1896.12.10
3,800 rows · 29,411 words · 282 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 25
Τῆς 10 Δεκεμβρίου 1896.
(Τρίτη)
Ὥρα 4 καὶ 20′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς 25ης συνεδριάσεως, καὶ διορθωθέντα κατὰ τὰς παρατηρήσεις τοῦ Προέδρου, ἐπικυροῦνται. Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται, διορθωθέντα συμφώνως πρὸς τὰς παρατηρήσεις τοῦ Προέδρου, τὰ πρακτικὰ τῆς 24ης συνεδριάσεως).
§1ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπείας ἐπὶ τῆς τελευταίας προμηθείας τῆς βαμβακοπυρίτιδος. Ἐπίσης τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπείας, ἡ ὁποία ἐξήτασε τὰς διαφόρους βαμβακοπυρίτιδας, τὰς προμηθευθείσας κατὰ διαφόρους ἐποχάς, ἀπὸ τοῦ 1878 καὶ ἐντεῦθεν. Ὡσαύτως παρακαλῶ τὸν αὐτὸν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὸ συμβόλαιον τὸ μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ τοῦ καταστήματος Βόλφ ἢ τοῦ μεσολαβήσαντος διὰ τὴν τελευταίαν προμήθειαν.
§2Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δηλαδὴ τὴν ἀλληλογραφίαν.
§3ΣΤΑΗΣ. Ὄχι τὸ συμβόλαιον. Διότι ὅταν γίνωνται προμήθειαι ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, συνάπτονται συμβόλαια· ἐν τῇ προκειμένῃ μάλιστα περιπτώσει γινώσκω, ὅτι καὶ μνεία ἐγένετο τοῦ συμβολαίου τούτου ἐν ἐπισήμῳ ἐγγράφῳ. Ἑπομένως πρέπει νὰ ὑπάρχῃ συμβόλαιον, καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ τὸ καταθέσῃ.
§4Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Πᾶν ὅ,τι ἐζητήθη καὶ ὑπάρχει, σχετικὸν πρὸς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν, θέλω τὸ καταθέσει. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον, ὅπως τὰ ἔγγραφα ταῦτα μὴ ἐξέλθωσιν ἐκ τῆς Βουλῆς, καθόσον πολλὰ τούτων εἶναι ἀναντικατάστατα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τὸν ὑπάλληλον, τὸν ὁποῖον θὰ στείλῃ μὲ τὰ ἔγγραφα, νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Κανονισμοῦ. Οἱ κ. κ. Παραμυθιώτης, Ἀγάθος καὶ Ν. Βασιλάκης, βουλευταὶ Κερκύρας, ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως καὶ συστάσεως τελωνειακῶν θέσεων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 167). Ὁ βουλευτὴς Γυθείου κ. Γ. Πετροπουλάκης ἀπευθύνει διαφόρους ἐπερωτήσεις πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§6ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῶσι.
§7ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς ἔγγραφα, ἀφορῶντα τὰ λιμενικὰ ἔργα Γυθείου: 1) Τὸ ἀρχικὸν συμβόλαιον μεταξὺ ἐργολάβου καὶ λιμενικῆς ἐπιτροπῆς. 2) Τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου, δι’ ἧς ἐπετράπη εἰς τὸν ἐργολάβον νὰ παραλάβῃ τὴν χρηματικήν του ἐγγύησιν. 3) Τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου, διὰ τῆς ὁποίας ἐχορηγήθη εἰς τὸν ἐργολάβον, τὸ δικαίωμα νὰ πωλήσῃ εἰς τὸ λιμενικὸν ταμεῖον τὰ διάφορα ἐργαλεῖά του ἀντὶ δραχμῶν 120,000. 4) Τὴν διαταγὴν, δι’ ἧς ἐπετράπη εἰς τὸν ἐργολάβον ἡ ἐγκατάλειψις τῶν ἀνωτέρω λιμενικῶν ἔργων. 5) Τὸ συμβόλαιον, δι’ οὗ ἀνέλαβε καὶ πάλιν τὰ αὐτὰ λιμενικὰ ἔργα ὁ αὐτὸς ἐργολάβος. 6) Τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ κ. Βλάση σχετικῶς πρὸς τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ σχεδίου. 7) Τὴν διαταγὴν, δι’ ἧς ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἐργολάβον νὰ ἀφήνῃ ὡς ἐγγύησιν οὐχὶ 30 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, ὡς τὸ συμβόλαιον ὁρίζει, ἐκ τῆς πιστοποιουμένης αὐτῷ ἐργασίας, ἀλλὰ 15 μόνον, καὶ 8) Ὁποίαν χρηματικὴν ποσότητα ἔχει λάβει ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου ὁ ῥηθεὶς ἐργολάβος ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι σήμερον.»
§8ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως προσθέτου συμβάσεως, συνομολογηθείσης τῇ 22 Ἀριλίου ἐ. ἔ. μεταξὺ τῆς Γεν. Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας Πατρικίου καὶ Συντροφίας. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ συνομολογήσεως δανείου ἐκ μέρους τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Γυθείου πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν ἐκκρεμῶν λιμενικῶν ἔργων. Τέλος ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ᾼΧΚΑʹ περὶ ἀναδιοργανισμοῦ τοῦ σώματος τῶν ἐργοδηγῶν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 168–170).
§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλω νὰ δώσω πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης πρὸ ἡμερῶν ἐζήτησεν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ἐπεθύμησε νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἀπηυθύνθησαν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀναφοραὶ πολιτῶν ἐκ τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης, οἵτινες παρεπονοῦντο, διότι κατεζητοῦντο νὰ πληρώσωσι δόσεις πολλῶν ἐτῶν, ἐπειδὴ ἐβεβαιώθησαν πολλῶν ἐτῶν δόσεις ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους συγχρόνως. Ἡ ἔρευνα, ἥτις ἐγένετο εἰς τὰ πρωτόκολλα τῶν εἰσαγομένων ἐγγράφων τοῦ Ὑπουργείου, ἀπέδειξεν ὅτι οὐδεμία τοιαύτη ἀναφορὰ ὑπεβλήθη. Ἀλλὰ ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ περιορισθῶ εἰς τοῦτο, καὶ νὰ ἐξετάσω, ἐὰν ὄντως ἐβεβαιώθησαν πολλῶν ἐτῶν δόσεις συγχρόνως, καὶ ἑπομένως ἐὰν συνέβη νὰ ἐπιβληθῶσι πολλὰ βάρη εἰς τοὺς πολίτας αὐτούς. Συνέταξα δὲ μετὰ τὴν ἐξέτασιν ταύτην πίνακα, ἐκ τοῦ ὁποίου καταδηλοῦται, ὅτι ἐν τῷ δήμῳ Οἰχαλίας ἐβεβαιώθησαν ἕξ ἐτῶν δόσεις συγχρόνως κατὰ τὸ 1894, καὶ ὅτι ἐβεβαιώθησαν ὡσαύτως τέσσαρες δόσεις κατὰ τὸ 1895, ὅτι ἐν τῷ δήμῳ Ἀνδανείας ἐβεβαιώθησαν τέσσαρες δόσεις κατὰ τὸ 1894. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἐργασία τῆς ἀναθεωρήσεως ἐγένετο συντονωτέρα κατὰ τὸ 1896, ἔχομεν συγχρόνους βεβαιώσεις ἐν πολλοῖς δήμοις τῶν δόσεων πολλῶν ἐτῶν. Ἐν τῷ δήμῳ Ἀνδανείας ἔχομεν ἐννέα ἐτῶν συγχρόνως ἐνεργηθείσας δόσεις κατὰ τὸ 1896, ἐν τῷ δήμῳ Εὔας ἔχομεν ἕξ, ἐν τῷ δήμῳ Παμίσου δέκα ἐτῶν ὁλοκλήρους δόσεις κατὰ τὸ 1896. Τὰ ἀθρόα ἐπελθόντα βάρη εἰς τοὺς πολίτας βεβαίως προὐκάλεσαν παράπονα, καὶ εἰκάζω ὅτι, ἐὰν δὲν ὑπεβλήθησαν ἀναφοραί, θέλουσιν ὑποβληθῆ. Διὰ τοῦτο σκέπτομαι, ἵνα προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν ἀνακουφιστικόν τι μέτρον.
§11ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν ἔχω ὑποβάλει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ἀναφοράν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐσύστησαν οἱ συμπολῖταί μου Μεσσήνιοι, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι τὸ Προεδρεῖον ἔστειλεν αὐτὴν εἰς τὸν Ὑπουργόν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ἀναφοραὶ αἱ κατατιθέμεναι δὲν διαβιβάζονται εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, παρ’ ὅταν ἡ Βουλὴ τὸ διατάξῃ, ἡ ὁποία ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἔδωκε τοιαύτην διαταγήν.
§13ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ ἀπηυθύνετο πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον διὰ Προεδρείου, καὶ ἐπ’ αὐτῆς ὡμίλησα, ὅπως ἀποσταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διότι, ὡς ἠκούσατε καὶ ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, οἱ συμπολῖταί μου ἀναγκάζονται νὰ πληρώσωσι 10 ἐτῶν δόσεις, καὶ μάλιστα εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Μεσσήνη ἐφέτος εὑρίσκεται, διότι αἱ σταφίδες κατεστράφησαν ἀπὸ τὴν ἀσθένειαν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι θέλει λάβει μέτρον πρὸς ἀνακούφισιν αὐτῶν, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ πληρώσωσι 10 ἐτῶν δόσεις, αἱ ὁποῖαι ἐβεβαιώθησαν συνάμα, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον διέταξε τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο πολλοὶ συμπολῖταί μου εἶναι εἰς τὰς φυλακὰς καὶ πολλοὶ τρέχουσιν εἰς τὰ ὄρη, ἵνα μὴ συλληφθῶσι καὶ τεθῶσιν εἰς τὰς πολιτικὰς φυλακὰς, διότι ἔχουσιν ἐκδοθῆ κατ’ αὐτῶν ἐντάλματα προσωπικῆς κρατήσεως.
§14ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω, ἄν κατετέθη εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰ πολιτῶν Μεσσηνίων παραπονουμένων. Γνωρίζω μετὰ πάσης θετικότητος ὅμως, ὅτι 2 ἀναφοραὶ ὑπεβλήθησαν παρ’ ἑκατοντάδων κατοίκων Μεσσήνης, συμπολιτῶν μου, ἀπευθυνόμεναι πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, παραπονουμένων διὰ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς αὐτούς, ὡς ἐκ τῆς συγχρόνου βεβαιώσεως δόσεων πολλῶν ἐτῶν.
§15Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς ἀνέφερα προηγουμένως ἐν λεπτομερίᾳ τὰ περὶ τῶν δόσεων.
§16ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπεβλήθησαν δύο ἀναφοραὶ πολιτῶν παραπονουμένων· ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἠρεύνησε τὸ ἀρχεῖον, ἵνα εὕρῃ αὐτάς. Ἡ μία μάλιστα τῶν ἀναφορῶν ἀπεστάλη παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν δήμαρχον Παμίσου. Ἀφοῦ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δικαίως ἐκτιμῶν τὴν περίστασιν, ὑπεσχέθη νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ὅπως τακτοποιήσῃ τὰς σχέσεις τῶν πολιτῶν πρὸς τὸ Δημόσιον καὶ κανονίσῃ ἐπιεικέστερον τὰ τῶν δόσεων, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον, ἐπειδὴ αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς συντόμως πρόκειται νὰ διακοπῶσι, νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον ὅσον τάχιστα, διότι ὄντως πρόκειται περὶ παροχῆς δικαίας, οὐχὶ δὲ περὶ εὐκολίας καὶ ἐπιεικείας εἰς τοὺς κατοίκους, οἱ ὁποῖοι πάσχουσιν ἐξ ἀμελείας τῶν κυβερνητικῶν ὀργάνων. Πρόκειται περὶ ἀποδόσεως δικαιοσύνης, καὶ ἐν τῇ ἐκπληρώσει τοῦ καθήκοντος τούτου πᾶσα σπουδὴ εἶναι δεδικαιολογημένη, ἀφοῦ μάλιστα ἐξακολουθεῖ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου ἡ ἀπηνὴς καταδίωξις τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου.
§17ΣΤΑΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ ἔγγραφα καὶ πληροφορίας, τὰ ὁποῖα ἐζητήσαμεν πρὸ πολλῶν ἡμερῶν δι’ ἐπερωτήσεως ἐγγράφου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀληθῶς πολὺ συχνὰ ἀπαντᾷ εἰς τὰς γιγνομένας ἐπερωτήσεις, ἄλλοι ὅμως Ὑπουργοί, οὐδεμίαν ἀπάντησιν δίδουσι. Τὴν σύστασιν ἀπευθύνω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐνεργήσῃ καὶ λάβῃ τὰς δεούσας ἀπαντήσεις, ἵνα μὴ προβῶμεν εἰς συζήτησιν ἄνευ ἐγγράφων. Θὰ παρακαλέσω ἐπίσης τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἐγένετο ἐνέργειά τις περί τινος τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ἐπέδωκα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα μὴ φέρω τὸν λόγον ἐν τῇ Βουλῇ περὶ πραγμάτων τοιούτων.
§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐθωρεὶ ἐδόθησαν αἱ προσήκουσαι διαταγαί.
§19Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν προαγγελίαν μου, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν ἐπερώτησίν μου· κατὰ τὴν ἀπάντησιν δὲ, ἣν θὰ λάβω, θὰ κρίνω ἐὰν πρέπῃ νὰ ἀναπτύξω αὐτὴν ἐκτενῶς, ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἐν Ρωμουνίᾳ συμβάντα. Τὴν 25 Νοεμβρίου 1896 ἐν τῇ Ρωμουνικῇ Βουλῇ ἔλαβε χώραν βραχεῖα συζήτησις, τὴν ὁποίαν θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ἐλπίζω, νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὡς σχετιζομένην καὶ μὲ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Λαμβάνω τὰ πρακτικὰ ἐκ τῆς «Πατρίδος» τοῦ Βουκουρεστίου (ἀναγινώσκει): «Τὸ γεγονὸς τῆς ὑπὸ τοῦ Σουλτάνου ἀναγνωρίσεως τῶν Μακεδονοῤῥωμούνων ὡς ἐθνικότητος ἐπανηγυρίσθη χθὲς ἐν τῇ Βουλῇ καὶ τῇ Γερουσίᾳ δι’ ἐνθουσιωδεστάτων προσφωνήσεων καὶ ἐπευφημιῶν. «Καὶ ἐν μὲν τῇ Βουλῇ ὁ βουλευτὴς κ. Β. Δαλαβραντσέας ἔκαμεν ἔναρξιν τοῦ πανηγυρισμοῦ διὰ τῆς ἑξῆς ἐπερωτήσεως: «Εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Σουλτάνος ἐχορήγησεν ἅπαντα τὰ προνόμια τοῖς ἐν Τουρκίᾳ Ρωμούνοις, καὶ ὅτι χθὲς ἐν Κωνσταντινουπόλει Ρωμοῦνος Μητροπολίτης ἱερούργησεν ἐν τῷ ἐν Πέρα παρεκκλησίῳ;» «Ὁ κ. Στοϊτσέσκος, ὁ νέος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπήντησε τὰ ἑπόμενα: «Αἱ εἰδήσεις, ἃς ἔλαβον, εἶναι αἱ ἑξῆς: Ἡ Α. Μ. ὁ Σουλτάνος, ἐξ ἰδίας αὑτοῦ πρωτοβουλίας, ἀναγνωρίσας τὴν ἀφοσίωσιν τῶν ἐν τῇ Αὐτοκρατορίᾳ αὑτοῦ Ρωμούνων, ἐχορήγησεν αὐτοῖς τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ γείνωσι δεκτοὶ ἐν τοῖς δημοσίοις σχολείοις τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους, δαπάναις αὑτοῦ, καὶ ἐξέδωκεν ἰραδὲ, δι’ οὗ χορηγεῖ αὐτοῖς τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ καταλάβωσι δημοσίας ὑπηρεσίας (ἐπευφημίαι). «Οἱ Ρωμοῦνοι ἐξέλεξαν Μητροπολίτην, καὶ ἀνεκοίνωσαν τὴν ἐκλογὴν ταύτην τῷ Μ. Βεζύρῃ, ὅστις καὶ ὑπέβαλεν αὐτὴν τῇ Α. Μ. τῷ Σουλτάνῳ. Ἡ Α. Μ. ἀνεγνώρισε τὸν Ρωμοῦνον τοῦτον Μητροπολίτην, οὗτος δὲ, πρῶτος Ρωμοῦνος Μητροπολίτης, ἐνεκαίνισε τὸ ἐν Πέρᾳ παρεκκλήσιον καὶ ἀνέπεμψε διαπύρους εὐχὰς ὑπὲρ τοῦ Σουλτάνου καὶ εὐχαριστίας, διότι ἠξίωσε τοὺς Ρωμούνους τῆς Μακεδονίας νὰ ἔχωσιν ἴδιον Μητροπολίτην (ἐπευφημίαι). «Διὰ τὴν εὔνοιαν ταύτην οἱ Ρωμοῦνοι δέον νὰ ὦσιν εὐγνώμονες τῇ Α. Μ. τῷ Σουλτάνῳ, εἰμὶ δ’ εὐτυχὴς, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν τὸ νέον Ὑπουργεῖον παρουσιάζεται ἐνώπιον ὑμῶν, κομίζω ὑμῖν τὴν εὐχάριστον ταύτην εἴδησιν.» Ἡ αὐτὴ ἐφημερὶς γράφει: «Ἀνεκοινώθη καὶ εἰς τὴν Γερουσίαν, ὅπου ὁ τέως Πρωθυπουργὸς Στούρτζας ἔπλεξε τὸ ἐγκώμιον τοῦ Σουλτάνου, τοῦ ὁποίου τὴν πρᾶξιν ταύτην ὠνόμασε «μεγάλην» καὶ «μεγαλοπρεπῆ»! Ἐν τέλει δὲ ἀνέκραξεν ὁ Στούρτζας: «Πλήρεις εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν Οὐρανόν, ἀνακράξωμεν: «Ζήτω ὁ Βασιλεὺς ἡμῶν Κάρολος, ὅστις ἔγνω νὰ ἀναβιβάσῃ διὰ τῆς φρονήσεως τὸ Βασίλειον τοῦτο εἰς ἣν θέσιν κατέχει σήμερον! Ζήτω ὁ μεγάθυμος φίλος τοῦ Βασιλέως ἡμῶν, ὁ Σουλτάνος Ἀβδοὺλ Χαμίτ!» (παρατεταμέναι ἐπευφημίαι)». Ταῦτα μὲν ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἐπισήμως ἀνακοινωθέντα ἐνώπιον τῆς Ρωμουνικῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ρωμουνίας καὶ πρὸς τὰ λεχθέντα ἐν τῇ Γερουσίᾳ ὑπὸ τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ κ. Στούρτζα. Ἐπειδὴ ὅμως εἶναι σχετικώτατα τὰ συμβάντα ἐν Σκοπείοις, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναγνώσω συντομώτατον σημερινὸν τηλεγράφημα ἐκ Κερκύρας, δημοσιευθὲν ἐν τῇ «Ἀκροπόλει». Ἀλλὰ πρὸ τούτου εἶχεν ἔλθει ἕτερον, ἐκ Βιέννης, δημοσιευθὲν εἰς τὸ «Ἐμπρὸς» καὶ ἔχον ὡς ἀκολούθως: «Ὁ Πρωθυπουργὸς Νοβάκοβιτς εἶπεν εἰς τὴν Σκουψίναν χθές, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπερασπίζει σθεναρῶς τὰ ἐν Σκοπείοις ἐθνικὰ δικαιώματα. Ἡ Σκουψίνα παρεδέχθη πρότασιν, κηρύττουσαν τὴν ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ὁμοφωνίαν τῶν κομμάτων, παραπονουμένην, ὅτι τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως ὑποτιμᾷ τὸν Σερβικὸν ἐθνισμόν, καὶ ἐκφράζουσαν τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῆς εἰς τὸν Σουλτάνον, ὅτι θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα κατὰ τὰς εὐχὰς τῶν Σέρβων. «Ἡ ἐφημερὶς «Βιδέλο», ἐν σφοδρῷ ἄρθρῳ της, ἀπειλεῖ, ὅτι ἡ Σερβικὴ Ἐκκλησία θὰ κηρύξῃ τὸ Σχίσμα.» Βλέπομεν, ὅτι τόσον ἐν τῇ Ρωμουνικῇ Βουλῇ καὶ τῇ Γερουσίᾳ, ὡς καὶ ἐν τῇ Σκουψίνᾳ, ἐγένοντο συζητήσεις σπουδαιόταται περὶ ζητημάτων ἐθνικῶν. Ἀνέμενον νὰ γείνῃ ἀνακοίνωσίς τις παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἔστω καὶ ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει ἄλλων, ὡς ἐνίοτε γίνεται, ἀλλὰ παρῆλθον πολλαὶ ἡμέραι, καὶ οὐδὲν ἐπισήμως ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ ἔχωμεν παράπονον, ἀφοῦ καὶ αὐτὸ τὸ διάγγελμα τὸ Βασιλικὸν ἀνεγνώσθη ὑπὸ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν εἰς τὰς ἐφημερίδας, δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν παράπονον, ἀφοῦ ἠνέχθημεν κατὰ τὴν εἰσηγητήριον τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀγόρευσιν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ νὰ μὴ ἀκούσωμεν οὔτε λέξιν περὶ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν σχέσεων μετὰ τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως καὶ περὶ τῆς στάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ περιουσία τοῦ Ζάππα. Διὰ τοῦτο ἐθεώρησα καθῆκον νὰ λύσω τὴν σιωπὴν καὶ ἀπευθύνω τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἦναι ἀκριβές, ὅτι ἡ Ὑψηλὴ Πύλη ἀνεγνώρισεν ὡς ἔξαρχον τῶν Ρωμούνων ἐν Κωνσταντινουπόλει τὸν Μητροπολίτην Ἄνθιμον, καὶ ἂν ἐξακολουθῇ νὰ ἦναι ἔτι κεκλεισμένη ἡ Ἑλληνικὴ Μητρόπολις τῶν Σκοπείων.
§20ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Κατὰ τὰς εἰδήσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν μέχρι τοῦδε, τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἐπιστοποιήθη, εἶναι ἡ παροχὴ ὑποτροφίας ἐκ μέρους τοῦ Σουλτάνου εἴς τινας νέους Κουτσόβλαχους ἐκ Μακεδονίας. Περὶ τῶν ἄλλων διαδοθέντων οὐδὲν ἐπίσημον γεγονὸς ἐπῆλθεν, ὥστε νὰ πιστοποιηθῇ οἱαδήποτε πρᾶξις ἢ ἀπόφασις ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκκλησίαν Σκοπείων, εἶπον ὑμῖν κατά τινα τῶν τελευταίων συνεδριάσεων, ὅτι τῇ αἰτήσει τοῦ Μητροπολίτου εἶχε ζητηθῆ ἀπὸ τὸν Γενικὸν Διοικητὴν νὰ κλεισθῇ προσωρινῶς ἡ ἐκκλησία, πρὸς ἀποφυγὴν ῥήξεων καὶ δυσαρέστων. Ἔκτοτε δὲν ἔχω νεωτέραν εἴδησιν περὶ μεταβολῆς ἐπελθούσης.
§21Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, καθ’ ὃν χρόνον ἡ Κυβέρνησις, μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῆς Βασιλικῆς ἐπιστολῆς, κοιμᾶται ἡσύχως καὶ μακαρίως, νομίζουσα ὅτι ἐξετέλεσε τὸ καθ’ ἑαυτὴν, διότι ἀνήγγειλεν ἀνὰ πᾶν τὸ Ἑλληνικὸν, ὅτι ἐλήφθησαν ὅλα τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως περιφρουρηθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καθ’ ὃν χρόνον μακαρίως ἡ Κυβέρνησις ἀσχολεῖται περὶ δευτερευόντων καὶ τριτευόντων ζητημάτων, οἱ ἐχθροὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ πολλαπλασιάζονται, καὶ πολλαπλασιάζονται εἰς βαθμὸν καταπληκτικόν. Ἐὰν ἐν τῷ ὁρίζοντι τῆς Ἀνατολῆς ὑπῆρχον μέχρι τοῦδε νέφη ἀπειλητικὰ, τὰ νέφη ταῦτα ἐπληθύνθησαν ἤδη καὶ ἀπειλοῦσι λαίλαπα καὶ καταιγίδα. Ὁ μὴν Νοέμβριος τοῦ 1896 θέλει σημειώσει νέαν περίοδον ἐπιθέσεων ὁρμητικῶν τῶν ἐχθρῶν καὶ τῶν ἀντιπάλων ἡμῶν ἐν τῇ Βαλκανικῇ χερσονήσῳ. Ἡ Κυβέρνησις, ὡς καὶ πρὸ μικροῦ ἔλεγον, δὲν συνείθισε νὰ μᾶς παρέχῃ πληροφορίας περὶ τῶν συμβαινόντων ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἀλλὰ μεταξὺ ὅλων τῶν εἰδήσεων δὲν ὑπάρχουσιν ἆρά γε καί τινες, τῶν ὁποίων εἶναι ἄξιοι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους; Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τύπος, καὶ ἐν γένει μὲν τύπος οἱουδήποτε κόμματος, ἀλλ’ ἰδίως ἀνεξάρτητος, θὰ εὑρισκόμεθα ἐν τῷ σκότει. Εὐτυχῶς ὅμως, χάρις εἰς τὸν ἀνεξάρτητον ἐν Ἑλλάδι τύπον, πρὸς τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν μεγάλας χάριτας, καὶ χάρις εἰς τὸν εὐρωπαϊκὸν τύπον, δυνάμεθα νὰ παρακολουθῶμεν τὰ συμβάντα, ἵνα ἀγρυπνῶμεν ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους. Παρατηροῦμεν, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι, μετὰ τὰ συμβάντα κατὰ τὸ τελευταῖον ἔαρ, λέβης φοβερὸς βράζει ἐν Βυζαντίῳ, οἱ δὲ ἀντιπρόσωποι τῶν Δυνάμεων εὑρίσκονται ἐν συνεχεῖ συνεννοήσει καὶ παρασκευάζουσι τὰ συμβησόμενα ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ παρακολουθήσητε εἰς τὸ ἡμερολόγιον τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὰ λαβόντα χώραν κατὰ τὸν Νοέμβριον ἐν Ἀθήναις, ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐν Πετρουπόλει καὶ ἐν Βιέννῃ, ἵνα κρίνωμεν ποῦ εὑρισκόμεθα καὶ τί μᾶς περιμένει. Εἶχον ἀναγνώσει ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ἕνεκεν ἀκριτομυθίας δημοσιογράφου, δὲν γνωρίζω τίνος, ὅτι ὁ ἡμέτερος Ἡγεμὼν εἶχεν ἐκφρασθῆ ἐν Βιέννῃ ἐπὶ ἐθνικῶν ζητημάτων καὶ τῆς προσχωρήσεως τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Τριπλῆν Συμμαχίαν. Ἀκολούθως ἀνέγνωμεν εἰς Ἀθηναϊκὴν ἐφημερίδα, ὅτι ὁ πρέσβυς Δυνάμεώς τινας ἐζήτησεν ἐξηγήσεις ἐπὶ τούτου. Τὴν 13 Νοεμβρίου ἀνεγινώσκομεν ἐν τῷ ἡμιεπισήμῳ δημοσιογραφικῷ ὀργάνῳ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀποκήρυξιν τῆς ἀγγελθείσης προσχωρήσεως τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Τριπλῆν Συμμαχίαν. Μετὰ τὸ δημοσίευμα τοῦτο, συνάδελφος ἡμῶν ἐθεώρησε καθῆκον νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν εἴδησιν περὶ τῆς δηλώσεως ταύτης, ἵνα γνωρίζωμεν, ἐὰν πράγματι τοιοῦτον ἦναι καὶ τὸ φρόνημα τῆς Κυβερνήσεως, ἠρώτησε δὲ, καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα, καὶ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐβεβαίωσε τὰ ἐν τῇ ἐφημερίδι ἐκείνῃ δημοσιευθέντα. Ἤρξατο ἡ συζήτησις τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος καὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία διήρκεσεν ἀπὸ τῆς 19 μέχρι τῆς 23 Νοεμβρίου. Τὴν 19 Νοεμβρίου ὁ γηραιὸς πολιτευτὴς καὶ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι εἶναι γελοῖον νὰ ἀξιοῖ ἡ Ἑλλὰς, ὅτι ἔχει τὴν ἡγεμονίαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἔχω ἐνταῦθα τὴν ἀγόρευσίν του, τὴν ὁποίαν δὲν σᾶς ἀναγινώσκω, διότι πολλάκις ἐγένετο λόγος περὶ αὐτῆς, καὶ δὲν ἠμφισβητήθη.
§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι δὲν γνωρίζω ποίαν ἑρμηνείαν δίδετε. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω οὔτε νὰ ἀναιρέσω τὰ λεγόμενα ὑμῶν, ἀλλ’ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνετε, ἐστὲ βέβαιος, ὅτι δὲν ἔχει βάσιν. Ἐὰν ἠθέλομεν συζητήσει, ἠθέλετε πεισθῆ, ὅτι δὲν ἔχουσι βάσιν τὰ λεγόμενα ὑμῶν.
§23Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔχω ἐνώπιόν μου.
§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ζήτημα συνεζητήθη εἰς τὰ 1878 ἐν πολλοῖς καὶ διὰ μακρῶν· ἴσως δὲν σᾶς ἐδόθη εὐκαιρία νὰ ἀναγνώσητε ὅλα τὰ τότε γραφέντα, ἀλλ’ εἶμαι ἕτοιμος εἰς πᾶσαν περίστασιν νὰ σᾶς ἀναπτύξω τὸ νόημα τῶν λόγων μου.
§25Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, διότι ἡ ὁμολογία αὕτη ἐτάραξε πολὺ τὸν Ἑλληνισμόν.
§26Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐτάραξεν ὅσους δὲν θέλουσι νὰ ἐννοήσωσι.
§27Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὴν 19 Νοεμβρίου ἐλέγοντο ταῦτα, τὴν δὲ 21 Νοεμβρίου αὐθημερὸν ἐν Σκοπίοις καὶ ἐν Κωνσταντινουπόλει ἔλαβον χώραν τὰ ἀκόλουθα. Ἐν Σκοπίοις μὲν Σέρβοι κατελάμβανον Ἑλληνικὴν ἐκκλησίαν, ἐξεδίωκον ἐκεῖθεν τὸν Μητροπολίτην, καὶ ἔλαβον χώραν ὅσα ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐκλείετο ἡ Ἑλληνικὴ ἐκκλησία, ὑπὸ τὴν πρόφασιν προλήψεως ταραχῶν, ἐνῷ δ’ ἐκλείετο προσωρινῶς τὴν 21 Νοεμβρίου, σήμερον, 10 Δεκεμβρίου, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληροφορήσῃ ἡμᾶς, ἐὰν ἠνοίχθη, καὶ ἐκ τούτου δύνασθε νὰ θεωρήσητε βέβαιον, ὅτι δὲν ἠνοίχθη. Ἐν δὲ Κωνσταντινουπόλει, ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν δήλωσιν, ἥτις ἐγένετο ἐντεῦθεν περὶ τῆς Τριπλῆς Συμμαχίας, ὑπὸ τὰς ὁδηγίας τοῦ πρέσβεως τῆς Ῥωμουνίας κυρίου Τζουβάρα, ἔχοντος συνεπίκουρον τὸν διαβόητον Μαργαρίτην, κατελαμβάνετο Ἑλληνικὴ ἐκκλησία ἐν Πέρᾳ, καὶ ἐγίγνοντο τὴν ἰδίαν ἡμέραν,—σημειώσατε καλῶς—ὡς ἐκ συνθήματος, τὰ ἐγκαίνια τῆς ἐκκλησίας ταύτης, ὡς βεβαιοῖ τηλεγράφημα ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, καταχωρηθὲν εἰς τὸ «Ἄστυ», ἐγίνοντο τὰ ἐγκαίνια ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου Ἀνθίμου, τοῦ ἀποστάτου, ἐν μυστικότητι, ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ, διότι οἱ Ἕλληνες τῆς Κωνσταντινουπόλεως δὲν ἠδύναντο νὰ ἀνεχθῶσι τὴν παραβίασιν τῶν Πατριαρχικῶν προνομίων. Ἀπεπειράθησαν μὲν οἱ Ῥωμοῦνοι νὰ εἰδοποιήσωσιν, ὅτι τὴν Κυριακήν, δηλαδὴ τὴν 24 Νοεμβρίου, εἶχον ἀπόφασιν νὰ ἱερουργήσωσι καὶ φανερά, ἀλλὰ οἱ Ἕλληνες τῆς Κωνσταντινουπόλεως, φιλότιμοι ζηλωταὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, συνηθροίσθησαν καὶ ἠπείλησαν ὅτι οὐδέποτε ἤθελον ἐπιτρέψει τοῦτο. Μετέβη ἐκεῖ ὁ διαβόητος Μαργαρίτης, ὅστις ὅμως ἐκινδύνευσε νὰ κατασφαγῇ, καὶ συνελήφθη ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως διασωθῇ ἀπὸ τὴν ὀργὴν τῶν Ἑλλήνων. Τὴν προτεραίαν ἐπιτροπὴ Ἑλλήνων εἶχε παρουσιασθῆ εἰς τὸν Πατριάρχην, καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι οἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἕλληνες ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἤθελον ἐπιτρέψει τὸ φοβερὸν τοῦτο πραξικόπημα, καὶ ὅτι ἦσαν ἀποφασισμένοι νὰ προβῶσι μέχρι τῶν ἄκρων· ἐδήλωσαν ὅτι οἱ Ἕλληνες τῆς Κωνσταντινουπόλεως, οἱ ὁποῖοι ἀριθμοῦνται κατὰ ἑκατοντάδας χιλιάδων, οἱ ὁποῖοι ἐτήρησαν τὴν ἀξιοπρεπῆ στάσιν κατὰ τὸ Ἀρμενικὸν ζήτημα, εἰς τοὺς ὁποίους πολλὰ ὀφείλει ἡ Ὑψηλὴ Πύλη, οὐχὶ διότι δὲν ἐπολέμησαν τοὺς Ἀρμενίους, ἀλλὰ διότι δὲν ἠθέλησαν νὰ ἐπωφεληθῶσι τῆς περιστάσεως ἐκείνης, ὅπως φέρωσι μείζονα ταραχήν, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι ὑπὸ ἄλλας καλλιτέρας περιστάσεις ἠδύναντο νὰ μὴ διαμφισβητηθῶσι τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, οἱ Ἕλληνες ἐκεῖνοι, βλέποντες παραγκωνιζόμενα τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τὴν μαύρην ἀγνωμοσύνην τῆς Ὑψηλῆς Πύλης, ἦσαν ἀποφασισμένοι τὰ πάντα νὰ διαπράξωσιν, ὅπως διασώσωσι τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἔκτοτε, κύριοι Βουλευταί, ὡς γνωρίζετε πάντες οἱ παρακολουθοῦντες τὰ τοῦ τύπου καὶ ἐξ ἐπιστολῶν, ἐν Κωνσταντινουπόλει ὑπάρχει μεγάλη ταραχή, τὰ Πατριαρχεῖα, κατὰ τὰς πληροφορίας μου, φυλάσσονται ὑπὸ 25 Κεφαλλήνων, ὅμιλοι ἐδῶ, ὅμιλοι ἐκεῖ συσκέπτονται κατὰ τίνα τρόπον δύνανται ν’ ἀντεπεξέλθωσι κατὰ τῶν δεικνυόντων διαθέσεις σχισματικὰς Ρωμούνων καὶ τῶν Σέρβων, οἱ ὁποῖοι προσετέθησαν εἰς τοὺς Βουλγάρους καὶ τοὺς Τούρκους. Ἀκριβῶς ἡ σύμπτωσις, ὅτι, ἐνῷ τὴν 21 Νοεμβρίου ἐγίνοντο ὅσα ἔλεγον, τὴν 23 Νοεμβρίου, Σάββατον, ἐδημοσιεύετο ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἡ Βασιλικὴ ἐπιστολή, τὴν 25 Νοεμβρίου ἐλάμβανον χώραν ἐν τῇ Ρωμουνικῇ Βουλῇ καὶ τῇ Γερουσίᾳ ὅσα πρὸ μικροῦ ἀνέγνων. Ἠκούσατε καλῶς, ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Ρωμουνίας κ. Στοϊτσέσκος, ὑπὸ τὰς ἐπευφημίας ὅλων τῶν Ρωμούνων Βουλευτῶν, καὶ ὁ κ. Στούρτζας, ὁ τέως Πρωθυπουργὸς, ἐν τῇ Γερουσίᾳ, ὅστις ἀπεχώρησε τῆς ἐξουσίας τὴν 23 Νοεμβρίου, ὑπὸ τὰς ἐπευφημίας τῶν Γερουσιαστῶν, ἐβεβαίωσαν ὡς ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ Ὑψηλὴ Πύλη ἀνεγνώρισε τὸν ἔξαρχον τῶν Ρωμούνων ἐν Κωνσταντινουπόλει, τὸν ἀποστάτην Ἄνθιμον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν περὶ μὲν τῶν Σκοπείων οὐδεμίαν νέαν ἔφερε πληροφορίαν. Λυποῦμαι· διότι ὤφειλε νὰ ἔχῃ νεωτέρας πληροφορίας καὶ νὰ βεβαιώσῃ θετικῶς, ἐὰν ἐξακολουθῇ νὰ ἦναι κεκλεισμένη ἡ ἐκκλησία ἡ Ἑλληνική, καὶ τίνα μέτρα ἔλαβεν, ὅπως ἀνοιχθῇ αὕτη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἠκούσατε πρὸ μικροῦ, ὅτι ἐβεβαίωσε μὲν τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἀνακοινώσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ρωμουνίας, ὡς πρὸς τοὺς ὑποτρόφους, ἀλλὰ προσέθηκεν, ὅτι οὐδὲν ἔλαβε χώραν γεγονός, τὸ ὁποῖον νὰ τὸν ἀναγκάσῃ νὰ πιστεύσῃ, ὅτι εἶναι ἀληθῆ ὅλα τὰ λοιπὰ ἀγγελθέντα. Ἀλλὰ τὴν ἀνακοίνωσιν τὴν ἐνώπιον τῆς Ρωμουνικῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, τὴν τόσον ἐπισήμως γενομένην, νομίζει ἀναξίαν λόγου; Ἀλλὰ τί συνέβη; Ἡ Ὑψηλὴ Πύλη πάντοτε ἔχει τὴν αὐτὴν τακτικήν, τὴν δολιότητα πρὸς τοὺς Ἕλληνας, τοὺς ὁποίους φοβεῖται καὶ τοὺς ὁποίους περιεποιεῖτο καὶ ἐθώπευε κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ Ἀρμενικοῦ ζητήματος, καὶ δίδει τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι ἀνθίσταται κατὰ τῶν Ρωμούνων, ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι τὸ ἀκριβὲς εἶναι, ὅτι ἔλαβε διαταγὰς ἐξωτερικὰς, καθ’ ἃς ἢ ἀνεγνώρισεν ἢ βεβαίως θ’ ἀναγνωρίσῃ τὸν Ρωμοῦνον ἔξαρχον· διότι, ἂν δὲν συνέβαινε τοιοῦτόν τι, δὲν ἀμφιβάλλω παντελῶς, ὅτι ἐν αὐτῇ τῇ Ρωμουνικῇ Βουλῇ ἤθελον ἔλθει νεώτεραι ἐπερωτήσεις, νεώτεροι λόγοι, ὅπως βεβαιωθῇ τὸ ἀληθές. Ἀλλὰ καὶ αἱ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως πληροφορίαι, αἱ αὐταὶ εἶναι· ἡ Πύλη δημοσίᾳ δὲν τὸ βεβαιοῖ, τὸ πρᾶγμα ὅμως φαίνεται ὅτι ἐγένετο, ὁ ἰραδὲς θὰ ἐξεδόθη. Τὸ Πατριαρχεῖον συνεκρότησεν ἐπιτροπήν, συγκειμένην ἀπὸ τοὺς Μητροπολίτας Ἡρακλείας, Ἐφέσου, Ἀγχιάλου καὶ Καποῦ–Κεχαγιᾶ, χάρις δὲ εἰς τὸ πατριωτικὸν σθένος τῶν μελῶν τῆς Συνόδου, ἅτινα ἐνίσχυσαν τὸν Πατριάρχην, κατωρθώθη ν’ ἀντιταχθῇ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Ἀλλὰ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον εὑρίσκεται, — ὡς ἔλεγον καὶ ὅταν ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει ἀπήντησα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, — πρὸ πολλοῦ πολιορκημένον, ἤδη δὲ στενῶς πολιορκεῖται ἀπὸ τοὺς ἐν Γιλδὶζ καὶ ἀπὸ ὅλους τοὺς κρυπτομένους ὄπισθεν τοῦ Σουλτάνου, ἵνα πολεμήσωσι τὸν Ἑλληνισμόν. Εἶναι περίεργον, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὰ συμβάντα ταῦτα, τὰ ἐν Σερβίᾳ, ἔλαβον χώραν κατόπιν τῶν δημοσιευθέντων ἐν ταῖς ἐφημερίσι περὶ ψυχρότητος τοῦ Βασιλέως τῶν Σέρβων κατὰ τὴν ἐν Ἀθήναις ἄφιξίν του ὑπὸ τῆς ἐπισήμου Ἑλλάδος. Ἀλλ’ εἶναι πολὺ περιεργότερον καὶ ἄξιον μελέτης καὶ σημειώσεως, ὅτι ὀλίγας ἡμέρας πρότερον ἐφημερὶς τῆς Πετρουπόλεως, ἥτις ὑφίσταται τὴν λογοκρισίαν, καὶ ἥτις ἑπομένως οὐδὲν δύναται νὰ δημοσιεύσῃ ἄνευ τῆς Κυβερνητικῆς ἐγκρίσεως, γράφει, κατὰ τηλεγραφικὴν εἴδησιν, δημοσιευθεῖσαν εἰς τὸ «Ἐμπρὸς», ὅτι τὸ Μακεδονικὸν ζήτημα λυθήσεται διὰ τῆς συμπράξεως Σέρβων καὶ Βουλγάρων. Ταῦτα, ὅτε ἐπρόκειτο περὶ Σέρβων, ἀκολούθως ὅμως προσετέθησαν, φαίνεται, καὶ αἱ ἐκ Βιέννης ὁδηγίαι διὰ τὴν Ρωμουνίαν. Δὲν ἀμφιβάλλω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι πάντες ὑμεῖς κατέχεσθε ὑπὸ τῶν αὐτῶν λυπηρῶν αἰσθημάτων, μηδὲ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν ἐξαιρουμένων, ὅτι τὰ πράγματα περιῆλθον εἰς τοιοῦτο κρίσιμον σημεῖον καὶ προαναγγέλλουσιν ἐθνικὴν καταστροφήν. Μετὰ τριακονταετῆ περίπου ἐγκατάλειψιν τῆς ἐθνικῆς ἰδέας, ἢ μᾶλλον καταπολέμησιν αὐτῆς, κατωρθώθη νὰ διατηρηθῇ ἀκμαῖον τὸ ἐθνικὸν φρόνημα, ἀλλὰ τὰ προσκόμματα εἶναι πολὺ μεγάλα, οἱ ἐχθροί, ὡς εἶπον καὶ πρὸ μικροῦ, ἐπολλαπλασιάσθησαν καὶ πολλαπλασιάζονται, διότι οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια, ὅπως κατὰ τὸ δυνατόν, στηριζόμενοι πρὸ παντὸς εἰς τὰς ἰδίας ἡμῶν δυνάμεις καὶ καιροσκοποῦντες, προλάβωμεν αὐτὰ τὰ τεκταινόμενα. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχον καὶ οἱ ἐν Μακεδονίᾳ ἁρματωλοί, ὅπως ἐνόπλως διαμαρτυρηθῶσιν ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, μετὰ τὴν λυπηρὰν λύσιν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, ἀγνοῶ ἐὰν ἠδύνατο νὰ γείνῃ λόγος παντελῶς πλέον περὶ Ἑλλάδος, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον περὶ τῆς Μακεδονίας. Αἱ εὐάριθμοι ἐκεῖναι ἑκατοντάδες τῶν γενναίων μαχητῶν, πρὸς τοὺς ὁποίους ὁ Ἑλληνισμὸς ὀφείλει μεγάλην καὶ ἀΐδιον εὐγνωμοσύνην, ἠδυνήθησαν νὰ ἀφυπνίσωσι τὸν ἐνθουσιασμὸν καὶ νὰ ἀναγκάσωσι τὴν διπλωματίαν νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι μεταξὺ τῶν διεκδικούντων τὴν Μακεδονίαν εἶναι καὶ ἡ Ἑλλάς. Ὁποίαν ἐκτίμησιν ἔλαβον οἱ ἁρματωλοὶ καὶ οἱ Μακεδόνες ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, περιττὸν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, διότι τὴν γνωρίζετε, ἀλλὰ καὶ ὁποίας ὀνομασίας ἔτυχον ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς ἐπισήμου Ἑλλάδος καὶ ὁποίας ἀντιδράσεως, καὶ αὐτὸ περιττὸν νὰ προσθέσω, διότι δὲν τὸ ἀγνοεῖτε. Ἔφθασεν ὅμως στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν, φαίνεται, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐνόησεν, ὅτι τὰ πράγματα εἰσῆλθον εἰς ἄλλην σφαῖραν, καὶ ὅτι ἡ περαιτέρω ἐξακολούθησις τοιαύτης καταστάσεως ἠδύνατο νὰ παρασκευάσῃ ἐθνικὰς συμφοράς, καὶ ὅτι ἐπεβάλλετο ἡ ἀνάγκη λήψεως σπουδαίων μέτρων. Τοιαύτη ἐδόθη ἐξήγησις εἰς τὴν διὰ τῆς Βασιλικῆς ἐπιστολῆς ἀνακοίνωσιν τῶν Κυβερνητικῶν μέτρων. Ἀλλ’ ἡ ἐπιστολὴ αὕτη, ἡ ὁποία πάντοτε κατ’ οὐσίαν μένει ὡς διάγγελμα, ἐδημοσιεύθη, ὡς γινώσκετε, τὴν 23 Νοεμβρίου εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως· παρῆλθον ἔκτοτε 17 ἡμέραι, καὶ ἐρωτῶ πάντας ὑμᾶς, τί ἐγένετο; ὁποία ἔναρξις ἐκτελέσεως τῶν ἐπαγγελιῶν τῆς Βασιλικῆς ἐκείνης ἐπιστολῆς; Ἐὰν ἐξαιρέσητε τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λεχθέντα περὶ ἀμφιβολιῶν ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν, — ἔχω δὲ ἐνταῦθα τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, — ἐὰν ἐξαιρέσητε ἄρθρον ζωηρότερον δημοσιογραφικοῦ ὀργάνου, συμφώνου πρὸς τὴν πολιτικὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον ὀνομάζει φωνασκίας ὅσα προτείνονται περὶ παρασκευῶν, ἐὰν ἐξαιρέσητε ἀνακοινώσεις τινὰς, γινομένας περὶ μεγάλων σχεδίων, τὰ ὁποῖα πραγματικῶς οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσι, δὲν θὰ εὕρητε τίποτε περισσότερον. Ἔλεγεν ἡ ἐφημερίς, τὴν ὁποίαν ἐμνημόνευσα...
§28ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποία;
§29Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ «Παλιγγενεσία» τῆς 30 Νοεμβρίου... (ἀναγινώσκει): «Καθ’ ἡμᾶς, εἶναι εὐνόητον, ὅτι πρὸς τὴν παρατηρουμένην ὕψωσιν συνδέονται στενῶς καὶ ἀποκλειστικῶς ὁ θόρυβος καὶ ἡ ἀνησυχία ἡ προξενηθεῖσα εἰς τὴν κοινωνίαν ἐκ τῶν διαδόσεων καὶ φωνασκιῶν περὶ πολεμικῶν παρασκευῶν ἐν μεγάλῳ μέτρῳ, οὐχὶ δὲ τὸ παράπαν ἐκ πραγματικοῦ τινος λόγου...» Δὲν θὰ σᾶς ἀναγνώσω ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ὑποθέτω ὅτι ἀνεγνώσατε. Καὶ λοιπὸν, δὲν εἶχε δίκαιον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅταν εὐθὺς ἅμα τῇ δημοσιεύσει τῆς ἐπιστολῆς ἐκείνης, τὴν ἐχαρακτήρισεν ὡς στάκτην εἰς τὰ ’μάτια τοῦ κόσμου»; Μελετήσατε τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐνθυμηθῆτε τὰ παράπονα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὅτι τὰ ναυτικὰ νομοσχέδια διαῤῥέουσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἐκτιμήσατε τὰ διαβήματα τὰ Κυβερνητικὰ ἐν γένει, καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, τοὺς ἔχοντας τὴν πεῖραν, καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, δύνασθε νὰ ἔχητε ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ ἐπιστολὴ ἐκείνη ἐχαρακτηρίσθη ὀρθῶς, ὅτι εἶναι στάκτη εἰς τὰ ’μάτια τοῦ κόσμου; Ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εὐθὺς ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς συζητήσεως, ἔλεγε πρὸς ὑμᾶς (ἀναγινώσκει): «Ἂς ὑποθέσωμεν διαφόρους ἐνδεχομένας περιπτώσεις, ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία ὁμολογεῖ, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα εἶναι ἐνδεδειγμένα ὑπ’ αὐτῆς, ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὰ μέτρα ταῦτα, ἢ νὰ ἐκτελέσῃ τινὰ ἐξ αὐτῶν, ἢ ὅσα ἐκτελέσει νὰ ἐκτελέσῃ ταῦτα κακῶς καὶ οὐχὶ καλῶς...», ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὴν ὁποίαν ἐδόθη ἡ ἐντολὴ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἐν τῇ ἐπιστολῇ, μένει πλέον εἰς ὑμᾶς ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι δὲν δίδει τὴν προσήκουσαν ἐκτίμησιν περὶ τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ συμβαινόντων; Ἐπιστεύθη, φαίνεται, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ αὐτὴ κωμικοτραγικὴ, οὕτως εἰπεῖν, παράστασις, ἡ τοσάκις παιχθεῖσα ἀτυχῶς, νὰ λέγωμεν μὲν πρὸς τὸν λαὸν, ὅτι θέλομεν πράξει πᾶν τὸ δυνατὸν εἰς ἡμᾶς, πράγματι δὲ, τοὐναντίον, νὰ ἀδρανῶμεν. Ἐξ ὅσων εἶπον, κύριοι Βουλευταὶ, τὰ ὁποῖα ἐθεώρησα καθῆκόν μου ἀπαραίτητον νὰ εἴπω, νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ μείνῃ οὐδ’ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι τὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἰσέρχονται εἰς τὸ τελευταῖον στάδιον τῆς μεγάλης κρίσεως, καὶ ὅτι πραγματικῶς εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ τέλους, ὅτι ἐνῷ οἱ ἐχθροὶ ἡμῶν πολλαπλασιάζονται καὶ οἱ κίνδυνοι, ἐν Ἀθήναις ἡ ἐπίσημος Ἑλλὰς οὔτε ἔλαβεν, οὔτε λαμβάνει, οὔτε δεικνύει διάθεσιν ὅτι θὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως προφυλάξῃ τὸν τόπον ἀπὸ τὰ μέλλοντα δεινά. Δὲν ἔλαβον τὸν λόγον, ὅπως φέρω δυσχερείας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ μόνον διότι νομίζω ὅτι ἡ ἀλήθεια σώζει, καὶ ὅτι ἡ γάγγραινα καλυπτομένη δὲν θεραπεύεται. Ἤδη, ὅτε ἴσως εἶναι ἀκόμη καιρὸς οὐχὶ νὰ διασώσωμεν πᾶν ὅ,τι δικαιούμεθα, ἀλλὰ μέρος, καὶ τὴν τελευταίαν στιγμὴν, ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τὰ πατριωτικὰ ἀναθήματα τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἂς ἐξέλθῃ ἐκ τῆς πνιγηρᾶς ἀτμοσφαίρας τῆς κομματικῆς· ἂς ἀνυψωθῇ ἐκεῖ, ὅπου ὀφείλει τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ἵσταται, ἂς σταθμίσῃ τοὺς κινδύνους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους εὑρισκόμεθα, καὶ ἂς λάβῃ ὅλα τὰ κατάλληλα μέτρα ἐγκαίρως· διότι ἂς μὴ νομίσῃ ὅτι καὶ τὴν φορὰν ταύτην θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ παιχθῇ καὶ πάλιν ἡ κωμικοτραγικὴ κωμῳδία τῆς ἐξαπατήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· ὁ λαὸς ἀφυπνίσθη καὶ ἀγρυπνεῖ.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος.
§31ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ὅτε πρό τινων ἡμερῶν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπαντῶν εἰς προηγουμένην ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βόλου συναδέλφου, οἱονεὶ ἐμέμφετο αὐτοῦ, ὅτι ἐπὶ τὸ ὑπερβολικώτερον παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ γεγονότα, τὰ δόντα ἀφορμὴν εἰς τὴν ἐπερώτησίν του ἐκείνην, προσεκάλει δὲ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. συνάδελφον, ὅπως καθησυχάσῃ πᾶσαν ἀνησυχίαν αὐτοῦ καὶ ἐκριζώσῃ ἀπὸ τῆς καρδίας αὐτοῦ πάντα φόβον περὶ τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους διατρέχει ὁ Ἑλληνισμός, δὲν ἠξεύρω διατὶ κρύφιόν τι αἴσθημα μοὶ ἔλεγεν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν εἶχεν ἀντιληφθῆ ὅλην τὴν ἔκτασιν καὶ ὅλην τὴν σημασίαν τῶν γεγονότων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα παρέσχον τὴν ἀφορμὴν εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Βόλου, ὅπως ἐπερωτήσῃ αὐτόν. Δυστυχῶς τὸ αἴσθημά μου ἐκεῖνο οὐ μόνον δὲν διεψεύσθη ἐκ τῶν ὑστέρων γεγονότων, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ ἐπικυροῦται καὶ ἐπαληθεύει. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, περὶ τίνος ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου συνάδελφος ἐπηρώτησε τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργόν. Προεκάλεσεν ἐξηγήσεις ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ περὶ τῶν τελευταίων ἐν Σκοπείοις συμβάντων, ὁ δὲ κ. Ὑπουργός, ἐνθυμεῖσθε ἐπίσης, τί ἀπήντησεν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς διεβεβαίωσε τὴν Βουλήν, ὅτι ὅλως διαφόρως ἔλαβον χώραν τὰ γεγονότα ἐν Σκοπείοις, ὅτι 60 ἢ 70, ὡς ἔλεγεν, ἄτομα εἰσήλασαν εἰς τὴν Μητρόπολιν τῶν Σκοπείων, βεβηλώσαντα τὴν ἐκκλησίαν, ὅτι ἐπειράθησαν ν’ ἀποδιώξωσιν ἐκεῖθεν τὸν νεωστὶ προχειρισθέντα Μητροπολίτην Ἀμβρόσιον, ὅτι ἕνεκα τούτου ἡ ἀστυνομία ἐπεμβᾶσα ἠναγκάσθη νὰ κλείσῃ τὴν ἐκκλησίαν καὶ νὰ διαλύσῃ τὸ πλῆθος τῶν Σέρβων, τῶν συναθροισθέντων ἐν Σκοπείοις ἐκ τῶν πέριξ χωρίων. Τὸ γεγονὸς δὲ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐθεώρησε σημαντικόν, δὲν ἀπέδωκεν εἰς αὐτὸ τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀποδίδω εἰς αὐτό. Τοῦτο προκύπτει ἐκ τοῦ λόγου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλά, ὡς πρὸ ὀλίγου εἶπον, κύριοι Βουλευταί, τὸ αἴσθημά μου ἐκεῖνο καὶ ὁ φόβος μου, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εἶχεν ἀντιληφθῆ τελείως ὅλην τὴν ἔκτασιν καὶ σημασίαν τῶν γεγονότων, ἐπιστοποιήθη ἐκ τῶν ὑστέρων. Διότι ἔκτοτε ἀλλεπάλληλοι καὶ διάφοροι εἰδήσεις, προερχόμεναι ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, καὶ δὴ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῆς δούλης Ἑλλάδος, ἀναγγέλλουσιν ὅτι ὅλως διάφορον σημασίαν εἶχον τὰ γεγονότα, τὰ τελευταίως συμβάντα ἐν Σκοπείοις. Τὸ γεγονός, Κύριοι, τῆς εἰσβολῆς εἴτε ὀλίγων εἴτε πολλῶν Σέρβων ἐν τῇ Μητροπόλει τῶν Σκοπείων δὲν εἶχε τὴν σημασίαν, ἣν θὰ εἶχε γεγονὸς μεμονωμένον, γεγονὸς ὀφειλόμενον εἰς τὴν τύχην ἢ τὴν ἔξαψιν τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ Σερβικοῦ. Ἀλλά, κατ’ ἐμέ, ἔχει ἐνδοτέραν καὶ εὐρυτέραν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀναζητήσωμεν ἐν τῇ ἀλληλουχίᾳ τῶν γεγονότων, ἅτινα πρό τινος ἐξελίσσονται ἐν τῇ δούλῃ Ἑλλάδι, καὶ τὰ ὁποῖα ὡς θλιβερὰ ἀπήχησις μεταδίδονται καὶ εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα. Διότι τί μαρτυροῦσι τὰ ἐν Σκοπείοις συμβάντα, συνδυαζόμενα πρὸς ἄλλα συναφῆ περιστατικά; Ὅτι σχέδιον, μακρᾷ χειρὶ, ὡς λέγεται, προετοιμασθὲν, ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν καὶ ἐκτελεῖται ἀπό τινος χρόνου. Μετὰ τὸ γεγονὸς τὸ ἐν Σκοπείοις, ἀνηγγέλθη ἡμῖν, ὅτι οἱ Σέρβοι ἐπιμένουσιν εἰς τὴν ἀξίωσιν, ὅπως μὴ ἐγκαταστῇ ἐν τῇ Μητροπόλει Σκοπείων ὁ νεωστὶ ψήφῳ κανονικῇ ἐκλεγεὶς Μητροπολίτης Ἀμβρόσιος, ἐπιμένουσιν ὅπως ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ τοῦ Ἀμβροσίου καὶ ἐκλεχθῇ ἀντ’ αὐτοῦ ἄλλος, Σέρβος τὴν ἐθνικότητα, ἐπιμένουσιν, ὅπως ἡ Μητρόπολις τῶν Σκοπείων θεωρηθῇ ὡς κτῆμα Σερβικόν, ὡς κτῆμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Ὀρθοδοξία οὐδὲν ἔχει δικαίωμα, ἀλλ’ ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ἐκλέξῃ Σέρβον Μητροπολίτην. Δὲν εἶναι ἀκόμη πολλαὶ ἡμέραι, ἀφ’ ἧς ἀνηγγέλθη ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, ὅτι ἡ Πύλη, ἐνδίδουσα εἰς τὰς ἐνεργείας τοῦ Σέρβου πρέσβεως, ἴσως δὲ καὶ εἰς τὰς συστάσεις τοῦ Ρώσσου πρέσβεως, ἠρνήθη νὰ ἐκδώσῃ τὸ ἀπαιτούμενον φιρμάνιον πρὸς κύρωσιν τῆς ἐκλογῆς τοῦ Μητροπολίτου Σκοπείων. Ἂς συνδυάσωμεν, κύριοι Βουλευταί, ὅλα τὰ γεγονόνα, τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τῆς φύσεώς των συμπίπτουσι καὶ σχετίζονται πρὸς τὰς ἀθεμιτουργίας, τὰς τελευταῖον λαβούσας χώραν ἐν Σκοπείοις, καὶ θέλομεν ἐννοήσει, ὅτι σχέδιον ἀπὸ μακροῦ χρόνου, ὡς σᾶς ἔλεγον, παρεσκευασμένον, ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν, καὶ ἐπιδιώκεται πάσῃ δυνάμει καὶ πάσῃ θυσίᾳ ἡ ἐκτέλεσις αὐτοῦ. Ἐνθυμηθῆτε ὅτι πρὸ ὀλίγου χρόνου ὁ Βασιλεὺς τῆς Σερβίας Ἀλέξανδρος ἐπεσκέφθη τὸν Πατριάρχην ἐν Κωνσταντινουπόλει, καὶ διὰ μακρῶν συνωμίλησε μετ’ αὐτοῦ. Ἐλέχθη τότε, ὅτι σκοπὸς τῆς ἐπισκέψεως τοῦ Βασιλέως Ἀλεξάνδρου ἦτο, ὅπως ἀποσπάσῃ ἀπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε κενωθῆ ἕδρα τις Μητροπολιτικὴ ἢ Ἐπισκοπικὴ ἐν τῇ βορείῳ Μακεδονίᾳ, ἤθελεν ἐνεργήσει παρὰ τῇ Συνόδῳ, ὅπως ἐκλεχθῇ Σέρβος τὴν ἐθνικότητα Μητροπολίτης ἢ Ἐπίσκοπος. Λέγεται δὲ περὶ τοῦ νῦν καθημένου ἐπὶ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου Κωνσταντινουπόλεως, ὅτι, ἀσθενὴς ὢν τὸν χαρακτῆρα, ἐνέδωκέ πως εἰς τὴν πρόσκλησιν ἐκείνην τοῦ Βασιλέως Ἀλεξάνδρου, καὶ ταῦτα δὲν εἶναι πάντῃ ἀπίθανα, ἀφοῦ πρὸ ὀλίγου ἀκόμη χρόνου οἱ Σέρβοι διὰ τοιούτων ἐνεργειῶν κατέκτησαν τὴν Ἐπισκοπὴν τῆς Ρακοπρεσρένης, ἐκλεγέντος Σέρβου Ἐπισκόπου. Ἐνθυμεῖσθε ἐπίσης, ὅτι ἐπὶ τῷ αὐτῷ σκοπῷ ὁ Βασιλεὺς Ἀλέξανδρος ἦλθεν εἰς συνεννόησιν καὶ μετὰ τῆς Πύλης, καὶ τὸν Σουλτάνον αὐτὸν ἐπεσκέφθη, καὶ παρ’ αὐτοῦ προσωπικῶς ἀπέσπασε, καθὰ ἐγένετο γνωστόν, τὴν ὑπόσχεσιν τῆς κυρώσεως ἐνδεχομένης τοιαύτης ἐκλογῆς Σέρβου Μητροπολίτου ἐν Μακεδονίᾳ. Ἄλλο τελευταῖον γεγονός, Κύριοι, ἡ ἐπάνοδος τοῦ Βασιλέως Ἀλεξάνδρου ἐκ Ρώμης εἰς Βελιγράδιον ἅμα τῇ ἀναγγελίᾳ τῶν συμβάντων ἐν Σκοπείοις, καὶ αὐτὸ μαρτυρεῖ ἀκόμη, ὅτι πανθ’ ὅσα γίνονται ἐν Μακεδονίᾳ εἰσὶν ἀπόῤῥοια προμελέτης καὶ ἐφαρμογὴ σχεδίου ἀπὸ χρόνου μακροῦ καταστρωθέντος καὶ ἐκτελουμένου. Ἐν τῇ ἐκτελέσει δὲ τοῦ σχεδίου τούτου οἱ ἐχθροὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ δὲν ἀρκοῦνται μόνον εἰς τὰς ἐνεργείας ταύτας, ἀλλὰ καὶ παντοῖα ἄλλα μέσα μηχανῶνται καὶ μετέρχονται, καὶ ἐναντίον τῶν ὑπαγορεύσεων τῆς στοιχειωδεστέρας ἠθικῆς καὶ εὐσυνειδησίας, χάριν τῶν σκοπῶν αὐτῶν. Διότι καὶ μέχρι τῆς καταπτύστου συκοφαντίας προέβησαν, ἀποδώσαντες τὸν θάνατον τοῦ πρώην Μητροπολίτου Σκοπείων εἰς δηλητηρίασιν, ἵνα κηλιδώσωσι καὶ ῥυπάνωσι τὴν ὑπόληψιν τοῦ νέου Μητροπολίτου. Ἀλλὰ δὲν περιορίζονται, Κύριοι, ἕως ἐδῶ οἱ ἐχθροὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Οἱ ἐχθροὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ—καὶ θὰ εἴδατε τὴν εἴδησιν σήμερον εἰς τὰς ἐφημερίδας—δὲν ἀρκοῦνται εἰς τὴν ἐγκαθίδρυσιν Σέρβου Μητροπολίτου ἐν Σκοπείοις, ἀπαιτοῦσι καὶ τὴν ἵδρυσιν σχολείων ἐν Μακεδονίᾳ, καὶ δὴ προβαίνουσι καὶ πέραν τῶν Σκοπείων ἀκόμη, τὰ ὁποῖα ὁπωσδήποτε γειτονεύουσι πρὸς τὴν Σερβίαν καὶ φθάνουσι μέχρι Βιτωλίων. Καὶ ἐκεῖ ἀκόμη, ὡς εἴδετε σήμερον ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ἐζήτησαν παρὰ τοῦ Διοικητοῦ, ὅπως χορηγηθῇ αὐτοῖς ἡ ἄδεια τῆς ἱδρύσεως Σερβικῶν σχολείων. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἔλεγον ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, περιορίζων τὴν ἔννοιαν τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα τελευταῖον ἔλαβον χώραν ἐν Σκοπείοις, παρέστησεν αὐτὰ ὡς μὴ ἔχοντα σπουδαίαν τινὰ σημασίαν, ἀλλ’ ὡς γεγονότα τυχαῖα, λυπηρὰ μὲν ὁπωσδήποτε, ἀλλὰ μὴ δυνάμενα καὶ μὴ ὀφείλοντα νὰ ἐξεγείρωσι τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν συνείδησιν καὶ νὰ προκαλέσωσι τὴν σύντονον μέριμναν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Σήμερον δὲ ἀκόμη, προκαλούμενος παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βόλου συναδέλφου, ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδεμίαν ἔχει νεωτέραν εἴδησιν ἐκ Σκοπείων, δυνάμεθα δὲ συνεπῶς νὰ εἰκάσωμεν, ὅτι ἡ ἐκκλησία Σκοπείων, ἡ Μητρόπολις ἐξακολουθεῖ εἰσέτι νὰ ἦναι κεκλεισμένη, πρὸς ζημίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ. Κύριοι, πανταχόθεν ὁ ἐν τῇ δουλείᾳ εὑρισκόμενος Ἑλληνισμὸς ὑπὸ παντοίων περιστοιχίζεται κινδύνων. Ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου ποίους κινδύνους ὑπέδειξεν ὑμῖν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου συνάδελφος. Ἐπίκειται τὸ σχίσμα τῆς Ρωμουνικῆς Ἐκκλησίας, ἐπίκειται τὸ σχίσμα τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ ἵδρυσις αὐτοκεφάλου Σερβικῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο θὰ ἦτο ἀκόμη προτιμότερον ἀπὸ τῆς καταστάσεως ἐκείνης τῆς οὐδετέρας, εἰς ἣν θὰ περιέλθωμεν, ὅτε πλέον ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης, φρονῶν ὅτι ἀσκεῖ ἐξουσίαν τινὰ, θέλει μένει μόνον μὲ τὴν ἰδέαν ταύτην, ἐστερημένος πάσης ἐξουσίας καὶ πάσης δυνάμεως, ἐπὶ ἀνυπολογίστῳ ζημίᾳ τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀλλὰ πολλῷ νοημονέστεροι ἡμῶν ἐν τούτῳ καὶ οἱ Σέρβοι καὶ οἱ Βούλγαροι καὶ οἱ Ρωμοῦνοι, ἐννοοῦντες ὅτι ἡ ἀνακήρυξις ἀληθοῦς σχίσματος καὶ ἡ πραγματοποίησις τοιούτου δὲν εἶναι δυνατὴ δι’ ἠθικοὺς λόγους, ἢ τοὐλάχιστον δὲν εἶναι εὔκολος, προβαίνουσιν εἰς ἀπειλὰς, εἰς ῥαδιουργίας, εἰς μηχανοῤῥαφίας, ἵνα ἐκβιάσωσι τὴν Ὀρθοδοξίαν καὶ ἐγκαταστήσῃ Σέρβους, Βουλγάρους καὶ Ρωμούνους Ἐπισκόπους καὶ Μητροπολίτας ἐκεῖ, ὅπου ἐπιδιώκουσιν ἰδιοτελεῖς πολιτικοὺς σκοποὺς, καὶ χάριν αὐτῶν τῶν ἰδιοτελῶν σκοπῶν. Ἀληθῶς λοιπὸν παντοῖοι καὶ σοβαροὶ κίνδυνοι περιστοιχίζουσι τὸν Ἑλληνισμὸν, καὶ ἀπειλοῦσι τὴν μόνην ἀρχὴν, τὴν ἐκπροσωποῦσαν τὸν Ἑλληνισμὸν ἐν τῇ Ἑλλάδι τῇ εὑρισκομένῃ ἀκόμη ὑπὸ τὸν ζυγόν. Λαοὶ χθὲς ἔτι βάρβαροι, τοὺς ὁποίους φιλοξένως ὑπεδέχθη ἡ χώρα ἡμῶν ἐν τοῖς κόλποις αὑτῆς καὶ ἐξέθρεψεν ἐν τῷ χριστιανισμῷ καὶ ἐν τῷ ἑλληνικῷ πολιτισμῷ, κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀποδίδουσιν αὐτῇ τὰ τροφεῖα, διεκδικοῦντες καὶ αὐτὴν τὴν χώραν τὴν φιλοξενήσασαν αὐτοὺς, ὡς ἰδίαν ἑαυτῶν. Ἀπέναντι τῶν κινδύνων τούτων ἐτάχθησαν δύο δυνάμεις, προστάτιδες τοῦ παραβιαζομένου δικαίου τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῶν συμφερόντων τῆς ὀρθοδοξίας. Ἡ μία εἶναι τὸ ἐν Κωνσταντινουπόλει Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, τὸ ἐκπροσωποῦν τὴν Ὀρθοδοξίαν, ἡ ἑτέρα εἶναι ἡ ἐπίσημος Ἑλλὰς, ἀντιπροσωπευομένη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τὸ μὲν Πατριαρχεῖον, ὡς βλέπομεν, πράττει πᾶν τὸ ἐφ’ ἑαυτῷ, ὅπως ἀμυνθῇ κατὰ τῶν κινδύνων, οἵτινες περιεστοιχίζουσιν αὐτὸ, καὶ μετέρχεται πᾶν μέσον, ὅπως ἀποσοβήσῃ τοὺς κινδύνους τοὺς ἀπειλοῦντας τὸν Ἑλληνισμὸν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, τί πράττει ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς, ἡ ἐπίσημος Ἑλλὰς; τί ἔπραξε μέχρι τοῦδε καὶ τί ὑπόσχεται ἡμῖν νὰ πράξῃ ἐν τῷ μέλλοντι; Τὸ ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἢ τοὐλάχιστον δύνασθε νὰ τὸ εἰκάσητε ἐκ τῶν λόγων αὐτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι σπουδαῖα τὰ γεγονότα τὰ λαβόντα χώραν ἐσχάτως ἐν Σκοπείοις, ὅτι ἔχουσι περιωρισμένην ἔννοιαν, ὅτι ὀφείλονται εἰς τὴν τύχην καὶ εἰς σύμπτωσιν, ὅτι Σέρβοι περὶ τοὺς 60 ἐκ τῶν πέριξ χωρίων εἰσῆλθον εἰς Σκόπεια, ἵνα ἀποβάλωσιν ἐκεῖθεν τὸν Μητροπολίτην. Κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἕως ἐδῶ σταματῶσι τὰ γεγονότα, πέραν δὲ καὶ ἐκτὸς τῆς σφαίρας τῶν ὑλικῶν τούτων γεγονότων οὐδεμία ἄλλη σπουδαιοτέρα ἔννοια ἐγκρύπτεται εἰς τὰ πράγματα. Ἴσως δὲ καὶ ἡ Κυβέρνησις ὅλη, τοιαύτην ἀποδίδουσα σημασίαν εἰς τὰ γεγονότα ταῦτα, ὡς εἰκός, οὐδὲν θὰ πράξῃ, θὰ περιορισθῇ δὲ μόνον, ὅπως ζητήσῃ διὰ τῶν ἀντιπροσώπων της πληροφορίας περὶ τῶν ἐκεῖ διατρεχόντων, καὶ θὰ περιμένῃ ἐν μακαρίᾳ ἀπαθείᾳ, ὅπως ἀναγγελθῶσι τετελεσμένα γεγονότα, ὅπως ἐπέλθῃ ἐπίσημος ἀνακήρυξις τοῦ σχίσματος ἐν Ρωμουνίᾳ ἢ ἐν Σερβίᾳ, ἵνα ἀναγγείλῃ ἡμῖν τὸ γεγονός. Ἀλλὰ τότε θὰ ἦναι ἀργὰ, τότε οὐδὲν θὰ δυνάμεθα οὔτε ἡμεῖς οὔτε τὸ Πατριαρχεῖον νὰ πράξῃ, ὅπως ἀπομακρύνῃ τὸν κίνδυνον τοῦτον. Τί δὲ ὀφείλει ἡ Ἑλλὰς νὰ πράξῃ, νομίζω ὅτι πᾶς Ἕλλην, ἔχων συναίσθησιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸν αὐτὴ ἡ ἐλευθερία τῆς γωνίας ταύτης, ἥτις καλεῖται Ἑλλάς, εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ καὶ νὰ ἐκτελῇ. Τί πράττει ὅμως ἡ ἐπίσημος Ἑλλάς, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει ἡ ἡγεσία τοῦ Ἑλληνισμοῦ; — ἡγεσία, τὴν ὁποίαν ἐὰν ἀμφισβητήσῃ τις, θὰ αἰσθανθῇ ἐφ’ ἑαυτὸν βαρεῖαν τὴν κατάραν σύμπαντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ. — Ἡ ἐπίσημος Ἑλλὰς περὶ ἄλλα τυρβάζει, καὶ κατατρίβει καὶ τὰς ὑλικὰς καὶ τὰς ἠθικὰς δυνάμεις της εἰς ἔργα οὐ μόνον μὴ ἐξυπηρετοῦντα τὸν προορισμὸν αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ παρακωλύοντα καὶ ζημιοῦντα τὴν ἐκπλήρωσιν αὐτοῦ. Ἀσχολεῖται εἰς χορηγίαν δωρεῶν πρὸς τοὺς Βασιλόπαιδας, καὶ νομίζει ὅτι τοῦτο ἔχει τὸ καθῆκον, νὰ περιποιῆται τὸ Στέμμα καὶ τοὺς περὶ τὸ Στέμμα, χορηγοῦσα δωρεὰς χάριν προικίσεως εἰς τὴν κόρην τῆς Ἑλλάδος, ὡς ἔλεγε πρό τινων ἡμερῶν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐὰν, κύριε Πρωθυπουργέ, ἡ βασιλόπαις Μαρία ἦτο κόρη τῆς Ἑλλάδος, πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους ὤφειλεν ἡ Α. Μεγαλειότης, νὰ ἀναγγείλῃ τὴν τέλεσιν τῶν ἀῤῥαβώνων αὐτῆς. Ἡ ἀντιπροσωπεία εἰς οὐδὲν ἐλογίσθη παρὰ τῆς Α. Μεγαλειότητος...
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ ἀναμιγνύητε τὸν Βασιλέα εἰς τὰς συζητήσεις, καὶ νὰ μὴ ἐπικρίνητε τὴν διαγωγὴν τοῦ Βασιλέως, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀνεύθυνος, καὶ ἔχει ὑπευθύνους τοὺς Ὑπουργοὺς διὰ πᾶσαν αὐτοῦ πρᾶξιν.
§33ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος μοὶ ἐνθυμίζει τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχω. Ἐγὼ ἀπευθύνομαι πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ παρ’ αὐτῶν ζητῶ λόγον. Ὅτι δὲ τηρῶ τὴν ὑποχρέωσίν μου ταύτην, νομίζω ὅτι μαρτυρεῖ αὐτὴ ἡ Βουλή, ἀκροωμένη τῶν λόγων μου, καὶ ὅτι θὰ μὲ δικαιώσῃ, διότι οὔτε παράπονον ἐξήνεγκον, οὔτε ὑπηνίχθην πρᾶξίν τινα τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ἵνα ζητήσω εὐθύνην παρ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ παρὰ τῶν ὑπευθύνων συμβούλων αὐτοῦ, διότι πᾶσα πρᾶξις τοῦ Βασιλέως εἶναι πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ταύτην βαρύνει. Ἐγὼ, λέγων ὅτι παρέλιπεν ὁ Βασιλεὺς ν’ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους τὴν τέλεσιν τῶν ἀῤῥαβώνων τῆς κόρης αὐτοῦ μετὰ τοῦ Μεγάλου Δουκὸς Γεωργίου, δὲν ψέγω τὸν ἄνακτα ἡμῶν, ἀλλὰ ψέγω τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις παρέλειψε νὰ τῷ ὑποδείξῃ τὸ καθῆκον τοῦτο, καὶ πρὸς ταύτην ἀπευθύνομαι. Ἡ ἐλευθέρα Ἑλλάς, ἡ ἐπίσημος Ἑλλάς, ἀντὶ νὰ ἀσχολῆται καὶ νὰ μεριμνᾷ πῶς νὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἀρχὴν τὴν ἐκπροσωποῦσαν ἐν τῷ ἔξω Ἑλληνισμῷ τὸν ἐθνισμὸν ἡμῶν, καὶ ἠθικῶς καὶ διὰ θυσίας ὑλικῆς ἐν ἀνάγκῃ, λιχνίζει εἰς τοὺς ἀνέμους καὶ σπαταλᾷ 400 χιλιάδας δραχμῶν· καὶ τοῦτο, οὐχὶ ὅπως ὑψωθῇ εἰς τὴν ἀνήκουσαν περιωπὴν τὸ γόητρον τοῦ Στέμματος, ἀλλ’ ὅπως καταβιβασθῇ καὶ ταπεινωθῇ, διότι ὄντως καταβιβάζεται καὶ ταπεινοῦται, ὅταν ἐν τῇ ἐθνικῇ συνειδήσει ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ὑπεισέρχηται ἡ ὑπόνοια καὶ ἑδραιοῦται ἡ γνώμη, ὅτι δὲν ἀπουσιάζει ἡ φιλοκέρδεια καὶ ὁ ἔρως πρὸς τὸ χρῆμα ἀπὸ τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν. Ταῦτα λέγων, Κύριοι, δὲν ἐννοῶ νὰ συζητήσω ἀπόφασιν ληφθεῖσαν ἤδη παρὰ τῆς Βουλῆς,—διότι ἤδη εὑρισκόμεθα ἀπέναντι γεγονότος τετελεσμένου,—ἀλλὰ νὰ ὑποδείξω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὁποῖον ἔχει καθῆκον πρὸς τὸν Ἑλληνισμόν. Τὰ δίκαια καὶ τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα ἀνέκαθεν, ἀπὸ αἰώνων καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ κατακτητοῦ Μωάμεθ τοῦ Βʹ, ἀνεγνωρίσθησαν εἰς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως, παραβιάζονται κατὰ τρόπον ἀσύστολον, καταπατοῦνται καὶ ὑπεξαιροῦνται παρὰ λαῶν χθὲς ἔτι βαρβάρων, ἡ δὲ ἐλευθέρα Ἑλλάς, ἡ ἐπίσημος Ἑλλάς, ἐφησυχάζει καὶ ἀφίνει παραβιαζόμενα τὰ προνόμια τοῦ Ἑλληνισμοῦ, διὰ τῶν ὁποίων περιεβλήθη ἀπὸ αἰώνων τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καὶ τὰ ὁποῖα οἱ ἑκάστοτε Σουλτάνοι ἐκύρωσαν. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι αὐτὴ ἡ Σερβία, ἡ σήμερον μηχανωμένη τὰ πάντα, ἵνα ἐπιτύχῃ τοὺς σκοποὺς αὐτῆς ἐν Μακεδονίᾳ, κατὰ τὸ ἔτος 1368 ὑπέβαλεν ἑαυτὴν διὰ τοῦ πνευματικοῦ αὐτῆς ἀρχηγοῦ ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τοῦ ὀρθοδόξου Πατριάρχου τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Διότι ὑπῆρξεν ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἐν Σερβίᾳ ὑφίστατο Πατριαρχεῖον αὐτοκέφαλον, ἀλλὰ ταχέως ὁ Σερβικὸς λαὸς ἀνεγνώρισε τὴν πλάνην αὐτοῦ, καὶ οἴκοθεν ὑπεβλήθη ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, μὲ ὅσα συμβαίνουσιν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καὶ κυβερνώμενοι ὅπως κυβερνώμεθα, φοβούμεθα μὴ ἐξυπνήσωμεν μίαν ἡμέραν καὶ εὑρεθῶμεν ἀπογεγυμνωμένοι παντὸς προνομίου καὶ παντὸς δικαιώματος. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἐτῶν ἄλλη ἀπόπειρα ἐγένετο, ὅπως παραβιασθῶσι τὰ προνόμια τοῦ Πατριαρχείου, ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἐπὶ Διονυσίου τοῦ Εʹ πάταγος μέγας ἠγέρθη καὶ ἀγὼν κρατερὸς συνήφθη μεταξὺ τοῦ Πατριαρχείου καὶ τῆς Πύλης, προκειμένου περὶ τῆς πνευματικῆς ἐξουσίας τοῦ Πατριαρχείου ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῶν διαζυγίων, τῆς διατροφῆς, τῶν γάμων, τῆς δικαιοδοσίας ἐπὶ τῶν ἱερέων, τοῦ σχήματος τῶν κληρικῶν τῶν ἀποστάντων Βουλγάρων, καὶ ὅτι μετ’ ἀγῶνας καὶ μετὰ κόπους καὶ μετὰ παραιτήσεις ἐπανειλημμένας τοῦ Πατριάρχου ἐκείνου, τοῦ ὄντος ἀνδρικοῦ χαρακτῆρος, μετὰ τὸ κλείσιμον τῶν ναῶν καὶ τὴν κήρυξιν τοῦ διωγμοῦ τῆς Ἐκκλησίας, κατωρθώθη νὰ μείνωσιν ἀκέραια τοὐλάχιστον τινὰ ἐκ τῶν προνομίων. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι καθημερινῶς τὸ Πατριαρχεῖον περιπλέκεται εἰς τοιούτους ἀγῶνας, καὶ ἔχει ἀνάγκην τοῦ σθένους καὶ τῆς ὑποστηρίξεως τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ὅπως ἀντίσχῃ καὶ ἀγάγῃ αὐτοὺς εἰς αἴσιον πέρας. Ἀλλὰ μήπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, μὴ ὑποστηρίζων τὸ Πατριαρχεῖον, ὑποστηρίζει τοὐλάχιστον τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἐν τῇ δούλῃ Ἑλλάδι; Ἀπὸ πόσων μηνῶν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἔχουσι διορισθῆ πρόξενοι τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐν Γρεβενοῖς καὶ ἐν Ἐλασσῶνι καὶ ἐν Βεῤῥοίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἐξεδόθησαν ἐκτελεστήρια ἀκόμη; καὶ πῶς ἐμεριμνήσατε, τίνα μέτρα ἐλάβετε, ὅπως μὴ μείνῃ ἀναντιπροσώπευτος ὁ Ἑλληνισμὸς ἐν τοῖς μέρεσιν ἐκείνοις; Καὶ ἐνῷ οὐδὲν πράττετε, ὅπως ἀντιπροσωπευθῇ ὁ Ἑλληνισμὸς ὡς πρέπει, ἀνέχεσθε ἐν Ἀθήναις διαμένοντα ἀκόμη, καὶ πράττοντα ὅσα ὁ λαὸς φρονεῖ ὅτι πράττει καὶ ὁ τύπος καταγγέλλει, ἕνα ὑπάλληλον τῆς Τουρκικῆς Πρεσβείας, ὅστις, καὶ εἰς τὴν δημοσιότητα κατελθὼν, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ὑπάρχει κατάσκοπος ἐν τῇ Τουρκικῇ Πρεσβείᾳ, παρακολουθῶν καὶ κατασκοπεύων τὰς ἐνεργείας ἡμῶν, δηλῶν δὲ μόνον, ὅτι τοιοῦτος δὲν εἶναι αὐτός! Οὕτω λοιπὸν ἐννοεῖτε νὰ ὑποστηρίξητε τὸ ζήτημα τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ νὰ παρασκευάσητε ἐν τῷ μέλλοντι τὴν ἐθνικὴν ἑνότητα! οὕτως ἐννοεῖτε νὰ ἐκπληρώσητε τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἐπιβάλλει ὑμῖν ἡ φωνὴ τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως, ἥτις ἀπαιτεῖ παρ’ ὑμῶν, ὅπως νυχθημερὸν σκέπτησθε καὶ ἐπὶ πάσῃ θυσίᾳ χορηγῆτε τὴν συνδρομὴν ὑμῶν, τὴν ἠθικὴν καὶ τὴν ὑλικὴν, ἐκεῖ, ὅπου ἁρμόζει! Θὰ μὲ συγχωρήσῃ, ἐλπίζω, ἡ Βουλὴ, ὅτι ἐμπνεόμενος ὑπὸ τῆς ἰδέας ὅτι ἔστω καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον ἐξυπηρετῶ τὴν πραγμάτωσιν τῆς ἐθνικῆς ἰδέας, ὡμίλησα οὕτως ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ἐλάλησα μετὰ πικρίας καὶ ἐνέτεινα τὴν φωνὴν, ἐν τῇ πεποιθήσει καὶ μὲ τὸν πόθον, ὅπως ἡ φωνή μου συντελέσῃ, ἔστω καὶ ἐπὶ μικρὸν, εἰς τὴν ἀφύπνισιν τῶν τεταγμένων φρουρῶν ἐν ἡμέραις κινδύνων. Σκοπὸς κύριος τοῦ λόγου μου εἶναι, ὅπως προκαλέσω τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, ἀλλὰ πρωτίστως τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας ἡμῶν, ἵνα μεριμνήσῃ δραστηρίως, διότι οἱ κίνδυνοι, ὡς ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου Βουλευτὴς, δὲν εἶναι τυχαῖοι, διότι ἀπειλεῖται ἡ ὕπαρξις αὐτοῦ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὅστις Ἑλληνισμὸς δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ἐφ’ ὅσον καθημερινῶς παραβιάζονται τὰ δίκαια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ οὕτως ἀναιροῦνται οἱ ὅροι τῆς προόδου αὐτοῦ καὶ αἱ συνθῆκαι τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως αὐτοῦ καὶ τῆς ἑνώσεως ἁπάσης τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Ἐὰν ἔλαβον τὸν λόγον, ἔλαβον αὐτὸν, ἵνα προκαλέσω ὑμᾶς καὶ προτρέψω τὴν Κυβέρνησιν εἰς πᾶσαν ἐνέργειαν καὶ θυσίαν, προκειμένου περὶ προστασίας τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ἐν τῇ δούλῃ Ἑλλάδι. Ἐνισχύσατε τοὺς ἀντιπροσώπους ἡμῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἀφοῦ ἐκλέξητε πρῶτον ἀντιπροσώπους καταλλήλους καὶ οὐχὶ τοιούτους, οἷος λέγεται ὅτι εἶναι ὁ ἐν Σκοπείοις, τὸν ὁποῖον ἐγὼ μὲν προσωπικῶς δὲν γνωρίζω, ἀλλὰ περὶ τοῦ ὁποίου πολλὰ ἤκουσα καὶ περὶ τοῦ ὁποίου λέγονται καί τινα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λεχθῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Μεριμνήσατε ὅπως ἀξιοπρεπῶς καὶ δι’ ἀνδρικῶν χαρακτήρων παρίσταται ἡ Ἑλλὰς ἐκεῖ, ὅπου ὕψιστα συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ κινδυνεύουσιν. Ἐνισχύσατε τοὺς ἀντιπροσώπους ἡμῶν, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἐνισχύσατε τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως· διότι αὐτὸ ἐνισχύοντες ἐνισχύετε τὴν Ὀρθοδοξίαν, ἐνισχύετε τὴν Ἐκκλησίαν, ἥτις ὑπῆρξεν ἡ ἱερὰ κιβωτὸς, ἡ περισώσασα καὶ διατηρήσασα ἀκμαῖον τὸ αἴσθημα τοῦ ἐθνισμοῦ ἡμῶν κατὰ τοὺς μακροὺς καὶ θλιβεροὺς χρόνους τῆς δουλείας. Ἐνισχύσατε τὴν Ὀρθοδοξίαν ἐν τῷ δεινῷ ἀγῶνι, τὸν ὁποῖον συνεχῶς διεξάγει κατὰ τῶν παντοίων ἐχθρῶν αὐτῆς· διότι τοῦτο πράττοντες ἐνισχύετε τὴν ἐλπίδα τῆς ταχίστης ἀποκαταστάσεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὴν ἐλπίδα ταύτην, ἥτις εἶναι ὅρος ὑπάρξεως καὶ διὰ τὴν δούλην, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα.
§34ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, πάντοτε, ὁσάκις Βουλευτὴς ἔρχεται κομίζων εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίαν τινὰ, πρέπει νὰ προσπαθῇ νὰ ᾖναι ὅσον οἷόν τε ἀκριβὴς, καὶ ἰδίως, μοὶ φαίνεται, ὅταν ἔρχηται κομίζων πληροφορίας ἢ καὶ κρίσεις περὶ τῶν ἐξωτερικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἐπιβάλλεται αὐτῷ νὰ ᾖναι ἔτι μᾶλλον βέβαιος, ὥστε νὰ μὴ λέγῃ ἐντεῦθεν γεγονότα ἢ καὶ κρίσεις, αἵτινες δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐπήρειαν ἐπὶ τῆς κρίσεως, τὴν ὁποίαν θὰ φέρωσιν οὐ μόνον οἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ ἀκούοντες, ἀλλὰ καὶ οἱ ἔξω. Δύο ἢ τρία γεγονότα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἤκουσα ἀναφερόμενα ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων κυρίων, οἵτινες ἠγόρευσαν, μὲ ἀναγκάζουσι νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν αὐτῶν, καὶ νὰ τοῖς παραστήσω, ὅτι ἐν ἀνακριβείᾳ εἰσίν. Ἤρξατο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου Βουλευτὴς θέλων ν’ ἀποδώσῃ, ὡς ἐκ τῆς συμπτώσεως καὶ τῶν ἡμερομηνιῶν αὐτῶν τῶν συμβάντων ἐν Σκοπείοις καὶ ἀλλαχοῦ, ὅτι τοῦτο προῆλθεν ὡς ἐκ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ξένον ἀδελφὸν ὀρθόδοξον Κράτος, καὶ σᾶς ἀνέφερεν ὅτι τὴν 19 Νοεμβρίου συνέβη τοῦτο ἐν Σκοπείοις, καὶ θεωρεῖ αὐτὸ ὡς συνέπειαν τῶν μετὰ τὴν ἀναχώρησιν Ἡγεμόνος τιμήσαντος τὴν Ἑλλάδα δι’ ἐπισκέψεώς του. Ἀλλὰ ἔχεται τοῦτο ὑποστάσεως; Ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν Βόλου, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ πιστεύηται ὅτι μελετᾷ τὰ συμβαίνοντα, ἐπερίμενον περισσοτέραν ἀκρίβειαν, περισσοτέραν γνῶσιν τῶν πραγμάτων. Λησμονεῖ ὅτι, ὅτε ὁ Βασιλεὺς τῆς Σερβίας ἦλθεν ἐδῶ, ἦτο ἡ δευτέρα ἡμέρα, νομίζω, τοῦ Πάσχα, ἢ ἡ τρίτη, τὰ δὲ ἐν Σκοπείοις εἶχον ἀρχίσει ἀπὸ τὴν Μεγάλην Ἑβδομάδα, πρὸ τοῦ Πάσχα· διότι τὸ συμβὰν νῦν ἐν Σκοπείοις δὲν εἶναι ἢ συνέχεια, ἤ, οὕτως εἰπεῖν, δευτέρα πρᾶξις. Ἀπὸ τοῦ Πάσχα, καὶ πρὸ τοῦ Πάσχα, ἤρχισεν ἡ διαφωνία αὕτη ἐν Σκοπείοις. Ἑπομένως εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ παριστᾷ τις ταῦτα ὡς συνέπειαν τῶν ἐντυπώσεων, τὰς ὁποίας ὁ Ἡγεμὼν ἀπεκόμισεν ἐκ τῆς ἐνταῦθα ἐπισκέψεώς του, ὅταν αὐτὰ συνέβησαν ὁλοκλήρους ἡμέρας πρὶν ἔλθῃ ἐνταῦθα; Ὁ δὲ ἕτερος Βουλευτὴς, ὁ ἐκ Μεσσήνης, δὲν ἠρκέσθη νὰ εἴπῃ ἡμῖν, συσχετίζων καὶ ἐπικροτῶν εἰς τὰς σκέψεις καὶ τὰ πορίσματα τῶν εἰδήσεων τοῦ ἑτέρου συναδέλφου βεβαίως: «δὲν μετέβη ὁ Βασιλεὺς τῆς Σερβίας πρὸ ὀλίγων μηνῶν καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Πατριάρχην τὴν παραχώρησιν προνομίων κτλ.;» Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ἔχῃ εἰδήσεις περὶ μεταβάσεως ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ τοῦ Βασιλέως τῆς Σερβίας, διότι ὅλοι ἡμεῖς γνωρίζομεν, ὅτι τὸ γεγονὸς, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνεφέρετο ὡς συμβὰν πρὸ μηνῶν, δηλαδὴ συσχετίζων μὲ τὰς κρίσεις τοῦ ἑτέρου ἐκ Βόλου συναδέλφου, συνέβη πρὸ δύο ὅλων ἐτῶν. Βεβαίως ἡ ἐπίσκεψις τοῦ Βασιλέως τῆς Σερβίας δὲν ἔγεινε πρὸ δύο μηνῶν, καὶ δὲν ἐζήτησεν οὗτος ἀπὸ τὸν νῦν Πατριάρχην, ἀλλ’ ἀπὸ τὸν προκάτοχον αὐτοῦ, συστήσας αὐτῷ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ αἰτήσεις Σερβικῶν πληθυσμῶν καὶ νὰ δοθῇ καὶ εἰς αὐτοὺς Ἐπίσκοπος Σέρβος. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἐσφαλμένως, ἐπὶ ἐσφαλμένων βάσεων στηριχθέντες, συνάγουσι συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται παρὰ νὰ ἦναι ἐξ ὁλοκλήρου ἀβάσιμα. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐκ Μεσσήνης Βουλευτὴς, προκειμένου καὶ περὶ γεγονότων, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἡμερῶν ἔλαβον χώραν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, πῶς παρέστησεν ὅσα εἶπον ἐγὼ εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. ἐκ Βόλου Βουλευτοῦ; Ὅτι χιλιάδες Σέρβων εἰσῆλθον εἰς τὴν ἐν Σκοπείοις Ἑλληνικὴν ἐκκλησίαν καὶ ἐβεβήλωσαν αὐτὴν, καὶ ὅτι ἐπαναπαυόμεθα, ὡς ἂν μὴ τίποτε συνέβη, καὶ ἄλλα παρόμοια. Ἐγὼ δὲν εἶπον αὐτά. Σᾶς ὑπενθυμίζω ὅ,τι εἶπον. Εὐτυχῶς εἶναι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά. Εἶπον ὅτι ὑπερβολικῶς παρεστάθησαν τὰ πράγματα — διότι τὴν ἡμέραν ἐκείνην παρεστάθη, ὅτι χιλιάδες Σέρβων εἰσῆλθον εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἐβεβήλωσαν αὐτὴν, ἔκαυσαν ἱερὰ βιβλία, ὅτι ἀπέκλεισαν τὸν Μητροπολίτην, καὶ διαφόρους ἄλλας βιαιοπραγίας ἐξετέλεσαν, ἐνῷ ἐγὼ, ἐπὶ τῇ βάσει πληροφοριῶν ἐπισήμων, εἶπον, ὅτι 60 ἢ 70 ἐκ τῶν πέριξ χωρίων, εἰσελθόντες εἰς τὴν πόλιν, ὅπου διέμειναν 4 ἢ 5 ἡμέρας, διεμαρτύροντο ὅτι δὲν θέλουσι ν’ ἀναγνωρίσωσι τὸν Μητροπολίτην, ὅτι τὴν 21 τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου εἰσῆλθον πρὸ τῆς ὥρας, κρύφᾳ, εἰς τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἐτέλεσαν τὴν λειτουργίαν Σλαυιστὶ, ὅτι ἡ ἀστυνομία δὲν ἐξεδίωξεν αὐτοὺς τοῦ ναοῦ, ἀλλὰ περιωρίσθη μόνον εἰς νουθεσίας, καὶ ὅτι ἡ ἐκεῖ Ἑλληνικὴ κοινότης δὲν ἠθέλησε νὰ μεταχειρισθῇ βίαν, διὰ νὰ μὴ ἔλθωσιν εἰς ῥῆξιν, ὅτι τὴν 23 ἐτέλεσεν ἡ ἐν κατοχῇ διατελοῦσα τῆς ἐκκλησίας κοινότης τὸν ἑσπερινὸν, καὶ ὅταν μετέβησάν τινες ἐξ αὐτῶν τῶν 60 ἢ 70, εἶδον ὅτι ἡ κοινότης εἶναι πολυαριθμοτέρα, καὶ δὲν ἐτόλμησαν νὰ μεταχειρισθῶσιν οὔτε βίαν, οὔτε τι ἕτερον, ὁ δὲ Μητροπολίτης ὁ ἴδιος, ὁ νεοεκλεγεὶς, θέλων νὰ προλάβῃ πιθανὰς ῥήξεις ἢ δυσάρεστα γεγονότα, ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Διοικητὴν νὰ κλείσῃ προσωρινῶς τὴν ἐκκλησίαν. Ἀλλὰ καὶ εἰς ἕτερον, νομίζω, περιέπεσε σφάλμα ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσήνης, καὶ σφάλμα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα, νομίζω, δύνανται νὰ ἔχωσι μεγαλειτέρας συνεπείας. Εἶπεν ὅτι οἱ Σέρβοι ἐζήτησαν νὰ καταλάβωσι τὴν ἐκκλησίαν, ὥστε ἡ Ὀρθοδοξία ν’ ἀποκλεισθῇ ἀπὸ τῆς ἐκκλησίας Σκοπείων. Καὶ μήπως τὰ λοιπὰ ἔθνη τὰ ἐν τῇ Ἀνατολῇ δὲν εἶναι ὀρθόδοξα, ὡς καὶ ἡμεῖς; Καὶ νομίζετε ὅτι τοιοῦτος χωρισμὸς συντείνει εἰς τὴν κραταίωσιν, συντείνει εἰς τὴν ἀδελφικὴν σύμπνοιαν, διὰ τῆς ὁποίας δύνανται νὰ ἐπιτευχθῶσι τὰ παρ’ ἑκάστου ἡμῶν ἐπιζητούμενα; Ἡμεῖς ἔχομεν πρὸς τοὺς λοιποὺς ἐν τῇ Ἀνατολῇ ὀρθοδόξους λαοὺς τὸ αἴσθημα τῆς ἀγάπης. Ἐὰν ἕκαστος ἐξ αὐτῶν ζητῇ νὰ ἐπιδιώξῃ τὰ δίκαια, τὰ ὁποῖα νομίζει ὅτι ἱστορικοὶ λόγοι, ἢ φυλετικοὶ, ἢ ἐθνολογικοί, ἢ ἄλλοι, τῷ δίδουσι, τοῦτο εἶναι φυσικὸν δι’ ἕκαστον. Καὶ ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ κατισχύσωσι τὰ ἱστορικὰ, τὰ ἐθνολογικὰ, γεωγραφικὰ καὶ λοιπὰ δικαιώματα ἡμῶν. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ χαρακτηρίζωμεν ὡς μὴ ὀρθοδόξους τοὺς ἐπίσης χριστιανούς; Νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ χαρακτηρίζωμεν καὶ πάντοτε νὰ λέγωμεν ἐχθροὺς τοῦ Ἑλληνισμοῦ τοὺς λοιποὺς ὀρθοδόξους λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς; Φυσικὴ εἶναι ἡ ἅμιλλα, φυσικὸν εἶναι τὸ νὰ ζητῇ πᾶς τις νὰ ἐνασκήσῃ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα νομίζει ὅτι ἔχει. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ὅλοι οἱ Ἀνατολικοὶ λαοὶ εἴμεθα ἀδελφοί. Ζητοῦμεν, ἐν τῷ σεβασμῷ τῶν δικαιωμάτων ἑνὸς ἑκάστου βεβαίως, νὰ δύναται νὰ ἐπιδιώξῃ ὅσα νομίζει ὅτι ἔχει δικαιώματα ἕκαστος, ἀλλὰ μὴ μετερχόμεθα τοιαύτην γλῶσσαν, μὴ προκαλοῦμεν χωρισμοὺς καὶ σχίσματα, χωρίζοντες τοὺς ὀρθοδόξους, τοὺς μὲν ἀπὸ τοὺς δέ. Αὐτή, νομίζω, Κύριοι, εἶναι πολὺ καλλιτέρα πολιτικὴ ἢ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν μετέρχονταί τινες τῶν κυρίων Βουλευτῶν.
§35Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Συμφωνῶ ὅτι τὸ ζήτημα, ὅσον ὀρθὴ καὶ ἂν ἦναι ἡ ἔποψις, δὲν ἔπρεπε νὰ παρασταθῇ ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν. Πολιτικὴν ἔποψιν ἐννοῶ τὴν Ἑλληνικὴν, τὴν ἐθνικήν. Ὅσον εὔλογοι καὶ ἂν ἦναι οἱ φόβοι περὶ τῶν πολιτικῶν σκοπῶν, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκουσιν αἱ ἐνέργειαι τῶν Ρωμούνων καὶ τῶν Σέρβων, νομίζω ὅτι ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν δὲν δυνάμεθα νὰ καλέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνεργήσῃ, οὐδὲ νὰ ἐλέγξωμεν αὐτὴν, ἂν δὲν ἐπέτυχεν ὅσα θέλομεν. Πρέπει τὸ ζήτημα νὰ περιορίσωμεν ἐντὸς τοῦ ἀληθοῦς κύκλου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου μόνον εἶναι ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως δυνατὴ καὶ ἡ ἐπιτυχία βεβαία. Ἡ μόνη ἀληθὴς ἔποψις εἶναι ἡ τῶν προνομίων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἡ ἐκκλησιαστική. Σήμερον δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν, τί πολιτικὸν συμφέρον ἐπιδιώκουσιν οἱ μὲν ἢ οἱ δὲ ἐν τῇ Βαλκανικῇ χερσονήσῳ. Ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν μόνον, τί θέλουσιν οἱ Σέρβοι καὶ οἱ Ρωμοῦνοι καὶ τί πράττομεν ἡμεῖς. Ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν προδήλως ἔχει τὸ δικαίωμα, καὶ λόγῳ τῶν ἑκατομμυρίων ὁμοδόξων καὶ ὁμοφύλων Ἑλλήνων, τοὺς ὁποίους ἔχομεν ἐν Τουρκίᾳ, καὶ λόγῳ τῶν συνθηκῶν, καὶ λόγῳ τῆς εὐρωπαϊκῆς ἀλληλεγγύης, νὰ μετέλθῃ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ πολιτείαν δίδουσαν αὐτῇ τὸ δικαίωμα καὶ τὰ μέσα, ὅπως ἐπιτυχῶς προστατεύσῃ τὰ δίκαια τοῦ Πατριαρχείου. Διότι περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Πατριαρχείου κυρίως πρόκειται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὡμίλησε πρὸ ὀλίγου μετὰ πνεύματος συμβιβαστικοῦ καὶ περὶ τοῦ καθήκοντος φιλίας καὶ ἀγάπης ἀπέναντι τῶν διαφόρων φυλῶν, τῶν κατοικουσῶν τὴν χερσόνησον τοῦ Αἵμου. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Πρόκειται περὶ τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὰ κείμενα, τὰ κείμενα οὐχὶ μόνον τῇ θελήσει τοῦ Σουλτάνου, ἀλλὰ καὶ τῇ θελήσει τῆς Εὐρώπης, καὶ τὰ ὁποῖα ζητοῦσι σήμερον νὰ παραβιάσωσιν αἱ ἐνέργειαι αἱ Ρωμουνικαὶ καὶ αἱ Σερβικαί. Τί ζητεῖται σήμερον παρὰ τοῦ Πατριαρχείου; Ὑπὸ μὲν τῶν Ρωμούνων, ὅπως ἀναγνωρισθῇ ὑπὸ τοῦ Πατριάρχου οὐδὲν ἄλλο ἢ Μητροπολίτης καὶ ἔξαρχος Ρωμοῦνος ἐντὸς τῆς δικαιοδοσίας του, ὑπὸ δὲ τῶν Σέρβων, ὅπως μεταβάλῃ τ’ ἀποφασισθέντα παρ’ αὐτοῦ καὶ τῆς Συνόδου διὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Μητροπολίτου Σκοπείων καὶ διορίσῃ Μητροπολίτην Σέρβον. Ἐπειδὴ δ’ ἐπ’ αὐτοῦ δὲν δύνανται ν’ ἀσκήσωσιν ὅσην ζητοῦσι πίεσιν, προσφεύγουσιν, εἴτε ἀπ’ εὐθείας εἴτε δι’ ἄλλων, πρὸς τὸν Σουλτάνον, καὶ ζητοῦσι δι’ αὐτοῦ ν’ ἀναγκάσωσι τὸν Πατριάρχην πρὸς ἀνάκλησιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνόδου. Κατὰ τοιαύτης ἐνεργείας τί ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν νὰ πράξῃ; Δύναται ἐκ τῶν ἰσχυόντων ἐν Τουρκίᾳ, δυνάμει ἀρχαίων φιρμανίων, καὶ ἐκ τῶν συνθηκῶν νὰ ἀντλήσῃ ἀναμφισβήτητα δικαιώματα, καὶ ἐπικαλεσθῇ αὐτὰ ἐν Τουρκίᾳ καὶ ἐν Εὐρώπῃ, καὶ ματαιώσῃ τὰς παραλόγους ἐκείνας ἐνεργείας. Τὸ δικαίωμα τοῦτο βεβαίως ἔχει. Αὐτὸ ζητοῦμεν καὶ αὐτὸ ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ, καὶ αὐτὸ ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ βεβαιώσῃ ὅτι ἔχει, καὶ ὅτι μετὰ πεποιθήσεως ἐπιτυχίας θὰ ἐνασκήσῃ. Εὐκαιρίας τυχὼν, ἔπρεπε νὰ δηλώσῃ, ὅτι οὐδένα κίνδυνον διατρέχουσι τὰ προνόμια τῆς Ἐκκλησίας ἐν τοῖς δύο αὐτοῖς ζητήμασι, διότι τὰ προνόμια στηρίζονται ἐπὶ πανισχύρων καὶ ἀναμφισβητήτων τίτλων· οὕτω θὰ καθησύχαζε καὶ θὰ ἐνίσχυε πάντας ἐντὸς καὶ ἐκτὸς, ὅτι οὐδὲν πρέπει νὰ φοβώμεθα ἐξ αὐτῶν, τὰ ὁποῖα καταγγέλλονται. Ὅτι οὐδεμίαν ἐξουσίαν ἔχει τις ἐν Τουρκίᾳ, ἵνα ἐκβιάσῃ τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην νὰ ἀναγνωρίσῃ ἄλλον Μητροπολίτην, παρὰ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον αὐτὸς καὶ ἡ Σύνοδος ἐξέλεξαν ὡς Μητροπολίτην Σκοπείων· ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἐκβιάσῃ αὐτὸν νὰ διορίσῃ Μητροπολίτην τῶν Βλαχοῤῥουμάνων, τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐξ αὐτῶν τῶν φιρμανίων, ὑποστηρίζεται ὑπ’ αὐτῆς τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου. Διὰ νὰ μὴ ἀνατρέχω δ’ εἰς μεμακρυσμένους χρόνους, θέλω ἐπικαλεσθῆ ἓν τῶν τελευταίων φιρμανίων, τὸ τοῦ 1884, τὸ ὁποῖον, ὡς γνωρίζετε, οὐδὲν ἄλλο κατὰ τοῦτο εἶναι ἢ ἐπανάληψις τῶν ἀπὸ τῆς κατακτήσεως φιρμανίων, τὰ ὁποῖα ἐκδίδουσιν οἱ Σουλτάνοι ἐπὶ τῇ ἐκλογῇ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Τί λοιπὸν λέγεται ἐν τῷ φιρμανίῳ τῆς 23 Ὀκτωβρίου τοῦ 1884; Πρῶτον ὁρίζεται ποία ἡ περιφέρεια τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, καὶ ῥητῶς, ὅτι ἐν τῇ δικαιοδοσίᾳ αὐτοῦ περιλαμβάνονται καὶ ὅλοι οἱ τόποι, οἵτινες ἄλλοτε εὑρίσκοντο ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πατριαρχείου τοῦ Ἰπὲκ, καὶ δὴ τὰ μέρη, τὰ ὁποῖα σήμερον ζητοῦσι νὰ σφετερισθῶσιν οἱ Σέρβοι, ἤτοι ἡ Μητρόπολις Σκοπείων, ὡς καὶ πάντα τὰ μέρη, εἴτε ἐν Μακεδονίᾳ, εἴτε ἐν Ἠπείρῳ, ὅπου εἰσὶ διεσπαρμένοι οἱ Κουτσόβλαχοι, ὧν ὁ ἀριθμὸς δὲν ὑπερβαίνει τὰς 100 ἕως 110 χιλιάδας, ἐξ ὧν ὅμως οἱ πλεῖστοι ἀναγνωρίζουσι τὸν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως ὡς πνευματικὸν αὐτῶν ἀρχηγόν. Ἰδοὺ τί διατάσσει τὸ φιρμάνιον τοῦ 1884, ὅπερ εἶναι ὁ θεμελιώδης κῶδιξ τῶν διπλωμάτων αὐτοῦ (ἀναγινώσκει): «Μηδενὶ χορηγείσθω Μητρόπολις, Ἀρχιεπισκοπὴ καὶ Ἐπισκοπὴ ἄνευ ἐνσφραγίστου αἰτήσεως τοῦ Πατριάρχου καὶ τῆς Συνόδου τῶν Μητροπολιτῶν, μήτε ἐκ τῶν ξένων τις ἀντιποιείσθω ταύτης δι’ οἱουδήποτε τρόπου.» Τί δικαίωμα καθαρώτερον τούτου ἐν τῷ φιρμανίῳ τῷ Σουλτανικῷ, ὅπερ εἶναι τὸ ἀνέκαθεν συνομολογηθὲν μεταξὺ Σουλτάνου καὶ τοῦ Γένους Σύνταγμα περὶ τῆς ἐξουσίας τοῦ Πατριάρχου καὶ τῶν σχέσεων μεταξὺ Πατριαρχείου καὶ τῶν Ὀρθοδόξων τῶν κατοικούντων τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος καὶ τοῦ Σουλτάνου καὶ τῆς Τουρκικῆς ἐξουσίας; Ῥητῶς λέγεται, ὅτι οὐδεμία Μητρόπολις, ἢ Ἀρχιεπισκοπὴ ἢ Ἐπισκοπὴ ἄνευ αἰτήσεως ἐνσφραγίστου τοῦ Πατριάρχου καὶ τῶν λοιπῶν Μητροπολιτῶν δύναται νὰ δοθῇ ἐντὸς τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Πῶς εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ ἐκβιασθῇ ὁ Πατριάρχης παρ’ οἱουδήποτε, ὅπως ἀναγνωρίσῃ εἰς Ῥωμούνους ἢ ἄλλους τὸ δικαίωμα νὰ ἔχωσιν ἴδιον Μητροπολίτην ἐν Κωνσταντινουπόλει ἢ ἀλλαχοῦ τῆς δικαιοδοσίας του; Πῶς δύναται ὁ Σουλτάνος νὰ ἀνεχθῇ τοῦτο, παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ Πατριάρχου; Ἀφ’ ἑτέρου εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐν Σκοπείοις Μητροπολίτης ἄλλος, παρὰ ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἐλευθέρως ὥρισεν ὁ Πατριάρχης καὶ ἡ Σύνοδος τῶν Μητροπολιτῶν; Εἶναι δυνατὸν ὁ Σουλτάνος νὰ ἐπιτρέψῃ τοιαύτην ἐξουσίαν εἰς ἄλλον ἢ τὸν ἐκλεκτὸν τοῦ Πατριαρχείου; Λοιπὸν εἶναι ἀδύνατον, ἐναντίον τοιούτων θεσμῶν, τοὺς ὁποίους εἰς ἑαυτὸν ἐπέβαλεν ἀπ’ ἀρχῆς ὁ Σουλτάνος, νὰ θελήσῃ σήμερον νὰ πράξῃ ἄλλως. Ἀλλ’ ἐπικαλοῦνται πολλοὶ τὰ γενόμενα ἐκ τοῦ Βουλγαρικοῦ σχίσματος, καὶ λέγουσιν ὅτι, ὅπως τότε, καίτοι ὑπαρχόντων φιρμανίων, τὰ ὁποῖα περιεῖχον τὰς αὐτὰς διατάξεις, παρεβιάσθησαν καὶ ἀνεγνωρίσθησαν, εἰ καὶ οὐχὶ ὑπὸ ἔποψιν θρησκευτικὴν,—διότι ἡ Σύνοδος ἡ Ῥωσσικὴ δὲν ἀνεγνώρισεν ἀκόμη τὸ σχίσμα—τὸ αὐτὸ δύναται νὰ γείνῃ καὶ σήμερον. Τὸ κατ’ ἐμὲ, φρονῶ ὅτι τὸ αὐτὸ δὲν δύναται νὰ ἐπαναληφθῇ σήμερον. Δύναται νὰ γείνῃ νέον σχίσμα, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ Ἐξαρχία. Πολλοὶ ἀγνοοῦσιν, ὅτι μετὰ τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαναληφθῶσιν ἀπαραλλάκτως ὅσα ἐν Τουρκίᾳ ἐγένοντο πρὸ τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου, ἐπὶ τοῦ Βουλγαρικοῦ σχίσματος. Ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου, ἀκριβῶς ἔχουσα ὑπ’ ὄψει τὰ γενόμενα τῇ προστασίᾳ τῆς Ῥωσσίας ὑπὸ τῶν Βουλγάρων, καὶ ὅτι τὸ σχίσμα ἐκεῖνο ἦτο ἡ πρόφασις πολιτικῆς ἐνεργείας, ἥτις ἀπέληξεν εἰς πολιτικοὺς σκοποὺς, εἰς πολιτικὸν σχέδιον κατὰ τῆς Τουρκίας, ἠθέλησεν ἐν τῷ μέλλοντι νὰ θέσῃ φραγμὸν, ὅπως μηδὲν πλέον δύνηται νὰ πραχθῇ παραπλήσιον. Ἡ διάταξις, ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν εἰς τὸ 63 ἄρθρον τῆς συνθήκης ἀνέγραψε τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου, κατέστησεν ἀδύνατον, τῇ προτάσει τοῦ μαρκησίου Σαλισβουρὺ, τοῦ ἁρμοδιωτέρου παντὸς ἄλλου νὰ γνωρίζῃ τὰς Βουλγαρικὰς ἐνεργείας, διότι διέμεινεν ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὡς μέλος τῆς Συνδιασκέψεως, κατέστησε, λέγω, ἀδύνατον τὴν ἐπανάληψιν ὁμοίων ἀποπειρῶν. Δι’ αὐτοῦ κατέστη ἀδύνατος ἡ ἀφαίρεσις τῆς πατριαρχικῆς ἐξουσίας καὶ ἀνίδρυσις ἄλλης ὑπὲρ ἄλλης ἐθνικότητος ἐν Τουρκίᾳ. Ὅμοια ἐν τῷ μέλλοντι ζητήματα ἀδύνατον νὰ γεννηθῶσι καὶ ν’ ἀπολήξουν εἰς πολιτικὰ ἀποτελέσματα, εἰς οἷα ἀπέληξε τὸ Βουλγαρικόν. Ἀληθῶς ἐν τῷ ἄρθρῳ 62 καθιερώθη μεταξὺ ἄλλων καὶ ἡ ἑξῆς διάταξις (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ ἐξωτερικὴ λατρεία ὅλων τῶν θρησκευμάτων ἀσφαλίζεται εἰς πάντας, καὶ οὐδὲν δύναται νὰ παρεμβληθῇ κώλυμα εἴτε εἰς τὸν ἱεραρχικὸν ὀργανισμὸν τῶν διαφόρων ἐκκλησιῶν, εἴτε εἰς τὰς σχέσεις αὐτῶν μετὰ τῶν πνευματικῶν ἀρχηγῶν.» Καθαρῶς ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου ἀνέγραψεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ παρεμβληθῇ κώλυμα εἰς τὸν ὀργανισμὸν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ εἰς τὰς σχέσεις τῶν ὀπαδῶν τῶν ἀνηκόντων εἰς τὰ διάφορα θρησκεύματα (communions) πρὸς τοὺς πνευματικοὺς αὐτῶν ἀρχηγούς. Σήμερον ἐν Τουρκίᾳ δὲν ὑπάρχει πνευματικὸς ἀρχηγὸς ἄλλος τῶν ὀρθοδόξων ἢ ὁ Πατριάρχης. Τὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν ὀρθοδόξων καὶ τοῦ Πατριάρχου, ὡς καὶ τὸν ἱεραρχικὸν ὀργανισμὸν αὐτῶν, ἠσφάλισαν τὰ φιρμάνια. Καὶ ἔρχεται ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου καὶ διατάσσει αὐτά. Δὲν ἀναγράφονται ταῦτα, ὅπως ἁπλῶς ἄλλοτε ὑπὸ τῶν Σουλτάνων εἰς τὰ διάφορα Χάττ’ Χουμαγιοὺν καὶ Χάττ’ Σερίφ, ἀλλ’ ἔρχεται καὶ ἐπιτάσσει τῇ Τουρκίᾳ, διὰ τῆς συγκαταθέσεως τῆς ὁποίας παρανόμως ἄλλοτε ἐγένετο μεταβολὴ εἰς τὸ καθεστὼς τὸ θρησκευτικὸν, καὶ ἐπιτάσσει, λέγω, αὐτὴ ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου. Ἐπ’ αὐτῆς ὀφείλομεν καὶ δικαιούμεθα νὰ στηριζώμεθα, συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῶν προνομίων τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Δὲν ὑπάρχει ταύτης στερεωτέρα βάσις. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Εὐρώπη νὰ ἀρνηθῇ τὴν ὑποστήριξιν αὐτῆς; Βεβαίως νέον σχίσμα δύναται νὰ γείνῃ, ἀλλὰ θὰ γείνῃ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀναγνωρίσεως ἐξάρχου. Τοῦτο ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου ἀπαγορεύει. Οἱ Βούλγαροι, ὄχι μόνον ἀπεσχίσθησαν ἐκκλησιαστικῶς, ἀλλὰ καὶ ἀνεγνωρίσθησαν εἰς Ἐξαρχίαν πρὸ τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου, καὶ ἡ Ἐξαρχία εἶναι ἐγκατεστημένη ἐν Κωνσταντινουπόλει, παρὰ τὴν θέλησιν καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Πατριαρχείου, καὶ ἐνεργεῖ ὡς ἀνεξάρτητος ἐκκλησιαστικὴ ἀρχή. Τοιοῦτόν τι δὲν δύναται νὰ ἐπαναληφθῇ ἐν τῷ μέλλοντι, καὶ οὔτε ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις, οὔτε αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ δώσωσι πᾶσαν ὑποστήριξιν εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ματαιωθῇ πᾶσα τοιαύτη ἀπόπειρα, ἥτις ὄχι μόνον ἀντίκειται εἰς τὰς παραδόσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ἀντίκειται καὶ εἰς τὰ καθιερωμένα διὰ φιρμανίων καὶ διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου. Ἀπέναντι τοιαύτης ἀκόμη ἐνεργείας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἔπρεπε νὰ δειχθῇ τόσον ἤπιος καὶ ὑποστηρίξῃ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ταράξωμεν τὴν ἁρμονίαν καὶ ἀγάπην, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχωμεν οἱ λαοὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν χερσόνησον τοῦ Αἵμου. Περὶ τούτου δὲν πρόκειται. Μήπως ὁ Πατριάρχης ὑπὸ ἔποψιν ἐκκλησιαστικὴν δὲν ἐργάζεται ἀνεξαρτήτως τῶν φυλῶν, ἐξ ὧν ἀποτελεῖται τὸ ὀρθόδοξον πλήρωμα ἐν Τουρκίᾳ; Ἤδη δὲν ἐξετάζομεν τὰ πολιτικὰ συμφέροντα. Ἂν διαβλέπωμεν πολιτικοὺς σκοποὺς εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν Σέρβων καὶ Ῥωμούνων, δυνάμεθα ν’ ἀποκρούσωμεν ἄλλως αὐτοὺς, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ διὰ παντὸς ἄλλου τρόπου, οὐδέποτε ὅμως διὰ καταπολεμήσεως τῶν προνομίων, πρέπει νὰ ἐπιδιώκωσιν αὐτούς. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δύναται νὰ μετέλθῃ οἱανδήποτε πολιτικὴν, ὅπως συσφίγξῃ φιλικωτέρας σχέσεις μετὰ τῶν ἄλλων λαῶν, τῶν κατοικούντων τὸν Αἷμον, οὐδέποτε ὅμως πρέπει νὰ πράξῃ τοῦτο ἐπὶ θυσίᾳ τῶν προνομίων, τὰ ὁποῖα ἀπὸ ἀρχαιοτάτων χρόνων ἔχει τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως ἀπέναντι τῶν ἐνεργειῶν αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι βεβαίως δὲν ἐσταμάτησαν, ἀλλ’ ἐξακολουθοῦν καὶ θὰ ἐξακολουθήσωσι μετὰ πλείονος θερμότητος καὶ δραστηριότητος, ἐπιδιώξῃ διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις διαθέτει, τὴν διατήρησιν ἀθίκτων καὶ ἀκεραίων τῶν προνομίων καὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Πρὸς τοῦτο ἔχει ἰσχυρότατους καὶ ἀναμφισβητήτους λόγους, ἡ δὲ ἐπιτυχία τοιαύτης πολιτικῆς εἶναι βεβαία. Αὐτή εἶναι ἡ καταλληλοτέρα πολιτικὴ, ἣν δύναμαι νὰ συστήσω.
§36ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁμιλήσας πρὸ ὀλίγου, ἐδίδαξεν ἡμᾶς, ὅτι, προκειμένου περὶ τῶν λεγομένων ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν πρέπει εἰς τὸ μέλλον νὰ ἐμπιστευώμεθα οὐδὲ αὐτὸ τὸ ἡμιεπίσημον ὄργανον τὸ δημοσιογραφικὸν, τὸ ἑρμηνεῦον τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῷ ὁποίῳ ἑκάστοτε καταχωρίζονται αἱ γνῶμαι τῶν Ὑπουργῶν, αἱ πρὸς τὴν Βουλὴν ἀνακοινούμεναι ἢ τῶν Βουλευτῶν τῶν φίλα φρονούντων τῇ Κυβερνήσει. Ἐγὼ, μνησθεὶς τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατά τινα προηγηθεῖσαν συνεδρίασιν, ἀνέτρεξα εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ καὶ εἰς τὴν «Πρωΐαν», ἥτις ἐξ αὐτῶν παραλαβοῦσα ἐδημοσίευσε τὴν ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. ἐκ Βόλου συναδέλφου. Ἐν τῇ ἀπαντήσει δὲ ταύτῃ πάνυ διαφόρως ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, προκειμένου περὶ τῶν γεγονότων τῶν Σκοπείων, πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ὡμίλησε σήμερον. Σήμερον εἶπεν ἡμῖν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ στάσεως καὶ εἰσβολῆς εἰς τὸν ναὸν χιλιάδων λαοῦ· δὲν ἐνόει δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς, λέγων ὅτι χιλιάδες Σέρβων, διεκδικούντων τὴν Μητρόπολιν καὶ δικαιώματα ἐπὶ τοῦ θρόνου τῆς Μητροπόλεως τῶν Σκοπείων, εἰσῆλθον βιαίως εἰς τὴν ἐκκλησίαν, καὶ ἀπεδίωξαν ἐκεῖθεν τὸν Μητροπολίτην, καὶ κατεκράτησαν τὸν ναόν, δὲν ἐνόει ὅτι ταῦτα λέγων ἀνεγνώριζεν οὐχὶ τὸ καθεστὼς τὸ ἀνεγνωρισμένον καὶ κρατοῦν ἐν τῇ ὀρθοδόξῳ Ἀνατολῇ καὶ διέπον τὰς σχέσεις τῆς Πολιτείας πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, ἀλλὰ δόγμα εἰς ἄκρον ἄστοχον καὶ τὰ μέγιστα ἐπικίνδυνον, καθ’ ὃ ἐθνογραφικῶς πρέπει νὰ λύωνται τὰ ζητήματα ταῦτα· καὶ διὰ τοῦτο ἔλεγεν, ὅτι ἐθνογραφικῶς δύνανται νὰ ἔχωσιν ὑπεροχὴν οἱ Σέρβοι ἐν Σκοπείοις, καὶ ἕνεκα ταύτης δικαίως ἠδύναντο ἀπό τινος ἀπόψεως νὰ διεκδικήσωσι δικαιώματα ἐπὶ τῆς Ἐπισκοπικῆς ἕδρας τῶν Σκοπείων.
§37ΑΛ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶπον τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὁ Βουλευτὴς Βόλου ἐπηρώτησεν,—ἔφερε μάλιστα, νομίζω, καὶ τὸ κείμενον ἐφημερίδος δημοσιευούσης τηλεγράφημα ἐκ Βιέννης, κατὰ τὸ ὁποῖον, ἔλεγεν ὁ ἐκ Βόλου συνάδελφος: «Ἰδοὺ χιλιάδες Σέρβων εἰσήλασαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν Σκοπείων, ἔκαυσαν βιβλία, ἐβεβήλωσαν κτλ. Τί δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ περὶ τούτου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν;» ... Αὐτὰ δὲν εἴπετε, κύριε Φιλάρετε;
§38Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μάλιστα.
§39ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Τότε εἰς ἀπάντησιν εἶπον: «Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι 60 ἢ 70 Σέρβοι κτλ.» Καὶ εἶπον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπανέλαβον πρὸ ὀλίγου.
§40ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῶν πρὸ ὀλίγου λεχθέντων παρ’ ὑμῶν.
§41ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἴσως δὲν ἀντελήφθητε καλῶς. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὅλα, ὅσα ἐδημοσιεύθησαν, καὶ ὅσα ἀνέφερεν ὁ ἐκ Βόλου κ. συνάδελφος, εἶναι, ἂν ὄχι ἀνακριβῆ, ἀλλὰ τόσον ὑπερβολικῶς παρεστάθησαν, ὥστε οὐδεμίαν ἔχουσιν ὑπόστασιν, διότι δὲν εἶπον οὔτε περὶ χιλιάδων, οὔτε παρόμοιόν τι, ἀλλὰ περὶ 60 ἢ 70 μόνον.
§42ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν ἐπανελάβετε τὰ αὐτὰ σήμερον.
§43ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐρωτήσατε. Ἐδῶ πολλοὶ τὰ ἤκουσαν.
§44ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, ἀμφιβάλλων ἂν ἤκουσα καλῶς τοὺς λόγους σας, ἠρώτησα καὶ ἄλλους, οἵτινες μὲ ἐβεβαίωσαν ὅτι εἴπετε «χιλιάδες». Δὲν ἐπιμένω περισσότερον, μετὰ τὴν δήλωσιν ὑμῶν, διότι ταῦτα ἔχουσι δημοσιευθῆ ἀκριβῶς εἰς τὴν ἀπάντησιν πρὸς τὸν ἐκ Βόλου κ. συνάδελφον. Ἀλλ’ ἐγὼ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν οὐδόλως παρεμόρφωσα τὰ παρ’ ὑμῶν λεχθέντα, διότι εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου τὰ δημοσιευθέντα ἐν τῇ «Πρωΐᾳ», ὡς λεχθέντα παρ’ ὑμῶν κατὰ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἐκ Βόλου κ. συναδέλφου. Ἐγὼ ἐμέμφθην τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἰδίως, ὅτι δὲν ἀντελήφθη ἁπάσης τῆς ἐννοίας καὶ ἐκτάσεως τῶν γεγονότων τούτων. Ἐγὼ ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι τὰ γεγονότα τῶν Σκοπείων δὲν ἔχουσι περιωρισμένην ἔννοιαν, ὅτι τὸ γενόμενον ἐκεῖ δὲν εἶναι μεμονωμένον γεγονὸς, συμβὰν ἕνεκα τοῦ ἐσχάτως γενομένου διορισμοῦ τοῦ Μητροπολίτου Ἀμβροσίου, ὅστις ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ἐξάψῃ τὸν ἐρεθισμὸν καὶ τὸν φανατισμὸν τῶν Σέρβων κατὰ τοῦ Μητροπολίτου τούτου. Ἐγὼ ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι τὸ γεγονὸς τῶν Σκοπείων εἶναι μόνον μία ἄκρα, ἓν τμῆμα τοῦ ὅλου σχεδίου, τοῦ παρεσκευασμένου παρὰ τῆς Σερβικῆς πολιτικῆς, ὅπως ὑφαρπασθῶσι τὰ δικαιώματα καὶ τὰ προνόμια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, καὶ διὰ τοῦτο ἔλεγον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἀντελήφθη ὁλοκλήρου τῆς σημασίας τοῦ γεγονότος τούτου. Διότι ὤφειλε νὰ ἐξηγήσῃ οὐ μόνον τὰ γενόμενα ἐν Σκοπείοις, ἀλλὰ καὶ τὰ κατόπιν λαβόντα χώραν, καὶ οὕτω θὰ ἔφθανεν ἀσφαλῶς εἰς τὸ πόρισμα, ὅτι πρόκειται περὶ ἐκτελέσεως εὐρέος σχεδίου, ἀπὸ καιροῦ καταστρωθέντος, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκτέλεσις ἐπὶ πάσῃ θυσίᾳ καὶ μετὰ πάσης δραστηριότητος ἐπιδιώκεται παρὰ τῆς Σερβικῆς Κυβερνήσεως. Ὄντως δὲ τί μᾶς ἀνήγγειλαν κατόπιν τὰ τηλεγραφήματα; Μᾶς ἀνήγγειλαν ὅτι ἡ Πύλη ἠρνήθη νὰ κυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Μητροπολίτου Ἀμβροσίου, ὅτι τοῦτο ἐθεωρήθη ὡς θρίαμβος τῆς Σερβικῆς πολιτικῆς, ὅτι ἐρεθισμὸς μέγας ἐπικρατεῖ ἐν Σερβίᾳ, ὅτι ἐν τῇ Σκουψίνᾳ ἐδηλώθη ὑπό τινος ἀντιπροσώπου καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θέλει ἐπιδιωχθῇ κατὰ πάντα τρόπον ἡ διεκδίκησις τῶν δικαιωμάτων τοῦ Σερβικοῦ λαοῦ. Πρὸς ὅλας δὲ ταύτας τὰς μηχανοῤῥαφίας καὶ ῥαδιουργίας, δι’ ὧν σκοπεῖται ἡ κατάλυσις τῆς ἐξουσίας τοῦ Πατριαρχείου, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐνόμιζεν ὅτι ἀρκοῦσαν ἀντίστασιν προέβαλλεν, ἂν προέβαλλε τὰ φιλικὰ αὑτοῦ αἰσθήματα πρὸς τὰ ἄλλα φῦλα, τὰ κατοικοῦντα ἐν τῇ Εὐρωπαϊκῇ Τουρκίᾳ καὶ μᾶς ἔλεγε πρὸ ὀλίγου, διδάσκων δόγματα κενὰ καὶ θεωρίας νέας, ὅτι ὀφείλομεν νὰ συμπεριφερώμεθα πρὸς πάσας τὰς φυλὰς, τὰς ἐν Τουρκίᾳ, φιλικῶς, ὅτι δὲν μᾶς χωρίζει τίποτε ἀπὸ τοὺς ἄλλους λαούς, ὅτι τὸ αὐτὸ ἐκκλησιαστικὸν καθεστὼς διέπει καὶ ἡμᾶς καὶ ἐκείνους, ὅτι οἱ ναοὶ οἱ χριστιανικοὶ δὲν ἀνήκουσιν εἰς τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν λαόν.
§45ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Αὐτὰ εἶπον ἐγώ!!
§46ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι πρὸ ὀλίγου τὰ εἴπετε, καὶ οὐδεὶς ἀλλοιώνει τοὺς λόγους σας.
§47ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἴπατέ μοι μίαν φορὰν διὰ πάντα, ὅτι δὲν ἀκροάζεσθε καλῶς τῶν λόγων μου, καὶ τότε θὰ ἤμεθα σύμφωνοι. Καὶ πρὸ ὀλίγου εἴπετε, ὅτι δὲν ἀντελήφθητε καλῶς, τί εἶπον.
§48ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι μαζῇ μὲ ἐμὲ δὲν ἐπλανήθη καὶ ἡ Βουλὴ, ἥτις ταῦτα ἤκουσεν.
§49ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἕκαστος λαὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ τὴν ἐξάσκησιν καὶ ἐπίτευξιν τῶν ἱστορικῶν ἢ ἐθνολογικῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα νομίζει ὅτι ἔχει, δὲν εἶναι ὅμως ἀνάγκη διὰ τοῦτο νὰ χωριζώμεθα οἱ ὀρθόδοξοι, τοὺς ὁποίους πρὸ ὀλίγου ἐχαρακτηρίσατε ὡς μὴ ὀρθοδόξους, δι’ ἀντιδιαστολῆς.
§50ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε.
§51ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἴπατε ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀφῃρέθη ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξίαν. Καὶ μήπως οἱ ἄλλοι λαοὶ, περὶ ὧν γίνεται σήμερον λόγος, δὲν εἶναι ὀρθόδοξοι; Τώρα, ἂν αἱ ἐθνότητες ζητοῦσι νὰ ἐπιτύχωσιν ἐκεῖνο, τὰ ὁποῖον νομίζουσιν ὅτι ἔχουσι δικαίωμα, αὐτὸ τὸ ἴδιον καὶ διὰ μείζονα λόγον ἐπιζητοῦμεν καὶ ἡμεῖς. Δὲν εἶπον ὅτι δὲν μᾶς χωρίζει τι· μᾶς χωρίζει τὸ ἐθνικὸν συμφέρον.
§52ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὅμως τοῦτο εἶπον, ὅτι ὁ λαὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν ἀναγνωρίζει τὸν παρὰ τῶν Ἱερῶν Συνόδων ψήφῳ κανονικῇ ἐκλεγέντα καὶ νόμιμον ἀντιπρόσωπον τῆς Ἐκκλησίας, ὁ λαὸς ἐκεῖνος εἶναι σχισματικὸς καὶ δὲν εἶναι ὀρθόδοξος, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὐδὲ αὐτὴ ἡ Μητρόπολις τῶν Σκοπείων ἀνήκει εἰς αὐτόν· ὑμεῖς δὲ τοὐναντίον φρονεῖτε, ὅτι πρὸς πάντας τοὺς λαοὺς, τοὺς κατοικοῦντας τὴν Εὐρωπαϊκὴν Τουρκίαν, καὶ πρὸς αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς καθ’ ἡμῶν ἐπιτιθεμένους, πρέπει νὰ φερώμεθα φιλίως καὶ νὰ μὴ παροξύνωμεν τὰ πάθη, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχωσι λαοὶ διεκδικοῦντες τὰ δικαιώματά των, πρέπει νὰ μείνωσιν ἐλεύθεροι νὰ ἐξασκήσωσι τὰ δικαιώματα αὐτῶν. Ἂν τὸ δόγμα τοῦτο τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἦτο ὀρθὸν, θὰ ἀπετέλει ἐπίσημον παραίτησιν τῶν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων ἡμῶν, ἐπίσημον παραίτησιν, ἥτις θὰ ἐγίνετο ἀφορμὴ, ὅπως ὄχι μόνον τὰ γεγονότα ταῦτα, τὰ ὁποῖα πρὸς ἕνα τείνουσι σκοπὸν, φθάσωσιν εἰς τὸν σκοπὸν αὐτὸν, ἀλλὰ καὶ ἄλλα μετ’ αὐτὰ παρόμοια παρασκευασθῶσι, πρὸς ζημίαν καὶ τοῦ ἐθνισμοῦ ἡμῶν καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας. Εἴχομεν πρό τινος καιροῦ τὴν παραίτησιν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δηλῶν ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἡγεμονίαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἤδη ἔχομεν καὶ δευτέραν παραίτησιν ἀπὸ τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Ἑλλὰς πρὸς τοὺς ὁμοφύλους αὐτῆς καὶ πρὸς τὸ Πατριαρχεῖον.
§53ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Σεῖς τὰ λέγετε αὐτὰ, καὶ ἐπιμένετε παριστῶντες ὅτι τὰ εἶπον ἐγώ. Σᾶς ἀφήνω ἐλεύθερον νὰ λέγητε, διότι δὲν ἔχω τὴν δύναμιν νὰ σᾶς πείσω νὰ μὴ μὲ παρεξηγῆτε. Ὥστε λέγετε ὅ,τι θέλετε.
§54ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς λόγους σας πάντες ἠκούσαμεν, λέγω δὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαία συνέπεια τῶν λόγων καὶ τῶν φρονημάτων σας. Εἴπατε ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὀξύνωμεν τὰ πάθη, καὶ πρέπει νὰ φερώμεθα φιλίως. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ φερώμεθα φιλίως πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καταπατοῦσι τὰ δικαιώματα ἡμῶν, οἵτινες παρεβίασαν τὰ δικαιώματα τῆς Ἐκκλησίας. Διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ Ἐκκλησία ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ὑπάρχει ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς Συντάγματος, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου κ. συνάδελφος, καὶ τὸ καθεστὼς τοῦτο, τὸ Σύνταγμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον διέπει τὰς σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὴν Πολιτείαν, παραβιάζεται, καὶ ἐφ’ ὅσον ἡμεῖς δεικνυόμεθα ἐνδοτικώτεροι εἰς τὰς ὑπερφιάλους καὶ παραβόλους ἀπαιτήσεις ξένων λαῶν, εὐλόγως δίδομεν εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα, ὅπως ἐπεκτείνωσι τὰς ἀξιώσεις αὐτῶν. Προχθὲς ἀκόμη ἀνέγνωσα εἴς τινα ἐφημερίδα, ὅτι ἡ Αὐτοῦ Παναγιότης ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ἐπιθυμεῖ, ὅπως ἐπέλθῃ συμβιβασμὸς μεταξὺ τοῦ Σερβικοῦ χριστιανικοῦ πληρώματος τῶν Σκοπείων καὶ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ὑπεδήλου δὲ τρόπον τινὰ λύσεως συμβιβαστικῆς, καὶ τρόπον τοιοῦτον, ὅστις ἐνέφαινεν ὑποχώρησιν τοῦ Πατριάρχου,—τὸ λέγω μετὰ θλίψεως—ὑποχώρησιν, τὴν ὁποίαν ἐνόμιζεν ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τῆς περιστάσεως. Ἐνόμιζεν ὁ Πατριάρχης, ὅτι, ἂν ἀντὶ τοῦ Ἀμβροσίου ἐξέλεγεν ἡ Σύνοδος Μητροπολίτην Σκοπείων κληρικόν τινα σπουδάσαντα ἐν Ρωσσίᾳ, σερβίζοντα, φίλον τῶν Σέρβων, ἠδύναντο νὰ μείνωσιν ἱκανοποιημένοι οἱ Σέρβοι, μετέθεσε δὲ τὸν Ἀμβρόσιον εἰς τὴν χηρεύουσαν ἐπισκοπὴν τῶν Γρεβαινῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ τοιαύτη λύσις ἀπεκρούσθη. Βλέπετε λοιπὸν, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι καθ’ ἡμέραν γίνονται θρασύτεροι οἱ ἐχθροὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλεγεν, ὅτι, ἐάν τινες λαοὶ ἔχωσι δικαιώματα ἐθνολογικὰ, δύνανται νὰ ἐπιδιώξωσι ταῦτα, χωρὶς αἱ σχέσεις, αἱ ὁποῖαι συνδέουσι τὰ διάφορα Κράτη, νὰ πάθωσιν ἐκ τούτου. Ἀλλ’ ἐὰν οὕτω, κύριε Ὑπουργὲ, ἀναγνωρίσωμεν ὅτι λύονται τὰ ζητήματα ταῦτα ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῶν ἐθνολογικῶν λόγων, καταστρέφομεν αὐτὸ τὸ Σύνταγμα τὸ Ἐκκλησιαστικὸν, αὐτὴν τὴν βάσιν τοῦ πολιτεύματος τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ. Διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ Ἐκκλησία ἐν τῇ Ἀνατολῇ ὡς εἶπον, ἡ Ἐκκλησία ὑπάρχει ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς Συντάγματος, ἐπὶ τῇ βάσει καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον ῥυθμίζει τὰς σχέσεις τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Τίς ἡ ἀνάγκη τότε νὰ ἐξετάσωμεν ποῖος εἶναι ὁ πληθυσμὸς τῶν Σέρβων ἐν Σκοπείοις ἢ τῶν Ρωμούνων ἀλλαχοῦ, ὅταν ὑπάρχῃ καθεστὼς ἐκκλησιαστικὸν, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ ἐκλεγόμενος Μητροπολίτης ἢ Ἐπίσκοπος πρέπει νὰ ἐγκριθῇ ὡς τοιοῦτος παρὰ τῆς Ὑψ. Πύλης, καὶ νὰ ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντά του ἐν τῇ ἕδρᾳ, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐξελέγη, προστατευούσης καὶ βοηθούσης τῆς κοσμικῆς ἀρχῆς; Διὰ τοῦτο ἔλεγον πρὸ ὀλίγου, Κύριοι, ὅτι ἀναγνωρίζοντες δίκαια ἐθνολογικὰ εἰς τοὺς λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς, προκειμένου Ἐκκλησιαστικοῦ ζητήματος, ποιούμεθα ἐπίσημον παραίτησιν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει καὶ αὐτὴ ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς καὶ τὸ Πατριαρχεῖον. Ἐγὼ, ὁμιλῶν πρὸ ὀλίγου, συνεδυάζον τὰ διάφορα γεγονότα, τὰ παρουσιασθέντα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ κατέληγον εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τυχαίου τινὸς καὶ μεμονωμένου γεγονότος, ἀλλὰ περὶ σχεδίου εὐρέος, τοῦ ὁποίου ἐπιδιώκεται ἡ πραγματοποίησις, καὶ ἐφίστων τὴν προσοχὴν καὶ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ζητημάτων ζωτικωτάτων διὰ τὸν Ἑλληνισμόν. Καὶ ἀληθῶς μὲν δὲν λαμβάνω ἰδιαιτέρας εἰδήσεις περὶ τῶν συμβαινόντων ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ὡς ἔλεγε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν,—ἐγὼ ἀρύομαι τὰς εἰδήσεις μου ἐκεῖθεν, ὅθεν καὶ οἱ συμπολῖται ἡμῶν, ἐκ τῶν ἐφημερίδων, καὶ εἰς ταύτας ἀρκοῦμαι,—δὲν δύναμαι ὅμως νὰ συγχαρῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὴν ἐνημερότητα τῶν εἰδήσεων, τῶν προερχομένων ἐκ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Κράτους ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἐν ταῖς ἐφημερίσι δὲ ἀλλεπάλληλοι δημοσιεύονται καθ’ ἑκάστην εἰδήσεις, θλιβεραὶ διὰ τὸν Ἑλληνισμόν. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν αἱ ἐφημερίδες μᾶς ἀνήγγειλαν, ὅτι ἡ Πύλη ἠρνήθη νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Μητροπολίτου Ἀμβροσίου, ὅτι τοῦτο θεωρεῖται ὡς θρίαμβος τῆς Σερβικῆς πολιτικῆς, ὅτι οἱ Σέρβοι ἑτοιμάζονται εἰς νέας ἐκδηλώσεις ἐχθρικῶν φρονημάτων κατὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Πατριαρχείου. Καὶ πρὸς λαοὺς τοιούτους, οἱ ὁποῖοι ἐκδηλοῦσι τὰ ἐχθρικώτατα τῶν αἰσθημάτων πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ πρὸς τὸν προϊστάμενον ἅπαντος τοῦ χριστιανικοῦ πληρώματος ἐν τῇ Ἀνατολῇ Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην, πρὸς τοιούτους λαοὺς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θέλει νὰ δεικνύωμεν φιλικὰ αἰσθήματα! Ναὶ, φιλικὰ αἰσθήματα, κύριε Ὑπουργὲ, πρέπει νὰ δεικνύωμεν εἰς πάντας τοὺς λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὰ δεικνύωμεν, ἐφ’ ὅσον δὲν παραβιάζεται τὸ Ἐκκλησιαστικὸν καθεστὼς ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ δὲν καταπατοῦνται τὰ δικαιώματα ἡμῶν. Ἐὰν αὐτοὺς τοὺς Σέρβους, τοὺς προϊσταμένους καὶ διευθύνοντας τὰ γεγονότα ταῦτα, ἐρωτήσητε περὶ τῶν ὅρων ἢ περὶ τῶν ἱστορικῶν δεδομένων, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζουσι τὰ δικαιώματα αὑτῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζουσι τὴν ἀξίωσιν, ὅπως τῆς Μητροπόλεως Σκοπείων προΐσταται Σέρβος Μητροπολίτης, οὐδὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ ἀπαντήσωσιν ὑμῖν· διότι ἐν τῷ Συντάγματι, τὸ ὁποῖον καθιέρωσε τὴν δικαιοδοσίαν καὶ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, οὐδεμία γίνεται διάκρισις φυλῶν, οὐδεμία γίνεται διάκρισις λαῶν. Τὰ φιρμάνια, τὰ κυρώσαντα αὐτὸ, ἀπόλυτον δίδουσιν ἐξουσίαν εἰς τὴν καθεστηκυῖαν ἐκκλησιαστικὴν ἀρχὴν, ὅπως ἐκλέγῃ τοὺς κατὰ τόπους Ἐπισκόπους καὶ Μητροπολίτας, ἔχει δὲ τὴν ὑποχρέωσιν ἡ Πύλη, ὅπως κυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν αὐτῶν. Ποῦ λοιπὸν τὸ δικαίωμα τοῦ Σερβικοῦ πληθυσμοῦ,—ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρχει πληθυσμός τις Σερβικὸς ἐν Σκοπείοις ἄξιος λόγου,—ποῦ τὸ δικαίωμα τοῦ Σερβικοῦ πληθυσμοῦ, ὅπως ἀξιοῖ νὰ προΐσταται τῆς Ἐκκλησίας τῶν Σκοπείων Σέρβος Μητροπολίτης; Ἀλλὰ ἡ νόμιμος ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ ἔχει τὴν ἀναγνώρισιν αὐτοῦ τούτου τοῦ Σερβικοῦ λαοῦ, αὐτῆς ταύτης τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς τῆς Σερβίας περὶ τῆς ὑποταγῆς αὐτῆς εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Ἐπιτρέψατε, κύριοι Βουλευταὶ, ἐπειδὴ ἐνταῦθα μὲ φέρει ὁ λόγος καὶ τὸ θεωρῶ ἀναγκαῖον, νὰ ἀναγνώσω ὑμῖν περικοπήν τινα εὐπειθεστάτης ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν ὁ δεσπότης τῆς Σερβίας Ἰωάννης Οὔγκλεσης ἀπηύθυνε πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον...
§55ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πότε;
§56ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ 1368... Ἀναφορᾶς, διὰ τῆς ὁποίας ἐκλιπαρεῖ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, ἵνα δεχθῇ εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ὀρθοδοξίας τὴν ἐπ’ ὀλίγον χρόνον ἀπομακρυνθεῖσαν ἐξ αὐτῆς Ἐκκλησίαν τῆς Σερβίας, τὴν ἀποστάτιδα Ἐκκλησίαν, ἥτις πρὸς στιγμὴν ἐγένετο ὄργανον πολιτικῶν σκοπῶν καὶ φιλοδόξων σχεδίων εἰς χεῖρας τοῦ Βασιλέως τῆς Σερβίας κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, μεθύοντος ἐκ τῆς φιλοδοξίας καὶ ἀποπλανωμένου εἰς τὴν ἀποστασίαν. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη εὑρίσκεται κατακεχωρημένη εἰς τὴν συλλογὴν τοῦ Ἰωσὴφ Μυλλέρου «Acta et diplopata graeca medii aevi sacra et profana». Ἰδοὺ δὲ τί γράφει ἐν αὐτῇ (ἀναγινώσκει): «... Οὐ γὰρ εἰκῆ, φησὶ, ταύτην φοροῦμεν διάκονοι Θεοῦ γεγονότες καὶ εἰς αὐτὸ τοῦτο προσκαρτεροῦντες. Ἐπεὶ τοίνυν Στέφανος ἐκεῖνος ὁ Οὔρεσις, Σερβίας καὶ Ρωμανίας αὐτοκράτορα ἑαυτὸν ἀνειπὼν, τῷ ὕψει τοῦ ἀξιώματος καὶ τῷ μεγέθει τῆς ἐξουσίας τὴν καρδίαν συνεπαρθεὶς, οὐ μόνον τὰς ἀλλοτρίας καὶ μὴ ὑποκειμένας αὐτῷ πόλεις πλεονεκτικοῖς ὀφθαλμοῖς ἑώρα, καὶ ἄδικα ξίφη κατὰ τῶν μηδὲν ἠδικηκότων ἐγύμνου, καὶ τῆς ῥωμαϊκῆς ἐλευθερίας καὶ πολιτείας τοὺς ταύτης φύντας καὶ τραφέντας καὶ αὐξηθέντας ἐλεεινῶς ἀπεστέρει, ἀλλὰ καὶ μέχρι θείων τὴν ἀδικίαν ἐξέτεινε, καὶ τὰ ἀρχαῖα τῆς ἐκκλησίας θεσμὰ, ἔτι καὶ τὰ τῶν πατέρων ὅρια κακῶς ὑπερβαίνειν καὶ διασπᾶν ἐπεχείρησε καὶ κατατέμνειν εἰς ἀνισότητα, ὥσπερ ἕτερός τις τῶν ἐξ οὐρανοῦ κριτής τε καὶ νομοθέτης τῶν τοιούτων κατατολμῶν καὶ νόμον κύριον μὴ ὅτι γε τῶν ἀνθρωπίνων, ἀλλὰ καὶ τῶν θείων πραγμάτων τὸ ἑαυτοῦ τιθεὶς θέλημα, αὐτοχειροτόνητον μὲν ἀκανονίστως ἐπλάσατο Πατριάρχην, οὐκ ὀλίγας δὲ μητροπόλεις τῆς καθολικῆς τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας τολμηρῶς ἀφαρπάσας ἐπιδέδωκε τούτῳ, κἀντεῦθεν συνέβη σχίσμα τῆς Ἐκκλησίας οὔ τι σμικρὸν γεγενῆσθαι καὶ τὰ μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς κεφαλῆς ἀθλίως ἀποῤῥαγῆναι καὶ τῆς ἀπὸ τῆς κεφαλῆς ζωτικῆς προϊούσης δυνάμεως στερηθῆναι καὶ νεκρωθῆναι...» Καὶ ἀφοῦ οὕτως ἐξιστόρισε τὰ τοῦ σχίσματος ὁ Δεσπότης τῆς Σερβίας, ἐπάγεται περαιτέρω (ἀναγινώσκει): «Ὅθεν πρεσβείαν ἐξαποστείλας πρὸς τὸν παναγιώτατόν μου δεσπότην, τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην, θεραπείαν ᾐτησάμην τοῦ τοιούτου κακοῦ, ὃς δή που καὶ μὴ ἀμελήσας, ἀλλὰ πατρικοῖς σπλάγχνοις ἐπικαμφθεὶς, ἐξαπέστειλε τὸν δεσπότην μου καὶ πατέρα μου καὶ τῆς ἐμῆς ψυχῆς προστάτην καὶ ἰατρὸν, τὸν πανιερώτατον μητροπολίτην Νικαίας, ὑπέρτιμον καὶ ἔξαρχον πάσης Βιθυνίας, ὅστις ἐλθὼν καὶ τὸ μεσότειχον τοῦ φραγμοῦ διαλύσας, πολλοῖς ἱδρῶσι καὶ πόνοις εἰρηνοποίησε τὰ διεστῶτα τῇ δυνάμει τοῦ παναγίου πνεύματος, καὶ κατήλλαξε τὰ τέκνα πρὸς τὴν κοινὴν μητέρα, μεταδοὺς ἡμῖν ἁγιασμοῦ τε καὶ φωτισμοῦ, θείων τε καὶ πνευματικῶν χαρισμάτων, διὰ τοῦτο κἀγὼ ἀποδίδωμι δι’ αὐτοῦ τῷ πάντων βασιλεῖ καὶ δεσπότῃ, τῷ κυρίῳ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστῷ, τῇ καθολικῇ ἐκκλησίᾳ καὶ τῷ παναγιωτάτῳ μου δεσπότῃ, τῷ Οἰκουμενικῷ Πατριάρχῃ, πάσας τὰς ἁρπαγείσας ἐκκλησίας καὶ μητροπόλεις καὶ πάντα τὰ πατριαρχικὰ δίκαια ὅλῃ χειρὶ καὶ γνώμῃ· πάντα γὰρ ταῦτα ὑπὸ τὴν ἐμὴν ἐξουσίαν ἀρτίως γεγόνασιν, ἀρξαμένου μου τοῦ τοιούτου θεαρέστου ἔργου καὶ σωτηρίου, ἐπειδὴ τῆς ἁρπαγῆς ταύτης ἕνεκα καὶ τὸ σκάνδαλον τῆς ἐκκλησίας χρόνον οὐκ ὀλίγον προὐχώρησε, καὶ ἡ λύμη τῶν τοσούτων ψυχῶν εἰσεφθάρη...» Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ ἐπίσημος ἀναγνώρισις τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἀνέκαθεν ἤσκει τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἐπὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας καὶ ἐπὶ πασῶν ἐν γένει τῶν Ἐκκλησιῶν τῶν ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ ὑπαγομένων. Ἐπί στιγμήν, ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, ἐπί τινα καιρὸν μόνον, ἀπεστάτησεν ἡ Ἐκκλησία ἐκείνη, ἀλλὰ μετανοήσασα καὶ συναισθανθεῖσα τὸ ἁμάρτημα αὐτῆς, ἦλθεν ἡ ἰδία καὶ ὑπέκυψε πάλιν καὶ ἀνεγνώρισε τὴν πνευματικὴν ἐξουσίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Τοῦτο εἶναι τὸ καθεστὼς, τὸ ὁποῖον ἀνεγνωρίσθη ἀνέκαθεν, καὶ τὸ ὁποῖον ἐκράτησεν ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Πῶς λοιπὸν θέλετε νὰ παρίδωμεν καὶ νὰ ἐπιτρέψωμεν, ὥστε τὸ καθεστὼς τοῦτο νὰ παραβιάζηται δι’ ἑθνολογικοὺς ἢ δι’ οἱουσδήποτε ἄλλους λόγους; Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς φρονῇ ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν λαὸν, χάριν πολιτικῶν λόγων ἢ χάριν ἐθνολογικῶν σκοπῶν, νὰ παραβιάζῃ ἑκάστοτε τοὺς νόμους, εἴτε τοὺς πολιτικοὺς εἴτε τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς, τοὺς διέποντας τοὺς λαοὺς, ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι ἐλεύθερος νὰ φρονῇ ταῦτα· ἐγὼ ὅμως, Κύριοι, ἐλπίζω, ὅτι οὔτε ἡ Κυβέρνησις ἅπασα συμμερίζεται τὴν γνώμην αὐτοῦ, ἀλλὰ πολὺ ὀλιγώτερον ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία τῆς Ἑλλάδος θέλει συμμερισθῆ τοιαύτην γνώμην καὶ τοιαῦτα δόγματα, τὰ ὁποῖα εἰς οὐδὲν ἄλλο τείνουσιν, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ καταστρέψωσι τελείως τὴν ἑνότητα τὴν ἐκκλησιαστικὴν, ἥτις εἶναι ἡ βάσις καὶ ὅρος ὑπάρξεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
§57Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλ’ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν εἶναι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἡρμήνευσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἰσχυρίζετο, ὅτι δὲν ἁρμόζει εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ ἐπικηρύξῃ πόλεμον κατὰ τῶν κατοικούντων τὴν Ἑλληνικὴν χερσόνησον, ἰσχυρίζετο ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον ἢ φυσικὸν, ἕκαστος τῶν λαῶν, τῶν κατοικούντων τὴν Ἑλληνικὴν χερσόνησον, νὰ ἔχῃ ἀξιώσεις, ἰδέας, ἐλπίδας ἢ πόθους, ἀλλὰ, ὡς ἐκεῖνοι ἔχουσιν ἀξιώσεις, ἐλπίδας, ἰδέας ἢ πόθους, ἔχει καὶ ἡ Ἑλλὰς πόθους καὶ δικαιώματα. Ἐν ὅσῳ τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ δὲν παραγνωρίζονται, δὲν ἀναιροῦνται, δὲν ἐκβιάζονται ὑπὸ τῶν ἄλλων κατοικούντων τὴν Ἑλληνικὴν χερσόνησον λαῶν, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδαμῶς δύναται νὰ ὀνομάσῃ αὐτοὺς ἐχθροὺς τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἐὰν ὅμως τὰ δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος, τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀμφισβητηθῶσιν, ἂν παρασταθῶσι προσπάθειαι, ὅπως ἄλλοι λαοὶ νοσφισθῶσι τὰ δικαιώματα ἡμῶν, βεβαίως θέλει παρασταθῆ ἀντίθεσις συμφερόντων, ἐν τῇ ἀντιθέσει δὲ ταύτῃ τῶν συμφερόντων ὁ Ἑλληνισμὸς θέλει ἐνασκήσει τὰ δικαιώματά του, ἡ δὲ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θέλει παραστῆ ὑπηρέτις καὶ βοηθὸς τῶν δικαιωμάτων τούτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Δὲν πρέπει νὰ παρερμηνεύωμεν τὰς φράσεις, δὲν πρέπει νὰ ἐξηγῶμεν ἄλλως τὰς ἐννοίας, πρέπει δὲ ν’ ἀποδίδωμεν εἰς αὐτὰς, ἣν ταῦτα ἔχουσιν ἔννοιαν. Ἡμεῖς κατοικοῦμεν ἐν τῇ πατρῴᾳ χώρᾳ ἡμῶν, ἐν αὐτῇ δ’ εὗρον ὕπαρξιν καὶ ἄλλοι λαοί. Διατὶ νὰ σπεύσωμεν νὰ ἐπικηρύξωμεν πόλεμον κατ’ αὐτῶν καὶ νὰ ὀνομάζωμεν αὐτοὺς ἐχθροὺς τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Ἐὰν αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς Εὐρώπης ἐνέπνευσαν δισταγμοὺς, εὐλόγους κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ὅτι αὐτὸ τὸ καθεστὼς δὲν εἶναι ἐν πλήρει ἀσφαλείᾳ καὶ βεβαιότητι, ἐὰν ἕνεκα τούτου κινῶνται πάντες, καὶ ἕκαστος αὐτῶν ἀτενίζῃ πρὸς ἕνα ἴδιον σκοπὸν, νομίζει τις ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ συγκρουσθῶμεν πρὸς τοὺς ἄλλους; Ἐὰν ὑπάρξῃ κίνδυνος τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἐὰν παρασταθῶσι προσβλέποντες πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ λαοὶ ἄλλοι, κατ’ ἀνάγκην καὶ ἄκοντες θέλομεν συγκρουσθῆ, ἀλλὰ τότε μόνον. Ἀπὸ τοῦδε ὅμως νὰ ἐπικηρύξωμεν πόλεμον κατὰ πάσης φυλῆς, νομίζω ὅτι δεικνύομεν σπουδὴν ἀδικαιολόγητον, διότι ἡ ἐπικήρυξις αὕτη δὲν θέλει ἐνισχύσει οὔτε βελτιώσει τὴν θέσιν ἡμῶν ἐν τῷ ἀνταγωνισμῷ. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τοιοῦτον· τὸ ζήτημα μοὶ φαίνεται, ὅτι διεσάφησεν ἐπαρκῶς ὁ ἐκ Μεσολογγίου κ. Βουλευτής. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἐν ἄλλῃ τινὶ ἀρχῇ δικαίωμα νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὴν ὑπὸ τοῦ Πατριάρχου ἐκλογὴν τῶν ἱεραρχῶν, ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ κῦρος αὐτῆς· ἐὰν τὸ ζήτημα δὲν λύεται συμφώνως πρὸς τὰ δικαιώματα καὶ τὰ προνόμια τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, καὶ προκύπτει ἕνεκα τούτου διχογνωμία, ἐὰν πρέπῃ ἡ Α. Θειοτάτη Παναγιότης νὰ παραιτήσῃ τὰ ἴδια τοῦ Πατριαρχείου δικαιώματα. Καὶ ὑπάρχει Ἕλλην, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην; Ὑπάρχει Ἕλλην, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι, ἐὰν τὰ προνόμια τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἤθελον τρέξει κίνδυνον μειώσεως, ἡμεῖς δὲν ἠθέλομεν συνταχθῆ μετ’ ἐκείνων, οἵτινες ἀγωνίζονται καὶ ἀμύνονται ὑπὲρ τῆς ἀκεραιότητος τῶν δικαιωμάτων τούτων; Ὑπάρχει Ἕλλην, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἐνισχύσει ἢ προτρέψει τὴν Α. Θειοτάτη Παναγιότητα, αὐτὸν τὸν ὑπὸ τοῦ κατακτητοῦ ἀναγνωρισθέντα ἀντιπρόσωπον τοῦ Γένους, ἤθελεν ἐνισχύσει ἢ προτρέψει τὴν Παναγιότητά του νὰ παραιτήσῃ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ; Ἐὰν οἱ κύριοι Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἠγόρευσαν, ἤθελον μᾶς συμβουλεύσει νὰ πράξωμεν τὸ καθῆκον τοῦτο, τοῦ ὁποίου ἔχομεν πλήρη συνείδησιν, ἠθέλομεν εὐχαριστήσει αὐτοὺς, οὐδὲ ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ ἀντείπωμεν, ἐξ ἐναντίας ἠθέλομεν ὁμολογήσει χάριν εἰς αὐτοὺς, διότι μᾶς κρατύνουσιν ἐν τῇ ὁδῷ τῇ εὐθέτῳ. Ὅ,τι ἴσως ἠθέλομεν δυσφορήσει νὰ ἀκούσωμεν, εἶναι, ἐὰν μᾶς ἔλεγον ὅτι δὲν ἐκπληροῦμεν τὸ καθῆκον τοῦτο. Ἡμεῖς βεβαίως δὲν ἐκλήθημεν, ἵνα δίδωμεν εἰδήσεις εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἀδίκως παραπονεῖται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, ὅτι δὲν μεταδίδομεν εἰς τὴν Βουλὴν πᾶν ὅ,τι γίνεται ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἀλλ’ ἂν δὲν ἔχωμεν καθῆκον νὰ γείνωμεν ἄγγελοι εἰδήσεων, δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ εἴπωμεν, νὰ ἀνακοινώσωμεν τί πράττομεν καὶ τί δὲν πράττομεν. Τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, εἶναι πολὺ ἀκροσφαλῆ, καί, ὡς πρέπει νὰ ἔχῃ σθένος ἐν τῇ ψυχῇ αὐτῆς, ἐπὶ τοσοῦτον πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ σύνεσιν ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν καθηκόντων τούτων.
§58ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐδείς, νομίζω, δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι πᾶσα Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖ αὕτη, θέλει χορηγήσει πλήρη τὴν ὑποστήριξιν αὐτῆς πρὸς προάσπισιν καὶ διάσωσιν τῶν προνομίων τοῦ Ἑλληνικοῦ γένους. Τὸ ζήτημα ὑπὸ γενικωτέραν ἔποψιν τοιαύτην, νομίζω ὅτι οὐδεμίαν δύναται νὰ παρέξῃ πρακτικὴν ὠφέλειαν, συζητούμενον ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐὰν ὑπάρχῃ γεγονός τι, διὰ τὸ ὁποῖον νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τοῦτο βεβαίως πρέπει ν’ ἀποτελέσῃ θέμα συζητήσεως, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα συζητοῦμεν, δὲν ἔχομεν τοιαύτην ἀφορμήν. Νομίζω ὅμως, ὅτι συζητοῦνται ἐν τῇ Βουλῇ δύο ὅλως ἀνόμοια ζητήματα, τὰ ὁποῖα διαφέρουσιν ἀλλήλων θεμελιωδῶς, τὸ ζήτημα τῶν Σκοπείων, καὶ τὸ ζήτημα τῆς Ἐξαρχίας τῆς Ῥωμουνικῆς, τῆς ἐπιδιωκομένης. Τὸ ζήτημα τῶν Σκοπείων εἶναι ζήτημα καθ’ ὁλοκληρίαν ὑπαγόμενον καὶ διεξαγόμενον ἐντὸς τοῦ κύκλου τῶν προνομίων καὶ τῆς ἐξουσίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, ἐκτὸς τοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ, ὡς Ἑλληνικοῦ, φέρει συνάμα τὸν χαρακτῆρα τὸν οἰκουμενικὸν, καὶ ὡς οἰκουμενικὸν ἔχει ὑπὸ τὴν ποιμαντορίαν αὐτοῦ καὶ ἐθνικότητας ἄλλας, μὴ Ἑλληνικὰς, ἀλλὰ καθαρῶς ὀρθοδόξους. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Πατριαρχεῖον ν’ ἀποκρούσῃ ἐπιθυμίας καὶ γνώμας καθαρῶς ὀρθοδόξων χριστιανῶν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι οὗτοι δὲν εἶναι Ἕλληνες· δὲν εἶναι ἑπομένως δυνατὴ ἐνέργειά τις ἐπίσημος, διὰ τῆς ὁποίας ν’ ἀποκρουσθῶσιν αἱ ἐπιθυμίαι τῶν κατοίκων Σκοπείων, ἐὰν πράγματι ἐπιθυμίαι τῶν κατοίκων αὐτῶν ἐκφράζωνται ὑπὲρ ἑνὸς οἱουδήποτε Μητροπολίτου. Τὸ ζήτημα, ἄν συμφέρον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ὑφίσταται, ὅπως εἰσακούσῃ τὰς παρακλήσεις τῶν κατοίκων μιᾶς ὡρισμένης ἐπαρχίας, ἄνευ διακρίσεως ἐθνικότητος, ἢ ἂν δὲν πρέπῃ νὰ εἰσακούσῃ ταύτας, ἀλλὰ νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ, τὸ ζήτημα τοῦτο, ὡς εἶπον, συζητεῖται ἐντὸς τοῦ νομίμου κύκλου τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Πατριαρχείου. Οὐδεμίαν παραβίασιν τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ, οὐδεμίαν παραβίασιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ γένους θέλει πράξει τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, ἐὰν νομίσῃ ὅτι συμβιβαστικῶς πρέπει νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦ Μητροπολίτου Σκοπείων. Ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ Πατριαρχεῖον θέλει ἐμμείνει εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω πόθεν ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν ταύτην, καὶ ὑπὸ τίνων αἰσθημάτων ἐνεπνέετο, ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι θέλει ἐμμείνει, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐ μόνον τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα, ἀλλὰ καὶ τὸ θρησκευτικὸν αὐτὸ θέλει καθοδηγήσει καὶ θέλει ἐνισχύσει τοὺς διέποντας τὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὅπως ἐμμείνωσιν ἐν τῇ ἀποφάσει αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἓν μόνον δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μετὰ πάσης προσοχῆς, ἀλλὰ καὶ μετὰ πάσης δυνάμεως, ὑποστηρίξῃ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Πατριαρχείου καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀποφάσεως, ἣν τοῦτο ἔλαβεν ἢ θέλει λάβει. Δὲν ἔχει οὕτω ὅμως καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ ζήτημα ἱδρύσεως ἰδίας Ἐξαρχίας Ρωμουνικῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἐνταῦθα τὸ ζήτημα ἔχει καθαρῶς ἐχθρικὴν ἐνέργειαν κατὰ τῆς ὑπάρξεως καὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Πατριαρχείου. Τὸ Πατριαρχεῖον θεμελιώδη βάσιν τῆς ὑπάρξεως αὑτοῦ ἔχει τὴν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀνεξαρτήτως τῶν προνομίων, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἀλλεπαλλήλως παρὰ τῶν Αὐτοκρατόρων τῆς Τουρκίας. Οἱ ἱεροὶ κανόνες, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἑδράζεται ἡ λειτουργία τοῦ Πατριαρχείου, ἀπαγορεύουσι ῥητῶς τὴν ὕπαρξιν δύο ἐκκλησιαστικῶν ὀρθοδόξων ἀρχῶν ἐν τῇ αὐτῇ ἐπαρχίᾳ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν οἱᾳδήποτε ἐπαρχίᾳ, παρ’ οἱουδήποτε κατοικουμένῃ, νὰ ὑπάρχωσι δύο ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι ἢ δύο ὀρθόδοξοι ἀρχαί. Τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὴν βάσιν τὴν θεμελιώδη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀνεγνώρισαν οἱ ἑκάστοτε Ἡγεμόνες τῆς Τουρκίας, ἀνεγνώρισεν αὐτὸς ὁ κατακτητὴς τῆς Κωνσταντινουπόλεως διὰ τῶν βερατίων, τὰ ὁποῖα ἐχορήγησεν εἰς τοὺς Πατριάρχας. Ἀπέναντι τῶν δικαιωμάτων τούτων εἴδομεν ἐπανάστασιν πρὸ 30 ἐτῶν, πραγματωθεῖσαν διὰ τῆς ἱδρύσεως τῆς Βουλγαρικῆς Ἐξαρχίας. Ἀλλὰ τὴν ἐπανάστασιν ταύτην, ἐφ’ ὅσον ἠδυνήθη, διὰ τῶν ὅπλων αὑτοῦ κατεπολέμησε τὸ Πατριαρχεῖον, κηρῦξαν σχισματικοὺς τοὺς Βουλγάρους. Ἐὰν τοιοῦτόν τι ἐπιδιώκεται καὶ πρὸς ἵδρυσιν Ἐξαρχίας Ρωμουνικῆς, θὰ ἔχωμεν μίαν νέαν ἐπανάστασιν ἐναντίον τῶν δικαιωμάτων καὶ τῆς ἐξουσίας τῶν Πατριαρχείων. Ἐν τῇ τοιαύτῃ ἐνεργείᾳ ἀλλοία βεβαίως πρέπει νὰ ᾖναι ἡ ἐνέργεια τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκθέσωμεν ἐν συζητήσει κοινοβουλευτικῇ τὰς λεπτομερείας τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι μόνον ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ὑπάρχει καὶ ἀλλαχοῦ ἐνέργεια ἐπιβεβλημένη ἐκ καθήκοντος εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἐν Βουκουρεστίῳ, ἐν τῷ Κράτει ἐκείνῳ, τὸ ὁποῖον οὐ μόνον ὑποθάλπει, ἀλλὰ καὶ ἐξεγείρει τὴν ἐπανάστασιν ταύτην. Ἀπὸ εἴκοσιν ἐτῶν γνωρίζομεν, ὅτι ἐν Βουκουρεστίῳ ὑφίσταται ἐπιτροπή τις, οὐδὲν ἄλλο ἔργον ἔχουσα ἢ πῶς πληθυσμοὺς Ἑλληνικούς, καθαρῶς Ἑλληνικούς, νὰ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ διὰ ῥαδιουργιῶν καὶ συκοφαντιῶν, διὰ τῆς διαφθορᾶς, νὰ τοὺς ἐγκαταστήσῃ εἰς κοινότητας δῆθεν Ρωμουνικάς. Εὗρε δύο ἢ τρεῖς ἀποστόλους, μὴ διστάζοντας νὰ κάμωσι χρῆσιν πάντων τῶν μέσων, ἐπιτρεπομένων καὶ μὴ, ὅπως ἐξεγείρωσι τοὺς πληθυσμοὺς τούτους ἐναντίον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, μετὰ τοῦ ὁποίου ἀνετράφησαν καὶ ἐμεγάλωσαν. Ἐν ταῖς πλείσταις ἐξ αὐτῶν εὗρον αἰσθήματα ἑλληνικὰ τοσοῦτον ἀνεπτυγμένα, ὥστε οὐδὲν ἠδυνήθησαν νὰ κατορθώσωσιν. Ἀλλ’ εὗρον καὶ κοινότητας ἀσθενεῖς, ἐχούσας ἀνάγκας, καὶ ἐκεῖ κατώρθωσαν οὐχὶ νὰ ἀποσπάσωσι μεγάλους πληθυσμοὺς ἐκ τῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ νὰ σχηματίσωσι ψευδῆ κέντρα, τὰ ὁποῖα νὰ παρουσιάσωσιν ὡς Ρωμουνικά. Ἡ ἐνέργεια αὕτη, ὡς ἐπαρουσιάζετο μέχρι τοῦδε, ἦτο ἀνεπίσημος· σήμερον ὅμως παρουσιάζεται ὡς ἐνέργεια ἐπίσημος καὶ κυβερνητικὴ ἀπὸ μέρους τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως ἐν Κωνσταντινουπόλει, καθόσον ἔχομεν εἰδήσεις, ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ρωμουνίας, ἐν συνεργασίᾳ τοῦ Ἕλληνος ἀποστάτου ἀρχιεπισκόπου Μεσημβρίας, ζητεῖ τὴν ἐγκαθίδρυσιν ἀρχῆς ἐπαναστατικῆς κατὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ἐν Ρωμουνίᾳ δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ κόμματος ἀγάλλονται καὶ συγχαίρουσιν ἀλλήλους, διότι ἐν τῇ ἐπαναστάσει κατὰ τοῦ Πατριαρχείου ἔτυχον ὑποθάλψεώς τινος παρὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἐπανάστασις αὕτη κατὰ τοῦ Πατριαρχείου εἶναι ἄμεσος ἐνέργεια κατὰ τοῦ ἔθνους ἡμῶν. Ἡμεῖς διεκινδυνεύσαμεν πανταχοῦ, καὶ ἐθεωρήσαμεν ὡς μέγα κατόρθωμα τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἔληξεν ἡ περίοδος τῆς διαῤῥήξεως τῶν σχέσεων μεταξὺ τῆς Ρωμουνίας καὶ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐνομίσαμεν, ὅτι διὰ τοῦτο ἀπεκτήσαμεν μίαν περιουσίαν ἰδιωτικὴν, τὴν τοῦ ἀοιδίμου Ζάππα, τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει βεβαίως νὰ περιφρονήσωμεν. Ἀλλ’ ἐὰν αἱ σχέσεις ἡμῶν μετὰ τῆς Ρωμουνίας πρόκειται νὰ μᾶς φέρωσι μίαν ἰδιωτικὴν περιουσίαν, ὅπως ἀνεχθῶμεν τὴν καταπολέμησιν τοῦ ἐθνισμοῦ ἡμῶν, ἂς λείψῃ τοιαύτη φιλικὴ σχέσις. Τὰ ἐμπορικὰ συμφέροντα δὲν μᾶς ἐπιβάλλουσιν αὐτὴν, ἀπ’ ἐναντίας τὴν ἐπιβάλλουσιν εἰς τὴν Ρωμουνίαν. Διὰ τὴν περιουσίαν τοῦ ἀοιδίμου Ζάππα ἀκόμη ἐννοοῦσι νὰ διαπραγματευθῶσι κατὰ τρόπον, ὅστις θὰ ἀπολήξῃ ἴσως εἰς τὴν μὴ παραχώρησιν αὐτῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλ’ ἐὰν διὰ τὴν περιουσίαν ταύτην πρόκειται καθ’ οἱονδήποτε τρόπον νὰ ἔλθωμεν εἰς ἐνδοτικὴν συνεννόησιν πρὸς Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία, ἄνευ ἴσως ἀμέσου συμφέροντος, θέλει ὀπισθοβούλως νὰ καταπολεμήσῃ τὴν Ὀρθοδοξίαν καὶ τὸν Ἑλληνισμὸν ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἂς λείψῃ τοιαύτη συνεννόησις. Ὑπάρχει λοιπὸν καὶ ἐκεῖ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως, ὑπάρχει καὶ ἐκεῖ εὐθύνη, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει εἰς αὐτὴν ἡ μέλλουσα καὶ ἡ παροῦσα ἐνέργειά της. Ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις, ἐὰν ἡ ἐνέργεια τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀποδειχθῇ ἱκανὴ, δὲν θὰ παραδεχθῇ τὴν σύστασιν Ἐξαρχίας Ρωμουνικῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει. Μοὶ δίδει τὴν ἐλπίδα ταύτην οὐ μόνον τὸ παρελθόν, ἀλλὰ καὶ τὸ τελευταῖον μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις, ἀπαντῶσα εἰς τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην, ὅταν οὗτος ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐννοεῖ νὰ ἐμποδισθῶσι τὰ ἐγκαίνια τῆς Ρωμουνικῆς Ἐκκλησίας ὑπὸ ἀρχιεπισκόπου ὑπαγομένου εἰς τὴν ἄμεσον δικαιοδοσίαν τοῦ Πατριαρχείου. Ἀπήντησεν αὕτη, ὅτι ἀναγνωρίζει τὰ δικαιώματα τοῦ Πατριαρχείου, ὅτι ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἄνθιμος ὑπάγεται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ, καὶ ὅτι προθύμως θὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ Πατριάρχου, ὅπως κανονίσῃ τὸ ζήτημα. Ὑπάρχει ἐν τῇ ἐπιστολῇ τῆς Ὑψηλῆς Πύλης φράσις τις, ἥτις ἔχει τι τὸ μὴ κανονικὸν, διότι ὀνομάζει ἐν αὐτῇ πρώτην ἴσως φορὰν κοινότητα Ρωμουνικὴν, ἀλλὰ καὶ ἡ φράσις αὕτη δὲν ἀναιρεῖ τὴν ἐλπίδα, ἣν ἐξέφρασα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰκάσωμεν ποία ἔσεται ἡ πορεία τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ βεβαίως, ἐὰν ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἵδρυσιν Ἐξαρχίας Ρωμουνικῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει, θὰ ἔχωμεν νέον σχίσμα, διότι οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον δὲν θέλει ἀνεχθῆ τοῦτο, ἀλλὰ θέλει κηρύξει σχισματικοὺς καὶ τοὺς Ρωμούνους. Ἀπέναντι τῶν δυσκολιῶν καὶ δυσχερειῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἀπαντήσωμεν ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῆς προασπίσεως τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει ἐντονώτερον, ἢ ὅσον νομίζει, νὰ ἐνεργήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου· οὐδεμίαν δ’ ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι μετ’ ἐνδιαφέροντος θὰ ἐνεργήσῃ, ἀλλ’ ἡ ἐνέργειά της δὲν πρέπει νὰ ἦναι μόνον ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἀλλὰ καὶ ἐν Βουκουρεστίῳ. Ποῖαι ἄλλαι ἐνέργειαι πρέπει νὰ γείνωσι, δὲν δυνάμεθα καὶ δὲν πρέπει ἐνταῦθα νὰ ἀναπτύξωμεν.
§59Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁμολογῶ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διέγνω τὸν σκοπὸν τῆς προκληθείσης συζητήσεως, καὶ χαίρω διότι ὡμίλησεν ὡς ὤφειλε νὰ ὁμιλήσῃ ὁ ἡγούμενος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πλειοψηφίας. Μολονότι δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔσπευσε νὰ διαβεβαιώσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν ἕτερον φρονεῖ ἢ ὅ,τι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν, ἀκριβῶς διὰ τῆς ὁμιλίας του οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ νὰ ἀναιρέσῃ αὐτόν. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐφάνη οὐχὶ δεξιὸς διπλωμάτης, ἀποδεικνύεται καθ’ ἑκάστην καὶ κακὸς διδάσκαλος, ὁσάκις δίδεται αὐτῷ εὐκαιρία νὰ ἀπαγγείλῃ μάθημα πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους περὶ τοῦ φέρεσθαι καὶ συμπεριφέρεσθαι. Ἐδίδαξεν ἄλλοτε εἰς ἡμᾶς τὴν ἐγκράτειαν τῆς γλώσσης, βραδύτερον τὸ καθῆκον...
§60ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ λέξις «καθῆκον» σᾶς ταράττει. Φαίνεται ὅτι ἡ ἔννοια αὕτη εἶναι ξένη πρὸς ὑμᾶς, καὶ διὰ τοῦτο ταράττεσθε. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πάντοτε ἐξετέλεσα τὸ καθῆκόν μου καὶ τὸ ἐκτελῶ καὶ θὰ τὸ ἐκτελέσω. Σεῖς αὐτὸς ἀδιακόπως ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ καθήκοντός σας· διατὶ λοιπὸν παραξενεύεσθε, ὅταν ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τοῦ καθήκοντος;
§61Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ ἐπέτρεψα τὴν διακοπὴν, οὐδόλως ταρασσόμενος, διότι ἐγνώριζον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤθελεν εἴπει τι εἰς ἐπαλήθευσιν τῶν ὅσων ἔλεγον, ἵνα πιστοποιήσῃ, πῶς ἐννοεῖ νὰ διδάξῃ τὰ καθήκοντα εἰς τοὺς ἄλλους, καὶ ἀποδείξῃ πάλιν, ὅτι, ὅσον εἶναι ἀδέξιος διπλωμάτης, τόσον καὶ κακὸς διδάσκαλος. Ἔλεγεν εἰς ἡμᾶς σήμερον, ὅτι, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ ἐξωτερικῶν ζητημάτων, πρέπει νὰ ἤμεθα ἀκριβεῖς, καὶ ὅτι δὲν περιέμενεν ἀπὸ ἐμὲ τοιαύτην ἀνακρίβειαν, τὴν ὁποίαν διέπραξα, εἰπὼν ὅτι τὰ ἐν Σκοπείοις ἔλαβον χώραν μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ Βασιλέως τῆς Σερβίας ἐξ Ἀθηνῶν, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ εἴπω «πρό». Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν φροντίζει νὰ ὁμιλῇ μεμετρημένως, ἀποστηθίζων καλῶς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγει, καὶ διὰ τοῦτο βραδύτερον τὰ λησμονεῖ. Εὐτυχῶς διατηροῦνται τετυπωμένα· ἔχω ἐνταῦθα τὴν ἐπίσημον ἀπάντησίν του, ἐν τῇ ὁποίᾳ ῥητῶς λέγει, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου, ὅτι πρῶτον κατὰ τὴν 21 Νοεμβρίου ἔλαβον χώραν ταῦτα. Οὐδέποτε ἐβεβαίωσε τὴν Βουλήν, ὅτι πρὸ τῆς 21 Νοεμβρίου ἔλαβον χώραν παρόμοιαι σκηναὶ ἐν Σκοπείοις· οὐδὲν ἕτερον λέγει ἢ ὅτι τὰ τηλεγραφήματά εἰσιν ὑπερβολικά. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἀγγελιαφόρος· ἀλλὰ λησμονεῖ, ὅτι ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς ἡμᾶς τὰ περὶ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν διπλωματικῶν σχέσεων μετὰ τῆς Ρωμουνίας· ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅταν παρέλιπε νὰ βεβαιώσῃ τὰ ἐν Σκοπείοις γεγονότα πρὸ τῆς ἀφίξεως τοῦ Βασιλέως τῶν Σέρβων ἐν Ἀθήναις, πῶς δικαιολογεῖται, παραπονούμενος ὅτι δὲν ἐμάντευσα ταῦτα, ἀφοῦ μυρίζων τοὺς ὄνυχάς μου, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, δὲν ἠδυνάμην νὰ τὰ μάθω; Ἀλλὰ, κύριοι Βουλευταὶ, καλῶς γνωρίζετε, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Σερβίας ἐσαφηνίσθη μετὰ τὴν ἐπάνοδον τοῦ Βασιλέως τῆς Σερβίας εἰς τὴν πατρίδα του. Γνωρίζομεν, χωρὶς νὰ ἤμεθα μεμυημένοι εἰς τὰ μυστήρια τῆς διπλωματίας, διότι διετυμπανίσθη τὸ γεγονὸς,—ἐγὼ μάλιστα διῆλθον τότε καὶ ἐκ Βελιγραδίου—ὅτι ἡ Σερβία μετὰ τὸ ταξείδιον ἐκεῖνο ἦλθεν εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς Βουλγαρίας καὶ τοῦ Μαυροβουνίου, ὑπὸ τὴν ἔμπνευσιν τῆς Ῥωσσίας. Βεβαίως ἡμεῖς ἔχομεν συμφέρον νὰ μετρῶμεν τοὺς λόγους μας, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ τῶν ξένων Δυνάμεων, διότι ἔχομεν ἀνάγκην αὐτῶν· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐμποδίζει τινὰ νὰ εἴπῃ, τό γε νῦν ἔχον, ὅτι ἡ Ῥωσσία εἶναι ἡ βοηθήσασα τὸν μέγαν δολοφόνον τοῦ Βυζαντίου· διότι, ἂν τοῦτο δὲν ἐγίνετο, ἤθελε πρὸ καιροῦ ἀποκατασταθῆ ἡ εἰρήνη, ἤθελεν ἐπανέλθει ἡ γαλήνη, καὶ ἤθελεν ἐκλείψει κατάστασις ἀτιμάζουσα τὸν δύοντα αἰῶνά μας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁμολογῶ, ἔθηκε τὸ ζήτημα ἐκεῖ, ὅπου πρέπει, ἀλλ’ ἂς μὴ νομίζῃ, ὅτι ἐπιστεύσαμεν ὅτι διηρμήνευσε τὰς ἰδέας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἔχει, εἶναι ἀληθὲς, πολλὴν εὐστροφίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι δὲν ἐπανέλαβε τὰς ἰδέας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις ὡμίλησεν ὡς συνήγορος τῶν σχισματικῶν Ρωμούνων καὶ Σέρβων, οἱ ὁποῖοι τοιαῦτα διαπράττουσι κατὰ τῶν Πατριαρχικῶν προνομίων, καὶ ἔλεγεν ὅτι ἡμεῖς δὲν δικαιούμεθα νὰ μὴ ὀνομάζωμεν αὐτοὺς ἀδελφοὺς ὀρθοδόξους. Ἀλλ’ αὐτοὶ εἶναι σχισματικοί, οὐδεὶς δ’ ἐξ ἡμῶν ἠρνήθη ὅτι εἶναι ὀρθόδοξοι, οὔτε παύουσι νὰ ἦναι ἀδελφοὶ ἡμῶν, διότι ἀδελφοὶ εἶναι καὶ ὅλοι οἱ ἐν τῇ ὑδρογείῳ σφαίρᾳ ἄνθρωποι. Πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἀρνώμεθα εἰς τοὺς λοιποὺς λαοὺς τὴν διεκδίκησιν τῶν δικαιωμάτων των. Συμφωνῶ. Οὔτε συμφέρον. Ἀλλ’ εὐθὺς, ὡς ἡ διεκδίκησις προσκρούει εἰς τὰ ἡμέτερα συμφέροντα, τότε ἄρχεται ἡ σύγκρουσις. Καὶ ἐρωτῶ, ὅταν ἀναγνωρίζηται ἔξαρχος τῶν Ρωμούνων ἐν Βυζαντίῳ, ὅταν τὸ γεγονὸς ἀνακοινοῦται ἐπισήμως τῇ Βουλῇ καὶ τῇ Γερουσίᾳ τῆς Ρωμουνίας, νομίζετε ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος νὰ θωπεύῃ τὴν Ρωμουνικὴν Κυβέρνησιν, τοιαῦτα διαπράττουσαν; Λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κηρύξωμεν πόλεμον κατ’ αὐτῶν, καὶ ἔχει δίκαιον, οὔτε τις ἐξ ἡμῶν ὑποστηρίζει τὸ ἐναντίον, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς, νὰ μὴ ὁμιλῶμεν ὅπως ὁμιλοῦμεν, νὰ μὴ τοὺς χωρίζωμεν καὶ ἐρεθίζωμεν. Ὡμίλησεν ὁ ἄνθρωπος χριστιανικώτατα· ἐῤῥαπίσθη ἐκ τῆς μιᾶς παρειᾶς ἔστρεψε καὶ τὴν ἄλλην! Δὲν γνωρίζει, φαίνεται, ὅτι οἱ λαοὶ, οἱ διεκδικοῦντες ἐθνικὰ δικαιώματα, ἀκολουθοῦσι τὸν Μωσαϊκὸν νόμον, ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος καὶ ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ. Καὶ τὸν Μωσαϊκὸν νόμον ἐπεκαλέσθη κατ’ οὐσίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κάλλιστα ποιῶν, καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ καλοῦμεν σήμερον τὴν Κυβέρνησιν. Οὐδένα δὲ ἄλλον λόγον εἶχεν ἡ ἐπερώτησις ἡμῶν σήμερον ἢ νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῶν δικαιωμάτων μας, καὶ χαίρω πολὺ, ὅτι, ἐὰν ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης δὲν ὠφελήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, βεβαίως ὅμως ὅλα τὰ λοιπὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως καὶ σύμπασα ἡ Βουλὴ ἐνόησαν ὅτι προτιθέμεθα νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν χεῖρα τὴν ἐπίσημον τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος, ἐξ οἱωνδήποτε συγκροτουμένης, διότι εἶναι ἐντολοδόχος 6–7 ἑκατομμυρίων Ἑλλήνων, διεσπαρμένων ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἀνατολὴν, καὶ δυναμένων νὰ κινήσωσι γῆν καὶ θάλασσαν, ἐὰν ὠργανωμένοι ἀποφασίσωσι τὴν διεκδίκησιν τῶν δικαίων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ διατυμπανίσωμεν ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ βήματος, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχωσι Ρωμοῦνοι ἐπιλανθανόμενοι τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῶν πρὸς τοὺς ἄλλους λαοὺς, ἐὰν ὑπάρχωσι Σέρβοι καὶ Βούλγαροι, τὰ αὐτὰ ἐπιδιώκοντες, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, ἡ ὁποία διερμηνεύει τὸ φρόνημα τῶν ἁπανταχοῦ Ἑλλήνων, ἀγγέλλει στεντορείως πρὸς αὐτοὺς, ὅτι εἴμεθα ἀποφασισμένοι νὰ ὑποστηρίξωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὅτι εἴμεθα στρατιῶται ὁποιασδήποτε Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τῆς ἐνεστώσης ἢ τῆς μελλούσης, καὶ τοῦ Στέμματος, ἀρκεῖ μόνον νὰ ὑπάρξῃ εἰλικρίνεια, σταθερότης καὶ ἀπόφασις.
§62ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον θεωρήσει, κύριε Πρόεδρε, ἀρκετὰ τὰ μέχρι τοῦδε λεχθέντα ἐπὶ τῆς συζητήσεως, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγε σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς του ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ἐκ Βόλου, ἤθελον θεωρήσει ἀρκετὰ τὰ λεχθέντα, ἐὰν μὴ μεταξὺ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως ταύτης καὶ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν νῦν εὑρισκόμεθα, δὲν ἐμεσολάβει εἴδησις, ἥτις ἔρχεται νὰ δώσῃ νέαν ὤθησιν πρὸς τὰς σκέψεις καὶ νέον τόνον εἰς τὴν γλῶσσαν ἡμῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμίλησεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς ὕψιστα ἐθνικὰ συμφέροντα, ἐτόνισε λίαν συνετῶς τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας καὶ τὴν ὁδὸν, ἣν θ’ ἀκολουθήσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπὶ τῶν τοιούτων ζητημάτων. Εἴμεθα πάντες σύμφωνοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπικηρύξωμεν ἔχθραν κατ’ ἐκείνων τῶν λαῶν τῆς Βαλκανικῆς χερσονήσου, οἵτινες διεκδικοῦσι βελτίωσιν τῆς ἑαυτῶν τύχης καὶ καταστάσεως, ὡς καὶ ἡμεῖς πράττομεν. Δὲν εἶμαι τῆς γνώμης ταύτης· οὐδὲ κατηγοροῦμεν οὐδένα, ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες, οἵτινες ἐγενόμεθα τὸ παράδειγμα τῆς πρὸς τὴν ἐλευθερίαν ἀγούσης εἰς τοὺς ἄλλους λαοὺς, καὶ εὐχαρίστως εἴδομεν καὶ ἄλλους ἀνακτήσαντας τὴν ἐλευθερίαν καὶ προαγομένους εἰς αὐτήν. Ὑψοῦμεν μόνον φωνὴν κατ’ αὐτῶν πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἡμετέρων δικαίων, ὅταν ὑπερφιάλως ζητῶσι νὰ ὑποστηρίξωσι δικαιώματα ἐπὶ χωρῶν ἀκραιφνῶς Ἑλληνικῶν. Ἔρχεται ὅμως εἴδησις, ληφθεῖσα αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ἡ ὁποία μᾶς ἀναγκάζει νὰ σκεφθῶμεν ἄλλως ἢ μετὰ τῆς μεγάλης συνέσεως, ἣν ἄρτι συνίστα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως τὸ Πατριαρχεῖον τὸ Οἰκουμενικὸν εἶναι Πατριαρχεῖον ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων, οὐδὲ πρέπει νὰ κατανέμῃ τὰς χώρας τὰς ὑπαγομένας εἰς τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ εἰς φυλετικὰς ἀπόψεις. Ὅταν ὅμως τινὲς τῶν λαῶν, τῶν ὑπὸ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ὑπαγομένων, μεταβάλλωσι τὰς ἀξιώσεις αὐτῶν τὰς ἐκκλησιαστικὰς εἰς φυλετικὰς, εἰς πολιτικὰς, πρώτιστοι πάντων τῶν ἄλλων ἡμεῖς δικαιούμεθα νὰ ὑψώσωμεν φωνὴν, μᾶλλον δὲ ἀξίωσιν, καὶ νὰ ὑπερασπισθῶμεν τὰ δικαιώματα ἡμῶν. Καὶ ἰδοὺ σήμερον φθάνει εἴδησις ἐκ Βελιγραδίου, ὅτι ἐκεῖ συνεκροτήθη συλλαλητήριον ἐκ χιλιάδων πολλῶν λαοῦ, ἀποκηρύξαντος τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καὶ ἀνακηρύσσοντος τὸ Πατριαρχεῖον τοῦ Ἰπέκ. Τὴν εἴδησιν ταύτην πέποιθα ὅτι ἔχει καὶ ἡ Κυβέρνησις. Ἐὰν δὲ λαμβάνω τὸν λόγον καὶ ἀποτείνομαι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ἔχουσαν ἐν χερσὶν αὐτῆς καὶ τὴν εἴδησιν καὶ τὴν δύναμιν πρὸς πᾶσαν σχετικὴν ἐνέργειαν, πράττω τοῦτο, οὐχὶ ἵνα δώσω πρὸς αὐτὴν γνώμην, ἢ συμβουλήν. Παρ’ ἡμῶν δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ λάβῃ τοιαύτας. Ἀλλ’ ὅ,τι δυνάμεθα καὶ δικαιούμεθα καὶ προσερχόμεθα νὰ πράξωμεν, εἶναι ἡ προτροπὴ, ὅπως ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, ἐν ᾗ μάλιστα φάσει εἰσέρχεται διὰ τῆς εἰδήσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, λάβῃ τὴν στάσιν, ἥτις προσήκει εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν, τὸν ἔχοντα τὰ μέγιστα δικαιώματα, τὰ πραγματικὰ, τὰ ἀπαράγραπτα ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καὶ μάλιστα προκειμένου περὶ χωρῶν, αἵτινες ὑπῆρξαν καὶ εἶναι ἀκραιφνέστατα Ἑλληνικαί. Ἐὰν ἄλλοι ἀποτολμῶσι διὰ τῆς μεθόδου τῆς θρησκείας νὰ διεκδικῶσι ξένας χώρας καὶ νὰ καταλαμβάνωσι χώρας διὰ τῆς ἀνακηρύξεως ἑνὸς ἐπισκόπου ἢ Βουλγάρου ἢ Ρωμούνου ἢ Σέρβου, ἢ διὰ τῆς κατακτήσεως ἐκκλησίας, εἶναι ἡ στιγμή, ὅπως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θέσῃ εἰς ἐνέργειαν ὅλα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ Ἑλληνισμὸς, ἵνα ἀποτρέψῃ τὸν κίνδυνον τοῦτον. Καὶ ἀπέτρεψεν ὁ Ἑλληνισμὸς ὁμοίας ἐπιθέσεις ἄλλοτε, ὅταν ἀπεφάσισε νὰ κλείσῃ τὰς ἐκκλησίας του καὶ κηρυχθῇ ἐν διωγμῷ, καὶ ἠνάγκασε τὴν Τουρκίαν, ὅταν τὴν παραμονὴν τῶν Χριστουγέννων ἐν Σμύρνῃ 70,000 ὀρθοδόξων ἐποίουν τὴν γῆν τρέμειν, ἠνάγκασεν αὐτὴν νὰ σπεύσῃ εἰς τὰ Πατριαρχεῖα καὶ συνθηκολογήσῃ. Ὅτε δὲ ἄλλοτε οἱ Κρῆτες ὕψωσαν ἀπειλητικὴν φωνὴν καὶ ἔνοπλον βραχίονα, διότι ἐτολμήθη ἐπέμβασις εἰς τὰ προνόμια τοῦ Πατριαρχείου καὶ περιστολὴ αὐτῶν, ἡ Πύλη πάλιν ἐποίησε συνθηκολόγησιν. Καὶ σήμερον, ὅτε τὸ ἐθνικὸν φρόνημα ἔχει ἀναχθῆ εἰς τὴν πρέπουσαν περιωπὴν πρὸς προάσπισιν τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἂς ᾖναι βεβαία, ὅτι, ἐὰν τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν Ἑλληνικῶν δικαιωμάτων, τίποτε δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἀνακόψῃ τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς ταύτην. Καταθέτω πρότασιν συντεταγμένην ὑπὸ τοῦτο τὸ πνεῦμα: «Προτείνομεν τῇ Βουλῇ, ἵνα συστήσῃ τῇ Κυβερνήσει τὴν κατὰ πάντα τρόπον περιφρούρησιν τῶν ἀπειλουμένων προνομίων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου», ὑπογεγραμμένην παρὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων κ. κ. Φιλαρέτου καὶ Ραζέλου καὶ ἐμοῦ.
§63Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ σπεύδωμεν εἰς διατυπώσεις τοιαύτας. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, ἐὰν οἱ ὁμιλοῦντες προτρέπωσι τὴν Κυβέρνησιν ἢ συμβουλεύωσιν αὐτὴν νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της, ἡ Κυβέρνησις θέλει ὁμολογήσει αὐτοῖς χάριν· ἀλλὰ προτάσεις τοιαύτας, αἵτινες λέγονται ἀποφάνσεις (resolutions), δὲν συμβουλεύω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀποδεχθῇ. Ἡ Βουλὴ παρακαλῶ νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὰ λεχθέντα μέχρι τοῦδε.
§64Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡμεῖς ὡμιλήσαμεν ὑπὸ τὸν τύπον τῆς συστάσεως· ἐὰν ὅμως ἡ Κυβέρνησις δὲν νομίζῃ ὅτι ὑπάρχει λόγος πρὸς τοῦτο, ἡμεῖς δὲν ἐπιμένομεν.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀποσύρεται ἡ πρότασις. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου θέματος.
§66ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον λάβει τὴν τιμὴν κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς παρελθούσης βουλευτικῆς περιόδου νὰ ἀγάγω μέχρι τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς πρότασιν, ἥτις μετὰ ταῦτα, οὐχὶ διότι ὑπεβλήθη ὑπ’ ἐμοῦ, ἀλλὰ διότι ἐνεῖχεν ἐν ἑαυτῇ τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν δύναμιν, υἱοθετηθεῖσα παρ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, παρήγαγε λαμπρότατα ἀποτελέσματα. Γενομένου τότε λόγου γενικῶς περὶ τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων καὶ μὴ ἀποδεχομένης τῆς Κυβερνήσεως τῆς τότε τὴν ἰδέαν ταύτην, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐρωτήσω αὐτὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ νὰ παρακαλέσω αὐτὴν πρὸς ἀποδοχὴν τῆς ἰδέας, ἥτις, ὡς ἔλεγον καὶ τότε, αἰσιώτατα προοιωνίζετο ἀποτελέσματα διὰ τὴν ἡμετέραν χώραν. Πράγματι δὲ οἱ Ὀλυμπιακοὶ ἀγῶνες, τελεσθέντες ὑπὸ ἄλλης Κυβερνήσεως, ἔσχον τ’ ἀποτελέσματα, περὶ τῶν ὁποίων οὐδὲ πόῤῥωθεν εἶναι ἀνάγκη νὰ ποιήσηταί τις λόγον τινά. Τὸν ἐνθουσιασμόν, ὅστις κατέλαβε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τότε, ἐπηκολούθησεν ἀναστολή της, ἕνεκα ἄλλων παρεμπεσόντων ἐθνικῶν ζητημάτων. Ἐνθυμούμεθα ὅμως πάντες, ὅτι τότε εἶχεν ἀποφασισθῆ καὶ ἐθεωρεῖτο βέβαιον, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἥτις ὁμολογουμένως λίαν ἀξιεπαίνως παρέσχεν ἅπασαν τὴν δυνατὴν ὑποστήριξιν εἰς τοὺς τελεσθέντας Ὀλυμπιακοὺς ἀγῶνας, ἐσκόπει νὰ θεσμοθετήσῃ τὸν θεσμὸν τοῦτον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ νὰ ἱδρύσῃ διὰ νόμου τοὺς Ὀλυμπιακοὺς ἀγῶνας. Ἐπειδὴ μέχρι τοῦδε, ἂν καὶ βαίνομεν πρὸς τὸ τέρμα τῆς βουλευτικῆς ταύτης συνόδου, ἥτις εἶναι καὶ ἡ μόνη, ἐν τῇ ὁποίᾳ δύναται νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα,—διότι ἐν ἑπομένῳ ἔτει θὰ ἦναι πολὺ ἀργὰ—παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου ἴσως εἶναι καὶ παρεσκευασμένη, διότι πολλάκις ἐγένετο λόγος περὶ αὐτοῦ, καὶ ἐλέχθη ὅτι ἐσκόπει νὰ υἱοθετήσῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον, νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὸ καὶ ζητήσῃ τὴν κατὰ προτίμησιν ψήφισίν του, διότι ἡ θεσμοθέτησις τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων πρόκειται νὰ δημιουργήσῃ εἰς τὴν ἡμετέραν χώραν καὶ τὸν Ἑλληνισμὸν κατάστασιν λίαν εὐφρόσυνον διὰ τὸ μέλλον. Οἱ λαοὶ τῆς Δύσεως ἀποβλέπουσι πρὸς τὴν χώραν ταύτην κατὰ προτίμησιν, ὡς πρὸς τὴν τέλεσιν τῶν διεθνῶν ἀγώνων. Ἡμεῖς ἱδρύομεν τοὺς Ὀλυμπιακοὺς ἀγῶνας, τοὺς ὁποίους οὐδένα ἐμποδίζομεν νὰ θεωρῇ διεθνεῖς καὶ νὰ λαμβάνῃ μέρος εἰς αὐτούς. Οὕτω θὰ καταστήσωμεν τὴν χώραν ἡμῶν στάδιον εὐγενοῦς ἁμίλλης, καὶ θὰ καταστήσωμεν αὐτὴν γνωστοτέραν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν εἰς τοὺς ξένους, ὡς τοῦτο συνέβη εὐρέως ἐν τῇ τελέσει τῶν παρελθόντων Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων, θὰ πορισθῶμεν δὲ καὶ ὠφελήματα ἄλλα, ποικίλα καὶ παντοειδῆ, ὧν τελευταῖα εἶναι τὰ χρηματικὰ ὠφελήματα. Αὐτὰ ἔκρινα ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ παρακαλέσω αὐτὴν νὰ σπεύσῃ πρὸς διευκόλυνσιν τῆς ἐκτελέσεως τῆς Ἑλληνικωτάτης ταύτης ἰδέας.
§67Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅσοι παρηκολούθησαν τὰς ἐργασίας ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην,—καὶ ὑμεῖς βεβαίως παρακολουθεῖτε ταύτας—γνωρίζουσιν ὅτι δὲν εἰσηγάγομεν εἰς τὴν Βουλὴν πάντα τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ εἰσαγάγωμεν, καὶ τῶν ὁποίων τὴν ἐπιψήφισιν θεωροῦμεν ἀναγκαίαν. Ἑπομένως ἐλπίζω, ὅταν τελειώσωμεν τὰς ἐργασίας ἡμῶν, νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§68Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Βεβαίως ἀναμένομεν τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει τὸ ὑποβάλει. Πρὸ τούτου ὅμως πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ τὸ Σκοπευτήριον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθησαν μεγάλα χρηματικὰ ποσά, καίτοι δὲ παρῆλθον ἑπτὰ μῆνες ἔκτοτε, μένει κατάκλειστον.
§69ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Προετιθέμην, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀπευθύνω σύστασιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργὸν, ἀφορῶσαν τὴν καταδίωξιν τῶν ὑπαιτίων τῶν δυστυχημάτων τῶν συμβαινόντων ἐν τοῖς μεταλλείοις. Ἐπειδὴ ὅμως κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἡ ὥρα ἔχει παρέλθει, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω τὴν ἐπερώτησίν μου αὔριον.
§70ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Χθὲς συνεζητήθη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πληροφορίας τινάς. Τὰς πληροφορίας ταύτας νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ τὰς εἰδικεύσω καὶ νὰ παρακαλέσω καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐπισπευσθῇ ἡ συζήτησις αὐτοῦ πρὶν ὑποβληθῶσι.
§71Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως θέλω ζητήσει τὴν ἀναβολήν.
§72ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ζητῶ, εἶναι αἱ ἑξῆς. Διὰ τοῦ εἰρημένου νομοσχεδίου ζητεῖται ἡ πληρωμὴ δύο ἐνταλμάτων ἐξ 118,750 φράγκων χρυσῶν, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν τὸν Ἰούνιον τοῦ 1893. Συγχρόνως μὲ τὰ ἐντάλματα ταῦτα ἐξεδόθη καὶ ἕτερον ἔνταλμα ἐκ δρ. 156,240 διὰ τὸν αὐτὸν σκοπὸν καὶ ἐκ τῆς αὐτῆς πηγῆς. Διὰ τίνα λόγον τοῦτο μὲν ἐπληρώθη, ἐκεῖνα δὲ δὲν ἐπληρώθησαν; Συγχρόνως ζητεῖται ἡ ἀκύρωσις ἴσου ποσοῦ ἐκ τοῦ ὑπὸ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ κεφαλαίου 1 τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1893 τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὑπολοίπου πιστώσεως ἐκ δραχ. 121,503.35. Ὁ προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος ἀναγράφει μόνον ἑκατὸν ἑβδομήκοντα περίπου χιλιάδας δραχμῶν, ὁ ἀπολογισμὸς δὲ τοῦ 1893 παρουσιάζει δαπάνην 343,400 δραχμῶν. Ἐν ὑποσημειώσει δὲ ἀναφέρεται, ὅτι ἐγένετο μεταφορὰ 275,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ κεφαλαίου 15 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, δηλαδὴ ἐκ τῶν ἐξόδων τῶν τελωνείων. Αἱ πληροφορίαι αὗται πρέπει νὰ ἔλθωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ συζητήσωμεν οὐσιαστικῶς τὸ νομοσχέδιον.
§73Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§74ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχω καὶ σημείωσιν αὐτῶν ἔγγραφον, ἣν καὶ καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἵνα μὴ γείνῃ παρανόησις.
§75Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πληροφοροῦμαι ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης παρήγγειλε τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Πάτραις Πρωτοδικῶν, ἵνα προκαλέσῃ γνωμοδότησιν τοῦ δικαστικοῦ συμβουλίου τῶν Πρωτοδικῶν καὶ καταργήσῃ ἓν Συμβολαιογραφεῖον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καλαβρύτων, τὸ Συμβολαιογραφεῖον Κραθίδος. Ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι τὸν ἠνάγκασαν νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν κατάργησιν τοῦ Συμβολαιογραφείου; Θὰ τὸ πράξω δὲ, διότι εἰς τὴν ἐπαρχίαν μας κατήντησε νὰ μὴ ἔχωμεν σχεδὸν Συμβολαιογραφεῖον. Διὰ τοιούτου ὁμοίου τρόπου ἐζητήθη ἡ κατάργησις τοῦ Συμβολαιογραφείου Κλειτορείας, καὶ ἐνῷ ἐκεῖ εἴχομεν δύο Συμβολαιογραφεῖα, τὰ ὁποῖα ἔγειναν ἵνα ἀποφύγωμεν τὸ μονοπώλιον τοῦ ἑνὸς Συμβολαιογραφείου, ἤδη τὸ κατήργησαν καὶ τὸ μετέφεραν εἰς μίαν ἄλλην κωμόπολιν, ὅπου διωρίσθη εἷς, μὴ δυνάμενος ἐπὶ ἕξ μῆνας τώρα νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς καὶ δώσῃ τὸν ὅρκον. Διὰ τοιούτου ὁμοίου τρόπου ἐπαύθη εἷς ἕτερος συμβολαιογράφος τοῦ δήμου Παΐων καὶ εἷς ἄλλος τοῦ δήμου Φελλόης. Ἤδη ζητεῖται καὶ ἡ κατάργησις τοῦ Συμβολαιογραφείου Κραθίδος. Ἡ ἐπαρχία σχεδὸν πρόκειται νὰ στερηθῇ συμβολαιογράφων. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ μεταβιβάσῃ εἰς αὐτὸν τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, ἵνα μᾶς πληροφορήσῃ, ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι τὸν ἀναγκάζουσι νὰ προβαίνῃ εἰς τοιαύτας ἐνεργείας. Ὅσους συμβολαιογράφους ἠδυνήθη νὰ παύσῃ, τοὺς ἔπαυσε· δι’ ὅσους δὲν δύναται, καταργεῖ τὰ Συμβολαιογραφεῖα. Ἔχω πλείστας ἐπιστολὰς ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου, διὰ τῶν ὁποίων παραπονοῦνται, ὅτι δὲν ἔχουσι ποῦ νὰ κάμωσι τὰ συμβόλαιά των. Παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, νὰ διαβιβάσητε τὰ παράπονα ταῦτα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§77Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πληροφορῶ δὲ ὑμᾶς, ὅτι ὁ εἰρηνοδίκης Νωνάκριδος ἀρνεῖται νὰ παραδώσῃ τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν διάδοχόν του, ὁ ὁποῖος ἐπὶ δέκα ἡμέρας κάθηται εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον καὶ δὲν δύναται νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑπηρεσίαν. Ὅλαι δὲ αἱ δίκαι, αἱ ὁποῖαι εἶχον ὁρισθῆ κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας, μένουσιν ἐκκρεμεῖς.
§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ εἰρηνοδίκης Νωνάκριδος;
§79Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα. Εἶναι ὁ εἰρηνοδίκης, τὸν ὁποῖον κατήγγειλα. Οὗτος μετετέθη, ἀλλὰ καίτοι μετατεθεὶς, δὲν παραδίδει τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν διάδοχόν του, καὶ οἱ διάδικοι, οἱ ὁποῖοι μεταβαίνουσιν εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον, ἀναγκάζονται νὰ φεύγωσι, διότι οὔτε ὁ μετατεθεὶς δύναται νὰ δικάσῃ, οὔτε εἰς τὸν διάδοχόν του ἐπιτρέπει νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του.
§80Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλω ἀνακοινώσει τὴν σύστασιν ὑμῶν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§81Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ εἰρηνοδίκης δ’ αὐτὸς, κύριε Πρόεδρε, κατηγγέλθη διὰ διαφόρους πράξεις, τῷ ἀποδίδεται δὲ καὶ ἀπάτη καὶ πλαστογραφία διὰ μηνύσεως, τὴν ὁποίαν πιστεύω ὅτι θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργός.
§82ΡΑΖΕΛΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ὑπόμνημα περὶ τοῦ συστήματος τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν θηλέων. Τὸ ὑπόμνημα τοῦτο εἶναι συντεταγμένον παρὰ προσώπου ἐκπαιδευθέντος εἰδικῶς περὶ τὰ παιδαγωγικὰ ἐν Εὐρώπῃ καὶ γνωστοῦ ἐν Ἑλλάδι, στηρίζεται δὲ ἐπὶ βάσεων σχετικῶν πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ ἤθη, καὶ εἶναι ἄξιον τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν κρίνητε καὶ ὑμεῖς εὔλογον, νὰ διατάξητε τὴν τύπωσιν τοῦ ὑπομνήματος τούτου καὶ τὴν διανομὴν αὐτοῦ εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς.
§83Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, ἔχω μάθει, ὅτι εἶναι σπουδαῖον τὸ ὑπόμνημα τοῦτο.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω γνῶσιν, καὶ νομίζω ὅτι καλὸν εἶναι νὰ τυπωθῇ.
§85ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γενικὴ γνώμη.
§86ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§87ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τίνος εἶναι;
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῆς κυρίας Σεβαστῆς Ν. Καλλισπέρη. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 171).
§89ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μίαν παράκλησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐὰν γένηται δεκτή, θὰ ἀποβῇ ὠφέλιμος ὄχι μόνον εἰς τοὺς κατοίκους Μεσολογγίου, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Δημόσιον. Ἡ ἐπαρχία Μεσολογγίου διασχίζεται ὑπὸ δύο ποταμῶν, τοῦ Ἀχελῴου καὶ τοῦ Εὐήνου, οἱ ὁποῖοι, συχνὰ ἐκχειλίζοντες, ἐπιφέρουσι μεγάλας εἰς τοὺς κατοίκους ζημίας. Ἐσχάτως ὁ ποταμὸς Εὔηνος, ἐκχειλίσας, κατέστρεψεν ὅλα τὰ σπαρτὰ καὶ τὰ κινητὰ δύο χωρίων. Εὐτυχῶς δὲ, μόνον θύματα ἀνθρώπων δὲν ὑπῆρξαν. Νομίζω ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἀποφασίσῃ νὰ δαπανήσῃ 5–6 χιλιάδας δραχμῶν εἰς τὸ μέρος τοῦ ποταμοῦ Εὐήνου, ἐξ οὗ οὗτος ἐκχειλίζει καὶ καταπλημμυρεῖ τὴν πεδιάδα τοῦ Γαλατᾶ καὶ Εὐηνοχωρίου, θὰ δυνηθῇ νὰ διαφυλάξῃ τοὺς κατοίκους ἀπὸ τὰς περιοδικὰς αὐτὰς καταστροφάς· ἀλλὰ νομίζω ὅτι θὰ ὠφελήσῃ πολὺ καὶ τὰ δημόσια συμφέροντα τοιαύτη δαπάνη, διότι κατὰ τὴν τελευταίαν πλημμύραν κατεστράφη καὶ μέρος τῶν ἰχθυοτροφείων, τὸ ἰχθυοτροφεῖον τῆς Κλείσοβας. Ὁ ποταμὸς, καταφέρων ἰλὺν καὶ δένδρα καὶ κλάδους, βλάπτει καὶ τὴν περιουσίαν τοῦ Δημοσίου. Λοιπὸν καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἀφοῦ πρόκειται περὶ μικρᾶς δαπάνης καὶ περὶ ὠφελείας τῶν τε κατοίκων καὶ τοῦ Δημοσίου, θὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα, ἀφοῦ βεβαίως ἐρωτήσῃ τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς, προβῇ εἰς τὴν δαπάνην ταύτην.
§90Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλω ἀνακοινώσει τὴν σύστασίν σας εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι βεβαίως θὰ γείνῃ μία μελέτη τεχνική.
§91ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ ἐκεῖ μηχανικὸς εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ δώσῃ ἀπὸ τοῦδε πληροφορίας. Δὲν εἶναι τεχνικὸν ἔργον, εἶναι ἁπλούστατον καὶ ἐνδεδειγμένον ἔργον.
§92Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἄν θέλετε νὰ προλάβητε τὰς βιαίας καταφορὰς τῶν ὑδάτων, μεριμνήσατε, ἵνα μὴ καταστρέφωνται τὰ δάση εἰς τὰς πηγὰς τῶν ποταμῶν. Εἰς τοῦτο ἐπέστησε γέρων νοήμων τὴν προσοχήν μου, ὁ ὁποῖος μοὶ εἶπεν, ὅτι ἐν τῇ νεότητί του δὲν ἐνεθυμεῖτο τοιαύτας πλημμύρας τοῦ ποταμοῦ. Αὗται, μοὶ εἶπε, γίνονται κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἀφ’ ὅτου ἤρξατο ἡ καταστροφὴ τῶν δασῶν εἰς τὰς πηγὰς τῶν ποταμῶν.
§93Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§94ΜΑΝΕΣΗΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει τὴν σύστασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεσολογγίου.
§95Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τὸν ποταμὸν Εὔηνον;
§96ΜΑΝΕΣΗΣ. Μάλιστα. Νομίζω ὅτι μικρὰ ποσότης χρημάτων δὲν θὰ σώσῃ μόνον τοὺς κατοίκους τῆς ἐπαρχίας Μεσολογγίου καὶ τὰς περιουσίας αὐτῶν, ἀλλὰ θὰ σώσῃ καὶ τὴν περιουσίαν τοῦ Δημοσίου, τὰ ἰχθυοτροφεῖα. Τοῦτ’ αὐτὸ λέγω καὶ διὰ τὰς ἐκχειλίσεις τοῦ Ἀχελῴου, αἱ ὁποῖαι συνήθως λαμβάνουσι χώραν καὶ καταστρέφουσι τὰ ἰχθυοτροφεῖα, αἱ δὲ ζημίαι τοῦ Δημοσίου εἶναι ἀνυπολόγιστοι, διότι δὲν πρέπει νὰ νομίζῃ τις, ὅτι δύναται νὰ ἀπαιτῇ παρὰ τῶν ἐνοικιαστῶν τῶν ἰχθυοτροφείων πληρωμήν, ὅταν ταῦτα καταστρέφωνται ὑπὸ τῶν ποταμῶν.
§97Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει δώσει παραγγελίαν εἰς τὸν μηχανικὸν Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, ἵνα ἐξετάσῃ, τί πρέπει νὰ γείνῃ, καὶ θέλει προβῆ εἰς τὴν ἀναγραφὴν τῆς ἀναγκαίας δαπάνης.
§98ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς παρακαλέσω δι’ ἕνα ἄλλον ποταμόν.
§99Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸν Σελινοῦντα;
§100ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§101Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
§102ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἂς ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ὁ Σπερχειός.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη τροπολογία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος περὶ δανείων καλλιεργείας κλπ.», φέρουσα τὰς ὑπογραφὰς δεκαοκτὼ Βουλευτῶν. Ὁμοία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν ΑΛϚʹ νόμου», φέρουσα τὰς ὑπογραφὰς δώδεκα Βουλευτῶν. Ὁμοία ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου, φέρουσα τὰς ὑπογραφὰς τεσσάρων Βουλευτῶν. Ἅπασαι αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 172–174). Ὡσαύτως οἱ βουλευταὶ κ.κ. Π. Σάκκης καὶ Δ. Καλογερόπουλος ὑπέβαλον τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως καὶ συστάσεως τελωνειακῶν θέσεων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 175). Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Σάκκης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς αἴτησιν.
§104ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προταγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα, ἐξ οὗ νὰ ἐμφαίνηται τὸ ποσὸν τῶν ἐξαγομένων, εἰσαγομένων ἢ μεταφερομένων ἐμπορευμάτων ἐκ τῶν ὑποτελωνείων Ληξουρίου, Αἰγίου, Ἄνδρου καὶ Κορώνης καὶ ἐκ τῶν τελωνοσταθμαρχείων Πλάκας, Μεθώνης, Πεταλιδίου καὶ Ἁγίας Πελαγίας.»
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§106ΣΤΑΗΣ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§107Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρα 8 καὶ 20′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρα 9 καὶ 40′ μ. μ.)
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896 ἐκ δραχ. 67,000. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἔκτακτοι πιστώσεις ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896 ἐκ δραχμῶν 2,104,250. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§111ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ ἐπεξεργασθεῖσα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν θεωρῶ λίαν δικαίαν, νὰ προστεθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον ἄρθρον δεύτερον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀκυροῦται ἡ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφεῖσα πίστωσις ἐκ 200 χιλιάδων δραχμῶν, προωρισμένη ὅπως δαπανηθῇ διὰ τοῦ ταμείου πρὸς κατασκευὴν λεβήτων, τὸ ὁποῖον ταμεῖον δὲν ἐψηφίσθη. Βεβαίως ἤθελεν εἶναι καλλίτερον, ἄν, μὴ ψηφισθέντος τοῦ περὶ τοῦ ταμείου τούτου νομοσχεδίου, ἀνεγράφετο πέρυσιν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἡ δαπάνη πρὸς ἐπισκευὴν λεβήτων καὶ ἄλλων ἔργων, διότι τότε δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἐκτάκτων πιστώσεων διὰ δαπάνην προβλεπομένην ἐκ τῶν προτέρων.
§112Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶχε προβλεφθῆ ὑπὸ τύπον ὅλως διάφορον, ὡς εἰσφορὰ εἰς τὸ ταμεῖον, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐν τῇ πράξει του βεβαιώνει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ χρῆσις αὐτῆς. Τὴν προσθήκην τοῦ δευτέρου ἄρθρου δέχομαι.
§113ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο ἀφορᾷ τὴν προσθήκην τοῦ δευτέρου ἄρθρου. Ἡ συνέχεια εἶναι ὡς γενικὴ παρατήρησις, διότι ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ προϋπολογισμὸς, προὐτάθη ὅπως διαγραφῇ τὸ ἄρθρον τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ἀφορῶν τὴν σύστασιν ταμείου εἰδικοῦ, καὶ ἐγγραφῇ πίστωσις πρὸς ἐπισκευὴν λεβήτων, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο δεκτὸν τότε, καὶ ἐπέρχεται ἓν εἶδος ἀταξίας λογιστικῆς, διότι ἀντὶ νὰ ζητηθῇ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις, ὅπως ἤθελε ζητηθῆ, ἐὰν κανονικῶς συνετάσσετο τὸ μέρος τοῦτο τοῦ προϋπολογισμοῦ, ζητεῖται ἔκτακτος. Ἡ προσθήκη λοιπὸν εἶναι ἀναγκαία.
§114ΣΤΑΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω παράκλησιν, ἀπευθυνθεῖσαν πρὸ ἡμερῶν τῷ κ. Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως, δι’ ἧς ἐζητήθη νὰ ὑποβληθῶσιν ἐν ἑνὶ καὶ τῷ αὐτῷ πίνακι ἅπασαι αἱ μέχρι τοῦδε ζητηθεῖσαι ἔκτακτοι πιστώσεις τῆς χρήσεως τοῦ 1896, ὡς καὶ αἱ ἀναπληρωτικαί, ἵνα ἴδωμεν τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896 εἰς ποῖον ποσὸν ἀνέρχονται, ἵνα ἴδωμεν, ἂν θὰ ὑπάρχῃ μέγα ἢ μικρὸν ἔλλειμμα, διότι βεβαίως τὰ ἔσοδα τοῦ 1896 δὲν θὰ ὑπερβῶσι τὰ προϋπολογισθέντα.
§115Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλω φροντίσει νὰ κατατεθῇ πίναξ τοιοῦτος. Ἀλλὰ καὶ ἄλλοτε ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τώρα ἐπαναλαμβάνω, ὅτι κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896 ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῶσιν οἰκονομίαι.
§116ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δι’ ἀδιαθέτων πιστώσεων;
§117Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ θεραπείας τῶν ἀναγκῶν δι’ ὀλιγωτέρων χρημάτων.
§118ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι ἄλλοτε, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκάκιζε σπουδαίως τὴν τακτικὴν ταύτην.
§119Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκάκιζον ἄλλην τακτικὴν, τὴν ἀναγραφὴν πιστώσεων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τὴν ἐγκατάλειψιν δὲ αὐτῶν ὅλως ἀδιαθέτων. Τί ἐδήλου ἡ ἀναγραφὴ τῆς πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ; Ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς Διοικήσεως ἢ τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία πρέπει νὰ θεραπευθῇ διὰ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφετο. Ἔψεγον λοιπὸν τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς ἀνάγκης ταύτης, διότι, ἀφοῦ ἀνεγνωρίζετο, ὅτι ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη, ἔπρεπε νὰ θεραπευθῇ. Ἀλλὰ νῦν πρόκειται οὐχὶ περὶ ἐγκαταλείψεως ἀναγκῶν ἄνευ θεραπείας, ἀλλὰ περὶ θεραπείας τῶν ἀναγκῶν διὰ ποσοῦ ὀλιγωτέρου ἀπὸ τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Οὕτως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀνεγράφησαν 700 χιλιάδες ἢ 640 χιλιάδες δρ. διὰ τόκους ἐντόκων γραμματίων. Ἠλάττωσα τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ ποσὸν ἐντόκων γραμματίων καὶ ἐπλήρωσα ὀλιγωτέρους τόκους, ἑπομένως δὲν ὑπεχρεώθην νὰ πληρώσω ὅλον τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφὲν ποσόν. Ὑπάρχουσι νενομοθετημέναι θέσεις, ἀλλ’ ἠδυνήθην νὰ διεξαγάγω τὴν διοίκησιν δι’ ὀλιγωτέρων ὑπαλλήλων· ἑπομένως δὲν ἐπλήρωσα πάσας τὰς ἀναγεγραμμένας ἐν τοῖς νόμοις θέσεις, καὶ δὲν ἐδαπάνησα ἕνεκα τούτου πάσας τὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένας πιστώσεις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ 1896 ἐκ φράγκων χρυσῶν 118,750 κτλ.
§121Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, ὅπως ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἀναβληθῇ ἐπὶ τὴν αὔριον.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν ΑΛϚʹ νόμου.
§123Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, ὅπως καὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ συζήτησις ἀναβληθῇ ἐπὶ τὴν αὔριον.
§124ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὑπάρχει λόγος τις;
§125Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ὑπάρχουσι γνῶμαι διάφοροι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὑπάρχει ἡ γνώμη, ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκφερομένη, ὑπάρχει ἡ τροπολογία, δι’ ἧς προτείνεται ἐλάττωσις τοῦ ὁρίου ἡλικίας κατὰ 2 ἔτη, ὑπάρχει ἄλλη τροπολογία, δι’ ἧς προτείνεται ἐλάττωσις κατὰ 5 ἔτη, θέλομεν προτείνει γνώμην ὡρισμένην.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγκαταστάσεως συγκοινωνίας δι’ ἁμαξῶν κινουμένων μηχανικῶς. Ὁ κ. Σκουλούδης ἔχει τὸν λόγον.
§127ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τῆς προκειμένης συμβάσεως λέγει ὅτι (ἀναγινώσκει) «ἀπεδέξατο τὰς γενομένας αὐτῇ προτάσεις, διότι ἐθεώρησε ὠφέλιμον νὰ μὴ παρίδῃ τὰς ὠφελείας, αἵτινες δύνανται νὰ προσγείνωσιν εἰς τὸν τόπον ἐκ τῆς πραγματοποιήσεως τοιαύτης συγκοινωνίας δι’ αὐτοκινήτων ἁμαξῶν, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πολλὰ τοῦ Κράτους μέρη στεροῦνται σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας, καὶ δὲν εἶναι εὔκολον οὔτε ἐν ἀπωτέρῳ μέλλοντι νὰ ἐπιτευχθῇ εἰς αὐτὰ τοιαύτη, ἕνεκα τῆς ὑπερβολικῆς δαπάνης ἢ τοῦ λίαν περιωρισμένου τῆς προσδοκωμένης ἐπ’ αὐτῶν κινήσεως.» Ἐνῷ αἱ σκέψεις αὗται εἶναι λίαν ὀρθαὶ, τὸ συμπέρασμα μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἀντίθετον πρὸς τὰ ὀρθῶς νοούμενα συμφέροντα τοῦ τόπου. Εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν αὐτοκινήτων ἁμαξῶν προκαλεῖ σήμερον παντοῦ τὴν προσοχὴν, διότι αἱ αὐτοκίνητοι ἅμαξαι, ὅταν ἐντὸς ὀλίγου τελειοποιηθῶσιν, εἶναι προωρισμέναι ν’ ἀποτελέσωσιν ἐν τῷ κλάδῳ αὐτῶν τὸ κινητήριον ὄργανον τοῦ μέλλοντος. Ἡ δι’ ἐμψύχου δυνάμεως ἔλασις πανταχοῦ ἀποκαθίσταται σήμερον διὰ τῆς ἐλάσεως τῆς παραγομένης εἴτε δι’ ἀτμοῦ εἴτε δι’ ἠλεκτρισμοῦ. Εἰς τὰ Κράτη ἰδίως, τὰ ὁποῖα ἕνεκα τῶν οἰκονομικῶν αὐτῶν δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι τὸ εὐεργέτημα εὐρέος σιδηροδρομικοῦ δικτύου, — καὶ τοιοῦτον βεβαίως Κράτος εἶναι καὶ τὸ ἡμέτερον, — φρονῶ, ὅτι ἡ ἐφεύρεσις αὕτη, ἢ μᾶλλον ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἀτμοῦ καὶ ἠλεκτρισμοῦ εἰς τοιαύτας αὐτοτελεῖς ἁμάξας, εἶναι εὐεργετικωτάτη. Τὰ πλεῖστα τῶν Κρατῶν, καὶ ἐκεῖνα, ἅτινα δὲν ἔχουσι πολλοὺς σιδηροδρόμους, ἔχουσιν ἁμαξιτὰς ὁδοὺς, ἐπ’ αὐτῶν δὲ τῶν ἁμαξιτῶν ὁδῶν δύνανται κάλλιστα νὰ λειτουργῶσιν αἱ αὐτοκίνητοι ἅμαξαι. Πανταχοῦ σήμερον οἱ μηχανικοὶ καταγίνονται εἰς τὴν τελειοποίησιν τῶν ἁμαξῶν τούτων, καὶ ἐὰν ἐπὶ τοῦ παρόντος χρησιμεύωσι μόνον εἰς τοὺς εὐπόρους ἀστοὺς, εἴτε πρὸς τέρψιν, εἴτε πρὸς περιηγήσεις, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, αἱ ἅμαξαι αὗται ἐντὸς ὀλίγου θὰ χρησιμεύωσι καὶ εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς καὶ εἰς τοὺς ἔχοντας χρηματικὰ μέσα μετριώτερα τῶν εὐπόρων. Γνωρίζετε, ὅτι πρὸ ὀλίγου καιροῦ προεκηρύχθη ἐν Ἀγγλίᾳ βραβεῖον ἐκ δύο χιλιάδων λιρῶν διὰ τὸν ἐφευρέτην ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἤθελε παρουσιάσει τὴν τελειοτέραν αὐτοκίνητον ἅμαξαν, πρὸ ὀλίγων δὲ ἡμερῶν ἐγένετο καὶ ἀγὼν αὐτοκινήτων ἁμαξῶν ἀπὸ Παρισίων μέχρι Μασσαλίας· τοσοῦτον δὲ θεωροῦσι τὸ ζήτημα σοβαρὸν καὶ ἐνδιαφέρον, ὥστε μηχανικοὶ ἐξ Ἀγγλίας μετέβησαν καὶ μεταβαίνουσιν εἰς Γαλλίαν, ὅπως μελετήσωσι τὰ ἐκεῖ λειτουργοῦντα συστήματα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε θεωροῦνται τὰ τελειότερα. Ἀφοῦ λοιπὸν, ὡς εἶπον, ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει ἐπὶ τοῦ παρόντος τὰ μέσα νὰ αὐξήσῃ τὸ σιδηροδρομικὸν αὐτῆς δίκτυον, ἔχει δὲ τόσας ἁμαξιτὰς ὁδοὺς, διατί, ἐνῷ τὸ μέσον τοῦτο τῶν αὐτοκινήτων ἁμαξῶν εἶναι προσιτὸν καὶ εἰς βαλάντια μέτρια, καὶ ἑπομένως θὰ ἦναι δυνατὸν αὔριον καὶ οἱ ἡμέτεροι ἀγρόται νὰ προμηθεύωνται τοιαύτας, διατί νὰ ὑπαγάγωμεν τὸν τόπον εἰς τὰ Κανδιανὰ στενὰ μιᾶς οἱασδήποτε ἑταιρίας; Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, φρονῶ ὅτι, ἐὰν ἀφήσωμεν τὸν τόπον ἐλεύθερον, ὁσάκις εἰς μίαν ὁδὸν παρουσιάζωνται πολῖται ἔχοντες τὰ μέσα νὰ χρησιμοποιήσωσι τοιαύτας ἁμάξας, εἴτε ἰδιῶται, εἴτε συνεταιρισμοὶ μικροὶ, θὰ δύνανται νὰ τὸ πράττωσιν· ἐνῷ, ἐὰν ψηφίσωμεν τὴν σύμβασιν, ὅπως ἔχει, δὲν δύνανται νὰ τὸ πράξωσι. Δύνανται μὲν οἱ ἰδιῶται πρὸς ἰδίαν αὐτῶν χρῆσιν νὰ μεταχειρίζωνται τοιαύτας ἁμάξας, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ γίνωνται μικροὶ συνεταιρισμοὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν διαφόρων ὁδῶν, διότι τοῦτο ῥητῶς ἀποκλείεται διὰ τῆς συμβάσεως. Τόσῳ δὲ μᾶλλον νομίζω ὅτι ἡ σύμβασις εἶναι βαρεῖα, ὅσῳ δὲν πρόκειται μόνον περὶ ἐθνικῶν ὁδῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ ἐπαρχιακῶν καὶ δημοτικῶν ὁδῶν· τουτέστι παντοῦ, ὅπου ὑπάρχει ἀρτηρία μικρᾶς ἢ μεγάλης συγκοινωνίας, λαμβάνει ἡ ἑταιρία τὸ προνόμιον τοῦτο, καὶ τὸ λαμβάνει ἐπὶ τριάκοντα ὅλα ἔτη. Εἶπον, ὅτι αἱ ἅμαξαι αὗται, αἱ αὐτοκίνητοι, εἶναι προσιταὶ εἰς μέτρια βαλάντια. Γνωρίζετε, ὅτι σήμερον ἡ τιμὴ μιᾶς τοιαύτης ἁμάξης εἶναι 3,500 φρ. χρυσῶν, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν τῶν 3,500 φρ. δέον νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι περὶ τὰ 700 ἢ 800 φρ. πληρόνονται οὐχὶ ἀπέναντι τῆς ὑλικῆς ἀξίας τῆς ἁμάξης, ἀλλὰ λόγῳ τοῦ πτυχίου τῶν ἐφευρέσεων, τῶν ἐφευρέσεων τῶν μέχρι τοῦδε γνωστῶν, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι καθ’ ἡμέραν γίνονται τελειοποιήσεις, καὶ ἐπειδὴ ἡ προσοχὴ τῶν μηχανικῶν εἶναι σήμερον πρὸς τοῦτο ἐστραμμένη, πολὺ ταχέως θὰ ἔχωμεν ἐφευρέσεις τελειοτέρας, καὶ ἴσως εὐωνοτέρας, ὥστε δὲν εἶναι ἀπίθανον ἐντὸς ὀλίγου νὰ ἔχωμεν τοιαῦτα κινητήρια ὄργανα ἀντὶ τιμῆς πολὺ μικροτέρας καὶ ἀντιπροσωπευούσης μόνην τὴν ὑλικὴν ἀξίαν αὐτῶν. Εἰς τὴν προκειμένην σύμβασιν παρατηρῶ, ὅτι πάντες οἱ ὅροι τίθενται εὐνοϊκώτατοι ὑπὲρ τοῦ ἀναδόχου, χωρὶς οὗτος ν’ ἀναλαμβάνῃ τὴν ἐλαχίστην ὑποχρέωσιν νὰ εἰσάγῃ ἑκάστοτε τὰ τελειότερα μηχανήματα, ἐὰν ἤθελον τοιαῦτα ἐφευρεθῆ ἐν τῷ μέλλοντι. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι τὸ τριακονταετὲς τοῦτο προνόμιον, τὸ διδόμενον ἐφ’ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος, εἶναι παραχώρησις ἀξίας πολλῶν ἑκατομμυρίων ἐν Εὐρώπῃ, καὶ φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ὀρθότερον πράξει, ἀντὶ νὰ σπεύσῃ νὰ ὑπογράψῃ τὴν σύμβασιν ταύτην, νὰ ἐκθέσῃ τὴν ἐπιχείρησιν διὰ τῶν ἁρμοδίων εἰς δημοπρασίαν ἐν Εὐρώπῃ ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου. Τοιουτοτρόπως δύναται νὰ ἦναι βεβαία, ὅτι, ἐὰν δὲν ἤθελε τύχει καλλιτέρων ὅρων, τοὐλάχιστον θὰ ἔχῃ πάντοτε ἠσφαλισμένους τοὺς ὅρους τῆς παρούσης συμβάσεως. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 τῆς συμβάσεως γίνεται λόγος «περὶ ἁμαξῶν κινουμένων μηχανικῶς», δὲν ὁρίζεται ὅμως τὸ εἶδος τοῦ μηχανήματος τοῦ κινητηρίου· θὰ ἦναι τὰ μηχανήματα μόνον τὰ δι’ ἀτμοῦ, τὰ δι’ ἠλεκτρισμοῦ, ἢ ἐξ ἀμφοτέρων; Νομίζω ὅτι πρέπει τοῦτο νὰ ὁρισθῇ, ἢ τοὐλάχιστον νὰ τεθῇ ὅρος, ὑποχρεῶν τὸν ἀνάδοχον ἢ τὴν ἑταιρίαν νὰ εἰσάγῃ κατόπιν, ὅταν τελειοποιηθῶσι τὰ μηχανήματα ταῦτα, νὰ εἰσάγῃ, λέγω, τοὐλάχιστον τὰ τελειότερα. Ἡ ἑταιρία ἢ ὁ ἀνάδοχος, λαμβάνων τὴν παραχώρησιν, ὡς περιγράφεται διὰ τῆς συμβάσεως, δύναται δι’ ὀλιγίστης δαπάνης ν’ ἀποκτήσῃ μέγιστα πλεονεκτήματα· π. χ. δύναται νὰ πωλῇ τμηματικῶς τὸ προνόμιον διὰ τὰς ὁδοὺς τῆς Ἑλλάδος εἰς ἄλλους ἐργολάβους, κατ’ ἐπαρχίας καὶ δήμους, χωρὶς ὁ ἴδιος νὰ ὑπόκειται εἰς ἐλαχίστην δαπάνην καὶ μόνον ἀκόπως ν’ ἀπολαμβάνῃ κέρδος. Αἱ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνει ὁ ἀνάδοχος διὰ τῆς παρούσης συμβάσεως, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἐλάχισται, διότι ποῖαι εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις αὐτοῦ; Ἡ μοναδικὴ αὐτοῦ ὑποχρέωσις εἶναι ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 ἀναφερομένη, ὅτι «ὀφείλει νὰ ἐγκαταστήσῃ ἐντὸς τριῶν ἐτῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, τοῦ κυροῦντος τὴν σύμβασιν, τὴν δι’ αὐτοκινήτων ἁμαξῶν συγκοινωνίαν ἐπὶ τριῶν τοὐλάχιστον ὁδῶν, ἐχουσῶν ἐν ὅλῳ ἔκτασιν ὄχι μικροτέραν τῶν 200 χιλιομέτρων.» Ἑπομένως διὰ μόνον τριῶν ἁμαξῶν κατὰ τὰ τρία πρῶτα ἔτη δύναται ὁ ἀνάδοχος νὰ διαφυλάττῃ τὰ δικαιώματά του ἐπὶ 30 ὅλα ἔτη. Μετὰ ταῦτα λέγεται ἐν τῇ συμβάσει (ἀναγινώσκει): «Κατὰ δὲ τὴν διάρκειαν τῆς τριετίας ταύτης θὰ δικαιοῦται ὁ ἀνάδοχος νὰ δηλώσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τίνων ἄλλων ὁδῶν θέλει συστήσει τὴν συγκοινωνίαν ταύτην, ἣν ὀφείλει νὰ ἐγκαταστήσῃ «ἐντὸς τριῶν ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἐκπνεύσεως τῆς ὡς ἄνω προηγουμένης τριετοῦς προθεσμίας». Δηλαδὴ ἐπὶ 6 ἔτη δύναται νὰ ἔχῃ τρεῖς μόνον ἁμάξας, καὶ μόνον ἐὰν τὸ ἕβδομον ἔτος δὲν ἤθελεν ἔχει 12 ἁμάξας εἰς κίνησιν καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα, κατὰ τὸ ἄρθρον 8, ἐκπίπτει τῆς παραχωρήσεως. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ ὑποχρέωσις αὕτη εἶναι πάρα πολὺ ἐλαφρὰ διὰ μίαν σύμβασιν τοιαύτης ἀξίας, ὅταν πρὸ πάντων ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, δι’ οὓς λόγους ἀνέφερα, ἡ Ἑλλὰς ἔχει τῷ ὄντι ἀνάγκην συγκοινωνίας εὐώνου καὶ ταχείας· καὶ λέγω ταχείας, διότι, ὡς γνωρίζετε, σήμερον ὁ μέσος ὅρος ταχύτητος κοινῆς ἁμάξης εἶναι 8 χιλιομέτρων καθ’ ὥραν, ἐνῷ ὁ μέσος ὅρος ταχύτητος τῶν αὐτοκινήτων ἁμαξῶν εἶναι 15 χιλιομέτρων, ἐνῷ δὲ ἅμαξα ὑπὸ δύο ἵππων συρομένη δὲν δύναται νὰ διανύσῃ πλέον τῶν 40 χιλιομέτρων, χωρὶς ν’ ἀλλαγῶσιν οἱ ἵπποι, αἱ αὐτοκίνητοι ἅμαξαι καὶ κάῤῥα διανύουν μακροτάτας ὁδούς. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ στερήσωμεν τὸν τόπον τοῦ εὐεργετήματος τούτου ἐπὶ 6 ὁλόκληρα ἔτη καὶ νὰ καταδικάσωμεν αὐτὸν εἰς τὸ νὰ μὴ ἔχῃ τοιαύτην συγκοινωνίαν, εἰμὴ μόνον διὰ τριῶν ἢ ἔστω καὶ 12 αὐτοκινήτων ἁμαξῶν. Τὸ ἄρθρον 6 ὀλίγον κατωτέρω περιέχει ἕτερον ὅρον, καὶ αὐτὸν ὑπὲρ τοῦ ἀναδόχου, διότι λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐφ’ ὅσων δὲ ὁδῶν ἐκ τῶν ὡς ἄνω δηλωθεισῶν δὲν ἤθελε συστήσει τὴν συγκοινωνίαν ταύτην ἐντὸς τῆς τελευταίας ταύτης τριετοῦς προθεσμίας»,—ἀλλ’ ἡ τριετὴς αὕτη προθεσμία εἶναι μετὰ τὴν ἔκπνευσιν τῆς πρώτης, ἑπομένως εἶναι τὸ ἕκτον ἔτος,— «ἐπὶ τούτων θὰ στερῆται τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 5 δικαιώματος προτεραιότητος· πᾶς δ’ ἕτερος δύναται τότε νὰ ζητήσῃ νὰ τῷ παραχωρηθῇ ἄδεια τοιαύτης συγκοινωνίας ἐπὶ τῶν μήπω ὑπὸ τοῦ ἀναδόχου ἐξυπηρετουμένων ὁδῶν· ἀλλὰ καὶ μετὰ τὰς ἄνω προθεσμίας ὁ ἀνάδοχος θὰ δικαιοῦται νὰ ἐπεκτείνῃ καθ’ οἱανδήποτε ἐποχὴν τὴν συγκοινωνίαν ταύτην ἐφ’ οἱασδήποτε ὁδοῦ, κατὰ τοὺς ὅρους τῆς παρούσης συμβάσεως, ἐφ’ ὅσον ἕτερός τις δὲν ἔχει προηγουμένως κεκτημένον δικαίωμα.» Δηλαδὴ, ἐὰν ἐντὸς τῆς δευτέρας τριετίας ἄλλος τις δὲν ἀποκτήσῃ τὸ δικαίωμα, ἐπανέρχεται ὁ πρῶτος ἀνάδοχος εἰς τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ ἐπανέρχεται πλέον ἐφ’ ὅλην τὴν τριακονταετίαν, ἢ μᾶλλον τὴν ὑπολειπομένην εἰκοσιτετραετίαν, διότι δὲν ἐπαναλαμβάνεται τὸ ὑπὲρ ἄλλου δικαίωμα. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9 παρατηρῶ, ὅτι ὑπάρχει ἀσάφεια. Λέγεται ἐν τούτῳ, ὅτι ὁ ἀνάδοχος δύναται νὰ στρώσῃ ἰδίαις δαπάναις μέρος τῶν ὁδῶν, ἐπιβαρύνει δὲ αὐτὸν ἡ δαπάνη τῆς συντήρεως τῶν ἐστρωμένων μερῶν, ὡς καὶ μέρους τοῦ λοιποῦ καταστρώματος τῆς ὁδοῦ ἐπὶ πλάτους 30–40 ἑκατοστῶν τοῦ μέτρου· δὲν ἐξηγεῖται ὅμως, ποῦ τὸ πλάτος θὰ λογίζηται· θὰ ἦναι ἑκατέρωθεν τῶν ἐστρωμένων ὁδῶν, ἢ θὰ λογίζηται μόνον πρὸς τὸ ἓν μέρος; Τοῦτο πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ. Ἐπίσης νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσι μέτρα διὰ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν μηχανῶν τῶν ἁμαξῶν τούτων. Ὅταν γίνηται χρῆσις ἀτμοῦ, ἐὰν αἱ μηχαναὶ δὲν ἦναι καλῆς ποιότητος καὶ ἐν καλῇ καταστάσει, ἐνδέχεται νὰ συμβαίνωσι καὶ δυστυχήματα. Εἰς τὸ ἄρθρον 3 γίνεται λόγος περὶ τῶν κομίστρων καὶ τῶν διοδίων. Νομίζω ὅτι καὶ ταῦτα εἶναι βαρύτατα, διότι, καθ’ ὃν ἐγὼ κάμνω ὑπολογισμὸν, βλέπω ὅτι ταῦτα εἶναι πολὺ ἀνώτερα τῶν διοδίων καὶ κομίστρων, τὰ ὁποῖα καταβάλλονται συνήθως εἰς τοὺς σιδηροδρόμους. Ἔλαβον πρὸς σύγκρισιν τὴν διατίμησιν τοῦ σιδηροδρόμου Λεχωνίων. Κατ’ αὐτὴν, πληρόνονται κατ’ ἄτομον καὶ κατὰ χιλιόμετρον διόδια μὲν ὀκτὼ λεπτὰ, κόμιστρα δὲ τέσσαρα, τουτέστι 12 λεπτὰ κατ’ ἄτομον καὶ κατὰ χιλιόμετρον, ἐνῷ κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τῆς παρούσης συμβάσεως, ἐὰν καλῶς τὸ ἐξηγῶ,— καὶ θὰ εἴπω διατὶ λέγω τοῦτο—πληρόνονται ἑβδομήκοντα λεπτὰ κατ’ ἄτομον καὶ κατὰ χιλιόμετρον. Λέγω «ἂν καλῶς τὸ ἐξηγῶ», διότι καὶ ἐνταῦθα ὑπάρχει ἀσάφεια. Ἀγνοῶ ἐὰν ἡ ἀσάφεια ἐτέθη παρὰ τοῦ ἑτέρου τῶν συμβαλλομένων σκοπίμως, ἢ ἐὰν ἦναι τυχαία καὶ μόνον ἀτυχὴς ἔκφρασις ἐν τῇ συντάξει τῆς συμβάσεως. Τὸ ἄρθρον 3 λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Διὰ τὴν μεταφορὰν τῶν ἐπιβατῶν θὰ ὑπάρχωσιν ἅμαξαι αʹ καὶ βʹ θέσεως. Διὰ τὴν πρώτην θέσιν τὰ διόδια, ἅτινα θὰ εἰσπράττῃ ὁ ἀνάδοχος, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἦναι ἀνώτερα τῶν 28 λεπτῶν κατὰ χιλιόμετρον καὶ κατ’ ἄτομον. Διὰ τὴν δευτέραν ταῦτα ὁρίζονται κατ’ ἀνώτατον ὅρον εἰς 15 λεπτὰ κατὰ χιλιόμετρον καὶ κατ’ ἄτομον. Τὰ κόμιστρα, ἅτινα θὰ εἰσπράττωνται ὑπὸ τοῦ ἀναδόχου, δὲν δύνανται νὰ ὦσιν ἀνώτερα τῶν δρ. 0,50 κατὰ τόννον καὶ χιλιόμετρον διὰ τὰ ἀντικείμενα, ἅτινα ζυγοστατοῦσι πλέον τοῦ ἑνὸς τόννου» κτλ. Οὐδεὶς γίνεται, ὡς βλέπετε, λόγος περὶ κομίστρων τῶν ἐπιβατῶν, διότι εὐθὺς μετὰ τὰ διόδια ποιεῖται λόγον «περὶ κομίστρων τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα ζυγοστατοῦσι» κτλ. Παρακατιὼν δὲ ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ λέγεται, ὅτι «ἡ ἀπόστασις ὑπολογίζεται ἀπὸ τοῦ σταθμοῦ τῆς ἀναχωρήσεως μέχρι τοῦ σταθμοῦ τῆς ἀφίξεως. Ὁπωσδήποτε τὰ κόμιστρα δὲν δύνανται νὰ ὦσιν ἐλάσσονα τῶν δραχ. 0,50. Τὰ διόδια καὶ κόμιστρα τῶν ἐπιβατῶν καὶ ἐμπορευμάτων ὁρίζει ὁ ἀνάδοχος, ἀναλόγως πρὸς τὰ διανυθέντα χιλιόμετρα καὶ ἐντὸς τῶν ἄνω ὅρων τῆς συμβάσεως, τῇ ἐγκρίσει τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ». Οὐδόλως ἀναφέρεται, ἐὰν τοῦτο ἐννοῇ τὰ κόμιστρα τῶν ἐμπορευμάτων μόνον, ἢ ἐμπορευμάτων καὶ ἐπιβατῶν ἐν γένει. Μήτοι λοιπὸν τὰ κόμιστρα δὲν ἀναφέρονται καὶ εἰς τὰ ἄτομα; καὶ ἂν ἀναφέρωνται καὶ εἰς τὰ ἄτομα, δὲν ὑπονοεῖται, ὅτι πρόκειται περὶ χιλιομέτρων; καὶ δὲν πρέπει ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ προστεθῶσι 50 λεπτὰ εἰς τὰ 20, τὰ ὁποῖα πληρόνονται ὡς διόδια κατ’ ἄτομον καὶ κατὰ χιλιόμετρον; καὶ δὲν ἔχομεν τότε 70 λεπτὰ κατ’ ἄτομον καὶ κατὰ χιλιόμετρον; Σημειώσατε δὲ, ὅτι κόμιστρα πληρόνουν καὶ οἱ ἐπιβάται, ὡς σᾶς ἀνέγνων ἐν τῇ συγγραφῇ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ σιδηροδρόμου Λεχωνίων. Ἑπομένως τὰ κόμιστρα δὲν ἀφορῶσι μόνον εἰς τὰ ἐμπορεύματα· δύνανται ν’ ἀφορῶσι καὶ εἰς τὰ ἄτομα. Διὰ τοῦτο δὲ εἶπον ἀρχόμενος, ὅτι, ἐὰν καλῶς ἐξηγῶ τὸ ἄρθρον, θὰ πληρόνωνται κατὰ τὴν προκειμένην σύμβασιν 70 λεπτὰ κατ’ ἄτομον. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ διευκρινισθῇ καὶ τοῦτο. Ἐπίσης δὲν ἐννοῶ, διατὶ ἐτέθη περὶ τὸ τέλος τῆς αὐτῆς παραγράφου ἡ φράσις, ἣν ἀνέγνωσα πρὸ ὀλίγου. Ἀντὶ νὰ εἴπητε ὅτι «ὁρίζει ὁ ἀνάδοχος ἐντὸς τῶν ἄνω ὅρων τῆς συμβάσεως», νομίζω, ὅτι ἠδύνατο ἀκριβέστερον νὰ λεχθῇ, ὅτι «τὰ διόδια ὁρίζονται ἐντὸς τῶν ἄνω ὅρων τῆς συμβάσεως, τῇ ἐγκρίσει τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ». Τὰς ὀλίγας ταύτας παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω. Θεωρῶ, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι διὰ τὴν Ἑλλάδα τὸ ζήτημα τῆς χρήσεως τῶν αὐτοκινήτων ἁμαξῶν εἶναι ζήτημα πολὺ σπουδαῖον, καὶ δὲν νομίζω πρέπον νὰ ὑποδουλώσωμεν δωρεὰν τὸν τόπον εἰς μίαν ἑταιρίαν, ἐνῷ, ἀφήνοντες ἐλευθέραν τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν, φρονῶ ὅτι πολὺ ταχύτερον θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν εὐρυτάτην τοιαύτην συγκοινωνίαν, τόσῳ δὲ μᾶλλον, ὅσῳ ἡ ἑταιρία αὕτη προφανῶς δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ κάμῃ ταχέως χρῆσιν τοῦ προνομίου ἐν μεγάλῃ κλίμακι, διότι, ἐὰν εἶχε τοιοῦτον σκοπὸν, ἦτο ὅλως περιττὸν νὰ ζητήσῃ νὰ ἐξασφαλίσῃ ἐπὶ 6 ἔτη τὸ προνόμιον αὐτῆς διὰ τῆς χρήσεως μόνον τῶν τριῶν ἢ τῶν 6 ἢ τῶν 12 ἐπὶ τέλους ἁμαξῶν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι, ἂν ζητήσῃ νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἐπιχείρησιν διὰ δημοπρασίας ἐν Εὐρώπῃ, θ’ ἀποκτήσῃ πολὺ μεγάλα πλεονεκτήματα ὑπὲρ τοῦ τόπου.
§128Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῆς συμβάσεως εἰς τὸ πρῶτον τμῆμα προσχωροῦμεν, διότι λείπει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου τμήματος δὲν δύναμαι νὰ ἐκφράσω γνώμην, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον.
§129ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ἐπειδὴ γνωρίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀντιπροσωπεύει ὅλους τοὺς Ὑπουργοὺς τοὺς ἀπόντας...
§130Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἔστερξα νὰ ἀναβληθῇ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν δαπάνης διὰ τὴν κατασκευὴν δημοσίων κτιρίων, δι’ ἅπερ ἀναγράφονται πιστώσεις ὑπὸ τὸ ἄρθρ. 5 τοῦ κεφαλαίου 16 τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896 καὶ συμπληρωτικοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ στρατῶνος τῆς ἐν Τατοΐῳ Β. Ἀνακτορικῆς φρουρᾶς ἐκ δραχμῶν 6,844.14 καὶ περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896 ἐκ δραχ. 724,844.14.»
§132ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, διὰ νὰ παρατηρήσω, ὅτι αὐτὸς ὁ τίτλος εἶναι πλέον ἀνοικονόμητος. Ἐπιθυμῶ ὀλιγωτέρας λέξεις.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδίως ἐγὼ τὸ ἐπιθυμῶ.
§134ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠξεύρω πῶς ἐτυπώθη τὸ νομοσχέδιον. Ἐνῷ πρόκειται περὶ πιστώσεως διὰ κτίρια, ἔχει συγχρόνως πιστώσεις δι’ ὑπαξιωματικούς.
§135Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι δύο ἄρθρα διακεκριμένα· τὸ μὲν ἓν εἶναι ἔγκρισις δαπάνης διὰ τὰ κτίρια, τὸ δὲ ἕτερον εἶναι ἀναπληρωτικὴ πίστωσις δραχ. 724,844.14. Διὰ τὰ κτίρια ὑπάρχει νόμος· ἀλλὰ δὲν ἔχει ψηφισθῆ νόμος εἰδικὸς διὰ τοὺς προϋπολογισμούς.
§136ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε εἶναι ἐσφαλμένον τὸ ἄρθρον.
§137Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγκρίνεται ἡ δαπάνη, εἶχε ψηφισθῆ· τώρα ἐγκρίνονται οἱ προϋπολογισμοί.
§138ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ πρᾶγμα εἶναι, ὅτι ἐνεκρίθη πίστωσις χωρὶς νὰ ἐγκριθῇ προϋπολογισμός. Τοῦτο ἀναμφισβητήτως εἶναι μία ἀταξία καὶ ἀντίθεσις πρὸς τὸν νόμον περὶ κατασκευῆς δημοσίων κτιρίων, ἀλλ’ ἐγένετο, καὶ ἀφήνω κατὰ μέρος τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι δὲν πρόκειται περὶ σπουδαίου πράγματος. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορᾷ δύο ἀντικείμενα, καθ’ ὁλοκληρίαν διάφορα. Τὸ ἓν εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς κτιρίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ κατασκευασθῇ καὶ τοῦ ὁποίου μέρος ἤδη κατεσκευάσθη. Τὸ δεύτερον ἄρθρον ἀφορᾷ πιστώσεις, καὶ δὲν εἶναι, νομίζω, τακτικὸν νὰ ψηφίζωμεν αὐτὰ τὰ δύο ἀντικείμενα συγχρόνως.
§139Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλετε νὰ τὰ διαιρέσωμεν;
§140ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα.
§141Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν διαγράψωμεν τὸ πρῶτον ἄρθρον, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὑποβληθῇ νέον νομοσχέδιον, τότε μένει τὸ δεύτερον ἄρθρον.
§142ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαγραφῇ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσητε πίστωσιν, ἀφορῶσαν αὐτὰς τὰς ἀνάγκας, χωρὶς νὰ ὑποβάλητε τὸν προϋπολογισμόν.
§143Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ δεύτερον ἄρθρον ἀφορᾷ ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν, ἡ ὁποία δὲν ἀφορᾷ τὸ κτίριον.
§144ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ποσὸν τῶν 6,844 δρ., τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον, ἀφορᾷ ἀκριβῶς εἰς τὴν δαπάνην αὐτοῦ τοῦ συμπληρωτικοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ φυλακεῖον.
§145Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ τὸ πρῶτον ἄρθρον θέλομεν παραλείψει ὅλον, διὰ νὰ εἰσαχθῇ δι’ εἰδικοῦ νομοσχεδίου, θέλομεν δὲ περιορισθῆ εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον.
§146ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ τακτικὴ αὕτη εἶναι πλημμελής, διότι θὰ ζητηθῇ πάλιν παρὰ τῆς Βουλῆς ἀναπληρωτικὴ πίστωσις, ἐκτὸς τῶν ἄλλων.
§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ θὰ ἀφαιρεθῇ.
§148ΣΤΑΗΣ. Ἀλλὰ δὲν θὰ ὑποβληθῇ καὶ νομοσχέδιον ὡρισμένον. Τότε ἡ πίστωσις τῶν 724,844.14 θὰ μείνῃ τόση, μεῖον 6,844.
§149Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Οὐδόλως συμφωνῶ μετὰ τῶν προλαλησάντων· ὁ δὲ λόγος εἶναι, ὅτι ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ τροποποιηθὲν 24 ἄρθρον τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου. Ἀναγινώσκω δὲ τὸ πρῶτον ἄρθρον, § βʹ καὶ γʹ, διὰ νὰ μὴ μακρηγορῶ: «Πρὸς κατασκευὴν ὁμοίων ἔργων, ἐπαγομένων εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου δαπάνην ἐλάσσονα μὲν τῶν δραχ. 10,000, ἀλλὰ μείζονα τῶν 2,000, ἀπαιτεῖται ἐγγραφὴ πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους ἐν εἰδικῷ ἄρθρῳ, ἢ πίστωσις ἀναπληρωματικὴ ἢ ἔκτακτος, κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 15–19... «Ὁ ὡς ἀνωτέρω τακτικὸς προϋπολογισμὸς τῆς ὁλικῆς δαπάνης δημοσιεύεται μετὰ τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ὡς παράρτημα αὐτοῦ, ἢ μετὰ τοῦ νόμου ἢ τοῦ Β. Διατάγματος, τοῦ χορηγοῦντος τὴν ἀναπληρωματικὴν ἢ ἔκτακτον πίστωσιν.» Μετὰ τὸ δεύτερον ἄρθρον σαφηνίζεται σαφῶς, ὅτι ἡ πίστωσις τῶν 6,444 δραχμῶν, ἡ ὁποία ἀναγράφεται ἐν ταῖς πιστώσεσιν, εἶναι σαφὴς καὶ ὡρισμένη. Ἀπαιτεῖται πίστωσις, συνοδευομένη μόνον ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καθόσον τὸ ποσὸν περιλαμβάνεται μεταξὺ τῶν 10,000 καὶ τῶν 2,000, καὶ δὲν ἀπαιτεῖται ἢ μόνον ἡ ἀναγραφὴ πιστώσεως. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἡ ἔνστασις τοῦ κυρίου συναδέλφου, τοῦ νὰ μειωθῇ τὸ ποσὸν τῆς πιστώσεως, δὲν στηρίζεται εἰς τὸ ἄρθρον 24 τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου. Εἶναι δὲ αὐτὴ ἡ μεταῤῥύθμισις, ἡ ὁποία ἐψηφίσθη ἢ μᾶλλον ἐκυρώθη διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΣΛΗʹ τῆς 9 Μαρτίου 1894, τὸν ὁποῖον κάλλιστα καὶ πολλάκις ἀνέφερεν ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς, καὶ ἑπομένως νομίζω ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι.
§150ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι, δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κ. συνάδελφος. Φρονῶ ὅτι ἡ περίπτωσις, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, ὑπάγεται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ͵ΒΣΛΗʹ, διότι ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Βουλευτὴς, καταδικάζει τὴν γνώμην του. Τί λέγει τὸ ἄρθρον 1 ἐδάφ. βʹ; (ἀναγινώσκει): «Πρὸς κατασκευὴν ὁμοίων ἔργων, ἐπαγομένων εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου δαπάνην ἐλάσσονα μὲν τῶν δραχμῶν 10,000, ἀλλὰ μείζονα τῶν 2,000, ἀπαιτεῖται ἐγγραφὴ πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, ἐν εἰδικῷ ἄρθρῳ, ἡ πίστωσις ἀναπληρωματικὴ ἢ ἔκτακτος, κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 15–19. Πᾶσα δὲ ἐπὶ τοιούτων ἔργων πίστωσις δέον νὰ στηρίζηται εἰς τακτικὸν προϋπολογισμὸν τῆς ὁλικῆς δαπάνης, ἀπαγορευομένης τῆς ὑποδιαιρέσεως τῆς εἰς τὸ αὐτὸ ἔργον ἀφορώσης πιστώσεως.» Ἡ τελευταία διάταξις τῆς παραγράφου ταύτης ἐμφαίνει καθαρῶς, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται καμμία διαίρεσις τῆς δαπάνης τῆς προσδιοριζομένης δι’ ἔργον τι δημόσιον. Ἐνεκρίθη ὁ τακτικὸς προϋπολογισμός. Κατόπιν δὲ τί ἐγένετο;
§151ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐνεκρίθη.
§152ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνεκρίθη.
§153ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι.
§154ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνεκρίθη ὁ προϋπολογισμός.
§155ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι.
§156ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ἐνεκρίθη. Τώρα δὲ ζητεῖται συμπληρωτικὴ πίστωσις ἐκ δραχ. 6,844,14. Αὐτὸ λοιπὸν ἀκριβῶς τὸ γεγονὸς σημαίνει διαίρεσιν τῆς δαπάνης, τῆς προωρισμένης διὰ τὴν ἀνέγερσιν τῶν κτιρίων τούτων τῶν στρατιωτικῶν. Εἶναι δὲ ἀκριβῶς αὕτη ἡ περίπτωσις, τὴν ὁποίαν προβλέπει ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ νόμου τοῦ 1894, εἶναι ἡ περίπτωσις, τὴν ὁποίαν ἀπηγόρευεν ὁ νόμος τοῦ 1894, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ἄλλως ἢ νὰ ψηφισθῇ νόμος εἰδικὸς, ὅπως ὁρίζει ἡ προηγουμένη παράγραφος, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖται ἡ ψήφισις εἰδικοῦ νόμου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ, νόμου ἐγκρίνοντος, ὅπως ἐκτελεσθῇ ἔργον δημόσιον, ἔργον συνεπάγον δαπάνην μείζονα τῶν 10,000 δραχμῶν. Ἐγένετο δὲ ὑποδιαίρεσις τῆς δαπάνης, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἀπαγορεύει. Εἶμαι λοιπὸν τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος, ὅπως πληρωθῶσιν οἱ ὅροι οἱ ἀπαιτούμενοι ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1894.
§157Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἔχει δίκαιον μέγα, διότι ἀγνοεῖ τὸν τρόπον τῆς συντάξεως τῶν προϋπολογισμῶν, καθὼς καὶ τὸν λόγον τῆς προκλήσεως συμπληρωτικῶν ἐνίοτε προϋπολογισμῶν. Ὁ νόμος, κύριε συνάδελφε, ὁ ὁρίζων τὴν κατάτμησιν τῶν ἔργων, προέβλεψεν, ἵνα μὴ ὑπολογίσῃ τις πρῶτον τοὺς τοίχους καὶ τὰς θεμελιώσεις, ἔπειτα δὲ μᾶς παρουσιάσῃ τὴν ξυλουργικὴν ἐργασίαν, καὶ κατόπιν τὰς διακοσμήσεις, ὡς οὕτω δυστυχῶς ἐγένετο παρά τινος Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία, θέλουσα νὰ ἀνεγείρῃ μέγαρόν τι, κείμενον ὄπισθεν καὶ ἀνατολικῶς τοῦ βασιλικοῦ κήπου, ἐπαρουσίασεν ἀρχικὴν μὲν δαπάνην 500 χιλιάδων δραχμῶν, ἥτις ὅμως πλησιάζει ἤδη νὰ ὑπερβῇ τὰ 2 ἑκατομμύρια, ὡς θέλω ἀποδείξει ἐν καιρῷ τῷ δέοντι.
§158ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ τὸ φέρωμεν εἰς συζήτησιν καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§159Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ ὑποβληθεὶς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης προϋπολογισμὸς, ὡς θέλετε ἴδει, ἐὰν τὸν μελετήσητε,—διότι ἐγὼ τὸν ἐμελέτησα—ἁπάσας τὰς ἀπαιτουμένας τοῦ ὅλου κτιρίου ἐργασίας συμπεριελάμβανεν. Ἀλλ’ ἐὰν κατὰ συγκυρίαν ὁ μηχανικὸς, εἴτε ὡς ἐκ τῆς κλίσεως τοῦ ἐδάφους, εἴτε ἐκ τῆς μεταλλαγῆς τῆς τοποθετήσεως τοῦ κτιρίου, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προβῇ εἰς περισσοτέραν θελεμίωσιν, ἢ ἐπὶ τέλους συνεπείᾳ παραστάσεως τοῦ ἐνοικήσοντος ἢ ἐπιθεωρητοῦ εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ θεωρήσῃ ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ προσθέσῃ τι, τοῦτο μόνον σημαίνει συμπληρωτικὸς προϋπολογισμός. Συμπλήρωσις ἔργου εἶναι τὸ ἴδιον, κύριε συνάδελφε, ὡς νὰ εἴπητε εἴς τινα νὰ σᾶς ἑτοιμάσῃ ἓν ἔνδυμα, καὶ λέγετε ὅτι τὸ ἐσωτερικὸν θέλετε νὰ ἦναι μεταξωτὸν, ἢ ὡς ἀρχικῶς ἀπὸ σατέν. Οὕτω διαφέρει ὁ συμπληρωτικὸς προϋπολογισμός. Μεταβάλλει ἐργασίαν τινὰ τοιουτοτρόπως προϋπολογισθεῖσαν εἰς ἄλλην. Ἐπὶ πλέον ἐνίοτε μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κατασκευάσῃ ὀλίγον μακρύτερον τὸ ἔνδυμα, καὶ ἔχει ἀνάγκην περισσοτέρου ὑφάσματος, δύο ἢ τρία ὄγδοα. Αὐτὸ εἶναι μεταβολὴ μὴ προϋπολογισθεῖσα. Δι’ αὐτὸ εἰς τὴν θεμελίωσιν καὶ εἰς πλεῖστα ἄλλα ἀντικείμενα μεταβάλλουσι τοὺς προϋπολογισμούς. Περὶ τούτου δὲ δύνασθε νὰ ἐρωτήσητε τοὺς οἰκοδομοῦντας, καὶ θέλετε μάθει, ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξέ τις, ὁ ὁποῖος δὲν ὑπερέβη κατὰ 5% ἢ 10% τὸν ἀρχικὸν προϋπολογισμόν. Δυστυχῶς δὲ, εἰς τὰ Ἑλληνικὰ ἔργα, προκειμένου περὶ τοῦ Δημοσίου, ὑπερβαίνουσι 30%, καὶ πλέον ἔτι.
§160ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Διατί; Ἐρωτῶ, διότι κἄτι εἶπον ἐγὼ, καὶ ἐταράχθητε ὅλοι.
§161ΣΧΙΝΑΣ. Λοιπὸν ἐπανερχόμενος εἰς τὸ θέμα λέγω, ὅτι ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἀφορᾷ κατάτμησιν τοῦ ἔργου, ἀλλ’ εἶναι αὐτοτελὴς προϋπολογισμὸς, συμπληρωτικὸς, καθ’ ὁλοκληρίαν αὐτοτελὴς, ἔκτακτος ἢ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις, εἶναι δὲ εἰς τὴν βʹ παράγραφον τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, καὶ κατὰ συνέπειαν φρονῶ, ὅτι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὰ λεχθέντα θέλει παραδεχθῇ τὴν γνώμην μου, ὅτι δὲν ἀφορᾷ οὔτε κατάτμησιν τῆς ἐργασίας, οὔτε αὐτοτελῆ τινα ἐργασίαν, οὔτε τίποτε, ἀλλὰ εἶναι συμπληρωτικὸς προϋπολογισμὸς, ἐπιβληθεὶς ἐκ τῆς ἀνάγκης εἰς τὸν ἐπιστατοῦντα τὴν ἐργασίαν ταύτην μηχανικόν, ἢ ἕνεκα συμπληρώσεώς τινος τῶν ἀρχικῶς προϋπολογισθέντων ἔργων, ἢ ἕνεκα τυχαίας τινὸς παραλείψεως, διότι, ὡς ἄνθρωποι, γινώσκομεν πολὺ καλῶς, ὅτι συντάσσοντες προϋπολογισμόν τινα, πολλάκις δυνάμεθα νὰ παραλείψωμεν, καὶ ἀντὶ νὰ σημειώσωμεν π. χ. 12 θύρας, σημειώνομεν 9, καὶ ὡς ἐκ τούτου παρουσιάζεται τὸ ἔλλειμμα τῶν τριῶν, αἱ ὁποῖαι ἐν τῷ σχεδίῳ φαίνονται, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐκτελέσει αὐτοῦ τῇ βεβιασμένῃ, κατὰ τὴν ἐπιθεώρησιν, παρουσιάζεται ἡ ἔλλειψις αὕτη. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναβάλωμεν διὰ τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας τὴν ἐκτέλεσιν ἑνὸς ἔργου, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἤρξατο. Ἡ παράλειψις ἢ ἡ βραδύτης θὰ γεννήσῃ περισσοτέρας ζημίας, ἀντὶ ὠφελειῶν.
§162Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται νὰ ἀναβληθῇ, ἀλλὰ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐποιήσατο μίαν παρατήρησιν. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης εἶχε τὸν ἑξῆς σκοπόν· νὰ διαιρέσῃ δύο ἀντικείμενα κεχωρισμένα. Ἀληθῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περιελήφθησαν δύο ἀντικείμενα κεχωρισμένα· πρῶτον πίστωσις ἀναπληρωτικὴ 618 χιλιάδων δραχμῶν διὰ διαφόρους ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, ἡ συνοδεύουσα τὸ νομοσχέδιον, ἀναγράφει, καὶ δεύτερον πίστωσις 75 χιλιάδων καὶ 6,844.14 δι’ οἰκοδομὰς κτιρίων. Τί εἶναι αἱ 6,844.14 δραχμαί; Βεβαίως συμπληρωτικὴ δαπάνη, μὴ ἀρκεσάσης τῆς ἐπιψηφισθείσης. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ παρατήρησις τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης συναδέλφου δὲν ἦτο ἐστερημένη βάσεως, ἔστερξα ἵνα χωρισθῶσι τὰ δύο ἀντικείμενα, καὶ σήμερον μὲν νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 718 χιλιάδων, εἰς ὅσον ποσὸν ἀναβιβάζονται αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, τῇ συνοδευούσῃ τὸ νομοσχέδιον, αὔριον δὲ νὰ εἰσαχθῇ ἄλλο νομοσχέδιον περὶ τῆς ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως, τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ συμπληρωτικῆς δαπάνης διὰ τὰς 6,844.14
§163ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ μίαν ἄλλην ἐπεξήγησιν νομίζω ἀναγκαίαν διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβληθῇ αὔριον, καὶ νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη τῆς μακρᾶς συζητήσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο, ἐὰν καὶ ὁ κ. ἐκ Βόλου συνάδελφος καὶ οἱ ἄλλοι εἶχον παρατηρήσει, ὅτι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, ῥητῶς ἀναφέρει, ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἐγκρίνονται οἱ ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896 τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου συναπτόμενοι δύο προϋπολογισμοὶ ἐκ δραχμῶν 74,855.86 τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης διὰ κατασκευὴν στρατιωτικῶν κτιρίων καὶ ὁ συνημμένος συμπληρωτικὸς προϋπολογισμὸς διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ στρατῶνος τῆς ἐν Τατοΐῳ ἀνακτορικῆς φρουρᾶς ἐκ δραχμῶν 6,844.14.» Ἄρα δὲν ἐνεκρίθησαν οὗτοι. Διὰ τίνα λόγον; Διότι δὲν ἔμεινε καιρὸς εἰς τὴν Βουλήν; Δὲν ἐξετάζομεν τοῦτο, ἀλλὰ δὲν ἐνεκρίθησαν, καὶ ἑπομένως πρόκειται νὰ ἐγκριθῶσιν οἱ προϋπολογισμοί· ὁ δὲ προϋπολογισμὸς ὁ συμπληρωτικὸς, τὸν ὁποῖον ἀναφέρει τὸ ἴδιον ἄρθρον ἐν τῷ τέλει αὐτοῦ, ὁ ἀνερχόμενος εἰς δραχ. 6,844.14, ἀναφέρεται εἰς προϋπολογισμὸν ὑποβαλλόμενον σήμερον, διότι λέγει: «καὶ ὁ συνημμένος συμπληρωτικὸς προϋπολογισμὸς διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ στρατῶνος τῆς ἐν Τατοΐῳ ἀνακτορικῆς φρουρᾶς ἐκ δραχ. 6,844.14.»
§164Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ ὑποβεβλημένος.
§165ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀδιάφορον. Πρόκειται τώρα περὶ ἐγκρίσεως.
§166ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό. Ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει.
§167ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ὁ συμπληρωτικὸς προϋπολογισμὸς, ὁ ὁποῖος προσαρτᾶται εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν ἀνέρχεται εἰς 6,844 δραχμάς. Ἔχομεν προϋπολογισμὸν 29,700 δραχ. Ἑπομένως δὲν ἔχομεν ἐνώπιόν μας συμπληρωτικὸν προϋπολογισμόν. Ὑποθέτω ὅτι αἱ 29,700 δραχμαὶ ἀποτελοῦσι τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀποτελοῦσι τὸν προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος ὑπεβλήθη πέρυσι καὶ δὲν ἐψηφίσθη.
§168Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως. Ἐὰν ἀναγνώσητε τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν εἰς τὴν σελίδα 5, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι 22,855.86 καὶ 6,844.14 εἶναι τὰ ποσά.
§169ΜΑΝΕΣΗΣ.....
§170ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε τί ζητεῖ ὁ ἐπισυνημμένος προϋπολογισμὸς τῶν 29,700; (διάλογοι).
§171Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διατὶ δὲν παραιτεῖτε τὴν συζήτησιν αὐτὴν διὰ τὸ νομοσχέδιον;
§172ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λοιπὸν τοῦτο μέλλει νὰ συνταχθῇ, καὶ δέον νὰ συνταχθῇ πληρέστερον.
§173Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τώρα τὸ νομοσχέδιον περιορίζεται εἰς τὸ ἑξῆς, εἰς ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν ἐκ δραχμῶν 718 χιλιάδων. Διὰ τοῦτο ἡ περίληψις τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἔχῃ οὕτω: «περὶ ἐγκρίσεως ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1896 ἐκ δραχμῶν 718,000.» Μοναδικὸν δὲ ἄρθρον θὰ ἦναι τὸ ἄρθρον 2, ἔχον οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896 χορηγεῖται ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐκ δραχ. 724,844.14 καταλογιζομένη ὑπὸ τὰ ἐν τῷ συνημμένῳ πίνακι σημειούμενα κεφάλαια καὶ ἄρθρα.»
§174ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Θὰ προσθέσω μίαν παρατήρησιν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν θὰ ἦναι αὐτός, ὁ ὁποῖος εἶναι νῦν προσηρτημένος, διότι ὁ προσηρτημένος εἶναι διὰ τὴν ὅλην δαπάνην.
§175Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ ἦναι.
§176ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἔκθεσις σαφηνίζει ἀκριβῶς ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐθεωρήθησαν ὡς κἄπως ἀσαφῆ (ἀναγινώσκει): «... Διότι, ἐνῷ διὰ τὴν ἀνέγερσιν στρατῶνος ἐν Δεκελείᾳ πρὸς ἐνοίκησιν τῶν ἀνδρῶν τῆς ἐκεῖ φρουρᾶς, ἐχορηγήθη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου πίστωσις ἐκ δραχμῶν 22,855.86, κατὰ τὸν ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους καταχωρισθέντα, συμφώνως τῷ ὑπὸ στοιχ. ͵ΒΣΛΗʹ τῆς 9 Μαρτίου 1893 νόμῳ, προϋπολογισμὸν τῆς δαπάνης ταύτης, ἐν τούτοις ἀρξαμένων τῶν ἐργασιῶν ἐπὶ τοῦ ἀνεγειρομένου στρατῶνος παρέστη ἀπόλυτος ἀνάγκη, ὅπως τὸ ἀρχικὸν σχεδιάγραμμα τοῦ κτιρίου τούτου μεταβληθῇ ἐν μέρει καὶ ἑπομένως ἐκτελεσθῶσιν ἐπιπρόσθετοι ἐργασίαι, αἵτινες θ’ ἀπαιτήσωσι κατὰ τὸν ὧδε προσαρτώμενον νέον προϋπολογισμόν, δαπάνην εἰσέτι ἐκ δραχμῶν 6,844.14, ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ. 29,700. Διὸ καὶ ἐδημιουργήθη ἡ ἀνάγκη τῆς ζητουμένης ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως πρὸς ἐπίτευξιν οὕτω τῆς συντελέσεως τοῦ εἰρημένου κτιρίου κλπ.» Ἰδοὺ δὲ τί συνέβη. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος προσηρτήθη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον τοῦ 1894, προϋπολογισμὸς συμπληρωτικὸς διὰ δαπάνας...
§177ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐψηφίσθη.
§178ΡΑΛΛΗΣ. Ἐψηφίσθη.
§179ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἄνευ εἰδικοῦ νόμου;
§180ΡΑΛΛΗΣ. .. Ἀλλ’ ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελεσθῇ τὸ ἔργον, ἐγένετο ὑπολογισμὸς τῶν δαπανῶν, καὶ τότε κατεστρώθη ὁ προϋπολογισμός, ὅστις προσαρτᾶται ὡς δικαιολογητικὸς καὶ πρὸς ἐπικύρωσιν ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ. Ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος, ὅπως κατεστρώθη, εἶναι ἐλαττωματικὸς κατὰ τοῦτο, ὅτι καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ ἐκ νέου τὸν προϋπολογισμὸν τῶν 22 χιλιάδων, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν ἤδη κατὰ τὴν παρελθοῦσον σύνοδον, περιπλέον δὲ προϋπολογισμὸν συμπληρωτικὸν 10 χιλιάδων. Δύναται νὰ γείνῃ τοῦτο, ἀλλὰ ἀκυρουμένης τῆς γενομένης ψηφίσεως κατὰ τὸ παρελθὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν 22 χιλιάδων. Λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβληθῇ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἢ θὰ περιλάβῃ μόνον τὴν συμπληρωτικὴν δαπάνην τῶν δέκα χιλιάδων, θεωρουμένης ὡς συμπληρωτικῆς τῆς δαπάνης, ἢ θὰ περιλάβῃ ὁλόκληρον τὸν προϋπολογισμὸν τῶν 22 χιλιάδων, περιπλέον δὲ τὴν ἀκύρωσιν τῆς ψηφισθείσης πιστώσεως καὶ τοῦ ψηφισθέντος προϋπολογισμοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος.
§181ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐψηφίσθη προϋπολογισμός.
§182Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀναγινώσκετε τὴν σελίδα 5;
§183ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως ταύτης ἐξάγεται, ὅτι ἐψηφίσθη μὲν ἡ ἐγγραφὴ δραχμῶν 22,855 86, διότι ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ὁ ψηφισθεὶς προϋπολογισμὸς ἐν τῷ τεύχει τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ, ὅπως ἀποτελέσῃ προϋπολογισμὸν ψηφιζόμενον δι’ εἰδικοῦ νόμου, ὡς ἀπαιτεῖ ὁ περὶ γενικοῦ λογιστικοῦ νόμος, διότι ὁ περὶ γενικοῦ λογιστικοῦ νόμος ὁ τροποποιηθείς, ὅπως ἀνέγνωσεν ὁ κ. ἐκ Βόλου συνάδελφος, ἀπαιτεῖ εἰδικὸν νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ ψηφισθῇ τρίς.
§184ΡΑΛΛΗΣ. Ἐψηφίσθη.
§185ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐψηφίσθη ποτέ.
§186ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐψηφίσθη.
§187ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε, ὑποθέτω, ἡ ἔκθεσις δὲν λέγει τὴν ἀλήθειαν.
§188ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἔκθεσις περιέλαβεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ περιλάβῃ. Ἐπειδὴ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ περιληφθῇ πίστωσις ἐπὶ τῇ βάσει προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν ἀνέγερσιν κτιρίου, εἰμὴ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε, δηλ. ὅτι ἐψηφίσαμεν τὴν πίστωσιν 22,000 δραχμῶν μετὰ τοῦ νομοσχεδίου, σήμερον δὲ ζητεῖται συμπληρωτικὴ πίστωσις 22 χιλιάδων.
§189ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται νὰ ἀνευρεθῇ, ἂν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896 πρῶτον συμπεριελήφθη ὁ εἰδικὸς προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης, ὅπως ἀπαιτεῖ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὸ 1894, καὶ δεύτερον, ἂν ἐψηφίσθη νόμος εἰδικὸς διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται στρατῶνος ἐν Τατοΐῳ. Ἡ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου ὁμολογουμένως ἀναφέρει, ὅπως καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ἐν σελίδι 5: «κατὰ τὸν ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους καταχωρισθέντα συμφώνως τῷ ὑπὸ στοιχ. ͵ΒΣΛΗʹ τῆς 9 Μαρτίου 1893 νόμῳ». Ἐκ ταύτης τῆς περικοπῆς συνάγεται τὸ πρῶτον, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896 συμπεριελήφθη ὁ εἰδικὸς προϋπολογισμὸς διὰ τὸ ἔργον τοῦτο, ὡς ἀπαιτεῖ ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ· ἑπομένως μένει νὰ μάθωμεν, ἂν ἐψηφίσθη καὶ ὁ σχετικὸς νόμος. Ἐψηφίσθη τοιοῦτος νόμος; Ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν ταύτην τὴν στιγμὴν νὰ εἴπω.
§190Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν συνταχθῇ τὸ νομοσχέδιον, θὰ συζητηθῶσι πάντα ταῦτα.
§191ΣΤΑΗΣ. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν;
§192Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι. Θὰ εἰσαχθῇ νέον νομοσχέδιον.
§193ΣΤΑΗΣ. Πάντως ὅμως τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων ἔσφαλε...
§194ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠξεύρομεν.
§195ΣΤΑΗΣ. .. Διότι ἔχει ταὐτοχρόνως τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896, ὁ ὁποῖος εἶναι διὰ δραχμὰς 22,855.86, καὶ τὸν συμπληρωτικὸν προϋπολογισμὸν ἐκ δραχμῶν 6,844,14. Ταῦτα τὰ δύο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνυποβληθῶσιν ἐν ἑνὶ καὶ τῷ αὐτῷ προϋπολογισμῷ· καὶ τοῦτο εἶναι τὸ λάθος τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ὡς ἐτροποποιήθη).
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς κατὰ τὸ 1897.
§197ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§198ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς νομίζω ὅτι ὑπέπεσεν εἰς σύγχυσιν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν κληρώσεων καὶ τῶν ἀπογραφῶν, διότι φρονεῖ, ὅτι ἐκ τῶν 10 ἢ 11 χιλιάδων κληρωτῶν, οὓς τὸ Ὑπουργεῖον ζητεῖ πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἐν εἰρήνῃ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, προέρχονται αἱ ἀπαλλαγαὶ καὶ ἐξαιρέσεις. Ἀγνοεῖ ὅτι αἱ ἀπαλλαγαὶ εἶναι ἤδη ἐξηγμέναι ἐκ τῆς κάλπης, καὶ μόνον οἱ κλῆροι τῶν μὴ ὑποκειμένων εἰς ἀπαλλαγὴν καὶ εἰς ἀναβολὴν κατατάξεως τίθενται εἰς τὴν κάλπην. Ἀλλὰ διατὶ συμβαίνει τὸ ἄτοπον τοῦ νὰ προσέρχωνται 11 χιλιάδες; Τούτου ἀλλαχοῦ πρέπει νὰ ζητήσωμεν τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα πολλάκις κατ’ ἐπανάληψιν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, καὶ τὰ ὁποῖα ἐν δυσὶ λέξεσι θὰ ἐπαναλάβω καὶ πάλιν. Ἡ ἡλικία πᾶσα ἀριθμεῖ περὶ τὰς 24 ἢ 23 χιλιάδας, ἀλλὰ διὰ τῶν ἐξαιρέσεων καὶ ἀπαλλαγῶν κατέρχεται ὁ ἀριθμὸς μέχρι τῶν 14 χιλιάδων ἢ καὶ 15,000. Καὶ οἱ μὲν ἀπαλλασόμενοι καὶ ἐξαιρούμενοι καὶ ἄλλοι, ὧν ἀναβάλλεται ἡ κατάταξις, εἶναι πραγματικοί, ἀλλὰ δὲν συμβαίνει τοῦτο καὶ διὰ τοὺς ἀπομένοντας, διότι ἐκ τούτων ὑπάρχουσι πολλοί, μὴ ὄντες πραγματικοί, τουτέστιν εἰσὶν οἱ ἐγγεγραμμένοι ἢ ὑπὸ διπλοῦν ὄνομα ἢ ὑπὸ ψευδές, ἀνύπαρκτα ὅλως πρόσωπα. Οὗτοι κατ’ ἀνώτατον ὅρον ἀνέρχονται εἰς 2 ἕως 2½ χιλιάδας. Ἀπαλλασσομένων τῶν διαθεσίμων, ἐὰν ἡ ἡλικία ἔδωκε 14 ἕως 15 χιλιάδας ὑποχρέων, καὶ ἀφαιρουμένων ἐκ τούτων τῶν 4 ἢ 5 χιλιάδων διαθεσίμων, ἀπομένουσι 10 χιλιάδες· ἐκ τούτων πάλιν ἐὰν ἀφαιρέσητε τὰς 2½ χιλιάδας τῶν ἀνυπάρκτων κληρωτῶν καὶ ἀνυποτάκτων, φθάνομεν εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 7½ χιλιάδων. Ἑπομένως ἀπομένουσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ 7½ χιλιάδες ἄνδρες, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν πραγματικὴν δύναμιν τῶν κατατασσομένων εἰς τὸν στρατόν. Τί γενήσεται εἶτα εἰς τὸν στρατὸν, δὲν ἐνδιαφέρει τὴν Βουλήν, διότι τινὲς τούτων ἀποβιοῦσιν, ἄλλοι διὰ διαφόρους οἰκογενειακοὺς λόγους, ἐπελθόντας μετὰ τὴν κατάταξιν, ἀπαλλάσσονται, καὶ ἄλλοι ἐξαιροῦνται. Πάντες οὗτοι ἀνέρχονται περίπου εἰς χιλίους καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ἐν τῷ στρατῷ διαμονῆς. Συνεπῶς ἡ δύναμις τῶν κληρωτῶν τῶν δύο ἐτῶν ἀνέρχεται εἰς 14 χιλιάδας· ἐὰν εἰς τούτους προσθέσητε τοὺς μὴ ἀνανεουμένους ἐτησίως ἀξιωματικούς, ὑπαξιωματικοὺς ἀνακατατασσομένους, μουσικούς, τεχνίτας καὶ λοιποὺς, θὰ φθάσητε εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 20 ἕως 21 χιλιάδων, καὶ τοσαύτη εἶναι ἀληθῶς ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ κατὰ μέσον ὅρον. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μήλου νομίζῃ, ὅτι ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ πρέπει νὰ ἰσοῦται πρὸς τὴν ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ στρατοῦ, ἥτις ἀναγράφεται καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διατελεῖ ἐν πλάνῃ. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη τότε μόνον θὰ ἦτο δυνατή, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀνέγραφεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν τῆς προσθέτου ταύτης δαπάνης, πρὸς δὲ, ἐὰν διὰ τοῦ νόμου τῆς ἐνιαυσίου δυνάμεως τοῦ στρατοῦ ἐκάλει περὶ τὰς 10 ἕως 11 χιλιάδας κληρωτῶν, τουτέστι πάντας τοὺς ὑπαγομένους εἰς διετῆ ὑποχρέωσιν, καταργουμένης οὕτω τῆς διαθεσιμότητος.
§199Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Μετὰ τὴν πειστικὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας, κρίνω περιττὸν νὰ προσθέσω τι. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποδεχθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ).
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἔχει τροπολογίαν ὁ κ. Κουλούρης.
§201ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. Παραιτοῦμαι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁρίου ἡλικίας ἐν τῷ βαθμῷ τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν ὑπάρχει ἔκθεσις, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ.
§203ΣΤΑΗΣ. Εἶναι χωριστὸν νομοσχέδιον, καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ ἔκθεσιν.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀγορᾶς οἰκοπέδου κειμένου ἐν Ἀθήναις ἐν θέσει Καμαράκλα.
§205Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω σχέδιον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐμφαίνεται, ὅτι ἀποτελεῖται ἓν τρίγωνον, ἀνῆκον εἰς τὸν κ. Πολυχρονόπουλον, καὶ ἐνόμισα ὅτι ὑπαγορεύεται ἀπὸ τὰ δημόσια συμφέροντα νὰ ὀρθογωνισθῇ τὸ τετράγωνον ἐκεῖνο.
§206ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον προέκυψεν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων, ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ὑπόνοιαι, ὅτι ὁ φερόμενος ὡς ἰδιοκτήτης δὲν εἶναι ὁ πραγματικός, καὶ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ τοὺς τίτλους.
§207Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζω τὸν ἰδιοκτήτην· ἐγὼ διῆλθον ἐκεῖθεν πρὸς περίπατον, καὶ παρετήρησα τὸ τεμάχιον. Ὁ διευθυντὴς τῶν δημοσίων ἔργων μοὶ εἶπεν, ὅτι τοῦ ἐζητήθη ἄδεια πρὸς οἰκοδομήν, ἀλλ’ ἐγὼ ἐσταμάτησα τὸ ἔργον.
§208ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὸ ἄκρον τοῦ μεγάλου γηπέδου τοῦ Δημοσίου κεῖται ἓν τεμάχιον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, καὶ τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ μίαν γωνίαν, ἥτις ἀπαιτεῖται πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ γηπέδου, ἀλλ’ ὑποτίθεται ὅτι ὑπάρχει πραγματικὴ ἰδιοκτησία, ἐγεννήθη δὲ ἡ ὑπόνοια, ὅτι τὸ γήπεδον εἶναι μοναστηριακὸν καὶ κατελήφθη αὐθαιρέτως.
§209Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλω τὸ ἐξετάσει.
§210ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐγὼ ἐπληροφορήθην, ὅτι τὸ οἰκόπεδον δὲν ἔχει τὴν ἔκτασιν, τὴν ἀναφερομένην ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, τῶν πήχ. 936.36. Ὑπάρχει μάλιστα Β. Διάταγμα κατὰ τὸ 1893, ὑπουργοῦντος τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ οἰκόπεδον ἐμειώθη, διότι ἐκρίθη καλὸν νὰ αὐξήσῃ κατὰ πλάτος ἡ ὁδὸς, ἡ διερχομένη ἐκεῖθεν. Παρακαλῶ νὰ προσκομισθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ σχέδιον καὶ τὸ Β. Διάταγμα.
§211Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐῤῥυμοτομήθη διὰ Β. Διατάγματος τῆς 22 Φεβρουαρίου 1894.
§212ΚΡΙΤΣΑΣ. Μετὰ τὴν ῥυμοτόμησιν ἔμειναν 900 πήχεις;
§213Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὕτω λέγει ἡ ὑπηρεσία τῶν δημοσίων ἔργων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως Γεωργικοῦ Ταμείου ἐν Θεσσαλίᾳ.
§215ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι δὲν ὑπάρχει συνημμένη αἰτιολογικὴ ἔκθεσις.
§216Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἰσήχθη τώρα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἰσήχθη πέρυσι καὶ εἶχεν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν.
§217ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. Κατὰ δεύτερον λόγον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ διὰ νὰ προσαχθῶσιν ὅλα τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια.
§218Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀντιλέγω. Ἐγὼ κατέθεσα τὰ ἔγγραφα καὶ τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐπιτροπῶν, ἵνα ἡ Βουλὴ μελετήσῃ αὐτά. Ἐπειδὴ ὅμως διὰ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Τραπέζης ἀνέλαβεν ἡ Τράπεζα τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δανείσῃ τὸ Γεωργικὸν Ταμεῖον ἐπὶ τόκῳ λίαν μικρῷ καὶ ὅροις συμφέρουσι, διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι πρέπει νὰ συστηθῇ τὸ Γεωργικὸν Ταμεῖον, διότι ἄλλως, παρερχομένης τῆς τεθειμένης προθεσμίας, θέλει ματαιωθῆ ἡ σύμβασις.
§219Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐγὼ εὐχαριστῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, καὶ θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ· ἐπειδὴ ὅμως πολλοὶ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν ἐκ Θεσσαλίας ἀπουσιάζουσι κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ δεχθῇ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὐτοῦ διὰ τὴν αὔριον, καὶ νὰ ἀναγραφῇ ἐν τοῖς πρώτοις ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§220Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Στέργω εἰς τὴν ἀναβολὴν διὰ τὴν αὔριον μόνον.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται καὶ αὐτό. Πρώτη συζήτησις κατ’ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ᾼΧΜʹ νόμου τῆς 9 Ἰανουαρίου 1888 περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ.
§222ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Κατ’ ἀρχὴν οὐδένα ἔχω λόγον ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι διὰ τῶν διατάξεων αὐτοῦ ἀφ’ ἑνὸς μὲν θὰ καθιερωθῶσι θέσεις πλεῖσται ὅσαι πρὸς προβιβασμὸν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ ὑπάρχωσιν οἱ ὑπηρετοῦντες ἀξιωματικοί, οἵτινες, ἕνεκα ἐλλείψεως χρόνου ὑπηρεσίας, δὲν θὰ δύνανται ν’ ἀποστρατεύωνται εὐθὺς ὡς ἤθελον καταληφθῆ ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, θὰ παραμένωσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, μὴ καταριθμούμενοι εἰς τὸν νόμον περὶ ἀριθμῶν, ἐνῷ ἕτεροι θὰ καταλαμβάνωσι τὰς θέσεις αὐτῶν, καὶ ἑπομένως, ἀντὶ ἑνὸς ἢ δύο εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν, θὰ ἔχωμεν πλειοτέρους. Τοῦτο νομίζω εἶναι τὸ ἄτοπον, τὸ διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου δημιουργούμενον, πολυτέλεια τουτέστι βαθμῶν ἄνευ σκοποῦ, διότι οἱ ἐν ὑπεραριθμίᾳ εὑρισκόμενοι οὐδεμίαν θὰ ἔχωσιν ὑπηρεσίαν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ ἐξομοιωθῶσιν οἱ τοῦ μηχανικοῦ, ὑγειονομικοῦ καὶ ναυπηγικοῦ κλάδου ἀξιωματικοὶ πρὸς τοὺς μαχίμους ἀξιωματικούς, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, ἀλλ’ οἱ μὴ ἔχοντες συμπεπληρωμένον τὸν χρόνον τῆς ἀποστρατεύσεως νὰ παραμένωσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, κατέχοντες καὶ τοὺς ἀριθμούς· διότι ἄλλως δὲν ἐννοῶ διατὶ νὰ μισθοδοτῇ τὸ Κράτους ἀξιωματικοὺς ὑπεραρίθμους.
§223ΠΕΤΑΛΑΣ. Τρεῖς εἶναι μόνον αὐτοί. Νὰ ἀναμένωσιν ὅλοι οἱ ἄλλοι μέχρις ὅτου αὐτοὶ ἀποστρατευθῶσι;
§224ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Βεβαίως νὰ ἀναμένωσιν οἱ ἄλλοι, ἐν ὅσῳ αὐτοὶ ἐξακολουθοῦσιν ὑπηρετοῦντες.
§225ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἐγὼ εὑρίσκω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι πολὺ δίκαιον, διότι πρῶτον οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοί, τοὺς ὁποίους κατέλαβε τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας μὴ ἔχοντες συμπεπληρωμένα τὰ ἔτη τῆς συντάξεως, εἶναι μόνον τρεῖς· χάριν δὲ αὐτῶν καὶ οἱ κατόπιν ἀξιωματικοὶ θὰ ἦναι ὑποχρεωμένοι νὰ μένωσι καὶ νὰ ὑπηρετῶσιν ἐπὶ πολλὰ ἔτη εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν, καὶ ἴσως καταλάβῃ καὶ αὐτοὺς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας εἰς τὸν κατώτερον βαθμὸν καὶ ἀδικηθῶσι. Καὶ αὐτὸ τὸ ἀδίκημα θὰ ἦναι πολὺ μεγαλείτερον ἀφ’ ὅ,τι θὰ ἦναι ἡ ζημία εἰς τὸ Δημόσιον, ἐὰν προστεθῶσι τρεῖς ἀξιωματικοὶ ἐπὶ πλέον, ἕνεκα τῆς αὐτῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου.
§226Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εὑρίσκομαι εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ μὴ συμφωνήσω μετὰ τοῦ προλαλήσαντος ἀξιοτίμου συναδέλφου, μᾶλλον δὲ θὰ συμφωνήσω μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ὕδρας βουλευτοῦ κ. Τσαμαδοῦ. Συμφωνῶ πληρέστατα μετ’ αὐτοῦ, καθόσον μονομανία προαγωγίτιδος κατέλαβεν ἐσχάτως ἅπαντας, καὶ οὐχὶ μόνον εἰς τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν στρατόν· μᾶς κατέλαβε μονομανία νὰ γείνωμεν ἅπαντες συνταγματάρχαι καὶ στρατηγοί! Ἐννοῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν εἶναι ἀνίκανον νὰ ἔχῃ πολυτελῆ ὑπηρεσίαν, αἰσθάνομαι, ὅτι οἱ περισσότεροι ἢ τοὐλάχιστον πολλοὶ τῶν ὑπαλλήλων εἶναι περιττοὶ, καὶ πρέπει νὰ λάβωμεν ἅπαντες φροντίδα, ἵνα πᾶν περιττὸν περικόψωμεν, ἀρχόμενοι ἀπὸ τῆς Βουλῆς αὐτῆς, ἀπὸ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, ἀπὸ ἡμᾶς αὐτοὺς, καὶ κατερχόμενοι εἰς τὰ κάτω στρώματα. Ἐγὼ αὐτὸς, ὅταν ἐξῆλθον τῆς Σχολῆς, μόνον εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ προσέβλεπον, σήμερον δὲ ἐφθάσαμεν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου καὶ ἀντισυνταγματάρχου, καί τινες δὲν εἶναι εὐχαριστημένοι. Ἐγὼ αὐτὸς ἔμεινα ἕνδεκα ὅλα ἔτη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, ἀλλ’ οὐδέποτε παρεπονέθην, καθόσον εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου, ὅτι ἐκλεκτὸς ἀνὴρ τοῦ στρατοῦ, ἀφήσας ἴχνη τῆς διαβάσεώς του εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ, ὁ ἀείμνηστος Δημήτριος Βότσαρης, ἀπῆλθε τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, φέρων τὸν βαθμὸν συνταγματάρχου, ἦτο δὲ καὶ εὐχαριστημένος, ἀπερχόμενος τοῦ κόσμου τούτου, σήμερον δὲ ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ γείνωμεν ὅλοι στρατηγοί· ποῦ; εἰς τὰ γραφεῖα! Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα. Τὸ θέμα εἶναι, ἐὰν συμφέρῃ εἰς τὸ Κράτος νὰ ἔχῃ πλεονάζοντας ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ὑπαλλήλους ἢ ἀξιωματικούς. Ὁ πρὸ ἡμερῶν ἀγορεύσας ἐν τῇ Βουλῇ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κερκύρας καὶ συνταγματάρχης κ. Σέχος κατέδειξεν, ὅτι τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας δὲν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ ἀνικάνους τοὺς ἄνδρας. Ὁ ἀείμνηστος στρατηγὸς Σοῦτσος, καίτοι γεγηρακὼς, ὑπερεῖχεν ὅλων κατὰ τὴν ἀντοχὴν καὶ τοῦ πνεύματος καὶ τοῦ σώματος, ὅτε δὲ αὐτὸς πεζῇ ἐβάδιζε, πολλοὶ νεώτεροι αὐτοῦ κατὰ δέκα καὶ δεκαπέντε ἔτη δὲν ἠδύναντο νὰ τὸν ἀκολουθήσωσι· πεζὸς ἀνῆλθε, Κύριοι, εἰς Ραψάνην ἀπὸ τῆς εἰσόδου τῶν Τεμπῶν, ἤτοι τοῦ χωρίου Μπαμπᾶ, ἔχων ἐπὶ τῶν ὤμων του χιτῶνα, καὶ πολλοὶ νεώτεροι αὐτοῦ ἀξιωματικοὶ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ τὸν ἀκολουθήσωσι. Συμφωνῶ λοιπὸν πληρέστατα μὲ τὸν ἐξ Ὕδρας κ. συνάδελφον, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ἵνα μὴ διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καταστήσωμεν πλεονάζοντας ἢ ὑπεραρίθμους τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν συνεπλήρωσαν εἰκοσιπενταετῆ ὑπηρεσίαν, καὶ τὸ Δημόσιον πληρόνῃ ἀνθρώπους, οὐδεμίαν προσφέροντας εἰς αὐτὸ ὑπηρεσίαν. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, ἵνα μὴ ἐπιβαρυνθῇ τὸ Δημόσιον μὲ δαπάνας ἀδικαιολογήτους, καὶ μάλιστα εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις τοῦ Κράτους.
§227ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Συμπληρῶν τὰ πρὸ μικροῦ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα καὶ ἐξ ἀφορμῆς τῶν λεχθέντων παρὰ τοῦ κ. ἐξ Ἰθάκης συναδέλφου, λέγω ὅτι οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι καθαρῶς προσωπικὸν, ὡς εἶναι προσωπικὸν καὶ ἕτερον νομοσχέδιον, σχέσιν ἔχον μετ’ αὐτοῦ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορᾷ εἰς ὡρισμένον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον δὲν ἠρκέσθη προαχθὲν τόσον ταχέως ἐν τῇ ναυτικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀλλ’ ἐπιδιώκει καὶ ταχυτέραν προαγωγήν. Δὲν συνεπλήρωσεν εἰσέτι τὰ πρὸς προαγωγὴν προσόντα, καὶ ἐπιδιώκει νέαν προαγωγήν. Εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀφορᾷ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2. Εἶναι νομοσχέδιον καθαρῶς προσωπικὸν, ἀφορῶν εἰς ὡρισμένον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ἐπιτύχῃ τὴν προαγωγήν του διὰ τῆς ἀποπομπῆς ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ ἑτέρου ἀξιωματικοῦ, νῦν ὑπηρετοῦντος ἐν τῷ ναυτικῷ.
§228Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοί, οἵτινες συνεπλήρωσαν τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, δὲν συνεπλήρωσαν ὅμως καὶ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, ὅστις προσδίδει εἰς αὐτοὺς τὴν σύνταξιν· οὗτοι, χάριν φιλανθρωπίας, κατὰ τὸν νόμον τὸν κείμενον, παραμένουσιν ἐν ταῖς τάξεσι τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, ἁπλῶς πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ δικαιώματος τῆς συντάξεως. Εἶναι οὕτω ἢ οὔ;
§229ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὄχι! δὲν εἶναι. Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἀπαντήσω.
§230Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τοῦτο λέγει ῥητῶς ὁ νόμος, περὶ οὗ πρόκειται, ὁ ΑΧΜʹ. Ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοί, ἐπαναλέγω, συμπληρώσαντες τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, μὴ δυνάμενοι τούτου ἕνεκα νὰ προβιβασθῶσιν εἰς ἀνώτερον βαθμὸν, οἱ ἀξιωματικοὶ δὲ οὗτοι καταριθμοῦνται ἐν τοῖς ἀριθμοῖς, παραμένουσι δηλαδὴ εἰς τὰς τάξεις τοῦ ναυτικοῦ εὐεργετικῶς. Πρὸς τίνα σκοπόν; Πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ χρόνου τῆς συντάξεως. Ἐὰν αὐτοὶ εἶχον συμπεπληρωμένον τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, ἤθελον παραμείνει ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ ἐνεργοῦ ναυτικοῦ; Βεβαίως οὐχί. Εἶναι λοιπὸν δίκαιον, ἐπειδὴ ὁ νόμος, φιλανθρώπως φερόμενος, ἐκράτησεν αὐτοὺς ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ ναυτικοῦ στρατεύματος, ἁπλῶς καὶ μόνον, ἵνα συμπληρώσωσι τὸ χρονικὸν διάστημα, ὅπερ ἀπαιτεῖται πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ δικαιώματος τῆς συντάξεως, εἶναι δίκαιον, χάριν τῆς φιλανθρώπου ταύτης ὑπὲρ τούτων διατάξεως, νὰ κωλύηται ἡ προαγωγὴ τῶν ἄλλων ἀξιωματικῶν; Αὕτη εἶναι ἡ οἰκονομία τοῦ νόμου. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον, ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ἀρκοῦσα εἶναι ἡ φιλανθρωπία αὕτη, ὅτι δὲν πρέπει διὰ τῆς φιλανθρωπίας νὰ συντρίψωμεν τὴν φιλοτιμίαν καὶ τὸ στάδιον τῶν ἄλλων ἀξιωματικῶν, οἵτινες, ὅταν κατετάχθησαν, βεβαίως δὲν ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν αὐτῶν, ὅτι ἤθελον εὑρεθῆ ἀξιωματικοί, οἵτινες, ἁπλῶς καὶ μόνον διότι δὲν συνεπλήρωσαν τὸ πρὸς σύνταξιν δικαίωμα, παραμένουσιν ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ ναυτικοῦ, ὡς ἐν φιλανθρωπικῷ καταστήματι. Ὅλαι ἐκεῖναι αἱ ὑποψίαι τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι πρόκειται περὶ προσώπων, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι αἱ ὁδηγήσασαι τὸν συντάκτην τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ταῦτα εἶχον νὰ ἀπαντήσω προχείρως εἰς τὰς ἐξενεχθείσας κατὰ τοῦ νομοσχεδίου αἰτιάσεις.
§231ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐὰν, κ. Πρόεδρε, δὲν ἐγνώριζον ἐκ προηγουμένων ἀγορεύσεων αὐτοῦ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, βεβαίως ἤθελον ἐκπλαγῆ ἐπὶ τῷ ἀποδοθέντι πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους χαρακτηρισμῷ, ὅτι οὗτοι εὑρίσκονται ὡς ἐν Πτωχοκομείῳ, καὶ χάριν φιλανθρωπίας καὶ ἐλεημοσύνης παραμένουσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. Ἀφήνω εἰς ὑμᾶς τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν λόγων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἀδυνατῶ νὰ πράξω τοῦτο. Κρίνατε ὑμεῖς, ἐὰν οἱ κληθέντες, καθ’ ἣν ἐποχὴν τὸ πολεμικὸν ναυτικὸν εἶχεν ἀπόλυτον ἀνάγκην τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῶν, δύνανται οὕτω νὰ χαρακτηρισθῶσι. Νῦν ὁ κ. Ὑπουργὸς τάσσει τούτους ἐν Πτωχοκομείῳ, καὶ δίκην ἐλεημοσύνης παρέχει αὐτοῖς τὸν μισθόν! Τῇ ἀληθείᾳ εἶναι ὀδυνηρὸν διὰ τοιούτων φράσεων νὰ χαρακτηρίζωνται ἀξιωματικοὶ ἐντίμως ὑπηρετήσαντες τὴν πατρίδα, καὶ οἵτινες δὲν προσῆλθον εἰς τὰς τάξεις τοῦ ναυτικοῦ προσλιπαρήσαντες τοὺς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἰσχυροὺς, ἀλλ’ ἐκλήθησαν, ἵνα ἐκτελέσωσιν ὑπηρεσίαν, καὶ ταύτην ἐξετέλεσαν μέχρι τοῦδε ἐντίμως. Ἀλλὰ, κατὰ κακήν των τύχην, πολλοὶ τούτων δὲν εὑρίσκονται εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν, συμπληρώσαντες τὸ ὅριον ἡλικίας,—τὸ ὁποῖον, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, δὲν ὑπῆρχε καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐκλήθησαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν,—νὰ ἔχωσιν ἐπίσης συμπεπληρωμένον καὶ τὸν χρόνον τῆς συντάξεως, καὶ ἀποπέμπονται νῦν ὡς ἄχρηστοι.
§232Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν εἶπον ἐγὼ αὐτό.
§233ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τῶν λόγων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ διὰ τίνα λόγον τὸ νομοσχέδιον εἶναι πρὸς αὐτοὺς τόσον ἄδικον; Κατὰ τί πταίουσιν οὗτοι, ἐὰν κατελήφθησαν ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, ἀφοῦ, ὅταν κατετάχθησαν εἰς τὸ ναυτικὸν, δὲν ὑπῆρχε τοιοῦτος φραγμός; Δι’ αὐτὸ τοῦτο ὁ νῦν κρατῶν νόμος λέγει πρὸς αὐτούς: «μείνατε νὰ ὑπηρετήσητε ὡς καὶ πρότερον, ὑπαγόμενοι εἰς πάσας τὰς διατάξεις τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμου.» Τὸ νομοσχέδιον ὅμως ὅλως τὰ ἐναντία ἐπιδιώκει, διότι κατὰ τὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ ὑπάγονται μὲν εἰς πάντας τοὺς κειμένους νόμους περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, δὲν καταριθμοῦνται ὅμως εἰς τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἀξιωματικῶν. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ ὑποβάλητε τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως, καὶ νὰ μὴ καταλογίζητε τούτους εἰς τὸν νόμον περὶ ἀριθμῶν; Ἀσπλαγχνία θὰ ἦτο νὰ τοὺς ἀποπέμψητε, καθόσον μέχρι τοῦδε ὑπηρέτησαν καλῶς, καὶ αἱ ὑπηρεσίαι αὐτῶν ἐχαρακτηρίσθησαν ἔντιμοι. Ὀφείλετε λοιπὸν ν’ ἀφήσητε αὐτοὺς ὑπηρετοῦντας, συμφώνως πρὸς τὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου, τὴν ὁποίαν ἔχετε, ὑπαγομένους εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ καταστήσητε αὐτοὺς ὑπεραρίθμους, ἵνα διὰ τοῦ μέσου τούτου εἰσχωρήσωσι καὶ καταλάβωσι τὰς θέσεις αὐτῶν οἱ εὐνοούμενοι.
§234ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ὅσα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν εἶπεν ἦναι ἀκριβῆ,—καὶ δὲν ἔχω λόγον νὰ θέσω ἐν ἀμφιβολίᾳ τοῦτο—πρόκειται μόνον περὶ τριῶν ἢ τεσσάρων προσώπων...
§235Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὰ λέγει ὁ νόμος, κύριε συνάδελφε, δὲν τὰ λέγω ἐγώ.
§236ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. πρόκειται περὶ τριῶν ἢ τεσσάρων προσώπων, ἀνικάνων νὰ ἐκτελέσωσι τὴν ὑπηρεσίαν.
§237ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἱκανωτάτων.
§238ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει.
§239Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὄχι ἀνικάνων· μὴ δυναμένων νὰ προβιβασθῶσιν.
§240ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν δύνανται νὰ προβιβασθῶσιν, ἕπεται, ὅτι θεωροῦνται ἀνίκανοι, καὶ δὲν δύνανται νὰ ἐκτελέσωσι τὴν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία ἤθελεν ἀνατεθῆ εἰς αὐτοὺς, ἂν ἐπροβιβάζοντο.
§241Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νόμῳ ἀνικάνων· ἕνεκα τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας.
§242ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ οἱ ἄνθρωποι οὗτοι πρέπει νὰ μείνωσιν ἐν τῷ ναυτικῷ χάριν φιλανθρωπίας, ὅπως συμπληρώσωσι τὰ ἀπαιτούμενα ἔτη πρὸς σύνταξιν!...
§243Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς διαφωτίσω; Δὲν πρόκειται περὶ ἀνικάνων, ἀλλὰ περὶ μὴ δυναμένων νὰ προβιβασθῶσι, διότι συνεπλήρωσαν τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας.
§244ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἴπετε ὅτι εἶναι καὶ ἀνίκανοι.
§245Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Νόμῳ ἀνίκανοι πρὸς προαγωγήν.
§246ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, τὸν λόγον.
§247ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα παρουσιάζεται διπλοῦν, ζήτημα φιλανθρωπίας πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους, οἵτινες ὑπηρέτησαν ἀρκετὸν χρόνον, ὅπως τὸ Κράτος ὀφείλῃ πρὸς αὐτοὺς ἐνδιαφέρον, οἵτινες ὅμως δὲν δύνανται νὰ προαχθῶσι καὶ ν’ ἀκολουθήσωσι τὴν στρατιωτικὴν ἱεραρχίαν, καὶ ζήτημα ὑπηρεσίας θετικῆς ἐν τῷ στρατῷ. Ἡ διατήρησις αὐτῶν ἐν τῷ ναυτικῷ, καὶ ὁ προβιβασμὸς ἑτέρων, ὅπως καθέξωσι τὰς θέσεις, τὰς ὁποίας οὗτοι κατέχουσι σήμερον, δὲν δύναται ἢ νὰ φέρῃ βεβαίως ἔλλειψιν ἀκριβείας, ἄν ὄχι τι ἄλλο εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Τίς θὰ ἐκτελῇ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐκτελοῦσιν οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, ὅταν σὺν αὐτοῖς προβιβασθῶσι καὶ ἄλλοι καὶ ὅταν τὴν ἰδίαν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν σήμερον ἐκτελεῖ εἷς ἀξιωματικός, πρόκειται νὰ ἐκτελέσωσιν εἰς τὸ μέλλον δύο, ὁ ὑπάρχων χάριν φιλανθρωπίας καὶ ὁ προβιβασθησόμενος χάριν δικαιοσύνης; Θὰ ἔχωμεν τοιουτοτρόπως ἀταξίαν τινὰ ἐν αὐτῇ τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ναυτικοῦ. Ἐὰν πρόκειται ζήτημα ἁπλῆς φιλανθρωπίας, διατὶ δὲν θέλετε νὰ τὸ διορθώσητε κατὰ τρόπον κανονικώτερον; διατὶ δὲν θέλετε νὰ ἐκτελέσητε τὸ καθῆκον τοῦτο τῆς φιλανθρωπίας κατὰ τρόπον μὴ εἰσάγοντα τὴν ἀταξίαν εἰς τὸ ναυτικόν; Φέρετε νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ χορηγῆτε εἰς αὐτοὺς ἐτησίαν σύνταξιν.
§248Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Σύνταξιν!
§249ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατὶ ὄχι; Μήπως δὲν χορηγοῦμεν δι’ εἰδικοῦ νόμου εἰς πρόσωπα διάφορα σύνταξιν ἰσόβιον; Ἐὰν νομίζητε ὅτι τὸ Κράτος ἔχει καθῆκον νὰ ἀμείψῃ τούτους, ἐξερχομένους ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, πράξατε τοῦτο. Εἶναι προτιμότερον νὰ ἐξέλθωσι τῆς ὑπηρεσίας, παρὰ νὰ μένωσιν ἐν αὐτῇ ὡς ὄντα ἄχρηστα, παρεμποδίζοντα καὶ φέροντα ἀνωμαλίαν περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀνατίθενται εἰς δύο εἰς τὸ ἑξῆς ἀντὶ ἑνός. Ἀντὶ λοιπὸν τούτου δόσατε εἰς αὐτοὺς σύνταξιν δι’ εἰδικοῦ νόμου, ἀντὶ δι’ εἰδικοῦ νόμου νὰ ἀνατρέψητε ὁλόκληρον ὀργανισμόν, καὶ εἰσαγάγητε διατάξεις, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ ἰσχύωσι καὶ εἰς τὸ μέλλον καὶ δι’ ὅλας τὰς ἀναλόγους περιστάσεις. Τὸ αἴσθημα τοῦτο τῆς φιλανθρωπίας ἱκανοποιήσατέ το δι’ ἑνὸς εἰδικοῦ νόμου, ἀπονέμοντες εἰς αὐτοὺς ὅ,τι νομίζετε ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ἀπονείμῃ εἰς αὐτοὺς ἡ Πολιτεία. Θὰ ἐξαλείψητε τοιουτοτρόπως τὴν ἀταξίαν, τὴν ὁποίαν θὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ναυτικοῦ, καὶ θὰ οἰκονομήσητε κἄτι τι ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, διότι βεβαίως θὰ δώσητε κἄτι τι ὀλιγώτερον τοῦ μισθοῦ των, δὲν θὰ ἔχητε δὲ ἐν τῷ στρατῷ 3 ἢ 5 πρόσωπα ἄχρηστα μὲν εἰς αὐτόν, τὰ ὁποῖα ὅμως, λαμβάνοντα τὴν σύνταξίν των, θὰ δύνανται νὰ χρησιμοποιήσωσιν ἴσως τὴν ἐργατικότητά των ἀλλαχοῦ.
§250Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐὰν τῷ ὄντι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν συνωδεύετο δι’ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ὁ κ. ἐξ Ὕδρας συνάδελφος ἤθελεν εἶσθαι συγγνωστός, περιπίπτων εἰς τὸ σφάλμα, εἰς ὃ περιέπεσεν, ἀποδοὺς ἡμῖν πρόθεσιν ἀδικίας καὶ καταδιώξεως ὡρισμένων προσώπων. Ἀλλὰ δυστυχῶς διὰ τὸν κ. ἐξ Ὕδρας συνάδελφον, ὑπάρχει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ἐξηγοῦσα τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 2, καθ’ ὃ οἱ τοιοῦτοι ἀξιωματικοὶ δὲν καταριθμοῦνται εἰς τοὺς ἀριθμούς, ὑπάγονται εἰς τοὺς νόμους περὶ καταστάσεως, ἐκτὸς τῆς βʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ ΤΜΗʹ νόμου τῆς 25 Αὐγούστου 1856 ἔτους «περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ». Ἐδύναντο ἴσως οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἀξιωματικοὶ νὰ ἀδικηθῶσι διατί; Διότι ἕνεκα καταργήσεως ἀριθμῶν ἤθελον τεθῇ εἰς ἀργίαν. Ἔρχεται νομοσχέδιόν τι καὶ λέγει, ὅτι καταργεῖ τοὺς δεῖνα ἢ δεῖνα ἀριθμούς· βεβαίως οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ὑπεράριθμοι θέλουσι τεθῇ εἰς ἀργίαν, ἕνεκα καταργήσεως ἀριθμῶν· ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο, ἐτέθη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, καθ’ ἣν τὸ ἀπειλούμενον τοῦτο ἀδίκημα αἴρεται καὶ προλαμβάνεται. Τοῦτο δὲ ἐδύνατο νὰ διακρίνῃ ὁ εἰδικὸς περὶ τὰ τοιαῦτα κ. ἐξ Ὕδρας συνάδελφος καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τοῦ νομοσχεδίου, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἐν τέλει τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἥτις λέγει (ἀναγινώσκει): «Ὑπάγονται εἰς τοὺς νόμους περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, ἐκτὸς τῆς βʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ ΤΜΗʹ νόμου τῆς 23 Αὐγούστου 1856 ἔτους «περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ», ἵνα μὴ οὗτοι τεθῶσιν εἰς ἀργίαν, ὡς μὴ καταριθμούμενοι εἰς ἀριθμούς.» Ἑπομένως οὐδεμία ἀδικία κατ’ αὐτῶν δύναται νὰ ἐπέλθῃ, καθόσον οὗτοι, μὴ καταριθμούμενοι εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, δὲν τίθενται κατὰ τὸν νόμον περὶ καταστάσεως (§ βʹ ἄρθρ. 7) εἰς ἀργίαν, ἀλλὰ παραμένουσιν εἰς ἐνέργειαν, ἢ τέλος πάντων εἰς διαθεσιμότητα. Ἑπομένως δὲν βλέπω ἀδίκημα. Ἡ θεωρία τοῦ κυρίου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ δύναται νὰ ἦναι ὀρθή. Ἀλλ’ ἡμεῖς, εἰσάγοντες τὸ νομοσχέδιον, ἐνομίσαμεν, ὅτι κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο ἔδει νὰ προνοήσωμεν περὶ τῶν ἀδικουμένων ἀξιωματικῶν, οἵτινες ἕνεκα εὐεργετικοῦ νόμου, ἀφορῶντος ἀξιωματικοὺς, ἔχοντας ἡλικίαν, ἥτις δὲν ἐπιτρέπει αὐτοῖς νὰ προβιβάζωνται, διότι κατέλαβεν αὐτοὺς τὸ ὅριον, ἀδικοῦνται, μὴ δυνάμενοι νὰ προβιβασθῶσιν ἕνεκα εὐεργετικοῦ ἁπλῶς νόμου ὑπὲρ τῶν συναδέλφων αὐτῶν. Αὕτη, Κύριοι, εἶναι ἡ οἰκονομία τοῦ νόμου καὶ ἡ ἀπολογία τοῦ νομοσχεδίου.
§251ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν θέλει νὰ μετατρέψῃ τὸ ζήτημα εἰς προσωπικὸν, διότι ἐξακολουθεῖ νὰ μὲ ἀποκαλῇ εἰδικὸν, ὡσεὶ ἐγὼ τῷ ἠμφισβήτησα τὸ τοιοῦτον. Βεβαίως εἶμαι εἰδικὸς, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι μὴ εἰδικός. Περὶ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία. Εἶναι περιττὸν νὰ τὸ ἐπαναλαμβάνῃ.
§252Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἴμεθα συμφωνότατοι.
§253ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀλλὰ δι’ ὅσων εἶπε συνεφώνησε μετ’ ἐμοῦ. Εἶπεν, ὅτι ἐγὼ δὲν ἀνέγνωσα τὸ ἄρθρον 2. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ εἴπω, ὅτι διαπράττει ἀδίκημα εἰς πρόσωπα. Ἐγὼ ἀπαντήσας εἶπον, ὅτι διαπράττει ἀδίκημα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον· δὲν εἶπον εἰς αὐτὸν, ὅτι κατήργησε τὴν θέσιν· διότι, ἂν τοῦτο ἔπραττε, βεβαίως οὐδεὶς ἤθελε τὸν μεμφθῆ. Κηρύττει ἀξιωματικὸν ἀνίκανον, καὶ διὰ νὰ μὴ τὸν παραπέμψῃ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, θέλει νὰ τὸν εὐεργετήσῃ καὶ συνεπῶς θέλει νὰ τὸν κρατήσῃ εἰς τάξεις, ἀλλὰ τοῦ καταργεῖ τὸν ἀριθμὸν καὶ τὸν θέτει εἰς ἀργίαν. Εἶναι τὸ αὐτὸ, ὡς νὰ τὸν παραπέμπῃ εἰς Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, κύριε Ὑπουργὲ, πρόκειται περὶ τοῦ ἀντιθέτου, ὅτι τὸν ἀνίκανον χαρακτηρισθέντα παρ’ ὑμῶν, ἀτόπως διατηρεῖτε εἰς τὰς τάξεις τοῦ ναυτικοῦ· ἀλλὰ πῶς τὸν διατηρεῖτε; Τὸν διατηρεῖτε ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μισθοδοτῆται, ἀλλ’ ἕτερος νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν του, νὰ προαχθῇ λοιπὸν ὁ ἄλλος, νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν τοῦ πρώτου, οὗτος δὲ νὰ παραμένῃ εἰς τὸ ναυτικὸν, μισθοδοτούμενος ἐν ἐνεργείᾳ, μέχρις ὅτου συμπληρώσῃ τὰ ἔτη τῆς συντάξεως. Περὶ αὐτοῦ λοιπὸν πρόκειται, περὶ τοῦ ἀδικήματος τοῦ δημοσίου ταμείου, περὶ τοῦ ἀδικήματος τῆς ὑπηρεσίας, περὶ τοῦ ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον καθιεροῦτε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ὅτι δύνανται ἐκτὸς τῶν ἀριθμῶν νὰ ὑπάρχωσι καὶ ὑπεράριθμοι ἀξιωματικοί. Καὶ δὲν ἐννοεῖτε ὅτι αὐτὸ εἶναι τραῦμα κατὰ τῆς ὑπηρεσίας; Ἀλλὰ εἰρωνεύεσθε τὰς καταγγελίας, εἰρωνεύεσθε τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἀναγινώσκετε τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ σᾶς ἀνέγνωσα πρίν, καὶ ἡ ὁποία οὐδὲν ἄλλο λέγει ἢ ὅ,τι ἐγὼ ὑποστηρίζω.
§254Ι. ΓΡΙΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται περὶ τοῦ ἀρχιάτρου τοῦ Β. Ναυτικοῦ κ. Γιαννακοπούλου, τὸν ὁποῖον κατέλαβε τὸ ὅριον. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ δίδεται εἰς αὐτὸν τὸ εὐεργέτημα, ἵνα παραμείνῃ 8½ ἔτη ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ διὰ νὰ λάβῃ τὴν σύνταξίν του· διότι, ἂν παραμείνῃ ἐν τοῖς ἀριθμοῖς, ἐπέρχεται ἡ ἀδικία τῶν κατωτέρων ἀξιωματικῶν, τριῶν ἰατρῶν, τοὺς ὁποίους καταλαμβάνει τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας. Λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔρχεται νὰ θεραπεύσῃ τὴν ἀδικίαν αὐτήν, ἀφῆνον ἐν ταῖς τάξεσιν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἐν τοῖς ἀριθμοῖς, τὸν ἀρχίατρον Γιαννακόπουλον, μέχρις ὅτου συμπληρώσῃ τὴν εἰκοσιπενταετῆ ὑπηρεσίαν του, ἵνα λάβῃ τὴν σύνταξίν του. Τοῦτο εἶναι ὅλον τὸ ἱστορικὸν τοῦ νομοσχεδίου.
§255ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Αὐτὸ εἶναι;
§256ΣΤΑΗΣ. Δυστυχῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀνεχώρησεν. Ὑποθέτω ὅτι θὰ ζητήσῃ πληροφορίαν τινὰ σχετικὴν παρά τινος ὑπαλλήλου ἢ κομπριμαρίου, ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κρύπτονται συνήθως ὄπισθεν τῶν στηλῶν τούτων τῆς αἰθούσης καὶ μεταβιβάζουσι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν γνώσεις ναυτικάς. Ἀλλ’ ἐγώ, ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν πτέρυγα ἐκείνην, ἀποτείνομαι ἰδίᾳ πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν ἔλαβε καιρὸν νὰ μελετήσῃ ἐν ταῖς πολλαῖς αὑτοῦ ἀσχολίαις καὶ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον καὶ ἴσως πάντα τὰ νομοσχέδια τὰ ὑποβληθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, διότι βεβαίως, ἐὰν ἐλάμβανε καιρὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μελετήσῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, οὐδέποτε ἤθελεν ἐπιτρέψει νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια προσωπικά. Καὶ εἶχον ὑποθέσει, ὅτε πρὸ ἡμερῶν ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι τὰ νομοσχέδιά του κάμνουσι νερὰ καὶ βυθίζονται πρὸς τὸ βάθος τῆς ἡμερησίας διατάξεως, εἶχον ὑποθέσει, λέγω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε μελετήσει τοὐλάχιστον τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι ὅλως προσωπικά. Ἀλλὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον δυστυχῶς μὲ ἔπεισε περὶ τοῦ ἐναντίου. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ τριῶν ἀξιωματικῶν ἰατρῶν, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Βονίτσης· πρόκειται περὶ πάντων τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἀνηκόντων εἰς τὰ σώματα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον. Πολλὰ δὲ παραδείγματα δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω, ἀλλὰ δὲν τὸ πράττω, διότι πρόκειται περὶ προσώπων. Ὁ νόμος ὁ εὐεργετικὸς τοῦ 1888, ὑπὸ στοιχ. ΑΧΜʹ, εἰς τὸ ἄρθρον 6 αὐτοῦ ὁμολογουμένως περιέχει μίαν εὐεργετικὴν διάταξιν διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους κατέλαβε τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι συμπληρώσει τὰ ἔτη τῆς συντάξεως. Ἡ εὐεργετικὴ δὲ αὕτη διάταξις εἶναι νὰ παραμένωσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἐν ᾧ βαθμῷ εὑρίσκονται, μέχρις οὗ συμπληρώσωσι τὰ ἔτη τῆς συντάξεως. Ἀλλ’ ἐν ᾧ ὁ νόμος τοῦ 1888 ἔδωκε τὸ μέγα αὐτὸ εὐεργέτημα πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς καταλαμβανομένους ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, δὲν ἔθηκεν ὅμως καὶ τὴν ἄλλην ἀρχήν, τὴν εἰσαγομένην σήμερον ὑπὸ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἡ ὁποία εἶναι καταστροφὴ ὄχι μόνον τοῦ δημοσίου ταμείου, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας, ἀλλ’ εἶναι καταστροφὴ αὐτοῦ τούτου τοῦ στρατεύματος. Εἶναι πολὺ εὐχάριστον νὰ εὑρίσκηταί τις εἰς θέσιν νὰ εὐεργετῇ πρόσωπα, ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι εἰς τὰς παρούσας μάλιστα περιστάσεις δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀσχολώμεθα περὶ προσώπων, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐνδιατρίψωμεν κυρίως συζητοῦντες περὶ γενικῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Ἐὰν δὲ περὶ αὐτῶν καὶ μόνον μεριμνῶμεν, βεβαίως πάντες πρέπει νὰ ἤμεθα κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Εἶναι ἀληθὲς τὸ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Βονίτσης λεχθὲν, ὅτι ὁ ἀρχίατρος τοῦ Β. Ναυτικοῦ κ. Γιαννακόπουλος κατελήφθη ὑπὸ τοῦ ὁρίου καὶ θὰ συμπληρώσῃ τὰ ἔτη τῆς συντάξεως μετὰ 8½ ἔτη, θὰ παραμείνῃ ἑπομένως εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀρχιάτρου ἐπὶ 8½ ἔτη. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, ἐν ὅσῳ τουτέστι παραμένει ὁ κ. Γιαννακόπουλος εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀρχιάτρου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προαχθῶσιν οἱ ἀξιωματικοὶ ἰατροὶ, διότι ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν κατέχει ὁ κ. Γιαννακόπουλος, εἶναι πεπληρωμένη. Καὶ τοῦτο βεβαίως εἶναι ἄδικον. Ἀλλὰ, ἐὰν θέσητε τὴν ἀρχὴν ταύτην, μήπως γινώσκετε ποῦ θὰ σταματήσητε; Ἐγὼ δὲν εἶμαι κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν. Ἐγὼ δὲν λέγω νὰ μὴ εὑρεθῇ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ συμβιβασθῶσι τὰ πράγματα, ἀλλὰ λέγω νὰ μὴ καταστρέψητε τὴν ἀρχὴν τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας χάριν ἑνὸς ἢ καὶ περισσοτέρων προσώπων, διότι οὕτω καταστρέφετε τὸ στράτευμα, καὶ πάντες οἱ νόμοι, οἱ ὑποβληθέντες παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, εἶναι προσωπικοί. Ἐὰν θέλετε νὰ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τότε ἐφαρμόσατε τὸν Κανονισμὸν, καὶ φέρετε τὴν κάλπην νὰ ψηφίσωμεν. Ἀλλὰ δυστυχῶς διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐπέτρεψεν εἰς ἄλλους νὰ ἐπιβληθῶσιν αὐτῷ. Δὲν εἶναι φρόνιμον, νομίζω, συζητοῦντες νόμους τοῦ Κράτους, νὰ ἀναγκαζώμεθα νὰ ὁμιλῶμεν περὶ προσώπων, τὰ ὁποῖα ἴσως καὶ εἰς τὴν ναυτικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους δὲν εἶναι πολὺ ὠφέλιμα. Τοὺς ὑπαινιγμοὺς αὐτοὺς ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω εἰς ἄλλην εὐκαιρίαν. Εἶναι περίεργον, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, σήμερον τὸ συνεπλήρωσε καὶ δι’ ἄλλου ἄρθρου, τὸ ὁποῖον εἶναι ὅλως ἄσχετον πρὸς τὸ δεύτερον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἀπετέλει τὸ παρελθὸν νομοσχέδιον. Μεταξὺ τῶν πολλῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὑπάρχουσι πολλαὶ διατάξεις διεσκορπισμέναι μεταξὺ αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι ὅμως ἀποτελοῦσιν ἓν ὅλον, καὶ τὸ ὁποῖον ὅλον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐπιμελῶς προσπαθεῖ νὰ ἀποκρύψῃ. Πρέπει δὲ νὰ ἔχῃ τις τὸν μίτον τῆς Ἀριάδνης, ἵνα ἀποκαλύψῃ αὐτό. Μετὰ τὴν ἀνακάλυψιν δὲ οὐδὲν ἄλλο βλέπει τις ἢ πρόσωπα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐπιμείνῃ κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅπως καὶ τῶν ἄλλων ναυτικῶν νομοσχεδίων, ἀλλὰ νὰ ἐξετάσῃ, καὶ ἐὰν ὁ ἴδιος πεισθῇ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ προσωπικῶν νομοσχεδίων, ὑπόσχομαι τότε καὶ ἐγὼ, ὅτι θέλω συντελέσει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῶν.
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§258ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§259ΘΕΟΔ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐγὼ ἠγνόουν περὶ τίνος πρόκειται πραγματικῶς, καὶ ἠναγκάσθην νὰ ζητήσω πληροφορίας. Βλέπω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ προλαλήσας ἐφοβήθη, ὅτι δυνάμεθα δηλαδὴ ἐπανειλημμένως νὰ ὑποπίπτωμεν εἰς τὸ αὐτὸ, νὰ εὑρισκώμεθα δηλ. ἀπέναντι ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν συνεπλήρωσαν τὴν σύνταξίν των, ἐνῷ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τοὺς καταλαμβάνει. Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον ἄλλοτε εἰς τὸν στρατὸν ἐκ τῆς τάξεως τῶν πολιτῶν, ἕνεκα ἀνάγκης τοῦ στρατοῦ κατεπειγούσης, ἠναγκάσθη δηλαδὴ ἡ Πολιτεία νὰ προσλάβῃ τοιούτους καὶ νὰ τοὺς καταστήσῃ ἀξιωματικούς· ἐνῷ σήμερον καὶ ἀπὸ ἐτῶν δὲν ἐπαναλαμβάνεται πλέον τὸ πρᾶγμα. Σήμερον οἱ στρατιῶται, οἱ ἀξιωματικοί, οἱουδήποτε κλάδου καὶ ἂν ᾖναι, λαμβάνονται ἐκ τῆς νεαρᾶς αὐτῶν ἡλικίας. Τὸ ναυτικὸν δὲν λαμβάνει σήμερον μεγάλους ἰατροὺς καὶ κάτω τῶν τριάκοντα ἐτῶν, οὔτε ἄλλου εἴδους ἀξιωματικοὺς ἐν γένει. Εἶναι ἀδύνατον λοιπὸν σήμερον νὰ καταλάβῃ τὸν ἀξιωματικὸν τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, χωρὶς νὰ ἔχῃ συμπεπληρωμένα τὰ ἔτη τῆς συντάξεως.
§260ΚΡΙΤΣΑΣ. Σήμερον.
§261ΖΑΙΜΗΣ. Βεβαίως σήμερον, διότι τότε τὸν κ. Γιαννακόπουλον, περὶ οὗ πρόκειται, ἴσως τὸν προσέλαβον ἔχοντα τὴν ἡλικίαν τὴν ἰδικήν μου, καὶ κατ’ ἀνάγκην, διότι ἐστερεῖτο τὸ ναυτικὸν ἰατρῶν.
§262Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Αὐτὸ, ὅπερ λέγετε, εἶναι ὀρθότατον. Πρόκειται περὶ διατάξεως διαβατικῆς, διότι αὐτὸ, ὅπερ συνέβη εἰς τοὺς κυρίους τούτους ἀξιωματικοὺς, ὅτι τουτέστι κατελήφθησαν ὑπὸ τοῦ ὁρίου, χωρὶς νὰ ἔχωσι συμπεπληρωμένον τὸν χρόνον τῆς συντάξεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ ἐν τῷ μέλλοντι, διότι οὐδεὶς ἐκ τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν τοῖς μητρώοις τοῦ ναυτικοῦ ἀξιωματικῶν δύναται νὰ περιέλθῃ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην. Ὥστε πρόκειται περὶ διαβατικῆς ἐντελῶς περιπτώσεως, εὐεργετούσης τοὺς κυρίους ἀξιωματικούς.
§263Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Λοιπὸν, ἐὰν σήμερον θελήσωμεν χάριν τοῦ τρίτου αὐτοῦ νὰ χαρακτηρίσωμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὡς προσωπικὸν καὶ νὰ μὴ τὸ ἐπιψηφίσωμεν, τί θέλει συμβῆ; Ὁ Γιαννακόπουλος ὁ ἀρχίατρος θὰ παραμείνῃ ἐπὶ 8½ ἔτη ἀκόμη εἰς τὸν αὐτὸν βαθμόν. Πόσοι ὅμως ἐκ τῶν κατωτέρων δὲν θέλουσι καταληφθῆ ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας ἐν τῷ μεταξύ; Οἱ κατώτεροι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς εἴπωσι: «καταργήσατε τὸν νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας· ἢ, ἂν δὲν θέλετε νὰ καταργήσητε τὸν νόμον τοῦτον, τότε τηρήσατέ τον». Εἶναι προτιμότερον νὰ καταργηθῇ ὁ νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας, παρὰ νὰ συμβαίνῃ αὐτὸ τὸ ἄτοπον, νὰ κατέχῃ ἐπὶ 8½ ἔτη ἄνθρωπος καταληφθεὶς ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας τὴν θέσιν αὐτὴν, καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ τὴν καταλάβῃ ἄλλος τις. Δὲν εἶναι ποσῶς δίκαιον αὐτὸ, ὁ εὐεργετικὸς ΑΧΜʹ νόμος διὰ τὸν ἕνα νὰ γίνεται πρόξενος ἀδικήματος διὰ τὸν ἄλλον.
§264ΣΤΑΗΣ. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῶν ἐπιστημόνων ἀξιωματικῶν καὶ τοῦ φαρμακευτικοῦ κλάδου, διότι καὶ ἐγὼ εἶπον προηγουμένως, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια πρὸς ἄμεσον θεραπείαν τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς τὸ ναυτικόν. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον σαφῶς λέγει, ὅτι πρόκειται περὶ τῶν ἀξιωματικῶν «τοῦ ὑγειονομικοῦ, μηχανικοῦ καὶ ναυπηγικοῦ κλάδου», καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ προλαλήσας δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς πρώτας αὐτὰς γραμμὰς τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, διότι ἐν αὐταῖς ἤθελεν ἴδει, ὅτι πρόκειται περὶ τῶν ὑγειονομικῶν καὶ περὶ τῶν μηχανικῶν καὶ περὶ τῶν ναυπηγικῶν ἀξιωματικῶν. Εὐθὺς ὡς ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, θέλει προαχθῆ ἀξιωματικὸς τοῦ ναυπηγικοῦ κλάδου καὶ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ τοῦ μηχανικοῦ κλάδου.
§265Ι. ΓΡΙΒΑΣ. Δὲν ὑπάρχει λόγος.
§266ΣΤΑΗΣ. Εὐθὺς ὡς ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, θὰ προαχθῶσι καὶ οἱ τοῦ ὑγειονομικοῦ κλάδου. Ἡ διάταξις δ’ αὕτη, ὅπως εἶπον, συνδέεται μετ’ ἄλλων διατάξεων ἄλλων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα θὰ ἔλθωσιν εἰς συζήτησιν μετ’ ὀλίγον, δι’ αὐτῶν δὲ καταστρέφεται ὄχι μόνον ὁ νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλὰ καταστρέφεται ἡ βάσις τοῦ στρατεύματος. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πρόκειται περὶ προσωπικοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὅταν ἡ Βουλὴ θέλῃ καὶ ἐπιθυμῇ νὰ ψηφίζῃ προσωπικὰ νομοσχέδια σήμερον, ἂς διατηρῶνται τοὐλάχιστον αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖαι εἶναι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ;
§268ΣΤΑΗΣ. Προκειμένου περὶ προσωπικῶν νομοσχεδίων, διὰ ψηφοφορίας μυστικῆς.
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προκειμένου περὶ προσώπων, ὀνομαστὶ ὅμως.
§270ΣΤΑΗΣ. Εἶναι τόσον φανερὰ τὰ πράγματα, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφιβάλλῃ τις περὶ τούτου.
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ δὲν ἀναφέρεται ὀνομαστί.
§272ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον πρέπει ν’ ἀναβληθῇ, δὲν πρέπει νὰ συζητηθῇ, διότι προσβάλλει αὐτὸν τὸν νόμον περὶ ἀριθμῶν. Ὁ νόμος περὶ ἀριθμῶν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ὑφίσταται πλέον, διότι τὸ νομοσχέδιον καθίστησιν αὐτὸν ἄχρηστον· διότι, ἐν ᾧ ἐν τῷ νόμῳ περὶ ἀριθμῶν ἀναφέρεται εἷς ἀρχιναυπηγὸς, θὰ ἔχωμεν δύο ἀρχιναυπηγοὺς, ἀντὶ ἑνὸς ἀρχιάτρου θὰ ἔχωμεν δύο ἀρχιάτρους, καὶ οὕτω καθεξῆς· κατὰ συνέπειαν διὰ τοῦ προσωρινοῦ αὐτοῦ νόμου, διὰ τῆς διαβατικῆς αὐτῆς διατάξεως, ὅπως τὴν ἀπεκάλεσεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς, ἀνατρέπεται ἄρδην ὁ νόμος περὶ ἀριθμῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. Νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶναι τόσον φανερὸν καὶ τόσον σαφὲς, ὥστε δὲν ἐπιδέχεται οὔτε ἀμφιβολίαν οὔτε συζήτησιν.
§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τί ζητεῖτε; τὴν ἀναβολήν;
§274ΣΤΑΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ προσθέσω μίαν ἔτι λέξιν. Ἂς ὑποθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἐφαρμόζεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ εἰς τὸν κατὰ ξηρὰν στρατὸν, καὶ ἂς μᾶς εἴπῃ ποῖα θὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα αὐτοῦ. Ἂς σκεφθῇ δὲ ἡ Κυβέρνησις, ἂν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐμποδίσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς ξηρᾶς αὔριον νὰ προβάλωσι καὶ αὐτοὶ τὴν ἀπαίτησιν τῆς εἰσαγωγῆς τῆς ἀρχῆς ταύτης καὶ ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ· ἐὰν θέλετε δὲ νὰ ἦσθε δίκαιοι, ἐὰν θέλετε νὰ ἦσθε συνεπεῖς πρὸς ὑμᾶς αὐτοὺς, ἐὰν θέλετε νὰ μὴ ἐπιφέρητε σκάνδαλα ἐν τῷ στρατῷ, — διότι διὰ τῶν ἐξαιρέσεων, τὰς ὁποίας ἐπιζητεῖτε σήμερον, οὐδὲν ἄλλο ἢ σκάνδαλα ἐπιφέρετε — πρέπει νὰ ἐφαρμόσητε τὴν αὐτὴν ἀρχὴν καὶ ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς.
§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζουσι δέκα τὴν πρότασιν τοῦ κ. Τσαμαδοῦ περὶ ἀναβολῆς;
§276ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα.
§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν δι’ ἀναστάσεως.
§278ΣΤΑΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, δι’ ἀναστάσεως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Θέλετε ὀνομαστικὴν κλῆσιν;
§280ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Βεβαίως.
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἀλλ’ ἐκ τῆς διαλογῆς ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία).
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον ὁ βουλευτὴς Ἄρτης κ. Καραπάνος θέλει ἀναπτύξει τὴν ἐπερώτησίν του περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, Κύριοι. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 12 καὶ 20′ τῆς νυκτός.