Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΔ · Σύνοδος ΕΚΤΑΚΤΟΣ› Συνεδρίαση 26

1896.12.11

5.319 στίχοι · 41.403 λέξεις · 6 πίνακες · 148 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1896.12.11
Προεδρεία
ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗ
Περίοδος
ΙΔ
Σύνοδος
ΕΚΤΑΚΤΟΣ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1897)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 26

Τῆς 11 Δεκεμβρίου 1896.

(Τετάρτη)

Ὥρᾳ 4 καὶ 20′ μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.)

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐξ Οἰτύλου βουλευτὴς κ. Ραζέλος καὶ ὁ ἐκ Βόλου κ. Φιλάρετος ὑποβάλλουσι τὴν ἑξῆς αἴτησιν.

§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀκόλουθα ἔγγραφα, ὡς πρὸς τὰς γενομένας μελέτας διὰ τὴν ἵδρυσιν στρατοπέδου ἐν Θήβαις· αʹ) τὴν ἔκθεσιν τοῦ ταγματάρχου τοῦ μηχανικοῦ κ. Δροσινοῦ, βʹ) τὴν τοῦ ὑπολοχαγοῦ τοῦ μηχανικοῦ κ. Κωνσταντινοπούλου καὶ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ τοῦ πεζικοῦ κ. Ρωσέτου, γʹ) τὴν ἀρχικὴν ἐντολὴν τῆς τελευταίας ἐπιτροπῆς, τῆς προεδρευομένης ὑπὸ τοῦ ἀντισυνταγματάρχου τοῦ μηχανικοῦ κ. Νοταρᾶ, καὶ τὴν τροποποίησιν αὐτῆς διὰ μεταγενεστέρου ἐγγράφου.»

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Ἀγγελόπουλος καὶ ὁ ἐκ Μήλου κ. Ταταράκης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἀδείας τῶν μηχανημάτων σιγαροχάρτου», συνοδευομένην καὶ ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Ὁ ἐξ Ἰθάκης βουλευτὴς κ. Πεταλᾶς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ ἀπὸ 19 Αὐγούστου 1852 ΣΕʹ νόμου περὶ συντάξεων τοῦ κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν στρατοῦ», συνοδευομένην καὶ ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Οἱ ἐκ Βόλου βουλευταὶ κ. κ. Τοπάλης, Γιαννακόπουλος καὶ Σταματιάδης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως καὶ συστάσεως τελωνειακῶν θέσεων. Ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. Ὁ ἐκ Κερκύρας βουλευτὴς κ. Παραμυθιώτης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ προσθήκης εἰς τὸ ἐδάφιον δʹ τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ ͵ΒΤΟΗʹ νόμου περὶ στρατολογίας», συνοδευομένην καὶ ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Πᾶσαι αἱ προτάσεις, ἡ τροπολογία καὶ ἡ ἔκθεσις θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτ. ἀριθ. 176–180). Ὡσαύτως θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ αἱ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβληθεῖσαι ἐν προηγουμένῃ συνεδρίᾳ τρεῖς καταστάσεις τῶν ἐν ἐνεργείᾳ καὶ ἀποστρατείᾳ ἀξιωματικῶν, ὡς καὶ τῶν ὑπαρχόντων κτηνῶν τοῦ στρατοῦ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 181). Ἐργοστασιάρχαι Τριπόλεως διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιψηφίσῃ τὴν τροπολογίαν τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου, τὴν ἀφορῶσαν τὰ μάλλινα νήματα. Πολῖται Λιγουδίστης τηλεγραφικῶς παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποπερατώσεως τοῦ ὑδραγωγείου Λιγουδίστης τοῦ δήμου Φλεσσιάδος.

§4ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐγγράφως δύο ἐπερωτήσεις μου, τὴν μὲν πρὸς τὸν κ. κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὴν δὲ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, καὶ παρακαλῶ αὐτοὺς νὰ λάβωσιν αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν καὶ χορηγήσωσι τὰς αἰτουμένας πληροφορίας (ἀναγινώσκει): «Ἐξ ἀφορμῆς τῆς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπευθυνθείσης παρ’ ἀλλοδαποῦ τινος αἰτήσεως πρὸς παραχώρησιν τῆς ἁλιείας κοραλλίων κατὰ τὰ δυτικὰ παράλια τῆς Ἑλλάδος, ὡς μανθάνω, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν: αʹ) ἐὰν ἐγένοντο ἤδη ἔρευναι περὶ τῶν μερῶν τῶν παραλίων τῆς Ἑλλάδος, ἐν οἷς φύονται τὰ κοράλλια, καὶ περὶ τῆς ποσότητος, ἐν ᾗ ἀπαντῶσι ταῦτα κατὰ τὰ διάφορα μέρη· βʹ) ἐὰν — ἀποφασισθείσης τυχὸν τῆς παραχωρήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἁλιείας — ἐλήφθη πρόνοια ἐκ μέρους τῆς ὑπηρεσίας πρὸς ἐπιβολὴν ἁπάντων τῶν ἀπαιτουμένων ὅρων καὶ περιορισμῶν πρὸς μεθοδικὴν ἁλιείαν, ἵν’ ἀποσοβηθῇ ἡ ἐξ ἀπληστίας καταστροφὴ τοῦ εἴδους κατὰ ποσὸν καὶ ποιὸν, ὡς συνέβη ἐν τοῖς παραλίοις ἑτέρων χωρῶν, καθόσον τὸ πολύτιμον τοῦτο προϊόν τῆς θαλάσσης ἀποτελεῖ ἀληθῆ πηγὴν πλούτου.» «Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἐνεργείας αὑτοῦ ἐν τῷ ἑξῆς ζητήματι. Κατὰ τὸ ἄρθρον 18 τοῦ νόμου ᾼΡΝΓʹ «περὶ Ναυτικῆς Σχολῆς τῶν δοκίμων», οἱ δύο πρῶτοι ἑκάστης τάξεως τῆς Σχολῆς ταύτης ἐξερχόμενοι εἰς τὸ πολεμικὸν ναυτικὸν ἀξιωματικοὶ ἀποστέλλονται εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν δημοσίοις ἀναλώμασι πρὸς ἀνωτέραν ἐκπαίδευσιν ἐπὶ διετίαν. Αἱ προκάτοχοι Κυβερνήσεις παρέλιπον τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως ταύτης· ἡ παροῦσα ὅμως ἀνέγραψεν ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1897 πίστωσιν δραχμῶν 6,000 πρὸς τοιαύτην ἀποστολὴν ἀξιωματικῶν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Ἀλλ’ ἐκ τῆς παραβολῆς τῶν ἑκάστοτε γενομένων δημοσιευμάτων περὶ τούτου ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν κατάλογον τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ ἐξάγεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν οὐδεμίαν τάξιν ἐτήρησεν ἐν τῇ ἐκλογῇ τῶν ἀποσταλέντων εἰς Εὐρώπην ἀξιωματικῶν, δὲν ἀπέστειλε δὲ τοὺς πρώτους τῶν ἀρχαιοτέρων ἐξελθουσῶν τῆς Σχολῆς τάξεων, τῶν δὲ ἐκλεγέντων πρὸς τοῦτο τινὲς εἶχον μὲν τὸ δικαίωμα τῆς μεταβάσεως, ἀλλ’ ὑπεσκέλισαν ἄλλους ἀρχαιοτέρων τάξεων, ἕτεροι δὲ οὐδὲν ἀπολύτως δικαίωμα εἶχον, κατὰ τὸν ῥηθέντα νόμον. Ἐπὶ τούτου παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν, προσάγων ἐν ταὐτῷ καὶ σημείωμα τῶν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς αὑτοῦ ἀποσταλέντων ἀξιωματικῶν ἢ τῶν λαβόντων παράτασιν σπουδῆς καὶ ποῦ ἕκαστος ἐκπαιδεύεται, μετὰ τῆς πληροφορίας τῆς κατ’ ἀρχαιότητα σειρᾶς τῶν ἀποσταλέντων πρὸς τοὺς ὁμοταξίους συμμαθητὰς αὐτῶν, τοὺς παραλειφθέντας.»

§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐζητήθη ὑπό τινος συναδέλφου νὰ καταθέσω πίνακα τῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1896 χορηγηθεισῶν ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων. Καταθέτω τοῦτον. Ἀφοῦ ἐψηφίσθη εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετράπη νὰ χορηγῆται μισθὸς τμηματάρχου Βʹ τάξεως εἰς δύο ὑπουργικοὺς γραμματεῖς Αʹ τάξεως, πρέπει νὰ ζητήσω διὰ δηλώσεως νὰ προστεθῇ τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τοῦτο ποσὸν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Τὴν δήλωσιν ταύτην καταθέτω. Ἐπίσης καταθέτω ἑτέραν δήλωσιν, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται νὰ προστεθῶσι 5 χιλιάδες δραχμῶν εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων. Εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ὅτι ἀείμνηστος ἀνὴρ, ὁ Γεώργιος Ζαρίφης, δι’ ἀφειδοῦς δαπάνης ἵδρυσεν ἐν Φιλιππουπόλει τὰ Ζαρίφεια Διδασκαλεῖα, τὰ ὁποῖα συνετήρει ὁ φιλογενὴς συμπολίτης, ἐφ’ ὅσον ἔζη· ἀποθανόντος τοῦ Γεωργίου Ζαρίφη, ἡ σύζυγος αὐτοῦ, ἁμιλλωμένη κατὰ τὴν φιλοπατρίαν πρὸς τὸν σύζυγόν της καὶ σεμνυνομένη ἐπὶ τῷ ὀνόματι τοῦ συζύγου αὐτῆς, ἐξηκολούθησε νὰ συντηρῇ τὰ Ζαρίφεια, δαπανῶσα ὑπὲρ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡ κυρία Ζαρίφη ἔκρινεν ὅτι εἶχε καθῆκον ἵνα διατηρῇ ἐσαεὶ τὴν μνήμην τοῦ συζύγου αὑτῆς, καὶ ὅτι, ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν φιλοπατρίαν ἐκείνου, προσεῖκε νὰ προνοήσῃ καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος, διότι θνητὴ οὖσα προέβλεπεν, ὅτι θέλει ἔλθει ἡ ἡμέρα τοῦ θανάτου αὐτῆς. Διὰ τοῦτο μετά τινας συνεννοήσεις ἔστερξε νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν 20 χιλιάδας λίρας ἐκ τῶν χρημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔχει λαμβάνειν παρὰ τῶν ἀγοραστῶν τοῦ χωρίου Σοφάδων τῆς Θεσσαλίας, ἡ δὲ Κυβέρνησις νὰ ἀναλάβῃ νὰ πληρόνῃ 20–25 χιλιάδας φράγκων κατ’ ἔτος πρὸς συντήρησιν τῶν Ζαριφείων Διδασκαλείων. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν συνεννοήσεων ἐφείλκυσε περισσότερον τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐζήτησε νὰ λάβῃ πληροφορίας καὶ περὶ τῶν ἄλλων λεπτομερειῶν τῆς διοικήσεως τῶν Ζαριφείων Διδασκαλείων. Ἐπειδὴ, κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἐλάβομεν, τὰ διδακτικὰ ὄργανα, τὰ ἐν τοῖς Διδασκαλείοις ὑπάρχοντα, τινὰ μὲν ἐκ τῆς χρήσεως ἐφθάρησαν, ἄλλα δὲ ἀρχῆθεν ἦσαν ἀτελῆ, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐσύστησεν εἰς τὴν κυρίαν Ζαρίφη νὰ προσθέσῃ 400 ἔτι λίρας, ἵνα συμπληρωθῶσι τὰ ἀτελῆ ὄργανα καὶ βελτιωθῶσι τὰ ὑπάρχοντα. Ἐπὶ ταῖς βάσεσι ταύταις συνωμολογήθη σύμβασις, τὴν ὁποίαν εἰσάγω εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ παρελθοῦσαν σύνοδον εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ὀργανώσεως τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς, ἐσκέφθην δὲ τότε νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ἵνα συντελέσῃ διὰ τῆς ψήφου της, ὅπως μειωθῶσιν αἱ περὶ τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως ἐργασίαι τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ. Κατὰ τὴν προβάσανον τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, εἰς ἣν ἀπεστάλη τότε, καὶ κατὰ συζητήσεις οὐχὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ ἐπὶ ἄλλων θεμάτων γενομένας ἐν τῇ Βουλῇ, διάφοροι ἐξηνέχθησαν γνῶμαι· ἐπειδὴ δὲ συνειθίζομεν νὰ μὴ κρίνωμεν ὅτι αἱ γνῶμαι ἡμῶν πάντοτε εἶναι αἱ ἀληθέστεραι, ὑπελάβομεν ὅτι ὠφείλομεν νὰ μὴ ἐπισπεύσωμεν τότε τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα ἐξετασθῶσι καὶ αἱ γνῶμαι αἱ ἐξενεχθεῖσαι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῇ ἐξελεγξάσῃ τὸ νομοσχέδιον, καὶ δυνηθῶμεν νὰ πορισθῶμεν πᾶν ὅ,τι εἶναι λυσιτελέστερον καὶ πληρέστερον. Ἐπὶ τοιαύτης λοιπὸν βάσεως εἰργάσθημεν, καὶ συνετάξαμεν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως εἰσάγομεν εἰς τὴν Βουλήν. Εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνάπτω δύο πίνακας. Ὁ μὲν εἷς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θέλει ἀντικαταστήσει τὸν Ιʹ πίνακα τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὁ δὲ ἄλλος πίναξ εἶναι ὁ τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας θέλει ἐπιφέρει τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ ἐκτέλεσις, ἂν ἤθελε καταρτισθῇ νόμος.

§6ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὅλως ἄσχετον πρὸς τὸ περυσινὸν νομοσχέδιον;

§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι μεταβεβλημένον· ἄσχετον δὲν δύναται νὰ ἦναι, διότι πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν τείνουσιν ἀμφότερα.

§8ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο ἐκμηδενίζεται.

§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως. Αἱ ἐπερωτήσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης προέτεινεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἔφερον εἰς γνῶσιν καὶ ἐμοῦ καὶ τῆς Βουλῆς, ὅτι ἕνεκα τῆς καθυστερησάσης κατὰ τὸ παρελθὸν ἐργασίας τῆς ἐξελέγξεως τῶν λογαριασμῶν μεταξὺ τῶν δηλωσάντων ἐθνικὰς γαίας καὶ φυτείας καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου, δὲν ἐγένετο ἡ βεβαίωσις τῶν ἐτησίων δόσεων καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν, ἀλλ’ εἰς διάστημα χρόνου οὐδεμία ἐγένετο ἐργασία· ὅταν δὲ ἡ ἐργασία αὕτη ἐτέθη ἐν ἐνεργείᾳ μετά τινος σπουδῆς, ἐβεβαιώθησαν συγχρόνως πολλῶν ἐτῶν δόσεις, καὶ οὕτω, κατὰ πίνακα, τὸν ὁποῖον ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν, εἰς τινας δήμους τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης ἐδηλώθησαν συγχρόνως δόσεις 6 καὶ 9 καὶ 10 ἐτῶν. Ἡ τοιαύτη σύγχρονος βεβαίωσις εἶναι βεβαίωσις δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα οἱ πολῖται ὀφείλουσι πρὸς τὸ Δημόσιον. Καὶ ἂν μὲν τὰ δικαιώματα ταῦτα ἐζητοῦντο κατ’ ἔτος, ἡ πληρωμὴ αὐτῶν θὰ ἦτο μᾶλλον ἄνετος, καὶ ὄχλησις δὲν ἤθελεν ἐπέλθει αἰσθητὴ εἰς τοὺς πολίτας. Διὰ τοῦτο, συμφώνως καὶ μὲ εὐχὴν ἐκφρασθεῖσαν ὑπὸ κ. Βουλευτοῦ Μεσσήνης καὶ ὑπὸ ἄλλων συναδέλφων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἔσπευσα νὰ συντάξω νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως εἰσάγω. Τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτείνομεν, δὲν εἶναι μέτρον πρώτην φορὰν προβαλλόμενον εἰς τὴν Βουλὴν· καὶ ἄλλοτε, ὁσάκις φόροι δημόσιοι συνέπεσαν νὰ βεβαιωθῶσι συχρόνως πολλῶν ἐτῶν, ἑπομένως νὰ παραχθῇ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου πρὸς ἀπαίτησιν συγχρόνως φόρων καὶ δικαιωμάτων πολλῶν ἐτῶν, παρεκλήθη ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ φανῇ ἐπιεικὴς κατὰ τὴν ἀπαίτησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου, καὶ διὰ νόμων ἐπετράπη εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ μὴ ἀπαιτήσῃ τὴν ἄμεσον καὶ σύγχρονον πληρωμὴν ὅλων τῶν φόρων τούτων, ἀλλὰ νὰ ἀπαιτήσῃ αὐτοὺς κατὰ δόσεις. Διὰ τῶν νόμων μάλιστα ἐκείνων εἶχε διαταχθῇ, ἵνα πληρόνηται καὶ τόκος μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν προθεσμιῶν, ἤτοι ἐζητήθη παρὰ τῶν ὑποχρέων καὶ τόκος ἐπὶ τοῦ ὀφειλομένου ποσοῦ· οἱ νόμοι μάλιστα ἐκεῖνοι εἶχον προσδιορίσει τόκον 8%, ὅσος εἶναι ὁ τόκος ὁ νόμιμος. Δὲν ἐνόμισα ὅτι μοὶ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρνηθῶ, ἵνα περιλάβω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ ὑποχρέωσιν πρὸς πληρωμὴν τόκου· ὑπέλαβον ὅμως, ὅτι ὁ τόκος 8% εἶναι βαρύς. Διὰ τοῦτο ἀναγράφεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τόκος τόσος, ὅσος εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον πληρόνει τὸ Δημόσιον, δανειζόμενον δι’ ἐντόκων γραμματίων, ἤτοι 5%. Καταθέτω καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.

§10ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ μέτρον βεβαίως εἶναι γενικόν, ἀφορᾷ ὅλας τὰς ἐπαρχίας.

§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μόνον τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης.

§12ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ζητήσητε πληροφορίας, ἂν καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας συμβαίνει τὸ αὐτό.

§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θέλομεν προτείνει τὸ αὐτὸ μέτρον δι’ ἄλλου νομοσχεδίου.

§14ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν σας συμβαίνει τοῦτο, κύριε Πρόεδρε.

§15Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν ἐπαρχίαν Γόρτυνος; Ὅτε, κύριε συνάδελφε, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης καὶ ὑμεῖς παρεπονεῖσθε διὰ τὰ συμβαίνοντα ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ σας, ἐγὼ ἔλεγον κατ’ ἐμαυτόν, ὅτι οἱ ἐμοὶ συμπολῖται εἶναι εἰς πολλῷ χείρονα θέσιν.

§16ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατ’ ἀρχὴν νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ δι’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας.

§17Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Εὐταξία, νομίζω ὅτι κατ’ ἀρχὴν δὲν πρέπει νὰ παραχωρῆται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τοσοῦτον ἀπόλυτον δικαίωμα. Ὁσάκις ἐξελέγχεται τὸ γεγονός, πρέπει νὰ ζητῆται, ἡ δὲ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται νὰ χορηγῇ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν τὸ δικαίωμα τοῦτο.

§18ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Διατί, κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ ἡ θέσις τῶν Γορτυνίων εἶναι χείρων, δὲν λαμβάνετε ὑπὲρ αὐτῶν τὸ αὐτὸ μέτρον;

§19Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀκόμη δὲν ἐγένετο ἐξέλεγξις. Ὅταν διὰ τῆς ἐξελέγξεως βεβαιωθῇ τὸ γεγονός, θέλει ληφθῆ τὸ αὐτὸ μέτρον διὰ τῆς εἰσαγωγῆς ἑτέρου νομοσχεδίου.

§20ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατὰ πρῶτον λόγον παρακαλῶ νὰ ληφθῇ φροντὶς διὰ τὴν Λοκρίδα, διότι εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον βεβαρημένων ἐπαρχιῶν.

§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθεῖσαι δηλώσεις καὶ τὰ νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 185–187). Ὁ κ. Ρωμάνος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, παραχωροῦντος τοῦ κ. Καραπάνου.

§22ΡΩΜΑΝΟΣ. Τρία ἔτη συνεπληρώθησαν ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὑπείκουσα εἰς ἀναπόδραστον ἀνάγκην, προέβη εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν τόκων τῶν ἐθνικῶν δανείων. Ἔκτοτε διεξήχθησαν διαπραγματεύσεις μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ μεταξὺ τῶν ἐπιτροπειῶν, αἵτινες ἀνέλαβον νὰ ὑπερασπίσωσι τὰ συμφέροντα τῶν κατόχων ἑλληνικῶν χρεωγράφων ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν Γαλλίᾳ καὶ Γερμανίᾳ. Αἱ διαπραγματεύσεις ἐκεῖναι εἶχον ὡς σκοπὸν τὴν μεταῤῥύθμισιν τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων ἐκ συμφώνου μετὰ τῶν δανειστῶν. Ταύτας δὲ δυνάμεθα νὰ διαιρέσωμεν εἰς δύο περιόδους, εἰς τὴν περίοδον τοῦ 1894 καὶ εἰς τὴν περίοδον τοῦ 1895 καὶ 1896, ὅτε ἡ παροῦσα Κυβέρνησις διὰ τοῦ πρέσβεως ἐν Παρισίοις κ. Νικολάου Δελιγιάννη διεξήγαγε τὰς διαπραγματεύσεις. Ὡς πρὸς μὲν τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ 1894, ἡ Κυβέρνησις εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Εἰς τὸν κατατεθέντα φάκελλον εὑρίσκεται ἡ ἀλληλογραφία μεταξὺ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν προέδρων τῶν ἐπιτροπειῶν Λονδίνου, Βερολίνου καὶ Παρισίων, τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα διημείφθησαν, ὅτε οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν δανειστῶν ἦλθον εἰς Ἀθήνας, τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα διημείφθησαν μεταξὺ τῆς Πρεσβείας Λονδίνου καὶ τῆς ἐπιτροπείας τῆς ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ πᾶσαι αἱ σχετικαὶ ἐκθέσεις τῶν ἐν Λονδίνῳ, Παρισίοις καὶ Βερολίνῳ Ἑλληνικῶν Πρεσβειῶν. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, μόνον δύο ἔγγραφα κατέθεσε καὶ ἐδημοσίευσεν ἡ Κυβέρνησις· πρῶτον τὰς ὁδηγίας, ἃς ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς τοὺς πρέσβεις ἐν Λονδίνῳ, Βερολίνῳ καὶ Παρισίοις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ συμβιβασμοῦ, καὶ δεύτερον τὸ σχέδιον τοῦ συμβιβασμοῦ, τὸ ὁποῖον μετὰ τὴν λῆξιν τῶν διαπραγματεύσεων ὑπέβαλον οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν κομιτάτων. Εἰς τὸ σχέδιον ἐκεῖνο ἡ Κυβέρνησις ἀπήντησε δι’ ἀντιπροτάσεων ἢ διὰ παρατηρήσεων, ὡς ὠνομάσθησαν αἱ ἀντιπροτάσεις αὗται τῆς Κυβερνήσεως, τόσον διαφόρων τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν δανειστῶν, ὥστε πᾶσα περαιτέρω συζήτησις ἐθεωρήθη ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὡς ματαία, καὶ αἱ διαπραγματεύσεις διεκόπησαν. Ἡ Κυβέρνησις προσπαθεῖ νὰ καταστήσῃ πιστευτὸν, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις δὲν εἶναι ἐντελῶς διακεκομμέναι. Ἐν τούτοις καὶ οἱ λόγοι τῶν διευθυνόντων τὰς ἐπιτροπείας πρὸς οἱονδήποτε, ὅστις ἤθελεν ἐρωτήσει αὐτοὺς, καὶ αἱ ἐφημερίδες αἱ γερμανικαὶ, αἱ γαλλικαὶ καὶ αἱ ἀγγλικαὶ, αἵτινες εὑρίσκονται εἰς σχέσιν μετὰ τῶν ἰθυνόντων τὰ τῶν κομιτάτων, ἐβεβαίωσαν, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις διεῤῥήχθησαν. Δύνανται βεβαίως ν’ ἀνανεωθῶσιν αἱ διαπραγματεύσεις, διότι οἱαδήποτε διαπραγμάτευσις δύναται ν’ ἀνανεωθῇ, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν βάσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων διεξήχθησαν αἱ διαπραγματεύσεις μέχρι τοῦ Αὐγούστου τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, ἐπὶ τῶν βάσεων ἐκείνων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ συμφωνία πλέον. Ὡς ἐκ τούτου ἡ Βουλὴ, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἀνήκει βεβαίως νὰ λαμβάνῃ μέρος, νὰ συνεργάζηται μετὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ στάδιον τῶν διαπραγματεύσεων, ἔχει τὸ δικαίωμα, ἔχει τὸ καθῆκον ἤδη νὰ ἐλέγξῃ τὰ πεπραγμένα καὶ νὰ ἐξετάσῃ ποῖαι ὑπῆρξαν αἱ αἰτίαι, διὰ τὰς ὁποίας ἀπέτυχον αἱ διαπραγματεύσεις. «Πᾶσα ἡμέρα, παρερχομένη ἄνευ συμβιβασμοῦ, εἶναι ζημία ἀνεπανόρθωτος», ἐκήρυττεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὰς ἐν ταῖς ἑλληνικαῖς ἐπαρχίαις ἐκλογικάς του περιοδείας. Ἀλλὰ 19 μῆνες παρῆλθον ἔκτοτε, καὶ τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ ὄχι μόνον οὐδὲ βῆμα ἔκαμεν ἐπὶ τὰ πρόσω, ἀλλὰ τοὐναντίον εὑρίσκεται σήμερον εἰς πολλῷ χεῖρον σημεῖον ἢ κατὰ τὴν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐνῷ κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐζήτει νὰ καταστήσῃ πιστευτὸν, ὅτι ἡ ἔλευσίς του εἰς τὰ πράγματα θὰ ἦτο ἐπαρκὴς, ὅπως ἀμέσως λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ, τί λέγει σήμερον πρὸς ἐκείνους, οἵτινες παριστῶσι τὸ κατεπεῖγον τῆς ὑποθέσεως τοῦ συμβιβασμοῦ; Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸ δύο μόλις ἑβδομάδων ἔλεγε πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας: «Καὶ τί θέλετε νὰ κάμω; Θέλετε νὰ κάμω συμβιβασμὸν «quand même», συμβιβασμὸν ὅπως–ὅπως; νὰ παραδεχθῶ τὰς παραλόγους αἰτήσεις τῶν κομιτάτων;» Δὲν ὑποτιμῶ, Κύριοι, τὰς δυσχερείας, ἃς ἀπήντησεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ ἃς ἀπήντησε καὶ ἡ προκάτοχος. Γνωρίζομεν, ὅτι τὰ κομιτάτα, καὶ ἰδίως τὰ κομιτάτα τοῦ Βερολίνου καὶ τῶν Παρισίων, δὲν ἔλαβον τὴν φροντίδα νὰ ἐξετάσωσιν ἐπισταμένως τὴν κατάστασιν τῆς χώρας, ὅτι οἱ ἰθύνοντες τὰς ἐπιτροπείας ἐκείνας ἐνόμισαν, ὅτι ἐκπληροῦσι τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἀνετέθησαν αὐτοῖς ὑπὸ τῶν δανειστῶν, ζητοῦντες ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα. Καὶ ἡ Κυβέρνησις βεβαίως δὲν ἤθελεν ἐκπληρώσει τὴν ἐντολὴν, ἣν ἔχει παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἂν ἤθελε προσπαθήσει νὰ προσφέρῃ ὀλιγώτερα ἢ ὅτα ὁ τόπος δύναται νὰ προσφέρῃ. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν δανειστῶν, ζητοῦντες νὰ συνομολογηθῇ συμβιβασμὸς μὴ βασιζόμενος ἐπὶ τῶν δυνάμεων τῆς χώρας, διακινδυνεύουσι τὸ μέλλον, δύνανται νὰ γείνωσιν αἴτιοι νέας καταστροφῆς, ἡ ὁποία βεβαίως ἤθελεν εἶσθαι ἐπιζήμιος εἰς τὴν χώραν καὶ ἐπιζήμιος εἰς τοὺς δανειστάς. Ἀλλὰ προῆλθεν ἆρά γε ἐκ τούτου μόνου ἡ ἀποτυχία; — διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πᾶσα συζήτησις ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ ἤθελεν εἶσθαι περιττή.—Ἀλλὰ θ’ ἀποδείξω ὑμῖν, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀποτυχία δὲν προῆλθε μόνον ἐκ τούτου. Ἡ ἀποτυχία προῆλθε πρὸ πάντων ἐκ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐποιήσατο ἔναρξιν τῶν διαπραγματεύσεων ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ καθ’ ὃν διεξήγαγεν αὐτὰς ἐπὶ δύο σχεδὸν ἔτη. Ἅμα ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, τί ἔπραξεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ συμβιβασμοῦ; Προέβη εἰς τὴν σύστασιν τῶν Πρεσβειῶν, διώρισε πρέσβεις, ὡσανεὶ ὁ διορισμὸς τῶν πρέσβεων ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ κατά τι εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, συνέστησε τὸ Συμβούλιον τοῦ δημοσίου χρέους, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβάρυνε τὸν προϋπολογισμὸν δι’ 60,000 δραχμῶν προσθέτου δαπάνης, κατόπιν δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐφιλοπόνησε τὰς ἐν τῷ φυλλαδίῳ τούτῳ δημοσιευθείσας ὁδηγίας πρὸς τὰς Ἑλληνικὰς Πρεσβείας Λονδίνου, Παρισίων καὶ Βερολίνου. Τί δ’ ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ἐγγράφου τούτου; Ἀποδεικνύεται πρὸ πάντων, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδεμίαν εἶχε γνῶσιν τῶν διαπραγματεύσεων, αἵτινες ἐγένοντο ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Καὶ τοῦτο ἀποδεικνύεται καὶ ἐξ ἄλλου τινός. Ἐνθυμεῖσθε ἴσως, ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος δι’ ἐπερωτήσεως ἐζήτησεν, ἵνα κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ 1894, τί ἀπήντησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός: «Δὲν γνωρίζω ἂν ὑπάρχῃ ἔγγραφόν τι περὶ τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ 1894 ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου. Οὐδέποτε εἶδον τοιοῦτον ἔγγραφον».

§23ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Φάκελλον.

§24ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐβεβαίωσεν, ὅτι δὲν εἶχε γνῶσιν οἱουδήποτε ἐγγράφου, ἀφορῶντος εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ 1894, καὶ ὅτι ἤθελεν ἐξετάσει, ἂν ὑπῆρχε σχετικός τις φάκελλος ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου. Μετά τινας ἡμέρας, ἀπευθυνομένης αὐτῷ νέας ἐπερωτήσεως παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, ἐδήλωσεν, ὅτι ὁ φάκελλος ἦτο τόσον ὀγκώδης, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατατεθῇ καὶ ὅτι ὡς ἐκ τούτου παρακαλεῖ νὰ ὁρισθῶσιν αὐτῷ ἔγγραφά τινα, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύνατο νὰ καταθέσῃ. Κατετέθη ὁ φάκελλος περιέχων, Κύριοι, 214 ἔγγραφα, ἐξ ὧν τινα σπουδαιότατα, καθόσον δεικνύουσιν εἰς ποίας παραχωρήσεις εἶχον προβῆ κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν δανειστῶν. Ἐν τούτοις περὶ αὐτῶν οὐδεμίαν μνείαν ποιεῖται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ κατατεθὲν ἔγγραφον, ἀποδεικνύεται δ’ ἐκ τοῦ κειμένου τοῦ ἐγγράφου τούτου, ὅτι οὐδόλως ἔλαβε τὰς παραχωρήσεις ταύτας ὑπ’ ὄψιν. Ὁσάκις Κυβέρνησίς τις ἀναλαμβάνῃ τὴν διεξαγωγὴν διαπραγματεύσεων, αἵτινες ὑφίσταντο ἤδη, βεβαίως εἶναι καθῆκόν της νὰ συνεχίσῃ τὰς παλαιὰς διαπραγματεύσεις καὶ ὄχι ν’ ἀρχίσῃ νέας ἐπὶ ἄλλων βάσεων. Ἀφοῦ δὲ τὸ ζήτημα ἦτο ἐγγύτατα εἰς τὴν λύσιν του, τὸ συμφέρον τοῦ ζητήματος ἀπῄτει, ἵνα μὴ γείνωσι νέαι διαπραγματεύσεις ἐπὶ νέων βάσεων, ἀλλ’ ἵνα συνεχισθῶσιν αἱ διαπραγματεύσεις ἐπὶ τῶν παλαιῶν βάσεων. Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὁσάκις ἔρχεται εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐννοεῖ νὰ θεωρήσῃ τὰ ὑπὸ τῶν προκατόχων του γενόμενα ὡς μὴ ὑπάρχοντα, νὰ ἀνατρέπῃ πάνθ’ ὅσα διὰ πολυετῶν κόπων καὶ μόχθων κατωρθώθησαν, καὶ νὰ ἀνεγείρῃ ἐκ βάθρων τὰ οἰκοδομήματα. Τοῦτο ἔπραξε καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ, ἐπὶ προφανεῖ ζημίᾳ τῶν διαπραγματεύσεων. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκθέσω διὰ βραχέων τὸ ἱστορικὸν τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ 1894 καὶ ἀνακοινώσω καὶ ἔγγραφά τινα, ἅτινα κατετέθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893 κατηρτίσθησαν ἐπιτροπεῖαι ἐν Βερολίνῳ, ἐν Λονδίνῳ καὶ ἐν Παρισίοις. Τὸ πρῶτον ἔγγραφον, ὅπερ αἱ ἐπιτροπεῖαι αὗται ἀπηύθυναν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, φέρει χρονολογίαν 5 Φεβρουαρίου 1894 καὶ περιέχει ἀνακοίνωσιν τῶν προέδρων τῶν ἐπιτροπειῶν Λονδίνου, Βερολίνου καὶ Παρισίων πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἰδοὺ περίληψις τοῦ ἐγγράφου τούτου (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἐπιτροπεῖαι διαμαρτύρονται μὲν κατὰ τῶν ληφθέντων μέτρων, λαμβάνουσι δὲ ὑπὸ σημείωσιν τὴν δήλωσιν, ἣν ἡ ἐν Λονδίνῳ Β. Πρεσβεία ἐποιήσατο τὴν 10/22 Ἰανουαρίου πρὸς τὸν πρόεδρον τοῦ Συμβουλίου τῶν κατόχων ξένων ὁμολόγων Sir Jonh Lubbock καὶ δι’ ἧς πιστοποιεῖται τὸ προσωρινὸν τῶν μέτρων, εἰς ἃ προέβη ἡ Κυβέρνησις, ἕνεκα ἀναποδράστου ἀνάγκης, καὶ παρέχεται ἡ διαβεβαίωσις, ὅτι μόνον τῇ συναινέσει τῶν δανειστῶν τὰ μέτρα ἐκεῖνα δύνανται νὰ λάβωσιν ὁριστικὸν χαρακτῆρα. Ἅμα ἡ Κυβέρνησις δηλώσῃ τίνι τρόπῳ θὰ ἐξασφαλίσῃ τοὺς δανειστὰς ἀπὸ μελλούσας περιπετείας, αἱ ἐπιτροπαὶ εἶναι διατεθειμέναι νὰ προβῶσιν εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς κανονισμὸν τοῦ δημοσίου χρέους, τὰς διαπραγματεύσεις ὅμως ὑποβάλλουσιν εἰς τὸν ὅρον τοῦ προσκαίρου τῶν θυσιῶν, εἰς ἃς θὰ συναινέσωσιν οἱ δανεισταί, καὶ τῆς βαθμιαίας βελτιώσεως τῆς θέσεώς των, συμφώνως πρὸς τὴν βελτίωσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας.» Μετά τινας ἡμέρας ἀπήντησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦτο. Διὰ τῆς ἀπαντήσεώς του ἐπαναλαμβάνει ὅτι ἡ Πρεσβεία εἶχε δηλώσει πρὸς τὰς ἐπιτροπείας, καὶ ἀποκρούει πᾶσαν ἀνάμιξιν τῶν δανειστῶν εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν προσόδων τοῦ Κράτους καὶ πᾶσαν μείωσιν τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τῆς χώρας. Τὴν 12 Ἀπριλίου αἱ ἐπιτροπεῖαι ἀπηύθυναν ἕτερον ἔγγραφον, δι’ οὗ ζητοῦσι διασαφήσεις περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν οἱ δανεισταὶ θ’ ἀσφαλισθῶσι κατὰ νέας ἀθετήσεως τῶν συμφωνιῶν, καὶ τὴν 19 Ἀπριλίου ἀπήντησεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ἐπιμένων εἰς τὰς αὐτὰς ἀρχὰς, ἃς ἀνέγραφεν ἐν τῇ προηγουμένῃ ἐπιστολῇ του, καὶ δηλῶν, ὅτι εὐχαρίστως θέλει παράσχει εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν δανειστῶν πᾶσαν εὐκολίαν, ὅπως μελετήσωσι τὴν οἰκονομικὴν τῆς χώρας κατάστασιν καὶ ὅπως προβῶσι μετ’ αὐτοῦ εἰς διαπραγματεύσεις. Τὴν 28 Μαΐου 1894 αἱ ἐπιτροπεῖαι ἀναγγέλλουσιν, ὅτι διώρισαν ἀντιπροσώπους, οἱ μὲν Γερμανοὶ τὸν κ. Staevie, οἱ Ἄγγλοι τὸν Sir Mountstuart Crant Duff καὶ οἱ Γάλλοι τὸν κ. Ornstein, οἵτινες ἐρχόμενοι εἰς Ἀθήνας ἤθελον ἐπιληφθῆ τῶν διαπραγματεύσεων. Καὶ ἦλθον οἱ ἀντιπρόσωποι εἰς Ἀθήνας, καὶ ἤρξαντο τῶν διαπραγματεύσεων μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Μετὰ τινας συνεντεύξεις, ἃς ἔλαβον οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν δανειστῶν μετὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἐπεδόθη αὐτῷ ἔγγραφον ἐπιγραφόμενον: «Bases pour l’ arrangement de la dette Hellénique». Εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἀναγράφεται ἡ ἀρχὴ τῆς ἐγγυήσεως ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ποσοῦ minimum εἰς χαρτονόμισμα, ἡ σύστασις ἑταιρίας, παρ’ ἧς θὰ διαχειρίζωνται αἱ ὑπέγγυοι πρόσοδοι, ἡ μετατροπὴ τοῦ χαρτονομίσματος εἰς χρυσὸν ὑπὸ τῆς ἑταιρίας καὶ ἡ ταξινόμησις τῶν δανείων. Τὰ δάνεια, συμφώνως πρὸς τὸ ἔγγραφον τοῦτο, διαιροῦνται εἰς τρεῖς κατηγορίας, εἰς τὴν πρώτην τῶν προνομιούχων δανείων, δηλαδὴ τοῦ δανείου τῶν Μονοπωλίων τοῦ 1887 καὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως τοῦ 1893, εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν τῶν δανείων τῶν ἐχόντων εἰδικὰς ἀσφαλείας, δηλαδὴ τῶν δανείων τοῦ 1881, 1884 καὶ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης, καὶ εἰς τρίτην κατηγορίαν τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν εἰδικὰς ἀσφαλείας, δηλαδὴ τῶν παγίων δανείων. Εἰς ταῦτα προστίθενται καὶ τὰ ἐσωτερικὰ δάνεια. Καὶ αὐτὰ διαιροῦνται εἰς τρεῖς κατηγορίας, δηλαδὴ εἰς προνομιοῦχα, εἰς ἔχοντα εἰδικὰς ἀσφαλείας καὶ εἰς μὴ ἔχοντα εἰδικὰς ἀσφαλείας. Ὡς πρὸς τὸ χρεωλύσιον, παραδέχονται οἱ ἀντιπρόσωποι νὰ γίνηται δι’ ἀγορῶν καὶ οὐχὶ διὰ κληρώσεων, προβάλλουσι δὲ καὶ τὴν ἀπαίτησιν τῆς προσαυξήσεως τῶν τόκων διὰ τῆς διανομῆς τοῦ περισσεύματος τῶν ὑπεγγύων προσόδων. Ἡ Κυβέρνησις ἔφερεν ἀντιῤῥήσεις εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦτο, καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν δανειστῶν ἐνόμισαν ὅτι ἠδύναντο νὰ παραδεχθῶσι μερικὰς ἐξ αὐτῶν, ὑπέβαλον δὲ δεύτερον ἔγγραφον, ἐπιγραφόμενον «Aide Mémoire», δι’ οὗ προέτειναν, ἵνα ἐπιφορτίσωσι τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων, ἀναδιοργανουμένην διὰ τῆς εἰσπράξεως τῶν παραχωρηθησομένων προσόδων καθ’ ὃν τρόπον ἐνεργεῖ ταύτην ἤδη ἐπὶ τῶν ἐκ τοῦ μονοπωλίου προσόδων, παρῃτήθησαν τοῦ minimum εἰς χαρτονόμισμα, καὶ ἠρκέσθησαν εἰς τὸ εἰς χρυσὸν minimum. Ἰδοὺ μία παραχώρησις, ἡ παραίτησις δηλαδὴ τοῦ minimum εἰς χαρτονόμισμα καὶ ἡ παραδοχὴ τοῦ minimum εἰς χρυσόν. Παρεδέχθησαν δὲ πρὸς τούτοις, ἵνα τὰ ἐσωτερικὰ δάνεια μὴ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὸν συμβιβασμόν. Καὶ εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἔφερε πολλὰς ἀντιῤῥήσεις ἡ Κυβέρνησις, μετὰ διαφόρους δὲ συνεδριάσεις κατέληξαν αἱ διαπραγματεύσεις εἰς τὴν γνωστὴν ἐκείνην συμφωνίαν τοῦ μονογραφηθέντος σημειώματος τῆς δεκάτης Ἰουλίου 1894, ὅπερ ἐπρόκειτο νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις διὰ τὸν συμβιβασμόν. Περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ μὴ τοῦ σημειώματος ἐκείνου ἠγέρθησαν πολλαὶ συζητήσεις· ἐν τούτοις ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Γερμανοῦ ἀντιπροσώπου πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ἀφήνει, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι ἐθεώρουν τὸ μονογραφηθὲν σημείωμα ὡς ἔγκυρον καὶ ὡς δεσμεῦον αὐτούς. Ἰδοὺ ἡ ἐπιστολὴ (ἀναγινώσκει): «Ἀθῆναι, 10|22 Ἰουλίου 1894. «Κύριε Πρόεδρε τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. «Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ διαβιβάσω ἐγκλείστως ὧδε τῇ Ὑμετέρᾳ Ἐξοχότητι τὸ ἕτερον τῶν ἀντιγράφων τοῦ ἐγγράφου, ὅπερ θὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις ὁριστικοῦ συμβιβασμοῦ, δεόντως ὑπογεγραμμένον παρ’ ἐμοῦ καὶ τῶν δύο συναδέλφων μου. (ὑπογ.) Staevie.» Δὲν θέλω σᾶς ἀναγνώσει τὸ κείμενον τοῦ σημειώματος, εἶναι γνωστόν. Ἀντὶ τῆς διανομῆς τῶν πλεονασμάτων γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τῆς παγίας κλίμακος. Ἡ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνει ἐπὶ 3 ἔτη νὰ πληρόνῃ 32 ἑκατοστὰ τῶν ἀρχικῶν τόκων, τὸ τέταρτον δὲ ἔτος 33 ἑκατοστὰ εἰς τόκους καὶ 3 ἑκατοστὰ εἰς χρεωλύσιον, καὶ ἀπὸ τοῦ πέμπτου ἔτους μέχρις οὗ οἱ δανεισταὶ λάβωσι 3% ἐπὶ τῶν δανείων Μονοπωλίων καὶ δανείων πρὸς 5% καὶ 2½% ἐπὶ τῶν παγίων δανείων, ἡ αὔξησις κατ’ ἔτος θὰ ᾖναι ἑνὸς ἑκατοστοῦ, οὐ τὸ ⅕ εἰς αὔξησιν τόκων καὶ ⅘ εἰς αὔξησιν χρεωλυσίου. Ταῦτα περιεῖχε τὸ σημείωμα ἐκεῖνο, καὶ τοὺς ὅρους τούτους δὲν παρεδέχθησαν μὲν τὰ κομιτάτα Παρισίων καὶ Βερολίνου, παρεδέχθη ὅμως τὸ κομιτάτον Λονδίνου. Τὰ κομιτάτα Βερολίνου καὶ Παρισίων ἐνόμισαν ὅτι δύνανται ν’ ἀποκηρύξωσι τοὺς ἀντιπροσώπους των· ἐδήλωσαν ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποί των δὲν ἐνόησαν εἴς τίνας παραχωρήσεις τὰ κομιτᾶτα ἦσαν διατεθειμένα νὰ προβῶσιν. Ἀλλὰ βεβαίως τοῦτο δὲν ἐνδιέφερε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐδέχθη τοὺς ἀντιπροσώπους, φέροντας ἔγγραφα, δι’ ὧν ἀνετίθετο εἰς αὐτοὺς ἡ ἀντιπροσωπεία, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ συμφωνία εἶχεν ἀναμφισβήτητον κῦρος. Ἀλλ’ ἐνῷ τὰ κομιτάτα τοῦ Βερολίνου καὶ τῶν Παρισίων ἀπεκήρυξαν τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτῶν, τὸ κομιτάτον τοῦ Λονδίνου, ἅμα ἔμαθεν ὅτι πρόκειται περὶ συμφωνίας, τὴν ὁποίαν εἶχε παραδεχθῆ ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτοῦ, ἐδήλωσεν εἰς τὴν Πρεσβείαν, ὅτι ἦτο διατεθειμένον νὰ προβῇ εἰς τὴν σύνταξιν τῆς συμβάσεως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συμφωνίας ἐκείνης, ἐζήτησεν ὅμως προσθέτους τινὰς παραχωρήσεις, καὶ ἐγένοντο αὗται δεκταί, ἐπὶ τῷ ὅρῳ τῆς ἄνευ ἀναβολῆς παραδοχῆς τῆς συμβάσεως ἐκ μέρους τῶν δανειστῶν. Ἡ σύμβασις, ἣν ἐξεπόνησεν ὁ ἐπιτετραμμένος μετὰ μελῶν τινων τοῦ κομιτάτου, ἀφοῦ ἐνεκρίθη τηλεγραφικῶς παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐνεκρίθη παρὰ τῆς ὁλομελείας τοῦ κομιτάτου, καὶ συνεστήθη ἡ παραδοχὴ τῆς συμβάσεως ἐκείνης παρὰ τοῦ κομιτάτου Λονδίνου πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους εἰς τὴν συνέλευσιν τῆς 2/14 Αὐγούστου 1894. Ἀλλὰ τῇ ἐνεργείᾳ τῶν Γερμανῶν ὁμολογιούχων, οἵτινες διὰ 40 Γερμανῶν μεσιτῶν κατέκλυσαν τὴν αἴθουσαν τῶν συνεδριάσεων, ἐπετεύχθη ἵνα ἀναβληθῇ εἰς ἑτέραν συνεδρίασιν ἡ περαιτέρω ἀπόφασις. Τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἀνηγγέλθη δι’ ἐπιστολῆς ἡ ἀπόφασις ἐκείνη πρὸς τὴν Πρεσβείαν. Ἐπῆλθον αἱ διακοπαὶ τοῦ Αὐγούστου καὶ Σεπτεμβρίου, καθ’ ἃς ὀλίγισται ἐργασίαι γίνονται ἐν Λονδίνῳ, κατὰ Ὀκτώβριον δέ, ἅμα ἐπανῆλθον οἱ ἐνδιαφερόμενοι τραπεζῖται ἐκ τῶν ἐξοχῶν εἰς τὰ γραφεῖά των, ἀμέσως ἐσκέφθησαν τίνι τρόπῳ θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ σύμβασις ἐκείνη νὰ ὑποβληθῇ ἐκ νέου εἰς τοὺς δανειστάς. Τῇ ἐνεργείᾳ ὅμως τῆς Γαλλικῆς καὶ τῆς Γερμανικῆς ἐπιτροπείας ἔλαβε χώραν συνέντευξις τῶν τριῶν ἀντιπροσώπων ἐν Παρισίοις, καὶ τὸ πόρισμα τῆς συνεντεύξεως ἐκείνης ἦν ἐπιστολή, ἣν ἀπέστειλαν πρὸς τὴν Πρεσβείαν. Διὰ τῆς ἐπιστολῆς ἐκείνης ἐδήλουν, ὅτι τὰ τρία κομιτάτα δέχονται τὴν σύμβασιν τοῦ Λονδίνου ἐπὶ τῷ ὅρῳ νὰ καθορισθῶσιν ἀκριβέστερον αἱ ἐγγυήσεις καὶ τῷ ὅρῳ τῆς συμμετοχῆς τῶν ὁμολογιούχων εἰς τὰς αὐξήσεις τῶν προσόδων, δηλαδὴ ἀντὶ τῆς παγίας κλίμακος ἡ διανομὴ τῶν πλεονασμάτων. Ἰδοὺ ἡ διαφορά, ἡ ὁποία ὑπῆρχε. Τὸ αὐτὸ ἔγγραφον περίπου ἐστάλη παρὰ τῶν τριῶν ἐπιτροπειῶν εἰς τὸν Πρωθυπουργόν.

§25Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τίς ἡ χρονολογία;

§26ΡΩΜΑΝΟΣ. Πρὸς τὴν Πρεσβείαν 12 Ὀκτωβρίου, καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν 8 Νοεμβρίου. Εἰς τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο πρὸς τὴν Πρεσβείαν αὕτη ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ διαβιβάσῃ εἰς Ἀθήνας τὰς νέας προτάσεις τῶν κομιτάτων, ἀφοῦ δὲν ἐβασίζοντο ἐπὶ τῆς συμφωνίας τῆς μονογραφηθείσης ἐν Ἀθήναις. Τότε ἀπετάθησαν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, καὶ ἔγραψαν πρὸς αὐτὸν περίπου τὰ ἴδια, τὰ ὁποῖα εἶχον γράψει καὶ πρὸς τὴν Πρεσβείαν, δηλ. ὅτι παραδέχονται τὴν σύμβασιν ἐπὶ τῷ ὅρῳ τοῦ νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τῆς διανομῆς τῶν πλεονασμάτων καὶ νὰ προσδιορισθῶσιν ἀκριβέστερον αἱ ἐγγυήσεις. Ἀλλ’ εἰς τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο οὐδεμία ἐδόθη ἀπάντησις. Ἡ ἐν Λονδίνῳ ἐπιτροπεία προσεπάθησε νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς διαπραγματεύσεις, αἵτινες εἶχον σταματήσει τὴν 14 Αὐγούστου, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐγκατελείφθη τὸ σχέδιον, καὶ ἐκ τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐγκατελείφθησαν αἱ διαπραγματεύσεις, ἐπειδὴ εἶχον τὴν ἰδέαν οἱ ἐν Λονδίνῳ, ὅτι ἤθελεν ἐπέλθει ὑπουργικὴ κρίσις ἐν Ἑλλάδι, δὲν ἐνόμιζον δὲ ὅτι ἤθελεν εἶσθαι λυσιτελὲς νὰ προβῶσιν εἰς νέας διαπραγματεύσεις μέχρις οὗ καθαρισθῶσι τὰ πράγματα ἐν Ἑλλάδι· ἐνόμιζον τοὐναντίον ὅτι ἠδύναντο νὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ νέας καταστάσεως πραγμάτων. Ἐκεῖ λοιπὸν ἐσταμάτησαν αἱ διαπραγματεύσεις, ἡ διαφορὰ δὲ μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ κομιτάτων ἀφεώρα εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς διανομῆς τῶν πλεονασμάτων. Ἀφοῦ δὲ ἡ ἀρχὴ ἐκείνη ἐγένετο δεκτὴ παρὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν, πῶς δὲν ἐλύθη τὸ ζήτημα. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις δὲν ἐδέχθη τὴν ἀρχὴν τῆς διανομῆς τῶν πλεονασμάτων, καὶ δὲν ἐδέχθη ταύτην, ἕνεκα δύο λόγων, διότι ἐνόμιζεν ὁ τότε ἰθύνων τὰ πράγματα ἐν Ἑλλάδι, ὅτι ἡ διανομὴ τῶν πλεονασμάτων θέλει εἶσθαι ἐπιζήμιος διὰ τὸν τόπον, ἐπειδὴ θέλει παράσχει εἰς τοὺς δανειστὰς τὴν εὐκαιρίαν, ὅπως ἐπεμβαίνωσιν εἰς τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν προσόδων τοῦ Κράτους· ἐνόμιζεν ὅτι διὰ τῆς παραδοχῆς τῆς ἀρχῆς τῆς διανομῆς τῶν πλεονασμάτων ἤθελε παραδεχθῆ τὸν ξενικὸν ἔλεγχον. Δὲν ἦτο μόνον αὕτη ἡ μόνη αἰτία. Καὶ δι’ ἄλλον λόγον δὲν παραδέχετο ἡ Κυβέρνησις τὴν διανομὴν τῶν πλεονασμάτων· ἐνόμιζεν ὅτι οἱ δανεισταὶ δὲν ἤθελον γνωρίζει ποίαν ἀξίαν ἔχουσι τὰ τοκομερίδια, ἂν ἐγίνετο παραδεκτὴ ἡ ἀρχὴ ἐκείνη, καὶ τοῦτο ἤθελε δώσει ἀφορμὴν εἰς κερδοσκοπικὰς πράξεις, αἵτινες ἤθελον εἶναι ἐπιζήμιοι εἰς τὸν τόπον καὶ εἰς τοὺς δανειστάς. Ἀλλ’ ἀφοῦ τέλος πάντων ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα ἐδέχθη τὴν διανομὴν τῶν πλεονασμάτων, πῶς δὲν ἐτελείωσε τὸν συμβιβασμὸν ἐντὸς εἴκοσι τεσσάρων ὡρῶν; καὶ δὲν ἐδέχθη τὴν ἀρχὴν ταύτην μετὰ μακρὰς διαπραγματεύσεις, ἐδέχθη αὐτὴν πρὶν ἀνέλθῃ εἰς τὰ πράγματα. Τίνας δὲ ὁδηγίας ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς τὸν πρέσβυν, ὅταν ἦλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ ἤρξατο τῶν διαπραγματεύσεων; Ἐπιτρέψατέ μοι περὶ τούτου νὰ ἐξετάσω ἄρθρα τινὰ τοῦ ἐγγράφου τούτου, τοῦ περιέχοντος τὰς πρὸς τὰς Πρεσβείας ὁδηγίας. Παραλείπω τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἐγγράφου, τὸ περιττὸν ὅλως, ἐπειδὴ ἐν τῇ μελέτῃ ταύτῃ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀνακοινοῦνται πίνακες περὶ ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους, γνωστοὶ εἰς πάντας καὶ γνωστοὶ ἰδίως εἰς τὰ μέλη τῶν κομιτάτων, ἅτινα ἀπὸ πολλοῦ ἀσχολοῦνται εἰς τοιαύτας ἐρεύνας. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ δεύτερον μέρος τοῦ ἐγγράφου, τὸ ἐπιγραφόμενον «Ὅροι». Εἰς τὸ κεφάλαιον «ἐγγυήσεις καὶ πλεονάσματα» ἀνέμιξεν ἡ Κυβέρνησις τὰ ἐσωτερικὰ δάνεια μὲ τὰ ἐξωτερικὰ, ἐνῷ ῥητῶς εἶχον ἀποδεχθῆ διὰ τοῦ ἐγγράφου Aide-Mémoire οἱ ὁμολογιοῦχοι, ἵνα τὰ ἐσωτερικὰ δάνεια μὴ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὴν σύμβασιν. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸ σπουδαιότατον ζήτημα τῆς ἀγορᾶς τοῦ χρυσοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἡ ὑπηρεσία τῶν δανείων, ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐπέμεινεν, ὡς ὅρον sine qua non πάσης συμβάσεως περὶ συμβιβασμοῦ, ἵνα ὁ χρυσὸς ἀγοράζηται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ οὐχὶ ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων ἢ ἄλλης Τραπέζης. Ἐνταῦθα ὅμως ἀναγράφεται τὸ ἑξῆς: «Ἡ Τράπεζα αὕτη, παραλαμβάνουσα καθ’ ἕκαστον δεκαήμερον τὰ ἐκ τῶν εἰρημένων πόρων εἰσπραττόμενα ἔσοδα καὶ ἔχουσα ταῦτα ἐν τοῖς ταμείοις αὐτῆς ἐπ’ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ καὶ κατὰ τοὺς συμφωνηθησομένους δι’ εἰδικῆς μετ’ αὐτῆς συμβάσεως ὅρους, θέλει διαπράττει τὰς πληρωμὰς τῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων χρεῶν πληρωτέων κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ συνομολογηθησομένου περὶ τούτου κανονισμοῦ». Ἐνῷ ἔπρεπεν ὡρισμένως νὰ λέγῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ οὐχὶ ἡ Τράπεζα θ’ ἀγοράζῃ τὸ συνάλλαγμα. Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς διανομῆς τῶν πλεονασμάτων. Καὶ τὸ ζήτημα ἐκεῖνο δὲν ἐκτίθεται σαφῶς εἰς τὰς ὁδηγίας ταύτας, δὲν ἀναγράφεται δηλαδή, ἂν ἡ Κυβέρνησις παρέχῃ εἰς τοὺς δανειστὰς μερίδιον ἐκ τῆς προσαυξήσεως τῶν εἰσπράξεων, ἐκ τῶν ἐσόδων τῶν ὑπεγγύων προσόδων, καὶ δὴ πρὸ πάντων ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ χαρτοσήμου. Διότι, ἂν αἱ εἰσπράξεις τῶν Μονοπωλίων δὲν ἀρκέσωσι, παρέχει τὰς εἰσπράξεις τοῦ καπνοῦ, καὶ ἂν αὗται δὲν ἐπαρκέσωσι, τὰς τοῦ χαρτοσήμου. Ἐπὶ τίνων εἰσπράξεων θὰ διανέμωνται τὰ πλεονάσματα; Ἐπὶ τῶν τριῶν; Ἀλλὰ τὸ σπουδαιότατον πάντων, μίαν παραχώρησιν, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε ἐζήτησαν οἱ δανεισταί, παρέχει ἡ Κυβέρνησις πρὸς αὐτούς, ἄνευ λόγου, τὴν ὠφέλειαν δηλαδὴ ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος. Ἰδοὺ τί γράφει περὶ αὐτοῦ τὸ ἔγγραφον (ἀναγινώσκει): «Καὶ δὲν προσδοκᾶται μόνη ἡ ἕνεκα τῆς φυσικῆς προόδου τῆς χώρας προϊοῦσα ταύτη αὔξησις· καὶ ἑτέρα προσδοκᾶται ἐκ τῆς ἐλπιζομένης βαθμιαίας μειώσεως τῆς κρατούσης ἔτι νομισματικῆς ἀνωμαλίας, ἧς ἕνεκα τυγχάνει ἔτι ὑποτετιμημένον τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον κατὰ 75%, διότι κατάδηλον εἶναι, ὅτι, ὅσον ἡ ὑποτίμησις αὕτη τῶν τραπεζικῶν γραμματίων θέλει προβαίνει μειουμένη, τοσοῦτον ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους θέλει πορίζεσθαι ποσὸν εἰς χρυσοῦν νόμισμα περισσότερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον πορίζεται νῦν διὰ τῆς μετατροπῆς τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἐπὶ τιμῇ 175 λεπτῶν κατὰ φράγκον. Καὶ τῶν δύο τούτων αὐξήσεων (plus values) συναινοῦμεν νὰ μετέχωσιν οἱ δανεισταὶ τοῦ Κράτους.»

§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν προβαίνετε ὀλίγον ἔτι;

§28ΡΩΜΑΝΟΣ. Μάλιστα (ἀναγινώσκει): «Καὶ τὰ ὑπόλοιπα δὲ τρία πέμπτα τῶν τοιούτων αὐξήσεων, τὰ ὁποῖα θέλουσιν εἰσάγεσθαι εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ ταῦτα στέργομεν νὰ δαπανῶνται ἀποκλειστικῶς εἰς ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ὅπως καὶ διὰ τῆς τοιαύτης διαθέσεως αὐτῶν ἐξυπηρετῶνται ἐμμέσως καὶ τῶν δανειστῶν τὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα βεβαίως βελτιοῦνται διὰ τῆς ὑπὸ τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς ἐπιτευχθησομένης αὐξήσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους.» Ἀλλὰ περιττὸν εἶναι νὰ ἀναγνώσω πλείονα. Γνωρίζομεν τί παρεκίνησεν ὑμᾶς νὰ προτείνητε τὴν διανομὴν τῆς ἐκ τῆς βελτιώσεως τοῦ συναλλάγματος διαφορᾶς. Ἐλπίζετε νὰ ἐπιτύχητε διὰ τῆς παραχωρήσεως ταύτης δάνειον παρὰ τῶν δανειστῶν. Πῶς δ’ ἐμελετήσατε αὐτὸ τὸ ζήτημα τοῦ δανείου; Ἐδῶ ἰδίως παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ μοὶ παράσχητε τὴν προσοχήν σας. Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἐγγράφου τούτου γίνεται λόγος περὶ τοῦ δανείου. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν τελευταίαν περικοπὴν τοῦ ἐγγράφου (ἀναγινώσκει): «Ἀληθῶς, ὅταν κατασταθῇ ἐν ἰσοτιμίᾳ τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον πρὸς τὸν χρυσὸν, ἡ διαφορὰ ἔσεται αἰσθητή· αʹ) διότι κατὰ τὴν εἰς χρυσὸν μετατροπὴν τῶν 14,889,307.60 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τὴν ὁποίαν διαπράττομεν νῦν, ὅτε τιμᾶται τὸ φράγκον πρὸς 175 λεπτά, τὰ 14,889,367.60 μετατρέπονται εἰς 8,508,210.10, ἤτοι ἐλαττοῦται τὸ ποσὸν κατὰ 6,381,157.50. Τὴν ἐλάττωσιν δὲ ταύτην δὲν θέλομεν ὑφίστασθαι τότε, θέλομεν δὲ ἔχει αὔξησιν ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ νῦν γιγνόμενα τὰ 6,381,157.50, τῆς δὲ plus value ταύτης τὸ τέταρτον, ἤτοι 1,595,289.38, θέλει προστίθεσθαι εἰς τὸ ποσὸν τῶν 8,508,210.10, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο θέλει ἀναβιβασθῆ εἰς 10,103,499.48· βʹ) διότι διὰ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον θέλομεν συνομολογήσει, θέλομεν ἐξοφλήσει τά τε προσωρινὰ εἰς χρυσὸν χρέη καὶ τὰ εἰς μεταλλικὸν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέη πρὸς τὰς Τραπέζας, τὰ δύο δὲ ταῦτα ποσὰ ἀνέρχονται εἰς 1,025,462.26, θέλει δὲ καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο προστεθῆ εἰς τὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν εἰς χρυσῶν δανείων 10,103,499.48, ἀναβιβασθῆ δὲ τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς 11,128,961.74, ὁ δὲ τόκος θέλει ἑπομένως αὐξήσει ἀπὸ 1 καὶ ¾ τοῦ ¼ τοῖς ἑκατὸν εἰς 2 καὶ πλέον τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ, καὶ ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου, τοῦ πράγματι καταβληθέντος ὑπὸ τῶν δανειστῶν, εἰς 3 τοῖς ἑκατὸν μεῖον ποσοῦ τινος.» Τί ἐλησμόνησεν ἐνταῦθα ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ἐλησμόνησεν, ὅτι διὰ τὸ δάνειον θὰ πληρώσῃ τόκον, καὶ διὰ τοῦτο οὐδὲν περὶ τόκου ἀναφέρεται.

§29Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζετε, ὅτι εἴχομεν ἀνάγκην, ἐὰν συνωμολογεῖτο ὁ συμβιβασμὸς, νὰ προσφύγωμεν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, ἵνα μᾶς δώσωσι δάνεια; Οὐχί· ἀλλ’ ὑπεδείξαμεν εἰς αὐτοὺς συμβιβασμόν τινα, νὰ ἀναλάβωσι τὸ δάνειον καὶ τὰ βάρη αὐτοῦ ἐπὶ τῷ ἀνταλλάγματι τῆς μετοχῆς εἰς τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς τῆς ἐπικαταλλαγῆς, τῆς μετοχῆς εἰς τὸ τέταρτον τῆς διαφορᾶς αὐτῆς.

§30ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὁμολογῶ ὅτι, ἐὰν ἐγνώριζον οἱ δανεισταὶ τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, βεβαίως οὔτε αὐτὸ τὸ σχέδιον τοῦ συμβιβασμοῦ, τὸ ὁποῖον ἐστάλη εἰς Ἀθήνας καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἐγένετο δεκτὸν, ἤθελον λάβει τὸν κόπον νὰ συντάξωσι καὶ ἀποστείλωσιν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Πῶς εἶναι δυνατὸν, Κύριοι, νὰ λέγητε τοιοῦτόν τι, ὅτι ζητεῖτε δάνειον παρὰ τῶν δανειστῶν καὶ δὲν θὰ πληρόνητε τόκον πρὸς αὐτούς;

§31Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν λαμβάνετε εἰς χεῖράς σας τοὺς πίνακας, ἵνα ἴδητε πόσα εἶναι τὰ προσωρινὰ δάνεια, πόσα τὰ ὀφειλόμενα εἰς μεταλλικὸν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, πόσα δὲ θέλουσι πληρόνεσθαι εἰς τόκους τοῦ πρὸς ἐξόφλησιν αὐτῶν συνομολογηθησομένου δανείου;

§32ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἅπαντα τὰ ἀνέγνωσα· δὲν ἦλθον ἀπαράσκευος· τὰ ἀνέγνωσα, καὶ ἐνόησα, ὅτι ὑπεπέσατε εἰς λάθος.

§33Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Φαίνεται, ὅτι δὲν εἴχετε παρασκευασθῆ· διότι, ἂν σᾶς παρεκάλουν νὰ ἀναγνώσητε τὸ τελευταῖον μέρος τῆς σελίδος τοῦ φυλλαδίου, ἠθέλετε παραλείψει νὰ ἀναγνώσητε αὐτό.

§34ΡΩΜΑΝΟΣ. Τὸ ἀνέγνωσα τὸ τελευταῖον μέρος. Ποῖα εἶναι τὰ προσωρινὰ δάνεια; Εἶναι τὸ προσωρινὸν εἰς χρυσὸν δι’ ἐντόκων γραμματίων ἐκ φράγκων 14,194,075 καὶ τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς μεταλλικὸν ἐκ φράγκων 16,800,000, ἐν ὅλῳ φράγκα χρυσᾶ 30,994,075. Ταῦτα θὰ πληρωθῶσι διὰ δανείου, ἀλλὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου θ’ ἀπαιτηθῶσι 2½ περίπου ἑκατομμύρια. Ποῖος θὰ πληρώσῃ ταῦτα; Οἱ δανεισταί, εἰς οὓς παραχωρεῖτε τὸ ποσὸν, τὸ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τούτων σήμερον πληρονόμενον; Ἐλησμονήθη ἐν ταῖς ὁδηγίαις, ὅτι διὰ δάνειον ἀπαιτοῦνται τόκοι, καὶ ἐλησμονήθη καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ὑπὸ τοῦ κ. πρέσβεως ἐν Παρισίοις, ὁ ὁποῖος διεβίβασε τὰς προτάσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν δανειστῶν. Ἀπέναντι τοιούτων προτάσεων ἡ θέσις τῶν δανειστῶν ἦτο εὐχερεστάτη· τόσον ἀσυνάρτητοι ἦσαν αὐταὶ αἱ μελέται, ὥστε δὲν ἠδύναντο, εἰμὴ νὰ ναυαγήσωσι καὶ νὰ καταλήξωσιν εἰς τὸ σχέδιον τοῦτο περὶ συμβιβασμοῦ, τὸ ὁποῖον οὐδεμία Κυβέρνησις ἤθελε δυνηθῆ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν. Βεβαίως δὲ οὔτε Βουλὴ θὰ εὑρίσκετο, δυναμένη νὰ δεχθῇ καὶ ψηφίσῃ τοιοῦτο σχέδιον συμβιβασμοῦ. Αἱ ἀρχαὶ ἐκεῖναι, διὰ τὰς ὁποίας εἰργάσθη ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον ἔτος, αἱ ἀρχαὶ ἐκεῖναι ἐλησμονήθησαν, καὶ ἐπειδὴ ἐλησμόνησεν αὐτὰς ἡ Κυβέρνησις, ἐννοεῖται, ὅτι ἐλησμόνησαν αὐτὰς καὶ οἱ δανεισταὶ, διότι τοῦτο συνέφερεν εἰς αὐτούς. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν ἄρθρα τινὰ τοῦ ὑποβληθέντος σχεδίου. Εἰς τὸ ἄρθρον 4 οἱ δανεισταὶ ζητοῦσι νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα τῆς μετατροπῆς τοῦ χαρτονομίσματος εἰς χρυσὸν, ἣν εἶχεν ἀρνηθῆ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις. Εἰς τὸ ἄρθρον 5 ζητοῦσι τὴν πληρωμὴν τῶν κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1893 κληρωθέντων τίτλων πρὸς 75%, ἐνῷ τοιαύτη ἀπαίτησις δὲν εἶχεν ἐγερθῆ ἄλλοτε. Εἰς τὸ ἄρθρον 7 θέτουσι τὴν βάσιν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἀρχικὴν τῶν δανείων εἰς χρυσὸν καὶ εἰς χαρτονόμισμα, ἐνῷ εἶχον παραδεχθῆ διὰ τοῦ Aide Mémoire τὸν χρυσὸν ὡς μόνην βάσιν, καὶ προβάλλουσι τὴν ἀξίωσιν, ἵνα λάβωσιν ὡς τόκους ἀρχικοὺς διὰ μὲν τὸ δάνειον τῶν Μονοπωλίων 43%, διὰ δὲ τὰ λοιπὰ 32%, ἐνῷ εἶχον παραδεχθῆ ἢ μᾶλλον προτείνει εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν 32 ἑκατοστὰ δι’ ὅλα τὰ δάνεια, ἄνευ ἐξαιρέσεως. Εἰς τὸ ἄρθρον 9 παραδέχονται, ὡς εἰκὸς, εὐγνωμόνως τὴν δικαίαν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ ὠφελείας ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος, περὶ ἧς οὐδέποτε εἶχον ἐγείρει ἀξιώσεις. Εἰς τὸ ἄρθρον 10 ζητοῦσιν 60% τῶν πλεονασμάτων, ἐνῷ ἄλλοτε εἶχον ζητήσει 50%, καὶ θὰ ἠρκοῦντο εἰς ὀλιγώτερα. Εἰς τὸ ἄρθρον 13, ἀπέναντι τῶν μὴ πληρωθέντων 70% τοῦ Φάϊντιγκ, ζητοῦσι 2 σελίνια δι’ ἑκάστην λίραν, ἐνῷ εἶχον ζητήσει ἓν μόνον σελίνιον. Καὶ τέλος εἰς τὸ ἄρθρον 14 ζητοῦσι τὴν ἄνευ ὅρων ἐπιστροφὴν τῶν 2,529,611 δραχμῶν, αἵτινες ὑπῆρχον κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1893 ἐν τοῖς ταμείοις τῶν Μονοπωλίων μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ τοκομεριδίου τοῦ Ἰανουαρίου 1894. Καὶ ἰδοὺ, Κύριοι, εἰς ποίας προτάσεις, εἰς ποίας ἀξιώσεις τῶν δανειστῶν κατέληξαν αἱ διαπραγματεύσεις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, αἱ διαπραγματεύσεις, αἵτινες ἐπὶ δύο σχεδὸν ἔτη εἶχον διαρκέσει. Παραβάλετέ τας πρὸς τὰς αἰτήσεις τῶν δανειστῶν τοῦ 1894, καὶ θὰ ὁμολογήσητε μετ’ ἐμοῦ, ὅτι τὸ ζήτημα ἦτο τότε ἐγγύτερον τῆς λύσεως ἢ ὅ,τι εἶναι σήμερον. Πάντες ἔχομεν τὴν αὐτὴν ἐπιθυμίαν, ἵνα τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ λυθῇ ὅσον οἷόν τε τάχιστα, δὲν νομίζω δὲ νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Συμπολίτευσις ἢ Ἀντιπολίτευσις ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Ἡ Ἑλληνικὴ ἀντιπροσωπεία ἅπασα ἤθελεν ἐπικροτήσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐὰν ἤθελε κατορθώσει νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο· ἀλλ’ ἡ πορεία, ἣν ἠκολούθησεν ἐπὶ δύο σχεδὸν ἔτη, ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ φέρῃ εἰς πέρας αὐτό. Ἐγκαταλείψασα αὕτη τὰ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἀσφαλισθέντα, ἐτέθη ἐπὶ ἐδάφους ὀλισθηροῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ συνεννόησις μετὰ τῶν δανειστῶν καθίσταται ἀδύνατος. Ἡ ἐπελθοῦσα χρονοτριβὴ δὲν ἤθελεν εἶναι ἴσως τόσον ἐπαισθητὴ, ἐὰν εὑρισκόμεθα εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις. Ἀλλὰ σήμερον, ὅτε Βασιλεία καὶ λαὸς, Ἀντιπολίτευσις καὶ Συμπολίτευσις, ἀναγνωρίζουσι τὴν ἀνάγκην στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν προπαρασκευῶν, τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ ἔφθασεν εἰς ὀξύτατον σημεῖον, καὶ ἐπιβάλλεται ἡ ταχίστη λύσις αὐτοῦ. Εἰς τὴν Βουλὴν δ’ ἀπόκειται ν’ ἀποφασίσῃ, ἐὰν τὸν κανονισμὸν τοῦ ζητήματος τούτου δυνάμεθα νὰ ἀναμένωμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις διεξήγαγε μέχρι τοῦδε τὸ ζήτημα ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς ὑμᾶς. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰσηγούμενος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1897 ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξήγησεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐνεργείας αὐτοῦ πρὸς διακανονισμὸν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τὰς διαπραγματεύσεις του μετὰ τῶν ἐπιτροπῶν τῶν ἀναλαβουσῶν τὴν προάσπισιν τῶν συμφερόντων τῶν δανειστῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔδωκε τότε, μοὶ ἐφάνησαν ἀνεπαρκεῖς. Ἕνεκα τούτου ἐζήτησα νὰ συμπληρωθῶσιν αὗται διὰ τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων τῶν σχετιζομένων μὲ τὰς διεξαχθείσας διαπραγματεύσεις. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠρνήθη τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων τούτων· κατέθηκε δὲ τὸ ἐνώπιον ἡμῶν τεῦχος, τὸ περιέχον τὰς μελέτας καὶ προτάσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰς προτάσεις τῶν ἐπιτροπειῶν. Ἠρνήθη μόνον νὰ καταθέσῃ τὸ τελευταῖον ἔγγραφον αὐτοῦ πρὸς τὰς Ἑλληνικὰς Πρεσβείας, διὰ τοῦ ὁποίου ἀποκρούονται αἱ προτάσεις τῶν ἐπιτροπειῶν. Ἠρνήθη δὲ τὴν κατάθεσιν αὐτοῦ, ἰσχυρισθεὶς καὶ τότε, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις δὲν ἔληξαν, ἀλλ’ ἐξακολουθοῦσιν ὑφιστάμεναι. Θέλω περιορισθῆ εἰς τὸ πρὸς τὰ ἔγγραφα ταῦτα σχετιζόμενον μέρος τοῦ ζητήματος, χωρὶς νὰ ἀνατρέξω εἰς τὸ παρελθόν, ὅπερ ἀνέπτυξεν ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κραναίας, εἰς τὸν ὁποῖον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον παρεχώρησα τὸν λόγον. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα ἔγγραφα συμπληροῦνται δι’ ἑτέρων δημοσιεύσεων, αἵτινες, ἂν καὶ δὲν φέρουσι χαρακτῆρα ἐπίσημον, φέρουσιν ὅμως ἡμιεπίσημον τοιοῦτον, διότι ἐγένοντο ὑπὸ τῆς Γερμανικῆς ἐπιτροπείας καὶ ἐν ὀνόματι αὐτῆς. Εἰς τὰς πληροφορίας δὲ ταύτας πρέπει νὰ προσθέσωμεν καὶ τὰ μέτρα, ἅτινα ἐλήφθησαν ἐν σχέσει πρὸς τὸν κανονισμὸν τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους, ὅπως ἀποτελεσθῇ οὕτω τὸ σύνολον τῶν γνώσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριζόμενοι δυνάμεθα νὰ ἐκφέρωμεν τὰς γνώμας μας ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἐν γένει. Δὲν συνεμερίσθην καὶ τότε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξήνεγκεν, ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ ζητήματος τοῦ συμβιβασμοῦ μετὰ τῶν δανειστῶν τοῦ Δημοσίου δύναται νὰ φέρῃ βλάβην εἰς τὰ συμφέροντα αὐτοῦ. Δὲν συμμερίζομαι δ’ αὐτὴν καὶ σήμερον, διότι ἡ σημασία τοῦ ζητήματος καὶ τ’ ἀποτελέσματα τῶν γενομένων ἐνεργειῶν μοὶ γεννῶσι τὴν ἀντίθετον πεποίθησιν. Ἡ Βουλὴ ἐσιώπησεν ἐπὶ δύο ἤδη συνόδους, πεποιθυῖα ὅτι ἤθελεν ἔχει ἐνώπιον αὐτῆς κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον λελυμένον τὸ ζήτημα, ὅπως συζητήσῃ τοὺς ὅρους τῆς λύσεως αὐτοῦ. Περὶ τούτου καὶ ὑπαινιγμοὶ ἐγένοντο καὶ ἐλπίδες ἐδόθησαν εἰς τὴν Βουλήν, διαβεβαιώσεις δ’ ἐδόθησαν ἡμιεπισήμως ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Ἀντὶ δὲ λελυμένου ζητήματος, ἔχομεν τοὐναντίον ἐνώπιον ἡμῶν ἀποτυχίαν τῶν διαπραγματεύσεων καὶ ἐπανάληψιν ὁμοίων ὑπαινιγμῶν καὶ ἐλπίδων. Ἡ ἀποτυχία δὲ τῶν διαπραγματεύσεων εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἡ Γερμανικὴ ἐπιτροπεία δηλοῖ κατηγορηματικῶς, ὅτι θεωρεῖ καθῆκον ἑαυτῆς εἰς τὸ ἑξῆς νὰ διαμαρτύρηται καὶ νὰ ἀπαιτῇ τὴν εἰς ἀκέραιον πληρωμὴν τῶν εἰς τοὺς δανειστὰς ὀφειλομένων καὶ τελείας ἐγγυήσεις. Ἂν ἀπέναντι τοιούτων δηλώσεων θελήσωμεν νὰ στηριχθῶμεν εἰς ἁπλᾶς ἐλπίδας καὶ μὴ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα, θέλομεν βεβαίως παραβῆ καθῆκον ἐπιβαλλόμενον ἡμῖν ἐκ τῶν συμφερόντων, ἅτινά εἰσιν ἐμπεπιστευμένα εἰς ἡμᾶς καὶ τὰ ὁποῖα ἀντιπροσωπεύομεν. Τὴν σημασίαν τοῦ κανονισμοῦ τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους κατὰ τρόπον σύμφωνον μὲ τὰ συμφέροντα καὶ τὰς περιστάσεις τῆς χώρας καὶ ἀποδεκτὸν παρὰ τῶν ἀληθῶν ἡμῶν δανειστῶν, πάντες ἀντιλαμβανόμεθα. Χωρὶς δὲ νὰ παραδεχθῶμεν τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ἐκκρεμότης τοῦ ζητήματος παρεμποδίζει ἡμᾶς τοῦ νὰ βελτιώσωμεν ἐσωτερικῶς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, τὰ θετικὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα προέρχονται ἐκ τῆς ἐλλείψεως πίστεως καὶ ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ἥτις ἀμέσως ἀντανακλᾷ καὶ ἐπὶ τῶν ἐμπορικῶν καὶ τραπεζιτικῶν σχέσεων τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, εἶναι ἀρκούντως σημαντικά. Σημαντικώτερα ὅμως εἰσὶ τὰ πολιτικὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐκκρεμότητος ταύτης. Πάντοτε, ἀλλ’ ἰδίᾳ σήμερον, εἰς τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας διερχόμεθα, ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην τῶν εὐνοϊκῶν διαθέσεων τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου. Τὰς εὐνοϊκὰς δὲ ταύτας διαθέσεις ἐὰν δὲν ἐξουδετεροῖ καθ’ ὁλοκληρίαν, μειοῖ ὅμως πολὺ ἡ ἔκρυθμος θέσις ἡμῶν ἀπέναντι τῶν δανειστῶν μας. Ἐφ’ ὅσον οἱ δανεισταὶ ἡμῶν, οἵτινες ἀποτελοῦσιν ὁμάδας ἐπηρεαζούσας καὶ ἀμέσως καὶ ἐμμέσως τοὺς διευθύνοντας τὰς τύχας τῶν μεγάλων Κρατῶν, ἐγείρουσι καθ’ ἡμῶν δεδικαιολογημένα παράπονα καὶ μομφὰς κατὰ τῆς εἰλικρινείας καὶ τῆς καλῆς ἡμῶν πίστεως, αἱ καλαὶ διαθέσεις, τὰς ὁποίας δικαιούμεθα νὰ προσδοκῶμεν παρὰ τῶν πεπολιτισμένων καὶ Μεγάλων Δυνάμεων, ἐὰν δὲν ἐκλείπουσι, βεβαίως ὅμως μειοῦνται. Οἱ κίνδυνοι δὲ, τοὺς ὁποίους αἱ περιστάσεις, ἃς διερχόμεθα, καθιστῶσι πιθανοὺς διὰ τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα, δὲν δύνανται ν’ ἀποκρουσθῶσι διὰ μόνον τῶν ἰδίων ἡμῶν δυνάμεων. Αἱ γνῶμαι καὶ αἱ διαθέσεις τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου καὶ τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς θέλουσι κατὰ τὸ πλεῖστον, ἂν ὄχι καὶ κατὰ τὸ ὅλον, ἀποφασίσει τὰ τῆς λύσεως τῶν ζητημάτων, ἅτινα θίγουσιν ἀμέσως τὰ ὕψιστα συμφέροντα τῆς φυλῆς ἡμῶν. Τὰς διαθέσεις δὲ ταύτας τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου ὀφείλομεν, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἀντιτίθενται πρὸς μεγάλα συμφέροντα ἡμῶν, νὰ τὰς προσελκύωμεν, ἀποσοβοῦντες πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ δηλητηριάσῃ αὐτάς. Ἡ γνώμη αὕτη περὶ τῆς χρησιμότητος καὶ τῆς ἀνάγκης τῆς τακτοποιήσεως τῆς θέσεως ἡμῶν πρὸς τοὺς δανειστάς μας δὲν εἶναι γνώμη ἀτόμων, δὲν εἶναι γνώμη τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ γνώμη ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς πτωχεύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου τὸ ἔθνος προσδοκᾷ τὸν κανονισμὸν τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους κατὰ τρόπον αἴροντα ἐκ τῶν δανειστῶν τοῦ Δημοσίου πᾶσαν δεδικαιολογημένην ἀφορμὴν μομφῶν καθ’ ἡμῶν. Ἐπὶ τοῦ γενικοῦ δὲ τούτου πόθου ἐβασίσθη καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς καὶ ἔθηκεν ὡς βάσιν τοῦ πολιτικοῦ αὐτοῦ προγράμματος τὴν ἐπαγγελίαν, ὅτι θὰ περατώσῃ τὸν συμβιβασμὸν μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν. Ἡ ἐπαγγελία αὕτη συνετέλεσεν οὐσιωδῶς, ὅπως τὸ ἔθνος δώσῃ εἰς αὐτὸν πλειοψηφίαν ἥτις ἔφερε καὶ ὑποστηρίζει αὐτὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἐπέτυχε μὲν τοῦτο διὰ τῶν ἐπαγγελιῶν αὐτοῦ, δυστυχῶς ὅμως ἔβλαψε τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους. Θεωρήσας τὴν συντέλεσιν τοῦ συμβιβασμοῦ μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν ὡς εὐχερὲς ἐγχείρημα, καὶ λησμονήσας ὅτι ὁ συμβιβασμὸς οὗτος δὲν εἶναι ἔργον ἐξαρτώμενον ἐκ μόνης τῆς θελήσεως ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς θελήσεως τῶν δανειστῶν, ἐξουδετέρωσε καὶ ἀφῄρεσε τὴν σημασίαν τῶν δύο κυριωτέρων μέτρων, τὰ ὁποῖα μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ 1894 ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βάσεις νέων διαπραγματεύσεων, δυναμένων νὰ λήξωσιν εἰς εὐχάριστον ἀποτέλεσμα. Αἱ δύο αὗται βάσεις εἶναι ἡ συμμετοχὴ τῶν δανειστῶν ἡμῶν εἰς τὰς μελλούσας προσαυξήσεις τῶν ὑπεγγύων προσόδων καὶ ἡ διάκρισις τῶν προσόδων τούτων ἐκ τῆς διαχειρίσεως τῶν ἐν γένει οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τοὺς δανειστὰς ἡμῶν καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Γερμανίᾳ μεγάλην ἔδιδον σημασίαν εἰς τὴν συμμετοχὴν τῶν δανειστῶν εἰς τὰς προσαυξήσεις τῶν ὑπεγγύων ἐσόδων. Ἠκούσατε δὲ πρὸ ὀλίγου ἀναγινωσκόμενα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος ἐπίσημα ἔγγραφα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπανειλημμένως οὗτοι ἐζήτησαν τὴν τοιαύτην συμμετοχήν. Εὔλογος καὶ δικαία ἦτο καὶ εἶναι ἡ τοιαύτη ἀπαίτησις τῶν δανειστῶν ἡμῶν. Ἀναγκασθέντες οὗτοι νὰ συμμετάσχωσιν εἰς τὸ ἀτύχημα τῆς χώρας καὶ ἴδωσι ἐλαττουμένους τοὺς εἰς αὐτοὺς ὀφειλομένους τόκους καὶ χρεωλύσια, δικαιοῦνται νὰ ζητήσωσιν, ὅπως συμμετάσχωσι καὶ εἰς τὴν εὐτυχίαν αὐτῆς. Ἐὰν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος βελτιωθῇ καὶ ἡ ἀνάπτυξις τῶν πόρων αὐτῆς ἐπιτρέψῃ ν’ αὐξήσῃ τὸ ποσοστὸν, τὸ ὁποῖον ἕνεκα τοῦ ἀτυχήματός της δύναται νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς σήμερον, εἶναι δίκαιον καὶ εὔλογον νὰ πράξῃ τοῦτο. Οὐδεμίαν δ’ ἔχει βάσιν σοβαρὰν ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀοιδίμου Τρικούπη κατὰ τὸ 1894 ἀπέκρουσε τὴν δικαίαν καὶ εὔλογον ταύτην ἀπαίτησιν τῶν δανειστῶν ἡμῶν, χαρακτηρίσασα τὴν συμμετοχὴν αὐτῶν εἰς τὰς προσαυξήσεις τῶν ὑπεγγύων προσόδων ὡς ἐνέχουσαν ἐν ἑαυτῇ τὴν ἰδέαν τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς μειώσεως τῆς αὐτοτελείας τοῦ Κράτους. Πολλάκις συνεζητήσαμεν ἐν τῇ Βουλῇ τὸ εἰδικὸν τοῦτο ζήτημα. Δὲν νομίζω ὅμως ἄπο σκοποῦ νὰ προσθέσω καὶ σήμερον ὀλίγας λέξεις. Ὁ προσδιορισμὸς ὑπεγγύων προσόδων, ὅπως ἐξ αὐτῶν πληρωθῇ ὡρισμένον ποσὸν εἰς τοὺς δανειστὰς τοῦ Δημοσίου, δὲν ἐνέχει αὐτὸς καθ’ ἑαυτὸν τὴν ἰδέαν τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐλέγχου. Ἐὰν δὲ ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ὅλου τῶν τοιούτων προσόδων δὲν ἐνέχῃ αὐτοδικαίως τὴν ἰδέαν τοῦ ἐλέγχου, πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ μέρος, ὅπερ ἀντιπροσωπεύει ἡ προσαύξησις αὐτῶν, νὰ ἐνέχῃ τοιαύτην ἰδέαν; Ὁ ἔλεγχος δὲν εἶναι τὸ γενικὸν δικαίωμα, ὅπερ ἕκαστος ἔχει, τῆς ἐξετάσεως καὶ τῆς ἐπικρίσεως τῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου δημοσιευομένων λογαριασμῶν τῆς εἰσπράξεως ἐξ οἱωνδήποτε προσόδων. Ὁ ἔλεγχος, τὸν ὁποῖον ἀποκρούομεν, εἶναι δικαίωμα θετικὸν, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς δύναται ν’ ἀποκτήσῃ καὶ ἐξασκήσῃ, ἂν κατηγορηματικῶς καὶ ὡρισμένως δὲν ἐκχωρηθῇ εἰς αὐτὸν διὰ συμβάσεως ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἔλεγχος, μειῶν τὴν κυριαρχίαν καὶ τὴν αὐτοτέλειαν τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἁπλῶς ὑπονοούμενος. Κατὰ τὸ κοινὸν δίκαιον ὁ συμμετέχων εἰς ἐπιχείρησίν τινα καὶ δικαιούμενος νὰ λάβῃ τὸ μερίδιόν του ἐκ τῶν προσόδων καὶ τῶν ὠφελημάτων αὐτῆς δύναται καὶ δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ λογοδοσίαν καὶ ἐξελέγξῃ τοὺς λογαριασμοὺς τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης. Δύναται ὅμως καὶ νὰ παραιτηθῇ ἐκ τῶν προτέρων τοῦ τοιούτου δικαιώματος τῆς ἐξελέγξεως τῶν λογαριασμῶν τῶν διευθυνόντων συνεταίρων. Τοιοῦτο δὲ θέλει γείνῃ καὶ κατὰ τὴν συμμετοχὴν τῶν δανειστῶν εἰς τὰς προσαυξήσεις τῶν ὑπεγγύων προσόδων. Οὐδὲν δικαίωμα ἐλέγχου θέλει ἐκχωρηθῇ εἰς αὐτοὺς μήτε διὰ τὸ ὅλον τῶν ὑπεγγύων προσόδων, αἵτινες θὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ἐγγυήσεις διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, μήτε διὰ τὰς προσαυξήσεις αὐτῶν. Ἡ γνώμη δὲ αὕτη δὲν εἶναι ἁπλῆ θεωρία, ἀλλὰ κανὼν ἐφαρμοσθεὶς καὶ ἐν ἄλλοις Κράτεσιν. Ἡ Πορτογαλία, ἥτις ἐπτώχευσεν ὀλίγον πρὸ ἡμῶν, προσδιώρισεν ὡς ὑπεγγύους προσόδους διὰ τὰ δάνεια αὐτῆς μέρος τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεών της, παρεχώρησε δὲ συνάμα καὶ συμμετοχὴν εἰς τὰς προσαυξήσεις αὐτῶν. Εἰς οὐδενὸς δὲ μήτε τῶν πολιτικῶν τῆς Πορτογαλίας μήτε τῶν δανειστῶν αὐτῆς ἦλθέ ποτε τὴν διάνοιαν, ὅτι δικαιοῦνται οὗτοι νὰ ἐξασκήσωσιν οἱονδήποτε ἔλεγχον ἐπὶ τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων τῆς Πορτογαλίας. Ἐκ τῶν προσαυξήσεων δ’ αὐτῶν, τῶν ἐξαχθεισῶν ἐκ μόνων τῶν ἐπισήμων λογαριασμῶν τοῦ Πορτογαλικοῦ Δημοσίου, ἐπληρώθη εἰς τοὺς δανειστάς των πέρυσι καὶ ¼% ἐπὶ πλέον τοῦ 1%, ὅπερ εἶχεν ὁρίσει ἡ Πορτογαλία κατὰ τὴν πτώχευσιν αὐτῆς. Οὐδεὶς δ’ ἐφαντάσθη, ὅτι οἱ δανεισταὶ τοῦ Πορτογαλικοῦ Κράτους ἀπέκτησαν δικαίωμα νὰ ἐξελέγξωσι τὰς τελωνειακὰς αὐτοῦ προσόδους, ὅπως βεβαιωθῶσιν, ἂν ἐκ τῆς ἐκχωρηθείσης εἰς αὐτοὺς προσαυξήσεως ἐδικαιοῦντο νὰ λάβωσιν ¼% μόνον ἢ πλειότερον. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ τῆς πτωχεύσεως, ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον διεξήχθη τὸ ἀτύχημα τοῦτο, καὶ πρὸ καὶ μετὰ τὴν συντέλεσιν αὐτοῦ, ἐγέννησεν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν εὐλόγους δυσπιστίας πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ἐν λεπτομερείᾳ τὸ θέμα τοῦτο, ὅπερ πολλάκις ἀνεπτύχθη ἐν τῇ Βουλῇ. Ἡ εὔλογος αὕτη δυσπιστία τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ δανειστῶν ὤθησεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἀπόφασιν, ἵνα ζητῶσιν ἐπιμόνως ἐξαιρετικὰς ἀσφαλείας διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νέων ὑποχρεώσεων, ἃς ἐν συνεννοήσει μετ’ αὐτῶν ἤθελεν ἀναλάβει τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Καὶ ἐδήλουν μὲν, ὅτι οὐδεμίαν ἐννοοῦσι νὰ ἐγείρωσιν ἀπαίτησιν ἐπισήμου ἐλέγχου καὶ ἐλαττώσεως τῆς αὐτοτελείας καὶ τῆς κυριαρχίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἀλλὰ, καίτοι δηλοῦντες τοῦτο, κατέληγον πάντοτε ἐν ταῖς προτάσεσιν αὐτῶν εἰς μέτρα καὶ εἰς ὅρους περιέχοντας ἀμέσως ἢ ἐμμέσως, φανερὰ ἢ κρυφὰ, πραγματικὸν ἔλεγχον καὶ πραγματικὴν ἐλάττωσιν τῆς αὐτοτελείας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, εἴτε διὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων παρ’ ἑταιρίας ἐχούσης τὸν χαρακτῆρα ἀντιπροσώπου τῶν δανειστῶν, εἴτε διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον τοῦ δικαιώματος νὰ ἐπιχειρήσῃ ἄνευ τῆς προηγουμένης συγκαταθέσεως αὐτῶν οἱανδήποτε μεταβολὴν εἰς τὰς ὑπεγγύους προσόδους, ὁσονδήποτε σπουδαία τῆς χώρας ἀνάγκη καὶ ἂν ἤθελεν ἐπιβάλει αὐτήν. Οἱ δανεισταὶ ἐζήτουν οὕτω νὰ ἐπιβάλωσι πλαγίως καὶ ἐμμέσως ἔλεγχον καὶ μείωσιν τῆς αὐτοτελείας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, μ’ ὅλας τὰς ἐναντίας αὐτῶν διαβεβαιώσεις. Ἀλλὰ τὴν μείωσιν τῆς κυριαρχίας αὐτοῦ, τὴν ἐλάττωσιν τῆς αὐτοτελείας του, δὲν ἠδύνατο καὶ δὲν δύναται νὰ παραδεχθῇ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Ἡ παραδοχὴ αὐτῶν ἤθελεν ἀναιρέσει τὰς πολιτικὰς ὠφελείας, τὰς ὁποίας προσδοκῶμεν ἐκ τῶν εὐνοϊκῶν διαθέσεων τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, διότι ἔθνος φιλότιμον, ὡς τὸ Ἑλληνικὸν, δυσκόλως δύναται νὰ βαδίσῃ ὁμαλῶς πρὸς τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ πρόοδον καὶ ἀνάπτυξιν, ὅταν αἰσθάνηται καθ’ ἡμέραν ἐπικαθήμενον ἐπ’ αὐτοῦ τὸν ζυγὸν τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐλέγχου. Ἤθελεν ἀναιρέσει δὲ συνάμα καὶ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀνακτήσεως ἀκεραίας τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν πίστεως. Εἰς Κράτος, τοῦ ὁποίου τὰ χρεώγραφα φέρουσι διὰ τοῦ ἐλέγχου διαρκῶς τὴν κηλῖδα τῆς πτωχεύσεως, τὰ κεφάλαια δὲν προσφέρονται ἐπὶ μόνῃ τῇ ἐμπιστοσύνῃ, ἣν ἐμπνέει ἡ τιμιότης καὶ ἡ ἐπάρκεια αὐτοῦ. Κράτος, τοῦ ὁποίου τὰ χρεώγραφα εὑρίσκονται ὑπὸ ἔλεγχον, δὲν δύναται νὰ δανεισθῇ ἐπὶ μόνῃ τῇ πίστει αὐτοῦ. Ὅπως συνομολογήσῃ δάνειον, θὰ ὑποχρεωθῇ ἢ νὰ θέσῃ καὶ ἑτέρας προσόδους ὑπὸ τὸν αὐτὸν ἔλεγχον, ἢ νὰ ὑποβληθῇ εἰς ὅρους τοκογλυφικοὺς καὶ ἀναιροῦντας τὴν ἰδέαν τῆς πίστεως. Κράτη ὑποβληθέντα εἰς ἔλεγχον δὲν ἠδυνήθησαν ν’ ἀποκτήσωσιν ἰδίαν αὐτῶν πίστιν. Ἂν δὲ συνωμολόγησάν ποτε δάνεια ὑπὸ ὅρους μὴ τοκογλυφικούς, ἐπέτυχον τοῦτο οὐχὶ ἐπὶ τῇ ἰδίᾳ αὐτῶν πίστει, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ πίστει ὑπεγγύων προσόδων, ὑπὸ ἔλεγχον ὑποβεβλημένων. Ἀλλὰ ὁ ἔλεγχος δὲν εἶναι μόνον ἐπιβλαβὴς καὶ πολιτικῶς καὶ οἰκονομικῶς εἰς τὸ παραδεχόμενον αὐτὸν Κράτος. Τοιοῦτος εἶναι ἀναμφισβητήτως καὶ διὰ τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ. Ἐνδέχεται τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς ἐπιβολῆς ἐλέγχου νὰ βελτιωθῇ ἡ ἀξία τῶν χρεωγράφων τοῦ παραδεχομένου αὐτὸν Κράτους. Ἀλλ’ ἡ βελτίωσις αὕτη θὰ ἦναι ἐπωφελὴς εἰς τοὺς κερδοσκόπους μᾶλλον ἢ εἰς τοὺς ἀληθεῖς δανειστὰς τοῦ Κράτους. Οἱ ἀληθεῖς δανεισταὶ αὐτοῦ οὐδέποτε θέλουσιν ἴδει τὰ χρεώγραφα αὐτῶν κατατασσόμενα μεταξὺ τῶν χρεωγράφων τῶν Κρατῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀκεραίαν τὴν πίστιν αὐτῶν καὶ ἀπολαύουσι τὴν ὁμαλὴν πρόοδον καὶ βελτίωσιν τῆς ἀξίας αὐτῶν. Ἐκτὸς τῆς κηλῖδος τῆς πτωχεύσεως, ἣν θέλουσι φέρει πάντοτε, θὰ ἐπίκειται διαρκῶς ἐπ’ αὐτῶν καὶ ὁ κίνδυνος, ὁ προερχόμενος ἐκ τῆς πιθανότητος ὅτι πᾶν φιλότιμον Κράτος δὲν θὰ δυνηθῇ διαρκῶς νὰ ὑποστῇ τὸν ζυγὸν τοῦ ἐλέγχου, καὶ ὅτι εἰς πρώτην παρουσιασθησομένην εὐκαιρίαν θ’ ἀποτινάξῃ αὐτόν. Ὁ πιθανὸς δ’ οὗτος κίνδυνος, προστιθέμενος εἰς τὴν κηλῖδα τοῦ ἐλέγχου, θέλει πιέζει τὴν ἀξίαν καὶ τὴν βελτίωσιν τῶν χρεωγράφων τοῦ τοιούτου Κράτους. Δὲν εἶναι δὲ δύσκολον νὰ ἐννοηθῇ τοῦτο παρὰ τῶν πραγματικῶν δανειστῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Ὁ ἔλεγχος, ἐπιβλαβὴς καὶ διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον καὶ διὰ τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ δεκτὸς παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἔπρεπεν ὅμως δι’ ἄλλης ὁδοῦ καὶ ἄνευ βλάβης τῶν πολιτικῶν καὶ οἰκονομικῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος, παρέχων ἀρκετὴν ἀσφάλειαν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, καὶ πείθων αὐτοὺς ν’ ἀποβάλωσι τὴν ὑπερβολικὴν δυσπιστίαν, ἣν ἐνέπνευσεν εἰς αὐτοὺς τὸ συμβὰν τῆς πτωχεύσεως καὶ τὰ συνοδεύσαντα αὐτὴν γεγονότα. Ὁ καταλληλότερος δὲ καὶ ὁ μόνος ἴσως τρόπος πρὸς ἐπίτευξιν τούτου ἦτο ἡ διάκρισις τῶν ἐσόδων τῶν προσδιωρισμένων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Δημοσίου χρέους, ἀπὸ τῶν ἄλλων ἐσόδων τοῦ Δημοσίου. Ἡ διάκρισις αὐτῶν καὶ ἡ ἀνάθεσις τῶν εἰς διεύθυνσιν ὑπαγομένην εἰς τὴν ἀπόλυτον κυριαρχίαν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ μὴ ἐξαρτωμένην ἀμέσως ἐκ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἤθελεν ἀποτελέσει θετικὴν βάσιν ἐφησυχάσεως καὶ ἀσφαλείας τῶν δανειστῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Τὴν παραδοχὴν τῆς βάσεως ταύτης κατὰ τρόπον συντελοῦντα εἰς τὴν συνεννόησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου μετὰ τῶν δανειστῶν αὐτοῦ ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ὑποστηρίξω ἐπανειλημμένως ἐν τῇ Βουλῇ καὶ πρὸ καὶ μετὰ τὴν πτώχευσιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπεδέχθη αὐτήν· ἀλλ’ ἐπειγόμενος νὰ πραγματοποιήσῃ τὰς ἐπαγγελίας, τὰς ὁποίας ἔδωκεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἔσπευσε νὰ παραχωρήσῃ τὴν συμμετοχὴν εἰς τὰς προαυξήσεις τῶν ὑπεγγύων προσόδων, τὴν τόσον ἐπιθυμητὴν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, ἄνευ οὐδεμιᾶς συνεννοήσεως μετ’ αὐτῶν, χωρὶς νὰ ἐπιτύχῃ παρ’ αὐτῶν δίκαια καὶ ἀνάλογα ἀνταλλάγματα διὰ τῆς ἐγκαταλείψεως ἀπαιτήσεων μὴ ἐχουσῶν θετικήν τινα βάσιν μετὰ τὸ γεγονὸς τῆς πτωχεύσεως καὶ χωρὶς νὰ κανονίσῃ ἐν λεπτομερείᾳ μετ’ αὐτῶν τὴν ἔννοιαν καὶ τοὺς ὅρους τῆς τοιαύτης παραχωρήσεως. Ἔσπευσε δ’ ἐπίσης νὰ ἱδρύσῃ τὴν εἰδικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἄνευ οὐδεμιᾶς συνεννοήσεως μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν, καὶ ὡς ἁπλοῦν μέτρον λογιστικῆς τάξεως, ἀφαιρέσας διὰ τοῦ τρόπου τῆς συττάσεως καὶ τῆς λειτουργίας αὐτῆς τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν καὶ τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ αὕτη, ὡς θεσμὸς ἐξασφαλίζων καὶ οὐσιαστικῶς καὶ λογιστικῶς τὴν τακτικὴν καὶ ἀκριβῆ ὑπηρεσίαν τῶν χρεῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Ἐξουδετέρωσεν οὕτω τὰς δύο βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἠδύναντο νὰ στηριχθῶσι διαπραγματεύσεις ἀπολήγουσαι εἰς ἀσφαλῆ καὶ ἐπωφελῆ ἀποτελέσματα. Λέγω δὲ τοῦτο οὐχὶ ὡς ἁπλῆν κρίσιν ἐμοῦ, ἀλλὰ καὶ ὡς γνώμην στηριζομένην ἐπὶ πληροφοριῶν καὶ σκέψεων προσώπων μεγάλην ἐξασκούντων ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν εὐρωπαϊκῶν χρηματιστηρίων. Ἡ ἐξουδετέρωσις δὲ τῶν δύο τούτων βάσεων ἠνάγκασε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ζητήσῃ ἀλλαχοῦ τοιαύτας, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ στηρίξῃ τὰς μετὰ τῶν ἐπιτροπειῶν διαπραγματεύσεις του. Ταύτας δ’ εὑρίσκομεν εἰς τὰς ὁδηγίας ἢ μελέτας, ὡς ἀποκαλεῖ αὐτὰς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνε πρὸς τοὺς τρεῖς πρέσβεις καὶ ἰδίως πρὸς τὸν πρέσβυν τῆς Ἑλλάδος ἐν Παρισίοις, ὅστις διηύθυνε τὰς διαπραγματεύσεις. Εἰς τὰς μελέτας ταύτας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμισεν ὅτι ὡς πρώτην βάσιν ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ ἀπολογίαν καὶ πείσῃ τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, ὅτι οὐδεμίαν αὐτὸς ἔχει ἐνοχὴν εἰς τὸ ἐπελθὸν ἀτύχημα τῆς πτωχεύσεως. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ἐὰν ἔχῃ τοιαύτην ἢ οὔ. Ἀλλ’ εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν βεβαίως τοῦτο ἦτο ὅλως ἀδιάφορον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅμως ἐπίστευσε, φαίνεται, ὅτι ἡ πεποίθησις περὶ τῆς ἀθωότητός του, ἣν διὰ τοιαύτης ἀπολογίας του ἤθελεν ἐμπνεύσει εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, ἔδιδεν εἰς αὐτὸν τὸ ἐνδόσιμον νὰ προβῇ εἰς προτάσεις οὐχὶ βελτιούσας τὴν θέσιν αὐτῶν καὶ καθιστώσας δυνατὸν τὸν ἐν συνεννοήσει μετ’ αὐτῶν κανονισμὸν τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους, ἀλλὰ καθιστώσας αὐτὴν χείρονα καὶ ἑπομένως δυσκολευούσας τὸν τοιοῦτον κανονισμόν. Ἐπρότεινεν ἐν πρώτοις τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ποσοστοῦ, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ νόμου τῆς 30 Δεκεμβρίου 1893 ὡρίσθη ὡς προσωρινῶς πληρωτέον εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν καὶ τὸ ὁποῖον ἔκτοτε πληρόνεται εἰς αὐτούς. Ἀντὶ τῶν 7,451,865 φρ. χρυσῶν, τὰ ὁποῖα ἀντιπροσωπεύουσι 30% ἐπὶ τῶν τόκων τῶν ἐξωτερικῶν ἡμῶν δανείων καὶ τὰ ὁποῖα ἀντιστοιχοῦσι πρὸς 13,040,000 περίπου δραχμάς, ὑπολογιζομένου πρὸς δραχ. 1,75 τοῦ φράγκου, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ διαφόρων ὑπολογισμῶν καὶ ἑλιγμῶν ἐπρότεινεν 6,582,747 φρ. χρ., ἀντιπροσωπεύοντα 11,419,000 δραχ., ἐπρότεινε δηλ. τὴν ἐλάττωσιν τῶν 30%, τὰ ὁποῖα δίδομεν σήμερον, εἰς 26½%. Τοιαύτη πρότασις εἰς διαπραγματεύσεις, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ δανεισταὶ προσεδόκων βελτίωσιν τῆς θέσεώς των, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ κάμῃ κακὴν ἐντύπωσιν καὶ νὰ μὴ χαρακτηρισθῇ, ὅπως ἐχαρακτηρίσθη, ὡς δευτέρα δηλ. πτώχευσις τῆς Ἑλλάδος. Ὅσον καὶ ἂν ἦναι μικρὰ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν προσφερομένων 26½% καὶ τῶ, 30%, τὰ ὁποῖα πληρόνομεν σήμερον, εἶναι νέα ἐλάττωσις, προστιθεμένη εἰς τὴν πρώτην πτώχευσιν, καὶ τοῦτο ὡς ἁπλοῦν τέχνασμα διαπραγματεύσεων, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης, ἐπιβαλλομένης ἐκ γεγονότος τινὸς, ἢ ἐκ νέας στενοχωρίας, ἐπιβαλλούσης εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον τοιαύτην δευτέραν πτώχευσιν. Ἐπρότεινεν ἐπίσης ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν συνομολόγησιν δανείου πρὸς βελτίωσιν τῆς νομισματικῆς ἡμῶν κυκλοφορίας, ἥτις ἤθελεν ὠφελήσει ἐμμέσως καὶ τοὺς δανειστὰς ἡμῶν. Δὲν ἠξεύρω ἂν προσεδόκα νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον τοῦτο μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν δανειστῶν ἡμῶν ἢ μετ’ ἄλλων, ἀφήνων, ὅπως πρὸ ὀλίγου ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ εἰς βάρος τῶν ὑπὲρ τῶν δανειστῶν ἡμῶν προσδιοριζομένων ποσῶν. Ἀλλὰ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον καὶ ἂν ἐνόει νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον τοῦτο, εἴτε μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν, εἴτε μετ’ ἄλλων, ἔπραξε βεβαίως σφάλμα, παρεισαγαγὼν διὰ τῆς προτάσεως δανείου ἕτερον στοιχεῖον εἰς τὰς μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν διαπραγματεύσεις περὶ συμβιβασμοῦ. Οἱ δανεισταὶ ἡμῶν δὲν εἶναι τραπεζῖται δυνάμενοι καὶ ἐπιδιώκοντες τὴν συνομολόγησιν δανείων πρὸς ἐπίτευξιν κέρδους. Οἱ κυρίως δανεισταί εἰσι κεφαλαιοῦχοι, δανείσαντες τὰ χρήματα αὐτῶν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον καθ’ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον, καὶ θέλοντες νὰ λάβωσι καὶ ἐξασφαλίσωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλύτερον ποσοστὸν ἐκ τῶν ὀφειλομένων εἰς αὐτοὺς τόκων. Διὰ τῆς προσθήκης δὲ τοῦ δανείου εἰς τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν, παρεισάγεται εἰς τὰς περὶ αὐτοῦ διαπραγματεύσεις καὶ τὸ στοιχεῖον τῆς ἁπλῆς κερδοσκοπίας. Ἐὰν δὲ αἱ ἁπλαῖ καὶ καθαραὶ διαπραγματεύσεις τοῦ Ἑλλην. Δημοσίου μετὰ τῶν πραγματικῶν δανειστῶν αὐτοῦ παρουσιάζωσιν οὐκ ὀλίγας δυσκολίας, εἶναι φυσικὸν ἡ εἰσαγωγὴ καὶ τοῦ στοιχείου τῆς κερδοσκοπίας νὰ πολλαπλασιάσῃ αὐτάς, καὶ νὰ καταστήσῃ δυσχερεστέραν τὴν συντέλεσιν τοῦ συμβιβασμοῦ. Δὲν θὰ ἐπιδιώκηται πλέον ἡ ἱκανοποίησις μόνον τῶν δανειστῶν διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ τῶν συμφερόντων αὐτῶν μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἕλλην Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ ἡ ἱκανοποίησις τῶν συμφερόντων τῆς παρεισαγομένης κερδοσκοπίας. Αἱ θυσίαι, εἰς ἃς δύναται νὰ ὑποβληθῇ τὸ Ἑλλην. Δημόσιον πρὸς ἱκανοποίησιν μόνον τῶν δανειστῶν αὐτοῦ, δὲν θὰ ὦσι πλέον ἀρκεταί, ὅπως παρέξωσι καὶ εἰς τὴν κερδοσκοπίαν τὴν ὠφέλειαν, ἣν αὕτη ἐπιδιώκει καὶ ἥτις συνήθως εἶναι ἀρκετὰ σπουδαία, ὅπως ὑπερτερήσῃ τὰς δυνατὰς θυσίας καὶ παρακωλύσῃ τὴν συντέλεσιν ἐπωφελοῦς συμβιβασμοῦ. Πάντες δ’ ἐνθυμούμεθα τὰς δυσκολίας, αἵτινες ἐπαρουσιάσθησαν κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τὰς λαβούσας χώραν καὶ πρὸ καὶ μετὰ τὴν πτώχευσιν τοῦ 1893, καὶ αἵτινες εἶχον τὴν πηγήν των εἰς τοὺς ἐπιδιώκοντας ἴδια κέρδη, ὁτὲ μὲν διὰ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τῆς Ἐθν. Τραπέζης, ὁτὲ δὲ διὰ τῆς ἀποῤῥοφήσεως τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων. Ἄνευ τῶν δυσκολιῶν τούτων ὁ συμβιβασμὸς, περιοριζόμενος εἰς τὴν συνεννόησιν μὲ τοὺς πραγματικοὺς δανειστὰς τοῦ Ἕλλην. Δημοσίου, θὰ ἦτο ἴσως πρὸ πολλοῦ γεγονὸς τετελεσμένον. Καὶ ἐὰν αἱ προτάσεις τῆς ἐλαττώσεως τοῦ διδομένου ποσοστοῦ καὶ τῆς συνομολογήσεως δανείου ἐγένοντο ἁπλῶς ὡς ἰδέαι πρὸς συζήτησιν, ἤθελον εἶσθαι πάντοτε κακαὶ, ὡς ἐνδεικνύουσαι διάθεσίν τινα πρὸς παράτασιν τῶν συζητήσεων, ἀλλὰ ἤθελον εἶσθαι ὀλιγώτερον κακαὶ παρ’ ὅ,τι εἰσὶ, παρουσιασθεῖσαι ὡς συμπέρασμα καὶ ἀπόῤῥοια ὑπολογισμῶν καὶ σκέψεων ἀντιφατικῶν καὶ ἀλληλαναιρουμένων. Τοιαῦται δὲ παρουσιάζονται διὰ τῶν μελετῶν καὶ ὁδηγιῶν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐν αἷς ἐξετάζονται καὶ ἀναλύονται τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους. Ἐκ τῆς ἀναλύσεως ταύτης ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξάγει ὡς συμπέρασμα, ὅτι εἰς 87 ἢ 88 ἑκατομμύρια ἀνέρχονται τὰ θετικὰ ἔσοδα τοῦ Ἑλλ. Δημοσίου, εἰς 67 δὲ ἑκατομμύρια τὰ ἔξοδα αὐτοῦ, καὶ ὅτι περισσεύει ποσὸν 21 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ὁρίζει διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Ἐκ τοῦ ποσοῦ δὲ τούτου ἀφαιρεῖ 8,580,000 δραχ., αἵτινες ἀναγκαιοῦσι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐσωτερικῶν δανείων τοῦ Δημοσίου καὶ διὰ τοὺς τόκους τῶν ἐντόκων γραμματίων εἰς χρυσὸν καὶ εἰς γραμμάτια καὶ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Μένει δὲ οὕτω περίσσευμα 12,419,000 δραχ. ἐπὶ τῇ βάσει ἐσόδων 88 ἑκατομμυρίων, καὶ 11,419,000 ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων 87 ἑκατομμυρίων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐξωτερικῶν δανείων δὲν προτείνει τὰ 12,419,000 ἀλλὰ τὰ 11,419,000, ἅτινα πρὸς 1,75 φέρουσι φρ. χρυσᾶ 6,582,000, ἐλαττώνων, ὡς εἶπον ἤδη, τὸ πληρονόμενον ποσοστὸν ἀπὸ 30 εἰς 26½%. Ἐνῷ δὲ τοιαῦτα ἐξάγει συμπεράσματα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, αἱ μελέται καὶ οἱ ὑπολογισμοὶ αὐτοῦ ἀναιροῦσιν αὐτά. Οἱ ἀντιπρόσωποι δὲ τῶν δανειστῶν, καὶ ἂν ἀκόμη δὲν εἶχον ποιήσει ἄλλας μελέτας ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, εὐκόλως ἀντελήφθησαν τῶν ἀντιφάσεων τούτων ἐκ μόνης τῆς ἐξελέγξεως τῶν λογαριασμῶν, τῶν περιεχομένων ἐν ταῖς μελέταις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν αὐταῖς ὑπολογίζει εἰς 87 ἕως 88 ἑκατομμύρια δραχ. τὰ ἐτήσια ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ἐν τῷ Αʹ παραρτήματι αὐτῶν ἀναγράφει ὡς ἔσοδα μὲν τοῦ 1893 δραχ. 91,546,933, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων, ὧν τινὰ δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἐν μέρει καὶ ὡς τακτικά, ὡς π. χ. τὰ ἐκ τῶν φυγοστράτων καὶ λιποστράτων καὶ τὰ ἐξ ἐκποιήσεως ἀχρήστου ὑλικοῦ, ὡς ἔσοδα δὲ τοῦ 1892 δρ.90,139,535. Ὡς δικαιολογίαν δὲ τῆς τοιαύτης ἀντιφάσεως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως φέρει τὴν ἀνάγκην τῆς ἐλαττώσεως τῶν φόρων καὶ τῆς ἀνακουφίσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Βεβαίως, Κύριοι, ἡ ἀνάγκη τῆς ἀνακουφίσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι πραγματικὴ ἀνάγκη. Ἀλλ’ ὑφίσταται αὕτη οὐχὶ ὡς ἀνάγκη ἀπόλυτος ἐλαττώσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ὡς ἀνάγκη βελτιώσεως καὶ μεταῤῥυθμίσεως τῆς φορολογίας ἡμῶν δι’ ἀντικαταστάσεως τῶν ἀπολύτως κακῶν φόρων καὶ διὰ τροποποιήσεως ἐκείνων, οἵτινες εἶναι ἐπιδεκτικοὶ βελτιώσεως. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκλείψωσιν αἱ ἀδικίαι, αἱ ἀνισότητες καὶ αἱ πιέσεις αἱ προερχόμεναι ἐκ τῶν πλημμελῶν καὶ ἐκ τῶν κακῶς λειτουργούντων φόρων. Ἀλλὰ ἡ βελτίωσις καὶ ἡ μεταῤῥύθμισις τῆς φορολογίας ἡμῶν δὲν πρέπει νὰ τείνῃ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου ἀπὸ 91½ ἑκατομμυρίων εἰς 87 ἢ 88 ἑκατομμύρια. Οἱανδήποτε δὲ καὶ ἄν ἔχῃ δι’ ἡμᾶς ἔννοιαν ἡ μεταῤῥύθμισις τῆς φορολογίας ἡμῶν, ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου δὲν δύναται βεβαίως νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἐπιχείρημα πεῖθον τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, ὅτι εἶναι ὀρθὸς ὁ ὑπολογισμὸς τῶν ἐσόδων κατὰ 3 ἢ 4 ἑκατομμύρια ὀλιγώτερον τῆς πραγματικῆς αὐτῶν ἀποδόσεως. Ἡ αὐτὴ ἀντίφασις ὑπάρχει καὶ εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τῶν ἐξόδων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπελόγισεν εἰς 67 ἑκατομμύρια τὰ τακτικὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως. Ἐν δὲ τῷ Γʹ παραρτήματι τῶν μελετῶν αὐτοῦ ἀποδεικνύει, ὅτι τὰ ἔξοδα ταῦτα ἀπὸ τοῦ 1888 ἕως τοῦ 1893 ἀνέρχονται κατὰ μέσον μὲν ὅρον εἰς 60,613,000, κατ’ ἀνώτατον δὲ ὅρον τὸ 1892 εἰς 61,600,000. Πρὸς δικαιολογίαν δὲ τῆς ἀντιφάσεως ταύτης καταφεύγει εἰς ἑτέραν ἀνακρίβειαν, ἰσχυριζόμενος ὅτι μεταξὺ τῶν ἐξόδων τοῦ 1892 καὶ 1893 δὲν περιλαμβάνονται τὰ τῆς ὁδοποιΐας, ἐνῷ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι αἱ ἐπιτροπεῖαι τῶν δανειστῶν μελετῶσι τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ ἀπολογισμοὺς τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ἐνίοτε κάλλιον ἡμῶν, καὶ ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς αὐτοὺς νὰ ἴδωσιν, ὅτι κατὰ τὸ 1892 καὶ 1893 τὰ ἔξοδα τῆς ὁδοποιΐας, ὅπως ἐκανονίσθησαν μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, περιλαμβάνονται ἐν ταῖς δαπάναις καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Βεβαίως ἔχομεν ἀνάγκην νὰ δαπανήσωμεν πλειότερα τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1892 καὶ 1893, διότι ὀφείλομεν καὶ τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας νὰ βελτιώσωμεν καὶ τὴν παραγωγὴν τῆς χώρας νὰ ὑποστηρίξωμεν καὶ τὴν προάσπισιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων νὰ προετοιμάσωμεν. Μεταξὺ τῶν δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν ὑπάρχουσι πολλαί, τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ ἐλαττώσωμεν, καὶ ἄλλαι, τὰς ὁποίας ὀφείλομεν ν’ αὐξήσωμεν. Ἀλλ’ οἱ ὑπολογισμοὶ οὗτοι ἔχουσιν ἄμεσον ἐνδιαφέρον δι’ ἡμᾶς, ἔμμεσον δὲ μόνον διὰ τοὺς δανειστὰς ἡμῶν. Οὗτοι δὲ βεβαίως διετέθησαν κακῶς, ὅταν εἶδον ἐν ταῖς μελέταις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὰ 61,600,000 τῶν δαπανῶν ἡμῶν ἀναβιβάζονται εἰς 67 ἑκατομμύρια, ὅπως ἐξαχθῇ τὸ συμπέρασμα, ὅτι πρέπει ἐκ νέου νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ εἰς αὐτοὺς πληρονόμενον ποσὸν μετὰ τὴν πτώχευσιν. Δὲν ἦτο δυνατὸν διαπραγματεύσεις ὑπὸ τοιούτους ὅρους διεξαγόμεναι νὰ γεννήσωσιν ἀγαθὴν ἐντύπωσιν περὶ τῆς καλῆς πίστεως καὶ τῆς εἰλικρινείας τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Διὰ τοῦτο βλέπομεν τὸ περίεργον καὶ πικρὸν συνάμα δι’ ἡμᾶς φαινόμενον, ὅτι, ἐνῷ ὁ χρόνος συντελεῖ, ὅπως μειώσῃ τὰς ἐντυπώσεις παντὸς ἀτυχήματος καὶ ἐλαττώσῃ τὰς συνεπείας αὐτοῦ, ἐν τῷ ἀτυχήματι τῆς πτωχεύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ἡ παρέλευσις τοῦ χρόνου, ἀντὶ νὰ φέρῃ τοιαῦτα ἀποτελέσματα, ἐπέτεινεν ἀπ’ ἐναντίας τὰς ἐξ αὐτοῦ κακὰς ἐντυπώσεις καὶ συνεπείας. Ἕτερα Κράτη, τὰ ὁποῖα ὀλίγον πρὸ ἡμῶν ἐπτώχευσαν, — ἀναφέρω δὲ καὶ πάλιν τὴν Πορτογαλίαν,—διὰ τῆς παρελεύσεως τοῦ χρόνου καὶ τῆς πορείας αὐτῶν κατώρθωσαν νὰ μειώσωσιν οὐσιωδῶς τὴν ἐντύπωσιν καὶ τὰς συνεπείας τοῦ ἀτυχήματός των, ἠδυνήθησαν νὰ πείσωσι περὶ τῆς καλῆς αὐτῶν πίστεως τὸν χρηματιστικὸν κόσμον, καὶ κατώρθωσαν οὕτω νὰ θέσωσιν ἐκ νέου τὰ θεμέλια τῆς οἰκονομικῆς αὐτῶν πίστεως. Ἡμεῖς δὲ, διὰ τῆς πορείας, ἣν ἠκολουθήσαμεν, περιήλθομεν εἰς χειροτέραν θέσιν ἐκείνης, εἰς ἣν εὑρέθημεν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς πτωχεύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν ἐπροξένησεν εἰς τὰς ἐπιτροπείας τῶν δανειστῶν ἡμῶν ἡ ἀνακοίνωσις τῶν μελετῶν καὶ ὁδηγιῶν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Πάντες ὅσοι ἔλαβον τότε γνῶσιν αὐτῶν μᾶς κατηγόρησαν ἐπὶ μὴ καλῇ πίστει· οἱ δανεισταὶ δ’ ἡμῶν ἐχαρακτήρισαν τοὺς παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως προτεινομένους ὅρους ὡς ὅλως ἀκαταλλήλους πρὸς ἐπίτευξιν συμβιβασμοῦ. Ἤρξαντο δὲ, ὡς οἱ ἴδιοι βεβαιοῦσι, διαπραγματεύσεων μετὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος ἐν Παρισίοις, αἵτινες ἀπετέλεσαν τὸ ἀντικείμενον τῶν πρακτικῶν, τῶν ὁποίων γνωρίζομεν μὲν τὴν ὕπαρξιν, οὐχὶ δὲ καὶ τὸ περιεχόμενον. Ἀποτέλεσμα δὲ τῶν διαπραγματεύσεων τούτων ἦτο καὶ ἡ σύνταξις ὑπομνήματος παρὰ τῶν ἐπιτροπειῶν, τοῦ ὁποίου τὸ περιεχόμενον ἐν περιλήψει γνωρίζομεν ἐκ τῆς δημοσιεύσεως τῆς Γερμανικῆς ἐπιτροπείας. Ἡ περίληψις δὲ τοῦ ὑπομνήματος τούτου, τὸ ὁποῖον περιέχει τὰς πρώτας ἀντιπροτάσεις τῶν δανειστῶν, ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν τόκων, ὑπεβλήθησαν οἱ ἑξῆς ὅροι. «αʹ) Παραμένουσιν ὡς ἐνέχυρα εἰς τοὺς πιστωτὰς ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιφυλάξεως ὡρισμένα εἰσοδήματα. βʹ) Πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς βελτιώσεως τῶν ἀξιώσεών των οἱ πιστωταὶ θὰ λάβουν μέρος ἐκ τῶν ἐπαυξήσεων τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐνεχύρων τούτων. γʹ) Διὰ τὰς διαφόρους κατηγορίας τῶν χρεῶν, ἀναλόγως τῶν ὅρων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ταῦτα κατηρτίσθησαν, θὰ λάβουν χώραν διάφοροι διαπραγματεύσεις. δʹ) Εἰς τοὺς πιστωτὰς θὰ δοθῇ ἀποζημίωσις, ἔστω καὶ λίαν περιωρισμένη, διὰ τὴν μέχρι τοῦδε προσβολὴν τῶν δικαιωμάτων των. εʹ) Θὰ ληφθῇ μέριμνα, ὅπως μὴ ἐκ νέου ἐπαναληφθῇ προσβολὴ τῶν δικαιωμάτων τῶν πιστωτῶν.»

§36Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Τί ὑπόμνημα;

§37ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν δημοσίευσίν της ἡ Γερμανικὴ ἐπιτροπεία τῶν δανειστῶν ἀναφέρει ὅτι ὑπεβλήθη παρὰ τῶν ἐπιτροπειῶν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν διὰ τοῦ ἐν Παρισίοις πρέσβεως ὡς ἡ ἀπόῤῥοια τῶν μετ’ αὐτοῦ διαπραγματεύσεων.

§38Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς πληροφορῶ, ὅτι οὐδὲν τοιοῦτον ὑπόμνημα ὑπεβλήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε ἐνεχειρίσθη εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον αὐτῆς ἐν Παρισίοις.

§39ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι αὐτὸ τὸ Γερμανικὸν φυλλάδιον;

§40ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα, καὶ φέρει τίτλον «Ἔκθεσις τοῦ Γερμανικοῦ κομιτάτου, τοῦ ἀναλαβόντος τὴν ὑπεράσπισιν τῶν κατόχων Ἑλληνικῶν χρεωγράφων ἐπὶ τῶν διαπραγματεύσεων μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.» Τὸ φυλλάδιον τοῦτο ἐχρησίμευσεν ὡς ἀφετηρία πολλῶν κατὰ τῆς Ἑλλάδος ἀδίκων καὶ ὑπερβολικῶν δημοσιεύσεων, τὰς ὁποίας βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλὰ παρ’ οὐδενὸς διεψεύσθη, οὐδ’ ἐχαρακτηρίσθη ὡς μὴ προερχόμενον ὑπὸ τῆς Γερμανικῆς ἐπιτροπείας. Ὀφείλω νὰ παραδεχθῶ, ὅτι τὸ ὑπόμνημα τοῦτο, οὗτινος περίληψις περιέχεται ἐν τῷ φυλλαδίῳ, δὲν ἐνεχειρίσθη εἰς τὴν ἐν Παρισίοις Πρεσβείαν καὶ δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως βεβαιοῖ τοῦτο ἐπισήμως. Τὸ ὑπόμνημα τοῦτο περιέχει βάσεις γενικὰς καὶ ἐλαστικάς, ἡ δὲ Γερμανικὴ ἐπιτροπεία ἰσχυρίζεται, ὅτι ὁ ἐν Παρισίοις ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἐδήλωσεν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δέχεται τὴν ἐξακολούθησιν τῶν διαπραγματεύσεων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν τῷ ὑπομνήματι ἰδεῶν.

§41Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ δὲν ἔλαβεν ὁ ἐν Παρισίοις πρέσβυς ὑπόμνημα, δὲν εἶχεν ἀφορμὴν οὐδὲ ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τοιοῦτον.

§42ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Γεννᾶται ὅμως μία ἀπορία, πῶς ὑπεβλήθη τὸ πλῆρες σχέδιον συμβάσεως παρὰ τῶν ἐπιτροπῶν, ἀφοῦ ἐκήρυξαν ὡς ἀκαταλλήλους πρὸς συμβιβασμὸν τὰς προτάσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως; Πῶς αὗται προέβησαν εἰς τὴν σύνταξιν καὶ τὴν ὑποβολὴν προτάσεων πόῤῥω ἀπεχουσῶν τῶν μελετῶν καὶ τῶν προτάσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως; ...

§43Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰς δημοσιευθείσας;

§44ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰς παρ’ ὑμῶν ὑποβληθείσας εἰς τὴν Βουλήν... Πῶς μετὰ παρέλευσιν πολλοῦ χρόνου αὐτοί, χωρὶς νὰ συζητήσωσι τοὺς εἰς αὐτοὺς προταθέντας ὅρους, προέβησαν εἰς τὴν σύνταξιν ὁλοκλήρου συμβάσεως, ἧς τὸ περιεχόμενον ἀπέχει μεγάλως τῶν προτάσεων τῆς Ἑλλην. Κυβερνήσεως; Μοὶ φαίνεται παράδοξον, πῶς ἄνθρωποι ἔχοντες πλῆρες τὸ λογικὸν αὐτῶν, ἐνῷ γίνονται εἰς αὐτοὺς προτάσεις ἀντιστοιχοῦσαι π. χ. πρὸς δύο παραχωρήσεις, κάθηνται εἰς τὸ γραφεῖόν των καὶ συντάττουσι μετὰ σοβαρότητος σχέδιον συμβάσεως βασιζομένης ἐπὶ δέκα παραχωρήσεων! Τὴν ἀπορίαν ταύτην δυστυχῶς δὲν δυνάμεθα νὰ λύσωμεν, διότι δὲν ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν ἐπίσημα ἔγγραφα. Ὅ,τι δημοσιεύει ἡ Γερμανικὴ ἐπιτροπεία, τὸ διαψεύδει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Μένει ἑπομένως ἀκεραία ἡ ἀπορία, πῶς αὐτοὶ οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι, ἀντιπροσωπεύοντες τοὺς δανειστὰς, ὑποστηρίζουσιν ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσι συμφέροντα εὑρισκόμενα εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, καὶ οἱ ὁποῖοι, ὡς γνωρίζομεν, ἔχουσι τὸ λογικόν των, προέβησαν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ σχεδίου τούτου ἄνευ ἀνταλλαγῆς ἰδεῶν μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως!

§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς βοηθήσω, ἵνα ἐξέλθητε ἀπὸ τὴν ἀπορίαν· χρεωστῶ μόνον νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι τὸ δημοσίευμα, τοῦ ὁποίου ἀνεγνώσατε τὰς κεφαλαιωδεστέρας προτάσεις ὑπὸ κομιτάτου, τινὸς, ἢ ὑπὸ μελῶν κομιτάτου, εἶναι δημοσίευμα ἐκτὸς τῶν διαπραγματεύσεων, δὲν ἀνεκοινώθη εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος ἐν Παρισίοις, δὲν ἀπεστάλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι δὲ ἀλλότριον ἡμῶν.

§46ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὸ δημοσιευθὲν φυλλάδιον, ἀλλ’ ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται ἐν τῷ φυλλαδίῳ τούτῳ καὶ τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζεται ὡς ἀπόῤῥοια τῶν διαπραγματεύσεων μετὰ τοῦ πρέσβεως τῆς Ἑλλάδος ἐν Παρισίοις. Ἐν τῷ αὐτῷ δὲ φυλλαδίῳ ἰσχυρίζεται ἡ Γερμανικὴ ἐπιτροπεία, ὅτι ὁ κ. πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος ἐδήλωσεν, ὅτι αἱ ἐν τῷ ὑπομνήματι περιεχόμεναι γενικαὶ ἰδέαι ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βάσεις μελλουσῶν διαπραγματεύσεων μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν δανειστῶν.

§47Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές.

§48ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἴπατε ὅτι ἐστάλησαν γενικοὶ ὅροι.

§49Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι· ἐστάλη τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐν τῷ φυλλαδίῳ.

§50ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐντεῦθεν ἑπομένως ἡ ἀπορία, πῶς εὑρέθησαν ἄνθρωποι, ἔχοντες τὴν ἀπαίτησιν, ὅτι εἶναι λογικοί, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν σχέδιον συμβιβασμοῦ ἐν πλήρει ἀντιθέσει καὶ ἀπέχον παρασάγγας ὅλας τῶν προτάσεων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως!

§51ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ὑπάρχει ἓν κενόν.

§52ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο τὸ κενὸν ἐφάνη ὅτι πληροῖ τὸ δημοσίευμα τῆς Γερμανικῆς ἐπιτροπείας. Ἂν ὑμεῖς δύνασθε νὰ τὸ πληρώσητε ἄλλως, τόσον τὸ καλλίτερον.

§53ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν τῷ φυλλαδίῳ τοῦ Γερμανικοῦ Κομιτάτου γίνεται λόγος, ὅτι οἱ ὅροι οἱ περιεχόμενοι ἐν τῷ ὑπομνήματι εἶναι ἀπόῤῥοια διαπραγματεύσεων, ἢ ὅτι ἀφ’ ἑαυτῶν ἔγραψαν τούτους;

§54ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Χαρακτηρίζουσι τὰς προτάσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὡς μὴ καταλλήλους πρὸς συμβιβασμὸν, προσθέτουσι δὲ, ὅτι διεξήγαγον διαπραγματεύσεις, καὶ ὅτι ὡς ἀπόῤῥοιαν αὐτῶν συνέταξαν τὸ ὑπόμνημα.

§55ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχομεν δήλωσιν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι συζητήσεις δὲν ἐγένοντο.

§56Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος ἀνεκοίνωσε κατὰ τὰς συνεδριάσεις μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν κομιτάτων τὰς ὁδηγίας, τὰς ὁποίας εἶχεν· οἱ ἐπίτροποι ἐζήτησαν προθεσμίαν, ἵνα ἀπαντήσωσι, καὶ διεκόπησαν αἱ διαπραγματεύσεις ἐπί τινα καιρὸν, εἶτα δὲ ἀπήντησαν διὰ τοῦ σχεδίου συμβιβασμοῦ, τὸ ὁποῖον ἐνεχείρισαν εἰς τὸν κ. πρέσβυν. Μετὰ τοῦτο δὲ δὲν ἐγένετο πλέον συνεδρίασις.

§57ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁπωσδήποτε ὅμως, ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, εἶναι, ὅτι αἱ προτάσεις τῶν ἐπιτροπειῶν, αἱ περιεχόμεναι ἐν τῷ σχεδίῳ συμβιβασμοῦ, τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐμπνέονται ὑπὸ αἰσθημάτων ἐπιτεταμένης δυσπιστίας πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Ἡ ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν ἐπροξένησαν εἰς αὐτοὺς αἱ διαπραγματεύσεις καὶ αἱ προτάσεις πρὸς συμβιβασμὸν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, συνετέλεσεν εἰς τὴν αὔξησιν καὶ τῶν ἀπαιτήσεών των καὶ τῆς δυσπιστίας των. Καὶ ἐνῷ οἱ δανεισταὶ ἡμῶν κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ 1894 ἐπέμενον νὰ συμμετάσχωσιν εἰς τὰς προσαυξήσεις τῶν ὑπεγγύων προσόδων κατὰ πεντήκοντα τοῖς ἑκατὸν, ὧν τὰ 25 ὑπὲρ τῶν τόκων, καὶ τὰ ἕτερα 25 διὰ χρεωλύσιον, ἤδη ζητοῦσιν 60 τοῖς ἑκατὸν, ὧν τὸ ἥμισυ διὰ τοὺς τόκους καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ διὰ χρεωλύσιον. Ἐνῷ δ’ ἐφαίνοντο ἱκανοποιημένοι, λαμβάνοντες ἀμέσως 32 τοῖς ἑκατὸν, ἀντὶ τῶν 30, τὰ ὁποῖα ἐδίδοντο εἰς αὐτοὺς διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1893, καὶ ἐδέχοντο τὴν διὰ τῆς κλίμακος, ἣν ὁ ἀοίδιμος Τρικούπης εἶχε παραδεχθῆ, αὔξησιν τοῦ διὰ τοὺς τόκους ποσοστοῦ εἰς 35 τοῖς ἑκατὸν μετὰ δεκαετίαν περίπου, ἤδη, θεωροῦντες ὡς κεκτημένον δικαίωμα τὴν διὰ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὰς προσαυξήσεις τῶν ὑπεγγύων προσόδων μέλλουσαν αὔξησιν τοῦ ποσοστοῦ τῶν τόκων, ζητοῦσι τὴν ἄμεσον αὔξησιν αὐτοῦ εἰς 43 τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν δανείων τῶν Μονοπωλίων καὶ τῆς κεφαλαιώσεως, καὶ εἰς 32 τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν λοιπῶν δανείων, ὅπερ ἀντιστοιχεῖ πρὸς 35 τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ ὅλου. Ζητοῦσι δ’ ὡς νέον κεκτημένον δικαίωμα τὴν συμμετοχὴν εἰς τὴν ὠφέλειαν, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς ἐκπτώσεως τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος. Ἐζήτουν καὶ προηγουμένως αἱ ἐπιτροπεῖαι νὰ ἐπιστραφῶσιν εἰς αὐτὰς τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον ἔλαβε κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1893 παρὰ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων καὶ τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 2,529,000 δρ. Ἀλλ’ ἐζήτουν ταῦτα, ὅπως τὰ διαθέσωσι διὰ τὰς δαπάνας τῶν ἐπιτροπειῶν καὶ πρὸς ἱκανοποίησιν διαφόρων ἀπαιτήσεων, ὡς π. χ. τῶν κατόχων τῶν προσωρινῶν ἀποδείξεων τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, τῶν σκρὶπ, διὰ τῆς πληρωμῆς εἰς αὐτοὺς 5% πλειότερον τῶν πληρωθέντων 30%, καὶ τῶν κατόχων τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν Μονοπωλίων, εἰς οὓς ἤθελον νὰ διανείμωσι ποσοστόν τι ἀνώτερον τῶν 30%. Ἤδη ζητοῦσι καὶ πάλιν νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 2,529,000, τὸ ὁποῖον ἔλαβε τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον παρὰ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, ἀλλὰ ζητοῦτι προσέτι καὶ ποσὸν σχεδὸν τριπλάσιον τούτου, πρὸς ἱκανοποίησιν καὶ τῶν ἀπαιτήσεων, ἃς ἀνέφερον κατὰ τὸ 1894, καὶ ἄλλων, ἃς προσθέτουσι σήμερον. Ζητοῦσι 10% διὰ τὰς προσωρινὰς ἀποδείξεις τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, τὴν πληρωμὴν πρὸς 75% τῶν ἀτάκτως κληρωθεισῶν ὁμολογιῶν πρὸ τοῦ Δεκεμβρίου 1893, προσέτι 120,000 λίρας στερλίνας, ἤτοι δραχμὰς 5,200,000 περίπου, ὅπως τὰς διανείμωσιν εἰς ὅλους τοὺς ὁμολογιούχους, ἀπέναντι τῶν 70% τῶν τόκων, ἅτινα δὲν ἐπληρώθησαν εἰς αὐτούς. Ζητοῦσι δὲ προσέτι καὶ ἀποζημίωσιν διὰ τὰ ἔξοδα καὶ τὰς φροντίδας τῶν μελῶν καὶ ἐπιτροπειῶν. Ἀλλὰ δὲν ἐπέτεινον μόνον τὰς τοιαύτας ἀπαιτήσεις αἱ ἐπιτροπεῖαι, καὶ δὲν ζητοῦσι μόνον ἐπιπροσθέτους χρηματικὰς θυσίας παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Ἐπέτεινον συνάμα καὶ τὰς περὶ ἀσφαλειῶν καὶ ἐγγυήσεων ἀπαιτήσεις αὐτῶν. Καὶ ἐνῷ κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ 1894 ἐζήτουν κρύφα καὶ ἐμμέσως πως νὰ εἰσαγάγωσι τὸν ξένον ἔλεγχον, εἴτε διὰ τῆς ἀναδιοργανώσεως καὶ ἀμέσου συμμετοχῆς των εἰς τὴν διεύθυνσιν τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, εἴτε διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως οἱασδήποτε μεταβολῆς τῶν ὑπεγγύων προσόδων ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως αὐτῶν, ἐνῷ τότε, ἐπιδιώκοντες τοῦτο μετὰ συστολῆς καὶ αἰδοῦς, ἐδήλουν, ὅτι δὲν ἐννοοῦν νὰ θίξωσι τὴν αὐτοτέλειαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, σήμερον, ἄνευ τοιαύτης συστολῆς, ἀλλὰ ἀνεπιφυλάκτως, ζητοῦσι τὴν παραδοχὴν πλήρους καὶ καθαροῦ ἐξωτερικοῦ ἐλέγχου. Πρὸς ἐπίτευξιν δὲ τούτου προτείνουσι τὸν σχηματισμὸν ἑταιρίας, φερούσης τὸν τίτλον «Διοίκησις τῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους προσδιορισθέντων προσόδων», ἥτις θὰ ἱδρυθῇ μὲν παρὰ τῶν προνομιούχων Τραπεζῶν τῆς Ἑλλάδος καὶ παρὰ τῶν ἐν Λονδίνῳ, Παρισίοις καὶ Γερμανίᾳ τραπεζικῶν οἴκων, τῶν ἐπιφορτισμένων τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Ἑλληνικῶν δανείων, τῆς ὁποίας ὅμως ἡ κυρία διοίκησις, κατὰ τοὺς συνδυασμοὺς τοῦ καταστατικοῦ αὐτῆς, θ’ ἀνήκῃ εἰς τοὺς οἴκους τούτους, οὐ μόνον ἐφ’ ὅσον οὗτοι θὰ κρατῶσι τὰς μετοχάς των, ἀλλὰ καὶ ὅταν θὰ πωλήσωσιν αὐτάς. Ἡ ἑταιρία δὲ αὕτη, καίτοι φέρουσα τὸν τίτλον Ἑλληνικῆς ἀνωνύμου ἑταιρίας, δὲν θὰ ἦναι ἑταιρία ἐργαζομένη δι’ ἴδιον αὐτῆς λογαριασμὸν καὶ ὑποκειμένη καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους, ἀλλὰ θὰ ἦναι ἐντολοδόχος τῶν δανειστῶν. Αἱ εἰσπράξεις δὲ τῶν ὑπεγγύων προσόδων, ἅμα τῇ πραγματοποιήσει αὐτῶν, θὰ καθίστανται ἰδιοκτησία τῶν ὁμολογιούχων. Ἡ ἑταιρία αὕτη θὰ διαχειρίζηται κατὰ βούλησιν τὰς ὑπεγγύους προσόδους καὶ θ’ ἀνταλλάσσῃ τὰ εἰσπραττόμενα τραπεζογραμμάτια εἰς χρυσὸν, ἡ δὲ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ μόνον τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ ἕνα ἐλεγκτὴν, ὅστις ἄνευ ψήφου καὶ ἐξουσίας τινὸς θὰ λαμβάνῃ ἁπλῶς γνῶσιν τῶν ἐργασιῶν καὶ τῶν πράξεων τῆς ἑταιρίας. Δὲν ἠξεύρω, ἂν τὸ ἀναφερόμενον ἐν τῷ φυλλαδίῳ τῆς Γερμανικῆς ἐπιτροπείας περὶ τῆς ἀπαντήσεως, ἣν ἔδωκεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἰς τὰς προτάσεις ταύτας τῶν ἐπιτροπειῶν, ἦναι ἀκριβές. Μοὶ φαίνεται ὅμως, ὅτι δυνάμεθα νὰ δώσωμεν πίστιν εἰς αὐτὸ, διότι ἡ ἐν αὐτῷ ἀναφερομένη ἀπάντησις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐν ἁρμονίᾳ μὲ τὰς προτάσεις, ἃς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐποιήσατο εἰς τὰς ἐπιτροπείας διὰ τῆς ἐν Παρισίοις Ἑλληνικῆς Πρεσβείας. Διὰ τῆς ἀπαντήσεώς του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀποκρούει τὰς προτάσεις τῶν ἐπιτροπειῶν, ἀνακαλεῖ δὲ καὶ ἐκ τῶν ἰδίων αὑτοῦ προτάσεων τὴν ἀφορῶσαν τὴν συμμετοχὴν τῶν δανειστῶν εἰς τὴν ὠφέλειαν, ἥτις δύναται νὰ προκύψῃ ἐκ τῆς ἐκπτώσεως τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος. Οἱαδήποτε ὅμως καὶ ἂν ἦναι ἡ ἀπάντησις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τ’ ἀποτελέσματα τῶν γενομένων διαπραγματεύσεων καὶ αἱ ἐξ αὐτῶν ἐντυπώσεις ἔβλαψαν τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος, ἔβλαψαν τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα τῆς χώρας διὰ τῆς βλάβης, ἥτις ἐξηκολούθησε προσγιγνομένη εἰς τὰς ἐμπορικὰς καὶ τραπεζικὰς συναλλαγὰς τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, αἵτινες ἐμμέσως ἐπηρεάζονται ἐκ τῆς ἐκκρεμότητος τοῦ ζητήματος τοῦ συμβιβασμοῦ. Ἀλλ’ ἔβλαψαν σπουδαιότερον τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα εἰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας μεγάλην εἴχομεν καὶ ἔχομεν ἀνάγκην τῆς εὐνοϊκῆς γνώμης τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς φυλῆς ἡμῶν. Ὡς εἰ μὴ ἤρκουν δὲ αἱ βλάβαι αὗται, ἐπέρχεται καὶ ἑτέρα ἐκ τῶν γνωμῶν καὶ τῆς πορείας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νομίζει, ὅτι ἡ ἐκκρεμότης τοῦ ζητήματος τοῦ συμβιβασμοῦ πρέπει νὰ παρεμποδίσῃ τὴν ἐπιδίωξιν τῶν μέτρων, ἅτινα ἀπαιτεῖ ἡ βελτίωσις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Πιστεύει, ὅτι ἡ μὴ συντέλεσις τοῦ συμβιβασμοῦ πρέπει νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ τοῦ νὰ διαῤῥυθμίσωμεν τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, καὶ νὰ βελτιώσωμεν τὰ τῆς φορολογίας κατὰ τρόπον ἐπιβαλλόμενον καὶ ἐκ τῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας καὶ ἐκ τῶν ἀτελειῶν καὶ πλημμελειῶν, αἵτινες ὑπάρχουν ἔν τισι τῶν παρ’ ἡμῖν λειτουργούντων φόρων. Κατεδικάσθημεν οὕτω σχεδὸν εἰς ἀπραξίαν ἐν τῇ οἰκονομικῇ ἡμῶν πορείᾳ, καὶ ἐδώκαμεν καὶ ἑτέραν ἀφορμὴν μομφῆς εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, οἵτινες πρὸς τοῖς ἄλλοις μᾶς ψέγουσι καὶ διότι, ἂν καὶ παρῆλθον τρία ἔτη, ἀφ’ ὅτου ἐπτώχευσε τὸ Ἑλλην. Δημόσιον, οὐδὲν ἐπράξαμεν, ἵνα βελτιώσωμεν τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν καὶ τὰ τῆς πλημμελοῦς φορολογικῆς ἡμῶν νομοθεσίας. Εὔλογος δὲ φαίνεται ἡ ἐκφραζομένη ἀπορία, διατὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις οὐ μόνον κατανοεῖ τὰ ἀναμφισβήτητα καὶ θετικὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐκκρεμότητος τῶν μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν σχέσεων, ἀλλὰ καὶ ἐπιτείνει ταῦτα διὰ τῆς γνώμης ὅτι πρέπει νὰ μένωμεν ἐν οἰκονομικῇ στασιμότητι, ἐποιήσατο οὐχ ἧττον προτάσεις ὅλως ἀκαταλήλους πρὸς ἐπίτευξιν συνεννοήσεως μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν, καὶ αἵτινες δὲν ἠδύναντο ἢ νὰ χειροτερεύσωσι τὴν θέσιν ἡμῶν καὶ ἀπέναντι τοῦ τόσον ἰσχύοντος ἐν Εὐρώπῃ τραπεζιτικοῦ καὶ χρηματιστικοῦ κόσμου. Εὔλογος δὲ εἶναι καὶ ἡ ὑπόνοια, μήπως ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ μᾶλλον ἢ ἐν τῷ στρατιωτικῷ ζητήματι ὑπάρχουσι δύο πολιτικαὶ, ἡ μὲν τῆς φαινομενικῆς ἐπιδιώξεως τοῦ συμβιβασμοῦ, ἡ δὲ τῶν ἀφανῶν δισταγμῶν, ἐμποδίζουσα τὴν μετὰ θάῤῥους καὶ εἰλικρινείας ἐπιδίωξιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἐπιθυμεῖ τὴν εἰλικρινῆ καὶ ἔντιμον λύσιν τοῦ ζητήματος. Κατανοεῖ τὴν βλάβην, ἣν ἡ ἐκκρεμότης αὐτοῦ ἐπιφέρει καὶ εἰς τὰ πολιτικὰ καὶ εἰς τὰ οἰκονομικὰ αὑτοῦ συμφέροντα. Δὲν θέλει βεβαίως τὴν λύσιν αὐτοῦ διὰ τρόπου περιστέλλοντος τὴν αὐτοτέλειαν καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτοῦ καὶ ἀναιροῦσαν τὰς πολιτικὰς ὠφελείας, ἃς προσδοκᾷ ἐξ αὐτῆς. Δὲν ἐπιθυμεῖ αὐτὴν διὰ τῆς παραδοχῆς βαρῶν καὶ ὑποχρεώσεων δυσαναλόγων πρὸς τοὺς πόρους καὶ τὰς δυνάμεις αὐτοῦ, διότι τοιαύτη λύσις δύναται νὰ προετοιμάσῃ ἑτέραν συμφορὰν διὰ τὴν χώραν. Ἡ λύσις, ἣν ἐπιθυμεῖ καὶ ἣν δικαιοῦται νὰ προσδοκᾷ, εἶναι ἡ σύμφωνος μὲ τοὺς πόρους καὶ τὰς οἰκονομικὰς αὑτοῦ δυνάμεις, ἡ ἐξασφαλίζουσα τὴν λειτουργίαν τῆς διοικήσεως, τὴν ὁμαλὴν αὐτοῦ πρόοδον καὶ τὴν προάσπισιν τῶν ἐθνικῶν αὑτοῦ συμφερόντων, καὶ ἡ παρέχουσα συνάμα εἰς τοὺς δανειστὰς εἰλικρινῶς ὅ,τι οἱ πόροι αὐτοῦ καὶ ἡ πλήρης αὐτοῦ αὐτοτέλεια καὶ ἀνεξαρτησία ἐπιτρέπουσι. Δὲν ἀπαιτεῖ δὲ ἡ σημερινὴ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος νὰ ζητήσωμεν ἐλάττωσιν τοῦ ποσοστοῦ τῶν 30%, τὸ ὁποῖον πληρόνομεν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν. Ἐπιτρέπει δὲ, ἔστω καὶ μετὰ τινος στενοχωρίας, λογικήν τινα θυσίαν πρὸς βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν δανειστῶν, οἵτινες εἶχον ὅλως εἰδικὰς ἐγγυήσεις, οἷοί εἰσιν οἱ κάτοχοι τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν Μονοπωλίων καὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώτεως, τὸ ὁποῖον τὰ χρηματιστήρια καὶ οἱ δανεισταὶ ἡμῶν θέτουσιν εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν μὲ τὸ δάνειον τῶν Μονοπωλίων. Ἀπέναντι τῶν ὠφελημάτων τὰ ὁποῖα προσδοκῶμεν ἐκ τῆς συντελέσεως τοῦ συμβιβασμοῦ, δυνάμεθα νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς τὴν θυσίαν ἑκατοντάδων τινῶν χιλιάδων δραχμῶν πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ὁμολογιούχων τούτων, οἵτινές εἰσι καὶ οἱ μᾶλλον παραπονούμενοι. Πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν συμμετοχὴν εἰς τὰς προσαυξήσεις τῶν ὑπεγγύων προσόδων· καλῶς δ’ ἔπραξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, παραδεχθεὶς τὴν ἀρχὴν τῆς συμμετοχῆς ταύτης, ἣν δυστυχῶς ἐφήρμοσε κακῶς καὶ ἐπιβλαβῶς. Καὶ εὔλογος καὶ δικαία εἶναι ἡ συμμετοχὴ αὕτη. Ὅπως δ’ ἀνέπτυξα πρὸ ὀλίγου, ἀβάσιμος εἶναι ἡ ὑπόνοια, ὅτι αὕτη ἐνέχει τὴν ἰδέαν τοῦ ἐλέγχου. Δίδοντες ὅμως τοιαύτην συμμετοχὴν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, πρέπει νὰ κανονίσωμεν τὴν ἔννοιαν καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς οὕτως, ὥστε καὶ αὐτὴν τὴν ἀβάσιμον ὑπόνοιαν τοῦ ἐλέγχου νὰ διασκεδάσωμεν καὶ πᾶσαν δέσμευσιν τοῦ Ἑλλην. Δημοσίου ν’ ἀποφύγωμεν, ὅταν περιστάσεις ἔκτακτοι καὶ ἡ πρόοδος τῆς χώρας ἀπαιτήσωσι μεταβολὰς καὶ βελτιώσεις τῶν ὑπεγγύων προσόδων. Διὰ τῶν ποσοστῶν δὲ τῆς προσαυξήσεως τῶν προσόδων τούτων δυνάμεθα νὰ ἱκανοποιήσωμεν ἐκ τῶν ἀπαιτήσεων τῶν δανειστῶν ἡμῶν ἐκείνας, ἃς ἀναμφισβητήτως ἠθέλομεν εὕρει βασίμους καὶ δικαίας καὶ μὴ ἐχούσας κερδοσκοπικὸν χαρακτῆρα. Μολονότι ἡ ἵδρυσις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, ἐγένετο κατὰ τρόπον μειώσαντα οὐσιωδῶς τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν σημασίαν αὐτῆς, οὐχ ἧττον ὑφίσταται αὕτη ὡς βάσις, δυναμένη, καθ’ ὃν τρόπον ἀνέπτυξα, νὰ παρέξῃ εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν πλήρη τὴν ἀπόδειξιν τῆς εἰλικρινείας καὶ τῆς καλῆς ἡμῶν πίστεως περὶ τῆς ἀκριβοῦς ἐκτελέσεως τῆς ὑπηρεσίας ταύτης. Πρέπει ὅμως νὰ ὀργανώσωμεν αὐτὴν κατὰ τρόπον ἐμπνέοντα τὴν τοιαύτην ἀπόδειξιν, καὶ οὐχὶ ἁπλῶς ὡς τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον, πλὴν τῆς λογιστικῆς ἐργασίας, οὐδεμίαν ἔχει ἄλλην θετικὴν ἐνέργειαν, ἐκτὸς τῆς ἀγορᾶς τοῦ συναλλάγματος. Ἡ διεύθυνσις αὐτῆς πρέπει νὰ καταστῇ ἀνεξάρτητος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ν’ ἀνατεθῇ εἰς πρόσωπα, τῶν ὁποίων ἡ θέσις καὶ σημασία νὰ ἐξασφαλίζῃ τὴν ἀνελλιπῆ ἐκπλήρωσιν τῶν εἰς αὐτὴν ἀνατεθειμένων καθηκόντων. Ὅπως δὲ δείξωμεν τὴν ἀπόφασιν ἡμῶν ἵνα βελτιώσωμεν οὐ μόνον τὰ ἀμέσως σχετιζόμενα μὲ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ἀλλὰ καὶ ἐν γένει τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας καὶ τὴν νομισματικὴν ἡμῶν κυκλοφορίαν, δυνάμεθα ὡς ὑπαλλήλους τῆς ὑπηρεσίας ταύτης νὰ προσκολλήσωμεν εἰς αὐτὴν ἓν ἢ πλειότερα πρόσωπα, κατέχοντα γνωστὴν καὶ διακεκριμένην θέσιν ἐν τῷ δημοσιονομικῷ ἢ τῷ τραπεζικῷ κόσμῳ τῆς Εὐρώπης. Τὰ πρόσωπα ταῦτα, ὡς ὑπάλληλοι τῆς Ἑλλην. Κυβερνήσεως διοριζόμενοι, καὶ ἀπολυόμενοι παρ’ αὐτῆς, οὐδὲν φυσικῶς θὰ ἔχωσι δικαίωμα ἐλέγχου ἢ ξένης ἐπεμβάσεως, ὅπως οὐδὲν τοιοῦτον εἶχον καὶ αἱ ἄλλοτε προσκληθεῖσαι ἀποστολαὶ εἴτε χάριν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, εἴτε χάριν τῆς ὀργανώσεως τῶν ταχυδρομείων. Διὰ τῆς πείρας ὅμως καὶ τῶν γνώσεων αὐτῶν θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καὶ ἰδίως εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν τῆς φορολογίας ἡμῶν, εἰς τὴν τελειοποίησιν τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ καὶ εἰς τὴν διεύθυνσιν τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας, τῆς ὁποίας τὰ σχετικὰ ζητήματα δὲν ἐμελετήθησαν ἀρκούντως ἐνταῦθα, πολλαὶ δὲ καὶ ἀντιφατικαὶ ἐπικρατοῦσι περὶ αὐτῶν γνῶμαι. Ἡ πρόσκλησις δὲ τοιούτων ὑπαλλήλων θέλει διαπιστώσει ἔτι μᾶλλον τὴν ἀπόφασιν ἡμῶν, ἵνα ἀνορθώσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν εἰς ὅλους αὐτῶν τοὺς κλάδους. Θέλει δὲ πείσει καὶ τοὺς δανειστὰς ἡμῶν περὶ τῆς καλῆς ἡμῶν πίστεως, ὅπως διὰ καθαρᾶς Ἑλληνικῆς καὶ ὑπὸ τὴν ἀπόλυτον κυριαρχίαν τῆς Ἑλλάδος ὑπαγομένης ὑπηρεσίας ἐξασφαλίσωμεν τὴν τακτικὴν καὶ ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν, καὶ περὶ τοῦ ἐπιβλαβοῦς καὶ τοῦ ἀδυνάτου τῆς παραδοχῆς μέτρων, περιστελλόντων καθ’ οἱονδήποτε τρόπον τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν αὐτοτέλειαν τῆς Ἑλλάδος. Διὰ τοιαύτης ὁδοῦ, καὶ διαπραγματεύσεων εἰλικρινῶν, καὶ ἄνευ τεχνασμάτων καὶ ἀντιτεχνασμάτων, ἄνευ ἀντιτεχνήσεως, πέποιθα ὅτι, μ’ ὅλας τὰς ἐπισταθείσας δυσκολίας, θὰ δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα σύμφωνον μὲ τοὺς πόθους τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη, ἐν τῇ ὁδῷ, τὴν ὁποίαν θὰ ἀκολουθήσωμεν, ν’ ἀποκρύνωμεν τὰς ἀκάνθας καὶ τοὺς τριβόλους, τοὺς ὁποίους τριετὴς ἐσφαλμένη πορεία ἔῤῥιψεν ἐν αὐτῇ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐννοήσωμεν καλῶς τὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται σήμερον τὸ ζήτημα, νὰ σταθμίσωμεν τὰς γνώμας καὶ τοὺς σκοποὺς τῶν ἐν αὐτῇ δρώντων προσώπων, καὶ νὰ διαγνώσωμεν τίνα εἰσὶ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα, πειθόμενα περὶ τῆς εἰλικρινείας καὶ τῆς καλῆς ἡμῶν πίστεως, δύνανται διὰ τῆς ἐπιῤῥοῆς, τὴν ὁποίαν ἐξασκοῦσιν ἐν τῷ χρηματιστικῷ καὶ πολιτικῷ κόσμῳ τῆς Εὐρώπης, νὰ πείσωσι καὶ τοὺς δανειστὰς ἡμῶν καὶ τοὺς ἐνδιαφερομένους περὶ ἡμῶν, ὅτι πρέπει ν’ ἀποδεχθῶσι λύσιν, συνδυάζουσαν τὰ συμφέροντα αὐτῶν μὲ τὴν θέσιν καὶ τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος. Εὔχομαι ὅπως ἡ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀναγγελθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν ἐπανάληψις τῶν διαπραγματεύσεων μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν στηρίζηται ἐπὶ θετικῶν καὶ ἀποτελεσματικῶν βάσεων καὶ ὅπως ἡ ὁδὸς, ἣν θ’ ἀκολουθήσωσιν αὗται, καταλήξῃ εἰς κανονισμὸν τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους σύμφωνον μὲ τὰς προσδοκίας τῆς χώρας. Τοῦτο ἀπαιτοῦσι καὶ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν συμφέροντα, ἀλλ’ ἐπιβάλλουσιν ἰδίως τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τῶν ὁποίων ἡ προάσπισις δὲν δύναται νὰ ᾖ πλήρης ἄνευ τῶν εὐμενῶν διαθέσεων τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, τὰς ὁποίας δικαιούμεθα νὰ ἐπιζητῶμεν καὶ τὰς ὁποίας παραβλάπτει ἡ ἀτυχὴς οἰκονομικὴ ἡμῶν θέσις.

§58ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.

§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκόμη ὀγδόη ὥρα.

§60ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ ἐπροτίμων νὰ μὴ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις ἐν τῷ μέσῳ τῆς ὁμιλίας μου.

§61ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἂς διακόψωμεν τώρα, καὶ ἐπανερχόμεθα ἐνωρίτερον.

§62Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχομεν ἀποδεχθῆ τακτικὴν, νὰ συζητῶμεν μέχρι τῆς ὀγδόης, νὰ γίνηται διακοπὴ, καὶ νὰ ἐπανερχώμεθα τὴν ἐννάτην. Τώρα εἶναι ἑπτὰ καὶ τέταρτον.

§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§64ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τίς ἐξ ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, δὲν ἐπεθύμει ἢ δὲν ηὔχετο, ὅπως αἱ συζητήσεις ἡμῶν, καὶ ἐν τῇ ἡγουμένῃ συνόδῳ, ἰδίως δὲ ἐν τῇ παρούσῃ, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὸ πιέζον τὰ στήθη ἅπαντος τοῦ Ἑλληνικοῦ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ, ἔχωσιν ὡς ἀντικείμενον τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τῆς περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ συμβάσεως, καὶ ὄχι τὴν ἐξέτασιν τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ; Τίς ἐξ ὑμῶν ἐφαντάζετο ἢ ὑπωπτεύετο, ὅτι μετὰ 18 ὅλους μῆνας, ἀφ’ ἧς κρατεῖ τὴν ἀρχὴν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἤθελον εἶσθαι εἰσέτι ἐκκρεμεῖς αἱ σχέσεις τοῦ Κράτους ἡμῶν μετὰ τῶν πιστωτῶν αὐτοῦ, ἐπὶ ἀνυπολογίστῳ ζημίᾳ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων; Εἶναι ἐξόχως δυσάρεστος ἡ θέσις τῆς Βουλῆς, ἠναγκασμένης νὰ ἐξετάσῃ τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκεν ἡ Κυβέρνησις διεχειρίσθη ἀνεπιτυχῶς τὴν ἀνατεθεῖσαν εἰς αὐτὴν ἐντολὴν ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας διὰ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893. Εἶναι δ’ ὄντως ἀνιαρὰ ἡ θέσις παντὸς Βουλευτοῦ, ὅστις εἶναι ἠναγκασμένος νὰ συζητήσῃ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν τῆς Κυβερνήσεως πορείαν, ἐξ ἧς προῆλθεν ἡ ἀποτυχία αὐτῆς ἐν ἐθνικῇ ὑποθέσει, ἥτις συνδέεται οὐ μόνον πρὸς τὸ παρὸν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τὸ ἀνιαρὸν δὲ τῆς θέσεως τῶν Βουλευτῶν, τῶν ἐπιθυμούντων νὰ συζητήσωσιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, καὶ ἰδίᾳ ἡμῶν, οἵτινες εἴχομεν προκαλέσει δι’ ἐπερωτήσεως τὴν προκειμένην συζήτησιν, ἐπέτεινεν ἡ κατὰ τὴν 30 λήξαντος μηνὸς Νοεμβρίου ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης συνάδελφον καὶ εἰς ἐμέ, οἵτινες κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην προκνηγγείλαμεν τὴν ἐπερώτησιν ἡμῶν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν συζήτησιν, τὴν ἀρξαμένην ἤδη, ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ συμβιβασμοῦ, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐγερθεὶς ἐκ τῆς θέσεώς του, ἀπηύθυνε πρὸς ἡμᾶς τὴν παρατήρησιν, ὅτι «δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ, ὁποῖος ὁ σκοπὸς τῆς συζητήσεως ταύτης· πρόκειται νὰ ὑπερθεματίσωμεν εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προσήνεγκε διὰ τῶν ὁδηγιῶν του εἰς τοὺς ὁμολογιούχους; πρόκειται νὰ ἐπικρίνωμεν, ἂν καλῶς ἢ κακῶς σκεπτόμενος προσήνεγκε τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον ποσοστὸν τόκου;» Προσέθηκε δὲ, ὅτι οὐδεμίαν ἐννοεῖ νὰ ποιήσηται ἀνακοίνωσιν πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὅτι δὲν σκοπεῖ νὰ μετάσχῃ εἰς τὴν συζήτησιν τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὸ θέμα τοῦ συμβιβασμοῦ. Ἐπὶ τῇ προκλήσει δὲ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, ἐγερθεὶς αὖθις ἐκ τῆς θέσεώς του, παρετήρησε πρὸς τὴν Βουλήν: «Σημειώσατε, εἶπε, τὴν 30 Νοεμβρίου· μετά τινα χρόνον θέλετε πληροφορηθῆ, εἰς ὁποῖον σημεῖον εὑρίσκοντο ταύτην τὴν ἡμέραν αἱ περὶ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεις». Ἡμεῖς, οἱ προκαλέσαντες τὴν συζήτησιν, τὴν ἤδη ἀρξαμένην, οὐδέποτε ἠμφισβητήσαμεν εἰς τοὺς ἀξιοτίμους Ὑπουργοὺς τὰ αἰσθήματα τῆς φιλοπατρίας, τὰ ὁποῖα ἐμπνέουσι πάντα Ἕλληνα, καὶ μάλιστα πολιτευόμενον ἢ Ὑπουργὸν, ἀλλ’ ἀξιοῦμεν παρ’ αὐτῶν ν’ ἀναγνωρίσωσι καὶ εἰς ἡμᾶς τὰ αὐτὰ αἰσθήματα φιλοπατρίας· ἂν δὲ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ προβάλωμεν ἀπέναντι ὑμῶν τὰ ἀναστήματα ἡμῶν, ὡς ἄλλοτε ἔλεγεν ἐντεῦθεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἔχει συναίσθησιν τοῦ ἀναστήματός του ἢ τῶν ἀναστημάτων τῶν Ὑπουργῶν, δυνάμεθα ὅμως νὰ ἀξιῶμεν, ὅτι ἔχομεν πλήρη τὴν συναίσθησιν καὶ τὴν συνείδησιν τῶν καθηκόντων ἡμῶν πρὸς τὴν πατρίδα ἡμῶν. Ἡμεῖς τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ δὲν θεωροῦμεν ὡς σύνηθες ἐσωτερικὸν ζήτημα ἢ ὡς ζήτημα κοινὸν τῆς διοικήσεως· τὸν συμβιβασμὸν ἡμεῖς θεωροῦμεν ὡς βάσιν καὶ ἀφετηρίαν τῆς ἀνορθώσεως τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων· τὸν συμβιβασμὸν ἡμεῖς θεωροῦμεν ὡς τὴν ἀφετηρίαν τῆς βελτιώσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τε Κράτους καὶ τῆς χώρας ἡμῶν. Τὸν συμβιβασμὸν ἡμεῖς ἐξετάζομεν καὶ ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως· θεωροῦμεν αὐτὸν ὡς ἔχοντα οὐ μόνον ὑλικήν, ἀλλὰ καὶ ἠθικὴν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν συμφερόντων σύμπαντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἐξετάζοντες τὰ τοῦ συμβιβασμοῦ, νομίζομεν, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ συζητήσωμεν τὰ μέχρι τοῦ νῦν πεπραγμένα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου· ἔχομεν δὲ δικαίωμα νὰ ἀξιῶμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ μετάσχῃ τῆς συζητήσεως ταύτης, διότι δὲν πρόκειται περὶ τῶν μελλόντων γενέσθαι, πρόκειται περὶ τῶν μέχρι τοῦ νῦν πεπραγμένων. Εἶναι δὲ παραδεδεγμένον παρὰ πᾶσι τοῖς κοινοβουλευτικῶς κυβερνωμένοις ἔθνεσιν, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ δίδωσι λόγον περὶ τῶν ὑπ’ αὐτῶν πεπραγμένων πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, διότι ὑπέχουσιν εὐθύνας περὶ τῶν πράξεων αὐτῶν. Ἡ συζήτησις δὲ περὶ τῶν πεπραγμένων δὲν ἔχει ὡς σκοπὸν μόνον τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῇ διαχειρίσει τῆς ἀσκουμένης ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν ἐξουσίας, ἀλλ’ ἔχει καὶ σκοπὸν ἀνώτερον, νὰ καθοδηγῇ αὐτοὺς ἢ τοὺς διαδόχους αὐτῶν ἐν τῇ τηρητέᾳ εἰς τὸ μέλλον πολιτικῇ. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλει ἀπαντήσει εἰς ἡμᾶς, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ τῶν μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πραχθέντων, καὶ θέλει παράσχει εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐξηγήσεις ἐκείνας, αἵτινες δύνανται ἴσως νὰ ἄρωσι τὰς ἐγειρομένας ὑπονοίας καὶ ἀπορίας ἐπὶ τῆς πορείας αὐτῆς ἐν τῷ θέματι τούτῳ. Καὶ ὁ ἀοίδιμος, προκάτοχος τοῦ νῦν Πρωθυπουργὸς ἠρνήθη νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς ὑπ’ αὐτοῦ διεξαχθείσας πρὸς συντέλεσιν τοῦ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεις, δὲν ἠρνήθη ὅμως νὰ μετάσχῃ εἰς τὴν συζήτησιν, τὴν διεξαχθεῖσαν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1894, ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ἐλέγχου τῶν μέχρι τότε πεπραγμένων. Αἱ ἐξηγήσεις, αἱ δοθεῖσαι παρ’ ἐκείνου τότε, ἔθηκαν τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν ἐκείνην. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἀπέφυγε νὰ συζητήσῃ περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν σύμβασιν τὴν συνομολογηθεῖσαν μετὰ τοῦ Ἀγγλικοῦ κομιτάτου, διότι, ὡς ἐκ τῶν ὑστέρων ἀποδεικνύεται, ἐξηκολούθουν αἱ διαπραγματεύσεις, ὅπως ἡ σύμβασις αὕτη ὑποβληθῇ ἐκ νέου εἰς τοὺς πιστωτὰς ἡμῶν καὶ περιβληθῇ διὰ τοῦ κύρους οὐχὶ μόνον τῶν ἐπιτροπειῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν Συνελεύσεων τῶν ὁμολογιούχων. Διατηρῶ λοιπὸν τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν θὰ ἀρνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ μετάσχῃ εἰς τὴν παροῦσαν συζήτησιν, ἥτις ἀφορᾷ εἰς τὸ ζωτικώτερον καὶ σπουδαιότερον τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων, καὶ ἥτις δὲν δύναται ὡς ἐκ τούτου νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ὑπαγορευομένη ἐκ τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος ἐν τοῖς διαφόροις αὐτοῦ σταδίοις. Μετὰ τὸν νόμον τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893, ὅστις ἔδωκε ῥητὴν ἐντολὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐπιλάβηται τῶν ἀπαιτουμένων συνεννοήσεων μετὰ τῶν πιστωτῶν τοῦ Κράτους πρὸς συντέλεσιν τοῦ συμβιβασμοῦ, ὁ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διευθύνων καὶ διαχειριζόμενος τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν προέβη εἰς ἄμεσον συνεννόησιν μετὰ τῶν ἁρμοδίων, ἵνα ἀποστείλωσιν ἐνταῦθα τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτῶν, περιβεβλημένους μὲ ἀπόλυτον πληρεξουσιότητα πρὸς διεξαγωγὴν τῶν διαπραγματεύσεων καὶ πρὸς συνομολόγησιν τῶν τοῦ συμβιβασμοῦ ὅρων. Ἵνα μὴ ὅμως ἀφιχθῶσιν ἐνταῦθα οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπιτροπειῶν μὲ ἰδέας, αἱ ὁποῖαι ἐκ τῶν προτέρων ἔδει ν’ ἀποκλεισθῶσιν, ἔκρινε χρήσιμον νὰ δηλώσῃ πρὸς τοὺς προέδρους τῶν ἐπιτροπειῶν, ὅτι δέον νὰ ἐννοήσωσιν ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι, καὶ ἂν πρόκειται νὰ ζητήσωσιν ἐγγυήσεις, ἡ λειτουργία τούτων δέον νὰ ἦναι ξένη πρὸς τὴν διαχείρισιν καὶ εἴσπραξιν τῶν δημοσίων προσόδων, δέον νὰ μὴ προσβάλλωσι οὐδὲ πόῤῥωθεν τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους, δέον νὰ μὴ ἐνέχωσιν οὐδὲ καθ’ ὑπόνοιαν τὴν ἰδέαν τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου. Αἱ ἐπιτροπεῖαι, λαβοῦσαι γνῶσιν καὶ ἀποδεχθεῖσαι ἀνεπιφυλάκτως τὸν προκαταρκτικὸν τοῦτον ὅρον, ἀπέστειλαν ἐνταῦθα τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτῶν. Ἡ πρώτη συνάντησις τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπιτροπειῶν μετὰ τοῦ ἀοιδίμου Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐγένετο ἐν Ἀθήναις τὴν 25 Μαΐου 1894. Κατὰ τὴν πρώτην συνάντησιν μετὰ τῶν ἐπιτρόπων τῶν ἐπιτροπειῶν ὁ τότε Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσε πρὸς αὐτοὺς, ὅτι εἶναι ἕτοιμος νὰ παράσχῃ εἰς αὐτοὺς πάντα τὰ μέσα, ὅπως ἐξετάσωσιν ἐπακριβῶς τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας ἡμῶν, ἵνα ἐν ἐπιγνώσει συζητήσωσι τὰ ἀφορῶντα εἰς τοὺς ὅρους τοῦ συμβιβασμοῦ. Ἀλλ’ οὗτοι ἠρνήθησαν νὰ ἐπιλάβωνται τῆς τοιαύτης ἐξετάσεως, δηλώσαντες, ὅτι ἔχουσιν οὕτως ἀκριβεῖς ὁδηγίας παρὰ τῶν ἐντολέων των, ὥστε δύνανται νὰ προβῶσιν ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ὅρων τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ παντὸς σχετικοῦ θέματος. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κραναίας συνάδελφος καὶ φίλος μου μετέδωκεν ἡμῖν ἐντεῦθεν πάντα σχεδὸν τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς γενομένας ἐν Ἀθήναις μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπιτροπειῶν καὶ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ συζητήσεις. Δύναμαι ὅμως καὶ ἐγὼ νὰ προσθέσω, πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀνακοινωθείσης εἰς ἡμᾶς μελέτης τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κραναίας κ. συναδέλφου, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπιτροπειῶν πολλὰς ἐν ἀρχῇ προέβαλλον προτάσεις, πολλοὺς προέβαλλον ὅρους, οἵτινες ἐσκόπουν ν’ αὐξήσωσι τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, ἠθικὰς καὶ ὑλικὰς, μέχρι τοσούτου, ὥστε, ἐὰν αὗται ἐγίνοντο δεκταὶ, ἠδύναντο νὰ ὠθήσωσι τὴν χώραν εἰς νεωτέραν συμφοράν. Μετὰ τὴν γενομένην ὅμως συζήτησιν ἐπείσθησαν τὸ πλεῖστον τούτων ν’ ἀνακαλέσωσιν· ἐπείσθησαν, διότι διεξήγοντο διαπραγματεύσεις καὶ συνεννοήσεις, σκοποῦσαι σπουδαίως εἰς τὴν ἐπίτευξιν τοῦ συμβιβασμοῦ. Αἱ διαπραγματεύσεις ἐκεῖναι εἶχον ὄντως τὸν τύπον καὶ τὸν χαρακτῆρα τῶν διαπραγματεύσεων, ἐνῷ αἱ διαπραγματεύσεις, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο λόγος καὶ πρὸ ὀλίγου ἐντεῦθεν, αἱ διεξαχθεῖσαι κατὰ τὸ 1895 καὶ τὸ 1896 ἐν Παρισίοις, ἐὰν ὄντως διεξήχθησαν, ὡς ἐδήλωσεν ἡμῖν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως δὲν δύνανται νὰ φέρωσιν οὔτε κἂν τὸν χαρακτῆρα τῶν διαπραγματεύσεων· διότι ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ μὲν τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1895 καὶ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1896 ἐγένοντο 7 συνεδριάσεις ἐν Παρισίοις, καθ’ ἃς συνῆλθον οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπιτροπειῶν μετὰ τοῦ ἐν Παρισίοις ἡμετέρου πρέσβεως, καὶ ἐκοινοποιήθησαν εἰς αὐτοὺς αἱ ὁδηγίαι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν πρέσβυν ἡμῶν. Κατὰ δὲ τὸ δεύτερον στάδιον τῶν διαπραγματεύσεων, ἤτοι κατὰ τὸν μῆνα Ἰούλιον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ τρέχοντος ἔτους, ὅτε ἔλαβον χώραν 11 συνεδριάσεις, ἀνεκοινώθησαν πρὸς τὸν ἡμέτερον πρέσβυν αἱ ἀντιπροτάσεις τῶν ἐπιτροπειῶν. Ἐὰν ὄντως ἡ συνάντησις τῶν ἐπιτρόπων τῶν ὁμολογιούχων μετὰ τοῦ ἡμετέρου πρέσβεως, τοῦ ἐκπροσωποῦντος τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, αὐτὸν καὶ μόνον εἶχε τὸν σκοπὸν, ὁμολογῶ, ὅτι ἦτο ἐντελῶς περιττὴ καὶ ἄσκοπος ἡ τοιαύτη συνάντησις, διότι ἠδύναντο αἱ τοιαῦται προτάσεις, ἤτοι τὸ ὑπόμνημα τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως ταχυδρομικῶς νὰ σταλῇ πρὸς τοὺς ἐπιτρόπους, καὶ ἐκεῖνοι ἐπίσης ταχυδρομικῶς ν’ ἀπαντήσωσιν οὐχὶ διὰ τοῦ πρέσβεως, ἀλλ’ ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν ἐν Ἀθήναις ἑδρεύοντα, ἵνα μὴ χρόνος τοσοῦτος κατατριβῇ πρὸς τὴν τοιαύτην ἔγγραφον τῶν προτάσεων τῶν δύο ἐνδιαφερομένων μερῶν ἀνταλλαγήν. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, ὅτι κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις ἐκείνας τοῦ 1894 ἐπετεύχθη τι ἄξιον μνείας, διότι, ἐνῷ τὸ πρῶτον οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπιτροπειῶν ὑπέβαλον τὴν πρότασιν, ὅπως ἄρξηται τὸ ποσοστὸν ἀπὸ 50% εἰς χρυσὸν, κατέληξαν ἐν τῷ τέρματι νὰ δεχθῶσι μόνον 32%. Παρῃτήθησαν δὲ τοῦ προταθέντος ὡς ὅρου ἀπαραβάτου τοῦ νὰ καθορισθῇ ὁ ἐλάχιστος ὅρος τοῦ ποσοστοῦ ἐκ τοῦ προϊόντος τῶν ὑπεγγύων προσόδων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ ὁ ἐλάχιστος ὅρος εἰς χρυσὸν, ἤτοι νὰ γίνεται ὅ,τι τελευταίως προὐτάθη ὑπὸ τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως πρὸς αὐτούς· τουτέστιν, ἐὰν ἐκ τῆς εἰς χρυσὸν τροπῆς τοῦ καθορισθέντος ἐλαχίστου ὁρίου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια προκύψῃ ποσὸν ἀνώτερον τοῦ καθορισθέντος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ἡ ὠφέλεια αὕτη ἤθελεν ἀπομείνει ὑπὲρ τῶν ὁμολογιούχων. Προὐτάθη πρὸς τούτοις ἐν ἀρχῇ ὑπὸ τῶν αὐτῶν ἀντιπροσώπων νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν μείωσιν καὶ ὁ τόκος ὁ ἀποδιδόμενος εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Ἑλλάδος χρέος, ἀλλὰ μετὰ τὴν γενομένην συζήτησιν, μετὰ τὰς γενομένας ἀντιῤῥήσεις ὑπὸ τοῦ ἐκπροσωποῦντος τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἐπείσθησαν καὶ ἀπέσυραν καὶ τὴν πρότασίν των ταύτην. Αὐτοὶ εἰς ἓν καὶ μόνον ἐπέμειναν, ἐπέμειναν εἰς τὸν ὅρον τῆς μετοχῆς τῶν ὁμολογιούχων εἰς τὰς προσαυξήσεις τῶν ὑπεγγύων προσόδων. Εἶχον δὲ δηλώσει ἐγγράφως μὲν, ὅτι ἐνόουν τὴν μετοχήν των ταύτην ὡς ὁριζομένην εἰς τὸ ἥμισυ, ἤτοι εἰς τὰ 50%, εἶχον ὅμως ὑποδηλώσει, ὅτι, ἐὰν ἡ ἀρχὴ αὕτη ἐγίνετο δεκτὴ, ἤθελον συγκατατεθῆ καὶ εἰς ἔλασσον ποσόν. Προέβαλον τότε οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπιτροπειῶν, ὅπως τὸ προκῦψον ἀπό τινος σημείου καθωρισμένου πλεόνασμα τῶν ὑπεγγύων προσόδων διανέμηται ἐξ ἴσου μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ ὁμολογιούχων, ἐκ δὲ τῶν εἰς τοὺς ὁμολογιούχους ἀποδοθησομένων τὸ ἥμισυ νὰ χρησιμεύῃ εἰς αὔξησιν τῶν τόκων καὶ τὸ ἥμισυ εἰς χρεωλύσιον. Τὸν ὅρον τοῦτον ὁ ἐκπροσωπῶν κατὰ τὸ 1894 τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἀπέκρουσε. Τὸν ἀπέκρουσε, δι’ οὓς ἐν περιλήψει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κραναίας συνάδελφος εἶπεν ἡμῖν ἐντεῦθεν λόγους· τὸν ἀπέκρουσε, διότι ἐν τῇ συμμετοχῇ τῶν ὁμολογιούχων εἰς τὸ πλεόνασμα τοῦ προϊόντος τῶν ὑπεγγύων προσόδων εἰσάγεται προδήλως ὁ ξενικὸς ἔλεγχος. Δὲν συμφωνῶ δὲ ὡς πρὸς τοῦτο πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης συνάδελφον, διότι, ἀνεξαρτήτως θεωριῶν, ὅταν τις ἐγκατεστάθη συνεταῖρος, ἢ ἁπλούστερον σύντροφος, εἰς μίαν τινὰ ἐπιχείρησιν ἢ ὑλικὴν σχέσιν, ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα, ὅπως ἀσκῇ ἔλεγχον ἐπὶ τῶν ὑπαγομένων εἰς τὸν συνεταιρισμὸν τοῦτον προσόδων. Ἀναντίῤῥητον εἶναι, ὅτι, εὐθὺς ὡς οὗτοι ἀπέκτων τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνωσι μέρος ἐκ τοῦ πλεονάσματος, ἤθελον ἔχει φυσικῶς τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάζωσι καὶ ἐξελέγχωσιν, ἂν τὸ ποσὸν, τὸ ἀναγραφόμενον ἐν ταῖς καταστάσεσι τῶν διαχειριζομένων τὰς ὑπεγγύους προσόδους ἀρχῶν, ἦναι τὸ πράγματι εἰσπραχθὲν ἢ εἶναι ἀνώτερον τούτου. Καὶ ἂν δὲν ἀνεγράφετο σαφῶς ἡ τοιαύτη ἰδέα τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου ἐν τῇ συμβάσει, γινώσκομεν πάντες, ὅσοι ἔχομεν πεῖραν τῶν σχέσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους μετὰ τῶν ξένων, ὅτι ἐκ μόνης τῆς ἰδέας, ὅτι αὐτοὶ ἔχουσι μετοχὴν εἰς τὸ πλεόνασμα, ἤθελον δικαιολογεῖ οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῶν τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγχωσι τὰς κατὰ μῆνα ἢ καθ’ ἑξαμηνίαν δημοσιευομένας δημοσίας καταστάσεις, δι’ ὧν πιστοποιεῖται τὸ ποσὸν τὸ πλεονάζον τῶν ὑπεγγύων δημοσίων ἐσόδων. Ὁ δεύτερος λόγος, ὅστις ὑπηγόρευσεν εἰς τὸν ἐκπροσωποῦντα τότε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος τὴν ἀπόκρουσιν τοῦ ὅρου τούτου, εἶναι οὐχ ἧττον σπουδαῖος. Ἐὰν ἐγίνετο δεκτὸν ἢ ἂν γένηται νῦν δεκτὸν, ὥστε ὁ τόκος ὁ πληρωτέος εἰς τοὺς κατόχους τῶν ἡμετέρων χρεωγράφων νὰ προσδιορίζηται ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν προσαυξήσεων τῶν ὑπεγγύων προσόδων, εἶναι ἀδύνατον ἐκ τῶν προτέρων νὰ γινώσκωσιν οὗτοι, ὁποῖον ἔσεται τὸ πρὸς αὐτοὺς πληρωτέον ποσὸν τῶν τόκων, διότι τοῦτο θέλει κανονίζεσθαι ἐκ τοῦ μείζονος ἢ ἐλάσσονος ποσοῦ τῆς μετοχῆς των εἰς τὸ πλεόνασμα τῶν ὑπεγγύων προσόδων. Τί δὲ ἤθελε γίνεσθαι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Τὰ χρεώγραφα ἡμῶν ἤθελον γίνεσθαι ἀντικείμενον κερδοσκοπίας, ἤθελον πάντα τὰ χρεώγραφα ἡμῶν συγκεντρωθῆ εἰς χεῖρας κερδοσκόπων. Ἐνῷ δὲ σήμερον εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὰ πλεῖστα χρεώγραφα ἡμῶν ἢ πολλὰ χρεώγραφα ἡμῶν εἶναι τοποθετημένα εἰς πάσας τὰς κοινωνικὰς κλάσεις, ὅταν τοιοῦτόν τι ἐπέλθῃ, βεβαίως οὗτοι, μὴ δυνάμενοι νὰ γινώσκωσι τὴν πρόσοδον τῆς ἑαυτῶν περιουσίας, ἤθελον φροντίσει νὰ μεταβιβάσωσι τὰ χρεώγραφα αὑτῶν εἰς χεῖρας ἄλλων, οἵτινες, εἴτε ὡς ἐκ τῆς εἰδικότητος αὐτῶν, εἴτε ὡς ἐκ τῆς διαμονῆς των εἰς πόλεις κεντρικὰς, εἶναι εἰς θέσιν νὰ γινώσκωσιν ἐγκαιρότερον τὸ εἰσπραχθησόμενον ἐκ τῶν προσαυξήσεων ποσὸν, καὶ ἑπομένως νὰ κανονίζωσι τὰ τῆς ἀξίας τῶν χρεωγράφων ἀναλόγως τοῦ πληρωθησομένου τόκου. Ὡς εἶναι γνωστὸν, ἡ κερδοσκοπία στηρίζεται εἰς τὸ ἄγνωστον. Ἐπειδὴ δὲ ἄγνωστον εἶναι ἐκ τῶν προτέρων τὸ ποσὸν τῆς μετοχῆς τῶν ὁμολογιούχων εἰς τὰς προσαυξήσεις τῶν ὑπεγγύων προσόδων, αἵτινες ἐπηρεάζονται ὑπὸ πολλῶν τοπικῶν περιστάσεων καὶ περιπετειῶν, ἀναμφίβολον εἶναι, ὅτι τὰ ἡμέτερα χρεώγραφα ἤθελον καταταχθῆ εἰς τὰς ἐξόχως κερδοσκοπικὰς ἀξίας, ἐπὶ ζημίᾳ ἐκείνων, οἵτινες ἐτοποθέτησαν, λόγῳ εἰσοδήματος τακτικοῦ, τὴν χρηματικήν των περιουσίαν εἰς αὐτά. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ὁ τότε Πρωθυπουργὸς ἐπέμεινεν, ὥστε, ἀντὶ τοῦ ὅρου, τὸν ὁποῖον οὗτοι προέβαλον, τῆς μετοχῆς εἰς τὰς προσαυξήσεις τῶν ὑπεγγύων προσόδων, νὰ δεχθῶσι μίαν προϊοῦσαν ἢ ἀνιοῦσαν σταθερὰν κλίμακα. Ἐνόμιζεν, ὅτι διὰ τῆς κλίμακος ταύτης, καθοριζούσης ἐκ τῶν προτέρων τὸ ἀποδοτέον καθ’ ὡρισμένον χρόνον ποσοστὸν, καὶ ἡμεῖς ἠθέλομεν κανονίζει τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ἀναλόγως τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀνελαμβάνομεν διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ συμβιβασμοῦ, καὶ οἱ κάτοχοι τῶν χρεωγράφων ἡμῶν θὰ ἐγίνωσκον, ὁποῖον ἔσεται τὸ πρὸς αὐτοὺς πληρωτέον ποσοστὸν διὰ τόκον καὶ χρεωλύτιον. Κατὰ τὴν κλίμακα ταύτην, ἐπρόκειτο μετὰ τρία ἔτη νὰ ἄρξηται ἡ αὔξησις τοῦ ποσοστοῦ, τὰ ⅘ δὲ τῆς αὐξήσεως ταύτης ἐπρόκειτο νὰ χρησιμοποιῶνται ὡς χρεώλυτρον, καὶ μόνον ⅕ νὰ προστίθηται εἰς τοὺς τόκους. Οὕτω δὲ διὰ τῆς κλίμακος ταύτης εἶχον κανονισθῆ τὰ τῶν γενησομένων ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου ταμείου πληρωμῶν, ὥστε μετὰ παρέλευσιν 68 ἐτῶν ἤθελον εἶσθαι ἀπεσβεσμένον ἅπαν τὸ πρὸς αὐτοὺς χρέος τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Συνεζητήθη ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου ἡ πολιτεία τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἐν τῷ θέματι τοῦ συμβιβασμοῦ, καὶ ἐπεκρίθησαν αἱ ἰδέαι τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, διότι παρεστάθη ὑπὸ τῶν ἀντίθετον ἐχόντων γνώμην, ὅτι, καθ’ ἣν περίστασιν δὲν ἤθελεν εὑρεθῆ τὸ ἡμέτερον Κράτος εἰς θέσιν νὰ ἔχῃ ἀρτίαν τὴν διὰ τῶν κλιμάκων καθοριζομένην δόσιν, ἤθελεν ἀπειλεῖ τὴν χώραν ἡμῶν νεωτέρα συμφορά. Πρὸς δικαιολογίαν ὅμως τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν κλίμακα προετάθη ἡ εὔλογος σκέψις, ὅτι, καὶ ἂν τυχὸν εἰς ἓν τῶν μελλόντων ἐτῶν τοιαύτη τις ἤθελε παρουσιασθῆ ἔλλειψις, ἠδύνατο ἡ ἔλλειψις αὕτη νὰ ἀναπληρωθῇ διὰ τῆς συνομολογήσεως μικροῦ ἐσωτερικοῦ δανείου, διότι τὸ δάνειον τοῦτο δὲν ἐπρόκειτο νὰ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου τοῦ δημοσίου χρέους τῆς Ἑλλάδος. Καὶ τότε ἐξηγέρθη ἡ τοῦ χρόνου ἐκείνου Ἀντιπολίτευσις, ἰσχυρισθεῖσα, ὅτι καὶ πάλιν ἡ δανειστικὴ πολιτικὴ ἐπανέρχεται εἰς ἐφαρμογὴν, ἡ δανειστικὴ πολιτικὴ, διὰ τῆς ὁποίας τὸ Κράτος ἡμῶν περιῆλθεν εἰς πτώχευσιν. Ἐκ τῆς συζητήσεως ὅμως ἐκείνης ἀπεδείχθη, κατ’ ἐμὲ, ὅτι τὸ ἡμέτερον Κράτος εὑρίσκετο ἐν καταστάσει πτωχεύσεως πρὸ τοῦ 1882, οἱ δὲ οἰκονομικοὶ συνδυασμοί, οὓς μετῆλθεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ μακαρίτου Τρικούπη, ἐσκόπουν τὴν ἀποτροπὴν τῆς πτωχεύσεως. Ἄν ὅμως τοῦτο δὲν κατωρθώθη, ἀποδοτέον εἰς τὴν ἔλλειψιν τοῦ χρυσοῦ καὶ εἰς τὰ ἐλλείμματα, ὧν παραίτιοι ὑπῆρξαν οἱ παρεμβάντες ἕτεροι κυβερνῆται. Ἄλλως τε δὲν ἐπρόκειτο νῦν ἢ περὶ δανείου προσωρινοῦ. Ἐπανέρχομαι εἰς ὃ σημεῖον ἀφῆκα τὰς διαπραγματεύσεις. Ἐπιμενόντων τῶν ἐκπροσωπούντων τότε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἰς τὴν ἰδέαν τῆς κλίμακος, κατὰ τὴν τελευταίαν τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπιτροπειῶν μετὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης συνεδρίασιν κατωρθώθη νὰ ὑποχωρήσωσιν οὗτοι καὶ ν’ ἀποδεχθῶσι τὴν κλίμακα, νὰ ὑπογράψωσι δὲ τὴν συμφωνίαν εἰς δύο πρωτόγραφα οἱ τρεῖς ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπιτροπειῶν καὶ ὁ ἐκπροσωπῶν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ ἓν τῶν πρωτογράφων τῆς συμφωνίας ταύτης ἐπεστράφη ὑπογεγραμμένον ὑπὸ τῶν τριῶν ἀντιπροσώπων δι’ ἐπιστολῆς ἐπισήμου τοῦ Γερμανοῦ ἀντιπροσώπου, τῆς ὁποίας τὸ κείμενον ἀνέγνω ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κραναίας συνάδελφος. Ἡ συμφωνία αὕτη περιελάμβανε τοὺς ὅρους, περὶ ὧν εἶχεν ἐνδειχθῆ διαφωνία. Οἱ λοιποὶ ὅροι ἦσαν συμπεφωνημένοι ἐν γενικαῖς γραμμαῖς. Προέκειτο δὲ μόνον νὰ διατυπωθῶσι πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ κειμένου τοῦ συμβιβασμοῦ. Καὶ ἂν περὶ τὴν διατύπωσιν τῶν ὑπολοίπων ὅρων ἤθελον λάβει χώραν συζητήσεις, αὗται δὲν εἶχον ἐπιῤῥοὴν οὐσιώδη, οὐδὲ ἐκώλυον τὴν τοῦ συμβιβασμοῦ συντέλεσιν. Ἐν τούτοις οἱ ὅροι, οἱ ἀναγραφόμενοι εἰς τὴν ὑπογραφεῖσαν συμφωνίαν, ἐθεωρήθησαν ὁριστικοὶ καὶ ἔγκυροι, ἀλλ’ αἱ ἐπιτροπεῖαι ὑπέλαβον, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποί των δὲν ἐξεπροσώπησαν τὰς ἑαυτῶν ἰδέας καὶ τὰ συμφέροντά των, καὶ ἀνεκάλεσαν αὐτούς. Βεβαίως πᾶσα περὶ συμβιβασμοῦ συμφωνία, ἐφ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὰς ἐπιτροπείας, ὑπονοεῖται ὁ ὅρος, ὅτι χρήζει τῆς κυρώσεως τῆς συνελεύσεως τῶν ὁμολογιούχων, ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὑπονοεῖται ὁ ὅρος, ὅτι οἱ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως συνομολογηθέντες ὅροι χρήζουσι τῆς νομοθετικῆς κυρώσεως. Ἀλλὰ δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὰς ἐπιτροπείας ν’ ἀποκηρύξωσι τοὺς ἑαυτῶν ἀντιπροσώπους, διότι, ὅταν οὗτοι ἐνώπιον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐνεφανίσθησαν, ἐκόμισαν τακτικὰ ἐπιτροπικὰ τῶν ἐπιτροπειῶν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, τὰ δὲ ἐπιτροπικὰ ταῦτα δὲν παρεῖχον τοῖς ἀντιπροσώποις περιωρισμένην πληρεξουσιότητα, ἀλλὰ πληρεξουσιότητα ἄνευ οὐδενὸς ὅρου ἢ περιορισμοῦ. Κατ’ ἀκολουθίαν αἱ ἐπιτροπεῖαι δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ ἀνακαλέσωσι τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτῶν, εἶχον μόνον ἓν δικαίωμα, νὰ προσκαλέσωσιν εἰς συνέλευσιν τοὺς ὁμολογιούχους, εἰς τὴν συνέλευσιν δὲ ταύτην ἀπέκειτο ἡ ἀπόφασις περὶ ἀκυρώσεως ἢ κυρώσεως τῶν συμπεφωνημένων. Καὶ τὰ τρία κομιτάτα εἶχον ὄντως ἐκδώσει διαταγὰς ἀνακλήσεως τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν· ἀλλὰ τὸ ἐν Λονδίνῳ κομιτάτον, τὸ ὁποῖον, ὡς γνωστὸν, εἶναι καὶ τὸ νομιμώτερον διωργανωμένον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐκπροσωπήσεως τῶν δανειστῶν τῶν ξένων Κρατῶν, εὐθὺς ὡς ἔλαβε γνῶσιν τῆς ὑπογεγραμμένης συμφωνίας, εὐθὺς ὡς ἐπείσθη, ὅτι τὰ διαδοθέντα τηλεγραφικῶς δὲν εἶχον ὑπόστασιν, διότι μεταξὺ τῶν ἄλλων διαδόσεων εἶχε τηλεγραφηθῆ εἰς Λονδῖνον, Παρισίους καὶ Βερολῖνον, ὅτι διὰ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμφωνίας ἐπρόκειτο τὸ χρέος τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου νὰ ἐξοφληθῇ εἰς 170 ἔτη, ὅτι οὐδεμία πρόνοια ἐλαμβάνετο περὶ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα εἶχον ληφθῆ ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου ἀπὸ τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ δανείου τῶν Μονοπωλίων τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1893, εὐθὺς ὡς πάντα ταῦτα διεψεύσθησαν, τὸ Συμβούλιον τῆς ἐπιτροπείας, λαβὸν γνῶσιν τῶν ὑπογεγραμμένων ἐν τῇ ὑπογραφείσῃ συμφωνίᾳ ὅρων, προσῆλθεν εἰς τὴν Πρεσβείαν τὴν Ἑλληνικὴν ἐν Λονδίνῳ καὶ ἐπρότεινε τὴν συνομολόγησιν ὁριστικῆς καὶ πλήρους συμβάσεως. Εἶναι γνωστοὶ οἱ ὅροι τῆς ἐν Λονδίνῳ ὑπογραφείσης συμβάσεως κατὰ μῆνα Αὔγουστον τοῦ 1894. Οἱ ὅροι αὐτῆς δὲν παραλλάσσουσι τῶν ὅρων, οἵτινες εἶχον ἀναγραφῆ εἰς τὴν συμφωνίαν τὴν ἐνταῦθα ὑπογραφεῖσαν μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπιτροπειῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ καθ’ ἓν καὶ μόνον, ὅτι προσετέθη ποσοστὸν 2%, ἀλλὰ καὶ τοῦτο οὐχὶ ὡς ποσοστὸν τόκου, ἀλλ’ ὡς χρεωλύσιον, ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους. Πάντα ὅμως τὰ ἄλλα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ὑπογεγραμμένην ἐν Ἀθήναις συμφωνίαν, ἐγένοντο δεκτά. Ὡς πρὸς τὰ τῶν ἐγγυήσεων, οὐδὲν προσετέθη τὸ δυνάμενον, ἔστω καὶ πόῤῥωθεν, νὰ προσδώσῃ εἰς τὰς ἐγγυήσεις τὴν ἰδέαν τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου, διότι ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων παρέμενεν, οἵα ὑπῆρχε καὶ πρότερον. Οὐδεμία ἐν τῇ συμβάσει ἐκείνῃ ἀνεγράφετο ῥήτρα περὶ ἀναδιοργανώσεως τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων θὰ ἐξεπλήρου τὸ ἔργον αὐτῆς ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων, ὡς καὶ μέχρι τοῦδε, θὰ ἀπέστελλε τὸ προϊὸν τῶν εἰσπράξεών της πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους, μόνον ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐλάμβανε πρόνοιαν νὰ τὸ ἀποστείλῃ ἐμπροθέσμως, καὶ πάντοτε ὑπὸ τὸν ἔλεγχον καὶ ἐκ συνεννοήσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Τὰ περὶ τῆς συμβάσεως ἐκείνης ἐπίσης συνεζητήθησαν ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κοινοβουλίῳ κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1894, οἱ δὲ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως λαλήσαντες ἐπέκριναν καὶ τὰ τῆς συμβάσεως ταύτης. Μεταξὺ τούτων ἦτο καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διατελῶν τότε εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· οὗτος εὕρισκεν, ὅτι ἦτο ἔμμεσος ξενικὸς ἔλεγχος ἡ μετοχὴ τῶν ὁμολογιούχων εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων· ἀλλ’ ὅταν προεκλήθη νὰ δηλώσῃ, πόθεν εἶχε τὴν πληροφορίαν ταύτην, ἐν ἀρχῇ μὲν ἀπεκρίθη, ὅτι εἶχεν ἀρυσθῆ τὴν πληροφορίαν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης συναδέλφου, βραδύτερον δὲ, ὅτι τὴν εἶχεν ἔξωθεν. Ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου δ’ ἐξ Ἄρτης συναδέλφου ἐθεωρήθη τότε ὡς ὅρος ἐνέχων τὴν ἰδέαν τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου ὁ ὅρος, ὁ ἐν τῇ συμβάσει ἐκείνῃ ἀναγραφόμενος, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀντικαταστήσῃ ἢ μεταβάλῃ τὰ τῶν ὑπεγγύων προσόδων, ἢ τῇ προηγουμένῃ συνεννοήσει καὶ συγκαταθέσει τῶν σημειωθέντων τριῶν ἐν Εὐρώπῃ τραπεζιτικῶν καταστημάτων, ἅτινα εἶχον ἐκδώσει τὰ ἡμέτερα δάνεια. Εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης συνάδελφον ἀπήντησα τότε, ἀναγνοὺς αὐτῷ πάντας τοὺς νόμους καὶ πάσας τὰς συμβάσεις, αἵτινες, ἀνεξαρτήτως τοῦ δανείου τούτου, εἶχον συνομολογηθῆ μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν Τραπεζῶν, αἵτινες ἀνέλαβον τὴν χορηγίαν τῶν δανείων. Πλὴν ἄλλων ἀρχαιοτέρων συμβάσεων, εἶχον ἀναγνώσει τότε τὴν σύμβασιν τὴν συνομολογηθεῖσαν κατὰ τὸ 1892 ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Κωνσταντοπούλου διὰ τὸ δάνειον τῶν 16½ ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ μέχρι σήμερον γνωστὸν ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης· ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ ὁ ὅρος οὗτος ἀνεγράφετο, ὅπως καὶ εἰς ἁπάσας τὰς προηγουμένας συμβάσεις, μεταξὺ τῶν ὁποίων καταλέγεται καὶ ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑπογράψει, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ συνομολογήσεως τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Βεβαίως δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ διϊσχυρίζηταί τις, ὅτι ἡ ὑποχρέωσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μεταβάλῃ τὰς καθορισθείσας ἐν τῇ συμβάσει ὑπεγγύους προσόδους μετὰ συνεννόησιν πρὸς τοὺς πιστωτὰς αὐτῆς, ἐνέχει τὴν ἰδέαν ξενικοῦ ἐλέγχου, διότι ἄλλως δὲν ὑπάρχει ἐγγύησις, δὲν χρησιμεύει ὁ καθορισμὸς ὑπεγγύων προσόδων. Ἄνευ τοῦ ὅρου τούτου, ἡ ἀναγραφὴ ἐγγυήσεων, ἡ ἀναγραφὴ ὡρισμένων προσόδων ὑπεγγύων δὲν ἔχει κανένα πρακτικὸν σκοπόν, διότι εἶναι δυνατὸν, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ καταργηθῶσιν αἱ πρόσοδοι αὗται, διὰ μεταῤῥυθμίσεων νομοθετικῶν τὸ προϊὸν αὐτῶν νὰ ἐλαττωθῇ οὕτως, ὥστε νὰ μὴ ᾖναι ἐπαρκὲς πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὅσων διὰ τῆς συμβάσεως ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεων τὸ Κράτος. Ὡς ἦτο κατηρτισμένη ἡ σύμβασις, ἡ ἐν Λονδίνῳ συνομολογηθεῖσα, ἔχρῃζε τῆς ἐγκρίσεως τῆς συνελεύσεως τῶν ὁμολογιούχων, ἥτις καὶ προεκλήθη ὑπὸ τοῦ κομιτάτου, ἵνα ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς συναφθείσης ὑπὸ τῆς ἐπιτροπείας καὶ τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως συμβάσεως. Τὰ δύο ἕτερα κομητάτα, καὶ τὸ ἐν Βερολίνῳ καὶ τὸ ἐν Παρισίοις, διεῖδον ὁποῖον διέτρεχον τὰ ὑπ’ αὐτῶν ἐπιδιωκόμενα συμφέροντα κίνδυνον, ἐὰν ἡ σύμβασις ἐκείνη ἐπεκυροῦτο, διότι εἵπετο ὡς φυσικὴ συνέπεια ἡ καθιέρωσις τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως ἐκείνης, ὡς ὅρων τοῦ ὁριστικοῦ διακανονισμοῦ τοῦ δημοσίου χρέους τῆς Ἑλλάδος· ὡς ἐκ τούτου ἔσπευσαν νὰ λάβωσι πάντα τὰ μέτρα, ὅπως κατορθωθῇ ἡ ἀκύρωσις τῆς συμβάσεως ἐκείνης. Μετέβησαν λοιπὸν εἰς Λονδῖνον ἀμέσως ὁ πρόεδρος καὶ ὁ γραμματεὺς, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ ἐν Βερολίνῳ κομιτάτου μετὰ δικηγόρου τινὸς ἐκ τῶν νοημονεστέρων τοῦ Βερολίνου, κατέφυγον εἰς πάντα τὰ Γερμανικὰ τραπεζιτικὰ καὶ μεσιτικὰ γραφεῖα τὰ ἐν Λονδίνῳ, καὶ ἐπεκαλέσθησαν τὴν συνδρομὴν αὐτῶν, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ ἀκύρωσις τῆς συμβάσεως. Μετέβη ἐπὶ τούτῳ ἐκ Παρισίων ὁ καὶ ἐν Ἀθήναις ἀντιπροσωπεύσας τὴν ἐπιτροπείαν τῶν Παρισίων, ὁ γνωστὸς παρ’ ἡμῖν κ. Ὀλνστάϊν, ὅπως καὶ οὗτος συντελέσῃ εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῆς συμβάσεως ταύτης. Εἶναι ὅμως γνωστὸν ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν καὶ τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τὰς διεξαχθείσας κατὰ τὸ 1894 ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ ἐκπροσωπῶν τὴν ἐπιτροπείαν τῶν Παρισίων προέτεινεν εἰς τὸν ἡμέτερον ἐν Λονδίνῳ ἐπιτετραμμένον, ὅτι, ἐὰν ὁ ὅρος Δʹ τῆς συμβάσεως, καθ’ ὃν αἱ εἰσπράξεις τῶν ὑπεγγύων προσόδων κατατίθενται εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων ἄνευ οὐδεμιᾶς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ καταστατικοῦ αὐτῆς, μετεβάλλετο, εἰσαγομένης ἐν αὐτῷ τῆς ἰδέας τῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς ἑταιρίας, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ ἡ Γαλλικὴ ἐπιτροπεία προσχωρεῖ εἰς τὴν συμφωνίαν καὶ προσφέρεται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν κύρωσιν τῆς συμβάσεως. Ἀλλὰ ὅτε τοῦτο ἀνεκοινώθη εἰς τὸν ἡμέτερον ἐπιτετραμμένον, οὐδὲ ὁ ὑλικὸς χρόνος ὑπῆρχε πρὸς συνεννόησιν αὐτοῦ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲ ἠδύνατο οὗτος ν’ ἀποδεχθῇ οἴκοθεν τὴν πρότασιν. Ὡς ἐκ τούτου καὶ ὁ Γάλλος ἐπίτροπος συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ ἐπέλθῃ τὸ γνωστὸν ἀποτέλεσμα. Δὲν ἀπεφήνατο μὲν ἡ συνέλευσις τῶν ὁμολογιούχων, ὅτι ἀκυροῖ τὴν σύμβασιν τὴν συναφθεῖσαν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπείας τῆς ἐν Λονδίνῳ μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις αὐτῆς περὶ ἀναβολῆς ὑπελήφθη ὡς μὴ διαφέρουσα τῆς ἀκυρώσεως...

§65ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.

§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἐπιθυμῇ ὁ ἀγορεύων...

§67ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκόμη ὀλίγον, σᾶς παρακαλῶ. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀπόφασιν, ἥτις ἐλήφθη παρὰ τῆς συνελεύσεως τῶν ὁμολογιούχων κατὰ τὴν δευτέραν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, Αὐγούστου 1894, οἱ πρακτικώτερον καὶ εἰλικρινέστερον σκεπτόμενοι ἐκ τῶν ἐκπροσωπούντων τοὺς ὁμολογιούχους εὗρον, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ διακόψωσι τὸ παράπαν τὰς μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως συνεννοήσεις καὶ διαπραγματεύσεις πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ συμβιβασμοῦ. Οἴκοθεν ὅμως ἐννοεῖται, ὅτι ἡ ἐν Λονδίνῳ ἐπιτροπεία ὤφειλε μετὰ τὰ γενόμενα νὰ μεταδώσῃ εἰς τὰς ἐπιτροπείας τοῦ Βερολίνου καὶ τῶν Παρισίων τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα προῆλθεν εἰς τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἡ συνέλευσις τῶν ὁμολογιούχων ἀνέβαλε τὴν ἀπόφασίν της, καὶ νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν μετ’ αὐτῶν σύμπραξιν περὶ τοῦ περαιτέρω πρακτέου. Ἡ συνεννόησις αὕτη κατωρθώθη βραδέως, ἕνεκα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, οἰκογενειακοῦ ἀτυχήματος, ὅπερ εἶχεν ὑποστῆ ὁ πρόεδρος τοῦ ἐν Λονδίνῳ κομιτάτου· κατωρθώθη ἡ συνάντησις τῶν προέδρων τῶν τριῶν κομιτάτων ἐν Παρισίοις κατὰ τὴν 1 Ὀκτωβρίου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Ὅπως ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ 1894, ἡ ἐπιτροπεία ἡ ἐν Παρισίοις δὲν ἀπέκρυψε τὴν ὁποίαν εἶχε γνώμην, ὅτι, ἐὰν κατωρθοῦτο νὰ μεταβληθῇ ἢ τροποποιηθῇ ὁ ὅρος Δʹ τῆς συμβάσεως τῆς ἐν Λονδίνῳ ὑπογραφείσης, ἤτοι, ἄν ἐν τῷ ὅρῳ τούτῳ περιελαμβάνετο ἡ ἀναδιοργάνωσις τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, οὐδεμίαν εἶχε δυσκολίαν νὰ ὑπογράψῃ τὴν σύμβασιν τὴν ὑπογραφεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἐν Λονδίνῳ κομιτάτου. Μόνος ὁ πρόεδρος τοῦ ἐν Βερολίνῳ κομιτάτου δὲν ἐνόει νὰ γίνηται πλέον λόγος περὶ τῆς συμβάσεως ἐκείνης, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐγίνετο δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τῆς μετοχῆς τῶν ὁμολογιούχων εἰς τὰς προσαυξήσεις τῶν ὑπεγγύων προσόδων. Ἵνα δὲ καὶ τὰ τρία κομιτάτα συναντηθῶσιν, ἵνα αἱ ἐνέργειαι ἐν τῷ ἰδίῳ αὐτῶν συμφέροντι ταὐτισθῶσιν ἐπὶ τὸ αὐτὸ σημεῖον, πάντες ἀπεδέχθησαν τὴν ἀρχὴν νὰ δεχθῶσι πάντας τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, τῆς ὑπογραφείσης ἐν Λονδίνῳ, πλὴν τῆς παγίας κλίμακος, τῆς προοδευτικῆς ἢ προϊούσης, νὰ προτείνωσι δὲ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῆς διὰ τοῦ ὅρου τῆς διανομῆς τῶν προσαυξήσεων τῶν ὑπεγγύων προσόδων. Αἱ ἰδέαι αὗται ἀνεκοινώθησαν εἰς τὸν ἡμέτερον ἐν Λονδίνῳ ἐπιτετραμμένον ἐν ἀρχῇ, βραδύτερον δὲ καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἀλλ’ ὁ ἐκπροσωπῶν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἐπαναλαμβάνω, ἐνέμεινε προσκεκολλημένος εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς διανομῆς τῶν πλεονασμάτων ἐνέχει ἐν ἑαυτῇ τὸν ξενικὸν ἔλεγχον, καὶ ὅτι ἔπρεπεν ἐκ παντὸς τρόπου ν’ ἀποκρουσθῇ, καὶ ὡς ἐκ τούτου τὸν ὅρον τοῦτον δὲν ἀπεδέχθη. Περὶ τὸ τέλος δὲ τοῦ 1894, ὅτε προεκαλεῖτο ὁ ἡμέτερος ἐν Λονδίνῳ ἐπιτετραμμένος νὰ δηλώσῃ τὴν στάσιν τῶν ἐπιτροπειῶν περὶ τῆς περαιτέρω συνεννοήσεως, οἱ πρόεδροι τῶν ἐπιτροπειῶν δὲν ἀπέκρυψαν τὴν ὁποίαν εἶχον γνώμην, ὅτι, καθ’ ἃς εἶχον πληροφορίας, ἐπέκειτο ὑπουργικὴ μεταβολὴ ἐν Ἀθήναις, εἶναι δὲ ἐλπίς, ὅτι παρὰ τοῦ διαδόχου Ὑπουργείου θὰ ἐπιτευχθῶσιν ὅροι κρείττονες, ἢ μᾶλλον συμφέροντες εἰς αὐτούς. Ἀνεκοίνωσε μάλιστα εἰς τὸν ἡμέτερον ἐν Λονδίνῳ ἐπιτετραμμένον εἷς ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων τραπεζιτῶν, τῶν ἐνδιαφερομένων εἰς τὰ τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων, ὁ γνωστὸς κ. Hambro, ὅτι «πῶς θέλετε νὰ προχωρήσωμεν εἰς συνεννοήσεις μετὰ τῆς ὑφεστώσης Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ καὶ ἡ ἀποσκίρτησις τεσσάρων Βουλευτῶν, νομίζω, ἐκ Θεσσαλίας, καὶ ἡ μετάστασις αὐτῶν ἐκ τοῦ Ὑπουργικοῦ στρατοπέδου εἰς τὸ στρατόπεδον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὑπηγορεύθη ἐκ τῆς διακοινώσεως, τὴν ὁποίαν οἱ πρέσβεις τῶν τριῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἀπηύθυνον τελευταίως πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν; Τόσον ὀλίγον ἐγίνωσκον τὰ ἡμέτερα πράγματα οἱ τὰ κομιτάτα ἀποτελοῦντες ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ, ὥστε ἐνόμιζον, ὅτι ἡ μετάστασις Βουλευτῶν τινων ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν προήρχετο ἐκ τῆς διακοινώσεως τῶν ξένων πρέσβεων πρὸ τὴν ἡμετέραν Κυβέρνησιν (ὅλως βεβαίως ἀγνώστου εἰς τοὺς μεταβαλόντας πολιτικὴν στάσιν Βουλευτὰς) καὶ ἐκ τοῦ λόγου τῆς ἀνιδρύσεως νέας Κυβερνήσεως, ἐργασθησομένης ὑπὲρ βελτιώσεως τῶν ὅρων τοῦ συμβιβασμοῦ ὑπὲρ τῶν ὁμολογιούχων!! Τὰ περὶ τῶν διαπραγματεύσεων καὶ συνεννοήσεων, τῶν γενομένων μετὰ τὴν συνέλευσιν τῶν ὁμολογιούχων, τὴν ἐν Λονδίνῳ λαβοῦσαν χώραν καὶ μὴ κυρώσασαν τὴν σύμβασιν, ἔκρινα ἀναγκαῖον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὄχι μόνον, ἵνα γινώσκῃ αὕτη εἰς ποῖον σημεῖον περιεστράφη ἡ διαφωνία μεταξὺ τοῦ τότε ἐκπροσωποῦντος τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον καὶ τῶν ἐπιτροπειῶν τῶν ὁμολογιούχων, ἀλλὰ καὶ δι’ ἕτερον ἀκόμη λόγον, ἵνα κυρώσω τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης Πρωθυπουργοῦ ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς μείζονας περὶ τῆς συμβάσεως τοῦ Λονδίνου ἐξηγήσεις, διότι αἱ διαπραγματεύσεις ἐξηκολούθουν μετ’ ἐλπίδων ἐπιτυχίας, ἐκ τῶν ὑστέρων δὲ ὄντως ἀποδεικνύεται, ὅτι πράγματι αἱ διαπραγματεύσεις κατὰ Νοέμβριον, ὅτε συνεζητοῦντο ἐνταῦθα τὰ περὶ τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἐν τῷ θέματι τοῦ συμβιβασμοῦ, ἦσαν ἐν πληρεστάτῃ ἐκκρεμότητι. Ἀπέμεινεν ὅμως ἐξ ὅλων τούτων ἀποδεδειγμένον, ὅτι, ἂν ἡ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης Κυβέρνησις ἀπεδέχετο τὸν ὅρον τὸν προβληθέντα ὑπὸ τῶν ἐπιτροπειῶν, ἤτοι τὴν μετοχὴν τῶν ὁμολογιούχων εἰς τὰς προσαυξήσεις τῶν πλεονασμάτων, θὰ ἦτο ἡ σύμβασις περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ συντετελεσμένη, σύμβασις καθορίζουσα τὸ πληρωτέον ποσοστὸν εἰς 32%. Τὰ περὶ διοργανώσεως τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων δὲν ἐφαίνοντο ἐκ τῶν ὑστέρων τοσοῦτον σοβαρά, τοσοῦτον σπουδαῖα, ὅπως ἐφαίνοντο ἐν τῷ πρώτῳ σταδίῳ τῶν διαπραγματεύσεων τῶν διεξαχθεισῶν ἐν Ἀθήναις· ὥστε κυρίως ἡ διαφωνία περιωρίζετο εἰς τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι ἀντὶ τῆς κλίμακος, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπέμενεν ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, τὰ κομιτάτα προέβαλλον τὴν μετοχὴν τῶν ὁμολογιούχων εἰς τὰς προσαυξήσεις τῶν ὑπεγγύων προσόδων. Οὕτως εἶχον τὰ τῶν διαπραγματεύσεων τῶν διεξαχθεισῶν κατὰ τὸ 1894. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο εὑρίσκοντο τὰ πράγματα, ὁπόταν ἐπῆλθεν ἡ παραίτησις τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1895. Οἱ ἐπισταμένως παρακολουθήσαντες τὰς κατὰ τὸ 1894 διεξαχθείσας ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη διαπραγματεύσεις καὶ ἀμερολήπτως τὰ κατ’ αὐτὰς ἐκτιμήσαντες ἀνωμολόγησαν τὸ ἄψογον καὶ εἰλικρινὲς τῶν προαιρέσεων αὐτοῦ καὶ τὴν δεξιότητα καὶ προνοητικότητα, μεθ’ ὧν ἐπεδίωξε τὴν τοῦ συμβιβασμοῦ συντέλεσιν ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ τε ἡμετέρου Κράτους καὶ τῶν πιστωτῶν αὐτοῦ... Ἀλλὰ περὶ τούτου θέλω ἐξακολουθήσει κατόπιν.

§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 50′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.)

§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Σιμόπουλος θὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.

§70ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ Ὑπουργείου, οὗτινος προήδρευεν ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, ἦλθεν ἐπὶ τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ κ. Ν. Δελιγιάννη, τοῦ ὁποίου ἀποστολὴ ἦτο νὰ ἐποπτεύσῃ εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν νέων βουλευτικῶν ἐκλογῶν. Ἐντεῦθεν ἄρχονται αἱ ἀνὰ πάσας τὰς ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος περιοδεῖαι τοῦ διευθύνοντος τὸ μέχρι τότε ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει διατελοῦν κόμμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Πάντες γινώσκομεν τὴν διακρίνουσαν τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἔξοχον ἱκανότητα καὶ ἐμπειρίαν περὶ τὸ διαγιγνώσκειν τὰς ἐν δεδομένῃ στιγμῇ ψυχικὰς διαθέσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Γινώσκομεν, ὅτι μία τῶν θεμελιωδῶν γνωμῶν καὶ ἀπαιτήσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐν τῇ ἐποχῇ ἐκείνῃ ἦτο ἡ ταχίστη συντέλεσις τοῦ συμβιβασμοῦ, διότι διαδεδομένη γενικῶς ὑπῆρχεν ἡ ἰδέα, ὅτι ἅμα τῇ ὑπογραφῇ τῆς συμβάσεως τοῦ συμβιβασμοῦ, πλήρης ἤθελεν ἐπέλθει ἡ ἀνόρθωσις καὶ βελτίωσις τῶν παρ’ ἡμῖν. Ἐν ταῖς ἀγορεύσεσιν αὐτοῦ πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐχαρακτήριζεν ὡς πρώτην ἀποστολὴν τῆς μελλούσης Κυβερνήσεως, τὴν ταχίστην συντέλεσιν τοῦ συμβιβασμοῦ· δὲν περιωρίσθη δὲ μέχρι τῆς ἐπαγγελίας ταύτης, ἀλλ’ ἐδήλωσεν, ὁμιλῶν πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους, καὶ τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ἐνόμιζεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐπίτευξιν τοῦ συμβιβασμοῦ. Δύναταί τις μάλιστα εἰπεῖν, ὅτι προεξώφλησε λίαν προώρως πάντα τὰ μέτρα, ὅσα ἐπρόκειτο, ἀνερχόμενος ἐπὶ τὴν ἀρχὴν καὶ ὁδηγῶν τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ εἰσηγήσηται παρ’ αὐτῇ πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ τούτου. Προεξώφλησε καὶ μίαν ἑτέραν αὐτοῦ γνώμην, ὅτι πάντως ἔπρεπε νὰ συντελεσθῇ οὐχὶ μονομερὴς διακανονισμὸς τῶν μετὰ τοῦ Κράτους ἐκκρεμῶν σχέσεων τῶν πιστωτῶν αὐτοῦ. Ρητῶς καὶ σαφῶς διεκήρυξεν, ὁμιλῶν πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους, ὅτι κατ’ αὐτὸν πρέπει ὁ συμβιβασμὸς, ἵνα παραγάγῃ τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, ὅσα προσεδόκα παρ’ αὐτοῦ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, νὰ συνομολογηθῇ ἀπὸ κοινοῦ καὶ ἐκ συνεννοήσεως μετὰ τῶν πιστωτῶν τοῦ Κράτους, δέον δὲ ν’ ἀποκρουσθῇ ὁ μονομερὴς διακανονισμὸς ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ὁμιλῶν πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους, ῥητῶς ἐπηγγείλατο τὴν ἀνασύστασιν τῶν Πρεσβειῶν, ὡς ἀπαραίτητον πρὸς τὴν τοῦ συμβιβασμοῦ συντέλεσιν. Διότι, ὡς ἔλεγεν, ὁμιλῶν πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους, τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικοινωνίαν μετὰ τῶν πιστωτῶν αὐτοῦ, εἰμὴ διὰ τῶν ἐπισήμων αὐτοῦ ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ ἀντιπροσώπων. Ὡς δεύτερον δὲ μέτρον, κρινόμενον παρ’ αὐτοῦ ὡς δυνάμενον νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν τοῦ συμβιβασμοῦ συντέλεσιν, ἐπηγγείλατο, ὁμιλῶν πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους, τὴν σύστασιν τοῦ Συμβουλίου τοῦ δημοσίου χρέους· διότι ἐφρόνει, ὅτι, ἐὰν συνιστᾶτο τὸ Συμβούλιον τοῦ δημοσίου χρέους, ἤθελεν ἡ λειτουργία τοῦ θεσμοῦ τούτου κριθῇ ὡς ἐπαρκὴς ἐγγύησις ὑπὲρ τῶν πιστωτῶν τοῦ Κράτους, ἵνα μὴ οὗτοι ἄλλας ζητήσωσιν ἢ ὑποδείξωσιν ἀναγκαίας ἐγγυήσεις, πρὸς πληρεστέραν ἐξασφάλισιν τῶν ἑαυτῶν συμφερόντων. Ἀνῆλθεν ἐπὶ τέλους ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, ἀρχομένου τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1895, καὶ πράγματι μεταξὺ τῶν πρώτων μέτρων, τὰ ὁποῖα εἴδομεν εἰσηγούμενα παρ’ αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν, ἦσαν τὰ δύο μέτρα, περὶ τῶν ὁποίων εἶχεν ὁμιλήσει πρότερον πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους, ἡ σύστασις τοῦ Συμβουλίου τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ ἡ ἀνασύστασις τῶν τριῶν Πρεσβειῶν, ἐν Λονδίνῳ, ἐν Βερολίνῳ καὶ ἐν Παρισίοις. Δὲν ὑπέλαβεν ἑαυτὸν ὑπόχρεων νὰ ἐξετάσῃ, εἰς ὁποῖον σημεῖον εἶχον ἐγκαταλειφθῆ αἱ διαπραγματεύσεις παρὰ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου. Δὲν ἐνόμισεν, ἀνερχόμενος ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, ὅτι τὸ πρώτιστον αὐτοῦ καθῆκον ἦτο νὰ ἐπιλάβηται τῶν συνεννοήσεων μετὰ τῶν ἁρμοδίων, ὅπως ἐπιτευχθῇ ὁ συμβιβασμὸς, ἀλλ’ ἐφρόνει ὅτι, ἐὰν, ἐπιτυγχάνων τὴν σύμπραξιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, προήρχετο εἰς τὴν ἀνασύστασιν τῶν τριῶν Πρεσβειῶν, καὶ ἐὰν συνίστα τὸ Συμβούλιον τοῦ δημοσίου χρέους, ταῦτα τὰ δύο μέτρα ἤθελον συντελέσει εἰς τὸν σκοπὸν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀφεώρα. Ἔλεγον ὑμῖν πρότερον, ὅτι περὶ ἓν σημεῖον ἰδίως ἐστρέφετο ἡ διαφωνία μεταξὺ τοῦ κατὰ τὸ 1894 ἀντιπροσωπεύοντος τὸ ἡμέτερον Κράτος καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπιτροπειῶν, περὶ τὸ σημεῖον τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν μετοχὴν τῶν ὁμολογιούχων ἐν τῇ διανομῇ τῶν προσαυξήσεων τῶν ὑπεγγύων προσόδων. Ἀλλὰ περὶ πάντων τούτων δὲν ἐνόμισεν ἐπίκαιρον νὰ μεριμνήσῃ ἅμα τῇ εἰς τὴν ἀρχὴν ἀνόδῳ αὐτοῦ. Ἐμερίμνησε μόνον περὶ ἄλλων θεμάτων δευτερευόντων, ἐμερίμνησε περὶ τῆς συγκρατήσεως τῆς μεγάλης πλειοψηφίας, τὴν ὁποίαν ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ παρέσχε πρὸς αὐτὸν, ἐμερίμνησε περὶ τῆς μεταβολῆς τοῦ νόμου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἐμερίμνησε περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς καὶ περὶ ἄλλων δευτερευόντων θεμάτων. Ὅταν δὲ αἱ ἐργασίαι τῆς πρώτης βουλευτικῆς συνόδου ἐπερατώθησαν, ὅταν αἱ πιστώσεις αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν ἀνασύστασιν τῶν τριῶν Πρεσβειῶν ἐχορηγήθησαν, προῆλθεν εἰς τὸν διορισμὸν τῶν τριῶν πρέσβεων. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ἡ Πρεσβεία τοῦ Λονδίνου ἀπομένει εἰσέτι ἄνευ πρέσβεως, διότι ὁ μετατεθεὶς εἰς τὴν θέσιν ταύτην ἡμέτερος πρέσβυς ἐν Κωνσταντινουπόλει δὲν μετέβη, ἵνα ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντα αὐτοῦ, ἀλλὰ τὸ περὶ τούτου διάταγμα εἰσέτι δὲν ἀνεκλήθη, καίτοι δεδημοσιευμένον ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπὶ τῇ πληροφορίᾳ δέ, ὅτι οἱ διορισθέντες πρέσβεις, τοὐλάχιστον οἱ δύο, μετέβησαν εἰς τὰς ἑαυτῶν θέσεις, τότε καὶ μόνον ἐνόμισεν ἐπιβαλλομένην αὐτῷ τὴν φροντίδα νὰ συντάξῃ τὰς πρὸς αὐτοὺς ὁδηγίας, ὅπως ἐπιλάβωνται τοῦ ἔργου τοῦ ἀφορῶντος εἰς τοῦ συμβιβασμοῦ τὴν ἐπίτευξιν. Γινώσκομεν ἐκ τῆς πρὸς τὴν Βουλὴν ὁμολογίας αὐτοῦ τούτου τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι αἱ ὁδηγίαι συνετάχθησαν εἰς τρία τμήματα· καὶ τὸ μὲν πρῶτον τμῆμα συνετάχθη τὴν 29 Αὐγούστου 1895, τὸ δεύτερον τὴν 11 Σεπτεμβρίου 1895, καὶ τὸ τρίτον τὴν 17 Σεπτεμβρίου 1895. Αἱ κατατεθεῖσαι εἰς τὴν Βουλὴν ἐν τῷ τετυπωμένῳ τεύχει ὁδηγίαι τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς πρέσβεις ἡμῶν οὐδεμίαν φέρουσι χρονολογίαν.

§71Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Οὐδὲ ὑπογραφήν.

§72ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδὲ ὑπογραφήν. Ἀναγκαίως λοιπὸν κατέφυγον εἰς τὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁμολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὴν γενομένην κατὰ τὴν δευτέραν βουλευτικὴν σύνοδον, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὁ ἴδιος ὡμολόγησεν, ὅτι αἱ ὁδηγίαι συνετάχθησαν εἰς τρία τμήματα, κατὰ τὰς χρονολογίας, τὰς ὁποίας ἀνέφερα ὑμῖν, καὶ ὅτι ἔλαβον χώραν ἑπτὰ συνεδριάσεις ἐν Παρισίοις, κατὰ τὴν 15 καὶ 19 Δεκεμβρίου 1895, καὶ 4, 5, 13, 16 καὶ 19 τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου 1896. Ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς ὁμολογίας τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως γινώσκομεν εἰσέτι, ὅτι κατὰ τὰς 7 ταύτας συνεδριάσεις ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλην. Κυβερνήσεως ἐξέθηκεν ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον αἱ ὁδηγίαι τῆς Κυβερνήσεως περιεῖχον πρὸς κανονισμὸν τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους μετὰ τῶν πιστωτῶν αὐτοῦ. Οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν δανειστῶν ἔλαβον σημείωσιν πασῶν τῶν λεπτομερειῶν· ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἦσαν παρεσκευασμένοι νὰ προβῶσιν ἀμέσως εἰς τὰς διαπραγματεύσεις, ἐζήτησαν νὰ σταματήσωσιν αἱ ἐργασίαι, ἵνα συνεννοηθῶσι μετὰ τῶν ἐντολέων των, καὶ λάβωσιν ὁδηγίας περὶ τῶν προτάσεων, ἃς ἐσκόπουν νὰ ἀπευθύνωσιν. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο εὑρίσκοντο κατὰ τὸ τέλος Ἰανουαρίου 1896 αἱ διαπραγματεύσεις αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὸν συμβιβασμόν. Οὕτως, ὡς βλέπετε, ἀπώλοντο 7 ὅλοι μῆνες, ἀφ’ ἧς ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς οὐδεμία μεταξὺ αὐτοῦ, ἢ τοῦ ἐκπροσωποῦντος τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ὁμολογιούχων νὰ λάβῃ χώραν συνενόησις καὶ συνάντησις. Καὶ ἠκούσαμεν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὴν αἰτιολογίαν, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον συνέτασσε τὰς ὁδηγίας, οἱ πρόεδροι τῶν ἐπιτροπειῶν διέτριβον εἰς τὰς ἐξοχὰς αὑτῶν, καὶ ἦτο δύσκολος, ἡ μετ’ αὐτῶν συνεννόησις. Καὶ βεβαίως κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον συνήθως διατρίβουσιν ἐν ταῖς ἐξοχαῖς αὐτῶν οἱ πλουσιώτεροι τῶν ἐν Λονδίνῳ καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις μεγαλοπόλεσι τῆς Εὐρώπης κατοικούντων, ἀλλὰ καθ’ ὃν χρόνον ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, πάντες οἱ ἀποτελοῦντες τὰς ἐπιτροπείας εὑρίσκοντο εἰς τὰς ἐν ταῖς πρωτευούσαις κατοικίαις αὑτῶν. Ὡς εἶναι γνωστόν, οὗτοι μένουσιν ἐν ταῖς πόλεσι καὶ τὸν Ἰούνιον καὶ τὸν Ἰούλιον μῆνα. Ἄν ὄντως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ἀμέριστον τὴν συνείδησιν τῶν ὅσων ἐπηγγέλλετο πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πρὸ τῶν ἐκλογῶν, ὅτι δηλαδὴ ἡ πρώτη τῆς Κυβερνήσεως ἀποστολὴ ἦτο ἡ τοῦ συμβιβασμοῦ συντέλεσις, κατ’ ἐμὲ, ὤφειλε τὴν ἑπομένην τῆς ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἀναῤῥήσεως αὑτοῦ νὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἔπρεπεν αἱ διαπραγματεύσεις νὰ ἐπαναληφθῶσιν· ἔπρεπε πρὸ παντὸς νὰ μελετήσῃ τὸν φάκελλον, τὸν περιλαμβάνοντα πάντα τὰ ἔγγραφα, πάντα τὰ στοιχεῖα τῶν διαπραγματεύσεων τῶν ὑπὸ τοῦ προκατόχου του διεξαχθεισῶν, καὶ νὰ ἀνεύρῃ τὸ σημεῖον, περὶ ὃ ἐστρέφετο ἡ διαφωνία τοῦ προκατόχου αὐτοῦ πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους. Διατελῶν δ’ ἐν γνώσει τούτου, ὤφειλε νὰ εἴπῃ πρὸς αὐτούς: «Περὶ ἓν καὶ μόνον σημεῖον διίστασθε μετὰ τοῦ προκατόχου μου, δηλαδὴ περὶ τὴν διανομὴν τῶν προσαυξήσεων ἢ τῶν πλεονασμάτων τῶν ὑπεγγύων προσόδων· ἐπειδὴ ὅμως ἐγὼ ἐδήλωσα ἤδη πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους, ὅτι ἀποδέχομαι τὴν ἀρχὴν τῆς μετοχῆς ὑμῶν εἰς τὰ πλεονάσματα, προσχωρῶ εἰς τὴν ἀπαίτησιν ὑμῶν ταύτην.» Αὐτὴ ἡ δήλωσις, κατ’ ἐμὲ, ἤθελεν εἶναι ἐπαρκὴς, ἵνα συντελεσθῇ ὁ συμβιβασμός. Ἀλλ’ ἄλλως ἔδοξε τῷ ἀξιοτίμῳ Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως. Προὐτίμησε σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ βοηθήσῃ αὐτὸν εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωκε. Κατέγεινεν εἰς τὸ νὰ φιλοπονήσῃ ἢ συγγράψῃ διεξοδικὰς ὁδηγίας πρὸς τοὺς πρέσβεις, τοὺς παρὰ ταῖς τρισὶν Εὐρωπαϊκαῖς Αὐλαῖς διαμένοντας, καὶ πρὸς αὐτοὺς νὰ εἴπῃ, ὄχι ὅ,τι ἐνδιέφερεν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τὴν ἐθνικὴν, περὶ τῆς ὁποίας ἐπρόκειτο, ἀλλὰ πρὸ παντὸς νὰ διατυπώσῃ ἐν ταῖς ὁδηγίαις αὐταῖς τὴν ἀπολογίαν αὑτοῦ ἐπὶ τῶν σφαλμάτων, ἐξ ὧν παρήχθη ἡ πτώχευσις τοῦ Κράτους. Ὅστις ἐξ ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, ἀνέγνωσεν ἐπισταμένως τὰς ὁδηγίας, τὰς δοθείσας ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς πρέσβεις ἡμῶν, νομίζει ὅτι ἀκούει αὐτοῦ ἀγορεύοντος ἐντεῦθεν ὡς ἀντιπολιτευομένου κατὰ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη ὡς Πρωθυπουργοῦ. Δὲν γινώσκω διατὶ ἐν προτάσεσι πρὸς τοὺς πιστωτὰς τοῦ Κράτους, εἰς τοῦ συμβιβασμοῦ τὴν πραγματοποίησιν, ὑπέλαβεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑποχρεωμένον ἑαυτὸν νὰ ἐπαναλάβῃ πάσας τὰς αἰτιάσεις, ὅσας ὡς ἀντιπολιτευόμενος ἐντεῦθεν πολλάκις ἐξετόξευσε κατὰ τοῦ ἀειμνήστου προκατόχου αὐτοῦ. Μήπως, ἐπειδὴ, καθ’ ὃν χρόνον συνέτασσε τὰς προτάσεις ταύτας, ἔζη ἀκόμη ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, μήπως ἐφοβεῖτο τὴν ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν ἐπάνοδόν του, καὶ διὰ τῶν κατ’ αὐτοῦ αἰτιάσεων, ἀναγραφομένων ἐν ταῖς ὁδηγίαις ταῖς ἀπευθυνομέναις πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους, ἐπεδίωκε νὰ ἐξεγείρῃ τὸ μῖσος τῶν πιστωτῶν τοῦ Κράτους κατὰ τοῦ προκατόχου του, εἰς τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ καταστήσῃ δύσκολον τὴν ἐπάνοδον αὐτοῦ ἐπὶ τὴν ἀρχήν; Ἢ μήπως ὑπελάμβανεν, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον οἱ κάτοχοι τῶν χρεωγράφων τῶν Ἑλληνικῶν ἀπηχθάνοντο τὸν προκάτοχον αὐτοῦ, ὥστε ἀπευθύνων τοιοῦτο κατὰ τοῦ προκατόχου του κατηγορητήριον, ἠδύνατο νὰ προσελκύσῃ τὴν ἐπιείκειαν ἢ τὴν εὐμένειαν αὐτῶν πρὸς ἐπιτυχίαν ὅρων συμφερωτέρων ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους; Τὸ ἐπ’ ἐμοί, δὲν δύναμαι νὰ εὕρω ἐξήγησιν τῆς ἀπορίας μου ταύτης. Ἓν μόνον γινώσκω, καὶ πάντες τὸ γινώσκετε, ὅτι οἱ κατέχοντες τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ οὐδὲ συμπάθειαν, οὐδ’ ἐνδιαφέρον, οὐδὲ τὰ ἀντίθετα τούτων αἰσθάνονται ὑπὲρ ἢ κατὰ τῶν διαχειριζομένων τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα προσώπων. Ὑπὸ μιᾶς καὶ μόνης ἐπιθυμίας οὗτοι κατέχονται, πῶς ἐν τῇ συνομολογήσει τοῦ συμβιβασμοῦ νὰ ἐπιτύχωσιν ὅρους κρείσσονας ἢ συμφερωτέρους δι’ αὐτούς. Τὸ διῆκον εἰς τὰς ὁδηγίας ταύτας πνεῦμα εἶναι κυρίως νὰ ἐπιῤῥιφθῶσι πάντα τὰ σφάλματα, ἐκ τῶν ὁποίων προῆλθεν ἡ πτώχευσις τοῦ ἡμετέρου Κράτους, ἐπὶ τὸν ἀφ’ ἡμῶν μεταστάντα ἔξοχον πολιτικὸν ἄνδρα, τὸν προκάτοχον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τὸ πνεῦμα τοῦτο, ὅπερ διαπνέει τὰς πρὸς τοὺς πρέσβεις ὁδηγίας, βλέπει τις καθ’ ἑκάστην ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Ὁσάκις ἐγκαλοῦνται ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου ὑπὸ μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἰδίως ὑπὸ μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἅτινα συνέπραξαν μετὰ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, βλέπομεν πάντοτε τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν καὶ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς μὴ ἀπαντῶντας εἰς τὰς αἰτιάσεις τὰς κατ’ αὐτῶν ἀπευθυνομένας, μὴ ἀπολογουμένους ἐπὶ ταῖς ἀποδιδομέναις εἰς αὐτοὺς παραβιάσεσι τῶν νόμων ἢ τῶν ἐπαγγελιῶν των, ἀλλὰ πάντοτε προσφεύγοντας εἰς τὸ παρελθὸν, καὶ ἐπικαλουμένους τοῦτο, ἵνα ἀπαντήσωσι πρὸς ἡμᾶς. Καίτοι τὴν ἐξέτασιν τῶν ἀφορώντων εἰς τὸ παρελθὸν νομίζω ἀλλοτρίαν τοῦ θέματος, εἰς ὃ ἀφορᾷ ἡ σημερινὴ συζήτησις, φρονῶ ὅμως, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ παρέλθω ἐν σιγῇ πρό τινων ἐκ τῶν αἰτιάσεων, τῶν ἀναγραφομένων ἐν ταῖς ὁδηγίαις, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπέστειλε πρὸς τοὺς πρέσβεις, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ συνομολογηθῇ ὁ συμβιβασμὸς, οὐ μόνον διότι αἱ αἰτιάσεις αὗται δὲν στηρίζονται ἐπὶ τῆς ἀληθείας, ἀλλ’ ἰδίως διότι αὗται δὲν ὑπεβοήθησαν, ἀλλ’ ἔβλαψαν τὸν σκοπὸν, εἰς ὃν ὤφειλε νὰ ἀφορᾷ ὁ ἐκπροσωπῶν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἤτοι τὴν ἐπίτευξιν τοῦ συμβιβασμοῦ. Ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπευθυνόμενος εἰς τοὺς πιστωτὰς τοῦ Κράτους, παριστάνῃ τοὺς πρὸ αὐτοῦ διαχειρισαμένους τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ὡς δολίως προσενεχθέντας πρὸς ἐκείνους, ὧν ἐπεζήτουν τὰ κεφάλαια ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, ὡς ἀποκρύπτοντας τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν δι’ εἰκονικῶν προϋπολογισμῶν καὶ δι’ ἄλλων μὴ ἠθικῶν πράξεων, τίνα ἀπεξεδέχετο τὴν ἐντύπωσιν ἐκείνων, πρὸς οὓς ταῦτα παρίστανε; Δὲν ἐγίνωσκεν, ὅτι ἐνέβαλλεν εἰς αὐτοὺς τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι οἱ καλούμενοι εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν οὐδεμίαν δύνανται νὰ ἐμπνεύσωσιν ἐμπιστοσύνην περὶ τῆς ἀκριβοῦς ἐκπληρώσεως ὅσων ἤθελον ἀναλάβει τὸ Κράτος ὑποχρεώσεων; Δὲν ἐγίνωσκεν ὅτι τοὺς πιστωτὰς ἡμῶν δὲν λανθάνει, ὅτι ὡς ἐκ τοῦ ἐπικρατοῦντος παρ’ ἡμῖν πολιτεύματος εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναλάβωσι τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ἐκεῖνοι, καθ’ ὧν ἀπηύθυνε τὰς αἰτιάσεις ὁ κ. Πρωθυπουργός; Δὲν ἐνέβαλλεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἰδέαν, ὅτι ὀφείλουσι νὰ ἐπιζητήσωσιν ὡς οἷόν τε μείζονας ἐγγυήσεις, ἐνεχούσας καὶ αὐτὸν τὸν ξενικὸν ἔλεγχον, ὅπως ἐξασφαλισθῶσι περὶ τῆς ἀνελλιποῦς ἐκπληρώσεως τῶν διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ ἀναληφθησομένων ὑφ’ ἡμῶν ὑποχρεώσεων; Ἰδοὺ διατὶ προεβλήθησαν ὑπὸ τῶν πιστωτῶν καὶ προὐκάλεσαν τὴν κατανάλωσιν μακροῦ χρόνου αἱ περὶ ἐγγυήσεων προτάσεις αὐτῶν. Ὅπως πείσω ὑμᾶς περὶ τοῦ ἀντιτρικουπικοῦ πνεύματος, ὅπερ ἐπεκράτησεν εἰς τὰς πρὸς τοὺς πρέσβεις ὁδηγίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, θέλω ἀναγνώσει ὑμῖν περικοπάς τινας αὐτῶν. αʹ) Ἐν σελίδι 2 τῶν ὁδηγιῶν τούτων ἀναγινώσκω: «Ἂν οἱ διαχειρισαμένοι τὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους διεχειρίσθησαν αὐτὰς κακῶς ἢ ἀσκόπως, εἶναι ἄδικον νὰ καταλογίζωνται εἰς ὑπαιτιότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὰ τῆς διαχειρίσεως ἐκείνης ἐλαττώματα, ἐνῷ καὶ αὐτὸς ὑπέχει τὰ ἀπαίσια ἀληθῶς ἀποτελέσματα τῆς διαχειρίσεως ἐκείνης.» βʹ) Ὁμιλῶν περὶ τῶν ὑπὸ τοῦ προκατόχου αὑτοῦ συνταχθέντων προϋπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1894 καὶ 1895, ἐπάγεται ἐν σελίδι 5 τὸ ἑπόμενα (ἀναγινώσκει): «Καὶ οὕτω τὰ ἐτήσια ἔξοδα ἔμελλον νὰ ὑπερβῶσι κατὰ τὰ εἰρημένα τὰ 72 ἑκατομμύρια. Ἐπειδὴ ὅμως συμφέρει εἰς τὸ Κράτος, τὸ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἀναγκαίων ἐξόδων τῆς διοικήσεως ὑπόλοιπον τῶν ἐτησίων ἐσόδων νὰ ἦναι ὅσῳ τὸ δυνατὸν μεγαλείτερον, ὅπως κατορθωθῇ νὰ ἐλαττώσωμεν μέχρι τοῦ τελευταίου ὁρίου τοῦ δυνατοῦ τὰς ζημίας τῶν δανειστῶν, διὰ τοῦτο ἀναγνωρίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ καταβληθῇ πᾶσα προσπάθεια, ἵνα μειωθῶσι τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως ὅσῳ τὸ δυνατὸν περισσότερον, ὅπως μὴ ὑπερβαίνωσι τὰ 67 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος. Οὕτω δὲ θέλομεν ὑπολογίσει ἔσοδα ἐτήσια 87 ἢ 88 ἑκατομμύρια, ἔξοδα διοικήσεως 67 ἑκατομμύρια, θέλομεν δὲ λάβει ὡς βάσιν τῶν πρὸς κανονισμὸν τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ ἐργασιῶν ὑπόλοιπον ἐσόδων 20 ἢ 21 ἑκατομμυρίων δραχμῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, προωρισμένων ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους.» γʹ) Ὁμιλῶν περὶ ὀφειλῶν τοῦ δημοσίου ταμείου ἐκ τῶν παρελθουσῶν διαχειρίσεων πρὸς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας, ὡς ἐσφαλμένως μὴ καταλογισθεισῶν εἰς τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως τῶν παρελθουσῶν χρήσεων, καὶ ἐξαιρῶν μόνην τὴν χρῆσιν τοῦ 1891, ὡς ὑπ’ αὐτοῦ διαχειρισθεῖσαν, ἀναγράφει τὴν ἑξῆς σκέψιν ἐν σελίδι δεκάτῃ ἑβδόμῃ (ἀναγινώσκει): «Διὰ ποῖον λόγον ἐπράττετο τοῦτο ὑπὸ τοῦ κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα Ὑπουργείου, δὲν εἶναι χρήσιμον νὰ ἐξετασθῇ· ἀλλὰ εἴτε ἐπράττετο διὰ ν’ ἀφαιρῶνται ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας τὰ χρηματικὰ μέσα αὐτοῦ, ὥστε νὰ περιέλθῃ εἰς ἀνικανότητα τῶν πρὸς τοὺς κατασκευάζοντας τὰς ὁδοὺς ὑποχρεώσεών του καὶ δημιουργηθῇ καὶ ὁ λόγος οὗτος πρὸς δικαιολογίαν τῆς καταργήσεώς του, εἴτε ἐπράττετο διότι τὰ ἔσοδα τοῦ δημοσίου ταμείου δὲν ἐπήρκουν εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποσχέσεων αὐτοῦ καὶ ἕνεκα τούτου δὲν ἀπεδίδοντο ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας τὰ ὀφειλόμενα, τυγχάνει πάντοτε βέβαιον...» κλπ. δʹ) Ἐπιθυμῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ν’ ἀποδείξῃ τὰ ἔξοδα τῶν ἓξ τελευταίων ἐτῶν ὡς ἀνώτερα τῶν πράγματι ἀναγραφέντων ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς, λόγῳ ὅτι δὲν κατελογίσθησαν τὰ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας ὀφειλόμενα, προῆλθεν εἰς τὴν προσθήκην αὐτῶν (λίαν ἐσφαλμένως, ὡς θέλω ἀποδείξει). Ἐν τέλει δὲ τῆς περὶ πιθανῶν ἐτησίων ἐξόδων μελέτης αὐτοῦ, ἐν σελίδι 18, ἐπάγεται τὰ ἑπόμενα (ἀναγινώσκει): «Καίριον ὄντως εἶχε παρατηρηθῆ ἐλάττωμα κατὰ τὴν ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς ἀναγραφὴν τῶν ἐξόδων κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα, ἡ ἔλλειψις ἀκριβείας, ἧς ἕνεκα περιεκαλύπτετο ἡ ἀληθὴς τῶν σχέσεων τοῦ ταμείου κατάστασις. Ἂν τοῦτο ἐγίγνετο ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας, ἵνα παρασταθῶσι τὰ ἔξοδα ἐλάσσω τῶν ἐσόδων, καὶ ἑπομένως περίσσευμα, ἢ ἂν ἄλλοι σκοποὶ ὑπηγόρευσαν τοῦτο, δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν· τὸ γιγνόμενον ὅμως ἦτο ἐλάττωμα καίριον.» Σημειωτέον ὅμως ἐνταῦθα, ὅτι μεταξὺ τῶν ἓξ ἐτῶν, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, περιλαμβάνονται καὶ δύο ἔτη, τὰ ἔτη 1890 καὶ 1891, κατὰ τὰ ὁποῖα οὗτος διεχειρίσθη τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. εʹ) Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς γνωστὸν, προσεχώρησεν, ἀφ’ ἧς ὡμίλει ἐνώπιον τῶν ἐκλογικῶν συλλόγων, εἰς τὰς προτάσεις τῶν ὁμολογιούχων περὶ τῆς διανομῆς τῶν προσαυξήσεων τῶν ὑπεγγύων προσόδων, θέλων δὲ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ὑπὲρ τοῦ Κράτους διάθεσιν τῶν ⅗ τῶν τοιούτων αὐξήσεων, ὅπως οὕτως αὐξηθῶσι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἐπάγεται ἐν σελίδι εἰκοστῇ (ἀναγινώσκει): «Ἀποβαίνει δ’ ἀπαραίτητος τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους ἡ αὔξησις, ἀφοῦ κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην ἡ κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1893 ἐπικηρυχθεῖσα ἀνικανότης τοῦ δημοσίου ταμείου πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ δὲν ἐπῆλθεν ἕνεκα τῆς ἐντάσεως τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας, ὡς ἰσχυρίζοντο οἱ τότε κυβερνῶντες, ἀλλ’ ἐπῆλθεν ἕνεκα τῆς ὑπὲρ τὰς δυνάμεις τῆς χώρας αὐξήσεως τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, πρὸς ἀπότισιν τῶν ὁποίων δὲν ἐπήρκουν τὰ τακτικὰ αὐτοῦ ἔσοδα, καὶ ἂν ἡ τιμὴ τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου ἤθελεν ἐξισωθῆ πρὸς τὴν τοῦ χρυσοῦ.» Παρέθηκα ὑμῖν τὰς κυριωτέρας τῶν αἰτιάσεων, τὰς ὁποίας ἐξετόξευσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τῶν ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη Κυβερνήσεων. Ἐπιβάλλεται νῦν ἡμῖν τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν αἱ αἰτιάσεις αὗται ἦναι βάσιμοι ἢ μή. Αʹ αἰτίασις. — «Ἂν οἱ διαχειρισάμενοι τὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους κλπ.» Ὁ ἀναγινώσκων τὴν περικοπὴν ταύτην τῶν ὁδηγιῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑποθέτει, ὅτι κρατεῖ ἐν Ἑλλάδι μοναρχικὸν πολίτευμα καὶ οὐχὶ συνταγματικὸν ἢ μᾶλλον κοινοβουλευτικόν. Τῶν τῆς παρελθούσης διαχειρίσεως ἐλλειμμάτων ὑπαίτιοί εἰσι πάντες οἱ ἀπὸ τοῦ 1862 καὶ ἐντεῦθεν κυβερνήσαντες τὴν χώραν. Τοῦτο ἀπεδείχθη ἐν εἰδικαῖς συζητήσεσιν, αἵτινες διεξήχθησαν ἐνταῦθα πρὸς ἀναίρεσιν τῶν καθ’ ἑνὸς καὶ μόνον ἐκ τῶν κυβερνησάντων ἐπιῤῥιφθεισῶν ἐκ τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ αἰτιάσεων. Ἀλλὰ πᾶσαι αὗται αἱ Κυβερνήσεις ὑπεδείχθησαν καὶ ἐπεβλήθησαν ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὑπὸ τῶν παρ’ αὐτοῦ ἐκλεχθέντων νομίμως ἀντιπροσώπων, κρατοῦντος μάλιστα καθ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς διαστάσεις κατὰ τὴν παρελθοῦσαν εἰκοσαετίαν τοῦ δόγματος τῆς δεδηλωμένης. Ἀνεξήγητον κατ’ ἀκολουθίαν ἀποβαίνει, πῶς ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅστις εἶναι προϊὸν τῆς δεδηλωμένης, καὶ ὅστις συνεχῶς ἐπικαλεῖται τὴν ὑπὲρ αὐτοῦ ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, προσπαθεῖ ἐν τόπῳ μὴ προσήκοντι καὶ ἄνευ ἀνάγκης ν’ ἀπαλλάξῃ ἑαυτὸν ἐκ τοῦ καταλογισμοῦ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐν τῷ παρελθόντι διοικήσεως, Βʹ αἰτίασις. — «Καὶ οὕτω τὰ ἐτήσια ἔξοδα ἔμελλον νὰ ὑπερβῶσι, κατὰ τὰ εἰρημένα, τὰ 72 ἑκατομμύρια...» Εἶναι ἆρά γε ἀκριβὴς ὁ ὑπολογισμὸς οὗτος; εἶναι ἆρά γε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνεπὴς πρὸς τὰ πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους ὑπ’ αὐτοῦ ἐπαγγελθέντα καὶ πρὸς τὰ ἐντεῦθεν ἐπαναληφθέντα, ὅτι ὄντως κατώρθωσε νὰ περιορίσῃ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως εἰς τὸ ποσὸν τῶν 67 ἑκατομμυρίων; Ὅταν τις παρουσιάζῃ ὡς ἑαυτοῦ κατόρθωμα τὸν περιορισμὸν τῶν δαπανῶν τῆς διοικήσεως εἰς τὸ ποσὸν τῶν 67 ἑκατομμυρίων, ὁ ἀκούων ταῦτα ὑποθέτει, ὅτι οἱ προκάτοχοι αὐτοῦ τὰ ἔξοδα τὰ κανονικὰ τῆς διοικήσεως εἶχον ἀναβιβάσει πέραν τοῦ ποσοῦ τῶν 67 ἑκατομμυρίων. Ὅπως ἐξηγήσω τὴν γεννηθεῖσαν ἐν ἐμοὶ ἀπορίαν, ὑπέλαβον ὅτι ἔπρεπε νὰ προστρέξω εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς τοῦ Κράτους, διὰ νὰ ἴδω, ἐὰν τῷ ὄντι οἱ προκάτοχοι τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶχον ἀναβιβάσει τὰ ἔξοδα τὰ κανονικὰ τῆς διοικήσεως εἰς ποσὸν ὑπερβαῖνον τὰ 67 ἑκατομμύρια. Καὶ λαμβάνω προχείρως τὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1894, εἰς τὸν ὁποῖον παρατηρῶ, ὅτι τὰ πληρωθέντα ἐν ὅλῳ ἔξοδα ἀνῆλθον εἰς τὸ ποσὸν τῶν 85,153,375· ἀφαιρουμένων τῶν δαπανηθεισῶν διὰ σιδηροδρόμους δρ. 920,000, ὑπολείπονται 84,233, 375, ἀφαιρουμένων δὲ ἐκ τούτων τῶν πληρωθεισῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους δραχ. 22,234,478, ἀποδεικνύεται, ὅτι αἱ τακτικαὶ τῆς διοικήσεως κατὰ τὸ 1894 δαπάναι ἀνῆλθον εἰς τὸ ποσὸν 61,948,897. Ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ ἑτέρας πρὸ τοῦ 1894 χρήσεις διεχειρίσθη ὁ προκάτοχος τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ὑπέλαβον, ὅτι ἔπρεπε καὶ εἰς προηγουμένων ἐτῶν χρήσεις νὰ καταφύγω. Μήπως κατὰ τὸ 1893 τὰ τακτικὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως ἀνῆλθον ἢ ὑπερέβησαν τὰ 67,000,000; Ἰδοὺ τί ἀναγινώσκω εἰς τὸν ἀπολογισμόν, τὸν ὑποβληθέντα πρό τινων ἡμερῶν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τῆς χρήσεως τοῦ 1893: Τὰ πληρωθέντα τακτικὰ ἔξοδα ἀνῆλθον εἰς 87,250,900. Ἐπληρώθη διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ποσὸν 26,248,213· ἑπομένως τὰ τακτικὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως ἀνῆλθον εἰς 61,002,617. Πᾶσαι ὡσαύτως αἱ πρὸ τοῦ 1893 χρήσεις ἃς θέλω βραδύτερον, περὶ τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν ὁδοποιίαν ποσοστῶν πραγματευόμενος, ἀναφέρει ὑμῖν, τὰ ἔξοδα τὰ κανονικὰ τῆς διοικήσεως, κατὰ τοὺς ἀπολογισμοὺς καὶ κατὰ τὰ ἐπίσημα κείμενα, οὐδέποτε ὑπερέβησαν τὰ 60 ἢ 61 ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἆρά γε ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατώρθωσε νὰ ἐλαττώσῃ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως εἰς ποσὸν κατώτερον ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχον ἀνέλθει ἐπὶ τῶν προκατόχων αὐτοῦ; Κατώρθωσε νὰ περιορίσῃ ταῦτα εἰς τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξεν, ὁμιλῶν πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους, ἢ ἀγορεύων πρὸς τὴν Βουλήν, ἢ συντάσσων τὰς πρὸς τοὺς πρέσβεις περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ ὁδηγίας; Λαμβάνω τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1895. Δὲν εἶναι μὲν εἰσέτι δεδημοσιευμένος, ὡς γινώσκετε, ὁ ἀπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1895, ἔχομεν ὅμως ὑπ’ ὄψιν τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1896, καὶ γινώσκομεν ἐκ τῆς πείρας τοῦ παρελθόντος, ὅτι αἱ προσωριναὶ αὗται καταστάσεις κατ’ ἐλάχιστον διαφέρουσι πρὸς τοὺς ἀπολογισμούς. Κατὰ τὴν κατάστασιν λοιπὸν ταύτην, τὰ ἔξοδα ἀνῆλθον εἰς τὸ ποσὸν δρ. 91,353,984, ἐπληρώθησαν δὲ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους 22,751,155, ἀπέμειναν δὲ δαπάναι ἐκ δραχμῶν 68,602,829. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὰ ποσὰ ταῦτα τὰ πραγματικὰ τῆς διοικήσεως ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1895. Εἰσὶ καὶ ἕτερα, τὰ ὁποῖα δὲν κατελογίσθησαν εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1895 ἕνεκεν ὀλιγωρίας τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας. Εἶχον ἀπευθύνει πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ἐπερωτήσεως τὴν παράκλησιν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατὶ δὲν ἐφαίνοντο καταλογισθέντα τὰ γενόμενα ἔξοδα εἰς βάρος τῆς πιστώσεως, ἡ ὁποία ἀναγράφεται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δι’ ἀπόδοσιν εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν καὶ δημοτικὴν ὁδοποιίαν ἐκ δραχμῶν 500,000. Ἀπαντῶν ἐπληροφόρησε τὴν Βουλήν, ὅτι τῷ ὄντι τῆς πιστώσεως ταύτης ἐγένετο πλήρης χρῆσις, ἀλλὰ ἕνεκα τοῦ ἐκκρεμοῦς τῶν σχετικῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων δὲν κατελογίσθη. Εἶχον ἐπίσης δι’ ἐπερωτήσεως παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατὶ εἰς βάρος τῆς πιστώσεως τῆς ἀναγραφομένης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν «καταθέσεις ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν πρὸς ἀνέγερσιν δημοτικῶν σχολείων», διατὶ δὲν ἐξεδόθησαν τὰ προσήκοντα ἐντάλματα καὶ δὲν κατελογίσθησαν εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1895, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήντησε μόνον ὡς πρὸς τμῆμά τι τῶν ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν εἰσπράξεων, ὅτι εἶχον ἀληθῶς πρὸ πολλοῦ κατατεθῆ παρὰ τῇ Τραπέζῃ Ἠπειροθεσσαλίας δραχ. 422,000, ἀλλ’ ἡ κεχορηγημένη πίστωσις ἦτο ἐλάσσων, ὡς ἐκ τούτου δὲ ζητεῖται νῦν πίστωσις, ὑπὸ τὸν τίτλον «κεκλεισμέναι χρήσεις», ἐκ δραχμῶν 94,019. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὸ ποσὸν τοῦτο· διότι ἀπὸ ἐκπαιδευτικὰ τέλη εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1895 δρ. 1,222,000. Ἐξ αὐτῶν, περιλαμβανομένων καὶ τῶν 94,000, δι’ ἃς ζητεῖται νῦν πίστωσις ὑπὸ τὸν τίτλον «κεκλεισμέναι χρήσεις», κατετέθησαν 422,019, ὑπολείπονται δ’ εἰσέτι 800,000. Ἐξ αὐτῶν δὲν δύνασθε ν’ ἀφαιρέσητε ἢ μόνον ποσὸν 150,000 διὰ συνδρομὴν ὑπὲρ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ διὰ μισθοδοσίαν τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων κατὰ τὸν σχετικὸν νόμον, ὥστε ὑφίσταται εἰσέτι ὡς δαπάνη κανονικὴ τὸ ὑπόλοιπον ἐκ δρ. 649,763 εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1895. Ἑπομένως τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1895 τῶν τακτικῶν ἀνέρχεται εἰς δραχ. 69,846.61. Ὥστε καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἡ ἐπαγγελία τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐπραγματοποιήθη. Γʹ αἰτίασις. «Διὰ ποῖον λόγον ἐπράττετο τοῦτο, προκειμένου περὶ τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ποσοστῶν, ὑπὸ τοῦ κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα Ὑπουργείου, δὲν εἶναι χρήσιμον νὰ ἐξετασθῇ. Ἀλλ’ εἴτε ἔπραττε τοῦτο ἐξ ἄλλων λόγων, εἴτε διὰ νὰ φαίνωνται τὰ ἔξοδα ὀλιγώτερα...» κλπ. Κατὰ τὰς ὁδηγίας τὰς πρὸς τοὺς πρέσβεις, δὲν κατελογίσθησαν εἰς βάρος τῆς χρήσεως τῶν ἐτῶν 1889, 1890, 1892 τί ποσὸν νομίζετε; 9,293,802. Ἵνα δὲ δυνηθῇ νὰ παραστήσῃ πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους, ὁποῖα ἦσαν τὰ πραγματικὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, προῆλθε μόνος διὰ τῶν ὁδηγιῶν εἰς τὸν καταλογισμὸν τῶν 9,293.802 εἰς βάρος τῶν χρήσεων 1880, 1890, 1892. Κατὰ τὰς ὁδηγίας, κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1889 τὸ Δημόσιον εἶχε κατακρατήσει ἀπὸ ποσοστὰ τῆς ὁδοποιΐας τὸ ποσὸν δρ. 3,248,325, κατὰ τὸ 1890 τὸ ποσὸν δρ. 1,545,477, καὶ κατὰ τὸ 1892 τὸ ποσὸν δρ. 4,500,000 ἤτοι τὸ ὅλον 9,293,802. Μοὶ ἐφάνη, ὅταν ἀνέγνων τὰς ὁδηγίας ταύτας, ὅτι ἦτό τι ἀκατανόητον, πῶς τὰ ποσοστὰ τὰ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἀνήκοντα δὲν ἀπεδόθησαν εἰς αὐτό· πῶς οἱ ἐπιμελούμενοι τὰ συμφέροντα τῆς ὁδοποιΐας δὲν ἐμερίμνησαν ἐγκαίρως, ὥστε νὰ ἀναλάβωσιν ὅσα ποσοστὰ εἶχον εἰσπραχθῆ· ἠναγκάσθην ἕνεκα τούτου νὰ ἀπευθύνω πρὸ ἡμερῶν δι’ ἐπερωτήσεως παράκλησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἐμφαίνουσαν, ὁποία ὑπάρχει καθυστέρησις μεταξὺ τῶν εἰσπραχθέντων καὶ τῶν ἀποδοθέντων εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Ἔσχε τὴν καλωσύνην ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταθέσῃ τὴν κατάστασιν ταύτην, ἥτις τυπωθεῖσα εὑρίσκεται νῦν εἰς χεῖρας ἁπάντων τῶν Βουλευτῶν. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργός, πρὶν ἢ συντάξῃ καὶ ἀποστείλῃ τὰς πρὸς τοὺς πρέσβεις ὁδηγίας, τὰς κοινοποιηθείσας ἤδη πρὸς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, δὲν ἐζήτησε τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας παρὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, πρὶν ἢ προκαλούμενος παρ’ ἐμοῦ προσαγάγῃ τὴν κατάστασιν ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν, καθόσον οὕτω δὲν ἤθελε περιπέσει εἰς τοιοῦτον σπουδαῖον λάθος. Κατὰ τὴν κατάστασιν ταύτην, ἔμεινε τῷ ὄντι ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1889 ὀφειλόμενον εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας τὸ ποσὸν δραχ. 2,379,860.73, ἀλλ’ ὁ προκάτοχος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, κατὰ τοῦ ὁποίου τοσαύτας ἀπηύθυνεν αἰτιάσεις, ἐφρόντισεν, ὥστε εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1892 νὰ αἰτήσηται πίστωσιν ὑπὸ τὸν τύπον τῶν κεκλεισμένων χρήσεων καὶ νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας τὸ ποσὸν τοῦτο, ὥστε ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1889, εἰς βάρος τῆς ὁποίας κατελόγισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς 3,248,325, δὲν ἔμεινεν ὀφειλόμενον οὐδὲ λεπτόν. Ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1890, εἰς βάρος τῆς ὁποίας κατελόγισε τὸ ποσὸν τῶν 1,545,477, φαίνεται πράγματι, ὅτι ἀπέμεινεν, ἕνεκα λόγων ὑπηρεσιακῶν, ἰδίᾳ δὲ ἕνεκα τῆς ἀρνήσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου πρὸς θεώρησιν τῶν σχετικῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων, ποσὸν περίπου 1,000,000, διότι τὰ μὲν καθαρισθέντα ποσοστὰ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ἀνῆλθον εἰς 4,075,711, τὰ δὲ ἀποδοθέντα εἰς 2,954,522, ὥστε ὑπελείφθησαν 1,121,189. Ἀλλ’ ἐπὶ τῷ μὴ καταλογισμῷ τοῦ ποσοῦ τούτου εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1890 τίς εἶναι ὁ ὑπέχων εὐθύνην; Γινώσκετε πάντες, καὶ οἱ ἐπὶ μικρὸν ἀσχοληθέντες εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ὅτι τὰ ποσοστὰ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ἐκκαθαρίζονται κατὰ τὴν λῆξιν ἑκάστης χρήσεως. Κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως τοῦ 1890 διεχειρίζετο τὰ οἰκονομικὰ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀφοῦ δὲ ἀπέμεινεν ὀφεῖλον τὸ Δημόσιον πρὸς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας τὸ ποσὸν τῶν δρ. 1,121,000, βεβαίως οὐδεὶς ἄλλος ὑπέχει τὴν περὶ τούτου εὐθύνην, πλὴν τοῦ ἰδίου. Κατελόγισε προσέτι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1892 ποσὸν σπουδαιότατον, ἤτοι τὸ ποσὸν τῶν δρ. 4,500,000. Κατὰ τὴν κατάστασιν τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, τὴν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν κατατεθεῖσαν εἰς τὴν Βουλήν, τὰ ἐκκαθαρισθέντα ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ποσοστὰ ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1892 ἀνῆλθον εἰς τὸ ποσὸν δρ. 876,067, τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο ἐγκαίρως, ἤτοι διαρκούσης τῆς χρήσεως, ἀπεδόθη εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Εἶναι δὲ γνωστὸς ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον τὰ ποσοστὰ τοῦ ταμείου τῆς χρήσεως τοῦ 1892 ἦσαν τόσον ὀλίγα, διότι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐπῆλθεν ἡ κατάργησις τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας πρὸ τῆς λήξεως τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ 1892. Οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους παρέθηκα, ἐλήφθησαν, ἐπαναλαμβάνω, ἐκ τῆς ἐπισήμου καταστάσεως τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, τῆς κατατεθείσης εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰσὶν ἑπομένως ἀνεπίδεκτοι ἀμφισβητήσεως. Ὥστε ἐν τῷ ἀναγραφομένῳ εἰς τὰς πρὸς τοὺς πρέσβεις ὁδηγίας ποσῷ ὡς μὴ κατελογισθέντι εἰς βάρος τῶν κανονικῶν ἐξόδων τῶν παρελθουσῶν χρήσεων παρεισέφρησε λάθος εἰς βάρος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, μικρὸν μὲν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἄξιον τῆς ἡμετέρας προσοχῆς, ἐκ δραχμῶν 8,000,000. Ἐὰν λοιπὸν ἐπανορθώσωμεν τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ γενόμενα λάθη διὰ τῆς εἰς τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως προσθήκης ἰδανικῶν ὀφειλῶν τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἔχομεν κανονικὰ ἔξοδα διοικήσεως κατὰ τὰς παρελθούσας χρήσεις τὰ ἑπόμενα. Κατὰ τὸ 1888 δραχ. 60,679,365. Κατὰ τὸ 1889, διὰ τῆς προσθήκης τῶν εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1892 πληρωθέντων ποσοστῶν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ἐκ δραχ. 2,379,860, τὸ ποσὸν δραχ. 60,724,949. Κατὰ τὸ 1890, διὰ τῆς προσθήκης τῶν ὀφειλομένων εἰσέτι ποσοστῶν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ἐκ δραχ. 1,000,000 περίπου, τὸ ποσὸν δραχ. 62,567,214. Κατὰ τὸ 1991 τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως ἀνῆλθον εἰς δραχ. 60,804,314.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Κατὰ τὸ 1892 τὰ πληρωθέντα ἐν ὅλῳ ἔξοδα ἀνῆλθον
εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 97,702,266
Ἐπληρώθησαν διὰ τὸ δημόσιον χρέος 35,741,612
Ἤτοι τακτικὰ ἔξοδα διοικήσεως 61,960,654

(καὶ οὐχὶ 61,600,970, ὡς ἀναγράφει ταῦτα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν ταῖς πρὸς τοὺς πρέσβεις ὁδηγίαις). Ἐκ τούτων ὅμως δέον νὰ ἐκπεσθῶσι τὰ πληρωθέντα εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ὡς ὀφειλόμενα αὐτῷ ἐκ ποσοστῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1889, εἰς βάρος τῆς ὁποίας προσέθηκα ἤδη ταῦτα, πρὸς παράστασιν τῶν πραγματικῶν ἐξόδων τοῦ 1889, ἤτοι τὸ ποσὸν δραχ. 2,379,860. Οὕτω τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως τοῦ ἔτους 1892 ἀνῆλθον εἰς δραχ. 59,580,794. Προηγουμένως παρέθηκα ὑμῖν τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως τοῦ ἔτους 1893, ἀνερχόμενα εἰς δραχ. 61,002,617, καὶ τῆς χρήσεως 1894, ἀνελθόντα εἰς δραχ. 61,948,897. Ἐκ τῶν ἀριθμῶν τούτων, οἵτινες ἐλήφθησαν ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν καὶ ἐκ τῶν ἐπισήμων κειμένων, συνάγεται, ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως ἀπὸ τοῦ 1888 μέχρι τοῦ 1894 δὲν ὑπερέβησαν τὸ ποσὸν τῶν 62,000,000. Ὑμῖν δ’ ἀπόκειται νῦν νὰ κρίνητε, ἂν εἰς ὁδηγίας, τῶν ὁποίων δὲν ἦτο ὁ σκοπὸς νὰ ἀποδειχθῇ ἂν τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας εἶχε λαμβάνειν παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἂν τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως ἦσαν πολλὰ ἢ ὀλίγα, νὰ κρίνητε, ἐπαναλαμβάνω, ἂν ἐπετρέπετο τοιαύτη ἀνακρίβεια, καὶ ἂν πρὸ πάντων ἦτο κατόρθωμα τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὁ περιορισμὸς τῶν δαπανῶν τῆς διοικήσεως εἰς τὸ ποσὸν τῶν 67,000,000, ἀφοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν δὲν ὑπερέβαινον τὰ 62,000,000. Δʹ αἰτίασις. «Καίριον ὄντως εἶχε παρατηρηθῆ ἐλάττωμα κατὰ τὴν ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς ἀναγραφὴν τῶν ἐξόδων κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα ἡ ἔλλειψις ἀκριβείας...» Καὶ τὴν ἔλλειψιν ἀκριβείας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξάγει ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι δὲν κατελογίσθησαν εἰς βάρος τῶν δαπανῶν τῆς διοικήσεως κατὰ τὰ παρελθόντα 8 ἔτη τὰ ποσὰ τὰ δῆθεν ὀφειλόμενα εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας. Ὡς ἀπέδειξα ἤδη ὑμῖν, ὁ προκάτοχος τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀπέδωκε πλήρη τὰ ποσοστὰ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας, καὶ οὐδεμία ἐκ τῶν ὑπ’ ἐκείνου διαχειρισθεισῶν χρήσεων ὑπάρχει ὀφειλή. Ἂν ὑπάρχῃ εἰσέτι μικρὰ ὀφειλή, αὕτη ἀνάγεται εἰς τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διεχειρίζετο τὰ οἰκονομικά. Ὅταν ὁμιλῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν ταῖς ὁδηγίαις περὶ ἀνακριβείας τῶν προϋπολογισμῶν ἢ ἀπολογισμῶν τοῦ παρελθόντος, ἐπαναλαμβάνει τὰς αἰτιάσεις, ἃς ἠκούσαμεν ἐντεῦθεν πολλάκις ἐκτοξευθείσας ὑπ’ αὐτοῦ κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἔχομεν καὶ ἑτέραν, πέμπτην αἰτίασιν, ἧς, ὁμολογῶ καὶ πάλιν, δὲν ἠδυνήθην νὰ διαγνώσω τὸν σκοπόν. «Ἡ ἀνικανότης τοῦ δημοσίου ταμείου δὲν ἐπῆλθεν ἕνεκα τῆς ἐντάσεως τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας, ὡς ἰσχυρίζοντο οἱ τότε κυβερνῶντες, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ὑπὲρ τὰς δυνάμεις τῆς χώρας αὐξήσεως τῶν ἐξόδων, πρὸς ὧν τὴν ἀπότισιν δὲν ἐπήρκουν τὰ τακτικὰ ἔσοδα αὐτοῦ, καὶ ἂν ἡ τιμὴ τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου ἤθελεν ἐξισωθῆ πρὸς τὴν τοῦ χρυσοῦ.» Ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι νέος. Τὸ πρῶτον προέβαλεν αὐτὸν, ὅτε ἐξηλέγχετο κατὰ τὸ 1894 ἡ πολιτεία τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἐν τῷ θέματι τοῦ συμβιβασμοῦ. Δὲν νομίζω, ὅτι δύναται νὰ καταλογισθῇ εἰς βάρος μου ὡς ὑπερβασία ἐκ τοῦ θέματος ἡ περὶ τούτου συζήτησις, ἀφοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προεβλήθη ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος ἐν τῷ θέματι τῶν διεξαχθεισῶν διαπραγματεύσεων περὶ συμβιβασμοῦ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Εἶχον τότε ἀφορμὴν νὰ ἀγορεύσω ἐντεῦθεν, καὶ ἀπέδειξα δι’ ἐπισήμων κειμένων, ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διατελοῦντος τότε εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν ἦτο βάσιμος. Ἐνόμιζον, ὅτι εἶχε λάβει τὸν κόπον ἐν τῷ ἔκτοτε διαῤῥεύσαντι χρόνῳ νὰ ἀναγνώσῃ τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθην, καὶ ἐκ τούτων εἶχεν ἤδη φωτισθῆ, ἵνα μὴ ἐπαναλάβῃ τὸν αὐτὸν ἰσχυρισμὸν ἐν ταῖς ὁδηγίαις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνε πρὸς τοὺς πρέσβεις. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη τότε, ὡς ἀντιπολιτευόμενος, ὅτι, ἂν δὲν ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν ἡ νομισματικὴ διαφορὰ, πάντες οἱ ἀπολογισμοὶ ἀπὸ τοῦ 1887 καὶ ἐντεῦθεν ἤθελον πάντες καταλήξει εἰς ἔλλειμμα. Ὁ προκάτοχος τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ πράγματι, καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀγορεύων καὶ μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπιτροπειῶν συζητῶν, προέβαλε τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον, ὅτι, ἂν ἀπεδείχθη τὸ Κράτος ἡμῶν ἀνεπαρκὲς εἰς τὴν ἀκεραίαν ἐκλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του, τοῦτο προῆλθεν ἀπὸ τὴν νομισματικὴν ἀνωμαλίαν ἢ μᾶλλον ἀπὸ τὴν ἐν τῷ τόπῳ ὑφισταμένην ἔλλειψιν τοῦ ἀναγκαίου χρυσοῦ. Τοῦτον τὸν ἰσχυρισμὸν ὑπεστήριξε διὰ πολλῶν ἐπιχειρημάτων. Δὲν νομίζω δὲ ἀναγκαῖον νὰ ἐπαναλάβω ταῦτα. Νομίζω χρήσιμον μόνον νὰ πείσω ὑμᾶς, ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐπαναλαμβανόμενος νῦν καὶ ἐν ταῖς ὁδηγίαις πρὸς τοὺς πρέσβεις, ἦτο καὶ ἄκαιρος καὶ ἀνυπόστατος. Λάβετε ὑπ’ ὄψει τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν παρελθόντων ἐτῶν ἀπὸ τοῦ 1887 μέχρι τοῦ 1892. Ἐὰν ἐκ τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα κατὰ τοὺς ἀπολογισμοὺς τούτους ἐπληρώθησαν, ἀφαιρέσητε τὰ ἔκτακτα ἔξοδα, τὰ δαπανηθέντα χάριν τῶν θωρηκτῶν καὶ τῶν σιδηροδρόμων, ἐὰν πρὸς τούτοις ἀφαιρέσητε τὸ ποσὸν τὸ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους πληρωθὲν, θὰ εὕρητε, ὅτι πᾶσαι αἱ χρήσεις αὗται εἶχον παρουσιάσει, ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῶν ἐξεταζόμεναι, περίσσευμα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι μὴ λαμβανομένης ὑπ’ ὄψει τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς,

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
ἡ χρῆσις τοῦ 1887 ἤθελε παρουσιάσει ἔλλειμμα ἐκ δραχ. 6,972,371
ἡ χρῆσις τοῦ 1888 10,839,688
» » » 1889 5,295,891
» » » 1890 11,323,771
» » » 1891 385,464

Τοὺς ὑπολογισμοὺς τούτους παραθέσας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέλαβεν, ὅτι ἀπέδειξεν ὡς μὴ ἀκριβῆ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ, τὸν μεταδοθέντα εἰς τὸν κ. Λόου, καὶ δι’ αὐτοῦ εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους ταράσσει ἡ συναλλαγματικὴ διαφορά. Ἀσχολούμενος κἀγὼ εἰς τ’ ἀφορῶντα τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν ἡμῶν, καὶ ἑπομένως εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν παρελθόντων ἐτῶν, κατέφυγον εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς τὰ ἐπίσημα κείμενα, καὶ πεισθεὶς περὶ τοῦ ἐσφαλμένου τῶν ὑπολογισμῶν, ἐφ’ οἷς ἐβασίζετο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἔλαβον τὴν τιμὴν, συζητῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ν’ ἀποδείξω δι’ ἀριθμῶν ἀνεπιδέκτων ἀμφισβητήσεως τὸ ἐσφαλμένον τῶν ὑπολογισμῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ κατ’ ἀκολουθίαν τὸ ἀνυπόστατον τοῦ ἰσχυρισμοῦ του. Εἰμὶ ἠναγκασμένος νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ ἐνώπιον ὑμῶν, οὓς τότε ἐπεκαλέσθην ἐπισήμους ἀριθμοὺς, οὐχὶ τόσον ἵνα ἀποδείξω τὴν ἀνακρίβειαν τῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅσον ἵνα καὶ ὑμεῖς πεισθῆτε, ὅτι καὶ τότε καὶ τώρα ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία ταράσσει καὶ τὰ τοῦ Κράτους καὶ τὰ κατ’ ἰδίαν οἰκονομικά. Ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1887, ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρέστησεν ὡς καταλήξασαν εἰς ἔλλειμμα ἐκ δρ. 6,972,371, δὲν εἶχε λάβει ὑπ’ ὄψει τὰ δι’ ἐκτάκτους ἀνάγκας δαπανηθέντα, ἤτοι

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
διὰ σιδηροδρόμουςδραχ.2,418,000
καὶ διὰ θωρηκτά » 5,710,000
8,128,000

Ἐὰν ταῦτα ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψει, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1887 θὰ ἐπαρουσίαζε περίσσευμα ἐκ δραχ. 1,155,629. Ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1888, ἣν παρέστησεν ὡς καταλήξασαν εἰς ἔλλειμμα ἐκ δραχμῶν 10,839,689, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὰ δι’ ἐκτάκτους δαπάνας πληρωθέντα· ἤτοι:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Διὰ σιδηροδρόμους 1,571,947
» Θωρηκτὰ 9,956,225
» ἀπόσβεσιν κερματικῶν καὶ γραμματίων 3,600,000
15,128,172

Κατ’ ἀκολουθίαν ἡ χρῆσις τοῦ 1888, μὴ λαμβανομένης ὑπ’ ὄψει τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, θὰ ἐπαρουσίαζε περίσσευμα ἐκ δραχμῶν 1,995,356. Ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1889, ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρέστησεν ὡς καταλήξασαν εἰς ἔλλειμμα ἐκ δρ. 5,295,891, ὑπέπεσεν εἰς τὸ σφάλμα νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰ πληρωθέντα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πρὸς ἐξόφλησιν παλαιοῦ

μετ’ αὐτῆς λογαριασμοῦ ἐκ δραχ.················ 1,700,000

καὶ νὰ σημειώσῃ τὰ διὰ κατασκευὴν σιδηροδρ.

δαπανηθέντα μεῖον τῶν πραγματικῶν κατὰ δρ.···· 841,077

·············································· 2,541,077

Λαμβανομένου δὲ ὑπ’ ὄψει τοῦ ποσοῦ τούτου, τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1889 περιορίζεται εἰς δρ. 2,470,059. Ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1890, ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρέστησεν ὡς καταλήγουσαν εἰς ἔλλειμμα ἐκ δραχμῶν 11,323,771, παρατηρῶ, ὅτι ἡ χρῆσις αὕτη μεταξὺ τακτικῶν ἐξόδων καὶ ἐσόδων ἐπαρουσίασεν ἔλλειμμα ἐκ δραχμῶν 14,782,698 (μὴ λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει τοῦ διὰ συναλλαγματικὴν διαφορὰν πληρωθέντος ποσοῦ ἐκ δραχ. 1,287,993). Ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1891, ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρέστησεν ὡς καταλήξασαν εἰς ἔλλειμμα ἐκ δραχ. 385,466, (μὴ λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει τοῦ διὰ συναλλαγματικὴν διαφορὰν πληρωθέντος ποσοῦ ἐκ δρ. 6,977,246) οὐδεμίαν ἔχω παρατήρησιν. Ἡ χρῆσις τοῦ 1892 (μὴ λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει τοῦ διὰ συναλλαγματικὴν διαφορὰν πληρωθέντος ποσοῦ ἐκ δραχ. 4,656,381) ἤθελε παρουσιάσει περίσσευμα μεταξὺ τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων ἐκ δραχμῶν 2,424,118. Ἡ χρῆσις τοῦ 1893 (μὴ λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει τοῦ διὰ συναλλαγματικὴν διαφορὰν πληρωθέντος ποσοῦ ἐκ δραχμῶν 9,775,011) ἤθελε παρουσιάσει περίσσευμα ἐκ δραχμῶν 19,247,532. Κατὰ τοὺς ὁποίους παρέθηκα ὑμῖν ἀριθμοὺς, εἰλημμένους ἐκ τῶν ἐπισήμων ἀπολογισμῶν, αἱ χρήσεις τῶν 7 ἐτῶν 1887–1893 μεταξὺ τακτικῶν ἐσόδων καὶ τακτικῶν ἐξόδων, μὴ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψει τῶν ποσοτήτων τῶν πληρωθεισῶν διὰ συναλλαγματικὴν διαφορὰν, ἤθελον παρουσιάσει περίσσευμα ἐκ δραχ. 7,184,412. Οὐδεὶς κατ’ ἀκολουθίαν ἀπομένει δισταγμὸς εἰς τὸν μελετῶντα ἐπισταμένως τὰ τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως, ὅτι τὰ ἐλλείμματα προῆλθον ἐκ τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας, ὡς ἰσχυρίζοντο οἱ τότε κυβερνῶντες, καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς ὑπὲρ τὰς δυνάμεις τῆς χώρας αὐξήσεως τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ κ. Πρωθυπουργός. Τελευταία αἰτίασις κατὰ τοῦ παρελθόντος, ἀναγραφομένη εἰς τὰς ὁδηγίας τὰς πρὸς τοὺς πρέσβεις, εἶναι, ὅτι ἐσφαλμένως οἱ διεξαγαγόντες τὰς διαπραγματεύσεις ἐν ὀνόματι τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ὑπελόγισαν, ὅτι τὰ ἔσοδα ἤθελον ἀνέλθει εἰς 95,000,000. Ὁμολογῶ ὅτι ὀφείλω νὰ ἐλέγξω τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον, προσφεύγων μόνον εἰς τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ 1894, ἤτοι εἰς τὰ πρωτόκολλα τά μονομερῶς συνταχθέντα ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπιτροπειῶν. Εἰς τὸ πέμπτον τῶν πρωτοκόλλων τούτων, τῆς 8 Ἰουλίου 1894, ἀναγράφεται, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐδήλωσε ῥητῶς εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἐπιτροπειῶν, ὅτι δὲν ὑπολογίζει τὰ πιθανὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ὡς δυνάμενα νὰ ἀνέλθωσι πέραν τοῦ ποσοῦ τῶν 90,000,000. Ὑποθέτω, ὅτι εἰς τὴν αἰτίασιν ταύτην προῆλθε, διότι δὲν ἔλαβε τὸν κόπον, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους διαπραγματεύσεις, νὰ ἐξετάσῃ τὸν φάκελλον τὸν περιέχοντα πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, διότι ἐξ αὐτῶν ἤθελον ἀρυσθῆ τὴν πληροφορίαν, ὅτι οὐδέποτε ὁ προκάτοχος αὐτοῦ ἰσχυρίσθη, ὅτι ἠδύναντο τὰ ἔσοδα νὰ ἀνέλθωσιν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 95,000,000. Ταῦτα ἤθελον νὰ εἴπω, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ὁδηγίας τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν κατὰ τοῦ παρελθόντος αἰτιάσεων, αἵτινες, καὶ ἂν εἶχον ὡς δικαιολογίαν τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμόν, ἐντεῦθεν ἀπαγγελλόμεναι, δὲν εἶχον ὅμως τὸν τόπον των εἰς ὁδηγίας διδομένας πρὸς τοὺς πρέσβεις καὶ κοινοποιητέας εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ὁμολογιούχων, διότι ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐνδιαφέρει τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ὁμολογιούχων τὸ γεγονὸς, ἂν ἡ πτώχευσις ἡμῶν προῆλθεν ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ σήμερον προϊσταμένου τῆς Κυβερνήσεως ἢ τοῦ προκατόχου αὐτῆς. Διὰ τῶν αἰτιάσεων αὐτῶν κατὰ τοῦ παρελθόντος ἀπεμακρύνετο, κατ’ ἐμέ, τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωκε, διότι ἐνέβαλλεν εἰς τοὺς ὁμολογιούχους τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι οἱ διαχειριζόμενοι παρ’ ἡμῖν τὰ οἰκονομικὰ δὲν εἶναι εἰλικρινεῖς, δὲν εἶναι ἠθικοί, διότι συνέτασσον προϋπολογισμοὺς ἰδανικοὺς, καὶ ἀπολογισμοὺς εἰκονικούς, διότι πᾶν μετήρχοντο μέσον, ὅπως ἐξαπατήσωσιν ἐκείνους, ὧν τὰ κεφάλαια ἐπεζήτουν. Αἱ κατὰ τοῦ παρελθόντος αἰτιάσεις ἐν ταῖς ὁδηγίαις ἔσχον ἓν δυσάρεστον ἀποτέλεσμα, νὰ ἐμπνεύσωσι τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι εἶναι πιθανὸν αὐτοὶ ἐκεῖνοι, κατὰ τῶν ὁποίων αἱ αἰτιάσεις ἀπηυθύνοντο, νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν, ἐν χώρᾳ μάλιστα, ἔνθα ἐπικρατεῖ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ ὅπου πάντα τὰ κόμματα ἔρχονται ἐκ περιτροπῆς εἰς τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν. Ἐμποτισθέντες ἐκ τῶν ὁδηγιῶν τούτων οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ὁμολογιούχων ὑπὸ τοιούτων ὑπονοιῶν, ἑπόμενον ἦτο νὰ φανῶσι μᾶλλον ἀπαιτητικοὶ ὡς πρὸς τὰς ἐγγυήσεις, ὧν εἶχον ἀνάγκην, ἵνα ἀσφαλίσωσι τὴν ἀκριβῆ ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους. Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι ὁ περισσότερος χρόνος, ὁ διαῤῥεύσας μέχρι τοῦδε, ἐδαπανήθη περὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐνῷ κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ 1894 τὸ ζήτημα τῶν ἐγγυήσεων οὐδεμίαν ἐπαρουσίασε δυσκολίαν. Ἐνῷ δὲ οὐδεμία περὶ τούτων ἔδει νὰ γένηται συζήτησις κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν διαπραγματεύσεων, ὑπεβλήθησαν αἱ γνωσταὶ ἀξιώσεις ἐκ μέρους τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ὁμολογιούχων, ὅπως λάβωσι ψηλαφητὰς ἐγγυήσεις, ἐνεχούσας καὶ τὸν ξενικὸν ἔλεγχον, ὡς βλέπετε, ἐνῷ δι’ ὁδηγιῶν, αἱ ὁποῖαι κυρίως ἐσκόπουν νὰ διευκολύνωσι καὶ βοηθήσωσι τὸν ὑπογράψαντα ταύτας Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ἐπιτύχῃ εὐπροσδέκτους ὅρους ἐν τῷ συμβιβασμῷ, κατωρθώθη αἱ διαπραγματεύσεις οὐ μόνον νὰ παραταθῶσιν, ἀλλὰ καὶ εἰς ναυάγιον νὰ καταλήξωσι. Δὲν ὁμιλῶ περί τινος, τὸ ὁποῖον δὲν ἐξάγεται ἐκ τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων, ἀλλὰ περὶ πράγματος περὶ οὗ ἐγένετο λόγος ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ὅτι πρὶν ἢ οἱ ἡμέτεροι πρέσβεις ἔλθωσιν εἰς συνεννοήσεις μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπιτροπειῶν, προέβαλον κατ’ ἐντολὴν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἓν πρόκριμα, ἢ μᾶλλον ἔνστασιν νομιμοποιήσεως, εἰς τοὺς παρουσιαζομένους ὡς ἀντιπροσώπους τῶν ὁμολογιούχων, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐνστάσεως ταύτης βραδύτερον παρῃτήθησαν, διότι ἐπείσθησαν ὅτι δὲν ἦτο ἐπίκαιρος ἡ κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας προσαγωγὴ τίτλων πληρεξουσιότητος. Μεταβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν προτάσεων, εἰς τὰς ὁποίας κατέληξε διὰ τῶν ὁδηγιῶν τούτων ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν πρώτοις νομίζω, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησε, νὰ ἐπιζητήσῃ διὰ τῆς ἐπικλήσεως τῶν ἀπολογισμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ἵνα ἀποδείξῃ εἰς ὁποῖον ποσὸν ἀνέρχονται τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους καὶ τὰ τακτικὰ ἔξοδα, ἐλέγχεται ἄσκοπον, διότι οὐδὲν εἶχον ἐνδιαφέρον οἱ ὁμολογιοῦχοι εἰς τοῦτο. Αὐτῶν ὁ σκοπὸς καὶ ἡ ἐπιθυμία ἦτο νὰ ἐπιτύχωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν κρείσσονας καὶ συμφερωτέρους αὐτοῖς ὅρους. Ἰσχυρίσθη λοιπὸν ἐν ταῖς ὁδηγίαις ταύταις, ὅτι τὰ μὲν ἔσοδα τοῦ Κράτους ὑπολογίζει ὡς ἀνελευσόμενα εἰς τὸ ποσὸν τῶν 87 ἢ 88 ἑκατομμυρίων, τὰ δὲ ἔξοδα τῆς διοικήσεως εἰς τὸ ποσὸν τῶν 67 ἑκατομμυρίων. Ἑπομένως ἔχει περίσσευμα διαθέσιμον ὑπὲρ τοῦ δημοσίου χρέους 20 ἢ 21 ἑκατομμύρια. Οὐχ ἧττον ἐλαττωματικὸν εὑρίσκω τὸ ἕτερον σύστημα, ὅπερ ἠκολούθησε, νὰ ἀναμίξῃ ἐν ταῖς ὁδηγίαις αὐτοῦ τὸ ἐσωτερικὸν χρέος πρὸς τὸ εἰς χρυσὸν χρέος, τὸ πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους, μεθ’ ὧν διεπραγματεύετο τὸν συμβιβασμόν, διότι οὕτω προεκάλεσε νέαν συζήτησιν μετὰ τῶν ὁμολογιούχων, ἂν ὄντως ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ εἰς ἀκέραιον ὁ τόκος καὶ τὸ χρεωλύσιον τῶν ἐσωτερικῶν δανείων, ἢ ἔπρεπε καὶ τοῦτο νὰ ὑποστῇ μείωσιν, ἐνῷ, ὡς γνωστόν, κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ 1894 εἶχον ἐγκαταλείψει αἱ ἐπιτροπεῖαι τὴν ἰδέαν τῆς μειώσεως τοῦ τόκου καὶ χρεωλυσίου, τοῦ πληρονομένου διὰ τὰ ἐσωτερικὰ χρέη. Ἀλλὰ διὰ τῶν ἀριθμῶν, οἵτινες παρετέθησαν εἰς τὰς ὁδηγίας αὐτοῦ, κατώρθωσε τῷ ὄντι ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι τὰ μὲν ἔσοδα ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 88,000,000, τὰ δὲ ἔξοδα τῆς διοικήσεως εἰς 67,000,000; προδήλως ὄχι· διότι, κατὰ τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους αὐτὸς ὁ ἴδιος παραθέτει, ὡς πρὸς τ’ ἀποτελέσματα τῶν τελευταίων χρήσεων, τὰ ἔσοδα ὑπερέβησαν τὸ ποσὸν τῶν 88 ἑκατομμυρίων, ἀνελθόντα εἰς 92 ἑκατομμύρια, τὰ δὲ ἔξοδα τῆς διοικήσεως δὲν ὑπερέβησαν τὸ ποσὸν τῶν 61 ἑκατομμυρίων. Ἐν ταῖς ὁδηγίαις, περὶ ὧν πρόκειται, βλέπει τις μετὰ λύπης σύγχυσίν τινα περὶ τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους ἐπικαλεῖται, καὶ ὡς πρὸς τὸ ποσοστόν, τὸ ὁποῖον νομίζει ἀποδοτέον εἰς τοὺς ὁμολογιούχους, καὶ ὡς πρὸς τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον νομίζει ἀναγκαῖον νὰ κρατηθῇ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ἡμῶν ταμείου. Πρῶτον λαμβάνει δύο ποσὰ, τὸ ποσὸν τῶν 20 ἑκατομμυρίων καὶ τὸ ποσὸν τῶν 21 ἑκατομμυρίων, ὡς περίσσευμα διαθέσιμον ὑπὲρ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Καὶ κατὰ μὲν τὴν περίπτωσιν τοῦ περισσεύματος τῶν 20 ἑκατομμυρίων εὑρίσκει, ὅτι μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν δραχμῶν 5,100,632 διὰ τὸ ἐσωτερικὸν χρέος, ἔχει διαθέσιμον τὸ ποσὸν τῶν 14,889,367, κατὰ δὲ τὴν δευτέραν περίπτωσιν, ἤτοι τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὑπολογίζει, ὅτι ἔχει διαθέσιμον περίσσευμα τὸ ποσὸν 21 ἑκατομμυρίων, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 5,100,632 ἔχει διαθέσιμον τὸ ποσὸν τῶν 15,889,367. Τρεπομένου τοῦ πρώτου ποσοῦ εἰς φράγκα χρυσᾶ, πρὸς λεπτὰ 175, ἔχει δεδομένον τὸ ποσὸν τῶν φράγκων χρυσῶν 8,508,210. Τρεπομένου δὲ τοῦ δευτέρου ποσοῦ πρὸς 1,75, ἔχει ποσὸν δεδομένον 9,079,638. Ἀφαιρεῖ δὲ ἐκ τῶν ποσοτήτων τούτων φράγκα 1,925,462 διὰ τὴν ἐτησίαν χρεωλυτικὴν δόσιν, τὴν πληρονομένην εἰς τὰς Δυνάμεις, ἐκ φρ. 900,000, διὰ τοὺς τόκους τῶν προσωρινῶν δανείων (avances), οἵτινες πληρόνεται εἰς χρυσὸν, ἐκ φρ. 857,462, καὶ διὰ τόκους τοῦ εἰς μεταλλικὸν δανείου πρὸς τὰς Τραπέζας ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐκ φρ. 168,000. Οὕτω δὲ ποιούμενος τοὺς ὑπολογισμούς του, καταλήγει εἰς τὸ ἑξῆς συμπέρασμα, ὅπερ ἀποτελεῖ καὶ τὴν προσφορὰν τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς πιστωτάς του, πρὸς συνομολόγησιν τοῦ συμβιβασμοῦ. Εὑρίσκει, ὅτι ἔχει ὡς ποσὸν δεδομένον, εἰς μὲν τὴν πρώτην περίπτωσιν φρ. 6,582,748, εἰς δὲ τὴν δευτέραν περίπτωσιν 7,154,176, ἤτοι ἀναλογίαν τόκου ἐν μὲν τῇ πρώτῃ περιπτώσει 26,49% εἰς δὲ τὴν δευτέραν περίπτωσιν 28,80%. Δὲν εὑρίσκω ὅτι δύναταί τις, προκειμένου περὶ τῆς ἀναλογίας τοῦ ἐνιαυσίου τόκου, νὰ ἐπικαλεσθῇ τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ἀναγραφομένους ἐν ταῖς ὁδηγίαις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι εἶναι πιθανὸν νὰ μὴ ἀντιληφθῆτε εὐκόλως αὐτοὺς, διότι ἐκεῖ θὰ ἴδητε, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσφέρει τόκον ἐν τοῖς ἑκατὸν καὶ ¾ τοῦ ¼%, ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, καὶ 1 καὶ 2½ τέταρτα τοῦ ἑνὸς τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ πράγματι καταβληθέντος παρὰ τῶν δανειστῶν. Ὅταν τις ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτὰ τὰ δύο ἀριθμητικὰ δεδομένα, ἐξηγεῖ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη εἰς τὸ ὑπόμνημα τῶν Γερμανῶν ὁμολογιούχων, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἐνταῦθα λόγος, ὅτι δηλαδή, ἀφοῦ ἐδόθησαν αἱ πρῶται τῆς Κυβερνήσεως προτάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας προσηνέχθη πρὸς αὐτοὺς ποσοστὸν τόκου 26½%, ἤτοι ἔλαττον τοῦ ποσοῦ τοῦ νῦν πληρονομένου, βραδύτερον δι’ ἰδιώτου μεσίτου προσετέθη ποσότης τις, καὶ οὕτως ἀνῆλθε τὸ ποσὸν τοῦ τόκου ἀπὸ 26 καὶ ½ εἰς 28 καὶ ¾. Νομίζω ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο περιέπεσαν εἰς τι σφάλμα οἱ ὁμολογιοῦχοι Γερμανοί, διότι ἐξ αὐτῶν τῶν ὁδηγιῶν ἢ προτάσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, αἵτινες ἀνεκοινώθησαν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους των, ἐξάγεται, ὅτι αὐτὸς οὗτος ὁ Πρωθυπουργὸς ὑπελόγιζεν ἐπὶ δύο ποσοτήτων· ἐπὶ τοῦ ἑνὸς ποσοῦ τῶν 20 ἑκατομμυρίων ἡ ἀναλογία ἦτο 26 καὶ ½, ἐπὶ τοῦ δευτέρου δὲ ποσοῦ τῶν 21 ἑκατομμυρίων ἡ ἀναλογία ἀνέρχεται εἰς 28 καὶ ¾. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ μεσολαβήσῃ ἰδιώτης μεσίτης διὰ νὰ προσενεχθῇ τὸ μεῖζον ποσὸν, τὸ ὁποῖον τὴν ἀναλογίαν τοῦ τόκου ἀναβιβάζει ἀπὸ 26 καὶ ½ εἰς 28 καὶ ¾. Ἐπίσης εἶναι περιττὸν νὰ ἀναφέρω ὑμῖν λεπτομερέστερον τὰς ἀναλογίας, αἵτινες ἀναγράφονται ἐν ταῖς ὁδηγίαις, περὶ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ τόκου, τοῦ ἀναλογοῦντος εἴτε εἰς τὸ ὀνομαστικὸν κεφάλαιον τῶν δανείων, εἴτε εἰς τὸ καταβληθὲν μέρος τοῦ κεφαλαίου αὐτῶν, διότι φυσικῶς ἡ ἀναλογία παραλλάσσει· προκειμένου περὶ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα κατεβλήθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἡ ἀναλογία προβιβάζεται εἰς 2,37%. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησεν εἰς τὰς προτάσεις του ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς παρατηρεῖτε, εἶναι μικτὸν, διότι πρὸς τοὺς πιστωτὰς τοῦ Κράτους προσφέρει τὸ ποσοστὸν τοῦ τόκου εἰς δραχμὰς, ἤτοι εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, διὰ δὲ τῆς τροπῆς αὐτῶν εἰς χρυσὸν καθορίζει προσφορὰν εἰς χρυσᾶ φράγκα· οὕτω ἀνευρίσκεται ἡ ἀναλογία, ἡ ὁποία, ὡς εἶπον, εἰς τὴν μίαν περίστασιν εἶναι 26½ καὶ εἰς τὴν δευτέραν 28¾. Ἀλλὰ τὸ σύστημα αὐτὸ ἀναγκαίως ὁδηγεῖ εἰς ἑτέραν παραχώρησιν, περὶ τῆς ὁποίας ὁμολογουμένως εἶχε γείνῃ λόγος εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ 1894 ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπιτροπειῶν, διότι καὶ ἐκεῖναι ἐπρότειναν τότε νὰ καθορισθῇ ὁ ἐλάχιστος ὅρος εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ ὁ ἐλάχιστος ὅρος τοῦ τόκου εἰς χρυσόν· ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν ἐκ τῆς τροπῆς τοῦ ποσοῦ τοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἤθελε προκύψει πλεόνασμα, τὸ πλεόνασμα προετείνετο νὰ λάβωσιν οἱ ὁμολογιοῦχοι· ἀλλὰ ἀπεκρούσθη ἡ πρότασις αὐτῶν. Οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπιτροπειῶν ἀνεκάλεσαν τὴν πρότασίν των ταύτην, κοινοποιήσαντες ἐπισήμως ἓν τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον εἶχον λάβει παρὰ τῶν κομιτάτων. Σήμερον τὸ σύστημα αὐτὸ προβάλλεται ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ Πρωθυπουργοῦ διὰ τοῦ μικτοῦ τούτου συστήματος, τὸ ὁποῖον, ὡς σᾶς εἶπον, ἠκολούθησε. Προσφέρει εἰς αὐτοὺς μετοχὴν ἐκ τοῦ κέρδους, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀποκτηθῆ ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος. Αὐτὸ δὲ τὸ κέρδος, δὲν ἐννοῶ διατὶ, τὸ χαρακτηρίζει ὡς plus value, ἐνῷ δὲν ἔχει τὸν χαρακτῆρα τοῦτον. Plus value εἶναί τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἀνάγεται εἰς τακτικὰς προσόδους, ὅταν αὗται παρουσιάζωσι προϊοῦσαν φυσικὴν ἀνάπτυξιν. Ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἵνα μάλιστα καταστήσῃ εἰς αὐτοὺς τὸ δέλεαρ ἐπαγωγότερον, ὑποθέτει, κατὰ τὰς ὁδηγίας, ὅτι εἶναι πιθανὸν, προϊόντος τοῦ χρόνου, νὰ γένηται ἰσότιμον τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον πρὸς τὸν χρυσὸν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θέλει παραχθῆ κέρδος αἰσθητὸν, ἐκ τοῦ κέρδους δὲ τούτου προσφέρει πρὸς αὐτοὺς τὰ ⅖ κατὰ τὸ κείμενον τῶν ὁδηγιῶν, ἐν τῷ τέλει ὅμως τούτων προσφέρει ἀντὶ τῶν ⅖ μόνον τὸ ¼. Δὲν γινώσκω, διατὶ παραδέχεται δύο μέτρα εἰς τὰς προσφοράς του. Προτρέρει πρὸς αὐτοὺς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἄλλως τε εἶχεν ἀποδεχθῆ ἀρχὴν, μετοχὴν εἰς τὰς προσαυξήσεις τῶν ὑπεγγύων προσόδων καὶ δὲν ἐξάγεται μὲν ἐκ τῶν ὁδηγιῶν ἀκριβῶς, ἂν ἐννοῇ πάσας τὰς ὑπεγγύους προσόδους, δηλ. τὰ μονοπώλια, τὸ χαρτόσημον καὶ τὸν καπνὸν, ἢ ἂν ἐννοῇ μόνον τὰς δύο ἐξ αὐτῶν ἄνευ ὅμως σαφοῦς διακρίσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων προσφέρει, ἄνευ τινὸς ἐπιφυλάξεως, τὰ ⅖ τῶν προσαυξήσεων τούτων ἐν τῷ μέλλοντι, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ χρησιμοποιηθῇ τὸ μὲν ⅕ εἰς τὴν αὔξησιν τόκου, τὸ δὲ ἕτερον ⅕ εἰς χρεωλύσιον. Ἀλλ’ ὅ,τι ἐγείρει τὴν ἀπορίαν πάντων τῶν ἐπισταμένως μελετησάντων τὰς ὁδηγίας ταύτας, εἶναι ἡ ἐν τῷ τέλει τῶν ὁδηγιῶν ἀναγραφομένη παραχώρηπις τοῦ ἐτησίως πληρονομένου εἰς βάρος τοῦ Κράτους ποσοῦ διὰ τόκον τῶν εἰς χρυσὸν κυμαινόντων δανείων, καὶ διὰ τόκον τοῦ πρὸς τὰς Τραπέζας εἰς χρυσὸν δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἑλκύσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τῆς προσφορᾶς ταύτης, διότι, ὅτε πρὸ ὀλίγου ἐγένετο μνεία τῆς τοιαύτης προσφορᾶς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κραναίας συναδέλφου, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διακόψας αὐτὸν, παρετήρησεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ παρ’ αὐτοῦ λεχθέν. Μετὰ τὸ ποσοστὸν, τὸ ὁποῖον θέλει ἀποδοθῆ εἰς τοὺς ὁμολογιούχους διὰ τῆς τροπῆς τοῦ περισσεύματος τῶν 20 ἢ 21 ἑκατομμυρίων, προέτεινε πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους νὰ δώσῃ αὐτοῖς καὶ τὰ ἑπόμενα· πρῶτον μετοχὴν κατὰ τὰ ⅖ εἰς τὴν προσαύξησιν ἢ τὸ πλεόνασμα τῶν ὑπεγγύων προσόδων· δεύτερον ἕτερα ⅖ ἐκ τοῦ κέρδους, τὸ ὁποῖον θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος ἢ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Κατὰ τὴν πρότασιν ταύτην, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τὸ φράγκον ἤθελεν ἐξισωθῆ πρὸς τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, τὸ ποσοστὸν τὸ πληρωθησόμενον πρὸς αὐτοὺς ἐτησίως θέλει ἀνέλθει εἰς 10,103,499. Μετὰ τοῦτο ἔρχεται ὡς τελευταία προσφορὰ ἡ προσθήκη ἐκ φράγκων 1,025,462, ἤτοι τοῦ ποσοῦ, ὅπερ πληρόνει νῦν τὸ Κράτος ἐτησίως διὰ τόκους τῶν προσωρινῶν δανείων καὶ διὰ τόκους τοῦ πρὸς τὰς Τραπέζας εἰς χρυσὸν δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἰδοὺ πῶς διατυποῦται ἡ περὶ τούτου πρότασις ἢ προσφορὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸς τὰ κομιτάτα. Ἀφοῦ διὰ τῶν ⅖ ἐκ τοῦ κέρδους τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς ὑπολογίζει τὸ πληρωτέον ἐτησίως πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους ποσὸν εἰς φράγκα 10,103,499, προσθέτει: «Διὰ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον θέλομεν συνομολογήσει, θέλομεν ἐξοφλήσει τά τε προσωρινὰ εἰς χρυσὸν χρέη καὶ τὰ εἰς μεταλλικὸν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέη πρὸς τὰς Τραπέζας. Τὰ δύο δὲ ταῦτα ποσὰ ἀνέρχονται εἰς φράγκα 1,025,462, θέλει δὲ καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο προστεθῇ εἰς τὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν εἰς χρυσὸν δανείων 10,103,499, ἀναβιβασθῆ δὲ τὸ ποσὸν αὐτῶν εἰς φράγκα 11,128,961, ὁ δὲ τόκος θέλει ἑπομένως αὐξήσει ἀπὸ 1¾ τοῦ ¼% εἰς 2% καὶ πλέον ἐπὶ τοῦ ὀνοματικοῦ, καὶ ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου, τοῦ πράγματι καταβληθέντος ὑπὸ τῶν δανειστῶν, εἰς 3% μεῖον ποσοῦ τινος». Αὕτη εἶναι ἡ πρότασις, περιλαμβάνουσα καὶ τὴν ἰδέαν περὶ συνομολογηθησομένου δανείου, περὶ οὗ οὐδαμοῦ ἄλλοθι τῶν προτάσεων γίνεται λόγος. Διακόψας τὸν ἐντεῦθεν ἀγορεύοντα πρὸ ὀλίγου ἐκ Κραναίας συνάδελφον ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, παρετήρησεν, ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο ἐπρόκειτο αὐτοὶ οὗτοι οἱ ὁμολογιοῦχοι νὰ χορηγήσωσι πρὸς ἡμᾶς, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἤθελεν ἀπομείνει τὸ ὁποῖον νῦν πληρόνομεν ἐτησίως ποσὸν ἐκ φρ. 1,025,000 διαθέσιμον· ἀφοῦ δ’ ἐπρόκειτο νὰ τὸ ἔχωμεν διαθέσιμον, διατὶ νὰ μὴ τὸ προσθέσωμεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ εἰς χρυσὸν δανείου; Δὲν γινώσκω, ἂν οἱ ὁμολογιοῦχοι ἦσαν εἰς κατάστασιν νὰ χορηγήσωσιν εἰς ἡμᾶς τὸ δάνειον, δι’ οὗ ἠδύναντο νὰ ἐξοφληθῶσι τὰ προσωρινὰ εἰς χρυσὸν δάνεια καὶ τὸ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἰς τὰς Τραπέζας. Ὡς γνωστὸν, τὰ μὲν προσωρινὰ εἰς χρυσὸν δάνεια ἀνέρχονται εἰς φράγκα 14 ἑκατομμύρια, τὰ δὲ πρὸς τὰς Τραπέζας εἰς χρυσὸν 16 ἑκατομμύρια, ἤτοι ἐν ὅλῳ εἰς 30 ἑκατομμύρια. Πρὸς χορηγίαν τοιούτου δανείου ἐπιβάλλεται εἰς βάρος τοῦ Κράτους διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ ἐτησίως τὸ ποσὸν φράγκων 2,400,000, ἂν ἐπρόκειτο νὰ συνομολογηθῇ ἐπὶ τόκῳ καὶ χρεωλυσίῳ πρὸς 8%, ἢ 2,100,000, ἂν ἐπρόκειτο νὰ συνομολογηθῇ πρὸς 7% διὰ τόκον καὶ χρεωλύσιον. Οὕτω δὲ, ἂν ἐγίνετο δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἤθελε προστεθῆ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν τόκων τοῦ ἐξωτερικοῦ δανείου τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν φράγκων 1,025,000, τὸ ὁποῖον νῦν πληρόνομεν· ἐν τοιαύτῃ ὅμως περιπτώσει θὰ ἐπιβαρύνωμεν ἀναγκαίως τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους μὲ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ νέου δανείου ἐκ φρ. 30,000,000. Ἡ πρότασις εἶναι σαφὴς, μὴ ἐπιτρέπουσα διφορουμένην ἔννοιαν. Οὐδαμοῦ τῶν ὁδηγιῶν, περὶ ὧν πρόκειται, μνημονεύεται πρότασις περὶ χορηγίας τοῦ τοιούτου ἐκ φρ. 30,000,000 δανείου παρὰ τῶν δανειστῶν τοῦ Κράτους. Ἡ ἐν σελίδι 23 περικοπὴ τῶν ὁδηγιῶν, καθ’ ἣν «προτείνομεν εἰς τοὺς δανειστὰς νὰ μᾶς παράσχωσι καὶ οὗτοι τὴν συνδρομήν των, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ μειώσωμεν βαθμηδὸν τὴν κρατοῦσαν νομισματικὴν ἀνωμαλίαν», δὲν ἀποτελεῖ πρότασιν περὶ χορηγίας δανείου ὑπὸ τῶν ὁμολογιούχων, οὐδὲ ἐνδεικνύει τὴν χορηγίαν τοῦ δανείου ὡς ἕνα τῶν ὅρων τοῦ συμβιβασμοῦ. Δὲν εἶναι, ἄλλως τε, οὐδὲ προσῆκον οὐδ’ εὐπρεπὲς νὰ προτείνῃ εἰς τοὺς δανειστάς του ὁ ἐπιδιώκων τὸν συμβιβασμὸν μετ’ αὐτῶν ὀφειλέτης, πρὸς μείωσιν τῶν ὀφειλομένων ὑπ’ αὐτοῦ τόκων διὰ κεχορηγημένα δάνεια, τὴν χορηγίαν νέου δανείου. Καὶ ἂν οἱ ὁμολογιοῦχοι ἤθελον χορηγήσει τὸ δάνειον, βεβαίως δὲν ἤθελον δεχθῆ νὰ χειροτερεύσωσι διὰ τῆς χορηγίας νέου δανείου τὴν θέσιν των· διότι, ἀτόκως χορηγοῦντες τοῦτο, θὰ ἐζημιοῦντο κατ’ ἔτος φρ. 2,400,000, ἢ 2,100,000, ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ λαμβάνωσι μόνον 1,000,000. Δὲν πιστεύω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπελάμβανε τοὺς ὁμολογιούχους τόσον ἀφελεῖς, ὥστε νὰ προτείνῃ αὐτοῖς ν’ ἀναλάβωσι βάρος 2,000,000, ἵνα τὸ ἀντικαταστήσωσι δι’ ὠφελείας 1,025,000. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος, ἀγορεύων ἐντεῦθεν, ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ προσφορὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ καθορίζουσα τὸ ἀποδοτέον πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους ποσοστὸν εἰς 26 καὶ ½% παρέχει αὐτῷ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι δευτέρα προετείνετο πτώχευσις τοῦ Κράτους. Κατὰ τὸν κ. συνάδελφον, τὸ τοιοῦτον ἐνεποίησε βεβαίως εἰς αὐτοὺς τὴν χειρίστην τῶν ἐντυπώσεων, ἡ τοιαύτη δὲ ἐντύπωσις ἐπέδρασεν ἢ συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀποτυχίαν τῶν διαπραγματεύσεων. Ἐγὼ δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην ταύτην. Νομίζω δὲ, ὅτι, ἐὰν θελήσωμεν δι’ ἀριθμῶν νὰ ἐξετάσωμεν ὁποῖαι ὑπῆρξαν αἱ προσφοραὶ τοῦ ἐκπροσωποῦντος τὸ ἡμέτερον Κράτος, θέλομεν εὕρει αὐτὰς ἀρκετὰ παχείας. Ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι διαθέτει τὸ περίσσευμα τῶν 21,000,000, τὸ ποσοστὸν ἀνέρχεται 28,80% διὰ τῆς προσθήκης τῶν φράγκων 1,025,462 θέλομεν προσθέσει εἰς τὸ ποσοστὸν τῶν 28,80 ἓν ποσοστὸν 4,87.

§73ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πόθεν εὑρίσκετε τὸ 1,025,462;

§74ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον πρό τινος, ὅτι εἰς τοὺς δανειστὰς προσφέρει εἰς προσθήκην τῶν ἄλλων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅ,τι νῦν πληρόνομεν διὰ τόκον τῶν προσωρινῶν δανείων καὶ διὰ τόκον τοῦ εἰς χρυσὸν χρέους πρὸς τὰς Τραπέζας. Πλὴν τούτων προσήνεγκεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς μετοχὴν κατὰ ⅖ εἰς τὸ κέρδος τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς. Ἐὰν λοιπὸν ὑποτεθῇ, ὅτι διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἐπακολουθήσει τὸν συμβιβασμὸν, θέλει κατέλθει τὸ φράγκον εἰς τὰ 150 λεπτὰ, θέλομεν διὰ τῆς εἰς φράγκα τροπῆς τῶν δραχμῶν 12,519,859 ἀποκτήσει χρυσᾶ φρ. 8,346,372, (ἀντὶ τῶν φρ. 7,154,176 τῶν ἀποκτηθέντων ἐπὶ τῇ τιμῇ τῶν λεπ. 175) ἤτοι ἐπὶ πλέον φρ. 1,192,196, ἐξ ὧν οἱ ὁμολογιοῦχοι θὰ λαμβάνωσι τὰ ⅖, ἤτοι φρ. 476,878, ὧν ἡ προσθήκη ἐπάγεται ἀναλογίαν εἰς ποσοστὸν τόκου 1,91%. Οὕτω αἱ προσφοραὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ συγκεφαλαιοῦνται εἰς τὰ ἑπόμενα.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1)Τὸ ἐκ δραχμῶν 12,519,859 ἢ ἐκ φρ. 7,154,176
(πρὸς 1,75 τὸ φράγκον) ποσοστὸν τόκου ἀναλογεῖ εἰς τόκον
ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν 28,80
2)Διὰ τῆς προσθήκης τῶν φρ. 1,025,462 πρὸς
αὔξησιν τοῦ ποσοστοῦ τῶν τόκων ἔχομεν προσθήκην
ποσοστοῦ ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν 4,87
3)Ἐὰν ἡ τιμὴ τοῦ φράγκου κατέλθῃ εἰς λεπτὰ
150, προστεθήσονται εἰς τὸ ποσοστὸν τοῦ τόκου τὰ
⅖ τοῦ ἐκ φρ. 1,192,196 παραχθησομένου κέρδους
ἐκ φρ. 476,878, ἤτοι προστίθεται ποσοστὸν τόκου
ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν 1,91
ἤτοι ἐν ὅλῳ 35,58

Εἰς ταῦτα προστεθήσεται καὶ ἡ μετοχὴ τῶν ὁμολογιούχων ἐπὶ τῶν προσαυξήσεων τῶν ὑπεγγύων προσόδων κατὰ τὰ δύο πέμπτα, ταύτης ὅμως τῆς μετοχῆς τὸ ποσὸν δὲν δύναμαι νὰ ὑπολογίσω ἐκ τῶν προτέρων· ἄλλως τε εἰς τὴν παράθεσιν τῶν ἀριθμῶν τούτων προῆλθον, ὅπως συγκρίνω τὴν προσφορὰν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου προκατόχου του γενομένην καὶ συμφωνηθεῖσαν κατὰ τὰς ὑπ’ αὐτοῦ διεξαχθείσας κατὰ τὸ 1894 διαπραγματεύσεις. Ἀλλ’ ἴσως μοὶ προβληθῇ τὸ ἐρώτημα, ἂν θεωρῶ πιθανὴν τὴν προσεχῆ ἀπότισιν τῆς ὀφειλῆς τοῦ Δημοσίου εἰς προσωρινὰ δάνεια εἰς χρυσὸν, ἐξ ἧς θέλει κατασταθῆ διαθέσιμον τὸ ποσὸν τῶν φρ. 1,025,462. Ἐπὶ τῷ ἐρωτήματι τούτῳ παρατηρῶ, ὅτι, οἱαδήποτε Κυβέρνησις διαχειρίζεται τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ σκεφθῇ ἅμα τῇ συνομολογήσει τοῦ συμβιβασμοῦ περὶ τῆς τακτοποιήσεως τῶν εἰς χρυσὸν προσωρινῶν δανείων (avances), διότι ἡ ὑποχρέωσις πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν εἰς ἡμᾶς τὰ χρήματά των ἐν ὥρᾳ κρισίμῳ, εἶναι ὑποχρέωσις ἐπιβαλλομένη εἰς ἡμᾶς καὶ ἐκ λόγων ἠθικῶν, ὀφείλομεν δὲ, εὐθὺς ὡς συντελέσωμεν τὸν συμβιβασμὸν, νὰ ἐξοφλήσωμεν τὸ χρέος τοῦτο. Ὡσαύτως ὀφείλομεν, εὐθὺς ὡς ἐπιτευχθῇ ὁ συμβιβασμὸς, νὰ ἐξεύρωμεν τὸ ἀναγκαῖον χρῆμα, ὅπως πληρωθῇ εἰς τὰς Τραπέζας ἡ πρὸς αὐτὰς εἰς χρυσὸν ὀφειλὴ ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι οὕτω μόνον εἶναι δυνατὸν αἱ Τράπεζαι, αἵτινες παρέσχον εἰς ἡμᾶς τὸ μεταλλικὸν ἀποταμίευμά των ἐν ὥρᾳ ἐθνικῆς ἐπειγούσης ἀνάγκης, νὰ δυνηθῶσιν, ἀναλαμβάνουσαι τοῦτο, νὰ ἀνορθώσωσι τὴν ἑαυτῶν πίστιν καὶ χρησιμοποιήσωσι ταύτην ὑπὲρ τῆς ὑλικῆς προόδου τοῦ τόπου. Τοιαῦται περίπου ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ὑπῆρξαν αἱ προτάσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν συντελεσθῇ ὁ συμβιβασμός· ἀλλ’ αἱ προτάσεις αὗται δὲν ἐγένοντο δεκταὶ ὑπὸ τῶν ἐκπροσωπούντων τοὺς ὁμολογιούχους· δὲν ἐγένοντο δεκταί, διότι καὶ αὐτοὶ διεῖδον ἐν ταῖς προτάσεσι ταύταις, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις τοῦ 1894 εἰς οὐδὲν ὑπεχρέουν αὐτοὺς, ἐθεωρήθησαν δὲ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεώς μας ὡς μὴ γενόμεναι, καὶ ἔπρεπεν ἐπὶ ἄλλων βάσεων ὁ συμβιβασμὸς νὰ συντελεσθῇ. Εὑρίσκοντες ἐξ αὐτῶν τῶν ὁμολογιῶν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων ἡμῶν ἀνέρχεται εἰς 91,000,000, ὑπέλαβον, ὅτι κατὰ τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦσιν αἱ ὁδηγίαι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, διαθετούσης πᾶν τὸ πλεονάζον μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξ 67,000,000 δαπανῶν τῆς διοικήσεως ὑπὲρ τοῦ δημοσίου χρέους, οὐδὲν ὑπάρχει τὸ κωλῦον νὰ προστεθῇ ὑπὲρ αὐτῶν τὸ ποσὸν τῶν 3,000,000. Ὡς ἐκ τούτου οὗτοι παρετήρησαν πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον ἡμῶν: «διατὶ περιορίζετε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον διαθέτετε ὑπὲρ ἡμῶν, εἰς 12,519,859; προσθέσατε καὶ 3,000,000 εἰσέτι, τὰ ὁποῖα ἔχετε πλεονάζοντα, καὶ δόσατέ μας 15,750,000. Δι’ αὐτῶν τῶν 15,750,000, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν εἰς χρυσὸν 9,000,000. Δέον νὰ ἐγγυηθῆτε πρὸς ἡμᾶς καὶ τὸν εἰς τραπεζογραμμάτια ἐλάχιστον ὅρον ἐκ δρ. 15,750,000 καὶ τὸν εἰς χρυσὸν ἐλάχιστον ὅρον ἐκ φρ. 9,000,000. Οὕτω δὲ προτείνομεν νὰ μᾶς πληρώνητε 43% ἐπὶ τοῦ δανείου τῶν Μονοπωλίων καὶ 32% ἐπὶ τῶν ἄλλων δανείων· ἐπειδὴ δὲ ὑπάρχει πλεόνασμά τι ἐκ φρ. 465,758, αὐτὸ τὸ ποσὸν νὰ τὸ δίδετε πρὸς ἡμᾶς διὰ πρόσθετον χρεωλύσιον.» Οὕτως αἱ προτάσεις τῶν κομιτάτων ὡς πρὸς τὰ πληρωτέα ποσοστὰ προτείνουσι 43% διὰ τὸ δάνειον τῶν Μονοπωλίων, 32% διὰ τὰ ἄλλα δάνεια, καὶ 2% χρεωλύσιον, ἀνεξαρτήτως τοῦ χρεωλυσίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται ν’ ἀποδοθῇ εἰς αὐτοὺς ἐκ τοῦ πλεονάσματος τῶν ὑπεγγύων προσόδων. Ἐὰν ἐν ταῖς ὁδηγίαις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τοιοῦτοι ἀριθμοὶ δὲν παρετίθεντο, ἐὰν τοιαῦτα ἐπιχειρήματα δὲν παρείχοντο τοῖς ἀντιπροσώποις τῶν δανειστῶν μας, ἐὰν προεκαλοῦντο οὗτοι νὰ συζητήσωσιν ἐπὶ ἑνὸς ὅρου μόνον, ἐπὶ ἑνὸς σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον περιεστράφη ἡ διαφωνία μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, αἱ διαπραγματεύσεις βεβαίως ἤθελον καταλήξει εἰς εὐάρεστον ἀποτέλεσμα. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος, ἀγορεύων πρὸ ὀλίγου ἐντεῦθεν, ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ὦσι τόσον ἀφελεῖς, ἵνα μὴ ἄλλο τι εἴπῃ, οἱ ἀποτελοῦντες τὰ κομιτάτα, ὥστε νὰ προβάλωσι προτάσεις τοσοῦτον ἐξωγκωμένας, τοσοῦτον ὑπερβολικὰς, τοσοῦτον διαφερούσας τῶν κατὰ τὸ 1894 προβληθεισῶν, ἀπέναντι προτάσεων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς μεγίστην διατελουσῶν ἀπόστασιν. Ἐγὼ βεβαίως τὰς εὑρίσκω ὑπερόγκους καὶ ἀδικαιολογήτους καθ’ ἑαυτάς· νομίζω ὅμως, ὅτι αἱ προτάσεις αὗται εὗρον ἐλατήριον, εὗρον ἔδαφος ἀπὸ τὰς ὁδηγίας τῆς Κυβερνήσεως· διότι, ὡς ἔλεγον ὑμῖν πρότερον, ὅταν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀπευθυνομένη πρὸς αὐτούς, λέγῃ: «ἐγὼ δὲν θέλω νὰ κρατήσω ἢ 67,000,000 ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως, πᾶν δὲ τὸ ὑπόλοιπον διαθέτω ὑπὲρ ὑμῶν»· ὅταν αὐτοὶ ἀποδεικνύωσιν, ἐπικαλούμενοι αὐτὰς τὰς σαφεστάτας ὁδηγίας τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὑπάρχει τι πλέον, δὲν εἶναι δεδικαιολογημένοι, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην, νὰ ζητήσωσι καὶ τὰ λοιπὰ τρία ἑκατομμύρια; Κατ’ ἐμὲ, οὔτε δυνατὸν οὔτε προσῆκον, οὔτε φυσικὸν εἶναι νὰ ὑπολογίζωνται ἐκ τῶν προτέρων αἱ δαπάναι τῆς διοικήσεως ἑνὸς οἱουδήποτε Κράτους εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε αὗται νὰ μένωσιν ἀναλλοίωτοι ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν, ἤτοι μέχρις οὗ ἀποτιθῇ τὸ χρέος ἡμῶν πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους. Τοῦτο δὲ δυστυχῶς ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, ὅταν καθώριζε τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 67,000,000, καὶ προσέθετεν, ὅτι τὸ πλεονάζον ποσὸν τῶν ἐσόδων θὰ διατίθεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Ἀδικαιολόγητον ἄρα καὶ μὴ προσῆκον ἦτο τὸ σύστημα, ὅπερ ἠκολούθησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῶν ὁδηγιῶν του πρὸς τοὺς πρέσβεις. Οὐχ ἧττον ἀδικαιολόγητοι καὶ ὑπερβολικαί εἰσιν αἱ προτάσεις τῶν δανειστῶν, αἱ στηριζόμεναι ἐπὶ τῷ σταθερῷ ὑπολογισμῷ τῶν δαπανῶν τῆς διοικήσεως. Πάντων τῶν Κρατῶν αἱ ἀπαραίτητοι ἀνάγκαι δὲν δύνανται νὰ καθορισθῶσιν ἐκ τῶν προτέρων. Πολλῷ δὲ ὀλιγώτερον ὁ τοιοῦτος καθορισμὸς εἶναι ἀκροσφαλής, προκειμένου περὶ Κράτους, οἷον τὸ ἡμέτερον, διότι καὶ τὰ ἔσοδα αὐτοῦ εἰσι δεκτικὰ μεγάλων αὐξομειώσεων, ὡς ἐκ τοῦ ἐλατωματικοῦ φορολογικοῦ συστήματος, καὶ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως αὐτοῦ εἰσι δεκτικὰ αὐξήσεως, ἰδίως ὡς ἐκ τῶν ἰδιαιτέρων συνθηκῶν, καθ’ ἃς συνεστήθη καὶ λειτουργεῖ. Ἐξεταστέα νῦν ἡ ἑτέρα πρότασις τῶν ὁμολογιούχων, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸ κέρδος, τὸ παραχθησόμενον ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ ἢ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀναγράφει ἐν ταῖς πρὸς τοὺς πρέσβεις ὁδηγίαις, ὅτι προσεχῶς θέλομεν ἔχει ἐν ἰσοτιμίᾳ τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον πρὸς τὸν χρυσόν, ἐκ τοῦ κέρδους δὲ, τὸ ὁποῖον θέλει παραχθῆ εἴτε ἐκ τῆς ἰσοτιμίας εἴτε ἐκ τῆς μειώσεως τῆς νῦν ὑφισταμένης ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ, προσφέρει εἰς τοὺς δανειστὰς τὰ δύο πέμπτα. Ἀφοῦ τοιαύτην ἐποιήσατο πρὸς αὐτοὺς προσφορὰν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ ὡς βάσιν τῶν πρὸς αὐτοὺς προσφορῶν ἔθηκε τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ ὄχι τὸν χρυσὸν, ἦτο ἑπόμενον νὰ ἐμβάλῃ εἰς τὰς ἐπιτροπείας τὸν συλλογισμὸν, ὅτι, ἀφοῦ πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ, προϊόντος τοῦ χρόνου, ὑπερτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου ἢ ἡ ἰσοτιμία αὐτοῦ πρὸς τὸν χρυσὸν, τὸ κέρδος τοῦτο ἀνήκει εἰς αὐτούς· δι’ αὐτὸ εἰς τὰς προτάσεις των ζητοῦσιν ἅπαν τὸ κέρδος, ἄνευ μετοχῆς τῆς Κυβερνήσεως. Προκειμένου δὲ περὶ τῆς μετοχῆς αὐτῶν εἰς τὰς προσαυξήσεις τῶν ὑπεγγύων προσόδων, οὗτοι λαμβάνουσιν ὡς δεδομένον, ὅτι προσφέρεται πρὸς αὐτοὺς ἡ μετοχὴ ἐπὶ τῶν πλεονασμάτων ἐκ τῶν μονοπωλίων, ἐκ τοῦ χαρτοσήμου καὶ ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, ζητοῦσι δὲ οὗτοι νὰ λαμβάνωσιν ἐκ τῶν προσαυξήσεων τούτων τὰ ⅗, νὰ ἀφήνωσι δὲ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν μόνον τὰ ⅖. Ἐκ τῶν ⅗ τούτων διαθέτουσι τὸ ἥμισυ ὑπὲρ χρεωλυσίου καὶ τὸ ἥμισυ εἰς αὔξησιν τῶν τόκων. Ἔχουσι 2% χρεωλύσιον ἐκ τοῦ πλεονάσματος, ὅπερ προκύπτει ἐκ τῆς εἰς φράγκα τροπῆς τῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια εἰσπράξεων ἐκ δραχ. 15,750,000, ἤτοι ἐκ τοῦ ποσοῦ φρ. 465,758, ὡς εἶπον ὑμῖν πρότερον. Ζητοῦσιν ἕτερον χρεωλύσιον ἐκ τοῦ πλεονάσματος τῶν προσαυξήσεων κατὰ τὰ ⅗. Ζητοῦσι πρὸς δὲ ἅπασαν τὴν συναλλαγματικὴν διαφορὰν, τὴν ἐκ τῆς μειώσεως τῆς σημερινῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ. Ὑπάρχει καὶ ἕτερον ζήτημα, λελυμένον κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ 1894, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ διαπραγματεύσεις, τὸ ζήτημα τῆς ἀποδόσεως τῶν εἰσπράξεων τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1893. Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς γενομένης ἤδη πληρωμῆς κατὰ 50% ἀπέναντι τῶν ὀφειλομένων διὰ τόκους τοῦ δανείου τῶν Μονοπωλίων, εἶχε γείνῃ δεκτὸν κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ 1894 ν’ ἀποδοθῇ τὸ ὑπόλοιπον εἰς τοὺς ὁμολογιούχους εἰς 5 ἐτησίας δόσεις. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου συνεφωνήθη νὰ πληρωθῶσι αʹ) τὰ ἔξοδα τῶν ἀπεσταλμένων τῶν ἐπιτροπειῶν ἐκ 4,500 λιρῶν· βʹ) 5% ἐπὶ τῶν ἐκδεδομένων ὑπὸ τοῦ ἐν Λονδίνῳ κομιτάτου ἀποδείξεων πρὸς τοὺς λαβόντας τὰ 30%, ἤτοι 1 σελίνιον κατὰ λίραν στερλίναν, καὶ γʹ) τὸ ὑπόλοιπον νὰ μὴ δοθῇ εἰς αὐτοὺς πρὸς αὔξησιν τῶν τόκων, ἀλλὰ νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς ἀγορὰν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν Μονοπωλίων. Πάντα ταῦτα ἐθεωρήθησαν ὡς μὴ συμπεφωνημένα, νῦν δὲ προβάλλεται νὰ λάβωσιν ἅπαν τὸ ὑπόλοιπον ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1893, νὰ λάβωσι πρὸς δὲ καὶ κεχωρισμένας τὰς ἀποζημιώσεις τῶν κομιτάτων καὶ προσέτι 120,000 λιρῶν, αἱ ὁποῖαι ἤθελον χρησιμοποιηθῇ πρὸς πληρωμὴν τῶν 10% κλπ. Ὡς βλέπετε, προεβλήθησαν νῦν ὑπὸ τῶν κομιτάτων προτάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γένωνται ἀποδεκταί. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωσι τὴν ἁπλότητα, κατὰ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης συνάδελφον, νὰ προβάλλωσι τοσοῦτον ὑπερβολικὰς προτάσεις, ἐὰν δὲν ὑπῆρχον αἱ προτάσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τοιαῦται, ὥστε νὰ δίδωσιν εἰς αὐτοὺς ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠδύναντο νὰ στηριχθῶσιν; Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπρόβαλλε τὴν συνέχισιν τῶν κατὰ τὸ 1894 διεξαχθεισῶν διαπραγματεύσεων, ἐπετρέπετο εἰς τὰ κομιτάτα νὰ ἀρνηθῶσιν ἐπὶ τίνος εἶχον προσκόψει σημείου αἱ διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τῆς προεδρευομένης ὑπὸ τοῦ προκατόχου Πρωθυπουργοῦ; Βεβαίως ὄχι. Δὲν δύναμαι νὰ ποιήσωμαι μνείαν τῶν ἀντιπροτάσεων τῆς Ἑλλην. Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν προτάσεων τούτων τῶν ἐπιτροπειῶν, διότι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠρνήθη οὐ μόνον τὴν κατάθεσιν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ τὸν χαρακτῆρα αὐτῶν. Εἶπε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι αὐταὶ δὲν εἶναι ἀντιπροτάσεις, ἀλλ’ εἶναι παρατηρήσεις. Καὶ γινώσκομεν μὲν ἐκ τοῦ δεδημοσιευμένου ὑπομνήματος τῶν Γερμανῶν ὁμολογιούχων, ὁποῖαι ὑπῆρξαν αἱ ἀντιπροτάσεις ἢ αἱ παρατηρήσεις αὗται τῆς Ἑλλ. Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐπειδὴ πρὸ ὀλίγου ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐλέχθη, ὅτι τὸ ὑπόμνημα τοῦτο δὲν περιῆλθεν οὐδ’ εἰς τὸν ἐν Παρισίοις ἡμέτερον πρεσβευτήν, οὐδ’ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐνταῦθα, νομίζω, ὅτι δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ συζητήσω ἐπ’ αὐτῶν...

§75ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑπάρχει ἄλλο ὑπόμνημα, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναφέρονται.

§76ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ σήμερον, ὅταν ἐντεῦθεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἐποιήσατο περὶ τούτου μνείαν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι οὐδὲν ὑπόμνημα ὑπεβλήθη εἰς αὐτόν... Ἡ μεταξὺ τῶν προτάσεων τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπιτροπειῶν, τῶν ὑποβληθεισῶν κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ 1894, καὶ τῶν προτάσεων τῶν προβαλλομένων νῦν κατὰ τὸ σχέδιον τῆς συμβάσεως, τὸ προσαχθὲν εἰς τὴν Βουλήν, διαφορὰ εἶναι πρόδηλος. Κατὰ τοὺς ὅρους τοὺς ἤδη συνωμολογημένους κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ 1894, τὸ ποσοστὸν τὸ ἀποδοτέον πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους ἀνήρχετο εἰς 32% ἐπὶ ὅλων τῶν δανείων, ἤτοι προσετίθεντο 2% ἐπὶ τοῦ νῦν πληρονομένου, ἤτοι προσετίθεντο 500,000 φράγκα. Κατὰ τὰς προτάσεις τὰς νῦν προβαλλομένας, καθ’ ἃς αἰτεῖται ἡ καταβολὴ 32% ἐπὶ τῶν ἄλλων δανείων, καὶ 43% ἐπὶ τοῦ δανείου τῶν Μονοπωλίων καὶ 2% ἔτι λόγῳ χρεωλύτρου, προστίθενται ἀντὶ 500,000 φράγκα 1,500,000. Ἀντὶ τῆς προϊούσης κλίμακος, ἡ ὁποία εἶχε τεθῇ ὡς βάσις ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἤδη προτείνεται ἡ μετοχὴ τῶν ὁμολογιούχων εἰς τὰς προσαυξήσεις τῶν ὑπεγγύων προσόδων. Ἀλλὰ καὶ αὕτη ἡ μετοχὴ προβάλλεται ἤδη μείζων ἐκείνης, ἡ ὁποία εἶχε προβληθῇ κατὰ τὰ 1894, διότι τότε οὗτοι προέτειναν νὰ μετάσχωσι κατὰ 50%, ἦτο δὲ τοιαύτη ἡ ἐπίσημος πρότασις, ἐνῷ, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς πολλοὺς τῶν τότε λαβόντων γνῶσιν τῶν διαπραγματεύσεων, οἱ ἀντιπρόσωποι ἦσαν διατεθειμένοι νὰ κατέλθωσι καὶ εἰς 30%. Ἤδη ζητοῦνται τὰ ⅗, ἤτοι 60%. Προτείνεται νῦν τὸ πρῶτον ἡ μετοχὴ αὐτῶν εἰς τὴν ὠφέλειαν, ἡ ὁποία θὰ παραχθῇ ἐκ τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν δραχμῶν 15,750,000, τὸ ὁποῖον θεωροῦσιν ὡς ἐλάχιστον ὅριον, ἠγγυημένον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια· πρότασις ὅλως νέα, ἡ ὁποία τὸ πρῶτον νῦν προβάλλεται. Νέα πρότασις ἐπίσης εἶναι τὸ αἰτούμενον ἤδη ποσὸν 120,000 λιρῶν, περὶ οὗ οὐδεὶς ἐγένετο λόγος κατὰ τὸ 1894. Νέα πρότασις ἐπίσης εἶναι ἡ πληρωμὴ τῶν 2 σελινίων κατὰ λίραν ἐπὶ τῶν certificats, ἐνῷ τότε ἐπρόκειτο μόνον ἓν σελίνιον κατὰ λίραν στερλίναν νὰ πληρωθῇ, καὶ νὰ πληρωθῇ ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τῶν εἰσπράξεων τῆς ἑξαμηνίας τοῦ 1893 τοῦ δανείου τῶν Μονοπωλίων. Νέα ἐπίσης προβάλλεται ἀξίωσις, ἵνα ἱδρυθῇ ἑταιρία, τῇ συμπράξει τῶν ἐν Ἀθήναις προνομιούχων Τραπεζῶν καὶ τῶν πέντε ξένων τραπεζιτικῶν καταστημάτων, τὰ ὁποῖα ἐξέδωκαν τὰ δάνεια ἡμῶν. Ὡρισμένως εἰς τὸ σχέδιον τῆς συμβάσεως γίνεται λόγος, ὅτι ἡ ἑταιρία αὕτη θὰ ἱδρυθῇ ὑπὸ τῶν προνομιούχων ἐν Ἑλλάδι Τραπεζῶν καὶ ὑπὸ πάντων τῶν ἀναφερομένων ἐν τῷ ἄρθρῳ 12 τῆς συμβάσεως τραπεζιτικῶν καταστημάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι 5, δηλαδὴ προτείνεται, ἡ διοίκησις τῆς ἑταιρίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἐννοοῦσι νὰ ἀναθέσωσι τὴν διαχείρισιν τῶν ὑπεγγύων προσόδων, νὰ διατελῇ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν 8 διευθυντῶν, ἐκ τῶν ὁποίων 3 ἐντόπιοι καὶ 5 ξένοι.

§77ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς ποῖον ἄρθρον;

§78ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρθρον 3 τῆς συμβάσεως (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἑταιρία αὕτη θὰ ἱδρυθῇ τῇ συμπράξει τῶν προνομιούχων Τραπεζῶν τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν οἴκων τῶν ἐπιφορτισμένων τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἑλληνικῶν δανείων ἐν Λονδίνῳ, Παρισίοις καὶ Γερμανίᾳ». Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 12 τοῦ σχεδίου τῆς συμβάσεως, «ἐπιφορτίζονται τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους, ἐν Ἀθήναις ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, ἐν Γερμανίᾳ 1) ἡ National Bank, 2) ὁ κ. S. Bleichroeder καὶ 3) οἱ κ. κ. Von Erlanger καὶ Υἱὸς, ἐν Λονδίνῳ οἱ κ. κ. Hambro καὶ Υἱὸς, καὶ ἐν Παρισίοις τὸ Comptoir National d'Escompte.» Αὗται εἶναι αἱ προτάσεις τῶν κομιτάτων. Εὐθὺς ὡς παραδεχθῆτε τὴν σύστασιν Ἑλληνικῆς ἀνωνύμου ἑταιρίας μὲ τοὺς ξένους ὡς ἱδρυτὰς, ὡς συνέπειαν ὀφείλετε νὰ παραδεχθῆτε τὰ ὑπ’ αὐτῶν προτεινόμενα, ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως τῆς ἑταιρίας.

§79ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν συνέπειαν αὐτὴν τὴν ἀναιρεῖ τὸ καταστατικόν.

§80ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ καταστατικὸν δὲν εἶναι αἱ προτάσεις. Αἱ προτάσεις εἶναι τὸ σχέδιον τῆς συμβάσεως, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Εἶπον, Κύριοι, ὑμῖν, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι εἰς τὸν συμβιβασμὸν ἡμεῖς ἀποδίδομεν σημασίαν μείζονα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει ἴσως ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις. Τὸν συμβιβασμὸν θεωροῦμεν ὡς τὴν ἀφετηρίαν πάσης βελτιώσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας. Τὸν συμβιβασμὸν ἡμεῖς θεωροῦμεν ὡς ἔχοντα μεγίστην ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν πόθων. Διὰ τοῦτο δὲν καταλέγομεν τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ μεταξὺ τῶν συνήθων παρ’ ἡμῖν ζητημάτων τῆς διοικήσεως, τῶν ἐσωτερικῶν ζητημάτων. Ὡς ἐκ τούτου ἡμεῖς τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ θεωροῦμεν ἀνώτερον τῶν χωριζουσῶν ἡμᾶς κομματικῶν διαιρέσεων. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ δέον νὰ ἐξετάζηται ἀνεξαρτήτως καὶ ἀσχέτως τοῦ κρατοῦντος παρ’ ἡμῖν πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Εἰλικρινῶς δὲ ὁμολογῶ, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε προσαγάγει εἰς τὴν σύνοδον ταύτην τὴν σύμβασιν περὶ συνομολογήσεως τοῦ συμβιβασμοῦ, ἤθελον εὐχαρίστως καὶ ἐγκαρδίως συγχαρῆ αὐτήν· ἤθελον εὐχαρίστως καὶ ἐγκαρδίως συγχαρῆ αὐτὴν καὶ ὑπὸ ἔννοιαν ἀκόμη κομματικήν, διότι νομίζω, ὅτι ἡ ἐκκρεμότης τοῦ συμβιβασμοῦ εἶναι κληροδότημα ἐπώδυνον διὰ τοὺς διαδόχους τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Μετὰ λύπης δὲ παρατηρῶ, ὅτι, ὡς περιεπλάκησαν τὰ τοῦ συμβιβασμοῦ, δι’ οὗ τρόπου διεξήχθη ἡ δοθεῖσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐντολή, εἶναι λίαν δυσχερὴς ἡ θέσις πάσης διαδόχου Κυβερνήσεως πρὸς ἐπιτέλεσιν τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς αὐτὴν καθηκόντων, τῶν ἀναγομένων εἰς τὸν συμβιβασμόν. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, καθ’ ἃς διερχόμεθα κρισίμους στιγμάς, ἡ τοῦ συμβιβασμοῦ συντέλεσις ἤθελεν εἶσθαι ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις ὠφέλιμος καὶ εὐεργετικὴ εἰς τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐνέδειξε τὴν ὁποίαν ἔχει γνώμην περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὸν συμβιβασμὸν, τὴν ἐνέδειξε διὰ τῆς ὁποίας παρέσχεν ἐμπιστοσύνης καὶ πλειοψηφίας εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὴν ἐνδεικνύει ὁσημέραι, ὡς διαβλέπων ἐν τῇ συντελέσει αὐτοῦ τὴν ἀνόρθωσιν τῆς καθόλου οἰκονομίας τῆς χώρας. Πλὴν δὲ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πάντες οἱ πρὸς ἡμᾶς φιλίως ἔχοντες ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, πάντες οἱ ἔχοντες γνώμην κρατοῦσαν περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα καὶ εἰς τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα, τὴν αὐτὴν ἔχουσι γνώμην περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ συμβιβασμοῦ. Δὲν θὰ ἐπικαλεσθῶ τὰ δημοσιογραφικὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ὁσημέραι ἐπισωρεύουσι λοιδορίας καθ’ ἡμῶν. Θὰ περιορισθῶ νὰ ἀναγνώσω ὑμῖν ἄρθρον τι πρόσφατον μιᾶς τῶν ἐγκρίτων ἀγγλικῶν ἐφημερίδων, τοῦ «Οἰκονομολόγου» τοῦ Λονδίνου, τῆς 14 Νοεμβρίου 1896. Τὸ ἄρθρον τοῦτο φέρει ὡς τίτλον «ἡ ἐπέκτασις τῆς Ἑλλάδος» (ἀναγινώσκει): «Διάφοροι προτάσεις ἐγένοντο ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν διὰ τὴν τακτοποίησιν τοῦ χάρτου τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης, καὶ μεταξὺ αὐτῶν προεβλήθη προσφάτως, ὅτι ἡ Κύπρος καί τινα μέρη τῆς Τουρκικῆς αὐτοκρατορίας ἔπρεπε νὰ παραχωρηθῶσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Εἶναι ἐν τούτοις ἀμφίβολον, ἐὰν τοῦτο δὲν ὁμοιάζῃ πρὸς τὴν ἐξαγωγὴν ἐκ τοῦ τηγανίου ἐντὸς τοῦ πυρός. Πρὶν ἢ ἡ Ἑλλὰς δυνηθῆ εὐλόγως ν’ ἀποβλέψῃ πρὸς πᾶσαν ἐπέκτασιν τοῦ ἐδάφους αὐτῆς, ὀφείλει νὰ δείξῃ, ὅτι εἶναι ἱκανὴ νὰ διοικήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κέκτηται ἤδη, μετά τινος προσοχῆς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἠθικήν. Κατὰ τὸ παρὸν οἱ ὁμολογιοῦχοι τῆς χώρας (Ἀγγλίας) αὐθαιρέτως ἐστερήθησαν τοῦ τόκου, εἰς ὃν δικαιοῦνται, πᾶσα δὲ προσπάθεια, ὅπως ἔλθῃ ἡ Ἑλλὰς εἰς κατάλληλον συναίσθησιν τῶν καθηκόντων της καὶ τῶν ὑποχρεώσεών της, ἀπέτυχεν ὅλως. Τὸ νὰ γείνῃ προσθήκη εἰς τὰ καθήκοντα ταῦτα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς χώρας, θὰ ἦτο καθαρῶς παράλογον.» Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν μὲ τὰς διαδιδομένας εἰδήσεις περὶ ἐπαναλήψεως τῶν διαπραγματεύσεων, τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὴν συντέλεσιν τοῦ συμβιβασμοῦ, διότι, καίτοι κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὠφείλαμεν νὰ κρατήσωμεν ὑπὸ σημείωσιν τὴν ἡμέραν ἐκείνην, διότι βραδύτερον ἠθέλομεν πληροφορηθῆ, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκοντο τότε αἱ διαπραγματεύσεις, ἐν τούτοις πολλαὶ παρῆλθον ἔκτοτε ἡμέραι, οὐδὲν δ’ ἐγνώσθη τὸ δυνάμενον νὰ παράσχῃ εἰς ἡμᾶς τὸ ἐνδόσιμον, ὅτι πρόκειται περὶ σοβαρᾶς ἐπαναλήψεως τῶν διαπραγματεύσεων, ἢ ὅτι προέκυψαν νέαι ἐλπίδες βάσιμοι περὶ τῆς τοῦ συμβιβασμοῦ συντελέσεως. Εὔχομαι, ὡς καὶ πάντες ὑμεῖς, ὅπως, ὅ,τι δὲν ἐπετεύχθη μέχρι τοῦδε, ὅ,τι καθ’ ἣν στιγμὴν συζητοῦμεν κρίνεται ὡς εἰς ἀποτυχίαν καταλῆξαν, ἐπιτύχῃ ἐν τῷ μέλλοντι, διότι, ὡς ἔλεγον πρότερον, ἡ τοῦ συμβιβασμοῦ συντέλεσις πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ πολλαχῶς καὶ τὰ οἰκονομικὰ καὶ τὰ πολιτικὰ καὶ τὰ ἠθικὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Ἐξ ὅσων εἶπον ὑμῖν, ἐπείσθητε βεβαίως, ὅτι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπελήφθη τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ συμβιβασμοῦ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἦτο ὁ ἥκιστα κατάλληλος, ὅπως ὁδηγήσῃ αὐτὸν εἰς ἐπιτυχίαν. Ὑπέλαβεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἦτο εἰς αὐτὸν ἐπιτετραμμένον νὰ προσποιηθῇ τὸν ἀγνοοῦντα τὰς κατὰ τὸ 1894 γενομένας ὑπὸ τοῦ προκατόχου του διαπραγματεύσεις καὶ νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ αὐτὰς ἀπὸ τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχε περιστραφῆ ἡ διαφωνία μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν δανειστῶν. Γνωστοῦ δὲ ὄντος, ὅτι ἡ διαφωνία αὕτη συνίστατο εἰς τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι ὁ μὲν ἀντιπρόσωπος τοῦ ἡμετέρου Κράτους ἐπέμενεν εἰς τὴν προϊοῦσαν κλίμακα, ἐκεῖνοι δ’ ἐπέμενον εἰς τὴν διανομὴν τῶν προσαυξήσεων τῶν ὑπεγγύων προσόδων, ἤρκει ἡ προσχώρησις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἀπαίτησιν αὐτῶν περὶ διανομῆς τῶν πλεονασμάτων, ὅπως ἐπιτευχθῇ ὁ συμβιβασμός. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπροτίμησε σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀπεμάκρυνεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει. Εἶναι λοιπὸν πρόδηλον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διεχειρίσθη ἀνεπιτυχῶς καὶ ἀστόχως τὴν ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἀνατεθεῖσαν εἰς αὐτὴν ἐντολὴν περὶ συνομολογήσεως τοῦ συμβιβασμοῦ, καὶ ἐγένετο πρόξενος ἀνυπολογίστων ἠθικῶν καὶ ὑλικῶν ζημιῶν εἰς τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ προβληθῇ ὑπό τινος ὑμῶν τὸ ἐρώτημα, κατὰ τίνα τρόπον ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συντελεσθῇ ὁ συμβιβασμὸς ὑπὸ εὐπροσδέκτους διὰ τὸ ἡμέτερον Κράτος ὅρους; Ἀνέγνων μάλιστα πρό τινων ἡμερῶν εἴς τινα ἐφημερίδα, ἐνταῦθα ἐκδιδομένην καὶ συντασσομένην ὑπὸ δημοσιογράφου νοημονεστάτου καὶ ἐντριβεστάτου περὶ τὰ οἰκονομικὰ θέματα, ὅτι ἀπεκδέχεται τὸ κοινὸν παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὴν ὑπόδειξιν τοῦ συστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ συντελεσθῇ ὁ συμβιβασμός. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι οἱ προβάλλοντες τυχὸν τοιοῦτον ἐρώτημα, ἢ μᾶλλον οἱ ἀπεκδεχόμενοι τὴν ἔνδειξιν τοῦ προσφορωτέρου πρὸς συνομολόγησιν τοῦ συμβιβασμοῦ συστήματος παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὑπολαμβάνουσιν ἡμᾶς, τοὺς προκαλέσαντας τὴν κοινοβουλευτικὴν συζήτησιν, τὴν ἀφορῶσαν τὴν ἐξέτασιν τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, ὡς λίαν ἀφελεῖς, ἐὰν δὲν ἦναι οὗτοι ἀφελεῖς. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος ἐξαρτωμένου ἐκ μόνης τῆς δικαιοδοσίας τῆς νομοθετικῆς παρ’ ἡμῖν ἐξουσίας, ἢ ἐκ μόνων τῶν ἐν Ἑλλάδι πολιτειακῶν ἐξουσιῶν, ἐδικαιοῦτο ἴσως νὰ προβάλωσιν εἰς ἡμᾶς τὸ ἐρώτημα, κατὰ τίνα τρόπον νομίζομεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῇ τὸ ἐξόχως ζωτικὸν τοῦτο ζήτημα.

§81ΡΩΜΑΣ. Ποῖον ἐφημεριδογράφον ἐννοεῖτε, κύριε Σιμόπουλε;

§82ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν συντάκτην τῆς «Ἐφημερίδος». Ἀρχισυντάκτης αὐτῆς εἶναι ὁ γνωστὸς πᾶσιν ὑμῖν κ. Γιαννόπουλος, τὸν ὁποῖον τιμῶ ἰδιαιτέρως, οὗ ἕνεκεν καὶ ἐμνημόνευσα αὐτοῦ, ὡς ἐντριβεστάτου εἰς τὰ οἰκονομικὰ θέματα.

§83ΣΕΧΟΣ. Καὶ δικαίως.

§84ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ προσέθηκα, ὅτι τοιαύτην ἀπεκδεχόμενος οὗτος παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔνδειξιν, ὑπολαμβάνει αὐτὴν ἀφελῆ, ἐὰν δὲν ἦναι αὐτὸς ἀφελής. Προκειμένου ὅμως περὶ ζητήματος, τοῦ ὁποίου ἡ λύσις δὲν ἐξαρτᾶται παρὰ μόνων τῶν ἐν Ἑλλάδι ἐξουσιῶν, ἀλλὰ καὶ παρὰ τρίτων, μεθ’ ὧν εἰς οὐδεμίαν ἡμεῖς διατελοῦμεν ἐπικοινωνίαν, καὶ τῶν ὁποίων οὔτε τὰς προθέσεις οὔτε τὰς διαθέσεις γινώσκομεν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προβάλωμεν ἡμεῖς σύστημα περὶ τῆς διακανονίσεως τῶν ἀφορώντων εἰς τὸν συμβιβασμόν; Εἰς ζητήματα ἐθνικὰ ἕτερα, οὐχ ἧττον σπουδαῖα, ἐξαρτώμενα ἐκ τῶν παρ’ ἡμῖν ἐξουσιῶν, δὲν περιωρίσθημεν εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ ἐξεθήκαμεν τὸ ἡμέτερον πολιτικὸν πρόγραμμα. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ, ἐπιβάλλεται ἡμῖν ἡ ἐπιφύλαξις. Τὴν ἐπιφύλαξιν ταύτην δὲν ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς ἡ ὑπὸ τύπον ἀπειλῆς πρό τινων ἡμερῶν ἀπευθυνθεῖσα πρὸς ἡμᾶς ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ παρατήρησις, ὅτι ὑπέχομεν καὶ ἡμεῖς εὐθύνην, ἐὰν ἐκ τῶν συζητήσεων τούτων παραβλαφθῶσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, διότι τὰ τῶν εὐθυνῶν κανονίζονται καὶ ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν καὶ ὑπὸ τῆς φύσεως αὐτῆς τῶν πραγμάτων. Αἱ εὐθῦναι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταστῶσιν ἀπὸ τῶν ὑπευθύνων εἰς τοὺς ἀνευθύνους. Τὴν ἐπιβάλλει ὅμως τὴν ἐπιφύλαξιν ταύτην τὸ καθῆκον πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἡ ἐπιφύλαξις αὕτη δὲν ἀποκλείει ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ νὰ δηλώσωμεν τὴν ὁποίαν ἐμορφώσαμεν ἐκ τῆς μελέτης τῶν πραγμάτων γνώμην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διεχειρίσθη ἀνεπιτυχῶς τὴν ἀνατεθεῖσαν εἰς αὐτὴν ἐντολὴν ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀπευθυνόμενος πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς τοῦ Βόλου κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1895, ἔλεγεν αὐταῖς λέξεσι τὰ ἑπόμενα (ἀναγινώσκει): «Δὲν εἶμαι, φίλοι συμπολῖται, πεπεισμένος εἰσέτι, ἂν ὁ παραιτηθεὶς Πρωθυπουργός, ὅταν ἤρξατο διαπραγματευόμενος κατὰ τοὺς παρελθόντας μῆνας μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ὁμολογιούχων, ἤρξατο αὐτῶν μετὰ σπουδαίας προαιρέσεως, ἢ ἄν, πεπεισμένος ὅτι δὲν ἤθελε δυνηθῆ νὰ συγκρατηθῇ ἐν τῇ ἀρχῇ, ἐπεθύμησε νὰ χρησιμοποιήσῃ αὐτάς, ὅπως ἀποπλανήσῃ τὸ κοινὸν καὶ δυνηθῇ νὰ ἐγείρῃ ἐν ταῖς ψυχαῖς τοῦ λαοῦ αἰσθήματα ἐπιεικείας καὶ συγκαταβάσεως πρὸς αὐτόν...» Ἀγορεύων ἐνώπιον ἡμῶν ἐν ἡγουμένῃ συνόδῳ ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ συμβιβασμοῦ, καὶ μνημονεύων τῆς ἐπαγγελίας ταύτης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀντλήσω ἐκ τῆς συνειδήσεώς μου τὸ θάῤῥος, ὅπως ἀπευθύνω εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν τὴν αἰτίασιν, ἣν οὗτος ἐξετόξευσε κατὰ τοῦ προκατόχου του. Κατ’ ἐμὴν ἐκτίμησιν, οὔτε ὁ προκάτοχος οὔτε ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς ἐστεροῦντο σπουδαίας προαιρέσεως πρὸς τὴν τοῦ συμβιβασμοῦ συντέλεσιν. Ὅταν ὅμως λάβῃ τις ὑπ’ ὄψει τὰς ἐνεργείας τοῦ προκατόχου κατὰ τὸ 1894 καὶ τὰς ἐνεργείας τοῦ νῦν κατὰ τὸ 1895 καὶ 1896, καὶ ἐπισταμένως συγκρίνῃ ταύτας, δὲν δύναται νὰ μὴ ὁμολογήσῃ, ὅτι αἱ μὲν τοῦ 1894 διαπραγματεύσεις ἐνεδείκνυον τὴν σπουδαίαν προαίρεσιν τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος τὸ Κράτος πρὸς τὴν ἄμεσον τοῦ συμβιβασμοῦ συντέλεσιν, αἱ δὲ τῶν ἐτῶν 1895 καὶ 1896 ἐνδεικνύουσι μᾶλλον τὴν προαίρεσιν τῆς παρατάσεως τῆς ἐκκρεμοῦς καταστάσεως, ὑφ’ ἣν ἐξακολουθοῦμεν διατελοῦντες. Ὁ κ. Πρωθυπουργός, διατελῶν εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1894, ὅτε ἡ Ἀντιπολίτευσις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἤλεγχε τὴν πολιτείαν τῆς τότε Κυβερνήσεως ἐπὶ ταῖς διεξαχθείσαις ὑπ’ αὐτῆς διαπραγματεύσεσι πρὸς συνομολόγησιν τοῦ συμβιβασμοῦ, εὕρισκεν, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, μόνον ἐκ τοῦ πάθους τῆς φιλοδοξίας ἐλαυνόμενος, ἔστεργε νὰ κρατῇ τὴν ἀρχήν, καθ’ ὃν χρόνον ἐπεβάλλετο αὐτῷ ἐκ τῆς πτωχεύσεως τὸ καθῆκον νὰ διαπραγματευθῇ τὰ τοῦ συμβιβασμοῦ μετὰ τῶν πιστωτῶν τοῦ Κράτους καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἀπέτυχον αἱ πρὸς συνομολόγησιν αὐτοῦ προσπαθείαί του. Ἐγὼ δὲν συνεμερίσθην τῆς γνώμης ταύτης τοῦ ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτοῦ, διότι ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες δὲν ἀνήκουσιν εἰς ἑαυτοὺς, ἔχουσι δὲ τὸ καθῆκον ν’ ἀναλαμβάνωσι καὶ νὰ τηρῶσι τὴν ἀρχὴν, ὅταν ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Στέμματος ἐπιβάλλωσιν αὐτοῖς τὸ καθῆκον τοῦτο. Ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης εἰσηγησάμενος εἰς τὴν Βουλὴν τὸν νόμον τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893, καὶ διεξαγαγὼν μετ’ αὐτὸν τὰς πρὸς τοὺς πιστωτὰς τοῦ Κράτους διαπραγματεύσεις συμβιβασμοῦ, ἐξεπλήρου ὀδυνηρὸν μὲν καὶ ἐπώδυνον καθῆκον, ἀλλὰ καθῆκον ἐπιβαλλόμενον αὐτῷ ὑπὸ τῆς θέσεως, ἣν δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ μὴ ἀποδεχθῇ. Δικαιοῦμαι ὅμως ν’ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τὸν τοιαύτην ἔχοντα γνώμην, περὶ τῶν ἀποτυγχανόντων ἢ ἀστοχούντων ἐν σπουδαιοτάτῃ ἐθνικῇ ὑποθέσει Πρωθυπουργῶν, τὸ ἐρώτημα, ἐὰν ἦναι πλέον ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτὸν νὰ κρατῇ τὴν ἀρχὴν, ἀφοῦ πᾶσαι αἱ πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἐπαγγελίαι αὐτοῦ, καὶ ἰδίως ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸν συμβιβασμὸν, ἀπομένουσιν ἀπραγματοποίητοι, καὶ ἀφοῦ αἱ ἐνέργειαι καὶ αἱ προσπάθειαι αὐτοῦ πρὸς συντέλεσιν τοῦ συμβιβασμοῦ ἐπὶ 18 ὅλους μῆνας προδήλως ἀπέτυχον. Νῦν εἰς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, ἀπόκειται νὰ κρίνητε, ἐὰν ἡ τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ ζητήματι τοῦ συμβιβασμοῦ ἀποτυχία, περὶ ἧς οὐδεμία, οὐδὲ ἡ ἐλαχίστη, ἐπιτρέπεται πλέον ἀμφιβολία, ἦναι ἐπαρκὴς νὰ ἐγείρῃ ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν τὸ συναίσθημα τοῦ πρὸς τὴν πατρίδα καθήκοντος, ὅπως ἄρητε τὴν πρὸς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν ἐμπιστοσύνην καὶ ὑποστήριξίν σας. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίς ζητεῖ νὰ ἀγορεύσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος;

§86ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.

§87ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἤδη εἰς θέσιν νὰ παρακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν...

§88ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Τί ἔχει;

§89ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν εἶμαι ἐγὼ εἰς θέσιν νὰ εἴπω... Ἐπιφυλάσσομαι λοιπὸν αὔριον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ εἴπω τὴν γνώμην μου.

§90Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς κεῖνται πολλὰ καὶ ποικίλα ζητήματα, ἄξια μεγάλης προσοχῆς καὶ μελέτης, ἡ ὥρα δὲ τοῦ ἐνιαυτοῦ, τὴν ὁποίαν διανύομεν, μᾶς ἐπιβάλλει νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν χρεῶν μας. Τρεῖς μόνον ῥήτορες εὐφραδεῖς ἠγόρευσαν ἐκ τῶν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἐπὶ ἑπτὰ ἤδη ὥρας, ἴσως καί τι πλέον. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ χάσωμεν καὶ τὴν αὔριον ἡμέραν, ἐξακολουθοῦντες τὴν συζήτησιν ταύτην. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τοὺς κυρίους ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει νὰ ἐπιμείνωσιν ἐξακολουθοῦντες τὴν συζήτησιν, ἕως νὰ περατώσωμεν αὐτήν.

§91ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ διευκολύνῃ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἡ Ἀντιπολίτευτις ἐπεχείρησε, τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, παρατηρῶ δὲ, ὅτι ὄχι μόνον δὲν συντελεῖ, μὴ μετέχουσα τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ καὶ παρακωλύει τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πρέπον, μετὰ συζήτησιν ἑπτὰ ὡρῶν, ὡς εἴπετε, νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἐξακολουθήσῃ ἀκόμη συζητοῦσα. Ἐσυζητήσαμεν τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα. Ὑπῆρξαν καθ’ ἡμᾶς σπουδαιότατα. Τὸ ζήτημα ὅμως δὲν ἐξηντλήθη· πιθανὸν καὶ ἄλλοι—ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι πολλοί—νὰ λάβωσι τὸν λόγον.

§92Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐννοῶ κατὰ τίνα τρόπον ἐννοεῖτε νὰ σᾶς εὐκολύνωμεν τὴν συζήτησιν.

§93ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπιτρέποντες ἀνθρωπίνως νὰ ἐργαζώμεθα καὶ χωρὶς νὰ καταπονῶμεν τὸ σῶμα καὶ τὸν νοῦν.

§94Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁρίστε (δεικνύει τὸ βῆμα).

§95ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι εἰρωνεία! δὲν εἶναι εἰλικρινὲς αὐτό!

§96Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι εἰρωνεία. Εἰς τὰς ὀκτὼ ἀπήλθομεν, ἐμείναμεν μίαν ὥραν ἐκτὸς ἐργασίας, ἐπανήλθομεν εἰς τὰς δέκα παρὰ τέταρτον, καὶ εἶναι ἤδη δωδεκάτη, εἴμεθα δὲ εἰς τὴν 10 Δεκεμβρίου. Αἱ ἑορταὶ ἐπέρχονται· ἔχομεν πληθὺν ἐργασιῶν. Πρέπει νὰ προβῶμεν.

§97ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τοῦτο, νομίζω, οὐδόλως εὐθύνεται ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία εὐθὺς ὡς ἐκλήθη νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν της ἐνταῦθα, ἔσπευσε νὰ πράξῃ αὐτό. Εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις μόνον, ἥτις δὲν ἐκάλεσεν ἐγκαίρως τὴν Βουλήν. Ἀφοῦ ἐπρόκειτο νὰ τὴν καλέσῃ εἰς ἔκτακτον σύνοδον, ἠδύνατο νὰ τὴν καλέσῃ κατὰ Αὔγουστον, κατὰ Σεπτέμβριον, ὅπως ἔχῃ καιρὸν ἡ Βουλὴ οὕτω νὰ συζητήσῃ πάντα τὰ ὑποβληθησόμενα εἰς αὐτὴν ζητήματα, καὶ τὸν προϋπολογισμὸν νὰ συζητήσῃ καὶ ψηφίσῃ ἐγκαίρως, ὅπως ἅπαξ τοὐλάχιστον πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους ἔχωμεν ἐψηφισμένον καὶ κεκυρωμένον αὐτόν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐδὲν πρόσκομμα παρεμβάλλει εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἀπόδειξις τούτου, ὅτι παραμένει ἐνταῦθα, ἐπιτελοῦσα τὸ ἐφ’ ἑαυτῇ τὸ καθῆκόν της ἐπὶ ἑπτὰ ὥρας καθ’ ἑκάστην. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ὑπάρχῃ δεύτερον Κοινοβούλιον εἰς τὸν κόσμον, ἐν ᾧ γίνεται τοιαύτη ἐργασία. Ἐν Ἑλλάδι ἀπαντᾷ τὸ πρωτοφανὲς τοῦτο καὶ πρωτάκουστον, νὰ καταντήσῃ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἐκεῖ, ὅπου κατήντησεν αὐτὸ ἤδη. Ὑμεῖς, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὡς ἀντιπολιτευόμενος ἄλλοτε, ἐκόπτεσθε ὑπὲρ τῆς διασώσεως τῶν κοινοβουλευτικῶν πολλάκις προσχημάτων,—ἐνθυμεῖσθε τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἐν ἐκτάκτοις περιστάσεσιν ἐκαλεῖτο ἡ Βουλὴ νὰ συνεδριάσῃ ἐπὶ τοσαύτας ὥρας, καὶ ὑμεῖς ἐδηλοῦτε πολλάκις, ὅτι, μέχρι τῆς ἐννάτης δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, πέραν τῆς ἐνάτης ὄχι,—πῶς ὅμως, ἀφ’ ὅτου ὑμεῖς εἶσθε ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ἐλησμονήσατε, τί ὑπεστηρίζετε τότε, καὶ ἀπαιτεῖτε νὰ συνεδριάζῃ ἡ Βουλὴ πάντοτε σχεδὸν καὶ πέραν τοῦ μεσονυκτίου;

§98ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Καὶ τί ἐκάμομεν μέχρι τοῦδε;

§99ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω, περὶ κωλυσιεργίας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐδήλωσα ἐν ἀρχῇ, ἐπαναλαμβάνω καὶ νῦν, ὅτι, ὅταν τις κάθηται προσηλωμένος ἐπὶ τοῦ θρονίου τούτου καὶ ὀφείλῃ μετ’ ἐντεταμένης τῆς προσοχῆς ἐπὶ ἑπτὰ ὅλας ὥρας νὰ ἀκούῃ τοῦ ἀγορεύοντος, δὲν εἶναι βεβαίως εἰς θέσιν νὰ ἀγορεύσῃ καὶ αὐτὸς ἐν τῷ μέσῳ τοσούτου καμάτου. Νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἔχῃ ὄρεξιν ἡ Βουλὴ νὰ ἐξακολουθήσῃ, δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἡμεῖς οἱ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἔχομεν σκοπὸν νὰ λάβωμεν τὸν λόγον. Ἡμεῖς αὐτὴν τὴν ὥραν ἀδυνατοῦμεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν. Αὔριον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως θὰ λάβωμεν τὸν λόγον, εἶναι δὲ βέβαιον, ὅτι πρὸ τοῦ διαλείμματος θὰ ἔχωμεν ἤδη τελειώσει, καὶ ἡ Βουλὴ αὔριον πολὺ ἐγκαίρως θέλει εἰσέλθει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἡ ἐλαχίστη διάθεσις ἐκ μέρους ἡμῶν πρὸς παρακώλυσιν τῶν κυρίων ἔργων τῆς Βουλῆς.

§100Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν ἐπέκρινα τοὺς κ. ἀντιπολιτευομένους, ἂν ἔχωσιν ἀνάγκην νὰ καταναλίσκωσι τέσσαρας καὶ πέντε ὥρας εἰς συζήτησιν ἐπερωτήσεων. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν κατέκρινα αὐτοὺς, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐκφράσω γνώμην συντελοῦσαν νὰ ἐκληφθῶ ὡς ζητῶν νὰ περιορισθῇ τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, ἔχω ὅμως δικαίωμα νὰ παραπονεθῶ, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐργασία εἶναι πολὺ βραχεῖα, ἐὰν μόνον ἑπτὰ ὥρας μένωμεν, διότι τέσσαρας ὥρας καταναλίσκομεν διὰ τὴν ἐλεγκτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Κοινοβουλίου, τρεῖς δὲ μόνον διὰ τὴν νομοθετικὴν λειτουργίαν αὐτοῦ, δὲν ἀποβαίνει δ’ οὕτω δυνατὸν νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς ποικίλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, αἵτινες δέονται πληρώσεως, καὶ ταχείας διὰ νομοθετημάτων. Ἔπρεπεν ἴσως νὰ νομοθετῶμεν πέντε ὥρας καὶ νὰ συζητῶμεν ἐπὶ ἐπερωτήσεων τρεῖς. Ἀλλ’ ἐγὼ οὐδεμίαν ἐξέφρασα γνώμην. Ἐκεῖνο μόνον, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, εἶναι, νὰ στέρξῃ νὰ παρατείνῃ ὡσαύτως καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, διότι, ὅπως ἡμεῖς δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐκφέρωμεν ἀντίῤῥησίν τινα εἰς τὴν εὐρύτητα τοῦ ἐλέγχου, οὕτως ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιώσωμεν νὰ μὴ ἐπέρχηται ἀντίῤῥησίς τις καὶ εἰς τὴν εὐρύτητα τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος νομίζει ὅτι ἔπρεπε νὰ συγκληθῇ ἡ Βουλὴ κατὰ Αὔγουστον ἢ κατὰ Σεπτέμβριον, θέλει ἀναγνώσει ἴσως τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος ἐν ταῖς ἐφημερίσι, καὶ ἴσως θέλει ἀναγνωρίσει, ὅτι ἔχει ἄδικον· διότι γνωστὸν εἶναι, ὅτι οἱ Βουλευταὶ εἶναι ἄνθρωποι, πατέρες οἰκογενειῶν, ἔχοντες συμφέροντα, ἐργαζόμενοι καὶ ἀναμένοντες τὸν Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον νὰ συγκομίσωσι τὰ προϊόντα αὐτῶν, ἵνα συντηρήσωσι τὰς οἰκογενείας των· ἤθελε δὲ εἶσθαι ματαία χρῆσις τοῦ δικαιώματος τοῦ Ἡγεμόνος, ἐάν τις ἐκάλει τὸν Βασιλέα νὰ ὑπογράψῃ διάταγμα περὶ συγκλήσεως Βουλῆς κατὰ μῆνα Αὔγουστον, ὅταν τοὐλάχιστον αἱ ἀνάγκαι δὲν ἦσαν τοιαῦται, ὥστε τὸ Κράτος νὰ κινδυνεύῃ, ἐὰν δὲ συνεκλήθη ἡ Βουλὴ τότε. Ὁ ἔλεγχος τοῦ κ. Βουλευτοῦ νομίζω ὅτι εἶναι ἀβάσιμος, ἐνῷ ἡ ἀξίωσις ἡμῶν εἶναι εὔλογος. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐκτείνωμεν περισσότερον τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον καταναλίσκομεν εἰς νομοθετικὰ ἔργα, καὶ ἐπειδὴ διηνύσαμεν σήμερον ὅλην τὴν ἡμέραν εἰς ἔργα ἐλέγχου, παρακαλῶ νὰ ἐπιμείνωμεν νὰ τελειώσῃ ὁ ἔλεγχος, ἵνα δυνηθῶμεν αὔριον νὰ εἰσέλθωμεν εἰς νομοθετικὴν ἐργασίαν, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ αὔριον θέλομεν δαπανήσει ἄλλας τέσσαρας ὥρας εἰς τὸν ἔλεγχον καὶ δὲν θέλει μείνει, εἰμὴ μόνον χρόνος ἀπὸ τῆς 10ης ἕως τῆς 12ης τῆς νυκτὸς, ἤτοι ὁ χρόνος τῆς διακοπῆς τῆς ἐργασίας μας κατὰ τὴν 8ην, ὅτε κατὰ τὴν 10ην ἐπαναλαμβάνομεν αὐτήν.

§101ΣΤΑΗΣ. Μετ’ ἀπορίας ἤκουσα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰπόντος ὅτι ἐχάσαμεν ὥρας πολυτίμους εἰς συζήτησιν ἄσκοπον. Ἄσκοπος ἡ περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ συζήτησις! ἄσκοπος ἡ περὶ τῶν ὑψίστων συμφερόντων τοῦ Κράτους μέριμνα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας! Ἀλλὰ ἐκ τῆς συζητήσεως κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην οὐδὲν ἄλλο ἐδείχθη ἢ ὁποία ὑπῆρξε καὶ ὁποία τις ὀφείλει νὰ ἦναι ἡ πολιτεία τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ μέλλοντι ὡς πρὸς τὰ τοῦ συμβιβασμοῦ, διότι τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐδείχθη ὅτι πλημμελὴς ἦτο ἡ μέχρι τοῦδε πολιτεία τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν διαπραγματεύσεων, τὰς ὁποίας ἐπὶ 18 μῆνας ἤδη διεξάγει ἀνεπιτυχῶς πάντοτε, διότι οὐδὲν ἄλλο ἀπεδείχθη κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἢ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤγαγε τὰ τοῦ συμβιβασμοῦ εἰς τὸ ἀδιέξοδον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον καὶ αὐτὸς καὶ οἱοσδήποτε ἄλλος νὰ τὰ ἐξαγάγῃ, διότι κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀπεδείχθη, ὅτι τὰ τοῦ συμβιβασμοῦ διεξήχθησαν οὕτως ἀδεξίως, ὥστε ὄχι μόνον εἶναι αἴνιγμα, ἐὰν θὰ κατορθώσῃ ἄλλη τις Κυβέρνησις νὰ ὁδηγήσῃ αὐτὰ εἰς τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν, ἐν ᾗ θὰ εὕρωμεν τὴν λύσιν τὴν κανονικὴν, ἀλλὰ πλὴν τούτων ἐδείχθη κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι τὸ κύριον ἔργον τῆς παρούσης Κυβερνήσεως κατὰ τὸ στάδιον τῶν διαπραγματεύσεων περὶ συμβιβασμοῦ ὑπῆρξεν ὁ δυσφημισμὸς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως! Καὶ ἐνῷ ἐβεβαιώθη, ὅτι τὰ τοῦ συμβιβασμοῦ πρέπει νὰ θεωρῶνται τελείως κατεστραμμένα, ἐνῷ ἐβεβαιώθη ὅτι παρὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως οὐδεὶς ὀφείλει νὰ ἀναμείνῃ τὴν ἐπίτευξιν τοῦ συμβιβασμοῦ, ἔρχεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ θρηνήσῃ, διότι ἐχάσαμεν τὴν ἑσπέραν ταύτην, συζητοῦντες περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, μὴ ἀσχοληθέντες εἰς τὰ προσωπικὰ καὶ τὰ χαριστικὰ νομοσχέδια, τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει! εἰς τὰ νομοσχέδια τὰ δημοτικὰ, τὸ τῶν αὐτοκινήτων ἁμαξῶν καὶ τὸ περὶ ἀγορᾶς οἰκοπέδων καὶ τὰ ἄλλα, τὰ ὅμοια τούτοις! Καὶ ἀληθῶς δὲν γνωρίζω μετὰ ποίου θάῤῥους πρέπει νὰ ὁμιλῇ τις, ἵνα διϊσχυρίζηται, ὅτι οἱ μὲν περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ συζητοῦντες δὲν φείδονται τοῦ χρόνου, οἱ δὲ ὑπὲρ τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχεδίων, φείδονται αὐτοῦ. Δὲν εἶναι, κύριε Πρόεδρε, σπουδαῖα ταῦτα. Οὐδεὶς δὲ ἠθέλησε νὰ παρακωλύσῃ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν σπουδαίων νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα, ὑποθέτω, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ παρουσιάσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, — διότι μέχρι τοῦδε τοὐλάχιστον δὲν εἴδομεν σπουδαῖα νομοθετικὰ ἔργα ἐνώπιον ἡμῶν. — Ἡ Ἀντιπολίτευσις μέχρι τοῦδε κατὰ τὰς 26 συνεδρίας, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν, πάντοτε πρόθυμος ἐδείχθη νὰ συντρέξῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειοψηφίαν εἰς τὴν νομοθετικὴν αὐτῆς ἐργασίαν· ἀπόδειξις δὲ, κύριε Πρόεδρε, εἶναι, ὅτι διεξάγομεν τὰς συζητήσεις ἐν μεσονυκτίαις ὥραις, παραμένοντες 30 ἢ καὶ 20 μόνον Βουλευταί. Εἶναι ἡ πρώτη ἑσπέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν εὐτυχῶς παρευρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ ἡ Βουλὴ, εἶναι ἡ πρώτη στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν βλέπω τῷ ὄντι ἐν ἀπαρτίᾳ τὴν Βουλήν. Πολλάκις ἐγὼ αὐτὸς παρέστην κατὰ τὰς ἀναγνώσεις τοῦ καταλόγου ἐν ζητήμασι, τὰ ὁποῖα ἀπῄτουν τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως βεβαίωσιν τῆς παραδοχῆς τῶν ζητημάτων τούτων ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ ἐβεβαιώθη πάντοτε, ὅτι δὲν ὑπῆρχε ἀπαρτία, διότι ἡ συζήτησις διεξήγετο, παρὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμὸν, μεταξὺ 20 ἢ 30 Βουλευτῶν, καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἠρξάμεθα συζητοῦντες παρόντων μόνον 22 Βουλευτῶν, συμπολιτευομένων καὶ ἀντιπολιτευομένων. Καὶ ἐνῷ οὕτως ἔχουσι τὰ τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, κακίζετε ἡμᾶς, ὅτι δὲν συντρέχομεν εἰς τὰ τῆς νομοθετικῆς ὑμῶν ἐργασίας! Ἀλλὰ δὲν εἶναι δίκαια ταῦτα, λεγόμενα παρ’ ὑμῶν, παρ’ ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι πολλάκις ὑπεδείξατε ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης, ὅτι ὑπὲρ πᾶν ἄλλο θέτετε τὸ συμφέρον καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Μὴ λησμονεῖτε δὲ τὸ δίδαγμα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, συζητουμένου τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδωκεν ἡμῖν, περὶ τῆς πιέσεως ἐκ μέρους τῆς πλειοψηφίας πρὸς τὴν μειοψηφίαν καὶ τῆς ἐκ ταύτης ἀντιδράσεως, ἀντιδράσεως τῆς ὁποίας ἐγὼ πολλάκις, ὡς καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν εἶπον, παρέστην μάρτυς, ἀντιδράσεως δικαιοτάτης, ἀντιδράσεως ἄνευ τῆς ὁποίας, — καθ’ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι κατ’ ἐμὲ τὸν ἐλάχιστον, — δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἐὰν θέλετε νὰ μᾶς ἐξαναγκάσητε εἰς ἀντίδρασιν, εἴμεθα πρόθυμοι, ἀλλὰ σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι δὲν θὰ συντελέσῃ ἡ ἀντίδρασις αὕτη εἰς τὴν κανονικὴν διεξαγωγὴν τῶν νομοθετικῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Διότι τί ἐὰν μᾶς ἐξαναγκάσητε νὰ συζητήσωμεν μέχρι τῆς πρωΐας περὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ὅλως ξένα ὄχι μόνον πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ; Δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ θὰ συζητῶμεν περὶ ἄλλων, σπουδαίων ἴσως ἀντικειμένων, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν πρέπει κατὰ ταύτην μάλιστα τὴν στιγμὴν ν’ ἀπασχολήσωσι τὴν Βουλήν. Γινώσκει ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ συζητῶμεν μέχρι τῆς αὔριον.

§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἕκαστος ἔχει δικαιώματα ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ τὰ ἐνασκεῖ κατὰ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ γνώμην. Ἐγὼ δὲν πρόκειται νὰ διδάξω κανένα, οὐδὲ νὰ συμβουλεύσω κανένα. Ἕκαστος ἐνασκεῖ τὰ δικαιώματά του καθ’ οἱονδήποτε τρόπον αὐτὸς νομίζει. Ἐὰν κάμνῃ κατάχρησιν αὐτῶν, αὐτὸς εὐθύνεται, ὄχι ἡμεῖς.

§103ΣΤΑΗΣ. Αὐτὸ εἶναι βεβαιότατον, ὅτι ἕκαστος εὐθύνεται διὰ τὴν κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἔχει. Ἀλλ’ ἐάν τις ποιῆται κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας, ἐγὼ νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ταύτην τὴν ἑσπέραν εἶναι ὁ ποιούμενος τὴν κατάχρησιν ταύτην· διότι ἀπὸ τῆς 4 καὶ 20′ μ. μ. ἀκριβῶς ἤρξατο ἡ συνεδρία, παρεμείναμεν ἄνευ διακοπῆς μέχρι τῆς 8 καὶ 30′, ἐπανήλθομεν τὴν 9 καὶ 45′, καὶ ἔκτοτε ἐργαζόμεθα ἀδιακόπως. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νομίζῃ ὅτι δὲν πρέπει νὰ προσέχωμεν τὸν νοῦν εἰς τοὺς ἀγορεύοντας, ἐὰν νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ ἀναπαυώμεθα, εἴτε κοιμώμενοι εἴτε ἄλλως πως τὸν χρόνον διερχόμενοι, βεβαίως δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς δυνάμεθα νὰ παραμένωμεν ἐνταῦθα. Ἐὰν ὅμως προσέχωμεν, ὡς ἐμπρέπει, εἰς τὰ λεγόμενα παρὰ τῶν συναδέλφων, βεβαίως ὁ ἀνθρώπινος νοῦς δὲν δύναται ν’ ἀκολουθήσῃ μετὰ ὀκτάωρον ἐργασίαν. Μὴ λησμονεῖτε δὲ, ὅτι μᾶς ἔχετε ἐπιβαρύνει δι’ ἐργασίας ὑπερβολικῆς, ἀναγεγραμμένης ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, μὴ λησμονεῖτε ὅτι εἴμεθα ὑπόχρεοι, ἡμεῖς τοὐλάστον, νὰ παρακολουθῶμεν τὴν ἐργασίαν ταύτην, μὴ λησμονεῖτε ὅτι πολλάκις συνετελέσαμεν κατὰ τὴν συζήτησιν νομοσχεδίων εἰς τὴν βελτίωσιν αὐτῶν, ὅτι πολλάκις ὠφελήσατε τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου μόνον διὰ τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ὑμεῖς ὑπεβάλλομεν. Ἐὰν καὶ τοῦτο δὲν ἐπιθυμεῖτε, τότε δηλώσατέ το, ἵνα παραιτηθῶμεν τοῦ ἐλέγχου τούτου, καὶ ἐνεργήσωμεν τὴν ἀντίδρασιν, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς μᾶς ἐδιδάξατε.

§104ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων λέξεων πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπαντῶν πρὸς ἐμὲ, εἶπεν ὅτι τὸν Αὔγουστον μῆνα δὲν ἠδύνατο νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλήν· διατί; Διότι οἱ Βουλευταὶ ἔχουσι τὰς ἰδιωτικάς των ἐργασίας, καὶ χάριν τῶν ἐργασιῶν των αὐτῶν καλούμενοι ἐνταῦθα, ἵνα ἐπιτελέσωσιν ἐκτάκτως ὕψιστον πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον ἀπέναντι τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας αὕτη εὑρίσκετο, θὰ προετίμων τὰ ἴδια αὑτῶν συμφέροντα καὶ θὰ παρέβλεπον τὰ ὕψιστα τῆς πατρίδος συμφέροντα. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πολὺ ταπεινὴν γνώμην πρέπει νὰ ἔχῃ τις περὶ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ὅπως φαντάζηται αὐτοὺς μὴ σπεύδοντας, ἵνα πρὸ παντὸς ἄλλου ἐπιτελέσωσι τὰ πρὸς τὴν πατρίδα καθήκοντά των. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν ἠδύνατο νὰ τὴν συγκαλέσῃ κατὰ τὸν Αὔγουστον, δὲν ἠδύνατο νὰ τὴν συγκαλέσῃ κατὰ τὸν Σεπτέμβριον, ἢ τοὐλάχιστον τὴν 1 Ὀκτωβρίου, καὶ νὰ ἔχῃ ἑτοίμην πρὸς ὑποβολὴν εἰς αὐτὴν πᾶσαν τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν καὶ τὸν προϋπολογισμόν; Ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ συνεκλήθη εἰς ἔκτακτον σύνοδον τόσον βραδέως, δὲν πταίομεν ἡμεῖς, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις· ἂν δ’ ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι ἐντὸς τοσοῦτον βραχέος χρονικοῦ διαστήματος δύναται τοιαύτην σωρείαν νομοσχεδίων καὶ προϋπολογισμὸν ἐν ταὐτῷ νὰ συζητήσῃ αὐτή, πλανᾶται βεβαίως πλάνην μεγάλην. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λάβῃ ὑπὸ σημείωσιν, εἶναι τὸ ἑξῆς· ὅτι, ἐὰν ἐννοῇ νὰ ἐξαναγκάσῃ μίαν τόσον σοβαρὰν συζήτησιν νὰ λήξῃ ἐντὸς μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς συνεδριάσεως, εἶναι ὡς νὰ θέλῃ νὰ περιορίσῃ τὸν ἔλεγχον· διότι αὐτὸ μοὶ ὑπενθυμίζει τὸ ἄλλοτε γραφὲν, ὅτι εἶναι ἐλεύθερος ὁ τύπος, ἀρκεῖ μόνον νὰ μὴ γράφῃ· τὸ ἴδιον εἶναι καὶ τώρα. Εἶσθε ἐλεύθεροι, Κύριοι, νὰ ἐλέγξητε τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῇ πολιτείᾳ αὐτῆς ἐν τῷ ὑψίστῳ τούτῳ ζητήματι τοῦ συμβιβασμοῦ, ἀρκεῖ ὅμως νὰ μὴ ὁμιλήσητε! Καὶ τοῦτο σημαίνει, ὅταν λέγῃ ὅτι, «μολονότι εἶσθε κεκμηκότες, ἐγὼ ἐπιμένω εἰς τὴν συζήτησιν»· διατί; «Διότι δὲν θέλω νὰ ὑπάρχῃ ἔλεγχος». Εἶναι δὲ ἄρνησις τοῦ ἐλέγχου, ὅταν ἐπιμένητε εἰς πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον φυσικῶς. Σᾶς ἐδηλώσαμεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι προτιθέμεθα νὰ λάβωμεν τὸν λόγον, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, εἴμεθα σωματικῶς καταβεβλημένοι. Λοιπὸν ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ἀδυναμίας, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, ὅταν ἐπιμένητε σεῖς νὰ λάβωμεν τὸν λόγον, εἶναι ὡς νὰ λέγητε «σᾶς ἀφαιροῦμεν τὸν λόγον». Ἔχετε ὄρεξιν νὰ ἐργασθῆτε; ἰδοὺ ἡ ἡμερησία διάταξις· προχωρήσατε εἰς αὐτήν. Βλέπετε ὅτι δὲν ὑπάρχει τάσις πρὸς κωλυσιεργίαν ἐκ μέρους ἡμῶν· διότι, καὶ ἂν θελήσητε νὰ εἴπητε «κλείομεν τὴν συζήτησιν», θὰ μᾶς ἀφαιρέσητε οὕτω τὸ δικαίωμα νὰ διατυπώσωμεν αὔριον ἢ μεθαύριον νέαν ἐπερώτησιν περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ νὰ τὴν ἀναπτύξωμεν; Βεβαίως ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τὸ πράξωμεν. Ἡμεῖς ὅμως καλῇ τῇ πίστει σᾶς λέγομεν, ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν νὰ παρεμβάλωμεν πρόσκομμα κανέν. Δηλοῦμεν δὲ, ὡς ἐκ περισσοῦ, ὅτι αὔριον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ὀλίγα τινὰ θὰ προσθέσωμεν· οὕτω δὲ ἐντὸς τῆς τεταγμένης ὥρας, θὰ εἰσέλθῃ τότε ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον της.

§105Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν ἐκφέρω γνώμην ἐπὶ τῆς σπουδαιότητος τῆς συζητήσεως, τῆς μέχρι τοῦδε γενομένης. Οἱ ἀγορεύοντες ἔχουσι δικαίωμα νὰ φρονῶσιν, ὅτι λέγουσι σπουδαῖα πράγματα καὶ ὅτι συντελοῦσιν εἰς φωτισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ ὅτι ἐξυπηρετοῦσι τὰ δημόσια συμφέροντα, τοιαῦτα λέγοντες. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἐνοχλήσω τὸν κ. πρόεδρον καὶ ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ χειρισθῇ καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην τοὺς ἀριθμοὺς, καθ’ ὃν τρόπον αὐτὸς γνωρίζει. Οὐδεμίαν ἐκφέρω γνώμην, ἀλλ’ ἀκούω μετὰ πάσης προσοχῆς, εἴτε σπουδαῖα λέγοντα, εἴτε μὴ σπουδαῖα. Ἔχω ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ φρονῶ, ὅτι, ἐὰν τοιαύτη συζήτησις ἐξακολουθήσῃ, εἶναι ἀπώλεια χρόνου, καὶ μηδεὶς ἂς θορυβῇ. Μηδεὶς ἂς θορυβῇ, ὅτι θεωρῶ τὸν γινόμενον ἔλεγχον τοσοῦτον ἀνάξιον λόγου, ὥστε νομίζω ὅτι εἶναι ἀπώλεια χρόνου ἡ ἐνάσκησις τοῦ ἐλέγχου. Ὄχι· ἀλλ’ ἡ τοιαύτη χρῆσις εἶναι ἀπώλεια χρόνου. Ὅ,τι ἐπιθυμοῦμεν, εἶναι νὰ ἦναι ἐλεύθεροι οἱ Βουλευταὶ νὰ ἀγορεύωσιν ὅσον θέλουσιν, ἀλλὰ ἐπιθυμοῦμεν ὅμως νὰ μεριμνήσωμεν καὶ περὶ τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Ἐὰν τὰ νομοθετήματα ἡμῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων θεωρῇ ἀνάξια λόγου καὶ προσοχῆς, εἶναι κύριος νὰ τὰ κρίνῃ, ἀλλὰ κυρία νὰ κρίνῃ αὐτὰ εἶναι καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ κοινόν· δὲν παραπονοῦμαι διότι τοιαύτην ἔχει γνώμην περὶ τῶν ἔργων ἡμῶν. Ἡμεῖς ὅμως, ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν τοιαύτην γνώμην, νομίζομεν ὅτι ὑπηρετοῦμεν τὸν τόπον μας, ἐὰν προτείνωμεν τοιαῦτα νομοθετήματα, καὶ ἀπεκδεχόμεθα τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ἐπ’ αὐτῶν. Ἐπιθυμοῦμεν λοιπὸν νὰ μειώσωμεν τὴν ἑσπέραν ταύτην τὸν ἀριθμὸν τῶν ῥητόρων, οἵτινες μέλλουσι νὰ συνεχίσωσι τὴν συζήτησιν· διότι, ἐὰν καὶ αὔριον τρεῖς παρασταθῶσιν, ὅσοι καὶ σήμερον, καὶ ἡ ἡμέρα ἡ αὔριον θὰ διέλθῃ χωρὶς νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Διὰ τοῦτο εὐχόμεθα νὰ ἀγορεύσῃ εἷς ἀκόμη, καὶ μείνωσι διὰ τὴν αὔριον τοὐλάχιστον δύο.

§106ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ εἶμαι καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης.

§107Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑμεῖς νομίζετε ὅτι εἶσθε δύο· ἀλλὰ νομίζετε ὅτι ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ δὲν εἶναι καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσι νὰ λάβωσι τὸν λόγον καὶ αὐτοὶ, ἵνα ἐπικρίνωσι καὶ εἰσφέρωσι τὰ φῶτά των; Καὶ οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν λέγουσι σπουδαῖα πράγματα. Διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ νὰ μειωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ῥητόρων· διότι, ἐὰν αὔριον μετὰ τοὺς δύο, ὑμᾶς καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δύνασθε νὰ χειρισθῆτε τὰ ζητήματα ταῦτα, παρουσιασθῶσι καὶ ἄλλοι 5 ἢ 6, οἱ ὁποῖοι συνήθως ἀκούονται εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα χειρισθῶσι τὰ ζητήματα ταῦτα, πότε θὰ ἐργασθῶμεν τότε νομοθετικῶς;

§108ΣΤΑΗΣ. Εἶναι λυπηρόν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρωμοίασε τὴν Ἀντιπολίτευσιν μὲ πολυκέφαλον Ὕδραν, τῆς ὁποίας εὐθὺς ὡς ἀποκόπτεται ἡ μία κεφαλή, δύο ἀναφύονται. Καὶ δὲν θέλω ἐγὼ νὰ διαψεύσω τὴν παρομοίωσιν τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι σήμερον ἢ αὔριον θὰ δειχθῇ, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχῃ δίκαιον, χαρακτηρίσας τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὡς πολυκέφαλον Ὕδραν Λερναίαν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς καὶ οἱ συνάδελφοι οἱ παρακαθήμενοι ἐν τῇ πτέρυγι ἐκείνῃ (δεικνύει τὴν δεξιὰν), νομίζω ὅτι δὲν ἐξετάζουν τὸ θέμα ὑπὸ τὴν πραγματικὴν αὐτοῦ ἔννοιαν. Διότι ἀληθῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος εἶπεν, ὅτι τίς θέλει μᾶς παρεμποδίσει αὔριον νὰ ἐπιληφθῶμεν καὶ πάλιν τῆς συζητήσεως τοῦ συμβιβασμοῦ; Βεβαίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν δύναται νὰ παρακωλύσῃ οἱονδήποτε Βουλευτὴν αὔριον τὴν ἑσπέραν, καὶ μετὰ τὴν αὔριον, νὰ ἐξετάσῃ καὶ πάλιν τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ δι’ ἄλλης ἐπερωτήσεως.

§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον ἐγώ, ὅτι θέλω σᾶς ἐμποδίσει, ἐὰν θέλετε καθ’ ἡμέραν νὰ ὁμιλῆτε περὶ συμβιβασμοῦ; Κάμετέ το.

§110ΣΤΑΗΣ. Αὐτὸ εἴπετε, ὅταν εἴπετε, ὅτι θέλετε τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ περατωθῇ τὸ ὀχληρὸν τοῦτο ζήτημα, τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς θεωρεῖτε ὅτι εἰς οὐδὲν ἄλλο συντελεῖ ἢ νὰ καταναλωθῇ ματαίως ὁ χρόνος. Ἐνῷ ἀκριβῶς περὶ τοῦ ἐναντίου ἐπρόκειτο, διότι διὰ τῆς διακοπῆς τῆς συζητήσεως κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἠθέλομεν ἐπιταχύνει τὴν λῆξιν τῆς συζητήσεως κατὰ τὴν αὔριον ἑσπέραν, ἀφοῦ ἤδη ἐδηλώθη, ὅτι δύο ἢ τρεῖς ἔτι συνάδελφοι θὰ λάβωσι τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἀλλ’ ὑμεῖς νομίζετε, ὅτι διὰ τῶν κρίσεών σας περὶ τῶν ἀγορεύσεων τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων ἐπὶ τοῦ συμβιβασμοῦ θὰ συντελέσητε εἰς τὴν ταχεῖαν ἀποπεράτωσιν τῶν περὶ συμβιβασμοῦ. Τοῦτο δὲν εἶναι καθόλου ἀληθές. Ἀληθὲς ὅμως εἶναι, ὅτι θὰ ἐξαναγκάσητε καὶ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ὁμιλήσουν περὶ συμβιβασμοῦ, νὰ λάβωσι τὸν λόγον, διότι τὸ θέμα εἶναι ἀνεξάντλητον, ὡς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ γνωστοῦ φυλλαδίου, τοῦ περιέχοντος ἀνακριβείας, ἀναληθείας καὶ σχεδὸν εἰπεῖν ὕβρεις κατὰ τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων τοῦ παρελθόντος. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι ἐν τῷ φυλλαδίῳ τούτῳ ἀναφέρεται, ὅτι ψευδῶς ἀνεγράφοντο τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τοῦ Κράτους, ὅτι ψευδῶς ἀνεφέροντο ὡς ἔξοδα πληρωθέντα τὰ 9,000,000 τῆς ὁδοποιΐας. Ἀφοῦ δ’ ἐλέγοντο πρὸς ξένους τοιαῦτα μὴ ἀκριβῆ, βεβαίως δυνάμεθα, ἀναιροῦντες τὰς ἀνακριβείας ταύτας, νὰ συζητῶμεν ἐπὶ χρόνον μακρόν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει ὅτι ἐπείγει ὁ χρόνος. Καὶ διατὶ ἐπείγει; διότι ἔχομεν 26 συνεδριάσεις; Ἢ νομίζετε ὅτι σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ φρονῆτε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ περατωθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἅμα τῇ ἐνάρξει τῶν ἑορτῶν; Τοῦτο εἶναι ἀδύνατον. Συνομολογεῖτε δὲ καὶ σεῖς, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσωμεν τὰς ἐργασίας μας· ἀλλὰ τότε διατὶ σπεύδετε; Ἔχετε ἀνάγκην τοῦ προϋπολογισμοῦ; Ζητήσατε δωδεκατημόρια, ἐὰν νομίζητε ὅτι πρέπει νὰ διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ ὅμως φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ διακοπῶσι, διότι ὑπάρχουσι σπουδαῖα ζητήματα ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα θὰ κρίνουν οὐ μόνον τὴν ὕπαρξιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ τῆς Βουλῆς, διότι τὰ ζητήματα τὰ συνδεόμενα πρὸς τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Βασιλέως τοιαύτην ἔχουσιν ἔννοιαν. Ἐὰν θέλετε νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, μὴ σπεύδετε. Ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει, παρά ποτε, ἁρμόζει τὸ «σπεῦδε βραδέως».

§111Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνιστῶ, εἶναι νὰ μὴ ἀπειλῆτε, διότι οὔτε ἡ πτέρυξ αὕτη οὐδ’ ἐγὼ εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δέχονται ἀπειλάς. Ἐὰν θέλετε νὰ εἴπητε τὸ φρόνημά σας, εἶσθε ἐλεύθερος, ἀλλὰ δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ἀπειλῆτε, καὶ ἐὰν θέλετε νὰ ἐνασκήσητε τὴν ἀπειλήν σας, ἐνασκήσατέ την ἀγορεύοντες 10 ὥρας τὴν ἡμέραν· οὐδεὶς θὰ σᾶς ἐμποδίσῃ· ἀλλὰ δικαίωμα νὰ ἀπειλῆτε ἐν τῇ Βουλῇ δὲν ἔχετε, καὶ νὰ παύσητε ποιοῦντες τοῦτο.

§112ΣΤΑΗΣ. Οὐδὲ ἠπείλησα, οὐδὲ νομίζω ὅτι ἐμπρέπει εἰς οἱονδήποτε ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ νὰ ἀπειλῇ, διότι ἐνταῦθα δὲν ἐπιτρέπεται οὐδὲ ἀπειλή, οὐδὲ ὑπαινιγμός τις ἀπειλῆς. Ἐὰν δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἀπειλήσῃ ἐμὲ, ἰσχυρίσθη ὅτι ἐγὼ ἀπειλῶ, σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἐκεῖνος δύναται ἐλευθέρως νὰ ἀπειλῇ, οὐχὶ διότι ἡ πλειονοψηφία τοῦ ἔθνους ἀκολουθεῖ αὐτὸν, ἀλλὰ διότι τὸ παρελθόν του καὶ ἡ ἡλικία του ἐπιτρέπουσιν αὐτῷ νὰ ἀπειλῇ.

§113Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ οὐδέποτε ἠπείλησά τινα.

§114ΣΤΑΗΣ. Καὶ ταῦτα ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὸν ὁποῖον πάντοτε μετὰ σεβασμοῦ ὄχι μόνον ὡμίλησα, ἀλλὰ καὶ προσηνέχθην. Ἀλλὰ ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νομίζῃ ὅτι ἐπῆλθεν ἡ στιγμή, καθ’ ἣν πρέπει νὰ ἐγερθῇ ταραχή τις, ἵνα κερδήσῃ τὸ ζήτημα, ἐγὼ βεβαίως δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ὑποδείξω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ στιγμή. Ἀλλ’ ἡ πάροδος τοῦ χρόνου νομίζω ὅτι ἐπιβάλλει εἰς πάντας νὰ τρέψωμεν τὴν συζήτησιν καὶ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ θέμα. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, εἴμεθα πρόθυμοι, ἵνα αὔριον συνεχίσωμεν τὴν περὶ συμβιβασμοῦ συζήτησιν· ἀλλ’ ἐὰν θέλῃ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν ταύτην, ὁ χρόνος θὰ παρέλθῃ ἐπὶ ματαίῳ.

§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο πρότασις νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, καὶ νὰ προχωρήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν...

§116Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀνθίσταμαι κατὰ τῆς προτάσεως. Ὅταν ὑπάρχῃ ἐπερώτησις, πρέπει νὰ ἐξαντληθῇ. Εὐθὺς δ’ ὡς κλείσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, τότε ἔρχεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§117ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐσαφηνίσθησαν αἱ προθέσεις αὐτοῦ. Δὲν πρόκειται νὰ φεισθῶμεν τοῦ χρόνου, διότι ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα παρὰ τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν Κυθήρων καὶ Λοκρίδος, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ περαιτέρω ἔρευνα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ συμβιβασμοῦ, εἰσέλθωμεν δὲ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐπάγεται οἰκονομίαν χρόνου. Κατὰ τὰς δηλώσεις ὅμως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, πρόθεσις αὐτοῦ εἶναι νὰ κλείσῃ ὅπως δήποτε ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ συμβιβασμοῦ· εἶπε δὲ, διὰ νὰ δικαιολογηθῇ, ὅτι δὲν εἶναι τακτικὸν, χωρὶς νὰ περατωθῇ ἡ συζήτησις αὕτη, νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δὲν γνωρίζω διατὶ ἀναγκαίως πρέπει νὰ κλείσῃ ἡ προκειμένη συζήτησις, ἀφοῦ μάλιστα μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης οὐδεμία ἐπ’ αὐτῆς πρότασις ὑπεβλήθη. Φοβοῦμαι ὅμως, ὅτι ἡ τακτικὴ, ἣν μετέρχεται ἡ Κυβέρνησις, δὲν θὰ συντομεύσῃ τὴν συζήτησιν, ὅσον καὶ ἄν θέλῃ νὰ ἐμποδίζῃ τοὺς σκοποῦντας ν’ ἀγορεύσωσι, διότι εἰς τὸ πνεῦμα τῶν Βουλευτῶν τῆς πλειοψηφίας καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τῶν Βουλευτῶν τῆς μειοψηφίας, ἀλλὰ καὶ πάντων τῶν παρισταμένων ἐνταῦθα, μένουσιν ἐντετυπωμέναι ὡρισμέναι καταγγελίαι, ἐκτοξευθεῖσαι κατὰ τῆς πολιτείας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν δ’ ἐφείδετο πράγματι τοῦ χρόνου, ἐὰν δὲν εἶχε μόνον τὴν πρόθεσιν νὰ κλείσῃ ὅπως–ὅπως τὴν συζήτησιν, διότι δὲν τῷ συμφέρει, ἤθελε λάβει τὸν λόγον καὶ λύσει τὰς ἀπορίας, τὰς γεννηθείσας εἰς τὸ πνεῦμα παντὸς ἐκ τῶν καταγγελιῶν τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀποκρούων τὰς κατὰ τῆς πολιτείας του διατυπωθείσας μομφάς. Αἱ ἀπορίαι αὗται εἶναι τρεῖς. Εἶναι ἡ ἀπορία ἡ γεννηθεῖσα ἐκ τῆς παραβολῆς τῶν προτάσεων τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους καὶ τὰ κομιτάτα, πρὸς τὰς ἐγγραφὰς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ὡς πρὸς τὰ ποσοστὰ τῆς ὁδοποιΐας. Ἐνῷ δὲ κατηγορεῖτο πρὸ ὀλίγου παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Παρνασσίδος, ὡς διαχειριζόμενος τοὺς ἀριθμοὺς λαθροχειρικῶς, ἔχομεν δύο ἐπίσημα κείμενα ἀλληλαναιρούμενα, καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν κειμένων, ὅσον καὶ ἂν θέλῃ νὰ λέγῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν συμφέρει ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ συμβιβασμοῦ, διότι δῆθεν ζημιοῦνται ἐντεῦθεν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ὀφείλει νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις. Ὀφείλει νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ, καὶ νὰ ἐξηγήσῃ πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τὴν ὑποστηρίζουσαν αὐτὸν καὶ πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν, τοῦ ὁποίου τὰ συμφέροντα σήμερον διαχειρίζεται, πῶς ἀνεγράφησαν ἐν τῇ ἐκθέσει τῇ ἐπισήμῳ, τῇ ἀνακοινωθείσῃ πρὸς τὰ κομιτάτα διὰ τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἑλλάδος, πῶς ἀνεγράφησαν ἐννέα ὅλα ἑκατομμύρια ἐκ ποσοστῶν τῆς ὁδοποιΐας μὴ ἀποδοθέντων, καὶ πῶς ἐν τῷ ἐπισήμῳ σημειώματι τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, τῷ κατατεθέντι παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ποσοστὰ ταῦτα, τὰ κατὰ τὰς προτάσεις πρὸς τοὺς δανειστὰς ἀνερχόμενα εἰς ἐννέα ἑκατομμύρια, ἀναγράφονται ὡς ἀνερχόμενα μόνον εἰς 800,000. Ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, δὲν πρόκειται περὶ προτάσεων ἢ περὶ γνωμῶν, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ζημιώσωσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, πρόκειται περὶ ἀριθμῶν, καὶ ζητεῖται πῶς καὶ τίς τὴν διαφορὰν ταύτην εἰς ἐπισήμους πίνακας κατέστησεν· ὁ Βουλευτὴς Παρνασσίδος, ἢ ὁ συντάξας τὸ κείμενον τῶν προτάσεων τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὰ κομιτάτα, καὶ τὸ Γεν. Λογιστήριον, τὸ συντάξαν καὶ ὑποβαλὸν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τοὺς ἀριθμοὺς τούτους; Καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ἓν τῶν σημείων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις, διότι ἀρνούμενος ταύτας ἀρνεῖται καθῆκον ἐπιτακτικὸν καὶ πρὸς ἑαυτὸν καὶ πρὸς τὸν τόπον, τοῦ ὁποίου ἐκπροσωπεῖ τὰ συμφέροντα. Ἕτερον σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὀφείλει νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, χωρὶς ἐντεῦθεν κατ’ ἐλάχιστον νὰ θίξῃ τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ, εἶναι τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν δωρεὰν, ἥτις γίνεται πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους, καθόσον οὗτοι ἤθελον ἀναλάβει νὰ καταβάλωσι πρὸς τὸ Δημόσιον τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν πρὸς πληρωμὴν τοῦ χρέους τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἢ τοῦ ἐκ προκαταβολῶν. Δίδεται πρόσθετος ἀμοιβὴ πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους διὰ τὴν τοιαύτην ὑπηρεσίαν ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἀλλ’ ἐν ταῖς προτάσεσι ταῖς συνταχθείσαις μετὰ τοσαύτης λεπτομερείας, δὲν βλέπομεν πόθεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ νέου δανείου θὰ λάβῃ τὸ χρηματικὸν τοῦτο ποσόν. Οἱ πόροι ἡμῶν εἰσιν ὡρισμένοι· ἔχομεν 67 ἑκατομμύρια διὰ τὴν διοίκησιν, 21 ἑκατομμύρια διὰ τὸ δημόσιον χρέος. Πόθεν θὰ λάβῃ τὸ 1,300,000, ὅπερ προσφέρει ἡ Κυβέρνησις εἰς τοὺς ὁμολογιούχους; Εἶναι καὶ τοῦτο σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου, ἂν δὲν θέλῃ νὰ παραλείψῃ τὸ καθῆκον, ὅπερ ἔχει πρὸς ἑαυτὸν καὶ πρὸς τὸν τόπον, ὀφείλει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις. Τρίτον σημεῖον εἶναι τὸ ἀποβλέπον εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν δαπανῶν. Πῶς κατώρθωσε τὰς δαπάνας τῆς Διοικήσεως ν’ ἀναβιβάσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς 67,000,000, ἐνῷ αὗται εἶναι 62,000,000; Μὴ ἐξηγούμενος ἐπ’ αὐτῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀποδεικνύει ἓν καὶ μόνον, ὅτι αἱ βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζει τὸν συμβιβασμὸν, εἶναι ἐντελῶς πλημμελεῖς, σπεύδων δὲ νὰ κλείσῃ τὴν συζήτησιν, χωρὶς νὰ ἐξηγήσῃ τὰ πλημμελῆ ταῦτα τῶν προτάσεων αὑτοῦ, ἀποδεικνύει ὅτι δὲν ὑπῆρξεν εἰλικρινὴς, ὅπερ πολὺ φοβοῦμαι ὅτι θὰ καταλογισθῇ ἀργὰ ἢ ταχέως εἰς βάρος τῆς χώρας.

§118Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος γνωρίζω ὅτι ἀσχολεῖται περὶ τὴν ἔρευναν τῶν λογαριασμῶν τοῦ Κράτους, ἀπορῶ πῶς ἠδυνήθη νὰ ἐκφέρῃ γνώμην καὶ νὰ ποιήσηται μάλιστα χρῆσιν χαρακτηρισμῶν βαρέων, νὰ χαρακτηρίζῃ λαθροχειρίαν καὶ νὰ ἀποδίδῃ αὐτὴν εἴτε εἰς τὸν Βουλευτὴν ἐκ Παρνασσίδος εἴτε εἰς ἐμὲ, πρὶν ἢ ἐρευνήσῃ αὐτὸς ὁ ἴδιος καὶ πεισθῇ, ἐὰν πράγματι τὰ ἔσοδα τῆς ὁδοποιΐας, τὰ ὁποῖα εἰσέπραττε τὸ Δημόσιον, τὰ ἀπέδιδεν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἐν ὅσῳ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ὑπῆρχε λειτουργοῦν. Δὲν λαμβάνει τοὺς ἀπολογισμοὺς τοῦ Κράτους, διὰ νὰ ἴδῃ, ἐὰν ἀπεδίδοντο τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας εἰς τὸ ταμεῖον αὐτό; Ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1888, ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1889, ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1890, ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1891 ἦσαν δημοσιευμένοι ὅταν ἐγράφοντο αἱ ὁδηγίαι, δὲν ἦσαν δημοσιευμένοι μόνον οἱ ὁριστικοὶ ἀπολογισμοὶ τῶν ἐτῶν 1892 καὶ 1893, ὑπῆρχον ὅμως οἱ προσωρινοὶ ἀπολογισμοί. Ἀναδιφήσατε τοὺς ἀπολογισμοὺς αὐτοὺς, διὰ νὰ ἴδητε ἂν ἀπεδίδοντο εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα εἰσέπραττε τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τοῦ πόρου τῆς ὁδοποιίας. Μόνον κατὰ τὸ ἔτος 1891 θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἀπεδόθη τὸ ποσὸν τοῦτο, κατὰ πάντα δὲ τὰ ἄλλα ἔτη ἢ ἀπεδίδοντο ὀλίγα τινά, ἢ τὰ ἡμίση, ἢ τὰ ⅖, οὐδέποτε ὁλόκληρον τὸ ποσόν. Καὶ τοῦτο εἶναι λαθροχειρία! Καὶ πρὶν ἢ πεισθῆτε ὅτι δὲν ἔχουσιν οὕτω τὰ πράγματα, ἀποδίδετε χαρακτηρισμοὺς τοιούτους μετὰ τοσαύτης εὐκολίας, ὑμεῖς, ὅστις παρίστασθε ἡγέτης πολιτικοῦ κόμματος! Καὶ ποῖον συμφέρον ὑπῆρχεν, ἵνα εὐκολύνῃ ἢ ἵνα δυσχεράνῃ τὰς διαπραγματεύσεις περὶ συμβιβασμοῦ ἡ ἀφαίρεσις ἀπὸ τὰ ἔξοδα τῆς ὁδοποιίας, ἡ προσθήκη εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους τῶν εἰσπραχθέντων ὑπὸ τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα παρέλιπε νὰ πληρώσῃ, τὰ ὁποῖα δεικνύουσι τὸν ἀληθῆ κατάλογον τῶν ἐξόδων; Ἐὰν παρέλειπον τὴν μνείαν ταύτην, ἤθελον παραστήσει, ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως ἦσαν ὀλιγώτερα τῶν πραγματικῶν, ἐπὶ ζημίᾳ ἴσως τοῦ Δημοσίου καὶ ἐπὶ ἀποπλανήσει τῶν δανειστῶν. Νομίζετε ὅτι ἡ ἰδέα τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ ἐπιτρέπει τοῦτο; Αὐτὸ ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Βουλευτὴν Παρνασσίδος νὰ φρονῇ· ἀλλὰ μήπως τινὲς ἐξ ὑμῶν τὸν αὐτὸν ἰσχυρισμὸν δὲν προεβάλατε ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰσέπραττε μὲν τὰ ἔσοδα τῆς ὁδοποιίας ἐκ τῶν πόρων, τοὺς ὁποίους οἱ νόμοι προώρισαν διὰ τὴν ὁδοποιίαν, δὲν ἀπέδιδεν ὅμως ταῦτα; Ταῦτα εἶναι κοινῶς γνωστά, βεβαιούμενα διὰ τῶν ἐπισήμων ἀπολογισμῶν, καὶ διὰ τῶν προσωρινῶν ἀπολογισμῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς μετέβη καὶ εἰς ἄλλο θέμα. Τὸ θέμα τοῦτο συνδέεται μετὰ τῶν διαπραγματεύσεων· δὲν εἶναι ἀλλότριον, ὡς εἶναι τὸ θέμα τῶν ἐσόδων τῆς ὁδοποιίας, καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι ἐποιησάμην δωρεάν! Ἐγὼ δὲν εἶχον καθῆκον νὰ συγκρατήσω τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κραναίας ὁρμῶντα εἰς κατωφέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελε νὰ παρασύρῃ τὴν Βουλήν, νομίζω μάλιστα ὅτι προσέφερον ὑπηρεσίαν εἰς αὐτὸν τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κραναίας, παρακαλέσας αὐτὸν νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῆς σελίδος ἐκείνης τοῦ φυλλαδίου ἐν τῷ συμφέροντι αὐτοῦ· διότι, ἐὰν δὲν προεχώρει, καὶ ἐσταμάτα ἐκεῖ, δικαίως ἤθελεν ὑποληφθῆ ὑπὸ τῶν γνωριζόντων τὰ πράγματα, ὅτι δὲν ἦτο ἀκριβὴς περὶ τὴν παράστασιν τῶν πραγμάτων. Καὶ δὲν συμφέρει εἰς αὐτὸν, νέον ἄνδρα, τοιαύτη νὰ σχηματισθῇ περὶ αὐτοῦ γνώμη. Λοιπὸν τὸν προέτρεψα νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν, διὰ νὰ ἴδῃ, ὅτι ἡμεῖς διὰ τῶν ὁδηγιῶν, τὰς ὁποίας ἐδώσαμεν εἰς τοὺς πρέσβεις, ὡδηγοῦμεν αὐτοὺς νὰ ὑποδείξωσιν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν κομιτάτων, ὅτι, ἐὰν ἤθελον ἀναλάβει αὐτοὶ τὰ ἔξοδα δανείου 30 ἑκατομμυρίων, ὅσα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν προκαταβολῶν καὶ τῶν μεταλλικῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ἠθέλομεν εὑρεῖ τρόπον νὰ ἔχωμεν τὸ ἀπαιτούμενον χρεωλύσιον ἐν τῷ συνδυασμῷ, τὸν ὁποῖον ἐπροτείναμεν, διότι ὑπενθυμίζομεν εἰς αὐτοὺς, ὅτι τότε δὲν ἠθέλομεν πλέον πληρόνει τοὺς τόκους, τοὺς ὁποίους πληρόνομεν εἰς προσωρινὰ δάνεια, οὐδὲ τοὺς τόκους τοὺς ὁποίους πληρόνομεν διὰ τὰ εἰς μεταλλικὸν χρέη τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται εἰς 1,025,000. Ὑπεδεικνύομεν ὅτι ἠθέλομεν ἔχει τὰ ⅖ τῆς διαφορᾶς, τὰ δὲ ⅗ τῆς διαφορᾶς ἀπετέλουν ποσὸν ἐπαρκὲς καὶ διὰ τοὺς τόκους καὶ διὰ τὰ χρεωλύσια τοῦ ποσοῦ τῶν 30 ἑκατομμυρίων. Ἐὰν, Κύριοι, δὲν θέλετε νὰ κατανοήσητε τὰ πράγματα, ἐγὼ βεβαίως δὲν σκοπῶ νὰ ἀναλάβω τὴν διδασκαλίαν· ἐπειδὴ ὅμως ὑπάρχουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὰ ἀγνοοῦσι, καὶ δεικνύουσιν ὅτι δὲν τὰ ἐννοοῦσιν, ἠθέλησα ν’ ἀποκαλύψω αὐτοὺς ὅτι τὰ ἐννοοῦσιν, ἀλλ’ ἀποκρύπτουσι τὴν ἀλήθειαν. Αὐτὰ εἶναι τὰ μεγάλα θέματα, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται. Ἐγὼ ἀνήγγειλα, ὅταν ἐπροτάθη ἡ ἐπερώτησις, ὅτι δὲν νομίζω ἐμαυτὸν ὑπόχρεων νὰ δώσω οὐδεμίαν διασάφησιν δι’ ὑπόθεσιν ἀφορῶσαν τὸν συμβιβασμὸν, διότι δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχουσι γεγονότα πρὸς συζήτησιν. Εἰς τὴν Βουλὴν κατέθηκα δύο ἔγγραφα, τὰς ὁδηγίας καὶ τὸ σχέδιον τοῦ συμβιβασμοῦ, διὰ νὰ δώσω πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν, οὐχὶ διὰ νὰ προκαλέσω τὸν ἔλεγχον αὐτῶν· διότι, ἐν ὅσῳ δὲν ἔχω γνῶσιν ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις διεκόπησαν ὁριστικῶς, ὀφείλω νὰ μὴ προκαλέσω συζήτησιν δημοσίαν, καὶ μάλιστα ἐν Κοινοβουλίῳ, διότι αἱ συζητήσεις αὗται δύνανται νὰ βλάψωσι. Μήπως νομίζετε, ὅτι τὰ λεχθέντα δὲν βλάπτουσι; Νομίζετε ὅτι οἱ ἰσχυρισμοὶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀστόχως διεξήγαγε τὰς διαπραγματεύσεις, δὲν ἐξασθενοῦσιν αὐτήν; Καὶ νομίζετε ὅτι αἱ παραστάσεις ὅτι εἶναι πολλὰ ἢ ὀλίγα ὅσα προέτεινεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς, δὲν ἐξασθενίζουσι τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰς μελλούσας διαπραγματεύσεις της; Διὰ τοῦτο εἶχον καθῆκον νὰ καταστήσω τὴν Βουλὴν ἐν γνώσει, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιλάβηται τῆς συζητήσεως. Ἐπειδὴ οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐδήλωσαν ὅτι θὰ ἐπιλάβωνται τοιαύτης συζητήσεως, προανήγγειλον ἐγὼ, ὅτι δὲν θέλω ἀναμιχθῆ παντάπασι, καὶ ἐὰν γεγονότα μηδεμίαν ἔχοντα σημασίαν, καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἐπίσημον γνῶσιν ἔχει, προβάλλωνται, ὡς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης προέβαλε δημοσίευμα εἰς Γερμανικὴν ἐφημερίδα, ἢ εἰς τὸν «Οἰκονομολόγον τοῦ Λονδίνου», καὶ ἔφερε κρίσεις. Δὲν γνωρίζετε εἰς ποίαν κατάστασιν εἶναι ἡ δημοσιογραφία ὅταν πρόκειται περὶ χρηματιστικῶν ὑποθέσεων; Καὶ νομίζετε ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ ἐπηρεάζωνται ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διαθέτουσι κεφάλαια, καθ’ ὃν χρόνον τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον μόλις ἐδαπάνησεν 800 δραχμάς; Ἢ νομίζετε ὅτι εἶναι σοφία μεγάλη νὰ λέγητε ὅτι πρέπει νὰ τελειώσῃ ὁ συμβιβασμός; Ἀλλὰ πρέπει νὰ τελειώσῃ ὡς πρέπει νὰ τελειώσῃ. Καὶ νομίζετε ὅτι αὐτὴ ἡ ἀνυπομονησία ὅτι ὁ συμβιβασμὸς πρέπει νὰ τελειώσῃ, νομίζετε ὅτι δὲν περιβάλλει μὲ δύναμίν τινας, καὶ μὲ ἀσθένειαν ἄλλους; Διὰ τοῦτο δὲν ἠθέλησα νὰ ἀναμιχθῶ· ὅταν ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, εἶπέ τινα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν ὀρθὰ, καὶ ὅταν ἄλλος ἀπέδιδεν αἰτιάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν βάσιμοι, διέκοψα αὐτοὺς ἀπὸ τὰς παραπλανήσεις, εἰς τὰς ὁποίας προέβησαν.

§119ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς τῶν ἀγορευσάντων μέχρι τοῦδε ἐκ τῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἰσχυρίσθη, ὅτι πρέπει ὁ συμβιβασμὸς νὰ περατωθῇ οὐχὶ ὅπως πρέπει, οὐδεὶς ἰσχυρίσθη, ὅτι πρέπει ὁ συμβιβασμὸς νὰ στηριχθῇ ἐπὶ ὅρων μὴ συμβιβαζομένων πρὸς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Δὲν ἐννοῶ κατὰ τίνα τρόπον δύνανται νὰ παραβλάψωσι τὰς διεξαγομένας διαπραγματεύσεις αἱ μέχρι τοῦδε ἀγορεύσεις, αἵτινες περιωρίσθησαν εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πεπραγμένων. Εἶχον ἄλλως τε δικαίωμα νὰ πράξωσι τοῦτο, οὐ μόνον διότι ἐπρόκειτο περὶ διαχειρίσεως ἐντολῆς δοθείσης εἰς τὴν Κυβέρνησιν παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ καὶ διότι νομίζομεν, ὅτι ἡ συζήτησις περὶ τοῦ τρόπου καὶ τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως προσφέρει πολύτιμον ὑπηρεσίαν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἐν τῷ μέλλοντι ἐξακολουθήσει τὰς τοῦ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεις. Ἀγορεύων πρὸ ὀλίγου, ἐξέφρασα τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν θέλει μείνῃ ἀμέτοχος ἐν τῇ συζητήσει ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι αἱ παρ’ αὐτοῦ δοθησόμεναι ἐξηγήσεις δύνανται νὰ ἄρωσιν ἀπορίας, αἱ ὁποῖαι ἐγεννήθησαν ἐκ τῶν περιπετειῶν τῶν διαπραγματεύσεων. Ἠναγκάσθη ἐπὶ τέλους ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς νὰ λάβῃ τὸν λόγον’ ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι διὰ τῆς εὐστροφίας, ἡ ὁποία τὸν διακρίνει, ἠδύνατο νὰ ἀναιρέσῃ ἀριθμοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐξήχθησαν ἀπὸ ἐπίσημα κείμενα. Ὑπέλαβεν, ὅτι ἦτο δυνατόν, ἀπέναντι τῶν ἀμειλίκτων ἀριθμῶν, νὰ κατισχύσῃ ἡ εὐστροφία τῶν λόγων του. Ἐδῶ ἔχομεν δύο ἐπίσημα κείμενα, ἔχομεν τὰς ὁδηγίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς τρεῖς πρεσβευτὰς ἐν Λονδίνῳ, Παρισίοις καὶ Βερολίνῳ, ἐν ταῖς ὁποίαις, ἐπειδὴ ἠκολούθησε τὸ σύστημα νὰ παριστάνῃ ὁποῖα ὑπῆρχον ἐν τῷ παρελθόντι τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως, ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς ἀνεγράφοντο, νὰ προσθέσῃ καὶ ὅσα δὲν εἶχον ἀποδοθῆ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας, ῥητῶς δὲ ἀνέφερον, ὅτι ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1892 δὲν ἀπεδόθη οὐδὲ λεπτὸν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας. Εἰσεπράχθησαν, κατὰ τὰς ὁδηγίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸς τοὺς ἡμετέρους πρέσβεις, ἐξ ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1892 τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας δραχ. 4,500,000, δὲν ἀπεδόθη δὲ εἰς τὸ ταμεῖον τοῦτο οὐδὲ λεπτόν. Κατὰ τὰς αὐτὰς ὁδηγίας, ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1889 κατεκρατήθησαν 3,248,325, καὶ ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1890 ἐκρατήθησαν δραχ. 1,545,477, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 9,293,803. Ὡς δὲ ἔλεγον ἀγορεύων, ἐπειδὴ μοὶ ἐγεννήθη ἀμφιβολία, ἐὰν ἦτο δυνατὸν τοιαῦτα ποσὰ νὰ μὴ ἀπεδόθησαν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας, προὐκάλεσα δι’ ἐπερωτήσεως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ στείλῃ ἐπίσημον τοῦ Λογιστηρίου κατάστασιν τῶν εἰσπραχθέντων ποσοστῶν, ἐμφαίνουσαν τὰ καθυστεροῦντα ποσοστὰ καὶ τὰ ἀποδοθέντα. Κατὰ τὴν κατάστασιν ταύτην, εἰσεπράχθησαν κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1889 δικαιώματα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας ἐκ δραχ. 2,379,860 καὶ 73 ἑκατοστῶν, ὁλόκληρον δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο ἀπεδόθη εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ ποσὸν τοῦτο ἀπεδόθη δι’ εἰδικῆς πιστώσεως, καταλογισθείσης εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1892...

§120Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν ἐγένετο λόγος περὶ τῶν ποσοστῶν τῆς ὁδοποιίας, τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1889, τὰ ὁποῖα δὲν ἀπεδόθησαν ἐν ὅλῳ κατὰ τὸ 1889 εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας, εἰς λογαριασμὸν τοῦ ὁποίου εἶχον εἰσπραχθῆ, σκοπὸς ἦτο νὰ ἐξακριβωθῶσι τὰ ἀληθῆ ἔξοδα τοῦ 1889. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων δὲν εἶχον ἐγγραφῆ πάντα τὰ εἰσπραχθέντα ἔσοδα εἰς λογαριασμὸν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας, διότι δὲν εἶχον πάντα ἀποδοθῆ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας· ἑπομένως τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ ἀπολογισμῷ ποσὸν τῶν ἐξόδων τοῦ 1889 δὲν παριστᾷ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀναγκαίως ἔδει νὰ γείνωσι κατὰ τὸ 1889· ἀλλ’ ἦτο ἀναγκαῖον νὰ εὑρεθῇ τὸ ἀληθὲς ποσὸν τῶν ἐξόδων τοῦ 1889. Αὐτὸ ἐχαρακτηρίσατε λαθροχειρίαν;

§121ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι εἶναι λαθροχειρία. Ἡ παρατήρησις, ἣν ὑπεβάλετε, ἤθελεν εἶσθαι ὀρθὴ, ἐὰν εἰς τὰς ὁδηγίας σας πρὸς τοὺς πρεσβευτὰς τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1892 ἀνεγράφετε, ἢ προσετίθετε τὰ πληρωθέντα εἰς βάρος αὐτῆς 2,379,860. Ἀλλ’ ὑμεῖς, ἐνῷ εἰς βάρος τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1889 προσθέτετε, λόγῳ μὴ ἀποδοθέντων εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας εἰσπράξεων, τὸ ποσὸν δραχ. 3,248,325 (ἀντὶ τῶν πράγματι εἰσπραχθεισῶν δραχ. 2,379,860), δὲν ἀφαιρεῖτε τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐκ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1892. Πῶς δύνασθε, ἐρωτῶ, νὰ προσθέσητε εἰς τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1889 ποσὸν ἀναγραφὲν εἰς τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1892; Ἐν ταῖς ὁδηγίαις ὑμῶν πρὸς τοὺς πρέσβεις ἀναγράφετε ὡς ποσοστὸν ἀνῆκον εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1892 τὸ ποσὸν τῶν 4,500,000, ὡς μὴ ἀποδοθὲν καὶ ὡς καταλογιστέον εἰς τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως ταύτης. Ἐκ τῆς καταστάσεως τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1892 ἐκαθαρίσθη ὡς ποσοστὸν ἀνῆκον εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας τὸ ποσὸν δραχ. 4,075,711, ἀπεδόθησαν δ’ ἐκ τούτων, διαρκούσης τῆς χρήσεως, δραχ. 2,954,522, καὶ ὑπελείφθησαν δραχ. 1,121,189, διότι κατὰ τὸ 1892 ἐπῆλθεν ἡ κατάργησις τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Ἐγὼ στηρίζομαι εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ Λογιστηρίου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκαθαρίσθησαν τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ ἀπεδόθησαν διαρκούσης τῆς αὐτῆς χρήσεως. Αἱ προτάσεις ὅμως αἱ πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους ἀναγράφουσιν ὡς ὀφειλόμενον παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου τὸ ποσὸν 4,500,000. Μετεβάλετε ἄρα ἀσκόπως τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἀπολογισμῶν, καὶ ὑπεπέσατε εἰς ἀνακριβείας καὶ εἰς λάθη, ἥκιστα ἁρμόζοντα εἰς τόσῳ σπουδαίαν ἐπίσημον ἀνακοίνωσίν σας, ἥτις ἐπρόκειτο νὰ ἀνακοινωθῇ καὶ ἀνεκοινώθη εἰς τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ πιστωτὰς τοῦ Κράτους. Ὡς πρὸς τὸ ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1890 ἀπομεῖναν ἐκκρεμὲς ποσὸν, εἶπον ἤδη, ὅτι, ἂν παρέμεινε τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκκρεμὲς, τοῦτο ὀφείλεται εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διεχειρίσθησαν τὰ κοινὰ κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως τοῦ 1890. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ ἑτέρου θέματος νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ δώσω ἐξηγήσεις, διότι καὶ ἐκεῖ παρεδέχθην μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κραναίας Βουλευτοῦ, ὅτι, ὅπως ἔχουσιν αἱ ὁδηγίαι, ἐδίδετο πράγματι δωρεὰ πρὸς αὔξησιν τοῦ ποσοστοῦ τῶν τόκων τὸ ποσὸν τοῦ τόκου, ὃν ὑφίσταται νῦν τὸ Κράτος ἐκ τῶν εἰς χρυσὸν προσωρινῶν δανείων. Ἐκ τῶν ὁδηγιῶν δὲν φαίνεται ἀκριβῶς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου προέβαλεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἡ παραχώρησις αὕτη ἐγίνετο εἰς τοὺς ὁμολογιούχους ἐπὶ τῷ ὅρῳ νὰ χορηγήσωσιν οὗτοι τὸ δάνειον· διότι ἰδοὺ πῶς ἔχουσιν αἱ ὁδηγίαι (ἀναγινώσκει): «Διὰ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον θέλομεν συνομολογήσει, θέλομεν ἐξοφλήσει τά τε προσωρινὰ εἰς χρυσὸν χρέη καὶ τὰ εἰς μεταλλικὸν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέη πρὸς τὰς Τραπέζας. Τὰ δύο δὲ ταῦτα ποσὰ ἀνέρχονται εἰς φρ. 1,025,462, θέλει δὲ καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο προστεθῆ εἰς τὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν εἰς χρυσὸν δανείων 10,103,499, ἀναβιβασθῇ δὲ τὸ ποσὸν αὐτῶν εἰς 11,128,961. Ὁ δὲ τόκος θέλει ἑπομένως αὐξήσει ἀπὸ 1¾ τοῦ ¼% εἰς 2% καὶ πλέον ἐπὶ τοῦ ὀνοματικοῦ, καὶ ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου, τοῦ πράγματι καταβληθέντος ὑπὸ τῶν δανειστῶν, εἰς 3 μεῖον ποσοῦ τινος». Οὐδαμοῦ τῶν ὁδηγιῶν λέγετε, ὅτι προεκαλοῦντο οἱ ὁμολογιοῦχοι νὰ χορηγήσωσι τὸ δάνειον, τὸ ἀπαιτούμενον πρὸς ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν τούτων, ἄνευ τόκου ἢ χρεωλυσίου. Ἀλλὰ, καὶ ἐὰν τοῦτο ὑπῆρχεν ἀναγεγραμμένον, ἐρωτῶ, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσι κεφαλαιοῦχοι, χορηγοῦντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν δάνειον δωρεὰν ἢ μόνον πρὸς 1%; —διότι ἡ Κυβέρνησις πληρόνει διὰ τὸ ποσὸν τῶν 16 ἑκατομμυρίων, ἅτινα ὀφείλονται εἰς τὴν Τράπεζαν ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, 1%. — Ἐπρόκειτο νὰ προσφέρωσι 30 ἑκατομμύρια, ἵνα ἐξοφληθῶσιν αἱ προκαταβολαὶ, ἤτοι τὰ προσωρινὰ δάνεια εἰς χρυσὸν, ἐκ φρ. 14,000,000 καὶ τὸ εἰς χρυσὸν χρέος τοῦ Κράτους ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ πρὸς τὰς Τραπέζας ἐκ φρ. 16,000,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ φρ. 30 ἑκατομμύρια. Ἵνα εὑρεθῶσι κεφαλαιοῦχοι χορηγοῦντες τὸ δάνειον τοῦτο, ὁ ἡμέτερος προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων ἔδει νὰ ἐπιβαρυνθῇ μ’ ἐνιαυσίαν δόσιν ὑπὲρ τὰ 2,000,000 φράγκων. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι αὐτοὶ ἤθελον καρπωθῆ τὰς ἄλλας ὠφελείας· διὰ τοῦτο οὐδεμίαν ποιοῦνται μνείαν αὐτῆς τῆς δωρεᾶς, διότι πράγματι οὔτε κατὰ νοῦν εἶχον ὅτι ἠδύνατο νὰ χορηγηθῇ τοιοῦτον δάνειον ἀτόκως. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ γινώσκομεν, τί εἶχε κατὰ νοῦν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτε συνέταττε τὰς πρὸς τοὺς πρέσβεις ὁδηγίας του· ἡμεῖς ἀντιλαμβανόμεθα αὐτῶν, ὡς εἶναι γεγραμμέναι. Ὅσοι γινώσκουσι τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν, δὲν δύνανται νὰ ἑρμηνεύσωσιν ἄλλως τὸ κείμενον Μεθ’ ὅλην τὴν εὐγλωττίαν, ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς μετεχειρίσθη, νομίζω, ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τοῦ ὀλισθηροῦ ἐδάφους, εἰς τὸ ὁποῖον ἐξώκειλε, τοιούτους ἀριθμοὺς ἀναγράφων, εἰς τοιαῦτα πορίσματα ἐρχόμενος καὶ εἰς τοιαύτην σύγχυσιν ὑποπίπτων.

§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερος τὸν λόγον;

§123ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ μὲ ἐγγράψητε πρῶτον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον.

§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δέκα ἐγγεγραμμένοι.

§125ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Λοιπὸν ἑνδέκατον.

§126ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπροτάθη, κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀναβολή.

§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.

§128ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Ἀλεξ. Μ. Κανάρη καὶ Κ. Χατζηπέτρου, ὡς ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Μιλτ. Δάλλας ΟἸω. Ἀντωνόπουλος Ο
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Π. Λαμπρινόπουλος Ο
Κωνστ. Ἀσημακόπουλος ΟΧαρ. Τζανετάκης Ο
Ν. Σμόλενιτς ΟΓ. Λ. Πετροπουλάκης
Δημ. Οἰκονομίδης ΟΠολύμ. Ζαρίμπας Ο
Δημοσθένης Καΐρης Χρ. Μαστραπᾶς
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Γεώργ. Ἀνδρίτσος Ο
Κωνστ. Νεγρεπόντης ΟΚων. Παπαμιχαλόπουλος Ν
Ἰωάνν. Πετρίδης Π. Ρίτσος Ο
Νικολ. Φαρμακόπουλος ΟἈνδρ. Βασιλείου Ο
Σωτήρ. Δανόπουλος ΟΣπ. Τσιτσάρας Ο
Χρ. Βότσαρης ΟΔημ. Χατζόπουλος
Κωνστ. Γ. Καραπάνος Δημ. Βουλπιώτης
Σπυρ. Βαρζέλης Μιχ. Ἰατρίδης
Νικολ. Λεβίδης ΟἈλέξ. Σπ. Κ. Ρῶμας Ο
Κωνστ. Καλιάτσος Κ. Δ. Βοῦλτσος
Δημοσθ. Σκυλίτσης Γ. Μελισσηνός Ο
Ἀθ. Μουτσόπουλος ΟΔιον. Μυλωνᾶς Ο
Ι. Δ. Καλλιφρονᾶς ΟἌγγ. Πετραλιᾶς
Ἀλέξ. Γ. Σκουζές ΟΧ. Στεφανόπουλος
Ἀλέξ. Σπ. Σοῦτσος ΟΓεώργ. Κρεστενίτης
Δ. Γ. Ράλλης ΝΓεώργ. Παπακυριακόπουλος
Ἀλέξ. Ψύλλας ΟΔημοσθ. Δόγκας
Κ. Ι. Ἀγγελόπουλος ΟἸω. Σισίνης
Γ. Κοζάκης Τυπάλδος Στέφ. Σκουλούδης
Γεώργ. Πετούσης Ο
Ἀθ. Ἴσκος Ἀριστομ. Βαλέττας
Κωνστ. Τοπάλης ΟΝικ. Νομικός Ο
Νικ. Σχινᾶς ΟΠέτρος Δελένδας Ο
Γεώργ. Φιλάρετος Κωνσταν. Πεταλᾶς Ο
Ἰω. Σταματιάδης Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ο
Ἰω. Γιαννακόπουλος ΟΠαναγ. Θρ. Ζαΐμης
Ἐπ. Μαυρομμάτης Θεόδ. Ζαΐμης Ο
Ι. Γρίβας ΟΛεων. Πετιμεζᾶς
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΟΓεώργ. Σιβιτανίδης Ο
Περ. Ἀλεξάκης Γιαννούσιος Τάκης
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Νικ. Δαγρὲς
Κων. Φλέσσας Ἀντ. Καρατζᾶς
Ν. Σάλμας Πέτρ. Ταταράκης
Δημ. Τερτίπης Γεώργ. Κουλούρης Ο
Ἰω. Παλάσκας ΟὌθων Μαῦρος Ο
Ἰω. Σταμούλης ΟἘλευθ. Μυκώνιος Ο
Κίμων Βελλίνης ΟΜιλτ. Βαρότσης Ο
Ξενοφ. Τσαμαγίδης Γεώργ. Σισμάνης Ο
Ἰω. Καζαμπάκας Γεώργ. Πλατανιώτης
Ι. Στεφάνου ΟἸω. Καναβὸς Ο
Παν. Λεβέντης ΟΓ. Φαρμακόπουλος Ο
Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Μιχ. Π. Ἰατρὸς
Ν. Χαντζηνικολῆς ΟΑ. Πετσάλης Ο
Γεώργ. Κόρπας Παῦλος Ραζέλος
Ἀχιλ. Ἀγαθος ΟἈθ. Πιεῤῥάκος Μαυρομιχάλ.
Κωνσταντ. Βασιλάκης Κυπ. Π. Μαυρομιχάλης Ο
Ἰω. Σέχος ΟἈσημ. Χριστόπουλος Ο
Νικ. Βασιλάκης ΟΧαράλ. Κανελλόπουλος Ο
Ἀθ. Παραμυθιώτης ΟΠαν. Λαμπρούλιας Ο
Γεώργ. Θεοτόκης Σπυρ. Τυπάλδος Φορέστης Ο
Γεώργ. Καποδίστριας Πέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς
Δημ. Οἰκονόμου ΟΘεόδ. Βελλιανίτης Ο
Δημ. Πετρίδης Ἀνάρ. Σιμόπουλος
Π. Ζούζουλας ΟΔ. Καραλίβανος
Κωνσταν. Σκαρπέτης Πανοῦρ. Πανουργιᾶς
Ἀριστ. Μεντζελόπουλος Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ο
Νικόλ. Βαλσαμάκης Ἀχιλ. Γεροκωστόπουλος
Ἰω. Τζανετάτος Φωκᾶς Ἰω. Τσερτίδης Ο
Δημ. Σβορῶνος Χρ. Τζῖνος Ο
Ἄθως Ρωμάνος Δημ. Βότσης Ο
Διον. Καλούτσης ΟΠίνδ. Ἀντωνόπουλος
Σπ. Ε. Στάης ΝΠαναγ. Σάκκης Ο
Χ. Κ. Βοζίκης Δημ. Ε. Καλογερόπουλος Ο
Νικ. Σταματόπουλος Νικ. Καράπαυλος
Θ. Πέῤῥος ΟἸω. Βρυώνης
Γεώργ. Μαυρομιχάλης ΟΠ. Ἄννινος Καβαλλιεράτος
Δημοσθ. Μανούσακης ΟΝικόλ. Δημητριάδης
Δημοσθ. Ματάλας Γ. Ν. Μπούμπουλης
Ἀρ. Μελετόπουλος ΟἈντ. Γουδῆς Ο
Νικ. Γκουζούλης Ἀθ. Λαδόπουλος Ο
Δημ. Πεπινόπουλος ΟΝ. Βαφειαδάκης Ο
Χασὰν βέης Πετρεδὴν βέης.ΟΓ. Παγανέλης Ο
Φιλώτας Ἰσχόμαχος ΟἈλοΐσιος Τόμαν Ο
Ἰω. Λάππας ΟΝ. Δρόσος Ο
Α. Ἀλεξανδρόγιαννος ΟΓρηγ. Μαυρομαρᾶς
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς ΟΣωτ. Χατζηγάκης
Π. Μπογδάνος ΟΝικ. Ταρμπάζης Ο
Β. Βασιλειάδης ΟΚ. Χατζηπέτρος Ο
Ἀθ. Εὐταξίας Θεόδ. Κριεμάδης Ο
Ἰω. Μπακόπουλος Εὐστ. Κοκκέβης
Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος ΟΝ. Γεωργακόπουλος Ο
Φίλ. Βάρβογλης ΟΣωτήρ. Σωτηρόπουλος
Ν. Τριανταφυλλάκος Δημ. Καμαριώτης
Ἡλ. Ζέγγελης Διον. Στάϊκος
Λάμπρος Σινανιώτης ΟἈριστόβουλος Μάνεσης
Ἰω. Βούτουνας ΟΣπ. Δεϊμέζης Ο
Γ. Μαλέας Θεόδ. Λιμπρίτης
Γ. Νικολαΐδης ΟἸω. Παπαδόπουλος Ο
Λεων. Δεληγεώργης Θεόδ. Γκίκας
Μιλτ. Γουλιμῆς Παντελῆς Γκίκας Ο
Παν. Μερλόπουλος Νικ. Τσαμαδὸς
Περ. Μποῦτος ΟΧριστοδούλου Στεριάδης Ο
Ἀλεξ. Δεληγιάννης Νικόλ. Κοντογιάννης Ο
Κομνᾶς Τράκας ΟΓ. Ἀβέρωφ
Ν. Χατζῖσκος Κ. Βαρατάσης Ο
Τριαντάφυλλος Σχινᾶς Ἀλέξ. Μ. Κανάρῃς Ν
Δημ. Κρίτσας Ἰωάν. Α. Κανάρῃς Ο
Μιχ. Κακαρᾶς Ο

§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 112. Ἐκ τούτων 108 εἶπον Ὄχι καὶ 4 εἶπον Ναί. Κατ’ ἀκολουθίαν ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Ἀγγελόπουλος κατέθηκε τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Ἡ Βουλὴ, μὴ συμμεριζομένη τὰς περὶ τῶν γενομένων διαπραγματεύσεων ἐξενεχθείσας ἐπικρίσεις, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»

§131ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ Ἑλλὰς, Κύριοι, περιελθοῦσα ἅπαξ, δι’ οὓς πάντες γινώσκομεν ἤδη λόγους, εἰς ἀνικανότητα πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὑτῆς ἀπέναντι τῶν πιστωτῶν της, ὤφειλεν ἓν ἐκ τῶν δύο νὰ πράξῃ, ἢ νὰ ζητήσῃ ἀναβολὴν τῶν πληρωμῶν της τοῖς μετρητοῖς ἐπί τινα χρόνον, ἕως οὗ τακτοποιοῦσα τὰ οἰκονομικά της ἴδῃ, τί ἦτο εἰς θέσιν νὰ προσφέρῃ πρὸς τοὺς δανειστάς της, ἢ νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς ἀναστολὴν τῶν πληρωμῶν, μέχρις οὗ καλοῦσα τούτους εἰς διαπραγματεύσεις συνωμολόγει πρὸς αὐτοὺς συμβιβασμόν. Ἡμεῖς, Κύριοι, κληθέντες ἐν ἔτει 1893 ὑπὸ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, καὶ εὑρόντες τὸ Κράτος ἐν ἀνικανότητι πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του, ὁμολογῶ ὅτι ἐνομίσαμεν ἐπιβεβλημένον εἰς ἡμᾶς ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν πρώτην τῶν ὁδῶν τούτων. Τὸ Στέμμα, θέλον νὰ γείνῃ ἡ τελευταία εἰλικρινὴς καὶ ἔντιμος ὑφ’ ἡμῶν ἀπόπειρα, ὅπως διασώσωμεν κατὰ τὴν κρίσιμον ἐκείνην στιγμὴν ὅ,τι ἦτο ἔτι δυνατὸν νὰ διασωθῇ ἐκ τοῦ ἐπαπειλοῦντος ἡμᾶς οἰκονομικοῦ ναυαγίου, ἔγνω, ἐπὶ τῇ αὐτοβούλῳ ἀποχωρήσει ἐκ τῶν πραγμάτων τοῦ Ὑπουργείου Τρικούπη, νὰ καλέσῃ εἰς τὴν ἀρχὴν ἡμᾶς, οἵτινες εἴμεθα ἀνέκαθεν κεκηρυγμένοι ὑπὲρ τῆς ἐκ παντὸς τρόπου καὶ ἀντὶ πάσης θυσίας διασώσεως ἀλωβήτου τῆς τιμῆς τοῦ Κράτους ἐκ τοῦ στίγματος τῆς χρεωκοπίας. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει δὲν θὰ ἐκαλούμεθα ἡμεῖς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες πρὸ πολλοῦ ἐνόμισαν ὅτι ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτοὺς ν’ ἀναπετάσωσι τὴν σημαίαν τῆς χρεωκοπίας, καὶ ὑπὸ ταύτην καὶ μόνην νὰ ἀνέλθωσιν εἰς τὴν ἀρχήν. Τὸ πρόγραμμα, Κύριοι, ἡμῶν ἦτο ἀνέκαθεν νὰ προβῶμεν εἰς πάσας τὰς δυνατὰς οἰκονομικὰς μεταῤῥυθμίσεις, νὰ περικόψωμεν πᾶσαν περιττὴν δαπάνην ἐκ τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κειμένης ὀργανικῆς ἡμῶν νομοθεσίας καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ῥιζικῆς αὐτῆς μεταῤῥυθμίσεως, νὰ προβῶμεν εἰς ῥιζικὴν μεταῤῥύθμισιν τῆς ἀπηρχαιωμένης, τῆς ἀνίσου καὶ ἀδίκου ἐν πολλοῖς φορολογικῆς ἡμῶν νομοθεσίας, κατὰ τρόπον ἐπιτρέποντα τὴν αὔξησιν τῶν δημοσίων ἡμῶν προσόδων, καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις νὰ καταστήσωμεν ἀνελλιπῆ καὶ ἀπρόσκοπτον τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν διὰ διοικητικῆς καὶ νομοθετικῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ τε διοικητικοῦ καὶ τοῦ δικαστικοῦ αὐτῆς ἐλέγχου, καθιστώσης τοῦτον ζῶντα καὶ ἐνεργὸν ἐφεξῆς. Ἡμεῖς εἴχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ τοιούτου προγράμματος θὰ ἀνεδείκνυε τὸ Κράτος ἱκανὸν, ἵνα ἐξακολουθήσῃ ἀκεραίαν τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του, χωρὶς νὰ προσφεύγῃ αὐτὸ ἑκάστοτε εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς ἐκείνους συνδυασμούς, δι’ ὧν ἀναβάλλον πρὸς καιρὸν τὴν καταστροφὴν καθίστα αὐτὴν ὁσημέραι μεγαλειτέραν καὶ μᾶλλον ἀναπόδραστον. Διὰ τοῦτο ἐπηγγελλόμεθα τότε νὰ κυβερνήσωμεν ἡμεῖς τὴν Ἑλλάδα ἄνευ δανείων καὶ ἄνευ χρεωκοπίας. Ἀλλ’ ἐκλήθημεν, Κύριοι, εἰς τὴν Κυβέρνησιν καθ’ ἣν στιγμὴν τὰ μὲν ταμεῖα τοῦ Κράτους ἦσαν σχεδὸν κενὰ, εἴχομεν δ’ ἐνώπιον ἡμῶν ληξιπροθέσμους αὐτοῦ ὑποχρεώσεις, ἀνερχομένας εἰς δεκάδας ὅλας ἑκατομμυρίων δραχμῶν εἰς χρυσόν. Τὴν κατάστασιν ταύτην ἐγινώσκομεν ἡμεῖς κάλλιστα, πρὶν ἢ ἀναλάβωμεν τὴν ἀρχήν. Ἐγινώσκομεν ὅτι εὑρισκόμεθα ἤδη πρὸ οἰκονομικοῦ ναυαγίου, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἄλλοι ἐνόμισαν ὅτι ἠδύναντο νὰ παραιτήσωσι τὴν ἀρχήν. Ἐγινώσκομεν ὅτι οὕτω πως δὲν παρείχετο εἰς ἡμᾶς ὁ καιρὸς, ἵνα ἐφαρμόσωμεν τὸ ἡμέτερον πρόγραμμα ἐν ὁμαλῇ τῶν πραγμάτων καταστάσει. Τί ἔπρεπε τότε νὰ πράξωμεν; Ἔπρεπε ν’ ἀποκρούσωμεν τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν ἐκλήθημεν ἐγκαίρως εἰς τοῦτο, ὡς εἶχόν τινες τὴν ἀφέλειαν ν’ ἀξιώσωσι τότε παρ’ ἡμῶν; Ἀλλ’ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες δὲν εἶναι πάντοτε κύριοι τῶν περιστάσεων, οὐδ’ ἐπιτρέπεται εἰς αὐτοὺς νὰ ἐκλέγωσι τὴν εὐκαιρίαν, καθ’ ἣν ν’ ἀναδέχωνται τὴν Κυβέρνησιν. Αὐτοὶ εἶναι στρατιῶται, ὡς τοιοῦτοι ὀφείλοντες νὰ ὦσιν ἕτοιμοι ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν, ἵνα ἐπιτελέσωσιν ἐκ τῶν ἐνόντων τὸ καθῆκόν των, εὐθὺς ὡς ἡ πατρὶς καλέσῃ αὐτοὺς εἰς τοῦτο, ἀδιαφοροῦντες ἐὰν αἱ περιστάσεις ἦναι εὐμενεῖς ἢ δυσμενεῖς πρὸς τὴν τοιαύτην ἐπιτέλεσιν τοῦ καθήκοντος, ἀδιαφοροῦντες, ἐὰν πρόκειται οὕτω νὰ θυσιάσωσι τὴν δημοτικότητά των, ἐκκενοῦντες πικρὸν δι’ αὐτοὺς ποτήριον. Καὶ τὸ μόνον καθῆκον, ὅπερ εἴχομεν τότε νὰ ἐπιτελέσωμεν, ἦτο νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸ μέτρον τῆς κεφαλαιώσεως τοῦ τόκου καὶ τοῦ χρεωλύτρου τῶν πλείστων ἡμῶν δανείων ἐπὶ δύο καὶ ἥμισυ ἔτη, ὅπως ἐν τῷ μεταξὺ δοθῇ καιρὸς εἰς ἡμᾶς, ἵνα τακτοποιήσωμεν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, προβαίνοντες εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἡμετέρου προγράμματος, ἐξ οὗ θ’ ἀπεδεικνύετο, ἐὰν τὸ Κράτος θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἐπαναλάβῃ εἰς τὸ ἀκέραιον τὰς πληρωμάς του τοῖς μετρητοῖς, ἢ θὰ ἠναγκάζετο νὰ διακανονίσῃ αὐτὰς ἐκ νέου πρὸς τοὺς πιστωτάς του, ἐπὶ βάσει ὅμως ἀσφαλεῖ, ἐπὶ βάσει ἀποκλειούσῃ ἐν τῷ μέλλοντι νέον οἰκονομικὸν ναυάγιον. Εἰς τοιοῦτον μέτρον, Κύριοι, εἶχε προβῆ ἤδη πρὸ ἡμῶν ἄλλη τις χώρα, ἡ Ἀργεντίνη, ἥτις ὑπ’ αὐτὸ, χωρὶς νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐξέγερσιν καὶ τὰς διαμαρτυρίας τῶν δανειστῶν της, ἐπεῖδε μετ’ ὀλίγον τὴν ἀνάῤῥωσιν ἐπερχομένην εἰς τὰ οἰκονομικά της...

§132Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ μέτρον ἐκεῖνο τὸ ὠνομάζατε ὀλίγας ἡμέρας πρὶν ἀτιμίαν τῆς Ἀργεντινῆς Δημοκρατίας.

§133ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πλανᾶσθε. Νομίζω ὅτι ζητεῖτε ν’ ἀποδώσητε εἰς ἐμέ τι, τὸ ὁποῖον σεῖς ἴσως ἐπενοήσατε καὶ ἐγράψατε τότε.

§134Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς τὸ ἀπεδώκατε, καὶ εἶναι γραμμένα. Scripta manent.

§135ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀποκαλῶ ψεῦδος τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι ἐγὼ ἐχαρακτήρισα ὡς ἀτιμίαν τὸ μέτρον ἐκεῖνο...

§136Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι σεῖς, ἀλλὰ τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκετε.

§137ΕΥΤΑΞΙΑΣ. .. Διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι πᾶς ἄνθρωπος, ἔχων καθῆκον τιμῆς, δὲν δύναται ν’ ἀποκαλέσῃ ἄτιμον τὸν ὀφειλέτην, ὁ ὁποῖος, εὑρισκόμενος ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του, ζητεῖ ἐν ὅλῃ τῇ εἰλικρινείᾳ παράτασιν προθεσμίας, ἕως ὅτου δυνηθῇ νὰ βάλῃ εἰς τάξιν τὰ οἰκονομικά του καὶ πληρώσῃ τοὺς πιστωτάς του, εἰ δυνατόν, εἰς ἀκέραιον.

§138ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Βουλευτὰ, μὲ συγχωρεῖτε; Ἐλέχθη μία φράσις, ἡ ὁποία εἶναι ἀρκετὰ προσβλητικὴ, ὥστε νὰ μὲ ἀναγκάσῃ νὰ λάβω τὸν λόγον· διότι ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου βεβαίως εἰς ἐμὲ ἀπετείνετο, λέγων ὅτι τὸ μέτρον ἐκεῖνο ἐχαρακτηρίσθη ὑφ’ ἡμῶν ὡς ἀτιμία. Ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἀτιμία παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὤθουν εἰς χρεωκοπίαν τὴν χώραν καὶ παρ’ ὑμῶν (ἀποτείνεται πρὸς τὸν κ. Ἀγγελόπουλον), οἱ ὁποῖοι δημοσιογραφοῦντες ὑπεστηρίζετε τότε αὐτούς.

§139Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς ὑπέσχεσθε ὅτι ἠθέλετε κυβερνήσει, ἐὰν ἐκαλεῖσθε, ἄνευ δανείων καὶ ἄνευ χρεωκοπίας, καὶ ἤλθετε νὰ κυβερνήσητε διὰ δανείου καὶ διὰ τῆς χρεωκοπίας (θόρυβος).

§140ΡΑΛΛΗΣ. Ὅταν πρόκειται ἐδῶ νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1893, τότε θὰ λεχθῶσιν αὐτὰ, καὶ θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ σᾶς ἀπαντήσωμεν· ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ ἂν τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως ἦναι ἀτιμία, ὅπως σεῖς καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὤθουν τὸ Κράτος πρὸς τὴν πτώχευσιν, ἐχαρακτηρίζετε αὐτό. Δὲν ἦτο ἀτιμία, διότι ἐκ τοῦ δανείου ἐκείνου ἔμενον ἀκέραια τὰ δικαιώματα τῶν δανειστῶν, ἀκέραιοι δὲ καὶ αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους. Τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως ἦτο ἀνανέωσις τῶν ὑποχρεώσεων τῶν ληξιπροθέσμων τοῦ Κράτους. Ἄτιμον ἀληθῶς ἐλέχθη καὶ ἐχαρακτηρίσθη τὸ δάνειον παρ’ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὑμεῖς ὑπεστηρίζετε καὶ οἱ ὁποῖοι ἀπ’ ἀρχῆς ἐθεώρουν ὅτι ἡ σημαία τῆς πτωχεύσεως εἶναι σημαία ἔντιμος. Σήμερον ὅμως δὲν ὑπάρχει εἷς Ἕλλην καὶ εἷς ξένος, ὁ ὁποῖος δὲν χαρακτηρίζει ὡς στίγμα τὴν πτώχευσιν, εἰς τὴν ὁποίαν σεῖς καὶ ὁ θεῖος ὑμῶν ὠθεῖτε κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὴν χώραν (θόρυβος).

§141ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅτε, Κύριοι, εἰς ἀναπόδραστον ἀνάγκην ὑπείκοντες ἡμεῖς προσεφεύγομεν εἰς τὸ μέτρον τῆς κεφαλαιώσεως, ἐδικαιοῦντό τινες ἴσως, ἐν τῇ παραζάλῃ, ἥτις κατέλαβεν οὕτω αὐτοὺς, διότι δὲν ἔβλεπον πληρούμενον ἀμέσως τὸν ἴδιον αὐτῶν πόθον περὶ πτωχεύσεως τοῦ Κράτους, νὰ ἐξαναστῶσι κατ’ αὐτοῦ, καὶ νὰ τὸ χαρακτηρίσωσιν ὡς τὸ ἐχαρακτήρισαν. Τότε εἶχον αὐτοὶ τοὐλάχιστον νὰ προβάλωσιν εὐλογοφανῆ τινα ἀντίῤῥησιν, ἰσχυριζόμενοι ὅτι, ἐνῷ διὰ τοῦ ἡμετέρου μέτρου θὰ εὑρίσκοντο τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ὁπωσδήποτε ἐν ἐκκρεμότητι ἐπὶ δύο καὶ ἥμισυ ἔτη, τοὐναντίον διὰ τῆς ἀμέσου πτωχεύσεως θὰ ἐπετυγχάνετο καὶ ὁ ἄμεσος συμβιβασμὸς, καὶ θὰ εἴχομεν οὕτω ταχεῖαν τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν ἀποκατάστασιν. Τότε ἐδικαιοῦντο ἴσως αὐτοὶ νὰ λέγωσιν ὅτι ἡ πτώχευσις θὰ ἦτο ἐντιμοτέρα δι’ ἡμᾶς ἢ τὸ μέτρον τῆς κεφαλαιώσεως, ὅτι δὲ δι’ ἐκείνης δὲν θὰ ἐξετίθετο τόσον ἡ τιμὴ καὶ ὑπόληψις τῆς Ἑλλάδος, ὅσον διὰ τούτου. Τότε, εἰ μή τι ἄλλο, ὁ ἐν ἐξάψει ὅμως μεγάλῃ διατελῶν πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς ἐξήγει πως τὴν τοιαύτην καταφοράν των καθ’ ἡμῶν καὶ κατὰ τοῦ μέτρου ἡμῶν ἐκείνου. Ἡ καταφορὰ ὅμως ἐκείνη, ἀναφαινομένη ἔτι καὶ νῦν, μεθ’ ὅλην τὴν ἔκτοτε γενομένην πεῖραν, καὶ νῦν, ὅτε τὰ πράγματα αὐτὰ ἐπελθόντα κατέστησαν πλέον καὶ τυφλῷ δῆλον, ὁπόσον ἡμεῖς εἴχομεν τότε δίκαιον, ἡ καταφορὰ, λέγω, αὕτη μαρτυρεῖ ἓν καὶ μόνον δυστυχῶς, ὅτι ὑπάρχουσιν ἔτι ἐν ἡμῖν, ὡς μὴ ὤφελεν, οἱ πεπωρωμένοι τόν τε νοῦν τήν τε καρδίαν. Τί δὲ μαρτυροῦσι τὰ πράγματα; Ἐνῷ τὸ μέτρον τῆς κεφαλαιώσεως οὐδεμίαν ἐξέγερσιν, οὐδεμίαν σύστασιν τῶν ὁμολογιούχων προεκάλεσεν, οὐδ’ ἐξέθεσε τὴν Ἑλλάδα εἰς τὰς ὕβρεις καὶ λοιδορίας τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, τοὐναντίον ἡ διὰ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893 συντελεσθεῖσα πτώχευσις τοῦ Κράτους ἐξήγειρε τὴν κοινὴν ἀγανάκτησιν, ἐκίνησε τοὺς ὁμολογιούχους εἰς σύστασιν κομιτάτων, καὶ κατέστησε τὴν Ἑλλάδα ἀντικείμενον τῶν σκωμμάτων καὶ τῶν χλευασμῶν ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου. Ἐνῷ δὲ διὰ τοῦ μέτρου τῆς κεφαλαιώσεως ἦτο δυνατὸν ἐντὸς 2½ ἐτῶν καὶ τὰ οἰκονομικὰ μας εἰς τάξιν νὰ βάλωμεν καὶ τὰς σχέσεις ἡμῶν πρὸς τοὺς πιστωτὰς ν’ ἀποκαταστήσωμεν καὶ νὰ εὑρισκώμεθα νῦν ἐν ὁμαλῇ καταστάσει πραγμάτων, ἰδοὺ ὅτι διὰ τῆς πτωχεύσεως ἔχουσι παρέλθει ἤδη 3½ ἔτη, χωρὶς ἔκτοτε βῆμα κἄν νὰ κάμωμεν πρὸς τὰ ἐμπρός. Καὶ ὅταν τὰ πράγματα, τὰ πρόδηλα πλέον εἰς πάντας, τοιοῦτόν τι μαρτυρῶσιν, ἐπιτρέπεται νῦν εἰς ἀνθρώπους σώας ἔχοντας τὰς φρένας, εἰς ἀνθρώπους σεβομένους ἑαυτοὺς καὶ τοὺς ἄλλους, νὰ ἰσχυρίζωνται δημοσίᾳ, ὅτι ἦτο προτιμοτέρα ἡ πτώχευσις τοῦ μέτρου τῆς κεφαλαιώσεως, καὶ νὰ χαρακτηρίζωσι μάλιστα τὸ τελευταῖον τοῦτο ὡς ἀτιμίαν, ἐν σχέσει πρὸς ἐκείνην; Πρέπει τις τῇ ἀληθείᾳ νὰ ἔχῃ ὁ ἴδιος ἀμβλὺ τὰ μάλιστα τὸ αἴσθημα τῆς τιμῆς, ὥστε νὰ πιστεύῃ καὶ νὰ λέγῃ δημοσίᾳ, ὅτι εἶναι ἀτιμία νὰ ἀναγνωρίσῃ ὁ ὀφειλέτης πρὸς τοὺς δανειστάς του τὸ χρέος, ὅπερ ἀδυνατεῖ νὰ καταβάλῃ ἀμέσως τοῖς μετρητοῖς, καὶ ζητῶν προθεσμίαν τινὰ, ὅπως βελτιώσῃ κατ’ αὐτὴν τὴν οἰκονομικήν του κατάστασιν, νὰ ἐκδίδῃ πρὸς αὐτοὺς νέας ὁμολογίας διὰ τοὺς διαμέσους τόκους, ὅτι δὲ δὲν εἶναι ἀτιμία νὰ κηρύττηται εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως, καθ’ ὃν μάλιστα τρόπον ἐγένετο αὕτη διὰ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου! Ἡμεῖς, Κύριοι, καὶ τότε ἤμεθα πεπεισμένοι, ὅτι τὸ μόνον ὑπολειπόμενον σωστικὸν δι’ ἡμᾶς μέτρον ἦτο τὸ τῆς κεφαλαιώσεως. Τὸ μέτρον ἐκεῖνο βεβαίως ἐμαρτύρει ἀνικανότητα τοῦ Κράτους πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του τοῖς μετρητοῖς. Ἀλλ’ εἰς πάντα ἄλλον ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ κακίσῃ αὐτὸ, πλὴν ἐκείνων, οἵτινες ὑπῆρξαν οἱ θερμότατοι συνήγοροι τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, ὡς ὁ Βουλευτὴς Ἀττικῆς. Διὰ τῶν συνδυασμῶν ἐκείνων, κυρίως εἰπεῖν, ἐδανειζόμεθα πάντοτε ἀπὸ ἐτῶν ἤδη, ὅπως πληρώνωμεν τόκους καὶ χρεώλυτρα, ἐν ταὐτῷ δὲ καλύπτωμεν καὶ ἔκτακτα καὶ τακτικὰ ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, χωρὶς νὰ ἐννοῶμεν ὅτι τοιουτοτρόπως συνετελοῦμεν εἰς εὔρυνσιν τοῦ κύκλου τῆς καταστροφῆς. Ἐνώπιον ὅμως τῆς καταστάσεως ταύτης δὲν ἦτο μυριάκις προτιμότερον τὸ μέτρον τῆς κεφαλαιώσεως, δι’ οὗ, χρεούμενοι ἐπί τινα χρόνον ἀπέναντι τῶν πιστωτῶν μας διὰ τῶν διαμέσων τόκων καὶ χρεωλύτρων, ἀνελαμβάνομεν νὰ βάλωμεν ἐν τῷ μεταξὺ εἰς τάξιν τὰ οἰκονομικά μας, ὅπως οὕτω ἢ ἀναλάβωμεν εἰς τὸ ἀκέραιον τὰς πληρωμάς μας, ἢ ἐν ἀδυναμίᾳ προέλθωμεν εἰς νέαν διακανόνισιν τῶν σχέσεών μας πρὸς τοὺς δανειστὰς, ἀλλ’ ἐπὶ βάσεων βεβαίων καὶ ἀσφαλῶν, ἐπὶ βάσεων, αἵτινες θὰ ἐπέτρεπον τὴν περαιτέρω οἰκονομικὴν ἡμῶν ἀνάπτυξιν καὶ δὲν θὰ καθίστων ἐκ τοῦ προτέρου ἐνδεχομένην τὴν ὑποτροπὴν ἡμῶν εἰς νέαν ἀνικανότητα πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών μας; Ἀλλ’ ἡ ἐσχάτη ἀπόνοια, ἵνα μή τι ἄλλο εἴπω, εἶναι νὰ τολμᾷ τις ἔτι καὶ νῦν, ὡς προεῖπον, νὰ συγκρίνῃ τὸ μέτρον τῆς κεφαλαιώσεως πρὸς τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους, ὡς μάλιστα αὕτη συνετελέσθη ἐν ἡμῖν, καὶ νὰ εὑρίσκῃ αὐτὴν προτιμοτέραν τοῦ μέτρου ἐκείνου· πότε δὲ τοῦτο; ὅτε τὰ πράγματα τοσοῦτον ἐδικαίωσαν αὐτὸ καὶ ἡμᾶς τοὺς εἰσηγητάς του, ὅτε ἡ Ἑλλὰς, ἐπὶ τρία ἤδη ἔτη παραδέρουσα ἐν τῇ πτωχεύσει, δὲν κατορθοῖ νὰ εὕρῃ διέξοδον ἐξ αὐτῆς, ὅτε οἱ Ἕλληνες, ὑπὸ τὸ στίγμα τῆς χρεωκοπίας, κινδυνεύομεν νὰ καταστῶμεν ἀπόκληροι παντὸς ἐθνικοῦ πόθου, πάσης ἐλπίδος περὶ μέλλοντος αἰσιωτέρου. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι πρὸ τῆς τοιαύτης καταστάσεως εἶναι καιρὸς πλέον νὰ φιμωθῶσιν οἱ ὑβρισταὶ καὶ συκοφάνται τοῦ μέτρου τῆς κεφαλαιώσεως καὶ ἡμῶν τῶν εἰσηγητῶν του, εἶναι καιρὸς πλέον νὰ συγκαλύψωσι τὸ πρόσωπον ὑπ’ αἰσχύνης. Τὸ Ὑπουργεῖον ἡμῶν δὲν ἔτυχε τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς ἐν ἔτει 1893. Τὰ δύο ἰσχυρὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην κόμματα, ἀλληλομαχοῦντα τέως ἀμειλίκτως, συνησπίσθησαν αἴφνης ἐν τῷ καθ’ ἡμῶν ἀγῶνι, ἐκ φόβου ἴσως, μήτοι καὶ ἄλλη τις ἐπικρατήσῃ ἐν τῇ χώρᾳ πολιτικὴ μερίς. Ἔξαλλος ἰδίᾳ ἦτο τότε ἐκ χαρᾶς ὁ νῦν Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ τῇ ἥττῃ ἡμῶν ἐν τῇ ἐκλογῇ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, τὴν χαράν του δὲ ταύτην ἔσπευσε νὰ διαλαλήσῃ διὰ τοῦ ἰδικιτέρου δημοσιογραφικοῦ του ὀργάνου, τῆς «Πρωΐας». Ἠναγκάσθημεν οὕτω νὰ ὑποβάλωμεν τὴν παραίτησιν ἡμῶν ἐκ τῆς ἀρχῆς εἰς τὸν Βασιλέα, ὅστις ἔσπευσε νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸν πρὸ ἓξ μόλις μηνῶν ἐγκαταλιπόντα αὐτὴν Τρικούπην. Οὗτος ἐνόμισε τότε, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὸν διὰ μιᾶς ἁπλῆς ὑπουργικῆς ἐγκυκλίου νὰ ἀκυρώσῃ τὸν νόμον ΒΡΙΕʹ «περὶ πληρωμῆς εἰς χρυσὸν ἐσόδων τινῶν», καὶ ν’ ἀνατρέψῃ τὸ εἰς τοῦτον ἑδραζόμενον δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως. Ἀφοῦ δὲ οὕτω προελείανεν, ὡς ἐνόμιζε, τὴν ὁδὸν, ἔγνω νὰ προβῇ καὶ εἰς τὴν ἐπίσημον ἀνακήρυξιν τῆς πτωχεύσεως τοῦ Κράτους· ἀλλὰ κατὰ τίνα τρόπον; Ἀντὶ νὰ ἀναστείλῃ ἁπλῶς τὰς πληρωμάς του καὶ νὰ καλέσῃ τοὺς πιστωτὰς εἰς διαπραγματεύσεις περὶ συμβιβασμοῦ, ὡς πράττουσι καὶ πάντες οἱ ἰδιῶται, ὅταν ἀπελπισθῶσι περὶ ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεών των, ἀντὶ νὰ τραπῇ τὴν ἁπλῆν ταύτην ὁδὸν, τὴν δυναμένην νὰ ἀγάγῃ ἡμᾶς ἀσφαλῶς καὶ ταχέως εἰς τὴν ἐκ νέου διακανόνισιν τῶν σχέσεών μας πρὸς τοὺς δανειστάς, ἀντί, λέγω, ταύτης προετίμησεν αὐτὸς νὰ ἀκολουθήσῃ ἄλλην ὁδὸν σκολιάν. Διὰ τοῦ νόμου ΒΡϞϚʹ τῆς 10 Δεκεμβρίου, ἀθετῶν αὐτὸς μονομερῶς πᾶσαν προηγουμένην σύμβασιν περὶ δανείων, ἀπέκοψεν ἐκ τούτων τὰ χρεωλύσια, ἠλάττωσε δὲ τὸν τόκον αὐτῶν κατὰ 70%, καὶ ἀφῄρεσεν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου πᾶσαν ὑπέγγυον πρόσοδον, οὐδ’ αὐτῆς τῆς τῶν μονοπωλίων ἐξαιρουμένης. Ἐπὶ πᾶσι τούτοις διέκρινε τὰ ἐξωτερικὰ ἀπὸ τῶν ἐσωτερικῶν λεγομένων δανείων, ἀπέναντι δὲ τῶν τελευταίων τούτων ἀνεγνώρισε τὴν εἰς τὸ ἀκέραιον καταβολὴν τοῦ τόκου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἡμεῖς, Κύριοι, καὶ κατὰ τῆς ἐκθέσμου ἀκυρώσεως τοῦ νόμου ΒΡΙΕʹ καὶ τῆς ἀνατροπῆς τοῦ εἰς αὐτὸν στηριζομένου δανείου τῆς κεφαλαιώσεως ἀντεπεξήλθομεν τότε ἐκθύμως, ἀποδείξαντες ὁπόσον τὸ αὐθαίρετον αὐτὸ μέτρον παρέβλαπτε τὴν τιμὴν τοῦ Κράτους καὶ τὰ καλῶς ἐννοούμενα οἰκονομικά του συμφέροντα· ἀλλὰ παντὶ σθένει ἰδίᾳ ἀντέστημεν κατὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου ΒΡϞϚʹ, ὡς δυναμένου νὰ ἔχῃ ὀλέθρια διὰ τὴν Ἑλλάδα ἐπακόλουθα. Πρώτην φορὰν τότε ἐνομίσαμεν ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς ἡμᾶς νὰ παρεμποδίσωμεν ἐκ παντὸς τρόπου τὴν ἐπιψήφισιν τοιούτου νόμου, μὴ ἀποκνήσαντες πρὸς τοῦτο νὰ προβῶμεν καὶ εἰς κωλυσιεργίαν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, παρακαθήμενος τότε μεθ’ ὑμῶν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, δὲν ἐνόμισεν ἐπάναγκες νὰ ἐπέλθῃ τὸ παράπαν ἐπίκουρος τοῦ ἀγῶνος ἡμῶν ἐκείνου. Αὐτὸς, ὁ τὴν κωλυσιεργίαν ἀνακηρύξας εἰς πολιτικόν του δόγμα καὶ ἐφαρμόσας αὐτὴν πολλάκις ἐπὶ τοσούτων ἐπουσιωδῶν ζητημάτων, προκειμένου περὶ τῆς χρεωκοπίας τοῦ Κράτους ἐνόμισε πρέπον νὰ ἐκδηλώσῃ δι’ ὀλίγων τὴν εὐχαρίστησιν, ἣν ᾐσθάνετο, διότι ἔβλεπεν οὕτως ἐπερχομένην τὴν καταστροφὴν, ἣν αὐτὸς, ὡς ἔλεγε, πρὸ πολλοῦ εἶχε προΐδει, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἰσηκούσθη, ἐνόσῳ ἦτο καιρὸς, οὔτε ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οὔτε ὑπὸ τῶν πιστωτῶν μας, κατὰ τὰ ἄλλα δὲ νὰ συντρέξῃ καὶ αὐτὸς τὸ ἐφ’ ἑαυτῷ εἰς τὴν ἐπιψήφησιν τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα ζωηρῶς, ὁποίαν ἐντύπωσιν εἶχε κάμει τότε εἰς ἡμᾶς ἡ δήλωσις ἑνὸς τῶν φίλων του Βουλευτῶν κατὰ τὴν νύκτα τῆς 6 πρὸς τὴν 7 Δεκεμβρίου 1893, ὅτε ἡμεῖς ἐπὶ δώδεκα ὅλας ὥρας ἠγωνίσθημεν ἐνταῦθα, ὅπως ἀποτρέψωμεν τὴν Βουλὴν ἀπὸ τῆς εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου. Ὁ κ. Θ. Κανακάρης, ἐκ τῶν νεοφωτίστων τότε φίλων τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ἐγερθεὶς εἶπε: «Παραμένομεν ἐνταῦθα, κατ’ ἐντολὴν τοῦ ἀρχηγοῦ μας, ὅπως συντελέσωμεν εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος». Ὁ κ. Δηλιγιάννης δηλαδή, φοβηθείς, ὡς φαίνεται, μήπως ἐματαιοῦτο δι’ ἔλλειψιν ἀπαρτίας ἐν τῇ Βουλῇ τὸ ἔργον τῆς χρεωκοπίας τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὴν παρασκευὴν τῆς ὁποίας οὐκ ὀλίγον συνέδραμε καὶ αὐτὸς διὰ τῆς οἰκονομικῆς του διαχειρίσεως κατὰ τὰ ἔτη 1885–1886 καὶ 1890–1892, ἐνόμισεν ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὸν νὰ καθηλώσῃ τοὺς φίλους του ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τῆς συνεδρίας ἐκείνης ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Τοῦτο βεβαίως δὲν ἀνεχαίτισεν ἡμᾶς ἐκ τῆς ἐπιτελέσεως τοῦ ἐπιβαλλομένου ἡμῖν καθήκοντος. Ἡμεῖς καθ’ ὅλην τὴν παννύχιον ἐκείνην συνεδρίαν ἠγωνίσθημεν, ὅπως προλάβωμεν τὰ δεινὰ, ἅτινα ἐπεκρέμαντο εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος νόμου. Κατεδείξαμεν τὸ ἄτοπον τῆς ἀνακηρύξεως τῆς πτωχεύσεως τοῦ Κράτους ἀκριβῶς ὑπ’ ἐκείνου, ὅστις πρὸ μηνῶν μόλις παρίστα αὐτὸ πρὸς τοὺς πιστωτάς του ἱκανὸν οὐ μόνον τὰς ὑφισταμένας ἤδη ὑποχρεώσεις του νὰ ἐκπληρώσῃ, ἀλλὰ καὶ νέας τοιαύτας νὰ ἀναλάβῃ διὰ τῆς μάτην ἐπιδιωχθείσης συνομολογήσεως νέου δανείου ἐν Λονδίνῳ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο. Κατεδείξαμεν τὸ ἄτοπον τῆς διακρίσεως τῶν δανείων ἡμῶν εἰς ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ κατὰ τρόπον εὐνοοῦντα ἐκεῖνα ὑπὲρ ταῦτα. Κατεδείξαμεν τὸ ἄτοπον τοῦ αὐθαιρέτου καὶ μονομεροῦς ὑφ’ ἡμῶν κανονισμοῦ, ἔστω καὶ προσωρινῶς, τῶν ποσοστῶν τῶν καταβλητέων τόκων πρὸς τοὺς πιστωτάς. Κατεδείξαμεν τὸ ἄτοπον τῆς ἀφαιρέσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων ὑπὲρ τοῦ Κράτους, χωρὶς νὰ ἐξαιρεθῇ κἂν ἐκ τοῦ μέτρου τούτου ἡ ὑπέγγυος πρόσοδος τῶν μονοπωλίων, ἣν καὶ ἡμεῖς εἴχομεν ἀφήσει ἄθικτον, ὅπως ὑποδείξωμεν οὕτω, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἐγγύησις τις, πρὸ τῆς ὁποίας ὑποχωρεῖ ἡ αὐθαιρεσία τοῦ Κράτους, ὡς τοιαύτη δυναμένη νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις διακανονίσεως τῶν σχέσεων ἡμῶν πρὸς τοὺς πιστωτὰς ἐν μέλλοντι συμβιβασμῷ. Κατεδείξαμεν ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς θὰ ἐνεκόλαπτε τὸ στίγμα τῆς χρεωκοπίας εἰς τὸ μέτωπον τῆς Ἑλλάδος, ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἐδυσχέραινε μεγάλως καὶ αὐτὸν τὸν συμβιβασμόν. Οἱ πιστωταὶ δηλαδή, ἔχοντες δι’ αὐτοῦ ἐξησφαλισμένα τὰ 30%, καὶ βλέποντες ὅτι εἰς οὐδὲν ὠφέλησαν αὐτοὺς πᾶσαι αἱ τέως ἐν ἰσχύϊ ἐγγυήσεις, θὰ ἐνέμενον ἀνένδοτοι εἰς τε τὴν αὔξησιν τῶν ποσοστῶν τοῦ τόκου καὶ εἰς τὴν ἐκχώρησιν πρὸς αὐτοὺς ἐγγυήσεων ἰσχυροτέρων ἐκείνων, ἃς εἶχον πρίν. Οὕτω δὲ τὸ Κράτος θὰ ἐξηναγκάζετο ἢ νὰ ὑποβληθῇ εἰς νέα δυσβάστακτα ἢ καὶ ὅλως ἀφόρητα βάρη, ἢ νὰ καταδικασθῇ ἐπ’ ἄπειρον εἰς οἰκονομικὸν ἀποκλεισμόν. Δυστυχῶς, Κύριοι, ὑπὸ τῆς Βουλῆς δὲν εἰσηκούσθημεν, τὸ δὲ Στέμμα ἔσπευσε νὰ κυρώσῃ, ἅμα ὑποβληθέντα αὐτῷ, τὸν νόμον ἐκεῖνον. Τὰ πράγματα δὲν ἐβράδυναν ν’ ἀποδείξωσιν, ὁπόσον δίκαιον εἴχομεν ἡμεῖς, τοσοῦτον ἀγωνισθέντες καὶ τοιαῦτα ἐπιχειρήματα ἀντιτάξαντες κατὰ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος νόμου. Εὐθὺς ἅμα γενόμενος γνωστὸς οὗτος ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ, προεκάλεσεν ἀληθῆ θύελλαν καθ’ ἡμῶν. Ἡ πτώχευσις τοῦ Κράτους ἐχαρακτηρίσθη ὡς δολία χρεωκοπία. Ἡ Ἑλλὰς περιϋβρίσθη καὶ ἐχλευάσθη ὑφ’ ὅλου σχεδὸν τοῦ ξένου τύπου. Οἱ ὁμολογιοῦχοι ἔσπευσαν νὰ προβῶσιν εἰς σύστασιν ἐπιτροπειῶν, πρὸς ἄμυναν τῶν συμφερόντων των. Αἱ ἐπιτροπεῖαι δὲ αὗται, ἀρξάμεναι διαπραγματεύσεων περὶ συμβιβασμοῦ πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἀπηύθυναν ὅρους, οὓς δυσκόλως ἠδύνατο ν’ ἀποδεχθῇ αὕτη. Ἐζήτησαν ἄμεσον αὔξησιν τῶν ποσοστῶν τοῦ τόκου ἐκ 30 εἰς 35%. Ἠξίωσαν συμμετοχὴν εἰς τὴν προσαύξησιν τῶν εἰσπράξεων τῶν ὑπεγγύων προσόδων, πρὸς δὲ ὑπαγωγὴν τῆς διαχειρίσεως τούτων, εἰς ἐγγυήσεις ἐξασφαλιζούσας τοὺς ὁμολογιούχους ἐν τῷ μέλλοντι κατὰ παντὸς σφετερισμοῦ τῶν δικαιωμάτων των, κατὰ πάσης ἀθετήσεως τῶν πρὸς αὐτοὺς ὑποχρεώσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Μάταιαι ἀπέβησαν πᾶσαι αἱ προσπάθειαι τοῦ Τρικούπη ἐπὶ ἓν περίπου ἔτος, ὅπως ἐπιτύχῃ εὐμενεστέρων ὅρων παρὰ τῶν ἐπιτροπειῶν τῶν ὁμολογιούχων, μεθ’ ὅλην τὴν περίνοιαν, μεθ’ ὅλην τὴν δραστηριότητα καὶ τὴν ἐπιβολήν, ἥτις διέκρινε τὸν ἀείμνηστον ἐκεῖνον ἄνδρα. Αἱ ἐπιτροπεῖαι τῶν ὁμολογιούχων ἐπέμειναν μέχρι τέλους εἴς τε τὴν αὔξησιν τῶν ποσοστῶν τοῦ τόκου, εἴς τε τὴν συμμετοχήν των εἰς τὴν προσαύξησιν τῶν εἰσπράξεων τῶν ὑπεγγύων προσόδων καὶ εἰς τὴν παροχὴν μεγαλειτέρων ἐγγυήσεων ἢ πρίν. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι τὸ θέρος τοῦ 1894 ἐπετεύχθη ἐν Ἀθήναις συμφωνία τις μεταξὺ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν ἐνταῦθα ἀποσταλέντων ἀντιπροσώπων τῶν ἐπιτροπειῶν τῶν ὁμολογιούχων. Ἡ συμφωνία αὕτη, ἐξασφαλίζουσα αὔξησιν τοῦ ποσοστοῦ τοῦ τόκου εἰς 32% καὶ καθιεροῦσα χρεωλύσιον, ὅπερ σὺν τῷ χρόνῳ θὰ ηὔξανε καὶ θὰ συνεποσοῦτο ὁμοῦ μετὰ τῶν ποσοστῶν τοῦ τόκου εἰς 60%, ἤγειρεν ἐν ἡμῖν τοῖς ἀντιπολιτευομένοις τότε ἐνδοιασμούς, ἐὰν καὶ οὕτω ἡ Ἑλλάς, μένουσα ἄνευ τῶν ἀναγκαίων οἰκονομικῶν μεταῤῥυθμίσεων, θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ καταβάλλῃ ἀνελλιπῶς εἰς χρυσὸν ἐκ τῶν τακτικῶν πόρων της τοσοῦτον τόκον καὶ χρεωλύσιον. Ἐξεδηλώσαμεν ἡμεῖς ἰδίᾳ τοὺς φόβους, μήτοι τὸ Κράτος εὑρεθῇ καὶ πάλιν εἰς τὴν ἀνάγκην συνομολογήσεως νέων δανείων πρὸς πληρωμὴν τοῦ εἰρημένου ποσοῦ, καὶ δὴ ὑπὸ ἐπαχθεστέρους ὅρους ἐκείνων, εἰς οὓς τὸ δημόσιον ἡμῶν χρέος ὑπήχθη μετὰ τὴν πτώχευσιν. Πλὴν ἡ συμφωνία ἐκείνη δὲν ἀπέτυχε διὰ τὴν ἀντίδρασιν ἡμῶν τῶν ἐν Ἑλλάδι ἀντιπολιτευομένων, ὡς θὰ παρήγετό τις ἴσως νὰ συμπεράνῃ ἐκ τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Κραναίας, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀποκρούσεως αὐτοῦ ὑπὸ τῶν ἐπιτροπειῶν τῶν ὁμολογιούχων. Ὁ Τρικούπης ἐπέμενε τότε νὰ θεωρῇ αὐτὴν ἔγκυρον, ἀξιῶν ὅτι μόναι αἱ συνελεύσεις τῶν ὁμολογιούχων, καλούμεναι ἐπὶ τούτῳ ὑπὸ τῶν ἐπιτροπειῶν, ἠδύναντο ν’ ἀποῤῥίψωσιν αὐτήν. Κατωρθώθη ὅμως νὰ ὑποβληθῇ αὐτὴ ὑπὸ τὸν τύπον συμβάσεως, δι’ ἧς ἐχορηγοῦντο πάραυτα 2% περιπλέον τῶν ἀρχῆθεν συμπεφωνημένων ποσοστῶν, εἴς τινα συνέλευσιν τῶν ὁμολογιούχων ἐν Λονδίνῳ, ἀλλ’ ἀπεκρούσθη ὑπὸ ταύτης διὰ βοῆς. Καὶ οὕτως ἐπηλήθευσε, Κύριοι, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἀρχῆθεν ὑπεδείξαμεν, ὅτι δηλαδὴ οἱ ὁμολογιοῦχοι, ὀχυρούμενοι ὄπισθεν τῶν 30%, ἅτινα ἐξησφάλιζεν εἰς αὐτοὺς ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου, θὰ ἤγειρον ὑπερμέτρους ἀξιώσεις καὶ θὰ ἐπέμενον εἰς αὐτάς. Ὁ Τρικούπης εἶχε φθάσει ἤδη εἰς τὸ ἀπροχώρητον, τὸ δὴ λεγόμενον, ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσιν αὐτοῦ περὶ συμβιβασμοῦ, ὅτε ἐδέησε νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἐκ τῆς Κυβερνήσεως παραίτησίν του. Τὸ κληθὲν ἄχρουν Ὑπουργεῖον ὑπὸ τὸν κ. Ν. Δελιγιάννην διέλυσε τὴν Βουλήν, αἱ δὲ βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ ἀνέδειξαν τὸν κ. Θ. Π. Δηλιγιάννην, εἰς ὃν ἀνετέθη καὶ ὁ σχηματισμὸς νέου Ὑπουργείου ἐκ τῆς πλειονοψηφίας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνῆλθεν οὕτω εἰς τὴν ἀρχὴν ὑπὸ τὰς εὐνουστάτας περιστάσεις, ἐπαγγελλόμενος τὴν ταχεῖαν, τὴν ἄμεσον συνομολόγησιν τοῦ συμβιβασμοῦ. Οἱ ὁμολογιοῦχοι, ἀποκαμόντες ἐκ τῶν μακρῶν διαπραγματεύσεων πρὸς τὸν Τρικούπην, ἐφαίνοντο εἴπερ ποτὲ ἐνδοτικοὶ εἰς τὰς ἀξιώσεις των. Ὁ Ἑλληνικὸς λαός, βαρυνθεὶς ἐκ τῆς παρατάσεως τῆς πτωχεύσεως τοῦ Κράτους, ἣν ἔβλεπεν ἐπιδρῶσαν ἐπιζημίως καὶ εἰς τὰ κατ’ ἰδίαν οἰκονομικὰ τῆς χώρας, θεωρῶν δὲ τὸν συμβιβασμὸν ὡς τὴν μόνην πανάκειαν τῆς οἰκονομικῆς του καχεξίας, ἤρξατο ἐπιποθῶν αὐτὸν ἐξ ὅλης καρδίας, πρόθυμος ὢν νὰ ὑποβληθῇ χάριν αὐτοῦ εἰς πᾶσαν δυνατὴν θυσίαν. Ἦτο ἄρα τότε ἡ καταλληλοτάτη περίστασις, ὅπως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιληφθῇ πάραυτα διαπραγματεύσεων περὶ συμβιβασμοῦ καὶ ἀγάγῃ αὐτὰς εἰς αἴσιον πέρας, ὡς ἐπηγγέλλετο ὁ ἀνὴρ πρὶν ἢ κληθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Πῶς ὅμως ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐπωφελήθη τὴν καταλληλοτάτην ἐκείνην περίστασιν, τὴν τόσον πρόσφορον, οὕτως εἰπεῖν, ψυχολογικὴν στιγμὴν εἰς πλήρωσιν τῆς ἐπαγγελίας του;...

§142ΡΩΜΑΝΟΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι δυνάμεθα νὰ διακόψωμεν ἐνταῦθα;

§143ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ θὰ προετίμων νὰ τελειώσωμεν τώρα· ἀλλ’ ἂν ἡ Βουλὴ ἔχῃ κουρασθῆ...

§144Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχετε πολλὰ ἀκόμη;

§145ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀρκετὰ βεβαίως ἀλλ’ ἄν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ νὰ διακόψωμεν ἐνταῦθα, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίῤῥησιν.

§146Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἐκουράσθητε, δὲν ἀντιλέγομεν.

§147ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε.

§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 2 καὶ 15′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 26
2Τῆς 11 Δεκεμβρίου 1896.
3(Τετάρτη)
4Ὥρᾳ 4 καὶ 20′ μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦν-
6ται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.)
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐξ Οἰτύλου βουλευτὴς κ. Ραζέλος καὶ
8ὁ ἐκ Βόλου κ. Φιλάρετος ὑποβάλλουσι τὴν ἑξῆς αἴτησιν.
9§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
10«Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς νὰ
11καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀκόλουθα ἔγγραφα, ὡς πρὸς
12τὰς γενομένας μελέτας διὰ τὴν ἵδρυσιν στρατοπέδου ἐν Θή-
13βαις· αʹ) τὴν ἔκθεσιν τοῦ ταγματάρχου τοῦ μηχανικοῦ κ.
14Δροσινοῦ, βʹ) τὴν τοῦ ὑπολοχαγοῦ τοῦ μηχανικοῦ κ. Κων-
15σταντινοπούλου καὶ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ τοῦ πεζικοῦ κ. Ρω-
16σέτου, γʹ) τὴν ἀρχικὴν ἐντολὴν τῆς τελευταίας ἐπιτροπῆς,
17τῆς προεδρευομένης ὑπὸ τοῦ ἀντισυνταγματάρχου τοῦ μηχα-
18νικοῦ κ. Νοταρᾶ, καὶ τὴν τροποποίησιν αὐτῆς διὰ μεταγε-
19νεστέρου ἐγγράφου.»
20§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Ἀγγελόπου-
21λος καὶ ὁ ἐκ Μήλου κ. Ταταράκης ὑποβάλλουσι πρότασιν
22νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἀδείας τῶν μηχανημάτων σι-
23γαροχάρτου», συνοδευομένην καὶ ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως.
24Ὁ ἐξ Ἰθάκης βουλευτὴς κ. Πεταλᾶς ὑποβάλλει πρότασιν
25νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ ἀπὸ 19 Αὐ-
26γούστου 1852 ΣΕʹ νόμου περὶ συντάξεων τοῦ κατὰ γῆν καὶ
27θάλασσαν στρατοῦ», συνοδευομένην καὶ ὑπὸ αἰτιολογικῆς
28ἐκθέσεως.
29Οἱ ἐκ Βόλου βουλευταὶ κ. κ. Τοπάλης, Γιαννακόπουλος
30καὶ Σταματιάδης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομο-
31σχεδίου περὶ καταργήσεως καὶ συστάσεως τελωνειακῶν θέσεων.
32Ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
33προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων» ὑποβάλλει τὴν ἔκ-
34θεσίν της.
35Ὁ ἐκ Κερκύρας βουλευτὴς κ. Παραμυθιώτης ὑποβάλλει
36πρότασιν νόμου «περὶ προσθήκης εἰς τὸ ἐδάφιον δʹ τοῦ ἄρθρου
3733 τοῦ ͵ΒΤΟΗʹ νόμου περὶ στρατολογίας», συνοδευομένην καὶ
38ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως.
39Πᾶσαι αἱ προτάσεις, ἡ τροπολογία καὶ ἡ ἔκθεσις θέλουσι
40τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτ. ἀριθ. 176–180).
41Ὡσαύτως θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ αἱ ὑπὸ τοῦ κ.
42Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβληθεῖσαι ἐν προηγουμένῃ
43συνεδρίᾳ τρεῖς καταστάσεις τῶν ἐν ἐνεργείᾳ καὶ ἀποστρατείᾳ
44ἀξιωματικῶν, ὡς καὶ τῶν ὑπαρχόντων κτηνῶν τοῦ στρατοῦ.
45(Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 181).
46Ἐργοστασιάρχαι Τριπόλεως διὰ τηλεγραφήματός των
47παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιψηφίσῃ τὴν τροπολογίαν
48τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου, τὴν ἀφορῶσαν τὰ μάλλινα νή-
49ματα.
50Πολῖται Λιγουδίστης τηλεγραφικῶς παρακαλοῦσι τὴν
51Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποπερατώσεως τοῦ
52ὑδραγωγείου Λιγουδίστης τοῦ δήμου Φλεσσιάδος.
53§4ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑπο-
54βάλω ἐγγράφως δύο ἐπερωτήσεις μου, τὴν μὲν πρὸς τὸν κ.
55κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὴν δὲ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν
56ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, καὶ παρακαλῶ αὐτοὺς νὰ λάβωσιν αὐ-
57τὰς ὑπ’ ὄψιν καὶ χορηγήσωσι τὰς αἰτουμένας πληροφορίας
58(ἀναγινώσκει):
59«Ἐξ ἀφορμῆς τῆς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ τῶν Οἰκονο-
60μικῶν ἀπευθυνθείσης παρ’ ἀλλοδαποῦ τινος αἰτήσεως πρὸς
61παραχώρησιν τῆς ἁλιείας κοραλλίων κατὰ τὰ δυτικὰ παρά-
62λια τῆς Ἑλλάδος, ὡς μανθάνω, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουρ-
63γὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν
64Βουλὴν: αʹ) ἐὰν ἐγένοντο ἤδη ἔρευναι περὶ τῶν μερῶν τῶν
65παραλίων τῆς Ἑλλάδος, ἐν οἷς φύονται τὰ κοράλλια, καὶ
66περὶ τῆς ποσότητος, ἐν ᾗ ἀπαντῶσι ταῦτα κατὰ τὰ διά-
67φορα μέρη· βʹ) ἐὰν — ἀποφασισθείσης τυχὸν τῆς παραχωρή-
68σεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἁλιείας — ἐλήφθη πρόνοια ἐκ μέ-
69ρους τῆς ὑπηρεσίας πρὸς ἐπιβολὴν ἁπάντων τῶν ἀπαιτουμέ-
70νων ὅρων καὶ περιορισμῶν πρὸς μεθοδικὴν ἁλιείαν, ἵν’ ἀπο-
71σοβηθῇ ἡ ἐξ ἀπληστίας καταστροφὴ τοῦ εἴδους κατὰ ποσὸν
72καὶ ποιὸν, ὡς συνέβη ἐν τοῖς παραλίοις ἑτέρων χωρῶν, καθό-
73σον τὸ πολύτιμον τοῦτο προϊόν τῆς θαλάσσης ἀποτελεῖ ἀλη-
74θῆ πηγὴν πλούτου.»
75«Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ
76εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἐνεργείας
77αὑτοῦ ἐν τῷ ἑξῆς ζητήματι. Κατὰ τὸ ἄρθρον 18 τοῦ νόμου
78ᾼΡΝΓʹ «περὶ Ναυτικῆς Σχολῆς τῶν δοκίμων», οἱ δύο πρῶ-
79τοι ἑκάστης τάξεως τῆς Σχολῆς ταύτης ἐξερχόμενοι εἰς τὸ
80πολεμικὸν ναυτικὸν ἀξιωματικοὶ ἀποστέλλονται εἰς τὴν ἀλ-
81λοδαπὴν δημοσίοις ἀναλώμασι πρὸς ἀνωτέραν ἐκπαίδευσιν ἐπὶ
82διετίαν. Αἱ προκάτοχοι Κυβερνήσεις παρέλιπον τὴν ἐφαρμο-
83γὴν τῆς διατάξεως ταύτης· ἡ παροῦσα ὅμως ἀνέγραψεν ἀπὸ
84τοῦ παρελθόντος ἔτους ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1897 πί-
85στωσιν δραχμῶν 6,000 πρὸς τοιαύτην ἀποστολὴν ἀξιωματι-
86κῶν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Ἀλλ’ ἐκ τῆς παραβολῆς τῶν ἑκά-
87στοτε γενομένων δημοσιευμάτων περὶ τούτου ἐν τῇ Ἐφημε-
88ρίδι τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν κατάλογον τῶν ἀξιωματι-
89κῶν τοῦ ναυτικοῦ ἐξάγεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
90Ναυτικῶν οὐδεμίαν τάξιν ἐτήρησεν ἐν τῇ ἐκλογῇ τῶν ἀπο-
91σταλέντων εἰς Εὐρώπην ἀξιωματικῶν, δὲν ἀπέστειλε δὲ τοὺς
92πρώτους τῶν ἀρχαιοτέρων ἐξελθουσῶν τῆς Σχολῆς τάξεων,
93τῶν δὲ ἐκλεγέντων πρὸς τοῦτο τινὲς εἶχον μὲν τὸ δικαίωμα
94τῆς μεταβάσεως, ἀλλ’ ὑπεσκέλισαν ἄλλους ἀρχαιοτέρων τά-
95ξεων, ἕτεροι δὲ οὐδὲν ἀπολύτως δικαίωμα εἶχον, κατὰ τὸν ῥη-
96θέντα νόμον. Ἐπὶ τούτου παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ
97διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν, προσάγων ἐν ταὐτῷ καὶ σημείωμα
98τῶν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς αὑτοῦ ἀποσταλέντων ἀξιωματικῶν ἢ τῶν
99λαβόντων παράτασιν σπουδῆς καὶ ποῦ ἕκαστος ἐκπαιδεύεται,
100μετὰ τῆς πληροφορίας τῆς κατ’ ἀρχαιότητα σειρᾶς τῶν ἀπο-
101σταλέντων πρὸς τοὺς ὁμοταξίους συμμαθητὰς αὐτῶν, τοὺς
102παραλειφθέντας.»
103§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς
104ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐζητήθη ὑπό τινος συναδέλφου
105νὰ καταθέσω πίνακα τῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρή-
106σεως τοῦ 1896 χορηγηθεισῶν ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων
107πιστώσεων. Καταθέτω τοῦτον.
108Ἀφοῦ ἐψηφίσθη εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον, διὰ
109τοῦ ὁποίου ἐπετράπη νὰ χορηγῆται μισθὸς τμηματάρχου
110Βʹ τάξεως εἰς δύο ὑπουργικοὺς γραμματεῖς Αʹ τάξεως, πρέ-
111πει νὰ ζητήσω διὰ δηλώσεως νὰ προστεθῇ τὸ ἀπαιτούμενον
112διὰ τοῦτο ποσὸν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Τὴν δήλωσιν ταύ-
113την καταθέτω.
114Ἐπίσης καταθέτω ἑτέραν δήλωσιν, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ-
115ται νὰ προστεθῶσι 5 χιλιάδες δραχμῶν εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ
116προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ ὑδραυ-
117λικῶν ἔργων.
118Εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ὅτι ἀείμνη-
119στος ἀνὴρ, ὁ Γεώργιος Ζαρίφης, δι’ ἀφειδοῦς δαπάνης ἵδρυ-
120σεν ἐν Φιλιππουπόλει τὰ Ζαρίφεια Διδασκαλεῖα, τὰ ὁποῖα
121συνετήρει ὁ φιλογενὴς συμπολίτης, ἐφ’ ὅσον ἔζη· ἀποθανόν-
122τος τοῦ Γεωργίου Ζαρίφη, ἡ σύζυγος αὐτοῦ, ἁμιλλωμένη
123κατὰ τὴν φιλοπατρίαν πρὸς τὸν σύζυγόν της καὶ σεμνυνομένη
124ἐπὶ τῷ ὀνόματι τοῦ συζύγου αὐτῆς, ἐξηκολούθησε νὰ συν-
125τηρῇ τὰ Ζαρίφεια, δαπανῶσα ὑπὲρ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡ κυρία
126Ζαρίφη ἔκρινεν ὅτι εἶχε καθῆκον ἵνα διατηρῇ ἐσαεὶ τὴν μνή-
127μην τοῦ συζύγου αὑτῆς, καὶ ὅτι, ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν
128φιλοπατρίαν ἐκείνου, προσεῖκε νὰ προνοήσῃ καὶ περὶ τοῦ
129μέλλοντος, διότι θνητὴ οὖσα προέβλεπεν, ὅτι θέλει ἔλθει ἡ
130ἡμέρα τοῦ θανάτου αὐτῆς. Διὰ τοῦτο μετά τινας συνεννοή-
131σεις ἔστερξε νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν
13220 χιλιάδας λίρας ἐκ τῶν χρημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔχει
133λαμβάνειν παρὰ τῶν ἀγοραστῶν τοῦ χωρίου Σοφάδων τῆς
134Θεσσαλίας, ἡ δὲ Κυβέρνησις νὰ ἀναλάβῃ νὰ πληρόνῃ
13520–25 χιλιάδας φράγκων κατ’ ἔτος πρὸς συντήρησιν τῶν
136Ζαριφείων Διδασκαλείων. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη κατὰ τὴν διάρ-
137κειαν τῶν συνεννοήσεων ἐφείλκυσε περισσότερον τὴν προσοχὴν
138τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐζήτησε νὰ λάβῃ πληροφορίας
139καὶ περὶ τῶν ἄλλων λεπτομερειῶν τῆς διοικήσεως τῶν Ζαρι-
140φείων Διδασκαλείων. Ἐπειδὴ, κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς
141ὁποίας ἐλάβομεν, τὰ διδακτικὰ ὄργανα, τὰ ἐν τοῖς Διδα-
142σκαλείοις ὑπάρχοντα, τινὰ μὲν ἐκ τῆς χρήσεως ἐφθάρησαν,
143ἄλλα δὲ ἀρχῆθεν ἦσαν ἀτελῆ, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐσύ-
144στησεν εἰς τὴν κυρίαν Ζαρίφη νὰ προσθέσῃ 400 ἔτι λίρας,
145ἵνα συμπληρωθῶσι τὰ ἀτελῆ ὄργανα καὶ βελτιωθῶσι τὰ ὑπάρ-
146χοντα. Ἐπὶ ταῖς βάσεσι ταύταις συνωμολογήθη σύμβασις,
147τὴν ὁποίαν εἰσάγω εἰς τὴν Βουλήν.
148Κατὰ παρελθοῦσαν σύνοδον εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν νο-
149μοσχέδιον περὶ ὀργανώσεως τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς,
150ἐσκέφθην δὲ τότε νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ἵνα συντελέσῃ
151διὰ τῆς ψήφου της, ὅπως μειωθῶσιν αἱ περὶ τὰς ἀνάγκας τῆς
152διοικήσεως ἐργασίαι τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ. Κατὰ τὴν προ-
153βάσανον τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, εἰς ἣν ἀπεστάλη
154τότε, καὶ κατὰ συζητήσεις οὐχὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ
155ἐπὶ ἄλλων θεμάτων γενομένας ἐν τῇ Βουλῇ, διάφοροι ἐξηνέ-
156χθησαν γνῶμαι· ἐπειδὴ δὲ συνειθίζομεν νὰ μὴ κρίνωμεν ὅτι αἱ
157γνῶμαι ἡμῶν πάντοτε εἶναι αἱ ἀληθέστεραι, ὑπελάβομεν ὅτι
158ὠφείλομεν νὰ μὴ ἐπισπεύσωμεν τότε τὴν συζήτησιν τοῦ νομο-
159σχεδίου, ἵνα ἐξετασθῶσι καὶ αἱ γνῶμαι αἱ ἐξενεχθεῖσαι ἐν τῷ
160Κοινοβουλίῳ καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῇ ἐξελεγξάσῃ τὸ νομοσχέ-
161διον, καὶ δυνηθῶμεν νὰ πορισθῶμεν πᾶν ὅ,τι εἶναι λυσιτελέ-
162στερον καὶ πληρέστερον. Ἐπὶ τοιαύτης λοιπὸν βάσεως εἰρ-
163γάσθημεν, καὶ συνετάξαμεν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μετὰ αἰτιο-
164λογικῆς ἐκθέσεως εἰσάγομεν εἰς τὴν Βουλήν.
165Εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνάπτω δύο πίνακας. Ὁ μὲν
166εἷς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θέλει ἀντικαταστήσει τὸν Ιʹ
167πίνακα τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὁ δὲ ἄλλος
168πίναξ εἶναι ὁ τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας θέλει ἐπιφέρει τοῦ
169νομοσχεδίου τούτου ἡ ἐκτέλεσις, ἂν ἤθελε καταρτισθῇ νόμος.
170§6ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὅλως ἄσχετον πρὸς
171τὸ περυσινὸν νομοσχέδιον;
172§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι μετα-
173βεβλημένον· ἄσχετον δὲν δύναται νὰ ἦναι, διότι πρὸς τὸν
174αὐτὸν σκοπὸν τείνουσιν ἀμφότερα.
175§8ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο ἐκμηδενίζεται.
176§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
177Αἱ ἐπερωτήσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης
178προέτεινεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἔφερον εἰς γνῶσιν καὶ ἐμοῦ καὶ
179τῆς Βουλῆς, ὅτι ἕνεκα τῆς καθυστερησάσης κατὰ τὸ παρελ-
180θὸν ἐργασίας τῆς ἐξελέγξεως τῶν λογαριασμῶν μεταξὺ τῶν
181δηλωσάντων ἐθνικὰς γαίας καὶ φυτείας καὶ τοῦ δημοσίου
182ταμείου, δὲν ἐγένετο ἡ βεβαίωσις τῶν ἐτησίων δόσεων καθ’
183ἕκαστον τῶν ἐτῶν, ἀλλ’ εἰς διάστημα χρόνου οὐδεμία ἐγένετο
184ἐργασία· ὅταν δὲ ἡ ἐργασία αὕτη ἐτέθη ἐν ἐνεργείᾳ μετά
185τινος σπουδῆς, ἐβεβαιώθησαν συγχρόνως πολλῶν ἐτῶν δόσεις,
186καὶ οὕτω, κατὰ πίνακα, τὸν ὁποῖον ὑποβάλλω εἰς τὴν Βου-
187λήν, εἰς τινας δήμους τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης ἐδηλώθησαν
188συγχρόνως δόσεις 6 καὶ 9 καὶ 10 ἐτῶν. Ἡ τοιαύτη σύγ-
189χρονος βεβαίωσις εἶναι βεβαίωσις δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα οἱ
190πολῖται ὀφείλουσι πρὸς τὸ Δημόσιον. Καὶ ἂν μὲν τὰ δικαιώ-
191ματα ταῦτα ἐζητοῦντο κατ’ ἔτος, ἡ πληρωμὴ αὐτῶν θὰ
192ἦτο μᾶλλον ἄνετος, καὶ ὄχλησις δὲν ἤθελεν ἐπέλθει αἰσθητὴ
193εἰς τοὺς πολίτας. Διὰ τοῦτο, συμφώνως καὶ μὲ εὐχὴν ἐκ-
194φρασθεῖσαν ὑπὸ κ. Βουλευτοῦ Μεσσήνης καὶ ὑπὸ ἄλλων
195συναδέλφων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἔσπευσα νὰ συντάξω νο-
196μοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέ-
197σεως εἰσάγω. Τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ νομοσχεδίου προ-
198τείνομεν, δὲν εἶναι μέτρον πρώτην φορὰν προβαλλόμενον εἰς
199τὴν Βουλὴν· καὶ ἄλλοτε, ὁσάκις φόροι δημόσιοι συνέπεσαν
200νὰ βεβαιωθῶσι συχρόνως πολλῶν ἐτῶν, ἑπομένως νὰ παραχθῇ
201δικαίωμα τοῦ Δημοσίου πρὸς ἀπαίτησιν συγχρόνως φόρων
202καὶ δικαιωμάτων πολλῶν ἐτῶν, παρεκλήθη ἡ νομοθετικὴ
203ἐξουσία νὰ φανῇ ἐπιεικὴς κατὰ τὴν ἀπαίτησιν τῶν δικαιω-
204μάτων τοῦ Δημοσίου, καὶ διὰ νόμων ἐπετράπη εἰς τὴν ἐκτε-
205λεστικὴν ἐξουσίαν νὰ μὴ ἀπαιτήσῃ τὴν ἄμεσον καὶ σύγχρο-
206νον πληρωμὴν ὅλων τῶν φόρων τούτων, ἀλλὰ νὰ ἀπαιτήσῃ
207αὐτοὺς κατὰ δόσεις. Διὰ τῶν νόμων μάλιστα ἐκείνων εἶχε
208διαταχθῇ, ἵνα πληρόνηται καὶ τόκος μετὰ τὴν παρέλευσιν
209τῶν προθεσμιῶν, ἤτοι ἐζητήθη παρὰ τῶν ὑποχρέων καὶ τό-
210κος ἐπὶ τοῦ ὀφειλομένου ποσοῦ· οἱ νόμοι μάλιστα ἐκεῖνοι
211εἶχον προσδιορίσει τόκον 8%, ὅσος εἶναι ὁ τόκος ὁ νόμιμος.
212Δὲν ἐνόμισα ὅτι μοὶ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρνηθῶ, ἵνα περιλάβω
213ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ ὑποχρέωσιν πρὸς πληρωμὴν τόκου·
214ὑπέλαβον ὅμως, ὅτι ὁ τόκος 8% εἶναι βαρύς. Διὰ τοῦτο
215ἀναγράφεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τόκος τόσος, ὅσος εἶναι ἐκεῖ-
216νος, τὸν ὁποῖον πληρόνει τὸ Δημόσιον, δανειζόμενον δι’ ἐντό-
217κων γραμματίων, ἤτοι 5%. Καταθέτω καὶ τὸ νομοσχέ-
218διον τοῦτο.
219§10ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ μέτρον βεβαίως εἶναι γενικόν, ἀφορᾷ
220ὅλας τὰς ἐπαρχίας.
221§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μόνον τὴν
222ἐπαρχίαν Μεσσήνης.
223§12ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ζητήσητε πληρο-
224φορίας, ἂν καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας συμβαίνει τὸ αὐτό.
225§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θέλο-
226μεν προτείνει τὸ αὐτὸ μέτρον δι’ ἄλλου νομοσχεδίου.
227§14ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν σας
228συμβαίνει τοῦτο, κύριε Πρόεδρε.
229§15Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν ἐπαρ-
230χίαν Γόρτυνος; Ὅτε, κύριε συνάδελφε, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
231Μεσσήνης καὶ ὑμεῖς παρεπονεῖσθε διὰ τὰ συμβαίνοντα ἐν τῇ
232ἐπαρχίᾳ σας, ἐγὼ ἔλεγον κατ’ ἐμαυτόν, ὅτι οἱ ἐμοὶ συμπο-
233λῖται εἶναι εἰς πολλῷ χείρονα θέσιν.
234§16ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατ’ ἀρχὴν νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ
235δι’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας.
236§17Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Εὐταξία, νομίζω ὅτι κατ’
237ἀρχὴν δὲν πρέπει νὰ παραχωρῆται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξου-
238σίαν τοσοῦτον ἀπόλυτον δικαίωμα. Ὁσάκις ἐξελέγχεται τὸ
239γεγονός, πρέπει νὰ ζητῆται, ἡ δὲ νομοθετικὴ ἐξουσία δύνα-
240ται νὰ χορηγῇ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν τὸ δικαίωμα τοῦτο.
241§18ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Διατί, κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ ἡ θέσις
242τῶν Γορτυνίων εἶναι χείρων, δὲν λαμβάνετε ὑπὲρ αὐτῶν τὸ
243αὐτὸ μέτρον;
244§19Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀκόμη δὲν ἐγένετο ἐξέλεγξις.
245Ὅταν διὰ τῆς ἐξελέγξεως βεβαιωθῇ τὸ γεγονός, θέλει λη-
246φθῆ τὸ αὐτὸ μέτρον διὰ τῆς εἰσαγωγῆς ἑτέρου νομοσχεδίου.
247§20ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατὰ πρῶτον λόγον παρακαλῶ νὰ ληφθῇ
248φροντὶς διὰ τὴν Λοκρίδα, διότι εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον βεβα-
249ρημένων ἐπαρχιῶν.
250§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως
251ὑποβληθεῖσαι δηλώσεις καὶ τὰ νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ
252καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 185–187).
253Ὁ κ. Ρωμάνος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως περὶ
254τοῦ συμβιβασμοῦ, παραχωροῦντος τοῦ κ. Καραπάνου.
255§22ΡΩΜΑΝΟΣ. Τρία ἔτη συνεπληρώθησαν ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἡ
256Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὑπείκουσα εἰς ἀναπόδραστον ἀνάγκην,
257προέβη εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν τόκων τῶν ἐθνικῶν δανείων.
258Ἔκτοτε διεξήχθησαν διαπραγματεύσεις μεταξὺ τῆς Κυβερ-
259νήσεως καὶ μεταξὺ τῶν ἐπιτροπειῶν, αἵτινες ἀνέλαβον νὰ
260ὑπερασπίσωσι τὰ συμφέροντα τῶν κατόχων ἑλληνικῶν χρεω-
261γράφων ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν Γαλλίᾳ καὶ Γερμανίᾳ. Αἱ διαπραγ-
262ματεύσεις ἐκεῖναι εἶχον ὡς σκοπὸν τὴν μεταῤῥύθμισιν τῆς ὑπη-
263ρεσίας τῶν δανείων ἐκ συμφώνου μετὰ τῶν δανειστῶν. Ταύ-
264τας δὲ δυνάμεθα νὰ διαιρέσωμεν εἰς δύο περιόδους, εἰς τὴν
265περίοδον τοῦ 1894 καὶ εἰς τὴν περίοδον τοῦ 1895 καὶ 1896,
266ὅτε ἡ παροῦσα Κυβέρνησις διὰ τοῦ πρέσβεως ἐν Παρισίοις
267κ. Νικολάου Δελιγιάννη διεξήγαγε τὰς διαπραγματεύσεις.
268Ὡς πρὸς μὲν τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ 1894, ἡ Κυβέρνησις
269εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Εἰς τὸν
270κατατεθέντα φάκελλον εὑρίσκεται ἡ ἀλληλογραφία μεταξὺ
271τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν προέδρων τῶν ἐπιτρο-
272πειῶν Λονδίνου, Βερολίνου καὶ Παρισίων, τὰ ἔγγραφα, τὰ
273ὁποῖα διημείφθησαν, ὅτε οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν δανειστῶν ἦλ-
274θον εἰς Ἀθήνας, τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα διημείφθησαν μεταξὺ
275τῆς Πρεσβείας Λονδίνου καὶ τῆς ἐπιτροπείας τῆς ἐν Ἀγγλίᾳ,
276καὶ πᾶσαι αἱ σχετικαὶ ἐκθέσεις τῶν ἐν Λονδίνῳ, Παρισίοις καὶ
277Βερολίνῳ Ἑλληνικῶν Πρεσβειῶν. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως εἰς τὰς
278διαπραγματεύσεις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, μόνον δύο ἔγ-
279γραφα κατέθεσε καὶ ἐδημοσίευσεν ἡ Κυβέρνησις· πρῶτον τὰς
280ὁδηγίας, ἃς ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς τοὺς πρέσβεις ἐν
281Λονδίνῳ, Βερολίνῳ καὶ Παρισίοις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ
282συμβιβασμοῦ, καὶ δεύτερον τὸ σχέδιον τοῦ συμβιβασμοῦ, τὸ
283ὁποῖον μετὰ τὴν λῆξιν τῶν διαπραγματεύσεων ὑπέβαλον οἱ
284ἀντιπρόσωποι τῶν κομιτάτων. Εἰς τὸ σχέδιον ἐκεῖνο ἡ Κυ-
285βέρνησις ἀπήντησε δι’ ἀντιπροτάσεων ἢ διὰ παρατηρήσεων,
286ὡς ὠνομάσθησαν αἱ ἀντιπροτάσεις αὗται τῆς Κυβερνήσεως,
287τόσον διαφόρων τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον οἱ ἀντιπρό-
288σωποι τῶν δανειστῶν, ὥστε πᾶσα περαιτέρω συζήτησις ἐθεω-
289ρήθη ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὡς ματαία, καὶ αἱ διαπραγματεύ-
290σεις διεκόπησαν. Ἡ Κυβέρνησις προσπαθεῖ νὰ καταστήσῃ πι-
291στευτὸν, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις δὲν εἶναι ἐντελῶς διακεκομ-
292μέναι. Ἐν τούτοις καὶ οἱ λόγοι τῶν διευθυνόντων τὰς ἐπιτρο-
293πείας πρὸς οἱονδήποτε, ὅστις ἤθελεν ἐρωτήσει αὐτοὺς, καὶ αἱ
294ἐφημερίδες αἱ γερμανικαὶ, αἱ γαλλικαὶ καὶ αἱ ἀγγλικαὶ, αἵ-
295τινες εὑρίσκονται εἰς σχέσιν μετὰ τῶν ἰθυνόντων τὰ τῶν κο-
296μιτάτων, ἐβεβαίωσαν, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις διεῤῥήχθησαν.
297Δύνανται βεβαίως ν’ ἀνανεωθῶσιν αἱ διαπραγματεύσεις, διότι
298οἱαδήποτε διαπραγμάτευσις δύναται ν’ ἀνανεωθῇ, ἀλλ’ ἐπὶ
299τῶν βάσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων διεξήχθησαν αἱ διαπραγματεύ-
300σεις μέχρι τοῦ Αὐγούστου τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, ἐπὶ τῶν βά-
301σεων ἐκείνων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ συμφωνία πλέον.
302Ὡς ἐκ τούτου ἡ Βουλὴ, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἀνήκει βε-
303βαίως νὰ λαμβάνῃ μέρος, νὰ συνεργάζηται μετὰ τῆς Κυβερ-
304νήσεως εἰς τὸ στάδιον τῶν διαπραγματεύσεων, ἔχει τὸ δι-
305καίωμα, ἔχει τὸ καθῆκον ἤδη νὰ ἐλέγξῃ τὰ πεπραγμένα καὶ
306νὰ ἐξετάσῃ ποῖαι ὑπῆρξαν αἱ αἰτίαι, διὰ τὰς ὁποίας ἀπέτυ-
307χον αἱ διαπραγματεύσεις. «Πᾶσα ἡμέρα, παρερχομένη ἄνευ
308συμβιβασμοῦ, εἶναι ζημία ἀνεπανόρθωτος», ἐκήρυττεν ὁ κ.
309Πρωθυπουργὸς εἰς τὰς ἐν ταῖς ἑλληνικαῖς ἐπαρχίαις ἐκλογι-
310κάς του περιοδείας. Ἀλλὰ 19 μῆνες παρῆλθον ἔκτοτε, καὶ τὸ
311ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ ὄχι μόνον οὐδὲ βῆμα ἔκαμεν ἐπὶ
312τὰ πρόσω, ἀλλὰ τοὐναντίον εὑρίσκεται σήμερον εἰς πολλῷ
313χεῖρον σημεῖον ἢ κατὰ τὴν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνέ-
314λαβεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐνῷ κατὰ τὰς
315ἐκλογὰς ἐζήτει νὰ καταστήσῃ πιστευτὸν, ὅτι ἡ ἔλευσίς του
316εἰς τὰ πράγματα θὰ ἦτο ἐπαρκὴς, ὅπως ἀμέσως λυθῇ τὸ ζή-
317τημα τοῦ συμβιβασμοῦ, τί λέγει σήμερον πρὸς ἐκείνους, οἵ-
318τινες παριστῶσι τὸ κατεπεῖγον τῆς ὑποθέσεως τοῦ συμβιβα-
319σμοῦ; Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸ δύο μόλις ἑβδομάδων
320ἔλεγε πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας: «Καὶ τί
321θέλετε νὰ κάμω; Θέλετε νὰ κάμω συμβιβασμὸν «quand
322même», συμβιβασμὸν ὅπως–ὅπως; νὰ παραδεχθῶ τὰς παρα-
323λόγους αἰτήσεις τῶν κομιτάτων;»
324Δὲν ὑποτιμῶ, Κύριοι, τὰς δυσχερείας, ἃς ἀπήντησεν ἡ πα-
325ροῦσα Κυβέρνησις καὶ ἃς ἀπήντησε καὶ ἡ προκάτοχος. Γνω-
326ρίζομεν, ὅτι τὰ κομιτάτα, καὶ ἰδίως τὰ κομιτάτα τοῦ Βερο-
327λίνου καὶ τῶν Παρισίων, δὲν ἔλαβον τὴν φροντίδα νὰ ἐξετά-
328σωσιν ἐπισταμένως τὴν κατάστασιν τῆς χώρας, ὅτι οἱ ἰθύ-
329νοντες τὰς ἐπιτροπείας ἐκείνας ἐνόμισαν, ὅτι ἐκπληροῦσι τὰ
330καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἀνετέθησαν αὐτοῖς ὑπὸ τῶν δανειστῶν,
331ζητοῦντες ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα. Καὶ ἡ Κυβέρνησις
332βεβαίως δὲν ἤθελεν ἐκπληρώσει τὴν ἐντολὴν, ἣν ἔχει παρὰ
333τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἂν ἤθελε προσπαθήσει νὰ προσφέρῃ ὀλι-
334γώτερα ἢ ὅτα ὁ τόπος δύναται νὰ προσφέρῃ. Ἀλλὰ καὶ οἱ
335ἀντιπρόσωποι τῶν δανειστῶν, ζητοῦντες νὰ συνομολογηθῇ
336συμβιβασμὸς μὴ βασιζόμενος ἐπὶ τῶν δυνάμεων τῆς χώρας,
337διακινδυνεύουσι τὸ μέλλον, δύνανται νὰ γείνωσιν αἴτιοι νέας
338καταστροφῆς, ἡ ὁποία βεβαίως ἤθελεν εἶσθαι ἐπιζήμιος εἰς
339τὴν χώραν καὶ ἐπιζήμιος εἰς τοὺς δανειστάς.
340Ἀλλὰ προῆλθεν ἆρά γε ἐκ τούτου μόνου ἡ ἀποτυχία; — διότι
341ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πᾶσα συζήτησις ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοι-
342νοβουλίῳ ἤθελεν εἶσθαι περιττή.—Ἀλλὰ θ’ ἀποδείξω ὑμῖν,
343Κύριοι, ὅτι ἡ ἀποτυχία δὲν προῆλθε μόνον ἐκ τούτου. Ἡ ἀπο-
344τυχία προῆλθε πρὸ πάντων ἐκ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον
345ἐποιήσατο ἔναρξιν τῶν διαπραγματεύσεων ἡ παροῦσα Κυβέρ-
346νησις καὶ καθ’ ὃν διεξήγαγεν αὐτὰς ἐπὶ δύο σχεδὸν ἔτη. Ἅμα
347ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, τί ἔπραξεν ἐπὶ
348τοῦ ζητήματος τοῦ συμβιβασμοῦ; Προέβη εἰς τὴν σύστασιν
349τῶν Πρεσβειῶν, διώρισε πρέσβεις, ὡσανεὶ ὁ διορισμὸς τῶν πρέ-
350σβεων ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ κατά τι εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζη-
351τήματος, συνέστησε τὸ Συμβούλιον τοῦ δημοσίου χρέους, διὰ
352τοῦ ὁποίου ἐπεβάρυνε τὸν προϋπολογισμὸν δι’ 60,000 δραχ-
353μῶν προσθέτου δαπάνης, κατόπιν δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐφι-
354λοπόνησε τὰς ἐν τῷ φυλλαδίῳ τούτῳ δημοσιευθείσας ὁδηγίας
355πρὸς τὰς Ἑλληνικὰς Πρεσβείας Λονδίνου, Παρισίων καὶ Βε-
356ρολίνου.
357Τί δ’ ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ἐγγράφου τούτου; Ἀποδεικνύε-
358ται πρὸ πάντων, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδεμίαν εἶχε γνῶ-
359σιν τῶν διαπραγματεύσεων, αἵτινες ἐγένοντο ἐπὶ τῆς προκα-
360τόχου Κυβερνήσεως. Καὶ τοῦτο ἀποδεικνύεται καὶ ἐξ ἄλλου
361τινός. Ἐνθυμεῖσθε ἴσως, ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος
362δι’ ἐπερωτήσεως ἐζήτησεν, ἵνα κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα τὰ
363ἀφορῶντα εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ 1894, τί ἀπήντη-
364σεν ὁ κ. Πρωθυπουργός: «Δὲν γνωρίζω ἂν ὑπάρχῃ ἔγγραφόν
365τι περὶ τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ 1894 ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ
366Ὑπουργείου. Οὐδέποτε εἶδον τοιοῦτον ἔγγραφον».
367§23ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Φάκελλον.
368§24ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐβεβαίωσεν, ὅτι δὲν εἶχε γνῶσιν οἱουδή-
369ποτε ἐγγράφου, ἀφορῶντος εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ
3701894, καὶ ὅτι ἤθελεν ἐξετάσει, ἂν ὑπῆρχε σχετικός τις φά-
371κελλος ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου. Μετά τινας ἡμέρας,
372ἀπευθυνομένης αὐτῷ νέας ἐπερωτήσεως παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου
373ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, ἐδήλωσεν, ὅτι ὁ φάκελλος ἦτο
374τόσον ὀγκώδης, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατατεθῇ καὶ ὅτι
375ὡς ἐκ τούτου παρακαλεῖ νὰ ὁρισθῶσιν αὐτῷ ἔγγραφά τινα,
376τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύνατο νὰ καταθέσῃ. Κατετέθη ὁ φάκελλος
377περιέχων, Κύριοι, 214 ἔγγραφα, ἐξ ὧν τινα σπουδαιότατα,
378καθόσον δεικνύουσιν εἰς ποίας παραχωρήσεις εἶχον προβῆ κατὰ
379τὰς διαπραγματεύσεις οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν δανειστῶν. Ἐν
380τούτοις περὶ αὐτῶν οὐδεμίαν μνείαν ποιεῖται ὁ κ. Πρωθυ-
381πουργὸς εἰς τὸ κατατεθὲν ἔγγραφον, ἀποδεικνύεται δ’ ἐκ τοῦ
382κειμένου τοῦ ἐγγράφου τούτου, ὅτι οὐδόλως ἔλαβε τὰς παρα-
383χωρήσεις ταύτας ὑπ’ ὄψιν. Ὁσάκις Κυβέρνησίς τις ἀναλαμ-
384βάνῃ τὴν διεξαγωγὴν διαπραγματεύσεων, αἵτινες ὑφίσταντο
385ἤδη, βεβαίως εἶναι καθῆκόν της νὰ συνεχίσῃ τὰς παλαιὰς
386διαπραγματεύσεις καὶ ὄχι ν’ ἀρχίσῃ νέας ἐπὶ ἄλλων βάσεων.
387Ἀφοῦ δὲ τὸ ζήτημα ἦτο ἐγγύτατα εἰς τὴν λύσιν του, τὸ
388συμφέρον τοῦ ζητήματος ἀπῄτει, ἵνα μὴ γείνωσι νέαι δια-
389πραγματεύσεις ἐπὶ νέων βάσεων, ἀλλ’ ἵνα συνεχισθῶσιν αἱ
390διαπραγματεύσεις ἐπὶ τῶν παλαιῶν βάσεων. Ἀλλ’ ὁ κύριος
391Πρωθυπουργὸς, ὁσάκις ἔρχεται εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐννοεῖ νὰ
392θεωρήσῃ τὰ ὑπὸ τῶν προκατόχων του γενόμενα ὡς μὴ ὑπάρ-
393χοντα, νὰ ἀνατρέπῃ πάνθ’ ὅσα διὰ πολυετῶν κόπων καὶ
394μόχθων κατωρθώθησαν, καὶ νὰ ἀνεγείρῃ ἐκ βάθρων τὰ οἰκο-
395δομήματα. Τοῦτο ἔπραξε καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβα-
396σμοῦ, ἐπὶ προφανεῖ ζημίᾳ τῶν διαπραγματεύσεων.
397Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκθέσω διὰ βραχέων τὸ ἱστορικὸν
398τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ 1894 καὶ ἀνακοινώσω καὶ ἔγ-
399γραφά τινα, ἅτινα κατετέθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Μετὰ τὴν
400ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893 κατηρτίσθησαν
401ἐπιτροπεῖαι ἐν Βερολίνῳ, ἐν Λονδίνῳ καὶ ἐν Παρισίοις. Τὸ
402πρῶτον ἔγγραφον, ὅπερ αἱ ἐπιτροπεῖαι αὗται ἀπηύθυναν
403πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, φέρει χρονολογίαν 5 Φεβρουαρίου 1894
404καὶ περιέχει ἀνακοίνωσιν τῶν προέδρων τῶν ἐπιτροπειῶν Λον-
405δίνου, Βερολίνου καὶ Παρισίων πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Ἑλλη-
406νικῆς Κυβερνήσεως. Ἰδοὺ περίληψις τοῦ ἐγγράφου τούτου
407(ἀναγινώσκει):
408«Αἱ ἐπιτροπεῖαι διαμαρτύρονται μὲν κατὰ τῶν ληφθέντων
409μέτρων, λαμβάνουσι δὲ ὑπὸ σημείωσιν τὴν δήλωσιν, ἣν ἡ ἐν
410Λονδίνῳ Β. Πρεσβεία ἐποιήσατο τὴν 10/22 Ἰανουαρίου πρὸς
411τὸν πρόεδρον τοῦ Συμβουλίου τῶν κατόχων ξένων ὁμολόγων
412Sir Jonh Lubbock καὶ δι’ ἧς πιστοποιεῖται τὸ προσωρι-
413νὸν τῶν μέτρων, εἰς ἃ προέβη ἡ Κυβέρνησις, ἕνεκα ἀναπο-
414δράστου ἀνάγκης, καὶ παρέχεται ἡ διαβεβαίωσις, ὅτι μόνον
415τῇ συναινέσει τῶν δανειστῶν τὰ μέτρα ἐκεῖνα δύνανται νὰ
416λάβωσιν ὁριστικὸν χαρακτῆρα. Ἅμα ἡ Κυβέρνησις δηλώσῃ
417τίνι τρόπῳ θὰ ἐξασφαλίσῃ τοὺς δανειστὰς ἀπὸ μελλούσας
418περιπετείας, αἱ ἐπιτροπαὶ εἶναι διατεθειμέναι νὰ προβῶσιν
419εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς κανονισμὸν τοῦ δημοσίου χρέους,
420τὰς διαπραγματεύσεις ὅμως ὑποβάλλουσιν εἰς τὸν ὅρον τοῦ
421προσκαίρου τῶν θυσιῶν, εἰς ἃς θὰ συναινέσωσιν οἱ δανεισταί,
422καὶ τῆς βαθμιαίας βελτιώσεως τῆς θέσεώς των, συμφώνως
423πρὸς τὴν βελτίωσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας.»
424Μετά τινας ἡμέρας ἀπήντησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ
425ἔγγραφον τοῦτο. Διὰ τῆς ἀπαντήσεώς του ἐπαναλαμβάνει
426ὅτι ἡ Πρεσβεία εἶχε δηλώσει πρὸς τὰς ἐπιτροπείας, καὶ ἀπο-
427κρούει πᾶσαν ἀνάμιξιν τῶν δανειστῶν εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν
428προσόδων τοῦ Κράτους καὶ πᾶσαν μείωσιν τῶν κυριαρχικῶν
429δικαιωμάτων τῆς χώρας. Τὴν 12 Ἀπριλίου αἱ ἐπιτροπεῖαι
430ἀπηύθυναν ἕτερον ἔγγραφον, δι’ οὗ ζητοῦσι διασαφήσεις περὶ
431τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν οἱ δανεισταὶ θ’ ἀσφαλισθῶσι κατὰ νέας
432ἀθετήσεως τῶν συμφωνιῶν, καὶ τὴν 19 Ἀπριλίου ἀπήντη-
433σεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ἐπιμένων εἰς τὰς αὐτὰς ἀρχὰς, ἃς ἀνέ-
434γραφεν ἐν τῇ προηγουμένῃ ἐπιστολῇ του, καὶ δηλῶν, ὅτι εὐ-
435χαρίστως θέλει παράσχει εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν δανει-
436στῶν πᾶσαν εὐκολίαν, ὅπως μελετήσωσι τὴν οἰκονομικὴν τῆς
437χώρας κατάστασιν καὶ ὅπως προβῶσι μετ’ αὐτοῦ εἰς δια-
438πραγματεύσεις.
439Τὴν 28 Μαΐου 1894 αἱ ἐπιτροπεῖαι ἀναγγέλλουσιν, ὅτι
440διώρισαν ἀντιπροσώπους, οἱ μὲν Γερμανοὶ τὸν κ. Staevie, οἱ
441Ἄγγλοι τὸν Sir Mountstuart Crant Duff καὶ οἱ Γάλ-
442λοι τὸν κ. Ornstein, οἵτινες ἐρχόμενοι εἰς Ἀθήνας ἤθελον
443ἐπιληφθῆ τῶν διαπραγματεύσεων. Καὶ ἦλθον οἱ ἀντιπρόσωποι
444εἰς Ἀθήνας, καὶ ἤρξαντο τῶν διαπραγματεύσεων μετὰ τῆς
445Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Μετὰ τινας συνεντεύξεις, ἃς ἔλα-
446βον οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν δανειστῶν μετὰ τοῦ Πρωθυπουρ-
447γοῦ, ἐπεδόθη αὐτῷ ἔγγραφον ἐπιγραφόμενον: «Bases pour
448l’ arrangement de la dette Hellénique». Εἰς τὸ ἔγ-
449γραφον τοῦτο ἀναγράφεται ἡ ἀρχὴ τῆς ἐγγυήσεως ἐκ μέ-
450ρους τῆς Κυβερνήσεως ποσοῦ minimum εἰς χαρτονόμισμα,
451ἡ σύστασις ἑταιρίας, παρ’ ἧς θὰ διαχειρίζωνται αἱ ὑπέγγυοι
452πρόσοδοι, ἡ μετατροπὴ τοῦ χαρτονομίσματος εἰς χρυσὸν ὑπὸ
453τῆς ἑταιρίας καὶ ἡ ταξινόμησις τῶν δανείων.
454Τὰ δάνεια, συμφώνως πρὸς τὸ ἔγγραφον τοῦτο, διαιροῦν-
455ται εἰς τρεῖς κατηγορίας, εἰς τὴν πρώτην τῶν προνομιούχων
456δανείων, δηλαδὴ τοῦ δανείου τῶν Μονοπωλίων τοῦ 1887 καὶ
457τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως τοῦ 1893, εἰς τὴν δευτέραν
458κατηγορίαν τῶν δανείων τῶν ἐχόντων εἰδικὰς ἀσφαλείας, δηλαδὴ
459τῶν δανείων τοῦ 1881, 1884 καὶ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρό-
460μου Πειραιῶς–Λαρίσης, καὶ εἰς τρίτην κατηγορίαν τῶν δανείων,
461τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν εἰδικὰς ἀσφαλείας, δηλαδὴ τῶν παγίων
462δανείων. Εἰς ταῦτα προστίθενται καὶ τὰ ἐσωτερικὰ δάνεια.
463Καὶ αὐτὰ διαιροῦνται εἰς τρεῖς κατηγορίας, δηλαδὴ εἰς προ-
464νομιοῦχα, εἰς ἔχοντα εἰδικὰς ἀσφαλείας καὶ εἰς μὴ ἔχοντα
465εἰδικὰς ἀσφαλείας. Ὡς πρὸς τὸ χρεωλύσιον, παραδέχονται οἱ
466ἀντιπρόσωποι νὰ γίνηται δι’ ἀγορῶν καὶ οὐχὶ διὰ κληρώ-
467σεων, προβάλλουσι δὲ καὶ τὴν ἀπαίτησιν τῆς προσαυξήσεως
468τῶν τόκων διὰ τῆς διανομῆς τοῦ περισσεύματος τῶν ὑπεγ-
469γύων προσόδων.
470Ἡ Κυβέρνησις ἔφερεν ἀντιῤῥήσεις εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦτο,
471καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν δανειστῶν ἐνόμισαν ὅτι ἠδύναντο νὰ
472παραδεχθῶσι μερικὰς ἐξ αὐτῶν, ὑπέβαλον δὲ δεύτερον ἔγγρα-
473φον, ἐπιγραφόμενον «Aide Mémoire», δι’ οὗ προέτειναν, ἵνα
474ἐπιφορτίσωσι τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων, ἀναδιοργανουμέ-
475νην διὰ τῆς εἰσπράξεως τῶν παραχωρηθησομένων προσόδων
476καθ’ ὃν τρόπον ἐνεργεῖ ταύτην ἤδη ἐπὶ τῶν ἐκ τοῦ μονοπω-
477λίου προσόδων, παρῃτήθησαν τοῦ minimum εἰς χαρτο-
478νόμισμα, καὶ ἠρκέσθησαν εἰς τὸ εἰς χρυσὸν minimum. Ἰδοὺ
479μία παραχώρησις, ἡ παραίτησις δηλαδὴ τοῦ minimum
480εἰς χαρτονόμισμα καὶ ἡ παραδοχὴ τοῦ minimum εἰς χρυ-
481σόν. Παρεδέχθησαν δὲ πρὸς τούτοις, ἵνα τὰ ἐσωτερικὰ δάνεια
482μὴ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὸν συμβιβασμόν. Καὶ εἰς τὸ ἔγγρα-
483φον τοῦτο ἔφερε πολλὰς ἀντιῤῥήσεις ἡ Κυβέρνησις, μετὰ δια-
484φόρους δὲ συνεδριάσεις κατέληξαν αἱ διαπραγματεύσεις εἰς
485τὴν γνωστὴν ἐκείνην συμφωνίαν τοῦ μονογραφηθέντος ση-
486μειώματος τῆς δεκάτης Ἰουλίου 1894, ὅπερ ἐπρόκειτο νὰ
487χρησιμεύσῃ ὡς βάσις διὰ τὸν συμβιβασμόν. Περὶ τοῦ ἐγκύρου
488ἢ μὴ τοῦ σημειώματος ἐκείνου ἠγέρθησαν πολλαὶ συζητήσεις·
489ἐν τούτοις ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Γερμανοῦ ἀντιπροσώπου πρὸς τὸν
490Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν
491ἀφήνει, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι ἐθεώρουν τὸ μονογραφηθὲν ση-
492μείωμα ὡς ἔγκυρον καὶ ὡς δεσμεῦον αὐτούς. Ἰδοὺ ἡ ἐπιστολὴ
493(ἀναγινώσκει):
494«Ἀθῆναι, 10|22 Ἰουλίου 1894.
495«Κύριε Πρόεδρε τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
496«Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ διαβιβάσω ἐγκλείστως ὧδε τῇ
497Ὑμετέρᾳ Ἐξοχότητι τὸ ἕτερον τῶν ἀντιγράφων τοῦ ἐγγρά-
498φου, ὅπερ θὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις ὁριστικοῦ συμβιβασμοῦ,
499δεόντως ὑπογεγραμμένον παρ’ ἐμοῦ καὶ τῶν δύο συναδέλ-
500φων μου.
501(ὑπογ.) Staevie.»
502Δὲν θέλω σᾶς ἀναγνώσει τὸ κείμενον τοῦ σημειώματος,
503εἶναι γνωστόν. Ἀντὶ τῆς διανομῆς τῶν πλεονασμάτων γίνεται
504δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τῆς παγίας κλίμακος. Ἡ Κυβέρνησις ἀναλαμ-
505βάνει ἐπὶ 3 ἔτη νὰ πληρόνῃ 32 ἑκατοστὰ τῶν ἀρχικῶν τό-
506κων, τὸ τέταρτον δὲ ἔτος 33 ἑκατοστὰ εἰς τόκους καὶ 3
507ἑκατοστὰ εἰς χρεωλύσιον, καὶ ἀπὸ τοῦ πέμπτου ἔτους μέχρις
508οὗ οἱ δανεισταὶ λάβωσι 3% ἐπὶ τῶν δανείων Μονοπωλίων
509καὶ δανείων πρὸς 5% καὶ 2½% ἐπὶ τῶν παγίων δα-
510νείων, ἡ αὔξησις κατ’ ἔτος θὰ ᾖναι ἑνὸς ἑκατοστοῦ, οὐ τὸ ⅕
511εἰς αὔξησιν τόκων καὶ ⅘ εἰς αὔξησιν χρεωλυσίου.
512Ταῦτα περιεῖχε τὸ σημείωμα ἐκεῖνο, καὶ τοὺς ὅρους τού-
513τους δὲν παρεδέχθησαν μὲν τὰ κομιτάτα Παρισίων καὶ Βε-
514ρολίνου, παρεδέχθη ὅμως τὸ κομιτάτον Λονδίνου. Τὰ κομι-
515τάτα Βερολίνου καὶ Παρισίων ἐνόμισαν ὅτι δύνανται ν’ ἀπο-
516κηρύξωσι τοὺς ἀντιπροσώπους των· ἐδήλωσαν ὅτι οἱ ἀντι-
517πρόσωποί των δὲν ἐνόησαν εἴς τίνας παραχωρήσεις τὰ κομι-
518τᾶτα ἦσαν διατεθειμένα νὰ προβῶσιν. Ἀλλὰ βεβαίως τοῦτο
519δὲν ἐνδιέφερε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυ-
520βέρνησις ἐδέχθη τοὺς ἀντιπροσώπους, φέροντας ἔγγραφα, δι’ ὧν
521ἀνετίθετο εἰς αὐτοὺς ἡ ἀντιπροσωπεία, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ
522συμφωνία εἶχεν ἀναμφισβήτητον κῦρος. Ἀλλ’ ἐνῷ τὰ κομι-
523τάτα τοῦ Βερολίνου καὶ τῶν Παρισίων ἀπεκήρυξαν τοὺς
524ἀντιπροσώπους αὐτῶν, τὸ κομιτάτον τοῦ Λονδίνου, ἅμα ἔμα-
525θεν ὅτι πρόκειται περὶ συμφωνίας, τὴν ὁποίαν εἶχε παραδε-
526χθῆ ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτοῦ, ἐδήλωσεν εἰς τὴν Πρεσβείαν, ὅτι
527ἦτο διατεθειμένον νὰ προβῇ εἰς τὴν σύνταξιν τῆς συμβάσεως
528ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συμφωνίας ἐκείνης, ἐζήτησεν ὅμως προσθέ-
529τους τινὰς παραχωρήσεις, καὶ ἐγένοντο αὗται δεκταί, ἐπὶ τῷ
530ὅρῳ τῆς ἄνευ ἀναβολῆς παραδοχῆς τῆς συμβάσεως ἐκ μέρους
531τῶν δανειστῶν. Ἡ σύμβασις, ἣν ἐξεπόνησεν ὁ ἐπιτετραμμένος
532μετὰ μελῶν τινων τοῦ κομιτάτου, ἀφοῦ ἐνεκρίθη τηλεγραφι-
533κῶς παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐνεκρίθη παρὰ τῆς
534ὁλομελείας τοῦ κομιτάτου, καὶ συνεστήθη ἡ παραδοχὴ τῆς
535συμβάσεως ἐκείνης παρὰ τοῦ κομιτάτου Λονδίνου πρὸς τοὺς
536ὁμολογιούχους εἰς τὴν συνέλευσιν τῆς 2/14 Αὐγούστου 1894.
537Ἀλλὰ τῇ ἐνεργείᾳ τῶν Γερμανῶν ὁμολογιούχων, οἵτινες διὰ
53840 Γερμανῶν μεσιτῶν κατέκλυσαν τὴν αἴθουσαν τῶν συνε-
539δριάσεων, ἐπετεύχθη ἵνα ἀναβληθῇ εἰς ἑτέραν συνεδρίασιν ἡ
540περαιτέρω ἀπόφασις. Τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἀνηγγέλθη δι’
541ἐπιστολῆς ἡ ἀπόφασις ἐκείνη πρὸς τὴν Πρεσβείαν. Ἐπῆλθον
542αἱ διακοπαὶ τοῦ Αὐγούστου καὶ Σεπτεμβρίου, καθ’ ἃς ὀλί-
543γισται ἐργασίαι γίνονται ἐν Λονδίνῳ, κατὰ Ὀκτώβριον δέ, ἅμα
544ἐπανῆλθον οἱ ἐνδιαφερόμενοι τραπεζῖται ἐκ τῶν ἐξοχῶν εἰς τὰ
545γραφεῖά των, ἀμέσως ἐσκέφθησαν τίνι τρόπῳ θὰ ἦτο δυνατὸν
546ἡ σύμβασις ἐκείνη νὰ ὑποβληθῇ ἐκ νέου εἰς τοὺς δανειστάς.
547Τῇ ἐνεργείᾳ ὅμως τῆς Γαλλικῆς καὶ τῆς Γερμανικῆς ἐπιτρο-
548πείας ἔλαβε χώραν συνέντευξις τῶν τριῶν ἀντιπροσώπων ἐν
549Παρισίοις, καὶ τὸ πόρισμα τῆς συνεντεύξεως ἐκείνης ἦν ἐπι-
550στολή, ἣν ἀπέστειλαν πρὸς τὴν Πρεσβείαν. Διὰ τῆς ἐπιστο-
551λῆς ἐκείνης ἐδήλουν, ὅτι τὰ τρία κομιτάτα δέχονται τὴν
552σύμβασιν τοῦ Λονδίνου ἐπὶ τῷ ὅρῳ νὰ καθορισθῶσιν ἀκριβέ-
553στερον αἱ ἐγγυήσεις καὶ τῷ ὅρῳ τῆς συμμετοχῆς τῶν ὁμολο-
554γιούχων εἰς τὰς αὐξήσεις τῶν προσόδων, δηλαδὴ ἀντὶ τῆς
555παγίας κλίμακος ἡ διανομὴ τῶν πλεονασμάτων. Ἰδοὺ ἡ δια-
556φορά, ἡ ὁποία ὑπῆρχε. Τὸ αὐτὸ ἔγγραφον περίπου ἐστά-
557λη παρὰ τῶν τριῶν ἐπιτροπειῶν εἰς τὸν Πρωθυπουργόν.
558§25Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τίς ἡ χρονολογία;
559§26ΡΩΜΑΝΟΣ. Πρὸς τὴν Πρεσβείαν 12 Ὀκτωβρίου, καὶ
560πρὸς τὴν Κυβέρνησιν 8 Νοεμβρίου. Εἰς τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο
561πρὸς τὴν Πρεσβείαν αὕτη ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ
562διαβιβάσῃ εἰς Ἀθήνας τὰς νέας προτάσεις τῶν κομιτάτων,
563ἀφοῦ δὲν ἐβασίζοντο ἐπὶ τῆς συμφωνίας τῆς μονογραφηθεί-
564σης ἐν Ἀθήναις. Τότε ἀπετάθησαν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουρ-
565γόν, καὶ ἔγραψαν πρὸς αὐτὸν περίπου τὰ ἴδια, τὰ ὁποῖα εἶχον
566γράψει καὶ πρὸς τὴν Πρεσβείαν, δηλ. ὅτι παραδέχονται τὴν
567σύμβασιν ἐπὶ τῷ ὅρῳ τοῦ νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τῆς δια-
568νομῆς τῶν πλεονασμάτων καὶ νὰ προσδιορισθῶσιν ἀκριβέστερον
569αἱ ἐγγυήσεις. Ἀλλ’ εἰς τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο οὐδεμία ἐδόθη
570ἀπάντησις. Ἡ ἐν Λονδίνῳ ἐπιτροπεία προσεπάθησε νὰ ἐξα-
571κολουθήσῃ τὰς διαπραγματεύσεις, αἵτινες εἶχον σταματήσει
572τὴν 14 Αὐγούστου, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐγκατελείφθη
573τὸ σχέδιον, καὶ ἐκ τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων ἀποδεικνύεται,
574ὅτι ἐγκατελείφθησαν αἱ διαπραγματεύσεις, ἐπειδὴ εἶχον τὴν
575ἰδέαν οἱ ἐν Λονδίνῳ, ὅτι ἤθελεν ἐπέλθει ὑπουργικὴ κρίσις ἐν
576Ἑλλάδι, δὲν ἐνόμιζον δὲ ὅτι ἤθελεν εἶσθαι λυσιτελὲς νὰ προ-
577βῶσιν εἰς νέας διαπραγματεύσεις μέχρις οὗ καθαρισθῶσι τὰ
578πράγματα ἐν Ἑλλάδι· ἐνόμιζον τοὐναντίον ὅτι ἠδύναντο νὰ
579ὠφεληθῶσιν ἐκ νέας καταστάσεως πραγμάτων. Ἐκεῖ λοιπὸν
580ἐσταμάτησαν αἱ διαπραγματεύσεις, ἡ διαφορὰ δὲ μεταξὺ
581Κυβερνήσεως καὶ κομιτάτων ἀφεώρα εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς δια-
582νομῆς τῶν πλεονασμάτων.
583Ἀφοῦ δὲ ἡ ἀρχὴ ἐκείνη ἐγένετο δεκτὴ παρὰ τῆς παρούσης
584Κυβερνήσεως, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν, πῶς δὲν ἐλύθη τὸ
585ζήτημα. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις δὲν ἐδέχθη τὴν ἀρχὴν τῆς
586διανομῆς τῶν πλεονασμάτων, καὶ δὲν ἐδέχθη ταύτην, ἕνεκα
587δύο λόγων, διότι ἐνόμιζεν ὁ τότε ἰθύνων τὰ πράγματα ἐν Ἑλ-
588λάδι, ὅτι ἡ διανομὴ τῶν πλεονασμάτων θέλει εἶσθαι ἐπι-
589ζήμιος διὰ τὸν τόπον, ἐπειδὴ θέλει παράσχει εἰς τοὺς δανει-
590στὰς τὴν εὐκαιρίαν, ὅπως ἐπεμβαίνωσιν εἰς τὰ τῆς διαχειρί-
591σεως τῶν προσόδων τοῦ Κράτους· ἐνόμιζεν ὅτι διὰ τῆς παρα-
592δοχῆς τῆς ἀρχῆς τῆς διανομῆς τῶν πλεονασμάτων ἤθελε
593παραδεχθῆ τὸν ξενικὸν ἔλεγχον. Δὲν ἦτο μόνον αὕτη ἡ μόνη
594αἰτία. Καὶ δι’ ἄλλον λόγον δὲν παραδέχετο ἡ Κυβέρνησις τὴν
595διανομὴν τῶν πλεονασμάτων· ἐνόμιζεν ὅτι οἱ δανεισταὶ δὲν
596ἤθελον γνωρίζει ποίαν ἀξίαν ἔχουσι τὰ τοκομερίδια, ἂν ἐγίνετο
597παραδεκτὴ ἡ ἀρχὴ ἐκείνη, καὶ τοῦτο ἤθελε δώσει ἀφορμὴν εἰς
598κερδοσκοπικὰς πράξεις, αἵτινες ἤθελον εἶναι ἐπιζήμιοι εἰς τὸν
599τόπον καὶ εἰς τοὺς δανειστάς. Ἀλλ’ ἀφοῦ τέλος πάντων ἡ
600Κυβέρνησις ἡ παροῦσα ἐδέχθη τὴν διανομὴν τῶν πλεονασμά-
601των, πῶς δὲν ἐτελείωσε τὸν συμβιβασμὸν ἐντὸς εἴκοσι τεσσά-
602ρων ὡρῶν; καὶ δὲν ἐδέχθη τὴν ἀρχὴν ταύτην μετὰ μακρὰς
603διαπραγματεύσεις, ἐδέχθη αὐτὴν πρὶν ἀνέλθῃ εἰς τὰ πράγ-
604ματα.
605Τίνας δὲ ὁδηγίας ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς τὸν πρέ-
606σβυν, ὅταν ἦλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ ἤρξατο τῶν διαπραγ-
607ματεύσεων; Ἐπιτρέψατέ μοι περὶ τούτου νὰ ἐξετάσω ἄρθρα
608τινὰ τοῦ ἐγγράφου τούτου, τοῦ περιέχοντος τὰς πρὸς τὰς Πρε-
609σβείας ὁδηγίας. Παραλείπω τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἐγγράφου,
610τὸ περιττὸν ὅλως, ἐπειδὴ ἐν τῇ μελέτῃ ταύτῃ τοῦ κ. Πρωθυ-
611πουργοῦ ἀνακοινοῦνται πίνακες περὶ ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ
612Κράτους, γνωστοὶ εἰς πάντας καὶ γνωστοὶ ἰδίως εἰς τὰ μέλη
613τῶν κομιτάτων, ἅτινα ἀπὸ πολλοῦ ἀσχολοῦνται εἰς τοιαύτας
614ἐρεύνας.
615Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ δεύτερον μέρος τοῦ ἐγγράφου, τὸ
616ἐπιγραφόμενον «Ὅροι». Εἰς τὸ κεφάλαιον «ἐγγυήσεις καὶ
617πλεονάσματα» ἀνέμιξεν ἡ Κυβέρνησις τὰ ἐσωτερικὰ δάνεια
618μὲ τὰ ἐξωτερικὰ, ἐνῷ ῥητῶς εἶχον ἀποδεχθῆ διὰ τοῦ ἐγγρά-
619φου Aide-Mémoire οἱ ὁμολογιοῦχοι, ἵνα τὰ ἐσωτερικὰ δάνεια
620μὴ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὴν σύμβασιν. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς
621τὸ σπουδαιότατον ζήτημα τῆς ἀγορᾶς τοῦ χρυσοῦ, διὰ τοῦ
622ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἡ ὑπηρεσία τῶν δανείων, ἡ προ-
623κάτοχος Κυβέρνησις ἐπέμεινεν, ὡς ὅρον sine qua non πάσης
624συμβάσεως περὶ συμβιβασμοῦ, ἵνα ὁ χρυσὸς ἀγοράζηται ὑπὸ
625τῆς Κυβερνήσεως καὶ οὐχὶ ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων
626ἢ ἄλλης Τραπέζης. Ἐνταῦθα ὅμως ἀναγράφεται τὸ ἑξῆς:
627«Ἡ Τράπεζα αὕτη, παραλαμβάνουσα καθ’ ἕκαστον δεκαή-
628μερον τὰ ἐκ τῶν εἰρημένων πόρων εἰσπραττόμενα ἔσοδα καὶ
629ἔχουσα ταῦτα ἐν τοῖς ταμείοις αὐτῆς ἐπ’ ἀνοικτῷ λογαρια-
630σμῷ καὶ κατὰ τοὺς συμφωνηθησομένους δι’ εἰδικῆς μετ’ αὐτῆς
631συμβάσεως ὅρους, θέλει διαπράττει τὰς πληρωμὰς τῶν διὰ τὴν
632ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων χρεῶν πληρωτέων κατὰ τὰς διατά-
633ξεις τοῦ συνομολογηθησομένου περὶ τούτου κανονισμοῦ». Ἐνῷ
634ἔπρεπεν ὡρισμένως νὰ λέγῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ οὐχὶ ἡ
635Τράπεζα θ’ ἀγοράζῃ τὸ συνάλλαγμα.
636Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς διανομῆς τῶν πλεονασμά-
637των. Καὶ τὸ ζήτημα ἐκεῖνο δὲν ἐκτίθεται σαφῶς εἰς τὰς ὁδη-
638γίας ταύτας, δὲν ἀναγράφεται δηλαδή, ἂν ἡ Κυβέρνησις πα-
639ρέχῃ εἰς τοὺς δανειστὰς μερίδιον ἐκ τῆς προσαυξήσεως τῶν
640εἰσπράξεων, ἐκ τῶν ἐσόδων τῶν ὑπεγγύων προσόδων, καὶ δὴ
641πρὸ πάντων ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ χαρτοσήμου. Διότι, ἂν αἱ
642εἰσπράξεις τῶν Μονοπωλίων δὲν ἀρκέσωσι, παρέχει τὰς εἰσπρά-
643ξεις τοῦ καπνοῦ, καὶ ἂν αὗται δὲν ἐπαρκέσωσι, τὰς τοῦ χαρ-
644τοσήμου. Ἐπὶ τίνων εἰσπράξεων θὰ διανέμωνται τὰ πλεονά-
645σματα; Ἐπὶ τῶν τριῶν; Ἀλλὰ τὸ σπουδαιότατον πάντων,
646μίαν παραχώρησιν, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε ἐζήτησαν οἱ δανει-
647σταί, παρέχει ἡ Κυβέρνησις πρὸς αὐτούς, ἄνευ λόγου, τὴν
648ὠφέλειαν δηλαδὴ ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος.
649Ἰδοὺ τί γράφει περὶ αὐτοῦ τὸ ἔγγραφον (ἀναγινώσκει):
650«Καὶ δὲν προσδοκᾶται μόνη ἡ ἕνεκα τῆς φυσικῆς προόδου
651τῆς χώρας προϊοῦσα ταύτη αὔξησις· καὶ ἑτέρα προσδοκᾶται ἐκ
652τῆς ἐλπιζομένης βαθμιαίας μειώσεως τῆς κρατούσης ἔτι νο-
653μισματικῆς ἀνωμαλίας, ἧς ἕνεκα τυγχάνει ἔτι ὑποτετιμημέ-
654νον τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον κατὰ 75%, διότι κατά-
655δηλον εἶναι, ὅτι, ὅσον ἡ ὑποτίμησις αὕτη τῶν τραπεζικῶν
656γραμματίων θέλει προβαίνει μειουμένη, τοσοῦτον ἡ ὑπηρεσία
657τοῦ δημοσίου χρέους θέλει πορίζεσθαι ποσὸν εἰς χρυσοῦν νό-
658μισμα περισσότερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον πορίζεται νῦν διὰ τῆς
659μετατροπῆς τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἐπὶ τιμῇ 175 λε-
660πτῶν κατὰ φράγκον. Καὶ τῶν δύο τούτων αὐξήσεων (plus
661values) συναινοῦμεν νὰ μετέχωσιν οἱ δανεισταὶ τοῦ Κρά-
662τους.»
663§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν προβαί-
664νετε ὀλίγον ἔτι;
665§28ΡΩΜΑΝΟΣ. Μάλιστα (ἀναγινώσκει): «Καὶ τὰ ὑπόλοι-
666πα δὲ τρία πέμπτα τῶν τοιούτων αὐξήσεων, τὰ ὁποῖα θέλου-
667σιν εἰσάγεσθαι εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ ταῦτα στέργομεν νὰ
668δαπανῶνται ἀποκλειστικῶς εἰς ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγω-
669γῆς, ὅπως καὶ διὰ τῆς τοιαύτης διαθέσεως αὐτῶν ἐξυπηρετῶνται
670ἐμμέσως καὶ τῶν δανειστῶν τὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα βε-
671βαίως βελτιοῦνται διὰ τῆς ὑπὸ τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς
672παραγωγῆς ἐπιτευχθησομένης αὐξήσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κρά-
673τους.»
674Ἀλλὰ περιττὸν εἶναι νὰ ἀναγνώσω πλείονα. Γνωρίζομεν
675τί παρεκίνησεν ὑμᾶς νὰ προτείνητε τὴν διανομὴν τῆς ἐκ τῆς
676βελτιώσεως τοῦ συναλλάγματος διαφορᾶς. Ἐλπίζετε νὰ ἐπι-
677τύχητε διὰ τῆς παραχωρήσεως ταύτης δάνειον παρὰ τῶν
678δανειστῶν. Πῶς δ’ ἐμελετήσατε αὐτὸ τὸ ζήτημα τοῦ δα-
679νείου; Ἐδῶ ἰδίως παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ μοὶ παράσχητε τὴν
680προσοχήν σας. Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἐγγράφου τούτου γίνεται
681λόγος περὶ τοῦ δανείου. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω
682τὴν τελευταίαν περικοπὴν τοῦ ἐγγράφου (ἀναγινώσκει):
683«Ἀληθῶς, ὅταν κατασταθῇ ἐν ἰσοτιμίᾳ τὸ τραπεζικὸν
684γραμμάτιον πρὸς τὸν χρυσὸν, ἡ διαφορὰ ἔσεται αἰσθητή·
685αʹ) διότι κατὰ τὴν εἰς χρυσὸν μετατροπὴν τῶν 14,889,307.60
686εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τὴν ὁποίαν διαπράττομεν νῦν, ὅτε
687τιμᾶται τὸ φράγκον πρὸς 175 λεπτά, τὰ 14,889,367.60
688μετατρέπονται εἰς 8,508,210.10, ἤτοι ἐλαττοῦται τὸ πο-
689σὸν κατὰ 6,381,157.50. Τὴν ἐλάττωσιν δὲ ταύτην δὲν
690θέλομεν ὑφίστασθαι τότε, θέλομεν δὲ ἔχει αὔξησιν ἐν παρα-
691βολῇ πρὸς τὰ νῦν γιγνόμενα τὰ 6,381,157.50, τῆς δὲ
692plus value ταύτης τὸ τέταρτον, ἤτοι 1,595,289.38,
693θέλει προστίθεσθαι εἰς τὸ ποσὸν τῶν 8,508,210.10, καὶ τὸ
694ποσὸν τοῦτο θέλει ἀναβιβασθῆ εἰς 10,103,499.48· βʹ) διότι
695διὰ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον θέλομεν συνομο-
696λογήσει, θέλομεν ἐξοφλήσει τά τε προσωρινὰ εἰς χρυσὸν χρέη
697καὶ τὰ εἰς μεταλλικὸν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέη
698πρὸς τὰς Τραπέζας, τὰ δύο δὲ ταῦτα ποσὰ ἀνέρχονται εἰς
6991,025,462.26, θέλει δὲ καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο προστεθῆ εἰς τὰ
700διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν εἰς χρυσῶν δανείων 10,103,499.48,
701ἀναβιβασθῆ δὲ τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς 11,128,961.74,
702ὁ δὲ τόκος θέλει ἑπομένως αὐξήσει ἀπὸ 1 καὶ ¾ τοῦ ¼
703τοῖς ἑκατὸν εἰς 2 καὶ πλέον τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ,
704καὶ ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου, τοῦ πράγματι κατα-
705βληθέντος ὑπὸ τῶν δανειστῶν, εἰς 3 τοῖς ἑκατὸν μεῖον ποσοῦ
706τινος.»
707Τί ἐλησμόνησεν ἐνταῦθα ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ἐλησμό-
708νησεν, ὅτι διὰ τὸ δάνειον θὰ πληρώσῃ τόκον, καὶ διὰ τοῦτο
709οὐδὲν περὶ τόκου ἀναφέρεται.
710§29Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζετε,
711ὅτι εἴχομεν ἀνάγκην, ἐὰν συνωμολογεῖτο ὁ συμβιβασμὸς, νὰ
712προσφύγωμεν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, ἵνα μᾶς δώσωσι δά-
713νεια; Οὐχί· ἀλλ’ ὑπεδείξαμεν εἰς αὐτοὺς συμβιβασμόν τινα,
714νὰ ἀναλάβωσι τὸ δάνειον καὶ τὰ βάρη αὐτοῦ ἐπὶ τῷ ἀνταλ-
715λάγματι τῆς μετοχῆς εἰς τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς τῆς ἐπι-
716καταλλαγῆς, τῆς μετοχῆς εἰς τὸ τέταρτον τῆς διαφορᾶς
717αὐτῆς.
718§30ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὁμολογῶ ὅτι, ἐὰν ἐγνώριζον οἱ δανεισταὶ
719τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, βεβαίως
720οὔτε αὐτὸ τὸ σχέδιον τοῦ συμβιβασμοῦ, τὸ ὁποῖον ἐστάλη
721εἰς Ἀθήνας καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἐγένετο δεκτὸν, ἤθελον λά-
722βει τὸν κόπον νὰ συντάξωσι καὶ ἀποστείλωσιν εἰς τὸν κ.
723Πρωθυπουργόν. Πῶς εἶναι δυνατὸν, Κύριοι, νὰ λέγητε τοιοῦ-
724τόν τι, ὅτι ζητεῖτε δάνειον παρὰ τῶν δανειστῶν καὶ δὲν θὰ
725πληρόνητε τόκον πρὸς αὐτούς;
726§31Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν λαμβά-
727νετε εἰς χεῖράς σας τοὺς πίνακας, ἵνα ἴδητε πόσα εἶναι τὰ
728προσωρινὰ δάνεια, πόσα τὰ ὀφειλόμενα εἰς μεταλλικὸν ἐπὶ
729ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, πόσα δὲ θέλουσι πληρόνεσθαι εἰς
730τόκους τοῦ πρὸς ἐξόφλησιν αὐτῶν συνομολογηθησομένου δα-
731νείου;
732§32ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἅπαντα τὰ ἀνέγνωσα· δὲν ἦλθον ἀπαρά-
733σκευος· τὰ ἀνέγνωσα, καὶ ἐνόησα, ὅτι ὑπεπέσατε εἰς λάθος.
734§33Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Φαίνεται, ὅτι
735δὲν εἴχετε παρασκευασθῆ· διότι, ἂν σᾶς παρεκάλουν νὰ ἀνα-
736γνώσητε τὸ τελευταῖον μέρος τῆς σελίδος τοῦ φυλλαδίου,
737ἠθέλετε παραλείψει νὰ ἀναγνώσητε αὐτό.
738§34ΡΩΜΑΝΟΣ. Τὸ ἀνέγνωσα τὸ τελευταῖον μέρος. Ποῖα
739εἶναι τὰ προσωρινὰ δάνεια; Εἶναι τὸ προσωρινὸν εἰς χρυσὸν
740δι’ ἐντόκων γραμματίων ἐκ φράγκων 14,194,075 καὶ τὸ
741ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς μεταλλικὸν ἐκ φράγκων
74216,800,000, ἐν ὅλῳ φράγκα χρυσᾶ 30,994,075. Ταῦτα
743θὰ πληρωθῶσι διὰ δανείου, ἀλλὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δα-
744νείου θ’ ἀπαιτηθῶσι 2½ περίπου ἑκατομμύρια. Ποῖος θὰ
745πληρώσῃ ταῦτα; Οἱ δανεισταί, εἰς οὓς παραχωρεῖτε τὸ πο-
746σὸν, τὸ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τούτων σήμερον πλη-
747ρονόμενον; Ἐλησμονήθη ἐν ταῖς ὁδηγίαις, ὅτι διὰ δάνειον
748ἀπαιτοῦνται τόκοι, καὶ ἐλησμονήθη καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυ-
749πουργοῦ καὶ ὑπὸ τοῦ κ. πρέσβεως ἐν Παρισίοις, ὁ ὁποῖος διε-
750βίβασε τὰς προτάσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸς τοὺς ἀντι-
751προσώπους τῶν δανειστῶν.
752Ἀπέναντι τοιούτων προτάσεων ἡ θέσις τῶν δανειστῶν ἦτο
753εὐχερεστάτη· τόσον ἀσυνάρτητοι ἦσαν αὐταὶ αἱ μελέται,
754ὥστε δὲν ἠδύναντο, εἰμὴ νὰ ναυαγήσωσι καὶ νὰ καταλή-
755ξωσιν εἰς τὸ σχέδιον τοῦτο περὶ συμβιβασμοῦ, τὸ ὁποῖον οὐδε-
756μία Κυβέρνησις ἤθελε δυνηθῆ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν.
757Βεβαίως δὲ οὔτε Βουλὴ θὰ εὑρίσκετο, δυναμένη νὰ δεχθῇ
758καὶ ψηφίσῃ τοιοῦτο σχέδιον συμβιβασμοῦ.
759Αἱ ἀρχαὶ ἐκεῖναι, διὰ τὰς ὁποίας εἰργάσθη ἡ προκάτοχος Κυ-
760βέρνησις ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον ἔτος, αἱ ἀρχαὶ ἐκεῖναι ἐλησμονήθη-
761σαν, καὶ ἐπειδὴ ἐλησμόνησεν αὐτὰς ἡ Κυβέρνησις, ἐννοεῖται, ὅτι
762ἐλησμόνησαν αὐτὰς καὶ οἱ δανεισταὶ, διότι τοῦτο συνέφερεν εἰς
763αὐτούς.
764Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν ἄρθρα τινὰ τοῦ ὑποβληθέντος σχε-
765δίου. Εἰς τὸ ἄρθρον 4 οἱ δανεισταὶ ζητοῦσι νὰ ἔχωσι τὸ δι-
766καίωμα τῆς μετατροπῆς τοῦ χαρτονομίσματος εἰς χρυσὸν, ἣν
767εἶχεν ἀρνηθῆ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις. Εἰς τὸ ἄρθρον 5
768ζητοῦσι τὴν πληρωμὴν τῶν κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1893 κλη-
769ρωθέντων τίτλων πρὸς 75%, ἐνῷ τοιαύτη ἀπαίτησις δὲν
770εἶχεν ἐγερθῆ ἄλλοτε. Εἰς τὸ ἄρθρον 7 θέτουσι τὴν βάσιν διὰ
771τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἀρχικὴν τῶν δανείων εἰς χρυσὸν καὶ εἰς
772χαρτονόμισμα, ἐνῷ εἶχον παραδεχθῆ διὰ τοῦ Aide Mémoire
773τὸν χρυσὸν ὡς μόνην βάσιν, καὶ προβάλλουσι τὴν ἀξίωσιν, ἵνα
774λάβωσιν ὡς τόκους ἀρχικοὺς διὰ μὲν τὸ δάνειον τῶν Μονο-
775πωλίων 43%, διὰ δὲ τὰ λοιπὰ 32%, ἐνῷ εἶχον παραδεχθῆ
776ἢ μᾶλλον προτείνει εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν 32 ἑκα-
777τοστὰ δι’ ὅλα τὰ δάνεια, ἄνευ ἐξαιρέσεως. Εἰς τὸ ἄρθρον 9
778παραδέχονται, ὡς εἰκὸς, εὐγνωμόνως τὴν δικαίαν πρότασιν
779τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ ὠφελείας ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ
780συναλλάγματος, περὶ ἧς οὐδέποτε εἶχον ἐγείρει ἀξιώσεις. Εἰς
781τὸ ἄρθρον 10 ζητοῦσιν 60% τῶν πλεονασμάτων, ἐνῷ ἄλλοτε
782εἶχον ζητήσει 50%, καὶ θὰ ἠρκοῦντο εἰς ὀλιγώτερα. Εἰς τὸ
783ἄρθρον 13, ἀπέναντι τῶν μὴ πληρωθέντων 70% τοῦ Φάϊν-
784τιγκ, ζητοῦσι 2 σελίνια δι’ ἑκάστην λίραν, ἐνῷ εἶχον ζητή-
785σει ἓν μόνον σελίνιον. Καὶ τέλος εἰς τὸ ἄρθρον 14 ζητοῦσι
786τὴν ἄνευ ὅρων ἐπιστροφὴν τῶν 2,529,611 δραχμῶν, αἵτινες
787ὑπῆρχον κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1893 ἐν τοῖς ταμείοις τῶν
788Μονοπωλίων μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ τοκομεριδίου τοῦ Ἰανουα-
789ρίου 1894.
790Καὶ ἰδοὺ, Κύριοι, εἰς ποίας προτάσεις, εἰς ποίας ἀξιώσεις
791τῶν δανειστῶν κατέληξαν αἱ διαπραγματεύσεις τῆς παρού-
792σης Κυβερνήσεως, αἱ διαπραγματεύσεις, αἵτινες ἐπὶ δύο σχε-
793δὸν ἔτη εἶχον διαρκέσει. Παραβάλετέ τας πρὸς τὰς αἰτήσεις
794τῶν δανειστῶν τοῦ 1894, καὶ θὰ ὁμολογήσητε μετ’ ἐμοῦ, ὅτι
795τὸ ζήτημα ἦτο τότε ἐγγύτερον τῆς λύσεως ἢ ὅ,τι εἶναι σή-
796μερον. Πάντες ἔχομεν τὴν αὐτὴν ἐπιθυμίαν, ἵνα τὸ ζήτημα
797τοῦ συμβιβασμοῦ λυθῇ ὅσον οἷόν τε τάχιστα, δὲν νομίζω δὲ
798νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Συμπολίτευσις ἢ Ἀντιπολί-
799τευσις ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Ἡ Ἑλληνικὴ ἀντιπροσωπεία
800ἅπασα ἤθελεν ἐπικροτήσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐὰν ἤθελε
801κατορθώσει νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο· ἀλλ’ ἡ πορεία,
802ἣν ἠκολούθησεν ἐπὶ δύο σχεδὸν ἔτη, ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ πα-
803ροῦσα Κυβέρνησις δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ φέρῃ εἰς πέρας αὐτό.
804Ἐγκαταλείψασα αὕτη τὰ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως
805ἀσφαλισθέντα, ἐτέθη ἐπὶ ἐδάφους ὀλισθηροῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ
806συνεννόησις μετὰ τῶν δανειστῶν καθίσταται ἀδύνατος. Ἡ
807ἐπελθοῦσα χρονοτριβὴ δὲν ἤθελεν εἶναι ἴσως τόσον ἐπαισθητὴ,
808ἐὰν εὑρισκόμεθα εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις. Ἀλλὰ σήμερον, ὅτε
809Βασιλεία καὶ λαὸς, Ἀντιπολίτευσις καὶ Συμπολίτευσις, ἀνα-
810γνωρίζουσι τὴν ἀνάγκην στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν προπα-
811ρασκευῶν, τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ ἔφθασεν εἰς ὀξύτατον
812σημεῖον, καὶ ἐπιβάλλεται ἡ ταχίστη λύσις αὐτοῦ. Εἰς τὴν
813Βουλὴν δ’ ἀπόκειται ν’ ἀποφασίσῃ, ἐὰν τὸν κανονισμὸν τοῦ
814ζητήματος τούτου δυνάμεθα νὰ ἀναμένωμεν παρὰ τῆς Κυ-
815βερνήσεως, ἥτις διεξήγαγε μέχρι τοῦδε τὸ ζήτημα ὡς ἔλα-
816βον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς ὑμᾶς. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς
817ἀριστερᾶς).
818§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰσηγούμενος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
8191897 ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξήγησεν εἰς
820τὴν Βουλὴν τὰς ἐνεργείας αὐτοῦ πρὸς διακανονισμὸν τοῦ δη-
821μοσίου χρέους καὶ τὰς διαπραγματεύσεις του μετὰ τῶν ἐπι-
822τροπῶν τῶν ἀναλαβουσῶν τὴν προάσπισιν τῶν συμφερόντων
823τῶν δανειστῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Αἱ πληροφορίαι,
824τὰς ὁποίας ἔδωκε τότε, μοὶ ἐφάνησαν ἀνεπαρκεῖς. Ἕνεκα
825τούτου ἐζήτησα νὰ συμπληρωθῶσιν αὗται διὰ τῆς καταθέ-
826σεως τῶν ἐγγράφων τῶν σχετιζομένων μὲ τὰς διεξαχθείσας
827διαπραγματεύσεις. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠρ-
828νήθη τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων τούτων· κατέθηκε δὲ τὸ
829ἐνώπιον ἡμῶν τεῦχος, τὸ περιέχον τὰς μελέτας καὶ προτάσεις
830τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰς προτάσεις τῶν ἐπι-
831τροπειῶν. Ἠρνήθη μόνον νὰ καταθέσῃ τὸ τελευταῖον ἔγ-
832γραφον αὐτοῦ πρὸς τὰς Ἑλληνικὰς Πρεσβείας, διὰ τοῦ ὁποίου
833ἀποκρούονται αἱ προτάσεις τῶν ἐπιτροπειῶν. Ἠρνήθη δὲ τὴν
834κατάθεσιν αὐτοῦ, ἰσχυρισθεὶς καὶ τότε, ὅτι αἱ διαπραγμα-
835τεύσεις δὲν ἔληξαν, ἀλλ’ ἐξακολουθοῦσιν ὑφιστάμεναι.
836Θέλω περιορισθῆ εἰς τὸ πρὸς τὰ ἔγγραφα ταῦτα σχετι-
837ζόμενον μέρος τοῦ ζητήματος, χωρὶς νὰ ἀνατρέξω εἰς τὸ πα-
838ρελθόν, ὅπερ ἀνέπτυξεν ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος Βουλευτὴς
839Κραναίας, εἰς τὸν ὁποῖον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον παρεχώρησα
840τὸν λόγον. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑπο-
841βληθέντα ἔγγραφα συμπληροῦνται δι’ ἑτέρων δημοσιεύσεων,
842αἵτινες, ἂν καὶ δὲν φέρουσι χαρακτῆρα ἐπίσημον, φέρουσιν
843ὅμως ἡμιεπίσημον τοιοῦτον, διότι ἐγένοντο ὑπὸ τῆς Γερ-
844μανικῆς ἐπιτροπείας καὶ ἐν ὀνόματι αὐτῆς. Εἰς τὰς πληρο-
845φορίας δὲ ταύτας πρέπει νὰ προσθέσωμεν καὶ τὰ μέτρα,
846ἅτινα ἐλήφθησαν ἐν σχέσει πρὸς τὸν κανονισμὸν τοῦ δημο-
847σίου ἡμῶν χρέους, ὅπως ἀποτελεσθῇ οὕτω τὸ σύνολον τῶν
848γνώσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριζόμενοι δυνάμεθα νὰ ἐκφέρω-
849μεν τὰς γνώμας μας ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως καὶ
850ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἐν γένει. Δὲν συνεμερίσθην καὶ τότε τὴν
851γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξή-
852νεγκεν, ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ ζητήματος τοῦ συμβιβασμοῦ
853μετὰ τῶν δανειστῶν τοῦ Δημοσίου δύναται νὰ φέρῃ βλάβην
854εἰς τὰ συμφέροντα αὐτοῦ. Δὲν συμμερίζομαι δ’ αὐτὴν καὶ
855σήμερον, διότι ἡ σημασία τοῦ ζητήματος καὶ τ’ ἀποτελέ-
856σματα τῶν γενομένων ἐνεργειῶν μοὶ γεννῶσι τὴν ἀντίθετον
857πεποίθησιν.
858Ἡ Βουλὴ ἐσιώπησεν ἐπὶ δύο ἤδη συνόδους, πεποιθυῖα ὅτι
859ἤθελεν ἔχει ἐνώπιον αὐτῆς κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον λε-
860λυμένον τὸ ζήτημα, ὅπως συζητήσῃ τοὺς ὅρους τῆς λύσεως
861αὐτοῦ. Περὶ τούτου καὶ ὑπαινιγμοὶ ἐγένοντο καὶ ἐλπίδες
862ἐδόθησαν εἰς τὴν Βουλήν, διαβεβαιώσεις δ’ ἐδόθησαν ἡμιε-
863πισήμως ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Ἀντὶ δὲ λελυμένου ζητήματος,
864ἔχομεν τοὐναντίον ἐνώπιον ἡμῶν ἀποτυχίαν τῶν διαπραγ-
865ματεύσεων καὶ ἐπανάληψιν ὁμοίων ὑπαινιγμῶν καὶ ἐλπίδων.
866Ἡ ἀποτυχία δὲ τῶν διαπραγματεύσεων εἶναι τοιαύτη, ὥστε
867ἡ Γερμανικὴ ἐπιτροπεία δηλοῖ κατηγορηματικῶς, ὅτι θεω-
868ρεῖ καθῆκον ἑαυτῆς εἰς τὸ ἑξῆς νὰ διαμαρτύρηται καὶ νὰ
869ἀπαιτῇ τὴν εἰς ἀκέραιον πληρωμὴν τῶν εἰς τοὺς δανειστὰς
870ὀφειλομένων καὶ τελείας ἐγγυήσεις. Ἂν ἀπέναντι τοιούτων
871δηλώσεων θελήσωμεν νὰ στηριχθῶμεν εἰς ἁπλᾶς ἐλπίδας
872καὶ μὴ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα, θέλομεν βεβαίως παραβῆ
873καθῆκον ἐπιβαλλόμενον ἡμῖν ἐκ τῶν συμφερόντων, ἅτινά εἰ-
874σιν ἐμπεπιστευμένα εἰς ἡμᾶς καὶ τὰ ὁποῖα ἀντιπροσωπεύο-
875μεν. Τὴν σημασίαν τοῦ κανονισμοῦ τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους
876κατὰ τρόπον σύμφωνον μὲ τὰ συμφέροντα καὶ τὰς περι-
877στάσεις τῆς χώρας καὶ ἀποδεκτὸν παρὰ τῶν ἀληθῶν ἡμῶν
878δανειστῶν, πάντες ἀντιλαμβανόμεθα. Χωρὶς δὲ νὰ παραδε-
879χθῶμεν τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ἐκκρεμότης τοῦ ζητήματος πα-
880ρεμποδίζει ἡμᾶς τοῦ νὰ βελτιώσωμεν ἐσωτερικῶς τὰ οἰκονο-
881μικὰ ἡμῶν, τὰ θετικὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα
882προέρχονται ἐκ τῆς ἐλλείψεως πίστεως καὶ ἐμπιστοσύνης
883πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ἥτις ἀμέσως ἀντανακλᾷ καὶ
884ἐπὶ τῶν ἐμπορικῶν καὶ τραπεζιτικῶν σχέσεων τῆς Ἑλληνι-
885κῆς κοινωνίας, εἶναι ἀρκούντως σημαντικά. Σημαντικώτερα
886ὅμως εἰσὶ τὰ πολιτικὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐκκρεμότητος
887ταύτης.
888Πάντοτε, ἀλλ’ ἰδίᾳ σήμερον, εἰς τὰς περιστάσεις, τὰς
889ὁποίας διερχόμεθα, ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην τῶν εὐνοϊκῶν
890διαθέσεων τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου. Τὰς εὐνοϊκὰς δὲ
891ταύτας διαθέσεις ἐὰν δὲν ἐξουδετεροῖ καθ’ ὁλοκληρίαν, μειοῖ
892ὅμως πολὺ ἡ ἔκρυθμος θέσις ἡμῶν ἀπέναντι τῶν δανειστῶν
893μας. Ἐφ’ ὅσον οἱ δανεισταὶ ἡμῶν, οἵτινες ἀποτελοῦσιν ὁμά-
894δας ἐπηρεαζούσας καὶ ἀμέσως καὶ ἐμμέσως τοὺς διευθύνοντας
895τὰς τύχας τῶν μεγάλων Κρατῶν, ἐγείρουσι καθ’ ἡμῶν δε-
896δικαιολογημένα παράπονα καὶ μομφὰς κατὰ τῆς εἰλικρινείας
897καὶ τῆς καλῆς ἡμῶν πίστεως, αἱ καλαὶ διαθέσεις, τὰς ὁποίας
898δικαιούμεθα νὰ προσδοκῶμεν παρὰ τῶν πεπολιτισμένων καὶ
899Μεγάλων Δυνάμεων, ἐὰν δὲν ἐκλείπουσι, βεβαίως ὅμως μειοῦν-
900ται. Οἱ κίνδυνοι δὲ, τοὺς ὁποίους αἱ περιστάσεις, ἃς διερχόμεθα,
901καθιστῶσι πιθανοὺς διὰ τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα, δὲν δύ-
902νανται ν’ ἀποκρουσθῶσι διὰ μόνον τῶν ἰδίων ἡμῶν δυνάμεων.
903Αἱ γνῶμαι καὶ αἱ διαθέσεις τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου καὶ
904τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς θέλουσι κατὰ τὸ πλεῖστον, ἂν ὄχι καὶ
905κατὰ τὸ ὅλον, ἀποφασίσει τὰ τῆς λύσεως τῶν ζητημάτων,
906ἅτινα θίγουσιν ἀμέσως τὰ ὕψιστα συμφέροντα τῆς φυλῆς
907ἡμῶν. Τὰς διαθέσεις δὲ ταύτας τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου
908ὀφείλομεν, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἀντιτίθεν-
909ται πρὸς μεγάλα συμφέροντα ἡμῶν, νὰ τὰς προσελκύωμεν,
910ἀποσοβοῦντες πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ δηλητηριάσῃ αὐτάς.
911Ἡ γνώμη αὕτη περὶ τῆς χρησιμότητος καὶ τῆς ἀνάγκης
912τῆς τακτοποιήσεως τῆς θέσεως ἡμῶν πρὸς τοὺς δανειστάς μας
913δὲν εἶναι γνώμη ἀτόμων, δὲν εἶναι γνώμη τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ
914γνώμη ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς πτω-
915χεύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου τὸ ἔθνος προσδοκᾷ τὸν κα-
916νονισμὸν τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους κατὰ τρόπον αἴροντα ἐκ
917τῶν δανειστῶν τοῦ Δημοσίου πᾶσαν δεδικαιολογημένην ἀφορ-
918μὴν μομφῶν καθ’ ἡμῶν. Ἐπὶ τοῦ γενικοῦ δὲ τούτου πόθου
919ἐβασίσθη καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰς τε-
920λευταίας ἐκλογὰς καὶ ἔθηκεν ὡς βάσιν τοῦ πολιτικοῦ αὐτοῦ
921προγράμματος τὴν ἐπαγγελίαν, ὅτι θὰ περατώσῃ τὸν συμ-
922βιβασμὸν μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν. Ἡ ἐπαγγελία αὕτη
923συνετέλεσεν οὐσιωδῶς, ὅπως τὸ ἔθνος δώσῃ εἰς αὐτὸν πλειοψη-
924φίαν ἥτις ἔφερε καὶ ὑποστηρίζει αὐτὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
925Καὶ ἐπέτυχε μὲν τοῦτο διὰ τῶν ἐπαγγελιῶν αὐτοῦ, δυστυχῶς
926ὅμως ἔβλαψε τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους. Θεωρήσας τὴν
927συντέλεσιν τοῦ συμβιβασμοῦ μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν ὡς
928εὐχερὲς ἐγχείρημα, καὶ λησμονήσας ὅτι ὁ συμβιβασμὸς οὗτος
929δὲν εἶναι ἔργον ἐξαρτώμενον ἐκ μόνης τῆς θελήσεως ἡμῶν,
930ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς θελήσεως τῶν δανειστῶν, ἐξουδετέρωσε καὶ
931ἀφῄρεσε τὴν σημασίαν τῶν δύο κυριωτέρων μέτρων, τὰ ὁποῖα
932μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ 1894 ἠδύ-
933ναντο νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βάσεις νέων διαπραγματεύσεων,
934δυναμένων νὰ λήξωσιν εἰς εὐχάριστον ἀποτέλεσμα.
935Αἱ δύο αὗται βάσεις εἶναι ἡ συμμετοχὴ τῶν δανειστῶν
936ἡμῶν εἰς τὰς μελλούσας προσαυξήσεις τῶν ὑπεγγύων προσό-
937δων καὶ ἡ διάκρισις τῶν προσόδων τούτων ἐκ τῆς διαχειρίσεως
938τῶν ἐν γένει οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Οἱ ἀντιπροσωπεύοντες
939τοὺς δανειστὰς ἡμῶν καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν
940Γερμανίᾳ μεγάλην ἔδιδον σημασίαν εἰς τὴν συμμετοχὴν τῶν
941δανειστῶν εἰς τὰς προσαυξήσεις τῶν ὑπεγγύων ἐσόδων. Ἠκού-
942σατε δὲ πρὸ ὀλίγου ἀναγινωσκόμενα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου
943προλαλήσαντος ἐπίσημα ἔγγραφα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπανειλημ-
944μένως οὗτοι ἐζήτησαν τὴν τοιαύτην συμμετοχήν. Εὔλογος
945καὶ δικαία ἦτο καὶ εἶναι ἡ τοιαύτη ἀπαίτησις τῶν δανειστῶν
946ἡμῶν. Ἀναγκασθέντες οὗτοι νὰ συμμετάσχωσιν εἰς τὸ ἀτύ-
947χημα τῆς χώρας καὶ ἴδωσι ἐλαττουμένους τοὺς εἰς αὐτοὺς
948ὀφειλομένους τόκους καὶ χρεωλύσια, δικαιοῦνται νὰ ζητήσωσιν,
949ὅπως συμμετάσχωσι καὶ εἰς τὴν εὐτυχίαν αὐτῆς. Ἐὰν ἡ οἰ-
950κονομικὴ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος βελτιωθῇ καὶ ἡ ἀνάπτυ-
951ξις τῶν πόρων αὐτῆς ἐπιτρέψῃ ν’ αὐξήσῃ τὸ ποσοστὸν, τὸ
952ὁποῖον ἕνεκα τοῦ ἀτυχήματός της δύναται νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς
953σήμερον, εἶναι δίκαιον καὶ εὔλογον νὰ πράξῃ τοῦτο. Οὐδε-
954μίαν δ’ ἔχει βάσιν σοβαρὰν ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρ-
955νησις τοῦ ἀοιδίμου Τρικούπη κατὰ τὸ 1894 ἀπέκρουσε τὴν
956δικαίαν καὶ εὔλογον ταύτην ἀπαίτησιν τῶν δανειστῶν ἡμῶν,
957χαρακτηρίσασα τὴν συμμετοχὴν αὐτῶν εἰς τὰς προσαυξήσεις
958τῶν ὑπεγγύων προσόδων ὡς ἐνέχουσαν ἐν ἑαυτῇ τὴν ἰδέαν
959τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς μειώσεως τῆς αὐτοτελείας
960τοῦ Κράτους.
961Πολλάκις συνεζητήσαμεν ἐν τῇ Βουλῇ τὸ εἰδικὸν τοῦτο
962ζήτημα. Δὲν νομίζω ὅμως ἄπο σκοποῦ νὰ προσθέσω καὶ σή-
963μερον ὀλίγας λέξεις. Ὁ προσδιορισμὸς ὑπεγγύων προσόδων,
964ὅπως ἐξ αὐτῶν πληρωθῇ ὡρισμένον ποσὸν εἰς τοὺς δανει-
965στὰς τοῦ Δημοσίου, δὲν ἐνέχει αὐτὸς καθ’ ἑαυτὸν τὴν ἰδέαν
966τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐλέγχου. Ἐὰν δὲ ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ὅλου
967τῶν τοιούτων προσόδων δὲν ἐνέχῃ αὐτοδικαίως τὴν ἰδέαν τοῦ
968ἐλέγχου, πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ μέρος, ὅπερ ἀντιπροσωπεύει
969ἡ προσαύξησις αὐτῶν, νὰ ἐνέχῃ τοιαύτην ἰδέαν; Ὁ ἔλεγχος
970δὲν εἶναι τὸ γενικὸν δικαίωμα, ὅπερ ἕκαστος ἔχει, τῆς ἐξετά-
971σεως καὶ τῆς ἐπικρίσεως τῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου δημοσιευο-
972μένων λογαριασμῶν τῆς εἰσπράξεως ἐξ οἱωνδήποτε προσόδων.
973Ὁ ἔλεγχος, τὸν ὁποῖον ἀποκρούομεν, εἶναι δικαίωμα θετι-
974κὸν, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς δύναται ν’ ἀποκτήσῃ καὶ ἐξασκήσῃ, ἂν
975κατηγορηματικῶς καὶ ὡρισμένως δὲν ἐκχωρηθῇ εἰς αὐτὸν διὰ
976συμβάσεως ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἔλεγχος, μειῶν τὴν κυριαρ-
977χίαν καὶ τὴν αὐτοτέλειαν τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
978ὑπάρξῃ ἁπλῶς ὑπονοούμενος. Κατὰ τὸ κοινὸν δίκαιον ὁ συμ-
979μετέχων εἰς ἐπιχείρησίν τινα καὶ δικαιούμενος νὰ λάβῃ τὸ
980μερίδιόν του ἐκ τῶν προσόδων καὶ τῶν ὠφελημάτων αὐτῆς
981δύναται καὶ δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ λογοδοσίαν καὶ ἐξε-
982λέγξῃ τοὺς λογαριασμοὺς τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης. Δύνα-
983ται ὅμως καὶ νὰ παραιτηθῇ ἐκ τῶν προτέρων τοῦ τοιούτου
984δικαιώματος τῆς ἐξελέγξεως τῶν λογαριασμῶν τῶν διευθυνόν-
985των συνεταίρων. Τοιοῦτο δὲ θέλει γείνῃ καὶ κατὰ τὴν συμ-
986μετοχὴν τῶν δανειστῶν εἰς τὰς προσαυξήσεις τῶν ὑπεγγύων
987προσόδων. Οὐδὲν δικαίωμα ἐλέγχου θέλει ἐκχωρηθῇ εἰς αὐ-
988τοὺς μήτε διὰ τὸ ὅλον τῶν ὑπεγγύων προσόδων, αἵτινες θὰ
989χρησιμεύσωσιν ὡς ἐγγυήσεις διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου
990χρέους, μήτε διὰ τὰς προσαυξήσεις αὐτῶν.
991Ἡ γνώμη δὲ αὕτη δὲν εἶναι ἁπλῆ θεωρία, ἀλλὰ κανὼν
992ἐφαρμοσθεὶς καὶ ἐν ἄλλοις Κράτεσιν. Ἡ Πορτογαλία, ἥτις
993ἐπτώχευσεν ὀλίγον πρὸ ἡμῶν, προσδιώρισεν ὡς ὑπεγγύους
994προσόδους διὰ τὰ δάνεια αὐτῆς μέρος τῶν τελωνειακῶν εἰσ-
995πράξεών της, παρεχώρησε δὲ συνάμα καὶ συμμετοχὴν εἰς τὰς
996προσαυξήσεις αὐτῶν. Εἰς οὐδενὸς δὲ μήτε τῶν πολιτικῶν
997τῆς Πορτογαλίας μήτε τῶν δανειστῶν αὐτῆς ἦλθέ ποτε
998τὴν διάνοιαν, ὅτι δικαιοῦνται οὗτοι νὰ ἐξασκήσωσιν οἱον-
999δήποτε ἔλεγχον ἐπὶ τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων τῆς Πορ-
1000τογαλίας. Ἐκ τῶν προσαυξήσεων δ’ αὐτῶν, τῶν ἐξαχθεισῶν
1001ἐκ μόνων τῶν ἐπισήμων λογαριασμῶν τοῦ Πορτογαλικοῦ
1002Δημοσίου, ἐπληρώθη εἰς τοὺς δανειστάς των πέρυσι καὶ ¼%
1003ἐπὶ πλέον τοῦ 1%, ὅπερ εἶχεν ὁρίσει ἡ Πορτογαλία κατὰ
1004τὴν πτώχευσιν αὐτῆς. Οὐδεὶς δ’ ἐφαντάσθη, ὅτι οἱ δανεισταὶ
1005τοῦ Πορτογαλικοῦ Κράτους ἀπέκτησαν δικαίωμα νὰ ἐξε-
1006λέγξωσι τὰς τελωνειακὰς αὐτοῦ προσόδους, ὅπως βεβαιω-
1007θῶσιν, ἂν ἐκ τῆς ἐκχωρηθείσης εἰς αὐτοὺς προσαυξήσεως ἐδι-
1008καιοῦντο νὰ λάβωσιν ¼% μόνον ἢ πλειότερον.
1009Τὸ γεγονὸς αὐτὸ τῆς πτωχεύσεως, ὁ τρόπος, κατὰ τὸν
1010ὁποῖον διεξήχθη τὸ ἀτύχημα τοῦτο, καὶ πρὸ καὶ μετὰ τὴν
1011συντέλεσιν αὐτοῦ, ἐγέννησεν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν εὐλό-
1012γους δυσπιστίας πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Δὲν θέλω νὰ
1013ἐξετάσω ἐν λεπτομερείᾳ τὸ θέμα τοῦτο, ὅπερ πολλάκις ἀνε-
1014πτύχθη ἐν τῇ Βουλῇ. Ἡ εὔλογος αὕτη δυσπιστία τῶν ἐν τῷ
1015ἐξωτερικῷ δανειστῶν ὤθησεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἀπόφασιν, ἵνα
1016ζητῶσιν ἐπιμόνως ἐξαιρετικὰς ἀσφαλείας διὰ τὴν ἐκτέλεσιν
1017τῶν νέων ὑποχρεώσεων, ἃς ἐν συνεννοήσει μετ’ αὐτῶν ἤθελεν
1018ἀναλάβει τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Καὶ ἐδήλουν μὲν, ὅτι
1019οὐδεμίαν ἐννοοῦσι νὰ ἐγείρωσιν ἀπαίτησιν ἐπισήμου ἐλέγ-
1020χου καὶ ἐλαττώσεως τῆς αὐτοτελείας καὶ τῆς κυριαρχίας
1021τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἀλλὰ, καίτοι δηλοῦντες τοῦτο,
1022κατέληγον πάντοτε ἐν ταῖς προτάσεσιν αὐτῶν εἰς μέτρα καὶ
1023εἰς ὅρους περιέχοντας ἀμέσως ἢ ἐμμέσως, φανερὰ ἢ κρυφὰ,
1024πραγματικὸν ἔλεγχον καὶ πραγματικὴν ἐλάττωσιν τῆς αὐ-
1025τοτελείας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, εἴτε διὰ τῆς διαχειρί-
1026σεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων παρ’ ἑταιρίας ἐχούσης τὸν χα-
1027ρακτῆρα ἀντιπροσώπου τῶν δανειστῶν, εἴτε διὰ τῆς ἀπαγο-
1028ρεύσεως εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον τοῦ δικαιώματος νὰ ἐπι-
1029χειρήσῃ ἄνευ τῆς προηγουμένης συγκαταθέσεως αὐτῶν οἱαν-
1030δήποτε μεταβολὴν εἰς τὰς ὑπεγγύους προσόδους, ὁσονδήποτε
1031σπουδαία τῆς χώρας ἀνάγκη καὶ ἂν ἤθελεν ἐπιβάλει αὐτήν.
1032Οἱ δανεισταὶ ἐζήτουν οὕτω νὰ ἐπιβάλωσι πλαγίως καὶ
1033ἐμμέσως ἔλεγχον καὶ μείωσιν τῆς αὐτοτελείας τοῦ Ἑλληνι-
1034κοῦ Κράτους, μ’ ὅλας τὰς ἐναντίας αὐτῶν διαβεβαιώσεις.
1035Ἀλλὰ τὴν μείωσιν τῆς κυριαρχίας αὐτοῦ, τὴν ἐλάττωσιν
1036τῆς αὐτοτελείας του, δὲν ἠδύνατο καὶ δὲν δύναται νὰ παρα-
1037δεχθῇ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Ἡ παραδοχὴ αὐτῶν ἤθελεν
1038ἀναιρέσει τὰς πολιτικὰς ὠφελείας, τὰς ὁποίας προσδοκῶμεν ἐκ
1039τῶν εὐνοϊκῶν διαθέσεων τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, διότι
1040ἔθνος φιλότιμον, ὡς τὸ Ἑλληνικὸν, δυσκόλως δύναται νὰ βα-
1041δίσῃ ὁμαλῶς πρὸς τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ πρόοδον καὶ ἀνάπτυ-
1042ξιν, ὅταν αἰσθάνηται καθ’ ἡμέραν ἐπικαθήμενον ἐπ’ αὐτοῦ τὸν
1043ζυγὸν τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐλέγχου. Ἤθελεν ἀναιρέσει δὲ συνάμα
1044καὶ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀνακτήσεως ἀκεραίας τῆς οἰκονομικῆς
1045ἡμῶν πίστεως. Εἰς Κράτος, τοῦ ὁποίου τὰ χρεώγραφα φέρουσι
1046διὰ τοῦ ἐλέγχου διαρκῶς τὴν κηλῖδα τῆς πτωχεύσεως, τὰ κε-
1047φάλαια δὲν προσφέρονται ἐπὶ μόνῃ τῇ ἐμπιστοσύνῃ, ἣν ἐμπνέει
1048ἡ τιμιότης καὶ ἡ ἐπάρκεια αὐτοῦ. Κράτος, τοῦ ὁποίου τὰ
1049χρεώγραφα εὑρίσκονται ὑπὸ ἔλεγχον, δὲν δύναται νὰ δανεισθῇ
1050ἐπὶ μόνῃ τῇ πίστει αὐτοῦ. Ὅπως συνομολογήσῃ δάνειον, θὰ
1051ὑποχρεωθῇ ἢ νὰ θέσῃ καὶ ἑτέρας προσόδους ὑπὸ τὸν αὐτὸν
1052ἔλεγχον, ἢ νὰ ὑποβληθῇ εἰς ὅρους τοκογλυφικοὺς καὶ ἀναιροῦν-
1053τας τὴν ἰδέαν τῆς πίστεως. Κράτη ὑποβληθέντα εἰς ἔλεγχον
1054δὲν ἠδυνήθησαν ν’ ἀποκτήσωσιν ἰδίαν αὐτῶν πίστιν. Ἂν δὲ
1055συνωμολόγησάν ποτε δάνεια ὑπὸ ὅρους μὴ τοκογλυφικούς, ἐπέ-
1056τυχον τοῦτο οὐχὶ ἐπὶ τῇ ἰδίᾳ αὐτῶν πίστει, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ πί-
1057στει ὑπεγγύων προσόδων, ὑπὸ ἔλεγχον ὑποβεβλημένων.
1058Ἀλλὰ ὁ ἔλεγχος δὲν εἶναι μόνον ἐπιβλαβὴς καὶ πολιτικῶς
1059καὶ οἰκονομικῶς εἰς τὸ παραδεχόμενον αὐτὸν Κράτος. Τοιοῦ-
1060τος εἶναι ἀναμφισβητήτως καὶ διὰ τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ. Ἐν-
1061δέχεται τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς ἐπιβολῆς ἐλέγχου νὰ βελ-
1062τιωθῇ ἡ ἀξία τῶν χρεωγράφων τοῦ παραδεχομένου αὐτὸν Κρά-
1063τους. Ἀλλ’ ἡ βελτίωσις αὕτη θὰ ἦναι ἐπωφελὴς εἰς τοὺς κερ-
1064δοσκόπους μᾶλλον ἢ εἰς τοὺς ἀληθεῖς δανειστὰς τοῦ Κράτους.
1065Οἱ ἀληθεῖς δανεισταὶ αὐτοῦ οὐδέποτε θέλουσιν ἴδει τὰ χρεώ-
1066γραφα αὐτῶν κατατασσόμενα μεταξὺ τῶν χρεωγράφων τῶν
1067Κρατῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀκεραίαν τὴν πίστιν αὐτῶν
1068καὶ ἀπολαύουσι τὴν ὁμαλὴν πρόοδον καὶ βελτίωσιν τῆς ἀξίας
1069αὐτῶν. Ἐκτὸς τῆς κηλῖδος τῆς πτωχεύσεως, ἣν θέλουσι φέρει
1070πάντοτε, θὰ ἐπίκειται διαρκῶς ἐπ’ αὐτῶν καὶ ὁ κίνδυνος, ὁ
1071προερχόμενος ἐκ τῆς πιθανότητος ὅτι πᾶν φιλότιμον Κράτος
1072δὲν θὰ δυνηθῇ διαρκῶς νὰ ὑποστῇ τὸν ζυγὸν τοῦ ἐλέγχου, καὶ
1073ὅτι εἰς πρώτην παρουσιασθησομένην εὐκαιρίαν θ’ ἀποτινάξῃ
1074αὐτόν. Ὁ πιθανὸς δ’ οὗτος κίνδυνος, προστιθέμενος εἰς τὴν κη-
1075λῖδα τοῦ ἐλέγχου, θέλει πιέζει τὴν ἀξίαν καὶ τὴν βελτίωσιν
1076τῶν χρεωγράφων τοῦ τοιούτου Κράτους. Δὲν εἶναι δὲ δύσκο-
1077λον νὰ ἐννοηθῇ τοῦτο παρὰ τῶν πραγματικῶν δανειστῶν τοῦ
1078Ἑλληνικοῦ Δημοσίου.
1079Ὁ ἔλεγχος, ἐπιβλαβὴς καὶ διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον καὶ
1080διὰ τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ δεκτὸς
1081παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἔπρεπεν ὅμως δι’ ἄλλης ὁδοῦ
1082καὶ ἄνευ βλάβης τῶν πολιτικῶν καὶ οἰκονομικῶν συμφερόν-
1083των τῆς Ἑλλάδος νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος, παρέχων ἀρκετὴν ἀσφά-
1084λειαν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, καὶ πείθων αὐτοὺς ν’ ἀποβά-
1085λωσι τὴν ὑπερβολικὴν δυσπιστίαν, ἣν ἐνέπνευσεν εἰς αὐτοὺς
1086τὸ συμβὰν τῆς πτωχεύσεως καὶ τὰ συνοδεύσαντα αὐτὴν γε-
1087γονότα. Ὁ καταλληλότερος δὲ καὶ ὁ μόνος ἴσως τρόπος πρὸς
1088ἐπίτευξιν τούτου ἦτο ἡ διάκρισις τῶν ἐσόδων τῶν προσδιωρι-
1089σμένων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Δημοσίου χρέους, ἀπὸ τῶν ἄλλων
1090ἐσόδων τοῦ Δημοσίου. Ἡ διάκρισις αὐτῶν καὶ ἡ ἀνάθεσις τῶν
1091εἰς διεύθυνσιν ὑπαγομένην εἰς τὴν ἀπόλυτον κυριαρχίαν τοῦ
1092Κράτους, ἀλλὰ μὴ ἐξαρτωμένην ἀμέσως ἐκ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
1093Οἰκονομικῶν, ἤθελεν ἀποτελέσει θετικὴν βάσιν ἐφησυχάσεως
1094καὶ ἀσφαλείας τῶν δανειστῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Τὴν
1095παραδοχὴν τῆς βάσεως ταύτης κατὰ τρόπον συντελοῦντα εἰς
1096τὴν συνεννόησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου μετὰ τῶν δανειστῶν
1097αὐτοῦ ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ὑποστηρίξω ἐπανειλημμένως ἐν τῇ
1098Βουλῇ καὶ πρὸ καὶ μετὰ τὴν πτώχευσιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
1099Κυβερνήσεως ἀπεδέχθη αὐτήν· ἀλλ’ ἐπειγόμενος νὰ πραγμα-
1100τοποιήσῃ τὰς ἐπαγγελίας, τὰς ὁποίας ἔδωκεν εἰς τὸν Ἑλλη-
1101νικὸν λαὸν, ἔσπευσε νὰ παραχωρήσῃ τὴν συμμετοχὴν εἰς τὰς
1102προαυξήσεις τῶν ὑπεγγύων προσόδων, τὴν τόσον ἐπιθυμητὴν εἰς
1103τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, ἄνευ οὐδεμιᾶς συνεννοήσεως μετ’ αὐτῶν,
1104χωρὶς νὰ ἐπιτύχῃ παρ’ αὐτῶν δίκαια καὶ ἀνάλογα ἀνταλλάγ-
1105ματα διὰ τῆς ἐγκαταλείψεως ἀπαιτήσεων μὴ ἐχουσῶν θετι-
1106κήν τινα βάσιν μετὰ τὸ γεγονὸς τῆς πτωχεύσεως καὶ χωρὶς
1107νὰ κανονίσῃ ἐν λεπτομερείᾳ μετ’ αὐτῶν τὴν ἔννοιαν καὶ τοὺς
1108ὅρους τῆς τοιαύτης παραχωρήσεως.
1109Ἔσπευσε δ’ ἐπίσης νὰ ἱδρύσῃ τὴν εἰδικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ
1110δημοσίου χρέους ἄνευ οὐδεμιᾶς συνεννοήσεως μετὰ τῶν δα-
1111νειστῶν ἡμῶν, καὶ ὡς ἁπλοῦν μέτρον λογιστικῆς τάξεως, ἀφαι-
1112ρέσας διὰ τοῦ τρόπου τῆς συττάσεως καὶ τῆς λειτουργίας
1113αὐτῆς τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν καὶ τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἔπρε-
1114πε νὰ ἔχῃ αὕτη, ὡς θεσμὸς ἐξασφαλίζων καὶ οὐσιαστικῶς καὶ
1115λογιστικῶς τὴν τακτικὴν καὶ ἀκριβῆ ὑπηρεσίαν τῶν χρεῶν
1116τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Ἐξουδετέρωσεν οὕτω τὰς δύο βά-
1117σεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἠδύναντο νὰ στηριχθῶσι διαπραγματεύσεις
1118ἀπολήγουσαι εἰς ἀσφαλῆ καὶ ἐπωφελῆ ἀποτελέσματα. Λέγω
1119δὲ τοῦτο οὐχὶ ὡς ἁπλῆν κρίσιν ἐμοῦ, ἀλλὰ καὶ ὡς γνώμην στη-
1120ριζομένην ἐπὶ πληροφοριῶν καὶ σκέψεων προσώπων μεγάλην
1121ἐξασκούντων ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν εὐρωπαϊκῶν χρηματιστηρίων. Ἡ
1122ἐξουδετέρωσις δὲ τῶν δύο τούτων βάσεων ἠνάγκασε τὸν κ. Πρόε-
1123δρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ζητήσῃ ἀλλαχοῦ τοιαύτας, ἐπὶ τῶν
1124ὁποίων νὰ στηρίξῃ τὰς μετὰ τῶν ἐπιτροπειῶν διαπραγμα-
1125τεύσεις του. Ταύτας δ’ εὑρίσκομεν εἰς τὰς ὁδηγίας ἢ μελέ-
1126τας, ὡς ἀποκαλεῖ αὐτὰς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὰς
1127ὁποίας ἀπηύθυνε πρὸς τοὺς τρεῖς πρέσβεις καὶ ἰδίως πρὸς
1128τὸν πρέσβυν τῆς Ἑλλάδος ἐν Παρισίοις, ὅστις διηύθυνε τὰς
1129διαπραγματεύσεις.
1130Εἰς τὰς μελέτας ταύτας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
1131ἐνόμισεν ὅτι ὡς πρώτην βάσιν ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὴν ἰδίαν αὑ-
1132τοῦ ἀπολογίαν καὶ πείσῃ τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, ὅτι οὐδεμίαν
1133αὐτὸς ἔχει ἐνοχὴν εἰς τὸ ἐπελθὸν ἀτύχημα τῆς πτωχεύσεως.
1134Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ἐὰν ἔχῃ τοιαύτην ἢ οὔ. Ἀλλ’ εἰς τοὺς
1135δανειστὰς ἡμῶν βεβαίως τοῦτο ἦτο ὅλως ἀδιάφορον. Ὁ κ.
1136Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅμως ἐπίστευσε, φαίνεται, ὅτι ἡ
1137πεποίθησις περὶ τῆς ἀθωότητός του, ἣν διὰ τοιαύτης ἀπολο-
1138γίας του ἤθελεν ἐμπνεύσει εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, ἔδιδεν εἰς
1139αὐτὸν τὸ ἐνδόσιμον νὰ προβῇ εἰς προτάσεις οὐχὶ βελτιούσας
1140τὴν θέσιν αὐτῶν καὶ καθιστώσας δυνατὸν τὸν ἐν συνεννοήσει
1141μετ’ αὐτῶν κανονισμὸν τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους, ἀλλὰ καθι-
1142στώσας αὐτὴν χείρονα καὶ ἑπομένως δυσκολευούσας τὸν τοι-
1143οῦτον κανονισμόν. Ἐπρότεινεν ἐν πρώτοις τὴν ἐλάττωσιν τοῦ
1144ποσοστοῦ, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ νόμου τῆς 30 Δεκεμβρίου 1893
1145ὡρίσθη ὡς προσωρινῶς πληρωτέον εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν
1146καὶ τὸ ὁποῖον ἔκτοτε πληρόνεται εἰς αὐτούς. Ἀντὶ τῶν
11477,451,865 φρ. χρυσῶν, τὰ ὁποῖα ἀντιπροσωπεύουσι 30% ἐπὶ
1148τῶν τόκων τῶν ἐξωτερικῶν ἡμῶν δανείων καὶ τὰ ὁποῖα ἀντι-
1149στοιχοῦσι πρὸς 13,040,000 περίπου δραχμάς, ὑπολογιζο-
1150μένου πρὸς δραχ. 1,75 τοῦ φράγκου, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
1151βερνήσεως διὰ διαφόρων ὑπολογισμῶν καὶ ἑλιγμῶν ἐπρότεινεν
11526,582,747 φρ. χρ., ἀντιπροσωπεύοντα 11,419,000 δραχ.,
1153ἐπρότεινε δηλ. τὴν ἐλάττωσιν τῶν 30%, τὰ ὁποῖα δίδομεν
1154σήμερον, εἰς 26½%. Τοιαύτη πρότασις εἰς διαπραγ-
1155ματεύσεις, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ δανεισταὶ προσεδόκων βελτίωσιν
1156τῆς θέσεώς των, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ κάμῃ κακὴν ἐντύ-
1157πωσιν καὶ νὰ μὴ χαρακτηρισθῇ, ὅπως ἐχαρακτηρίσθη, ὡς δευ-
1158τέρα δηλ. πτώχευσις τῆς Ἑλλάδος. Ὅσον καὶ ἂν ἦναι μι-
1159κρὰ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν προσφερομένων 26½%
1160καὶ τῶ, 30%, τὰ ὁποῖα πληρόνομεν σήμερον, εἶναι νέα
1161ἐλάττωσις, προστιθεμένη εἰς τὴν πρώτην πτώχευσιν, καὶ τοῦτο
1162ὡς ἁπλοῦν τέχνασμα διαπραγματεύσεων, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνάγ-
1163κης, ἐπιβαλλομένης ἐκ γεγονότος τινὸς, ἢ ἐκ νέας στενοχωρίας,
1164ἐπιβαλλούσης εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον τοιαύτην δευτέραν
1165πτώχευσιν.
1166Ἐπρότεινεν ἐπίσης ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν
1167συνομολόγησιν δανείου πρὸς βελτίωσιν τῆς νομισματικῆς ἡμῶν
1168κυκλοφορίας, ἥτις ἤθελεν ὠφελήσει ἐμμέσως καὶ τοὺς δανει-
1169στὰς ἡμῶν. Δὲν ἠξεύρω ἂν προσεδόκα νὰ συνομολογήσῃ τὸ
1170δάνειον τοῦτο μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν δανειστῶν ἡμῶν
1171ἢ μετ’ ἄλλων, ἀφήνων, ὅπως πρὸ ὀλίγου ἀνέφερεν εἰς τὴν
1172Βουλὴν, τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ εἰς βάρος τῶν ὑπὲρ τῶν δανει-
1173στῶν ἡμῶν προσδιοριζομένων ποσῶν. Ἀλλὰ καθ’ οἱονδήποτε
1174τρόπον καὶ ἂν ἐνόει νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον τοῦτο,
1175εἴτε μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν, εἴτε μετ’ ἄλλων, ἔπραξε βε-
1176βαίως σφάλμα, παρεισαγαγὼν διὰ τῆς προτάσεως δανείου ἕτε-
1177ρον στοιχεῖον εἰς τὰς μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν διαπραγμα-
1178τεύσεις περὶ συμβιβασμοῦ. Οἱ δανεισταὶ ἡμῶν δὲν εἶναι τρα-
1179πεζῖται δυνάμενοι καὶ ἐπιδιώκοντες τὴν συνομολόγησιν δα-
1180νείων πρὸς ἐπίτευξιν κέρδους. Οἱ κυρίως δανεισταί εἰσι κεφα-
1181λαιοῦχοι, δανείσαντες τὰ χρήματα αὐτῶν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν
1182Δημόσιον καθ’ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον, καὶ θέλοντες νὰ
1183λάβωσι καὶ ἐξασφαλίσωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλύτερον
1184ποσοστὸν ἐκ τῶν ὀφειλομένων εἰς αὐτοὺς τόκων. Διὰ τῆς
1185προσθήκης δὲ τοῦ δανείου εἰς τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ
1186μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν, παρεισάγεται εἰς τὰς περὶ αὐτοῦ
1187διαπραγματεύσεις καὶ τὸ στοιχεῖον τῆς ἁπλῆς κερδοσκοπίας.
1188Ἐὰν δὲ αἱ ἁπλαῖ καὶ καθαραὶ διαπραγματεύσεις τοῦ Ἑλ-
1189λην. Δημοσίου μετὰ τῶν πραγματικῶν δανειστῶν αὐτοῦ παρου-
1190σιάζωσιν οὐκ ὀλίγας δυσκολίας, εἶναι φυσικὸν ἡ εἰσαγωγὴ
1191καὶ τοῦ στοιχείου τῆς κερδοσκοπίας νὰ πολλαπλασιάσῃ
1192αὐτάς, καὶ νὰ καταστήσῃ δυσχερεστέραν τὴν συντέλεσιν τοῦ
1193συμβιβασμοῦ. Δὲν θὰ ἐπιδιώκηται πλέον ἡ ἱκανοποίησις
1194μόνον τῶν δανειστῶν διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ τῶν συμφερόντων
1195αὐτῶν μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἕλλην Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ
1196ἡ ἱκανοποίησις τῶν συμφερόντων τῆς παρεισαγομένης κερ-
1197δοσκοπίας. Αἱ θυσίαι, εἰς ἃς δύναται νὰ ὑποβληθῇ τὸ
1198Ἑλλην. Δημόσιον πρὸς ἱκανοποίησιν μόνον τῶν δανειστῶν
1199αὐτοῦ, δὲν θὰ ὦσι πλέον ἀρκεταί, ὅπως παρέξωσι καὶ εἰς
1200τὴν κερδοσκοπίαν τὴν ὠφέλειαν, ἣν αὕτη ἐπιδιώκει καὶ
1201ἥτις συνήθως εἶναι ἀρκετὰ σπουδαία, ὅπως ὑπερτερήσῃ τὰς
1202δυνατὰς θυσίας καὶ παρακωλύσῃ τὴν συντέλεσιν ἐπωφελοῦς
1203συμβιβασμοῦ.
1204Πάντες δ’ ἐνθυμούμεθα τὰς δυσκολίας, αἵτινες ἐπαρουσιά-
1205σθησαν κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τὰς λαβούσας χώραν καὶ
1206πρὸ καὶ μετὰ τὴν πτώχευσιν τοῦ 1893, καὶ αἵτινες εἶχον
1207τὴν πηγήν των εἰς τοὺς ἐπιδιώκοντας ἴδια κέρδη, ὁτὲ μὲν
1208διὰ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τῆς Ἐθν. Τραπέζης, ὁτὲ δὲ διὰ τῆς
1209ἀποῤῥοφήσεως τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων. Ἄνευ τῶν δυσ-
1210κολιῶν τούτων ὁ συμβιβασμὸς, περιοριζόμενος εἰς τὴν συνεννόη-
1211σιν μὲ τοὺς πραγματικοὺς δανειστὰς τοῦ Ἕλλην. Δημοσίου,
1212θὰ ἦτο ἴσως πρὸ πολλοῦ γεγονὸς τετελεσμένον.
1213Καὶ ἐὰν αἱ προτάσεις τῆς ἐλαττώσεως τοῦ διδομένου πο-
1214σοστοῦ καὶ τῆς συνομολογήσεως δανείου ἐγένοντο ἁπλῶς ὡς
1215ἰδέαι πρὸς συζήτησιν, ἤθελον εἶσθαι πάντοτε κακαὶ, ὡς ἐνδει-
1216κνύουσαι διάθεσίν τινα πρὸς παράτασιν τῶν συζητήσεων, ἀλλὰ
1217ἤθελον εἶσθαι ὀλιγώτερον κακαὶ παρ’ ὅ,τι εἰσὶ, παρουσιασθεῖ-
1218σαι ὡς συμπέρασμα καὶ ἀπόῤῥοια ὑπολογισμῶν καὶ σκέψεων
1219ἀντιφατικῶν καὶ ἀλληλαναιρουμένων. Τοιαῦται δὲ παρουσιά-
1220ζονται διὰ τῶν μελετῶν καὶ ὁδηγιῶν τοῦ κ. Προέδρου τῆς
1221Κυβερνήσεως, ἐν αἷς ἐξετάζονται καὶ ἀναλύονται τὰ ἔσοδα
1222καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους.
1223Ἐκ τῆς ἀναλύσεως ταύτης ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
1224σεως ἐξάγει ὡς συμπέρασμα, ὅτι εἰς 87 ἢ 88 ἑκατομμύρια
1225ἀνέρχονται τὰ θετικὰ ἔσοδα τοῦ Ἑλλ. Δημοσίου, εἰς 67 δὲ
1226ἑκατομμύρια τὰ ἔξοδα αὐτοῦ, καὶ ὅτι περισσεύει ποσὸν 21
1227ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ὁρίζει διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου
1228χρέους. Ἐκ τοῦ ποσοῦ δὲ τούτου ἀφαιρεῖ 8,580,000 δραχ.,
1229αἵτινες ἀναγκαιοῦσι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν εἰς τραπεζικὰ
1230γραμμάτια ἐσωτερικῶν δανείων τοῦ Δημοσίου καὶ διὰ τοὺς
1231τόκους τῶν ἐντόκων γραμματίων εἰς χρυσὸν καὶ εἰς γραμμά-
1232τια καὶ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Μένει
1233δὲ οὕτω περίσσευμα 12,419,000 δραχ. ἐπὶ τῇ βάσει ἐσόδων
123488 ἑκατομμυρίων, καὶ 11,419,000 ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων 87
1235ἑκατομμυρίων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ὑπη-
1236ρεσίαν τῶν ἐξωτερικῶν δανείων δὲν προτείνει τὰ 12,419,000
1237ἀλλὰ τὰ 11,419,000, ἅτινα πρὸς 1,75 φέρουσι φρ. χρυσᾶ
12386,582,000, ἐλαττώνων, ὡς εἶπον ἤδη, τὸ πληρονόμενον πο-
1239σοστὸν ἀπὸ 30 εἰς 26½%. Ἐνῷ δὲ τοιαῦτα ἐξά-
1240γει συμπεράσματα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, αἱ με-
1241λέται καὶ οἱ ὑπολογισμοὶ αὐτοῦ ἀναιροῦσιν αὐτά. Οἱ ἀντι-
1242πρόσωποι δὲ τῶν δανειστῶν, καὶ ἂν ἀκόμη δὲν εἶχον ποιήσει
1243ἄλλας μελέτας ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, εὐκόλως ἀντελή-
1244φθησαν τῶν ἀντιφάσεων τούτων ἐκ μόνης τῆς ἐξελέγξεως τῶν
1245λογαριασμῶν, τῶν περιεχομένων ἐν ταῖς μελέταις τοῦ κ. Προ-
1246έδρου τῆς Κυβερνήσεως.
1247Ἐν αὐταῖς ὑπολογίζει εἰς 87 ἕως 88 ἑκατομμύρια δραχ.
1248τὰ ἐτήσια ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ἐν τῷ Αʹ παραρτήματι
1249αὐτῶν ἀναγράφει ὡς ἔσοδα μὲν τοῦ 1893 δραχ. 91,546,933,
1250μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων, ὧν τινὰ δύνανται
1251νὰ θεωρηθῶσιν ἐν μέρει καὶ ὡς τακτικά, ὡς π. χ. τὰ
1252ἐκ τῶν φυγοστράτων καὶ λιποστράτων καὶ τὰ ἐξ ἐκποιή-
1253σεως ἀχρήστου ὑλικοῦ, ὡς ἔσοδα δὲ τοῦ 1892 δρ.90,139,535.
1254Ὡς δικαιολογίαν δὲ τῆς τοιαύτης ἀντιφάσεως ὁ κ. Πρόεδρος
1255τῆς Κυβερνήσεως φέρει τὴν ἀνάγκην τῆς ἐλαττώσεως τῶν φό-
1256ρων καὶ τῆς ἀνακουφίσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Βεβαίως, Κύ-
1257ριοι, ἡ ἀνάγκη τῆς ἀνακουφίσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι
1258πραγματικὴ ἀνάγκη. Ἀλλ’ ὑφίσταται αὕτη οὐχὶ ὡς ἀνάγκη
1259ἀπόλυτος ἐλαττώσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ὡς
1260ἀνάγκη βελτιώσεως καὶ μεταῤῥυθμίσεως τῆς φορολογίας ἡμῶν
1261δι’ ἀντικαταστάσεως τῶν ἀπολύτως κακῶν φόρων καὶ διὰ
1262τροποποιήσεως ἐκείνων, οἵτινες εἶναι ἐπιδεκτικοὶ βελτιώσεως.
1263Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκλείψωσιν αἱ ἀδικίαι, αἱ ἀνισότητες καὶ αἱ
1264πιέσεις αἱ προερχόμεναι ἐκ τῶν πλημμελῶν καὶ ἐκ τῶν κακῶς
1265λειτουργούντων φόρων. Ἀλλὰ ἡ βελτίωσις καὶ ἡ μεταῤῥύθμισις
1266τῆς φορολογίας ἡμῶν δὲν πρέπει νὰ τείνῃ εἰς τὴν ἐλάττωσιν
1267τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου ἀπὸ 91½ ἑκατομμυρίων εἰς 87 ἢ
126888 ἑκατομμύρια. Οἱανδήποτε δὲ καὶ ἄν ἔχῃ δι’ ἡμᾶς ἔννοιαν
1269ἡ μεταῤῥύθμισις τῆς φορολογίας ἡμῶν, ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐσό-
1270δων τοῦ Δημοσίου δὲν δύναται βεβαίως νὰ χρησιμεύσῃ ὡς
1271ἐπιχείρημα πεῖθον τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, ὅτι εἶναι ὀρθὸς ὁ
1272ὑπολογισμὸς τῶν ἐσόδων κατὰ 3 ἢ 4 ἑκατομμύρια ὀλιγώ-
1273τερον τῆς πραγματικῆς αὐτῶν ἀποδόσεως.
1274Ἡ αὐτὴ ἀντίφασις ὑπάρχει καὶ εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τῶν
1275ἐξόδων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπελόγισεν εἰς 67
1276ἑκατομμύρια τὰ τακτικὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως. Ἐν δὲ τῷ Γʹ
1277παραρτήματι τῶν μελετῶν αὐτοῦ ἀποδεικνύει, ὅτι τὰ ἔξοδα
1278ταῦτα ἀπὸ τοῦ 1888 ἕως τοῦ 1893 ἀνέρχονται κατὰ μέσον
1279μὲν ὅρον εἰς 60,613,000, κατ’ ἀνώτατον δὲ ὅρον τὸ 1892
1280εἰς 61,600,000. Πρὸς δικαιολογίαν δὲ τῆς ἀντιφάσεως ταύ-
1281της καταφεύγει εἰς ἑτέραν ἀνακρίβειαν, ἰσχυριζόμενος ὅτι
1282μεταξὺ τῶν ἐξόδων τοῦ 1892 καὶ 1893 δὲν περιλαμβάνον-
1283ται τὰ τῆς ὁδοποιΐας, ἐνῷ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι αἱ
1284ἐπιτροπεῖαι τῶν δανειστῶν μελετῶσι τοὺς προϋπολογισμοὺς
1285καὶ ἀπολογισμοὺς τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ἐνίοτε κάλλιον
1286ἡμῶν, καὶ ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς αὐτοὺς νὰ ἴδωσιν, ὅτι κατὰ
1287τὸ 1892 καὶ 1893 τὰ ἔξοδα τῆς ὁδοποιΐας, ὅπως ἐκανονί-
1288σθησαν μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας,
1289περιλαμβάνονται ἐν ταῖς δαπάναις καὶ ἐν τῷ προϋπολογι-
1290σμῷ τοῦ Κράτους. Βεβαίως ἔχομεν ἀνάγκην νὰ δαπανήσωμεν
1291πλειότερα τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1892 καὶ 1893, διότι
1292ὀφείλομεν καὶ τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας νὰ βελτιώσωμεν καὶ
1293τὴν παραγωγὴν τῆς χώρας νὰ ὑποστηρίξωμεν καὶ τὴν προ-
1294άσπισιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων νὰ προετοιμάσωμεν.
1295Μεταξὺ τῶν δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν ὑπάρ-
1296χουσι πολλαί, τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ ἐλαττώσωμεν, καὶ ἄλλαι,
1297τὰς ὁποίας ὀφείλομεν ν’ αὐξήσωμεν. Ἀλλ’ οἱ ὑπολογισμοὶ οὗτοι
1298ἔχουσιν ἄμεσον ἐνδιαφέρον δι’ ἡμᾶς, ἔμμεσον δὲ μόνον διὰ τοὺς
1299δανειστὰς ἡμῶν. Οὗτοι δὲ βεβαίως διετέθησαν κακῶς, ὅταν
1300εἶδον ἐν ταῖς μελέταις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι
1301τὰ 61,600,000 τῶν δαπανῶν ἡμῶν ἀναβιβάζονται εἰς 67
1302ἑκατομμύρια, ὅπως ἐξαχθῇ τὸ συμπέρασμα, ὅτι πρέπει ἐκ νέου
1303νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ εἰς αὐτοὺς πληρονόμενον ποσὸν μετὰ τὴν
1304πτώχευσιν.
1305Δὲν ἦτο δυνατὸν διαπραγματεύσεις ὑπὸ τοιούτους ὅρους
1306διεξαγόμεναι νὰ γεννήσωσιν ἀγαθὴν ἐντύπωσιν περὶ τῆς κα-
1307λῆς πίστεως καὶ τῆς εἰλικρινείας τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου.
1308Διὰ τοῦτο βλέπομεν τὸ περίεργον καὶ πικρὸν συνάμα δι’ ἡμᾶς
1309φαινόμενον, ὅτι, ἐνῷ ὁ χρόνος συντελεῖ, ὅπως μειώσῃ τὰς ἐν-
1310τυπώσεις παντὸς ἀτυχήματος καὶ ἐλαττώσῃ τὰς συνεπείας
1311αὐτοῦ, ἐν τῷ ἀτυχήματι τῆς πτωχεύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ
1312Δημοσίου ἡ παρέλευσις τοῦ χρόνου, ἀντὶ νὰ φέρῃ τοιαῦτα
1313ἀποτελέσματα, ἐπέτεινεν ἀπ’ ἐναντίας τὰς ἐξ αὐτοῦ κακὰς
1314ἐντυπώσεις καὶ συνεπείας.
1315Ἕτερα Κράτη, τὰ ὁποῖα ὀλίγον πρὸ ἡμῶν ἐπτώχευσαν, —
1316ἀναφέρω δὲ καὶ πάλιν τὴν Πορτογαλίαν,—διὰ τῆς παρελεύσεως
1317τοῦ χρόνου καὶ τῆς πορείας αὐτῶν κατώρθωσαν νὰ μειώσω-
1318σιν οὐσιωδῶς τὴν ἐντύπωσιν καὶ τὰς συνεπείας τοῦ ἀτυχήμα-
1319τός των, ἠδυνήθησαν νὰ πείσωσι περὶ τῆς καλῆς αὐτῶν πί-
1320στεως τὸν χρηματιστικὸν κόσμον, καὶ κατώρθωσαν οὕτω νὰ
1321θέσωσιν ἐκ νέου τὰ θεμέλια τῆς οἰκονομικῆς αὐτῶν πίστεως.
1322Ἡμεῖς δὲ, διὰ τῆς πορείας, ἣν ἠκολουθήσαμεν, περιήλθομεν
1323εἰς χειροτέραν θέσιν ἐκείνης, εἰς ἣν εὑρέθημεν κατὰ τὴν ἡμέραν
1324τῆς πτωχεύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Τοιαύτη εἶναι
1325ἡ ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν ἐπροξένησεν εἰς τὰς ἐπιτροπείας
1326τῶν δανειστῶν ἡμῶν ἡ ἀνακοίνωσις τῶν μελετῶν καὶ ὁδη-
1327γιῶν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Πάντες ὅσοι ἔλαβον
1328τότε γνῶσιν αὐτῶν μᾶς κατηγόρησαν ἐπὶ μὴ καλῇ πίστει·
1329οἱ δανεισταὶ δ’ ἡμῶν ἐχαρακτήρισαν τοὺς παρὰ τοῦ κ. Προέ-
1330δρου τῆς Κυβερνήσεως προτεινομένους ὅρους ὡς ὅλως ἀκα-
1331ταλλήλους πρὸς ἐπίτευξιν συμβιβασμοῦ.
1332Ἤρξαντο δὲ, ὡς οἱ ἴδιοι βεβαιοῦσι, διαπραγματεύσεων μετὰ
1333τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος ἐν Παρισίοις, αἵτινες ἀπε-
1334τέλεσαν τὸ ἀντικείμενον τῶν πρακτικῶν, τῶν ὁποίων γνωρί-
1335ζομεν μὲν τὴν ὕπαρξιν, οὐχὶ δὲ καὶ τὸ περιεχόμενον. Ἀπο-
1336τέλεσμα δὲ τῶν διαπραγματεύσεων τούτων ἦτο καὶ ἡ σύν-
1337ταξις ὑπομνήματος παρὰ τῶν ἐπιτροπειῶν, τοῦ ὁποίου τὸ
1338περιεχόμενον ἐν περιλήψει γνωρίζομεν ἐκ τῆς δημοσιεύσεως
1339τῆς Γερμανικῆς ἐπιτροπείας. Ἡ περίληψις δὲ τοῦ ὑπομνή-
1340ματος τούτου, τὸ ὁποῖον περιέχει τὰς πρώτας ἀντιπροτάσεις
1341τῶν δανειστῶν, ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
1342«Ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν τό-
1343κων, ὑπεβλήθησαν οἱ ἑξῆς ὅροι.
1344«αʹ) Παραμένουσιν ὡς ἐνέχυρα εἰς τοὺς πιστωτὰς ἄνευ οὐ-
1345δεμιᾶς ἐπιφυλάξεως ὡρισμένα εἰσοδήματα. βʹ) Πρὸς ἐξασφά-
1346λισιν τῆς βελτιώσεως τῶν ἀξιώσεών των οἱ πιστωταὶ θὰ λά-
1347βουν μέρος ἐκ τῶν ἐπαυξήσεων τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐνεχύρων
1348τούτων. γʹ) Διὰ τὰς διαφόρους κατηγορίας τῶν χρεῶν, ἀνα-
1349λόγως τῶν ὅρων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ταῦτα κατηρτίσθησαν, θὰ
1350λάβουν χώραν διάφοροι διαπραγματεύσεις. δʹ) Εἰς τοὺς πιστω-
1351τὰς θὰ δοθῇ ἀποζημίωσις, ἔστω καὶ λίαν περιωρισμένη, διὰ
1352τὴν μέχρι τοῦδε προσβολὴν τῶν δικαιωμάτων των. εʹ) Θὰ
1353ληφθῇ μέριμνα, ὅπως μὴ ἐκ νέου ἐπαναληφθῇ προσβολὴ τῶν
1354δικαιωμάτων τῶν πιστωτῶν.»
1355§36Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐπιτρέ-
1356πετε μίαν διακοπήν; Τί ὑπόμνημα;
1357§37ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν δη-
1358μοσίευσίν της ἡ Γερμανικὴ ἐπιτροπεία τῶν δανειστῶν ἀνα-
1359φέρει ὅτι ὑπεβλήθη παρὰ τῶν ἐπιτροπειῶν εἰς τὴν Ἑλληνι-
1360κὴν Κυβέρνησιν διὰ τοῦ ἐν Παρισίοις πρέσβεως ὡς ἡ ἀπόῤ-
1361ῥοια τῶν μετ’ αὐτοῦ διαπραγματεύσεων.
1362§38Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς πληροφορῶ, ὅτι οὐδὲν
1363τοιοῦτον ὑπόμνημα ὑπεβλήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε ἐνε-
1364χειρίσθη εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον αὐτῆς ἐν Παρισίοις.
1365§39ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι αὐτὸ τὸ Γερμανικὸν φυλλάδιον;
1366§40ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα, καὶ φέρει τίτλον «Ἔκθεσις τοῦ
1367Γερμανικοῦ κομιτάτου, τοῦ ἀναλαβόντος τὴν ὑπεράσπισιν τῶν
1368κατόχων Ἑλληνικῶν χρεωγράφων ἐπὶ τῶν διαπραγματεύσεων
1369μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.» Τὸ φυλλάδιον τοῦτο
1370ἐχρησίμευσεν ὡς ἀφετηρία πολλῶν κατὰ τῆς Ἑλλάδος ἀδί-
1371κων καὶ ὑπερβολικῶν δημοσιεύσεων, τὰς ὁποίας βεβαίως δὲν
1372δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλὰ παρ’ οὐδενὸς διεψεύσθη,
1373οὐδ’ ἐχαρακτηρίσθη ὡς μὴ προερχόμενον ὑπὸ τῆς Γερμανικῆς
1374ἐπιτροπείας. Ὀφείλω νὰ παραδεχθῶ, ὅτι τὸ ὑπόμνημα τοῦτο,
1375οὗτινος περίληψις περιέχεται ἐν τῷ φυλλαδίῳ, δὲν ἐνεχειρί-
1376σθη εἰς τὴν ἐν Παρισίοις Πρεσβείαν καὶ δὲν ὑπεβλήθη εἰς
1377τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
1378νήσεως βεβαιοῖ τοῦτο ἐπισήμως. Τὸ ὑπόμνημα τοῦτο περιέ-
1379χει βάσεις γενικὰς καὶ ἐλαστικάς, ἡ δὲ Γερμανικὴ ἐπιτρο-
1380πεία ἰσχυρίζεται, ὅτι ὁ ἐν Παρισίοις ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλ-
1381λάδος ἐδήλωσεν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δέχεται τὴν
1382ἐξακολούθησιν τῶν διαπραγματεύσεων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν τῷ
1383ὑπομνήματι ἰδεῶν.
1384§41Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ δὲν
1385ἔλαβεν ὁ ἐν Παρισίοις πρέσβυς ὑπόμνημα, δὲν εἶχεν ἀφορμὴν
1386οὐδὲ ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τοιοῦτον.
1387§42ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Γεννᾶται ὅμως μία ἀπορία, πῶς ὑπε-
1388βλήθη τὸ πλῆρες σχέδιον συμβάσεως παρὰ τῶν ἐπιτροπῶν,
1389ἀφοῦ ἐκήρυξαν ὡς ἀκαταλλήλους πρὸς συμβιβασμὸν τὰς προ-
1390τάσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως; Πῶς αὗται προέ-
1391βησαν εἰς τὴν σύνταξιν καὶ τὴν ὑποβολὴν προτάσεων πόῤῥω
1392ἀπεχουσῶν τῶν μελετῶν καὶ τῶν προτάσεων τοῦ κ. Προέ-
1393δρου τῆς Κυβερνήσεως; ...
1394§43Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰς δημοσιευθείσας;
1395§44ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰς παρ’ ὑμῶν ὑποβληθείσας εἰς τὴν
1396Βουλήν... Πῶς μετὰ παρέλευσιν πολλοῦ χρόνου αὐτοί, χωρὶς
1397νὰ συζητήσωσι τοὺς εἰς αὐτοὺς προταθέντας ὅρους, προέβη-
1398σαν εἰς τὴν σύνταξιν ὁλοκλήρου συμβάσεως, ἧς τὸ περιεχό-
1399μενον ἀπέχει μεγάλως τῶν προτάσεων τῆς Ἑλλην. Κυβερνή-
1400σεως; Μοὶ φαίνεται παράδοξον, πῶς ἄνθρωποι ἔχοντες πλῆ-
1401ρες τὸ λογικὸν αὐτῶν, ἐνῷ γίνονται εἰς αὐτοὺς προτάσεις
1402ἀντιστοιχοῦσαι π. χ. πρὸς δύο παραχωρήσεις, κάθηνται εἰς τὸ
1403γραφεῖόν των καὶ συντάττουσι μετὰ σοβαρότητος σχέδιον
1404συμβάσεως βασιζομένης ἐπὶ δέκα παραχωρήσεων! Τὴν ἀπο-
1405ρίαν ταύτην δυστυχῶς δὲν δυνάμεθα νὰ λύσωμεν, διότι δὲν
1406ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν ἐπίσημα ἔγγραφα. Ὅ,τι δημοσιεύει ἡ
1407Γερμανικὴ ἐπιτροπεία, τὸ διαψεύδει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
1408βερνήσεως.
1409Μένει ἑπομένως ἀκεραία ἡ ἀπορία, πῶς αὐτοὶ οἱ Κύριοι,
1410οἱ ὁποῖοι, ἀντιπροσωπεύοντες τοὺς δανειστὰς, ὑποστηρίζουσιν
1411ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσι συμφέροντα εὑρισκόμενα εἰς ἀντί-
1412θεσιν πρὸς τὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, καὶ οἱ ὁποῖοι, ὡς
1413γνωρίζομεν, ἔχουσι τὸ λογικόν των, προέβησαν εἰς τὴν σύντα-
1414ξιν τοῦ σχεδίου τούτου ἄνευ ἀνταλλαγῆς ἰδεῶν μετὰ τῆς
1415Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως!
1416§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δύναμαι
1417νὰ σᾶς βοηθήσω, ἵνα ἐξέλθητε ἀπὸ τὴν ἀπορίαν· χρεωστῶ
1418μόνον νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι τὸ δημοσίευμα, τοῦ ὁποίου ἀνε-
1419γνώσατε τὰς κεφαλαιωδεστέρας προτάσεις ὑπὸ κομιτάτου,
1420τινὸς, ἢ ὑπὸ μελῶν κομιτάτου, εἶναι δημοσίευμα ἐκτὸς τῶν
1421διαπραγματεύσεων, δὲν ἀνεκοινώθη εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς
1422Ἑλλάδος ἐν Παρισίοις, δὲν ἀπεστάλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
1423τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι δὲ ἀλλότριον ἡμῶν.
1424§46ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι ἀνεκοινώθη εἰς τὴν
1425Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὸ δημοσιευθὲν φυλλάδιον, ἀλλ’ ὑπό-
1426μνημα, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται ἐν τῷ φυλλαδίῳ τούτῳ καὶ τὸ
1427ὁποῖον χαρακτηρίζεται ὡς ἀπόῤῥοια τῶν διαπραγματεύσεων
1428μετὰ τοῦ πρέσβεως τῆς Ἑλλάδος ἐν Παρισίοις. Ἐν τῷ αὐτῷ
1429δὲ φυλλαδίῳ ἰσχυρίζεται ἡ Γερμανικὴ ἐπιτροπεία, ὅτι ὁ κ.
1430πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος ἐδήλωσεν, ὅτι αἱ ἐν τῷ ὑπομνήματι
1431περιεχόμεναι γενικαὶ ἰδέαι ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βά-
1432σεις μελλουσῶν διαπραγματεύσεων μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς
1433Κυβερνήσεως καὶ τῶν δανειστῶν.
1434§47Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές.
1435§48ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἴπατε ὅτι ἐστάλησαν γενικοὶ ὅροι.
1436§49Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι· ἐστάλη τὸ σχέδιον, τὸ
1437ὁποῖον εἶναι ἐν τῷ φυλλαδίῳ.
1438§50ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐντεῦθεν ἑπομένως ἡ ἀπορία, πῶς εὑρέ-
1439θησαν ἄνθρωποι, ἔχοντες τὴν ἀπαίτησιν, ὅτι εἶναι λογικοί,
1440οἱ ὁποῖοι συνέταξαν σχέδιον συμβιβασμοῦ ἐν πλήρει ἀντιθέσει
1441καὶ ἀπέχον παρασάγγας ὅλας τῶν προτάσεων τῆς Ἑλληνι-
1442κῆς Κυβερνήσεως!
1443§51ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ὑπάρχει ἓν κενόν.
1444§52ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο τὸ κενὸν ἐφάνη ὅτι πληροῖ τὸ
1445δημοσίευμα τῆς Γερμανικῆς ἐπιτροπείας. Ἂν ὑμεῖς δύνασθε
1446νὰ τὸ πληρώσητε ἄλλως, τόσον τὸ καλλίτερον.
1447§53ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν τῷ φυλλαδίῳ τοῦ Γερμανικοῦ Κομι-
1448τάτου γίνεται λόγος, ὅτι οἱ ὅροι οἱ περιεχόμενοι ἐν τῷ ὑπο-
1449μνήματι εἶναι ἀπόῤῥοια διαπραγματεύσεων, ἢ ὅτι ἀφ’ ἑαυ-
1450τῶν ἔγραψαν τούτους;
1451§54ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Χαρακτηρίζουσι τὰς προτάσεις τῆς
1452Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὡς μὴ καταλλήλους πρὸς συμβι-
1453βασμὸν, προσθέτουσι δὲ, ὅτι διεξήγαγον διαπραγματεύσεις,
1454καὶ ὅτι ὡς ἀπόῤῥοιαν αὐτῶν συνέταξαν τὸ ὑπόμνημα.
1455§55ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχομεν δήλωσιν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνή-
1456σεως, ὅτι συζητήσεις δὲν ἐγένοντο.
1457§56Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ πρέσβυς
1458τῆς Ἑλλάδος ἀνεκοίνωσε κατὰ τὰς συνεδριάσεις μετὰ τῶν
1459ἀντιπροσώπων τῶν κομιτάτων τὰς ὁδηγίας, τὰς ὁποίας εἶ-
1460χεν· οἱ ἐπίτροποι ἐζήτησαν προθεσμίαν, ἵνα ἀπαντήσωσι, καὶ
1461διεκόπησαν αἱ διαπραγματεύσεις ἐπί τινα καιρὸν, εἶτα δὲ
1462ἀπήντησαν διὰ τοῦ σχεδίου συμβιβασμοῦ, τὸ ὁποῖον ἐνε-
1463χείρισαν εἰς τὸν κ. πρέσβυν. Μετὰ τοῦτο δὲ δὲν ἐγένετο πλέον
1464συνεδρίασις.
1465§57ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁπωσδήποτε ὅμως, ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου
1466δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, εἶναι, ὅτι αἱ προτάσεις τῶν ἐπι-
1467τροπειῶν, αἱ περιεχόμεναι ἐν τῷ σχεδίῳ συμβιβασμοῦ, τῷ
1468ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς
1469Κυβερνήσεως, ἐμπνέονται ὑπὸ αἰσθημάτων ἐπιτεταμένης δυσπι-
1470στίας πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Ἡ ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν
1471ἐπροξένησαν εἰς αὐτοὺς αἱ διαπραγματεύσεις καὶ αἱ προτά-
1472σεις πρὸς συμβιβασμὸν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, συνε-
1473τέλεσεν εἰς τὴν αὔξησιν καὶ τῶν ἀπαιτήσεών των καὶ τῆς
1474δυσπιστίας των. Καὶ ἐνῷ οἱ δανεισταὶ ἡμῶν κατὰ τὰς
1475διαπραγματεύσεις τοῦ 1894 ἐπέμενον νὰ συμμετάσχωσιν εἰς
1476τὰς προσαυξήσεις τῶν ὑπεγγύων προσόδων κατὰ πεντήκοντα
1477τοῖς ἑκατὸν, ὧν τὰ 25 ὑπὲρ τῶν τόκων, καὶ τὰ ἕτερα 25
1478διὰ χρεωλύσιον, ἤδη ζητοῦσιν 60 τοῖς ἑκατὸν, ὧν τὸ ἥμισυ
1479διὰ τοὺς τόκους καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ διὰ χρεωλύσιον. Ἐνῷ
1480δ’ ἐφαίνοντο ἱκανοποιημένοι, λαμβάνοντες ἀμέσως 32 τοῖς
1481ἑκατὸν, ἀντὶ τῶν 30, τὰ ὁποῖα ἐδίδοντο εἰς αὐτοὺς διὰ τοῦ
1482νόμου τοῦ 1893, καὶ ἐδέχοντο τὴν διὰ τῆς κλίμακος, ἣν ὁ
1483ἀοίδιμος Τρικούπης εἶχε παραδεχθῆ, αὔξησιν τοῦ διὰ τοὺς
1484τόκους ποσοστοῦ εἰς 35 τοῖς ἑκατὸν μετὰ δεκαετίαν περί-
1485που, ἤδη, θεωροῦντες ὡς κεκτημένον δικαίωμα τὴν διὰ τῆς
1486συμμετοχῆς εἰς τὰς προσαυξήσεις τῶν ὑπεγγύων προσόδων
1487μέλλουσαν αὔξησιν τοῦ ποσοστοῦ τῶν τόκων, ζητοῦσι τὴν
1488ἄμεσον αὔξησιν αὐτοῦ εἰς 43 τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν δανείων
1489τῶν Μονοπωλίων καὶ τῆς κεφαλαιώσεως, καὶ εἰς 32 τοῖς
1490ἑκατὸν ἐπὶ τῶν λοιπῶν δανείων, ὅπερ ἀντιστοιχεῖ πρὸς 35
1491τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ ὅλου. Ζητοῦσι δ’ ὡς νέον κεκτημένον δι-
1492καίωμα τὴν συμμετοχὴν εἰς τὴν ὠφέλειαν, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ ἐκ
1493τῆς ἐκπτώσεως τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος.
1494Ἐζήτουν καὶ προηγουμένως αἱ ἐπιτροπεῖαι νὰ ἐπιστραφῶ-
1495σιν εἰς αὐτὰς τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον ἔλαβε
1496κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1893 παρὰ τῆς Ἑταιρίας τῶν
1497Μονοπωλίων καὶ τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 2,529,000 δρ.
1498Ἀλλ’ ἐζήτουν ταῦτα, ὅπως τὰ διαθέσωσι διὰ τὰς δαπάνας
1499τῶν ἐπιτροπειῶν καὶ πρὸς ἱκανοποίησιν διαφόρων ἀπαιτήσεων,
1500ὡς π. χ. τῶν κατόχων τῶν προσωρινῶν ἀποδείξεων τοῦ δα-
1501νείου τῆς κεφαλαιώσεως, τῶν σκρὶπ, διὰ τῆς πληρωμῆς εἰς
1502αὐτοὺς 5% πλειότερον τῶν πληρωθέντων 30%, καὶ τῶν
1503κατόχων τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν Μονοπωλίων, εἰς
1504οὓς ἤθελον νὰ διανείμωσι ποσοστόν τι ἀνώτερον τῶν 30%.
1505Ἤδη ζητοῦσι καὶ πάλιν νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς τὸ ποσὸν
1506τῶν δραχμῶν 2,529,000, τὸ ὁποῖον ἔλαβε τὸ Ἑλληνικὸν
1507Δημόσιον παρὰ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, ἀλλὰ ζη-
1508τοῦτι προσέτι καὶ ποσὸν σχεδὸν τριπλάσιον τούτου, πρὸς ἱκα-
1509νοποίησιν καὶ τῶν ἀπαιτήσεων, ἃς ἀνέφερον κατὰ τὸ 1894,
1510καὶ ἄλλων, ἃς προσθέτουσι σήμερον. Ζητοῦσι 10% διὰ
1511τὰς προσωρινὰς ἀποδείξεις τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, τὴν
1512πληρωμὴν πρὸς 75% τῶν ἀτάκτως κληρωθεισῶν ὁμολο-
1513γιῶν πρὸ τοῦ Δεκεμβρίου 1893, προσέτι 120,000 λίρας
1514στερλίνας, ἤτοι δραχμὰς 5,200,000 περίπου, ὅπως τὰς δια-
1515νείμωσιν εἰς ὅλους τοὺς ὁμολογιούχους, ἀπέναντι τῶν 70%
1516τῶν τόκων, ἅτινα δὲν ἐπληρώθησαν εἰς αὐτούς. Ζητοῦσι δὲ
1517προσέτι καὶ ἀποζημίωσιν διὰ τὰ ἔξοδα καὶ τὰς φροντίδας
1518τῶν μελῶν καὶ ἐπιτροπειῶν. Ἀλλὰ δὲν ἐπέτεινον μόνον τὰς
1519τοιαύτας ἀπαιτήσεις αἱ ἐπιτροπεῖαι, καὶ δὲν ζητοῦσι μόνον
1520ἐπιπροσθέτους χρηματικὰς θυσίας παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δη-
1521μοσίου. Ἐπέτεινον συνάμα καὶ τὰς περὶ ἀσφαλειῶν καὶ ἐγ-
1522γυήσεων ἀπαιτήσεις αὐτῶν. Καὶ ἐνῷ κατὰ τὰς διαπραγμα-
1523τεύσεις τοῦ 1894 ἐζήτουν κρύφα καὶ ἐμμέσως πως νὰ εἰσα-
1524γάγωσι τὸν ξένον ἔλεγχον, εἴτε διὰ τῆς ἀναδιοργανώσεως
1525καὶ ἀμέσου συμμετοχῆς των εἰς τὴν διεύθυνσιν τῆς Ἑταιρίας
1526τῶν Μονοπωλίων, εἴτε διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως οἱασδήποτε
1527μεταβολῆς τῶν ὑπεγγύων προσόδων ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως
1528αὐτῶν, ἐνῷ τότε, ἐπιδιώκοντες τοῦτο μετὰ συστολῆς καὶ αἰ-
1529δοῦς, ἐδήλουν, ὅτι δὲν ἐννοοῦν νὰ θίξωσι τὴν αὐτοτέλειαν τοῦ
1530Ἑλληνικοῦ Κράτους, σήμερον, ἄνευ τοιαύτης συστολῆς, ἀλλὰ
1531ἀνεπιφυλάκτως, ζητοῦσι τὴν παραδοχὴν πλήρους καὶ καθαροῦ
1532ἐξωτερικοῦ ἐλέγχου. Πρὸς ἐπίτευξιν δὲ τούτου προτείνουσι
1533τὸν σχηματισμὸν ἑταιρίας, φερούσης τὸν τίτλον «Διοίκησις
1534τῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους
1535προσδιορισθέντων προσόδων», ἥτις θὰ ἱδρυθῇ μὲν παρὰ τῶν
1536προνομιούχων Τραπεζῶν τῆς Ἑλλάδος καὶ παρὰ τῶν ἐν Λον-
1537δίνῳ, Παρισίοις καὶ Γερμανίᾳ τραπεζικῶν οἴκων, τῶν ἐπι-
1538φορτισμένων τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Ἑλληνικῶν δανείων, τῆς
1539ὁποίας ὅμως ἡ κυρία διοίκησις, κατὰ τοὺς συνδυασμοὺς τοῦ
1540καταστατικοῦ αὐτῆς, θ’ ἀνήκῃ εἰς τοὺς οἴκους τούτους, οὐ
1541μόνον ἐφ’ ὅσον οὗτοι θὰ κρατῶσι τὰς μετοχάς των, ἀλλὰ καὶ
1542ὅταν θὰ πωλήσωσιν αὐτάς. Ἡ ἑταιρία δὲ αὕτη, καίτοι φέ-
1543ρουσα τὸν τίτλον Ἑλληνικῆς ἀνωνύμου ἑταιρίας, δὲν θὰ
1544ἦναι ἑταιρία ἐργαζομένη δι’ ἴδιον αὐτῆς λογαριασμὸν καὶ
1545ὑποκειμένη καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους, ἀλλὰ
1546θὰ ἦναι ἐντολοδόχος τῶν δανειστῶν. Αἱ εἰσπράξεις δὲ τῶν
1547ὑπεγγύων προσόδων, ἅμα τῇ πραγματοποιήσει αὐτῶν, θὰ
1548καθίστανται ἰδιοκτησία τῶν ὁμολογιούχων. Ἡ ἑταιρία αὕτη
1549θὰ διαχειρίζηται κατὰ βούλησιν τὰς ὑπεγγύους προσόδους
1550καὶ θ’ ἀνταλλάσσῃ τὰ εἰσπραττόμενα τραπεζογραμμάτια
1551εἰς χρυσὸν, ἡ δὲ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ μόνον τὸ δι-
1552καίωμα νὰ διορίζῃ ἕνα ἐλεγκτὴν, ὅστις ἄνευ ψήφου καὶ ἐξου-
1553σίας τινὸς θὰ λαμβάνῃ ἁπλῶς γνῶσιν τῶν ἐργασιῶν καὶ τῶν
1554πράξεων τῆς ἑταιρίας.
1555Δὲν ἠξεύρω, ἂν τὸ ἀναφερόμενον ἐν τῷ φυλλαδίῳ τῆς Γερ-
1556μανικῆς ἐπιτροπείας περὶ τῆς ἀπαντήσεως, ἣν ἔδωκεν ἡ Ἑλ-
1557ληνικὴ Κυβέρνησις εἰς τὰς προτάσεις ταύτας τῶν ἐπιτρο-
1558πειῶν, ἦναι ἀκριβές. Μοὶ φαίνεται ὅμως, ὅτι δυνάμεθα νὰ δώ-
1559σωμεν πίστιν εἰς αὐτὸ, διότι ἡ ἐν αὐτῷ ἀναφερομένη ἀπάντησις
1560τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐν ἁρμονίᾳ μὲ τὰς προτά-
1561σεις, ἃς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐποιήσατο εἰς
1562τὰς ἐπιτροπείας διὰ τῆς ἐν Παρισίοις Ἑλληνικῆς Πρεσβείας.
1563Διὰ τῆς ἀπαντήσεώς του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀποκρούει τὰς
1564προτάσεις τῶν ἐπιτροπειῶν, ἀνακαλεῖ δὲ καὶ ἐκ τῶν ἰδίων αὑ-
1565τοῦ προτάσεων τὴν ἀφορῶσαν τὴν συμμετοχὴν τῶν δανειστῶν
1566εἰς τὴν ὠφέλειαν, ἥτις δύναται νὰ προκύψῃ ἐκ τῆς ἐκπτώσεως
1567τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος.
1568Οἱαδήποτε ὅμως καὶ ἂν ἦναι ἡ ἀπάντησις τῆς Ἑλληνικῆς
1569Κυβερνήσεως, τ’ ἀποτελέσματα τῶν γενομένων διαπραγμα-
1570τεύσεων καὶ αἱ ἐξ αὐτῶν ἐντυπώσεις ἔβλαψαν τὰ συμφέ-
1571ροντα τῆς Ἑλλάδος, ἔβλαψαν τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα τῆς
1572χώρας διὰ τῆς βλάβης, ἥτις ἐξηκολούθησε προσγιγνομένη
1573εἰς τὰς ἐμπορικὰς καὶ τραπεζικὰς συναλλαγὰς τῆς Ἑλληνικῆς
1574κοινωνίας, αἵτινες ἐμμέσως ἐπηρεάζονται ἐκ τῆς ἐκκρεμότη-
1575τος τοῦ ζητήματος τοῦ συμβιβασμοῦ. Ἀλλ’ ἔβλαψαν σπου-
1576δαιότερον τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα εἰς περιστάσεις, κατὰ
1577τὰς ὁποίας μεγάλην εἴχομεν καὶ ἔχομεν ἀνάγκην τῆς εὐνοϊ-
1578κῆς γνώμης τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου ὑπὲρ τῶν συμφερόν-
1579των τῆς φυλῆς ἡμῶν.
1580Ὡς εἰ μὴ ἤρκουν δὲ αἱ βλάβαι αὗται, ἐπέρχεται καὶ ἑτέρα
1581ἐκ τῶν γνωμῶν καὶ τῆς πορείας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνή-
1582σεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νομίζει, ὅτι ἡ ἐκκρε-
1583μότης τοῦ ζητήματος τοῦ συμβιβασμοῦ πρέπει νὰ παρεμπο-
1584δίσῃ τὴν ἐπιδίωξιν τῶν μέτρων, ἅτινα ἀπαιτεῖ ἡ βελτίωσις
1585τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Πιστεύει, ὅτι ἡ μὴ συντέλεσις τοῦ
1586συμβιβασμοῦ πρέπει νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ τοῦ νὰ διαῤῥυθμίσωμεν
1587τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, καὶ νὰ βελτιώσωμεν τὰ τῆς
1588φορολογίας κατὰ τρόπον ἐπιβαλλόμενον καὶ ἐκ τῶν ἀναγκῶν
1589τῆς χώρας καὶ ἐκ τῶν ἀτελειῶν καὶ πλημμελειῶν, αἵτινες
1590ὑπάρχουν ἔν τισι τῶν παρ’ ἡμῖν λειτουργούντων φόρων.
1591Κατεδικάσθημεν οὕτω σχεδὸν εἰς ἀπραξίαν ἐν τῇ οἰκο-
1592νομικῇ ἡμῶν πορείᾳ, καὶ ἐδώκαμεν καὶ ἑτέραν ἀφορμὴν μομ-
1593φῆς εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, οἵτινες πρὸς τοῖς ἄλλοις μᾶς
1594ψέγουσι καὶ διότι, ἂν καὶ παρῆλθον τρία ἔτη, ἀφ’ ὅτου ἐπτώ-
1595χευσε τὸ Ἑλλην. Δημόσιον, οὐδὲν ἐπράξαμεν, ἵνα βελτιώσω-
1596μεν τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν καὶ τὰ τῆς πλημμελοῦς
1597φορολογικῆς ἡμῶν νομοθεσίας. Εὔλογος δὲ φαίνεται ἡ ἐκφρα-
1598ζομένη ἀπορία, διατὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις
1599οὐ μόνον κατανοεῖ τὰ ἀναμφισβήτητα καὶ θετικὰ ἀποτελέ-
1600σματα τῆς ἐκκρεμότητος τῶν μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν
1601σχέσεων, ἀλλὰ καὶ ἐπιτείνει ταῦτα διὰ τῆς γνώμης ὅτι πρέ-
1602πει νὰ μένωμεν ἐν οἰκονομικῇ στασιμότητι, ἐποιήσατο οὐχ
1603ἧττον προτάσεις ὅλως ἀκαταλήλους πρὸς ἐπίτευξιν συνεννοή-
1604σεως μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν, καὶ αἵτινες δὲν ἠδύναντο ἢ
1605νὰ χειροτερεύσωσι τὴν θέσιν ἡμῶν καὶ ἀπέναντι τοῦ τόσον
1606ἰσχύοντος ἐν Εὐρώπῃ τραπεζιτικοῦ καὶ χρηματιστικοῦ κό-
1607σμου. Εὔλογος δὲ εἶναι καὶ ἡ ὑπόνοια, μήπως ἐν τῷ ζητή-
1608ματι τούτῳ μᾶλλον ἢ ἐν τῷ στρατιωτικῷ ζητήματι ὑπάρ-
1609χουσι δύο πολιτικαὶ, ἡ μὲν τῆς φαινομενικῆς ἐπιδιώξεως τοῦ
1610συμβιβασμοῦ, ἡ δὲ τῶν ἀφανῶν δισταγμῶν, ἐμποδίζουσα τὴν
1611μετὰ θάῤῥους καὶ εἰλικρινείας ἐπιδίωξιν αὐτοῦ.
1612Ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἐπιθυμεῖ τὴν εἰλικρινῆ
1613καὶ ἔντιμον λύσιν τοῦ ζητήματος. Κατανοεῖ τὴν βλάβην, ἣν
1614ἡ ἐκκρεμότης αὐτοῦ ἐπιφέρει καὶ εἰς τὰ πολιτικὰ καὶ εἰς τὰ
1615οἰκονομικὰ αὑτοῦ συμφέροντα. Δὲν θέλει βεβαίως τὴν λύσιν
1616αὐτοῦ διὰ τρόπου περιστέλλοντος τὴν αὐτοτέλειαν καὶ τὴν
1617ἀνεξαρτησίαν αὐτοῦ καὶ ἀναιροῦσαν τὰς πολιτικὰς ὠφελείας,
1618ἃς προσδοκᾷ ἐξ αὐτῆς. Δὲν ἐπιθυμεῖ αὐτὴν διὰ τῆς παραδο-
1619χῆς βαρῶν καὶ ὑποχρεώσεων δυσαναλόγων πρὸς τοὺς πόρους
1620καὶ τὰς δυνάμεις αὐτοῦ, διότι τοιαύτη λύσις δύναται νὰ
1621προετοιμάσῃ ἑτέραν συμφορὰν διὰ τὴν χώραν. Ἡ λύσις, ἣν
1622ἐπιθυμεῖ καὶ ἣν δικαιοῦται νὰ προσδοκᾷ, εἶναι ἡ σύμφωνος
1623μὲ τοὺς πόρους καὶ τὰς οἰκονομικὰς αὑτοῦ δυνάμεις, ἡ ἐξα-
1624σφαλίζουσα τὴν λειτουργίαν τῆς διοικήσεως, τὴν ὁμαλὴν
1625αὐτοῦ πρόοδον καὶ τὴν προάσπισιν τῶν ἐθνικῶν αὑτοῦ συμφε-
1626ρόντων, καὶ ἡ παρέχουσα συνάμα εἰς τοὺς δανειστὰς εἰλικρι-
1627νῶς ὅ,τι οἱ πόροι αὐτοῦ καὶ ἡ πλήρης αὐτοῦ αὐτοτέλεια καὶ
1628ἀνεξαρτησία ἐπιτρέπουσι. Δὲν ἀπαιτεῖ δὲ ἡ σημερινὴ κατά-
1629στασις τῆς Ἑλλάδος νὰ ζητήσωμεν ἐλάττωσιν τοῦ ποσο-
1630στοῦ τῶν 30%, τὸ ὁποῖον πληρόνομεν εἰς τοὺς δανειστὰς
1631ἡμῶν. Ἐπιτρέπει δὲ, ἔστω καὶ μετὰ τινος στενοχωρίας, λογι-
1632κήν τινα θυσίαν πρὸς βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν δανειστῶν,
1633οἵτινες εἶχον ὅλως εἰδικὰς ἐγγυήσεις, οἷοί εἰσιν οἱ κάτοχοι
1634τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν Μονοπωλίων καὶ τοῦ δανείου
1635τῆς κεφαλαιώτεως, τὸ ὁποῖον τὰ χρηματιστήρια καὶ οἱ δα-
1636νεισταὶ ἡμῶν θέτουσιν εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν μὲ τὸ δά-
1637νειον τῶν Μονοπωλίων. Ἀπέναντι τῶν ὠφελημάτων τὰ ὁποῖα
1638προσδοκῶμεν ἐκ τῆς συντελέσεως τοῦ συμβιβασμοῦ, δυνά-
1639μεθα νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς τὴν θυσίαν ἑκατοντάδων τινῶν
1640χιλιάδων δραχμῶν πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ὁμολογιούχων τού-
1641των, οἵτινές εἰσι καὶ οἱ μᾶλλον παραπονούμενοι. Πρέπει νὰ
1642δώσωμεν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν συμμετοχὴν εἰς τὰς προσ-
1643αυξήσεις τῶν ὑπεγγύων προσόδων· καλῶς δ’ ἔπραξεν ὁ
1644κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, παραδεχθεὶς τὴν ἀρχὴν τῆς
1645συμμετοχῆς ταύτης, ἣν δυστυχῶς ἐφήρμοσε κακῶς καὶ ἐπι-
1646βλαβῶς. Καὶ εὔλογος καὶ δικαία εἶναι ἡ συμμετοχὴ αὕτη.
1647Ὅπως δ’ ἀνέπτυξα πρὸ ὀλίγου, ἀβάσιμος εἶναι ἡ ὑπόνοια,
1648ὅτι αὕτη ἐνέχει τὴν ἰδέαν τοῦ ἐλέγχου. Δίδοντες ὅμως τοι-
1649αύτην συμμετοχὴν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, πρέπει νὰ κανο-
1650νίσωμεν τὴν ἔννοιαν καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς
1651οὕτως, ὥστε καὶ αὐτὴν τὴν ἀβάσιμον ὑπόνοιαν τοῦ ἐλέγχου
1652νὰ διασκεδάσωμεν καὶ πᾶσαν δέσμευσιν τοῦ Ἑλλην. Δημο-
1653σίου ν’ ἀποφύγωμεν, ὅταν περιστάσεις ἔκτακτοι καὶ ἡ πρό-
1654οδος τῆς χώρας ἀπαιτήσωσι μεταβολὰς καὶ βελτιώσεις τῶν
1655ὑπεγγύων προσόδων. Διὰ τῶν ποσοστῶν δὲ τῆς προσαυξή-
1656σεως τῶν προσόδων τούτων δυνάμεθα νὰ ἱκανοποιήσωμεν
1657ἐκ τῶν ἀπαιτήσεων τῶν δανειστῶν ἡμῶν ἐκείνας, ἃς ἀναμ-
1658φισβητήτως ἠθέλομεν εὕρει βασίμους καὶ δικαίας καὶ μὴ
1659ἐχούσας κερδοσκοπικὸν χαρακτῆρα.
1660Μολονότι ἡ ἵδρυσις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους,
1661ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, ἐγένετο κατὰ τρόπον μειώσαντα οὐσιω-
1662δῶς τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν σημασίαν αὐτῆς, οὐχ ἧττον ὑφί-
1663σταται αὕτη ὡς βάσις, δυναμένη, καθ’ ὃν τρόπον ἀνέπτυξα,
1664νὰ παρέξῃ εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν πλήρη τὴν ἀπόδειξιν
1665τῆς εἰλικρινείας καὶ τῆς καλῆς ἡμῶν πίστεως περὶ τῆς ἀκρι-
1666βοῦς ἐκτελέσεως τῆς ὑπηρεσίας ταύτης. Πρέπει ὅμως νὰ
1667ὀργανώσωμεν αὐτὴν κατὰ τρόπον ἐμπνέοντα τὴν τοιαύτην
1668ἀπόδειξιν, καὶ οὐχὶ ἁπλῶς ὡς τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν
1669Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον, πλὴν τῆς λογιστικῆς ἐργασίας, οὐδε-
1670μίαν ἔχει ἄλλην θετικὴν ἐνέργειαν, ἐκτὸς τῆς ἀγορᾶς τοῦ
1671συναλλάγματος. Ἡ διεύθυνσις αὐτῆς πρέπει νὰ καταστῇ
1672ἀνεξάρτητος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ν’ ἀνα-
1673τεθῇ εἰς πρόσωπα, τῶν ὁποίων ἡ θέσις καὶ σημασία νὰ ἐξα-
1674σφαλίζῃ τὴν ἀνελλιπῆ ἐκπλήρωσιν τῶν εἰς αὐτὴν ἀνατεθει-
1675μένων καθηκόντων. Ὅπως δὲ δείξωμεν τὴν ἀπόφασιν ἡμῶν
1676ἵνα βελτιώσωμεν οὐ μόνον τὰ ἀμέσως σχετιζόμενα μὲ τὴν
1677ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ἀλλὰ καὶ ἐν γένει τὰ οἰκο-
1678νομικὰ τῆς χώρας καὶ τὴν νομισματικὴν ἡμῶν κυκλοφορίαν,
1679δυνάμεθα ὡς ὑπαλλήλους τῆς ὑπηρεσίας ταύτης νὰ προσ-
1680κολλήσωμεν εἰς αὐτὴν ἓν ἢ πλειότερα πρόσωπα, κατέχοντα
1681γνωστὴν καὶ διακεκριμένην θέσιν ἐν τῷ δημοσιονομικῷ ἢ τῷ
1682τραπεζικῷ κόσμῳ τῆς Εὐρώπης. Τὰ πρόσωπα ταῦτα, ὡς
1683ὑπάλληλοι τῆς Ἑλλην. Κυβερνήσεως διοριζόμενοι, καὶ ἀπο-
1684λυόμενοι παρ’ αὐτῆς, οὐδὲν φυσικῶς θὰ ἔχωσι δικαίωμα ἐλέγ-
1685χου ἢ ξένης ἐπεμβάσεως, ὅπως οὐδὲν τοιοῦτον εἶχον καὶ αἱ
1686ἄλλοτε προσκληθεῖσαι ἀποστολαὶ εἴτε χάριν τοῦ ὀργανισμοῦ
1687τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, εἴτε χάριν τῆς ὀργανώσεως
1688τῶν ταχυδρομείων. Διὰ τῆς πείρας ὅμως καὶ τῶν γνώσεων
1689αὐτῶν θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν
1690ἡμῶν καὶ ἰδίως εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν τῆς φορολογίας ἡμῶν,
1691εἰς τὴν τελειοποίησιν τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ καὶ εἰς τὴν
1692διεύθυνσιν τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας, τῆς ὁποίας τὰ σχε-
1693τικὰ ζητήματα δὲν ἐμελετήθησαν ἀρκούντως ἐνταῦθα, πολ-
1694λαὶ δὲ καὶ ἀντιφατικαὶ ἐπικρατοῦσι περὶ αὐτῶν γνῶμαι. Ἡ
1695πρόσκλησις δὲ τοιούτων ὑπαλλήλων θέλει διαπιστώσει ἔτι
1696μᾶλλον τὴν ἀπόφασιν ἡμῶν, ἵνα ἀνορθώσωμεν τὰ οἰκονομικὰ
1697ἡμῶν εἰς ὅλους αὐτῶν τοὺς κλάδους. Θέλει δὲ πείσει καὶ τοὺς
1698δανειστὰς ἡμῶν περὶ τῆς καλῆς ἡμῶν πίστεως, ὅπως διὰ κα-
1699θαρᾶς Ἑλληνικῆς καὶ ὑπὸ τὴν ἀπόλυτον κυριαρχίαν τῆς Ἑλ-
1700λάδος ὑπαγομένης ὑπηρεσίας ἐξασφαλίσωμεν τὴν τακτικὴν
1701καὶ ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν, καὶ περὶ τοῦ
1702ἐπιβλαβοῦς καὶ τοῦ ἀδυνάτου τῆς παραδοχῆς μέτρων, περι-
1703στελλόντων καθ’ οἱονδήποτε τρόπον τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ
1704τὴν αὐτοτέλειαν τῆς Ἑλλάδος.
1705Διὰ τοιαύτης ὁδοῦ, καὶ διαπραγματεύσεων εἰλικρινῶν, καὶ
1706ἄνευ τεχνασμάτων καὶ ἀντιτεχνασμάτων, ἄνευ ἀντιτεχνή-
1707σεως, πέποιθα ὅτι, μ’ ὅλας τὰς ἐπισταθείσας δυσκολίας, θὰ
1708δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα σύμφωνον μὲ τοὺς
1709πόθους τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη, ἐν τῇ
1710ὁδῷ, τὴν ὁποίαν θὰ ἀκολουθήσωμεν, ν’ ἀποκρύνωμεν τὰς
1711ἀκάνθας καὶ τοὺς τριβόλους, τοὺς ὁποίους τριετὴς ἐσφαλμένη
1712πορεία ἔῤῥιψεν ἐν αὐτῇ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐννοήσωμεν καλῶς
1713τὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται σήμερον τὸ ζήτημα, νὰ σταθμί-
1714σωμεν τὰς γνώμας καὶ τοὺς σκοποὺς τῶν ἐν αὐτῇ δρώντων
1715προσώπων, καὶ νὰ διαγνώσωμεν τίνα εἰσὶ τὰ πρόσωπα, τὰ
1716ὁποῖα, πειθόμενα περὶ τῆς εἰλικρινείας καὶ τῆς καλῆς ἡμῶν
1717πίστεως, δύνανται διὰ τῆς ἐπιῤῥοῆς, τὴν ὁποίαν ἐξασκοῦσιν ἐν
1718τῷ χρηματιστικῷ καὶ πολιτικῷ κόσμῳ τῆς Εὐρώπης, νὰ πεί-
1719σωσι καὶ τοὺς δανειστὰς ἡμῶν καὶ τοὺς ἐνδιαφερομένους περὶ
1720ἡμῶν, ὅτι πρέπει ν’ ἀποδεχθῶσι λύσιν, συνδυάζουσαν τὰ συμ-
1721φέροντα αὐτῶν μὲ τὴν θέσιν καὶ τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος.
1722Εὔχομαι ὅπως ἡ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως
1723ἀναγγελθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν ἐπανάληψις τῶν διαπραγμα-
1724τεύσεων μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν στηρίζηται ἐπὶ θετικῶν
1725καὶ ἀποτελεσματικῶν βάσεων καὶ ὅπως ἡ ὁδὸς, ἣν θ’ ἀκολου-
1726θήσωσιν αὗται, καταλήξῃ εἰς κανονισμὸν τοῦ δημοσίου
1727ἡμῶν χρέους σύμφωνον μὲ τὰς προσδοκίας τῆς χώρας. Τοῦτο
1728ἀπαιτοῦσι καὶ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν συμφέροντα, ἀλλ’ ἐπιβάλ-
1729λουσιν ἰδίως τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τῶν ὁποίων ἡ
1730προάσπισις δὲν δύναται νὰ ᾖ πλήρης ἄνευ τῶν εὐμενῶν διαθέ-
1731σεων τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, τὰς ὁποίας δικαιούμεθα νὰ
1732ἐπιζητῶμεν καὶ τὰς ὁποίας παραβλάπτει ἡ ἀτυχὴς οἰκονο-
1733μικὴ ἡμῶν θέσις.
1734§58ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
1735§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκόμη ὀγδόη ὥρα.
1736§60ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ ἐπροτίμων νὰ μὴ διακοπῇ ἡ
1737συνεδρίασις ἐν τῷ μέσῳ τῆς ὁμιλίας μου.
1738§61ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἂς διακόψωμεν τώρα, καὶ ἐπανερχόμεθα
1739ἐνωρίτερον.
1740§62Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχομεν ἀπο-
1741δεχθῆ τακτικὴν, νὰ συζητῶμεν μέχρι τῆς ὀγδόης, νὰ γίνη-
1742ται διακοπὴ, καὶ νὰ ἐπανερχώμεθα τὴν ἐννάτην. Τώρα εἶναι
1743ἑπτὰ καὶ τέταρτον.
1744§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
1745§64ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τίς ἐξ ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, δὲν ἐπε-
1746θύμει ἢ δὲν ηὔχετο, ὅπως αἱ συζητήσεις ἡμῶν, καὶ ἐν τῇ
1747ἡγουμένῃ συνόδῳ, ἰδίως δὲ ἐν τῇ παρούσῃ, αἱ ἀφορῶσαι εἰς
1748τὸ πιέζον τὰ στήθη ἅπαντος τοῦ Ἑλληνικοῦ ζήτημα τοῦ
1749συμβιβασμοῦ, ἔχωσιν ὡς ἀντικείμενον τὴν συζήτησιν καὶ ἐπι-
1750ψήφισιν τῆς περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ συμβάσεως, καὶ ὄχι τὴν
1751ἐξέτασιν τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ ζητήματι
1752τούτῳ; Τίς ἐξ ὑμῶν ἐφαντάζετο ἢ ὑπωπτεύετο, ὅτι μετὰ
175318 ὅλους μῆνας, ἀφ’ ἧς κρατεῖ τὴν ἀρχὴν ἡ παροῦσα Κυ-
1754βέρνησις, ἤθελον εἶσθαι εἰσέτι ἐκκρεμεῖς αἱ σχέσεις τοῦ Κρά-
1755τους ἡμῶν μετὰ τῶν πιστωτῶν αὐτοῦ, ἐπὶ ἀνυπολογίστῳ ζη-
1756μίᾳ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων; Εἶναι ἐξόχως δυσάρεστος ἡ
1757θέσις τῆς Βουλῆς, ἠναγκασμένης νὰ ἐξετάσῃ τοὺς λόγους, ὧν
1758ἕνεκεν ἡ Κυβέρνησις διεχειρίσθη ἀνεπιτυχῶς τὴν ἀνατεθεῖσαν
1759εἰς αὐτὴν ἐντολὴν ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας διὰ τοῦ
1760νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893. Εἶναι δ’ ὄντως ἀνιαρὰ ἡ
1761θέσις παντὸς Βουλευτοῦ, ὅστις εἶναι ἠναγκασμένος νὰ συζη-
1762τήσῃ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν τῆς Κυβερνήσεως πορείαν, ἐξ
1763ἧς προῆλθεν ἡ ἀποτυχία αὐτῆς ἐν ἐθνικῇ ὑποθέσει, ἥτις συν-
1764δέεται οὐ μόνον πρὸς τὸ παρὸν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ μέλλον
1765τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τὸ ἀνιαρὸν δὲ τῆς θέσεως τῶν Βουλευτῶν,
1766τῶν ἐπιθυμούντων νὰ συζητήσωσιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου,
1767καὶ ἰδίᾳ ἡμῶν, οἵτινες εἴχομεν προκαλέσει δι’ ἐπερωτήσεως
1768τὴν προκειμένην συζήτησιν, ἐπέτεινεν ἡ κατὰ τὴν 30 λή-
1769ξαντος μηνὸς Νοεμβρίου ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου
1770τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης
1771συνάδελφον καὶ εἰς ἐμέ, οἵτινες κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην
1772προκνηγγείλαμεν τὴν ἐπερώτησιν ἡμῶν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς
1773τὴν συζήτησιν, τὴν ἀρξαμένην ἤδη, ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ
1774συμβιβασμοῦ, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐγερθεὶς ἐκ
1775τῆς θέσεώς του, ἀπηύθυνε πρὸς ἡμᾶς τὴν παρατήρησιν, ὅτι
1776«δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ, ὁποῖος ὁ σκοπὸς τῆς συζητήσεως
1777»ταύτης· πρόκειται νὰ ὑπερθεματίσωμεν εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα
1778»προσήνεγκε διὰ τῶν ὁδηγιῶν του εἰς τοὺς ὁμολογιούχους;
1779»πρόκειται νὰ ἐπικρίνωμεν, ἂν καλῶς ἢ κακῶς σκεπτόμενος
1780»προσήνεγκε τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον ποσοστὸν τόκου;» Προσέ-
1781θηκε δὲ, ὅτι οὐδεμίαν ἐννοεῖ νὰ ποιήσηται ἀνακοίνωσιν πρὸς τὴν
1782Βουλὴν, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὅτι δὲν σκοπεῖ νὰ μετάσχῃ εἰς
1783τὴν συζήτησιν τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὸ θέμα τοῦ συμβιβασμοῦ.
1784Ἐπὶ τῇ προκλήσει δὲ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς,
1785ἐγερθεὶς αὖθις ἐκ τῆς θέσεώς του, παρετήρησε πρὸς τὴν Βου-
1786λήν: «Σημειώσατε, εἶπε, τὴν 30 Νοεμβρίου· μετά τινα χρό-
1787»νον θέλετε πληροφορηθῆ, εἰς ὁποῖον σημεῖον εὑρίσκοντο
1788»ταύτην τὴν ἡμέραν αἱ περὶ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύ-
1789»σεις». Ἡμεῖς, οἱ προκαλέσαντες τὴν συζήτησιν, τὴν ἤδη
1790ἀρξαμένην, οὐδέποτε ἠμφισβητήσαμεν εἰς τοὺς ἀξιοτίμους
1791Ὑπουργοὺς τὰ αἰσθήματα τῆς φιλοπατρίας, τὰ ὁποῖα ἐμ-
1792πνέουσι πάντα Ἕλληνα, καὶ μάλιστα πολιτευόμενον ἢ
1793Ὑπουργὸν, ἀλλ’ ἀξιοῦμεν παρ’ αὐτῶν ν’ ἀναγνωρίσωσι καὶ
1794εἰς ἡμᾶς τὰ αὐτὰ αἰσθήματα φιλοπατρίας· ἂν δὲ ἡμεῖς δὲν
1795δυνάμεθα νὰ προβάλωμεν ἀπέναντι ὑμῶν τὰ ἀναστήματα
1796ἡμῶν, ὡς ἄλλοτε ἔλεγεν ἐντεῦθεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς
1797Κυβερνήσεως, ὅτι ἔχει συναίσθησιν τοῦ ἀναστήματός του ἢ
1798τῶν ἀναστημάτων τῶν Ὑπουργῶν, δυνάμεθα ὅμως νὰ ἀξιῶ-
1799μεν, ὅτι ἔχομεν πλήρη τὴν συναίσθησιν καὶ τὴν συνείδησιν
1800τῶν καθηκόντων ἡμῶν πρὸς τὴν πατρίδα ἡμῶν. Ἡμεῖς τὸ
1801ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ δὲν θεωροῦμεν ὡς σύνηθες ἐσωτε-
1802ρικὸν ζήτημα ἢ ὡς ζήτημα κοινὸν τῆς διοικήσεως· τὸν συμ-
1803βιβασμὸν ἡμεῖς θεωροῦμεν ὡς βάσιν καὶ ἀφετηρίαν τῆς ἀνορ-
1804θώσεως τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων· τὸν συμβιβασμὸν
1805ἡμεῖς θεωροῦμεν ὡς τὴν ἀφετηρίαν τῆς βελτιώσεως τῶν οἰ-
1806κονομικῶν τοῦ τε Κράτους καὶ τῆς χώρας ἡμῶν. Τὸν συμβι-
1807βασμὸν ἡμεῖς ἐξετάζομεν καὶ ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως·
1808θεωροῦμεν αὐτὸν ὡς ἔχοντα οὐ μόνον ὑλικήν, ἀλλὰ καὶ ἠθι-
1809κὴν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν συμφερόντων σύμπαντος τοῦ Ἑλληνι-
1810σμοῦ. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἐξετάζοντες τὰ τοῦ συμβιβα-
1811σμοῦ, νομίζομεν, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ συζητήσωμεν τὰ μέχρι
1812τοῦ νῦν πεπραγμένα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τού-
1813του· ἔχομεν δὲ δικαίωμα νὰ ἀξιῶμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως
1814νὰ μετάσχῃ τῆς συζητήσεως ταύτης, διότι δὲν πρόκειται περὶ
1815τῶν μελλόντων γενέσθαι, πρόκειται περὶ τῶν μέχρι τοῦ νῦν πε-
1816πραγμένων. Εἶναι δὲ παραδεδεγμένον παρὰ πᾶσι τοῖς κοινο-
1817βουλευτικῶς κυβερνωμένοις ἔθνεσιν, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι
1818ὑποχρεωμένοι νὰ δίδωσι λόγον περὶ τῶν ὑπ’ αὐτῶν πεπραγ-
1819μένων πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, διότι ὑπέχουσιν εὐ-
1820θύνας περὶ τῶν πράξεων αὐτῶν. Ἡ συζήτησις δὲ περὶ τῶν
1821πεπραγμένων δὲν ἔχει ὡς σκοπὸν μόνον τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῇ
1822διαχειρίσει τῆς ἀσκουμένης ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν ἐξουσίας,
1823ἀλλ’ ἔχει καὶ σκοπὸν ἀνώτερον, νὰ καθοδηγῇ αὐτοὺς ἢ τοὺς
1824διαδόχους αὐτῶν ἐν τῇ τηρητέᾳ εἰς τὸ μέλλον πολιτικῇ.
1825Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
1826σεως θέλει ἀπαντήσει εἰς ἡμᾶς, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ τῶν
1827μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πραχθέντων, καὶ θέλει
1828παράσχει εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐξηγήσεις ἐκείνας, αἵτινες δύ-
1829νανται ἴσως νὰ ἄρωσι τὰς ἐγειρομένας ὑπονοίας καὶ ἀπορίας
1830ἐπὶ τῆς πορείας αὐτῆς ἐν τῷ θέματι τούτῳ. Καὶ ὁ ἀοίδιμος,
1831προκάτοχος τοῦ νῦν Πρωθυπουργὸς ἠρνήθη νὰ καταθέσῃ εἰς
1832τὴν Βουλὴν πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς ὑπ’
1833αὐτοῦ διεξαχθείσας πρὸς συντέλεσιν τοῦ συμβιβασμοῦ δια-
1834πραγματεύσεις, δὲν ἠρνήθη ὅμως νὰ μετάσχῃ εἰς τὴν συζή-
1835τησιν, τὴν διεξαχθεῖσαν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ κατὰ Νοέμβριον
1836τοῦ 1894, ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ἐλέγχου τῶν μέχρι
1837τότε πεπραγμένων. Αἱ ἐξηγήσεις, αἱ δοθεῖσαι παρ’ ἐκείνου
1838τότε, ἔθηκαν τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν ἐκείνην. Εἶναι ἀληθὲς,
1839ὅτι ἀπέφυγε νὰ συζητήσῃ περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν σύμ-
1840βασιν τὴν συνομολογηθεῖσαν μετὰ τοῦ Ἀγγλικοῦ κομιτάτου,
1841διότι, ὡς ἐκ τῶν ὑστέρων ἀποδεικνύεται, ἐξηκολούθουν αἱ δια-
1842πραγματεύσεις, ὅπως ἡ σύμβασις αὕτη ὑποβληθῇ ἐκ νέου εἰς
1843τοὺς πιστωτὰς ἡμῶν καὶ περιβληθῇ διὰ τοῦ κύρους οὐχὶ
1844μόνον τῶν ἐπιτροπειῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν Συνελεύσεων τῶν
1845ὁμολογιούχων. Διατηρῶ λοιπὸν τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν θὰ
1846ἀρνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ μετάσχῃ εἰς τὴν παροῦσαν συζήτη-
1847σιν, ἥτις ἀφορᾷ εἰς τὸ ζωτικώτερον καὶ σπουδαιότερον τῶν
1848ἐθνικῶν ζητημάτων, καὶ ἥτις δὲν δύναται ὡς ἐκ τούτου νὰ
1849χαρακτηρισθῇ ὡς ὑπαγορευομένη ἐκ τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγω-
1850νισμοῦ.
1851Εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος ἐν τοῖς δια-
1852φόροις αὐτοῦ σταδίοις.
1853Μετὰ τὸν νόμον τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893, ὅστις ἔδωκε
1854ῥητὴν ἐντολὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐπιλάβηται τῶν
1855ἀπαιτουμένων συνεννοήσεων μετὰ τῶν πιστωτῶν τοῦ Κρά-
1856τους πρὸς συντέλεσιν τοῦ συμβιβασμοῦ, ὁ τὴν ἐποχὴν ἐκεί-
1857νην διευθύνων καὶ διαχειριζόμενος τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν προέ-
1858βη εἰς ἄμεσον συνεννόησιν μετὰ τῶν ἁρμοδίων, ἵνα ἀποστεί-
1859λωσιν ἐνταῦθα τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτῶν, περιβεβλημένους
1860μὲ ἀπόλυτον πληρεξουσιότητα πρὸς διεξαγωγὴν τῶν δια-
1861πραγματεύσεων καὶ πρὸς συνομολόγησιν τῶν τοῦ συμβιβα-
1862σμοῦ ὅρων. Ἵνα μὴ ὅμως ἀφιχθῶσιν ἐνταῦθα οἱ ἀντιπρόσω-
1863ποι τῶν ἐπιτροπειῶν μὲ ἰδέας, αἱ ὁποῖαι ἐκ τῶν προτέρων
1864ἔδει ν’ ἀποκλεισθῶσιν, ἔκρινε χρήσιμον νὰ δηλώσῃ πρὸς τοὺς
1865προέδρους τῶν ἐπιτροπειῶν, ὅτι δέον νὰ ἐννοήσωσιν ἐκ τῶν προ-
1866τέρων, ὅτι, καὶ ἂν πρόκειται νὰ ζητήσωσιν ἐγγυήσεις, ἡ λει-
1867τουργία τούτων δέον νὰ ἦναι ξένη πρὸς τὴν διαχείρισιν καὶ
1868εἴσπραξιν τῶν δημοσίων προσόδων, δέον νὰ μὴ προσβάλλωσι
1869οὐδὲ πόῤῥωθεν τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους, δέον
1870νὰ μὴ ἐνέχωσιν οὐδὲ καθ’ ὑπόνοιαν τὴν ἰδέαν τοῦ ξενικοῦ
1871ἐλέγχου. Αἱ ἐπιτροπεῖαι, λαβοῦσαι γνῶσιν καὶ ἀποδεχθεῖσαι
1872ἀνεπιφυλάκτως τὸν προκαταρκτικὸν τοῦτον ὅρον, ἀπέστειλαν
1873ἐνταῦθα τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτῶν. Ἡ πρώτη συνάντησις
1874τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπιτροπειῶν μετὰ τοῦ ἀοιδίμου Πρω-
1875θυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐγένετο ἐν
1876Ἀθήναις τὴν 25 Μαΐου 1894. Κατὰ τὴν πρώτην συνάντη-
1877σιν μετὰ τῶν ἐπιτρόπων τῶν ἐπιτροπειῶν ὁ τότε Πρωθυ-
1878πουργὸς ἐδήλωσε πρὸς αὐτοὺς, ὅτι εἶναι ἕτοιμος νὰ παράσχῃ
1879εἰς αὐτοὺς πάντα τὰ μέσα, ὅπως ἐξετάσωσιν ἐπακριβῶς τὰ
1880ἀφορῶντα εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας ἡμῶν,
1881ἵνα ἐν ἐπιγνώσει συζητήσωσι τὰ ἀφορῶντα εἰς τοὺς ὅρους τοῦ
1882συμβιβασμοῦ. Ἀλλ’ οὗτοι ἠρνήθησαν νὰ ἐπιλάβωνται τῆς
1883τοιαύτης ἐξετάσεως, δηλώσαντες, ὅτι ἔχουσιν οὕτως ἀκριβεῖς
1884ὁδηγίας παρὰ τῶν ἐντολέων των, ὥστε δύνανται νὰ προβῶσιν
1885ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ὅρων τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ
1886παντὸς σχετικοῦ θέματος. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κραναίας συνά-
1887δελφος καὶ φίλος μου μετέδωκεν ἡμῖν ἐντεῦθεν πάντα σχεδὸν
1888τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς γενομένας ἐν Ἀθήναις μεταξὺ τῶν
1889ἀντιπροσώπων τῶν ἐπιτροπειῶν καὶ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ
1890συζητήσεις. Δύναμαι ὅμως καὶ ἐγὼ νὰ προσθέσω, πρὸς συμ-
1891πλήρωσιν τῆς ἀνακοινωθείσης εἰς ἡμᾶς μελέτης τοῦ ἀξιοτί-
1892μου ἐκ Κραναίας κ. συναδέλφου, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν
1893ἐπιτροπειῶν πολλὰς ἐν ἀρχῇ προέβαλλον προτάσεις, πολλοὺς
1894προέβαλλον ὅρους, οἵτινες ἐσκόπουν ν’ αὐξήσωσι τὰς ὑπο-
1895χρεώσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, ἠθικὰς καὶ ὑλικὰς, μέχρι
1896τοσούτου, ὥστε, ἐὰν αὗται ἐγίνοντο δεκταὶ, ἠδύναντο νὰ
1897ὠθήσωσι τὴν χώραν εἰς νεωτέραν συμφοράν. Μετὰ τὴν γενο-
1898μένην ὅμως συζήτησιν ἐπείσθησαν τὸ πλεῖστον τούτων ν’ ἀνα-
1899καλέσωσιν· ἐπείσθησαν, διότι διεξήγοντο διαπραγματεύσεις
1900καὶ συνεννοήσεις, σκοποῦσαι σπουδαίως εἰς τὴν ἐπίτευξιν τοῦ
1901συμβιβασμοῦ.
1902Αἱ διαπραγματεύσεις ἐκεῖναι εἶχον ὄντως τὸν τύπον καὶ
1903τὸν χαρακτῆρα τῶν διαπραγματεύσεων, ἐνῷ αἱ διαπραγμα-
1904τεύσεις, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο λόγος καὶ πρὸ ὀλίγου ἐντεῦ-
1905θεν, αἱ διεξαχθεῖσαι κατὰ τὸ 1895 καὶ τὸ 1896 ἐν Παρι-
1906σίοις, ἐὰν ὄντως διεξήχθησαν, ὡς ἐδήλωσεν ἡμῖν ὁ ἀξιότιμος
1907κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως δὲν δύνανται νὰ φέ-
1908ρωσιν οὔτε κἂν τὸν χαρακτῆρα τῶν διαπραγματεύσεων· διότι
1909ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Βουλὴν,
1910ὅτι κατὰ μὲν τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1895 καὶ τὸν Ἰανουάριον
1911τοῦ 1896 ἐγένοντο 7 συνεδριάσεις ἐν Παρισίοις, καθ’ ἃς συνῆλ-
1912θον οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπιτροπειῶν μετὰ τοῦ ἐν Παρισίοις
1913ἡμετέρου πρέσβεως, καὶ ἐκοινοποιήθησαν εἰς αὐτοὺς αἱ ὁδη-
1914γίαι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν πρέσβυν ἡμῶν.
1915Κατὰ δὲ τὸ δεύτερον στάδιον τῶν διαπραγματεύσεων, ἤτοι
1916κατὰ τὸν μῆνα Ἰούλιον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ τρέχοντος
1917ἔτους, ὅτε ἔλαβον χώραν 11 συνεδριάσεις, ἀνεκοινώθησαν πρὸς
1918τὸν ἡμέτερον πρέσβυν αἱ ἀντιπροτάσεις τῶν ἐπιτροπειῶν.
1919Ἐὰν ὄντως ἡ συνάντησις τῶν ἐπιτρόπων τῶν ὁμολογιούχων
1920μετὰ τοῦ ἡμετέρου πρέσβεως, τοῦ ἐκπροσωποῦντος τὸ Ἑλλη-
1921νικὸν Κράτος, αὐτὸν καὶ μόνον εἶχε τὸν σκοπὸν, ὁμολογῶ, ὅτι
1922ἦτο ἐντελῶς περιττὴ καὶ ἄσκοπος ἡ τοιαύτη συνάντησις,
1923διότι ἠδύναντο αἱ τοιαῦται προτάσεις, ἤτοι τὸ ὑπόμνημα
1924τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως ταχυδρομικῶς νὰ σταλῇ πρὸς
1925τοὺς ἐπιτρόπους, καὶ ἐκεῖνοι ἐπίσης ταχυδρομικῶς ν’ ἀπαν-
1926τήσωσιν οὐχὶ διὰ τοῦ πρέσβεως, ἀλλ’ ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸν
1927Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν ἐν Ἀθήναις ἑδρεύοντα, ἵνα
1928μὴ χρόνος τοσοῦτος κατατριβῇ πρὸς τὴν τοιαύτην ἔγγραφον
1929τῶν προτάσεων τῶν δύο ἐνδιαφερομένων μερῶν ἀνταλλαγήν.
1930Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, ὅτι κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις
1931ἐκείνας τοῦ 1894 ἐπετεύχθη τι ἄξιον μνείας, διότι, ἐνῷ τὸ
1932πρῶτον οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπιτροπειῶν ὑπέβαλον τὴν πρό-
1933τασιν, ὅπως ἄρξηται τὸ ποσοστὸν ἀπὸ 50% εἰς χρυ-
1934σὸν, κατέληξαν ἐν τῷ τέρματι νὰ δεχθῶσι μόνον 32%.
1935Παρῃτήθησαν δὲ τοῦ προταθέντος ὡς ὅρου ἀπαραβάτου
1936τοῦ νὰ καθορισθῇ ὁ ἐλάχιστος ὅρος τοῦ ποσοστοῦ ἐκ τοῦ
1937προϊόντος τῶν ὑπεγγύων προσόδων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια
1938καὶ ὁ ἐλάχιστος ὅρος εἰς χρυσὸν, ἤτοι νὰ γίνεται ὅ,τι τελευ-
1939ταίως προὐτάθη ὑπὸ τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως πρὸς αὐτούς·
1940τουτέστιν, ἐὰν ἐκ τῆς εἰς χρυσὸν τροπῆς τοῦ καθορισθέντος
1941ἐλαχίστου ὁρίου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια προκύψῃ ποσὸν
1942ἀνώτερον τοῦ καθορισθέντος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου
1943χρέους, ἡ ὠφέλεια αὕτη ἤθελεν ἀπομείνει ὑπὲρ τῶν ὁμολογιού-
1944χων. Προὐτάθη πρὸς τούτοις ἐν ἀρχῇ ὑπὸ τῶν αὐτῶν ἀντι-
1945προσώπων νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν μείωσιν καὶ ὁ τόκος ὁ ἀποδιδό-
1946μενος εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Ἑλλάδος χρέος, ἀλλὰ μετὰ
1947τὴν γενομένην συζήτησιν, μετὰ τὰς γενομένας ἀντιῤῥήσεις
1948ὑπὸ τοῦ ἐκπροσωποῦντος τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἐπείσθησαν
1949καὶ ἀπέσυραν καὶ τὴν πρότασίν των ταύτην. Αὐτοὶ εἰς
1950ἓν καὶ μόνον ἐπέμειναν, ἐπέμειναν εἰς τὸν ὅρον τῆς με-
1951τοχῆς τῶν ὁμολογιούχων εἰς τὰς προσαυξήσεις τῶν ὑπεγγύων
1952προσόδων. Εἶχον δὲ δηλώσει ἐγγράφως μὲν, ὅτι ἐνόουν τὴν
1953μετοχήν των ταύτην ὡς ὁριζομένην εἰς τὸ ἥμισυ, ἤτοι εἰς
1954τὰ 50%, εἶχον ὅμως ὑποδηλώσει, ὅτι, ἐὰν ἡ ἀρχὴ αὕτη
1955ἐγίνετο δεκτὴ, ἤθελον συγκατατεθῆ καὶ εἰς ἔλασσον ποσόν.
1956Προέβαλον τότε οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπιτροπειῶν, ὅπως τὸ
1957προκῦψον ἀπό τινος σημείου καθωρισμένου πλεόνασμα τῶν
1958ὑπεγγύων προσόδων διανέμηται ἐξ ἴσου μεταξὺ Κυβερνήσεως
1959καὶ ὁμολογιούχων, ἐκ δὲ τῶν εἰς τοὺς ὁμολογιούχους ἀπο-
1960δοθησομένων τὸ ἥμισυ νὰ χρησιμεύῃ εἰς αὔξησιν τῶν τόκων
1961καὶ τὸ ἥμισυ εἰς χρεωλύσιον.
1962Τὸν ὅρον τοῦτον ὁ ἐκπροσωπῶν κατὰ τὸ 1894 τὸ Ἑλλη-
1963νικὸν Κράτος ἀπέκρουσε. Τὸν ἀπέκρουσε, δι’ οὓς ἐν περιλήψει ὁ
1964ἀξιότιμος ἐκ Κραναίας συνάδελφος εἶπεν ἡμῖν ἐντεῦθεν λόγους·
1965τὸν ἀπέκρουσε, διότι ἐν τῇ συμμετοχῇ τῶν ὁμολογιούχων εἰς
1966τὸ πλεόνασμα τοῦ προϊόντος τῶν ὑπεγγύων προσόδων εἰσά-
1967γεται προδήλως ὁ ξενικὸς ἔλεγχος. Δὲν συμφωνῶ δὲ ὡς πρὸς
1968τοῦτο πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης συνάδελφον, διότι, ἀνε-
1969ξαρτήτως θεωριῶν, ὅταν τις ἐγκατεστάθη συνεταῖρος, ἢ
1970ἁπλούστερον σύντροφος, εἰς μίαν τινὰ ἐπιχείρησιν ἢ ὑλικὴν
1971σχέσιν, ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα, ὅπως ἀσκῇ ἔλεγχον ἐπὶ τῶν
1972ὑπαγομένων εἰς τὸν συνεταιρισμὸν τοῦτον προσόδων. Ἀναν-
1973τίῤῥητον εἶναι, ὅτι, εὐθὺς ὡς οὗτοι ἀπέκτων τὸ δικαίωμα νὰ
1974λαμβάνωσι μέρος ἐκ τοῦ πλεονάσματος, ἤθελον ἔχει φυσικῶς
1975τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάζωσι καὶ ἐξελέγχωσιν, ἂν τὸ ποσὸν, τὸ
1976ἀναγραφόμενον ἐν ταῖς καταστάσεσι τῶν διαχειριζομένων τὰς
1977ὑπεγγύους προσόδους ἀρχῶν, ἦναι τὸ πράγματι εἰσπραχθὲν ἢ
1978εἶναι ἀνώτερον τούτου. Καὶ ἂν δὲν ἀνεγράφετο σαφῶς ἡ τοι-
1979αύτη ἰδέα τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου ἐν τῇ συμβάσει, γινώσκομεν
1980πάντες, ὅσοι ἔχομεν πεῖραν τῶν σχέσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ
1981Κράτους μετὰ τῶν ξένων, ὅτι ἐκ μόνης τῆς ἰδέας, ὅτι αὐτοὶ
1982ἔχουσι μετοχὴν εἰς τὸ πλεόνασμα, ἤθελον δικαιολογεῖ οἱ
1983ἀντιπρόσωποι αὐτῶν τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγχωσι τὰς κατὰ
1984μῆνα ἢ καθ’ ἑξαμηνίαν δημοσιευομένας δημοσίας καταστάσεις,
1985δι’ ὧν πιστοποιεῖται τὸ ποσὸν τὸ πλεονάζον τῶν ὑπεγγύων
1986δημοσίων ἐσόδων. Ὁ δεύτερος λόγος, ὅστις ὑπηγόρευσεν εἰς
1987τὸν ἐκπροσωποῦντα τότε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος τὴν ἀπόκρου-
1988σιν τοῦ ὅρου τούτου, εἶναι οὐχ ἧττον σπουδαῖος. Ἐὰν ἐγίνετο
1989δεκτὸν ἢ ἂν γένηται νῦν δεκτὸν, ὥστε ὁ τόκος ὁ πληρωτέος
1990εἰς τοὺς κατόχους τῶν ἡμετέρων χρεωγράφων νὰ προσδιορί-
1991ζηται ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν προσαυξήσεων τῶν ὑπεγγύων προσό-
1992δων, εἶναι ἀδύνατον ἐκ τῶν προτέρων νὰ γινώσκωσιν οὗτοι,
1993ὁποῖον ἔσεται τὸ πρὸς αὐτοὺς πληρωτέον ποσὸν τῶν τόκων,
1994διότι τοῦτο θέλει κανονίζεσθαι ἐκ τοῦ μείζονος ἢ ἐλάσσονος
1995ποσοῦ τῆς μετοχῆς των εἰς τὸ πλεόνασμα τῶν ὑπεγγύων
1996προσόδων. Τί δὲ ἤθελε γίνεσθαι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Τὰ
1997χρεώγραφα ἡμῶν ἤθελον γίνεσθαι ἀντικείμενον κερδοσκοπίας,
1998ἤθελον πάντα τὰ χρεώγραφα ἡμῶν συγκεντρωθῆ εἰς χεῖρας
1999κερδοσκόπων. Ἐνῷ δὲ σήμερον εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὰ πλεῖστα
2000χρεώγραφα ἡμῶν ἢ πολλὰ χρεώγραφα ἡμῶν εἶναι τοποθετη-
2001μένα εἰς πάσας τὰς κοινωνικὰς κλάσεις, ὅταν τοιοῦτόν τι
2002ἐπέλθῃ, βεβαίως οὗτοι, μὴ δυνάμενοι νὰ γινώσκωσι τὴν πρόσο-
2003δον τῆς ἑαυτῶν περιουσίας, ἤθελον φροντίσει νὰ μετα-
2004βιβάσωσι τὰ χρεώγραφα αὑτῶν εἰς χεῖρας ἄλλων, οἵτινες,
2005εἴτε ὡς ἐκ τῆς εἰδικότητος αὐτῶν, εἴτε ὡς ἐκ τῆς διαμονῆς των
2006εἰς πόλεις κεντρικὰς, εἶναι εἰς θέσιν νὰ γινώσκωσιν ἐγκαιρό-
2007τερον τὸ εἰσπραχθησόμενον ἐκ τῶν προσαυξήσεων ποσὸν, καὶ
2008ἑπομένως νὰ κανονίζωσι τὰ τῆς ἀξίας τῶν χρεωγράφων ἀνα-
2009λόγως τοῦ πληρωθησομένου τόκου. Ὡς εἶναι γνωστὸν, ἡ κερ-
2010δοσκοπία στηρίζεται εἰς τὸ ἄγνωστον. Ἐπειδὴ δὲ ἄγνωστον
2011εἶναι ἐκ τῶν προτέρων τὸ ποσὸν τῆς μετοχῆς τῶν ὁμολογιού-
2012χων εἰς τὰς προσαυξήσεις τῶν ὑπεγγύων προσόδων, αἵτινες
2013ἐπηρεάζονται ὑπὸ πολλῶν τοπικῶν περιστάσεων καὶ περιπε-
2014τειῶν, ἀναμφίβολον εἶναι, ὅτι τὰ ἡμέτερα χρεώγραφα ἤθελον
2015καταταχθῆ εἰς τὰς ἐξόχως κερδοσκοπικὰς ἀξίας, ἐπὶ ζημίᾳ
2016ἐκείνων, οἵτινες ἐτοποθέτησαν, λόγῳ εἰσοδήματος τακτικοῦ,
2017τὴν χρηματικήν των περιουσίαν εἰς αὐτά.
2018Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ὁ τότε Πρωθυπουργὸς ἐπέμεινεν,
2019ὥστε, ἀντὶ τοῦ ὅρου, τὸν ὁποῖον οὗτοι προέβαλον, τῆς μετο-
2020χῆς εἰς τὰς προσαυξήσεις τῶν ὑπεγγύων προσόδων, νὰ δεχθῶσι
2021μίαν προϊοῦσαν ἢ ἀνιοῦσαν σταθερὰν κλίμακα. Ἐνόμιζεν,
2022ὅτι διὰ τῆς κλίμακος ταύτης, καθοριζούσης ἐκ τῶν προτέρων
2023τὸ ἀποδοτέον καθ’ ὡρισμένον χρόνον ποσοστὸν, καὶ ἡμεῖς ἠθέ-
2024λομεν κανονίζει τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ἀναλόγως τῶν ὑποχρεώ-
2025σεων, τὰς ὁποίας ἀνελαμβάνομεν διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ
2026συμβιβασμοῦ, καὶ οἱ κάτοχοι τῶν χρεωγράφων ἡμῶν θὰ ἐγί-
2027νωσκον, ὁποῖον ἔσεται τὸ πρὸς αὐτοὺς πληρωτέον ποσοστὸν
2028διὰ τόκον καὶ χρεωλύτιον. Κατὰ τὴν κλίμακα ταύτην, ἐπρό-
2029κειτο μετὰ τρία ἔτη νὰ ἄρξηται ἡ αὔξησις τοῦ ποσοστοῦ,
2030τὰ ⅘ δὲ τῆς αὐξήσεως ταύτης ἐπρόκειτο νὰ χρησιμοποι-
2031ῶνται ὡς χρεώλυτρον, καὶ μόνον ⅕ νὰ προστίθηται εἰς τοὺς
2032τόκους. Οὕτω δὲ διὰ τῆς κλίμακος ταύτης εἶχον κανονισθῆ
2033τὰ τῶν γενησομένων ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου ταμείου πλη-
2034ρωμῶν, ὥστε μετὰ παρέλευσιν 68 ἐτῶν ἤθελον εἶσθαι ἀπεσβε-
2035σμένον ἅπαν τὸ πρὸς αὐτοὺς χρέος τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου.
2036Συνεζητήθη ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου ἡ πολιτεία τῆς Κυ-
2037βερνήσεως ἐκείνης ἐν τῷ θέματι τοῦ συμβιβασμοῦ, καὶ ἐπε-
2038κρίθησαν αἱ ἰδέαι τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης,
2039διότι παρεστάθη ὑπὸ τῶν ἀντίθετον ἐχόντων γνώμην, ὅτι,
2040καθ’ ἣν περίστασιν δὲν ἤθελεν εὑρεθῆ τὸ ἡμέτερον Κράτος
2041εἰς θέσιν νὰ ἔχῃ ἀρτίαν τὴν διὰ τῶν κλιμάκων καθοριζομένην
2042δόσιν, ἤθελεν ἀπειλεῖ τὴν χώραν ἡμῶν νεωτέρα συμφορά.
2043Πρὸς δικαιολογίαν ὅμως τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν κλίμακα
2044προετάθη ἡ εὔλογος σκέψις, ὅτι, καὶ ἂν τυχὸν εἰς ἓν τῶν
2045μελλόντων ἐτῶν τοιαύτη τις ἤθελε παρουσιασθῆ ἔλλειψις,
2046ἠδύνατο ἡ ἔλλειψις αὕτη νὰ ἀναπληρωθῇ διὰ τῆς συνομολο-
2047γήσεως μικροῦ ἐσωτερικοῦ δανείου, διότι τὸ δάνειον τοῦτο
2048δὲν ἐπρόκειτο νὰ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου τοῦ δημο-
2049σίου χρέους τῆς Ἑλλάδος. Καὶ τότε ἐξηγέρθη ἡ τοῦ χρόνου
2050ἐκείνου Ἀντιπολίτευσις, ἰσχυρισθεῖσα, ὅτι καὶ πάλιν ἡ δανει-
2051στικὴ πολιτικὴ ἐπανέρχεται εἰς ἐφαρμογὴν, ἡ δανειστικὴ πο-
2052λιτικὴ, διὰ τῆς ὁποίας τὸ Κράτος ἡμῶν περιῆλθεν εἰς πτώχευσιν.
2053Ἐκ τῆς συζητήσεως ὅμως ἐκείνης ἀπεδείχθη, κατ’ ἐμὲ, ὅτι τὸ
2054ἡμέτερον Κράτος εὑρίσκετο ἐν καταστάσει πτωχεύσεως πρὸ τοῦ
20551882, οἱ δὲ οἰκονομικοὶ συνδυασμοί, οὓς μετῆλθεν ἡ Κυβέρ-
2056νησις τοῦ μακαρίτου Τρικούπη, ἐσκόπουν τὴν ἀποτροπὴν τῆς
2057πτωχεύσεως. Ἄν ὅμως τοῦτο δὲν κατωρθώθη, ἀποδοτέον εἰς
2058τὴν ἔλλειψιν τοῦ χρυσοῦ καὶ εἰς τὰ ἐλλείμματα, ὧν παραί-
2059τιοι ὑπῆρξαν οἱ παρεμβάντες ἕτεροι κυβερνῆται. Ἄλλως τε
2060δὲν ἐπρόκειτο νῦν ἢ περὶ δανείου προσωρινοῦ.
2061Ἐπανέρχομαι εἰς ὃ σημεῖον ἀφῆκα τὰς διαπραγματεύσεις.
2062Ἐπιμενόντων τῶν ἐκπροσωπούντων τότε τὸ Ἑλληνικὸν Κρά-
2063τος εἰς τὴν ἰδέαν τῆς κλίμακος, κατὰ τὴν τελευταίαν τῶν
2064ἀντιπροσώπων τῶν ἐπιτροπειῶν μετὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς
2065ἐποχῆς ἐκείνης συνεδρίασιν κατωρθώθη νὰ ὑποχωρήσωσιν οὗτοι
2066καὶ ν’ ἀποδεχθῶσι τὴν κλίμακα, νὰ ὑπογράψωσι δὲ τὴν συμ-
2067φωνίαν εἰς δύο πρωτόγραφα οἱ τρεῖς ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπι-
2068τροπειῶν καὶ ὁ ἐκπροσωπῶν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος Ὑπουρ-
2069γὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ ἓν τῶν πρωτογράφων τῆς συμφωνίας
2070ταύτης ἐπεστράφη ὑπογεγραμμένον ὑπὸ τῶν τριῶν ἀντιπροσώ-
2071πων δι’ ἐπιστολῆς ἐπισήμου τοῦ Γερμανοῦ ἀντιπροσώπου, τῆς
2072ὁποίας τὸ κείμενον ἀνέγνω ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κραναίας συνάδελφος.
2073Ἡ συμφωνία αὕτη περιελάμβανε τοὺς ὅρους, περὶ ὧν εἶχεν
2074ἐνδειχθῆ διαφωνία. Οἱ λοιποὶ ὅροι ἦσαν συμπεφωνημένοι ἐν
2075γενικαῖς γραμμαῖς. Προέκειτο δὲ μόνον νὰ διατυπωθῶσι πρὸς
2076συμπλήρωσιν τοῦ κειμένου τοῦ συμβιβασμοῦ. Καὶ ἂν περὶ τὴν
2077διατύπωσιν τῶν ὑπολοίπων ὅρων ἤθελον λάβει χώραν συζη-
2078τήσεις, αὗται δὲν εἶχον ἐπιῤῥοὴν οὐσιώδη, οὐδὲ ἐκώλυον τὴν
2079τοῦ συμβιβασμοῦ συντέλεσιν. Ἐν τούτοις οἱ ὅροι, οἱ ἀναγρα-
2080φόμενοι εἰς τὴν ὑπογραφεῖσαν συμφωνίαν, ἐθεωρήθησαν ὁριστι-
2081κοὶ καὶ ἔγκυροι, ἀλλ’ αἱ ἐπιτροπεῖαι ὑπέλαβον, ὅτι οἱ ἀντι-
2082πρόσωποί των δὲν ἐξεπροσώπησαν τὰς ἑαυτῶν ἰδέας καὶ τὰ
2083συμφέροντά των, καὶ ἀνεκάλεσαν αὐτούς. Βεβαίως πᾶσα περὶ
2084συμβιβασμοῦ συμφωνία, ἐφ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὰς ἐπιτροπείας,
2085ὑπονοεῖται ὁ ὅρος, ὅτι χρήζει τῆς κυρώσεως τῆς συνελεύσεως
2086τῶν ὁμολογιούχων, ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνη-
2087σιν, ὑπονοεῖται ὁ ὅρος, ὅτι οἱ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως συνομο-
2088λογηθέντες ὅροι χρήζουσι τῆς νομοθετικῆς κυρώσεως. Ἀλλὰ
2089δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὰς ἐπιτροπείας ν’ ἀποκηρύξωσι τοὺς ἑαυ-
2090τῶν ἀντιπροσώπους, διότι, ὅταν οὗτοι ἐνώπιον τῆς Ἑλληνι-
2091κῆς Κυβερνήσεως ἐνεφανίσθησαν, ἐκόμισαν τακτικὰ ἐπιτροπι-
2092κὰ τῶν ἐπιτροπειῶν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, τὰ δὲ
2093ἐπιτροπικὰ ταῦτα δὲν παρεῖχον τοῖς ἀντιπροσώποις περιωρι-
2094σμένην πληρεξουσιότητα, ἀλλὰ πληρεξουσιότητα ἄνευ οὐδενὸς
2095ὅρου ἢ περιορισμοῦ. Κατ’ ἀκολουθίαν αἱ ἐπιτροπεῖαι δὲν εἶχον
2096δικαίωμα νὰ ἀνακαλέσωσι τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτῶν, εἶχον
2097μόνον ἓν δικαίωμα, νὰ προσκαλέσωσιν εἰς συνέλευσιν τοὺς ὁμο-
2098λογιούχους, εἰς τὴν συνέλευσιν δὲ ταύτην ἀπέκειτο ἡ ἀπόφα-
2099σις περὶ ἀκυρώσεως ἢ κυρώσεως τῶν συμπεφωνημένων. Καὶ
2100τὰ τρία κομιτάτα εἶχον ὄντως ἐκδώσει διαταγὰς ἀνακλήσεως
2101τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν· ἀλλὰ τὸ ἐν Λονδίνῳ κομιτάτον,
2102τὸ ὁποῖον, ὡς γνωστὸν, εἶναι καὶ τὸ νομιμώτερον διωργανωμέ-
2103νον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐκπροσωπήσεως τῶν δανειστῶν τῶν
2104ξένων Κρατῶν, εὐθὺς ὡς ἔλαβε γνῶσιν τῆς ὑπογεγραμμένης
2105συμφωνίας, εὐθὺς ὡς ἐπείσθη, ὅτι τὰ διαδοθέντα τηλεγραφικῶς
2106δὲν εἶχον ὑπόστασιν, διότι μεταξὺ τῶν ἄλλων διαδόσεων εἶχε
2107τηλεγραφηθῆ εἰς Λονδῖνον, Παρισίους καὶ Βερολῖνον, ὅτι διὰ
2108τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμφωνίας ἐπρόκειτο τὸ χρέος τοῦ Ἑλλη-
2109νικοῦ Δημοσίου νὰ ἐξοφληθῇ εἰς 170 ἔτη, ὅτι οὐδεμία πρόνοια
2110ἐλαμβάνετο περὶ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα εἶχον ληφθῆ ὑπὸ
2111τοῦ δημοσίου ταμείου ἀπὸ τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων ἐκ
2112τῶν εἰσπράξεων τοῦ δανείου τῶν Μονοπωλίων τῆς δευτέρας
2113ἑξαμηνίας τοῦ 1893, εὐθὺς ὡς πάντα ταῦτα διεψεύσθησαν, τὸ
2114Συμβούλιον τῆς ἐπιτροπείας, λαβὸν γνῶσιν τῶν ὑπογεγραμ-
2115μένων ἐν τῇ ὑπογραφείσῃ συμφωνίᾳ ὅρων, προσῆλθεν εἰς τὴν
2116Πρεσβείαν τὴν Ἑλληνικὴν ἐν Λονδίνῳ καὶ ἐπρότεινε τὴν συνο-
2117μολόγησιν ὁριστικῆς καὶ πλήρους συμβάσεως. Εἶναι γνωστοὶ
2118οἱ ὅροι τῆς ἐν Λονδίνῳ ὑπογραφείσης συμβάσεως κατὰ μῆνα
2119Αὔγουστον τοῦ 1894. Οἱ ὅροι αὐτῆς δὲν παραλλάσσουσι τῶν
2120ὅρων, οἵτινες εἶχον ἀναγραφῆ εἰς τὴν συμφωνίαν τὴν ἐνταῦθα
2121ὑπογραφεῖσαν μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπιτροπειῶν καὶ
2122τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ καθ’ ἓν καὶ μόνον, ὅτι
2123προσετέθη ποσοστὸν 2%, ἀλλὰ καὶ τοῦτο οὐχὶ ὡς ποσοστὸν
2124τόκου, ἀλλ’ ὡς χρεωλύσιον, ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους.
2125Πάντα ὅμως τὰ ἄλλα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ὑπογεγραμ-
2126μένην ἐν Ἀθήναις συμφωνίαν, ἐγένοντο δεκτά. Ὡς πρὸς τὰ τῶν
2127ἐγγυήσεων, οὐδὲν προσετέθη τὸ δυνάμενον, ἔστω καὶ πόῤῥωθεν,
2128νὰ προσδώσῃ εἰς τὰς ἐγγυήσεις τὴν ἰδέαν τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου,
2129διότι ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων παρέμενεν, οἵα ὑπῆρχε καὶ
2130πρότερον. Οὐδεμία ἐν τῇ συμβάσει ἐκείνῃ ἀνεγράφετο ῥήτρα
2131περὶ ἀναδιοργανώσεως τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων θὰ ἐξε-
2132πλήρου τὸ ἔργον αὐτῆς ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων, ὡς καὶ
2133μέχρι τοῦδε, θὰ ἀπέστελλε τὸ προϊὸν τῶν εἰσπράξεών της πρὸς
2134τοὺς ὁμολογιούχους, μόνον ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν
2135ἐλάμβανε πρόνοιαν νὰ τὸ ἀποστείλῃ ἐμπροθέσμως, καὶ πάν-
2136τοτε ὑπὸ τὸν ἔλεγχον καὶ ἐκ συνεννοήσεως πρὸς τὴν Κυβέρ-
2137νησιν. Τὰ περὶ τῆς συμβάσεως ἐκείνης ἐπίσης συνεζητήθησαν
2138ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κοινοβουλίῳ κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1894, οἱ δὲ
2139ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως
2140λαλήσαντες ἐπέκριναν καὶ τὰ τῆς συμβάσεως ταύτης. Μεταξὺ
2141τούτων ἦτο καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δια-
2142τελῶν τότε εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· οὗτος εὕρι-
2143σκεν, ὅτι ἦτο ἔμμεσος ξενικὸς ἔλεγχος ἡ μετοχὴ τῶν ὁμολο-
2144γιούχων εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων· ἀλλ’
2145ὅταν προεκλήθη νὰ δηλώσῃ, πόθεν εἶχε τὴν πληροφορίαν ταύ-
2146την, ἐν ἀρχῇ μὲν ἀπεκρίθη, ὅτι εἶχεν ἀρυσθῆ τὴν πληροφορίαν
2147παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης συναδέλφου, βραδύτερον δὲ,
2148ὅτι τὴν εἶχεν ἔξωθεν.
2149Ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου δ’ ἐξ Ἄρτης συναδέλφου ἐθεωρήθη τότε
2150ὡς ὅρος ἐνέχων τὴν ἰδέαν τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου ὁ ὅρος, ὁ ἐν τῇ
2151συμβάσει ἐκείνῃ ἀναγραφόμενος, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐπετρέπε-
2152το εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀντικαταστήσῃ ἢ μεταβά-
2153λῃ τὰ τῶν ὑπεγγύων προσόδων, ἢ τῇ προηγουμένῃ συνεννοήσει
2154καὶ συγκαταθέσει τῶν σημειωθέντων τριῶν ἐν Εὐρώπῃ τραπε-
2155ζιτικῶν καταστημάτων, ἅτινα εἶχον ἐκδώσει τὰ ἡμέτερα δά-
2156νεια. Εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης συνάδελφον ἀπήντησα τότε,
2157ἀναγνοὺς αὐτῷ πάντας τοὺς νόμους καὶ πάσας τὰς συμβά-
2158σεις, αἵτινες, ἀνεξαρτήτως τοῦ δανείου τούτου, εἶχον συνομο-
2159λογηθῆ μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν Τρα-
2160πεζῶν, αἵτινες ἀνέλαβον τὴν χορηγίαν τῶν δανείων. Πλὴν
2161ἄλλων ἀρχαιοτέρων συμβάσεων, εἶχον ἀναγνώσει τότε τὴν
2162σύμβασιν τὴν συνομολογηθεῖσαν κατὰ τὸ 1892 ὑπὸ τῆς Κυ-
2163βερνήσεως Κωνσταντοπούλου διὰ τὸ δάνειον τῶν 16½ ἑκα-
2164τομμυρίων, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ μέχρι σήμερον γνωστὸν ὑπὸ
2165τὸ ὄνομα τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης· ἐν τῇ συμ-
2166βάσει ταύτῃ ὁ ὅρος οὗτος ἀνεγράφετο, ὅπως καὶ εἰς ἁπάσας
2167τὰς προηγουμένας συμβάσεις, μεταξὺ τῶν ὁποίων καταλέγε-
2168ται καὶ ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑπογράψει, ὡς Ὑπουρ-
2169γὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
2170σεως περὶ συνομολογήσεως τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυ-
2171ρίων. Βεβαίως δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ διϊσχυρίζηταί τις, ὅτι ἡ
2172ὑποχρέωσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μεταβάλῃ
2173τὰς καθορισθείσας ἐν τῇ συμβάσει ὑπεγγύους προσόδους μετὰ
2174συνεννόησιν πρὸς τοὺς πιστωτὰς αὐτῆς, ἐνέχει τὴν ἰδέαν ξε-
2175νικοῦ ἐλέγχου, διότι ἄλλως δὲν ὑπάρχει ἐγγύησις, δὲν χρη-
2176σιμεύει ὁ καθορισμὸς ὑπεγγύων προσόδων. Ἄνευ τοῦ ὅρου
2177τούτου, ἡ ἀναγραφὴ ἐγγυήσεων, ἡ ἀναγραφὴ ὡρισμένων
2178προσόδων ὑπεγγύων δὲν ἔχει κανένα πρακτικὸν σκοπόν, διότι
2179εἶναι δυνατὸν, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ καταργηθῶσιν αἱ πρόσο-
2180δοι αὗται, διὰ μεταῤῥυθμίσεων νομοθετικῶν τὸ προϊὸν αὐτῶν
2181νὰ ἐλαττωθῇ οὕτως, ὥστε νὰ μὴ ᾖναι ἐπαρκὲς πρὸς ἐκπλή-
2182ρωσιν τῶν ὅσων διὰ τῆς συμβάσεως ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεων
2183τὸ Κράτος.
2184Ὡς ἦτο κατηρτισμένη ἡ σύμβασις, ἡ ἐν Λονδίνῳ συνομο-
2185λογηθεῖσα, ἔχρῃζε τῆς ἐγκρίσεως τῆς συνελεύσεως τῶν ὁμο-
2186λογιούχων, ἥτις καὶ προεκλήθη ὑπὸ τοῦ κομιτάτου, ἵνα ἀπο-
2187φανθῇ ἐπὶ τῆς συναφθείσης ὑπὸ τῆς ἐπιτροπείας καὶ τῆς ἡμε-
2188τέρας Κυβερνήσεως συμβάσεως. Τὰ δύο ἕτερα κομητάτα, καὶ
2189τὸ ἐν Βερολίνῳ καὶ τὸ ἐν Παρισίοις, διεῖδον ὁποῖον διέτρεχον
2190τὰ ὑπ’ αὐτῶν ἐπιδιωκόμενα συμφέροντα κίνδυνον, ἐὰν ἡ σύμ-
2191βασις ἐκείνη ἐπεκυροῦτο, διότι εἵπετο ὡς φυσικὴ συνέπεια ἡ
2192καθιέρωσις τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως ἐκείνης, ὡς ὅρων τοῦ ὁρι-
2193στικοῦ διακανονισμοῦ τοῦ δημοσίου χρέους τῆς Ἑλλάδος·
2194ὡς ἐκ τούτου ἔσπευσαν νὰ λάβωσι πάντα τὰ μέτρα, ὅπως
2195κατορθωθῇ ἡ ἀκύρωσις τῆς συμβάσεως ἐκείνης. Μετέβησαν
2196λοιπὸν εἰς Λονδῖνον ἀμέσως ὁ πρόεδρος καὶ ὁ γραμματεὺς, ἂν
2197δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ ἐν Βερολίνῳ κομιτάτου μετὰ δικηγόρου
2198τινὸς ἐκ τῶν νοημονεστέρων τοῦ Βερολίνου, κατέφυγον εἰς
2199πάντα τὰ Γερμανικὰ τραπεζιτικὰ καὶ μεσιτικὰ γραφεῖα τὰ
2200ἐν Λονδίνῳ, καὶ ἐπεκαλέσθησαν τὴν συνδρομὴν αὐτῶν, ὅπως
2201ἐπιτευχθῇ ἡ ἀκύρωσις τῆς συμβάσεως. Μετέβη ἐπὶ τούτῳ
2202ἐκ Παρισίων ὁ καὶ ἐν Ἀθήναις ἀντιπροσωπεύσας τὴν ἐπιτρο-
2203πείαν τῶν Παρισίων, ὁ γνωστὸς παρ’ ἡμῖν κ. Ὀλνστάϊν,
2204ὅπως καὶ οὗτος συντελέσῃ εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῆς συμβάσεως
2205ταύτης. Εἶναι ὅμως γνωστὸν ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα
2206κατετέθησαν καὶ τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν εἰς τὰς διαπραγματεύ-
2207σεις τὰς διεξαχθείσας κατὰ τὸ 1894 ὑπὸ τῆς προκατόχου
2208Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ ἐκπροσωπῶν τὴν ἐπιτροπείαν τῶν Παρι-
2209σίων προέτεινεν εἰς τὸν ἡμέτερον ἐν Λονδίνῳ ἐπιτετραμμένον,
2210ὅτι, ἐὰν ὁ ὅρος Δʹ τῆς συμβάσεως, καθ’ ὃν αἱ εἰσπράξεις τῶν
2211ὑπεγγύων προσόδων κατατίθενται εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μο-
2212νοπωλίων ἄνευ οὐδεμιᾶς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ καταστατικοῦ
2213αὐτῆς, μετεβάλλετο, εἰσαγομένης ἐν αὐτῷ τῆς ἰδέας τῆς ἀνα-
2214διοργανώσεως τῆς ἑταιρίας, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ ἡ
2215Γαλλικὴ ἐπιτροπεία προσχωρεῖ εἰς τὴν συμφωνίαν καὶ προσ-
2216φέρεται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν κύρωσιν τῆς συμβάσεως. Ἀλλὰ
2217ὅτε τοῦτο ἀνεκοινώθη εἰς τὸν ἡμέτερον ἐπιτετραμμένον, οὐδὲ
2218ὁ ὑλικὸς χρόνος ὑπῆρχε πρὸς συνεννόησιν αὐτοῦ μετὰ τῆς Κυ-
2219βερνήσεως, οὐδὲ ἠδύνατο οὗτος ν’ ἀποδεχθῇ οἴκοθεν τὴν πρό-
2220τασιν. Ὡς ἐκ τούτου καὶ ὁ Γάλλος ἐπίτροπος συνετέλεσεν εἰς
2221τὸ νὰ ἐπέλθῃ τὸ γνωστὸν ἀποτέλεσμα. Δὲν ἀπεφήνατο μὲν ἡ
2222συνέλευσις τῶν ὁμολογιούχων, ὅτι ἀκυροῖ τὴν σύμβασιν τὴν
2223συναφθεῖσαν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπείας τῆς ἐν Λονδίνῳ μετὰ τῆς
2224Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις αὐτῆς περὶ ἀνα-
2225βολῆς ὑπελήφθη ὡς μὴ διαφέρουσα τῆς ἀκυρώσεως...
2226§65ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
2227§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἐπι-
2228θυμῇ ὁ ἀγορεύων...
2229§67ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκόμη ὀλίγον, σᾶς παρακαλῶ.
2230Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀπόφασιν, ἥτις ἐλήφθη παρὰ τῆς συνε-
2231λεύσεως τῶν ὁμολογιούχων κατὰ τὴν δευτέραν, ἂν δὲν ἀπα-
2232τῶμαι, Αὐγούστου 1894, οἱ πρακτικώτερον καὶ εἰλικρινέστε-
2233ρον σκεπτόμενοι ἐκ τῶν ἐκπροσωπούντων τοὺς ὁμολογιούχους
2234εὗρον, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ διακόψωσι τὸ παράπαν τὰς μετὰ τῆς
2235Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως συνεννοήσεις καὶ διαπραγματεύσεις
2236πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ συμβιβασμοῦ. Οἴκοθεν ὅμως ἐννοεῖται, ὅτι
2237ἡ ἐν Λονδίνῳ ἐπιτροπεία ὤφειλε μετὰ τὰ γενόμενα νὰ μετα-
2238δώσῃ εἰς τὰς ἐπιτροπείας τοῦ Βερολίνου καὶ τῶν Παρισίων
2239τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα προῆλθεν εἰς τὴν συνομολόγησιν τῆς
2240συμβάσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἡ συνέλευσις τῶν ὁμολογιούχων
2241ἀνέβαλε τὴν ἀπόφασίν της, καὶ νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν μετ’
2242αὐτῶν σύμπραξιν περὶ τοῦ περαιτέρω πρακτέου. Ἡ συνεννόη-
2243σις αὕτη κατωρθώθη βραδέως, ἕνεκα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, οἰ-
2244κογενειακοῦ ἀτυχήματος, ὅπερ εἶχεν ὑποστῆ ὁ πρόεδρος τοῦ
2245ἐν Λονδίνῳ κομιτάτου· κατωρθώθη ἡ συνάντησις τῶν προέ-
2246δρων τῶν τριῶν κομιτάτων ἐν Παρισίοις κατὰ τὴν 1 Ὀκτω-
2247βρίου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Ὅπως ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἐγ-
2248γράφων, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς
2249Κυβερνήσεως καὶ τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν εἰς τὰς διαπραγματεύ-
2250σεις τοῦ 1894, ἡ ἐπιτροπεία ἡ ἐν Παρισίοις δὲν ἀπέκρυψε
2251τὴν ὁποίαν εἶχε γνώμην, ὅτι, ἐὰν κατωρθοῦτο νὰ μεταβληθῇ
2252ἢ τροποποιηθῇ ὁ ὅρος Δʹ τῆς συμβάσεως τῆς ἐν Λονδίνῳ ὑπο-
2253γραφείσης, ἤτοι, ἄν ἐν τῷ ὅρῳ τούτῳ περιελαμβάνετο ἡ ἀναδιορ-
2254γάνωσις τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, οὐδεμίαν εἶχε δυσκο-
2255λίαν νὰ ὑπογράψῃ τὴν σύμβασιν τὴν ὑπογραφεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἐν
2256Λονδίνῳ κομιτάτου. Μόνος ὁ πρόεδρος τοῦ ἐν Βερολίνῳ κομιτάτου
2257δὲν ἐνόει νὰ γίνηται πλέον λόγος περὶ τῆς συμβάσεως ἐκείνης,
2258ἐφ’ ὅσον δὲν ἐγίνετο δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τῆς μετοχῆς τῶν ὁμολο-
2259γιούχων εἰς τὰς προσαυξήσεις τῶν ὑπεγγύων προσόδων. Ἵνα
2260δὲ καὶ τὰ τρία κομιτάτα συναντηθῶσιν, ἵνα αἱ ἐνέργειαι ἐν τῷ
2261ἰδίῳ αὐτῶν συμφέροντι ταὐτισθῶσιν ἐπὶ τὸ αὐτὸ σημεῖον,
2262πάντες ἀπεδέχθησαν τὴν ἀρχὴν νὰ δεχθῶσι πάντας τοὺς
2263ὅρους τῆς συμβάσεως, τῆς ὑπογραφείσης ἐν Λονδίνῳ, πλὴν τῆς
2264παγίας κλίμακος, τῆς προοδευτικῆς ἢ προϊούσης, νὰ προτεί-
2265νωσι δὲ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῆς διὰ τοῦ ὅρου τῆς διανο-
2266μῆς τῶν προσαυξήσεων τῶν ὑπεγγύων προσόδων.
2267Αἱ ἰδέαι αὗται ἀνεκοινώθησαν εἰς τὸν ἡμέτερον ἐν Λον-
2268δίνῳ ἐπιτετραμμένον ἐν ἀρχῇ, βραδύτερον δὲ καὶ εἰς τὴν Κυ-
2269βέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἀλλ’ ὁ ἐκπροσωπῶν τὸ Ἑλ-
2270ληνικὸν Κράτος, ἐπαναλαμβάνω, ἐνέμεινε προσκεκολλημένος
2271εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς διανομῆς τῶν πλεονασμάτων
2272ἐνέχει ἐν ἑαυτῇ τὸν ξενικὸν ἔλεγχον, καὶ ὅτι ἔπρεπεν ἐκ παντὸς
2273τρόπου ν’ ἀποκρουσθῇ, καὶ ὡς ἐκ τούτου τὸν ὅρον τοῦτον
2274δὲν ἀπεδέχθη. Περὶ τὸ τέλος δὲ τοῦ 1894, ὅτε προεκαλεῖτο
2275ὁ ἡμέτερος ἐν Λονδίνῳ ἐπιτετραμμένος νὰ δηλώσῃ τὴν στάσιν
2276τῶν ἐπιτροπειῶν περὶ τῆς περαιτέρω συνεννοήσεως, οἱ πρόε-
2277δροι τῶν ἐπιτροπειῶν δὲν ἀπέκρυψαν τὴν ὁποίαν εἶχον γνώ-
2278μην, ὅτι, καθ’ ἃς εἶχον πληροφορίας, ἐπέκειτο ὑπουργικὴ
2279μεταβολὴ ἐν Ἀθήναις, εἶναι δὲ ἐλπίς, ὅτι παρὰ τοῦ διαδόχου
2280Ὑπουργείου θὰ ἐπιτευχθῶσιν ὅροι κρείττονες, ἢ μᾶλλον συμ-
2281φέροντες εἰς αὐτούς. Ἀνεκοίνωσε μάλιστα εἰς τὸν ἡμέτερον
2282ἐν Λονδίνῳ ἐπιτετραμμένον εἷς ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων τραπε-
2283ζιτῶν, τῶν ἐνδιαφερομένων εἰς τὰ τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγρά-
2284φων, ὁ γνωστὸς κ. Hambro, ὅτι «πῶς θέλετε νὰ προχω-
2285ρήσωμεν εἰς συνεννοήσεις μετὰ τῆς ὑφεστώσης Ἑλληνικῆς
2286Κυβερνήσεως, ἀφοῦ καὶ ἡ ἀποσκίρτησις τεσσάρων Βουλευτῶν,
2287νομίζω, ἐκ Θεσσαλίας, καὶ ἡ μετάστασις αὐτῶν ἐκ τοῦ Ὑπουρ-
2288γικοῦ στρατοπέδου εἰς τὸ στρατόπεδον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως,
2289ὑπηγορεύθη ἐκ τῆς διακοινώσεως, τὴν ὁποίαν οἱ πρέσβεις τῶν
2290τριῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἀπηύθυνον τελευταίως πρὸς τὴν
2291Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν; Τόσον ὀλίγον ἐγίνωσκον τὰ ἡμέτερα
2292πράγματα οἱ τὰ κομιτάτα ἀποτελοῦντες ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ,
2293ὥστε ἐνόμιζον, ὅτι ἡ μετάστασις Βουλευτῶν τινων ἐκ τῆς
2294Συμπολιτεύσεως εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν προήρχετο ἐκ τῆς
2295διακοινώσεως τῶν ξένων πρέσβεων πρὸ τὴν ἡμετέραν Κυβέρ-
2296νησιν (ὅλως βεβαίως ἀγνώστου εἰς τοὺς μεταβαλόντας πολι-
2297τικὴν στάσιν Βουλευτὰς) καὶ ἐκ τοῦ λόγου τῆς ἀνιδρύσεως
2298νέας Κυβερνήσεως, ἐργασθησομένης ὑπὲρ βελτιώσεως τῶν ὅρων
2299τοῦ συμβιβασμοῦ ὑπὲρ τῶν ὁμολογιούχων!!
2300Τὰ περὶ τῶν διαπραγματεύσεων καὶ συνεννοήσεων, τῶν γε-
2301νομένων μετὰ τὴν συνέλευσιν τῶν ὁμολογιούχων, τὴν ἐν Λον-
2302δίνῳ λαβοῦσαν χώραν καὶ μὴ κυρώσασαν τὴν σύμβασιν, ἔκρινα
2303ἀναγκαῖον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὄχι μόνον, ἵνα γι-
2304νώσκῃ αὕτη εἰς ποῖον σημεῖον περιεστράφη ἡ διαφωνία μεταξὺ
2305τοῦ τότε ἐκπροσωποῦντος τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον καὶ τῶν
2306ἐπιτροπειῶν τῶν ὁμολογιούχων, ἀλλὰ καὶ δι’ ἕτερον ἀκόμη
2307λόγον, ἵνα κυρώσω τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης
2308Πρωθυπουργοῦ ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς
2309μείζονας περὶ τῆς συμβάσεως τοῦ Λονδίνου ἐξηγήσεις, διότι
2310αἱ διαπραγματεύσεις ἐξηκολούθουν μετ’ ἐλπίδων ἐπιτυχίας,
2311ἐκ τῶν ὑστέρων δὲ ὄντως ἀποδεικνύεται, ὅτι πράγματι αἱ δια-
2312πραγματεύσεις κατὰ Νοέμβριον, ὅτε συνεζητοῦντο ἐνταῦθα
2313τὰ περὶ τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἐν τῷ θέματι
2314τοῦ συμβιβασμοῦ, ἦσαν ἐν πληρεστάτῃ ἐκκρεμότητι.
2315Ἀπέμεινεν ὅμως ἐξ ὅλων τούτων ἀποδεδειγμένον, ὅτι, ἂν
2316ἡ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης Κυβέρνησις ἀπεδέχετο τὸν ὅρον τὸν
2317προβληθέντα ὑπὸ τῶν ἐπιτροπειῶν, ἤτοι τὴν μετοχὴν τῶν
2318ὁμολογιούχων εἰς τὰς προσαυξήσεις τῶν πλεονασμάτων, θὰ
2319ἦτο ἡ σύμβασις περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ συντετελεσμένη, σύμ-
2320βασις καθορίζουσα τὸ πληρωτέον ποσοστὸν εἰς 32%.
2321Τὰ περὶ διοργανώσεως τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων
2322δὲν ἐφαίνοντο ἐκ τῶν ὑστέρων τοσοῦτον σοβαρά, τοσοῦτον σπου-
2323δαῖα, ὅπως ἐφαίνοντο ἐν τῷ πρώτῳ σταδίῳ τῶν διαπραγμα-
2324τεύσεων τῶν διεξαχθεισῶν ἐν Ἀθήναις· ὥστε κυρίως ἡ δια-
2325φωνία περιωρίζετο εἰς τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι ἀντὶ τῆς κλί-
2326μακος, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπέμενεν ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, τὰ
2327κομιτάτα προέβαλλον τὴν μετοχὴν τῶν ὁμολογιούχων εἰς
2328τὰς προσαυξήσεις τῶν ὑπεγγύων προσόδων.
2329Οὕτως εἶχον τὰ τῶν διαπραγματεύσεων τῶν διεξαχθει-
2330σῶν κατὰ τὸ 1894. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο εὑρίσκοντο τὰ
2331πράγματα, ὁπόταν ἐπῆλθεν ἡ παραίτησις τῆς Κυβερνήσεως
2332ἐκείνης κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1895. Οἱ ἐπισταμένως παρα-
2333κολουθήσαντες τὰς κατὰ τὸ 1894 διεξαχθείσας ὑπὸ τοῦ
2334ἀειμνήστου Τρικούπη διαπραγματεύσεις καὶ ἀμερολήπτως
2335τὰ κατ’ αὐτὰς ἐκτιμήσαντες ἀνωμολόγησαν τὸ ἄψογον καὶ
2336εἰλικρινὲς τῶν προαιρέσεων αὐτοῦ καὶ τὴν δεξιότητα καὶ προ-
2337νοητικότητα, μεθ’ ὧν ἐπεδίωξε τὴν τοῦ συμβιβασμοῦ συντέ-
2338λεσιν ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ τε ἡμετέρου Κράτους καὶ τῶν
2339πιστωτῶν αὐτοῦ... Ἀλλὰ περὶ τούτου θέλω ἐξακολουθήσει
2340κατόπιν.
2341§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν.
2342(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 50′ μ. μ. Ἐπαναλαμβά-
2343νεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.)
2344§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
2345Ὁ κ. Σιμόπουλος θὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
2346§70ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ Ὑπουρ-
2347γείου, οὗτινος προήδρευεν ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, ἦλθεν ἐπὶ
2348τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ κ. Ν. Δελι-
2349γιάννη, τοῦ ὁποίου ἀποστολὴ ἦτο νὰ ἐποπτεύσῃ εἰς τὴν
2350ἐνέργειαν τῶν νέων βουλευτικῶν ἐκλογῶν. Ἐντεῦθεν ἄρχονται
2351αἱ ἀνὰ πάσας τὰς ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος περιοδεῖαι τοῦ
2352διευθύνοντος τὸ μέχρι τότε ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει διατελοῦν
2353κόμμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
2354Πάντες γινώσκομεν τὴν διακρίνουσαν τὸν ἀξιότιμον Πρόε-
2355δρον τῆς Κυβερνήσεως ἔξοχον ἱκανότητα καὶ ἐμπειρίαν περὶ
2356τὸ διαγιγνώσκειν τὰς ἐν δεδομένῃ στιγμῇ ψυχικὰς διαθέσεις
2357τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Γινώσκομεν, ὅτι μία τῶν θεμελιωδῶν
2358γνωμῶν καὶ ἀπαιτήσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐν τῇ ἐποχῇ
2359ἐκείνῃ ἦτο ἡ ταχίστη συντέλεσις τοῦ συμβιβασμοῦ, διότι δια-
2360δεδομένη γενικῶς ὑπῆρχεν ἡ ἰδέα, ὅτι ἅμα τῇ ὑπογραφῇ
2361τῆς συμβάσεως τοῦ συμβιβασμοῦ, πλήρης ἤθελεν ἐπέλθει ἡ
2362ἀνόρθωσις καὶ βελτίωσις τῶν παρ’ ἡμῖν. Ἐν ταῖς ἀγορεύσεσιν
2363αὐτοῦ πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
2364ἐχαρακτήριζεν ὡς πρώτην ἀποστολὴν τῆς μελλούσης Κυβερ-
2365νήσεως, τὴν ταχίστην συντέλεσιν τοῦ συμβιβασμοῦ· δὲν
2366περιωρίσθη δὲ μέχρι τῆς ἐπαγγελίας ταύτης, ἀλλ’ ἐδήλωσεν,
2367ὁμιλῶν πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους, καὶ τὰ μέτρα, διὰ
2368τῶν ὁποίων ἐνόμιζεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν
2369ἐπίτευξιν τοῦ συμβιβασμοῦ. Δύναταί τις μάλιστα εἰπεῖν,
2370ὅτι προεξώφλησε λίαν προώρως πάντα τὰ μέτρα, ὅσα ἐπρό-
2371κειτο, ἀνερχόμενος ἐπὶ τὴν ἀρχὴν καὶ ὁδηγῶν τὴν πλειο-
2372ψηφίαν τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ εἰσηγήσηται παρ’ αὐτῇ πρὸς
2373ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ τούτου. Προεξώφλησε καὶ μίαν ἑτέραν
2374αὐτοῦ γνώμην, ὅτι πάντως ἔπρεπε νὰ συντελεσθῇ οὐχὶ μονο-
2375μερὴς διακανονισμὸς τῶν μετὰ τοῦ Κράτους ἐκκρεμῶν σχέ-
2376σεων τῶν πιστωτῶν αὐτοῦ. Ρητῶς καὶ σαφῶς διεκήρυξεν,
2377ὁμιλῶν πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους, ὅτι κατ’ αὐτὸν πρέ-
2378πει ὁ συμβιβασμὸς, ἵνα παραγάγῃ τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα,
2379ὅσα προσεδόκα παρ’ αὐτοῦ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, νὰ συνομολο-
2380γηθῇ ἀπὸ κοινοῦ καὶ ἐκ συνεννοήσεως μετὰ τῶν πιστωτῶν
2381τοῦ Κράτους, δέον δὲ ν’ ἀποκρουσθῇ ὁ μονομερὴς διακανονι-
2382σμὸς ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας.
2383Ὁμιλῶν πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους, ῥητῶς ἐπηγ-
2384γείλατο τὴν ἀνασύστασιν τῶν Πρεσβειῶν, ὡς ἀπαραίτητον
2385πρὸς τὴν τοῦ συμβιβασμοῦ συντέλεσιν. Διότι, ὡς ἔλεγεν, ὁμι-
2386λῶν πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους, τὸ Κράτος δὲν δύνα-
2387ται νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικοινωνίαν μετὰ τῶν πιστωτῶν αὐτοῦ, εἰμὴ
2388διὰ τῶν ἐπισήμων αὐτοῦ ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ ἀντιπροσώπων. Ὡς
2389δεύτερον δὲ μέτρον, κρινόμενον παρ’ αὐτοῦ ὡς δυνάμενον
2390νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν τοῦ συμβιβασμοῦ συντέλεσιν, ἐπηγ-
2391γείλατο, ὁμιλῶν πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους, τὴν σύ-
2392στασιν τοῦ Συμβουλίου τοῦ δημοσίου χρέους· διότι ἐφρόνει,
2393ὅτι, ἐὰν συνιστᾶτο τὸ Συμβούλιον τοῦ δημοσίου χρέους, ἤθε-
2394λεν ἡ λειτουργία τοῦ θεσμοῦ τούτου κριθῇ ὡς ἐπαρκὴς ἐγγύη-
2395σις ὑπὲρ τῶν πιστωτῶν τοῦ Κράτους, ἵνα μὴ οὗτοι ἄλλας
2396ζητήσωσιν ἢ ὑποδείξωσιν ἀναγκαίας ἐγγυήσεις, πρὸς πληρε-
2397στέραν ἐξασφάλισιν τῶν ἑαυτῶν συμφερόντων.
2398Ἀνῆλθεν ἐπὶ τέλους ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, ἀρχομένου τοῦ Ἰου-
2399νίου τοῦ 1895, καὶ πράγματι μεταξὺ τῶν πρώτων μέτρων,
2400τὰ ὁποῖα εἴδομεν εἰσηγούμενα παρ’ αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν,
2401ἦσαν τὰ δύο μέτρα, περὶ τῶν ὁποίων εἶχεν ὁμιλήσει πρό-
2402τερον πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους, ἡ σύστασις τοῦ
2403Συμβουλίου τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ ἡ ἀνασύστασις τῶν
2404τριῶν Πρεσβειῶν, ἐν Λονδίνῳ, ἐν Βερολίνῳ καὶ ἐν Παρισίοις.
2405Δὲν ὑπέλαβεν ἑαυτὸν ὑπόχρεων νὰ ἐξετάσῃ, εἰς ὁποῖον σημεῖον
2406εἶχον ἐγκαταλειφθῆ αἱ διαπραγματεύσεις παρὰ τοῦ προκα-
2407τόχου Ὑπουργείου. Δὲν ἐνόμισεν, ἀνερχόμενος ἐπὶ τὴν ἀρχὴν,
2408ὅτι τὸ πρώτιστον αὐτοῦ καθῆκον ἦτο νὰ ἐπιλάβηται τῶν
2409συνεννοήσεων μετὰ τῶν ἁρμοδίων, ὅπως ἐπιτευχθῇ ὁ συμ-
2410βιβασμὸς, ἀλλ’ ἐφρόνει ὅτι, ἐὰν, ἐπιτυγχάνων τὴν σύμπραξιν
2411τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, προήρχετο εἰς τὴν ἀνασύστασιν τῶν
2412τριῶν Πρεσβειῶν, καὶ ἐὰν συνίστα τὸ Συμβούλιον τοῦ δη-
2413μοσίου χρέους, ταῦτα τὰ δύο μέτρα ἤθελον συντελέσει εἰς
2414τὸν σκοπὸν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀφεώρα.
2415Ἔλεγον ὑμῖν πρότερον, ὅτι περὶ ἓν σημεῖον ἰδίως ἐστρέφετο
2416ἡ διαφωνία μεταξὺ τοῦ κατὰ τὸ 1894 ἀντιπροσωπεύοντος
2417τὸ ἡμέτερον Κράτος καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπιτροπειῶν,
2418περὶ τὸ σημεῖον τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν μετοχὴν τῶν ὁμολογιού-
2419χων ἐν τῇ διανομῇ τῶν προσαυξήσεων τῶν ὑπεγγύων προσό-
2420δων. Ἀλλὰ περὶ πάντων τούτων δὲν ἐνόμισεν ἐπίκαιρον νὰ
2421μεριμνήσῃ ἅμα τῇ εἰς τὴν ἀρχὴν ἀνόδῳ αὐτοῦ. Ἐμερίμνησε μό-
2422νον περὶ ἄλλων θεμάτων δευτερευόντων, ἐμερίμνησε περὶ τῆς
2423συγκρατήσεως τῆς μεγάλης πλειοψηφίας, τὴν ὁποίαν ἡ ἐμπι-
2424στοσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ παρέσχε πρὸς αὐτὸν, ἐμερίμνησε
2425περὶ τῆς μεταβολῆς τοῦ νόμου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύ-
2426σεως, ἐμερίμνησε περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωρο-
2427φυλακῆς καὶ περὶ ἄλλων δευτερευόντων θεμάτων. Ὅταν δὲ
2428αἱ ἐργασίαι τῆς πρώτης βουλευτικῆς συνόδου ἐπερατώθησαν,
2429ὅταν αἱ πιστώσεις αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν ἀνασύστασιν τῶν
2430τριῶν Πρεσβειῶν ἐχορηγήθησαν, προῆλθεν εἰς τὸν διορισμὸν
2431τῶν τριῶν πρέσβεων. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ἡ Πρεσβεία
2432τοῦ Λονδίνου ἀπομένει εἰσέτι ἄνευ πρέσβεως, διότι ὁ μετα-
2433τεθεὶς εἰς τὴν θέσιν ταύτην ἡμέτερος πρέσβυς ἐν Κωνσταντι-
2434νουπόλει δὲν μετέβη, ἵνα ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντα αὐτοῦ, ἀλλὰ
2435τὸ περὶ τούτου διάταγμα εἰσέτι δὲν ἀνεκλήθη, καίτοι δε-
2436δημοσιευμένον ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπὶ τῇ
2437πληροφορίᾳ δέ, ὅτι οἱ διορισθέντες πρέσβεις, τοὐλάχιστον οἱ
2438δύο, μετέβησαν εἰς τὰς ἑαυτῶν θέσεις, τότε καὶ μόνον ἐνό-
2439μισεν ἐπιβαλλομένην αὐτῷ τὴν φροντίδα νὰ συντάξῃ τὰς
2440πρὸς αὐτοὺς ὁδηγίας, ὅπως ἐπιλάβωνται τοῦ ἔργου τοῦ
2441ἀφορῶντος εἰς τοῦ συμβιβασμοῦ τὴν ἐπίτευξιν.
2442Γινώσκομεν ἐκ τῆς πρὸς τὴν Βουλὴν ὁμολογίας αὐτοῦ τού-
2443του τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι αἱ ὁδη-
2444γίαι συνετάχθησαν εἰς τρία τμήματα· καὶ τὸ μὲν πρῶτον
2445τμῆμα συνετάχθη τὴν 29 Αὐγούστου 1895, τὸ δεύτερον τὴν
244611 Σεπτεμβρίου 1895, καὶ τὸ τρίτον τὴν 17 Σεπτεμβρίου
24471895.
2448Αἱ κατατεθεῖσαι εἰς τὴν Βουλὴν ἐν τῷ τετυπωμένῳ τεύ-
2449χει ὁδηγίαι τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς πρέσβεις ἡμῶν οὐδε-
2450μίαν φέρουσι χρονολογίαν.
2451§71Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Οὐδὲ ὑπογραφήν.
2452§72ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδὲ ὑπογραφήν. Ἀναγκαίως λοιπὸν
2453κατέφυγον εἰς τὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁμολογίαν τοῦ ἀξιο-
2454τίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὴν γενομένην κατὰ τὴν
2455δευτέραν βουλευτικὴν σύνοδον, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὁ ἴδιος ὡμολό-
2456γησεν, ὅτι αἱ ὁδηγίαι συνετάχθησαν εἰς τρία τμήματα, κατὰ
2457τὰς χρονολογίας, τὰς ὁποίας ἀνέφερα ὑμῖν, καὶ ὅτι ἔλαβον
2458χώραν ἑπτὰ συνεδριάσεις ἐν Παρισίοις, κατὰ τὴν 15 καὶ
245919 Δεκεμβρίου 1895, καὶ 4, 5, 13, 16 καὶ 19 τοῦ μηνὸς Ἰα-
2460νουαρίου 1896. Ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς ὁμολογίας τοῦ ἀξιο-
2461τίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως γινώσκομεν εἰσέτι, ὅτι
2462κατὰ τὰς 7 ταύτας συνεδριάσεις ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλην.
2463Κυβερνήσεως ἐξέθηκεν ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ τὸ σύστημα, τὸ
2464ὁποῖον αἱ ὁδηγίαι τῆς Κυβερνήσεως περιεῖχον πρὸς κανονι-
2465σμὸν τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους μετὰ τῶν πιστωτῶν αὐτοῦ.
2466Οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν δανειστῶν ἔλαβον σημείωσιν πασῶν
2467τῶν λεπτομερειῶν· ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἦσαν παρεσκευασμένοι νὰ
2468προβῶσιν ἀμέσως εἰς τὰς διαπραγματεύσεις, ἐζήτησαν νὰ
2469σταματήσωσιν αἱ ἐργασίαι, ἵνα συνεννοηθῶσι μετὰ τῶν ἐντο-
2470λέων των, καὶ λάβωσιν ὁδηγίας περὶ τῶν προτάσεων, ἃς
2471ἐσκόπουν νὰ ἀπευθύνωσιν. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο εὑρίσκοντο
2472κατὰ τὸ τέλος Ἰανουαρίου 1896 αἱ διαπραγματεύσεις αἱ
2473ἀφορῶσαι εἰς τὸν συμβιβασμόν.
2474Οὕτως, ὡς βλέπετε, ἀπώλοντο 7 ὅλοι μῆνες, ἀφ’ ἧς ἀνῆλ-
2475θεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
2476χωρὶς οὐδεμία μεταξὺ αὐτοῦ, ἢ τοῦ ἐκπροσωποῦντος τὴν
2477Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ὁμολο-
2478γιούχων νὰ λάβῃ χώραν συνενόησις καὶ συνάντησις. Καὶ
2479ἠκούσαμεν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως
2480τὴν αἰτιολογίαν, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον συνέτασσε τὰς ὁδηγίας,
2481οἱ πρόεδροι τῶν ἐπιτροπειῶν διέτριβον εἰς τὰς ἐξοχὰς αὑτῶν,
2482καὶ ἦτο δύσκολος, ἡ μετ’ αὐτῶν συνεννόησις. Καὶ βεβαίως
2483κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον συνήθως διατρίβουσιν ἐν ταῖς ἐξοχαῖς
2484αὐτῶν οἱ πλουσιώτεροι τῶν ἐν Λονδίνῳ καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις με-
2485γαλοπόλεσι τῆς Εὐρώπης κατοικούντων, ἀλλὰ καθ’ ὃν χρό-
2486νον ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, πάντες
2487οἱ ἀποτελοῦντες τὰς ἐπιτροπείας εὑρίσκοντο εἰς τὰς ἐν ταῖς
2488πρωτευούσαις κατοικίαις αὑτῶν. Ὡς εἶναι γνωστόν, οὗτοι
2489μένουσιν ἐν ταῖς πόλεσι καὶ τὸν Ἰούνιον καὶ τὸν Ἰούλιον
2490μῆνα.
2491Ἄν ὄντως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ἀμέριστον τὴν συνεί-
2492δησιν τῶν ὅσων ἐπηγγέλλετο πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πρὸ
2493τῶν ἐκλογῶν, ὅτι δηλαδὴ ἡ πρώτη τῆς Κυβερνήσεως ἀπο-
2494στολὴ ἦτο ἡ τοῦ συμβιβασμοῦ συντέλεσις, κατ’ ἐμὲ, ὤφειλε
2495τὴν ἑπομένην τῆς ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἀναῤῥήσεως αὑτοῦ νὰ σκε-
2496φθῇ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἔπρεπεν αἱ διαπραγματεύσεις νὰ
2497ἐπαναληφθῶσιν· ἔπρεπε πρὸ παντὸς νὰ μελετήσῃ τὸν φάκελ-
2498λον, τὸν περιλαμβάνοντα πάντα τὰ ἔγγραφα, πάντα τὰ
2499στοιχεῖα τῶν διαπραγματεύσεων τῶν ὑπὸ τοῦ προκατόχου
2500του διεξαχθεισῶν, καὶ νὰ ἀνεύρῃ τὸ σημεῖον, περὶ ὃ ἐστρέφετο
2501ἡ διαφωνία τοῦ προκατόχου αὐτοῦ πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους.
2502Διατελῶν δ’ ἐν γνώσει τούτου, ὤφειλε νὰ εἴπῃ πρὸς αὐτούς:
2503«Περὶ ἓν καὶ μόνον σημεῖον διίστασθε μετὰ τοῦ προκατόχου
2504»μου, δηλαδὴ περὶ τὴν διανομὴν τῶν προσαυξήσεων ἢ τῶν
2505»πλεονασμάτων τῶν ὑπεγγύων προσόδων· ἐπειδὴ ὅμως ἐγὼ
2506»ἐδήλωσα ἤδη πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους, ὅτι ἀποδέ-
2507»χομαι τὴν ἀρχὴν τῆς μετοχῆς ὑμῶν εἰς τὰ πλεονάσματα,
2508»προσχωρῶ εἰς τὴν ἀπαίτησιν ὑμῶν ταύτην.» Αὐτὴ ἡ δή-
2509λωσις, κατ’ ἐμὲ, ἤθελεν εἶναι ἐπαρκὴς, ἵνα συντελεσθῇ ὁ συμ-
2510βιβασμός.
2511Ἀλλ’ ἄλλως ἔδοξε τῷ ἀξιοτίμῳ Προέδρῳ τῆς Κυβερνή-
2512σεως. Προὐτίμησε σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ βοη-
2513θήσῃ αὐτὸν εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπε-
2514δίωκε. Κατέγεινεν εἰς τὸ νὰ φιλοπονήσῃ ἢ συγγράψῃ διεξο-
2515δικὰς ὁδηγίας πρὸς τοὺς πρέσβεις, τοὺς παρὰ ταῖς τρισὶν Εὐ-
2516ρωπαϊκαῖς Αὐλαῖς διαμένοντας, καὶ πρὸς αὐτοὺς νὰ εἴπῃ, ὄχι
2517ὅ,τι ἐνδιέφερεν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τὴν ἐθνικὴν, περὶ τῆς ὁποίας
2518ἐπρόκειτο, ἀλλὰ πρὸ παντὸς νὰ διατυπώσῃ ἐν ταῖς ὁδηγίαις
2519αὐταῖς τὴν ἀπολογίαν αὑτοῦ ἐπὶ τῶν σφαλμάτων, ἐξ ὧν πα-
2520ρήχθη ἡ πτώχευσις τοῦ Κράτους.
2521Ὅστις ἐξ ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, ἀνέγνωσεν ἐπισταμέ-
2522νως τὰς ὁδηγίας, τὰς δοθείσας ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου
2523τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς πρέσβεις ἡμῶν, νομίζει ὅτι ἀκούει
2524αὐτοῦ ἀγορεύοντος ἐντεῦθεν ὡς ἀντιπολιτευομένου κατὰ τοῦ
2525ἀειμνήστου Τρικούπη ὡς Πρωθυπουργοῦ. Δὲν γινώσκω διατὶ
2526ἐν προτάσεσι πρὸς τοὺς πιστωτὰς τοῦ Κράτους, εἰς τοῦ συμ-
2527βιβασμοῦ τὴν πραγματοποίησιν, ὑπέλαβεν ὁ κ. Πρωθυπουρ-
2528γὸς ὑποχρεωμένον ἑαυτὸν νὰ ἐπαναλάβῃ πάσας τὰς αἰτιάσεις,
2529ὅσας ὡς ἀντιπολιτευόμενος ἐντεῦθεν πολλάκις ἐξετόξευσε κατὰ
2530τοῦ ἀειμνήστου προκατόχου αὐτοῦ.
2531Μήπως, ἐπειδὴ, καθ’ ὃν χρόνον συνέτασσε τὰς προτάσεις
2532ταύτας, ἔζη ἀκόμη ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, μήπως ἐφο-
2533βεῖτο τὴν ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν ἐπάνοδόν του, καὶ διὰ τῶν
2534κατ’ αὐτοῦ αἰτιάσεων, ἀναγραφομένων ἐν ταῖς ὁδηγίαις ταῖς
2535ἀπευθυνομέναις πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους, ἐπεδίωκε νὰ ἐξε-
2536γείρῃ τὸ μῖσος τῶν πιστωτῶν τοῦ Κράτους κατὰ τοῦ προ-
2537κατόχου του, εἰς τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ καταστήσῃ δύσ-
2538κολον τὴν ἐπάνοδον αὐτοῦ ἐπὶ τὴν ἀρχήν; Ἢ μήπως ὑπε-
2539λάμβανεν, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον οἱ κάτοχοι τῶν χρεωγράφων
2540τῶν Ἑλληνικῶν ἀπηχθάνοντο τὸν προκάτοχον αὐτοῦ, ὥστε
2541ἀπευθύνων τοιοῦτο κατὰ τοῦ προκατόχου του κατηγορητή-
2542ριον, ἠδύνατο νὰ προσελκύσῃ τὴν ἐπιείκειαν ἢ τὴν εὐμένειαν
2543αὐτῶν πρὸς ἐπιτυχίαν ὅρων συμφερωτέρων ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνι-
2544κοῦ Κράτους; Τὸ ἐπ’ ἐμοί, δὲν δύναμαι νὰ εὕρω ἐξήγησιν
2545τῆς ἀπορίας μου ταύτης. Ἓν μόνον γινώσκω, καὶ πάντες τὸ
2546γινώσκετε, ὅτι οἱ κατέχοντες τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα ἐν τῇ
2547ἀλλοδαπῇ οὐδὲ συμπάθειαν, οὐδ’ ἐνδιαφέρον, οὐδὲ τὰ ἀντί-
2548θετα τούτων αἰσθάνονται ὑπὲρ ἢ κατὰ τῶν διαχειριζομένων
2549τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα προσώπων. Ὑπὸ μιᾶς καὶ
2550μόνης ἐπιθυμίας οὗτοι κατέχονται, πῶς ἐν τῇ συνομολογή-
2551σει τοῦ συμβιβασμοῦ νὰ ἐπιτύχωσιν ὅρους κρείσσονας ἢ συμ-
2552φερωτέρους δι’ αὐτούς.
2553Τὸ διῆκον εἰς τὰς ὁδηγίας ταύτας πνεῦμα εἶναι κυρίως νὰ
2554ἐπιῤῥιφθῶσι πάντα τὰ σφάλματα, ἐκ τῶν ὁποίων προῆλθεν ἡ
2555πτώχευσις τοῦ ἡμετέρου Κράτους, ἐπὶ τὸν ἀφ’ ἡμῶν μετα-
2556στάντα ἔξοχον πολιτικὸν ἄνδρα, τὸν προκάτοχον τοῦ κ. Πρω-
2557θυπουργοῦ. Τὸ πνεῦμα τοῦτο, ὅπερ διαπνέει τὰς πρὸς τοὺς
2558πρέσβεις ὁδηγίας, βλέπει τις καθ’ ἑκάστην ἐν τῷ περιβόλῳ
2559τούτῳ. Ὁσάκις ἐγκαλοῦνται ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου ὑπὸ
2560μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἰδίως ὑπὸ μελῶν τῆς Ἀντιπο-
2561λιτεύσεως, ἅτινα συνέπραξαν μετὰ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη,
2562βλέπομεν πάντοτε τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν καὶ τοὺς κ. κ.
2563Ὑπουργοὺς μὴ ἀπαντῶντας εἰς τὰς αἰτιάσεις τὰς κατ’ αὐ-
2564τῶν ἀπευθυνομένας, μὴ ἀπολογουμένους ἐπὶ ταῖς ἀποδιδο-
2565μέναις εἰς αὐτοὺς παραβιάσεσι τῶν νόμων ἢ τῶν ἐπαγγελιῶν
2566των, ἀλλὰ πάντοτε προσφεύγοντας εἰς τὸ παρελθὸν, καὶ ἐπι-
2567καλουμένους τοῦτο, ἵνα ἀπαντήσωσι πρὸς ἡμᾶς.
2568Καίτοι τὴν ἐξέτασιν τῶν ἀφορώντων εἰς τὸ παρελθὸν νο-
2569μίζω ἀλλοτρίαν τοῦ θέματος, εἰς ὃ ἀφορᾷ ἡ σημερινὴ συζή-
2570τησις, φρονῶ ὅμως, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ παρέλθω ἐν σιγῇ πρό
2571τινων ἐκ τῶν αἰτιάσεων, τῶν ἀναγραφομένων ἐν ταῖς ὁδηγίαις,
2572τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπέστει-
2573λε πρὸς τοὺς πρέσβεις, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ συνομολογηθῇ
2574ὁ συμβιβασμὸς, οὐ μόνον διότι αἱ αἰτιάσεις αὗται δὲν στηρί-
2575ζονται ἐπὶ τῆς ἀληθείας, ἀλλ’ ἰδίως διότι αὗται δὲν ὑπε-
2576βοήθησαν, ἀλλ’ ἔβλαψαν τὸν σκοπὸν, εἰς ὃν ὤφειλε νὰ ἀφορᾷ
2577ὁ ἐκπροσωπῶν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἤτοι τὴν ἐπίτευξιν τοῦ
2578συμβιβασμοῦ.
2579Ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπευθυνόμενος εἰς τοὺς πιστω-
2580τὰς τοῦ Κράτους, παριστάνῃ τοὺς πρὸ αὐτοῦ διαχειρισαμέ-
2581νους τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ὡς δολίως προσενεχθέντας πρὸς ἐκεί-
2582νους, ὧν ἐπεζήτουν τὰ κεφάλαια ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημο-
2583σίου, ὡς ἀποκρύπτοντας τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τῶν οἰκο-
2584νομικῶν ἡμῶν δι’ εἰκονικῶν προϋπολογισμῶν καὶ δι’ ἄλλων
2585μὴ ἠθικῶν πράξεων, τίνα ἀπεξεδέχετο τὴν ἐντύπωσιν ἐκείνων,
2586πρὸς οὓς ταῦτα παρίστανε; Δὲν ἐγίνωσκεν, ὅτι ἐνέβαλλεν εἰς
2587αὐτοὺς τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι οἱ καλούμενοι εἰς τὴν διαχείρισιν
2588τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν οὐδεμίαν δύνανται νὰ ἐμπνεύσωσιν ἐμ-
2589πιστοσύνην περὶ τῆς ἀκριβοῦς ἐκπληρώσεως ὅσων ἤθελον ἀνα-
2590λάβει τὸ Κράτος ὑποχρεώσεων; Δὲν ἐγίνωσκεν ὅτι τοὺς πι-
2591στωτὰς ἡμῶν δὲν λανθάνει, ὅτι ὡς ἐκ τοῦ ἐπικρατοῦντος παρ’
2592ἡμῖν πολιτεύματος εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναλάβωσι τὴν διοίκη-
2593σιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ἐκεῖνοι, καθ’ ὧν ἀπηύθυνε τὰς αἰ-
2594τιάσεις ὁ κ. Πρωθυπουργός; Δὲν ἐνέβαλλεν εἰς αὐτοὺς τὴν
2595ἰδέαν, ὅτι ὀφείλουσι νὰ ἐπιζητήσωσιν ὡς οἷόν τε μείζονας ἐγ-
2596γυήσεις, ἐνεχούσας καὶ αὐτὸν τὸν ξενικὸν ἔλεγχον, ὅπως ἐξα-
2597σφαλισθῶσι περὶ τῆς ἀνελλιποῦς ἐκπληρώσεως τῶν διὰ τοῦ
2598συμβιβασμοῦ ἀναληφθησομένων ὑφ’ ἡμῶν ὑποχρεώσεων; Ἰδοὺ
2599διατὶ προεβλήθησαν ὑπὸ τῶν πιστωτῶν καὶ προὐκάλεσαν
2600τὴν κατανάλωσιν μακροῦ χρόνου αἱ περὶ ἐγγυήσεων προτά-
2601σεις αὐτῶν.
2602Ὅπως πείσω ὑμᾶς περὶ τοῦ ἀντιτρικουπικοῦ πνεύματος,
2603ὅπερ ἐπεκράτησεν εἰς τὰς πρὸς τοὺς πρέσβεις ὁδηγίας τοῦ κ.
2604Πρωθυπουργοῦ, θέλω ἀναγνώσει ὑμῖν περικοπάς τινας αὐτῶν.
2605αʹ) Ἐν σελίδι 2 τῶν ὁδηγιῶν τούτων ἀναγινώσκω: «Ἂν
2606»οἱ διαχειρισαμένοι τὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους διεχειρίσθησαν
2607»αὐτὰς κακῶς ἢ ἀσκόπως, εἶναι ἄδικον νὰ καταλογίζωνται
2608»εἰς ὑπαιτιότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὰ τῆς διαχειρίσεως
2609»ἐκείνης ἐλαττώματα, ἐνῷ καὶ αὐτὸς ὑπέχει τὰ ἀπαίσια
2610»ἀληθῶς ἀποτελέσματα τῆς διαχειρίσεως ἐκείνης.»
2611βʹ) Ὁμιλῶν περὶ τῶν ὑπὸ τοῦ προκατόχου αὑτοῦ συντα-
2612χθέντων προϋπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1894 καὶ 1895, ἐπάγε-
2613ται ἐν σελίδι 5 τὸ ἑπόμενα (ἀναγινώσκει): «Καὶ οὕτω τὰ
2614»ἐτήσια ἔξοδα ἔμελλον νὰ ὑπερβῶσι κατὰ τὰ εἰρημένα τὰ
2615»72 ἑκατομμύρια. Ἐπειδὴ ὅμως συμφέρει εἰς τὸ Κράτος, τὸ
2616»μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἀναγκαίων ἐξόδων τῆς διοικήσεως
2617»ὑπόλοιπον τῶν ἐτησίων ἐσόδων νὰ ἦναι ὅσῳ τὸ δυνατὸν
2618»μεγαλείτερον, ὅπως κατορθωθῇ νὰ ἐλαττώσωμεν μέχρι τοῦ
2619»τελευταίου ὁρίου τοῦ δυνατοῦ τὰς ζημίας τῶν δανειστῶν,
2620»διὰ τοῦτο ἀναγνωρίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ καταβληθῇ πᾶσα
2621»προσπάθεια, ἵνα μειωθῶσι τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως ὅσῳ τὸ
2622»δυνατὸν περισσότερον, ὅπως μὴ ὑπερβαίνωσι τὰ 67 ἑκα-
2623»τομμύρια κατ’ ἔτος. Οὕτω δὲ θέλομεν ὑπολογίσει ἔσοδα
2624»ἐτήσια 87 ἢ 88 ἑκατομμύρια, ἔξοδα διοικήσεως 67 ἑκα-
2625»τομμύρια, θέλομεν δὲ λάβει ὡς βάσιν τῶν πρὸς κανονισμὸν
2626»τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ ἐρ-
2627»γασιῶν ὑπόλοιπον ἐσόδων 20 ἢ 21 ἑκατομμυρίων δραχμῶν
2628»εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, προωρισμένων ἀποκλειστικῶς
2629»διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους.»
2630γʹ) Ὁμιλῶν περὶ ὀφειλῶν τοῦ δημοσίου ταμείου ἐκ τῶν
2631παρελθουσῶν διαχειρίσεων πρὸς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας,
2632ὡς ἐσφαλμένως μὴ καταλογισθεισῶν εἰς τὰ ἔξοδα τῆς διοι-
2633κήσεως τῶν παρελθουσῶν χρήσεων, καὶ ἐξαιρῶν μόνην τὴν
2634χρῆσιν τοῦ 1891, ὡς ὑπ’ αὐτοῦ διαχειρισθεῖσαν, ἀναγράφει
2635τὴν ἑξῆς σκέψιν ἐν σελίδι δεκάτῃ ἑβδόμῃ (ἀναγινώσκει):
2636«Διὰ ποῖον λόγον ἐπράττετο τοῦτο ὑπὸ τοῦ κατὰ τὰ ἔτη
2637»ἐκεῖνα Ὑπουργείου, δὲν εἶναι χρήσιμον νὰ ἐξετασθῇ· ἀλλὰ
2638»εἴτε ἐπράττετο διὰ ν’ ἀφαιρῶνται ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδο-
2639»ποιίας τὰ χρηματικὰ μέσα αὐτοῦ, ὥστε νὰ περιέλθῃ εἰς
2640»ἀνικανότητα τῶν πρὸς τοὺς κατασκευάζοντας τὰς ὁδοὺς
2641»ὑποχρεώσεών του καὶ δημιουργηθῇ καὶ ὁ λόγος οὗτος πρὸς
2642»δικαιολογίαν τῆς καταργήσεώς του, εἴτε ἐπράττετο διότι
2643»τὰ ἔσοδα τοῦ δημοσίου ταμείου δὲν ἐπήρκουν εἰς ἐκπλήρω-
2644»σιν τῶν ὑποσχέσεων αὐτοῦ καὶ ἕνεκα τούτου δὲν ἀπεδί-
2645»δοντο ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας τὰ ὀφειλό-
2646μενα, τυγχάνει πάντοτε βέβαιον...» κλπ.
2647δʹ) Ἐπιθυμῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ν’ ἀποδείξῃ τὰ ἔξοδα
2648τῶν ἓξ τελευταίων ἐτῶν ὡς ἀνώτερα τῶν πράγματι ἀναγρα-
2649φέντων ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς, λόγῳ ὅτι δὲν κατελογίσθησαν
2650τὰ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας ὀφειλόμενα, προῆλθεν εἰς
2651τὴν προσθήκην αὐτῶν (λίαν ἐσφαλμένως, ὡς θέλω ἀποδείξει).
2652Ἐν τέλει δὲ τῆς περὶ πιθανῶν ἐτησίων ἐξόδων μελέτης αὐτοῦ,
2653ἐν σελίδι 18, ἐπάγεται τὰ ἑπόμενα (ἀναγινώσκει):
2654«Καίριον ὄντως εἶχε παρατηρηθῆ ἐλάττωμα κατὰ τὴν ἐν
2655»τοῖς προϋπολογισμοῖς ἀναγραφὴν τῶν ἐξόδων κατὰ τὰ ἔτη
2656»ἐκεῖνα, ἡ ἔλλειψις ἀκριβείας, ἧς ἕνεκα περιεκαλύπτετο ἡ
2657»ἀληθὴς τῶν σχέσεων τοῦ ταμείου κατάστασις. Ἂν τοῦτο
2658»ἐγίγνετο ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας, ἵνα παρασταθῶσι τὰ ἔξοδα
2659»ἐλάσσω τῶν ἐσόδων, καὶ ἑπομένως περίσσευμα, ἢ ἂν ἄλλοι
2660»σκοποὶ ὑπηγόρευσαν τοῦτο, δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν·
2661»τὸ γιγνόμενον ὅμως ἦτο ἐλάττωμα καίριον.»
2662Σημειωτέον ὅμως ἐνταῦθα, ὅτι μεταξὺ τῶν ἓξ ἐτῶν, τὰ
2663ὁποῖα ἀναγράφει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, περιλαμ-
2664βάνονται καὶ δύο ἔτη, τὰ ἔτη 1890 καὶ 1891, κατὰ τὰ
2665ὁποῖα οὗτος διεχειρίσθη τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους.
2666εʹ) Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς γνωστὸν, προσεχώρησεν, ἀφ’
2667ἧς ὡμίλει ἐνώπιον τῶν ἐκλογικῶν συλλόγων, εἰς τὰς προτά-
2668σεις τῶν ὁμολογιούχων περὶ τῆς διανομῆς τῶν προσαυξήσεων
2669τῶν ὑπεγγύων προσόδων, θέλων δὲ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν
2670ὑπὲρ τοῦ Κράτους διάθεσιν τῶν ⅗ τῶν τοιούτων αὐξήσεων,
2671ὅπως οὕτως αὐξηθῶσι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἐπάγεται ἐν
2672σελίδι εἰκοστῇ (ἀναγινώσκει):
2673«Ἀποβαίνει δ’ ἀπαραίτητος τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους ἡ
2674»αὔξησις, ἀφοῦ κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην ἡ κατὰ Δε-
2675»κέμβριον τοῦ 1893 ἐπικηρυχθεῖσα ἀνικανότης τοῦ δημο-
2676σίου ταμείου πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ δὲν
2677»ἐπῆλθεν ἕνεκα τῆς ἐντάσεως τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας,
2678»ὡς ἰσχυρίζοντο οἱ τότε κυβερνῶντες, ἀλλ’ ἐπῆλθεν ἕνεκα
2679»τῆς ὑπὲρ τὰς δυνάμεις τῆς χώρας αὐξήσεως τῶν ἐξόδων τοῦ
2680»Κράτους, πρὸς ἀπότισιν τῶν ὁποίων δὲν ἐπήρκουν τὰ τακτικὰ
2681»αὐτοῦ ἔσοδα, καὶ ἂν ἡ τιμὴ τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου
2682»ἤθελεν ἐξισωθῆ πρὸς τὴν τοῦ χρυσοῦ.»
2683Παρέθηκα ὑμῖν τὰς κυριωτέρας τῶν αἰτιάσεων, τὰς ὁποίας
2684ἐξετόξευσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τῶν ὑπὸ τὴν προεδρείαν
2685τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη Κυβερνήσεων. Ἐπιβάλλεται νῦν
2686ἡμῖν τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν αἱ αἰτιάσεις αὗται
2687ἦναι βάσιμοι ἢ μή.
2688Αʹ αἰτίασις. — «Ἂν οἱ διαχειρισάμενοι τὰς ὑποθέσεις τοῦ
2689Κράτους κλπ.»
2690Ὁ ἀναγινώσκων τὴν περικοπὴν ταύτην τῶν ὁδηγιῶν τοῦ
2691κ. Πρωθυπουργοῦ ὑποθέτει, ὅτι κρατεῖ ἐν Ἑλλάδι μοναρχι-
2692κὸν πολίτευμα καὶ οὐχὶ συνταγματικὸν ἢ μᾶλλον κοινοβου-
2693λευτικόν.
2694Τῶν τῆς παρελθούσης διαχειρίσεως ἐλλειμμάτων ὑπαίτιοί
2695εἰσι πάντες οἱ ἀπὸ τοῦ 1862 καὶ ἐντεῦθεν κυβερνήσαντες τὴν
2696χώραν. Τοῦτο ἀπεδείχθη ἐν εἰδικαῖς συζητήσεσιν, αἵτινες διεξ-
2697ήχθησαν ἐνταῦθα πρὸς ἀναίρεσιν τῶν καθ’ ἑνὸς καὶ μόνον
2698ἐκ τῶν κυβερνησάντων ἐπιῤῥιφθεισῶν ἐκ τοῦ πολιτικοῦ ἀντα-
2699γωνισμοῦ αἰτιάσεων. Ἀλλὰ πᾶσαι αὗται αἱ Κυβερνήσεις ὑπε-
2700δείχθησαν καὶ ἐπεβλήθησαν ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ
2701ὑπὸ τῶν παρ’ αὐτοῦ ἐκλεχθέντων νομίμως ἀντιπροσώπων,
2702κρατοῦντος μάλιστα καθ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς διαστάσεις κατὰ
2703τὴν παρελθοῦσαν εἰκοσαετίαν τοῦ δόγματος τῆς δεδηλωμέ-
2704νης. Ἀνεξήγητον κατ’ ἀκολουθίαν ἀποβαίνει, πῶς ὁ κύριος
2705Πρωθυπουργὸς, ὅστις εἶναι προϊὸν τῆς δεδηλωμένης, καὶ ὅστις
2706συνεχῶς ἐπικαλεῖται τὴν ὑπὲρ αὐτοῦ ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλ-
2707ληνικοῦ λαοῦ, προσπαθεῖ ἐν τόπῳ μὴ προσήκοντι καὶ ἄνευ
2708ἀνάγκης ν’ ἀπαλλάξῃ ἑαυτὸν ἐκ τοῦ καταλογισμοῦ τῶν
2709ἀποτελεσμάτων τῆς ἐν τῷ παρελθόντι διοικήσεως,
2710Βʹ αἰτίασις. — «Καὶ οὕτω τὰ ἐτήσια ἔξοδα ἔμελλον νὰ
2711»ὑπερβῶσι, κατὰ τὰ εἰρημένα, τὰ 72 ἑκατομμύρια...»
2712Εἶναι ἆρά γε ἀκριβὴς ὁ ὑπολογισμὸς οὗτος; εἶναι ἆρά γε ὁ
2713κ. Πρωθυπουργὸς συνεπὴς πρὸς τὰ πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλ-
2714λόγους ὑπ’ αὐτοῦ ἐπαγγελθέντα καὶ πρὸς τὰ ἐντεῦθεν ἐπανα-
2715ληφθέντα, ὅτι ὄντως κατώρθωσε νὰ περιορίσῃ τὰ ἔξοδα τῆς
2716διοικήσεως εἰς τὸ ποσὸν τῶν 67 ἑκατομμυρίων; Ὅταν τις
2717παρουσιάζῃ ὡς ἑαυτοῦ κατόρθωμα τὸν περιορισμὸν τῶν δα-
2718πανῶν τῆς διοικήσεως εἰς τὸ ποσὸν τῶν 67 ἑκατομμυρίων, ὁ
2719ἀκούων ταῦτα ὑποθέτει, ὅτι οἱ προκάτοχοι αὐτοῦ τὰ ἔξοδα
2720τὰ κανονικὰ τῆς διοικήσεως εἶχον ἀναβιβάσει πέραν τοῦ
2721ποσοῦ τῶν 67 ἑκατομμυρίων.
2722Ὅπως ἐξηγήσω τὴν γεννηθεῖσαν ἐν ἐμοὶ ἀπορίαν, ὑπέλαβον
2723ὅτι ἔπρεπε νὰ προστρέξω εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς τοῦ Κράτους,
2724διὰ νὰ ἴδω, ἐὰν τῷ ὄντι οἱ προκάτοχοι τοῦ ἀξιοτίμου Προέ-
2725δρου τῆς Κυβερνήσεως εἶχον ἀναβιβάσει τὰ ἔξοδα τὰ κανο-
2726νικὰ τῆς διοικήσεως εἰς ποσὸν ὑπερβαῖνον τὰ 67 ἑκατομμύ-
2727ρια. Καὶ λαμβάνω προχείρως τὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως
2728τοῦ 1894, εἰς τὸν ὁποῖον παρατηρῶ, ὅτι τὰ πληρωθέντα ἐν
2729ὅλῳ ἔξοδα ἀνῆλθον εἰς τὸ ποσὸν τῶν 85,153,375· ἀφαιρου-
2730μένων τῶν δαπανηθεισῶν διὰ σιδηροδρόμους δρ. 920,000,
2731ὑπολείπονται 84,233, 375, ἀφαιρουμένων δὲ ἐκ τούτων τῶν
2732πληρωθεισῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους δραχ.
273322,234,478, ἀποδεικνύεται, ὅτι αἱ τακτικαὶ τῆς διοικήσεως
2734κατὰ τὸ 1894 δαπάναι ἀνῆλθον εἰς τὸ ποσὸν 61,948,897.
2735Ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ ἑτέρας πρὸ τοῦ 1894 χρήσεις διεχειρί-
2736σθη ὁ προκάτοχος τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ὑπέλαβον, ὅτι
2737ἔπρεπε καὶ εἰς προηγουμένων ἐτῶν χρήσεις νὰ καταφύγω. Μή-
2738πως κατὰ τὸ 1893 τὰ τακτικὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως ἀνῆλ-
2739θον ἢ ὑπερέβησαν τὰ 67,000,000; Ἰδοὺ τί ἀναγινώσκω
2740εἰς τὸν ἀπολογισμόν, τὸν ὑποβληθέντα πρό τινων ἡμερῶν
2741ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τῆς χρήσεως τοῦ 1893:
2742Τὰ πληρωθέντα τακτικὰ ἔξοδα ἀνῆλθον εἰς 87,250,900.
2743Ἐπληρώθη διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ποσὸν
274426,248,213· ἑπομένως τὰ τακτικὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως
2745ἀνῆλθον εἰς 61,002,617. Πᾶσαι ὡσαύτως αἱ πρὸ τοῦ 1893
2746χρήσεις ἃς θέλω βραδύτερον, περὶ τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν
2747ὁδοποιίαν ποσοστῶν πραγματευόμενος, ἀναφέρει ὑμῖν, τὰ ἔξοδα
2748τὰ κανονικὰ τῆς διοικήσεως, κατὰ τοὺς ἀπολογισμοὺς καὶ
2749κατὰ τὰ ἐπίσημα κείμενα, οὐδέποτε ὑπερέβησαν τὰ 60 ἢ
275061 ἑκατομμύρια.
2751Ἀλλ’ ἆρά γε ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κα-
2752τώρθωσε νὰ ἐλαττώσῃ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως εἰς ποσὸν
2753κατώτερον ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχον ἀνέλθει ἐπὶ τῶν προ-
2754κατόχων αὐτοῦ; Κατώρθωσε νὰ περιορίσῃ ταῦτα εἰς τὸ πο-
2755σόν, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξεν, ὁμιλῶν πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλ-
2756λόγους, ἢ ἀγορεύων πρὸς τὴν Βουλήν, ἢ συντάσσων τὰς πρὸς
2757τοὺς πρέσβεις περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ ὁδηγίας; Λαμβάνω τὸν
2758ἀπολογισμὸν τοῦ 1895. Δὲν εἶναι μὲν εἰσέτι δεδημοσιευμέ-
2759νος, ὡς γινώσκετε, ὁ ἀπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1895,
2760ἔχομεν ὅμως ὑπ’ ὄψιν τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τῶν εἰσ-
2761πράξεων καὶ δαπανῶν μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1896, καὶ
2762γινώσκομεν ἐκ τῆς πείρας τοῦ παρελθόντος, ὅτι αἱ προσωριναὶ
2763αὗται καταστάσεις κατ’ ἐλάχιστον διαφέρουσι πρὸς τοὺς
2764ἀπολογισμούς. Κατὰ τὴν κατάστασιν λοιπὸν ταύτην, τὰ
2765ἔξοδα ἀνῆλθον εἰς τὸ ποσὸν δρ. 91,353,984, ἐπληρώθησαν
2766δὲ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους 22,751,155, ἀπέ-
2767μειναν δὲ δαπάναι ἐκ δραχμῶν 68,602,829. Ἀλλὰ δὲν εἶ-
2768ναι μόνον τὰ ποσὰ ταῦτα τὰ πραγματικὰ τῆς διοικήσεως
2769ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1895. Εἰσὶ καὶ ἕτερα, τὰ ὁποῖα δὲν
2770κατελογίσθησαν εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1895 ἕνεκεν ὀλι-
2771γωρίας τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας.
2772Εἶχον ἀπευθύνει πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυ-
2773βερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ἐπερωτή-
2774σεως τὴν παράκλησιν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατὶ δὲν
2775ἐφαίνοντο καταλογισθέντα τὰ γενόμενα ἔξοδα εἰς βάρος τῆς
2776πιστώσεως, ἡ ὁποία ἀναγράφεται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν
2777τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δι’ ἀπόδοσιν
2778εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν καὶ δημοτικὴν ὁδοποιίαν ἐκ δραχμῶν
2779500,000. Ἀπαντῶν ἐπληροφόρησε τὴν Βουλήν, ὅτι τῷ
2780ὄντι τῆς πιστώσεως ταύτης ἐγένετο πλήρης χρῆσις, ἀλλὰ
2781ἕνεκα τοῦ ἐκκρεμοῦς τῶν σχετικῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων
2782δὲν κατελογίσθη.
2783Εἶχον ἐπίσης δι’ ἐπερωτήσεως παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον
2784Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν,
2785διατὶ εἰς βάρος τῆς πιστώσεως τῆς ἀναγραφομένης εἰς τὸ
2786Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν «καταθέσεις ἐκ τῶν ἐκπαιδευ-
2787τικῶν τελῶν πρὸς ἀνέγερσιν δημοτικῶν σχολείων», διατὶ δὲν
2788ἐξεδόθησαν τὰ προσήκοντα ἐντάλματα καὶ δὲν κατελογίσθη-
2789σαν εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1895, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουρ-
2790γὸς ἀπήντησε μόνον ὡς πρὸς τμῆμά τι τῶν ἐξ ἐκπαιδευτι-
2791κῶν τελῶν εἰσπράξεων, ὅτι εἶχον ἀληθῶς πρὸ πολλοῦ κατα-
2792τεθῆ παρὰ τῇ Τραπέζῃ Ἠπειροθεσσαλίας δραχ. 422,000,
2793ἀλλ’ ἡ κεχορηγημένη πίστωσις ἦτο ἐλάσσων, ὡς ἐκ τούτου
2794δὲ ζητεῖται νῦν πίστωσις, ὑπὸ τὸν τίτλον «κεκλεισμέναι χρή-
2795σεις», ἐκ δραχμῶν 94,019.
2796Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὸ ποσὸν τοῦτο· διότι ἀπὸ ἐκπαι-
2797δευτικὰ τέλη εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1895 δρ. 1,222,000.
2798Ἐξ αὐτῶν, περιλαμβανομένων καὶ τῶν 94,000, δι’ ἃς ζη-
2799τεῖται νῦν πίστωσις ὑπὸ τὸν τίτλον «κεκλεισμέναι χρήσεις»,
2800κατετέθησαν 422,019, ὑπολείπονται δ’ εἰσέτι 800,000. Ἐξ
2801αὐτῶν δὲν δύνασθε ν’ ἀφαιρέσητε ἢ μόνον ποσὸν 150,000
2802διὰ συνδρομὴν ὑπὲρ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ διὰ μισθοδοσίαν
2803τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων κατὰ τὸν σχετικὸν νόμον, ὥστε
2804ὑφίσταται εἰσέτι ὡς δαπάνη κανονικὴ τὸ ὑπόλοιπον ἐκ δρ.
2805649,763 εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1895.
2806Ἑπομένως τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1895
2807τῶν τακτικῶν ἀνέρχεται εἰς δραχ. 69,846.61. Ὥστε καὶ
2808ὡς πρὸς τοῦτο ἡ ἐπαγγελία τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυ-
2809βερνήσεως δὲν ἐπραγματοποιήθη.
2810Γʹ αἰτίασις. «Διὰ ποῖον λόγον ἐπράττετο τοῦτο, προ-
2811»κειμένου περὶ τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας
2812»ποσοστῶν, ὑπὸ τοῦ κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα Ὑπουργείου, δὲν
2813»εἶναι χρήσιμον νὰ ἐξετασθῇ. Ἀλλ’ εἴτε ἔπραττε τοῦτο ἐξ
2814»ἄλλων λόγων, εἴτε διὰ νὰ φαίνωνται τὰ ἔξοδα ὀλιγώ-
2815τερα...» κλπ.
2816Κατὰ τὰς ὁδηγίας τὰς πρὸς τοὺς πρέσβεις, δὲν κατελο-
2817γίσθησαν εἰς βάρος τῆς χρήσεως τῶν ἐτῶν 1889, 1890, 1892
2818τί ποσὸν νομίζετε; 9,293,802. Ἵνα δὲ δυνηθῇ νὰ παρα-
2819στήσῃ πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους, ὁποῖα ἦσαν τὰ πραγματικὰ
2820ἔξοδα τῆς διοικήσεως κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, προῆλθε μό-
2821νος διὰ τῶν ὁδηγιῶν εἰς τὸν καταλογισμὸν τῶν 9,293.802
2822εἰς βάρος τῶν χρήσεων 1880, 1890, 1892. Κατὰ τὰς ὁδη-
2823γίας, κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1889 τὸ Δημόσιον εἶχε κατακρα-
2824τήσει ἀπὸ ποσοστὰ τῆς ὁδοποιΐας τὸ ποσὸν δρ. 3,248,325,
2825κατὰ τὸ 1890 τὸ ποσὸν δρ. 1,545,477, καὶ κατὰ τὸ 1892 τὸ
2826ποσὸν δρ. 4,500,000 ἤτοι τὸ ὅλον 9,293,802. Μοὶ ἐφάνη,
2827ὅταν ἀνέγνων τὰς ὁδηγίας ταύτας, ὅτι ἦτό τι ἀκατανόητον,
2828πῶς τὰ ποσοστὰ τὰ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἀνήκοντα
2829δὲν ἀπεδόθησαν εἰς αὐτό· πῶς οἱ ἐπιμελούμενοι τὰ συμφέ-
2830ροντα τῆς ὁδοποιΐας δὲν ἐμερίμνησαν ἐγκαίρως, ὥστε νὰ ἀνα-
2831λάβωσιν ὅσα ποσοστὰ εἶχον εἰσπραχθῆ· ἠναγκάσθην ἕνεκα
2832τούτου νὰ ἀπευθύνω πρὸ ἡμερῶν δι’ ἐπερωτήσεως παράκλησιν
2833εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα προσαγάγῃ
2834εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἐμ-
2835φαίνουσαν, ὁποία ὑπάρχει καθυστέρησις μεταξὺ τῶν εἰσπρα-
2836χθέντων καὶ τῶν ἀποδοθέντων εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας.
2837Ἔσχε τὴν καλωσύνην ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
2838σεως νὰ καταθέσῃ τὴν κατάστασιν ταύτην, ἥτις τυπωθεῖσα
2839εὑρίσκεται νῦν εἰς χεῖρας ἁπάντων τῶν Βουλευτῶν. Λυποῦ-
2840μαι, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργός, πρὶν ἢ συντάξῃ καὶ ἀπο-
2841στείλῃ τὰς πρὸς τοὺς πρέσβεις ὁδηγίας, τὰς κοινοποιηθείσας
2842ἤδη πρὸς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, δὲν ἐζήτησε τὰς ἀναγκαίας
2843πληροφορίας παρὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, πρὶν ἢ προκα-
2844λούμενος παρ’ ἐμοῦ προσαγάγῃ τὴν κατάστασιν ταύτην εἰς
2845τὴν Βουλὴν, καθόσον οὕτω δὲν ἤθελε περιπέσει εἰς τοιοῦτον
2846σπουδαῖον λάθος.
2847Κατὰ τὴν κατάστασιν ταύτην, ἔμεινε τῷ ὄντι ἐκ τῆς
2848χρήσεως τοῦ 1889 ὀφειλόμενον εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας
2849τὸ ποσὸν δραχ. 2,379,860.73, ἀλλ’ ὁ προκάτοχος τοῦ κ.
2850Πρωθυπουργοῦ, κατὰ τοῦ ὁποίου τοσαύτας ἀπηύθυνεν αἰτιά-
2851σεις, ἐφρόντισεν, ὥστε εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1892 νὰ
2852αἰτήσηται πίστωσιν ὑπὸ τὸν τύπον τῶν κεκλεισμένων χρήσεων
2853καὶ νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας τὸ ποσὸν
2854τοῦτο, ὥστε ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1889, εἰς βάρος τῆς
2855ὁποίας κατελόγισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς 3,248,325, δὲν ἔμεινεν
2856ὀφειλόμενον οὐδὲ λεπτόν. Ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1890, εἰς
2857βάρος τῆς ὁποίας κατελόγισε τὸ ποσὸν τῶν 1,545,477, φαί-
2858νεται πράγματι, ὅτι ἀπέμεινεν, ἕνεκα λόγων ὑπηρεσιακῶν, ἰδίᾳ
2859δὲ ἕνεκα τῆς ἀρνήσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου πρὸς θεώρη-
2860σιν τῶν σχετικῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων, ποσὸν περίπου
28611,000,000, διότι τὰ μὲν καθαρισθέντα ποσοστὰ τοῦ τα-
2862μείου τῆς ὁδοποιΐας ἀνῆλθον εἰς 4,075,711, τὰ δὲ ἀποδο-
2863θέντα εἰς 2,954,522, ὥστε ὑπελείφθησαν 1,121,189.
2864Ἀλλ’ ἐπὶ τῷ μὴ καταλογισμῷ τοῦ ποσοῦ τούτου εἰς
2865βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1890 τίς εἶναι ὁ ὑπέχων εὐθύνην;
2866Γινώσκετε πάντες, καὶ οἱ ἐπὶ μικρὸν ἀσχοληθέντες εἰς τὰ οἰκο-
2867νομικὰ ἡμῶν, ὅτι τὰ ποσοστὰ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας
2868ἐκκαθαρίζονται κατὰ τὴν λῆξιν ἑκάστης χρήσεως. Κατὰ τὴν
2869λῆξιν τῆς χρήσεως τοῦ 1890 διεχειρίζετο τὰ οἰκονομικὰ ὁ
2870ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀφοῦ δὲ ἀπέμεινεν
2871ὀφεῖλον τὸ Δημόσιον πρὸς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας τὸ ποσὸν
2872τῶν δρ. 1,121,000, βεβαίως οὐδεὶς ἄλλος ὑπέχει τὴν περὶ
2873τούτου εὐθύνην, πλὴν τοῦ ἰδίου.
2874Κατελόγισε προσέτι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἰς βάρος τῆς
2875χρήσεως τοῦ 1892 ποσὸν σπουδαιότατον, ἤτοι τὸ ποσὸν
2876τῶν δρ. 4,500,000. Κατὰ τὴν κατάστασιν τοῦ Γεν. Λογι-
2877στηρίου, τὴν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν κατατεθεῖσαν εἰς τὴν
2878Βουλήν, τὰ ἐκκαθαρισθέντα ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας
2879ποσοστὰ ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1892 ἀνῆλθον εἰς τὸ ποσὸν δρ.
2880876,067, τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο ἐγκαίρως, ἤτοι διαρκούσης τῆς
2881χρήσεως, ἀπεδόθη εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Εἶναι δὲ
2882γνωστὸς ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον τὰ ποσοστὰ τοῦ ταμείου
2883τῆς χρήσεως τοῦ 1892 ἦσαν τόσον ὀλίγα, διότι κατὰ τὸ
2884ἔτος τοῦτο ἐπῆλθεν ἡ κατάργησις τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας
2885πρὸ τῆς λήξεως τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ 1892. Οἱ ἀριθ-
2886μοὶ, τοὺς ὁποίους παρέθηκα, ἐλήφθησαν, ἐπαναλαμβάνω, ἐκ τῆς
2887ἐπισήμου καταστάσεως τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, τῆς κατατε-
2888θείσης εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰσὶν ἑπο-
2889μένως ἀνεπίδεκτοι ἀμφισβητήσεως.
2890Ὥστε ἐν τῷ ἀναγραφομένῳ εἰς τὰς πρὸς τοὺς πρέσβεις
2891ὁδηγίας ποσῷ ὡς μὴ κατελογισθέντι εἰς βάρος τῶν κανονικῶν
2892ἐξόδων τῶν παρελθουσῶν χρήσεων παρεισέφρησε λάθος εἰς
2893βάρος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, μικρὸν μὲν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε
2894ἄξιον τῆς ἡμετέρας προσοχῆς, ἐκ δραχμῶν 8,000,000.
2895Ἐὰν λοιπὸν ἐπανορθώσωμεν τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
2896γοῦ γενόμενα λάθη διὰ τῆς εἰς τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως
2897προσθήκης ἰδανικῶν ὀφειλῶν τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸ ταμεῖον
2898τῆς ὁδοποιΐας, ἔχομεν κανονικὰ ἔξοδα διοικήσεως κατὰ τὰς
2899παρελθούσας χρήσεις τὰ ἑπόμενα. Κατὰ τὸ 1888 δραχ.
290060,679,365. Κατὰ τὸ 1889, διὰ τῆς προσθήκης τῶν εἰς βάρος
2901τῆς χρήσεως τοῦ 1892 πληρωθέντων ποσοστῶν τοῦ ταμείου τῆς
2902ὁδοποιΐας ἐκ δραχ. 2,379,860, τὸ ποσὸν δραχ. 60,724,949.
2903Κατὰ τὸ 1890, διὰ τῆς προσθήκης τῶν ὀφειλομένων εἰσέτι
2904ποσοστῶν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ἐκ δραχ. 1,000,000
2905περίπου, τὸ ποσὸν δραχ. 62,567,214. Κατὰ τὸ 1991 τὰ
2906ἔξοδα τῆς διοικήσεως ἀνῆλθον εἰς δραχ. 60,804,314.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2907Κατὰ τὸ 1892 τὰ πληρωθέντα ἐν ὅλῳ ἔξοδα ἀνῆλθον
2908εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 97,702,266
2909Ἐπληρώθησαν διὰ τὸ δημόσιον χρέος 35,741,612
2910Ἤτοι τακτικὰ ἔξοδα διοικήσεως 61,960,654
2911(καὶ οὐχὶ 61,600,970, ὡς ἀναγράφει ταῦτα ὁ κ. Πρωθυ-
2912πουργὸς ἐν ταῖς πρὸς τοὺς πρέσβεις ὁδηγίαις).
2913Ἐκ τούτων ὅμως δέον νὰ ἐκπεσθῶσι τὰ πληρωθέντα εἰς
2914τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ὡς ὀφειλόμενα αὐτῷ ἐκ ποσο-
2915στῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1889, εἰς βάρος τῆς ὁποίας προσέθηκα
2916ἤδη ταῦτα, πρὸς παράστασιν τῶν πραγματικῶν ἐξόδων τοῦ
29171889, ἤτοι τὸ ποσὸν δραχ. 2,379,860. Οὕτω τὰ ἔξοδα τῆς
2918διοικήσεως τοῦ ἔτους 1892 ἀνῆλθον εἰς δραχ. 59,580,794.
2919Προηγουμένως παρέθηκα ὑμῖν τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως
2920τοῦ ἔτους 1893, ἀνερχόμενα εἰς δραχ. 61,002,617, καὶ τῆς
2921χρήσεως 1894, ἀνελθόντα εἰς δραχ. 61,948,897.
2922Ἐκ τῶν ἀριθμῶν τούτων, οἵτινες ἐλήφθησαν ἐκ τῶν ἀπο-
2923λογισμῶν καὶ ἐκ τῶν ἐπισήμων κειμένων, συνάγεται, ὅτι τὰ
2924ἔξοδα τῆς διοικήσεως ἀπὸ τοῦ 1888 μέχρι τοῦ 1894 δὲν
2925ὑπερέβησαν τὸ ποσὸν τῶν 62,000,000.
2926Ὑμῖν δ’ ἀπόκειται νῦν νὰ κρίνητε, ἂν εἰς ὁδηγίας, τῶν
2927ὁποίων δὲν ἦτο ὁ σκοπὸς νὰ ἀποδειχθῇ ἂν τὸ ταμεῖον τῆς
2928ὁδοποιίας εἶχε λαμβάνειν παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἂν τὰ
2929ἔξοδα τῆς διοικήσεως ἦσαν πολλὰ ἢ ὀλίγα, νὰ κρίνητε,
2930ἐπαναλαμβάνω, ἂν ἐπετρέπετο τοιαύτη ἀνακρίβεια, καὶ ἂν πρὸ
2931πάντων ἦτο κατόρθωμα τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερ-
2932νήσεως ὁ περιορισμὸς τῶν δαπανῶν τῆς διοικήσεως εἰς τὸ
2933ποσὸν τῶν 67,000,000, ἀφοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν δὲν ὑπερέ-
2934βαινον τὰ 62,000,000.
2935Δʹ αἰτίασις. «Καίριον ὄντως εἶχε παρατηρηθῆ ἐλάτ-
2936»τωμα κατὰ τὴν ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς ἀναγραφὴν τῶν
2937»ἐξόδων κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα ἡ ἔλλειψις ἀκριβείας...»
2938Καὶ τὴν ἔλλειψιν ἀκριβείας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξάγει ἐκ τοῦ
2939γεγονότος, ὅτι δὲν κατελογίσθησαν εἰς βάρος τῶν δαπανῶν
2940τῆς διοικήσεως κατὰ τὰ παρελθόντα 8 ἔτη τὰ ποσὰ τὰ δῆθεν
2941ὀφειλόμενα εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας. Ὡς ἀπέδειξα ἤδη
2942ὑμῖν, ὁ προκάτοχος τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνή-
2943σεως ἀπέδωκε πλήρη τὰ ποσοστὰ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας,
2944καὶ οὐδεμία ἐκ τῶν ὑπ’ ἐκείνου διαχειρισθεισῶν χρήσεων ὑπάρ-
2945χει ὀφειλή. Ἂν ὑπάρχῃ εἰσέτι μικρὰ ὀφειλή, αὕτη ἀνάγεται
2946εἰς τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διε-
2947χειρίζετο τὰ οἰκονομικά.
2948Ὅταν ὁμιλῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν ταῖς ὁδηγίαις περὶ
2949ἀνακριβείας τῶν προϋπολογισμῶν ἢ ἀπολογισμῶν τοῦ πα-
2950ρελθόντος, ἐπαναλαμβάνει τὰς αἰτιάσεις, ἃς ἠκούσαμεν ἐντεῦ-
2951θεν πολλάκις ἐκτοξευθείσας ὑπ’ αὐτοῦ κατὰ τῆς προκατόχου
2952Κυβερνήσεως.
2953Ἔχομεν καὶ ἑτέραν, πέμπτην αἰτίασιν, ἧς, ὁμολογῶ καὶ
2954πάλιν, δὲν ἠδυνήθην νὰ διαγνώσω τὸν σκοπόν. «Ἡ ἀνικανό-
2955»της τοῦ δημοσίου ταμείου δὲν ἐπῆλθεν ἕνεκα τῆς ἐντάσεως
2956»τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας, ὡς ἰσχυρίζοντο οἱ τότε κυ-
2957»βερνῶντες, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ὑπὲρ τὰς δυνάμεις τῆς χώρας
2958»αὐξήσεως τῶν ἐξόδων, πρὸς ὧν τὴν ἀπότισιν δὲν ἐπήρκουν
2959»τὰ τακτικὰ ἔσοδα αὐτοῦ, καὶ ἂν ἡ τιμὴ τοῦ τραπεζικοῦ
2960»γραμματίου ἤθελεν ἐξισωθῆ πρὸς τὴν τοῦ χρυσοῦ.»
2961Ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως
2962δὲν εἶναι νέος. Τὸ πρῶτον προέβαλεν αὐτὸν, ὅτε ἐξηλέγ-
2963χετο κατὰ τὸ 1894 ἡ πολιτεία τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης
2964ἐν τῷ θέματι τοῦ συμβιβασμοῦ. Δὲν νομίζω, ὅτι δύναται νὰ
2965καταλογισθῇ εἰς βάρος μου ὡς ὑπερβασία ἐκ τοῦ θέματος ἡ
2966περὶ τούτου συζήτησις, ἀφοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ
2967προεβλήθη ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος ἐν τῷ θέματι τῶν διεξαχθει-
2968σῶν διαπραγματεύσεων περὶ συμβιβασμοῦ ὑπὸ τῆς προκατό-
2969χου Κυβερνήσεως. Εἶχον τότε ἀφορμὴν νὰ ἀγορεύσω ἐντεῦ-
2970θεν, καὶ ἀπέδειξα δι’ ἐπισήμων κειμένων, ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς
2971οὗτος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διατελοῦντος τότε
2972εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν ἦτο βάσιμος. Ἐνόμι-
2973ζον, ὅτι εἶχε λάβει τὸν κόπον ἐν τῷ ἔκτοτε διαῤῥεύσαντι χρόνῳ
2974νὰ ἀναγνώσῃ τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθην, καὶ ἐκ
2975τούτων εἶχεν ἤδη φωτισθῆ, ἵνα μὴ ἐπαναλάβῃ τὸν αὐτὸν ἰσχυρι-
2976σμὸν ἐν ταῖς ὁδηγίαις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνε πρὸς τοὺς πρέσβεις.
2977Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη τότε, ὡς ἀντιπολιτευόμενος,
2978ὅτι, ἂν δὲν ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν ἡ νομισματικὴ διαφορὰ,
2979πάντες οἱ ἀπολογισμοὶ ἀπὸ τοῦ 1887 καὶ ἐντεῦθεν ἤθελον
2980πάντες καταλήξει εἰς ἔλλειμμα. Ὁ προκάτοχος τοῦ νῦν
2981Πρωθυπουργοῦ πράγματι, καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀγο-
2982ρεύων καὶ μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπιτροπειῶν συζητῶν,
2983προέβαλε τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον, ὅτι, ἂν ἀπεδείχθη τὸ Κρά-
2984τος ἡμῶν ἀνεπαρκὲς εἰς τὴν ἀκεραίαν ἐκλήρωσιν τῶν ὑπο-
2985χρεώσεών του, τοῦτο προῆλθεν ἀπὸ τὴν νομισματικὴν ἀνω-
2986μαλίαν ἢ μᾶλλον ἀπὸ τὴν ἐν τῷ τόπῳ ὑφισταμένην ἔλλει-
2987ψιν τοῦ ἀναγκαίου χρυσοῦ. Τοῦτον τὸν ἰσχυρισμὸν ὑπεστή-
2988ριξε διὰ πολλῶν ἐπιχειρημάτων. Δὲν νομίζω δὲ ἀναγκαῖον
2989νὰ ἐπαναλάβω ταῦτα. Νομίζω χρήσιμον μόνον νὰ πείσω
2990ὑμᾶς, ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐπαναλαμβα-
2991νόμενος νῦν καὶ ἐν ταῖς ὁδηγίαις πρὸς τοὺς πρέσβεις, ἦτο
2992καὶ ἄκαιρος καὶ ἀνυπόστατος.
2993Λάβετε ὑπ’ ὄψει τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν παρελθόντων
2994ἐτῶν ἀπὸ τοῦ 1887 μέχρι τοῦ 1892. Ἐὰν ἐκ τῶν ἐξόδων,
2995τὰ ὁποῖα κατὰ τοὺς ἀπολογισμοὺς τούτους ἐπληρώθησαν,
2996ἀφαιρέσητε τὰ ἔκτακτα ἔξοδα, τὰ δαπανηθέντα χάριν τῶν
2997θωρηκτῶν καὶ τῶν σιδηροδρόμων, ἐὰν πρὸς τούτοις ἀφαιρέ-
2998σητε τὸ ποσὸν τὸ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους
2999πληρωθὲν, θὰ εὕρητε, ὅτι πᾶσαι αἱ χρήσεις αὗται εἶχον πα-
3000ρουσιάσει, ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῶν ἐξεταζόμεναι, περίσσευμα.
3001Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι μὴ λαμβανομένης ὑπ’
3002ὄψει τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς,
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3003ἡ χρῆσις τοῦ 1887 ἤθελε παρουσιάσει ἔλλειμμα ἐκ δραχ. 6,972,371
3004ἡ χρῆσις τοῦ 1888 10,839,688
3005» » » 1889 5,295,891
3006» » » 1890 11,323,771
3007» » » 1891 385,464
3008Τοὺς ὑπολογισμοὺς τούτους παραθέσας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
3009ὑπέλαβεν, ὅτι ἀπέδειξεν ὡς μὴ ἀκριβῆ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ
3010τότε Πρωθυπουργοῦ, τὸν μεταδοθέντα εἰς τὸν κ. Λόου, καὶ
3011δι’ αὐτοῦ εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι τὴν οἰκονομικὴν κατάστα-
3012σιν τοῦ Κράτους ταράσσει ἡ συναλλαγματικὴ διαφορά.
3013Ἀσχολούμενος κἀγὼ εἰς τ’ ἀφορῶντα τὴν οἰκονομικὴν
3014κατάστασιν ἡμῶν, καὶ ἑπομένως εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν
3015παρελθόντων ἐτῶν, κατέφυγον εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς τὰ ἐπί-
3016σημα κείμενα, καὶ πεισθεὶς περὶ τοῦ ἐσφαλμένου τῶν ὑπολο-
3017γισμῶν, ἐφ’ οἷς ἐβασίζετο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἔλαβον τὴν
3018τιμὴν, συζητῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ν’ ἀποδείξω
3019δι’ ἀριθμῶν ἀνεπιδέκτων ἀμφισβητήσεως τὸ ἐσφαλμένον τῶν
3020ὑπολογισμῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ κατ’ ἀκολουθίαν τὸ
3021ἀνυπόστατον τοῦ ἰσχυρισμοῦ του.
3022Εἰμὶ ἠναγκασμένος νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ ἐνώπιον ὑμῶν, οὓς
3023τότε ἐπεκαλέσθην ἐπισήμους ἀριθμοὺς, οὐχὶ τόσον ἵνα ἀπο-
3024δείξω τὴν ἀνακρίβειαν τῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
3025ὅσον ἵνα καὶ ὑμεῖς πεισθῆτε, ὅτι καὶ τότε καὶ τώρα ἡ νο-
3026μισματικὴ ἀνωμαλία ταράσσει καὶ τὰ τοῦ Κράτους καὶ τὰ
3027κατ’ ἰδίαν οἰκονομικά.
3028Ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1887, ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
3029παρέστησεν ὡς καταλήξασαν εἰς ἔλλειμμα ἐκ δρ. 6,972,371,
3030δὲν εἶχε λάβει ὑπ’ ὄψει τὰ δι’ ἐκτάκτους ἀνάγκας δαπανη-
3031θέντα, ἤτοι
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3032διὰ σιδηροδρόμουςδραχ.2,418,000
3033καὶ διὰ θωρηκτά » 5,710,000
3034 8,128,000
3035Ἐὰν ταῦτα ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψει, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι ἡ χρῆσις
3036τοῦ 1887 θὰ ἐπαρουσίαζε περίσσευμα ἐκ δραχ. 1,155,629.
3037Ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1888, ἣν παρέστησεν ὡς κατα-
3038λήξασαν εἰς ἔλλειμμα ἐκ δραχμῶν 10,839,689, δὲν ἔλαβεν
3039ὑπ’ ὄψει τὰ δι’ ἐκτάκτους δαπάνας πληρωθέντα· ἤτοι:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3040Διὰ σιδηροδρόμους 1,571,947
3041» Θωρηκτὰ 9,956,225
3042» ἀπόσβεσιν κερματικῶν καὶ γραμματίων 3,600,000
3043 15,128,172
3044Κατ’ ἀκολουθίαν ἡ χρῆσις τοῦ 1888, μὴ λαμβανομένης
3045ὑπ’ ὄψει τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, θὰ ἐπαρουσίαζε
3046περίσσευμα ἐκ δραχμῶν 1,995,356.
3047Ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1889, ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
3048παρέστησεν ὡς καταλήξασαν εἰς ἔλλειμμα ἐκ δρ. 5,295,891,
3049ὑπέπεσεν εἰς τὸ σφάλμα νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰ πληρω-
3050θέντα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πρὸς ἐξόφλησιν παλαιοῦ
3051μετ’ αὐτῆς λογαριασμοῦ ἐκ δραχ.················ 1,700,000
3052καὶ νὰ σημειώσῃ τὰ διὰ κατασκευὴν σιδηροδρ.
3053δαπανηθέντα μεῖον τῶν πραγματικῶν κατὰ δρ.···· 841,077
3054·············································· 2,541,077
3055Λαμβανομένου δὲ ὑπ’ ὄψει τοῦ ποσοῦ τούτου, τὸ ἔλλειμμα
3056τῆς χρήσεως τοῦ 1889 περιορίζεται εἰς δρ. 2,470,059.
3057Ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1890, ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
3058παρέστησεν ὡς καταλήγουσαν εἰς ἔλλειμμα ἐκ δραχμῶν
305911,323,771, παρατηρῶ, ὅτι ἡ χρῆσις αὕτη μεταξὺ τακτι-
3060κῶν ἐξόδων καὶ ἐσόδων ἐπαρουσίασεν ἔλλειμμα ἐκ δραχμῶν
306114,782,698 (μὴ λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει τοῦ διὰ συναλλαγ-
3062ματικὴν διαφορὰν πληρωθέντος ποσοῦ ἐκ δραχ. 1,287,993).
3063Ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1891, ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
3064παρέστησεν ὡς καταλήξασαν εἰς ἔλλειμμα ἐκ δραχ. 385,466,
3065(μὴ λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει τοῦ διὰ συναλλαγματικὴν δια-
3066φορὰν πληρωθέντος ποσοῦ ἐκ δρ. 6,977,246) οὐδεμίαν ἔχω
3067παρατήρησιν.
3068Ἡ χρῆσις τοῦ 1892 (μὴ λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει τοῦ διὰ
3069συναλλαγματικὴν διαφορὰν πληρωθέντος ποσοῦ ἐκ δραχ.
30704,656,381) ἤθελε παρουσιάσει περίσσευμα μεταξὺ τακτικῶν
3071ἐσόδων καὶ ἐξόδων ἐκ δραχμῶν 2,424,118. Ἡ χρῆσις τοῦ
30721893 (μὴ λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει τοῦ διὰ συναλλαγματι-
3073κὴν διαφορὰν πληρωθέντος ποσοῦ ἐκ δραχμῶν 9,775,011)
3074ἤθελε παρουσιάσει περίσσευμα ἐκ δραχμῶν 19,247,532.
3075Κατὰ τοὺς ὁποίους παρέθηκα ὑμῖν ἀριθμοὺς, εἰλημμένους
3076ἐκ τῶν ἐπισήμων ἀπολογισμῶν, αἱ χρήσεις τῶν 7 ἐτῶν
30771887–1893 μεταξὺ τακτικῶν ἐσόδων καὶ τακτικῶν ἐξό-
3078δων, μὴ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψει τῶν ποσοτήτων τῶν πληρω-
3079θεισῶν διὰ συναλλαγματικὴν διαφορὰν, ἤθελον παρουσιάσει
3080περίσσευμα ἐκ δραχ. 7,184,412.
3081Οὐδεὶς κατ’ ἀκολουθίαν ἀπομένει δισταγμὸς εἰς τὸν μελε-
3082τῶντα ἐπισταμένως τὰ τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως,
3083ὅτι τὰ ἐλλείμματα προῆλθον ἐκ τῆς νομισματικῆς ἀνωμα-
3084λίας, ὡς ἰσχυρίζοντο οἱ τότε κυβερνῶντες, καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς
3085ὑπὲρ τὰς δυνάμεις τῆς χώρας αὐξήσεως τῶν ἐξόδων τοῦ
3086Κράτους, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ κ. Πρωθυπουργός.
3087Τελευταία αἰτίασις κατὰ τοῦ παρελθόντος, ἀναγραφομένη
3088εἰς τὰς ὁδηγίας τὰς πρὸς τοὺς πρέσβεις, εἶναι, ὅτι ἐσφαλμέ-
3089νως οἱ διεξαγαγόντες τὰς διαπραγματεύσεις ἐν ὀνόματι τοῦ
3090Ἑλληνικοῦ Κράτους ὑπελόγισαν, ὅτι τὰ ἔσοδα ἤθελον ἀνέλθει
3091εἰς 95,000,000. Ὁμολογῶ ὅτι ὀφείλω νὰ ἐλέγξω τὸν ἰσχυ-
3092ρισμὸν τοῦτον, προσφεύγων μόνον εἰς τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶν-
3093τα εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ 1894, ἤτοι εἰς τὰ πρωτό-
3094κολλα τά μονομερῶς συνταχθέντα ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν
3095ἐπιτροπειῶν. Εἰς τὸ πέμπτον τῶν πρωτοκόλλων τούτων, τῆς
30968 Ἰουλίου 1894, ἀναγράφεται, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουρ-
3097γικοῦ Συμβουλίου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐδήλωσε ῥητῶς εἰς τοὺς
3098ἀντιπροσώπους τῶν ἐπιτροπειῶν, ὅτι δὲν ὑπολογίζει τὰ πιθανὰ
3099ἔσοδα τοῦ Κράτους ὡς δυνάμενα νὰ ἀνέλθωσι πέραν τοῦ πο-
3100σοῦ τῶν 90,000,000. Ὑποθέτω, ὅτι εἰς τὴν αἰτίασιν ταύτην
3101προῆλθε, διότι δὲν ἔλαβε τὸν κόπον, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ
3102ἐπαναληφθῶσιν αἱ πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους διαπραγματεύσεις,
3103νὰ ἐξετάσῃ τὸν φάκελλον τὸν περιέχοντα πάντα τὰ σχετικὰ
3104ἔγγραφα, διότι ἐξ αὐτῶν ἤθελον ἀρυσθῆ τὴν πληροφορίαν, ὅτι
3105οὐδέποτε ὁ προκάτοχος αὐτοῦ ἰσχυρίσθη, ὅτι ἠδύναντο τὰ ἔσο-
3106δα νὰ ἀνέλθωσιν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 95,000,000.
3107Ταῦτα ἤθελον νὰ εἴπω, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ὁδηγίας τοῦ
3108ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν κατὰ
3109τοῦ παρελθόντος αἰτιάσεων, αἵτινες, καὶ ἂν εἶχον ὡς δικαιο-
3110λογίαν τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμόν, ἐντεῦθεν ἀπαγγελλόμεναι,
3111δὲν εἶχον ὅμως τὸν τόπον των εἰς ὁδηγίας διδομένας πρὸς τοὺς
3112πρέσβεις καὶ κοινοποιητέας εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν
3113ὁμολογιούχων, διότι ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐνδιαφέρει τοὺς ἀντι-
3114προσώπους τῶν ὁμολογιούχων τὸ γεγονὸς, ἂν ἡ πτώχευσις
3115ἡμῶν προῆλθεν ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ σήμερον προϊσταμένου
3116τῆς Κυβερνήσεως ἢ τοῦ προκατόχου αὐτῆς. Διὰ τῶν αἰτιά-
3117σεων αὐτῶν κατὰ τοῦ παρελθόντος ἀπεμακρύνετο, κατ’ ἐμέ,
3118τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωκε, διότι ἐνέβαλλεν εἰς τοὺς ὁμο-
3119λογιούχους τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι οἱ διαχειριζόμενοι παρ’ ἡμῖν τὰ
3120οἰκονομικὰ δὲν εἶναι εἰλικρινεῖς, δὲν εἶναι ἠθικοί, διότι συνέ-
3121τασσον προϋπολογισμοὺς ἰδανικοὺς, καὶ ἀπολογισμοὺς εἰκονι-
3122κούς, διότι πᾶν μετήρχοντο μέσον, ὅπως ἐξαπατήσωσιν ἐκεί-
3123νους, ὧν τὰ κεφάλαια ἐπεζήτουν. Αἱ κατὰ τοῦ παρελθόντος
3124αἰτιάσεις ἐν ταῖς ὁδηγίαις ἔσχον ἓν δυσάρεστον ἀποτέλεσμα,
3125νὰ ἐμπνεύσωσι τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι εἶναι πιθανὸν αὐτοὶ ἐκεῖνοι,
3126κατὰ τῶν ὁποίων αἱ αἰτιάσεις ἀπηυθύνοντο, νὰ ἐπανέλθωσιν
3127εἰς τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν, ἐν χώρᾳ μάλιστα, ἔνθα ἐπικρα-
3128τεῖ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ ὅπου πάντα τὰ κόμ-
3129ματα ἔρχονται ἐκ περιτροπῆς εἰς τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν.
3130Ἐμποτισθέντες ἐκ τῶν ὁδηγιῶν τούτων οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν
3131ὁμολογιούχων ὑπὸ τοιούτων ὑπονοιῶν, ἑπόμενον ἦτο νὰ φα-
3132νῶσι μᾶλλον ἀπαιτητικοὶ ὡς πρὸς τὰς ἐγγυήσεις, ὧν εἶχον
3133ἀνάγκην, ἵνα ἀσφαλίσωσι τὴν ἀκριβῆ ἐκπλήρωσιν τῶν ὑπο-
3134χρεώσεων τοῦ Κράτους.
3135Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι ὁ περισσότερος χρόνος, ὁ διαῤῥεύσας
3136μέχρι τοῦδε, ἐδαπανήθη περὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐνῷ κατὰ τὰς
3137διαπραγματεύσεις τοῦ 1894 τὸ ζήτημα τῶν ἐγγυήσεων οὐδε-
3138μίαν ἐπαρουσίασε δυσκολίαν. Ἐνῷ δὲ οὐδεμία περὶ τούτων
3139ἔδει νὰ γένηται συζήτησις κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν δια-
3140πραγματεύσεων, ὑπεβλήθησαν αἱ γνωσταὶ ἀξιώσεις ἐκ μέρους
3141τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ὁμολογιούχων, ὅπως λάβωσι ψηλα-
3142φητὰς ἐγγυήσεις, ἐνεχούσας καὶ τὸν ξενικὸν ἔλεγχον, ὡς βλέ-
3143πετε, ἐνῷ δι’ ὁδηγιῶν, αἱ ὁποῖαι κυρίως ἐσκόπουν νὰ διευκο-
3144λύνωσι καὶ βοηθήσωσι τὸν ὑπογράψαντα ταύτας Ὑπουργὸν
3145τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ἐπιτύχῃ εὐπροσδέκτους ὅρους ἐν τῷ συμ-
3146βιβασμῷ, κατωρθώθη αἱ διαπραγματεύσεις οὐ μόνον νὰ παρα-
3147ταθῶσιν, ἀλλὰ καὶ εἰς ναυάγιον νὰ καταλήξωσι.
3148Δὲν ὁμιλῶ περί τινος, τὸ ὁποῖον δὲν ἐξάγεται ἐκ τῶν κα-
3149τατεθέντων ἐγγράφων, ἀλλὰ περὶ πράγματος περὶ οὗ ἐγένετο
3150λόγος ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ὅτι πρὶν ἢ οἱ ἡμέτεροι πρέσβεις ἔλθω-
3151σιν εἰς συνεννοήσεις μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπιτροπειῶν,
3152προέβαλον κατ’ ἐντολὴν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερ-
3153νήσεως ἓν πρόκριμα, ἢ μᾶλλον ἔνστασιν νομιμοποιήσεως, εἰς
3154τοὺς παρουσιαζομένους ὡς ἀντιπροσώπους τῶν ὁμολογιούχων,
3155ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐνστάσεως ταύτης βραδύτερον παρῃτήθησαν,
3156διότι ἐπείσθησαν ὅτι δὲν ἦτο ἐπίκαιρος ἡ κατὰ τὰς διατάξεις
3157τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας προσαγωγὴ τίτλων πληρεξουσιό-
3158τητος.
3159Μεταβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν προτάσεων, εἰς τὰς ὁποίας
3160κατέληξε διὰ τῶν ὁδηγιῶν τούτων ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς
3161Κυβερνήσεως.
3162Ἐν πρώτοις νομίζω, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησε,
3163νὰ ἐπιζητήσῃ διὰ τῆς ἐπικλήσεως τῶν ἀπολογισμῶν τῶν πα-
3164ρελθόντων ἐτῶν, ἵνα ἀποδείξῃ εἰς ὁποῖον ποσὸν ἀνέρχονται τὰ
3165τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους καὶ τὰ τακτικὰ ἔξοδα, ἐλέγ-
3166χεται ἄσκοπον, διότι οὐδὲν εἶχον ἐνδιαφέρον οἱ ὁμολογιοῦχοι
3167εἰς τοῦτο. Αὐτῶν ὁ σκοπὸς καὶ ἡ ἐπιθυμία ἦτο νὰ ἐπιτύχω-
3168σιν ὅσον τὸ δυνατὸν κρείσσονας καὶ συμφερωτέρους αὐτοῖς
3169ὅρους. Ἰσχυρίσθη λοιπὸν ἐν ταῖς ὁδηγίαις ταύταις, ὅτι τὰ
3170μὲν ἔσοδα τοῦ Κράτους ὑπολογίζει ὡς ἀνελευσόμενα εἰς τὸ
3171ποσὸν τῶν 87 ἢ 88 ἑκατομμυρίων, τὰ δὲ ἔξοδα τῆς διοι-
3172κήσεως εἰς τὸ ποσὸν τῶν 67 ἑκατομμυρίων. Ἑπομένως ἔχει
3173περίσσευμα διαθέσιμον ὑπὲρ τοῦ δημοσίου χρέους 20 ἢ 21
3174ἑκατομμύρια. Οὐχ ἧττον ἐλαττωματικὸν εὑρίσκω τὸ ἕτερον
3175σύστημα, ὅπερ ἠκολούθησε, νὰ ἀναμίξῃ ἐν ταῖς ὁδηγίαις
3176αὐτοῦ τὸ ἐσωτερικὸν χρέος πρὸς τὸ εἰς χρυσὸν χρέος, τὸ πρὸς
3177τοὺς ὁμολογιούχους, μεθ’ ὧν διεπραγματεύετο τὸν συμ-
3178βιβασμόν, διότι οὕτω προεκάλεσε νέαν συζήτησιν μετὰ τῶν
3179ὁμολογιούχων, ἂν ὄντως ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ εἰς ἀκέραιον ὁ
3180τόκος καὶ τὸ χρεωλύσιον τῶν ἐσωτερικῶν δανείων, ἢ ἔπρεπε
3181καὶ τοῦτο νὰ ὑποστῇ μείωσιν, ἐνῷ, ὡς γνωστόν, κατὰ τὰς δια-
3182πραγματεύσεις τοῦ 1894 εἶχον ἐγκαταλείψει αἱ ἐπιτροπεῖαι
3183τὴν ἰδέαν τῆς μειώσεως τοῦ τόκου καὶ χρεωλυσίου, τοῦ πλη-
3184ρονομένου διὰ τὰ ἐσωτερικὰ χρέη. Ἀλλὰ διὰ τῶν ἀριθμῶν,
3185οἵτινες παρετέθησαν εἰς τὰς ὁδηγίας αὐτοῦ, κατώρθωσε τῷ
3186ὄντι ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι τὰ μὲν ἔσοδα ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν
3187τῶν 88,000,000, τὰ δὲ ἔξοδα τῆς διοικήσεως εἰς 67,000,000;
3188προδήλως ὄχι· διότι, κατὰ τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους αὐτὸς
3189ὁ ἴδιος παραθέτει, ὡς πρὸς τ’ ἀποτελέσματα τῶν τελευταίων
3190χρήσεων, τὰ ἔσοδα ὑπερέβησαν τὸ ποσὸν τῶν 88 ἑκατομμυ-
3191ρίων, ἀνελθόντα εἰς 92 ἑκατομμύρια, τὰ δὲ ἔξοδα τῆς διοι-
3192κήσεως δὲν ὑπερέβησαν τὸ ποσὸν τῶν 61 ἑκατομμυρίων. Ἐν
3193ταῖς ὁδηγίαις, περὶ ὧν πρόκειται, βλέπει τις μετὰ λύπης σύγ-
3194χυσίν τινα περὶ τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους ἐπικαλεῖται, καὶ
3195ὡς πρὸς τὸ ποσοστόν, τὸ ὁποῖον νομίζει ἀποδοτέον εἰς τοὺς
3196ὁμολογιούχους, καὶ ὡς πρὸς τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον νομίζει ἀναγ-
3197καῖον νὰ κρατηθῇ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ἡμῶν ταμείου. Πρῶτον
3198λαμβάνει δύο ποσὰ, τὸ ποσὸν τῶν 20 ἑκατομμυρίων καὶ τὸ ποσὸν
3199τῶν 21 ἑκατομμυρίων, ὡς περίσσευμα διαθέσιμον ὑπὲρ τῆς ὑπηρε-
3200σίας τοῦ δημοσίου χρέους. Καὶ κατὰ μὲν τὴν περίπτωσιν τοῦ
3201περισσεύματος τῶν 20 ἑκατομμυρίων εὑρίσκει, ὅτι μετὰ τὴν ἀφαί-
3202ρεσιν τῶν δραχμῶν 5,100,632 διὰ τὸ ἐσωτερικὸν χρέος, ἔχει
3203διαθέσιμον τὸ ποσὸν τῶν 14,889,367, κατὰ δὲ τὴν δευτέραν
3204περίπτωσιν, ἤτοι τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὑπολογίζει, ὅτι
3205ἔχει διαθέσιμον περίσσευμα τὸ ποσὸν 21 ἑκατομμυρίων, μετὰ
3206τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 5,100,632 ἔχει διαθέσιμον τὸ ποσὸν τῶν
320715,889,367. Τρεπομένου τοῦ πρώτου ποσοῦ εἰς φράγκα
3208χρυσᾶ, πρὸς λεπτὰ 175, ἔχει δεδομένον τὸ ποσὸν τῶν φράγ-
3209κων χρυσῶν 8,508,210. Τρεπομένου δὲ τοῦ δευτέρου ποσοῦ
3210πρὸς 1,75, ἔχει ποσὸν δεδομένον 9,079,638. Ἀφαιρεῖ δὲ ἐκ
3211τῶν ποσοτήτων τούτων φράγκα 1,925,462 διὰ τὴν ἐτησίαν
3212χρεωλυτικὴν δόσιν, τὴν πληρονομένην εἰς τὰς Δυνάμεις, ἐκ φρ.
3213900,000, διὰ τοὺς τόκους τῶν προσωρινῶν δανείων (avances),
3214οἵτινες πληρόνεται εἰς χρυσὸν, ἐκ φρ. 857,462, καὶ διὰ τό-
3215κους τοῦ εἰς μεταλλικὸν δανείου πρὸς τὰς Τραπέζας ἐκ τῆς
3216ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐκ φρ. 168,000. Οὕτω δὲ ποιού-
3217μενος τοὺς ὑπολογισμούς του, καταλήγει εἰς τὸ ἑξῆς συμ-
3218πέρασμα, ὅπερ ἀποτελεῖ καὶ τὴν προσφορὰν τοῦ Κράτους πρὸς
3219τοὺς πιστωτάς του, πρὸς συνομολόγησιν τοῦ συμβιβασμοῦ.
3220Εὑρίσκει, ὅτι ἔχει ὡς ποσὸν δεδομένον, εἰς μὲν τὴν πρώτην
3221περίπτωσιν φρ. 6,582,748, εἰς δὲ τὴν δευτέραν περίπτωσιν
32227,154,176, ἤτοι ἀναλογίαν τόκου ἐν μὲν τῇ πρώτῃ περι-
3223πτώσει 26,49% εἰς δὲ τὴν δευτέραν περίπτωσιν 28,80%.
3224Δὲν εὑρίσκω ὅτι δύναταί τις, προκειμένου περὶ τῆς
3225ἀναλογίας τοῦ ἐνιαυσίου τόκου, νὰ ἐπικαλεσθῇ τοὺς ἀριθμοὺς
3226τοὺς ἀναγραφομένους ἐν ταῖς ὁδηγίαις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
3227διότι εἶναι πιθανὸν νὰ μὴ ἀντιληφθῆτε εὐκόλως αὐτοὺς, διότι
3228ἐκεῖ θὰ ἴδητε, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσφέρει τόκον ἐν τοῖς
3229ἑκατὸν καὶ ¾ τοῦ ¼%, ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφα-
3230λαίου, καὶ 1 καὶ 2½ τέταρτα τοῦ ἑνὸς τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ
3231πράγματι καταβληθέντος παρὰ τῶν δανειστῶν.
3232Ὅταν τις ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτὰ τὰ δύο ἀριθμητικὰ δεδο-
3233μένα, ἐξηγεῖ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη εἰς τὸ ὑπόμνημα τῶν
3234Γερμανῶν ὁμολογιούχων, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἐνταῦθα λό-
3235γος, ὅτι δηλαδή, ἀφοῦ ἐδόθησαν αἱ πρῶται τῆς Κυβερνήσεως
3236προτάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας προσηνέχθη πρὸς αὐτοὺς ποσο-
3237στὸν τόκου 26½%, ἤτοι ἔλαττον τοῦ ποσοῦ τοῦ
3238νῦν πληρονομένου, βραδύτερον δι’ ἰδιώτου μεσίτου προσετέθη
3239ποσότης τις, καὶ οὕτως ἀνῆλθε τὸ ποσὸν τοῦ τόκου ἀπὸ 26
3240καὶ ½ εἰς 28 καὶ ¾. Νομίζω ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο περιέ-
3241πεσαν εἰς τι σφάλμα οἱ ὁμολογιοῦχοι Γερμανοί, διότι ἐξ
3242αὐτῶν τῶν ὁδηγιῶν ἢ προτάσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, αἵ-
3243τινες ἀνεκοινώθησαν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους των, ἐξάγεται,
3244ὅτι αὐτὸς οὗτος ὁ Πρωθυπουργὸς ὑπελόγιζεν ἐπὶ δύο ποσο-
3245τήτων· ἐπὶ τοῦ ἑνὸς ποσοῦ τῶν 20 ἑκατομμυρίων ἡ ἀναλο-
3246γία ἦτο 26 καὶ ½, ἐπὶ τοῦ δευτέρου δὲ ποσοῦ τῶν 21
3247ἑκατομμυρίων ἡ ἀναλογία ἀνέρχεται εἰς 28 καὶ ¾. Νομί-
3248ζω δὲ, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ μεσολαβήσῃ ἰδιώτης μεσίτης
3249διὰ νὰ προσενεχθῇ τὸ μεῖζον ποσὸν, τὸ ὁποῖον τὴν ἀναλο-
3250γίαν τοῦ τόκου ἀναβιβάζει ἀπὸ 26 καὶ ½ εἰς 28 καὶ ¾.
3251Ἐπίσης εἶναι περιττὸν νὰ ἀναφέρω ὑμῖν λεπτομερέστερον τὰς
3252ἀναλογίας, αἵτινες ἀναγράφονται ἐν ταῖς ὁδηγίαις, περὶ τοῦ
3253ποσοστοῦ τοῦ τόκου, τοῦ ἀναλογοῦντος εἴτε εἰς τὸ ὀνομα-
3254στικὸν κεφάλαιον τῶν δανείων, εἴτε εἰς τὸ καταβληθὲν μέρος
3255τοῦ κεφαλαίου αὐτῶν, διότι φυσικῶς ἡ ἀναλογία παραλλάσ-
3256σει· προκειμένου περὶ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα κατεβλήθησαν εἰς
3257τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἡ ἀναλογία προβιβάζεται εἰς 2,37%.
3258Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησεν εἰς τὰς προτάσεις
3259του ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς παρατηρεῖτε,
3260εἶναι μικτὸν, διότι πρὸς τοὺς πιστωτὰς τοῦ Κράτους προσφέ-
3261ρει τὸ ποσοστὸν τοῦ τόκου εἰς δραχμὰς, ἤτοι εἰς τραπεζικὰ
3262γραμμάτια, διὰ δὲ τῆς τροπῆς αὐτῶν εἰς χρυσὸν καθορίζει
3263προσφορὰν εἰς χρυσᾶ φράγκα· οὕτω ἀνευρίσκεται ἡ ἀναλογία,
3264ἡ ὁποία, ὡς εἶπον, εἰς τὴν μίαν περίστασιν εἶναι 26½ καὶ
3265εἰς τὴν δευτέραν 28¾. Ἀλλὰ τὸ σύστημα αὐτὸ ἀναγ-
3266καίως ὁδηγεῖ εἰς ἑτέραν παραχώρησιν, περὶ τῆς ὁποίας ὁμο-
3267λογουμένως εἶχε γείνῃ λόγος εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ
32681894 ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπιτροπειῶν, διότι καὶ
3269ἐκεῖναι ἐπρότειναν τότε νὰ καθορισθῇ ὁ ἐλάχιστος ὅρος εἰς
3270τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ ὁ ἐλάχιστος ὅρος τοῦ τόκου εἰς
3271χρυσόν· ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν ἐκ τῆς τροπῆς τοῦ ποσοῦ
3272τοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἤθελε προκύψει πλεόνασμα, τὸ
3273πλεόνασμα προετείνετο νὰ λάβωσιν οἱ ὁμολογιοῦχοι· ἀλλὰ
3274ἀπεκρούσθη ἡ πρότασις αὐτῶν. Οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπιτρο-
3275πειῶν ἀνεκάλεσαν τὴν πρότασίν των ταύτην, κοινοποιήσαν-
3276τες ἐπισήμως ἓν τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον εἶχον λάβει παρὰ
3277τῶν κομιτάτων. Σήμερον τὸ σύστημα αὐτὸ προβάλλεται
3278ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ Πρωθυπουργοῦ διὰ τοῦ μικτοῦ τούτου
3279συστήματος, τὸ ὁποῖον, ὡς σᾶς εἶπον, ἠκολούθησε. Προσφέ-
3280ρει εἰς αὐτοὺς μετοχὴν ἐκ τοῦ κέρδους, τὸ ὁποῖον ἤθελεν
3281ἀποκτηθῆ ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγ-
3282ματος. Αὐτὸ δὲ τὸ κέρδος, δὲν ἐννοῶ διατὶ, τὸ χαρακτηρίζει
3283ὡς plus value, ἐνῷ δὲν ἔχει τὸν χαρακτῆρα τοῦτον. Plus
3284value εἶναί τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἀνάγεται εἰς τακτικὰς προσ-
3285όδους, ὅταν αὗται παρουσιάζωσι προϊοῦσαν φυσικὴν ἀνάπτυ-
3286ξιν. Ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἵνα μάλιστα κατα-
3287στήσῃ εἰς αὐτοὺς τὸ δέλεαρ ἐπαγωγότερον, ὑποθέτει, κατὰ
3288τὰς ὁδηγίας, ὅτι εἶναι πιθανὸν, προϊόντος τοῦ χρόνου, νὰ
3289γένηται ἰσότιμον τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον πρὸς τὸν χρυσὸν,
3290καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θέλει παραχθῆ κέρδος αἰσθητὸν,
3291ἐκ τοῦ κέρδους δὲ τούτου προσφέρει πρὸς αὐτοὺς τὰ ⅖
3292κατὰ τὸ κείμενον τῶν ὁδηγιῶν, ἐν τῷ τέλει ὅμως τούτων
3293προσφέρει ἀντὶ τῶν ⅖ μόνον τὸ ¼. Δὲν γινώσκω, διατὶ
3294παραδέχεται δύο μέτρα εἰς τὰς προσφοράς του. Προτρέρει
3295πρὸς αὐτοὺς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἄλλως τε εἶχεν ἀποδεχθῆ
3296ἀρχὴν, μετοχὴν εἰς τὰς προσαυξήσεις τῶν ὑπεγγύων προσ-
3297όδων καὶ δὲν ἐξάγεται μὲν ἐκ τῶν ὁδηγιῶν ἀκριβῶς, ἂν
3298ἐννοῇ πάσας τὰς ὑπεγγύους προσόδους, δηλ. τὰ μονοπώλια,
3299τὸ χαρτόσημον καὶ τὸν καπνὸν, ἢ ἂν ἐννοῇ μόνον τὰς δύο
3300ἐξ αὐτῶν ἄνευ ὅμως σαφοῦς διακρίσεως τῶν ὑπεγγύων προσ-
3301όδων προσφέρει, ἄνευ τινὸς ἐπιφυλάξεως, τὰ ⅖ τῶν προσ-
3302αυξήσεων τούτων ἐν τῷ μέλλοντι, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ
3303χρησιμοποιηθῇ τὸ μὲν ⅕ εἰς τὴν αὔξησιν τόκου, τὸ δὲ
3304ἕτερον ⅕ εἰς χρεωλύσιον.
3305Ἀλλ’ ὅ,τι ἐγείρει τὴν ἀπορίαν πάντων τῶν ἐπισταμένως
3306μελετησάντων τὰς ὁδηγίας ταύτας, εἶναι ἡ ἐν τῷ τέλει τῶν
3307ὁδηγιῶν ἀναγραφομένη παραχώρηπις τοῦ ἐτησίως πληρονο-
3308μένου εἰς βάρος τοῦ Κράτους ποσοῦ διὰ τόκον τῶν εἰς χρυσὸν
3309κυμαινόντων δανείων, καὶ διὰ τόκον τοῦ πρὸς τὰς Τραπέζας
3310εἰς χρυσὸν δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Εἶμαι
3311ἠναγκασμένος νὰ ἑλκύσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τῆς προσ-
3312φορᾶς ταύτης, διότι, ὅτε πρὸ ὀλίγου ἐγένετο μνεία τῆς τοιαύ-
3313της προσφορᾶς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κραναίας συναδέλφου, ὁ
3314κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διακόψας αὐτὸν, παρετήρησεν,
3315ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ παρ’ αὐτοῦ λεχθέν. Μετὰ τὸ ποσο-
3316στὸν, τὸ ὁποῖον θέλει ἀποδοθῆ εἰς τοὺς ὁμολογιούχους διὰ
3317τῆς τροπῆς τοῦ περισσεύματος τῶν 20 ἢ 21 ἑκατομμυρίων,
3318προέτεινε πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους νὰ δώσῃ αὐτοῖς καὶ τὰ
3319ἑπόμενα· πρῶτον μετοχὴν κατὰ τὰ ⅖ εἰς τὴν προσαύξησιν
3320ἢ τὸ πλεόνασμα τῶν ὑπεγγύων προσόδων· δεύτερον ἕτερα ⅖
3321ἐκ τοῦ κέρδους, τὸ ὁποῖον θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως
3322τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος ἢ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ
3323τραπεζικοῦ γραμματίου. Κατὰ τὴν πρότασιν ταύτην, ἐν περι-
3324πτώσει, καθ’ ἣν τὸ φράγκον ἤθελεν ἐξισωθῆ πρὸς τὸ τραπε-
3325ζικὸν γραμμάτιον, τὸ ποσοστὸν τὸ πληρωθησόμενον πρὸς
3326αὐτοὺς ἐτησίως θέλει ἀνέλθει εἰς 10,103,499. Μετὰ τοῦτο
3327ἔρχεται ὡς τελευταία προσφορὰ ἡ προσθήκη ἐκ φράγκων
33281,025,462, ἤτοι τοῦ ποσοῦ, ὅπερ πληρόνει νῦν τὸ Κράτος
3329ἐτησίως διὰ τόκους τῶν προσωρινῶν δανείων καὶ διὰ τόκους
3330τοῦ πρὸς τὰς Τραπέζας εἰς χρυσὸν δανείου τῆς ἀναγκαστι-
3331κῆς κυκλοφορίας. Ἰδοὺ πῶς διατυποῦται ἡ περὶ τούτου πρό-
3332τασις ἢ προσφορὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸς τὰ κομιτάτα.
3333Ἀφοῦ διὰ τῶν ⅖ ἐκ τοῦ κέρδους τῆς συναλλαγματικῆς
3334διαφορᾶς ὑπολογίζει τὸ πληρωτέον ἐτησίως πρὸς τοὺς ὁμο-
3335λογιούχους ποσὸν εἰς φράγκα 10,103,499, προσθέτει: «Διὰ
3336»τῶν χρημάτων τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον θέλομεν συνομολο-
3337»γήσει, θέλομεν ἐξοφλήσει τά τε προσωρινὰ εἰς χρυσὸν χρέη
3338»καὶ τὰ εἰς μεταλλικὸν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέη
3339»πρὸς τὰς Τραπέζας. Τὰ δύο δὲ ταῦτα ποσὰ ἀνέρχονται
3340»εἰς φράγκα 1,025,462, θέλει δὲ καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο προσ-
3341»τεθῇ εἰς τὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν εἰς χρυσὸν δανείων
3342»10,103,499, ἀναβιβασθῆ δὲ τὸ ποσὸν αὐτῶν εἰς φράγκα
3343»11,128,961, ὁ δὲ τόκος θέλει ἑπομένως αὐξήσει ἀπὸ 1¾
3344»τοῦ ¼% εἰς 2% καὶ πλέον ἐπὶ τοῦ ὀνοματικοῦ,
3345»καὶ ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου, τοῦ πράγματι κατα-
3346»βληθέντος ὑπὸ τῶν δανειστῶν, εἰς 3% μεῖον ποσοῦ τινος».
3347Αὕτη εἶναι ἡ πρότασις, περιλαμβάνουσα καὶ τὴν ἰδέαν περὶ
3348συνομολογηθησομένου δανείου, περὶ οὗ οὐδαμοῦ ἄλλοθι τῶν
3349προτάσεων γίνεται λόγος.
3350Διακόψας τὸν ἐντεῦθεν ἀγορεύοντα πρὸ ὀλίγου ἐκ Κρα-
3351ναίας συνάδελφον ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πα-
3352ρετήρησεν, ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο ἐπρόκειτο αὐτοὶ οὗτοι οἱ
3353ὁμολογιοῦχοι νὰ χορηγήσωσι πρὸς ἡμᾶς, καὶ ἐν τοιαύτῃ περι-
3354πτώσει ἤθελεν ἀπομείνει τὸ ὁποῖον νῦν πληρόνομεν ἐτησίως
3355ποσὸν ἐκ φρ. 1,025,000 διαθέσιμον· ἀφοῦ δ’ ἐπρόκειτο νὰ
3356τὸ ἔχωμεν διαθέσιμον, διατὶ νὰ μὴ τὸ προσθέσωμεν εἰς τὴν
3357ὑπηρεσίαν τοῦ εἰς χρυσὸν δανείου; Δὲν γινώσκω, ἂν οἱ ὁμο-
3358λογιοῦχοι ἦσαν εἰς κατάστασιν νὰ χορηγήσωσιν εἰς ἡμᾶς τὸ
3359δάνειον, δι’ οὗ ἠδύναντο νὰ ἐξοφληθῶσι τὰ προσωρινὰ εἰς χρυ-
3360σὸν δάνεια καὶ τὸ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἰς τὰς
3361Τραπέζας. Ὡς γνωστὸν, τὰ μὲν προσωρινὰ εἰς χρυσὸν δά-
3362νεια ἀνέρχονται εἰς φράγκα 14 ἑκατομμύρια, τὰ δὲ πρὸς τὰς
3363Τραπέζας εἰς χρυσὸν 16 ἑκατομμύρια, ἤτοι ἐν ὅλῳ εἰς 30
3364ἑκατομμύρια. Πρὸς χορηγίαν τοιούτου δανείου ἐπιβάλλεται
3365εἰς βάρος τοῦ Κράτους διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ ἐτησίως τὸ
3366ποσὸν φράγκων 2,400,000, ἂν ἐπρόκειτο νὰ συνομολογηθῇ
3367ἐπὶ τόκῳ καὶ χρεωλυσίῳ πρὸς 8%, ἢ 2,100,000, ἂν
3368ἐπρόκειτο νὰ συνομολογηθῇ πρὸς 7% διὰ τόκον καὶ
3369χρεωλύσιον. Οὕτω δὲ, ἂν ἐγίνετο δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ.
3370Πρωθυπουργοῦ, ἤθελε προστεθῆ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν τό-
3371κων τοῦ ἐξωτερικοῦ δανείου τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν φράγκων
33721,025,000, τὸ ὁποῖον νῦν πληρόνομεν· ἐν τοιαύτῃ ὅμως
3373περιπτώσει θὰ ἐπιβαρύνωμεν ἀναγκαίως τὸν προϋπολογισμὸν
3374τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους μὲ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ νέου δανείου
3375ἐκ φρ. 30,000,000. Ἡ πρότασις εἶναι σαφὴς, μὴ ἐπιτρέ-
3376πουσα διφορουμένην ἔννοιαν. Οὐδαμοῦ τῶν ὁδηγιῶν, περὶ ὧν
3377πρόκειται, μνημονεύεται πρότασις περὶ χορηγίας τοῦ τοιού-
3378του ἐκ φρ. 30,000,000 δανείου παρὰ τῶν δανειστῶν τοῦ
3379Κράτους. Ἡ ἐν σελίδι 23 περικοπὴ τῶν ὁδηγιῶν, καθ’ ἣν
3380«προτείνομεν εἰς τοὺς δανειστὰς νὰ μᾶς παράσχωσι καὶ οὗτοι
3381»τὴν συνδρομήν των, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ μειώσωμεν βαθμη-
3382»δὸν τὴν κρατοῦσαν νομισματικὴν ἀνωμαλίαν», δὲν ἀποτελεῖ
3383πρότασιν περὶ χορηγίας δανείου ὑπὸ τῶν ὁμολογιούχων, οὐδὲ
3384ἐνδεικνύει τὴν χορηγίαν τοῦ δανείου ὡς ἕνα τῶν ὅρων τοῦ
3385συμβιβασμοῦ. Δὲν εἶναι, ἄλλως τε, οὐδὲ προσῆκον οὐδ’ εὐ-
3386πρεπὲς νὰ προτείνῃ εἰς τοὺς δανειστάς του ὁ ἐπιδιώκων τὸν
3387συμβιβασμὸν μετ’ αὐτῶν ὀφειλέτης, πρὸς μείωσιν τῶν ὀφειλο-
3388μένων ὑπ’ αὐτοῦ τόκων διὰ κεχορηγημένα δάνεια, τὴν χορη-
3389γίαν νέου δανείου.
3390Καὶ ἂν οἱ ὁμολογιοῦχοι ἤθελον χορηγήσει τὸ δάνειον, βε-
3391βαίως δὲν ἤθελον δεχθῆ νὰ χειροτερεύσωσι διὰ τῆς χορη-
3392γίας νέου δανείου τὴν θέσιν των· διότι, ἀτόκως χορηγοῦντες
3393τοῦτο, θὰ ἐζημιοῦντο κατ’ ἔτος φρ. 2,400,000, ἢ 2,100,000,
3394ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ λαμβάνωσι μόνον 1,000,000. Δὲν πιστεύω
3395ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπελάμβανε τοὺς ὁμολογιούχους τό-
3396σον ἀφελεῖς, ὥστε νὰ προτείνῃ αὐτοῖς ν’ ἀναλάβωσι βάρος
33972,000,000, ἵνα τὸ ἀντικαταστήσωσι δι’ ὠφελείας 1,025,000.
3398Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος, ἀγορεύων ἐντεῦθεν,
3399ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ προσφορὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν
3400Οἰκονομικῶν, ἡ καθορίζουσα τὸ ἀποδοτέον πρὸς τοὺς ὁμολο-
3401γιούχους ποσοστὸν εἰς 26 καὶ ½% παρέχει αὐτῷ
3402τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι δευτέρα προετείνετο πτώχευσις τοῦ Κρά-
3403τους. Κατὰ τὸν κ. συνάδελφον, τὸ τοιοῦτον ἐνεποίησε βεβαίως
3404εἰς αὐτοὺς τὴν χειρίστην τῶν ἐντυπώσεων, ἡ τοιαύτη δὲ ἐν-
3405τύπωσις ἐπέδρασεν ἢ συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀποτυχίαν τῶν δια-
3406πραγματεύσεων. Ἐγὼ δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην ταύτην.
3407Νομίζω δὲ, ὅτι, ἐὰν θελήσωμεν δι’ ἀριθμῶν νὰ ἐξετάσωμεν
3408ὁποῖαι ὑπῆρξαν αἱ προσφοραὶ τοῦ ἐκπροσωποῦντος τὸ ἡμέ-
3409τερον Κράτος, θέλομεν εὕρει αὐτὰς ἀρκετὰ παχείας.
3410Ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι διαθέτει τὸ περίσσευμα τῶν
341121,000,000, τὸ ποσοστὸν ἀνέρχεται 28,80% διὰ
3412τῆς προσθήκης τῶν φράγκων 1,025,462 θέλομεν προσθέσει
3413εἰς τὸ ποσοστὸν τῶν 28,80 ἓν ποσοστὸν 4,87.
3414§73ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πόθεν εὑρίσκετε τὸ 1,025,462;
3415§74ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον πρό τινος, ὅτι εἰς τοὺς δανειστὰς
3416προσφέρει εἰς προσθήκην τῶν ἄλλων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅ,τι
3417νῦν πληρόνομεν διὰ τόκον τῶν προσωρινῶν δανείων καὶ διὰ
3418τόκον τοῦ εἰς χρυσὸν χρέους πρὸς τὰς Τραπέζας. Πλὴν τού-
3419των προσήνεγκεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς μετοχὴν κατὰ ⅖
3420εἰς τὸ κέρδος τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς. Ἐὰν λοιπὸν
3421ὑποτεθῇ, ὅτι διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἐπακολου-
3422θήσει τὸν συμβιβασμὸν, θέλει κατέλθει τὸ φράγκον εἰς τὰ 150
3423λεπτὰ, θέλομεν διὰ τῆς εἰς φράγκα τροπῆς τῶν δραχμῶν
342412,519,859 ἀποκτήσει χρυσᾶ φρ. 8,346,372, (ἀντὶ τῶν
3425φρ. 7,154,176 τῶν ἀποκτηθέντων ἐπὶ τῇ τιμῇ τῶν λεπ.
3426175) ἤτοι ἐπὶ πλέον φρ. 1,192,196, ἐξ ὧν οἱ ὁμολογιοῦχοι
3427θὰ λαμβάνωσι τὰ ⅖, ἤτοι φρ. 476,878, ὧν ἡ προσθήκη
3428ἐπάγεται ἀναλογίαν εἰς ποσοστὸν τόκου 1,91%.
3429Οὕτω αἱ προσφοραὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ συγκεφαλαιοῦν-
3430ται εἰς τὰ ἑπόμενα.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
34311)Τὸ ἐκ δραχμῶν 12,519,859 ἢ ἐκ φρ. 7,154,176
3432 (πρὸς 1,75 τὸ φράγκον) ποσοστὸν τόκου ἀναλογεῖ εἰς τόκον
3433 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν 28,80
34342)Διὰ τῆς προσθήκης τῶν φρ. 1,025,462 πρὸς
3435 αὔξησιν τοῦ ποσοστοῦ τῶν τόκων ἔχομεν προσθήκην
3436 ποσοστοῦ ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν 4,87
34373)Ἐὰν ἡ τιμὴ τοῦ φράγκου κατέλθῃ εἰς λεπτὰ
3438 150, προστεθήσονται εἰς τὸ ποσοστὸν τοῦ τόκου τὰ
3439 ⅖ τοῦ ἐκ φρ. 1,192,196 παραχθησομένου κέρδους
3440 ἐκ φρ. 476,878, ἤτοι προστίθεται ποσοστὸν τόκου
3441 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν 1,91
3442 ἤτοι ἐν ὅλῳ 35,58
3443Εἰς ταῦτα προστεθήσεται καὶ ἡ μετοχὴ τῶν ὁμολογιούχων
3444ἐπὶ τῶν προσαυξήσεων τῶν ὑπεγγύων προσόδων κατὰ τὰ δύο
3445πέμπτα, ταύτης ὅμως τῆς μετοχῆς τὸ ποσὸν δὲν δύναμαι νὰ
3446ὑπολογίσω ἐκ τῶν προτέρων· ἄλλως τε εἰς τὴν παράθεσιν τῶν
3447ἀριθμῶν τούτων προῆλθον, ὅπως συγκρίνω τὴν προσφορὰν τοῦ
3448ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν ὑπὸ τοῦ ἀειμνή-
3449στου προκατόχου του γενομένην καὶ συμφωνηθεῖσαν κατὰ τὰς
3450ὑπ’ αὐτοῦ διεξαχθείσας κατὰ τὸ 1894 διαπραγματεύσεις.
3451Ἀλλ’ ἴσως μοὶ προβληθῇ τὸ ἐρώτημα, ἂν θεωρῶ πιθανὴν
3452τὴν προσεχῆ ἀπότισιν τῆς ὀφειλῆς τοῦ Δημοσίου εἰς προσω-
3453ρινὰ δάνεια εἰς χρυσὸν, ἐξ ἧς θέλει κατασταθῆ διαθέσιμον
3454τὸ ποσὸν τῶν φρ. 1,025,462. Ἐπὶ τῷ ἐρωτήματι τούτῳ
3455παρατηρῶ, ὅτι, οἱαδήποτε Κυβέρνησις διαχειρίζεται τὰ οἰ-
3456κονομικὰ ἡμῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ σκεφθῇ ἅμα τῇ συνο-
3457μολογήσει τοῦ συμβιβασμοῦ περὶ τῆς τακτοποιήσεως τῶν εἰς
3458χρυσὸν προσωρινῶν δανείων (avances), διότι ἡ ὑποχρέωσις
3459πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν εἰς ἡμᾶς τὰ χρήματά των ἐν
3460ὥρᾳ κρισίμῳ, εἶναι ὑποχρέωσις ἐπιβαλλομένη εἰς ἡμᾶς καὶ
3461ἐκ λόγων ἠθικῶν, ὀφείλομεν δὲ, εὐθὺς ὡς συντελέσωμεν τὸν
3462συμβιβασμὸν, νὰ ἐξοφλήσωμεν τὸ χρέος τοῦτο. Ὡσαύτως ὀφεί-
3463λομεν, εὐθὺς ὡς ἐπιτευχθῇ ὁ συμβιβασμὸς, νὰ ἐξεύρωμεν τὸ
3464ἀναγκαῖον χρῆμα, ὅπως πληρωθῇ εἰς τὰς Τραπέζας ἡ πρὸς
3465αὐτὰς εἰς χρυσὸν ὀφειλὴ ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς
3466κυκλοφορίας, διότι οὕτω μόνον εἶναι δυνατὸν αἱ Τράπεζαι, αἵ-
3467τινες παρέσχον εἰς ἡμᾶς τὸ μεταλλικὸν ἀποταμίευμά των ἐν
3468ὥρᾳ ἐθνικῆς ἐπειγούσης ἀνάγκης, νὰ δυνηθῶσιν, ἀναλαμβά-
3469νουσαι τοῦτο, νὰ ἀνορθώσωσι τὴν ἑαυτῶν πίστιν καὶ χρησιμο-
3470ποιήσωσι ταύτην ὑπὲρ τῆς ὑλικῆς προόδου τοῦ τόπου.
3471Τοιαῦται περίπου ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ὑπῆρξαν αἱ προ-
3472τάσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει αὐ-
3473τῶν συντελεσθῇ ὁ συμβιβασμός· ἀλλ’ αἱ προτάσεις αὗται δὲν
3474ἐγένοντο δεκταὶ ὑπὸ τῶν ἐκπροσωπούντων τοὺς ὁμολογιού-
3475χους· δὲν ἐγένοντο δεκταί, διότι καὶ αὐτοὶ διεῖδον ἐν ταῖς
3476προτάσεσι ταύταις, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις τοῦ 1894 εἰς
3477οὐδὲν ὑπεχρέουν αὐτοὺς, ἐθεωρήθησαν δὲ ὑπὸ τῆς Κυβερνή-
3478σεώς μας ὡς μὴ γενόμεναι, καὶ ἔπρεπεν ἐπὶ ἄλλων βάσεων ὁ
3479συμβιβασμὸς νὰ συντελεσθῇ. Εὑρίσκοντες ἐξ αὐτῶν τῶν ὁμο-
3480λογιῶν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν
3481ἐσόδων ἡμῶν ἀνέρχεται εἰς 91,000,000, ὑπέλαβον, ὅτι κατὰ
3482τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦσιν αἱ ὁδηγίαι τῆς Ἑλ-
3483ληνικῆς Κυβερνήσεως, διαθετούσης πᾶν τὸ πλεονάζον μετὰ
3484τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξ 67,000,000 δαπανῶν τῆς διοικήσεως
3485ὑπὲρ τοῦ δημοσίου χρέους, οὐδὲν ὑπάρχει τὸ κωλῦον νὰ προσ-
3486τεθῇ ὑπὲρ αὐτῶν τὸ ποσὸν τῶν 3,000,000. Ὡς ἐκ τού-
3487του οὗτοι παρετήρησαν πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον ἡμῶν: «διατὶ
3488»περιορίζετε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον διαθέτετε ὑπὲρ ἡμῶν, εἰς
3489»12,519,859; προσθέσατε καὶ 3,000,000 εἰσέτι, τὰ ὁποῖα
3490»ἔχετε πλεονάζοντα, καὶ δόσατέ μας 15,750,000. Δι’ αὐ-
3491»τῶν τῶν 15,750,000, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν εἰς χρυσὸν
3492»9,000,000. Δέον νὰ ἐγγυηθῆτε πρὸς ἡμᾶς καὶ τὸν εἰς τρα-
3493»πεζογραμμάτια ἐλάχιστον ὅρον ἐκ δρ. 15,750,000 καὶ τὸν
3494»εἰς χρυσὸν ἐλάχιστον ὅρον ἐκ φρ. 9,000,000. Οὕτω δὲ προ-
3495»τείνομεν νὰ μᾶς πληρώνητε 43% ἐπὶ τοῦ δανείου
3496»τῶν Μονοπωλίων καὶ 32% ἐπὶ τῶν ἄλλων δανείων·
3497»ἐπειδὴ δὲ ὑπάρχει πλεόνασμά τι ἐκ φρ. 465,758, αὐτὸ τὸ
3498»ποσὸν νὰ τὸ δίδετε πρὸς ἡμᾶς διὰ πρόσθετον χρεωλύσιον.»
3499Οὕτως αἱ προτάσεις τῶν κομιτάτων ὡς πρὸς τὰ πλη-
3500ρωτέα ποσοστὰ προτείνουσι 43% διὰ τὸ δάνειον τῶν
3501Μονοπωλίων, 32% διὰ τὰ ἄλλα δάνεια, καὶ 2%
3502χρεωλύσιον, ἀνεξαρτήτως τοῦ χρεωλυσίου, τὸ ὁποῖον πρόκει-
3503ται ν’ ἀποδοθῇ εἰς αὐτοὺς ἐκ τοῦ πλεονάσματος τῶν ὑπεγ-
3504γύων προσόδων. Ἐὰν ἐν ταῖς ὁδηγίαις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ
3505τοιοῦτοι ἀριθμοὶ δὲν παρετίθεντο, ἐὰν τοιαῦτα ἐπιχειρήματα
3506δὲν παρείχοντο τοῖς ἀντιπροσώποις τῶν δανειστῶν μας, ἐὰν
3507προεκαλοῦντο οὗτοι νὰ συζητήσωσιν ἐπὶ ἑνὸς ὅρου μόνον, ἐπὶ
3508ἑνὸς σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον περιεστράφη ἡ διαφωνία μεταξὺ
3509αὐτῶν καὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, αἱ διαπραγματεύσεις
3510βεβαίως ἤθελον καταλήξει εἰς εὐάρεστον ἀποτέλεσμα.
3511Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος, ἀγορεύων πρὸ ὀλίγου
3512ἐντεῦθεν, ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ὦσι
3513τόσον ἀφελεῖς, ἵνα μὴ ἄλλο τι εἴπῃ, οἱ ἀποτελοῦντες τὰ
3514κομιτάτα, ὥστε νὰ προβάλωσι προτάσεις τοσοῦτον ἐξωγκωμέ-
3515νας, τοσοῦτον ὑπερβολικὰς, τοσοῦτον διαφερούσας τῶν κατὰ
3516τὸ 1894 προβληθεισῶν, ἀπέναντι προτάσεων τῆς Ἑλληνι-
3517κῆς Κυβερνήσεως εἰς μεγίστην διατελουσῶν ἀπόστασιν.
3518Ἐγὼ βεβαίως τὰς εὑρίσκω ὑπερόγκους καὶ ἀδικαιολογήτους
3519καθ’ ἑαυτάς· νομίζω ὅμως, ὅτι αἱ προτάσεις αὗται εὗρον
3520ἐλατήριον, εὗρον ἔδαφος ἀπὸ τὰς ὁδηγίας τῆς Κυβερνήσεως·
3521διότι, ὡς ἔλεγον ὑμῖν πρότερον, ὅταν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνη-
3522σις, ἀπευθυνομένη πρὸς αὐτούς, λέγῃ: «ἐγὼ δὲν θέλω νὰ κρα-
3523»τήσω ἢ 67,000,000 ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους διὰ τὰς
3524»ἀνάγκας τῆς διοικήσεως, πᾶν δὲ τὸ ὑπόλοιπον διαθέτω ὑπὲρ
3525»ὑμῶν»· ὅταν αὐτοὶ ἀποδεικνύωσιν, ἐπικαλούμενοι αὐτὰς τὰς
3526σαφεστάτας ὁδηγίας τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὑπάρχει τι πλέον,
3527δὲν εἶναι δεδικαιολογημένοι, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην, νὰ ζη-
3528τήσωσι καὶ τὰ λοιπὰ τρία ἑκατομμύρια; Κατ’ ἐμὲ, οὔτε
3529δυνατὸν οὔτε προσῆκον, οὔτε φυσικὸν εἶναι νὰ ὑπολογίζων-
3530ται ἐκ τῶν προτέρων αἱ δαπάναι τῆς διοικήσεως ἑνὸς οἱουδή-
3531ποτε Κράτους εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε αὗται νὰ μένωσιν
3532ἀναλλοίωτοι ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν, ἤτοι μέχρις οὗ ἀποτιθῇ τὸ
3533χρέος ἡμῶν πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους. Τοῦτο δὲ δυστυχῶς ἔλε-
3534γεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς δανει-
3535στὰς ἡμῶν, ὅταν καθώριζε τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως εἰς
3536τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 67,000,000, καὶ προσέθετεν, ὅτι τὸ
3537πλεονάζον ποσὸν τῶν ἐσόδων θὰ διατίθεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν
3538τοῦ δημοσίου χρέους.
3539Ἀδικαιολόγητον ἄρα καὶ μὴ προσῆκον ἦτο τὸ σύστημα,
3540ὅπερ ἠκολούθησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῶν ὁδηγιῶν του
3541πρὸς τοὺς πρέσβεις. Οὐχ ἧττον ἀδικαιολόγητοι καὶ ὑπερβο-
3542λικαί εἰσιν αἱ προτάσεις τῶν δανειστῶν, αἱ στηριζόμεναι ἐπὶ
3543τῷ σταθερῷ ὑπολογισμῷ τῶν δαπανῶν τῆς διοικήσεως. Πάν-
3544των τῶν Κρατῶν αἱ ἀπαραίτητοι ἀνάγκαι δὲν δύνανται νὰ
3545καθορισθῶσιν ἐκ τῶν προτέρων. Πολλῷ δὲ ὀλιγώτερον ὁ
3546τοιοῦτος καθορισμὸς εἶναι ἀκροσφαλής, προκειμένου περὶ
3547Κράτους, οἷον τὸ ἡμέτερον, διότι καὶ τὰ ἔσοδα αὐτοῦ εἰσι
3548δεκτικὰ μεγάλων αὐξομειώσεων, ὡς ἐκ τοῦ ἐλατωματικοῦ φο-
3549ρολογικοῦ συστήματος, καὶ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως αὐτοῦ
3550εἰσι δεκτικὰ αὐξήσεως, ἰδίως ὡς ἐκ τῶν ἰδιαιτέρων συνθηκῶν,
3551καθ’ ἃς συνεστήθη καὶ λειτουργεῖ.
3552Ἐξεταστέα νῦν ἡ ἑτέρα πρότασις τῶν ὁμολογιούχων, ἡ
3553ἀφορῶσα εἰς τὸ κέρδος, τὸ παραχθησόμενον ἐκ τῆς ὑποτιμή-
3554σεως τοῦ χρυσοῦ ἢ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμ-
3555ματίου. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀναγράφει
3556ἐν ταῖς πρὸς τοὺς πρέσβεις ὁδηγίαις, ὅτι προσεχῶς θέλομεν ἔχει
3557ἐν ἰσοτιμίᾳ τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον πρὸς τὸν χρυσόν, ἐκ τοῦ
3558κέρδους δὲ, τὸ ὁποῖον θέλει παραχθῆ εἴτε ἐκ τῆς ἰσοτιμίας εἴτε
3559ἐκ τῆς μειώσεως τῆς νῦν ὑφισταμένης ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ,
3560προσφέρει εἰς τοὺς δανειστὰς τὰ δύο πέμπτα. Ἀφοῦ τοιαύτην
3561ἐποιήσατο πρὸς αὐτοὺς προσφορὰν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν
3562Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ ὡς βάσιν τῶν πρὸς αὐτοὺς προσφορῶν ἔθηκε
3563τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ ὄχι τὸν χρυσὸν, ἦτο ἑπόμενον
3564νὰ ἐμβάλῃ εἰς τὰς ἐπιτροπείας τὸν συλλογισμὸν, ὅτι, ἀφοῦ
3565πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ, προϊόντος τοῦ χρόνου, ὑπερτίμησις
3566τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου ἢ ἡ ἰσοτιμία αὐτοῦ πρὸς τὸν
3567χρυσὸν, τὸ κέρδος τοῦτο ἀνήκει εἰς αὐτούς· δι’ αὐτὸ εἰς τὰς
3568προτάσεις των ζητοῦσιν ἅπαν τὸ κέρδος, ἄνευ μετοχῆς τῆς
3569Κυβερνήσεως.
3570Προκειμένου δὲ περὶ τῆς μετοχῆς αὐτῶν εἰς τὰς προσαυ-
3571ξήσεις τῶν ὑπεγγύων προσόδων, οὗτοι λαμβάνουσιν ὡς δεδο-
3572μένον, ὅτι προσφέρεται πρὸς αὐτοὺς ἡ μετοχὴ ἐπὶ τῶν πλεο-
3573νασμάτων ἐκ τῶν μονοπωλίων, ἐκ τοῦ χαρτοσήμου καὶ ἐκ
3574τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, ζητοῦσι δὲ οὗτοι νὰ λαμβάνωσιν ἐκ
3575τῶν προσαυξήσεων τούτων τὰ ⅗, νὰ ἀφήνωσι δὲ εἰς τὴν
3576Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν μόνον τὰ ⅖. Ἐκ τῶν ⅗ τού-
3577των διαθέτουσι τὸ ἥμισυ ὑπὲρ χρεωλυσίου καὶ τὸ ἥμισυ εἰς
3578αὔξησιν τῶν τόκων. Ἔχουσι 2% χρεωλύσιον ἐκ τοῦ πλεο-
3579νάσματος, ὅπερ προκύπτει ἐκ τῆς εἰς φράγκα τροπῆς τῶν
3580εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια εἰσπράξεων ἐκ δραχ. 15,750,000,
3581ἤτοι ἐκ τοῦ ποσοῦ φρ. 465,758, ὡς εἶπον ὑμῖν πρότερον.
3582Ζητοῦσιν ἕτερον χρεωλύσιον ἐκ τοῦ πλεονάσματος τῶν προσ-
3583αυξήσεων κατὰ τὰ ⅗. Ζητοῦσι πρὸς δὲ ἅπασαν τὴν συναλ-
3584λαγματικὴν διαφορὰν, τὴν ἐκ τῆς μειώσεως τῆς σημερινῆς
3585ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ.
3586Ὑπάρχει καὶ ἕτερον ζήτημα, λελυμένον κατὰ τὰς δια-
3587πραγματεύσεις τοῦ 1894, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἦτο ἐπιτε-
3588τραμμένον νὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ διαπραγματεύσεις, τὸ ζή-
3589τημα τῆς ἀποδόσεως τῶν εἰσπράξεων τῆς Ἑταιρίας τῶν Μο-
3590νοπωλίων τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1893. Μετὰ τὴν
3591ἀφαίρεσιν τῆς γενομένης ἤδη πληρωμῆς κατὰ 50% ἀπέ-
3592ναντι τῶν ὀφειλομένων διὰ τόκους τοῦ δανείου τῶν Μονοπω-
3593λίων, εἶχε γείνῃ δεκτὸν κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ 1894
3594ν’ ἀποδοθῇ τὸ ὑπόλοιπον εἰς τοὺς ὁμολογιούχους εἰς 5 ἐτη-
3595σίας δόσεις. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου συνεφωνήθη νὰ πλη-
3596ρωθῶσι αʹ) τὰ ἔξοδα τῶν ἀπεσταλμένων τῶν ἐπιτροπειῶν
3597ἐκ 4,500 λιρῶν· βʹ) 5% ἐπὶ τῶν ἐκδεδομένων ὑπὸ τοῦ
3598ἐν Λονδίνῳ κομιτάτου ἀποδείξεων πρὸς τοὺς λαβόντας τὰ
359930%, ἤτοι 1 σελίνιον κατὰ λίραν στερλίναν, καὶ γʹ) τὸ ὑπό-
3600λοιπον νὰ μὴ δοθῇ εἰς αὐτοὺς πρὸς αὔξησιν τῶν τόκων, ἀλλὰ
3601νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς ἀγορὰν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν
3602Μονοπωλίων. Πάντα ταῦτα ἐθεωρήθησαν ὡς μὴ συμπεφω-
3603νημένα, νῦν δὲ προβάλλεται νὰ λάβωσιν ἅπαν τὸ ὑπόλοι-
3604πον ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1893,
3605νὰ λάβωσι πρὸς δὲ καὶ κεχωρισμένας τὰς ἀποζημιώσεις τῶν
3606κομιτάτων καὶ προσέτι 120,000 λιρῶν, αἱ ὁποῖαι ἤθελον
3607χρησιμοποιηθῇ πρὸς πληρωμὴν τῶν 10% κλπ. Ὡς βλέ-
3608πετε, προεβλήθησαν νῦν ὑπὸ τῶν κομιτάτων προτάσεις, αἱ
3609ὁποῖαι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γένωνται ἀποδεκταί. Ἀλλὰ νο-
3610μίζετε, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωσι τὴν ἁπλότητα, κατὰ
3611τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης συνάδελφον, νὰ προβάλλωσι το-
3612σοῦτον ὑπερβολικὰς προτάσεις, ἐὰν δὲν ὑπῆρχον αἱ προτά-
3613σεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τοιαῦται, ὥστε νὰ δίδωσιν
3614εἰς αὐτοὺς ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠδύναντο νὰ στηριχθῶσιν;
3615Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπρόβαλλε τὴν συνέχισιν τῶν κατὰ τὸ
36161894 διεξαχθεισῶν διαπραγματεύσεων, ἐπετρέπετο εἰς τὰ
3617κομιτάτα νὰ ἀρνηθῶσιν ἐπὶ τίνος εἶχον προσκόψει σημείου
3618αἱ διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τῆς
3619προεδρευομένης ὑπὸ τοῦ προκατόχου Πρωθυπουργοῦ; Βε-
3620βαίως ὄχι.
3621Δὲν δύναμαι νὰ ποιήσωμαι μνείαν τῶν ἀντιπροτάσεων τῆς
3622Ἑλλην. Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν προτάσεων τούτων τῶν ἐπιτρο-
3623πειῶν, διότι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠρνήθη
3624οὐ μόνον τὴν κατάθεσιν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ τὸν χαρακτῆρα
3625αὐτῶν. Εἶπε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι αὐταὶ δὲν εἶναι ἀντιπρο-
3626τάσεις, ἀλλ’ εἶναι παρατηρήσεις. Καὶ γινώσκομεν μὲν ἐκ
3627τοῦ δεδημοσιευμένου ὑπομνήματος τῶν Γερμανῶν ὁμολογιού-
3628χων, ὁποῖαι ὑπῆρξαν αἱ ἀντιπροτάσεις ἢ αἱ παρατηρήσεις
3629αὗται τῆς Ἑλλ. Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐπειδὴ πρὸ ὀλίγου ὑπὸ
3630τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐλέχθη, ὅτι τὸ ὑπόμνημα τοῦτο δὲν
3631περιῆλθεν οὐδ’ εἰς τὸν ἐν Παρισίοις ἡμέτερον πρεσβευτήν,
3632οὐδ’ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐνταῦθα, νομίζω, ὅτι δὲν μοὶ εἶναι
3633ἐπιτετραμμένον νὰ συζητήσω ἐπ’ αὐτῶν...
3634§75ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑπάρχει ἄλλο ὑπόμνημα, ἐν τῷ ὁποίῳ
3635ἀναφέρονται.
3636§76ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ σήμερον, ὅταν ἐντεῦθεν ὁ ἀξιότιμος
3637ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἐποιήσατο περὶ τούτου μνείαν, ὁ κ.
3638Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι οὐδὲν ὑπόμνημα ὑπεβλήθη εἰς αὐ-
3639τόν... Ἡ μεταξὺ τῶν προτάσεων τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπι-
3640τροπειῶν, τῶν ὑποβληθεισῶν κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ
36411894, καὶ τῶν προτάσεων τῶν προβαλλομένων νῦν κατὰ τὸ
3642σχέδιον τῆς συμβάσεως, τὸ προσαχθὲν εἰς τὴν Βουλήν, διαφορὰ
3643εἶναι πρόδηλος. Κατὰ τοὺς ὅρους τοὺς ἤδη συνωμολογημέ-
3644νους κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ 1894, τὸ ποσοστὸν
3645τὸ ἀποδοτέον πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους ἀνήρχετο εἰς 32%
3646ἐπὶ ὅλων τῶν δανείων, ἤτοι προσετίθεντο 2% ἐπὶ τοῦ νῦν
3647πληρονομένου, ἤτοι προσετίθεντο 500,000 φράγκα.
3648Κατὰ τὰς προτάσεις τὰς νῦν προβαλλομένας, καθ’ ἃς αἰ-
3649τεῖται ἡ καταβολὴ 32% ἐπὶ τῶν ἄλλων δανείων, καὶ
365043% ἐπὶ τοῦ δανείου τῶν Μονοπωλίων καὶ 2% ἔτι λόγῳ
3651χρεωλύτρου, προστίθενται ἀντὶ 500,000 φράγκα 1,500,000.
3652Ἀντὶ τῆς προϊούσης κλίμακος, ἡ ὁποία εἶχε τεθῇ ὡς βάσις ὑπὸ
3653τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἤδη προτείνεται ἡ μετοχὴ
3654τῶν ὁμολογιούχων εἰς τὰς προσαυξήσεις τῶν ὑπεγγύων προσ-
3655όδων. Ἀλλὰ καὶ αὕτη ἡ μετοχὴ προβάλλεται ἤδη μεί-
3656ζων ἐκείνης, ἡ ὁποία εἶχε προβληθῇ κατὰ τὰ 1894, διότι
3657τότε οὗτοι προέτειναν νὰ μετάσχωσι κατὰ 50%, ἦτο δὲ
3658τοιαύτη ἡ ἐπίσημος πρότασις, ἐνῷ, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς
3659πολλοὺς τῶν τότε λαβόντων γνῶσιν τῶν διαπραγματεύσεων,
3660οἱ ἀντιπρόσωποι ἦσαν διατεθειμένοι νὰ κατέλθωσι καὶ εἰς
366130%. Ἤδη ζητοῦνται τὰ ⅗, ἤτοι 60%.
3662Προτείνεται νῦν τὸ πρῶτον ἡ μετοχὴ αὐτῶν εἰς τὴν ὠφέ-
3663λειαν, ἡ ὁποία θὰ παραχθῇ ἐκ τῆς συναλλαγματικῆς διαφο-
3664ρᾶς ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν δραχμῶν 15,750,000, τὸ ὁποῖον
3665θεωροῦσιν ὡς ἐλάχιστον ὅριον, ἠγγυημένον εἰς τραπεζικὰ γραμ-
3666μάτια· πρότασις ὅλως νέα, ἡ ὁποία τὸ πρῶτον νῦν προβάλ-
3667λεται. Νέα πρότασις ἐπίσης εἶναι τὸ αἰτούμενον ἤδη ποσὸν
3668120,000 λιρῶν, περὶ οὗ οὐδεὶς ἐγένετο λόγος κατὰ τὸ 1894.
3669Νέα πρότασις ἐπίσης εἶναι ἡ πληρωμὴ τῶν 2 σελινίων κατὰ
3670λίραν ἐπὶ τῶν certificats, ἐνῷ τότε ἐπρόκειτο μόνον ἓν
3671σελίνιον κατὰ λίραν στερλίναν νὰ πληρωθῇ, καὶ νὰ πληρωθῇ
3672ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τῶν εἰσπράξεων τῆς ἑξαμηνίας τοῦ 1893
3673τοῦ δανείου τῶν Μονοπωλίων. Νέα ἐπίσης προβάλλεται ἀξίω-
3674σις, ἵνα ἱδρυθῇ ἑταιρία, τῇ συμπράξει τῶν ἐν Ἀθήναις προνομι-
3675ούχων Τραπεζῶν καὶ τῶν πέντε ξένων τραπεζιτικῶν καταστη-
3676μάτων, τὰ ὁποῖα ἐξέδωκαν τὰ δάνεια ἡμῶν.
3677Ὡρισμένως εἰς τὸ σχέδιον τῆς συμβάσεως γίνεται λόγος,
3678ὅτι ἡ ἑταιρία αὕτη θὰ ἱδρυθῇ ὑπὸ τῶν προνομιούχων ἐν Ἑλ-
3679λάδι Τραπεζῶν καὶ ὑπὸ πάντων τῶν ἀναφερομένων ἐν τῷ ἄρ-
3680θρῳ 12 τῆς συμβάσεως τραπεζιτικῶν καταστημάτων, τὰ
3681ὁποῖα εἶναι 5, δηλαδὴ προτείνεται, ἡ διοίκησις τῆς ἑταιρίας,
3682εἰς τὴν ὁποίαν ἐννοοῦσι νὰ ἀναθέσωσι τὴν διαχείρισιν τῶν
3683ὑπεγγύων προσόδων, νὰ διατελῇ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν 8 διευ-
3684θυντῶν, ἐκ τῶν ὁποίων 3 ἐντόπιοι καὶ 5 ξένοι.
3685§77ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς ποῖον ἄρθρον;
3686§78ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρθρον 3 τῆς συμβάσεως (ἀναγινώ-
3687σκει): «Ἡ ἑταιρία αὕτη θὰ ἱδρυθῇ τῇ συμπράξει τῶν προ-
3688νομιούχων Τραπεζῶν τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν οἴκων τῶν ἐπι-
3689φορτισμένων τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἑλληνικῶν δανείων ἐν Λον-
3690δίνῳ, Παρισίοις καὶ Γερμανίᾳ». Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 12 τοῦ
3691σχεδίου τῆς συμβάσεως, «ἐπιφορτίζονται τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ
3692Ἑλληνικοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους, ἐν Ἀθήναις ἡ Ἐθνικὴ Τρά-
3693πεζα τῆς Ἑλλάδος, ἐν Γερμανίᾳ 1) ἡ National Bank,
36942) ὁ κ. S. Bleichroeder καὶ 3) οἱ κ. κ. Von Erlanger
3695καὶ Υἱὸς, ἐν Λονδίνῳ οἱ κ. κ. Hambro καὶ Υἱὸς, καὶ ἐν
3696Παρισίοις τὸ Comptoir National d'Escompte.»
3697Αὗται εἶναι αἱ προτάσεις τῶν κομιτάτων.
3698Εὐθὺς ὡς παραδεχθῆτε τὴν σύστασιν Ἑλληνικῆς ἀνωνύ-
3699μου ἑταιρίας μὲ τοὺς ξένους ὡς ἱδρυτὰς, ὡς συνέπειαν ὀφεί-
3700λετε νὰ παραδεχθῆτε τὰ ὑπ’ αὐτῶν προτεινόμενα, ὡς πρὸς
3701τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως τῆς ἑταιρίας.
3702§79ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν συνέπειαν αὐτὴν τὴν ἀναιρεῖ τὸ
3703καταστατικόν.
3704§80ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ καταστατικὸν δὲν εἶναι αἱ προτά-
3705σεις. Αἱ προτάσεις εἶναι τὸ σχέδιον τῆς συμβάσεως, κατὰ τὴν
3706ὁμολογίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
3707Εἶπον, Κύριοι, ὑμῖν, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι εἰς τὸν συμ-
3708βιβασμὸν ἡμεῖς ἀποδίδομεν σημασίαν μείζονα ἐκείνης, τὴν
3709ὁποίαν ἀποδίδει ἴσως ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις. Τὸν συμβιβα-
3710σμὸν θεωροῦμεν ὡς τὴν ἀφετηρίαν πάσης βελτιώσεως τῶν
3711οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας. Τὸν συμβιβασμὸν
3712ἡμεῖς θεωροῦμεν ὡς ἔχοντα μεγίστην ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν ἐξυπη-
3713ρέτησιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν πόθων. Διὰ τοῦτο δὲν καταλέγο-
3714μεν τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ μεταξὺ τῶν συνήθων παρ’
3715ἡμῖν ζητημάτων τῆς διοικήσεως, τῶν ἐσωτερικῶν ζητημά-
3716των. Ὡς ἐκ τούτου ἡμεῖς τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ θεω-
3717ροῦμεν ἀνώτερον τῶν χωριζουσῶν ἡμᾶς κομματικῶν διαιρέ-
3718σεων. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ
3719δέον νὰ ἐξετάζηται ἀνεξαρτήτως καὶ ἀσχέτως τοῦ κρατοῦν-
3720τος παρ’ ἡμῖν πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Εἰλικρινῶς δὲ ὁμο-
3721λογῶ, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε προσαγάγει εἰς τὴν σύνο-
3722δον ταύτην τὴν σύμβασιν περὶ συνομολογήσεως τοῦ συμβιβα-
3723σμοῦ, ἤθελον εὐχαρίστως καὶ ἐγκαρδίως συγχαρῆ αὐτήν·
3724ἤθελον εὐχαρίστως καὶ ἐγκαρδίως συγχαρῆ αὐτὴν καὶ ὑπὸ
3725ἔννοιαν ἀκόμη κομματικήν, διότι νομίζω, ὅτι ἡ ἐκκρεμότης
3726τοῦ συμβιβασμοῦ εἶναι κληροδότημα ἐπώδυνον διὰ τοὺς δια-
3727δόχους τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως.
3728Μετὰ λύπης δὲ παρατηρῶ, ὅτι, ὡς περιεπλάκησαν τὰ τοῦ
3729συμβιβασμοῦ, δι’ οὗ τρόπου διεξήχθη ἡ δοθεῖσα εἰς τὴν Κυ-
3730βέρνησιν παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐντολή, εἶναι λίαν
3731δυσχερὴς ἡ θέσις πάσης διαδόχου Κυβερνήσεως πρὸς ἐπιτέ-
3732λεσιν τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς αὐτὴν καθηκόντων, τῶν ἀνα-
3733γομένων εἰς τὸν συμβιβασμόν.
3734Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, καθ’ ἃς διερχόμεθα κρισίμους
3735στιγμάς, ἡ τοῦ συμβιβασμοῦ συντέλεσις ἤθελεν εἶσθαι ὑπὸ
3736πολλὰς ἐπόψεις ὠφέλιμος καὶ εὐεργετικὴ εἰς τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν
3737συμφέροντα. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐνέδειξε τὴν ὁποίαν ἔχει
3738γνώμην περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὸν συμβιβασμὸν, τὴν ἐνέ-
3739δειξε διὰ τῆς ὁποίας παρέσχεν ἐμπιστοσύνης καὶ πλειοψη-
3740φίας εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὴν
3741ἐνδεικνύει ὁσημέραι, ὡς διαβλέπων ἐν τῇ συντελέσει αὐτοῦ
3742τὴν ἀνόρθωσιν τῆς καθόλου οἰκονομίας τῆς χώρας. Πλὴν δὲ
3743τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πάντες οἱ πρὸς ἡμᾶς φιλίως ἔχοντες ἐν
3744τῇ ἀλλοδαπῇ, πάντες οἱ ἔχοντες γνώμην κρατοῦσαν περὶ
3745τῶν ἀφορώντων εἰς τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα καὶ εἰς τὰ ἐθνικὰ
3746ἡμῶν συμφέροντα, τὴν αὐτὴν ἔχουσι γνώμην περὶ τῶν ἀπο-
3747τελεσμάτων τοῦ συμβιβασμοῦ. Δὲν θὰ ἐπικαλεσθῶ τὰ δημο-
3748σιογραφικὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ὁσημέραι ἐπισωρεύουσι λοιδο-
3749ρίας καθ’ ἡμῶν. Θὰ περιορισθῶ νὰ ἀναγνώσω ὑμῖν ἄρθρον τι
3750πρόσφατον μιᾶς τῶν ἐγκρίτων ἀγγλικῶν ἐφημερίδων, τοῦ
3751«Οἰκονομολόγου» τοῦ Λονδίνου, τῆς 14 Νοεμβρίου 1896.
3752Τὸ ἄρθρον τοῦτο φέρει ὡς τίτλον «ἡ ἐπέκτασις τῆς Ἑλλά-
3753δος» (ἀναγινώσκει):
3754«Διάφοροι προτάσεις ἐγένοντο ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν διὰ
3755»τὴν τακτοποίησιν τοῦ χάρτου τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης,
3756»καὶ μεταξὺ αὐτῶν προεβλήθη προσφάτως, ὅτι ἡ Κύπρος
3757»καί τινα μέρη τῆς Τουρκικῆς αὐτοκρατορίας ἔπρεπε νὰ
3758»παραχωρηθῶσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Εἶναι ἐν τούτοις ἀμφί-
3759»βολον, ἐὰν τοῦτο δὲν ὁμοιάζῃ πρὸς τὴν ἐξαγωγὴν ἐκ τοῦ
3760»τηγανίου ἐντὸς τοῦ πυρός. Πρὶν ἢ ἡ Ἑλλὰς δυνηθῆ εὐλό-
3761»γως ν’ ἀποβλέψῃ πρὸς πᾶσαν ἐπέκτασιν τοῦ ἐδάφους αὐτῆς,
3762»ὀφείλει νὰ δείξῃ, ὅτι εἶναι ἱκανὴ νὰ διοικήσῃ ἐκεῖνο, τὸ
3763»ὁποῖον κέκτηται ἤδη, μετά τινος προσοχῆς πρὸς τὴν οἰκο-
3764»νομικὴν ἠθικήν. Κατὰ τὸ παρὸν οἱ ὁμολογιοῦχοι τῆς χώρας
3765»(Ἀγγλίας) αὐθαιρέτως ἐστερήθησαν τοῦ τόκου, εἰς ὃν δι-
3766»καιοῦνται, πᾶσα δὲ προσπάθεια, ὅπως ἔλθῃ ἡ Ἑλλὰς εἰς
3767»κατάλληλον συναίσθησιν τῶν καθηκόντων της καὶ τῶν
3768»ὑποχρεώσεών της, ἀπέτυχεν ὅλως. Τὸ νὰ γείνῃ προσθήκη εἰς
3769»τὰ καθήκοντα ταῦτα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις διὰ τῆς ἐπε-
3770»κτάσεως τῆς χώρας, θὰ ἦτο καθαρῶς παράλογον.»
3771Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν μὲ τὰς
3772διαδιδομένας εἰδήσεις περὶ ἐπαναλήψεως τῶν διαπραγματεύ-
3773σεων, τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὴν συντέλεσιν τοῦ συμβιβασμοῦ,
3774διότι, καίτοι κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος
3775τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὠφείλαμεν νὰ
3776κρατήσωμεν ὑπὸ σημείωσιν τὴν ἡμέραν ἐκείνην, διότι βραδύ-
3777τερον ἠθέλομεν πληροφορηθῆ, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκοντο τότε
3778αἱ διαπραγματεύσεις, ἐν τούτοις πολλαὶ παρῆλθον ἔκτοτε
3779ἡμέραι, οὐδὲν δ’ ἐγνώσθη τὸ δυνάμενον νὰ παράσχῃ εἰς ἡμᾶς
3780τὸ ἐνδόσιμον, ὅτι πρόκειται περὶ σοβαρᾶς ἐπαναλήψεως τῶν
3781διαπραγματεύσεων, ἢ ὅτι προέκυψαν νέαι ἐλπίδες βάσιμοι περὶ
3782τῆς τοῦ συμβιβασμοῦ συντελέσεως.
3783Εὔχομαι, ὡς καὶ πάντες ὑμεῖς, ὅπως, ὅ,τι δὲν ἐπετεύχθη
3784μέχρι τοῦδε, ὅ,τι καθ’ ἣν στιγμὴν συζητοῦμεν κρίνεται ὡς
3785εἰς ἀποτυχίαν καταλῆξαν, ἐπιτύχῃ ἐν τῷ μέλλοντι, διότι,
3786ὡς ἔλεγον πρότερον, ἡ τοῦ συμβιβασμοῦ συντέλεσις πρόκειται
3787νὰ ἐξυπηρετήσῃ πολλαχῶς καὶ τὰ οἰκονομικὰ καὶ τὰ πολι-
3788τικὰ καὶ τὰ ἠθικὰ συμφέροντα τῆς χώρας.
3789Ἐξ ὅσων εἶπον ὑμῖν, ἐπείσθητε βεβαίως, ὅτι ὁ τρόπος,
3790κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπελήφθη τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ συμ-
3791βιβασμοῦ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου,
3792ἦτο ὁ ἥκιστα κατάλληλος, ὅπως ὁδηγήσῃ αὐτὸν εἰς ἐπι-
3793τυχίαν.
3794Ὑπέλαβεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἦτο εἰς αὐτὸν ἐπιτε-
3795τραμμένον νὰ προσποιηθῇ τὸν ἀγνοοῦντα τὰς κατὰ τὸ 1894
3796γενομένας ὑπὸ τοῦ προκατόχου του διαπραγματεύσεις καὶ νὰ
3797μὴ ἐξακολουθήσῃ αὐτὰς ἀπὸ τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχε
3798περιστραφῆ ἡ διαφωνία μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῶν ἀντιπροσώ-
3799πων τῶν δανειστῶν. Γνωστοῦ δὲ ὄντος, ὅτι ἡ διαφωνία αὕτη
3800συνίστατο εἰς τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι ὁ μὲν ἀντιπρόσωπος τοῦ
3801ἡμετέρου Κράτους ἐπέμενεν εἰς τὴν προϊοῦσαν κλίμακα, ἐκεῖνοι
3802δ’ ἐπέμενον εἰς τὴν διανομὴν τῶν προσαυξήσεων τῶν ὑπεγγύων
3803προσόδων, ἤρκει ἡ προσχώρησις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως
3804εἰς τὴν ἀπαίτησιν αὐτῶν περὶ διανομῆς τῶν πλεονασμάτων,
3805ὅπως ἐπιτευχθῇ ὁ συμβιβασμός. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
3806ἐπροτίμησε σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀπεμάκρυνεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς
3807ἐπιτυχίας τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει. Εἶναι λοιπὸν
3808πρόδηλον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διεχειρίσθη ἀνεπιτυχῶς καὶ
3809ἀστόχως τὴν ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἀνατεθεῖσαν εἰς
3810αὐτὴν ἐντολὴν περὶ συνομολογήσεως τοῦ συμβιβασμοῦ, καὶ
3811ἐγένετο πρόξενος ἀνυπολογίστων ἠθικῶν καὶ ὑλικῶν ζημιῶν
3812εἰς τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα.
3813Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ προβληθῇ ὑπό τινος ὑμῶν τὸ
3814ἐρώτημα, κατὰ τίνα τρόπον ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι εἶναι δυ-
3815νατὸν νὰ συντελεσθῇ ὁ συμβιβασμὸς ὑπὸ εὐπροσδέκτους διὰ
3816τὸ ἡμέτερον Κράτος ὅρους; Ἀνέγνων μάλιστα πρό τινων
3817ἡμερῶν εἴς τινα ἐφημερίδα, ἐνταῦθα ἐκδιδομένην καὶ συντασ-
3818σομένην ὑπὸ δημοσιογράφου νοημονεστάτου καὶ ἐντριβεστά-
3819του περὶ τὰ οἰκονομικὰ θέματα, ὅτι ἀπεκδέχεται τὸ κοινὸν
3820παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὴν ὑπόδειξιν τοῦ συστήματος,
3821κατὰ τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ συντελεσθῇ ὁ συμβιβασμός.
3822Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι οἱ προβάλλοντες τυχὸν τοιοῦτον ἐρώτημα, ἢ
3823μᾶλλον οἱ ἀπεκδεχόμενοι τὴν ἔνδειξιν τοῦ προσφορωτέρου
3824πρὸς συνομολόγησιν τοῦ συμβιβασμοῦ συστήματος παρὰ τῆς
3825Ἀντιπολιτεύσεως, ὑπολαμβάνουσιν ἡμᾶς, τοὺς προκαλέσαντας
3826τὴν κοινοβουλευτικὴν συζήτησιν, τὴν ἀφορῶσαν τὴν ἐξέτα-
3827σιν τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ,
3828ὡς λίαν ἀφελεῖς, ἐὰν δὲν ἦναι οὗτοι ἀφελεῖς. Ἐὰν ἐπρόκειτο
3829περὶ ζητήματος ἐξαρτωμένου ἐκ μόνης τῆς δικαιοδοσίας τῆς
3830νομοθετικῆς παρ’ ἡμῖν ἐξουσίας, ἢ ἐκ μόνων τῶν ἐν Ἑλλάδι
3831πολιτειακῶν ἐξουσιῶν, ἐδικαιοῦτο ἴσως νὰ προβάλωσιν εἰς ἡμᾶς
3832τὸ ἐρώτημα, κατὰ τίνα τρόπον νομίζομεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν
3833νὰ λυθῇ τὸ ἐξόχως ζωτικὸν τοῦτο ζήτημα.
3834§81ΡΩΜΑΣ. Ποῖον ἐφημεριδογράφον ἐννοεῖτε, κύριε Σιμόπουλε;
3835§82ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν συντάκτην τῆς «Ἐφημερίδος».
3836Ἀρχισυντάκτης αὐτῆς εἶναι ὁ γνωστὸς πᾶσιν ὑμῖν κ. Γιαν-
3837νόπουλος, τὸν ὁποῖον τιμῶ ἰδιαιτέρως, οὗ ἕνεκεν καὶ ἐμνη-
3838μόνευσα αὐτοῦ, ὡς ἐντριβεστάτου εἰς τὰ οἰκονομικὰ θέματα.
3839§83ΣΕΧΟΣ. Καὶ δικαίως.
3840§84ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ προσέθηκα, ὅτι τοιαύτην ἀπεκ-
3841δεχόμενος οὗτος παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔνδειξιν, ὑπολαμ-
3842βάνει αὐτὴν ἀφελῆ, ἐὰν δὲν ἦναι αὐτὸς ἀφελής. Προκειμέ-
3843νου ὅμως περὶ ζητήματος, τοῦ ὁποίου ἡ λύσις δὲν ἐξαρτᾶται
3844παρὰ μόνων τῶν ἐν Ἑλλάδι ἐξουσιῶν, ἀλλὰ καὶ παρὰ τρί-
3845των, μεθ’ ὧν εἰς οὐδεμίαν ἡμεῖς διατελοῦμεν ἐπικοινωνίαν,
3846καὶ τῶν ὁποίων οὔτε τὰς προθέσεις οὔτε τὰς διαθέσεις γι-
3847νώσκομεν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προβάλωμεν ἡμεῖς σύστημα
3848περὶ τῆς διακανονίσεως τῶν ἀφορώντων εἰς τὸν συμβιβασμόν;
3849Εἰς ζητήματα ἐθνικὰ ἕτερα, οὐχ ἧττον σπουδαῖα, ἐξαρ-
3850τώμενα ἐκ τῶν παρ’ ἡμῖν ἐξουσιῶν, δὲν περιωρίσθημεν εἰς
3851τὸν ἔλεγχον τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐν πάσῃ
3852εἰλικρινείᾳ ἐξεθήκαμεν τὸ ἡμέτερον πολιτικὸν πρόγραμμα.
3853Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ, ἐπιβάλλεται
3854ἡμῖν ἡ ἐπιφύλαξις. Τὴν ἐπιφύλαξιν ταύτην δὲν ἐπιβάλλει
3855εἰς ἡμᾶς ἡ ὑπὸ τύπον ἀπειλῆς πρό τινων ἡμερῶν ἀπευθυν-
3856θεῖσα πρὸς ἡμᾶς ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ παρατήρησις,
3857ὅτι ὑπέχομεν καὶ ἡμεῖς εὐθύνην, ἐὰν ἐκ τῶν συζητήσεων τού-
3858των παραβλαφθῶσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, διότι τὰ τῶν εὐ-
3859θυνῶν κανονίζονται καὶ ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν καὶ ὑπὸ
3860τῆς φύσεως αὐτῆς τῶν πραγμάτων. Αἱ εὐθῦναι δὲν εἶναι δυ-
3861νατὸν νὰ μεταστῶσιν ἀπὸ τῶν ὑπευθύνων εἰς τοὺς ἀνευθύ-
3862νους. Τὴν ἐπιβάλλει ὅμως τὴν ἐπιφύλαξιν ταύτην τὸ καθῆ-
3863κον πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἡ ἐπιφύλαξις
3864αὕτη δὲν ἀποκλείει ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ νὰ δηλώσωμεν τὴν ὁποίαν
3865ἐμορφώσαμεν ἐκ τῆς μελέτης τῶν πραγμάτων γνώμην, ὅτι ἡ
3866Κυβέρνησις διεχειρίσθη ἀνεπιτυχῶς τὴν ἀνατεθεῖσαν εἰς αὐ-
3867τὴν ἐντολὴν ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας.
3868Ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀπευθυνόμενος πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς
3869τοῦ Βόλου κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1895, ἔλεγεν αὐταῖς λέ-
3870ξεσι τὰ ἑπόμενα (ἀναγινώσκει):
3871«Δὲν εἶμαι, φίλοι συμπολῖται, πεπεισμένος εἰσέτι, ἂν ὁ
3872»παραιτηθεὶς Πρωθυπουργός, ὅταν ἤρξατο διαπραγματευό-
3873»μενος κατὰ τοὺς παρελθόντας μῆνας μετὰ τῶν ἀντιπροσώ-
3874»πων τῶν ὁμολογιούχων, ἤρξατο αὐτῶν μετὰ σπουδαίας
3875»προαιρέσεως, ἢ ἄν, πεπεισμένος ὅτι δὲν ἤθελε δυνηθῆ νὰ
3876»συγκρατηθῇ ἐν τῇ ἀρχῇ, ἐπεθύμησε νὰ χρησιμοποιήσῃ αὐτάς,
3877»ὅπως ἀποπλανήσῃ τὸ κοινὸν καὶ δυνηθῇ νὰ ἐγείρῃ ἐν ταῖς
3878»ψυχαῖς τοῦ λαοῦ αἰσθήματα ἐπιεικείας καὶ συγκαταβάσεως
3879»πρὸς αὐτόν...»
3880Ἀγορεύων ἐνώπιον ἡμῶν ἐν ἡγουμένῃ συνόδῳ ἐπὶ τοῦ
3881θέματος τοῦ συμβιβασμοῦ, καὶ μνημονεύων τῆς ἐπαγγελίας
3882ταύτης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀντλήσω ἐκ
3883τῆς συνειδήσεώς μου τὸ θάῤῥος, ὅπως ἀπευθύνω εἰς τὸν κύριον
3884Πρωθυπουργὸν τὴν αἰτίασιν, ἣν οὗτος ἐξετόξευσε κατὰ τοῦ
3885προκατόχου του. Κατ’ ἐμὴν ἐκτίμησιν, οὔτε ὁ προκάτοχος
3886οὔτε ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς ἐστεροῦντο σπουδαίας προαιρέσεως
3887πρὸς τὴν τοῦ συμβιβασμοῦ συντέλεσιν. Ὅταν ὅμως λάβῃ τις
3888ὑπ’ ὄψει τὰς ἐνεργείας τοῦ προκατόχου κατὰ τὸ 1894 καὶ
3889τὰς ἐνεργείας τοῦ νῦν κατὰ τὸ 1895 καὶ 1896, καὶ ἐπιστα-
3890μένως συγκρίνῃ ταύτας, δὲν δύναται νὰ μὴ ὁμολογήσῃ, ὅτι
3891αἱ μὲν τοῦ 1894 διαπραγματεύσεις ἐνεδείκνυον τὴν σπου-
3892δαίαν προαίρεσιν τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος τὸ Κράτος πρὸς
3893τὴν ἄμεσον τοῦ συμβιβασμοῦ συντέλεσιν, αἱ δὲ τῶν ἐτῶν
38941895 καὶ 1896 ἐνδεικνύουσι μᾶλλον τὴν προαίρεσιν τῆς
3895παρατάσεως τῆς ἐκκρεμοῦς καταστάσεως, ὑφ’ ἣν ἐξακολου-
3896θοῦμεν διατελοῦντες.
3897Ὁ κ. Πρωθυπουργός, διατελῶν εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπο-
3898λιτεύσεως κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1894, ὅτε ἡ Ἀντιπολίτευσις
3899τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἤλεγχε τὴν πολιτείαν τῆς τότε Κυβερ-
3900νήσεως ἐπὶ ταῖς διεξαχθείσαις ὑπ’ αὐτῆς διαπραγματεύσεσι
3901πρὸς συνομολόγησιν τοῦ συμβιβασμοῦ, εὕρισκεν, ὅτι ὁ Πρω-
3902θυπουργὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, μόνον ἐκ τοῦ πάθους τῆς φι-
3903λοδοξίας ἐλαυνόμενος, ἔστεργε νὰ κρατῇ τὴν ἀρχήν, καθ’ ὃν
3904χρόνον ἐπεβάλλετο αὐτῷ ἐκ τῆς πτωχεύσεως τὸ καθῆκον νὰ
3905διαπραγματευθῇ τὰ τοῦ συμβιβασμοῦ μετὰ τῶν πιστωτῶν
3906τοῦ Κράτους καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἀπέτυχον αἱ πρὸς συνομολό-
3907γησιν αὐτοῦ προσπαθείαί του. Ἐγὼ δὲν συνεμερίσθην τῆς
3908γνώμης ταύτης τοῦ ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτοῦ, διότι ἐφρό-
3909νουν καὶ φρονῶ, ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες δὲν ἀνήκουσιν εἰς
3910ἑαυτοὺς, ἔχουσι δὲ τὸ καθῆκον ν’ ἀναλαμβάνωσι καὶ νὰ τη-
3911ρῶσι τὴν ἀρχὴν, ὅταν ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ
3912καὶ τοῦ Στέμματος ἐπιβάλλωσιν αὐτοῖς τὸ καθῆκον τοῦτο.
3913Ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης εἰσηγησάμενος εἰς τὴν Βουλὴν
3914τὸν νόμον τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893, καὶ διεξαγαγὼν μετ’
3915αὐτὸν τὰς πρὸς τοὺς πιστωτὰς τοῦ Κράτους διαπραγματεύ-
3916σεις συμβιβασμοῦ, ἐξεπλήρου ὀδυνηρὸν μὲν καὶ ἐπώδυνον
3917καθῆκον, ἀλλὰ καθῆκον ἐπιβαλλόμενον αὐτῷ ὑπὸ τῆς θέ-
3918σεως, ἣν δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ μὴ ἀποδεχθῇ. Δικαιοῦμαι ὅμως
3919ν’ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τὸν τοιαύτην ἔχοντα
3920γνώμην, περὶ τῶν ἀποτυγχανόντων ἢ ἀστοχούντων ἐν σπου-
3921δαιοτάτῃ ἐθνικῇ ὑποθέσει Πρωθυπουργῶν, τὸ ἐρώτημα, ἐὰν
3922ἦναι πλέον ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτὸν νὰ κρατῇ τὴν ἀρχὴν,
3923ἀφοῦ πᾶσαι αἱ πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἐπαγγελίαι αὐτοῦ, καὶ ἰδίως
3924ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸν συμβιβασμὸν, ἀπομένουσιν ἀπραγμα-
3925τοποίητοι, καὶ ἀφοῦ αἱ ἐνέργειαι καὶ αἱ προσπάθειαι αὐτοῦ
3926πρὸς συντέλεσιν τοῦ συμβιβασμοῦ ἐπὶ 18 ὅλους μῆνας προ-
3927δήλως ἀπέτυχον.
3928Νῦν εἰς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, ἀπόκειται νὰ κρίνητε,
3929ἐὰν ἡ τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ ζητήματι τοῦ συμβιβασμοῦ
3930ἀποτυχία, περὶ ἧς οὐδεμία, οὐδὲ ἡ ἐλαχίστη, ἐπιτρέπεται
3931πλέον ἀμφιβολία, ἦναι ἐπαρκὴς νὰ ἐγείρῃ ἐν ταῖς καρδίαις
3932ὑμῶν τὸ συναίσθημα τοῦ πρὸς τὴν πατρίδα καθήκοντος, ὅπως
3933ἄρητε τὴν πρὸς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν ἐμπιστοσύνην καὶ
3934ὑποστήριξίν σας. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
3935§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίς ζητεῖ νὰ ἀγορεύσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος;
3936§86ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
3937§87ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι
3938ἤδη εἰς θέσιν νὰ παρακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν...
3939§88ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Τί ἔχει;
3940§89ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν εἶμαι ἐγὼ εἰς θέσιν νὰ εἴπω... Ἐπιφυ-
3941λάσσομαι λοιπὸν αὔριον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως νὰ
3942λάβω τὸν λόγον καὶ εἴπω τὴν γνώμην μου.
3943§90Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπ’ ὄψει τῆς
3944Βουλῆς κεῖνται πολλὰ καὶ ποικίλα ζητήματα, ἄξια μεγάλης
3945προσοχῆς καὶ μελέτης, ἡ ὥρα δὲ τοῦ ἐνιαυτοῦ, τὴν ὁποίαν
3946διανύομεν, μᾶς ἐπιβάλλει νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν
3947τῶν χρεῶν μας. Τρεῖς μόνον ῥήτορες εὐφραδεῖς ἠγόρευσαν ἐκ
3948τῶν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἐπὶ ἑπτὰ ἤδη ὥρας, ἴσως καί τι
3949πλέον. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ χάσωμεν καὶ τὴν αὔριον
3950ἡμέραν, ἐξακολουθοῦντες τὴν συζήτησιν ταύτην. Διὰ τοῦτο
3951παρακαλῶ τοὺς κυρίους ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει νὰ ἐπιμείνωσιν
3952ἐξακολουθοῦντες τὴν συζήτησιν, ἕως νὰ περατώσωμεν αὐτήν.
3953§91ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ
3954διευκολύνῃ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἡ Ἀντιπολίτευτις ἐπεχείρησε,
3955τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, παρατηρῶ δὲ, ὅτι ὄχι
3956μόνον δὲν συντελεῖ, μὴ μετέχουσα τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ
3957καὶ παρακωλύει τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως. Νομίζω
3958ὅτι δὲν εἶναι πρέπον, μετὰ συζήτησιν ἑπτὰ ὡρῶν, ὡς εἴπετε,
3959νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἐξακολουθήσῃ ἀκόμη
3960συζητοῦσα. Ἐσυζητήσαμεν τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα. Ὑπῆρ-
3961ξαν καθ’ ἡμᾶς σπουδαιότατα. Τὸ ζήτημα ὅμως δὲν ἐξηντλήθη·
3962πιθανὸν καὶ ἄλλοι—ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι πολλοί—νὰ λά-
3963βωσι τὸν λόγον.
3964§92Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐννοῶ
3965κατὰ τίνα τρόπον ἐννοεῖτε νὰ σᾶς εὐκολύνωμεν τὴν συζήτησιν.
3966§93ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπιτρέποντες ἀνθρωπίνως νὰ ἐργαζώ-
3967μεθα καὶ χωρὶς νὰ καταπονῶμεν τὸ σῶμα καὶ τὸν νοῦν.
3968§94Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁρίστε (δεικνύει τὸ βῆμα).
3969§95ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι εἰρωνεία! δὲν εἶναι εἰλικρινὲς αὐτό!
3970§96Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι εἰρωνεία. Εἰς τὰς
3971ὀκτὼ ἀπήλθομεν, ἐμείναμεν μίαν ὥραν ἐκτὸς ἐργασίας, ἐπα-
3972νήλθομεν εἰς τὰς δέκα παρὰ τέταρτον, καὶ εἶναι ἤδη δωδε-
3973κάτη, εἴμεθα δὲ εἰς τὴν 10 Δεκεμβρίου. Αἱ ἑορταὶ ἐπέρχονται·
3974ἔχομεν πληθὺν ἐργασιῶν. Πρέπει νὰ προβῶμεν.
3975§97ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τοῦτο, νομίζω, οὐδόλως εὐθύνεται ἡ
3976Ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία εὐθὺς ὡς ἐκλήθη νὰ ἐκτελέσῃ τὸ
3977καθῆκόν της ἐνταῦθα, ἔσπευσε νὰ πράξῃ αὐτό. Εὐθύνεται ἡ
3978Κυβέρνησις μόνον, ἥτις δὲν ἐκάλεσεν ἐγκαίρως τὴν Βουλήν.
3979Ἀφοῦ ἐπρόκειτο νὰ τὴν καλέσῃ εἰς ἔκτακτον σύνοδον, ἠδύ-
3980νατο νὰ τὴν καλέσῃ κατὰ Αὔγουστον, κατὰ Σεπτέμβριον,
3981ὅπως ἔχῃ καιρὸν ἡ Βουλὴ οὕτω νὰ συζητήσῃ πάντα τὰ ὑπο-
3982βληθησόμενα εἰς αὐτὴν ζητήματα, καὶ τὸν προϋπολογισμὸν
3983νὰ συζητήσῃ καὶ ψηφίσῃ ἐγκαίρως, ὅπως ἅπαξ τοὐλάχιστον
3984πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους ἔχωμεν ἐψηφισμένον καὶ κεκυρω-
3985μένον αὐτόν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐδὲν πρόσκομμα παρεμ-
3986βάλλει εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἀπόδειξις τούτου, ὅτι
3987παραμένει ἐνταῦθα, ἐπιτελοῦσα τὸ ἐφ’ ἑαυτῇ τὸ καθῆκόν της
3988ἐπὶ ἑπτὰ ὥρας καθ’ ἑκάστην. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ὑπάρχῃ δεύ-
3989τερον Κοινοβούλιον εἰς τὸν κόσμον, ἐν ᾧ γίνεται τοιαύτη
3990ἐργασία. Ἐν Ἑλλάδι ἀπαντᾷ τὸ πρωτοφανὲς τοῦτο καὶ πρω-
3991τάκουστον, νὰ καταντήσῃ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα
3992ἐκεῖ, ὅπου κατήντησεν αὐτὸ ἤδη. Ὑμεῖς, κύριε Πρωθυπουργὲ,
3993ὡς ἀντιπολιτευόμενος ἄλλοτε, ἐκόπτεσθε ὑπὲρ τῆς διασώσεως
3994τῶν κοινοβουλευτικῶν πολλάκις προσχημάτων,—ἐνθυμεῖσθε
3995τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἐν ἐκτάκτοις περιστάσεσιν ἐκα-
3996λεῖτο ἡ Βουλὴ νὰ συνεδριάσῃ ἐπὶ τοσαύτας ὥρας, καὶ ὑμεῖς
3997ἐδηλοῦτε πολλάκις, ὅτι, μέχρι τῆς ἐννάτης δυνάμεθα νὰ συζη-
3998τήσωμεν, πέραν τῆς ἐνάτης ὄχι,—πῶς ὅμως, ἀφ’ ὅτου ὑμεῖς
3999εἶσθε ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ἐλησμονήσατε, τί ὑπε-
4000στηρίζετε τότε, καὶ ἀπαιτεῖτε νὰ συνεδριάζῃ ἡ Βουλὴ πάν-
4001τοτε σχεδὸν καὶ πέραν τοῦ μεσονυκτίου;
4002§98ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Καὶ τί ἐκάμομεν μέχρι τοῦδε;
4003§99ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω, περὶ κωλυ-
4004σιεργίας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐδήλωσα ἐν ἀρχῇ, ἐπαναλαμ-
4005βάνω καὶ νῦν, ὅτι, ὅταν τις κάθηται προσηλωμένος ἐπὶ τοῦ
4006θρονίου τούτου καὶ ὀφείλῃ μετ’ ἐντεταμένης τῆς προσοχῆς ἐπὶ
4007ἑπτὰ ὅλας ὥρας νὰ ἀκούῃ τοῦ ἀγορεύοντος, δὲν εἶναι βε-
4008βαίως εἰς θέσιν νὰ ἀγορεύσῃ καὶ αὐτὸς ἐν τῷ μέσῳ τοσούτου
4009καμάτου. Νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἔχῃ ὄρεξιν ἡ Βουλὴ νὰ ἐξακολου-
4010θήσῃ, δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἡμεῖς
4011οἱ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἔχομεν σκοπὸν νὰ λάβωμεν
4012τὸν λόγον. Ἡμεῖς αὐτὴν τὴν ὥραν ἀδυνατοῦμεν νὰ ἐξακολου-
4013θήσωμεν τὴν συζήτησιν. Αὔριον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως
4014θὰ λάβωμεν τὸν λόγον, εἶναι δὲ βέβαιον, ὅτι πρὸ τοῦ δια-
4015λείμματος θὰ ἔχωμεν ἤδη τελειώσει, καὶ ἡ Βουλὴ αὔριον
4016πολὺ ἐγκαίρως θέλει εἰσέλθει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν·
4017ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἡ ἐλαχίστη διάθεσις ἐκ μέρους ἡμῶν πρὸς
4018παρακώλυσιν τῶν κυρίων ἔργων τῆς Βουλῆς.
4019§100Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν
4020ἐπέκρινα τοὺς κ. ἀντιπολιτευομένους, ἂν ἔχωσιν ἀνάγκην νὰ
4021καταναλίσκωσι τέσσαρας καὶ πέντε ὥρας εἰς συζήτησιν ἐπερω-
4022τήσεων. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν κατέκρινα αὐτοὺς, διότι δὲν ἐπιθυμῶ
4023νὰ ἐκφράσω γνώμην συντελοῦσαν νὰ ἐκληφθῶ ὡς ζητῶν νὰ
4024περιορισθῇ τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, ἔχω ὅμως
4025δικαίωμα νὰ παραπονεθῶ, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐργασία εἶναι
4026πολὺ βραχεῖα, ἐὰν μόνον ἑπτὰ ὥρας μένωμεν, διότι τέσσα-
4027ρας ὥρας καταναλίσκομεν διὰ τὴν ἐλεγκτικὴν ἐξουσίαν τοῦ
4028Κοινοβουλίου, τρεῖς δὲ μόνον διὰ τὴν νομοθετικὴν λειτουρ-
4029γίαν αὐτοῦ, δὲν ἀποβαίνει δ’ οὕτω δυνατὸν νὰ ἀνταποκριθῶ-
4030μεν εἰς τὰς ποικίλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, αἵτινες δέονται
4031πληρώσεως, καὶ ταχείας διὰ νομοθετημάτων. Ἔπρεπεν ἴσως
4032νὰ νομοθετῶμεν πέντε ὥρας καὶ νὰ συζητῶμεν ἐπὶ ἐπερωτή-
4033σεων τρεῖς. Ἀλλ’ ἐγὼ οὐδεμίαν ἐξέφρασα γνώμην. Ἐκεῖνο
4034μόνον, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, εἶναι, νὰ στέρξῃ νὰ
4035παρατείνῃ ὡσαύτως καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, διότι,
4036ὅπως ἡμεῖς δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐκφέρωμεν ἀντίῤῥησίν
4037τινα εἰς τὴν εὐρύτητα τοῦ ἐλέγχου, οὕτως ἔχομεν τὸ δι-
4038καίωμα νὰ ἀξιώσωμεν νὰ μὴ ἐπέρχηται ἀντίῤῥησίς τις καὶ
4039εἰς τὴν εὐρύτητα τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Ὅτι ὁ κ. Βου-
4040λευτὴς ἐκ Λοκρίδος νομίζει ὅτι ἔπρεπε νὰ συγκληθῇ ἡ
4041Βουλὴ κατὰ Αὔγουστον ἢ κατὰ Σεπτέμβριον, θέλει ἀνα-
4042γνώσει ἴσως τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος ἐν ταῖς ἐφημερίσι, καὶ
4043ἴσως θέλει ἀναγνωρίσει, ὅτι ἔχει ἄδικον· διότι γνωστὸν εἶναι,
4044ὅτι οἱ Βουλευταὶ εἶναι ἄνθρωποι, πατέρες οἰκογενειῶν, ἔχοντες
4045συμφέροντα, ἐργαζόμενοι καὶ ἀναμένοντες τὸν Αὔγουστον καὶ
4046Σεπτέμβριον νὰ συγκομίσωσι τὰ προϊόντα αὐτῶν, ἵνα συντη-
4047ρήσωσι τὰς οἰκογενείας των· ἤθελε δὲ εἶσθαι ματαία χρῆσις
4048τοῦ δικαιώματος τοῦ Ἡγεμόνος, ἐάν τις ἐκάλει τὸν Βασι-
4049λέα νὰ ὑπογράψῃ διάταγμα περὶ συγκλήσεως Βουλῆς κατὰ
4050μῆνα Αὔγουστον, ὅταν τοὐλάχιστον αἱ ἀνάγκαι δὲν ἦσαν
4051τοιαῦται, ὥστε τὸ Κράτος νὰ κινδυνεύῃ, ἐὰν δὲ συνεκλήθη ἡ
4052Βουλὴ τότε. Ὁ ἔλεγχος τοῦ κ. Βουλευτοῦ νομίζω ὅτι εἶναι
4053ἀβάσιμος, ἐνῷ ἡ ἀξίωσις ἡμῶν εἶναι εὔλογος. Ἐκεῖνο τὸ
4054ὁποῖον συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι νὰ προσπαθήσωμεν νὰ
4055ἐκτείνωμεν περισσότερον τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον καταναλί-
4056σκομεν εἰς νομοθετικὰ ἔργα, καὶ ἐπειδὴ διηνύσαμεν σήμερον
4057ὅλην τὴν ἡμέραν εἰς ἔργα ἐλέγχου, παρακαλῶ νὰ ἐπιμείνω-
4058μεν νὰ τελειώσῃ ὁ ἔλεγχος, ἵνα δυνηθῶμεν αὔριον νὰ εἰσέλ-
4059θωμεν εἰς νομοθετικὴν ἐργασίαν, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ
4060αὔριον θέλομεν δαπανήσει ἄλλας τέσσαρας ὥρας εἰς τὸν ἔλεγ-
4061χον καὶ δὲν θέλει μείνει, εἰμὴ μόνον χρόνος ἀπὸ τῆς 10ης ἕως
4062τῆς 12ης τῆς νυκτὸς, ἤτοι ὁ χρόνος τῆς διακοπῆς τῆς ἐρ-
4063γασίας μας κατὰ τὴν 8ην, ὅτε κατὰ τὴν 10ην ἐπαναλαμ-
4064βάνομεν αὐτήν.
4065§101ΣΤΑΗΣ. Μετ’ ἀπορίας ἤκουσα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυ-
4066βερνήσεως εἰπόντος ὅτι ἐχάσαμεν ὥρας πολυτίμους εἰς συζή-
4067τησιν ἄσκοπον. Ἄσκοπος ἡ περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ συζήτη-
4068σις! ἄσκοπος ἡ περὶ τῶν ὑψίστων συμφερόντων τοῦ Κράτους
4069μέριμνα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας! Ἀλλὰ ἐκ τῆς συζητή-
4070σεως κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην οὐδὲν ἄλλο ἐδείχθη ἢ ὁποία
4071ὑπῆρξε καὶ ὁποία τις ὀφείλει νὰ ἦναι ἡ πολιτεία τῆς Κυβερ-
4072νήσεως ἐν τῷ μέλλοντι ὡς πρὸς τὰ τοῦ συμβιβασμοῦ, διότι
4073τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐδείχθη ὅτι πλημμελὴς ἦτο ἡ μέχρι
4074τοῦδε πολιτεία τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν
4075διαπραγματεύσεων, τὰς ὁποίας ἐπὶ 18 μῆνας ἤδη διεξάγει
4076ἀνεπιτυχῶς πάντοτε, διότι οὐδὲν ἄλλο ἀπεδείχθη κατὰ τὴν
4077ἑσπέραν ταύτην ἢ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤγαγε
4078τὰ τοῦ συμβιβασμοῦ εἰς τὸ ἀδιέξοδον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον εἶναι
4079ἀδύνατον καὶ αὐτὸς καὶ οἱοσδήποτε ἄλλος νὰ τὰ ἐξαγάγῃ,
4080διότι κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀπεδείχθη, ὅτι τὰ τοῦ συμ-
4081βιβασμοῦ διεξήχθησαν οὕτως ἀδεξίως, ὥστε ὄχι μόνον εἶναι
4082αἴνιγμα, ἐὰν θὰ κατορθώσῃ ἄλλη τις Κυβέρνησις νὰ ὁδηγήσῃ
4083αὐτὰ εἰς τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν, ἐν ᾗ θὰ εὕρωμεν τὴν λύσιν τὴν
4084κανονικὴν, ἀλλὰ πλὴν τούτων ἐδείχθη κατὰ τὴν ἑσπέραν
4085ταύτην, ὅτι τὸ κύριον ἔργον τῆς παρούσης Κυβερνήσεως
4086κατὰ τὸ στάδιον τῶν διαπραγματεύσεων περὶ συμβιβασμοῦ
4087ὑπῆρξεν ὁ δυσφημισμὸς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως! Καὶ
4088ἐνῷ ἐβεβαιώθη, ὅτι τὰ τοῦ συμβιβασμοῦ πρέπει νὰ θεωρῶν-
4089ται τελείως κατεστραμμένα, ἐνῷ ἐβεβαιώθη ὅτι παρὰ τῆς
4090παρούσης Κυβερνήσεως οὐδεὶς ὀφείλει νὰ ἀναμείνῃ τὴν ἐπίτευ-
4091ξιν τοῦ συμβιβασμοῦ, ἔρχεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
4092σεως νὰ θρηνήσῃ, διότι ἐχάσαμεν τὴν ἑσπέραν ταύτην, συζη-
4093τοῦντες περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, μὴ ἀσχοληθέντες εἰς τὰ
4094προσωπικὰ καὶ τὰ χαριστικὰ νομοσχέδια, τὰ ἀναγεγραμ-
4095μένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει! εἰς τὰ νομοσχέδια τὰ δη-
4096μοτικὰ, τὸ τῶν αὐτοκινήτων ἁμαξῶν καὶ τὸ περὶ ἀγορᾶς
4097οἰκοπέδων καὶ τὰ ἄλλα, τὰ ὅμοια τούτοις! Καὶ ἀληθῶς δὲν
4098γνωρίζω μετὰ ποίου θάῤῥους πρέπει νὰ ὁμιλῇ τις, ἵνα δι-
4099ϊσχυρίζηται, ὅτι οἱ μὲν περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ συζητοῦντες
4100δὲν φείδονται τοῦ χρόνου, οἱ δὲ ὑπὲρ τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ
4101διατάξει νομοσχεδίων, φείδονται αὐτοῦ.
4102Δὲν εἶναι, κύριε Πρόεδρε, σπουδαῖα ταῦτα. Οὐδεὶς δὲ
4103ἠθέλησε νὰ παρακωλύσῃ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν σπουδαίων νο-
4104μοθετημάτων, τὰ ὁποῖα, ὑποθέτω, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ πα-
4105ρουσιάσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, — διότι μέχρι τοῦδε τοὐλάχι-
4106στον δὲν εἴδομεν σπουδαῖα νομοθετικὰ ἔργα ἐνώπιον ἡμῶν. — Ἡ
4107Ἀντιπολίτευσις μέχρι τοῦδε κατὰ τὰς 26 συνεδρίας, αἱ ὁποῖαι
4108ἔλαβον χώραν, πάντοτε πρόθυμος ἐδείχθη νὰ συντρέξῃ τὴν
4109Κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειοψηφίαν εἰς τὴν νομοθετικὴν αὐτῆς
4110ἐργασίαν· ἀπόδειξις δὲ, κύριε Πρόεδρε, εἶναι, ὅτι διεξάγομεν
4111τὰς συζητήσεις ἐν μεσονυκτίαις ὥραις, παραμένοντες 30 ἢ καὶ
411220 μόνον Βουλευταί. Εἶναι ἡ πρώτη ἑσπέρα, κατὰ τὴν
4113ὁποίαν εὐτυχῶς παρευρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ ἡ Βουλὴ, εἶναι ἡ
4114πρώτη στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν βλέπω τῷ ὄντι ἐν ἀπαρ-
4115τίᾳ τὴν Βουλήν. Πολλάκις ἐγὼ αὐτὸς παρέστην κατὰ τὰς
4116ἀναγνώσεις τοῦ καταλόγου ἐν ζητήμασι, τὰ ὁποῖα ἀπῄτουν
4117τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως βεβαίωσιν τῆς παραδοχῆς τῶν
4118ζητημάτων τούτων ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ ἐβεβαιώθη πάν-
4119τοτε, ὅτι δὲν ὑπῆρχε ἀπαρτία, διότι ἡ συζήτησις διεξή-
4120γετο, παρὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμὸν, μεταξὺ 20 ἢ
412130 Βουλευτῶν, καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἠρξάμεθα συζη-
4122τοῦντες παρόντων μόνον 22 Βουλευτῶν, συμπολιτευομένων
4123καὶ ἀντιπολιτευομένων. Καὶ ἐνῷ οὕτως ἔχουσι τὰ τῆς νομο-
4124θετικῆς ἐργασίας, κακίζετε ἡμᾶς, ὅτι δὲν συντρέχομεν εἰς τὰ
4125τῆς νομοθετικῆς ὑμῶν ἐργασίας! Ἀλλὰ δὲν εἶναι δίκαια ταῦτα,
4126λεγόμενα παρ’ ὑμῶν, παρ’ ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι πολλάκις ὑπε-
4127δείξατε ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης, ὅτι ὑπὲρ πᾶν ἄλλο θέτετε
4128τὸ συμφέρον καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πο-
4129λιτεύματος. Μὴ λησμονεῖτε δὲ τὸ δίδαγμα, τὸ ὁποῖον κατὰ
4130τὸ παρελθὸν ἔτος, συζητουμένου τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς,
4131ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδωκεν ἡμῖν, περὶ τῆς πιέσεως ἐκ
4132μέρους τῆς πλειοψηφίας πρὸς τὴν μειοψηφίαν καὶ τῆς ἐκ ταύτης
4133ἀντιδράσεως, ἀντιδράσεως τῆς ὁποίας ἐγὼ πολλάκις, ὡς καὶ κατὰ
4134τὸ παρελθὸν εἶπον, παρέστην μάρτυς, ἀντιδράσεως δικαιοτάτης,
4135ἀντιδράσεως ἄνευ τῆς ὁποίας, — καθ’ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε τῆς
4136Κυβερνήσεως, ὄχι κατ’ ἐμὲ τὸν ἐλάχιστον, — δὲν εἶναι δυνατὸν
4137νὰ ὑπάρξῃ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἐὰν θέλετε νὰ μᾶς
4138ἐξαναγκάσητε εἰς ἀντίδρασιν, εἴμεθα πρόθυμοι, ἀλλὰ σᾶς
4139διαβεβαιῶ, ὅτι δὲν θὰ συντελέσῃ ἡ ἀντίδρασις αὕτη εἰς
4140τὴν κανονικὴν διεξαγωγὴν τῶν νομοθετικῶν ἐργασιῶν τοῦ
4141Κοινοβουλίου. Διότι τί ἐὰν μᾶς ἐξαναγκάσητε νὰ συζητήσω-
4142μεν μέχρι τῆς πρωΐας περὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ὅλως
4143ξένα ὄχι μόνον πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἀλλὰ καὶ
4144πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ; Δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν
4145ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ θὰ συζητῶμεν περὶ ἄλλων, σπου-
4146δαίων ἴσως ἀντικειμένων, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν πρέπει
4147κατὰ ταύτην μάλιστα τὴν στιγμὴν ν’ ἀπασχολήσωσι τὴν
4148Βουλήν. Γινώσκει ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβου-
4149λίου, ὅτι εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ συζητῶμεν μέχρι τῆς αὔριον.
4150§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἕκαστος
4151ἔχει δικαιώματα ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ τὰ ἐνασκεῖ κατὰ
4152τὴν ἰδίαν αὑτοῦ γνώμην. Ἐγὼ δὲν πρόκειται νὰ διδάξω
4153κανένα, οὐδὲ νὰ συμβουλεύσω κανένα. Ἕκαστος ἐνασκεῖ τὰ
4154δικαιώματά του καθ’ οἱονδήποτε τρόπον αὐτὸς νομίζει.
4155Ἐὰν κάμνῃ κατάχρησιν αὐτῶν, αὐτὸς εὐθύνεται, ὄχι ἡμεῖς.
4156§103ΣΤΑΗΣ. Αὐτὸ εἶναι βεβαιότατον, ὅτι ἕκαστος εὐθύνε-
4157ται διὰ τὴν κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἔχει.
4158Ἀλλ’ ἐάν τις ποιῆται κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας, ἐγὼ νομίζω
4159ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ταύτην τὴν ἑσπέραν
4160εἶναι ὁ ποιούμενος τὴν κατάχρησιν ταύτην· διότι ἀπὸ τῆς
41614 καὶ 20′ μ. μ. ἀκριβῶς ἤρξατο ἡ συνεδρία, παρεμείναμεν
4162ἄνευ διακοπῆς μέχρι τῆς 8 καὶ 30′, ἐπανήλθομεν τὴν 9 καὶ
416345′, καὶ ἔκτοτε ἐργαζόμεθα ἀδιακόπως. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος
4164τῆς Κυβερνήσεως νομίζῃ ὅτι δὲν πρέπει νὰ προσέχωμεν τὸν
4165νοῦν εἰς τοὺς ἀγορεύοντας, ἐὰν νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ ἀναπαυώ-
4166μεθα, εἴτε κοιμώμενοι εἴτε ἄλλως πως τὸν χρόνον διερχόμενοι,
4167βεβαίως δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς δυ-
4168νάμεθα νὰ παραμένωμεν ἐνταῦθα. Ἐὰν ὅμως προσέχωμεν,
4169ὡς ἐμπρέπει, εἰς τὰ λεγόμενα παρὰ τῶν συναδέλφων, βεβαίως
4170ὁ ἀνθρώπινος νοῦς δὲν δύναται ν’ ἀκολουθήσῃ μετὰ ὀκτάω-
4171ρον ἐργασίαν. Μὴ λησμονεῖτε δὲ, ὅτι μᾶς ἔχετε ἐπιβαρύνει
4172δι’ ἐργασίας ὑπερβολικῆς, ἀναγεγραμμένης ἐν τῇ ἡμερησίᾳ
4173διατάξει, μὴ λησμονεῖτε ὅτι εἴμεθα ὑπόχρεοι, ἡμεῖς τοὐλά-
4174στον, νὰ παρακολουθῶμεν τὴν ἐργασίαν ταύτην, μὴ λησμο-
4175νεῖτε ὅτι πολλάκις συνετελέσαμεν κατὰ τὴν συζήτησιν νο-
4176μοσχεδίων εἰς τὴν βελτίωσιν αὐτῶν, ὅτι πολλάκις ὠφελήσατε
4177τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου μόνον διὰ τῶν παρατηρήσεων,
4178τὰς ὁποίας ὑμεῖς ὑπεβάλλομεν. Ἐὰν καὶ τοῦτο δὲν ἐπιθυ-
4179μεῖτε, τότε δηλώσατέ το, ἵνα παραιτηθῶμεν τοῦ ἐλέγχου
4180τούτου, καὶ ἐνεργήσωμεν τὴν ἀντίδρασιν, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς
4181μᾶς ἐδιδάξατε.
4182§104ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων λέξεων
4183πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπαντῶν
4184πρὸς ἐμὲ, εἶπεν ὅτι τὸν Αὔγουστον μῆνα δὲν ἠδύνατο νὰ συγ-
4185καλέσῃ τὴν Βουλήν· διατί; Διότι οἱ Βουλευταὶ ἔχουσι τὰς
4186ἰδιωτικάς των ἐργασίας, καὶ χάριν τῶν ἐργασιῶν των αὐτῶν
4187καλούμενοι ἐνταῦθα, ἵνα ἐπιτελέσωσιν ἐκτάκτως ὕψιστον πρὸς
4188τὴν πατρίδα καθῆκον ἀπέναντι τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων,
4189εἰς τὰς ὁποίας αὕτη εὑρίσκετο, θὰ προετίμων τὰ ἴδια αὑτῶν
4190συμφέροντα καὶ θὰ παρέβλεπον τὰ ὕψιστα τῆς πατρίδος
4191συμφέροντα. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πολὺ ταπεινὴν γνώμην πρέπει
4192νὰ ἔχῃ τις περὶ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ὅπως φαν-
4193τάζηται αὐτοὺς μὴ σπεύδοντας, ἵνα πρὸ παντὸς ἄλλου ἐπι-
4194τελέσωσι τὰ πρὸς τὴν πατρίδα καθήκοντά των. Ἀλλὰ καὶ
4195ἐὰν δὲν ἠδύνατο νὰ τὴν συγκαλέσῃ κατὰ τὸν Αὔγουστον,
4196δὲν ἠδύνατο νὰ τὴν συγκαλέσῃ κατὰ τὸν Σεπτέμβριον, ἢ
4197τοὐλάχιστον τὴν 1 Ὀκτωβρίου, καὶ νὰ ἔχῃ ἑτοίμην πρὸς
4198ὑποβολὴν εἰς αὐτὴν πᾶσαν τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν καὶ τὸν
4199προϋπολογισμόν;
4200Ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ συνεκλήθη
4201εἰς ἔκτακτον σύνοδον τόσον βραδέως, δὲν πταίομεν ἡμεῖς,
4202ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις· ἂν δ’ ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι ἐντὸς
4203τοσοῦτον βραχέος χρονικοῦ διαστήματος δύναται τοιαύτην
4204σωρείαν νομοσχεδίων καὶ προϋπολογισμὸν ἐν ταὐτῷ νὰ συζη-
4205τήσῃ αὐτή, πλανᾶται βεβαίως πλάνην μεγάλην. Ἐκεῖνο
4206ὅμως, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λάβῃ ὑπὸ σημείωσιν, εἶναι τὸ
4207ἑξῆς· ὅτι, ἐὰν ἐννοῇ νὰ ἐξαναγκάσῃ μίαν τόσον σοβαρὰν συ-
4208ζήτησιν νὰ λήξῃ ἐντὸς μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς συνεδριάσεως,
4209εἶναι ὡς νὰ θέλῃ νὰ περιορίσῃ τὸν ἔλεγχον· διότι αὐτὸ μοὶ
4210ὑπενθυμίζει τὸ ἄλλοτε γραφὲν, ὅτι εἶναι ἐλεύθερος ὁ τύπος,
4211ἀρκεῖ μόνον νὰ μὴ γράφῃ· τὸ ἴδιον εἶναι καὶ τώρα. Εἶσθε
4212ἐλεύθεροι, Κύριοι, νὰ ἐλέγξητε τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῇ πολι-
4213τείᾳ αὐτῆς ἐν τῷ ὑψίστῳ τούτῳ ζητήματι τοῦ συμβιβασμοῦ,
4214ἀρκεῖ ὅμως νὰ μὴ ὁμιλήσητε! Καὶ τοῦτο σημαίνει, ὅταν
4215λέγῃ ὅτι, «μολονότι εἶσθε κεκμηκότες, ἐγὼ ἐπιμένω εἰς τὴν
4216συζήτησιν»· διατί; «Διότι δὲν θέλω νὰ ὑπάρχῃ ἔλεγχος».
4217Εἶναι δὲ ἄρνησις τοῦ ἐλέγχου, ὅταν ἐπιμένητε εἰς πρᾶγμα,
4218τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον φυσικῶς. Σᾶς ἐδηλώσαμεν ἡμεῖς, οἱ
4219ὁποῖοι προτιθέμεθα νὰ λάβωμεν τὸν λόγον, ὅτι αὐτὴν τὴν
4220στιγμὴν δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ τοῦ ζητή-
4221ματος τούτου, εἴμεθα σωματικῶς καταβεβλημένοι. Λοιπὸν
4222ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ἀδυναμίας, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα,
4223ὅταν ἐπιμένητε σεῖς νὰ λάβωμεν τὸν λόγον, εἶναι ὡς νὰ λέ-
4224γητε «σᾶς ἀφαιροῦμεν τὸν λόγον». Ἔχετε ὄρεξιν νὰ ἐργα-
4225σθῆτε; ἰδοὺ ἡ ἡμερησία διάταξις· προχωρήσατε εἰς αὐτήν.
4226Βλέπετε ὅτι δὲν ὑπάρχει τάσις πρὸς κωλυσιεργίαν ἐκ μέρους
4227ἡμῶν· διότι, καὶ ἂν θελήσητε νὰ εἴπητε «κλείομεν τὴν συ-
4228ζήτησιν», θὰ μᾶς ἀφαιρέσητε οὕτω τὸ δικαίωμα νὰ διατυ-
4229πώσωμεν αὔριον ἢ μεθαύριον νέαν ἐπερώτησιν περὶ τοῦ συμ-
4230βιβασμοῦ καὶ νὰ τὴν ἀναπτύξωμεν; Βεβαίως ἔχομεν τὸ δι-
4231καίωμα νὰ τὸ πράξωμεν. Ἡμεῖς ὅμως καλῇ τῇ πίστει σᾶς
4232λέγομεν, ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν νὰ παρεμβάλωμεν πρόσκομμα κανέν.
4233Δηλοῦμεν δὲ, ὡς ἐκ περισσοῦ, ὅτι αὔριον πρὸ τῆς ἡμερησίας
4234διατάξεως ὀλίγα τινὰ θὰ προσθέσωμεν· οὕτω δὲ ἐντὸς τῆς
4235τεταγμένης ὥρας, θὰ εἰσέλθῃ τότε ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἡμερη-
4236σίαν διάταξιν, καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον της.
4237§105Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν
4238ἐκφέρω γνώμην ἐπὶ τῆς σπουδαιότητος τῆς συζητήσεως, τῆς
4239μέχρι τοῦδε γενομένης. Οἱ ἀγορεύοντες ἔχουσι δικαίωμα νὰ
4240φρονῶσιν, ὅτι λέγουσι σπουδαῖα πράγματα καὶ ὅτι συντελοῦ-
4241σιν εἰς φωτισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ ὅτι ἐξυπηρετοῦσι τὰ δημό-
4242σια συμφέροντα, τοιαῦτα λέγοντες. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἐνο-
4243χλήσω τὸν κ. πρόεδρον καὶ ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη εἰσηγητὴν τῆς πλειο-
4244ψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε
4245νὰ χειρισθῇ καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην τοὺς ἀριθμοὺς, καθ’ ὃν
4246τρόπον αὐτὸς γνωρίζει. Οὐδεμίαν ἐκφέρω γνώμην, ἀλλ’ ἀκούω
4247μετὰ πάσης προσοχῆς, εἴτε σπουδαῖα λέγοντα, εἴτε μὴ σπου-
4248δαῖα. Ἔχω ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ φρονῶ, ὅτι, ἐὰν τοιαύτη
4249συζήτησις ἐξακολουθήσῃ, εἶναι ἀπώλεια χρόνου, καὶ μηδεὶς
4250ἂς θορυβῇ. Μηδεὶς ἂς θορυβῇ, ὅτι θεωρῶ τὸν γινόμενον ἔλεγ-
4251χον τοσοῦτον ἀνάξιον λόγου, ὥστε νομίζω ὅτι εἶναι ἀπώλεια
4252χρόνου ἡ ἐνάσκησις τοῦ ἐλέγχου. Ὄχι· ἀλλ’ ἡ τοιαύτη
4253χρῆσις εἶναι ἀπώλεια χρόνου. Ὅ,τι ἐπιθυμοῦμεν, εἶναι νὰ
4254ἦναι ἐλεύθεροι οἱ Βουλευταὶ νὰ ἀγορεύωσιν ὅσον θέλουσιν, ἀλλὰ
4255ἐπιθυμοῦμεν ὅμως νὰ μεριμνήσωμεν καὶ περὶ τῆς νομοθετικῆς
4256ἐργασίας. Ἐὰν τὰ νομοθετήματα ἡμῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
4257Κυθήρων θεωρῇ ἀνάξια λόγου καὶ προσοχῆς, εἶναι κύριος νὰ
4258τὰ κρίνῃ, ἀλλὰ κυρία νὰ κρίνῃ αὐτὰ εἶναι καὶ ἡ Βουλὴ καὶ
4259τὸ κοινόν· δὲν παραπονοῦμαι διότι τοιαύτην ἔχει γνώμην
4260περὶ τῶν ἔργων ἡμῶν. Ἡμεῖς ὅμως, ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν τοιαύ-
4261την γνώμην, νομίζομεν ὅτι ὑπηρετοῦμεν τὸν τόπον μας, ἐὰν
4262προτείνωμεν τοιαῦτα νομοθετήματα, καὶ ἀπεκδεχόμεθα τὴν
4263γνώμην τῆς Βουλῆς ἐπ’ αὐτῶν. Ἐπιθυμοῦμεν λοιπὸν νὰ
4264μειώσωμεν τὴν ἑσπέραν ταύτην τὸν ἀριθμὸν τῶν ῥητόρων, οἵ-
4265τινες μέλλουσι νὰ συνεχίσωσι τὴν συζήτησιν· διότι, ἐὰν καὶ
4266αὔριον τρεῖς παρασταθῶσιν, ὅσοι καὶ σήμερον, καὶ ἡ ἡμέρα ἡ
4267αὔριον θὰ διέλθῃ χωρὶς νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν νομοθετικὴν
4268ἐργασίαν. Διὰ τοῦτο εὐχόμεθα νὰ ἀγορεύσῃ εἷς ἀκόμη, καὶ
4269μείνωσι διὰ τὴν αὔριον τοὐλάχιστον δύο.
4270§106ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ εἶμαι καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης.
4271§107Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑμεῖς νομίζετε ὅτι εἶσθε δύο·
4272ἀλλὰ νομίζετε ὅτι ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ δὲν εἶναι καὶ ἄλλοι,
4273οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσι νὰ λάβωσι τὸν λόγον καὶ αὐτοὶ, ἵνα
4274ἐπικρίνωσι καὶ εἰσφέρωσι τὰ φῶτά των; Καὶ οὐδεὶς ἔχει δι-
4275καίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν λέγουσι σπουδαῖα πράγματα. Διὰ
4276τοῦτο ἐπιθυμῶ νὰ μειωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ῥητόρων· διότι, ἐὰν
4277αὔριον μετὰ τοὺς δύο, ὑμᾶς καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσο-
4278λογγίου, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δύνασθε νὰ χειρισθῆτε τὰ ζητή-
4279ματα ταῦτα, παρουσιασθῶσι καὶ ἄλλοι 5 ἢ 6, οἱ ὁποῖοι συνή-
4280θως ἀκούονται εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα χειρισθῶσι τὰ ζητήματα
4281ταῦτα, πότε θὰ ἐργασθῶμεν τότε νομοθετικῶς;
4282§108ΣΤΑΗΣ. Εἶναι λυπηρόν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
4283νήσεως παρωμοίασε τὴν Ἀντιπολίτευσιν μὲ πολυκέφαλον
4284Ὕδραν, τῆς ὁποίας εὐθὺς ὡς ἀποκόπτεται ἡ μία κεφαλή,
4285δύο ἀναφύονται. Καὶ δὲν θέλω ἐγὼ νὰ διαψεύσω τὴν παρο-
4286μοίωσιν τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι σήμε-
4287ρον ἢ αὔριον θὰ δειχθῇ, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
4288ἔχῃ δίκαιον, χαρακτηρίσας τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὡς πολυκέ-
4289φαλον Ὕδραν Λερναίαν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
4290σεως, ὡς καὶ οἱ συνάδελφοι οἱ παρακαθήμενοι ἐν τῇ πτέ-
4291ρυγι ἐκείνῃ (δεικνύει τὴν δεξιὰν), νομίζω ὅτι δὲν ἐξετά-
4292ζουν τὸ θέμα ὑπὸ τὴν πραγματικὴν αὐτοῦ ἔννοιαν. Διότι ἀλη-
4293θῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος εἶπεν, ὅτι τίς θέλει μᾶς πα-
4294ρεμποδίσει αὔριον νὰ ἐπιληφθῶμεν καὶ πάλιν τῆς συζητή-
4295σεως τοῦ συμβιβασμοῦ; Βεβαίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
4296νήσεως δὲν δύναται νὰ παρακωλύσῃ οἱονδήποτε Βουλευτὴν
4297αὔριον τὴν ἑσπέραν, καὶ μετὰ τὴν αὔριον, νὰ ἐξετάσῃ καὶ πά-
4298λιν τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ δι’ ἄλλης ἐπερωτήσεως.
4299§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον ἐγώ,
4300ὅτι θέλω σᾶς ἐμποδίσει, ἐὰν θέλετε καθ’ ἡμέραν νὰ ὁμιλῆτε
4301περὶ συμβιβασμοῦ; Κάμετέ το.
4302§110ΣΤΑΗΣ. Αὐτὸ εἴπετε, ὅταν εἴπετε, ὅτι θέλετε τὴν ἑσπέ-
4303ραν ταύτην νὰ περατωθῇ τὸ ὀχληρὸν τοῦτο ζήτημα, τὸ ζή-
4304τημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς θεωρεῖτε ὅτι εἰς οὐδὲν ἄλλο
4305συντελεῖ ἢ νὰ καταναλωθῇ ματαίως ὁ χρόνος. Ἐνῷ ἀκρι-
4306βῶς περὶ τοῦ ἐναντίου ἐπρόκειτο, διότι διὰ τῆς διακοπῆς τῆς
4307συζητήσεως κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἠθέλομεν ἐπιταχύνει
4308τὴν λῆξιν τῆς συζητήσεως κατὰ τὴν αὔριον ἑσπέραν, ἀφοῦ
4309ἤδη ἐδηλώθη, ὅτι δύο ἢ τρεῖς ἔτι συνάδελφοι θὰ λάβωσι
4310τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἀλλ’ ὑμεῖς νομίζετε,
4311ὅτι διὰ τῶν κρίσεών σας περὶ τῶν ἀγορεύσεων τῶν μέχρι
4312τοῦδε γενομένων ἐπὶ τοῦ συμβιβασμοῦ θὰ συντελέσητε εἰς
4313τὴν ταχεῖαν ἀποπεράτωσιν τῶν περὶ συμβιβασμοῦ. Τοῦτο
4314δὲν εἶναι καθόλου ἀληθές. Ἀληθὲς ὅμως εἶναι, ὅτι θὰ ἐξα-
4315ναγκάσητε καὶ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν εἶχον σκοπὸν
4316νὰ ὁμιλήσουν περὶ συμβιβασμοῦ, νὰ λάβωσι τὸν λόγον, διότι
4317τὸ θέμα εἶναι ἀνεξάντλητον, ὡς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
4318νήσεως τὸ ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ
4319γνωστοῦ φυλλαδίου, τοῦ περιέχοντος ἀνακριβείας, ἀναληθείας
4320καὶ σχεδὸν εἰπεῖν ὕβρεις κατὰ τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων
4321τοῦ παρελθόντος. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι ἐν τῷ φυλλα-
4322δίῳ τούτῳ ἀναφέρεται, ὅτι ψευδῶς ἀνεγράφοντο τὰ ἔσοδα καὶ
4323ἔξοδα ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τοῦ Κράτους, ὅτι ψευδῶς
4324ἀνεφέροντο ὡς ἔξοδα πληρωθέντα τὰ 9,000,000 τῆς ὁδο-
4325ποιΐας. Ἀφοῦ δ’ ἐλέγοντο πρὸς ξένους τοιαῦτα μὴ ἀκριβῆ,
4326βεβαίως δυνάμεθα, ἀναιροῦντες τὰς ἀνακριβείας ταύτας, νὰ
4327συζητῶμεν ἐπὶ χρόνον μακρόν.
4328Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει ὅτι ἐπείγει ὁ
4329χρόνος. Καὶ διατὶ ἐπείγει; διότι ἔχομεν 26 συνεδριάσεις; Ἢ
4330νομίζετε ὅτι σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ φρονῆτε, ὅτι εἶναι δυνατὸν
4331νὰ περατωθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἅμα τῇ ἐνάρξει
4332τῶν ἑορτῶν; Τοῦτο εἶναι ἀδύνατον. Συνομολογεῖτε δὲ καὶ
4333σεῖς, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσωμεν τὰς ἐργασίας μας· ἀλλὰ τότε
4334διατὶ σπεύδετε; Ἔχετε ἀνάγκην τοῦ προϋπολογισμοῦ; Ζη-
4335τήσατε δωδεκατημόρια, ἐὰν νομίζητε ὅτι πρέπει νὰ διακο-
4336πῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ ὅμως φρονῶ, ὅτι δὲν
4337πρέπει νὰ διακοπῶσι, διότι ὑπάρχουσι σπουδαῖα ζητήματα
4338ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα θὰ κρίνουν οὐ μόνον
4339τὴν ὕπαρξιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ τῆς Βουλῆς, διότι
4340τὰ ζητήματα τὰ συνδεόμενα πρὸς τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Βα-
4341σιλέως τοιαύτην ἔχουσιν ἔννοιαν. Ἐὰν θέλετε νὰ διεξαχθῇ ἡ
4342συζήτησις ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, μὴ σπεύδετε. Ἐν τῇ
4343προκειμένῃ περιπτώσει, παρά ποτε, ἁρμόζει τὸ «σπεῦδε βρα-
4344δέως».
4345§111Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκεῖνο, τὸ
4346ὁποῖον συνιστῶ, εἶναι νὰ μὴ ἀπειλῆτε, διότι οὔτε ἡ πτέρυξ
4347αὕτη οὐδ’ ἐγὼ εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δέχονται ἀπει-
4348λάς. Ἐὰν θέλετε νὰ εἴπητε τὸ φρόνημά σας, εἶσθε ἐλεύθερος,
4349ἀλλὰ δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ἀπειλῆτε, καὶ ἐὰν θέλετε νὰ
4350ἐνασκήσητε τὴν ἀπειλήν σας, ἐνασκήσατέ την ἀγορεύοντες
435110 ὥρας τὴν ἡμέραν· οὐδεὶς θὰ σᾶς ἐμποδίσῃ· ἀλλὰ δικαίωμα
4352νὰ ἀπειλῆτε ἐν τῇ Βουλῇ δὲν ἔχετε, καὶ νὰ παύσητε ποι-
4353οῦντες τοῦτο.
4354§112ΣΤΑΗΣ. Οὐδὲ ἠπείλησα, οὐδὲ νομίζω ὅτι ἐμπρέπει εἰς
4355οἱονδήποτε ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ νὰ ἀπειλῇ, διότι ἐνταῦθα δὲν
4356ἐπιτρέπεται οὐδὲ ἀπειλή, οὐδὲ ὑπαινιγμός τις ἀπειλῆς. Ἐὰν
4357δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἀπειλήσῃ ἐμὲ, ἰσχυ-
4358ρίσθη ὅτι ἐγὼ ἀπειλῶ, σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἐκεῖνος δύναται ἐλευ-
4359θέρως νὰ ἀπειλῇ, οὐχὶ διότι ἡ πλειονοψηφία τοῦ ἔθνους
4360ἀκολουθεῖ αὐτὸν, ἀλλὰ διότι τὸ παρελθόν του καὶ ἡ ἡλικία
4361του ἐπιτρέπουσιν αὐτῷ νὰ ἀπειλῇ.
4362§113Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ οὐδέ-
4363ποτε ἠπείλησά τινα.
4364§114ΣΤΑΗΣ. Καὶ ταῦτα ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω πρὸς τὸν
4365κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὸν ὁποῖον πάντοτε μετὰ
4366σεβασμοῦ ὄχι μόνον ὡμίλησα, ἀλλὰ καὶ προσηνέχθην. Ἀλλὰ
4367ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νομίζῃ ὅτι ἐπῆλθεν ἡ
4368στιγμή, καθ’ ἣν πρέπει νὰ ἐγερθῇ ταραχή τις, ἵνα κερδήσῃ
4369τὸ ζήτημα, ἐγὼ βεβαίως δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ὑποδείξω
4370εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ στιγμή.
4371Ἀλλ’ ἡ πάροδος τοῦ χρόνου νομίζω ὅτι ἐπιβάλλει εἰς πάν-
4372τας νὰ τρέψωμεν τὴν συζήτησιν καὶ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ
4373θέμα. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερη-
4374σίαν διάταξιν, εἴμεθα πρόθυμοι, ἵνα αὔριον συνεχίσωμεν τὴν
4375περὶ συμβιβασμοῦ συζήτησιν· ἀλλ’ ἐὰν θέλῃ νὰ ἐξακολουθή-
4376σωμεν τὴν συζήτησιν ταύτην, ὁ χρόνος θὰ παρέλθῃ ἐπὶ μα-
4377ταίῳ.
4378§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο πρότασις νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζή-
4379τησις περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, καὶ νὰ προχωρήσῃ ἡ Βουλὴ
4380εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν...
4381§116Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀνθίστα-
4382μαι κατὰ τῆς προτάσεως. Ὅταν ὑπάρχῃ ἐπερώτησις, πρέ-
4383πει νὰ ἐξαντληθῇ. Εὐθὺς δ’ ὡς κλείσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς
4384ἐπερωτήσεως, τότε ἔρχεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἡμερησίας
4385διατάξεως.
4386§117ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυ-
4387βερνήσεως ἐσαφηνίσθησαν αἱ προθέσεις αὐτοῦ. Δὲν πρόκειται
4388νὰ φεισθῶμεν τοῦ χρόνου, διότι ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα
4389παρὰ τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν Κυθήρων καὶ Λοκρίδος, ὅπως
4390ἀναβληθῇ ἡ περαιτέρω ἔρευνα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ συμ-
4391βιβασμοῦ, εἰσέλθωμεν δὲ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐπάγε-
4392ται οἰκονομίαν χρόνου. Κατὰ τὰς δηλώσεις ὅμως τοῦ κ. Προέ-
4393δρου τῆς Κυβερνήσεως, πρόθεσις αὐτοῦ εἶναι νὰ κλείσῃ ὅπως
4394δήποτε ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ συμβιβασμοῦ· εἶπε δὲ, διὰ νὰ
4395δικαιολογηθῇ, ὅτι δὲν εἶναι τακτικὸν, χωρὶς νὰ περατωθῇ ἡ
4396συζήτησις αὕτη, νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
4397ταξιν. Δὲν γνωρίζω διατὶ ἀναγκαίως πρέπει νὰ κλείσῃ ἡ
4398προκειμένη συζήτησις, ἀφοῦ μάλιστα μέχρι τῆς στιγμῆς ταύ-
4399της οὐδεμία ἐπ’ αὐτῆς πρότασις ὑπεβλήθη. Φοβοῦμαι ὅμως,
4400ὅτι ἡ τακτικὴ, ἣν μετέρχεται ἡ Κυβέρνησις, δὲν θὰ συντο-
4401μεύσῃ τὴν συζήτησιν, ὅσον καὶ ἄν θέλῃ νὰ ἐμποδίζῃ τοὺς
4402σκοποῦντας ν’ ἀγορεύσωσι, διότι εἰς τὸ πνεῦμα τῶν Βουλευ-
4403τῶν τῆς πλειοψηφίας καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τῶν Βουλευτῶν τῆς
4404μειοψηφίας, ἀλλὰ καὶ πάντων τῶν παρισταμένων ἐνταῦθα,
4405μένουσιν ἐντετυπωμέναι ὡρισμέναι καταγγελίαι, ἐκτοξευθεῖ-
4406σαι κατὰ τῆς πολιτείας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
4407Ἐὰν δ’ ἐφείδετο πράγματι τοῦ χρόνου, ἐὰν δὲν εἶχε μόνον
4408τὴν πρόθεσιν νὰ κλείσῃ ὅπως–ὅπως τὴν συζήτησιν, διότι δὲν
4409τῷ συμφέρει, ἤθελε λάβει τὸν λόγον καὶ λύσει τὰς ἀπορίας,
4410τὰς γεννηθείσας εἰς τὸ πνεῦμα παντὸς ἐκ τῶν καταγγελιῶν
4411τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀποκρούων τὰς κατὰ
4412τῆς πολιτείας του διατυπωθείσας μομφάς.
4413Αἱ ἀπορίαι αὗται εἶναι τρεῖς. Εἶναι ἡ ἀπορία ἡ γεννη-
4414θεῖσα ἐκ τῆς παραβολῆς τῶν προτάσεων τῆς Κυβερνήσεως
4415πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους καὶ τὰ κομιτάτα, πρὸς τὰς ἐγ-
4416γραφὰς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ὡς πρὸς τὰ ποσοστὰ τῆς
4417ὁδοποιΐας. Ἐνῷ δὲ κατηγορεῖτο πρὸ ὀλίγου παρὰ τοῦ κ. Προέ-
4418δρου τῆς Κυβερνήσεως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Παρνασσίδος,
4419ὡς διαχειριζόμενος τοὺς ἀριθμοὺς λαθροχειρικῶς, ἔχομεν δύο
4420ἐπίσημα κείμενα ἀλληλαναιρούμενα, καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν
4421κειμένων, ὅσον καὶ ἂν θέλῃ νὰ λέγῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
4422νήσεως ὅτι δὲν συμφέρει ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος
4423τοῦ συμβιβασμοῦ, διότι δῆθεν ζημιοῦνται ἐντεῦθεν τὰ ἐθνικὰ
4424συμφέροντα, ὀφείλει νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις. Ὀφείλει νὰ μᾶς
4425ἐξηγήσῃ, καὶ νὰ ἐξηγήσῃ πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τὴν ὑπο-
4426στηρίζουσαν αὐτὸν καὶ πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν, τοῦ ὁποίου τὰ
4427συμφέροντα σήμερον διαχειρίζεται, πῶς ἀνεγράφησαν ἐν τῇ
4428ἐκθέσει τῇ ἐπισήμῳ, τῇ ἀνακοινωθείσῃ πρὸς τὰ κομιτάτα διὰ
4429τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἑλλάδος, πῶς ἀνεγράφησαν ἐννέα ὅλα
4430ἑκατομμύρια ἐκ ποσοστῶν τῆς ὁδοποιΐας μὴ ἀποδοθέντων, καὶ
4431πῶς ἐν τῷ ἐπισήμῳ σημειώματι τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, τῷ
4432κατατεθέντι παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου Προέδρου τῆς Κυβερνή-
4433σεως, τὰ ποσοστὰ ταῦτα, τὰ κατὰ τὰς προτάσεις πρὸς τοὺς
4434δανειστὰς ἀνερχόμενα εἰς ἐννέα ἑκατομμύρια, ἀναγράφονται
4435ὡς ἀνερχόμενα μόνον εἰς 800,000.
4436Ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, δὲν πρόκειται
4437περὶ προτάσεων ἢ περὶ γνωμῶν, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ζη-
4438μιώσωσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, πρόκειται περὶ ἀριθ-
4439μῶν, καὶ ζητεῖται πῶς καὶ τίς τὴν διαφορὰν ταύτην εἰς
4440ἐπισήμους πίνακας κατέστησεν· ὁ Βουλευτὴς Παρνασσίδος,
4441ἢ ὁ συντάξας τὸ κείμενον τῶν προτάσεων τὸ ὑποβληθὲν εἰς
4442τὰ κομιτάτα, καὶ τὸ Γεν. Λογιστήριον, τὸ συντάξαν καὶ
4443ὑποβαλὸν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνή-
4444σεως τοὺς ἀριθμοὺς τούτους; Καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ἓν τῶν ση-
4445μείων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
4446Κυβερνήσεως νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις, διότι ἀρνού-
4447μενος ταύτας ἀρνεῖται καθῆκον ἐπιτακτικὸν καὶ πρὸς ἑαυτὸν
4448καὶ πρὸς τὸν τόπον, τοῦ ὁποίου ἐκπροσωπεῖ τὰ συμφέροντα.
4449Ἕτερον σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὀφείλει νὰ δώσῃ ἐξηγή-
4450σεις, χωρὶς ἐντεῦθεν κατ’ ἐλάχιστον νὰ θίξῃ τὸ ζήτημα τοῦ
4451συμβιβασμοῦ, εἶναι τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν δωρεὰν, ἥτις γίνεται
4452πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους, καθόσον οὗτοι ἤθελον ἀναλάβει νὰ
4453καταβάλωσι πρὸς τὸ Δημόσιον τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν πρὸς
4454πληρωμὴν τοῦ χρέους τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἢ τοῦ
4455ἐκ προκαταβολῶν. Δίδεται πρόσθετος ἀμοιβὴ πρὸς τοὺς ὁμο-
4456λογιούχους διὰ τὴν τοιαύτην ὑπηρεσίαν ἑνὸς ἑκατομμυρίου,
4457ἀλλ’ ἐν ταῖς προτάσεσι ταῖς συνταχθείσαις μετὰ τοσαύτης
4458λεπτομερείας, δὲν βλέπομεν πόθεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ νέου δα-
4459νείου θὰ λάβῃ τὸ χρηματικὸν τοῦτο ποσόν. Οἱ πόροι ἡμῶν
4460εἰσιν ὡρισμένοι· ἔχομεν 67 ἑκατομμύρια διὰ τὴν διοίκησιν, 21
4461ἑκατομμύρια διὰ τὸ δημόσιον χρέος. Πόθεν θὰ λάβῃ τὸ
44621,300,000, ὅπερ προσφέρει ἡ Κυβέρνησις εἰς τοὺς ὁμολογιού-
4463χους; Εἶναι καὶ τοῦτο σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου, ἂν δὲν θέλῃ νὰ
4464παραλείψῃ τὸ καθῆκον, ὅπερ ἔχει πρὸς ἑαυτὸν καὶ πρὸς τὸν
4465τόπον, ὀφείλει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ δώσῃ ἐξη-
4466γήσεις.
4467Τρίτον σημεῖον εἶναι τὸ ἀποβλέπον εἰς τὸν περιορισμὸν
4468τῶν δαπανῶν. Πῶς κατώρθωσε τὰς δαπάνας τῆς Διοική-
4469σεως ν’ ἀναβιβάσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς 67,000,000, ἐνῷ αὗται
4470εἶναι 62,000,000;
4471Μὴ ἐξηγούμενος ἐπ’ αὐτῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
4472σεως, ἀποδεικνύει ἓν καὶ μόνον, ὅτι αἱ βάσεις, ἐπὶ τῶν
4473ὁποίων στηρίζει τὸν συμβιβασμὸν, εἶναι ἐντελῶς πλημμελεῖς,
4474σπεύδων δὲ νὰ κλείσῃ τὴν συζήτησιν, χωρὶς νὰ ἐξηγήσῃ τὰ
4475πλημμελῆ ταῦτα τῶν προτάσεων αὑτοῦ, ἀποδεικνύει ὅτι δὲν
4476ὑπῆρξεν εἰλικρινὴς, ὅπερ πολὺ φοβοῦμαι ὅτι θὰ καταλογισθῇ
4477ἀργὰ ἢ ταχέως εἰς βάρος τῆς χώρας.
4478§118Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπορῶ πῶς
4479ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος γνωρίζω ὅτι ἀσχολεῖ-
4480ται περὶ τὴν ἔρευναν τῶν λογαριασμῶν τοῦ Κράτους, ἀπορῶ
4481πῶς ἠδυνήθη νὰ ἐκφέρῃ γνώμην καὶ νὰ ποιήσηται μάλιστα
4482χρῆσιν χαρακτηρισμῶν βαρέων, νὰ χαρακτηρίζῃ λαθροχειρίαν
4483καὶ νὰ ἀποδίδῃ αὐτὴν εἴτε εἰς τὸν Βουλευτὴν ἐκ Παρνασσί-
4484δος εἴτε εἰς ἐμὲ, πρὶν ἢ ἐρευνήσῃ αὐτὸς ὁ ἴδιος καὶ πεισθῇ,
4485ἐὰν πράγματι τὰ ἔσοδα τῆς ὁδοποιΐας, τὰ ὁποῖα εἰσέπραττε
4486τὸ Δημόσιον, τὰ ἀπέδιδεν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἐν
4487ὅσῳ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ὑπῆρχε λειτουργοῦν. Δὲν λαμβάνει
4488τοὺς ἀπολογισμοὺς τοῦ Κράτους, διὰ νὰ ἴδῃ, ἐὰν ἀπεδίδοντο
4489τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας εἰς τὸ ταμεῖον αὐτό;
4490Ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1888, ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ ἔτους
44911889, ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1890, ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ
4492ἔτους 1891 ἦσαν δημοσιευμένοι ὅταν ἐγράφοντο αἱ ὁδηγίαι,
4493δὲν ἦσαν δημοσιευμένοι μόνον οἱ ὁριστικοὶ ἀπολογισμοὶ τῶν
4494ἐτῶν 1892 καὶ 1893, ὑπῆρχον ὅμως οἱ προσωρινοὶ ἀπολο-
4495γισμοί. Ἀναδιφήσατε τοὺς ἀπολογισμοὺς αὐτοὺς, διὰ νὰ ἴδητε
4496ἂν ἀπεδίδοντο εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας τὰ ἔσοδα, τὰ
4497ὁποῖα εἰσέπραττε τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τοῦ πόρου τῆς ὁδο-
4498ποιίας. Μόνον κατὰ τὸ ἔτος 1891 θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἀπεδόθη
4499τὸ ποσὸν τοῦτο, κατὰ πάντα δὲ τὰ ἄλλα ἔτη ἢ ἀπεδίδοντο
4500ὀλίγα τινά, ἢ τὰ ἡμίση, ἢ τὰ ⅖, οὐδέποτε ὁλόκληρον τὸ
4501ποσόν. Καὶ τοῦτο εἶναι λαθροχειρία! Καὶ πρὶν ἢ πεισθῆτε
4502ὅτι δὲν ἔχουσιν οὕτω τὰ πράγματα, ἀποδίδετε χαρακτηρι-
4503σμοὺς τοιούτους μετὰ τοσαύτης εὐκολίας, ὑμεῖς, ὅστις παρί-
4504στασθε ἡγέτης πολιτικοῦ κόμματος! Καὶ ποῖον συμφέρον ὑπῆρ-
4505χεν, ἵνα εὐκολύνῃ ἢ ἵνα δυσχεράνῃ τὰς διαπραγματεύσεις περὶ
4506συμβιβασμοῦ ἡ ἀφαίρεσις ἀπὸ τὰ ἔξοδα τῆς ὁδοποιίας, ἡ
4507προσθήκη εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους τῶν εἰσπραχθέντων ὑπὸ
4508τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα παρέλιπε νὰ πληρώσῃ, τὰ ὁποῖα
4509δεικνύουσι τὸν ἀληθῆ κατάλογον τῶν ἐξόδων; Ἐὰν παρέλειπον
4510τὴν μνείαν ταύτην, ἤθελον παραστήσει, ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς
4511διοικήσεως ἦσαν ὀλιγώτερα τῶν πραγματικῶν, ἐπὶ ζημίᾳ ἴσως
4512τοῦ Δημοσίου καὶ ἐπὶ ἀποπλανήσει τῶν δανειστῶν. Νομίζετε
4513ὅτι ἡ ἰδέα τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ ἐπιτρέπει τοῦτο;
4514Αὐτὸ ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Βουλευτὴν Παρνασσίδος νὰ φρονῇ·
4515ἀλλὰ μήπως τινὲς ἐξ ὑμῶν τὸν αὐτὸν ἰσχυρισμὸν δὲν προεβά-
4516λατε ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰσέπραττε μὲν
4517τὰ ἔσοδα τῆς ὁδοποιίας ἐκ τῶν πόρων, τοὺς ὁποίους οἱ νόμοι
4518προώρισαν διὰ τὴν ὁδοποιίαν, δὲν ἀπέδιδεν ὅμως ταῦτα;
4519Ταῦτα εἶναι κοινῶς γνωστά, βεβαιούμενα διὰ τῶν ἐπισήμων
4520ἀπολογισμῶν, καὶ διὰ τῶν προσωρινῶν ἀπολογισμῶν.
4521Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς μετέβη καὶ εἰς ἄλλο θέμα.
4522Τὸ θέμα τοῦτο συνδέεται μετὰ τῶν διαπραγματεύσεων· δὲν
4523εἶναι ἀλλότριον, ὡς εἶναι τὸ θέμα τῶν ἐσόδων τῆς ὁδοποιίας,
4524καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι ἐποιησάμην δωρεάν! Ἐγὼ δὲν εἶχον καθῆ-
4525κον νὰ συγκρατήσω τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κραναίας ὁρμῶντα
4526εἰς κατωφέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελε νὰ παρασύρῃ τὴν
4527Βουλήν, νομίζω μάλιστα ὅτι προσέφερον ὑπηρεσίαν εἰς αὐτὸν
4528τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κραναίας, παρακαλέσας αὐτὸν νὰ προ-
4529χωρήσῃ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῆς σελίδος ἐκείνης τοῦ φυλλαδίου
4530ἐν τῷ συμφέροντι αὐτοῦ· διότι, ἐὰν δὲν προεχώρει, καὶ ἐστα-
4531μάτα ἐκεῖ, δικαίως ἤθελεν ὑποληφθῆ ὑπὸ τῶν γνωριζόντων
4532τὰ πράγματα, ὅτι δὲν ἦτο ἀκριβὴς περὶ τὴν παράστασιν
4533τῶν πραγμάτων. Καὶ δὲν συμφέρει εἰς αὐτὸν, νέον ἄνδρα, τοι-
4534αύτη νὰ σχηματισθῇ περὶ αὐτοῦ γνώμη. Λοιπὸν τὸν προ-
4535έτρεψα νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν, διὰ νὰ ἴδῃ, ὅτι
4536ἡμεῖς διὰ τῶν ὁδηγιῶν, τὰς ὁποίας ἐδώσαμεν εἰς τοὺς πρέ-
4537σβεις, ὡδηγοῦμεν αὐτοὺς νὰ ὑποδείξωσιν εἰς τοὺς ἀντιπροσώ-
4538πους τῶν κομιτάτων, ὅτι, ἐὰν ἤθελον ἀναλάβει αὐτοὶ τὰ
4539ἔξοδα δανείου 30 ἑκατομμυρίων, ὅσα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν
4540ἐξόφλησιν τῶν προκαταβολῶν καὶ τῶν μεταλλικῶν χρεῶν
4541τοῦ Δημοσίου ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ἠθέλομεν εὑρεῖ
4542τρόπον νὰ ἔχωμεν τὸ ἀπαιτούμενον χρεωλύσιον ἐν τῷ συνδυα-
4543σμῷ, τὸν ὁποῖον ἐπροτείναμεν, διότι ὑπενθυμίζομεν εἰς αὐτοὺς,
4544ὅτι τότε δὲν ἠθέλομεν πλέον πληρόνει τοὺς τόκους, τοὺς
4545ὁποίους πληρόνομεν εἰς προσωρινὰ δάνεια, οὐδὲ τοὺς τόκους
4546τοὺς ὁποίους πληρόνομεν διὰ τὰ εἰς μεταλλικὸν χρέη τῆς ἀναγ-
4547καστικῆς κυκλοφορίας, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται εἰς 1,025,000.
4548Ὑπεδεικνύομεν ὅτι ἠθέλομεν ἔχει τὰ ⅖ τῆς διαφορᾶς, τὰ δὲ ⅗
4549τῆς διαφορᾶς ἀπετέλουν ποσὸν ἐπαρκὲς καὶ διὰ τοὺς τόκους
4550καὶ διὰ τὰ χρεωλύσια τοῦ ποσοῦ τῶν 30 ἑκατομμυρίων.
4551Ἐὰν, Κύριοι, δὲν θέλετε νὰ κατανοήσητε τὰ πράγματα,
4552ἐγὼ βεβαίως δὲν σκοπῶ νὰ ἀναλάβω τὴν διδασκαλίαν·
4553ἐπειδὴ ὅμως ὑπάρχουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὰ ἀγνοοῦσι, καὶ
4554δεικνύουσιν ὅτι δὲν τὰ ἐννοοῦσιν, ἠθέλησα ν’ ἀποκαλύψω αὐτοὺς
4555ὅτι τὰ ἐννοοῦσιν, ἀλλ’ ἀποκρύπτουσι τὴν ἀλήθειαν.
4556Αὐτὰ εἶναι τὰ μεγάλα θέματα, περὶ τῶν ὁποίων πρόκει-
4557ται. Ἐγὼ ἀνήγγειλα, ὅταν ἐπροτάθη ἡ ἐπερώτησις, ὅτι δὲν
4558νομίζω ἐμαυτὸν ὑπόχρεων νὰ δώσω οὐδεμίαν διασάφησιν δι’
4559ὑπόθεσιν ἀφορῶσαν τὸν συμβιβασμὸν, διότι δὲν νομίζω ὅτι
4560ὑπάρχουσι γεγονότα πρὸς συζήτησιν. Εἰς τὴν Βουλὴν κατέ-
4561θηκα δύο ἔγγραφα, τὰς ὁδηγίας καὶ τὸ σχέδιον τοῦ συμβι-
4562βασμοῦ, διὰ νὰ δώσω πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν, οὐχὶ διὰ
4563νὰ προκαλέσω τὸν ἔλεγχον αὐτῶν· διότι, ἐν ὅσῳ δὲν ἔχω
4564γνῶσιν ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις διεκόπησαν ὁριστικῶς, ὀφείλω
4565νὰ μὴ προκαλέσω συζήτησιν δημοσίαν, καὶ μάλιστα ἐν Κοι-
4566νοβουλίῳ, διότι αἱ συζητήσεις αὗται δύνανται νὰ βλάψωσι.
4567Μήπως νομίζετε, ὅτι τὰ λεχθέντα δὲν βλάπτουσι; Νομί-
4568ζετε ὅτι οἱ ἰσχυρισμοὶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀστόχως διεξήγαγε
4569τὰς διαπραγματεύσεις, δὲν ἐξασθενοῦσιν αὐτήν; Καὶ νομίζετε
4570ὅτι αἱ παραστάσεις ὅτι εἶναι πολλὰ ἢ ὀλίγα ὅσα προέτεινεν
4571ὁ πρώην Ὑπουργὸς, δὲν ἐξασθενίζουσι τὴν Κυβέρνησιν εἰς
4572τὰς μελλούσας διαπραγματεύσεις της; Διὰ τοῦτο εἶχον καθῆ-
4573κον νὰ καταστήσω τὴν Βουλὴν ἐν γνώσει, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ
4574ἐπιλάβηται τῆς συζητήσεως. Ἐπειδὴ οἱ κύριοι Βουλευταὶ
4575ἐδήλωσαν ὅτι θὰ ἐπιλάβωνται τοιαύτης συζητήσεως, προα-
4576νήγγειλον ἐγὼ, ὅτι δὲν θέλω ἀναμιχθῆ παντάπασι, καὶ ἐὰν
4577γεγονότα μηδεμίαν ἔχοντα σημασίαν, καὶ περὶ τῶν ὁποίων
4578ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἐπίσημον γνῶσιν ἔχει, προβάλλωνται,
4579ὡς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης προέβαλε δημοσίευμα εἰς Γερ-
4580μανικὴν ἐφημερίδα, ἢ εἰς τὸν «Οἰκονομολόγον τοῦ Λονδί-
4581νου», καὶ ἔφερε κρίσεις. Δὲν γνωρίζετε εἰς ποίαν κατάστασιν
4582εἶναι ἡ δημοσιογραφία ὅταν πρόκειται περὶ χρηματιστικῶν
4583ὑποθέσεων; Καὶ νομίζετε ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ ἐπηρεάζωνται
4584ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διαθέτουσι κεφάλαια, καθ’ ὃν χρόνον
4585τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον μόλις ἐδαπάνησεν 800 δραχμάς;
4586Ἢ νομίζετε ὅτι εἶναι σοφία μεγάλη νὰ λέγητε ὅτι πρέπει νὰ
4587τελειώσῃ ὁ συμβιβασμός; Ἀλλὰ πρέπει νὰ τελειώσῃ ὡς
4588πρέπει νὰ τελειώσῃ. Καὶ νομίζετε ὅτι αὐτὴ ἡ ἀνυπομονησία
4589ὅτι ὁ συμβιβασμὸς πρέπει νὰ τελειώσῃ, νομίζετε ὅτι δὲν
4590περιβάλλει μὲ δύναμίν τινας, καὶ μὲ ἀσθένειαν ἄλλους; Διὰ
4591τοῦτο δὲν ἠθέλησα νὰ ἀναμιχθῶ· ὅταν ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς
4592ἐξ Ἀττικῆς, εἶπέ τινα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν ὀρθὰ, καὶ ὅταν
4593ἄλλος ἀπέδιδεν αἰτιάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν βάσιμοι, διέκοψα
4594αὐτοὺς ἀπὸ τὰς παραπλανήσεις, εἰς τὰς ὁποίας προέβησαν.
4595§119ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς τῶν ἀγορευσάντων μέχρι τοῦδε
4596ἐκ τῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἰσχυρίσθη, ὅτι πρέπει ὁ συμ-
4597βιβασμὸς νὰ περατωθῇ οὐχὶ ὅπως πρέπει, οὐδεὶς ἰσχυρίσθη,
4598ὅτι πρέπει ὁ συμβιβασμὸς νὰ στηριχθῇ ἐπὶ ὅρων μὴ συμβι-
4599βαζομένων πρὸς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Δὲν ἐννοῶ κατὰ τίνα
4600τρόπον δύνανται νὰ παραβλάψωσι τὰς διεξαγομένας διαπραγ-
4601ματεύσεις αἱ μέχρι τοῦδε ἀγορεύσεις, αἵτινες περιωρίσθησαν εἰς
4602τὸν ἔλεγχον τῶν μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πεπραγ-
4603μένων. Εἶχον ἄλλως τε δικαίωμα νὰ πράξωσι τοῦτο, οὐ
4604μόνον διότι ἐπρόκειτο περὶ διαχειρίσεως ἐντολῆς δοθείσης εἰς
4605τὴν Κυβέρνησιν παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ καὶ
4606διότι νομίζομεν, ὅτι ἡ συζήτησις περὶ τοῦ τρόπου καὶ τῆς πο-
4607ρείας τῆς Κυβερνήσεως προσφέρει πολύτιμον ὑπηρεσίαν εἰς ἐκεί-
4608νους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἐν τῷ μέλλοντι ἐξακολουθήσει τὰς τοῦ
4609συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεις. Ἀγορεύων πρὸ ὀλίγου, ἐξέ-
4610φρασα τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν θέλει μείνῃ ἀμέτοχος ἐν τῇ
4611συζητήσει ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι αἱ παρ’
4612αὐτοῦ δοθησόμεναι ἐξηγήσεις δύνανται νὰ ἄρωσιν ἀπορίας,
4613αἱ ὁποῖαι ἐγεννήθησαν ἐκ τῶν περιπετειῶν τῶν διαπραγμα-
4614τεύσεων. Ἠναγκάσθη ἐπὶ τέλους ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀτ-
4615τικῆς νὰ λάβῃ τὸν λόγον’ ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν,
4616ὅτι διὰ τῆς εὐστροφίας, ἡ ὁποία τὸν διακρίνει, ἠδύνατο νὰ
4617ἀναιρέσῃ ἀριθμοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐξήχθησαν ἀπὸ ἐπίσημα κείμενα.
4618Ὑπέλαβεν, ὅτι ἦτο δυνατόν, ἀπέναντι τῶν ἀμειλίκτων
4619ἀριθμῶν, νὰ κατισχύσῃ ἡ εὐστροφία τῶν λόγων του. Ἐδῶ
4620ἔχομεν δύο ἐπίσημα κείμενα, ἔχομεν τὰς ὁδηγίας τοῦ κ.
4621Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς τρεῖς πρεσβευτὰς ἐν
4622Λονδίνῳ, Παρισίοις καὶ Βερολίνῳ, ἐν ταῖς ὁποίαις, ἐπειδὴ
4623ἠκολούθησε τὸ σύστημα νὰ παριστάνῃ ὁποῖα ὑπῆρχον ἐν
4624τῷ παρελθόντι τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως, ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο
4625εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς ἀνεγράφοντο, νὰ
4626προσθέσῃ καὶ ὅσα δὲν εἶχον ἀποδοθῆ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδο-
4627ποιίας, ῥητῶς δὲ ἀνέφερον, ὅτι ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1892
4628δὲν ἀπεδόθη οὐδὲ λεπτὸν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας. Εἰσε-
4629πράχθησαν, κατὰ τὰς ὁδηγίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸς
4630τοὺς ἡμετέρους πρέσβεις, ἐξ ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1892
4631τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας δραχ. 4,500,000, δὲν ἀπεδόθη
4632δὲ εἰς τὸ ταμεῖον τοῦτο οὐδὲ λεπτόν. Κατὰ τὰς αὐτὰς ὁδη-
4633γίας, ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1889 κατεκρατήθησαν 3,248,325,
4634καὶ ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1890 ἐκρατήθησαν δραχ. 1,545,477,
4635ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 9,293,803. Ὡς δὲ ἔλεγον ἀγορεύων,
4636ἐπειδὴ μοὶ ἐγεννήθη ἀμφιβολία, ἐὰν ἦτο δυνατὸν τοιαῦτα
4637ποσὰ νὰ μὴ ἀπεδόθησαν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας, προὐ-
4638κάλεσα δι’ ἐπερωτήσεως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν
4639νὰ στείλῃ ἐπίσημον τοῦ Λογιστηρίου κατάστασιν τῶν εἰσπρα-
4640χθέντων ποσοστῶν, ἐμφαίνουσαν τὰ καθυστεροῦντα ποσοστὰ
4641καὶ τὰ ἀποδοθέντα. Κατὰ τὴν κατάστασιν ταύτην, εἰσεπρά-
4642χθησαν κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1889 δικαιώματα τοῦ ταμείου
4643τῆς ὁδοποιίας ἐκ δραχ. 2,379,860 καὶ 73 ἑκατοστῶν, ὁλόκλη-
4644ρον δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο ἀπεδόθη εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας
4645μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ ποσὸν τοῦτο
4646ἀπεδόθη δι’ εἰδικῆς πιστώσεως, καταλογισθείσης εἰς βάρος
4647τῆς χρήσεως τοῦ 1892...
4648§120Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν ἐγέ-
4649νετο λόγος περὶ τῶν ποσοστῶν τῆς ὁδοποιίας, τῶν εἰσπρα-
4650χθέντων κατὰ τὸ 1889, τὰ ὁποῖα δὲν ἀπεδόθησαν ἐν ὅλῳ
4651κατὰ τὸ 1889 εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας, εἰς λογαρια-
4652σμὸν τοῦ ὁποίου εἶχον εἰσπραχθῆ, σκοπὸς ἦτο νὰ ἐξακριβω-
4653θῶσι τὰ ἀληθῆ ἔξοδα τοῦ 1889. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν
4654ἐξόδων δὲν εἶχον ἐγγραφῆ πάντα τὰ εἰσπραχθέντα ἔσοδα εἰς
4655λογαριασμὸν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας, διότι δὲν εἶχον πάν-
4656τα ἀποδοθῆ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας· ἑπομένως τὸ ἀνα-
4657γεγραμμένον ἐν τῷ ἀπολογισμῷ ποσὸν τῶν ἐξόδων τοῦ 1889
4658δὲν παριστᾷ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀναγκαίως ἔδει νὰ γείνωσι
4659κατὰ τὸ 1889· ἀλλ’ ἦτο ἀναγκαῖον νὰ εὑρεθῇ τὸ ἀληθὲς
4660ποσὸν τῶν ἐξόδων τοῦ 1889. Αὐτὸ ἐχαρακτηρίσατε λαθρο-
4661χειρίαν;
4662§121ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι εἶναι λαθροχειρία.
4663Ἡ παρατήρησις, ἣν ὑπεβάλετε, ἤθελεν εἶσθαι ὀρθὴ, ἐὰν εἰς
4664τὰς ὁδηγίας σας πρὸς τοὺς πρεσβευτὰς τὰ ἔξοδα τῆς χρή-
4665σεως τοῦ 1892 ἀνεγράφετε, ἢ προσετίθετε τὰ πληρωθέντα
4666εἰς βάρος αὐτῆς 2,379,860. Ἀλλ’ ὑμεῖς, ἐνῷ εἰς βάρος τῶν
4667ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1889 προσθέτετε, λόγῳ μὴ ἀπο-
4668δοθέντων εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας εἰσπράξεων, τὸ ποσὸν
4669δραχ. 3,248,325 (ἀντὶ τῶν πράγματι εἰσπραχθεισῶν δραχ.
46702,379,860), δὲν ἀφαιρεῖτε τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐκ τῶν ἐξόδων τῆς
4671χρήσεως τοῦ 1892.
4672Πῶς δύνασθε, ἐρωτῶ, νὰ προσθέσητε εἰς τὰ ἔξοδα τῆς χρή-
4673σεως τοῦ 1889 ποσὸν ἀναγραφὲν εἰς τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως
4674τοῦ 1892; Ἐν ταῖς ὁδηγίαις ὑμῶν πρὸς τοὺς πρέσβεις ἀνα-
4675γράφετε ὡς ποσοστὸν ἀνῆκον εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας ἐκ
4676τῆς χρήσεως τοῦ 1892 τὸ ποσὸν τῶν 4,500,000, ὡς μὴ
4677ἀποδοθὲν καὶ ὡς καταλογιστέον εἰς τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως
4678ταύτης. Ἐκ τῆς καταστάσεως τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἀπο-
4679δεικνύεται, ὅτι ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1892 ἐκαθαρίσθη ὡς ποσο-
4680στὸν ἀνῆκον εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας τὸ ποσὸν δραχ.
46814,075,711, ἀπεδόθησαν δ’ ἐκ τούτων, διαρκούσης τῆς χρή-
4682σεως, δραχ. 2,954,522, καὶ ὑπελείφθησαν δραχ. 1,121,189,
4683διότι κατὰ τὸ 1892 ἐπῆλθεν ἡ κατάργησις τοῦ ταμείου τῆς
4684ὁδοποιΐας. Ἐγὼ στηρίζομαι εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ Λογιστηρίου,
4685κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκαθαρίσθησαν τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τῆς
4686ὁδοποιΐας καὶ ἀπεδόθησαν διαρκούσης τῆς αὐτῆς χρήσεως. Αἱ
4687προτάσεις ὅμως αἱ πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους ἀναγράφουσιν ὡς
4688ὀφειλόμενον παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου τὸ ποσὸν 4,500,000.
4689Μετεβάλετε ἄρα ἀσκόπως τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἀπολογι-
4690σμῶν, καὶ ὑπεπέσατε εἰς ἀνακριβείας καὶ εἰς λάθη, ἥκιστα
4691ἁρμόζοντα εἰς τόσῳ σπουδαίαν ἐπίσημον ἀνακοίνωσίν σας,
4692ἥτις ἐπρόκειτο νὰ ἀνακοινωθῇ καὶ ἀνεκοινώθη εἰς τοὺς ἐν τῇ
4693ἀλλοδαπῇ πιστωτὰς τοῦ Κράτους.
4694Ὡς πρὸς τὸ ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1890 ἀπομεῖναν ἐκκρε-
4695μὲς ποσὸν, εἶπον ἤδη, ὅτι, ἂν παρέμεινε τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκ-
4696κρεμὲς, τοῦτο ὀφείλεται εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διεχειρίσθησαν
4697τὰ κοινὰ κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως τοῦ 1890.
4698Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ ἑτέρου θέματος νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆ-
4699κον νὰ δώσω ἐξηγήσεις, διότι καὶ ἐκεῖ παρεδέχθην μετὰ τοῦ
4700ἀξιοτίμου ἐκ Κραναίας Βουλευτοῦ, ὅτι, ὅπως ἔχουσιν αἱ
4701ὁδηγίαι, ἐδίδετο πράγματι δωρεὰ πρὸς αὔξησιν τοῦ ποσοστοῦ
4702τῶν τόκων τὸ ποσὸν τοῦ τόκου, ὃν ὑφίσταται νῦν τὸ Κράτος
4703ἐκ τῶν εἰς χρυσὸν προσωρινῶν δανείων. Ἐκ τῶν ὁδηγιῶν δὲν
4704φαίνεται ἀκριβῶς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου προέβαλεν ὁ
4705κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἡ παραχώ-
4706ρησις αὕτη ἐγίνετο εἰς τοὺς ὁμολογιούχους ἐπὶ τῷ ὅρῳ νὰ
4707χορηγήσωσιν οὗτοι τὸ δάνειον· διότι ἰδοὺ πῶς ἔχουσιν αἱ
4708ὁδηγίαι (ἀναγινώσκει):
4709«Διὰ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον θέλομεν συνο-
4710»μολογήσει, θέλομεν ἐξοφλήσει τά τε προσωρινὰ εἰς χρυσὸν
4711»χρέη καὶ τὰ εἰς μεταλλικὸν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ
4712»χρέη πρὸς τὰς Τραπέζας. Τὰ δύο δὲ ταῦτα ποσὰ ἀνέρχονται
4713»εἰς φρ. 1,025,462, θέλει δὲ καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο προστεθῆ
4714»εἰς τὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν εἰς χρυσὸν δανείων 10,103,499,
4715»ἀναβιβασθῇ δὲ τὸ ποσὸν αὐτῶν εἰς 11,128,961. Ὁ δὲ
4716»τόκος θέλει ἑπομένως αὐξήσει ἀπὸ 1¾ τοῦ ¼%
4717»εἰς 2% καὶ πλέον ἐπὶ τοῦ ὀνοματικοῦ, καὶ ἐπὶ τοῦ
4718»πραγματικοῦ κεφαλαίου, τοῦ πράγματι καταβληθέντος ὑπὸ
4719»τῶν δανειστῶν, εἰς 3 μεῖον ποσοῦ τινος».
4720Οὐδαμοῦ τῶν ὁδηγιῶν λέγετε, ὅτι προεκαλοῦντο οἱ ὁμο-
4721λογιοῦχοι νὰ χορηγήσωσι τὸ δάνειον, τὸ ἀπαιτούμενον πρὸς
4722ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν τούτων, ἄνευ τόκου ἢ χρεωλυσίου.
4723Ἀλλὰ, καὶ ἐὰν τοῦτο ὑπῆρχεν ἀναγεγραμμένον, ἐρωτῶ, πῶς
4724ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσι κεφαλαιοῦχοι, χορηγοῦντες εἰς τὴν
4725Κυβέρνησιν δάνειον δωρεὰν ἢ μόνον πρὸς 1%; —διότι ἡ
4726Κυβέρνησις πληρόνει διὰ τὸ ποσὸν τῶν 16 ἑκατομμυρίων,
4727ἅτινα ὀφείλονται εἰς τὴν Τράπεζαν ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγ-
4728καστικῆς κυκλοφορίας, 1%. — Ἐπρόκειτο νὰ προσφέρωσι 30
4729ἑκατομμύρια, ἵνα ἐξοφληθῶσιν αἱ προκαταβολαὶ, ἤτοι τὰ
4730προσωρινὰ δάνεια εἰς χρυσὸν, ἐκ φρ. 14,000,000 καὶ τὸ εἰς
4731χρυσὸν χρέος τοῦ Κράτους ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ πρὸς
4732τὰς Τραπέζας ἐκ φρ. 16,000,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ φρ. 30 ἑκατομ-
4733μύρια. Ἵνα εὑρεθῶσι κεφαλαιοῦχοι χορηγοῦντες τὸ δάνειον
4734τοῦτο, ὁ ἡμέτερος προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων ἔδει νὰ ἐπι-
4735βαρυνθῇ μ’ ἐνιαυσίαν δόσιν ὑπὲρ τὰ 2,000,000 φράγκων.
4736Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι αὐτοὶ ἤθελον καρπωθῆ
4737τὰς ἄλλας ὠφελείας· διὰ τοῦτο οὐδεμίαν ποιοῦνται μνείαν
4738αὐτῆς τῆς δωρεᾶς, διότι πράγματι οὔτε κατὰ νοῦν εἶχον ὅτι
4739ἠδύνατο νὰ χορηγηθῇ τοιοῦτον δάνειον ἀτόκως.
4740Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ γινώσκομεν, τί εἶχε κατὰ νοῦν ὁ
4741ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτε συνέ-
4742ταττε τὰς πρὸς τοὺς πρέσβεις ὁδηγίας του· ἡμεῖς ἀντιλαμβα-
4743νόμεθα αὐτῶν, ὡς εἶναι γεγραμμέναι. Ὅσοι γινώσκουσι τὴν
4744ἑλληνικὴν γλῶσσαν, δὲν δύνανται νὰ ἑρμηνεύσωσιν ἄλλως τὸ
4745κείμενον Μεθ’ ὅλην τὴν εὐγλωττίαν, ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς μετε-
4746χειρίσθη, νομίζω, ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τοῦ ὀλισθηροῦ
4747ἐδάφους, εἰς τὸ ὁποῖον ἐξώκειλε, τοιούτους ἀριθμοὺς ἀναγρά-
4748φων, εἰς τοιαῦτα πορίσματα ἐρχόμενος καὶ εἰς τοιαύτην σύγ-
4749χυσιν ὑποπίπτων.
4750§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερος τὸν λόγον;
4751§123ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ μὲ ἐγγράψητε πρῶτον εἰς τὴν ἡμερησίαν
4752διάταξιν τῆς αὔριον.
4753§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δέκα ἐγγεγραμμένοι.
4754§125ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Λοιπὸν ἑνδέκατον.
4755§126ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπροτάθη, κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀναβολή.
4756§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακα-
4757λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ
4758Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
4759§128ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δι’ ὀνο-
4760μαστικῆς κλήσεως.
4761§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσι
4762Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
4763(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ
4764τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Ἀλεξ. Μ. Κανάρη καὶ
4765Κ. Χατζηπέτρου, ὡς ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον
4766πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
4767Μιλτ. Δάλλας ΟἸω. Ἀντωνόπουλος Ο
4768Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Π. Λαμπρινόπουλος Ο
4769Κωνστ. Ἀσημακόπουλος ΟΧαρ. Τζανετάκης Ο
4770Ν. Σμόλενιτς ΟΓ. Λ. Πετροπουλάκης
4771Δημ. Οἰκονομίδης ΟΠολύμ. Ζαρίμπας Ο
4772Δημοσθένης Καΐρης Χρ. Μαστραπᾶς
4773Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Γεώργ. Ἀνδρίτσος Ο
4774Κωνστ. Νεγρεπόντης ΟΚων. Παπαμιχαλόπουλος Ν
4775Ἰωάνν. Πετρίδης Π. Ρίτσος Ο
4776Νικολ. Φαρμακόπουλος ΟἈνδρ. Βασιλείου Ο
4777Σωτήρ. Δανόπουλος ΟΣπ. Τσιτσάρας Ο
4778Χρ. Βότσαρης ΟΔημ. Χατζόπουλος
4779Κωνστ. Γ. Καραπάνος Δημ. Βουλπιώτης
4780Σπυρ. Βαρζέλης Μιχ. Ἰατρίδης
4781Νικολ. Λεβίδης ΟἈλέξ. Σπ. Κ. Ρῶμας Ο
4782Κωνστ. Καλιάτσος Κ. Δ. Βοῦλτσος
4783Δημοσθ. Σκυλίτσης Γ. Μελισσηνός Ο
4784Ἀθ. Μουτσόπουλος ΟΔιον. Μυλωνᾶς Ο
4785Ι. Δ. Καλλιφρονᾶς ΟἌγγ. Πετραλιᾶς
4786Ἀλέξ. Γ. Σκουζές ΟΧ. Στεφανόπουλος
4787Ἀλέξ. Σπ. Σοῦτσος ΟΓεώργ. Κρεστενίτης
4788Δ. Γ. Ράλλης ΝΓεώργ. Παπακυριακόπουλος
4789Ἀλέξ. Ψύλλας ΟΔημοσθ. Δόγκας
4790Κ. Ι. Ἀγγελόπουλος ΟἸω. Σισίνης
4791Γ. Κοζάκης Τυπάλδος Στέφ. Σκουλούδης
4792 Γεώργ. Πετούσης Ο
4793Ἀθ. Ἴσκος Ἀριστομ. Βαλέττας
4794Κωνστ. Τοπάλης ΟΝικ. Νομικός Ο
4795Νικ. Σχινᾶς ΟΠέτρος Δελένδας Ο
4796Γεώργ. Φιλάρετος Κωνσταν. Πεταλᾶς Ο
4797Ἰω. Σταματιάδης Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ο
4798Ἰω. Γιαννακόπουλος ΟΠαναγ. Θρ. Ζαΐμης
4799Ἐπ. Μαυρομμάτης Θεόδ. Ζαΐμης Ο
4800Ι. Γρίβας ΟΛεων. Πετιμεζᾶς
4801Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΟΓεώργ. Σιβιτανίδης Ο
4802Περ. Ἀλεξάκης Γιαννούσιος Τάκης
4803Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Νικ. Δαγρὲς
4804Κων. Φλέσσας Ἀντ. Καρατζᾶς
4805Ν. Σάλμας Πέτρ. Ταταράκης
4806Δημ. Τερτίπης Γεώργ. Κουλούρης Ο
4807Ἰω. Παλάσκας ΟὌθων Μαῦρος Ο
4808Ἰω. Σταμούλης ΟἘλευθ. Μυκώνιος Ο
4809Κίμων Βελλίνης ΟΜιλτ. Βαρότσης Ο
4810Ξενοφ. Τσαμαγίδης Γεώργ. Σισμάνης Ο
4811Ἰω. Καζαμπάκας Γεώργ. Πλατανιώτης
4812Ι. Στεφάνου ΟἸω. Καναβὸς Ο
4813Παν. Λεβέντης ΟΓ. Φαρμακόπουλος Ο
4814Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Μιχ. Π. Ἰατρὸς
4815Ν. Χαντζηνικολῆς ΟΑ. Πετσάλης Ο
4816Γεώργ. Κόρπας Παῦλος Ραζέλος
4817Ἀχιλ. Ἀγαθος ΟἈθ. Πιεῤῥάκος Μαυρομιχάλ.
4818Κωνσταντ. Βασιλάκης Κυπ. Π. Μαυρομιχάλης Ο
4819Ἰω. Σέχος ΟἈσημ. Χριστόπουλος Ο
4820Νικ. Βασιλάκης ΟΧαράλ. Κανελλόπουλος Ο
4821Ἀθ. Παραμυθιώτης ΟΠαν. Λαμπρούλιας Ο
4822Γεώργ. Θεοτόκης Σπυρ. Τυπάλδος Φορέστης Ο
4823Γεώργ. Καποδίστριας Πέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς
4824Δημ. Οἰκονόμου ΟΘεόδ. Βελλιανίτης Ο
4825Δημ. Πετρίδης Ἀνάρ. Σιμόπουλος
4826Π. Ζούζουλας ΟΔ. Καραλίβανος
4827Κωνσταν. Σκαρπέτης Πανοῦρ. Πανουργιᾶς
4828Ἀριστ. Μεντζελόπουλος Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ο
4829Νικόλ. Βαλσαμάκης Ἀχιλ. Γεροκωστόπουλος
4830Ἰω. Τζανετάτος Φωκᾶς Ἰω. Τσερτίδης Ο
4831Δημ. Σβορῶνος Χρ. Τζῖνος Ο
4832Ἄθως Ρωμάνος Δημ. Βότσης Ο
4833Διον. Καλούτσης ΟΠίνδ. Ἀντωνόπουλος
4834Σπ. Ε. Στάης ΝΠαναγ. Σάκκης Ο
4835Χ. Κ. Βοζίκης Δημ. Ε. Καλογερόπουλος Ο
4836Νικ. Σταματόπουλος Νικ. Καράπαυλος
4837Θ. Πέῤῥος ΟἸω. Βρυώνης
4838Γεώργ. Μαυρομιχάλης ΟΠ. Ἄννινος Καβαλλιεράτος
4839Δημοσθ. Μανούσακης ΟΝικόλ. Δημητριάδης
4840Δημοσθ. Ματάλας Γ. Ν. Μπούμπουλης
4841Ἀρ. Μελετόπουλος ΟἈντ. Γουδῆς Ο
4842Νικ. Γκουζούλης Ἀθ. Λαδόπουλος Ο
4843Δημ. Πεπινόπουλος ΟΝ. Βαφειαδάκης Ο
4844Χασὰν βέης Πετρεδὴν βέης.ΟΓ. Παγανέλης Ο
4845Φιλώτας Ἰσχόμαχος ΟἈλοΐσιος Τόμαν Ο
4846Ἰω. Λάππας ΟΝ. Δρόσος Ο
4847Α. Ἀλεξανδρόγιαννος ΟΓρηγ. Μαυρομαρᾶς
4848Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς ΟΣωτ. Χατζηγάκης
4849Π. Μπογδάνος ΟΝικ. Ταρμπάζης Ο
4850Β. Βασιλειάδης ΟΚ. Χατζηπέτρος Ο
4851Ἀθ. Εὐταξίας Θεόδ. Κριεμάδης Ο
4852Ἰω. Μπακόπουλος Εὐστ. Κοκκέβης
4853Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος ΟΝ. Γεωργακόπουλος Ο
4854Φίλ. Βάρβογλης ΟΣωτήρ. Σωτηρόπουλος
4855Ν. Τριανταφυλλάκος Δημ. Καμαριώτης
4856Ἡλ. Ζέγγελης Διον. Στάϊκος
4857Λάμπρος Σινανιώτης ΟἈριστόβουλος Μάνεσης
4858Ἰω. Βούτουνας ΟΣπ. Δεϊμέζης Ο
4859Γ. Μαλέας Θεόδ. Λιμπρίτης
4860Γ. Νικολαΐδης ΟἸω. Παπαδόπουλος Ο
4861Λεων. Δεληγεώργης Θεόδ. Γκίκας
4862Μιλτ. Γουλιμῆς Παντελῆς Γκίκας Ο
4863Παν. Μερλόπουλος Νικ. Τσαμαδὸς
4864Περ. Μποῦτος ΟΧριστοδούλου Στεριάδης Ο
4865Ἀλεξ. Δεληγιάννης Νικόλ. Κοντογιάννης Ο
4866Κομνᾶς Τράκας ΟΓ. Ἀβέρωφ
4867Ν. Χατζῖσκος Κ. Βαρατάσης Ο
4868Τριαντάφυλλος Σχινᾶς Ἀλέξ. Μ. Κανάρῃς Ν
4869Δημ. Κρίτσας Ἰωάν. Α. Κανάρῃς Ο
4870Μιχ. Κακαρᾶς Ο
4871§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 112. Ἐκ τούτων
4872108 εἶπον Ὄχι καὶ 4 εἶπον Ναί. Κατ’ ἀκολουθίαν ἡ Βου-
4873λὴ δὲν παρεδέχθη τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς.
4874Ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Ἀγγελόπουλος κατέθηκε τὴν
4875ἑξῆς πρότασιν:
4876«Ἡ Βουλὴ, μὴ συμμεριζομένη τὰς περὶ τῶν γενομένων δια-
4877πραγματεύσεων ἐξενεχθείσας ἐπικρίσεις, μεταβαίνει εἰς τὴν
4878ἡμερησίαν διάταξιν.»
4879§131ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ Ἑλλὰς, Κύριοι, περιελθοῦσα ἅπαξ,
4880δι’ οὓς πάντες γινώσκομεν ἤδη λόγους, εἰς ἀνικανότητα πρὸς
4881ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὑτῆς ἀπέναντι τῶν πιστωτῶν
4882της, ὤφειλεν ἓν ἐκ τῶν δύο νὰ πράξῃ, ἢ νὰ ζητήσῃ ἀναβο-
4883λὴν τῶν πληρωμῶν της τοῖς μετρητοῖς ἐπί τινα χρόνον,
4884ἕως οὗ τακτοποιοῦσα τὰ οἰκονομικά της ἴδῃ, τί ἦτο εἰς
4885θέσιν νὰ προσφέρῃ πρὸς τοὺς δανειστάς της, ἢ νὰ προβῇ
4886ἀμέσως εἰς ἀναστολὴν τῶν πληρωμῶν, μέχρις οὗ καλοῦσα
4887τούτους εἰς διαπραγματεύσεις συνωμολόγει πρὸς αὐτοὺς συμ-
4888βιβασμόν.
4889Ἡμεῖς, Κύριοι, κληθέντες ἐν ἔτει 1893 ὑπὸ τῆς ἐμπι-
4890στοσύνης τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς
4891χώρας, καὶ εὑρόντες τὸ Κράτος ἐν ἀνικανότητι πρὸς ἐκπλή-
4892ρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του, ὁμολογῶ ὅτι ἐνομίσαμεν ἐπι-
4893βεβλημένον εἰς ἡμᾶς ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν πρώτην τῶν ὁδῶν
4894τούτων. Τὸ Στέμμα, θέλον νὰ γείνῃ ἡ τελευταία εἰλικρινὴς
4895καὶ ἔντιμος ὑφ’ ἡμῶν ἀπόπειρα, ὅπως διασώσωμεν κατὰ τὴν
4896κρίσιμον ἐκείνην στιγμὴν ὅ,τι ἦτο ἔτι δυνατὸν νὰ διασωθῇ
4897ἐκ τοῦ ἐπαπειλοῦντος ἡμᾶς οἰκονομικοῦ ναυαγίου, ἔγνω, ἐπὶ
4898τῇ αὐτοβούλῳ ἀποχωρήσει ἐκ τῶν πραγμάτων τοῦ Ὑπουρ-
4899γείου Τρικούπη, νὰ καλέσῃ εἰς τὴν ἀρχὴν ἡμᾶς, οἵτινες εἴμεθα
4900ἀνέκαθεν κεκηρυγμένοι ὑπὲρ τῆς ἐκ παντὸς τρόπου καὶ ἀντὶ
4901πάσης θυσίας διασώσεως ἀλωβήτου τῆς τιμῆς τοῦ Κράτους
4902ἐκ τοῦ στίγματος τῆς χρεωκοπίας. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει
4903δὲν θὰ ἐκαλούμεθα ἡμεῖς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἐκεῖνοι,
4904οἵτινες πρὸ πολλοῦ ἐνόμισαν ὅτι ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς αὐ-
4905τοὺς ν’ ἀναπετάσωσι τὴν σημαίαν τῆς χρεωκοπίας, καὶ ὑπὸ
4906ταύτην καὶ μόνην νὰ ἀνέλθωσιν εἰς τὴν ἀρχήν.
4907Τὸ πρόγραμμα, Κύριοι, ἡμῶν ἦτο ἀνέκαθεν νὰ προβῶμεν
4908εἰς πάσας τὰς δυνατὰς οἰκονομικὰς μεταῤῥυθμίσεις, νὰ περι-
4909κόψωμεν πᾶσαν περιττὴν δαπάνην ἐκ τῶν ἐξόδων τοῦ προ-
4910ϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κειμένης ὀργα-
4911νικῆς ἡμῶν νομοθεσίας καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ῥιζικῆς αὐτῆς μεταῤ-
4912ῥυθμίσεως, νὰ προβῶμεν εἰς ῥιζικὴν μεταῤῥύθμισιν τῆς ἀπηρ-
4913χαιωμένης, τῆς ἀνίσου καὶ ἀδίκου ἐν πολλοῖς φορολογικῆς
4914ἡμῶν νομοθεσίας, κατὰ τρόπον ἐπιτρέποντα τὴν αὔξησιν τῶν
4915δημοσίων ἡμῶν προσόδων, καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις νὰ κατα-
4916στήσωμεν ἀνελλιπῆ καὶ ἀπρόσκοπτον τὴν οἰκονομικὴν δια-
4917χείρισιν διὰ διοικητικῆς καὶ νομοθετικῆς ἀναδιοργανώσεως
4918τοῦ τε διοικητικοῦ καὶ τοῦ δικαστικοῦ αὐτῆς ἐλέγχου, καθι-
4919στώσης τοῦτον ζῶντα καὶ ἐνεργὸν ἐφεξῆς. Ἡμεῖς εἴχομεν τὴν
4920πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ τοιούτου προγράμματος θὰ
4921ἀνεδείκνυε τὸ Κράτος ἱκανὸν, ἵνα ἐξακολουθήσῃ ἀκεραίαν τὴν
4922ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του, χωρὶς νὰ προσφεύγῃ αὐτὸ
4923ἑκάστοτε εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς ἐκείνους συνδυασμούς, δι’ ὧν
4924ἀναβάλλον πρὸς καιρὸν τὴν καταστροφὴν καθίστα αὐτὴν
4925ὁσημέραι μεγαλειτέραν καὶ μᾶλλον ἀναπόδραστον. Διὰ τοῦτο
4926ἐπηγγελλόμεθα τότε νὰ κυβερνήσωμεν ἡμεῖς τὴν Ἑλλάδα
4927ἄνευ δανείων καὶ ἄνευ χρεωκοπίας.
4928Ἀλλ’ ἐκλήθημεν, Κύριοι, εἰς τὴν Κυβέρνησιν καθ’ ἣν στιγμὴν
4929τὰ μὲν ταμεῖα τοῦ Κράτους ἦσαν σχεδὸν κενὰ, εἴχομεν δ’ ἐνώ-
4930πιον ἡμῶν ληξιπροθέσμους αὐτοῦ ὑποχρεώσεις, ἀνερχομένας εἰς
4931δεκάδας ὅλας ἑκατομμυρίων δραχμῶν εἰς χρυσόν. Τὴν κατά-
4932στασιν ταύτην ἐγινώσκομεν ἡμεῖς κάλλιστα, πρὶν ἢ ἀναλάβωμεν
4933τὴν ἀρχήν. Ἐγινώσκομεν ὅτι εὑρισκόμεθα ἤδη πρὸ οἰκονομικοῦ
4934ναυαγίου, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἄλλοι ἐνόμισαν ὅτι ἠδύναντο
4935νὰ παραιτήσωσι τὴν ἀρχήν. Ἐγινώσκομεν ὅτι οὕτω πως
4936δὲν παρείχετο εἰς ἡμᾶς ὁ καιρὸς, ἵνα ἐφαρμόσωμεν τὸ ἡμέ-
4937τερον πρόγραμμα ἐν ὁμαλῇ τῶν πραγμάτων καταστάσει. Τί
4938ἔπρεπε τότε νὰ πράξωμεν; Ἔπρεπε ν’ ἀποκρούσωμεν τὸν
4939σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν ἐκλήθη-
4940μεν ἐγκαίρως εἰς τοῦτο, ὡς εἶχόν τινες τὴν ἀφέλειαν ν’ ἀξιώ-
4941σωσι τότε παρ’ ἡμῶν;
4942Ἀλλ’ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες δὲν εἶναι πάντοτε κύριοι τῶν
4943περιστάσεων, οὐδ’ ἐπιτρέπεται εἰς αὐτοὺς νὰ ἐκλέγωσι τὴν
4944εὐκαιρίαν, καθ’ ἣν ν’ ἀναδέχωνται τὴν Κυβέρνησιν. Αὐτοὶ
4945εἶναι στρατιῶται, ὡς τοιοῦτοι ὀφείλοντες νὰ ὦσιν ἕτοιμοι
4946ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν, ἵνα ἐπιτελέσωσιν ἐκ τῶν ἐνόντων τὸ
4947καθῆκόν των, εὐθὺς ὡς ἡ πατρὶς καλέσῃ αὐτοὺς εἰς τοῦτο,
4948ἀδιαφοροῦντες ἐὰν αἱ περιστάσεις ἦναι εὐμενεῖς ἢ δυσμε-
4949νεῖς πρὸς τὴν τοιαύτην ἐπιτέλεσιν τοῦ καθήκοντος, ἀδια-
4950φοροῦντες, ἐὰν πρόκειται οὕτω νὰ θυσιάσωσι τὴν δημοτικό-
4951τητά των, ἐκκενοῦντες πικρὸν δι’ αὐτοὺς ποτήριον. Καὶ τὸ
4952μόνον καθῆκον, ὅπερ εἴχομεν τότε νὰ ἐπιτελέσωμεν, ἦτο νὰ
4953προσφύγωμεν εἰς τὸ μέτρον τῆς κεφαλαιώσεως τοῦ τόκου καὶ
4954τοῦ χρεωλύτρου τῶν πλείστων ἡμῶν δανείων ἐπὶ δύο καὶ
4955ἥμισυ ἔτη, ὅπως ἐν τῷ μεταξὺ δοθῇ καιρὸς εἰς ἡμᾶς, ἵνα
4956τακτοποιήσωμεν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, προβαίνοντες
4957εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἡμετέρου προγράμματος, ἐξ οὗ θ’ ἀπε-
4958δεικνύετο, ἐὰν τὸ Κράτος θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἐπαναλάβῃ εἰς
4959τὸ ἀκέραιον τὰς πληρωμάς του τοῖς μετρητοῖς, ἢ θὰ ἠναγ-
4960κάζετο νὰ διακανονίσῃ αὐτὰς ἐκ νέου πρὸς τοὺς πιστωτάς
4961του, ἐπὶ βάσει ὅμως ἀσφαλεῖ, ἐπὶ βάσει ἀποκλειούσῃ ἐν τῷ
4962μέλλοντι νέον οἰκονομικὸν ναυάγιον. Εἰς τοιοῦτον μέτρον,
4963Κύριοι, εἶχε προβῆ ἤδη πρὸ ἡμῶν ἄλλη τις χώρα, ἡ Ἀρ-
4964γεντίνη, ἥτις ὑπ’ αὐτὸ, χωρὶς νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐξέγερσιν
4965καὶ τὰς διαμαρτυρίας τῶν δανειστῶν της, ἐπεῖδε μετ’ ὀλίγον
4966τὴν ἀνάῤῥωσιν ἐπερχομένην εἰς τὰ οἰκονομικά της...
4967§132Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ μέτρον ἐκεῖνο τὸ ὠνομάζατε
4968ὀλίγας ἡμέρας πρὶν ἀτιμίαν τῆς Ἀργεντινῆς Δημοκρατίας.
4969§133ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πλανᾶσθε. Νομίζω ὅτι ζητεῖτε ν’ ἀποδώ-
4970σητε εἰς ἐμέ τι, τὸ ὁποῖον σεῖς ἴσως ἐπενοήσατε καὶ ἐγράψατε
4971τότε.
4972§134Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς τὸ ἀπεδώκατε, καὶ εἶναι
4973γραμμένα. Scripta manent.
4974§135ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀποκαλῶ ψεῦδος τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι ἐγὼ
4975ἐχαρακτήρισα ὡς ἀτιμίαν τὸ μέτρον ἐκεῖνο...
4976§136Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι σεῖς, ἀλλὰ τὸ κόμμα,
4977εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκετε.
4978§137ΕΥΤΑΞΙΑΣ... Διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι πᾶς ἄνθρωπος,
4979ἔχων καθῆκον τιμῆς, δὲν δύναται ν’ ἀποκαλέσῃ ἄτιμον τὸν
4980ὀφειλέτην, ὁ ὁποῖος, εὑρισκόμενος ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ ἐκπληρώσῃ
4981τὰς ὑποχρεώσεις του, ζητεῖ ἐν ὅλῃ τῇ εἰλικρινείᾳ παράτασιν
4982προθεσμίας, ἕως ὅτου δυνηθῇ νὰ βάλῃ εἰς τάξιν τὰ οἰκο-
4983νομικά του καὶ πληρώσῃ τοὺς πιστωτάς του, εἰ δυνατόν,
4984εἰς ἀκέραιον.
4985§138ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Βουλευτὰ, μὲ συγχωρεῖτε; Ἐλέχθη μία
4986φράσις, ἡ ὁποία εἶναι ἀρκετὰ προσβλητικὴ, ὥστε νὰ μὲ ἀναγ-
4987κάσῃ νὰ λάβω τὸν λόγον· διότι ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης
4988μου βεβαίως εἰς ἐμὲ ἀπετείνετο, λέγων ὅτι τὸ μέτρον ἐκεῖνο
4989ἐχαρακτηρίσθη ὑφ’ ἡμῶν ὡς ἀτιμία. Ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἀτι-
4990μία παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὤθουν εἰς χρεωκοπίαν τὴν χώ-
4991ραν καὶ παρ’ ὑμῶν (ἀποτείνεται πρὸς τὸν κ. Ἀγγελό-
4992πουλον), οἱ ὁποῖοι δημοσιογραφοῦντες ὑπεστηρίζετε τότε
4993αὐτούς.
4994§139Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς ὑπέσχεσθε ὅτι ἠθέλετε
4995κυβερνήσει, ἐὰν ἐκαλεῖσθε, ἄνευ δανείων καὶ ἄνευ χρεωκοπίας,
4996καὶ ἤλθετε νὰ κυβερνήσητε διὰ δανείου καὶ διὰ τῆς χρεω-
4997κοπίας (θόρυβος).
4998§140ΡΑΛΛΗΣ. Ὅταν πρόκειται ἐδῶ νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς
4999πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1893, τότε θὰ λεχθῶσιν
5000αὐτὰ, καὶ θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ σᾶς ἀπαντήσωμεν· ἀλλὰ
5001πρόκειται περὶ τοῦ ἂν τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως ἦναι
5002ἀτιμία, ὅπως σεῖς καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὤθουν τὸ Κράτος
5003πρὸς τὴν πτώχευσιν, ἐχαρακτηρίζετε αὐτό. Δὲν ἦτο ἀτιμία,
5004διότι ἐκ τοῦ δανείου ἐκείνου ἔμενον ἀκέραια τὰ δικαιώματα
5005τῶν δανειστῶν, ἀκέραιοι δὲ καὶ αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους.
5006Τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως ἦτο ἀνανέωσις τῶν ὑποχρεώ-
5007σεων τῶν ληξιπροθέσμων τοῦ Κράτους. Ἄτιμον ἀληθῶς ἐλέ-
5008χθη καὶ ἐχαρακτηρίσθη τὸ δάνειον παρ’ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους
5009ὑμεῖς ὑπεστηρίζετε καὶ οἱ ὁποῖοι ἀπ’ ἀρχῆς ἐθεώρουν ὅτι ἡ
5010σημαία τῆς πτωχεύσεως εἶναι σημαία ἔντιμος. Σήμερον ὅμως
5011δὲν ὑπάρχει εἷς Ἕλλην καὶ εἷς ξένος, ὁ ὁποῖος δὲν χαρα-
5012κτηρίζει ὡς στίγμα τὴν πτώχευσιν, εἰς τὴν ὁποίαν σεῖς καὶ ὁ
5013θεῖος ὑμῶν ὠθεῖτε κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὴν χώραν
5014(θόρυβος).
5015§141ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅτε, Κύριοι, εἰς ἀναπόδραστον ἀνάγκην
5016ὑπείκοντες ἡμεῖς προσεφεύγομεν εἰς τὸ μέτρον τῆς κεφαλαιώ-
5017σεως, ἐδικαιοῦντό τινες ἴσως, ἐν τῇ παραζάλῃ, ἥτις κατέλα-
5018βεν οὕτω αὐτοὺς, διότι δὲν ἔβλεπον πληρούμενον ἀμέσως τὸν
5019ἴδιον αὐτῶν πόθον περὶ πτωχεύσεως τοῦ Κράτους, νὰ ἐξανα-
5020στῶσι κατ’ αὐτοῦ, καὶ νὰ τὸ χαρακτηρίσωσιν ὡς τὸ ἐχαρα-
5021κτήρισαν. Τότε εἶχον αὐτοὶ τοὐλάχιστον νὰ προβάλωσιν εὐλο-
5022γοφανῆ τινα ἀντίῤῥησιν, ἰσχυριζόμενοι ὅτι, ἐνῷ διὰ τοῦ ἡμε-
5023τέρου μέτρου θὰ εὑρίσκοντο τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ὁπωσ-
5024δήποτε ἐν ἐκκρεμότητι ἐπὶ δύο καὶ ἥμισυ ἔτη, τοὐναντίον
5025διὰ τῆς ἀμέσου πτωχεύσεως θὰ ἐπετυγχάνετο καὶ ὁ ἄμεσος
5026συμβιβασμὸς, καὶ θὰ εἴχομεν οὕτω ταχεῖαν τὴν οἰκονομικὴν
5027ἡμῶν ἀποκατάστασιν. Τότε ἐδικαιοῦντο ἴσως αὐτοὶ νὰ λέ-
5028γωσιν ὅτι ἡ πτώχευσις θὰ ἦτο ἐντιμοτέρα δι’ ἡμᾶς ἢ τὸ μέ-
5029τρον τῆς κεφαλαιώσεως, ὅτι δὲ δι’ ἐκείνης δὲν θὰ ἐξετίθετο
5030τόσον ἡ τιμὴ καὶ ὑπόληψις τῆς Ἑλλάδος, ὅσον διὰ τούτου.
5031Τότε, εἰ μή τι ἄλλο, ὁ ἐν ἐξάψει ὅμως μεγάλῃ διατελῶν πο-
5032λιτικὸς ἀνταγωνισμὸς ἐξήγει πως τὴν τοιαύτην καταφοράν
5033των καθ’ ἡμῶν καὶ κατὰ τοῦ μέτρου ἡμῶν ἐκείνου. Ἡ κατα-
5034φορὰ ὅμως ἐκείνη, ἀναφαινομένη ἔτι καὶ νῦν, μεθ’ ὅλην τὴν
5035ἔκτοτε γενομένην πεῖραν, καὶ νῦν, ὅτε τὰ πράγματα αὐτὰ
5036ἐπελθόντα κατέστησαν πλέον καὶ τυφλῷ δῆλον, ὁπόσον ἡμεῖς
5037εἴχομεν τότε δίκαιον, ἡ καταφορὰ, λέγω, αὕτη μαρτυρεῖ ἓν
5038καὶ μόνον δυστυχῶς, ὅτι ὑπάρχουσιν ἔτι ἐν ἡμῖν, ὡς μὴ ὤφε-
5039λεν, οἱ πεπωρωμένοι τόν τε νοῦν τήν τε καρδίαν. Τί δὲ μαρ-
5040τυροῦσι τὰ πράγματα;
5041Ἐνῷ τὸ μέτρον τῆς κεφαλαιώσεως οὐδεμίαν ἐξέγερσιν,
5042οὐδεμίαν σύστασιν τῶν ὁμολογιούχων προεκάλεσεν, οὐδ’ ἐξέ-
5043θεσε τὴν Ἑλλάδα εἰς τὰς ὕβρεις καὶ λοιδορίας τοῦ πεπολι-
5044τισμένου κόσμου, τοὐναντίον ἡ διὰ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμ-
5045βρίου 1893 συντελεσθεῖσα πτώχευσις τοῦ Κράτους ἐξήγειρε
5046τὴν κοινὴν ἀγανάκτησιν, ἐκίνησε τοὺς ὁμολογιούχους εἰς σύ-
5047στασιν κομιτάτων, καὶ κατέστησε τὴν Ἑλλάδα ἀντικείμενον
5048τῶν σκωμμάτων καὶ τῶν χλευασμῶν ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου.
5049Ἐνῷ δὲ διὰ τοῦ μέτρου τῆς κεφαλαιώσεως ἦτο δυνατὸν ἐντὸς
50502½ ἐτῶν καὶ τὰ οἰκονομικὰ μας εἰς τάξιν νὰ βάλωμεν καὶ
5051τὰς σχέσεις ἡμῶν πρὸς τοὺς πιστωτὰς ν’ ἀποκαταστήσωμεν
5052καὶ νὰ εὑρισκώμεθα νῦν ἐν ὁμαλῇ καταστάσει πραγμάτων,
5053ἰδοὺ ὅτι διὰ τῆς πτωχεύσεως ἔχουσι παρέλθει ἤδη 3½ ἔτη,
5054χωρὶς ἔκτοτε βῆμα κἄν νὰ κάμωμεν πρὸς τὰ ἐμπρός. Καὶ
5055ὅταν τὰ πράγματα, τὰ πρόδηλα πλέον εἰς πάντας, τοιοῦτόν
5056τι μαρτυρῶσιν, ἐπιτρέπεται νῦν εἰς ἀνθρώπους σώας ἔχον-
5057τας τὰς φρένας, εἰς ἀνθρώπους σεβομένους ἑαυτοὺς καὶ τοὺς
5058ἄλλους, νὰ ἰσχυρίζωνται δημοσίᾳ, ὅτι ἦτο προτιμοτέρα ἡ
5059πτώχευσις τοῦ μέτρου τῆς κεφαλαιώσεως, καὶ νὰ χαρακτηρί-
5060ζωσι μάλιστα τὸ τελευταῖον τοῦτο ὡς ἀτιμίαν, ἐν σχέσει πρὸς
5061ἐκείνην; Πρέπει τις τῇ ἀληθείᾳ νὰ ἔχῃ ὁ ἴδιος ἀμβλὺ τὰ μά-
5062λιστα τὸ αἴσθημα τῆς τιμῆς, ὥστε νὰ πιστεύῃ καὶ νὰ λέγῃ
5063δημοσίᾳ, ὅτι εἶναι ἀτιμία νὰ ἀναγνωρίσῃ ὁ ὀφειλέτης πρὸς
5064τοὺς δανειστάς του τὸ χρέος, ὅπερ ἀδυνατεῖ νὰ καταβάλῃ
5065ἀμέσως τοῖς μετρητοῖς, καὶ ζητῶν προθεσμίαν τινὰ, ὅπως
5066βελτιώσῃ κατ’ αὐτὴν τὴν οἰκονομικήν του κατάστασιν, νὰ
5067ἐκδίδῃ πρὸς αὐτοὺς νέας ὁμολογίας διὰ τοὺς διαμέσους τόκους,
5068ὅτι δὲ δὲν εἶναι ἀτιμία νὰ κηρύττηται εἰς κατάστασιν πτω-
5069χεύσεως, καθ’ ὃν μάλιστα τρόπον ἐγένετο αὕτη διὰ τοῦ νό-
5070μου τῆς 10 Δεκεμβρίου!
5071Ἡμεῖς, Κύριοι, καὶ τότε ἤμεθα πεπεισμένοι, ὅτι τὸ μόνον
5072ὑπολειπόμενον σωστικὸν δι’ ἡμᾶς μέτρον ἦτο τὸ τῆς κεφα-
5073λαιώσεως. Τὸ μέτρον ἐκεῖνο βεβαίως ἐμαρτύρει ἀνικανότητα
5074τοῦ Κράτους πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του τοῖς
5075μετρητοῖς. Ἀλλ’ εἰς πάντα ἄλλον ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ
5076κακίσῃ αὐτὸ, πλὴν ἐκείνων, οἵτινες ὑπῆρξαν οἱ θερμότατοι
5077συνήγοροι τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, ὡς ὁ Βουλευτὴς Ἀτ-
5078τικῆς. Διὰ τῶν συνδυασμῶν ἐκείνων, κυρίως εἰπεῖν, ἐδανειζό-
5079μεθα πάντοτε ἀπὸ ἐτῶν ἤδη, ὅπως πληρώνωμεν τόκους καὶ
5080χρεώλυτρα, ἐν ταὐτῷ δὲ καλύπτωμεν καὶ ἔκτακτα καὶ τα-
5081κτικὰ ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, χωρὶς
5082νὰ ἐννοῶμεν ὅτι τοιουτοτρόπως συνετελοῦμεν εἰς εὔρυνσιν τοῦ
5083κύκλου τῆς καταστροφῆς. Ἐνώπιον ὅμως τῆς καταστάσεως
5084ταύτης δὲν ἦτο μυριάκις προτιμότερον τὸ μέτρον τῆς κεφα-
5085λαιώσεως, δι’ οὗ, χρεούμενοι ἐπί τινα χρόνον ἀπέναντι τῶν
5086πιστωτῶν μας διὰ τῶν διαμέσων τόκων καὶ χρεωλύτρων, ἀνε-
5087λαμβάνομεν νὰ βάλωμεν ἐν τῷ μεταξὺ εἰς τάξιν τὰ οἰκονο-
5088μικά μας, ὅπως οὕτω ἢ ἀναλάβωμεν εἰς τὸ ἀκέραιον τὰς
5089πληρωμάς μας, ἢ ἐν ἀδυναμίᾳ προέλθωμεν εἰς νέαν διακανό-
5090νισιν τῶν σχέσεών μας πρὸς τοὺς δανειστὰς, ἀλλ’ ἐπὶ βά-
5091σεων βεβαίων καὶ ἀσφαλῶν, ἐπὶ βάσεων, αἵτινες θὰ ἐπέτρε-
5092πον τὴν περαιτέρω οἰκονομικὴν ἡμῶν ἀνάπτυξιν καὶ δὲν θὰ
5093καθίστων ἐκ τοῦ προτέρου ἐνδεχομένην τὴν ὑποτροπὴν ἡμῶν
5094εἰς νέαν ἀνικανότητα πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών μας;
5095Ἀλλ’ ἡ ἐσχάτη ἀπόνοια, ἵνα μή τι ἄλλο εἴπω, εἶναι νὰ τολ-
5096μᾷ τις ἔτι καὶ νῦν, ὡς προεῖπον, νὰ συγκρίνῃ τὸ μέτρον τῆς
5097κεφαλαιώσεως πρὸς τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους, ὡς μάλι-
5098στα αὕτη συνετελέσθη ἐν ἡμῖν, καὶ νὰ εὑρίσκῃ αὐτὴν προτι-
5099μοτέραν τοῦ μέτρου ἐκείνου· πότε δὲ τοῦτο; ὅτε τὰ πράγ-
5100ματα τοσοῦτον ἐδικαίωσαν αὐτὸ καὶ ἡμᾶς τοὺς εἰσηγητάς
5101του, ὅτε ἡ Ἑλλὰς, ἐπὶ τρία ἤδη ἔτη παραδέρουσα ἐν τῇ
5102πτωχεύσει, δὲν κατορθοῖ νὰ εὕρῃ διέξοδον ἐξ αὐτῆς, ὅτε οἱ
5103Ἕλληνες, ὑπὸ τὸ στίγμα τῆς χρεωκοπίας, κινδυνεύομεν νὰ
5104καταστῶμεν ἀπόκληροι παντὸς ἐθνικοῦ πόθου, πάσης ἐλπίδος
5105περὶ μέλλοντος αἰσιωτέρου. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι πρὸ τῆς τοιαύ-
5106της καταστάσεως εἶναι καιρὸς πλέον νὰ φιμωθῶσιν οἱ ὑβρι-
5107σταὶ καὶ συκοφάνται τοῦ μέτρου τῆς κεφαλαιώσεως καὶ ἡμῶν
5108τῶν εἰσηγητῶν του, εἶναι καιρὸς πλέον νὰ συγκαλύψωσι τὸ
5109πρόσωπον ὑπ’ αἰσχύνης.
5110Τὸ Ὑπουργεῖον ἡμῶν δὲν ἔτυχε τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς
5111Βουλῆς ἐν ἔτει 1893. Τὰ δύο ἰσχυρὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην
5112κόμματα, ἀλληλομαχοῦντα τέως ἀμειλίκτως, συνησπίσθησαν
5113αἴφνης ἐν τῷ καθ’ ἡμῶν ἀγῶνι, ἐκ φόβου ἴσως, μήτοι καὶ
5114ἄλλη τις ἐπικρατήσῃ ἐν τῇ χώρᾳ πολιτικὴ μερίς. Ἔξαλλος
5115ἰδίᾳ ἦτο τότε ἐκ χαρᾶς ὁ νῦν Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
5116βουλίου ἐπὶ τῇ ἥττῃ ἡμῶν ἐν τῇ ἐκλογῇ τοῦ Προέδρου τῆς
5117Βουλῆς, τὴν χαράν του δὲ ταύτην ἔσπευσε νὰ διαλαλήσῃ διὰ
5118τοῦ ἰδικιτέρου δημοσιογραφικοῦ του ὀργάνου, τῆς «Πρωΐας».
5119Ἠναγκάσθημεν οὕτω νὰ ὑποβάλωμεν τὴν παραίτησιν ἡμῶν
5120ἐκ τῆς ἀρχῆς εἰς τὸν Βασιλέα, ὅστις ἔσπευσε νὰ ἐπαναφέρῃ
5121εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸν πρὸ ἓξ μόλις μηνῶν ἐγκαταλιπόντα
5122αὐτὴν Τρικούπην. Οὗτος ἐνόμισε τότε, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς
5123αὐτὸν διὰ μιᾶς ἁπλῆς ὑπουργικῆς ἐγκυκλίου νὰ ἀκυρώσῃ
5124τὸν νόμον ΒΡΙΕʹ «περὶ πληρωμῆς εἰς χρυσὸν ἐσόδων τινῶν»,
5125καὶ ν’ ἀνατρέψῃ τὸ εἰς τοῦτον ἑδραζόμενον δάνειον τῆς κεφα-
5126λαιώσεως. Ἀφοῦ δὲ οὕτω προελείανεν, ὡς ἐνόμιζε, τὴν ὁδὸν,
5127ἔγνω νὰ προβῇ καὶ εἰς τὴν ἐπίσημον ἀνακήρυξιν τῆς πτω-
5128χεύσεως τοῦ Κράτους· ἀλλὰ κατὰ τίνα τρόπον; Ἀντὶ νὰ
5129ἀναστείλῃ ἁπλῶς τὰς πληρωμάς του καὶ νὰ καλέσῃ τοὺς πι-
5130στωτὰς εἰς διαπραγματεύσεις περὶ συμβιβασμοῦ, ὡς πράτ-
5131τουσι καὶ πάντες οἱ ἰδιῶται, ὅταν ἀπελπισθῶσι περὶ ἐκπλη-
5132ρώσεως τῶν ὑποχρεώσεών των, ἀντὶ νὰ τραπῇ τὴν ἁπλῆν
5133ταύτην ὁδὸν, τὴν δυναμένην νὰ ἀγάγῃ ἡμᾶς ἀσφαλῶς καὶ
5134ταχέως εἰς τὴν ἐκ νέου διακανόνισιν τῶν σχέσεών μας πρὸς
5135τοὺς δανειστάς, ἀντί, λέγω, ταύτης προετίμησεν αὐτὸς νὰ
5136ἀκολουθήσῃ ἄλλην ὁδὸν σκολιάν. Διὰ τοῦ νόμου ΒΡϞϚʹ τῆς
513710 Δεκεμβρίου, ἀθετῶν αὐτὸς μονομερῶς πᾶσαν προηγουμέ-
5138νην σύμβασιν περὶ δανείων, ἀπέκοψεν ἐκ τούτων τὰ χρεωλύ-
5139σια, ἠλάττωσε δὲ τὸν τόκον αὐτῶν κατὰ 70%, καὶ ἀφῄ-
5140ρεσεν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου πᾶσαν ὑπέγγυον πρόσοδον,
5141οὐδ’ αὐτῆς τῆς τῶν μονοπωλίων ἐξαιρουμένης. Ἐπὶ πᾶσι
5142τούτοις διέκρινε τὰ ἐξωτερικὰ ἀπὸ τῶν ἐσωτερικῶν λεγομέ-
5143νων δανείων, ἀπέναντι δὲ τῶν τελευταίων τούτων ἀνεγνώρισε
5144τὴν εἰς τὸ ἀκέραιον καταβολὴν τοῦ τόκου εἰς τραπεζικὰ
5145γραμμάτια.
5146Ἡμεῖς, Κύριοι, καὶ κατὰ τῆς ἐκθέσμου ἀκυρώσεως τοῦ
5147νόμου ΒΡΙΕʹ καὶ τῆς ἀνατροπῆς τοῦ εἰς αὐτὸν στηριζο-
5148μένου δανείου τῆς κεφαλαιώσεως ἀντεπεξήλθομεν τότε ἐκθύ-
5149μως, ἀποδείξαντες ὁπόσον τὸ αὐθαίρετον αὐτὸ μέτρον παρέ-
5150βλαπτε τὴν τιμὴν τοῦ Κράτους καὶ τὰ καλῶς ἐννοούμενα
5151οἰκονομικά του συμφέροντα· ἀλλὰ παντὶ σθένει ἰδίᾳ ἀντέ-
5152στημεν κατὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου ΒΡϞϚʹ, ὡς δυνα-
5153μένου νὰ ἔχῃ ὀλέθρια διὰ τὴν Ἑλλάδα ἐπακόλουθα. Πρώ-
5154την φορὰν τότε ἐνομίσαμεν ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς ἡμᾶς νὰ πα-
5155ρεμποδίσωμεν ἐκ παντὸς τρόπου τὴν ἐπιψήφισιν τοιούτου νό-
5156μου, μὴ ἀποκνήσαντες πρὸς τοῦτο νὰ προβῶμεν καὶ εἰς κω-
5157λυσιεργίαν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, παρακαθήμενος
5158τότε μεθ’ ὑμῶν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, δὲν ἐνόμισεν ἐπάναγ-
5159κες νὰ ἐπέλθῃ τὸ παράπαν ἐπίκουρος τοῦ ἀγῶνος ἡμῶν ἐκεί-
5160νου. Αὐτὸς, ὁ τὴν κωλυσιεργίαν ἀνακηρύξας εἰς πολιτικόν
5161του δόγμα καὶ ἐφαρμόσας αὐτὴν πολλάκις ἐπὶ τοσούτων
5162ἐπουσιωδῶν ζητημάτων, προκειμένου περὶ τῆς χρεωκοπίας
5163τοῦ Κράτους ἐνόμισε πρέπον νὰ ἐκδηλώσῃ δι’ ὀλίγων τὴν
5164εὐχαρίστησιν, ἣν ᾐσθάνετο, διότι ἔβλεπεν οὕτως ἐπερχομένην
5165τὴν καταστροφὴν, ἣν αὐτὸς, ὡς ἔλεγε, πρὸ πολλοῦ εἶχε προΐδει,
5166ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἰσηκούσθη, ἐνόσῳ ἦτο καιρὸς, οὔτε ὑπὸ
5167τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οὔτε ὑπὸ τῶν πιστωτῶν μας, κατὰ τὰ
5168ἄλλα δὲ νὰ συντρέξῃ καὶ αὐτὸς τὸ ἐφ’ ἑαυτῷ εἰς τὴν ἐπιψή-
5169φησιν τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα ζωηρῶς,
5170ὁποίαν ἐντύπωσιν εἶχε κάμει τότε εἰς ἡμᾶς ἡ δήλωσις ἑνὸς
5171τῶν φίλων του Βουλευτῶν κατὰ τὴν νύκτα τῆς 6 πρὸς τὴν
51727 Δεκεμβρίου 1893, ὅτε ἡμεῖς ἐπὶ δώδεκα ὅλας ὥρας ἠγω-
5173νίσθημεν ἐνταῦθα, ὅπως ἀποτρέψωμεν τὴν Βουλὴν ἀπὸ τῆς
5174εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμ-
5175βρίου. Ὁ κ. Θ. Κανακάρης, ἐκ τῶν νεοφωτίστων τότε φίλων
5176τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ἐγερθεὶς εἶπε: «Παραμένομεν ἐνταῦθα, κατ’
5177ἐντολὴν τοῦ ἀρχηγοῦ μας, ὅπως συντελέσωμεν εἰς τὸν καταρ-
5178τισμὸν τοῦ Σώματος». Ὁ κ. Δηλιγιάννης δηλαδή, φοβηθείς,
5179ὡς φαίνεται, μήπως ἐματαιοῦτο δι’ ἔλλειψιν ἀπαρτίας ἐν τῇ
5180Βουλῇ τὸ ἔργον τῆς χρεωκοπίας τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὴν
5181παρασκευὴν τῆς ὁποίας οὐκ ὀλίγον συνέδραμε καὶ αὐτὸς διὰ
5182τῆς οἰκονομικῆς του διαχειρίσεως κατὰ τὰ ἔτη 1885–1886
5183καὶ 1890–1892, ἐνόμισεν ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὸν νὰ
5184καθηλώσῃ τοὺς φίλους του ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τῆς
5185συνεδρίας ἐκείνης ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Τοῦτο βεβαίως δὲν
5186ἀνεχαίτισεν ἡμᾶς ἐκ τῆς ἐπιτελέσεως τοῦ ἐπιβαλλομένου ἡμῖν
5187καθήκοντος.
5188Ἡμεῖς καθ’ ὅλην τὴν παννύχιον ἐκείνην συνεδρίαν ἠγω-
5189νίσθημεν, ὅπως προλάβωμεν τὰ δεινὰ, ἅτινα ἐπεκρέμαντο εἰς
5190τὴν Ἑλλάδα ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος νόμου.
5191Κατεδείξαμεν τὸ ἄτοπον τῆς ἀνακηρύξεως τῆς πτωχεύσεως
5192τοῦ Κράτους ἀκριβῶς ὑπ’ ἐκείνου, ὅστις πρὸ μηνῶν μόλις
5193παρίστα αὐτὸ πρὸς τοὺς πιστωτάς του ἱκανὸν οὐ μόνον τὰς
5194ὑφισταμένας ἤδη ὑποχρεώσεις του νὰ ἐκπληρώσῃ, ἀλλὰ καὶ
5195νέας τοιαύτας νὰ ἀναλάβῃ διὰ τῆς μάτην ἐπιδιωχθείσης συν-
5196ομολογήσεως νέου δανείου ἐν Λονδίνῳ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο.
5197Κατεδείξαμεν τὸ ἄτοπον τῆς διακρίσεως τῶν δανείων ἡμῶν εἰς
5198ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ κατὰ τρόπον εὐνοοῦντα ἐκεῖνα ὑπὲρ
5199ταῦτα. Κατεδείξαμεν τὸ ἄτοπον τοῦ αὐθαιρέτου καὶ μονομε-
5200ροῦς ὑφ’ ἡμῶν κανονισμοῦ, ἔστω καὶ προσωρινῶς, τῶν ποσο-
5201στῶν τῶν καταβλητέων τόκων πρὸς τοὺς πιστωτάς. Κατε-
5202δείξαμεν τὸ ἄτοπον τῆς ἀφαιρέσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων
5203ὑπὲρ τοῦ Κράτους, χωρὶς νὰ ἐξαιρεθῇ κἂν ἐκ τοῦ μέτρου τού-
5204του ἡ ὑπέγγυος πρόσοδος τῶν μονοπωλίων, ἣν καὶ ἡμεῖς εἴ-
5205χομεν ἀφήσει ἄθικτον, ὅπως ὑποδείξωμεν οὕτω, ὅτι ὑπάρχει
5206καὶ ἐγγύησις τις, πρὸ τῆς ὁποίας ὑποχωρεῖ ἡ αὐθαιρεσία τοῦ
5207Κράτους, ὡς τοιαύτη δυναμένη νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις δια-
5208κανονίσεως τῶν σχέσεων ἡμῶν πρὸς τοὺς πιστωτὰς ἐν μέλ-
5209λοντι συμβιβασμῷ. Κατεδείξαμεν ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος, ἐνῷ
5210ἀφ’ ἑνὸς θὰ ἐνεκόλαπτε τὸ στίγμα τῆς χρεωκοπίας εἰς τὸ
5211μέτωπον τῆς Ἑλλάδος, ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἐδυσχέραινε μεγάλως
5212καὶ αὐτὸν τὸν συμβιβασμόν. Οἱ πιστωταὶ δηλαδή, ἔχοντες
5213δι’ αὐτοῦ ἐξησφαλισμένα τὰ 30%, καὶ βλέποντες ὅτι εἰς
5214οὐδὲν ὠφέλησαν αὐτοὺς πᾶσαι αἱ τέως ἐν ἰσχύϊ ἐγγυήσεις,
5215θὰ ἐνέμενον ἀνένδοτοι εἰς τε τὴν αὔξησιν τῶν ποσοστῶν τοῦ
5216τόκου καὶ εἰς τὴν ἐκχώρησιν πρὸς αὐτοὺς ἐγγυήσεων ἰσχυρο-
5217τέρων ἐκείνων, ἃς εἶχον πρίν. Οὕτω δὲ τὸ Κράτος θὰ ἐξη-
5218ναγκάζετο ἢ νὰ ὑποβληθῇ εἰς νέα δυσβάστακτα ἢ καὶ ὅλως
5219ἀφόρητα βάρη, ἢ νὰ καταδικασθῇ ἐπ’ ἄπειρον εἰς οἰκονομι-
5220κὸν ἀποκλεισμόν. Δυστυχῶς, Κύριοι, ὑπὸ τῆς Βουλῆς δὲν
5221εἰσηκούσθημεν, τὸ δὲ Στέμμα ἔσπευσε νὰ κυρώσῃ, ἅμα ὑπο-
5222βληθέντα αὐτῷ, τὸν νόμον ἐκεῖνον.
5223Τὰ πράγματα δὲν ἐβράδυναν ν’ ἀποδείξωσιν, ὁπόσον δί-
5224καιον εἴχομεν ἡμεῖς, τοσοῦτον ἀγωνισθέντες καὶ τοιαῦτα ἐπι-
5225χειρήματα ἀντιτάξαντες κατὰ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος νόμου.
5226Εὐθὺς ἅμα γενόμενος γνωστὸς οὗτος ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ, προεκά-
5227λεσεν ἀληθῆ θύελλαν καθ’ ἡμῶν. Ἡ πτώχευσις τοῦ Κρά-
5228τους ἐχαρακτηρίσθη ὡς δολία χρεωκοπία. Ἡ Ἑλλὰς
5229περιϋβρίσθη καὶ ἐχλευάσθη ὑφ’ ὅλου σχεδὸν τοῦ ξένου τύπου.
5230Οἱ ὁμολογιοῦχοι ἔσπευσαν νὰ προβῶσιν εἰς σύστασιν ἐπιτρο-
5231πειῶν, πρὸς ἄμυναν τῶν συμφερόντων των. Αἱ ἐπιτροπεῖαι δὲ
5232αὗται, ἀρξάμεναι διαπραγματεύσεων περὶ συμβιβασμοῦ πρὸς
5233τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἀπηύθυναν ὅρους, οὓς δυσκόλως
5234ἠδύνατο ν’ ἀποδεχθῇ αὕτη. Ἐζήτησαν ἄμεσον αὔξησιν τῶν
5235ποσοστῶν τοῦ τόκου ἐκ 30 εἰς 35%. Ἠξίωσαν συμμετο-
5236χὴν εἰς τὴν προσαύξησιν τῶν εἰσπράξεων τῶν ὑπεγγύων
5237προσόδων, πρὸς δὲ ὑπαγωγὴν τῆς διαχειρίσεως τούτων, εἰς
5238ἐγγυήσεις ἐξασφαλιζούσας τοὺς ὁμολογιούχους ἐν τῷ μέλλοντι
5239κατὰ παντὸς σφετερισμοῦ τῶν δικαιωμάτων των, κατὰ πά-
5240σης ἀθετήσεως τῶν πρὸς αὐτοὺς ὑποχρεώσεων τοῦ Ἑλληνι-
5241κοῦ Κράτους. Μάταιαι ἀπέβησαν πᾶσαι αἱ προσπάθειαι τοῦ
5242Τρικούπη ἐπὶ ἓν περίπου ἔτος, ὅπως ἐπιτύχῃ εὐμενεστέρων
5243ὅρων παρὰ τῶν ἐπιτροπειῶν τῶν ὁμολογιούχων, μεθ’ ὅλην
5244τὴν περίνοιαν, μεθ’ ὅλην τὴν δραστηριότητα καὶ τὴν ἐπιβο-
5245λήν, ἥτις διέκρινε τὸν ἀείμνηστον ἐκεῖνον ἄνδρα. Αἱ ἐπιτρο-
5246πεῖαι τῶν ὁμολογιούχων ἐπέμειναν μέχρι τέλους εἴς τε τὴν
5247αὔξησιν τῶν ποσοστῶν τοῦ τόκου, εἴς τε τὴν συμμετοχήν των
5248εἰς τὴν προσαύξησιν τῶν εἰσπράξεων τῶν ὑπεγγύων προσόδων
5249καὶ εἰς τὴν παροχὴν μεγαλειτέρων ἐγγυήσεων ἢ πρίν.
5250Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι τὸ θέρος τοῦ 1894 ἐπετεύχθη
5251ἐν Ἀθήναις συμφωνία τις μεταξὺ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ
5252καὶ τῶν ἐνταῦθα ἀποσταλέντων ἀντιπροσώπων τῶν ἐπιτρο-
5253πειῶν τῶν ὁμολογιούχων. Ἡ συμφωνία αὕτη, ἐξασφαλίζουσα
5254αὔξησιν τοῦ ποσοστοῦ τοῦ τόκου εἰς 32% καὶ καθιεροῦσα
5255χρεωλύσιον, ὅπερ σὺν τῷ χρόνῳ θὰ ηὔξανε καὶ θὰ συνεπο-
5256σοῦτο ὁμοῦ μετὰ τῶν ποσοστῶν τοῦ τόκου εἰς 60%, ἤγει-
5257ρεν ἐν ἡμῖν τοῖς ἀντιπολιτευομένοις τότε ἐνδοιασμούς, ἐὰν
5258καὶ οὕτω ἡ Ἑλλάς, μένουσα ἄνευ τῶν ἀναγκαίων οἰκονομι-
5259κῶν μεταῤῥυθμίσεων, θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ καταβάλλῃ ἀνελ-
5260λιπῶς εἰς χρυσὸν ἐκ τῶν τακτικῶν πόρων της τοσοῦτον τό-
5261κον καὶ χρεωλύσιον. Ἐξεδηλώσαμεν ἡμεῖς ἰδίᾳ τοὺς φόβους,
5262μήτοι τὸ Κράτος εὑρεθῇ καὶ πάλιν εἰς τὴν ἀνάγκην συνο-
5263μολογήσεως νέων δανείων πρὸς πληρωμὴν τοῦ εἰρημένου πο-
5264σοῦ, καὶ δὴ ὑπὸ ἐπαχθεστέρους ὅρους ἐκείνων, εἰς οὓς τὸ δη-
5265μόσιον ἡμῶν χρέος ὑπήχθη μετὰ τὴν πτώχευσιν. Πλὴν ἡ
5266συμφωνία ἐκείνη δὲν ἀπέτυχε διὰ τὴν ἀντίδρασιν ἡμῶν τῶν ἐν
5267Ἑλλάδι ἀντιπολιτευομένων, ὡς θὰ παρήγετό τις ἴσως νὰ
5268συμπεράνῃ ἐκ τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Κρα-
5269ναίας, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀποκρούσεως αὐτοῦ ὑπὸ τῶν ἐπιτροπειῶν
5270τῶν ὁμολογιούχων. Ὁ Τρικούπης ἐπέμενε τότε νὰ θεωρῇ
5271αὐτὴν ἔγκυρον, ἀξιῶν ὅτι μόναι αἱ συνελεύσεις τῶν ὁμολο-
5272γιούχων, καλούμεναι ἐπὶ τούτῳ ὑπὸ τῶν ἐπιτροπειῶν, ἠδύ-
5273ναντο ν’ ἀποῤῥίψωσιν αὐτήν. Κατωρθώθη ὅμως νὰ ὑποβληθῇ
5274αὐτὴ ὑπὸ τὸν τύπον συμβάσεως, δι’ ἧς ἐχορηγοῦντο πάραυτα
52752% περιπλέον τῶν ἀρχῆθεν συμπεφωνημένων ποσοστῶν, εἴς
5276τινα συνέλευσιν τῶν ὁμολογιούχων ἐν Λονδίνῳ, ἀλλ’ ἀπεκρού-
5277σθη ὑπὸ ταύτης διὰ βοῆς. Καὶ οὕτως ἐπηλήθευσε, Κύριοι,
5278ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἀρχῆθεν ὑπεδείξαμεν, ὅτι δηλαδὴ οἱ
5279ὁμολογιοῦχοι, ὀχυρούμενοι ὄπισθεν τῶν 30%, ἅτινα ἐξησφά-
5280λιζεν εἰς αὐτοὺς ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου, θὰ ἤγειρον
5281ὑπερμέτρους ἀξιώσεις καὶ θὰ ἐπέμενον εἰς αὐτάς.
5282Ὁ Τρικούπης εἶχε φθάσει ἤδη εἰς τὸ ἀπροχώρητον, τὸ
5283δὴ λεγόμενον, ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσιν αὐτοῦ περὶ συμ-
5284βιβασμοῦ, ὅτε ἐδέησε νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἐκ τῆς Κυβερνήσεως
5285παραίτησίν του. Τὸ κληθὲν ἄχρουν Ὑπουργεῖον ὑπὸ τὸν κ.
5286Ν. Δελιγιάννην διέλυσε τὴν Βουλήν, αἱ δὲ βουλευτικαὶ ἐκλο-
5287γαὶ ἀνέδειξαν τὸν κ. Θ. Π. Δηλιγιάννην, εἰς ὃν ἀνετέθη καὶ
5288ὁ σχηματισμὸς νέου Ὑπουργείου ἐκ τῆς πλειονοψηφίας. Ὁ
5289κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνῆλθεν οὕτω εἰς τὴν ἀρχὴν
5290ὑπὸ τὰς εὐνουστάτας περιστάσεις, ἐπαγγελλόμενος τὴν τα-
5291χεῖαν, τὴν ἄμεσον συνομολόγησιν τοῦ συμβιβασμοῦ. Οἱ ὁμο-
5292λογιοῦχοι, ἀποκαμόντες ἐκ τῶν μακρῶν διαπραγματεύσεων
5293πρὸς τὸν Τρικούπην, ἐφαίνοντο εἴπερ ποτὲ ἐνδοτικοὶ εἰς τὰς
5294ἀξιώσεις των. Ὁ Ἑλληνικὸς λαός, βαρυνθεὶς ἐκ τῆς παρατά-
5295σεως τῆς πτωχεύσεως τοῦ Κράτους, ἣν ἔβλεπεν ἐπιδρῶσαν
5296ἐπιζημίως καὶ εἰς τὰ κατ’ ἰδίαν οἰκονομικὰ τῆς χώρας, θεω-
5297ρῶν δὲ τὸν συμβιβασμὸν ὡς τὴν μόνην πανάκειαν τῆς οἰκο-
5298νομικῆς του καχεξίας, ἤρξατο ἐπιποθῶν αὐτὸν ἐξ ὅλης καρ-
5299δίας, πρόθυμος ὢν νὰ ὑποβληθῇ χάριν αὐτοῦ εἰς πᾶσαν δυ-
5300νατὴν θυσίαν. Ἦτο ἄρα τότε ἡ καταλληλοτάτη περίστασις,
5301ὅπως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιληφθῇ πάραυτα διαπραγματεύ-
5302σεων περὶ συμβιβασμοῦ καὶ ἀγάγῃ αὐτὰς εἰς αἴσιον πέρας,
5303ὡς ἐπηγγέλλετο ὁ ἀνὴρ πρὶν ἢ κληθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
5304Πῶς ὅμως ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐπωφελήθη τὴν καταλληλοτά-
5305την ἐκείνην περίστασιν, τὴν τόσον πρόσφορον, οὕτως εἰπεῖν,
5306ψυχολογικὴν στιγμὴν εἰς πλήρωσιν τῆς ἐπαγγελίας του;...
5307§142ΡΩΜΑΝΟΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι δυνάμεθα νὰ διακόψω-
5308μεν ἐνταῦθα;
5309§143ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ θὰ προετίμων νὰ τελειώσωμεν τώρα·
5310ἀλλ’ ἂν ἡ Βουλὴ ἔχῃ κουρασθῆ...
5311§144Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχετε πολλὰ
5312ἀκόμη;
5313§145ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀρκετὰ βεβαίως ἀλλ’ ἄν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ
5314νὰ διακόψωμεν ἐνταῦθα, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίῤῥησιν.
5315§146Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἐκουράσθητε, δὲν ἀντιλέ-
5316γομεν.
5317§147ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε.
5318§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
5319Ὥρα 2 καὶ 15′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον.