| 2605 | Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας | 29,237 | |
| 2606 | Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος | 149,674 | |
| 2607 | Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας | 41,578 | |
| 2608 | Λαρίσσης | 5,780 | |
| 2609 | Τρικκάλων | 988 | |
| 2610 | Εὐβοίας | 95,480 | |
| 2611 | Κυκλάδων | 39,622 | |
| 2612 | Ἀργολίδος κλπ. | 695 | |
| 2613 | Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος | 50,824 | |
| 2614 | Ἀρκαδίας | 1,189,110 | |
| 2615 | Μεσσηνίας | 262,795 | |
| 2616 | Κερκύρας | 85,036 | |
| 2617 | Κεφαλληνίας | 24,341 | |
| 2618 | 1,975,160 | ||
| 2619 | Ἐκ συμπληρωτικοῦ προϋπολογισμοῦ | 188,700 | |
| 2620 | 2,163,860 |
1896.03.12
4.771 στίχοι · 36.996 λέξεις · 1 πίνακας · 393 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 38
Τῆς 12 Μαρτίου 1896.
(Τρίτη)
Ὥρα 4 καὶ 50′ μ. μ.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ δὲν εἶναι ἕτοιμα εἰσέτι. Θέλουσιν ἀναγνωσθῆ μετὰ μεσημβρίαν. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑπομένας ἀναφοράς. Ὁ Παναγιώτης Φραντζῆς ἐξαιτεῖται τὴν τροποποίησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν καθυστερουμένων κληρωτῶν. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Κρίσσης παρακαλεῖ τὴν Βουλήν, ἵνα ληφθῶσι τὰ κατάλληλα μέτρα κατὰ τῆς νοθείας τῶν ἐλαιῶν. Ὁ Γεώργιος Ἀντωνόπουλος αἰτεῖται νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πίστωσις διὰ τὴν ἀπὸ 1 Σεπτεμβρίου ἐκγύμνασιν εἰς στρατιωτικὰς ἀσκήσεις τῶν μαθητῶν τῶν ἐν Ἀθήναις Γυμνασίων. Ὁ Βασίλειος Παπαδόπουλος αἰτεῖται τὴν ἀκύρωσιν τῆς γενομένης δημοπρασίας διὰ τὴν χορήγησιν τοῦ ἀναγκαιοῦντος διὰ τὸ Στρατιωτικὸν Νοσοκομεῖον κρέατος. Ἀναφορὰ πολιτῶν Ἑλλήνων ἐκ Χίου, ἐκτιθεμένων ὅτι ὑφίστανται καταπιέσεις ἐκ μέρους τῶν ἐγχωρίων ἀρχῶν.
§2ΤΟΜΑΝ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη διεβιβάσθη πρὸς ἡμᾶς τοὺς Βουλευτὰς Σύρου, παρακαλοῦσι δὲ ἡμᾶς οἱ ἀναφερόμενοι νὰ συστήσωμεν αὐτὴν πρὸς τὴν Βουλήν, διότι μᾶς θεωροῦσι καταλλήλους, ἀφοῦ, ὡς λέγουσιν, ἡ Ἑρμούπολις εἶναι κατὰ μέγα μέρος Χιακὴ ἀποικία. Ἐνόμισα ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ συστήσω τὴν ἀναφορὰν ταύτην πρὸς τὴν Βουλήν. Παραπονοῦνται οἱ δι’ αὐτῆς ἀναφερόμενοι ὅτι ἐσχάτως φοβερὰ κατ’ αὐτῶν διενεργεῖται πίεσις, εἴτε κατ’ αὐτῶν προσωπικῶς, εἴτε κατὰ τῆς περιουσίας των, εἴτε κατὰ τοῦ ἐμπορίου αὐτῶν. Καὶ τὸ κινοῦν αἴτιον εἶναι τὸ αἰώνιον ἄλυτον ζήτημα τῆς ἰθαγενείας ἐκ μέρους τοῦ διοικητοῦ, ὅστις παρεκτρέπεται μέχρι τοιούτου βαθμοῦ, ὥστε νὰ μὴ ὑπακούῃ εἰς τὰς διαταγὰς τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀρχῶν. Ἀπευθύνονται λοιπὸν πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ παρακαλοῦσιν αὐτήν, ὅπως συστήσῃ θερμῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ μέτρον τι, περιστέλλον, ἂν ὄχι κανονίζον ἅπαξ διὰ παντός, τὰ ἀδικήματα, μετριάζον τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος τὰς μεγάλας καὶ ἀνυποφόρους πιέσεις, ἃς ὑφίστανται. Φρονῶ ὅτι ἅπασα ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἔχῃ δυσκολίαν νὰ συστήσῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν λῆψιν μέτρων μετριαζόντων τὴν κατάστασιν τὴν σημερινὴν τῶν ἀτυχῶν ὁμοεθνῶν μας.
§3Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Συνενῶ καὶ ἐγὼ τὴν σύστασίν μου, ὅπως ἡ ἀναφορὰ αὕτη σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν μετὰ θερμῆς εὐχῆς, ὅπως ληφθῶσι τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς ἀνακούφισιν τῆς θέσεως τῶν ἐν Χίῳ ἀδελφῶν μας.
§4ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἀναφορᾶς· εἶναι ἀξία ἀναγνώσεως.
§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄς ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορά.
§6ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Εἶναι μακροσκελεστάτη.
§7ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἶναι πολὺ σπουδαιότερον τὸ ζήτημα ἀφ’ ὅσον παρεστάθη, διότι πρόκειται περὶ πλείστων ἐθνικῶν συμφερόντων. Τὸ ζήτημα τῆς ἰθαγενείας, εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, ὁποίας σπουδαιότητος τυγχάνει, καὶ γνωστὸν εἶναι ὁποῖά τινα ὑποφέρουσιν οἱ ἁπανταχοῦ τῆς Τουρκίας εὑρισκόμενοι ὁμοεθνεῖς ἡμῶν. Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι τὰ πράγματα ἐν Χίῳ ἔφθασαν εἰς τὸ κατακόρυφον σημεῖον τῆς πιέσεως. Σπουδαιότατον εἶναι τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν τοὺς ἰδιοκτήτας ἀτμοπλοίων καὶ πλοίων (ἀναγινώσκει αὐτό). Καὶ τὰ ἄλλα, τὰ φερόμενα ἐν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ, εἶναι ἴσης σπουδαιότητος καί τινα μάλιστα καὶ μείζονος. Οὐδεμιᾶς προστασίας ἀπολαύουσιν οἱ ἐν Χίῳ εὑρισκόμενοι ὁμοεθνοῖς ἡμῶν, διότι καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν πρόξενον ἡμῶν αὐθαδέστατα φέρεται ὁ ἐκεῖ Πασσᾶς, καὶ περὶ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος ἡμῶν καὶ τοῦ Διαδόχου τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου πολλάκις ἐξεφράσθη δημοσίᾳ ἀνευλαβῶς. Τὴν βιομηχανίαν ἡμῶν καταδιώκει μέχρις ἐξοντώσεως· φαντασθῆτε ὅτι ξεσχίζει καὶ ἀποσπᾷ τὰ σήματα, τὰ ἐπὶ τῶν φιαλῶν κονιάκ, τὰ ὁποῖα παριστῶσι τὸ Ἑλληνικὸν Στέμμα, ἐνίοτε δὲ θραύει καὶ τὰς φιάλας αὐτάς. Νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα καὶ νὰ ὑποδείξῃ πρὸς ἐκεῖνον, ὅτι τοιαύτην μετερχόμενος πολιτείαν ἐναντίον τῶν ὁμοεθνῶν μας, θὰ ἐξαναγκάσῃ καὶ ἡμᾶς νὰ μετέλθωμεν ὁμοίαν ἐναντίον τῶν τυραννούντων αὐτοὺς, διότι εἴμεθα εἰς θέσιν, δι’ ἑνὸς περιπάτου τῶν θωρηκτῶν ἡμῶν μέχρι Κρήτης ἢ τῶν παραλίων τῆς Μικρᾶς Ἀσίας νὰ διεγείρωμεν σύμπαντα τὸν Ἑλληνισμόν, τὸν ὑπὸ τὸν Τουρκικὸν ζυγὸν, τὸν μέγα σημαίνοντα ἐν τῇ Μικρᾷ Ἀσίᾳ καὶ ἐν τῇ λοιπῇ Τουρκικῇ Αὐτοκρατορίᾳ. Γνωρίζομεν δὲ πάντες, ὅτι τὰ μάλα κήδονται οἱ τὰς τύχας τῆς γείτονος ἐπικρατείας ἰθύνοντες ὑπὲρ τῆς μὴ ἐξεγέρσεως τῶν ὑποδούλων Ἑλλήνων. Ἑπομένως ἀρκεῖ ἁπλῆ ἀπειλὴ, ἵνα πάραυτα καταπαύσωσιν αἱ καταπιέσεις κατὰ τῶν ὁμοεθνῶν ἡμῶν. Συνιστῶ δὲ εἰς τοὺς κ. κ. συναδέλφους νὰ ἀναγνώσωσι τὴν ἀναφορὰν τῶν Χίων, ἀλλὰ χωρὶς νὰ ποιήσωνται μνείαν τῶν ὑπογραψάντων, διότι ἀμείλικτος θὰ ἐπιπέσῃ κατ’ αὐτῶν ὁ διοικητής.
§8ΜΑΝΕΣΗΣ. Σήμερον ὑπεβλήθη εἰς ἡμᾶς μία ἀναφορὰ τοῦ κ. Γ. Ἀντωνοπούλου, τουτέστιν ἐκείνου, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀνατεθῆ ἄλλοτε ἡ στρατιωτικὴ ἐκπαίδευσις τῆς νεολαίας. Ὁμολογῶ καὶ διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἰδίοις ὄμμασιν εἶχον ἀντιληφθῆ οὐ μόνον τὸν ζῆλον αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀποτελέσματα, καὶ τὰς ἀσκήσεις τῆς γυμνασιακῆς νεολαίας. Νομίζω ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 4 χιλιάδων, τὸ ὁποῖον ζητεῖ νὰ τῷ χορηγηθῇ, εἶναι ἐλάχιστον ἀπέναντι τῶν ὠφελειῶν, τὰς ὁποίας θέλομεν ἔχει. Καὶ αὐτὸ τὸ στράτευμα θὰ ἔχῃ μεγάλας ὠφελείας κατὰ τὴν κατάταξιν τῶν νέων αὐτῶν εἰς τὸν στρατὸν, διότι οἱ νέοι, οἱ ἐξερχόμενοι τῶν Γυμνασίων καὶ κατατασσόμενοι εἰς τὸ στράτευμα, θὰ ὀνομάζωνται ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος δεκανεῖς καὶ λοχίαι, διότι θὰ ἦναι ἐξησκημένοι. Τὸ αἰτούμενον ποσὸν εἶναι ἐλάχιστον, δὲν πιστεύω δὲ νὰ ἀντιτείνῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι ὁ σκοπὸς εἶναι λυσιτελέστατος. Ἐγὼ, Κύριοι, εἶχον θαυμάσει τὰς ἀσκήσεις τῆς ἀραιᾶς τάξεως ὑπὸ τὴν μέριμναν αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω, ἀλλ’ ἔτυχέ ποτε, ὡς ἀξιωματικός, νὰ παρακολουθήσω καὶ ἀντιληφθῶ τὰς μεγάλας προόδους τῆς γυμνασιακῆς νεολαίας, διὰ τοῦτο εἶμαι ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῆς αἰτήσεως τοῦ κ. Ἀντωνοπούλου.
§9ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ πρὸς τὸν προλαλήσαντα· εὐτυχῶς δ’ ἔχω σύμφωνον καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅστις, συζητουμένου ἄλλοτε ἐν τῇ Βουλῇ νομοσχεδίου ἀφορῶντος εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῆς στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν τοῖς σχολείοις, ἐξεφράσθη διὰ θερμοτάτων λέξεων καὶ παρέστησε διὰ ζωηρῶν λόγων καὶ χρωμάτων τὴν ὠφέλειαν, ἡ ὁποία δύναται νὰ προκύψῃ ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ἀσκήσεως τῆς νεολαίας ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν καὶ διὰ τὴν στρατιωτικὴν μόρφωσιν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέλλον, καὶ διὰ τοὺς σκοπούς, πρὸς τοὺς ὁποίους προωρισμένος εἶναι πᾶς Ἕλλην ἡμέραν τινὰ νὰ χρησιμεύσῃ. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ ἠθικόν, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν κύριον σκοπὸν τῶν φοιτητῶν καὶ μαθητῶν τῶν Γυμνασίων, τῆς προσηλώσεως εἰς τὰ μαθήματα αὐτῶν, ἡ στρατιωτικὴ ἄσκησις χρησιμεύει τὰ μέγιστα, διότι ἀποσύρει αὐτοὺς ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην παρεκτροπὴν καὶ μὴ εὐθεῖαν ὁδόν, καὶ συγκεντροῖ αὐτοὺς μετὰ τὴν ἄσκησιν εἰς τὸ βιβλίον, διότι καὶ φρόνημα ἐμπνέει εἰς αὐτοὺς περισσότερον καὶ διάθεσιν εἰς τὰ γράμματα. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως δὲν μετέβαλε γνώμην, καὶ ὅτι παρουσιαζομένης εὐτυχῶς τῆς εὐκαιρίας τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, ὁ ἴδιος θὰ θελήσῃ νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναγραφὴν ἐλαχίστου ἀληθῶς, ἀναξίου σχεδὸν λόγου, κονδυλίου διὰ σκοπὸν τόσον μέγαν, ὡς ὅλοι αἰσθανόμεθα καὶ ὡς αὐτὸς ὁ ἴδιος περιέγραψεν ἄλλοτε, ὡς βεβαίως ἐνθυμεῖται.
§10ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καυχῶμαι, Κύριοι, ὅτι ἤμην ὁ πρῶτος, ὅστις, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, λόγῳ οἰκονομίας ἀπήλλαξα καὶ τὸν ἐπόπτην καὶ πάντας τοὺς γυμναστὰς τῶν μαθητῶν τῶν Γυμνασίων τῶν στρατιωτικῶν ἀσκήσεων. Ἔκτοτε δὲ οὐδεὶς ἐκ τῶν μετ’ ἐμὲ Ὑπουργῶν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἠθέλησε νὰ ἐπαναφέρῃ τὰς στρατιωτικὰς ταύτας ἀσκήσεις εἰς τὰ Γυμνάσια, οὐδέ τινα τῶν ἐποπτῶν ἐκείνων καὶ γυμναστῶν. Προέβην, Κύριοι, εἰς τὸ διάβημα ἐκεῖνο ὄχι μόνον λόγῳ οἰκονομίας, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον, προτιθέμενος, ἐὰν εἴχομεν τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου εἰς αὐτὴν περὶ καταργήσεως τῶν στρατιωτικῶν ἐν τοῖς Γυμνασίοις ἀσκήσεων. Αἱ στρατιωτικαὶ ἀσκήσεις τῶν Γυμνασίων καθιερώθησαν μόνον ἐν Γαλλίᾳ· ἐν Γερμανίᾳ ὅμως, ἡ ὁποία εἶναι πρότυπον στρατιωτικοῦ ἔθνους, ἀπεκρούσθησαν αὐταὶ πάντοτε· διὰ τοὺς μαθητὰς τῶν Γυμνασίων ἡ γυμναστικὴ εἶναι ἐν αὐτῇ ἡ μόνη ἁρμόζουσα ἄσκησις, αὐτὴν εἶχον καὶ οἱ πρόγονοι ἡμῶν, αὐτὴν ἔχουσι καὶ οἱ Γερμανοί, οἱ κατὰ πάντα μιμηθέντες ἐκείνους, καὶ πάντα τὰ πεπολιτισμένα ἔθνη. Οἱ Γάλλοι ἐνόμισαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἰσαγάγωσι τὰς στρατιωτικὰς ἀσκήσεις, ἐπὶ βλάβῃ τῆς γυμναστικῆς, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ διεῖδον σὺν τῷ χρόνῳ τὸ μέγα τοῦτο σφάλμα, καὶ κατήργησαν τὰς ἀσκήσεις ταύτας. Καθ’ ὃν δὲ χρόνον καὶ αὐτοὶ οἱ Γάλλοι προέβησαν εἰς τὴν κατάργησιν τῶν στρατιωτικῶν ἀσκήσεων ἐν τοῖς Γυμνασίοις, διότι θεωροῦσιν αὐτὰς ἀντιπειθαρχικάς, ἐκ τῶν πραγμάτων δὲ ἐπείσθησαν, ὅτι οἱ μαθηταὶ ἐκ τῶν ἀσκήσεων αὐτῶν ἀποκομίζουσι τὰ σπέρματα τῆς ἀντιπειθαρχίας, καὶ ἀποκαθίστανται ἄχρηστοι εἰς τὸ στράτευμα, νομίζω ὅτι ἔπρεπε καὶ ἡμεῖς ἐν Ἑλλάδι νὰ μὴ θελήσωμεν νὰ καινοτομήσωμεν, ἀλλὰ νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς μόνην τὴν γυμναστικὴν τῶν μαθητῶν, νὰ ἀφήσωμεν δὲ τὰς στρατιωτικὰς ἀσκήσεις εἰς μόνον τὸν στρατὸν, εἰς τὸν ὁποῖον καλοῦνται πάντες νὰ ὑπηρετήσωσι. Παρατηρῶ δὲ καὶ ἕτερόν τι, ὅτι δὲν ἐπαναφέρεται τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν περὶ εἰσαγωγῆς τῶν στρατιωτικῶν ἀσκήσεων εἰς ἅπαντα τὰ Γυμνάσια τοῦ Κράτους, ἀλλὰ μονομερῶς εἰς μόνα τὰ Γυμνάσια τῶν Ἀθηνῶν, καὶ δι’ αὐτὰ μόνον ζητεῖται νὰ ἀναγραφῇ πίστωσις. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι καὶ ὅστις δὲν εἶναι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος τῆς στρατιωτικῆς ἐκγυμνάσεως τῶν μαθητῶν, θὰ ἀποκρούσῃ τοιαύτην πρότασιν, διότι δὲν ἐννοῶ τὴν τοιαύτην διάκρισιν, νὰ ἔχωσι δηλαδὴ τὸ πλεονέκτημα νὰ ἀσκῶνται στρατιωτικῶς μόνον οἱ μαθηταὶ τῶν ἐν Ἀθήναις Γυμνασίων, οἱ δὲ μαθηταὶ τῶν ἄλλων Γυμνασίων νὰ ὑστερῶσιν ἐν τούτῳ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι καὶ διὰ τὸν ἕνα καὶ διὰ τὸν ἄλλον λόγον, εἴτε εἶναί τις ὑπὲρ, εἴτε εἶναι κατὰ τῶν στρατιωτικῶν ἀσκήσεων, δὲν δύναται ἢ νὰ ἀποκρούσῃ τοιαύτην πρότασιν.
§11ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον τοῦτον, διότι ἐκ πάσης γωνίας καὶ ἄκρας τοῦ Ἑλληνισμοῦ συῤῥέουσιν εἰς Ἀθήνας μαθηταὶ, οἵτινες δὲν θὰ ἐλάμβανον ἄλλως ποτὲ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀσκηθῶσι κατά τι εἰς τὴν χρῆσιν τῶν ὅπλων, ἀκριβῶς διὰ τοῦτο δικαιολογεῖται ἡ εἰσαγωγὴ τῶν στρατιωτικῶν ἀσκήσεων εἰς τὰ Γυμνάσια τῶν Ἀθηνῶν κατ’ ἐξαίρεσιν.
§12ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ, ὅτι καλλίτερον καὶ προτιμότερον ἤθελεν εἶσθαι, νὰ ἐλαμβάνετο μέτρον γενικώτερον πρὸς ἐξάσκησιν τῶν μαθητῶν τῶν Γυμνασίων καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Δὲν συμφωνῶ ὅμως μετ’ αὐτοῦ ὡς πρὸς τὰ ἄλλα, διότι νομίζω, ὅτι παρ’ ἡμῖν, ἐπειδὴ ἡ θητεία εἶναι βραχεῖα, ἡ ἐκγύμνασις τῶν μαθητῶν θέλει εἶσθαι ἀναμφισβητήτως ἐπωφελής. Ἐν Γερμανίᾳ καὶ Γαλλίᾳ δὲν ἔχουσι τὴν στρατιωτικὴν ἐκγύμνασιν τῶν μαθητῶν, διότι ἡ θητεία ἐκεῖ εἶναι μακροτέρα. Ἐν Γαλλίᾳ δὲ κατηργήθη αὕτη πράγματι, διότι εἰσήχθησαν εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν εἶχε γείνῃ ἐξέγερσίς τις ἐν ὅλῃ τῇ Γαλλίᾳ καὶ πολλὰ ἐγράφησαν κατὰ τῆς ὑπερβολικῆς ἐργασίας τῶν μαθητῶν. Τότε ἐξηγέρθη ἡ κοινὴ γνώμη, καὶ ἐχαρακτήρισε τὰς ἀσκήσεις αὐτὰς ὡς ἐπιβλαβεῖς καὶ διὰ τὴν σωματικὴν ὑγείαν καὶ διὰ τὴν πνευματικὴν ἀνάπτυξιν τῶν μαθητῶν. Ἡ ἐξέγερσις αὕτη ἐπέφερε τὴν ἐλάττωσιν τῶν μαθημάτων. Σὺν αὐτῇ δὲ ἐπῆλθε καὶ ἡ κατάργησις τῆς στρατιωτικῆς ἐκγυμνάσεως. Νομίζω ὅτι καὶ ὡς γυμναστικὴ καὶ ὡς προετοιμασία διὰ τοὺς εἰσερχομένους εἰς τὸν στρατὸν, ὅπου ὑπάρχει βραχεῖα θητεία, ἡ ἐκγύμνασις αὕτη ἔχει τι τὸ καλόν. Βεβαίως καλὸν θὰ ἦτο, ἂν τὸ σύστημα ἐπεκτείνομμεν εἰς ὅλον τὸ Κράτος, ἀλλὰ ὡς ἔναρξιν τῆς τοιαύτης ἐφαρμογῆς δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἐν τοῖς ἐκπαιδευτηρίοις τῶν Ἀθηνῶν εἰσαγωγὴν αὐτοῦ.
§13ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἄλλοτε ἐν τῇ Βουλῇ ἔλαβον τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω σαφῶς τὴν γνώμην μου, ὅτι αἱ στρατιωτικαὶ ἀσκήσεις εἶναι ἄντικρυς ἐναντίαι τοῦ σκοποῦ τῆς ἐν τοῖς Γυμνασίοις ἐκπαιδεύσεως. Ὑπάρχουσι καὶ ἐκθέσεις γυμνασιαρχῶν διακεκριμένων, αἵτινες μαρτυροῦσιν ὅτι ἕνεκα τῶν στρατιωτικῶν ἀσκήσεων ἡ ἐν τοῖς Γυμνασίοις ἐκπαίδευσις καρκινοβατεῖ. Γινώσκω δὲ καὶ ἐγὼ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅτι τὸ ἀντιπειθαρχικὸν πνεῦμα εἰσήχθη ἐν τοῖς σχολείοις ἕνεκα τῆς εἰσαγωγῆς τῶν στρατιωτικῶν ἀσκήσεων. Προκειμένου περὶ ἀσκήσεων, πᾶσα ἄσκησις εἶναι ὠφέλιμος καὶ ἀξία εἰσαγωγῆς· ἀλλ’ ὑπάρχει ἡ γυμναστικὴ, ἡ ὁποία δυστυχῶς, ὡς μὴ ὤφελε, δὲν εἰσήχθη ὡς μάθημα ὑποχρεωτικὸν εἰς ὅλας τὰς τάξεις τῶν δημοτικῶν καὶ ἑλληνικῶν σχολείων, ὡς καὶ τῶν Γυμνασίων. Εἶμαι εἷς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν τὰς στρατιωτικὰς ἀσκήσεις ἐν τοῖς Γυμνασίοις, διότι ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις ἀπεδείχθησαν ἐπιβλαβεῖς εἰς τὴν σπουδάζουσαν νεολαίαν. Συνιστῶ δὲ θερμῶς πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ μὴ ἐπαναφέρῃ τοιαύτην πληγὴν ἐν τοῖς Γυμνασίοις. Καὶ ταῦτα περὶ τοῦ θεσμοῦ τῶν στρατιωτικῶν ἀσκήσεων, ἀσχέτως ὅλως πρὸς τὸν ἔχοντα τὴν ἐποπτείαν αὐτῶν, τοῦ ὁποίου ὁ ζῆλος καὶ ἡ ἱκανότης εἶναι ἄξια παντὸς ἐπαίνου καὶ πάσης ἀμοιβῆς. Ἀνὴρ, οἷος ὁ τὴν ἐποπτείαν τῶν στρατιωτικῶν ἀσκήσεων ἔχων ἐν τοῖς Γυμνασίοις, ἠδύνατο σπουδαίας νὰ παράσχῃ καὶ τῇ νεολαίᾳ καὶ τῷ ἔθνει ἐκδουλεύσεις, ἐὰν ἀνετίθετο αὐτῷ ἡ ἐξάσκησις τῶν νέων περὶ τὴν σκοποβολὴν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ γείνῃ διὰ νόμου ὑποχρεωτικὴ διὰ πάντα Ἕλληνα.
§14ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν, ἂν ἡ Πολιτεία θέλῃ νὰ διορίσῃ εἰς οἱανδήποτε θέσιν τὸν ἐποπτεύοντα τὰς στρατιωτικὰς ἀσκήσεις, ἀλλὰ διαμαρτύρομαι ἐναντίον τῆς εἰσαγωγῆς τῶν στρατιωτικῶν ἀσκήσεων εἰς τὰ σχολεῖα, ἕνεκα λόγων καθαρῶς παιδαγωγικῶν. Πάντες οἱ παιδαγωγοὶ Γερμανοὶ καὶ Γάλλοι συμφωνοῦσιν, ὅτι μόνον ἡ γυμναστικὴ ἐπιτρέπεται, καὶ οὐ μόνον ἐπιτρέπεται, ἀλλὰ καὶ ἐπιβάλλεται. Ἡ ἀγωγὴ ἀποτελεῖται ἐκ τῆς ἁρμονικῆς μορφώσεως τοῦ τε πνεύματος καὶ τοῦ σώματος, τοῦτο δὲ κατορθοῦται διὰ μόνης τῆς γυμναστικῆς. Διὰ τῆς γυμναστικῆς, ἐὰν εἰσήγετο αὕτη ὡς μάθημα κύριον εἰς τὰ δημοτικὰ καὶ ἑλληνικὰ σχολεῖα καὶ εἰς τὰ Γυμνάσια, ἠθέλομεν καταθέσει τὸν θεμέλιον λίθον τῆς ἀληθοῦς στρατιωτικῆς μορφώσεως· αἱ στρατιωτικαὶ ἀσκήσεις προϋποθέτουσι τὴν γυμναστικήν. Διὰ τοῦτο εἰς ἄλλας χώρας, ὅπου ἐννοοῦσι νὰ ἔχωσιν ἀληθῆ στρατιωτικὴν παίδευσιν τοῦ λαοῦ, ὁσάκις καλῶνται ὑπὸ τὰ ὅπλα οἱ ἄνδρες, ἐπὶ ἱκανὸν χρόνον ἀσχολοῦνται οὗτοι εἰς τὴν γυμναστικήν. Ἀλλὰ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἄρτης νομίζει ὅτι δι’ ἄλλον τινὰ λόγον κατηργήθησαν τὰ στρατιωτικὰ γυμνάσια ἐν Γαλλίᾳ καὶ οὐχὶ δι’ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἀνέφερα. Νομίζω, ὅτι πλανᾶται. Ὁ σπουδαιότερος λόγος, τὸν ὁποῖον ἐν Γαλλίᾳ καὶ Γερμανίᾳ προβάλλουσι κατὰ τῶν γυμνασίων, εἶναι, ὅτι θεωροῦσι ταῦτα ἀντιπαιδαγωγικά. Καὶ οἱ στρατιωτικοὶ δὲ ἐκεῖ καταφέρονται κατὰ τῆς καθιερώσεως τῶν στρατιωτικῶν ἀσκήσεων ἐν τοῖς σχολείοις, διότι θεωροῦσι ταύτας ἀναποσπάστως συνδεδεμένας πρὸς τὴν πειθαρχίαν, ἡ πειθαρχία δὲ πρὸς τὸ σχολεῖον δὲν εἶναι ἀναποσπάστως συνδεδεμένη· διὰ τοῦτο εἴδομεν, ὅτι, ὅτε ἐκαλοῦντο εἰς τὰ ὅπλα οἱ ἀπόφοιτοι τῶν Γυμνασίων, δὲν ἠδύναντο νὰ συνειθίσωσι μὲ τὴν πειθαρχίαν, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ὁ στρατός. Ὁ ἕτερος λόγος, τὸν ὁποῖον προέβαλεν ὁ ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτὴς, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβάλλωμεν τὰς στρατιωτικὰς ἀσκήσεις εἰς τὰ Γυμνάσια, διότι ἔχομεν βραχυτάτην θητείαν, δὲν εἶναι ὀρθός· διότι παρὰ τῶν ἀποφοίτων τῶν Γυμνασίων καὶ φοιτητῶν ἀπαιτοῦσιν ἐν Γερμανίᾳ βραχεῖαν θητείαν, ἀρκούμενοι εἰς τὴν διανοητικὴν αὐτῶν μόρφωσιν καὶ τὸν ἐν τῇ γυμναστικῇ καταρτισμόν των. Ἀλλὰ τί πρέπει νὰ εἴπωμεν περὶ τῶν ἄλλων στρατευσίμων, οἵτινες προέρχονται ἐκ τῶν τάξεων τοῦ λαοῦ, τῶν μὴ φοιτωσῶν μήτε εἰς τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα, μήτε εἰς τὰ Γυμνάσια; Αὐτὴ δὲ εἶναι ἡ τάξις, ἡ ἔχουσα ἀνάγκην μακροτέρας θητείας, ἐνῷ ἡ λογία τάξις δὲν ἔχει ἀνάγκην τοιαύτης. Διὰ τοῦτο ἐν Γερμανίᾳ ἡ θητεία ἐπὶ τῶν φοιτητῶν, ἀντὶ νὰ ἦναι τετραετὴς ἢ τριετὴς, ὡς ἐπὶ τῶν ἄλλων, εἶναι μονοετής· διότι ἡ πνευματικὴ ἀνάπτυξις καὶ ἡ σωματικὴ διὰ τῆς γυμναστικῆς καθιστᾷ περιττὴν τὴν μακροτέραν διαμονὴν ἐν τῷ στρατῷ. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους δὲν πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ θελήσωμεν νὰ καινοτομήσωμεν. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην θὰ ἀντιστρατευθῶμεν πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς παιδαγωγικῆς, πρὸς τὴν γνώμην πάντων τῶν στρατιωτικῶν ἀνδρῶν τῶν ἄλλων χωρῶν. Μετὰ τὴν πεῖραν μάλιστα τὴν πικρὰν, ἣν ἔχομεν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ, ἂς φροντίσωμεν νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν γυμναστικὴν ὡς κύριον μάθημα ἀπὸ τοῦ δημοτικοῦ σχολείου μέχρι τοῦ Πανεπιστημίου, τότε δὲ θὰ μορφώσωμεν ἄνδρας ἱκανοὺς νὰ ἀντέχωσιν εἰς τὴν σκληραγωγίαν τοῦ στρατιωτικοῦ βίου, καὶ ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς προσδοκίας τῆς πατρίδος, ὅταν κληθῶσιν εἰς ὑπεράσπισιν αὐτῆς.
§15Δ. Ε. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν καίτοι ἀργὰ, διότι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἐγγίζουσιν εἰς τὸ τέρμα των, πρότασιν νόμου περὶ συστάσεως δύο γυμνασιακῶν τάξεων ἐν Πύλῳ. Ἡ πόλις τῆς Πύλου εἶναι πρωτεύουσα ἐπαρχίας προσοδοφόρου, τῆς ὁποίας οἱ κάτοικοι εἶναι λίαν φιλομαθεῖς, ἀλλὰ ἀναγκάζονται οἱ μαθηταὶ νὰ ἀπομακρύνωνται τοῦ σχολείου, ἐλλείψει Γυμνασίου, καὶ οὕτω προσβάλλονται τὰ συμφέροντα πολλῶν οἰκογενειῶν, πολλοὶ δὲ τούτων παραιτοῦσι καὶ τὰς σπουδάς των, διότι τὸ πλησιέστερον Γυμνάσιον πρὸς τὴν ἐπαρχίαν Πυλίας ἀπέχει πλέον τῶν 8 καὶ 10 ὡρῶν. Ἡ συντήρησις τοῦ Γυμνασίου τούτου θέλει βαρύνει τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Πύλου κατὰ 8,000 δραχμὰς, ἐπερχομένου τοῦ δήμου Πυλίων εἰς συμπλήρωσιν τῆς ἐτησίας δαπάνης· πρὸς τοῦτο δὲ ἐπιτρέπεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὸν δῆμον νὰ ἐπιβάλῃ πρόσθετον φόρον ½% ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων ἐν αὐτῷ ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων. Τινὲς τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι τὰ λιμενικὰ χρήματα ἀνάγκη νὰ ἐξοδεύωνται ὑπὲρ λιμενικῶν ἔργων, δὲν θὰ ἐπικροτήσωσιν εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεως τοῦ νόμου· ἀλλ’ ὡς ἐν τῇ ἐκθέσει τῇ αἰτιολογικῇ ἀναφέρεται, τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Πύλου εἰσπράττει περὶ τὰς 25,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος, ἔχει δὲ προϋπολογισμὸν ἐξόδων περὶ τὰς 7,000 δραχμάς. Ἑπομένως δύναται νὰ καταβάλλῃ 8,000 δραχμὰς ἐτησίως διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ Γυμνασίου, θὰ ἐναπομένωσι δὲ 10,000 ὡς περίσσευμα εἰς τὸ λιμενικὸν ταμεῖον. Τὰ κυριώτερα δὲ λιμενικὰ ἔργα ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ ἔχουσι συντελεσθῆ, πλήν τινων, τῶν ὁποίων ἡ δαπάνη δὲν θὰ ἀπαιτήσῃ πολὺ ποσόν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, λαβὼν ἀφορμὴν ἐξ ἀλλεπαλλήλων ἐπιστολῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβον ἀπὸ καταδίκους καὶ μάλιστα ἐκ τῶν φυλακῶν Πύλου, ἐπεθύμουν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐκδώσῃ ἐγκύκλιον, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἐπιτρέπηται ἡ ἡμερησία ἐπίσκεψις τῶν φυλακῶν, νὰ ἀπαγορευθῇ δὲ καὶ ἡ διάταξις, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει, ὅπως προμηθεύωνται οἱ ἐπισκέπται ἀδείας ἀπὸ τὸ Φρουραρχεῖον, διότι δὲν ἐννοῶ τὸν σκοπὸν τῆς τοιαύτης ἀπαγορεύσεως, ἀφοῦ δύναται ὁ ἑκάστοτε ἀρχιφύλαξ τῶν φυλακῶν νὰ κάμνῃ σωματικὴν ἔρευναν τῶν ἐπισκεπτομένων τοὺς φυλακισμένους, ἵνα μὴ φέρωσιν ὅπλα ἢ ἄλλα πράγματα, ἀπηγορευμένα ἐν ταῖς φυλακαῖς. Εἶναι ἄδικον νὰ ἔρχωνται συγγενεῖς ἢ φίλοι τῶν καταδίκων ἀπὸ τὰ χωρία των, τὰ ὁποῖα ἀπέχουσι πολλὰς ὥρας ἀπὸ τοῦ τόπου, ὅπου ὑπάρχουσιν αἱ φυλακαί, καὶ νὰ παραμένωσιν ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς αὐτοὺς ἡ ἐπίσκεψις τῶν φυλακῶν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πυλίας ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 271).
§17ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τῶν Γυμνασίων, οὔτε ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τῶν δικαστηρίων. Ὑπεστήριξα πάντοτε, ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ ἔχωμεν τελειότερα τὰ Γυμνάσια καὶ τελειότερα τὰ δικαστήρια, παρὰ νὰ ἔχωμεν πολλὰ Γυμνάσια καὶ πολλὰ δικαστήρια. Ἀλλ’ ὅταν ἐπικρατῇ ἡ ἐναντία ἀρχὴ καὶ βλέπωμεν εἰς τὰς πλείστας ἐπαρχίας νὰ ὑπάρχωσι Γυμνάσια καὶ δικαστήρια, ὅταν ἡ Ὀλυμπία ἔχῃ Γυμνάσιον, ὅταν ἡ Μεσσήνη, ἡ Δημητσάνα, τὰ Καλάβρυτα ἔχωσι Γυμνάσια, ἔχει περισσότερα δικαιώματα ἡ Πυλία, διότι, ἂν δὲν ἔχῃ ἀνώτερον πληθυσμόν, ἔχει βεβαίως ἴσον πρὸς ἐκείνας καὶ προπάντων εἶναι ἀπωτέρα τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ· ἑπομένως δικαιολογεῖται ἡ σύστασις Γυμνασίου ἐν Πυλίᾳ, καὶ δικαιολογεῖται ἀνεξαρτήτως τῶν λιμενικῶν φόρων, διότι, ὡς ὑπάρχουσι Γυμνάσια καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, συντηρούμενα διὰ χρημάτων τοῦ Δημοσίου, οὕτως ἐπιβάλλεται ἡ σύστασις τοιούτου καὶ ἐν Πυλίᾳ.
§18ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς ὁ συνάδελφος καὶ συμπολίτης μου κ. Ταρμπάζης καὶ ἐγὼ παρεκαλέσαμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ἀρθῇ ἡ ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργείου, ἡ συνεπείᾳ γνωμοδοτήσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἐκδοθεῖσα, διὰ τῆς ὁποίας ἀπηγορεύετο ἡ χειροτονία ἱερέων. Πολλὰ χωρία οὐ μόνον τῆς ἐπαρχίας ἐμοῦ, ἀλλὰ πασῶν τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, στεροῦνται ἱερέων. Θάπτονται οἱ ἄνθρωποι ἄνευ ἱερέων! Γνωρίζω ὅτι πολλοὶ ἀρχιεπίσκοποι—καὶ ἀναφέρω ὀνομαστὶ τὸν ἀρχιεπίσκοπον Πατρῶν — διεμαρτυρήθησαν ἐπανειλημμένως εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον διὰ τὸ κακὸν αὐτό. Ἐπειδὴ ἡ παράκλησις ὑπὸ τύπον ἐπερωτήσεως εἶχε γείνῃ κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον, καὶ πιθανὸν νὰ ἐλησμονήθη, παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ φροντίσῃ περὶ ἄρσεως τοῦ ἀτόπου, διότι εἶναι ἄδικον χωρία μικρὰ νὰ στερῶνται ἱερέων. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Νάζου περὶ συγκοινωνίας δι’ αὐτοκινήτων ἁμαξῶν. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις, ὅπως ψηφισθῇ ἡ σύμβασις αὕτη, διότι δι’ αὐτῆς πολλῶν ἐπαρχιῶν ἡ συγκοινωνία θὰ βελτιωθῇ.
§19ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης δημοσίων ἔργων. Ἐπίσης ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ ἐκτελέσεως ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῇ κοιλάδι τοῦ κατὰ τὸν δῆμον Τρινάσου Βασιλοποτάμου. Ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια συνοδεύονται ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 272).
§21ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὑποβάλλω καὶ πληροφορίας, ζητηθείσας παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Ραζέλου, περὶ τῶν δημοτικῶν ἐράνων ἐν Λακωνίᾳ, περὶ ἀγροφυλάκων τοῦ δήμου Λεύκτρου καὶ περὶ τοῦ ἀστυνόμου Μεσσήνης.
§22Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κατὰ τὸν πέρυσι ψηφισθέντα νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου κατηργήθη ἡ φορολογία τοῦ εἰς ταμβάκον μεταβαλλομένου καπνοῦ, ὁ καπνὸς ὅστις ἀγοράζεται, ἵνα μεταβληθῇ εἰς ταμβάκον, πρέπει νὰ καταβρέχηται εἰς τὸν τόπον τῆς παραγωγῆς. Ἡ διάταξις αὕτη ἔσχε τὰ θύματά της. Ὡς γνωρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ δῆμος Ψωφίδος, μετὰ τὴν ἐπιβολὴν βαρέος φόρου ἐπὶ τοῦ ταμβάκου, δὲν ἐκαλλιέργει πλέον καπνόν· ἤδη δὲ, ὅτε ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ταμβάκου κατηργήθη, ἔσπευσε νὰ ἀγοράσῃ καπνὸν, ἵνα θέση εἰς ἐνέργειαν τὴν βιομηχανίαν του. Πολλοὶ τῶν κατοίκων τοῦ δήμου ἐκείνου ἠγόρασαν καπνὸν ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ, ἰδίως δ’ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλεν ἀναφορὰν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὁ Χρύσανθος Καλιακούδας. Οὗτος ἠγόρασε μέγα ποσὸν καπνοῦ ἀπὸ τὸ Ἀγρίνιον, γνωρίζων δὲ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, παρεκάλεσε τὸν ἔφορον Ἀγρινίου, ὡς καὶ τὸν διευθυντὴν τοῦ καπνοκοπτηρίου, ἵνα, ἐφαρμόζοντες τὸν νόμον, καταβρέξωσι τὸν καπνόν· ἐκεῖνοι ὅμως ἠγνόουν τὸν νόμον, καὶ διὰ τοῦτο ἀπέπεμψαν τὸν εἰρημένον πολίτην, ἐφοδιάσαντες αὐτὸν μὲ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα περὶ τῆς ἀγορᾶς τοῦ καπνοῦ. Ὁ Καλιακούδας μεταβαίνει εἰς τὸ καπνεργοστάσιον τῆς Ψωφίδος, φέρων τὸν ἀγορασθέντα ἐν Ἀγρινίῳ καπνόν· ἀλλ’ ὁ διευθυντὴς τοῦ αὐτόθι καπνεργοστασίου, μολονότι ἐν ἀρχῇ τῷ ὑπεσχέθη νὰ καταβρέξῃ τὸν καπνὸν, ἐφαρμόζων τὸν νόμον, ἐν τούτοις ὅταν ἔλαβε τὰς πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου ὁδηγίας, ἠρνήθη νὰ ἐκτελέσῃ τὸ κατάβρεγμα, λέγων ὅτι ὁ καπνὸς πρέπει νὰ καταβρεχθῇ εἰς τὸν τόπον τῆς παραγωγῆς. Ἤδη ὁ ἀγοραστὴς οὔτε νὰ καταβρέξῃ τὸν ἀγορασθέντα παρ’ αὐτοῦ καπνὸν δύναται, οὔτε νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ εἰς τὸ Ἀγρίνιον. Διὸ ἀνεφέρθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ζητῶν νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν διευθυντὴν τοῦ καπνοκοπτηρίου Ψωφίδος νὰ καταβρέξῃ τὸν καπνόν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι πρόκειται νὰ καταστραφῇ ὁ ἄνθρωπος, ἕνεκα ἀγνοίας τοῦ νόμου ἐκ μέρους τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Δημοσίου. Πάντες οἱ νόμοι ἐν ἀρχῇ τῆς ἐφαρμογῆς των παρουσιάζουσι πολλὰς δυσχερείας καὶ ἄτοπα, ἀλλὰ αἱ Κυβερνήσεις πρέπει νὰ παραβλέπωσιν, ὅταν δὲν πρόκειται νὰ δολιευθῇ τις τὸν νόμον.
§23Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Λυποῦμαι διότι δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος μοὶ δίδει, νὰ παράσχω τὴν ζητουμένην εὐκολίαν. Ὁ πολίτης, περὶ οὗ πρόκειται, ἠγόρασε καπνὸν ἀπὸ τὸ Ἀγρίνιον, ἀλλὰ, ἀντὶ νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ ἐν Ἀγρινίῳ καπνεργοστάσιον καὶ περιβρέξῃ τὸν καπνόν του, μετέφερεν αὐτὸν εἰς τὰ Καλάβρυτα, ἐπαρουσιάσθη δὲ εἰς τὸ ἐργοστάσιον τοῦ Λειβαρτζίου, ἵνα ἐκεῖ περιβρέξῃ τὸν καπνόν. Ὁ νόμος ῥητῶς διατάσσει, ὅτι οἱ καπνοὶ πρέπει νὰ περιβρέχωνται ἐν τῷ ἐργοστασίῳ τοῦ τόπου, ἔνθα παράγονται. Αὐτὸς διατείνεται, ὅτι παρέλειψε νὰ ἀπευθυνθῇ εἰς τὸ ἐργοστάσιον τοῦ Ἀγρινίου, διότι ὁ ἔφορος τῷ εἶπεν, ὅτι δὲν ἦτο τοῦτο ἀναπόφευκτον, καὶ ὅτι ἠδύνατο νὰ περιβρέξῃ αὐτὸν καὶ ἐν Καλαβρύτοις. Ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς ἐνδέχεται νὰ ἦναι ἀληθὴς, ἐνδέχεται καὶ νὰ μὴ ἦναι ἀληθὴς, ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἔχομεν πολίτην ἀγοράζοντα καπνὸν ἐν Ἀγρινίῳ, μεταφέροντα αὐτὸν εἰς Καλάβρυτα εἰς ὑγιᾶ κατάστασιν, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον προβάλλον τὴν ἀντίῤῥησιν, ὅτι ὁ νόμος δικτάσει, ὅτι οἱ καπνοὶ πρέπει νὰ περιβρέχωνται ἐν τῷ τόπῳ τῆς παραγωγῆς. Ὥστε, καὶ ἂν ἔχῃ ὁ ἄνθρωπος δίκαιον, ἐγὼ δὲν εἶμαι ἱκανὸς νὰ βοηθήσω αὐτόν.
§24ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ὑπῆρχε σκοπὸς καταδολιεύσεως τοῦ νόμου. Ἔπταισαν οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους.
§25Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζετε ὅτι συμφέρει εἰς τὸ Κράτος, συμφέρει εἰς τὴν Διοίκησιν ἐν γένει, νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ μὴ τηρῶσι τὸν νόμον; νὰ ἀνέχωνται τὴν παραβίασιν τοῦ νόμου, ὅταν ἐξετάζοντες πείθωνται ὅτι δὲν ὑπάρχει σκοπὸς καταδολιεύσεως τοῦ νόμου; Νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἐπικίνδυνον, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μοὶ δώσητε τοιαύτην ἐξουσίαν.
§26ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅταν πληροφορηθῆτε ὅτι ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς ἀρχῆς προῆλθον πάντα ταῦτα, δὲν πιστεύω νὰ θεωρῆτε δίκαιον νὰ ζημιωθῇ ὁ ἄνθρωπος.
§27ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρό τινων ἡμερῶν, κύριε Πρόεδρε, ἀνεγράφη ἐν ταῖς ἐφημερίσιν εἴδησις τηλεγραφικὴ, ἐκ Παρισίων προερχομένη, ἥτις, ἐλπίζω ὅτι οὐδενὸς τῶν κυρίων συναδέλφων διέλαθε τὴν προσοχὴν, ἀλλ’ ὅτι παρὰ πᾶσιν ἐξήγειρε τὸ ἐνδιαφέρον, διότι τὸ γεγονὸς, τὸ δι’ αὐτῆς ἀγγελλόμενον, ἦτο τοιοῦτον, ὥστε εὐλόγως νὰ διαθρύψῃ τὸ αἴσθημα τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν φιλοτιμίας καὶ νὰ γεννήσῃ παρ’ ἡμῖν τὴν σκέψιν περὶ ἐκφράσεως εὐαρεσκείας καὶ χάριτος πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἔθνους φιλτάτου. Ἀνεκοινώθη, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐν Γαλλίᾳ, μέλος δὲ τῆς Γαλλικῆς Γερουσίας, κύριος Combes, διὰ διαταγῆς του πρὸς τοὺς διευθυντὰς τῶν ἐν Γαλλίᾳ λυκείων παρήγγειλεν, ὅπως ἡ μέχρι τοῦδε κατὰ τὴν διδασκαλίαν τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων ἐν χρήσει ὑπάρχουσα ἐρασμικὴ προφορὰ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς παρ’ ἡμῖν, τοῖς νεωτέροις Ἕλλησι, κρατούσης. Ἀληθῶς Ὑπουργὸς ὡς ὁ κ. Combes, φίλος τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων καὶ μετ’ ἐνδιαφέροντος παρακολουθῶν τὰς φάσεις, ἃς ἔλαβε τὸ περιμάχητον τοῦτο ζήτημα τῆς ἑλληνικῆς προφορᾶς, δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ μορφώσῃ ὀρθὴν καὶ δικαίαν γνώμην περὶ αὐτοῦ, μετὰ τὴν δημοσίευσιν μάλιστα τῆς περὶ τούτου πραγματείας τοῦ παρ’ ἡμῖν σοφοῦ καθηγητοῦ κ. Παπαδημητρακοπούλου, ἥτις τελείως διεφώτισε καὶ ἐξήντλησε τὸ ζήτημα. Καὶ διὰ τοῦτο δὲ καὶ διότι πρῶτος αὐτὸς, μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν τόσων ἄλλων ἐθνῶν, παρ’ οἷς κρατεῖ ἀκόμη ἡ ἐρασμικὴ πλάνη, ἔσχε τὴν πρωτοβουλίαν καὶ τὸ θάῤῥος νὰ εἰσαγάγῃ τὴν τολμηρὰν καινοτομίαν, καθίσταται ἄξιος ἐξαιρετικῆς παρ’ ἡμῖν τιμῆς. Περιττὸν κρίνω, κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπω ἐγὼ ποίων ἄλλων σπουδαίων δι’ ἡμᾶς ὠφελημάτων, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀναπτύξεως στενωτέρων δεσμῶν φιλίας καὶ ἀγάπης μεταξὺ τῶν δύο λαῶν, Γαλλικοῦ καὶ Ἑλληνικοῦ, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐπεκτάσεως τῶν ἐμπορικῶν σχέσεων αὐτῶν, θέλει γείνῃ πρόξενος τοιαύτη καινοτομία. Διότι εὐνόητοι εἶναι αἱ εὐτυχεῖς αὗται συνέπειαι τοῦ μέτρου. Ἐθεώρησα ὅμως καθῆκόν μου νὰ ποιήσωμαι ἐντεῦθεν εὔφημον μνείαν τοῦ ὀνόματος τοῦ κ. Combes, καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ἵνα μετ’ ἐμοῦ συστήσῃ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν λῆψιν τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς περιστάσεως ἐπιβάλλεται, πρὸς ἔμπρακτον ἐκδήλωσιν τῆς ὀφειλομένης χάριτος.
§28ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μὴ ἀμφιβάλλετε, κύριε συνάδελφε, ὅτι, ἅμα ὡς ἐπισήμως λάβῃ γνῶσιν ἡ Κυβέρνησις τοῦ τοιούτου μέτρου, θέλει σκεφθῆ νὰ πράξῃ ὅ,τι πρέπει.
§29ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ Ἑλληνικῆς γλώσσης καὶ Ἑλληνικῶν γραμμάτων, εὔκαιρον νομίζω καὶ ἐγὼ νὰ ἀπευθύνω αἴτησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἀναγράψῃ ποσόν τι πρὸς συνδρομὴν τοῦ Βυζαντινοῦ περιοδικοῦ, τοῦ ἐκδιδομένου ἐν Γερμανίᾳ ὑπὸ τοῦ γνωστοῦ Βυζαντιολόγου Κρουμβάχερ. Δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν αἱ ἱστορικαὶ ἐπιστῆμαι δὲν ἐπέδωκαν ἀκόμη, ὄχι μόνον ὡς πρὸς τὴν ἱστορίαν τῶν ἄλλων Κρατῶν, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς αὐτὴν τὴν ἐθνικήν μας ἱστορίαν. Ἰδίως τὸ σκοτεινότερον μέρος τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἱστορίας εἶναι ἡ ἐποχὴ τῶν Βυζαντινῶν χρόνων. Δι’ αὐτῶν θέλει ἀποδειχθῇ ἡ συγγένεια ἡμῶν πρὸς τοὺς παλαιοὺς Ἕλληνας, ἡ συνέχισις τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν βίου ἀπὸ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων μέχρι τῶν καθ’ ἡμᾶς χρόνων. Τὴν περίοδον ταύτην τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἱστορίας ἀνέλαβε νὰ διαλευκάνῃ ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος Γερμανὸς λόγιος, τῇ συμπράξει παντὸς λογίου, καὶ Γερμανοῦ καὶ ἀλλοεθνοῦς, ἀσχολουμένου εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἱστορίαν, ἰδίως εἰς τὴν σκοτεινὴν ταύτην ἐποχὴν τῶν Βυζαντινῶν χρόνων. Ἔργον τοιοῦτον ἔτυχεν ἤδη συνδρομῆς εἰς ἄλλας χώρας, ὀλιγώτερον ἡμῶν ἐνδιαφερομένας δι’ αὐτὸ, νομίζω δὲ, ὅτι ἔπρεπε πρὸ παντὸς ἐν Ἑλλάδι νὰ τύχῃ συνδρομῆς τὸ ἔργον τοῦτο καὶ ν’ ἀναγραφῇ δι’ αὐτὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἄξιον λόγου ποσόν.
§30ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Παπαδημητρακόπουλος, καθηγητὴς καὶ σοφὸς, μοὶ φαίνεται ὄχι πολὺ ἱκανοποιημένος ἀπὸ τὴν Πολιτείαν. Εἶναι εἷς, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μερλόπουλος, ὁ ὁποῖος ἔδωκεν ἀφορμὴν διὰ τοῦ συγγράμματός του περὶ προφορᾶς τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης εἰς τὴν Γαλλίαν νὰ γείνῃ τόσος λόγος, ὥστε νὰ γείνῃ ἀποδεκτὴ ἡ γνώμη αὐτοῦ. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ Πολιτεία πρέπει νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς αὐτόν, διότι ἄνθρωπος τοιαύτης ἀξίας εὑρίσκεται εἰς οὐχὶ καλὴν θέσιν οἰκονομικῶς.
§31Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Γιγνομένου λόγου περὶ τοῦ καθηγητοῦ κ. Θεοδώρου Παπαδημητρακοπούλου, ὀφείλω νὰ μὴ μείνω σιωπῶν. Αἱ ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας προσήνεγκε, διδάσκων ὡς καθηγητὴς, ὡς καὶ αἱ ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας προσήνεγκε πρὸς διαφώτισιν καὶ λύσιν αἰσίαν ζητημάτων στενῶς συνδεομένων πρὸς συμφέροντα ἐθνικὰ, περὶ ὧν ὑπῆρξε συζήτησις ἐν Εὐρώπῃ, κατέστησαν αὐτὸν ἄξιον τῆς εὐμενείας τοῦ Κράτους. Δυστυχῶς ὁ κ. Παπαδημητρακόπουλος ἔπαθεν, ὡς μανθάνω, πρό τινος χρόνου τοὺς ὀφθαλμούς· αἱ νυκτεριναὶ ἐργασίαι ἐμείωσαν πολὺ τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν του, δὲν εἶναι δὲ ὑπερβολὴ, ἂν εἴπω, ὅτι δὲν βλέπει πλέον. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἀπέκτησεν ἔτι καὶ τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, οὐδὲ περιουσίαν τινὰ, διδάσκων πάντοτε ὡς καθηγητὴς Γυμνασίου, νομίζω ὅτι εἶναι ἀληθῶς ἄξιος τῆς εὐμενείας τοῦ Κράτους, καὶ πρέπει νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Διὰ τοῦτο δὲν θέλω παραλίπει, ἂν κατορθωθῇ νὰ οἰκονομήσωμεν καιρὸν, νὰ παρακαλέσω τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ἵνα προβάλωμεν ἐν κοινῷ πρότασιν εἰς τὴν Βουλήν.
§32ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Θερμότατα, κύριε Πρόεδρε, συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὁ καθηγητὴς κ. Παπαδημητρακόπουλος εἶναι εἷς ἐκ τῶν ὀλίγων συγγραφέων, οἱ ὁποῖοι ἐτίμησαν τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑσπερίαν διὰ τοῦ περισπουδάστου αὐτοῦ συγγράμματος περὶ προφορᾶς τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης.
§33Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Συμμερίζομαι πληρέστατα καὶ ἐγὼ καὶ ἡ Κυβέρνησις τοὺς ἐπαίνους, τῶν ὁποίων ἐγένετο ἄξιος διὰ σπανιωτάτης, δι’ ἐξαιρέτου ἐπιστημονικῆς ἐργασίας, ὁ ἀξιότιμος καθηγητὴς κ. Παπαδημητρακόπουλος. Βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι πολὺ εὐάριθμα συγγράμματα δύνανται νὰ συγκριθῶσι πρὸς τὴν σοβαρότητα καὶ τὴν ἐμβρίθειαν τοῦ περὶ γλώσσης συγγράμματος τοῦ κ. Παπαδημητρακοπούλου. Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω διατὶ ὁ ἀνὴρ οὗτος, ὁ τοσαύτας εἰς τὴν γλωσσικὴν τῆς χώρας ἐπιστήμην παρασχὼν ὑπηρεσίας, δὲν κατώρθωσε νὰ γείνῃ, ὡς ἐκ τῆς μετριότητος τοῦ χαρακτῆρός του, ἄξιος μείζονος λόγου. Βεβαιωθῆτε, ὅτι γινώσκουσι πλείονα περὶ Παπαδημητρακοπούλου ἐν Ἀμερικῇ, ἐν Σουηδίᾳ, ἐν Νορβηγίᾳ, ἢ ἡμεῖς ἐν Ἑλλάδι. Ἐνῷ λοιπὸν κατὰ καθῆκον ἐπαινῶ τὸν ἄνδρα ἐν τῇ Βουλῇ, δηλῶ πρὸς ὑμᾶς, ὅτι χθὲς προσῆλθεν εἰς ἐμὲ καὶ μοὶ ἐδήλωσεν ὅτι ἀδυνατεῖ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰ ἔργα αὑτοῦ, καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ τὸν παύσω, διότι δὲν δύναται νὰ λαμβάνῃ μισθὸν, χωρὶς νὰ δύναται νὰ ἐργασθῇ προσηκόντως (συγκίνησις). Ἔνδακρυς ἐδέχθην αὐτὸν, καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ ἀναβάλῃ τὴν αἴτησίν του περὶ ἀπολύσεώς του, δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι μιᾷ φωνῇ ἡ Βουλὴ θὰ θελήσῃ νὰ φροντίσῃ περὶ αὐτοῦ.
§34Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ μόνη ἀπάντησις, ἡ ἀνάλογος, μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν, εἶναι, ἀφοῦ ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι, νὰ ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν συζήτησιν θὰ προκαλέσῃ.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως (ἱλαρότης).
§36ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἄλλο τι θὰ ἦτο τὸ τιμητικώτερον διὰ τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος καθηγητὴν, τὸν ὁποῖον ἐγὼ εἴπερ τις καὶ ἄλλος σέβομαι, ἀπόδειξις δὲ τούτου, ὅτι, γενόμενος ἐγὼ Ὑπουργὸς, ἔσπευσα νὰ τὸν ἐπαναφέρω εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, συνοδεύων τὸν διορισμόν του διὰ τιμητικῆς ἐκθέσεως πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, τὴν ὁποίαν ἐδημοσίευσα καὶ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἀναγνωρίζων τὰς ἐκδουλεύσεις τοῦ ἀνδρὸς, καὶ πολὺ φοβούμενος μήπως δὲν θὰ ἐδέχετο σύνταξιν, χορηγουμένην οὕτω πως, νομίζω ὅτι καὶ δι’ αὐτὸν θὰ ἦτο τιμητικώτερον καὶ δι’ ἡμᾶς προτιμότερον, νὰ συστήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως τὸν διορίσῃ ἐπίτιμον καθηγητὴν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Βεβαίως ἀνὴρ, ἔχων νὰ ἐπιδείξῃ τοιαῦτα ἔργα, οἷα ὁ κ. Παπαδημητρακόπουλος, ἔπρεπε πρὸ πολλοῦ νὰ καθέξῃ ἕδραν τοῦ Πανεπιστημίου, ἀπὸ τῆς ὁποίας βεβαίως θὰ ἠδύνατο καὶ ἐν τῇ καταστάσει ταύτῃ νὰ διδάξῃ, ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν ἐδίδασκε, θὰ ἠδύνατο νὰ λαμβάνῃ τὸν μισθόν του ἐπί τινα ἔτη, ὡς καὶ ἄλλοι καθηγηταί, ὅπως οὕτω συμπληρώσῃ τὰ ἔτη τῆς συντάξεώς του. Νομίζω ὅτι δι’ αὐτὸν, καὶ μὴ διδάσκοντα, θὰ ἦτο ἀρκετὸν νὰ ᾖναι ἐπίτιμος καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ νὰ τελευτήσῃ τὸν βίον του, διασώζων τοιοῦτον τίτλον. Ἐν Γερμανίᾳ, Κύριοι, οἱ καθηγηταὶ τῶν Γυμνασίων δὲν φέρουσι τὸν τίτλον τοῦ καθηγητοῦ, ἀποκαλούμενοι ἁπλῶς διδάσκαλοι οἱ τῶν κατωτέρων τάξεων, ἀνώτεροι δὲ διδάσκαλοι οἱ τῶν ἀνωτέρων τάξεων. Ἐκεῖ, μόνον ὅσοι διακριθῶσιν εἴτε διὰ τὴν μακρὰν καὶ εὐδόκιμον διδασκαλίαν των, εἴτε διὰ συγγραφὰς περισπουδάστους, ἀπολαύουσι τοῦ τίτλου τοῦ καθηγητοῦ, καὶ γίνονται καὶ ἐπίτιμοι καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου. Νομίζω ὅτι χάριν τοῦ κ. Παπαδημητρακοπούλου δίκαιον εἶναι νὰ γένηται αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις καὶ ἐν ἡμῖν, νὰ προαχθῇ δὲ οὗτος εἰς καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου. Ἡ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου βεβαίως θὰ ἔσπευδεν, ἐὰν προεκαλεῖτο παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, νὰ ὑποδείξῃ αὐτὸν διά τινα ἕδραν· καὶ ἔχομεν ἔλλειψιν ἑδρῶν τῆς Ἑλληνικῆς Φιλολογίας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ἡμῶν. Δὲν ἔχομεν οὔτε τὸ ἥμισυ τῶν ἑδρῶν τῆς Ἑλληνικῆς Φιλολογίας, τὰς ὁποίας ἔχουσιν ἄλλα ἀλλόγλωσσα Πανεπιστήμια. Δι’ ὅλα ταῦτα προτιμότερον θὰ ἦτο κατ’ ἐμὲ, νὰ ἀπευθυνθῇ ἡ σύστασις αὕτη εἰς τὴν Κυβέρνησιν· διότι δὲν γνωρίζω, ἐὰν θὰ ᾖναι δυνατὸν ἐντὸς τῶν ὀλίγων ἡμερῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπολείπονται πρὸς νομοθετικὴν ἐργασίαν, νὰ συνταχθῇ καὶ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ. Τὸ πρακτικώτερον θὰ ἦτο νὰ προαχθῇ εἰς καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου· θὰ ἦναι ἡ καλλιτέρα τιμὴ, τὴν ὁποίαν ὀφείλει τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος νὰ ἀπονείμῃ πρὸς αὐτόν.
§37Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Νομίζω ὅτι ἡ γενομένη ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησις καὶ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ ὑποβληθησομένου νομοσχεδίου εἶναι μεγίστη τιμὴ, τὴν ὁποίαν ἠδύνατο ἀνὴρ νὰ ἀναμένῃ ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Δὲν ἀντιλέγω ὅτι ὁ τίτλος τοῦ ἐπιτίμου καθηγητοῦ δύναται νὰ τῷ ἀποδοθῇ, ἀλλ’ ἡ τιμὴ, τὴν ὁποίαν τῷ παρέχει σήμερον, καὶ μόνον σήμερον, εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος προέτεινε.
§38ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ νομοσχέδιον αὔριον.
§39ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπέβαλε σύμβασιν μετὰ τοῦ Βελγίου, ἡ ὁποία εἶχε καταρτισθῆ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν ὑπέβαλε καὶ ἐζήτησε τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς. Ἡ σύμβασις ἐκείνη ἐπέβαλλεν ἀντάλλαγμα ἀρκετὰ δεινὸν διὰ τὸν γλίσχρον προϋπολογισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ὅπως ἐνθυμοῦμαι, ἐμείωνε τὰς τελωνειακὰς εἰσπράξεις ἡμῶν κατὰ 300, νομίζω, χιλιάδας δραχμῶν, χάριν τῶν βιομηχανικῶν προϊόντων τοῦ Βελγίου. Ἐγεννήθησαν τότε ἀμφιβολίαι, ἐὰν πρέπῃ νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις, καὶ μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες εἶχον τὰς ἀμφιβολίας, ἤμην καὶ ἐγὼ, ἀλλ’ ἐπροτάθη ὅτι ἡ σύμβασις διὰ τῆς ἀτελείας, τὴν ὁποίαν παρεῖχεν εἰς τὴν σταφίδα, ἤθελε τὰ μέγιστα ὠφελήσει τὴν κατανάλωσιν τῆς σταφίδος, ἀπέναντι δὲ αὐτῆς τῆς προτάσεως ἐννοεῖται ὅτι ὅλαι αἱ ἀμφιβολίαι ἐσίγησαν, καὶ ἡ σύμβασις ἐψηφίσθη. Νομίζω ὀρθὸν, κύριε Πρόεδρε, πρὸ πάντων νὰ καταγινώμεθα εἰς τὴν μελέτην τῶν πεπραγμένων, διότι ἡ μελέτη τῶν πεπραγμένων καὶ αἱ συνέπειαι τῶν ἀποφάσεων, τὰς ὁποίας λαμβάνομεν, εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ὁ καλλίτερος ὁδηγὸς τῶν μελλουσῶν ἀποφάσεων ἡμῶν. Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ μάθω, πόσον ποσὸν σταφίδος εἰσήχθη εἰς τὸ Βέλγιον μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως ἐκείνης, καὶ νὰ μάθωμεν, ἐὰν ἦσαν ἀληθῆ καὶ ὀρθὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέγοντο, ὅτι τὸ Βέλγιον ἤθελε καταστῆ ἡ διαμετακομιστικὴ ἀποθήκη, εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελεν οἰνοποιεῖται ἡ σταφὶς, καὶ ἐκεῖθεν ἤθελε μεταδίδεσθαι εἰς τὰ διάφορα Κράτη τῆς Εὐρώπης, ἢ ἂν θὰ μάθωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἴσως χρησιμεύσῃ εἰς τὸ μέλλον, ὅτι τὸ ἀντάλλαγμα τὸ δοθὲν δὲν ἐχρησίμευσεν εἰς τίποτε. Ἐδώσαμεν τὸ ἀντάλλαγμα, Κύριοι, ἀντὶ πινακιδίου φακῆς, καὶ ἠλαττώσαμεν τὰς εἰσπράξεις μας κατὰ 300 περίπου χιλιάδας δραχμῶν, καὶ δὲν ἐκερδήσαμεν τίποτε, ἐκτὸς φιλοφρονητικῶν τινων ἐνδείξεων, συνήθων εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν συμβάσεων. Πρὸς τούτοις εἶναι ὠφέλιμον νὰ μάθωμεν κατὰ πόσον ὠφέλησεν ἡ σύμβασις ἐκείνη, καὶ διότι τοῦτο θὰ μᾶς διδάξῃ, Κύριοι, ἀκούοντες τὰς σπασμωδικὰς κινήσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τῷ ὄντι πάσχοντες ζητοῦσι συνδρομὴν, νὰ μὴ προβαίνωμεν οὕτω παρακεκινδυνευμένως εἰς ἀποφάσεις περὶ παρακρατήσεως, αἱ ὁποῖαι, ἀντὶ νὰ ὠφελήσωσι, βλάπτουσι μᾶλλον τὴν κατανάλωσιν τῆς σταφίδος. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ πληροφορηθῇ ἡ Βουλὴ πόσον ποσὸν σταφίδος εἰσήχθη εἰς τὸ Βέλγιον μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως ἐκείνης συγκριτικῶς πρὸς τὸ παρελθόν.
§40ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὰς πληροφορίας αὐτὰς καλὸν εἶναι νὰ προστεθῇ καὶ πόσον ποσὸν ἐκ τοῦ ἀνταλλάγματος, τὸ ὁποῖον ἐδώσαμεν, μέχρι 31 Δεκεμβρίου ἐζημιώθη τὸ Δημόσιον· δηλαδὴ ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐφαρμογῆς τῆς συμβάσεως μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου, ἢ καὶ μέχρι τέλους Φεβρουαρίου.
§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν Ἀταλάντῃ διαμένουσι πολλοὶ συμπολῖταί μου, οἱ ὁποῖοι μοὶ γράφουσιν ἐκεῖθεν, ὅτι τὸ σχέδιον τῆς πόλεως κατηρτίσθη κακῶς καὶ παραβλάπτει διάφορα συμφέροντα ὄχι μόνον τῆς πόλεως ἐν γένει, ἀλλὰ καὶ τῶν ἰδιωτῶν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ὁ ἐκ Λοκρίδος ἀξιότιμος φίλος μου, ἐπειδὴ ἐκεῖ διαμένουσι συμπολῖταί μου νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἐκ νέου μελετηθῇ τὸ σχέδιον τῆς πόλεως Ἀταλάντης καὶ καταρτισθῇ τελειότερον, συμφώνως καὶ μὲ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν κατοίκων καὶ μὲ τὰ συμφέροντα αὐτῶν. Συνάμα δὲ οἱ αὐτοὶ παραπονοῦνται, διότι ἐκεῖ, ἐνῷ κατεσκευάσθησαν διάφορα ἄλλα καταστήματα, δὲν κατεσκευάσθη ὅμως ταμεῖον, καὶ τοῦτο συντελεῖ εἰς τὴν δυσχέρειαν τῶν σχέσεων τῶν φορολογουμένων μετὰ τοῦ ταμείου. Ὥστε καὶ τοῦτο ἐν τῇ μελέτῃ τοῦ σχεδίου θὰ ἦναι καλὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§42ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποθέτω ὅτι ὁμιλεῖτε περὶ σχεδίου, τὸ ὁποῖον δὲν κατηρτίσθη.
§43ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μετὰ τοὺς σεισμοὺς ἐγένετο τοιοῦτον, συμφώνως μὲ τὸ ὁποῖον ἀνοικοδομοῦνται αἱ παθοῦσαι οἰκοδομαί.
§44ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὀφείλω νὰ παράσχω ἐγὼ πληροφορίας τινὰς εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μετὰ τὸν σεισμὸν εἶχε συνταχθῆ νέον σχέδιον τῆς πόλεως Ἀταλάντης, εἶχε δὲ δημοσιευθῆ τοῦτο διὰ βασιλικοῦ διατάγματος, ἀλλὰ δυστυχῶς εἰς τοὺς ἔχοντας τὰ μέσα, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, ἐπετρέπετο νὰ οἰκοδομῶσιν ὅπου ἤθελον, εἰς δὲ τοὺς μὴ ἔχοντας τὰ μέσα, εἰς τοὺς ἡμετέρους φίλους, τοὺς τότε δὲ ἀντιπολιτευομένους, δὲν ἐπετράπη τοῦτο. Διὰ τοῦτο ἀνῳκοδομήθη ἀκανόνιστος ἡ πόλις. Βραδύτερον ἐγένετο σκέψις νὰ μεταβληθῇ τὸ σχέδιον ἐκεῖνο. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἀταλάντης προέτεινε μεταβολάς τινας, ἀλλά, ἀγνοῶ διὰ τίνας λόγους, ἐβράδυνεν ἐπὶ πολὺ νὰ δημοσιευθῇ τὸ νέον διάταγμα, τὸ ἀναθεωρῆσαν τὸ πρῶτον σχέδιον, οὕτω δὲ ἐξηκολούθησαν καὶ πάλιν αἱ αὐθαίρετοι οἰκοδομαί, ἡ δὲ πόλις ἔμεινεν οὕτω ἔτι μᾶλλον ἀκανόνιστος ἢ πρίν. Τὰ δύο σχέδια, τὰ ὁποῖα ἐφηρμόσθησαν ἐν μέρει, εὑρίσκονται εἰς σύγκρουσιν πρὸς ἄλληλα, καὶ οὕτω δυστυχῶς ὁ καταστρεπτικὸς σεισμὸς διὰ τὴν Ἀταλάντην δὲν εἶχε τοὐλάχιστον αὐτὸ τὸ ἀγαθὸν ἀποτέλεσμα, ὅπως ἡ πόλις ἀποκτήσῃ ἐκ νέου καλὸν σχέδιον, καὶ τοῦτο χάρις εἰς τὴν ἀβελτηρίαν τῶν ἁρμοδίων. Ὡς πρὸς τὸ ταμεῖον, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι καλῶς ποιῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν προέβη εἰς τὴν ἀνέγερσιν αὐτοῦ, διότι πρόκειται περὶ καταχρηστικῆς διαθέσεως μεγάλου μέρους τῶν χρημάτων τῶν συλλεγέντων ἐξ ἐράνων ὑπὲρ τῶν παθόντων ἐκ τοῦ σεισμοῦ Λοκρῶν, χάριν δημοσίων κτιρίων. Εἶναι γνωστὸν ἤδη, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐτείνετο χεὶρ πρὸς συλλογὴν τοιούτων ἐράνων ὑπὲρ τῶν παθόντων ἐκ τοῦ σεισμοῦ, λαθροχειρικῶς πως μέρος αὐτῶν ἐσφετερίσθη τὸ Δημόσιον.
§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν διετάχθη ἡ κατασκευὴ τοῦ ταμείου.
§46ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔλαβεν αὐτὸ τὴν μερίδα τοῦ λέοντος ἐκ τῶν ἐράνων, καὶ ἐσκέφθη νὰ οἰκοδομήσῃ δημόσια κτίρια ἐκεῖ, ὅπου δὲν εἶχε τοιαῦτα διόλου. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, καθ’ ὅσον ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἀνεστάλη ἡ περαιτέρω κατασκευὴ τοιούτων δημοσίων κτιρίων ἐκ τῶν χρημάτων τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἐράνων. Ἐπαινῶ τὴν πρᾶξιν ταύτην καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ ἐμμείνῃ μέχρι τέλους εἰς τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὅπου δὲν ἐξήρκεσαν τὰ χρήματα, τὰ διατεθέντα ἐκ τῶν ἐράνων, ὑπὲρ κατασκευῆς κτιρίων, καλὸν νομίζω εἶναι νὰ τὰ συμπληρώσῃ τὸ Κράτος, ἀφοῦ αὐτὸ μόνον πρόκειται νὰ νέμηται τὰ τοιαῦτα κτίρια. Ἐὰν ἡ κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου ἐπιτρέπῃ, ἂς ἀνεγείρῃ ὄχι μόνον ταμεῖον ἐν Ἀταλάντῃ, ἀλλὰ καὶ ὅ,τι ἄλλο θέλει, παρακαλῶ ὅμως, ἐὰν ὑπολείπωνται ἀκόμη ὀλίγα τινὰ χρήματα ἐκ τῶν ἐράνων, νὰ μὴ θίξῃ αὐτά.
§47ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἀλλὰ σήμερον εὑρίσκομαι εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ δωρήσω, ὡς συμπέρασμα τῆς περὶ αὐτῆς ὁμιλίας μου, εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν 67 χιλιάδας δραχμῶν, τὰς ὁποίας ὑποθέτω ὅτι θὰ ἀποδεχθῇ μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως, γνωστοῦ ὄντος, ὅτι περὶ τοῦ δημοσίου χρήματος μεγάλως φροντίζει. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, πότε ἱδρύθη ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, καὶ πῶς ἱδρύθη, καὶ πῶς μετεσχηματίσθη, καὶ ὁποίας μορφὰς ἤλλαξε κατὰ τὸ μακρὸν χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως αὐτῆς, καὶ μάλιστα κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη· εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ Πολιτεία ἐπ’ ἐσχάτων ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς αὐτὴν λαχείου κλήρων 225,000 νομίζω, δι’ οὗ εἰσπράττει κατ’ ἔτος 470,000 δραχμάς, μὴ ὑπολογιζομένων τῶν ἄλλων αὐτῆς ἐσόδων, τῶν ἐκ τῆς λοιπῆς περιουσίας αὐτῆς. Πρόκειται ἑπομένως περὶ ποσοῦ 500 περίπου χιλιάδων δραχμῶν, ἀνήκοντος κατὰ τὰ ἐννέα δέκατα εἰς τὸ Δημόσιον, ποσοῦ διαχειριζομένου παρὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, καὶ δὴ παρὰ τοῦ Συμβουλίου αὐτῆς, καὶ μάλιστα παρά τινων μόνον ἐν αὐτῷ προσώπων. Εἶχον προσπαθήσει νὰ προμηθευθῶ καὶ ἐγὼ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας διὰ τὸ ἔτος 1896, τὸν ὁποῖον ἐψήφισε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τὸ Συμβούλιον αὐτῆς, ἀλλὰ ἀπέτυχον. Ἡ ἀπάντησις πρὸς τοὺς ζητήσαντας ἦτο στερεότυπος: «δὲν ἐπιτρέπεται κατ’ οὐδένα λόγον νὰ ἐξέλθῃ τοῦ Γραφείου.» Ἐδῶ πρόκειται περὶ 500,000 δραχμῶν, ἀνηκουσῶν εἰς τὸ Δημόσιον, εἰς τὸν λαὸν πρὸ πάντων, διότι εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, ὅτι τὰ λαχεῖα τῶν 2 δραχμῶν πρὸ πάντων προμηθεύονται οἱ πτωχοί, οἱ ἐργατικοί, οἱ ὁποῖοι τόσον πολὺ γαργαλίζονται ἐπὶ τῇ ἐλπίδι τοῦ κέρδους, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λάβωμεν γνῶσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας! Τέλος πάντων ἐδέησε νὰ καταφύγω εἰς τινα σύμβουλον, ὅστις ἐκινδύνευσε νὰ ἔλθῃ εἰς διαπληκτισμοὺς μετὰ τῶν ἁρμοδίων, ἵνα λάβω τὸν ζητηθέντα προϋπολογισμόν.
§48Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν δημοσιεύεται;
§49ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ δὲν δίδεται.
§50ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ποῖος τοὺς κρατεῖ;
§51ΣΤΑΗΣ. Ὁ Γραμματεύς· ἀλλὰ δὲν δίδει, διότι εἶναι τὰ ἀπόκρυφα τοῦ Μπόσκου. Ἔῤῥιψα ἑπομένως ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ εἶδον ὅτι μόνον διὰ τὸ προσωπικόν, κατὰ τὸ κεφ. Αʹ ἄρθρον 1ον καὶ 2ον, δαπανῶνται 35,820 δραχμαί, δαπάνη ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ εἶναι ὑπερβολική· 35 χιλιάδες δραχμαὶ ἐπὶ ἐσόδων 470 χιλιάδων διὰ τὸ προσωπικόν!
§52ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τί προσωπικὸν εἶναι;
§53ΣΤΑΗΣ. Ταμίας, λογιστής, βοηθὸς γραμματέως, εἰσπράκτωρ, κλητῆρες, φύλακες, ἐπιμελητὴς κλπ. Ἀλλ’ εἰς τὸ προσωπικὸν τοῦτο πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ ὁ γραμματεύς, ὁ ὁποῖος μισθοδοτεῖται καὶ παρὰ τοῦ Δημοσίου, ὡς γενικὸς ἔφορος τῶν Ἀρχαιοτήτων, καὶ παρὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ὡς γραμματεὺς αὐτῆς, δι’ ἐπιμισθίου δραχμῶν 120 μηνιαίως. Τὴν δαπάνην δὲ ταύτην, τὴν ἐκ δραχμῶν 1440 ἐτησίως, δὲν θὰ εὕρητε ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ προσωπικοῦ, ἀλλὰ ἐῤῥιμένην ἔν τινι ἄλλῳ κεφαλαίῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας περὶ «Γραφείων, Βιβλιοθήκης καὶ Διαχειρίσεως.» Εἶναι νέα μέθοδος πρὸς σύνταξιν τῶν προϋπολογισμῶν, ἡ μέθοδος τῆς συγχύσεως καὶ τῆς ἀνακατοσούρας, διὰ τῆς ὁποίας πολλὰ δύνανται νὰ ἐλπίζουν οἱ συντάκται τῶν τοιούτων προϋπολογισμῶν. Οὕτω δὲ ἔχομεν δαπάνην ἀνωτέραν τῶν 37,000 δραχμῶν μόνον διὰ προσωπικὸν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Ὁ γραμματεὺς τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ὁ συντάκτης τῶν προϋπολογισμῶν τούτων, ἔχει συντάξει αὐτὸν κατ’ ἀπομίμησιν τοῦ ὀγδόου κεφαλαίου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τοῦ περὶ ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας, καὶ κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐθαύμασε, πιστεύω, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.
§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπῆλθε κἄποια μεταβολή.
§55ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα. Δὶς μέχρι τοῦδε σᾶς εἶπον, ὅτι πολὺ εὐχαριστήθην, ὅταν εἶδον τὴν μεταβολὴν ταύτην. Μετ’ οὐ πολὺ δὲ θὰ σᾶς πείσω νὰ διαγράψητε τὴν δαπάνην τὴν ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ κεφαλαίῳ 8 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δι’ ἔξοδα ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας, ἀνερχομένην εἰς δραχ. 67,900, διότι χάριν τοῦ αὐτοῦ σκοποῦ εἶναι ἀναγεγραμμένον ποσὸν 205,038 δραχ. ἐν τῷ Γʹ κεφαλαίῳ καὶ 1ῳ ἄρθρῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας.
§56ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλας ἀνασκαφὰς κάμνει ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, καὶ ἄλλας τὸ Δημόσιον.
§57ΣΤΑΗΣ. Λησμονεῖτε ὅτι αἱ ἀνασκαφαὶ ἐνεργοῦνται δαπάναις τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, καὶ ἅπαντες οἱ ἔφοροι, οἱ ἐνεργοῦντες τὰς ἀνασκαφάς, πληρώνονται καὶ ἀπὸ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, πολὺ σπανίως δὲ γίνονται ἀνασκαφαὶ δαπάναις τοῦ Δημοσίου. Ἐν τούτοις νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν τὸ Δημόσιον νὰ δαπανᾷ 20,000 δι’ ἀνασκαφὰς, ἀφοῦ ὁ μόνος σκοπὸς τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, τῆς διαχειριζομένης καὶ δαπανώσης πρὸς τοῦτο ἥμισυ καὶ πλέον ἑκατομμύριον, εἶναι αἱ ἀνασκαφαὶ καὶ ἡ συντήρησις τῶν ἀρχαιολογικῶν τόπων καὶ μνημείων. Εἶναι δὲ περίεργον νὰ ἀναγνώσῃ τις τὸ 1 ἄρθρον τοῦ Γʹ κεφαλαίου τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας καὶ τὸ 8 κεφάλαιον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν· οὐ μόνον φαίνεται ὅτι ἡ αὐτὴ χεὶρ ἔγραψεν ἀμφότερα ταῦτα, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἀντιγραφὴ τὸ ἕτερον τοῦ ἑτέρου.
§58ΒΟΖΙΚΗΣ. Μήπως τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους διὰ τὰ ἔργα αὐτὰ, τὸ ἀναγράφει καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Ἑταιρίας ὡς ἔσοδον ἐξ εἰσφορᾶς τοῦ Κράτους;
§59ΣΤΑΗΣ. Ὄχι· οὐδόλως. Ἄλλοτέ ποτε σᾶς εἶπον, ὅτι ὑπῆρχεν ἡ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν ἐκ δραχμῶν 3,000, αἱ ὁποῖαι μετεφέροντο τυπικῶς ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὴν Ἑταιρίαν, καὶ εἶτα ἀπὸ τὴν Ἑταιρίαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἔνθα ἐχάνοντο τὰ ἴχνη των! Ἀλλὰ δὲν θὰ ἐξετάσω τὰ τοῦ παρελθόντος· θὰ συγκρίνω μόνον τὰ τῶν δύο προϋπολογισμῶν τοῦ 1896. Ἀφήνω ὅλα τὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα καὶ ἐδάφια, καὶ περιορίζομαι μόνον εἰς τὸ κεφάλαιον Γʹ ἄρθρον 1 τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναγράφονται συλλήβδην δι’ ἀνασκαφικὰ ἔργα δραχμαὶ 205,038 καὶ δέκα λεπτά!! Ἡ ἀκρίβεια μέχρι λεπτοῦ, βλέπετε, χαρακτηρίζει τοὺς συντάξαντας τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον! Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ τοῦ Γʹ κεφαλαίου περιέχονται πᾶσαι αἱ ἐργασίαι αἱ ἀρχαιολογικαὶ, πᾶσαι αἱ δυναταὶ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαιτηθῇ δαπάνη τις. Τὰς αὐτὰς δὲ περιπτώσεις καὶ τὰς αὐτὰς δαπάνας, ἀλλ’ ἐν μικροτέρᾳ κλίμακι, ἀναγράφει καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Οὕτως ἔχομεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, κεφάλ. Ηʹ ἄρθρ. 2 ἐδάφ. βʹ, (ἀναγινώσκει) «διὰ συντήρησιν, ἀναστήλωσιν, ἐξωραϊσμὸν καὶ ἐπιτήρησιν τῶν ἀρχαιολογικῶν τόπων καὶ μνημείων, 5,000.» Πηγαίνομεν ἐδῶ (δεικνύει ἕτερον πίνακα)...
§60Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). «Ἐδῶ», δηλαδὴ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας;
§61ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα, τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας (ἀναγινώσκει): «Δι’ ὑποστήριξιν, συντήρησιν καὶ ἐξωραϊσμὸν ἀρχαίων μνημείων καὶ τόπων.» Αἱ αὐταὶ λέξεις· τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης ὅμως δὲν ὁρίζεται, διότι ἔχει προορισθῆ ποσὸν 205,038 δραχμῶν δι’ ἀνασκαφὰς καὶ συντήρησιν ἀρχαίων. Ὥστε εἰς τὸ Γʹ κεφάλαιον, ἄρθρον 1ον, περιέχονται ὅλα τὰ ἐδάφια καὶ τὰ ἄρθρα τοῦ Ηʹ κεφαλαίου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.
§62ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον αὐτὸ, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται δαπάνη 205,000 δραχμῶν;
§63ΣΤΑΗΣ. Τὸ ἄρθρον ἔχει ἑξῆς: «Δι’ ἀνασκαφὰς, ἀγορὰν κτημάτων πρὸς ἀνασκαφὰς καὶ πάσας τὰς πρὸς ἀνασκαφὰς σχετιζομένας δαπάνας, δι’ ὑποστήριξιν, συντήρησιν καὶ ἐξωραϊσμὸν ἀρχαίων μνημείων καὶ τόπων, ἰδίως τοῦ Παρθενῶνος, διὰ περισυναγωγὴν, συγκόλλησιν καὶ ἀγορὰν ἀρχαίων, δι’ οἰκοδομὴν καὶ ἐπισκευὴν μουσείων καὶ φυλακείων, δι’ ὁδοιπορικὰ ἔξοδα καὶ ἐπιμίσθια ἐφόρων καὶ διὰ συνδρομὴν ἢ ἀποζημίωσιν καὶ ἀγορὰν γηπέδων, χορηγηθησομένων τοῖς περὶ τὰ Ἀναφιώτικα οἰκοῦσι πρὸς μετοικισμὸν αὐτῶν, δραχμαὶ 205,038.10.» Ἰδοὺ δὲ καὶ τὰ σχετικὰ ἐδάφια ἐκ τοῦ 8ου κεφαλαίου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας: «Δι’ ἐκτέλεσιν καὶ ἐπιτήρησιν ἀνασκαφῶν, ἀμοιβὴν ἐπιστατῶν κτλ. δραχ. 12,000. Διὰ συντήρησιν, ἀναστήλωσιν, ἐξωραϊσμὸν καὶ ἐπιτήρησιν τῶν ἀρχαιολογικῶν τόπων καὶ μνημείων δραχμαὶ 5,000.» Βλέπετε, εἶναι αἱ αὐταὶ λέξεις! εἶναι ἡ αὐτὴ χεὶρ, ἡ ὁποία συνέταξε καὶ ἐδῶ καὶ ἐκεῖ τοὺς προϋπολογισμούς.
§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑποθέτω, ὅτι εἶναι ἡ αὐτὴ χείρ. Ὄχι. Ἴσως εἶναι μία χεὶρ, ἡ ὁποία συνέταξε τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Ἑταιρίας, ἀλλὰ θὰ ἦναι χεὶρ ἄλλη, ἡ ὁποία συνέταξε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Τώρα, ἂν συμπίπτωσιν αἱ λέξεις, δὲν ἠξεύρω. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι τὴν ἐπιγραφὴν αὐτὴν τὴν ἐπορίσθημεν ἐκ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν παλαιῶν.
§65ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἐπειδὴ εἰς τοὺς παλαιοὺς προϋπολογισμοὺς ἡ αὐτὴ χεὶρ συνέταττεν ἀμφοτέρους, ἕπεται ὅτι ἡ αὐτὴ τακτικὴ ἴσχυσε καὶ σήμερον, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι ἐχωρίσατε τὸ κεφάλαιον εἰς ἄρθρα καὶ ἐδάφια.
§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἠθέλησα νὰ καθορίσω τὰς ἐργασίας.
§67ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα, ἵνα μὴ γένηται ἡ μεταφορὰ ἀπὸ ἐδαφίου εἰς ἐδάφιον τῶν πιστώσεων, ἂν καὶ τὸ 23 ἄρθρον τοῦ λογιστικοῦ ἡμῶν νόμου δὲν ἐπιτρέπει τὰ ποσὰ τοῦ ἑνὸς ἄρθρου νὰ χρησιμεύωσιν εἰς ἄλλα ἄρθρα, οὐχὶ ὅμως καὶ τῶν ἐδαφίων. Ἐν τῷ ὀγδόῳ ἄρθρῳ τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εὑρίσκω: «Δι’ ἀποζημίωσιν κτημάτων πρὸς δυσμὰς τῆς Ἀκροπόλεως καὶ παρὰ τὴν Πνύκα καὶ τὸν Ἄρειον Πάγον δραχμαὶ 20,000», ἐνῷ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, εἰς τὸ κονδύλιον τῶν 205,038 δραχ. καὶ δέκα λεπτῶν, ὑπάρχει καὶ ἡ περίπτωσις «δι’ ἀγορὰν κτημάτων πρὸς ἀνασκαφὰς καὶ δι’ ἀγορὰν γηπέδων τοῖς περὶ τὰ Ἀναφιώτικα οἰκοῦσι πρὸς μετοικισμόν.»
§68Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄλλο ἔργον.
§69ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα, ἄλλο ἔργον· ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη πίστωσις δι’ ἀγορὰν κτημάτων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει ν’ ἀναγραφῇ καὶ ἄλλη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, ὡς ἐγίνετο κατὰ τὸ παρελθόν.
§70Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ὑπόθεσις μάλιστα τοῦ συνοικισμοῦ ἐκείνου τῶν Ἀναφιωτῶν εἶναι ὑπόθεσις πολὺ μεγάλη.
§71ΣΤΑΗΣ. Εἶναι πολὺ σπουδαία. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ἑπομένως, ἂν μετ’ ἐπιστασίας μελετήσῃ τις ὅλα τὰ ἐδάφια τοῦ κεφαλαίου τούτου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἀφ’ ἑτέρου τοῦ κεφαλαίου Γʹ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, θέλει ἴδει, ὅτι ἐκεῖνα ἐμπεριέχονται ἐν τούτῳ καὶ μόνον τῷ ἄρθρῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας διὰ τὸ 1896! Ἑπομένως ἡ ὅλη δαπάνη, ἡ ἐκ δραχ. 67 χιλιάδων, ἡ ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δι’ ἔξοδα ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας, πρέπει νὰ διαγραφῇ. Οἱ περὶ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν Κύριοι μᾶς ἠνάγκασαν νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν μας εἰς τὰ τῆς Ἑταιρίας ἀπὸ τῆς ἀποπομπῆς ἰδίᾳ ἐκ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας τοῦ αἰωνίου Γραμματέως τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, τοῦ σοφοῦ καὶ ἐντίμου καὶ σεβαστοῦ γέροντος κ. Στεφάνου Κουμανούδη, ἕνεκα τοῦ μεταξὺ τῶν ἑταίρων πολέμου πρὸς κατάληψιν τῶν θέσεων τῶν συμβούλων. Σημειώσατε μάλιστα, ὅτι ἠθέλησαν νὰ χαρακτηρίσωσι καὶ ὡς κομματικὸν τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς τοῦ Συμβουλίου, ἄλλοτε Τρικουπικὸν καὶ ἄλλοτε Δηλιγιαννικὸν, κατεσυκοφάντουν δ’ οὕτω ἄνδρας διαπρεπεῖς ἐν τοῖς γράμμασι καὶ ἰδίᾳ τῇ Ἀρχαιολογίᾳ, ὡς ἀνήκοντας εἰς κόμματα, ἵνα μὴ τύχωσιν οὗτοι τῆς ψήφου πάντων τῶν ἑταίρων. Οὕτως ἠναγκάσθησαν οἱ πλεῖστοι τῶν περὶ τὰ γράμματα διαπρεπῶν ἑταίρων ν’ ἀποχωρήσωσι τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, καὶ ἐκ τῶν ἀπομεινάντων δὲ 180 ἑταίρων μόλις οἱ ἑκατὸν προσέρχονται εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας τῆς Ἑταιρίας, οἱ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἄμοιροι ἀρχαιολογικῶν γνώσεων. Ἡ πλειονότης μάλιστα τῶν ἑκάστοτε λαμβανόντων μέρος κατὰ τὰς ψηφοφορίας εἶναι ἄνθρωποι μηδεμίαν σχέσιν ἔχοντες πρὸς τὴν Ἀρχαιολογίαν. Εἶναι περίεργον ὅτι θὰ ἴδητε ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τῆς κατωτάτης βαθμίδος, ἑταίρους τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας καὶ ψηφίζοντας κατὰ τὰς ἀρχαιρεσίας αὐτῆς· εἶναι περίεργον, ὅτι θὰ ἴδητε δικαστικοὺς κλητῆρας ἑταίρους τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, καὶ ἔτι περιεργότερον, ὅτι οἱ τοιοῦτοι ὑπάλληλοι δὲν καταβάλλουσι τὴν ἐξ 25 δραχμῶν ἐτησίαν αὐτῶν συνδρομὴν, ἀλλὰ ἄλλοι, οἱ ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν συμβούλων. Ταῦτα γινώσκω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὡς ἑταῖρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας.
§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶσθε πρὸ πολλοῦ ἑταῖρος;
§73ΣΤΑΗΣ. Πρὸ πολλοῦ. Κατὰ τὸ 1893 ὅμως ἀπεπέμφθην καὶ ἐγὼ, ὡς καὶ τόσοι ἄλλοι, κατὰ τὸν ἑξῆς εὐφυᾶ τρόπον. Τὴν συνδρομὴν, τὴν ἐκ δέκα δραχμῶν...
§74Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. 15.
§75ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα, δεκαπέντε τότε, νῦν δὲ 25... κατέβαλλον οἱ ἑταῖροι τῷ κλητῆρι κατὰ τὸ διάστημα τοῦ ἔτους, ἐρχομένῳ εἰς τὸν οἶκον αὐτῶν, ἢ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς, ἐν τῷ τόπῳ τῶν ἀρχαιρεσιῶν· οὕτω δὲ σχεδὸν πάντοτε προσηρχόμεθα εἰς τὸ Πανεπιστήμιον καὶ ἐζητοῦμεν τὸν εἰσπράκτορα, πρὸς ὃν κατεβάλλομεν τὴν ἐτησίαν ἡμῶν συνδρομήν. Προσῆλθον λοιπὸν καὶ ἐγὼ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς μετὰ τῶν λοιπῶν ἑταίρων εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ἐζητήσαμεν τὸν εἰσπράκτορα, ἵνα καταβάλωμεν τὴν συνδρομὴν ἡμῶν καὶ ψηφίσωμεν, ἀλλ’ ὁ εἰσπράκτωρ ἀπουσίαζε. Τί εἶχε συμβῆ, πιστεύω νὰ ἐνόησατε ἤδη· ὁ εἰσπράκτωρ εἶχε μεταβῆ πρὸ πολλοῦ εἰς τὴν οἰκίαν τῶν τοῦ κόμματος φίλων, παρ’ ὧν εἶχε πληρωθῆ, καὶ οἱ ὁποῖοι μόνοι εἶχον τὸ δικαίωμα ψήφου· οὕτως ἀπεκλείσθην καὶ ἐγὼ καὶ ὁ συνάδελφος κ. Βελλιανίτης, νομίζω, καὶ ἄλλοι πολλοί. Ἔκτοτε λοιπὸν ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ παρακολουθῶμεν τοὺς τὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας διαχειριζομένους. Κατὰ τὸ χρονικὸν δὲ τοῦτο διάστημα ἐπείσθην, ὅτι πάντως πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ διαχείρισις ἡμίσεως ἑκατομμυρίου δραχμῶν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν συμβούλων τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Ἐὰν δὲ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν πράξῃ τοῦτο, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι πᾶσα διάδοχος αὐτῆς, κηδομένη τῶν συμφερόντων τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, θέλει πάραυτα καθορίσει ἄλλως τὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, χάριν τῶν προγονικῶν κειμηλίων, ὧν χάριν φορολογεῖται ὁ πτωχὸς λαὸς διὰ τῶν διδράχμων λαχείων. Εἴδομεν πολλὰ ἔκτροπα, λαβόντα χώραν ἐν τῇ Ἀρχαιολογικῇ Ἑταιρίᾳ. Ἀλλὰ ἡ προτελευταία καὶ ἡ τελευταία τροποποίησις τοῦ καταστατικοῦ αὐτῆς, Κύριοι, μᾶς ἔπεισαν ὅτι δὲν πρόκειται πλέον περὶ προστασίας τῶν κειμηλίων τῆς ἀρχαιότητος, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ρουσφετολογικῆς διασπαθήσεως τῶν πεντακοσίων χιλιάδων δραχμῶν ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἂν καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι καὶ ἄνδρες ἄξιοι σεβασμοῦ, ὑπὸ ἔποψιν ἐπιστημονικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν κοινωνικὴν, εὑρίσκονται ἐν τῷ Συμβουλίῳ τούτῳ, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἐπλανήθησαν ὑπό τινων ἐν αὐτῷ ἐπιτηδείων, διότι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὅλος ὁ κόσμος θεωρεῖ ὡς ἔκτροπα, θεωρεῖ ὡς ἀντικανονικώτατα, οἱ ἄξιοι σεβασμοῦ σύμβουλοι δὲν θεωροῦσι τοιαῦτα! Ἔλεγον, ὅτι ἡ τελευταία τροποποίησις τοῦ καταστατικοῦ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἦτο σκανδαλωδεστάτη, ἐγένετο δὲ διὰ τῆς μεθόδου τῆς γνωστῆς, διὰ τῶν φωνασκιῶν, διὰ τῆς ἐπιβολῆς, διὰ τῶν ῥοπάλων! Ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐξετάσω τὰ κατὰ τὸ παρελθὸν λαβόντα χώραν ἐν τῇ Ἀρχαιολογικῇ Ἑταιρίᾳ. Ἂς ἴδωμεν τὰ προχθὲς μόνον σκάνδαλα, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ πληροφορηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν παρὰ τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων, τοῦ καὶ γραμματέως τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Σημειώσατε δὲ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἔταξεν ἡ Πολιτεία διὰ νόμου τὸν γενικὸν ἔφορον τῶν ἀρχαιοτήτων, ὁ ὁποῖος ἀμείβεται καὶ παρὰ τῆς ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν του Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ὡς γραμματεὺς αὐτῆς! Παρακαλῶ δὲ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πῶς συμβιβάζονται τὰ δύο ταῦτα ἀντίθετα ἀξιώματα ἐν ἑνὶ καὶ τῷ αὐτῷ προσώπῳ. Ἀλλ’ ἴσως ὁ γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων τοῦ Κράτους, ὁπόταν πρόκειται νὰ ἐξελέγξῃ τὸν γραμματέα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἐξελέγχει τὸν βοηθὸν αὐτοῦ, τὸν μισθοδοτούμενον ἀντὶ 250 δραχμῶν κατὰ μῆνα ἐκ τοῦ ταμείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἢ τὸν δεύτερον αὐτοῦ βοηθὸν, διότι ἔχει καὶ δεύτερον τοιοῦτον, μισθοδοτούμενον ἐκ τοῦ ταμείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, χωρὶς ὅμως νὰ ἐμφαίνηται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὐτῆς! Ἔλεγον λοιπὸν περὶ τῶν προχθεσινῶν σκανδάλων τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι τὴν παρελθοῦσαν Κυριακὴν ἐγένετο πρόσκλησις τῶν ἑταίρων τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας πρὸς ἐκλογὴν προέδρου, ἐνῷ αἱ ἀρχαιρεσίαι εἶχον λάβει χώραν πρό τινος καὶ εἶχεν ἐκλεχθῆ καὶ ὁ πρόεδρος διὰ τριετίαν. Ἐνῷ λοιπὸν εἶχεν ἐκλεχθῆ πρόεδρος διὰ τριετίαν ὁ κατὰ τὸ παρελθὸν τοιοῦτος, αἰφνιδίως μεταβάλλονται τὰ πράγματα καὶ ἀποφασίζουσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἐκλεχθῇ ἄλλος πρόεδρος, ἀκριβῶς καθ’ ἣν στιγμὴν ἠγέρθη ὁ πάταγος ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ἐν τῷ τύπῳ, καὶ ἀκριβῶς καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπελήφθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τῆς ἐξετάσεως τῶν περὶ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, καὶ ἀκριβῶς καθ’ ἣν στιγμὴν ἐξηγέρθη ἡ κοινὴ γνώμη. Τότε ἐσκέφθησαν, ὅτι πρέπει νὰ εὕρωσιν ἄλλο πρόχωμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ ὀχυρωθῶσιν, ὄχι πλέον τὰ κόμματα τῶν Τρικουπικῶν καὶ τῶν Δηλιγιαννικῶν, διότι ἀμφότερα τοὺς εἶχον ἐνοήσει, ἀλλὰ ἀσπίδα ὀλίγον ὑψηλὰ ἱσταμένην, ἵνα μὴ τὰ βέλη τῶν ταραχοποιῶν τοὺς ἐνοχλῶσι...
§76ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀναμένετε νὰ φέρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν ὑμεῖς καὶ ἐγώ;
§77ΣΤΑΗΣ. Ἔχει πολλὰς ἀσχολίας ὁ κ. Ὑπουργὸς κατ’ αὐτὰς, καὶ δὲν πιστεύω νὰ προλάβῃ νὰ κομίσῃ αὐτὰς εἰς τὴν Βουλήν. Ἂς τὰς ἀφήσωμεν διὰ τὴν ἄλλην σύνοδον.
§78ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ προκαλέσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὸν ἔλεγχον.
§79ΣΤΑΗΣ. Ἐζήτησαν λοιπὸν νὰ εὕρωσι προστατευτικὴν ἀσπίδα, καὶ ἐν μεσονυκτίῳ ὥρᾳ ἀπεφάσισαν νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, ἵνα παρακαλέσωσιν αὐτὸν, ὅπως λάβῃ ἀποτελεσματικόν τι μέτρον κατὰ τῆς καταστάσεως ταύτης τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, τὴν ὁποίαν αἱ ἄδικοι καὶ συκοφαντικαὶ ἐπιθέσεις, μάλιστα αἱ ἐν τῇ Βουλῇ, συνετάραξαν, ἐκλόνισαν καὶ μικροῦ δεῖν κατέστρεφον· ὡς μόνον δὲ ἀποτελεσματικὸν μέτρον εὑρέθη—καὶ ἐγένετο, λέγουσι, δεκτὸν—νὰ διορισθῇ ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου εἰς τὴν προεδρίαν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας!...
§80ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Διατὶ τοῦτο;
§81ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τὰ εἶπε.
§82ΣΤΑΗΣ. Σιγὰ–σιγά. Ὁ προώρος τοκετὸς εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐπικίνδυνος, ἐνίοτε μάλιστα καὶ θανατηφόρος... Πράγματι δὲ διὰ καταλλήλων ἐνεργειῶν ἐδέχθη ὁ Διάδοχος τὴν προεδρίαν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, καὶ ἤδη συνεχάρησαν αὐτὸν διὰ τὴν μέλλουσαν ἐκλογήν του ὑπὸ τῶν ἑταίρων τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Βεβαίως πρόεδρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας παρ’ ἡμῖν δὲν εἶναι ἀξίωμα μεγίστης τιμῆς, ἀλλὰ ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ θεωρεῖται μεγίστης σπουδαιότητος τὸ ἀξίωμα τοῦ προέδρου τῆς ἐνταῦθα Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, τὴν ὁποίαν ὁ γηραιὸς Στέφανος Κουμανούδης εἶχεν ἀνυψώσει εἰς τοιοῦτον σημεῖον δόξης, ὥστε τὰ Ἀμερικανικὰ καὶ Ἰταλικὰ περιοδικὰ, τὰ κράτιστα πάντων τῶν Ἀρχαιολογικῶν συγγραμμάτων, ἔγραφον ὅτι τὸ πρώτιστον σύγγραμμα μεταξὺ τῶν Ἀρχαιολογικῶν εἶναι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἐφημερὶς, ἡ ἐκδιδομένη ἐν Ἀθήναις ὑπὸ τοῦ Στεφάνου Κουμανούδη. Ἀπὸ τοιαύτης λοιπὸν ἀπόψεως ἐξετάζων ὁ Διάδοχος τὸ ζήτημα, βεβαίως ἔπρεπε νὰ δεχθῇ τὴν προεδρίαν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας· οὐδεὶς δὲ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἐξετάζων τὸ ζήτημα, δύναται νὰ κακίσῃ ἢ τὸν Διάδοχον, δεχθέντα τὸ ἀξίωμα, ἢ τοὺς ἐκλέξαντας αὐτόν. Δὲν δύναμαι ἑπομένως καὶ ἐγὼ, ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἐξετάζων τὸ ζήτημα, νὰ κακίσω τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, διότι ἐδέχθη τὴν προεδρίαν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Δὲν εὑρίσκομαι ὅμως εἰς τὴν αὐτὴν εὐχάριστον θέσιν καὶ ὡς πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὃν εἰδοποίησα πρὸ ἡμερῶν περὶ τῶν τεκταινομένων, ὤφειλε δὲ ἐντὸς τῆς δικαιοδοσίας αὑτοῦ νὰ εἰδοποιήσῃ τοὺς περὶ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, ὅτι κακῶς πράττουσιν, ἐξωθοῦντες τὰ πράγματα καὶ ζητοῦντες πρὸς ὑπεράσπισιν αὑτῶν ἀσπίδα, τὴν ὁποίαν ἀνωφελῶς ἤθελον μεταχειρισθῆ. Ἐν τούτοις ἐγένοντο ἐνέργειαι μεγάλαι πρὸς τοὺς ἑταίρους τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας παρὰ τῶν ἐνδιαφερομένων περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Διαδόχου ὡς προέδρου. Συνῆλθον δὲ κατόπιν τῶν ἐνεργειῶν τούτων οἱ ἑταῖροι τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας τὴν παρελθοῦσαν Κυριακὴν πρὸς ἐκλογὴν τοῦ Διαδόχου, ὡς προέδρου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀνεκοίνωσεν ὁ τέως πρόεδρος, ὅτι πρόκειται νὰ γείνῃ ἡ ἐκλογὴ τοῦ προέδρου δι’ ἀναστάσεως, καὶ ὅτι εἶναι ἁπλούστατον ζήτημα· θὰ παραιτηθῇ ὁ νῦν πρόεδρος καὶ θὰ γείνῃ ἀντιπρόεδρος, θὰ ψηφισθῇ δὲ ἐν τῷ καταστατικῷ διάταξις, καθ’ ἣν ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου θὰ ᾖναι ἰσόβιος πρόεδρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Οἱ γινώσκοντες ὅμως τὰ τοῦ καταστατικοῦ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ὑπέμνησαν εἰς τὸν πρόεδρον, ὅτι τοῦτο ἀντιβαίνει πρὸς τὰς διατάξεις τὰς διεπούσας τὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, καὶ ἡ ἐκλογὴ τοῦ προέδρου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ δι’ ἀναστάσεως καὶ ἐπιψηφίσεως τοιούτων διατάξεων ἐν τῷ καταστατικῷ, ἀλλὰ συμφώνως πρὸς τὰ ἄρθρα 8, 9, 10 καὶ 11 τοῦ καταστατικοῦ περὶ ἐκλογῆς προσώπων. Ἑπομένως συμφώνως μὲ τὸ ἄρθρον 10 τοῦ καταστατικοῦ, προκειμένου περὶ ἐκλογῆς τοῦ προέδρου, πρέπει νὰ γείνῃ μυστικὴ ψηφοφορία. Εὐθὺς ὡς ἤκουσαν οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ θέσωσι τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ θρόνου ὡς πρόεδρον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ὅτι πρόκειται νὰ γείνῃ μυστικὴ ψηφοφορία, ἐξεμάνησαν, ἐζήτησαν δὲ ν’ ἀφαιρέσωσιν ἀμέσως τὸν λόγον ἀπὸ τὸν ἀγορεύοντα διὰ φωνῶν καὶ ὕβρεων καὶ ἀπειλῶν, Μάτην δὲ διεμαρτύρετο ὁ ἀγορεύων ἐν τῷ πανδαιμονίῳ ἐκείνῳ, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἀναπτύξῃ τὰς ἰδέας του ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος συμφώνως τῷ κανονισμῷ. Τέλος ἐπῆλθεν ἡσυχία, καὶ ἐγένετο ψηφοφορία, ἐὰν πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ἐκλογὴ τοῦ προέδρου διὰ ψηφοφορίας μυστικῆς, ἢ ἁπλῶς διὰ βοῆς! ἐννοεῖται δὲ, ὅτι ἀπεφασίσθη τὸ δεύτερον, καίτοι τὸ καταστατικὸν, τουτέστιν ὁ ἐν ἰσχύϊ ὀργανισμὸς τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ὁρίζει ἐν τῷ 10 ἄρθρῳ, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τοῦ Συμβουλίου, ἐν ᾧ περιλαμβάνεται καὶ ὁ πρόεδρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, γίνεται διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας. Ἰδοὺ δὲ τί λέγει τὸ δέκατον ἄρθρον τοῦ ἐν ἰσχύϊ ὀργανισμοῦ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐκλογὴ τοῦ συμβουλίου γίνεται κατὰ τὴν τεταγμένην ἡμέραν ἐν γενικῇ συνελεύσει τῶν τακτικῶν ἑταίρων, τῶν ἐχόντων δικαίωμα ψήφου κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον. Ἡ ψηφοφορία, μία οὖσα καὶ μυστικὴ, γίνεται αὐτοπροσώπως διὰ ψηφοδελτίου, ἐν ᾧ ἀναγράφεται ὑπὸ τοῦ ἐκλογέως διακεκριμένως καὶ πρῶτος ὁ πρόεδρος, δεύτερος ὁ ἀντιπρόεδρος, τρίτος ὁ γραμματεὺς, καὶ μετὰ τοῦτον ἐννέα σύμβουλοι.» Καὶ ὅταν ἐπεκαλοῦντο τὸ ἄρθρον τοῦτο, δυνάμει τοῦ ὁποίου δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ γείνῃ μυστικὴ ψηφοφορία, ἀντέτασσον οἱ ἐνδιαφερόμενοι περὶ τοῦ ἐναντίου τὴν βίαν, διότι ἐγίνωσκον, ὅτι, ἐὰν ἐγίνετο μυστικὴ ψηφοφορία, βεβαίως ὁ Διάδοχος δὲν ἤθελε λάβει πλείους τῶν 12 ψήφων τῶν συμβούλων. Ἄνδρες τετιμημένοι, τὰ πρῶτα φέροντες ἐν τῇ Πολιτείᾳ καὶ ἐν τοῖς γράμμασιν, ἀντέταξαν πρὸς τοὺς Κυρίους, τοὺς ἐπιθυμοῦντας βίᾳ νὰ θέσωσιν ὡς πρόεδρον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀτοπώτατον, διότι κατὰ τὸ ἰσχῦον καταστατικὸν, ὁ πρόεδρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας διαχειρίζεται τὴν περιουσίαν αὐτῆς· δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ διορισθῇ διαχειριστὴς χρημάτων ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου. Ἰδοὺ δὲ ὁποῖα εἶναι τὰ καθήκοντα τοῦ προέδρου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας κατὰ τὸ 15 ἄρθρον τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου ἐκπροσωπεῖ τὴν Ἑταιρίαν ἐνώπιον παντὸς δικαστηρίου καὶ πάσης ἀρχῆς καὶ ἐκτελεῖ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου... Ἐντέλλεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐγκεκριμένων πιστώσεων τὴν πληρωμὴν πάσης δαπάνης διὰ τακτικῶν ἐνταλμάτων, ὑπ’ αὐτοῦ ὑπογεγραμμένων καὶ συνοδευομένων ὑπὸ τῶν ἀπαιτουμένων δικαιολογητικῶν... ὑπογράφει πᾶν ἔγγραφον, καὶ κανονίζει τὴν ἐνέργειαν...» καὶ πολλὰ ἄλλα, ἃ περιττὸν θεωρῶ νὰ σᾶς ἀναγνώσω. Τώρα, παρακαλῶ, σχετίσατε τὰ καθήκοντα ταῦτα τοῦ Διαδόχου μετὰ τῆς ἀσπίδος, περὶ ἧς προηγουμένως σᾶς ἔλεγον, ἵνα ἐννοήσητε κατὰ τίνα τρόπον ἐζήτουν ν’ ἀπαλλαγῶσι τῆς ὀχληρᾶς ἐξελέγξεως τῶν ὑπὲρ τῶν δημοσίων συμφερόντων ἀγωνιζομένων οἱ τὰς τοιαύτας τροποποιήσεις ὑποκινοῦντες τοῦ ἐν ἰσχύϊ ὀργανισμοῦ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Κατὰ τῆς παρανομίας ταύτης μάτην ἀντεπεξῆλθον ἄνδρες διακεκριμένοι, οἷοι ὁ γνωστὸς νομομαθὴς κ. Ἰω. Ἀραβαντινὸς, ὁ Χατζηδάκης, ὁ Βάσης, ὁ Δραγούμης, ὁ Ζυγομαλᾶς καὶ πάντες οἱ ἔφοροι τῶν ἀρχαιοτήτων. Εἶναι δὲ περιττὸν νὰ ὑπομνήσω, ὅτι ὕψιστον ἔχομεν καθῆκον, ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπομακρύνωμεν τὴν Βασιλείαν ἀπὸ τὰς περιστάσεις ἐκείνας, κατὰ τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ ῥιφθῶσι βέλη κατ’ αὐτῆς. Βεβαίως δὲ μία ἀπὸ τὰς περιστάσεις ταύτας εἶναι καὶ ἡ προεδρία τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, προκειμένου μάλιστα περὶ διαχειρίσεως χρημάτων. Πρόχειρον δ’ ἔχομεν τὸ λυπηρὸν παράδειγμα τῆς «Στρατιωτικῆς Ἑνώσεως», τῆς ὁποίας πρόεδρος ἐτύγχανεν ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, καὶ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ὁποίου ἔλαβον χώραν τὰ γνωστὰ σκάνδαλα. Μὴ δέ τις τῶν παρακαθημένων ἐνταῦθα θελήσῃ νὰ μὲ διαψεύσῃ, διότι ἔχω πάντα τὰ ἔγγραφα καὶ τὰ στοιχεῖα πρόχειρα, ἵνα φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς «Στρατιωτικῆς Ἑνώσεως», καὶ ἀποδείξω τὸν ἰσχυρισμόν μου...
§83ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει, κατ’ ἐμὲ, τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διακόψῃ ὑμᾶς, τοιαῦτα λέγοντα, καὶ νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλήν.
§84ΣΤΑΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε συνάδελφε, μὴ μὲ διακόπτετε ἐπεμβαίνοντες μάλιστα εἰς ἀλλότρια καθήκοντα... Εἶναι γνωστὰ τοῖς πᾶσι τὰ λαβόντα χώραν ἔκτροπα ἐν τῇ «Στρατιωτικῇ Ἑνώσει». Εἶναι γνωστόν, ὅτι διετίθετο τὸ χρῆμα αὐτῆς κατὰ τρόπον οὐχὶ κανονικὸν, ἦτο γνωστὸν, ὅτι ἡ Ἑταιρία ἔβαινε πρὸς πτώχευσιν, καὶ γινώσκω, ὅτι ποτὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἠθέλησε νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων τῆς «Στρατιωτικῆς Ἑνώσεως», ἀλλ’ εὗρεν ἀντιμέτωπον καὶ ὑπεύθυνον διὰ ξένας παρανόμους πράξεις τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου· ἃς ὁμολογήσωμεν δὲ πάντες, ὅτι χάριν τοῦ γοήτρου τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου πᾶς τις ἤθελε σιγήσει, ὡς ἐσίγησεν ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος...
§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς ποίαν ἐποχήν;
§86ΣΤΑΗΣ. Εἰς τὰ 1893... Νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει τις, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ αἰτιᾶται τοῦ Διαδόχου τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, διότι δὲν διεξήγαγε καὶ τὰς τελευταίας ὑπηρεσιακὰς λεπτομερείας τῆς «Στρατιωτικῆς Ἑνώσεως», διότι δὲν ἐξήλεγξε πόσον ἠγοράσθη τὸ συνάλλαγμα ἐκ τοῦ οἴκου Σκουζέ· φέρω δὲ τὸ παράδειγμα τοῦτο, διότι μέγας πάταγος εἶχε γείνῃ τότε, ὅτι ἠγοράσθη συνάλλαγμα ἐπὶ τιμῇ μικροτέρᾳ, καὶ ἀνεγράφη ἐν τοῖς βιβλίοις τῆς «Στρατιωτικῆς Ἑνώσεως» ἐπὶ τιμῇ μεγαλειτέρᾳ, ἐδόθη δὲ καὶ καταγγελία ἐπὶ τούτῳ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν, ἀλλὰ πάντα ταῦτα ἐκαλύφθησαν, διότι εὑρέθησαν πρὸ τῆς ἀσπίδος τοῦ Διαδόχου τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου. Ἴσως ταῦτα ἔχοντες οἱ Κύριοι οἱ περὶ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν ὑπ’ ὄψιν, ἀπεφάσισαν ἐν τῇ στιγμῇ τοῦ θορύβου καὶ ἐν τῇ στιγμῇ τοῦ κλονισμοῦ τοῦ ἐδάφους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίζοντο, τοῦ κόμματος, νὰ ζητήσωσιν ἔδαφος ἀκλόνητον. Οὕτω δὲ ἐζήτησαν τὴν προστασίαν τοῦ Διαδόχου, ἵνα καλύψωσι τὰς παρατυπίας, ἵνα μή τι ἄλλο εἴπω, αἱ ὁποῖαι κατὰ καιροὺς λαμβάνουσι χώραν. Ἀπεφάσισαν λοιπὸν νὰ γείνῃ ἡ ἐκλογὴ διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας. Σᾶς εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι ὑπῆρχον ἐκεῖ ἄνδρες τὰ πρῶτα φέροντες. Ὁ κ. Βικέλας, μόλις εἶδεν ὅτι ἡ ψηφοφορία πρόκειται νὰ γείνῃ φανερὰ περὶ τοῦ προσώπου τοῦ Διαδόχου, ἀπεχώρησεν ἀμέσως· καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἄλλοι ἐντιμότατοι ἄνδρες ἀπεχώρησαν, μεθ’ ὅλας τὰς παρακλήσεις τῶν ἐνδιαφερομένων νὰ παραμείνωσι. Πρὸ τῆς ἐκλογῆς ἦτο πανδαιμόνιον, ἐκρούετο ὁ κώδων μανιωδῶς, ἐπεβάλλετο διὰ τῆς ῥάβδου εἰς τοὺς θέλοντας νὰ ἀγορεύσωσι νὰ καθίσωσι κάτω, ἀφῃρεῖτο ὁ λόγος, καὶ τέλος πάντων ἐγένετο ἡ ψηφοφορία ὡς ἐγένετο, παραμεινάντων ὀλίγων ἀντιφρονούντων, ἀλλὰ γενναίων τὸ φρόνιμα. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ, ὡς γνωστὸν, 79. Εἰς τὴν πρώτην ψηφοφορίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο, ἂν πρέπῃ νὰ γείνῃ ἡ ἐκλογὴ διὰ μυστικῆς ἢ διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας, ἐψήφισαν 104. Ἦσαν καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ὅμως δὲν ἠθέλησαν νὰ λάβωσι μέρος. Πρόσωπα δέ τινα ἐκ τῶν ἀποχωρησάντων πρὸ τῆς πρώτης ψηφοφορίας σᾶς ἀνέφερον πρὸ μικροῦ. Τὰ λαβόντα μέρος εἰς τὴν πρώτην ψηφοφορίαν ἦσαν 104· τὰ λαβόντα μέρος εἰς τὴν δευτέραν ψηφοφορίαν, ἡ ὁποία ἔγεινε περὶ τοῦ προσώπου τοῦ Διαδόχου τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, ἦσαν 79· ἐκ τῶν 79 τούτων ἐψήφισαν ὑπὲρ τοῦ Διαδόχου 62, καὶ 17 κατὰ, δηλαδὴ 16 καὶ εἷς ἠρνήθη, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 13 τοῦ καταστατικοῦ ὁ ἀρνηθεὶς λογίζεται ὡς καταψηφίσας· λοιπὸν κατεψήφισαν 17, ἤτοι 22 τοῖς ἑκατὸν τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου! Ἐὰν ἐξετάσητε τὰ πράγματα, θὰ ἴδητε ὅτι ὁ Διάδοχος ἔλαβε ψήφους 62, δηλαδὴ ἔλαττον τοῦ ἡμίσεως τῶν παρευρεθέντων κατὰ τὴν συνεδρίασιν, διότι πολλοὶ ἀπεχώρησαν εὐθὺς ὡς ἐνόησαν περὶ τίνος ἐπρόκειτο καὶ ἀντελήφθησαν τῶν λαμβανουσῶν χώραν ἀσχημιῶν. Τίνες ὅμως ἆρά γε νὰ ἦσαν αὐτοὶ οἱ 17, οἱ λαβόντες τὸ θάῤῥος νὰ καταψηφίσωσι φανερὰ τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, νὰ εἴπωσι διαῤῥήδην τὴν γνώμην των, ὅτι δὲν εἶναι ἡ θέσις τοῦ Διαδόχου ὡς προέδρου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας; Μήπως νομίζετε ὅτι ἦσαν σοσιαλισταί, ἢ ἦσαν ἐπαναστάται, ἢ ἦσαν ἄνθρωποι κεκηρυγμένοι κατὰ τῆς Βασιλείας; Τουναντίον, Κύριοι, ἦσαν καὶ πιστοὶ ὑπήκοοι τῆς Α. Μ. καὶ ὑπάλληλοι οἱ πλεῖστοι τοῦ Κράτους, καὶ ὡς τοιοῦτοι δὲν ἠδύναντο ἢ φαινομενικῶς τοὐλάχιστον νὰ σέβωνται τὴν Βασιλείαν. Ἔλαβον ὅμως τὸ θάῤῥος οἱ ἀρχαιολόγοι ἔφοροι πάντες νὰ εἴπωσι κατὰ πρόσωπον πρὸς τὸν Διάδοχον, ὅτι δὲν εἶναι ἡ θέσις τοῦ προέδρου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἡ θέσις ἡ ἁρμόζουσα εἰς Αὐτόν.
§87Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς διακόψω, ἵνα ἀπευθύνω εἰς ὑμᾶς μίαν ἐρώτησιν; διότι μοὶ φαίνεται ὅτι κατέστη ἤδη ἀναγκαῖον νὰ δηλώσητε εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐξασκῆτε δικαίωμα ἐπερωτήσεως, καὶ κατὰ τίνος. Ἀληθῶς δικαίωμα ἔχει ἕκαστος τῶν κυρίων Βουλευτῶν ν’ ἀπευθύνῃ ἐπερωτήσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ πράξεις ἢ παραλείψεις, εἰς τὰς ὁποίας ὑπέπεσεν, ἀλλὰ δὲν πρόκειται οὐδὲ περὶ πράξεων, οὐδὲ περὶ παραλείψεων Κυβερνητικῶν, διότι, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε κληθῆ νὰ πράξῃ, δὲν ἐκλήθη ὅμως ἀκόμη καὶ δὲν ἔπραξεν, οὐδὲ παρέλιπέ τι. Εἶπον «ἂν ἤθελε κληθῆ νὰ πράξῃ», διότι θέλει ὑποβληθῆ πάντως εἰς αὐτὴν ἡ ἔκθεσις τῶν γενομένων, καὶ ἡ ἔρευνα ἐὰν ἐτηρήθησαν αἱ διατάξεις τοῦ Καταστατικοῦ. Τότε ἐπέρχεται ὁ καιρὸς τῆς πράξεως. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις προβῇ εἰς πράξεις, εἰς τὰς ὁποίας ὑμεῖς νομίζετε ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῇ, καὶ τὰς ὁποίας διὰ τοῦτο θέλετε χαρακτηρίσει ὡς ἀντιβαινούσας εἰς τοὺς νόμους, τότε ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἀπευθύνητε ἐπερώτησιν. Ἀλλὰ τώρα δὲν ἀπευθύνετε ἐπερώτησιν· ἐξηγεῖτε θεωρίας.
§88ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν θέλητε νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, δύναμαι νὰ σᾶς δώσω τὴν ἐξήγησιν ἀμέσως... Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, εὐθὺς, ὡς ἔλαβον γνῶσιν τῶν τεκταινομένων πρό τινων ἡμερῶν, συνέστησα εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα προκαταρκτικὰ μέτρα διὰ τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων, ὡς ἔχει δικαίωμα παρὰ τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν παρέλιπε τὸ καθῆκόν του, πρὸς μεγίστην ζημίαν τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, καὶ ἐντεῦθεν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς ἐπερωτήσεως. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ὑπάρχει εἰσέτι καιρὸς νὰ ποιήσωμεν ἐνστάσεις πρὸς τὸν ἴδιον Ὑπουργὸν, πρὸ πάντων ὅμως πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα μὴ ἐπικυρώσωσι τὰς ἐπικινδύνους καὶ ἀτόπους ἀποφάσεις τῶν ἑταίρων τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Βεβαίως δὲ δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπιζητοῦσι τὸν ἐξευτελισμὸν τοῦ Διαδόχου καὶ τῆς Βασιλείας, καὶ ἐπωφελοῦνται ἑπομένως πάσης εὐκαιρίας πρὸς πραγμάτωσιν τοῦ σκοποῦ των. Ἀναμφιβόλως ὅμως εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην ἀνήκουσιν οἱ ἐπιζητοῦντες νὰ ἀναθέσωσι τὴν προεδρίαν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου. Πρώτη δὲ καὶ τρανωτάτη ἀπόδειξις ἔστωσαν αἱ 17 μελαναὶ ψῆφοι, αἱ κατὰ τοῦ Διαδόχου δοθεῖσαι ὑπὸ ἐπιστημόνων διακεκριμένων, καὶ ὑπαλλήλων μάλιστα τοῦ Δημοσίου!
§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ διατὶ ἐπιθυμεῖτε ὑμεῖς νὰ ἔχητε μίαν γνώμην, ὅτι εἰς τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα τὸν Διάδοχον δὲν προσήκει νὰ ἀνατίθηται ἡ προεδρία τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας καὶ νὰ δέχηται αὐτήν; Διατὶ ὑμεῖς φρονεῖτε, ὅτι ἔχετε δικαίωμα νὰ ἔχητε τὴν γνώμην αὐτήν, ἀρνεῖσθε δὲ τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἄλλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ Ἀρχαιολογικῇ Ἑταιρίᾳ ἐψήφισαν ἄλλως, νὰ ἔχωσι τὴν γνώμην, ὅτι προσήκει εἰς τὸν Διάδοχον νὰ ἔχῃ τὴν προεδρίαν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας; Τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπὸ συζήτησιν. Ἡμεῖς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀκούωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος τούτου;
§90ΣΤΑΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, κατήγγειλα τὸν Ὑπουργὸν, τὸν ἐπιτρέψαντα τὴν παράβασιν τοῦ καταστατικοῦ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐγκεκριμένον διὰ Β. Διατάγματος.
§91Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ἐξετάσῃ.
§92ΣΤΑΗΣ. Ἑπομένως δὲν παρέβην τὰ ὅρια τῆς ἐνεργείας τοῦ Βουλευτοῦ, ποιησάμενος τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην.
§93Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐξελέγχετε.
§94ΣΤΑΗΣ. Ὑπέδειξα εἰς τὸν Ὑπουργὸν πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἴσως δὲν εἶναι γνωστὴ εἰς αὐτὸν, καίτοι ὤφειλε νὰ ἦναι, διότι νομίζω ὅτι ἓν τῶν πρώτων μελημάτων τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας πρέπει νὰ ἦναι τὰ τῆς ἀρχαιολογίας παρ’ ἡμῖν. Ἀπέδειξα ὅτι τὸ ἄρθρον 8, τὸ ἄρθρον 9, τὸ ἄρθρον 10, τὸ ἄρθρον 11, τὸ ἄρθρον 12, πάντα ταῦτα τὰ ἄρθρα τοῦ ἐν ἰσχύϊ ὀργανισμοῦ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας παρεβιάσθησαν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε καθῆκον νὰ προλάβῃ τὰ πράγματα, εἶχε καθῆκον νὰ ἐποπτεύῃ διαρκῶς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, εἶχε καθῆκον ν’ ἀκολουθῇ ἐπισταμένως τὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας καὶ μὴ ἐπιτρέπῃ κακοήθεις παραβάσεις τοῦ περὶ Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας νόμου.
§95Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦ καταστατικοῦ, ὄχι νόμου. Ἀλλὰ δὲν ἦλθεν ἡ ὥρα, διὰ νὰ κρίνῃ ἡ Διοίκησις, ἂν ἐπῆλθον αἱ καταχρήσεις· ἐπιφυλαχθῆτε τότε.
§96ΣΤΑΗΣ. Θὰ ἦναι ἀργὰ τότε, ὡς καὶ τώρα ἡ σύστασίς σας γίνεται ἀργὰ, διότι ἤδη ἐπέρανα τὸν λόγον. Ἐν τούτοις ἂς μάθῃ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, ὡς καὶ οἱ περὶ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν Κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ ὀχυρωθῶσιν ὄπισθεν τῆς βασιλικῆς ἀσπίδος τοῦ Διαδόχου, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἔπραξαν ἢ νὰ κατασπιλώσωσι τὴν ἀσπίδα ταύτην.
§97Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δι’ ὀλίγων λέξεων θέλω σᾶς ἀπασχολήσει, ἵνα ἐπιφέρω συμπληρώσεις τινὰς ἐπὶ ἀνακριβειῶν τοῦ ἐκ Κυθήρων ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως οὐδεμίαν ἀπολύτως ἔχει σχέσιν διοικητικὴν πρὸς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία εἶναι ἀνώνυμος ἑταιρία, καθεστηκυῖα ἀπὸ τοῦ 1837, ἀποτελουμένη ἐκ πολλῶν φιλαρχαίων καὶ ἄλλων λογίων, ἔχουσα καταστατικὸν, κεκυρωμένον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ λειτουργοῦσα ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν αὐτοῦ. Εἶναι ἑταιρία λογίων, φιλαρχαίων, σκοποῦσα νὰ μεριμνήσῃ πρὸς σωτηρίαν ἀρχαιοτήτων, ἀνεύρεσιν τοιούτων δι’ ἀνασκαφῶν, καὶ προαγωγὴν τῆς ἀρχαιολογικῆς ἐπιστήμης, ἐπὶ τῷ τέλει νὰ συμπληροῖ ὅσῳ τὸ δυνατὸν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ σκοποῦ τοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τμήματος τῆς Ἀρχαιολογίας, ἐφ’ ὅσον αἱ ἐργασίαι τοῦ Ὑπουργείου, τὸ κατ’ ἀρχὰς μάλιστα, δὲν ἐπήρκουν. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία δὲν συνδέεται πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, εἰμὴ κατὰ τοῦτο, ὅτι ἡ ἀτομικὴ πρωτοβουλία τῶν ἑταίρων αὐτῆς καὶ ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ καταστατικόν της, ἡ ἀνακάλυψις καὶ διάσωσις τῶν ἀρχαιοτήτων, εἶναι ὁ αὐτὸς πρὸς τὸν τοῦ Ὑπουργείου. Τὸ Ὑπουργεῖον οὐδεμίαν ἄλλην σχέσιν ἔχει πρὸς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, παρ’ ὅτι δίδει τὴν ἄδειαν πρὸς αὐτὴν νὰ ἐνεργῇ ἀνασκαφὰς, ὀφείλουσα κατὰ τὰς ἀνασκαφὰς νὰ προσλαμβάνῃ πάντοτε ἕνα ἔφορον ἐκ τῶν τοῦ Δημοσίου, ὡς τοῦτο πράττουσι πᾶσαι αἱ ξέναι ἀρχαιολογικαὶ ἑταιρίαι καὶ πάντες οἱ ἰδιῶται, οἱ λαμβάνοντες ἄδειαν ἀνασκαφῶν ἐν τῷ Βασιλείῳ κατὰ τὸν κείμενον σχετικὸν νόμον.
§98ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διατὶ προσλαμβάνεται ὁ ἔφορος; διὰ νὰ ἐνασκῆται οὕτω ὁ ἔλεγχος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.
§99Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἔχει καθῆκον τὸ Ἀρχαιολογικὸν τμῆμα νὰ ἐφορεύῃ δι’ ὑπαλλήλων του εἰδικῶν ἐπὶ τῶν ἐνεργουμένων ἀνασκαφῶν, ὅπως ἐξασφαλισθῶσι τὰ ἀνακαλυπτόμενα ἀρχαῖα κειμήλια ἀπὸ πάσης διαρπαγῆς. Ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται ὅτι δύναται τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐνασκῇ ἐπὶ τῶν ἔργων τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἐξουσίαν, οὐδὲ νὰ ἐλέγχῃ ἑκάστοτε τὰς πράξεις αὐτῆς. Τίνα ἁρμοδιότητα δύναται νὰ ἔχῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν περὶ τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων αὐτῆς; Τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀνήκει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Βεβαίως δὲ ὁ συνάδελφός μου κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν τῷ καταγγελθῇ κατάχρησις, ἔχει καθῆκον νὰ ἀποστείλῃ πρὸς ἔρευναν ἐλεγκτάς. Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἔλεγχον τὸν πρὸς ἐμὲ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων. Δευτέραν παρατήρησιν ποιοῦμαι πρὸς αὐτὸν τὴν ἑξῆς· ὅτι τὰ περὶ τῆς Α. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου καὶ τῆς ἐκλογῆς Αὐτοῦ λεχθέντα δὲν νομίζω ὅτι ἐῤῥήθησαν ἀκριβῶς· διότι οὐδέποτε δύναμαι νὰ φαντασθῶ, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, συγκείμενον ἐξ ἀνδρῶν σοβαρῶν καὶ ὑπέροχον ἐπιστημονικὸν κῦρος ἐχόντων, ἤθελε κρίνει ἀξιοπρεπὲς νὰ θέσῃ τὴν ὑποψηφιότητα τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου ὑπὸ τὴν ψῆφον τῶν ἑταίρων. Ἐκ τῆς προσκλήσεως τῆς ἐκτάκτου αὐτῆς συνελεύσεως τῶν ἑταίρων τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας προκύπτει, ὅτι ἐπρόκειτο οὐχὶ περὶ ἐκλογῆς, ἀλλὰ περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ καταστατικοῦ τῆς ἑταιρίας. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἐνόμισεν ὅτι συμφέρον τῆς Ἑταιρίας ἦτο νὰ τροποποιήσῃ τὸ ἄρθρον 8. Συνεκάλεσε λοιπὸν ἔκτακτον συνεδρίασιν τῆς συνελεύσεως, προκηρῦξαν προηγουμένως περὶ τίνος πρόκειται.
§100ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Πῶς ἐτροποποιήθη, παρακαλῶ;
§101Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἔσχε τὴν γνώμην τὸ Συμβούλιον, ὅτι συμφέρον εἶχεν οὐ μόνον νὰ παράσχῃ τῇ Ἑταιρίᾳ τὸ ὑψηλὸν κῦρος τοῦ Διαδόχου, ἀλλὰ συνάμα νὰ ἐκκρούσῃ καὶ ἀπομακρύνῃ τὸν διαταράσσοντα τὴν γαλήνην τῆς Ἑταιρίας καὶ ἀπειλοῦντα καὶ τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς ἀνταγωνισμὸν, τὸν γινόμενον ἑκάστοτε κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ προέδρου. Διότι ὁ ἀνταγωνισμὸς οὗτος, λαβὼν τελευταῖον χροιὰν κομματικὴν, κατέστη σφοδρὸς καὶ σκανδαλωδῶς θορυβώδης καὶ ἐπιζήμιος. Καὶ ἐνθυμοῦνται οἱ κ. Βουλευταὶ προηγουμένων περιόδων τῆς Βουλῆς ἐκ τῶν πρὸ τῆς τελευταίας, ὅτι πολλάκις ἐγένετο λόγος περὶ τούτου ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ περὶ κομματικῆς ἐν τοῖς ἔργοις τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἀναμίξεως ἐν Ἐλευσῖνι, ἐν Μεγαρίδι καὶ ἀλλαχοῦ. Ἐνόμισε τὸ Συμβούλιον, ὅτι δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν Ἑταιρίαν ἀπὸ πολιτικῆς ἐπηρείας· διότι ὑπῆρξεν ἓν μέλος, τὸ ὁποῖον ἔδωκε χρῶμα πολιτικὸν εἰς τὴν Ἑταιρίαν, καὶ ἀφορμὰς εἰς παρανοήσεις καὶ πειρασμούς. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἔχῃ ὑπόστασιν τὸ πρᾶγμα, ἀλλ’ ἡ ἁγνότης τοῦ ἐπιστημονικοῦ σκοποῦ τῆς Ἑταιρίας ἐξέλιπεν εὐθὺς ὡς πολιτικὰ πρόσωπα εἰσῆλθον εἰς τὴν διοίκησιν αὐτῆς. Προσεκάλεσε λοιπὸν τὸ Συμβούλιον τὴν συνέλευσιν εἰς ἔκτακτον συνεδρίασιν καὶ ἐπρότεινε τὴν τροποποίησιν κατὰ τοῦτο τοῦ καταστατικοῦ. Δὲν ἐπρότεινε τὴν ἐκλογὴν τοῦ Διαδόχου, οὐδὲ ἦσαν τόσον ἀφελεῖς οἱ διέποντες τὰ τῆς Ἑταιρίας, ὥστε νὰ θέσωσι τὴν Αὐτοῦ Ὑψηλότητα τὸν Διάδοχον, τὸν ὁποῖον περικοσμοῦσι τόσα προτερήματα καὶ διακρίνει παίδευσις τελεία καὶ ζῆλος θερμὸς, καὶ ὅστις ἵσταται τόσον ὑψηλὰ, συγκεντρῶν εἰς ἑαυτὸν τὸν παλμὸν τῆς ἀγάπης παντὸς Ἕλληνος, ὑπὸ τὴν ψῆφον τῶν ἑταίρων. Ἐπρόκειτο περὶ μεταβολῆς ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ· οἱ μὲν εἶχον τὴν ἰδέαν νὰ τροποποιηθῇ, οἱ δὲ δὲν εἶχον αὐτὴν τὴν ἰδέαν. Οὐδὲν καθῆκον εἶχε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐπέμβῃ...
§102ΒΑΛΕΤΑΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸ ἀναγνώσητε;
§103Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 8. Τὰ τῆς Ἑταιρίας διοικεῖ δεκαπενταμελὲς Συμβούλιον, ἀποτελούμενον πρῶτον ἐκ τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου κτλ.»
§104ΒΑΛΕΤΑΣ. Διότι εἴπετε προτήτερα, ὅτι δὲν εἴχετε καμμίαν γνῶσιν.
§105Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο, εἶπον ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη, περὶ τοῦ ἂν ἡ ἐκλογὴ τοῦ Διαδόχου ἦναι τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ, ἐγένετο καὶ ἐν τῇ συνελεύσει τῇ προχθεσινῇ, καὶ ἀπεῤῥίφθη ἡ πρότασις, καθὰ μοὶ ἀνεκοινώθη σήμερον παρὰ τοῦ προέδρου τοῦ Συμβουλίου. Οἱ 90 ἑταῖροι εἶπον, ὅτι «ὄχι! δὲν πρόκειται περὶ ἐκλογῆς, ἀλλὰ περὶ τροποποιουμένου ἄρθρου τοῦ καταστατικοῦ». Ἐνταῦθα κεῖται τὸ ζήτημα τῆς ἀνακριβείας τοῦ προγορεύσαντος. Εἶναι διάφορον τὸ πρᾶγμα. Διαφέρει, Κύριοι, νὰ θέσωμεν ἐκλογὴν προσώπου ὑπὸ τὴν ψῆφόν τινος ἀπὸ τοῦ νὰ κρίνωμεν ἂν πρέπῃ νὰ τροποποιηθῇ ἓν ἄρθρον. Ταύτην τὴν ἀνακρίβειαν τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Κυθήρων ἐνόμισα ὅτι ὤφειλον νὰ ἐπανορθώσω. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ περὶ διαχειρίσεως ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας χιλιάδων δραχμῶν, δὲν ἠμπορῶ νὰ παρέμβω, διότι ἡ περὶ τούτου ἔρευνα ἀνήκει εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ συναδέλφου μου κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἓν μόνον προστίθημι, καταλήγων, ὅτι καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ προστασία—διότι καὶ σήμερον ἡ Ἑταιρία εἶναι ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Βασιλέως—ὅτι ἡ προστασία, λέγω, τοιούτου προσφιλοῦς τοῖς Ἕλλησι καὶ Ὑψηλοῦ πῤῥσώπου διὰ τοιούτων ἀρετῶν κεκοσμημένου, ἔχοντος παιδείαν εὐρεῖαν καὶ ἑλληνικωτάτην, δύναται νὰ δώσῃ ζωὴν καὶ κῦρος εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, καὶ νὰ σώσῃ τὴν Ἑταιρίαν ἀπὸ τοῦ διχασμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπό τινων ἐτῶν ἀπειλεῖ αὐτὴν καὶ ἀπὸ τῶν ἀγρίων παθῶν, τῶν ἐν αὐτῇ συγκρουομένων. Ἡ προεδρία αὐτῆς ὑπὸ ὑψηλοῦ προσώπου θέλει εἶσθαι ἐγγύησις τῆς γαλήνης τῆς Ἑταιρίας, μέλλουσα νὰ περιβάλῃ ταύτην διὰ τῆς αἴγλης τοῦ Διαδόχου καθ’ ὅλον τὸ Ἑλληνικὸν, κρατύνουσα τῆς Ἑταιρίας τὸ ἀξίωμα· ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ κόσμῳ διὰ τῆς προεδρίας τοῦ Διαδόχου ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία περιβάλλεται διὰ τιμῆς μεγαλειτέρας. Λοιπὸν, καὶ ἂν ὑπὸ τοιαύτης γνώμης ἐνεπνέετο τὸ Συμβούλιον τῆς Ἑταιρίας, οὐδένα ἠδυνάμην νὰ ἀσκήσω ἐπ’ αὐτοῦ ἔλεγχον. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ τὸ Βρεττανικὸν Μουσεῖον προεδρεύεται ἀπὸ τὸν Διάδοχον τοῦ Ἀγγλικοῦ Θρόνου. Αὐτὰ εἶναι πράγματα τόσον συνήθη καὶ γνωστὰ, ὥστε δὲν ἔχρῃζον σπουδῆς ἰδιαιτέρας ἀρχαιολογικῆς, ὅπως τὰ ἀποκαλύψητε· ὑπενθυμίζω δ’ ὅτι τὸ καταστατικὸν, τὸ ἤδη ἰσχῦον, τῆς Ἑταιρίας ἐψηφίσθη ὑπὸ μόνον 40 μελῶν παρόντων καὶ ὅτι ἡ παρουσία 112 ἑταίρων κατὰ τὴν προχθεσινὴν τροποποίησιν τοῦ περὶ προέδρου ἄρθρου τοῦ καταστατικοῦ ἦτο πανηγυρική, καὶ ὅτι δὲν ἐγένετο ἐκλογὴ τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος, ἀλλ’ ἀνακήρυξις αὐτοῦ ὡς προέδρου, ὁ ὁποῖος οὐδεμίαν, φρονῶ, εἶχε γνῶσιν τοῦ πράγματος, οὐδὲ γνωρίζω ἂν αἱ ἀσχολίαι του θὰ τῷ ἐπιτρέψωσι νὰ ἀποδεχθῇ τὴν προεδρίαν, προσενεχθησομένην αὐτῷ εὐλαβῶς ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας.
§106Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι ἁρμοδίως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἔφερε τὸ ζήτημα ἐντὸς τῆς Βουλῆς, διότι ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων δύναται νὰ διαιρεθῇ εἰς 4 μέρη, εἰς ἔλεγχον ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, εἰς προτάσεις πρὸς μεταῤῥύθμισιν τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ διαχείρισις, εἰς ἀποδοκιμασίαν τῆς τροποποιήσεως τοῦ καταστατικοῦ, ὅπως μὴ γείνῃ τακτικὸς πρόεδρος ὁ Διάδοχος, καὶ τελευταῖον εἰς ἀποδοκιμασίαν τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διεξήχθη ἡ συνέλευσις κατὰ τὴν τελευταίαν Κυριακήν. Καὶ ὁ μὲν ἔλεγχος εἶναι φανερὸν ὅτι εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ, διότι ἡ ἀνεπάρκεια χρόνου δὲν μοὶ ἐπιτρέπει νὰ ἀκολουθῶ τὰ συμβαίνοντα εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν ν’ ἀποκρούσω οὔτε νὰ ὑποστηρίξω τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κυθήρων λεχθέντα. Ὡς πρὸς τὰς προτεινομένας μεταῤῥυθμίσεις, μεταξὺ ὅλων ἀνέφερε μίαν, τὴν ὁποίαν συμμερίζομαι, τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων μὲ τὴν θέσιν τοῦ γραμματέως τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, διότι εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος τῆς συγκεντρώσεως πολλῶν ἀξιωμάτων ἐν τῷ αὐτῷ προσώπῳ. Ὁ κ. συνάδελφος ὑπέβαλε καὶ ἄλλην πρότασιν, ἢ μᾶλλον ἐπανέφερε σήμερον πρότασιν ἄλλοτε ὑποβληθεῖσαν, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο ὁ Διάδοχος νὰ μὴ ἦναι τακτικὸς πρόεδρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Εἶναι γνώμη, τὴν ὁποίαν συμμερίζομαι, καὶ τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραστάσεως τοῦ Διαδόχου καὶ τῶν βασιλοπαίδων ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐπιτίμου προέδρου εἶναι ἱκανὸν νὰ δώσῃ πᾶσαν προστασίαν εἰς τὰ σωματεῖα ταῦτα. Δὲν θέλω ἐνδιατρίψει εἰς ὅλα ταῦτα, ἀλλὰ θὰ σᾶς ἐπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγας στιγμὰς ἐπὶ τοῦ τετάρτου μέρους τῆς ὁμιλίας τοῦ συναδέλφου· διότι ἢ ὁ συνάδελφος ἔχει δίκαιον, καὶ τότε ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρέπει νὰ ἐπιληφθῇ ἀνακρίσεως κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἢ ὁ συνάδελφος ἐγένετο θῦμα τοῦ ὑπερβολικοῦ ζήλου του, καὶ τότε θέλει ἐπανορθώσει τὸ προσγενόμενον ἀδίκημα. Ὁ κ. συνάδελφος ἀπέδωκεν εἰς τὸν πρόεδρον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ὅστις εἶναι ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅτι ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν εἰργάσθη, ὅπως παρασκευάσῃ καὶ κατασκευάσῃ καταλόγους ἀπὸ κουρεῖς καὶ ἀπὸ ξένα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας πρόσωπα...
§107ΣΤΑΗΣ. Εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα εἶπον ὅτι πταίουν ἄλλοι, εἶπον ὅτι ἔγεινε θῦμα.
§108Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἶπεν ὅτι εἶναι θῦμα πλάνης, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως ἐβεβαίωσε καὶ κατ’ ἐπανάληψιν, (διότι εἶναι τρίτη συνεδρίασις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπασχολούμεθα μὲ τὸ ζήτημα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ὄπισθεν τῆς ὁποίας κρύπτεται ὁ κ. Καββαδίας,—διότι περὶ τούτου ὁμιλεῖ ὁ συνάδελφος, παρὰ περὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας—) ὅτι ἐγένετο ὄργανον τοῦ κ. Καββαδία ὁ πρόεδρος τῆς Ἑταιρίας· εἶπε σαφῶς, σαφέστατα, ὅτι ὁ πρόεδρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, θέλων νὰ βοηθήσῃ τὸν κυρίως ὑπαίτιον διὰ τὴν τοιαύτην κατάστασιν, ὅστις πλέον δὲν εἶχε τὴν προστασίαν οὔτε τῶν Τρικουπικῶν, ὧν ἄλλοτε ἀπελάμβανεν ἀμέριστον τὴν ὑποστήριξιν, οὔτε τῶν Δηλιγιαννικῶν ἢ ἄλλων τινῶν, ἐνόμισε καλὸν νὰ προστρέξῃ εἰς τὸν Ὑψηλότατον, καὶ διὰ τοῦτο ἐγένετο ἡ πρότασις τῆς ἐκλογῆς, ὅτι παρεσκευάσθη ἡ συνέλευσις κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ προπαρασκευασθῇ ἡ ψῆφος αὐτῆς πάντοτε πρὸς ὡρισμένον σκοπόν ὅτι ὁ πρόεδρος δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τοὺς ἀντιθέτους νὰ ὁμιλήσουν! Φαντασθῆτε Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου προεδρεύοντα τοιούτου σωματείου καὶ μὴ ἐπιτρέποντα τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου!...
§109ΣΤΑΗΣ. Εἶναι γεγονός.
§110Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐὰν ταῦτα βεβαιωθῶσι, νομίζω ὅτι τὸ καθῆκον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι, νὰ ἐπιληφθῇ ἀνακρίσεως, ἄλλως νὰ πιστοποιηθῇ ἡ ἀλήθεια, διότι ἀνώτατος δικαστικὸς λειτουργὸς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ὑπέπεσεν εἰς τοιαύτην παράβασιν. Ἐβεβαίωσεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι παρεβιάσθη τὸ καταστατικόν, τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ προέδρου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ὅστις ἦτο καὶ πρόεδρος τῆς συνελεύσεως, ὅτι διὰ τοῦ θορύβου, διὰ τῆς βίας, διὰ τρόπου τέλος πάντων ἀναλόγου πρὸς τὸν τρόπον τὸν ἐκλογικὸν εἴς τινα ἀπόκεντρα ἐκλογικὰ τμήματα, ἐπετεύχθη ἡ ἐκλογὴ τοῦ Διαδόχου ὡς τακτικοῦ προέδρου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Ἐταῦθα νομίζω ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἁπλῆς μομφῆς, ἀλλὰ περὶ πράξεως ἀξίας στιγματισμοῦ, ἂν ἔλαβε χώραν. Ἀλλ’ ἂν δὲν ἔλαβε χώραν, πρέπει νὰ ἐξακριβωθῇ. Καὶ πρῶτον ὁ κ. συνάδελφος κατ’ ἐπανάληψιν ἐβεβαίωσε τὸ ζήτημα τῆς παρασκευῆς τῶν καταλόγων, ὅπως ὁ κ. πρόεδρος ἔχῃ πλειονοψηφίαν εἰς τὴν διάθεσίν του. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, καὶ τοῦτο ἐξάγεται ἐξ ὅλων τῶν ψηφοφοριῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀπὸ τοῦ 1890 μέχρι σήμερον, διότι κατὰ τὰς ἀρχαιρεσίας τοῦ 1890 ἔλαβε ψήφους 106, ἐνῷ ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως κ. Δραγούμης ἔλαβεν 87. Κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 3 Φεβρουαρίου 1891 ἐπὶ 163 ἑταίρων ἔλαβεν 127 ὁ νῦν πρόεδρος, ὁ δὲ ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως κ. Δραγούμης 107.
§111Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι κοινοβουλευτικῶς τεταγμένα τὰ πράγματα ἐν τῇ Ἑταιρίᾳ;
§112Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἰς αὐτὴν τὴν στάσιν περιῆλθον.
§113ΣΤΑΗΣ. Εἰς τὰς τελευταίας ἐκλογὰς ὁ κ. Δραγούμης ἐξελέγη πρόεδρος δι’ ἀπολύτου πλειοψηφίας· ἐθεώρησαν ὅμως οἱ ἀντίθετοι αὐτοῦ, ὅτι δὲν ἦτο νόμιμος ἡ ἐκλογὴ, ὅτι δὲν ἔτυχε τῆς ἀπολύτου πλειοψηφίας, ἐνῷ εἶχε τύχει ταύτης. Συνῆλθον δὲ μετά τινας ἡμέρας ἔξω τῶν προπυλαίων τοῦ Πανεπιστημίου, ἐν ὑπαίθρῳ, καθ’ ἣν ἡμέραν εἶχεν ἀποθάνει σεβαστὸς ἑταῖρος τῆς Ἑταιρίας, ἐπειδὴ ἦτο κλειστὸν τὸ Πανεπιστήμιον, καὶ ἐνήργησαν τὴν ἐκλογὴν τοῦ προέδρου. Μετέβην καὶ ἐγὼ, ἀλλ’ ἰδὼν τὴν κατάστασιν ταύτην, ἀνεχώρησα. Τότε δὲ ἐξελέγη πρόεδρος ὁ κ. Τζιβανόπουλος.
§114Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πάντοτε ἐτίθετο ἡ ὑποψηφιότης του, καὶ διὰ τοῦτο τὴν 16 Φεβρουαρίου τοῦ 1892 ἔλαβεν 77 ψήφους ὁ νῦν πρόεδρος, καὶ ὁ κ. Δραγούμης 73, τὴν 14 Φεβρουαρίου 1893 ἔλαβεν 90 ὁ νῦν πρόεδρος, καὶ ὁ κ. Δραγούμης 66. Ἐκ τούτου ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν παρεσκευάσθησαν οἱ κατάλογοι, καὶ ὅτι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα νομίζει ὁ κ. συνάδελφος ὅτι εἰσήγαγεν ὁ πρόεδρος τῆς Ἑταιρίας, εἶχον ἀνέκαθεν τὴν πρὸς τὸν πρόεδρον ἐμπιστοσύνην. Τώρα τί ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Κυριακὴν, εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ μάθωμεν, διότι νομίζω, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος δὲν ὑπέβαλεν ἀκριβῆ ἔκθεσιν τῶν συμβάντων, δὲν ἦτο παρών· ἔλαβε τὴν πληροφορίαν ἀπὸ ἄλλους, ὡς καὶ ἐγώ. Ἀλλὰ θὰ σᾶς ἀναφέρω τὰ πράγματα ὡς ἐγένοντο. Κατὰ τὸ ἄρθρον 8 τοῦ καταστατικοῦ (καὶ θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μαρτυρίαν μελῶν, ὡς ἐπεκαλέσθητε καὶ ὑμεῖς,) «τὰ τῆς Ἑταιρίας διοικεῖ δωδεκαμελὲς Συμβούλιον, ἀποτελούμενον ἐκ προέδρου, ἀντιπροέδρου, γραμματέως καὶ ἐννέα συμβούλων, κατὰ τριετίαν ἐκλεγομένων, κατὰ τὰ ἐν ἄρθροις 9–11 ὁριζόμενα.» Τὸ καταστατικὸν ὁρίζει μεγίστην πλειοψηφίαν διὰ τὴν ἐκλογήν. Οἱ ἑταῖροι δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωσι τὴν τροποποίησιν αὐτοῦ, ἀλλ’ αὕτη δὲν ἠδύνατο νὰ ἰσχύσῃ πρὸ τῆς ἐπικυρώσεως διὰ διατάγματος. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἐκλογῆς προέδρου. Ἐκλήθησαν οἱ ἑταῖροι ἐγγράφως εἰς ἔκτακτον συνέλευσιν· ἀλλ’ ἐτροποποιήθη τὸ καταστατικόν, ὅπως γείνῃ τακτικὸς πρόεδρος ὁ Διάδοχος; Θέλω νὰ μάθω, πῶς ἔλαβον χώραν τὰ γεγονότα, διότι ὅλοι ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν ἀνωτάτων δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ τῶν σωματείων, καὶ ὅταν γίνωνται γνωσταὶ τοιαῦται πράξεις ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅταν ἐνεργῶνται ἐκλογαὶ ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, τότε πρέπει μὲ τὸ γιαταγάνι νὰ κάμνωμεν τὰς ἐκλογὰς τῶν δημοτικῶν συμβούλων καὶ τῶν δημάρχων καὶ τῶν βουλευτῶν! Δὲν ἐπρόκειτο λοιπὸν περὶ ἐκλογῆς προέδρου, ἀλλὰ περὶ τροποποιήσεως τοῦ καταστατικοῦ, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἰσχύσῃ ἔστω καὶ ἀναδρομικῶς, ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἐγκριτικοῦ διατάγματος. Ἀλλὰ, φαίνεται, παρεσκευάσθη ἐκστρατεία κατὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, καὶ μετέβησαν ἐκ μέρους τῶν ἑταίρων πολλοὶ μὲ ἀπόφασιν ὡρισμένην τὸ ὀλιγώτερον τῆς κωλυσιεργίας, καὶ θὰ πιστεύσητε ἀδιστάκτως, ὅτι ὑπῆρχε τοιαύτη ἀπόφασις οὐχὶ ἀξιόποινος, ὅταν μάθητε ὅτι ἡ πρώτη ἔνστασις, ἥτις ἐγένετο ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἦτο νὰ μὴ προεδρεύσῃ ὁ τακτικὸς πρόεδρος, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων, σεβόμενος ἑαυτὸν, δὲν ἠθέλησε νὰ κάμῃ λόγον, διότι δὲν ἤθελε νὰ υἱοθετήσῃ μίαν τοιαύτην ἐπιχείρησιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἀντιπολιτεύσεως...
§115ΣΤΑΗΣ. Μὴ μὲ ἀναμιγνύετε εἰς τὰ κομματικά!
§116Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι δὲν υἱοθετήσατε τὴν πρότασίν του... Ἐν τούτοις ὁ κ. Δραγούμης ὑποβάλλει τὴν ἀντίῤῥησιν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προεδρεύσῃ ὁ τακτικὸς πρόεδρος, καὶ προεκάλεσε συζήτησιν μακρὰν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὸν λόγον πολλοὶ ἐκ τῶν ἐγκρίτων μελῶν, ἐν οἷς ὁ κ. Ἰωάννης Ἀραβαντινὸς, ὁ γνωστὸς ἔγκριτος νομομαθὴς δικηγόρος, ὁ ὁποῖος ἀντέκρουσε τὴν πρότασιν, διότι ῥητὴ διάταξις τοῦ καταστατικοῦ ἔλεγεν, ὅτι εἰς τὰς ἐκτάκτους συνελεύσεις προεδρεύει ὁ πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου, καὶ εἰς τὰς τακτικὰς ὁ πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως. Προκληθείσης ψηφοφορίας, προεκλήθη ἡ γνώμη τῶν παρόντων. Ἦλθον δ’ ἐν ὅλῳ 102 καὶ ἐψηφοφόρησαν κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Δραγούμη, μεταξὺ δ’ ἄλλων ἄνδρες οὐχὶ ἄσχετοι πρὸς τὰ νομικὰ, ἀλλ’ οὔτε πρὸς τὴν ἀρχαιολογίαν· ὁ κ. Θρασύβουλος Ἀγγελόπουλος Ἀθάνατος, ὁ ἀρχισυντάκτης τῆς «Θέμιδος», νομομαθὴς, ὁ κ. Ι. Ἀραβαντινὸς, ὁ κ. Διγενῆς, ἀντιπρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ κ. Δουκάκης, ὁ κ. Β. Λάκων, ὁ κ. Παντιᾶς Ῥάλλης, ὁ κ. Παῦλος Γ. Σκουζὲς, ὁ κ. Στέφανος Στρέϊτ, καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου... Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ τοὺς 90.
§117ΣΤΑΗΣ. Ἐγένοντο δύο ψηφοφορίαι, νομίζω, μία διὰ τὸ νομικὸν ζήτημα, καὶ μία διὰ τὸ προσωπικόν· κατὰ τὴν δευτέραν δὲ ψηφοφορίαν ἀπεχώρησαν πολλοί.
§118Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἦλθεν ἔπειτα ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἐπὶ ταύτης ὡμίλησεν ὁ κ. Ἰωάννης Ἀραβαντινὸς, καὶ συνεφώνησε μὲ τὴν γνώμην τὴν ἐμὴν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ τακτικὸς πρόεδρος ὁ Διάδοχος. Ἤρξατο ἡ κωλυσιεργία, ἔφθασεν ἡ μεσημβρία, ἦλθεν ἡ πρώτη ὥρα μετὰ μεσημβρίαν. Πολλοὶ τότε, μὴ δυνάμενοι νὰ παραμείνωσιν, ἀπῆλθον, ὅτε δ’ ἐγένετο ἡ δευτέρα ψηφοφορία, 62 ἀπεφάνθησαν ὑπὲρ τῆς τροποποιήσεως τοῦ καταστατικοῦ καὶ 16 κατὰ τῆς τροποποιήσεως. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα ὑποστηρίξω ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατήγγειλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, δὲν εἶναι ἀληθές· ὅτι δὲν ἐγένετο προπαρασκευὴ καταλόγων, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Δραγούμη δὲν ἐστηρίζετο εἰς τὸ καταστατικόν. Δὲν ἔχετε δὲ καμμίαν βεβαίωσιν, ὅτι οἱ ἀπελθόντες ἕνεκα τῆς ὥρας, ἀπεμακρύνθησαν διότι ἀπεδοκίμαζον τὴν ἐκλογήν· διότι, ἂν ὑπῆρχε τοιαύτη πρόθεσις, ἤθελον κατέλθει εἰς τὴν δημοσιότητα, ἵνα δημοσιεύσωσι τὴν γνώμην αὐτῶν. Τὸ ζήτημα εἶναι λεπτόν, διότι καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Διαδόχου ἀναμιγνύεται, καὶ τὸ ὄνομα ἀνωτάτου δικαστικοῦ λειτουργοῦ καὶ ἄλλων ὑπαλλήλων. Πρέπει μετὰ προσοχῆς νὰ ἐξετάζωνται τὰ πάντα. Εἶμαι ὑπὲρ τοῦ ἐλέγχου, καὶ ἐπαινῶ τὸν προλαλήσαντα διὰ τὸν ζῆλον, τὸν ὁποῖον δεικνύει, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἤμεθα προσεκτικοὶ ἡμεῖς οἱ ἐντεῦθεν ὁμιλοῦντες, διότι ἐνδέχεται νὰ γινώμεθα καὶ θύματα τῆς καλῆς ἡμῶν πίστεως. Δὲν δύναμαι νὰ κατέλθω τοῦ βήματος, χωρὶς νὰ ἐκφράσω μίαν ἀμφιβολίαν, μὴ τυχὸν ἡ 10 Μαρτίου 1896 δὲν ἦτο ἄσχετος μὲ τὴν 10 Ἰανουαρίου τοῦ 1895. Μελετήσατε τὰς χρονολογίας ἐν σχέσει πρὸς τὰ γεγονότα, καὶ ἴσως πεισθῆτε, ὅτι πιθανὸν νὰ ὑπῆρχεν ἡ πρόθεσις, ὅπως λάβωσι χώραν ὅσα ἐγένοντο.
§119Φ. ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἶμαι θαυμαστὴς τῆς περὶ τὸ λέγειν δεινότητος τοῦ ἐκ Κυθήρων ἀξιοτίμου συναδέλφου, νομίζω ὅμως, ὅτι κάμνει πολλὴν χρῆσιν τῆς περὶ τὸν λόγον δεινότητός του, καθίσταται ἐπικίνδυνος. Ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας, ὅτι κατήγγειλεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸν ἀξιότιμον Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὡς πρόεδρον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Ναὶ μὲν δὲν εἶπε καθαρῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συμβαίνει, ἀλλ’ ἔῤῥιψε τοιούτους ὑπαινιγμούς, ὥστε ἡ ὑπόληψις τοῦ ἀξιοτίμου Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου προσεβλήθη.
§120ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἔπαθε τίποτε.
§121ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Εἶμαι ἐντεταλμένος νὰ σᾶς παρακαλέσω, ἀξιότιμε Βουλευτὰ ἐκ Κυθήρων, νὰ καταγγείλητε καὶ ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας καταγγέλλετε ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, διότι τότε θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι εἶσθε κακῶς πληροφορημένος. Ἔχω καὶ τὴν ἰδέαν, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Κυθήρων, ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις ὑπεκινήθη, ἵνα ῥίψητε νέους ὑπαινιγμοὺς ἐναντίον τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος καὶ τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἔχω παραδόσεις βασιλικὰς, οἵας ἰσχυρίσθη ὅτι εἶχεν ὁ πρώην καὶ νῦν συνάδελφός μου κ. Μαυρομμάτης. Ἀλλὰ σέβομαι τὸν θεσμὸν τῆς Βασιλείας. Αἱ προτελευταῖαι καὶ αἱ τελευταῖαι ἐκλογαὶ ἀπέδειξαν πόσον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι βασιλικὸς (θόρυβος). Ἦτο ἀνάγκη νὰ τὸ εἴπω, διότι χθὲς ἐῤῥίφθησαν ὑπαινιγμοὶ ἐναντίον τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας.
§122ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ βασιλεὺς σᾶς ἔφερεν ἐδῶ;
§123ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Ὄχι· ὁ λαὸς μὲ ἔφερεν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι αὐλοκόλαξ· σεῖς, κύριε Στάη, ἀνήκετε εἰς κόμμα, ὁ δὲ ἀρχηγός σας, ὁ ἀξιότιμος κ. Τρικούπης, ὅλοι γνωρίζετε πόσον ὑπῆρξε βασιλικός.
§124ΣΤΑΗΣ. Διὰ λογαριασμόν του.
§125ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Εἶναι καὶ ἰδικός σας λογαριασμὸς, διότι μεθαύριον θὰ διεκδικήσητε νὰ λάβητε τὴν θέσιν αὐτοῦ (δεικνύει τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας), νὰ γίνητε Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως (ἱλαρότης). Λοιπὸν, Κύριοι, ζητῶ νὰ καταγγείλητε ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης ὅ,τι ἔχετε καὶ ὅ,τι γνωρίζετε, καὶ νὰ μὴ ἔρχησθε νὰ συκοφαντῆτε ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου δημόσιον λειτουργὸν, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησε τὴν πατρίδα ἐπὶ τριάκοντα ἔτη διαπρεπῶς καὶ ἐντίμως. Εἶναι ἕτερος μέγας κίνδυνος, ὁ κίνδυνος, ὅτι δυσφημεῖτε οὐχὶ μόνον τὸ ἄτομον, ἀλλὰ τὸν ἀνώτατον ἐπόπτην τῆς Δικαιοσύνης. Ἐλπίζω, Κύριοι, ὅτι πρὸς τιμὴν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ θρίαμβον τῆς Δικαιοσύνης θ’ ἀπαιτήσητε νὰ προβῇ εἰς καταγγελίαν δικαστικὴν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, ὅπως ἐξακριβωθῇ ἡ ἀλήθεια.
§126ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἐθαύμασε τὴν περὶ τὸ λέγειν δεινότητά μου, ὅπως καὶ ἐγὼ θαυμάζω τὴν περὶ τὸ φωνάζειν δεινότητά του καὶ μετὰ δυνάμεως μάλιστα τὴν ὁποίαν ἀληθῶς πᾶς τις ζηλεύει (ἱλαρότης). Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος βεβαίως δὲν ἤκουσεν ὅσα εἶπον, διότι, ἂν ἤκουε, δὲν θὰ ἔλεγεν ὅσα πρὸ μικροῦ εἶπεν. Ἐγὼ ῥητῶς, κύριε Πρόεδρε, ἀνέφερον τὰ γεγονότα, ὡς ἔλαβον χώραν, τὰ ὁποῖα ἔμαθον παρ’ ἀνθρώπων ἀξιοπίστων, οἵτινες παρίσταντο κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Κυριακῆς. Δὲν πρέπει ὅμως ν’ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως τὰ πρὸ μικροῦ λεχθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, εἰ καὶ ἐλέχθησαν ἐν ὀργῇ...
§127ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Δὲν εἶπον τίποτε ἐν ὀργῇ· δὲν ἔχω λόγους ὀργῆς ἐναντίον ὑμῶν, ἀπ’ ἐναντίας ἔχω λόγους ἐκτιμήσεως.
§128ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐκτιμῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, καὶ συμπαθῶ πρὸς αὐτόν. Ἀλλὰ τὸν βεβαιῶ καὶ πάλιν, ὅτι παρεξήγησε τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα, ὡς ἐπίσης τὸν βεβαιῶ, ὅτι δὲν γινώσκει καλῶς τὰ μυστήρια τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης.
§129ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Καταγγείλατε.
§130ΣΤΑΗΣ. Δυστυχῶς, ἕνεκα τοῦ ἐλαχίστου χρονικοῦ διαστήματος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου περιωρίσθησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, δὲν ἔλαβον τὸν καιρὸν νὰ πράξω τοῦτο, ἐπιφυλάττομαι ὅμως εἰς προσεχῆ σύνοδον νὰ καταστήσω γνωστὰ τὰ τῆς Δικαιοσύνης τῆς πατρίδος μας.
§131ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Θὰ ἦμαι εὐτυχὴς νὰ τ’ ἀκούσω.
§132ΣΤΑΗΣ. Θὰ τὰ ἀκούσητε, καὶ θὰ ἀποκαλύψω πράγματα, τὰ ὁποῖα πάντες μὲν οἱ ἐν Ἀθήναις διαμένοντες γινώσκουσι, παρασιωπῶσιν ὅμως! Καὶ ἄλλοτε εἶπον, ὅτι ἐν μέσαις Ἀθήναις ἀποφάσεις ποινικῶν δικαστηρίων ἄλλως μὲν ἐκδίδονται ἐπ’ ἀκροατηρίου, ἄλλως δὲ ἰδιαιτέρως γράφονται καὶ δημοσιεύονται!
§133Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὰ αὐτὰ, κύριε συνάδελφε, εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατα.
§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ὀφείλω νὰ σᾶς παρακαλέσω, ὅταν πρόκειται περὶ τῆς λειτουργίας τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἂν ἔχητε νὰ καταγγείλητε παραβάσεις ὡρισμένας, ἢ παραλείψεις ὡρισμένας, νὰ καταγγείλητε ταύτας ὡρισμένως καὶ οὐχὶ διὰ γενικῶν ἐκφράσεων. Διότι, ἂν κλονίσωμεν τὴν ἐπὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας πεποίθησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὑπονομεύσωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τοὺς λειτουργοὺς τῆς Θέμιδος, ὑποσκάπτομεν τὰ θεμέλια τῆς τάξεως καὶ τῆς ἀσφαλείας.
§135ΣΤΑΗΣ. Καὶ ὑπάρχει τις, κύριε Πρόεδρε, ὁ ὁποῖος πιστεύει σήμερον εἰς τὴν δικαίαν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης;
§136ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πάντες.
§137ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι γεγονὸς, ὅτι πολλοὶ τῶν ἀπονέμοντων σήμερον τὴν δικαιοσύνην δὲν ἀπονέμουσιν αὐτὴν ὡς πρέπει. Εἶναι γεγονὸς, ὅτι οἱ τὴν δικαιοσύνην σήμερον διαχειριζόμενοι διαχειρίζονται αὐτὴν κατ’ ἐντολὴν τῶν ἑκάστοτε ἰσχυρῶν...
§138Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἔχητε ὡρισμένας παραβάσεις νὰ καταγγείλητε, παρακαλῶ, μὴ ἐξακολουθεῖτε μὲ γενικὰς φράσεις νὰ ἐκτοξεύητε ὑπαινιγμοὺς καὶ ν’ ἀποδίδητε γενικὰς αἰτιάσεις κατὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ὁ δικαστικὸς κόσμος καὶ αὐτὸς ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀνθρώπους· ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχωσιν ἀτέλειαι εἰς τοῦτον ἢ εἰς ἐκεῖνον, ἀλλ’ αἱ ἀτέλειαι τῶν ἀτόμων δὲν δίδουσι τὸ δικαίωμα εἴς τινα νὰ ἀποδίδῃ αἰτιάσεις καθ’ ὅλου τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, διότι ἁμαρτάνει ζημιῶν τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος.
§139ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἀπέδωκα αἰτιάσεις κατὰ πάντων τῶν δικαστῶν, ἀλλὰ κατά τινων μόνον. Ὅπως δήποτε τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν θὰ ἐξετάσω σήμερον. Ἐὰν ἐπιθυμῆτε, ὑπόσχομαι κατὰ τὴν αὐρινὴν συνεδρίασιν νὰ σᾶς φέρω ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα νὰ ἀναπτύξω ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν ὁποίων θὰ πεισθῇ πᾶς τις περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν, ὁσάκις ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης ὁμιλῇ, καὶ ἀπαντᾷ μάλιστα πρὸς ἐμὲ, νὰ ᾖναι ἀκριβέστερος περὶ τὰς ἐκφράσεις καὶ τοὺς χαρακτηρισμοὺς τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἐκθέτω καὶ σχολιάζω. Ἐχαρακτήρισεν ὡς ἀνακριβῆ τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα περὶ τῆς ἐκλογῆς ὡς προέδρου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας τοῦ Διαδόχου τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, κρατῶν ἀνὰ χεῖρας τὰς πρὸς τοὺς ἑταίρους τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας προσκλήσεις καὶ τὴν τροποποίησιν τοῦ 8 ἄρθρου, τὴν ὁποίαν μάτην παρεκάλουν αὐτὸν νὰ ἀναγνώσῃ· θὰ τὴν ἀναγνώσω ὅμως ἐγὼ, καὶ θὰ παρακαλέσω τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους νὰ προσέξωσιν, ἵνα ἴδωσιν, ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἐκλογῆς προσωπικῆς. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ τροποποιηθὲν ὄγδοον ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «Τὰ τῆς ἑταιρίας διοικεῖ δωδεκαμελὲς Συμβούλιον, ἀποτελούμενον ἐκ προέδρου, ἀντιπροέδρου, γραμματέως καὶ ἐννέα συμβούλων, κατὰ τριετίαν ἐκλεγομένων, κατὰ τὰ ἐν τοῖς ἄρθροις 9–11 ὁριζόμενα». Ἰδοὺ δὲ πῶς ἐτροποποιήθη καὶ τὸ 10 ἄρθρον τοῦ αὐτοῦ ὀργανισμοῦ: «Ἡ ἐκλογὴ τοῦ Συμβουλίου γίνεται κατὰ τριετίαν καὶ κατὰ τὴν τεταγμένην ἡμέραν (ἄρθρ. 32) διὰ σχετικῆς πλειοψηφίας ἐν γενικῇ συνελεύσει τῶν τακτικῶν ἑταίρων, τῶν ἐχόντων δικαίωμα ψήφου κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον. Ἡ ψηφοφορία, μία οὖσα καὶ μυστικὴ, γίνεται αὐτοπροσώπως διὰ ψηφοδελτίου, ἐν ᾧ ἀναγράφεται ὑπὸ τοῦ ἐκλογέως διακεκριμένως καὶ πρῶτος ὁ πρόεδρος, μετὰ τοῦτον ἕνδεκα σύμβουλοι καὶ μετὰ τούτους ἓξ ἀναπληρωματικοὶ σύμβουλοι.» Ἐγένετο ἑπομένως ἐκλογὴ προέδρου, καὶ προέδρου ἰσοβίου. Εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἐκλογὴ, ὅταν γίνηται ψηφοφορία; Καὶ τοῦτο ἀκόμη ἐνοχοποιεῖ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον οὕτω τὴν πρότασιν, διότι ἠθέλησαν νὰ μὴ γείνῃ ἡ ἐκλογὴ τοῦ προέδρου κεχωρισμένως διὰ ψηφοφορίας, ὅπως ὁρίζει τὸ καταστατικὸν, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ τροποποιηθῇ ἐν τῇ αὐτῇ συνεδρίᾳ τῆς ἐκλογῆς τοῦ προέδρου, ὡς ἄριστα ἀνέπτυξε πρὸ μικροῦ ὁ προλαλήσας, διότι, ἵνα τροποποιηθῇ καὶ μετὰ τὴν τροποποίησιν ἐνεργηθῇ ἡ ψηφοφορία, ἔπρεπε νὰ ἐπικυρωθῇ ἡ τροποποίησις διὰ Β. Διατάγματος. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ εὑρεθῇ τρόπος, δι’ οὗ ἡ ἐκλογὴ νὰ γείνῃ ταὐτοχρόνως καὶ ὡς ἐκ συναρπαγῆς· πράγματι δὲ ἐγένετο ταὐτοχρόνως καὶ ὡς ἐκ συναρπαγῆς. Καὶ πῶς ἐγένετο ἡ ἐκλογὴ αὕτη; Θὰ ἤμην περίεργος νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς, τίς εἶναι ὁ δοὺς αὐτῷ τὴν πληροφορίαν ταύτην.
§140Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ κ. πρόεδρος ὁ ἴδιος. Σᾶς τὸ εἶπον.
§141ΣΤΑΗΣ. Ὁ ἴδιος ὁ πρόεδρος! Ἀκούσατε, κύριοι συνάδελφοι...
§142Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὄχι τοῦ παρήγγειλα καὶ μοὶ τὸ ἔστειλε κατόπιν.
§143ΣΤΑΗΣ. Ὥστε δὲν σᾶς τὸ ἔδωκεν ὁ ἴδιος. Εὐτυχῶς ἐνοήσατε ποῦ ἤθελον νὰ καταλήξω... Ἀφοῦ τὸ ἀναιρεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐγὼ δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ἐπιμείνω. Ἐδῶ ἀναφέρεται, ὅτι ἐψήφισαν κατὰ τῆς προτάσεως 90. Ποία δὲ ἆρα νὰ ἦτο ἡ πρότασις αὕτη; Ἐδῶ λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως ἀπεῤῥίφθη ἡ πρότασις τοῦ κ. Δραγούμη, ὑποστηρίζοντος ὅτι ἡ ἐκλογὴ τοῦ Διαδόχου τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου ὡς προέδρου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας εἶναι...
§144ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Συνέλευσις ἦτο, ἢ τακτικὴ συνεδρίασις; Διότι κατὰ τὴν συνέλευσιν τὸν πρόεδρον ἐκλέγει αὐτὴ ἡ συνέλευσις, κατὰ δὲ τὴν τακτικὴν συνεδρίασιν προεδρεύει ὁ πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου.
§145ΣΤΑΗΣ. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει αὐτὸ τὸ ζήτημα· τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι διὰ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Βόλου, δικηγόρον. Ἐγὼ ἐξετάζω τὴν οὐσίαν τῶν πραγμάτων. Ἐπρόκειτο περὶ ἐκλογῆς προσώπου, ναὶ ἢ ὄχι; Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀπεκηρύχθη πρὸ μικροῦ, λέγει ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐκλογῆς ταύτης; τὸ παράπαν. Λέγει ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἴδῃ, ἂν θὰ προεδρεύσῃ ἢ δὲν θὰ προεδρεύσῃ, καὶ εἰς ταύτην τὴν πρότασιν φέρονται ψηφοφορήσαντες, δὲν μᾶς ἀναφέρει ὅμως καὶ τίνες. Καὶ αὐτοὺς τοὺς ψηφίσαντας ἔλεγε πρὸ μικροῦ ὁ συνάδελφος ἐκ Βόλου, ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ ψηφίσαντες ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Διαδόχου ὡς προέδρου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἐνῷ δὲν ἔχουσιν οὕτω τὰ πράγματα, διότι ἐγένοντο δύο ψηφοφορίαι, καὶ εὐθὺς κατὰ τὴν πρώτην ἀπεχώρησαν ἕνδεκα μέλη διακεκριμένα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Ἐπρόκειτο λοιπὸν περὶ ἐκλογῆς προσωπικῆς, καὶ ἐπὶ τούτου ἐφιστῶ καὶ πάλιν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι, ὅταν ὁ πρόεδρος ἐκλέγηται ὀνομαστὶ καὶ ἰσοβίως, εἶναι ἐκλογὴ προσωπικὴ, ἐκτὸς ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζῃ ὅτι πρόκειται περὶ ἀνέμων καὶ ὑδάτων. Καὶ ἑπομένως παρεβιάσθη τὸ ἄρθρον 8 τοῦ καταστατικοῦ, καὶ ἡ ἐκλογὴ αὕτη, ἐπαναλαμβάνω, ἐγένετο πρὸς βλάβην καὶ τῶν συμφερόντων τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας καὶ πρὸς βλάβην τῆς ὑπολήψεως προσώπων, τὰ ὁποῖα πάντες ἔχουσι καθῆκον νὰ σέβωνται καὶ ὑπολήπτωνται, καὶ νὰ εὔχωνται, ἵνα ἵστανται τόσον ὑψηλὰ, ὅσον ἡ Πολιτεία ἔταξεν αὐτά.
§146Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, περὶ δικηγορικῶν ἐπιχειρημάτων, ἀλλὰ περὶ λογικοῦ καὶ ἁπλουστάτου ἐπιχειρήματος, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς νοημοσύνης, ἡ ὁποία τὸν διακρίνει, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ τὸ ἐννοήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων. Ἡ πρώτη ψηφοφορία ἔλυσε τὸ σπουδαιότερον τῶν ζητημάτων, ἔλυσε τὸ πᾶν. Ὅσοι ἐψήφισαν ἦσαν ἐναντίοι τοῦ κ. προλαλήσαντος, διότι διὰ τῆς ψηφοφορίας ἐκείνης ἀπεδείχθη ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐκλογῆς προέδρου, ἵνα γείνῃ μυστικὴ ψηφοφορία, ἀλλὰ περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλ’ ἐπιμένει ὁ κ. συνάδελφος νὰ ὑποστηρίζῃ τὸ ἐναντίον, χωρὶς νὰ πιστεύηται παντελῶς, πιστεύω, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστευθῇ, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐκλογῆς. Βεβαίως ἐμμέσως ἐγένετο καὶ ἡ ἐκλογὴ τοῦ Διαδόχου, ὡς ἰσοβίου προέδρου· ἀλλὰ σήμερον τίς εἶναι ὁ πρόεδρος; Εἶναι ὁ Διάδοχος, ἢ ὁ νῦν πρόεδρος; Ἄς μοὶ ἀπαντήσῃ· ἐὰν σήμερον δὲν ἦναι πρόεδρος ὁ Διάδοχος, ἐγένετο ἐκλογὴ προέδρου, ἢ τροποποίησις καταστατικοῦ; Ὥστε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν καὶ τοὺς ὁποίους σᾶς ἀνέφερον, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦτο καὶ ὁ κ. Βικέλας, ἔλυσαν τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ὅλως ἀντίθετον πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων, ὅτι δῆθεν ἐπρόκειτο περὶ ἐκλογῆς διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐκλογῆς, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μένῃ εἰς τὴν θέσιν τοῦ προέδρου τῆς συνελεύσεως ὁ πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐκλεχθῇ πρόεδρος τῆς συνελεύσεως. Ἰδοὺ περὶ τίνος πρόκειται. Ἡ δὲ Κυβέρνησις εἶναι ἐλευθέρα νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὸ καταστατικόν. Ἐὰν δὲν τὸ ἐγκρίνῃ, τίς θὰ μείνῃ πρόεδρος; Ὥστε ἐξ ὅλων αὐτῶν ἕπεται, ὅτι τὰ πράγματα δὲν παρεστάθησαν ὡς ἔχουσιν.
§147ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ. Πρέπει νὰ βεβαιωθῇ τὸ γεγονὸς τοῦτο. Ὁ κατάλογος αὐτὸς εἶναι πλαστός· δὲν πρόκειται περὶ τῆς ψηφοφορίας. Τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται ἐν τῷ καταλόγῳ, δὲν ἐψήφισαν, ὅταν ἐγένετο ἡ ψηφοφορία, περὶ τοῦ ἄρθρου 8. Τὰ πρόσωπα τὰ ψηφοφορήσαντα εἶναι 79, ἐξ ὧν 62 ὑπὲρ καὶ 17 κατὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Διαδόχου, ὡς προέδρου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Ὁ κ. Βικέλας, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Βόλου, ἀνεχώρησε, δὲν ἐψήφισε. Ταῦτα δὲ, τὰ δοθέντα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, εἶναι ψευδῆ καὶ ἀνυπόστατα.
§148ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐγὼ δὲν παρηκολούθησα τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ τὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας μετὰ τῆς αὐτῆς ἐπιμελείας, μεθ’ ὅσης οἱ κ. συνάδελφοι οἱ προλαλήσαντες, οὐδὲ ἔσχον καιρὸν νὰ ἀσχοληθῶ εἰς τὰ ἀφορῶντα καὶ εἰς τὰ ἐσχάτως γενόμενα ἐν τῇ Ἀρχαιολογικῇ Ἑταιρίᾳ· ἀλλὰ ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως ἐνταῦθα κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐσχημάτισα τὴν γνώμην μου περὶ τῶν λαβόντων χώραν κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, τὴν ὁποίαν γνώμην θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀνακοινώσω εἰς αὐτήν. Καὶ ἐν πρώτοις νομίζω, ὅτι σφάλλεται ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Κυθήρων, χαρακτηρίζων τὸ ἀντικείμενον τῆς προχθεσινῆς συνεδριάσεως ὡς ἀφορῶν τὴν ἐκλογὴν προέδρου. Ὡς πολὺ ὀρθῶς ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἀντικείμενον τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης, βεβαιούμενον ἐξ ἐγγράφων ἐπισήμων τῆς Ἑταιρίας, ἦτο ἡ μεταῤῥύθμισις τοῦ καταστατικοῦ τῆς Ἑταιρίας, καὶ δὴ τοῦ ἄρθρου 8, μεταῤῥύθμισις, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον ἐν τῷ μέλλοντι θὰ ἀποτελῆται ἐκ 15 μελῶν, προεδρευομένων παρὰ τοῦ τακτικοῦ προέδρου αὐτῶν, ὁ ὁποῖος ἐν τῷ μέλλοντι θὰ ἦναι ἡ Α. Ὑψ. ὁ Διάδοχος τοῦ Βασιλικοῦ θρόνου. Ἐὰν τοῦτο δύναται νὰ ὀνομασθῇ ἐκλογή, ἐὰν οὕτως ἀντιλαμβάνηται ὁ κ. συνάδελφος τοῦ πράγματος, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω ὅτι θὰ ἦτο μόνος αὐτὸς μεταξὺ ἡμῶν ὁ ἔχων τὴν γνώμην ταύτην. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εἶχε δίκαιον νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀπό τινων ἐτῶν ἐν τῇ Ἀρχαιολογικῇ Ἑταιρίᾳ εἰσεχώρησαν καὶ ἐγένοντο τοιαῦται ἐνέργειαι, ὥστε ἡ Ἑταιρία αὕτη, καίπερ ἔχουσα σκοπὸν ἐπιστημονικὸν καὶ ὑπηρετοῦσα ἐθνικὰ ἰδανικὰ, τείνει νὰ ἀποβῇ νόμημα τῆς πολιτικῆς, διότι περισπᾶται ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία καὶ ἡ διοίκησις τῆς περιουσίας αὐτῆς, ὅτε μὲν πρὸς τὸ ἓν κόμμα, ὅτε δὲ πρὸς τὸ ἄλλο.
§149Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν; Δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία περισπᾶται ἀπὸ τοῦ ἑνὸς κόμματος πρὸς τὸ ἄλλο· διότι, ἐὰν πρόκειται περὶ τῶν πολιτικῶν μου φίλων καὶ περὶ ἐμοῦ, οὐδέποτε ἀνεμίχθημεν εἰς τὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Ἐξ ἐναντίας ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πρὸ 13 ἐτῶν, συνεργαζόμενος μετ’ ἄλλων λογάδων τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883, παρεκάλεσα αὐτοὺς νὰ ἐγγραφῶμεν πάντες ὡς ἑταῖροι εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, διότι δυστυχῶς τὰ μέσα αὐτῆς ἦσαν ἀνεπαρκῆ, καὶ διότι ἐλέγοντο πολλὰ παράπονα καὶ μεμψιμοιρίαι καὶ αἰτιάσεις. Μετὰ τῶν φίλων μου λοιπὸν ἐκείνων ἀπηυθύναμεν ὄντως αἴτησιν, ἵνα ἐγγραφῶμεν, καὶ πάντες τότε ἐνεγράφημεν ἑταῖροι, ἀλλὰ πιστεύσατε, ὅτι μετὰ μεγάλης δυσκολίας κατωρθώσαμεν νὰ γείνωμεν δεκτοί. Καὶ αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν καθίστατο εὔκολον νὰ γένωνται τότε δεκτοὶ, ἦσαν ὁ κ. Πετρίδης, Ὑπουργὸς νῦν τῆς Παιδείας, ὁ κ. Δεληγεώργης, ὁ κ. Ζαΐμης, ὁ κ. Βάρβογλης, ὁ κ. Κοντογούρης. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡμεῖς οὐδέποτε ἀνεμίχθημεν. Ἐὰν δ’ ἀνεμίχθη τὸ ἕτερον πολιτικὸν κόμμα, κατ’ ἐκείνου πρέπει νὰ ἀπευθυνθῇ ἡ αἰτίασις, ἥτις, ἐκτοξευθεῖσα γενικὴ, περιέλαβεν ἀδίκως καὶ ἡμᾶς. Λυπηρὸν δὲ, ὅτι ὁ προαγορεύσας ἐσιώπα τότε.
§150Φ. ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ μᾶς διέγραψαν κατόπιν.
§151ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν, ἵνα σαφέστερον ἐκφρασθῶ. Εἰπὼν ὅτι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία καὶ ἡ διοίκησις τῆς περιουσίας αὐτῆς περιεσπᾶτο εἰς σκοποὺς ἀλλοτρίους πρὸς τὸν σκοπὸν καὶ τὸν προορισμὸν αὐτῆς, ἐνόουν ὅτι εἶχε κατακτηθῆ καὶ διωκεῖτο ἀπὸ τὸ ἰσχῦον μέχρις ἐσχάτων πολιτικὸν κόμμα, ἀπὸ τὸ κόμμα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτοῦ, καὶ δὴ διά τινος προσώπου πρωτεύουσαν θέσιν κατέχοντος ἐν τῷ κόμματι ἐκείνῳ.
§152ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποίου;
§153ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ κ. Στεφάνου Δραγούμη.
§154ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο, κύριε συνάδελφε.
§155ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ προεκλήθην, κύριε συνάδελφε, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ τὸ εἴπω, ὅτι ὁ κ. Δραγούμης, μέλος ὢν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἐνέσπειρεν ἐκεῖ τὸ σπέρμα τοῦ κομματισμοῦ καὶ ἠθέλησε νὰ διχάσῃ τὰ μέλη τῆς Ἑταιρίας. Δὲν εἶναι δὲ ἀληθὲς—τολμῶ νὰ τὸ εἴπω—ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγε πρὸ μικροῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων συνάδελφος, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἐὰν ἀπεδεικνύετο ἀληθὲς, ὡς πρὸ ὀλίγου ἐλέχθη, ἔπρεπεν εἰς ἄλλα μέτρα νὰ προβῶμεν, καὶ πρὸ πάντων εἰς ἄλλα μέτρα ὤφειλε νὰ προβῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας. Δὲν εἶναι, λέγω, ἀληθὲς, ὅτι παρεσκευάσθησαν οὕτως ἢ ἄλλως οἱ ἑταῖροι τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἵνα φθάσουν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, τῆς ἀνακηρύξεως ἐν αὐτῇ ὡς προέδρου τῆς Α. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου, ὅτι εἰσῆλθον διὰ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ προέδρου καὶ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, τῶν μέχρι τοῦδε διαχειριζομένων τὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ὅτι εἰσῆλθον, λέγω, ἐν αὐτῇ πρόσωπα πάντη ἄσχετα πρὸς τὸν σκοπὸν καὶ τὰ ἔργα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ὅτι εἰσῆλθον δῆθεν κουρεῖς καὶ ἁμαξηλάται καὶ ἄλλοι τοιοῦτοι, γενόμενοι ἑταῖροι. Πρὸ ὀλίγου τυχαίως περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου, Κύριοι, ὁ κατάλογος τῶν μελῶν τῆς Ἑταιρίας, τῶν ψηφοφορησάντων κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, καὶ ἐν αὐτῷ παρετήρησα, ὅτι εἶναι σχεδὸν πάντα τὰ μέλη ἐπιστήμονες ἐκ τῶν τὰ πρῶτα φερόντων ἐν τῇ Ἀθηναϊκῇ κοινωνίᾳ, μεταξὺ δ’ αὐτῶν πολλοὶ δικηγόροι, τινὲς ἰατροί, ἄλλοι καθηγηταὶ, ἄλλοι δημόσιοι ὑπάλληλοι· δὲν βλέπω δὲ μόνον ἐν τῷ καταλόγῳ τούτῳ, ποῦ εἶναι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα παρεσκευάσθησαν καὶ τὰ ὁποῖα σκοπίμως παρενεβλήθησαν ἐν τῇ Ἀρχαιολογικῇ Ἑταιρίᾳ, ἵνα ὑποστηρίξωσι δῆθεν τὰς μεταβολὰς τὰς σκανδαλώδεις, αἱ ὁποῖαι ἐπεδιώκοντο δῆθεν ἐν αὐτῇ.
§156ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ συνέβη νὰ κρατῶ ἐκ τῆς ἄλλης συζητήσεως, ἥτις ἐγένετο, ἕνα κατάλογον ἔντυπον τῶν προσώπων, ἐγὼ θὰ ἀναφέρω, ἐὰν μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν, τινὰ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἑταῖροι τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ὁ δὲ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ὀνομάσας καὶ διανομεῖς τηλεγραφείων μέλη τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἂς ἀναφέρῃ τινὰ, ἐὰν θέλῃ.
§157ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν φρονεῖτε καλὸν, μετ’ ἐμὲ νὰ ἀναγνώσητε τὸν κατάλογον, ἢ νὰ τὸν δώσητε εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους, διὰ νὰ ἴδωσιν ὅτι μέλη τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας δὲν εἶναι οὔτε κουρεῖς οὔτε ἁμαξηλάται;
§158ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἶπον ὅτι εἶναι κουρεῖς· εἶπον ὅτι τὰ ἀποτελοῦνται ἀπὸ πρόσωπα ἄξια πάσης τιμῆς.
§159ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, ἥτις ἐξειλίχθη ἀπὸ τοῦ βήματος ὑπὸ τοῦ ἐκ Κυθήρων ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, βλέπω ἄτοπόν τι, καὶ τὴν περὶ τούτου γνώμην μου θέλω εἴπει ἐλευθέρως ἐν τῇ Βουλῇ. Τὸ ἄτοπον εἶναι, ὅτι ἐκλεγόμενος ἡ Α. Υ. ὁ Διάδοχος ὡς πρόεδρος, ἔχων καὶ ἀσκῶν τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα τὸ καταστατικὸν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας δίδει εἰς αὐτὸν, καθήκοντα καὶ ἔργα, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι εἶναι πάντη ἄσχετα πρὸς τὸ ὑψηλὸν ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Α. Υ. ὁ Διάδοχος ἐν τῇ Ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα, ἀσκούμενα παρὰ τοῦ Διαδόχου τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μειώσωσι τὴν ἀξίαν καὶ τὸ γόητρον καὶ τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία ἔχει καὶ ὀφείλει νὰ ἔχῃ πρὸς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ...
§160ΣΤΑΗΣ. Αὐτὸ λέγομεν καὶ ἡμεῖς.
§161ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Διάδοχος, λέγω, ὡς πρόεδρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἀναλαμβάνει ἔργα, ἅτινα ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ ὑποβιβάσωσιν ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει τὸ γόητρον τῆς θέσεως αὐτοῦ καὶ ν’ ἀμαυρώσωσιν ὁπωσδήποτε τὴν αἴγλην τοῦ ἀξιώματός του, διότι, ὡς πρόεδρος, εἶναι ὑποχρεωμένος καὶ δικαιοῦται νὰ διαχειρίζηται μετὰ τοῦ Συμβουλίου τὰ τῆς περιουσίας τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, εἶναι ὑποχρεωμένος καὶ δικαιοῦται, ἐν ὀνόματι τῆς Ἑταιρίας, νὰ ἐνάγῃ καὶ ἐνάγηται καὶ νὰ παρίσταται ἐν δικαστηρίοις ὡς ἐνάγων εἴτε ἐναγόμενος. Ὅλα ταῦτα τὰ ἔργα, Κύριοι, νομίζω, ὅτι θέλετε συμφωνήσει μετ’ ἐμοῦ, ὅτι εἶναι τοιαῦτα, ὥστε ἐν τῇ ἐκτελέσει αὐτῶν προστριβόμενος ἡ Α. Υ. ὁ Διάδοχος, νὰ ἀπολέσῃ μέρος τοῦ γοήτρου καὶ τῆς ὑψηλῆς ἀξίας, τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία θέλει καὶ ὀφείλει νὰ ἀποδίδῃ εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ· καὶ διὰ τοῦτο, ἐὰν ἔλαβον τὸν λόγον, ἔλαβον αὐτὸν, τοῦτο μὲν, ἵνα εἴπω τὴν γνώμην μου καὶ ἀναιρέσω ὅσα ἐνόμιζον ὅτι ἔχρῃζον ἀναιρέσεως καὶ ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναιρεθῶσιν ἐκ τῶν λεχθέντων πρὸ ὀλίγου, τοῦτο δὲ, ἵνα συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίᾳ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ ὁποίου νομίζω ὅτι θὰ ὑποβληθῇ μετ’ ὀλίγον ὁ τροποποιηθεὶς ὀργανισμὸς τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἵνα συστήσω, λέγω, εἰς αὐτὸν νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ἔγκρισιν τοιούτου ὀργανισμοῦ, ὅστις δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, εἰμὴ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ γοήτρου τῆς Α. Β. Υ. τοῦ Διαδόχου. Δὲν θέλω νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπεδίωξαν τὴν ὑπαγωγὴν ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Α. Υ. τοῦ Διαδόχου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἐξ ἄκρως ἀγαθῶν προθέσεων ὡρμῶντο καὶ τούτων ἐπεδίωξαν τὴν πραγματοποίησιν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπον εἶναι, ἐφ’ ὅσον τοῦτο εἶναι δυνατὸν, νὰ εὑρεθῇ τρόπος τις θεραπείας, ὥστε καὶ ὁ Διάδοχος νὰ παρίσταται ἐνεργὸς ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν ὑποθέσεων τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἔχων τὴν ἐποπτείαν τρόπον τινὰ τῶν ἐν αὐτῇ πραττομένων, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ ἐπιτραπῇ ὥστε ὁ ἔχων ἀξίωμα τόσον ὑψηλὸν, τὸ ὁποῖον φρουρεῖ ἡ ἀγάπη καὶ ὁ σεβασμὸς τοῦ λαοῦ, νὰ σύρηται ὡς ἐναγόμενος καὶ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑταιρίας εἰς τὰ δικαστήρια.
§162ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ, κύριε συνάδελφε, δὲν ἐξετάζω, ἂν ἡ περὶ ἧς πρόκειται ἐκλογὴ ὑπῆρξε νόμιμος ἢ οὔ. Τοῦτο θέλουσι τὸ ἐξετάσει οἱ ἁρμόδιοι ἐν καιρῷ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέρος τοῦ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Διαδόχου δωδεκαμελοῦς Συμβουλίου τῆς τῶν Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων Ἐπιτροπείας, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω, ὅτι κάλλιον παντὸς ἄλλου δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ κρίνωμεν πόσον ἡ προεδρία τοῦ Διαδόχου συμβάλλει εἰς τὴν εὐόδωσιν τῶν τοιούτου εἴδους ἐθνικῶν ἐπιχειρήσεων. Νομίζετε, ὅτι, ἐὰν ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου δὲν ἦτο πρόεδρος τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων καὶ τῆς δωδεκαμελοῦς Ἐπιτροπῆς, θὰ ἐγίνετο ἡ ἐργασία ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐγένετο; θὰ προσεφέροντο τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα προσεφέρθησαν;
§163ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ ὀρθῶς.
§164ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καὶ δὲν φρονεῖτε ὅτι, ἂν ἐπέτυχον καὶ ἂν θὰ ἐπιτύχωσιν, ὡς ἐλπίζομεν πάντες, οἱ Ὀλυμπιακοὶ ἀγῶνες, κατὰ τὰ 9/10 πρέπει ἡ ἐπιτυχία αὕτη ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὴν προεδρίαν τοῦ Διαδόχου; Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι δὲν ἔχετε δίκαιον εἰς τὰς κρίσεις σας.
§165ΣΤΑΗΣ. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι, ὡς πρὸς τὴν προεδρίαν τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων, οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, ὡς ἐξέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ δὲν ἔχει διαχείρισιν, δὲν εἶναι ταμίας ἐκεῖ ὁ πρόεδρος, ἐνῷ κατὰ τὸ 15 ἄρθρον τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ὁ πρόεδρος αὐτῆς μεταξὺ τῶν ἄλλων «ἐντέλλεται τὴν πληρωμὴν πάσης δαπάνης διὰ τακτικῶν ἐνταλμάτων παρ’ αὐτοῦ ὑπογεγραμμένων» κτλ. Δὲν πιστεύω δὲ νὰ ἔχῃ τὰ καθήκοντα ταῦτα καὶ ὡς πρόεδρος τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι εἶναι τὰ αὐτὰ, τότε παρακαλῶ νὰ ἐγκρίνητε, ὅταν ἔλθῃ ἡ κατάλληλος στιγμὴ, τὰς ὑποβληθησομένας ὑμῖν τροποποιήσεις.
§166ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐξηντλήθη τὸ θέμα.
§167ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὡς ἐπὶ ἐξηντλημένου θέματος ὁμιλῶ, γνωρίζω ὅμως τοῦτο, διότι πράγματι τόσος πολὺς λόγος ἐγένετο κατ’ αὐτὰς, ὥστε δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ζητήσῃ τις πληρεστέρας πληροφορίας, ἵνα μάθῃ τὰ γενόμενα καὶ τὰ ἐπικείμενα ἀκόμη νὰ γείνωσι, καθόσον μάλιστα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος τὰς τοιαύτας ἐπερωτήσεις του προαναγγέλλει, καὶ συμβαίνει νὰ μάθωσι καὶ οἱ μὴ θέλοντες ἀκόμη τὰ γενόμενα. Ἤκουσα ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων εἶπεν, ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὡς πρόεδρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, μετέβη πρὸς τὸν Βασιλέα, συνενοήθη μετ’ αὐτοῦ καὶ ἔλαβε τὴν συγκατάθεσίν του.
§168ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τὸ πρόσωπον.
§169ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν λέγητε «ὁ γραμματεὺς», εἶναι ὁ κ. Καββαδίας, καὶ «πρόεδρος», εἶναι ὁ κ. Τζιβανόπουλος.
§170ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι μετέβησαν πρόσωπα ἐκ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας.
§171ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνασθε νὰ γνωρίζητε οὔτε ὑμεῖς οὔτε ἐγὼ, καὶ δι’ αὐτὸ ἐπεκαλέσθην τὴν παρέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἤκουσα ὅμως, ὅτι, ἐὰν ἐγκριθῇ τὸ νέον καταστατικὸν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, τὸ Συμβούλιον θὰ παρακαλέσῃ τὴν Α. Ὑψηλότητα,—τοῦ ὁποίου ἐγὼ τὴν παρέμβασιν εἰς τὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας θεωρῶ μεγάλης σημασίας γεγονὸς καὶ διὰ τὸν Διάδοχον αὐτὸν καὶ διὰ τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν καὶ διὰ τὰ πράγματα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας,—ἐὰν δεχθῇ τὴν προεδρίαν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, νὰ ἀναθέσῃ δι’ ἐντολῆς του τὴν διεξαγωγὴν ὅλων τῶν ὑποθέσεων, τῶν ἀναγομένων εἰς τὰ τῆς διαχειρίσεως τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, εἰς τὸν τακτικὸν πρόεδρον, Ἐκεῖνος δὲ νὰ προΐσταται μόνον τῶν ἐπιστημονικῶν ἐργασιῶν τῆς Ἑταιρίας, καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ ἔτι μᾶλλον ὠφέλιμον τὴν παρέμβασίν του καὶ τὴν ἀνάμιξιν Αὐτοῦ εἰς τὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας.
§172ΣΤΑΗΣ. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, δυνάμει τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτῆς, διατελεῖ ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων· ἐὰν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συνάδελφος δὲν τῷ γινώσκῃ, ἂς ἀναγνώσῃ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, ὑπὸ προστάτῃ τῷ Βασιλεῖ τῶν Ἑλλήνων διατελοῦσα, σκοπὸν ἔχει νὰ συνεργῇ...» κλπ. Δὲν πρόκειται λοιπὸν ἐνταῦθα περὶ προστασίας,—ἐκτὸς ἐὰν ὁ Βασιλεὺς θεωρῆται ὑπὸ τῶν ἑταίρων τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἀνίκανος νὰ τοὺς προστατεύσῃ,—ἀλλὰ περὶ διαχειρίσεως, καὶ θέλω νὰ σημειωθῇ καλὰ καὶ νὰ ἀκουσθῇ παρὰ πάντων, ὅτι, ἐὰν τοῦτο γείνῃ, ἡ τύχη τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας θὰ ἦναι χείρων τῆς τύχης τῆς Στρατιωτικῆς Ἑνώσεως.
§173ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν ἔπρεπε, νομίζω, νὰ γένηται τόσῳ μακρὰ ἐπὶ τοῦ προκειμένου συζήτησις κατὰ τὴν ὁποίαν ἀναγκαίως ἀνεμίχθη τὸ ὄνομα τῆς Α. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου. Ἄν δὲ καὶ ἐγώ, παρὰ τὴν γνώμην μου ταύτην, ἐζήτησα τὸν λόγον, τοῦτο ἔπραξα ἀναγκασθεὶς ὑπὸ τῶν ὀλίγων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἀπαντῶν εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν ὅτι ὁ Διάδοχος δὲν πρέπει νὰ ἀναμιγνύηται εἰς τὰ τοιαῦτα, διότι εἶναι πιθανὸν ἡ ἀνάμιξίς Του νὰ ζημιώσῃ μᾶλλον ἢ νὰ ὠφελήσῃ, εἶπε, λέγω, ὅτι ἡ ἀνάμιξίς Του βεβαίως θὰ ὠφελήσῃ, καὶ εἰς ἐπίῤῥωσιν τῆς τοιαύτης γνώμης του ἐπεκαλέσθη τὰς ἐργασίας τὰς ἀφορώσας εἰς τοὺς προσεχῶς τελεσθησομένους Ὀλυμπιακοὺς ἀγῶνας, τῆς ἐπιτυχίας τῶν ὁποίων τὰ ἐννέα δέκατα ἀποδίδει εἰς τὴν Ὑψηλότητά Του. Ὅτι ἡ Α. Ὑψ. ὁ Διάδοχος συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐπιτυχίαν ταύτην, οὐδεὶς ἀρνεῖται. Εἰς ταύτην ὅμως συνετέλεσαν ἔτι μᾶλλον καὶ ἄλλοι, τοὺς ὁποίους δὲν πρέπει νὰ ἀδικῶμεν, τόσῳ ταχέως λησμονοῦντες τοὺς κόπους καὶ τὰς θυσίας των, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο οὐχὶ καθ’ ὑποβολήν, ἀλλ’ ἐξ ἁγνοῦ πατριωτισμοῦ. Ἀλλ’ ἂς παραδεχθῶμεν ὅτι τὸ ὅλον τῆς ἐπιτυχίας ταύτης ὀφείλεται εἰς τὴν Α. Ὑψ. τὸν Διάδοχον. Ἐκ τούτου ἕπεται, ὅτι ἐν παντὶ ἡ ἀνάμιξις τοῦ Διαδόχου θὰ ᾖ ἐπωφελής; Ἀλλ’ ἂν ὄντως τοιαύτη ἦναι ἡ γνώμη τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ἄς μοὶ εἴπῃ—τὸν παρακαλῶ θερμῶς—διατὶ ἐναυάγησεν ἐντελῶς ἡ ὑπὸ τὴν προστασίαν καὶ προεδρίαν τοῦ Διαδόχου διατελοῦσα «Στρατιωτικὴ Ἕνωσις»; Ἡ Α. Ὑψ. ὁ Διάδοχος ἵσταται καὶ πρέπει νὰ ἵσταται πολὺ ὑψηλά. Ἐκ τοῦ ὕψους δὲ τῆς θέσεώς του δὲν δύναται νὰ διευθύνῃ ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτῶν τὰς ἐργασίας μιᾶς ἑταιρίας ἢ ἑνὸς συλλόγου,—ὅπως θέλετε ὀνομάσατέ το— ἕνεκα δὲ τούτου οἱ διαχειριζόμενοι τὰ τῆς ἑταιρίας—τοῦτο εἶναι σύνηθες—παραμελοῦσι τὰ καθήκοντά των, καὶ ὁδηγοῦσι τὴν ἑταιρίαν ἐκείνην εἰς τὴν παραλυσίαν. Διὰ πάντα ταῦτα, Κύριοι, ἐθεώρησα καθῆκόν μου τὴν μὲν Βουλὴν νὰ παρακαλέσω νὰ παύσῃ συζητοῦσα ἐπὶ τοῦ προκειμένου, τὴν δὲ Κυβέρνησιν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Α. Ὑψ. τὸν Διάδοχον νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὴν τοιαύτην ἐκλογήν...
§174ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τὸν παρακαλέσῃ νὰ δεχθῇ.
§175ΚΡΙΤΣΑΣ. .. ἡ ἀποδοχὴ τῆς ὁποίας εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ μιγνύῃ τὸ ὄνομά του εἰς πολλὰς ἐν τῷ μέλλοντι συζητήσεις οὐχὶ μόνον ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ, ὅπερ κατ’ οὐδένα λόγον συμφέρει εἰς Αὐτόν.
§176Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καταθέτω δύο νομοσχέδια. Διὰ τοῦ ἑνὸς προτείνεται, ἵνα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία παράσχῃ προθεσμίαν εἰς τοὺς ἐν τοῖς δήμοις Μαντινείας τῆς ὁμωνύμου ἐπαρχίας, Τρικκάλων καὶ Πιαλίων τῆς ἐπαρχίας Τρικκάλων καὶ εἰς τοὺς ἐν τῷ χωρίῳ Παύλῳ τοῦ δήμου Λαρύμνης τῆς ἐπαρχίας Λοκρίδος κυρίους ἢ κατόχους ἀροτριώντων κτηνῶν νὰ ὑποβάλωσι δηλώσεις τούτων μέχρι τέλους Ἀπριλίου 1896. Διὰ τοῦ ἑτέρου προάγεται ὁ τελωνειακὸς σταθμὸς Λάκκας εἰς ὑποτελωνεῖον γʹ τάξεως.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 275–274). Ἡ ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τῆς Γουλῆς τῆς Βʹ συνόδου τῆς ΙΔʹ Περιόδου, θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 275). Οὐδενὸς ἄλλου ζητήσαντος τὸν λόγον, εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§178ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν θὰ διακόψωμεν;
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρα 7 καὶ 50 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 30′ μ. μ.)
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1896. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 222,650 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1895. Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ διαχειρίσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν ἀποδημίᾳ τοῦ Βασιλέως ἐκτὸς τοῦ Κράτους κατὰ τὸ ἔτος 1896).
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως 742,000 δραχ. ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1895.
§182ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶχον ζητήσει πληροφορίας τινὰς καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος.
§183Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καταθέτω πίνακα, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπληρώθησαν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων κατὰ τὸ ἔτος 1895 τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενα 9,746,593.25, διὰ τὰ ὁποῖα ἐπληρώθη εἰς νομισματικὴν διαφορὰν ποσὸν δρ. 7,918,024,77, ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅτι ἠγοράσθη τὸ φράγκον πρὸς λεπτὰ 181. Ἀλλὰ κατὰ τὰς σημειώσεις, τὰς ὁποίας ἔχω, ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος καὶ τοῦ φράγκου ὑπέστη διαφόρους μεταβολάς. Οὕτω κατὰ τὸ 1894 ὁ ἀνώτατος ὅρος ἦτο πρὸς λεπτὰ 189½, ὁ κατώτατος πρὸς λεπτὰ 167¾, καὶ ὁ μέσος ὅρος πρὸς λεπτὰ 175. Κατὰ τὸ 1895 ὁ ἀνώτατος ὅρος ἦτο πρὸς λεπτὰ 187, ὁ κατώτατος πρὸς λεπτὰ 186, καὶ ὁ μέσος ὅρος πρὸς λεπτὰ 186⅗. Πρὸ τοῦ Ἰουνίου τὸ συνάλλαγμα εἶχεν ὑπερτίμησιν, ἐπληρώθη δὲ εἰς τιμὴν πολὺ ἀνωτέραν τῶν λεπτῶν 181. Μετὰ τὸν Ἰούνιον ἐπῆλθεν ὑποτίμησις, καὶ ἠγοράσαμεν τὸ συνάλλαγμα ἀπὸ 172 ἕως 178 λεπτὰ κατὰ φράγκον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ συζήτησιν).
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως δραχ. 167,560 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1896.
§185ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρόκειται, ὡς ἀναγράφει ἡ ἡμερησία διάταξις, περὶ πιστώσεως, ἀλλὰ περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ· παρακαλῶ δὲ νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὡς καὶ ἄλλοτε παρεκάλεσα, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διατὶ ἐπαναλαμβάνεται ὁ προϋπολογισμὸς ὡς πρὸς τὰς φυλακὰς Λευκάδος. Ἐπίσης παρεκάλεσα καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν Λευκάδος, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὰς φυλακάς.
§186ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως τὴν ἐζήτησα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι τὴν ἔχει στείλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὑποθέτω λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἡ αὐτὴ ἔκθεσις, τὴν ὁποίαν καὶ πέρυσιν ἐζητήσατε.
§187ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις εὐηρεστήθη νὰ ὑποβάλῃ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ ψηφισθέντος πέρυσι νομοσχεδίου ἔκθεσιν, συνταχθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ κ. Σαπουντζάκη, ἀλλ’ ὄχι καὶ ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Λευκάδι Πρωτοδικῶν. Τούτου τὴν ἔκθεσιν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ.
§188ΦΙΛ. ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ ἔκθεσις αὕτη ἔχει σταλῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§189ΡΑΛΛΗΣ. Παρεκάλεσα δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ περιπλέον νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διὰ τίνα λόγον ἡ προκηρυχθεῖσα δημοπρασία περὶ ἀνεγέρσεως φυλακῶν Λευκάδος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος νομοθετήματος δὲν ἐπεκυρώθη, καὶ διατὶ ὑποβάλλεται ἤδη νέος προϋπολογισμός.
§190ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ διάγραμμα, τὸ ψηφισθὲν πέρυσιν, εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν ἐφηρμόσθη, καίτοι δὲ εἶχε προκηρυχθῆ δημοπρασία, ἐπειδὴ ἡ δημοπρασία προεκηρύχθη ἐπὶ τῇ βάσει σχεδιαγράμματος τοῦ ἀρχιτέκτονος Χάγερ, δὲν ἦτο δὲ τὸ διάγραμμα τὸ ψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἡ δημοπρασία ἠκυρώθη, καὶ ἐγένετο νέα, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σχεδίου τοῦ νομομηχανικοῦ Κατσαροῦ. Ἐπειδὴ δὲ ἐθεωρήθη ἐντελῶς ἀνεφάρμοστον τὸ σχεδιάγραμμα τοῦτο, ὑπεβάλομεν ἤδη νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἔγκρισις τοῦ διαγράμματος τοῦ Χάγερ.
§191ΡΑΛΛΗΣ. Καθ’ ἃς πληροφορίας ἤντλησα ἐκ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἰδοὺ τί συνέβη καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη, ἀκριβῶς ἐδικαίωσε τὰς ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον πέρυσι, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγκρίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς κατασκευῆς τῶν φυλακῶν Λευκάδος. Τὸ σχέδιον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου συνετάχθη ὁ προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος, εἶναι τοῦ 1891, ὄχι, ὡς εἶπε πεπλανημένως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ Χάγερ, ἀλλὰ σχέδιον τοῦ ἀποβιώσαντος Κατσαροῦ· ὁ προϋπολογισμὸς δ’ ἐκεῖνος, συνταχθεὶς κατὰ τὸ ἔτος 1891, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ἀνέγερσιν τῶν φυλακῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, διότι ὑπὸ ὅλως διαφόρους ὅρους συνετάχθη ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ὡς πρὸς τὰς τιμὰς καὶ ὡς πρὸς τὸ σχέδιον. Κατόπιν εἶδον, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοθετήματος, τοῦ ψηφισθέντος πέρυσι, προεκηρύχθη δημοπρασία, ἡ ὁποία ἠκυρώθη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπαναληφθεῖσα δὲ, ἐπεκυρώθη. Τώρα βλέπω, μετὰ τὴν ἀκύρωσιν τῆς πρώτης δημοπρασίας καὶ τὴν ἐπικύρωσιν τῆς δευτέρας, ὅτι ὑποβάλλεται νέος προϋπολογισμὸς, προϋπολογισμὸς συνταχθεὶς παρὰ τοῦ κ. Χάγερ, καὶ ἐρωτῶ, πῶς ὑποβάλλεται νέος προϋπολογισμός, ἀφοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προηγουμένου προϋπολογισμοῦ κατεκυρώθη ἤδη τὸ ἔργον; Τὰς πληροφορίας αὐτὰς εἶναι ἀδύνατον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τὰς δώσῃ προχείρως, διότι ἔχει τόσας ἄλλας ἀσχολίας, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐνθυμῆται περὶ ἑνὸς ἑκάστου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ζητήσῃ ταύτας, καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀνάγκη αὐτῶν, παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ εἰς δευτέραν συζήτησιν ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου.
§192Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναβάλλεται δι’ αὔριον.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως δραχ. 780,879.31 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ 1895.
§194Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Δυστυχῶς φαίνεται ὅτι εἶμαι καταδικασμένος νὰ μὲ παρακολουθῇ ἀείποτε τὸ φάσμα τῶν ἀλλοδαπῶν μηχανικῶν, ἀναφαίνεται δὲ καὶ ἐνταῦθα, διότι τριάκοντα ἐννέα χιλιάδες αὖθις ζητοῦνται ὡς πίστωσις...
§195Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖον ἄρθρον καὶ κεφάλαιον εἶναι;
§196Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Τελευταῖον «γενικὰ ἔξοδα σιδηροδρόμων» (ἀναγινώσκει): «Ἔξοδα ἐπιστασίας, μισθοὶ ἀλλοδαπῶν μηχανικῶν κλπ. Ὁδοιπορικὰ καὶ ἀποζημιώσεις. Ἐνοίκια καὶ ἔξοδα γραφείου» (κεφάλ. 20, ἄρθρ. 1, 2 καὶ 3). Εἶναι παρελθοῦσαι ὑποχρεώσεις, φαίνεται, τῶν ὁποίων τὰς ἁμαρτίας ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν ἡμεῖς κατὰ τὸ 1896. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, βεβαιῶ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ εὕρω, μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τῶν ἀλλοδαπῶν μηχανικῶν, κατὰ ποῖον ἔτος αὐτοὶ ἔχουσι δικαίωμα νὰ πληρωθῶσι, πῶς δὲ ζητοῦμεν πληρωμὴν μηχανικῶν, ἀφοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὁ εἷς καὶ μόνος ἀλλοδαπὸς μηχανικός, ὁ ὁποῖος ἦτο διὰ τὸν ὑπολογισμὸν τῶν σιδηρῶν γεφυρῶν,—ἄξιος καθ’ ὅλα—ἔλαβεν ὡς μισθοδοσίαν του πίστωσιν διὰ τοὺς ἕνδεκα μόνον μῆνας τοῦ 1895. Σήμερον ζητεῖται μία πίστωσις σχετικῶς πρὸς τοὺς ἀλλοδαποὺς μηχανικοὺς κλπ. δρ. 27,282, δι’ ὁδοιπορικὰ καὶ ἀποζημιώσεις τῶν ἰδίων δρ. 10,674, καὶ δι’ ἐνοίκιον καὶ ἔξοδα γραφικὰ δρ. 1255! Εἶναι ἓν ποσὸν, διὰ τὸ ὁποῖον φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον καὶ ἐγὼ—ἔρχομαι εἰς ἐπικουρίαν μετ’ ἄλλων συναδέλφων—φρονῶ, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ καλλίτερον εἶναι νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς μισθοδοσίαν διδασκάλων διὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα ἐλλείπουσιν εἰς πολλὰ μέρη ἐντελῶς.
§197ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι δὲν πρόκειται σήμερον νὰ καταβληθῇ τι, ὅτι κατεβλήθησαν ταῦτα, καὶ ὅτι πρόκειται μόνον περὶ τακτοποιήσεως, ἀλλ’ ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου γίνεται ἡ τακτοποίησις τῆς δαπάνης ταύτης, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸν περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμον. Ὑπὸ τὸ κεφάλαιον 20 εὑρίσκω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν (ἀναγινώσκει): «Αἱ πιστώσεις αὗται ἐχορηγήθησαν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως δυνάμει χρηματικῶν αἰτήσεων, Β. ἐγκρίσει, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη συνταχθέντος προϋπολογισμοῦ»· ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἐξεδόθησαν Β. Διατάγματα περὶ ἐκτάκτων ἢ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, καὶ ἂν τοιοῦτόν τι ἔλαβε χώραν, ἀντὶ νὰ περιληφθῇ ἡ πίστωσις αὕτη εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν, ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ ἴδιον νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως τῶν Β. Διαταγμάτων, διὰ τῶν ὁποίων ἐχορηγήθησαν αἱ πιστώσεις αὗται.
§198Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζω τὴν ὑπόθεσιν, ἀλλὰ δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι τοῦτο ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ οὕτω. Διότι λέγει ἡ σημείωσις, ὅτι ἐχορηγήθησαν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐνῷ δὲν μοὶ φαίνεται πιθανὸν ὅτι ἔχει οὕτω. Πρέπει βεβαίως νὰ ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις, διότι κατὰ τὴν συζήτησιν, ἥτις ἐγένετο, ἐνῷ ἡ προϋπολογισθεῖσα πίστωσις ἀνήρχετο εἰς δρ. 22,500, ἡ πληρωθεῖσα καὶ ζητουμένη ἀποτελεῖ 54,127, δηλαδὴ ὑπερβαίνει τὴν ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ χορηγηθεῖσαν πίστωσιν κατὰ δρ. 31,627. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν παρακαλῶ νὰ ἐξετάσῃ καὶ νὰ δώσῃ πληροφορίας.
§199ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ πίστωσις αὕτη εἶναι ἡ περίφημος πίστωσις, τὴν ὁποίαν ἐπὶ μακρὸν συνεζητήσαμεν κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895. Εἶναι ἡ ψηφισθεῖσα πίστωσις ἄνευ ποσοῦ.
§200Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, κύριε συνάδελφε· βλέπετε εἰς τὴν στήλην «πιστώσεις χορηγηθεῖσαι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ κατ’ ἄρθρον 22,500».
§201ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐχορηγήθησαν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἀκριβῶς τὴν ἐξήγησιν ταύτην μᾶς δίδει ἡ σημείωσις.
§202Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ῥίψω ἓν βλέμμα εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
§203ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχετε ἀνάγκην προϋπολογισμοῦ. Ἐν τῇ ἐκθέσει ἐξηγεῖται τοῦτο (ἀναγινώσκει): «Μεταξὺ τῶν πιστώσεων αὐτῶν περιλαμβάνονται καὶ πιστώσεις ἐκ δραχ. 39,212.17, χορηγητέαι ἐπὶ τῶν ἄρθρων 1–3 τοῦ κεφαλ. 20 «Γενικὰ ἔξοδα σιδηροδρόμων κλπ., αἵτινες ὅμως ἀπηλείφθησαν, κατὰ παραδρομὴν βεβαίως, ἐκ τοῦ ψηφισθέντος προϋπολογισμοῦ, καίτοι περιελαμβάνοντο αὗται ἐν αὐτῷ μεταξὺ τῶν διὰ τὴν αʹ ἑξαμηνίαν ἀναγραφεισῶν πιστώσεων, διατηρηθέντων μόνων τῶν τίτλων τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ κεφαλαίου ἄνευ πιστώσεων.»
§204Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τώρα ἐξηγεῖται. Εἶναι πιστώσεις περιλαμβανόμεναι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τῷ εἰσαχθέντι ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη εἰς τὴν Βουλήν, αἱ ὁποῖαι ἀπηλείφθησαν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νέου προϋπολογισμοῦ καὶ ἔμειναν μόνον αἱ ἐπιγραφαί· ἐπειδὴ δὲ εἶχον χορηγηθῆ δωδεκατημόρια ἐκ τῶν πιστώσεων αὐτῶν...
§205ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλὰ καὶ τὰ δωδεκατημόρια εἶχον χορηγηθῆ en blanc· ἐνθυμοῦμαι καλῶς τὴν πίστωσιν.
§206Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λέγει τὸ ἐναντίον αὕτη (ἀναγινώσκει)... Λοιπὸν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὑπῆρχε πίστωσις, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πιστώσεως ἐχορηγήθησαν.
§207ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι καὶ ἐνταῦθα ὑπάρχει σφάλμα, διότι ἐνθυμοῦμαι τὴν μακρὰν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ἐκάμομεν ἐν τῇ Βουλῇ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου· ὁ κ. Τρικούπης ἠρνεῖτο νὰ ὁρίσῃ ποσὸν ἐκ τῶν προτέρων, καὶ ἔθετε τοὺς τίτλους μόνον, ὅπως δυνάμει τῶν τίτλων λάβῃ πιστώσεις ἀναπληρωματικὰς διὰ διαταγμάτων. Ἂς τελειώσῃ τὸ εἰδικὸν ζήτημα, καὶ θὰ ἐξακολουθήσωμεν. Ἐπὶ τῆς πιστώσεως ταύτης θὰ κάμω μίαν γενικωτέραν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν νομίζω, ὅτι πρέπει πάντες νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας, καὶ ἰδίως οἱ Ὑπουργοί, οἱ διευθύνοντες τὰ Ὑπουργεῖα. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἶναι σχεδὸν εἷς νέος προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐπὶ τῶν πλείστων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχομεν ὑπερβάσεις καὶ αἰτήσεις ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, ἰδίως δὲ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 15, ἐπὶ τῆς ὁδοποιΐας, ὑπάρχει ὑπέρβασις τῆς ψηφισθείσης δαπάνης, ἀνερχομένη εἰς δρ. 476,000. Καὶ πέρυσι, συζητοῦντες τὸν προϋπολογισμὸν, συνεζητήσαμεν διὰ μακρῶν τὰ ἀναγραφόμενα ποσὰ καὶ τὸ ζήτημα ἐν γένει τῆς ὁδοποιΐας. Μετὰ μακρὰν δὲ συζήτησιν καὶ μετὰ πολλὰς δοθείσας πληροφορίας κατελήξαμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀφοῦ μάλιστα ἀφῃρέθη ποσόν τι, τὸ ὁποῖον ἀρχικῶς εἶχε περιληφθῆ ἐν αὐτῷ. Σήμερον δὲ ἐρχόμεθα πάλιν ἐν τῷ αὐτῷ κεφαλαίῳ καὶ ἀναγράφομεν καὶ νέαν πίστωσιν ἀναπληρωματικὴν ἐκ δραχ. 436,000. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ περισσοτέρα προσοχὴ εἰς τὰς ἐνεργουμένας δαπάνας, διὰ νὰ ἀποβῇ κἄπως θετικώτερος ὁ προϋπολογισμὸς ἡμῶν, διότι, ἐὰν πρόκειται νὰ ὑπερβαίνωμεν ὅλας τὰς δαπάνας τὰς προϋπολογιζομένας κατὰ τοιαύτας ἀναλογίας, θὰ ἀποθαῤῥύνωμεν τὴν κοινωνίαν περὶ τῆς καλῆς ἡμῶν προθέσεως, ὅπως ὁ προϋπολογισμὸς συντάσσηται καὶ ἐκτελῆται εἰλικρινῶς. Τοῦτο δὲ βεβαίως θὰ βλάψῃ ἐν γένει τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν. Τὴν γενικὴν ταύτην παρατήρησιν ποιοῦμαι ὄχι βεβαίως διὰ τὸ παρελθὸν,—διότι ἐγένετο ἤδη ἡ δαπάνη αὕτη καὶ ἡ πλειοψηφία δὲν θὰ ἀρνηθῇ τὴν ἀναγνώρισιν αὐτῆς,— ἀλλ’ ὅπως ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐν γένει τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν τοιαύτας ὑπερβάσεις εἰς τὸ μέλλον. Τώρα ἀναμένω τὴν ἐξήγησιν ἐπὶ τῆς πιστώσεως τῶν γενικῶν ἐξόδων τῶν σιδηροδρόμων, διὰ νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, ἂν πράγματι ἡ ὑπόνοιά μου, ὅτι ἦσαν en blanc αἱ πιστώσεις αὗται, ἦναι ἀληθής.
§208Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἰδού, κύριε συνάδελφε. Ὁ προϋπολογισμὸς ὁ εἰσαχθεὶς παρ’ ἐμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν (σελὶς 54) λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἔξοδα ἐπιστασίας, μισθοὶ ἀλλοδαπῶν μηχανικῶν: Πιστώσεις ζητηθεῖσαι διὰ τοῦ ὑπὸ τῆς πρώην Κυβερνήσεως εἰσαχθέντος προϋπολογισμοῦ δραχ. 45,000· πιστώσεις ἀναλογοῦσαι εἰς τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν τοῦ 1895 δραχ. 22,500· πιστώσεις ζητούμεναι διὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ 1895 δραχ. 22,500.»
§209ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι τὸ κεφάλαιον εἰκοστόν;
§210Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα· δραχμῶν 45,000 πίστωσις ἀναγραφεῖσα, ἀλλὰ δὲν ἐζητήθη παρ’ ἡμῶν νὰ ψηφισθῇ ἡ διὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν ἀναλογοῦσα πίστωσις, διότι ἡ ὑπηρεσία τῶν δημοσίων ἔργων μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη. Ἐπὶ τῇ βάσει ὅμως τῆς πιστώσεως τῆς ἀναλογούσης διὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν καὶ τῶν χορηγηθέντων ἐπ’ αὐτῆς δωδεκατημορίων εἶχον γενῆ δαπάναι, ταύτας δὲ πρόκειται νῦν νὰ πληρώσωμεν· αὗται δὲ αἱ δαπάναι ὑπερέβαινον τὸ ποσὸν τῆς διὰ τὴν αʹ ἑξαμηνίαν πιστώσεως, ἥτις εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῷ κυρωθέντι. Ζητεῖται δὲ δι’ αὐτὰς ἡ πίστωσις, ἀφοῦ εἶχεν ἀπαλειφθῆ ἡ διὰ τὸ βʹ ἑξάμηνον ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ.
§211ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἄλλως τε διὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον οὐδεμία ἀνεγράφη πίστωσις.
§212Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τὸ πρῶτον ὑπῆρχεν ἡ ἀναγραφεῖσα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῷ εἰσαχθέντι ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Τρικούπη.
§213ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τὸ ἔτος.
§214Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔξοδα ἐπιστασίας καὶ μισθοὶ μηχανικῶν διὰ τὸ ἔτος. Ἐπειδὴ εἶχε παρέλθει τὸ πρῶτον ἑξάμηνον, ὁ νέος προϋπολογισμὸς διῄρεσεν εἰς δύο ἑξάμηνα. Εἰς τὸ αʹ ἑξάμηνον ἀνῆκον δραχ. 22,500 ἐκ τῆς ἀναγεγραμμένης ἐκ δραχ. 45,000 πιστώσεως, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐψηφίσθη, ἀλλὰ διὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον, ἐπειδὴ ἡμεῖς ἐκρίνομεν περιττοὺς τοὺς ἀλλοδαποὺς μηχανικούς, διεγράψαμεν τὴν δι’ αὐτὸ πίστωσιν· ἀλλὰ κατὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον εἶχον δαπανηθῆ πλείους τῶν 22,500, καὶ αὐτῶν ζητεῖται ἡ πληρωμή.
§215Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν συμφωνεῖ μὲ τὰ πράγματα τὰ ἐν τῷ πίνακι, διότι τὰ πληρωθέντα ποσὰ (εἰς τὴν βʹ στήλην) εἶναι 34–35 χιλιάδες· ζητοῦμεν καὶ 39,000, γίνονται 74,000, ἐνῷ 22 καὶ 22 εἶναι 44, ἤτοι ἔχομεν ὑπέρβασιν 30 χιλιάδων, τὰς ὁποίας ζητεῖ τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων ἐπὶ ἀλλοδαπῶν μηχανικῶν, τῶν ὁποίων τὴν πληρωμὴν καθ’ ὁλοκληρίαν, ἐπαναλαμβάνω, ἀγνοῶ, διότι πάντες γνωρίζομεν, ὅτι, ἐκτὸς ἑνὸς καὶ μόνου ἀλλοδαποῦ, τοῦ ἐπὶ τῶν γεφυρῶν, ὅλοι οἱ ἄλλοι ἀπῆλθον τῆς Ἑλλάδος.
§216ΡΑΛΛΗΣ. Ἀληθῶς ἡ μόνη ἐξήγησις, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ εἰς τὸ σχόλιον τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀφορᾷ ἡ πίστωσις αὕτη εἰς τὰ δωδεκατημόρια τὰ χορηγηθέντα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη καὶ δυνάμει Β. Διαταγμάτων ὑποβληθέντων παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πάλιν δὲν δικαιολογεῖται ἡ ἀναγραφὴ τῆς πιστώσεως αὐτῆς ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ, διότι τὰ δωδεκατημόρια ἐκεῖνα, τὰ ἐγκριθέντα διὰ διαταγμάτων παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐπεκυρώθησαν δι’ εἰδικῶν νομοθετημάτων· ἐξεδόθησαν τὰ διατάγματα ἐκεῖνα, ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπεξειργάσθησαν παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 καὶ ἐνεκρίθησαν παρὰ τῆς Βουλῆς· φοβοῦμαι δὲ, ὅτι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἠθέλομεν ψηφίσει ἐκ νέου αὐτὴν τὴν πίστωσιν, ἠθέλομεν δίδει πιστώσεις διὰ μίαν καὶ τὴν αὐτὴν δαπάνην, διὰ τὴν δαπάνην τὴν ἀπαιτουμένην εἰς τὰ ἄρθρα 1, 2 καὶ 3 τοῦ κεφαλαίου 20.
§217Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει ἐξετάσει τὴν ὑπόθεσιν, καὶ κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θέλει μᾶς δώσει πληροφορίας. Ἀλλὰ ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος περὶ ὁδοποιίας ἐποιήσατο, διὰ τὰ κατασκευαζόμενα ἔργα ἐζητήθησαν πιστώσεις, καὶ ζητεῖται νῦν ἀναπληρωματικὴ πίστωσις διὰ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ κατασκευασθῶσι καὶ τῶν ὁποίων τὴν κατασκευὴν εἶχον ἀναλάβει ἐργολάβοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον διαλύσει τὴν δημοπρασίαν, καὶ ἑπομένως ἦτο ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸ Δημόσιον ἡ ἐξακολούθησις τῆς κατασκευῆς αὐτοῦ, ἦτο δ’ οὕτω τὸ Δημόσιον ἐν ὀφειλῇ νὰ πληρώσῃ τὰ ποσὰ, διὰ τὰ ὁποῖα εἶχον κατακυρωθῆ τὰ ἔργα εἰς τοὺς ἐργολάβους, ἐκ δραχ. 2,163,860. Εἶναι κατὰ νομοὺς (ἀναγινώσκει):
| Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας | 29,237 |
| Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος | 149,674 |
| Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας | 41,578 |
| Λαρίσσης | 5,780 |
| Τρικκάλων | 988 |
| Εὐβοίας | 95,480 |
| Κυκλάδων | 39,622 |
| Ἀργολίδος κλπ. | 695 |
| Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος | 50,824 |
| Ἀρκαδίας | 1,189,110 |
| Μεσσηνίας | 262,795 |
| Κερκύρας | 85,036 |
| Κεφαλληνίας | 24,341 |
| 1,975,160 | |
| Ἐκ συμπληρωτικοῦ προϋπολογισμοῦ | 188,700 |
| 2,163,860 |
Ἀπέναντι τοῦ ποσοῦ τούτου, τὸ ὁποῖον ὠφείλομεν νὰ πληρώσωμεν, συνεπείᾳ καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν συμφωνιῶν, τὰς ὁποίας ἡ διοίκησις ἔχει συνομολογήσει, ἀπέναντι τοῦ ποσοῦ τούτου εἶχεν ἀναγραφῆ πίστωσις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ παρέστη ἀνάγκη μείζονος πιστώσεως, διότι ἐγένοντο ἐργασίαι περισσότεραι ἢ ὅσαι ὑπετίθετο ὅτι ἤθελον γενῆ ἐντὸς τοῦ 1895, καὶ διὰ τοῦτο ὑπάρχει, νομίζω, διαφορὰ 216,254 δρ.
§218ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι καὶ τὸ ἄρθρον 1.
§219Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἄρθρον 1 εἶναι «συντήρησις ὁδῶν». Διὰ συντήρησιν ὁδῶν ἡ πίστωσις, ἡ ὁποία εἶχεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ περιληφθῆ, δὲν ἐπήρκεσεν. Ἑπομένως ἡ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις εἶναι ἀναγκαία, διότι, ἐὰν κατέπαυον αἱ ἐργασίαι τῆς συντηρήσεως ἕνεκα τῆς ἀνεπαρκείας τῆς πιστώσεως, αἱ ὁδοὶ ἤθελον καταστραφῆ· ἀλλὰ πρόκειται περὶ κατασκευῆς, ἡ ὁποία δὲν ἦτο καὶ αὕτη προαιρετικὴ, διότι αἱ συμφωνίαι εἶχον συνομολογηθῆ μετὰ τῶν ἐργολάβων, εἶχον δ’ ἀναλάβει τὴν κατασκευὴν, καὶ ἡμεῖς ὠφείλομεν νὰ πληρώσωμεν αὐτούς. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸ 1895 ἐγένοντο ἐργασίαι ἀξίας 200,000 ὑπὲρ τὴν χορηγηθεῖσαν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ πίστωσιν, διὰ τοῦτο ζητοῦμεν τὴν ἀπαιτουμένην ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν. Ἀλλὰ ἡ πληρωμὴ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὡς καὶ ἡ πληρωμὴ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν, μειόνουσι χρέος τοῦ Δημοσίου, διότι ὀφείλομεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὰ ἔργα· διότι, ἐὰν δὲν τὰ ἐκτελέσωμεν, οἱ ἐργολάβοι θέλουσι προσφύγει εἰς τὰ δικαστήρια, ζητοῦντες οὐ μόνον ἀποζημιώσεις, ἀλλὰ καὶ πληρωμὴν κέρδους ἀπολεσθέντος, καὶ θέλομεν ὑποβάλει τὸ Δημόσιον εἰς μεγάλας ζημίας.
§220ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι τὸν κατάλογον. Τώρα δὲν θέλω νὰ ἐγείρω ἐπὶ τῆς ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως τὸ ζήτημα ἐκ νέου τὸ συζητηθέν. Ἀλλ’ ἐν τῇ συζητήσει ἤλθομεν καὶ εἰς συμπεράσματα, καθ’ ἃ αἱ ὁδοὶ, αἱ ὁποῖαι παρεχωρήθησαν εἰς ἐργολάβους, παρεχωρήθησαν ὑπὸ ὅρους, οἵτινες δὲν ἐκώλυον τὸ Δημόσιον νὰ μὴ ἐπισπεύδῃ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν, καὶ ἐπέτρεπον εἰς αὐτὸ νὰ κατανείμῃ τὴν δαπάνην εἰς μεγαλείτερον χρονικὸν διάστημα. Περὶ τούτου δὲν θέλω, ὡς εἶπον, νὰ συζητήσω, ἂν ἦναι λογικὸν ἢ συμφέρον, ἢ ὄχι. Μόνον τοῦτο παρατηρῶ, ὅτι ἅπαξ ἀποφασισθέντος ἑνὸς ὡρισμένου ποσοῦ, ἐντὸς τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατὸν, κατὰ τὰς συμβάσεις καὶ συμφωνίας, τὰς ὁποίας ἔχομεν μὲ τοὺς ἐργολάβους, νὰ περιορίζηται ἡ δαπάνη, θὰ ἦναι καλὸν καὶ ἀναγκαῖον νὰ μὴ ἐξερχώμεθα τοῦ ποσοῦ τούτου ἐν τῇ ἐκτελέσει.
§221Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ὀρθόν· ἀλλὰ, ἐννοεῖται, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ σταματήσωμεν τὴν ἐργασίαν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἡ παρακώλυσις τῆς ἐργασίας ἀφήνει τά ἔργα ἡμιτελῆ καὶ φέρει καὶ βλάβην.
§222ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καλὸν εἶναι ἐκ τῶν προτέρων νὰ ὁρίζηται ποῖα τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐκτελῶνται.
§223ΡΑΛΛΗΣ. Φρονῶ, ὅτι πᾶσαι αἱ πιστώσεις, αἱ ἀναγραφόμεναι ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ, εἶναι ἀναγκαῖαι, διότι πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἢ νὰ πληρωθῶσιν ἔργα ἐκτελεσθέντα. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι δύναταί τις νὰ ἀμφιβάλλῃ, εἶναι ὅτι, ἐνῷ ὁ προϋπολογισμὸς ἐψηφίσθη κατὰ Ἰούλιον, παρέλειψεν ὁ εἰσηγητὴς αὐτοῦ νὰ περιλάβῃ ἀναγκαίας πιστώσεις τοὐλάχιστον κατὰ τὸ ⅓ μεγαλειτέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἐζήτει διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ· αὐτὸ δὲ ἐπίσης ἐφαρμόζεται διὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ κεφαλαίου 15, δηλαδὴ διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ὁδῶν, ὡς καὶ διὰ τὸ 4, διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν. Βλέπομεν ὅτι ἐχορηγήθησαν 625,000, καὶ ἐχορηγήθησαν αὗται κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1895, ἔχομεν δὲ ἀνάγκην ἔτι δρ. 204,000, δηλ. ἀκριβῶς κατὰ ⅓ περιπλέον.
§224Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὴ λησμονήσητε, παρακαλῶ, ὅτι κατὰ τὸ 1895 ἐτέθησαν ἀλληλοδιαδόχως ἐν ἐφαρμογῇ δύο συστήματα συντηρήσεως ὁδῶν, τὸ διὰ ὀδοστατῶν, τοὺς ὁποίους διετηρήσαμεν καὶ ἑπομένως ἐπληρόνομεν μέχρις Αὐγούστου, — καὶ τοῦτο ἦτο τὸ σύστημα τῆς δι’ ὀδοστατῶν συντηρήσεως — καὶ τὸ διὰ δημοπρασίας. Αἱ γενόμεναι δαπάναι μέχρις Αὐγούστου ἦσαν ὑποχρεωτικαὶ, οὐδὲ εἴχομεν δικαίωμα νὰ ἀρνηθῶμεν αὐτάς· ἦσαν δαπάναι ἀντιμισθίας προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον διετηρεῖτο ἐν τῇ θέσει του καὶ εἶχε δικαίωμα νὰ πληρωθῇ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐξηρτᾶτο παρ’ ἡμῶν, ἦτο ὁ προσδιορισμὸς τῆς δαπάνης διὰ δημοπρασίας, διότι ἠδυνάμεθα νὰ ἐγκρίνωμεν ἢ νὰ μὴ ἐγκρίνωμεν τὰς γενομένας δημοπρασίας· τὸ ποσὸν δὲ, τὸ ὁποῖον ἐνεκρίθη διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ὁδῶν διὰ δημοπρασίας, κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐνομοθετήθη τὸ 1895, εἶναι μικρότερον — πολὺ μικρότερον — κατὰ τὸ ⅓ τῆς δαπάνης τῆς δι’ ὀδοστατῶν συντηρήσεως τῶν ὁδῶν. Ἡ ἀνάγκη δὲ τῆς ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐπῆλθε, διότι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ οἱ ἀναγράψαντες τὴν δαπάνην τῆς δι’ ὀδοστατῶν συντηρήσεως ἐσφάλοντο, ἀναγράψαντες ποσὸν ὀλιγώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀναγκαῖον.
§225ΡΑΛΛΗΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ εἶπον μόνον, ὅτι κακὴ πρόβλεψις ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ μίαν τοιαύτην ἀναγραφεῖσαν πίστωσιν 204,000 δραχμῶν.
§226Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ γραφεῖα ἦσαν ὑπὲρ τοῦ συστήματος τῆς δι’ ὀδοστατῶν συντηρήσεως τῶν ὁδῶν, ἐσφάλοντο ὅμως, ἀναγράψαντα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δαπάνην ὀλιγωτέραν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 6,800 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1895).
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1894 ἐκ δραχμῶν 2,000.
§228Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ζητεῖται νὰ πληρωθῇ δαπάνη ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τὸ 1894. Εἶχε κληθῆ ἰχθυολόγος, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἰχθύων. Εἰς αὐτὸν ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσι δύο χιλιάδες δραχμῶν εἰς χρυσὸν, αἱ ὁποῖαι ἐπληρώθησαν, προκαταβαλόντος αὐτὰς τοῦ ταμείου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τακτοποιήσῃ νῦν τὴν πληρωμήν. Εἶχεν εἰσαχθῆ νομοσχέδιον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, καὶ διὰ τοῦτο ἀναφέρεται ὡς νομοσχέδιον ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894. Κατὰ τοῦτο πρέπει νὰ διορθωθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, τὸ «1894» πρέπει νὰ γραφῇ «1896». Προσέτι εἰς τὸν δεύτερον στίχον τοῦ μοναδικοῦ ἄρθρου τὸ «1894» νὰ διορθωθῇ «1896», καὶ προσέτι μετὰ τὸ «δύο χιλιάδες» νὰ προστεθῇ «εἰς χρυσόν».
§229ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρέπει τότε νὰ ζητήσητε καὶ πίστωσιν διὰ τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος.
§230Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως, ἔχετε δίκαιον· ἀντὶ δύο χιλιάδων νὰ γραφῇ «τρεῖς χιλιάδες πεντακόσιαι».
§231ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ πίστωσις αὕτη ὑπεβλήθη κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀπεστάλη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐθεώρησεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐγκρίνῃ τὴν πίστωσιν ταύτην, ἂν καὶ εἶχεν ἀναγνωρίσει, ὅτι ἡ δαπάνη ἐγένετο. Ἀντέστη δὲ εἰς τὴν ἀναγνώρισιν τῆς πιστώσεως ταύτης, διότι ἐγένετο ἄνευ νομοθετικῆς ἀδείας. Οὐδεμία νομοθετικὴ πρᾶξις ἐχορήγει τὴν ἄδειαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν, τὸν προκαλέσαντα τὴν δαπάνην, νὰ φέρῃ ἰχθυολόγον, ὁ ὁποῖος νὰ συντάξῃ ἔκθεσιν περὶ τοῦ τρόπου τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἰχθύων εἰς τὰς Ἑλληνικὰς θαλάσσας. Δὲν γνωρίζω σήμερον διατὶ ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ δεδικασμένον. Δὲν πρόκειται περὶ τακτοποιήσεως, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἐγκρίσεως μιᾶς δαπάνης, ἡ ὁποία οὐδαμῶς δικαιολογεῖται. Οἱ ὑπόλογοι διὰ τὴν δαπάνην ταύτην δὲν ἔχουν, παρὰ νὰ δώσουν λόγον περὶ αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν ἐπιψηφίσει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀναγκαίως θέλομεν ἐγκρίνει δαπάνην, ἡ ὁποία δὲν πρέπει νὰ ἐγκριθῇ.
§232Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶχεν ἐξενέγκει γνώμην τοιαύτην κατὰ τὸ 1895. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἐπληροφόρησεν ἡ ὑπηρεσία, ἐπικυροῖ τὸ λεχθὲν, ὅτι ἀληθῶς ἄνευ ἀδείας τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐκλήθη ὁ ἰχθυολόγος οὗτος. Ἐκλήθη ἢ ἔτυχε νὰ εὑρεθῇ κατὰ τὰ μέρη ταῦτα, δὲν γνωρίζω. Ἡ Κυβέρνησις βεβαίως ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἢ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ πίστωσιν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐθεώρησεν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις κατεπεῖγεν, ἐπειδὴ ὁ ἰχθυολόγος οὗτος ἐπρόκειτο νὰ ἀναχωρήσῃ, ἴσως διὰ τοῦτο ἠναγκάσθη νὰ πληρώσῃ τὴν δαπάνην, καὶ ἄνευ ἀδείας τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Βεβαίως ὑπάρχει παρατυπία, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἤθελεν εἶσθαι λίαν αὐστηρὸν, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὴν δαπάνην, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε δολία προαίρεσις, ὁ δὲ Ὑπουργὸς, ὁ διατάξας τὴν πληρωμὴν, σκοπὸν εἶχε νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν ἐντεῦθεν διάβασιν ἐπιστήμονος ἰχθυολόγου.
§233ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐπιμένω, ἀλλὰ πρέπει νὰ ᾖναι γνωστὸν, ὅτι πρόκειται περὶ ψήφου ἀφέσεως, περὶ ἐγκρίσεως δαπάνης ἄνευ τῆς γνώμης τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας.
§234Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως, καὶ πᾶσα δαπάνη, τὴν ὁποίαν ἐντέλλεται ὁ Ὑπουργὸς χωρὶς νὰ ἔχῃ πίστωσιν, εἶναι δαπάνη ἄνευ ἀδείας, ὅταν δ’ ἐγκρίνηται παρὰ τῆς Βουλῆς, εἶναι ἔγκρισις ἀφέσεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, ὡς διωρθώθη, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§236ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπῆρξα, κύριοι συνάδελφοι, ἀνέκαθεν κατὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, εὐτυχῶς δὲ μεταξὺ ἡμῶν ἔχομεν πολλοὺς, μετὰ τῶν ὁποίων ἡ γνώμη μου συνταυτίζεται. Τότε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τῆς νῦν, ὡς ἀντιπολιτευόμενος βεβαίως, δὲν ὑπῆρξε διόλου ὑποστηρικτὴς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅτε εἰσήχθη καὶ συνεζητήθη ἐν τῇ Βουλῇ, οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ εὑρισκόμενος εἰς τὰ πρόθυρα τῆς ἀνόδου αὑτοῦ εἰς τὴν ἐξουσίαν κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην πρωθυπουργίαν αὐτοῦ, εἶχε σπεύσει, ὡς ἐνθυμούμεθα πάντες, νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν κατὰ τοῦ ὑφεστῶτος συστήματος τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας καταδικαστικὴν γνώμην του. Κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον τῆς περιόδου ταύτης ἐπηγγέλθη μὲν ἐν ἀρχῇ τῆς ἀγορεύσεώς του ἐν τῇ Βουλῇ τὴν κατάργησιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, εἰσήγαγε δὲ μόλις κατὰ τὴν τελευταίαν πάλιν κατὰ τὴν σύνοδον ἐκείνην ὁμιλίαν του τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νῦν καλούμεθα νὰ συζητήσωμεν. Δὲν γνωρίζει τις νὰ ἀποφανθῇ, ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξακολουθῇ καὶ κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους καιροὺς ἔχων τὴν αὐτὴν γνώμην περὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀνέκαθεν, διότι δὲν ἐφάνη καθόλου ἐπισπεύδων τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὴν κατάργησιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. «Ἀλλ’ ἐφθάσαμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου», θὰ μοὶ εἴπῃ τις, «καὶ εἴμεθα εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Τίς δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ πλέον, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς νῦν Κυβερνήσεως ἐπιδιώκει καὶ σκοπεῖ τὴν κατάργησιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας;» Καὶ ὅμως περὶ τούτου ἐν ἐμοὶ ἐγείρεται ἰσχυρὰ ἀμφιβολία, περὶ τοῦ σκοποῦ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς τὴν κατάργησιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας.
§237ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τώρα;
§238ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁμιλῶ.
§239Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ἀστειευόμεθα;
§240ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, δὲν ἀστειευόμεθα. Θὰ ἴδωμεν. Θὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου, καὶ ἐπειδὴ μοὶ ἐπροτάθη ἀμέσως ἔμμεσος ἀπάντησις καὶ ὡς μομφὴ κατὰ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα, παρ’ ἀξιοτίμου καὶ προσωπικῶς ἀγαπητοῦ μοι συναδέλφου: «ἀστειευόμεθα ἆρά γε, προτείνοντες τὴν κατάργησιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας;» λέγω ὅτι ἐγὼ δὲν νομίζω νὰ ἀστειεύηταί τις ἐνταῦθα, ἀλλ’ ὅταν βλέπω ἐν ἄρθρῳ 16, ὅτι ἐξακολουθοῦσιν ὑπάρχοντες καὶ κατὰ τὸν νέον τοῦτον νόμον—ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ψηφιζόμενον γείνῃ νόμος— ἐξακολουθοῦσιν ὑπάρχοντες στρατιωτικοὶ ἀστυνόμοι παντοῦ, καὶ εἰς τὰς πόλεις καὶ εἰς τὰς πρωτευούσας καὶ εἰς τὰς ἀγροτικὰς ἀκόμη περιφερείας, ἐγὼ δὲν γνωρίζω ἂν εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ μὲ διακόψητε, ὡς μὲ διεκόψατε, κύριε συνάδελφε. Τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἐμὲ, δύναται νὰ ἀποκληθῇ ἓν «τρισώματον τέρας», ὡς ἐκεῖνο τὸ ὡραῖον σύμπλεγμα ἐκ πωρίνου λίθου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐν τῷ Μουσείῳ τῆς Ἀκροπόλεως, τὸ περισωθὲν ἐκ τοῦ πάλαι Παρθενῶνος, τοῦ πρὸ τῶν Μηδικῶν πολέμων, τὸ ἔχον τρία σώματα καὶ τρεῖς κεφαλὰς καὶ ἀποτελοῦν ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ὅλον· διότι, κατὰ τὸ νέον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπαγγέλλεται τὴν κατάργησιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τοῦ ὁποίου ὁ τίτλος εἶναι «περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας νόμου», ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι ἡ κοινὴ ἀντίληψις, ὅτι πρόκειται περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, γινομένου νόμου τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἔχομεν τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ἔχομεν εἰσαγομένην τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν, καὶ ἔχομεν εἰς ἄλλους δήμους τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν. Ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία δὲν καταργεῖται, ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία δὲν ἀναβιοῖ ἐν ὅλῳ, καὶ μεταξὺ τῶν δύο, τῆς δημοτικῆς καὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, προβαίνει καὶ διοικητικός τις βραχίων, ἢ κλάδος τις διοικητικῆς ἀστυνομίας. Διὰ τοῦτο δύναταί τις νὰ ὀνομάσῃ τοῦτο τρισώματον τέρας. Μεταχειρίζομαι δὲ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦτον, ἕνεκα τῆς ἀρχαιολογικῆς σημασίας τοῦ πράγματος· δὲν θέλω νὰ δώσω τὸ ὄνομα τοῦτο εἰς τὸ νομοσχέδιον, ψέγων αὐτό. Ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία δὲν ὑπάρχει καὶ καθ’ ἑαυτὴν, ἂν ὑπάρχῃ πλέον νῦν μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς. Ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία κατέπεσεν ἐκ τῆς θέσεως καὶ τοῦ βαθμοῦ τῆς ἐκτιμήσεως, τὸν ὁποῖον κατεῖχε καὶ παρὰ τοῖς ὑποστηρίζουσι τὸν θεσμὸν τοῦτον, καὶ κατήντησέ τι, τὸ ὁποῖον καὶ οἱ ἐπιθυμοῦντες τὴν διατήρησιν θέλουσι νὰ ἴδωσιν ὡς τάχιστα καταργούμενον. Ἄν ἦτο ἀνάγκη νὰ διατηρηθῇ σύστημα, ἐμπνέον πλήρη πεποίθησιν εἰς τὸν τόπον περὶ τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἡ ἀστυνομία καθ’ ἑαυτὴν κέκληται νὰ πληρώσῃ ἔν τινι χώρᾳ, καὶ ἂν ἡ ἀπουσία τόσων ἀξιωματικῶν ἐκ τοῦ στρατοῦ συγχρόνως δὲν ἐπέφερε τραῦμα κατὰ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, θὰ ἤμην ἐντελῶς ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας μετὰ τοῦ Ἀρχηγείου. Μὴ ὑπάρχοντος τοῦ Ἀρχηγείου, εἶμαι ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας· διότι, ἐνῷ δὲν ἐκπληροῖ τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν προορίζεται, ἀφ’ ἑτέρου συντελεῖ εἰς τὴν καταστροφὴν καὶ ἀποσύνθεσιν τοῦ στρατοῦ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον κατορθοῖ μόνον νὰ φέρῃ πλήρη χαλάρωσιν εἰς τὸ σύστημα τὸ στρατιωτικὸν, χωρὶς νὰ παρέχῃ οὐδεμίαν ἐγγύησιν περὶ τῆς ἀσφαλοῦς καὶ λυσιτελοῦς καὶ σκοπίμου ἀστυνομικῆς λειτουργίας κατὰ τὸ μέλλον ἐν τῷ Κράτει. Ἡ ὑφὴ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς εἶναι συντεταγμένον, φαίνεται καὶ αὐτὴ ἀρκετὰ περίεργος. Μέγιστον τοὐλάχιστον μέρος τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀσχολεῖται ἀμέσως ἐξ ἀρχῆς μετὰ μεγάλης προσοχῆς καὶ μετὰ μεγάλης λεπτομερείας εἰς τακτοποίησιν τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Νομίζει τις, ὅτι περὶ αὐτῆς κέκληται τὸ νομοσχέδιον νὰ προνοήσῃ, τὸ δὲ περὶ τῆς καθόλου ἀστυνομίας ἐν τῷ Κράτει φέρεται ὡς παράρτημα αὐτοῦ. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἐμὲ νὰ προδικάσω καὶ ἐκφράσω γνώμην περὶ τῶν προθέσεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν σκοπῶν αὐτῆς· ἀλλὰ δύναμαι νὰ εἴπω ἐντεῦθεν, ἐπειδὴ μετὰ πολὺν χρόνον θὰ ἔχωμεν τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὁμιλήσωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ἐπιτρέπεται εἰς ἐμὲ νὰ ἐκφράσω φόβον περὶ τοῦ σκοποῦ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ λέγω ἀπροκαλύπτως τὴν γνώμην μου: φοβοῦμαι μήπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι προωρισμένον νὰ προικίσῃ τὴν πρωτεύουσαν καὶ τὸν Πειραιᾶ διὰ διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἐξ οὗ καὶ τὸ τελευταῖον προστεθὲν ἄρθρον 26 παρενεβλήθη εἰς τὸ τέλος, ἡ δὲ στρατιωτικὴ ἀστυνομία θὰ μείνῃ εἰς τοὺς ἄλλους νομοὺς, βεβαίως ὅμως εἰς τοὺς πλείστους ἐξ αὐτῶν· καὶ τότε ἔσται ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης. Ἂν δὲ τὸ ἄρθρον τοῦτο ψηφισθῇ, θέλετε ἴδει, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία θὰ περιπέσῃ εἰς κατάστασιν οἰκτροτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν οἱ ἀσπονδότεροι ἐχθροὶ αὐτῆς ἀποδίδουσιν εἰς αὐτήν. Θὰ ἐπικρέμαται εἰς ἕκαστον νομὸν ἡ ἀπειλὴ, ὅτι θὰ καταργηθῇ καὶ ἐκεῖ ἡ ἀστυνομία, καὶ θὰ λέγηται καὶ θὰ ἐπαναλαμβάνηται καὶ θὰ αἴρηται ἐκ νέου, οἱ δὲ ὑπηρετοῦντες εἰς αὐτὴν στρατιωτικοὶ ἀστυνόμοι φαντάζεσθε εἰς ποίαν κατάστασιν θὰ εὑρίσκωνται καὶ ἠθικῶς καὶ ψυχολογικῶς. Ἐὰν πρόκειται τὸ νομοσχέδιον νὰ ψηφισθῇ, θὰ ηὐχόμην, ἀνεξαρτήτως τῆς ἄλλης περὶ αὐτοῦ γνώμης μου, νὰ ἔβλεπον ἐξαλειφομένην τὴν διάταξιν τοῦ τελευταίου ἄρθρου, ἔχοντος ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 25. Αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου θέλουσιν ἐφαρμοσθῆ βαθμηδὸν, ἀντικαθιστωμένων τῶν στρατιωτικῶν ἀστυνομιῶν ἐν ἑκάστῳ τῶν νομῶν διὰ τῶν κατὰ τὸν παρόντα νόμον συνιστωμένων ἀστυνομιῶν. Περὶ τῆς τοιαύτης ἐν ἑκάστῳ τῶν νομῶν μεταβολῆς τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως θέλει ἐκδίδοσθαι Β. Διάταγμα, ἐπὶ τῇ προτάσει τῶν Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Στρατιωτικῶν.» Ὥστε ἔχομεν τὴν ἐξακολούθησιν ἑνὸς συστήματος, τὸ ὁποῖον βαθμηδὸν θὰ εἰσάγηται κατὰ δόσεις· καὶ ποῦ; εἰς τόπον ἀποτελούμενον ἐν ἀληθείᾳ ἐκ μικρᾶς σχετικῶς ἐδαφικῆς περιφερείας, εἰς Κράτος τόσον μικρὸν, ὅσον ἡ Ἑλλὰς, ἀποτελούμενον ἐκ 16 νομῶν, τῶν ὁποίων 3 ἢ 4 ἢ 5 θὰ ἀπετέλουν ἀλλοῦ ἓν καὶ μόνον, μίαν διοικητικὴν περιφέρειαν. Ἀλλὰ μήπως πρόκειται περὶ τούτου μόνον; περὶ αὐτῆς τῆς ἀσταθείας, τῆς ὁριζομένης κατὰ νομόν; Ἔχετε τὸ ἄρθρον 15, κατὰ τὸ ὁποῖον εἰς μὲν τοὺς δήμους, τῶν ὁποίων ἡ πρωτεύουσα εἶναι καὶ πρωτεύουσα νομοῦ, συνιστᾶται διοικητικὴ ἀστυνομία, οὐχὶ βεβαίως ἀμέσως. Ἔπειτα τὸ ἄρθρον ἐξακολουθεῖ (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται δὲ νὰ συστηθῇ τοιαύτη (διοικητικὴ) διὰ Β. Διατάγματος καὶ ἐν τοῖς δήμοις, ἐν οἷς ὑπάρχει πρωτεύουσα ἐπαρχίας, καὶ ἐν ἐκείνοις, ὧν ὁ πληθυσμὸς ὑπερβαίνει τὰς δέκα χιλιάδας ψυχῶν, ἐὰν ὁ νομάρχης τοῦ νομοῦ καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ δικαστηρίου τῶν Πλημμελειοδικῶν, ἐν τῇ περιφερείᾳ τῶν ὁποίων κεῖται ὁ δῆμος, ἑκάτερος δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, εἰς ὃ ὑπάγεται, καταδείξωσι τὴν ἐν τῷ δήμῳ ἀστυνομικὴν ἐνέργειαν ἀνίκανον νὰ προλαμβάνῃ τὰς παραβάσεις καὶ τὰ ἐγκλήματα, καὶ νὰ συντελῇ εἰς τὴν ἀνακάλυψιν καὶ τὴν σύλληψιν τῶν διαπραττόντων αὐτὰ, βεβαιώσωσι δὲ διὰ λεπτομερῶν πληροφοριῶν τὴν ὁσημέραι αὔξησιν τῶν πράξεων τούτων καὶ τὴν προβαίνουσαν ἐν τῷ δήμῳ ἐλάττωσιν τῆς ἀσφαλείας, τῆς τάξεως καὶ τῆς εὐπρεπείας. Τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον παραπέμπεται ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἡ πρὸς αὐτὸ ἀναφορὰ τοῦ εἰσαγγελέως, προσκαλεῖ εἰς ἀπολογίαν τὸν δήμαρχον, καὶ ἂν ἐκ ταύτης πεισθῇ, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῶν ἐν τῷ δήμῳ ἀστυνομικῶν ὀργάνων δὲν θέλει ἀρκέσει εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν ἀστυνομικῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου, προκαλεῖ τὸ περὶ συστάσεως διοικητικῆς ἀστυνομίας ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ Β. Διάταγμα, ἐὰν καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τοῦ ὁποίου θέλει προκληθῆ ἡ γνώμη, γνωμοδοτήσῃ ὑπὲρ τῆς συστάσεως αὐτῆς.» Νέα πάλιν ἀστάθεια καὶ νέα—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις —αὐθαίρετος ἐνέργεια, συνεπείᾳ, δὲν ἠξεύρω τίνος, αὐθαιρέτου γνωμοδοτήσεως καὶ ἀποφάσεως τῶν ἑκασταχοῦ ὑπαλλήλων τῆς Κυβερνήσεως, ἐπέρχεται καὶ διὰ τῆς διατάξεως ταύτης, διότι ἀφίεται εἰς τὸν εἰσαγγελέα καὶ τὸν νομάρχην νὰ γνωμοδοτήσωσιν, ἂν οἱ εἰς τὴν περιφέρειαν αὐτῶν διαχειριζόμενοι τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν ἦναι ἱκανοὶ νὰ ἀσκήσωσι τὴν ἀστυνομίαν ἢ ὄχι. Ἀλλὰ θὰ ἔλεγέ τις, (δὲν ἐννοῶ δὲ τοὺς νῦν Ὑπουργοὺς, ἀλλὰ καὶ τοὺς μετ’ αὐτοὺς καὶ πάντας,) θὰ ἔλεγέ τις, ὅτι δὲν θὰ κρίνηται ἡ περὶ τὸ ἀστυνομεῖν ἱκανότης τῶν δημάρχων, παρὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀφαιρῆται ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ, ἐκ τῆς πραγματικῆς ἱκανότητος αὐτῶν, ἀλλ’ ἐξ ὑπαγορεύσεων ἄλλων, ἐκ τῆς εἰς τὸ κρατοῦν πολιτικὸν κόμμα καὶ τῆς εἰς τὴν πολιτικὴν μερίδα προσηλώσεως καὶ ἀφοσιώσεως αὐτῶν. Οὐδεὶς λοιπὸν τῶν δημάρχων τῶν δήμων ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ὑπάρχει ὁ κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο ὁρισμὸς, θὰ ἦναι ἀσφαλὴς περὶ τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας, διότι αἴφνης θὰ ἀφαιρῆται αὕτη ἐξ αὐτοῦ συνεπείᾳ γνωμοδοτήσεως τοῦ εἰσαγγελέως ἢ τοῦ νομάρχου· καὶ ἐνῷ ἔν τινι πρωτευούσῃ ἐπαρχίας, ἐχούσῃ πληθυσμὸν 10,000, ὑπάρχει δημοτικὴ ἀστυνομία, αὔριον θὰ μετατρέπηται εἰς διοικητικήν· μετὰ πέντε ἡμέρας ὅμως, ἐπειδὴ εἰς τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν ἐπιτρέπεται νὰ ὑπηρετῶσι στρατιωτικοὶ, ἡ ἀστυνομία τοῦ δήμου τούτου θὰ μεταβάλληται εἰς στρατιωτικὴν, καὶ δὲν εἶναι ἀπίθανον ἐντὸς μηνὸς νὰ ἴδωμεν δῆμον νὰ ἀλλάξῃ τρία ἀστυνομικὰ συστήματα, τὸ δημοτικὸν, τὸ διοικητικὸν, τὸ στρατιωτικόν...
§241Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς θὰ ἐπανέλθῃ τὸ στρατιωτικόν;
§242ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι εἰς τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν θὰ διορίζωνται καὶ στρατιωτικοί.
§243Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Χαρακτηρίζετε τὴν ἀστυνομίαν ἐκ τῆς ἰδιότητος τῶν ὑπηρετούντων;
§244ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως χαρακτηρίζω τὴν ἀστυνομίαν ἐκ τῶν ὀργάνων καὶ τῆς περιβολῆς αὐτῶν, καὶ πρέπει νὰ τὴν χαρακτηρίζωμεν διὰ τοιούτου ὀνόματος. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, εἶπε καὶ ἐπανέλαβε, λίαν ἐντόνως ἐκφραζόμενος,—καὶ ἐνθυμοῦμαι τότε τὰς ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας ἐκφράσεις του, κατὰ παρελθοῦσαν ἐποχὴν, ὅτε ἐψηφίζετο τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ πρώην Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου νομοσχέδιον,—ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀνεξαρτήτως τῶν τότε ἐκφράσεών του, ἠγόρευσε λίαν θερμῶς ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, ἔκαμεν ἀγορεύσεις, αἵτινες ἦσαν πανηγυρικοὶ ὑπὲρ τοῦ σοφοῦ συστήματος τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, ἀγορεύσεις ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας πολλάκις ἔσχον τὴν εὐτυχίαν νὰ ἀκούσω ἐνταῦθα ἐπὶ ἔτη παρ’ αὐτοῦ, ἐξ ἐκείνων, δι’ ὧν ἐδιδασκόμεθα ἡμεῖς οἱ νεώτεροι. Ἀνεξαρτήτως τῶν ἀγορεύσεων ἐκείνων, ἐσχάτως ἀναλαμβάνων τὴν ἀρχὴν ἔλεγε τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Δὲν στέργομεν νὰ ἀναιρεθῇ τὸ δικαίωμα τῶν δήμων ἐν γένει. Ἡμεῖς στέργομεν ἀντὶ τῶν ἀστυνομικῶν κλητήρων νὰ χρησιμεύωσιν οἱ ἀστυφύλακες ὡς ἀστυνομικοὶ κλητῆρες, ὄχι ὅμως ὡς στρατιωτικὸν σῶμα. Ἕν τοιοῦτον στρατιωτικὸν σῶμα πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, ἡ χωροφυλακή. Δὲν δύνανται δύο σώματα στρατοῦ νὰ διαχειρίζωνται τὴν αὐτὴν ἐντολήν... Νομοθέτημα τοιοῦτο σκοποῦμεν νὰ προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἡ ἐφαρμογή του ἀρχίσῃ ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1896...» κλπ. Ἀλλ’ ἐκ τούτων πάντων οὐδὲν εἴδομεν ἄχρι τοῦδε, μένει δὲ καὶ νῦν καὶ μετὰ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ συζητοῦμεν, ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία. Καλῶς δὲ χαρακτηρίζω τὴν ἀστυνομίαν διὰ τοῦ ὀνόματος καὶ τῆς περιβολῆς τοῦ ἑκάστοτε ἀστυνόμου, διότι εἰς τοὺς δήμους θὰ ἦναι δημοτικὴ ἀστυνομία, ὅταν ἦναι δήμαρχος ὁ ἀστυνόμος, θὰ ἦναι δὲ διοικητική, ὅταν ὁ ἀστυνόμος δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν σχέσιν μὲ τὸν δήμαρχον, ὅταν τὸν ἀστυνόμον διορίζῃ ἐντεῦθεν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία διὰ Β. Διατάγματος, ἄνευ τῆς ἐλαχίστης συμμετοχῆς τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου εἰς τὴν ἐκλογὴν αὐτοῦ. Κατὰ ταῦτα δὲ, καλῶ προσηκόντως στρατιωτικὴν τὴν ἀστυνομίαν, ὅταν ἐν αὐτῇ ὑπηρετῶσι στρατιωτικοὶ, τοὺς ὁποίους ἐγὼ μὲν, ὡς διαχειριζομένους τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, οὐδέποτε ἔκρινα ὡς καλοὺς ἢ κακοὺς, ἀδιάφορον ἐὰν εἶχον ἀφορμὰς ἢ μὴ, οὐδὲ διετύπωσα ἐντεῦθεν παράπονα· παρεπονούμην μάλιστα κατὰ συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι δριμέως ἐξεφράσθησαν κατὰ τῶν ἀστυνόμων διαφόρων περιφερειῶν. Ἐν ταῖς ἀστυνομίαις ἐκείναις, ὅπου θὰ ὑπηρετῶσιν οἱ στρατιωτικοὶ ἀστυνόμοι, θὰ ἐξακολουθήσῃ ὑφισταμένη ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀξιώσωμεν τόσην μεταβολὴν χαρακτῆρος, ὁποία εἶναι ἡ τῶν στρατιωτικῶν, οἵτινες ἕνεκα τῆς μακρᾶς ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματος ἔχουσι καὶ τὰς ἀρετὰς τοῦ ἐπαγγέλματός των καὶ τὰς κακίας αὐτοῦ, διότι πάντοτε ἐθεώρησα αὐτοὺς ἀκαταλλήλους κατὰ τὰ ἐννέα δέκατα πρὸς τὸ ἀστυνομεῖν. Τί θὰ ἔχωμεν λοιπὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου; Καταργεῖται ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία; Τὰ ἄρθρα τοῦ νόμου σᾶς διδάσκουσιν, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία διατηρεῖται· δὲν πρόκειται περὶ καταργήσεως αὐτῆς, ἀλλὰ περὶ εἰσαγωγῆς συστήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάμικτον, ἀσταθὲς, ἀβέβαιον, αὐθαίρετον, καὶ ὡς τοιοῦτον δὲν εἶναι προωρισμένον νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν τάξιν. Ἐγὼ ἐξεφράσθην πάντοτε κατὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ ἐζήτησα τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου. Καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλήν, ὅταν εἶδον τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀναβάλλοντα τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, μετὰ τὰς δοθείσας ἐπαγγελίας του, ἔσπευσα νὰ ὑπενθυμίσω πρὸς αὐτὸν τὴν ὑπόσχεσίν του ἐκείνην. Ἀντὶ δὲ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς, τοῦ ὁποίου ἡ ἐπιψήφισις ὑπῆρξε δεινὸν τραῦμα κατὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἢ μᾶλλον τραῦμα κατὰ τῆς ἀσφαλείας καὶ τάξεως ἐν τῇ χώρᾳ. Ζητῶν τὴν κατάργησιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, εἶχον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ἀπουσία τόσων ἀξιωματικῶν ἐκ τοῦ στρατεύματος συνετέλει εἰς τὴν παραλυσίαν τοῦ στρατοῦ καὶ εἰς βλάβην ἐνίοτε ἀνεπανόρθωτον αὐτῶν τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν ἀπεσπασμένων. Τὴν ἐπάνοδον εἰς τὸ πρώην καθεστώς, εἰς τὸ σύστημα τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, ἔβλεπον δύσκολον, διότι καὶ ἐγὼ ἐνόμιζον μετὰ πλείστων ἐξ ὑμῶν, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκπληρώσῃ ὅλα τὰ καθήκοντα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἐνέργειαν καὶ δρᾶσιν, ἀκριβῶς καὶ τελεσφόρως. Εἶχον λοιπὸν τὴν γνώμην, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἠδύνατο νὰ ἀντικατασταθῇ δι’ ἑτέρου συστήματος, καὶ προέτεινα κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς παρελθούσης βουλευτικῆς περιόδου, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 4ης Ἰανουαρίου 1895, τὴν κατάργησιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας καὶ τὴν εἰσαγωγὴν ἑτέρου συστήματος, στρατιωτικῶς συντεταγμένου, ἀλλὰ μὴ θίγοντος καὶ μὴ παραβλάπτοντος τὸν στρατόν. Προέτεινα τὴν ἀντικατάστασιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας «διὰ τοῦ καταλλήλου»—εἶναι αἱ λέξεις, τὰς ὁποίας ἔλεγον τότε, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν βουλευτικὴν περίοδον,—«διὰ τοῦ καταλλήλου ἀναπληρωτοῦ αὐτῆς, διὰ τῆς φυσικῆς εἰς τὰς εὐνομουμένας χώρας ἀστυνομίας, διὰ τῆς χωροφυλακῆς». Ἐὰν ἀντελήφθην καλῶς,—καὶ ἐλπίζω ὅτι δὲν ἐπλανήθην—ψιθυρισμὸς τις ἀποδοκιμασίας ἐξέφυγεν ἔκ τινων ἐδωλίων τῆς αἰθούσης ἐπὶ τῇ γνώμῃ τῆς ἀντικαταστάσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας διὰ τῆς χωροφυλακῆς. Ἡ χωροφυλακὴ ἐν τῇ ἱστορίᾳ της ἐν Ἑλλάδι ἔχει βεβαίως καὶ αὐτὴ σελίδας τινὰς οὐχὶ λίαν φαεινάς. Εὐτυχῶς ὅμως αἱ σελίδες αὗται ἀνάγονται εἰς λίαν ἀπομεμακρυσμένον χρόνον· εὐτυχῶς νῦν ἡ χωροφυλακὴ εἶναι κατηρτισμένη κατὰ τρόπον ἀξιοζήλευτον ἀληθῶς, ὑπὸ ἔποψιν ἀξιωματικῶν,—διότι περὶ αὐτῶν κυρίως πρόκειται— ἐφ’ ὅσον οἱ ἄνδρες ἐκτελοῦσι διετῆ θητείαν καὶ ἔρχονται καὶ παρέρχονται ἀκαταπαύστως. Ἡ χωροφυλακὴ παρ’ ἡμῖν εἶναι κατηρτισμένη ἄριστα κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους, καὶ δύναται—τοῦτο εἶναι ἰδική μου γνώμη καὶ πεποίθησις ἀκλόνητος—δύναται νὰ πληρώσῃ τὰς ἀστυνομικὰς λειτουργίας ἁπάσας μετὰ μεγάλης ἐπιτυχίας. Ἔχομεν πρὸ ἡμῶν ὑποβεβλημένον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σήμερον μὲν κατέχει ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀριθμὸν 67, σπανίως δὲ εἶδε, σχετικῶς πρὸς τὸν ὅλον ἀριθμὸν τῶν ἀναγραφομένων νομοσχεδίων, θέσιν εὐνοϊκωτέραν καὶ εὐελπιστικωτέραν ὡς πρὸς τὴν συζήτησιν, τὸ νομοσχέδιον «περὶ μεταβολῆς τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς». Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπεβλήθη μεταξὺ τῶν πρώτων, ὑπεβλήθη κατὰ τὴν 27 Ἰανουαρίου 1896, ἀλλὰ, δὲν ἠξεύρω πῶς, ἐνεποίησεν ἀμέσως τὴν ἐντύπωσιν, ὄχι μόνον εἰς ἐμὲ, ἀλλὰ καὶ εἰς πλείστους τῶν κ. κ. συναδέλφων, ὅτι ὑπεβλήθη, ἵνα ὑποβληθῇ μόνον.
§245ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἀρκεῖ ὅτι ἀνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§246ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθῶς διότι ἔχομεν ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον οὐδὲ τὴν τύχην αὐτήν... Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἡ χωροφυλακὴ αὐξάνεται εἰς 6,500 ἄνδρας. Ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο, ἢ δὲν πρόκειται, ὡς φαίνεται ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ χωροφυλακὴ νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ἀστυνομίαν τῆς χώρας, μὰ τὴν ἀλήθειαν δὲν βλέπω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπεβλήθη μὲ ἀξιώσεις νὰ ψηφισθῇ καὶ νὰ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους ἀπαιτεῖ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τῆς χωροφυλακῆς, δυνάμεθα καθ’ ὁλοκληρίαν νὰ ἀναπληρώσωμεν πᾶσαν ἀστυνομικὴν ἀνάγκην ἐν τῇ χώρᾳ. Ἐπανειλημμένως εἶχον ζητήσει πληροφορίας κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον καὶ κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν, δηλαδὴ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον, τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν· μοὶ ἐδόθη δ’ ἐπανειλημμένως ἀριθμὸς, ποικίλλων μεταξὺ 6,000 καὶ 6,500. Τόσοι εἶναι ἅπαντες οἱ ἀσχολούμενοι εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, ἀστυφύλακες, χωροφύλακες, εὔζωνοι, πεζοὶ, ἱππεῖς, ἐνίοτε δὲ καὶ ἔκ τινων ἄλλων σωμάτων τοῦ στρατοῦ ἐπιβοηθητικῶς ἢ προσωρινῶς τοὐλάχιστον. Ἐὰν 6,500 ἄνδρας ἀπασχολῇ ἡ ἀστυνομία δι’ ὅλην τὴν ὑπηρεσίαν της, διατὶ δὲν ἀναθέτομεν ὁλόκληρον τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν χωροφυλακὴν, κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ εἰσαχθὲν ἀνερχομένην εἰς 6,500 ἄνδρας, ἵνα οὕτως ἐλευθερώσωμεν τὸν στρατὸν ἀπὸ τὴν ἀστυνομίαν, λείψῃ δὲ ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία, καὶ νὰ μὴ ἐπανέλθωμεν καὶ εἰς τὴν δημοτικὴν, δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι φίλοι τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας; Διὰ δαπάνης μικρᾶς, διὰ δαπάνης ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ μικροτέρας τῆς δαπάνης τοῦ συστήματος τοῦ εἰσαγομένου διὰ τοῦ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ψηφιζομένου νομοσχεδίου, δι’ ὀργανισμοῦ στρατιωτικοῦ, ἐνῷ δὲν ζημιοῦται δι’ αὐτοῦ ὁ στρατὸς, καὶ διὰ διοικήσεως καὶ διευθύνσεως ἀσφαλεστέρας, ὡς ἐκ τοῦ στρατιωτικοῦ χαρακτῆρος τοῦ σώματος, θὰ ἔχωμεν ἀστυνομίαν, ἡ ὁποία νὰ δύναται νὰ πληροῖ τὸν προορισμόν της. Ἐὰν δὲ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἀστυνομίας, ἐκτελουμένης διὰ τῆς χωροφυλακῆς, τάξωμεν καὶ ἓν Ἀρχηγεῖον χωροφυλακῆς, ἀδιάφορον ἐὰν ἡ ἀστυνομία θὰ ἐξαρτηθῇ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἤ, ἵνα εἴπω καλλίτερον, ἀδιάφορον ἐὰν τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς θὰ ἑδρεύῃ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἢ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ ἔχωμεν ἀστυνομίαν, ἡ ὁποία θὰ παρέχῃ πᾶσαν ἐγγύησιν περὶ τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ προορισμοῦ τῆς ἀστυνομίας ὡς ἐν ἑκάστῃ εὐνομουμένῃ χώρᾳ. Τοῦτο προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται μὲν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔχομεν νῦν ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ δὲν θὰ ἦναι καὶ ὑποχρεωμένη νὰ κυρώσῃ καὶ ἐκτελέσῃ αὐτὸ ποσῶς, ἀφοῦ, ὡς ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 26, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα, δὲν εἶναι προωρισμένον καὶ νὰ ἐκτελεσθῇ εἰς ὅλον τὸ Κράτος, θὰ ἐκτελῆται δ’ ἐν μέρει μόνον. Ἄς μὴ ἐκτελεσθῇ καὶ κατὰ τὸ μέρος τοῦτο, ἂς ἀφεθῇ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἐπί τινα καιρὸν ἔτι, ἀφοῦ δὲν πρόκειται νὰ ἀναπληρωθῇ διὰ συστήματος, τὸ ὁποῖον νὰ ἀντισταθμίζῃ τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὰ παρασχεθησόμενα ἀγαθὰ, τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας προξενεῖ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία εἰς τὸν στρατὸν διὰ τῆς ἀφαιρέσεως τόσων ἀξιωματικῶν ἀπ’ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶχεν ἐπαγγελθῆ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ὅτι ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους τούτου θὰ ἐτίθετο εἰς ἐνέργειαν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 19 Ἰουλίου, ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἄν μὴ ἐσκέπτετο ὄντως περὶ ψηφίσεως ἢ περὶ κυρώσεως τοῦ νόμου τούτου, δὲν ἐφρόντισεν οὐδὲ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν νὰ ἀναγράψῃ τὸ ἀναγκαῖον διὰ τὴν λειτουργίαν τῆς ἀστυνομίας ποσὸν, οὐδὲ νὰ ἀναγράψῃ ἐν τοῖς ἐσόδοις τὴν εἰσφορὰν τῶν δήμων.
§247Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ συγχωρεῖτε;
§248ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ μάλιστα.
§249Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀνεγράφησαν ὅλα τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν παρελθόντων ἐτῶν διὰ τὴν ἀστυνομίαν, δὲν ἀνεγράφη μόνον τὸ ἔσοδον, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γνωρίζω πότε θέλει παύσει λειτουργοῦσα ἐν ἑκάστῳ νομῷ, καὶ διὰ τοῦτο θέλω προτείνει πρόσθετον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον θέλει προστεθῆ ὡς ἄρθρον 27. Τώρα δὲν ἠξεύρω ἐὰν θὰ κυρωθῇ ἢ δὲν θὰ κυρωθῇ ὁ νόμος· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον προβλέπω περὶ τῆς συμπληρώσεως τοῦ νομοσχεδίου, θέλω προτείνει αὐτήν.
§250ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον τὸ πρόσθετον βεβαίως δὲν ἠδυνάμην νὰ γνωρίζω, ἀλλὰ καὶ τὸ ἄρθρον τὸ πρόσθετον...
§251Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς ἐμβάλλει εἰς ἀνησυχίας.
§252ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§253Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ σᾶς καθησυχάσω.
§254ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸ δείξῃ ὁ χρόνος, καὶ θὰ περιμείνω τὴν ἐκ τοῦ χρόνου καθησύχασιν. Ἔχω πάντοτε τὴν ἀνησυχίαν, ὅτι οὐδὲ διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς ἀσταθείας, ἐκ τῆς ἀβεβαιότητος ὡς πρὸς τὸ ἀστυνομικὸν σύστημα, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα τώρα.
§255ΡΑΖΕΛΟΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς, κύριοι συνάδελφοι, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τὴν γνώμην δὲ ταύτην δὲν ἔχω κανένα λόγον, ἵνα μεταβάλω ἤδη. Εἶμαι, ὡς εἶπον καὶ τότε, κατ’ ἀρχὴν κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τοῦτο δὲ διότι θεωρῶ αὐτὸν ἀντικείμενον εἰς τὸ πνεῦμα τῶν διεπόντων ἡμᾶς θεσμῶν καὶ ἰδίως διότι τὸν θεωρῶ ὡς βλαβερὸν εἰς τὸ στράτευμα, ὡς τείνοντα νὰ ἐπιφέρῃ τὴν παραλυσίαν εἰς τὰς στρατιωτικὰς τάξεις μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν. Δι’ αὐτὸν δὲ ἀκριβῶς τὸν λόγον εἶμαι καὶ κατὰ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν τινὲς ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων ὑπεστήριξαν, ὅτι ἡ ἀστυνομία καλὸν εἶναι νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὴν χωροφυλακήν, καθόσον, ὡς γνωστόν, καὶ ἡ χωροφυλακὴ εἶναι στρατιωτικὸν σῶμα, βεβαίως δὲ, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρχει ἄτοπόν τι ἐν τῇ ὑπάρξει στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἐνασκουμένης παρὰ τῶν ἄλλων στρατιωτικῶν σωμάτων, τὸ ἄτοπον τοῦτο ἐνυπάρχει καὶ ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς ἀστυνομίας παρὰ τῆς χωροφυλακῆς. Ἐπειδή, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἡ χωροφυλακή, μολονότι ἔχει ἀνακριτικά τινα καὶ ὀλίγα ἀστυνομικὰ καθήκοντα, εἶναι σῶμα στρατιωτικόν, σῶμα συμπληρωματικὸν τοῦ στρατοῦ...
§256ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ χωροφυλακὴ ἔχει ἀστυνομικὰ καθήκοντα.
§257ΡΑΖΕΛΟΣ. Ἡ χωροφυλακὴ δὲν εἶναι σῶμα ἀστυνομικὸν, εἶναι σῶμα στρατιωτικόν.
§258ΜΑΝΕΣΗΣ. Ποῖος τὸ λέγει;
§259ΡΑΖΕΛΟΣ. Τὸ λέγουσιν ὅλοι οἱ ὀργανισμοὶ τοῦ στρατοῦ.
§260Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ λέγει «σῶμα βοηθητικὸν τῆς ἀστυνομίας».
§261ΡΑΖΕΛΟΣ. Τὸ διάταγμα τοῦ 1833, τὸ ὁποῖον ἐπέχει τόπον νόμου, διότι ἐξεδόθη ἐπὶ Ὄθωνος, ἄρχεται διὰ τῶν λέξεων «Ἡ χωροφυλακὴ εἶναι σῶμα συμπληρωματικὸν τοῦ στρατοῦ». Διὰ τοῦτο τὸ εἶπον. Δὲν ἀρνοῦμαι βεβαίως, ὅτι ἡ χωροφυλακὴ εἶναι σῶμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀστυνομικὰ καθήκοντα, ἔχει ὅμως τὴν ἐποπτείαν ἰδίως τῆς δημοσίας τάξεως καὶ τῆς ἀσφαλείας, οὐχὶ τὴν ἰδιαιτέραν ἀστυνομίαν, τὴν καθαυτὸ ἀστυνομίαν, οἷα π.χ. ἡ φροντὶς περὶ τῆς δημοσίας ὑγείας, ἡ φροντὶς περὶ τῆς δημοσίας ἠθικῆς, ἡ φροντὶς περὶ τῆς καθαριότητος· ταῦτα δὲν ἀνάγονται εἰς τὰ κύρια καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς, εἶναι ἀστυνομικὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι καμμίαν σχέσιν μὲ τὰ καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι καὶ εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς κανονισμοὺς καὶ εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς ἐκστρατείας γίνεται μνεία, ὅτι ἐν ἀνάγκῃ καὶ ἐν ἐκστρατείᾳ, ἡ χωροφυλακὴ καθίσταται σῶμα ἐπικουρικὸν τῶν ἄλλων σωμάτων, ἀνεξαρτήτως τῆς στρατονομικῆς ὑπηρεσίας, μὲ τὴν ὁποίαν περιβάλλεται παρὰ τῶν νόμων καὶ τῶν στρατιωτικῶν κανονισμῶν. Ὁ χαρακτὴρ οὗτος τῆς χωροφυλακῆς, τοῦ νὰ ἦναι στρατιωτικὸν σῶμα, θὰ τείνῃ νὰ μεταβληθῇ διὰ τῆς ἀναθέσεως εἰς αὐτὴν τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων, διότι αὕτη θὰ τὴν ἀπομακρύνῃ ἀπὸ πάσης στρατιωτικῆς ἕξεως. Τώρα, ἂν πρόκειται ἡ χωροφυλακὴ νὰ γείνῃ ἀστυνομία, διαφέρει τὸ ζήτημα· ἀλλὰ σῶμα στρατιωτικόν, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ τὴν ἀνωτέραν ἐποπτείαν τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας, σῶμα στρατιωτικόν, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ τὴν στρατονομὴν ἐν τοῖς στρατοπέδοις, σῶμα στρατιωτικόν, τὸ ὁποῖον νὰ παρακολουθῇ τὰ στρατεύματα εἰς τὰς ἐκστρατείας, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ὑπάρχῃ εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, ὡς καὶ ὑπάρχει· καὶ ἂν τὴν ἀστυνομίαν ἀναθέσητε εἰς τὴν χωροφυλακήν, πρέπει νὰ δημιουργήσητε ἄλλο σῶμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἦναι περιβεβλημένον τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ χωροφυλακή, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ὀνομάσητε τὸ σῶμα τοῦτο. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον φρονῶ, ὅτι εἰς τὴν χωροφυλακήν, ὡς σῶμα στρατιωτικόν, δὲν πρέπει νὰ ἀνατεθῶσι τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα. Ἴσως τοῦτο θὰ τείνῃ πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ἀξιωματικῶν της, συνεπῶς δὲ καὶ ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω εἰς τὸ σῶμα τοῦτο,—διότι ἀναγκαίως πολλαὶ καὶ ποικίλαι θέσεις καὶ βαθμοὶ θὰ δημιουργηθῶσιν,—ἀλλὰ φρονῶ ἐν πεποιθήσει, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ γείνῃ, καὶ φρονῶ ὅτι τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχω ὑπὲρ τοῦ γενικοῦ συμφέροντος, εἶναι ἀνώτερον παντὸς ἰδιαιτέρου τοιούτου. Ἵνα καταδείξω δὲ ὁπόσον τὰ καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς δὲν εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀστυνομικὰ, θὰ ὑπομνήσω πρὸς ὑμᾶς ἓν καὶ μόνον περιστατικόν. Γνωρίζετε ὅτι πολλάκις πρὸς ἐπιτυχεστέραν καὶ σκοπιμωτέραν ἐνέργειαν ἐν σπουδαίῳ τινὶ ἐγκλήματι, εἰς μίαν μυστηριώδη κλοπὴν, παραδείγματος χάριν, εἰς ἕνα μυστηριώδη φόνον, τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα ἀναγκάζονται νὰ μεταμφιέννυνται. Τοῦτο συμβαίνει εἰς ὅλας τὰς ἀστυνομίας τοῦ κόσμου. Καὶ ὅμως ὁ Κανονισμὸς τῆς χωροφυλακῆς ἀπαγορεύει εἰς τοὺς ἄνδρας, τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὸ σῶμα τοῦτο, τὸν μεταμφιεσμόν. Ἀπόδειξις, νομίζω, ὅτι τὸ σῶμα τοῦτο περιβάλλεται μὲ κύκλον καθηκόντων ἀλλοῖον ἐκείνου, ὁ ὁποῖος περιβάλλει τὰ σώματα τὰ ἀστυνομικά. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι καὶ εἰς τὸν στρατὸν ἐν γένει καὶ εἰς τὴν χωροφυλακὴν δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀνατεθῇ ἡ ἀστυνομία τοῦ Κράτους, τὰ ἰδιαίτερα ἀστυνομικὰ καθήκοντα, ἡ τοπικὴ ἀστυνομία, τὰ ζητήματα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν δημοσίαν καθαριότητα, τὴν δημοσίαν εὐπρέπειαν, τὴν δημοσίαν ὑγείαν, τὴν δημοσίαν ἠθικήν. Ταῦτα εἶναι καθήκοντα τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας, τὰ ὁποῖα, εἶπον καὶ ἄλλοτε καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ ἤδη, ὅτι πρέπει νὰ ἐξασκῶνται παρὰ σώματος ἀνεξαρτήτου τοῦ στρατοῦ καὶ, ὡς φρονῶ, παρὰ σώματος ἐκ πολιτῶν· καὶ νομίζω ὅτι, ἂν ἡ κατάστασις ἡμῶν ἦτο διαφορετικὴ, τὸ ὀρθότερον σύστημα θὰ ἦτο τὸ τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν, τῶν ἀστυνομιῶν τῶν ἀσκουμένων ἀπὸ δημότας, σύστημα ὅμως, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς δὲν ηὐδοκίμησε παρ’ ἡμῖν, διότι ὅλοι γινώσκομεν, ὅτι, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία διετέλει ἐν ἐνεργείᾳ, πᾶν ἄλλο παρὰ ἡ τάξις, ἡ καθαριότης κτλ. ἐξυπηρετοῦντο. Παρέλειψα νὰ ἀπαντήσω καὶ εἰς ἄλλην τινὰ γνώμην. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ φίλος μου Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς πρὸ ὀλίγου ἐξεφράσθη περὶ τῆς χωροφυλακῆς, ὅτι βεβαίως καὶ αὐτὴ ἔχει τὰς μαύρας αὐτῆς σελίδας ἐν τῇ μέχρι τοῦδε ἱστορίᾳ...
§262ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν λίαν ἀφεστῶτι παρελθόντι.
§263ΡΑΖΕΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ παρόντος ἢ παρελθόντος καὶ ἐγγὺς μέλλοντος... Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι πολλάκις δυνατὸν νὰ ἔδωσαν ἀφορμὴν παραπόνων, ἀφορμὴν κατηγοριῶν, τὰ ἄτομα τὰ ἀνήκοντα εἰς τὸ σῶμα τοῦτο. Νομίζω ὅμως, ὅτι πάντες ὑμεῖς δὲν δύνασθε παρὰ νὰ ἀναγνωρίζητε τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ἔχει προσφέρει τὸ σῶμα τοῦτο εἰς τὸ ἔθνος, δὲν δύναταί τις δὲ νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ πάντες ἐγκατέλιπον τὰς θέσεις των, ἡ χωροφυλακὴ ἔμεινε πιστὴ εἰς τὸ καθῆκόν της, καὶ ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλοι ἐγκατέλιπον τὸν ἐκδιωκόμενον βασιλέα, μόνον ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς εὑρέθησαν, οἱ ὁποῖοι, ἀκίνητοι εἰς τὰς θέσεις, εἰς ἃς ἔταξεν αὐτοὺς ὁ ὅρκος των καὶ ἡ Πολιτεία, ἐπροτίμησαν νὰ διαμελισθῶσι, παρὰ νὰ δώσωσι χεῖρα βοηθείας κατὰ τοῦ ἐκδιωκομένου καὶ ὑπὸ πάντων ἐγκαταλειπομένου Βασιλέως. Ἐὰν ὅμως, κύριοι Βουλευταὶ, ἦμαι κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω καὶ μὲ τοὺς συναδέλφους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν ὅτι ἀπέτυχεν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ, διότι φρονῶ, καὶ φρονῶ ἐν πεποιθήσει, ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε ἐνέργεια τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἀπὸ τῆς συστάσεώς της εἶναι ἐπιτυχὴς, ὅτι ἀνεξαρτήτως μερικῶν τινων ἀτοπημάτων, ἐὰν ἐξετάσῃ τις τὸ σύνολον τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς, δὲν δύναται παρὰ νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἐξυπηρέτησε τὴν δημοσίαν τάξιν, ὅτι ἐξυπηρέτησε τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Παρήγορον δὲ νομίζω, ὅτι εἶναι διὰ τὸν στρατὸν ἡμῶν τὸ γεγονὸς, ὅτι, ἐνῷ πολλαὶ κατηγορίαι ἐξετοξεύθησαν κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν ἀστυνόμων, ἐκ τῶν κατηγοριῶν τούτων οὐδεμία εἶναι τοιαύτη, ὥστε ν’ ἀποτελέσῃ μομφὴν ἐπὶ παραβάσει ὑποχρεώσεων πρὸς τὴν τιμὴν, ἐπὶ παραβάσει ὑποχρεώσεων πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν παρεξετράπησαν, καὶ παρεξετράπησαν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον βιαιοπραγοῦντες, ἀλλ’ ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, νομίζω ὅτι αὐτὴ ἡ προέλευσίς των ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἄγει εἰς τὰ ἄτοπα, εἰς τὰ ὁποῖα περιέπεσαν. Πῶς εἶναι δυνατὸν, κύριοι Βουλευταὶ, ἀξιωματικὸς ὁ ὁποῖος ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὸν στρατὸν, ἀπὸ κύκλον εἰς τὸν ὁποῖον εἶναι συνειθισμένος νὰ θεωρῇ τὴν θέλησίν του ὡς νόμον πρὸς τοὺς κατωτέρους, καὶ τὴν θέλησιν τῶν ἀνωτέρων ὡς νόμον δι’ αὐτὸν, καὶ ὁ ὁποῖος ἐξαίφνης ῥίπτεται ἐν τῷ μέσῳ ὅλων τῶν ἀτάκτων κοινωνικῶν στοιχείων, μεταξὺ τῶν ὁποίων θὰ ἀπαντήσῃ ἀντιῤῥήσεις, ἀντιστάσεις, καταφορὰς, πῶς εἶναι δυνατὸν, λέγω, νὰ μὴ ἔλθῃ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς νὰ παρεκτραπῇ; Νομίζω ἄλλως τε, ὅτι καὶ εἰς παρελθοῦσαν ἐποχὴν τοιαῦταί τινες παρεκτροπαὶ συνέβησαν περισσότεραι παρ’ ἐκείνας αἱ ὁποῖαι ἀποδίδονται εἰς τοὺς στρατιωτικούς. Δὲν λησμονεῖτε, πιστεύω, ὅτι ἐν μέσαις Ἀθήναις ἐξεῤῥιζώθησαν μύστακες ἀπὸ πολιτικοὺς ἀστυνόμους, καὶ συνέβησαν ἄλλαι τοσαῦται βιαιότητες καὶ παρανομίαι, ὥστε πολλάκις ἠγέρθησαν ἀντιπρόσωποι τῆς Ἀττικῆς, μεταξὺ τῶν ὁποίων καταλέγεται καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διεμαρτυρήθησαν κατὰ τῶν κακώσεων τῶν ἐπενεχθεισῶν παρὰ πολιτικῶν ἀστυνόμων· ἴσως δέ τις ἐξ ὑμῶν ἐνθυμεῖται, ὅτι ἀστυνόμος τις εἰς πλησιόχωρον χωρίον τῶν Ἀθηνῶν ἔδεσεν ὄπισθεν τοῦ ἵππου του καὶ ἐπὶ πολὺ διάστημα ἔσυρεν οὕτω χωρικόν τινα, ὅστις συνελήφθη κλέπτων ὄρνιθας. Ἐρχόμενος ἤδη, κύριοι Βουλευταὶ, ἐπὶ τὴν ἐξέτασιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τοῦ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντος, νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν πληροῖ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ἀπαιτεῖται νὰ πληροῖ νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ δημιουργήσῃ σύστημα ἀστυνομίας πρὸς ἀντικατάστασιν τῆς στρατιωτικῆς. Δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω καὶ ἐγὼ, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι τρισυπόστατον, διότι βεβαίως τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν δὲν τὴν καταργεῖ τὸ σύστημα τοῦτο, ἀφοῦ οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ διορίζωσιν ἀξιωματικοὺς ἀστυνόμους, καὶ δύνανται νὰ διορίζωσιν αὐτοὺς εἰς τὰ τρία τέταρτα τῶν δήμων τῆς Ἑλλάδος. Βλέπω ὅτι ἔχομεν ἀφ’ ἑνὸς στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ἀφ’ ἑτέρου διοικητικὴν καὶ ἐκ τρίτου δημοτικὴν τοιαύτην. Ὑπενθυμίζω δὲ τὸ μέγα ἀτόπημα, τὸ ὁποῖον ἀναποφεύκτως θὰ συνεπιφέρῃ ἡ ἐν ταῖς μεταξὺ ἀστυνόμων στρατιωτικῶν καὶ ἀστυφυλάκων μὴ τοιούτων σχέσεσιν ἔλλειψις τοῦ δεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἱεραρχίας, καὶ ἡ ἐντεῦθεν ἀδυναμία τῶν πρώτων εἰς τὸν ἐξαναγκασμὸν τῶν δευτέρων εἰς ὑπακοὴν καὶ σεβασμόν· βεβαίως δὲ οἱ στρατιωτικοὶ ἀστυνόμοι δὲν θὰ δύνανται νὰ ἐπιβάλλωνται εἰς τοὺς ἀστυφύλακας, καλῶς γινώσκοντας, ὅτι ἐκεῖνοι οὐδεμίαν δικαιοδοσίαν ἀξίαν λόγου ἔχουσιν ἐπ’ αὐτῶν, διότι οὔτε νὰ τοὺς παύσῃ, οὔτε νὰ τοὺς μεταθέσῃ, οὔτε νὰ τοὺς τιμωρήσῃ ὁ στρατιωτικὸς ἀστυνόμος θὰ δύναται. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι προκειμένου νὰ εἰσαχθῇ τοιοῦτος νόμος εἶναι μυριάκις προτιμότερον νὰ διατηρηθῇ ὁ ὑπάρχων. Νομίζω δὲ καὶ ἐγὼ, ὅτι πρέπει νὰ ἐκφράσῃ τις τὴν ἀμφιβολίαν, ἐὰν ὁ νόμος οὗτος ψηφιζόμενος θὰ τεθῇ ἐν ἐνεργείᾳ, καὶ θὰ ἐφαρμοσθῇ. Τοῦτο δὲ λέγω, ὄχι διότι ἀμφισβητῶ τὴν καλὴν πρόθεσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ διότι πέποιθα, ὅτι, μὲ ὅλην τὴν πρόθεσιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος ἔχει, θὰ ἀναγκασθῇ νὰ διατηρήσῃ τὸ ὑπάρχον σύστημα, ὅταν εὑρεθῇ ἀπέναντι τῶν δυσχερειῶν, τὰς ὁποίας θὰ παρουσιάσῃ τὸ σύστημα τὸ προτεινόμενον δυσχερειῶν, ἃς θὰ ἐπιτείνῃ ἡ τελευταία διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν ἡ μεταβολὴ τοῦ συστήματος καὶ ἡ διανομὴ τῶν ἀστυνομικῶν περιφερειῶν θέλει γίνεσθαι διὰ διαταγμάτων. Νομίζω ἄλλως τε, ὅτι καὶ πράξεις τινὲς τῆς Κυβερνήσεως δίδουσιν ἡμῖν τὸ δικαίωμα νὰ συλλάβωμεν τοιαύτην ὑπόθεσιν. Αἱ πράξεις δὲ αὗται εἶναι διαταγαὶ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν τῶν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν, ἀντιβαίνουσαι εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διότι, ἐνῷ τοῦτο ἀναγράφει, ὅτι μετὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου δὲν ἐπιτρέπεται νὰ καταταχθῶσι νέοι ἀστυφύλακες, οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ κατέταξαν μετὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου νέους τοιούτους. Διὰ τοὺς λόγους τούτους θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὡς ἔχει, ἀλλὰ νὰ προτιμήσῃ νὰ μείνῃ τὸ ἰσχῦον σύστημα, ἐνόσῳ δὲν ἐξευρίσκεται καλλίτερον τοιοῦτον· διότι, ἐπαναλαμβάνω, οὔτε ἡ δημοσία τάξις καὶ ἀσφάλεια ἐξυπηρετοῦνται δι’ αὐτοῦ, οὔτε μόνιμον καὶ ἐπιτυχὲς ἀστυνομικὸν καθεστὼς δημιουργεῖται.
§264ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ εὑρίσκω ἀληθῶς παράδοξον τὸ σύστημα τὸ μέλλον ν’ ἀντικαταστήσῃ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν. Ἐξετάζων δὲ τοῦτο ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς συγκροτήσεως τοῦ σώματος τῆς ἀστυνομίας, εὑρίσκω ὅτι ἡ μέλλουσα ἀστυνομία ἔσται σῶμα μικτὸν, θ’ ἀποτελῆται δὲ ἐξ ἀστυνομίας δημοτικῆς καὶ διοικητικῆς, κατά τινα δὲ προσωρινὴν ἢ μεταβατικὴν διάταξιν, δι’ ἧς ἐπιτρέπεται ἡ βαθμιαία μετάβασις ἀπὸ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας εἰς τὴν διοικητικὴν ἢ καὶ τὴν δημοτικὴν, θὰ παραμείνῃ ἐν ἰσχύϊ καὶ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία. Ἤδη ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω, ἐὰν τὸ σύστημα, τὸ μέλλον νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, θὰ ἦναι ἱκανὸν νὰ παράσχῃ τὰς ἀναμενομένας ὑπηρεσίας, τουτέστι νὰ παράσχῃ τὴν ἀσφάλειαν εἰς τὴν χώραν. Τοὺς φόβους, οὓς ἐγὼ ἔχω, παρετήρησα ὅτι τοὺς ἔχει καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ εἶχε τοὺς φόβους τούτους εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι παρετήρησα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνοδεύει ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανώσεως τῆς χωροφυλακῆς· καὶ ἐξήγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία δὲν πρόκειται ν’ ἀσχοληθῇ εἰς τὰ τῆς ἀσφαλείας τῶν δήμων, ἀλλὰ πρόκειται ἁπλῶς νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ὑγείας, τῆς ἀγροτικῆς ἀσφαλείας, καὶ τὰ παρόμοια. Εἰς ἄλλους εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ἀσφάλεια τῆς χώρας, καὶ ἀληθῶς τὴν ἀσφάλειαν τῆς χώρας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀναθέτει εἰς τὴν χωροφυλακὴν, καὶ διὰ τοῦτο τὸ περὶ ὀργανώσεως τῆς χωρυφυλακῆς νομοσχέδιον περιέλαβε δύναμιν μεγάλην, ὑπὲρ τὰς 6,000, σὺν τῇ δυνάμει δὲ τῇ προσκεκολλημένῃ εἰς ταύτην, ἐξ ἑτέρων χιλιάδων ἀνδρῶν, αὕτη ἀποτελεῖ δύναμιν ἐξ ἑπτὰ χιλιάδων ἀνδρῶν. Εἰς ταύτην λοιπὸν τὴν δύναμιν θ’ ἀνατεθῇ ἡ ἀσφάλεια τῆς χώρας· διότι, ὡς ἔλεγεν, ἡ ἀσφάλεια τῆς χώρας δὲν ἔγκειται εἰς τὰς πόλεις, κωμοπόλεις καὶ χωρία, ἀλλ’ εἰς τὰ μεταξὺ τούτων διαστήματα, καὶ οἱονεὶ παρίστα, ὅτι οἱ φυγόδικοι, οἱ λησταὶ, οἱ φυγόποινοι καὶ πᾶν στοιχεῖον κακοποιὸν εὐθὺς, ὡς θὰ ἐπεδίδοντο εἰς μίαν ἐκ τῶν τάξεων τούτων, θὰ ἀπεχώρουν ἀμέσως τῶν κατῳκημένων μερῶν καὶ θὰ ἀπήρχοντο εἰς τὰ ὄρη καὶ τὰς πεδιάδας, ἵνα ἀνέτως καταταχθῶσιν εἰς τὰ σώματα ἐκεῖνα, τὰ ἰδανικὰ καὶ φαντασιώδη, τῶν ληστῶν καὶ φυγοδίκων καὶ ἐν γένει τῶν κακοποιῶν στοιχείων. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, νομίζω ὅτι πάντα ταῦτα τὰ στοιχεῖα κατοικοῦσιν εἰς τὰς πόλεις καὶ τὰς κωμοπόλεις καὶ τὰ χωρία, καὶ ἐκεῖ διαπράττουσι τὰς ἐγκληματικὰς αὐτῶν πράξεις. Ἰδοὺ λοιπὸν, τίνες ἦσαν οἱ φόβοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ πάνυ δικαίως, καὶ δι’ αὐτὸ τοῦτο ἐμερίμνει περὶ τῆς χωροφυλακῆς. Καὶ τὴν χωροφυλακὴν ἀληθῶς θὰ ἔχωμεν εἰς τὸ μέλλον διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, καὶ εἰς ταύτην θὰ ἀνατεθῇ ἡ πραγματικὴ τῆς χώρας ἀστυνομία μὲ μόνην τὴν διαφορὰν, ὅτι θὰ φέρῃ ὅλως διάφορον τύπον, οὐχὶ πλέον τὸν τύπον, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ὑπάρχει σήμερον, ἀλλὰ τὸν τύπον τῆς στρατιωτικῆς μεταβατικῆς ὑπηρεσίας. Ἐφοβεῖτο ἡ πτέρυξ αὕτη (δεικνύει τὴν δεξιὰν), ἴσως καί τινες ἐντεῦθεν, τὰς δῆθεν πιέσεις τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ ἔσπευδον νὰ καταγγέλλωσι τὰς ἰδανικὰς παρανομίας καὶ τὰς αὐθαιρεσίας τῶν ἀστυνομικῶν στρατιωτικῶν ὀργάνων, καὶ δὲν φοβοῦνται τῆς μεταβατικῆς ὑπηρεσίας τὰς ἀληθεῖς πιέσεις καὶ τὰ ἀφόρητα βάρη,—διότι ἡ μεταβατικὴ ὑπηρεσία θὰ ἐπανέλθῃ καὶ αὖθις, πρὸς ζημίαν τῶν πολιτῶν καὶ τοῦ στρατοῦ, φέρουσα μεθ’ ἑαυτῆς καὶ πάσας τὰς παρομαρτούσας ἐνοχλήσεις. Καὶ ἐνῷ σήμερον ἡ Πελοπόννησος εἶναι ἀπηλλαγμένη τῶν δεινῶν τούτων,— διότι δυστυχῶς ἡ Στερεὰ ἕνεκα τῆς ὑφισταμένης ληστείας ὑπόκειται εἰς τὰ βάρη ταῦτα,—θὰ ἐπανέλθῃ καὶ αὖθις εἰς τὴν μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν. Σύμπασα ὅθεν ἡ χωροφυλακὴ διὰ τῶν ὁπλιτῶν καὶ τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν θ’ ἀστυνομεύσῃ, αὐτὴ θὰ τηρήσῃ τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν. Δίκαιον λοιπὸν εἶναι οἱ φόβοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἀπορῶ πῶς δὲν ἔσπευσε νὰ φέρῃ καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ χωροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναπόσπαστον ἀπὸ τὴν ἀστυνομίαν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἠθέλησε νὰ ἀνεύρῃ τὰ αἴτια τῆς καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ τοῦτο βεβαίως δὲν εἶναι δύσκολον νὰ κατορθώσῃ, διότι πάντες γνωρίζομεν τίνες οἱ λόγοι, οἱ προκαλέσαντες τὴν κατάργησιν τῆς ἀστυνομίας. Οὗτοί εἰσιν οἱ ἑξῆς: αʹ) διότι αὕτη δὲν ἐξεπλήρου τοὺς σκοποὺς τοῦ κόμματος καὶ βʹ) διότι ἡ κατάργησις τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἀπετέλει τὴν βάσιν τοῦ πολιτικοῦ προγράμματος, ὅπερ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξανήγγειλεν ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 16 Ἀπριλίου. Ἄλλος λόγος, ἐπίσης ἰσχυρὸς, ὑπῆρξε καὶ ἡ μέλλουσα συναλλαγὴ, τοῦθ’ ὅπερ πολὺ ἐτάραξε καὶ ἐθορύβησε τὴν πτέρυγα ταύτην, ἥτις ἐπὶ τῷ ἀκούσματι ἔῤῥηξε κραυγὴν διαμαρτυρίας, ἀλλὰ μετ’ οὐ πολὺ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξήγησε καθαρῶς τὰ πράγματα, καὶ εἶπεν, ὅτι «ὠφείλομεν νὰ μεταθέσωμεν πάντας τοὺς στρατιωτικοὺς ἀστυνόμους, ὡς ἀνήκοντας εἰς τὸ Τρικουπικὸν κόμμα.» Δὲν ἦτο ἡ πρώτη φορὰ, Κύριοι, καθ’ ἣν ἠκούσθη αὐτὴ ἡ ἀπαισία φωνή· καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἠκούσθη ὁμοία...
§265ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶπον ὅτι μετέθεσα ὅλους τοὺς ἀστυνόμους, εἶπον ὅτι μετέθεσα τοὺς φατριάζοντας ἀστυνόμους.
§266ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς ἠκούσθη πάλιν ἐκεῖθεν ἡ αὐτὴ φωνὴ τῆς διαιρέσεως τῶν ἀξιωματικῶν εἰς Τρικουπικούς, Δηλιγιαννικούς, Ραλλικοὺς καὶ εἴ τι ἄλλο. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι κακὴ εἶναι ἡ διαίρεσις τῶν ἀξιωματικῶν, διότι οἱ ἀξιωματικοὶ ἀνήκουσιν εἰς τὸν στρατὸν, καὶ εἶναι ὑπερήφανοι διὰ τὸ ἀξίωμά των, δὲν ἔχουσι δ’ ἀνάγκην νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἀνήκοντες εἰς τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο κόμμα, καθόσον οὐδὲν ἔχουσι νὰ ἀναμένωσιν ἐκ τῶν κομμάτων. Ἐγὼ εἴπερ τις καὶ ἄλλος εἰργάσθην εἰς τὴν σύνταξιν καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Κατὰ τὴν σύνταξιν αὐτοῦ προσεπαθήσαμεν νὰ περιβάλλωμεν τὸν νόμον τοῦτον διὰ διατάξεων τοιούτων, δυναμένων νὰ ἐγγυηθῶσι τὴν ἀνεπηρέαστον ἐφαρμογὴν αὐτῶν καὶ τὸν ἀποκλεισμὸν τῆς πολιτικῆς ἀπὸ τῆς ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων τῆς ἀστυνομίας· καὶ ἀληθῶς τὸ ἐπετύχομεν. Πάντες δὲ οἱ ἀξιωματικοί, οἱ χαρακτηρισθέντες ὡς Τρικουπικοί, διωρίσθησαν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, οὐδενὸς τῶν Βουλευτῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης λαβόντος γνῶσιν τοῦ διορισμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων· ἡ ὑπηρεσία διώρισε τοὺς καταλληλοτέρους, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὰς προηγουμένας αὐτῶν ὑπηρεσίας ἐν τῷ στρατεύματι, καὶ τότε μόνον ἔλαβον γνῶσιν οἱ Βουλευταὶ, ὁπόταν ἐδημοσιεύθησαν οἱ διορισμοὶ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Τούτους λοιπὸν ἐχαρακτήρισε Τρικουπικοὺς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν! Ἀλλὰ τοῦτο μόνον; Ἱδρύσαμεν τὸ Ἀρχηγεῖον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐχαρακτήρισεν ὡς ἀντισυνταγματικὸν,—ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ δὲν πρόκειται σήμερον,— ἱδρύσαμεν τὸ Ἀρχηγεῖον, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ἐκανόνιζε τὰ τῆς μεταθέσεως καὶ τὰ τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν ἀστυνόμων ἀξιωματικῶν, δὲν ἦτο δὲ προσιτὴ ἡ θύρα τοῦ Ἀρχηγείου εἰς κανένα τῶν Βουλευτῶν, εἴτε συμπολιτευόμενοι εἴτε ἀντιπολιτευόμενοι ἐτύγχανον οὗτοι. Τοιαύτη λοιπὸν ὑπῆρξεν ἡ ἐργασία ἡμῶν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύστασιν τοῦ σώματος τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τὰ δὲ ἀποτελέσματα ταύτης δὲν νομίζω ὅτι ἔχω ἀνάγκην μεγάλου κόπου, ὅπως ἀποδείξω ὑμῖν, ὅτι ὑπῆρξαν εὐάρεστα. Θὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον καὶ τ’ ἀποτελέσματα τῆς μετ’ ὀλίγον ἐφαρμοσθησομένης δημαστυνομίας καὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας θὰ ὦσι τὰ αὐτά. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι Βουλευταὶ, ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰσηγεῖτο τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1896 καὶ σὺν αὐτῷ ὑπέβαλλε πλεῖστα ὅσα νομοσχέδια, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸ περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς, ὅτι ἐξῆρε τὰς ἀρετὰς τοῦ σώματος τούτου, τοῦ μέλλοντος ν’ ἀπαλλάξῃ τὸ στράτευμα ἀπὸ τὰς ὀχληρὰς αὐτῷ ὑπηρεσίας, καὶ ν’ ἀφήσῃ αὐτὸ ἐλεύθερον, ὅπως, ἀσκούμενον καὶ ἐκπαιδευόμενον εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ, κατασταθῇ ἱκανὸν, ἵνα ἐν δεδομένῃ στιγμῇ ἐκπληρώσῃ τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα ἦσαν λόγοι κενοὶ, διότι, ἐνῷ ταῦτα ἔλεγεν ἀφ’ ἑνὸς, ἀφ’ ἑτέρου συνέταττε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου 300 ὅλοι ἀξιωματικοὶ ἢ 200 ἐπέμποντο καὶ αὖθις εἰς τὴν ἀστυνομίαν, διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ διορίζῃ ὡσαύτως ἀξιωματικοὺς εἴς τε τὴν διοικητικὴν καὶ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ἐφ’ ὅσον αὕτη ὑφίσταται. Νομίζω ὅτι, ἵνα ᾖ συνεπὴς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, πρέπει νὰ ἀπαλλάξῃ τοὐλάχιστον τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀπὸ τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν, καὶ μὴ ᾖ ἐπιτετραμμένον εἰς οὐδένα τούτων νὰ ἀσχολῆται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ταύτῃ, διότι δὲν ἁρμόζει πλέον εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ ἀσχολῶνται εἰς τοιαύτην ὑπηρεσίαν, καὶ ἐὰν ἠσχολήθησαν ἐπί τινα χρόνον, ἠσχολήθησαν μετὰ τοῦ στρατεύματος, μετὰ τοῦ Ἀρχηγείου, διότι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία οὐδὲν ἄλλο ἦτο ἢ ἡ χωροφυλακὴ, καὶ ἐν ἀνεπαρκείᾳ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς ἐδόθη μερὶς ἀξιωματικῶν τοῦ στρατεύματος πρὸς ἐκπλήρωσιν ἀστυνομικῶν καθηκόντων· ἄρα, ἀφοῦ ἡ χωροφυλακὴ μόνη θ’ ἀστυνομεύῃ ἐν τῷ μέλλοντι, ὑπὸ ἄλλον τύπον, δίκαιον εἶναι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ νὰ μὴ μετάσχωσι τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, διοριζόμενοι ὄχι ὡς οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς μετὰ τοῦ στρατεύματος αὐτῶν, ἀλλὰ ῥιπτόμενοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, τὴν ἄνευ ὀργανισμοῦ καὶ τάξεως καὶ τὴν ὅλως ἀκατάλληλον διὰ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ, οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια, διότι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ οὐδεμίαν πίστωσιν εἴδομεν ἀναγραφομένην, ἥτις ἠδύνατο νὰ παράσχῃ τὰ μέσα τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐπηγγέλθη μάλιστα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι πρόκειται καὶ αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν τῆς φρουρήσεως τῶν φυλακῶν νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὴν χωροφυλακὴν, καὶ τότε ὁ στρατὸς, μένων ἐντελῶς ἐλεύθερος, οὐδεμίαν ἄλλην ἔχων ἀσχολίαν, θὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὰ ἴδια αὐτοῦ ἔργα. Ἀλλὰ τοῦτο ἦτο ῥητορικὸν σχῆμα, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐγνώριζε καλῶς, ὅτι 1500 ἄνδρες ἀπαιτοῦνται καθ’ ἑκάστην διὰ τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν, ἐὰν δὲ παραδεχθῶμεν τρεῖς ἀλλαγὰς, κατὰ τοὺς στρατιωτικοὺς κανονισμοὺς, θ’ ἀπαιτηθῶσι 4,500 ἄνδρες, ἑπομένως ὁλόκληρος ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ ἀσχολεῖται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν. Ἡ δὲ χωροφυλακὴ βεβαίως εἶναι ἀνίκανος νὰ ἀναλάβῃ τὴν τοιαύτην φρούρησιν τῶν φυλακῶν, καθόσον ὅλη αὐτῆς ἡ δύναμις δὲν ὑπερβαίνει τοὺς 4,500 ὁπλίτας. Περαίνων, παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ν’ ἀπαλείψῃ τὴν διάταξιν τὴν ἀφορῶσαν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς, διότι ἀληθῶς δὲν πρέπει ἐπὶ πλέον νὰ ὑπηρετῶσιν εἰς σῶμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντελῶς ξένον τοῦ προορισμοῦ καὶ τῆς ἀποστολῆς αὐτῶν.
§267Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁμιλήσας κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 15 Ἰουνίου 1895, ὅτε συνεζητεῖτο ἡ κατάργησις τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς καὶ ἐπὶ τοῦ προαναγγελθέντος νέου συστήματος ἀστυνομικοῦ, εὑρίσκομαι εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ μὴ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ μακρόν· ἐθεώρησα ὅμως ἐπάναγκες λίαν, ἤδη, ὅτε συζητεῖται εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν νομοσχέδιον ὑψίστης σπουδαιότητος, νὰ δηλώσω μίαν ἔτι φορὰν τὴν ἐμὴν γνώμην καὶ ὅτι θὰ καταψηφίσω αὐτὸ καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας, τὸ θεωρῶ δὲ ὀλεθριώτατον καὶ ἐπικινδυνωδέστατον ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Ἔλεγον κατὰ τὴν 15 Ἰουνίου 1895 «μὴ κίνει κακὸν εὖ κείμενον.» Ἐπαναλαμβάνω τὸ αὐτὸ, διότι ἡ κακὴ κατάστασις τῆς χωροφυλακῆς, ἡ μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1893, ἡ ἔτι χειροτέρα τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, ὑπηγόρευσε τὴν ἀνάγκην μεταῤῥυθμίσεώς τινος, καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις ἐδημιούργησε τὸ κρατοῦν σύστημα, τοῦ ὁποίου βεβαίως ἐγὼ δὲν εἶμαι συνήγορος, ἀλλὰ, μεθ’ ὅλα τὰ τρωτὰ αὐτοῦ μέρη, μεθ’ ὅλας τὰς παρεκτροπὰς, αἵτινες βεβαίως ἤθελον εἶσθαι πολὺ ὀλιγώτεραι, ἐὰν ὑπῆρχε σύστημα ἐπιθεωρήσεως ἄρτιον καὶ ἐπραγματοποιεῖτο τὸ σύστημα τοῦτο, καὶ ἐὰν μὴ ὑπῆρχεν ἡ ἀνεπάρκεια τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν εἰσαγγελικὴν ἐποπτείαν, μεθ’ ὅλα, λέγω, τὰ τρωτὰ μέρη καὶ τὰς παρεκτροπὰς, εἶναι πανθομολογούμενον, καὶ δὲν θὰ ὑπάρξῃ τις δυνάμενος ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἐπῆλθε πραγματικὴ βελτίωσις εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Ζητεῖται ἡ κατάργησις τοῦ κακοῦ συστήματος, ἀλλὰ διὰ συστήματος πολὺ χειροτέρου, καὶ τὸ χείριστον, ὄχι μόνον ἐν τῇ συγκρίσει τῶν δύο συστημάτων τὸ εὑρίσκω, ἀλλὰ τὸ εὑρίσκω καὶ τραγελαφικὸν εἰς βαθμὸν ἀφόρητον, εἰς βαθμὸν ἀκατανόητον. Ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ ἀνέπτυξαν τὰς ποικίλας μορφὰς τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου, διότι ἐκτὸς τοῦ συστήματος τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἓν ἴδιον σύστημα ὑπὸ ἰδίας διατάξεις καὶ ἴδιον προσωπικὸν, προτείνεται ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία εἰς τὰ μεγαλείτερα κέντρα, τοιαῦτα δὲ εἶναι αἱ ἕδραι τῶν 15 ἑτέρων νομῶν, προτείνεται ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία εἰς τὰ κέντρα ταῦτα ἀναγκαίως, δηλ. ἅμα τῇ ψηφίσει τοῦ νόμου θέλει ἐφαρμοσθῆ ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία εἰς τὰς 15 ἕδρας τῶν νομῶν. Ἐὰν εἴχομεν ἓν ὁμοιόμορφον σύστημα ἁπανταχοῦ, ἠδύνατό τις νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι προετείνετο ἰδέα τις, ἐλαττωματικὴ ἔστω, ἀλλὰ ἀρτία, ὁμοιόμορφος, διὰ τοῦ ἄρθρου ὅμως 15 προτείνεταί τι ἀκατανόητον καὶ ἐὰν μὴ ἀνεφάρμοστον, βεβαίως δυσεφάρμοστον, καὶ τὸ ὁποῖον ἐπαυξάνει τοὺς πλοκάμους τῆς συγκεντρώσεως. Μένει εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ νομάρχου, ὅστις εἶναι τὸ ἄμεσον ὄργανον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, μένει εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ εἰσαγγελέως, ὅστις εἶναι ἐπίσης ἕτερον ὄργανον καὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, νὰ ἐκδώσωσι πιστοποιητικὸν ἀνικανότητος τοῦ δημάρχου, πρᾶξιν νόμου· ἐννοεῖται ἐν τῇ πρακτικῇ, τί θέλει γείνῃ καὶ ὑπὸ ποίας περιστάσεις θὰ προκαλέσωμεν τοιοῦτον πιστοποιητικόν. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον— καὶ ἐπὶ τούτου ἤθελον ἐπιστήσει ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν—τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐξηγεῖ ἐὰν τὸ πιστοποιητικὸν τοῦτο τῆς ἀνικανότητος ᾖναι διαρκές, ἐὰν ᾖναι προσωρινὸν καὶ ἐπὶ πόσον χρόνον, ἐὰν δύναται νὰ ἐκδοθῇ πιστοποιητικὸν ἱκανότητος μεταγενεστέρως, καὶ ὑπὸ ποίας περιστάσεις. Διότι, ἐὰν ὑποθέσωμεν πρὸς στιγμήν, ὅτι εἶναι διαρκὲς τοῦτο, ἤθελεν εἶναι παράλογον, διότι οἱ δήμαρχοι ἐκλέγονται ἀνὰ πᾶσαν τετραετίαν, καὶ ὁ δήμαρχος ὁ σήμερον ἀνίκανος ἐνδέχεται ν’ ἀντικατασταθῇ δι’ ἄλλου ἱκανοῦ δημάρχου κατὰ τὴν ἑπομένην τετραετίαν· ἐὰν δὲ πάλιν ὑποθέσωμεν, ὅτι τὸ πιστοποιητικὸν τῆς ἀνικανότητος δύναται ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ πιστοποιητικοῦ ἱκανότητος, θέλομεν δώσει μίαν λαβὴν εἰς τοὺς νομάρχας, οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τὰς ἐμπνεύσεις τῶν ἑκάστοτε ἰσχυόντων θὰ καθιστῶσιν ἱκανοὺς καὶ τοὺς ἀνικάνους δημάρχους, πρὸς ὕπαρξιν ἢ μὴ ὕπαρξιν διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἡ ὁποία, ἐν παρόδῳ εἰρήσθω, συνδέεται καὶ μὲ διορισμοὺς ἀστυνόμων, ἀστυνομικῶν κλητήρων, διαχείρισιν χρημάτων καὶ τὰ τοιαῦτα. Μετὰ τὸ πιστοποιητικὸν τοῦτο τῆς ἀνικανότητος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καλεῖ τὸν δήμαρχον εἰς ἀπολογίαν· εἶναι ἓν εἶδος διαδικασίας, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω· θ’ ἀπολογηθῇ ὁ δήμαρχος, ἀλλ’ ἐννοεῖται ὅτι ἡ ἀπολογία τοῦ δημάρχου θὰ ᾖναι τυπική, διότι, ἐὰν ἔχῃ ἀποφασισθῆ ἡ ἀνικανότης τοῦ δημάρχου, τὰ ἄλλα θὰ γίνωνται πρὸς τὸ θεαθῆναι καὶ πρὸς διακωμῴδησιν· μετὰ τὴν ἀπολογίαν του ἡ γνωμοδότησις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου—τίποτε εὐκολώτερον—καὶ ἡ ἔκδοσις τοῦ Β. Διατάγματος. Ἔχετε λοιπὸν εἰς 53 ἕδρας ἐπαρχιῶν τὸ σύστημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρὸ μικροῦ ἔλεγον, καὶ τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 15, καὶ προσέτι εἰς τὰς ἕδρας τῶν δήμων, ὅπου ὁ πληθυσμὸς εἶναι ἀνώτερος τῶν 10 χιλιάδων ψυχῶν. Ἐκτὸς τῶν συστημάτων τούτων τῶν ποικίλων ἔχετε ... δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν στιγμὴν ταύτην στατιστικὴν ἀκριβῆ, ἀλλ’ οἱ ὑπόλοιποι δῆμοι εἶναι 370· ἐξ αὐτῶν δὲν γνωρίζω πόσοι δύνανται νὰ ᾖναι ἔχοντες ἄνω τῶν 10,000 ψυχῶν, εἰς τοὺς ἄλλους ἔχετε τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν. Ἐπαναφέρετε λοιπὸν τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν ἄνευ οὐδεμιᾶς προνοίας πρὸς βελτίωσιν, δηλ. ἐπαναφέρετε τὸ πρώην καθεστὼς, τὸ πρὸ τῆς 31 Δεκεμβρίου 1893, τὸ ὁποῖον θεωρῶ τολμηρόν. Ἔχετε τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν ὑπὸ τὰς περιστάσεις τῆς ἀμφιβολίας, περὶ τῶν ὁποίων πρὸ μικροῦ ἔλεγον, καὶ μὲ τὰς ὀργιάσεις τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, περὶ τῶν ὁποίων πρὸ μικροῦ ἄλλοι συνάδελφοι ἔλεγον πρὸς ἡμᾶς καὶ αἱ ὁποῖαι βεβαίως θὰ ἐπαναληφθῶσι, διότι ἐὰν ταῦτα ἐγένοντο ἐν Ἀθήναις, ὅπου ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς εἶναι ἀνώτερος ἀξιωματικός, πόσῳ μᾶλλον δὲν θὰ συμβῶσιν ἐκεῖ, ὅπου θὰ ᾖναι ἀστυνόμοι οἱ δικηγόροι, οἱ κομματάρχαι καὶ καθεξῆς; Ἀλλὰ δὲν ἐτελείωσαν τὰ συστήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχητε· θὰ ἔχητε καὶ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν ἀκόμη, καὶ εἶναι πέμπτον σύστημα αὐτὸ, οὕτως εἰπεῖν πέμπτη περίπτωσις, θὰ ἔχητε καὶ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ἡ ὁποία θὰ προβάλλῃ, ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν, ἴσως ὡς φόβητρον, ὅπως ὁ ἐκ Κυθήρων ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπεν, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία θὰ ᾖναι ὡς φόβητρον. Βεβαίως σύστημα τοσαύτας ἔχον τὰς μορφὰς δὲν δύναται νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ἔλεγον τὴν 15 Ἰουνίου «σπεῦδε βραδέως»· ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνέγραψεν ἐν τῇ τροπολογίᾳ αὐτοῦ τὸ ἄρθρον 26, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπαντᾷ «σπεῦδε βραδύτατα». Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν εἶπε τὴν τελευταίαν λέξιν, καὶ εἶμαι καὶ ἐγὼ μεταξὺ τῶν φρονούντων ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐὰν ψηφίζηται διὰ νὰ φανῇ ὅτι γίνεται ἡ ἐκπλήρωσις μιᾶς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατὰ τὴν ἐκλογικὴν αὑτοῦ περιοδίαν, βεβαίως ὅμως δὲν εἶναι ὁ νόμος ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἐμπιστευθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Δὲν περιμένω κἄν, ὡς εἷς δημοσιογράφος—ἀνέγνων σήμερον—ἔγραφεν, ὅτι τὸ Στέμμα, προβλέπον τὸν κίνδυνον, ἤθελε προβῆ εἰς χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐκ τοῦ Συντάγματος, τῆς ἀρνησικυρίας, διότι πιστεύω ὅτι ὁ ἴδιος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, συναισθανόμενος ὑπὲρ πάντα ἄλλον τοὺς κινδύνους, εἰς τοὺς ὁποίους θὰ περιέλθῃ ὁ τόπος, δὲν θέλει ἀποφασίσει νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ κῦρος τὸν νόμον τοῦτον, ἢ ἐὰν τὸν ὑποβάλῃ, δὲν θὰ κυρωθῇ· ἄλλως δυνάμει τοῦ ἄρθρου 26 θὰ περιορίσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου μόνον εἰς τὰς 16 ἕδρας τῶν νομῶν, εἰς δὲ τὰ λοιπὰ μέρη δὲν θὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἀμφίβολος κατάστασις νομίζετε ὅτι συμβάλλει εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν; συμβάλλει πρὸ πάντων εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ; Νομίζω βεβαίως ὄχι. Διὰ τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, σκέφθητε πρὶν δώσητε τὴν ψῆφόν σας. Εὔχομαι ἐν τούτοις, ἐὰν οἱ λόγοι μου δὲν εἰσακουσθῶσι, νὰ μὴ μετανοήσητε ποτὲ, καὶ νὰ διαψευσθῶσιν ἐκ τῶν πραγμάτων πᾶσαι αἱ ὑπόνοιαι, τὰς ὁποίας ἐκφράζω περὶ τοῦ ψηφιζομένου νομοσχεδίου.
§268Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἑξάκις ὡμίλησα μέχρι τοῦδε κατὰ τὴν πρώτην καὶ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν αὐτοῦ, καὶ ἐσκόπουν νὰ μὴ ἀγορεύσω πλέον, ἐὰν δὲν εἶχον καθῆκον νὰ ἐκπληρώσω, νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Βόλου διὰ τὰς εὐχὰς, τὰς ὁποίας δίδει καὶ εἰς τὴν πλειοψηφίαν καὶ εἰς τὴν μειοψηφίαν. Καὶ ἐγὼ τῳόντι εὔχομαι, Κύριοι, νὰ μὴ μετανοήσωμεν, ψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον, ὑποθέτω δὲ, ὅτι τοῦτο εἶναι ἡ εὐχὴ παντὸς Ἕλληνος, διότι, ἐάν τις μετανοῇ διὰ τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους κατασκευάζει, βεβαίως λαμβάνει ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἀποτυχίας τῶν ψηφισθέντων νόμων, ἀποδειχθείσης κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν, ἡ δὲ ἀποτυχία εἶναι πάντοτε ἐπιζήμιος εἰς τὸν τόπον. Ἡ συζήτησις τῆς ἑσπέρας ταύτης δὲν εἶχέ τι τὸ καινὸν, ἐφ’ ὅσον περιεστράφη εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας ἐπανέλαβε τὴν αὐτὴν μελέτην, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε ἀπήγγειλε πρὸς τὴν Βουλὴν, ἐξετάζων τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Ἓν μόνον καινὸν εἶχεν ἡ συζήτησις αὕτη, τόδε, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἠσχολήθη καὶ εἰς τὴν ἔρευναν τῶν γενησομένων μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Τῳόντι ἡ ἔρευνα εἶναι ἐνδιαφέρουσα, τὰ θέματα δὲ, ἐπὶ τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἐπεκταθῇ, εἰσὶ θέματα ἄξια καὶ μελέτης καὶ ἐρεύνης. Ὑποθέτω ὅμως, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀφήσωμεν τὴν ἔρευναν ταύτην καὶ νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς μόνην τὴν μελέτην τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως κρίνωμεν, ἂν συμφέρῃ ἢ δὲν συμφέρῃ εἰς τὸν τόπον. Ποῖα θέλουσιν ἐπέλθει ἀποτελέσματα, ἐὰν ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν θέλει ψηφίσει αὐτὸ, μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν τοῦτο θέλει ὑποβληθῆ εἰς κύρωσιν, καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς κυρώσεως μέχρις οὗ δημοσιευθῇ ὁ κυρωθεὶς νόμος καὶ μέχρις οὗ ἐκτελεσθῇ, πάντα ταῦτα τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἐνέβαλον εἰς τοσαύτην ἀνησυχίαν τινὰς τῶν κ.κ. Βουλευτῶν, νομίζω, ὅτι ἦσαν ἀλλότρια τῆς συζητήσεως, διότι τέλος πάντων δὲν πρόκειται ἐξ αὐτῶν νὰ ἐπέλθωσι καὶ μεγάλαι βλάβαι εἰς τὸν τόπον, ἀφοῦ, ἐὰν ἤθελον ἀπαντηθῆ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν δυσκολίαι καὶ κατασταθῇ ἀναγκαῖον νὰ ἐπενεχθῶσι μεταβολαί, τὸ πρᾶγμα δὲν θέλει εἶσθαι δυσάρεστον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προέβλεπον τ’ ἀποτελέσματα ταῦτα. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει τις νὰ ὁρμᾶται ἀπὸ ἀρχῶν, νὰ ὁρμᾶται ἀπὸ κανόνων, ἐγὼ δὲ ὁμολογῶ, ὅτι φρονῶ ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν εἶναι δημοτικὸν δικαίωμα. Ἀλλ’ ἂν τὸ ἀστυνομεῖν ἔγκειται ἐν τῇ φύσει τοῦ δήμου καὶ ἐν τῇ συστάσει τοῦ δήμου, ἐὰν ἀποτελῇ δικαίωμα τοῦ δήμου, ἤτοι δικαίωμα τῆς ὁμάδος ἐκείνης τῶν πολιτῶν, οἵτινες ἔχουσι κοινά τινα συμφέροντα καὶ ἑπομένως τὸ καθῆκον νὰ προνοῶσιν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων αὐτῶν, ἔπρεπε τάχα ἀπέναντι τοῦ δικαιώματος αὐτῶν καὶ τῆς ἀρχῆς ταύτης νὰ ζημιωθῶσι τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους; Ἀναγκαίως τὸ δημοτικὸν δικαίωμα πρέπει νὰ ὑποχωρῇ ἀπέναντι τοῦ γενικοῦ συμφέροντος. Ἀλλὰ πότε ἀπειλεῖ κίνδυνος τὸ γενικὸν συμφέρον; ἀπειλεῖται ὑπὸ κινδύνου ἐκεῖ, ὅπου τεκμαίρεται ὅτι ἡ ἱκανότης τοῦ δήμου δὲν ἐπαρκεῖ πρὸς πλήρωσιν πάντων τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων, ἕνεκα δὲ τῆς μὴ ἐπαρκείας τῆς ἱκανότητος τοῦ δήμου συμβαίνουσιν ἀκοσμίαι ἐν τῇ κοινωνίᾳ, κίνδυνος τῆς δημοσίας ὑγείας, παραμέλησις τῆς προαγωγῆς τοῦ τόπου, ἀνωμαλία περὶ τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν συνοικισμῶν καὶ τῶν πόλεων καὶ τῶν κωμῶν, καὶ παραγνώρισις συμφερόντων ἄλλων πολλῶν, τὰ ὁποῖα μένουσιν ἐν ζημίᾳ. Διὰ τοῦτο παρεδέχθημεν κατ’ ἐξαίρεσιν τὴν σύστασιν τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν, ὅπου εἶναι πόλεις συνῳκισμέναι, τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι ἔχουσιν ἀνάγκας περισσοτέρας τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν, καὶ οὐ μόνον περισσοτέρας, ἀλλὰ μᾶλλον ἀνεπτυγμένας καὶ μᾶλλον αἰσθητάς. Ἀφῃρέσαμεν λοιπὸν ἐν ταύταις ταῖς χώραις ἀπὸ τοὺς δήμους τὸ δικαίωμα νὰ ἀστυνομεύωσιν ἐν αὐταῖς. Ἀλλὰ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἦναι καὶ ἐκτὸς τῶν πρωτευουσῶν τῶν νομῶν καὶ ἄλλαι πόλεις, εἴτε διότι εἶναι πρωτεύουσαι ἐπαρχιῶν, εἴτε διότι ἔχουσι πληθυσμὸν ἱκανὸν, ἐν αἷς νὰ μὴ δύνανται οἱ δημοτικοὶ ἀστυνόμοι νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων. Τοῦτο ὅμως δὲν πρέπει τις νὰ εἰκάζῃ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἦναι βεβαιωμένον. Ποῖοι θέλουσι βεβαιώσει αὐτό; Ἐν πρώτοις ἐκεῖνα τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως, τὰ ὁποῖα ἐτάχθησαν πρὸς πρόληψιν τῶν ἀξιοποίνων πράξεων ἢ πρὸς καταστολὴν αὐτῶν, ὁ νομάρχης. Ἀλλὰ ἂν εἰς τὸν νομάρχην ἀνατεθῇ τοῦ πράγματος ἡ βεβαίωσις, τὸ σύστημα εἶναι συγκεντρωτικὸν ἢ ἀποκεντρωτικόν; Γνωρίζω, ὅτι τὴν πρόνοιαν τῆς προλήψεως τῶν παραβάσεων καὶ τῶν ἀξιοποίνων πράξεων ἀνέθηκεν ἡ νομοθεσία εἰς τὸν νομάρχην, ὅστις ἐνασκεῖ αὐτὴν διὰ τῶν τοπικῶν ἀστυνομιῶν. Τὴν τοπικὴν ἀστυνομίαν ἔχει ὁ νομάρχης. Τὴν πρόνοιαν περὶ καταδιώξεως ἀξιοποίνων πράξεων ἀνέθηκεν εἰς τὸν εἰσαγγελέα ὁ νόμος. Ἐὰν λοιπὸν ὁ εἰσαγγελεὺς βεβαιώσῃ, ὅτι αἱ ἀξιόποινοι πράξεις ἐπολλαπλασιάσθησαν καὶ ἀπειλεῖται ἕνεκα τούτου ἡ δημοσία ἀσφάλεια, ἐὰν ὁ νομάρχης βεβαιώσῃ, ὅτι αἱ ἀξιόποινοι πράξεις δὲν προλαμβάνονται ἕνεκα τῆς ἀνεπαρκείας τῶν δημοτικῶν ἀστυνόμων, τὸ δημόσιον συμφέρον βεβαίως περιέρχεται ἐν κινδύνῳ, καὶ πρὸ τούτου πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ δήμου, καὶ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ σύστασις διοικητικῆς ἀστυνομίας. Πᾶσαι αἱ ἄλλαι μελέται, αἱ περὶ χωροφυλακῆς γενόμεναι, μοὶ φαίνεται ὅτι εἰσὶν ὅμοιαι μὲ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν πολλάκις. Δὲν μᾶς ἠρώτων διατὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομίας ἀνεγράφετο τεσσαρακοστὸν ἕβδομον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ δὲν ἀνεγράφετο τρίτον; διατὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν ἀνεγράφετο εἰκοστὸν ὄγδοον καὶ δὲν ἦτο ἕβδομον; Τοιαῦται αἱ σκέψεις καὶ περὶ χωροφυλακῆς. Τὸ νομοσχέδιον περὶ χωροφυλακῆς δὲν εἰσήχθη «διὰ τὰ μάτια». Συνήθως ὁ κόσμος κρίνει τὰ διανοήματα τῶν ἄλλων εἴτε ἀπὸ τοὺς λόγους ἢ ἀπὸ ὅσα οὗτοι γράφουσιν. Ἀλλ’ ἄν τις ἀπὸ τοὺς λόγους καὶ ἀπὸ ὅσα γράφουσιν οἱ ἄλλοι εἰκάζῃ τί οὗτοι ἔχουσιν ἐν τῷ νῷ, βεβαίως συνάγει, ὅτι δύνανται νὰ προβάλλωσιν οἵας ἂν θέλωσιν εἰκασίας, οὐδὲν ὅμως προβάλλουσι πρὸς δικαιολογίαν αὐτῶν διδόμενον. Ποῖον δεδομένον ἔχετε, ὅτι ἡμεῖς εἰσηγάγομεν τὸ νομοσχέδιον περὶ χωροφυλακῆς «διὰ τὰ ’μάτια»; Διότι δὲν ἐσυζητήθη; Ἀλλὰ πόσα νομοσχέδια δὲν ἐσυζητήθησαν διὰ τὸ βραχὺ τοῦ χρόνου; Λοιπὸν πάντα ταῦτα εἰσηγάγομεν «διὰ τὰ ’μάτια»; Καὶ ἐὰν δὲν ἐπήρχετο τις ὕφεσις, ἴσως θὰ ἦτο δύσκολον νὰ συζητήσωμεν καὶ ὅσα συνεζητήσαμεν, κατορθώσαντες νὰ φθάσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον. Διὰ τοῦτο οἱ νομίζοντες ὅτι εἰσηγάγομεν τὸ νομοσχέδιον περὶ χωροφυλακῆς «διὰ τὰ ’μάτια», δύνανται νὰ τὸ πιστεύωσιν, οὐδὲ φροντίζω νὰ πείσω αὐτοὺς νὰ ἐγκαταλείψωσι τοὺς δισταγμούς των. Ἀλλ’ ὅταν συναντηθῶμεν μετὰ τὰς ἑορτὰς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, θέλουσιν ἀναμνησθῆ, ἂν οἱ δισταγμοί των σήμερον ἔχωσι βάσιν τινά. Τὴν χωροφυλακὴν ἐγὼ θεωρῶ ὡς ἐθεώρησαν αὐτὴν οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι συνέστησαν αὐτήν. Οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι συνέστησαν αὐτήν, τὴν ἐθεώρησαν ὡς σῶμα μὲν στρατιωτικῶς ὠργανωμένον, ἀλλ’ ὡς σῶμα ἔχον ἀποστολὴν πολιτικὴν, ὡς σῶμα ἔχον ἀποστολὴν νὰ χρησιμεύῃ ὡς ἐκτελεστικὴ δύναμις τῆς ἀστυνομίας.
§269ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀποτελεῖ μέρος τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ.
§270Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶπον «σῶμα στρατιωτικῶς ὠργανωμένον».
§271ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν εἶναι μόνον ὠργανωμένον στρατιωτικῶς· ἀποτελεῖ σῶμα στρατιωτικόν.
§272Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα. Ἀποτελεῖ στρατιωτικὸν σῶμα, ἔχον στρατιωτικὴν πειθαρχίαν, ἔχον στρατιωτικὴν ἱεραρχίαν, ὑποκείμενον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, σῶμα στρατιωτικόν· ἀλλὰ τὸ στρατιωτικὸν σῶμα αὐτὸ εἶναι διφυές. Εἷς τῶν σκοπῶν αὐτοῦ ἐστι νὰ ἦναι ἐκτελεστικὸν ὄργανον τῆς ἀστυνομίας καὶ νὰ βοηθῇ τὴν ἀστυνομίαν. Ὁ ἀστυνόμος δὲν ἔχει ἐκτελεστικὴν δύναμιν, ἐκδίδει ἀστυνομικὰς διατάξεις καὶ φροντίζει περὶ τῆς ἐκτελέσεως αὐτῶν· ἀλλὰ ἐὰν ἦναι ἀνάγκη δυνάμεως ἐκτελεστικῆς πρὸς κύρωσιν τῶν διατάξεων τούτων, πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῶν, ἢ πρὸς πρόληψιν ἀξιοποίνων πράξεων ἢ καταστολὴν αὐτῶν, προσφεύγει εἰς τὴν χωροφυλακὴν, καὶ ἂν ἡ χωροφυλακὴ δὲν ἐπαρκῇ, προσφεύγει εἰς τὸ στρατιωτικὸν σῶμα τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, τὸ ὁποῖον ἑδρεύει ἐν τῇ περιφερείᾳ ἐκείνῃ, καὶ ζητεῖ τὴν συμπλήρωσιν τῆς δυνάμεως. Οὗτος ὁ ἰσχύων ὀργανισμός. Εὔχομαι ὁμολογουμένως νὰ γένηται δυνατὸν, ἵνα ὁ τακτικὸς στρατὸς ἀπαλλαγῇ ἐν τῷ μέλλοντι τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως. Τὸ εὔχομαι, διότι νομίζω, ὅτι τὸ κατόρθωμα τοῦτο, ἐὰν ἤθελέ ποτε κατορθωθῇ, θέλει εἶσθαι ἡ ἀρχὴ τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας, ἡ ἀρχὴ τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατοῦ, ἡ ἀρχὴ τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ στρατοῦ· διότι, ἐνόσῳ περισπῶμεν τὸν στρατὸν εἰς τὰς ἐσωτερικὰς ὑπηρεσίας τῆς χώρας, βεβαίως δὲν προσφέρομεν εἰς αὐτὸν ὑπηρεσίαν. Ἡ χωροφυλακὴ, ὡς ἔχει νῦν δυστυχῶς, ἔχει ἀτέλειαν, διότι κατὰ τὸν τρόπον, ὁ ὁποῖος ἐνομοθετήθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, τῆς κατατάξεως τῶν ἀνδρῶν αὐτῆς, δὲν παρασκευάζονται χωροφύλακες, ἀλλὰ συλλέγονται ὁπλῖται, οἵτινες δὲν εἶναι χωροφύλακες. Διὰ τοῦτο ἡ πρώτη βάσις τῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς χωροφυλακῆς εἶναι ἡ μεταβολὴ τοῦ τρόπου τῆς συντάξεως τῆς χωροφυλακῆς, ἡ μεταβολὴ τοῦ τρόπου τῆς κατατάξεως τῶν ἀνδρῶν αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦτο προτιμῶ τὴν ἐθελουσίαν κατάταξιν. Δεύτερον εὔχομαι νὰ δυνηθῇ τὸ Κράτος νὰ ἔχῃ ἀριθμὸν ἐπαρκῆ χωροφυλάκων. Ἀλλὰ ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ χωροφυλακῆς. Ἐλπίζω, ἐὰν δὲν ἐπέλθωσι συμβεβηκότα ἀπρόοπτα, νὰ συζητήσωμεν αὐτὸ μετὰ ἕνα μῆνα ἴσως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ τότε θέλομεν ἀνταλλάξει τὰς ἰδέας ἡμῶν. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ὅμως, ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομίας, ἐγὼ δὲν ἔχω κανένα φόβον ἐξ ἐκείνων, οἵτινες προετάθησαν. Δὲν δύναμαι νὰ προβλέψω τὸ μέλλον, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι τὸ ἄριστον, εἰς τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ προσφύγωμεν, ἐγκαταλείποντες τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν καὶ μεταβαίνοντες εἰς τὴν δημοτικήν.
§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ νομοσχεδίου).
§274ΒΟΤΣΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ἔχω νὰ ὁμιλήσω ... (διαμαρτυρίαι).
§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσεν. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5–6 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§277ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὅταν ὡμίλησα ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν καὶ ὑπέβαλον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν γνωρίζω ἂν ἦναι ἐκεῖ, ἐν τούτοις τὴν ἐπαναλέγω. Εὐτυχῶς σήμερον εὐρέως συνεζητήθη τὸ ζήτημα περὶ τῆς συμμετοχῆς τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς ἀστυνομίας ἀντὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ χαίρω, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπανέλαβεν ὅσα καὶ τότε, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον, καὶ πάντοτε. Ὁσάκις ἐγίνετο λόγος περὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἐγὼ ὑπεστήριζον, λέγων: «διατί δὲν παραδίδετε τὴν ἀστυνομίαν εἰς τὴν χωροφυλακήν;» Ἐπειδὴ μοὶ ἐδώσατε ἀφορμὴν, ὀφείλω νὰ ἀναιρέσω τὸ λεχθὲν παρὰ τινος ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅτι ἡ χωροφυλακὴ εἶναι στρατιωτικὸν σῶμα, ὅτι ἔχει ἄλλον προορισμὸν κτλ. Οὐδόλως. Ἁπανταχοῦ, εἰς ὅλα τὰ Κράτη, ἡ χωροφυλακὴ ἕνα καὶ μόνον ἔχει προορισμὸν, τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν. Ὅ,τι δὲ τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, ἀπόδειξις ὅτι καὶ ἐν αὐτῷ τῷ κανονισμῷ τῆς συστάσεως τῆς χωροφυλακῆς τοῦτο λέγεται. Ἀλλὰ δὲν ἕπεται, ὅτι τὸ σῶμα τοῦτο δὲν δύναται ἐν ἀνάγκῃ νὰ λάβῃ μέρος καὶ ἐν ταῖς μάχαις, ἐν ὥρᾳ πολέμου, παρακολουθοῦν τὸ στράτευμα. Ὅλοι γνωρίζετε—καὶ ὁ κ. συνάδελφος πρέπει νὰ μάθῃ—ὅτι ἓν τῶν πολυτιμοτέρων σωμάτων τοῦ στρατοῦ εἶναι τὸ μηχανικὸν, τοῦ ὁποίου ὄχι μόνον ἡ πολύτιμος ὑπηρεσία καθίσταται τοσοῦτον ἀναγκαία ἐν τοῖς στρατοῖς, ἀλλὰ καὶ δύσκολος πολὺ ὁ σχηματισμὸς καὶ ἡ μόρφωσις αὐτοῦ, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα τὸ μηχανικὸν λαμβάνει συνηθέστατα, καὶ κατὰ τοὺς τελευταίους μάλιστα μεγάλους πολέμους, ἐνεργότατον μέρος καὶ μάχεται ὡς πεζικόν. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἐξαίρεσις, καὶ οὐδεὶς θυσιάζει τὸ μηχανικὸν ἐν τῇ μάχῃ μετὰ τοῦ πεζικοῦ του, διὰ νὰ στερηθῇ τῆς πολυτίμου αὐτοῦ προστασίας ἐν ἄλλαις περιστάσεσιν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο κανονικόν. Ὥστε εἴμεθα σύμφωνοι μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Οὔτε εἶναι καὶ ἀληθὲς τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας, ὅτι σήμερον ἔτι θὰ παραδοθῶσι καὶ 200 ἀξιωματικοὶ εἰς τὴν διοίκησιν τῆς ἀστυνομίας· διότι, ἐὰν καλῶς ἐνόησα, τὸ νομοσχέδιον πρόκειται νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν καὶ ἔν τισι τῶν πρωτευουσῶν τῶν ἐπαρχιῶν, ἐν αἷς ὁ πληθυσμὸς θὰ ἀνέρχηται εἰς ὡρισμένον ἀριθμὸν κλπ., ὅπως λέγει τὸ νομοσχέδιον. Συνεπῶς ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν θέλουσι χρησιμεύσει ἢ μόνον 20 ἢ τὸ πολὺ 30 ἀξιωματικοὶ εἰς τὰς θέσεις τῶν ἀστυνόμων.
§278ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὂχι δά!
§279ΜΑΝΕΣΗΣ. Εἶναι 16 νομοί· νομίζω, ὅτι εἶναι 16 πρωτεύουσαι τῶν νομῶν. Λάβετε καὶ πόσας θέλετε ἐπαρχίας; θέλετε ἄλλας 14 ἀκόμη; ἔχομεν ἐν ὅλῳ τριάκοντα. Οἱ ἀξιωματικοὶ θὰ ἦναι 6 ἢ 7 ἐδῶ, τὸ πολύ, ὁ ἀνώτερος ὅρος· θὰ φθάσωμεν εἰς τὸν ἀριθμὸν 40. Ἔχετε σήμερον, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, 145 ἀξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς. Νομίζω ὅτι εἶναι εὐρεῖα ἡ ἐκλογή, ἂν μεταξὺ αὐτῶν ἐκλέξητε καὶ τοὺς ἀξιωματικούς, τῶν ὁποίων ἔχετε ἀνάγκην διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, διότι ἕν, ὅπως καὶ τότε ἐπανέλαβον, τῶν μεγαλειτέρων ἐλαττωμάτων τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας εἶναι ἡ ἀνάμιξις τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ταύτῃ ὑπηρεσίᾳ, καὶ τὴν ὁποίαν τόσον ὀρθῶς σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπανέλαβε, καὶ ἔλεγε μάλιστα, ὅτι θὰ ἦναι ἓν τῶν θαυμάτων, ἂν κατορθωθῇ τοῦτο· ἐγὼ δὲ ἄλλοτε ἐπανέλαβον, ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἤθελε λύσει τὸ ζήτημα τοῦ στρατοῦ—καὶ μὴ νομίζετε ὅτι εἶναι μικρὸν, εἶναι ἡ ἀφετηρία· ἡ ἀφετηρία δὲ τῆς μορφώσεως, τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ στρατοῦ εἶναι αὕτη: ἡ παῦσις τῆς ἀναμίξεως αὐτοῦ ἐν ταῖς ἀλλοτρίαις ὑπηρεσίαις,—καὶ συνεχῶς μάλιστα ἐπανέλαβον καὶ ἐν αὐτῇ τῇ συνόδῳ, ὡς καὶ ἄλλοτε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἤθελε λύσει τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα, ἤθελε θέσει τὸν ἀμάραντον στέφανον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς της, διότι ἀναγνωρίζω τὸ ζήτημα τοῦτο σπουδαιότερον καὶ αὐτοῦ τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ αὐτοῦ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος τῆς χώρας, διότι ἐκείνου θὰ ἐπέλθῃ ἡ λύσις ἢ οὕτως ἢ ἄλλως. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως—διότι σήμερον εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ, εἶναι εἰς χεῖρας αὐτοῦ, ἔγκειται εἰς τὴν καλὴν θέλησιν αὐτοῦ νὰ τὸ κατορθώσῃ,—νὰ θελήσῃ ἐπὶ τέλους μέχρι τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ νέου θεσμοῦ, ἐὰν μεταχειρισθῇ ἀξιωματικούς, νὰ μεταχειρισθῇ τοιούτους ἐκ τῆς χωροφυλακῆς, διότι εἶναι σήμερον ζήτημα, ἂν δὲν θὰ ἔχωμεν πολὺ μεγαλείτερα τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα εἴχομεν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὁπότε ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἦτο ἓν εἶδος στρατιωτικοῦ σώματος καθαροῦ· ἀλλὰ σήμερον ἔχει καὶ ἄλλα ἄτοπα, οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ εἶναι ἐντελῶς ἀκατάλληλοι διὰ τὴν τοιαύτην ὑπηρεσίαν, διότι σήμερον αὕτη εἶναι εἶδος πολιτικοῦ συστήματος. Ποία θὰ διέπῃ δικαστική, οὕτως εἰπεῖν, ἐξουσία τὸν ἀξιωματικόν; ποῦ θὰ τὸν παραπέμψητε ἐπί τινι παραπτώματι;—διότι συνδυάζομεν δύο καθήκοντα· διατάσσεται ὁ ἀστυνόμος νὰ ἐκτελέσῃ ὑπηρεσίαν τινὰ, καὶ παρακούει. Αὐτὸ εἶναι ἀπείθεια. Ὑπάγεται εἰς τὸ Στρατοδικεῖον;
§280Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄν ἡ παρακοὴ ἔχῃ χαρακτῆρα πειθαρχικόν, εἶναι ἁρμόδιος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν δὲ ἦναι ἀστυνομικὴ παράβασις, εἶναι ἁρμόδια τὰ δικαστήρια.
§281ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω πῶς θὰ χαρακτηρίζηται ἡ πρὸς τὸν ἀνώτερόν του παρακοὴ ἐν τῇ ἐκτελέσει τῆς ποικίλης καὶ ἐλαστικῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας.
§282Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄν ἦναι στρατιωτικὸν ἔγκλημα, οὐδεὶς δύναται νὰ τὸν ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸν φυσικὸν αὑτοῦ δικαστὴν, ἀπὸ τὸ Στρατοδικεῖον.
§283ΜΑΝΕΣΗΣ. Θὰ ἦτο προτιμότερον, ὅπως ἀπαλλαγῶσιν οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ, νὰ παρεδίδετο ἡ ὑπηρεσία εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς· καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὸ παραδεχθῇ. Εἰς τὰς θέσεις τοῦ προσωπικοῦ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας δύνανται νὰ διορισθῶσι καὶ ἀξιωματικοὶ ἐκ τῆς χωροφυλακῆς, πλὴν τῆς τοῦ Διευθυντοῦ, εἰς ἣν δύναται νὰ διορισθῇ πᾶς ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ, ὅπως κατὰ τοῦτο ὑπάρχῃ εὐρεῖα ἡ ἐκλογή. Οὐδένα βλέπω λόγον ἀντιστάσεως ἐκ μέρους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· διότι, ἢ δὲν ἔχομεν ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς νὰ ἐκτελέσωσι τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, ἢ ἄλλως δὲν δικαιολογούμεθα, ἀπασχολοῦντες τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τὰ κύρια αὐτῶν ἔργα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶμαι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7, θὰ ἐξακολουθήσω. Ὁμιλεῖ ἐνταῦθα καὶ περὶ γραφέων αʹ τάξεως ἐκ τῶν ἐνωμοταρχῶν, καὶ γʹ τάξεως ἐκ τῶν ὑπενωμοταρχῶν. Πρῶτον νομίζω, ὅτι οἱ νῦν ἀστυφύλακες γραφεῖς, οἱ ὁποῖοι πλέον τῶν τριῶν ἐτῶν ὑπηρετοῦσι, καὶ τῶν ὁποίων οἱ πλεῖστοι, καθ’ ἃς ἔλαβον πληροφορίας, ἔχουσι καὶ ἀπολυτήριον Γυμνασίου, δύνανται νὰ διατηρηθῶσιν. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι συμβαίνει καὶ ἄλλο τι, εἰς τὸ ὁποῖον ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι λαμβάνουσι τὴν θέσιν τῶν γραφέων ἐνωμοτάρχαι βʹ τάξεως, ὑπενωμοτάρχαι, δεκανεῖς· τί δὲ λαμβάνουσι μισθόν; οἱ μὲν λοχίαι 100 δραχμὰς κατὰ μῆνα, οἱ δὲ δεκανεῖς ὑπενωμοτάρχαι 95 δραχ. κατὰ μῆνα. Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξητε, διότι ὄχι μόνον εἰς πλάγια μέσα, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐγκλήματα θὰ καταφύγουν διὰ νὰ καταλάβωσι τοιαύτας θέσεις, ἐπικερδεῖς ἀπέναντι τῆς ἐν τῷ στρατεύματι γνωστῆς θέσεως αὐτῶν. Εἶναι προτιμότερον νὰ στείλητε γραφεῖς πολιτικούς, ἀλλ’ ἐὰν προσλάβητε γραφεῖς ἐνωμοτάρχας, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας. Σήμερον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπαξιωματικοὶ γραφεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται νυχθημερὸν, λαμβάνουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν καὶ ἐπὶ πλέον δεκάδραχμον κατὰ μῆνα ἐπίδομα. Ἔχω καὶ ἄλλην παρατήρησιν, εἰς τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσέξῃ. Ὁ μισθὸς τῶν ὡς ἀστυνόμων προσλαμβανομένων ἀξιωματικῶν θὰ λαμβάνηται ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐκ πρώτης ὄψεως βλέπετε τὸ ἄτοπον, διότι, ἐνῷ παραδίδονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, μισθοδοτοῦνται παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Τοῦτο ἴσως οὐδὲν θὰ εἶχε σπουδαῖον ἄτοπον, διότι τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους αἱ δαπάναι ὅλαι ἐπιβαρύνουσι, καὶ ἀδιάφορον ἐκ τίνος πηγῆς προέρχονται· ἀλλ’ ὄχι μόνον φαίνονται ἐξωγκωμέναι αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ καὶ δύσκολος ἀκόμη ἡ διανομή. Ὑποθέσατε ἀξιωματικὸν, ἀνήκοντα εἰς τὸ σύνταγμα τὸ ἑδρεῦον ἐν Ἄρτῃ, διοριζόμενον εἰς Τρίκκαλα· πῶς θέλετε ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος νὰ λαμβάνῃ τὸν μισθὸν αὐτοῦ ἐκ τοῦ συντάγματος τῆς Ἄρτης; Ὅλα αὐτὰ εἶναι δυσκολίαι, ἐνῷ, ἐὰν ἐμισθοδοτοῦντο παρὰ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τῆς Ἀστυνομίας, ὡς τοῦτο γίνεται διὰ τοὺς ἐνωμοτάρχας καὶ ὑπενωμοτάρχας, θὰ ἐξέλειπον ὅλαι αὐταὶ αἱ δυσκολίαι καὶ ὅλα τὰ ἀντικανονικά. Ἄλλως τε δὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὐτοῦ θὰ περιλαμβάνῃ πάσας τὰς δαπάνας. Ἄλλην παρατήρησιν κάμνω, ὅτι ὅλα τὰ ἐπιμίσθια νομίζω ὅτι εἶναι περιττά· δὲν ὑπάρχει λόγος, ὁ ἀξιωματικὸς, ἀναλαμβάνων ὑπηρεσίαν ἀστυνομικὴν, νὰ λαμβάνῃ ἐπιμίσθιον. Ἐγὼ θὰ εἶχον συμφέρον ὑπὲρ τῶν ἀξιωματικῶν τούτων νὰ ὁμιλήσω καὶ νὰ ἦμαι δημοτικὸς πρὸς αὐτοὺς, ὅπως λαμβάνωσιν ἐπιμίσθια, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκω τοῦτο καλόν. Ὁ ἀξιωματικὸς τῆς χωροφυλακῆς, ἐὰν ἐνεργῇ ὡς ἀστυνόμος, ποίαν ὑπηρεσίαν μείζονα θὰ ἐκτελέσῃ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν νῦν ἐκτελεῖ; Μὴ λησμονεῖτε δὲ, ὅτι ἐξερχόμενος τῆς ἕδρας αὐτοῦ, λαμβάνει ὁδοιπορικὰ,—τοῦτο προβλέπεται,—ἀλλὰ οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ λαμβάνῃ ἐπιμίσθιον. Πρέπει νὰ λείψῃ αὐτὸ τὸ δέλεαρ, τὸ ὁποῖον θὰ κεντρίζῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ προστρέχωσιν εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν διὰ πλαγίων μέσων. Διὰ τοῦτο προτείνω, ὅπως ἀπαλειφθῶσιν ἐν γένει τὰ ἐπιμίσθια, καὶ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν μισθῶν τῶν ἐνωμοταρχῶν καὶ ὑπενωμοταρχῶν, ὡς γραφέων. Εἰς τοιαύτας περιστάσεις δὲν πρέπει νὰ ἤμεθα τόσον εὔκολοι εἰς τὴν σπατάλην τοῦ χρήματος. Εἶναι πολὺ μεγάλαι αἱ μισθοδοσίαι των. Ἀλλ’ ἴσως θέλετε μοὶ εἴπει: «διατὶ, ὅταν προσλαμβάνητε ἕνα γραφέα πολιτικὸν, τὸν πληρόνετε μὲ 100 δραχμὰς κατὰ μῆνα, καὶ ὅταν προσλαμβάνωμεν ἕνα ὑπενωμοτάρχην νὰ μὴ τῷ δίδωμεν 100 δραχμάς;» Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐννοῶ διατὶ ὁ ἐνωμοτάρχης προσλαμβανόμενος θὰ λαμβάνῃ 100 δραχμὰς καὶ ὄχι τὸν κεκανονισμένον μισθόν του· καὶ τέλος πάντων, ὅταν αὐτὸς θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν χωροφυλακὴν, θὰ καταβιβασθῇ ἀπὸ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ κατὰ τὸν μισθὸν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπαξιωματικοῦ. Λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ παραδεχθῇ τὴν τροπολογίαν ταύτην, διότι οὐδεὶς περιορισμὸς εἰς αὐτὸν τίθεται· μεταξὺ τῶν 140 ἀξιωματικῶν δύναται νὰ εὕρῃ τοὺς καταλληλοτέρους, διότι ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν δὲν θὰ ὑπερβῇ τοὺς 50. Τὴν θέσιν τοῦ διευθυντοῦ ἀφήνω ἐλευθέραν, διότι εἰς ταύτην δύναται νὰ διορισθῇ πᾶς ἀξιωματικὸς, ὅπως μὴ περιορίζηται ἡ Κυβέρνησις μεταξὺ τῶν ὀλιγίστων ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς νὰ ἐκλέγῃ τὸν διευθυντήν.
§284Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Λυποῦμαι διότι διαφωνῶ κατὰ τοῦτο πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Τριχωνίας, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ πρότασις αὐτοῦ εἶναι ἐσπευσμένη καὶ πρόωρος. Ὅταν κανονισθῶσι τὰ τῆς χωροφυλακῆς καὶ ὀργανωθῇ τὸ σῶμα, τότε δύναται νὰ γείνῃ τοιαύτη σκέψις, ἀλλὰ νῦν ἀπέχομεν, ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον περὶ χωροφυλακῆς δὲν ἐψηφίσθη· διὰ τοῦτο, μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μείνωμεν ἐκεῖ, ὅπου εὑρισκόμεθα. Τὸν μισθὸν τῶν ἐνωμοταρχῶν καὶ ὑπενωμοταρχῶν προσδιώρισαν οἱ νόμοι περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, οἵτινες ἀναφέρουσιν, ὅτι ἐνωμοτάρχαι δευτέρας τάξεως λαμβάνουσι δραχμὰς 100 καὶ ὑπενωμοτάρχαι 95, ἐτήρησα δ’ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αὐτὰ ταῦτα τὰ ποσὰ, ὡς εὗρον αὐτὰ ἐν τοῖς εἰρημένοις νόμοις. Διὰ δὲ τὰ ἐπιμίσθια ὡσαύτως λυποῦμαι, διότι δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἐκ Τριχωνίας κ. Βουλευτοῦ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι στρατιωτικὸς, ἑπομένως δὲν διέπομαι ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς συμπαθείας εἰς ὁμοταγεῖς, ἀναγνωρίζω ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ἐπιμίσθιον, διότι ἡ ἀστυνομικὴ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία ἀνατίθεται εἰς αὐτοὺς, εἶναι βαρεῖα, ὑποβάλλει δ’ αὐτοὺς οὐ μόνον εἰς κόπους περισσοτέρους, ἀλλὰ καὶ εἰς φθορὰν ἐνδυμάτων καὶ εἰς ἐκτάκτους δαπάνας. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀρνηθῶμεν τὸ ἐπιμίσθιον· ἴσως μάλιστα τὸ διδόμενον προσδιωρίσθη μικρότερον τοῦ πρέποντος, ἕνεκα τῆς κακῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους.
§285ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν ἐνόησα ὡς πρὸς τὸ πρῶτον τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀναμείνωμεν ἕως ὅτου ὀργανωθῇ ἡ χωροφυλακή. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· ὅταν ἔλθῃ δὲ τὸ περὶ χωροφυλακῆς νομοσχέδιον θὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου. Ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τῶν ἀξιωματικῶν, διότι ἐδῶ μόνον ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ λαμβάνετε, διὰ νὰ καταλάβωσι τὴν θέσιν τοῦ ἀστυνόμου· διατὶ δὲν λαμβάνετε ἀξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς, ἐνῷ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν φθάνει εἰς τοὺς 145;
§286ΡΑΖΕΛΟΣ. Ἀπορῶ πῶς ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἐπιμένει εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν, τὸν ὁποῖον θέλει νὰ δώσῃ εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, ὅτι εἶναι σῶμα ἀστυνομικὸν, ἐνῷ ὁ στρατὸς ἀποτελεῖται καὶ ἀπὸ τὴν χωροφυλακήν, ὁ κανονισμὸς τῆς ὁποίας λέγει, ὅτι εἶναι σῶμα συμπληρωματικὸν τοῦ στρατοῦ, ἡ δὲ κυριωτέρα αὐτῆς ὑπηρεσία εἶναι στρατιωτική. Ἐπικουρικῶς μόνον συντρέχει τὴν ἀστυνομίαν, ἡ δὲ ἀποστολή της εἶναι στρατιωτική, καὶ τοῦτο ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἔχει κανονισμὸν στρατιωτικόν.
§287ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν εἶπον ὅτι δὲν εἶναι στρατιωτικὸν σῶμα, ἀλλ’ εἶπον ὅτι ἔχει πολὺ διάφορον προορισμὸν τοῦ προορισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχουσι τὰ ἄλλα σώματα.
§288ΡΑΖΕΛΟΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ εἴπω εἶναι, ὅτι εἶναι ἰδίως στρατιωτικὸν σῶμα. Ὁ κ. συνάδελφος προτείνει νὰ ἐξαιρεθῶσιν οἱ ἀξιωματικοὶ πάντων τῶν ἄλλων σωμάτων ἀπὸ τῆς μετοχῆς των εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, νὰ ἀνατεθῇ δὲ ἡ ὑπηρεσία αὕτη εἰς τὴν χωροφυλακήν. Φαίνεται ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριχωνίας συνάδελφος θεωρεῖ τὴν χωροφυλακὴν ὡς διαλελυμένην Μονήν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἕκαστος δύναται νὰ λαμβάνῃ ὅ,τι τῷ ἀναγκαιοῖ. Ἡ χωροφυλακή, κύριοι Βουλευταί, ἔχει ὀργανισμόν, διαιρεῖται εἰς μοιραρχίας καὶ ὑπομοιραρχίας, ἑκάστη δὲ τῶν μοιραρχιῶν ἀποτελεῖται ἀπὸ τρεῖς ἀξιωματικούς. Τώρα ὑπάρχουσιν αἱ μοιραρχίαι μόνον, αἱ δὲ ὑπομοιραρχίαι ἔχουν καταργηθῆ σιωπηρῶς καὶ παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Καθὰ δὲ καὶ ἄλλοτε παρετήρησα, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ἀνασυστήσῃ τὰς ὑπομοιραρχίας, καὶ ἀπορῶ διατὶ μέχρι τοῦδε δὲν ἔπραξε τοῦτο. Ἤδη μάλιστα καταργηθέντος καὶ τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τὸ κυριώτερον καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ ἀνασυστήσῃ τὰς ὑπομοιραρχίας. Ἀφοῦ δὲ αἱ ὑπομοιραρχίαι θὰ διοικῶνται ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικούς των,—καὶ παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι 20 ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς εἶναι ἀπεσπασμένοι εἰς τὴν δασοφυλακήν, ἑπομένως 20 ὑπομοίραρχοι ἐλλείπουσι,—ποῦ θὰ εὑρεθῶσιν οἱ ἀπαιτούμενοι ἀξιωματικοὶ διὰ τὰς θέσεις τῆς ἀστυνομίας; ἐκτὸς, ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν θεωρήσωμεν τὴν χωροφυλακὴν ὡς Μονὴν διαλελυμένην, καὶ προτιμότερον βεβαίως, ἐὰν δὲν ἀναδιοργανωθῇ, νὰ τὴν διαλύσωμεν, διότι, ὡς ὑπάρχει, εἶναι βάρος εἰς τὴν Πολιτείαν, παρὰ ὠφέλεια. Λοιπὸν πρέπει νὰ ἦναι γενικὴ ἡ συμμετοχὴ εἰς τὴν ἀστυνομίαν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὰ ἐπιμίσθια, νομίζω ὅτι ἡ διάκρισις, τὴν ὁποίαν θέτει τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 7, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ λοχαγοὶ λαμβάνουν δραχμὰς 40, οἱ ὑπολοχαγοὶ 30, καὶ οἱ ἀνθυπολοχαγοὶ 25, εἶναι ὀρθότερον νὰ λείψῃ, καὶ νὰ ἐξομοιωθῶσι πάντες, διότι, ὡς εἶναι γνωστόν, οἱ κατώτεροι ἀξιωματικοὶ θεωροῦνται ἀποτελοῦντες τὸν αὐτὸν κύκλον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 8–14).
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχουσι δύο τροπολογίαι, ἡ μία τοῦ κυρίου Φωκᾶ, προτείνοντος, ὅπως ἀντὶ τῶν λέξεων «δέκα χιλιάδας ψυχῶν» τεθῇ «πέντε χιλιάδας», καὶ ἡ ἑτέρα τῶν κ. κ. Τυπάλδου Ξυδιᾶ καὶ Σπ. Φορέστη, ἔχουσα οὕτω: «Εἰς ἕκαστον δῆμον, ἔχοντα μέχρι 4,000 ψυχῶν, συνιστᾶται διοικητικὴ ἀστυνομία.»
§290ΣΠ. ΤΥΠ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία μου, ὅπως εἰς δήμους, οἵτινες ἔχουσι 4,000 ψυχῶν, ἐφαρμοσθῇ ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία· ἄλλως νὰ ἔχωμεν διοικητικὴν ἀστυνομίαν εἰς ὅλον τὸ Κράτος. Διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω δημοτικὴν ἀστυνομίαν, ἡ ὁποία θὰ ἦναι πάντοτε φατριαστική. Ἀφοῦ θέλετε νὰ καταργήσητε τὴν ὑπάρχουσαν, εἶναι προτιμητέα ἡ διοικητικὴ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν συγχώνευσιν τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας μου, ὅπως ὑποβάλω αὐτοὺς εἰς τὸ εὐεργέτημα τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἀλλ’ ἀτυχῶς ἀπέτυχον, ἕνεκεν τῆς ἐλλείψεως τῆς γνώμης τῶν δημοτικῶν συμβουλίων.
§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Φωκᾶ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τῶν κ.κ. Φορέστη καὶ Τυπάλδου Ξυδιᾶ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 15, ὡς ἔχει).
§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 16 (ἀναγινώσκεται).
§293Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον παραδέχεται, ὅτι, ὅπως διορισθῇ τις διευθυντὴς ἀστυνομίας ἐν πρωτευούσῃ, πρέπει νὰ ἔχῃ τὸν βαθμὸν ὑπολοχαγοῦ, ἢ νὰ ὑπηρέτησεν ὡς τμηματάρχης κτλ. Ἀλλ’ ὁ τμηματάρχης δύναται νὰ ἔχῃ πολλὰ ἄλλα προσόντα, ἀλλὰ νὰ μὴ ἦναι κατάλληλος διὰ τὴν θέσιν αὐτήν. Πολὺ ὅμως περισσότερον δικαιοῦνται νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ὅτε ὑπῆρχεν ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ εἰδικώτεροι. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω γραπτὴν πρότασιν. (Ἀναγινώσκει αὐτήν).
§294ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς τὴν παρατήρησιν ταύτην, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος ἐποιήσατο, ἤθελον συστήσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλήν. Οὔτε ἡ μεγάλη πνευματικὴ μόρφωσις, οὔτε ἡ πολυχρόνιος ὑπηρεσία ἐν τοῖς γραφείοις δύναται νὰ προσδώσῃ προσόντα εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων, ὅσον ἡ πεῖρα’ τοῦτο γνωρίζομεν πάντες, καὶ λυποῦμαι διότι δὲν θέλομεν νὰ δώσωμεν προσοχὴν εἰς τὰ πρακτικώτερα ζητήματα καὶ εἰς τὰ διδάγματα τῆς πείρας. Ἀνεγράψαμεν εἰς τὸ ἄρθρον 16 προσόντα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα διὰ πᾶσαν ἄλλην ὑπηρεσίαν εἶναι ἱκανὰ νὰ φέρωσι τὸ ἀπαιτούμενον ἀποτέλεσμα ὑπὸ τῆς Πολιτείας, παρὰ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων, καὶ ζητῶ συγγνώμην διὰ τὴν παρατήρησίν μου ταύτην. Ἡ ἐκπλήρωσις τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων ἀπαιτεῖ εἰδικότητα, ἀπαιτεῖ νὰ ἦναι ἀνατεθραμμένος ὁ ἀστυνόμος μετὰ τῶν πολιτῶν, νὰ γνωρίζῃ τὰ τοῦ κόσμου. Διότι τὸ καθῆκον τῆς ἀστυνομίας δὲν εἶναι νὰ τιμωρῇ, ἀλλὰ νὰ προλαμβάνῃ τὸ ἔγκλημα. Διὰ τοῦτο κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου, καὶ προτείνω τὴν ἀποδοχὴν αὐτῆς.
§295Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν τροπολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου ἀποδεχόμεθα καὶ προτείνομεν νὰ μεταβληθῇ τὸ ἄρθρον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐν τῇ περιπτώσει τοῦ προηγουμένου ἄρθρου, διὰ τοῦ περὶ συστάσεως τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Β. Διατάγματος προσδιορίζεται καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀποτελούντων τὸ προσωπικὸν αὐτῆς ὑπαλλήλων, ὡς καὶ ὁ τῶν ταχθησομένων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ αὐτῆς ἀστυφυλάκων καὶ ἀγροφυλάκων, καὶ ἡ εἰς τάξεις κατανομὴ αὐτῶν. Ἀλλ’ οἱ διευθυνταὶ τῆς ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν συνιστωμένης Διοικητικῆς Ἀστυνομίας, ἂν μὲν ἦναι ἀξιωματικοί, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λαμβάνωνται ἐκ τῶν ἐχόντων βαθμὸν κατώτερον τοῦ βαθμοῦ τοῦ λοχαγοῦ, ἄν δὲ δὲν ἀνήκωσιν εἰς τὸν στρατὸν, δέον νὰ ἔχωσι βαθμὸν καὶ μισθὸν τμηματάρχου πρώτης τάξεως καὶ ἀπαιτεῖται νὰ ὑπηρέτησαν ἐπὶ τριετίαν τοὐλάχιστον ὡς τοιοῦτοι ἔν τινι Ὑπουργείῳ ἢ ἐν ἄλλῃ ὁμοιοβαθμίῳ θέσει, ἢ ὑπὲρ τὴν διετίαν ὡς εἰσαγγελεῖς, ἢ ὡς ἀστυνόμοι ἐν τῇ Διοικητικῇ Ἀστυνομίᾳ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἐπὶ διετίαν, ἔχοντες ὅμως δίπλωμα τῆς Νομικῆς, ἢ ὑπὲρ τὴν τετραετίαν ὡς δικηγόροι παρὰ Πρωτοδίκαις. Ἐν δὲ ταῖς πρωτευούσαις τῶν ἐπαρχιῶν, ἢ τοῖς ἄλλοις ἀναφερομένοις ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ δήμοις, ἂν μὲν λαμβάνωνται ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν, ἀπαιτεῖται νὰ ἦναι ὑπολοχαγοὶ ἢ ἀνθυπολοχαγοὶ, ἂν δὲ δὲν ἀνήκωσιν εἰς τὸν στρατὸν, νὰ ἔχωσι βαθμὸν καὶ μισθὸν ὑπουργικοῦ γραμματέως πρώτης τάξεως καὶ νὰ ὑπηρέτησαν ὡς τοιοῦτοι ἔν τινι Ὑπουργείῳ ἢ ἐν ὁμοιοβαθμίῳ ἑτέρᾳ θέσει ἐπὶ διετίαν, εἴτε ὡς πρωτοδίκαι ἢ ἀντεισαγγελεῖς ἐπὶ διετίαν, εἴτε ὡς ἔπαρχοι ἢ εἰρηνοδίκαι πρώτης τάξεως ἐπὶ τετραετίαν, εἴτε ὡς δικηγόροι παρὰ Πρωτοδίκαις ὑπὲρ τὴν τριετίαν.»
§296ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἔδωκα καὶ ἐγὼ μίαν προσθήκην, ὅτι δὲν πρέπει οἱ ἀστυνόμοι νὰ ἦναι ἐντόπιοι.
§297ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προσέξῃ εἰς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν κάμνω, ἐπὶ τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 16 «ἐν τῇ περιπτώσει τοῦ προηγουμένου ἄρθρου», δηλ. τῆς μεταβαπτίσεως, τοῦ μετασχηματισμοῦ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας εἰς διοικητικὴν, πόθεν θὰ πληρόνηται τὸ νέον τοῦτο προσωπικὸν, ὅταν ἡ μεταβολὴ γείνῃ εἰς ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητῆται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ δήμου καὶ ν’ ἀναγραφῇ ἡ προσήκουσα πίστωσις;
§298Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο θὰ συμβῇ μόνον κατὰ τὴν πρώτην ἐκτέλεσιν, εἰς τὸ μέλλον δὲν ὑπάρχει κανὲν κώλυμα· διότι, ἂν δὲν ἦναι ἐψηφισμένος ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ δήμου, ὑπάρχει διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκτελοῦνται αἱ διατάξεις τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ παρελθόντος ἔτους.
§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Πεταλᾶ, ὁ ὁποῖος προτείνει νὰ προστεθῇ, ὅτι ἡ ἀνάθεσις τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς δὲν εἶναι ὑποχρεωτική.
§300Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀποδέχομαι τὴν τροπολογίαν ταύτην.
§301ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἔπειτα λέγετε, ὅτι δὲν διατηρεῖτε τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν!
§302ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσύρει τὴν τροπολογίαν του ὁ κ. Πεταλᾶς;
§303ΠΕΤΑΛΑΣ. Μάλιστα.
§304ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ ἐφαρμόζωνται αἱ διατάξεις τοῦ περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων νόμου;
§305Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμόζωνται αἱ διατάξεις τοῦ περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων νόμου εἰς τοὺς διευθυντὰς τῆς ἀστυνομίας, πλὴν, ἐννοεῖται, τοῦ διευθυντοῦ τῆς ἀστυνομίας καὶ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ.
§306ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ διὰ τοὺς ἀστυνόμους καὶ ὑπαστυνόμους.
§307Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως, διὰ τοὺς διευθυντὰς τῆς ἀστυνομίας καὶ τὰ ἄλλα ἀστυνομικὰ ὄργανα. Διὰ τοῦτο ἔγραψα τὸ ἑξῆς κείμενον, τὸ ὁποῖον θὰ ψηφισθῇ ὡς προτελευταῖον ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «Αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ΦΜʹ τοῦ 1875 ἐφαρμόζονται ἐπὶ τῶν διευθυντῶν τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἀστυνομικῶν ὀργάνων, πλὴν τῶν ἐν τῇ διοικητικῇ ἀστυνομίᾳ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς τεταγμένων.»
§308ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 16, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ τὰ ἄρθρα 17, 18 καὶ 19 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§309ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 20 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Λιμπρίτου, ἔχουσα οὕτω: «Ἐν τοῖς ἄλλοις δήμοις τοῦ Κράτους οἱ παρὰ ταῖς δημοτικαῖς ἀστυνομίαις δημοτικοὶ κλητῆρες δέον νὰ ἐξετέλεσαν τὴν στρατιωτικὴν αὐτῶν ὑπηρεσίαν μὲ διαγωγὴν ἐξαίρετον ἢ ἄμεμπτον, ἢ μὲ ἀντίστοιχον ἐν τῷ στρατῷ τῆς θαλάσσης, νὰ γινώσκωσι γραφὴν καὶ ἀνάγνωσιν, καὶ νὰ μὴ ὑπερέβησαν τὸ 50 ἔτος τῆς ἡλικίας των. Οὗτοι διορίζονται ὑπὸ τοῦ δημοτικοῦ ἀστυνόμου, ἐγκρίσει τοῦ νομάρχου, ἐπιτρέπεται δὲ νὰ προσληφθῶσι καὶ ἑτεροδημόται.»
§310Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ ἄρθρον 20, κύριε Πρόεδρε, ἐντελῶς ἀνατρέπει τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, διότι διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τίθεται ἐν ἐνεργείᾳ τὸ Β. Διάταγμα τῆς 31 Δεκεμβρίου 1836 καὶ ὁ νόμος τοῦ 1891, κατὰ δὲ τὸν νόμον τοῦ 1891 τοὺς κλητῆρας τοὺς ἀστυνομικοὺς τοὺς διορίζει ὁ ἀστυνόμος, ἐν τοῖς δήμοις δὲ, ἔνθα δὲν θὰ ὑπάρχῃ διοικητικὴ ἀστυνομία, πῶς θὰ ἐπιβάλωμεν τοὺς ὑπολειφθέντας ἔτι ἀστυφύλακας νὰ τοὺς διορίζῃ ὁ ἀστυνόμος; Ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ἐθεώρησε τὴν μάζαν τῶν ἀστυφυλάκων ὅτι εἶναι μάζα ἀξιοσύστατος, ἐνῷ, ἐὰν κατέπεσεν ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, κατέπεσεν ἕνεκα τῶν ἀστυφυλάκων, διότι ἐξέλεξαν ὡς τοιούτους τὰ τελευταῖα περιτρίμματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὡς ἔλεγον δὲ, τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀνατρέπει τὸ ἄρθρον 1. Διὰ τοῦτο θεωρῶ, ὅτι ἐντελῶς πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, καὶ νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἀποδεχθῇ τοῦτο. Ἢ πρέπει νὰ ἀνατρέψωμεν τὸν τιθέμενον ἐν ἰσχύϊ νόμον τοῦ 1891, ἢ πρέπει νὰ ἐξαλείψωμεν τὸ ἄρθρον αὐτό.
§311Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω τὰ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ λεχθέντα περὶ ἀστυφυλάκων, ὅτι οἱ καταταχθέντες ἀστυφύλακες εἶναι τόσον κακοί. Μεταξὺ τῶν πολλῶν ὑπάρχουσι βεβαίως καί τινες, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀτελείας, ὡς καὶ μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων τῶν διοικητικῶν καὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν οἰκονομικῶν. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ᾖναί τις ὑπερβολικὸς εἰς τὰς ἐκτιμήσεις αὑτοῦ. Ὅτε συνετάσσετο τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἡ ἰδέα ἦτο νὰ χρησιμοποιηθῶσιν οἱ ἀστυφύλακες, διότι ἐνδέχεται, ὡς εἶπον, νὰ ἦναι μεταξὺ αὐτῶν καὶ κακοὶ, ἢ νὰ ἔχωσιν ἀτελείας ἢ πλημμελείας, ἀλλὰ κατετάχθησαν μετὰ ἐξέλεγξιν προσόντων. Ἐὰν τὰ προσόντα ταῦτα ᾖναι ἀκριβῆ, ὑπάρχει πρόληψις, ὅτι θέλουσιν ἐκπληρώσει τὸ καθῆκόν των, ἐὰν δὲ δὲν ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των, τοῦτο θέλει γίνεσθαι κατ’ ἐξαίρεσιν. Ἀλλ’ ἄλλη ὑπάρχει δυσκολία, ἡ ἑξῆς, ὅτι τὸν μισθὸν τῶν ἀστυφυλάκων δὲν θέλουσιν ἐπαρκεῖ νὰ πληρόνωσι τὰ δημοτικὰ ταμεῖα, ἐπειδὴ οἱ ἀστυφύλακες λαμβάνουσιν 70, 80 καὶ 90 δραχμὰς, οἱ δὲ δημοτικοὶ κλητῆρες λαμβάνουσι πολὺ μικρότερα ποσὰ, εἶναι δὲ δύσκολον νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς δήμους ἡ πληρωμὴ τοῦ μισθοῦ δύο ἀστυφυλάκων. Διὰ τοῦτο ἡ τροπολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τυρνάβου μοὶ φαίνεται ὅτι δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ. Κατὰ τὴν τροπολογίαν ταύτην, δὲν δύναταί τις νὰ διορισθῇ ἀστυνομικὸς κλητὴρ ἐν τοῖς δήμοις, ἐὰν δὲν ὑπηρετήσῃ προηγουμένως ἐν τῷ στρατῷ καὶ δὲν ὑπηρετήσῃ μὲ διαγωγὴν ἐξαίρετον ἢ ἄμεμπτον. Διὰ τοῦτο ἀντὶ τοῦ ἄρθρου 20 δέχομαι τὴν τροπολογίαν ταύτην.
§312ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε τί θὰ κάμητε τοὺς ἀστυφύλακας;
§313ΡΑΖΕΛΟΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ καὶ ὁ χρόνος τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, διότι εἶναι καὶ τρίμηνος καὶ ἐνιαύσιος ὑπηρεσία.
§314ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τυρνάβου, ὡς ἄρθρον 20, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 21 (ἀναγινώσκεται).
§315Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον 21 δυνάμεθα νὰ τὸ συγχωνεύσωμεν εἰς τὴν προσθήκην, τὴν ὁποίαν ἐψηφίσαμεν ἤδη.
§316ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἢ νὰ μεταφερθῇ ἐδῶ ἡ προσθήκη.
§317Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ προσθήκη θέλει ἀναγραφῆ εἰς τὸ προτελευταῖον ἄρθρον, καὶ ἑπομένως τότε θέλομεν προτείνει αὐτήν.
§318ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν 21 παραλείπεται, καὶ τὸ 22 γίνεται 21. Ἄρθρον 22 τοῦ νομοσχεδίου, ἤτοι 21 κατὰ τὴν νέαν τάξιν.
§319ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἐκ τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς ἀστυφυλακῆς τεταγμένων ἐνωμοταρχῶν, ὑπενωμοταρχῶν καὶ ἀστυφυλάκων, οἱ μετὰ τοὺς τοποθετηθέντας κατὰ τὰ ἄρθρα 9, 10, 17, 20 καὶ 21 τοῦ παρόντος νόμου περισσεύοντες ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε κατατεταγμένων, οἱ μὲν ὑπαξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς ἀνακαλοῦνται εἰς τὰς Μοιραρχίας, εἰς τὰς ὁποίας ἀνήκουσιν, οἱ δὲ ἀστυφύλακες καὶ οἱ ὑπαξιωματικοὶ τῆς ἀστυφυλακῆς κατατάσσονται, ὅσοι βούλονται, ὡς χωροφύλακες ἐν τῷ σώματι τῆς χωροφυλακῆς, καὶ διανέμονται εἰς τὰς Μοίρας αὐτῆς. Ἀπὸ τῆς πρώτης δὲ τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου τοῦ 1896 δὲν ἐπιτρέπεται κατάταξις νέων ἀστυφυλάκων.»
§320Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνετάχθη κατὰ τὸ 1895, ὅτε ὑπετίθετο ὅτι κατὰ τὸ 1896 ἔμελλε νὰ ἐκτελεσθῇ, διὰ τοῦτο ὑπάρχει ἡ διάταξις «ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1896»· ἐπειδὴ ὅμως οὐδ’ ἤρχισεν ἔτι ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου, ἡ διάταξις αὕτη «ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1896» περιττεύει. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἀναγραφῇ, εἶναι «ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου 1897».
§321Ι. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Βότση, ὅτι οἱ ἀστυφύλακες κατατάσσονται εἰς τὴν χωροφυλακὴν μὲ τὸν αὐτὸν βαθμόν.
§322Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγένετο δεκτὴ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§323ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Οἱ ἀστυφύλακες δὲν δύνανται νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν χωροφυλακὴν μὲ τὸν αὐτὸν βαθμὸν, διότι προσβάλλουσι τὰ δικαιώματα τῶν ἤδη κατατεταγμένων, διότι ὑπάρχουσι προσόντα, ἵνα καταταχθῶσιν οἱ ὑπαξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς.
§324Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Δὲν δύναται νὰ διατηρήσῃ τὸν αὐτὸν βαθμόν. Ἀπαλείφεται τὸ «μὲ τὸν αὐτὸν βαθμόν».
§325ΠΕΤΑΛΑΣ. Μίαν ἄλλην παρατήρησιν, κύριε Πρόεδρε. Τὰ ἐν τῷ ἀναγνωρισθέντι ἄρθρῳ ἀναφερόμενα ἄρθρα δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς ἐκεῖνα τὰ ἄρθρα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἀναφερθῶσι.
§326Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν ψηφίσωμεν τὸ σύνολον, συναρμολογοῦμεν τὰ ἄρθρα.
§327ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ κείμενον τὸ ὑπ’ ὄψει τοῦ Προεδρείου εἶναι διωρθωμένα τὰ ἄρθρα. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 21, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρα 22–25).
§328Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς ἄρθρον 26 προτείνω τὸ ἑξῆς: «Ἐκ τῆς κατὰ τὴν μέχρι τοῦδε ἰσχύουσαν νομοθεσίαν καταβαλλομένης εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὑπὸ τῶν δήμων εἰσφορᾶς διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἀστυνομίας θέλει πληρωθῆ κατὰ τὸ ἔτος 1896 ὑφ’ ἑκάστου τῶν δήμων τόσον μέρος, ὅσον ἀναλογεῖ εἰς τὸν χρόνον, μέχρι τοῦ ὁποίου ἤθελεν ἐξακολουθήσει λειτουργοῦσα ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἐν τῷ νομῷ, εἰς ὃν ὑπάγεται ὁ δῆμος.»
§329ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἰσεπράχθη εἰσφορά, ὥστε ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
§330Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία. (Γίνεται δεκτὸν τὸ προταθὲν ἄρθρον 26).
§331ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη ὑπάρχει ἄρθρον 27, προτεινόμενον ὑπὸ τῶν κ.κ. Λιμπρίτου καὶ Πεταλᾶ, τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οἱ διοριζόμενοι εἰς ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ἀξιωματικοὶ ὑφίστανται ἐπὶ τρίμηνον, συγκεντρούμενοι ἐν Ἀθήναις, εἰδικὴν ἐκπαίδευσιν, κανονισθησομένην διὰ Β. Διατάγματος, πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς εἰδικῆς ταύτης ὑπηρεσίας. Ἀξιωματικοὶ ὑπηρετοῦσι μόνον εἰς ἀστυνομίας, ἐν αἷς ἅπαν τὸ διοικητικὸν προσωπικὸν ἀποτελεῖται ἐξ ἀξιωματικῶν. Οἱ εἰς ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν διωρισμένοι ἀξιωματικοὶ ἐπανέρχονται εἰς τὰ σώματά των μετὰ συμπλήρωσιν ἐνιαυσίου ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, δὲν δύνανται δὲ νὰ ἀναλάβωσι καὶ αὖθις τοιαύτην πρὸ τῆς παρελεύσεως διετίας. Οἱ προβιβαζόμενοι ἀξιωματικοὶ ἐπανέρχονται ἀμέσως εἰς τὰ σώματά των. Οὐδεὶς δὲ ἀξιωματικὸς διορίζεται εἰς ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, ἂν δὲν συνεπλήρωσε τὸν πρὸς προβιβασμὸν ἀπαιτούμενον χρόνον ἐν τῷ στρατεύματι».
§332ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ ἐπιθυμοῦμεν νὰ συμμεθέξῃ ὁ στρατὸς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, ἀφοῦ θεωρεῖται ὡς στοιχεῖον ἐνισχῦον τὴν καλὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, θὰ ἦτο καλὸν νὰ φροντίσωμεν καὶ περὶ τοῦ στρατεύματος.
§333Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὴ ἡ πρόνοια δὲν εἶχε ληφθῆ, ὅταν ἐλειτούργει τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἀλλὰ καὶ ἤδη μὴ θέλετε νὰ θέσητε περιορισμοὺς εἰς τὸν χρόνον, ὅταν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ πρώτην φορὰν τὸ σύστημα.
§334ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Νομίζετε ὅτι ἡ ἐπὶ τρίμηνον ἐκπαίδευσις θὰ βλάψῃ;
§335Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα, κύριε Βουλευτά. Ἀλλ’ ἔχετε πολλοὺς διδάσκοντας ἀστυνομικὰ καθήκοντα;
§336ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἕνα νομικὸν σύμβουλον, ἕνα τμηματάρχην.
§337ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ τροπολογία ἀπεῤῥίφθη. Ὡς ἄρθρον 27 προτείνεται ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ΦΜʹ τῆς 11 Νοεμβρίου 1875 ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τῶν διευθυντῶν τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων καὶ ἀστυφυλάκων, πλὴν τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς τεταγμένων.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ νέον ἄρθρον 27, ὡς ἀνεγνώσθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἑπόμενον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, λαβὸν τὴν θέσιν ἄρθρου 28).
§338ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον θὰ συναρμολογηθῇ καὶ θ’ ἀνατυπωθῇ. Διὸ ἀναβάλλεται ἡ ψήφισις αὐτοῦ εἰς τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀτελείας τῶν κατὰ τὴν τέλεσιν τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων ἐκδοθησομένων εἰσιτηρίων εἰσόδου εἰς τὰ διάφορα ἱδρύματα αὐτῶν.
§339ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ διὰ τὸ τέλος τῶν εἰσιτηρίων τῶν κατὰ τὴν 9 καὶ 10 Μαρτίου τελεσθέντων πανελληνίων ἀγώνων.
§340Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν, διότι τότε δὲν ὑπῆρχε νόμος.
§341ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν λαμβάνεται τοὐλάχιστον γενικωτέρα πρόνοια περὶ τῶν ἑκάστοτε γιγνομένων ἀγώνων; (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§342ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ περὶ ἐκτυπώσεως ἀναμνηστικῶν γραμματοσήμων ͵ΒΤΜϚʹ νόμου. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα αὐτοῦ 1–3).
§343ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐλλείπει τὸ ἄρθρον περὶ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος.
§344Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ προστεθῇ ἄρθρον 4 τὸ ἑξῆς: «Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσιεύσεώς του». (Γίνεται δεκτὸν τὸ προστεθὲν ἄρθρον 4, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐκποιήσεως μέρους τῆς κληρονομίας Ἀλεξάνδρου Α. Σούτσου πρὸς πληρωμὴν τῶν βαρῶν αὐτῆς»).
§345ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς παραστάσεως τοῦ Διαδόχου καὶ τῶν Βασιλοπαίδων ἐνώπιον τῆς δικαστικῆς ἢ ἄλλης ἀρχῆς. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§346ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἢ ἄλλης ἀρχῆς παράστασις ἑταιριῶν, σωματείων ἢ ἄλλων νομικῶν προσώπων, ὧν πρόεδροι τυγχάνουσιν ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Στέμματος ἢ ἄλλοι Βασιλόπαιδες, γίνεται διὰ τῶν ἀντιπροέδρων των, τοιούτων δὲ μὴ ὑπαρχόντων, ἀπόντων ἢ κωλυομένων, διὰ τῶν γραμματέων αὐτῶν.»
§347ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι καλὸν εἶναι εἰς τὸ τέλος νὰ προστεθῇ: «ἐὰν τὰ καταστατικὰ αὐτῶν δὲν ὥρισαν ἕτερα πρόσωπα», ἵνα μὴ ἐπεμβαίνῃ ὁ νόμος εἰς τὰ καταστατικά.
§348Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 μετὰ τῆς προταθείσης προσθήκης, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀτελείας τῶν ἐκ τῆς πεδιάδος Ἄρτης εἰσαγομένων εἰς τὴν ὁμώνυμον πόλιν προϊόντων).
§349ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ Ἐφηβείου Ἀβέρωφ. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–6, ὡς ἔχουσι).
§350ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκει).
§351ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7 ἔχω νὰ φέρω τὴν παρατήρησιν, ὅτι ὑπάρχει ἀντίφασις μεταξὺ τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ τοῦ ἄρθρου 6. Κατὰ τὸ ἄρθρον 7, οἱ ὑπερβάντες τὸ 18 ἔτος τῆς ἡλικίας των, ἐὰν κατεδικάσθησαν εἰς φυλάκισιν ἐλάσσονα τῶν τρῶν ἐτῶν, ἑπομένως εἰς φυλάκισιν καὶ ἐλάσσονα τοῦ μηνὸς, δι’ ἀποφάσεως τῶν ἐν Ἀθήναις ποινικῶν δικαστηρίων, ἐκτίουσι τὴν ποινήν των ἐν τῷ αὐτῷ Σωφρονιστηρίῳ· κατὰ τὸ ἄρθρον 6, οἱ μὴ ὑπερβάντες τὸ 18 ἔτος τῆς ἡλικίας των καὶ καταδικασθέντες εἰς φυλάκισιν ἔλαττον τοῦ μηνὸς, καὶ ἐὰν εὑρίσκωνται εἰς Ἀθήνας, καὶ ἂν δηλαδὴ κατεδικάσθησαν δι’ ἀποφάσεως τῶν ἐν Ἀθήναις ποινικῶν δικαστηρίων, ἐκτίουσι τὴν ποινήν των εἰς τὰς φυλακὰς τῶν ὑποδίκων. Διατὶ οἱ ὑπερβάντες τὸ 18 νὰ ἐκτίωσι τὴν ποινήν των εἰς τὸ Σωφρονιστήριον καὶ οἱ μὴ ὑπερβάντες αὐτὸ, οἵτινες κατὰ μείζονα λόγον ἔπρεπε νὰ ἐκτίωσι τὴν ποινήν των εἰς τὸ Σωφρονιστήριον, νὰ τὴν ἐκτίωσιν εἰς τὰς φυλακὰς τῶν ὑποδίκων;
§352ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Διότι ἐὰν ἔχωσι καταδικασθῆ εἰς μέρη ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν, ἐννοεῖται διὰ φυλάκισιν ἔλαττον τοῦ μηνὸς, δὲν συμφέρει νὰ τοὺς μεταφέρωσιν ἀπὸ τὴν Τρίπολιν, φέρ’ εἰπεῖν.
§353ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Δὲν λέγει αὐτό.
§354ΣΚΟΥΖΕΣ. Αὐτὸ εἶναι· ὅταν δὲν ἦναι εἰς Ἀθήνας καὶ κατεδικάσθησαν εἰς φυλάκισιν ἔλαττον τοῦ μηνὸς, δὲν συμφέρει νὰ μεταφέρωνται.
§355ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Πῶς εἶναι αὐτὸ, ἀφοῦ δὲν λέγεται;
§356ΦΙΛ. ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ νὰ ἀντικατασταθῶσιν οἱ τρεῖς τελευταῖοι στίχοι τοῦ ἄρθρου 7, ἀπὸ τῆς λέξεως «ὑπερβάντες» μέχρι τέλους, διὰ τῶν ἑξῆς: «ἄγοντες ἡλικίαν ἄνω τῶν 18 ἐτῶν καὶ καταδικασθέντες εἰς τριετῆ φυλάκισιν θ’ ἀποτίωσιν ἐντὸς τοῦ Ἐφηβείου τὸ ὅλον τῆς φυλακίσεώς των». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 8 καὶ 9, ὡς ἔχουσι).
§357ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§358Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸ τέλος τοῦ πέμπτου ἐδαφίου, ἔνθα λέγεται «ὁ ἱερεὺς τοῦ Σωφρονιστηρίου δέον νὰ ᾖ προλύτης τῆς Θεολογίας», παρακαλῶ νὰ προστεθῶσι τὰ ἑξῆς: «ἢ διδάκτωρ τῆς Φιλοσοφίας, διακούσας τὰ μαθήματα τῆς Θεολογίας». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γεν. Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Λίβερπουλ ἑδρευούσης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας «Mediterranean and New-York Steamship Company Limited»).
§359ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως καὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν ἐκ τῶν τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ διεπόντων νόμων.
§360Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο;
§361ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ γείνῃ συζήτησις, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 1 ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ταμίαν καὶ τοὺς διευθύνοντας τὸ ταμεῖον νὰ χρησιμοποιῶσι τὴν περιουσίαν αὐτοῦ εἰς βιομηχανικὰς ἢ οἱασδήποτε ἄλλας ἐπιχειρήσεις, καὶ νομίζω ὅτι οὐδέποτε ἐπιτρέπεται εἰς ταμεῖα ἔχοντα φιλανθρωπικὸν σκοπὸν νὰ τοποθετῶσι τὴν περιουσίαν των εἰς ἐπιχειρήσεις ὁπωσδήποτε κερδοσκοπικάς.
§362ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Καὶ ἐγὼ προτείνω τὴν ἀναβολήν.
§363ΜΑΝΕΣΗΣ. Οὔτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης οὔτε ὁ κ. ἐξ Ὕδρας ἔχουσι γνῶσιν τοῦ τί ἀπεφάνθη ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ ὁποία ἀνεθεώρησε τὸ νομοσχέδιον καὶ προέβλεψε περὶ πάντων αὐτῶν.
§364Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§365ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Τρίτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ ποιμνιοβοσκῆς.
§366ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸς Θεοῦ! κύριε Πρόεδρε, δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ. Δὲν εἶναι νομοσχέδιον, εἶναι συγγραφὴ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου.
§367ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀναβληθῇ, διότι περιέχει διάταξιν, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ βόσκησις καὶ εἰς τοὺς κυρίους (γέλωτες).
§368ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν εἶναι δεκτικὸν συζητήσεως. Ἀλλὰ κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς παρελθούσης περιόδου εἶχε συνταχθῆ ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τὴν σελίδα 105 τοῦ Παραρτήματος· τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶχε συνταχθῆ ὑπὸ ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαβον μέρος καὶ ἐκ τῆς πλειοψηφίας καὶ ἐκ τῆς μειοψηφίας μέλη· αὐτὸ εἶναι δεκτικὸν συζητήσεως, παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ ἀναγνωσθῇ, εἰ δυνατόν, εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§369ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐγὼ δηλῶ, ὅτι τὸ ἀποσύρω. (Ἐῖτα γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως συνεργείων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν).
§370ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προβιβασμοῦ τῶν ὑπολογιστῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ καὶ περὶ τροποποιήσεως τοῦ ᾼΡΞΒ’ νόμου «περὶ βαθμολογίας καὶ προσόντων τῶν οἰκονομικῶν βαθμοφόρων τοῦ Β. Ναυτικοῦ».
§371Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Λαβὼν ὑπ’ ὄψιν τὰς γνώμας καὶ τῆς πλειοψηφίας καὶ τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἐπήνεγκον τροπολογίας τινὰς, τὰς ὁποίας ἔχω δώσει εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν).
§372ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀνατυπωθῇ, κύριε Πρόεδρε, ὡς ἐτροποποιήθη.
§373ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 277). Δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ ͵ΒΤΘʹ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου.
§374Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ διάταξις αὐτοῦ κατεχωρίσθη εἰς τὸν ψηφισθέντα νόμον.
§375ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπαλείφεται συνεπῶς. (Ἐῖτα, ἀποφάσει τῆς Βουλῆς, ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τοῦ εἰς χρήματα καταβληθέντος ἀντὶ τοῦ εἰς εἶδος φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος» καὶ τῶν νομοσχεδίων «περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου κατασκευῆς ἀτμολεβήτων καὶ ἀτμομηχανῶν τῶν πολεμικῶν πλοίων» καὶ «περὶ ἑρμηνείας τοῦ περὶ ἐξοφλήσεως τῶν χρεῶν τῶν δήμων νόμου τῆς 24 Ἰανουαρίου 1852»).
§376ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως διατάξεων τοῦ νόμου ᾼΩΠΗ’ τῆς 31 Δεκεμβρίου 1890 «περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ᾼΦΠΔ’ νόμου τοῦ 1887 περὶ ἀπονομῆς ἀνωτέρου βαθμοῦ εἰς ἀποστρατευομένους ἀξιωματικοὺς κτλ.» (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§377ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προστασίας τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ σακχαροποιΐας. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2).
§378ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§379ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Κατὰ τὸ προκείμενον ἄρθρον 3, «ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν ὑπὸ τῆς ὁδοῦ καταλαμβανομένων γαιῶν γίνεται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ᾼΧΜΒʹ νόμου τῆς 4 Ἰανουαρίου 1888», κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νόμου τούτου, «ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν γαιῶν καὶ κτημάτων ἐνεργεῖται ὑποχρεωτικῶς, ἐπὶ ἀποζημιώσει κανονιζομένῃ ὑπὸ τριμελοῦς ἐπιτροπῆς, ἀποτελουμένης ἀπὸ τὸν νομάρχην ἢ εἰρηνοδίκην, τὸν μηχανικὸν καὶ τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον τῆς περιφερείας, εἰς ἣν ὑπάγεται τὸ κτῆμα.» Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ποῦ ἔγκειται ὁ λόγος τῆς δημοσίας ἀνάγκης, προκειμένου περὶ καταλήψεως γαιῶν χρησιμοποιηθησομένων εἰς τὰς ἀνάγκας ἰδιώτου, τοῦ ὁποίου ἡ βιομηχανία δὲν δύναται βεβαίως νὰ ἔχῃ τόσην ἐπιῤῥοὴν, ὥστε νὰ θεωρηθῇ λόγος δημοσίας ἀνάγκης. Δὲν εἶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ ἐπεθύμουν τὴν ἐξήγησιν ταύτην, ἥτις θὰ μοὶ ἐχρησίμευεν ἐν ἄλλῳ θέματι δι’ ἄλλον τινὰ λόγον.
§380Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς βιομηχανίας, τὸ συμφέρον εἶναι δημόσιον, καὶ ἕνεκα τούτου ἀνεγνωρίσθη, ὅτι αἱ γαῖαι, αἱ ὁποῖαι θὰ καταλαμβάνωνται πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν χάριν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται καταστήματος, θέλουσι καταλαμβάνεσθαι λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης, ἀλλὰ προσέτι αἱ ὁδοὶ αὗται θέλουσιν εἶσθαι κοινῆς χρήσεως. Αὐτοὶ εἶναι οἱ δύο λόγοι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§381ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μηχανημάτων κατασκευῆς σιγάρων καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν σιγαροφύλλων τῶν φυλλαδίων.
§382Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσιν ἀντιῤῥήσεις, ἐπ’ αὐτοῦ κύριε Πρόεδρε. Παρακάτω.
§383ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ᾼΧΚΗʹ τοῦ 1887 νόμου περὶ ἀποζημιώσεως ὁδοιπορικῶν ἐξόδων τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§384ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΣΛʹ τῆς 27 Ἀπριλίου 1867 νόμου περὶ ζωοκλοπῆς.
§385ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ πρέπει νὰ ἀναβληθῇ, κ. Πρόεδρε.
§386ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ ἡ ἀνωτέρω πρότασις νόμου, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ὁ ἐκ Βόλου βουλευτὴς κ. Ν. Σχινᾶς ὑπέβαλε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ καταργήσεως ἄρθρων τινῶν ἐκ τῶν τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ διεπόντων νόμων. Ὁ ἐκ Λαρίσης βουλευτὴς κ. Δ. Πιπινόπουλος ὑπέβαλε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως διατάξεων τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου. Ὡσαύτως ὁ ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴς κ. Ν. Γεωργακόπουλος ὑπέβαλεν ἑτέραν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου. Πᾶσαι αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 278–280).
§387Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἦναι δυνατὸν, παρακαλῶ νὰ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 68 ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδιον «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν τοῦ 1894 τῆς πόλεως Λαμίας». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§388Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Συνδέονται ὅμως μὲ τὸν προϋπολογισμὸν νομοσχέδιά τινα, π. χ. τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν θέσεων τῶν βοηθῶν καὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐπιστατῶν. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀνεγράφη πίστωσις ὀλιγωτέρα τῆς συνήθους, ἕνεκα τῆς προτεινομένης καταργήσεως, παρῆλθε μάλιστα ὁ Ἰανουάριος καὶ ὁ Φεβρουάριος καὶ ὁ Μάρτιος, καὶ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον. Διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ συζητήσωμεν.
§389ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ προταχθῶσιν ὅλα αὐτὰ αὔριον.
§390ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Τὸ περὶ τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου;...
§391Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπόψε.
§392ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§393ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 2 π. μ. τῆς ἐπιούσης.