ἔβησαν οἱ ἑπτὰ ἀλληλοδιαδόχως ἀνελθόντες τὸ βῆμα, κατέληξαν ὅμως εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα, πλὴν τῶν δύο τελευταῖον ἀγορευσάντων, οἵτινες ἠξίωσαν νὰ στέρξωσιν, ὅτι δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτευχθῇ τέλος πάντων καὶ ὁ κανονισμὸς τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους μετὰ τῶν δανειστῶν, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἡ Βουλὴ ἀνεχθῆ παραμένουσαν εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα τὴν ὑπάρχουσαν Κυβέρνησιν. Πάντες ὅμως οἱ ἄλλοι, ἂν καὶ ἕκαστος ἐξ αὐτῶν ἔβη ἰδίαν ὁδὸν, συνηντήθησαν εἰς τὸ πόρισμα καὶ συνεπέραναν πάντες, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, οὐδὲ νὰ πληρωθῇ ἡ ἀνάγκη αὕτη τοῦ Κράτους, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἄρῃ τὴν ἐμπιστοσύνην της ἀπὸ τῶν Ὑπουργῶν, τῶν καθημένων εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα. Μάλιστα τὸ πόρισμα τοῦτο διετύπωσαν καὶ διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος ἐνεδήλου προτροπὴν τῶν ἀγορευόντων πρὸς τὴν πτέρυγα ταύτην τῆς πλειοψηφίας, ἐνεδήλου ὄχι μόνον προτροπήν, ἀλλὰ προσπάθειαν, διότι ἐπόθουν νὰ ἐξάρωσι τὴν φαντασίαν καὶ τὸ αἴσθημα τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας ἀπὸ τὰ ταπεινὰ στρώματα, εἰς τὰ ὁποῖα διατελοῦσιν, εἰς τὸ ὕψος τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον οἱ Κύριοι οὗτοι ἔχουσι πρὸς τὴν πατρίδα των. Καὶ ὁμολογῶ ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ συγκινηθῇ τις, ἀκούων τοῦ εὐγλώττου ῥήτορος, ὅταν οὗτος, στρέφων τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς τὰ ἄνω, ἀνεμίμνησκεν εἰς πάντας ὑμᾶς, ὅτι ἀπὸ τοῦ ζητήματος τούτου ἐξαρτᾶται ἡ τύχη τοῦ Ἑλληνισμοῦ τοῦ ὑποδούλου, ὁ ὁποῖος δὲν ηὐτύχησε νὰ ἦναι μεθ’ ἡμῶν ἡνωμένος. Ἐγὼ χρεωστῶ νὰ ἐπαινέσω τόσον εὐγενῆ προαίρεσιν καὶ μετὰ τοσούτου ἐνθουσιασμοῦ ἐκδηλουμένην, ἡ ὁποία τῷ ὄντι πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ ὡς παράδειγμα ἁμίλλης πάντων τῶν συμπολιτῶν, ὅπως λησμονῶσι καὶ ἑαυτοὺς καὶ πάντα τὰ καθ’ ἑαυτοὺς, χάριν τῆς σωτηρίας τῆς πατρίδος αὐτῶν, ὅταν κίνδυνοι ἀπειλῶσι τὰ συμφέροντα αὐτῆς. Εἶπον ὅτι τὸ πόρισμα τοῦτο, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξαν πάντες, πλὴν δύο, μοὶ ἐφάνη, ὅτι εἶναι εὐχάριστον, οἱαιδήποτε καὶ ἂν ἦσαν αἱ ὁδοὶ, τὰς ὁποίας ἔβησαν, συναντηθέντες ἐπὶ τέλους εἰς τὸ αὐτὸ πόρισμα, ἀφοῦ, ὡς ἀτενῶς προσέχων ἠδυνήθην νὰ ἀκούσω, ἀνεκήρυξαν τόσα ἁμαρτήματα, τόσα λάθη, τόσα σφάλματα, τόσας ἀστόχους ἐνεργείας, εἰς τὰς ὁποίας ὠλίσθησεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν διαπραγματεύσεων μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν! Δὲν συνεφώνουν ὅμως πάντες ὡς πρὸς τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἀστόχων τούτων ἐνεργειῶν καὶ τῶν διαπραχθέντων ἁμαρτημάτων καὶ λαθῶν. Καὶ συνέβη, τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν τινὲς ἔκριναν ὡς ἀναιροῦσαν αὐτὴν τὴν αὐτοτέλειαν τοῦ Κράτους, ἄλλοι νὰ ἀνομολογῶσι καὶ ἀναγνωρίζωσιν αὐτὴν ὡς εὔλογον, ὀρθοτάτην καὶ δικαίαν. Ἐνθυμεῖσθε τὴν ἀγανάκτησιν, μεθ’ ἧς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ὡμίλει περὶ τῆς δηλώσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἐποιήσατο, στέρξασα νὰ καλέσῃ τοὺς δανειστὰς εἰς μετοχὴν τῶν πλεονασμάτων τῆς προσόδου τῆς χώρας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἐν τῇ συναινέσει ταύτῃ τῆς Κυβερνήσεως εὕρισκε τὸν ἀκρωτηριασμὸν τῶν πολιτειακῶν ἐξουσιῶν, τὰς ὁποίας τὸ πολίτευμα κατέστησε. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ποίαν εἶχε γνώμην ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος περὶ τῶν ὅρων τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἐζήτει ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ 1893 ἐν Ἀγγλίᾳ, καθ’ ὃν χρόνον οὗτοι συνεζητοῦντο· ἀλλ’ οἱανδήποτε καὶ ἂν εἶχε γνώμην τότε,— διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐρευνῶ, οὐδὲ ζητῶ λόγον, διότι ὁ καιρὸς παρῆλθεν,—ἐπαινῶ τὸ μέγα ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἔδειξεν ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως ἀλωβήτου τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν οἱ θεσμοὶ ἀπένειμαν εἰς ἑκάστην τῶν πολιτειακῶν ἐξουσιῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης τοῦτο τὸ μέγα ἔγκλημα— διότι, καὶ ἂν δὲν ἐγένετο μετὰ προαιρέσεως, ἡ οὐσία αὐτοῦ καὶ τ’ ἀποτελέσματα αὐτοῦ μεταποιοῦσι τὴν πρᾶξιν εἰς ἔγκλημα,—αὐτὸ τοῦτο, λέγω, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἀνεγνώριζεν ὅτι ἦτο ὀρθοτάτη, ἔντιμος καὶ δικαία πρᾶξις. Ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος δὲν ἀπεδέχετο βεβαίως τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, ἀλλὰ, πρακτικώτερον κρίνων, ἐπέκρινε τὴν Κυβέρνησιν τὴν στέρξασαν, διότι δὲν ἐφρόντισε νὰ ζητήσῃ ἀνταλλάγματα ἀντὶ τῆς παραχωρήσεως ταύτης· ἑπομένως, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐζήτει καὶ ἐτύγχανεν ἀνταλλαγμάτων ἐπὶ τῇ παραχωρήσει ταύτῃ, ἡ πρᾶξις οὐδὲν ἐνεῖχε τὸ ἐγκληματικὸν, ἀλλ’ ἦτο μέτρον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ προταθῇ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο τὸ παράπτωμα τῆς Κυβερνήσεως. Ἄλλο παράπτωμα μέγα, διατὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ ἐνεστῶσα, ὅταν ἤρξατο διαπραγματευομένη μετὰ τῶν ἐπιτροπειῶν, αἵτινες παρεστάθησαν ὡς ἀντιπροσωπεύουσαι τὰ συμφέροντα τῶν κατόχων χρεωγράφων, δὲν συνέχισε τὰς διαπραγματεύσεις, αἵτινες εἶχον γείνῃ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἐκυβέρνα κατὰ τὸ 1894, ἐνῷ μικροῦ δεῖν αἱ διαπραγματεύσεις ἐκεῖναι κατέληγον εἰς ἀποτέλεσμα, ταύτην δὲ τὴν μικρὰν παροχὴν, ἣν ἡ Κυβέρνησις παρεῖχεν, ἤθελε συμπληρώσῃ τὰς διαπραγματεύσεις, καὶ ἔκτοτε ἤθελε συνομολογηθῆ ὁ συμβιβασμός. Ἀλλὰ τοῦτο βεβαίως δὲν ἐδέχετο οὐδὲ ἔστεργεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, διότι νομίζω, ὅτι καὶ οἱ δύο ἐκαθήμεθα τότε εἰς αὐτὰς τὰς τάξεις, καὶ μικρὸν διεφέραμεν τὰς γνώμας κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τῶν διαπραγματεύσεων, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τὸ 1894 ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἀπῄτει παρ’ ἐμοῦ οὐχὶ αὐταπάρνησιν εἰς βαθμὸν τοιοῦτον, ὅστις ἠδύνατο ἴσως νὰ παραστήσῃ τὴν νοημοσύνην μου πολλοῦ δεομένην, ἀλλ’ ἀπῄτει νὰ ἀρνηθῶ τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας εἶχον, νὰ ἀνομολογήσω ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις τοῦ 1894 ἦσαν ἄρισται, αὐταὶ καὶ μόναι ἔτεινον πρὸς σωτηρίαν τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων τῆς χώρας, καὶ ἑπομένως καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ σύμπαντος, ἐνῷ ἐγὼ οὐδέποτε εἶχον τὴν γνώμην ταύτην. Καὶ ἂν μᾶς χωρίζῃ κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον ἀπὸ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἡγεῖτο τότε τῆς Κυβερνήσεως τῆς διεξαγαγούσης τὰς διαπραγματεύσεις ἐκείνας, ἂν μᾶς χωρίζῃ χάσμα, πρὸ τοῦ ὁποίου πρέπει μετ’ εὐλαβείας νὰ κύπτωμεν τὴν κεφαλὴν, καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν νὰ λησμονῶμεν πόσα μᾶς ἐχώριζον, μὴ μᾶς ἀναγκάζετε ὅμως ν’ ἀναμιμνήσκωμεν ὑμῖν αὐτά. Νομίζω δὲ μάλιστα, ὅτι τινὲς τῶν φίλων τοῦ ἐπιφανοῦς ἐκείνου πολιτευτοῦ καταχρῶνται τῶν εὐλαβῶν τούτων διαθέσεων ἡμῶν, καὶ ἐπιτίθενται καθ’ ἡμῶν, πανηγυρίζοντες καὶ ἀνυμνοῦντες πολιτείαν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ μὴ ψέξωμεν πλέον, διότι ἀρκετὰ ἐψέξαμεν αὐτὴν καθ’ ὅλον τὸ παρεληλυθὸς διάστημα (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἄλλοι ἐκ τῶν ἀγορευσάντων ἐφρόνουν, ὅτι ἡμεῖς ἐγενόμεθα ἐργάται μεγάλης βλάβης τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, διότι δὲν ἐσπεύσαμεν, ἅμα ἀνελθόντες ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, νὰ καταργήσωμεν τὸν νόμον τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893, ἀφοῦ ἡμεῖς ἐθεωροῦμεν αὐτὸν κακῶς γενόμενον.— Καὶ ἐγὼ καὶ οἱ φίλοι μου οἱ ἐν τῇ Βουλῇ τότε παρεστῶτες ἐφρονοῦμεν πεποιθότως, ὅτι ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893 ἐγένετο κακῶς, μεθ’ ὅλα ὅσα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος εἶπεν ὠργισμένος, διότι δὲν ἐστέργομεν τότε νὰ βοηθήσωμεν αὐτὸν εἰς κωλυσιεργίαν...

§53ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Προετείνατε ὅμως νὰ παραιτηθῆτε.

§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡμεῖς ἐκρίνομεν κακὸν τὸν νόμον τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893, ὁ ὁποῖος τρία ἤδη ἔτη συνεπλήρωσε λειτουργῶν καὶ κανονίζων τὰς σχέσεις τοῦ Κράτους μετὰ τῶν δανειστῶν, μᾶς ἤλεγχον, διότι ἐλθόντες εἰς τὴν ἀρχὴν δὲν προετείναμεν διὰ νόμου νὰ καταργήσωμεν τὸ νόμον τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893 καὶ νὰ ἀρξώμεθα ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ἀφ’ ἧς ὁ Θεὸς ἤρξατο δημιουργῶν τὸν κόσμον, ἤτοι νὰ δημιουργήσωμεν καὶ ἡμεῖς νέον οἰκονομικὸν καθεστώς. Εἷς δ’ ἐκ τῶν μετριοπαθεστέρων τὴν ἑσπέραν ταύτην κ. Βουλευτῶν, ὁ ὁποῖος, εἰ καὶ ἀνεῦρε καὶ ἠρίθμησε πολλὰ λεπτὰ μέρη, ἐξετάζων τὴν πολιτείαν ἡμῶν, ἔκρινεν ὅμως ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν κυβερνῶντες, ἐὰν προσείχομεν εἰς τὴν σύστασιν αὐτοῦ, ἤτοι ἂν ὑπισχνούμεθα ν’ ἀποκρούσωμεν πάντα ἔλεγχον ξενικὸν, αὐτὸς ἠξίου προσέτι, ἀλλὰ μετὰ περισσοτέρας ὀξύτητος καὶ αὐστηρότητος, ὅτι μόλις ἀναβάντες ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ὠφείλομεν νὰ καταργήσωμεν ἅπαν τὸ ἰσχῦον φορολογικὸν σύστημα καὶ νὰ ἀνακαινίσωμεν αὐτὸ, καὶ νὰ καταρτίσωμεν προϋπολογισμὸν τοῦ μέλλοντος, ἀδιαφοροῦντες περὶ τῶν ἀξιώσεων ἢ τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς δανειστὰς, μὴ λαμβάνοντες δὲ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ κανονισμὸς τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893 ἦτο προσωρινός, μηδὲ προσέχοντες νὰ πείσωμεν τὸν κόσμον ὅλον, ὅτι εἴμεθα καλῆς πίστεως, οὐδὲ νὰ ἐπιχειρήσωμεν ἔργον, ὅπερ οἱ κυβερνῶντες κατὰ τὸ 1893 ἐπεχείρησαν μόνοι των, μηδόλως φροντίσαντες νὰ συνεννοηθῶσι πρὸς κανονισμὸν τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους μετὰ τῶν δανειστῶν. Ἀλλ’ ἄλλο μεγαλείτερον παράπτωμα ἤλεγξαν ἡμᾶς ὅτι ἐπράξαμεν, τὸ παράπτωμα ὅτι ἓξ μῆνας ἀφήκαμεν νὰ διέλθωσι χωρὶς νὰ προβῶμεν εἰς συνεννόησιν μετὰ τῶν δανειστῶν. Οἱ ἀριθμοὶ ἔχουσι συγγένειαν μεγάλην πρὸς ἀλλήλους. Ἐὰν παρεκκλίνητε ἀπὸ τοῦ ἀριθμοῦ 3 ὀλίγον, φθάνετε εἰς τὸ 3 1/., καὶ ἓν βῆμα πρὸς τὰ πρόσω, φθάνετε εἰς τὸ 4, καὶ ὀλίγον παρακάτω, ὁ ἀριθμὸς γίνεται 5 καὶ 6. Δὲν ἐξετάζουσιν ἡμερομηνίας, δὲν ἀκριβολογοῦσιν, οὐδ’ ἀναμιμνήσκονται ὅτι τὸν Ἰούνιον ἡμεῖς ἐκλήθημεν εἰς τὴν ἀρχὴν, καὶ ὅτι τὸν Ἰούνιον καὶ τὸν Ἰούλιον καὶ τὸν Αὔγουστον καὶ τὸν Σεπτέμβριον οὐδεὶς ὑπάρχει ἐργαζόμενος ἐν Εὐρώπῃ, μεθ’ οὗ ἠδυνάμεθα νὰ συνεννοηθῶμεν, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ περιμένωμεν τὴν ἐπάνοδον εἰς τὴν ἐργασίαν τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὰ οἰκονομικὰ πράγματα, ἵνα ἀρξώμεθα συνεννοήσεως μετ’ αὐτῶν. Ἀλλὰ καὶ ἂν εἴμεθα συγγνωστοί, διότι τὸν Σεπτέμβριον ἀπεστείλαμεν τὰς ὁδηγίας εἰς τοὺς πρέσβεις τοῦ Βασιλέως καὶ δὲν τὰς ἀπεστείλαμεν ἀμέσως τὸν Ἰούνιον ἢ τὸν Ἰούλιον, ἄλλος ἔκρινεν ἡμᾶς ὡς ἀσυγγνώστως πταίσαντας, διότι δὲν ἐτελέσαμεν εἰσέτι τὸν συμβιβασμὸν καὶ οὕτω δύο ἔτη πλήρη διέῤῥευσαν— δηλαδὴ 19 μῆνες, τοὺς ὁποίους παρίστα δύο ἔτη· εἶναι ἀκριβολόγος!—δύο ἔτη διέῤῥευσαν, χωρὶς νὰ συνομολογηθῇ ὁ συμβιβασμὸς, καθ’ ὃν χρόνον ὡμολόγει, ὅτι αἱ προτάσεις, τὰς ὁποίας μοὶ ἀπηύθυνον οἱ δανεισταὶ, ἦσαν τοιαῦται, ὥστε θὰ ἦτο ἔγκλημα, ἂν ἀπεδέχετό τις αὐτὰς, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου μετ’ ἀκριβείας μεγάλης καὶ μετὰ νοημοσύνης διακρινομένης ἐξεικόνιζε καὶ παρίστα αὐτὰς ἐνώπιον ὑμῶν. Μεταξὺ τῶν συναντηθέντων ἐν τῇ αἰθούσῃ εἰς τὸ πόρισμα τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἀπήγγειλαν πρὸς τὴν Βουλήν, δὲν ἐμνημόνευσα δύο ἐκ τῶν εὐφραδεστέρων ῥητόρων, οἵτινες ἀφέθησαν εἰς μακρὰν ὁδοιπορίαν, καὶ μόλις κεκμηκότες ἔφθασαν μετὰ τὰς κακουχίας τῆς ὁδοιπορίας ταύτης, συναντήσαντες καὶ τοὺς ἄλλους, ἔσπευσαν νὰ μᾶς ἀναμνήσωσι τὰς περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας μελέτας καὶ τὰς περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῆς καὶ περὶ τῶν οἰκονομικῶν συμπερασμάτων τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893 καὶ περὶ τῆς καταστάσεως τῆς οἰκονομικῆς τοῦ Κράτους πρὸ τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893. Πρέπει ὄντως νὰ παραλίπω τὰ περὶ τούτων, οὐχὶ διότι δὲν πρέπει νὰ ἀξιώσω ταῦτα προσοχῆς, ἀλλὰ διότι οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν διετελεῖτε Βουλευταὶ κατὰ τὴν περίοδον τοῦ 1882 ἕως 1885 καὶ κατὰ τὴν περίοδον τοῦ 1886–1890 καὶ κατὰ τὴν περίοδον τοῦ 1890–1892 καὶ κατὰ τὴν περίοδον τοῦ 1892 μέχρι τοῦ 1895, καὶ ἐνθυμεῖσθε πόσοι λόγοι ἐλέχθησαν περὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς δεκαετίας ἐκείνης καὶ τῶν αἰτίων τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου καὶ περὶ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἂν ἠθέλομεν ἐπαναφέρει τὰς συζητήσεις ἐκείνας, ἠθέλομεν περιέλθει εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσθέσωμεν εἰς τὴν βουλευτικὴν ταύτην περίοδον ἑπτὰ ἔτι συνόδους, ἀντὶ τῶν τεσσάρων, τὰς ὁποίας ἔχει. Τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς εἶναι τόμοι ὀγκωδέστατοι, δὲν ἔλαβε δέ τις βεβαίως τὸν κόπον νὰ τ’ ἀριθμήσῃ εἰς πόσα τυπογραφικὰ φύλλα πληροῦνται ἀπὸ τὰ λεχθέντα εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν οἰκονομικῶν τούτων θεμάτων. Καὶ ἡ συνεδρίασις τῆς χθὲς καὶ ἡ συνεδρίασις τῆς σήμερον δὲν εἶναι συνήθεις ἐν ταῖς Βουλαῖς τῶν Κρατῶν, ἐν οἷς λειτουργεῖ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Εἶναι ἀσύνηθες, ἐκ τῶν τάξεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἴτε ὁμοταγοῦς καὶ ὁμόφρονος, εἴτε κατατετμημένης, νὰ ἀνέρχωνται πέντε, ἕξ, ἑπτὰ ῥήτορες ἐπὶ τοῦ βῆμα καὶ νὰ ἀγορεύωσιν ἐπικρίνοντες, οἱ δὲ Ὑπουργοὶ νὰ σιγῶσιν, ἐνῷ οἱ ἀνερχόμενοι ψέγουσι τὴν πολιτείαν αὐτῶν καὶ οὐδὲν ἧττον ἢ καταλήγουσιν εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, εἰς ἄρνησιν ἐμπιστοσύνης, εἰς προτροπὴν τῆς Βουλῆς νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐμπιστοσύνην της πρὸς τοὺς Ὑπουργούς. Καὶ οἱ Ὑπουργοὶ νὰ σιγῶσι! Δὲν εἶναι ὅμως καὶ μοναδικὸν φαινόμενον, διότι καὶ ἀλλαχοῦ συνέβη τοῦτο. Ἀλλὰ διατὶ σιγᾶτε; Σιγῶμεν διότι ἔχομεν καθῆκον νὰ σιγήσωμεν καὶ ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ σιγήσωμεν, τὸ προηγγείλαμεν ἐπισήμως καὶ διὰ βραχέων ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης. Ὅταν οἱ κύριοι Βουλευταὶ τῆς πτέρυγος ταύτης ἀνέστησαν, δηλοῦντες τὴν ἐπιθυμίαν νὰ προβῶσιν εἰς ἔλεγχον τῶν περὶ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεων, ἐδήλωσα εἰς τοὺς κ. βουλευτάς, ὅτι δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ἐμποδίσω αὐτούς, διότι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου εἶναι ἀπόλυτον, ἀλλ’ ἔχω ἕτερον δικαίωμα, νὰ ἀρνηθῶ νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, διότι εἴτε ἐπιδοκιμάσω καὶ στέρξω ὅσα ὑμεῖς εἴπετε, εἴτε ἀποκρούσω καὶ ἀναιρέσω τινὰ ἐξ αὐτῶν ἢ πάντα, βεβαίως βλάπτεται ἡ ἐθνικὴ ὑπόθεσις. Δὲν μοὶ εἶναι ὄντως ἐπιτετραμμένον νὰ ἐκφέρω δημοσίᾳ γνώμας ἐπὶ λεπτομερειῶν, ἐπὶ θεμάτων, τῶν ὁποίων τὸ σύνολον ἀποτελεῖ τὴν ἐργασίαν τῶν διαπραγματεύσεων πρὸς κανονισμὸν τῶν σχέσεων ἡμῶν μετὰ τῶν δανειστῶν. Μόνον ἐποιησάμην δύο ἐξαιρέσεις χθές, μίαν χάριν ἑνὸς νεαροῦ συναδέλφου, διότι ἦτο δυνατὸν νὰ παρεξηγηθῇ, ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποληφθῇ ὅτι ἐκ προθέσεως ἀνεγίνωσκε τρεῖς ἢ τέσσαρας στίχους ἐκ μιᾶς σελίδος, παρέλειπε δὲ νὰ ἀναγνώσῃ τὸ ὑπόλοιπον τῆς σελίδος, ὡς καθίστατο ἀναγκαῖον ὡσαύτως νὰ διακόψω ἕτερον σεβαστὸν συνάδελφον, διότι ἔβλεπον αὐτὸν ὅτι ἀφήνετο εἰς ὀλισθηρὰν κατωφέρειαν, καὶ ἤθελε φθάσει εἰς γνώμας καὶ κρίσεις καὶ συμπεράσματα, στηριζόμενος ἐπὶ δεδομένων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον καμμίαν ἐπίσημον ὕπαρξιν, καὶ τοῦτο ἔπραξα ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὸ ἄτομον καὶ ἐκ καθήκοντος πρὸς συνάδελφον, τὸν ὁποῖον τιμῶ. Ἀλλ’ ἤκουσα, ὁμολογῶ, τινὰ ὀρθὰ καὶ καλῶς λελεγμένα, ἀλλ’ οὔτε ταῦτα ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπεν εἰδικῶς νὰ ἐπιδοκιμάσω καὶ ὑποστηρίξω, διότι καὶ τοῦτο ἔπρεπε ν’ ἀποφύγω, κατὰ πλείονα λόγον τὰ ἕτερα, οὐχὶ ὀλίγα τινὰ, ἀλλὰ πολλὰ, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν ὀρθὰ, οὔτε ἐλέγοντο καλῶς, οὔτε ἐγὼ, ἐὰν ἤμην εἰς τὴν θέσιν τῶν εἰπόντων, ἤθελον ἀποφασίσει νὰ εἴπω τοιαῦτα. Καὶ ταῦτα μοὶ ἦτο ἀπηγορευμένον νὰ ζητήσω νὰ ἀναιρέσω. Καὶ μέχρι τοῦ σημείου τούτου αἱ συζητήσεις αὗται τῶν δύο ἡμερῶν, μολονότι δὲν ἦσαν συζητήσεις, ἀλλὰ μονόλογοι, ἤθελον εἶναι ἐντελῶς ἀβλαβεῖς, ἐὰν πολλὰ τῶν λεχθέντων δὲν συνετέλουν νὰ καταστήσωσιν ἀσθενεστέρους τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους κατὰ τὰς συνεννοήσεις καὶ διαπραγματεύσεις, τὰς ὁποίας διεξάγουσιν ἢ μέλλουσι νὰ διεξαγάγωσι πρὸς κανονισμὸν τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς δανειστάς του, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον οἱ ἀγορεύσαντες ἐντεῦθεν δὲν περιωρίσθησαν μόνον νὰ δηλώσωσι τὴν ἰδίαν αὑτῶν πεποίθησιν καὶ κρίσιν περὶ τῆς ἀναξιότητος τῶν Ὑπουργῶν, ἵνα διαχειρίζωνται τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἀλλὰ καὶ ἐζήτησαν νὰ μεταδώσωσιν εἰς τὴν πτέρυγα τὴν δεξιὰν, καὶ μάλιστα μετὰ προσπαθείας, ὡς πρὸ μικροῦ ἔλεγον, ἵνα ἐξάρωσιν αὐτὴν καὶ παρασύρωσιν αὐτὴν εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν δὲ ἤθελε πιστευθῆ ἢ ὑποληφθῆ, ἐὰν ἁπλῆ ὑπόνοια ἤθελε μεταδοθῆ ἐκτὸς ἡμῶν, ὅτι αἱ κρίσεις καὶ αἱ πεποιθήσεις τῶν ἀγορευσάντων ῥητόρων ἐπηρέασαν κατά τι τὴν πλειοψηφίαν, κατέστησαν αὐτὴν ἀτολμοτέραν, ἐνέβαλον εἰς τὴν διάνοιαν τῶν μελῶν αὐτῆς ἀμφιβολίας, δισταγμοὺς, βεβαίως τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους θέλουσι πάθει, διότι ἡμεῖς καθιστάμεθα ἀδύνατοι, ὅπως ἐξακολουθήσωμεν τὰς διαπραγματεύσεις. Τὴν δύναμιν ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἐν ἡμῖν, οὔτε ἐκληρονομήσαμεν αὐτὴν μετὰ τῆς περιουσίας, τὴν ὁποίαν οἱ πατέρες ἡμῶν μᾶς ἀφῆκαν. Τὴν δύναμιν ἀντλοῦμεν ἐκ τῶν πεποιθήσεων περὶ τῆς ἀληθείας καὶ τοῦ ὀρθοῦ, τὰς ὁποίας ἔχομεν, καὶ ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης ὑμῶν. Ἐὰν ἡ ἐμπιστοσύνη ὑμῶν ἤθελε μειωθῆ ἢ ἤθελε λείψει, ἡμεῖς εἴμεθα ἀσθενέστατοι, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι τὰ ἄτομα ἡμῶν, ἢ αἱ ὑπηρεσίαι ἡμῶν, ἢ τὸ παρελθὸν ἡμῶν, ἢ τὸ ἐνεστὼς ἡμῶν. Ἑπομένως τοῦτο μὲ ἀναγκάζει νὰ μὴ ἀρκεσθῶ εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὁ φίλος μου ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος προέβαλε χθὲς, ἀλλὰ νὰ προβάλω ἰδίαν πρότασιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ἐν τῇ συνεδριάσει, κατέθηκε χθὲς εἰς τὸν κ. Πρόεδρον πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας, ὡς ἤκουσα πρὸ μικροῦ, ἐπρότεινεν, ἵνα ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ, ὅτι, μὴ συμμεριζομένη τὰς ἐξενεχθείσας περὶ τῶν γενομένων διαπραγματεύσεων γνώμας, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἡ πρότασις αὕτη ἦτο πιθανῶς ἀκριβὴς καὶ ὀρθὴ κατὰ τὸ τέλος τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. Ἀλλ’ ἡ σημερινὴ συνεδρίασις διαφέρει πολὺ ἀπὸ τὴν χθεσινήν. Κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν, πρὸ μικροῦ ἔλεγον, ὅτι ἐλέχθησαν καί τινα ὀρθὰ, ἑπομένως δὲν εἶναι ἡ Βουλὴ ἐν τῇ ἀληθείᾳ, ἐὰν ἀποφανθῇ ἀπολύτως γνώμην, ὅτι δὲν συμμερίζεται τὰ λεχθέντα. Πλὴν τούτου κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν προετάθησαν καὶ ῥηταὶ προτροπαὶ καὶ παρακελεύσεις, ἵνα ἡ πλειοψηφία ἀρνηθῇ τὴν ἐμπιστοσύνην της πρὸς ἡμᾶς; ἑπομένως αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην νὰ μάθωμεν, ἐὰν αἱ παρακελεύσεις αὗται ἔφερον ἀποτέλεσμα, ἵνα λάβωμεν τοὺς πίλους ἡμῶν καὶ ἀπέλθωμεν ἀπὸ τῶν Ὑπουργείων. Ἑπομένως ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μάθωμεν, ἂν ἡ Βουλὴ ἐξακολουθῇ ἔχουσα ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Διὰ τοῦτο, ἐὰν ἦτο ἐδῶ ὁ φίλος μου κύριος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν νὰ ἀποσύρῃ τὴν πρότασίν του· προτείνω δὲ ἀντ’ αὐτῆς ἄλλην, τὴν ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα, ἐκδηλοῦσα τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς πλήρη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Ἐπ’ αὐτῆς δὲ παρακαλῶ νὰ δώσητε τὴν ψῆφον ὑμῶν.

§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον; Κηρύσσω τὴν συζήτησιν περατωμένην. Δύο ὑπεβλήθησαν προτάσεις, ἡ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἔχουσα οὕτω: «Ἡ Βουλὴ μετὰ λεχθέντα, ἐκδηλοῦσα πλήρη τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν», καὶ ἡ τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Ἀγγελοπούλου, ἔχουσα οὕτω: «Ἡ Βουλὴ, μὴ συμμεριζομένη τὰς περὶ τῶν γενομένων διαπραγματεύσεων ἐξενεχθείσας γνώμας, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»

§56ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὴ δὲν εἶναι ἡ ἀπωτέρα. Ἀπωτέρα εἶναι ἡ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.

§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι αὕτη εἶναι ἡ θετική. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§58ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Κωνστ. Βούλτσου καὶ Θ. Βελλιανίτου, ὡς ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Μιλτ. Δάλλας Ν Ἐπ. Μαυρομμάτης Ο
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Ι. Γρίβας Ν
Κωνστ. Ἀσημακόπουλος Ν Θέοδ. Π. Δηλιγιάννης ἀρν.
Ν. Σμόλενιτς ἀρν.Περ. Ἀλεξάκης Ν
Δημ. Οἰκονομίδης Ν Θέοδ. Β. Δηλιγιάννης Ν
Δημοσθ. Καΐρης Ἰω. Ἀντωνόπουλος Ν
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Π. Λαμπρινόπουλος Ν
Κωνστ. Νεγρεπόντης Ν Χαρίλ. Τζανετάκης Ν
Ἰωάν. Πετρίδης Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ο
Νικ. Φαρμακόπουλος Ν Πολύμ. Ζαρίμπας Ν
Σωτ. Δανόπουλος Ν Χρ. Μαστραπᾶς
Χρ. Βότσαρης Γεώργ. Ἀνδρῖτσος Ν
Κωνστ. Γ. Καραπάνος Ο Κ. Παπαμιχαλόπουλος Ο
Σπυρ. Βαρζέλης Ο Π. Ρῖτσος Ν
Νικόλαος Λεβίδης ἀρν.Ἀνδρ. Βασιλείου Ν
Κωνστ. Κολιάτσας Σπ. Τσιτσάρας Ν
Δημοσθ. Σκυλίτσης Δημ. Χατζόπουλος Ο
Ἀθ. Μουτσόπουλος Ν Δημ. Βουλπιώτης
Ι. Δ. Καλλιφρονᾶς Ν Μιχ. Ἰατρίδης
Ἀλέξ. Γ. Σκουζές ἀρν.Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρῶμας Ν
Ἀλέξ. Σχ. Σοῦτσος Ν Κ. Δ. Βοῦλτσος Ο
Δημ. Γ. Ράλλης Ο Γ. Μελισηνός Ν
Ἀλέξ. Ψύλλας Ν Διον. Μυλωνᾶς Ν
Κ. Ι. Ἀγγελόπουλος Ἄγγ. Πετραλιᾶς Ν
Γ. Κοζάκης Τυπάλδος Ν Ν. Χ. Στεφανόπουλος Ν
Γεώργ. Κρεστενίτης
Ἀθ. Ἴσκος Γ. Παπακυριακόπουλος Ν
Κωνστ. Τοπάλης Ν Δημοσθ. Δόγκας Ν
Νικ. Σχινᾶς Ν Ἰω. Σισίνης Ν
Γεώργ. Φιλάρετος Ο Στέφ. Σκουλούδης Ο
Νικ. Σταματιάδης Γεώργ. Πετούσης Ν
Ἰω. Γιαννακόπουλος Ν Ἀριστομ. Βαλέττας Ο
Νικ. Νομικός Ν Ἠλ. Ζέγγελης
Πέτρος Δελένδας Ν Λάμπρος Σινανιώτης Ν
Κωνστ. Πεταλᾶς Ν Ἰω. Βούτουνας Ν
Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ν Γ. Μαλέας Ο
Παναγ. Θρ. Ζαΐμης Γ. Νικολαΐδης Ν
Θεόδ. Ζαΐμης Ν Λεων. Δεληγεώργης Ο
Λ. Πετιμεζᾶς Ο Μιλτ. Γουλιμῆς Ν
Γεώργ. Σιβιτανίδης Ν Παν. Μερλόπουλος Ο
Γιαννούσιος Τάκης Ν Περ. Μποῦτος Ν
Νικ. Δαγρὲς Ἀλκ. Δεληγιάννης Ο
Κων. Φλέσσας Ἀντ. Καρατζᾶς
Ν. Σάλμας Πέτρ. Ταταράκης Ν
Δημ. Τερτίπης Γεώργ. Κουλούρης
Ἰω. Παλάσκας Ν Ὄθων Μαῦρος Ν
Ἰω. Σταμούλης Ν Ἐλευθ. Μυκώνιος Ν
Κίμων Βελλίνης Ν Μιλτ. Βαρότσης Ν
Ξενοφ. Τσαμαγκίδης Γεώργ. Σισμάνης Ν
Ἰωάννης Καζαμπάκας Ν Γεώργ. Πλατανιώτης
Ι. Στεφάνου Ν Ἰω. Κάναβος Ν
Παν. Λεβέντης Ν Γ. Φαρμακόπουλος Ν
Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Μιχ. Π. Ἰατρός
Ν. Χατζηνικολῆς Ν Α. Πετσάλης Ν
Γεώργ. Κόρπας Παῦλος Ραζέλος Ο
Ἀχιλ. Ἀγάθος Ν Ἀθ. Πιεῤῥάκος Μαυρομιχ.
Κωνστ. Βασιλάκης Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης ἀρν.
Ἰω. Σέχος Ν Ἀσημ. Χριστόπουλος Ν
Νικ. Βασιλάκης Ν Χαράλ. Κανελλόπουλος Ν
Ἀθ. Παραμυθιώτης Ν Παν. Λαμπρούλιας Ν
Γεώργιος Θεοτόκης Ο Σπυρ. Τυπάλδος Φορέστης Ν
Γεώργ. Καποδίστριας Ο Πέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς Ν
Δημ. Οἰκονόμου Ν Θεόδ. Βελλιανίτης Ν
Δ. Πετρίδης Ἀνάρ. Σιμόπουλος Ο
Π. Ζούζουλας Λ. Καραλίβανος
Κωνστ. Σκαρπέτης Πανουρ. Πανουργιᾶς
Ἀριστ. Μεντζελόπουλος Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ν
Νικολ. Βαλσαμάκης Ν Ἀχιλ. Γεροκωστόπουλος Ν
Ἰω. Τζανετάτος Φωκᾶς Ν Ἰω. Τσερτίδης Ν
Δημ. Σβορῶνος Ν Χρ. Τζῖνος Ν
Ἄθως Ρωμάνος Ο Δημ. Βότσης Ν
Διον. Καλούτσης Ν Πίνδ. Ἀντωνόπουλος Ν
Σπ. Ε. Στάης Ο Παν. Σάκκης Ν
Χ. Κ. Βοζίκης Ν Δημ. Ε. Καλογερόπουλος Ο
Νικ. Σταματόπουλος Ν Νικ. Καράπαυλος Ο
Θ. Πέῤῥος Ν Ἰω. Βρυώνης Ν
Γεώργ. Μαυρομιχάλης Ν Π. Ἀννινος ΚαβαλλιεράτοςΝ
Δημοσθ. Μανούσακης Ν Νικολ. Δημητριάδης
Δημοσθ. Ματάλας Γεώργ. Ν. Μπούμπουλης
Ἀριστ. Μελετόπουλος Ν Ἀντ. Γουδῆς Ν
Νικ. Γκουζούλης Ἀθ. Λαδόπουλος
Δημ. Πιπινόπουλος Ν Ν. Βαφειαδάκης
Χασὰν βέης Πετρεδὴμ βέηςΝ Γ. Παγανέλης Ν
Φιλώτας Ἰσχύμαχος Ν Ἀλοΐσιος Τόμαν Ν
Ἰω. Λάππας Ν Ν. Δρόσος Ν
Α. Ἀλεξανδρόγιαννος Ν Γρηγ. Μαυρομαρᾶς
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ν Σωτ. Χατζηγάκης Ν
Π. Μπογδάνος Ν Νικ. Ταρμπάζης Ν
Β. Βασιλειάδης Ν Κων. Χατζηπέτρος Ν
Ἀθαν. Εὐταξίας Ο Θεόδ. Κριεμάδης Ν
Ἰω. Μπακόπουλος Ν Εὐστ. Κοκκέβης Ν
Ἀρ. Σακελλαρόπουλος ἀρν.Γεωργ. Γεωργακόπουλος Ν
Φίλ. Βάρβογλης ἀρν.Σωτήρ. Σωτηρόπουλος
Ν. Τριανταφυλλάκος Ο Δημ. Καμαριώτης
Διον. Στάϊκος Κομνᾶς Τράκας
Ἀριστόβουλος Μάνεσης Ο Νικ. Χατζῖσκος
Σπ. Δεϊμέζης Ν Τριαντάφυλλος Σχινᾶς Ο
Θεόδ. Λιμποίτης Ν Δημ. Κρίτσας Ο
Ἰω. Παπαδόπουλος Ν Μιχ. Κακαρᾶς Ν
Θεόδ. Γκίκας Ν Γ. Ἀβέρωφ
Παντελῆς Γκίκας Ν Κ. Βαρατάσης Ν
Νικ. Τσαμαδός Ο Ἀλέξ. Μ. Κανάρης Ο
Χριστόδουλος Στεριάδης Ν Ἰω. Α. Κανάρης Ν
Νικόλ. Κοντογιάννης Ν

§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 158. Ἐκ τούτων 122 εἶπον Ναί, 30 Ὄχι, καὶ 6 ἠρνήθησαν. Συνεπῶς ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.

§61ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸν λόγον κύριε Πρόεδρε.

§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλήσατε.

§63ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τὸ ἑξῆς. Ὡς πάντες γινώσκετε, αἱ σχέσεις μεταξὺ Ῥωμουνίας καὶ Ἑλλάδος εἶχον διακοπῆ... (σαρκασμοὶ ἐκ δεξιῶν). Ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ μὴ γελοῦν. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βουλευτῶν. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).

§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 115. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Ὁ κ. Ἀλκ. Δεληγιάννης ἔχει τὸν λόγον.

§65ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ σχέσεις τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῆς Ῥωμουνίας εἶχον διακοπῆ, διότι τὸ Δημόσιον τῆς Ῥωμουνίας κατέλαβε τὴν περιουσίαν τοῦ Ζάππα· ἤδη δὲ ἐπανελήφθησαν. Ἤθελον νὰ μάθω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἂν τὸ Ῥωμουνικὸν Δημόσιον παρῃτήθη τῆς περιουσίας τοῦ Ζάππα, καὶ ἤρθη ἑπομένως τὸ σκάνδαλον· διότι, ἂν τοῦτο δὲν ἐγένετο, τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἐβλάβη σπουδαίως, διότι ἡ Ῥωμουνικὴ Κυβέρνησις, ἐνθαῤῥυνομένη ἕνεκα τούτου, προβαίνει καὶ ζητεῖ ἤδη ἐντὸς τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἵνα Ἐξαρχίαν, ἤτοι ἰδίαν Ἐκκλησίαν δημιουργήσῃ. Ἐπερωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἂν τὸ Ῥωμουνικὸν Δημόσιον παρῃτήθη τῆς περιουσίας τοῦ Ζάππα, καὶ ἱκανοποιήθη τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, καὶ ἂν ἐκ τούτου ἐπανελήφθησαν αἱ σχέσεις, ἢ δι’ ἕτερον λόγον.

§66ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δύναμαι νὰ πληροφορήσω τὸν κ. Βουλευτήν, ὅτι εἴτε ἐκ παρανοήσεως, εἴτε ἐξ ἄλλων γεγονότων εἶχεν ἐπέλθει ἡ διακοπὴ τῶν σχέσεων μετὰ τῆς Ῥωμουνίας, πρᾶγμα οὐχὶ εὐάρεστον δι’ ἑκάτερον τῶν Κρατῶν. Κατόπιν τούτου, διὰ τρόπου εὐαρέστου καὶ ἀξιοπρεποῦς δι’ ἀμφότερα τὰ μέρη, ἐπανελήφθησαν αἱ σχέσεις, ὅπως καὶ ἦτο φυσικὸν νὰ ὑπάρχωσι μεταξὺ Κρατῶν, τὰ ὁποῖα τίποτε δὲν χωρίζει, ἐνῷ τοὐναντίον πολλαπλοῖ δεσμοὶ συνδέουσιν αὐτά. Αἱ πληροφορίαι δὲ τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι ἐσφαλμέναι, ὡς πρὸς τὴν ἀφορμὴν τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων, διότι τὸ Ῥωμουνικὸν Δημόσιον δὲν κατέλαβε τὴν περιουσίαν τοῦ Ζάππα· δίκη ἐπῆλθε μεταξὺ τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων, τῶν κληρονόμων τοῦ Ζάππα καὶ τοῦ Ῥωμουνικοῦ Δημοσίου, οὐχὶ δέ, ὅτι τὸ Ῥωμουνικὸν Δημόσιον κατέλαβε τὴν περιουσίαν ταύτην.

§67ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἠρνήθη ὅτι αἱ φιλικαὶ σχέσεις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ῥωμουνίας διεκόπησαν ἕνεκα τῆς περιουσίας Ζάππα, βεβαιώσας ὅτι διεκόπησαν ἕνεκα ἄλλων λόγων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ εἴπῃ πρὸς ἡμᾶς, ποία ἦτο ἡ αἰτία τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων, ἡ ὁποία ἐξηλείφθη ἐκ τοῦ μέσου, καὶ ἐπανελήφθησαν αἱ σχέσεις. Θέλομεν νὰ μάθωμεν, ἂν ἱκανοποιήθη τὸ ἔθνος ἢ ὄχι· διότι φρονῶ, ὅτι οὐδεμίαν ἱκανοποίησιν ἔλαβε, καὶ διὰ τοῦτο τὸ Ῥωμουνικὸν ἔθνος προέβη εἰς ὅσα προέβη ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ Μακεδονίᾳ. Ταῦτα ἐπιθυμῶ νὰ εἴπῃ εἰς ἡμᾶς ὁ κύριος Ὑπουργὸς καὶ φέρῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.

§68ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Σᾶς εἶπον καθαρῶς, ὅτι αἰτία τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων δὲν ἦτο ὅτι τὸ Ῥωμουνικὸν Δημόσιον κατέλαβε τὴν περιουσίαν τοῦ Ζάππα, διότι δὲν τὴν εἶχε καταλάβει.

§69ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Τὸ θέμα, νομίζω, δὲν εἶναι τῆς παρούσης στιγμῆς. Καλὸν δ’ εἶναι νὰ γείνῃ ἡ συνήθης διακοπὴ τῆς συνεδριάσεως.

§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 9 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 50′ μ. μ.)

§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.

§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πρὸ τοῦ ἀρξώμεθα τῆς συζητήσεως θὰ ὑποβάλω μίαν δήλωσιν. Ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ μεταβῇ ὁ ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ πρόξενος τῆς Ἑλλάδος εἰς παρακείμενά τινα μέρη, καὶ ἐπειδὴ ἡ σχετικὴ πίστωσις δὲν ἀρκεῖ, προτείνω νὰ αὐξηθῇ αὕτη κατὰ 5,300 δραχμάς. Περὶ τούτου καταθέτω δήλωσιν.

§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 192). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀγορᾶς τῆς ἐν τῷ περιβόλῳ τοῦ Ζαππείου κειμένης ἰδιοκτησίας τῶν κληρονόμων Θεοδώρου Ὀρφανίδου. Ὁ κ. Βαλέττας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.

§74ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι μετ’ ὀδύνης ἀναλαμβάνω νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, καὶ τοῦτο, διότι πρόκειται κατὰ τὸ κύριον αὐτοῦ μέρος περὶ οἰκογενείας, πρὸς ἣν ὀφείλω νὰ τρέφω καὶ σέβας καὶ συμπάθειαν· ἀλλὰ τὸ καθῆκον εἶναι ἀδυσώπητον· καὶ εἶναι ἀδυσώπητον τὸ καθῆκον, διότι δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῆς ἀγορᾶς τοῦ οἰκοπέδου τῶν κληρονόμων Ὀρφανίδου· εἰς τοῦτο ἀφορᾷ ἀμέσως τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ πλὴν τούτου ἔμμεσα θὰ ἦναι καὶ ἄλλα σπουδαῖα ἀποτελέσματα, ἐξόχως ἐπιζήμια εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον κυρίως καὶ πρὸ πάντων ἀπεφάσισα νὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτοῦ. Ἔχω δὲ τὸ καθῆκον καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι, διατελέσας ἐπὶ πολὺν χρόνον μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω τὰ κατὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ δύναμαι νὰ δώσω τὰς ἀπαιτουμένας πρὸς τὴν Βουλὴν πληροφορίας, ὅπως αὕτη ἐν γνώσει καὶ ἐπιγνώσει ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ πρακτέου. Φρονῶ, πλὴν τούτου, ὅτι, ὡς εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον, ἂν κατ’ οὐσίαν ἐμελετήθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως ὅμως οὗτος δὲν ἀνέγνωσε τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, ἡ ὁποία συνοδεύει αὐτό, καὶ τὸν παρακαλῶ ἰδιαζόντως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προσέξῃ εἰς τοὺς λόγους μου, διότι φρονῶ, ὅτι θὰ πεισθῇ ὅτι, ἂν ψηφισθῇ ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον μετὰ τῆς συνοδευούσης αὐτὸ ἐκθέσεως, πρόκειται νὰ δημιουργηθῇ ἓν προηγούμενον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀναντιῤῥήτως θὰ κινδυνεύσῃ τὸ Δημόσιον νὰ ἀπολέσῃ πλέον τῶν δύο, ἴσως καὶ πλέον τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, Κύριοι, παρέχει τὴν ἄδειαν εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, ὅπως ἀγοράσῃ παρὰ τῶν κληρονόμων Θεοδώρου Ὀρφανίδου οἰκόπεδον ἐκτάσεως 4,000 πήχεων μετὰ τῆς ἐν αὐτῷ οἰκίας καὶ τῶν παραρτημάτων αὐτῆς. Ἡ ἱστορία τοῦ γηπέδου τούτου ἔχει ὡς ἑξῆς, — καὶ πρέπει νὰ μάθητε τὴν ἱστορίαν, διὰ νὰ ἴδητε, πρῶτον μὲν ἂν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει ὡς πληρωθησομένην εἰς τοὺς κληρονόμους πρὸς ἐξαγορὰν αὐτοῦ, καὶ δεύτερον διὰ νὰ ἐννοήσητε, ποῖαι θὰ ἦναι αἱ συνέπειαι, ἂν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει, ψηφισθῇ. — Ἡ ἱστορία λοιπὸν ἔχει ὡς ἀκολούθως. Πρὸ 50 καὶ πλέον ἐτῶν ἐπὶ τοῦ γηπέδου τούτου ᾠκοδομήθη οἰκία, ἡ γνωστὴ πρὸ χρόνων εἰς τοὺς παλαιοτέρους ὡς οἰκία τοῦ ἀοιδίμου Κλωνάρη. Μετὰ χρόνον, καὶ ἴσως διὰ μεταβιβάσεως δευτέρας ἢ τρίτης, περιῆλθεν εἰς τὴν κυριότητα τοῦ μακαρίτου Θεοδώρου Ὀρφανίδου, καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου· ᾠκοδομήθη δὲ ἡ οἰκία αὕτη ἐπὶ γηπέδου κειμένου ἐντὸς τῆς ζώνης τῆς πόλεως, τουτέστιν ἐπὶ ἐδάφους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κατὰ τὸν νόμον ἀπηγορεύετο ἡ οἰκοδομή. Γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ σχεδίου τῶν πόλεων καὶ ἐξοχῶν νόμου, γνωρίζετε τὰς ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας γηπέδων κειμένων ἐν τῇ ζώνῃ τῆς πόλεως...

§75Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πότε ᾠκοδομήθη;

§76Α. ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς, βεβαίως ὅμως ἡ οἰκία εἶναι ᾠκοδομημένη πρὸ πεντηκονταετίας καὶ πλέον.

§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἦλθον εἰς Ἀθήνας κατὰ τὸ 1839, τὸν Ὀκτώβριον, καὶ ἦτο ᾠκοδομημένη ἡ οἰκία.

§78Α. ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Καὶ ἐγὼ εἶπον «πλέον τῆς πεντηκονταετίας»... Κατὰ τὸ 1869, πρωθυπουργοῦντος τοῦ ἀοιδίμου Θρασυβούλου Ζαΐμη, εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν, αὐτοῦ εἰσηγουμένου, καὶ ἐψηφίσθη ὑπ’ αὐτῆς νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ χῶρος ὁ περιλαμβανόμενος μεταξὺ τῶν ὁδῶν Ἡρώδου τοῦ Ἀττικοῦ, Ὄλγας, λεωφόρου Ἀμαλίας καὶ Βασιλικοῦ κήπου, καθωρίζετο ὡς χῶρος ἀνήκων εἰς τὸ Ζάππειον, καὶ ἀπηγορεύετο ὡς μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οἱαδήποτε οἰκοδομή, πλὴν τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ μεγάρου τῶν Ὀλυμπίων. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν, περὶ τῆς ὁποίας σᾶς ἀνέφερα, εἶναι νόμος, ὡς λέγουσιν οἱ Γάλλοι, déclaratoire, τουτέστιν ἀναγνωρίζει τὴν ὑφισταμένην κατάστασιν, κυροῖ αὐτὴν, καὶ διατάσσει, ἵνα καὶ τοῦ λοιποῦ ἐξακολουθήσῃ ἰσχύουσα. Τὸ ἄρθρον 1 λέγει τὰ ἀκόλουθα (ἀναγινώσκει): «Πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ καταστήματος τῶν Ὀλυμπίων μετὰ τῶν παραρτημάτων καὶ τῆς περιοχῆς αὐτοῦ παραχωροῦνται δωρεὰν αἱ ἐθνικαὶ γαῖαι, μὴ ἐξαιρουμένου καὶ τοῦ εἰς τὸ Δημόσιον ἀνήκοντος μέρους τῶν κοινῶν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἰδιωτῶν γαιῶν, αἱ κείμεναι ἐντὸς τῆς ἐκτάσεως τῆς ὁριζομένης πρὸς βοῤῥᾶν ἀπὸ τοὺς ἀνακτορικοὺς κήπους, πρὸς ἀνατολὰς ἀπὸ τὴν ὁδὸν Ὀρφανοτροφείου τῶν κορασίων (τὴν νῦν ὁδὸν Ἡρώδου τοῦ Ἀττικοῦ), πρὸς μεσημβρίαν ἀπὸ τὸν Ἰλισσὸν καὶ τὰ ἐρείπια τοῦ Ὀλυμπίου Διὸς (δὲν εἶχεν ἀκόμη ὀνομασθῆ ἡ ὁδὸς αὕτη ὁδὸς Ὄλγας), καὶ πρὸς δυσμὰς ἀπὸ τὴν λεωφόρον Φαλήρου.» Τὸ δὲ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου προκαλῶ καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, λέγει τὰ ἑξῆς: «Ἐπὶ τῆς ἐκτάσεως ταύτης, τῆς ἀπαρτιζούσης μέρος τῆς ζώνης τῆς πόλεως, ἐφ’ ἧς κατὰ τὸν νόμον δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀνέγερσις οἱουδήποτε οἰκοδομήματος, ἐπιτρέπεται ν’ ἀνεγερθῶσι μόνον τὸ κατάστημα τῶν Ὀλυμπίων, τὰ παραρτήματα καὶ τὰ περιφράγματα αὐτοῦ.» Ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης, τῆς τοσοῦτον σαφοῦς καὶ μὴ ἐπιδεχομένης οἱανδήποτε ἄλλην ἑρμηνείαν ἢ τὴν ἐκ τοῦ γράμματος αὐτοῦ ἐξαγομένην, προκύπτει, ὅτι καὶ πρὸ τοῦ 1869 ὁ χῶρος οὗτος ἔκειτο ἐντὸς τῆς ζώνης τῆς πόλεως, καὶ πλὴν τούτου ἀπηγορεύετο ὡς μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ τοῦ λοιποῦ ἡ ἀνέγερσις οἱασδήποτε οἰκοδομῆς. Ὅταν πρόκειται νὰ ἐκτιμήσητε γήπεδον ὑποκείμενον εἰς τοιοῦτον περιορισμὸν, οἷος εἶναι τὸ νὰ μὴ δύναται ὁ ἰδιοκτήτης αὐτοῦ νὰ ἀνεγείρῃ οἰκοδομὴν, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δύσκολον ν’ ἀποφανθῆτε ποίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἀξίαν. Θὰ ἔχῃ ἀξίαν μίαν καὶ μόνην, τὴν ἀξίαν, ἣν εἶχε καθ’ ὃν χρόνον ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη διετάχθη, ἤτοι τὴν τοῦ ἀγροῦ. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ αὐτῆς τῆς ἀξίας πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ ἡ ἀποζημίωσις πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην, ἐὰν πρόκειται ἀναγκαστικῶς νὰ γείνῃ ἡ ἀγορὰ αὐτοῦ, ἢ κατὰ κοινὴν συμφωνίαν, ἤτοι δέον νὰ ἐξετασθῇ ἡ ἀξία τοῦ γηπέδου τούτου καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ νόμος ὁ περιοριστικὸς τῶν δικαιωμάτων τῆς ἰδιοκτησίας ἐψηφίσθη. Εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν, περὶ ἧς πρόκειται, βλέπομεν ὅτι, καθ’ ἣν ἐποχὴν ὡρίσθη ἡ ζώνη τῆς πόλεως, τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ κεῖται ἡ οἰκοδομὴ, τὸ περιληφθὲν ἐν τῇ ζώνῃ τῆς πόλεως, ἀναντιῤῥήτως εἶχε τὴν ἀξίαν ἀγροῦ, διότι μόνον ἀγροὶ ἦσαν εἰς ἐκεῖνο τὸ μέρος.

§79Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Οἰκοδομαὶ δὲν ὑπῆρχον;

§80ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Αὐτὸ θὰ ἐξετασθῇ, καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον, θὰ τὸ ἐξακριβώσῃ. Κατὰ τὸν νόμον περὶ ζώνης τῶν πόλεων, καθὼς καὶ καθ’ ὅλους τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἀπαγορεύουσι τὴν ἀνέγερσιν οἰκοδομῶν ἐν ὡρισμένῳ ἐδάφει, γνωρίζετε καλῶς, ὅτι ἡ ἀξία τῆς οἰκοδομῆς δὲν ὑπολογίζεται, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἐγένετο ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς ἀρχῆς καὶ κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου. Ἐὰν δ’ ἐγένετο οἰκοδομὴ, καὶ ἂν ἀκόμη ἐγένετο πρὶν ἢ ἀπαγορευθῇ τὸ οἰκοδομεῖν εἰς τὸ ἔδαφος τοῦτο, ἐμποδίζεται πᾶσα ἐπιδιόρθωσις τῆς οἰκοδομῆς, καὶ ἀφίεται, ἵνα διὰ τοῦ χρόνου καταῤῥεύσῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ, ἡ ἐπὶ 50 ἔτη περὶ ζώνης τῶν πόλεων ἰσχύσασα. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ Δημόσιον ἢ ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ νὰ ζητῇ τὴν κατεδάφισιν τοιούτων οἰκοδομημάτων, διότι μόνον ἐπὶ μιᾶς περιστάσεως ἐπιτρέπεται κατεδάφισις, μόνον ὅταν πρόκειται περὶ παραβιάσεως τῆς οἰκοδομικῆς γραμμῆς· ἀλλ’ ἐὰν δὲν διατάσσηται ἡ κατεδάφισις, βεβαίως ἀπαγορεύεται πᾶσα ἐπισκευὴ, καὶ ἑπομένως ἡ οἰκία ἢ αἱ οἰκίαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀνεγηγερμέναι ἐπὶ τοιούτων ἐκτάσεων, ἕνεκα τοῦ χρόνου καθίστανται ἑτοιμόῤῥοποι. Τούτων οὕτως ἐχόντων, φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρέχει τὴν ἄδειαν εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἐξαγοράσῃ τὸ γήπεδον τοῦτο, τὸ κείμενον ἐν τῷ χώρῳ, περὶ οὗ εἶπον, καὶ τὸ ἔχον ἔκτασιν 4,000 τετραγωνικῶν πήχεων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτιμηθῇ ἀντὶ 150,000 δραχμῶν, ὡς ὁρίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ποία θὰ ᾖναι ἡ ἀξία αὐτοῦ, δὲν ἔχω ἀνάγκην ἐγὼ νὰ τὸ ὁρίσω, βεβαίως ὅμως ἐπὶ ἄλλων δεδομένων καὶ ἐπὶ ἄλλων στοιχείων πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ἐπὶ τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, περὶ τῆς ὁποίας ἐκθέσεως θὰ κάμω εἰς ὑμᾶς λόγον. Κατὰ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, τὴν συνοδεύουσαν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ποσὸν τῶν 150,000 δραχμῶν ὡρίσθη ὡς τίμημα τῆς ἐξαγοραστέας ταύτης οἰκίας μετὰ τοῦ οἰκοπέδου, διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Πρὶν ἢ σᾶς ἀναγνώσω τὸ σχετικὸν μέρος τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ὀφείλω νὰ εἴπω ὑμῖν, ὅτι, καθ’ ἃ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις ἀναφέρει, ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἐξαγορὰν τοῦ γηπέδου τούτου καὶ εἰσαγάγῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀφορμὴν ἔσχε δύο αἰτήσεις τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων, διαχειριζομένη τὰ τῆς περιουσίας τοῦ ἀοιδίμου Εὐαγγέλου Ζάππα, ὡς τμῆμα διοικήσεως ἀποῤῥεούσης ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, προτείνει ὅπως ἐξαγορασθῇ τὸ γήπεδον τοῦτο. Καὶ λέγει ἡ ἔκθεσις τὰ ἀκόλουθα (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 65 ἀπὸ 27 Ἰουλίου καὶ 236 ἀπὸ 28 Νοεμβρίου ἐ. ἔ. ἀναφορῶν αὐτῆς παρέστησέ μοι, ὡς ἀντιπροσώπῳ τῆς περιουσίας ταύτης, τὴν ἀνάγκην τῆς προσκτήσεως τῶν κτημάτων τούτων, διότι οἱ κληρονόμοι τῆς ἰδιοκτησίας Θεοδώρου Ὀρφανίδου, διὰ τῆς ἀπὸ 25 Ἀπριλίου πρὸς τὴν ῥηθεῖσαν ἐπιτροπὴν αἰτήσεως αὐτῶν, παρεπονέθησαν, ὅτι, τῆς ἰδιοκτησίας αὐτῶν ταύτης οὔσης προωρισμένης διὰ τὴν ἐξωράϊσιν τοῦ Ζαππείου, εἰς οὐδεμίαν δύνανται νὰ προβῶσι πρᾶξιν κυριότητος, εἴτε ἀνεγείροντες νέα οἰκοδομήματα ἐπὶ τῆς περιοχῆς τῆς ἰδιοκτησίας αὐτῶν, εἴτε ἀνακαινίζοντες τὰ ὑπάρχοντα, εἴτε καὶ ἐκποιοῦντες αὐτήν, ἀνέφερον δ’ ὅτι δέον ἐπὶ τέλους νὰ συντελεσθῇ ἡ πρόσκτησις τῆς ἰδιοκτησίας αὐτῶν, καὶ ἐπρότειναν, ὅπως ἀποζημιωθῶσι πρὸς δραχ. 50 κατὰ τετραγωνικὸν τεκτονικὸν πῆχυν, ἀφοῦ κατέδειξαν διὰ τῆς μνείας συμβολαίων, ὅτι τὰ ἐκεῖ πλησίον κείμενα οἰκόπεδα ἐπωλήθησαν ἀντὶ 110 δραχμῶν κατὰ τεκτονικὸν τετραγωνικὸν πῆχυν, ἤτοι ἐπὶ τιμῇ 200,000 δραχμῶν, ἣν ὅμως τιμὴν ἡ ἐπὶ τῶν Ὀλυμπίων Ἐπιτροπὴ ἐμετρίασε, κατὰ τὸ πρακτικὸν τῆς συνεδριάσεως τῆς 26 Ἰουλίου 1896, εἰς δραχμὰς 150,000, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψει τὰ εἰσοδήματα, ἅπερ τὸ ἐπ’ αὐτῆς θέατρον καὶ καφενεῖον καὶ οἰκία ἀπέφερον.» Ὡς ἠκούσατε ἐκ τῆς περικοπῆς ταύτης τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, βάσις τῆς ἐκτιμήσεως, ἣν ἠλαττωμένην παρεδέξατο ἡ Κυβέρνησις, ἡ εἰσαγαγοῦσα τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ἡ ἀξίωσις τῶν κληρονόμων Θ. Ὀρφανίδου, τὴν ὁποίαν ὅμως ἀξίωσιν ἠλάττωσε, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις τὰ εἰσοδήματα τὰ ἐκ τῆς οἰκίας ταύτης. Ἄρα δύο βάσεις ἐχρησίμευσαν· ὡς κυρία μὲν, τὸ ὅτι ἐπωλήθησαν οἰκόπεδα πλησίον τοῦ γηπέδου τῶν κληρονόμων Ὀρφανίδου ἀντὶ 110 δραχ. κατὰ πῆχυν, καὶ δεύτερον ἄλλη βάσις, ἐλαττοῦσα τὴν τιμὴν αὐτήν, τὸ εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανε καὶ λαμβάνει ἡ οἰκογένεια τῶν κληρονόμων Ὀρφανίδου. Ἀλλ’ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τῶν Ἀθηνῶν εἶναι ἐκκρεμεῖς δύο μεγάλαι δίκαι, ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ λόγου, τοῦ πρώτου, στηριζόμεναι, αἱ δίκαι τῶν κληρονόμων Σκουζὲ καὶ τῶν κληρονόμων Χατζηδημητρίου. Καὶ ἡ μὲν δίκη τῶν κληρονόμων Σκουζὲ ἀφορᾷ εἰς ἀξιώσεις, ὅπως πληρωθῶσιν αὐτοῖς παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων καὶ τοῦ Δημοσίου δραχμαὶ 1,800,000, μετὰ τοῦ τόκου αὐτῶν ἀπὸ 5 ἢ 6 ἐτῶν, ἀφ’ ὅτου ἐκίνησαν τὴν ἀγωγήν, ἡ δὲ ἀγωγὴ τῶν κληρονόμων Χατζηδημητρίου ἀφορᾷ καὶ αὕτη εἰς ἑκατοντάδας τινὰς χιλιάδων δραχμῶν. Ἐὰν λοιπὸν ψηφίσητε τὸ προκείμενον νομοσχέδιον καὶ δεχθῆτε, ὅπως τοιαύτη ὁρισθῇ τιμὴ διὰ τὸ γήπεδον τῶν κληρονόμων Ὀρφανίδου, ἐννοεῖται ὅτι οἱ ἔχοντες τὰς δίκας ταύτας κατὰ τοῦ Δημοσίου δὲν ἔχουσιν ἄλλο τι νὰ κάμωσιν ἢ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, τὸν νόμον αὐτὸν, ἐὰν πρόκειται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ μεταβάλητε εἰς νόμον, νὰ προσαγάγωσιν εἰς τὸ δικαστήριον μετὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως καὶ νὰ ἀναιρέσωσι πάντα ἄλλον ἰσχυρισμὸν τοῦ Δημοσίου. Αἱ δίκαι, ὡς εἶπον, αὗται εἶναι ἐκκρεμεῖς, ἐγὼ δὲ αὐτὸς, ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων, δὶς μέχρι τοῦδε ἐξητάσθην ὡς μάρτυς ἐπὶ θεμάτων σχετικῶν πρὸς τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα, ὡς προεῖπον, ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις καὶ τὸ νομοσχέδιον διατυπώνει. Ὡς προεῖπον ὑμῖν, ἅπαντα τὰ γήπεδα ταῦτα, τὰ κείμενα ἐν τῷ χώρῳ τῶν Ὀλυμπίων, εἶναι γήπεδα περιεχόμενα ἄλλοτε ἐντὸς τῆς ζώνης τῆς πόλεως, ἑπομένως ἀπηγορεύετο ἐπ’ αὐτῶν ἡ οἰκοδομή. Ἀφ’ ἧς ἡμέρας ὁ περιορισμὸς οὗτος τῆς κυριότητος ὡρίσθη ὑπὸ τοῦ νόμου, γεννᾶται κατὰ τὴν γνώμην μου τὸ δικαίωμα τῶν ἰδιοκτητῶν πρὸς ἀποζημίωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀξίας, ἣν εἶχον καθ’ ἣν ἐποχὴν καθωρίσθησαν τὰ γήπεδα ταῦτα ὡς ἀνήκοντα εἰς τὴν ζώνην τῆς πόλεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ ἐγείρῃ τις ἀπαίτησιν πρὸς πληρωμὴν ἀντιτίμου ἰσαξίου πρὸς τὰς τιμὰς τὰς ἀγοραίας τῆς σήμερον διὰ γήπεδον, τὸ ὁποῖον κατελήφθη πρὸ 40 ἢ 50 ἐτῶν, διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον σᾶς προανέφερον.

§81Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἡ ζώνη, κύριε Βουλευτά, εἶναι ἐκεῖ τώρα;

§82ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Μὲ ἐρωτᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἐὰν ἡ ζώνη ἦναι ἐκεῖ. Τῷ λέγω, ὅτι ὁ νόμος περὶ ζώνης τῆς πόλεως κατηργήθη πρὸ πολλοῦ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἰς τὰ 1882 ἢ 1883. Ἀλλὰ πρὸ τοῦ 1882 ἢ 1883 ἐψηφίσθη ὁ νόμος τοῦ 1869, ὁ ἐν ἰσχύι, ὁ ὁποῖος ἐπίσης ἀπαγορεύει τὸ οἰκοδομεῖν ἐκεῖ. Ὥστε ἡ ἐρώτησίς σας δὲν εἶχε κανένα λόγον.

§83Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ ἡ οἰκία αὕτη εἶναι πρὸ τοῦ 1869 ᾠκοδομημένη.

§84ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἀκριβῶς ὅμως πρὸ τοῦ 1869 καὶ κατὰ τὸ 1869 ἴσχυεν ὁ νόμος περὶ ζώνης τῆς πόλεως· ἑπομένως, ἂν πρόκειται νὰ κανονίσητε τὴν ἀξίαν ἑνὸς γηπέδου, θὰ ἀνατρέξητε εἰς τὴν ἀξίαν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, οὐχὶ βεβαίως εἰς τὴν σημερινήν.

§85Ι. Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Εἰς τὰ 1869 εἶχεν ὁ πῆχυς 39 δραχμάς.

§86ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Λυποῦμαι ὅτι δὲν μὲ παρακολουθεῖτε· διότι, ἐὰν μὲ παρηκολουθεῖτε, δὲν θὰ ἐκάμνατε τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἐκάμετε. Ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἐγένετο ὁ νόμος, ὁ ἀπαγορεύων τὸ οἰκοδομεῖν ἐντὸς τῆς ζώνης τῆς πόλεως, μέχρι σήμερον ὑπῆρχεν ἡ ἀπαγόρευσις τοῦ οἰκοδομεῖν εἰς τὸν χῶρον ἐκεῖνον, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι πρὸ μὲν τοῦ 1869 ἴσχυεν ὁ νόμος περὶ ζώνης τῆς πόλεως, ἀπὸ τῆς καταργήσεως δὲ τοῦ νόμου περὶ ζώνης τῆς πόλεως ἰσχύει ὁ νόμος τοῦ 1869, ὁ ὁποῖος τὴν αὐτὴν διάταξιν ἔχει.

§87ΔΡΟΣΟΣ. Κύριε συνάδελφε, μίαν παρατήρησιν. Προϋπῆρχεν ὁ νόμος τῆς οἰκοδομῆς, ἢ ἡ οἰκοδομὴ ἐγένετο πρὸ τοῦ νόμου;

§88ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ σᾶς εἴπω τὴν χρονολογίαν τοῦ νόμου. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἔχει τοῦτο προχειρότερον. Ἀλλὰ τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἔχωμεν, διότι θὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ ζώνης τῆς πόλεως.

§89ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἄν μοὶ ἐπιτρέπετε, θὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν, ὡς πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων.

§90ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Παρακαλῶ.

§91ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ὑμεῖς νομίζετε, ὅτι ἐν τῇ ἀποφάσει της ἡ ἐπιτροπὴ ἔλαβεν ὡς βάσιν τὸ γήπεδον, καὶ ἐξετίμησε τὸ γήπεδον, καὶ ὥρισε τὴν τιμὴν αὐτοῦ πρὸς δραχμὰς 35. Ἐγὼ ὅμως δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ οὐδόλως τοιαύτην βάσιν ἔλαβεν. Ἡ βάσις, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ ἐπιτροπὴ, καὶ ἡ ὁποία ἀναφέρεται ἐν τῇ ἀποφάσει της, εἶναι τὰ εἰσοδήματα, τὰ ὁποῖα ἡ οἰκογένεια Ὀρφανίδου εἶχεν ἐκ τοῦ θεάτρου καὶ τοῦ καφενείου, καὶ τὰ ὁποῖα φυσικῶς, μόλις καταλάβῃ τὸ μέρος ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων, θὰ τὰ χάσῃ. Ἑπομένως τὸ μεγαλείτερον ποσὸν ἐκ τῶν 150,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι προτείνονται διὰ τὴν ἀγορὰν, τὸ μεγαλείτερον ποσὸν, λέγω, δίδεται ὡς ἀποζημίωσις διὰ τὰ εἰσοδήματα, τὰ ὁποῖα θὰ χάσῃ ἡ οἰκογένεια. Νομίζω δὲ, ἂν καὶ δὲν δύναμαι νὰ τὸ βεβαιώσω, ὅτι ἔχει περὶ τὰς 5,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος.

§92ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Καλαβρύτων καὶ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων δὲν θὰ ἤκουσεν ἴσως τὴν συνέχειαν τῆς ὁμιλίας μου, δὲν θὰ ἤκουσεν, ὅτι ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψει τὴν αἴτησιν ἢ ἀναφορὰν, ὡς λέγεται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων, διότι δὲν τὴν ἔχω εἰς χεῖράς μου. Ὑποθέτω ὅτι θὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τὴν προσαγάγῃ εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν, καθὼς καὶ ἄλλα τινὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα θὰ ζητήσω. Ἐγὼ ἀνέφερα μόνον περικοπὴν ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, τῆς συνοδευούσης τὸ νομοσχέδιον· δὲν ἔκαμα ποσῶς λόγον περὶ τῆς ἀναφορᾶς τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων, καὶ, ὅπως εἴδετε, ἀνέγνωσα περικοπὴν τῆς ἐκθέσεως τῆς αἰτιολογικῆς. Νομίζω ὅτι ἐξ ὅλων τῶν λεχθέντων οὐδεμία ἀπομένει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἐκτίμησις τοῦ γηπέδου καὶ τῆς οἰκίας τῶν κληρονόμων Ὀρφανίδου δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀγοραίας ἀξίας τῶν πλείστων οἰκοπέδων, τὰ ὁποῖα ἐπωλήθησαν κατὰ καιροὺς εἰς τὰ πέριξ. Ἀλλὰ προσθέτουσιν, ὅτι ὡς βάσις τῆς ἀποζημιώσεως ἐλήφθη τὸ εἰσόδημα τὸ ἐκ τῆς οἰκίας. Περὶ τούτου ἓν μόνον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ στοιχεῖα, ἐξ ὧν ἐπείσθη, ὅτι τοσοῦτον εἶναι τὸ εἰσόδημα, ὅσον ἀναφέρεται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει. Ἀλλὰ τὰ στοιχεῖα ταῦτα δὲν πρέπει νὰ ἦναι πολὺ νωπά, ἀλλὰ νὰ ἦναι παλαιότερα. Καὶ ὅταν προσαχθῶσι τὰ στοιχεῖα ταῦτα, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ καὶ τὸ ἀκόλουθον, ὅτι, προκειμένου νὰ ἐκτιμηθῇ ἡ οἰκία, δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἢ μόνον τὸ ἐνοίκιον τῆς οἰκίας, οὐχὶ τοῦ θεάτρου, οὐχὶ τοῦ παρακειμένου καφενείου. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι τὸ θέατρον ᾠκοδομήθη καὶ τοῦτο παρὰ τὸν νόμον, καὶ ἐκ τῆς παραβάσεως ταύτης τῶν νόμων ὠφελήθησαν οἱ κληρονόμοι, διότι ἐπί τινα χρόνον ἐλάμβανον μίσθωμα πολὺ ἀνώτερον τῆς ἀξίας τῆς οἰκίας· καὶ ἐγένετο κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου, διότι, ὡς προεῖπον, καὶ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1869 καὶ κατὰ τὸν νόμον περὶ ζώνης τῆς πόλεως, δὲν εἶχον δικαίωμα, οὔτε μεταῤῥύθμισιν οὔτε ἐπιδιόρθωσιν νὰ ἐπιφέρωσιν εἰς τὴν οἰκίαν ταύτην. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ ἐκτίμησις, ἢ μόνον ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐγὼ εἶπον, τοῦ γηπέδου ὡς γηπέδου, διότι ἡ οἰκοδομή, ἐὰν ἐφηρμόζοντο οἱ νόμοι, θὰ ἦτο ἤδη ἠρειπωμένη, ἢ μετ’ ὀλίγον χρόνον θὰ ἦναι ἠρειπωμένη. Τοῦτο ἐπαναλαμβάνω καὶ τὸ λέγω μετ’ ἀληθοῦς πόνου. Εἶναι σκληρὸν διὰ τὴν οἰκογένειαν, περὶ ἧς πρόκειται, καὶ δι’ αὐτὸ ἐγὼ προθύμως θὰ ἐδεχόμην νὰ ψηφισθῇ οἱονδήποτε ποσὸν ὑπὲρ αὐτῆς, στηριζόμενον εἰς ἄλλον λόγον, οὐχὶ ὅμως εἰς τὸν λόγον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Εἶναι σκληρὸν, εἶναι ἀπάνθρωπον, ἀλλὰ οἱ νόμοι πολλάκις ἐπιφέρουσι τοιαύτας στερήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπιτρέπεται δυστυχῶς νὰ κριθῶσι καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς φιλανθρωπίας. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπιμένω, ὅπως τὰ τοῦ ζητήματος τούτου λυθῶσι συμφώνως πρὸς τοὺς ἰσχύοντας νόμους, τοῦτο πράττω, ἵνα μὴ ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς ἐκβάσεως ἄλλων δικῶν, περὶ ὧν σᾶς ὡμίλησα. Καὶ μὴ νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον, ἐὰν τοιοῦτο νομοσχέδιον ψηφισθῇ. Πρόκειται ν’ ἀποζημιωθῶσι δύο ἀντίδικοι τοῦ Δημοσίου, ὧν ὁ μὲν διεκδικεῖ 36,000 πήχεις ἐντὸς τοῦ Ζαππείου χώρου, ὁ ἕτερος δὲ 8 ἢ 9 χιλιάδας—δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς.—Ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων, ὅτε ἐγὼ ἀπετέλουν μέλος αὐτῆς, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της τὰς δίκας, αἱ ὁποῖαι ἔμελλον νὰ γεννηθῶσι βραδύτερον ἐκ τῶν ἀπαιτήσεων, περὶ ὧν σᾶς ὡμίλησα, καὶ ἐφρόντισε δι’ ὅλων τῶν μέσων νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἀνέφερον ὑμῖν, ἦλθεν εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ ἰδιοκτητῶν ἐχόντων γήπεδα ἐντὸς τοῦ χώρου τοῦ Ζαππείου, καὶ κατώρθωσε νὰ πείσῃ αὐτοὺς νὰ πωλήσωσι τὰ οἰκόπεδά των εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ὀλυμπίων, τουτέστιν εἰς τὸ Δημόσιον, ἐπὶ τιμῇ εὐλόγῳ, ἡ ὁποία νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις ἀγοραίας τιμῆς δι’ ἐκείνους, παρὰ τῶν ὁποίων ἐφοβεῖτο, ὅτι ἔμελλον νὰ ἐγείρωσιν ἀπαιτήσεις κατὰ τοῦ Δημοσίου. Καὶ ἐπέτυχεν ἡ Ἐπιτροπὴ τότε νὰ ἀγοράσῃ δύο γήπεδα μεγάλης ἐκτάσεως, τὸ μὲν παρὰ τοῦ κ. Ψαρούδα, τὸ δὲ παρὰ τοῦ κ. Κουζουλούδη, ἀντὶ πέντε δραχμῶν μόνον κατὰ πῆχυν. Ἔχετε λοιπὸν καὶ σήμερον ἀκόμη ἀγοραίαν τιμὴν, ἀγοραίαν τιμὴν ὅμως ἐπὶ γηπέδου κειμένου ἐν τόπῳ, ἐν ᾧ ἀπαγορεύεται τὸ οἰκοδομεῖν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀγοραία ἀξία τῶν γηπέδων αὐτῶν, γηπέδων, ἐφ’ ὧν ἀπαγορεύεται τὸ οἰκοδομεῖν. Καὶ οὕτως ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων προητοίμασεν εἰς τὸ Δημόσιον τὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν ὤφειλε ν’ ἀκολουθήσῃ ὡς πρὸς τὴν ἐξαγορὰν ἄλλων γηπέδων, κειμένων ἐν τῷ αὐτῷ χώρῳ. Ἀλλὰ τὸ Δημόσιον διὰ τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠκολούθησε τὴν ὁδὸν ταύτην, ἠκολούθησεν ἄλλην ὁδὸν, καὶ αὕτη εἶναι ἡ ἐγκαινιζομένη διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ εἰσαγαγὼν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ μελετήσῃ αὐτὸ καλῶς, θὰ πεισθῇ ὅτι εἶχον δίκαιον νὰ εἴπω ὅσα εἶπον περὶ αὐτοῦ, καὶ ὅτι θὰ ἀποσύρῃ αὐτὸ, ἐπιφυλαττόμενος, ἐὰν νομίζῃ πρέπον, ὅπως ἐγὼ νομίζω, δι’ ἄλλου τρόπου ν’ ἀποζημιώσῃ τὴν οἰκογένειαν τοῦ μακαρίτου Ὀρφανίδου.

§93ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Κύριε συνάδελφε, θὰ μοὶ δώσητε μίαν πληροφορίαν, παρακαλῶ;

§94ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Μάλιστα.

§95ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ποίαν τιμὴν ἐδώσατε εἰς τὸ οἰκόπεδον τοῦ Ὀρφανίδου;

§96ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Γνωρίζετε ὑμεῖς πόσον;

§97ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ θέλω ν’ ἀκούσω ἀπὸ ὑμᾶς.

§98ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Εἶναι ὅλα γραμμένα.

§99ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἑκατὸν χιλιάδας δραχμὰς ἐδώσατε.

§100ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ὀνειρεύεσθε!

§101ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ὅταν ὁ κ. Δραγούμης ἦτο δικηγόρος, πρὶν ἢ ἀκόμη γείνῃ Βουλευτὴς, ἐζήτει 75,000 δραχμάς.

§102ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Θήρας δὲν κατώρθωσε νὰ πείσῃ τοὺς ἀκροατὰς αὑτοῦ περὶ τῆς ὀρθότητος τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἐξήνεγκεν, κατώρθωσεν ὅμως νὰ τοὺς πείσῃ περὶ τοῦ ὑπερμέτρου ζήλου, τὸν ὁποῖον ἀπέδειξεν, ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων, πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς περιουσίας αὐτῆς...

§103ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Τοῦ Δημοσίου.

§104ΡΑΛΛΗΣ. .. Καὶ κατὰ τοῦτο εἶναι λίαν ἀξιέπαινος. Ἀλλὰ ἡ Βουλὴ νομίζω ὅτι ἔχει νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα ἀπὸ ὅλως διόλου διαφόρου ἀπόψεως. Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἰδιοκτησίας, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος. Οἱ νόμοι δὲ, τοὺς ὁποίους ἐμνημόνευσεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Θήρας, οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον θίγουσι τὴν ἰδιοκτησίαν. Ὁ νόμος τοῦ 1869 οὐδὲν ἕτερον πράττει ἢ νὰ καθιστᾷ μίαν περίπτωσιν ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως· ἀλλ’ ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις συνεπάγεται ἀναγκαίως τὴν ἀποζημίωσιν, καὶ τὸ μόνον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, εἶναι περὶ τοῦ τίς εἶναι ἡ ἀξία, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ δοθῇ τῷ ἰδιοκτήτῃ, ἂν ἔπρεπε δηλ. νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀξία τῆς ἰδιοκτησίας αὐτῆς, τοῦ γηπέδου αὐτοῦ. Ἐὰν λαμβάνωνται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ὑπ’ ὄψει τὰ οἰκοδομήματα καὶ τὰ εἰσοδήματα αὐτῶν, τοῦτο δὲν ἔχει σημασίαν· πρόκειται περὶ τῆς ἀξίας τοῦ γηπέδου. Ἔπρεπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Θήρας νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι ἡ ἀξία τοῦ γηπέδου, ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, τὸν ἀναγκαστικῶς ἀπαλλοτριούμενον τῆς ἰδιοκτησίας του, εἶναι ἡ ἀξία ἡ τότε καὶ οὐχὶ ἡ σημερινή. Κατὰ τοῦτο δ’ ἔσφαλε, διότι ἐκ τοῦ ὅτι ἐξεδόθη εἷς νόμος, ὅστις καθιστᾷ μίαν περίπτωσιν ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, δὲν σημαίνει ὅτι συνετελέσθη καὶ ἡ ἀπαλλοτρίωσις. Πότε συντελεῖται ἡ ἀπαλλοτρίωσις; Συντελεῖται ἡ ἀπαλλοτρίωσις τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἰδιοκτήτης ἐκβάλλεται ἐκ τῆς ἰδιοκτησίας του. Σήμερον πρόκειται νὰ συντελεσθῇ ἡ ἀπαλλοτρίωσις, καὶ ἡ σημερινὴ ἀξία θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει. Τίς δὲ εἶναι ἡ σημερινὴ ἀξία τοῦ γηπέδου τῶν κληρονόμων Ὀρφανίδου, πᾶς τις γνωρίζει, καὶ ἐκεῖνος, ὅστις διῆλθεν ἅπαξ διὰ τῆς λεωφόρου Ἀμαλίας, γνωρίζει τὴν σημερινὴν ἀξίαν. Ἡ σημερινὴ βεβαίως ἀξία εἶναι πολὺ ὑπερτέρα ἐκείνης, ἥτις ἀναγράφεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Θήρας παρεῖδε τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου τοῦ 1869· ἐνόμισεν ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἐχαρακτήρισεν ὡς déclaratoire, κατήργησε τὴν ἰδιοκτησίαν. Ἐὰν τοιοῦτος ἦτο ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου ἐκείνου, ὁ νόμος θὰ ἦτο δημευτικός, θὰ κατέπιπτε δὲ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς ψηφίσεώς του. Ὁ νόμος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον χαρακτηρίζει ὡς déclaratoire, δὲν ἔχει τίποτε τὸ κοινὸν πρὸς τοὺς νόμους τοὺς déclaratoires. Δυνάμει τοῦ νόμου ἐκείνου ὅλος ὁ χῶρος ἐκεῖνος καθίσταται ὑπὲρ τοῦ Ζαππείου, ἀλλ’ ἐντεῦθεν δὲν καταργεῖται τὸ δικαίωμα τῆς ἰδεοκτησίας· ὁ νόμος δὲ ὁ περὶ ζώνης τῆς πόλεως εἶναι ἐντελῶς ἀλλότριος πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον θίγεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐδῶ πρόκειται περὶ ἀπαλλοτριώσεως γηπέδου, οὐχὶ περὶ παρανόμου οἰκοδομῆς. Ὁ νόμος δὲ περὶ ζώνης τῆς πόλεως δὲν θεσπίζει ὅσα ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτής. Ὁ νόμος ὁ περὶ σχεδίου τῆς πόλεως ὁρίζει πρὸς ἄλλον σκοπὸν, ὅτι ἐπὶ τῶν γηπέδων τῶν ἐντὸς τῆς ζώνης τῆς πόλεως, ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ σχεδίου, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ οἰκοδομή. Ποῖος δὲ ὁ λόγος, ὅστις ὑπηγόρευσε ταύτην τὴν διάταξιν; Ἁπλούστατος. Διότι δὲν ἤθελεν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε πᾶς τις νὰ οἰκοδομῇ ὅπου ἤθελεν. Ἠθέλησε χάριν τῆς εὐπρεπείας τῆς πόλεως νὰ ὑπάρξῃ ἓν διαγεγραμμένον σχέδιον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου νὰ γίνωνται αἱ οἰκοδομαί· ἐπειδὴ δὲ τοῦτο δὲν ἠδύνατο νὰ πραγματοποιηθῇ δι’ ὅλην τὴν ζώνην, δὲν ἐπέτρεψε τὴν οἰκοδομὴν πέραν τοῦ σχεδίου καὶ ἐκτὸς τῆς ζώνης. Αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος τοῦ 1853 περὶ τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, ἀλλ’ αὐτὸς βεβαίως δὲν εἶναι δημευτικός· ὁ νόμος οὗτος δὲν ἐννοεῖ νὰ καταργήσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν. Ὁ νόμος εἶχεν ἕνα σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐξέθηκα ἤδη, καὶ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Θήρας, ἀντὶ νὰ ἐρωτᾷ ἂν ἡ οἰκία ἀνῆκεν εἰς τὸν Κλωνάρην καὶ ἂν μετεβιβάσθη κατὰ δεύτερον λόγον εἰς τὴν οἰκογένειαν Ὀρφανίδου, καὶ ἂν ἔχῃ δίκας ἡ οἰκογένεια Σκουζὲ ἢ ἡ οἰκογένεια Χατζηδημητρίου, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ, εἶναι, ἐὰν καθ’ ἣν ἐποχὴν ᾠκοδομήθη ἡ οἰκία ἐκείνη τοῦ Ὀρφανίδου ἢ τοῦ Κλωνάρη, τὸ σχέδιον τῆς πόλεως Ἀθηνῶν ἐξετείνετο μέχρις αὐτῆς. Τότε ἡ ἀπαγόρευσις, τὴν ὁποίαν ἔπλασεν ἐν τῷ νῷ του καὶ ἡ ὁποία δὲν ἔχει καμμίαν ἔννοιαν, θὰ κατέπιπτεν ἀφ’ ἑαυτῆς, διότι δὲν ὑπάρχει ἀπαγόρευσις, μήτε ὑπῆρξε. Καὶ τόσον εἶναι βέβαιον, ὥστε γνωρίζομεν πάντες, ὅτι τὸ σχέδιον τῆς πόλεως πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο καὶ μέχρι τῆς πύλης τοῦ Ἀδριανοῦ ὑπάρχει ἀπὸ τοῦ 1830 ἢ τοῦ 1832. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τοῦτο. Ἐὰν δὲ ἦναι ἐντὸς τοῦ σχεδίου, οὐδεμία ἀπαγόρευσις οἰκοδομῆς ἦν δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ. Λοιπὸν ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπλασεν ὁ κύριος Βουλευτὴς Θήρας ἐκ τοῦ πολλοῦ ζήλου πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς περιουσίας τῶν Ὀλυμπίων, ἥτις εὐτυχῶς ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει δὲν εὑρίσκεται πλέον ὑπὸ τὴν προστασίαν του, διότι ἤθελε χάριν τῆς περιουσίας τῶν Ὀλυμπίων ἁρπάσει τὴν περιουσίαν τῶν ἰδιοκτητῶν,—ὅλοι, λέγω, οἱ λόγοι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἔπλασεν, ἀποδεικνύονται ἐντελῶς ἀνυπόστατοι. Τὸ ζήτημα ἀκριβῶς τίθεται ὡς ἑξῆς. Ἐκ τοῦ ὅτι ἐξεδόθη ὁ νόμος, ὅστις καθιστᾷ ὑπὲρ τοῦ Ζαππείου τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν, ἐμειώθη ἡ ἀξία τοῦ γηπέδου;— διότι πρόκειται περὶ ἀπαλλοτριώσεως γηπέδου.—Ἐκ τοῦ ὅτι ἐξεδόθη ὁ νόμος οὗτος κατὰ τὸ 1869 πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει μας τὴν ἀξίαν τοῦ 1869; ἢ τὴν ἀξίαν τὴν σημερινὴν, τῆς ἡμέρας τῆς καταλήψεως; Ἀμφιβολία δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Σὺ, ὑπὲρ οὗ ἐξεδόθη ὁ νόμος τοῦ 1869, τὸ Δημόσιον, εἶχες ἓν δικαίωμα, καθόσον σοὶ τὸ ἐχορήγει αὐτὸς ὁ νόμος, νὰ μὲ ἀπαλλοτριώσῃς ἔκτοτε τῆς ἰδιοκτησίας μου. Ἐὰν δὲ μὲ ἀπηλλοτρίωνες ἔκτοτε, θὰ ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν ἀναγκαίως ἡ ἀξία τοῦ γηπέδου ἡ τότε· ἀλλὰ σὺ ἀφῆκες νὰ κοιμηθῇ ὁ νόμος, ἐγὼ δὲ ἐθεώρουν τὴν ἰδιοκτησίαν μου ἀδρανοῦσαν, ἔστω καὶ χωρὶς νὰ διαμαρτυρηθῶ. Σήμερον πρόκειται νὰ μὲ ἀπαλλοτριώσῃς· θὰ μοὶ προσφέρῃς τὴν ἀξίαν τῆς ἰδιοκτησίας μου κατὰ τὴν σημερινὴν ἀγοραίαν ἀξίαν, διότι σήμερον θὰ μὲ ἀπαλλοτριώσῃς, σήμερον στεροῦμαι πραγματικῶς τῆς ἰδιοκτησίας μου. Ἐκ τοῦ ὅτι μὲ ἐστέρησας τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ οἰκοδομήσω, ἐκ τοῦ ὅτι μ’ ἐστέρησας τοῦ δικαιώματος νὰ ἐπισκευάσω, δὲν σημαίνει ὅτι μὲ ἀπηλλοτρίωσας ἔκτοτε τοῦ γηπέδου μου. Μὲ ἀπαλλοτριώνεις σήμερον. Τώρα, κατὰ πόσον ἡ ἄδεια αὕτη τῆς ἀγορᾶς—διότι περὶ τοιούτου νομοσχεδίου συζητοῦμεν—δύναται νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ δίκης ἐκκρεμοῦς, δὲν βλέπω. Δὲν βλέπω καμμίαν σχέσιν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τελευταῖον ἱστόρησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Θήρας, ἀποδεικνύει καὶ πάλιν τὸν ζῆλον τὸν πολὺν αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων καὶ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς περιουσίας τῶν Ὀλυμπίων, ἀλλ’ οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον, φρονῶ, δύναταί τις, ὅταν πρόκειται ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ σταθμίσῃ τὰς συνεπείας τῆς αὐθαιρέτου καταλήψεως τῆς ἰδιοκτησίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ὑποστῇ ἡ περιουσία τῶν Ὀλυμπίων, οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον, λέγω, δύναται ν’ ἀμφιβάλλῃ τις, ὅτι πρέπει νὰ προτιμήσῃ, ἔστω καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τῆς περιουσίας τῶν Ὀλυμπίων, ν’ ἀποζημιωθῇ ὁ ἰδιοκτήτης—διότι περὶ ἀποζημιώσεως πρόκειται, ὄχι περὶ ἐλεημοσύνης, ὡς τὴν ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. ἐκ Θήρας συνάδελφος—ν’ ἀποζημιωθῇ ὁ ἰδιοκτήτης κατὰ λόγον τῆς ζημίας, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ἐκ τῆς στερήσεως τῆς ἰδιοκτησίας του. Ἔχουσι τώρα οἱ κληρονόμοι Σκουζὲ ἰδιοκτησίας ἐκεῖ καὶ δύνανται ν’ ἀποδείξωσι δικαιώματα ἰδιοκτησίας; Θ’ ἀποζημιωθῶσι καὶ αὐτοί. Ἐκ τοῦ ὅτι εἶναι Σκουζέδες, δὲν ἔχουσι τάχα δικαίωμα ἀποζημιώσεως; Ἐκ τοῦ ὅτι εἶναι Χατζηδημητρίου, δὲν ἔχουσι δικαίωμα ἀποζημιώσεως; Καὶ ἐκεῖνοι εἶναι ἰδιοκτῆται. Καὶ ἐκεῖνοι, ὅσον καὶ ἂν ἦναι πλούσιοι οἱ μὲν, ὅσον καὶ ἂν ἦναι πτωχοὶ οἱ δὲ, εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εὗρον, εἰμὴ τὸν πολὺν ζῆλον τοῦ κ. ἐκ Θήρας συναδέλφου εἰς ὅσα εἶπεν ὑπὲρ τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων, ὅστις πολὺς ζῆλος τὸν παρέσυρε μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, ὥστε νὰ θεωρήσῃ μίαν ἀρχὴν, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ Συντάγματι, τὸ ἱερὸν τῆς ἰδιοκτησίας, νὰ τὴν θεωρήσῃ ὡς πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ θέσωμεν κατὰ μέρος, διὰ νὰ μὴ πληρώσῃ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων 50 ἢ 60 χιλιάδας δραχμῶν περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον. Ἀληθῶς ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις λαμβάνει δύο στοιχεῖα πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἰδιοκτησίας, λαμβάνει τὸ στοιχεῖον τοῦ εἰσοδήματος τῶν οἰκοδομῶν τῶν ἤδη ὑφισταμένων ἐν τῷ γηπέδῳ αὐτῷ, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, λαμβάνει ὑπ’ ὄψει καὶ τὸ στοιχεῖον τὸ ἕτερον, τῆς ἀξίας τῶν παρακειμένων ἐκεῖ γηπέδων. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἠδύναντο κάλλιστα ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Ζαππείου, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πρακτικοῦ τῆς ὁποίας συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον, ἠδύναντο νὰ παραλείψωσι κάλλιστα ὅλα αὐτὰ καὶ νὰ εἴπωσιν, ὅτι διὰ τὸ γήπεδον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας τοὺς κατοικοῦντας ἐν Ἀθήναις καὶ τοὺς ἐξ Ἀθηνῶν διερχομένους, ἐγὼ θὰ πληρώσω 40 δραχμὰς τὸν πῆχυν, διότι φρονῶ, ὅτι κάλλιστα ἡ οἰκογένεια Ὀρφανίδου ἠδύνατο ν’ ἀπαιτήσῃ καὶ 50 καὶ 60 καὶ 70 δρ. κατὰ τετραγ. πῆχυν, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ ἀξία του, οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον δὲ τὴν ἀξίαν τὴν σημερινὴν τοῦ γηπέδου ἐκείνου δύναται νὰ μειώσῃ ὁ νόμος τοῦ 1869, ἢ ὁ περὶ σχεδίου τῆς πόλεως καὶ ἡ ἀπαγόρευσις τῆς οἰκοδομῆς ἐντὸς τῆς ζώνης κτλ. Ἡ ἀξία ὑφίσταται· ὑφίσταται δὲ σήμερον, κατὰ τὴν στιγμὴν δηλαδὴ κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ λάβῃ χώραν ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις. Ἐὰν ἀντὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει ἄδειαν πρὸς ἀγορὰν, εἴχομεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο κάλλιστα νὰ λάβῃ χώραν, μίαν πρᾶξιν ῥυμοτομίας καὶ ἀναγκαίως μίαν ἐκτίμησιν, εἰς τί ἀποτέλεσμα θὰ ἐφθάνομεν; Δὲν θὰ ἐφθάνομεν εἰς πολὺ ὑπερτέραν ἐκτίμησιν τοῦ γηπέδου αὐτοῦ; Ἀναμφισβητήτως, διότι ἡ πραγματικὴ ἀξία εἶναι κατὰ πολὺ ὑπερτέρα, ἐτέθησαν δὲ τὰ ἐκ τοῦ εἰσοδήματος τῶν οἰκοδομῶν στοιχεῖα διὰ νὰ δικαιολογήσωσι δῆθεν τὴν τιμὴν τῶν 40 δραχμῶν. Δὲν βλέπω, ὅτι ὑπάρχει τι τὸ δυνάμενον καὶ κατ’ ἐλάχιστον νὰ κάμῃ τὴν Βουλὴν νὰ διστάσῃ ὡς πρὸς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου εὑρίσκω ὅτι δὲν διατυποῦται ὡς ὤφειλε νὰ διατυπωθῇ, διότι καθιστᾶται δι’ αὐτοῦ μία ἐπικύρωσις ἀόριστος, χωρὶς νὰ μνημονεύωνται αἱ ἀγοραὶ, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν. Λέγει τὸ ἄρθρον 2: «Αἱ μέχρι τοῦδε ἄνευ εἰδικοῦ πρὸς τοῦτο νόμου γενόμεναι πρὸς ἐξωράϊσιν τοῦ Ζαππείου ἀγοραὶ ἀκινήτων ἐκ τῆς προειρημένης περιουσίας κυροῦνται». Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν τοιαύτην ἐπικύρωσιν;

§105Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω κατάλογον τῶν ἀγορασθέντων κτημάτων.

§106ΡΑΛΛΗΣ. Ἀνάγκη νὰ τὸν περιλάβητε εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.

§107Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θὰ τὸν φέρω.

§108ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Δὲν πρόκειται διόλου περὶ παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος, τοῦ κηρύττοντος τὴν ἱερότητα τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τὸ ἀπαραβίαστον αὐτῆς. Πρόκειται ἁπλῶς περὶ περιορισμῶν τῆς κυριότητος, τοὺς ὁποίους οἱ νόμοι καθιεροῦσι καὶ κατὰ τοὺς ὁποίους ἐπὶ πεντηκονταετίαν ὅλην ἐῤῥυθμίσθησαν σχέσεις νομικαὶ μεταξὺ ἰδιωτῶν καὶ Δημοσίου, μεταξὺ ἰδιωτῶν καὶ δήμων. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι διὰ τῆς προτάσεως περὶ ἀποῤῥίψεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐπρόκειτο νὰ ἀνακηρυχθῇ, ὅτι ἡ δήμευσις ἐπιτρέπεται· ἐπρόκειτο μόνον νὰ ὁρισθῇ ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν πρὸς ὁρισμὸν τῆς τιμῆς εἰς ἐξαγορὰν ἑνὸς γηπέδου, ἐκτὸς ἐὰν ὡρισμένοι λόγοι, ἐπιῤῥίπτοντες τὴν εὐθύνην τῆς βραδύτητος ἐπὶ τοῦ Δημοσίου, ἤθελον μεταβάλει τὸν χρόνον αὐτόν. Διὰ αὐτὸ ἰσχυρίσθην καὶ ἐπιμένω ἰσχυριζόμενος, ὅτι ἡ ἀξία τοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινομένου πρὸς ἀγορὰν γηπέδου πρέπει νὰ κανονισθῇ κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἀπαγορεύσεως τοῦ οἰκοδομεῖν, διότι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἔπαυσε τὸ γήπεδον νὰ ἀνήκῃ κατὰ πλήρη κυριότητα εἰς τὸν ἰδιοκτήτην.

§109ΡΑΛΛΗΣ. Τότε ἀλλοίμονον!

§110ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Εἶναι κύριος, μὲ τὸν περιορισμὸν ἐκεῖνον. Δὲν εἶπον ὅτι ἔπαυσε νὰ ἦναι κύριος ὁ ἰδιοκτήτης· ἐξακολουθεῖ νὰ ἦναι κύριος, ἀλλὰ μὲ τὸν περιορισμὸν τοῦ νόμου. Ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν εὐαρεστηθῇ νὰ φέρῃ τὴν πληροφορίαν περὶ τοῦ ἂν τὸ μέρος ἐκεῖνο ὑπήγετο εἰς ζώνην τῆς πόλεως, καὶ ἀπὸ ποίας ἐποχῆς, καὶ πλὴν τούτου, τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων τὸ γήπεδον λογίζεται ὡς ἔχον τοιαύτην ἀξίαν.

§111ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνόησα ποῦ στηρίζεται ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁμιλῶν περὶ περιορισμῶν, ὅταν ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ περιορισμῶν, ἀλλὰ περὶ ἀπαλλοτριώσεως. Ἡ ἀπαλλοτρίωσις ἡ δικαστικὴ περιορίζει τὰ πάντα. Οἱ περιορισμοὶ τῆς ἰδιοκτησίας, οἱ σχετιζόμενοι πρὸς τὴν χρησιμοποίησιν τῆς ἰδιοκτησίας, σχετικοὶ δὲ πρὸς τὴν τάξιν τῶν πόλεων, πρὸς τὰ σχέδια τῶν πόλεων, αὐτοὶ δὲν εἶναι περιορισμοὶ, οἱ ὁποῖοι σκοποῦσι νὰ κανονίσωσι τιμὰς τῶν ἰδιοκτησιῶν, εἶναι περιορισμοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι προσωρινὴν ἀξίαν, περιορισμοὶ, οἱ ὁποῖοι βεβαίως, ἂν ἐξετασθῶσιν αὐστηρῶς, ἀντιβαίνουσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ δὲν πρέπει ποτὲ νὰ γίνωνται ἄνευ ἀποζημιώσεως, ἀλλ’ εἶναι οἱ περιορισμοὶ ἐκεῖνοι τῆς ἰδιοκτησίας, οἱ ὁποῖοι συντελοῦσιν εἰς τὸ νὰ μὴ προσβάλλωνται δημόσια συμφέροντα, καὶ οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ συνοδεύωνται ὑπὸ ἀποζημιώσεως. Λοιπὸν διατὶ ὁμιλεῖτε περὶ περιορισμῶν; Ἐνταῦθα ἔχετε ἀπαλλοτρίωσιν, καὶ δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι «ἔχομεν ἀπαλλοτρίωσιν, ἀλλὰ τὴν τιμὴν θὰ τὴν κανονίσωμεν κατὰ ἕνα περιορισμὸν, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς αὐτὴν τὴν ἰδιοκτησίαν.» Δὲν ἔχει ἀξίαν τὸ τοιοῦτον. Εἶναι δὲ πασίγνωστον βεβαίως, ὅτι ἡ τιμὴ, ἡ ὁποία προσδιωρίσθη διὰ τὸ γήπεδον αὐτὸ, ὅπως ἐννοοῦμεν πάντες, —καὶ αὐτὸ εἶναι, τὸ ὁποῖον προσπίπτει εἰς τὴν ἀντίληψίν μου, διότι διέρχομαι ἐκεῖθεν καθ’ ἡμέραν, κάμνων τὸν περίπατόν μου,—εἶναι μικρὰ, καὶ βεβαίως, ὅταν εἶδον ὅτι τεσσαράκοντα δραχμὰς τὸν πῆχυν ἐξετιμήθη τὸ γήπεδον ἐκεῖνο, θαυμάζω διὰ τὴν ὑποτίμησιν μᾶλλον, καὶ ὄχι δι’ ἄλλο.

§112Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ σχεδιαγραφήσεις τῶν πόλεων ἀποτελοῦσιν ἀληθῶς περιορισμὸν τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας. Λόγοι γενικοῦ συμφέροντος, τῆς εὐρυθμίας τῶν οἰκοδομῶν, τῆς εὐκοσμίας τῶν πόλεων, τῆς ὑγιεινότητος αὐτῶν δικαιολογοῦσι τοὺς περιορισμοὺς τούτους. Ἐὰν ἔχω γήπεδον ἐν τῷ μέσῳ τῆς ὁδοῦ Κολοκοτρώνη, μοὶ ἀπαγορεύεται νὰ τὸ οἰκοδομήσω, διότι τὸ σχέδιον τῆς πόλεως ἐῤῥυμοτόμησε τὸ οἰκόπεδόν μου τοῦτο, καὶ θέλει καταλάβει ἡ ὁδὸς ἐκείνη τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη ἐν τῷ σχεδίῳ. Κανονίζεται δὲ ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον θέλω οἰκοδομήσει ἐπ’ αὐτοῦ. Τὸ σχέδιον τῆς πόλεως Ἀθηνῶν εἶναι πολὺ προγενέστερον τοῦ νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκανονίσθησαν τὰ τῆς ζώνης τῶν πόλεων ἐν γένει, διότι ὁ νόμος ὁ κανονίσας τὰ τῶν ζωνῶν τῶν πόλεων εἶναι ὁ νόμος ὁ ἐκδοθεὶς κατὰ τὸ 1856 περὶ πεζοδρομίων καὶ ὑπονόμων. Ἐκεῖνος ὁ νόμος περιέλαβε τὴν διάταξιν περὶ ζώνης τῶν πόλεων. Ἀλλὰ ὁ νόμος περὶ ζώνης τῶν πόλεων, ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, ἀπαγορεύει τὴν οἰκοδομὴν ἐντὸς τῆς ζώνης, ἡ ὁποία ὡρίσθη μετὰ τὸ σχέδιον τῆς πόλεως. Λέγω «ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως», διότι ἀφοῦ ὑπάρχει σχέδιον ἐν τῇ πόλει, πάντα τὰ γήπεδα, τὰ ὁποῖα εἶναι οἰκοδομήσιμα κατὰ τὸ σχέδιον, ὑπερτιμῶνται. Οἱ ἄνθρωποι ἔχουν συμφέρον νὰ οἰκοδομήσωσιν ἐπὶ οἰκοπέδων, ἤτοι ἐπὶ γηπέδων προωρισμένων εἰς οἰκοδομάς. Εἶναι λοιπὸν ἀπηγορευμένον νὰ οἰκοδομήσωσι μετὰ τὸ σχέδιον ἐν τῇ ζώνῃ τῆς πόλεως. Διὰ νὰ ὑποχρεωθῶσι λοιπὸν πάντες νὰ οἰκοδομήσωσιν ἐντὸς τῆς πόλεως καὶ κατὰ τὸ σχέδιον, ἀπαγορεύεται ἡ οἰκοδομὴ ἐν τῇ ζώνῃ. Ἀλλὰ ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη δὲν εἶναι περιορισμός· εἶναι ἀναίρεσις τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας, καὶ διὰ νὰ τὴν ἐφαρμόσητε, ὅσον τὸ σχέδιον διαγράφει, πρέπει ἀμέσως νὰ καλῶνται οἱ ἰδιοκτῆται καὶ ν’ ἀποζημιῶνται μὲ τὴν ἀξίαν τοῦ γηπέδου, τὴν ὁποίαν τοῦτο ἔχει κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην. Ἀλλ’ ἡ οἰκοδομὴ τοῦ μακαρίτου Κλωνάρη, ἥτις περιῆλθεν εἰς κτῆσιν τοῦ μακαρίτου Ὀρφανίδου, εἶναι οἰκοδομή, ἡ ὁποία δὲν ἠξεύρω ἂν ἦναι σύγχρονος μὲ τὸ σχέδιον τῆς πόλεως, βεβαίως ὅμως εἶναι προγενεστέρα τοῦ νόμου περὶ ζώνης τῆς πόλεως. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι τὴν οἰκοδομὴν αὐτὴν κατὰ τοὺς πρώτους χρόνους τῆς ἀφίξεώς μου εἰς Ἀθήνας, ὅτε ἐσπούδαζον ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ· ἀλλ’ ὕστερον πάλιν ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐχρειάσθη κόπος, ἵνα πεισθῇ ὁ Κλωνάρης νὰ τὴν πωλήσῃ, καὶ κατόπιν ὁ Ὀρφανίδης, διότι τότε ἡ Βασίλισσα Ἀμαλία ἐπεθύμει νὰ ἐπεκτείνῃ τὸν Βασιλικὸν κῆπον μέχρι τῶν κιόνων τοῦ Ὀλυμπίου Διὸς καὶ νὰ περιλάβῃ καὶ ταύτην, καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐλέγετο, ὅτι ἡ Βασίλισσα Ἀμαλία προσέφερεν 80,000 δρ. εἰς τὸν Κλωνάρην, ὁ ὁποῖος δὲν ἔστεργεν. Ὅταν λοιπὸν ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ σχέδιον τῆς πόλεως καὶ νὰ ἀπαγορευθῇ εἰς τὸν Κλωνάρην, ἢ τὸν δικαιοδόχον αὐτοῦ Ὀρφανίδην, νὰ μένῃ ἐν τῇ ζώνῃ τῆς πόλεως, ἔπρεπε ν’ ἀποζημιώσωσι τὸν ἄνθρωπον, νὰ ἐκτιμήσωσι τὴν οἰκοδομήν του, ἑπομένως νὰ ἀγοράσωσι καὶ τὸ γήπεδόν του, καὶ νὰ τὸν πληρώσουν ὅπως κατεδαφίσωσι τὴν οἰκοδομήν. Τὴν ζώνην τῆς πόλεως πολλάκις παρεβίασαν οἱ ἰδιῶται· καὶ δύναμαι νὰ ἀναφέρω τι, τὸ ὁποῖον ἐνθυμοῦμαι. Ὁ ἀξιωματικὸς τοῦ ἱππικοῦ Ἰωάννης Ταμπακόπουλος ᾠκοδόμησε τὴν οἰκίαν του ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Πατησίων, ἐπὶ τῆς ζώνης τῆς πόλεως. Ἡ Ἀρχὴ δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν της, ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν ἀνέγερσιν, καὶ ἡ οἰκία αὕτη σῴζεται ἀκόμη ἐκεῖ, διότι τότε ἦτο ζώνη τῆς πόλεως. Τώρα πλέον δὲν εἶναι ἐκεῖ ἡ ζώνη τῆς πόλεως. Ἀλλὰ ἡ ἀπαγόρευσις, ἡ ἀναίρεσις τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ κύριος τῶν γηπέδων αὐτῶν, περὶ ὧν πρόκειται, αὐτὴ ἡ ἀναίρεσις δὲν ἐξετελέσθη, καὶ ἀφέθη ἐν τῇ κατοχῇ τῆς ἰδιοκτησίας του ὁ μακαρίτης Κλωνάρης, καὶ κατόπιν ὁ μακαρίτης Ὀρφανίδης. Ἀλλ’ αὕτη ἤρθη μετὰ ταῦτα, διότι ἄλλο διάταγμα προσδιώρισε σχέδιον τῆς πόλεως ὄχι πλέον ἐκεῖ, ἀλλ’ ἀπωτέρω, καὶ αὐτὸ ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1885, ἐπὶ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ Λομβάρδου. Οὕτως ἡ ζώνη τῆς πόλεως, καὶ ἂν διήρχετο ἐκεῖθεν, ἔνθα ὑπάρχει ἡ ἰδιοκτησία τοῦ μακαρίτου Ὀρφανίδου, ἀπεμακρύνθη 1500 μέτρα, ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ὁ λόγος ὁ ἀναιρῶν τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, ὅπερ ἔμεινεν ἀκέραιον εἰς τὴν κατοχὴν καὶ εἰς τὴν χρῆσιν καὶ εἰς τὴν ἀπολαυὴν τοῦ ἰδιοκτήτου· τοιουτοτρόπως ἀπηλλάγη τῆς μιᾶς προσβολῆς τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας. Ἀλλὰ ἐπῆλθεν ἡ δευτέρα προσβολὴ, ἡ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1869, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀπηγορεύθη νὰ οἰκοδομῶσιν ἐν τῇ περιοχῇ ἐκείνῃ. Ἀλλ’ ἡ οἰκοδομὴ ὑπῆρχε· δὲν ἐκάλεσαν τὸν ἰδιοκτήτην ν’ ἀποζημιώσωσιν αὐτὸν διὰ τὴν οἰκοδομὴν καὶ λάβωσι τὴν κατοχὴν αὐτῆς, ἢ ἐκάλεσαν μὲν αὐτὸν, ἀλλὰ ἠνέχθησαν νὰ ἐξακολουθῇ αὐτὸς καὶ νὰ νέμηται τὴν οἰκοδομήν του. Τὰ δὲ πράγματα ἔμενον οὕτω μέχρι τοῦδε. Τώρα δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων ζητεῖ νὰ καταλάβῃ τὸν χῶρον, τὸν ὁποῖον εἶχε δικαίωμα νὰ καταλάβῃ ἀπὸ τοῦ 1869, ἀλλὰ παρέλιπε νὰ καταλάβῃ. Εἶναι λοιπὸν δικαία ἡ ἀξίωσις τοῦ ἰδιοκτήτου ν’ ἀποζημιωθῇ, καὶ εἶναι εὐλαβεστάτη ἡ πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ζητεῖ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἄδειαν, ἵνα ἀποζημιώσῃ αὐτόν. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν δίδει εἰς πάντα ταῦτα ὁ ἐκ Θήρας κ. Βουλευτὴς, δὲν εἶναι μόνον ἀνευλαβὴς πρὸς τὴν προστασίαν, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα χορηγεῖ εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν, ἀλλ’ εἶναι καὶ σκληρὰ μέχρι βαθμοῦ ἀσυγχωρήτου, ἐνῷ οὐδεὶς νόμος μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἤμεθα τοσοῦτον σκληροί. Ἡ καταδίκη τῆς οἰκίας ὑπῆρχεν ἐν ὅσῳ ἡ ζώνη τῆς πόλεως παρεῖχε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Διοίκησιν, ἵνα καταλάβῃ τὴν οἰκίαν, καὶ τοῦτο ἐξηκολούθησεν ἐπὶ διάρκειαν 27 χρόνων. Ἀλλὰ δὲν εἶχε καταλάβει αὐτὴν ἡ Διοίκησις πράγματι, τὴν ἀφῆκε δ’ ὑπάρχουσαν. Μετὰ τὴν μετάθεσιν ὅμως τῆς ζώνης ἀπωτέρω ἐξέλιπεν ἡ καταδίκη αὕτη τῆς οἰκίας. Ἡ οἰκία προωρίσθη μὲν ἀληθῶς πρὸς κατάληψιν ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1869, ἀλλὰ δὲν κατελήφθη, οὐδὲ δύναται νομίμως νὰ παραταθῇ ἡ καταδίκη τῆς οἰκίας, νὰ μένῃ ἐκεῖ ἄθικτος, νὰ φθίνῃ ἑτοιμόῤῥοπος, καὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ οὐδὲν δικαίωμα ἐπισκευῆς τῆς ἰδιοκτησίας, οὔτε ἀποζημιώσεως τοῦ ἰδιοκτήτου. Τοῦτο εἶναι ἄδικον· οὐδεὶς νόμος τὸ δικαιολογεῖ ἢ ἐπιβάλλει. Ἡ ἀδικία ὑπερβαίνει τὰ ὅρια πάσης νομοθεσίας καὶ πάσης διοικήσεως. Ἐὰν ὑπῆρχε δικαίωμα εἰς τὴν Διοίκησιν ν’ ἀπαγορεύσῃ πᾶσαν μεταβολὴν ἢ ἀνακαίνισιν τῆς οἰκίας, ἔπρεπεν ἡ Διοίκησις νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ, νὰ μὴ ἀφήσῃ νὰ οἰκοδομηθῇ θέατρον, νὰ μὴ ἀφήσῃ νὰ οἰκοδομηθῇ καφενεῖον. Ἀλλ’ ἡ μὲν Διοίκησις ἀφῆκε καὶ ᾠκοδομήθη θέατρον, ἀφῆκε καὶ ᾠκοδομήθη καφενεῖον, ὁ ἰδιοκτήτης νέμεται τὸ θέατρον αὐτὸ καὶ τὸ καφενεῖον, τώρα δὲ ἰσχυρίζονται, ὅτι ἀπώλεσε τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτητίας του, διότι ὁ τόπος ἦτο προωρισμένος, ἵνα καταληφθῇ ὑπὸ τοῦ Ζαππείου, τοῦτον ὅμως οἱ ἔχοντες τὸ δικαίωμα δὲν κατέλαβον, ἀλλὰ ἀφῆκαν εἰς τὴν διάθεσιν αὐτοῦ· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἕνεκα τοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ τοῦ τόπου, δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ οἰκοδομήσῃ θέατρον καὶ καφενεῖον, διὰ τοῦτο ζητοῦσι ν’ ἀπαγορεύσωσιν εἰς αὐτὸν ν’ ἀπολαμβάνῃ τὰ ἔσοδα ἐκ τῶν οἰκοδομῶν του. Ἐγὼ βεβαίως δὲν συμφωνῶ παντάπασι μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Θήρας μεθ’ ὅλην τὴν ἀναγνώρισιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐποιήσατο.

§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται τῷ Ὑπουργῷ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἀντιπροσώπῳ τῆς εἰς τὸ ἔθνος κληροδοτηθείσης Ζαππείου περιουσίας, νὰ προβῇ εἰς τὴν διὰ λογαριασμὸν αὐτῆς ἐξαγορὰν τῆς ἐντὸς τῆς περιοχῆς τοῦ καταστήματος τῶν Ὀλυμπίων κειμένης ἰδιοκτησίας τῶν κληρονόμων Θεοδώρου Ὀρφανίδου, ἀποτελουμένης ἐκ πήχεων τεκτονικῶν τετραγωνικῶν 4,000, ἀντὶ τιμήματος δραχμῶν ἑκατὸν πεντήκοντα χιλιάδων. «Ἐπιτρέπεται ὡσαύτως τῷ αὐτῷ Ὑπουργῷ νὰ ἀγοράσῃ διὰ λογαριασμὸν τῆς αὐτῆς περιουσίας γήπεδον ἀξίας μέχρι δεκαπεντακισχιλίων δραχμῶν καὶ ἀνταλλάξῃ τοῦτο μετὰ τοῦ γηπέδου, ἐν ᾧ κεῖται τὸ Ἀγγλικὸν Νεκροταφεῖον.»

§114Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει καταμέτρησις ὑπὸ μηχανικῶν τῆς ἐκτάσεως, καὶ δυνατὸν αὕτη νὰ ἦναι 4,500 ἢ 3,800 πήχεις, διὰ τοῦτο προτείνω νὰ ἀπαλειφθῶσιν οἱ δύο τελευταῖοι στίχοι τῆς πρώτης παραγράφου, διότι ἐνδέχεται νὰ ἐγερθῶσιν ἀπαιτήσεις, ὅτι ἐπωλήθησαν 4,000 πήχεις καὶ ὄχι 4,500.

§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).

§116Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιφυλάσσομαι ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου νὰ φέρω τὸν κατάλογον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).

§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως Γεωργικοῦ ταμείου ἐν Θεσσαλίᾳ.

§118ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. Πάλιν ζητῶ τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, πρῶτον διότι δὲν ὑπάρχει δικαιολογητικὴ ἔκθεσις, δεύτερον διότι ἔπρεπε τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια νὰ συζητηθῶσιν ἐν ὡρισμένῃ ἡμέρᾳ ὅλα ὁμοῦ, τρίτον δὲ διότι δὲν ὑπάρχουν παρόντες ὅλοι οἱ ἐκ Θεσσαλίας ἀντιπρόσωποι.

§119ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν προλαλήσαντα συνάδελφον, διότι νομίζω, ὅτι, ἐὰν καθ’ ἑκάστην ἑσπέραν ζητεῖται ἡ ἀναβολή, οὐδέποτε θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναντιῤῥήτως σπουδαιότατα. Νομίζω, ὅτι τροπολογίαι ὑπεβλήθησαν παρὰ τῶν ἀξιοτίμων ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφων, καὶ ἐγὼ σκοπεύω νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καὶ κατὰ τὴν δευτέραν καὶ τρίτην ἀνάγνωσιν αὐτοῦ δυνάμεθα καὶ τὸ νομοσχέδιον νὰ συζητήσωμεν καὶ τὰς τροπολογίας νὰ ὑποβάλωμεν. Αὐτὸ νομίζω, ὅτι εἶναι τὸ δίκαιον καὶ τὸ ὀρθόν.

§120ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον νὰ μὴ συζητηθῶσι τὰ νομοσχέδια, ἐγὼ ἐζήτησα νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ὑποβληθῶσι τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια καὶ νὰ συζητηθῶσι.

§121Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια εἶναι πάντα ὑποβεβλημένα, καὶ ἐπερίμενα νὰ γένηται συζήτησις ἐπὶ τῶν πορισμάτων καὶ τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ ἐξέθηκεν ἐν τῇ ἐκθέσει, ἣν εἰσηγάγομεν εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ τὰ πορίσματα ταῦτα, δύο μόνον νομοσχέδια δὲν πρέπει νὰ συζητηθῶσι, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας στρεμματικῆς τῶν βοσκῶν. Τῶν δύο τούτων νομοσχεδίων τιθεμένων κατὰ μέρος, μένουσι τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως γαιῶν εἰς τοὺς γεωργοὺς καὶ τὸ περὶ Γεωργικοῦ ταμείου. Φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις, ὁπόταν θέλητε, ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀρχίσωμεν, διότι, ἂν ἀναβάλλωμεν καθ’ ἡμέραν, θέλει ματαιωθῆ ἡ εὐκολία, τὴν ὁποίαν ἠδυνήθημεν νὰ πορισθῶμεν διὰ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Τραπέζης.

§122ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐνισχύω ἐγὼ τὴν πρότασιν τὴν ὑποβληθεῖσαν παρὰ τοῦ ἐκ Καρδίτσης ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, καὶ διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους αὐτὸς ἀνέφερεν, ἀλλ’ ἰδίως διὰ τὸ ἄσκοπον τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ἄσκοπον δὲ τοῦ νομοσχεδίου δείκνυται ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ νομοσχεδίου, διότι τὸ τελευταῖον ἄρθρον τούτου λέγει (ἀναγινώσκει): «Δι’ εἰδικῶν νόμων θέλουσιν ὁρισθῆ ὁ σκοπὸς ἢ οἱ σκοποί, πρὸς οὓς θέλουσι διατεθῆ, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ 1 ἄρθρου, τὰ κεφάλαια τοῦ ταμείου τούτου, ὡς καὶ τὰ τῆς κατὰ ταῦτα διαχειρίσεως αὐτῶν.»

§123Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ζητήσατε τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου.

§124ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἵνα ψηφίσωμεν ἕνα νόμον, πρέπει νὰ ἔχωμεν τὰς σκέψεις, αἱ ὁποῖαι ἐπέβαλον τὴν σύνταξιν τοῦ νόμου, καὶ νὰ γνωρίζωμεν τὸν σκοπόν, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἀποβλέψῃ. Ἀλλ’ ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι ἄγνωστος, καὶ ἐὰν μεθαύριον, ὅτε θὰ συζητηθῇ ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ ὁρίζῃ τοὺς σκοποὺς ἢ τὸν σκοπὸν τῆς συστάσεως τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου, ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἀποῤῥίψῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, πρὸς τί τότε νὰ ψηφισθῇ τὸ παρὸν νομοσχέδιον; Διὰ τοὺς λόγους τούτους παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.

§125ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Διὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς συνταχθείσης ὑπὸ τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπείας καὶ διανεμηθείσης ἤδη πρό τινων ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλήν, κατὰ τὴν ὀρθοτάτην παρατήρησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια, περιλαμβανόμενα ἅπαντα ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ, θεωροῦνται ὑποβεβλημένα εἰς τὴν Βουλήν· ἑπομένως ὁ πρῶτος ἰσχυρισμὸς τοῦ ἐκ Καρδίτσης ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἀξιοῦντος νὰ συνυποβληθῶσιν ἅπαντα, ἵνα δεχθῇ συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένου ὡς δευτέρου νομοσχεδίου περὶ συττάσεως Γεωργικοῦ ταμείου ἐν Θεσσαλίᾳ, δὲν ἔχει βάσιν. Εἰδικῶς ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐπιφυλασσόμενος νὰ συζητήσω, ἀποδέχομαι προθύμως τὴν γνώμην τοῦ ἐκ Τρικκάλων βουλευτοῦ κ. Χατζηπέτρου, προτείνοντος νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν νὰ ὑποβάλωμεν τροπολογίας καὶ νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῶν καὶ τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. Τινὲς τῶν ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφων κατήρτισαν ἤδη τροπολογίαν μακρὰν ἐπὶ τῶν διαφόρων ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου. Τὴν τροπολογίαν ταύτην, τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ μετέχω, ὑποβάλλω ἀπὸ τοῦδε εἰς τὴν Βουλήν, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.

§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 195).

§127ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Συμπληρῶν τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, πληροφορῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Φθιώτιδος, ὅτι ἀκριβῶς τὸ τελευταῖον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, περὶ τοῦ ὁποίου μνείαν ἐποιήσατο, τροποποιεῖται διὰ τῶν ὑποβαλλομένων τροπολογιῶν, καὶ θὰ μείνῃ εὐχαριστημένος, ἅμα τυπωθῶσι καὶ ἀναγνωσθῶσιν αἱ τροπολογίαι αὗται.

§128ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἂς ἀναμείνωμεν λοιπόν.

§129ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὄχι! ἂς ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.

§130ΚΡΙΤΣΑΣ. Αὐτὰ εἶναι ἀτελῆ πράγματα. Διατὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐν ἐπιγνώσει ὅτι θὰ τροποποιηθῇ τοῦτο; Δὲν εἶναι σοβαρὰ πράγματα αὐτά!

§131ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ διορίσῃ μέλος τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθη ἡ προεπεξεργασία τῶν τριῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Γεωργικοῦ ταμείου ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου νομίζω, ὅτι ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ πληροφορήσω καὶ τὴν Βουλήν καὶ τὸν ἐκ Καρδίτσης ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅστις ἔλαβε τὸν λόγον, ἵνα ζητήσῃ τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, προβαλὼν τὴν μὴ ὑποβολὴν ἐκθέσεως ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς, ἔχω ὑποχρέωσιν, λέγω, ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τοιαύτη ἔκθεσις ὑπεβλήθη. Ὑπεβλήθησαν μάλιστα δύο ἐκθέσεις, ἡ μὲν μία τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ δὲ ἑτέρα τῆς μειοψηφίας, ἧς καὶ ἐγὼ ἀπετέλεσα μέρος, ὑπῆρξα δὲ καὶ εἰσηγητής. Ὥστε δὲν νομίζω, ὅτι λόγος τῆς ἀναβολῆς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι αὐτός. Ἀλλὰ θὰ ταχθῶ μετὰ τῆς γνώμης τοῦ ἑτέρου συναδέλφου, τοῦ ἐκ Φθιώτιδος, ὅστις ἐχαρακτήρισεν ἄσκοπον τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀπὸ τοῦδε. Λέγω δὲ, ὅτι θεωρῶ ἄσκοπον τὴν συζήτησιν, ὄχι διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι δηλαδὴ δι’ εἰδικῶν νόμων θέλουσιν ὁρισθῆ οἱ σκοποὶ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἀλλὰ δι’ ἄλλον τινὰ λόγον. Ἐγώ, ὡς καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, τῇ προμελετησάσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἔσχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω, ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Γεωργικοῦ ταμείου ἐν Θεσσαλίᾳ θέλει χρησιμεύσει ὡς τὸ ὄργανον, ὡς τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου θέλει πραγματοποιηθῆ ἐν Θεσσαλίᾳ ἀνώτερος σκοπός, ὁ σκοπὸς τῆς ἀποδόσεως ἰδιοκτησίας εἰς πενομένας ἐν Θεσσαλίᾳ οἰκογενείας, τὰς στερουμένας πάσης ἰδιοκτησίας, ὅτι θὰ χρησιμεύσῃ δηλαδὴ ὡς ὄργανον πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὑποβληθὲν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὸ περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ κτημάτων. Ἐφ’ ὅσον δὲ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἀναγράφεται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, οὔτε ὑπάρχει πιθανότης ὅτι θέλει συζητηθῆ, νομίζω ὅτι δὲν παρέχεται ἡ ἀφορμή, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, μεταβαλλόμενον εἰς νόμον, ἀποβλέψῃ εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ διὰ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου ἐπιδιωκομένου σκοποῦ. Θεωρῶ ἕνεκα τούτων ἄσκοπον καὶ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ψήφισιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, καὶ ὄχι μόνον ἄσκοπον, ἀλλὰ καὶ ἐπιζήμιον, διότι τοῦτο ἐπιβάλλει βάρη καὶ ὑποχρεώσεις εἰς τὸν Θεσσαλικὸν λαόν. Διότι, ἐὰν καὶ ἐπιπολαίως ἀκόμη παρατηρήσωμεν τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἴδωμεν, ὅτι νέα βάρη ἐπιβάλλονται καὶ νέοι φόροι εἰς τὸν Θεσσαλικὸν λαὸν, χάριν τῆς καταρτίσεως τοῦ ταμείου τούτου. Ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον ὁ σκοπὸς ὁ θεμελιώδης, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν εἶναι βέβαιον ὅτι θέλει πραγματοποιηθῆ,—καὶ θὰ ἦναι βέβαιον, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ συσχετισθῇ μὲ τὸ προκείμενον,—ἐφ’ ὅσον, λέγω, δὲν εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ σκοπὸς, ὁ διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἐπιδιωκόμενος, χάριν τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλονται νέοι φόροι εἰς τὴν Θεσσαλίαν, θέλει πραγματοποιηθῆ, δὲν εἶναι πρέπον, νομίζω, νὰ προβῶμεν μονομερῶς εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω ὅτι εἶναι πρόωρος ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην τῶν ἄλλων συναδέλφων, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὄχι ἵνα ἔλθωσιν οἱ ἐκ Θεσσαλίας Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι, ἐὰν ἐνδιαφέρωνται, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, δύνανται νὰ ἔλθωσιν, ἀλλὰ διὰ τὸν λόγον, ὅπως συσχετισθῇ, ὡς εἶπον, μετὰ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸν ἄξονα, περὶ τὸν ὁποῖον στρέφεται ὅλη αὐτὴ ἡ μεταῤῥύθμισις ἐν Θεσσαλίᾳ, ὅπως συγχρόνως συζητηθῶσιν ἀμφότερα.

§132ΤΟΠΑΛΗΣ. Δὲν ἔχει δίκαιον ὁ ἐκ Φθιώτιδος ἀξιότιμος Βουλευτὴς, λέγων ὅτι δὲν ὑπάρχει σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον ζητεῖται ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, διότι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εἶναι ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἑπομένως ἀμέσως ἐκδηλοῦται εἷς τῶν σκοπῶν, διὰ τοὺς ὁποίους προωρίσθη τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Γεωργικοῦ ταμείου ἐν Θεσσαλίᾳ. Οὔτε εἶναι ὁ μόνος σκοπὸς τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις μέρους τῶν τσιφλικίων, διότι τοῦτο θὰ γείνῃ δι’ αὐτῆς τῆς ἀπαλλοτριώσεως, θὰ πληρωθῶσι δηλ. τὰ ἔξοδα τῆς ἀπαλλοτριώσεως δι’ ἐτησίων δόσεων τῶν χωρικῶν. Εἶναι λοιπὸν διάφοροι οἱ σκοποὶ τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου, εἷς δὲ τῶν κυρίων σκοπῶν εἶναι καὶ αὐτὸς, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιδιωχθῇ διὰ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθν. Τραπέζης. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, δύνανται δὲ συγχρόνως νὰ ὑποβληθῶσι καὶ τὰ ἄλλα νομοσχέδια, ἐν τοῖς ὁποίοις ἐμπεριέχονται οἱ διάφοροι σκοποὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ νὰ ἔλθωσιν εἰς συζήτησιν.

§133ΚΡΙΤΣΑΣ. Πῶς θὰ μᾶς βεβαιώσητε, ὅτι θὰ ψηφισθῶσιν ἐκεῖνα;

§134ΤΟΠΑΛΗΣ. Δὲν δύνανται ὅμως βεβαίως νὰ συζητῶνται συγχρόνως ὅλα.

§135ΡΑΛΛΗΣ. Ἐφρόνουν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι οἱ συνάδελφοι ἐκ Θεσσαλίας ἤθελον φροντίσει νὰ πείσωσι τοὺς συμπολίτας αὐτῶν, ὅτι ὑπάρχει εἷς λόγος εὔλογος, διὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς αὐτοὺς τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Τὸ 2ον ἄρθρον ἐπιβάλλει μίαν πρόσθετον φορολογίαν, ἥτις δὲν εἶναι λίαν ἐλαφρὰ διὰ τὴν Θεσσαλικὴν παραγωγὴν ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς εὑρίσκεται αὕτη σήμερον· διότι τὸ ἄρθρον λέγει: «Τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τούτου, πλὴν τῶν ἑκάστοτε δι’ εἰδικῶν νόμων καθοριζομένων, ἀποτελοῦνται ἐξ εἰσφορῶν· αʹ) ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων ἢ μεταφερομένων διὰ θαλάσσης ἐκ τῶν λιμένων τῆς Θεσσαλίας. 1) Σίτου, ἀλεύρων ἐν γένει καὶ σεμιδάλεως, ἑνὸς λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν. 2) Κριθῆς, βρώμης καὶ ἀραβοσίτου, ἡμίσεως λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν. 3) Ὀσπρίων ἐν γένει καὶ ὀρύζης, ἑνὸς καὶ ἡμίσεως λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν. 4) Καπνοῦ ὑφ’ οἱανδήποτε μορφὴν, τουμπεκίου καὶ βάμβακος, πέντε λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν. 5) Ξηροῦ χόρτου, τριάκοντα λεπτῶν καθ’ ἑκατοστὺν ὀκάδων. 6) Μεγάλων ἐν γένει ζώων δραχμῶν δύο, χοίρων δραχμῆς μιᾶς, καὶ μικρῶν ζώων λεπτῶν εἴκοσι κατὰ κεφαλήν. βʹ) ἐπὶ τῶν κατ’ ἔτος βεβαιουμένων δημοσίων φόρων ζώων καὶ βοσκῶν ἐν τοῖς νομοῖς Λαρίσης καὶ Τρικκάλων ἑνὸς προσθέτου δεκατημορίου.» Πρόκειται λοιπὸν περὶ νέας ἐπαχθεστάτης φορολογίας ἐπὶ τῆς Θεσσαλικῆς παραγωγῆς, ἥτις φορολογία θὰ καταστήσῃ ἄνισον τὸν συναγωνισμὸν διὰ τὴν Θεσσαλικὴν παραγωγὴν πρὸς τὴν παραγωγὴν τοῦ λοιποῦ Κράτους. Διότι, ἐνῷ ἡ παραγωγὴ τῶν λοιπῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους δὲν θὰ ὑφίσταται ταύτην τὴν φορολογίαν τὴν ἐπαχθῆ, ὅλα τὰ προϊόντα, τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τοῦ νομοσχεδίου, τὰ ἐξαγόμενα ἐκ Θεσσαλίας, θὰ ὑφίστανται αὐτὴν τὴν φορολογίαν. Καθιστᾶται λοιπὸν μία ἀνισότης ἐν ᾧ συναγωνισμῷ μεταξὺ τῶν προϊόντων τῶν Θεσσαλικῶν καὶ τῶν προϊόντων τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, καὶ ἡ ἀνισότης αὕτη δὲν θὰ ἐφαίνετο ἐπαχθής, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν διὰ τῆς προσθέτου ταύτης φορολογίας ἐπεδιώκετο σκοπός, καὶ ἀπεδεικνύετο, ὅτι ἐπιδιώκεται σκοπός, δι’ οὗ ἤθελε κατορθωθῆ, ὅπως ἡ Θεσσαλικὴ παραγωγὴ ὄχι μόνον ἀπαντήσῃ τὰ βάρη τὰ νέα, τὰ ὁποῖα ἐπιπροστίθενται εἰς αὐτήν, ἀλλὰ καὶ ἐξισωθῇ ἐν τῷ συναγωνισμῷ πρὸς τὴν παραγωγὴν τοῦ λοιποῦ Κράτους. Ἐντεῦθεν ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ τελευταίου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ πέρυσιν ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ παρετηρήθη, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶναι ἐπαρκής, ἀλλὰ τοὐλάχιστον πέρυσι τὸ νομοσχέδιον ἤρχετο μετὰ τριῶν ἄλλων νομοσχεδίων, ἀφορώντων εἰς τὴν Θεσσαλικὴν ἰδιοκτησίαν. Καὶ τὸ μὲν ἓν κατεδικάσθη καὶ οὔτε πρόκειται ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τὸ δὲ περὶ προσθέτου φορολογίας ἐπὶ τῶν προσόδων ἐθεωρήθη τόσον τερατῶδες, ὥστε καὶ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου τὸ ἐγκατέλιπε, καὶ ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἀπεδόθη τὸ νομοσχέδιον, ἐφρόντισαν νὰ νίψωσιν ἐπιμελῶς χεῖρας καὶ πρόσωπον, διὰ ν’ ἀποφύγωσι τὴν κατηγορίαν τῆς πατρότητος. Τὸ ἄλλο νομοσχέδιον ποῦ εἶναι; δὲν τὸ βλέπω ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Κυρίως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὡς καὶ ἡ ἐπιπρόσθετος φορολογία ἀπέβλεπον εἰς τὸν σκοπὸν τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀγροτῶν. Διὰ τῶν προσθέτων αὐτῶν βαρῶν ἐπεδιώκετο ὁ σκοπὸς τοῦ νὰ κατασταθῶσιν ἰδιοκτῆται αἱ οἰκογένειαι τῶν ἀγροληπτῶν. Καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο φαίνεται ἐγκαταλελειμμένον, δι’ αὐτὴν τὴν σύνοδον τοὐλάχιστον. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θεωρεῖται ἤδη ἐγκαταλελειμμένον καὶ ἐκ τῶν λόγων, οἵτινες ἀναγράφονται ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς, οὐχὶ τῆς εἰδικῆς, ἀλλὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις κατηρτίσθη ἐφέτος παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἥτις μεταβᾶσα ἐπιτοπίως συνέταξε τὴν ἔκθεσιν ἐκείνην. Λοιπὸν δὲν βλέπομεν τὸν σκοπὸν πλέον, ὅστις δικαιολογεῖ τὰ ἐπιπρόσθετα ταῦτα βάρη. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Βόλου ἀνέφερεν ἕτερον νομοσχέδιον, ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, τὸ περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐκεῖνο τὸ νομοσχέδιον οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν ἐκεῖ πρόκειται περὶ συμβάσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀνελάμβανε νὰ συστήσῃ Γεωργικὴν Τράπεζαν. Μόνον αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας προετίθετο νὰ ὑποβάλῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαμπάκας Βουλευτής...

§136ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὑπεβλήθησαν.

§137ΡΑΛΛΗΣ. .. αἱ ὁποῖαι ἠμπορεῖ νὰ ἦναι γνωσταὶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι βεβαίως ἀνεκοινώθησαν αὐτῷ, αἵτινες ὅμως δὲν εἶναι γνωσταὶ εἰς τὴν Βουλήν, ἐσχετίζοντο πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θὰ γνωρίσωμεν καὶ τὰς τροπολογίας.

§138Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου δὲν εἰσάγεται ἤδη πρώτην φοράν. Ταμεῖον τοιοῦτον εἶχε συστηθῆ διὰ νόμου ψηφισθέντος κατὰ τὸ 1889, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλεται εἰδικὴ φορολογία εἰς τὰ προϊόντα τὰ μνημονευόμενα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ συστάσεως Γεωργικοῦ ταμείου, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ἡ πρόσοδος αὐτοῦ εἰς κατασκευὴν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ, τῶν ὁποίων ἡ δαπάνη εἶχεν ὑπολογισθῆ εἰς 18 ἑκατομμύρια. Ὅταν κατηργήθησαν πᾶσαι αἱ ἄλλαι, αἱ διὰ νόμου παρακεχωρημέναι, πρὸς συνομολόγησιν δανείων ἄδειαι, κατηργήθη καὶ τὸ μέρος τοῦ νόμου ἐκείνου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδίδετο ἄδεια πρὸς συνομολόγησιν δανείου, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ὑπηρετηθῆ ἐκ τῆς φορολογίας αὐτῆς. Ἑπομένως δὲν προβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν καινόν τι, ἄγνωστόν τι· ἀνανεοῦται θεσμὸς, ὁ ὁποῖος ἐνομοθετήθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐκυρώθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, καὶ ἴσχυε πρὸ δύο ἔτι ἐτῶν. Βεβαίως τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον δὲν θέλει χρησιμεύσει διὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχον προτείνει πρὸς μεταβολὴν τοῦ τρόπου τῆς φορολογίας τῶν βοσκῶν· οὐδὲν κοινὸν ἔχει μετ’ αὐτοῦ. Κατ’ ἐκεῖνο τὸ νομοσχέδιον, αἱ βοσκαὶ ἐφορολογοῦντο ὅπως ἐφορολογοῦντο πᾶσαι αἱ βοσκαί· κατ’ ἐξαίρεσιν δὲ, ἡμεῖς ἐπροτείναμεν νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰδικὴ φορολογία εἰς τὰς βοσκὰς τῆς Θεσσαλίας, ἡ στρεμματικὴ, πρῶτον διὰ σκοπὸν ταμιευτικὸν, δεύτερον διότι ἐνομίζομεν, ὅτι ἡ δικαιοσύνη περὶ τὴν κατανομὴν τοῦ φόρου ἀπῄτει νὰ ἐπιβαρυνθῶσιν οἱ κάτοχοι τῶν βοσκῶν περισσότερον ἢ ὅσον ἐπιβαρύνονται μέχρι τοῦδε. Ἑπομένως οὐδαμῶς τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τῆς φορολογίας τῶν βοσκῶν εἰς στρεμματικὴν φορολογίαν συνδέεται μετὰ τοῦ νομοσχεδίου, οὐδὲ, ἐὰν ἐκεῖνο ἐτέθη κατὰ μέρος, πρέπει νὰ περιπέσῃ εἰς ἀχρηστίαν τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εὗρε συγγένειαν μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν νομοσχεδίων. Ἐγὼ δὲν κατεδίκασα οὐδὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ στρεμματικῆς φορολογίας, οὐδὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀλλαγῆς τῆς φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Ἐσυστήθη ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία παρεκλήθη νὰ μελετήσῃ τὰ διάφορα θέματα, μετέβη εἰς Θεσσαλίαν, ἐμελέτησε καὶ ἐπανῆλθε, καὶ διὰ τῆς ἐκθέσεώς της ἐγνωμοδότησε νὰ μὴ ψηφισθῇ οὐδὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ στρεμματικῆς φορολογίας, οὐδὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῆς ἀποδεκατώσεως τῶν καρπῶν πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Δὲν ὑπάρχει τὸ ἀπαίσιον καὶ τὸ μαῦρον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς περιγράφει. Ἐγὼ δὲ εἶπον, ὅτι στέργω νὰ συμμορφωθῶ μὲ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ νὰ μὴ ἀναγράψω εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὰ δύο ἐκεῖνα νομοσχέδια. Ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως δανείων εἰς τοὺς χωρικούς. Αὐτὸ οὐδ’ ἡ ἐπιτροπὴ τὸ ἐγκατέλιπεν, οὐδ’ ἐγώ. Ἀλλὰ διατὶ δὲν ἀνεγράφη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει; Διότι ἐψηφίσθη ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Τραπέζης, ἡ δὲ σύμβασις αὕτη περιέχει ἕνα ὅρον, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἔλαβε, φαίνεται, τὸν καιρὸν νὰ μελετήσῃ. Κατὰ τὴν σύμβασιν ταύτην, ἡ Τράπεζα ἀνελάμβανε νὰ δανείζῃ μέχρις ἓξ ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἐπὶ τόκῳ 5½% εἰς τὸ Γεωργικὸν ταμεῖον, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων. Ἑπομένως ἡ ἀναγραφὴ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου συνεδέετο μετὰ τῆς ἀναγραφῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· διότι, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ Γεωργικὸν ταμεῖον, ὁ ὅρος, τὸν ὁποῖον περιέλαβεν ἡ σύμβασις, ἡ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τῆς Τραπέζης συνομολογηθεῖσα, ματαιοῦται. Νομίζω δὲ, ὅτι ὁ ὅρος οὗτος εἶναι ὅρος εὐνοϊκὸς διὰ τὰ Θεσσαλικὰ συμφέροντα, διότι δὲν θέλει εἶσθαι δυνατὸν νὰ συγκομίσῃ τὸ ταμεῖον ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ὅλα τὰ χρήματα, ἐγένετο δὲ δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἓν τραπεζικὸν κατάστημα, τὸ ὁποῖον ἐδάνειζεν εἰς δόσεις 6,000,000 ἐπὶ τόκῳ 5½%. Νομίζω ὅτι ἡ σύμβασις συμφέρει εἰς τοὺς Θεσσαλούς. Ἀλλὰ διατὶ δὲν ἀναγράφεται τὸ νομοσχέδιον τὸ ἄλλο; Προέταξα τοῦτο, οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ συζητήσω καὶ ἐκεῖνο. Συζητήσατε τὸ περὶ Γεωργικοῦ ταμείου, καὶ συζητήσατε κατόπιν καὶ τὸ ἄλλο.

§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐμμένετε εἰς τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς, κύριε Τσαμαγκίδη;

§140ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. Μάλιστα.

§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὑμῖν, ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμὸν πᾶσα πρότασις περὶ ἀναβολῆς πρέπει νὰ ὑποστηρίζηται ὑπὸ δέκα. Εἶσθε δέκα; Παρακαλῶ νὰ τὸ δηλώσητε. (Ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 10). Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν, ἐὰν παραδέχεται τὴν ἀναβολήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.

§142ΣΤΑΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως εἰδικοῦ Γεωργικοῦ ταμείου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).

§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 12 καὶ 40′ τῆς νυκτός.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27
2Τῆς 12 Δεκεμβρίου 1896.
3(Πέμπτη)
4Ὥρα 4 καὶ 20′ μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυ-
6ροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Χατζηπέτρος
8εἰδοποιεῖ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, ὅτι τὴν
9προσεχῆ Δευτέραν θέλει ἀπευθύνει αὐτῷ ἐπερώτησιν περὶ τοῦ
10ἐκ Τριπόλεως συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Π. Παπαδιαμαντο-
11πούλου. Παρακαλεῖ δ’ αὐτὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν
12τὸν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης σχετικὸν φάκελλον.
13§2Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
14κῶν). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Βόλου κ. Φιλάρετος καὶ ὁ
15ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου κ. Ραζέλος ἀπηύθυναν πρός
16με αἴτησιν, ἔχουσαν οὕτω:
17«Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς
18νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀκόλουθα ἔγγραφα, ὡς
19πρὸς τὰς γενομένας μελέτας διὰ τὴν ἵδρυσιν στρατοπέδου ἐν
20Θήβαις. αʹ) Τὴν ἔκθεσιν τοῦ ταγματάρχου τοῦ μηχανικοῦ κ.
21Δροσινοῦ. βʹ) Τὴν τοῦ ὑπολοχαγοῦ τοῦ μηχανικοῦ Κωνσταν-
22τινοπούλου καὶ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ τοῦ πεζικοῦ κ. Ῥωσσέ-
23του. γʹ) Τὴν ἀρχικὴν ἐντολὴν τῆς τελευταίας ἐπιτροπῆς,
24τῆς προεδρευομένης ὑπὸ τοῦ ἀντισυνταγματάρχου τοῦ μη-
25χανικοῦ κ. Νοταρᾶ, καὶ τὴν τροποποίησιν αὐτῆς διὰ μετα-
26γενεστέρου ἐγγράφου.»
27Πάντα ταῦτά εἰσιν ἀντικείμενα τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας
28καὶ ὑπὸ μελέτην. Νομίζω ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία εἰς
29τὴν περίστασιν ταύτην δὲν ὑποχρεοῦται νὰ δώσῃ πληροφορίας
30ἐπὶ ἀντικειμένου τοιαύτης φύσεως. Φρονῶ, ὅτι ἔχω τὴν ὑπο-
31χρέωσιν νὰ δίδω πληροφορίας μόνον ἐπὶ πραγμάτων τετε-
32λεσμένων. Τὰ αἰτούμενα ὅμως πάντα εἰσὶν ἀντικείμενα ὑπὸ
33μελέτην, καὶ νομίζω ὅτι δὲν ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δώσω
34τὰς αἰτουμένας πληροφορίας.
35§3Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πολὺ ἐσφαλμένην γνώμην ἔχει ὁ κ.
36Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, τοιαῦτα φρονῶν, διότι
37ἔχει πολὺ περιωρισμένην ἰδέαν περὶ τῆς εὐρύτητος τῆς ἐντο-
38λῆς τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Καὶ ἄλλοτε ἤκουσα τοῦ κ.
39ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ χαρακτηρίζοντος τὰ πάντα
40ὑπηρεσιακὰ τοῦ γραφείου, ἀλλὰ εἰς συνταγματικὰ Κράτη
41ἄλλοι ὑπάρχουσι κανόνες. Βεβαίως ὑπάρχουτι καὶ ἀπόῤῥητα
42τῆς ὑπηρεσίας, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς δύναται νὰ ἐγγίσῃ, ἀλλὰ
43νὰ ὑποστηρίξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἡ
44κατάθεσις τῶν ἐγγράφων εἰσέρχεται εἰς τὸν κύκλον τῶν ἀποῤ-
45ῥήτων, τοῦτο τῇ ἀληθείᾳ παρ’ οὐδενὸς δύναται νὰ ὑποστη-
46ριχθῇ. Ἔχομεν λοιπὸν ἀνακοινώσεις εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τῆς
47Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἔστω, πρόγραμμα περὶ νεωτέ-
48ρας πολιτικῆς, ἢ πρὸς συμπλήρωσιν τῶν κενῶν, ἀδιάφορον.
49Ἐν τῷ προγράμματι τούτῳ ἀναγράφεται ἡ ἵδρυσις στρατο-
50πέδου, καὶ ἡ ἵδρυσις στρατοπέδου ἔχει ὡς παρακολούθημα
51τὴν δαπάνην πολλῶν ἑκατομμυρίων ἀμέσως ἢ ἐμμέσως. Νο-
52μίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι τὸ θέμα
53τοῦτο εἶναι ξένον τοῦ κύκλου τῆς Βουλευτικῆς ἐντολῆς;
54Ἀλλὰ λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν: «ἀφήσατε
55ν’ ἀποφανθῶ, καὶ ἐπὶ τετελεσμένου γεγονότος ἔχετε δικαίωμα
56νὰ ἐκφράσητε γνώμην.» Ἐννοῶ ὅτι ἐπὶ τετελεσμένου γεγο-
57νότος ἔχω δικαίωμα νὰ ἐλέγξω καὶ νὰ ἐκφράσω γνώμην ἀπο-
58δοκιμασίας ἢ ἐπιδοκιμασίας, ἀλλὰ πρὸ τοῦ ἐλέγχου ἔχω τὸ
59δικαίωμα τῆς συστάσεως καὶ τῆς ἐξετάσεως, ἔχω τὸ δικαίωμα
60νὰ βοηθήσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ὑποστηρίξω αὐτήν, ἐὰν
61πρόκειται νὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν συμφέρουσαν. Ἀλλ’ ἐπὶ τέ-
62λους, ἐὰν νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις στηρίζεται ἐπὶ ἐσφαλ-
63μένων πληροφοριῶν, καθῆκον ἔχω ἐγκαίρως νὰ ὑποβάλω
64τὴν γνώμην μου. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἔχω ἀνάγκην στοιχείων.
65Αὐτὰ τὰ στοιχεῖα δὲν εἶναι ἀπόῤῥητα. Αἰωνίως, ὁσάκις ζη-
66τήσῃ τις τὸ ἁπλούστερον ἔγγραφον, ἔρχεται ἀμέσως ἡ ἔν-
67στασις τῆς προσβολῆς τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ τῆς
68ὑπηρεσίας! Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν δύναται
69νὰ μὴ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα. Μήπως ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
70Ἐξωτερικῶν κατέθεσεν ἄλλα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζητήσα-
71μεν; μήπως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸ ζήτημα
72τοῦ συμβιβασμοῦ κατέθεσεν ὅλα τὰ ἔγγραφα, τῶν ὁποίων
73ἔχομεν ἀνάγκην; Ἀλλὰ θὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην, καὶ θὰ
74τὴν ἀναλάβῃ ἀκεραίαν, διότι δὲν γνωρίζει εἰς τί δύναται
75νὰ χρησιμεύσωσι τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα μετὰ τὴν τυχὸν διάπρα-
76ξιν σφάλματος. Ἐνδέχεται νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ Κυβέρνησις,
77ἀλλ’ ἐὰν ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἐγγράφων πεισθῇ ἡ Βουλή,
78ὅτι ὄχι μόνον δὲν συντελεῖ εἰς τὴν ὑπεράσπισιν τῶν ἐθνικῶν
79συμφερόντων, ἀλλ’ ἀκριβῶς προσβάλλει αὐτὰ ἡ ἵδρυσις ἑνὸς
80στρατοπέδου εἰς μέρος ἀκατάλληλον...
81§4ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Πῶς τὸ ἠξεύρετε;
82§5Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐὰν, εἶπον... Ἐὰν ἀποδειχθῇ τοῦτο,
83νομίζετε ὅτι εἶναι μικρὰ ἡ ὑπηρεσία τῆς ἐθνικῆς ἀντιπρο-
84σωπείας, ἡ ὁποία θὰ παρασχεθῇ ἐκ τῆς συζητήσεως; Ἡ
85Κυβέρνησις δύναται νὰ ἐξακολουθῇ ἀρνουμένη, ἀλλὰ θὰ ἀνα-
86λάβῃ ἀκεραιοτάτην τὴν εὐθύνην. Διὰ τοῦτο ἐν καιρῷ θὰ
87λάβω τὸν λόγον, ὅπως ἢ ἀποδοκιμάσω τὴν ἐνέργειαν τῆς
88Κυβερνήσεως, ἢ ἐγκρίνω αὐτήν· ἀλλὰ καθιστῶ ὑπεύθυνον τὴν
89Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἄρνησίν της.
90§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ δικαιώ-
91ματα ἑκάστου τῶν κυρίων Βουλευτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
92παραγνωρισθῶσιν· εἶναι ἀκέραια, καὶ δύναται νὰ ἀσκήσῃ αὐτὰ
93ἕκαστος, ὁσάκις βούλεται. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι γίνεται σύγ-
94χυσις, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου ζητεῖ ν’ ἀναμιχθῇ
95εἰς τὴν διοίκησιν, ζητεῖ νὰ συσκεφθῇ μὲ τὴν Κυβέρνησιν, μὲ
96τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, περὶ τοῦ μέρους, εἰς τὸ
97ὁποῖον θὰ ἱδρυθῇ τὸ στρατόπεδον. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρα-
98τιωτικῶν συλλέγει πληροφορίας· ἴσως δὲν τὰς συνεκέντρωσεν
99ἔτι αὐτὸς πάσας. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐσκέφθη ἀκόμη εἰς
100ποῖον μέρος θέλει ἱδρύσει τὸ στρατόπεδον. Ὁ κ. Βουλευτὴς
101ἐκ Βόλου λέγει, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ συμβουλεύσῃ καὶ αὐτὸς, καὶ
102ζητεῖ νὰ δώσωσιν αὐτῷ τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα, διὰ νὰ
103ἐκφράσῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι κανονι-
104κόν. Τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου εἶναι ἀκέραιον, ἐὰν ὁ Ὑπουρ-
105γὸς τῶν Στρατιωτικῶν προβῇ εἰς πράξεις, αἵτινες ἤθελον φέ-
106ρει εἰς τὸ Δημόσιον ζημίαν. Ἐὰν θέλετε νὰ ἐκφράσητε γνώ-
107μην, ἐκφράσατέ την, ἀλλὰ δὲν ἔχετε δικαίωμα ν’ ἀποφασί-
108σητε ὑμεῖς, πρὶν ἢ ἀποφασίσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιω-
109τικῶν.
110§7Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θὰ ἐπεθύμουν, τὸ δόγμα τὸ ὁποῖον
111ἀνέγραψεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ τὸ ἐνθυμῆται
112ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, καὶ ν’ ἀπομακρύνῃ τοὺς Βουλευτὰς ἀπὸ
113τὴν διοίκησιν.
114§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ εἶναι
115ἄλλο ζήτημα.
116§9Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θὰ ἐπεθύμουν, ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁ
117ὁποῖος μετὰ τόσης σοβαρότητος μοὶ ἀπήγγειλε τὸ κατηγο-
118ρητήριον, διότι ἠθέλησα νὰ συγκρουσθῶ μὲ τὴν διοικητικὴν
119ἐξουσίαν, νὰ ὑπενθυμίζῃ εἰς τοὺς φίλους του τὸ δόγμα, ὅταν
120ἐπεμβαίνωσιν εἰς τὰ τῆς διοικήσεως. Ἐπέμβασις εἰς τὴν διοί-
121κησιν εἶναι, ὅταν ζητῶ — ἐπ’ ἀνταλλάγματι τῆς βουλευτικῆς
122μου ψήφου, ἐννοεῖται, — ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν
123νὰ μοὶ διορίσῃ ἕνα ἔφορον, καὶ ὅταν ἀπειλήσω ὅτι θὰ ἐγ-
124καταλείψω τὰς τάξεις του· ἐπέμβασις εἶναι, ὅταν θὰ θελήσω
125ν’ ἀπομακρύνω ἕνα ἀνακριτήν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπέμβασις,
126ὅταν θελήσῃ τις νὰ μορφώσῃ γνώμην ἐπὶ γενικοῦ ζητήματος
127μετὰ μελέτην ἐγγράφων.
128§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκδηλώ-
129σατε τὴν γνώμην σας.
130§11Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δι-
131καίωμα νὰ δεχθῇ ἢ νὰ μὴ δεχθῇ τὴν σύστασίν μας. Ἐὰν ὁ
132κ. Πρωθυπουργὸς ἀποδέχεται τὸ δόγμα, τὸ ὁποῖον ἀνήγγει-
133λεν, ἂς τὸ ἀνακοινώσῃ εἰς τοὺς κ. Ὑπουργούς, διότι οὕτω
134θὰ διαγράψῃ σταθμὸν μεγάλης βελτιώσεως ἐν τῇ διοικήσει.
135Ἀλλ’ ἤδη, ἀφοῦ ἐζητήθη ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ πίστωσις διὰ
136τὸ στρατόπεδον, ὀφείλετε νὰ δώσητε τ’ ἀπαιτούμενα στοιχεῖα
137πρὸ τῆς συζητήσεως.
138§12Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν γνωρίζω τίς λόγος ὑπηγόρευσεν εἰς
139τὸν κ. ἐκ Βόλου συνάδελφον νὰ ζητήσῃ κατάθεσιν ἐγγράφων·
140οἱ λόγοι ὅμως δύνανται νὰ διαιρεθῶσιν εἰς δύο· ἢ πρόκειται
141νὰ συσκεφθῶσι μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ περὶ τῆς καταλλήλου
142θέσεως τοῦ στρατοπέδου, ἢ πρόκειται νὰ συσκεφθῶσι περὶ τῆς
143γενησομένης δαπάνης. Δαπάνη δὲν ζητεῖται ἤδη, οὐδὲ συζη-
144τεῖται τοιοῦτόν τι· ἐὰν συνεζητεῖτο, εἴχομεν πλῆρες τὸ στά-
145διον νὰ εἴπωμεν τὴν ἰδέαν μας, ἐὰν συμφέρῃ νὰ συστηθῇ μό-
146νιμον ἢ προσωρινὸν στρατόπεδον, καὶ εἰς ποίαν θέσιν.
147Ἡ θέσις τοῦ στρατοπέδου ἐξαρτᾶται ἐκ πολλῶν λόγων.
148Τοῦτο δὲ γνωρίζει κάλλιον ἡμῶν ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία.
149Ἡ εἰσήγησις τοῦ Α ἢ Β Βουλευτοῦ οὐδεμίαν δύναται νὰ
150ἀσκήσῃ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν συστηθησομένων ἐπιτροπειῶν, αἱ
151ὁποῖαι φέρουσιν ὅλα τὰ βάρη καὶ τὰς εὐθύνας τοῦ στρατο-
152πέδου. Φρονῶ ἀδιστάκτως, οὐχὶ ὡς στρατιώτης, ἀλλ’ ὡς
153πολιτευόμενος, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀναμιγνύωνται εἰς τὴν στρα-
154τιωτικὴν ὑπηρεσίαν οἱ Βουλευταί. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐλευθε-
155ρίας τοῦ λόγου πλειότερον τοῦ κ. συναδέλφου, ἀλλ’ εἰς ζη-
156τήματα τόσον λεπτά, τῶν ὁποίων ἀγνοοῦμεν τὰς λεπτομε-
157ρείας, δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπο-
158στηρίξωμεν ἰδέας, κατὰ τῶν ὁποίων ἀντίκειται ἡ γνώμη εἰ-
159δικῶν ἐπιτροπῶν. Ὁ κ. Ὑπουργός, μέλλων νὰ συστήσῃ τὸ
160στρατόπεδον, θὰ λάβῃ ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα διατάσσον-
161ται ὑπὸ τῶν γενικῶν κανόνων περὶ συντηρήσεως τῶν στρατο-
162πέδων.
163§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, εἰσέρχεσθε εἰς τὴν οὐσίαν.
164§14Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ ζήτημα τοῦ στρατοπέδου εἶναι καθα-
165ρῶς στρατιωτικόν, καὶ πρέπει νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουρ-
166γὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα συστήσῃ τὸ στρατόπεδον ὅπου
167θέλει, ἀκούων τὴν γνώμην τῶν ἁρμοδίων ἐπιτροπῶν. Ὅταν
168συζητήσωμεν τὰς σχετικὰς πιστώσεις, τότε ἔχομεν τὸ δικαίωμα
169νὰ συζητήσωμεν περὶ πάντων, καθὼς καὶ περὶ τῆς θέσεως.
170§15Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πῶς δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, χω-
171ρὶς νὰ ἔχωμεν τὰ στοιχεῖα;
172§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰσάγω εἰς
173τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, διὰ τοῦ
174ὁποίου ζητεῖται ἡ ἄδεια, ἵνα καταστραφῶσι διὰ τοῦ πυρὸς
1751330 ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, αἱ
176ὁποῖαι ἔμειναν ἀδιάθετοι ἐν τῷ Κεντρικῷ Ταμείῳ.
177§17ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσω-
178τερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀνα-
179πληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ
180τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως
181τοῦ 1896 ἐκ δρ. 349,000.
182Προσέτι καταθέτω ἀπαντήσεις εἰς διαφόρους ἐπερωτήσεις
183τῶν κ. Βουλευτῶν Τριφυλίας, Μεσσήνης καὶ Σύρου.
184§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ
185καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 189–190).
186Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Σωτ. Δανόπουλος, Θ. Βελλιανίτης καὶ
187Κ. Ἀσημακόπουλος ὑπέβαλον πρότασιν νόμου περὶ τροπο-
188ποιήσεως τοῦ ΑΡΞΒʹ νόμου τῆς 29 Μαρτίου 1884 ἔτους
189περὶ βαθμολογίας κλπ. τῶν οἰκονομικῶν βαθμοφόρων τοῦ
190Β. Ναυτικοῦ καὶ τοῦ ͵ΒΥΔʹ νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ
191ἀνωτέρω νόμου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
192ράρτημα, ἀριθ. 191).
193Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως περὶ
194τῶν τοῦ συμβιβασμοῦ.
195§19ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Κραναίας καὶ ἐκ Παρνασ-
196σίδος συνάδελφοι ἐκάκισαν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως
197ὅτι δὲν ἐφρόντισεν, ἅμ’ ἀνελθὼν εἰς τὴν ἀρχήν, νὰ μελετήσῃ
198τὸν φάκελλον τῶν ὑπὸ τοῦ Τρικούπη διεξαχθεισῶν διαπραγ-
199ματεύσεων καὶ νὰ ἐπαναλάβῃ ταύτας αὐτὸς ἐκ τοῦ σημείου,
200ἐν ᾧ ἐκεῖνος τὰς εἶχεν ἐγκαταλίπει. Ἐγὼ συμφωνῶ πρὸς αὐ-
201τοὺς πληρέστατα, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὤφειλε νὰ μελε-
202τήσῃ τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος φάκελλον, ὅπως οὕτω καταστῇ
203ἐνήμερος τῶν γενομένων διαπραγματεύσεων καὶ γινώσκῃ ἀκρι-
204βῶς, τί κυρίως αἱ ἐπιτροπεῖαι τῶν ὁμολογιούχων ἐζήτουν, τί
205δ’ ἐδόθη εἰς ταύτας ὑπὸ τοῦ προκατόχου του. Ἠπόρησα
206μάλιστα, ἀκούσας ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε
207τὸ πρῶτον ἐζητήθη ὁ φάκελλος ἐκεῖνος παρὰ τοῦ κ. Βου-
208λευτοῦ Παρνασσίδος, ἐδήλωσεν ὅτι ἠγνόει κἂν τὴν ὕπαρξιν
209αὐτοῦ. Δὲν ἀποδέχομαι ὅμως, ὅτι αὐτὸς ὤφειλε νὰ ἐπανα-
210λάβῃ τὰς διαπραγματεύσεις ἐκ τοῦ σημείου, ἐν ᾧ εἶχεν ἐγ-
211καταλίπει αὐτὰς ὁ Τρικούπης. Αἱ διαπραγματεύσεις ἐκεῖναι
212εἶχον ναυαγήσει ὁλοσχερῶς, ἀφ’ οὗ χρόνου καὶ ἡ συμφωνία,
213ἡ ἐπιτευχθεῖσα ἐνταῦθα μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν τριῶν
214ἐπιτροπειῶν τῶν ὁμολογιούχων καὶ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ
215τῆς Ἑλλάδος, εἶχεν ἀποκρουσθῆ ὑπὸ τῶν ἐπιτροπειῶν, καὶ
216ἡ σύμβασις, ἡ συνομολογηθεῖσα κατ’ Αὔγουστον μῆνα τοῦ
2171893 ἐν Λονδίνῳ, εἶχεν ἀποῤῥιφθῆ ὑπὸ τῆς ἐκεῖ συγκληθεί-
218σης συνελεύσεως τῶν Ἄγγλων ὁμολογιούχων. Καὶ εἶναι μὲν
219ἀληθές, ὅτι ὁ Τρικούπης, λόγου γενομένου μετὰ ταῦτα ἐν
220τῇ Βουλῇ περὶ συμβιβασμοῦ, ἰσχυρίσθη ὅτι αὐτὸς ἐξηκολού-
221θει νὰ θεωρῇ ἔγκυρον τὴν ἐπιτευχθεῖσαν ἐν Ἀθήναις συμφω-
222νίαν, ἐφ’ ὅσον αὕτη δὲν ἀπεῤῥίπτετο ὑπὸ τῶν συνελεύσεων
223τῶν ὁμολογιούχων, εἰς ἃς αἱ ἐπιτροπεῖαι αὐτῶν ὤφειλον νὰ
224τὰς ὑποβάλωσιν, ἀλλὰ πῶς συνεβιβάζετο πρὸς τὴν γνώμην
225του ταύτην τὸ γεγονός, καθ’ ὃ προέβη εἰς συνομολόγησιν
226ἰδιαιτέρας συμβάσεως πρὸς τὴν ἐπιτροπείαν τῶν Ἄγγλων
227ὁμολογιούχων, συμβάσεως διαφερούσης ἔν τισι πρὸς τὴν ἐν-
228ταῦθα ἐπιτευχθεῖσαν συμφωνίαν; Πλὴν ἀπεῤῥίφθη καὶ ἡ σύμ-
229βασις αὕτη, ὡς εἴδομεν, ὑπὸ τῶν ἐν Λονδίνῳ συνελθόντων
230ὁμολογιούχων, μεθ’ ὃ αἱ ἐπιτροπεῖαι ἀπηύθυναν νέας προτά-
231σεις πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἀπαραδέκτους ὑπὸ
232ταύτης θεωρηθείσας, καθόσον ἐζητοῦντο δι’ αὐτῶν σὺν ἄλ-
233λοις, ὡς minimum ποσοστῶν τόκου, 35%, συμμετοχὴ εἰς
234τὰς προσαυξήσεις τῶν εἰσπράξεων τῶν ὑπεγγύων προσόδων
235καὶ ἀναδιοργάνωσις τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, εἰς ἣν
236θ’ ἀνετίθετο ἡ διαχείρισις τῶν ὑπεγγύων προσόδων, κατὰ
237τρόπον ἐπιτρέποντα τὴν συμμετοχὴν εἰς τὸ Συμβούλιόν της
238τριῶν ἀντιπροσώπων τῶν Γερμανῶν, Ἄγγλων καὶ Γάλλων
239ὁμολογιούχων. Αἱ διαπραγματεύσεις εἶχον οὕτω ναυαγήσει
240ὑπὸ τὸν Τρικούπην, ὥστε ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ
241ἐννοήσω, ἐκ τίνος σημείου ὤφειλε νὰ ἐπαναλάβῃ αὐτὰς ὁ
242νῦν Πρωθυπουργός.
243Τοῦτο ὅμως δὲν ἦτο λόγος, ὅπως μὴ μελετήσῃ αὐτὸς ἐπι-
244σταμένως τὸν σχετικὸν φάκελλον καὶ ἀρυσθῇ ἐκ τούτου τὰ
245ἀναγκαῖα διδάγματα. Καὶ τὸ πρῶτον καὶ κύριον δίδαγμα,
246ὅπερ θὰ ἠρύετο ἐξ αὐτοῦ, θὰ ἦτο κατ’ ἐμὲ ἡ πεποίθησις, ὅτι
247ἢ ἔπρεπε νὰ ἀνατρέψῃ τὸν νόμον τῆς 10 Δεκεμβρίου, ὅστις
248ἦτο τὸ κυριώτατον δυσυπέρβλητον δι’ ἡμᾶς πρόσκομμα
249πρὸς συνομολόγησιν τοῦ συμβιβασμοῦ, καὶ νὰ δημιουρ-
250γήσῃ οὕτω νέαν ὅλως βάσιν πρὸς διαπραγμάτευσιν, ἢ
251ὤφειλεν, ἀποδεχόμενος τὸν νόμον ἐκεῖνον, ὡς καλῶς κείμενον
252κακὸν, ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὰς συνεπείας αὐτοῦ. Μέση τις ὁδὸς
253δὲν ὑπελείπετο εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργόν.
254Τὸ πρῶτον ἀπῄτει βεβαίως ἀπόφασιν καὶ τόλμην, ἣν
255ἔπρεπε νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ ἡ περι-
256στοιχίζουσα αὐτὸν ἐν τῇ Βουλῇ πλειονοψηφία καὶ ἡ ἐμπι-
257στοσύνη καὶ ἰδιαιτέρα στοργὴ, μεθ’ ἧς φαίνεται περιβάλλον
258νῦν αὐτὸν τὸ Στέμμα. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὤφειλεν
259αὐτὸς νὰ ἄρῃ πάραυτα ἐκ τοῦ μέσου τὴν πέτραν τοῦ σκαν-
260δάλου, τὸν νόμον τῆς χρεωκοπίας, δηλῶν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐνόει
261ν’ ἀποκαταστήσῃ εἰς τὴν ἰσχύν των πάσας τὰς πρὸς τοὺς
262πιστωτὰς συμβάσεις της ὁμοῦ μετὰ τῶν ὑπεγγύων αὐτῶν
263προσόδων. Μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν ταύτην τοῦ πρώην
264καθεστῶτος, ὅπερ μονομερῶς καὶ αὐθαιρέτως ἠθετήθη διὰ
265τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου, ἠδύνατο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
266Κυβερνήσεως, ἀνακοινῶν τὴν ἀνικανότητα τῆς Ἑλλάδος
267πρὸς ἐκπλήρωσιν ἀκεραίων τῶν ὑποχρεώσεών της, νὰ καλέσῃ
268τοὺς πιστωτὰς ἡμῶν πρὸς διακανόνισιν ἀπὸ κοινοῦ τῶν
269πρὸς αὐτοὺς σχέσεών μας, καὶ θὰ ἐβλέπετε τότε, Κύριοι, ὁπό-
270σον ταχέως θὰ ἤγετο αὕτη εἰς πέρας.
271Δὲν εἶχε τὸ θάῤῥος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἵνα λάβῃ τοιαύ-
272την ἀπόφασιν; τότε ὤφειλε τοὐλάχιστον ν’ ἀντιμετωπίσῃ
273ἐν ἐπιγνώσει τὰς συνεπείας τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμ-
274βρίου. Ὤφειλε νὰ ἐννοήσῃ πάραυτα, ὅτι οἱ πιστωταί μας,
275ἔχοντες ὁπωςδήποτε διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐξησφαλισμένα τὰ
27630%, οὐδέποτε θὰ προήρχοντο εἰς συμβιβασμὸν πρὸς ἡμᾶς,
277ἐὰν δὲν ἐλάμβανον τί πλέον ἐκείνου, ὅπερ νομίζουσιν ὅτι ἔχου-
278σιν ἤδη κεκτημένον. Ὤφειλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πᾶσαν προσπά-
279θειαν νὰ καταβάλῃ, ὅπως διασώσῃ ἀλώβητα τὰ κυριαρχικὰ
280δικαιώματα τοῦ Κράτους, ἀντὶ τούτου προβαίνων εἰς πᾶσαν
281δυνατὴν θυσίαν ὡς πρὸ τὰ ποσοστὰ τοῦ πληρωτέου τόκου.
282Ἔδαφος δὲ προσφορώτατον εἰς τοῦτο εἶχον παράσχει αὐτοὶ
283οἱ πιστωταὶ πρὸς ἡμᾶς, προτείναντες ἀρχικῶς, ὡς συνάγεται
284ἐκ τοῦ φακέλλου τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ Τρικούπη, τὴν
285πληρωμὴν τῶν ποσοστῶν τοῦ τόκου εἰς τραπεζικὰ γραμμά-
286τια. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ θὰ ἠδυνάμεθα ἡμεῖς νὰ προσφέ-
287ρωμεν νῦν, ἀντὶ τῶν 10% εἰς χρυσὸν, 50% εἰς τραπεζικὰ
288γραμμάτια, ἅτινα σὺν τῇ βελτιώσει τῆς νομισματικῆς ἡμῶν
289ἀνωμαλίας τὰ 30% εἰς χρυσὸν θὰ ἀνεβίβαζον σὺν τῷ χρόνῳ
290εἰς 35%, 40% καὶ 50%, ἄν ποτε ἀποκαθίστατο ἐν
291ἡμῖν ἡ ἰσοτιμία τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον.
292Ἐν τούτῳ θὰ συνέπιπτε βεβαίως τὸ συμφέρον τῶν πιστω-
293τῶν πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους. Τὸ συμφέρον τοῦ Κρά-
294τους ἐν τῇ βελτιώσει τῆς νομισματικῆς ἡμῶν ἀνωμαλίας
295εἶναι πρόδηλον εἰς πάντας. Ἐν τῷ συμφέροντι τῶν πιστω-
296τῶν μας ἔγκειται, ὅταν λαμβάνωσι τὸν τόκον εἰς τραπε-
297ζικὰ γραμμάτια, νὰ προμηθεύωνται διὰ τούτων τὸν χρυσὸν
298καὶ τὸ συνάλλαγμα εἰς ὅσον οἷόν τε εὐθηνοτέραν τιμὴν, ἀφοῦ
299οὕτω θὰ εἰσπράττωσιν αὐτοὶ πλείονα. Τὸ συμφέρον τοῦτο
300θὰ ἐκίνει αὐτοὺς, ἵνα ὑποβοηθήσωσιν ἡμᾶς ἐκ παντὸς τρό-
301που, ὅπως ὅσον οἷόν τε τάχιον ἀποκαταστήσωμεν τὴν ἰσο-
302τιμίαν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου πρὸς τὸν χρυσόν.
303Καὶ ἐὰν δὲ, ὅπερ ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν πιστεύω, οἱ πιστω-
304ταί μας μεταβαλόντες τὴν ἀρχικήν των πρόθεσιν, ἐπέμενον
305νῦν εἰς τὴν εἰς χρυσὸν καταβολὴν τῶν ποσοστῶν τῶν τόκων,
306ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὤφειλε καὶ ἐν τούτῳ νὰ φανῇ ἐνδοτικὸς,
307παρέχων πρὸς αὐτοὺς ἀνώτερα ποσοστὰ τῶν διὰ τοῦ νόμου
308τῆς 10 Δεκεμβρίου χορηγηθέντων, καὶ ἐν ἀνάγκῃ διαθέτων
309καί τινα ποσοστὰ εἰς πληρωμὴν χρεωλυσίου. Ἐὰν, Κύριοι,
310πιστεύωμεν τῳόντι, καὶ πρέπει νὰ πιστεύωμεν, ὅτι ὁ συμβι-
311βασμὸς εἶναι ἀποκατάστασις τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως,
312ὡς τοιοῦτος δὲ θὰ ἦναι ἡ ἀφετηρία τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν
313ἀναῤῥώσεως, οὐδόλως πρέπει νὰ πτοώμεθα πρὸ τῆς τοιαύτης
314θυσίας. Ἅμα τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως ἀποκαθισταμένης,
315εὐθὺς ἅμα εἰσελθόντες ἡμεῖς εἰς τὴν ὁδὸν τῆς οἰκονομικῆς
316ἀναῤῥώσεως, θὰ εἴχομεν πάραυτα τοσαύτην βελτίωσιν τῆς
317νομισματικῆς ἡμῶν ἀνωμαλίας, ὥστε σὺν τῷ χρόνῳ θὰ
318ἐχρειαζόμεθα εἰς προμήθειαν τῶν ἀνωτέρω ποσοστῶν τόκου
319καὶ χρεωλυσίου ὅσα καὶ νῦν εἰς προμήθειαν τῶν 30% εἰς
320χρυσὸν, βραδύτερον δὲ καὶ ὀλιγώτερα αὐτῶν.
321Πρὸ τῆς τοιαύτης ἐνδοτικότητος ἡμῶν ὡς πρὸς τὸ ζή-
322τημα τῶν καταβλητέων ποσοστῶν, βεβαίως θὰ καθίσταντο
323ἐνδοτικώτεροι καὶ οἱ πιστωταί μας, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα
324τῶν ἐγγυήσεων. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους τί ζητοῦσιν αὐτοὶ καὶ ὡς
325πρὸς τὰς ἐγγυήσεις; πᾶσαν δυνατὴν ἀσφάλειαν, προφυλάτ-
326τουσαν αὐτοὺς ἐξ ἐνδεχομένης ὑποτροπῆς ἡμῶν εἰς τὸ πά-
327θημα τῆς 10 Δεκεμβρίου. Καὶ τί ἀξιοῦσι πρὸς τοῦτο; συμ-
328μετοχὴν τριῶν ἀντιπροσώπων των εἰς τὴν ἑταιρίαν τὴν δια-
329χειρισθησομένην τὰς ὑπεγγύους προσόδους. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο
330τῳόντι ἀποχρῶσα δι’ αὐτοὺς ἀσφάλεια; Κύριοι, ὄχι τρεῖς,
331ἀλλὰ δέκα καὶ τρεῖς ἀντιπροσώπους ἂν εἶχον ἐν τῇ τοιαύτῃ
332ἑταιρίᾳ, ἐρωτῶ, εἰς τί θὰ τοὺς ὠφέλουν οὗτοι, ἐάν ποτε,
333παρατεινομένης τῆς νῦν ἀταξίας ἐν τῇ οἰκονομικῇ ἡμῶν δια-
334χειρίσει, τῆς νῦν οἰκονομικῆς ἡμῶν καχεξίας, καθίστατο καὶ
335αὖθις τὸ Κράτος ἀνίκανον πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώ-
336σεών του; Αἱ ὑπέγγυοι πρόσοδοι θὰ εὑρίσκοντο καὶ πάλιν εἰς
337τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην ν’ ἀλλάξωσιν ἀκόμη μίαν φορὰν
338τόπον διαμονῆς, ὡς ἐν ἔτει 1893, οἱ δὲ κ. κ. ἀντιπρόσωποι
339τῶν ὁμολογιούχων ἐν τῇ διαχειριστικῇ αὐτῶν ἑταιρίᾳ τὸ
340πολὺ πολὺ θὰ συνέταττον μίαν ἐντονωτέραν διαμαρτυρίαν
341ἐκείνης, ἣν συνέταξεν ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων, ὅτε αὕτη
342ἠναγκάσθη νὰ παραδώσῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὰς δια-
343πεπιστευμένας εἰς αὐτὴν εἰσπράξεις τῶν Μονοπωλίων.
344Αἱ ἐγγυήσεις, Κύριοι, ὡς ἐννοοῦσιν αὐτὰς αἱ ἐπιτροπαὶ
345τῶν ὁμολογιούχων, εἶναι κυρίως εἰπεῖν χάρτιναι. Ἐνῷ δι’
346ἡμᾶς εἶναι αὐταὶ ἀπαράδεκτοι, ὡς ἁπτόμεναι τῶν κυριαρχι-
347κῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους, ὡς μὴ δυνάμεναι ποτὲ νὰ
348ψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς,—διὸ οὐδὲ προετάθησάν ποτε
349τοιαῦται εἰς συνταγματικὸν Κράτος,—δὲν δύνανται νὰ παρά-
350σχωσιν αὐταὶ καὶ εἰς τοὺς πιστωτὰς, ὡς εἴδομεν, ἣν ἀπεκ-
351δέχονται οὗτοι ἐξ αὐτῶν ἀσφάλειαν. Πρὸς τί τότε ἡ τοσαύτη
352περὶ αὐτῶν πολυπραγμοσύνη; Δὲν θὰ ἦτο προτιμότερον εἰς
353τοὺς ὁμολογιούχους νὰ ἀρκεσθῶσιν εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν
354ὑπεγγύων προσόδων ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, νὰ
355λάβωσι δὲ ἄλλας ἁπτοτέρας ἀσφαλείας περὶ τοῦ μέλλοντος;
356Πλὴν ποῖαί τινες αὗται;
357Τὰς ἀσφαλείας αὐτὰς θὰ παρείχομεν ἡμεῖς, ἐὰν ἅμα τῇ
358ἐνάρξει τῶν διαπραγματεύσεων, εἰ δυνατὸν δὲ, καὶ πρὸ αὐτῆς,
359προεβαίνομεν εἰς πάσας τὰς ἀναγκαίας οἰκονομικὰς μεταῤ-
360ῥυθμίσεις. Ἐὰν ἐσπεύδομεν ν’ ἀναδιοργανώσωμεν τόν τε διοι-
361κητικὸν καὶ δικαστικὸν ἔλεγχον τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν δια-
362χειρίσεως καὶ ἀπεδεικνύομεν αὐτὸν ζῶντα καὶ ἐνεργόν· ἐὰν
363ἐσπεύδομεν νὰ προβῶμεν εἰς πᾶσαν δυνατὴν οἰκονομίαν ἐν τοῖς
364ἐξόδοις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κειμένης ὀργα-
365νικῆς ἡμῶν νομοθεσίας καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ῥιζικῆς ταύτης μεταῤ-
366ῥυθμίσεως ἐὰν ἐσπεύδομεν νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν καὶ τὴν ὅλην
367φορολογικὴν ἡμῶν νομοθεσίαν, ὡς ὑπέδειξα ἤδη πρότερον· ἐὰν,
368λέγω, ταῦτα πάντα ἐσπεύδομεν νὰ πράξωμεν ἐγκαίρως, τότε
369μὴ ἀμφιβάλλετε, Κύριοι, ὅτι θὰ παρείχομεν οὕτω τὰς μόνας
370ἁπτὰς, τὰς μόνας ἀσφαλεῖς ἐγγυήσεις πρὸς τοὺς πιστωτάς
371μας. Οὕτω θ’ ἀπεδεικνύομεν ἐμπράκτως, ὅτι ἐλάβομεν πλέον
372ὁριστικὸν διαζύγιον πρὸς τὸ παρελθὸν ἐκεῖνο, ὅπερ ἤγαγεν
373ἡμᾶς εἰς τὴν χρεωκοπίαν, ὅτι ἐλάβομεν πλέον τὴν ἀμετάθε-
374τον ἀπόφασιν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἀναῤῥώσεως.
375Οὕτω θὰ ἐνεπνέομεν καὶ εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ εἰς τοὺς ξένους
376ἐμπιστοσύνην, καθιστῶσαν περιττὴν ὅλως τὴν νῦν ἀπαιτου-
377μένην προσαύξησιν τῶν ἐγγυήσεων. Ἰδοὺ, Κύριοι, τί εἶχε νὰ
378πράξῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εὐθὺς ἅμ’ ἀνελθὼν
379εἰς τὴν ἀρχὴν, ἐν τῷ ζητήματι τοῦ συμβιβασμοῦ, ἐὰν ἤθελε
380νὰ ἴδῃ ταχέως πληρουμένην τὴν περὶ τούτου ἐπαγγελίαν
381του, εἰς ἣν πιστεύσας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὸν περιέβαλε διὰ
382τοιαύτης καταπληκτικῆς πλειονοψηφίας.
383Ἀλλ’ ὅταν τις, Κύριοι, ταῦτα ἔχων πρὸ ὀφθαλμῶν, ἀνα-
384σκοπῇ τὴν μέχρι τοῦδε πολιτείαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐν
385τῷ ζητήματι τοῦ συμβιβασμοῦ, προάγεται καὶ ἄκων νὰ πι-
386στεύσῃ, ὅτι κακός τις δαίμων τῆς Ἑλλάδος ὤθησε μέχρι
387τοῦδε αὐτὸν εἰς τὸ νὰ πράξῃ ἐν αὐτῷ ἀκριβῶς πᾶν τὸ ἀντί-
388θετον ἐκείνου, ὅπερ ἔπρεπε νὰ πράξῃ, οὕτω δὲ, ἀντὶ νὰ ἔχῃ
389ἤδη συντελεσθῆ ὁ συμβιβασμὸς, ἢ νὰ ἔχωμεν τοὐλάχιστον
390προσεγγίσει εἰς τὴν ἐπίτευξίν του, νὰ εὑρισκώμεθα τὴν σή-
391μερον παρασάγγας πολλοὺς μακρότερον αὐτοῦ ἢ ὑπὸ τὴν
392πρωθυπουργίαν τοῦ μακαρίτου Τρικούπη. Πῶς ὁ κ. Πρόεδρος
393τῆς Κυβερνήσεως, ὁ διακηρύττων πρὶν ἔλθῃ εἰς τὰ πράγ-
394ματα, ὅτι πᾶσα ἡμέρα παρερχομένη ἄνευ συμβιβασμοῦ ἦτο
395δι’ ἡμᾶς ζημία ἀνεπανόρθωτος, κατώρθωσεν, ὥστε μετὰ δέκα
396καὶ ὀκτὼ μῆνας, ἀφ’ ὅτου αὐτὸς διαχειρίζεται τὰ κοινὰ,
397ἀντὶ νὰ προσεγγίσωμεν εἰς τὸν συμβιβασμὸν, νὰ εὑρισκώμεθα
398μακρότερον αὐτοῦ νῦν ἢ πρὸ τῆς ἀνόδου του εἰς τὴν Κυβέρ-
399νησιν, τοῦτο εἶναι τῇ ἀληθείᾳ θαῦμα, ὅπερ ἐζήτησεν ἤδη νὰ
400ἐξηγήσῃ μόνος του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, προβάλλων εἰς ἡμᾶς,
401κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1897, ὅτι ναὶ
402μὲν ἐθεώρει ἐν ἀρχῇ τὸ ζήτημα εὔκολον, ἐπείσθη ὅμως βρα-
403δύτερον ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι αὐτὸ εἶναι δυσχερὲς τὰ μάλι-
404στα. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι αὐτὸς, ἀντὶ νὰ ἐλαττώσῃ
405τὰς φύσει συμπαρομαρτούσας εἰς τὴν διακανόνισιν τῶν σχέ-
406σεων ἡμῶν πρὸς τοὺς πιστωτὰς δυσχερείας, ἐπηύξησεν αὐτὰς
407ἔτι μᾶλλον· καὶ ἰδού πως.
408Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νομίσας, ὡς φαίνεται,
409ὅτι ὅλη ἡ διαφωνία μεταξὺ τοῦ Τρικούπη καὶ τῶν ἐπιτρο-
410πειῶν τῶν ὁμολογιούχων συνίστατο εἰς τὴν συμμετοχὴν
411τούτων εἰς τὴν προσαύξησιν τῶν εἰσπράξεων τῶν ὑπεγγύων
412προσόδων, ἐπίστευσεν ὅτι, ἐὰν ἐλάμβανεν αὐτὸς τὴν γενναίαν
413ἀπόφασιν νὰ προβῇ εἰς τὴν τοιαύτην παραχώρησιν, τὸ ζή-
414τημα θὰ ἐλύετο πάραυτα. Ἐν τῇ πεποιθήσει ταύτῃ, ἔσπευσε
415κατὰ τὴν ἐκλογικήν του περιοδείαν, ἐπαγγελλόμενος πρὸς τὸν
416Ἑλληνικὸν λαὸν τὴν ταχεῖαν, τὴν ἄμεσον συντέλεσιν τοῦ συμ-
417βιβασμοῦ, νὰ καταστήσῃ τοῦτον κοινωνὸν καὶ τοῦ τρόπου,
418καθ’ ὃν θὰ κατωρθοῦτο τὸ πρᾶγμα. Ἀλλὰ τοῦτο ἦτο, κατ’
419ἐμὴν γνώμην, τὸ πρῶτον μέγα σφάλμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
420Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ἐγὼ νῦν, κατὰ πόσον ἡ συμμετοχὴ τῶν
421ὁμολογιούχων εἰς τὴν προσαύξησιν τῶν εἰσπράξεων τῶν ὑπεγ-
422γύων προσόδων ἐνέχει κατ’ ἀρχὴν τὴν ἰδέαν τοῦ ξενικοῦ ἐλέγ-
423χου. Τὴν περὶ τούτου γνώμην ἐξεδηλώσαμεν ἡμεῖς ἤδη, ὅτε
424τὸ πρῶτον ἐν ἔτει 1894 ἐῤῥίφθη ἐν τῇ Βουλῇ ἡ ἰδέα αὕτη
425ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης συναδέλφου. Καὶ τότε ἀπεκρού-
426σαμεν αὐτὴν, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι, ὅταν παραχωρῇ τις εἰς
427ἄλλον συμμετοχὴν εἰς τὴν προσαύξησιν τῶν εἰσπράξεων προσό-
428δου τινὸς, συμπαραχωρεῖ εἰς αὐτὸν κατ’ ἀνάγκην καὶ τὸ δι-
429καίωμα τῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς προσόδου ταύ-
430της, ἀφοῦ οὕτω καὶ μόνον δύναται νὰ γινώσκῃ αὐτὸς, τί περι-
431πλέον εἰσπράττεται καὶ τί περιπλέον ἐντεῦθεν ἀνήκει εἰς αὐτόν·
432καὶ νῦν δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἄλλην γνώμην. Ἀλλὰ νομίζω
433περιττὸν νὰ προσθέσω τι νῦν ἐγὼ εἰς ὅσα εἶπε περὶ τούτου ἤδη
434ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Παρνασσίδος, ἀναιρῶν τὰ σχετικὰ ἐπι-
435χειρήματα τοῦ κ. Καραπάνου. Ἐγὼ, Κύριοι, ἤθελον νὰ εἴπω
436μᾶλλον, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ ἐνόμισεν ὅτι
437ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην παραχώρησιν πρὸς τοὺς ὁμολο-
438γιούχους, ὤφειλε τοὐλάχιστον νὰ προβάλῃ αὐτὴν ἐν καιρῷ
439διαπραγματεύσεων, καὶ δὴ ἀφοῦ ἐξησφάλιζε προηγουμένως τὸ
440κατάλληλον ἀντάλλαγμα παρ’ αὐτῶν. Προεξοφλήσας ὅμως
441τοιοῦτον πλεονέκτημα δι’ αὐτοὺς τόσον ἀκαίρως, οὐ μόνον δὲν
442ἐβελτίωσεν οὕτω τὴν θέσιν ἡμῶν ἐν τῷ ζητήματι τοῦ συμβι-
443βασμοῦ, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ ἐδυσχέρανεν αὐτὴν, καταστήσας
444τὰς ἐπιτροπείας τῶν ὁμολογιούχων ἀπαιτητικωτέρας.
445Δεύτερον ἐπίσης μέγα σφάλμα διέπραξεν ὁ κ. Πρωθυπουρ-
446γὸς, σπεύσας νὰ προβῇ εἰς τὴν σύστασιν τοῦ γραφείου τῆς
447ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, πρὶν ἢ ἔλθῃ εἰς οἱανδήποτε
448συνεννόησιν πρὸς τοὺς πιστωτάς. Δὲν ἀγνοῶ, Κύριοι, ὅτι
449ἠθέλησεν οὕτω νὰ παραστήσῃ αὐτὸς τὸ Κράτος ὡς οἰκειο-
450θελῶς παρέχον πᾶσαν δυνατὴν ἐγγύησιν περὶ τὴν διαχείρισιν
451τῶν προσόδων τῶν προωρισμένων εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν
452δανείων. Ἀλλ’ οὐδὲν ἐστὶ καλὸν, ἂν μὴ καλῶς γένηται. Ἡ
453ἀγαθὴ πρόθεσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐκδηλω-
454θεῖσα ὡς ἐξεδηλώθη αὕτη, παρεξηγήθη ὑπὸ τῶν ὁμολογι-
455ούχων. Οὗτοι ἐνόμισαν, ὅτι τὸ Κράτος ἠθέλησεν οὕτω πως νὰ
456κανονίσῃ αὐτὸ μονομερῶς τὰ τῶν ἐγγυήσεων· διὸ οὐδ’ ἔλαβον
457κἂν ὑπὸ σημείωσιν τὴν σύστασιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος γρα-
458φείου. Ἐγὼ πολὺ φοβοῦμαι μάλιστα, ὅτι τὸ γεγονὸς τοῦτο
459διέθεσε μᾶλλον δυσπίστως πρὸς ἡμᾶς τοὺς πιστωτὰς, ὁ δὲ κ.
460Πρωθυπουργὸς μένει νῦν μὲ μόνην τὴν εὐχαρίστησιν, ὅτι τὸ
461νέον γραφεῖον, εἰ μή τι ἄλλο, κατώρθωσεν ὅμως ἤδη νὰ παρα-
462λάβῃ δὲν ἠξεύρω ὁπόσας χιλιάδας ἐξαργυρωθέντων τοκο-
463μεριδίων καὶ χρεωγράφων, καὶ ν’ ἀπαριθμήσῃ ταῦτα· διότι
464ἄλλη τις ἐργασία, ὡς τακτοποίησις αὐτῶν καὶ ἐγγραφὴ ἐν
465τῷ Μεγάλῳ λεγομένῳ βιβλίῳ, δὲν ἤρχισε κἂν ἐν αὐτῷ ἀκόμη,
466καθ’ ἃς ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω πληροφορίας.
467Τρίτον μέγα σφάλμα ἔχει τις νὰ καταλογίσῃ εἰς τὸν κ.
468Πρωθυπουργὸν, ὅτι δὲν ἐσκέφθη ἀμέσως νὰ ἄρξηται ἑνιαίων
469διαπραγματεύσεων ἢ ἐνταῦθα, ἐν Ἀθήναις, ὡς ὁ Τρικούπης, ἢ
470ἐν τινι τῶν πρωτευουσῶν τῶν χωρῶν, ἐν αἷς ἑδρεύουσιν αἱ ἐπι-
471τροπεῖαι τῶν ὁμολογιούχων, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ διεξαγάγῃ αὐτὰς
472χωριστὰ ἐν ἑκάστῃ ἕδρᾳ τῶν ἐπιτροπειῶν, καὶ δὴ διὰ τῶν
473πρεσβευτῶν, οὓς ἔγνω ἐπὶ τούτῳ ν’ ἀναδιορίσῃ ἐν Παρισίοις
474καὶ ἐν Βερολίνῳ, ἐν Λονδίνῳ ἀφήσας τὴν διεύθυνσιν τῆς Πρε-
475σβείας εἰς τὸν ἐπιτετραμμένον ἡμῶν, πρὸς ὃν ἐξακολουθεῖ καὶ
476αὐτός, ἄνευ λόγου ἀποχρῶντος, ἀπονέμων ἡμερήσιον ἐπίδομα
477ἐξ 25 φρ. χρ. ἐπὶ τῇ βάσει παρανόμου διατάγματος, ἐκδο-
478θέντος ἐν ἔτει 1895 ὑπὸ τοῦ τότε ἀχρόου Ὑπουργείου. Πολὺς
479χρόνος παρῆλθε πρὸ τοῦτο ἐπὶ ματαίῳ, ἕως οὗ ἡ Βουλὴ ψη-
480φίσῃ τὰς σχετικὰς πιστώσεις καὶ γείνῃ ὁ διορισμὸς τῶν νέων
481πρεσβευτῶν. Πλὴν καὶ τότε ἐδέησεν ὁ κ. Πρόεδρος νὰ ὑπο-
482χωρήσῃ εἰς τὴν ἀξίωσιν τῶν ἐπιτροπειῶν, ὅπως ἐν ἑνὶ καὶ
483μόνῳ κέντρῳ, ἐν Παρισίοις, διεξαχθῶσιν αἱ διαπραγματεύσεις,
484ὑπελείφθη δ’ ἐντεῦθεν εἰς τοὺς πιστωτὰς μόνη ἡ ἐντύπωσις,
485ὅτι αὐτὸς ἐζήτησεν οὕτω νὰ διασπάσῃ αὐτούς, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν
486συμφερόντων αὐτῶν, ἐξ οὗ ἐπετάθη μόνον ἡ πρὸς αὐτὸν δυσ-
487πιστία των.
488Τέταρτον μέγα σφάλμα αὐτοῦ ὑπῆρξεν, ὅτι ἐνόμισε πρέπον
489ν’ ἀπευθύνῃ μακρὰς ὁδηγίας πρὸς τοὺς ἡμετέρους πρεσβευτάς,
490δι’ ὧν ἐποιεῖτο αὐτὸς τὰς πρώτας προτάσεις πρὸς τὰς ἐπιτρο-
491πείας τῶν ὁμολογιούχων. Αἱ ὁδηγίαι αὗται, Κύριοι, εἶναι αἱ
492ὑποβληθεῖσαι ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δημοσιευθεῖσαι ἐν τῷ προ-
493κειμένῳ τεύχει (ἐπιδεικνύει αὐτό). Ὅσοι ἐῤῥίψατε ἓν βλέμμα
494εἰς αὐτάς, θὰ ἐπείσθητε πάντως, ὅτι ἀτυχέστερον αὐτοῦ ἔγ-
495γραφον δὲν ἠδύνατο ποτὲ νὰ συνταχθῇ ἐν τῇ ὑποθέσει, περὶ ἧς
496ὁ λόγος. Καὶ ὑπὸ ἔποψιν γλωσσικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν λογικὴν
497εἶναι κακόζηλον καὶ κακότεχνον. Οὐδεμία σαφήνεια, οὐδεὶς
498συνειρμὸς ἰδεῶν ἀπαντᾷ ἐν αὐτῷ. Ἀλλὰ τὸ χείριστον πάντων
499εἶναι, ὅτι ὁ συντάκτης αὐτοῦ, ἐπιλαθόμενος ὅτι ἡ Κυβέρνησις
500τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἑνιαία, οὐδὲ δύναται νὰ γείνῃ διάκρισίς
501τις Πρωθυπουργῶν ἐν αὐτῇ, ὅσον ἀφορᾷ τὰς σχέσεις της πρὸς
502τοὺς ξένους, παρεκτρέπεται εἰς ἀληθὲς κατηγορητήριον τοῦ
503νῦν Πρωθυπουργοῦ πρὸς τὸν πρώην Πρωθυπουργὸν Τρικούπην,
504ὅπως δ’ ἐπιτύχῃ τοῦ σκοποῦ τούτου, περιπίπτει εἰς ἀνακρι-
505βείας ἀριθμῶν, οἵτινες ἐκθέτουσι μόνον οἰκτρῶς τὴν Ἑλλάδα
506εἰς τὰ ὄμματα τῶν πιστωτῶν της. Δὲν θὰ εἰσέλθω ἐγὼ εἰς
507λεπτομερείας νῦν, ὅπως μὴ φανῶ ἐπαναλαμβάνων ὅσα μετὰ
508τοσαύτης ἀναλυτικότητος καὶ πειστικότητος ἐν ταὐτῷ ἐξέ-
509θεσε χθὲς περὶ τούτου ὁ ἐκ Παρνασσίδος κ. συνάδελφος. Ἀρκοῦ-
510μαι μόνον νὰ παρατηρήσω, ὅτι καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην καὶ
511ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν συμπερασμάτων του, τῶν ἀφορώντων ἀμέ-
512σως εἰς τὸν συμβιβασμόν, τὸ προκείμενον ἔγγραφον ἦτο ἀληθὴς
513ψυχρολουσία διὰ τὰς ἐπιτροπείας τῶν ὁμολογιούχων. Ἀρκεῖ
514νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δι’ αὐτοῦ προετείνοντο πρὸς τούτοις ὀλιγώ-
515τερα ἐκείνων, ἅτινα αὐτοὶ νομίζουσιν ὅτι ἔχουσιν ἤδη κεκτη-
516μένα διὰ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου, ὡς ἐκ περισσοῦ δὲ
517ὑπεδεικνύετο εἰς αὐτούς, ὅτι ὤφειλον νὰ προμηθεύσωσιν εἰς
518ἡμᾶς νέον δάνειον ἐκ 30 περίπου ἑκατομμυρίων δρ. εἰς χρυσόν,
519καὶ εἰς τὴν λειτουργίαν τούτου νὰ χρησιμεύσῃ, κατὰ παράδο-
520ξον τρόπον, μέρος τῶν εἰσπράξεων τῶν εἰς αὐτοὺς προοριζομέ-
521νων νέων προσόδων.
522Ἐννοεῖται, Κύριοι, ὅτι ἔγγραφον τοιοῦτον δὲ ἠδύνατο ἢ νὰ
523θεωρηθῇ ὑπὸ τῶν ἐπιτροπειῶν τῶν ὁμολογιούχων ὡς ἁπλῆ
524εἰρωνεία ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο
525αὐτοὶ, παραπονούμενοι, κατά τι δημοσίευμα τῆς ἐπιτροπείας
526τῶν Γερμανῶν ὁμολογιούχων, ὅτι, καίτοι αἱ ἐπιτροπεῖαι ἐπέ-
527σπευδον ἀπὸ τοῦ Μαΐου τοῦ 1895 τὰς διαπραγματεύσεις, ἐν
528τούτοις ὁ κ. Δηλιγιάννης, μεθ’ ὅλον τὸ ζωηρὸν ἐνδιαφέρον,
529ὅπερ ἐπεδείκνυεν, ὅπως ἐπιτύχῃ συμβιβασμοῦ πρὸς τοὺς πιστω-
530τάς, κατώρθωσεν, ὥστε μόλις μετὰ ἓξ μῆνας νὰ ἄρξωνται αἱ
531διαπραγματεύσεις, ἀλλὰ καὶ τότε διὰ τῆς ἀνακοινώσεως τῶν
532προμνημονευθεισῶν ὁδηγιῶν, ὧν ὅμως τὸ περιεχόμενον αὐταὶ
533ἐκήρυξαν ἀπαράδεκτον καὶ ἀνάξιον πάσης συζητήσεως. Ἐσκέ-
534φθησαν τότε οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῶν ἐν Παρισίοις νὰ θέσωσι
535τὰς θεμελιώδεις βάσεις τῶν διαπραγματεύσεων, καὶ ταύτας
536ν’ ἀνακοινώσωσι τῇ 3 Φεβρουαρίου (ν. ἕ.) 1896 εἰς τὸν ἐν Πα-
537ρισίοις πρεσβευτὴν ἡμῶν κ. Ν. Δελιγιάννην ἐν εἴδει ὑπομνή-
538ματος...
539§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸν ἐν
540Παρισίοις Ἕλληνα πρέσβυν δὲν ἐνεχειρίσθη οὔτε ἀνεκοινώθη
541ἄλλο τι, εἰμὴ τὸ σχέδιον τὸ δημοσιευθὲν ἐν τῷ φυλλαδίῳ,
542ὅπερ κατέθηκα εἰς τὴν Βουλήν. Οὐδὲν ἕτερον. Ἀμφιβάλλω
543δὲ, ἐὰν ἦναι τῶν ἐν Γερμανίᾳ κομιτάτων ἔργον τὸ δημοσίευμα,
544περὶ οὗ ὁ λόγος.
545§21ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὕτως ἐπιγράφεται, δὲν διεψεύσθη δὲ ἀκόμη
546ὑπό τινος.
547§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐν Γερμα-
548νίᾳ δὲν ὑπάρχει ἓν κομιτάτον, ἀλλὰ τρία κομιτάτα, μεταξὺ
549δὲ αὐτῶν εἶναι καὶ κομιτάτον, τοῦ ὁποίου προΐσταταί τις,
550οὗτινος τὸ ὄνομα εἶναι γνωστόν, διότι ἐπλήρωσε πᾶσαν
551τὴν Ἀθηναϊκὴν κοινωνίαν δι’ ἐπιστολῶν, τὰς ὁποίας ἐπι-
552στέλλει καθ’ ἑκάστην. Ἐὰν τὸ δημοσίευμα ἦναι ἔργον τοῦ
553κομιτάτου ἐκείνου, ἐνδέχεται· ἀλλ’ ἀμφιβάλλω ἐὰν ἦναι τοῦ
554κομιτάτου τοῦ προεδρευομένου ὑπὸ τοῦ κ. Wachler. Οὐδὲ
555γνωρίζω ἐὰν ἦναι ἔργον τοῦ δευτέρου κομιτάτου. Ἀλλὰ καὶ
556τὰ τρία κομιτάτα δὲν συνῆλθον ἵνα ἀποτελέσωσιν ἓν κομιτά-
557τον, τὸ δὲ δημοσίευμα δὲν φέρει ὑπογραφήν τινα. Ἐνδέχεται
558νὰ ἦναι ἔργον ἑνὸς κομιτάτου, ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἐγράφη τῇ
559συναινέσει πάντων. Εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ὅμως τὸ
560δημοσίευμα εἶναι ἄγνωστον. Τὸ δημοσίευμα εἶναι ὅμοιον πρὸς
561τὰ διάφορα ἄρθρα τῆς «Financial News», «τῆς Ἐφημερί-
562δος τῆς Φραγκφούρτης» καὶ ἄλλων ἐφημερίδων τῆς Γερμανίας.
563§23ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι τὸ προκείμενον δη-
564μοσίευμα (ἐπιδεικνύει αὐτὸ) ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τοῦ νὰ ἦναι
565ὡς τὰ δημοσιεύματα, ἅτινα ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
566Αὐτὸ ἐπιγράφεται ἐπὶ λέξει: «Ἔκθεσις τοῦ Γερμανικοῦ ἀμυν-
567τικοῦ κομιτάτου τῶν κατόχων Ἑλληνικῶν χρεωγράφων περὶ
568τῶν διαπραγματεύσεων πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν».
569Ὡς τοιοῦτο, δὲν χρήζει τῆς ὑπογραφῆς οὔτε τοῦ κ. Wachler
570οὔτε ἄλλου τινός. Ἀρκεῖ δι’ ἡμᾶς, ὅτι δημοσιεύεται ὡς ἔκθεσις
571τοῦ μνημονευθέντος κομιτάτου· ἀρκεῖ ὅτι περιέχει λέξιν πρὸς
572λέξιν τὰς ἀντιπροτάσεις τῶν ἐπιτροπῶν τῶν ὁμολογιούχων,
573τὰς περιεχομένας καὶ ἐν τῷ τεύχει τῷ ὑποβληθέντι εἰς ἡμᾶς
574ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ἀρκεῖ ὅτι οὐδεὶς εὑρέθη μέχρι
575τοῦδε ἐν Γερμανίᾳ οὔτε ἐκ τοῦ κομιτάτου τοῦ διεξαγαγόντος
576τὰς πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν διαπραγματεύσεις, οὔτε
577ἐκ τῶν ἑτέρων δύο ἐκεῖ κομιτάτων, οὔτ’ ἐκ τῶν ὁμολογιού-
578χων, ἵνα διαψεύσῃ αὐτό. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
579εἶναι ἁρμόδιος νὰ κηρύξῃ αὐτὸ ἀνακριβές, ὡς ἔπραξεν ἤδη,
580ὡς πρὸς τὰ ἀφορῶντα ἐν αὐτῷ τὸ ὑπόμνημα τὸ ἐπιδοθὲν τῇ
5813 Φεβρουαρίου (ν. ἔ.) πρὸς τὸν ἐν Παρισίοις πρεσβευτὴν ἡμῶν·
582δὲν εἶναι ὅμως ἁρμόδιος αὐτὸς ν’ ἀναγνωρίζῃ τὸ περὶ οὗ ὁ
583λόγος δημοσίευμα ὡς ὑποβολιμαῖον, ὡς μὴ προερχόμενον ἐκ
584τοῦ ἐν Βερολίνῳ κομιτάτου. Ἁρμόδιοι πρὸς τοῦτο εἶναι, ὡς
585προεῖπον, τὰ μέλη τοῦ κομιτάτου τούτου καὶ οἱ ἐν Γερμανίᾳ
586ὁμολογιοῦχοι. Ἐν ὅσῳ δὲ αὐτοὶ δὲν τὸ ἀποκηρύττουσιν, ἐν
587ὅσῳ δὲν τὸ διαψεύδουσι καὶ τὰ ἐν Λονδίνῳ καὶ ἐν Παρισίοις
588κομιτάτα, περὶ τῶν κοινῶν ἐνεργειῶν τῶν ὁποίων εὐθύναι, οὕ-
589τως εἰπεῖν, δίδονται ἐν αὐτῷ, ἡμεῖς οὐδένα λόγον ἔχομεν νὰ
590συμφωνήσωμεν πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἡμεῖς
591τοὐναντίον εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ συμβουλευθῶμεν αὐτὸ, ὅπως
592ἐπιχύσωμεν οὕτω φῶς εἰς τὰ σημεῖα τῆς ὑποθέσεως, ἅτινα
593ἐνόμισε πρέπον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταλίπῃ
594ἐν πλήρει σκότει.
595Αὐτὸς ὑπέβαλεν εἰς ἡμᾶς τὰς ὁδηγίας του καὶ τὰς ἀντι-
596προτάσεις τῶν ἐν Παρισίοις ἀντιπροσώπων τῶν ἐπιτροπειῶν
597τῶν ὁμολογιούχων μόνον. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν ἐγ-
598γράφων ὑπάρχει χάσμα μέγα, ὅπερ ἀδύνατον νὰ διαγεφυρώ-
599σωμεν ἡμεῖς διὰ τῶν πληροφοριῶν του. Μᾶς εἶπεν ὅτι ἀρχομέ-
600νου τοῦ Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. ὁ ἐν Παρισίοις πρέσβυς ἡμῶν ἀνεκοί-
601νωσε πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἐπιτροπειῶν τῶν ὁμολο-
602γιούχων τὰς πρὸς αὐτὸν ὁδηγίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
603πρὸς ταύτας δὲ μόλις μετὰ μῆνας πέντε ἀπήντησαν οὗτοι
604διὰ τῶν δημοσιευομένων νῦν ἀντιπροτάσεών των. Ἀλλ’ ἐὰν
605ὁ ἐν Παρισίοις πρέσβυς ἡμῶν εἶχεν ἐντολὴν μόνον ν’ ἀνα-
606κοινώσῃ τὰς ὁδηγίας καὶ νὰ μὴ προβῇ εἰς διαπραγματεύσεις,
607διατὶ διωρίσθη αὐτὸς ἐκεῖ καὶ μισθοδοτεῖται ἁδρῶς ὑπὸ τοῦ
608δημοσίου ταμείου; διατὶ νὰ μὴ σταλῶσιν αἱ ὁδηγίαι ταχυ-
609δρομικῶς πρὸς τὰ κομιτάτα, καὶ νὰ μὴ ληφθῶσιν ἐπίσης
610ταχυδρομικῶς αἱ ἀντιπροτάσεις, ὡς νομίζει ὁ κ. Πρωθυ-
611πουργός; πῶς ὅμως τότε φέρουσι τὸν τύπον σχεδίου συμ-
612βιβασμοῦ, ἑτοίμου καθ’ ὅλα πρὸς ὑπογραφήν; πῶς
613τὸ σχέδιον τούτου συνοδεύεται καὶ ὑπὸ καταστατικοῦ τῆς
614ἑταιρίας τῆς μελλούσης νὰ ἀναλάβῃ τὴν διαχείρισιν τῶν
615ὑπεγγύων προσόδων; Εἶναι δυνατόν, Κύριοι, νὰ φαντασθῇ τις,
616ὅτι αἱ ἐπιτροπεῖαι τῶν ὁμολογιούχων προέβησαν ἀφ’ ἑαυτῶν
617εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν σχεδίων τούτων, ἄνευ προηγουμένης
618συνεννοήσεως πρὸς τὸν ἐν Παρισίοις πρεσβευτὴν ἡμῶν, καὶ δὴ
619κατ’ ἀκολουθίαν τῶν ὁδηγιῶν μόνον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
620αἵτινες ἀφίστανται κατὰ τὸ περιεχόμενον ἀπ’ αὐτῶν ὅσον
621Ἀνατολαὶ ἀπὸ Δυσμῶν;
622Ἰδοὺ διατὶ ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀπέναντι τοῦ χάους, εἰς ὃ ἐμ-
623βάλλουσιν ἡμᾶς αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνή-
624σεως, δὲν δύναμαι νὰ μὴ προσφεύγω εἰς τὰς ἐξηγήσεις, ἃς πα-
625ρέχει ἡμῖν ἡ ἔκθεσις τοῦ κομιτάτου τῶν Γερμανῶν ὁμολογιού-
626χων, ὑπὲρ τῆς γνησιότητος τῆς ὁποίας θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ
627προσθέσω ἓν ἔτι ἐπιχείρημα. Ἴσως γεννηθῇ ἔν τινι ἐξ ὑμῶν ἡ
628ἀπορία, ἀφοῦ πρόκειται περὶ ἐκθέσεως, πῶς μόνον τὸ Γερμα-
629νικὸν κομιτάτον ἐδημοσίευσε τοιαύτην, οὐχὶ δὲ καὶ τὰ ἄλλα
630δύο κομιτάτα, τὸ Ἀγγλικὸν καὶ τὸ Γαλλικόν; Διότι, Κύ-
631ριοι, ἐν μὲν Γαλλίᾳ ἐλάχιστοι ὑπάρχουσι τὴν σήμερον πραγ-
632ματικοὶ κάτοχοι ἑλληνικῶν χρεωγράφων, ἐν δὲ τῇ Ἀγγλίᾳ
633εἶναι συνειθισμένοι ἤδη μὲ τοιαύτας οἰκονομικὰς ἐκκαθαρίσεις
634ξένων Κρατῶν, καὶ δὲν παρέχουσι πολλὴν σημασίαν εἰς αὐτάς.
635Ἐν Γερμανίᾳ ὅμως ἄλλως ἔχει τὸ πρᾶγμα. Ἐκεῖ ὑπάρχουσι
636πλεῖστοι ὅσοι κάτοχοι ἑλληνικῶν χρεωγράφων, καὶ δὴ συντα-
637ξιοῦχοι, χῆραι καὶ ὀρφανά, οἵτινες μετὰ τὸ συνοικέσιον ἰδίᾳ
638τῆς ἀδελφῆς τοῦ Αὐτοκράτορός των μετὰ τοῦ ἡμετέρου Δια-
639δόχου, πιστεύσαντες εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν ἐπίδοσιν καὶ ἀκ-
640μήν, ἔσπευσαν νὰ τοποθετήσωσι τὴν μικρὰν περιουσίαν των,
641τὰς οἰκονομίας των, εἰς Ἑλληνικὰ δάνεια, ἐξαρτήσαντες ἐκ τῆς
642τύχης τούτων τὸν μόνον πόρον τῆς ζωῆς των. Αὐτοὶ εἶναι,
643Κύριοι, οἱ ὁμολογιοῦχοι ἡμῶν ἐν Γερμανίᾳ, καὶ οὐχὶ Ἑβραῖοι
644κερδοσκόποι, ὡς διατείνονταί τινες ἐν ἡμῖν. Αὐτοὶ δ’ ἔχουσιν
645ὑπὲρ πάντα ἄλλον ζωηρότερον τὸ ἐνδιαφέρον περὶ τῶν δια-
646πραγματεύσεων τοῦ συμβιβασμοῦ, καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν κατ’
647ἐξοχὴν τὸ Γερμανικὸν κομιτάτον ἔσπευσε καὶ πέρυσι καὶ φέ-
648τος νὰ δημοσιεύσῃ τοιαύτην ἔκθεσιν περὶ αὐτῶν. Τί δὲ μαν-
649θάνομεν ἐκ τῆς νῦν δημοσιευθείσης ἐκθέσεώς του περὶ τῶν ζη-
650τημάτων, ἅτινα ἀφήνουσι πάντη σκοτεινὰ αἱ δηλώσεις τοῦ
651κ. Πρωθυπουργοῦ; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον ἤδη, πρὶν ἢ μὲ
652διακόψῃ οὗτος.
653Ἀφοῦ ἀπεκρούσθη ὡς ἀπαράδεκτον κατ’ ἀρχὴν τὸ περιεχό-
654μενον τῶν ὁδηγιῶν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀπε-
655φασίσθη νὰ τεθῶσιν ἐν ὑπομνήματι αἱ θεμελιώδεις βάσεις τῶν
656διαπραγματεύσεων καὶ νὰ ἐπιδοθῇ τοῦτο εἰς τὸν ἐν Παρισίοις
657πρεσβευτὴν ἡμῶν. Καθ’ ἃ διαβεβαιοῦται, διεξήχθησαν ἔκτοτε
658μακραὶ συζητήσεις πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν περὶ τῶν
659βάσεων αὐτῶν, τῇ 4|16 δὲ Μαρτίου 1896 ἐδήλωσεν αὐτὸς
660ἐξ ὀνόματος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι αὕτη τάς ἀπο-
661δέχεται, μεθ’ ὃ ἐδέησε νὰ συνεννοηθῶσι πρὸς ἀλλήλας αἱ ἐπι-
662τροπεῖαι καὶ νὰ συντάξωσιν ἀπὸ κοινοῦ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν
663ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀποδεκτῶν γενομένων βά-
664σεων τὸ σχέδιον τοῦ συμβιβασμοῦ, τὸ χαρακτηριζόμενον νῦν
665ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὡς ἀντιπροτάσεως αὐτῶν. Τὸ σχέ-
666διον τοῦτο ἐπεδόθη πρὸς τὸν ἐν Παρισίοις πρεσβευτὴν ἡμῶν
667τῇ 1/13 Ἰουνίου. Ἐνῷ δὲ ἀνεμένετο ταχεῖα ἡ εἰς αὐτὸ ἀπάν-
668τησις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, μόλις μετὰ δύο μῆνας
669ἔγνω αὕτη ν’ ἀπαντήσῃ διὰ νέων προτάσεων, ἃς οἱ πιστωταί,
670θεωρήσαντες ὡς καθαρὸν ἐμπαιγμόν, δὲν ἔλαβον τὸ παράπαν
671ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ διέκοψαν ἔκτοτε πᾶσαν διαπραγμάτευσιν.
672Ἡ τοιαύτη ἀφήγησις, Κύριοι, εἶναι φυσικὴ καὶ λογική, ἀπο-
673δεικνύει δέ, ὅτι οὕτω οὐ μόνον συμβιβασμὸν δὲν δυνάμεθα νὰ
674ἀναμένωμεν ὑπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἀλλὰ καὶ εὐεξηγήτους
675πρέπει νὰ εὕρωμεν ὅλας τὰς νέας ὕβρεις καὶ λοιδορίας, εἰς ἃς
676τὸ Κράτος ἐξετέθη κατ’ ἀκολουθίαν τῆς τοιαύτης πολιτείας
677του ἐν τῷ ζητήματι τοῦ συμβιβασμοῦ. Οἱ ξένοι ἔχουσι δίκαιον
678νὰ κατηγορῶσιν ἡμῶν ὡς ἀλλοπροσάλλων καὶ κακοπίστων,
679ἔχουσι δίκαιον νὰ καταφέρωνται καθ’ ἡμῶν, πότε; ἀκριβῶς
680καθ’ ἣν στιγμὴν ἡμεῖς ἔχομεν εἴπερ ποτὲ καὶ ἄλλοτε ἀνάγκην
681τῶν συμπαθειῶν των. Καὶ ταῦτα μὲν κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ
682Γερμανικοῦ κομιτάτου. Ἀλλὰ μήπως παρίσταται ἡ θέσις
683ἡμῶν μᾶλλον εὐχάριστος, κατ’ αὐτὴν τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ.
684Πρωθυπουργοῦ;
685Ἐγώ, Κύριοι, ἀποδέχομαι πρὸς στιγμήν, ὅτι εἶναι ψευδὴς
686καὶ ὑποβολιμαία ἡ ἔκθεσις τοῦ Γερμανικοῦ κομιτάτου, ὅτι δὲ
687οὐδὲν ἄλλο ἔγγραφον ἀντηλλάγη, οὔτε συνεννόησίς τις ἐπῆλθε
688μεταξὺ τῶν πιστωτῶν καὶ τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως, ὅτι δὲ
689ὅλον τὸ δεκαοκτάμηνον διάστημα, καθ’ ὃ ὁ κ. Δηλιγιάννης
690προΐσταται τῶν κοινῶν, διέῤῥευσε μὲ τὴν ὑποβολὴν μόνον τῶν
691προκειμένων ὁδηγιῶν του καὶ τὴν ἀνθυποβολὴν τῶν ἀντιπρο-
692τάσεων τῶν ἐπιτροπειῶν τῶν ὁμολογιούχων. Τί ὅμως καὶ ἐκ
693τούτων συνάγεται; Ἓν καὶ μόνον, ὅτι ἀντὶ νὰ προσεγγίσωμεν
694ἀπεμακρύνθημεν ἔτι μᾶλλον τοῦ συμβιβασμοῦ ὑπὸ τὸν κ.
695Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο καθίσταται ἡλίου φαεινό-
696τερον, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ἔνθεν μὲν τὰς προτάσεις τῶν πι-
697στωτῶν, τὰς ὑποβληθείσας εἰς τὸν Τρικούπην, ἔνθεν δὲ τὰς
698προκειμένας αὐτῶν προτάσεις, τὰς διατυπωθείσας ἐν εἴδει σχε-
699δίου συμβιβασμοῦ.
7001) Κατ’ ἐκείνας, αὐτοὶ ἠρκοῦντο εἰς τὴν ἐξασφάλισιν πο-
701σοστῶν τόκου ἐκ 30%, ἤτοι ἐν ὅλῳ 7,452,072 φρ. χρυσῶν·
702κατὰ ταύτας, ἀπαιτοῦσιν ὑπὲρ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου
703χρέους 15,750,000 δρ. εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἐξασφάλισιν
704δὲ παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως δι’ 9,000,000 φρ. χρ.
7052) Κατ’ ἐκείνας, ἐζήτουν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ συμβιβασμοῦ
706νὰ καταβάλλωνται εἰς αὐτοὺς ποσοστὰ τόκου 35%, κατὰ
707ταύτας, ἀξιοῦσι διὰ μὲν τὸ δάνειον τῶν Μονοπωλίων 43%,
708διὰ δὲ τὰ λοιπὰ δάνεια 32%.
7093) Κατ’ ἐκείνας, ἐζήτουν ἐκ τοῦ πλεονάζοντος ποσοῦ τῶν
710εἰσπράξεων τῶν ὑπεγγύων προσόδων νὰ διατεθῶσι 50% ὑπὲρ
711τοῦ Κράτους, 25% δὲ εἰς αὔξησιν τοῦ τόκου καὶ 25%
712εἰς χρεωλύσιον· κατὰ ταύτας, ἀπαιτοῦσι νὰ διατεθῶσι μόνον
71340% ὑπὲρ τοῦ Κράτους, ἀνὰ 30% δὲ ὑπὲρ αὐξήσεως τοῦ
714τόκου καὶ εἰς χρεωλύσιον.
7154) Κατ’ ἐκείνας, τὸ Κράτος θὰ ἐφρόντιζε μόνον τὰ εἰσπρατ-
716τόμενα ἐκ τῶν ὑπεγγύων προσόδων τραπεζικὰ γραμμάτια νὰ
717μετατρέπῃ εἰς χρυσὸν πρὸς πληρωμὴν τῶν ὁμολογιούχων,
718χωρὶς οὗτοι νὰ ἔχωσι κέρδος τι ἐκ τῆς συναλλαγματικῆς δια-
719φορᾶς· κατὰ ταύτας, ἡ διαχειριστικὴ ἑταιρία τῶν ὑπεγγύων
720προσόδων θὰ ποιῆται τὴν μετατροπὴν ταύτην, καθ’ ὅσον δὲ
721θὰ βελτιῶται ἐν τῷ μέλλοντι ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία καὶ θὰ
722ἐναπολείπηται πλεόνασμα ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 15,750,000
723δραχμῶν, ὅπερ θὰ διατίθηται εἰς προμήθειαν τῶν 9,000,000
724φρ. χρυσῶν, τὸ πλεόνασμα τοῦτο θ’ ἀνήκῃ εἰς τοὺς πιστωτάς.
7255) Κατ’ ἐκείνας, ἐζήτουν ὡς ὑπεγγύους προσόδους τοὺς φό-
726ρους τοῦ χαρτοσήμου καὶ τοῦ καπνοῦ, καὶ τὰ Μονοπώλια·
727κατὰ ταύτας, ἀπαιτοῦσι προσέτι τὴν Ναξίαν σμύριδα.
7286) Κατ’ ἐκείνας, ἐζήτουν ἁπλῶς ἀναδιοργάνωσιν τῆς ὑφι-
729σταμένης Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων κατὰ τρόπον ἐπιτρέποντα
730νὰ ἔχωσι κρατοῦσαν γνώμην ἐν τῷ Διοικητικῷ αὐτῆς Συμβου-
731λίῳ οἱ ὁμολογιοῦχοι· κατὰ ταύτας, ἀξιοῦσι νὰ συσταθῇ νέα
732ἑταιρία, ὑπὸ τὸν τίτλον «Διοίκησις τῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν
733τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους προσδιορισθεισῶν προσόδων»,
734ἧς τὸ Συμβούλιον κατὰ τὰ τέσσαρα μὲν μέλη του θὰ ἐκλέγηται
735ὑπὸ τῆς συνελεύσεως τῶν μετόχων της, κατὰ δὲ τὰ τέσσαρα
736ἄλλα θὰ διορίζηται ἓν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλά-
737δος, ἓν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Προεξοφλητικῆς Τραπέζης ἐν Παρισίοις,
738ἓν ὑπὸ τῶν κ. κ. C. I. Hambro καὶ υἱοῦ ἐν Λονδίνῳ καὶ ἓν
739ὑπὸ τῆς ἐν Βερολίνῳ National Bank, τῶν κ. κ. M. S.
740Bleichroeder ἐν Βερολίνῳ καὶ d’ Erlanger et fils ἐν
741Φραγκφούρτῃ.
742Ἐκ τῆς ἀντιβολῆς ταύτης τῶν τότε καὶ τῶν νῦν προτά-
743σεων πείθεται ἕκαστος, νομίζω, ὅτι ἀντὶ νὰ πλησιάσωμεν ἀπε-
744μακρύνθημεν πολὺ ἐκ τοῦ ποθουμένου σκοποῦ ὑπὸ τὸν κ.
745Πρωθυπουργόν. Ἀποδέχθητε νῦν ὑμεῖς, Κύριοι, οἱανδήποτε ἂν
746θέλητε ἐκ τῶν δύο ἐκδοχῶν. Κατὰ τὴν πρώτην, τὴν ἀναφε-
747ρομένην ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κομιτάτου τῶν Γερμανῶν ὁμολο-
748γιούχων, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν ἀπεδέξατο κατ’ ἀρχὴν
749πάντα τὰ αἰτήματα τῶν πιστωτῶν, αἴφνης, μεταβαλοῦσα
750γνώμην, ὑπέβαλε νέας προτάσεις, ἀνατρεπούσας ἄρδην τὰ συμ-
751πεφωνημένα. Κατὰ τὴν δευτέραν ἐκδοχήν, αἱ ἐπιτροπεῖαι τῶν
752ὁμολογιούχων, λαβοῦσαι γνῶσιν τῶν πρώτων προτάσεων τῆς
753Κυβερνήσεως, ἀντέταξαν πρὸς αὐτὰς μετὰ μῆνας πολλοὺς
754ἰδίας προτάσεις, ἐκ διαμέτρου ἀντιθέτους πρὸς ἐκείνας. Καὶ
755κατὰ τὴν μίαν καὶ κατὰ τὴν ἄλλην ἐκδοχὴν τὸ ναυάγιον
756τῶν περὶ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεων ὑπὸ τὸν κ. Πρόε-
757δρον τῆς Κυβερνήσεως φαίνεται βέβαιον. Ἡ διαβεβαίωσις
758τούτου, καθ’ ἣν δῆθεν ναὶ μὲν διεκόπησαν, ἀλλὰ δὲν ἔπαυ-
759σαν ὁλοσχερῶς αἱ διαπραγματεύσεις, ἐλέγχεται φρούδη. Ἡ
760ἀποτυχία ὅμως τῶν περὶ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεων
761εἶναι ἀποτυχία αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις, ἐλθοῦσα εἰς τὰ
762πράγματα μὲ τὴν ῥητὴν ἐπαγγελίαν τῆς ταχείας, τῆς ἀμέ-
763σου συντελέσεως τοῦ συμβιβασμοῦ, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ πλέον
764λόγον ὑπάρξεως μετὰ τὸ πλῆρες ναυάγιον τούτου.
765Τὸ ζήτημα, κύριε Πρωθυπουργέ, δὲν εἶναι νῦν, ἐὰν πρέπῃ
766ἢ ὄχι νὰ γείνῃ συμβιβασμὸς, ἐὰν θέλῃ ἢ ὄχι τὸ ἔθνος τοῦ-
767τον, ὡς ὑμεῖς νομίζετε. Τὸ ζήτημα δὲν στρέφεται κἂν περὶ
768τοῦτο, περὶ τὸ πῶς πρέπει νὰ γείνῃ ὁ συμβιβασμὸς, ὡς
769ὑμεῖς ἐν προσποιητῇ ἀγανακτήσει ἰσχυρίσθητε χθές. Τὸ ζή-
770τημα εἶναι, ὅτι ὑμεῖς κακῶς, κάκιστα ἐπολιτεύθητε ἐν τῷ
771ζητήματι τοῦ συμβιβασμοῦ, ὅτι, ἀντὶ νὰ ἐπιλύσητε τοῦτο,
772ὡς ἐπηγγέλλεσθε ἐν ἀρχῇ, τοὐναντίον περιπλέξατε καὶ ἐδυσ-
773χεράνατε αὐτὸ ἔτι μᾶλλον καὶ διὰ τὸν διάδοχον ὑμῶν, μά-
774λιστα δὲ δι’ ὑμᾶς αὐτούς. Ἐπὶ δέκα καὶ ὀκτὼ ὅλους μῆνας
775παραμένετε ἐν τῇ ἀρχῇ, καὶ καθ’ ὅλον τὸ μακρὸν τοῦτο διά-
776στημα κατωρθώσατε διὰ τῆς πολιτείας σας, οἱ πιστωταί μας
777νὰ γείνωσιν ἀπαιτητικώτεροι ἢ πρίν, ν’ ἀποφεύγωσι δὲ πᾶσαν
778πρὸς ὑμᾶς διαπραγμάτευσιν, τὸ δὲ ὄνομα τῆς Ἑλλάδος νὰ
779ἐκτεθῇ εἰς νέους προπηλακισμοὺς ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ. Ἡ ἀπο-
780στολή σας ἔληξεν οὕτω.
781Εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην καλεῖται νὰ θέσῃ τέρμα ἡ
782Βουλή. Ἂν αὕτη φανῇ ἐπιλήσμων τοῦ καθήκοντός της, τὸ
783ἔθνος ὅμως τὸ Ἑλληνικὸν δὲν θὰ ἀνεχθῇ ἐπὶ πλέον τὴν τοιαύ-
784την κατάστασιν. Τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν φέρει βαρέως τὸ στίγμα
785τῆς χρεωκοπίας, γινώσκει δὲ κάλλιον ὑμῶν τῶν κυβερνητῶν του,
786τί στοιχίζει τοῦτο εἰς αὐτὸ τὴν σήμερον. Πρὸ μικροῦ ἐδόθη εἰς
787ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας ἡ εὐκαιρία, ἵνα ἀποκτήσωμεν τὴν με-
788γαλόνησον τῆς Μεσογείου, ἀλλὰ μόλις ἐξετείναμεν πρὸς αὐ-
789τὴν χεῖρα καὶ ἠκούσθη φωνὴ ἀπαισία, ἀποτρέπουσα ἡμᾶς
790τούτου καὶ λέγουσα «’πίσω χρεωκόποι!» Τὴν φωνὴν ταύ-
791την δὲν θέλομεν, δὲν πρέπει ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ν’ ἀκούσωμεν
792ἀκόμη μίαν φορὰν, ὅταν ὅσον οὔπω ἀνακινηθῇ τὸ Ἀνατολι-
793κὸν ζήτημα καὶ κριθῶσι κατ’ αὐτὸ αἱ τύχαι τῶν λαῶν τῆς
794Ἰλλυρικῆς χερσονήσου, αἱ τύχαι τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους!
795(Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
796§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἔχει τὸν λόγον.
797§25ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἦτο δυνατὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ
798ἀποφύγῃ τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ νὰ ἀπαλ-
799λάξῃ τὸν τόπον ἤδη, καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας καὶ τοὺς ξέ-
800νους, ἐκ τοῦ παραδόξου φαινομένου Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία,
801ἐνῷ ἐπὶ σπουδαιοτάτης ὑποθέσεως ἐγκαλεῖται καὶ ἐπικρίνεται,
802ἐν τούτοις παρευρίσκεται μὲν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ σιωπᾷ.
803Αἱ Κυβερνήσεις αἱ διαπραγματευόμεναι ὑποθέσεις σπου-
804δαίας, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ τελικὴ καὶ ὁριστικὴ ἀπόφασις δὲν
805ἐξαρτᾶται ἐκ μόνης τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐκ τῆς Βουλῆς,
806δύνανται ἀζημίως νὰ ἀρνῶνται εἴτε ἀνακοινώσεις, εἴτε ἔγ-
807γραφα, ὅταν νομίζωσιν ὅτι αὗται βλάπτουσι τὰ δημόσια
808συμφέροντα. Ἡ δὲ ἄρνησις αὕτη πάσης συζητήσεως οὐδόλως
809βλάπτει, διότι καλουμένη βραδύτερον ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ
810ἐπὶ τῶν συνομολογηθεισῶν συμφωνιῶν, εἰς ἃς προῆλθεν ἡ
811Κυβέρνησις, δύναται, ἐὰν θεωρῇ ταύτας ἐπιζημίους, νὰ τὰς
812ἀποῤῥίψῃ. Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, ὅταν ἐκλήθη νὰ κατα-
813θέσῃ τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ πρὸς τὸν συμβιβασμὸν, ἐὰν
814ἐθεώρει τὴν κατάθεσιν αὐτῶν ἐπιζήμιον εἰς τὰ δημόσια
815συμφέροντα, ὤφειλε τότε νὰ ἀρνηθῇ τὴν κατάθεσιν αὐτῶν.
816Πιθανὸν τότε, ὅτε κληθεῖσα νὰ τὰ καταθέσῃ ἐδέχθη νὰ τὰ
817καταθέσῃ καὶ τὰ κατέθεσε, νὰ μὴ ὑφίσταντο πλέον ἐν ἐνερ-
818γείᾳ ἐκκρεμεῖς διαπραγματεύσεις· ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ τὰ κατέ-
819θηκε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθῃ ἐπὶ τὴν ἀπόφασίν της
820καὶ νὰ ἀρνηθῇ τὴν συζήτησιν. Καὶ ἐὰν τυχὸν ἐν τῷ
821μεταξὺ εἶχε κληθῆ παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ὁμολογιού-
822χων νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς διαπραγματεύσεις, ἔπρεπεν ἀφοῦ
823κατέθηκε τὰ ἔγγραφα καὶ ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ
824εἰς τὸν τόπον καὶ ἐνώπιον τῶν ξένων τὰ ἔγγραφα τὰ δια-
825μειφθέντα μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῶν δανειστῶν, ἔπρεπε, λέγω,
826μᾶλλον νὰ προτιμήσῃ νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐπανάληψιν τῶν δια-
827πραγματεύσεων μέχρις οὗ συζητηθῇ ἡ ὑπόθεσις ἐν τῷ Κοινο-
828βουλίῳ, παρὰ νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς διαπραγματεύσεις, καὶ
829λόγῳ τῆς ἐπαναλήψεως αὐτῆς νὰ ζητῇ νὰ ἀναστείλῃ τὴν
830Βουλὴν εἰς τὸ ἔργον τῆς εὐρεύνης τῶν ἀνακοινωθέντων. Διότι,
831ἀφοῦ ἅπαξ κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα καὶ ἐγένοντο γνωστά,
832πᾶς Βουλευτὴς, ὅστις εὕρισκεν ἐν ταῖς προτάσεσι τῆς Κυ-
833βερνήσεως μεθόδους καὶ προτάσεις, τὰς ὁποίας ἐθεώρει ἐπι-
834ζημίους ἢ μὴ φερούσας εἰς συμβιβασμὸν, καθῆκον εἶχε νὰ
835φέρῃ τὸν λόγον ἐπὶ τῶν προτάσεων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ
836ζητήσῃ εἴτε νὰ ἀνακόψῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῇ ὁδῷ, τὴν
837ὁποίαν ἠκολούθησεν, εἴτε νὰ προσπαθήσῃ νὰ τροποποιήσῃ τὰς
838γνώμας αὐτῆς. Καὶ τοιαύτη ὑπῆρξε, Κύριοι, ἡ ἐντύπωσις
839εἰς τοὺς ἀναγνόντας τὰ κατατεθέντα ἔγγραφα. Ἡ ἐντύπωσις
840ὑπῆρξεν, ὅτι ἡ μέθοδος, αἱ ἀρχαὶ, οἱ κανόνες, τοὺς ὁποίους
841ἔθετα ἡ Κυβέρνησις ἐν ταῖς προτάσεσι, τὰς ὁποίας πρὸς τοὺς
842ἀντιπροσώπους τῶν ὁμολογιούχων ὑπέβαλεν, ὅτι αἱ ἐκθέσεις
843τῶν γεγονότων, τῶν πραγμάτων, πάντα ταῦτα ἢ εἰς οὐδένα
844δύνανται νὰ φέρουν συμβιβασμὸν, ἢ δύνανται νὰ φέρουν εἰς
845συμβιβασμὸν ἐπιζήμιον εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα.
846Ὅπως ἐννοήσῃ τις, ὅτι τοιαύτη εὐλόγως ἔπρεπε νὰ ἦναι
847ἡ ἐντύπωσις τῶν ἀναγνόντων τὰ κατατεθέντα ἔγγραφα, ἀρκεῖ
848νὰ συγκρίνῃ τὰς προτάσεις, τὰς ὑπὸ τοῦ νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ
849ὑποβληθείσας, πρὸς τὰς προτάσεις, ἐφ’ ὧν διεξήχθη ἄλλοτε
850ἡ διαπραγμάτευσις ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργὸν τοῦ 1894. Διότι,
851Κύριοι, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διαπραγματευόμενοι
852μετὰ τῶν ὁμολογιούχων πρέπει νὰ θέτωμεν τοιαύτας βάσεις,
853αἱ ὁποῖαι ἀναγκαίως φέρουν εἰς τὰ συμπεράσματα, εἰς ἃ θέ-
854λομεν νὰ φέρουν, εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐννοοῦμεν νὰ ὑποστη-
855ρίξωμεν, οὐχὶ δὲ νὰ θέτωμεν ἀρχὰς, αἵτινες δικαιολογοῦσιν
856ἄλλα συμπεράσματα καὶ ἄλλας ἀπαιτήσεις, καὶ μετὰ
857ταῦτα νὰ ἐρχώμεθα λέγοντες, ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν αὐτὰ, ὅτι δὲν
858παραδεχόμεθα ἐκείνας. Πρέπει ὅ,τι ζητεῖ τις νὰ ἦναι ἀπόῤ-
859ῥοια ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θέτει· ὅταν ὅμως, ἐξ ὅσων θέτετε,
860ἄλλα συνάγωνται καὶ εἰς ἄλλα θέλετε νὰ ἀγάγητε τοὺς μεθ’
861ὧν διαπραγματεύεσθε, ματαιοπονεῖτε, ἢ θὰ θεωρηθῆτε ὡς
862κακῆς πίστεως. Ὅ,τι εἰς τὰ κεφαλαιώδη ἡ Κυβέρνησις ἔθετο
863ὡς βάσιν κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις, βεβαίως φέρει δυστυχῶς
864εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀντεπρότειναν, ἀντηξίωσαν οἱ δανεισταί,
865καὶ οὐδόλως δικαιολογεῖ τὰς ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας ἡ Κυ-
866βέρνησις μετὰ ταῦτα ἔφερεν.
867Ἡ μέθοδος ὑπῆρξε κακίστη. Ἐνῷ κατὰ τὸ 1894 ἔλεγεν
868ὁ τότε διαπραγματευθεὶς Πρωθυπουργὸς πρὸς τοὺς ὁμολογι-
869ούχους: «Κύριοι, σᾶς δίδω σήμερον 32, καὶ βραδύτερον, κατὰ
870προϊοῦσαν κλίμακα, τόσα, μέχρις ὡρισμένου ὁρίου διὰ νὰ
871πεισθῆτε δὲ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω περισσότερα,
872ἴδετε τὰ βιβλία μου», ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς λέγει πρὸς αὐ-
873τούς: «Οὐδὲν ὡρισμένον μέρισμα δύναμαι νὰ σᾶς δώσω. Πε-
874ριττὸν νὰ ἴδητε τὰ βιβλία μου· τὰ βλέπω ἐγώ, καὶ ἰδοὺ τί
875προκύπτει ἐξ αὐτῶν. Προκύπτει ὅτι τόσα πιθανῶς θὰ εἰσ-
876πράττω, τόσα μοῦ εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ
877Κράτους, τόσα περίπου θὰ περισσεύουν, καὶ ἐπ’ αὐτῶν θὰ πλη-
878ρωθῆτε.» Ἀποτέλεσμα ἀναγκαῖον τοιαύτης προτάσεως εἶναι
879νὰ ἐνδιαφέρωνται οἱ ὁμολογιοῦχοι καὶ νὰ θέλουν ν’ ἀναμι-
880χθῶσιν εἰς τὰς εἰσπράξεις τοῦ Κράτους, διότι ἐκ τοῦ ἀπο-
881τελέσματος αὐτῶν ἐξαρτῶνται τὰ μερίσματα αὐτῶν. Ὁ
882Τρικούπης ἔλεγε πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους: «σᾶς προσφέρω
88332% εἰς χρυσὸν, καὶ πρὸς ἀσφάλειαν τῆς πληρωμῆς αὐτῶν
884παρέχω τὰς ἑξῆς προσόδους. Ἂν αὗται δὲν ἐπαρκοῦν, θὰ
885τὰς συμπληρῶ ἐκ τῶν ἄλλων δημοσίων προσόδων»,—διότι
886αἱ ὑπέγγυοι πρόσοδοι ἦσαν μόνον διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς
887πληρωμῆς.—Ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς λέγει αὐτοῖς: «Οὐδὲν ἐν-
888νοῶ νὰ σᾶς δώσω ὡρισμένως εἰς χρυσόν. Λάβετε ὅ,τι εἰσπραχθῇ εἰς
889τραπεζικὰ γραμμάτια ἐκ τῶν προσόδων, ἃς σᾶς παραχωρῶ,
890μετατρέποντες ἑκάστοτε αὐτὰ εἰς χρυσὸν κατὰ τὴν τιμὴν
891τῆς ἀγορᾶς.» Ἀποτέλεσμα τῆς πρώτης προτάσεως εἶναι νὰ
892μὴ εὑρίσκουν ἀναγκαῖον οἱ δανεισταὶ ἡμῶν νὰ ἀναμιχθῶσιν
893εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ὑπεγγύων προσόδων ἢ εἰς τὴν μετα-
894τροπὴν αὐτῶν εἰς χρυσὸν, διότι ὡρισμένον κατ’ ἔτος εἰς χρυ-
895σὸν μέρισμα ἀνελάμβανε νὰ καταβάλλῃ ἡ Κυβέρνησις, οἱαι-
896δήποτε καὶ ἂν ἦσαν αἱ ἐκ τῶν ὑπεγγύων προσόδων εἰσπρά-
897ξεις καὶ οἱαδήποτε ἡ τιμὴ τοῦ χρυσοῦ ἐν τῇ ἀγορᾷ τῆς
898Ἑλλάδος. Ἂν τυχὸν αἱ ὑπέγγυοι πρόσοδοι ηὔξανον, οὐδὲν
899ἐπίσης εἶχον δικαίωμα οἱ πιστωταὶ ἡμῶν ἐπὶ τῆς αὐξήσεως.
900Αὕτη ἀνῆκεν εἰς τὸ Κράτος ἀποκλειστικῶς. Ἀποτέλεσμα τῆς
901προτάσεως, ἣν ποιεῖται ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, εἶναι, ὅτι αἱ
902προσφερόμεναι τοῖς ὁμολογιούχοις πρόσοδοι δὲν εἶναι ἀσφά-
903λεια ἁπλῶς τῆς πληρωμῆς τῶν τόκων, ἀλλ’ αὐτοὶ οἱ τόκοι,
904ἀνήκουσαι καὶ πρὶν τῆς καταθέσεώς των εἰς τὸ ὁρισθησόμενον
905ταμεῖον ὡς ἰδιοκτησία, καὶ ἀνήκουσαι αὐτοῖς, ὁσαιδήποτε
906καὶ ἂν ἦναι, ἔστω καὶ καθ’ ὡρισμένην ἀναλογίαν, ἄνευ οὐδε-
907μιᾶς τοῦ Κράτους ὑποχρεώσεως νὰ συμπληροῖ αὐτὰς μέχρις
908ὁρίου τινὸς, τοὐλάχιστον εἰς χρυσὸν, ἀλλὰ καὶ ἄνευ δικαιώ-
909ματος νὰ λαμβάνῃ τὰ πέραν ὁρίου τινὸς πλεονάσματα αὐ-
910τῶν. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἀναγκαία συνέπεια εἶναι ν’ ἀνα-
911μιγνύωνται οἱ δανεισταὶ εἰς τὴν εἴσπραξιν καὶ τὴν διαχείρισιν
912τῶν ὑπεγγύων προσόδων, καὶ ν’ ἀπαιτῶσιν αὐτὴν, ἤτοι τὸν
913ἔλεγχον. Ἀναγκαία συνέπεια τοιούτου ὅρου, τοιαύτης προ-
914τάσεως εἶναι τὸ ν’ ἀπαιτῶσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν οἱ ὁμολογιοῦχοι
915καὶ πᾶσαν αὔξησιν εἰς χρυσὸν, ἣν ἤθελε φέρει ἡ βελτίωσις
916τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος, διότι τὸ δικαίωμά των εἶναι
917δικαίωμα ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων αὐτῶν τῶν ὑπεγ-
918γύων προσόδων, ἑπομένως καὶ ἐπὶ τῆς εἰς χρυσὸν ἀξίας αὐτῶν.
919Αἱ προτάσεις λοιπὸν τοῦ Πρωθυπουργοῦ τοῦ 1894 περι-
920εῖχον ὡς ἀναγκαίαν καὶ λογικὴν συνέπειαν τὴν ἀπόκρουσιν
921πάσης συμμετοχῆς καὶ πάσης ἀναμίξεως τῶν πιστωτῶν ἡμῶν
922εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἢ εἰς τὴν εἴσπραξιν ἢ δια-
923χείρισιν τῶν ὑπεγγύων προσόδων. Αἱ προτάσεις τοῦ νῦν Πρω-
924θυπουργοῦ προκαλοῦν καὶ δικαιολογοῦν δυστυχῶς τοιαύτην
925ἀνάμιξιν τῶν πιστωτῶν ἡμῶν, διότι ἄνευ τῆς ἀναμίξεως
926αὐτῆς φόβος θὰ ἐπικρατῇ παρὰ τοῖς κατόχοις τῶν ἡμετέρων
927τίτλων, ὅτι δύνανται ἀδίκως νὰ ἐλαττωθῶσι τὰ μερίσματα
928αὐτῶν. Ὁ φόβος αὐτὸς ὁ ἀέναος περὶ τῶν μερισμάτων θὰ
929ἐπηρεάζῃ τὴν τιμὴν τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων πάντοτε ἐν
930τοῖς χρηματιστηρίοις, καὶ συμφέρον ἔχουν οἱ κάτοχοι ν’ ἀπο-
931σοβήσουν πάντα τοιοῦτον φόβον διὰ τοῦ ἐλέγχου. Ὅταν
932ἔλεγχος γείνῃ δεκτὸς, τὸ κέρδος δὲν εἶναι ὅτι αἱ ἐκ τῶν ὑπεγ-
933γύων προσόδων εἰσπράξεις θὰ ἦναι μεγαλείτεραι, — τοῦτο κα-
934λῶς γνωρίζουν καὶ οἱ δανεισταὶ ἡμῶν, — τὸ κέρδος θὰ ἦναι
935μόνον ὅτι θὰ ἐκλίπῃ ὁ φόβος, ὃν δυστυχῶς ἐμπνέομεν μετὰ
936τὴν πτώχευσιν, περὶ χαλαρᾶς καὶ ἐλαττωματικῆς εἰσπράξεως
937καὶ διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων. Τὸ κέρδος τοῦτο
938εἶναι σπουδαῖον ἐν ταῖς εὐρωπαϊκαῖς ἀγοραῖς διὰ τὰς τιμὰς
939τῶν ἑλληνικῶν γρεωγράφων. Ὅταν θέλωμεν ν’ ἀποφύγωμεν
940τὴν ἀνάμιξιν τῶν δανειστῶν μας, πρέπει νὰ ποιώμεθα πρὸς
941αὐτοὺς τοιαύτας προτάσεις, ὥστε νὰ μὴ τοῖς παρέχηται
942εὔλογος ἀφορμὴ ν’ ἀπαιτῶσι τοιαύτην ἀνάμιξιν. Αὐτὴ εἶναι
943ἡ οὐσιώδης, ἡ θεμελιώδης διαφορὰ τῶν δύο διαφόρων μεθό-
944δων, ἃς ἠκολούθησαν οἱ διαπραγματευθέντες δύο Πρωθυπουρ-
945γοί· ἡ πρώτη δὲν παρεῖχε δικαιολογίας πρὸς ἀνάμιξιν καὶ
946ἔλεγχον, ἡ δευτέρα παρέχει. Οὔτε εἶναι πρέπον ν’ ἀπαντῶμεν
947εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, ὅτι δὲν δεχόμεθα ὅ,τι εἶναι συνέπεια
948τῶν προτάσεών μας. Διότι δὲν εἶναι εὔλογον, ὅταν δὲν δί-
949δωμεν ὡρισμένα ποσὰ, ὅταν δὲν ἐγγυώμεθα αὐτὰ, ὅταν
950παραχωρῶμεν προσόδους εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, νὰ ἀρνώ-
951μεθα εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν τὸ δικαίωμα ν’ ἀναμιγνύων-
952ται εἰς τὴν διαχείρισιν αὐτῶν καὶ εἰς τὴν μετατροπὴν εἰς
953χρυσόν. Αὕτη δὲν ἀνήκει εἰς τὴν διοίκησιν, διότι δὲν πρόκει-
954ται περὶ ἀσφαλείας ἁπλῆς διὰ προσόδων, τὴν ὁποίαν ἐννοεῖτε
955νὰ μὴ ἀπομονώσητε τῶν ἄλλων ἐσόδων τοῦ Κράτους, ἀλλὰ
956μόνον νὰ καθορίσητε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὡρισμένου χρέους, ἁπλῶς
957συναινοῦντες ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς καταθέσεως τῶν χρημά-
958των νὰ γίνωνται ταῦτα ἰδιοκτησία τῶν ὁμολογιούχων, καὶ
959ἀπ’ ἐκείνης τῆς στιγμῆς οὐδεμίαν πλέον ἐξουσίαν νὰ ἔχῃ ἡ
960Κυβέρνησις. Ἂν αὕτη ἤθελεν ἀφαιρέσει τότε αὐτὰ, θ’ ἀφήρει
961ξένην ἰδιοκτησίαν, ὅπερ θὰ συνεπήγετο λίαν δυσαρέστους συνε-
962πείας, ὡς ἐκείνας, τὰς ὁποίας συνεπήγαγε τὸ σύστημα τὸ ἐπι-
963τραπὲν διὰ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893. Ἀλλ’ ἡ
964Κυβέρνησις, μὴ ἐγγυωμένη οὔτε ποσοστὰ οὔτε χρυσὸν, ἀλλὰ
965λέγουσα ὅτι ὡρισμένας προσόδους ἀφήνει εἰς αὐτοὺς, ἐννοεῖται
966ὅτι καθιστᾷ τοὺς πιστωτὰς ἡμῶν ἀπ’ ἐκείνης τῆς στιγμῆς
967συνιδιοκτήτας, συνεταίρους εἰς τὸ προϊὸν τῶν ὑπεγγύων αὐ-
968τῶν προσόδων. Δὲν εἶναι μόνον ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θὰ
969κατατεθοῦν, κύριοι τῶν χρημάτων, ἀλλ’ εἶναι καὶ πρὸ τῆς
970καταθέσεως συνέταιροι, συνενδιαφερόμενοι, διότι ἀπὸ τῆς ἐπο-
971χῆς, καθ’ ἣν εἰσπράττονται, ἀποκτοῦν τὸ δικαίωμα. Βεβαίως
972τὸ ἀμφισβητεῖτε αὐτό, ἀλλ’ ὅταν λέγητε εἰς τοὺς δανειστὰς
973ὅτι τοῖς παρέχετε τὰς προσόδους, χωρὶς νὰ ἐγγυᾶσθε τί αὗται
974θ’ ἀποδώσουν, καὶ ὅτι, ἂν δὲν ἀποδώσουν, αἱ ἄλλαι πρόσοδοι
975τοῦ Κράτους, δὲν θὰ ἦναι ὑπόχρεοι νὰ συμπληρώσωσιν αὐ-
976τάς, βεβαίως ἀναγνωρίζετε εἰς αὐτοὺς πολὺ εὐρύτερα δι-
977καιώματα, παρὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ λέγων ὅτι δίδει 30 ἢ
97835 καὶ ὅτι τὰ ἐγγυᾶται διὰ προσόδων. Εἶναι ἡ διαφορὰ
979τοιαύτη, ὥστε βεβαίως ὁ διεξάγων τὰς διαπραγματεύσεις ἐπὶ
980τοιαύτῃ βάσει εὑρίσκεται ἀπέναντι δυσεξόδων δυσχερειῶν.
981Ταῦτα διεξελθὼν ἐν βραχεῖ, οὔτε θέλω ἐπανέλθει εἰς τὰς
982λεπτομερείας, ἐφ’ ὧν οἱ προλαλήσαντες ἠσχολήθησαν, ὅσον
983ἀφορᾷ τὰς προτάσεις καὶ ἀντιπροτάσεις καὶ τὸ σχέδιον, τὸ
984ὁποῖον ὑποβάλλουν οἱ δανεισταί. Θέλω ἤδη ἐνασχοληθῆ εἰς
985ἄλλο ζήτημα, ὅπερ δὲν ἔθιξαν, ἐφ’ ὅσον τοὐλάχιστον παρευ-
986ρέθην εἰς τὰς συνεδριάσεις, οἱ προλαλήσαντες, τὸ ζήτημα τῶν
987αἰτίων, ἐξ ὧν περιήλθομεν εἰς ἀδυναμίαν πρὸς ἐκπλήρωσιν
988τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν πρὸς τοὺς ἡμετέρους δανειστάς. Διότι,
989ἂν δὲν καθορίσωμεν εὐκρινῶς καὶ σαφῶς τὰς αἰτίας, δὲν
990δυνάμεθα οὔτε δικαίως νὰ διαπραγματευθῶμεν συμβιβασμὸν,
991οὔτε νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ, δηλαδὴ νὰ
992εὕρωμεν τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ.
993Διὰ ποῖον λόγον κατέστη ἀδύνατον περὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ
994Δεκεμβρίου 1893 νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ Κράτος τὴν ὑπηρε-
995σίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ὅλοι δὲν τὸν ἐννοοῦμεν κατὰ τὸν
996αὐτὸν τρόπον. Διὰ τοῦτο, ὅταν πρόκειται νὰ σκεφθῶμεν ἐπὶ
997τῶν γενομένων, καὶ νὰ κρίνωμεν ἂν καλῶς ἐγένοντο ὅσα τότε
998ἐγένοντο, καὶ περὶ τῶν γενησομένων, διὰ νὰ εὕρωμεν τὰ προσ-
999φορώτερα μέσα θεραπείας, τότε τὰς αἰτίας ἐντελῶς τὰς λη-
1000σμονοῦμεν. Βεβαίως ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ἀδυναμίαν τοῦ νὰ ἐκ-
1001πληρώσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν πρὸς τοὺς δανειστὰς,
1002διότι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους διηυθύνθησαν ἐπὶ μακρὰν
1003σειρὰν ἐτῶν ἀτάκτως. Ἂν λάβωμεν τὴν διοίκησιν ἰδίως ἀπὸ
1004τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1893, βλέπομεν αὐτὴν καταλήγουσαν κατ’
1005ἔτος εἰς ἐλλείμματα. Ἐλλείμματα ἐπὶ τῶν τακτικῶν ἐσόδων
1006καὶ ἐξόδων, ἐλλείμματα συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἐκτά-
1007κτων ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Ἀλλὰ τὰ ἐλλείμματα δὲν πρέπει νὰ
1008λαμβάνωνται μεμονωμένως. Ἐνῶ τὰ ἐλλείμματα πραγματι-
1009κῶς ἐξηκολούθουν καὶ καθίστων καθ’ ἡμέραν δυσχερεστέραν
1010τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, οὐχ ἧττον συνωδεύοντο καὶ ὑπό
1011τινος καλοῦ, καλοῦ ὑπὸ ἔποψιν ταμιευτικὴν, ἀπὸ τὴν αὔξη-
1012σιν δηλαδὴ τῶν ἐσόδων. Ἂν τὰ κακὰ οἰκονομικῶς κατοπ-
1013τρίζωνται εἰς τὰ μεγάλα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα αὐξάνουν καθ’
1014ἡμέραν ἀδιαλείπτως καὶ ὑπερμέτρως, ταῦτα μειώνουν τὰ
1015ἔσοδα, ἅτινα παρατηρεῖ τις σταθερῶς, εἰ καὶ ἐν μικροτέρῳ
1016μέτρῳ, αὐξανόμενα. Ἀλλὰ τὰ ἔξοδα αὐξάνουν ἐν μεῖζον μέ-
1017τρῳ, καὶ τὰ ἐλλείμματα ἐξακολουθοῦν.
1018Εἰς τί ὅμως τὰ ἐπιζήμια ἀποτελέσματα τῶν ἐλλειμμά-
1019των τοῦ προϋπολογισμοῦ πληρέστερον ἀποτυποῦνται; Ἀπο-
1020τυποῦνται εἰς τὴν τιμὴν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, εἰς
1021τὴν τιμὴ δηλαδὴ τοῦ νομίσματος τῆς χώρας. Ὅσον τὰ
1022ἐλλείμματα τοῦ Κράτους αὐξάνουν, τόσον ἡ τιμὴ τῶν τρα-
1023πεζικῶν γραμματίων ἐκπίπτει, διότι οὐδὲν ἄλλο ὁρίζει ποία
1024πρέπει νὰ ἦναι ἐν καιρῷ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἡ τιμὴ
1025τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου ἔν τινι τόπῳ, παρὰ ἡ κατά-
1026στασις τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ, δηλ. τὰ
1027ἐλλείμματα αὐτοῦ. Ὅσον τὰ ἐλλείμματα εἶναι μεγαλείτερα,
1028τόσον μεγαλειτέρα ἡ ἀνικανότης τῆς χώρας πρὸς ἐξόφλησιν
1029τοῦ χρέους τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐν Ἑλλάδι δὲ,
1030ἐπειδὴ καὶ τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία
1031κυκλοφορεῖ τὰ γραμμάτια τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας,
1032ἔβαινον κακῶς, παρίστων δὲ καὶ αὐτὰ καθ’ ἡμέραν ἐλλειμ-
1033ματίας ἰσολογισμούς, καὶ τὰ μὲν καὶ τὰ δὲ κατέληγον εἰς
1034ἐξευτελισμὸν τῆς τιμῆς τῶν γραμματίων, ὅστις ὑπερέβη καὶ
1035τὰ 80%.
1036Ἀλλ’ ἐνῷ τοσαύτη ἦτο ἡ ἔκπτωσις τοῦ τραπεζικοῦ γραμ-
1037ματίου, καὶ ὅλοι τὴν ἀντελαμβάνοντο, ἐνῷ αὐτὸς ὁ ἀείμνη-
1038στος Τρικούπης, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε τὸν νόμον τῆς 10 Δεκεμ-
1039βρίου 1893, ἐβεβαίου ὅτι αἰτία τῆς ἀδυναμίας τοῦ Κρά-
1040τους, ὅπως ἐξακολουθήσῃ ἀκεραίαν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημο-
1041σίου χρέους, ἦτο μόνον ἡ κατάπτωσις τῆς τιμῆς τῶν τρα-
1042πεζικῶν γραμματίων καὶ ὅτι ἄνευ αὐτῆς ὁ προϋπολογισμὸς θὰ
1043ἦτο εἰς κατάστασιν ἀμειώτους νὰ ἐκπληροῖ τὰς ὑποχρεώσεις
1044τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τὰς ἄλλας τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας,
1045ἐν τούτοις δὲν συνεμόρφωσε τὰς πράξεις αὐτοῦ, οὔτε πρὸ τῆς
104610 Δεκεμβρίου, οὔτε μετὰ τὴν 10 Δεκεμβρίου, πρὸς τὰς
1047ἰδέας καὶ τὰς γνώμας ταύτας. Ἂν πραγματικῶς τὴν ἀδυ-
1048ναμίαν τοῦ Κράτους παρῆγεν ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ
1049γραμματίου, ἔπρεπεν εἰς αὐτὴν καὶ μόνην νὰ ἀσχοληθῇ· ἂν
1050δ’ ἀσχολούμενος εἰς τὴν ἐπανόρθωσιν τῆς τιμῆς τοῦ τραπε-
1051ζικοῦ γραμματίου ἐβελτίου αὐτήν, βεβαίως ἤθελε βελτιώσει
1052τὰ μέσα τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ καταστήσῃ αὐτὸν καὶ
1053πραγματικῶς ἐν ἰσοζυγίῳ, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἤθελε
1054καταλήγει εἰς τὰ ἐλλείμματα, εἰς ὅσα κατέληγε. Δυστυχῶς
1055ἐξελέξατο ἐπὶ μακρὰ ἔτη τὴν μέθοδον τῆς διὰ δανείων καὶ
1056διὰ συνδυασμῶν διαφόρων συμπληρώσεως τῶν ἐλλειμμάτων,
1057ἀπέφυγε δὲ ν’ ἀσχοληθῇ τὸ παράπαν εἰς τὴν ἀνατίμησιν τοῦ
1058νομίσματος τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἥτις μόνη θὰ καθίστα αὐτὸν
1059ἐπαρκῆ.
1060Ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς καὶ ἄλλοτε καὶ νῦν παραδόξως ὑπο-
1061στηρίζει, ὅτι οὐδόλως ὑπῆρξεν αἰτία τῆς ἀδυναμίας τοῦ Κρά-
1062τους πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων του πρὸς τοὺς δα-
1063νειστὰς ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Τοιαύτη
1064ἀντίληψις τῶν πραγμάτων εἶναι οὐ μόνον σφαλερά, ἀλλὰ καὶ
1065ἐπιζήμιος εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα. Ὅπως κρίνῃ τις ὀρθῶς
1066τὰ γενόμενα κατὰ τὴν 10 Δεκεμβρίου 1893 καὶ τὰ μετὰ
1067ταῦτα, καὶ ὅπως συμβουλεύσῃ τὰ δέοντα γενέσθαι, ἀνάγκη
1068πρότερον νὰ γνωρίσῃ τοὺς ἀληθεῖς λόγους τῆς ἀδυναμίας τοῦ
1069Κράτους πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν πρὸς τοὺς πιστωτὰς ὑπο-
1070χρεώσεών του. Ὁ χωρίζων τοὺς λόγους αὐτῆς ἀπὸ τὸν σκο-
1071πὸν καὶ τὸ ἀντικείμενον τοῦ συμβιβασμοῦ σήμερον βαδίζει
1072ἐπὶ πεπλανημένης ὁδοῦ, καὶ θ’ ἀποτύχῃ εἰς τὸ ἔργον τῆς
1073θεραπείας.
1074Τὴν ἀδυναμίαν τοῦ Κράτους βεβαίως παρεσκεύασε μακρὰ
1075κακὴ διοίκησις τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ, ἥτις ἐπεσώρευε καθ’
1076ἡμέραν δαπάνας ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀγόνους, ἢ ἐπὶ βαρυτά-
1077τοις τόκοις ἐξευρισκομένας, ματαιούσας πᾶν κέρδος, ὅπερ ἔφε-
1078ρον ἄλλα ἐπωφελῆ μέτρα τῆς διοικήσεως, οἱ φόροι καὶ ἡ
1079καθημερινὴ πρόοδος τοῦ τόπου. Ἂν τὰ τακτικὰ ἔσοδα ἀνῆλ-
1080θον ἀπὸ 58,879,495 δρ. κατὰ τὸ 1882 εἰς 91,547,000 κατὰ
1081τὸ 1893, καὶ τὰ τακτικὰ ἔξοδα ἀνῆλθον ἀπὸ 62,359,272
1082εἰς 96,348,643 κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη. Ἂν οὕτω εἰς 11 ἔτη
1083τὰ τακτικὰ ἔσοδα ηὔξησαν κατὰ 32,667,505 δραχμάς,
1084ἀφ’ ἑτέρου τὰ τακτικὰ ἔξοδα ηὔξησαν κατὰ 33,988,771
1085δρ. Ἀλλὰ συνυπολογιζομένων τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων, ἡ ἀνι-
1086κανότης τοῦ Κράτους ἐγένετο πολὺ μεγαλειτέρα παρ’ ὅσον
1087δεικνύουν αὐτὴν τὰ τακτικὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα.
1088Ἀλλ’ ὅσῃ δήποτε καὶ ἂν ὑπῆρξεν ἡ διαφορὰ μεταξὺ
1089ἐσόδων καὶ ἐξόδων κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, αὕτη θὰ ἦτο
1090πολὺ μικροτέρα, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ ὑποτίμησις τοῦ νομίσμα-
1091τος, εἰς ὃ εἰσπράττονται οἱ φόροι καὶ τὰ ἄλλα ἔσοδα τοῦ
1092Κράτους. Ἄνευ αὐτῆς τὰ ἐλλείμματα τοῦ Κράτους θὰ ἦσαν
1093μικρότερα, ἢ δὲν θὰ ὑπῆρχον παντάπασιν ἐλλείμματα ἐνίοτε,
1094καὶ δὲν θὰ ὑφίστατο ἡ ἀνάγκη τῶν καθημερινῶν δανείων καὶ
1095τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, ἐξ ὧν καθ’ ἡμέραν ηὔξανεν ἡ
1096ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου εἰς χρυσὸν χρέους, ἀγαγοῦσα ἡμᾶς
1097τέλος εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν καὶ τὴν ἀναστολὴν αὐτῆς.
1098Πλανᾶται ἑπομένως ὁ μὴ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τ’ ἀποτελέ-
1099σματα τῆς ὑποτιμήσεως τῶν γραμματίων ἐπὶ τῶν οἰκονομι-
1100κῶν τοῦ Κράτους, καὶ ἀποδίδων τὴν ἀνεπάρκειαν αὐτοῦ εἰς
1101τὰ μικρὰ ἔσοδα ἢ τὰ μεγάλα ἔξοδα. Ἡ δυσαναλογία αὐτῶν
1102εἶναι μεγάλη ἕνεκα τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ νομίσματος καὶ τῆς
1103ἀνάγκης μεγαλειτέρου ποσοῦ ἐσόδων διὰ τὰς εἰς χρυσὸν ἀνάγ-
1104κας τοῦ Κράτους. Ἡ ὑποτίμησις αὕτη τῶν γραμματίων
1105προῆλθε κυρίως ἐκ τῆς κακῆς διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ
1106Κράτους, ἀλλ’ ὡς γεγονὸς εἶναι ὁ σπουδαιότερος λόγος τῆς
1107ἀνεπαρκείας τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν. Ἡ μελέτη τῶν προ-
1108ϋπολογισμῶν καὶ ἀπολογισμῶν ἀποδεικνύει τοῦτο.
1109Βεβαίως δὲν θὰ ἀνέλθω εἰς μεμακρυσμένα ἔτη, διότι πολὺν
1110χρόνον ἤθελον δαπανήσει ἀπασχολῶν ὑμᾶς. Τοῦτο δὲν εἶναι
1111τοῦ παρόντος. Θέλω ὅμως παρακαλέσει τὴν Βουλὴν, ὅπως
1112μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐνδιατρίψω εἰς τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ
1113τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1893, ὅπερ εἶναι τὸ ἔτος, τὸ ὁποῖον
1114περὶ τὸ τέλος αὐτοῦ κατεδήλωσε τὴν ἀδυναμίαν, ἐπισήμως
1115ἀναγνωρισθεῖσαν, τοῦ Κράτους, καὶ ἔφερεν εἰς τὴν ἀναστολὴν
1116τῶν πληρωμῶν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους.
1117Ὑπῆρξεν ἆρά γε τὸ ἔτος 1893 ἕν τε τοῖς ἐσόδοις καὶ τοῖς
1118ἐξόδοις αὐτοῦ τοιοῦτον, ὥστε νὰ δικαιολογῆται ἀπολύτως
1119σήμερον, ὅτε ἔχομεν καὶ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1893, τὸ
1120διάβημα ἐκεῖνο τῆς ἀναστολῆς, τὸ κατὰ τὴν 10ην Δεκεμ-
1121βρίου ληφθέν; Ἢ, ἂν ἦτο ἀναπόφευκτον, ὅπως βεβαίως ἦτο
1122ἀναπόφευκτον, ὑφ’ ἃς περιστάσεις νομισματικὰς τότε διετε-
1123λοῦμεν, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν
1124ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου καὶ ἡ ὑπερτίμησις
1125τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, τοῦ ἀναγκαίου διὰ τὴν ὑπη-
1126ρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, θὰ ἦτο ἀναγκαία καὶ ἀναπό-
1127φευκτος καὶ τότε ἀκόμη ἡ ἀναστολὴ τῶν πληρωμῶν; Ἐγὼ
1128δὲν τὸ πιστεύω. Ἐγὼ βλέπω ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ
1129ἀπολογισμοῦ τοῦ 1893, ὅτι, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ μεγάλη δια-
1130φορὰ τοῦ συναλλάγματος, θὰ ἦτο δυνατὸν, ἕνεκα τῆς σμι-
1131κρότητος σχετικῶς τοῦ ἐλλείμματος, τὸ Κράτος νὰ κατορ-
1132θώσῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς πληρωμὰς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ
1133δημοσίου χρέους, καὶ νὰ μὴ περιέλθῃ εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς
1134περικοπῆς τῶν πληρωμῶν.
1135Κατὰ τὸ 1893 εἰσεπράχθησαν ἔσοδα τακτικὰ δραχμαὶ
113696,723,418, ἐδαπανήθησαν δὲ εἰς τακτικὰ ἔξοδα 87,250,900
1137δραχμαί. Ἐννοεῖται ὅτι εἰς τὰς δαπάνας αὐτὰς τὰς τακτικὰς
1138τοῦ 1893, εἰς τὰ 87 καὶ πλέον ἑκατομμύρια, δὲν περιλαμ-
1139βάνεται ἐκεῖνο τὸ μέρος τοῦ δημοσίου χρέους, τὸ ὁποῖον δὲν
1140ἐξετελέσθη ἕνεκα τῶν γνωστῶν συμβάντων τοῦ 1893, δηλαδὴ
1141τῆς περικοπῆς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους.
1142§26ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ ὑπολογίσητε καὶ τὸ δάνειον τῆς κεφα-
1143λαιώσεως.
1144§27ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως. Ἀλλὰ θὰ ἴδητε, ὅτι πρὸς
1145μείζονα ἐνίσχυσιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου, ἀντὶ νὰ ὑπολογίσω τὸ
1146δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως μόνον, θὰ παραδεχθῶ αὐτὴν τὴν
1147ὑπηρεσίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος συνετάχθη πρὶν καὶ
1148χωρὶς νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ μικρότερα ποσὰ τῆς κεφαλαιώ-
1149σεως, καὶ διὰ τοῦτο περιέλαβεν ἀκεραίαν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ
1150δημοσίου χρέους κατὰ τὸ ἔτος 1893.
1151§28ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ 87 αὐτὰ ἑκατομμύρια περιλαμ-
1152βάνονται καὶ τέσσαρα ἑκατομμύρια ἔκτακτα ἔξοδα, γενόμενα
1153διὰ τοὺς σιδηροδρόμους.
1154§29ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τώρα θὰ εἴπω.
1155Ἔλεγον ὅτι εἰς τὰ 87,250,900 τῶν τακτικῶν δαπανῶν
1156δὲν περιλαμβάνεται ὁλόκληρος ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου
1157χρέους διὰ τὸ ἔτος 1893. Ἡ ὑπηρεσία αὕτη ἀνεγράφετο ἐν
1158τῷ προϋπολογισμῷ εἰς δραχμὰς 46,137,635, καὶ ἐξ αὐτῶν
1159διὰ διαφορὰν συναλλάγματος ἐσημειοῦντο 9,789,039 δραχ-
1160μαί. Βεβαίως αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ ἀκριβὲς ποσὸν, τὸ ὁποῖον
1161ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ διὰ συναλλαγματικὴν διαφοράν. Κατὰ
1162τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1893, διὰ ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου
1163χρέους ἐν γένει ἐπληρώθησαν μόνον 26,248,283 δραχμαὶ,
1164ἀντὶ τῶν 46,137,635, ἐκ τούτων δὲ 9,775,011 σημειοῦν-
1165ται ὡς συναλλαγματικὴ διαφορά. Λοιπὸν, ἐὰν περιλάβωμεν
1166καὶ τὴν συλλαγματικὴν διαφοράν, ἐπληρώθησαν 19,889,352
1167δραχ. ὀλιγώτερον ἢ ὅσα ἐσημειώθησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ
1168τῶν ἐξόδων τοῦ 1893. Ἐὰν ἤδη προσθέσωμεν εἰς τὰ τακτι-
1169κὰ ἔξοδα τοῦ 1893 τὸ ποσὸν αὐτὸ, ἀφαιροῦντες τὰ ἄρθρα
11706, 7 καὶ 8 τοῦ κεφαλαίου Αʹ τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ τὰ
1171εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια πληρωτέα ποσὰ τοῦ δημοσίου χρέ-
1172ους, ἅτινα δὲν ὑπέστησαν περικοπὴν τὸ 1893, δηλαδὴ ἐὰν
1173προσθέσωμεν 15,504,212 δραχμὰς εἰς χρυσὸν εἰς τὰ γενό-
1174μενα τακτικὰ ἔξοδα, θὰ ἔχωμεν τακτικὰ ἔξοδα 102,755,112.
1175Δὲν προσθέτω ἄλλην διαφορὰν συναλλάγματος εἰς τὸ ποσὸν
1176αὐτὸ, ἀφοῦ πάντως θὰ τὴν ἀφαιρέσω, ἵνα εὕρω τὸ πραγμα-
1177τικὸν ἔλλειμμα, δηλαδὴ ἐκεῖνο, ὅπερ θὰ ὑπῆρχεν, ἂν τὸ τρα-
1178πεζικὸν γραμμάτιον δὲν ἦτο ὑποτετιμημένον καὶ δὲν ὑπῆρχε
1179συναλλαγματικὴ διαφορά.
1180§30ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ 87 ἑκατομμύρια μετὰ τῶν
1181ἐκτάκτων ἐξόδων, ἢ εἰς τὰ 84 ἄνευ αὐτῶν, περιλαμβάνονται
1182καὶ τὰ πληρωθέντα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους.
1183§31ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ. Τὸ χρέος, τὸ ὁποῖον ἐπλη-
1184ρώθη κατὰ τὸ 1893, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 9,775,011
1185συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, ἀνέρχεται εἰς 16,473,272. Αὐτὸ
1186ὅμως δὲν εἶναι τὸ ποσὸν τὸ ὁλικὸν τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ
1187τὸ 1893, ὅπερ ἔδει νὰ πληρωθῇ, ἀλλὰ τὸ πληρωθὲν εἰς κε-
1188φάλαιον.
1189§32ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 9,000,000 εἶναι ἡ συναλλαγματικὴ
1190διαφορά;
1191§33ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ ὡς ψηφισθεῖσα
1192ἀναγεγραμμένη εἶναι 9,759,000. Ἀλλ’ ἀναγράφεται ὡς
1193πληρωθεῖσα ποσότης 9,775,011 δρ.
1194§34ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ποσὸν τὸ πληρωθὲν διὰ
1195συναλλαγματικὴν διαφοράν.
1196§35ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ ἐννοεῖται ὅτι αὐτὸ εἶναι μικρό-
1197τερον ποσὸν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπληρόνετο, ἂν ἐπληρόνετο
1198ἀκεραία ἡ ὑπηρεσία.
1199§36ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ ἥμισυ περίπου ἐπληρώθη ἡ
1200ὑπηρεσία τοῦ εἰς χρυσὸν δημοσίου χρέους κατὰ τὸ 1893.
1201§37ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ. Τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐπλη-
1202ρώθη διὰ δημόσιον χρέος εἰς χρυσὸν καὶ τραπεζικὰ γραμ-
1203μάτια, ἄνευ συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, εἶναι 16,473,272.
1204Ἄρα τὰ 9,759,000 εἶναι ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ μέ-
1205ρους τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ, τοῦ εἰς χρυσόν. Τοῦτο ἀνέρχεται, ὡς
1206εἶπον, εἰς 15,504,212. Ἀλλὰ πιθανὸν ἐν αὐτῷ τῷ ποσῷ
1207τῶν 9,759,000 νὰ μὴ περιλαμβάνηται μόνον τὸ διὰ τὴν
1208πληρωμὴν τοῦ δημοσίου χρέους συνάλλαγμα, πιθανὸν νὰ ἦναι
1209καὶ ἄλλο τι ποσὸν δι’ ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου. Τοῦτο
1210δὲν φαίνεται ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς, οὔτε γίνεται διάκρισις
1211μεταξὺ τῶν μὲν καὶ τῶν δὲ, νομίζω δὲ, ὅτι ἐνίοτε συγκεντροῦν-
1212ται εἰς μίαν πληρωμήν.
1213§38ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· δὲν εἶναι δυνατόν.
1214§39ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω. Δὲν τὸ βεβαιῶ.
1215§40ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀναγεγραμμένη ἡ συναλλαγμα-
1216τικὴ διαφορὰ εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους ὑπὸ ἴδιον
1217ἄρθρον. Ὅπου ὑπάρχει ἄλλη συναλλαγματικὴ διαφορὰ εἰς
1218ἕτερα κεφάλαια τῶν δημοσίων ἐξόδων, ἐκεῖ περιλαμβάνεται
1219ἡ διαφορὰ εἰς τὸ ποσὸν τῶν πιστώσεων, ὑπολογιζομένων
1220κατὰ τὴν ἀναγραφὴν τοῦ ἐξόδου.
1221§41ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Φρονῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι 9,775,011 εἶναι
1222συναλλαγματικὴ διαφορὰ διὰ τὸ δημόσιον χρέος. Εἶναι ὁ
1223ἀπολογισμὸς καθαρὸς κατὰ τοῦτο.
1224Εἶπον ὅτι 46,137,635 εἶναι τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ
1225προϋπολογισμῷ τοῦ 1893 ποσὸν δι’ ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου
1226χρέους μετὰ τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς. Τὸ ποσὸν, τὸ
1227ὁποῖον ἐπληρώθη, εἶναι 26,248,283, ἤτοι ἔλαττον κατὰ
122819,889,352 δραχ. Τὸ ποσὸν, ὅπερ ἐπὶ τῶν 46,137,635
1229δραχ. ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ εἰς χρυσὸν κατὰ τὸν προϋπολογι-
1230σμὸν τοῦ 1893, ἦτο 30,704,261 φρ. Τὸ πληρωθὲν εἰς χρυ-
1231σὸν ποσὸν κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1893 εἶναι 17,251,414,
1232ἤτοι ὀλιγώτερον κατὰ 13,542,847, ἀλλὰ τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν
1233εἶναι τὸ ἀληθὲς, διότι ἐπληρώθησαν, νομίζω, ποσὰ καὶ μετὰ
1234ταῦτα. Ἀλλ’ ἂς λάβωμεν αὐτὸ τὸ ποσὸν ὡς τὸ οἰκονομηθὲν
1235διὰ τοῦ κανονισμοῦ, ὅστις ἐγένετο διὰ τοῦ νόμου τῆς 10
1236Δεκεμβρίου 1893. Ἄνευ τοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ θὰ ἤμεθα
1237ὑπόχρεοι νὰ δαπανήσωμεν ἔτι 13,542,847 δραχ., καὶ τὸ ὅλον
1238τῶν δαπανῶν τοῦ 1893 θ’ ἀνήρχετο εἰς 100,793,747, σὺν
1239τῇ συναλλαγματικῇ διαφορᾷ. Ἀλλ’ ἂς παραδεχθῶμεν τὸ
1240ποσὸν, ὅπερ προηγουμένως ἀνέφερα καὶ τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει
1241καὶ ὅσα ἔτι ὀφείλονται ἐπὶ τοῦ κεφαλ. Αʹ τοῦ 1893, ἤτοι τὸ
1242ποσὸν τῶν 102,755,112 δραχ. σὺν τῇ συναλλαγματικῇ δια-
1243φορᾷ. Τὸ ποσὸν αὐτὸ ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ εἰς τὸ τέλος τῆς
1244χρήσεως τοῦ 1893, ἐὰν δὲν ἐπήρχετο ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος μετέ-
1245βαλε τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Πιθανὸν τὸ πο-
1246σὸν αὐτὸ νὰ ἦναι καὶ κατά τι μεγαλείτερον, ἀλλ’ ὅπως δή-
1247ποτε δὲν περιλαμβάνει τὴν συναλλαγματικὴν διαφορὰν ὅλου
1248τοῦ εἰς χρυσὸν ποσοῦ. Πιθανὸν νὰ εἴπῃ τις, ὅτι, ἀφοῦ προσ-
1249θέτω καὶ τὸ μὴ πληρωθὲν εἰς χρυσὸν ποσὸν τοῦ δημοσίου
1250χρέους, ἔπρεπε νὰ προσθέσω ἀναλόγως καὶ συναλλαγματικὴν
1251διαφοράν. Ἀλλ’ ἀφοῦ θ’ ἀφαιρέσω ὁλοτελῶς τὴν συναλλαγμα-
1252τικὴν διαφοράν, διὰ νὰ εὕρω τί θὰ ἐπληρόνομεν τὸ 1893,
1253ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου καὶ
1254ἑπομένως συναλλαγματικὴ διαφορὰ, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν
1255προσθέτω αὐτήν. Οὕτω νῦν...
1256§42ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
1257§43ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι. Νὰ τελειώσω πρίν... Λοιπὸν
1258102 ἢ 104 ἑκατομμύρια δρ. θὰ ἦσαν κατὰ πᾶσαν πιθανό-
1259τητα. Ἐπ’ αὐτῶν δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἦναί τις ἀκριβὴς,
1260διότι ἐλλείπουσι πολλοὶ ἀριθμοὶ καὶ μετὰ τὸν ἀπολογισμόν.
1261Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ποσὸν πιθανῶς θὰ ἦτο τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ
1262ἐδαπανᾶτο, ἄνευ τῆς προσθέτου συναλλαγματικῆς διαφορᾶς
1263μέρους τοῦ δημοσίου χρέους, τὴν ὁποίαν, δι’ ὃν λόγον ἐξή-
1264γησα, δὲν προσέθεσα. Ἐὰν ἀπὸ τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 102 ἢ
1265104 ἑκατομμυρίων δραχ. ἀφαιρέσωμεν τὰ εἰσπραχθέντα τα-
1266κτικὰ ἔσοδα τῶν 96,723,118 δραχμῶν, ἔχομεν περιπλέον
1267ἔξοδα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ 1893 θὰ ἐδαπανῶντο, δρ. 5,000,000
1268ἢ 7,723,418. Ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ, εἶπον, ἡ ὁποία
1269περιλαμβάνεται εἰς τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 104 ἑκατομμυρίων,
1270ἀνέρχεται εἰς 9,775,011 δραχ. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ
1271εἰρημένου ἐλλείμματος τὸ ποσὸν αὐτὸ τῆς συναλλαγματικῆς
1272διαφορᾶς, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἔκπτωσις τοῦ τρα-
1273πεζικοῦ γραμματίου, εὑρίσκομεν ὅτι οὐχὶ ἔλλειμμα, ἀλλὰ
1274περίσσευμα θὰ ὑπῆρχεν. Ἀλλὰ καὶ ἂν τὰ ἔσοδα περιορι-
1275σθῶσι,—διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς γνωρίζετε,
1276εἰς τὰς σημειώσεις, τὰς ὁποίας ἔπεμψε πρὸς τοὺς πρέσβεις,
1277ἀφαιρεῖ ποσά τινα, ὡς μὴ τακτικὰ ἔσοδα,— πάλιν τὸ ἀποτέ-
1278λεσμα δὲν θὰ ἦναι μεγάλη διαφορά. Οὕτω δυνάμεθα ν’ ἀφαι-
1279ρέσωμεν τὸ ἐκ τῆς νομισματοποιΐας ἔσοδον ἐξ 1,500,000. Τὸ
1280ἐκ τῆς νομισματοποιΐας ἔσοδον εἶναι πολὺ πλέον ἀσύνηθες
1281παρ’ ὅ,τι εἶναι τὸ ἐξ ὑλικῶν ἀχρήστων, τὸ ὁποῖον, οὕτως
1282εἰπεῖν, κατέστη τακτικὸν ἔκτακτον ἔσοδον, ὡς ἐπὶ σειρὰν
1283ἐτῶν ἐπαναληφθὲν καὶ ἐπαναλαμβανόμενον. Ἀφαιρῶ ἐπί-
1284σης ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ 1893 τὸ ἐξ ὑπερτιμήσεως
1285νομίσματος καὶ συναλλάγματος ἐξ ἐκτάκτων πόρων 2,030,000,
1286δηλαδὴ τὸ ὅλον 3,530,420. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ
1287ἔχωμεν διαφορὰν ἐπὶ πλέον μεταξὺ τακτικῶν ἐξόδων καὶ ἐσό-
1288δων 1,031,991 δραχ. Δηλαδή, ἂν ἐξ ἐξόδων 104 ἑκατομ-
1289μυρίων ἀφαιρέσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἐκ
1290δραχ. 9,775,011, ἐκ δὲ τῶν ἐσόδων ἐκ δραχ. 96,723,411
1291ἀφαιρέσωμεν ἔκτακτά τινα ἔσοδα ἐκ δραχ. 3,530,420, τὸ ἔλ-
1292λειμμα μόλις θὰ ὑπερέβαινε τὸ ἓν ἑκατομμύριον. Ἔλλειμμα
1293τοσοῦτον κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1893, ἀλλὰ καὶ διπλάσιον καὶ
1294τριπλάσιον, ἂν θέλετε ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων ν’ ἀφαιρέσωμεν
1295καὶ ἄλλα ὡς ἔκτακτα, βεβαίως δὲν εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ
1296δικαιολογήσῃ ἀπόφασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὅπως παύ-
1297σῃ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Διότι βεβαίως ἀπέ-
1298ναντι τοιούτου κακοῦ καὶ τῶν φοβερῶν συνεπειῶν, ὅσας συνε-
1299πάγεται ἡ πτώχευσις τοῦ Κράτους, ἡ ἐξοικονόμησις διὰ δια-
1300φόρων μεταβολῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἑνὸς ἢ δύο ἢ τριῶν
1301ἑκατομμυρίων θὰ ἦτο πρᾶγμα εὔκολον. Οὕτω ὁ ἀπολογισμὸς
1302τοῦ ἔτους ἐκείνου, καθ’ ὃν ἐπεβλήθη ἡ πτώχευσις εἰς τὸ Κρά-
1303τος, δεικνύει ὅτι, ἐὰν δὲν ἐβαρύνετο διὰ τῆς νομισματικῆς
1304διαφορᾶς, θὰ εἴχομεν κατάστασιν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τακτι-
1305κῶν, ἡ ὁποία θὰ ἐπαρουσίαζεν ἀνάξιον λόγου καὶ συνήθως
1306ἀπαντῶν ἔλλειμμα, ἔλλειμμα μικρόν, συγκριτικῶς πρὸς τὸ
1307κακόν, ὅπερ ἐπεβάλομεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς κατὰ τὸν Δεκέμ-
1308βριον τοῦ 1893, καὶ ὅπερ οὐδεμία δυσκολία θὰ ὑπῆρχε νὰ
1309καλυφθῇ.
1310Ἀλλ’ ἐὰν θελήσῃ τις καὶ ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1894
1311τὰς αὐτὰς σκέψεις καὶ τοὺς αὐτοὺς ὑπολογισμοὺς νὰ ποιή-
1312σηται, θέλει φθάσει εἰς ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν Κυ-
1313βέρνησιν ἤθελον ἐξωθήσει εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς πτωχεύσεως
1314τοῦ Κράτους. Ἄνευ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμ-
1315ματίου, δηλ. ἄνευ τῆς μεγάλης συναλλαγματικῆς διαφορᾶς,
1316τὰ ἔσοδα θὰ ἐπήρκουν εἰς τοιοῦτον μέτρον, ὥστε ἡ περικοπὴ
1317τοῦ δημοσίου χρέους ν’ ἀπέβαινεν ἐντελῶς περιττή. Κατὰ τὸ
1318ἔτος 1894 καὶ κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν αὐτοῦ, εἰσε-
1319πράχθησαν 99,015,331 δραχμαί, μὴ συμπεριλαμβανομένων
1320τῶν ἐξ ἀπροβλέπτων πόρων ἐσόδων, τὰ ὁποῖα σημειοῦνται εἰς
1321δραχ. 4,023,489, ἄνευ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς ἐξ ἐκτά-
1322κτων πόρων, ἡ ὁποία ἀνῆλθεν εἰς 1,588,321, καὶ ἄνευ τῆς
1323νομισματοποιΐας, ἥτις ἀνῆλθεν εἰς 1,268,000, ἤτοι ἀφαιρου-
1324μένων 6,879,810 δραχ. ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ 1894. Ἐὰν τὰ
1325ἔξοδα τοῦ 1894 ἀνῆλθον εἰς 62,868,897, ἄνευ, ἐννοεῖται,
1326τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, δυνάμεθα, προσθέτοντες
1327εἰς αὐτὰ τὴν τοῦ ἔτους 1893 ὑπηρεσίαν, — διὰ νὰ μὴ ἐνασχο-
1328λῶμαι εἰς ἀνεύρεσιν τῶν μικρῶν διαφορῶν, αἵτινες παρουσιά-
1329ζονται κατὰ τοῦτο μεταξὺ τῶν δύο ἐτῶν, — νὰ προσ-
1330διορίσωμεν ποία θὰ ἦτο κατὰ προσέγγισιν ἡ ἀνισοῤῥοπία τῶν
1331εἰσπράξεων πρὸς τὰς δαπάνας. Τοιουτοτρόπως, ἂν ἀναγρά-
1332ψωμεν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1893
1333μὲ διαφορὰν ἐκ συναλλάγματος δραχ. 9,775,011, ἤτοι τὸ
1334ὅλον δραχ. 46,137,635, θὰ ἔχωμεν ὁλικὸν ποσὸν ἐξόδων
1335109,006,532, ἐξ ὧν ἀφαιροῦντες τὰ ἔσοδα 96,015,331, θὰ
1336ἔχωμεν ἔλλειμμα 12,991,201 δραχμῶν, ἀφαιροῦντες δ’ ἐξ
1337αὐτῶν τὴν συναλλαγματικὴν διαφορὰν ἐκ δρ. 9,775,011,
1338θὰ ἔχομεν ἔλλειμμα 3,216,190 δραχμῶν κατὰ τὸ 1894.
1339Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλης μεθόδου διὰ τὸ 1893 δύναταί τις
1340νὰ φθάσῃ εἰς παραπλήσια τῶν ἀνωτέρω ἀποτελέσματα.
1341Ἐζητήθησαν ἔξοδα διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ δι’ εἰδικῶν
1342πιστώσεων 121,157,574, δραχμῶν, ἐπληρώθησαν δὲ τακτικὰ
1343ἐντὸς τῆς χρήσεως 87,250,900 καὶ ἔκτακτα 4,882,664, τὸ
1344ὅλον δρ. 92,133,565. Ἀφ’ ἑτέρου εἰσεπράχθησαν 96,723,422
1345δραχμαί. Ἐκ τῶν 87,250,900 δρ. τακτικῶν ἐξόδων τῆς χρή-
1346σεως τοῦ 1893 ἀνήκουν τῷ εἰς χρυσὸν δημοσίῳ χρέει διὰ
1347κεφάλαιον καὶ συναλλαγματικὴν διαφορὰν μόνον δραχμαὶ
134821,919,470. Ἑπομένως αἱ τακτικαὶ δαπάναι τοῦ 1893 ἄνευ
1349ὑπηρεσίας τοῦ εἰς χρυσὸν δημοσίου χρέους ἀνῆλθον εἰς δρ.
135065,331,490. Ἄν ὑποθέσωμεν, ὅτι δὲν ἐπήρχετο ὁ νόμος τῆς
135110 Δ)βρίου 1893 καὶ ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους
1352εἰς χρυσὸν ἐλειτούργει ἀκεραία κατὰ τὸ 1893, ποῖα θὰ ἦσαν
1353τ’ ἀποτελέσματα τοῦ ἀπολογισμοῦ; Τὸ εἰς χρυσὸν δημόσιον
1354χρέος ἐσημειώθη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1893 εἰς φρ.
135530,964,261. Ἄν εἰς τὸ ποσὸν αὐτὸ προσθέσωμεν καὶ τὴν
1356πιθανὴν συναλλαγματικὴν διαφοράν, θὰ ἔχωμεν τὴν ὅλην
1357ὑπηρεσίαν τοῦ εἰς χρυσὸν δημοσίου χρέους κατὰ τὸ 1893,
1358ἂν δὲν ἐπήρχετο ἡ ἀναστολὴ τῶν πληρωμῶν. Ὁ μέσος ὅρος
1359τῆς τιμῆς τοῦ φράγκου κατὰ τὸ 1893, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν
1360σημειώσεων τοῦ Χρηματιστηρίου Ἀθηνῶν, εἶναι 1,60, ἑπομέ-
1361νως διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν φρ. χρ. 30,964,261 θ’ ἀπῃτοῦντο
1362δρ. 50,142,744. Τούτων προστιθεμένων εἰς τὰς ἄλλας τα-
1363κτικὰς δαπάνας τοῦ 1893, ἤτοι τὰς δρ. 65,331,490, θὰ
1364εἴχομεν ὁλικὴν δαπάνην 115,474,234 δρ. Αἱ τακτικαὶ εἰσ-
1365πράξεις τοῦ 1893 ἀνῆλθον, ὡς εἶπον, εἰς δρ. 96,723,422,
1366ἂν δ’ ἀφαιρέσωμεν αὐτὰς ἐκ τῶν 115,474,234, θὰ ἔχωμεν
1367ἔλλειμμα τοῦ 1893 δραχ. 18,750,812. Ἄν ὑποθέσωμεν ὅτι
1368δὲν ὑπῆρχε τὸ 1893 ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, οὐδὲ συναλ-
1369λαγματικὴ διαφορὰ τῶν 30,964,215 φρ. χρ. τοῦ δημοσίου
1370χρέους, ἤτοι ἂν ἀφαιρέσωμεν ἐκ τῶν δαπανῶν τοῦ 1893 δρ.
137119,178,529, οὐχὶ ἔλλειμμα, ἀλλὰ περίσσευμα θὰ ὑπῆρχεν.
1372Ἀλλὰ καὶ ἄν ἐκ τῶν 96,723,422 δρ. ἐσόδων τοῦ 1893
1373ἀφαιρέσωμεν ὡς ἔκτακτα τὰ ἐκ νομισματοποιΐας καὶ ὑπερτι-
1374μήσεως νομίσματος ἐξ ἐκτάκτων πόρων, ἤτοι δρ. 3,530,420,
1375καὶ ἂν ἀκόμη ἀφαιρέσωμεν ὅσα οὐχὶ ἐντελῶς ἀκριβῶς ἀφαιρεῖ
1376ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὡς ἔκτακτα ἐπίσης ἔσοδα, ἤτοι τὰ ἐξ
1377ἀπαλλαγῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἀχρήστου ὑλικοῦ,
1378ἤτοι δρ. 1,821,345, καὶ ἐν ὅλῳ ἀφαιρέσωμεν δρ. 5,351,765,
1379ἤτοι περιορίσωμεν τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ 1893 εἰς δραχμὰς
138091,371, 657, πάλιν τὸ ἔλλειμμα, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ συναλ-
1381λαγματικὴ διαφορά, θὰ ἦτο 4,924,048 δρ.
1382Τοιοῦτον ἔλλειμμα, ὅσον καὶ ἂν θεωρηθῇ συγκριτικῶς
1383σπουδαῖον, δὲν δικαιολογεῖ τὰ μέτρα τοῦ νόμου τὰς 10 Δε-
1384κεμβρίου 1893. Δι’ οἰκονομιῶν καὶ τῆς τακτικῆς αὐξήσεως
1385τῶν ἐσόδων θὰ ἦτο εὔκολον κατὰ μόνιμον τρόπον νὰ καλυ-
1386φθῇ. Ἐξ αὐτῶν ἓν πρᾶγμα βεβαιοῦται, ὅτι ἡ ἀνεπάρκεια
1387τοῦ Κράτους, καὶ μεθ’ ὅλας τὰς αὐξήσεις τῶν δαπανῶν,
1388προήρχετο ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμμα-
1389τίου. Αὕτη μόνη προσέθετε τὸ 1893 εἰς τὰς δαπάνας τοῦ
1390Κράτους περὶ τὰ 20 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἀπειλοῦσα με-
1391γαλειτέραν δαπάνην, διότι ὅσον αὐξάνουν τὰ ἐλλείμματα τοῦ
1392Κράτους, τόσον ὑποτιμᾶται τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον.
1393Καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ 1893 εἰς τὴν αὐξάνουσαν συναλ-
1394λαγματικὴν διαφοράν ἀπέδιδε τὴν ἀνισοῤῥοπίαν τῶν προϋ-
1395πολογισμῶν. Τοὺς προϋπολογισμούς του ἐθεώρει ἐν ἰσοζυγίῳ,
1396ἢ ἐν περισσεύμασιν, ἄνευ τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς.
1397Καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθές. Ὁμοία ἐργασία ἐκείνης, ἣν ἐφήρμοσε
1398ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ 1893 καὶ 1894, ἐφαρμοζο-
1399μένη καὶ ἐπὶ προηγουμένων προϋπολογισμῶν, θὰ ἐβεβαίου
1400αὐτό.
1401Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαύτην εἶχε γνώμην ὁ μακαρίτης Τρικούπης,
1402δὲν συνεμόρφωσε τὰς πράξεις του πρὸς αὐτήν. Ἀντὶ νὰ ἐρ-
1403γασθῇ, ὅπως ἐλαττώσῃ καὶ βαθμηδὸν ἐξαλείψῃ τὴν συναλ-
1404λαγματικὴν διαφοράν ἐκ τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ Κράτους,
1405εἰργάζετο τοὐναντίον ν’ αὐξήσῃ αὐτήν. Ἀντὶ νὰ ἐργασθῇ νὰ
1406ἀνυψώσῃ τὴν τιμὴν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, συνετέλει
1407διὰ τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ τῆς αὐ-
1408ξήσεως τοῦ εἰς χρυσὸν δημοσίου χρέους νὰ ὑποτιμηθῇ ἔτι
1409μᾶλλον αὐτό. Οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ ἐξεύρισκον μὲν ἄνευ
1410ἀγορᾶς χρυσοῦ ἐν τῷ τόπῳ τὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημο-
1411σίου χρέους ἀναγκαιοῦντα χρυσὸν, καὶ ἀνεκούφιζον δῆθεν αὐτὸν,
1412ἀλλ’ ηὔξανον τὰς εἰς χρυσὸν ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, καὶ
1413παρεσκεύαζον ἀναγκαίως διὰ τὸ μέλλον μεγαλείτερα ἐλλείμ-
1414ματα. Ταῦτα κατεφάνησαν πλήρη, καὶ ἐπήνεγκον τὰ κατα-
1415στρεπτικὰ ἀποτελέσματά των, ὅταν οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ
1416καὶ τὰ ἐξωτερικὰ δάνεια κατέστησαν πλέον ἀδύνατα. Τὴν
1417ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐπείσθη ὁ μακαρίτης Τρικούπης, ὅτι δὲν εἶναι
1418δυνατὸν νὰ εὕρῃ δάνειον ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, παρῄτησε τὴν ἐξου-
1419σίαν. Ἐπανελθὼν βραδύτερον εἰς αὐτήν, δὲν εἶχε πλέον
1420καιρὸν νὰ ἐφαρμόσῃ τὰ πρέποντα μέτρα πρὸς βελτίωσιν τῆς
1421νομισματικῆς καταστάσεως, ἀλλ’ ἀποφασίσας νὰ καταφύγῃ
1422εἰς ἀναστολὴν πληρωμῶν τοῦ δημοσίου χρέους, ἥτις ἐπεβάλ-
1423λετο, οὐδὲ ταύτην συνέλαβε καὶ ἐξετέλεσε συμφώνως πρὸς
1424τὰς αἰτίας τῆς πτωχεύσεως καὶ πρὸς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας
1425εἶχε περὶ τῆς καταστρεπτικῆς ἐπιῤῥοῆς τῆς συναλλαγματι-
1426κῆς διαφορᾶς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους.
1427Ἀντὶ νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν τόπον τῶν αἰτίων τῆς ἀνεπαρ-
1428κείας τοῦ προϋπολογισμοῦ, δηλαδὴ τῆς ἀθλίας νομισματικῆς
1429καταστάσεως, μεταχειριζόμενος πρὸς τοῦτο αὐτοὺς τοὺς ὁμο-
1430λογιούχους καὶ πᾶν περίσσευμα τοῦ προϋπολογισμοῦ μετὰ τὴν
1431ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως, ἠρκέσθη νὰ περιορίσῃ
1432μόνον τὸ ποσὸν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, οὐδὲν
1433λαβὼν μέτρον ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς τιμῆς τοῦ νομίσματος.
1434Ἐν τούτοις ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, δηλ. ἡ 10 Δεκεμβρίου, ἦτο ἡ
1435καταλληλοτάτη πρὸς λῆψιν δραστηρίων μέτρων ὑπὲρ οἰκο-
1436νομικῆς σωτηρίας τοῦ Κράτους. Οἱ δανεισταὶ ἡμῶν ἔβλεπον,
1437ἄλλως εὔκολον ἦτο νὰ πεισθῶσιν, ὅτι ἡ δυσκολία τοῦ Κρά-
1438τους, ὅπως ἐκπληρώσῃ τὰς πρὸς αὐτοὺς ὑποχρεώσεις, προ-
1439ήρχετο κυριώτατα ἐκ τῆς μεγάλης συναλλαγματικῆς διαφο-
1440ρᾶς, καὶ ὅτι ἄνευ αὐτῆς ὁ προϋπολογισμὸς θὰ ἐπήρκει.
1441Ἀνάγκη ἑπομένως ἦτο νὰ ἐκλίπῃ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία.
1442Διὰ μιᾶς νὰ γείνῃ τοῦτο, δὲν ἦτο οὔτε συμφέρον οὔτε εὔκο-
1443λον, διότι δάνειον εἰς χρυσὸν πρὸς ἄρσιν αὐτῆς ἢ δὲν θὰ εὑρί-
1444σκετο, ἢ θὰ εὑρίσκετο ὑπὸ βαρυτάτους ὅρους. Τοιοῦτον δά-
1445νειον μάλιστα εἶχε ζητήσει πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν ὁ μακαρί-
1446της Τρικούπης, ἀλλ’ ἀπέτυχεν. Ἦτο ὅμως δυνατὸν νὰ χο-
1447ρηγήσωσι τὰ μέσα τῆς σωτηρίας τοῦ Κράτους ἀπὸ τῆς ἀναγ-
1448καστικῆς κυκλοφορίας αὐτοὶ οἱ πιστωταὶ τοῦ Κράτους, καὶ
1449ἡ κατάστασις ἡ ψυχολογικὴ ἦτο πρὸς τοῦτο κατάλληλος
1450τότε.
1451Τὸ Κράτος ἔπρεπε νὰ εἴπῃ κατὰ τὴν 10 Δεκεμβρίου πρὸς
1452τοὺς κατόχους τῶν εἰς χρυσὸν ὁμολογιῶν, ὅτι λόγῳ τῆς
1453ὑποτιμήσεως τοῦ νομίσματος τοῦ τόπου, εἰς ὃ εἰσπράττονται
1454τὰ ἔσοδα, εἶναι ἠναγκασμένον νὰ παύσῃ ἐπί τινα ἔτη, ἐξ
1455π. χ., τὴν εἰς χρυσὸν ὑπηρεσίαν τῶν χρεῶν του, καὶ νὰ χρη-
1456σιμοποιήσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον μέρος αὐτῆς ἀπο-
1457κλειστικῶς καὶ ὑποχρεωτικῶς πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς
1458κυκλοφορίας καὶ ἐξίσωσιν τῆς τιμῆς τοῦ τραπεζικοῦ γραμμα-
1459τίου πρὸς τὴν τοῦ χρυσοῦ. Τοιαῦται παύσεις πάσης πληρω-
1460μῆς δημοσίου χρέους πολλάκις ἐγένοντο ὑπὸ Κρατῶν, καὶ
1461μάλιστα οὐχὶ πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν, δηλαδὴ πρὸς ἄρσιν τῶν
1462αἰτίων τῆς ἀνικανότητος αὐτῶν. Ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστι-
1463κῆς κυκλοφορίας ἦτο ἡ ὠφελιμωτέρα καὶ ἡ μᾶλλον ἀσφα-
1464λίζουσα τὰ συμφέροντα τῶν ὁμολογιούχων πρότασις. Οἰκο-
1465νομίαι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἢ νέοι φόροι δὲν ἦσαν πλέον
1466δυνατοὶ ἀπολύτως ἢ ἐν ἐπαρκεῖ μέτρῳ. Ἡ ἄρσις θὰ συνεπή-
1467γετο αὔξησιν, οὕτως εἰπεῖν, ἐσόδων διὰ μιᾶς 20 ἑκατομμυ-
1468ρίων δρ. ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διότι θὰ ἐξήλειφεν ἀπ’ αὐτοῦ
1469τὴν συναλλαγματικὴν διαφοράν. Θὰ ἐγίνετο βεβαίως ἡ ἄρσις
1470αὕτη διὰ καταναγκαστικοῦ δανείου τῶν ὁμολογιούχων πρὸς
1471τὸ Κράτος, ἀλλὰ θὰ ἠσφάλιζεν αὐτοῖς μετά τινα ἔτη τὴν
1472ἐπάνοδον εἰς τὴν ἀκεραίαν πληρωμὴν τῶν τόκων τῶν δανείων
1473των, ἐν ᾧ οἱαδήποτε ἄλλη μέθοδος θὰ ἔφερε πάντως εἰς περι-
1474κοπὴν αὐτῶν, καὶ περικοπὴν διαρκῆ. Τοῦτο συμβαίνει καὶ
1475θὰ συμβῇ εἰς αὐτοὺς ἤδη. Βεβαίως ἡ ἄρνησις πάσης ὑπηρε-
1476σίας τόκων πρὸς ἐκείνους ἐκ τῶν ὁμολογιούχων, οἵτινες ἐξ αὐ-
1477τῶν ἀποζῶσιν ἢ συντηροῦνται, εἶναι βαρὺ μέτρον. Ἂν καὶ
1478οὗτοι εἶναι ὀλίγοι, ἀλλ’ ὅμως θὰ ἦτο κακόν. Ἀλλ’ εἶμαι βέ-
1479βαιος, ὅτι ὁμολογίαι, ὧν θὰ ἦτο βέβαιον ὅτι μετὰ 6 ἔτη
1480θ’ ἀρχίσῃ βαθμηδὸν ἡ τακτικὴ καταβολὴ τῶν τόκων, θὰ πα-
1481ρεῖχον ἀπὸ τοῦδε ἀσφάλειαν ἀρκοῦσαν, ὅπως προσπορίζουν εἰς
1482τοὺς κατόχους παρὰ Τραπέζαις μέρος τῶν μελλόντων τόκων.
1483Ἄλλως περὶ τῶν εὐεργετικῶν ἡμῶν ἱδρυμάτων, ὧν τὸ πλεῖ-
1484στον ἢ τὸ ὅλον τῆς περιουσίας συνίσταται εἰς ἑλληνικὰ χρεώ-
1485γραφα, ἠδύνατο νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως μὴ καταστῇ ἀδύ-
1486νατος ἡ συντήρησις αὐτῶν, προκαταβαλλομένου εἰς τραπε-
1487ζικὰ γραμμάτια μέρους τῶν τόκων. Ἠδύνατο νὰ ἐπιτραπῇ
1488εἰς αὐτὰ ἡ μετατροπὴ τῶν εἰς χρυσὸν ὁμολογιῶν των ὁρι-
1489στικῶς εἰς ὁμολογίας τραπεζικῶν γραμματίων. Ὁπωσδήποτε,
1490χάριν ταχείας καὶ βεβαίας ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλο-
1491φορίας, ἥτις ἦτο καὶ εἶναι ἡ κυρία αἰτία τῆς ἀνεπαρκείας
1492τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπεβάλλετο, χάριν αὐτῶν τῶν ὁμολογι-
1493ούχων πρώτιστα, ἡ παῦσις πάσης ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου
1494χρέους ἐπὶ ἕξ τοὐλάχιστον ἔτη.
1495Κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἕξ αὐτῶν ἐτῶν τὸ Κράτος ἤθε-
1496λεν ἀναλάβει νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ
1497χρέος πρὸς τὰς Τραπέζας εἰς γραμμάτια καὶ εἰς χρυσὸν, τὸ εἰς
1498χρυσὸν κυμαῖνον χρέος καὶ τὸ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν
1499εἰς χρυσὸν προσωρινὸν χρέος. Τὸ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου
15001893 ὀφειλόμενον πρὸς τὰς Τραπέζας χρέος ἀνήρχετο εἰς
1501404,265,651 δραχμὰς, ἐξ ὧν 16,873,949 εἰς χρυσόν. Τὸ
1502εἰς χρυσὸν χρέος, ὅπερ δικαιούμεθα νὰ ὀφείλωμεν πρὸς τὰς
1503Τραπέζας, ὁρίζεται εἰς 16,800,000 δραχ. Ὥστε τὸ εἴχομεν
1504ὑπερβῆ κατὰ 73,949 δρ. (Ἐπίσης κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν
1505εἴχομεν ὑπερβῆ τὸ εἰς χάρτινα κέρματα κατὰ 17,499 δρ.
1506Σημειῶ ταῦτα οὐχὶ λόγῳ τῆς σπουδαιότητος τοῦ ποσοῦ,
1507ἀλλὰ λόγῳ τῆς παραβάσεως, ἣν κατ’ οὐδένα λόγον πρέπει
1508νὰ ἐπιτρέπῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ Τράπεζα.
1509Τὸ κυμαῖνον εἰς χρυσὸν χρέος ἀνήρχετο κατὰ τὴν αὐτὴν ἐπο-
1510χὴν εἰς 15,293,713 φράγκα, τὸ δὲ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπε-
1511ζαν προσωρινὸν εἰς χρυσὸν εἰς 7,102,845 φράγκα· ἐν ὅλῳ εἰς
1512126,662,209, ἐξ ὧν εἰς χρυσὸν 39,270,507, εἰς τραπεζικὰ γραμ-
1513μάτια 73,339,202, καὶ εἰς χάρτινα κερμάτια 14,017,499.
1514Αὐτὸ θὰ ἦτο τὸ ὁλικὸν χρέος, ὅπερ ὠφείλομεν νὰ ἐξοφλήσω-
1515μεν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐντὸς ἕξ ἐτῶν.
1516Ἡ ἐξόφλησις ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ χρόνου δὲν θὰ ἦτο δύσκο-
1517λος, ἀφοῦ ἡ ὑπηρεσία τοῦ εἰς χρυσὸν δημοσίου χρέους δὲν
1518θὰ ὑπῆρχε κατ’ αὐτὸν τὸν χρόνον. Ἡ ἐξόφλησις δ’ ἤθελε
1519καταστῆ τοσοῦτον εὐκολωτέρα, ὅσον ἡ παῦσις ἐξαγωγῆς
1520χρυσοῦ ἐξ 29 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος διὰ τὴν
1521ὑπηρεσίαν τοῦ χρέους αὐτοῦ, ἀνακουφίζουσα τὴν ἀγορὰν
1522ἡμῶν, θὰ καθίστα εὐκολώτερον τὸν χρυσόν, ὃν θ’ ἀπεδίδομεν
1523εἰς τὰς Τραπέζας. Ἀλλὰ τὴν ἀνατίμησιν τῶν τραπεζικῶν
1524γραμματίων πρὸς εὐκολωτέραν ἀπότισιν τοῦ εἰς χρυσὸν πρὸς
1525τὰς Τραπέζας χρέους θὰ συνεπήγετο ἰδίως ἡ ἀπόφασις καὶ ἡ
1526βεβαία ἐκτέλεσις τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας,
1527ἣν ἤθελεν ἀναλάβει τὸ Κράτος ἀπέναντι τῶν δανειστῶν του.
1528Φυσικὴ συνέπεια τῆς πεποιθήσεως πάσης ἀγορᾶς περὶ τῆς
1529ἄρσεως, εἶναι ν’ ἀνατιμᾷ τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, καθ’
1530ὅσον αὕτη ἐκτελεῖται, νὰ δέχηται δὲ καὶ εἰς τὸ ἄρτιον αὐτὰ
1531πρὸ τῆς ταχθείσης πρὸς ἄρσιν προθεσμίας.
1532Πρὸς τοῦτο πρώτη πρᾶξις τῆς Βουλῆς ἔπρεπε νὰ ἦναι,
1533διὰ νόμου νὰ ὁρίσῃ, ὅτι διὰ βαθμιαίας ἐξοφλήσεως τῶν εἰρη-
1534μένων χρεῶν ἐξ 126,662,209 δρ. ἐντὸς ἓξ ἐτῶν θέλει ἀρθῆ ἡ
1535ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ ὅτι πᾶν καταβληθὲν ποσὸν τοῦ
1536χρέους πρὸς τὰς Τραπέζας παύει πλέον ἀποτελοῦν μέρος τῆς
1537πιστώσεως ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐν τοῖς μετὰ τῶν Τραπεζῶν
1538τρεχουμένοις αὐτοῦ· καὶ ἀποσύρεται μὲν τῆς κυκλοφορίας τὸ
1539εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, φυλάσσεται δ’ ἐν τοῖς ταμείοις τὸ
1540ἀπέναντι τοῦ εἰς χρυσὸν χρέους τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφο-
1541ρίας ἐπιστραφέν. Τὸ τελευταῖον εἶναι ὑποχρέωσις τῶν Τρα-
1542πεζῶν, δυνάμει τῶν συμβάσεων μετὰ τῆς Κυβερνήσεως περὶ
1543τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τὴν βαθμιαίαν δ’ ἐξόφλησιν
1544θὰ ἐκανόνιζεν ἡ Κυβέρνησις μετὰ τῶν Τραπεζῶν διὰ συμβά-
1545σεως κατὰ τὸν προσφορώτερον τρόπον, καὶ τὰ ἐτήσια ποσὰ
1546τῶν δόσεων θ’ ἀνεγράφοντο ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς κατ’
1547ἔτος ὡς ὑποχρεωτικαὶ πληρωμαὶ τοῦ Κράτους πρὸς τὰς Τρα-
1548πέζας καὶ τοὺς δανειστὰς τοῦ κυμαίνοντος χρέους. Ἡ ἐπι-
1549στροφὴ τοῦ εἰς χρυσὸν χρέους θὰ ὡρίζετο κατὰ τοιαύτας ἐπο-
1550χὰς ἐντὸς τῆς ἑξαετίας, ὥστε ἡ ἀγορὰ τοῦ χρυσοῦ νὰ γείνῃ
1551ὅσον τὸ δυνατὸν εὐθηνοτέρα ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καὶ νὰ μὴ
1552βαρυνθῇ μὲ μεγάλην ὑπερτίμησιν ἐπὶ τῶν 39,270,507 χρ.
1553φράγκων τὸ Κράτος. Οὕτω, ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι οἱ προϋπο-
1554λογισμοὶ τῶν ἓξ ἐτῶν θὰ ὥριζον 150 ἑκατομμύρια ἐν ὅλῳ,
1555ταῦτα θὰ ὑπερήρκουν διὰ τὴν ἀπόσβεσιν τῶν 126,662,209
1556δραχμῶν, ὧν τὰ 39,270,507 εἰς χρυσόν. Πεποίθησιν ἔχω,
1557ὅτι καὶ μὲ 140 ἑκατομμύρια μόνον θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ ἀπό-
1558σβεσις αὐτῶν, καὶ μὲ ὀλιγώτερα ἀκόμη, ἂν διεξήγετο καλῶς.
1559Ἐπὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκτελέσεως περιττὸν ν’ ἀπασχολήσω
1560νῦν τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ τὸ Κράτος ἠδύνατο παρὰ τῆς
1561Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐκτὸς τῶν ἄλλων μέτρων, ὅσα ἤθελον
1562κριθῆ ἀναγκαῖα πρὸς ἀνύψωσιν τῆς τιμῆς τῶν γραμματίων
1563καὶ ἀσφαλῆ ἐπανάληψιν τῆς ἐξαργυρώσεως τῶν γραμμα-
1564τίων της, νὰ ἐπιτύχῃ καὶ τὴν διατήρησιν ἐν τοῖς ταμείοις
1565αὐτῆς τοῦ προσωρινοῦ εἰς χρυσὸν δανείου της ἐξ 7,102,845
1566φράγκων, ὅπερ ἤθελε τῇ καταβάλει τὸ Δημόσιον.
1567Ἐπειδὴ ὅμως, καθ’ ὅσον θὰ κατεβάλλετο ὑπὸ τοῦ Κρά-
1568τους τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ τὸ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια
1569χρέος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἴσον γραμματίων πο-
1570σὸν ἔπρεπε ν’ ἀποσύρηται τῆς κυκλοφορίας, χωρὶς ν’ ἀντι-
1571καθίσταται δι’ ἄλλου, βεβαίως στενοχωρία ἤθελεν ἐπέλθει εἰς
1572τὴν ἀγορὰν, ἐλλείψει νομίσματος. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφο-
1573ρία, ἀποδιώξασα τῆς χώρας πᾶν μεταλλικὸν νόμισμα, ὑπο-
1574κατέστησε πανταχοῦ τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, ἅτινα μόνα
1575ἐκπληροῦσι τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ νομίσματος σήμερον. Ἡ περι-
1576κοπὴ μέρους αὐτῶν οὐχὶ ἐκ λόγων τῆς ἀγορᾶς, ἀλλ’ ἀπο-
1577φάσει τοῦ Κράτους, θὰ φέρῃ βεβαίως δυσχερείας εἰς τὰς
1578συναλλαγὰς, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει ν’ ἀντικαθίσταται, ἂν μὴ
1579ἐν ὅλῳ, ἀλλὰ πάντως κατὰ μέγα μέρος. Ἀντικατάστασις
1580ὅμως μόνον καθ’ ἕνα τρόπον δύναται νὰ γίνεται, καὶ ἐφ’ ὅσον
1581τὸ ἀπαιτοῦν αἱ ἀνάγκαι τῆς κυκλοφορίας. Δι’ ἐκδόσεως δη-
1582λονότι τραπεζικῶν γραμματίων ὑπὸ τῆς Τραπέζης ἀπέναντι
1583ἴσου ποσοῦ χρυσοῦ. Δὲν ἐννοῶ ἀπέναντι τοῦ χρυσοῦ, ὃν πρὸ
1584μικροῦ ἀνέφερα ὅτι ὀφείλει ἢ θὰ συμφωνηθῇ νὰ κατέχῃ ἡ
1585Τράπεζα· αὐτὸς θ’ ἀσφαλίζῃ τὸ ποσὸν τῶν τραπεζογραμμα-
1586τίων, ὅπερ ἡ Τράπεζα δικαιοῦται νὰ ἐκδίδῃ, διαρκούσης τῆς
1587ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δυνάμει τῶν συμβάσεων μετὰ τῆς
1588Κυβερνήσεως. Ἐννοῶ ἀπέναντι χρυσοῦ εἰδικῶς ἀποκτωμένου
1589καὶ προωρισμένου ν’ ἀσφαλίζῃ πᾶν ποσὸν τραπεζογραμμα-
1590τίων, ὅπερ μετὰ τὴν ἔναρξιν ἀποτίσεως τοῦ εἰς τραπεζικὰ
1591γραμμάτια χρέους τοῦ Κράτους ἤθελεν ἑκάστοτε ἡ Τράπεζα
1592ἀποφασίζει νὰ ἐκδίδῃ πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ ἀποσυρθέντος
1593ἐκ τῆς κυκλοφορίας ποσοῦ. Οὕτως ἡ Τράπεζα ἤθελε παρα-
1594σκευάζει ἑαυτὴν διὰ τὴν ἐπανάληψιν τῆς ἐξαργυρώσεως τῶν
1595γραμματίων της. Τὰ γραμμάτια, τὰ ὁποῖα οὕτω ἤθελεν ἐκ-
1596δίδει ἀπέναντι χρυσοῦ, δὲν θὰ ἦτο βεβαίως ὑπόχρεως νὰ ἐξαρ-
1597γυρώνῃ πρὸ τῆς ἄρσεως ἡ Τράπεζα, ἀλλ’ ἡ κυκλοφορία
1598αὐτῶν, λόγῳ τῆς εἰδικῆς εἰς χρυσὸν ἀσφαλείας, οὐδόλως ἤθελε
1599συντελεῖ εἰς ὑποτίμησιν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ὡς
1600ὅταν ἐξεδίδοντο ἄνευ ἀσφαλείας ἴσου ποσοῦ εἰς χρυσόν.
1601Ἀλλ’ ἡ Τράπεζα κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἑξαετίας ὤφειλε
1602διὰ διαφόρων μέτρων νὰ παρασκευάζῃ ἑαυτὴν διὰ τὴν ἐπα-
1603νάληψιν τῆς ἐξαργυρώσεως τῶν γραμματίων της. Διότι τὸ
1604δύσκολον δὲν εἶναι ἡ ἐπανάληψις, ἀλ’ ἡ διατήρησις αὐτῆς,
1605πρὸς τοῦτο δὲ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα οὐ μόνον νέων δυνάμεων
1606ἔχει ἀνάγκην, ἀλλὰ καὶ συστήματος διοικήσεως ἄλλου, παρὰ
1607ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ. Ἡ Τράπεζα, ὅπως ἐπαναλάβῃ
1608τὰς πληρωμὰς καὶ ἐπαρκῇ εἰς τὰς μεγάλας ἀνάγκας, αἵτινες
1609κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς ἀναγ-
1610καστικῆς κυκλοφορίας ἐπλάσθησαν, ἔχει ἀνάγκην κεφαλαίων,
1611τὰ δὲ κεφάλαια αὐτὰ συμφέρει αὐτῇ μᾶλλον δι’ ἐκδόσεως με-
1612τοχῶν παρὰ διὰ δανείων νὰ προμηθευθῇ. Ἀλλὰ καὶ ἀφοῦ
1613εὕρῃ τ’ ἀναγκαιοῦντα αὐτῇ κεφάλαια, δὲν θὰ στερεωθῇ, οὐδὲ
1614θὰ διαφύγῃ νέας περιπετείας ἢ ἐξ ἰδίων σφαλμάτων ἢ ἐκ
1615σφαλμάτων τοῦ Κράτους, ἂν μὴ περιορισθῇ ἡ Ἐθνικὴ Τρά-
1616πεζα οὖσα Τράπεζα ἐκδόσεως καὶ προεξοφλήσεως, ἀποκλει-
1617στικῶς εἰς τοιαύτης Τραπέζης τὰς ἐργασίας περιοριζομένη,
1618καὶ παύουσα νὰ συνταυτίζῃ τὴν τύχην αὐτῆς πρὸς τὴν τύ-
1619χην τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἀλλ’ ὡς ἔχει σήμερον ἡ Ἐθνικὴ
1620Τράπεζα, καὶ ὡς διέπλασαν αὐτὴν οἱ νόμοι, δηλ. Τράπεζαν
1621μᾶλλον κτηματικῆς καὶ ἀγροτικῆς πίστεως, παρὰ ἐκδόσεως
1622καὶ προεξοφλήσεως, ἀλλὰ πάντοτε ταῦτα πάντα ὁμοῦ, πρέπει
1623νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο ἀνεξαρτήτους ἀπ’ ἀλλήλων Τραπέζας.
1624Πρέπει ἓν μέρος αὐτῆς ν’ ἀποτελέσῃ Τράπεζαν κτηματικῆς
1625καὶ ἀγροτικῆς πίστεως, ἕτερον δὲ μέρος ν’ ἀποτελέσῃ τὴν
1626Τράπεζαν ἐκδόσεως καὶ προεξοφλήσεως. Τὰς λεπτομερείας
1627τῆς ἐκτελέσεως τοιαύτης διαιρέσεως δὲν πρόκειται νὰ ὑπο-
1628δείξω ἐγώ. Ἡ διαίρεσις ὅμως εἶναι δυνατή, εἶναι δ’ ὅρος θεμε-
1629λιώδης ἐξακολουθήσεως καὶ εὐδοκιμήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τρα-
1630πέζης μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τὰ
1631κεφάλαια τῆς Τραπέζης ἐκδόσεως δὲν πρέπει οὔτε εἰς ἀκίνη-
1632τα, οὔτε εἰς μακροπροθέσμους χορηγήσεις, οὔτε εἰς δάνεια τοῦ
1633Κράτους νὰ τοποθετῶνται. Πρέπει νὰ ἦναι πρόχειρα πάν-
1634τοτε, ὅπως κυκλοφορῶσιν ὑπὲρ τῶν καθημερινῶν ἀναγκῶν
1635τῆς κοινωνίας, δὲν εἶναι δὲ πρόχειρα ἢ ὅταν χρησιμοποιῶνται
1636εἰς βραχυπροθέσμους ἐργασίας, ἀενάως ἀνανεουμένας. Ὅταν
1637ταῦτα γείνωσι, δὲν φοβοῦμαι ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν θὰ δυνηθῇ
1638μετὰ τὴν ἄρσιν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐξαργύρωσιν τῶν γραμ-
1639ματίων της καὶ ὅτι θὰ ἔχωμεν νέαν ἀναγκαστικὴν κυκλοφο-
1640ρίαν καὶ πάλιν.
1641Τὸν φόβον τοῦτον ἐμπνέει ἡ γνώμη, ὅτι ἡ χώρα ἐξάγει
1642περισσότερον χρυσὸν κατ’ ἔτος παρ’ ὅσον εἰσάγει, καὶ ὅτι ἡ
1643Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ ἐκβιάζηται νὰ χορηγῇ τὸν ἐλλείποντα
1644αὐτὸν χρυσὸν εἰς τὸ Κράτος ἢ εἰς τὸ ἐμπόριον. Ἐν πρώτοις
1645ὡς διαρκὲς φαινόμενον δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ χώρα ἐξάγουσα
1646περισσότερον ἢ ὅσον εἰσάγει χρυσόν. Ὑπὸ τοιοῦτον ὅρον δὲν
1647δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ζῇ. Καὶ ἂν ἡ χώρα αὕτη δὲν
1648δυνηθῇ ν’ αὐξήσῃ τὴν ἐξαγωγήν της, θ’ ἀναγκασθῇ νὰ ἐλατ-
1649τώσῃ τὴν εἰσαγωγήν της. Πᾶσα ἡ εἰσαγωγὴ μιᾶς χώρας
1650δὲν εἶναι ἐπίσης ἀναγκαία. Ὅταν δ’ ἡ εἰσαγωγὴ μιᾶς χώ-
1651ρας γίνηται μεγαλειτέρα καὶ ἐκ κερδοσκοπίας, πολὺ συντελεῖ
1652εἰς τὴν περικοπὴν αὐτῆς καὶ τὴν ἰσοζύγισιν τοῦ ἐξωτερικοῦ
1653ἐμπορίου καὶ τῶν ἐξωτερικῶν συναλλαγῶν καὶ εἰς τὸν κανο-
1654νισμὸν τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος ἡ ὕψωσις τοῦ προεξο-
1655φλητικοῦ τόκου ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Μέγα μέ-
1656ρος τοῦ χρήματος τοῦ εἰσαγωγικοῦ ἐμπορίου προμηθεύει ἡ
1657Τράπεζα διὰ τῶν προεξοφλήσεων, ὡς γνωστόν. Ἂν ἀνα-
1658διοργανωθῇ ἡ Ἐθνικὴ ἡμῶν Τράπεζα εἰς Τράπεζαν ἐκδόσεως
1659καὶ προεξοφλήσεως, ἀνάγκη νὰ τῇ δοθῇ καὶ τὸ δικαίωμα
1660τοῦτο τῆς ὑψώσεως τοῦ τόκου ἀπεριόριστον, τῇ συγκαταθέσει
1661ἢ καὶ ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν γίνη-
1662ται πέραν ἑνὸς ὁρίου. Ἐὰν τὰ χρήματα χορηγῶνται ὑπὸ τῆς
1663Τραπέζης εἰς τιμὴν ἀνωτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν δύναται
1664νὰ καλύψῃ εἰσαγωγική τις ἐμπορικὴ ἐπιχείρησις, σπανίως θὰ
1665θελήσῃ νὰ τὰ δανεισθῇ παρὰ τῆς Τραπέζης ὁ ἔμπορος ἢ ὁ
1666βιομήχανος.
1667Ἀλλ’ ὅσα δυσάρεστα καὶ ὅσους κινδύνους καὶ ἂν πρόκειται
1668νὰ φέρῃ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, πρέπει νὰ
1669θεωρῆται ὡς τὸ θεμελιῶδες ἔργον πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκο-
1670νομικῶν ἡμῶν. Μόνον δι’ αὐτῆς θ’ ἀποκτήσῃ σταθερότητα
1671καὶ θὰ γείνῃ ἀληθὴς ὁ προϋπολογισμός. Ἐλλείψει σταθε-
1672ρᾶς τιμῆς τοῦ νομίσματος, οὔτε τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων ἡμῶν
1673γινώσκομεν, οὔτε τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων, ἕνεκα τῶν εἰς χρυ-
1674σὸν πληρωμῶν μέρους αὐτῶν. Ἄνευ τῆς ἄρσεως ἀδύνατον νὰ
1675ἐπαναλάβωμεν τὰς προτέρας ἡμῶν μετὰ τῆς Εὐρώπης πιστώ-
1676σεις καὶ συναλλαγάς. Ὅταν ἡ τιμὴ τοῦ ἐγχωρίου νομίσμα-
1677τος ἀποτόμως κινδυνεύῃ νὰ ἐκπέσῃ, καὶ ὁ ἐντιμότερος πιστοῦ-
1678χος δύναται νὰ καταστῇ ἀνίκανος νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑπο-
1679χρεώσεις του, καὶ οἱ ξένοι βεβαίως ἀποφεύγουν νὰ τὸν πιστώ-
1680σουν. Ἄνευ τῆς ἄρσεως ἀδύνατον νὰ εἰσρεύσουν κεφάλαια
1681ξένα εἴτε διὰ μεγάλα δημόσια ἔργα, εἴτε δι’ ἄλλας μεγάλας
1682ἰδιωτικὰς ἐπιχειρήσεις. Ὁ σιδηρόδρομος Λαρίσης δύσκολον
1683νὰ περατωθῇ διὰ ξένων κεφαλαίων, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὸ σημε-
1684ρινὸν χάρτινον νόμισμα. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἠθικὸν καὶ τὸ πολι-
1685τικὸν κέρδος ἡμῶν ἐκ τῆς ἄρσεως θὰ ἦναι μέγα. Καλλιτέραν
1686παρασκευὴν πρὸς πόλεμον τῆς ἄρσεως δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπι-
1687χειρήσωμεν. Ὅταν αἱ Τράπεζαι τῆς Ἑλλάδος καὶ τὰ ἰδιω-
1688τικὰ ταμεῖα ἔχουν χρυσόν, δύνασθε ἐν ὥρᾳ πολέμου, ψηφί-
1689ζοντες τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, νὰ ἔχητε ὅλον τὸν
1690χρυσόν, ὅστις σᾶς ἀναγκαιοῖ. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ
1691μὴ ὑπάρχῃ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία.
1692Ἔργον τῶν Κυβερνήσεων ἀπὸ τοῦ 1885, ὅτε ἐπεβλήθη ἡ
1693ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἔπρεπε νὰ ἦναι, πῶς αὕτη θὰ κα-
1694τωρθοῦτο νὰ ἀρθῇ. Πρὸς τοῦτο ἔπρεπε πρῶτον νὰ ἐπιτευ-
1695χθῇ τὸ πραγματικὸν ἰσοζύγιον τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ
1696Κράτους. Ὅταν ὑπάρχῃ ἰσοζύγιον, ὅταν ἠσφαλίσθησαν πε-
1697ρισσεύματα μάλιστα, καὶ ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμ-
1698ματίου εἶναι ἐλαχίστη καὶ ἡ εὕρεσις δανείου ὑπὸ καλοὺς
1699ὅρους πρὸς ἀπόσβεσιν τοῦ πρὸς τὰς Τραπέζας χρέους τῆς
1700ἀναγκαστικῆς εἶναι εὔκολος. Ἡ ἐνδελεχὴς μέριμνα τῶν Κυ-
1701βερνήσεων ἔπρεπε νὰ ἦναι ἰσοζύγιον καὶ περίσσευμα ἀληθῆ.
1702Ἦσαν δ’ εὔκολα ταῦτα. Δυστυχῶς εἰργάσθησαν διὰ τὸ ἐναν-
1703τίον, καὶ ἡ κρίσις ἐπῆλθεν ἀκαταμάχητος. Ἦτο δυνατὸν ἡ
1704κρίσις νὰ μᾶς σώσῃ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς, ἂν ἠξεύρομεν νὰ
1705ὠφεληθῶμεν ἐξ αὐτῆς. Ἀλλὰ ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου
1706ὑπῆρξεν ἔργον ἀνωφελές.
1707Ἂν κατ’ αὐτὴν τὴν ἐποχὴν ἐπαύομεν πᾶσαν ὑπηρεσίαν
1708τοῦ δημοσίου χρέους τοῦ εἰς χρυσὸν ἐπὶ ἓξ ἔτη, ἂν πρὸς δι-
1709ευκόλυνσιν ἐπετρέπομεν εἰς τοὺς θέλοντας ὁμολογιούχους νὰ
1710μετατρέψωσι τοὺς τίτλους των εἰς νόμισμα χάρτινον ἴσου
1711ποσοῦ, θὰ ἦτο δυνατὸν μετὰ ἓξ ἔτη νὰ ἐπαναλάβωμεν εὐχε-
1712ρῶς τὰς πληρωμὰς, ἀφοῦ συγχρόνως θὰ εἴχομεν ἀπαλλαχθῆ
1713τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐπαναλαμβάνοντες τὰς
1714πληρωμὰς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ἠδυνάμεθα νὰ
1715ἐπιτύχωμεν παρὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν, ὅπως μὴ ἐπαναλά-
1716βωμεν αὐτὰς ἀκεραίας. Ἡ μετάβασις ἀπὸ τῆς ἀναγκαστικῆς
1717κυκλοφορίας τῶν γραμματίων εἰς τὴν τοῦ χρυσοῦ δὲν ἦτο
1718ἀπίθανον ἐν ἀρχῇ καὶ ἐλάττωσιν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ
1719νὰ φέρῃ καὶ ἐξαγωγὴν χρυσοῦ μεγαλειτέραν, πρὸς ἀπότισιν
1720ἐξωτερικῶν χρεῶν. Καὶ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἡ Τράπεζα
1721ἑπομένως δίκαιον θὰ ἦτο νὰ βαρυνθοῦν κατ’ ἀρχὰς μὲ ὅσον
1722τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερα βάρη. Διὰ τοῦτο ἠδυνάμεθα μετὰ τὰ
1723ἓξ ἔτη ν’ ἀρχίσωμεν καταβάλλοντες 50% τῶν συμπεφω-
1724νημένων τόκων, δηλ. τῶν 25 περίπου ἑκατομ. φράγκων, καὶ
1725προσαυξάνοντες κατ’ ἔτος 5%, ὥστε μετὰ 10 ἔτη νὰ ἐπανα-
1726λάβωμεν ἀκεραίαν τὴν ὑπηρεσίαν. Οὕτω ἡ προσαύξησις
1727κατ’ ἔτος καὶ ἐπὶ δεκαετίαν τοῦ ποσοῦ τῶν τόκων θὰ ἦτο
17281,250,000 φρ. περίπου. Εἰς τὰ 25 ἑκατομμύρια δρ. τόκων
1729δὲν περιέλαβον τοὺς τόκους τοῦ Φαῖντιγκ. Τοῦτο ἀνέρχεται εἰς
173010 ἑκατομμύρια φρ. πρὸς 5%, ἐπειδὴ δ’ ἀποτελεῖται ἐκ
1731τόκων τοῦ δημοσίου χρέους, δύναται νὰ κανονισθῇ μετὰ τῶν
1732ἄλλων τόκων. Ὁπωσδήποτε ἡ ἐξ αὐτοῦ διαφορὰ δὲν θὰ ἦναι
1733μεγάλη, καὶ ταύτης συμπεριλαμβανομένης θὰ ἐφθάνομεν μετὰ
173416 ἔτη νὰ καταβάλλωμεν διὰ τὰ εἰς χρυσὸν δάνεια φρ.
173525,500,000 ὑπηρεσίαν τόκων πρὸς τοὺς πιστωτὰς ἡμῶν.
1736Ὁρμώμενος ἐκ τῆς ἀρχῆς, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν πρέπει κατ’
1737οὐδένα λόγον νὰ δεχθῇ, ὅπως ὠφεληθῇ ἐκ τῆς πτωχεύσεως,
1738καὶ ὅτι μόνον ἀναστολὴν ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ καὶ βοήθειαν,
1739ἵν’ ἀποκαταστήσῃ ὑγιᾶ νομισματικὴν κατάστασιν, φρονῶ
1740ὅτι πρέπει σκοπὸν παντὸς οἰκονομικοῦ μέτρου νὰ θέσωμεν
1741τὴν ἐπάνοδον εἰς ἀκεραίας τὰς ὑποχρεώσεις μας. Τὴν ἐπάνο-
1742δον δὲ ταύτην δικαιολογεῖ καὶ ἡ θυσία τῶν πιστωτῶν τοῦ
1743Κράτους, ὅπως ὑποστῶσιν ἐπὶ ἓξ ἔτη ἐντελῆ περικοπὴν τῶν
1744τόκων αὐτῶν καὶ ἐπὶ δέκα ἄλλα ἔτη μερικὴν αὐτῶν περι-
1745κοπήν, πρὸς ἐξόφλησιν τῶν ἄλλων χρεῶν ἡμῶν καὶ ἄρσιν
1746τῆς ἀναγκαστικῆς. Ἀλλὰ διὰ τῆς ἐπανόδου αὐτῆς εἰς τὴν
1747πλήρη ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών της ἡ Ἑλλὰς ἐξαλεί-
1748φει πᾶσαν ἰδέαν πτωχεύσεως, ἥτις τὴν ἐπιβαρύνει σήμερον
1749καὶ θὰ τὴν ἐπιβαρύνῃ ἄλλως αἰωνίως.
1750Μετὰ τὴν δεκαεξαετίαν ἠδύνατο νὰ ἐπαναληφθῇ καὶ ἡ
1751ὑπηρεσία τοῦ χρεωλυσίου, συμφώνως πρὸς τὰς συμβάσεις τῶν
1752χρεωλυτικῶν δανείων. Καὶ αἱ ἀσφάλειαι δὲ δίκαιον ἦτο νὰ
1753μείνουν αἱ ὁριζόμεναι ἐν ταῖς συμβάσεσιν. Οὐδεὶς λόγος ὑπάρ-
1754χει, ὅπως μεταβληθῶσιν αἱ ὑπάρχουσαι ὑπέγγυοι πρόσοδοι
1755ἢ ὁ τρόπος τῶν πληρωμῶν, ὃν κανονίζουν αἱ περὶ τῶν δα-
1756νείων συμβάσεις, ἢ νὰ ἐπιβληθῇ ἔλεγχος. Ἡ ἀδυναμία τοῦ
1757Κράτους προῆλθεν ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τῶν τραπεζικῶν
1758γραμματίων, εἰς ἃ εἰσεπράττοντο αἱ ὑπέγγυοι πρόσοδοι, καὶ
1759τὰ ὁποῖα δὲν ἐπήρκουν διὰ τὴν εἰς χρυσὸν ὑπηρεσίαν τῶν δα-
1760νείων. Ἂν εἰς τὴν ὑποτίμησιν ταύτην συνετέλεσε καὶ ἡ κακὴ
1761διοίκησις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, οὐχ ἧττον αὕτη
1762δὲν θὰ καθίστα ἀνεπαρκεῖς τὰς ὑπεγγύους προσόδους, ἂν μὴ
1763ὑπῆρχεν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἤδη αὕτη θὰ ἐκλίπῃ.
1764Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ ἔλεγχος, ὃν θὰ ἐπετύγχανον οἱ ὁμο-
1765λογιοῦχοι, δὲν σκοπεῖ τὴν ἀνάμιξιν αὐτῶν εἰς τὴν διοίκησιν
1766τοῦ Κράτους καὶ τὴν δῆθεν βελτίωσιν αὐτῆς.
1767Ἐν τῷ συστήματι τούτῳ θὰ ὑπελείπετο μόνον νὰ κανονι-
1768σθῇ μετὰ τῶν ὁμολογιούχων ἡ τύχη τοῦ ποσοῦ τῶν τόκων,
1769ὅπερ κατὰ τὰ 16 ἔτη δὲν ἐπληρώθη αὐτοῖς. Τὸ ποσὸν αὐτὸ θὰ
1770ὑπερέβαινε τὰ 222 ἑκατομμύρια φράγκα διὰ τὰ δεκαὲξ ἔτη.
1771Τὸ ποσὸν αὐτὸ θὰ ἦτο βαρὺ διὰ τὸ Κράτος νὰ πληρωθῇ ὡς
1772ἔντοκον κεφάλαιον καὶ νὰ ἐξομοιωθῇ πρὸς τὰ ἄλλα χρέη αὐτοῦ
1773καθ’ ὅλα. Ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ ἄτοκος ὀφειλὴ τοῦ Κράτους πρὸς
1774τοὺς ὁμολογιούχους, καὶ νὰ προσαυξήσῃ ἁπλῶς τὸ κεφάλαιον
1775αὐτῶν. Φρονῶ δ’ ὅτι οἱ ὁμολογιοῦχοι θὰ εὕρισκον συμφέρον
1776νὰ δεχθῶσι τοῦτο, πρὸς διευκόλυνσιν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ
1777ὅλου συστήματος, ὅπερ ἐξέθηκα. Ἂν ἐπρόκειτο νὰ συνομο-
1778λογήσωμεν δάνειον ἐξωτερικόν, ὅπως πληρώσωμεν τὰ χρέη
1779τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τὸ κυμαῖνον χρέος καὶ
1780τὸ εἰς χρυσὸν προσωρινὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἄρωμεν
1781τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, θὰ ἐπεβαρυνόμεθα διὰ το-
1782σαύτης νέας εἰς χρυσὸν ὑπηρεσίας, ὥστε θ’ ἀπέβαινεν ἀδύνα-
1783τος ἡ ἐπάνοδος εἰς τὴν ἀκεραίαν ὑπηρεσίαν, τὴν πρὸ τῆς 10
1784Δεκεμβρίου.
1785Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἐγένοντο ὅταν ἔπρεπε, δηλ. κατὰ τὴν
178610 Δεκεμβρίου, ὅτε ἦτο ἡ κατάλληλος στιγμή. Πλὴν οὔτε
1787μετὰ τὴν 10 Δεκεμβρίου 1893 ἐφηρμόσθη διοίκησις οἰκονο-
1788μική, ἐπιδιώκουσα τὴν βελτίωσιν τῆς νομισματικῆς κατα-
1789στάσεως καὶ βαίνουσα πρὸς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυ-
1790κλοφορίας. Καὶ ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως οὐδόλως μέ-
1791χρι τοῦδε εἰργάσθη πρὸς τοιοῦτον σκοπόν. Ἐπειδὴ αὐτὸς
1792εἶναι ὁ ἐπαναγαγὼν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν κατὰ τὸ
17931883, φοβεῖται νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἡ κακὴ νομισματικὴ ἡμῶν
1794κατάστασις εἶναι ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ. Φοβεῖται μὴ τότε εἰς
1795αὐτὸν ἀποδώσουν τὴν καταστροφήν. Ἀλλὰ τὰ πράγματα
1796δὲν ψεύδονται. Ἐνῷ περιεκόψαμεν διὰ τοῦ νόμου τῆς 10
1797Δεκεμβρίου ἐκ τῶν προϋπολογισμῶν ὑπὲρ τὰ 37 ἑκατομμύρια
1798δραχμῶν, ἐν τούτοις ἡ νομισματικὴ ἡμῶν κατάστασις ἐχει-
1799ροτέρευσε, διότι οὐδὲν πρὸς βελτίωσιν αὐτῆς ἐπράξαμεν. Δὲν
1800εἶναι ὅμως ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καθ’ ἑαυτήν, ἥτις
1801ὑποτιμᾷ τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, ἀλλ’ ἡ κακὴ διοίκησις
1802τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης·
1803ὑπὸ καλὴν διοίκησιν Κράτους καὶ Τραπέζης ἠδύνατο τὸ
1804ἀναγκαστικῶς κυκλοφοροῦν γραμμάτιον νὰ ἦναι ἰσότιμον
1805τῷ χρυσῷ. Πρέπει μέτρα τοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἐθνικῆς
1806Τραπέζης νὰ πείσουν τὸ κοινόν, ὅτι ἀφεύκτως θέλουν πλη-
1807ρωθῆ προσεχῶς τὰ γραμμάτια, τὰ ὁποῖα κυκλοφοροῦν καὶ
1808τὰ ὁποῖα εἶναι ἓν καταναγκαστικὸν δάνειον τῶν κομιστῶν
1809πρὸς τὸ Κράτος καὶ τὰς Τραπέζας. Ἂν θέλῃ νὰ ὑπερα-
1810σπισθῇ ἑαυτὸν ὁ κ. Πρωθυπουργός, δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι
1811δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ αἴτιος τῆς κακῆς οἰκονομικῆς καταστά-
1812σεως τοῦ Κράτους, ἥτις ὑποτιμᾷ τὰ γραμμάτια καὶ καθιστᾷ
1813ἀνεπαρκῆ τὸν προϋπολογισμόν. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ πολι-
1814τεύηται ὡς ἄνθρωπος θεωρῶν τὴν νομισματικὴν ἡμῶν κατά-
1815στασιν ἐντελῶς ξένην πρὸς τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ Κράτους.
1816Ἡ συνομολόγησις σήμερον δανείου πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγ-
1817καστικῆς κυκλοφορίας δὲν εἶναι οὔτε εὔκολος οὔτε συμφέ-
1818ρουσα, καὶ ἀφοῦ δὲν ἐφηρμόσθη πρὸ τοῦ νόμου τῆς 10 Δε-
1819κεμβρίου τὸ σύστημα, ὅπερ πρὸ μικροῦ ἐξέθηκα, ἡ διὰ δανείου
1820ἄρσις κατ’ οὐδένα λόγον πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ. Τοιοῦτον δά-
1821νειον ἐξ 100 ἑκατομμυρίων φρ. πραγματικῶν ἀδύνατον θὰ
1822ἦτο νὰ ἐξευρεθῇ μὲ τόκον κατώτερον τῶν 7%, καὶ δὲν συνη-
1823γόρει ὑπὲρ αὐτοῦ. Προτιμοτέρα ἡ δι’ ἄλλων μέτρων τοῦ
1824Κράτους καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης βραδεῖα ἄρσις τῆς ἀναγ-
1825καστικῆς κυκλοφορίας. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
1826ἐν ταῖς πρὸς τοὺς ἡμετέρους πρεσβευτὰς σημειώσεσιν ὑποδει-
1827κνύει δάνειον μόνον 32 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ διὰ τοιούτου
1828δανείου δὲν θὰ ἐπετυγχάνομεν ὅ,τι διὰ τοῦ συστήματος, ὅπερ
1829προεξέθηκα ὑμῖν, ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι θὰ εὑρίσκετο τοιοῦτον
1830δάνειον.
1831Ταῦτα εἶπον, διότι οὐδένα συμβιβασμὸν θεωρῶ ἐπιτυγχά-
1832νοντα ἐκείνου, τοῦ ὁποίου σήμερον ἔχομεν ἀνάγκην, δηλαδὴ
1833νὰ βελτιώσωμεν μετά τινος μονιμότητος τὰ δημόσια οἰκονο-
1834μικά, ν’ ἀπαλλάξωμεν τὴν χώραν τῶν ζημιῶν καὶ τῶν δυσ-
1835κολιῶν τῶν ἐκ τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας, καὶ παρασκευά-
1836σωμεν τὸ μέλλον οἰκονομικῶς.
1837Κακῶς ἐπικρατεῖ ἡ ἰδέα, ὅτι τὸ σπουδαῖον εἶναι ὁ συμβι-
1838βασμὸς, καὶ ὅτι, ἐὰν ὁπωσδήποτε συμβιβασθῶμεν μετὰ τῶν
1839δανειστῶν ὑμῶν, εὐθὺς ἀμέσως αἱ στενοχωρίαι τοῦ Ἑλληνι-
1840κοῦ Κράτους θὰ λάβωσι πέρας. Τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν τὸ πιστεύω.
1841Βεβαίως πανταχόθεν τοιαύτη συμβουλὴ ἐξ Εὐρώπης ἀκούε-
1842ται, ἀλλὰ δὲν τὴν θεωρῶ ἀπολύτως ἀσφαλῆ. Ἀληθῶς κατὰ
1843πολὺ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς καλῆς διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν
1844τοῦ Κράτους ἡ ἐπάνοδος καλλιτέρας οἰκονομικῆς καταστά-
1845σεως, ἀλλ’ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἐλλείποντος νομίσματος ἀλη-
1846θοῦς καὶ πραγματικοῦ, εἶναι ἀδύνατον καὶ τὸ Κράτος νὰ
1847ἑδραιώσῃ τὰ οἰκονομικά του καὶ ἡ χώρα νὰ προοδεύσῃ, μὲ
1848ὅλην τὴν ὤθησιν, τὴν ὁποίαν ἤθελε δώσει καὶ ἡ Κυβέρνησις
1849καὶ ὁ τόπος. Μόνον διὰ τῆς ἀποκαταστάσεως νομισματικῆς
1850καταστάσεως ὑγιοῦς εἶναι δυνατὸν καὶ τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ
1851ἐπὶ στερεῶν βάσεων νὰ θεμελιωθῶσι, καὶ αἱ συναλλαγαὶ ἡμῶν
1852μετὰ τῆς Εὐρώπης νὰ ἐπαναληφθῶσι, καὶ τὸ ἐμπόριον νὰ ἐνι-
1853σχυθῇ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἄριστον συμβιβασμὸν ἤθελον
1854θεωρήσει ἐκεῖνον, ὅστις θὰ συνέδεε τὸν συμβιβασμὸν μετὰ τῆς
1855νομισματικῆς ἀνορθώσεως. Τοιοῦτον δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιβά-
1856λωμεν πλέον εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν· ἂν δὲ προσφερθῇ δά-
1857νειον, θέλομεν προσθέσει εἰς χρυσὸν νέας ὑποχρεώσεις, τὰς
1858ὁποίας διὰ παντὸς τρόπου πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν, διότι πρέ-
1859πει νὰ καθιερώσωμεν ὡς ἀρχὴν, ὅτι ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώ-
1860τερον χρυσὸν πρέπει νὰ ἐξάγωμεν ἐκ τῆς χώρας. Ἰδίως σή-
1861μερον τοιαύτη εἶναι ἡ τάσις ὅλων τῶν μεγάλων καὶ πλου-
1862σίων Κρατῶν, πῶς νὰ συγκεντρῶσι περισσότερον χρυσὸν, καὶ
1863καθ’ ἡμέραν συγκεντροῦσι περισσότερον, διὰ τοῦτο δὲ ζήτημα
1864σήμερον κατέστη, πῶς τὰ ὀλιγώτερον πλούσια Κράτη θὰ δύ-
1865νανται νὰ προμηθεύωνται εὐκόλως ἐφεξῆς τὸν ἀναγκαιοῦντα
1866αὐτοῖς χρυσόν. Τὰ μεγάλα Κράτη δι’ ὅλων τῶν μέσων, ἰδίως
1867διὰ τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς τοποθετήσεως τῶν περισσευόντων
1868κεφαλαίων αὐτῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, συγκεντροῦσι τακτικῶς
1869πολὺν χρυσὸν ἐκ τῶν ἄλλων χωρῶν, ὃν προσπαθοῦν νὰ συγ-
1870κρατοῦν. Ἐπειδὴ σήμερον τὴν οἰκονομικὴν αὐτῶν πολιτικὴν
1871ἐπηρεάζει καὶ ἡ στρατιωτικὴ πολιτική, ἐπλήρωσαν τὰ τα-
1872μεῖα τῶν Τραπεζῶν αὐτῶν ἐκ κολοσσιαίων ποσῶν χρυσοῦ, τὸν
1873ὁποῖον ἐξ ἀνάγκης καὶ κατ’ ἐντολὴν τῶν Κυβερνήσεων διατη-
1874ροῦν διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν μεγάλων πολέμων, οἵτινες ἀπειλοῦν
1875τὴν Εὐρώπην διαρκῶς ἀπό τινων ἐτῶν. Ἔχομεν διὰ τοῦτο τὸ
1876κολοσσιαῖον ποσὸν χρυσοῦ, ὅπερ διατηρεῖ ἡ Ῥωσσία παρὰ τῇ
1877Τραπέζῃ τοῦ Κράτους δι’ ἴδιον λογαριασμόν, ἐκτὸς ἐκείνου,
1878ὃν διατηρεῖ αὐτὴ ἡ Τράπεζα τῆς Ῥωσσίας. Ἔχομεν τὴν Γαλ-
1879λικὴν Τράπεζαν, ἔχομεν τὸν Γερμανικὸν Θησαυρὸν τοῦ πο-
1880λέμου, ἐκτὸς τοῦ χρυσοῦ τῆς Γερμανικῆς Τραπέζης. Τὰ μέ-
1881τρα αὐτὰ συντελοῦσιν, ὅπως καθιστῶσι τὰς χώρας αὐτὰς
1882ἐντελῶς ἀνεξαρτήτους ἐν ταῖς ἐνεργείαις αὐτῶν ἐν ὥρᾳ
1883πολέμου ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν χρηματικήν. Καὶ δι’ ἡμᾶς,
1884ἐὰν ὁμιλοῦντες περὶ στρατιωτικῆς πολιτικῆς ἢ ἐξωτερικῆς
1885πολιτικῆς ἠθέλομεν νὰ ὑποδείξωμεν μέτρα συντελοῦντα
1886εἰς τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας, δὲν ὑπάρχει
1887μέσον πρακτικώτερον καὶ λυσιτελέστερον ἢ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγ-
1888καστικῆς κυκλοφορίας. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Ἐθνικὴ
1889καὶ αἱ ἄλλαι Τράπεζαι θὰ ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν ἐν τοῖς τα-
1890μείοις αὐτῶν ἀρκετὸν σχετικῶς χρυσὸν, καὶ ἐν πρώτῃ ἀνάγκῃ
1891ἠδυνάμεθα ἄνευ δανείου, ὅπερ ἄλλως ἐν πολέμῳ δύσκολον, νὰ
1892ἔχωμεν ἐν τῷ τόπῳ τὰ ἀπαιτούμενα εἰς χρυσὸν χρήματα.
1893Διατὶ κατὰ τὸ 1885 ἠδυνήθημεν εὐχερῶς νὰ συντελέσωμεν τὴν
1894στρατιωτικὴν ἡμῶν παρασκευήν; Διότι ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τρα-
1895πέζῃ εὕρομεν ἕτοιμον ἀρκετὸν ποσὸν χρυσοῦ. Ἂν ὅμως σή-
1896μερον ἤθελε παρουσιασθῆ τοιαύτη ἀνάγκη τῆς ἐπικρατείας,
1897ἤθελεν εὑρεθῆ καὶ τὸ ἐλάχιστον ποσὸν τοῦ ἀναγκαιοῦν-
1898τος χρυσοῦ; Ἐὰν σήμερον στραγγίσητε ὁλόκληρον τὴν χώ-
1899ραν, εἶναι ἀδύνατον νὰ εὕρητε ἄλλον, πλὴν τοῦ χρυσοῦ, ὅστις
1900πωλεῖται ἐν τῇ ἀγορᾷ καὶ ταῖς Τραπέζαις διὰ τὰς καθημε-
1901ρινὰς ἀνάγκας τοῦ ἐμπορίου, καὶ ὅπερ ἐλάχιστον. Ἀποτα-
1902μίευμα χρυσοῦ δὲν ὑπάρχει. Δὲν ὑπάρχει ἀπολύτως ἐν τῷ
1903τόπῳ χρυσός. Ἂν ὑπῆρχεν, ἐφυγαδεύθη, ὅταν τὸ τραπεζικὸν
1904νόμισμα διὰ νόμου, ἄνευ οὐδενὸς ἀντικρύσματος εἰς χρυσὸν,
1905ὅπερ ν’ ἀσφαλίζῃ τὴν ἐξαργύρωσιν αὐτοῦ ἅμα τῇ ἐμφανίσει,
1906ἐπεβλήθη εἰς τὴν ἀγοράν.
1907Ὁμιλοῦμεν ἐπίσης περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης. Πῶς
1908ὅμως θὰ συντελεσθῇ ὁ σιδηρόδρομος οὗτος, ἀφοῦ δύναται νὰ
1909κατασκευασθῇ μόνον διὰ ξένων κεφαλαίων; Ἐν ὅσῳ ἐπικρα-
1910τεῖ ἡ παροῦσα νομισματικὴ κατάστασις, οὐδεὶς δέχεται νὰ
1911ἀναλάβῃ καὶ ἐκμεταλλευθῇ οἱανδήποτε ἐπιχείρησιν, ἀφοῦ θὰ
1912εἰσπράττῃ εἰς νόμισμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει σταθερὰν ἀξίαν.
1913Λοιπὸν ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις ἡ ἐπάνοδος εἰς ὑγιᾶ νομι-
1914σματικὴν κυκλοφορίαν ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς. Ἐννοῶ πολ-
1915λῶν τὰς ἀντιῤῥήσεις ἐναντίον τοιαύτης ἐπανόδου. Σήμερον
1916δὲν πρόκειται νὰ συζητήσω περὶ αὐτῆς· ἐγὼ ὅμως δὲν τὰς
1917συμμερίζομαι. Νομίζω ὅτι ἡ βλάβη, ἡ ὁποία ἐπέρχεται σή-
1918μερον, εἶναι πολὺ μεγαλείτερα ἐκείνης, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ εἴς
1919τινας, αἰρομένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Βεβαίως
1920δὲν θὰ ἔχῃ τότε εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια τὴν αὐτὴν τιμὴν
1921τὸ προϊὸν τὸ ἐξαγόμενον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, τὴν ὁποίαν ἔχει
1922νῦν, ἀλλ’ ἀδύνατον ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἀρνηθῶμεν, ὅτι πάντα
1923σχεδὸν τὰ πράγματα σήμερον εἶναι ἀκριβότερα παρ’ ὅσον
1924ἔπρεπε νὰ ἦναι. Πῶς εἶναι δυνατὸν τὰ εἰσαγόμενα ἔξωθεν νὰ
1925μὴ ἔχωσιν ὑπερτίμησιν; Πῶς εἶναι δυνατὸν τὰ προϊόντα ἐπί-
1926σης τοῦ τόπου, τὰ ὁποῖα διαγωνίζονται πρὸς τὰ ἔξωθεν
1927εἰσαγόμενα, νὰ μὴ μετέχουν τῆς ὑπερτιμήσεως αὐτῆς; Ὁ
1928σῖτος δὲν κανονίζεται κατὰ τὰς τιμὰς τῆς παραγωγικῆς δα-
1929πάνης ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ κατὰ τὰς τιμὰς, τὰς ὁποίας ἔχει
1930ὁ ἔξωθεν εἰσαγόμενος, ὁ βεβαρυμένος μὲ τὴν συναλλαγματι-
1931κὴν διαφοράν. Σχεδὸν λοιπὸν πάντα τὰ προϊόντα τῆς γῆς
1932ἢ τῆς βιομηχανίας, τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐν
1933τῷ τόπῳ παραγόμενα, ὅσα διαγωνίζονται πρὸς τὰ ἔξωθεν
1934εἰσαγόμενα ὁμοειδῆ, βαρύνονται μὲ ὑπερτίμησιν, ἥτις ὑπερ-
1935συμψηφίζει τὸ ἐκ τῶν ἐξαγομένων ἑλληνικῶν προϊόντων
1936κέρδος. Διὰ τοῦτο δὲν θεωρῶ δικαίας τὰς ἀντιῤῥήσεις κατὰ
1937τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας.
1938Ἀλλὰ περὶ τούτων δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος ὥρα νὰ συ-
1939ζητήσωμεν.
1940Ἀνεξαρτήτως ὅμως τούτου, καθῆκον πάσης Κυβερνήσεως
1941εἶναι νὰ ἐργάζηται πρὸς ἀνύψωσιν τῆς τιμῆς τοῦ τραπεζι-
1942κοῦ γραμματίου, διότι πᾶσα τοιαύτη ἀνύψωσις εἶναι ὑποτί-
1943μησις τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, ἰσοδυναμοῦσα πρὸς
1944αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Διὰ ποίων μέσων
1945δύναται ἡ Κυβέρνησις νῦν νὰ ἐπιτύχῃ τοῦτο, δὲν εἶναι ἄγνω-
1946στον. Ἂς προσκαλέσῃ καὶ τὰς Τραπέζας νὰ δώσωσι τὴν
1947γνώμην των περὶ τῶν προσφορωτέρων μέσων πρὸς τοιαύτην
1948ἀνύψωσιν τῆς τιμῆς τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Μὴ περιμέ-
1949νωμεν τὰ πάντα νὰ ἐπέλθωσι διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ. Διὰ μό-
1950νον αὐτοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ σωθῶμεν. Πρέπει νὰ ἐργασθῶσι
1951πρὸς βελτίωσιν τῆς νομισματικῆς καταστάσεως καὶ ἡ Κυ-
1952βέρνησις καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Πρέπει νὰ νομοθετηθῶσι
1953τὸ ταχύτερον τὰ τῆς βαθμιαίας ἐλαττώσεως τοῦ χρέους τῆς
1954ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τοῦ κυμαίνοντος εἰς χρυσὸν
1955χρέους. Τὰ τῆς ἐκτελέσεως δὲ τῆς ἐλαττώσεως αὐτῆς πρέπει
1956ν’ ἀσφαλισθῶσι διὰ προσόδων. Ὅταν τοῦτο γείνῃ, ἀδύνατον
1957ἀπὸ τοῦδε νὰ μὴ ἀρχίσῃ ἡ ἀνύψωσις τῆς τιμῆς τῶν τραπε-
1958ζικῶν γραμματίων. Οἱ δανεισταὶ ἡμῶν, ἐφ’ ὅσον τοῖς δίδεται
1959ὅ,τι πρέπει νὰ τοῖς δοθῇ, οὐδεμίαν θὰ φέρωσιν ἀντίῤῥησιν
1960κατὰ τοιούτων ἐργασιῶν ἡμῶν, αἵτινες καὶ αὐτοὺς ὠφελοῦ-
1961σιν. Ἄνευ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, Κύριοι,
1962ἀδύνατος ἡ ἐξασφάλισις τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ,
1963ἀδύνατος ἡ ἐπάνοδος τῆς πίστεως τοῦ ἔθνους, ἀδύνατος
1964ἀληθὴς ἐνίσχυσις τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς παραγωγῆς.
1965Αὐτὰ εἶχον νὰ ὑποβάλω ὑμῖν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συζη-
1966τήσεως ἐπὶ τῶν ἐγγράφων περὶ συμβιβασμοῦ. Δὲν θὰ εἰσέλθω
1967εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν ἑκατέρωθεν γενομένων προτάσεων.
1968Περὶ αὐτῶν ἀρκετὰ ἐλέχθησαν ὑπὸ τῶν προλαλησάντων. Γε-
1969νικῶς ὅμως παρατηρῶ, ὅτι ὑπῆρξε σφάλμα τῆς ἐνεστώσης
1970Κυβερνήσεως νὰ διευκολύνῃ τὰς ἀξιώσεις τῶν ὁμολογιούχων,
1971ὅπως συμμετέχωσι τῶν πλεονασμάτων τῶν ὑπεγγύων προσό-
1972δων. Ἡ μόνη ὀρθὴ καὶ δικαία πρότασις ἦτο ἐκείνη, ἥτις εἶχε
1973προταθῆ ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Τρικούπη, ἢ τῆς προσφορᾶς
1974δηλονότι ὡρισμένου εἰς χρυσὸν ποσοστοῦ, αὐξάνοντος κατ’
1975ἔτος κατὰ προϊοῦσαν κλίμακα καὶ ἀσφαλιζομένου δι’ ὡρισμέ-
1976νων προσόδων. Διότι, ἅπαξ τούτου γενομένου δεκτοῦ, ἀπο-
1977κλείεται ἀναγκαίως πᾶσα ἀνάμιξις τῶν ὁμολογιούχων. Τὸ
1978Κράτος καὶ διὰ τῶν ὑπεγγύων προσόδων καὶ ἐν ἀνάγκῃ καὶ
1979διὰ τῶν ἄλλων αὑτοῦ προσόδων ἐγγυᾶται αὐτοῖς κατ’ ἔτος
1980ὡρισμένον ποσὸν τόκων εἰς χρυσόν. Ὑπὸ τοιοῦτον σύστημα
1981ἡ ἀξίωσις τῶν ὁμολογιούχων ν’ ἀναμιγνύωνται εἴτε εἰς τὴν
1982οἰκονομικὴν διοίκησιν εἴτε καὶ εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ὑπεγ-
1983γύων προσόδων, εἶναι αὐθαίρετος. Ὅταν ὅμως δὲν ἐγγυώμεθα
1984ὡρισμένην κατ’ ἔτος εἰς χρυσὸν ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ ἐξαρτῶμεν
1985αὐτὴν ἐκ τοῦ ἑκάστοτε ἀποτελέσματος τῶν εἰσπράξεων τῶν
1986ὑπεγγύων προσόδων καὶ ἐκ τῆς μετατροπῆς τῶν τραπεζικῶν
1987γραμματίων εἰς χρυσὸν, δικαιολογοῦμεν τὴν ἀνάμιξιν τῶν
1988ὁμολογιούχων οὐ μόνον εἰς τὴν διαχείρισιν, ἀλλὰ καὶ εἰς
1989τὴν διοίκησιν αὐτῶν. Ἡ ἄρνησις ἡμῶν νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀνά-
1990μιξιν ταύτην ὑπὸ τοιοῦτον σύστημα, δύσκολον νὰ κριθῇ εὔ-
1991λογος καὶ δεκτή.
1992Ὅσοι δὲν αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν δύναμιν νὰ
1993ἀνορθώσωσι τὴν νομισματικὴν κυκλοφορίαν, αὐτοὶ δύνανται
1994νὰ ὑπόσχωνται τοῖς ὁμολογιούχοις ὑπηρεσίαν τῶν δανείων
1995εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Τοιαύτη ὅμως ὑπηρεσία συνεπά-
1996γεται μὲν εὐκολίας, ἀλλὰ συνεπάγεται καὶ δυσάρεστα. Οἱ
1997ὁμολογιούχοι συμφέρον ἔχουσιν, ὅπως ἀναμιγνύωνται ὅσον τὸ
1998δυνατὸν περισσότερον εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ὅταν τοῖς
1999προσφέρωμεν χαρτὶ ἀντὶ χρυσοῦ. Τοιαύτη λοιπὸν προσφορὰ
2000τραπεζογραμματίων θέτει τὴν Κυβέρνησιν εἰς πολὺ δύσκολον
2001θέσιν ἀπέναντι τῶν ὁμολογιούχων, ζητούντων ἀνάμιξιν.
2002Ἕτερον σφάλμα τῆς μεθόδου, ἣν ἠκολούθησεν ὁ νῦν Πρω-
2003θυπουργὸς, εἶναι τὸ νὰ ζητῇ νὰ ὁρίσῃ σήμερον τὰ πιθανὰ
2004ἔσοδα τοῦ Κράτους καὶ τὸ ἀναγκαιοῦν σήμερον διὰ τὴν διοί-
2005κησιν αὐτοῦ ποσὸν, ν’ ἀφήνῃ δ’ εἰς τοὺς ὁμολογιούχους καὶ
2006τοὺς ἄλλους κομιστὰς τοῦ δημοσίου χρέους τὸ ὑπόλοιπον
2007ποσὸν τῶν ἐσόδων. Τοιαύτη μέθοδος παρασκευάζει, καὶ εὐ-
2008λόγως, τὴν ἀξίωσιν τῶν δανειστῶν, ὅπως ἀπαιτῶσιν ὑπὲρ
2009ἑαυτῶν πᾶν ὅ,τι ὑπολείπεται ἐκ τῶν ἐσόδων μετὰ τὴν ἀφαί-
2010ρεσιν τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως. Τοιαύτη ὅμως ἀπαίτησις
2011εἶναι ἀσύμφορος, διότι τὰ σημερινὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους οὔτε
2012σήμερον ἀνταποκρίνονται εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, ἀλλ’
2013οὔτε, πολὺ ὀλιγώτερον, μετὰ τινα ἔτη θ’ ἀνταποκρίνωνται.
2014Ἐν γένει αἱ προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως καθιεροῦσι συμμε-
2015τοχὴν τῶν δανειστῶν ἡμῶν εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, καὶ
2016ὅταν καθιερῶσι τοιαύτην συμμετοχὴν, καθιστῶσιν ἀδικαιολό-
2017γητον καὶ ἀσυνεπῆ τὴν ἄρνησιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐνα-
2018σκῶσι τὰ δικαιώματα τοῦ συμμετόχου οἱ πιστωταὶ τοῦ
2019Κράτους. Αὐταὶ αἱ ὑπέγγυοι πρόσοδοι δὲν προσφέρονται ὡς
2020ἀσφάλεια ἁπλῆ, ἀλλ’ ὡς ὑπόλοιπον ἀνῆκον αὐτοῖς, μετὰ τὴν
2021ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, ὡς ἰδιο-
2022κτησία. Ἑπόμενον διὰ τοῦτο νὰ ἀπαιτῶσιν ἐπ’ αὐτοῦ οἱ
2023ὁμολογιοῦχοι τὰ δικαιώματα τοῦ ἰδιοκτήτου.
2024Αἱ διαπραγματεύσεις ἑπομένως αὐτὴν τὴν φορὰν διεξή-
2025χθησαν κατὰ τρόπον, ὅστις, ἀνεξαρτήτως τῶν βαρῶν, ἅτινα
2026μένουσιν ἄγνωστα πάντοτε, δημιουργεῖ περιπλοκὰς ἐν τῷ
2027προϋπολογισμῷ καὶ ἀνάμιξιν τῶν ὁμολογιούχων εἰς τὰ τῆς
2028οἰκονομικῆς διοικήσεως. Τὰ ὅρια τῆς ἀναμίξεως αὐτῆς καὶ
2029τὰς περιπετείας δὲν γνωρίζομεν, ἐνῷ δὲ δὲν πρέπει νὰ δίδωμεν
2030λαβὴν καὶ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ αὐτῆς, ἡ Κυβέρνησις τὸ ἐναν-
2031τίον ἔπραξε δι’ ὅσων ἐπρότεινε, καὶ καλὸν νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ
2032ἐπὶ ταῖς αὐταῖς βάσεσι.
2033§44Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἷς τῶν συναδέλφων τῆς Ἀντιπολι-
2034τεύσεως προεκάλεσε χθὲς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνή-
2035σεως, ὅπως ἀπαντήσῃ εἰς τὰ λεχθέντα περὶ τῶν διαπραγ-
2036ματεύσεων τοῦ συμβιβασμοῦ, ἀπήντησε δὲ ὁ κ. Πρωθυπουρ-
2037γός, ὅτι δὲν συναινεῖ νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὴν συζήτησιν, ὡς
2038κατ’ ἐπανάληψιν εἶπε, καὶ ὅτι ὁ συμβιβασμὸς ἢ πρέπει νὰ
2039γείνῃ καλὸς, ἢ νὰ μὴ γείνῃ. «Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου»,
2040ἔλεγε.
2041Βλέπω ἀνερχομένους καὶ κατερχομένους ἐκ τῆς πτέρυγος
2042ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) πολλοὺς, ἐκ τῆς κυβερ-
2043νητικῆς δὲ πτέρυγος οὐδένα, καὶ ἔρχομαι ἐγὼ νὰ ὑποστηρίξω
2044τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἐκ τῆς
2045ἀναπτύξεως, εἰς ἣν θέλω προβῆ, ἀποδειχθῇ, ὅτι αὐτὴ εἶναι
2046ἀληθῶς ἡ γνώμη του, — διότι φοβοῦμαι ὅτι ἐκ τῆς ἀναπτύ-
2047ξεως τοῦ θέματος θέλει διαπιστωθῆ ὅ,τι καὶ ἄλλοτε εἶπον,
2048ὅτι δηλ. οὐδόλως φαίνεται ὅτι ἐσκέφθη σπουδαίως πρὸς ὁρι-
2049στικὴν συνομολόγησιν τοῦ διακανονισμοῦ τῶν σχέσεων τοῦ
2050Κράτους μετὰ τῶν ὁμολογιούχων. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ
2051κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσε τελευταῖον, ὅτι ἀπέτυ-
2052χεν, ἀλλ’ ἐλησμόνησε, φαίνεται, τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας
2053ἀνέλαβεν. Ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν λέ-
2054γοντα, ὅτι ἀνέρχεται εἰς τὸ βῆμα πάντοτε μὲ τὰς ἐγγρά-
2055φους ἀποδείξεις, καὶ ἐγὼ, φοβούμενος ὅτι δὲν ἀρκοῦσιν αἱ
2056ἁπλαῖ διαβεβαιώσεις μου, εἶμαι ἐφωδιασμένος σχεδὸν πάν-
2057τοτε μὲ τὰ ἐφόδια τὰ δημοσιογραφικὰ, τὰ αὐθεντικώτερα,
2058τοιοῦτον δὲ εἶναι τὸ ἡμιεπίσημον ἐν τῷ τύπῳ ὄργανον τοῦ
2059κ. Πρωθυπουργοῦ. Τὴν 15 Νοεμβρίου 1896, ἀπαντῶν εἰς
2060τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Παρνασσίδος, ἔλεγεν ἐπὶ λέξεσι τὰ ἀκό-
2061λουθα: «Ἐγὼ ἀντιλαμβάνομαι τῆς ὑποθέσεως οὕτως, ὅτι
2062»ἡ Βουλὴ ἐπιθυμεῖ νὰ ἐνασκήσῃ ἔλεγχον ἐπὶ τῆς πορείας
2063»τῆς Κυβερνήσεως τῆς χώρας, καὶ τὴν ἐπιθυμίαν αὐτὴν εὑ-
2064ρίσκω συνταγματικὴν, νόμιμον, λογικήν. Τί ἔπραξεν ἡ Κυ-
2065»βέρνησις μέχρι τοῦδε; Δύο τινὰ ἔπραξε, τὰ ὁποῖα εἶναι δυ-
2066»νατὸν νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν ἔλεγχον. Πρῶτον, ὑπόκειται
2067»εἰς τὸ ἔλεγχον τὸ σύνολον τῶν προτάσεων καὶ τῶν σκέψεων,
2068»τὰς ὁποίας ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀνεκοίνωσε διὰ τοῦ ἐν
2069»Παρισίοις κ. πρέσβεως πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν δανει-
2070»στῶν...» Ἐξακολουθεῖ δὲ δικαιολογούμενος, διατὶ δὲν κατα-
2071θέτει καὶ ἕτερα ἔγγραφα μεταγενέστερα, ἀλλ’ οὐδεμία ἐκφρά-
2072ζεται διαφωνία, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξωμεν
2073τὰς πράξεις τῆς διοικήσεως, καὶ μὴ συντελεσθείσας ἔτι, — τοῦτο
2074τονίζω ἐν σχέσει πρὸς προηγουμένην ἐν τῇ ἐνάρξει τῆς συνε-
2075δριάσεως συζήτησιν περὶ τοῦ ἐν Θήβαις στρατοπέδου. — Ὁ
2076κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὑρέθη συμφωνότατος· βραδύτε-
2077ρον ὅμως μετέβαλε, φαίνεται, γνώμην. Δὲν δύναται ὅμως
2078νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι ἐν τῷ δικαιώματι ἡμῶν συζητοῦ-
2079μεν περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τὸ ἐθνικὸν,
2080διότι πρέπει, πρὶν ἢ συντελεσθῇ τὸ κακὸν, νὰ εἴπωμεν τὴν
2081γνώμην μας καὶ ὑποβοηθήσωμεν ἢ προφυλάξωμεν τὴν
2082Κυβέρνησιν. Καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις σιγᾷ, πάντοτε ὑπευθύνως
2083σιγᾷ, ἐὰν μέχρι τέλους σιγήσῃ, καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀξιοπρέ-
2084πειαν, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ τηρῇ ὡς πρὸς τὰς ἐπερωτή-
2085σεις, καὶ ὡς πρὸς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα.
2086Πρὸ τούτου εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνατρέξωμεν ὀλίγον εἰς τὸ
2087παρελθόν, ἵνα ἀνεύρωμεν τὰς ἐπαγγελίας τοῦ κ. Προέδρου
2088τῆς Κυβερνήσεως. Πρὸς τοῦτο δὲν θέλω ὑπομνήσει τὴν ἐν
2089Βόλῳ ἐκτύλιξιν τοῦ προγράμματός του, διότι ἕτερος πρὸ
2090ἐμοῦ σᾶς ἀνέφερε περὶ τοῦ ταξειδίου του εἰς τὴν νύμφην τοῦ
2091Παγασητικοῦ καὶ τὸ ἐκεῖ ἀπαγγελθὲν πρόγραμμα τοῦ ἡγέ-
2092του τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως. Δυνάμεθα ὅμως ν’ ἀναμνη-
2093σθῶμεν τὴν κόπωσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη ὑπὸ τὴν χιόνα καὶ
2094τὸ ῥιγηλὸν ψῦχος, ὅπως πείσῃ τοὺς Θεσσαλοὺς, ὅτι ἡ Πατρὶς
2095σῴζεται, ἐὰν πάντες οἱ συμπατριῶταί μου ταχθῶσι περὶ αὐ-
2096τὸν, διότι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν, ἔλεγεν, ἐρχόμενος εἰς τὴν ἐξου-
2097σίαν, τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐκτελέσει, ἦτο ὁ συμβι-
2098βασμός. Ἐν συντόμῳ οὕτω εἶχε διατυπώσει δημοσιογραφι-
2099κὸν ὄργανον τοῦ κόμματος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνή-
2100σεως, ὅπερ καὶ ἔχει ἀφ’ ἑνὸς μέρους τὴν εἰκόνα αὐτοῦ, ἐκ
2101τοῦ ἑτέρου τὴν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Δηλιγιαννικοῦ κόμματος
2102ἐν Βόλῳ, καὶ ἐν τῷ μέσῳ «Ζήτω τὸ Κορδόνι! ἄσπρο καὶ εἰς
2103τοὺς πέντε!» Ἐν κεφαλίδι δὲ, ὡς στερεότυπον, αἱ ἀρχαὶ τοῦ
2104κόμματος, ἐν αἷς «κατάργησις τῶν διαπυλίων, τῆς στρα-
2105τιωτικῆς ἀστυνομίας καὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, ἐλά-
2106φρυνσις τῆς ἐλαιοδεκάτης... ῥύθμισις τῶν οἰκονομικῶν τῆς
2107χώρας».
2108§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποία εἶναι
2109ἡ ἐφημερὶς αὕτη;
2110§46Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ «Νέα Θεσσαλία».
2111Δὲν θέλω σᾶς ἀναγνώσει βεβαίως δημηγορίας, ἃς ἀπήγ-
2112γειλεν ὁ τέως ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπὸ Ταϋγέτου
2113μέχρις Ὀλύμπου· ἀλλὰ θέλω σᾶς ἀναγνώσει μόνον στίχους
2114τινὰς ἐκ τῆς πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς τῆς Ἀρκαδίας ἀπαγγελ-
2115θείσης ἐν Τριπόλει. Ἔλεγεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
2116τὸν Μάρτιον τοῦ 1895, ὡς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως
2117(ἀναγινώσκει):
2118«Ἄν οὐδὲν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ κομμάτων ἔχῃ πλειοψη-
2119»φίαν, Κυβέρνησις δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ σχηματισθῇ· ἢ ἂν
2120»ἀσθενὴς μόνον καὶ ἀσταθὴς σχηματισθῇ ἐν τῇ νέᾳ Βουλῇ
2121»πλειοψηφία, καὶ ἂν σχηματισθῇ Κυβέρνησις, οὐδὲν θέλει δυ-
2122»νηθῆ αὕτη νὰ πράξῃ· ἂν δὲ δὲν συνομολογηθῇ συμβιβασμός,
2123»ἡ οἰκονομικὴ πίστις τοῦ Κράτους δὲν θέλει ἀνορθωθῆ, ἡ
2124»νομισματικὴ ἀνωμαλία, ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζογραμ-
2125»ματίου, ἡ τιμὴ τοῦ φράγκου θέλει ἀναβιβασθῆ ἀκόμη, ἐν
2126»σχέσει πρὸς τὸ τραπεζογραμμάτιον, καὶ θέλει ἀνέλθει εἰς
2127»τὰς δύο δραχμὰς ἢ εἰς τὰς δύο καὶ ἡμίσειαν, ἡ στενοχω-
2128»ρία τοῦ λαοῦ θέλει μεταβληθῆ εἰς δυσφορίαν, καὶ τότε θέ-
2129»λουσιν ἐμφανισθῆ αὖθις ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν ἐκεῖνοι, οἵτινες
2130»πάντοτε ζητοῦσι νὰ πλανῶσιν αὐτὸν, οἵτινες θέλουσιν ἰσχυ-
2131»ρίζεσθαι, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ σχηματίσωμεν Κυβέρνησιν,
2132»διότι ὁ λαὸς δὲν εἶναι ἄξιος διὰ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα,
2133»διότι ὁ λαὸς δὲν ἔχει ἀνατροφὴν διὰ νὰ κυβερνᾶται κοινοβου-
2134»λευτικῶς». Καὶ παρακατιόν: «Ἐγὼ σύνοιδα τὴν μεγάλην
2135»εὐθύνην, τὴν ὁποίαν θέλει ἀναλάβει ἡ Κυβέρνησις, ἥτις θέ-
2136»λει ἀναδειχθῆ ὑπὸ τῆς νέας Βουλῆς. Εἶναι δ’ ὄντως μεγάλη
2137»ἡ εὐθύνη αὕτη, διότι ὀφείλει νὰ τελειώσῃ τὸν συμβιβασμὸν,
2138»νὰ φέρῃ θεραπείαν εἰς τὸ συνάλλαγμα καὶ τὴν τιμὴν τοῦ
2139»τραπεζογραμματίου καὶ παρασκευάσῃ τὴν ἀνακούφισιν καὶ
2140»τὴν βελτίωσιν τοῦ λαοῦ... Ὅσοι δὲν ἔχετε ἐμπιστοσύνην
2141»εἰς ἐμὲ, ἀλλ’ ἐμπιστεύεσθε ἄλλον,— ἀγνοῶ ποῖον— δότε τὰς
2142»ψήφους σας ὑπὲρ ἐκείνου, τοῦ ὁποίου τὸ πρόγραμμα προτι-
2143μᾶτε».
2144Πρόγραμμα σαφὲς τοῦ ἐκ Γόρτυνος ἀρχαίου πολιτευτοῦ,
2145δι’ οὗ προσείλκυσε περὶ ἑαυτὸν σχεδὸν τὴν παμψηφίαν τῶν
2146ἐκ Θεσσαλίας ἀντιπροσώπων, καὶ μόλις διεσώθησαν ἀπὸ τὸ
2147ἐχθρικὸν πῦρ τρεῖς μόνον Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι κάθηνται ἐν
2148τῇ πτέρυγι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μεταξὺ τῶν ὁποίων συγ-
2149καταλέγομαι καὶ ἐγώ.
2150Ἀλλὰ παρῆλθον ἔκτοτε σχεδὸν δύο ἔτη, καὶ ὁ κ. Πρόε-
2151δρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἀνελθὼν εἰς τὸ
2152βῆμα, ἔλεγε πρὸς ὑμᾶς, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογι-
2153σμὸν τοῦ 1897, τὰ ἀκόλουθα: «Ἐφρόνουν μάλιστα, ὅτι
2154»τὸ ἔργον ἔμελλε νὰ ἦναι εὐχερὲς, καὶ ὅτι ἠθέλομεν τάχι-
2155»στα φθάσει ἐκ συμφώνου εἰς τὸν ὁριστικὸν κανονισμὸν τῶν
2156»σχέσεων τούτων, διότι ὑπελάμβανον, ὅτι, ἐὰν προσεφέρομεν
2157»εἰς τοὺς δανειστὰς πᾶν ὅ,τι ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους
2158»ὑπελείπετο ἡμῖν μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων τῆς διοι-
2159»κήσεως, ἡ πρότασις ἡμῶν αὕτη ἤθελε βεβαίως γένηται
2160»ἀποδεκτή.»
2161Ἢ μετ’ ἐμβριθείας εἶχε μελετήσει τὸ ζήτημα τοῦ διακα-
2162νονισμοῦ τῶν σχέσεων μετὰ τῶν δανειστῶν κατὰ Μάρτιον
2163τοῦ 1895, ἢ ὄχι μετὰ πολλῆς ἐμβριθείας,—ἵνα μὴ μετα-
2164χειρισθῶ βαρυτέραν λέξιν—καὶ τότε δὲν ἐπετρέπετο νὰ παρα-
2165σύρῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅπως ἐκ τρίτου ἀναθέσῃ τὴν δι-
2166οίκησιν τῆς χώρας εἰς τὰς ἀσθενεῖς αὑτοῦ χεῖρας. Παρῆλθον
2167δύο περίπου ἔτη, καὶ ἀντὶ συμβιβασμοῦ, ὃν ὑπέσχετο πρὸς
2168ἡμᾶς, ἔχομεν χειροτέρευσιν τῶν διαπραγματεύσεων εἰς τρό-
2169πον φρικώδη! Ἀλλὰ μήπως ἔχομεν τοὐλάχιστον τὸν προϋ-
2170πολογισμὸν τοῦ μέλλοντος, ὡς ἐπεβάλλετο μετὰ τὸ οἰκο-
2171νομικὸν δυστύχημα; Ὄχι! Διατελοῦμεν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῶν
2172δανειστῶν, δὲν τολμῶμεν νὰ θίξωμεν ἔτι κἂν λίθον ἐκ τοῦ
2173οἰκονομικοῦ οἰκοδομήματος τοῦ παρελθόντος, καὶ ἂν ἔτι οὗ-
2174τος ἀπειλῇ πτῶσιν, ὅπως συντρίψῃ τὰς κεφαλὰς μας.
2175Ἄλλοι συνάδελφοι, εἰδικώτεροι περὶ τὰ οἰκονομικὰ, ἀνέ-
2176πτυξαν ἐπαρκῶς τὴν σπουδαιότητα τοῦ ζητήματος, οὐχὶ μό-
2177νον ὡς καθαρῶς οἰκονομικοῦ, ἀλλ’ ὡς ἐθνικοῦ, καὶ μάλιστα
2178εἰς τὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, καὶ ὑπὸ τοὺς
2179κινδύνους, ὑφ’ ὧν ἀπειλούμεθα. Ἐπιτρέψατε καὶ εἰς ἐμὲ νὰ
2180ἐκδηλώσω τὴν ταπεινήν μου γνώμην, διότι δὲν εἶναι ἐκ τῶν
2181συζητήσεων ἐκείνων, εἰς ἃς θὰ ἐπετρέπετο νὰ μὴ συμμετάσχω
2182τῆς συζητήσεως.
2183Ἀνάγκη νὰ ἀνατρέξω εἰς τὸ παρελθὸν, εἰς τὴν ἱστορίαν,
2184ἵνα ἐννοηθῶ κάλλιον εἰς τὸ συμπέρασμά μου. Ἔχομεν ἐνώπιον
2185ἡμῶν δεινὴν οἰκονομικὴν νόσον, γάγγραιναν οἰκονομικήν· εἶ-
2186ναι ἀνάγκη νὰ προβῶμεν εἰς τὴν διάγνωσιν, καὶ ἀνεύρωμεν
2187τὰ αἴτια. Καὶ ἂν ἀνατρέχω εἰς τὸ παρελθὸν, δὲν τὸ πράττω
2188διὰ νὰ ἐλέγξω τὰς προηγουμένας Κυβερνήσεις, ἀλλὰ κατ’
2189ἀνάγκην, χάριν τῆς συνεχείας τοῦ θέματος. Τὸ κακὸν ὑπέ-
2190βοσκεν ἐν τῷ οἰκονομικῷ ὀργανισμῷ πρὸ πολλῶν ἐτῶν· δύ-
2191ναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἤρξατο ἀπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ
2192ἐκείνου, κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ ἐλλείμματα συνεληροῦντο δι’
2193εἰκονικῶν συνδυασμῶν, ἢ διὰ δανείων. Τότε ἡ νόσος ἀνεφάνη,
2194ἀλλὰ περὶ αὐτῆς οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια, καὶ ὡς ἐκ τού-
2195του φυσικὸν ἦτο νὰ ἐπιδεινωθῇ. Ἡ νόσος ὑπέβοσκε, καὶ
2196ἠνειχόμεθα αὐτὴν, κακῶς ποιοῦντες, διότι ἔπρεπε ν’ ἀντιμε-
2197τωπίσωμεν τὸ κακὸν ἐγκαίρως, καὶ νὰ λάβωμεν τὰ κατάλ-
2198ληλα μέτρα ἐν καιρῷ τῷ δέοντι. Ἐπιστοποιήθη δ’ ἐπισή-
2199μως καὶ ἐξεδηλώθη σαφῶς κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋ-
2200πολογισμοῦ τοῦ 1893· διότι προϋπολογισμός, ὅστις ἐξαρτᾶ-
2201ται ἀπὸ συνομολόγησιν δανείων, δὲν εἶναι προϋπολογισμός,
2202ὅστις δύναται νὰ σταθῇ ἀσφαλῶς εἰς τοὺς πόδας του, οὐ μό-
2203νον διότι ἐνδέχεται νὰ μὴ συνομολογηθῇ τὸ δάνειον, καὶ
2204τότε ἀμέσως ἔρχονται αἱ συνέπειαι, τὰς ὁποίας μάτην ζη-
2205τοῦμεν ν’ ἀποφύγωμεν, ἀλλὰ καὶ διότι μόνον δι’ ἑτέρων μέ-
2206σων, καὶ οὐχὶ διὰ δανείων, ἐπιβαρυνόντων τὴν θέσιν μας,
2207ἠδυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν τὸ μοιραῖον τέλος.
2208Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὴν 21 Ἰανουαρίου 1893, συ-
2209ζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑψώθη εἰλικρινὴς καὶ σθε-
2210ναρὰ φωνή, ἡ ὁποία ἀπηυθύνθη πρὸς τὴν τότε Κυβέρνησιν,
2211καὶ εἶπε: «Πρὸς τί τὸ ζητούμενον δάνειον, ἀφοῦ εἶναι βε-
2212βαιωμένον, ὅτι εἰς οὐδὲν ἕτερον θὰ ἐχρησίμευεν ἢ νὰ ἐπιβα-
2213ρύνῃ τὸν προϋπολογισμόν;» Ἀλλ’ ἡ φωνὴ ἐκείνη ἔλαβε κα-
2214κὴν ὑποδοχήν· διότι ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι τότε ἦσαν γνωστοὶ ὡς
2215Ἐθνικὴ Ἀντιπολίτευσις, εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι ἤμεθα εἰς
2216θέσιν νὰ πληρώσωμεν εἰς ἀκέραιον τοὺς δανειστὰς, καὶ μετὰ
2217τὴν κρίσιν, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν, ἐκλήθησαν εἰς τὴν ἐξουσίαν,
2218ἀλλὰ μετὰ 27 ἡμέρας, καὶ μεθ’ ὅλας τὰς διαβεβαιώσεις ἐν
2219ὑπομνήματι, εὑρέθησαν καὶ ἐκεῖνοι πρὸ τῆς ἀνεπαρκείας. Δὲν
2220εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω, ἂν μετὰ τὴν ἐκ τοῦ σύνεγγυς
2221μελέτην πραγματικῶς κατέληξαν εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο,
2222διότι τ’ ἀποτελέσματα ἦσαν καὶ ἀπὸ πρὶν γνωστὰ εἰς τὴν
2223Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ἂν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἔβλε-
2224πον τὰ πράγματα ὁμαλώτερα καὶ ῥοδινώτερα, ὡς συμβαίνει
2225ἐνίοτε. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι εὑρέθησαν εἰς ἀνεπάρκειαν. Τὴν
22263 Μαΐου 1893 συνεκροτήθη ἡ Κυβέρνησις, καὶ τὴν 30
2227Μαΐου 1893 ὑπέγραφε διάταγμα περὶ τοῦ δανείου τοῦ Φαῖν-
2228τιγκ. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅ,τι πάντοτε ὑπεστήριξα
2229περὶ τοῦ δανείου ἐκείνου, ὅτι ἦτο χρόνου ἀπώλεια καὶ μα-
2230ταιοπονία, ἀλοιφὴ προωρισμένη νὰ θεραπεύσῃ τὴν γάγγραι-
2231ναν, ὀρθῶς δὲ δὲν εὗρεν ὑποδοχὴν οὔτε ἐν τῇ Βουλῇ οὔτε ἐν
2232τῷ τόπῳ, διότι ἡ ἀλοιφὴ καλύπτει, ἀλλὰ δὲν θεραπεύει τὴν
2233γάγγραιναν. Ἐσχηματίσθη ἡ Κυβέρνησις τῆς 30 Ὀκτωβρίου
2234τοῦ 1893· σφάλμα, κατὰ τὴν γνώμην μου, καὶ τὸ σφάλμα
2235συνίστατο εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ ὑπὸ τὸν ἐκ Μεσολογγίου πολι-
2236τευτὴν πολυετὴς Κυβέρνησις εἶχεν ἓν σύστημα, τὸ ὁποῖον
2237ἴσως, ἐὰν κατωρθοῦτο νὰ ἔλθῃ εἰς πέρας, πιθανὸν νὰ εἶχε
2238συμπεράσματα κάλλιστα. Ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη, ὅτι
2239τὸ σύστημα ἐκεῖνο ἦτο ἐλαττωματικὸν, διότι πάντοτε εἰς
2240τοὺς προϋπολογισμοὺς ὑπῆρχον περισσεύματα, ἀλλὰ καὶ
2241πάντοτε εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς ὑπῆρχον ἐλλείμματα. Ἡ Κυ-
2242βέρνησις ἐκείνη, ὡς ἐκ τῶν ἐπαγγελιῶν καὶ τῶν προηγουμέ-
2243νων της, εἶχεν ἀναλάβει ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τῶν δανει-
2244στῶν καὶ δὲν ἦτο ἡ καταλληλοτέρα, ὅπως λύσῃ τὸ ζήτημα
2245τοῦ συμβιβασμοῦ. Ἀλλ’ ἄλλως ἔδοξε τῇ Ἐθνικῇ Ἀντι-
2246προσωπείᾳ καὶ τῷ Στέμματι· ἐκ τῶν ὑστέρων δ’ ἀπεδείχθη,
2247ὅτι πλημμελὴς ἦτο ἡ τοιαύτη πορεία. Ἤρξαντο διαπραγμα-
2248τεύσεις, ὧν τὴν τύχην δὲν θὰ σᾶς διηγηθῶ, διότι τοῦτο ἔπρα-
2249ξαν ἄλλοι συνάδελφοι· τοῦτο μόνον ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἄξιος
2250ἀϊδίου εὐγνωμοσύνης εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἀπέκρουσε τὴν πρό-
2251τασιν περὶ διανομῆς τῶν πλεονασμάτων, ἄξιοι δὲ κατάρας
2252ἐσόμεθα πάντες, ἐὰν δὲν ἀκολουθήσωμεν τὸ δίδαγμα ἐκεῖνο.
2253Ἀλλὰ ταῦτα ἐγένοντο, καί, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, δὲν
2254ἐγένοντο καλῶς. Καὶ τί ἔπρεπε νὰ γείνῃ; Δὲν συνειθίζω νὰ
2255περιορίζωμαι ἁπλῶς εἰς τὸ νὰ ἐκφράζω γνώμην, ἐὰν τοῦτο
2256καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο· μοὶ ἀρέσκει νὰ ὑποβάλλω καὶ τὴν
2257ἰδικήν μου γνώμην. Τί ἠδύνατο νὰ γείνῃ, τί ἔπρεπε νὰ γείνῃ,
2258ὑποδεικνύει ἡ λογική. Εἷς ἔμπορος, εἷς τραπεζίτης, εἷς παν-
2259τοπώλης, ἕνεκεν ἀταξίας τῶν βιβλίων του, ἕνεκα κακῶν
2260ὑπολογισμῶν, περιῆλθεν εἰς ἀνεπάρκειαν. Τὸ πρῶτον, τὸ
2261ὁποῖον ὀφείλει νὰ πράξῃ, εἶναι νὰ ἐξετάσῃ τὰ βιβλία του,
2262νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν οἰκονομικήν του κατάστασιν· ἀλλ’ ἐὰν
2263πρὶν ἢ γείνῃ ὁ ἀκριβὴς ἔλεγχος τῆς θέσεώς του ὑποσχεθῇ εἰς
2264τοὺς δανειστάς του ὡρισμένα ποσά, — ἐκ γενναιότητος ἔστω —
2265νομίζετε ὅτι πράττει ἔργον συνετόν; Ὄχι βεβαίως. Τοῦτο
2266ὅμως ὑπεσχέθη ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893, εἰς Κρά-
2267τος, τὸ ὁποῖον διετέλει ὑπὸ νομισματικὴν ἀνωμαλίαν, ἡ ὁποία
2268ἔφερε τὸ οἰκτρὸν τῆς πτωχεύσεως τέλος. Ὑπεσχέθημεν 30%,
2269χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν ἀκριβῶς τὴν ἀληθῆ ἡμῶν κατάστασιν,
2270καὶ χωρὶς νὰ λάβωμεν παραλλήλως ἕτερον μέτρον ὑπὲρ τῆς
2271βαθμιαίας ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· οὕτω δ’ ἐξε-
2272τέθημεν εἰς τὰς συνεπείας τοῦ ἀπερισκέπτου διαβήματός μας.
2273Ὅσον γενναῖον καὶ ἂν ὑποθέσητε τοῦτο, ἐρωτῶ, ὁποῖον ἦτο
2274τὸ κύριον αἴτιον, τὸ ὁποῖον ἔφερε τὸ μοιραῖον τέλος; Ἡ νομι-
2275σματικὴ ἀνωμαλία; Ἀλλὰ τί ἐπράξαμεν πρὸς θεραπείαν αὐτῆς;
2276Οὐδέν. Ἀλλ’ ἓν ἐκ τῶν αἰτίων ἦτο καὶ διότι ὑπερέβημεν τὸ
2277φορολογικὸν ὅριον τῆς ἀντοχῆς· ἀπὸ 26,000,000, τὰ ὁποῖα
2278ὁ προϋπολογισμὸς εἰσέπραττε τὸ 1865, εἶχε φθάσει ὁ προϋ-
2279πολογισμὸς διὰ τὸ ἔτος 1893 εἰς 110,000,000! Ἐν δια-
2280στήματι 28 ἐτῶν διαφορὰ 84,000,000 δραχμῶν! Ὑπο-
2281θέτω, ὅτι, ἐὰν κατὰ τὴν προσάρτησιν τῆς εὐφόρου Θεσσα-
2282λίας καὶ τῶν ἠπειρωτικῶν ἐπαρχιῶν, ἀντὶ τῆς διευθύνσεως,
2283τὴν ὁποίαν εἶχον λάβει αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις, ἐλάμβανον
2284ἄλλην διεύθυνσιν, ἴσως ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποφύγωμεν ἐκεῖνο, τὸ
2285ὁποῖον συνέβη, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς τὸ ἀναμφισβήτητον εἶναι,
2286ὅτι ἐπιέσαμεν τὰ πράγματα πλέον τοῦ δέοντος, ἐφουσκώσα-
2287μεν πολὺ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων. Τὸ πρῶτον λοι-
2288πὸν ἡμῶν ἔργον ἔπρεπε νὰ ἦναι πρὸ παντὸς νὰ καταργήσω-
2289μεν τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ἐπεβάλομεν, διὰ νὰ ἀνταπο-
2290κριθῶμεν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις μας καὶ πληρώσωμεν εἰς τὸ ἄρ-
2291τιον· τὸ ὁποῖον δὲν ἐπράξαμεν. Διὰ νὰ ἔλθωμεν εἰς ὁμαλὴν
2292θέσιν, εἰς φυσικὴν, πρὸ παντὸς ἔπρεπε νὰ ἐξακριβώσωμεν ὁποῖον
2293εἶναι τὸ ἐνεργητικὸν ἡμῶν, τί δυνάμεθα νὰ φορολογήσωμεν
2294καὶ νὰ φορολογῶμεν. Ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος, νομίζω, ἔλεγεν
2295εἴς τινα ἐν ὁμοίᾳ περιστάσει, ὅτι μισεῖ ἐκεῖνον, ὁποῖος, διὰ
2296νὰ λάβῃ τὸν καρπόν, ἐκριζώνει τὸ δένδρον. Πρὸ παντὸς ἔπρεπε
2297νὰ φέρωμεν μεταῤῥυθμίσεις φορολογικὰς, διὰ νὰ ἀνακουφισθῇ
2298ὁ τόπος, νὰ ἀναπνεύσῃ· καὶ πρῶτον νὰ γείνῃ ἡ ἀναθεώρησις
2299τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου, καὶ ἰδίως τῶν δικαστικῶν τε-
2300λῶν, διὰ νὰ ἀποδοθῇ δικαιοσύνη σχετική. Ἐπίσης ἔπρεπε νὰ
2301γείνῃ ἡ ἀναθεώρησις τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου.
2302§47ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ τοῦ ἐλαίου...
2303§48Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καὶ τοῦ ἐλαίου καὶ τῆς σταφίδος καὶ
2304ἄλλων... Ἀλλὰ δὲν εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι ἔπρεπε νὰ γεί-
2305νωσι μόνον ἐλαφρύνσεις, ἔπρεπε νὰ γείνωσι καὶ προσθῆκαι ἐκεῖ,
2306ὅπου ἐπετρέπετο τοῦτο. Γενικὴ καὶ βαθμιαία ἀναθεώρησις
2307φορολογικὴ ἔπρεπε νὰ γείνῃ, ὅπως ἐπιτευχθῇ κατὰ τὸ δυνα-
2308τὸν καὶ φορολογικὴ ἰσότης, συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα.
2309Τὸ δεύτερον ἡμῶν ἔργον ἦτο, εὐθὺς ὡς ἤθελεν ἐξακριβωθῆ
2310τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων, νὰ κηρύξωμεν πόλεμον ἀμείλικτον
2311κατὰ τῶν κηφήνων καὶ παρασίτων τοῦ κόμματος. Ἐὰν εἰς
2312ὑπηρεσίαν τινὰ οἱ ἑκατὸν ὑπάλληλοι ἦναι πολλοί, διότι
2313πραγματικῶς ἐργάζονται μόνον οἱ ἑξήκοντα, λάβετε τὴν ψα-
2314λίδα καὶ περικόψατε τοὺς τεσσαράκοντα, ἀλλὰ πληρώσατε
2315ἐπαρκῶς τοὺς ἑξήκοντα. Τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ
2316πράξῃ ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὴν στάσιν τῶν πληρωμῶν, ἦτο
2317νὰ σκεφθῇ περὶ λογικῆς καὶ ἐπιβαλλομένης αὐξήσεως τῆς μι-
2318σθοδοσίας τῶν ὀργάνων τῆς ὑπηρεσίας, ἅτινα λιμώττοντα δὲν
2319δύνανται νὰ προσφέρωσι τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ἀναλαμ-
2320βάνουσιν, ἢ ἀναγκάζονται νὰ παρεκτρέπωνται πολλάκις.
2321Ἔπρεπεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀξιοῦμεν νὰ διεκδικήσωμεν τὰ δι-
2322καιώματά μας ἐν τῇ Ἀνατολῇ, νὰ σκεφθῶμεν εἰς τίνας χεῖ-
2323ρας ἔχομεν ἐμπιστευθῆ τὴν ἀντιπροσωπείαν ἐν τῇ Ἀνατολῇ
2324πρὸ πάντων, καὶ νὰ μὴ ἐκθέσωμεν εἰς κίνδυνον τὰ ἐθνικὰ συμ-
2325φέροντα διὰ προξενικῆς ὑπαλληλίας γλίσχρως ἀμειβομένης.
2326Ἔπρεπε νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς δικαστικῆς ὑπαλληλίας καὶ
2327ἐν γένει περὶ ὅλων τῶν ὑπαλλήλων. Ἐὰν ἐκ τοῦ ὅλου τῶν
2328εἰσπράξεων ἀσφαλίσητε τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως καὶ πᾶσαν
2329ἄλλην ἀπαραίτητον δαπάνην, ἔχετε ἓν ὑπόλοιπον· αὐτὸ τὸ
2330ὑπόλοιπον ἀνήκει εἰς τοὺς δανειστάς. Τὸ πρώτιστον λοιπὸν
2331ἦτο ἡ σύνταξις προϋπολογισμοῦ τοῦ μέλλοντος, καὶ ἐν τῷ
2332προϋπολογισμῷ τοῦ μέλλοντος, ἐὰν εἰλικρινῶς θελήσητε νὰ
2333ἐργασθῆτε, θὰ ἔχητε ὑπόλοιπον, καὶ τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο,
2334ὀλίγον ἢ πολύ, ἀνήκει εἰς τοὺς δανειστάς. Διότι, κύριοι συνά-
2335δελφοι, δὲν ἐννοῶ τὴν ἰδέαν τοῦ συμβιβασμοῦ μεταξὺ Κρά-
2336τους καὶ δανειστῶν· τὸ θεωρῶ ἀναξιοπρεπές. «Ὄχι 30, ἀλλὰ
233732 ἢ 40· ὄχι 30, ἀλλὰ 29.» Ὅταν ἀφαιρέσητε ἐκεῖνο, τοῦ
2338ὁποίου ἔχετε ἀνάγκην διὰ νὰ κινηθῆτε ὡς διοίκησις, ὅταν
2339ὑπολογίσητε συμφώνως μὲ τὰς οἰκονομικάς σας ἀνάγκας ὡρι-
2340σμένον ποσὸν διὰ τὸν στρατὸν καὶ τὸν στόλον καὶ τὰς ἄλλας
2341ἀνάγκας, τὸ ὑπόλοιπον ἀνήκει εἰς τοὺς δανειστάς. Ὑποθέ-
2342σατε πρὸς στιγμήν, ὅτι ἀντὶ τῶν 32% ὑπάρχει
2343περίσσευμα 50% νομίζετε ὅτι εἴμεθα δεδικαιολογη-
2344μένοι νὰ μὴ τὸ δώσωμεν; Ἡ διαπραγμάτευσις αὕτη, κατὰ
2345τὴν γνώμην μου, εἶναι ἀναξιοπρεπής, ἀλλὰ καὶ ἐκθέτει εἰς
2346κίνδυνον τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους. Ἐὰν ὅμως,
2347ὑπάρχωσιν οἱ διαφωνοῦντες, καὶ πρόκειται περὶ διακανονισμοῦ,
2348—διότι συμβιβασμὸς δὲν εἶναι ἡ προσήκουσα λέξις— ὁ διακα-
2349νονισμὸς γενήσεται ἢ μονομερής, ὅπως ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμ-
2350βρίου 1893 ὁρίζει, ἢ ἀμφοτεροβαρής. Ἐὰν πρόκειται περὶ
2351μονομεροῦς διακανονισμοῦ τῶν πρὸς τοὺς δανειστὰς σχέσεων,
2352δὲν ἔχομεν ἀνάγκην διαπραγματεύσεων, τὸ προσωρινὸν χαρα-
2353κτηρίζομεν ὡς ὁριστικόν, ἔστω δι’ ἑνὸς ἄλλου νόμου. Πρόκει-
2354ται περὶ ἀμφοτεροβαροῦς; Ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται περὶ ἀμφοτε-
2355ροβαροῦς πράξεως, πρὸ παντὸς ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ, τίνες
2356εἶναι οἱ συμβαλλόμενοι. Εἰς τὸ σημείωμα τὸ κατατεθὲν οἱ
2357ἀντιπρόσωποι τῶν ὁμολογιούχων ὁρίζουσι τὸ ὅλον ποσὸν τῶν
2358δανείων εἰς δραχ. 553,000,000. Τίνες εἶναι οἱ κάτοχοι τῶν
2359ὁμολογιῶν τῶν δραχ. 553,000,000; οὐδεὶς τὸ γινώσκει.
2360Ἐγένοντο τρία κομιτάτα, ἓν ἐν Λονδίνῳ, ὅπερ, φαίνεται, εἶναι
2361τὸ κανονικώτερον, ὡς ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος,
2362ἕτερον ἐν Παρισίοις, καὶ ἕτερον ἐν Βερολίνῳ· ἀλλὰ ποῖοι κα-
2363τέχουσι τὰς ὁμολογίας αὐτάς; Ἐρωτῶ πάντα νὰ μοὶ εἴπῃ.
2364Κατὰ συμπεράσματα τῶν παρακολουθούντων τὰ οἰκονομολο-
2365γικά, γνωρίζομεν ὅτι εἰς χεῖρας Ἑλλήνων ὑπάρχουσιν ὁμολο-
2366γίαι δραχ. 210,000,000 περίπου ἐκ τῶν 553,000,000,
2367ὅτι τόσα περίπου ἢ ὀλίγον περισσότερα εἶναι εἰς Γερμανίαν,
2368πολὺ ὀλιγώτερα εἰς Ἀγγλίαν, καὶ ὀλιγώτερα ἀκόμη εἰς
2369Γαλλίαν, ποσὸν δέ τι εἰς διαφόρους. Καὶ βλέπω καὶ ἀκούω
2370ἀντιπροσώπους τῶν Ἄγγλων, ἀντιπροσώπους τῶν Γάλλων, καὶ
2371ἀντιπροσώπους τῶν Γερμανῶν, δικαιότερον ἀναμιγνυομένων
2372εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἀλλὰ καὶ τῶν Γάλλων διαδραμα-
2373τιζόντων σπουδαῖον μέρος· δὲν βλέπω ὅμως ἀντιπρόσωπον
2374τῶν Ἑλλήνων ὁμολογιούχων. Ἀπὸ πρώτης ἀπόψεως, τῆς
2375διανομῆς, οὕτως εἰπεῖν, τῶν κατόχων, εἶναι τοῦτο, ἀλλὰ καὶ
2376ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως πρέπει νὰ διακρίνωμεν, ὅτι οἱ κάτοχοι
2377εἶναι δύο κατηγοριῶν. Πρώτη κατηγορία εἶναι κεφαλαιοῦχοι
2378τοποθετήσαντες τὰ χρήματά των χάριν τοῦ τόκου, οἱ ἄλλοι
2379εἶναι τραπεζῖται· τὰ θύματα εἶναι οἱ πρῶτοι· οἱ τραπεζῖται
2380δὲν εἶναι τὰ θύματα, εἶναι οἱ κερδοσκοπήσαντες, οἱ κερδοσκο-
2381ποῦντες καὶ κερδοσκοπήσοντες. Μεταξὺ τῶν τῆς πρώτης κα-
2382τηγορίας εἶναι καὶ οἱ Ἕλληνες· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, τίς ὁ
2383ἀντιπρόσωπος αὐτῶν; Πιθανὸν νὰ μοὶ ἀντιταχθῇ, ὅτι τοιοῦ-
2384τος εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’
2385οὗτος εἶναι ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Δημοσίου, τοῦ ἑτέρου τῶν
2386συμβαλλομένων μερῶν, καὶ δὲν δύναται ἐν τῷ αὐτῷ προσώπῳ
2387νὰ συνυπάρξωσι πιστωτὴς καὶ ὀφειλέτης. Ναὶ μὲν ὑπάρχει
2388ἐμπιστοσύνη, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ προστα-
2389τεύσῃ καὶ τὰ λοιπὰ κεφάλαια, ἀλλὰ πολιτικώτατον, ἀπα-
2390ραίτητον, ἐπιβαλλόμενον ἦτο νὰ ὑπάρξῃ ὁ ἀντιπρόσωπος
2391τῶν Ἑλλήνων, οὕτω δὲ ἤθελεν ὑπάρχει μία ψῆφος ἐν τῷ
2392Συμβουλίῳ· ἀλλὰ τοῦτο δὲν προέτεινεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
2393Κυβερνήσεως, κακῶς κατ’ ἐμέ. Πρὸ παντὸς δὲ ἡ Ἑλληνικὴ
2394Κυβέρνησις, οἱαδήποτε, μετὰ τὸ πόρισμα, μετὰ τὴν ψήφισιν
2395προϋπολογισμοῦ σπουδαίου, ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς ὡρισμένην
2396δήλωσιν, ἀξιοπρεπῆ καὶ σαφῆ, ὅτι ἀποκρούει τὸν ἔλεγχον,
2397ὑπὸ οἰανδήποτε μορφήν. Ἂν ἐπρόκειτο νὰ προβῇ εἰς δια-
2398πραγματεύσεις, ὤφειλεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς νὰ θέσῃ
2399κατὰ μέρος τὸ ζήτημα τοῦ ἐλέγχου, ὡς ἀνεπίδεκτον συζη-
2400τήσεως, νὰ προτιμήσῃ νὰ διακόψῃ πᾶσαν διαπραγμάτευσιν, ἐὰν
2401κατ’ αὐτὴν προετείνετο ὅπως δήποτε ἔλεγχος. Ἐὰν δὲ σθενα-
2402ρῶς ἔλεγε τοῦτο, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ νέα ἀπόπειρα.
2403Ἂν ὅ,τι εἶπεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ 1894
2404ἐπανελαμβάνετο καὶ ὑπὸ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, ἤθελον ἀπελ-
2405πισθῆ οἱ δανεισταί, καὶ δὲν ἤθελον ἐπαναφέρει τὸ ζήτημα.
2406Ὅταν ὅμως ἔρχηται ἡ Κυβέρνησις ἡ λαοπρόβλητος, ἡ τόσα
2407ὑποσχεθεῖσα περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, πρώτη νὰ προσφέρῃ τὸν
2408ἔλεγχον, τὴν διανομὴν τῶν πλεονασμάτων, τί θέλετε νὰ σᾶς
2409εἴπωσιν οἱ δανεισταί; Ὅταν ἔρχηται νὰ ὑπερθεματίσῃ εἰς τὰς
2410προτάσεις, τὰς ὁποίας ὁπωσδήποτε κατωρθώθη νὰ δεχθῶσι
2411τότε, τί περιμένετε ἀπὸ τοὺς δανειστάς; Μήπως θέλετε νὰ
2412ἔχητε ἀπέναντι ὑμῶν αἰσθηματίας φιλέλληνας; Τὸ χρῆμα,
2413καθὼς γνωρίζετε, δὲν ἔχει πατρίδα, οὔτε αἰσθήματα. Μίαν
2414καὶ μόνην ἐπαγγελίαν ἐξετέλεσεν ἡ Κυβέρνησις, τὴν ψήφισιν
2415τοῦ νόμου περὶ Συμβουλίου τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ ἤμην
2416ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, καὶ ἐπεκρότησα τὸ
2417μέτρον ἐκεῖνο, ἀσχέτως πρὸς τὰς λεπτομερείας. Τὸ μέτρον ἦτο
2418προληπτικόν, προετάθη, ἵνα ἀποκρουσθῇ ὁ ἔλεγχος· ἀλλ’ ὅταν
2419οὗτος προσφέρηται ὑπὸ τῆς ἰδίας Κυβερνήσεως κατόπιν, τί
2420ὠφελεῖ ὁ νόμος αὐτός; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξ
2421ὅλων τῶν γενομένων ἀποδεικνύεται ὡς μὴ ἐπιληφθεὶς σπουδαίως
2422διαπραγματεύσεων, διότι συμβιβασμὸν καλλίτερον τοῦ νόμου
2423τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893 δὲν ἦτο ἱκανὸς νὰ φέρῃ εἰς πέρας,
2424οὔτε, ἐὰν προέβαινεν εἰς παραχωρήσεις τινάς, ἦτο ἱκανὸς νὰ
2425λάβῃ παραλλήλως ἄλλα οἰκονομικὰ μέτρα πρὸς βελτίωσιν
2426τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας· δι’ αὐτὸ συμφωνῶ μὲ ἐκεῖνα, τὰ
2427ὁποῖα χθὲς ἔλεγεν, ὅτι, προκειμένου νὰ προβῇ εἰς συνομολό-
2428γησιν συμβιβασμοῦ κακοῦ, προτιμᾷ ποτὲ νὰ μὴ γείνῃ τοιοῦ-
2429τος· ἀλλὰ τοῦτο, διότι δὲν εἶχε τὰς δυνάμεις διὰ καλλί-
2430τερόν τι τῆς ἐνεστώσης καταστάσεως· ἀφοῦ ἦλθε νὰ ὑπερθε-
2431ματίσῃ εἰς τὰς προτάσεις τῶν πιστωτῶν, ἦτο ἑπόμενον νὰ
2432προκαλέσῃ μείζονας ἀξιώσεις.
2433Ἀλλὰ μὴ τοὐλάχιστον μετέβαλε τὸν προϋπολογισμόν;
2434Ὑπέβαλε μέχρι τοῦδε τρεῖς προϋπολογισμούς, ἀντίγραφα
2435κακόγραφα, ἀνορθόγραφα τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ παρελ-
2436θόντος. Καὶ ὁσάκις τῷ γίνεται παρατήρησις, ὅτι «δι’ αὐτὸ
2437δὲν σᾶς ἔφερεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς», ἀμέσως ἔχει πρόχειρον τὴν
2438ἀπάντησιν, τὸ μέγα φάσμα τοῦ συμβιβασμοῦ, τὸ ὁποῖον
2439ὅμως χρησιμεύει καὶ ὡς ἀσπίς, ἵνα ἄλλοτε μὲν ἀποκρούῃ τὰς
2440προτάσεις, ἄλλοτε δὲ τὰς παραμερίζῃ καὶ ἐκτελῇ τὰ ἐναντία
2441τῶν ὅσων ὑποστηρίζει, ἕνεκα τοῦ συμβιβασμοῦ. Ἐννοούμεθα...
2442Ὁμολογουμένως, Κύριοι, τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Πρω-
2443θυπουργοῦ ἔγγραφον πρὸς τοὺς δανειστὰς εἶναι κατηγορητή-
2444ριον τοῦ παρελθόντος, οὐδὲν ἧττον! Δι’ αὐτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουρ-
2445γὸς ἐπελήφθη νὰ διατηρήσῃ τὰ ἴχνη τῆς ἀπολογίας του ὡς
2446πρὸς τὸ παρελθόν. Κακῶς ἔπραξε. Δὲν ἦτο ἔγγραφον, ἐν τῷ
2447ὁποίῳ ἠδύνατο νὰ καταγγείλῃ τὰς Κυβερνήσεις τοῦ παρελ-
2448θόντος, εἰς τὰς ὁποίας ὅμως καὶ ὁ ἴδιος ἔλαβε μέρος εἰς δύο
2449περιόδους. Ἀλλ’ αἱαδήποτε Κυβέρνησις ἂν περιέπεσεν εἰς
2450σφάλματα, δὲν ἦτο κατάλληλον τὸ ἔγγραφον, δὲν ἔπρεπε νὰ
2451ἀναφέρῃ τοιαύτας καταγγελίας, ὧν τινες καὶ δὲν συμβιβά-
2452ζονται καθ’ ὁλοκληρίαν μὲ τὴν ἀκρίβειαν τῶν πραγμάτων,
2453ὡς ἀπεδείχθη παρ’ ἄλλων προαγορευσάντων.
2454Δὲν θέλω, Κύριοι, σᾶς βαρύνει δι’ ἀναλύσεως τῶν ὑπο-
2455βληθεισῶν προτάσεων, οὐδὲ τῶν γενομένων ἀπαντήσεων· δὲν
2456θὰ σᾶς κουράσω μὲ ἀριθμοὺς, διότι οἱ εἰδικώτεροι περὶ τὰ
2457οἰκονομικὰ ἀνέπτυξαν ἐπαρκῶς πάντα ταῦτα. Ἀλλὰ δὲν
2458εἶναι εὔκολον νὰ μὴ εἴπω, ὅτι ἡ μελέτη τῶν ὑπουργικῶν προ-
2459τάσεων προεκάλεσεν αὐτὰς τὰς τερατώδεις, τὰς φρικώδεις
2460προτάσεις, τὰς ὁποίας ὅσον τις μελετᾷ, τοσοῦτον ἀγανακτεῖ.
2461Οὐδὲν ἄλλο ζητοῦσιν οἱ δανεισταὶ διὰ τῶν ὑποβληθεισῶν προ-
2462τάσεων ἢ τὴν ὑποδούλωσιν τῆς Ἑλλάδος, τοῦ Ἑλληνισμοῦ!
2463Ζητοῦσιν ἰδιοκτησίαν τί; τοὺς φόρους· καὶ τόσον φοβοῦνται
2464περὶ τούτου, ὥστε σᾶς τὸ ἐπαναλαμβάνουν ἐν σελίδι 33 τοῦ
2465τεύχους, καὶ ἐν τῇ σελ. 34 καὶ ἐν τῇ σελ. 44. «Συνεπείᾳ,
2466λέγουσιν οἱ δανεισταί, τοῦ προσδιορισμοῦ τούτου, συνομολογου-
2467μένου ὡς ἀνεκκλήτου...» Λάβετέ το ὑπὸ σημείωσιν, ὡς ἀνεκ-
2468κλήτου· νὰ πωλήσωμεν δηλαδὴ ἡμᾶς αὐτοὺς, τὰ τέκνα ἡμῶν
2469καὶ πάντας τοὺς ἀπογόνους ἡμῶν ἀνεκκλήτως! (ἀναγινώ-
2470σκει): «...ἡ πρόσοδος τῶν εἰρημένων φόρων καθίσταται ἀπόλυ-
2471τος ἰδιοκτησία τῶν ὁμολογιούχων τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐξωτερικοῦ
2472χρέους μέχρι τῆς ἀπαιτουμένης ἐξοφλήσεως καὶ ἐντὸς τοῦ
2473ὁρίου τῶν ποσῶν, τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ
2474χρέους τούτου, συμφώνως τῷ παρόντι Κανονισμῷ. Ἡ Κυβέρ-
2475νησις οὐδὲν θέλει λάβει μέτρον, ἐπάγον ἐλάττωσιν τῆς
2476προσόδου τῶν φόρων τούτων.»
2477Τοιαύτη πρότασις, ἀποδεκτὴ γιγνομένη, συνεπάγεται τὴν
2478κατάργησιν τοῦ Συντάγματος, καὶ εἶχον—ἅς μοι ἐπιτραπῇ
2479ἡ λέξις, διότι δὲν ὑπάρχει ἄλλη μετριωτέρα,— εἶχον τὸ
2480θράσος νὰ προτείνωσι τὴν κατάργησιν τοῦ Συντάγματος!—
2481διότι οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ κατάργησις τοῦ Συντάγματος, νὰ
2482λέγωσι πρὸς ἡμᾶς, ὅτι ἀνεκκλήτως ὀφείλομεν νὰ χορηγήσω-
2483μεν πρὸς αὐτοὺς ὡς ἰδιοκτησίαν φόρους, καὶ δὴ τόσον σπου-
2484δαίους, συνδεομένους μὲ αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν ἀναπνοὴν
2485τοῦ ἔθνους! Καὶ τί γίνεται τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος,
2486τὸ ὁποῖον δίδει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὴν ἐθνικὴν
2487ἀντιπροσωπείαν νὰ ψηφίζῃ κατ’ ἔτος τοὺς φόρους, νὰ ἀναγράφῃ
2488τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα ἐν ἐτησίῳ προϋπολογισμῷ;—διάταξις ἡ
2489ὁποία ἐξηγοράσθη μὲ χειμάῤῥους αἱμάτων, οὐχὶ ἐν Ἑλλάδι
2490χυθέντων, ἀλλ’ ὑφ’ ὅλων τῶν λαῶν, ἐνεγράφη δὲ καὶ ἐν τῷ
2491Συντάγματι ἡμῶν. Αὔριον εὑρίσκει ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία
2492δίκαιον νὰ μειώσῃ κατὰ ἑκατὸν δραχμὰς π. χ. τὸ εἰσό-
2493δημα ἑνὸς φόρου, δὲν δύναται ὅμως! Ἔχετε τὴν ὁμολογίαν
2494τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος πολὺ εὐλόγως σᾶς ἔλεγεν,
2495ὅτι ἔφθασεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον τὸ ζήτημα τῶν τελῶν τοῦ
2496χαρτοσήμου καὶ ἰδίως τῶν δικαστικῶν τελῶν. Ἐπαναλαμ-
2497βάνουσιν ἐν τούτοις οἱ δανεισταὶ εἰς πᾶσαν εὐκαιρίαν τῆς
2498διατυπώσεως τῶν πόθων των, ὅτι ζητοῦσιν ὡς ἰδιοκτησίαν
2499καὶ τὸν φόρον τοῦ χαρτοσήμου! Κατὰ τίνα τρόπον προτεί-
2500νουσι τὴν σύστασιν τῆς ἑταιρίας, περιττὸν νὰ σᾶς ἀπασχο-
2501λήσω, διότι ἀνεγνώσατε βεβαίως τὸ φυλλάδιον. Ἀλλ’ ἐῤῥί-
2502ψαν ἓν χρύσωμα ἐν τῷ τίτλῳ· «Ἑλληνικῆς Ἑταιρίας», ἐνῷ
2503εἶναι ἀλλοδαπὴ ἑταιρία, ἡ ὁποία θέτει οὐ μόνον τὴν χεῖρα,
2504ἀλλὰ καὶ τοὺς πόδας, στερεῶς καὶ ἀκλονήτως ἐπὶ ἑλληνι-
2505κοῦ ἐδάφους, ἵνα δύνηται εἰς πᾶσαν στιγμὴν ν’ ἀποφασίζῃ
2506περὶ τῆς τύχης τοῦ τόπου τούτου! Ἄν δὲ εἰς οἱονδήποτε
2507ἄλλο Κράτος τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχῃ σπουδαιότητα, ἀλλὰ
2508εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἀτυχῶς ὑπὸ
2509ξένας ἐπιδράσεις, τὰς ὁποίας ὅλοι γνωρίζομεν, ἂν δοθῇ τοιοῦ-
2510τον ὅπλον, ἀπώλετο πᾶσα ἐλευθερία! Θέλομεν εἶσθαι ἕρμαιον
2511τῶν ἑκάστοτε ἰσχυρῶν! Ἄν σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ ὀρθο-
2512ποδήσωμεν, πόσῳ μᾶλλον, ἂν παραδοθῶμεν εἰς χεῖρας τῶν
2513τραπεζιτῶν, οἱ ὁποῖοι συμφώνως μὲ τὰ συμφέροντά των θέ-
2514λουσιν ἐπωφελεῖσθαι ἑκάστοτε τῆς εὐκαιρίας, ἀλλὰ δύνανται
2515καὶ νὰ γίνωνται, χάριν τῶν συμφερόντων των, καὶ ὄργανα, ὡς
2516ἀλλοδαποί! Ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσω τὴν βαθεῖαν θλί-
2517ψιν μου, ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι ὑπετί-
2518μησαν πολὺ τὴν φιλοτιμίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ νομί-
2519ζωσιν, ὅτι ἐπὶ τῇ δυστυχίᾳ ἡμῶν, ἥτις ὀφείλεται ὁπωςδή-
2520ποτε εἰς τὸ παρελθὸν, ἠδύναντο νὰ ἀπευθύνωσι τόσον σκαιὰν
2521ὕβριν πρὸς ἡμᾶς, τοιαῦτα προτείνοντες.
2522Ἡ Κυβέρνησις—ἀναγκάζομαι νὰ σᾶς ὑπομνήσω—παρε-
2523δέχθη τὸν ὁρισμὸν ὑπεγγύων προσόδων. Βεβαίως κατ’ ἀκρί-
2524βειαν τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν· ἐγένετο ἐν τῷ παρελθόντι, —τὸ
2525γνωρίζομεν—ἀλλ’ κατ’ ἀκρίβειαν δὲν εἶναι ὀρθὸν, δι’ οὓς λό-
2526γους καὶ πρότερον ἔλεγον, συνταγματικούς. Ἂν ὅμως ἐπικρα-
2527τήσῃ ἡ ἐναντία γνώμη, εἰ καὶ τὰ προηγούμενα ποτὲ δὲν
2528πρέπει νὰ μᾶς ἐπηρεάζωσι, τοὐλάχιστον ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν
2529ἔχῃ νὰ πράξῃ ἄλλως, ἂς διασώσῃ τὸ χαρτόσημον, οὐχὶ βε-
2530βαίως μὲ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους προτείνουσι, διότι δὲν ἐπι-
2531τρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ καλῶς ἔπραξε, μετὰ τὰς
2532ἀπαιτήσεις ταύτας, μὴ προχωρήσασα εἰς τὰς διαπραγματεύ-
2533σεις, ἀλλ’ ἂν ἄλλαι προτάσεις ἀνθρώπιναι—διότι αὐταὶ εἶναι
2534ἀπάνθρωποι—γείνωσιν, ἂς φυλάξῃ τοὐλάχιστον τὸ χαρτόση-
2535μον ἀπὸ τοὺς ὄνυχας αὐτῶν, διότι τὸ χαρτόσημον συνδέεται
2536μὲ τὴν ἐμπορικὴν πίστιν καὶ ἰδίως μὲ τὴν ἀπονομὴν τῆς δι-
2537καιοσύνης. Εἰς ἄλλην εὐκαιρίαν δύναμαι νὰ ἀναπτύξω τὴν
2538ἱστορίαν τοῦ χαρτοσήμου, καὶ πόσην σπουδαιότητα ἔχει ὑπὸ
2539πολλὰς ἐπόψεις πᾶν ζήτημα σχετιζόμενον ὁπωσδήποτε πρὸς
2540αὐτὸ. Ἤδη ταύτην τὴν σύστασιν ὑποβάλλω εἰς τὴν Κυβέρ-
2541νησιν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε δεινότερον σφάλμα, δε-
2542χθεῖσα τὴν πρότασιν περὶ διανομῆς τῶν πλεονασμάτων καὶ
2543τὴν περὶ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς.
2544Ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν, κύριοι Βουλευταὶ, ἀπειλοῦσιν
2545ἡμᾶς δι’ ἐπεμβάσεων. Ἀνάγκη δὲ καὶ περὶ τούτου νὰ λεχθῇ,
2546ὅτι ἐκ τοιούτων ἀπειλῶν δὲν πρέπει ἐκβιαζόμενοι νὰ μεταπει-
2547σθῶμεν. Ἡ πτώχευσις τοῦ Κράτους εἶναι πρᾶξις λυπηρὰ,
2548ὀφειλομένη εἰς κακοὺς ὑπολογισμοὺς, εἰς ἀποτυχίας, εἰς δα-
2549πάνας ὑπερβολικὰς, ἕνεκα τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, ἄλλοτε
2550δεδικαιολογημένας καὶ ἄλλοτε μὴ, ἀλλὰ τέλος εἶναι δυστύ-
2551χημα, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπέστημεν μόνον ἡμεῖς, ἀλλὰ καὶ ἄλλα
2552Κράτη· π. χ. ἡ Αὐστρία, ἡ Γαλλία, ἡ Πορτογαλία κατ’
2553ἐπανάληψιν, καὶ ἄλλα Κράτη εὑρέθησαν εἰς τὴν δυσάρεστον
2554ταύτην θέσιν· ἀλλ’ οὐδέποτε ἐγένετο ἐπέμβασις, καὶ δὲν ἠδύ-
2555νατο νὰ γείνῃ ἐπέμβασις. Δὲν θέλω τὴν στιγμὴν ταύτην, τὴν
2556ἱκανῶς προκεχωρηκυῖαν, νὰ σᾶς ὑπομνήσω πολλοὺς συγγρα-
2557φεῖς· ἀρκοῦμαι εἰς τὸν Martens. «Προκειμένου περὶ τοῦ
2558ἀδυνάτου τῆς ἐπεμβάσεως ξένων Κρατῶν εἰς τὰς πτωχεύσεις
2559ἑτέρων, λέγει ὁ Μάρτενς, ἡ πρόσφατος (récente) πτώχευσις
2560τῆς Αὐστρίας, τῆς Οὐγγαρίας, τῆς Ἱσπανίας καὶ τῆς Πορτο-
2561γαλίας δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ὑπόδειγμα περὶ
2562τούτου.»
2563Ἀναγνωρίζουσι,—διότι τοῦτο ὑπῆρξε θέμα καὶ ἐν Γαλ-
2564λίᾳ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ—ἐξεφράσθησαν καὶ ὁ κ. Γλάδστων καὶ
2565ὁ κ. Σαλισβουρὺ, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος ἐπεμβάσεως, διότι
2566ἕκαστος, ὅταν τοποθετῇ τὰ χρήματά του, ἂς προσέχῃ καὶ
2567ἂς σκέπτηται, τίνα μέτρα δύναται νὰ λάβῃ ἐκ τῶν προ-
2568τέρων.
2569§49ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὰ δὲν τὰ ὑποστηρίζει κανεὶς ἄλ-
2570λος, παρὰ ἡ «Ἡμέρα» τῆς Τεργέστης.
2571§50Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὅστις δήποτε καὶ ἂν τὰ ὑποστηρίζῃ,
2572ἡ παροῦσα στιγμὴ εἶναι ἡ κατάλληλος, καθ’ ἣν πρέπει νὰ
2573δοθῇ ἀπάντησις σύντομος. Βεβαίως αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ
2574μᾶς ἀναγκάσῃ, ὥστε νὰ ἤμεθα ἀπαιτητικοὶ καὶ ἀνένδοτοι·
2575οὔτε πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι, ἀφοῦ δὲν δύνασθε νὰ μᾶς βλά-
2576ψητε, δὲν σᾶς δίδομεν τίποτε! Ὄχι βεβαίως, ὄχι! Περιττὸν
2577εἶναι νὰ ἐπαναλάβω καὶ ἐγὼ ὅ,τι ὅλοι οἱ προαγορεύσαντες
2578εἶπον, ὅτι ὅλον τὸ ἔθνος ζητεῖ τὸν συμβιβασμὸν, ἀλλὰ συμ-
2579βιβασμὸν προσήκοντα. Πάντες ὅμως οἱ ὁμιλήσαντες προσθέ-
2580τουσιν, ὅτι μάτην ὁ λαὸς διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ νομίζει ὅτι
2581εὗρε τὴν πανάκειαν· διότι σὺν τῷ συμβιβασμῷ ἀπαιτοῦνται
2582καὶ ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα μάλιστα ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου
2583Βουλευτὴς ἐπαρκῶς πρὸ μικροῦ ἀνέπτυξεν· ἐκεῖνο ὅμως, τοῦ
2584ὁποίου, κατ’ ἐμὴν γνώμην, πρωτίστως ἔχομεν ἀνάγκην, εἶναι
2585ὁ προϋπολογισμός. Ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως αἰ-
2586σθάνεται ἑαυτὸν ἀνίκανον διὰ τὴν συντέλεσιν τοῦ συμβιβα-
2587σμοῦ,—καὶ πρέπει νὰ τὸν αἰσθάνηται, μάλιστα μετὰ τὸ ση-
2588μεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον περιῆλθεν ἡ ὑπόθεσις,—πρέπει νὰ στρέψῃ
2589τὴν προσοχήν του εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι
2590εὐθὺς ὡς κατορθώσῃ τοῦτο, ἔχει τὸ πόρισμα τοῦ συμβιβα-
2591σμοῦ.
2592Κύριοι Βουλευταί, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, περὶ τοῦ
2593ὁποίου πολλά τις ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, θεωρῶ ἐπαρκῆ τὰ λε-
2594χθέντα, ἀναφερόμενος εἰς τὰς ἀγορεύσεις τῶν προαγορευσάν-
2595των· τοῦτο μόνον συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν παροῦσαν
2596ἢ τὴν μέλλουσαν, εὐθὺς ὡς φθάσῃ ἡ στιγμή, καθ’ ἣν θὰ θέσῃ
2597τὴν ὑπογραφήν της εἰς σύμβασιν μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν
2598δανειστῶν, νὰ σκεφθῇ ὡρίμως, λίαν ὡρίμως, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα
2599τοῦ ἐλέγχου. Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν δύναται
2600ν’ ἀποδεχθῇ τὸν ἔλεγχον, ὑπὸ οἱονδήποτε ἔνδυμα ἐμφανιζόμε-
2601νον. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἥτις μέχρις ἑνὸς βαθμοῦ εἶναι
2602ἡ θεματοφύλαξ τῆς Ἑλληνικῆς κυριαρχίας, ἂς προφυλάξῃ
2603τὸν τόπον ἀπὸ τὴν ὑποδούλωσιν· ἂς σκεφθῇ ὅτι τοιαύτη
2604πρότασις οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ πρότασις περὶ ἀφομοιώσεως τῆς
2605Ἑλλάδος πρὸς τὴν Τουρκίαν καὶ τὴν Αἴγυπτον, καὶ ὅτι ὁ
2606Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ἄξιος κρείττονος τύχης. Ἂν ἠτύχησεν
2607οἰκονομικῶς, ἀπέδειξεν ὅμως, ὅτι ἔχει ζωτικότητα, ὅτι ἐννοεῖ
2608νὰ ὑποβληθῇ εἰς πᾶσαν λογικὴν θυσίαν, ὅπως ἀνταποκριθῇ
2609εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβε διὰ τῶν νομίμων
2610ἀντιπροσώπων του, ἀλλ’ ἐννοεῖ νὰ ἀναπνέῃ. Δὲν πρέπει νὰ
2611πιέζηται πλέον τοῦ δέοντος. Ἂς σκεφθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυ-
2612βέρνησις, οἱαδήποτε καὶ ἂν εὑρεθῇ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ
2613ὑπογράψῃ συμβιβασμὸν μετὰ τῶν δανειστῶν, ὅτι διὰ παντὸς
2614τρόπου πρέπει νὰ ἀποκρούσῃ τὸν ἔλεγχον, ἐπαναλαμβάνω·
2615διότι, καὶ ἂν ἀκόμη ἀποφασίσῃ νὰ λάβῃ ὑποχρέωσιν ἀντι-
2616κειμένην εἰς τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν, οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβο-
2617λίαν, ὅτι ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία θέλει μετ’ ἀποστροφῆς
2618στρέψει τὸ μέτωπον εἰς πᾶσαν τοιαύτην σύμβασιν· ἀλλὰ καὶ
2619ἂν ἐπελανθάνετο ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ καθήκοντος τούτου
2620πρὸς διατήρησιν τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, βεβαίως ὁ Ἑλλη-
2621νικὸς λαὸς θὰ σχίσῃ σύμβασιν παραβιάζουσαν ἀναφαίρετα
2622δίκαια τῆς Πολιτείας καὶ τοῦ ἔθνους.
2623§51ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Πολλὰ μέχρι τοῦδε βεβαίως ὑπάρχουσι
2624τὰ ψεκτὰ ἐν τῇ πολιτείᾳ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰς διαπραγ-
2625ματεύσεις αὐτῆς μετὰ τῶν δανειστῶν, σχετικῶς πρὸς τὸν δια-
2626κανονισμὸν τοῦ δημοσίου χρέους· πολλὰ ὑπάρχουσι ψεκτὰ καὶ
2627ὡς πρὸς τὴν ἀπώλειαν μακροῦ πολυτίμου χρόνου, χωρὶς νὰ
2628φθάσῃ εἰς οὐδὲν οἱονδήποτε ἀποτέλεσμα, καὶ ὡς πρὸς τὸν τρό-
2629πον, καθ’ ὃν διεξήγαγε τὰς διαπραγματεύσεις, καὶ ὡς πρὸς τοὺς
2630ὅρους τοὺς προταθέντας. Ταῦτα πάντα ἀνέπτυξαν συνάδελφοι
2631ἡμῶν ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ καὶ λεπτο-
2632μερείᾳ, καὶ ἔπραξαν τοῦτο πράγματι μετὰ δεξιότητος ἄκρας
2633καὶ προσοχῆς, ὅπως μὴ ἐκ τῶν γνωμῶν αὐτῶν βλαβῶσι τὸ
2634παράπαν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου κατὰ τὰς διαπραγμα-
2635τεύσεις, αἵτινες ἐπανελήφθησαν, ὡς λέγει ἡ Κυβέρνησις, ἢ μέλ-
2636λουσι νὰ ἐπαναληφθῶσι προσεχῶς. Καὶ δὲν ἦτο εὐχερὲς τὸ
2637ἔργον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· δὲν εἶναι ἔργον εὐχερὲς ἐν τοιούτῳ
2638ζητήματι νὰ ἐκφέρῃ τις γνώμας ἐπὶ θεμάτων, ἅτινα ἀπετέ-
2639λεσαν τὸν σκοπὸν παρελθουσῶν διαπραγματεύσεων, χωρὶς νὰ
2640ἐκφέρῃ γνώμην ἐπ’ αὐτῶν τῶν θεμάτων, ἅτινα θέλουσιν ἀπο-
2641τελέσει καὶ τὸν σκοπὸν μελλουσῶν διαπραγματεύσεων. Οὐδὲ
2642λησμονοῦμεν ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ναὶ μὲν δὲν ἀποτελεῖ μέρος
2643τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, οὐδὲ φέρει τὰς εὐθύνας ἐκείνης, ἀλλὰ
2644πάντως ἀποτελεῖ μέρος τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἐκπρο-
2645σωπεῖ τὸ φρόνημα μικροῦ ἢ μεγάλου μέρους τοῦ ἔθνους, καὶ
2646τοιαύτην ἔχουσα σημασίαν ἡ γνώμη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως
2647δύναται νὰ ἐπισύρῃ τὴν προσοχὴν ἐκείνων, μεθ’ ὧν διαπραγ-
2648ματευόμεθα. Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐξετέλεσε τὸν καθῆκον
2649αὐτῆς μετὰ πάσης εὐλαβείας πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου,
2650καὶ χάρις ὀφείλεται αὐτῇ μάλιστα καὶ εὐγνωμοσύνη ἐπὶ τού-
2651τῳ, διότι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀνάγκην νὰ γινώσκῃ καὶ
2652τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, ἐπαρ-
2653κῶς ἤδη, δαψιλῶς μάλιστα, ἐλέχθη ἐντεῦθεν ἐπὶ τίνων σημείων
2654δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ φανῇ ἐνδοτικωτέρα, καὶ ἐπὶ τίνων
2655ἄλλων ὀφείλει νὰ ἦναι ἀνένδοτος.
2656Εἶναι μικρὸν ἐφόδιον τοῦτο εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν,
2657τὸ νὰ γινώσκῃ ἐκ τῶν προτέρων τὰς γνώμας τῆς Ἀντιπολι-
2658τεύσεως; Πρὸς τούτοις δὲν εἶναι τρανὴ ἀπόδειξις αἱ δηλωθεῖ-
2659σαι γνῶμαι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τῆς εἰλικρινείας, μεθ’ ἧς
2660σύμπασα ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡνωμένη, τολμῶ εἰπεῖν, ἐπὶ τοῦ
2661ζητήματος τούτου, ἐπιθυμεῖ τὸν διακανονισμὸν τοῦ δημοσίου
2662χρέους; Ἂς προβῇ λοιπὸν νῦν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἄν καὶ ὅταν
2663συντελέσῃ τὸν συμβιβασμὸν καὶ φέρῃ αὐτὸν ἐνώπιον τοῦ Κοι-
2664νοβουλίου, τότε θέλομεν ἐξετάσει τοὺς ὅρους αὐτοῦ, καὶ
2665θέλομεν ἐξασκήσει πλήρη καὶ αὐστηρὸν τὸν ἔλεγχον ἐπὶ
2666τῶν ἐνεργειῶν αὐτῆς. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐγὼ περιορίζο-
2667μαι νὰ ποιήσωμαι μίαν μόνον ὑπόμνησιν πρὸς τὴν Κυβέρ-
2668νησιν, ταύτην. Ὅτι διὰ τῆς ἀλληλογραφίας τῆς διαμει-
2669φθείσης μεταξὺ τοῦ Προέδρου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως
2670καὶ τῶν προέδρων τῶν ἐπιτροπειῶν τῶν ὁμολογιούχων, ἀλλη-
2671λογραφίας, ἥτις προηγήθη τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ 1894,
2672καὶ ἰδίως διὰ τῶν ἐγγράφων τῆς 12 Ἰανουαρίου, τῆς 8 Ἀπρι-
2673λίου καὶ 21 Ἀπριλίου 1894, οἱ πρόεδροι τῶν ἐπιτροπειῶν
2674παρεδέχθησαν σαφῶς καὶ ὡρισμένως, ὅτι ἔμελλον ν’ ἀποκλεί-
2675σωσιν ἐκ τῶν προτάσεων αὐτῶν πάντα ὅρον, τείνοντα εἰς μείω-
2676σιν τῶν κυριαρχικῶν τοῦ Κράτους δικαιωμάτων, ἢ εἰς ἐπιβο-
2677λὴν ἀναμίξεως ξένων εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν.
2678Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ τοῦτο ἀείποτε ὑπ’ ὄψει
2679κατὰ τὰς νέας διαπραγματεύσεις. Παντοῖοι λόγοι ἐθνικῶν συμ-
2680φερόντων, ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν, ἐπιβάλλουσιν εἰς τὴν
2681Ἑλλάδα νὰ ἐπιδιώξῃ ἔντιμον συμβιβασμόν, ἄνευ ἀναβολῆς,
2682μετὰ τῶν δανειστῶν αὐτῆς. Καὶ λέγω ἀδιστάκτως, ὑπάρχει
2683τρόπος νὰ συντελεσθῇ ὁ συμβιβασμός· ὑπάρχει τρόπος νὰ συν-
2684τελεσθῇ ὁ συμβιβασμὸς πρεπόντως, τουτέστιν ἄνευ μειώσεως
2685τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους καὶ ἄνευ ἀναμί-
2686ξεως τῶν ξένων εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν.
2687Εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπόκειται ἤδη διὰ πραγμάτων ν’ ἀπο-
2688δείξῃ, ἐὰν εἰλικρινῶς θέλῃ τὸν συμβιβασμόν, καὶ ἐὰν ἦναι
2689ἐπαρκὴς, ἵνα συντελέσῃ αὐτόν. Ἐπίσης ἀδιστάκτως προσθέ-
2690τω, ὅτι, ἐὰν δὲν συντελεσθῇ ὁ συμβιβασμός, ἐὰν σὺν αὐτῷ, ἢ
2691ἀμέσως μετ’ αὐτόν, δὲν ληφθῇ φροντὶς πρὸς θεραπείαν τῆς
2692νομισματικῆς ἡμῶν καταστάσεως, τῆς ἀνωμάλου, μὴ προσ-
2693δοκῶμεν νὰ ἴδωμεν τὴν χώραν βαίνουσαν εἰς ἀνάῤῥωσιν· μά-
2694ταιον δὲ εἶναι νὰ παταγῶμεν περὶ συντάξεις στρατιωτικάς,
2695καὶ ναυτικὰς καὶ ἐθνικάς, καὶ ὁρατὰς καὶ ἀοράτους, ἐὰν μὴ
2696ἐκ παραλλήλου καὶ πρὸ πάντων φροντίσωμεν περὶ τῆς συντά-
2697ξεως τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου. Πιστεύω ὅτι
2698οὐδὲ εἷς ὑπάρχει Ἕλλην, ἐλεύθερος ἢ μὴ, ὅστις διακαῶς δὲν
2699ποθεῖ νὰ ἴδῃ τὴν ἐλευθέραν ταύτην γωνίαν συντεταγμένην
2700στρατιωτικῶς κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε, εὐκαιρίας δοθεί-
2701σης, νὰ δύναται ἐπιτυχῶς νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν προορισμὸν
2702ταύτης καὶ ἀποτίσῃ τὴν ἱερὰν τοῦ αἵματος ὀφειλὴν πρὸς τὸν
2703ἀλύτρωτον Ἑλληνισμόν. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν συντάξωμεν τὴν
2704χώραν οἰκονομικῶς, ἐὰν ἐκ τῶν ἐνόντων δὲν ἐξασφαλίσωμεν
2705τ’ ἀναγκαιοῦντα χρηματικὰ μέσα, πᾶσαι αἱ τοιούτου εἴδους
2706ἐπαγγελίαι εἶναι κίνδυνος ἀτυχῶς νὰ ἀποδειχθῶσι ταχέως,
2707ὅτι δὲν εἶναι, εἰμὴ κρόταλα ἀνάξια σοβαρῶν πολιτευτῶν, ἀνά-
2708ξια πολιτῶν φρονίμων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ
2709τὴν συνεδρίασιν τῆς 30 Νοεμβρίου παρελθόντος εἶπε νὰ ση-
2710μειώσωμεν ἐν τῷ νῷ ἡμῶν τὴν χρονολογίαν ἐκείνην. Ἐάν
2711τις τῶν κ. κ. συναδέλφων ἐτήρησε τοιαύτην σημείωσιν, θὰ
2712παρακαλέσω αὐτὸν νὰ προσθέσῃ ἐν ὑποσημειώσει καὶ τοὺς
2713ὀλίγους λόγους, τοὺς ὁποίους ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω
2714καὶ ἐγὼ τὴν ἑσπέραν ταύτην.
2715§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ προσο-
2716χῆς ἀτενοῦς ἤκουσα ἑπτὰ συναδέλφων, καθημένων ἐπὶ τῶν
2717θρανίων τῆς ἀριστερᾶς, ἀλληλοδιαδόχως ἀνελθόντων τὸ βῆμα
2718καὶ ἀγορευσάντων ἐπὶ τῶν διαπραγματεύσεων τῶν γενομένων
2719πρὸς κανονισμὸν τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους μετὰ τῶν δανει-
2720στῶν αὐτοῦ· ὁμολογῶ δέ, ὅτι, εἰ καὶ διάφοροι ἦσαν αἱ ὁδοί, ἃς
2721ἔβησαν οἱ ἑπτὰ ἀλληλοδιαδόχως ἀνελθόντες τὸ βῆμα, κατέ-
2722ληξαν ὅμως εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα, πλὴν τῶν δύο τελευ-
2723ταῖον ἀγορευσάντων, οἵτινες ἠξίωσαν νὰ στέρξωσιν, ὅτι δὲν
2724εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτευχθῇ τέλος πάντων καὶ ὁ κανονισμὸς
2725τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους μετὰ τῶν δανειστῶν, καὶ ἐν ᾗ περι-
2726πτώσει ἤθελεν ἡ Βουλὴ ἀνεχθῆ παραμένουσαν εἰς τὰ ἑδώ-
2727λια ταῦτα τὴν ὑπάρχουσαν Κυβέρνησιν. Πάντες ὅμως οἱ ἄλ-
2728λοι, ἂν καὶ ἕκαστος ἐξ αὐτῶν ἔβη ἰδίαν ὁδὸν, συνηντήθη-
2729σαν εἰς τὸ πόρισμα καὶ συνεπέραναν πάντες, ὅτι δὲν εἶναι
2730δυνατὸν νὰ προβῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, οὐδὲ νὰ πληρωθῇ ἡ
2731ἀνάγκη αὕτη τοῦ Κράτους, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἄρῃ τὴν ἐμπι-
2732στοσύνην της ἀπὸ τῶν Ὑπουργῶν, τῶν καθημένων εἰς τὰ
2733ἑδώλια ταῦτα. Μάλιστα τὸ πόρισμα τοῦτο διετύπωσαν καὶ
2734διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος ἐνεδήλου προτροπὴν τῶν ἀγορευόντων
2735πρὸς τὴν πτέρυγα ταύτην τῆς πλειοψηφίας, ἐνεδήλου ὄχι
2736μόνον προτροπήν, ἀλλὰ προσπάθειαν, διότι ἐπόθουν νὰ ἐξά-
2737ρωσι τὴν φαντασίαν καὶ τὸ αἴσθημα τῶν μελῶν τῆς πλειο-
2738ψηφίας ἀπὸ τὰ ταπεινὰ στρώματα, εἰς τὰ ὁποῖα διατελοῦ-
2739σιν, εἰς τὸ ὕψος τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον οἱ Κύριοι οὗτοι
2740ἔχουσι πρὸς τὴν πατρίδα των. Καὶ ὁμολογῶ ὅτι ἦτο δυνατὸν
2741νὰ συγκινηθῇ τις, ἀκούων τοῦ εὐγλώττου ῥήτορος, ὅταν οὗτος,
2742στρέφων τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς τὰ ἄνω, ἀνεμίμνησκεν εἰς πάν-
2743τας ὑμᾶς, ὅτι ἀπὸ τοῦ ζητήματος τούτου ἐξαρτᾶται ἡ τύχη
2744τοῦ Ἑλληνισμοῦ τοῦ ὑποδούλου, ὁ ὁποῖος δὲν ηὐτύχησε νὰ
2745ἦναι μεθ’ ἡμῶν ἡνωμένος. Ἐγὼ χρεωστῶ νὰ ἐπαινέσω τόσον
2746εὐγενῆ προαίρεσιν καὶ μετὰ τοσούτου ἐνθουσιασμοῦ ἐκδηλου-
2747μένην, ἡ ὁποία τῷ ὄντι πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ ὡς παράδειγμα
2748ἁμίλλης πάντων τῶν συμπολιτῶν, ὅπως λησμονῶσι καὶ ἑαυ-
2749τοὺς καὶ πάντα τὰ καθ’ ἑαυτοὺς, χάριν τῆς σωτηρίας τῆς
2750πατρίδος αὐτῶν, ὅταν κίνδυνοι ἀπειλῶσι τὰ συμφέροντα
2751αὐτῆς.
2752Εἶπον ὅτι τὸ πόρισμα τοῦτο, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξαν
2753πάντες, πλὴν δύο, μοὶ ἐφάνη, ὅτι εἶναι εὐχάριστον, οἱαιδή-
2754ποτε καὶ ἂν ἦσαν αἱ ὁδοὶ, τὰς ὁποίας ἔβησαν, συναντηθέν-
2755τες ἐπὶ τέλους εἰς τὸ αὐτὸ πόρισμα, ἀφοῦ, ὡς ἀτενῶς προσέ-
2756χων ἠδυνήθην νὰ ἀκούσω, ἀνεκήρυξαν τόσα ἁμαρτήματα,
2757τόσα λάθη, τόσα σφάλματα, τόσας ἀστόχους ἐνεργείας, εἰς
2758τὰς ὁποίας ὠλίσθησεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν διεξαγωγὴν
2759τῶν διαπραγματεύσεων μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν! Δὲν συνε-
2760φώνουν ὅμως πάντες ὡς πρὸς τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἀστόχων
2761τούτων ἐνεργειῶν καὶ τῶν διαπραχθέντων ἁμαρτημάτων καὶ
2762λαθῶν. Καὶ συνέβη, τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν
2763τινὲς ἔκριναν ὡς ἀναιροῦσαν αὐτὴν τὴν αὐτοτέλειαν τοῦ Κρά-
2764τους, ἄλλοι νὰ ἀνομολογῶσι καὶ ἀναγνωρίζωσιν αὐτὴν ὡς εὔ-
2765λογον, ὀρθοτάτην καὶ δικαίαν. Ἐνθυμεῖσθε τὴν ἀγανάκτησιν,
2766μεθ’ ἧς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ὡμίλει περὶ τῆς δηλώ-
2767σεως, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἐποιήσατο, στέρξασα νὰ κα-
2768λέσῃ τοὺς δανειστὰς εἰς μετοχὴν τῶν πλεονασμάτων τῆς
2769προσόδου τῆς χώρας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἐν τῇ
2770συναινέσει ταύτῃ τῆς Κυβερνήσεως εὕρισκε τὸν ἀκρωτηρια-
2771σμὸν τῶν πολιτειακῶν ἐξουσιῶν, τὰς ὁποίας τὸ πολίτευμα
2772κατέστησε. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ποίαν εἶχε γνώμην ὁ κ. Βουλευ-
2773τὴς ἐκ Παρνασσίδος περὶ τῶν ὅρων τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον
2774ἐζήτει ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ 1893 ἐν Ἀγγλίᾳ, καθ’ ὃν χρό-
2775νον οὗτοι συνεζητοῦντο· ἀλλ’ οἱανδήποτε καὶ ἂν εἶχε γνώμην
2776τότε,— διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐρευνῶ, οὐδὲ ζητῶ λόγον, διότι ὁ
2777καιρὸς παρῆλθεν,—ἐπαινῶ τὸ μέγα ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἔδει-
2778ξεν ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως ἀλωβήτου τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν
2779οἱ θεσμοὶ ἀπένειμαν εἰς ἑκάστην τῶν πολιτειακῶν ἐξουσιῶν.
2780Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης τοῦτο τὸ μέγα ἔγκλημα—
2781διότι, καὶ ἂν δὲν ἐγένετο μετὰ προαιρέσεως, ἡ οὐσία αὐτοῦ
2782καὶ τ’ ἀποτελέσματα αὐτοῦ μεταποιοῦσι τὴν πρᾶξιν εἰς
2783ἔγκλημα,—αὐτὸ τοῦτο, λέγω, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἀνε-
2784γνώριζεν ὅτι ἦτο ὀρθοτάτη, ἔντιμος καὶ δικαία πρᾶξις. Ὁ
2785δὲ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος δὲν ἀπεδέχετο βεβαίως τὴν
2786γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, ἀλλὰ, πρακτικώ-
2787τερον κρίνων, ἐπέκρινε τὴν Κυβέρνησιν τὴν στέρξασαν, διότι
2788δὲν ἐφρόντισε νὰ ζητήσῃ ἀνταλλάγματα ἀντὶ τῆς παραχωρή-
2789σεως ταύτης· ἑπομένως, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐζήτει καὶ ἐτύγχα-
2790νεν ἀνταλλαγμάτων ἐπὶ τῇ παραχωρήσει ταύτῃ, ἡ πρᾶξις
2791οὐδὲν ἐνεῖχε τὸ ἐγκληματικὸν, ἀλλ’ ἦτο μέτρον, τὸ ὁποῖον
2792ἠδύνατο νὰ προταθῇ.
2793Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο τὸ παράπτωμα τῆς Κυβερ-
2794νήσεως. Ἄλλο παράπτωμα μέγα, διατὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ ἐνε-
2795στῶσα, ὅταν ἤρξατο διαπραγματευομένη μετὰ τῶν ἐπιτρο-
2796πειῶν, αἵτινες παρεστάθησαν ὡς ἀντιπροσωπεύουσαι τὰ συμ-
2797φέροντα τῶν κατόχων χρεωγράφων, δὲν συνέχισε τὰς δια-
2798πραγματεύσεις, αἵτινες εἶχον γείνῃ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, τὸ
2799ὁποῖον ἐκυβέρνα κατὰ τὸ 1894, ἐνῷ μικροῦ δεῖν αἱ δια-
2800πραγματεύσεις ἐκεῖναι κατέληγον εἰς ἀποτέλεσμα, ταύτην δὲ
2801τὴν μικρὰν παροχὴν, ἣν ἡ Κυβέρνησις παρεῖχεν, ἤθελε συμ-
2802πληρώσῃ τὰς διαπραγματεύσεις, καὶ ἔκτοτε ἤθελε συνομολο-
2803γηθῆ ὁ συμβιβασμός. Ἀλλὰ τοῦτο βεβαίως δὲν ἐδέχετο οὐδὲ
2804ἔστεργεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, διότι νομίζω, ὅτι καὶ
2805οἱ δύο ἐκαθήμεθα τότε εἰς αὐτὰς τὰς τάξεις, καὶ μικρὸν διε-
2806φέραμεν τὰς γνώμας κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τῶν διαπραγμα-
2807τεύσεων, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τὸ 1894 ὑπὸ τῆς τότε Κυ-
2808βερνήσεως. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἀπῄτει παρ’
2809ἐμοῦ οὐχὶ αὐταπάρνησιν εἰς βαθμὸν τοιοῦτον, ὅστις ἠδύνατο
2810ἴσως νὰ παραστήσῃ τὴν νοημοσύνην μου πολλοῦ δεομένην,
2811ἀλλ’ ἀπῄτει νὰ ἀρνηθῶ τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας εἶχον, νὰ
2812ἀνομολογήσω ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις τοῦ 1894 ἦσαν ἄρι-
2813σται, αὐταὶ καὶ μόναι ἔτεινον πρὸς σωτηρίαν τῶν οἰκονομι-
2814κῶν συμφερόντων τῆς χώρας, καὶ ἑπομένως καὶ τοῦ Ἑλλη-
2815νισμοῦ σύμπαντος, ἐνῷ ἐγὼ οὐδέποτε εἶχον τὴν γνώμην ταύ-
2816την. Καὶ ἂν μᾶς χωρίζῃ κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον ἀπὸ ἐκεί-
2817νου, ὁ ὁποῖος ἡγεῖτο τότε τῆς Κυβερνήσεως τῆς διεξαγαγού-
2818σης τὰς διαπραγματεύσεις ἐκείνας, ἂν μᾶς χωρίζῃ χάσμα,
2819πρὸ τοῦ ὁποίου πρέπει μετ’ εὐλαβείας νὰ κύπτωμεν τὴν κε-
2820φαλὴν, καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν νὰ λησμονῶμεν πόσα
2821μᾶς ἐχώριζον, μὴ μᾶς ἀναγκάζετε ὅμως ν’ ἀναμιμνήσκωμεν
2822ὑμῖν αὐτά. Νομίζω δὲ μάλιστα, ὅτι τινὲς τῶν φίλων τοῦ ἐπι-
2823φανοῦς ἐκείνου πολιτευτοῦ καταχρῶνται τῶν εὐλαβῶν τούτων
2824διαθέσεων ἡμῶν, καὶ ἐπιτίθενται καθ’ ἡμῶν, πανηγυρίζοντες
2825καὶ ἀνυμνοῦντες πολιτείαν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ μὴ
2826ψέξωμεν πλέον, διότι ἀρκετὰ ἐψέξαμεν αὐτὴν καθ’ ὅλον τὸ
2827παρεληλυθὸς διάστημα (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).
2828Ἄλλοι ἐκ τῶν ἀγορευσάντων ἐφρόνουν, ὅτι ἡμεῖς ἐγενόμεθα
2829ἐργάται μεγάλης βλάβης τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, διότι
2830δὲν ἐσπεύσαμεν, ἅμα ἀνελθόντες ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, νὰ καταρ-
2831γήσωμεν τὸν νόμον τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893, ἀφοῦ ἡμεῖς
2832ἐθεωροῦμεν αὐτὸν κακῶς γενόμενον.— Καὶ ἐγὼ καὶ οἱ φί-
2833λοι μου οἱ ἐν τῇ Βουλῇ τότε παρεστῶτες ἐφρονοῦμεν πε-
2834ποιθότως, ὅτι ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893 ἐγένετο
2835κακῶς, μεθ’ ὅλα ὅσα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος εἶ-
2836πεν ὠργισμένος, διότι δὲν ἐστέργομεν τότε νὰ βοηθήσωμεν
2837αὐτὸν εἰς κωλυσιεργίαν...
2838§53ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Προετείνατε
2839ὅμως νὰ παραιτηθῆτε.
2840§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ... Ἀφοῦ λοιπὸν ἡμεῖς ἐκρίνομεν
2841κακὸν τὸν νόμον τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893, ὁ ὁποῖος τρία
2842ἤδη ἔτη συνεπλήρωσε λειτουργῶν καὶ κανονίζων τὰς σχέ-
2843σεις τοῦ Κράτους μετὰ τῶν δανειστῶν, μᾶς ἤλεγχον, διότι
2844ἐλθόντες εἰς τὴν ἀρχὴν δὲν προετείναμεν διὰ νόμου νὰ καταρ-
2845γήσωμεν τὸ νόμον τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893 καὶ νὰ ἀρξώ-
2846μεθα ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ἀφ’ ἧς ὁ Θεὸς ἤρξατο δη-
2847μιουργῶν τὸν κόσμον, ἤτοι νὰ δημιουργήσωμεν καὶ ἡμεῖς νέον
2848οἰκονομικὸν καθεστώς. Εἷς δ’ ἐκ τῶν μετριοπαθεστέρων τὴν
2849ἑσπέραν ταύτην κ. Βουλευτῶν, ὁ ὁποῖος, εἰ καὶ ἀνεῦρε καὶ
2850ἠρίθμησε πολλὰ λεπτὰ μέρη, ἐξετάζων τὴν πολιτείαν ἡμῶν,
2851ἔκρινεν ὅμως ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν κυβερνῶν-
2852τες, ἐὰν προσείχομεν εἰς τὴν σύστασιν αὐτοῦ, ἤτοι ἂν ὑπι-
2853σχνούμεθα ν’ ἀποκρούσωμεν πάντα ἔλεγχον ξενικὸν, αὐτὸς
2854ἠξίου προσέτι, ἀλλὰ μετὰ περισσοτέρας ὀξύτητος καὶ αὐ-
2855στηρότητος, ὅτι μόλις ἀναβάντες ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ὠφείλομεν
2856νὰ καταργήσωμεν ἅπαν τὸ ἰσχῦον φορολογικὸν σύστημα καὶ
2857νὰ ἀνακαινίσωμεν αὐτὸ, καὶ νὰ καταρτίσωμεν προϋπολογισμὸν
2858τοῦ μέλλοντος, ἀδιαφοροῦντες περὶ τῶν ἀξιώσεων ἢ τῶν σχέ-
2859σεων τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς δανειστὰς, μὴ λαμβάνοντες δὲ
2860ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ κανονισμὸς τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893 ἦτο
2861προσωρινός, μηδὲ προσέχοντες νὰ πείσωμεν τὸν κόσμον ὅλον, ὅτι
2862εἴμεθα καλῆς πίστεως, οὐδὲ νὰ ἐπιχειρήσωμεν ἔργον, ὅπερ οἱ
2863κυβερνῶντες κατὰ τὸ 1893 ἐπεχείρησαν μόνοι των, μηδό-
2864λως φροντίσαντες νὰ συνεννοηθῶσι πρὸς κανονισμὸν τῶν σχέ-
2865σεων τοῦ Κράτους μετὰ τῶν δανειστῶν.
2866Ἀλλ’ ἄλλο μεγαλείτερον παράπτωμα ἤλεγξαν ἡμᾶς ὅτι
2867ἐπράξαμεν, τὸ παράπτωμα ὅτι ἓξ μῆνας ἀφήκαμεν νὰ διέλ-
2868θωσι χωρὶς νὰ προβῶμεν εἰς συνεννόησιν μετὰ τῶν δανει-
2869στῶν. Οἱ ἀριθμοὶ ἔχουσι συγγένειαν μεγάλην πρὸς ἀλλήλους.
2870Ἐὰν παρεκκλίνητε ἀπὸ τοῦ ἀριθμοῦ 3 ὀλίγον, φθάνετε εἰς τὸ
28713 1/., καὶ ἓν βῆμα πρὸς τὰ πρόσω, φθάνετε εἰς τὸ 4, καὶ ὀλί-
2872γον παρακάτω, ὁ ἀριθμὸς γίνεται 5 καὶ 6. Δὲν ἐξετάζουσιν
2873ἡμερομηνίας, δὲν ἀκριβολογοῦσιν, οὐδ’ ἀναμιμνήσκονται ὅτι
2874τὸν Ἰούνιον ἡμεῖς ἐκλήθημεν εἰς τὴν ἀρχὴν, καὶ ὅτι τὸν Ἰού-
2875νιον καὶ τὸν Ἰούλιον καὶ τὸν Αὔγουστον καὶ τὸν Σεπτέμ-
2876βριον οὐδεὶς ὑπάρχει ἐργαζόμενος ἐν Εὐρώπῃ, μεθ’ οὗ ἠδυνά-
2877μεθα νὰ συνεννοηθῶμεν, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ περιμένωμεν τὴν
2878ἐπάνοδον εἰς τὴν ἐργασίαν τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὰ οἰκονο-
2879μικὰ πράγματα, ἵνα ἀρξώμεθα συνεννοήσεως μετ’ αὐτῶν. Ἀλλὰ
2880καὶ ἂν εἴμεθα συγγνωστοί, διότι τὸν Σεπτέμβριον ἀπεστείλα-
2881μεν τὰς ὁδηγίας εἰς τοὺς πρέσβεις τοῦ Βασιλέως καὶ δὲν τὰς
2882ἀπεστείλαμεν ἀμέσως τὸν Ἰούνιον ἢ τὸν Ἰούλιον, ἄλλος ἔκρι-
2883νεν ἡμᾶς ὡς ἀσυγγνώστως πταίσαντας, διότι δὲν ἐτελέσαμεν
2884εἰσέτι τὸν συμβιβασμὸν καὶ οὕτω δύο ἔτη πλήρη διέῤῥευσαν—
2885δηλαδὴ 19 μῆνες, τοὺς ὁποίους παρίστα δύο ἔτη· εἶναι ἀκρι-
2886βολόγος!—δύο ἔτη διέῤῥευσαν, χωρὶς νὰ συνομολογηθῇ ὁ
2887συμβιβασμὸς, καθ’ ὃν χρόνον ὡμολόγει, ὅτι αἱ προτάσεις, τὰς
2888ὁποίας μοὶ ἀπηύθυνον οἱ δανεισταὶ, ἦσαν τοιαῦται, ὥστε
2889θὰ ἦτο ἔγκλημα, ἂν ἀπεδέχετό τις αὐτὰς, ὁ δὲ κ. Βουλευ-
2890τὴς ἐκ Βόλου μετ’ ἀκριβείας μεγάλης καὶ μετὰ νοημοσύνης
2891διακρινομένης ἐξεικόνιζε καὶ παρίστα αὐτὰς ἐνώπιον ὑμῶν.
2892Μεταξὺ τῶν συναντηθέντων ἐν τῇ αἰθούσῃ εἰς τὸ πόρισμα
2893τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἀπήγγειλαν πρὸς τὴν Βουλήν, δὲν
2894ἐμνημόνευσα δύο ἐκ τῶν εὐφραδεστέρων ῥητόρων, οἵτινες ἀφέ-
2895θησαν εἰς μακρὰν ὁδοιπορίαν, καὶ μόλις κεκμηκότες ἔφθασαν
2896μετὰ τὰς κακουχίας τῆς ὁδοιπορίας ταύτης, συναντήσαντες
2897καὶ τοὺς ἄλλους, ἔσπευσαν νὰ μᾶς ἀναμνήσωσι τὰς περὶ
2898ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας μελέτας καὶ τὰς περὶ τῶν ἀπο-
2899τελεσμάτων αὐτῆς καὶ περὶ τῶν οἰκονομικῶν συμπερασμάτων
2900τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893 καὶ περὶ τῆς καταστάσεως τῆς
2901οἰκονομικῆς τοῦ Κράτους πρὸ τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893. Πρέ-
2902πει ὄντως νὰ παραλίπω τὰ περὶ τούτων, οὐχὶ διότι δὲν πρέ-
2903πει νὰ ἀξιώσω ταῦτα προσοχῆς, ἀλλὰ διότι οἱ πλεῖστοι ἐξ
2904ὑμῶν διετελεῖτε Βουλευταὶ κατὰ τὴν περίοδον τοῦ 1882 ἕως
29051885 καὶ κατὰ τὴν περίοδον τοῦ 1886–1890 καὶ κατὰ
2906τὴν περίοδον τοῦ 1890–1892 καὶ κατὰ τὴν περίοδον τοῦ
29071892 μέχρι τοῦ 1895, καὶ ἐνθυμεῖσθε πόσοι λόγοι ἐλέχθη-
2908σαν περὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς δεκαετίας ἐκείνης
2909καὶ τῶν αἰτίων τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμμα-
2910τίου καὶ περὶ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἂν ἠθέλομεν
2911ἐπαναφέρει τὰς συζητήσεις ἐκείνας, ἠθέλομεν περιέλθει εἰς
2912τὴν ἀνάγκην νὰ προσθέσωμεν εἰς τὴν βουλευτικὴν ταύτην
2913περίοδον ἑπτὰ ἔτι συνόδους, ἀντὶ τῶν τεσσάρων, τὰς ὁποίας
2914ἔχει. Τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς εἶναι τόμοι
2915ὀγκωδέστατοι, δὲν ἔλαβε δέ τις βεβαίως τὸν κόπον νὰ τ’ ἀριθ-
2916μήσῃ εἰς πόσα τυπογραφικὰ φύλλα πληροῦνται ἀπὸ τὰ
2917λεχθέντα εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν οἰκονομικῶν
2918τούτων θεμάτων.
2919Καὶ ἡ συνεδρίασις τῆς χθὲς καὶ ἡ συνεδρίασις τῆς σήμερον
2920δὲν εἶναι συνήθεις ἐν ταῖς Βουλαῖς τῶν Κρατῶν, ἐν οἷς λει-
2921τουργεῖ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Εἶναι ἀσύνηθες, ἐκ
2922τῶν τάξεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἴτε ὁμοταγοῦς καὶ ὁμό-
2923φρονος, εἴτε κατατετμημένης, νὰ ἀνέρχωνται πέντε, ἕξ, ἑπτὰ
2924ῥήτορες ἐπὶ τοῦ βῆμα καὶ νὰ ἀγορεύωσιν ἐπικρίνοντες, οἱ δὲ
2925Ὑπουργοὶ νὰ σιγῶσιν, ἐνῷ οἱ ἀνερχόμενοι ψέγουσι τὴν πολι-
2926τείαν αὐτῶν καὶ οὐδὲν ἧττον ἢ καταλήγουσιν εἰς ζήτημα
2927ἐμπιστοσύνης, εἰς ἄρνησιν ἐμπιστοσύνης, εἰς προτροπὴν τῆς
2928Βουλῆς νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐμπιστοσύνην της πρὸς τοὺς Ὑπουρ-
2929γούς. Καὶ οἱ Ὑπουργοὶ νὰ σιγῶσι! Δὲν εἶναι ὅμως καὶ μο-
2930ναδικὸν φαινόμενον, διότι καὶ ἀλλαχοῦ συνέβη τοῦτο. Ἀλλὰ
2931διατὶ σιγᾶτε; Σιγῶμεν διότι ἔχομεν καθῆκον νὰ σιγήσωμεν
2932καὶ ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ σιγήσωμεν, τὸ προηγγείλαμεν ἐπι-
2933σήμως καὶ διὰ βραχέων ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης. Ὅταν οἱ
2934κύριοι Βουλευταὶ τῆς πτέρυγος ταύτης ἀνέστησαν, δηλοῦντες
2935τὴν ἐπιθυμίαν νὰ προβῶσιν εἰς ἔλεγχον τῶν περὶ συμβιβασμοῦ
2936διαπραγματεύσεων, ἐδήλωσα εἰς τοὺς κ. βουλευτάς, ὅτι δὲν
2937ἔχω δικαίωμα νὰ ἐμποδίσω αὐτούς, διότι τὸ δικαίωμα τοῦ
2938ἐλέγχου εἶναι ἀπόλυτον, ἀλλ’ ἔχω ἕτερον δικαίωμα, νὰ ἀρνηθῶ
2939νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, διότι εἴτε ἐπιδοκιμάσω καὶ
2940στέρξω ὅσα ὑμεῖς εἴπετε, εἴτε ἀποκρούσω καὶ ἀναιρέσω τινὰ ἐξ
2941αὐτῶν ἢ πάντα, βεβαίως βλάπτεται ἡ ἐθνικὴ ὑπόθεσις. Δὲν
2942μοὶ εἶναι ὄντως ἐπιτετραμμένον νὰ ἐκφέρω δημοσίᾳ γνώμας
2943ἐπὶ λεπτομερειῶν, ἐπὶ θεμάτων, τῶν ὁποίων τὸ σύνολον ἀπο-
2944τελεῖ τὴν ἐργασίαν τῶν διαπραγματεύσεων πρὸς κανονισμὸν
2945τῶν σχέσεων ἡμῶν μετὰ τῶν δανειστῶν. Μόνον ἐποιησάμην
2946δύο ἐξαιρέσεις χθές, μίαν χάριν ἑνὸς νεαροῦ συναδέλφου, διότι
2947ἦτο δυνατὸν νὰ παρεξηγηθῇ, ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποληφθῇ ὅτι
2948ἐκ προθέσεως ἀνεγίνωσκε τρεῖς ἢ τέσσαρας στίχους ἐκ μιᾶς
2949σελίδος, παρέλειπε δὲ νὰ ἀναγνώσῃ τὸ ὑπόλοιπον τῆς σελί-
2950δος, ὡς καθίστατο ἀναγκαῖον ὡσαύτως νὰ διακόψω ἕτερον
2951σεβαστὸν συνάδελφον, διότι ἔβλεπον αὐτὸν ὅτι ἀφήνετο εἰς
2952ὀλισθηρὰν κατωφέρειαν, καὶ ἤθελε φθάσει εἰς γνώμας καὶ κρί-
2953σεις καὶ συμπεράσματα, στηριζόμενος ἐπὶ δεδομένων, τὰ
2954ὁποῖα δὲν εἶχον καμμίαν ἐπίσημον ὕπαρξιν, καὶ τοῦτο ἔπραξα
2955ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὸ ἄτομον καὶ ἐκ καθήκοντος πρὸς συνά-
2956δελφον, τὸν ὁποῖον τιμῶ. Ἀλλ’ ἤκουσα, ὁμολογῶ, τινὰ ὀρθὰ
2957καὶ καλῶς λελεγμένα, ἀλλ’ οὔτε ταῦτα ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπεν
2958εἰδικῶς νὰ ἐπιδοκιμάσω καὶ ὑποστηρίξω, διότι καὶ τοῦτο
2959ἔπρεπε ν’ ἀποφύγω, κατὰ πλείονα λόγον τὰ ἕτερα, οὐχὶ ὀλί-
2960γα τινὰ, ἀλλὰ πολλὰ, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν ὀρθὰ, οὔτε ἐλέ-
2961γοντο καλῶς, οὔτε ἐγὼ, ἐὰν ἤμην εἰς τὴν θέσιν τῶν εἰπόν-
2962των, ἤθελον ἀποφασίσει νὰ εἴπω τοιαῦτα. Καὶ ταῦτα μοὶ
2963ἦτο ἀπηγορευμένον νὰ ζητήσω νὰ ἀναιρέσω.
2964Καὶ μέχρι τοῦ σημείου τούτου αἱ συζητήσεις αὗται τῶν
2965δύο ἡμερῶν, μολονότι δὲν ἦσαν συζητήσεις, ἀλλὰ μονόλο-
2966γοι, ἤθελον εἶναι ἐντελῶς ἀβλαβεῖς, ἐὰν πολλὰ τῶν λεχθέν-
2967των δὲν συνετέλουν νὰ καταστήσωσιν ἀσθενεστέρους τοὺς ἀντι-
2968προσώπους τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους κατὰ τὰς συνεννοήσεις
2969καὶ διαπραγματεύσεις, τὰς ὁποίας διεξάγουσιν ἢ μέλλουσι νὰ
2970διεξαγάγωσι πρὸς κανονισμὸν τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους πρὸς
2971τοὺς δανειστάς του, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον οἱ ἀγορεύ-
2972σαντες ἐντεῦθεν δὲν περιωρίσθησαν μόνον νὰ δηλώσωσι τὴν
2973ἰδίαν αὑτῶν πεποίθησιν καὶ κρίσιν περὶ τῆς ἀναξιότητος τῶν
2974Ὑπουργῶν, ἵνα διαχειρίζωνται τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἀλλὰ
2975καὶ ἐζήτησαν νὰ μεταδώσωσιν εἰς τὴν πτέρυγα τὴν δεξιὰν,
2976καὶ μάλιστα μετὰ προσπαθείας, ὡς πρὸ μικροῦ ἔλεγον, ἵνα
2977ἐξάρωσιν αὐτὴν καὶ παρασύρωσιν αὐτὴν εἰς τὴν ἄρσιν τῆς
2978ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν δὲ ἤθελε πιστευθῆ
2979ἢ ὑποληφθῆ, ἐὰν ἁπλῆ ὑπόνοια ἤθελε μεταδοθῆ ἐκτὸς ἡμῶν,
2980ὅτι αἱ κρίσεις καὶ αἱ πεποιθήσεις τῶν ἀγορευσάντων ῥητό-
2981ρων ἐπηρέασαν κατά τι τὴν πλειοψηφίαν, κατέστησαν αὐτὴν
2982ἀτολμοτέραν, ἐνέβαλον εἰς τὴν διάνοιαν τῶν μελῶν αὐτῆς
2983ἀμφιβολίας, δισταγμοὺς, βεβαίως τὰ συμφέροντα τοῦ Κρά-
2984τους θέλουσι πάθει, διότι ἡμεῖς καθιστάμεθα ἀδύνατοι, ὅπως
2985ἐξακολουθήσωμεν τὰς διαπραγματεύσεις. Τὴν δύναμιν ἡμεῖς
2986δὲν ἔχομεν ἐν ἡμῖν, οὔτε ἐκληρονομήσαμεν αὐτὴν μετὰ τῆς
2987περιουσίας, τὴν ὁποίαν οἱ πατέρες ἡμῶν μᾶς ἀφῆκαν. Τὴν
2988δύναμιν ἀντλοῦμεν ἐκ τῶν πεποιθήσεων περὶ τῆς ἀληθείας
2989καὶ τοῦ ὀρθοῦ, τὰς ὁποίας ἔχομεν, καὶ ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης
2990ὑμῶν. Ἐὰν ἡ ἐμπιστοσύνη ὑμῶν ἤθελε μειωθῆ ἢ ἤθελε λεί-
2991ψει, ἡμεῖς εἴμεθα ἀσθενέστατοι, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι τὰ
2992ἄτομα ἡμῶν, ἢ αἱ ὑπηρεσίαι ἡμῶν, ἢ τὸ παρελθὸν ἡμῶν, ἢ
2993τὸ ἐνεστὼς ἡμῶν. Ἑπομένως τοῦτο μὲ ἀναγκάζει νὰ μὴ ἀρ-
2994κεσθῶ εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὁ φίλος μου ἐξ Ἀττι-
2995κῆς συνάδελφος προέβαλε χθὲς, ἀλλὰ νὰ προβάλω ἰδίαν πρό-
2996τασιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος φαίνεται ὅτι δὲν
2997εἶναι ἐν τῇ συνεδριάσει, κατέθηκε χθὲς εἰς τὸν κ. Πρόεδρον πρό-
2998τασιν, διὰ τῆς ὁποίας, ὡς ἤκουσα πρὸ μικροῦ, ἐπρότεινεν, ἵνα
2999ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ, ὅτι, μὴ συμμεριζομένη τὰς ἐξενεχθείσας
3000περὶ τῶν γενομένων διαπραγματεύσεων γνώμας, μεταβαίνει
3001εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἡ πρότασις αὕτη ἦτο πιθανῶς
3002ἀκριβὴς καὶ ὀρθὴ κατὰ τὸ τέλος τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως.
3003Ἀλλ’ ἡ σημερινὴ συνεδρίασις διαφέρει πολὺ ἀπὸ τὴν χθεσι-
3004νήν. Κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν, πρὸ μικροῦ ἔλεγον, ὅτι
3005ἐλέχθησαν καί τινα ὀρθὰ, ἑπομένως δὲν εἶναι ἡ Βουλὴ ἐν τῇ
3006ἀληθείᾳ, ἐὰν ἀποφανθῇ ἀπολύτως γνώμην, ὅτι δὲν συμμερί-
3007ζεται τὰ λεχθέντα. Πλὴν τούτου κατὰ τὴν σημερινὴν συνε-
3008δρίασιν προετάθησαν καὶ ῥηταὶ προτροπαὶ καὶ παρακελεύσεις,
3009ἵνα ἡ πλειοψηφία ἀρνηθῇ τὴν ἐμπιστοσύνην της πρὸς ἡμᾶς;
3010ἑπομένως αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην νὰ μάθωμεν, ἐὰν αἱ παρα-
3011κελεύσεις αὗται ἔφερον ἀποτέλεσμα, ἵνα λάβωμεν τοὺς πί-
3012λους ἡμῶν καὶ ἀπέλθωμεν ἀπὸ τῶν Ὑπουργείων. Ἑπομένως
3013ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μάθωμεν, ἂν ἡ Βουλὴ ἐξακολουθῇ ἔχουσα
3014ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Διὰ τοῦτο, ἐὰν ἦτο ἐδῶ ὁ
3015φίλος μου κύριος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ἤθελον παρακαλέσει
3016αὐτὸν νὰ ἀποσύρῃ τὴν πρότασίν του· προτείνω δὲ ἀντ’ αὐτῆς
3017ἄλλην, τὴν ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα, ἐκδηλοῦσα
3018τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς πλήρη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, μετα-
3019βαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Ἐπ’ αὐτῆς δὲ παρακαλῶ
3020νὰ δώσητε τὴν ψῆφον ὑμῶν.
3021§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον;
3022Κηρύσσω τὴν συζήτησιν περατωμένην.
3023Δύο ὑπεβλήθησαν προτάσεις, ἡ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
3024ἔχουσα οὕτω: «Ἡ Βουλὴ μετὰ λεχθέντα, ἐκδηλοῦσα πλήρη
3025τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, μεταβαίνει εἰς
3026τὴν ἡμερησίαν διάταξιν», καὶ ἡ τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ
3027κ. Ἀγγελοπούλου, ἔχουσα οὕτω: «Ἡ Βουλὴ, μὴ συμμεριζο-
3028μένη τὰς περὶ τῶν γενομένων διαπραγματεύσεων ἐξενεχθείσας
3029γνώμας, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
3030§56ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὴ δὲν εἶναι ἡ ἀπωτέρα. Ἀπωτέρα
3031εἶναι ἡ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
3032§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτά-
3033σεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι αὕτη εἶναι ἡ θετική.
3034Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ
3035παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότε-
3036ροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3037§58ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
3038§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ.
3039Πρωθυπουργοῦ λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγου-
3040σιν Ὄχι.
3041(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ
3042τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Κωνστ. Βούλτσου καὶ
3043Θ. Βελλιανίτου, ὡς ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρω-
3044τόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
3045Μιλτ. Δάλλας Ν Ἐπ. Μαυρομμάτης Ο
3046Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Ι. Γρίβας Ν
3047Κωνστ. Ἀσημακόπουλος Ν Θέοδ. Π. Δηλιγιάννης ἀρν.
3048Ν. Σμόλενιτς ἀρν.Περ. Ἀλεξάκης Ν
3049Δημ. Οἰκονομίδης Ν Θέοδ. Β. Δηλιγιάννης Ν
3050Δημοσθ. Καΐρης Ἰω. Ἀντωνόπουλος Ν
3051Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Π. Λαμπρινόπουλος Ν
3052Κωνστ. Νεγρεπόντης Ν Χαρίλ. Τζανετάκης Ν
3053Ἰωάν. Πετρίδης Γ. Λ. Πετροπουλάκης Ο
3054Νικ. Φαρμακόπουλος Ν Πολύμ. Ζαρίμπας Ν
3055Σωτ. Δανόπουλος Ν Χρ. Μαστραπᾶς
3056Χρ. Βότσαρης Γεώργ. Ἀνδρῖτσος Ν
3057Κωνστ. Γ. Καραπάνος Ο Κ. Παπαμιχαλόπουλος Ο
3058Σπυρ. Βαρζέλης Ο Π. Ρῖτσος Ν
3059Νικόλαος Λεβίδης ἀρν.Ἀνδρ. Βασιλείου Ν
3060Κωνστ. Κολιάτσας Σπ. Τσιτσάρας Ν
3061Δημοσθ. Σκυλίτσης Δημ. Χατζόπουλος Ο
3062Ἀθ. Μουτσόπουλος Ν Δημ. Βουλπιώτης
3063Ι. Δ. Καλλιφρονᾶς Ν Μιχ. Ἰατρίδης
3064Ἀλέξ. Γ. Σκουζές ἀρν.Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρῶμας Ν
3065Ἀλέξ. Σχ. Σοῦτσος Ν Κ. Δ. Βοῦλτσος Ο
3066Δημ. Γ. Ράλλης Ο Γ. Μελισηνός Ν
3067Ἀλέξ. Ψύλλας Ν Διον. Μυλωνᾶς Ν
3068Κ. Ι. Ἀγγελόπουλος Ἄγγ. Πετραλιᾶς Ν
3069Γ. Κοζάκης Τυπάλδος Ν Ν. Χ. Στεφανόπουλος Ν
3070 Γεώργ. Κρεστενίτης
3071Ἀθ. Ἴσκος Γ. Παπακυριακόπουλος Ν
3072Κωνστ. Τοπάλης Ν Δημοσθ. Δόγκας Ν
3073Νικ. Σχινᾶς Ν Ἰω. Σισίνης Ν
3074Γεώργ. Φιλάρετος Ο Στέφ. Σκουλούδης Ο
3075Νικ. Σταματιάδης Γεώργ. Πετούσης Ν
3076Ἰω. Γιαννακόπουλος Ν Ἀριστομ. Βαλέττας Ο
3077Νικ. Νομικός Ν Ἠλ. Ζέγγελης
3078Πέτρος Δελένδας Ν Λάμπρος Σινανιώτης Ν
3079Κωνστ. Πεταλᾶς Ν Ἰω. Βούτουνας Ν
3080Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ν Γ. Μαλέας Ο
3081Παναγ. Θρ. Ζαΐμης Γ. Νικολαΐδης Ν
3082Θεόδ. Ζαΐμης Ν Λεων. Δεληγεώργης Ο
3083Λ. Πετιμεζᾶς Ο Μιλτ. Γουλιμῆς Ν
3084Γεώργ. Σιβιτανίδης Ν Παν. Μερλόπουλος Ο
3085Γιαννούσιος Τάκης Ν Περ. Μποῦτος Ν
3086Νικ. Δαγρὲς Ἀλκ. Δεληγιάννης Ο
3087Κων. Φλέσσας Ἀντ. Καρατζᾶς
3088Ν. Σάλμας Πέτρ. Ταταράκης Ν
3089Δημ. Τερτίπης Γεώργ. Κουλούρης
3090Ἰω. Παλάσκας Ν Ὄθων Μαῦρος Ν
3091Ἰω. Σταμούλης Ν Ἐλευθ. Μυκώνιος Ν
3092Κίμων Βελλίνης Ν Μιλτ. Βαρότσης Ν
3093Ξενοφ. Τσαμαγκίδης Γεώργ. Σισμάνης Ν
3094Ἰωάννης Καζαμπάκας Ν Γεώργ. Πλατανιώτης
3095Ι. Στεφάνου Ν Ἰω. Κάναβος Ν
3096Παν. Λεβέντης Ν Γ. Φαρμακόπουλος Ν
3097Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Μιχ. Π. Ἰατρός
3098Ν. Χατζηνικολῆς Ν Α. Πετσάλης Ν
3099Γεώργ. Κόρπας Παῦλος Ραζέλος Ο
3100Ἀχιλ. Ἀγάθος Ν Ἀθ. Πιεῤῥάκος Μαυρομιχ.
3101Κωνστ. Βασιλάκης Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης ἀρν.
3102Ἰω. Σέχος Ν Ἀσημ. Χριστόπουλος Ν
3103Νικ. Βασιλάκης Ν Χαράλ. Κανελλόπουλος Ν
3104Ἀθ. Παραμυθιώτης Ν Παν. Λαμπρούλιας Ν
3105Γεώργιος Θεοτόκης Ο Σπυρ. Τυπάλδος Φορέστης Ν
3106Γεώργ. Καποδίστριας Ο Πέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς Ν
3107Δημ. Οἰκονόμου Ν Θεόδ. Βελλιανίτης Ν
3108Δ. Πετρίδης Ἀνάρ. Σιμόπουλος Ο
3109Π. Ζούζουλας Λ. Καραλίβανος
3110Κωνστ. Σκαρπέτης Πανουρ. Πανουργιᾶς
3111Ἀριστ. Μεντζελόπουλος Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ν
3112Νικολ. Βαλσαμάκης Ν Ἀχιλ. Γεροκωστόπουλος Ν
3113Ἰω. Τζανετάτος Φωκᾶς Ν Ἰω. Τσερτίδης Ν
3114Δημ. Σβορῶνος Ν Χρ. Τζῖνος Ν
3115Ἄθως Ρωμάνος Ο Δημ. Βότσης Ν
3116Διον. Καλούτσης Ν Πίνδ. Ἀντωνόπουλος Ν
3117Σπ. Ε. Στάης Ο Παν. Σάκκης Ν
3118Χ. Κ. Βοζίκης Ν Δημ. Ε. Καλογερόπουλος Ο
3119Νικ. Σταματόπουλος Ν Νικ. Καράπαυλος Ο
3120Θ. Πέῤῥος Ν Ἰω. Βρυώνης Ν
3121Γεώργ. Μαυρομιχάλης Ν Π. Ἀννινος ΚαβαλλιεράτοςΝ
3122Δημοσθ. Μανούσακης Ν Νικολ. Δημητριάδης
3123Δημοσθ. Ματάλας Γεώργ. Ν. Μπούμπουλης
3124Ἀριστ. Μελετόπουλος Ν Ἀντ. Γουδῆς Ν
3125Νικ. Γκουζούλης Ἀθ. Λαδόπουλος
3126Δημ. Πιπινόπουλος Ν Ν. Βαφειαδάκης
3127Χασὰν βέης Πετρεδὴμ βέηςΝ Γ. Παγανέλης Ν
3128Φιλώτας Ἰσχύμαχος Ν Ἀλοΐσιος Τόμαν Ν
3129Ἰω. Λάππας Ν Ν. Δρόσος Ν
3130Α. Ἀλεξανδρόγιαννος Ν Γρηγ. Μαυρομαρᾶς
3131Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ν Σωτ. Χατζηγάκης Ν
3132Π. Μπογδάνος Ν Νικ. Ταρμπάζης Ν
3133Β. Βασιλειάδης Ν Κων. Χατζηπέτρος Ν
3134Ἀθαν. Εὐταξίας Ο Θεόδ. Κριεμάδης Ν
3135Ἰω. Μπακόπουλος Ν Εὐστ. Κοκκέβης Ν
3136Ἀρ. Σακελλαρόπουλος ἀρν.Γεωργ. Γεωργακόπουλος Ν
3137Φίλ. Βάρβογλης ἀρν.Σωτήρ. Σωτηρόπουλος
3138Ν. Τριανταφυλλάκος Ο Δημ. Καμαριώτης
3139Διον. Στάϊκος Κομνᾶς Τράκας
3140Ἀριστόβουλος Μάνεσης Ο Νικ. Χατζῖσκος
3141Σπ. Δεϊμέζης Ν Τριαντάφυλλος Σχινᾶς Ο
3142Θεόδ. Λιμποίτης Ν Δημ. Κρίτσας Ο
3143Ἰω. Παπαδόπουλος Ν Μιχ. Κακαρᾶς Ν
3144Θεόδ. Γκίκας Ν Γ. Ἀβέρωφ
3145Παντελῆς Γκίκας Ν Κ. Βαρατάσης Ν
3146Νικ. Τσαμαδός Ο Ἀλέξ. Μ. Κανάρης Ο
3147Χριστόδουλος Στεριάδης Ν Ἰω. Α. Κανάρης Ν
3148Νικόλ. Κοντογιάννης Ν
3149§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 158. Ἐκ τούτων
3150122 εἶπον Ναί, 30 Ὄχι, καὶ 6 ἠρνήθησαν. Συνεπῶς ἡ
3151Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
3152§61ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸν λόγον κύριε Πρόεδρε.
3153§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλήσατε.
3154§63ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἀπὸ τὸν κ.
3155Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τὸ ἑξῆς. Ὡς πάντες γινώσκετε, αἱ
3156σχέσεις μεταξὺ Ῥωμουνίας καὶ Ἑλλάδος εἶχον διακοπῆ...
3157(σαρκασμοὶ ἐκ δεξιῶν). Ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, κύ-
3158ριε Πρόεδρε, διὰ νὰ μὴ γελοῦν.
3159(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βου-
3160λευτῶν. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
3161§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 115. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρ-
3162τίᾳ. Ὁ κ. Ἀλκ. Δεληγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
3163§65ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ σχέσεις τῆς Ἑλλάδος μετὰ
3164τῆς Ῥωμουνίας εἶχον διακοπῆ, διότι τὸ Δημόσιον τῆς Ῥω-
3165μουνίας κατέλαβε τὴν περιουσίαν τοῦ Ζάππα· ἤδη δὲ ἐπα-
3166νελήφθησαν. Ἤθελον νὰ μάθω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
3167Ἐξωτερικῶν, ἂν τὸ Ῥωμουνικὸν Δημόσιον παρῃτήθη τῆς
3168περιουσίας τοῦ Ζάππα, καὶ ἤρθη ἑπομένως τὸ σκάνδαλον· διότι,
3169ἂν τοῦτο δὲν ἐγένετο, τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἐβλάβη σπου-
3170δαίως, διότι ἡ Ῥωμουνικὴ Κυβέρνησις, ἐνθαῤῥυνομένη ἕνεκα
3171τούτου, προβαίνει καὶ ζητεῖ ἤδη ἐντὸς τῆς Κωνσταντινουπό-
3172λεως, ἵνα Ἐξαρχίαν, ἤτοι ἰδίαν Ἐκκλησίαν δημιουργήσῃ. Ἐπε-
3173ρωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἂν τὸ Ῥω-
3174μουνικὸν Δημόσιον παρῃτήθη τῆς περιουσίας τοῦ Ζάππα,
3175καὶ ἱκανοποιήθη τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, καὶ ἂν ἐκ τούτου
3176ἐπανελήφθησαν αἱ σχέσεις, ἢ δι’ ἕτερον λόγον.
3177§66ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτε-
3178ρικῶν). Δύναμαι νὰ πληροφορήσω τὸν κ. Βουλευτήν, ὅτι εἴτε
3179ἐκ παρανοήσεως, εἴτε ἐξ ἄλλων γεγονότων εἶχεν ἐπέλθει ἡ δια-
3180κοπὴ τῶν σχέσεων μετὰ τῆς Ῥωμουνίας, πρᾶγμα οὐχὶ εὐάρε-
3181στον δι’ ἑκάτερον τῶν Κρατῶν. Κατόπιν τούτου, διὰ τρόπου
3182εὐαρέστου καὶ ἀξιοπρεποῦς δι’ ἀμφότερα τὰ μέρη, ἐπανελήφθη-
3183σαν αἱ σχέσεις, ὅπως καὶ ἦτο φυσικὸν νὰ ὑπάρχωσι μεταξὺ Κρα-
3184τῶν, τὰ ὁποῖα τίποτε δὲν χωρίζει, ἐνῷ τοὐναντίον πολλαπλοῖ
3185δεσμοὶ συνδέουσιν αὐτά. Αἱ πληροφορίαι δὲ τοῦ κ. Βουλευτοῦ
3186εἶναι ἐσφαλμέναι, ὡς πρὸς τὴν ἀφορμὴν τῆς διακοπῆς τῶν
3187σχέσεων, διότι τὸ Ῥωμουνικὸν Δημόσιον δὲν κατέλαβε τὴν
3188περιουσίαν τοῦ Ζάππα· δίκη ἐπῆλθε μεταξὺ τῆς Ἐπιτροπῆς
3189τῶν Ὀλυμπίων, τῶν κληρονόμων τοῦ Ζάππα καὶ τοῦ Ῥω-
3190μουνικοῦ Δημοσίου, οὐχὶ δέ, ὅτι τὸ Ῥωμουνικὸν Δημόσιον κα-
3191τέλαβε τὴν περιουσίαν ταύτην.
3192§67ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν
3193ἠρνήθη ὅτι αἱ φιλικαὶ σχέσεις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ῥωμουνίας
3194διεκόπησαν ἕνεκα τῆς περιουσίας Ζάππα, βεβαιώσας ὅτι διεκό-
3195πησαν ἕνεκα ἄλλων λόγων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν
3196τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ εἴπῃ πρὸς ἡμᾶς, ποία ἦτο ἡ αἰτία τῆς
3197διακοπῆς τῶν σχέσεων, ἡ ὁποία ἐξηλείφθη ἐκ τοῦ μέσου, καὶ
3198ἐπανελήφθησαν αἱ σχέσεις. Θέλομεν νὰ μάθωμεν, ἂν ἱκανο-
3199ποιήθη τὸ ἔθνος ἢ ὄχι· διότι φρονῶ, ὅτι οὐδεμίαν ἱκανο-
3200ποίησιν ἔλαβε, καὶ διὰ τοῦτο τὸ Ῥωμουνικὸν ἔθνος προέβη
3201εἰς ὅσα προέβη ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ Μακεδονίᾳ. Ταῦτα
3202ἐπιθυμῶ νὰ εἴπῃ εἰς ἡμᾶς ὁ κύριος Ὑπουργὸς καὶ φέρῃ τὰ
3203σχετικὰ ἔγγραφα.
3204§68ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτε-
3205ρικῶν). Σᾶς εἶπον καθαρῶς, ὅτι αἰτία τῆς διακοπῆς τῶν
3206σχέσεων δὲν ἦτο ὅτι τὸ Ῥωμουνικὸν Δημόσιον κατέλαβε τὴν
3207περιουσίαν τοῦ Ζάππα, διότι δὲν τὴν εἶχε καταλάβει.
3208§69ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Τὸ θέμα, νομίζω, δὲν εἶναι τῆς
3209παρούσης στιγμῆς. Καλὸν δ’ εἶναι νὰ γείνῃ ἡ συνήθης δια-
3210κοπὴ τῆς συνεδριάσεως.
3211§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
3212Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν.
3213(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 9 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ
3214ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 50′ μ. μ.)
3215§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
3216§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουρ-
3217γὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πρὸ τοῦ ἀρξώμεθα τῆς συ-
3218ζητήσεως θὰ ὑποβάλω μίαν δήλωσιν. Ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀνάγκη
3219νὰ μεταβῇ ὁ ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ πρόξενος τῆς Ἑλλάδος εἰς
3220παρακείμενά τινα μέρη, καὶ ἐπειδὴ ἡ σχετικὴ πίστωσις δὲν
3221ἀρκεῖ, προτείνω νὰ αὐξηθῇ αὕτη κατὰ 5,300 δραχμάς. Περὶ
3222τούτου καταθέτω δήλωσιν.
3223§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
3224ράρτημα, ἀριθ. 192).
3225Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀγορᾶς τῆς ἐν τῷ
3226περιβόλῳ τοῦ Ζαππείου κειμένης ἰδιοκτησίας τῶν κληρονόμων
3227Θεοδώρου Ὀρφανίδου.
3228Ὁ κ. Βαλέττας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομο-
3229σχεδίου.
3230§74ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι μετ’ ὀδύ-
3231νης ἀναλαμβάνω νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομο-
3232σχεδίου, καὶ τοῦτο, διότι πρόκειται κατὰ τὸ κύριον αὐτοῦ
3233μέρος περὶ οἰκογενείας, πρὸς ἣν ὀφείλω νὰ τρέφω καὶ σέβας
3234καὶ συμπάθειαν· ἀλλὰ τὸ καθῆκον εἶναι ἀδυσώπητον· καὶ εἶ-
3235ναι ἀδυσώπητον τὸ καθῆκον, διότι δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῆς
3236ἀγορᾶς τοῦ οἰκοπέδου τῶν κληρονόμων Ὀρφανίδου· εἰς τοῦτο
3237ἀφορᾷ ἀμέσως τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ πλὴν τούτου ἔμμεσα θὰ
3238ἦναι καὶ ἄλλα σπουδαῖα ἀποτελέσματα, ἐξόχως ἐπιζήμια
3239εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον κυρίως καὶ πρὸ πάν-
3240των ἀπεφάσισα νὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτοῦ. Ἔχω δὲ τὸ κα-
3241θῆκον καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι, διατελέσας ἐπὶ πολὺν χρό-
3242νον μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ
3243γνωρίζω τὰ κατὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ δύναμαι νὰ δώσω
3244τὰς ἀπαιτουμένας πρὸς τὴν Βουλὴν πληροφορίας, ὅπως αὕτη
3245ἐν γνώσει καὶ ἐπιγνώσει ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ πρακτέου.
3246Φρονῶ, πλὴν τούτου, ὅτι, ὡς εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον, ἂν κατ’
3247οὐσίαν ἐμελετήθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερ-
3248νήσεως, βεβαίως ὅμως οὗτος δὲν ἀνέγνωσε τὴν αἰτιολογικὴν
3249ἔκθεσιν, ἡ ὁποία συνοδεύει αὐτό, καὶ τὸν παρακαλῶ ἰδιαζόν-
3250τως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προσέξῃ εἰς τοὺς λόγους μου, διότι
3251φρονῶ, ὅτι θὰ πεισθῇ ὅτι, ἂν ψηφισθῇ ὡς ἔχει τὸ νομοσχέ-
3252διον μετὰ τῆς συνοδευούσης αὐτὸ ἐκθέσεως, πρόκειται νὰ δη-
3253μιουργηθῇ ἓν προηγούμενον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀναντιῤῥήτως θὰ
3254κινδυνεύσῃ τὸ Δημόσιον νὰ ἀπολέσῃ πλέον τῶν δύο, ἴσως καὶ
3255πλέον τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν.
3256Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, Κύριοι, παρέχει τὴν
3257ἄδειαν εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, ὅπως
3258ἀγοράσῃ παρὰ τῶν κληρονόμων Θεοδώρου Ὀρφανίδου οἰκό-
3259πεδον ἐκτάσεως 4,000 πήχεων μετὰ τῆς ἐν αὐτῷ οἰκίας
3260καὶ τῶν παραρτημάτων αὐτῆς. Ἡ ἱστορία τοῦ γηπέδου τού-
3261του ἔχει ὡς ἑξῆς, — καὶ πρέπει νὰ μάθητε τὴν ἱστορίαν, διὰ νὰ
3262ἴδητε, πρῶτον μὲν ἂν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν
3263τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει ὡς πληρωθησομένην εἰς τοὺς κληρονό-
3264μους πρὸς ἐξαγορὰν αὐτοῦ, καὶ δεύτερον διὰ νὰ ἐννοήσητε,
3265ποῖαι θὰ ἦναι αἱ συνέπειαι, ἂν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ὡς
3266ἔχει, ψηφισθῇ. — Ἡ ἱστορία λοιπὸν ἔχει ὡς ἀκολούθως. Πρὸ
326750 καὶ πλέον ἐτῶν ἐπὶ τοῦ γηπέδου τούτου ᾠκοδομήθη οἰκία,
3268ἡ γνωστὴ πρὸ χρόνων εἰς τοὺς παλαιοτέρους ὡς οἰκία τοῦ
3269ἀοιδίμου Κλωνάρη. Μετὰ χρόνον, καὶ ἴσως διὰ μεταβιβάσεως
3270δευτέρας ἢ τρίτης, περιῆλθεν εἰς τὴν κυριότητα τοῦ μακα-
3271ρίτου Θεοδώρου Ὀρφανίδου, καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου·
3272ᾠκοδομήθη δὲ ἡ οἰκία αὕτη ἐπὶ γηπέδου κειμένου ἐντὸς τῆς
3273ζώνης τῆς πόλεως, τουτέστιν ἐπὶ ἐδάφους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου
3274κατὰ τὸν νόμον ἀπηγορεύετο ἡ οἰκοδομή. Γνωρίζετε κάλλιον
3275ἐμοῦ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ σχεδίου τῶν πόλεων καὶ ἐξοχῶν
3276νόμου, γνωρίζετε τὰς ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται
3277εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας γηπέδων κειμένων ἐν τῇ ζώνῃ τῆς πόλεως...
3278§75Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πότε ᾠκοδομήθη;
3279§76Α. ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς, βεβαίως ὅμως ἡ
3280οἰκία εἶναι ᾠκοδομημένη πρὸ πεντηκονταετίας καὶ πλέον.
3281§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἦλ-
3282θον εἰς Ἀθήνας κατὰ τὸ 1839, τὸν Ὀκτώβριον, καὶ ἦτο
3283ᾠκοδομημένη ἡ οἰκία.
3284§78Α. ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Καὶ ἐγὼ εἶπον «πλέον τῆς πεντηκον-
3285ταετίας»... Κατὰ τὸ 1869, πρωθυπουργοῦντος τοῦ ἀοιδίμου
3286Θρασυβούλου Ζαΐμη, εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν, αὐτοῦ εἰση-
3287γουμένου, καὶ ἐψηφίσθη ὑπ’ αὐτῆς νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ
3288χῶρος ὁ περιλαμβανόμενος μεταξὺ τῶν ὁδῶν Ἡρώδου τοῦ
3289Ἀττικοῦ, Ὄλγας, λεωφόρου Ἀμαλίας καὶ Βασιλικοῦ κή-
3290που, καθωρίζετο ὡς χῶρος ἀνήκων εἰς τὸ Ζάππειον, καὶ ἀπη-
3291γορεύετο ὡς μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οἱαδήποτε οἰκοδομή,
3292πλὴν τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ μεγάρου τῶν Ὀλυμπίων. Θὰ σᾶς
3293ἀναγνώσω τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ὑπ’ αὐτὴν τὴν
3294ἔποψιν, περὶ τῆς ὁποίας σᾶς ἀνέφερα, εἶναι νόμος, ὡς λέγου-
3295σιν οἱ Γάλλοι, déclaratoire, τουτέστιν ἀναγνωρίζει τὴν
3296ὑφισταμένην κατάστασιν, κυροῖ αὐτὴν, καὶ διατάσσει, ἵνα καὶ
3297τοῦ λοιποῦ ἐξακολουθήσῃ ἰσχύουσα. Τὸ ἄρθρον 1 λέγει τὰ
3298ἀκόλουθα (ἀναγινώσκει): «Πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ καταστήμα-
3299τος τῶν Ὀλυμπίων μετὰ τῶν παραρτημάτων καὶ τῆς περιο-
3300χῆς αὐτοῦ παραχωροῦνται δωρεὰν αἱ ἐθνικαὶ γαῖαι, μὴ ἐξαι-
3301ρουμένου καὶ τοῦ εἰς τὸ Δημόσιον ἀνήκοντος μέρους τῶν κοι-
3302νῶν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἰδιωτῶν γαιῶν, αἱ κείμεναι ἐντὸς τῆς
3303ἐκτάσεως τῆς ὁριζομένης πρὸς βοῤῥᾶν ἀπὸ τοὺς ἀνακτορικοὺς
3304κήπους, πρὸς ἀνατολὰς ἀπὸ τὴν ὁδὸν Ὀρφανοτροφείου τῶν
3305κορασίων (τὴν νῦν ὁδὸν Ἡρώδου τοῦ Ἀττικοῦ), πρὸς μεσημ-
3306βρίαν ἀπὸ τὸν Ἰλισσὸν καὶ τὰ ἐρείπια τοῦ Ὀλυμπίου Διὸς
3307(δὲν εἶχεν ἀκόμη ὀνομασθῆ ἡ ὁδὸς αὕτη ὁδὸς Ὄλγας), καὶ
3308πρὸς δυσμὰς ἀπὸ τὴν λεωφόρον Φαλήρου.»
3309Τὸ δὲ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου
3310προκαλῶ καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, λέγει τὰ
3311ἑξῆς: «Ἐπὶ τῆς ἐκτάσεως ταύτης, τῆς ἀπαρτιζούσης μέρος τῆς
3312ζώνης τῆς πόλεως, ἐφ’ ἧς κατὰ τὸν νόμον δὲν ἐπιτρέπεται ἡ
3313ἀνέγερσις οἱουδήποτε οἰκοδομήματος, ἐπιτρέπεται ν’ ἀνεγερ-
3314θῶσι μόνον τὸ κατάστημα τῶν Ὀλυμπίων, τὰ παραρτήματα
3315καὶ τὰ περιφράγματα αὐτοῦ.»
3316Ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης, τῆς τοσοῦτον σαφοῦς καὶ μὴ
3317ἐπιδεχομένης οἱανδήποτε ἄλλην ἑρμηνείαν ἢ τὴν ἐκ τοῦ γράμ-
3318ματος αὐτοῦ ἐξαγομένην, προκύπτει, ὅτι καὶ πρὸ τοῦ 1869
3319ὁ χῶρος οὗτος ἔκειτο ἐντὸς τῆς ζώνης τῆς πόλεως, καὶ πλὴν
3320τούτου ἀπηγορεύετο ὡς μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ τοῦ
3321λοιποῦ ἡ ἀνέγερσις οἱασδήποτε οἰκοδομῆς. Ὅταν πρόκειται
3322νὰ ἐκτιμήσητε γήπεδον ὑποκείμενον εἰς τοιοῦτον περιορισμὸν,
3323οἷος εἶναι τὸ νὰ μὴ δύναται ὁ ἰδιοκτήτης αὐτοῦ νὰ ἀνεγείρῃ
3324οἰκοδομὴν, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δύσκολον ν’ ἀποφανθῆτε
3325ποίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἀξίαν. Θὰ ἔχῃ ἀξίαν μίαν καὶ μόνην,
3326τὴν ἀξίαν, ἣν εἶχε καθ’ ὃν χρόνον ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη διε-
3327τάχθη, ἤτοι τὴν τοῦ ἀγροῦ. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ αὐτῆς τῆς
3328ἀξίας πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ ἡ ἀποζημίωσις πρὸς τὸν ἰδιο-
3329κτήτην, ἐὰν πρόκειται ἀναγκαστικῶς νὰ γείνῃ ἡ ἀγορὰ αὐ-
3330τοῦ, ἢ κατὰ κοινὴν συμφωνίαν, ἤτοι δέον νὰ ἐξετασθῇ ἡ
3331ἀξία τοῦ γηπέδου τούτου καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ νόμος ὁ περιορι-
3332στικὸς τῶν δικαιωμάτων τῆς ἰδιοκτησίας ἐψηφίσθη. Εἰς τὴν
3333περίστασιν αὐτὴν, περὶ ἧς πρόκειται, βλέπομεν ὅτι, καθ’ ἣν
3334ἐποχὴν ὡρίσθη ἡ ζώνη τῆς πόλεως, τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ κεῖται
3335ἡ οἰκοδομὴ, τὸ περιληφθὲν ἐν τῇ ζώνῃ τῆς πόλεως, ἀναντιῤ-
3336ῥήτως εἶχε τὴν ἀξίαν ἀγροῦ, διότι μόνον ἀγροὶ ἦσαν εἰς ἐκεῖνο
3337τὸ μέρος.
3338§79Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Οἰκοδομαὶ δὲν ὑπῆρχον;
3339§80ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Αὐτὸ θὰ ἐξετασθῇ, καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ κ.
3340Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον, θὰ τὸ ἐξακρι-
3341βώσῃ. Κατὰ τὸν νόμον περὶ ζώνης τῶν πόλεων, καθὼς καὶ
3342καθ’ ὅλους τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἀπαγορεύουσι τὴν ἀνέγερ-
3343σιν οἰκοδομῶν ἐν ὡρισμένῳ ἐδάφει, γνωρίζετε καλῶς, ὅτι ἡ
3344ἀξία τῆς οἰκοδομῆς δὲν ὑπολογίζεται, διὰ τὸν ἁπλούστατον
3345λόγον, ὅτι ἐγένετο ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς ἀρχῆς καὶ κατὰ παρά-
3346βασιν τοῦ νόμου. Ἐὰν δ’ ἐγένετο οἰκοδομὴ, καὶ ἂν ἀκόμη
3347ἐγένετο πρὶν ἢ ἀπαγορευθῇ τὸ οἰκοδομεῖν εἰς τὸ ἔδαφος τοῦτο,
3348ἐμποδίζεται πᾶσα ἐπιδιόρθωσις τῆς οἰκοδομῆς, καὶ ἀφίεται,
3349ἵνα διὰ τοῦ χρόνου καταῤῥεύσῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ, ἡ
3350ἐπὶ 50 ἔτη περὶ ζώνης τῶν πόλεων ἰσχύσασα. Δὲν ἔχει τὸ
3351δικαίωμα τὸ Δημόσιον ἢ ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ νὰ ζητῇ τὴν κα-
3352τεδάφισιν τοιούτων οἰκοδομημάτων, διότι μόνον ἐπὶ μιᾶς
3353περιστάσεως ἐπιτρέπεται κατεδάφισις, μόνον ὅταν πρόκειται
3354περὶ παραβιάσεως τῆς οἰκοδομικῆς γραμμῆς· ἀλλ’ ἐὰν δὲν
3355διατάσσηται ἡ κατεδάφισις, βεβαίως ἀπαγορεύεται πᾶσα ἐπι-
3356σκευὴ, καὶ ἑπομένως ἡ οἰκία ἢ αἱ οἰκίαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι
3357ἀνεγηγερμέναι ἐπὶ τοιούτων ἐκτάσεων, ἕνεκα τοῦ χρόνου κα-
3358θίστανται ἑτοιμόῤῥοποι.
3359Τούτων οὕτως ἐχόντων, φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι τὸ νομο-
3360σχέδιον, τὸ ὁποῖον παρέχει τὴν ἄδειαν εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰ-
3361κονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἐξαγοράσῃ τὸ γήπεδον τοῦτο, τὸ
3362κείμενον ἐν τῷ χώρῳ, περὶ οὗ εἶπον, καὶ τὸ ἔχον ἔκτασιν
33634,000 τετραγωνικῶν πήχεων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτιμηθῇ
3364ἀντὶ 150,000 δραχμῶν, ὡς ὁρίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ποία
3365θὰ ᾖναι ἡ ἀξία αὐτοῦ, δὲν ἔχω ἀνάγκην ἐγὼ νὰ τὸ ὁρίσω,
3366βεβαίως ὅμως ἐπὶ ἄλλων δεδομένων καὶ ἐπὶ ἄλλων στοιχείων
3367πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ἐπὶ τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει ἡ
3368αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, περὶ τῆς ὁποίας ἐκθέσεως θὰ κάμω εἰς
3369ὑμᾶς λόγον. Κατὰ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, τὴν συνοδεύου-
3370σαν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ποσὸν τῶν 150,000 δραχμῶν ὡρίσθη
3371ὡς τίμημα τῆς ἐξαγοραστέας ταύτης οἰκίας μετὰ τοῦ οἰκο-
3372πέδου, διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Πρὶν ἢ σᾶς ἀναγνώσω τὸ σχε-
3373τικὸν μέρος τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ὀφείλω νὰ εἴπω ὑμῖν,
3374ὅτι, καθ’ ἃ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις ἀναφέρει, ἡ ἀπόφασις τῆς
3375Κυβερνήσεως, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἐξαγορὰν τοῦ γηπέδου
3376τούτου καὶ εἰσαγάγῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀφορ-
3377μὴν ἔσχε δύο αἰτήσεις τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων. Ἡ
3378Ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων, διαχειριζομένη τὰ τῆς περιουσίας
3379τοῦ ἀοιδίμου Εὐαγγέλου Ζάππα, ὡς τμῆμα διοικήσεως ἀποῤ-
3380ῥεούσης ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, προτείνει ὅπως ἐξαγορασθῇ τὸ
3381γήπεδον τοῦτο. Καὶ λέγει ἡ ἔκθεσις τὰ ἀκόλουθα (ἀναγι-
3382νώσκει):
3383«Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 65 ἀπὸ 27 Ἰου-
3384λίου καὶ 236 ἀπὸ 28 Νοεμβρίου ἐ. ἔ. ἀναφορῶν αὐτῆς πα-
3385ρέστησέ μοι, ὡς ἀντιπροσώπῳ τῆς περιουσίας ταύτης, τὴν
3386ἀνάγκην τῆς προσκτήσεως τῶν κτημάτων τούτων, διότι οἱ
3387κληρονόμοι τῆς ἰδιοκτησίας Θεοδώρου Ὀρφανίδου, διὰ τῆς
3388ἀπὸ 25 Ἀπριλίου πρὸς τὴν ῥηθεῖσαν ἐπιτροπὴν αἰτήσεως
3389αὐτῶν, παρεπονέθησαν, ὅτι, τῆς ἰδιοκτησίας αὐτῶν ταύτης
3390οὔσης προωρισμένης διὰ τὴν ἐξωράϊσιν τοῦ Ζαππείου, εἰς οὐ-
3391δεμίαν δύνανται νὰ προβῶσι πρᾶξιν κυριότητος, εἴτε ἀνεγεί-
3392ροντες νέα οἰκοδομήματα ἐπὶ τῆς περιοχῆς τῆς ἰδιοκτησίας
3393αὐτῶν, εἴτε ἀνακαινίζοντες τὰ ὑπάρχοντα, εἴτε καὶ ἐκποιοῦν-
3394τες αὐτήν, ἀνέφερον δ’ ὅτι δέον ἐπὶ τέλους νὰ συντελεσθῇ ἡ
3395πρόσκτησις τῆς ἰδιοκτησίας αὐτῶν, καὶ ἐπρότειναν, ὅπως
3396ἀποζημιωθῶσι πρὸς δραχ. 50 κατὰ τετραγωνικὸν τεκτονικὸν
3397πῆχυν, ἀφοῦ κατέδειξαν διὰ τῆς μνείας συμβολαίων, ὅτι τὰ
3398ἐκεῖ πλησίον κείμενα οἰκόπεδα ἐπωλήθησαν ἀντὶ 110 δραχ-
3399μῶν κατὰ τεκτονικὸν τετραγωνικὸν πῆχυν, ἤτοι ἐπὶ τιμῇ
3400200,000 δραχμῶν, ἣν ὅμως τιμὴν ἡ ἐπὶ τῶν Ὀλυμπίων
3401Ἐπιτροπὴ ἐμετρίασε, κατὰ τὸ πρακτικὸν τῆς συνεδριάσεως τῆς
340226 Ἰουλίου 1896, εἰς δραχμὰς 150,000, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψει
3403τὰ εἰσοδήματα, ἅπερ τὸ ἐπ’ αὐτῆς θέατρον καὶ καφενεῖον
3404καὶ οἰκία ἀπέφερον.»
3405Ὡς ἠκούσατε ἐκ τῆς περικοπῆς ταύτης τῆς αἰτιολογικῆς
3406ἐκθέσεως, βάσις τῆς ἐκτιμήσεως, ἣν ἠλαττωμένην παρεδέξατο
3407ἡ Κυβέρνησις, ἡ εἰσαγαγοῦσα τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ἡ ἀξίω-
3408σις τῶν κληρονόμων Θ. Ὀρφανίδου, τὴν ὁποίαν ὅμως ἀξίωσιν
3409ἠλάττωσε, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις τὰ εἰσοδήματα
3410τὰ ἐκ τῆς οἰκίας ταύτης. Ἄρα δύο βάσεις ἐχρησίμευσαν· ὡς
3411κυρία μὲν, τὸ ὅτι ἐπωλήθησαν οἰκόπεδα πλησίον τοῦ γηπέ-
3412δου τῶν κληρονόμων Ὀρφανίδου ἀντὶ 110 δραχ. κατὰ πῆ-
3413χυν, καὶ δεύτερον ἄλλη βάσις, ἐλαττοῦσα τὴν τιμὴν αὐτήν,
3414τὸ εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανε καὶ λαμβάνει ἡ οἰκογένεια
3415τῶν κληρονόμων Ὀρφανίδου. Ἀλλ’ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων
3416τῶν Ἀθηνῶν εἶναι ἐκκρεμεῖς δύο μεγάλαι δίκαι, ἐπ’ αὐτοῦ
3417τοῦ λόγου, τοῦ πρώτου, στηριζόμεναι, αἱ δίκαι τῶν κληρο-
3418νόμων Σκουζὲ καὶ τῶν κληρονόμων Χατζηδημητρίου. Καὶ ἡ
3419μὲν δίκη τῶν κληρονόμων Σκουζὲ ἀφορᾷ εἰς ἀξιώσεις, ὅπως
3420πληρωθῶσιν αὐτοῖς παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων καὶ
3421τοῦ Δημοσίου δραχμαὶ 1,800,000, μετὰ τοῦ τόκου αὐτῶν
3422ἀπὸ 5 ἢ 6 ἐτῶν, ἀφ’ ὅτου ἐκίνησαν τὴν ἀγωγήν, ἡ δὲ ἀγωγὴ
3423τῶν κληρονόμων Χατζηδημητρίου ἀφορᾷ καὶ αὕτη εἰς ἑκα-
3424τοντάδας τινὰς χιλιάδων δραχμῶν. Ἐὰν λοιπὸν ψηφίσητε τὸ
3425προκείμενον νομοσχέδιον καὶ δεχθῆτε, ὅπως τοιαύτη ὁρισθῇ
3426τιμὴ διὰ τὸ γήπεδον τῶν κληρονόμων Ὀρφανίδου, ἐννοεῖται
3427ὅτι οἱ ἔχοντες τὰς δίκας ταύτας κατὰ τοῦ Δημοσίου δὲν
3428ἔχουσιν ἄλλο τι νὰ κάμωσιν ἢ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, τὸν νό-
3429μον αὐτὸν, ἐὰν πρόκειται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ μεταβά-
3430λητε εἰς νόμον, νὰ προσαγάγωσιν εἰς τὸ δικαστήριον μετὰ
3431τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως καὶ νὰ ἀναιρέσωσι πάντα ἄλλον
3432ἰσχυρισμὸν τοῦ Δημοσίου. Αἱ δίκαι, ὡς εἶπον, αὗται εἶναι
3433ἐκκρεμεῖς, ἐγὼ δὲ αὐτὸς, ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμ-
3434πίων, δὶς μέχρι τοῦδε ἐξητάσθην ὡς μάρτυς ἐπὶ θεμάτων σχε-
3435τικῶν πρὸς τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα, ὡς προεῖπον, ἡ αἰτιολο-
3436γικὴ ἔκθεσις καὶ τὸ νομοσχέδιον διατυπώνει.
3437Ὡς προεῖπον ὑμῖν, ἅπαντα τὰ γήπεδα ταῦτα, τὰ κεί-
3438μενα ἐν τῷ χώρῳ τῶν Ὀλυμπίων, εἶναι γήπεδα περιεχόμενα
3439ἄλλοτε ἐντὸς τῆς ζώνης τῆς πόλεως, ἑπομένως ἀπηγορεύετο
3440ἐπ’ αὐτῶν ἡ οἰκοδομή. Ἀφ’ ἧς ἡμέρας ὁ περιορισμὸς οὗτος
3441τῆς κυριότητος ὡρίσθη ὑπὸ τοῦ νόμου, γεννᾶται κατὰ τὴν
3442γνώμην μου τὸ δικαίωμα τῶν ἰδιοκτητῶν πρὸς ἀποζημίωσιν
3443ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀξίας, ἣν εἶχον καθ’ ἣν ἐποχὴν καθωρί-
3444σθησαν τὰ γήπεδα ταῦτα ὡς ἀνήκοντα εἰς τὴν ζώνην τῆς
3445πόλεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ ἐγείρῃ τις ἀπαίτησιν
3446πρὸς πληρωμὴν ἀντιτίμου ἰσαξίου πρὸς τὰς τιμὰς τὰς ἀγο-
3447ραίας τῆς σήμερον διὰ γήπεδον, τὸ ὁποῖον κατελήφθη πρὸ
344840 ἢ 50 ἐτῶν, διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον σᾶς προανέφερον.
3449§81Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἡ
3450ζώνη, κύριε Βουλευτά, εἶναι ἐκεῖ τώρα;
3451§82ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Μὲ ἐρωτᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυ-
3452τικῶν, ἐὰν ἡ ζώνη ἦναι ἐκεῖ. Τῷ λέγω, ὅτι ὁ νόμος περὶ ζώ-
3453νης τῆς πόλεως κατηργήθη πρὸ πολλοῦ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι,
3454εἰς τὰ 1882 ἢ 1883. Ἀλλὰ πρὸ τοῦ 1882 ἢ 1883 ἐψη-
3455φίσθη ὁ νόμος τοῦ 1869, ὁ ἐν ἰσχύι, ὁ ὁποῖος ἐπίσης ἀπα-
3456γορεύει τὸ οἰκοδομεῖν ἐκεῖ. Ὥστε ἡ ἐρώτησίς σας δὲν εἶχε
3457κανένα λόγον.
3458§83Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ ἡ οἰκία αὕτη εἶναι πρὸ τοῦ 1869
3459ᾠκοδομημένη.
3460§84ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἀκριβῶς ὅμως πρὸ τοῦ 1869 καὶ κατὰ
3461τὸ 1869 ἴσχυεν ὁ νόμος περὶ ζώνης τῆς πόλεως· ἑπομένως,
3462ἂν πρόκειται νὰ κανονίσητε τὴν ἀξίαν ἑνὸς γηπέδου, θὰ
3463ἀνατρέξητε εἰς τὴν ἀξίαν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, οὐχὶ βεβαίως
3464εἰς τὴν σημερινήν.
3465§85Ι. Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Εἰς τὰ 1869 εἶχεν ὁ πῆχυς 39
3466δραχμάς.
3467§86ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Λυποῦμαι ὅτι δὲν μὲ παρακολουθεῖτε·
3468διότι, ἐὰν μὲ παρηκολουθεῖτε, δὲν θὰ ἐκάμνατε τὴν παρα-
3469τήρησιν, τὴν ὁποίαν ἐκάμετε.
3470Ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἐγένετο ὁ νόμος, ὁ ἀπαγορεύων τὸ οἰκοδο-
3471μεῖν ἐντὸς τῆς ζώνης τῆς πόλεως, μέχρι σήμερον ὑπῆρχεν
3472ἡ ἀπαγόρευσις τοῦ οἰκοδομεῖν εἰς τὸν χῶρον ἐκεῖνον, διὰ τὸν
3473ἁπλούστατον λόγον, ὅτι πρὸ μὲν τοῦ 1869 ἴσχυεν ὁ νόμος
3474περὶ ζώνης τῆς πόλεως, ἀπὸ τῆς καταργήσεως δὲ τοῦ νόμου
3475περὶ ζώνης τῆς πόλεως ἰσχύει ὁ νόμος τοῦ 1869, ὁ ὁποῖος
3476τὴν αὐτὴν διάταξιν ἔχει.
3477§87ΔΡΟΣΟΣ. Κύριε συνάδελφε, μίαν παρατήρησιν. Προϋ-
3478πῆρχεν ὁ νόμος τῆς οἰκοδομῆς, ἢ ἡ οἰκοδομὴ ἐγένετο πρὸ
3479τοῦ νόμου;
3480§88ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ
3481σᾶς εἴπω τὴν χρονολογίαν τοῦ νόμου. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ.
3482Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
3483θὰ ἔχει τοῦτο προχειρότερον. Ἀλλὰ τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα θὰ
3484ἔχωμεν, διότι θὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς ψηφίσεως
3485τοῦ νόμου περὶ ζώνης τῆς πόλεως.
3486§89ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἄν μοὶ ἐπιτρέπετε, θὰ σᾶς κάμω
3487μίαν παρατήρησιν, ὡς πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυ-
3488μπίων.
3489§90ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Παρακαλῶ.
3490§91ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ὑμεῖς νομίζετε, ὅτι ἐν τῇ ἀπο-
3491φάσει της ἡ ἐπιτροπὴ ἔλαβεν ὡς βάσιν τὸ γήπεδον, καὶ ἐξε-
3492τίμησε τὸ γήπεδον, καὶ ὥρισε τὴν τιμὴν αὐτοῦ πρὸς δραχ-
3493μὰς 35. Ἐγὼ ὅμως δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι ἡ
3494ἐπιτροπὴ οὐδόλως τοιαύτην βάσιν ἔλαβεν. Ἡ βάσις, τὴν
3495ὁποίαν ἔλαβεν ἡ ἐπιτροπὴ, καὶ ἡ ὁποία ἀναφέρεται ἐν τῇ
3496ἀποφάσει της, εἶναι τὰ εἰσοδήματα, τὰ ὁποῖα ἡ οἰκογένεια
3497Ὀρφανίδου εἶχεν ἐκ τοῦ θεάτρου καὶ τοῦ καφενείου, καὶ τὰ
3498ὁποῖα φυσικῶς, μόλις καταλάβῃ τὸ μέρος ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν
3499Ὀλυμπίων, θὰ τὰ χάσῃ. Ἑπομένως τὸ μεγαλείτερον ποσὸν
3500ἐκ τῶν 150,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι προτείνονται διὰ τὴν
3501ἀγορὰν, τὸ μεγαλείτερον ποσὸν, λέγω, δίδεται ὡς ἀποζη-
3502μίωσις διὰ τὰ εἰσοδήματα, τὰ ὁποῖα θὰ χάσῃ ἡ οἰκογένεια.
3503Νομίζω δὲ, ἂν καὶ δὲν δύναμαι νὰ τὸ βεβαιώσω, ὅτι ἔχει
3504περὶ τὰς 5,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος.
3505§92ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Καλαβρύτων
3506καὶ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν
3507Ὀλυμπίων δὲν θὰ ἤκουσεν ἴσως τὴν συνέχειαν τῆς ὁμιλίας
3508μου, δὲν θὰ ἤκουσεν, ὅτι ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψει
3509τὴν αἴτησιν ἢ ἀναφορὰν, ὡς λέγεται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκ-
3510θέσει, τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων, διότι δὲν τὴν ἔχω
3511εἰς χεῖράς μου. Ὑποθέτω ὅτι θὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουρ-
3512γὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τὴν προσαγάγῃ εἰς τὴν δευτέραν
3513συζήτησιν, καθὼς καὶ ἄλλα τινὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα θὰ ζη-
3514τήσω. Ἐγὼ ἀνέφερα μόνον περικοπὴν ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς
3515ἐκθέσεως, τῆς συνοδευούσης τὸ νομοσχέδιον· δὲν ἔκαμα πο-
3516σῶς λόγον περὶ τῆς ἀναφορᾶς τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμ-
3517πίων, καὶ, ὅπως εἴδετε, ἀνέγνωσα περικοπὴν τῆς ἐκθέσεως τῆς
3518αἰτιολογικῆς.
3519Νομίζω ὅτι ἐξ ὅλων τῶν λεχθέντων οὐδεμία ἀπομένει ἀμ-
3520φιβολία, ὅτι ἡ ἐκτίμησις τοῦ γηπέδου καὶ τῆς οἰκίας τῶν
3521κληρονόμων Ὀρφανίδου δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἐπὶ τῇ βάσει
3522τῆς ἀγοραίας ἀξίας τῶν πλείστων οἰκοπέδων, τὰ ὁποῖα ἐπω-
3523λήθησαν κατὰ καιροὺς εἰς τὰ πέριξ.
3524Ἀλλὰ προσθέτουσιν, ὅτι ὡς βάσις τῆς ἀποζημιώσεως
3525ἐλήφθη τὸ εἰσόδημα τὸ ἐκ τῆς οἰκίας. Περὶ τούτου ἓν μόνον
3526θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ προσ-
3527αγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ στοιχεῖα, ἐξ ὧν ἐπείσθη, ὅτι τοσοῦ-
3528τον εἶναι τὸ εἰσόδημα, ὅσον ἀναφέρεται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ
3529ἐκθέσει. Ἀλλὰ τὰ στοιχεῖα ταῦτα δὲν πρέπει νὰ ἦναι πολὺ
3530νωπά, ἀλλὰ νὰ ἦναι παλαιότερα. Καὶ ὅταν προσαχθῶσι τὰ
3531στοιχεῖα ταῦτα, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ καὶ τὸ ἀκόλουθον, ὅτι,
3532προκειμένου νὰ ἐκτιμηθῇ ἡ οἰκία, δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’
3533ὄψιν ἢ μόνον τὸ ἐνοίκιον τῆς οἰκίας, οὐχὶ τοῦ θεάτρου, οὐχὶ
3534τοῦ παρακειμένου καφενείου. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι τὸ θέα-
3535τρον ᾠκοδομήθη καὶ τοῦτο παρὰ τὸν νόμον, καὶ ἐκ τῆς παρα-
3536βάσεως ταύτης τῶν νόμων ὠφελήθησαν οἱ κληρονόμοι, διότι
3537ἐπί τινα χρόνον ἐλάμβανον μίσθωμα πολὺ ἀνώτερον τῆς
3538ἀξίας τῆς οἰκίας· καὶ ἐγένετο κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου,
3539διότι, ὡς προεῖπον, καὶ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1869 καὶ κατὰ
3540τὸν νόμον περὶ ζώνης τῆς πόλεως, δὲν εἶχον δικαίωμα, οὔτε
3541μεταῤῥύθμισιν οὔτε ἐπιδιόρθωσιν νὰ ἐπιφέρωσιν εἰς τὴν οἰκίαν
3542ταύτην. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ ἐκτίμη-
3543σις, ἢ μόνον ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐγὼ εἶπον, τοῦ γηπέδου ὡς
3544γηπέδου, διότι ἡ οἰκοδομή, ἐὰν ἐφηρμόζοντο οἱ νόμοι, θὰ
3545ἦτο ἤδη ἠρειπωμένη, ἢ μετ’ ὀλίγον χρόνον θὰ ἦναι ἠρειπω-
3546μένη. Τοῦτο ἐπαναλαμβάνω καὶ τὸ λέγω μετ’ ἀληθοῦς πόνου.
3547Εἶναι σκληρὸν διὰ τὴν οἰκογένειαν, περὶ ἧς πρόκειται, καὶ
3548δι’ αὐτὸ ἐγὼ προθύμως θὰ ἐδεχόμην νὰ ψηφισθῇ οἱονδήποτε
3549ποσὸν ὑπὲρ αὐτῆς, στηριζόμενον εἰς ἄλλον λόγον, οὐχὶ ὅμως
3550εἰς τὸν λόγον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται τὸ προκείμενον
3551νομοσχέδιον. Εἶναι σκληρὸν, εἶναι ἀπάνθρωπον, ἀλλὰ οἱ νό-
3552μοι πολλάκις ἐπιφέρουσι τοιαύτας στερήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν
3553ἐπιτρέπεται δυστυχῶς νὰ κριθῶσι καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς
3554φιλανθρωπίας. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπιμένω, ὅπως τὰ τοῦ ζητήματος
3555τούτου λυθῶσι συμφώνως πρὸς τοὺς ἰσχύοντας νόμους, τοῦτο
3556πράττω, ἵνα μὴ ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς ἐκβάσεως
3557ἄλλων δικῶν, περὶ ὧν σᾶς ὡμίλησα. Καὶ μὴ νομίζετε ὅτι
3558εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον, ἐὰν τοιοῦτο νο-
3559μοσχέδιον ψηφισθῇ. Πρόκειται ν’ ἀποζημιωθῶσι δύο ἀντί-
3560δικοι τοῦ Δημοσίου, ὧν ὁ μὲν διεκδικεῖ 36,000 πήχεις ἐν-
3561τὸς τοῦ Ζαππείου χώρου, ὁ ἕτερος δὲ 8 ἢ 9 χιλιάδας—δὲν
3562ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς.—Ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων, ὅτε ἐγὼ
3563ἀπετέλουν μέλος αὐτῆς, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της τὰς δίκας, αἱ
3564ὁποῖαι ἔμελλον νὰ γεννηθῶσι βραδύτερον ἐκ τῶν ἀπαιτήσεων,
3565περὶ ὧν σᾶς ὡμίλησα, καὶ ἐφρόντισε δι’ ὅλων τῶν μέσων νὰ
3566ἐξασφαλίσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἔχουσα ὑπ’
3567ὄψιν τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἀνέφερον ὑμῖν, ἦλθεν εἰς δια-
3568πραγματεύσεις μετὰ ἰδιοκτητῶν ἐχόντων γήπεδα ἐντὸς τοῦ
3569χώρου τοῦ Ζαππείου, καὶ κατώρθωσε νὰ πείσῃ αὐτοὺς νὰ
3570πωλήσωσι τὰ οἰκόπεδά των εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ὀλυμ-
3571πίων, τουτέστιν εἰς τὸ Δημόσιον, ἐπὶ τιμῇ εὐλόγῳ, ἡ ὁποία
3572νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις ἀγοραίας τιμῆς δι’ ἐκείνους, παρὰ τῶν
3573ὁποίων ἐφοβεῖτο, ὅτι ἔμελλον νὰ ἐγείρωσιν ἀπαιτήσεις κατὰ
3574τοῦ Δημοσίου. Καὶ ἐπέτυχεν ἡ Ἐπιτροπὴ τότε νὰ ἀγοράσῃ
3575δύο γήπεδα μεγάλης ἐκτάσεως, τὸ μὲν παρὰ τοῦ κ. Ψα-
3576ρούδα, τὸ δὲ παρὰ τοῦ κ. Κουζουλούδη, ἀντὶ πέντε δραχ-
3577μῶν μόνον κατὰ πῆχυν. Ἔχετε λοιπὸν καὶ σήμερον ἀκόμη
3578ἀγοραίαν τιμὴν, ἀγοραίαν τιμὴν ὅμως ἐπὶ γηπέδου κειμένου
3579ἐν τόπῳ, ἐν ᾧ ἀπαγορεύεται τὸ οἰκοδομεῖν. Αὐτὴ εἶναι ἡ
3580ἀγοραία ἀξία τῶν γηπέδων αὐτῶν, γηπέδων, ἐφ’ ὧν ἀπαγο-
3581ρεύεται τὸ οἰκοδομεῖν. Καὶ οὕτως ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμ-
3582πίων προητοίμασεν εἰς τὸ Δημόσιον τὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν
3583ὤφειλε ν’ ἀκολουθήσῃ ὡς πρὸς τὴν ἐξαγορὰν ἄλλων γηπέ-
3584δων, κειμένων ἐν τῷ αὐτῷ χώρῳ. Ἀλλὰ τὸ Δημόσιον διὰ
3585τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠκολούθησε τὴν ὁδὸν ταύτην, ἠκολού-
3586θησεν ἄλλην ὁδὸν, καὶ αὕτη εἶναι ἡ ἐγκαινιζομένη διὰ τοῦ
3587ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Πρόε-
3588δρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ εἰσαγαγὼν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο
3589εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ μελετήσῃ αὐτὸ καλῶς, θὰ πεισθῇ ὅτι
3590εἶχον δίκαιον νὰ εἴπω ὅσα εἶπον περὶ αὐτοῦ, καὶ ὅτι θὰ
3591ἀποσύρῃ αὐτὸ, ἐπιφυλαττόμενος, ἐὰν νομίζῃ πρέπον, ὅπως
3592ἐγὼ νομίζω, δι’ ἄλλου τρόπου ν’ ἀποζημιώσῃ τὴν οἰκογέ-
3593νειαν τοῦ μακαρίτου Ὀρφανίδου.
3594§93ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Κύριε συνάδελφε, θὰ μοὶ δώσητε μίαν πλη-
3595ροφορίαν, παρακαλῶ;
3596§94ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Μάλιστα.
3597§95ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ποίαν τιμὴν ἐδώσατε εἰς τὸ οἰκόπεδον
3598τοῦ Ὀρφανίδου;
3599§96ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Γνωρίζετε ὑμεῖς πόσον;
3600§97ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ θέλω ν’ ἀκούσω ἀπὸ
3601ὑμᾶς.
3602§98ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Εἶναι ὅλα γραμμένα.
3603§99ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἑκατὸν χιλιάδας δραχμὰς ἐδώσατε.
3604§100ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ὀνειρεύεσθε!
3605§101ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ὅταν ὁ κ. Δραγούμης ἦτο δικηγόρος,
3606πρὶν ἢ ἀκόμη γείνῃ Βουλευτὴς, ἐζήτει 75,000 δραχμάς.
3607§102ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Θήρας δὲν κατώρ-
3608θωσε νὰ πείσῃ τοὺς ἀκροατὰς αὑτοῦ περὶ τῆς ὀρθότητος τῶν
3609γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἐξήνεγκεν, κατώρθωσεν ὅμως νὰ τοὺς
3610πείσῃ περὶ τοῦ ὑπερμέτρου ζήλου, τὸν ὁποῖον ἀπέδειξεν, ὡς
3611μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων, πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς
3612περιουσίας αὐτῆς...
3613§103ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Τοῦ Δημοσίου.
3614§104ΡΑΛΛΗΣ... Καὶ κατὰ τοῦτο εἶναι λίαν ἀξιέπαινος. Ἀλλὰ
3615ἡ Βουλὴ νομίζω ὅτι ἔχει νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα ἀπὸ ὅλως
3616διόλου διαφόρου ἀπόψεως. Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἰδιοκτησίας,
3617ἡ ὁποία εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συν-
3618τάγματος. Οἱ νόμοι δὲ, τοὺς ὁποίους ἐμνημόνευσεν ὁ ἀξιότι-
3619μος Βουλευτὴς Θήρας, οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον θίγουσι τὴν ἰδιο-
3620κτησίαν. Ὁ νόμος τοῦ 1869 οὐδὲν ἕτερον πράττει ἢ νὰ
3621καθιστᾷ μίαν περίπτωσιν ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως·
3622ἀλλ’ ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις συνεπάγεται ἀναγκαίως
3623τὴν ἀποζημίωσιν, καὶ τὸ μόνον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε
3624νὰ ἐξετάσῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, εἶναι περὶ τοῦ τίς εἶναι
3625ἡ ἀξία, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ δοθῇ τῷ ἰδιοκτήτῃ, ἂν ἔπρεπε
3626δηλ. νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀξία τῆς ἰδιοκτησίας αὐτῆς, τοῦ
3627γηπέδου αὐτοῦ. Ἐὰν λαμβάνωνται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει
3628ὑπ’ ὄψει τὰ οἰκοδομήματα καὶ τὰ εἰσοδήματα αὐτῶν, τοῦτο
3629δὲν ἔχει σημασίαν· πρόκειται περὶ τῆς ἀξίας τοῦ γηπέδου.
3630Ἔπρεπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Θήρας νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι ἡ ἀξία
3631τοῦ γηπέδου, ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, τὸν ἀναγ-
3632καστικῶς ἀπαλλοτριούμενον τῆς ἰδιοκτησίας του, εἶναι ἡ
3633ἀξία ἡ τότε καὶ οὐχὶ ἡ σημερινή. Κατὰ τοῦτο δ’ ἔσφαλε,
3634διότι ἐκ τοῦ ὅτι ἐξεδόθη εἷς νόμος, ὅστις καθιστᾷ μίαν περί-
3635πτωσιν ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, δὲν σημαίνει ὅτι συνε-
3636τελέσθη καὶ ἡ ἀπαλλοτρίωσις. Πότε συντελεῖται ἡ ἀπαλλο-
3637τρίωσις; Συντελεῖται ἡ ἀπαλλοτρίωσις τὴν στιγμήν, κατὰ
3638τὴν ὁποίαν ὁ ἰδιοκτήτης ἐκβάλλεται ἐκ τῆς ἰδιοκτησίας του.
3639Σήμερον πρόκειται νὰ συντελεσθῇ ἡ ἀπαλλοτρίωσις, καὶ ἡ
3640σημερινὴ ἀξία θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει. Τίς δὲ εἶναι ἡ σημερινὴ
3641ἀξία τοῦ γηπέδου τῶν κληρονόμων Ὀρφανίδου, πᾶς τις γνω-
3642ρίζει, καὶ ἐκεῖνος, ὅστις διῆλθεν ἅπαξ διὰ τῆς λεωφόρου Ἀμα-
3643λίας, γνωρίζει τὴν σημερινὴν ἀξίαν. Ἡ σημερινὴ βεβαίως ἀξία
3644εἶναι πολὺ ὑπερτέρα ἐκείνης, ἥτις ἀναγράφεται ἐν τῷ νομο-
3645σχεδίῳ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Θήρας παρεῖδε τὸν σκοπὸν
3646τοῦ νόμου τοῦ 1869· ἐνόμισεν ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον
3647ἐχαρακτήρισεν ὡς déclaratoire, κατήργησε τὴν ἰδιοκτησίαν.
3648Ἐὰν τοιοῦτος ἦτο ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου ἐκείνου, ὁ νόμος θὰ
3649ἦτο δημευτικός, θὰ κατέπιπτε δὲ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς
3650τῆς ψηφίσεώς του. Ὁ νόμος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον χαρακτηρίζει
3651ὡς déclaratoire, δὲν ἔχει τίποτε τὸ κοινὸν πρὸς τοὺς νό-
3652μους τοὺς déclaratoires. Δυνάμει τοῦ νόμου ἐκείνου ὅλος
3653ὁ χῶρος ἐκεῖνος καθίσταται ὑπὲρ τοῦ Ζαππείου, ἀλλ’ ἐντεῦ-
3654θεν δὲν καταργεῖται τὸ δικαίωμα τῆς ἰδεοκτησίας· ὁ νόμος δὲ
3655ὁ περὶ ζώνης τῆς πόλεως εἶναι ἐντελῶς ἀλλότριος πρὸς τὸ ζή-
3656τημα, τὸ ὁποῖον θίγεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐδῶ πρό-
3657κειται περὶ ἀπαλλοτριώσεως γηπέδου, οὐχὶ περὶ παρανόμου
3658οἰκοδομῆς. Ὁ νόμος δὲ περὶ ζώνης τῆς πόλεως δὲν θεσπίζει
3659ὅσα ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτής. Ὁ νόμος ὁ περὶ σχεδίου τῆς πό-
3660λεως ὁρίζει πρὸς ἄλλον σκοπὸν, ὅτι ἐπὶ τῶν γηπέδων τῶν ἐντὸς
3661τῆς ζώνης τῆς πόλεως, ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ σχεδίου, δὲν ἐπιτρέ-
3662πεται ἡ οἰκοδομή.
3663Ποῖος δὲ ὁ λόγος, ὅστις ὑπηγόρευσε ταύτην τὴν διάτα-
3664ξιν; Ἁπλούστατος. Διότι δὲν ἤθελεν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε
3665πᾶς τις νὰ οἰκοδομῇ ὅπου ἤθελεν. Ἠθέλησε χάριν τῆς εὐπρε-
3666πείας τῆς πόλεως νὰ ὑπάρξῃ ἓν διαγεγραμμένον σχέδιον, ἐπὶ
3667τῇ βάσει τοῦ ὁποίου νὰ γίνωνται αἱ οἰκοδομαί· ἐπειδὴ δὲ
3668τοῦτο δὲν ἠδύνατο νὰ πραγματοποιηθῇ δι’ ὅλην τὴν ζώνην,
3669δὲν ἐπέτρεψε τὴν οἰκοδομὴν πέραν τοῦ σχεδίου καὶ ἐκτὸς
3670τῆς ζώνης. Αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος τοῦ 1853 περὶ τοῦ σχεδίου
3671τῆς πόλεως, ἀλλ’ αὐτὸς βεβαίως δὲν εἶναι δημευτικός· ὁ νόμος
3672οὗτος δὲν ἐννοεῖ νὰ καταργήσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν. Ὁ νόμος εἶχεν
3673ἕνα σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐξέθηκα ἤδη, καὶ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον
3674ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Θήρας, ἀντὶ νὰ
3675ἐρωτᾷ ἂν ἡ οἰκία ἀνῆκεν εἰς τὸν Κλωνάρην καὶ ἂν μετεβι-
3676βάσθη κατὰ δεύτερον λόγον εἰς τὴν οἰκογένειαν Ὀρφανίδου,
3677καὶ ἂν ἔχῃ δίκας ἡ οἰκογένεια Σκουζὲ ἢ ἡ οἰκογένεια Χατζη-
3678δημητρίου, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ, εἶναι, ἐὰν
3679καθ’ ἣν ἐποχὴν ᾠκοδομήθη ἡ οἰκία ἐκείνη τοῦ Ὀρφανίδου
3680ἢ τοῦ Κλωνάρη, τὸ σχέδιον τῆς πόλεως Ἀθηνῶν ἐξετείνετο
3681μέχρις αὐτῆς. Τότε ἡ ἀπαγόρευσις, τὴν ὁποίαν ἔπλασεν ἐν
3682τῷ νῷ του καὶ ἡ ὁποία δὲν ἔχει καμμίαν ἔννοιαν, θὰ κατέ-
3683πιπτεν ἀφ’ ἑαυτῆς, διότι δὲν ὑπάρχει ἀπαγόρευσις, μήτε
3684ὑπῆρξε. Καὶ τόσον εἶναι βέβαιον, ὥστε γνωρίζομεν πάντες,
3685ὅτι τὸ σχέδιον τῆς πόλεως πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο καὶ μέχρι
3686τῆς πύλης τοῦ Ἀδριανοῦ ὑπάρχει ἀπὸ τοῦ 1830 ἢ τοῦ
36871832. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τοῦτο. Ἐὰν δὲ ἦναι
3688ἐντὸς τοῦ σχεδίου, οὐδεμία ἀπαγόρευσις οἰκοδομῆς ἦν δυνατὸν
3689νὰ ὑπάρξῃ. Λοιπὸν ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπλασεν ὁ κύριος
3690Βουλευτὴς Θήρας ἐκ τοῦ πολλοῦ ζήλου πρὸς ὑπεράσπισιν
3691τῆς περιουσίας τῶν Ὀλυμπίων, ἥτις εὐτυχῶς ἐν τῇ προκει-
3692μένῃ περιπτώσει δὲν εὑρίσκεται πλέον ὑπὸ τὴν προστασίαν του,
3693διότι ἤθελε χάριν τῆς περιουσίας τῶν Ὀλυμπίων ἁρπάσει
3694τὴν περιουσίαν τῶν ἰδιοκτητῶν,—ὅλοι, λέγω, οἱ λόγοι ἐκεῖ-
3695νοι, τοὺς ὁποίους ἔπλασεν, ἀποδεικνύονται ἐντελῶς ἀνυπό-
3696στατοι. Τὸ ζήτημα ἀκριβῶς τίθεται ὡς ἑξῆς. Ἐκ τοῦ ὅτι
3697ἐξεδόθη ὁ νόμος, ὅστις καθιστᾷ ὑπὲρ τοῦ Ζαππείου τὴν ἀναγ-
3698καστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν, ἐμειώθη ἡ ἀξία τοῦ γηπέδου;—
3699διότι πρόκειται περὶ ἀπαλλοτριώσεως γηπέδου.—Ἐκ τοῦ ὅτι
3700ἐξεδόθη ὁ νόμος οὗτος κατὰ τὸ 1869 πρέπει νὰ λάβωμεν
3701ὑπ’ ὄψει μας τὴν ἀξίαν τοῦ 1869; ἢ τὴν ἀξίαν τὴν σημερι-
3702νὴν, τῆς ἡμέρας τῆς καταλήψεως; Ἀμφιβολία δὲν δύναται
3703νὰ ὑπάρξῃ. Σὺ, ὑπὲρ οὗ ἐξεδόθη ὁ νόμος τοῦ 1869, τὸ Δημό-
3704σιον, εἶχες ἓν δικαίωμα, καθόσον σοὶ τὸ ἐχορήγει αὐτὸς ὁ
3705νόμος, νὰ μὲ ἀπαλλοτριώσῃς ἔκτοτε τῆς ἰδιοκτησίας μου.
3706Ἐὰν δὲ μὲ ἀπηλλοτρίωνες ἔκτοτε, θὰ ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν
3707ἀναγκαίως ἡ ἀξία τοῦ γηπέδου ἡ τότε· ἀλλὰ σὺ ἀφῆκες
3708νὰ κοιμηθῇ ὁ νόμος, ἐγὼ δὲ ἐθεώρουν τὴν ἰδιοκτησίαν μου
3709ἀδρανοῦσαν, ἔστω καὶ χωρὶς νὰ διαμαρτυρηθῶ. Σήμερον πρό-
3710κειται νὰ μὲ ἀπαλλοτριώσῃς· θὰ μοὶ προσφέρῃς τὴν ἀξίαν τῆς
3711ἰδιοκτησίας μου κατὰ τὴν σημερινὴν ἀγοραίαν ἀξίαν, διότι
3712σήμερον θὰ μὲ ἀπαλλοτριώσῃς, σήμερον στεροῦμαι πραγμα-
3713τικῶς τῆς ἰδιοκτησίας μου. Ἐκ τοῦ ὅτι μὲ ἐστέρησας τοῦ
3714δικαιώματος τοῦ νὰ οἰκοδομήσω, ἐκ τοῦ ὅτι μ’ ἐστέρησας
3715τοῦ δικαιώματος νὰ ἐπισκευάσω, δὲν σημαίνει ὅτι μὲ ἀπηλ-
3716λοτρίωσας ἔκτοτε τοῦ γηπέδου μου. Μὲ ἀπαλλοτριώνεις σή-
3717μερον.
3718Τώρα, κατὰ πόσον ἡ ἄδεια αὕτη τῆς ἀγορᾶς—διότι περὶ
3719τοιούτου νομοσχεδίου συζητοῦμεν—δύναται νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ
3720δίκης ἐκκρεμοῦς, δὲν βλέπω. Δὲν βλέπω καμμίαν σχέσιν. Ἐκεῖνο
3721τὸ ὁποῖον τελευταῖον ἱστόρησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Θήρας,
3722ἀποδεικνύει καὶ πάλιν τὸν ζῆλον τὸν πολὺν αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν
3723συμφερόντων τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων καὶ ὑπὲρ τῶν
3724συμφερόντων τῆς περιουσίας τῶν Ὀλυμπίων, ἀλλ’ οὐδὲ κατ’
3725ἐλάχιστον, φρονῶ, δύναταί τις, ὅταν πρόκειται ἀφ’ ἑνὸς
3726μὲν νὰ σταθμίσῃ τὰς συνεπείας τῆς αὐθαιρέτου καταλήψεως
3727τῆς ἰδιοκτησίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν δύ-
3728ναται νὰ ὑποστῇ ἡ περιουσία τῶν Ὀλυμπίων, οὐδὲ κατ’ ἐλά-
3729χιστον, λέγω, δύναται ν’ ἀμφιβάλλῃ τις, ὅτι πρέπει νὰ προ-
3730τιμήσῃ, ἔστω καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τῆς περιουσίας τῶν Ὀλυμπίων,
3731ν’ ἀποζημιωθῇ ὁ ἰδιοκτήτης—διότι περὶ ἀποζημιώσεως πρό-
3732κειται, ὄχι περὶ ἐλεημοσύνης, ὡς τὴν ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. ἐκ
3733Θήρας συνάδελφος—ν’ ἀποζημιωθῇ ὁ ἰδιοκτήτης κατὰ λό-
3734γον τῆς ζημίας, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ἐκ τῆς στερήσεως τῆς
3735ἰδιοκτησίας του. Ἔχουσι τώρα οἱ κληρονόμοι Σκουζὲ ἰδιο-
3736κτησίας ἐκεῖ καὶ δύνανται ν’ ἀποδείξωσι δικαιώματα ἰδιο-
3737κτησίας; Θ’ ἀποζημιωθῶσι καὶ αὐτοί. Ἐκ τοῦ ὅτι εἶναι
3738Σκουζέδες, δὲν ἔχουσι τάχα δικαίωμα ἀποζημιώσεως; Ἐκ
3739τοῦ ὅτι εἶναι Χατζηδημητρίου, δὲν ἔχουσι δικαίωμα ἀποζη-
3740μιώσεως; Καὶ ἐκεῖνοι εἶναι ἰδιοκτῆται. Καὶ ἐκεῖνοι, ὅσον καὶ
3741ἂν ἦναι πλούσιοι οἱ μὲν, ὅσον καὶ ἂν ἦναι πτωχοὶ οἱ δὲ, εὑ-
3742ρίσκονται ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος,
3743καὶ διὰ τοῦτο δὲν εὗρον, εἰμὴ τὸν πολὺν ζῆλον τοῦ κ. ἐκ Θή-
3744ρας συναδέλφου εἰς ὅσα εἶπεν ὑπὲρ τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμ-
3745πίων, ὅστις πολὺς ζῆλος τὸν παρέσυρε μέχρις αὐτοῦ τοῦ ση-
3746μείου, ὥστε νὰ θεωρήσῃ μίαν ἀρχὴν, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγε-
3747γραμμένη ἐν τῷ Συντάγματι, τὸ ἱερὸν τῆς ἰδιοκτησίας, νὰ
3748τὴν θεωρήσῃ ὡς πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ θέσωμεν
3749κατὰ μέρος, διὰ νὰ μὴ πληρώσῃ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων
375050 ἢ 60 χιλιάδας δραχμῶν περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον. Ἀλη-
3751θῶς ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις λαμβάνει δύο στοιχεῖα πρὸς τὴν
3752ἐκτίμησιν τῆς ἰδιοκτησίας, λαμβάνει τὸ στοιχεῖον τοῦ εἰσο-
3753δήματος τῶν οἰκοδομῶν τῶν ἤδη ὑφισταμένων ἐν τῷ γηπέδῳ
3754αὐτῷ, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, λαμβάνει ὑπ’ ὄψει καὶ τὸ
3755στοιχεῖον τὸ ἕτερον, τῆς ἀξίας τῶν παρακειμένων ἐκεῖ γη-
3756πέδων. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἠδύναντο κάλλιστα ὁ εἰσηγητὴς τοῦ
3757νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Ζαππείου, ἐπὶ τῇ
3758βάσει τοῦ πρακτικοῦ τῆς ὁποίας συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον,
3759ἠδύναντο νὰ παραλείψωσι κάλλιστα ὅλα αὐτὰ καὶ νὰ εἴπω-
3760σιν, ὅτι διὰ τὸ γήπεδον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶναι γνωστὸν εἰς
3761πάντας τοὺς κατοικοῦντας ἐν Ἀθήναις καὶ τοὺς ἐξ Ἀθηνῶν
3762διερχομένους, ἐγὼ θὰ πληρώσω 40 δραχμὰς τὸν πῆχυν, διότι
3763φρονῶ, ὅτι κάλλιστα ἡ οἰκογένεια Ὀρφανίδου ἠδύνατο ν’ ἀπαι-
3764τήσῃ καὶ 50 καὶ 60 καὶ 70 δρ. κατὰ τετραγ. πῆχυν, διότι
3765τοιαύτη εἶναι ἡ ἀξία του, οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον δὲ τὴν ἀξίαν
3766τὴν σημερινὴν τοῦ γηπέδου ἐκείνου δύναται νὰ μειώσῃ ὁ
3767νόμος τοῦ 1869, ἢ ὁ περὶ σχεδίου τῆς πόλεως καὶ ἡ ἀπα-
3768γόρευσις τῆς οἰκοδομῆς ἐντὸς τῆς ζώνης κτλ. Ἡ ἀξία ὑφί-
3769σταται· ὑφίσταται δὲ σήμερον, κατὰ τὴν στιγμὴν δηλαδὴ
3770κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ λάβῃ χώραν ἡ ἀναγκαστικὴ
3771ἀπαλλοτρίωσις. Ἐὰν ἀντὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου,
3772τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει ἄδειαν πρὸς ἀγορὰν, εἴχομεν ἐκεῖνο,
3773τὸ ὁποῖον ἠδύνατο κάλλιστα νὰ λάβῃ χώραν, μίαν πρᾶξιν
3774ῥυμοτομίας καὶ ἀναγκαίως μίαν ἐκτίμησιν, εἰς τί ἀποτέλεσμα
3775θὰ ἐφθάνομεν; Δὲν θὰ ἐφθάνομεν εἰς πολὺ ὑπερτέραν ἐκτί-
3776μησιν τοῦ γηπέδου αὐτοῦ; Ἀναμφισβητήτως, διότι ἡ πραγ-
3777ματικὴ ἀξία εἶναι κατὰ πολὺ ὑπερτέρα, ἐτέθησαν δὲ τὰ ἐκ
3778τοῦ εἰσοδήματος τῶν οἰκοδομῶν στοιχεῖα διὰ νὰ δικαιολογή-
3779σωσι δῆθεν τὴν τιμὴν τῶν 40 δραχμῶν. Δὲν βλέπω, ὅτι ὑπάρ-
3780χει τι τὸ δυνάμενον καὶ κατ’ ἐλάχιστον νὰ κάμῃ τὴν Βου-
3781λὴν νὰ διστάσῃ ὡς πρὸς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ
3782νομοσχεδίου.
3783Ἀλλὰ τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου εὑρίσκω ὅτι δὲν
3784διατυποῦται ὡς ὤφειλε νὰ διατυπωθῇ, διότι καθιστᾶται δι’
3785αὐτοῦ μία ἐπικύρωσις ἀόριστος, χωρὶς νὰ μνημονεύωνται αἱ
3786ἀγοραὶ, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν. Λέγει τὸ ἄρθρον 2: «Αἱ
3787»μέχρι τοῦδε ἄνευ εἰδικοῦ πρὸς τοῦτο νόμου γενόμεναι πρὸς ἐξω-
3788»ράϊσιν τοῦ Ζαππείου ἀγοραὶ ἀκινήτων ἐκ τῆς προειρημένης
3789περιουσίας κυροῦνται». Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν τοι-
3790αύτην ἐπικύρωσιν;
3791§105Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω κατά-
3792λογον τῶν ἀγορασθέντων κτημάτων.
3793§106ΡΑΛΛΗΣ. Ἀνάγκη νὰ τὸν περιλάβητε εἰς τὴν δευτέραν
3794ἀνάγνωσιν.
3795§107Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θὰ
3796τὸν φέρω.
3797§108ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Δὲν πρόκειται διόλου περὶ παραβιάσεως τοῦ
3798Συντάγματος, τοῦ κηρύττοντος τὴν ἱερότητα τῆς ἰδιοκτη-
3799σίας καὶ τὸ ἀπαραβίαστον αὐτῆς. Πρόκειται ἁπλῶς περὶ
3800περιορισμῶν τῆς κυριότητος, τοὺς ὁποίους οἱ νόμοι καθιεροῦσι
3801καὶ κατὰ τοὺς ὁποίους ἐπὶ πεντηκονταετίαν ὅλην ἐῤῥυθμί-
3802σθησαν σχέσεις νομικαὶ μεταξὺ ἰδιωτῶν καὶ Δημοσίου, μεταξὺ
3803ἰδιωτῶν καὶ δήμων. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι
3804διὰ τῆς προτάσεως περὶ ἀποῤῥίψεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νο-
3805μοσχεδίου ἐπρόκειτο νὰ ἀνακηρυχθῇ, ὅτι ἡ δήμευσις ἐπιτρέ-
3806πεται· ἐπρόκειτο μόνον νὰ ὁρισθῇ ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος πρέπει
3807νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν πρὸς ὁρισμὸν τῆς τιμῆς εἰς ἐξαγορὰν ἑνὸς
3808γηπέδου, ἐκτὸς ἐὰν ὡρισμένοι λόγοι, ἐπιῤῥίπτοντες τὴν εὐθύ-
3809νην τῆς βραδύτητος ἐπὶ τοῦ Δημοσίου, ἤθελον μεταβάλει
3810τὸν χρόνον αὐτόν. Διὰ αὐτὸ ἰσχυρίσθην καὶ ἐπιμένω ἰσχυρι-
3811ζόμενος, ὅτι ἡ ἀξία τοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινομένου
3812πρὸς ἀγορὰν γηπέδου πρέπει νὰ κανονισθῇ κατὰ τὸν χρόνον
3813τῆς ἀπαγορεύσεως τοῦ οἰκοδομεῖν, διότι ἀπὸ τῆς στιγμῆς
3814ἐκείνης ἔπαυσε τὸ γήπεδον νὰ ἀνήκῃ κατὰ πλήρη κυριότητα
3815εἰς τὸν ἰδιοκτήτην.
3816§109ΡΑΛΛΗΣ. Τότε ἀλλοίμονον!
3817§110ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Εἶναι κύριος, μὲ τὸν περιορισμὸν ἐκεῖνον.
3818Δὲν εἶπον ὅτι ἔπαυσε νὰ ἦναι κύριος ὁ ἰδιοκτήτης· ἐξακολου-
3819θεῖ νὰ ἦναι κύριος, ἀλλὰ μὲ τὸν περιορισμὸν τοῦ νόμου.
3820Ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν,
3821ὅπως εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν εὐαρεστηθῇ νὰ φέρῃ τὴν
3822πληροφορίαν περὶ τοῦ ἂν τὸ μέρος ἐκεῖνο ὑπήγετο εἰς
3823ζώνην τῆς πόλεως, καὶ ἀπὸ ποίας ἐποχῆς, καὶ πλὴν τούτου,
3824τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων τὸ γήπεδον λογίζεται
3825ὡς ἔχον τοιαύτην ἀξίαν.
3826§111ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνόησα ποῦ στηρίζεται ὁ ἀξιό-
3827τιμος συνάδελφος, ὁμιλῶν περὶ περιορισμῶν, ὅταν ἐδῶ δὲν
3828πρόκειται περὶ περιορισμῶν, ἀλλὰ περὶ ἀπαλλοτριώσεως. Ἡ
3829ἀπαλλοτρίωσις ἡ δικαστικὴ περιορίζει τὰ πάντα. Οἱ περιο-
3830ρισμοὶ τῆς ἰδιοκτησίας, οἱ σχετιζόμενοι πρὸς τὴν χρησιμο-
3831ποίησιν τῆς ἰδιοκτησίας, σχετικοὶ δὲ πρὸς τὴν τάξιν τῶν πό-
3832λεων, πρὸς τὰ σχέδια τῶν πόλεων, αὐτοὶ δὲν εἶναι περιορι-
3833σμοὶ, οἱ ὁποῖοι σκοποῦσι νὰ κανονίσωσι τιμὰς τῶν ἰδιοκτη-
3834σιῶν, εἶναι περιορισμοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι προσωρινὴν ἀξίαν,
3835περιορισμοὶ, οἱ ὁποῖοι βεβαίως, ἂν ἐξετασθῶσιν αὐστηρῶς,
3836ἀντιβαίνουσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ δὲν πρέ-
3837πει ποτὲ νὰ γίνωνται ἄνευ ἀποζημιώσεως, ἀλλ’ εἶναι οἱ
3838περιορισμοὶ ἐκεῖνοι τῆς ἰδιοκτησίας, οἱ ὁποῖοι συντελοῦσιν εἰς
3839τὸ νὰ μὴ προσβάλλωνται δημόσια συμφέροντα, καὶ οἱ ὁποῖοι
3840πρέπει νὰ συνοδεύωνται ὑπὸ ἀποζημιώσεως. Λοιπὸν διατὶ
3841ὁμιλεῖτε περὶ περιορισμῶν; Ἐνταῦθα ἔχετε ἀπαλλοτρίωσιν,
3842καὶ δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι «ἔχομεν ἀπαλλοτρίωσιν, ἀλλὰ τὴν
3843τιμὴν θὰ τὴν κανονίσωμεν κατὰ ἕνα περιορισμὸν, ὁ ὁποῖος
3844ἀνήκει εἰς αὐτὴν τὴν ἰδιοκτησίαν.» Δὲν ἔχει ἀξίαν τὸ τοιοῦ-
3845τον. Εἶναι δὲ πασίγνωστον βεβαίως, ὅτι ἡ τιμὴ, ἡ ὁποία
3846προσδιωρίσθη διὰ τὸ γήπεδον αὐτὸ, ὅπως ἐννοοῦμεν πάντες,
3847—καὶ αὐτὸ εἶναι, τὸ ὁποῖον προσπίπτει εἰς τὴν ἀντίληψίν
3848μου, διότι διέρχομαι ἐκεῖθεν καθ’ ἡμέραν, κάμνων τὸν περί-
3849πατόν μου,—εἶναι μικρὰ, καὶ βεβαίως, ὅταν εἶδον ὅτι τεσσα-
3850ράκοντα δραχμὰς τὸν πῆχυν ἐξετιμήθη τὸ γήπεδον ἐκεῖνο,
3851θαυμάζω διὰ τὴν ὑποτίμησιν μᾶλλον, καὶ ὄχι δι’ ἄλλο.
3852§112Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ σχεδια-
3853γραφήσεις τῶν πόλεων ἀποτελοῦσιν ἀληθῶς περιορισμὸν τοῦ
3854δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας. Λόγοι γενικοῦ συμφέροντος,
3855τῆς εὐρυθμίας τῶν οἰκοδομῶν, τῆς εὐκοσμίας τῶν πόλεων,
3856τῆς ὑγιεινότητος αὐτῶν δικαιολογοῦσι τοὺς περιορισμοὺς τού-
3857τους. Ἐὰν ἔχω γήπεδον ἐν τῷ μέσῳ τῆς ὁδοῦ Κολοκοτρώνη,
3858μοὶ ἀπαγορεύεται νὰ τὸ οἰκοδομήσω, διότι τὸ σχέδιον τῆς
3859πόλεως ἐῤῥυμοτόμησε τὸ οἰκόπεδόν μου τοῦτο, καὶ θέλει
3860καταλάβει ἡ ὁδὸς ἐκείνη τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη ἐν
3861τῷ σχεδίῳ. Κανονίζεται δὲ ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον θέλω
3862οἰκοδομήσει ἐπ’ αὐτοῦ. Τὸ σχέδιον τῆς πόλεως Ἀθηνῶν
3863εἶναι πολὺ προγενέστερον τοῦ νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκανο-
3864νίσθησαν τὰ τῆς ζώνης τῶν πόλεων ἐν γένει, διότι ὁ νόμος ὁ
3865κανονίσας τὰ τῶν ζωνῶν τῶν πόλεων εἶναι ὁ νόμος ὁ ἐκδοθεὶς
3866κατὰ τὸ 1856 περὶ πεζοδρομίων καὶ ὑπονόμων. Ἐκεῖνος ὁ
3867νόμος περιέλαβε τὴν διάταξιν περὶ ζώνης τῶν πόλεων. Ἀλλὰ
3868ὁ νόμος περὶ ζώνης τῶν πόλεων, ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ σχε-
3869δίου τῆς πόλεως, ἀπαγορεύει τὴν οἰκοδομὴν ἐντὸς τῆς ζώνης,
3870ἡ ὁποία ὡρίσθη μετὰ τὸ σχέδιον τῆς πόλεως. Λέγω «ἐν τῷ
3871συμφέροντι τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως», διότι ἀφοῦ ὑπάρχει
3872σχέδιον ἐν τῇ πόλει, πάντα τὰ γήπεδα, τὰ ὁποῖα εἶναι οἰκο-
3873δομήσιμα κατὰ τὸ σχέδιον, ὑπερτιμῶνται. Οἱ ἄνθρωποι ἔχουν
3874συμφέρον νὰ οἰκοδομήσωσιν ἐπὶ οἰκοπέδων, ἤτοι ἐπὶ γη-
3875πέδων προωρισμένων εἰς οἰκοδομάς. Εἶναι λοιπὸν ἀπηγορευ-
3876μένον νὰ οἰκοδομήσωσι μετὰ τὸ σχέδιον ἐν τῇ ζώνῃ τῆς πό-
3877λεως. Διὰ νὰ ὑποχρεωθῶσι λοιπὸν πάντες νὰ οἰκοδομήσωσιν
3878ἐντὸς τῆς πόλεως καὶ κατὰ τὸ σχέδιον, ἀπαγορεύεται ἡ
3879οἰκοδομὴ ἐν τῇ ζώνῃ. Ἀλλὰ ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη δὲν εἶναι
3880περιορισμός· εἶναι ἀναίρεσις τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας,
3881καὶ διὰ νὰ τὴν ἐφαρμόσητε, ὅσον τὸ σχέδιον διαγράφει, πρέ-
3882πει ἀμέσως νὰ καλῶνται οἱ ἰδιοκτῆται καὶ ν’ ἀποζημιῶνται
3883μὲ τὴν ἀξίαν τοῦ γηπέδου, τὴν ὁποίαν τοῦτο ἔχει κατὰ τὴν
3884ὥραν ἐκείνην. Ἀλλ’ ἡ οἰκοδομὴ τοῦ μακαρίτου Κλωνάρη,
3885ἥτις περιῆλθεν εἰς κτῆσιν τοῦ μακαρίτου Ὀρφανίδου, εἶναι
3886οἰκοδομή, ἡ ὁποία δὲν ἠξεύρω ἂν ἦναι σύγχρονος μὲ τὸ σχέ-
3887διον τῆς πόλεως, βεβαίως ὅμως εἶναι προγενεστέρα τοῦ νόμου
3888περὶ ζώνης τῆς πόλεως. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι τὴν οἰκοδομὴν
3889αὐτὴν κατὰ τοὺς πρώτους χρόνους τῆς ἀφίξεώς μου εἰς
3890Ἀθήνας, ὅτε ἐσπούδαζον ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ· ἀλλ’ ὕστερον
3891πάλιν ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν
3892ἐχρειάσθη κόπος, ἵνα πεισθῇ ὁ Κλωνάρης νὰ τὴν πωλήσῃ,
3893καὶ κατόπιν ὁ Ὀρφανίδης, διότι τότε ἡ Βασίλισσα Ἀμαλία
3894ἐπεθύμει νὰ ἐπεκτείνῃ τὸν Βασιλικὸν κῆπον μέχρι τῶν κιό-
3895νων τοῦ Ὀλυμπίου Διὸς καὶ νὰ περιλάβῃ καὶ ταύτην, καὶ
3896ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐλέγετο, ὅτι ἡ Βασίλισσα Ἀμαλία προσέφερεν
389780,000 δρ. εἰς τὸν Κλωνάρην, ὁ ὁποῖος δὲν ἔστεργεν. Ὅταν
3898λοιπὸν ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ σχέδιον τῆς πόλεως καὶ νὰ
3899ἀπαγορευθῇ εἰς τὸν Κλωνάρην, ἢ τὸν δικαιοδόχον αὐτοῦ Ὀρ-
3900φανίδην, νὰ μένῃ ἐν τῇ ζώνῃ τῆς πόλεως, ἔπρεπε ν’ ἀποζη-
3901μιώσωσι τὸν ἄνθρωπον, νὰ ἐκτιμήσωσι τὴν οἰκοδομήν του,
3902ἑπομένως νὰ ἀγοράσωσι καὶ τὸ γήπεδόν του, καὶ νὰ τὸν πλη-
3903ρώσουν ὅπως κατεδαφίσωσι τὴν οἰκοδομήν.
3904Τὴν ζώνην τῆς πόλεως πολλάκις παρεβίασαν οἱ ἰδιῶται·
3905καὶ δύναμαι νὰ ἀναφέρω τι, τὸ ὁποῖον ἐνθυμοῦμαι. Ὁ ἀξιω-
3906ματικὸς τοῦ ἱππικοῦ Ἰωάννης Ταμπακόπουλος ᾠκοδόμησε
3907τὴν οἰκίαν του ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Πατησίων, ἐπὶ τῆς ζώνης τῆς
3908πόλεως. Ἡ Ἀρχὴ δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν της, ν’ ἀπαγο-
3909ρεύσῃ τὴν ἀνέγερσιν, καὶ ἡ οἰκία αὕτη σῴζεται ἀκόμη ἐκεῖ,
3910διότι τότε ἦτο ζώνη τῆς πόλεως. Τώρα πλέον δὲν εἶναι ἐκεῖ
3911ἡ ζώνη τῆς πόλεως. Ἀλλὰ ἡ ἀπαγόρευσις, ἡ ἀναίρεσις τοῦ
3912δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ κύριος τῶν
3913γηπέδων αὐτῶν, περὶ ὧν πρόκειται, αὐτὴ ἡ ἀναίρεσις δὲν
3914ἐξετελέσθη, καὶ ἀφέθη ἐν τῇ κατοχῇ τῆς ἰδιοκτησίας του ὁ
3915μακαρίτης Κλωνάρης, καὶ κατόπιν ὁ μακαρίτης Ὀρφανίδης.
3916Ἀλλ’ αὕτη ἤρθη μετὰ ταῦτα, διότι ἄλλο διάταγμα προσ-
3917διώρισε σχέδιον τῆς πόλεως ὄχι πλέον ἐκεῖ, ἀλλ’ ἀπωτέρω,
3918καὶ αὐτὸ ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1885, ἐπὶ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσω-
3919τερικῶν τοῦ Λομβάρδου. Οὕτως ἡ ζώνη τῆς πόλεως, καὶ ἂν
3920διήρχετο ἐκεῖθεν, ἔνθα ὑπάρχει ἡ ἰδιοκτησία τοῦ μακαρίτου
3921Ὀρφανίδου, ἀπεμακρύνθη 1500 μέτρα, ἑπομένως δὲν ὑπάρχει
3922ὁ λόγος ὁ ἀναιρῶν τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, ὅπερ ἔμεινεν
3923ἀκέραιον εἰς τὴν κατοχὴν καὶ εἰς τὴν χρῆσιν καὶ εἰς τὴν
3924ἀπολαυὴν τοῦ ἰδιοκτήτου· τοιουτοτρόπως ἀπηλλάγη τῆς
3925μιᾶς προσβολῆς τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας.
3926Ἀλλὰ ἐπῆλθεν ἡ δευτέρα προσβολὴ, ἡ διὰ τοῦ νόμου τοῦ
39271869, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀπηγορεύθη νὰ οἰκοδομῶσιν ἐν τῇ
3928περιοχῇ ἐκείνῃ. Ἀλλ’ ἡ οἰκοδομὴ ὑπῆρχε· δὲν ἐκάλεσαν τὸν
3929ἰδιοκτήτην ν’ ἀποζημιώσωσιν αὐτὸν διὰ τὴν οἰκοδομὴν καὶ
3930λάβωσι τὴν κατοχὴν αὐτῆς, ἢ ἐκάλεσαν μὲν αὐτὸν, ἀλλὰ
3931ἠνέχθησαν νὰ ἐξακολουθῇ αὐτὸς καὶ νὰ νέμηται τὴν οἰκοδο-
3932μήν του. Τὰ δὲ πράγματα ἔμενον οὕτω μέχρι τοῦδε.
3933Τώρα δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων ζητεῖ νὰ κατα-
3934λάβῃ τὸν χῶρον, τὸν ὁποῖον εἶχε δικαίωμα νὰ καταλάβῃ ἀπὸ
3935τοῦ 1869, ἀλλὰ παρέλιπε νὰ καταλάβῃ. Εἶναι λοιπὸν δι-
3936καία ἡ ἀξίωσις τοῦ ἰδιοκτήτου ν’ ἀποζημιωθῇ, καὶ εἶναι εὐ-
3937λαβεστάτη ἡ πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ζητεῖ ἀπὸ
3938τὴν Βουλὴν τὴν ἄδειαν, ἵνα ἀποζημιώσῃ αὐτόν.
3939Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν δίδει εἰς πάντα ταῦτα
3940ὁ ἐκ Θήρας κ. Βουλευτὴς, δὲν εἶναι μόνον ἀνευλαβὴς πρὸς
3941τὴν προστασίαν, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα χορηγεῖ εἰς τὴν
3942ἰδιοκτησίαν, ἀλλ’ εἶναι καὶ σκληρὰ μέχρι βαθμοῦ ἀσυγχωρή-
3943του, ἐνῷ οὐδεὶς νόμος μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἤμεθα το-
3944σοῦτον σκληροί. Ἡ καταδίκη τῆς οἰκίας ὑπῆρχεν ἐν ὅσῳ ἡ
3945ζώνη τῆς πόλεως παρεῖχε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Διοίκησιν, ἵνα
3946καταλάβῃ τὴν οἰκίαν, καὶ τοῦτο ἐξηκολούθησεν ἐπὶ διάρκειαν
394727 χρόνων. Ἀλλὰ δὲν εἶχε καταλάβει αὐτὴν ἡ Διοίκησις
3948πράγματι, τὴν ἀφῆκε δ’ ὑπάρχουσαν. Μετὰ τὴν μετάθεσιν
3949ὅμως τῆς ζώνης ἀπωτέρω ἐξέλιπεν ἡ καταδίκη αὕτη τῆς οἰ-
3950κίας. Ἡ οἰκία προωρίσθη μὲν ἀληθῶς πρὸς κατάληψιν ὑπὸ
3951τοῦ νόμου τοῦ 1869, ἀλλὰ δὲν κατελήφθη, οὐδὲ δύναται νο-
3952μίμως νὰ παραταθῇ ἡ καταδίκη τῆς οἰκίας, νὰ μένῃ ἐκεῖ
3953ἄθικτος, νὰ φθίνῃ ἑτοιμόῤῥοπος, καὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ οὐδὲν
3954δικαίωμα ἐπισκευῆς τῆς ἰδιοκτησίας, οὔτε ἀποζημιώσεως τοῦ
3955ἰδιοκτήτου. Τοῦτο εἶναι ἄδικον· οὐδεὶς νόμος τὸ δικαιολογεῖ
3956ἢ ἐπιβάλλει. Ἡ ἀδικία ὑπερβαίνει τὰ ὅρια πάσης νομοθεσίας
3957καὶ πάσης διοικήσεως. Ἐὰν ὑπῆρχε δικαίωμα εἰς τὴν Διοί-
3958κησιν ν’ ἀπαγορεύσῃ πᾶσαν μεταβολὴν ἢ ἀνακαίνισιν τῆς
3959οἰκίας, ἔπρεπεν ἡ Διοίκησις νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ, νὰ μὴ ἀφήσῃ
3960νὰ οἰκοδομηθῇ θέατρον, νὰ μὴ ἀφήσῃ νὰ οἰκοδομηθῇ κα-
3961φενεῖον. Ἀλλ’ ἡ μὲν Διοίκησις ἀφῆκε καὶ ᾠκοδομήθη θέατρον,
3962ἀφῆκε καὶ ᾠκοδομήθη καφενεῖον, ὁ ἰδιοκτήτης νέμεται τὸ
3963θέατρον αὐτὸ καὶ τὸ καφενεῖον, τώρα δὲ ἰσχυρίζονται,
3964ὅτι ἀπώλεσε τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτητίας του, διότι ὁ τό-
3965πος ἦτο προωρισμένος, ἵνα καταληφθῇ ὑπὸ τοῦ Ζαππείου,
3966τοῦτον ὅμως οἱ ἔχοντες τὸ δικαίωμα δὲν κατέλαβον, ἀλλὰ
3967ἀφῆκαν εἰς τὴν διάθεσιν αὐτοῦ· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἕνεκα τοῦ προο-
3968ρισμοῦ αὐτοῦ τοῦ τόπου, δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ οἰκοδομήσῃ
3969θέατρον καὶ καφενεῖον, διὰ τοῦτο ζητοῦσι ν’ ἀπαγορεύσωσιν
3970εἰς αὐτὸν ν’ ἀπολαμβάνῃ τὰ ἔσοδα ἐκ τῶν οἰκοδομῶν του.
3971Ἐγὼ βεβαίως δὲν συμφωνῶ παντάπασι μὲ τὴν γνώμην τοῦ
3972κ. Βουλευτοῦ ἐκ Θήρας μεθ’ ὅλην τὴν ἀναγνώρισιν, τὴν
3973ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐποιήσατο.
3974§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχε-
3975δίου εἰς αʹ συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγεί-
3976ρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3977Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκει):
3978«Ἐπιτρέπεται τῷ Ὑπουργῷ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἀντι-
3979προσώπῳ τῆς εἰς τὸ ἔθνος κληροδοτηθείσης Ζαππείου περι-
3980ουσίας, νὰ προβῇ εἰς τὴν διὰ λογαριασμὸν αὐτῆς ἐξαγορὰν
3981τῆς ἐντὸς τῆς περιοχῆς τοῦ καταστήματος τῶν Ὀλυμπίων
3982κειμένης ἰδιοκτησίας τῶν κληρονόμων Θεοδώρου Ὀρφανίδου,
3983ἀποτελουμένης ἐκ πήχεων τεκτονικῶν τετραγωνικῶν 4,000,
3984ἀντὶ τιμήματος δραχμῶν ἑκατὸν πεντήκοντα χιλιάδων.
3985«Ἐπιτρέπεται ὡσαύτως τῷ αὐτῷ Ὑπουργῷ νὰ ἀγοράσῃ
3986διὰ λογαριασμὸν τῆς αὐτῆς περιουσίας γήπεδον ἀξίας μέχρι
3987δεκαπεντακισχιλίων δραχμῶν καὶ ἀνταλλάξῃ τοῦτο μετὰ τοῦ
3988γηπέδου, ἐν ᾧ κεῖται τὸ Ἀγγλικὸν Νεκροταφεῖον.»
3989§114Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ δὲν
3990ὑπάρχει καταμέτρησις ὑπὸ μηχανικῶν τῆς ἐκτάσεως, καὶ δυ-
3991νατὸν αὕτη νὰ ἦναι 4,500 ἢ 3,800 πήχεις, διὰ τοῦτο προ-
3992τείνω νὰ ἀπαλειφθῶσιν οἱ δύο τελευταῖοι στίχοι τῆς πρώτης
3993παραγράφου, διότι ἐνδέχεται νὰ ἐγερθῶσιν ἀπαιτήσεις, ὅτι
3994ἐπωλήθησαν 4,000 πήχεις καὶ ὄχι 4,500.
3995§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτρο-
3996ποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ
3997περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3998Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
3999§116Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιφυλάσ-
4000σομαι ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου νὰ φέρω τὸν κατάλογον.
4001(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ
4002νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
4003§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
4004συστάσεως Γεωργικοῦ ταμείου ἐν Θεσσαλίᾳ.
4005§118ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. Πάλιν ζητῶ τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομο-
4006σχεδίου τούτου, πρῶτον διότι δὲν ὑπάρχει δικαιολογητικὴ
4007ἔκθεσις, δεύτερον διότι ἔπρεπε τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια νὰ
4008συζητηθῶσιν ἐν ὡρισμένῃ ἡμέρᾳ ὅλα ὁμοῦ, τρίτον δὲ διότι
4009δὲν ὑπάρχουν παρόντες ὅλοι οἱ ἐκ Θεσσαλίας ἀντιπρόσωποι.
4010§119ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν προλαλήσαντα
4011συνάδελφον, διότι νομίζω, ὅτι, ἐὰν καθ’ ἑκάστην ἑσπέραν ζη-
4012τεῖται ἡ ἀναβολή, οὐδέποτε θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συ-
4013ζήτησιν τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναν-
4014τιῤῥήτως σπουδαιότατα. Νομίζω, ὅτι τροπολογίαι ὑπεβλή-
4015θησαν παρὰ τῶν ἀξιοτίμων ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφων, καὶ
4016ἐγὼ σκοπεύω νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν εἰς τὸ νομοσχέδιον,
4017ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν εἰς πρώτην ἀνά-
4018γνωσιν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καὶ κατὰ τὴν δευτέραν
4019καὶ τρίτην ἀνάγνωσιν αὐτοῦ δυνάμεθα καὶ τὸ νομοσχέδιον
4020νὰ συζητήσωμεν καὶ τὰς τροπολογίας νὰ ὑποβάλωμεν. Αὐτὸ
4021νομίζω, ὅτι εἶναι τὸ δίκαιον καὶ τὸ ὀρθόν.
4022§120ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον νὰ μὴ συζητηθῶσι
4023τὰ νομοσχέδια, ἐγὼ ἐζήτησα νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα, κατὰ τὴν
4024ὁποίαν νὰ ὑποβληθῶσι τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια καὶ νὰ
4025συζητηθῶσι.
4026§121Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ Θεσσα-
4027λικὰ νομοσχέδια εἶναι πάντα ὑποβεβλημένα, καὶ ἐπερίμενα
4028νὰ γένηται συζήτησις ἐπὶ τῶν πορισμάτων καὶ τῶν γνωμῶν,
4029τὰς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ ἐξέθηκεν ἐν τῇ ἐκθέσει, ἣν εἰσηγά-
4030γομεν εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ τὰ πορίσματα ταῦτα, δύο
4031μόνον νομοσχέδια δὲν πρέπει νὰ συζητηθῶσι, τὸ νομοσχέδιον
4032περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν
4033καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας στρεμματικῆς τῶν βο-
4034σκῶν. Τῶν δύο τούτων νομοσχεδίων τιθεμένων κατὰ μέρος,
4035μένουσι τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως γαιῶν εἰς τοὺς
4036γεωργοὺς καὶ τὸ περὶ Γεωργικοῦ ταμείου. Φρονῶ, ὅτι πρέπει
4037νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις, ὁπόταν θέλητε, ἐπὶ τῶν νομοσχε-
4038δίων τούτων, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀρχίσωμεν, διότι, ἂν ἀναβάλ-
4039λωμεν καθ’ ἡμέραν, θέλει ματαιωθῆ ἡ εὐκολία, τὴν ὁποίαν
4040ἠδυνήθημεν νὰ πορισθῶμεν διὰ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς
4041Τραπέζης.
4042§122ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐνισχύω ἐγὼ τὴν πρότασιν τὴν ὑποβληθεῖ-
4043σαν παρὰ τοῦ ἐκ Καρδίτσης ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, καὶ διὰ
4044τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους αὐτὸς ἀνέφερεν, ἀλλ’ ἰδίως διὰ τὸ
4045ἄσκοπον τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ἄσκοπον δὲ τοῦ νομοσχεδίου
4046δείκνυται ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ νομοσχεδίου, διότι τὸ τελευ-
4047ταῖον ἄρθρον τούτου λέγει (ἀναγινώσκει):
4048«Δι’ εἰδικῶν νόμων θέλουσιν ὁρισθῆ ὁ σκοπὸς ἢ οἱ σκο-
4049ποί, πρὸς οὓς θέλουσι διατεθῆ, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ 1
4050ἄρθρου, τὰ κεφάλαια τοῦ ταμείου τούτου, ὡς καὶ τὰ τῆς
4051κατὰ ταῦτα διαχειρίσεως αὐτῶν.»
4052§123Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ζητήσατε
4053τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου.
4054§124ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἵνα ψηφίσωμεν ἕνα νόμον, πρέπει νὰ ἔχω-
4055μεν τὰς σκέψεις, αἱ ὁποῖαι ἐπέβαλον τὴν σύνταξιν τοῦ νόμου,
4056καὶ νὰ γνωρίζωμεν τὸν σκοπόν, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἀποβλέ-
4057ψῃ. Ἀλλ’ ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι ἄγνωστος,
4058καὶ ἐὰν μεθαύριον, ὅτε θὰ συζητηθῇ ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ
4059ὁρίζῃ τοὺς σκοποὺς ἢ τὸν σκοπὸν τῆς συστάσεως τοῦ Γεωρ-
4060γικοῦ ταμείου, ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἀποῤῥίψῃ τὸ νομοσχέδιον
4061ἐκεῖνο, πρὸς τί τότε νὰ ψηφισθῇ τὸ παρὸν νομοσχέδιον; Διὰ
4062τοὺς λόγους τούτους παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
4063§125ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Διὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς συνταχθείσης ὑπὸ
4064τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπείας καὶ διανεμηθείσης ἤδη πρό τινων
4065ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλήν, κατὰ τὴν ὀρθοτάτην παρατήρησιν
4066τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια,
4067περιλαμβανόμενα ἅπαντα ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ, θεωροῦνται
4068ὑποβεβλημένα εἰς τὴν Βουλήν· ἑπομένως ὁ πρῶτος ἰσχυρι-
4069σμὸς τοῦ ἐκ Καρδίτσης ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἀξιοῦντος νὰ
4070συνυποβληθῶσιν ἅπαντα, ἵνα δεχθῇ συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἐν τῇ
4071ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένου ὡς δευτέρου νομοσχεδίου
4072περὶ συττάσεως Γεωργικοῦ ταμείου ἐν Θεσσαλίᾳ, δὲν ἔχει
4073βάσιν. Εἰδικῶς ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐπιφυλασσό-
4074μενος νὰ συζητήσω, ἀποδέχομαι προθύμως τὴν γνώμην τοῦ
4075ἐκ Τρικκάλων βουλευτοῦ κ. Χατζηπέτρου, προτείνοντος νὰ
4076προχωρήσωμεν εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν
4077νὰ ὑποβάλωμεν τροπολογίας καὶ νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῶν
4078καὶ τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
4079Τινὲς τῶν ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφων κατήρτισαν ἤδη
4080τροπολογίαν μακρὰν ἐπὶ τῶν διαφόρων ἄρθρων τοῦ νομοσχε-
4081δίου. Τὴν τροπολογίαν ταύτην, τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ μετέχω,
4082ὑποβάλλω ἀπὸ τοῦδε εἰς τὴν Βουλήν, καὶ παρακαλῶ νὰ
4083τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν δευ-
4084τέραν ἀνάγνωσιν.
4085§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ (Ὅρα Παράρ-
4086τημα ἀριθ. 195).
4087§127ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Συμπληρῶν τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιο-
4088τίμου προλαλήσαντος, πληροφορῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Φθιώ-
4089τιδος, ὅτι ἀκριβῶς τὸ τελευταῖον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου,
4090περὶ τοῦ ὁποίου μνείαν ἐποιήσατο, τροποποιεῖται διὰ τῶν
4091ὑποβαλλομένων τροπολογιῶν, καὶ θὰ μείνῃ εὐχαριστημένος,
4092ἅμα τυπωθῶσι καὶ ἀναγνωσθῶσιν αἱ τροπολογίαι αὗται.
4093§128ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἂς ἀναμείνωμεν λοιπόν.
4094§129ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὄχι! ἂς ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνά-
4095γνωσιν.
4096§130ΚΡΙΤΣΑΣ. Αὐτὰ εἶναι ἀτελῆ πράγματα. Διατὶ νὰ προ-
4097βῶμεν εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐν ἐπι-
4098γνώσει ὅτι θὰ τροποποιηθῇ τοῦτο; Δὲν εἶναι σοβαρὰ πράγ-
4099ματα αὐτά!
4100§131ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς μετὰ τὴν
4101ὑποβολὴν τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων παρὰ τοῦ κ. Προέδρου
4102τῆς Κυβερνήσεως μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ διορίσῃ μέλος
4103τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν ὁποίαν παρε-
4104πέμφθη ἡ προεπεξεργασία τῶν τριῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων,
4105μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον περὶ
4106συστάσεως Γεωργικοῦ ταμείου ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἕνεκα τοῦ λό-
4107γου τούτου νομίζω, ὅτι ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ πληροφορήσω καὶ
4108τὴν Βουλήν καὶ τὸν ἐκ Καρδίτσης ἀξιότιμον συνάδελφον,
4109ὅστις ἔλαβε τὸν λόγον, ἵνα ζητήσῃ τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομο-
4110σχεδίου, προβαλὼν τὴν μὴ ὑποβολὴν ἐκθέσεως ὑπὸ τῆς ἁρμο-
4111δίας ἐπιτροπῆς, ἔχω ὑποχρέωσιν, λέγω, ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν
4112Βουλήν, ὅτι τοιαύτη ἔκθεσις ὑπεβλήθη. Ὑπεβλήθησαν μάλι-
4113στα δύο ἐκθέσεις, ἡ μὲν μία τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτρο-
4114πῆς, ἡ δὲ ἑτέρα τῆς μειοψηφίας, ἧς καὶ ἐγὼ ἀπετέλεσα μέ-
4115ρος, ὑπῆρξα δὲ καὶ εἰσηγητής. Ὥστε δὲν νομίζω, ὅτι λόγος
4116τῆς ἀναβολῆς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι αὐτός. Ἀλλὰ θὰ ταχθῶ
4117μετὰ τῆς γνώμης τοῦ ἑτέρου συναδέλφου, τοῦ ἐκ Φθιώτιδος, ὅστις
4118ἐχαρακτήρισεν ἄσκοπον τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν τοῦ νομο-
4119σχεδίου τούτου ἀπὸ τοῦδε. Λέγω δὲ, ὅτι θεωρῶ ἄσκοπον τὴν
4120συζήτησιν, ὄχι διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιό-
4121τιμος συνάδελφος, ὅτι δηλαδὴ δι’ εἰδικῶν νόμων θέλουσιν
4122ὁρισθῆ οἱ σκοποὶ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἀλλὰ δι’ ἄλλον
4123τινὰ λόγον.
4124Ἐγώ, ὡς καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, τῇ προμελετησάσῃ τὸ
4125νομοσχέδιον τοῦτο, ἔσχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω, ἐφρόνουν καὶ
4126φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Γεωργικοῦ ταμείου
4127ἐν Θεσσαλίᾳ θέλει χρησιμεύσει ὡς τὸ ὄργανον, ὡς τὸ μέσον,
4128διὰ τοῦ ὁποίου θέλει πραγματοποιηθῆ ἐν Θεσσαλίᾳ ἀνώτε-
4129ρος σκοπός, ὁ σκοπὸς τῆς ἀποδόσεως ἰδιοκτησίας εἰς πενομένας
4130ἐν Θεσσαλίᾳ οἰκογενείας, τὰς στερουμένας πάσης ἰδιοκτησίας,
4131ὅτι θὰ χρησιμεύσῃ δηλαδὴ ὡς ὄργανον πρὸς πραγματοποίησιν
4132τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ
4133ὑποβληθὲν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὸ περὶ
4134ἀπαλλοτριώσεως τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ κτημάτων. Ἐφ’ ὅσον δὲ
4135τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἀναγράφεται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ δια-
4136τάξει, οὔτε ὑπάρχει πιθανότης ὅτι θέλει συζητηθῆ, νομίζω
4137ὅτι δὲν παρέχεται ἡ ἀφορμή, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο,
4138μεταβαλλόμενον εἰς νόμον, ἀποβλέψῃ εἰς τὴν πραγματοποίη-
4139σιν τοῦ διὰ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου ἐπιδιωκομένου σκοποῦ.
4140Θεωρῶ ἕνεκα τούτων ἄσκοπον καὶ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν
4141ψήφισιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, καὶ ὄχι μόνον ἄσκοπον,
4142ἀλλὰ καὶ ἐπιζήμιον, διότι τοῦτο ἐπιβάλλει βάρη καὶ ὑπο-
4143χρεώσεις εἰς τὸν Θεσσαλικὸν λαόν. Διότι, ἐὰν καὶ ἐπιπολαίως
4144ἀκόμη παρατηρήσωμεν τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἴδωμεν, ὅτι νέα βάρη
4145ἐπιβάλλονται καὶ νέοι φόροι εἰς τὸν Θεσσαλικὸν λαὸν, χάριν τῆς
4146καταρτίσεως τοῦ ταμείου τούτου. Ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον ὁ σκοπὸς ὁ θε-
4147μελιώδης, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν εἶναι
4148βέβαιον ὅτι θέλει πραγματοποιηθῆ,—καὶ θὰ ἦναι βέβαιον, ἐὰν
4149τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ
4150συσχετισθῇ μὲ τὸ προκείμενον,—ἐφ’ ὅσον, λέγω, δὲν εἶναι βέβαιον,
4151ὅτι ὁ σκοπὸς, ὁ διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἐπιδιωκόμενος,
4152χάριν τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλονται νέοι φόροι εἰς τὴν Θεσσαλίαν,
4153θέλει πραγματοποιηθῆ, δὲν εἶναι πρέπον, νομίζω, νὰ προβῶμεν
4154μονομερῶς εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου.
4155Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω ὅτι εἶναι πρόωρος ἡ συζή-
4156τησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ συντάσσομαι μὲ τὴν γνώ-
4157μην τῶν ἄλλων συναδέλφων, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις
4158τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὄχι ἵνα ἔλθωσιν οἱ ἐκ Θεσσαλίας
4159Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι, ἐὰν ἐνδιαφέρωνται, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω,
4160δύνανται νὰ ἔλθωσιν, ἀλλὰ διὰ τὸν λόγον, ὅπως συσχετισθῇ,
4161ὡς εἶπον, μετὰ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ
4162τὸν ἄξονα, περὶ τὸν ὁποῖον στρέφεται ὅλη αὐτὴ ἡ μεταῤῥύθ-
4163μισις ἐν Θεσσαλίᾳ, ὅπως συγχρόνως συζητηθῶσιν ἀμφότερα.
4164§132ΤΟΠΑΛΗΣ. Δὲν ἔχει δίκαιον ὁ ἐκ Φθιώτιδος ἀξιότιμος
4165Βουλευτὴς, λέγων ὅτι δὲν ὑπάρχει σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον
4166ζητεῖται ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, διότι ἐν
4167τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εἶναι ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον περὶ
4168κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἑπομένως
4169ἀμέσως ἐκδηλοῦται εἷς τῶν σκοπῶν, διὰ τοὺς ὁποίους προ-
4170ωρίσθη τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Γεωργικοῦ ταμείου ἐν
4171Θεσσαλίᾳ. Οὔτε εἶναι ὁ μόνος σκοπὸς τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου
4172ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις μέρους τῶν τσιφλικίων, διότι
4173τοῦτο θὰ γείνῃ δι’ αὐτῆς τῆς ἀπαλλοτριώσεως, θὰ πληρω-
4174θῶσι δηλ. τὰ ἔξοδα τῆς ἀπαλλοτριώσεως δι’ ἐτησίων δόσεων
4175τῶν χωρικῶν. Εἶναι λοιπὸν διάφοροι οἱ σκοποὶ τοῦ Γεωργικοῦ
4176ταμείου, εἷς δὲ τῶν κυρίων σκοπῶν εἶναι καὶ αὐτὸς, ὁ ὁποῖος
4177θὰ ἐπιδιωχθῇ διὰ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθν. Τραπέζης.
4178Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ὅπως ἀνα-
4179βληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, δύνανται
4180δὲ συγχρόνως νὰ ὑποβληθῶσι καὶ τὰ ἄλλα νομοσχέδια, ἐν
4181τοῖς ὁποίοις ἐμπεριέχονται οἱ διάφοροι σκοποὶ τοῦ νομοσχεδίου
4182τούτου, καὶ νὰ ἔλθωσιν εἰς συζήτησιν.
4183§133ΚΡΙΤΣΑΣ. Πῶς θὰ μᾶς βεβαιώσητε, ὅτι θὰ ψηφισθῶσιν
4184ἐκεῖνα;
4185§134ΤΟΠΑΛΗΣ. Δὲν δύνανται ὅμως βεβαίως νὰ συζητῶνται
4186συγχρόνως ὅλα.
4187§135ΡΑΛΛΗΣ. Ἐφρόνουν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι οἱ συνάδελφοι
4188ἐκ Θεσσαλίας ἤθελον φροντίσει νὰ πείσωσι τοὺς συμπολίτας
4189αὐτῶν, ὅτι ὑπάρχει εἷς λόγος εὔλογος, διὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐπι-
4190βληθῶσιν εἰς αὐτοὺς τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει τὸ πα-
4191ρὸν νομοσχέδιον. Τὸ 2ον ἄρθρον ἐπιβάλλει μίαν πρόσθετον
4192φορολογίαν, ἥτις δὲν εἶναι λίαν ἐλαφρὰ διὰ τὴν Θεσσαλικὴν
4193παραγωγὴν ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς εὑρίσκεται αὕτη σήμερον·
4194διότι τὸ ἄρθρον λέγει:
4195«Τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τούτου, πλὴν τῶν ἑκάστοτε δι’
4196εἰδικῶν νόμων καθοριζομένων, ἀποτελοῦνται ἐξ εἰσφορῶν·
4197αʹ) ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων ἢ μεταφερομένων διὰ θαλάσσης
4198ἐκ τῶν λιμένων τῆς Θεσσαλίας.
41991) Σίτου, ἀλεύρων ἐν γένει καὶ σεμιδάλεως, ἑνὸς λεπτοῦ
4200κατ’ ὀκᾶν.
42012) Κριθῆς, βρώμης καὶ ἀραβοσίτου, ἡμίσεως λεπτοῦ κατ’
4202ὀκᾶν.
42033) Ὀσπρίων ἐν γένει καὶ ὀρύζης, ἑνὸς καὶ ἡμίσεως λεπτοῦ
4204κατ’ ὀκᾶν.
42054) Καπνοῦ ὑφ’ οἱανδήποτε μορφὴν, τουμπεκίου καὶ βάμ-
4206βακος, πέντε λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν.
42075) Ξηροῦ χόρτου, τριάκοντα λεπτῶν καθ’ ἑκατοστὺν
4208ὀκάδων.
42096) Μεγάλων ἐν γένει ζώων δραχμῶν δύο, χοίρων δραχμῆς
4210μιᾶς, καὶ μικρῶν ζώων λεπτῶν εἴκοσι κατὰ κεφαλήν.
4211βʹ) ἐπὶ τῶν κατ’ ἔτος βεβαιουμένων δημοσίων φόρων ζώων
4212καὶ βοσκῶν ἐν τοῖς νομοῖς Λαρίσης καὶ Τρικκάλων ἑνὸς προσ-
4213θέτου δεκατημορίου.»
4214Πρόκειται λοιπὸν περὶ νέας ἐπαχθεστάτης φορολογίας ἐπὶ
4215τῆς Θεσσαλικῆς παραγωγῆς, ἥτις φορολογία θὰ καταστήσῃ
4216ἄνισον τὸν συναγωνισμὸν διὰ τὴν Θεσσαλικὴν παραγωγὴν
4217πρὸς τὴν παραγωγὴν τοῦ λοιποῦ Κράτους. Διότι, ἐνῷ ἡ πα-
4218ραγωγὴ τῶν λοιπῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους δὲν θὰ ὑφίσταται
4219ταύτην τὴν φορολογίαν τὴν ἐπαχθῆ, ὅλα τὰ προϊόντα, τὰ
4220ἀναγραφόμενα ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τοῦ νομοσχεδίου, τὰ ἐξαγόμενα
4221ἐκ Θεσσαλίας, θὰ ὑφίστανται αὐτὴν τὴν φορολογίαν. Καθι-
4222στᾶται λοιπὸν μία ἀνισότης ἐν ᾧ συναγωνισμῷ μεταξὺ τῶν
4223προϊόντων τῶν Θεσσαλικῶν καὶ τῶν προϊόντων τῶν ἄλλων
4224ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, καὶ ἡ ἀνισότης αὕτη δὲν θὰ ἐφαί-
4225νετο ἐπαχθής, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν διὰ τῆς προσθέτου ταύ-
4226της φορολογίας ἐπεδιώκετο σκοπός, καὶ ἀπεδεικνύετο, ὅτι ἐπι-
4227διώκεται σκοπός, δι’ οὗ ἤθελε κατορθωθῆ, ὅπως ἡ Θεσσα-
4228λικὴ παραγωγὴ ὄχι μόνον ἀπαντήσῃ τὰ βάρη τὰ νέα, τὰ
4229ὁποῖα ἐπιπροστίθενται εἰς αὐτήν, ἀλλὰ καὶ ἐξισωθῇ ἐν τῷ
4230συναγωνισμῷ πρὸς τὴν παραγωγὴν τοῦ λοιποῦ Κράτους.
4231Ἐντεῦθεν ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ τελευταίου ἄρ-
4232θρου τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ πέρυσιν ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον
4233τοῦτο, καὶ παρετηρήθη, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶναι ἐπαρ-
4234κής, ἀλλὰ τοὐλάχιστον πέρυσι τὸ νομοσχέδιον ἤρχετο μετὰ
4235τριῶν ἄλλων νομοσχεδίων, ἀφορώντων εἰς τὴν Θεσσαλικὴν ἰδιο-
4236κτησίαν. Καὶ τὸ μὲν ἓν κατεδικάσθη καὶ οὔτε πρόκειται ν’ ἀνα-
4237γραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τὸ δὲ περὶ προσθέτου φο-
4238ρολογίας ἐπὶ τῶν προσόδων ἐθεωρήθη τόσον τερατῶδες, ὥστε
4239καὶ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου τὸ ἐγκατέλιπε, καὶ ἐκεῖνοι,
4240εἰς τοὺς ὁποίους ἀπεδόθη τὸ νομοσχέδιον, ἐφρόντισαν νὰ νί-
4241ψωσιν ἐπιμελῶς χεῖρας καὶ πρόσωπον, διὰ ν’ ἀποφύγωσι τὴν
4242κατηγορίαν τῆς πατρότητος. Τὸ ἄλλο νομοσχέδιον ποῦ εἶ-
4243ναι; δὲν τὸ βλέπω ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Κυρίως τὸ νο-
4244μοσχέδιον αὐτὸ ὡς καὶ ἡ ἐπιπρόσθετος φορολογία ἀπέβλεπον
4245εἰς τὸν σκοπὸν τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀγροτῶν. Διὰ τῶν
4246προσθέτων αὐτῶν βαρῶν ἐπεδιώκετο ὁ σκοπὸς τοῦ νὰ κατα-
4247σταθῶσιν ἰδιοκτῆται αἱ οἰκογένειαι τῶν ἀγροληπτῶν. Καὶ τὸ
4248νομοσχέδιον τοῦτο φαίνεται ἐγκαταλελειμμένον, δι’ αὐτὴν τὴν
4249σύνοδον τοὐλάχιστον. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θεωρεῖται
4250ἤδη ἐγκαταλελειμμένον καὶ ἐκ τῶν λόγων, οἵτινες ἀναγρά-
4251φονται ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς, οὐχὶ τῆς εἰδικῆς, ἀλλὰ
4252τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις κατηρτίσθη ἐφέτος παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ
4253τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἥτις μεταβᾶσα ἐπιτοπίως συνέταξε τὴν
4254ἔκθεσιν ἐκείνην. Λοιπὸν δὲν βλέπομεν τὸν σκοπὸν πλέον, ὅστις
4255δικαιολογεῖ τὰ ἐπιπρόσθετα ταῦτα βάρη.
4256Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Βόλου ἀνέφερεν ἕτερον
4257νομοσχέδιον, ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, τὸ
4258περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐκεῖνο
4259τὸ νομοσχέδιον οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν ἐκεῖ πρόκειται περὶ
4260συμβάσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀνελάμβανε
4261νὰ συστήσῃ Γεωργικὴν Τράπεζαν. Μόνον αἱ τροπολογίαι,
4262τὰς ὁποίας προετίθετο νὰ ὑποβάλῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαμ-
4263πάκας Βουλευτής...
4264§136ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὑπεβλήθησαν.
4265§137ΡΑΛΛΗΣ... αἱ ὁποῖαι ἠμπορεῖ νὰ ἦναι γνωσταὶ εἰς τὸν
4266κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι βεβαίως ἀνεκοινώθησαν
4267αὐτῷ, αἵτινες ὅμως δὲν εἶναι γνωσταὶ εἰς τὴν Βουλήν, ἐσχε-
4268τίζοντο πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Διὰ τοῦτο φρονῶ,
4269ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου μέχρι
4270τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θὰ γνωρίσωμεν καὶ τὰς τροπολογίας.
4271§138Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέ-
4272διον περὶ συστάσεως τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου δὲν εἰσάγεται
4273ἤδη πρώτην φοράν. Ταμεῖον τοιοῦτον εἶχε συστηθῆ διὰ νόμου
4274ψηφισθέντος κατὰ τὸ 1889, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλεται εἰ-
4275δικὴ φορολογία εἰς τὰ προϊόντα τὰ μνημονευόμενα ἐν τῷ νο-
4276μοσχεδίῳ περὶ συστάσεως Γεωργικοῦ ταμείου, διὰ νὰ χρησι-
4277μεύσῃ ἡ πρόσοδος αὐτοῦ εἰς κατασκευὴν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν
4278Θεσσαλίᾳ, τῶν ὁποίων ἡ δαπάνη εἶχεν ὑπολογισθῆ εἰς 18 ἑκα-
4279τομμύρια. Ὅταν κατηργήθησαν πᾶσαι αἱ ἄλλαι, αἱ διὰ νόμου
4280παρακεχωρημέναι, πρὸς συνομολόγησιν δανείων ἄδειαι, κατηρ-
4281γήθη καὶ τὸ μέρος τοῦ νόμου ἐκείνου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδίδετο
4282ἄδεια πρὸς συνομολόγησιν δανείου, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ὑπηρε-
4283τηθῆ ἐκ τῆς φορολογίας αὐτῆς. Ἑπομένως δὲν προβάλλεται
4284εἰς τὴν Βουλὴν καινόν τι, ἄγνωστόν τι· ἀνανεοῦται θεσμὸς, ὁ
4285ὁποῖος ἐνομοθετήθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐκυρώθη ὑπὸ τοῦ Βα-
4286σιλέως, καὶ ἴσχυε πρὸ δύο ἔτι ἐτῶν. Βεβαίως τὸ Γεωργικὸν
4287ταμεῖον δὲν θέλει χρησιμεύσει διὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον
4288εἶχον προτείνει πρὸς μεταβολὴν τοῦ τρόπου τῆς φορολογίας
4289τῶν βοσκῶν· οὐδὲν κοινὸν ἔχει μετ’ αὐτοῦ. Κατ’ ἐκεῖνο τὸ νο-
4290μοσχέδιον, αἱ βοσκαὶ ἐφορολογοῦντο ὅπως ἐφορολογοῦντο πᾶσαι
4291αἱ βοσκαί· κατ’ ἐξαίρεσιν δὲ, ἡμεῖς ἐπροτείναμεν νὰ ἐφαρμο-
4292σθῇ εἰδικὴ φορολογία εἰς τὰς βοσκὰς τῆς Θεσσαλίας, ἡ στρεμ-
4293ματικὴ, πρῶτον διὰ σκοπὸν ταμιευτικὸν, δεύτερον διότι ἐνο-
4294μίζομεν, ὅτι ἡ δικαιοσύνη περὶ τὴν κατανομὴν τοῦ φόρου ἀπῄ-
4295τει νὰ ἐπιβαρυνθῶσιν οἱ κάτοχοι τῶν βοσκῶν περισσότερον ἢ
4296ὅσον ἐπιβαρύνονται μέχρι τοῦδε. Ἑπομένως οὐδαμῶς τὸ νομο-
4297σχέδιον περὶ μεταβολῆς τῆς φορολογίας τῶν βοσκῶν εἰς στρεμ-
4298ματικὴν φορολογίαν συνδέεται μετὰ τοῦ νομοσχεδίου, οὐδὲ,
4299ἐὰν ἐκεῖνο ἐτέθη κατὰ μέρος, πρέπει νὰ περιπέσῃ εἰς ἀχρηστίαν
4300τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς
4301εὗρε συγγένειαν μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν νομοσχεδίων. Ἐγὼ
4302δὲν κατεδίκασα οὐδὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ στρεμματικῆς φορο-
4303λογίας, οὐδὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀλλαγῆς τῆς φορολογίας
4304τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Ἐσυστήθη ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία
4305παρεκλήθη νὰ μελετήσῃ τὰ διάφορα θέματα, μετέβη εἰς Θεσ-
4306σαλίαν, ἐμελέτησε καὶ ἐπανῆλθε, καὶ διὰ τῆς ἐκθέσεώς της
4307ἐγνωμοδότησε νὰ μὴ ψηφισθῇ οὐδὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ στρεμ-
4308ματικῆς φορολογίας, οὐδὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῆς
4309ἀποδεκατώσεως τῶν καρπῶν πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ φόρου
4310τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Δὲν ὑπάρχει τὸ ἀπαίσιον καὶ τὸ
4311μαῦρον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς περιγράφει. Ἐγὼ
4312δὲ εἶπον, ὅτι στέργω νὰ συμμορφωθῶ μὲ τὴν γνώμην τῆς ἐπι-
4313τροπῆς, καὶ νὰ μὴ ἀναγράψω εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὰ
4314δύο ἐκεῖνα νομοσχέδια.
4315Ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως δα-
4316νείων εἰς τοὺς χωρικούς. Αὐτὸ οὐδ’ ἡ ἐπιτροπὴ τὸ ἐγκατέ-
4317λιπεν, οὐδ’ ἐγώ. Ἀλλὰ διατὶ δὲν ἀνεγράφη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ
4318διατάξει; Διότι ἐψηφίσθη ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Τραπέζης, ἡ
4319δὲ σύμβασις αὕτη περιέχει ἕνα ὅρον, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Βουλευ-
4320τὴς δὲν ἔλαβε, φαίνεται, τὸν καιρὸν νὰ μελετήσῃ. Κατὰ τὴν
4321σύμβασιν ταύτην, ἡ Τράπεζα ἀνελάμβανε νὰ δανείζῃ μέχρις
4322ἓξ ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἐπὶ τόκῳ 5½% εἰς τὸ Γεωργι-
4323κὸν ταμεῖον, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν
4324ὑδραυλικῶν ἔργων. Ἑπομένως ἡ ἀναγραφὴ τοῦ νομοσχεδίου
4325περὶ συστάσεως τοῦ Γεωργικοῦ ταμείου συνεδέετο μετὰ τῆς
4326ἀναγραφῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως
4327μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· διότι, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ Γεωργι-
4328κὸν ταμεῖον, ὁ ὅρος, τὸν ὁποῖον περιέλαβεν ἡ σύμβασις, ἡ
4329μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τῆς Τραπέζης συνομολογηθεῖσα, ματαιοῦ-
4330ται. Νομίζω δὲ, ὅτι ὁ ὅρος οὗτος εἶναι ὅρος εὐνοϊκὸς διὰ τὰ
4331Θεσσαλικὰ συμφέροντα, διότι δὲν θέλει εἶσθαι δυνατὸν νὰ συγ-
4332κομίσῃ τὸ ταμεῖον ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ὅλα τὰ χρήματα, ἐγέ-
4333νετο δὲ δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἓν τραπεζικὸν κατάστημα, τὸ
4334ὁποῖον ἐδάνειζεν εἰς δόσεις 6,000,000 ἐπὶ τόκῳ 5½%.
4335Νομίζω ὅτι ἡ σύμβασις συμφέρει εἰς τοὺς Θεσσαλούς. Ἀλλὰ
4336διατὶ δὲν ἀναγράφεται τὸ νομοσχέδιον τὸ ἄλλο; Προέταξα
4337τοῦτο, οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ συζητήσω καὶ ἐκεῖνο. Συ-
4338ζητήσατε τὸ περὶ Γεωργικοῦ ταμείου, καὶ συζητήσατε κα-
4339τόπιν καὶ τὸ ἄλλο.
4340§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐμμένετε εἰς τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς,
4341κύριε Τσαμαγκίδη;
4342§140ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. Μάλιστα.
4343§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὑμῖν, ὅτι κατὰ τὸν
4344Κανονισμὸν πᾶσα πρότασις περὶ ἀναβολῆς πρέπει νὰ ὑποστη-
4345ρίζηται ὑπὸ δέκα. Εἶσθε δέκα; Παρακαλῶ νὰ τὸ δηλώσητε.
4346(Ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 10).
4347Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν, ἐὰν παραδέχεται τὴν ἀναβολήν.
4348Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερ-
4349θῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
4350§142ΣΤΑΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
4351§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομο-
4352σχεδίου περὶ συστάσεως εἰδικοῦ Γεωργικοῦ ταμείου λέγουσι
4353Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
4354(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, καὶ
4355εἶτα ἡ διαλογή).
4356§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
4357Λύεται ἡ συνεδρίασις.
4358Ὥρα 12 καὶ 40′ τῆς νυκτός.