1896.12.09
4.081 στίχοι · 31.749 λέξεις · 309 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 24
Τῆς 9 Δεκεμβρίου 1896.
(Δευτέρα)
Ὥρα 4 καὶ 25′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως δὲν ἐτυπώθησαν καὶ ἑπομένως δὲν διενεμήθησαν. Θ’ ἀναγνωσθῶσι κατόπιν. Πολλοὶ κάτοικοι Καλαμῶν διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ ἐπισκευῆς τῆς ὁδοῦ Παραλίας. Ὁ Π. Κ. Ζαφειρόπουλος, κάτοικος Πατρῶν, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλεῖ νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν δηλωσάντων ἐθνικὰς γαίας καὶ μὴ καταλαβόντων αὐτάς. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου ΧϞΕʹ περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 158). Ὁ κ. Βαλσαμάκης, βουλευτὴς ἐκ Κραναίας, ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος περὶ δανείων καλλιεργείας κλπ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 159). Ὁ αὐτὸς ὑποβάλλει ἑτέραν τροπολογίαν, φέρουσαν τὰς ὑπογραφὰς καὶ τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ι. Φωκᾶ καὶ Δ. Σβορώνου, περὶ καταργήσεως καὶ συστάσεως τελωνειακῶν θέσεων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 160).
§2Φ. ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ ὑπαγωγῆς τεσσάρων δήμων τῆς ἐπαρχίας Κυνουρίας εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πρωτοδικείου Ναυπλίου.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 161).
§4ΜΑΝΕΣΗΣ. Μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς ἑταιρίας τοῦ σιδηροδρόμου Κρυονερίου–Ἀγρινίου, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀπευθύνῃ πρὸς τὴν ἑταιρίαν ταύτην παράκλησιν περὶ μετατροπῆς τῆς γραμμῆς, τῆς νῦν ἀπὸ Ἀγγελοκάστρου μέχρις Ἀγρινίου, τῆς διερχομένης μακρὰν τοῦ χωρίου Καλυβίων 2 χιλιόμετρα, ὅπως διέρχηται διὰ τοῦ χωρίου Καλυβίων, μετὰ ταῦτα δὲ λάβῃ τὴν διεύθυνσιν τῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ ἀπὸ Καλυβίων μέχρις Ἀγρινίου. Ἡ νῦν γραμμὴ τοῦ σιδηροδρόμου διέρχεται διὰ χαμηλοτάτου ἐδάφους καὶ βαλτώδους, καὶ διὰ τοῦτο ὑφίσταται ζημίας ἐκ τῆς ὑπερεκχειλίσεως τοῦ Ἀχελῴου. Δυστυχῶς κατὰ τὴν χάραξιν τῆς γραμμῆς, ἔλαβον χώραν πιέσεις, ὅπως συμβαίνει εἰς ὅλα τὰ δημόσια ἔργα, καὶ διὰ τοῦτο πολλὰ τούτων δὲν βασίζονται ἐπὶ ἐπιστημονικῆς βάσεως. Διὰ τῆς γραμμῆς, ἣν συνιστῶ, ἡ ἑταιρία θὰ ἔχῃ ἀπείρους ὠφελείας. Πρῶτον, διότι τὸ χωρίον Καλύβια σύγκειται ἐξ 150 οἰκογενειῶν, οἱ κάτοικοι δὲ τούτου, ἀντὶ νὰ μεταβαίνωσιν ἤδη 2 χιλιόμετρα μακρὰν, ὅπως εὕρωσι τὸν σταθμὸν, προτιμῶσι νὰ μεταβαίνωσι διὰ τῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ εἰς Ἀγρίνιον. Ὥστε ἡ ἑταιρία διὰ τῆς μετατροπῆς τῆς ὁδοῦ θὰ ἐκμεταλλεύηται τὸ χωρίον τοῦτο, ἀλλ’ ἐπίσης θὰ ἐκμεταλλεύηται καὶ ὁλόκληρον τὴν πεδιάδα τῆς Τριχωνίας, διότι παρὰ τὴν ἁμαξιτὴν ὁδὸν ὑπάρχουσι τὰ μεγαλείτερα κτήματα, τῶν ὁποίων τὰ προϊόντα σήμερον δὲν μεταφέρονται διὰ τοῦ σιδηροδρόμου, διότι οἱ μεγαλοκτηματίαι, ἀντὶ νὰ δαπανῶσι πρὸς μεταφορὰν αὐτῶν εἰς τὸν σταθμὸν τοῦ σιδηροδρόμου, εὑρίσκουσιν εὐκολώτερον νὰ τὰ μεταφέρωσι διὰ τῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ. Ἐλπίζω, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι ἐκ τῆς θέσεως ὑμῶν θὰ κατορθώσητε νὰ πείσητε τὴν ἑταιρίαν πρὸς ὠφέλειαν αὐτῆς, ἤδη μάλιστα, ὅτε πρόκειται νὰ κάμῃ ἔναρξιν τῆς νέας διακλαδώσεως, ν’ ἀρχίσῃ τὴν διακλάδωσιν ἀπὸ τοῦ χωρίου καὶ οὐχὶ 2,000 μέτρα μακρὰν αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ νῦν σταθμοῦ.
§5ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Αὐτὰ τὰ πράγματα δὲν τὰ ἐσκέφθη ἡ ἑταιρία;
§6ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἠσκήθη κατ’ αὐτῆς πίεσις, σήμερον ὅμως εἶναι ἑτοίμη νὰ μετατρέψῃ τὴν γραμμὴν, ὅταν πεισθῇ ὅτι ὠφελεῖται.
§7Ι. ΣΕΧΟΣ. Ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως λέγω, ὅτι ἡ γραμμὴ, ἣν προτείνει ὁ κ. συνάδελφος, εἶναι καλλιτέρα τῆς ὑπαρχούσης.
§8ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Καὶ ἐγὼ τὸ αὐτὸ λέγω, διότι πολλάκις διῆλθον τὰ μέρη ἐκεῖνα.
§9ΜΑΝΕΣΗΣ. Προσθέτω καὶ τοῦτο, ὅτι, ἀφ’ ἧς ἐγένετο ὁ σιδηρόδρομος, ἡ ἑταιρία δὲν ἤλλαξε τοὺς στρωτῆρας, ὅταν δ’ ἀποφασίσῃ νὰ τοὺς ἀλλάξῃ, δύναται ν’ ἀλλάξῃ καὶ τὴν γραμμήν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Μαῦρος, Λιμπρίτης καὶ Χατζηπέτρος ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ συμπληρώσεως καὶ ἑρμηνείας τοῦ ᾼΩϞϚʹ νόμου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 162). Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων: αʹ) Περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἔκτακτοι πιστώσεις ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1896 ἐκ δραχμῶν 2,104,250, καὶ βʹ) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 46,074.25 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 165–164). Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§11Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὴν τελευταίαν τῶν συνεδριάσεων ἡμῶν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Θηβῶν συνάδελφος, μετὰ τῆς προσηκούσης αὐτῷ μετριοπαθείας, ὑπέβαλε δύο ἐπερωτήσεις πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ὧν ἐτόνισε τὴν σπουδαιότητα. Αἱ ἐπερωτήσεις αὗται, ὡς εἰκός, ἤγειραν ἐν τῇ Βουλῇ οὐ μόνον συζήτησιν, ἀλλὰ καὶ θόρυβον. Ἴσως, ἀφοῦ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς εἶχε δηλώσει, ὅτι ἐκ τοῦ προχείρου μόνον ἐδύνατο νὰ δώσῃ ὀλίγας τινὰς πληροφορίας, πρέπον καὶ κοινοβουλευτικώτερον ἤθελεν εἶσθαι ἐπὶ τῇ δηλώσει ταύτῃ νὰ ἀνεβάλλετο ἡ συζήτησις· ἀλλ’ ἥ τε μὴ ἀναβολὴ τῆς συνεδριάσεως καὶ τὰ κατόπιν φιλοτεχνηθέντα καὶ τὰ κατόπιν παρὰ ἐχθρικοῦ πρὸς ἡμᾶς τύπου διατυμπανισθέντα ἀποδεικνύουσι,—καὶ λέγων τοῦτο, λυποῦμαι διὰ τὸν ἐκ Θηβῶν κ. συνάδελφον—ὅτι πᾶσα αὕτη ἡ ἱστορία ἐπλάσθη, ἵνα ἐπέλθῃ θόρυβος καὶ συγκίνησις ἐν τῇ Ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ. Ἠγνόει ὁ κ. ἐκ Θηβῶν Βουλευτὴς ὁποίου κακοῦ αἴτιος ἐδύνατο νὰ γένηται; Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν συμπεριφέρονταί τινες τῶν Κυρίων, τῶν καθημένων ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ, οὕτω. Ποῖαί εἰσιν αἱ ἐπερωτήσεις; Ὅτι τουτέστι Κύριός τις, τιτλοφορούμενος καὶ διὰ τοῦ τίτλου «σπουδαῖος ὁμογενής», ἀνεκοίνωσεν ἐμπιστευτικῶς εἰς τὸν κ. ἐκ Θηβῶν Βουλευτήν, ὅτι ἡ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, ὅπερ διευθύνω, ἐπ’ ἐσχάτων προμηθευθεῖσα βαμβακοπυρῖτις εἶχεν ἀποῤῥιφθῆ παρὰ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ κατάστημα, ἐξ οὗ ἠγοράσθη ἡ βαμβακοπυρῖτις, ἀνῆκεν εἰς Ἑβραῖόν τινα, περὶ ἧς κατηγορίας δὲν δύναταί τις νὰ συζητήσῃ σπουδαίως, διότι τὸ ἐμπόριον δὲν διαιρεῖται εἰς φυλάς. Τὸ σπουδαῖον εἶναι, ὅτι ἔλεγεν, ὅτι τὸ κατάστημα τοῦτο εἶναι μεταπρατικόν, ὅτι τουτέστι δὲν κατασκευάζει βαμβακοπυρίτιδα, ἀλλ’ ἀγοράζει ἐπὶ μεταπωλήσει πρὸς κερδοσκοπίαν. Καὶ ἴσως ἤθελέ τις ὑποθέσει, ὅτι ἐξέφυγον αἱ διαβεβαιώσεις αὗται τοῦ ἕρκους τῶν ὀδόντων τοῦ κ. ἐκ Θηβῶν Βουλευτοῦ. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου κ. συνάδελφος διακόπτει αὐτόν: «ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οὐχὶ ἰδίας κατασκευῆς;» «ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Μάλιστα». Παρατηρεῖ προηγουμένως ὁ κ. ἐκ Θηβῶν Βουλευτής, ἐφ’ ᾧ καὶ διακόπτεται παρὰ τοῦ κ. Δεληγεώργη. «Παρατηρῶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, λέγει ὁ κ. ἐκ Θηβῶν Βουλευτής, ὅτι, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι ἐκ τῆς βραχείας διελεύσεώς μου διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τοῦτο μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐπρομηθεύετο τὴν βαμβακοπυρίτιδα ἐκ τοῦ γνωστοῦ καταστήματος τοῦ Krupp. Τὸ δὲ κατάστημα, παρὰ τοῦ ὁποίου ἠγοράσθη νῦν ἡ βαμβακοπυρῖτις, εἶναι τὸ Ἰσραηλιτικὸν κατάστημα Wolff et Cie, τὸ ὁποῖον γράφουν, ὅτι ἀγοράζει παρ’ ἄλλων τὴν βαμβακοπυρίτιδα.» «ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οὐχὶ λοιπὸν ἰδίας κατασκευῆς; «ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Μάλιστα». Σημειώσατε ὅτι λέγει, ὅτι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐπρομηθεύετο τὸ Κράτος τὴν βαμβακοπυρίτιδα ἐκ τοῦ καταστήματος Κρούπ.»
§12ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι.
§13ΛΕΒΙΔΗΣ. «Τὸ κατάστημα—ἐλέγετε—εἶναι μεταπρατικόν. Δὲν κατασκευάζει βαμβακοπυρίτιδα.» Πιστεύω, ὅτι δὲν ἔχετε ἀντίῤῥησιν, ὅτι εἶναι ἀκριβῆ τὰ λεχθέντα, διότι εἶναι ἐκ τοῦ «Ἄστεως», ὅπερ περιέχει τὴν στενογραφικὴν ἀγόρευσιν ὑμῶν. Δευτέρα κατηγορία, ὅτι ἀνεκαλύφθη ἐν τῷ Ναυστάθμῳ κατασκοπεία καὶ προδοσία τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, καὶ ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ τῷ φοβερῷ τούτῳ ἐγκλήματι οὐδὲν ἐνήργησεν, ὅτι ἀφηρέθησαν οἱ δακτύλιοι τῶν ὀβίδων τῶν πυροβόλων. Πράγματα, τοσοῦτον ἐπισήμως διαβεβαιούμενα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ παρὰ Βουλευτοῦ, ὅστις, ὁμολογῶ ὅτι, ὅταν ὁμιλῇ, οἱ λόγοι αὐτοῦ ἔχουσι καὶ πρέπει νὰ ἔχωσι κῦρος, βεβαίως κατετάραξαν τὴν κοινὴν γνώμην· διὰ τοῦτο οὐδαμῶς παραπονοῦμαι κατὰ τοῦ τύπου τῆς πόλεως ταύτης, ὅτε χθὲς τὴν πρωΐαν, ἐμφανιζόμενος εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ τὰς οἰκίας ἡμῶν, ἐτιτλοφόρει τὰ φύλλα αὐτοῦ: «προδοσία εἰς τὸ Ναυτικόν!» Οὕτως ἔγραφεν ἡ «Ἀκρόπολις»· οὐδὲ θέλω νὰ ὑποθέσω, ὅτι τὸ φύλλον τοῦτο ἔγραφε κατ’ αὐτὸν τὸν φοβερὸν τρόπον, ἐκδικούμενον παλαιὰν ἱστορίαν· διότι, ὅταν βεβαίως ἀνὴρ βουληφόρος, τοῦ ἀναστήματος τοῦ κ. ἐκ Θηβῶν Βουλευτοῦ, ἐπὶ τῇ λήψει ἐπιστολῆς τινος, ἢ ἐπὶ ταῖς εἰδήσεσι ταῖς διασπειρομέναις εἰς τὰς ὁδοὺς, ἔρχηται καὶ μετὰ τοσούτου κύρους καταγγέλλῃ τὴν διοίκησιν τῆς πατρίδος αὐτοῦ, βεβαίως δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ περιμένῃ τις πλείονα ἐπιφυλακτικότητα καὶ σύνεσιν ἀπὸ τῶν νεαρῶν τούτων ἐφημεριδογράφων. Λοιπὸν ἔγραφον χθὲς ἀμέσως, ὅτι (ἀναγινώσκει): «Καθ’ ὃν χρόνον ἡ Κρήτη ἐσφάζετο, ἀφήρουν τοὺς δακτυλίους τῶν ὀβίδων καὶ καθίστων οὕτω τὰ πυροβόλα τῶν Θωρηκτῶν ἄχρηστα, ἀφοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκπυρσοκροτοῦν.» («Ἀκρόπολις» τῆς 8 Δεκεμβρίου ἐ. ἔ.) Σημειώσατε, παρακαλῶ, τὴν ἰδιότητα τῶν πλοίων—«τῶν Θωρηκτῶν, ἀχρήστων, ἀφοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκπυρσοκροτοῦν». Τί ἔγραψαν ἄλλαι ἐφημερίδες, εἶναι περιττὸν ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, ἀναγινώσκων, διότι πάντες οἱ πολιτευταὶ ὀφείλομεν νὰ ἀναγινώσκωμεν αὐτὰς καθ’ ἑκάστην, καὶ πάντες δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἀνέγνωτε αὐτάς. Ἔγραψεν δὲ ταῦτα οὕτως—ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω—δικαίως, καὶ δὲν κατηγορῶ αὐτάς. Ἀλλ’ ἂς ἀναλάβω τὸ θέμα ἀπὸ τῆς πρώτης τῶν ἐπερωτήσεων, τουτέστι περὶ βαμβακοπυρίτιδος. Ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θηβῶν δὲν ἔχει ἁπλῶς καὶ μόνον τὴν ἰδιότητα τοῦ Βουλευτοῦ. Εἶναι ἀνὴρ παντοίας χώρας ἐπισκεφθεὶς καὶ ὑπὸ πολλοὺς καὶ ἐπισήμους τίτλους· εἶναι ἀνὴρ, ὅστις, ὡς ἐκ τῶν σχέσεων αὐτοῦ, διατελεῖ ἐν γνώσει τοῦ τί γίγνεται καθ’ ἅπασαν σχεδὸν τὴν Εὐρώπην· περιηγήθη καὶ περιηγεῖται αὐτὴν πολλάκις· οὐ μὴν ἀλλὰ ὑπῆρξε καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ ἕνδεκα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, μῆνας, καὶ πρὶν ἢ ἐξακοντίσῃ τοσοῦτον σοβαρὰν κατηγορίαν, ἣν ὁ κ. ἐκ Βόλου συνάδελφος ἠθέλησε νὰ παραβάλῃ πρὸς τορπίλλην, (ἀλλὰ θέλομεν ἴδει τὴν δύναμιν τῆς τορπίλλης ταύτης, καὶ θέλομεν ἐν πάσῃ περιπτώσει δοκιμάσει κατὰ τίνος θέλει ἐξακοντισθῆ ἡ τορπίλλη ἐν τέλει,) ὤφειλε, νομίζω, ὁ κ. ἐκ Θηβῶν συνάδελφος νὰ μὴ περιορισθῇ εἰς τοῦ ὁμογενοῦς ἐκείνου τὴν ἐπιστολήν, ἀφοῦ μάλιστα μὲ ἐβεβαίωσεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι ἐδυνάμην νὰ ποιήσωμαι καὶ ἐγὼ χρῆσιν τῆς ἐπιστολῆς, διδομένης μοι. Ἂν ἐλάμβανε κατὰ πρῶτον ὑπ’ ὄψιν αὐτοῦ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος αὐτοῦ ὁ κ. ἐκ Θηβῶν συνάδελφος, ὤφειλεν ἰδιαιτέρως νὰ μὲ ἐρωτήσῃ περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ὤφειλεν ἰδιαιτέρως νὰ μοὶ καταστήσῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην γνωστήν, οὔτε ἥρμοζεν εἰς αὐτὸν, οὔτε ἐπερίμενον οὔτε ἐκ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ αὐτοῦ βίου, οὔτε ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας αὐτοῦ ἀνατροφῆς, οὔτε ἐκ τοῦ χαρακτῆρος, νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα, εἰκῇ καὶ τυχαίως, βασιζόμενος τίς οἶδεν εἰς τίνος τυχαίου ἀνθρώπου τὴν ἐπιστολὴν, ἐξ ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἔκαμον ἡμῖν εἰσέτι τὴν τιμὴν νὰ πλημμυρήσωσι, καὶ αὐτοὶ μετ’ ἄλλων, εἰς τὴν τάλαιναν ταύτην χώραν, ὤφειλε, λέγω, ἰδιαιτέρως νὰ καταστήσῃ γνωστὰ τὰ πράγματα ταῦτα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὐχὶ δὲ νὰ προκαλέσῃ σκάνδαλα, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ τόπου, ζημία εὐτυχῶς εἰκοσιτετραώρῳ καὶ προσωρινῇ. Λοιπὸν βεβαιοῖ τὴν Βουλὴν, βασιζόμενος εἰς τὴν ἐπιστολὴν τοῦ φίλου αὐτοῦ, ὅτι τὸ κατάστημα Βόλφ ἐν Βαλσρὼδ τῆς Βυρτεμβέργης εἶναι κατάστημα μεταπρατικὸν βαμβακοπυρίτιδος, οὐχὶ δὲ κατάστημα παρασκευαστικὸν τοῦ εἴδους τούτου τοῦ πολέμου. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν, Κύριοι, τί γνωρίζομεν ἐκ τῶν πραγμάτων. Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν σύγγραμμα Γερμανικὸν, ἐκδοθὲν τῷ 1891 ἔτει ἐν Πόλᾳ «περὶ πεπιεσμένης πυρίτιδος», τουτέστι «βαμβακοπυρίτιδος» (ἀναγινώσκει): «Πραγματεία περὶ τῆς χρήσεως ταύτης τῆς ἐκρηκτικῆς ὕλης διὰ τορπίλλας καὶ καταδυομένας τορπίλλας. Παραδόσεις ὑπὸ Franz Plach, ἀξιωματικοῦ τοῦ ναυτικοῦ πυροβολικοῦ τῆς Γερμανικῆς Αὐτοκρατορίας»—ὅστις, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, εἶναι καὶ καθηγητὴς ἐν τῇ Ναυτικῇ Σχολῇ τῆς Γερμανίας.—Τὸ σύγγραμμα τοῦτο εἶναι μεγάλου κύρους, καὶ ὡς ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν εἶναι συντεταγμένον, καὶ ὡς ἐκ τῆς διαδόσεως, ἣν καθ’ ἅπαντα τὸν ναυτικὸν κόσμον ἔχει, καὶ ὡς ἐκ τῶν τίτλων τοῦ ἀνδρὸς, ὅστις συνέταξεν αὐτὸ, καὶ ὅστις, ἐπαναλέγω, εἶναι ἀξιωματικὸς τοῦ ναυτικοῦ πυροβολικοῦ τῆς Γερμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Ἐν τῇ σελίδι 14 τί λοιπὸν ἀναγινώσκομεν; Ἔχω ἐν μεταφράσει τὸ κείμενον. Κεφάλαιον ἐπιγραφόμενον (ἀναγινώσκει) «Κατασκευὴ πεπιεσμένης βαμβακοπυρίτιδος.—Ἡ πεπιεσμένη βαμβακοπυρῖτις γίνεται εἰς τὸ σχῆμα κλπ. ὅπως ἐκθέτομεν ἐν τῇ παρούσῃ πραγματείᾳ, ἐν τοῖς κάτωθι ἰδιωτικοῖς ἐργοστασίοις.» Ἐνταῦθα ἔχω τὸν πίνακα τριῶν ἐργοστασίων, ἀναφερομένων ἐν τῷ ἐν λόγῳ συγράμματι. Τὸ πρῶτον εἶναι Ἀγγλικὸν, τὸ δεύτερον εἶναι κατάστημα Γερμανοῦ, τὸ δὲ τρίτον, Κύριοι, εἶναι τὸ τοῦ Wolff «ἐργοστάσιν βαμβακοπυρίτιδος ἐν Βάλσρωδ τοῦ Ἀννοβέρου»...
§14ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Τὸ πρῶτον τίνος εἶναι;
§15Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἄγγλου.
§16ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Πῶς ὀνομάζεται;
§17Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δίδω ὑμῖν τὸ κείμενον, καὶ εὑρίσκετε ὑμεῖς αὐτό... Τὸ δεύτερον λοιπὸν εἶναι Γερμανικὸν, καὶ τὸ τρίτον εἶναι ἐπίσης Γερμανικὸν, τῆς ἐπωνυμίας Βόλφ et Cie ἐν Βαλσρὼδ τοῦ Ἀννοβέρου. Αὐτὸ, Κύριοι, εἶναι τὸ κατάστημα, ὅπερ παρίστα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θηβῶν, ὅτι εἶναι κατάστημα Ἑβραίου τινὸς, ἀσήμου, ἀγοράζον ἐπὶ μεταπωλήσει πρὸς κέρδος τὴν ἀποῤῥιπτομένην παρὰ τῶν Κυβερνήσεων βαμβακοπυρίτιδα. Ἀλλὰ μὴ τάχα εἶναι μόνον τοῦτο τὸ σύγγραμμα, ὅπερ ὁμιλεῖ περὶ τοῦ ἐν λόγῳ καταστήματος, ὅπερ ἄλλως σύγγραμμα ἤθελεν εἶσθαι ἀρκοῦν, ὡς ἐκ τῆς ἐπισημότητος αὐτοῦ; Ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν σύγγραμμα σπουδαιότατον, τὸ τοῦ καθηγητοῦ τῆς Χημείας ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ, τοῦ κ. Δαμβέργη, ὅστις ἐν σελίδι 19—«περὶ τῶν ἐκρηκτικῶν οὐσιῶν» ἐπιγράφεται τὸ σύγγραμμα—λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ πεπιεσμένη βαμβακοπυρῖτις, ἡ κατὰ τὴν μέθοδον τοῦ Abel κατασκευαζομένη, χρησιμοποιεῖται νῦν παρὰ ταῖς πλείσταις ἐπικρατείαις εἰς γέμισιν τῶν τορπιλλῶν. Κατασκευάζεται βιομηχανικῶς ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν τῷ ἐργοστασίῳ τῶν ἀδελφῶν Prentice εἰς Stow-Market καὶ εἰς τὸ πυριτιδοποιεῖον τοῦ Waltham-Abbey καὶ τοῦ Favercham, ἐν Γαλλίᾳ εἰς Moulin-Blanc καὶ εἰς Vincennes, ἐν Γερμανίᾳ δὲ ἐν Kruppa-Muehle, ἐν Walsrode καὶ ἐν Düreu.» Τὸ ἐν Βαλσρὼδ εἶναι τὸ κατάστημα τοῦ Βόλφ’ καὶ ἰδοὺ πῶς. Ἀλλ’ ἂς ἐξακολουθήσω ἔτι ἀναγινώσκων. «Εἰς ἅπαντα δὲ τὰ ἐργοστάσια ταῦτα ἡ κατασκευὴ διευθύνεται οὕτως, ὥστε λαμβάνεται προϊὸν ὁμοφυὲς καὶ ἐντελῶς οὐδέτερον, καὶ συνεπῶς ἀναλλοίωτον ἐπὶ μακρὸν διατηρούμενον. Ἐν ἅπασι τοῖς ἐργοστασίοις τούτοις κατασκευάζεται βαμβακοπυρῖτις κατὰ τὴν μέθοδον τοῦ Abel, καθ’ ἣν ἐργάζονται ἐν τῷ ἐργοστασίῳ Stow-Market μετὰ μικρῶν τινων διαφορῶν κατὰ τὴν ἐργασίαν.» Λοιπὸν ὁμιλεῖ περὶ τῶν καταστημάτων τῶν κατασκευαζόντων βαμβακοπυρίτιδα, καὶ ὡς τοιοῦτον ἀναφέρει τὸ ἐν Βαλσρώδ, χωρὶς νὰ λέγῃ τὸ ὄνομα τοῦ ἐργοστασιάρχου. Ἀλλὰ ἐν Βαλσρώδ, Κύριοι, ἓν καὶ μόνον κατάστημα βαμβακοπυρίτιδος ὑπάρχει, τὸ τοῦ Βὸλφ, καὶ τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ τηλεγραφικοῦ τίτλου τοῦ καταστήματος, ὅστις εἶναι «Telegramm–adresse: Pulverfabrik». «Τηλεγραφικὴ διεύθυνσις: Κατάστημα βαμβακοπυρίτιδος». Ἀναμφισβήτητον ἄρα εἶναι, Κύριοι, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ καταστήματος μεταπρατικοῦ, ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς ἐκ τῶν τριῶν μεγίστων καταστημάτων τῆς Εὐρώπης, τῶν ἀναφερομένων ἔν τε ξένοις καὶ ἐν ἐγχωρίοις συγγράμμασι, τῶν κατασκευαζόντων τὴν βαμβακοπυρίτιδα. Καὶ διὰ τοῦτο ὑποθέτω, ὅτι, ἐπειδὴ ὑπάρχουσι βεβαίως καὶ ἄλλα καταστήματα βαμβακοπυπίτιδος, ὁ κ. συνάδελφος πιθανὸν νὰ ἐγένετο θῦμα κερδοσκόπου τινὸς, ἀντιπροσώπου ἄλλου τινὸς τοιούτου καταστήματος, ἀντιπροσώπου διατρίβοντος ἐν Ἀθήναις. Ἐνεθυμήθην μάλιστα κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίαν, ὅτι, ὅτε κατὰ πρώτην φορὰν συνετάξαμεν τὴν πρὸς τὸ κατάστημα Βὸλφ παραγγελίαν, καὶ ἐν τῷ φακέλλῳ ἐσωκλείσαμεν τὰ σχέδια τὰ τεχνικὰ τῆς βαμβακοπυρίτιδος, ἐδέησε νὰ παρέλθῃ πολὺς χρόνος, καὶ ἀπάντησιν ἐκ Βαλσρὼδ δὲν ἐλαμβάνομεν. Μετὰ 20, νομίζω, ἡμέρας τηλεγραφῶ εἰς Βαλσρὼδ πρὸς τὸν Βόλφ: «Διατὶ δὲν ἀπαντᾷς εἰς τὸ ἔγγραφον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως;»—«Ποῖον ἔγγραφον;» ἀπαντᾷ ὁ Βόλφ. Γίνεται ἔρευνα, ζητοῦμεν ἐν τῷ ταχυδρομείῳ, ζητοῦμεν ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Ὑπουργείου. Ὁλόκληρος, Κύριοι, ὁ ταχυδρομικὸς φάκελλος μετὰ τῶν σχεδίων τῆς βαμβακοπυρίτιδος εἶχε κλαπῆ! Τέλος πάντων ὁ φάκελλος αὐτὸς δὲν εἶχε φθάσει πρὸς τὸν κ. Βόλφ. Καὶ λέγουσι—καὶ πιστεύω — ὅτι ἀντιπρόσωπος ἄλλου καταστήματος ἐν Ἀθήναις, ἔχων συμφέρον νὰ μὴ γένηται ἐκεῖ ἡ παραγγελία, εἶναι ὁ ἔνοχος τοῦ ἐγκλήματος τούτου.
§18ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἀνεχώρησεν ἐξ Ἀθηνῶν;
§19ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐχάθη ὁριστικῶς ὁ φάκελλος; Καὶ τὰ σχέδια;
§20Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εὑρέθη τίποτε!
§21ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐκεῖ ἐκλάπη;
§22Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω. Ἐδέησε νὰ συνταχθῇ δευτέρα παραγγελία, νὰ γένωνται ἀντίγραφα τῶν σχεδίων τῆς βαμβακοπυρίτιδος, ἐστάλη συστημένη πλέον ἡ ἐπιστολὴ, καὶ τοιουτοτρόπως ἐγενόμεθα κάτοχοι τοῦ πολεμικοῦ τούτου ἀντικειμένου.
§23ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ἐπιτρέπετε, κύριε Ὑπουργέ;
§24Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ φθάσω εἰς ἓν συμπέρασμα, καὶ ἀμέσως. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, κατηγορήθη ἡ προμήθεια αὕτη ὡς μὴ ἐκπληρουμένων τῶν τεχνικῶν ὅρων, ὧν ἡ ὕπαρξις εἶναι ἀναπόφευκτος, ὅπως τὸ πολεμικὸν τοῦτο εἶδος ἡμῶν χρησιμεύῃ διὰ τὰς τορπίλλας. Ἀνοίγω, Κύριοι, τὸ αὐτὸ Γερμανικὸν σύγγραμμα καὶ ἐν σελίδι 116 εὑρίσκω (ἀναγινώσκει): «Βαμβακοπυρῖτις, κατεσκευασμένη ἐν ἐργοστασίοις, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐξαίρετος, ὅταν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐμπεριέχει 12,6% ἀζώτου· ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει ἡ περιεκτικότης εἰς ἄζωτον δὲν πρέπει νὰ κατέρχηται τῶν 12,4%.» Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη τοῦ ἐπιστήμονος τούτου, ὡς καὶ παντὸς περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου γράψαντος. Ἰδοὺ καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, ἣν συνέστησα πρὸς ἐξέλεγξιν καὶ παραλαβὴν τῆς βαμβακοπυρίτιδος, καὶ ἣν ἔκθεσιν θέλω καταθέσει ἐπὶ ταχείᾳ ἐπιστροφῇ, καθόσον εἶναι τὸ πρωτότυπον. Ποῖος εἶναι ὁ μέσος ὅρος τῆς βαμβακοπυρίτιδος κατὰ τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην; 12,6% δηλαδὴ ὁ ὅρος, ὃν ὁ Γερμανὸς ἀναγνωρίζει, ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ, ἡ βαμβακοπυρῖτις εἶναι ἀρίστης ποιότητος. Καὶ ἰδοὺ τὸ συμπέρασμα τῆς ἐπιτροπῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐνεργηθέντων προσδιορισμῶν τοῦ ἀζώτου, τοῦ ἀνθρακικοῦ ἀσβεστίου, ἐπὶ τῆς ἐξακριβώσεως τοῦ σημείου τῆς ἐκρήξεως, ἐπὶ τῆς δοκιμασίας τῆς χημικῆς εὐσταθείας καὶ τοῦ εἰδικοῦ βάρους τῶν ἐξετασθέντων δειγμάτων τῆς βαμβακοπυρίτιδος στηριζόμενοι, ἀποφαινόμεθα, ὅτι ἡ ἄρτι ἀφιχθεῖσα ἐξ Εὐρώπης ὑγρὰ καὶ ξηρὰ βαμβακοπυρῖτις πρὸς χρῆσιν τῆς τορπιλλικῆς ὑπηρεσίας πληροῖ πάντας τοὺς ὅρους, τοὺς ἀπαιτουμένους διὰ τὴν βαμβακοπυρίτιδα, τὴν πρὸς πλήρωσιν τῶν τορπιλλῶν ἐν τῷ πολεμικῷ ναυτικῷ χρησιμοποιουμένην, καὶ κατὰ συνέπειαν δέον νὰ διαταχθῇ ἡ τακτικὴ παραλαβὴ ταύτης καὶ ἡ κατὰ τὰ κεκανονισμένα ἐναποθήκευσις πρὸς ὅσον οἷόν τε ἐντελεστέραν συντήρησιν τοῦ σχετικῶς εὐαλλοιώτου τούτου ὑλικοῦ τοῦ πολέμου. «Ἐν Ἀθήναις τῇ 3 Ἰουνίου 1896.» Ἡ ἐπιτροπή: Δαμβέργης, καθηγητὴς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τῆς Χημείας, καὶ συγγραφεὺς συγγράμματος περὶ τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν. Γιαννόπουλος, καθηγητὴς τῆς Φυσικῆς καὶ τῆς Χημείας ἐν τῇ Ναυτικῇ Σχολῇ τῶν δοκίμων. Ραντόπουλος, εἰδικὸς ἀξιωματικὸς τορπιλλικός, σπουδάσας ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐν Αὐστρίᾳ, ἄλλοτε ἀξιωματικὸς τοῦ Αὐστριακοῦ ναυτικοῦ τορπιλλικός, ὑποδιευθυντὴς τῆς εἰδικῆς ὑπηρεσίας τῶν τορπιλλῶν, τουτέστι τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης. Βρατσάνος, ὑποπλοίαρχος τορπιλλικός, ἐπόπτης τῶν τορπιλλῶν καὶ τῶν τορπιλλικῶν σκαφῶν ἐν τῇ Ὑποβρυχίῳ Ἀμύνῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔκθεσις τῶν κυρίων τούτων ἀξιωματικῶν καὶ τοῦ καθηγητοῦ τοῦ εἰδικοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, εἰς ἣν οἱ κύριοι συνάδελφοι βεβαίως ἐπιφυλάσσονται νὰ μὴ ἀποδώσωσι τὸ προσῆκον κῦρος. Τί περιέχει δὲ ἐν ταῖς λεπτομερείαις, περιληπτικῶς παρ’ ἐμοῦ ἀναφερομέναις ἐνταῦθα, ἡ ἐν λόγῳ ἔκθεσις; Ἔχω πρόχειρον σημείωμα, ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἐξετάσασα ἀπεφήνατο, ὡς ἐν τῇ προκειμένῃ ἐκθέσει φαίνεται, τὰ ἑξῆς: «1) ὅτι ἐμπεριέχει κατὰ μέσον ὅρον ἄζωτον 12,6% 2) ὅτι οὐδεμίαν ἐπέφερεν ἀλλοίωσιν εἰς τὸν εὐαίσθητον δοκιμαστικὸν χάρτην πρὸ τῆς παρόδου 25 πρώτων λεπτῶν, καὶ 3) ὅτι δὲν ἐκρήγνυται εἰς θερμοκρασίαν κατωτέραν τῶν 179°. Τούτου τεθέντος, ἴδωμεν ποῖοι δέον νὰ ἦναι οἱ ὅροι, οὓς δέον νὰ πληροῖ καλῶς κατασκευασθεῖσα βαμβακοπυρῖτις, σύμφωνα μὲ τὴν περὶ τούτου γνώμην τοῦ κ. Franz Plach, ἀξιωματικοῦ τοῦ ναυτικοῦ πυροβολικοῦ τῆς Αὐστρίας καὶ καθηγητοῦ ἐν τῇ Ναυτικῇ Σχολῇ, διατυπουμένην ἐν τῷ περὶ πεπιεσμένης βαμβακοπυρίτιδος συγγράμματί του ὡς ἑξῆς: «Βαμβακοπυρῖτις, ἐμπεριέχουσα 12,6% ἄζωτον, μὴ ἀλλοιοῦσα τὸν δοκιμαστικὸν χάρτην πρὸ τῆς παρόδου 20 πρώτων λεπτῶν καὶ μὴ ἐκρηγνυμένη εἰς θερμοκρασίαν κατωτέραν τῶν 176°, εἶναι ἐξαίρετος.» Συγκρίνοντες λοιπὸν τοὺς ὅρους τούτους μὲ τὰ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐξαχθέντα ἀποτελέσματα, βλέπομεν, ὅτι ταῦτα εἶναι ἀνώτερα καὶ ἑπομένως ὅτι ἡ ὑφ’ ἡμῶν ἀγορασθεῖσα βαμβακοπυρῖτις εἶναι δεκτὴ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἀξία τοῦ προορισμοῦ της.» Τί ἀπεδείχθη, Κύριοι, ἐξ ὅλων τούτων; Ὅτι οὐδὲ περὶ μεταπρατικοῦ καταστήματος πρόκειται, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας πρόκειται περὶ καταστήματος ἑνὸς ἐκ τῶν τριῶν μεγίστων καὶ εἰδικωτάτων ἐν Εὐρώπῃ τῆς κατασκευῆς βαμβακοπυρίτιδος. Τί ἀπεδείχθη τρίτον; Ὅτι ἡ βαμβακοπυρῖτις αὕτη, κατὰ τοὺς ὅρους, οὓς ἡ ἐπιστήμη ἡ εἰδικὴ ἀπαιτεῖ, περιέχει ὅλα τὰ στοιχεῖα ἀρίστης βαμβακοπυρίτιδος. Ἀπεδείχθη ἐπὶ πλέον, ὅτι ἐξητάσθη παρ’ ἐμπειροτεχνῶν, ἡμετέρων ἀξιωματικῶν, οὐχὶ ἐξ ἐκείνων, οὓς δύναταί τις νὰ διορίζῃ, ὅπως λαμβάνωσι κατὰ τύπους μέρος εἰς οἱανδήποτε ἐπιτροπὴν, παρ’ ἀξιωματικῶν λοιπὸν εἰδικῶν, τορπιλλικῶν, παρὰ καθηγητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου καὶ συγγραφέων. Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε, Κύριοι, μόνα ταῦτα; Χθὲς ἠγείροντο φωναὶ ἐντεῦθεν: «διατὶ δὲν ἐστέλλετε εἰς Γερμανίαν, εἰς τὸν πρόξενον ἐκεῖ τοῦ τόπου νὰ μάθητε τί εἶναι αὐτὸ τὸ κατάστημα; Πῶς εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε, διὰ πρώτην φορὰν, δι’ ὄνομα τῆς Πατρίδος! ἐφέρετε τοιοῦτον ἄθλιον καὶ ἐλεεινὸν ὑλικὸν πολέμου εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ στόλου;» Ἡμεῖς, Κύριοι, δὲν ἐνεργοῦμεν τὰς προμηθείας, οὐδὲ τὰς παραλαβὰς τοῦ ὑλικοῦ πολέμου, ὡς ἐνήργουν αὐτὰς οἱ Κύριοι ἐκεῖνοι, ἄνευ ἐλέγχου καὶ ἄνευ ἐπιτροπῶν. Ἡμεῖς ἐνεργήσαμεν τὴν παραλαβὴν δι’ ἐμπειροτεχνῶν, ὧν τὸ κῦρος καὶ ἡ τιμὴ παρ’ οὐδενὸς δύνανται νὰ ἀμφισβητηθῶσιν, εἴτε ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης, εἴτε ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης, εἴτε ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἀλλὰ περιωρίσθημεν ἆρά γε εἰς μόνα ταῦτα; Καὶ εἴχομεν ἡμεῖς ἀνάγκην νὰ μάθωμεν παρ’ οἱουδήποτε, ὅτι ἔπρεπε, προκειμένου περὶ σπουδαιοτάτης προμηθείας, νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ συμφέροντα καὶ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους; Καὶ οὐχὶ λοιπὸν προχθὲς, Κύριοι, ἀλλ’ ἤδη ἀπὸ τῆς 11 Μαΐου 1896 ἔτους, δηλαδὴ πρὸ ἑπτὰ ἀκριβῶς μηνῶν, ἐγράψαμεν εἰς τὸν ἐν Βερολίνῳ πρεσβευτὴν τῆς Α. Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως, τὸν κ. Κλέωνα Ραγκαβῆν, τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀριθ. Πρωτ. 9567. «Πρὸς τὴν ἐν Βερολίνῳ Βασιλικὴν Πρεσβείαν. «Τὸ ὑφ’ ἡμᾶς Ὑπουργεῖον κατεσκεύασεν εἰς τὸ ἐν Βαλσρὼδ ἐργοστάσιον τοῦ κ. Βὸλφ καὶ Σας βαμβακοπυρίτιδα πρὸς χρῆσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ ναυτικοῦ. Τὸ ἐμπόρευμα μετηνέχθη καὶ ἐνεργοῦνται αἱ δοκιμαὶ τῆς παραδοχῆς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀναγραφομένων ὅρων ἐν τῷ ἐπισυναπτομένῳ πιστοποιητικῷ τοῦ χημικοῦ τῶν κατασκευαστῶν τοῦ προϊόντος. «Ἐπιθυμοῦντες, κύριε πρεσβευτὰ, νὰ γνωρίζωμεν, ἂν οἱ ὅροι οὗτοι ἀνταποκρίνωνται εἰς τοὺς ἐν Γερμανίᾳ παραδεδεγμένους ὅρους τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ διὰ τὴν βαμβακοπυρίτιδα τῶν αὐτοκινήτων τορπιλλῶν, παρακαλοῦμεν ὑμᾶς νὰ πληροφορηθῆτε ἁρμοδίως περὶ τούτου καὶ νὰ παράσχητε ἡμῖν ὅσον οἷόν τε ταχέως τὰς περὶ τούτου διαβεβαιώσεις. «Ἐν Ἀθήναις τῇ 11 Μαΐου 1896. «Ὁ Ὑπουργὸς «Ν. Δ. Λεβίδης.» Καὶ ἰδοὺ, Κύριοι, τῇ 13/25 Ἰουνίου ἐ. ἔ. λαμβάνεται ἡ ἀπάντησις τοῦ ἡμετέρου ἐν Βερολίνῳ πρεσβευτοῦ, ἔχουσα οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ἀριθ. 12815 τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. «Κύριε Ὑπουργέ. «Ἐνεργήσας ἀμέσως τὰ δέοντα, συνεπείᾳ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 9567 ἀπὸ 11 Μαΐου ἐγγράφου τῆς Ὑ. Ἐξοχότητος, ὑποβάλλω ὀπισθογράφως ἀντίγραφον τῆς ἀπαντήσεως τῆς Αὐτοκρατορικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις, ὡς ὁρᾶτε, τυγχάνει καταφατική. «Εὐπειθέστατος «Κ. Ραγκαβῆς.» Ἰδοὺ καὶ ἡ ἀπάντησις τῆς Αὐτοκρατορικῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς βαμβακοπυρίτιδος (ἀναγινώσκει): «Ἀντίγραφον. Ἐξωτερικὴ ὑπηρεσία. Ἀριθ. 15437. Ἐν Βερολίνῳ τῇ 24 Ἰουνίου 1896.—Ἀπαντῶντες εἰς τὸ ἔγγραφον, ὅπερ εὐηρεστήθητε νὰ διευθύνητε πρὸς τὸ τμῆμα τοῦτο τῇ 29 τοῦ λήγοντος Μαΐου, ὑπ’ ἀριθ. 239, λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσωμεν ὑμᾶς, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ πιστοποιητικοῦ, τοῦ παραδοθέντος ὑπὸ τοῦ ἐργοστασίου Wolff καὶ Σας ἐν Bomlitz Walsrode ὑπὸ χρονολογίαν 11 Ἀπριλίου, ἀνταποκρίνονται πρὸς ἐκεῖνα, ἅτινα ἀπαιτοῦνται ὑπὸ τοῦ Αὐτοκρατορικοῦ Ναυτικοῦ διὰ τὴν βαμβακοπυρίτιδα, τὴν προωρισμένην διὰ τὰς τορπίλλας. «(ὑπογρ.) Rotenhau». Τί εἶναι, Κύριοι, τὸ πιστοποιητικὸν τοῦ εἰδικοῦ χημικοῦ, ὅπερ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν διὰ τοῦ ἡμετέρου ἐν Βερολίνῳ πρέσβεως; Εἶναι τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, ἐν ᾧ εἶναι ἐγκατεστρωμένοι οἱ ὅροι, καθ’ οὓς κατεσκευάσθη ἡ ἐν λόγῳ βαμβακοπυρῖτις. Ἡ ἡμετέρα ἐπιτροπή, ἧς τὴν συγκρότησιν ἠκούσατε, λαμβάνει τοὺς ὅρους τοῦ Γερμανικοῦ τούτου πιστοποιητικοῦ, ἐξελέγχει τὸ πολεμικὸν τοῦτο εἶδος, εὑρίσκει ὅτι τὸ προϊὸν τοῦτο ἀνταποκρίνεται πρὸς τοὺς ὅρους τοῦ χημικοῦ, ἀποστέλλομεν τὸ ἔγγραφον τοῦτο εἰς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις βεβαιοῖ, ὅτι οἱ ὅροι, οὓς περιέχει τὸ ἔγγραφον τοῦτο, καὶ οἱ εὑρισκόμενοι ἐν τῇ βαμβακοπυρίτιδι κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν ὑπὸ τῆς τεχνικῆς ταύτης ἐπιτροπῆς, εἰσὶν ἐκεῖνοι, οὓς ἀπαιτεῖ ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις διὰ τὸ Γερμανικὸν ναυτικόν. Ἀλλὰ θέλουσιν εἴπει ἡμῖν: «καὶ ποῦ γνωρίζομεν ἡμεῖς, ἐὰν ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ κρίνῃ, ἐὰν τὸ προϊὸν τοῦτο ἀνταποκρίνεται πρὸς τοὺς ὅρους τοῦ χημικοῦ;» Ἀλλὰ τοιαύτην, Κύριοι, συζήτησιν ἐγὼ βεβαίως μεθ’ ὑμῶν δὲν θέλω συνάψει ἐντεῦθεν. Ἐγὼ πέποιθα, ὅτι οἱ καθηγηταὶ τοῦ Ἐθνικοῦ ἡμῶν Πανεπιστημίου, καὶ μάλιστα τόσον εἰδικὸς καὶ σοφὸς ἀνήρ, ὅσον ὁ κ. Δαμβέργης, ἐγὼ πέποιθα, ὅτι οἱ ὑποδιευθυνταὶ τῆς Τορπιλλικῆς Ἀμύνης καὶ οἱ ἀξιωματικοί, οἱ εἰδικῶς τὴν τορπιλλικὴν σπουδάσαντες, ὁ καθηγητὴς κ. Γιαννόπουλος, βεβαίως εἰσὶν ἱκανοί, ὅπως καὶ οἱ Εὐρωπαῖοι ἀξιωματικοί, ἵνα ἐκτελέσωσι τὴν ἐργασίαν ταύτην ἐπὶ τῇ βάσει τοσούτων ἤδη ἐκδεδομένων συγγραμμάτων περὶ τῆς ἐν λόγῳ ἐργασίας. Ἐγὼ πέποιθα, ὅτι οὐχὶ μόνον οἱ τορπιλλικοὶ ἀξιωματικοί, ἀλλὰ πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ναυτικοῦ δύνανται νὰ ἁμιλλῶνται ὡς πρὸς πάντα, καὶ ὡς πρὸς τὴν μόρφωσιν τὴν ἐπιστημονικὴν καὶ ὡς πρὸς τὴν πρακτικὴν ἱκανότητα, πρὸς ἀξιωματικοὺς τῶν μᾶλλον ναυτικῶν ἐθνῶν. Οὐδέποτε θέλω κατατάξει τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν, ἄνευ διακρίσεως, εἰς ἥττονα βαθμίδα τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἄλλων ναυτικῶν Κρατῶν. Ἡμεῖς ἔχομεν ἀξιωματικὸν τοῦ πυροβολικοῦ τοῦ ναυτικοῦ, ὅστις ἔδρεψε δάφνας ἐπιστημονικὰς ἐπ’ ἐσχάτων ἐν Παρισίοις εἰς εἰδικὴν ἀποστολήν. Ἡμεῖς ἔχομεν ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ, οἵτινές εἰσι γνωστότατοι ἀκόμη καὶ εἰς τὸν Εὐρωπαϊκὸν κόσμον. Καὶ εἶναι εὐχάριστον, Κύριοι, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἡμῶν κατορθοῦσι, σὺν τῇ ἐπιστημονικῇ μορφώσει, νὰ κέκτηνται ἐκ παραδόσεως, οὕτως εἰπεῖν, ἐθνικῆς καὶ τὴν τέχνην τοῦ ναύτου. Ἀλλὰ θέλετε, Κύριοι, ἐκπλαγῆ, ἢ μᾶλλον ἀηδιάσει, ἐὰν ἀκούσητε, ὅτι οὐχὶ πρώτην ταύτην φορὰν ἡ Ἑλλὰς ἐπρομηθεύθη βαμβακοπυρίτιδα ἐκ τοῦ καταστήματος Βὸλφ ἐν Βαλσρώδ. Διότι ἔλεγεν ὁ διευθύνας, ἢ ὁ διελθὼν, ὡς εἶπεν, ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀξιότιμος ἐκ Θηβῶν Βουλευτής, ὅτι πρώτην ταύτην φορὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπρομηθεύθη βαμβακοπυρίτιδα ἐκ τοῦ καταστήματος Βόλφ.
§25ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο, κύριε Ὑπουργέ. Εἶπον, ὅτι, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, αἱ προμήθειαι ἐγένοντο παρὰ τοῦ καταστήματος Κρούπ.
§26Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἰδοὺ αὐτὴν τὴν στιγμὴν τί μοὶ τηλεγραφεῖ ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου (ἀναγινώσκει): «Ἡ τρίτη προμήθεια ἐπρομηθεύθη διὰ γομώσεις αὐτοκινήτων τορπιλλῶν μετὰ τῶν ἓξ Γερμανικῶν τορπιλλοφόρων, τὰ κιβώτια δὲ τούτων φέρουσι σῆμα «Wolff C. Walsrode», τουτέστι τοῦ αὐτοῦ καταστήματος μὲ τὴν ἐσχάτως προμηθευθεῖσαν. «Ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου «Κουτσούκος».
§27ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Πότε;
§28Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν λέγει πότε.
§29ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Νὰ σᾶς εἴπω ἐγώ. Ἐγένετο κατὰ τὸ 1885, ὅτε πάλιν ἦσθε ἐν τῇ Κυβερνήσει.
§30Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τί ἔχει νὰ κάμῃ; Πρόκειται, Κύριοι, νὰ ἀποδείξω, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ψευδὲς, ὅτι πρώτην ταύτην φορὰν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐπρομηθεύθη βαμβακοπυρίτιδα ἐκ τοῦ καταστήματος, ὅπερ ὁ κύριος ἐκεῖ, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Θηβῶν Βουλευτὴς, παρίστα ὡς τὰ καταστήματα ἐκεῖνα, ἅτινα ἀγοράζουν ἐπὶ μεταπωλήσει, ἐπὶ κέρδει, εἶδος Χαβιαροχάνου ἐν Κωνσταντινουπόλει. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐκ τούτων, ἅτινα ἠκούσατε, οὐδεὶς δύναται νὰ μείνῃ, ὁ ἀμφιβάλλων, ἐκτὸς ἐὰν ἐπίτηδες θέλῃ, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐξετέλεσε πᾶν ὅ,τι ἔπρεπε κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς προκειμένης ὑποθέσεως. Ἀλλ’ ἄς ἴδωμεν, Κύριοι, ἐὰν καὶ ἡ δευτέρα τορπίλλη τοῦ ἐκ Βόλου κ. συναδέλφου δὲν ἔχῃ τὰ συστατικὰ τῆς πρώτης, ἧς τὴν κουφότητα βεβαίως ἀντελήφθητε. Ἐβεβαίου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Θηβῶν συνάδελφος, ὅτι ἔγκλημα φοβερὸν διεπράχθη ἐν Ναυστάθμῳ, «προδοσία εἰς τὸν Ναύσταθμον.» Ἄνδρες, ἐκεῖ ἐργαζόμενοι, ἐπ’ ἐσχάτων κατέφυγον εἰς ἀποτρόπαιον τῳόντι κακουργίαν, διότι ἀφήρουν, ἔλεγεν ὁ κ. ἐκ Θηβῶν συνάδελφος, τοὺς δακτυλίους τῶν ὀβίδων, καὶ καθίστων οὕτω πως τὰς ὀβίδας ἀχρήστους, καὶ τὰ πλοῖα ἡμῶν, ἅτινα ἐκάπνιζον ἐν Φαλήρῳ, ὡς φορτικῶς λέγουσιν, ἦσαν ἀνίκανα νὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκον αὐτῶν, ἐὰν ἐκαλοῦντο εἰς τοῦτο. Βεβαίως δικαίως καὶ ὁ τύπος, δικαίως καὶ ἡ κοινὴ γνώμη, ἐπὶ τοιούτῳ ἀκούσματι, συνεταράχθησαν, διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι καὶ ἡ ἀνατροφὴ ἡ ἰδιωτικὴ τοῦ κ. ἐκ Θηβῶν συναδέλφου...
§31ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Μὴ ἀσχολεῖσθε περὶ ἐμοῦ.
§32Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. .. καὶ ἡ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πολιτεία αὐτοῦ βεβαίως πείθουσι τὴν κοινωνίαν, καὶ δικαίως, ὅτι πᾶν ὅ,τι λέγει εἶναι βάσιμον καὶ σοβαρὸν, ὅτι δὲν εἶναι τὰ παρ’ αὐτοῦ λεγόμενα ἐξ ἐκείνων, ἅτινα ἐγείρουσι τὴν θυμηδίαν καὶ τῶν πολλῶν καὶ τῶν ὀλίγων (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τούτοις (ἔλεγε) θὰ παρακαλέσω τὸν αὐτὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐὰν ἦναι ἀληθὴς ἡ ἐσχάτως γενομένη διάδοσις, ὅτι ναυτικός, διατελῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ναυστάθμου, ὑπεξῄρει τοὺς χαλκίνους δακτυλίους ὀβίδων, κατατεθειμένων ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Ναυστάθμου, καὶ ὅτι τοὺς δακτυλίους τούτους ἐπώλει πρός τινα ἀκόλουθον ξένης Πρεσβείας... Ἐὰν δὲ ἦναι ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι ἀκόλουθος ξένης Πρεσβείας ἐγίνωσκεν ἢ ἐπροκάλει τὴν ἀφαίρεσιν τῶν χαλκίνων τούτων δακτυλίων, ὁποῖα μέτρα ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν συνάδελφος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἔλαβε κατὰ τῆς ἀνηθίκου ταύτης πράξεως;» Ἠθέλησα, Κύριοι, βεβαίως ἐκ τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους, νὰ δώσω σύντομόν τινα ἀπάντησιν· βεβαίως ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῶσιν ἐπὶ τῇ ἀπαντήσει ταύτῃ οἱ κύριοι συνάδελφοι, ἔπρεπε νὰ ζητήσωσι τέλος πάντων τὰ ἔγγραφα, νὰ μελετήσωσιν αὐτά, νὰ ἴδωσι περὶ τίνος πρόκειται, νὰ ἐννοήσωσι τὴν ὑπόθεσιν καθ’ ὅλας αὐτῆς τὰς διαστάσεις, καὶ κατόπιν νὰ ἀποπειραθῶσι νὰ συνάψωσιν ἔριδα καὶ μάχην ἐνταῦθα. Πολλάκις ἐκ τῆς θέσεώς μου προέτρεψα τοὺς κυρίους συναδέλφους περὶ τοιαύτης τινὸς τακτικῆς καὶ διαχειρίσεως τοῦ ἐν λόγῳ ζητήματος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, ἀλλ’ ἐβόων, Κύριοι, εἰς ὦτα μὴ ἀκουόντων. Καὶ ἠγέρθησαν ἐντεῦθεν συζητήσεις, καί τινες τῶν κυρίων ἀξιωματικῶν, τῶν τιμώντων τὴν πτέρυγα ταύτην, συνεζήτουν πρὸς ἄλλους, τί ἐστὶ δακτύλιος, καὶ ἐβεβαίουν μάλιστά τινες ἐξ αὐτῶν, ὅτι ὁ δακτύλιος εἶναί τι ἀπόῤῥητον, ὅπερ κατέχουσι τὰ Κράτη. Τοῦτο δὲ εἶναι τοσοῦτον βέβαιον, ὥστε εἷς τῶν κυρίων Βουλευτῶν τῆς πτέρυγος ταύτης ἠρώτα: «πρόκειται περὶ ἀποῤῥήτου τοῦ Κράτους; Τὸ ἀπόῤῥητον ἐπροδόθη; Τί εἶναι αὐτοὶ οἱ δακτύλιοι;» Καὶ συνεζήτουν οἱ κύριοι μεταξύ των, ἡμῶν ἐντεῦθεν σιωπώντων. Θέλω, Κύριοι, συντομώτατα διαχειρισθῆ καὶ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἣν ὅταν ἀκούσητε, θέλετε τῷ ὄντι λυπηθῆ καὶ καγχάσει. Τῇ 10 Ἰουλίου ἐ. ἔ. ὁ ἔφορος ἐν Ναυστάθμῳ τοῦ πυροβολικοῦ, ὁ πλωτάρχης κ. Ἀλέξ. Σαχτούρης, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 176 ἐγγράφου αὐτοῦ πρὸς τὸ Διευθυντήριον τοῦ Ναυστάθμου, ἀνέφερε τὰ ἑξῆς: «Ἀναφέρομεν ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ὁ ὑφ’ ἡμᾶς κελευστὴς πυροβολητὴς Νικόλαος Ἰγγλέζος παρέλαβε πρὸς φύλαξιν τοῦ ἐν αὐταῖς ὑλικοῦ τὰς ἐνταῦθα ἀποθήκας τοῦ πυροβολικοῦ, ἔλειπον κατὰ τὴν ὑπ’ αὐτοῦ γενομένην ἐπιθεώρησιν τῶν παραλαμβανομένων ὀβίδων τῶν πυροβόλων Ἄρμστρογκ τὰ ἑξῆς ὀρειχάλκινα πυθμένια αὐτῶν...» Ἄρα, Κύριοι, εὐθὺς ἀμέσως πρέπει νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῶν δακτυλίων τῶν ὀβίδων, ἀλλὰ περὶ τῶν πυθμενίων αὐτῶν. Τῇ 23 Ἰουλίου 1896 ἔτους ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου γράφει: «Παραπέμπεται πρὸς τὸν ὑποδιευθυντὴν τοῦ ὑφ’ ἡμᾶς Ναυστάθμου, παραγγελλόμενον νὰ διεξαγάγῃ ἐν τάχει προανακρίσεις ἐπὶ τῶν ἔναντι ἐκτιθεμένων. Ὑπενθυμίζομεν δ’ αὐτῷ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 16648 τοῦ 1894 διαταγήν μας περὶ διεξαγωγῆς προανακρίσεων ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 332 παραπεμφθείσης ἀναφορᾶς τῆς αὐτῆς Ἐφορείας, καταγγελλούσης ἀφαίρεσιν πυρίτιδος καὶ ἄλλων εἰδῶν παρὰ τοῦ ἐργοστασιάρχου πυροτεχνουργοῦ. Τὸ ἀποτέλεσμα τῶν προανακρίσεων δέον νὰ ὑποβληθῇ ἡμῖν ἐν τάχει δι’ ἐκθέσεως.»
§33ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην;
§34Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τοῦτο εἶναι εὔκολον νὰ τὸ γνωρίσητε. Βεβαίως δὲν ἤμην ἐγώ. Πρώτη λοιπὸν πρᾶξις ἐπὶ τῆς ἐμῆς διευθύνσεως, διδοῦσα τὴν ὤθησιν εἰς τὴν ναυτικὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν περὶ τοῦ ἐν λόγῳ ἐγκλήματος, τῆς ἀφαιρέσεως τουτέστι τῶν πυθμενίων, εἶναι ἡ τῆς 10 Ἰουλίου, τὸ ἔγγραφον τουτέστι τοῦ ἐφόρου τοῦ πυροβολικοῦ, καὶ δευτέρα πρᾶξις ἡ διαταγὴ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου, ἡ διαβιβάζουσα τὸ ἔγγραφον τοῦτο πρὸς ἐνέργειαν διοικητικῶν ἀνακρίσεων πρὸς τὸν ὑποδιευθυντὴν τοῦ Ναυστάθμου.
§35ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ποίαν ἐνέργειαν ἔκαμεν ὁ Ναύσταθμος κατὰ τὸ 1894;
§36Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Θέλω παρακαλέσει ὑμᾶς νὰ μὴ σπεύδητε, ἤ, ἂν θέλετε νὰ σπεύδητε, νὰ σπεύδητε βραδέως. Καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ σπεύδητε, θέλετε πεισθῆ ἀμέσως. Ἀναφέρουσι λοιπὸν, Κύριοι τὰ δύο ταῦτα ἔγγραφα πρᾶξιν, ἣν ἀνάγουσι—σημειώσατε καλῶς—εἰς τὸ ἔτος 1894, οὗτινος τὸν Ὑπουργὸν ὀφείλει ὁ κ. συνάδελφος νὰ εὕρῃ. Ἀλλὰ θέλετε ἐκπλαγῆ ἀληθῶς, ἂν ἀκούσητε, ὅτι οὐχὶ ἀπὸ τοῦ 1894 ἔτους, ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ὁ Ναύσταθμος μετεκομίσθη ἐκ Πόρου εἰς τὴν Σαλαμῖνα, ἀπ’ ἐκείνης ἀκριβῶς τῆς ἐποχῆς ἤρξατο ἡ ἐγκληματικὴ αὕτη πρᾶξις. «Διὰ βασιλικοῦ διατάγματος τῆς 4 Φεβρουαρίου 1878 ἔτους μετετέθη προσκαίρως ὁ Ναύσταθμος ἐκ Πόρου εἰς τὴν Μονὴν τῆς Φανερωμένης.» (Τοῦτο, ὅπερ ἀναγινώσκω, εἶναι ἔγγραφον ἐπίσημον.) «Δι’ ὁμοίου δὲ διατάγματος τῆς 16 Ἀπριλίου 1881 ὡρίσθη τόπος ἀνεγέρσεως νομίμου Ναυστάθμου ἐπὶ τῆς νήσου Σαλαμῖνος ἡ θέσις Ἀράπης». Λοιπὸν πάντως μετὰ τὸ 1881 καὶ πρὸ τοῦ 1885, ἤρξατο ἐκτελουμένη ἡ ἀνήθικος καὶ ἐγκληματικὴ αὕτη πρᾶξις. Κύριοι, δυστυχῶς διὰ τὸ Ναυτικὸν, ἐσπούδασα τὴν νομικὴν ἐπιστήμην, καὶ ὅταν βεβαίως δὲν ἤμην Ὑπουργὸς, ἤμην δικηγόρος. Διὰ τοῦτο προσπαθῶ πᾶν ὅ,τι λέγω νὰ βασίζηται οὐχὶ ἐπὶ τῆς ἄμμου, ἀλλ’ ἐπὶ ἐγγράφων. Ἄν λοιπὸν ποιοῦμαι συχνὴν χρῆσιν ἐγγράφων, παρακαλῶ νὰ τύχω, ὡς ἐκ τῆς εἰδικότητός μου, τῆς ὑμετέρας συγγνώμης, καίτοι ἐγὼ, πρὸς εὐχαρίστησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ὕδρας κ. Βουλευτοῦ, ὁμολογῶ, ὅτι οὐδὲ περὶ τὴν νομικὴν εἶμαι εἰδικός. Ἀφήνω τὴν εἰδικότητα ταύτην εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὅστις, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, διηύθυνέ ποτε τὸ δικαστικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ταῦτα, ἅπερ λέγω, προκύπτουσιν ἐξ ἐπισημοτάτων ἐγγράφων, εἶναι, Κύριοι, ἡ ἔκθεσις τοῦ ὑποδιευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου τῆς 1 Σεπτεμβρίου 1896 ἔτους, ὅστις λέγει (ἀναγινώσκει): «Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὰ ἐλλείποντα πυθμένια δὲν ἐκλάπησαν πάντα καθ’ ὃν χρόνον εὑρίσκοντο αἱ ὀβίδες εἰς τὰς ἐνταῦθα ἀποθήκας τοῦ πυροβολικοῦ. Διότι, κατὰ τὰς καταθέσεις τῶν μαρτύρων, πυθμένια ὀβίδων ἔλειπον ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ὁ Ναύσταθμος μετηνέχθη ἐκ Πόρου εἰς Φανερωμένην, ὅπου εὑρίσκοντο ἐῤῥιμμέναι ἐν ὑπαίθρῳ αἱ ὀβίδες, καὶ ἐκεῖθεν εἰς Σαλαμῖνα. Τὸ πόσα ὅμως πυθμένια ἔλειπον ἔκτοτε, καὶ πόσα ἀφῃρέθησαν καθ’ ὃν χρόνον εὑρίσκονται αἱ ὀβίδες εἰς τὰς ἐνταῦθα ἀποθήκας, δυσκολώτατον ἐπίσης νὰ ἐξακριβώσωμεν.» Καὶ παρακατιὸν ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Μιαούλη—σημειώσατε, ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ τοῦ ναυτικοῦ, διενεργήσαντος τὰς διοικητικὰς ἀνακρίσεις ἐπὶ τῆς ἐμῆς ὑπουργείας,—λέγει: «Ἀπὸ τῆς μεταφορᾶς τῶν ὀβίδων ἐκ Φανερωμένης εἰς τὰς ἐνταῦθα ἀποθήκας, μέχρι τοῦ 1886, ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐγένετο ὑπὸ τῶν ἀρχικελευστῶν Γ. Κοφινᾶ καὶ Γ. Σάπκα ὁ χρωματισμὸς τῶν ὀβίδων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βεβαιωθῇ πόσα ἐκλάπησαν πυθμένια ἐκ τῶν ἐνταῦθα ἀποθηκῶν, διότι ἐκτὸς τῶν ὀβίδων, ὧν ἔκτοτε τὰ πυθμένια ἔλειπον, προσετέθησαν κατὰ τὸ 1886 μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἐπιστρατείας...» Ταῦτα, Κύριοι, συνέβαινον κατὰ παλαιοτάτην ἐποχὴν, ὡς παρατηρεῖτε, πρὸ δώδεκα ἐτῶν! Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοῦ 1886 ἔτους καὶ ἐντεῦθεν ἐξηκολούθησεν ἡ ὑπηρεσία—ἂς τὴν εἴπωμεν οὕτω—αὕτη. «Οὕτω λοιπὸν ἐκ τῶν ὀβίδων, ὧν τὰ πυθμένια ἐλλείπουσι, κατὰ τὴν γενομένην τὸ 1894 ἐξέλεγξιν», (σημειώσατε καλῶς τὴν χρονολογίαν, ὅτι κατὰ τὸ 1894 ἔτος ἐγένετο ἐξέλεγξις) ὅσων τὸ πρὸς τὸ πυθμένιον μέρος εἶναι ἀχρωμάτιστον, τὸ τοιοῦτον εἶναι ἀπόδειξις, ὅτι ἡ κλοπὴ τῶν πυθμενίων ἐγένετο ἀπὸ τοῦ 1886, ἐποχῆς τοῦ χρωματισμοῦ τῶν ὀβίδων καὶ ἐντεῦθεν.» Λοιπὸν δευτέρα πρᾶξις ἐγκληματικὴ ἐπὶ τοῦ ὑλικοῦ τούτου τοῦ πολέμου ἐγένετο ἀπὸ τοῦ ἔτους 1886 καὶ ἐντεῦθεν. Καὶ παρακατιὼν ἡ ἔκθεσις λέγει: «Δέον ὅμως ἐνταῦθα νὰ ῥηθῇ, ὅτι, ἐνῷ, ὡς καὶ ἀνωτέρω εἴπομεν, τὸ χρονικὸν ὅριον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐτελέσθη ἡ κλοπὴ εἰς τὰς ἐνταῦθα ἀποθήκας, πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἀρχόμενον ἀπὸ τοῦ 1886, ἐποχῆς τοῦ χρωματισμοῦ τῶν ὀβίδων, καὶ πρότερον, ἴσως μέχρι τοῦ 1894, ὅτε ἐγένετο ἡ ἐξέλεγξις αὐτῶν.» Ἀλλ’ ἐνῷ ἤρξατο ἀνάκρισις κατὰ τὸ 1894 ἔτος, φαίνεται ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1894 ἔτος ἐξηκολούθει ἡ αὐτὴ ἐγκληματικὴ πρᾶξις (ἀναγινώσκει): «Ἡ ὡς ἄνω διαταγὴ ὑμῶν, ἡ τὴν ἐνέργειαν προανακρίσεων διατάσσουσα, παρέπεμπεν ἡμᾶς εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 16648 τοῦ 1894 διαταγὴν τοῦ Διευθυντηρίου, δι’ ἧς διετάσσοντο ἐπίσης προανακρίσεις ἐπὶ τῆς αὐτῆς πράξεως, καταγγελθείσης ἔκτοτε ὑπὸ τῆς Ἐφορείας τοῦ Πυροβολικοῦ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 332 ἀναφορᾶς της. Ἀλλ’ ἡ εἰρημένη διαταγὴ τοῦ Διευθυντηρίου δὲν κατέστη δυνατὸν, μεθ’ ὅλας τὰς ἐρεύνας μας, ν’ ἀνευρεθῇ ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ ὑποδιευθυντοῦ. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 176 ἐ. ἔ. ἀναφορὰ τῆς Ἐφορείας τοῦ Πυροβολικοῦ ἀναγράφει λεπτομερῶς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐλλειπόντων πυθμενίων ἐκ τῶν ὀβίδων κατὰ τὴν γενομένην ἐξέλεγξιν τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1894» Ἐρωτῶ ἤδη, Κύριοι, πρόκειται περὶ πράξεως, καθ’ ἣν ἡ ἐνέργεια τοῦ νῦν διευθύνοντος τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν εἶναι ἀδρανεστάτη; ἢ πρόκειται περὶ πράξεως παμπαλαίας, ἧς ἡ ἀρχὴ φθάνει εἰς τοὺς προϊστορικούς, ἵνα εἴπω οὕτω, χρόνους, εἰς τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὁ Ναύσταθμος μετεφέρετο ἀπὸ Πόρου εἰς τὴν Σαλαμῖνα; Καὶ πῶς εἶναι δίκαιον ἆρά γε νὰ ἐπιῤῥίπτηται μομφὴ κατὰ τοῦ σήμερον διευθύνοντος τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ὅταν ὀκτὼ ὅλαι Κυβερνήσεις προηγήθησαν ἡμῶν, καὶ κατὰ πολλὰς περιόδους, καὶ μετὰ τὸ 1886 ἔτος καὶ κατὰ τὸ 1894 ἔτος, ἀνεφαίνετο ἡ πρᾶξις αὕτη, καὶ δὲν ἠξεύρω διατὶ ἡ Διεύθυνσις ἡ τότε τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν δὲν ἐλάμβανε τὰ προσήκοντα μέτρα! Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κ. Βουλευτὰ ἐκ Θηβῶν, ὅστις διήλθετε, ὡς ἐλέγετε χθὲς, ἀλλὰ διήρχεσθε ἐπὶ ἕνδεκα ὁλοκλήρους μῆνας, ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, διατὶ δὲν ἐλάβετε τὰ προσήκοντα μέτρα κατὰ τοιούτου ἐγκλήματος; Ἀπαντῶ ἐγὼ ἀνθ’ ὑμῶν, καὶ δικαιολογῶ ὑμᾶς. Διότι δὲν περιῆλθεν εἰς γνῶσιν ὑμῶν ἡ ἐν λόγῳ πρᾶξις, ἴσως διότι ἡ ὑπηρεσία παρέστησεν ὑμῖν τὴν πρᾶξιν ταύτην ὡς ἔχουσαν προϊστορικὴν τὴν ἀρχὴν, ὡς μὴ ἀξίαν ἐρεύνης.
§37ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Οὐδεμίαν γνῶσιν εἶχον, οὐδὲ ἡ ὑπηρεσία μοὶ ἔκαμε τοιαύτας παραστάσεις.
§38Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Λοιπὸν οὔτε ἐγὼ εἶχον γνῶσιν. Ἀφοῦ ὑμεῖς, πρεσβύτερός μου, δὲν εἴχετε, πρέπον εἶναι νὰ μὴ εἶχον καὶ ἐγὼ γνῶσιν. Ποία ὅμως εἶναι ἡ διαφορά; Ὅτι ἔπρεπε νὰ παρέλθωσι δώδεκα ὅλα ἔτη, νὰ φθάσῃ ἡ ὑπόθεσις μέχρι τοῦ γραφείου μου μετὰ παρέλευσιν 12 ἐτῶν, καὶ πρῶτος ἐγὼ νὰ ἐπιληφθῶ τῆς ἐρεύνης τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ νὰ ἐγείρω κατ’ αὐτῶν τὴν κατηγορίαν, ὡς ἐκ τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν καθηκόντων, ἅτινα ἔχω, ὡς Ὑπουργός. Τί ἐπράξατε ὑμεῖς; Τί ἔπραξαν οἱ μεθ’ ὑμᾶς πάντες; Τί ἔπραξαν οἱ πρὸ ὑμῶν πάντες; Ἐγὼ οὐδένα ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ ἐπιθυμῶ νὰ κατηγορήσω. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἦναι ἄξιοι κατηγορίας ἐκεῖνοι, εἰμὶ ἄξιος κατηγορίας ἐγὼ, διότι τέλος πάντων ἔθηκα τὴν χεῖρα ἐπὶ τοῦ ἐγκλήματος, καὶ εὐθὺς ὡς περιῆλθεν εἰς γνῶσίν μου ἡ ὑπόθεσις αὕτη, παρέπεμψα ταύτην εἰς τακτικὴν ἀνάκρισιν; Ἀλλὰ, Κύριοι, ὁμιλοῦσι περὶ ἐθνικῆς προδοσίας! περὶ κατασκοπίας ἐκ μέρους ἀξιωματικοῦ, προσκεκολλημένου εἰς Πρεσβείαν ξένης Δυνάμεως! Περιορίζουσι τὸ πρᾶγμα εἰς ὡρισμένως δύο πρόσωπα· διατὶ οἱ Κύριοι; Ἵνα πιστευθῇ ἡ κατηγορία, ὅτι εἶναι δυνατὸν Ἕλληνες, ζῶντες ἐκ τοῦ χρήματος τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ περιέλθωσιν εἰς τοσοῦτον βάθος ἀτιμίας, ὥστε νὰ προδίδωσι τὴν πατρίδα αὑτῶν εἰς ξένην Δύναμιν! Περιώριζον τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐγκληματιῶν εἰς δύο, ἵνα καταστήσωσι τὴν ὑπόθεσιν φοβερὰν, ἵνα διαπιστώσωσιν, ὅτι τὸ ἔγκλημα ἐτελεσιουργήθη μεταξὺ δύο ἀνθρώπων καὶ τοῦ στρατιωτικοῦ ἀκολούθου ξένης Πρεσβείας ἐνταῦθα! Ἀλλ’ εἶναι ταῦτα ἀληθῆ; Περὶ δύο μόνον πρόκειται; καὶ προπάντων περὶ προδοτῶν πρόκειται; Ἢ πρόκειται περὶ κοινῶν ἐγκληματιῶν;—ἂν ᾖναι ἐγκληματίαι· διότι ἡ ἀνάκρισις εἰσέτι δὲν ἐπερατώθη, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ στιγματίσωμεν αὐτοὺς, ὅσον καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι εἶναι ἔνοχοι,—ἢ πρόκειται περὶ δύο κοινῶν λωποδυτῶν, ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἐν πάσῃ κοινωνίᾳ, ὅσον καὶ ἂν ᾖ πεπολιτισμένη, εὑρίσκονται; Ἰδοὺ, Κύριοι, ἡ ἐννάτη σελὶς τῆς ἐκθέσεως, ἡ διαχύνουσα ἄπλετον φῶς ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, ἐξ ἧς δύναται νὰ πιστοποιηθῇ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ προδοτῶν συνεννοουμένων πρὸς κατάσκοπον ξένης Δυνάμεως, ἀλλὰ περὶ ἀχρείων ἴσως ὄντων, ἅτινα χάριν εὐτελοῦς ἀργυρίου κατέστρεφον ὑλικὸν τοῦ πολέμου τοῦ Κράτους. Ποῖον ὑλικὸν πολέμου; Θέλετε ἀκούσει μετ’ ὀλίγον, ἀλλὰ τέλος πάντων ὑλικὸν πολέμου τοῦ Κράτους. Ἰδοὺ τί γράφει ὁ ὑποδιευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου, ὡς πόρισμα τῆς ἀνακρίσεως (ἀναγινώσκει): «Ἀναφέροντες τὰ ἀνωτέρω, δὲν σκοποῦμεν διὰ τούτου νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ἀπόλυτον ἀθωότητα τῶν πυροτεχνουργῶν, ἀλλὰ καὶ δὲν νομίζομεν ἀφ’ ἑτέρου δίκαιον νὰ ἐπιρῥίπτηται κατ’ αὐτῶν, καὶ μάλιστα καθ’ ἑνὸς, τοῦ Μιλτιάδου Ζούκη, ἡ εὐθύνη πράξεως, ἧς ἔκτοτε, κατὰ τὰ φαινόμενα, πλεῖστοι συμμετέσχον.»
§39ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ποίας ἡμερομηνίας;
§40Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τῆς 7 Σεπτεμβρίου 1896 ἔτους. Πρόκειται λοιπὸν περὶ ἐθνικῆς προδοσίας; Εἶπον καὶ προηγουμένως, ὅτι ἡ πρᾶξις εἶναι ἐπονείδιστος, ὅτι αὕτη τυγχάνει οὖσα βεβαίως ἐγκληματικὴ, ἀλλὰ μὴ θέλομεν, ἐν ὀνόματι τῶν θεῶν καὶ τῶν νόμων, μὴ θέλομεν, ὡς πολιτικοὶ ἀντίπαλοι, μὴ θέλομεν, χάριν πλαγίων σκοπῶν,—οὓς ἐγὼ ἄπαγε πρὸς ὑμᾶς νὰ ἀποδώσω—μὴ θέλομεν, ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος, νὰ μεγαλοποιῶμεν τὰ πράγματα! «Ἐθνικὴ προδοσία! Προδοσία τοῦ Ναυτικοῦ καὶ τοῦ Ναυστάθμου!» ἔγραφον οἱ Κύριοι ἐκεῖ (δεικνύει τὸ θεωρεῖον τῶν δημοσιογράφων), δικαίως ἐξεγερθέντες ἐκ τῶν τορπιλλῶν, ἃς ἐναντίον τοῦ Ὑπουργείου ἐξηκόντιζον, τορπιλλῶν, ὧν τὴν δύναμιν τὴν βλητικὴν καὶ τὴν ἐκρηκτικὴν ἐστὲ ὑμεῖς τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσητε. Οἱ νόμοι, Κύριοι, οἱ περὶ τῆς ποινικῆς διαδικασίας, εὐτυχῶς ἀπαγορεύουσιν, ὅπως ποιῆταί τις πρὸ τοῦ πέρατος τῆς ἀνακρίσεως χρῆσιν τῶν ἐγγράφων ἐκείνων καταθέσεων, αἵτινες ἐλήφθησαν παρὰ τοῦ ἀνακριτοῦ. Ἑπομένως καὶ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν ἐννέα ἢ δέκα καταθέσεις ἐξετασθέντων μαρτύρων παρὰ τοῦ ὑποδιευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου κ. Νικολάου Μιαούλη. Δύναμαι ὅμως νὰ διαβεβαιώσω καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Ἑλληνικὴν Κοινωνίαν, τήν τε ἐλευθέραν καὶ τὴν ἀτυχῆ ἐκείνην δούλην, ὅτι πολλοῦ γε καὶ δεῖ ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει ν’ ἀποδεικνύηται τὸ ἔγκλημα τῆς ἐσχάτης προδοσίας. Καὶ μὴ ἀμφιβάλλετε, Κύριοι, ὅτι, ἂν ἐν τῇ πράξει ταύτῃ τοιοῦτόν τι διεφαίνετο, οὐχὶ ἐμοῦ ἡ χείρ, ἀλλ’ οἱουδήποτε, καὶ τοῦ χειρίστου τῶν ἀνθρώπων, ἐὰν τοιοῦτος ἐτύγχανε νὰ ᾖναι Ὑπουργὸς, βεβαίως παραυτίκα ἤθελε κινηθῆ, καὶ αὐτοστιγμεὶ ἤθελεν ἐνεργήσει ὅ,τι ἔπρεπε νὰ ἐνεργηθῇ κατ’ ἐκείνων, οἵτινες δύνανται νὰ ὀνομασθῶσι καὶ ἱερόσυλοι. Ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει τῆς ἀφαιρέσεως τῶν πυθμενίων τῶν ὀβίδων πρόκειται περὶ ἐγκλήματος λωποδυσίας καθαρᾶς, οὐχὶ ἐθνικῆς προδοσίας. Ἐγώ, Κύριοι, ἐν τῷ γραφείῳ μου, ζητήσας τὸν φάκελλον τῆς προκειμένης ὑποθέσεως παρὰ τοῦ διενεργοῦντος τὴν ἀνάκρισιν, εἶδον τὰς καταθέσεις ἐννέα ἢ δέκα μαρτύρων. Οὐδέν, Κύριοι,—ἐπισήμως βεβαιῶ τοῦτο— οὐδὲ πόῤῥωθεν κἄν, οὐχὶ κατατίθεται, ἀλλ’ οὐδὲν κἄν ὑποδεικνύει, ὅτι πρόκειται περὶ παραδόσεως τῶν μερῶν τούτων τῶν ὀβίδων εἰς στρατιωτικὸν ἀκόλουθον ξένης Δυνάμεως, διατρίβοντα ἐνταῦθα, παρ’ ἡμῖν. Ἀλλ’ ἂς ἔλθω, Κύριοι, καὶ εἰς ἓν ἄλλο θέμα, διότι ἐν τῇ Ἰερουσαλὴμ παροικοῦμεν, καὶ εἶναι ἀνάγκη ἐντεῦθεν νὰ λεχθῶσιν ὅλα. Μὴ ἆρά γε ἐγὼ διώρισα τοὺς πυροτεχνουργοὺς τούτους; Μὴ ἆρά γε ἦναι ἐκ τῶν ἐκλογέων μου; Μὴ ἆρά γέ τις ἐκ τῶν φίλων ἐντεῦθεν συνέστησε τούτους πρὸς ἐμέ; Ὁ μὲν εἷς διωρίσθη κατὰ τὸ 1893 ἔτος ὑπὸ τοῦ ἀοιδίμου Ἐπαμεινώνδα Κριεζῆ, ὁ δὲ ἄλλος κατὰ τὸ 1894 ἔτος ὑπὸ τοῦ κ. Γ. Π. Μπούμπουλη. Αὐτοὶ κατέταξαν αὐτούς· οὐδὲ ἀδικῶ τοὺς Ὑπουργοὺς ἐκείνους, διότι βεβαίως, πρίν τις ἐγκληματήσῃ, ὑπάρχει ἡ πρόληψις, ὅτι εἶναι ἀγαθὸς ἀνὴρ καὶ ἔντιμος. Ἡ πρᾶξις ἄρα αὕτη εἶναι ἀρχαιοτάτη· ἤρξατο ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ὁ Ναύσταθμος μετεφέρετο ἀπὸ Πόρου εἰς Σαλαμῖνα, πρὸ τοῦ 1885, ἐξηκολούθησε κατὰ τὸ 1886, ἀνεφάνη κατὰ τὸ 1894 ἐπὶ τῆς διοικήσεως τοῦ ἐκ Μεσολογγίου Πρωθυπουργοῦ, καὶ τότε πάλιν ἀνεβλήθη. Ἡ ὑπηρεσία οὐδὲν μοὶ εἶχε περὶ τούτου πληροφορήσει, ὡς δὲν εἶχε πληροφορήσει καὶ τὸν κ. ἐκ Θηβῶν Βουλευτὴν καὶ ἄλλους. Εὐθὺς ὡς ἔλαβον γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως, ἀμέσως διέταξα τὴν ἐνέργειαν τακτικῶν ἀνακρίσεων. Ἡ ἀνάκρισις λοιπὸν τῆς ἐν λόγῳ ὑποθέσεως ἡ διοικητικὴ ἤρξατο κυρίως ἐπὶ τῆς ἐμῆς ὑπουργείας, καίτοι πολὺ πρὶν ἡ ὑπόθεσις εἶχεν ἀναφανῆ εἰς τὸν ὁρίζοντα, πάντοτε καλυφθεῖσα,—διατὶ, δὲν γνωρίζω. Ἐκεῖνο, ὅπερ βεβαιῶ ἐπισήμως ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, εἶναι, ὅτι οὐδὲ ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, οὐδὲ ἐν τοῖς τοῦ Ναυστάθμου εὑρίσκεται ἀνάκρισις, διεξαχθεῖσα διοικητικῶς, καὶ καταθέσεις μαρτύρων. Κατὰ τὸν Ἰούλιον ὅμως ἐ. ἔ. ὁ ἔφορος τοῦ πυροβολικοῦ ἐν Ναυστάθμῳ, ὁ πλωτάρχης κ. Ἀλέξανδρος Σαχτούρης (καὶ παρακαλῶ τὴν παρατήρησιν ταύτην νὰ σημειώσητε καλῶς) κατήγγειλε τὴν πρᾶξιν. Πότε ἔλαβον ἐγὼ γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως; Εὐθὺς ὡς μοὶ ἔστειλαν αὐτὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Καὶ πότε μοὶ ἐστάλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον; Μοὶ ἐστάλη ἔγγραφον, χρονολογημένον ἀπὸ 18 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ., ὅπερ ἔλαβον τῇ 21 Σεπτεμβρίου, ὅτε διὰ πρώτην φορὰν, ὡς εἶπον, ἔλαβον εἴδησιν περὶ τῆς ἐν λόγῳ ὑποθέσεως. Ἡ πρᾶξις, Κύριοι, βεβαίως εἶναι παλαιὰ καὶ περίπλοκος, ἡ ὑπόθεσις ἔδει νὰ μελετηθῇ ἐμβριθῶς καὶ σπουδαίως, διότι εἶχον ἐνώπιόν μου ἔγγραφον, ὅπερ ἀνεβίβαζε τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν σχεδὸν εἰς τοὺς χρόνους, καθ’ οὓς ἐπλέομεν διὰ τῶν ἱστίων, καὶ οὐχὶ διὰ τοῦ ἀτμοῦ!! Ἔδει βεβαίως τὸ γραφεῖον τὸ δικαστικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν νὰ μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν. Ἀλλὰ μήπως παρῆλθε διάστημα μηνῶν, ἢ ἑξάμηνον; Τῇ 21 Σεπτεμβρίου 1896 ἔτους περιέρχεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἡ ἐν λόγῳ ἀναφορὰ τοῦ Ναυστάθμου, καὶ τῇ 5 Ὀκτωβρίου, δηλ. μετὰ 14 ἡμέρας, διηύθυνα πρὸς τὸν Β. Ἐπίτροπον τὴν ἑξῆς διαταγήν. (Ἀναγινώσκει τὴν ὑπ’ ἀριθ. 20780 διαταγὴν πρὸς τὸν παρὰ Ναυτοδίκαις Β. Ἐπίτροπον, δι’ ἧς διατάσσεται ἡ ἐνέργεια τακτικῶν ἀνακρίσεων). Τὸ ἔγγραφον τοῦτο, τὸ πρὸς τὸν Β. Ἐπίτροπον, ἀμέσως οὗτος τῇ 8 Ὀκτωβρίου, δηλ. μετὰ τρεῖς ἡμέρας, διαπέμπει εἰς τὸν εἰσηγητὴν, πρὸς ἐνέργειαν τακτικῶν ἀνακρίσεων.
§41ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διετέλουν ἐν προφυλακίσει πρὶν ἢ;
§42Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Διοικητική.
§43ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐξεδόθη ἔνταλμα κατ’ αὐτῶν;
§44Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Περὶ τούτου καὶ ἐγὼ ἠρώτησα. Κατὰ τὸν στρατιωτικὸν ποινικὸν νόμον καὶ τὴν ποινικὴν ναυτικὴν νομοθεσίαν, δὲν δύναται νὰ ἐκδοθῇ ἔνταλμα προφυλακίσεως πρὶν ἐξετασθῇ ὁ κατηγορούμενος, ἀλλὰ δύναται ὁ Ναύσταθμος νὰ φυλακίσῃ διοικητικῶς καὶ ἔχῃ αὐτοὺς ἐν τῇ φυλακῇ, ἐν τῷ λιμένι, ἐν τῇ ναυτοφυλακῇ τοῦ Ναυστάθμου.
§45ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Πόσων ὀβίδων τὰ πυθμένια ἐκλάπησαν;
§46Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Περὶ τούτου δύναμαι νὰ δώσω ὑμῖν τὴν ἀπάντησιν. Ἀλλ’ ἵνα μὴ διακόψω τὴν σειρὰν τῆς ὁμιλίας μου, θέλω παραδώσει ὑμῖν τὸ ἔγγραφον, ἐν ᾧ θέλετε ἴδει τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐλλειπόντων πυθμενίων. Ἐξακολουθῶ, Κύριοι, ἀφηγούμενος τὴν πορείαν τῆς ὑποθέσεως, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ἡ ὑπ’ ἐμὲ ὑπηρεσία ἐνήργησε μετὰ τοσαύτης δραστηριότητος καὶ ταχύτητος, μεθ’ ἧς ἀμφιβάλλω, ἂν ἤθελεν ἐνεργήσει ἡ κοινὴ ποινικὴ δικαιοσύνη, ἡ διευθυνομένη παρ’ εἰδικῶν ἐπιστημόνων ἀνδρῶν, εἰδικῶν εἰς τὸ ἔργον τοῦτο. Διότι δὲν πρέπει νὰ μεγαλοποιῶμεν τὰ πράγματα. Ἠκούσατε περὶ τίνος ὑποθέσεως ἐπρόκειτο. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ ὑποθέσεως ἀναφανείσης καὶ διενεργηθείσης κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας, καθ’ ἃς ἐπρόκειτο τῷ ὄντι περὶ μεγάλων ἐν τῇ Ἀνατολῇ ζητημάτων. Ἐπρόκειτο περὶ ὑποθέσεως πεπαλαιωμένης, εἰς ἣν οἱ κατὰ καιροὺς διευθύνοντες τὰ τοῦ Ναυστάθμου καὶ τὰ τοῦ τμήματος τοῦ πυροβολικοῦ ἐν Ναυστάθμῳ δὲν ἀπέδιδον, φαίνεται, τόσῳ μεγάλην σημασίαν. Καὶ ὅμως, Κύριοι, βεβαιῶ ὑμᾶς, οὐδὲ ἔχετε ἀνάγκην νὰ λάβητε τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην παρ’ ἐμοῦ, διότι μεταξὺ ὑμῶν ἐν ἑκατέρᾳ πτέρυγι παρακάθηνται εὐτυχῶς δικανικοὶ ἄνδρες τελειότατοι, οἵτινες, ὅταν ἀκούσωσι τὰς προθεσμίας καὶ τὰς παρελεύσεις τῶν ἡμερῶν, καὶ ὅταν λάβωσιν ὑπ’ ὄψει πόσαι ἀκόμη ὑποθέσεις συγχρόνως διενηργοῦντο ὑπὸ τῆς ναυτικῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, βεβαίως θέλουσι συγχαρῆ τὴν ναυτικὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, διότι ἐν πάσῃ ταχύτητι καὶ ἐν πάσῃ δικαστικῇ ἀκριβείᾳ ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον αὑτῆς, ὡς ἤθελεν ἐκτελέσει τοῦτο ἢ ὁ Φουσσὲ τῆς Γαλλίας ἄλλοτε, ἢ ὁ ἱκανώτατος τῶν ἀνακριτῶν τῆς Αὐστριακῆς Αὐτοκρατορίας. Τῇ 5 λοιπὸν Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. ἀπέστειλα τὴν διαταγὴν εἰς τὸν Β. Ἐπίτροπον, ὅπως ἐπιληφθῇ διὰ τοῦ εἰσηγητοῦ τῶν τακτικῶν ἀνακρίσεων. Τῇ 27 Νοεμβρίου ἡ ἀνάκρισις ἐζήτησε πληροφορίας τινὰς περί τινος μάρτυρος, ὃν αὐτὴ ἐθεώρει ὡς τὸν μόνον δυνάμενον νὰ δώσῃ σαφεῖς καὶ ὡρισμένας πληροφορίας. Ὁ μάρτυς οὗτος κατ’ ἀρχὰς ἦν ἄγνωστος· ἐγνώριζον τὸ κύριον ὄνομα αὐτοῦ, δὲν ἐγνώριζον τὸ ἐπίθετον. Τέλος πάντων κατωρθώθη νὰ συμπληρωθῇ καὶ τὸ ἐπίθετον, καὶ ὀνομάζεται Ἀναστάσιος Κοντέας. Ταῦτα, Κύριοι, προκύπτουσιν ἐξ ἐγγράφων (ἀναγινώσκει): «27 Νοεμβρίου 1896. «Ὁ παρὰ τῷ Ναυτοδικείῳ Β. Ἐπίτροπος «Πρὸς τὸν Δήμαρχον Πειραιῶς. «Κατὰ προφορικὴν ἀναφορὰν τοῦ ὑφ’ ἡμᾶς εἰσηγητοῦ, παρακαλοῦμεν ὑμᾶς, κ. Δήμαρχε, ἵνα εὐαρεστούμενοι γνωρίσητε ἡμῖν τὸ ἐπώνυμον τοῦ ἐπὶ τοῦ δημοτικοῦ φόρου εἰς θέσιν Πέραμα ὑπαλλήλου, Ἀναστασίου ὀνόματι, ἐκ Μάνης δὲ καταγομένου, ἀποστείλητε δ’ αὐτόν, εἰ δυνατόν, μιᾷ τῶν ἐργασίμων ἡμερῶν, καὶ ὡς οἷόν τε τάχιστα, ἐνώπιον τοῦ ῥηθέντος εἰσηγητοῦ, ὅπως ἐξετασθῇ ὡς μάρτυς ἐπί τινος ποινικῆς ὑποθέσεως. «Ὁ Β. Ἐπίτροπος «Π. Μαυρομιχάλης.» Ὁ δήμαρχος Πειραιῶς, μετὰ δύο ἡμέρας, τῇ 29 Νοεμβρίου, γράφει (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸν δημοτικὸν ἐπόπτην Δημήτριον Νικηφόρον. «Κοινοποιοῦμεν ὑμῖν ὀπισθογράφως τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1118 ἔγγραφον τοῦ Βασιλικοῦ παρὰ τῷ Ναυτοδικείῳ Ἐπιτρόπου, καὶ σᾶς παραγγέλλομεν νὰ προσκαλέσητε τὸν ἀναφερόμενον εἰς τὸ εἰρημένον ἔγγραφον ἀντιπρόσωπον τοῦ ἐνοικιαστοῦ τοῦ δημοτικοῦ φόρου εἰς Πέραμα, διὰ νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τοῦ εἰρημένου Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου καὶ ἐξετασθῇ κατὰ τὴν παραγγελίαν του ἐπὶ ὑποθέσεως, ἧς ἔχει γνῶσιν. «Ὁ Δήμαρχος «Τ. Μουτσόπουλος.» Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔγγραφον τῆς 29 Νοεμβρίου. Μετὰ 5 ἡμέρας,—ἐδῶ εἶναι, βλέπετε, αἱ παρελεύσεις τῶν πολλῶν ἡμερῶν—τῇ 2 Δεκεμβρίου 1896 ἔτους (ἀναγινώσκει): «Διευθύνεται πρὸς τὸν παρὰ τῷ Ναυτοδικείῳ Βασιλικὸν Ἐπίτροπον, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1118 ἐγγράφου αὐτοῦ διὰ τὰ περαιτέρω. «Ὁ Δήμαρχος Πειραιῶς «Τ. Μουτσόπουλος.» Διότι ὁ ἐπόπτης τοῦ δημοτικοῦ φόρου Γ. Νικηφόρος ἐπληροφόρει τὸν Δήμαρχον Πειραιῶς, ὅτι «ὁ μάρτυς οὗτος καλεῖται Ἀναστάσιος Κοντέας, ὅτι εἶναι ἀντιπρόσωπος τοῦ ἐνοικιαστοῦ τοῦ λιμενικοῦ φόρου, πρὸς ὃν ἀπετάθην, καὶ ἔλαβον τὴν πληροφορίαν, ὅτι οὗτος ἀπουσιάζει τοῦ Πειραιῶς.» Οὗτος, Κύριοι, εἶναι, ὡς ἠκούσατε, ὁ σπουδαιότερος μάρτυς τῆς ἐν λόγῳ ὑποθέσεως. Λοιπὸν ἀπὸ τῆς 5 Ὀκτωβρίου, ὅτε ἐγὼ διεβίβασα τὴν διαταγὴν πρὸς τὸν Β. Ἐπίτροπον περὶ τακτικῶν ἀνακρίσεων, μέχρι τῆς 27 Νοεμβρίου παρῆλθον 53 ἡμέραι, καθ’ ἃς θέλομεν ἴδει, ἐὰν ἐνηργήθη τι, τί ἐνηργήθη, ἐὰν δὲ δὲν ἐνηργήθη τι, τίς ὁ λόγος, δι’ ὃν ἡ ἀνάκρισις καθυστέρει. Εἶπον πρὸς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ καταγγείλας τὴν πρᾶξιν ἦν ὁ κ. Ἀλέξανδρος Σαχτούρης, ἔφορος τοῦ πυροβολικοῦ ἐν Ναυστάθμῳ. Ἀλλ’ αὐτὸς κατὰ τὸν Ὀκτώβριον ἐγένετο εἰσηγητὴς τοῦ Ναυτοδικείου. Ὡς εἰσηγητής, κατὰ τὸν νόμον, ἐκωλύετο βεβαίως νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις ἐπὶ ὑποθέσεως, ἣν αὐτὸς εἶχε καταγγείλει. Διὰ τοῦτο τῇ 10 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ., δηλ. μετὰ παρέλευσιν 5 ἡμερῶν, ἀφ’ ἧς ἔστειλα τὴν διαταγὴν πρὸς τὸν Β. Ἐπίτροπον πρὸς ἐνέργειαν τακτικῶν ἀνακρίσεων, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 18502 ἐγγράφου μου, ὁ μὲν κ. Σαχτούρης διετάχθη νὰ ἐπιβῇ τῆς «Ἑλλάδος», τῆς Σχολῆς τῆς Ναυτικῆς, ὡς ὑποδιοικητής, ὁ δὲ ὑποδιοικητὴς τῆς Σχολῆς κ. Θεοχάρης Θεοχάρους, νῦν ἀντιπλοίαρχος, τότε δὲ πλωτάρχης, νὰ ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντα τοῦ εἰσηγητοῦ παρὰ τῷ Ναυτοδικείῳ. Διότι πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ διατελῇ εἰσηγητὴς παρὰ τῷ Ναυτοδικείῳ ἐν τῇ προκειμένῃ εἰδικῇ περιστάσει ὁ κ. Ἀλέξανδρος Σαχτούρης, ὅστις ἦν ὁ καταγγείλας τὴν πρᾶξιν, ὁ ἔφορος τοῦ πυροβολικοῦ ἐν τῷ Ναυστάθμῳ; Ὥστε ἀπὸ τῆς 5 μέχρι τῆς 10 Ὀκτωβρίου ἐμεσολάβησαν 5 ἡμέραι. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἠδύνατο ἆρά γε δι’ ἠλεκτρικῆς ταχύτητος νὰ περατωθῇ ἡ ἀμοιβαία αὕτη μετάθεσις δύο ἀξιωματικῶν; Γνωρίζετε, ὅτι κατὰ τοὺς νόμους ἡμῶν οἱ ἀξιωματικοὶ διατελοῦσι μέλη τῶν οἰκονομικῶν συμβουλίων, ὅτι ἀστραπηδὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδώσωσι. Λοιπὸν παρῆλθον ἐλάχισταί τινες ἡμέραι, ὅπως ὁ εἷς παραδώσῃ εἰς τὸν ἕτερον τὴν ἀνήκουσαν αὐτῷ μέχρι τότε ὑπηρεσίαν, καὶ ἀναλάβῃ τὴν νέαν εἰς αὐτὸν ἀνατεθεῖσαν ἐργασίαν, ὁ μὲν τὴν τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ Ναυτοδικείου, ὁ δὲ τὴν τοῦ ὑποδιοικητοῦ τῆς Ναυτικῆς τῶν Δοκίμων Σχολῆς. Ἐν τούτοις ὁ κ. Σαχτούρης κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς παραδόσεως ἐξηκολούθει τὰς ἀνακρίσεις τὰς ἄλλας ἐν τῷ Ναυτοδικείῳ, τὰς ἐκκρεμεῖς, εἰς ἃς αὐτὸς δὲν ἐκωλύετο, διότι δὲν ἦτο καταγγέλλων. Μεταξὺ δὲ τῶν ὑποθέσεων, ἃς διεξῆγε προσωρινῶς ὁ πλωτάρχης κ. Ἀλέξανδρος Σαχτούρης ἦσαν καὶ ὑποθέσεις βεβαίως σοβαραί, ἀξιωματικοῦ τινος ναυπηγικοῦ τοῦ ἡμετέρου ναυτικοῦ, ἐγκαταλιπόντος παρανόμως τὰς τάξεις αὐτοῦ, καὶ ὑπαξιωματικῶν τινων τοῦ ναυτικοῦ, ἐπίσης ἐγκαταλειψάντων τὰς τάξεις καὶ μεταβάντων εἰς Κρήτην. Σημειωτέον ὅμως, ὅτι εἰς Κρήτην εἶχον μεταβῆ καὶ δύο ὑπαξιωματικοὶ τοῦ ναυτικοῦ, ὁ Ματάκιας καὶ ὁ Πάτερος, ἐκεῖνοι, οἵτινες κατηγοροῦνται, ὅτι ἀφῄρεσαν ἐκ τῆς «Ἑλλάδος», δηλ. ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν Δοκίμων, καὶ ἓν πυροβόλον. Ἀλλὰ πάλιν τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τούτους, τὸν Πάτερον καὶ τὸν Ματάκιαν, εἶχε καταγγείλει ὁ ὕπαρχος τῆς «Ἑλλάδος», ὁ κ. Θεοχάρης, καὶ ἑπομένως οὗτος δὲν ἐδύνατο νὰ ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντα τοῦ εἰσηγητοῦ, προκειμένου περὶ τῆς εἰδικῆς ταύτης ὑποθέσεως τῶν λιποτακτῶν μετ’ εἰδῶν τοῦ πολέμου. Τοιουτοτρόπως καὶ μετὰ τὴν 10 Ὀκτωβρίου παρέμεινεν εἰσηγητὴς ἐν τῷ Ναυτοδικείῳ, κατὰ παρέκτασιν, ὁ κ. Ἀλέξανδρος Σαχτούρης, μέχρι τῆς 1 Νοεμβρίου,—παρέμεινε, λέγω, καὶ νομίζω ὅτι ἐξηγοῦμαι σαφῶς,—διότι ὁ κ. Θεοχάρης δὲν ἐδύνατο νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν τῆς λιποταξίας ἐκείνων, οὓς αὐτὸς κατήγγειλε, τῶν ἐκ τῆς «Ἑλλάδος» λιποτακτησάντων, ὁ δὲ κ. Σαχτούρης δὲν ἐδύνατο νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν τῶν πυροτεχνουργῶν, διότι πάλιν αὐτὸς ἦτο ὁ καταγγείλας. Τῇ 1 Νοεμβρίου λοιπὸν ὁ κ. Θεοχάρης, ὡς εἰσηγητής, παρέλαβεν ὅλας τὰς ὑποθέσεις τοῦ Ναυτοδικείου. Τῇ 27 Νοεμβρίου, δηλ. μετὰ 26 ἡμέρας ἀπὸ τῆς 1 Νοεμβρίου, ὑπάρχει ἔγγραφον τοῦ Β. Ἐπιτρόπου, ὑποβληθὲν προηγουμένως βεβαίως εἰς αὐτὸν παρὰ τοῦ εἰσηγητοῦ κ. Θεοχάρους, ὡς δὲ ἐπληροφορήθην προφορικῶς, τὸ ἔγγραφον τοῦτο ὑπεβλήθη εἰς τὸν Β. Ἐπίτροπον κατὰ τὴν 23 ἢ 24 Νοεμβρίου. Πρόκειται λοιπὸν περὶ ἀδρανείας πόσων ἡμερῶν, Κύριοι; Πρόκειται περὶ ἀδρανείας 18 ἕως 19 ἡμερῶν, ὡς ὠνόμασαν αὐτήν, καὶ ἐκραύγαζον προχθές: «Προκειμένου περὶ ἐθνικῆς προδοσίας, τί ἔπραττεν ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ δύο ὁλοκλήρους μῆνας; Πῶς ἡ ἀνάκρισις εἶχε σταματήσει; Πῶς δὲν ἐδίδετο ἡ ὤθησις ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἰς τὴν καταδιώκουσαν καὶ τὴν ἀνακρίνουσαν ἀρχήν, ἵνα ἐπισπεύσῃ τὴν ἐν λόγῳ ὑπόθεσιν;» Ἀλλὰ, Κύριοι, κατέθηκα ἐνώπιον ὑμῶν ἔγγραφα, ἐξήγησα καὶ συνεσχέτισα τὰς χρονολογίας, ἐκ πάντων δὲ τούτων προκύπτει, ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἀρχαιοτάτη καὶ παμπαλαία, ἔπειτα δὲ προδήλως ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ ναυτικὴ δικαστικὴ ἀρχὴ ἐξετέλεσεν, ὡς βεβαίως δὲν ἤθελεν ἐκτελέσει τις ἐκ τῶν συνήθων κοινῶν ἀνακριτῶν, τὸ ἑαυτῆς καθῆκον καὶ ἐντίμως καὶ δραστηρίως καὶ ταχέως. Καὶ σημειώσατε, Κύριοι, ὅτι κατ’ ἐκείνην ἀκριβῶς τὴν ἐποχήν, κατὰ πίνακα ἐπίσημον, ὃν κατατίθημι, εὑρίσκοντο ἐνώπιον τοῦ εἰσηγητοῦ 39 ὅλαι ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις, ἐξ ὧν πλεῖσται σοβαρώταται· μία ἐπὶ διγαμίᾳ!—καὶ φαντάσθητε, Κύριοι, ναυτικοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ ἀνακρίνωσι τὰ ζητήματα τῆς διγαμίας! —ἄλλη, προσβολὴ κατὰ σκοποῦ· τρίτη, ἐξύβρισις τῆς ἀρχῆς· τετάρτη, λιποταξία μετὰ πυροβόλου εἰς τὴν Κρήτην.
§47ΜΑΝΕΣΗΣ. Καὶ τὰ λοιπά.
§48Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Σήμερον λέγετε «καὶ τὰ λοιπά». Ἀλλὰ προχθὲς ἐξετελεῖτε καὶ ὑμεῖς τὸ καθῆκον ὑμῶν.
§49ΜΑΝΕΣΗΣ. Διότι δὲν ἐλέγετε αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε σήμερον.
§50Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. «Πέμπτη, κλοπὴ ὑλικοῦ» κτλ. κτλ. Τὸ ὅλον 39 ὑποθέσεις. Συγχρόνως δὲ διεξήγοντο καὶ ἕνδεκα ὅλαι σοβαρώταται ὑποθέσεις ἐνώπιον τοῦ Ναυτοδικείου. Ἔχετε λοιπὸν τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς, τὸν Β. Ἐπίτροπον καὶ τὸν εἰσηγητὴν, μὲ ὅλας αὐτῶν τὰς ἐπωμίδας καὶ τὰ ξίφη, μεταμορφουμένους, Κύριοι, εἰς τηβεννοφόρους δικαστικοὺς ἄνδρας, ἔχοντας νὰ μελετήσωσι τὰ περὶ διγαμίας ζητήματα, τὰ περὶ κλοπῆς δημοσίων εἰδῶν, 40 ἢ 50 ὅλας ὑποθέσεις! Καὶ ἠγέρθησαν κατήγοροι, νὰ κατηγορήσωσι τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὡς ἀδρανήσασαν, τὴν ὑπηρεσίαν ἐκείνην, ἥτις μετὰ 12 ὅλα ἔτη ἀδρανείας δραστηρίως ἐνήργησεν· ἐνῷ πολλάκις ἐπὶ τῶν προκατόχων μου ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἀνήρχετο εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ ὕδατος, εὑρίσκετο δὲ χεὶρ, ἥτις ἐβύθιζεν αὐτὴν, ἵνα ἐπανέλθῃ εἰς τὸν βυθόν! Καὶ μόλις κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας, λέγω, ἐπὶ τῆς ἐμῆς διοικήσεως, ἐτέθη ἡ χεὶρ τῆς Ἀρχῆς ἐπὶ τοῦ τραχήλου τῶν ἀχρείων αὐτῶν λωποδυτῶν, ἐὰν ἀποδειχθῶσι τοιοῦτοι. Καὶ ἀντὶ ἐπαίνων, δὲν ὤκνησαν οἱ Κύριοι νὰ ἐγείρωσι κατηγορίαν! Καὶ εἰ μὲν ἐπρόκειτο περὶ κατηγορίας ἀφορώσης τὸ πρόσωπόν μου καὶ τὸ παρελθὸν καὶ τὸ παρόν μου, εἰμὶ, ὑποθέτω, ἱκανὸς, ἵνα ἀπολογηθῶ εἰς τοιαῦτα ἕωλα ἐπιχειρήματα. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ τοῦ ἀτόμου μου,—ὀλίγον ἐνδιαφέρομαι περὶ αὐτοῦ,—ὅταν ἠθελήσατε ἢ ἠθέλησαν νὰ χαρακτηρίσωσι τυχαίαν λωποδυτικὴν πρᾶξιν (ἐὰν ἦναι ἔνοχοι οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος) ὡς ἐθνικὴν συμφοράν. «Προδοσία εἰς τὸν Ναύσταθμον! Διατὶ δὲν τουφεκίζετε αὐτούς; Πῶς ἀνέχεσθε τοιοῦτον Ὑπουργὸν, ἐπὶ δύο μῆνας ἀδρανοῦντα; Ἢ, ἐὰν δὲν ἀδρανῇ αὐτὸς, ἀδρανεῖ ἡ ὑπηρεσία αὐτοῦ, δι’ ἣν αὐτὸς πάλιν εὐθύνεται.» Ἰδοὺ, Κύριοι, διατὶ τοσοῦτον λεπτομερῶς ἀνέλυσα τὴν ὑπόθεσιν, ἰδοὺ διατὶ ἴσως μετὰ ζωηρότητος διεξήγαγον αὐτὴν, ἰδοὺ διατὶ ἴσως ἐξέφυγε τοῦ στόματός μου πικρός τις λόγος, δι’ ὃν εἰμὶ ἕτοιμος νὰ ζητήσω συγγνώμην. Καὶ τί εἶναι, Κύριοι, τὸ τελευταῖον ἔγγραφον τῆς ὑποθέσεως ταύτης; Εἶναι τὸ ἔγγραφον τοῦ Β. Ἐπιτρόπου κ. Μαυρομιχάλη, ὅστις γράφει, ὅτι τὸ μὴ δυνατὸν τῆς εὑρέσεως τοῦ Κοντέα ἐπήνεγκε παράτασίν τινα τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐνταῦθα ἐδυνάμην νὰ καταστρέψω τὸν λόγον, ἀλλ’ ἵνα μὴ ἀφήσω τι ἀνεξήγητον, θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ ἐξηγήσω ὑμῖν, καίτοι μὴ εἰδικὸς, τὰ κατὰ τὸ τεχνικὸν μέρος τῆς ἐν λόγῳ ὑποθέσεως. Ἐπὶ τίνων ὀβίδων ὑπάρχουσιν οἱ δακτύλιοι; Ὑπάρχουσιν ἐπὶ τῶν ὀβίδων τῶν ὀπισθογεμῶν πυροβόλων — σημειώσατε καλῶς, ὅτι πρόκειται περὶ τῶν πυροβόλων Ἄμστρογκ.—Αὐταὶ αἱ ὀβίδες, ὡς καὶ πᾶσα ὀβὶς, ἀπεδείχθη ὅτι, ἵνα ἐπιφέρωσι βαθύτερον καὶ σπουδαιότερον τὸ πλῆγμα, δέον νὰ ἐξέρχωνται ἐκ τοῦ σωλῆνος τοῦ πυροβόλου, περιστρεφόμεναι περὶ τὸν ἴδιον ἄξονα. Τοιουτοτρόπως δὲ βάλλουσι διὰ τῆς αἰχμῆς. Ἀλλ’ ἵνα τοῦτο κατορθωθῇ, εἶναι ἀνάγκη αἱ ὀβίδες νὰ ὦσι κατὰ πολὺ στενώτεραι τοῦ σωλῆνος, δηλ. νὰ εἰσέρχωνται καὶ ἐξέρχωνται ἐκ τοῦ σωλῆνος μετὰ μεγίστης εὐκολίας. Διατί; Ἵνα μὴ καταστρέφωνται τὰ αὐλάκια τοῦ πυροβόλου. Ἀλλὰ, ἵνα ἡ ὀβὶς ἐξέλθῃ τοῦ σωλῆνος διὰ περιστροφικῆς περὶ τὸν ἄξονα αὑτῆς κινήσεως, πρέπει νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ αὐλάκια· ἀλλ’ ἐὰν εἰσέλθῃ, ἐπειδὴ τὸ μέταλλον αὐτῆς εἶναι ἐπίσης στερεὸν, ὡς καὶ τὸ τῶν τηλεβόλων, θέλει ἐπιφέρει αὕτη καταστροφὴν τῶν αὐλακίων. Διὰ τοῦτο εἰς τὰς ὀβίδας θέτουσι τοὺς δακτυλίους, οἵτινες κατασκευάζονται ἐκ μετάλλου μαλακωτέρου. Οὗτος ὁ δακτύλιος εἰσέρχεται εἰς τὰ αὐλάκια τῆς κάννης· ἡ ὀβὶς καὶ ἐντὸς τῆς κάννης λαμβάνει τὴν περὶ τὸν ἄξονα περιστροφικὴν κίνησιν, καὶ ἐκτὸς τῆς κάννης ἐξακολουθεῖ περιστρεφομένη περὶ τὸν ἄξονα αὐτῆς. Αὐταὶ, Κύριοι, εἰσὶν αἱ ὀβίδες καὶ ἡ χρῆσις καὶ ὁ σκοπὸς τῶν δακτυλίων. Ἐν τούτοις προχθὲς—καὶ ἠπόρησα διὰ τοῦτο—ἐγένετο ἐνταῦθα συζήτησις, καὶ ἠρώτων ἀπὸ ἐκεῖ, πῶς οὐδὲν ἐνηργήθη, ἐνῷ ἐπρόκειτο περὶ τῶν ἀποῤῥήτων τοῦ Κράτους; Ἐνθυμεῖσθε ταῦτα, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς εἰδικώτερός μου. Ἐλέγετο, ὅτι ἐπροδόθησαν τὰ ἀπόῤῥητα τοῦ Κράτους, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀδρανεῖ! Ποῖα ἀπόῤῥητα; Ὄλων τῶν Κρατῶν, μηδὲ τῶν βαρβαρωτέρων ἐξαιρουμένων, αἱ ὀβίδες ἔχουσι δακτυλίους, καὶ εἶναι γνωστὴ ἡ χρησιμότης τούτων. Ἀφῃρέθησαν λοιπὸν δακτύλιοι, διατί; Ἵνα προδοθῶσι τὰ μυστικὰ τοῦ Κράτους; Οὐχί. Ἐὰν ἀφῃρέθησαν δακτύλιοι, καὶ ἐδόθησαν εἰς ἀντιπρόσωπον ξένης Δυνάμεως, ἀφῃρέθησαν ἐπὶ σκοπῷ δολίῳ καὶ προδοτικῷ, ἵνα αἱ ὀβίδες ἀπολέσωσι τὴν περιστροφικὴν αὑτῶν δύναμιν, δηλαδὴ κατασταθῶσιν ἄχρηστοι. Ἀλλὰ δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀποῤῥήτου τοῦ Κράτους, ὡς ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσι (Θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ). Οὐ μόνον εἴπατε τοῦτο, ἀλλ’ ἠναγκάσατε καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας συνάδελφον, τὸν κ. Σέχον, νὰ ἐγερθῇ καὶ διδάξῃ ὑμῖν πρόχειρον μάθημα, καίτοι ὁ κ. συνταγματάρχης διετέλει ἐν ἀγνοίᾳ περὶ τίνος ἐπρόκειτο. Ἵνα ἐγερθῇ ὁ κ. συνταγματάρχης καὶ φωνάξῃ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀποῤῥήτων τοῦ Κράτους, σημαίνει, ὅτι ἐδῶ ἐθορυβεῖτε περὶ ἀποῤῥήτων τοῦ Κράτους, ἅτινα ἐπροδόθησαν εἰς Πρεσβείαν τινά. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν ἐπρόκειτο κἂν περὶ τῶν δακτυλίων, καὶ πανθ’ ὅσα σήμερον ἀνεγινώσκομεν ἐν τῷ τύπῳ τῆς πρωΐας καὶ ἐν τῷ τύπῳ μετὰ μεσημβρίαν τῆς χθὲς, εἰσὶν ἕωλα, προϊόντα κακῆς ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων, ἀμαθείας τῶν πραγμάτων. Καὶ δὲν κατηγορῶ ἐκείνων, οἵτινες γράφουσι ταῦτα, ὅταν ἐν πτέρυγι ἀριθμούσῃ διακεκριμένους ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, τῶν τεχνικῶν μάλιστα ὅπλων, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ συνεννόησις, καὶ ὡμίλουν περὶ τῶν ἀποῤῥήτων τοῦ Κράτους, ἐνῷ ἐπρόκειτο, ὡς ἐφρόνουν, περὶ τῶν δακτυλίων τῶν ὀβίδων, δηλαδὴ περὶ πράγματος τόσον γνωστοῦ, ὅσον ὁ Ἣλιος. Ἀλλὰ περὶ τίνος πρόκειται; Καὶ ποία εἶναι ἡ κατηγορία διὰ τὰ πυρομαχικά; Πρόκειται περὶ τῶν πυθμενίων τῶν ὀβίδων, ἅτινα καὶ αὐτὰ πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν χρησιμεύουσι, εἰς ὅ,τι καὶ οἱ δακτύλιοι τῶν ὀβίδων τῶν ὀπισθογεμῶν πυροβόλων, διότι τὰ πυθμένια χρησιμεύουσι διὰ τὰ ἐμπροσθογεμῆ. Πρόκειται λοιπὸν περὶ πυθμενίων ὀβίδων ἐμπροσθογεμῶν πυροβόλων. Τονίζω τὴν λέξιν ἐμπροσθογεμῶν, ἵνα ἐννοήσητε καλῶς πάντες, ὅτι πρόκειται περὶ πυροβόλων παλαιοτάτου συστήματος Ἄμστρογκ, ἐῤῥιμμένων ἐν τῷ Ναυστάθμῳ πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων, δι’ ὧν δὲν εἶναι ὡπλισμένος ὁ ἡμέτερος στόλος! Ἰδοὺ, Κύριοι, προχείρως μοὶ ἐδόθη παρ’ εἰδικοῦ ἀξιωματικοῦ τοῦ ναυτικοῦ τοῦ πυροβολικοῦ τὸ σχῆμα τοῦ πυθμενίου’ πᾶν ὅ,τι ἐνεργεῖ ὁ δακτύλιος εἰς τὰ ὀπισθογεμῆ πυροβόλα, ἐνεργεῖ τὸ πυθμένιον εἰς τὰ ἐμπροσθογεμῆ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἠκούσατε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ προχθὲς, καὶ ἐγράφη ἐν τῷ τύπῳ, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐκαλεῖτο νὰ δράσῃ, τὰ ἡμέτερα θωρηκτὰ ἤθελον εἶσθαι ἐντελῶς ἄοπλα, ἕνεκα τοῦ προκειμένου ἐγκλήματος. Καὶ ἐλέχθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ ὁ τύπος ἐπανέλαβεν, ὅτι «καθ’ ὃν χρόνον ἐσφάζοντο οἱ χριστιανοὶ, ἀφῄρουν τοὺς δακτυλίους τῶν ὀβίδων καὶ καθίστων οὕτω τὰ πυροβόλα τῶν Θωρηκτῶν ἄχρηστα, ἀφοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκπυρσοκροτοῦν». («Ἀκρόπολις» τῆς 8 Δεκεμβρίου ἐ. ἔ.) Τὰ πυροβόλα τῶν Θωρηκτῶν καθίσταντο ἄχρηστα! Τὰ Θωρηκτὰ, Κύριοι, εἰσὶν ὡπλισμένα διὰ πυροβόλων Καννὲ, τὰ δὲ ἄλλα πλοῖα τοῦ στόλου εἰσὶν ὡπλισμένα διὰ πυροβόλων συστήματος Κροὺπ, ἑπομένως δὲν ἐπρόκειτο περὶ ὀβίδων, αἵτινες ἀφαιρούμεναι, ἐὰν ὁ στόλος ἤθελε κληθῆ νὰ δράσῃ, ἤθελον καταστήσει αὐτὸν ἄχρηστον ἐκ τῆς ἀμελείας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Σημειώσατε, ὅτι εἶναι παλαιοτάτων καὶ ἀχρήστων πυροβόλων· εἶχον μείνει ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐῤῥιμμέναι ἔν τινι τῶν αὐλῶν τοῦ Ναυστάθμου· ἔχω περὶ τούτου ἐπίσημον ἀναφορὰν τοῦ ὑποδιευθυντοῦ κ. Νικολάου Μιαούλη. Κατὰ τὸ 1894 ὁ τότε Διευθυντὴς ἔλαβεν αὐτὰς καὶ ἐτοποθέτησεν αὐτὰς κατά τινα τάξιν, ἐν τῇ αὐλῇ πάντοτε τοῦ Ναυστάθμου. Αἱ ὀβίδες τῶν τηλεβόλων Ἄμστρογκ, δι’ ὧν εἰσιν ὡπλισμένα τὰ ἐπάκτια ὀχυρώματα, εὑρίσκονται εἰς τὰς θέσεις αὐτῶν, διότι εἰς τὰ ἐπάκτια ὀχυρώματα ὑπάρχουσιν ἀποθῆκαι, ἐξ ὧν δὲν ἐκλάπησαν. Πρόκειται περὶ γελοίας ἀληθῶς ὑποθέσεως, περὶ ὑποθέσεως ἐγκαταλελειμμένης, γελοίας δηλαδὴ, ὡς ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα θέλουσι νὰ παραστήσωσιν, ὅτι θὰ εἶχεν ἡ κλοπὴ αὕτη. Ἡ πρᾶξις εἶναι ἐγκληματικὴ, διότι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς οὐδένα νὰ ἀφαιρῇ μέρος τῶν ἐφοδίων τῶν πυροβόλων, ἔστω καὶ ἂν ταῦτα οὐδέποτε ἤθελον χρησιμοποιηθῆ. Ἀλλὰ πῶς ἦν δυνατὸν, ἄνδρες πεπειραμένοι, στρατιωτικοὶ μάλιστα, ἄνδρες ἀνήκοντες εἰς ἐξόχους ναυτικὰς οἰκογενείας τοῦ τόπου, πῶς ἦν δυνατὸν νὰ πιστεύσωσι καὶ νὰ κραυγάζωσιν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἀσφαλείας τοῦ ἡμετέρου στόλου; Ποίας ἀσφαλείας; Τὰ μὲν θωρηκτὰ ἔχουσι σχεδὸν πάντα τὰ πυρομαχικὰ αὐτῶν ἐν ταῖς ἰδίαις αὐτῶν πυριταποθήκαις· μόνον δὲ ἀποβιβάζουσι τὰ πυρομαχικὰ καὶ ἀποθέτουσιν εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Λέρου, ὅταν πρόκειται νὰ μεταβῶσι πρὸς καθαρισμὸν, καὶ ἰδοὺ διατὶ δὲν ἀπήντησα τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐγίνετο ἐνταῦθα σοβαρὰ συζήτησις περὶ τῶν Κρητικῶν πραγμάτων, ἵνα μὴ διακόψω αὐτὴν, ὅτε τουτέστιν ἐλέγετο παρά τινων, ὅτι τὰ θωρηκτὰ ἐστεροῦντο τῶν πυρομαχικῶν αὐτῶν. Τὰ θωρηκτὰ ἐπρόκειτο τότε νὰ καθαρισθῶσι, καὶ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ εἰσέρχωνται τὰ πλοῖα εἰς τὴν δεξαμενὴν, ἔχοντα τὰ πυρομαχικὰ αὐτῶν. Ποῦ ἐγνώριζον ἐγὼ, ὅτι ἤθελον γείνῃ σφαγαὶ εἰς τὰ Χανία τῆς Κρήτης; Τὰ «Ψαρὰ» ἔπρεπε νὰ καθαρισθῶσι, διότι μάλιστα εἶχε παρέλθει ὁ χρόνος, καθ’ ὃν ἐπεβάλλετο ὁ καθαρισμός. Διὰ τοῦτο τὰ «Ψαρὰ» εὑρέθησαν κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας ἄνευ πυρομαχικῶν· ἀλλ’ ἐπειδὴ αἱ «Σπέτσαι» καὶ ἡ «Ὕδρα» εἶχον πάντα τὰ πυρομαχικὰ αὐτῶν τῆς ἐνεργείας, αὐθωρεὶ τὰ δύο ταῦτα πλοῖα ἐφωδίασαν τὰ «Ψαρὰ» διὰ ποσότητός τινος πυρομαχικῶν, καὶ οὕτω τὰ πυρομαχικὰ τῶν δύο διενεμήθησαν εἰς τὰ τρία θωρηκτά. Ἐντὸς δὲ 24 ὡρῶν μετέθη καὶ τὸ ἕτερον τῶν θωρηκτῶν εἰς Σαλαμῖνα, καὶ ἔλαβε τὰ ἀναγκαιοῦντα εἰς αὐτὸ πολεμεφόδια. Ἀλλ’ ἦν ἀνάγκη νὰ συζητήσω ἐνταῦθα περὶ τῶν πραγμάτων τούτων, ὅταν συνεζητεῖτο διπλωματικῶς τὸ ζήτημα; Ἔπρεπε νὰ διακόψω τὴν συζήτησιν, ἵνα ἀπαντήσω εἰς τοιαύτας κατηγορίας; Λοιπὸν καὶ τὰ θωρηκτὰ ἔχουσι πάντα τὰ πυρομαχικὰ αὐτῶν, καὶ αἱ ἀποθῆκαι τῆς Λέρου εἰσὶν ἠσφαλισμέναι, διότι φυλάττουσιν αὐτὰς φρουροί, οὐδὲ ἦν δυνατὸν νὰ γένηται ἀφαίρεσις πυρομαχικῶν τηλεβόλων ἐν ἐνεργείᾳ. Ἐγένετο ἄρα ἡ ἀφαίρεσις τῶν πυρομαχικῶν τῶν τηλεβόλων Ἄμστρογκ, τῶν ἐμπροσθογεμῶν, διότι ἐθεωροῦντο ἄχρηστα καὶ ἐῤῥιμμένα ἐν τῇ αὐλῇ. Τὰ δὲ ἐπάκτια ὀχυρώματα ἔχουσι τὰ τηλεβόλα αὐτῶν τὰ Ἄμστρογκ καὶ τὰ πυρομαχικὰ ἐν ταῖς οἰκείαις ἀποθήκαις. Ἀλλὰ ποῖα ὀχυρώματα, πρὸς Θεοῦ; Ἐκεῖνα, δι’ ἃ εἰδικοὶ ἄνδρες τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς βεβαιοῦσιν, ὅτι εἰσὶν ὅλως περιττὰ καὶ ἄχρηστα. Ἔχω ἔκθεσιν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου κυρίου Λυκούδη, προκληθεῖσαν ὑπ’ ἐμοῦ (θόρυβος) περὶ τῆς ἀχρηστίας καὶ τοῦ ἐπιζημίου μάλιστα τῶν ἐπακτίων τούτων ὀχυρωμάτων (θόρυβος). Δὲν εὐθύνεται ὁ τότε Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ὁ κ. Μπούμπουλης, ὅστις ἦν ὁ εἰδικὸς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν!
§51ΡΑΛΛΗΣ. Διατὶ δὲν τὴν ἀναγινώσκετε; Σεῖς ἀνεγνώσατε τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐνοικιαστοῦ τοῦ λιμενικοῦ φόρου.
§52Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὴν ἀνέγνωσα, διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς ἀνοησίας, ἃς ὑμεῖς λέγετε (θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ).
§53ΜΑΝΕΣΗΣ. Νὰ ἀνακαλέσῃ, κ. Πρόεδρε, τὴν ὕβριν (θόρυβος).
§54Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν ὕβριν, ἄλλως δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ (θόρυβος). Θὰ καταβῆτε κακῶς ἀπὸ τὸ βῆμα αὐτό.
§55Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁρίστε νὰ μὲ κατεβάσητε.
§56ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει Κανονισμός;
§57Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι, ἂν ὁ Βουλευτὴς Ἀττικῆς δὲν ἐνόει νὰ μὲ ἐμπαίξῃ, ὅταν ἔλεγε νὰ ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον τοῦ λιμενικοῦ ὑπαλλήλου, τότε καὶ ἐγὼ δὲν ἐνόουν νὰ ἐπιτιμήσω αὐτὸν (θόρυβος).
§58ΡΑΛΛΗΣ. Ἔπρεπε νὰ φείδησθε τοῦ χρόνου, καὶ νὰ μὴ ἀναγινώσκητε τοιαῦτα ἔγγραφα.
§59Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποίου χρόνου, ὅταν χθὲς προεκαλέσατε συζήτησιν καὶ ἐβάλατε τὸν Βουλευτὴν ἐκ Θηβῶν, διότι χαρακτηρίζει αὐτὸν σοβαρότης... (θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ).
§60ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς διακόψω.
§61Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν δέχομαι διακοπάς.
§62ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀλλὰ νὰ μὴ μᾶς ὑβρίζητε ἀπὸ τοῦ βήματος.
§63Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅταν χθὲς προεκαλέσατε συζήτησιν διὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Θηβῶν...
§64ΜΑΝΕΣΗΣ. Οὐδεὶς ἐγνώριζεν, ὅτι ἤθελεν ὁμιλήσει.
§65Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀφοῦ μετέσχετε τῆς συζητήσεως τόσον θερμῶς...
§66ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν, καὶ δὲν ἦσθε εἰς κατάστασιν νὰ τῷ ἀπαντήσητε ἀμέσως, καὶ διὰ τοῦτο ἠγέρθη τὸ ζήτημα. Ἐὰν ἐλέγετε προχθὲς αὐτὰ, δὲν θὰ ἠγείρετο κανὲν ζήτημα (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ).
§67Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι υἱοθετήσατε τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Θηβῶν, συμμετέσχετε ταύτης, καὶ ὑπέστητε ἀλληλεγγύην, καὶ ὅλα ταῦτα, ἅτινα ἀκούετε, ἀκούετε δικαίως, καὶ διὰ λογαριασμὸν τοῦ τε κ. Βουλευτοῦ ἐκ Θηβῶν καὶ διὰ λογαριασμὸν ἰδικόν σας (χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Εἶναι μία ἐκ τῶν σπανίων περιστάσεων, καθ’ ἃς εἴδομεν ὅλους ὑμᾶς ἡνωμένους, ἀλλ’ εἴδομεν ὑμᾶς ἡνωμένους, ἵνα ἀποδειχθῶσιν αἱ τορπίλλαι ὑμῶν κεναὶ καὶ ἐννοίας καὶ πυρίτιδος (χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἡ ἐπερώτησις ἕνα εἶχε σκοπὸν, νὰ ζημιώσητε ἡμᾶς προσωπικῶς. Ἠθελήσατε, περιβάλλοντες τὴν ὑπόθεσιν διὰ τῆς ἐπισημότητος, ὅτι ἐγένοντο ταῦτα εἰς ὑμᾶς γνωστὰ παρ’ ἐπισήμου ὁμογενοῦς, διατρίβοντος ἐν Ἁμβούργῳ, ἠθελήσατε νὰ κλονήσητε τὸ κῦρος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἵνα ἔχητε νὰ ἐγείρητε καθ’ ἡμῶν γενικὴν κατηγορίαν, ὅτι καὶ ὡς πρὸς τὰ ὑλικὰ οὐδαμῶς ἐφροντίσαμεν, ὅτι καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀσφάλειαν τῶν πυρομαχικῶν τοῦ στόλου ἐντελῶς ἐδείχθημεν ἀμελεῖς, καὶ οἱονεὶ ἐπροστατεύσαμεν οὕτω τὸ ἔγκλημα. Ποῖον ἔγκλημα; Ἐκεῖνο, ὅπερ ἐπὶ τῆς διοικήσεως τῶν φίλων τοῦ κ. ἐκ Θηβῶν Βουλευτοῦ, ἀνελθὸν ἐπὶ μικρὸν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, κατεποντίσθη, ἵνα ἀναφανῇ σήμερον πάλιν, καὶ εὑρεθῶσιν ὅμως νῦν οἱ ἔνοχοι καὶ τιμωρηθῶσιν. Εὐτυχῶς ἡ ἐντύπωσις, ἣν ἐποιήσατε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν κόσμον, καὶ τὸν ἔσω καὶ τὸν ἔξω, ἦν ἐντύπωσις προσωρινὴ, ἐντύπωσις πυροτεχνήματος, ἐξ ἐκείνων, ἅτινα καὶ ἄλλοτε ἠθελήσατε νὰ ῥίψητε. Ἦν καθαρὰ καὶ στυγερὰ συκοφαντία· ἣν πρᾶξις τοσοῦτον ἐντέχνως διαδοθεῖσα, μετὰ τοσαύτης ἐπισημότητος καὶ σοβαρότητος διατυπωθεῖσα, ὥστε σύμπας ὁ τύπος, ὁ οὐχὶ φιλικῶς πρὸς ἡμᾶς διακείμενος, ἐτιτλοφόρησε τὰ φύλλα αὐτοῦ «Προδοσία εἰς τὸ Ναυτικόν!»
§68ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὰ τὰ εἴπετε καὶ προτήτερα.
§69Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἑκατὸν χιλιάδας καὶ ἓν ἑκατομμύριον φορὰς θέλω τὰ ἐπαναλάβει, ἵνα μάθητε, ὅταν ὁμιλῆτε, νὰ ἔχητε μεμετρημένην τὴν γλῶσσαν. Εὐτυχῶς ὀλίγον διήρκεσε τὸ πυροτέχνημα. Ἦτο ἄτεχνον. Καὶ ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσιν ἡμᾶς οὐ μόνον ὡς μὴ δυναμένους νὰ ἐφοδιάσωμεν δι’ ἐκλεκτῶν ὑλικῶν τὰς ἀποθήκας τοῦ Ναυστάθμου, ἀλλ’ ἐμπαίζοντες ἔλεγον, ὅτι ἐβεβαιώσαμεν ἄλλοτε, ὅτι δι’ 170 χιλιάδων δραχμῶν ἠσφαλίσαμεν τὰ παράλια τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Εὐφυολογία ἐκ τῶν συνήθων! Εὐφυολογία ὅμως οὐχὶ ἀξία τῆς αἰθούσης ταύτης, εὐφυολογία αἰθουσῶν ἰδιωτικῶν, εὐφυολογία τοῦ κυρίου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ.
§70ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§71Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποίας ἀποθήκας τοῦ Ναυστάθμου; Ἐκείνας, ἃς εὕρομεν ἐντελῶς κενὰς καὶ ἐρήμους· οὔτε ἓν μέτρον καλωδίου εὑρέθη, ἣν ἔλλειψιν ἀνέφερε πέρυσιν ἐν ἐπισήμῳ ἐκθέσει ἐπισημότατον πρόσωπον, ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ὁ βασιλόπαις Γεώργιος, Διευθυντὴς τῆς Ὑποβρυχίου Ἀμύνης (θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ). Συγχίζεσθε βεβαίως καὶ ταράττεσθε. Ποίας ἀποθήκας τοῦ στόλου; Τὰς ἀποθήκας, ἐν αἷς εἴχετε βαμβακοπυρίτιδα, πρὸ δεκαετίας προμηθευθεῖσαν...
§72ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐκείνη ἀνεφλέχθη.
§73Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Λόγος περισσότερος νὰ εἴχετε φέρει ἄλλην... Ποῖον στόλον εἴχετε ἐφοδιάσει; Τὸν στόλον ἐκεῖνον, ὅστις δὲν εἶχεν ἐμπύρια διὰ τὰς τορπίλλας! Τὸν στόλον ἐκεῖνον, ὅν, ἀφοῦ ἐδαπανήσατε τοσαῦτα ἑκατομμύρια τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ κατὰ τὴν δεκαετῆ διοίκησιν ὑμῶν, ἀφήσατε ἄνευ ταχυβόλων! Καὶ εἴχετε θωρηκτά, ἱκανὰ μὲν πρὸς ἐπίθεσιν, ἀνίκανα δὲ πρὸς ἄμυναν ἑαυτῶν, ἐλλείψει τῶν ταχυβόλων. Καὶ ἔπρεπε νὰ ἔλθωμεν ἡμεῖς, οἱ μὴ εἰδικοί, ἵνα ἀναπληρώσωμεν καὶ διορθώσωμεν ὑμᾶς τοὺς εἰδικούς, καὶ φροντίσωμεν ἀμέσως περὶ προμηθείας ταχυβόλων...
§74ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὰ εἶναι παραμύθια!
§75Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Κερκύρας, ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἐστὲ ὑπόχρεως νὰ ἀπαντήσητε, νὰ ἀνέλθητε τὸ βῆμα· ἀλλὰ πιλοφοροῦντες καὶ διακόπτοντες, νομίζω ὅτι ἀδικεῖτε οὐχὶ ἐμὲ, ἀλλὰ ὑμᾶς αὐτόν... Ποίας παρασκευὰς εἴχετε ἐνεργήσει; Τὰ θωρηκτὰ ἄνευ ἠλεκτρικῶν προβολέων. Θωρηκτά, εἰς ἃ δὲν εἴχετε τὰ μηχανήματα, ἵνα ἐφοδιάζωνται οἱ λέβητες διὰ γλυκέος ὕδατος, παραγομένου ἐκ τοῦ θαλασσίου κατὰ τὸν πλοῦν, ἀφοῦ θαλάσσιον ὕδωρ διὰ τοὺς λέβητας ἀπαγορεύεται. Θωρηκτά, εἰς ἃ δὲν εἴχετε σκοπευτικὰ μηχανήματα. Αὐτὴ ἦν ἡ δεκαετὴς διοίκησις ὑμῶν! Ἐδιοικήσατε προσωπικῶς τὸν τόπον, ὡδηγήσατε αὐτὸν εἰς τὴν χρεωκοπίαν, ἐκενώσατε τὰς ἀποθήκας τοῦ ὑλικοῦ πολέμου, τῆς τε ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης. Οὐδὲν προσεθέσατε, ἀφήσατε τὸν τόπον ἔρημον καὶ σκοτεινὸν, καὶ ἐνομίσατε, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τοσοῦτον ταχέως θέλει ἀμνηστεύσει ὑμᾶς! Δὲν ὁμιλῶ περὶ ὅλων τῶν πτερύγων· ἀναγνωρίζω, ὅτι πολλοὶ ἐξ ὑμῶν ἄλλοτε παρεκάθηντο ἐκεῖ (δεικνύει τὴν δεξιὰν) καὶ μεθ’ ἡμῶν συνέπραττον.
§76ΡΑΛΛΗΣ. Ποτέ!
§77ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅταν ἐζήτεις πάντοτε νὰ λάβῃς μέρος εἰς τὸν συνδυασμὸν ἡμῶν ἐν Ἀττικῇ, καὶ ὅταν προσετρέχες εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα μεσιτεύσῃ πρὸς τοῦτο, ὅταν ἔτρεχες καὶ ἔλειχες τὴν φουστανέλλαν τοῦ Γερο–Καλλιφρονᾶ...
§78ΡΑΛΛΗΣ. Σὺ ἐφιλοῦσες τὰς χεῖρας τὰς ἰδικάς μου καὶ τῆς κυρίας Καλλιφρονᾶ· καὶ μάρτυς ὁ ἐνταῦθα υἱὸς τοῦ Καλλιφρονᾶ.
§79Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. .. Σύ, ὅστις πάντοτε ἐγένεσο Βουλευτής, προσκολλώμενος εἴτε εἰς τὴν μίαν εἴτε εἰς τὴν ἄλλην τῶν πτερύγων.
§80ΜΑΝΕΣΗΣ. Πάντοτε πολεμούμενος ἐξῆλθε Βουλευτής.
§81Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πάντοτε ἐξεμεταλλεύθη τὰς ψήφους τῶν συναδέλφων αὐτοῦ. Ἰδού, Κύριοι, εἰς ποῖα συμπεράσματα ὤφειλε νὰ μὲ φέρῃ ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. ἐκ Θηβῶν Βουλευτοῦ. Ἔπρεπε πρὸ καιροῦ νὰ ἀκουσθῶσι ταῦτα, ἵνα μάθωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες πολὺ ἐνωρὶς ἐνόμισαν, ὅτι ἐλησμόνησεν αὐτοὺς ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ἐνταῦθα, καὶ ἐν τῷ μέλλοντι θέλει δικάσει πάλιν μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἡμῶν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§82ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Δὲν σκοπῶ ν’ ἀπαντήσω διὰ μακρῶν εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, οὐδὲ θὰ εἰσέλθω εἰς τὸν λαβύρινθον τῶν ἐγγράφων, τῶν ἀριθμῶν καὶ τῶν χρονολογιῶν, τὰς ὁποίας ἔφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἐζήτησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἡ ἐπερώτησίς μου ἦτο ἀποτέλεσμα συνεννοήσεως μεταξὺ τῶν διαφόρων μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Διαβεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι οὐδεὶς ἐγίνωσκεν ὅτι προὐτιθέμην νὰ φέρω ἐπερώτησιν κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, οὐδὲ αὐτοὶ οἱ στενώτεροι φίλοι μου. Διαβεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι ὑποβαλὼν τὴν ἐπερώτησιν ἐκείνην δὲν εἶχον σκοπὸν οὔτε διατάραξιν νὰ φέρω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οὔτε τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα νὰ διακινδυνεύσω. Εὐθύς, ὡς ἔμαθον τὰ λαβόντα χώραν ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, τὰ ὁποῖα μοὶ παρέστησαν ὡς ἐσχάτως λαβόντα χώραν, ἐνόμισα ὅτι καθῆκον εἶχον, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, νὰ φέρω ταῦτα εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἐὰν ἔλαβε καὶ ὁποῖα περὶ τούτων μέτρα ἔλαβε. Δὲν φρονῶ ὅτι εἶμαι κατηγορητέος διὰ τοῦτο, οὐδὲ ὁ τρόπος, δι’ οὗ ἔφερα τὴν ἐπερώτησιν, ἐνεῖχέ τι τὸ ἐχθρικὸν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἢ τὸν σκοπὸν νὰ ἐμβάλῃ σκάνδαλα. Εὐτυχῶς εἶναι δημοσιευμένη ἡ ἐπερώτησίς μου, ἐγὼ δὲ ἔσπευσα νὰ δημοσιεύσω αὐτήν, ὅταν εἶδον χθὲς τὸν ἐγχώριον τύπον προσπαθοῦντα νὰ δώσῃ ἄλλον χαρακτῆρα εἰς αὐτήν. Ὁ ἐγχώριος τύπος ἀνέφερεν ὀνομαστὶ ξένους, ἐνῷ ἐγὼ ὄνομα οὐδενὸς ξένου ἀνέφερα. Ἔσπευσα νὰ δημοσιεύσω τὴν ἐπερώτησίν μου, ὅπως ἐπανέλθωσι τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργός, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν ὀβίδων, εἶπεν ἀρχόμενος τοῦ λόγου του, ὅτι εἶναι σπουδαία καὶ περίπλοκος ὑπόθεσις, προχωρήσας δὲ εἰς τὸν λόγον του, ἀπεκάλεσεν αὐτὴν γελοίαν! Τί δὲ ἀπεδείχθη; ὅτι πράγματι ἦτο ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν. Δὲν ἐβεβαίωσα ἐγὼ, ὅτι οἱ δακτύλιοι ἀφῃροῦντο διὰ νὰ δοθῶσιν εἰς ξένους· εἶπον μόνον, τί διεδίδετο, καὶ ὅτι προκαλῶ τὴν προσοχὴν ἐπὶ τούτων. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ἐξέθετε δι’ ὀλίγων ὅσα σήμερον εἶπεν, οὐδεμία ἤθελεν ἐπέλθει διατάραξις, οὐδὲ ἤθελε λάβει τὰς διαστάσεις τὸ πρᾶγμα, ὅσας ἔλαβε. Τίς πταίει; Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν μᾶς ἔλεγε προχθὲς «δόσατε τὴν ἐπερώτησίν σας ἐγγράφως, καὶ θέλω ἀπαντήσει», ἠδύνατό τις νὰ φέρῃ ἀντίῤῥησιν; Δὲν εἶναι τοῦτο τὸ ἔθιμον τὸ ἐπικρατοῦν ἐν τῇ Βουλῇ; Ἀλλὰ αἱ ἀπαντήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν αἱ διστακτικαί, αἱ ἀμφίβολοι, ἐννοεῖται ὅτι προὐκάλεσαν τὴν ἀνησυχίαν τῆς πτέρυγος ταύτης, καὶ αἱ ἀνησυχίαι αὗται μετεδόθησαν εἰς τὸν ἔξω κόσμον. Πταίω ἐγὼ ἢ αὐτὸς εἰς τοῦτο; πταίω, διότι ἐξετέλεσα ἓν καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐνόμιζον ἐπιβαλλόμενον; Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς μᾶς ἔφερεν ἐδῶ σωρείαν ἐκθέσεων καὶ ἐγγράφων καὶ φυλλαδίων, διὰ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ ἐν Ἁμβούργῳ κατάστημα τῶν Βόλφ καὶ συντροφίας εἶναι κατάστημα κατασκευάζον βαμβακοπυρίτιδα, εἶπε δὲ, ὅτι ἐγὼ ἐβεβαίωσα, ὅτι τὸ κατάστημα τοῦτο εἶναι μεταπρατικὸν καὶ δὲν ἠξεύρω τι ἄλλο. Εὐτυχῶς, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι δημοσιευμένη ἡ ἐπερώτησίς μου. Ἐν αὐτῇ λέγω ὅ,τι μοὶ ἔγραψαν. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἤθελεν ἔχει ὑπονοίας περὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἐγγράφου τούτου, τῷ εἶπον καὶ προχθὲς, ὅτι ὁ φίλος αὐτὸς μὲ παρεκάλεσε, φοβούμενος τὰ γιγνόμενα ἐδῶ, τὰς συνήθεις ὕβρεις κατὰ τῶν ξένων, ν’ ἀποκρύψω τὸ ὄνομά του, ἀλλὰ τῷ προσέθηκα, ὅτι δύναμαι εἰς αὐτὸν νὰ τὸ ἐμπιστευθῶ. Ἀλλὰ δὲν ἐπρόκειτο περὶ τούτου, διότι ἐγὼ εἶπον ὅ,τι μοὶ ἔγραφον· ἐγὼ δὲν ἐβεβαίωσα ὅτι τὸ κατάστημα αὐτὸ εἶναι μεταπρατικόν. Δὲν ἀπήντησεν ὅμως ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ ἄλλου, τοῦ κυρίου ζητήματος. Γινώσκει, ἐὰν ἀπεῤῥίφθη βαμβακοπυρῖτις παρὰ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως; Ἔχει ἀποδείξεις ἀναμφισβητήτους, ὅτι ἡ ἐνταῦθα βαμβακοπυρῖτις δὲν εἶναι ἡ ἀποῤῥιφθεῖσα παρὰ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως»;—ἐὰν ἀπεῤῥίφθη τοιαύτη· διότι οὐδὲν ἐβεβαίωσα ἐγώ. Ἡ ἐπερώτησίς μου ἐγένετο καλῇ τῇ πίστει, οὐδὲ ἐδικαιοῦτο ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς νὰ ὁμιλήσῃ τοσοῦτον δριμέως κατ’ ἐμοῦ καὶ κατὰ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστεράν). Φαίνεται ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀρέσκεται εἰς τὸ νὰ διανέμῃ πτυχία καλῆς ἀνατροφῆς, ἀλλὰ λυποῦμαι ὅτι δὲν δύναμαι νὰ τῷ ἀποδώσω τὸ φιλοφρόνημα, μετὰ τὰς βαρείας καὶ ἀνοικείους φράσεις, ἃς ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου ἐξετόξευσε τόσον ἀπρεπῶς κατὰ τῶν ὁμογενῶν ἡμῶν εἴτε ἐνταῦθα, εἴτε ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Μετὰ τὰς φράσεις τὰς δριμείας, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνε κατ’ ἐμοῦ καὶ κατὰ τῆς πτέρυγος ταύτης, ἐγὼ ἀπαξιῶ νὰ ἀπαντήσω πλειότερα εἰς Ὑπουργὸν μὴ σεβόμενον ἑαυτόν. (Εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος).
§83ΣΤΑΗΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι τὸ θέμα εἶναι σπουδαιότατον, ὡς ἐν ἀρχῇ τῆς μακρᾶς ὁμιλίας του εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς, καὶ οὐχὶ, ὡς ἐν τέλει αὐτῆς, γελοῖον, ἀνάξιον κἂν μνείας· νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει νὰ κατατεθῶσι πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸ μικροῦ ἀνέγνωσεν ἢ ἀνέφερεν, ἵνα ἐπὶ τῶν ἐγγράφων στηριζόμενοι ἐξετάσωμεν τὸ θέμα ἐν ψυχραιμίᾳ, καὶ οὐχὶ ἐν παραφορᾷ καὶ νευρικῇ καταστάσει. Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἕκαστος ἐντὸς τοῦ κύκλου τῶν δυνάμεών του καὶ τῆς δικαιοδοσίας του, τὰς διαφόρους φάσεις τοῦ ζητήματος, περιοριζόμενοι ἐντὸς τῶν γεγονότων, καὶ οὐχὶ ἀνερχόμενοι εἰς προϊστορικοὺς χρόνους, ὡς πρὸ μικροῦ ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὑποκριθεὶς τὸν Αἴαντα τὸν μαστιγοφόρον, μαστιγώσας πρῶτον μὲν τὸν Ἑλληνικὸν τύπον, τὴν «Ἀκρόπολιν» καὶ τὸ «Ἄστυ» καὶ τὰς ἄλλας ἐφημερίδας...
§84ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐξ ἐναντίας εἶπον ὅτι αὐταὶ δὲν πταίουν.
§85ΣΤΑΗΣ. .. Δεύτερον μαστιγώσας, ἀλλὰ πάντοτε κατὰ φαντασίαν, ὁμογενεῖς ἢ καὶ μὴ ὁμογενεῖς, πάντως ὅμως ξένους φιλέλληνας, ἐνδιαφερομένους ὑπὲρ τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων πολὺ πλεῖον ἴσως αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, μαστιγώσας πρόσωπα ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Καὶ δὲν ἐμαστίγωσε μόνον, φανταστικῶς ἐννοεῖται πάντοτε, τὴν πτέρυγα ταύτην, καὶ ἐξέφρασε φράσεις ἀνοικείους καὶ ἀπρεπεῖς, ἃς κατόπιν ἀνῄρεσεν, ἐννοήσας τὴν δριμύτητα, χωρὶς νὰ ἐννοῇ, ὅτι ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὕβρισε, δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἀτενίσῃ οὔτε διὰ τοῦ τηλεσκοπίου τοῦ Ἕρσχελ! Καὶ δὲν ἐμαστίγωσε μόνον—φανταστικῶς πάντοτε— τὸν ἀξιότιμον ἐκ Θηβῶν καὶ τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν καὶ πάντας τοὺς ἀξιωματικοὺς Βουλευτάς,—πλὴν τοῦ κ. Σέχου—ἀλλὰ καὶ αὐτὸν τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως περιύβρισε δεινῶς, ἀναγνώσας τὴν ἔκθεσιν ἐκείνην, διὰ τῆς ὁποίας ἐβεβαιοῦτο, ὅτι κατὰ τὸ 1885 τὰ πυροβόλα καὶ τὰ πυρομαχικὰ τοῦ στόλου εὑρίσκοντο ἐν ἀθλίᾳ καταστάσει. Καὶ ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ἐν παραφορᾷ καὶ ἀλλοφροσύνῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, οὐδὲ κατὰ κεραίαν ἔχονται ἀληθείας, διότι καὶ τὰς χρονολογίας ἐσύγχισε καὶ τὰ πράγματα διέστρεψε κατὰ τὸ συμφέρον του, ὁμιλήσας ὡς δικηγόρος, ἢ μᾶλλον ὡς δικολάβος· ἐσύγχισε δ’ οὕτω τὰ πράγματα, ὥστε βεβαίως κατῆλθε τετρωμένος τοῦ βήματος, βεβαίως ἐπλήγωτε τὸ γόητρον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος, βεβαίως ἐπλήγωτε τὸ γόητρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ἁπάσης, ἐκθέσας ὅσα ἐξέθηκε, τὰ ὁποῖα ὁτὲ μὲν ἀπεκάλει σπουδαιότατα, ὁτὲ δὲ γελοῖα καὶ ἀσήμαντα, διότι ἄλλοτε ἔλεγεν, ὅτι πρόκειται περὶ προδοσίας τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἄλλοτε δὲ περὶ λωποδυτικῆς πράξεως. Ἠγανάκτει δὲ, διότι, ὡς ἔλεγεν, ἐντὸς 18 μόνον ἡμερῶν εἴχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ περατωθῇ ἡ ὅλη ἀνακριτικὴ αὕτη ἐργασία, λησμονήσας ὅτι εἶχεν ὑποβληθῆ τὴν 10 Ἰουλίου 1896 ἡ καταγγελία παρὰ τοῦ ἐφόρου τοῦ πυροβολικοῦ τοῦ Ναυστάθμου κυρίου Λ. Σαχτούρη. Καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης παρῆλθον 5 ὅλοι μῆνες, καὶ εὑρίσκει τὸ διάστημα μικρὸν πρὸς ἀποπεράτωσιν τοιαύτης ὑποθέσεως! Καὶ βεβαίως ἐν ἀλλοφροσύνῃ εὑρίσκετο ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅταν σᾶς ἔλεγεν, ὅτι ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου μέχρι τοῦ ἐν Πειραιεῖ Ναυτοδικείου σᾶς φαίνονται πολλαὶ 5 ἡμέραι, διὰ νὰ κοινοποιηθῇ ἓν ἔγγραφον, προκειμένου μάλιστα περὶ ἐσχάτης προδοσίας—διότι περὶ τοιαύτης πράξεως πρόκειται, κύριοι συνάδελφοι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔφερε σωρείαν ἐγγράφων, μεταξὺ τῶν ὁποίων οὐκ ὀλίγα ἐνοχοποιητικὰ κατὰ τῆς ἀδρανείας αὐτοῦ, διότι τὸ ἔγγραφον πρὸς τὸν πρέσβυν ἡμῶν ἐν Βερολίνῳ, διὰ τοῦ ὁποίου ἠρώτα περὶ τῆς ἐν Ἀμβούργῳ κατασκευαζομένης βαμβακοπυρίτιδος καὶ περὶ τῶν ὅρων τῆς καλῆς ποιότητος, τοὺς ὁποίους ὅρους περιεῖχεν ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἐστάλη πρὸς τὴν ἐν Βερολίνῳ Πρεσβείαν κατόπιν τῆς ἐκ τοῦ Ὑπουργείου κλοπῆς τοῦ φακέλλου, τοῦ περιέχοντος τὰ ἔγγραφα περὶ τῆς προμηθείας τῆς βαμβακοπυρίτιδος. Ἀπορῶ δὲ, πῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξηυτέλισε καὶ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καταστήσας τοῖς πᾶσι γνωστὸν, ὅτι ἕκαστος δύναται νὰ ὑποκλέψῃ καὶ τὰ σπουδαιότερα τῶν ἐγγράφων ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἀρκεῖ νὰ ἐνδιαφέρηται περὶ προμηθείας ὑλικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. Τὰ αὐτὰ δὲ ἔλεγε καὶ περὶ τοῦ Ναυστάθμου, διότι εἶπεν, ὅτι ἐκλάπη ἡ κατὰ τὸ 1894 ἀνάκρισις, ἡ διενεργηθεῖσα ἐπὶ παρομοίας ὑποθέσεως, ἑπομένως ὕβριζε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ τοῦ Ναυστάθμου, ἤρχετο δὲ νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν θέσιν αὐτοῦ, χωρὶς νὰ ἐννοῇ, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἔπραττεν ἢ νὰ ὑποσκάπτῃ τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεώς του. Πράγματι δὲ ὑπέσκαψε τὸν λάκκον αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς, βεβαιώσας ὅτι ἐνήργησε προμήθειαν ὑλικοῦ πολέμου, οὐχὶ δι’ ἀπευθείας ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν πρὸς ἀνεγνωρισμένα ἐν Ἑσπερίᾳ καταστήματα, ἀλλὰ διὰ προσώπων, μετὰ τῶν ὁποίων στενῶς συνδέεται ὁ κ. Ὑπουργός. Οὐδένα δὲ εἶχον σκοπὸν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀποδώσω ὁποίαν μομφὴν αὐτὸς πρὸ μικροῦ ἐνόμιζεν, ὅτι ἀποδίδομεν πρὸς αὐτόν. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι οὐ μόνον τὴν προμήθειαν ταύτην, ἀλλὰ καὶ πολλὰς ἄλλας προμηθείας διὰ τοῦ αὐτοῦ προσώπου ἐξετέλεσε, καὶ ἐκτελεῖ καὶ σήμερον ἴσως, ἐνῷ εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστὸν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται τοιαύτας ὑπηρεσίας αἱ ὁποῖαι εἶναι μυστικὰ τοῦ Κράτους, νὰ ἀναθέτωμεν εἰς μεσίτας, καὶ μάλιστα ξένους. Πάντες δὲ γνωρίζουσι τὰ μυστικὰ ταῦτα, ὅταν γινώσκῃ ὁ ἔμπορος, ὁ γνωστὸς ὑμῖν, τί ἐπρομηθεύθη τὸ Κράτος κατὰ τὸ 1895, ὁποῖα καὶ ὁπόσα ἐμπύρια, τὰ ὁποῖα ἀπεδείχθησαν καὶ ἄχρηστα. Προδίδει τὸ Κράτος ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅταν ἐκτελῇ τὰς προμηθείας διὰ προσώπων, τὰ ὁποῖα διατυμπανίζουν ἀνὰ πᾶσαν τὴν ὑφήλιον, ὅτι αἱ προμήθειαι τοῦ ἡμετέρου στόλου ἀπαρτίζονται ἐκ δεκάδων τινῶν ἐμπυρίων καὶ ὀλίγων χιλιογράμμων βαμβακοπυρίτιδος. Ἀλλὰ μήπως καὶ τὰ πρόσωπα τὰ ἐξελέγξαντα τὴν προμήθειαν τῆς βαμβακοπυρίτιδος δὲν ἐξύβρισεν ὁ κ. Ὑπουργός; —διότι ἐκ τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσε, δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ἐν τῷ Χημείῳ ὀλίγα τινὰ τεμάχια τῆς βαμβακοπυρίτιδος ἐξήτασαν μόνον, χωρὶς νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει ὅλην τὴν προμήθειαν, καὶ νὰ δοκιμάσωσιν αὐτήν. — Ἀλλ’ ὡς εἶπε πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Θηβῶν βουλευτὴς κ. Σκουλούδης, δὲν ἀνῄρεσε τὸ γεγονὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐκεῖνο, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἡ χθεσινὴ ἐπερώτησις, δὲν ἀνῄρεσε τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνεστάτωσεν ὄχι μόνον τὴν πτέρυγα ταύτην, ἀλλὰ καὶ ἐκείνην, καὶ πολλῷ πλεῖον ἐκείνην, διότι ἡμεῖς δικαιούμεθα νὰ ταραττώμεθα, ὁσάκις νομίζωμεν ὅτι παραβλάπτονται τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας, ἐνῷ δὲν ἀπολαύουσι τῆς αὐτῆς ἐλευθερίας ἐκεῖνοι. Διότι, κύριε Πρόεδρε, εἶναι γεγονὸς, ἐν ὅσῳ δὲν διαψευσθῇ ἐπισήμως, ὅτι ἡ προμήθεια ἐγένετο ἐκ τῆς ἀποῤῥιφθείσης βαμβακοπυρίτιδος ὑπὸ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ μετὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ γεγονότος τούτου ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν οὐχὶ ἄῤῥητ’ ἀθέμιτα, ἀλλὰ ἁπλῶς, ὅτι τὸ γεγονὸς εἶναι ψευδὲς, ὅτι τουτέστιν ἡ ἀγορασθεῖσα βαμβακοπυρῖτις δὲν εἶναι ἐκ τῆς ἀποῤῥιφθείσης ὑπὸ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, καὶ τότε ἠθέλομεν δικαιώσει τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ. Εἶναι ἀναμφίβολον, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ προμήθεια ἐγένετο μυστηριωδῶς, εἶναι ἀναμφίβολον, ὅτι ὁ ἐκ Γερμανίας γράψας κατέστησε τὸ πρᾶγμα γνωστὸν, οὐχὶ μόνον εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Θηβῶν Βουλευτὴν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλους· εἶναι γνωστὸν, κύριε Πρόεδρε,—καὶ δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω ὅσα χθὲς ἐλέχθησαν — ὅτι ἡ βαμβακοπυρῖτις δὲν ἐξετάζεται καθ’ ὃν ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τρόπον, ἀλλὰ δοκιμαὶ γίγνονται πολλαπλαῖ περὶ τῆς ποιότητος αὐτῆς, καὶ μόνον μετὰ τὰς διαφόρους ταύτας δοκιμὰς ἐπιτρέπεται ἡ ἀγορὰ αὐτῆς...
§86Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τότε κατηγορεῖτε τοὺς ἐπιθεωρήσαντας.
§87ΣΤΑΗΣ. Ἀφήσατέ με ἥσυχον! Δὲν ἠκούσατε.
§88Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν εἶναι τρόπος αὐτός! Ἐὰν ἔχετε τὸ θάῤῥος, προβῆτε εἰς καταγγελίαν (θόρυβος).
§89ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἐνοήσατε περὶ τίνος εἶπον.
§90Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται ν’ ἀπευθύνητε κατηγορίας κατ’ ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους τιμᾷ ὅλη ἡ κοινωνία. Οὕτω δὲν ἐκπληροῦτε τὸ καθῆκόν σας.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε!
§92ΣΤΑΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου νομίζει ὅτι ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος εἶναι ἡ κατὰ τοῦ Ἡγουμένου Πεντέλης ἐπίθεσις (γέλωτες). Εὔχομαι νὰ τῷ στείλῃ τὰς 38 ὀκάδας χαβιαρίου, ἵνα ἡσυχάσῃ ἐπὶ τέλους. Ἐγὼ δὲν εἶπον, διότι γινώσκω κάλλιον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βόλου τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν ἐντιμότητα τῶν πραγματογνωμόνων, τῶν γνώμην ἀποφηναμένων περὶ τῆς βαμβακοπυρίτιδος, περὶ ἧς ὁ λόγος, δὲν εἶπον, ὅτι ψευδῆ ἀνέγραψαν ἐν τῇ ἐκθέσει αὑτῶν, ἀλλὰ εἶπον, ὅτι καὶ ἄλλας δοκιμὰς ἔπρεπε νὰ ἐκτελέσωσιν. Ἔπρεπε δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὡς ἤκουσε προχθὲς τὴν ἐξενεχθεῖσαν ὑπόνοιαν, ἀμέσως νὰ ἐρωτήσῃ τηλεγραφικῶς, ἂν πράγματι ὑπὸ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως εἶχεν ἀποῤῥιφθῇ ἡ ἐν λόγῳ βαμβακοπυρίτις. Ἀλλὰ ἀντὶ τούτου, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι προχθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, — ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζω ἂν τῇ ἀνοχῇ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἢ τῆς πτέρυγος ἐκείνης κάθηται ἐκεῖ, — ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἀπήτησε παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Θηβῶν νὰ ὑποβάλῃ ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν του, ὡσανεὶ ἐπρόκειτο περὶ διδασκάλου τινὸς, ἢ περὶ ἀποθηκαρίου, ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ῥίπτουσι θάλασσαν εἰς τὴν σταφίδα, ἵνα δικαιολογήσωσι τὸ κλαπὲν μέρος αὐτῆς! ἐνῷ ὤφειλε πάραυτα ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ ἐγερθῇ καὶ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς διορίαν τινὰ, ἵνα ἀπαντήσῃ, ἀφοῦ ἦτο ὅλως ἀδύνατον νὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον πρὸ μηνῶν ἐγίνωσκεν. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου, ἀπήντησεν ἀῤῥητ’ ἀθέμιτα, γελοῖα καὶ ἀνεπιστημονικὰ, ἵνα καταδειχθῇ, ὅτι οὔτε ὡς δικολάβος δύναται νὰ ὑπερασπισθῇ οἱανδήποτε ὑπόθεσιν. Ἀπήντησεν, ἵνα εἴπῃ ὅτι, ὅταν ἐξέλθῃ ἡ ὀβὶς ἐκ τοῦ στομίου τοῦ πυροβόλου, εὑρίσκει τὸ κενὸν καὶ περιστρέφεται εἰς τὸ κενὸν, τὸ ὁποῖον κενὸν μόνον ἡ κεφαλὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἔχει ἐπὶ τοιούτων (θόρυβος).
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, μὴ παρεκτρέπεσθε (θόρυβος).
§94ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐδέχθητε νὰ ἀκουσθῶσι περισσότεραι ὕβρεις.
§95ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἦσθε δίκαιος, κύριε Πρόεδρε!
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, νὰ σᾶς ἐξηγήσω. Ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠγόρευε, διεκόπη παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς τὸν ἐχλεύασε διὰ φράσεως, τὴν ὁποίαν εἶπε καὶ τὴν ὁποίαν ὁμολογῶ, ὅτι ἐγὼ δὲν ἤκουσα. Ἀπήντησε λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ φράσεως βαρείας, καὶ ἐζητήθη νὰ ἀποσύρῃ τὴν φράσιν, ἢ νὰ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξήγησε τότε τὴν φράσιν, εἰπὼν ὅτι ἐνόμισεν, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ χλευάσῃ αὐτόν. Ἡ ἐξήγησις εἶναι ἀνάκλησις.
§97ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἔλεγον περὶ τοῦ κενοῦ, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἐν ταῖς γνώσεσι ταύταις ἔχει ἐν νῷ. Διότι ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι εὐθὺς ὡς ἐξέλθῃ ἡ σφαῖρα ἐκ τοῦ σωλῆνος τοῦ πυροβόλου, εἰσέρχεται εἰς τὸ κενὸν καὶ περιστρέφεται περὶ τὸν ἄξονα αὑτῆς. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον κενὸν, ἀλλ’ ὅτι ὑπάρχουσι κεναὶ τοιαῦται ἰδέαι εἰς τὴν κεφαλήν του (θόρυβος).
§98Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ ἀνακαλέσητε τὸν κ. Βουλευτὴν εἰς τὴν τάξιν. Τὸ ἐπανέλαβον δὲ καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, ὅτι, ὁσάκις μὲ ὑβρίζῃ ὁ κ. Βουλευτὴς, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀνακαλῆται εἰς τὴν τάξιν, διότι αἱ ὕβρεις εἶναι διὰ λογαριασμόν του.
§99ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὁ πρῶτος, ὅστις τὴν φράσιν ἐκείνην ἀπήγγειλα, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλεγεν, ὡς πρὸς τὰς τορπίλλας, τὰς ἐκσφενδονισθείσας ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ χαλκευθείσας, ὅτι ἦσαν κεναὶ καὶ ἐννοίας καὶ πυρίτιδος ...
§100Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αἱ τορπίλλαι καὶ ὄχι ἡ κεφαλή σας.
§101ΣΤΑΗΣ. .. Ὥστε βλέπετε, ὅτι, ὁσάκις ὁμιλῶ περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ, εὑρίσκω κενὸν ἐπὶ τῶν λεγομένων του. Διὰ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Θηβῶν, ἔλεγε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἕνα εἴχομεν σκοπὸν, νὰ δυσφημήσωμεν τὸ ναυτικὸν ἡμῶν, ἀλλὰ κατώρθωσε νὰ ἐκμηδενίσῃ τὸ κακὸν τοῦτο, ὡς ἔλεγεν, ἐντὸς 24 ὡρῶν! Ἐλησμόνησε τίς ἐδυσφήμησε τὸ ναυτικὸν ἡμῶν, τίς ἐδυσφήμησε τὸ ναυτικὸν διὰ τοῦ καπνίζοντος στόλου τὴν δεκάτην τρίτην, τὴν δεκάτην τετάρτην καὶ τὴν δεκάτην πέμπτην Μαΐου! Καὶ δὲν ἐδυσφήμει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τὸ ναυτικὸν ἡμῶν, ὅταν πρὸ μικροῦ ἀνέφερεν, ὅτι τὰ πλοῖα εἶχον τὰ πυρομαχικὰ, ὅτε ἐκάπνιζον ἐν Φαλήρῳ; Ἐπεκαλέσθην καὶ ἄλλοτε τὴν μαρτυρίαν συναδέλφων, καὶ ἤδη παρακαλῶ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, τὸν ἐκ Θηβῶν κ. Πετούσην, τὸν ἐκ Θήρας κ. Βαλέτταν, τὸν ἐκ Ψαρῶν κ. Κανάρην, τὸν ἐξ Ἀττικῆς, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἀξιότιμον κ. Μουτσόπουλον, νὰ εἴπωσιν, ἐὰν τὴν 16 Μαΐου τοῦ 1896 καὶ τὰ τρία θωρηκτὰ ἡμῶν δὲν εὑρίσκοντο ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, παραλαμβάνοντα τὰ πυρομαχικά των. Αὐτόπτης μάρτυς τοῦ γεγονότος τούτου ὑπῆρξα καὶ ἐγώ, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, διότι ἀκριβῶς ἐκείνας τὰς ἡμέρας τοῦ Μαΐου μετεβαίνομεν εἰς τὸν Ναύσταθμον πρὸς ἐξάσκησιν τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἀνέθηκεν ἡμῖν, διὰ τὰ τῆς «Μπουμπουλίνας» τουτέστι. Καὶ ἀφοῦ, κύριε Πρόεδρε, ἐβεβαιώθη ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης τὸ γεγονὸς τοῦτο,—διότι, ἂν δὲν μὲ προεκάλει ὁ κ. Ὑπουργὸς, βεβαίως ἐγὼ δὲν ἤθελον ἐπιμείνει εἰς τὴν βεβαίωσιν ταύτην, διότι δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι ἄνευ βλάβης τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων δύναταί τις νὰ ἐξευτελίζῃ τὰς ναυτικὰς δυνάμεις τῆς χώρας ἡμῶν,—ἀφοῦ ἐβεβαιώθη, λέγω, τὸ γεγονὸς τοῦτο, τίς ἆρά γε εἶναι ὁ ὑπαίτιος τούτου; Τίς κατειρωνεύετο τῶν ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου πρό τινων ἡμερῶν, διὰ τοῦ γνωστοῦ, ὅτι οὔτε πέντε μίλια δὲν ἔπλεον καθ’ ὥραν τὰ πλοῖα ἡμῶν; Τίς κατεξηυτέλισε τὴν δύναμιν τοῦ στόλου ἡμῶν,—περὶ οὗ ἄλλοτε εἶπον πολλά, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐπαναλάβω,—δι’ ὅσων εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ; Τίς ὡμίλησε μετὰ θυμηδίας, προκειμένου περὶ τῶν ὑψίστων ἐθνικῶν συμφερόντων; Πάντες ἀνέγνωσαν καὶ πάντες γινώσκουσιν. Ἐπαναλαμβάνω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀκολουθήσω βῆμα πρὸς βῆμα καὶ σπιθαμὴν πρὸς σπιθαμὴν τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν, ἵνα ἀναιρέσω πάνθ’ ὅσα εἶπε, διότι διατρέχω τὸν κίνδυνον νὰ ἀκούσω, ὅτι δὲν λέγω τ’ ἀληθῆ, διότι δὲν ἔχω πρόχειρα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸ μικροῦ. Παρεκάλεσα ὅμως καὶ παρακαλῶ καὶ πάλιν, ἵνα μὴ εἴπω ὅτι προκαλῶ, τὸν κύριον Ὑπουργὸν, νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ πρὶν ἢ καταπαύσω τὸν λόγον, ἔχω καθῆκον νὰ ἀναφέρω ὀλίγα τινὰ καὶ περὶ τῆς ἄλλης ὑποθέσεως, τῶν πυθμενίων τῶν ὀβίδων, περὶ ἧς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐποιήσατο μνείαν ὡς περὶ λωποδυτικῆς πράξεως, ἐνῷ εἶναι σπουδαιοτάτη, πρᾶξις σχεδὸν εἰπεῖν προδοτικὴ, διότι ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοιοῦτος ἁρμόζει χαρακτηρισμός. Πάντες δὲ γινώσκουσιν, ὅτι τὰ πυροβόλα τὰ παράκτια καθίστανται ἄχρηστα μετὰ τὴν κλοπὴν τῶν δακτυλίων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται παρὰ τὴν βάσιν τῶν ὀβίδων, διὸ καλοῦνται καὶ πυθμένιοι δακτύλιοι. Ἀλλ’ ἐξανέστη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ τῶν βλημάτων τῶν ὀπισθογεμῶν, ἀλλὰ περὶ τῶν ἀχρήστων ἐμπροσθογεμῶν, αὐτὸς δὲ, προκειμένου περὶ τῶν ὀπισθογεμῶν, φροντίζει πολὺ, οὐχὶ ὅμως περὶ τῶν ἐμπροσθογεμῶν Ἄμστρογκ. Καὶ ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι τῶν παρακτίων πυροβόλων ὑπάρχουσι πολλαὶ ὀβίδες ἐν τοῖς παρακτίοις ὀχυρώμασι, καὶ διὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ καταστραφῶσιν αἱ ἐν τῷ Ναυστάθμῳ ὀβίδες. Εἶναι καιρὸς νὰ θέσωμεν τὴν χεῖρα, ὄχι τὴν χεῖρα περὶ τῆς ὁποίας ἔλεγε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἐπιτίθεται ἵνα καλύψῃ τὸ ἔγκλημα, ἀλλὰ τὴν στιβαρὰν χεῖρα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπὶ τῶν ἐγκλημάτων τῶν λαμβανόντων χώραν ἐν τῷ ναυτικῷ ἡμῶν. Καὶ ἐὰν ἢ σεῖς ἢ ἄλλος τις οἱοσδήποτε δὲν τὸ ἐπιθυμῇ, ἢ φέρῃ ἐμπόδια, σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι θὰ τιμωρηθῇ παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡμεῖς, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, ἀπεδείξαμεν καὶ ἄλλοτε, ὅτι πᾶς τις πρέπει νὰ κατέχῃ τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένην θέσιν του, καὶ ὅταν ἐξέρχηται τῆς θέσεως αὐτοῦ, καταπατῶν ξένα δικαιώματα, πρέπει νὰ περιορίζηται εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἔταξεν αὐτὸν, ἐνῷ σεῖς τοὐναντίον ἀπεδείξατε, ὅτι ἐπιτρέπετε καὶ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ὑμῶν νὰ καθίσωσιν ἄλλοι. Ἀλλ’ οὐδέποτε οὐδεμία ἄλλη Κυβέρνησις,—ὄχι Κυβέρνησις, ἵνα μὴ ἀδικῶ τὰς Κυβερνήσεις,—οὐδεὶς ἄλλος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐπέτρεψε νὰ λάβωσι χώραν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσι χώραν κατὰ τὴν ὑπουργείαν ὑμῶν. Θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ νὰ ἐξηγηθῶ σαφέστερον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, καὶ θὰ καταδείξω πράγματι ὁποία εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν, τοῦ ὁποίου μόνον ἡ φήμη ἤρκει ἄλλοτε, ἵνα κατατροπώσῃ τοὺς πρώτους στόλους τοῦ κόσμου, διότι ἡ φήμη μόνον τοῦ ναύτου Ἕλληνος ἀρκεῖ νὰ καταπτοήσῃ τὸν Ἄγγλον ναύτην, διότι μόνον ἡ φήμη τοῦ ναύτου Ἕλληνος εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία πρὸς τὸν ναύαρχον Ἄγγλον ἐμπνέει τοιοῦτον σεβασμὸν, ὥστε ν’ ἀποκαλύπτηται καὶ πρὸ τῆς τελευταίας ἑλληνικῆς λέμβου, τῆς διασχιζούσης τὰ ὕδατα, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἀναπαύονται οἱ κολοσσοὶ τοῦ Βρεττανικοῦ ἔθνους! Δὲν θέλω, ὡς εἶπον νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνασκευὴν πάντων τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἀλλ’ εἶναί τινα, Κύριοι, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μένωσιν οὐδὲ στιγμὴν ἄνευ ἀναιρέσεως· διότι τὸν ἠκούσατε καὶ σήμερον τὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Ὑπουργὸν λέγοντα περὶ τῶν θωρηκτῶν ἡμῶν, ὅτι εἶναι ἀνίκανα πρὸς ἐπίθεσιν.
§102ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Πρὸς ἄμυναν.
§103ΣΤΑΗΣ. Ἔστω πρὸς ἄμυναν.
§104Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Πρὸς ἄμυναν.
§105ΣΤΑΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἐν ᾗ θέσει, ὡς πρὸ μικροῦ ἔλεγον, εὑρίσκετο, δηλαδὴ ἐν τῇ θέσει τοῦ Αἴαντος τοῦ μαστιγοφόρου, εἶχε λησμονήσει καὶ τὴν ἔννοιαν τῶν λέξεων, ἔλεγε δὲ ἄλλα ἀντ’ ἄλλων. Ἔστω λοιπὸν, ὅτι δὲν εἶπεν ὅτι εἶναι ἀνίκανα πρὸς ἐπίθεσιν, εἶπεν ὅμως, ὅτι τὰ θωρηκτὰ εἶναι ἀνίκανα πρὸς ἄμυναν.
§106Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Τοῦτο εἶπον.
§107ΣΤΑΗΣ. Διὰ ποῖον λόγον ἀνίκανα πρὸς ἄμυναν, Κύριοι; Διότι δὲν εἶχον ταχυβόλα! Ἦσαν ἄχρηστα, διότι, ἐὰν δὲν ἐχαρακτηρίζοντο ὡς τοιαῦτα, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ δαπανήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς οὐχὶ 1,700,000 περίπου, ὅσα ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1896, ἀλλὰ 4,000,000 χρυσῶν φράγκων, πρὸς ἐπισκευὴν τῶν πλοίων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Εἶναι δὲ γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, ὅτι τὰ καταστήματα καὶ τοῦ Βασιλειάδου καὶ τοῦ Τζὼν καὶ τοῦ Ἀργυρίου καὶ ἄλλα ἴσως ἐν Πειραιεῖ ἠδύναντο κάλλιστα ἁπάσας τὰς ἐπισκευὰς τῶν Θωρηκτῶν νὰ ἐκτελέσωσι. Προσέτρεξαν οἱ ἐργοστασιάρχαι οὗτοι καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ πρὸς ἄλλας ἀρχὰς, ἵνα καταδείξωσιν ὅτι ἠδικεῖτο ἡ Ἑλληνικὴ βιομηχανία, ἠδικεῖτο τὸ ἔθνος διὰ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν τοιούτων μικρῶν μετασκευῶν τῶν θωρηκτῶν ἐν Πειραιεῖ· διότι περὶ τίνος ἐπρόκειτο τέλος πάντων; Περὶ τῆς μετατοπίσεως ἑνὸς ἱστοῦ καὶ κατασκευῆς μιᾶς δεξαμενῆς. Ἀλλ’ ἐπρόκειτο καὶ περὶ ἄλλου,—θὰ τὰ εἴπωμεν δὲ ἐν χρόνῳ καταλλήλῳ, κύριε Ὑπουργέ,—ἐπρόκειτο νὰ πληρώσωμεν ἁδροτάτους μισθοὺς εἰς χρυσόν, καὶ διπλοῦς μάλιστα, πρὸς ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους συμπαθῶς διάκειται ὁ κ. Ὑπουργός. Μάτην δὲ οἱ ἐν Πειραιεῖ ἐργοστασιάρχαι ὑπεδείκνυον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἀτμόπλοια ὁλόκληρα κατεσκεύασαν, μάτην ὅτι ἐδαπάνησαν ἑκατομμύρια ὅλα, ἵνα τελειοποιήσωσι τὰ ἐργοστάσια αὐτῶν! Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνέπαιζε τοὺς καταστηματάρχας ἐκείνους, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς οὐδὲν ἄλλο ἐσκέπτετο ἢ κατὰ τίνα τρόπον νὰ ἱκανοποιήσῃ φίλους ἐκλογεῖς, ἀποστέλλων αὐτοὺς, ἵνα διασκεδάσωσιν ἐπί τινας μῆνας εἰς τὴν Εὐρώπην, ἐνῷ δὲ ἀφ’ ἑνὸς διασκεδάζουσιν οἱ φίλοι του οὗτοι, ἀφ’ ἑτέρου λιμοκτονοῦσιν οἱ ὑπαξιωματικοὶ καὶ οἱ ναῦται τῶν ἐν Γαλλίᾳ θωρηκτῶν μας! Διότι εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι οἱ ὑπαξιωματικοὶ καὶ οἱ ναῦται ἡμῶν πληρόνονται εἰς χάρτινον νόμισμα, δηλαδὴ μὲ 76% ἔκπτωσιν. Οἱ πτωχοὶ ἐκεῖνοι ὑπαξιωματικοὶ καὶ ναῦται ἔχουσι μηνιαίως 25 δρ. μόνον, ἐκ τῶν ὁποίων 10 δραχμαὶ κρατοῦνται διὰ τὸν ἱματισμὸν αὐτῶν, δύο διὰ τὸ Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον, καὶ ἄλλα τινὰ, τὰ ὁποῖα δὲν ἐνθυμοῦμαι, γινώσκω ὅμως ὅτι ὑπόλοιπον μένει εἰς αὐτοὺς μόνον 7 δραχμαὶ κατὰ μῆνα, ἵνα συντηρηθῶσι καὶ αὐτοὶ καὶ διατηρήσωσι καὶ τὰς ἐνταῦθα οἰκογενείας των! Ἀλλὰ περὶ αὐτῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔλαβε πρόνοιαν, ἔλαβε μόνον πρόνοιαν, ἵνα ἱκανοποιήσῃ δὲν ἠξεύρω καὶ ἐγὼ ποίας ἐπιθυμίας καὶ διαθέσεις, περὶ τῶν ὁποίων βεβαίως δὲν πρέπει νὰ παραδέχηταί τις ὅσα ἀκούει, ἀλλὰ τῇ ἀληθείᾳ εἶναι καί τινες ἐξ αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι πᾶσαν ἑλληνικὴν καρδίαν καταθλίβουσι. Καὶ τὸ ζήτημα, Κύριοι, τοῦτο εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων ζητημάτων, τὸ ζήτημα τῆς διαμονῆς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τῶν θωρηκτῶν ἡμῶν ἐν στιγμαῖς ἐθνικῶν κινδύνων. Ἡ ἀποπομπὴ τῶν θωρηκτῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ὅπως εἶπον καὶ ἄλλοτε, ἐγκαταλιμπάνει τὴν χώραν ἡμῶν ἄνευ τῶν ἰσχυρῶν ἐκείνων μέσων, διὰ τῶν ὁποίων ἐν ἐκτάκτῳ ἐθνικῇ ἀνάγκῃ θὰ διεκδικήσῃ τὰ δίκαια αὐτῆς. Καὶ πάντως πρέπει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ἵνα μὴ καὶ τὰ δύο ἕτερα θωρηκτὰ ἀναχωρήσωσιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν κατὰ στιγμὰς κρισιμωτάτας ἐθνικάς. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς δαπάνης τῶν 4,000,000 φρ. χρυσῶν, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 3,000,000 βεβαίως ἠδύναντο νὰ δαπανηθῶσιν ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν, ἐπισκευαζομένων τῶν θωρηκτῶν ἐν τοῖς μηχανουργείοις ἢ τοῦ Τζὼν Μὰκ–Δούαλ, ἢ τοῦ Βασιλειάδου, ἢ τοῦ Ἀργυρίου, ἢ καὶ ἄλλου τινός· ἀλλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος ἔλεγε πρὸ μικροῦ: «καὶ ποῦ ἐγίνωσκον ἐγώ, ὅτι κατὰ τὴν 12 Μαΐου τοῦ 1896 ἐπρόκειτο νὰ γείνωσι σφαγαί;», πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι ἴσως αὔριον ἐπανέλθωσιν αἱ αὐταὶ καὶ χείρονες ἐθνικαὶ περιστάσεις, καὶ ἂς λάβῃ τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, ἵνα μὴ ἐν τῷ μέλλοντι ἀκούσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τὰ αὐτὰ ἐπαναλαμβάνοντα. Ἂς μὴ δικαιολογηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι τοιαῦτα γεγονότα δὲν ἐγίνωσκεν ὅτι ἐπρόκειτο νὰ λάβωσι χώραν, καὶ τούτου ἕνεκα ἀπέστειλε καὶ τὰ δύο ἕτερα θωρηκτὰ εἰς Εὐρώπην. Καταλήγων τὸν λόγον, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς νὰ μὴ ἐπιτρέψωσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον, ὅταν πρόκειται περὶ ναυτικῶν ζητημάτων, ἀλλὰ μόνον ὅταν πρόκειται περὶ δικολαβικῶν ὑποθέσεων.
§108ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Θηβῶν, οὐχὶ κοινὸν μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ ἀνὴρ διακρινόμενος ἐπὶ σπουδαιότητι καὶ σοβαρότητι καὶ πρώτην ἴσως φορὰν ἐπερωτῶν, ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτοῦ ἀπηύθυνε δύο σπουδαίας, σπουδαιοτάτας ἐπερωτήσεις πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Ἡ μία τούτων ἀφεώρα εἰς τὴν ἀγορὰν βαμβακοπυρίτιδος, ἀποῤῥιφθείσης, ὡς εἶχε πληροφορηθῆ, ὑπὸ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ δευτέρα εἰς τὴν ὑπεξαίρεσιν δακτυλίων τῶν ὀβίδων τοῦ ναυτικοῦ, γενομένην ὑπὸ ὑπαξιωματικῶν...
§109Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὄχι ὑπαξιωματικῶν, ὑπὸ πυροτεχνουργῶν.
§110ΜΑΝΕΣΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ... καὶ ὅτι οἱ ὑπεξαιρούμενοι δακτύλιοι τῶν ὀβίδων παρεδίδοντο εἰς ἀκόλουθον ξένης Πρεσβείας. Τοῦτο, Κύριοι, ἀντελήφθησαν πάντες. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἐὰν δὲν ἐξεπλάγητε πάντες ἐκ τῆς τοιαύτης ἐπερωτήσεως, καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης. Δὲν εἶναι δὲ ἄξιον ἑνὸς Ὑπουργοῦ νὰ καταβιβάζῃ Βουλευτὴν, ἀντιπρόσωπον τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ὅτι ἐγένετο ὄργανον ἄλλων, ἢ ὁλοκλήρου μερίδος, ἵνα πλάσῃ τοιαύτην ἐπερώτησιν. Ὁ Ὑπουργὸς ὁ ἄξιος τῆς σοβαρότητος τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχει, ὁμιλεῖ πάντοτε σεβόμενος τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, ἐὰν θέλῃ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους νὰ σέβωνται αὐτὸν, καὶ οὐχὶ νὰ ἀπευθύνῃ, ὡς πρὸ ὀλίγου, ὕβρεις κατὰ μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου διακεκριμένων, πρὸς τὰ ὁποῖα, ἔπρεπε νὰ συλλογίζηται, ὅτι δὲν δύναται νὰ μετρηθῇ. Λοιπὸν, Κύριοι, ὁμολογῶ, ἐπὶ λόγῳ τιμῆς, ὅτι ἅμα γενομένης τῆς ἐπερωτήσεως ἐκείνης ἐξεπλάγην καὶ ἔῤῥιξα, ἀνέμενον δὲ νὰ ἀκούσω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἐὰν ταῦτα ἔχωνται ἀληθείας ἢ ὄχι. Τί νομίζετε ὅτι ἤθελε συμβῆ εἰς ἄλλο Κράτος ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἤθελεν ἐγερθῆ, καὶ ἂν ἐγνώριζεν, ἤθελεν εἴπει: «Κύριοι, μὴ δίδετε σημασίαν εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα· δὲν ἔχουσιν οὕτω· συνέβη ἁπλῆ ὑπεξαίρεσις· καὶ ἡ βαμβακοπυρῖτις καλῶς ἠγοράσθη καὶ καλῶς ἔχει, καὶ οὐδὲ ἀπεῤῥίφθη ὑπὸ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως»· καὶ οὕτω δὲν θὰ ἐγεννᾶτο κανὲν ζήτημα. Ἐὰν δὲ δὲν ἐγνώριζε, τί ὤφειλε νὰ εἴπῃ; «Κύριοι, αὔριον θὰ καταθέσω ἀμέσως τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, καὶ τότε συζητοῦμεν, διότι καὶ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐνήμερος τῆς ὑποθέσεως.» Ἀλλὰ ἀντὶ τούτου, Κύριοι, τί ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν; Τοῦτο ἔκαμεν εἰς ἐμὲ ἐντύπωσιν· ἠγέρθη καὶ εἶπεν: «Ἀληθῶς, Κύριοι, πρὸ δύο μηνῶν προεφυλακίσθησαν διὰ τοιαύτην αἰτίαν δύο πυροτεχνουργοί»· ὁ ἴδιος δὲ τοὺς ὠνόμασεν ὑπαξιωματικούς, ἐὰν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, διότι ἐνόμιζεν, ὅπως καὶ ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι οἱ πυροτεχνουργοὶ ἀνῆκον εἰς τὸ Β. Ναυτικόν.
§111Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐξήγησιν, ἵνα σᾶς εἴπω τί εἶναι πυροτεχνουργοί;
§112ΜΑΝΕΣΗΣ. Τὸ γνωρίζω, τὸ ἔμαθον.
§113Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οἱ πυροτεχνουργοὶ δὲν εἶναι ὑπαξιωματικοί, ἀλλ’ ὑπάγονται εἰς τὰς αὐτὰς διατάξεις.
§114ΜΑΝΕΣΗΣ. Καὶ ἰσοδυναμοῦσι πρὸς ὑπαξιωματικούς. Τὸ γνωρίζω. Τὸ παρελθὸν ὅμως Σάββατον δὲν τὰ ἐγνωρίζετε αὐτά, καὶ σήμερον τὰ λέγετε. Πάντας λοιπὸν ἐξέπληξε τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἐβεβαίωσε τότε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δύο ὑπαξιωματικοὶ τοῦ Β. Ναυτικοῦ ὑπεξῄρεσαν τοὺς δακτυλίους τῶν ὀβίδων. Ἐπειδὴ δὲ ἐβλέπομεν, ὅτι ἡ ἐπερώτησις προήρχετο παρὰ Βουλευτοῦ ἀληθῶς μὴ εἰδικοῦ εἰς τὰ ναυτικὰ, δὲν ἐγνωρίζομεν περὶ τίνων δακτυλίων ἐπρόκειτο, καὶ ὁ κ. συνταγματάρχης καὶ Βουλευτὴς, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθητε, ἐνόει τὰ παράκυκλα, τ’ ἀποτελοῦντα τὸ τεῖχος τῆς ὀβίδος, καὶ οὐχὶ τὰ δακτύλια τὰ ἐκ χαλκοῦ. Οὐδεὶς ἐνόει τί συνέβαινεν. Ἐγὼ δὲ τί σᾶς ἔλεγον; «Εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι στρατιωτικὸς ἀκόλουθος ξένης Πρεσβείας ἐζήτει νὰ ἀγοράσῃ δράμια χαλκοῦ ἢ ὀρειχάλκου ἀπὸ τὸν Ναύσταθμον ἡμῶν, ἐὰν δὲν εἶχε σκοπὸν σπουδαιότερον, ἢ νὰ μάθῃ τι, τὸ ὁποῖον ἠγνόει, ἢ ἐπὶ τέλους νὰ καταστήσῃ ἄχρηστα τὰ πυρομαχικὰ ἡμῶν;» Διατὶ δὲν ἐλέγετε πρὸς τὴν Βουλήν: «μὴ προβῆτε εἰς συζήτησιν, θὰ σᾶς δώσω πληροφορίας μετὰ 48 ὥρας»;
§115Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὸ εἶπον.
§116ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν τὸ εἴπετε. Ἠγέρθητε καὶ εἴπετε ὅτι προεφυλακίσατε τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ ἐνεργοῦνται ἀνακρίσεις. Ἐὰν ἐλέγετε αὐτὰ, τὰ ὁποῖα μᾶς εἴπετε σήμερον, ὅτι δὲν ἀπεδείχθη καμμία προδοσία, ὅτι συνέβη ἁπλῆ τις ὑπεξαίρεσις, ἢ ὅτι δὲν ἐγνωρίζετε καὶ ὅτι ἠθέλετε μᾶς πληροφορήσει σήμερον, τίς, Κύριοι, ἤθελεν ἐπιμείνει; Τίς λοιπὸν ὁ αἴτιος ὅλου τοῦ γενομένου πατάγου, ἐὰν δὲν ἦναι πυροτέχνημα ἐπίτηδες παρ’ ὑμῶν παρασκευασθὲν, ἵνα ἀνέλθητε σήμερον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ εἴπητε ὅσα εἴπετε καὶ ἐπισπάσητε τὰ χειροκροτήματα τῆς πτέρυγος ταύτης, ἡ ὁποία προχθὲς εἶχεν ἐπίσης ἐκπλαγῆ, ὡς ἡμεῖς; Λοιπὸν, Κύριοι, ἡ σοβαρότης τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπῄτει νὰ ἔλθῃ σήμερον καὶ νὰ εἴπῃ μὲ ὀλίγας λέξεις: «Κύριοι, ἀδίκως ἐγένετο πάταγος καὶ ἐν ταῖς ἐφημερίσι καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἀδίκως ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Θηβῶν ἐτάραξε πάντας· διότι πρόκειται περὶ συνήθους τινὸς κλοπῆς· καὶ ἡ βαμβακοπυρῖτις δὲ, τὴν ὁποίαν ἠγοράσαμεν, εἶναι ἀρίστη καὶ δὲν εἶχεν ἀποῤῥιφθῆ παρὰ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως». Καὶ νὰ περιορισθῇ, Κύριοι, εἰς ταῦτα καὶ μόνον, καὶ οὐχὶ νὰ ἔλθῃ νὰ ἀναγνώσῃ ἔγγραφα ἐπὶ ἐγγράφων καὶ καταθέσεις μαρτύρων, ἵνα καταναλώσῃ ὥρας ὁλοκλήρους καὶ ἐγείρῃ τόσον θόρυβον ἐν τῇ Βουλῇ ἄνευ λόγου. Ἀλλὰ τόσον πολὺ ἐμελέτησεν ἐπὶ 48 ὥρας, ἵνα προκαλέσῃ αὐτὸν τὸν θόρυβον, ὥστε εἴδετε, ὅτι καὶ εἰς ἐπιστημονικὰς θεωρίας κατέγεινε καὶ κατὰ τὸ ἥμισυ τὰς ἐνόησε. Κύριοι, βεβαίως εἶναι λυπηρὸν, ὅτι τὸ γεγονὸς τοῦτο τῆς κλοπῆς ἐλάμβανε χώραν ἀπὸ 10 ἐτῶν. Βεβαίως εἶναι λυπηρὸν ὅτι καὶ εἰς τὰ 1894 εἶχε γείνῃ καταγγελία παρὰ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου, καὶ οὐδὲν ἐνηργήθη. Καὶ ἐγὼ ἂν ἤμην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἤθελον ἐρωτήσει τὸν Διευθυντὴν τοῦ Ναυστάθμου: «διατὶ κατὰ τὸ 1894, ὅτε κατηγγέλλετε, δὲν προέβητε εἰς ἐξετάσεις περὶ τῆς ὑποθέσεως;» Τὸ ἐπράξατε; Ὄχι, ἀπαντῶ ἐγὼ ἀνθ’ ὑμῶν. Καὶ σᾶς εἶπε, Κύριοι, ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἐπὶ δύο μῆνας εἶναι προφυλακισμένοι οἱ δύο πυροτεχνουργοί. Καὶ ἐδικαιολογήθη ἀληθῶς σήμερον, ὅτι ἐπὶ δύο μῆνας ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάκρισις, ἕνεκα τοῦ λόγου τῆς μεταθέσεως τῶν διαφόρων εἰσηγητῶν τοῦ Ναυτοδικείου. Τὰ εἶπε προχθὲς αὐτά; Ὄχι. Ἀλλὰ τί εἶπε; Σᾶς παρέπεμπε νὰ μάθητε τὸν λόγον ἀπὸ τὸν εἰσηγητὴν, καὶ ἠναγκάσθην νὰ τῷ ἀπαντήσω: «καὶ ἐγὼ σᾶς παραπέμπω εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός σας.» Ἐὰν ἐλέγετε προχθές: «ἰδοὺ τί συνέβη· εἶχον εἰσηγητὴν τὸν Α, ὁ Α ἦτο καταγγελεὺς, διώρισα τὸν Β, ἀλλ’ ὁ Β ἦτο καταγγελεὺς ἄλλου, καὶ ἐντεῦθεν ἡ χρονοτριβὴ, ἄλλως τε δὲν ἦτο καὶ μεγάλης σημασίας τὸ πρᾶγμα, διότι πρόκειται περὶ κοινοῦ τινος ἐγκλήματος», ἐὰν ἐλέγετε ταῦτα, οὐδὲν ζήτημα θὰ ἐγεννᾶτο. Ἀλλ’ ὅταν τοῦτο δὲν ἐπράξατε καὶ ἔρχησθε σήμερον, ἵνα προκαλέσητε θόρυβον, νομίζετε ὅτι εἶσθε ἄξιος χειροκροτημάτων; Ὄχι βεβαίως. Εἶσθε ἄξιος μομφῆς, διότι διετελεῖτε ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον διευθύνετε, καὶ ἐκ τῆς ἀγνοίας σας προεκλήθη τοσοῦτος πάταγος ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Διότι ὁπωσδήποτε, κύριε Ὑπουργὲ, ἐγράφησαν ταῦτα, ὁπωσδήποτε ἐλέχθησαν, καὶ ἔπρεπε καὶ σεῖς νὰ γνωρίζητε, ὅτι εἶχον κλαπῆ τὰ πυθμένια τὰ χάλκινα τῶν ὀβίδων, τῶν πυροβόλων Ἄμστρογκ. Εἴχετε εἴπει προχθὲς, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ αὐτῶν τῶν πυθμενίων; Ὄχι. Διετελεῖτε ἐν ἀγνοίᾳ· διότι, ἐὰν τὸ ἐγνωρίζετε, ἠθέλετε μᾶς εἴπει: «δὲν πρόκειται περὶ τῶν θωρηκτῶν, δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ νῦν ἐν ἰσχύϊ καὶ ἐν χρήσει, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῶν πυροβόλων τῶν ἐμπροσθογεμῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχομεν σήμερον ἐν χρήσει, μετὰ τὸν νέον ὁπλισμὸν τῶν θωρηκτῶν ἡμῶν καὶ τοῦ στόλου». Τίποτε δὲν ἐγνωρίζετε, καὶ τίποτε ἐξ αὐτῶν δὲν μᾶς εἴπετε. Διατὶ λοιπὸν σήμερον ἐγείρετε τὸν πάταγον αὐτόν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν ὁποῖον προεκαλέσατε, δὲν εἶχεν ἐννοήσει περὶ τίνος πρόκειται, ὡς καὶ ἐγώ. Τὰ πυθμένια, ὅπως καλῶς ἐμάθετε, ἐπέχουσι θέσιν τῶν δακτυλίων, περὶ ὧν εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Θηβῶν, τὰ δὲ δακτύλια δὲν εἶναι μόνον ὅπως δίδωσι τὴν περιστροφικὴν κίνησιν, ἀλλὰ τὸ κυριώτερον εἶναι νὰ φράττωσι τὴν διαφυγὴν τῶν ἀερίων, ὅπως ὅλα τὰ ἀέρια τῆς πυρίτιδος ἐνεργῶσιν ἐπὶ τοῦ πυθμένος τῆς ὀβίδος καὶ δίδωσι μεγαλειτέραν εἰς αὐτὴν τροχιάν. Λοιπὸν σήμερον μανθάνομεν, ὅτι οὐ μόνον αἱ ὀβίδες εἶναι ἄχρηστοι, ἀλλὰ καὶ τὰ πυροβόλα. Καὶ νομίζετε ὅτι δὲν εἶναι καὶ τοῦτο ζημία; Καὶ δὲν εἶσθε ὑπεύθυνος σεῖς; Καὶ τί ἔρχεσθε λοιπὸν ἐδῶ καὶ ἐπιτίθεσθε ἐναντίον ὅλων, ὡς ἄλλος Ναπολέων; Ἔπρεπε νὰ εἴπητε: «μὴ κάμετε αὐτὸν τὸν πάταγον περὶ τῶν ὀβίδων τοῦ Ἄμστρογκ· κακὸν ἦτο, ἀλλὰ ἡ ἀνάκρισις θ’ ἀκολουθήσῃ τὸ ἔργον της». Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ἀνεγνώσατε διάφορα ἔγγραφα, καὶ ἐπὶ τέλους ὡμιλήσατε περὶ βαμβακοπυρίτιδος. Τίς ἀρνεῖται, ὅτι δὲν ἔχετε εὐθύνην, ἀφοῦ ἔχετε ἔκθεσιν ἐπιτροπῆς, κατόπιν τῆς ὁποίας τὴν παρελάβετε; Ἀλλ’ ἐγὼ ἤθελον σᾶς ἐρωτήσει: ἐν τῷ Χημείῳ τοῦ Ναυστάθμου ἐγένετο ἡ ἐξέτασις τῆς βαμβακοπυρίτιδος ἢ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ;
§117Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ καθηγητὴς κ. Δαμβέργης εἶναι καθηγητὴς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ.
§118ΜΑΝΕΣΗΣ. Βεβαίως, Κύριοι, ἔχω ὑπόληψιν εἰς τὰ πρόσωπα, τὰ ἐνεργήσαντα τὴν ἐξέτασιν τῆς βαμβακοπυρίτιδος, ἀλλὰ κυρίως εἰς τὰς τοιαύτας περιστάσεις ὑπεύθυνοι εἶναι οἱ ἁρμοδιώτεροι ὡς ἐκ τῆς εἰδικότητος αὐτῶν. Ποῦ ἐγένετο ἡ ἀνάλυσις;
§119Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐν τῷ ἐργαστηρίῳ τῆς φαρμακευτικῆς χημείας ἐγένετο ἡ ἐξέτασις.
§120ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐν τούτοις ὑπάρχει Χημεῖον ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, καὶ πληρόνομεν εἰς τὸν Διευθυντὴν τοῦ Χημείου 300 δραχμὰς κατὰ μῆνα, καὶ δὲν ἠξεύρω ἂν ἦναι ἐν χρήσει...
§121Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγένετο ἐδῶ ἡ ἐξέτασις, διότι ὁ κ. Δαμβέργης εἶναι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ οἱονεὶ πρόεδρος, διότι εἶναι καθηγητὴς, ἔχων ἐνταῦθα, εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, τὰς παραδόσεις αὐτοῦ, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μεταβαίνῃ ἐπὶ δύο μῆνας εἰς τὸν Ναύσταθμον.
§122ΜΑΝΕΣΗΣ. Εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ τὸ Χημεῖον τοῦ Ναυστάθμου;
§123Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα, ἐν ἐνεργείᾳ.
§124ΜΑΝΕΣΗΣ. Λοιπὸν ὅλων αἴτιος εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον ἠδύνατο νὰ προλάβῃ τὰ πάντα καὶ νὰ εἴπῃ: «μὴ προβαίνετε εἰς καμμίαν συζήτησιν· αὔριον θέλω καταθέσει τὰ ἔγγραφα.»
§125Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δέκα φορὰς εἶπον αὐτὸ, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐδέχθητε.
§126ΜΑΝΕΣΗΣ. «Σᾶς παραπέμπω εἰς τὸν εἰσηγητὴν», εἴπατε, ὅταν ἐγὼ εἶπον, «ἂν νομίζητε ὅτι εἶναι τὰ πράγματα σοβαρὰ, πῶς δὲν ἔχετε ἀποτέλεσμα, ἐνῷ πρὸ δύο μηνῶν ἐνεργεῖται ἀνάκρισις;»
§127ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ῥητῶς ἐδήλωσεν, ὅτι καταθέτει διάφορα ἔγγραφα εἰς τὸ Προεδρεῖον. Παρακαλοῦμεν νὰ μᾶς δοθῶσι τὰ ἔγγραφα, ἵνα τὰ μελετήσωμεν, διὰ νὰ συζητῶμεν ἀπὸ τοῦ ἴσου.
§128Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Καταθέτω τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἐμπειροτεχνῶν, ἣν ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτής. Θέλω καταθέσει καὶ τὰ ἄλλα ἔγγραφα ἀμέσως. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν χρειάζομαι αὐτά, διότι πρόκειται νὰ κάμω τὰς διορθώσεις τῆς ἀγορεύσεώς μου, κατόπιν σᾶς τὰ δίδω ὅλα.
§129ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐγὼ χαίρω ἀληθῶς, ἄν, ὡς ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, δὲν ἔλαβε χώραν ἔγκλημα ἐσχάτης προδοσίας, καίτοι ὑπολείπεται εἰσέτι ἀμφιβολία τις περὶ τούτου ἐκ τῆς ἀπαντήσεως, τὴν ὁποίαν εἶδον δημοσιευμένην, τοῦ στρατιωτικοῦ ἀκολούθου τῆς ἐνταῦθα Τουρκικῆς Πρεσβείας, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι, «ἂν ἔγεινε κἄτι τι, δὲν ἤμην ἐγώ, ὁ ὁποῖος τὸ ἔκαμα, ἀλλ’ ἄλλος τις ὑπάλληλος τῆς Πρεσβείας». Ἐγὼ ἐν τούτοις λέγω, ὅτι δὲν ἔγεινε τοιοῦτον ἔγκλημα, πρὸς τιμὴν τοῦ τόπου. Ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι τὰ τοῦ Ναυστάθμου δὲν ἔχουσι καλῶς. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐνθυμοῦμαι πρὸ πολλοῦ χρόνου, ὄχι μόνον ἐπὶ τῆς ὑπουργείας ὑμῶν, κ. Ὑπουργέ, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν προκατόχων σας, βεβαίως συνεπείᾳ αὐτοῦ τοῦ κανονισμοῦ τοῦ Ναυστάθμου, ὅτι πλημμελέστατα ἔχουν τὰ τῆς διοικήσεώς του, σεῖς δὲ ὁ ἴδιος ὡμολογήσατε, ὅτι ἦτο ἐλευθέρα ἡ εἴσοδος εἰς τὸν Ναύσταθμον εἰς πάντας, ἐνῷ οὐδαμοῦ, εἰς οὐδὲν μέρος τοῦ κόσμου, ὄχι οἱ ναύσταθμοι, ἀλλ’ οὔτε τὰ φρούρια, οὔτε αἱ ἀποθῆκαί εἰσι προσιταὶ εἰς οὐδένα· εἰς τοὺς ἐπισκέπτας ἐπιτρέπεται νὰ ἴδωσι μόνον ἀνάξια λόγου μέρη. Ἀλλὰ τέλος πάντων, Κύριοι, χαίρω ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἔγκλημα ἐσχάτης προδοσίας ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ἐλπίζω ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία θὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν της ὡς πρὸς τὴν ἁπλῆν κλοπὴν τῶν πυθμενίων.
§130ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Πόσον ποσὸν βαμβακοπυρίτιδος ἠγοράσθη καὶ ἀντὶ πόσου ποσοῦ;
§131Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Αὔριον θὰ σᾶς δώσω τὴν πληροφορίαν αὐτήν.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θεοτόκης ἔχει τὸν λόγον.
§133ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγώ, Κύριοι, οὐδένα σκοπὸν εἶχον νὰ λάβω σήμερον τὸν λόγον ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων τῶν ὑποβληθεισῶν κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν. Ὡς ἐδήλωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θηβῶν, ἐν ἀγνοίᾳ καὶ αὐτῶν τῶν στενῶν φίλων αὐτοῦ ὑπέβαλε τὰς ἐπερωτήσεις ταύτας. Σήμερον ἀπήντησε διὰ μακρᾶς ἀγορεύσεως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀνταπήντησε δ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θηβῶν, καὶ ἐνόμιζον ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου περαιτέρω συζήτησις θὰ ἦτο ὅλως περιττή. Ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔχει τὸ σύστημα, ἵνα ἐν ταῖς ἀγορεύσεσιν αὐτοῦ περὶ οἱωνδήποτε θεμάτων ἀναμιμνήσκηται τοῦ παρελθόντος καὶ δι’ ὑπαινιγμῶν προσβάλλῃ τὴν ἐνέργειαν τῶν προκατόχων του. Σήμερον δὲ δὲν ἠρκέσθη εἰς ὑπαινιγμούς, ἀλλ’ ἀπ’ εὐθείας μὲ προεκάλεσεν, ἵνα ἐπὶ τοῦ παρελθόντος τούτου καὶ ἐπὶ τῆς κατὰ τὸ παρελθὸν ἐνεργείας λάβω τὸν λόγον. Ἐγνώριζον μέχρι τοῦδε, ὅτι οἱ ἀντιπολιτευόμενοι προκαλοῦν, δυστυχῶς ἤδη μανθάνω, ὅτι Ὑπουργοὶ ἐπὶ πολὺν καιρὸν ἐν τῇ Κυβερνήσει διατελοῦντες δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονήσωσιν ὅτι δὲν εἶναι πλέον ἀντιπολιτευόμενοι, καὶ νομίζουσιν ὅτι ἐξακολουθοῦσι παρακαθήμενοι ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ (δεικνύει τὴν ἀριστεράν). Προκληθεὶς ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἀλλὰ πρὶν εἰσέλθω εἰς τὸ ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον κυρίως τὸν λόγον ἐζήτησα, θέλω εἴπει δύο λέξεις ἐν παρόδῳ ἐπὶ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀνέπτυξεν, ἀπαντῶν εἰς τὰς ἐπερωτήσεις τοῦ κ. ἐκ Θηβῶν Βουλευτοῦ. Νομίζω ὅτι ἀντὶ τῆς ἐκτενοῦς ἀγορεύσεως, ἡ ὁποία διήρκεσεν ὑπὲρ τὰς δύο ὥρας, ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὰ θέματα, τὰ κυρίως ὑπὸ συζήτησιν. Καὶ ὡς πρὸς τὴν βαμβακοπυρίτιδα ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν πράγματι μετεχειρίσθη μεσίτην διὰ τὴν παραγγελίαν τῆς βαμβακοπυρίτιδος, καὶ ἐὰν τὴν βαμβακοπυρίτιδα ἐπρομηθεύθη παρὰ καταστήματος, τὸ ὁποῖον ἐν ταῖς ἀποθήκαις αὑτοῦ εἶχε βαμβακοπυρίτιδα ἀποῤῥιφθεῖσαν ἀπὸ τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν. Ἰδοὺ τὰ δύο ζητήματα τ’ ἀποτελοῦντα τὸ ἀντικείμενον τῆς πρώτης ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Θηβῶν. Ἀλλὰ τὰ δύο ταῦτα ζητήματα διέφυγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ ὡμίλησε περὶ ἄλλων ζητημάτων, ὅλως ἀσχέτων πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Μᾶς ἀπέδειξε διὰ βιβλίων καὶ ἐγγράφων, ὅτι τὸ κατάστημα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐπρομηθεύθη τὴν βαμβακοπυρίτιδα, δὲν εἶναι μεταπρατικὸν κατάστημα, ἀλλὰ κατάστημα κατασκευάζον βαμβακοπυρίτιδα, ἀλλ’ οὐδὲν εἶπε περὶ τοῦ μεσίτου, οὐδὲν περὶ τῆς ἀποῤῥιφθείσης ὑπὸ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως βαμβακοπυρίτιδος. Ἔμεινε λοιπὸν ἡ κυρία ἐπερώτησις ἄνευ ἀπαντήσεως. Τί ἀπήντησεν ὡς πρὸς τὴν δευτέραν ἐπερώτησιν; Βεβαίως κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου ἐδόθη σημασία πάρα πολὺ μεγάλη εἰς τὴν ἐπερώτησιν τὴν ὑποβληθεῖσαν, σημασία τοιαύτη, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἐπερωτήσας αὐτὸς βεβαίως δὲν ἀπέδιδεν εἰς αὐτήν. Ἐγένετο λόγος περὶ προδοσίας, ὡσεὶ ὑπῆρχον μυστικὰ ἐν τῷ ἡμετέρῳ ναυτικῷ, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο ξένη Κυβέρνησις νὰ μάθῃ.
§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖος ἔκαμε τὸν λόγον αὐτόν;
§135ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸν λόγον τὸν ἔκαμον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προεκλήθησαν παρὰ τῆς ὅλως ἀδεξίου ἀπαντήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Διότι, ἂν ἡ ἀπάντησις περιωρίζετο εἰς τὸ θέμα, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλεγεν: «Ἔχω γνῶσιν τοῦ ζητήματος· ἐγένετο κλοπὴ ὀβίδων τῶν πυροβόλων Ἄμστρογκ, δηλ. τῶν πυροβόλων τῶν μὴ ἐν χρήσει ἐν τῷ ναυτικῷ ἡμῶν· κατόπιν δὲ τῆς εἰς ἐμὲ καταγγελθείσης πράξεως, προέβην εἰς τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς θέσεώς μου ἔπρεπε νὰ λάβω. Ἂν θέλετε δὲ νὰ μάθητε τὰ καθέκαστα τῶν μέτρων τούτων, θέλετε τὰ μάθει εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν, ὅτε θέλω καταθέσει τὰ ἔγγραφα τὰ πρὸς τὰ μέτρα ταῦτα σχετικά.» Ἂν οὕτω ἀπήντα, τίποτε δὲν θὰ ἐπηκολούθει. Ἀλλ’ ὅταν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Θηβῶν ἀπηντήσατε ἀμέσως, ὅτι διετάξατε τὴν προφυλάκισιν τῶν θεωρουμένων ὑπόπτων, χωρὶς οὔτε τὸ γεγονὸς ν’ ἀμφισβητήσητε, οὔτε τὴν ἰδέαν συνεννοήσεως αὐτῶν μετὰ τοῦ στρατιωτικοῦ ἀκολούθου Πρεσβείας τινὸς νὰ ἐξαφανίσητε δι’ ἀμέσου ἀρνήσεως· ὅταν λέγετε, ὅτι διετάξατε προφυλάκισιν· ὅταν ἐκ τῆς δοθείσης ἀπαντήσεως εἰς τὴν ἐπερώτησιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προέκυψεν ἡ ἀναγνώρισις τοῦ γεγονότος, τότε ἐγένοντο αἱ πολλαὶ ἐκεῖναι ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἔδωσαν εἰς τὸ ζήτημα διαστάσεις, τὰς ὁποίας βεβαίως δὲν ἔπρεπε νὰ λάβῃ. Εἰς ταῦτα, Κύριοι, ἤθελον ἀρκεσθῆ, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν δύο αὐτῶν ἐπερωτήσεων, ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ τόνος ὑμῶν ὁ προκλητικός, τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχετε, ν’ ἀναμιγνύητε πάντοτε τὸ παρελθόν, λησμονοῦντες ὅτι τὸ καθῆκον τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι νὰ σκέπτηται περὶ τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος, μὲ ἀναγκάζει νὰ ἐκταθῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ νὰ ἐξετάσω τὸ παρελθὸν ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου μετὰ τοσαύτης περιφρονήσεως πάντοτε ὁμιλεῖτε· νὰ ἐξετάσω, τί ἔπραξεν ὑπὲρ τοῦ ναυτικοῦ τῆς πατρίδος ἡμῶν. Τὸ παρελθὸν αὐτὸ εἶναι ἄξιον τῶν ὑπαινιγμῶν ὑμῶν τῶν ἀσεβῶν; εἶναι ἄξιον τῆς περιφρονήσεως, τὴν ὁποίαν δεικνύετε, ὁμιλοῦντες περὶ αὐτοῦ; Ποία ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ ναυτικοῦ πρὸ τῆς διοικήσεως τοῦ παρελθόντος, τὸ ὁποῖον πάντοτε ἀναμιμνήσκετε; Εἴπατε, παρακαλῶ, εἰς ἡμᾶς, ποῖος ἔκαμε τὴν Ναυτικὴν Σχολήν, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξῆλθον τόσοι πεπαιδευμένοι ἀξιωματικοὶ τοῦ στόλου ἡμῶν; Ἐκεῖνο τὸ ἐπάρατον παρελθόν, ἢ ἄλλο τι παρελθόν, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν γνωρίζω; Ποῖος ἔκαμε τὸν νόμον περὶ ναυτολογίας, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐρείδεται σήμερον τὸ ναυτικὸν ἡμῶν; Τὸν ἔκαμε τὸ παρελθὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀδίκως ὑμεῖς ἐπεκρίνατε, καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅταν ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, δυνάμει τοῦ ὁποίου τὸ ναυτικὸν ὑφίσταται, καὶ ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν θὰ ἦσθε εἰς κατάστασιν νὰ φέρητε νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου κατὰ 400 ἄνδρας, ἐνθυμοῦμαι ὁποίαν θύελλαν ἤγειρεν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ ἐνθυμοῦμαι τί ἤκουσα ἐγώ, ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου· ἤκουσα παρ’ ὑμῶν, ὅτι καταστρέφω τὰς ναυτικὰς δυνάμεις τῆς χώρας· ἤκουσα παρ’ ὑμῶν, ὅτι σχεδὸν προδοσία ἦτο ἡ ὑποβολὴ τοιούτου νομοσχεδίου, ὅτι ἡ ἐγκατάλειψις τοῦ συστήματος τοῦ παλαιοῦ ἦτο θυσία τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ εὐτυχῶς δι’ ἐμὲ καὶ εὐτυχῶς διὰ τὴν Κυβέρνησιν, εἰς ἣν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, ὅταν ἦλθον εἰς τὰ πράγματα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τοσοῦτον δριμέως ἐπέκριναν τὸν νόμον ἐκεῖνον, οὐδὲν ἕτερον ἔκαμον ἢ νὰ ἐφαρμόσωσιν αὐτὸν καὶ ν’ ἀναγνωρίσωσι τὴν χρησιμότητα αὐτοῦ. Καὶ μεταξὺ τῶν τότε ἐπιτεθέντων ἦσθε καὶ ὑμεῖς, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα μέχρι σήμερον δὲν εἴδομεν, καίτοι παρῆλθον 18 μῆνες ἀφ’ ἧς ἀνήλθατε εἰς τὴν ἀρχήν, νὰ φέρητε νόμον, καταργοῦντα τὸν θεμελιώδη ἐκεῖνον νόμον τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, ὑπῆρχον λιμενικαὶ ἀρχαί, ἄξιαι τοῦ ὀνόματος, καὶ νόμος περὶ λιμενικῶν ἀρχῶν; Γνωρίζετε εἰς ποίαν κατάστασιν ἦσαν τὰ τῶν λιμεναρχείων; Τὸ ῥουσφέτιον τὰ ἐκανόνιζε. Ποῖος κατώρθωσεν, ἵνα διὰ νόμου ταῦτα ῥυθμισθῶσι; Ποῖος κατώρθωσεν ἐπὶ τέλους, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν νὰ ἦναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητον πάσης πολιτικῆς ἐπιδράσεως; Τὸ παρελθὸν ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου μετὰ τόσης περιφρονήσεως πάντοτε ὁμιλεῖτε. Ἂν σήμερον ἔχετε φάρους ἐν Ἑλλάδι, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, εἰς ποῖον χρεωστεῖτε τὸ σύστημα τῶν φάρων; Γινώσκετε βεβαίως σήμερον, διότι ἀσχολεῖσθε περὶ τὰ ναυτικά, τί ἔλεγον οἱ Εὐρωπαῖοι περὶ τῶν ἐν Ἑλλάδι φάρων πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος τοῦ καθιερωθέντος διὰ τοῦ τελευταίου περὶ φάρων νόμου: «Μὴ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τοὺς φάρους τῆς Ἑλλάδος· λειτουργοῦσι τόσον κακῶς, ὥστε δὲν πρέπει νὰ προσέξητε εἰς αὐτούς». Ἀλλά, ἐὰν σήμερον ἔχετε σύστημα τέλειον, εἰς ποῖον ὀφείλεται τοῦτο; Εἰς αὐτὸ τὸ παρελθόν, ἢ εἰς ἄλλην τινὰ Κυβέρνησιν, ἄγνωστον εἰς ἐμέ; Καὶ ὁ νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας καὶ τόσοι ἄλλοι ὀργανικοὶ νόμοι, εἴπετέ μοι, τίνος Κυβερνήσεως ἔργα εἶναι; Καὶ ταῦτα ὡς πρὸς τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐπικρίνετε καὶ τῆς ὁποίας ἡ ἐμπάθεια ὑμῶν ἀμφισβητεῖ τὰς ἀναμφισβητήτους ὑπηρεσίας. Ἡ ἐμπάθεια ὑμῶν, κύριε Ὑπουργέ, εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν σταματᾷ ὑμᾶς πρὸ τοῦ θανάτου· οὐδέποτε ἠθελήσατε ν’ ἀποδώσητε δικαιοσύνην εἰς τὸν ἀντίπαλον ὑμῶν ζῶντα· φείσθητε τουλάχιστον τοῦ τεθνεῶτος! (αἴσθησις). Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ὑλικοῦ τοῦ στόλου. Μετὰ στόμφου μὲ ἠρώτησε πρὶν ὁ κ. Ὑπουργός: «καὶ ποῖος εἶναι ὁ στόλος ἡμῶν; τί παρεδώσατε;» Ἀλλὰ δὲν ἐνοήσατε, ὅτι περιεπίπτετε εἰς τὴν μεγαλειτέραν τῶν ἀντιφάσεων, καθ’ ἣν στιγμὴν ταῦτα ἐλέγετε· διότι, ὑπῆρχε στόλος κατὰ τὰς ἡμέρας, καθ’ ἃς ἐκάπνιζον ἐν Φαλήρῳ τὰ θωρηκτά, ἢ δὲν ὑπῆρχεν; Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε, διατὶ ἐκάπνιζον τὰ θωρηκτά; Ἐὰν δὲν εἴχετε πεποίθησιν εἰς τὸν στόλον ἐκεῖνον, διατὶ προητοιμάζετε αὐτὸν πρὸς ἐνέργειαν; Ἐὰν θελήσητε μετ’ εἰλικρινείας νὰ ἐξετάσητε τὰ πράγματα, θέλετε ἀναγνωρίσει, ὅτι ὁ στόλος ἡμῶν ἀποτελεῖται ἐκ δύο στοιχείων, ἐκ τῆς ὑποβρυχίου ἀμύνης, καὶ ταύτην εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1885 καὶ 1886 τὴν χρεωστοῦμεν, καὶ ἐκ τῶν θωρηκτῶν, καὶ ταῦτα εἰς τὴν Κυβέρνησιν Τρικούπη ὀφείλονται. Ἀμφισβήτησις δὲν χωρεῖ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Διὰ τῶν θωρηκτῶν ἡ Ἑλλὰς ἀπέκτησε στόλον, καὶ πρὶν ἢ ὁ Τρικούπης προμηθευθῇ τὰ θωρηκτά, στόλος δὲν ὑπῆρχεν. «Ἀλλὰ, λέγετε, ποία ἡ κατάστασις τῶν θωρηκτῶν ἡμῶν; Ἦσαν ἱκανὰ πρὸς ἐπίθεσιν καὶ ἀνίκανα πρὸς ἄμυναν.» Μελετήσατε τὰ ἔγγραφα, λάβετε γνῶσιν τῆς ἀλληλογραφίας περὶ τῶν σπουδαίων ζητημάτων, τῶν πρὸς τὰ θωρηκτὰ σχετιζομένων, καὶ θέλετε πεισθῆ, ὅτι τὰ παρ’ ὑμῶν λεγόμενα δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Ἀναδιφήσατε τὴν διαμειφθεῖσαν ἀλληλογραφίαν ὡς πρὸς τὴν κατασκευὴν τῶν θωρηκτῶν, καὶ ἂν μελετήσητε αὐτὴν, μόνον ἐὰν ἦσθε κακῆς πίστεως, δύνασθε νὰ ὑποστηρίξητε, ὅτι στόλος δὲν ὑπῆρχε, λόγῳ ὅτι τὰ θωρηκτὰ δὲν εἶχον τὰ ταχυβόλα, περὶ ὧν τοσοῦτος γίνεται λόγος. Τῷ ὄντι μεταξὺ τῶν ἐγγράφων ὑπάρχουν ἐκθέσεις τοῦ Dupont, ἐπιτηρήσαντος τὴν κατασκευὴν τῶν θωρηκτῶν, ἐν αἷς ὁ κ. Dupont πραγματεύεται τὸ ζήτημα τῶν ταχυβόλων, καὶ τί λέγει ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ; (ἀναγινώσκει): «Δὲν σᾶς συμβουλεύω νὰ σκεφθῆτε σήμερον περὶ ταχυβόλων. Τὸ κατάστημα Cannet ἐπέτυχε τὴν κατασκευὴν ταχυβόλων δι’ ἀκάπνου πυρίτιδος, ἀδυνατεῖ δὲ μέχρι σήμερον, ἵνα ἐπιτύχῃ τὸ ταχυβόλον διὰ τῆς κοινῆς πυρίτιδος. Ἀναβάλετε λοιπὸν πᾶσαν σκέψιν περὶ τούτου. Ἄλλως τε μὴ λησμονεῖτε ὅτι ἔχετε ἀρκετὰς μυδροβόλους ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, δι’ ὧν δύνασθε νὰ ἐξασφαλίσητε τὴν ἄμυναν τῶν ἡμετέρων θωρηκτῶν.» Αὐτὰ εἶναι γεγονότα, αὐτὰ ἐξάγονται ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων. Πῶς δύνασθε λοιπὸν νὰ μεμφθῆτε ἡμᾶς, ὅτι δὲν ἐπρομηθεύθημεν ταχυβόλα, καὶ νὰ μᾶς λέγητε ὅτι εἴμεθα ὑπεύθυνοι διότι δὲν παρηγγείλαμεν ταχυβόλα; Ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχον ταχυβόλα, λειτουργοῦντα μὲ τὴν κοινὴν πυρίτιδα, κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν κατεσκευάσθησαν τὰ θωρηκτὰ, κύριε Ὑπουργέ. Ἀλλὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μοὶ εἴπητε: «διατὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐσχηματίσθη ἀργότερα, ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ Τρικούπη, δὲν προέβη εἰς τὴν προμήθειαν ταύτην;» Λέγοντες ταῦτα, βεβαίως λησμονεῖτε, ὅτι πρὸ τῆς ἐπανόδου τοῦ Τρικούπη ἐκυβέρνησε τὴν χώραν ὁ νῦν Πρωθυπουργός. Διατὶ δὲν μέμφεσθε αὐτοῦ; Ἐπίσης λησμονεῖτε, ὁποία ἦτο ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Λησμονεῖτε, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ Κυβέρνησις ἐπάλαιεν, ὅπως ἀποφύγῃ τὴν πτώχευσιν, ὅτι πᾶσα αὐτῆς μέριμνα πρὸς τοῦτο ἔτεινε, καὶ ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ναυτικῶν, οἱ ἀναγνωρίζοντες βεβαίως τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας σήμερον δύνασθε νὰ θεραπεύσητε, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τύχωσι τῶν ἀναγκαίων πιστώσεων, ὅπως τὰς ἀνάγκας ταύτας ἐξυπηρετήσωσι. Ταῦτα τὸ παρελθὸν ἔπραξε καὶ ὡς πρὸς τὴν νομοθεσίαν καὶ ὡς πρὸς τὸ προσωπικὸν τοῦ στόλου· ταῦτα ἔπραξεν ὡς πρὸς τὸ ὑλικὸν τοῦ στόλου. Ἀπέναντι αὐτῶν τί ἐπράξατε ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν; Ἠσχολήθητε περὶ λεβήτων, περὶ ἐπισκευῆς καὶ κατασκευῆς λεβήτων! Ἐρωτῶ, ἡ ἐπισκευὴ καὶ ἡ κατασκευὴ λεβήτων εἶναι ζήτημα τρεχούσης ὑπηρεσίας, ναὶ ἢ ὄχι; Τοῖς πᾶσιν εἶναι γνωστὸν, ὅτι οἱ λέβητες τῶν πλοίων μετὰ παρέλευσιν πέντε ἢ ἓξ ἐτῶν καθίστανται ἄχρηστοι καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἢ ἐπισκευῆς αὐτῶν ἢ κατασκευῆς νέων· δύνασθε δὲ νὰ μεμφθῆτε τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ 1886–1890, διότι κατὰ τὸ 1896 εὕρετε λέβητας ἐφθαρμένους;—διότι οἱ ἐφθαρμένοι λέβητες τοῦ 1896 δυνατὸν νὰ μὴ ἦσαν λέβητες ἐφθαρμένοι τοῦ 1889 ἢ 1890. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι τοῦτο εἶναι ἀληθές, θὰ ἦτο δυνατὸν ποτε νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἐπισκευὴν ἢ τὴν κατασκευὴν τῶν λεβήτων ἄνευ τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ χορηγεῖ εἰς ὑμᾶς; Καὶ ἦτο δυνατὸν, ἐπαναλαμβάνω, ἐν τῇ οἰκονομικῇ καταστάσει, ἐν τῇ ὁποίᾳ πρότερον εὑρισκόμεθα, αἱ πιστώσεις αὗται νὰ δοθῶσιν; Ἐλάβετε τὰς πιστώσεις, καὶ προέβητε εἰς τὴν ἐπισκευὴν καὶ κατασκευὴν τῶν λεβήτων τούτων, καὶ ἐπὶ τῇ κατασκευῇ καὶ ἐπισκευῇ τῶν λεβήτων θέλετε νὰ δρέψητε δάφνας καὶ νὰ ἐγείρωμεν ἴσως ἀνδριάντα εἰς ὑμᾶς ἐν Ναυστάθμῳ, ὅπως δοξάσωμεν τὴν μεγάλην ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν εἰς τὸ Κράτος προσεφέρατε! (ἱλαρότης). Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν καὶ στενώτερον εἰς τὰ πράγματα. Ποίων πλοίων τοὺς λέβητας ἐπισκευάζετε; Τὰ πλεῖστα τῶν πλοίων ἐκείνων οὐδεμίαν ἀξίαν πολεμικὴν ἔχουσι. Κατὰ τί λοιπὸν ἡ δύναμις ἡ ναυτικὴ τῆς χώρας ηὔξησε διὰ τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς ἐκάμετε; Ἐπισκευάζετε τοὺς λέβητας τῆς «Πληξαύρας», τοῦ Ἀχελώου», ἢ τοῦ «Πηνειοῦ», ἢ δὲν ἠξεύρω τίνος πλοίου.
§136Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τοῦ «Μιαούλη», τοῦ «Γεωργίου».
§137ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ· τὴν στιγμὴν ταύτην ὁμιλῶ περὶ πλοίων οὐδεμίαν ἐχόντων πολεμικὴν ἀξίαν, δὲν ὁμιλῶ περὶ «Γεωργίου» καὶ «Μιαούλη». Καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ «Μιαούλη», ἀμφιβάλλω καὶ ἀμφιβάλλουσι πολλοὶ ἀξιωματικοὶ τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν, ἐκ τῶν ὁποίων τὰς πληροφορίας μου ἠρύσθην, ἂν ὁ «Μιαούλης» ἔχῃ πολεμικὴν ἀξίαν. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἀναγνωρίζω, ὅτι τινὰ τῶν πλοίων εἶχον ἀνάγκην ἐπισκευῆς ἢ κατασκευῆς λεβήτων· ἀναγνωρίζω ὅτι διὰ τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ διαθέσητε, προβαίνετε εἰς τὴν ἐπισκευήν. Ἀλλ’ εἶναι λόγος αὐτὸς, μετὰ τοσαύτης δριμύτητος νὰ ἐπιτίθεσθε πάντοτε κατὰ τοῦ παρελθόντος, τῇ ἐνεργείᾳ τοῦ ὁποίου ἡ Ἑλλὰς ἀπέκτησε στόλον ἱκανὸν νὰ προασπίσῃ τὰ ἑαυτῆς συμφέροντα; Δὲν ἐννοεῖτε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, ὅτι εἶναι καιρὸς πλέον νὰ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι εἶσθε Ὑπουργὸς καὶ δὲν εἶσθε ἀντιπολιτευόμενος; Ἡ φάσις ἡμῶν πάντοτε εἶναι φάσις ἀντιπολιτευομένου, καὶ ἀντιπολιτευομένου μετερχομένου τὴν πολιτείαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ βεβαίως δὲν θὰ ἐθεώρουν ὀρθήν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὡμιλήσατε ὡς Ὑπουργὸς τοῦ Κράτους, ὅτε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ὡμιλήσατε περὶ τῶν ναυάρχων τῆς Ἑλλάδος· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶ, ὅτι Ὑπουργὸς τοῦ Κράτους, σεβόμενος ἑαυτόν, σεβόμενος τὸ μέγα ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον κατέχει, εἶναι δυνατὸν νὰ μυκτηρίσῃ, ὅπως ἐμυκτηρίσατε τοὺς ναυάρχους τῆς Πατρίδος σας, λέγων ὅτι οἱ ναύαρχοι ἐκεῖνοι ὠσφράνθησαν τὴν πυρίτιδα τῶν χαιρετισμῶν. Εἶναι δυνατὸν Ὑπουργὸς νὰ εἴπῃ τοιαῦτα; Καὶ μήπως οἱ ναύαρχοι ἐκεῖνοι, ἐὰν δὲν ὠσφράνθησαν τὴν ἄλλην πυρίτιδα, δὲν τὴν ὠσφράνθησαν διότι δὲν ἠθέλησαν νὰ τὴν ὠσφρανθῶσιν; ἢ διότι ἡ ἐπικράτεια κατεδίκασεν αὐτοὺς εἰς ἀπραξίαν; Εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἔχετε συναίσθησιν τοῦ ὑψηλοῦ ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον κατέχετε, ὅταν ἐνθυμῶμαι πῶς εἰς μίαν τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων ἐξεφράσθητε, περὶ τοῦ ναυάρχου Κανάρη; Εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος πιθανῶς αὔριον θὰ εὑρεθῇ ἠναγκασμένος εἰς τὸν ναύαρχον Κανάρην νὰ ἀναθέσῃ τὴν διεύθυνσιν τοῦ στόλου, νὰ λέγῃ περὶ τοῦ ναυάρχου, ὅτι οὐδέποτε ἐπεσκέφθη τὰ θωρηκτά, καὶ ὅτι ὅταν εἰσῆλθεν εἰς τὰ θωρηκτὰ εἰσῆλθεν ὡς εἰς ἄγνωστον ἔδαφος; Καὶ δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι εἶναι πιθανὸν νὰ εὑρεθῆτε ἡμέραν τινὰ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὠφεληθῆτε τοῦ γοήτρου τοῦ ὀνόματος Κανάρη; Καὶ τὸ γόητρον αὐτὸ καταστρέφετε διὰ τῶν φράσεων ὑμῶν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν αὔριον νὰ εἴπητε εἰς πληρώματα καὶ εἰς ἀξιωματικοὺς νὰ ἔχωσιν ἐμπιστοσύνην εἰς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἐχαρακτηρίσατε ὡς ἄνθρωπον εἰσερχόμενον εἰς τὰ θωρηκτὰ ὡς εἰς ἄγνωστον ἔδαφος. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Ἀλλὰ μήπως τὴν ἰδιότητα ταύτην τοῦ ἀντιπολιτευομένου δὲν τὴν εὑρίσκομεν εἰς ἄλλας ὑμῶν ἐνεργείας; Συνεζητήθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸ ζήτημα τοῦ κληροδοτήματος Βασάνη. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου Βουλευτὴς συνεζήτησε διὰ μακρῶν περὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀναπτύσσων δὲ τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, μεταξὺ ἄλλων εἶπεν, ὅτι τὸ χρῆμα ἐκεῖνο ἐδαπανήθη, εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους καὶ δὲν ἐξετελέσθη ὁ σκοπὸς τοῦ διαθέτου. Ἠγέρθη ἐν ὀργῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως—καλῶς πράξας—καὶ ἤλεγξε τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Βόλου, εἰπών: «Διὰ τοῦ τρόπου τούτου δὲν ἐνθαῤῥύνονται οἱ ἀγαπῶντες τὸν τόπον καὶ οἱ σκοποῦντες, ἵνα τὴν περιουσίαν αὑτῶν ἀφήσωσι πρὸς σκοποὺς ἐθνικοὺς» καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῇ δικαίᾳ ὀργῇ αὑτοῦ, ἀπειλητικὴν τὴν χεῖρα ἔτεινε πρὸς τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν ἀριστεράν). Ἀλλ’ εἰς ἀπάντησιν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου συνάδελφος ἀνέγνωσεν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ περιλαμβάνονται ἀκριβῶς αἱ λέξεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἐκίνησαν τὴν ὀργὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Μεγάλοις γράμμασι μάλιστα περιελαμβάνοντο ἐν τῇ ἐκθέσει αἱ λέξεις αὗται. Καὶ τότε βεβαίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐσκέφθη, ὅτι, ἀντὶ νὰ τείνῃ ἀπειλητικὴν τὴν χεῖρα πρὸς τὴν πτέρυγα ταύτην, ἔπρεπε νὰ τείνῃ ἀπειλητικὴν τὴν χεῖρα πρὸς τὸν συνάδελφον αὐτοῦ καὶ νὰ τῷ εἴπῃ: «Πρὶν γράψῃς ὅσα ἔγραψες, μελέτησον ὀλίγον τὸν νόμον, μάθε τί θὰ εἴπῃ παρακαταθήκη, μάθε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν, ὁμιλῶν περὶ παρακαταθήκης, νὰ λέγῃς ὅτι τὰ χρήματα ἐσπαταλήθησαν ἢ ἐδαπανήθησαν εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, μάθε δὲ, ὅτι λέγεις—ἂς μὴ εἴπω ἀνοησίαν, ὅπως μὴ με διακόψῃ ὁ κ. Πρόεδρος,—ἀλλ’ εἶπες κἄτι τι βεβαίως ἐντελῶς ἀνακριβές, προκειμένου περὶ χρήσεως, ἡ ὁποία ἀφῆκε 12 ὅλα ἑκατομμύρια περίσσευμα.» Καὶ διατὶ εἰς ὅλα ταῦτα ἐξετέθη ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργός; διατὶ ἐξέθηκε διὰ τῆς ἀκρισίας του τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως; Διὰ νὰ κορέσῃ τὸ πάθος του καὶ νὰ ἐπιῤῥίψῃ μομφὴν κατὰ τοῦ παρελθόντος. Ἀλλὰ μήπως ταῦτα μόνον ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν; Ἡ μανία του ἡ ἀντιπολιτευτικὴ εἶναι τοιαύτη, ὥστε, ὅταν δὲν εὑρίσκῃ ἄλλον ν’ ἀντιπολιτευθῇ, ἀντιπολιτεύεται τὸν ἀρχηγόν του (γέλωτες ἐν τῇ ἀριστερᾷ). Θὰ σᾶς δώσω ἀμέσως τὴν ἀπόδειξιν, ἀξιότιμε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων ὁ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἀνέπτυσσε τὰς ἰδέας του περὶ ἐμψυχώσεως τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ σύστημα νὰ διακόπτῃ, διακόπτει τὸν κ. ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς καὶ τῷ λέγει: «Ἐγὼ ἔχω παρεσκευασμένον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχω σκοπὸν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ὅταν βλέπω ὅτι τὰ νομοσχέδια διαῤῥέουσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, εὑρίσκω ὅτι δὲν εἶναι ἀξιοπρεπὲς οὔτε δι’ ἐμὲ οὔτε δι’ οἱονδήποτε Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλλῃ νομοσχέδια». Ἐρωτῶ, πῶς διαῤῥέουσι τὰ νομοσχέδια ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει;
§138Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Διὰ τῆς κωλυσιεργίας.
§139ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Τῇ θελήσει ἢ μᾶλλον τῇ ὑποδείξει τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§140Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι.
§141ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σημειώσατε δὲ ἓν περίεργον γεγονός. Ἀκριβῶς τὴν ἡμέραν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ παρατήρησις αὕτη παρ’ ὑμῶν ἐγένετο, συνέβη τὸ ἑξῆς· ὅτι τὰ νομοσχέδια τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τὰ ὁποῖα κατεῖχον ἄλλοτε ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὴν πρώτην θέσιν, εἶχον ὑποβιβασθῆ εἰς τὴν τριακοστὴν ἢ τεσσαρακοστήν. Ἑπομένως ἡ παρατήρησις δὲν ἀπετείνετο πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἀλλ’ ἀπετέλει παράπονον, τὸ ὁποῖον δημοσίως ἐξεφράσετε κατὰ τοῦ ἀρχηγοῦ ἡμῶν, λησμονοῦντες ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἕνα τρόπον μόνον ἔχει νὰ ἐκφράσῃ παράπονον κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὁ τρόπος οὗτος εἶναι ἡ παραίτησις. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Παύσατε λοιπὸν, κ. Ὑπουργὲ, τοὺς ὑπαινιγμοὺς καὶ τὰς ἀντεγκλήσεις καὶ τὰς προκλήσεις. Οἱ κατὰ τὸ παρελθὸν ἐργασθέντες εἰργάσθησαν ὅσῃ αὐτοῖς δύναμις· προσεπάθησαν νὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκον αὐτῶν· ἐν τῇ ἐκτελέσει δὲ τοῦ καθήκοντος οὐδέποτε ἦλθον εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα γεννήσωσι σκάνδαλα. Καὶ τί ἦτο τὸ σήμερον παρ’ ὑμῶν λεχθὲν περὶ προκατόχου Ὑπουργοῦ, περὶ Ὑπουργοῦ τοῦ 1895; Τί ἦτο ἡ ἀνάγνωσις τῆς ἐκθέσεως τοῦ συνταγματάρχου Λυκούδη; Τί ἄλλο ἦτο ἢ κατηγορία κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν τοῦ 1885, κατηγορία ἡ ὁποία ἀπηυθύνετο πρὸς ὅλην τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης; Ἐγὼ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, ὅταν ἔγεινα Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, τὸ ἔλαβον, τὸ ἐμελέτησα, ἀλλὰ δὲν ἐνόμισα, ὅτι ἦτο πρέπον, ἵνα τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν. Ἐγὼ, ὅταν ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ τὸ 1886, εὗρον, ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, ὡς ἐκ τῆς βίας, μετὰ τῆς ὁποίας αἱ προμήθειαι ἐγένοντο, εὗρον βεβαίως λογιστικὰς ἀταξίας μεγάλας, ἀλλὰ ἐθεώρησα καθῆκόν μου, διότι ἐγνώριζον, ὅτι καλῇ τῇ πίστει τὰ πάντα ἐγένοντο, ὅτι ἐν τοῖς πεπραγμένοις δὲν ὑπῆρχε σκοπὸς ἰδιοτελείας ἢ καταχρήσεως, ἵνα διὰ παντὸς τρόπου συντελέσω, θέσας πρὸς τοῦτο τρεῖς ὑπαλλήλους εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ παραιτηθέντος Ὑπουργοῦ, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ τακτοποίησις τῶν λογαριασμῶν, καὶ ἦλθον ἔπειτα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐζήτησα παρ’ αὐτῆς, ἵνα διὰ νόμου ἐπιτρέψῃ, ὅπως αἱ πιστώσεις, αἱ τότε χορηγηθεῖσαι, μεταφερθῶσιν ἀπὸ ἄρθρου εἰς ἄρθρον, καὶ τοῦτο, ὅπως κανονισθῶσι δαπάναι πολλῶν ἑκατομμυρίων, γενόμεναι παρὰ τοῦ προκατόχου μου, ἀλλὰ δὲν ἐθεώρησα, ὅτι ἐπετρέπετο εἰς ἐμὲ νὰ ἔλθω εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα γεννήσω σκάνδαλα. Τὸ καθῆκον μου ἦτο νὰ ἀποβλέψω εἰς τὸ μέλλον, νὰ ἐργασθῶ, καὶ εἰργάσθην. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι μοὶ ἐπιτρέπεται, ἐπὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντος βασιζόμενος καὶ ἐπὶ τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ ναυτικοῦ κόσμου στηριζόμενος, νὰ ἀποβλέψω μετὰ περιφρονήσεως εἰς τὰς ὑμετέρας κρίσεις. Προσπαθήσετε καὶ ὑμεῖς νὰ ἐργασθῆτε· ἀφήσατε τὸ παρελθόν. Ἂν τὸ παρελθὸν ἔχῃ ἐλλείψεις, προσπαθήσατε τὰς ἐλλείψεις αὐτὰς νὰ διορθώσητε. Ἂν εὑρίσκητε κενὰ, προσπαθήσατε τὰ κενὰ ταῦτα νὰ συμπληρώσετε. Τὴν ἐργασίαν ταύτην ἀπαιτεῖ παρ’ ὑμῶν ἡ πατρίς· τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος τούτου σᾶς ἐπιβάλλει. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον;
§143ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐγώ, ἀλλ’ ἀναβάλλω διὰ τὴν αὔριον, ὅτε θὰ λάβωμεν καὶ τὰς πληροφορίας.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀγγελόπουλος.
§145ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε;
§146Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ὅπως προσθέσω λέξεις τινὰς εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ἥτις ἀπησχόλησεν ἡμᾶς σήμερον, λέξεις, αἱ ὁποῖαι πιθανὸν εἶναι, καὶ ἐλπίζω, νὰ συντελέσωσιν εἰς λύσιν τῆς ἀπορίας, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ κ. ἐκ Θηβῶν ἀντιπρόσωπος. Ὁ κ. ἐκ Θηβῶν ἀντιπρόσωπος ἀνεκοίνωσε τὸ παρελθὸν Σάββατον εἰς τὴν Βουλὴν ἐπιστολήν τινα φίλου του ἐξ Ἁμβούργου, διὰ τῆς ὁποίας ἀνηγγέλλετο εἰς αὐτὸν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἠγόρασεν ἄχρηστον βαμβακοπυρίτιδα, πωληθεῖσαν εἰς αὐτὴν ὑπὸ καταστήματος μεταπρατικοῦ καὶ Ἑβραϊκοῦ. Σήμερον ὁ κ. ἐκ Θηβῶν Βουλευτὴς εἶπε πάλιν, καὶ μετὰ τὰς σαφεῖς καὶ πλήρεις ἐξηγήσεις, αἵτινες ἐδόθησαν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν ἀπήντησεν εἰς τὴν ἀπορίαν, ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς ἔχει, καὶ ὅτι δὲν ἐφώτισε τὴν Βουλὴν, ἂν πράγματι ἡ βαμβακοπυρῖτις προῆλθεν ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, κηρυξάσης αὐτὴν ἄχρηστον. Ἀλλὰ θέλω νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. ἐκ Θηβῶν ἀντιπρόσωπον, πότε ἤκουσε, καὶ εἰς ποῖον Κράτος, ὅτι ἄχρηστα ὑλικὰ πολέμου τοιαῦτα, ὡς ἡ βαμβακοπυρῖτις, ἢ δυναμῖτις, πωλοῦνται εἰς ἰδιώτας εἴτε εἰς καταστήματα;—διότι, καθ’ ὅσον μὲ ἀφορᾷ, γνωρίζω, καὶ ἴσως ὁ παρακαθήμενος τῷ κ. ἐκ Θηβῶν Βουλευτῇ ἀνώτερος ἀξιωματικὸς τοῦ μηχανικοῦ γνωρίζει ἐπίσης, ὅτι ἄχρηστα τοιαῦτα ὑλικὰ δὲν ἐκποιοῦνται ποτὲ ὑπὸ Κρατῶν, τὰ ὁποῖα σέβονται ἑαυτὰ, διότι τοιαῦτα ὑλικὰ ἀποθηκευόμενα ἀποτελοῦσι κίνδυνον βέβαιον ἐξ αὐτομάτου ἀναφλέξεως, εἰς ἣν ὑπόκεινται.
§147ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς μὴ ἐκπληρουμένων τῶν ὅρων.
§148Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπωλήθη βαμβακοπυρῖτις, ὡς ἄχρηστος, εἰς κατάστημα, ὡς εἶπεν ὁ κ. Σκουλούδης.
§149ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ὄχι, ὄχι.
§150Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο, Κύριοι, ἀνεκοίνωσεν. Εἶπεν ὅτι ἐπωλήθη ὡς ἄχρηστος ὑπὸ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως εἰς κατάστημα, τὸ κατάστημα ἠγόρασε τὴν ἄχρηστον αὐτὴν πυρίτιδα, καὶ Ἑβραῖος ὢν ὁ μεταπράτης, τὴν μετεπώλησεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Τοῦτο εἶπεν ὁ κ. ἐκ Θηβῶν Βουλευτής.
§151ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐδῶ εἶναι τὰ ἐπίσημα πρακτικά.
§152ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Εἶναι δημοσιευμένα τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα. Νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται πλέον νὰ ἀμφιβάλλητε περὶ τοῦ τί εἶπον καὶ τί δὲν εἶπον. Ἡ ἐπερώτησις μου εἶναι δημοσιευμένη. Ἐὰν θέλετε, νὰ σᾶς τὴν δώσω.
§153Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον ἔτι εἴπετε, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν ἔδωκεν ἀπάντησιν εἰς τὴν ἀπορίαν ὑμῶν, ὅτι δηλ. ἡ καταγγελία τοῦ φίλου σας ἐξ Ἁμβούργου εἶναι ἀληθής, ὅτι ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἐκήρυξεν ἄχρηστον τὴν βαμβακοπυρίτιδα.
§154ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀπέῤῥιψε.
§155Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι.
§156ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι· διαφέρει.
§157ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἄλλο «ἀπέῤῥιψε» καὶ ἄλλο «ἐπώλησε.»
§158ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ἂν αὐτὸ τὸ κατάστημα, τὸ συμβληθὲν μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐπαρουσίασεν εἰς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν βαμβακοπυρίτιδα, εἴτε ἐκ συμφωνίας εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων, ἡ δὲ Γερμανικὴ Κυβέρνησις τὴν προσφερθεῖσαν ἀπέῤῥιψε, καὶ ἡ προσφερθεῖσα βαμβακοπυρῖτις ἦλθεν ἐδῶ. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθηκα.
§159Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ Θηβῶν, σᾶς λέγω ὅτι τὸ παρελθὸν Σάββατον δὲν εἴπετε αὐτά. Εἴπετε ὅτι τὸ κατάστημα εἶναι μεταπρατικὸν, εἶναι κατάστημα Ἰσραηλίτου, πωλοῦντος ἄχρηστα. Τὸ εἴπετε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς...
§160ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μάλιστα, μάλιστα.
§161Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. καὶ ὅτι ὁ μεταπράτης αὐτὸς ἠγόρασεν ἐκ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως τὴν ἄχρηστον βαμβακοπυρίτιδα καὶ τὴν μετεπώλησεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ταῦτα εἴπετε. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς λοιπὸν, ἐὰν τὸ κατάστημα, τοιοῦτον ὂν, ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, δύναται ποτὲ νὰ ἀγοράζῃ ἄχρηστα ὑλικά. Καὶ ποῖον Κράτος ἠμπορεῖ νὰ ἐκποιῇ τοιαῦτα ὑλικά; Ἀλλ’ ὑμεῖς ὀρθῶς ἐπράξατε νὰ διατηρήσητε μυστικὸν τὸ ὄνομα ἐκείνου, ὁ ὁποῖος σᾶς ἔγραψε τὰ τοιαῦτα· διότι, ἐὰν παρεδίδετε τὸ ὄνομά του εἰς τὴν δημοσιότητα, βεβαίως τὸ κέρδος του θὰ ἦτο μεγάλη μείωσις ὑπολήψεως, διότι δὲν θ’ ἀπεδεικνύετο λέγον ἀληθῆ τὸ πρόσωπον αὐτὸ, ἀλλὰ ψευδῆ καθ’ ὁλοκληρίαν. Ταῦτα εἴπετε ὑμεῖς, ὡς φαίνεται καὶ ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῶν εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀναγραφομένων (ἀναγινώσκει)...
§162ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Γράφουσι.
§163Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Γράφουσιν εἰς σᾶς. Ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα σᾶς γράφουσι, καὶ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἤλθετε σεῖς νὰ ἀπαγγείλητε ἐδῶ, εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα μετὰ μεγάλης ἐπιπολαιότητος ἐπιστεύσατε. Δὲν θέλω ν’ ἀποδώσω ὑμῖν κακὴν πίστιν, ἀλλὰ βεβαίως εἶναι ἐπιπολαιότης ὅταν λέγητε, ὅτι ὑπάρχει Κράτος, καὶ μάλιστα τὸ Γερμανικόν, τὸ ὁποῖον ἐκποιεῖ ἄχρηστα ὑλικὰ, καὶ ὅτι ἐργοστάσιον, ὡς τὸ τοῦ Βὸλφ, ἀγοράζει τοιαῦτα καὶ τὰ μεταπωλεῖ εἰς ξένας Κυβερνήσεις. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἡ ἐπερώτησίς σας ἔχει ἄλλην τινὰ βάσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἦλθε καὶ σᾶς ἀνέγνωσεν ἔγγραφον τοῦ Γερμανικοῦ ναυτικοῦ, ἐν τῷ ὁποίῳ λέγεται καθαρῶς, ὅτι οἱ ὅροι καὶ αἱ συνθῆκαι τῆς βαμβακοπυρίτιδος, τῆς ὑφ’ ἡμῶν ἀγορασθείσης, εἶναι ἐκεῖναι ἀκριβῶς, αἱ ὁποῖαι χρησιμεύουσι πρὸς ἀποδοχὴν τῶν ὑλικῶν τούτων παρὰ τοῦ Γερμανικοῦ ναυτικοῦ. Ὅταν λοιπὸν τὸ Γερμανικὸν ναυτικὸν σᾶς λέγῃ, ὅτι τοιαύτην βαμβακοπυρίτιδα μεταχειρίζεται, ὁποία εἶναι ἡ σταλεῖσα εἰς ἡμᾶς, δύνασθε σεῖς ποτε, ὡς λογικὸς ἄνθρωπος, νὰ πιστεύσητε, ὅτι ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις δύναται νὰ τὴν πωλῇ ὡς ἄχρηστον;
§164ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Λυποῦμαι ὅτι στρέφεσθε περὶ τὸ ζήτημα, ἀλλ’ ἀποφεύγετε νὰ εἰσέλθητε ἐν αὐτῷ. Στρέφεσθε, λέγω, περὶ τὸ ζήτημα. Τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς: Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ, ἢ νὰ πληροφορηθῇ δι’ ἑαυτὸν,—διότι ἐπὶ τέλους δὲν ἔχομεν ἡμεῖς κανὲν συμφέρον, ἢ ἕτερός τις,—ἂν ἡ βαμβακοπυρῖτις, ἡ ὁποία ἦλθεν εἰς Ἑλλάδα, ἡ ὁποία παρελήφθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἦναι βαμβακοπυρῖτις, ἡ ὁποία ἀπεῤῥίφθη ὑπὸ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο. Πῶς στρέφεσθε καὶ ζητεῖτε νὰ παραστήσητε, ὅτι εἶπον, ὅτι τὸ κατάστημα Βὸλφ εἶναι ἢ δὲν εἶναι μεταπράτης κλπ. κλπ.; Εἶναι ἡ παραληφθεῖσα ἐδῶ πυρῖτις ἡ ἀποῤῥιφθεῖσα παρὰ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, ναὶ ἢ οὔ;
§165Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον ἠγέρθητε μετὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν καὶ τὸν ἠρωτᾶτε μετὰ σοβαρότητος, ὅτι δὲν σᾶς ἀπήντησεν εἰς τὴν ἀπορίαν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἡ Γερμανικὴ ἐκήρυξε τὴν βαμβακοπυρίτιδα ὡς ἄχρηστον. Πῶς δύνασθε νὰ φαντασθῆτε ὑμεῖς, ἀφοῦ τὸ Γερμανικὸν Κράτος παραδέχεται ὅτι οἱ ὅροι καὶ αἱ συνθῆκαι τῆς ἀγορασθείσης βαμβακοπυρίτιδος εἶναι τοιαῦται, ὁποῖαι καὶ αἱ ἐν χρήσει εἰς τὸ Γερμανικὸν ναυτικὸν, πῶς δύνασθε νὰ φαντασθῆτε, ὅτι τοιαύτην βαμβακοπυρίτιδα τὴν κηρύττει ἄχρηστον ἡ Γερμανία καὶ τὴν πωλεῖ εἰς τοὺς Ἑβραίους; Εἶναι λογικὸν τοῦτο; Ἐξ αὐτῆς ὑμῶν τῆς ἀπορίας ἐπεχείρησα ἵνα σᾶς ἐξαγάγω, καὶ ἐλπίζω ὅτι μετὰ τὴν δοθεῖσαν ἐξήγησιν δὲν θὰ ἐπιμένητε πλέον νὰ λέγητε, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν ἀπήντησεν εἰς τὴν ἀπορίαν σας, καὶ ὅτι ἄχρηστον βαμβακοπυρίτιδα τοῦ Γερμανικοῦ ναυτικοῦ ἠγόρασεν ἡ Ἑλλάς.
§166ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ἐὰν δὲν ἐπεχειρεῖτε νὰ μοὶ δώσητε ἐξηγήσεις, ἴσως θὰ κατώρθουν νὰ ἐννοήσω· μετὰ τὰς ἐξηγήσεις σας ὅμως δὲν ἐννοῶ ἀπολύτως τίποτε.
§167Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἐξηγήσεις συνετέλεσαν, νομίζω ν’ ἀποδείξωσι τοῦτο, ὅτι τοιαῦτα ὑλικὰ πολέμου, περὶ ὧν πρόκειται, τὰ Κράτη δὲν ἐξομοιοῦσι πρὸς μετοχὰς ἑταιριῶν, αἱ ὁποῖαι ἀγοράζονται ὅταν ἦναι εἰς τὴν τιμὴν τῶν 500 δραχμῶν καὶ πωλοῦνται ὅταν ἦναι εἰς τὴν τιμὴν τῶν 5 δραχμῶν.
§168ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι εὐτέλεια αὐτά!
§169ΣΤΑΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐνόμισε κατάλληλον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐξοφλήσῃ παλαιὸν λογαριασμὸν μὲ τὸν ἄλλοτε Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ. Σκουλούδην. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶχε ποτὲ οἰκίαν ἐν τῇ συνοικίᾳ Νεαπόλεως, ἐνοικιασμένην ἐπὶ πενταετίαν ὡς ἑλληνικὸν σχολεῖον, ἀντὶ 500 δραχ. μηνιαίως· μετὰ τὴν λῆξιν δὲ τῆς μισθώσεως ἐζήτει νὰ ἀνανεωθῇ ἡ ἐκμίσθωσις τῆς οἰκίας του, ἐνῷ ἐπιτροπὴ εἰδική, ἐξετάσασα τὴν οἰκίαν ταύτην, εὗρεν αὐτὴν οὐ μόνον ἑτοιμόῤῥοπον, ἀλλὰ καὶ ὅλως ἀκατάλληλον πρὸς τὸν σκοπὸν, οὗ ἕνεκα ἐξεμισθώθη παρὰ τοῦ Δημοσίου. Ἐνόμισε λοιπόν, ὅτι εἶναι κατάλληλος εὐκαιρία νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ. Σκουλούδη, μὴ δεχθέντος νὰ ἀνανεώσῃ τὸ συμβόλαιον τῆς ἐκμισθώσεως, χάριν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς σπουδαζούσης νεολαίας (θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§170ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος, ἠθέλησε νὰ ὑποδείξῃ, ὅτι καὶ ἐγὼ μεθ’ ὅλων τῶν ἄλλων, τῶν παρακαθημένων ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), συνώμοσα ἐναντίον τῆς ναυτικῆς του δόξης, καὶ ἐπενοήσαμεν μετὰ τοῦ ἐκ Θηβῶν κ. Βουλευτοῦ ἀνύπαρκτα γεγονότα, ὅπως διασύρωμεν δι’ αὐτῶν τὴν τοιαύτην του ὑπόληψιν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ συνωμότης τις κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, εἶναι οὗτος αὐτὸς ὁ ἴδιος. Ἐγώ, ἂν ἔλαβον προχθὲς τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, ἔλαβον αὐτὸν, ἵνα καταστήσω προσεκτικὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ὤφειλεν ἢ νὰ μὴ ὁμιλήσῃ διόλου περὶ αὐτῆς καὶ νὰ ἐπιφυλαχθῇ, ὅπως ζητήσῃ καὶ λάβῃ τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας παρὰ τῆς ὑπηρεσίας, ἤ, λαβὼν ἅπαξ τὸν λόγον, νὰ παράσχῃ πάσας τὰς δυνατὰς πληροφορίας, πρὸς καθησύχασιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ αὐτὸς δι’ ὅσων εἶπε κατώρθωσε νὰ ἐγείρῃ ὑπονοίας, δὲν γνωρίζω ἐὰν παρὰ τοῖς ἄλλοις συναδέλφοις, τοῖς καθημένοις ἐν τῇ πτέρυγι ἐκείνῃ (δεικνύει τὴν δεξιὰν), ἀλλὰ βεβαίως παρὰ τοῖς καθημένοις ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν). Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἐγειρόμενος ἀπὸ τῆς θέσεώς του ἐκείνης, διέψευδεν, ὅτι ἡ βαμβακοπυρῖτις, ἡ παραληφθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἡμετέρου Ναυστάθμου, ἦτο ἡ ἀποῤῥιφθεῖσα παρὰ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν ἠρκεῖτο νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἔχει ἔκθεσιν πραγματογνωμόνων, οἵτινες διαβεβαιοῦσιν, ὅτι ἡ βαμβακοπυρῖτις αὕτη εἶναι καλλίστη· ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἐγειρόμενος ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης, ἔλεγεν, ὅτι οἱ δακτύλιοι τῶν ὀβίδων δὲν εἶναι κυρίως δακτύλιοι ὀβίδων τῶν ὀπισθογεμῶν τηλεβόλων, τῶν τηλεβόλων τῶν Θωρηκτῶν, ἀλλ’ εἶναι πυθμένια τῶν ἐμπροσθογεμῶν πυροβόλων τοῦ Ναυστάθμου, τῶν ἀχρήστων, βεβαίως οὐδεμία ὑπόνοια θὰ ἠγείρετο. Ἀλλὰ δι’ ὅσων εἶπε τότε ἀμελετήτως καὶ ἀπερισκέπτως, προεκάλεσεν αὐτὸς, καὶ οὐχὶ ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἐκ Θηβῶν ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ὅλην ἐκείνην τὴν θύελλαν, τὴν ἐγερθεῖσαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν. Καὶ σήμερον τί ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου; Ἠρκέσθη εἰς τὸ καταδείξῃ, ὅτι ἡ βαμβακοπυρῖτις, ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος, δὲν ἀπεῤῥίφθη ποτὲ ὑπὸ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως; ἠρκέσθη μόνον εἰς τὸ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ δακτυλίων ὀβίδων ὀπισθογεμῶν τηλεβόλων τῶν θωρηκτῶν, ἀλλὰ περὶ τῶν δακτυλίων τῶν ὀβίδων τῶν τηλεβόλων τῶν ἐμπροσθογεμῶν; Ὄχι· ἀνέβη ἐπὶ τοῦ βήματος ἐκείνου, ἵνα νέας ὑπονοίας ἐγείρῃ κατὰ τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν. Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, τί θὰ ἔλεγεν ἄλλος τις εἰς τὴν θέσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἀκούων ἕνα τῶν συναδέλφων ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης καταγγέλλοντα τοιοῦτον φοβερὸν ἔγκλημα, ἀκούων αὐτὸν λέγοντα, ὅτι οὐχὶ ἐφέτος ἢ πέρυσιν, ἀλλ’ ἀπὸ 10, ἀπὸ 15 ὅλων ἐτῶν ἐξακολουθεῖ διαρπαζόμενον τὸ ὑλικὸν τοῦ Ναυστάθμου, διότι ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει οὔτε τάξις, οὔτε διεύθυνσις, δὲν γνωρίζω τί θὰ ἔλεγεν, ὅταν συνάδελφός τις ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης ἰσχυρίζετο, ὅτι, ἐνῷ ὑπεβλήθη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν τὸ γεγονὸς τοῦτο, ὅτι ὑπεξῃρέθη ὑλικὸν ἐκ τοῦ Ναυστάθμου, ὅτι δὲ τὸ ὑλικὸν τοῦτο δὲν ὑπεξῃρέθη τώρα, ἀλλ’ ἀπὸ σειρᾶς ἐτῶν, καὶ ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1894 ἐγένετο καταγγελία εἰς τὴν Διεύθυνσιν τοῦ Ναυστάθμου, δὲν ἐνήργησε τίποτε. Ὁ τοιοῦτος βεβαίως θὰ ᾤκτειρε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, νομίζοντα, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη δὲν ἀφεώρα αὐτόν. Ἀλλὰ, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, ὅταν τοιούτους ὑπαινιγμοὺς κάμνετε, ὅταν ῥητὴν κατηγορίαν κατὰ τῆς Διευθύνσεως τοῦ Ναυστάθμου, κατὰ τῆς διαχειρίσεως αὐτοῦ ἀπευθύνητε, ὅταν καταγγέλλητε, ὅτι ἀπὸ τόσων ἐτῶν διενεργεῖται συστηματικὴ κλοπὴ ἐν αὐτῷ, δίδετε τὸ δικαίωμα εἰς ἡμᾶς νὰ ζητήσωμεν λόγον παρ’ ὑμῶν, τί ἐκάματε ἀπέναντι τῆς καταστάσεως αὐτῆς; διατὶ δὲν ἐκαλέσατε τὸν Διευθυντὴν τοῦ Ναυστάθμου εἰς ἀπολογίαν; διατὶ δὲν ἐξητήσατε τοὺς ἐνόχους ὅλης αὐτῆς τῆς καταστάσεως; Ἐὰν δὲν πράξητε τοῦτο, κύριε Ὑπουργὲ, σεῖς παρέχετε τὸ δικαίωμα, ἀδιακρίτως κομματικῆς ἀποχρώσεως, εἰς πάντα Βουλευτὴν, εἰς πάντα Ἕλληνα, νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἕνα καὶ μόνον προορισμὸν εἴχετε, ἀνελθόντες εἰς τὸ βῆμα ἐκεῖνο, ἵνα διαβάλητε τὸ ναυτικὸν ἡμῶν πότε; Καθ’ ἃς ἡμέρας ὁλόκληρον τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἀποβλέπει εἰς αὐτὸ, ἐνατενίζει εἰς τὴν μέλλουσαν αὐτοῦ δρᾶσιν, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἐξαρτᾷ ὅλας τὰς ἐλπίδας του.
§171ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀνεμίχθην ποσῶς εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην,—μάλιστα κατὰ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν εἶχε τὸν λόγον ὁ ἐκ Θηβῶν κ. Βουλευτὴς, ὅπως διατυπώσῃ τὴν ἐπερώτησίν του, δὲν ἤμην παρὼν,—ἤκουσα δὲ μετὰ πάσης προσοχῆς τὰ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν λεχθέντα σήμερον. Ἕν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, πολὺ μὲ ἀνησύχησεν, ὡς πρὸς τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον διευθύνεται τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ὑπὸ τὴν νοήμονα διεύθυνσιν τοῦ κ. Λεβίδου· διότι μετὰ τῆς μεγαλειτέρας ἁπλότητος ἀνέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁλόκληρος φάκελλος, ἀφορῶν εἰς τὴν προμήθειαν ὑλικοῦ πολέμου, ἐκλάπη ἐκ τοῦ γραφείου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ἀνέφερε δὲ τὸ γεγονὸς τοῦτο μετὰ τόσης ἁπλότητος, ὥστε ἀληθῶς ἔπρεπέ τις νὰ ἀνησυχήσῃ περὶ τῶν τυχῶν τοῦ ναυτικοῦ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν αὐτοῦ· διότι εἶπεν, ἐξηγῶν τὸ γεγονὸς, ὅτι ἡ κλοπὴ αὕτη ὀφείλεται εἰς ἀντιπρόσωπον ἄλλης ἑταιρίας ἢ ἄλλου καταστήματος βαμβακοπυρίτιδος, ὁ ὁποῖος κατώρθωσε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, νὰ ἐρευνήσῃ τὰ ἀρχεῖα καὶ ν’ ἀποσπάσῃ τοὺς φακέλλους καὶ τὰ τηλεγραφήματα.
§172ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐκ τοῦ ταχυδρομείου, εἶπεν.
§173Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν εἶπον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν.
§174ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε τιμᾶται τὴν Κυβέρνησίν σας, ὅτι ἡ διοίκησις περιῆλθεν εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε ἐκ τοῦ ταχυδρομείου νὰ κλέπτωνται ἔγγραφα ἐπίσημα.
§175ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἀντελήφθην, ὅτι ὁλόκληρος ὁ φάκελλος, —καὶ παρακαλῶ ἐὰν ἦναί τις, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ μὲ διαψεύσῃ, ἢ νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἀντελήφθην καλῶς, νὰ τὸ εἴπῃ,—ὅτι ὁ φάκελλος ὁ ἀφορῶν τὴν προμήθειαν αὐτῆς τῆς βαμβακοπυρίτιδος ἐκλάπη, καὶ ὅτι ἠναγκάσθησαν κατόπιν νὰ προστρέξωσι δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ἵνα λάβωσιν ἀντίγραφα. Ἀλλὰ εἴτε ἐκλάπη ἐκ τοῦ ταχυδρομείου, εἴτε ἐκ τοῦ ἀρχείου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ πληροφορηθῶμεν, εἶναι, τίς ἐνέργεια ἐγένετο πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ τρόπου, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνελήφθη ὁ φάκελλος, καὶ τίς ὁ δράστης τῆς ἀναλήψεως ταύτης. Περὶ αὐτῶν οὐδὲν γνωρίζομεν. Νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι τόσον οὐσιῶδες τὸ πρᾶγμα, ὥστε δύναται νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἵνα ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Βουλήν, πῶς διεξάγεται ἡ ὑπηρεσία, ὑπηρεσία μάλιστα ἀφορῶσα εἰς προμηθείας τοῦ Κράτους, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ γίνωνται μὲ τρόπον μυστικόν. Πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτὸς ὁ φάκελλος νὰ ἀνοιχθῇ, ἔστω καὶ ἐν τῷ ταχυδρομείῳ, καὶ νὰ ἀναληφθῇ ἐκ τοῦ ταχυδρομείου, χωρὶς ἐντεῦθεν νὰ προκύψῃ μία ἀνάκρισις, ἡ ὁποία νὰ βεβαιώσῃ τὴν ἀνάληψιν τοῦ φακέλλου τούτου καὶ τὸν δράστην τῆς κλοπῆς;
§176Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παραδέχομαι ὅτι ὅλα, ὅσα ἐξέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, εἶναι τὰ ἀκριβῆ, καὶ ὅτι, ὡς παρεστάθησαν ἐν τῷ τύπῳ, ἢ καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν, ἦσαν ὑπερβολικά· ἀλλὰ ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν μὲ ἐνθαῤῥύνει νὰ ἐρωτήσω. Παρετήρησα, ὅτι ὁμιλῶν παρέστησεν, ὅτι ὑλικὰ πολέμου ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Ναυστάθμῳ ἐκτεθειμένα ἐκτὸς τῶν ἀποθηκῶν, ἐῤῥιμένα ἐπί τινα τοὐλάχιστον ἐποχὴν—δὲν ἠξεύρω ἐὰν καὶ σήμερον ἀκόμη—εἰς τὸ ὕπαιθρον, τὰ ὁποῖα ὑλικὰ κλέπτονται ἐν μεγάλῳ ἢ μικρῷ ποσῷ...
§177Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν εἶπον τοῦτο· εἶπον μόνον, ὅτι αὐταὶ αἱ ὀβίδες τῶν ἐμπροσθογεμῶν τηλεβόλων Ἄμστρογκ εὑρίσκοντο πρὸ πολλοῦ χρόνου, πρὸ ἀμνημονεύτου σχεδὸν χρόνου, ἔν τινι τῶν αὐλῶν τοῦ Ναυστάθμου, ὅτι κατὰ τὸ 1894 ἡ τότε Κυβέρνησις ἔθηκεν αὐτὰς τὴν μίαν ἐπὶ τῆς ἄλλης εἰς τὸ βάθος τῆς αὐλῆς ἐν τάξει· εἶπον, ὅτι αὗται δὲν χρησιμοποιοῦνται, διότι τὰ τηλεβόλα ἐκεῖνα θεωροῦνται πλέον ἄχρηστα. Τὸ δὲ ἄλλο πολέμου ὑλικὸν τοῦ Ναυστάθμου εὑρίσκεται ἠσφαλισμένον ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῆς Λέρου ἐπὶ τῇ εὐθύνῃ τοῦ ἀξιωματικοῦ, τοῦ ἐντεταλμένου τὴν φύλαξιν τῶν εἰδῶν τοῦ πυροβολικοῦ. Δὲν ὑπάρχει ὑλικὸν πολέμου τοῦ Ναυστάθμου, ὅπερ νὰ μὴ ἦναι ἀσφαλέστατα προπεφυλαγμένον ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῆς Λέρου.
§178ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑμεῖς διακρίνετε ὑλικὰ χρήσιμα καὶ ἄχρηστα· περὶ τῶν χρησίμων ὑλικῶν λέγετε, ὅτι φυλάσσονται ἐντὸς τῶν ἀποθηκῶν, καὶ ἐξασκεῖται ἐπ’ αὐτῶν ἡ δέουσα ἐπιτήρησις, καὶ ὅτι οὐδὲν ἐξ αὐτῶν ἢ ἀφῃρέθη ἢ ἔπαθε βλάβην τινά, ὅπως τὰ ἄλλα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀφῃρέθησαν μέρη τινὰ οὐσιώδη ἢ ἡ πυρῖτις, καὶ τὰ ὁποῖα τέλος πάντων καὶ ὑπεξῃρέθησαν. Λέγετε ὅτι ὑπάρχουσιν ὑλικά, τὰ ὁποῖα εἶναι σήμερον ἄχρηστα, διότι τὸ πυροβολικόν, τὸ ὁποῖον σήμερον παρεδέχθημεν καὶ ἔχομεν, εἴτε ἐπὶ τῶν πλοίων, εἴτε τὸ ἐπάκτιον, ἀπαιτεῖ ἄλλου συστήματος ὑλικά, ἐβεβαιώσατε δὲ, ὅτι ὑπάρχει πρὸ πολλοῦ χρόνου ὑλικὸν εἰς πυροβόλα καὶ εἰς βολίδας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστοι. Διατὶ αὐτὸ τὸ ὑλικόν, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἔχει τινὰ ἀξίαν, ἀφοῦ ὑπεξαιρεῖται, διατὶ δὲν ἐκποιεῖται; Διατὶ βλέπομεν διὰ τὸ ὑλικὸν πολέμου τῆς ξηρᾶς κατ’ ἔτος ἀναγραφόμενον ποσόν τι ἀντιτίμου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἐξ ἐκποιήσεως ὑλικοῦ ἀχρήστου; Διατὶ ὑλικὸν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ ἄχρηστον νὰ μένῃ ἐκτεθειμένον εἰς τόσους κινδύνους ἐνῷ, ἀφοῦ κλέπτεται, ἔχει καὶ αὐτὸ ἀξίαν, καθόσον καὶ πυρίτιδα περιέχει καὶ χάλυβα καὶ χαλκόν; Ἔχει ἑπομένως ἀξίαν τινὰ καὶ δύναται ἐκποιούμενον ν’ ἀποδώσῃ χρήματα εἰς τὸ Δημόσιον, πάντως δὲ θέλει ἀπαλλάξει αὐτὸ ἀπὸ δαπάνην ἐπιτηρήσεως καὶ φυλάξεως, ἐπὶ τέλους διὰ τῆς ἐκποιήσεως θὰ λείψωσι τὰ σκάνδαλα αὐτὰ, τοῦ νὰ ἔχωμεν συχνὰ καταγγελίας περὶ κλοπῆς ὑλικοῦ τοῦ πολέμου, νὰ παρεξηγῶνται αἱ καταγγελίαι αὐταὶ καὶ νὰ πιστεύηται ὅτι ἀφαιρεῖται ὑλικὸν χρήσιμον διὰ πόλεμον καὶ ὅτι ἀφαιρεῖται οὐχὶ ἁπλῶς ἐξ ἰδιοτελείας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ σκοποῦ ἄλλου. Δεύτερον, ἤθελον παρακαλέσει ἄλλο τι νὰ καθιερωθῇ καὶ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Εἶναι ἀτοπώτατον, Ὑπουργεῖον ἔχον τόσον κανονικὰς καὶ γνωστὰς ἀνάγκας, ὡς τὸ τῶν Ναυτικῶν, νὰ εὑρίσκηται, ὅσον ἀφορᾷ τὰς προμηθείας τοῦ ἀναγκαιοῦντος ὑλικοῦ, εἰς σχέσεις μετ’ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι τὰ ἐργοστάσια τῆς κατασκευῆς αὐτοῦ, οὐδ’ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐργοστασίων αὐτῶν ἐν Ἑλλάδι, ὡς ὁ τοῦ Κροὺπ ἢ οἱ ἀντιπρόσωποι ἄλλων μεγάλων καὶ γνωστῶν ἐργοστασίων, ἀλλ’ εἶναι συνήθεις μεσῖται προμηθειῶν. Ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀνάγκης ὑλικῶν ἐν σπουδαίῳ ποσῷ, πρέπει ν’ ἀπευθύνωνται ἀμέσως πρὸς τὰ ἐργοστάσια, καὶ χάριν μείζονος ἀσφαλείας ὡς πρὸς τὴν ποιότητα καὶ χάριν τῆς καλλιτέρας τιμῆς. Τὴν πελατείαν τῶν Κυβερνήσεων πάντες ἐπιζητοῦσιν ἐπὶ καλλιτέροις ὅροις. Ἀφοῦ ὑπάρχει ὑπηρεσία ὑλικοῦ τοῦ πολέμου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, δὲν ἐπιτρέπεται τὸ τμῆμα αὐτὸ νὰ μὴ ἦναι εἰς σχέσεις μετὰ τῶν γνωστοτέρων ἐργοστασίων τῆς Εὐρώπης, ὡς παρεχόντων τὰ ἄριστα ὑλικὰ, τὰ ἀναγκαιοῦντα εἰς τὸ πολεμικὸν ναυτικὸν, καὶ νὰ μὴ ἦναι ἢ ἀπ’ εὐθείας εἰς συγκοινωνίαν καὶ συμφωνίας, ἢ τέλος πάντων διὰ ξένων Κυβερνήσεων. Ἀφοῦ δὲν θέλομεν τὴν ἀπευθείας παραγγελίαν, ἥτις προκειμένου περὶ μεγάλων ἐργοστασίων δύναται νὰ διεξάγηται ὑπὸ τῶν Ὑπουργείων ἡμῶν ἐν πάσῃ ἀσφαλείᾳ, ἂς προσφεύγωμεν εἰς προμηθείας διὰ φιλικῶν Κυβερνήσεων, αἵτινες παρακαλούμεναι πρὸς τοῦτο δὲν θ’ ἀρνηθῶσιν, ὁσάκις δύνανται, νὰ πράξωσι τοῦτο. Ἂς παρακαλῶμεν ξένας Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι προμηθεύονται ὑλικὰ διὰ τὸ ἴδιον αὐτῶν ναυτικὸν ἢ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, καὶ ἂς προμηθευώμεθα δι’ αὐτῶν. Οὕτω δὲν θὰ εὑρισκόμεθα, ὡς νῦν, ἀπέναντι τῶν ὑπονοιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπιῤῥίπτονται, ὅτι ἄνθρωποι ἀγνώστου προελεύσεως εἰσέρχονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ προπαρασκευάζουσι διὰ διαφόρων προσώπων τὴν συγκατάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐὰν δὲ δὲν ἐπιτύχωσι νὰ κερδήσωσιν αὐτὴν ἐντελῶς, κλέπτουσι τοὺς φακέλλους. Δὲν θὰ εὑρίσκετο ἡ κοινὴ γνώμη ἀπὸ πολλοῦ, ἀλλ’ ἰδίως ἀπὸ χθὲς, εἰς τὴν θέσιν νὰ πιστεύῃ, ὅτι ἡ ἀνικανότης ἢ ἡ ἰδιοτέλεια κυβερνῶσιν ἐν τοῖς Ὑπουργείοις ἢ ἐντὸς τῶν πλοίων ἡμῶν, ἐνῷ εἶμαι βέβαιος, ὅτι τοιοῦτόν τι δὲν ὑπάρχει. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀρθῇ πᾶσα ὑπόνοια, μεταβαλλομένου τοῦ συστήματος τῶν προμηθειῶν. Ἀνάγκη νὰ τεθῇ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἀπ’ εὐθείας εἰς σχέσεις μὲ τὰ καταστήματα, τὰ ὁποῖα κατασκευάζουσι καὶ προμηθεύουσιν εἰς ὅλα τὰ ναυτικὰ τοῦ κόσμου τὰ διάφορα εἴδη τῶν ὑλικῶν. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει, ὡς πρὸς τὰ δύο αὐτὰ, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ μεριμνήσῃ· πρῶτον, τὸ ἄχρηστον ὑλικὸν νὰ ἐκποιηθῇ καὶ νὰ ἐκποιῆται τακτικῶς, καὶ οὔτε ἀποθήκας νὰ διατηρῶμεν δι’ αὐτὸ, οὔτε προσωπικὸν, οὐδὲ νὰ δαπανῶμεν, δεύτερον δὲ, τὰ τῶν προμηθειῶν νὰ ἐνεργῶνται ἄνευ διαμέσων προσώπων. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, εἶναι εὐκολώτατον, ἐὰν θέλῃ, νὰ τεθῇ εἰς ἀλληλογραφίαν μετὰ τῶν ἰδίων κατασκευαστῶν, ἢ τέλος διὰ φιλικῶν Κυβερνήσεων, καὶ νὰ προμηθεύηται τ’ ἀναγκαιοῦντα εἴδη, εἴτε τοῦ πολέμου εἴτε τὰ ἄλλα.
§179Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὅλα τὰ ἐργοστάσια, ἅτινα προμηθεύουσι τοιούτου εἴδους ὑλικὰ, ἔχουσιν ἐνταῦθα ἀντιπροσώπους αὐτῶν καὶ πράκτορας. Εἴτε ὑμεῖς ἐνεργήσητε τὴν παραγγελίαν ἀπ’ εὐθείας, εἴτε ἄλλως πως, δι’ ἀντιπροσώπου, οἱ πράκτορες τῶν καταστημάτων θέλουσι λάβει παρὰ τῶν ἐντολέων αὐτῶν, οὓς ἀντιπροσωπεύουσι, τὴν συνήθη προμήθειαν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, αὐτό, ὅπερ λέγετε, αὐτὸ καὶ συνέβη. Βεβαίως ὁ Wolff καὶ Σα ἔχουσιν ἐνταῦθα ἀντιπροσώπους, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν κατέφυγεν εἰς αὐτούς. Ἐὰν αὐτοὶ διεμήνυον εἰς τοὺς ἐντολεῖς αὐτῶν τὰς ἰδέας αὐτῶν περὶ τοῦ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις σκέπτεται περὶ προμηθείας βαμβακοπυρίτιδος καὶ τὰ τοιαῦτα, ἡμεῖς οὐδεμίαν εὐθύνην ἔχομεν. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν εὐθύνην ἀκόμη καὶ ἂν ἀπηνθύνθημεν εἰς αὐτούς. Ἰδοὺ ἡ ἔγγραφος παραγγελία (ἀναγινώσκει): «Wolff et Cie, Walsrode. Veuillez exécuter la commande suivante κλπ.» Ὥστε βλέπετε, ὅτι τὸ γραφεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀπηνθύνθη εἰς αὐτὸ τὸ κατάστημα, καὶ οὐχὶ εἰς μεσίτας, πρὸς οὓς οὐδὲν κατέβαλεν.
§180ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὀφείλει, νομίζω, ν’ ἀπαντήσῃ εἰς δύο ἐρωτήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον. Ἡ πρώτη εἶναι, τί ἔκαμεν, ὅταν ἔμαθε παρὰ τοῦ Ναυστάθμου, ὅτι, καίτοι ἐπιδοθείσης πρὸς τὸν Διευθυντὴν αὐτοῦ καταγγελίας ἐπὶ τοιαύτῃ κλοπῇ τοῦ ὑλικοῦ, οὐδὲν ἐνήργησε μέχρι τοῦδε; Ἡ δευτέρα, τί ἔκαμεν, ὅταν ἔμαθεν, ὅτι ὑπεξῃρέθη ὁ φάκελλος, ὁ περιέχων ὁπωσδήποτε ἀποῤῥήτους παραγγελίας; Νομίζω, ὅτι ταῦτα ἀνησύχησαν τὸ κοινὸν, πολὺ περισσότερον, μανθάνον ὅτι εἴτε ἐκ τοῦ Ὑπουργείου εἴτε ἐκ τοῦ Ναυστάθμου ὑπεξῃρέθησαν τοιοῦτοι φάκελλοι, καὶ ὅτι οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη πρὸς τιμωρίαν τῶν ἐνόχων, καὶ ὅτι ἐπὶ 14 ἢ ἐπὶ 18 ἔτη, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, διενηργεῖτο ἀληθὴς δῄωσις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, χωρίς ποτε, οὔτε πρὶν οὔτε ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του, νὰ τεθῇ ἓν τέρμα εἰς τὴν τοιαύτην κατάστασιν. Τοιαῦται καταγγελίαι, γενόμεναι ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, πρέπει ἀναγκαίως νὰ προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ τοῦ ἔσω καὶ τοῦ ἔξω.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερος τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος, αὐτοῦ; (Οὐδεὶς ἀποκρίνεται). Ἐπὶ ἄλλου θέματος ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος.
§182ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐς αὔριον.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Φιλάρετος.
§184Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Προειδοποιῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι αὔριον θὰ ἐπερωτήσω αὐτὸν, καὶ θὰ ἀναπτύξω τὴν ἐπερώτησίν μου, ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐὰν τὰ ἐπισήμως ἀνακοινωθέντα ἐν τῇ Ῥωμουνικῇ Βουλῇ καὶ τῇ Γερουσίᾳ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ῥωμουνίας περὶ ἀναγνωρίσεως τοῦ Μητροπολίτου Ἀνθίμου ὑπὸ τῆς Ὑψηλῆς Πύλης ἦναι ἀκριβῆ, καὶ ἐὰν παρεβιάσθησαν τὰ προνόμια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.
§185ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὔριον ἐγὼ εἶμαι πρῶτος, κύριε Πρόεδρε.
§186Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καὶ ἐγὼ δεύτερος.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§188Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ κάμωμεν διακοπήν.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 45′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.) Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 85,115.54 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896 καὶ περὶ ἀκυρώσεως ὑπολοίπου πιστώσεως ἴσου ποσοῦ μήπω διατεθέντος διαρκούσης τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1895. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτά, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ ἑπόμενα νομοσχέδια: Εἰς γʹ συζήτησιν, τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 248 τοῦ ΧΝΓʹ νόμου.» Εἰς βʹ συζήτησιν, τὸ νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896 ἐκ δραχ. 67,000». Εἰς γʹ συζήτησιν, τὸ νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896 ἐκ δρ. 16,455.50.» Εἰς γʹ συζήτησιν, τὸ νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως δρ. 557,579.50 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896.» Εἰς βʹ συζήτησιν, τὸ νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896 ἐκ φρ. χρυσῶν 118,750 καὶ περὶ ἀκυρώσεως ἴσου ποσοῦ ἐκ τοῦ ὑπὸ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ κεφ. 1 τῆς χρήσεως 1895 τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου ὑπολοίπου πιστώσεως ἐκ δρ. 121,505.55.» Εἰς γʹ συζήτησιν, τὸ νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως θέσεως στρατιωτικοῦ ἀκολούθου παρὰ τῇ ἐν Κωνσταντινουπόλει Β. Πρεσβείᾳ.» Εἰς γʹ συζήτησιν, τὸ νομοσχέδιον «περὶ συμπληρώσεως τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 65 τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.»
§190Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ «περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως» ὑπέβαλον τροπολογίαν, φέρουσαν τὰς ὑπογραφὰς καὶ ἄλλων συναδέλφων, παρακαλῶ δὲ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§191Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν πρόκειται περὶ τροπολογίας τοῦ ἄρθρου 34, τότε εἶναι ἰδία τροπολογία αὐτοτελής, καὶ πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι πρότασις νόμου, ἥτις θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 165). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν ᾼΛΤ’ νόμου. Ὑπάρχουσι πολλαὶ τροπολογίαι.
§193Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπὶ τούτων θὰ φέρω τὸν λόγον εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§194ΜΑΝΕΣΗΣ. Αἱ τροπολογίαι εἶναι δίκαιον νὰ συζητηθῶσι σήμερον, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ μακρὰ συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν, διότι δὲν ζητοῦμεν ἢ μόνον ἀφομοίωσιν τοῦ ὁρίου μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης.
§195Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλὰ, ἂς συζητήσωμεν.
§196ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Δὲν ἦλθον ἐπὶ τοῦ βήματος διὰ νὰ συναγωνισθῶ μὲ τοὺς προλαλήσαντας ῥήτορας, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ἕκαστος στρατιωτικὸς ἢ πολιτικὸς ὑπάλληλος γνωρίζει κάλλιστα τοὺς λειτουργοῦντας νόμους καὶ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, διὰ τοῦτο σκέπτεται, μελετᾷ καὶ ἀποφασίζει νὰ διαγωνισθῇ, ἵνα εἰσέλθῃ εἰς τὴν Σχολὴν, καθὼς καὶ οἱ δικασταὶ ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅπως οὕτω ἐξασφαλίσῃ τὸ μέλλον του. Οἱ ἀξιωματικοὶ, ἐξερχόμενοι ἀπὸ τὰς Σχολὰς, ἀμέσως ὁρκίζονται καὶ ὑπηρετοῦσι κατὰ τοὺς νόμους τοὺς λειτουργοῦντας καὶ κατὰ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας· ἀλλὰ μετὰ παρέλευσιν χρόνου πολλοῦ ἢ ὀλίγου ἀναγεννῶνται νέαι ἐπιθυμίαι εἰς αὐτοὺς, καὶ παρουσιάζουσιν ἰσχυρὰ δικαιώματα πρὸς προβιβασμόν. Ἐμποδίζει δὲ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας. Ἂς ἔλθωμεν ἤδη νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, ἐὰν βασίζεται τοῦτο ἐπὶ τῆς ἀληθοῦς δικαιοσύνης, ἢ εἶναι αὐθαίρετον. Ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅτι ἔχετε ἕνα ὀργανισμὸν εὔρωστον, κρᾶσιν ἰσχυρὰν, αἰσθήσεις λειτουργούσας καθ’ ὁλοκληρίαν, ὅρασιν, γεῦσιν, ἀκοὴν, ὄσφρησιν καὶ τὰ σπλάγχνα ἐνεργοῦντα φυσιολογικῶς. Αὐτὸς ὁ ὀργανισμὸς εἶναι τέλειος, καὶ ἀντέχει νὰ ἐκτελῇ τὴν ὑπηρεσίαν του, ἀλλ’ ὅταν παρουσιάζηται ἄλλος ὀργανισμὸς, ἀδύνατος, καχεκτικὸς, προδιαθέτων καθημερινῶς εἰς νοσήματα διάφορα, καίτοι ὁ ἀξιωματικὸς, ὁ ἔχων τὸν ὀργανισμὸν τοῦτον, εἶναι νέος, δὲν εἶναι βεβαίως εἰς κατάστασιν νὰ ὑπηρετήσῃ. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρὸ ἡμερῶν ἐξέδωκε διαταγὴν νὰ γείνῃ ἐπιθεώρησις εἰς τὸν στρατὸν, ἑπομένως μετὰ 10 ἡμέρας ἔχομεν ἐπιθεώρησιν, ἡ ὁποία κατὰ διετίαν γίνεται, διὰ νὰ ἀφαιρέσῃ τοὺς ἀνικάνους ἀπὸ τὸν στρατὸν καὶ ἀφήσῃ τοὺς ἱκανούς· δεύτερον ἔχομεν τὸ μόνιμον στρατόπεδον, τὸ ἀληθὲς διϋλιστήριον ἱκανότητος τῶν ἀξιωματικῶν, ὥστε μετὰ 20 ἡμέρας θὰ ἔχωμεν καὶ τὸ στρατόπεδον τὸ μόνιμον· ἐκεῖ θὰ ἴδωμεν, ἂν ὁ Μελέαγρος, ὁ συνταγματάρχης τοῦ ἱππικοῦ, τὸν ὁποῖον πέρνει τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, ἦναι ἱκανὸς νὰ ἱππεύῃ, καὶ ἂν ἀντέχῃ περισσότερον ἀπὸ τοὺς νέους. Ἔχομεν τρίτον τὸ Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποστρατεύῃ τοὺς ἀνικάνους καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κάμωμεν νὰ λειτουργήσῃ. Πλὴν τούτων ἔχομεν τέταρτον καὶ τὸ ὑπάρχον ὅριον τῆς ἡλικίας. Ἐντούτοις, μεθ’ ὅλα ταῦτα, μεθ’ ὅλας αὐτὰς τὰς ἐπιθεωρήσεις, τώρα συζητοῦμεν νὰ εὕρωμεν ἓν ἄλλο ὅριον ἡλικίας αὐθαίρετον, ἵνα ἀποτάξωμεν ὅσους θέλομεν καὶ ἀφήσωμεν τοὺς νέους (θόρυβος καὶ διάλογοι). Ἄλλοτε ὁ Κυδωνάκης, ταγματάρχης τοῦ οἰκονομικοῦ, ἀπεστρατεύθη νέος, ἔγεινεν ὑποδιευθυντὴς τοῦ ὑποκαταστήματος τῆς Τραπέζης εἰς τὴν Κόρινθον καὶ ἔχει σήμερον δύο συντάξεις. Ἡ σύνταξις εἶναι βοήθημα, καὶ ἂν δεχθῶμεν τὴν τροποποίησιν αὐτὴν, τοῦ ν’ ἀφομοιωθῶσιν οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς ξηρᾶς μὲ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ, θὰ ἔχωμεν νὰ πληρώνωμεν κατ’ ἔτος πολλὰ ἑκατομμύρια, ἴσως 5,000,000 εἰς ἀργομίσθους συνταξιούχους, ἀφοῦ σήμερον, ὑπὸ τὰς σημερινὰς ἀνάγκας, τὸ πτωχὸν ταμεῖόν μας πληρόνει εἰς τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ στρατιωτικοὺς καὶ πολιτικοὺς ὑπαλλήλους 5,000,000, καὶ 2,500,000 εἰς τοὺς συνταξιούχους· διότι, ἐὰν δεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Πεταλᾶ, θὰ διπλασιασθῶσι τὸ πολὺ μετὰ τρία ἔτη οἱ συνταξιοῦχοι.
§197ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἐγὼ δὲν ὑπέβαλα καμμίαν τροπολογίαν.
§198ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Σᾶς ἤκουσα ὁμιλοῦντα. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἰατρῶν. Τί νὰ εἴπῃ τις περὶ τοῦ ζητήματος τούτου; Ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι, ὅσον περισσότερον χρόνον ἐργάζεται εἷς ἰατρός, τόσον ἱκανώτερος γίνεται. Ὁ ἰατρὸς εἰς τὰ νοσοκομεῖα τὰ στρατιωτικὰ ἐκγυμνάζεται, ἀποκτᾷ πεῖραν, ἔπειτα μεταβαίνει εἰς τὴν Εὐρώπην, τελειοποιεῖται, κάμνει ἐγχειρήσεις, ἐπανέρχεται εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐξακολουθεῖ νὰ ἀσκῆται, καὶ ὅταν ἀποκτήσῃ πάντα ταῦτα, τῷ λέγετε: «Φύγε! εἶσαι ἄχρηστος ἐπιστήμων· πρέπει νὰ ἔλθῃ νέος». Τότε πρέπει ν’ ἀποστρατεύσητε καὶ τοὺς ἐξόχους ἰατρούς, τοὺς καθηγητάς, ἤτοι τὸν σεβαστὸν καθηγητήν μου Μακκᾶν, τὸν ἀρχίατρον τοῦ Βασιλέως, ν’ ἀποστρατεύσητε τὸν Ὀρφανίδην, τὸν Καραμήτσαν, τὸν Δηλιγιάννην, Μαγγίναν, Γαλβάνην κλπ. δυνάμει τοῦ νέου νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας, καὶ νὰ ἐμπιστευθῆτε εἰς νεαροὺς ἰατροὺς τὴν διδασκαλίαν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ἐν τῇ κλινικῇ τῶν ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν νοσημάτων. Λέγω, Κύριοι, μεθ’ ὅσα ἀνέπτυξα, ὅτι τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας εἶναι αὐθαίρετον, διότι δὲν βασίζεται παρὰ εἰς τὸν εὔρωστον ὀργανισμόν, τὴν ἰσχυρὰν κρᾶσιν, εἰς τὴν σκληραγωγίαν καὶ εἰς τὴν πλήρη καὶ ἐντελῆ λειτουργίαν ὅλων τῶν σπλάγχνων τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι εἰς νεαρὰν ἡλικίαν δὲν εἶναι περισσότεροι ἀνίκανοι; ἄπειροί εἰσιν οἱ ἀνίκανοι, διότι πολὺ ὑπέρτερος εἶναι ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἔχομεν τὸ σοφὸν νομοθέτημα τῶν ἀνακριτικῶν συμβουλίων, ἔχομεν τὰς διετεῖς ἐπιθεωρήσεις, ἔχομεν τὸ στρατόπεδον, ἔχομεν τὸν ἰσχύοντα νόμον τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας.
§199ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λειτουργεῖ δυστυχῶς.
§200ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Ἀρκεῖ ἓν ἄρθρον, διὰ νὰ λειτουργήσῃ.
§201ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς θὰ τὸ κάμητε ὑμεῖς τὸ ἄρθρον;
§202ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Νὰ στερῶνται τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων των, ὅσοι δὲν ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκόν των. Διὰ ταῦτα λοιπὸν καὶ ἐπιφυλασσόμενος νὰ λάβω καὶ πάλιν τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν, φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ δεχθῇ τὴν πρότασίν μου.
§203Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶμαι, κύριοι Βουλευταί, ἁρμόδιος νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπὸ ἔποψιν στρατιωτικήν, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ὀφείλω νὰ φέρω παρατηρήσεις τινὰς ἐπ’ αὐτοῦ. Δὲν κηρύσσομαι κατ’ ἀρχὴν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι τοῦτο τροποποιήσεις φέρει εἰς τὸν ὑπάρχοντα νόμον, ὁ ὁποῖος καθιέρωσε τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας. Ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι καθεστὼς νόμος καὶ ἐφηρμόσθη ἐπὶ πολύ. Νομίζω ὅτι ὀφείλω νὰ φέρω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ καὶ ἐν γένει ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν δύναται νὰ ἐπέλθῃ διόρθωσίς τις, διότι πιστεύω ὅτι μᾶλλον περὶ τῶν προσώπων φροντίζομεν, παρὰ περὶ τῆς βελτιώσεως τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰσάγουσι τοιοῦτον νόμον, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰσήγαγον τὸν παλαιὸν νόμον, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰσάγουσι τὰς τροποποιήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, μᾶλλον εἰς τὰ πρόσωπα ἀποβλέπουσι, παρὰ εἰς τὴν ὠφέλειαν τοῦ στρατοῦ. Ἐννοῶ, Κύριοι, τὸν νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας ὅτι σκοπεῖ νὰ ἐξάγῃ ἀπὸ τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας των δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἀνθέξωσιν εἰς τὰς κακουχίας τῆς ἐκστρατείας. Ἐὰν δ’ ὑπῆρχον ἐξετάσεις παρ’ ἡμῖν κεκανονισμέναι, θὰ ἐνοοῦμεν τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας. Διότι, ὅταν τις ἤθελε φθάσει μέχρι τοῦ ὁρίου ἐκείνου, καθ’ ὃ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μορφωθῇ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε δι’ ἐξετάσεων νὰ δείξῃ ὅτι ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ καταλάβῃ ἀνώτερον βαθμόν, τότε ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἐκτὸς τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν συμβαίνει τοῦτο· ἐνταῦθα ἔχομεν ἕνα νόμον περὶ προβιβασμῶν καὶ ἓν διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐκανόνισε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς μεγάλας ἀδικίας, καὶ αἱ ἀδικίαι αὗται εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἐγέννησαν τὰ παράπονα ἐν τῷ στρατῷ, παράπονα, τὰ ὁποῖα πάντες ὀφείλομεν νὰ ἐξουδετερώσωμεν, διότι, ἐὰν τὰ παράπονα ταῦτα ἤθελον ἐπεκταθῆ, δὲν γνωρίζω ποῖον θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα, βεβαίως ὅμως ἤθελον ἀποβῆ κατὰ τῶν συμφερόντων τῶν ἐθνικῶν. Αἱ ἐπιθεωρήσεις, κύριοι Βουλευταὶ, γνωρίζετε ποῖαι εἶναι· ἄπειροι εἶναι αἱ κραυγαὶ τῶν παραπόνων τῶν γενομένων κατὰ τῶν ἐπιθεωρήσεων τούτων καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐπιθεωρήσεων. Ἐγὼ ἀκούω μόνον καὶ ἔχω διδόμενά τινα, ἐκ τῶν ὁποίων ἀσφαλῶς δύναμαι νὰ πιστοποιήσω τὸ δίκαιον τῶν παραπόνων τούτων ἐν τῇ Βουλῇ. Λόγου χάριν, προκειμένου περὶ τοῦ σώματος τοῦ μηχανικοῦ, πολλοὶ τῶν ἀντισυνταγματαρχῶν ἐκηρύχθησαν στάσιμοι διὰ τῶν γενομένων ἐπιθεωρήσεων· τὰ ὀνόματα αὐτῶν τῶν ἀντισυνταγματαρχῶν νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετὰ, ἵνα ἐννοήσητε περὶ τῆς γενομένης ἀδικίας. Μεταξὺ τούτων εἶναι ὁ Γονατᾶς...
§204ΜΑΝΕΣΗΣ. Ταῦτα εἶναι ὅλως ἄσχετα.
§205ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κατὰ τὴν κρίσιν μου, εἶναι σχετικώτατα, ὡς θέλετε ἴδει κατόπιν ... Εἶναι ὁ Ἀποστόλου καὶ ἄλλοι τινὲς ἀξιωματικοὶ, εἰς τοὺς ὁποίους, ἕνεκα τῆς ἐξιδιασμένης αὐτῶν ἱκανότητος, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώρισεν ἡ Πολιτεία, ἀνετέθη ἡ διδασκαλία τῶν στρατιωτικῶν μαθημάτων ἐν ταῖς Σχολαῖς. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω αὐτὸ τὸ ὀξύμωρον σχῆμα, πῶς κρίνομεν τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοὺς ἱκανοὺς ἵνα διδάσκωσιν ἐν ταῖς Στρατιωτικαῖς Σχολαῖς τοῦ Κράτους, καὶ ὅταν πρόκειται περὶ προβιβασμῶν, νὰ τοὺς κηρύττωμεν στασίμους! Ἤκουσά τινα ἐκ τῶν φίλων μου, λέγοντα ὅτι ἐνδιαφέρομαι ὑπὲρ τοῦ ἐξαδέλφου μου Νεοκλέους Πετιμεζᾶ, ὁμολογουμένως ἀδικηθέντος, καὶ ὅτι δι’ αὐτὸ ἔλαβον τὸν λόγον. Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι ὁ ἐξάδελφός μου ἠδικήθη, καὶ θὰ σᾶς εἴπω κατόπιν κατὰ τίνα τρόπον ἠδικήθη, καὶ θὰ σᾶς ἐκπλήξῃ τὸ ἄκουσμα τοῦτο· ἀλλὰ δὲν εἶναι προσωπικὸς λόγος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα. Αἱ ἐπιθεωρήσεις φέρουσιν ὡς λόγον τῆς ἀποφασισθείσης στασιμότητος, ὅτι τινὲς τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ αὐτοὶ ἰδίως, δὲν ἀνέλαβον ὑπηρεσίαν διοικητικὴν ἐν τῷ στρατῷ. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ μηχανικόν, μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ λόγος οὗτος δὲν εἶναι λογικός· τὸ μηχανικὸν ἀπαρτίζεται, ὡς γνωρίζετε, ἐξ ἑνὸς συντάγματος, εἶχε δὲ 14 ἢ 12 ἀντισυνταγματάρχας· σᾶς παρακαλῶ, ἦτο δυνατὸν εἰς αὐτὸ τὸ ἓν σύνταγμα νὰ ὑπηρετήσωσιν ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἀντισυνταγματάρχαι καὶ εἰς ὡρισμένον μάλιστα χρόνον; Ἀδύνατον. Ἀλλὰ ποῖος νόμος κωλύει νὰ προβιβασθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπηρέτησαν εἰς σύνταγμα; Οὐδείς. Τουναντίον γνωρίζω, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς ὑποχρεοῦται διὰ νόμου αὐστηροτάτου, τοῦ στρατιωτικοῦ, νὰ μεταβαίνῃ ὅπου διατάσσεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ ἐκτελῇ τὴν ὑπηρεσίαν, ἥτις ἀνατίθεται εἰς αὐτόν. Πῶς ἠθέλατε, οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ νὰ παρακούσωσιν εἰς τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία τοὺς διώριζε καθηγητὰς εἰς τὰ Σχολεῖα ἢ διοικητὰς Ἀρχηγείων, καὶ νὰ εἴπωσι «Θέλομεν νὰ ὑπηρετήσωμεν εἰς τὸ σῶμα»; Ἀλλὰ τότε θὰ ἠπείθουν πρὸς τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ θὰ ἐκαλοῦντο εἰς τὸ Στρατοδικεῖον.
§206Ι. ΣΕΧΟΣ. Κύριε Πετιμεζᾶ, μὲ συγχωρεῖτε. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ μηχανικοῦ διαιρεῖται εἰς δύο κλάδους, εἰς τὸν στρατὸν τοῦ μηχανικοῦ, ὅστις εἶναι ἐλάχιστος κατ’ ἀριθμὸν, καὶ εἰς ἐπιτελεῖον τοῦ μηχανικοῦ. Ὁ κύριος δὲ σκοπὸς τοῦ μηχανικοῦ εἶναι ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἐπιτελείου.
§207ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Γνωρίζω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι τὸ μηχανικὸν μέχρις ἑνὸς χρονικοῦ διαστήματος, μέχρι τοῦ 1878 ἢ 1880, —δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς—ἐνησχολεῖτο ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δημοσίων ἔργων· δὲν εἴχομεν τότε τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων, καὶ μηχανικοὺς πολιτικοὺς. Ὑποθέτω δὲ καὶ πιστεύω, ὅτι, ὡς ἔχει τὸ πρᾶγμα, τὰ ἔργα αὐτὰ τὰ δημόσια εἶναι πολὺ σχετικὰ μὲ τὰ ἔργα τοῦ μηχανικοῦ τοῦ στρατιωτικοῦ. Διότι τὸ μηχανικὸν καλεῖται νὰ ἐνεργήσῃ ὁδοποιΐας, νὰ κατασκευάσῃ γεφύρας, νὰ καταστρέψῃ μάλιστα τὰς γεφύρας ἐν περιπτώσει ὑποχωρήσεως. Γνωρίζω ὅτι τὸ μηχανικὸν δὲν εἶναι σῶμα ὡς τὸ πεζικὸν, διὰ νὰ πολεμήσῃ· ἀλλ’ εἶναι σῶμα, τὸ ὁποῖον κατατέμνεται εἰς μικρὰ τμήματα, προσκολλώμενον εἰς τὰ διάφορα σώματα· τὰ τμήματα δὲ ταῦτα νομίζω ὅτι καλοῦνται ὄρχοι...
§208Ι. ΣΕΧΟΣ. Ὄρχοι εἶναι τὰ ἐργαλεῖα, δὲν καλοῦνται τὰ σώματα οὕτω.
§209ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐνόμιζον ὅτι καλοῦνται τὰ σώματα ἐκ τῶν ἐργαλείων... Τώρα συμβαίνει τὸ ἄτοπον, ὅτι εἰς τὸ μηχανικὸν οὐδεὶς ἀντισυνταγματάρχης ὑπάρχει πρὸς προβιβασμὸν, διότι ἅπαντες ἐγένοντο στάσιμοι.
§210Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Οἱ στάσιμοι δὲν θὰ μείνωσιν αἰωνίως στάσιμοι. Θὰ ἔλθῃ μία νέα ἐπιθεώρησις καὶ θὰ τοὺς ἐξαγάγῃ.
§211ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Στάσιμος ἀξιωματικὸς σημαίνει ἀνίκανος, ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ γέρων ἀξιωματικὸς νὰ γείνῃ ἱκανὸς διὰ τῆς παρελεύσεως τοῦ χρόνου.
§212Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ὑπάρχει κἄποια σύγχυσις. Ὅταν διὰ τῆς ἐπιθεωρήσεως χαρακτηρίζηταί τις ἀξιωματικὸς στάσιμος, διὰ τῆς ἐκθέσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, δηλαδὴ μὴ ἐπιδεκτικὸς προβιβασμοῦ, τότε ἡ ἔκθεσις ὑποβάλλεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν· ἐὰν δὲ καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχῃ τὴν αὐτὴν γνώμην, τότε συντάσσεται πίναξ, καὶ ἐν τῷ πίνακι ἀναγράφεται ὁ μὴ ἔχων τὰ προσόντα πρὸς προβιβασμόν. Ὁ πίναξ δὲ οὗτος ἔχει ἰσχὺν μέχρις ὅτου διὰ νέας ἐπιθεωρήσεως συνταχθῇ ἕτερος πίναξ. Ἑπομένως ὁ κηρυχθεὶς στάσιμος κατὰ τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ 1886 δύναται νὰ κηρυχθῇ ἱκανὸς κατὰ τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ 1888.
§213ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀποτελεῖ τὸν τύπον, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ, διότι ἢ ὁ ἐπιθεωρητὴς ἔσφαλεν εἰς τὴν ἐκτίμησιν αὐτοῦ, καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἔσφαλεν ἐπίσης, ἀποδεχθεὶς τὴν γνώμην τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, καὶ ἔκρινεν αὐτὸν ἄξιον νὰ κηρυχθῇ στάσιμος, — καὶ τοῦτο εἶναι ἀδικία, — ἢ δὲν εἶναι ἱκανὸς, καὶ τότε καλῶς ἐκηρύχθη στάσιμος. Τοῦτο δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τοὺς μικροὺς ἀξιωματικοὺς, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τοὺς ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἔχωσι τὸν καιρὸν ν’ ἀποκτήσωσι τὰς γνώσεις ἐκείνας, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῶν ὁποίων ἐκηρύχθησαν στάσιμοι.
§214ΣΕΧΟΣ. Τὴν στασιμότητα τῶν ἀξιωματικῶν τὴν θεωρῶ ὀρθὴν ἐν Γερμανίᾳ, διότι ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει ὡρισμένος νόμος, ἀλλὰ προβαίνουσιν ἐπὶ συνηθειῶν καὶ παραδόσεων· ὅταν ἀξιωματικός τις κηρυχθῇ στάσιμος, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ παραιτηθῇ, ἐὰν δὲν προαχθῇ, καὶ προαχθῶσιν ἄλλοι κατόπιν αὐτοῦ· εἰ μὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, ζητεῖ τὴν σύνταξίν του, εἰ δ’ ἄλλως, ἀποσύρεται, καὶ τότε τὸ Δημόσιον εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ τῷ δώσῃ μίαν πολιτικὴν θέσιν. Παρ’ ἡμῖν τί συμβαίνει; κάμνομεν ἕνα ἀντισυνταγματάρχην στάσιμον, δηλ. δὲν τὸν θεωροῦμεν ἱκανὸν νὰ γείνῃ συνταγματάρχης, καὶ τῷ δίδομεν τὴν διοίκησιν συντάγματος; καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ τὸν καθιστῶμεν καὶ διοικητὴν Ἀρχηγείου!
§215ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διὰ νὰ εἰδικεύσω καλλίτερον τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ὕδρας κ. Βουλευτοῦ, ἐρωτῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, ἤδη αἱ ἐπιθεωρήσεις ἐθεώρησαν ἀνικάνους ἀξιωματικοὺς, οὓς ἀνέφερον, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν ὑπηρέτησαν εἰς τὸ σύνταγμα τοῦ μηχανικοῦ;
§216Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὑπῆρχον στάσιμοι εἰς τὸ σῶμα τοῦ πυροβολικοῦ, καὶ ἐν τούτοις δευτέρα ἐπιθεώρησις τοὺς ἐξήγαγε τῆς στασιμότητος.
§217ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ μηχανικοῦ, καὶ ἐρωτῶ, δύναται νέα ἐπιθεώρησις νὰ ἐξαγάγῃ αὐτοὺς ἐκ τῆς στασιμότητος, ἀφοῦ ὁ λόγος οὗτος δὲν θὰ ἐκλείψῃ; Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ εἰσέλθω τώρα εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ τρόπου τῶν ἐπιθεωρήσεων· ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας, σχετιζόμενος μὲ τὸν τρόπον τῆς ἐπιθεωρήσεως καὶ τὸν τρόπον, ὁ ὁποῖος τηρεῖται διὰ τὴν ἐργασίαν τὴν ἀπαιτουμένην πρὸς προβιβασμὸν τῶν ἀξιωματικῶν, ὁ νόμος, λέγω, περὶ ὁρίου ἡλικίας, οὕτω πως διαχειριζόμενος, μοὶ φαίνεται ὅτι ἀποτελεῖ ἓν ἰκρίωμα, προωρισμένον νὰ καρατομήσῃ ὡρισμένους ἀξιωματικούς. Διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν λέγομεν εἰς τὸν ἀξιωματικόν, ὅτι, ἐὰν φθάσῃ εἰς τὸ δεῖνα ἔτος τῆς ἡλικίας του, τίθεται ἐκτὸς τοῦ στρατοῦ, ἀφ’ ἑτέρου διὰ τῶν ἐπιθεωρήσεων συντελοῦμεν εἰς τὸ νὰ φθάσῃ τὸ χρονικὸν ὅριον, χωρὶς νὰ προβιβασθῇ. Δὲν ἐνδιαφέρομαι ἐγὼ περὶ τοῦ χρόνου. Τοῦτο εἶναι ἔργον τῶν στρατιωτικῶν, ἵνα κρίνωσι ποῖος χρόνος εἶναι ἀρκετὸς, ὅπως θεωρηθῇ εἷς ἀξιωματικὸς ἀνίκανος. Ἀλλ’ οἱονδήποτε καὶ ἂν ἦναι τὸ ὅριον αὐτὸ, δὲν λέγομεν τίποτε ἄλλο δι’ αὐτοῦ ἢ ὅτι ὁ συνταγματάρχης λ. χ. ὅταν φθάσῃ τὸ 65 ἔτος τίθεται ἐκτὸς τοῦ στρατοῦ. Διὰ νὰ τὸν θέσωμεν ὅμως ἐκτὸς τοῦ στρατοῦ, ἡμεῖς οἱ ἴδιοι συνεργοῦμεν εἰς τὸ νὰ μείνῃ μέχρι τοῦ 65 ἔτους, ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ· διότι διὰ τῶν ἐπιθεωρήσεων, τὰς ὁποίας ἐνεργοῦμεν, ὅπως ἐνεργοῦνται αὗται μέχρι σήμερον, τὸν κηρύττομεν στάσιμον, καὶ τὸν καταλαμβάνει τὸ 65 ἔτος χωρὶς νὰ προαχθῇ εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμόν. Εἶναι λοιπὸν τῷ ὄντι, ὅπως τὸ ἐχαρακτήρισα, τὸ ὅριον αὐτὸ τῆς ἡλικίας ἓν ἰκρίωμα, προωρισμένον ἵνα καρατομῇ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ηὐτύχησαν νὰ χαίρωσι τὴν εὔνοιαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἔγειναν, Κύριοι, μεγάλα ἀδικήματα, καὶ ἔγειναν μάλιστα κατὰ τρόπον ἐμποιοῦντα φρίκην! Μοὶ ἀνέφεραν τὸ ὄνομα τοῦ ἐξαδέλφου μου. Δὲν ἔπρεπε νὰ κάμω λόγον περὶ αὐτοῦ, διότι εἶμαι συγγενής του· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀνέφερα τὸ ὄνομά του, εἶμαι ἀναγκασμένος νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, τί συνέβη ὡς πρὸς αὐτό. Ὁ ἐξάδελφός μου Νεοκλῆς Πετιμεζᾶς εἶναι ὁ ἀρχαιότερος τῶν ἀντισυνταγματαρχῶν τοῦ μηχανικοῦ, εἶναι ὁ πρῶτος.
§218Ι. ΣΕΧΟΣ. Μάλιστα.
§219ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων εἰς τὰ 1857 καὶ ἔλαβε τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, καὶ βλέπει ἤδη ἄλλους, οἱ ὁποῖοι μετὰ 5 καὶ 6 ἔτη ἐξῆλθον καὶ ἔλαβον τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, ὡς ἐθελονταὶ κατατεταγμένοι εἰς τὸ πεζικὸν καὶ ἄλλα σώματα, τοὺς βλέπει συνταγματάρχας διὰ τῶν ἐπιθεωρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο. Γνωρίζω δὲ, διότι ὡς συγγενὴς εἶχον ἐνδιαφέρον νὰ μάθω τὴν ἀλήθειαν, γνωρίζω πῶς ἐγένετο ἡ ἐπιθεώρησις. Τὸ Ὑπουργεῖον, προκειμένου νὰ γείνῃ ἐπιθεώρησις, ἐδημοσίευσεν ἐγκύκλιον πρὸς πάντας τοὺς στρατιωτικούς, ὅτι ὀφείλει ἕκαστος νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς περιφερείας του, ἵνα ὑποβληθῇ εἰς ἐξετάσεις. Προσῆλθε καὶ ὁ ἐξάδελφός μου εἰς τὸν στρατηγὸν, τὸν κ. Λ. Μαυρομιχάλην, νομίζω. «Τί διατάσσετε, στρατηγέ; Τίποτε.» Ἐτελείωσεν ἡ ἐπιθεώρησις! Καὶ ἐν τούτοις ὁ στρατηγὸς κ. Μαυρομιχάλης τὸν ἐκήρυξε στάσιμον, δὲν ἠξεύρω ποῦ βασιζόμενος! Διότι, Κύριοι, ἐγὼ ἓν πρᾶγμα γνωρίζω, ὅτι ὁ στρατηγὸς, ἵνα γνωρίζῃ τὴν ποιότητα τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἢ πρέπει νὰ τὸν διοικήσῃ, ἢ νὰ διοικηθῇ παρ’ αὐτοῦ, διότι ἄλλως πῶς θὰ γνωρίζῃ τὴν ποιότητα αὐτοῦ; Ὑπάρχει καὶ εἷς ἄλλος τρόπος, ὡς ἀκούω, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἐγὼ δὲν εἶμαι στρατιωτικὸς—ὑπάρχει εἷς ἄλλος τρόπος, ἵνα γνωρίζῃ τις τὴν ποιότητα ἢ τὴν ἱκανότητα, ἂς εἴπωμεν οὕτω, τοῦ ἀξιωματικοῦ, ὁ ἔλεγχος ὁ στρατιωτικὸς, αἱ ἐκθέσεις τῶν διοικούντων τοὺς ἀξιωματικούς, αἱ ὁποῖαι κρατοῦνται ἐν βιβλίῳ. Ἐκεῖ ὑπάρχει τὸ φύλλον ποιότητος τοῦ ἀξιωματικοῦ,—δὲν ἠξεύρω ἐὰν τὸ ὀνομάζουν οὕτω.
§220ΠΕΤΑΛΑΣ. Μάλιστα.
§221ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐκεῖ εὑρίσκεται ὁ καθρέπτης, ὁ παριστῶν τὴν ποιότητα, τὴν ἱκανότητα, τὴν διαγωγὴν, τὰ πάντα, ἐὰν ἐτιμωρήθη, διατὶ ἐτιμωρήθη, καὶ ἐκ τοῦ βιβλίου ἐκείνου ὀφείλει ὁ ἐπιθεωρητὴς, εἴτε στρατηγὸς, εἴτε οἱοσδήποτε, νὰ σχηματίσῃ τὴν πεποίθησίν του, ὅταν πρόκειται νὰ σχηματίσῃ γνώμην περὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἀφοῦ μάλιστα οὐδὲ τὸν διῴκησεν, οὐδὲ διῳκήθη παρ’ αὐτοῦ, ἵνα γνωρίζῃ τὴν ἱκανότητα αὐτοῦ. Ἀλλὰ βαίνομεν ἄνω ποταμῶν· ἔρχεται ἀξιωματικὸς νὰ ἐπιθεωρήσῃ ἀξιωματικὸν, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζει, καὶ συντάττει ἔκθεσιν, εἰς τὴν ὁποίαν λέγει, ὅτι εἶναι ἢ δὲν εἶναι στάσιμος. «Ἀλλὰ ποῦ βασίζεσθε;» τῷ λέγει ὁ ἀδικούμενος ἀξιωματικός.—«Γνωρίζω ἐκ πληροφοριῶν ἐξωδίκων ὅτι δὲν διῴκησες σῶμα στρατοῦ, καὶ ἑπομένως σὲ κηρύττω στάσιμον»! Τοιαύτη ἔκθεσις ἐγένετο καὶ διὰ τὸν ἐξάδελφόν μου ἐκ μέρους τοῦ ὑποστρατήγου, ἐν τῷ δικαιώματί του. Δὲν κατακρίνω τὸν ἄνθρωπον. Δυνατὸν νὰ εἶχε τοιαύτην γνώμην ἢ τοιαύτας ὁδηγίας παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὅσοι δὲν ὑπηρέτησαν ὡς διοικηταὶ σωμάτων στρατοῦ δέον νὰ κηρυχθῶσι στάσιμοι. Τί συνέβη ὅμως ὡς πρὸς τὸν Νεοκλῆ Πετιμεζᾶν; Αὐτὸς διῴκησε καὶ σύνταγμα καὶ δὲν ἔλειψεν ἀπὸ οἱανδήποτε ὑπηρεσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν τὸν διέταξαν νὰ μεταβῇ. Αἴφνης ὁ ἐξάδελφός μου μανθάνει, ὅτι ὁ ὑποστράτηγος κ. Λ. Μαυρομιχάλης ὑπέβαλεν ἔκθεσιν στασιμότητος κατ’ αὐτοῦ. Τὸ πρᾶγμα ἤγγισε τὴν φιλοτιμίαν του. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ τοῦ βαθμοῦ, ἀλλὰ πρόκειται καὶ περὶ τῆς φιλοτιμίας τοῦ ἀξιωματικοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἐτιμωρήθη ποτὲ, κατὰ τοῦ ὁποίου δὲν ἐγένετο ποτὲ καμμία παρατήρησις, κατὰ τοῦ ὁποίου δὲν ὑπεβλήθη καμμία ἔκθεσις, καὶ τὸν ὁποῖον κηρύττουν στάσιμον, χωρὶς νὰ τὸν ὑποβάλωσι κἂν εἰς ἐξετάσεις, χωρὶς νὰ τὸν ἐρωτήσωσι κἂν περὶ οὐδενός! Ἦλθε λοιπὸν καὶ παρουσιάσθη εἰς τὸν κ. ἐπιθεωρητὴν καὶ εἶπε: «Στρατηγὲ, διατὶ μὲ ἐκήρυξες στάσιμον; Μὲ ὑπέβαλες εἰς ἐξετάσεις; μὲ ἠρώτησες περί τινος πράγματος, ἵνα ἴδῃς, ἐὰν ἦμαι ἱκανὸς ἐν τῇ στρατιωτικῇ ἐπιστήμῃ καὶ ἰδίως ἐν τῷ κλάδῳ τοῦ μηχανικοῦ;» Ὄχι! Τώρα δὲν θέλω νὰ εἴπω τὰ διατρέχοντα, Κύριοι...
§222ΚΡΙΤΣΑΣ. Νὰ τὰ εἴπητε.
§223ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν θέλω, διότι πρόκειται περὶ προσώπων, καὶ συνείθισα πάντοτε νὰ μὴ θίγω πρόσωπα, καὶ οὐδὲ τώρα πρέπει νὰ τὰ θίξω, ἰδίως ἐπειδὴ πρόκειται περὶ συγγενοῦς... Μετεμελήθη ὁ στρατηγὸς, καὶ ὑπέβαλεν ἔκθεσιν νέαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τῆς ὁποίας ἔλεγεν, ὅτι ὁ ἀντισυνταγματάρχης Ν. Πετιμεζᾶς εἶναι προβιβάσιμος, καὶ ἀνεκάλει τὴν ἔκθεσιν τὴν πρώτην, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε.
§224ΚΡΙΤΣΑΣ. Διότι ἴσως ἐπὶ 15 ἡμέρας ἐμελέτησε καλλίτερον.
§225Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἴσως. Ἡ ἐπιτροπὴ Κύριοι, ἡ ὁποία δὲν ἠξεύρω ἀπὸ ποίους σύγκειται καὶ ἡ ὁποία ἀποφαίνεται ἐπὶ τῶν ἐκθέσεων τῶν ἐπιθεωρητῶν καὶ συντάσσει τὸν κατάλογον τῶν προβιβασίμων καὶ συνταξίμων, δὲν εἶχεν ἀκόμη συνέλθει, ὅταν ὁ στρατηγός Μαυρομιχάλης ὑπέβαλε τὴν δευτέραν ἔκθεσιν περὶ τοῦ ἐξαδέλφου μου· ἀλλ’ ἡ ἔκθεσις αὕτη ἐξηφανίσθη, ἀνελήφθη, διότι ἡ ἔκθεσις αὕτη κατέστρεφε τὰ σχέδια περὶ τῶν προβιβασμῶν, τὰ ἐκ τῶν προτέρων βεβαίως εἰλημμένα, καὶ ἔφερεν ἐμπόδιον εἰς τὸ νὰ τελεσφορήσωσιν οἱ προβιβασμοὶ, ὅπως τοὺς εἶχον σχεδιάσει οἱ ἁρμόδιοι, καὶ διὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ ἐξαφανισθῇ. Ὁμιλῶ περὶ τῶν προβιβασμῶν οὐχὶ τῶν τελευταῖον γενομένων, ἀλλὰ τῶν προηγουμένων, ὅτε ἄλλην εἴχομεν Κυβέρνησιν.
§226ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ποία Κυβέρνησις ἦτο, κύριε συνάδελφε;
§227Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ ἄχρους.
§228ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἡ τελευταία;
§229Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ προκάτοχος τῆς παρούσης.
§230ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Πῶς τὸ ἔπαθεν! Αὐτὴ δὲν ἔκαμε τίποτε!
§231Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὀρθὸν νὰ ἐξαφανίσῃ τὴν ἔκθεσιν, διότι βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἄλλος τις τὴν ἐξαφάνισε καὶ προέβη εἰς τοὺς προβιβασμοὺς, ὅπως προέβη. Ὁ ἐξάδελφός μου, γνωρίζων ὅτι ὑπεβλήθη δευτέρα ἔκθεσις,—διότι τὸν ἐβεβαίωσε περὶ τούτου ὁ στρατηγὸς—ἀναιροῦσα τὴν πρώτην, καὶ διὰ τῆς ὁποίας ὁ στρατηγὸς ἐγνωμάτευεν, ὅτι ὁ ἀντισυνταγματάρχης Νεοκλῆς Πετιμεζᾶς εἶναι προβιβάσιμος καὶ δὲν εἶναι στάσιμος, καὶ ἰδὼν ὅτι ἐπροβιβάσθησαν ἄλλοι, μετέβη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἐζήτησε νὰ πληροφορηθῇ περὶ τῆς τύχης τῆς ἐκθέσεως. Τὸν παρέπεμπον δὲ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς γραφείου εἰς τὸ ἄλλο, ὅτε ἠναγκάσθη νὰ ἀποταθῇ ἐγγράφως διὰ τῆς ἱεραρχικῆς ὁδοῦ, ὅπως εἶναι κεκανονισμένον διὰ τοὺς στρατιωτικοὺς, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ ἀπήντα ἐπισήμως πάλιν, ὅτι περὶ τῆς τύχης τῆς ἐκθέσεως πρέπει νὰ ἀποταθῇ εἰς τὸν ἴδιον τὸν στρατηγόν. Ἀποτείνεται λοιπὸν πρὸς τὸν στρατηγὸν ὁ ἐξάδελφός μου, συνεπείᾳ τῆς διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου, διότι δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποταθῇ ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸν στρατηγὸν, καὶ ὁ στρατηγὸς ὁμολογεῖ—εἶναι ἐδῶ τὰ ἔγγραφα—ὁμολογεῖ ἐπισημειωματικῶς ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς του, ὅτι ὑπέβαλε τοιαύτην ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος ἐνεχείρισεν εἰς τὸν προσωπάρχην, τὸν κ. Κωνσταντινίδην, μοὶ φαίνεται, ἀλλὰ δὲν γνωρίζει τί ἔγεινεν ἡ ἔκθεσις αὐτή. Ἡ ἔρευνα δὲν περιωρίσθη ἕως ἐδῶ, διότι τὸ Ὑπουργεῖον ἠρνεῖτο τὰ πάντα, ὅτι δὲν ἔλαβε γνῶσιν τοιαύτης ἐκθέσεως· μόνος ὁ Κωνσταντινίδης δὲν ἠρνεῖτο, ὅτι τὴν ἔλαβεν, ἀλλὰ δὲν ἐγνώριζε καὶ ἐκεῖνος τί ἔγεινε. «Τὴν ἔδωκα, λέγει, ἀμέσως· τί τὴν ἔκαμαν, δὲν ἠξεύρω,» Ἐν τούτοις τὸ πρᾶγμα εἶναι παράδοξον, διότι τὰ ἔγγραφα τὰ δημόσια ὀφείλουσι νὰ πρωτοκολλῶνται, ἵνα γνωρίζῃ τὸ Ὑπουργεῖον εἰς πᾶσαν στιγμὴν ποῦ εὑρίσκονται. Ἐν τούτοις ἦλθεν ἡ νέα Κυβέρνησις, καὶ ἐπὶ τῆς νέας Κυβερνήσεως ἐγένετο ἡ ἐνέργεια, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέφερα, διότι ὁ ὁ ἐξάδελφός μου κατέφυγε καὶ εἰς τὸν νέον Ὑπουργὸν, καὶ νομίζω, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι εἶμαι ἐν τῇ ἀληθείᾳ, ὅτι ὁ κ. Κωνσταντινίδης ὁ προσωπάρχης, κληθεὶς ὑφ’ ὑμῶν, ὡμολόγησεν, ὅτι τῷ ὄντι ὁ στρατηγὸς Μαυρομιχάλης ὑπέβαλε περὶ τοῦ ἀντισυνταγματάρχου κ. Ν. Πετιμεζᾶ ἔκθεσιν, διὰ τῆς ὁποίας ἔλεγεν, ὅτι εἶναι προβιβάσιμος καὶ πρέπει νὰ προβιβασθῇ, καὶ ὅτι τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν τὴν ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πρὶν ἢ συνέλθῃ ἡ ἐπιτροπὴ, ἵνα συντάξῃ τὸν κατάλογον τῶν προβιβασίμων... Εἶναι ἀληθὲς, κύριε Ὑπουργέ;
§232Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ κ. Κωνσταντινίδης μοὶ εἶπεν, ὅτι ἡ ἔκθεσις αὕτη τοῦ κ. Μαυρομιχάλη δὲν ἠδύνατο νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐπιθεωρήσεως. Ὅ,τι εἶχε νὰ εἴπῃ ὁ κ. Μαυρομιχάλης, ἔπρεπεν ἅμα τῇ λήξει τῆς ἐπιθεωρήσεως νὰ τὸ ὑποβάλῃ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὑπέβαλε μίαν ἔκθεσιν, ἐὰν ἀκολούθως μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἐπιθεωρήσεως μετεμελήθη καὶ ὑπέβαλε νέαν ἔκθεσιν, αὕτη δὲν ἠδύνατο νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει. Τοῦτο μοὶ εἶπεν ὁ κ. Κωνσταντινίδης.
§233Ι. ΣΕΧΟΣ. Ὥστε ὑπάρχει καὶ δευτέρα ἔκθεσις, κύριε Ὑπουργέ;
§234Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ. Δὲν εἶδον ἐγὼ τοιαύτην ἔκθεσιν.
§235Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχω πληροφορίας μέχρι τοῦδε, ὅτι ἡ ἔκθεσις αὕτη ἐνεχειρίσθη πρὸ τῆς συγκροτήσεως τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὤφειλε νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψει. Ἔχω δὲ πληροφορίας, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ὁ κ. Κωνσταντινίδης ἐνώπιόν σας ὡμολόγησεν, ὅτι ἡ ἔκθεσις αὕτη ὑπεβλήθη πρὸ τῆς συγκροτήσεως τῆς ἐπιτροπῆς.
§236Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ. Δὲν μοὶ εἶπε «πρὸ τῆς συγκροτήσεως τῆς ἐπιτροπῆς».
§237Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τοιαύτας πληροφορίας ἔχω ἐγώ.
§238ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Δὲν φαίνεται ἐὰν ἐπρωτοκολλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον;
§239Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ ἀλήθεια προκύπτει ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων· ἐὰν ἡ ἔκθεσις ὑπεβάλλετο κατόπιν ἑορτῆς, ἐὰν ἦτο ἐκπρόθεσμος, δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη τῆς ἐξαφανίσεώς της. Ποῦ, κύριε Ὑπουργέ, εἶναι τὸ πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἔχῃ πρωτοκολλημένην τὴν ἔκθεσιν; Ἐὰν μὴ εὑρίσκηται δὲ πρωτοκολλημένη ἐκεῖ ἡ ἔκθεσις, ἀλλ’ ἐξηφανίσθη καὶ δὲν εὑρίσκεται οὐδαμοῦ, δὲν σᾶς γεννᾶται ἡ ὑπόνοια, ὅτι ἐξηφανίσθη σκοπίμως, ἵνα ἀδικηθῇ ὁ συνταγματάρχης Νεοκλῆς Πετιμεζᾶς;
§240ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Καὶ ἄλλη δευτέρα ἔκθεσις κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐξηφανίσθη, διότι ἦλθεν ἡ τότε Κυβέρνησις, ἵνα διορθώσῃ τὰ κακῶς κείμενα, καὶ ἔκαμε τοιαῦτα ὄργια, τὰ ὁποῖα δὲν ἔγειναν ἐπὶ οὐδεμιᾶς κομματικῆς Κυβερνήσεως.
§241Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ κακὸν, Κύριοι, εἶναι, ὅτι καὶ ἡ διάδοχος Κυβέρνησις ἠκολούθησε τὸν δρόμον ἐκεῖνον, διότι βλέπετε, ὅτι ἔχομεν καὶ νέους προβιβασμοὺς, γενομένους κατὰ τὸ αὐτὸ μέτρον, καὶ ἠκούσατε παράπονα κατὰ τῶν νέων προβιβασμῶν, πολὺ ζωηρότερα ἢ κατὰ τῶν προβιβασμῶν ἐκείνων. Οὐδένα ἔχομεν προσωπικὸν λόγον νὰ καταφερώμεθα κατὰ μιᾶς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ πρέπει νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν, ὅπου καὶ ἂν τὴν ἀπαντῶμεν. Βεβαίως δὲν εἶναι ἀξιόμεμπτος ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη καὶ ἀξιόποινος ἡ παροῦσα, ἐὰν ἠκολούθησε τὴν αὐτὴν ὁδὸν καὶ δὲν ἐπανέφερε τὰ πράγματα εἰς οἵαν θέσιν ἔπρεπε νὰ ἦναι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπληροφόρησε τὴν Βουλήν,—καὶ τὸ ἠκούσατε, κύριοι Βουλευταὶ,—ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἦτο ἔκνομος, ὡς πρὸς τὸν ἀξιωματικὸν κ. Ν. Πετιμεζᾶν, ἀδιαφόρως ἐὰν ἐγὼ τὸν ἔχω συγγενῆ.
§242Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐγὼ δὲν εἶπον «ἔκνομος».
§243Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἦτο ἔκνομος, Κύριοι, διότι ὁ στρατηγὸς ὑπέβαλε μίαν ἔκθεσιν, ὡς σᾶς ἐξήγησα, τὴν ἔκθεσιν δὲ ἐκείνην τὴν ἀνεκάλεσε, καὶ τὸ παραδέχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐὰν ἦτο ἐκπρόθεσμος, καὶ κατὰ τὴν κρίσιν του δὲν ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ἦτο ἐκπρόθεσμος καὶ κατὰ τοὺς νέους προβιβασμοὺς, τοὺς γενομένους προχθές;
§244Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Διὰ τοὺς νέους προβιβασμοὺς εὗρον τὴν ἑξῆς σημείωσιν,—δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω πρόσωπα, ἀλλὰ ἀριθμούς.—«Ὁ Α, ἢ Β, ἢ ὁ Γ δὲν κέκτηται τὰ προσόντα διὰ τὸν κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμόν.» Τὴν σημείωσιν ταύτην εὗρον παραπλεύρως τοῦ ὀνόματος αὐτῶν. Πῶς ἠθέλατε νὰ τοὺς προβιβάσω ἐγώ;
§245Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κατὰ τὸν παλαιὸν κατάλογον.
§246Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ. Δὲν ἐγένετο νέα ἐπιθεώρησις.
§247Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τοῦτο τὸ ἐνόησα· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπληροφόρησεν ἡμᾶς, ὅτι ἡ στασιμότης ἐκείνη εἶναι ἄδικος, διότι ἐβασίζετο ἐπὶ μιᾶς ἐκθέσεως ἀνακληθείσης· ὅτι δὲ ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ στρατηγοῦ τοῦ ἐνεργήσαντος τὴν ἐπιθεώρησιν νέα ἔκθεσις, τὸ ὡμολόγησεν ὁ κ. Ὑπουργός.
§248Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ. Ἐγὼ δὲν τὴν εἶδον. Σᾶς εἶπον ὅ,τι μοὶ εἶπεν ὁ κ. Κωνσταντινίδης.
§249Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ πληροφορούμενος, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἓν ἀδίκημα ἐγένετο καθ’ ἑνὸς ἀξιωματικοῦ ἀνωτέρου, ἔπρεπε νὰ καλέσητε, ἀφοῦ μάλιστα σᾶς τὸ εἶπεν ὁ προσωπάρχης τοῦ Ὑπουργείου ὅτι ὑπεβλήθη δευτέρα ἔκθεσις, ἔπρεπε νὰ καλέσητε τὸν στρατηγὸν καὶ νὰ τῷ εἴπητε «κάμετε ἓν ἀντίγραφον».
§250Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἔχω καμίαν ὑποχρέωσιν νὰ τὸν καλέσω. Ἡ ἐπιθεώρησις δὲν ἐγένετο ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου.
§251Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τότε βεβαίως, ὅταν οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἔχωσι καμμίαν ὑποχρέωσιν, ὅταν μανθάνωσι τοιαῦτα ἀδικήματα γινόμενα ἐν τῷ στρατῷ, τότε εἶσθε δικαιολογημένος.
§252Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ. Ἐγὼ δὲν εὗρον οὐδὲ ἔκθεσιν, οὐδὲ τίποτε.
§253Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ πρώτην φορὰν πληροφοροῦμαι, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, μανθάνων ὅτι ἐγένετο ἓν ἀδίκημα κατὰ ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ τοῦ στρατοῦ, δὲν ἔχει καμμίαν ὑποχρέωσιν νὰ ἐνεργήσῃ, λόγῳ ὅτι τὸ ἀδίκημα ἐγένετο παρ’ ἄλλου, καὶ ὅτι ἑπομένως καὶ αὐτὸς δύναται ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν αὐτὴν ὁδὸν καὶ νὰ διαπράξῃ τὸ αὐτὸ ἀδίκημα. Κύριοι, ἐπὶ τούτου ἔφερα τὸν λόγον, ἐπειδὴ προεκλήθην. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιτρέπῃ τοιαῦτα ἀδικήματα, οὐχὶ ἀφορῶσα εἰς τὰ πρόσωπα, ἀλλ’ ἀφορῶσα εἰς τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ, ἀφορῶσα εἰς τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους.
§254Ι. ΣΕΧΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε συνάδελφε, νὰ σᾶς διακόψω πάλιν;
§255ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁρίστε, κύριε συνταγματάρχα.
§256Ι. ΣΕΧΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι διακεκριμένοι. Διὰ νὰ ἦμαι μᾶλλον καταληπτὸς, ἀναφέρω τὸ πρόσωπον. Ὁ ταγματάρχης Δροσινός, ὁ ἀρχαιότερος τῶν ταγματαρχῶν τοῦ στρατοῦ, ὁ ἀποσταλεὶς εἰς τὰς πλέον σπουδαίας καὶ ἐπικινδύνους ὑπηρεσίας, ἐπὶ δώδεκα ἔτη μένει ταγματάρχης, δὲν προήχθη, καὶ κινδυνεύει νὰ τὸν πάρῃ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, ἔχει δὲ 30 ἐτῶν ὑπηρεσίαν. Ἠξεύρετε δὲ τί συμβαίνει; Ὁ ταγματάρχης Δροσινὸς ἔχει ἰσόβαθμόν του στρατιωτικόν, τὸν ὁποῖον εἶχεν ὑπηρέτην του, καὶ κινδυνεύει ὁ ἐξαίρετος αὐτὸς ἀξιωματικὸς τοῦ μηχανικοῦ νὰ καταληφθῇ ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας!
§257Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτόν, κύριε συνταγματάρχα, εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου.
§258ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ ὑπηρέτης αὐτοῦ εἶναι ταγματάρχης, καὶ ἄλλος ἐξελθὼν κατόπιν ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων εἶναι συνταγματάρχης!
§259Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτοὶ οἱ λόγοι μὲ ἠνάγκασαν νὰ φέρω τὰς παρατηρήσεις αὐτάς, οἱ λόγοι τοὺς ὁποίους ὁ συνταγματάρχης κ. Σέχος εἰδικεύει, ὁ λόγος, ὅτι ὁ περὶ ὁρίου ἡλικίας νόμος δὲν εἶναι καλός, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφύγωμεν τὰ ἀδικήματα. Τί τὸ θέλομεν λοιπὸν τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, ἀφοῦ ὁ Δροσινὸς διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἐπιθεωρήσεως καὶ τῶν προβιβασμῶν ἔμεινε στάσιμος;
§260Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ Δροσινὸς δὲν εἶναι στάσιμος.
§261ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κατώρθωσαν διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἐπιθεωρήσεως νὰ μὴ προβιβασθῇ ἀκόμη, καὶ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας θὰ τὸν καταλάβῃ, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας εἶναι ἰκρίωμα, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη διὰ νὰ καρατομῶνταί τινες, ὅπως προάγωνται ἄλλοι. Φέρετέ μοι κανονισμόν, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ μὴ χωρῇ ἀδικία, φέρετε πραγματικὰς ἐπιθεωρήσεις, ὄχι γινομένας διὰ τὸν τύπον, ὄχι ἐπιθεωρήσεις ἄνευ ἐπιθεωρήσεως,—διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι οὐδεὶς τῶν ἀξιωματικῶν ὑπεβλήθη εἰς ἐπιθεώρησιν, ὅτι δὲν ἐξητάσθη εἰς οὐδὲν, ὅτι δὲν ἠρωτήθη περὶ οὐδενός, καὶ ἐν τούτοις ἐκηρύχθη στάσιμος,—φέρετε τοιοῦτον νόμον, κανονίσατε ἐξετάσεις, κανονίσατε τρόπον τῆς ἐπιθεωρήσεως, μὴ δίδοντα χώραν εἰς τοιαύτας ἀδικίας, καὶ τότε βεβαίως τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας εἶναι ὀρθόν. Τώρα δὲν καταλαμβάνω διατὶ θέλετε νὰ τὸ ἐπεκτείνητε μάλιστα αὐτὸ τὸ ὅριον· διὰ νὰ γίνωνται μεγαλείτερα ἀδικήματα; Καὶ ἤκουσα προχθὲς τοῦ κ. συνταγματάρχου, ὁ ὁποῖος ἔλεγε,—καὶ οἱ λόγοι του ἐκεῖνοι ἐβασίζοντο ἐπὶ τοῦ ὀρθοῦ καὶ τοῦ δικαίου,—ὁ ὁποῖος ἔλεγεν, ὅτι εἰς ἄλλα μέρη πολὺ λογικώτερον κρίνουσι περὶ τούτου, διότι ἐνόμισαν ἐκεῖ, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ ἀξιωματικὸς δὲν ἔχει τὴν εὐρωστίαν τοῦ σώματος καὶ δὲν δύναται νὰ ἱππεύσῃ, δὲν ἕπεται ὅτι δὲν εἶναι ἱκανὸς καὶ δι’ ἄλλας στρατιωτικὰς ὑπηρεσίας. Ὁ τοιοῦτος δύναται νὰ ἦναι ἱκανὸς διὰ γενικὰς θέσεις, διὰ νὰ γείνῃ στρατοδίκης, διὰ νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς τὰ φρουραρχεῖα, εἰς τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα. Διότι εἷς ἀξιωματικὸς ὑπερέβη τὸ 65 ἔτος τῆς ἡλικίας του, ἕπεται ὅτι δὲν δύναται νὰ ἦναι φρούραρχος καὶ ὑποφρούραρχος; ὅτι δὲν δύναται νὰ ἦναι μέλος στρατιωτικοῦ δικαστηρίου; ὅτι δὲν δύναται νὰ διευθύνῃ στρατολογικὸν γραφεῖον; ὅτι δὲν δύναται ἄλλας γραφικὰς ὑπηρεσίας νὰ ἐκτελῇ; Δὲν βλέπετε, ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς μεθόδου κατήντησεν ὁ προϋπολογισμὸς τῶν συνταξιούχων νὰ πλησιάζῃ νὰ φθάσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐν ἐνεργείᾳ;
§262Ι. ΣΕΧΟΣ. Ὁ ὑπολοχαγὸς τοῦ πεζικοῦ Γιολδάσης ἐξ Εὐρυτανίας εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προαχθῇ εἰς λοχαγόν. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἠθέλησε νὰ τὸν προαγάγῃ, ἐπῆλθε τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας καὶ τὸν ἐπῆρε.
§263ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἰδοὺ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας! Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ σκεφθῶμεν πρακτικώτερον, νομίζω ὅτι αὐτὰ τὰ ζητήματα πρέπει μετὰ μεγίστης σοβαρότητος νὰ συζητῶνται καὶ ἀποφασίζωνται, καὶ δὲν πρέπει εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε νὰ τὰ λύωμεν. Δὲν ἔχομεν δὲ συμφέρον κομματικὸν ἐν τοῖς ζητήμασι τούτοις, δὲν χωρεῖ κομματισμὸς ἐνταῦθα, διότι πρόκειται περὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ἔθνους, τὸ ὁποῖον εἰς τὸν στρατὸν βασίζει τὰς ἐλπίδας του. Σκεφθῆτε λοιπὸν σοβαρώτερον, λάβετε μέτρον καὶ περὶ ἐκείνων τῶν ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους καταλαμβάνει τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, διὰ νὰ τοὺς τοποθετήσητε κάπου, τουλάχιστον διὰ 3, 4 ἢ 5 ἔτη μετὰ τὴν κατάληψιν αὐτῶν ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας. Δημιουργήσατε ἓν στάδιον, τὸ ὁποῖον νὰ κεῖται μεταξὺ τῆς στρατείας καὶ ἀποστρατείας, σκεφθῆτε περὶ ἐξευρέσεως τρόπου, ὁ ὁποῖος νὰ ἀποκλείῃ τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα γίνονται ἐν τοῖς προβιβασμοῖς, διότι οὕτω πως τὸ ἀδίκημα κορυφοῦται, διότι ὄχι μόνον τὸν κηρύσσετε στάσιμον τὸν ἀξιωματικόν, ἀλλὰ καὶ τὸν κρατεῖτε ἐκεῖ, ἵνα τὸν καταλάβῃ ὁ νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας. Αὐτὸ εἶναι ἰκρίωμα, ἐνῷ, ἂν συνδυασθῇ μὲ τὸ ἕτερον μέτρον, τὸ ὁποῖον σᾶς προτείνω, ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἰκρίωμα, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀπαραίτητον διὰ τὴν εὐεξίαν τοῦ στρατοῦ. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσι σπουδαίως ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς, διότι ἐγὼ ἠρύσθην τὰς σκέψεις μου ἐξ εἰδικῶν περὶ τὰ τοιαῦτα. Φροντίσατε νὰ ἄρητε ἐκ τοῦ μέσου τὰ παράπονα ταῦτα τῶν ἀξιωματικῶν, τὰ ὁποῖα, ἂν ἐπεκταθῶσι, θὰ ἔχωσιν ὀλέθρια ἀποτελέσματα διὰ τὸν στρατὸν καὶ τὴν Πολιτείαν.
§264ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἀληθῶς, Κύριοι, περὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ στρατοῦ πρέπει νὰ φροντίσωμεν, ὅπως εἶπεν ὁ πρὸ ὀλίγου τὸ βῆμα καταβὰς, παραδεχόμενοι ἀντιθέτους γνώμας ἐκείνων, τὰς ὁποίας προέτεινεν. Ἀληθῶς ὁ ἀγχινούστατος φίλος μου μᾶς παρέσυρε, καὶ μετετόπισε τὸ θέμα ἀπὸ τὴν περὶ ὁρίου ἡλικίας συζήτησιν εἰς τοὺς περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμους, εἰς τοὺς νόμους περὶ ἐπιθεωρήσεως καὶ τοὺς ἄλλους τοὺς σχετικοὺς, ἀσχέτους ὅμως πρὸς τὸν νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας. Ὁ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμος, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ φίλος μου, ποιεῖται λόγον περὶ τῆς ἐπιστημονικῆς ἀνικανότητος, ἂν δὲ πρόκειται περὶ τῆς σωματικῆς ἀνικανότητος, παραπέμπεται τὸ ἄτομον εἰς τὸ Συμβούλιον. Ἀλλ’ ὅταν δὲν ἦναι ἀνάπηρος, ὅταν δὲν ἦναι χωλὸς, ὅταν ἔχῃ πλῆρες τὸ σῶμα φαινομενικῶς, ἀλλὰ δὲν ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ κινῆται, δὲν ἦναι ἱκανὸς ἐν τοιαύτῃ ἡλικίᾳ ν’ ἀκολουθήσῃ καὶ ὑποφέρῃ τὰ βάρη καὶ τὰς κακουχίας τῶν στρατευμάτων, ποῖος νόμος προνοεῖ περὶ τούτου; Οὐδείς. Ὁ νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας, τὸν ὁποῖον ἠσπάσθησαν τὰ φιλελευθερώτερα ἔθνη, λ.χ. ἡ Γαλλία τὸν ἠσπάσθη, πῶς τὸ ἔχει; ἔχει τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας καὶ θεωρεῖ ὅτι, ὅταν τις φθάσῃ εἰς ὡρισμένην ἡλικίαν, τὴν ὁποίαν ὁρίζομεν καὶ ἡμεῖς, πρέπει ν’ ἀποστρατεύηται. Δὲν τὸν ἐθεώρησαν ἐκεῖ τὸν νόμον τοῦτον ὡς ἰκρίωμα.
§265Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι κατήντησεν ὡς ἰκρίωμα.
§266ΜΑΝΕΣΗΣ. Σήμερον, Κύριοι, ἔχομεν τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας ἐν τῷ ναυτικῷ· οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ ναυτικοῦ, ὡς γνωρίζετε, δὲν ἔχουσι πορείας, δὲν ἔχουσιν ἐκστρατείας καὶ κακουχίας, δὲν ἔχουσιν ἀϋπνίας, ἔχουσι κλίνας καὶ ἀναπαύσεις.
§267Ι. ΣΕΧΟΣ. Ὁ παρακαθήμενός μου (κ. Καλλιφρονᾶς) μοὶ λέγει, ὅτι ἔχουσι καὶ αὐτοὶ κακουχίας.
§268ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν θὰ σᾶς εἶπε τοῦτο, διότι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ ναυτικοῦ δὲν μένουν ὅλοι ἄϋπνοι· μόνον ὅταν πρόκειται περὶ ἐνεργείας ἀμέσου, μένουν ὅλοι ἄϋπνοι· ἀλλ’ αἱ ναυμαχίαι δὲν γίνονται πάντοτε. Εἰσὶ λοιπὸν ἀπηλλαγμένοι κακουχιῶν, μένουν ἐν τῇ κλίνῃ των, ἐν τῇ εὐζωΐᾳ των· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα εἰς αὐτοὺς ἐθέσαμεν ὅριον, τὸ ἤδη ἐν ἰσχύϊ, καὶ ἐρχόμεθα, Κύριοι, καὶ λέγομεν ὅτι πρόκειται νὰ καρατομήσωμεν ἄτομα ἐν τῷ στρατῷ, προτείνοντες, ἵνα οἱ λόγῳ ἡλικίας ἀνίκανοι τεθῶσιν εἰς ἀποστρατείαν! Ἐγὼ δὲν ἀνήκω εἰς τὴν νεαρὰν τάξιν, πλησιάζω τοὺς Κυρίους, οἱ ὁποῖοι κόπτονται νὰ μὴ ἀποστρατευθῶσιν, ἀλλ’ ὁμολογῶ μίαν ἀλήθειαν. Ἀφ’ ἑνὸς ὁμολογεῖτε, ὅτι οἱ νόμοι δὲν ἐφαρμόζονται, οἱ νόμοι περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲν παραδέχεσθε νὰ ὑπάρχῃ ὅριον ἡλικίας. Θέλετε λοιπὸν ὁ θάνατος νὰ θέτῃ εἰς ἀποστρατείαν τὸν ἀξιωματικόν; Διατὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἔχῃ τὸ σθένος νὰ ἐφαρμόζῃ κατὰ γράμμα τὸν νόμον περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν; Διότι δὲν δύναται, δι’ οὓς λόγους καὶ προχθὲς ἀνέπτυξα. Καὶ νομίζετε ὅτι σπουδαιολογοῦμεν, λέγοντες ὅτι τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας εἶναί τι καταστρεπτικόν; Ἐγὼ ἐλπίζω νὰ τὸ παραδεχθῇ ἡ Κυβέρνησις, διότι τὸ εὑρίσκω καὶ μικρὸν μάλιστα, ἀφοῦ τοιοῦτον ἰσχύει διὰ τὸ ναυτικόν. Ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας παρεδέχθησαν τὰ φιλελευθερώτερα Κράτη, καὶ τοῦτο, διότι ἐσκέφθησαν, ὅπως σᾶς εἶπον καὶ προχθὲς, ὅτι σήμερον τὸ κυριώτερον ἐλατήριον, τὸ πρῶτον εἰς τοὺς σημερινοὺς πολέμους, τοὺς βασιζομένους ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τῆς νεωτέρας πολεμικῆς τέχνης, εἶναι ἡ κίνησις, ἡ δὲ κίνησις ἀπαιτεῖ ἀκμὴν, καὶ ἡ ἀκμὴ σχετίζεται μετὰ τῆς ἡλικίας. Τὸ ὅριον ἡλικίας 70 ἐτῶν διὰ τοὺς στρατηγοὺς εἶναι τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τοῦ ἀνθρώπου. Οὐδεμία, Κύριοι, ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι πρέπει ν’ ἀφομοιώσωμεν τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ πρὸς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ. Σᾶς ἐξήγησα δὲ τὸν λόγον· διότι, ἂν θεωρήσητε, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶναι παράνομος, ἀπορῶ πῶς τὸν ἔχετε ἐν ἰσχύϊ. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἐθεωρήθη παράνομος. Καὶ ἂν σήμερον ὑπάρχωσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες, ὅτι τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς ἔπρεπε νὰ ἦναι μικρότερον ἀκόμη τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, δι’ οὓς λόγους σᾶς ἀνέπτυξα, τοὐλάχιστον ἀποφασίσατε καὶ μὴ διστάσητε ν’ ἀποδεχθῆτε τὴν ἀφομοίωσιν τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας ὡς πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ τῆς τε ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν ἠρνήθην, ὁμιλῶν προηγουμένως περὶ τῶν ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα γίνονται εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμου. Ἴσως – ἴσως, εἶπον, θέλω θεωρήσει παράλογον τὸν νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας, ἂν ἐφαρμόζωνται κατὰ γράμμα καὶ ἀπαρεγκλίτως πάντες οἱ ἄλλοι νόμοι, διότι ἐκεῖνοι οἱ νόμοι ἤθελον εὕρει καὶ θέσει ἐκτὸς τοῦ στρατοῦ τὸν σωματικῶς ἀνίκανον καὶ τὸν πνευματικῶς ἀνίκανον, καὶ τότε ἤθελον ἴσως μένει ἀξιωματικοὶ ἱκανοὶ καὶ ἀκμαῖοι ἀκόμη νὰ ὑπηρετήσωσιν. Ἀλλὰ δύνασθε νὰ ἐγγυηθῆτε περὶ τούτου, ἐνῷ ἔχετε πρόσφατα παραδείγματα, ὅτι οὐδέποτε ἠδυνήθησαν νὰ ἐφαρμοσθῶσι, καὶ οὐχὶ μόνον ἐκ κακῆς θελήσεως, ἀλλὰ καὶ ἐκ πλάνης; Ἐὰν τὰ ἄλλα Κράτη ἔθεσαν διὰ μυρίους λόγους τὸ ὅριον ἡλικίας, εἰς τοῦτο ὡρμήθησαν, διότι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ προλάβωσι τὰ ἀδικήματα, καὶ θέλετε σήμερον ὑμεῖς νὰ ποιήσητε ἐξαίρεσιν;
§269ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ποῖα Κράτη ἔχουσι τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας;
§270ΜΑΝΕΣΗΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν τροπολογίαν, ἡ ὁποία οὐδὲν ἄλλο εἶναι, εἰμὴ ἡ ἀφομοίωσις τοῦ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς πρὸς τὸ τῆς ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, διότι εἶναι δίκαιον καὶ ὀρθὸν, καὶ οὐδὲν ἀδίκημα θὰ ἐπέλθῃ. Ὡς πρὸς δὲ τὸ λεχθὲν, ὅτι θέλομεν αὐξήσει ἀπείρως τὰς συντάξεις, τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Ἐὰν λάβητε τὴν «Ἐπετηρίδα», θέλετε ἴδει ἐλάχιστον ἀριθμὸν ἀποστρατευομένων ὡς ἐκ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, τὸ ὁποῖον θὰ θέσητε. Ἀλλὰ ἐγὼ, διὰ νὰ σᾶς εὐχαριστήσω, τί ἀγαπᾶτε; Νὰ θέσω πόσους θέλετε; Τριάκοντα ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς κατὰ μέσον ὅρον, ἀπὸ 300 δραχμὰς κατὰ μῆνα, δὲν θὰ φθάσητε εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν 9,000 κατὰ μῆνα. Ἀλλὰ ἂν ἦναι τόσοι...
§271Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κατ’ ἔτος;
§272ΜΑΝΕΣΗΣ. Κατὰ μῆνα... Νομίζετε ὅτι ζῶσιν αἰωνίως οἱ ἀποστρατευόμενοι;
§273Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ ἔλθωσιν ἄλλοι.
§274ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ.....
§275ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐπὶ τέλους, κύριε Καραπάνε, ἂν πρόκειται νὰ ἔχητε γηροκομεῖον καὶ νὰ ἔχητε ἀσφαλιστικὴν ἑταιρίαν τὸ στράτευμα, τότε δὲν σᾶς συγχαίρω, οὔτε σᾶς, οὔτε τὸν φίλον μου κ. Πετιμεζᾶν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ πρέπει νὰ ἦναι ἀκμαῖοι. Ἐὰν ἐγὼ μετὰ δέκα ἔτη δὲν δύναμαι νὰ ἐκπληρώσω τὸν προορισμόν μου, τότε δὲν πρέπει νὰ μένω ἐν ἐνεργείᾳ.
§276ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μετὰ 10 ἔτη θὰ φθάσητε, πιστεύω, τὸ ὅριον.
§277ΜΑΝΕΣΗΣ. Εἶμαι 53 ἐτῶν.
§278ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 53;
§279ΜΑΝΕΣΗΣ. Νομίζω. Ἐὰν θέλετε, κάμετέ με μεγαλείτερον· δὲν εἶμαι ἄγαμος (γέλωτες).
§280ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Πεντήκοντα ἐτῶν ἂς γείνῃ τὸ ὅριον.
§281ΒΟΤΣΗΣ. Ἂς ἔλθωσι καὶ οἱ νεώτεροι. Οἱ γέροντες ὑπηρέτησαν.
§282ΜΑΝΕΣΗΣ. Λοιπὸν, ἀφοῦ ἀνέπτυξα, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι παράλογος ὁ νόμος, ἀλλὰ δικαιότατος, νόμος, τὸν ὁποῖον διετήρησαν ὅλα τὰ φιλελεύθερα ἔθνη, δὲν θὰ διστάσητε, ἐλπίζω, ν’ ἀποδεχθῆτε καὶ ὑμεῖς αὐτὸ τοῦτο τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, ἀφοῦ ἄλλως τὸ ἔχομεν ἐν ἰσχύϊ διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ.
§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλούρης ἔχει τὸν λόγον.
§284ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. Ἀναβάλλω διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σέχος.
§286Ι. ΣΕΧΟΣ. Παραιτοῦμαι καὶ ἐγὼ, ἀναβάλλων νὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§287ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὀλίγα θὰ εἴπω περὶ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας. Κατ’ ἀρχὴν ἀποκρούω τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας διὰ τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν, διότι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς δὲν ἐξαρτᾷ τὴν ἱκανότητα τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ἐν γένει τὴν ἱκανότητα τοῦ στρατεύματος, ἐκ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας. Ἐξηγοῦμαι. Ἀφοῦ πρὸ ἓξ ἢ ὀκτὼ μηνῶν ἐψηφίσαμεν νόμον, καθ’ ὃν ὁ ὑπαξιωματικὸς δύναται εἰς τὸ 55 ἔτος νὰ ἀνακατάσσηται εἰς τὸν στρατὸν, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ ἐξετάζωμεν τὴν ἡλικίαν τοῦ ἀξιωματικοῦ, διότι πρωτίστως ὁ ὑπαξιωματικὸς ἢ ἐν γένει ὁ ὁπλίτης εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑπόκειται εἰς τὰ μεγαλείτερα στρατιωτικὰ βάρη, διότι ἐκεῖνος φέρει φόρτον ἐπὶ τῶν ὤμων καὶ ἐκεῖνος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποστῇ μακρὰς πορείας, ἔτι δὲ μακρὰς καὶ παρατεταμένας κακουχίας. Ὅταν λοιπὸν εἰς τὴν ἡλικίαν αὐτὴν ἡμεῖς ἀναγνωρίζωμεν, ὅτι ὁ Ἕλλην ὁπλίτης δύναται νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς τὸν στρατὸν ὑπὸ τοιούτους ὅρους, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ παραδεχθῶμεν, ὅτι καὶ ὁ ἀξιωματικὸς ὁ ἄγων τὸ ἑξηκοστὸν ἢ ἑξηκοστὸν πέμπτον ἢ ἑβδομηκοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του, ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ, ὃν κέκτηται, δύναται νὰ ὑπηρετήσῃ, ἔφιππος ὢν, καὶ οὐχὶ πεζός; Νομίζω, ὅτι δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πρωτίστως ἡμεῖς δὲν πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας. Ἀλλ’ ἂν γενικώτερον θελήσωμεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα, θὰ εὕρωμεν, ὅτι τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας ὑπῆρξε καταστρεπτικὸν διὰ τοὺς στρατοὺς ἐκείνους, οἵτινες ἠθέλησαν νὰ θέσωσι φραγμὸν εἰς τὴν ἀνικανότητα. Παράδειγμα ἔχομεν τὴν Γαλλίαν. Ἡ Γαλλία πολλάκις μετεμελήθη, καὶ μετεμελήθη δικαίως, διὰ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας. Εἴδομεν στρατηγοὺς ἱκανωτάτους, μεταξὺ τῶν ὁποίων τὸν Marquis de Galifer, ὁ ὁποῖος ἐθεωρεῖτο τὸ ἴνδαλμα τῆς Γαλλίας, καταληφθέντας ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας καὶ ἀποστρατευθέντας ἐν ἀκμαιοτάτῃ ὄντως ἡλικίᾳ. Εἴδομεν καὶ ἄλλους στρατηγοὺς, πρὸς οὓς ἡ Γαλλία προσέβλεπε, καὶ πάνυ δικαίως, μετὰ μεγίστης ἐμπιστοσύνης, ἀποστρατευθέντας καὶ τούτους ἕνεκα τοῦ αὐτοῦ ὁρίου, πρὸς μεγίστην ζημίαν τοῦ στρατοῦ. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι σὺν τούτοις ἀπεστρατεύθησαν καὶ πλεῖστοι ὅσοι κατωτέρας ἱκανότητος, ἀλλ’ ἐν τούτοις ἡ ἀπώλεια ἑνὸς ἱκανοῦ δὲν ἀντισταθμίζεται διὰ τῆς ἀποχωρήσεως ἐκ τοῦ στρατεύματος καί τινων ἀνικάνων. Ἀλλὰ ποῖα ἄλλα Κράτη ἔχουσιν ὅριον ἡλικίας διὰ τοὺς ἀξιωματικούς; Οὐδέν. Εἴδομεν τοὐναντίον κατὰ τὸν Γαλλογερμανικὸν πόλεμον γεγηρακότας στρατηγοὺς διαπράξαντας μέγιστα κατορθώματα. Ὁ γέρων Στάϊνμετς, ὁ Μπλούμενταλ καὶ ἄλλοι ἦσαν γέροντες, Κύριοι, ἐν τούτοις ὑπῆρξαν ἄριστοι στρατηγοί. Δὲν φρονῶ λοιπὸν, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἡλικίας πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ ἡμᾶς σήμερον, καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ κηρύσσομαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ θέλω καταψηφίσει αὐτοῦ, ἔστω καὶ διὰ τοὺς δύο ἀνωτέρους βαθμοὺς, τοῦ στρατηγοῦ καὶ τοῦ ἀντιστρατήγου,—διότι διὰ τοὺς λοιποὺς δὲν φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ γένηται λόγος.—Ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως δὲν ὑπεβλήθη νομοσχέδιον περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν στρατηγῶν, διότι ἐθεωρήθη, ὅτι οὐδεμίαν ἠδύνατο νὰ προσπορίσῃ ὠφέλειαν εἰς τὸν στρατὸν, τοὐναντίον ἠδύνατο νὰ καταστῇ πρόξενον ζημιῶν. Νῦν ὑπάρχει νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας· τοῦτον δὲν φρονῶ, ὅτι συζητοῦμεν σήμερον, ἀλλὰ καὶ τοῦτον ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν, ἐγὼ κηρύσσομαι κατὰ πάσης αὐτοῦ τροποποιήσεως.
§288Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι οὔτε λόγος πρέπει νὰ γίνηται περὶ καταργήσεως τοῦ ὁρίου ἡλικίας ἐν τῷ Ἑλληνικῷ στρατῷ. Ὅριον ἡλικίας δύναται νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχουσι στρατιωτικὰ ἤθη, τὰ ὁποῖα ἐπενεργοῦσιν ἐπὶ τοῦ καθαρισμοῦ τοῦ σώματος τῶν ἀξιωματικῶν ἄνευ παρεμβάσεως τοῦ νόμου, ὅπου ὑπάρχουσι παραδόσεις στρατιωτικαὶ, αἱ ὁποῖαι κατισχύουσι περισσότερον ἢ οἱ νόμοι, ἐπὶ τέλους ὅπου ὑπάρχει Αὐτοκράτωρ ἢ Βασιλεὺς, οἱ ὁποῖοι τὰ ἔθιμα αὐτὰ, τὰς παραδόσεις αὐτὰς, ἐπιβάλλουν καὶ τηροῦν ὡς ἱερωτέρους τῶν νόμων, ὡς τοὺς συνταγματικοὺς θεσμούς. Ἐκεῖ βεβαίως εἶναι δυνατὸν καὶ τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα ὁ προλαλήσας ἀνέφερεν, ὅτι τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας φέρει, νὰ μὴ ἔχωμεν, καὶ καὶ τὰ καλὰ, τὰ ὁποῖα φέρει τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, νὰ ἐπέρχωνται, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας. Ἀληθῶς κατὰ τὸν Γαλλογερμανικὸν πόλεμον καὶ κατὰ τὸν πόλεμον τῆς Πρωσσίας κατὰ τῆς Αὐστρίας ὡδήγησαν τὸν γερμανικὸν στρατὸν, ὡς εἶπεν ὁ προλαλήσας, γεγηρακότες στρατηγοί. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐνθυμοῦμαι τὸν στρατηγὸν Στάϊνμετς, ὁ ὁποῖος ἐν τῷ κατὰ τῆς Αὐστρίας πολέμῳ ἐν τῇ μάχῃ τοῦ Καίνιγκρατς, διέμεινε κατὰ συνέχειαν ἐπὶ τοῦ ἵππου 17 ὥρας, καὶ συνεκρότησε, νομίζω, δύο κατὰ σειρὰν μάχας, χωρὶς νὰ κατέλθῃ τοῦ ἵππου. Ὁ αὐτὸς μετὰ 14 ἔτη διηύθυνε μίαν τῶν γερμανικῶν στρατειῶν ἐν τῷ πολέμῳ κατὰ Γαλλίας, πλήρης ἀκόμη δυνάμεως. Ἀλλὰ ἐκεῖ ὑπάρχει ὁ Αὐτοκράτωρ, ὁ ὁποῖος οὐχὶ ἁπλῶς διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ ἰδιαιτέρου αὐτοῦ στρατιωτικοῦ Γραφείου, τὸ ὁποῖον εἶναι ὡς Ὑπουργεῖον, παρακολουθεῖ πάντα τὰ τοῦ στρατοῦ ζητήματα, μάλιστα τὰ προσωπικὰ, ἅτινά εἰσι τὰ σπουδαιότατα ἐν τοῖς στρατοῖς, ἰδίως τὰ τῶν ἀξιωματικῶν. Ἡ Διοίκησις ἐν Γερμανίᾳ δὲν ἀφήνει ἀξιωματικὸν, ὁ ὁποῖος ἔμεινεν ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ ὁλόκληρον τὸν χρόνον πρὸς προβιβασμὸν, νὰ παραμείνῃ περαιτέρω, ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχωσιν ἐξαιρετικοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουσιν, ὅπως τὸν διατηρήσῃ. Ἐπίσης ἀξιωματικοὺς, τοὺς ὁποίους ἡ Διοίκησις νομίζει ὅτι εἴτε κατὰ τὰς παραδόσεις εἴτε κατὰ νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας ἔπρεπε νὰ ἐξαγάγῃ ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, κατορθώνει νὰ διατηρήσῃ, ὅπως διετήρησε πολλοὺς στρατηγοὺς, καίτοι ὑπερβάντας τὸν συνήθη χρόνον ἡλικίας. Ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι, ὅπου οὔτε θεσμοὶ καὶ παραδόσεις στρατιωτικαὶ ὑπάρχουσιν, ὅπου, τὸ χείριστον, δὲν ὑπάρχει ἀληθὴς στρατιωτικὴ διοίκησις, ἐπιτυγχάνουσα διὰ τῶν ἐπιθεωρήσεων τοὐλάχιστον ὅ,τι δὲν ἐπιτυγχάνεται δι’ ἄλλων μέσων, βεβαίως θέλομεν ἴδει τόσον κατισχύουσαν τὴν διὰ τῶν εὐνοιῶν καὶ τῶν παρακλήσεων καὶ τῶν πολιτικῶν ἐνεργειῶν μόνον διάλυσιν τῶν προσωπικῶν ζητημάτων τοῦ στρατοῦ, ὥστε θέλομεν ἴδει μετ’ ὀλίγον χρόνον ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρετοῦντας οὐχὶ, ὡς σήμερον, ἄνδρας ἀνικάνους καὶ φυσικῶς καὶ διανοητικῶς, εἴτε ἐν εἰρήνῃ εἴτε ἐν πολέμῳ, ἐν τῷ ἐνεργῷ τοὐλάχιστον στρατῷ, ἀλλὰ καὶ ἀναπήρους. Δυστυχῶς δὲ, πλεῖστοι οἱ τοιοῦτοι ἐν τῷ Ἑλληνικῷ στρατῷ. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον παρατηρεῖται ἐξαιρετικῶς ἐν τῷ Ἑλληνικῷ στρατῷ. Ἐν τῷ κλίματι τῆς Ἑλλάδος λίαν προώρως καὶ ταχέως ἐξαντλοῦνται σωματικῶς, ἐν ἀναλογίᾳ ἐννοῶ μεγάλῃ, οἱ στρατιωτικοί. Ἀποδοτέον τοῦτο κυρίως εἰς τὸ κλίμα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἀτελῆ δίαιταν, μεθ’ ἧς ζῶσι παρ’ ἡμῖν οἱ στρατιωτικοί, οἱ ἄλλως σπανίως σκληραγωγούμενοι, καὶ εἰς τὴν ἔλλειψιν τῶν στρατιωτικῶν ἀσκήσεων, τὰς ὁποίας εἰς ἄλλους στρατοὺς ἔχουσι. Παρ’ ἡμῖν συχνότατα βλέπετε ἀξιωματικοὺς ἐν ἡλικίᾳ 50 καὶ 55 ἐτῶν καταβληθέντας πλέον σωματικῶς καὶ μὴ ὄντας εἰς κατάστασιν, ἐὰν ὑποθέσωμεν κἄπως μακρὰν πορείαν, εἴτε πεζῇ εἴτε καὶ ἐπὶ τοῦ ἵππου, νὰ ἐκτελέσωσιν αὐτὴν εὐχερῶς. Ἂν ἐν Ἑλλάδι εἴχομεν στρατιωτικὰς ἐπιθεωρήσεις, οἷαι αἱ Αὐστριακαὶ ἢ Γερμανικαί, βεβαίως ἤθελον ἀπομακρυνθῆ τῶν τάξεων οἱ πλεῖστοι τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ἐξ ἐκείνων ἀκόμη, τοὺς ὁποίους οὐδεὶς σήμερον τολμᾷ καὶ νὰ φαντασθῇ κἄν, ὅτι δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ μένωσιν ἐν τῷ στρατῷ. Λοιπὸν οὔτε τὰ στρατιωτικὰ ἔθιμα μᾶς βιάζουσι νὰ σεβώμεθα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος ἀπεκάλεσε πολλάκις νόμον τῆς ἱκανότητος ἢ τῆς ἀνικανότητος, οὔτε Διοίκησις, ἡ ὁποία εἰς τὰ προσωπικὰ ζητήματα νὰ ᾖναι ἱκανὴ καὶ πρόθυμος μετ’ αὐστηρότητος καὶ ἀμεροληψίας νὰ κρίνῃ. Ἀφ’ ὅτου συζητοῦνται τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, ἄλλο δὲν γίνεται, παρὰ νὰ παρατάσσωνται παραδείγματα, τὸ ἓν χειρότερον τοῦ ἄλλου, ἀδικιῶν, τὰς ὁποίας αἱ ἐπιθεωρήσεις ἐποιήσαντο ἐν τῷ στρατῷ, καὶ σήμερον ἀκόμη πέντε ἢ ἓξ ὀνομαστὶ παραδείγματα ἐμνημόνευσαν πολλοὶ τῶν λαλησάντων. Ἐὰν δ’ ἐξακολουθήσωσιν αἱ ἐπιθεωρήσεις κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, μὲ τὴν αὐτὴν ἀστοχίαν ἢ μεροληψίαν, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἴδωμεν ὅμοια καὶ χειρότερα ἐφεξῆς ἐπαναλαμβανόμενα. Εἴτε διότι εἶναι μικρὸν τὸ ἡμέτερον Κράτος καὶ συγχρωτιζόμεθα πολύ, εἴτε διότι ἡ πολιτικὴ ἀναμιγνύεται, εἴτε χάριν ἄλλων λόγων, ἀδύνατον μία ἐπιθεώρησις νὰ εἴπῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εἴπῃ, καὶ νὰ συστήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ συστήσῃ. Ἤδη μάλιστα, μετὰ τὰ σφάλματα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἀκόμη μεγαλείτερα θὰ γείνωσιν ἐν τῷ μέλλοντι, διότι τὰ σφάλματα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο, θὰ φέρωσιν, ὥστε αἱ μεταγενέστεραι ἐπιθεωρήσεις νὰ φανῶσι πλέον ἀνεκτικαὶ καὶ ἧττον αὐστηραί. Τὸ κακὸν θὰ εὕρῃ θρασυτέρους μιμητὰς καὶ θὰ χειροτερεύσῃ. Ἂν σήμερον ἐκηρύχθησαν στάσιμοι ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἄλλως εἶναι ἱκανοί, βραδύτερον θὰ βλέπωμεν ἀξιωματικοὺς ἀνικανωτάτους προτεινομένους ὡς ἱκανοὺς πρὸς προβιβασμόν. Διατί; Διὰ νὰ ἐπανορθωθῶσι τὰ παλαιὰ σφάλματα, καὶ δημοτικότης σαλευθεῖσα ἐν τῷ στρατῷ ν’ ἀνακτηθῇ δι’ ἄλλων σφαλμάτων, καὶ οὕτω νὰ κερδήσωμεν τὴν εὔνοιαν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ αὐτὰ ὅλα θὰ φέρωσι τὴν τελείαν καταστροφὴν καὶ παραλυσίαν τοῦ στρατοῦ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὅριον ἡλικίας παρ’ ἡμῖν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, μολονότι δυνατὸν νὰ ᾖναι ὀρθὰ ὅσα ἐλέχθησαν παρὰ τῶν προλαλησάντων κατὰ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας. Βεβαίως εἶναι δυνατὸν, ὑπὸ τὸν νόμον τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, νὰ συμβῶσιν ἀδικήματα, δηλαδὴ νὰ ἐξέλθωσι τῶν τάξεων τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι, καίτοι ἔχοντες τὴν ἡλικίαν τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένην, ἠδύναντο ὅμως νὰ ὑπηρετήσωσι, καὶ νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπιτυχῶς καὶ καλλίτερον πολλῶν ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους δὲν ἔφθασεν ἔτι τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας καὶ ὑπηρετοῦσιν. Ἀλλὰ πρέπει, διότι τοιαῦτα ἀδικήματα ἐνδεχόμενον νὰ συμβῶσι, νὰ καταστρέψωμεν τὸν κανόνα, ὅστις ὑπαγορεύει τὸ ὅριον ἡλικίας, καὶ νὰ ἀφήσωμεν ὅλως διόλου εἰς τὴν διάκρισιν τῆς Διοικήσεως τὸ σπουδαιότατον τῶν ἐν τῷ στρατῷ ζητημάτων, τὸν καταρτισμὸν στελεχῶν ἱκανῶν, ὅπως καὶ ἐν εἰρήνῃ παρασκευάζωσι τὸ στράτευμα καὶ ἐν πολέμῳ τὸ ὁδηγῶσι; Καὶ δὲν ἐννοῶ, ὅτι, ὅπως κρατεῖ σήμερον οὕτω θὰ ἐξακολουθήσῃ. Ἐλπίζω, ὅτι θὰ εἰσέλθωμεν εἰς καλλιτέραν ὁδὸν, καὶ θὰ ἴδωμεν ταχέως τὸν στρατὸν ἀσκούμενον τακτικῶς καὶ ἐπαρκῶς εἰς πολεμικὰς ἀσκήσεις. Ἀνάγκη ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι νὰ ἦναι ἱκανοὶ καὶ ἐν εἰρήνῃ νὰ παρασκευάζωσι δεόντως τὸ στράτευμα, ἀλλὰ καὶ νὰ ἦναι ἱκανοὶ, ἂν τὴν ἐπιοῦσαν διαταχθῶσιν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως νὰ βαδίσωσι κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, νὰ πράξωσι τοῦτο ἐν πλήρει ἑτοιμασίᾳ καὶ πεποιθήσει. Πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται νόμος πρὸ παντὸς, διότι ἀπὸ τὴν Διοίκησιν ὀλίγα πρέπει νὰ ἐλπίζωμεν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι οὐδεμία ἀντίῤῥησις πρέπει νὰ ἐμποδίσῃ τὴν Βουλὴν, ὅπως τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας διατηρήσῃ ὡς θεσμὸν ἀναγκαῖον ἐν τῷ Ἑλληνικῷ στρατῷ. Φρονῶ μάλιστα, ὅτι πρέπει νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ἐν τῷ νόμῳ ἰσχύον ὅριον, δηλαδὴ τὰ ἔτη τοῦ ὁρίου νὰ ἐλαττωθῶσι, καὶ νεώτεροι ἀξιωματικοὶ νὰ καλῶνται εἰς τὴν διοίκησιν τῶν διαφόρων μονάδων. Τοῦτο ἐπιβάλλει τὸ κλίμα καὶ ἡ παρατήρησις παρ’ ἡμῖν. Τοῦτο εἶναι πανταχοῦ σήμερον ὁ γενικὸς κανών. Καὶ ὁ Γαλλικὸς νόμος ἔχει πολὺ κατώτερα ὅρια ἡλικίας, παρὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχει καὶ αὐτὸς ὁ νόμος περὶ ὁρίου τοῦ ναυτικοῦ παρ’ ἡμῖν. Καὶ ὄχι μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὸ σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν σήμερον, ἡ ἰδέα τῶν νεωτέρων καθ’ ἡμέραν περισσότερον γενικεύεται, ἀλλὰ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν συγκρότησιν τοῦ στρατοῦ, ἡ τάσις εἶναι, ὅπως ὁ στρατὸς τῆς πρώτης γραμμῆς, ὁ ὁποῖος πρῶτος θ’ ἀντιταχθῇ ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ, ἀποτελῆται ὅσον τὸ δυνατὸν ἐκ τῶν νεωτέρων ἡλικιῶν. Αὗται ταχύτερον καὶ προθυμότερον προσέρχονται, ῥιψοκινδυνεύουσι περισσότερον, ἀντέχουσιν εἰς τὰς κακουχίας καὶ τὰς στερήσεις πλέον τῶν ἄλλων. Δι’ αὐτὸ σήμερον ἡ τάσις εἶναι, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότεροι ἑκάστης ἡλικίας ἀπόγραφοι κατατάσσωνται καὶ ὑπηρετῶσιν εἰς τὸν ἐνεργὸν στρατόν. Ὁ νέος Γερμανικὸς νόμος εἰσήγαγε 40 ἢ 50 χιλιάδας, νομίζω, στρατιώτας κατ’ ἔτος ἐξ ἑκάστης ἀπογραφῆς περισσοτέρους εἰς τὸν ἐνεργὸν στρατὸν παρ’ ὅ,τι πρὶν, διότι παρετηρήθη κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1870, ὅτι αἱ ἡλικίαι τῶν ἐφέδρων αἱ παλαιότεραι καὶ περιλαμβάνουσαι τοὺς ἐγγάμους καὶ τοὺς οἰκογενειάρχας, δυσκολώτερον δέχονται νὰ ἐπιστρατευθῶσι, φέρουσι δὲ δυσχερείας εἰς τὴν ταχεῖαν καὶ πλήρη ἐκτέλεσιν τῆς ἐπιστρατείας καὶ δύνανται νὰ γείνωσι πρόξενοι μεγάλων κακῶν ἐν καιρῷ πολέμου. Τοῦτο, εἶπον, παρετηρήθη κατὰ τὸν Γαλλογερμανικὸν πόλεμον. Ἐν τῷ μέλλοντι ἠδύνατο ν’ αὐξήσῃ. Αἱ ἡλικίαι αἱ ἀπομακρυνόμεναι τῶν νεαρῶν ἡλικιῶν, αἱ ἀποτελούμεναι ἐξ ἐγγάμων, ἐκ πατέρων, αὗται ἔφερον πολλάκις ἀντίστασιν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δὲν ἀντιλαμβανόμεθα, ἀναγινώσκοντες ἐκ τῶν ἐφημερίδων ἢ ἐκ τῶν ἱστοριῶν τὰ τοῦ πολέμου ἐκείνου, ἀλλ’ ἡ στρατιωτικὴ διοίκησις ἐν Γερμανίᾳ ἐδοκίμασε πολλὰς δυσκολίας, καὶ ἐβεβαίωσε τοῦτο. Εὐχερῶς δὲ καὶ ἡμεῖς ἐννοοῦμεν τὸ πρᾶγμα, καὶ εὑρίσκομεν εὔλογον, οἱ πρῶτοι στρατοὶ ν’ ἀποτελῶνται ἐξ ὅσον τὸ δυνατὸν νεωτέρων στρατιωτῶν. Λοιπὸν ἐν τῷ μέλλοντι νέοι ἀξιωματικοὶ καὶ νέοι στρατιῶται θ’ ἀποτελῶσιν ἐν μείζονι ἀναλογίᾳ τοὺς στρατούς. Καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι πανταχόθεν νομίζομεν ὅτι περιστοιχιζόμεθα ἀπὸ κινδύνους καὶ ἀπειλούμεθα ἀπὸ ἐχθροὺς καὶ πολέμους, πρέπει νὰ σπεύσωμεν κατ’ αὐτὴν τὴν διεύθυνσιν νὰ διευθύνωμεν τὰ τῆς διοργανώσεως τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν δυνάμεων, καταρτίζοντες τὸν στρατὸν, ὄχι μόνον τῶν ὁπλιτῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀξιωματικῶν, ἐξ ὅσον τὸ δυνατὸν νεωτέρων ἀνδρῶν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἶμαι ὑπὲρ ἐξομοιώσεως τοῦ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς πρὸς τὸ ὅριον ἡλικίας τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ διατυπωθῇ ὁ νόμος κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὅτι δηλονότι εἰς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς ἐφαρμόζεται τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης, διότι δὲν εἶναι πρέπον ὁ στρατὸς τῆς ξηρᾶς, ὅστις εἶναι ὁ κυρίως στρατὸς, νὰ κανονίζῃ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας αὐτοῦ κατὰ τὸ ναυτικόν. Πρέπει νὰ τεθῇ ὀνομαστὶ κατὰ βαθμὸν ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐτῶν, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται, λαμβανόμενος βεβαίως ἐκ τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας τοῦ ναυτικοῦ.
§289Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§290ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐπειδὴ εἶναι ἡ προτελευταία τοῦ νομοσχεδίου τούτου συζήτησις, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν ἦναι τὴν στιγμὴν ταύτην ἕτοιμος, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ἑξῆς· ἐὰν ψηφιζομένου τοῦ νόμου τούτου δὲν θέλουσι ζημιωθῆ προφανῶς ἀξιωματικοί τινες, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀποστρατευθῶσι μὲ τὸν βαθμόν των, ἐνῷ συμφώνως πρὸς τὸ νῦν καθεστὼς δύνανται οὗτοι, παραμένοντες ἐπ’ ὀλίγον ἐν τῷ στρατῷ, ν’ ἀποστρατευθῶσι μὲ βαθμὸν ἀνώτερον.
§291Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ σᾶς πληροφορήσω περὶ τούτου.
§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§293ΜΑΝΕΣΗΣ. Αἱ τροπολογίαι;
§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Θὰ παρακαλέσω ὅμως τοὺς ὑποβαλόντας τὰς τροπολογίας νὰ συνεννοηθῶσιν, ἵνα συγχωνεύσωσιν αὐτάς. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον «περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ»).
§295ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς κατὰ τὸ 1897.
§296ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ. Ὑποβάλλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁρίου ἡλικίας ἐν τῷ βαθμῷ τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ.
§298ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§299ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπάρχει ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΑΧΜʹ νόμου τῆς 9 Ἰανουαρίου 1888 περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρακαλῶ νὰ προταχθῇ καὶ, εἰ δυνατὸν, νὰ συζητηθῇ ταύτην τὴν ἑσπέραν, καθόσον ὁ σκοπὸς αὐτοῦ εἶναι προληπτικὸς ἀδικημάτων, ἅτινα ἐπέρχονται λόγῳ εὐεργετικῆς διατάξεως τοῦ μνησθέντος νόμου εἰς τοὺς ἀξιωματικούς. Ἡ εὐεργετικὴ αὕτη διάταξις ἀποβλέπει εἰς ἀξιωματικούς, οἵτινες, καταλαμβανόμενοι ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας καὶ μὴ ἔχοντες τὸν πρὸς σύνταξιν ἀπαιτούμενον χρόνον, παραμένουσιν ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ ναυτικοῦ καὶ ἐν τοῖς ἀριθμοῖς τῶν ἀξιωματικῶν, μέχρις οὗ συμπληρώσωσι τὸν χρόνον. Διὰ τῆς διατάξεως ὅμως ταύτης παρακωλύεται ἡ προαγωγὴ τῶν κατωτέρων ἀξιωματικῶν, οἵτινες πολὺ πιθανὸν νὰ καταληφθῶσιν ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας. Ἐπειδὴ δὲ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προλαμβάνονται τὰ ἀδικήματα ταῦτα, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως συναινέσῃ νὰ προταχθῇ τοῦτο ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§300Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἶναι εὐεργετικώτατον τὸ νομοσχέδιον.
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἐπιθυμεῖτε λοιπόν;
§302Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἀναγνωσθῇ εἰς πρώτην συζήτησιν.
§303ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Αὔριον πλέον, διότι θὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ.
§304ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἂς ψηφισθῇ ἀπόψε εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλονται τὰ ἄλλα. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ᾼΧΜʹ νόμου τῆς 9 Ἰανουαρίου 1888 περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.)
§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1...
§307ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Προτείνω ν’ ἀναβληθῇ ἄλλως φέρω ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας.
§308Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§309ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 10 καὶ 55′ μ. μ.