1896.03.13
5.228 στίχοι · 40.793 λέξεις · 509 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 39
Τῆς 13 Μαρτίου 1896.
(Τετάρτη)
Ὥρα 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῶν δύο προηγουμένων συνεδριάσεων).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ βαθυτάτης λύπης ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ θάνατος ἀφῄρεσεν ἀφ’ ἡμῶν καὶ τρίτον προσφιλῆ συνάδελφον, τὸν ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴν Νικόλαον Καλλιφρονᾶν, ἄνδρα διακρινόμενον διὰ τὴν ἀγαθότητα τῆς καρδίας καὶ τὴν εὐθύτητα τοῦ χαρακτῆρος. Πέποιθα ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἐπιτρέψει, ὅπως ἐν ὀνόματι αὐτῆς ἐκφράσω συλλυπητήρια πρὸς τοὺς γονεῖς, τοὺς ὁποίους τόσον σκληρῶς ἔπληξεν ἡ τύχη, ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἀποδεχθῇ καὶ τὴν ἑτέραν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ποιοῦμαι, νὰ κατατεθῇ τουτέστι στέφανος ἐπὶ τῆς σοροῦ τοῦ νεκροῦ συναδέλφου.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω δὲ τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς, ὅπως εὐαρεστούμενοι, ἀκολουθήσωσι τὴν κηδείαν αὐτοῦ, γενησομένην αὔριον, τὴν 2½ ὥραν μ. μ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ συνεδρίασις δὲν θ’ ἀρχίσῃ τὴν 4ην ὥραν, νομίζω δὲ καλὸν νὰ ἀρχίσῃ τὴν 5½ μ. μ.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τοῦ δημάρχου καὶ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Πειραιῶς, ἐξαιτουμένων τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 34 § αʹ τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιΐας. Ὡσαύτως ἀναφορὰν πλοιάρχων τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ, παρακαλούντων τὴν Βουλὴν, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου. Οἱ βουλευταὶ Καρυστίας κ. κ. Λεβέντης καὶ Χατζηνικολῆς ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ͵ΒΡΟΒʹ νόμου τῆς 20 Φεβρουαρίου 1893», μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 281). Ὁ κ. Χατζῖσκος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§6Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὶν ἢ προβῇ εἰς ἔγκρισιν τῆς δημοπρασίας τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ λιμενικοῦ φόρου τοῦ λιμένος Στυλίδος τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος, νὰ μελετήσῃ ἐπισταμένως τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καθόσον, ἐπανελθὼν ἐκεῖθεν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, γίνομαι διερμηνεὺς ὁλοκλήρου τοῦ ἐμπορικοῦ κόσμου τῆς πόλεως Λαμίας, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν ἑκάστοτε ἐπαύξησιν τῶν λιμενικῶν φόρων τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης. Οὐδὲ καιρὸς εἶναι, οὐδὲ ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἀκούῃ εὐχαρίστως ζητήματα τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀνατρέχω εἰς τὴν σύγκρισιν τῶν λιμενικῶν φόρων, οὓς πληρόνουσιν οἱ ἔμποροι Λαμίας, πρὸς τοὺς λιμενικοὺς φόρους ἄλλων πόλεων, ἵνα ἀποδείξω τὸ δυσανάλογον καὶ βαρὺ τῆς φορολογίας ἐκείνης. Περιορίζομαι μόνον νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι, εἰ καὶ τοσοῦτον βαρεῖς λιμενικοὺς φόρους πληρόνουσιν οἱ ἔμποροι Λαμίας, ἐντούτοις ἐπ’ ἐσχάτων καὶ πάλιν ηὐξήθη ὁ λιμενικὸς φόρος τῶν τε ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων, ἰδίως δὲ ἐπὶ τῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης, καὶ τὸ βαρὺ τῆς φορολογίας ταύτης δύναται νὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα ἐναντία ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκει ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπή, τουτέστι τὴν ἐπαύξησιν τῶν ἐσόδων αὐτῆς πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ ὄντως εὐεργετικοῦ ἔργου τῆς κατασκευῆς τοῦ λιμένος Στυλίδος, τὸ ὁποῖον, πρὸ μικροῦ ἀρξάμενον, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι, καὶ ὡς ἐκ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἔχει, καὶ ὡς ἐκ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον προτίθεται νὰ συνάψῃ ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ, ἐπὶ ἐγγυήσει τῶν εἰσπραττομένων λιμενικῶν φόρων, θέλει συντελεσθῆ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συνδυάσωμεν ἀμφότερα, τό τε τοπικὸν καὶ τὸ γενικὸν συμφέρον, διότι ἄλλως δύνανται νὰ ἐπέλθωσιν, ὡς προεῖπον, ἀποτελέσματα ἐναντία ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκομεν. Μετὰ τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διαβιβάσω ἐπίσης δικαίαν αἴτησιν τῶν συμπολιτῶν μου περὶ τῆς παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν οὐ μόνον τοῦ ἔτους 1894, ὡς εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, βασιζόμενος ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ δικαίου λόγου, ἐφ’ οὗ εἶχε δώσει παράτασιν προθεσμίας καὶ εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων ἐπὶ τοῦ ἐπιτηδεύματος, ἀμφοτέρων τούτων προελθόντων ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ τότε οἰκονομικοῦ ἐφόρου Φθιώτιδος, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, λέγω, νὰ τὸν παρακαλέσω, ὅπως συμπεριλάβῃ εἰς τὴν παράτασιν τῆς προθεσμίας τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν καὶ τὸ ἔτος 1895, καθόσον, ὑφ’ ἃς περιστάσεις εὑρέθησαν οἱ μὴ πληρώσαντες τὸν φόρον τοῦ 1894, ὑπὸ τὰς αὐτὰς εὑρίσκονται καὶ διὰ τὴν αἰτουμένην παράτασιν, τουτέστι τὴν ὑπαιτιότητα τοῦ ἐφόρου, μὴ βεβαιώσαντος τοὺς φόρους ἐγκαίρως. Ἀλλὰ ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον ἰδίως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ δήμαρχος Λαμιέων, διερμηνεύων τὸ φρόνημα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τῆς πόλεως ἐκείνης, ἔπεμψεν ἀναφορὰν προχθές, δυστυχῶς δὲ, ἐπειδὴ κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως δὲν ἤμην παρὼν, ἐπῆλθε δὲ μετὰ ταῦτα ἡ συζήτησις τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων, δὲν ἠδυνήθην νὰ ὑποστηρίξω τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται, ὅπως ἐν τῇ μελετηθησομένῃ καὶ βεβαίως κατασκευασθησομένῃ γραμμῇ τοῦ ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Λάρισαν σιδηροδρόμου μὴ περιορισθῇ ἡ κατασκευὴ ταύτης, ὡς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχεν ὑποδείξει, μέχρι Λεβαδείας καὶ Χαλκίδος, ἀλλὰ φθάσῃ μέχρι Λαμίας. Ἐγὼ δὲ, κ. Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι τόσον μεγάλου ἐνδιαφέροντος, δὲν πρέπει νὰ περιορισθῇ μόνον μέχρι Χαλκίδος καὶ μέχρι Λαμίας, ἀλλὰ νὰ παραταθῇ μέχρι Λαρίσης, καὶ διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως, λαμβάνων ὑπ’ ὄψει τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἔργου, οὐ μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ὑλικῆς καὶ πολιτικῆς ὠφελείας τῆς χώρας,—διότι διὰ τῆς γραμμῆς ταύτης θέλει ἀνακαινισθῆ ὁμολογουμένως ὁ τόπος ἡμῶν,—ἀλλὰ καὶ τὴν θετικὴν ζημίαν, ἥτις προσγίγνεται ἐκ τῆς καταστροφῆς τῶν ἔργων, διὰ τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν περὶ τὰ 25,000,000 δραχμῶν, μελετήσῃ, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, ἐπισταμένως τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ εἰς τὴν ἐρχομένην σύνοδον ὑποβάλῃ νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀντὶ πάσης θυσίας, τὴν ὁποίαν, ἔχω πεποίθησιν, ὅτι πάντες οἱ Ἕλληνες θέλουσιν ὑποστῆ, νὰ περατωθῇ τὸ ἔργον τοῦτο, δι’ οὗ, κατ’ ἐμὴν γνώμην, καὶ ζήτημα σπουδαιότατον, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν, τὸ ζήτημα τῆς σταφιδικῆς κρίσεως, θέλει κατὰ τὸ πλεῖστον λυθῆ· διότι, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, κ. Πρόεδρε, ὅτι χῶραι ἄλλαι εἰσάγουσι χρυσὸν εἰς τὸν τόπον αὐτῶν ἐκ τῆς ἐξαγωγῆς τῶν εὐγενεστέρων αὐτῶν προϊόντων,—καὶ παράδειγμα ἔχομεν τὴν Ἱσπανίαν, ἥτις ἐκ τῆς ἐξαγωγῆς τῶν ὀπωρῶν αὑτῆς εἰς τὴν Γαλλίαν εἰσάγει περὶ τὰ 100 ἑκατομμύρια δραχμῶν,—ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ ἡ σταφὶς, ὡς ὀπώρα, θέλει εἰσαχθῆ εἰς τὴν Βαλκανικὴν χερσόνησον καὶ μέχρι τῆς Αὐστρίας, καὶ διὰ τοῦ ποσοῦ τῆς ἐκεῖσε εἰσαγωγῆς αὐτῆς βεβαίως θέλει λυθῆ καὶ τὸ ζήτημα, ὅπερ ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν ἰδίως. Ἀλλ’ ἀσχέτως πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ τὸ μέγα συμφέρον τῆς χώρας ἀπαιτεῖ τὴν περάτωσιν τοῦ ἔργου τούτου, διὰ τὸ ὁποῖον ζητῶ τὴν μέριμναν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ δίδεται ἡ εὐκαιρία νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Φθιώτιδος νὰ διαφωτίσῃ τοὺς συμπολίτας αὑτοῦ καὶ τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν τῆς πόλεως Λαμίας ἐπὶ τῶν θεμάτων, περὶ ὧν πρόκειται ἐν τῇ συστάσει, ἣν πρὸς τὴν Βουλὴν ἀπηύθυνεν. Ἡ ὑπόθεσις τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης δὲν εἶναι ζήτημα ἀμφισβητούμενον. Οὐδεὶς μέχρι τοῦδε ἐξέφρασε γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὰ ἔργα, πάντες δ’ ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰ ἔργα τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, καὶ νὰ φθάσωσιν εἰς πέρας. Ἀλλὰ ἄλλο εἶναι τὸ θέμα· τὸ θέμα εἶναι, πόθεν θέλομεν πορισθῆ τὰ χρήματα· τὸ ζήτημα δὲ τοῦτο δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν θέλησιν ἡμῶν, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν δύναμιν ἡμῶν. Παρακαλῶ τοὺς συμπολίτας ὑμῶν νὰ πεισθῶσιν, ὅτι μέχρι τοῦ ὁριστικοῦ διακανονισμοῦ τῶν σχέσεων ἡμῶν μετὰ τῶν δανειστῶν θέλει εἶσθαι δύσκολον νὰ ἐπιχειρήσωμεν τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης. Ὁμιλῶν πέρυσι περὶ τῆς κατασκευῆς διακλαδώσεως τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, ἐνόουν ὅτι καὶ μέχρι τοῦ χρόνου τοῦ ὁριστικοῦ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων ἡμῶν μετὰ τῶν δανειστῶν, ἤτοι καὶ ἐν ᾗ διατελοῦμεν καταστάσει, πρέπει νὰ φροντίσωμεν ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων ἡμῶν νὰ ἀποκόψωμεν μέρος, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ περατώσωμεν τὴν κατασκευὴν τῆς διακλαδώσεως μέχρι Χαλκίδος. Ἂν εὐτυχήσωμεν νὰ διακανονίσωμεν τὰς σχέσεις ἡμῶν μετὰ τῶν δανειστῶν κατὰ τρόπον ἐπιθυμητὸν ἢ ἀνεκτὸν, τότε τὸ Κράτος βεβαίως πρέπει νὰ σκεφθῇ κατὰ τίνα τρόπον θέλει πορισθῆ κεφάλαια, ἵνα ἐξακολουθήσῃ τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης.
§8Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἅπαντες οἱ δημοδιδάσκαλοι τῆς ἐπαρχίας Καλαμῶν στεροῦνται ἐπὶ τρεῖς μῆνας τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν, κατὰ συνέπειαν εὑρίσκονται εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν, καθόσον διὰ τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν συντηρῶσιν ἑαυτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ σπεύσῃ πρὸς θεραπείαν αὐτοῦ τοῦ κακοῦ, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ ἐκπληρῶσι τὸ ἑαυτῶν καθῆκον, ὅταν πεινῶσι.
§9Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐλήφθη πᾶσα δυνατὴ πρόνοια, καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διέταξε νὰ πληρωθῶσιν οἱ μισθοὶ αὐτῶν τῶν δύο μηνῶν. Σήμερον δὲ συζητεῖται τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, καὶ ἐλπίζω νὰ ψηφισθῇ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν, διότι δὲν ὑπάρχει κατ’ αὐτοῦ ἀντίῤῥησις, καὶ οὕτω θὰ τακτοποιηθῇ ἡ πληρωμὴ τῶν δημοδιδασκάλων.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλεξάκης ἔχει τὸν λόγον.
§11ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι γνωστὸν ὑμῖν, Κύριοι, ἐκ προηγουμένης ἐπερωτήσεως τοῦ ἐκ Κυνουρίας κ. Βουλευτοῦ, ὅτι ἐν Τριπόλει διαμένων καὶ ἀσθενῶν, ἔσχον τὴν ἀτυχίαν νὰ ὑποστῶ ἀγρίαν σκηνὴν ἐκ μέρους τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς. Ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως ἐκείνης φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπείσθη τότε, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς ὑπῆρξεν οὐ μόνον ἔκνομος, ἀλλὰ καὶ φατριαστική. Ἐπεθύμουν νὰ μὴ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοσοῦτον σκανδαλώδους ὑποθέσεως, ἀφιέμενος εἰς τὴν κρίσιν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἀνεμίχθησαν καὶ ἄλλαι ἀρχαὶ, ἐν γνώσει, ἵνα προξενήσωσι βλάβην εἰς ἐμὲ, διὰ τοῦτο φέρω τὸν λόγον σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα ἀφηγηθῶ ἀκριβῶς, πῶς συνέβησαν τὰ πράγματα, καὶ ποῖον μέρος ἑκάστη τῶν ἀρχῶν ἔλαβεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς πράξεως ταύτης καὶ μετὰ τὴν πρᾶξιν. Κατεκείμην κλινήρης, πάσχων δεινῶς, ὅτε ἤκουσα θόρυβον ἐν τῇ οἰκίᾳ μου, περὶ ὥραν 3½ μ. μ. Ἀντελήφθην ἰδίοις ὄμμασιν, ὅτι εἰσῆλθον ἐν αὐτῇ ἀστυφύλακες, δίκην ἐπιδρομέων. Ἐρωτῶ νὰ μάθω περὶ τίνος πρόκειται, καὶ οὐδαμόθεν δύναμαι νὰ λάβω πληροφορίαν. Ἐξῆλθον τῆς οἰκίας μου οἱ ἀστυφύλακες, καὶ πολιορκεῖται αὕτη ἐπὶ 18 ὅλας ὥρας, ἀπὸ τῆς 3 καὶ ½ μ. μ. μέχρι τῆς ἐννάτης π. μ. τῆς ἐπιούσης, παρ’ ὅλης τῆς ἐκεῖ ἀστυφυλακῆς, ἐνισχυθείσης καὶ ἀπὸ τὴν χωροφυλακὴν, ἤτοι παρὰ πεντήκοντα ἀνδρῶν. Δὲν ἠδυνάμην νὰ μάθω παρ’ οὐδενὸς περὶ τίνος ἐπρόκειτο, ἢ τί ἐζήτουν. Εὐτυχῶς πρὸ τῆς 5 πρὸ μεσημβρίας ὥρας—καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξητε εἰς τὴν τάξιν τῶν ὡρῶν, διότι ἔχουν σημασίαν αἱ ὧραι,—βλέπω τὸν Πρόεδρον τοῦ δικαστηρίου ἐν τῇ οἰκίᾳ μου. Ἐρωτῶ αὐτὸν, τί συμβαίνει, καὶ διατὶ συμβαίνουσι ταῦτα ἐν τῇ οἰκίᾳ μου· οὗτος ἀπέφυγε τὸ πρῶτον νὰ μοὶ δώσῃ ἀπάντησιν, διότι ἔτυχε νὰ ἦναι παρόντες καὶ ἄλλοι, ἀλλ’ ὅτε οὗτοι ἐξῆλθον, τότε μοὶ ἀπήντησεν, ἀφοῦ παρεπονέθην κατὰ τῆς διαγωγῆς ὄχι πλέον τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς, —διότι περὶ αὐτῆς ἔχω ἐσχηματισμένην πρὸ πολλοῦ γνώμην— ἀλλὰ περὶ τῆς διαγωγῆς τοῦ Εἰσαγγελέως. «Τί γίνεται ἐπὶ τέλους ὁ Εἰσαγγελεύς;» ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον· «πῶς ἀνέχεται τοιαύτην κατάστασιν; Εἶναι ἐν γνώσει τῶν γιγνομένων; Καὶ βεβαίως θὰ εἶναι, ἀφοῦ ἡ οἰκία μου ἀπέχει τῆς Εἰσαγγελίας μόλις 150 μέτρα, τῆς δὲ κεντρικῆς πλατείας ὀλιγώτερον τῶν 100.» Ὁ Πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου μὲ διαβεβαιοῖ, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς εἶναι ἐν γνώσει, διότι εἶδεν αὐτὸν ὁμιλοῦντα μετὰ τῶν ἀστυνόμων, καὶ ἤκουσεν ὅτι εἰσῆλθε φυγόποινός τις ἐν τῇ οἰκίᾳ μου. «Καὶ διατὶ τότε, παρετήρησα αὐτῷ, δὲν προβαίνουσιν, ἂν ἔχωσι τοιαύτας ὑπονοίας, νὰ ἐνεργήσωσι τὰ καθήκοντά των;» Ἐξέρχεται τῆς οἰκίας μου ὁ Πρόεδρος, καὶ περιμένω, ἀφοῦ ἔλαβε γνῶσιν τοιαύτης βανδαλικῆς πράξεως, νὰ ἐπέλθῃ λύσις· ἀλλὰ τίποτε δὲν ἐγένετο, καὶ ἐξακολουθεῖ ὁ ἀποκλεισμός. Ἐμποδίσθησαν οἱ οἰκεῖοί μου νὰ ἐξέλθουν, ἐμποδίσθησαν νὰ εἰσέλθωσιν οἱ ἐπισκέπται μου· καὶ εἰς τὸν ἰατρόν μου αὐτὸν δὲν ἐπέτρεψαν νὰ μὲ ἐπισκεφθῇ! Ἀλλὰ τὴν 7½ μ. μ. μοὶ ἀνηγγέλθη, ὅτι ἀξιωματικός τις, ὀνόματι Παπαρτεμίου, ἤθελε νὰ μοὶ εἴπῃ κἄτι τι. Ἀνεκουφίσθην ἐπὶ τῷ ἀκούσματι, καὶ ἐνόμισα ὅτι ἐπὶ τέλους ἐτελείωσαν τὰ δεινά μου. Εὐχαρίστως παρήγγειλα νὰ εἰσέλθῃ· εἰσέρχεται ὁ κύριος ἐκεῖνος, καὶ ἀντὶ νὰ μάθω παρ’ αὐτοῦ περὶ τίνος ἐπρόκειτο καὶ τί ζητοῦσι, τί ἤκουσα νομίζετε;— προσέξατε κύριοι Βουλευταί.—«Συνενοήθην, μοὶ λέγει, μετὰ τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ σοῦ προτείνομεν νὰ ἀποδεχθῇς, ὅτι εἰσῆλθε φυγόδικός τις ἐν τῇ οἰκίᾳ σου, καὶ τότε λύω τὴν πολιορκίαν.» Ἡ πρότασις αὕτη μοὶ ἐνεποίησεν οὐ μόνον ἀγανάκτησιν, ἀλλὰ καὶ τοιαύτην ταραχὴν, ὥστε μικροῦ δεῖν νὰ πάθω μεγαλείτερα. Ἐδοκίμασα νὰ ἀμυνθῶ κατὰ τοιαύτης ἀχρείας καὶ ἐγκληματικῆς προτάσεως, ἀλλ’ αἱ δυνάμεις μου μὲ εἶχον ἐγκαταλείψει, διότι ἡ θερμοκρασία μου εἶχεν ἀναβιβασθῆ πάρα πολύ...
§12ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς λέγεται ὁ Εἰσαγγελεύς;
§13ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εὐάγγελος Δεδούσης... Ὅλην τὴν νύκτα ἐξηκολούθησεν αὐτὴ ἡ κατάστασις, μέχρι τῆς ἐννάτης τῆς ἑπομένης, καὶ ἐνῷ ἅμα τῇ πρωΐᾳ προσεδόκων νὰ ἴδω ἀρχήν τινα, ἵνα πληροφορηθῶ περὶ τίνος πρόκειται, οὐδένα βλέπω, ἀλλὰ πληροφοροῦμαι, κατακείμενος πάντοτε ἐν τῇ κλίνῃ, ὅτι τὴν ἐννάτην ὥραν ἐλύθη πλέον ἡ πολιορκία. Ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ φρονῶ ὅτι ἔχει μεγάλην εὐθύνην ὁ Εἰσαγγελεύς, νομίζω δὲ, καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου...
§14ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς ὀνομάζεται, ὁ Πρόεδρος;
§15ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Οἰκονόμου... Ὁ Εἰσαγγελεύς, εἶναι πασίδηλον, ὅτι ἔλαβε γνῶσιν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, καὶ συνείργησε μετὰ τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς. «Ὅτε ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἀνέγνων ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι, καθ’ ἃς ἔλαβε πληροφορίας ἐκ τοῦ Εἰσαγγελέως, ὁ Εἰσαγγελεὺς οὗτος δὲν εἶχε γνῶσιν τῶν διαπραχθέντων· καὶ ὄντως, κύριοι Βουλευταί, εἶδον τηλεγράφημα τοῦ Εἰσαγγελέως αὐτοῦ ἐν τῇ δικογραφίᾳ τῇ ποινικῇ κατὰ τῶν ἀστυνόμων,—διότι εἰσήχθη ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον,—διὰ τοῦ ὁποίου νὰ βεβαιοῖ τὴν προϊσταμένην του ἀρχὴν, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ψευδῆ γεγονότα, ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς του, ὡς ἀληθῆ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐβεβαίου, ὅτι δὲν ἔλαβε γνῶσιν τῶν συμβάντων ποσῶς! Καὶ αὐτὸς εἶναι Εἰσαγγελεὺς, Κύριοι! Ὁ Πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου ἔλαβε γνῶσιν, ἦτο αὐτόπτης, ἦλθεν ἐντὸς τῆς οἰκίας μου, ἦλθε καὶ μοῦ εἶπεν, ὅτι ἤθελε δῆθεν νὰ μὲ ἐπισκεφθῇ, ὡς ἀσθενοῦντα· ἐξέρχεται ἐκεῖθεν, καὶ οὐδὲν πράττει πρὸς πρόληψιν τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς ἐγκληματικῆς ἐκείνης πράξεως. Μοὶ ἐφάνη ἄστοχος ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι, ἀφοῦ ἀπηλπίσθην ἀπὸ τὰς ἀρχὰς ἐκεῖ, κατέφυγα καὶ ἐτηλεγράφησα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Τηλεγράφων δὲ, κατήγγειλα τὸν Εἰσαγγελέα αὐτὸν δι’ ὀλιγώτερον παρ’ ὅ,τι ἔπραξε, ἐβεβαίουν δηλαδὴ, ὅτι διετέλει ἐν γνώσει τῆς πράξεως, ὄχι ὅτι συμμετέσχεν εἰς αὐτὴν, ὡς κατόπιν ἐπείσθην. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀντὶ νὰ πράξῃ ἄλλο τι, ἐζήτησε πληροφορίας ἀπὸ αὐτὸν τὸν κατηγορούμενον Εἰσαγγελέα! Ἦτο φυσικὸν νὰ λάβῃ τοιαύτην ἀπάντησιν, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐκεῖνος νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι οὐδόλως εὐθύνεται, διότι δὲν ἔλαβε γνῶσιν τῶν συμβάντων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔπρεπε νὰ περιμένῃ νὰ ὁμολογήσῃ ἐνοχὴν ὁ κατηγορούμενος. Ἀλλ’ ἡ εὐθύνη τοῦ Εἰσαγγελέως δὲν περιορίζεται ἕως ἐκεῖ, τοῦ Εἰσαγγελέως ἡ εὐθύνη ἐξακολουθεῖ. Κατόπιν ἐνεργεῖται προεισαγωγικὴ ἀνάκρισις, καὶ αὐθημερὸν παρὰ τοῦ ἀντεισαγγελέως περατοῦται ἡ προεισαγωγικὴ ἀνάκρισις, καὶ παραχρῆμα παραδίδεται ἡ δικογραφία εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Ὁ Εἰσαγγελεύς, θέλων νὰ καλύψῃ τὴν εὐθύνην αὐτοῦ, νὰ ῥίψῃ σκότος εἰς τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην, ἔκλεισεν εἰς τὸ ἑρμάριόν του τὴν δικογραφίαν, καὶ ἐνῷ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ζητοῦνται παρ’ αὐτοῦ πληροφορίαι παρὰ τῶν πληρεξουσίων μου, αὐτὸς ἐξακολουθεῖ νὰ διαβεβαιοῖ, ὅτι τὴν δικογραφίαν τὴν κατέχει ὁ ἀντεισαγγελεύς. Ἔτρεχον εἰς τὸν ἀντεισαγγελέα, καὶ οὗτος ἔλεγεν, ὅτι «ψεύδεται ὁ Εἰσαγγελεύς, διότι ἐγὼ αὐθημερὸν ἐπεράτωσα τὴν δικογραφίαν καὶ τῷ τὴν παρέδωκα.» Ἐδέησε ἐπὶ τέλους νὰ παρέλθωσι δώδεκα ἡμέραι, ἵνα εἰσαχθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον. Ἀλλὰ παρετήρησα, ὅτι ἀκόμη ἐξηκολούθει ἡ διαστροφὴ τῶν πραγμάτων ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως, διότι ἐμερίμνα νὰ ὑπερασπίσῃ μὲ πάντα τρόπον τοὺς κατηγορουμένους. Ἐνῷ κατηγοροῦντο τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα ἐπὶ παραβιάσει τοῦ ἀσύλου, ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ παραβάσει καθήκοντος, περιώρισεν ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ τὰς πράξεις εἰς παράβασιν καθηκόντων. Ἀλλὰ τί ἄλλο πράττει; ἐνῷ ἐξ ὅλων τῶν ἐγγράφων φαίνεται, ὅτι ἡ πολιορκία ἤρξατο πρὸ τῆς 4ης ὥρας μ. μ.—τοῦτο ὁμολογοῦσι καὶ αὐτοὶ οἱ κατηγορούμενοι,—ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ γράφει «6ην ὥραν μ. μ.», καὶ δὲν γράφεται ἀμέσως ἡ ὥρα αὕτη, ἀλλ’ ὡς φαίνεται ἐν τῇ δικογραφίᾳ, ἦτο 4 πρότερον γεγραμμένη, καὶ ἡ 4 μετεβλήθη εἰς 6. Τέλος εἰσήχθη ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, κατετέθησαν πάντα ταῦτα τὰ γεγονότα εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον τὴν 5 καὶ 6 Μαρτίου, ἐξητάσθησαν ὅλοι οἱ μάρτυρες, ἀλλ’ ὁ μὲν Εἰσαγγελεὺς εἶχε τραπῆ εἰς φυγήν, ὁ δὲ ἀντεισαγγελεὺς ἐγένετο ἄφαντος· ὁ Πρόεδρος ἦτο ἀπησχολημένος εἰς ἄλλας ἐργασίας, συνεκροτήθη τὸ δικαστήριον μὲ Εἰσαγγελέα —Θὰ παρακαλέσω τοὺς καταγομένους ἐκεῖθεν νὰ μάθωσι τίνα—τὸν κύριον Πολυμενόπουλον, δικηγόρον, ἐξηκολούθησε τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἡ δίκη, καὶ ἀφοῦ ἐξητάσθησαν ὅλοι οἱ μάρτυρες καὶ κατετέθησαν ὅλα τὰ περιστατικὰ, εἰσέρχεται τὸ δικαστήριον εἰς διάσκεψιν, ἀλλὰ ἐξερχόμενον ἐκεῖθεν ἀναβάλλει τὴν ὑπόθεσιν, ἵνα ἔλθωσι καὶ οἱ κατηγορούμενοι μάρτυρες. Ταῦτα συνέβησαν, κύριοι Βουλευταί. Ἡ ὑπόθεσις ἀνεβλήθη τὴν παρελθοῦσαν Τετάρτην, παρήγγειλα παραχρῆμα εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον νὰ μοὶ δώσῃ ἀντίγραφον τῶν πρακτικῶν καὶ τῆς ἀποφάσεως, ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις δὲν ἐγένετο εἰσέτι, ἡ ἀναβλητική. Τὴν ἑπομένην ἔπρεπε νὰ ἀναχωρήσω· ζητῶ τὰ ἔγγραφα, ἀλλ’ οὔτε τὴν ἑπομένην εἶχεν ἑτοιμασθῆ ἡ ἀπόφασις· τὸ Σάββατον τὸ ἑσπέρας ἐζήτησα τελευταῖον τὰ παραγγελθέντα ἀντίγραφα, ἀλλ’ ἡ δικογραφία ἔλειπεν εἰσέτι ἀπὸ τὸ γραφεῖον· τὴν εἶχον λάβει οἱ κύριοι δικασταὶ κατ’ οἶκον, ἵνα συντάξωσι τὴν ἀπόφασιν. Ἐπὶ πέντε ἡμέρας δὲν ἠδυνήθην νὰ λάβω ἀντίγραφον τῶν πρακτικῶν καὶ τῆς ἀποφάσεως, ἵνα καταθέσω ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πληροφορηθῆτε ὅτι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγω, στηρίζονται καὶ ἐπὶ ἐπισήμων ἐγγράφων. Ἀνεχώρησα ἐκεῖθεν τὴν παρελθοῦσαν Κυριακὴν, καὶ παρήγγειλα νὰ μοὶ σταλῶσι τὰ ἀντίγραφα, ἀλλὰ ἀκόμη δὲν τὰ ἔλαβον, καὶ δὲν ἠξεύρω ἐὰν κατηρτίσθη ἔτι ἡ ἀπόφασις. Εἶχον ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ τοποθετήσῃ ἐκεῖ τὸν κ. Οἰκονόμου, πρόεδρον τοῦ δικαστηρίου, διότι ἐκεῖ συνδέεται οὗτος μὲ τὸν τόπον διὰ συγγενείας καὶ φιλίας μετὰ πολλῶν προσώπων, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθην. Ὁ κ. Οἰκονόμου ἔχει σύζυγον ἐκεῖθεν. Δὲν ἤθελον ἐπεκταθῆ πλέον περὶ τοῦ Προέδρου τοῦ Δικαστηρίου, ἀλλὰ σήμερον ἔλαβον ἔκθεσιν ἐκ τοῦ δήμου Ὀρχομενοῦ μὲ δύο ἀποφάσεις τοῦ δικαστηρίου· ἐν τῇ ἐκθέσει παραπονοῦνται οἱ ἐκ τοῦ δήμου ἐκείνου κατὰ τοῦ Προέδρου τοῦ δικαστηρίου, ὁ ὁποῖος, ἔχων σύζυγον, ὡς εἶπον, ἐκεῖθεν, ἔλαβεν ὡς προῖκα ποσὰ σημαντικά, διὰ τὰ ὁποῖα ἤνοιξε δίκας μὲ ὅλον τὸν δῆμον· ἐκ μιᾶς ἀποφάσεως βλέπω ὅτι ἔχει ἀντιδίκους 40. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ποιεῖ αἴσθησιν, κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι τὸ ἑξῆς· νὰ κάθηται ὁ Πρόεδρος ἐπὶ τῆς ἕδρας του, νὰ δικάζῃ ἐν τῷ Πλημμελειοδικείῳ, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ νὰ παρουσιάζωνται καὶ κατηγορούμενοι, τοὺς ὁποίους νὰ δηλοῖ ὅτι κωλύεται νὰ δικάσῃ, διότι εἶναι συγγενεῖς του. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους, Κύριοι, νομίζετε ὅτι ἀπονέμεται δικαιοσύνη; Καὶ ἂν κριθῇ καλῶς ἡ ὑπόθεσις, δὲν νομίζετε ὅτι γεννᾶται δυσπιστία εἰς τὸν λαὸν περὶ τῆς ἀπονομῆς τοῦ δικαίου; Ἐκφωνεῖ τὰ πινάκια ἀπὸ τῆς ἕδρας τῆς προεδρικῆς, καὶ δὲν ὑπάρχει συνεδρίασις, καθ’ ἣν νὰ μὴ ἐκφωνήσῃ τὸ «Νικόλαος Οἰκονόμου κατὰ δεῖνα ἢ δεῖνα·» ἢ τὸ «κωλύομαι· ἂς ἔλθῃ ὁ δεῖνα ἢ δεῖνα δικαστὴς νὰ μὲ ἀναπληρώσῃ, διότι ὁ διάδικος εἰμὶ ἐγὼ, ἢ εἶναι συγγενής μου». Πρὸς τούτοις παραπονεῖται μία χήρα συγγενὴς αὐτοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ὀφειλέτις εἰς τὸν κύριον Οἰκονόμου 15,000 δραχμῶν, διότι συνῆλθε τὸ συγγενικὸν συμβούλιον τοῦ ὀρφανοῦ καὶ ἀπεφάνθη ὅτι συμφέρει εἰς τὸ ὀρφανὸν νὰ συνάψῃ δάνειον, διὰ νὰ πληρώσῃ τὴν ἀπαίτησιν αὐτὴν πρὸς τὸν Οἰκονόμου, διότι ἦτο ἐπαχθὴς, ὡς ἔχουσα μέγαν τόκον, καὶ ζητεῖ νὰ διορισθῇ καὶ παρεπίτροπος. Γίνεται δεκτὴ ἡ αἴτησις τῆς χήρας, ὅσον ἀφορᾷ τὸν διορισμὸν παρεπιτρόπου, ἀλλὰ δὲν γίνεται δεκτὴ ἡ ἀπότισις τῆς ὀφειλῆς. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἵνα λάβωσι γνῶσιν οἱ βουλόμενοι τῶν κυρίων συναδέλφων.
§16Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε ἓν ἐρώτημα, κύριε συνάδελφε; Εἴπατε ὅτι κατηγγείλατε μεταξὺ ἄλλων, οὓς κατηγγείλατε, καὶ τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν Πλημμελειοδικῶν. Ἀφοῦ, ὡς βεβαιοῦτε, τοῦτο συνέβη, τότε πῶς δὲν διέταξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὡς ὤφειλε κατὰ νόμον, τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως καὶ παύσῃ ἐκεῖνος τῶν Πλημμελειοδικῶν πάσης περαιτέρω ἐπὶ τῆς ὑποθέσεώς σας ἐνεργείας;
§17Φ. ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τοῦτο ἐγένετο.
§18Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἀληθὲς τὸ τοιοῦτον, τότε πῶς ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως ὁ ῥηθεὶς Εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν, προβὰς εἰς τὰς προκαταρκτικὰς ἀνακρίσεις καὶ ὁρίσας καὶ δικάσιμον, ἀφοῦ οὗτος εἶναι καὶ κατηγγελμένος; Δὲν ἐπράχθη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πραχθῇ ὑπὸ τῶν ἐπιτετραμμένων, βεβαίως, καὶ τοῦτο μᾶλλον ἐξ ἀγνοίας τῶν δικαστικῶν νόμων, διότι δὲν κατέγειναν εἰς αὐτούς.
§19ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καταλήγων θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί ἔπραξε κατὰ τῶν ὀργάνων αὐτῶν, καὶ ἂν νομίμως ὑπηρετῇ παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ Τριπόλεως ὁ πρόεδρος κ. Ν. Οἰκονόμου.
§20ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κατόπιν τῶν γεγονότων, ἅτινα λίαν σαφῶς καὶ λίαν εἰλικρινῶς ἐξέθηκεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἀφοῦ δὲ ἐβεβαιώθην καὶ ἐγὼ περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ὅσων μᾶς εἶπε σήμερον, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι καὶ ὁ ἀστυνόμος, ὁ διατάξας τὴν ἐνέργειαν ἐκείνην, μετετέθη, καὶ ὁ δεύτερος ἀστυνόμος, ὁ ἀστόχως λίαν—ἵνα μή τι πλειότερον εἴπω—ἐκτελέσας τὰς διαταγὰς, ἀπηλλάγη τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων. Ἐνόμισα ὅτι τὴν ἱκανοποίησιν ταύτην ὤφειλον πρὸς οἱονδήποτε πολίτην νὰ δώσω, πολὺ δὲ περισσότερον, ὅταν ὁ πολίτης αὐτὸς τυγχάνῃ συνάδελφος ἡμῶν καὶ ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους.
§21ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις. Ἡ ἐνέργεια τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπῆρξεν ὀρθοτάτη, νομίζω ὅμως, ὅτι παρουσιάζει κενόν τι, τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ πληρώσῃ. Αἱ πράξεις, τὰς ὁποίας οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, ἐκτελοῦντες τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα ἐν Τριπόλει, διέπραξαν, ἐθορύβησαν ἐπὶ πολὺ τὴν κοινωνίαν, διότι διεπράχθησαν κατὰ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἡμῶν, καθ’ ἃς ἡμέρας οὗτος ἔπασχεν, ἐθορύβησαν ἐπὶ τοσοῦτον τὴν κοινωνίαν καὶ τῆς Ἑλλάδος ὅλης, ἀλλὰ πρὸ πάντων τῆς Τριπόλεως, ὥστε δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀρκεσθῶμεν, ὅπως οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι ὑποστῶσι μόνον τὴν ἐκ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τιμωρίαν, τουτέστι νὰ ἀπολυθῶσιν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει καθῆκον νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐπίσης καθῆκον νὰ ἐνασκήσῃ τὴν πειθαρχικὴν τιμωρίαν, κατὰ τὴν κλίμακα, τὴν ὁποίαν οἱ στρατιωτικοὶ νόμοι διαγράφουσι. Νομίζω ὅτι τὸ αἴτημα, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, προέρχεται οὐχὶ ἐκ λόγων ὑστεροβουλίας, ἀλλ’ ἐκ τῆς συναισθήσεως, τὴν ὁποίαν ἔχω, ὅτι αἱ πράξεις τῶν ἀξιωματικῶν τούτων διετάραξαν τὴν συνείδησιν πάντων ὑμῶν, καὶ ἐκ τῆς συνειδήσεως, ὑπὸ τῆς ὁποίας κατέχομαι, ὅτι τινὲς τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ἀναλαβόντων ὑπηρεσίαν διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον κατεδικάσαμεν χθὲς τὴν ἑσπέραν, τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, νομίζουσιν ὅτι δικαιοῦνται νὰ ὦσιν ὑπέρτεροι τοῦ νόμου τούτου.
§22ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Δὲν ἀπηλλάξατε ὅμως τοὺς ἀξιωματικοὺς διὰ τοῦ νέου νόμου ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, διὰ νὰ μὴ ἔχητε καθ’ ἡμέραν νὰ κάμνητε μὲ αὐτοὺς καὶ νὰ μὴ τοὺς ὑβρίζητε.
§23ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Μαστραπᾶ, ἐγὼ σᾶς ἐκτιμῶ, ἀλλὰ καὶ ὑμεῖς καὶ πάντες οἱ παρακαθήμενοι ἐνταῦθα στρατιωτικοὶ πρέπει νὰ ἐννοήσητε ἅπαξ διὰ παντὸς, ὅτι τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα ὑμεῖς ἔχετε περὶ στρατοῦ, ἔχομεν καὶ ἡμεῖς, οἱ μὴ ἀξιωματικοὶ, καὶ λυποῦμαι, διότι, ὁσάκις γίνεται λόγος περὶ παρεκτροπῶν ἀξιωματικῶν, ἐξεγείρεσθε.
§24ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Δὲν σᾶς ἀδικοῦμεν, ἀλλ’ ἐνθυμούμεθα ὅτι ἡ σημαία σας ἦτο κατὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ ὅμως διατηρεῖτε αὐτήν!
§25ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπανερχόμενος εἰς τὸ θέμα, παρακαλῶ, ὅπως οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν συνεννοηθῶσιν ἐπὶ τέλους, καὶ ὁ πρῶτος ἀποστείλῃ πρὸς τὸν δεύτερον πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔχει περὶ τῆς ὑποθέσεως, ὅπως ὁ συνάδελφός του ἐνασκήσῃ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν του, τιμωρῶν αὐστηρῶς τοὺς παρεκτραπέντας ἀξιωματικούς.
§26Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ λεχθέντα ἔχουσιν ἀναφορὰν εἰς τὴν διαγωγὴν τῶν ὀργάνων τῆς ἀστυνομίας· διοικητικῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχεν, ἂν δὲ ὑπάρχῃ ἀφορμὴ καὶ πρὸς πειθαρχικὴν καταδίωξιν, εἴτε πρὸς ποινικὴν, δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἡ ὑπόθεσις θέλει ἐξετασθῆ καὶ ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν. Ὑπολείπεται ὅμως τὸ δεύτερον μέρος, τὸ ἀφορῶν τὴν διαγωγὴν τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ Προέδρου τοῦ δικαστηρίου. Γνωρίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διέταξε τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ἵνα ἐπιλάβηται τῆς ἐξετάσεως τῆς ὑποθέσεως καὶ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἔχει. Μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐξετάσεως ταύτης θέλομεν εἶσθαι εἰς θέσιν νὰ κρίνωμεν, τί πρέπει νὰ πραχθῇ καὶ ἐπὶ τῶν παραβάσεων ἢ παραλείψεων, εἰς τὰς ὁποίας τυχὸν οὗτοι περιέπεσαν.
§27ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ὀλυμπίας, ὅτι δὲν ἐζήτησε κανονικῶς τὴν πειθαρχικὴν τιμωρίαν τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐκείνου, ὅστις, ὡς ἀστυνόμος, δὲν ἠξεύρω τί διέπραξεν, οὐδὲ θὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν ὑπόθεσιν· θὰ συστήσω μόνον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως μὴ ἐπιβάλῃ πειθαρχικὴν ποινὴν, πρὶν ἐξετάσῃ ἐπισταμένως τὴν ὑπόθεσιν.
§28Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Βεβαίως.
§29ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας, δι’ ὅσων εἶπε, μὲ ἐπετίμησε προσωπικῶς, διότι φαντάζεται, ὅτι δι’ ὅσων ἐγὼ εἶπον ἠθέλησα νὰ χαρακτηρίσω τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὡς αὐθαίρετόν τινα σερασκιέρην.
§30Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καίτοι δὲν εἶμαι ἀξιωματικὸς, θέλω παρατηρήσει εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Χριστόπουλον, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον, λέγων ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ, ὁσάκις ἀναλαμβάνωσιν ἐξουσίαν, φέρονται ὡς ἄλλοι Ἀλῆ– πασάδες.
§31ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι, ἀφοῦ τὸ ἀντικείμενον τῆς προκειμένης συζητήσεως εἶναι πράξεις ὡρισμέναι κατὰ δύο ἀξιωματικῶν παρανομησάντων. Λυποῦμαι δὲ, ὅτι μὲ παρεξηγήσατε.
§32ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἐπίστευον ὅτι τόσον ταχέως ἤθελον ἐπικυρωθῆ τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα περὶ τῆς καταστάσεως τῆς παρ’ ἡμῖν δικαιοσύνης, ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος διὰ τῶν ἀνακοινώσεων αὑτοῦ παραδόξως ἐβεβαίωσεν, εἰς τὸ πεῖσμα, φαίνεται, τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅσα ἐγὼ εἶπον περὶ δικαστικῶν παρεκτροπῶν.
§33ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐγὼ κατήγγειλα ὡρισμένην πρᾶξιν.
§34ΣΤΑΗΣ. Ἵνα δὲ εὑρεθῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ καταγγείλω ὡρισμένας πράξεις, ἀναγομένας εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ, ὡς τάχιστα ὅμως, εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς ἔγγραφα. Πρῶτον, τὴν δικογραφίαν τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Ἀχόλου. Δεύτερον, τὴν δικογραφίαν τὴν ἀφορῶσαν τὸν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Ἀδὰμ, τὸν ἀποβιώσαντα ἐν ταῖς φυλακαῖς Ἀλεξανδρείας πρό τινων ἡμερῶν. Πρόκειται περὶ φόνου γενομένου παρὰ τοῦ Ἀδὰμ, παραπεμφθέντος ὑπὸ τοῦ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Προξενικοῦ δικαστηρίου εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον διὰ βουλεύματος, ἀνακοπέντος ἐνώπιον τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν. Λέγεται ὅτι πρὸς ἀπαλλαγὴν τοῦ κατηγορουμένου κατεβλήθησαν μεγάλαι προσπάθειαι, ἐν τούτοις τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν ἐπεκύρωσε τὸ βούλευμα τοῦ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Προξενικοῦ δικαστηρίου, παρὰ τὴν γνώμην τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς. Εἶναι σκανδαλωδεστάτη ἡ ὑπόθεσις, διότι, καίτοι μάρτυς αὐτόπτης ἐβεβαίου τὴν πρᾶξιν τοῦ Ἀδὰμ, ἐν τούτοις εὑρέθησαν ἀρχαὶ δικαστικαὶ, προτείνασαι τὴν ἀπαλλαγήν του. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ τὴν δικογραφίαν. Περίεργον εἶναι, ὅτι εὐθὺς ὡς ἔμαθεν ὁ κατηγορούμενος ὅτι παρεπέμφθη εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, ἀπέθανεν ἐν ταῖς φυλακαῖς Ἀλεξανδρείας· ἑπομένως διεκόπη ἡ δίκη, καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ κατατεθῶσι πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Ἐπειδὴ δὲ εἰς τὸ ἐνταῦθα Ἐφετεῖον εὑρίσκεται πᾶσα ἡ δικογραφία, ὑποθέτω ὅτι καὶ αὔριον δύναται νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, θὰ παρακαλέσω ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ καταθέσῃ ὡς τάχιστα εἰς τὴν Βουλὴν, εἰ δυνατὸν δὲ καὶ αὔριον, τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα θὰ ζητήσω. Πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτης ὑποθέσεως, περὶ 300 χιλιάδων δραχμῶν κληροδοτήματος τοῦ ἀποθανόντος πρώην Μητροπολίτου Λαρίσης Δωροθέου Σχολαρίου πρὸς τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον, ἀποθανόντος κατὰ τὸ 1888. Ἡ περιουσία, ὡς εἶπον, συνίσταται ἐκ 300,000 δραχμῶν. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι συγγενεῖς τοῦ ἀποθανόντος Μητροπολίτου προσῆλθον τότε καὶ ἀπεδέχθησαν τὰ τῆς διαθήκης, μάλιστα δὲ ὁ ἀμεσώτερον πρὸς τὴν διαθήκην καὶ πρὸς τὸν ἀποθανόντα συνδεόμενος ἔλαβε καὶ τὸ ἀνῆκον εἰς αὐτὸν μερίδιον. Δὲν ἠξεύρω πῶς, μετά τινα χρόνον ἐκινήθη δίκη, ἐν ᾧ δὲ ἡ δίκη ὑφίστατο ἐκκρεμὴς, ἐπῆλθεν αἰφνιδίως συμβιβασμὸς μεταξὺ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τῆς ἐνδιαφερομένης κληρονόμου, ἡ ὁποία εἶναι ἀδελφὴ τοῦ ἀποθανόντος Μητροπολίτου Λαρίσης καὶ ἡ ὁποία οὕτως ἔλαβε 92,000 δραχμάς.
§35Ι. ΛΑΠΠΑΣ. Πότε ἐγένετο ὁ συμβιβασμός;
§36ΣΤΑΗΣ. Ἐγένετο τὸ παρελθὸν Σάββατον ἢ τὴν παρελθοῦσαν Τετάρτην, εἶναι δὲ ἄξιον περιεργείας, ὅτι αὐθωρεὶ, ὡς ἐγένετο ὁ συμβιβασμὸς μεταξὺ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοῦ προσώπου τοῦ ἐνδιαφερομένου, αὐθωρεὶ ἐπῆλθε καὶ ἡ ἐπικύρωσις ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν πρὸ πάσης συζητήσεως νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, ἵνα δυνηθῶμεν καὶ ἡμεῖς ἀπὸ ἴσου νὰ συζητήσωμεν. Καταθέτω καὶ ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησιν ταύτην.
§37Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ συντάξεως τοῦ καθηγητοῦ κ. Θ. Παπαδημητρακοπούλου, καθ’ ἣν χθὲς ἡ Βουλὴ ἐξέφρασεν ἐπιθυμίαν.
§38ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί περιέχει κύριε Ὑπουργέ;
§39Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀπονέμεται σύνταξις 350 δραχμῶν εἰς τὸν σοφὸν καθηγητὴν, ἀναξιοπαθοῦντα ἐκ νόσου τῶν ὀφθαλμῶν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 282).
§41ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐλάβομεν τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀναγεγραμμένον ὡς πρῶτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διενεμήθη, κύριε Στάη.
§43ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κ. Πρόεδρε, ἡ διανομὴ τῶν διαφόρων νομοσχεδίων νὰ μὴ γίνεται ἐδῶ, ἐν τῇ αἰθούσῃ, διότι ὅσοι τῶν Βουλευτῶν τυγχάνουσιν ἀπόντες κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς διανομῆς, δὲν λαμβάνουσι γνῶσιν.
§44ΣΤΑΗΣ. Μετὰ λύπης μου σᾶς πληροφορῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι οὐδὲ ἡμερησίαν διάταξιν, οὐδὲ νομοσχέδια λαμβάνω ἐγώ ποτὲ, καίτοι κατοικῶ ἀπὸ τετραετίας εἰς τὸ αὐτὸ μέρος.
§45ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων συνάδελφος, ὅπως ποιήσωμαι πρὸς αὐτὸν τὴν παρατήρησιν, ὅτι δι’ ὅσων πρὸ μικροῦ εἶπεν οὐδόλως ἐνίσχυσεν οὐδ’ ἐπέῤῥωσε τὸν ἰσχυρισμὸν αὐτοῦ, τὸν κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ προβληθέντα, τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἐν Ἑλλάδι οὐδόλως ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν της. Διότι ἰσχυρίσθη χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων συνάδελφος, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ εὑρίσκεται ἐν πλήρει παραλυσίᾳ, ὅτι μόνον οὐχὶ εἶναι σεσηπυῖα ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον ἅπασα ἡ δικαστικὴ ἀρχή...
§46ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε.
§47ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς ἐγένετο εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κυθήρων ἡ παρατήρησις, ὅτι, ὅταν ὁμιλῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅταν ἀσκῇ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, ὀφείλει ὡρισμένας πράξεις νὰ καταγγέλλῃ.
§48ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα πληροφορίας ἐπὶ ὡρισμένων πράξεων.
§49ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἀνέφερεν ὡρισμένας πράξεις, ἀλλὰ δι’ ὅσων κατήγγειλεν οὐδόλως ἀποδεικνύεται ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθη περὶ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς.
§50ΣΤΑΗΣ. Ἂς ἔλθουν τὰ ἔγγραφα. Πῶς θέλετε νὰ συζητήσωμεν τώρα;
§51ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς ὑποθέσεως· ὁμιλῶ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν πρέπει νὰ γίνωνται αἱ συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ. Οἱ δικαστικοὶ βεβαίως, καὶ αὐτοὶ, ὡς ἄνθρωποι, ἔχουσιν ἀτελείας, ἴσως δὲ καί τινες μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουσιν, οἱ ὁποῖοι παραβαίνουσι τὸ καθῆκόν των οὐχὶ ἐκ τοιούτων λόγων, ἀλλὰ σκοπίμως.
§52ΣΤΑΗΣ. Τοῦτο εἶπον καὶ ἐγώ.
§53Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Πλεῖστοι μεταξὺ αὐτῶν παραβαίνουσι τὸ καθῆκόν των.
§54ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ διότι τινὲς τυχὸν παραβαίνουσι τὸ καθῆκόν των, δὲν εἶναι λόγος νὰ μεμφθῶμεν ὁλόκληρον τὸν δικαστικὸν κλάδον.
§55ΣΤΑΗΣ. Τὸ «ὁλόκληρον» τὸ λέγετε σεῖς. Τοῦτο δύναται νὰ σᾶς συμφέρῃ, ἵνα κολακεύσητε τοὺς δικαστὰς, ὡς δικηγόρος. Ἐγὼ δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ κολακεύσω τινά.
§56ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ οὐδένα οὐδέποτε ἐκολάκευσα.
§57ΣΤΑΗΣ. Ὅταν διαστρέφητε τὰ λεγόμενα παρ’ ἄλλων, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς εἴπω αὐτό.
§58ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν διαστρέφω τὰ παρ’ ὑμῶν λεχθέντα, σεῖς ἄνευ ἀποδείξεων προβαίνετε εἰς βαρυτάτας κατηγορίας. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι τινὲς τῶν δικαστῶν δὲν ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν των, καὶ κατ’ αὐτῶν ἀμείλικτος ὀφείλει νὰ πέσῃ ὁ πέλεκυς τῆς Δικαιοσύνης...
§59ΣΤΑΗΣ. Τοῦτο εἶπον καὶ ἐγώ.
§60ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἀλλὰ δὲν ἀποδέχομαι τὸν ἰσχυρισμόν σας, ὅτι ἅπασα ἡ Δικαιοσύνη εἶναι σεσηπυῖα.
§61ΣΤΑΗΣ. Τοῦτο δὲν τὸ εἶπον ἐγώ· σεῖς τὸ λέγετε.
§62Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς τὸ εἴπετε, καὶ σᾶς διέκοψα ἐγώ.
§63ΣΤΑΗΣ. Εἶπον ὅτι πλεῖστοι ἐκ τῶν δικαστῶν δὲν ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν των. Σεῖς γνωρίζετε ὅτι τοὺς πλείστους τῶν δικαστῶν τοὺς γνωρίζω προσωπικῶς. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ κατηγορήσω ὅλους τοὺς δικαστάς;
§64ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Κυθήρων κατήγγειλε πάλιν παραβάσεις καθήκοντος ἐκ μέρους τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Ἀδὰμ, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. συνάδελφος νὰ εἴπω ὀλίγα τινά. Ὁ κ. συνάδελφος, ὁμιλῶν πρὸ ὀλίγου, ἐξήσκει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, τὸ ὁποῖον πᾶς Βουλευτὴς ἔχει, προεκάλει δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν δικογραφίαν τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην τοῦ Ἀδάμ. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων δὲν διατυποῖ ὡρισμένην κατηγορίαν κατά τινος προσώπου ἀσκοῦντος δημοσίαν λειτουργίαν, εἴτε τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἴτε τῶν ὑφισταμένων αὐτοῦ, ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔχει παντάπασιν ὑποχρέωσιν νὰ προσαγάγῃ πληροφορίας ἢ ἔγγραφα εἰς τὴν Βουλὴν. Ὀφείλει λοιπὸν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων νὰ διατυπώσῃ ὡρισμένην κατηγορίαν, νὰ ἐκθέσῃ ἀκριβῶς τὰ γεγονότα, τὰ καθιστῶντα τὴν παράβασιν τῶν νόμων, εἰς τὴν ὁποίαν τυχὸν προῆλθον δικαστικά τινα πρόσωπα, καὶ τότε μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν καὶ προσαγάγῃ ἔγγραφα, δυνάμενα νὰ φωτίσωσιν αὐτὴν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Προκαλῶ λοιπὸν τὸν κύριον συνάδελφον ἐκ Κυθήρων, ἐὰν γνωρίζῃ θετικόν τι περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, νὰ τὸ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐντεῦθεν γεννηθῇ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι τεταγμένος ἐνταῦθα, ἵνα καλύπτῃ τὴν εὐθύνην τῶν ὑπ’ αὐτὸν ὑπαλλήλων, ὅπως γεννηθῇ ἡ ὑποχρέωσις αὐτοῦ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν καὶ προσαγάγῃ πᾶν ἔγγραφον σχετικόν.
§65ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι διότι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ διακρινόμενος ἄλλως τε ἐπὶ νομομαθείᾳ, δὲν ἔχει μικρὰν ὑπομονὴν, ἴσως μόνον 24 ὡρῶν, ἵνα λάβῃ τὴν εὐκαιρίαν τότε νὰ συζητήσῃ, ἐπὶ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων στηριζόμενος, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα πρὸ μικροῦ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι κανονικὸν, δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὸν Κανονισμὸν, ὅταν πρόκειται νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ ἐπισήμων ἐγγράφων, νὰ γεννᾶται ἡ συζήτησις αὕτη, πρὶν ἢ τὰ ἔγγραφα προσαχθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ δυνηθῶσι πάντες νὰ λάβωσι γνῶσιν αὐτῶν καὶ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην των. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν, ἐνῷ στερούμεθα τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων; Τὰ ἐπίσημα ταῦτα ἔγγραφα, οὐδὲν ὑπάρχει τὸ κωλῦον, ὅπως κατατεθῶσι, διότι ἡ ὑπόθεσις, περὶ τῆς ὁποίας πρὸ μικροῦ ἐλάλουν, ἔληξε διὰ τοῦ θανάτου τοῦ ἐν φυλακαῖς εὑρισκομένου κατηγορουμένου, ἑπομένως ἡ δικογραφία εἶναι δυνατὸν νὰ προσαχθῇ. Τότε δὲ θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, μετὰ μελέτην ἐπισταμένην, νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του, ἔχω δὲ δι’ ἐλπίδος, ὅτι θ’ ἀντικαταστήσῃ ἐμὲ, τὸν κατήγορον τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§66ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἤδη, κύριε συνάδελφε, ἐκφέρω τὴν γνώμην μου, ὅτι, ἐν ὅσῳ δὲν διατυποῦται ὡρισμένη καταγγελία κατά τινος ὑπαλλήλου, ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔχει καμμίαν ὑποχρέωσιν, ὅπως προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα. Διατυπώσατε ὡρισμένην κατηγορίαν καθ’ οἱουδήποτε θέλετε δικαστικοῦ ὑπαλλήλου, τὸν ὁποῖον ὑμεῖς ὑποπτεύεσθε ὅτι παρέβη τὸ καθῆκόν του, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν, προσάγων τὰ ἔγγραφα. Τί ὁμιλεῖτε περὶ τῆς ὑποθέσεως Ἀδάμ; Μᾶς εἴπετε ὅτι συνέβη φόνος ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, ὅτι αὐτόπτης μάρτυς ἐβεβαίωσε τὴν πρᾶξιν, καὶ ὅτι ἐντεῦθεν ἐγεννήθη ἡ βεβαιότης περὶ τῆς ἐνοχῆς δὲν ἠξεύρω τίνος. Ἀλλὰ τί ἀποδεικνύουσι ταῦτα; Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι αὐτοτελής, καὶ δὲν δύναται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὴν ἔρευναν τῶν ἀποφάσεων αὐτῆς. Ἐὰν ὑπὸ τὰς ἀποφάσεις ὅμως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ὑποκρύπτηται ἔγκλημά τι, εἰπέτε αὐτὸ, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προσαγάγῃ πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, καὶ ἡ Βουλὴ δικαιοῦται τότε νὰ ἀσκήσῃ τὸν ἔλεγχον αὐτῆς κατὰ τῶν ὑπευθύνων.
§67ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταθέσῃ τὰ ζητούμενα ἔγγραφα. Μόνον ὁπόταν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους πρόκειται νὰ ὑποστῶσι βλάβην, τότε δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπιμένωμεν εἰς τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα εὐλόγως δύνανται νὰ ἀποποιηθῶσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί. Ἀλλ’ ἐπὶ ὑποθέσεως, ἡ ὁποία ἤδη ἔλαβε πέρας, πᾶς κοινοβουλευτικὸς Ὑπουργὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ καταθέσῃ τὰ ζητούμενα ἔγγραφα. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρὶν ἢ κατατεθῶσι ταῦτα εἶναι ἀντικοινοβουλευτικὴ πᾶσα συζήτησις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§68Ι. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἀπήντησε τίποτε ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, ἡ ὁποία ἐκράτησεν ἐν συγκινήσει τὴν Βουλήν.
§69Φ. ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀπήντησα ὅτι παρηγγέλθη ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν νὰ προβῇ εἰς ἀνακρίσεις.
§70ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πότε, κύριε Ὑπουργέ;
§71ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ. Προχθές.
§72ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀπὸ τῆς πράξεως ἔχει παρέλθει εἷς μήν.
§73ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς τὰ τοῦ δικαστηρίου Καρδίτσης. Ἀπὸ μηνῶν τεσσάρων δὲν ἐγένετο συνεδρίασις, διότι ἐκεῖ εὑρίσκοντο μόνον δύο δικασταὶ, ὁ δὲ τρίτος, ὅστις μετετέθη, δὲν ἔφθασεν ἀκόμη ἐκεῖ, ἐντεῦθεν τὸ δικαστήριον ἀργεῖ. Ὑπάρχουσι πολιτικαὶ ὑποθέσεις, ὑπάρχουσι ποινικαὶ ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι μένουσιν ἐκκρεμεῖς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ συμβούλιον, οὐδὲ δικαστήριον. Πρέπει ὅπως δήποτε νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐνέργειάν του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως συμπληρωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν καὶ λειτουργήσῃ τὸ δικαστήριον.
§74Φ. ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θέλω μεριμνήσει περὶ τούτου.
§75ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ τοὺς πίνακας τῶν ἐργασιῶν τῶν δικαστηρίων κατὰ τὴν τελευταίαν τριμηνίαν τοῦ παρελθόντος ἔτους, σχετικῶς πρὸς τοὺς τοῦ προηγουμένου ἔτους. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ στενοχωρήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ τὸν παρακαλῶ, ἂν ἦναι δυνατὸν, πρὶν ἢ λήξωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, νὰ καταθέσῃ τοὺς πίνακας τούτους, διότι ἐκ τῆς καταθέσεως αὐτῶν θὰ λυθῶσι πολλὰ ζητήματα, καὶ ἐξ αὐτῶν θὰ μάθωμεν πῶς καὶ κατὰ πόσον ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖ τὸ καθῆκόν της. Νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι καιρὸς πλέον ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου νὰ ἔχῃ περατωμένην τὴν ἐργασίαν ταύτην, διότι πρόκειται περὶ πίνακος τῆς τελευταίας τριμηνίας τοῦ 1895, εὑρισκόμεθα δὲ ἤδη εἰς τὸν μῆνα Μάρτιον τοῦ ἔτους 1896.
§76ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).....
§77ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ κ. Ὑπουργὸς, μαρτυρεῖ ὅτι ἡ εἰσαγγελικὴ ὑπηρεσία χωλαίνει· διότι, ἐὰν κατὰ μῆνα Μάρτιον ἡ εἰσαγγελικὴ ὑπηρεσία δὲν κατώρθωσε νὰ πληροφορήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, μετὰ τὰς ἐπανειλημμένας ἐγκυκλίους αὐτοῦ, περὶ τῶν ἐργασιῶν τῶν δικαστηρίων τῆς τελευταίας τριμηνίας τοῦ παρελθόντος ἔτους, τοῦτο σημαίνει, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ εἰσαγγελικὴ ὑπηρεσία χωλαίνει εἰς τὸν ὕψιστον βαθμόν.
§78ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πάντοτε, κύριε Πρόεδρε, ἀπηξίωσα οἱασδήποτε προσοχῆς τὰς προσωπικὰς ὕβρεις καὶ λοιδορίας, τὰς ἀπευθυνομένας κατ’ ἐμοῦ. Θὰ ἀπηξίουν αὐτὰς καὶ νῦν προσοχῆς, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀνακριβείας, ἥτις δὲν ἀναφέρεται εἰς ἐμὲ, ἀλλ’ εἰς ἄλλο πρόσωπον, καὶ δὴ ἐν σχέσει πρὸς αὐτὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἔν τινι ἀπογευματινῷ φύλλῳ, τὸ ὁποῖον κύριον καὶ ἀποκλειστικὸν ἔργον ἔχει νὰ ὑβρίζῃ καὶ λοιδορῇ καὶ ἐμὲ καὶ πάντα ἄλλον συνάδελφον παρακαθήμενον ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ, ἀναφέρεται σὺν τοῖς ἄλλοις, ὅτι δῆθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, προκειμένου περὶ τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ ἀπολυθέντος διευθυντοῦ τοῦ Διδασκαλείου Λαρίσης κ. Ζαγγογιάννη, μὲ ἀποστόμωσεν, ἐπικαλεσθεὶς τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Μιστριώτου, ὁ ὁποῖος κατήγγειλεν αὐτὸν ὡς μέθυσον. Καὶ τοῦτο γράφεται μὲ εἰσαγωγικά. Ἔχω ἐνταῦθα καὶ τὴν μίαν καὶ τὴν ἄλλην ἔκθεσιν τοῦ κ. Μιστριώτου. Οὐδὲν ψευδέστερον τοῦ ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη φράσις εἴτε εἰς τὴν μίαν εἴτε εἰς τὴν ἄλλην ἔκθεσιν τοῦ κ. Μιστριώτου. Ὁ κ. Μιστριώτης ἀναγνωρίζει τὸν κ. Ζαγγογιάννην ὡς ἔξοχον παιδαγωγικὴν ἱκανότητα καὶ ὡς κατορθώσαντα νὰ ἀποφέρῃ ἀγλαοὺς καρποὺς ἐν Λαρίσῃ. Ἡ διαφορὰ εἶναι ἡ ἑξῆς. Ἐν τῇ πρώτῃ ἐκθέσει, τὴν ὁποίαν ἔγραψεν ἐκεῖ, ἐν Λαρίσῃ, μετὰ τοῦ κ. Χατζηδάκη, ἑτέρου καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, ἀναγνωρίζει ὅτι, ὡς πρὸς τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα ἐδίδασκεν ὁ κ. Ζαγγογιάννης, ὡς διευθυντὴς τοῦ Διδασκαλείου Λαρίσης, καὶ ὁ τότε καθηγητὴς τῶν εἰδικῶν μαθημάτων, ὁ ὁποῖος ἐκλήθη πρὸς τοῦτο ἐκ Γερμανίας, ὁ κ. Λύδεκε, τὰ ἀποτελέσματα ἦσαν ἐξαίσια, ὡς πρὸς τὰ μαθήματα ὅμως τὰ λοιπὰ, τὰ ὁποῖα ἐδίδασκον οἱ ἄλλοι καθηγηταὶ, ἡ διδασκαλία ἐχώλαινεν. Καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως ταύτης ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀπέλυσεν ἀκριβῶς τὸν διευθυντὴν καὶ τὸν καθηγητὴν, τοὺς ὁποίους ἐξύμνει ἡ ἔκθεσις ἐκείνη, ἀφῆκε δ’ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοὺς καθηγητὰς, εἰς τοὺς ὁποίους αὐτὴ ἀπέδιδε τὴν πλημμελῆ λειτουργίαν τοῦ Διδασκαλείου. Ὑπάρχει καὶ δευτέρα ἔκθεσις, τὴν ὁποίαν συνέταξε καὶ ὑπέγραψεν ἐνταῦθα μόνος ὁ κ. Μιστριώτης. Καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ἐκθέσει οὐδεὶς λόγος, οὐδεὶς ὑπαινιγμὸς γίνεται περὶ τοῦ κ. Ζαγγογιάννη ὡς μεθύσου. Ἐγὼ δὲν ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν λέγοντα τοῦτο ἐνταῦθα, ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐὰν τὸ εἶπε, βεβαίως δὲν ἐστηρίζετο εἰς τὴν ἀλήθειαν. Ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Μιστριώτου φροντίζει νὰ παραστήσῃ τὸν διευθυντὴν αὐτὸν ὡς παθόντα ἐρεθισμὸν τῶν νεύρων, συνεπείᾳ τοῦ θανάτου ἀδελφῆς προσφιλεστάτης αὐτῷ, ἀλλ’ ἐπιφέρει ὅτι εἶναι ἔξοχος παιδαγωγικὴ ἱκανότης, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ χρησιμοποιήσῃ εἰς ἄλλην θέσιν τὸ Ὑπουργεῖον. Καὶ ὁ εὐσυνείδητος Ὑπουργὸς τὴν ἐχρησιμοποίησε διὰ τῆς ἀπολύσεως, ἂν καὶ εἶχεν ὡς ἐκ περισσοῦ πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν πρώτην ἔκθεσιν, τὴν συνταχθεῖσαν ἐπιτοπίως ἐν Λαρίσῃ ὑπὸ τῶν δύο καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ἥτις ἀνέφερεν ὅτι ἐξαίσιοι ἦσαν οἱ καρποὶ, τοὺς ὁποίους ἀπέδωκεν ἡ διδασκαλία τοῦ κ. Ζαγγογιάννη! Τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐπηρώτησα, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ ἐνταῦθα Πρακτικὸν Λύκειον μένει ἐπὶ τοσούτους μῆνας ἄνευ διευθυντοῦ, κατέκρινα δὲ τοῦτο, ἐὰν ἦτο ἀληθὲς, εἰπὼν ὅτι ἄνευ διευθυντοῦ δὲν ἦναι δυνατὸν ἢ νὰ χωλαίνῃ πᾶν ἐκπαιδευτήριον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀντὶ πάσης ἄλλης ἀπαντήσεως, ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Χατζηδάκη, ὁ ὁποῖος ἐπιβεβαιοῖ ὅτι τῳόντι τὸ Πρακτικὸν Λύκειον εἶναι ἄνευ διευθυντοῦ. Νομίζω ὅτι τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠδύνατο καὶ προφορικῶς νὰ μᾶς δηλώσῃ. Τώρα φαίνεται ὅτι ἐγένοντο αἱ δέουσαι παρατηρήσεις εἰς τὸν κύριον Χατζηδάκην, νὰ ἐκθέσῃ, ὅτι οὐδεμία ζημία γίνεται εἰς τὸ Λύκειον, μένον ἄνευ διευθυντοῦ. Ὁ ἄνθρωπος ἠθέλησε, φαίνεται, νὰ κολάσῃ τὰ πράγματα, ἀλλ’ ἡ συνείδησίς του ἐξηγέρθη καὶ ἠναγκάσθη νὰ γράψῃ ὡς ἑξῆς: «... ἂν καὶ δὲν ἦναι βεβαίως δυνατὸν νὰ κρίνῃ τις ἀσφαλῶς περὶ τῆς προόδου τῶν μαθητῶν καὶ περὶ τῆς διδασκαλίας τῶν καθηγητῶν ἐν τόσῳ συντόμῳ ἐπιθεωρήσει κλπ.» Ἐγὼ ἠπόρησα πρὸς τί προσήχθη ἡ ἔκθεσις αὕτη. Πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν εἶχον ἀπευθύνει πρὸ πολλοῦ ἐπανειλημμένην ἐπερώτησιν, κατωρθώθη δὲ ἐπὶ τέλους νὰ λάβῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας ἐν μέρει. Εἶχον ἐγὼ ἰσχυρισθῆ, ὅτι πολλοὶ συνεπαρχιῶταί μου ὑπέβαλον παράπονα, ὡς πρὸς τὴν ποιότητα τοῦ ἅλατος τοῦ παραγομένου ἐν τῇ ἁλικῇ Γαντζοῦς. Ἐνῷ δηλαδὴ κατὰ τὴν διακήρυξιν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἐξεδόθη εἰς τὸν ἐργολάβον ἡ ἐν λόγῳ ἁλικὴ, ἔπρεπε τὸ παραγόμενον ἅλας νὰ ἐνέχῃ κατ’ ἀνώτατον ὅρον 5% ξένας ὕλας, τὸ παραχθὲν ἅλας ἐνέχει τοιαύτας ἄνω τῶν 35–40%, καὶ τοῦτο, διότι κατὰ τὴν παράδοσιν αὐτοῦ δὲν ἐξετελέσθη ὁ ὅρος τῆς διακηρύξεως, κατὰ τὸν ὁποῖον, ἐὰν ἀπεδεικνύετο τὸ ἅλας περιέχον μείζονα ποσότητα τῶν ἀνωτέρω ξένων οὐσιῶν, δὲν θὰ ἐγίνετο αὐτὸ ἀποδεκτόν. Τὴν ἀπόδειξιν ταύτην θὰ παρεῖχεν ἐπιτροπὴ ἐξ εἰδικῶν πραγματογνωμόνων, διοριζομένη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ δαπάνῃ τοῦ ἐργολάβου. Ἐγὼ ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ τὸ πρωτόκολλον τῆς τοιαύτης ἐπιτροπῆς τῶν πραγματογνωμόνων, αὐτὸς δὲ, κακῶς πληροφορημένος, ὡς φαίνεται, εἶπεν ὅτι ὑπάρχει πρωτόκολλον τοιοῦτον, καὶ βεβαίως ἡ ὑπηρεσία δὲν θὰ παρεδέχθη τὸ ἅλας. Ἀλλ’ ἀντὶ πρωτοκόλλου προσήγαγε νῦν εἰς ἡμᾶς τηλεγράφημα ὑπαλλήλου τοῦ Δημοσίου, τεταγμένου ἐπὶ τῆς παραλαβῆς τοῦ ἅλατος τῆς ἁλικῆς Γαντζοῦς, βεβαιοῦντος τὴν καλὴν ποιότητα τοῦ ἅλατος. Ἦτο δυνατὸν ὁ ἐργολάβος, ἢ οἱ ὑπάλληλοί του, ἢ οἱ ἐργάται, νὰ μὴ εἴπωσιν ὅτι τὸ ἅλας εἶναι καλῆς ποιότητος; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ πληροφορία αὕτη τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ὑπαλλήλου δὲν εἶναι ἐπαρκὴς νὰ ἀναιρέσῃ τὸν ἰσχυρισμόν μου, κατὰ τὸν ὁποῖον ὤφειλεν, ἀφοῦ ἐξεδόθη εἰς ἐργολαβίαν ἡ παραγωγὴ τοῦ ἅλατος, νὰ γείνῃ ἡ παραλαβή του διὰ πρωτοκόλλου καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἐκθέσεως συντεταγμένης ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων πραγματογνωμόνων. Ἐκ τῶν ὑποβληθέντων ἐγγράφων πείθομαι, ὅτι οὐδεμία ἐξέτασις ἐγένετο, καὶ ἑπομένως ὅτι ἔχουσι δίκαιον οἱ συνεπαρχιῶταί μου νὰ παραπονῶνται. Εἶχον ὑποβάλει πρὸ πολλοῦ ἐπίσης ἐπερώτησίν τινα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς πρὸς τὴν γενομένην προμήθειαν ἐρέας διὰ τὸν στρατὸν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν εὐηρεστήθη κατ’ ἀρχὰς νὰ ὑποβάλῃ δύο ἢ τρεῖς ὀγκώδεις φακέλλους, περιέχοντας ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τῶν προμηθειῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Μεταξὺ αὐτῶν κατώρθωσα νὰ ἀνεύρω ἐν ἀρχῇ τὴν διακήρυξιν τῆς δημοπρασίας διὰ τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος ἐρέαν, δὲν ἀνεῦρον ὅμως τὸ συμβόλαιον, τὸ συνταχθὲν πρὸς τὸν τελευταῖον μειοδότην. Ἠναγκάσθην λοιπὸν νὰ ἀπευθύνω ἐκ νέου παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, κατ’ ἀκολουθίαν τῆς ὁποίας ὑπέβαλεν οὗτος τὰ ἔγγραφα ταῦτα, καὶ ἤδη εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἀναπτύξω τὴν σχετικὴν ἐπερώτησίν μου. Εἶχε γείνῃ ἐν ἀρχῇ μειοδοτικὴ δημοπρασία μόνον ἐν Παρισίοις, οὐχὶ δὲ καὶ ἐνταῦθα, καὶ προσηνέχθη τιμή τις ὑπὸ γνωστοῦ Γάλλου ἐργοστασιάρχου, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅρων τῆς διακηρύξεως. Κατὰ ταύτην καθωρίζετο ἡ ἀντοχὴ, ὁ ἀριθμὸς τῶν κλωστῶν, ὁ χρωματισμὸς, ἡ βαρύτης, ὅλα ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ τὰ συστατικὰ τῶν διαφόρων εἰδῶν τῆς ἐρέας. Καθωρίζετο δὲ ἐπὶ πᾶσι τούτοις, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἦναι ἡ παραδοθησομένη ἐρέα καθ’ ὅλα ὁμοία πρὸς τὴν ἐρέαν, τῆς ὁποίας ποιεῖται χρῆσιν ὁ Γαλλικὸς στρατὸς, συμβληθείσης τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τούτῳ δι’ ἓξ ἔτη πρὸς γνωστὸν ἐν Γαλλίᾳ ἐργοστάσιον. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἶχον σταλῆ καὶ διάφορα δείγματα τῶν ἐρεῶν τούτων εἰς Παρισίους, ἀλλὰ ῥητῶς ἐν τῇ διακηρύξει ἀνεφέρετο, ὅτι τὰ δείγματα ταῦτα ἀπεστέλλοντο, ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει μόνον ὡς πρὸς τὸν χρωματισμὸν, οὐχὶ δὲ καὶ ὡς πρὸς τὴν ποιότητα. Ἀλλ’ ἐνῷ εἶχε γείνῃ πρώτη προσφορὰ ἐν Παρισίοις, ὅπου καὶ μόνον διεξήχθη ἡ μειοδοτικὴ δημοπρασία, αἴφνης παρουσιάζεται μειοδότης ἐνταῦθα, προσφέρων 10 λεπτὰ τὸ μέτρον ὀλιγώτερον ἢ ὅ,τι προσέφερεν ὁ ἐν Παρισίοις ἐργοστασιάρχης. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, χωρὶς νὰ ἐκθέσῃ ἐκ νέου τὴν προμήθειαν ταύτην εἰς μειοδοτικὴν δημοπρασίαν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς νέας προσφορᾶς, καθ’ ἃ ὁρίζει ὁ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμος, προέβη εἰς συνομολόγησιν συμβολαίου ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐπὶ ἔλαττον ταύτης προσφορᾶς. Ὁ μειοδότης, ὁ παρουσιασθεὶς ἐνταῦθα, εἶναι ὁ γνωστὸς ἴσως εἰς ὑμᾶς κ. Κοκκώνης, ὅστις ἐπαρουσιάσθη ὡς ἐνεργῶν δι’ ἑαυτὸν καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τῶν Φίλωνος καὶ Σας, κατοίκων Λονδίνου κλπ. Τώρα εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ κ. Φίλων καὶ Σα δὲν ἔχουσιν ἐργοστάσιον ἐν Λονδίνῳ, ἀλλ’ ἐν ἄλλῃ πόλει, ὅτι ὁ κ. Κοκκώνης δὲν εἶχε πληρεξούσιον, ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι ἐπουσιώδη. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι κατὰ τὸ συμβόλαιον τοῦτο ἐτηρήθησαν κατὰ τὰ ἄλλα οἱ ὅροι τῆς διακηρύξεως τῆς δημοπρασίας, ἐτροποποιήθησαν δὲ μόνον ἐν μέρει τὰ περὶ δειγμάτων, καὶ δὴ ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ ἀναλαμβάνοντος τὴν προμήθειαν ἐργολάβου. Ἀλλὰ παραδόξως πως μετ’ ὀλίγον συντάσσεται ἕτερον συμβόλαιον, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ δείγματα, τὰ ὁποῖα εἶχον δοθῆ ἐν ἀρχῇ, ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει μόνον ὡς πρὸς τὸν χρωματισμὸν, τίθενται ὡς βάσις καὶ ὡς πρὸς τὴν ποιότητα, καὶ οὕτω πως, ἀντὶ τῶν ἐρεῶν τῶν καθ’ ὅλα ὁμοίων πρὸς ἐκείνας, τῶν ὁποίων ποιεῖται χρῆσιν ὁ Γαλλικὸς στρατὸς, ἤρξαντο παραδιδόμεναι ἄλλαι, ἐπὶ παραβάσει καὶ τῶν ταχθεισῶν προθεσμιῶν. Τὰ δείγματα, τὰ ὁποῖα ἐστάλησαν, ὡς πρὸς τὴν ποιότητα, ἦσαν πολὺ κατώτερα ἐκείνης τῆς ποιότητος, ἡ ὁποία ἀπῃτεῖτο κατὰ τὴν διακήρυξιν τῆς δημοπρασίας.
§79ΣΤΑΗΣ. Μήπως ἔχετε δείγματα ἐξ αὐτῆς τῆς ποιότητος;
§80ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχω ἀνὰ χεῖρας τὰ δείγματα καὶ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης ποιότητος· ἰδοὺ αὐτὰ (τὰ ἐπιδεικνύει). Ταῦτα εἶναι, τὰ παραδιδόμενα, ἀγγλικῆς κατασκευῆς, ταῦτα δὲ εἶναι τὰ παραδοτέα, κατὰ τὴν ἀρχικὴν διακήρυξιν, τῆς γαλλικῆς κατασκευῆς. Καὶ ὁ ἀπειρότατος ἐξ ὑμῶν περὶ τὰ τοιαῦτα δύναται ἐξ ἁπλῆς ἀντιπαραβολῆς νὰ πεισθῇ, ὅτι μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχει τοιαύτη διαφορὰ, ὡς πρὸς τὴν ποιότητα, ἡ ὁποία δὲν ἰσοφαρίζει πρός τὰ 10 λεπτά, τὰ ὁποῖα ἐπὶ ἔλαττον προσήνεγκεν ὁ τελευταῖος μειοδότης, ἀλλὰ πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου ἑνὸς καὶ ἐπέκεινα φράγκου χρυσοῦ τὸ μέτρον. Ἡ ζημία δὲ αὕτη τοῦ Δημοσίου ἀνέρχεται ἐν συνόλῳ εἰς ἑκατὸν χιλιάδας δραχ. καὶ ἐπέκεινα, προελθοῦσα ἐξ ἀσυγγνώστου ὀλιγωρίας τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα μή τι ἄλλο εἴπω.
§81ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριοι Βουλευταί, ἔλαβον πληροφορίας περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ὄχι πολὺ εὐχαρίστους διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Βεβαίως δὲν ἔδωσα πίστιν εἰς ταύτας, διότι γνωρίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἀνὴρ τίμιος, ἀκέραιος, καὶ ὁ ὁποῖος κήδεται τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ ἀνώτερος πάσης ὑπονοίας περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, ἀλλὰ πιθανὸν καὶ νὰ ἠπατήθη, ἢ νὰ μὴ ἐπρόσεξεν εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑποθέσεως, τῆς τόσον λεπτῆς, τῶν προμηθειῶν. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἔλαβον πληροφορίας, τῶν ὁποίων τὸ βάσιμον δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι κατόπιν διαγωνισμοῦ, γενομένου ἐν τῇ ἐν Παρισίοις Πρεσβείᾳ, ἡ δημοπρασία τὸ πρῶτον μὲν ἀπέτυχεν, ἕνεκα τῶν ἐπαχθῶν ὅρων, ἐπανελήφθη δὲ εἶτα, τροποποιηθέντων τῶν ὅρων, καὶ κατεκυρώθη ἐπ’ ὀνόματι τοῦ μικροτέραν προσενεγκόντος τιμὴν Harlachol. Μεταξὺ τῶν διαγωνισθέντων ὑπῆρχον τὰ δύο μεγαλείτερα ἐν Παρισίοις καταστήματα, τὸ τοῦ Normann frères καὶ τὸ τοῦ Baron Sailliere, τὰ ὁποῖα ἀπεκλείσθησαν, διότι αἱ τιμαὶ αἱ προσφερθεῖσαι ἦσαν κατώτεραι τῆς προσφορᾶς αὐτῶν. Τῆς δημοπρασίας ταύτης τ’ ἀποτελέσματα μαθόντες οἱ ἐν Ἀθήναις προμηθευταὶ, προσεφέρθησαν νὰ προμηθεύσωσιν εἰς τὸν στρατὸν τὰς αὐτὰς ἐρέας, τὰς ὁποίας καὶ διὰ τῆς ἐν Παρισίοις ἐνεργηθείσης δημοπρασίας εἶχον ἀναλάβει οἱ εἰς οὓς ἔμεινεν ἡ προμήθεια, πρὸς 10/00 τοῦ φράγκου ὀλιγώτερον καθ’ ἕκαστον μέτρον. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀποδεχθὲν τὰς προτάσεις ταύτας, παρεχώρησε τὴν προμήθειαν τῆς ἐν λόγῳ ἐρέας ἄνευ ἄλλου διαγωνισμοῦ. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, φρονῶ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἡ προμήθεια ἄνευ δημοπρασίας, διότι αἱ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν προμήθειαι δύνανται νὰ τελεσθῶσι καὶ ἄνευ διαγωνισμοῦ, ἐνῷ ἐν Ἀθήναις ἔδει ἀνυπερθέτως νὰ προηγηθῇ τοιοῦτος, συμφώνως πρὸς τὸν λογιστικὸν νόμον. Κατ’ ἀκολουθίαν θεωρῶ ἄκυρον καὶ παράνομον τὴν κατακύρωσιν αὐτῆς. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν εἶμαι βέβαιος περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν καταγγελθέντων, ἐν τούτοις εἶναι κοινῶς παραδεδεγμένον, ὅτι ἡ ἀξία τῶν κατασκευασθεισῶν ἐρεῶν ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ οὐχὶ ἐν Γαλλίᾳ, εἶναι κατὰ 30% κατωτέρας ἀξίας. Ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἀληθὲς, βεβαίως ἡ ζημία εἶναι μεγίστη, διότι οὕτω τὸ Δημόσιον θ’ ἀπολέσῃ ἄνω τῶν 100,000 χρυσῶν φράγκων. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἐκθέσῃ τὰ ἀληθῆ γεγονότα, καὶ εὔχομαι νὰ διαψεύσῃ τοὺς τυχὸν λαβόντας ἐσφαλμένας πληροφορίας ἐπὶ τοῦ τόσον σπουδαίου ζητήματος. Ἐν τούτοις ἔχω διδόμενα νὰ πιστεύω εἰς τὴν ἀκρίβειαν τῶν πληροφοριῶν τούτων, καθόσον εἶχον τὴν τιμὴν ἐπὶ ἱκανὰ ἔτη νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ πολλάκις ἐπαρουσιάσθη τὸ ζήτημα τῆς προμηθείας τῶν ἐρεῶν, ὅπερ πάντοτε ὑπῆρξεν ἐκ τῶν ἀκανθωδεστέρων διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Τὸ ζήτημα τῶν προμηθειῶν ἐν γένει ὑπῆρξε πάντοτε τὸ σκανδαλωδέστερον. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι, προκειμένου περὶ προμηθείας 10,000 μέτρων ἐρέας λευκοφαίου, προωρισμένης διὰ τὰς χλαίνας τῶν ὁπλιτῶν, ἐγένετο δημοπρασία ἐν Παρισίοις, ἥτις ἀνέδειξεν ὡς τελευταῖον μειοδότην τὰ καταστήματα Normann frères ἀντὶ 6 φρ. καὶ 10/00 τὸ μέτρον. Ὑποπτευόμενος ὅμως ὁ καταστηματάρχης οὗτος, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνεργηθῇ καὶ ἐν Ἀθήναις μειοδοσία ἐπὶ τῆς αὐτῆς προμηθείας, ἔγραψε πρὸς τοὺς ἐνταῦθα ἀντιπροσώπους του, καὶ ἔστειλε καὶ δείγματα πρὸς αὐτοὺς τῆς ἐρέας, ἥτις ἐξετέθη εἰς μειοδοσίαν ἐν τῇ ἐν Παρισίοις Πρεσβείᾳ, προσενεγκὼν αὐτοῖς ἐλάχιστον κέρδος ὡς προμήθειαν. Οὗτοι ἀληθῶς ἐπαρουσιάσθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, κατέθεσαν τὰ πληρεξούσιά των, καὶ τὰ δείγματα, τὰ ὁποῖα ἀκριβῶς ἦσαν ὅμοια πρὸς τὰ τῆς δημοπρασίας ἐν Παρισίοις, καὶ ᾐτήσαντο νέον ἐνταῦθα διαγωνισμὸν, καὶ ἐνῷ, ὡς ἐκεῖνοι ὡμολόγησαν, εἶχον ἐντολὴν μέχρις 6 φράγκων νὰ μειοδοτήσωσιν, οὐχ ἧττον ἡ μειοδοσία ἔμεινεν ἐπ’ ὀνόματι ἑνὸς τούτων ἀντὶ φράγκων χρυσῶν 5 καὶ 70/00, τουτέστιν εἰς τὴν αὐτὴν τιμὴν, εἰς ἣν καὶ ἡ νῦν. Ἐννοεῖται βεβαίως, ὅτι ἡ ὑπηρεσία δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ ἀποδεχθῇ τὴν μειοδοσίαν ταύτην καὶ κατακυρώσῃ αὐτὴν ἐπ’ ὀνόματί του· ὅτε δὲ ὁ μειοδότης εἰδοποίησε τὸ Ὑπουργεῖον ὅτι ἐκόμισε τὴν ἐρέαν καὶ ἔχει ταύτην κατατεθειμένην εἰς τὸ τελωνεῖον, τὸ Ὑπουργεῖον συνέστησεν ἐπιτροπὴν πρὸς παραλαβὴν αὐτῆς· ἡ ἐρέα ὅμως ἀπεῤῥίφθη, κριθεῖσα οὐχὶ σύμφωνος πρὸς τὸ δεῖγμα, διότι πράγματι δὲν ἦτο γαλλικὴ ἐρέα, ἀλλὰ κατεσκευάσθη ἐν Ἀγγλίᾳ, πολὺ κατωτέρας ποιότητος καὶ ὁμοία πρὸς τὴν νῦν προμηθευθεῖσαν. Ἐπὶ τούτου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι δυνατὸν νὰ προέλθῃ ἐντεῦθεν μεγίστη τοῦ Δημοσίου ζημία. Ἡ ἐρέα ἐκείνη ἀπεῤῥίφθη ὁριστικῶς, καίτοι πολλάκις ἐξητάσθη ὑπὸ διαφόρων ἐπιτροπῶν.
§82Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κατά τινα τῶν προηγουμένων συνεδριῶν τῆς Βουλῆς ὁ ἐκ Λοκρίδος βουλευτὴς κ. Εὐταξίας ἐποιήσατο λόγον περὶ μὴ τηρηθεισῶν διατάξεων τοῦ νόμου διὰ τὰς γενομένας πρὸς χρῆσιν τοῦ στρατοῦ προμηθείας λινῆς ὀθόνης καὶ ἐρέας. Τὰ αὐτὰ δ’ ἐπανέλαβε καὶ σήμερον. Περὶ τούτου ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑπομένας πληροφορίας. Καὶ πρῶτον μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὴν λινὴν ὀθόνην, ἐγένοντο διάφοροι διαγωνισμοὶ, ὧν ὁ πρῶτος προεκηρύχθη τὴν 3 Δεκεμβρίου 1895. Μὴ ἐπιτευχθεισῶν ὅμως ἱκανοποιητικῶν διὰ τὸ Δημόσιον τιμῶν, ἠκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ αὐτοῦ, καὶ διετάχθη νέος διαγωνισμὸς τῇ 23 Δεκεμβρίου π. ἔ. Κατὰ τὸν διαγωνισμὸν τοῦτον ἐπετεύχθη τιμὴ 1 δραχμῆς καὶ 75/00 κατὰ βασ. πῆχυν, ἀλλ’ ὅτε ὑπεβλήθησαν τὰ πρακτικὰ αὐτοῦ ὑπ’ ὄψιν τοῦ Ὑπουργείου, ἐξηκολούθησεν ὁ διαγωνισμὸς ἐκ μέρους τῶν ἐνδιαφερομένων. Οὕτω δὲ ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μειοδοτικαὶ προσφοραὶ ὑπὸ τῶν Ν. Μ. Λύρη, Πέτρου Γκιόρα, Ι. Κ. Τσάτσου καὶ Γεωργίου Κατελούζου, ὥστε ἡ κατακύρωσις τῆς προμηθείας ἐγένετο ἐπ’ ὀνόματι τοῦ τελευταίου τούτων, δηλαδὴ τοῦ κ. Κατελούζου, καὶ οὐχὶ τοῦ κ. Πολυγένους. Ὁ κ. Κατελοῦζος προσήνεγκε τὴν μικροτέραν τιμὴν, ἤτοι 1 δραχμὴν καὶ λεπτὰ τεσσαράκοντα ἐννέα καὶ ἥμισυ κατὰ βασ. πῆχυν (δρ. 1,49½). Κατεκυρώθη δ’ εἰς αὐτὸν ἡ προμήθεια, συμφώνως πρὸς τὸ ηʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Ἡ ἐπιτευχθεῖσα τιμὴ εἶναι λίαν συμφέρουσα, συγκρινομένη δὲ πρὸς τὸ τίμημα τῆς ἐν ἔτει 1894 ἀγορασθείσης ὁμοίας ὀθόνης πρὸς δραχμὰς 2 καὶ 26/00 κατὰ μέτρον, παρουσιάζει ὠφέλειαν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τὰς 50,000 δραχμῶν. Τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας μετὰ τῶν ἀναφορῶν τῶν ἐν λόγῳ μειοδοτῶν κλπ. δὲν ὑπάρχουσιν ἤδη εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου, διαβιβασθέντα εἰς τὸ Φρουραρχεῖον Ἀθηνῶν, ὅπως ἐπισυναφθῶσιν ἐν καιρῷ, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, ὡς δικαιολογητικὰ εἰς τὴν πρώτην ἀπόδειξιν πληρωμῆς τοῦ χορηγητοῦ. Διὰ τὴν προμήθειαν δὲ ταύτην ὡρίσθη δίμηνος προθεσμία παραδόσεως, ἵνα μεσολαβήσῃ ἀπὸ ταύτης μέχρι τῆς θερινῆς ὥρας ὁ ἀναγκαῖος χρόνος πρὸς μετατροπὴν τῆς ὀθόνης εἰς περισκελίδας. Ἐὰν δὲ ἀπὸ τῆς κατακυρώσεως τῆς δημοπρασίας μέχρι τῆς ὑπογραφῆς τοῦ σχετικοῦ συμβολαίου ἐμεσολάβησε μικρὸν χρονικὸν διάστημα, τοῦτο ἐγένετο ἀνεξαρτήτως τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, συνεπείᾳ ἀλληλογραφίας πρὸς ἐπανόρθωσιν ἀνακριβείας ἐν τοῖς ὅροις τοῦ διαγωνισμοῦ, ὡς προκύπτει ἐκ τῶν σχετικῶν ἐγγράφων, ἅτινα περιλαμβάνονται ἐν τῷ κατατεθέντι εἰς τὴν Βουλὴν φακέλλῳ. Ἄλλως τε οἱ ὅροι συμφωνιῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐνεργεῖται ἡ προμήθεια τῶν διαφόρων ἀντικειμένων, τῶν ἀναγκαιούντων εἰς τὸν στρατόν, καταρτίζονται ἀναλόγως πρὸς τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ἀξιώσεις τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας καὶ οὐχὶ ἀναλόγως τῶν συμφερόντων καὶ τῶν εὐκολιῶν τῶν διαφόρων ἐμπόρων ἢ ἄλλων ἀτόμων, ἅτινα ἐπιθυμοῦσι νὰ λάβωσι μέρος εἰς τοὺς δημοσίους συναγωνισμούς, ὅπερ ἤθελε φέρει τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸ ἀδιέξοδον, καθόσον ὅσοι ἔμποροι, τοσαῦται καὶ αἱ ἀξιώσεις ὡς πρὸς τὴν ποιότητα τοῦ παραδοτέου εἰς τὸν στρατὸν εἴδους, ὡς πρὸς τὸν μείζονα ἢ ἐλάσσονα χρόνον τῆς παραδόσεως, ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῆς ἐγγυοδοσίας κλπ. Ἄλλως τε παράτασις τῆς πρὸς παράδοσιν προθεσμίας ἐζητήθη μόνον παρὰ τοῦ ἐμπόρου Ζαχαρία δι’ ἀναφορᾶς, δι’ ἧς ἐζήτει συγχρόνως νὰ ἀλλαχθῇ τὸ δεῖγμα, νὰ ὁρισθῇ τὸ βάρος αὐτοῦ (τοῦ δείγματος), καὶ ἄλλας τροποποιήσεις τῆς διακηρύξεως, ὧν ἕνεκα τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἀπεδέχθη τὴν ἐν λόγῳ αἴτησίν του. Ταῦτα σχετικῶς πρὸς τὴν προμήθειαν τῆς λινῆς ὀθόνης. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐρέας, ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 35 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἦτο ἀπηλλαγμένη τῆς ὑποχρεώσεως νὰ προμηθευθῇ διὰ δημοσίου διαγωνισμοῦ τὰς εἰς τὸν στρατὸν ἀναγκαιούσας ἐρέας, προκειμένου περὶ προμηθειῶν μὴ δυναμένων νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἐντὸς τῆς Ἑλληνικῆς ἐπικρατείας. Ἐν τούτοις, ὡς ἐκ τῶν κατατεθέντων εἰς τὴν Βουλὴν ἐγγράφων προκύπτει, δύο διαγωνισμοὶ ἐνηργήθησαν ἐν Παρισίοις διὰ τὴν προμήθειαν ἐρέας, κατεκυρώθη δὲ ἡ προμήθεια αὕτη, συμφώνως πρὸς τὸ ηʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, εἰς τὸν προσενεγκόντα μετὰ τὸν τελευταῖον διαγωνισμὸν τὰς ἐλάσσονας τιμὰς ἀντιπρόσωπον τοῦ Ἄγγλου ἐργοστασιάρχου Χὶρς Ἀλέξανδρον Κοκκώνην. Ἄλλως καὶ ἡ ὑφισταμένη ἐν τῷ στρατῷ ἔλλειψις ἐρεῶν δὲν ἐπέτρεπε χρονοτριβήν. Ἑπομένως καὶ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν προμήθειαν ταύτην διεξήχθησαν μετὰ πλειόνων ἢ ὅσας ἀπαιτεῖ ὁ νόμος ἐγγυήσεων καὶ ἀσφαλείας διὰ τὸ Δημόσιον. Ἡ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου δ’ ἐπιτευχθεῖσα ὠφέλεια, ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἐν Παρισίοις προσενεχθείσας τιμὰς, ἀνέρχεται εἰς δραχ. 15,293. Ὡς πρὸς τὴν ποιότητα τῶν παραδιδομένων ἐρεῶν, αὗται δέον, κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ διαγωνισμοῦ καὶ τοῦ μετὰ τοῦ προμηθευτοῦ συναφθέντος συμβολαίου, νὰ ἔχωσιν ἅπασαι τὰς ἰδιότητας τὰς προβλεπομένας ὑπὸ τῶν γαλλικῶν ὅρων τῆς προμηθείας ἐρεῶν διὰ τὸν γαλλικὸν στρατόν.
§83Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). (Ὅρα Παράρτημα).
§84ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ λάβῃ τὸν κόπον νὰ μεταβῇ μόνος του, ἵνα ἴδῃ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται τὸ Πρακτικὸν Λύκειον. Εἶπε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι οὐ μόνον ἡ ἐκπαίδευσις ἐν αὐτῷ εἶναι ἀρτία, ἀλλὰ, ὡς ἀνὴρ διακεκριμένος ἐκθέτει πρὸς αὐτὸν, καὶ ἐν πειθαρχίᾳ. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, βεβαίως δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νῦν νὰ δώσω πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ὅμως, ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γινώσκω, καὶ σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι δὲν εἶναι σχολεῖον, ἀλλ’ εἶναι πλέον Χάβρα τῶν Ἰουδαίων· ὅλοι οἱ γείτονες εὑρίσκονται ἐν ἐπαναστάσει, ἔχω δὲ καὶ ἐγὼ τὴν ἀτυχίαν νὰ ἦμαι γείτων ἐκεῖ, καὶ μοὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἡσυχάσω, ἀπορῶ δὲ μάλιστα καὶ ἐξίσταμαι, πῶς ἡ ἀστυνομία μέχρι τοῦδε δὲν ἔλαβε τὰ μέτρα της κατὰ τῆς καθημερινῆς ἐκείνης ἐπαναστάσεως. Ἀπορῶ δὲ καὶ ἐξίσταμαι, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ εἰδικὸς, δὲν γινώσκει ταῦτα, τὰ λαμβάνοντα χώραν εἰς ἀπόστασιν 5 λεπτῶν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Εἶναι δὲ ἡ παραλυσία αὕτη γενικὴ ἐν πᾶσι τοῖς ἐκπαιδευτηρίοις ἐν Ἀθήναις καὶ οὐχὶ μόνον εἰς τὸ Πρακτικὸν Λύκειον. Ἐγὼ πρό τινων ἡμερῶν παρευρέθην εἰς Νεάπολιν, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἔμαθον καθέκαστα περὶ τῆς ἐν τῷ Γυμνασίῳ ἐκείνῳ συμπεριφορᾶς τῶν μαθητῶν, τὰ ὁποῖα μοὶ ἐπροξένησαν ἔκπληξιν. Ἔμαθον ὅτι δὲν ἐπιτρέπουν εἰς τοὺς καθηγητὰς οὔτε νὰ διδάσκουν, ἔμαθον ὅτι μαθηταὶ καπνίζουσιν ἐντὸς τῆς αἰθούσης, παρόντος μάλιστα τοῦ καθηγητοῦ, ἐγνώσθη δὲ τὸ τοιοῦτον γεγονὸς εἰς τὸν Σύλλογον τῶν καθηγητῶν, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὴν τάξιν καὶ τὴν εὐπρέπειαν. Ὁ ἐπιθεωρητὴς δὲ, ὁ ὁποῖος ἐν διαστήματι ὀλίγων ὡρῶν προσπαθεῖ νὰ ἐπιθεωρήσῃ πολλὰ σχολεῖα, βεβαίως δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ μάθῃ τὰ πράγματα λεπτομερῶς, ἐπίσης δὲ δὲν θὰ ἦναι εἰς θέσιν οἱ ἐπιθεωρηταὶ νὰ ἐξετάσωσι ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῶν σχολείων ἡμῶν, ὁπόταν δίδωται εἰς αὐτοὺς χρόνος ἀνεπαρκὴς, ὅπως δίδοται καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς δὲν ἔλαβε τὴν εὐτυχίαν νὰ παρουσιασθῇ εἰς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐν ἐκείνῳ τῷ νομοσχεδίῳ ἐνόμιζεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι εἷς ἐπιθεωρητὴς θὰ ἦτο δυνατὸν ἐν διαστήματι 8 ὡρῶν νὰ ἐπιθεωρήσῃ ἓν Γυμνάσιον καὶ ἓν Ἑλληνικὸν σχολεῖον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀναλογία, ἡ ὁποία ἀντιστοιχεῖ εἰς ἑκάστην ἐπιθεώρησιν. Ἐπιθεώρησις οὕτω γιγνομένη εἶναι γελοία, καὶ οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἔχει, εἰμὴ μόνον νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἔγγραφον, λέγον ὅτι εὑρίσκεται ἐν πλήρει τάξει τὸ ἐκπαιδευτήριον. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τῆς καταστάσεως ταύτης, διότι εἶναι λυπηρὸν ἡ ἱστορία ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ποιήσηται μνείαν περὶ τῆς καταστάσεως ταύτης, Ὑπουργοῦ ὄντος εἰδικοῦ περὶ τὰ ἐκπαιδευτικὰ ἀνδρός.
§85ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ὅ,τι σᾶς εἶπον πρὶν περὶ τῆς προμηθείας τῆς ἐρέας, δὲν τὸ ἠρύσθην ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἣν, ἀντὶ πάσης ἄλλης ἀπαντήσεως, εὐηρεστήθη νὰ μᾶς ἀναγνώσῃ πρὸ μικροῦ ὁ προϊστάμενος τούτου, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς κατέθεσεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐκ τῶν ἐπισήμων δὲ τούτων ἐγγράφων τί συνάγεται; Ὅτι, ἀφοῦ ἐγένετο προσφορὰ κατωτέρα τῆς προσφορᾶς τῆς προσενεχθείσης ἐν Παρισίοις κατὰ τὴν ἐκεῖ γενομένην μειοδοτικὴν δημοπρασίαν, εἰ καὶ ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐκδώσῃ εἰς νέαν μειοδοσίαν τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος προμήθειαν, προέβη ἐν τούτοις ἀπ’ εὐθείας εἰς συνομολόγησιν συμβολαίου πρὸς τὸν τελευταῖον μειοδότην. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην παρεβιάσθησαν αἱ σχετικαὶ διατάξεις τοῦ νόμου. Τώρα, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐν τῇ ἐκθέσει, τὴν ὁποίαν συνέταξεν ἡ ὑπ’ αὐτὸν ὑπηρεσία καὶ μᾶς ἀνέγνω πρὸ μικροῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀναφέρεται διάταξίς τις τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου, καθ’ ἣν, ἐὰν πρόκειται περὶ προμηθείας καλλιτεχνήματός τινος, εἶναι δυνατὸν καὶ ἀπ’ εὐθείας νὰ συνομολογηθῇ συμβόλαιον. Ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ προμηθείας καλλιτεχνήματος, ἀποκλείοντος τὸν διαγωνισμόν. Ἡ ἐρέα δύναται ἐπίσης καλὴ νὰ κατασκευασθῇ καὶ χορηγηθῇ εἰς τὸν στρατὸν παρὰ πλείστων ὅσων βιομηχάνων καὶ ἐμπόρων. Διὰ τοῦτο πάντοτε ἡ προμήθεια αὐτῆς ἐγένετο διὰ δημοπρασίας, καὶ ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει προεκλήθη κατ’ ἀρχὰς δημοπρασία ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ταῦτα δὲ—ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐγὼ, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὕδρας συνάδελφος,—δὲν τὰ λέγω διὰ νὰ κακίσω προσωπικῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ μᾶλλον τὴν ὑπ’ αὐτὸν ὑπηρεσίαν, ἥτις καὶ ἐν ἄλλῃ περιπτώσει ἐξέθεσεν ἐπίσης εἰς προφανῆ ζημίαν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἐξετέθη λ.χ. εἰς μειοδοτικὴν δημοπρασίαν καὶ ἡ προμήθεια τῆς ὀθόνης χάριν τῶν θερινῶν περισκελίδων τῶν στρατιωτῶν, 60,000 μέτρα, ἀλλ’ ἐτέθη ὡς ὅρος, ὅτι ἡ προμήθεια πρέπει νὰ γείνῃ ἐντὸς δύο μηνῶν. Ἐπαρουσιάσθησαν πολλοὶ ἀξιόχρεοι ἔμποροι ἐνταῦθα, οἵτινες ἦσαν πρόθυμοι νὰ μειοδοτήσωσιν ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει, ἀλλ’ ἐδήλωσαν ὅτι ἦτο ἀδύνατον εἰς αὐτοὺς ἐντὸς τῶν δύο μηνῶν νὰ ποιήσωνται τὴν προμήθειαν ταύτην· διὸ ἐζήτησαν παράτασιν τῆς ὁρισθείσης προθεσμίας ἐπὶ ἕνα ἔτι μῆνα. Ἡ ὑπηρεσία ὅμως τοῦ Ὑπουργείου, ἐν ἀγνοίᾳ πάντως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἠρνήθη τὴν παράτασιν ταύτην. Ἔγεινεν ἡ κατακύρωσις εἰς ἕνα κύριον Πολυγένην, ἀλλὰ μὲ τὸν κύριον αὐτὸν τὸ συμβόλαιον δὲν συνωμολογήθη ἀμέσως, ἀλλὰ μετὰ τέσσαρας ἑβδομάδας, καὶ οὕτω πως οἱ ἄλλοι μειοδόται εὑρέθησαν ἐν ἥσσονι μοίρᾳ ἀπέναντι αὐτοῦ, εὐνουμένου, ὡς φαίνεται, τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου. Ἠδύναντο, ἐὰν ἀρχῆθεν ἐχορηγεῖτο ἡ παράτασις αὐτὴ, νὰ ἦναι ἐν ἴσῃ μοίρᾳ πρὸς τὸν κύριον Πολυγένην καὶ οἱ ἄλλοι ἔμποροι, καὶ νὰ διαγωνισθῶσι πρὸς αὐτὸν, οὕτω δὲ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλπίζωμεν προσφορὰν μικροτέραν. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει ἠθέλησεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν αὐτὴν σκολιὰν ὁδόν. Διατάσσει κατ’ ἀρχὰς προθεσμίαν δίμηνον, ὁπότε οὐδεὶς ἐπαρουσιάσθη. Διατάσσει ἐκ νέου τὴν τοιαύτην δημοπρασίαν μὲ μεγαλειτέραν προθεσμίαν· ἀλλὰ καὶ πάλιν ἡ παράδοσις ἐξακολουθεῖ τώρα ἀκόμη νὰ γίνηται, ἤτοι μετὰ ἑπτὰ ὅλους μῆνας. Τὸ γεγονὸς τοῦτο, Κύριοι, μαρτυρεῖ, ὁπόσον ἀνυπόστατος εἶναι ὁ ἕτερος ἰσχυρισμὸς τῆς ἀναγνωσθείσης ἐκθέσεως, καθ’ ὃν δῆθεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἠναγκάσθη ν’ ἀποφύγῃ νέαν δημοπρασίαν καὶ νὰ συνομολογήσῃ τὸ πρὸς τὸν κ. Κοκκώνην συμβόλαιον, διότι δῆθεν ἐπρόκειτο περὶ ἐπειγούσης προμηθείας, ἥτις, ὡς τοιαύτη, ἀπέκλειε πᾶσαν νέαν μειοδοτικὴν δημοπρασίαν. Λοιπὸν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο οὐδὲν, νομίζω, ἀπήντησεν ἡ ἔκθεσις, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἡ ὑπηρεσία, ἵνα μᾶς ἀνακοινώσῃ ἐνταῦθα, διότι, ὡς ἀπέδειξα, οὐδόλως δικαιολογεῖ αὐτὴν τὴν παρανομίαν, καθ’ ἣν, γενομένης ἅπαξ προσφορᾶς κατωτέρας, ὤφειλεν ἐκ νέου νὰ προκληθῇ μειοδοτικὴ δημοπρασία. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ, πάλιν στηριζόμενος εἰς τὰ ἐπίσημα κείμενα καὶ οὐχὶ εἰς ἁπλᾶς ἐκθέσεις, ἰσχυρίσθην, ἡ ἔκθεσις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δὲν τὸ θίγει κἄν. Τί εἶπον ἐγώ; Ὅτι εἰς τοὺς ὅρους τῆς διακηρύξεως καθωρίζετο ἡ ποιότης τῆς προμηθευθησομένης ἐρέας ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν παρεμφερὴς πρὸς τὴν ἐρέαν, τῆς ὁποίας ποιεῖται χρῆσιν ὁ γαλλικὸς στρατός. Ἀκούσατε, Κύριοι, αὐτὸ τὸ κείμενον τῆς διακηρύξεως, τὸ ἀποσταλὲν πρὸς τὸν ἐν Παρισίοις πρέσβυν (ἀναγινώσκει): «... δέον νὰ ὦσιν ὅμοιαι κατὰ τὸ βάρος, τὸν ἀριθμὸν τῶν κλωστῶν, τὴν δυναμομετρικὴν ἀντοχὴν, τὴν ἐλαστικότητα, τὴν ὕφανσιν καὶ τὰς λοιπὰς ἐν γένει λεπτομερείας τῆς κατασκευῆς, περὶ ὧν δὲν γίνεται μνεία ἀνωτέρω, πρὸς τὴν ἐρέαν κυανέαν ὀρφνὴν (bleue foncée), τὴν προμηθευομένην διὰ τοὺς στρατιώτας τοῦ γαλλικοῦ στρατοῦ». Ἐπὶ ἑκάστης ἐρέας ἀναφέρεται αὐτὸ, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι ὁμοίας ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ποιότητος πρὸς τὴν ἐρέαν, τῆς ὁποίας ποιεῖται χρῆσιν ὁ γαλλικὸς στρατός. Ὁ ὅρος αὐτὸς δὲν ἀπαντᾷ ἐν τῷ συμβολαίῳ τῷ πρὸς τὸν κ. Κοκκώνην. Ἐν τέλει δὲ τῆς διακηρύξεως ἀναφέρεται (ἀναγινώσκει): «Μετὰ τοῦ παρόντος πέμπονται εἰς παραλαβὴν ὑμῶν τὰ διὰ τῆς σφραγῖδος τοῦ Ὑπουργείου ἐσφραγισμένα δείγματα τῶν ἐρεῶν, ἅπερ κατὰ τὰ προεκτεθέντα θέλουσι χρησιμεύσει ὡς βάσις τῆς προμηθείας μόνον ὡς πρὸς τὴν χροιὰν τῆς βαφῆς.» Ὄχι ὡς πρὸς τὰ ἄλλα. Εἰς τὸ συμβόλαιον ὅμως γίνεται διαστροφὴ καὶ τοῦ ὅρου τούτου. Ἀκούσατε εἰς τὸ πρῶτον συμβόλαιον τί ἀναγράφεται. Ἀφήνεται κατὰ μέρος ὁ ὅρος ὅτι πρέπει νὰ ἦναι καθ’ ὅλα ὁμοία ἡ προμηθευθησομένη ἐρέα πρὸς τὴν τοῦ γαλλικοῦ στρατοῦ (ἀναγινώσκει): «Ὡς δείγματα ἐπίσημα διὰ τὴν προμήθειαν τῶν ἐν λόγῳ ἐρεῶν θέλουσι χρησιμεύσει τὰ ὑπὸ τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ προμηθευτοῦ γενόμενα παραδεκτὰ, τὰ ὁποῖα φέρουσι τὴν σφραγῖδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὴν ὑπογραφὴν τοῦ τμηματάρχου τῶν προμηθειῶν καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἰδίου ἀντιπροσώπου. Ταῦτα θέλουσι χρησιμεύσει μόνον διὰ τὴν χροιὰν—καὶ τὸν τρόπον τῆς κατασκευῆς τοῦ ὑφάσματος», προσθέτει. Ἐπειδὴ δὲ καὶ οὕτω ἠδύνατο νὰ ἐγερθῇ ἀμφιβολία τις, ἐδέησε νὰ συνομολογηθῇ νεώτερον συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον ἔτι μᾶλλον ἐξασφαλίζει τὴν ἀθέτησιν τῶν ἀρχικῶν ὅρων τῆς διακηρύξεως ὑπὲρ τοῦ ἐργολάβου, καὶ τοῦτο ἐπὶ ζημίᾳ μεγάλῃ τοῦ Δημοσίου, ὡς μαρτυροῦσι τρανῶς τὰ ὑπ’ ὄψει ὑμῶν δείγματα τῆς ἀρχῆθεν αἰτηθείσης γαλλικῆς ἐρέας καὶ τῆς νῦν προμηθευομένης ἀγγλικῆς. Ἂν δὲ, Κύριοι, δὲν ἐμπιστεύησθε εἰς τὴν ἰδίαν ὑμῶν ἀντίληψιν καὶ κρίσιν, καλέσατε τρεῖς ἢ τέσσαρας ἐμπόρους πραγματογνώμονας τῆς ἐμπιστοσύνης σας, καὶ θέσατε ὑπ’ ὄψιν αὐτῶν τὰ δείγματα τῆς ἀγγλικῆς ἐρέας, τὴν ὁποίαν προμηθεύεται νῦν τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ τὰ δείγματα τῆς γαλλικῆς ἐρέας, τὴν ὁποίαν ἀρχικῶς ἐζήτησεν αὐτὸ διὰ τῆς προκηρύξεώς του. Ἐκ τῶν πραγματογνωμόνων δὲ θὰ πεισθῆτε, ὅτι πρόκειται περὶ διαφορᾶς οὐχὶ δέκα λεπτῶν, ἀλλ’ ἑνὸς φράγκου καὶ ἐπέκεινα, οὕτω πως δὲ ἡ ὠφέλεια ἡ δῆθεν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐκ 15,000 κατὰ τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἀνέγνω πρὸ μικροῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς, μετατρέπεται εἰς ζημίαν τοῦ Δημοσίου ἐξ 100,000 καὶ ἐπέκεινα φράγκων.
§86Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἕνεκα κακῆς πίστεως τοῦ προμηθευτοῦ.
§87ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι διὰ τοῦτο, ἀλλὰ διότι διεστράφησαν οἱ ἀρχικοὶ ὅροι διὰ τῶν συμβολαίων. Διότι, ἐνῷ κατὰ τὴν διακήρυξιν ὤφειλε νὰ προμηθεύσῃ αὐτὸς γαλλικὰς ἐρέας, τῆς ἀντοχῆς, τῆς ποιότητος καθόλου ἐκείνης, ἣν ἔχει ἡ ἐρέα, τῆς ὁποίας ποιεῖται χρῆσιν ὁ γαλλικὸς στρατὸς, καὶ νὰ ἔχῃ ὁ ἐργολάβος ὑπ’ ὄψει τὰ δείγματα τὰ ἐσφραγισμένα τῇ σφραγῖδι τοῦ Ὑπουργείου σας μόνον ὡς πρὸς τὸν χρωματισμὸν, ἔρχεται εἶτα τὸ πρῶτον συμβόλαιον καὶ κάμνει τὴν πρώτην παραχώρησιν πρὸς τὸν ἐργολάβον, καὶ λέγει, ὅτι οὐ μόνον ὡς πρὸς τὸν χρωματισμὸν, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ὑφάνσεως, πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ δείγματα. Ἔρχεται εἶτα τὸ δεύτερον συμβόλαιον, εἰς τὸ ὁποῖον τί ἀναφέρεται; (ἀναγινώσκει): «Ἐκ τοῦ ἄρθρου 3, τοῦ ὁρίζοντος τὰς ἰδιότητας τῶν διαφόρων ἐρεῶν, ἀπαλειφθήσεται ἡ λέξις ὕφανσις». Ἡ ποιότης δὲ τῆς ἐρέας ἀκριβῶς εἰς τοῦτο συνίσταται. Εἶναι ἡ πρώτη καὶ κυρία βάσις αὐτῆς. Καὶ ἀκολούθως κατωτέρω τροποποιεῖ καὶ τὸ ἄρθρον 11, ἀπαλείφει καὶ τὰς λέξεις «καὶ τὸν τρόπον τῆς κατασκευῆς τοῦ ὑφάσματος». Διὰ τῶν συμβολαίων λοιπὸν, τὰ ὁποῖα ἡ ὑπηρεσία σας συνωμολόγησε, συνάγεται ὅτι κάτι λάκκον ἔχει ἡ φάβα.
§88Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τίνα ἡμερομηνίαν φέρει;
§89ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 30 Αὐγούστου τὸ πρῶτον, 30 Σεπτεμβρίου τὸ δεύτερον.
§90ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι ἐγὼ σᾶς θεωρῶ ἀνώτερον ὅλων αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Νομίζω ὅτι ἐν ἀγνοίᾳ σας συνέβη ὅ,τι συνέβη, καὶ σᾶς παρακαλῶ τώρα, ἐν τῇ διακρινούσῃ ὑμᾶς εὐθύτητι, λαμβάνοντες γνῶσιν αὐτῆς τῆς καταστάσεως, νὰ προβῆτε ὑμεῖς εἰς ἀνακάλυψιν τῆς ὅλης ἀληθείας.
§91Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐκτὸς τῆς ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐπιτευχθείσης, ὡς προεῖπον, ὠφελείας δρ. 15,293 ἐκ τῶν ὑπὸ τοῦ τελευταίου μειοδότου προσενεχθεισῶν ἐν Ἀθήναις τιμῶν, ἐν σχέσει πρὸς τὰς προσενεχθείσας ἐν Παρισίοις, ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων εὐτύχημα διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, ὅτι ἐπὶ τῆς προκειμένης προμηθείας δὲν ἀνεδείχθη χορηγητὴς ὁ Γάλλος Harlachol, ὅστις, ἀσχέτως πρὸς τὴν προμήθειαν ταύτην, ἀναλαβὼν συνεπεία ἑτέρου διαγωνισμοῦ, ἐν Παρισίοις ἐνεργηθέντος,—διότι ὁ πρῶτος ἀπέτυχε—τὴν χορήγησιν 10,000 μέτρων ἐρέας γλαυκοφαίου, δὲν ἠδυνήθη νὰ φέρῃ εἰς πέρας αἴσιον τὰς ὑποχρεώσεις του διὰ τὸ μικρὸν αὐτὸ ποσὸν, προσαγαγὼν πρὸς παράδοσιν, εἴτε ἐξ ἀνικανότητος, εἴτε ἐκ κακῆς πίστεως, ἐρέαν μὲ ἐλαχίστην δυναμομετρικὴν ἀντοχὴν καὶ χειρίστης ποιότητος, ὧν ἕνεκεν πᾶσα, πλὴν ἐλαχίστου ποσοῦ, ἀπεῤῥίφθη. Ταῦτα ὡς πρὸς τὴν ἐρέαν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ὀθόνην, περὶ τῆς ὁποίας ὡμιλήσατε...
§92ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ἐν παρόδῳ. Εἶναι τὸ συμβόλαιον ἐδῶ, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει ὅτι συνωμολογήθη ἕνα μῆνα μετὰ τὴν κατακύρωσιν.
§93ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἁρμόδιος, μήτε θέλω νὰ φέρω γνώμην ἀπολύτως περὶ τῆς ποιότητος τῆς ἐρέας, ἀλλὰ ἡ σύνταξις τῶν δύο συμβολαίων ἀναμφισβητήτως ἀποδεικνύει ἀσύγγνωστον ἀμέλειαν, ἂν μή τι ἄλλο. Καὶ ἐκ τοῦ συμβολαίου τῆς 30 Αὐγούστου καὶ ἐκ τῆς δημοσίας προκηρύξεως ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ ἐπιθυμία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἦτο νὰ προμηθευθῇ ἐρέαν ὁμοίαν ἐκείνης, τῆς ὁποίας ποιεῖται χρῆσιν ὁ γαλλικὸς στρατὸς, καὶ κατὰ διαφόρους κατηγορίας, διὰ τοὺς στρατιώτας, ὑπαξιωματικοὺς κλπ. Τὴν πρόθεσιν ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τὴν περιλαμβάνει πλήρη καὶ ἡ προκήρυξις ἡ γενομένη ἐν Παρισίοις καὶ τὸ συμβόλαιον τὸ γενόμενον κατὰ τὴν 30 Αὐγούστου. Ἐνῷ δ’ ἡ βάσις τοῦ συμβολαίου ἦτο ἡ προμήθεια ἐρέας συμφώνου μὲ ἐκείνην, ἧς γίνεται χρῆσις ἐν τῷ γαλλικῷ στρατῷ, βλέπομεν παρεισφρήσασαν εἰς ἓν ἄρθρον, τὸ 11, τοῦ συμβολαίου μίαν λέξιν, ἀναιροῦσαν τὴν ὅλην βάσιν τοῦ συμβολαίου καὶ τὴν πρόθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, δηλαδὴ, ἐνῷ τὰ δείγματα ἐπρόκειτο νὰ χρησιμεύσωσιν ἁπλῶς ὡς δείγματα χρωματισμοῦ, παρεισάγεται καὶ ἡ φράσις, ὅτι θὰ χρησιμεύσωσι «καὶ διὰ τὸν τρόπον τῆς κατασκευῆς τοῦ ὑφάσματος». Ἐὰν πρόκειται τὰ δείγματα νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ὑποδείγματα διὰ τὸν τρόπον τῆς κατασκευῆς τοῦ ὑφάσματος, δὲν ἦτο πλέον ἀνάγκη ὅλων τῶν ἄλλων ὅρων, οἵτινες περιέχονται ἐν τῷ συμβολαίῳ, καὶ καθ’ οὓς ὁ τρόπος τῆς κατασκευῆς τοῦ ὑφάσματος καὶ ἑπομένως τὸ ὕφασμα αὐτὸ θὰ ἦναι ὅμοιον μὲ τὸ γαλλικόν. Ἢ θὰ ἦναι ὅμοιον μὲ τὸ γαλλικὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι διάφορον τοῦ δείγματος, ἢ θὰ ἦναι ὅμοιον μὲ τὸ δεῖγμα, καὶ τότε δὲν θὰ ἦναι ὅμοιον μὲ τὸ γαλλικόν. Ἀλλ’ ἡ φράσις, ὡς σᾶς εἶπον, ἡ ἐκ τριῶν λέξεων συνισταμένη, παρεισέφρησεν ἐν τῷ πρώτῳ συμβολαίῳ πρὸς ἀναίρεσιν τῆς ἀρχικῆς ἰδέας. Ἔρχεται δὲ ἓν δεύτερον συμβόλαιον, διὰ νὰ ἐπεξηγήσῃ τὴν παρεισφρήσασαν ταύτην φράσιν, καὶ ἐπειδὴ ἡ λέξις «κατασκευὴ» δὲν ἐθεωρήθη ἀρκετή, ἐτέθη ἡ λέξις «ὕφανσις», ὅπως δηλαδὴ ἀναιρέσῃ τὴν ἀρχικὴν ἰδέαν καθ’ ὁλοκληρίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐθεώρησεν ὡς ἐξασφαλίζουσαν αὐτὸν πλειότερον ὁ συμβαλλόμενος τὴν ὕφανσιν κατὰ τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον διέτρεχε, τοῦ νὰ παραδώσῃ ἐρέαν ὁμοίαν μὲ τὴν τοῦ γαλλικοῦ στρατοῦ, ὅπως τὸν ὑπεχρέουν αἱ πρῶται διατάξεις τοῦ πρώτου συμβολαίου, διότι αἱ διατάξεις τοῦ τρίτου καὶ τετάρτου ἄρθρου τὸν ὑπεχρέουν νὰ παραδώσῃ ἐρέαν ὁμοίαν τῆς γαλλικῆς, καὶ μόνον ἡ φράσις ἐκείνη ἔρχεται εἰς ἀντίφασιν καὶ ἀναίρεσιν τῆς ὑποχρεώσεώς του ταύτης. Διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ δὲ, ἔκαμε δεύτερον συμβόλαιον, ὅπως ἀφαιρέσῃ τὴν λέξιν «κατασκευὴ» καὶ θέσῃ τὴν λέξιν «ὕφανσις», διὰ νὰ δείξῃ ὅτι αὐτὴ ἔσται ἡ ποιότης, καὶ ὄχι ἡ τοῦ γαλλικοῦ στρατοῦ, ἐπὶ προμηθείας 800,000 δραχμῶν.
§94Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶναι φράσις ἀκριβεστέρα, δὲν εἶναι ἀλλοία.
§95ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατὶ ἐν τῷ πρώτῳ συμβολαίῳ ἀναφέρεται ἡ ἰδέα ὅτι πρέπει νὰ ἦναι ὁμοία μὲ τὴν γαλλικήν; Ἐννοῶ, ἂν ὑπῆρχε τοιαύτη πρόθεσις. Ἀλλὰ ἐν τῷ πρώτῳ συμβολαίῳ ἐκτίθεται καθαρῶς εἰς τὸ ἄρθρον 3, λέγον (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἐρέαι, ἀργυροκυανέα, γλαυκόφαιος, κυανέα ὀρφανὴ καὶ μελάγχρους δέον νὰ ὦσιν ὅμοιαι κατά τε τὸ βάρος, τὸν ἀριθμὸν τῶν κλωστῶν, τὴν δυναμομετρικὴν ἀντοχήν, τὴν ἐλαστικότητα, τὴν ὕφανσιν καὶ τὰς λοιπὰς ἐν γένει λεπτομερείας τῆς κατασκευῆς, πρὸς τὴν ἐρέαν κυανέαν ὀρφνὴν bleue foncée, τὴν προμηθευομένην διὰ τοὺς στρατιώτας τοῦ γαλλικοῦ στρατοῦ». Τὸ δὲ ἄρθρον 4 λέγει (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἐρέαι παραδοθήσονται ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ ἐργολαβικοῦ συμβολαίου κλπ.» Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ἀλλὰ, βλέπετε, τὸ ἄρθρον 3 καθαρῶς λέγει, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον θὰ προμηθευθῇ ἐρέας...
§96Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ πρωτόκολλον παραλαβῆς τί λέγει;
§97ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τώρα θὰ σᾶς εἴπω. Δὲν ἀμφισβητῶ μήτε κἂν ἀνέγνωσα τὸ πρωτόκολλον τῆς παραλαβῆς... Λοιπὸν, ἐνῷ εἰς τὸ κύριον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὴν ποιότητα τῆς ἐρέας, βλέπομεν, ὅτι ἐπεδίωκε τὸ Ὑπουργεῖον τὴν προμήθειαν ἐρέας γαλλικῆς, ἐρέας συμφώνου πρὸς τὴν ἐν χρήσει παρὰ τῷ γαλλικῷ στρατῷ, παρεισέφρησεν ἡ φράσις «κατασκευὴ συμφώνως μὲ τὸ δεῖγμα».
§98Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ. Τὸ δεῖγμα εἶναι τὸ γαλλικόν.
§99ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ ἐπρόκειτο νὰ χρησιμεύσῃ ὡς δεῖγμα διὰ τὸν χρωματισμόν. Διὰ τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ ἀναίρεσις τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 3 διὰ τῆς παρεισφρησάσης φράσεως εἶναι ἀξία προσοχῆς, καὶ πρέπει νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν ὑμῶν.
§100Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤχθη εἰς τὸ μέσον ζήτημα καθαρόν, καθαρώτατον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, προκειμένου νὰ ἐνεργήσῃ προμηθείας στολῶν, ἔλαβε δείγματα ἐρεῶν ἐκ Γαλλίας, καὶ ἐξέθετο εἰς μειοδοσίαν τὴν προμήθειαν τῶν πρὸς τοῦτο ἀναγκαιουσῶν ἐρεῶν. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν δειγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευσαν ὡς βάσις τῆς τε μειοδοσίας καὶ τῆς συντάξεως τῶν δύο συμβολαίων, ἀνετέθη ἡ προμήθεια εἰς τὸν Α. Συνεπῶς, ὅταν ὁ Α ἐκόμισε τὰς ἐρέας, διωρίσθη ἐπιτροπή, ἡ ἐπιτροπὴ βεβαίως ἔλαβεν ὡς βάσιν τὰ δείγματα, τὰ κατὰ τὴν μειοδοσίαν, ἅτινα, ὡς προανέφερον, ἐκομίσθησαν ἐκ Γαλλίας. Τὰ δείγματα λοιπὸν ταῦτα ἔχει ὡς τύπον καὶ ὑπογραμμόν, διὰ νὰ παραβάλῃ μὲ τὰς κομισθείσας ἐρέας. Δὲν εἶναι δὲ δυνατόν, κύριε συνάδελφε, νὰ ἔχῃ ἄλλα, διότι αὐτὰ τὰ δείγματα ἐσφραγίσθησαν παρά τε τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ ἐργολάβου. Ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος ἰσχυρίζηται ἢ καταγγέλλῃ, ὅτι εἰσήχθησαν ἄλλα δείγματα ἐν τῷ φακέλλῳ, παρὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἦσαν. Ἀλλὰ δὲν μᾶς εἶπε τὸ τοιοῦτον.
§101ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ λέγει.
§102Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἰσχυρίζεται, ὅτι ἀνετράπησαν οἱ ὅροι, ὅτι τὰ πάντα ἐγένοντο πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου. Διὰ τῶν συμβολαίων, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσεν εἰς τὴν Βουλήν, καταδεικνύεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔλαβε πᾶσαν μέριμναν, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀκριβῆ χορήγησιν τῶν ἐρεῶν. (Ὁ κ. Εὐταξίας δεικνύει δείγματα ἐρέας). Πρὸς τί δεικνύετε τὰς ἐρέας ταύτας; Δὲν ἔχω καμμίαν πεποίθησιν ἐπὶ αὐτῶν, τὰ ὁποῖα μοὶ δεικνύετε· ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία παρέλαβεν, εἶχε δεῖγμα, τὸ δεῖγμα τὸ ὁποῖον ἐσφραγίσθη παρά τε τοῦ ἐργολάβου καὶ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅσοι δὲ ἐτύχομεν μέλη ἐπιτροπῶν, γνωρίζομεν μετὰ πόσης ἀκριβείας καὶ λεπτομερείας παραλαμβάνομεν τὰς ἐρέας· ἐγὼ αὐτὸς ἠναγκάσθην νὰ ἀποῤῥίψω ἐρέας ἐγχωρίου βιομηχανίας, διότι δὲν ἦσαν σύμφωνοι μὲ τὸ δεῖγμα. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ παραλαμβάνων νὰ πράξῃ ἄλλως, παρὰ νὰ ἀκολουθήσῃ τὸ δεῖγμα, δὲν δύναται δὲ κατ’ οὐδένα λόγον νὰ παραλάβῃ ἐρέαν ἄλλην, διότι ἄλλως φέρει εὐθύνην, καὶ διὰ τῶν ὑπαινιγμῶν σας ἐπιῤῥίπτετε κατηγορίαν οὐχὶ κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ κατὰ τῶν παραλαμβανόντων ἀξιωματικῶν.
§103ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἐπιῤῥίπτω καμμίαν κατηγορίαν.
§104Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Εἴπατε ὡρισμένως, ὅτι παρελήφθη ἐρέα ἄλλη παρὰ τὴν γαλλικήν, καὶ ἐφέρατε τὰ δείγματα ἐδῶ διὰ νὰ τὰ ἐκτιμήσω μακρόθεν. Γνωρίζετε πόση λεπτότης καὶ ἀκρίβεια ἀπαιτεῖται, ἵνα ἐκτιμήσητε μίαν ἐρέαν καὶ διακρίνητε αὐτὴν ἀπὸ ἄλλην; Ἐὰν ἐγνωρίζετε, δὲν ἠθέλετε φέρει τὰ δείγματα ταῦτα ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ἡμεῖς εἴμεθα ἐντελῶς ἀναρμόδιοι, ἡμεῖς μόνον τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ δυνάμεθα νὰ ἐκτιμήσωμεν, ἂν ἔλαβεν ἅπαντα τὰ προσήκοντα μέτρα. Ὁ Ὑπουργὸς ἔδωκε τὸ δεῖγμα καὶ κομισθείσης τῆς ἐρέας συνέστησεν ἐπιτροπήν, ὅπως ὁρίζουσιν οἱ κανόνες, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει πρωτοκόλλου τῆς ἐπιτροπῆς διετάχθη ἡ παραλαβὴ τῆς ἐρέας. Ἐὰν κακῶς παρέλαβεν ἡ ἐπιτροπή, εἶναι ὑπόλογος αὐτή. Τὸ δεῖγμα, σᾶς ἐρωτῶ, ἦτο τὸ γαλλικὸν, ναὶ ἢ οὔ; Ὑμεῖς ἰσχυρίζεσθε, ὅτι μετεβλήθη ἡ Α ἢ ἡ Β λέξις· ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι διὰ συμβολαίων ἀποδεικνύεται σαφῶς καὶ τρανῶς, ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἔλαβε πᾶσαν μέριμναν, ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὸ Δημόσιον καὶ καταδιώξῃ τὸν ἐργολάβον. Ἕκαστος τῶν ἐργολάβων, νομίζων ὅτι ἠδικήθη, δύναται νὰ παραπονῆται, ἀλλὰ δὲν δύναται δι’ ὑμῶν νὰ ῥίπτῃ ὑπαινιγμοὺς κατὰ τῶν παραλαμβανόντων ἀξιωματικῶν. Ἐὰν ὑπάρχῃ διδόμενον, ὅτι ἐδολιεύθησαν τὴν ὑπηρεσίαν, ἂς καταγγελθῶσιν, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι δὲν δυνάμεθα καθ’ οἱουδήποτε ὑπαλλήλου νὰ ἐπιῤῥίπτωμεν ἀορίστως μομφήν, καὶ νὰ ἐφιστῶμεν τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι δῆθεν πολλὰ τεκταίνονται, ἢ διότι πολλὰ ὑπεισήχθησαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του κλπ. Μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἐπιτρέπονται αὐτά. Πολλὰ ἐλέχθησαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ καλλίτερον εἶναι νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰς ἐργασίας μας.
§105ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ εἰσέλθωμεν, μάλιστα, εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀλλὰ προηγουμένως νὰ ἐννοήσωμεν τί λέγομεν· διότι ἐγὼ ἀνέφερα ὡρισμένα γεγονότα. Εἶπον ὅτι, ἀφοῦ ἐγένετο κατωτέρα προφορὰ ἐν Ἀθήναις, ὤφειλε κατὰ νόμον νὰ διαταχθῇ νέα μειοδοσία, αὕτη δὲ δὲν διετάχθη. Ἀκολούθως ἐγὼ δὲν κατέκρινα τοὺς ἀξιωματικοὺς ὅτι δὲν παρέλαβον συμφώνως μὲ τὰ δείγματα. Δυστυχῶς ἡ παραλαβὴ γίνεται συμφωνότατα πρὸς αὐτὰ, ἀφοῦ τὰ συμβόλαια δὲν συνετάχθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅρων τῆς διακηρύξεως, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει ἄλλων ὅρων. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ διακήρυξις: «Τὰ δείγματα, τὰ ὁποῖα σᾶς στέλλομεν, θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν μόνον ὡς πρὸς τὴν χροιὰν», ἐνῷ διὰ τοῦ συμβολαίου ἐπετράπη νὰ χρησιμεύσωσιν αὐτὰ καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς κατασκευῆς τοῦ ὑφάσματος. Οὕτω πως οἱ ὅροι τῆς διακηρύξεως ἀνετράπησαν ἐν τῷ συμβολαίῳ, ἀνετράπησαν δὲ πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου. Ἡ παραλαβὴ τώρα γίνεται κανονικωτάτη, οἱ ἀξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι παραλαμβάνουσι τὰς ἐρέας αὐτὰς, εἶναι ἐντιμότατοι, ἀλλὰ παραλαμβάνουσι τὰς ἐρέας ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συμβολαίου.
§106ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ δείγματα δὲν ὑπάρχουν;
§107ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὰ δείγματα ἔπρεπε νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει μόνον ὡς πρὸς τὸν χρωματισμὸν, οὐχὶ δὲ καὶ ὡς πρὸς τὴν ποιότητα, διότι ἡ ποιότης καθορίζεται ἀρχικῶς ἄλλως, διότι τὰ δείγματα ἐκεῖνα εἶχον μὲν τὸν ἀπαιτούμενον χρωματισμὸν διὰ τὸν στρατὸν ἡμῶν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τὴν ἀπαιτουμένην ποιότητα. Εἰς τὸ συμβόλαιον ὅμως ἀκολούθως ἀνεγράφησαν αὐτὰ τὰ δείγματα ὡς ὅρος ὄχι μόνον ὡς πρὸς τὸν χρωματισμὸν, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς κατασκευῆς τοῦ ὑφάσματος. Λοιπὸν ἐζημιώθη τὸ Δημόσιον, διότι δὲν ἐγένετο δευτέρα μειοδοτικὴ δημοπρασία ἐν Ἀθήναις. Ἐζημιώθη διότι μετεβλήθη ὁ ἀρχικὸς ὅρος τῆς διακηρύξεως ἐν τῷ συμβολαίῳ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε ἡ νῦν ὑπηρεσία, ἡ παραλαμβάνουσα τὰς ἐρέας, νὰ εὑρίσκηται μὲν ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ συμβολαίου, νὰ μὴ εὑρίσκηται ὅμως ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς διακηρύξεως.
§108Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Κατηργήθη ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσεν ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἄρτης, ἡ ὁποία θέτει ὡς βάσιν τὰς γαλλικὰς ἐρέας;
§109ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐξουδετεροῦται.
§110Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Πῶς ἐξουδετεροῦται;
§111ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καθόσον τὰ δείγματα διὰ τοῦ τελευταίου συμβολαίου χρησιμεύουσιν ὡς βάσις ἐπὶ τῆς ποιότητος τῆς γενησομένης προμηθείας, οὕτω δὲ ἐξουδετερώθη ὁ ἀρχικὸς ὅρος, καθ’ ὃν ἔδει αὐτὴ νὰ ἦναι καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα, πλὴν τοῦ χρωματισμοῦ, ὁμοία πρὸς τὴν ποιότητα τῆς ἐρέας τοῦ γαλλικοῦ στρατοῦ.
§112Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ συμβόλαιον τὸ συνομολογηθὲν ὑπάρχει ὁ ὅρος τῆς διακηρύξεως, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώσατε; δηλ. ὅτι ὁ ἐργολάβος ὑποχρεοῦται νὰ παραδώσῃ ἐρέαν ὁμοίαν ἐκείνης, ἧς ποιεῖται χρῆσιν ὁ γαλλικὸς στρατός; Ἐρωτῶ, ἰσχύει ὁ ὅρος αὐτός; εἰς τὸ συμβόλαιον ὑπάρχει ὁ ὅρος αὐτὸς, ναὶ ἢ οὔ; Ἂν ὑπάρχῃ, οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ παραλαμβάνοντες θὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει τὸν ὅρον τοῦ συμβολαίου, καὶ ἂν εὕρωσιν ἐρέαν ἀνομοίαν πρὸς ἐκείνην, τῆς ὁποίας ποιεῖται χρῆσιν ὁ γαλλικὸς στρατὸς, θὰ τὴν ἀποῤῥίψωσι. Τί ἔρχεσθε λοιπὸν καὶ ὁμιλεῖτε πρὸς ἡμᾶς περὶ παραβιάσεων τῶν συμφωνιῶν; Διατὶ λέγετε ὅτι ἐξουδετεροῦται ὁ ὅρος οὗτος, ἀφοῦ ὑπάρχει ἐν τῷ συμβολαίῳ καὶ εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ ὑπηρεσία νὰ τὸν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν παραλαβήν;
§113ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐξουδετεροῦται, διότι ὁ προμηθευτὴς ἔχει ὑπ’ ὄψιν του τὰ δείγματα, τὰ ἐσφραγισμένα καὶ λέγει: «Θὰ παραλάβητε σύμφωνα μὲ τὰ δείγματα τὰ ἐσφραγισμένα, ἀφοῦ αὐτὰ ἐτέθησαν ὡς βάσις διὰ τοῦ συμβολαίου καὶ ὡς πρὸς τὸν χρωματισμὸν καὶ ὡς πρὸς τὴν ποιότητα».
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐξ Οἰτύλου βουλευτὴς κ. Ραζέλος ὑποβάλλει τὰς ἑπομένας ἐπερωτήσεις.
§115ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, πρὸ τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως διατάξεων τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, σημείωμα, ἀναγράφον τὸν ἀριθμὸν κατὰ σώματα τῶν ὑπαξιωματικῶν, οἵτινες ἔχουσιν ἤδη συμπεπληρωμένα δεκαπέντε ἔτη ὑπηρεσίας ἐν τῷ στρατῷ. «Τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διὰ τίνα λόγον δὲν ἐνηργήθησαν εἰσέτι τὰ δέοντα πρὸς ἔναρξιν τῶν ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Παμίσου ὑδραυλικῶν ἐργασιῶν, ἐνῷ πρὸ τριῶν περίπου μηνῶν ἔχουσιν ὑποβληθῆ τὰ σχετικὰ πρὸς δημοπρασίαν τοῦ ἔργου ὑπὸ τοῦ νομομηχανικοῦ. «Τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἀληθεύῃ, ὅτι εἰς ἀνακρίσεις ἐνεργουμένας ὑπὸ τοῦ λιμενάρχου Πατρῶν κατὰ τοῦ λιμενοφύλακος Ν. Σάσαρη παρίστατο κατὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν μαρτύρων ὑπάλληλος τοῦ Ἰταλικοῦ Προξενείου, καὶ ἐὰν παρίστατο ὑπὸ τὴν ἰδιότητά του ταύτην· ἐν καταφατικῇ δὲ περιπτώσει, τί ἐνήργησε κατὰ τοῦ ἐπιτρέψαντος τοῦτο λιμενάρχου. Παρακαλῶ δ’ αὐτὸν προσέτι νὰ μεριμνήσῃ, ἵνα δοθῇ πέρας τὸ ταχύτερον εἰς τὴν κατὰ τοῦ εἰρημένου λιμενοφύλακος Σάσαρη κατηγορίαν, τεθέντος εἰς προφυλάκισιν, διότι ἐῤῥάπισεν Ἰταλόν τινα.»
§116ΡΑΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ εὐαρεστηθῶσι νὰ καταθέσωσι τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, πρὸ τοῦ προσεχοῦς Σαββάτου.
§117Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 200,660 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896», μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Ὡσαύτως ὑποβάλλω δήλωσιν περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. («Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 285–284). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως τοῦ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ͵ΒΤΜΘʹ νόμου.
§119ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ παρέλθῃ ἡ εὐκαιρία αὕτη, χωρὶς νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ εἰδικὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως κ. Ὑπουργὸς, τῇ εἰσηγήσει τοῦ ὁποίου ἐψηφίσθη ὁ νόμος κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἀφῆκε τοὺς δημοδιδασκάλους ἄνευ μισθοῦ ἐπὶ μῆνας. Ἀναμφιβόλως δὲ οὐ μόνον κατὰ τὸν πρῶτον καὶ δεύτερον μῆνα τοῦ τρέχοντος ἔτους δὲν ἔλαβον οἱ δημοδιδάσκαλοι τοὺς μισθοὺς αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ πολλοὺς μῆνας θὰ ἐξηκολούθει ἡ κατάστασις αὕτη, ἂν δὲν ἠγείρομεν θόρυβον καὶ πάταγον εἰς τὴν Βουλήν, δι’ ὧν ἐξηναγκάσαμεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ εἰσαγάγῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, δι’ οὗ οἱ ταμίαι τοῦ Κράτους θὰ καταβάλλωσι τοὺς μισθοὺς τῶν δημοδιδασκάλων πρὶν ἢ ψηφισθῶσιν ἢ ἐγκριθῶσιν οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν δήμων. Νομίζω ὅμως, ὅτι εἰς τὴν προτελευταίαν παράγραφον τοῦ μόνου ἄρθρου πρέπει νὰ περιλάβωμεν καὶ ἄλλας διατάξεις, ὑπαρχούσας εἰς τὸν ἐψηφισμένον νόμον, τουτέστιν ὅτι ὁ ταμίας ὑποχρεοῦται ἐντὸς δέκα ἡμερῶν νὰ καταβάλλῃ τοὺς μισθοὺς κατὰ τὸ πρῶτον δεκαήμερον, ἄλλως νὰ ὑφίσταται τὰς τιμωρίας, τὰς ὁποίας ὑφίσταται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἤδη ἰσχύοντος νόμου. Πρέπει δὲ, νομίζω, νὰ περιληφθῇ καὶ ἄλλη διάταξις, δι’ ἧς νὰ ὑποχρεῶται ὁ ταμίας εἰς ἐξαργύρωσιν τῶν ἀποδείξεων τῶν λειτουργῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἂν δὲν ἤθελον ἐκδώσει οἱ δήμαρχοι τὰς καταστάσεις καὶ ὑπογράψει τὰ ἐντάλματα.
§120Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Προτείνετε τροπολογίαν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν θέλομεν στέρξει. Διότι, ἂν ὁ δήμαρχος δὲν θέλῃ νὰ ὑπογράψῃ, περιπίπτει εἰς πρᾶξιν, ἡ ὁποία εἶναι καταδιώξιμος πειθαρχικῶς καὶ ποινικῶς.
§121ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἐν τούτοις πολλάκις τοῦτο θὰ λαμβάνῃ χώραν, ἕως οὗ δὲ τιμωρηθῶσιν οἱ δήμαρχοι, οἱ πτωχοὶ δημοδιδάσκαλοι θὰ στερῶνται τοῦ μισθοῦ των.
§122Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν συμβουλεύετε τοὺς δημάρχους σας νὰ μὴ ὑπογράφωσι;
§123ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ μάλιστα ἴσως ὁμιλῶ παρὰ τὸ πολιτικόν μου συμφέρον, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον οἱ δημοδιδάσκαλοι νὰ καταβασανίζωνται, στερούμενοι ἔστω καὶ ἐπ’ ὀλίγον χρόνον τοῦ μισθοῦ των. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§124ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν μοὶ ἔκαμον ἐντύπωσιν αἱ διατάξεις τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου. Ἐνῷ ἐψηφίσαμεν νόμον, ὁ ὁποῖος ἐβασίζετο ἐπὶ ἀρχῶν, τὰς ὁποίας τόσον χρόνον ὑπεστηρίζομεν, ἤδη ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον νὰ ὑποσκάψῃ τὰς ἀρχὰς ταύτας. Μέχρι τοῦδε διὰ τοῦ ἰσχύοντος νόμου οἱ δημοδιδάσκαλοι ἐλάμβανον ἄδειαν ἀπουσίας παρὰ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἐλάμβανον δὲ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, ἂν ἐπρόκειτο περὶ μακροῦ διαστήματος. Ἐνῷ δὲ εἰς τὰς πλείστας ἐργασίας ἀπῃτεῖτο γνωμοδότησις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, σήμερον ζητεῖται, ὅπως διὰ τὰς ἐνοικιάσεις περιορισθῇ ἡ γνωμοδότησις εἰς τὸν ἐπιθεωρητήν. Μοὶ ἔκαμεν ἐπίσης ἐντύπωσιν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς πληρωμῆς τῆς μισθοδοσίας τῶν γραμματοδιδασκάλων. Νομίζω ὅτι ὀλίγην εὐκολίαν θὰ δώσῃ ἡ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ταμίας πληρόνει εἰς τοὺς δημοδιδασκάλους τὴν μισθοδοσίαν ἐπὶ τῇ βάσει μισθοδοτικῶν καταστάσεων, τεθεωρημένων ὑπὸ τοῦ οἰκείου δημάρχου. Ὁ ταμίας δὲν θὰ πληρόνῃ ἢ ὅταν θὰ ἔχῃ χρήματα τοῦ δήμου. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ παράσχῃ εὐκολίαν, εἶναι τὸ νὰ δοθῇ ἄδεια εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα προκαταβάλλῃ τὰ χρήματα· διότι τί θὰ ὠφελήσῃ τὸν γραμματοδιδάσκαλον νὰ παρουσιάσῃ κατάστασιν εἰς τὸν ταμίαν; οὗτος δὲν θὰ πληρώσῃ, μὴ ἔχων χρήματα τοῦ δήμου, μήτε τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ περὶ τῆς γενομένης διανομῆς τῶν χορηγημάτων τοῦ Δημοσίου. Νομίζω ὅτι ἡ ζητουμένη εὐκολία δύναται νὰ δοθῇ μόνον διὰ τῶν προκαταβολῶν. Ἀλλὰ καὶ εἰς τοῦτο πρέπει νὰ προσέξωμεν, διότι γνωρίζομεν εἰς ποῖα ἀποτελέσματα ἔφερε τὸ σύστημα τῶν προκαταβολῶν πρὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Πρέπει τὸ ζήτημα νὰ κανονισθῇ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ διευκολύνῃ τὰς πληρωμὰς τῆς μισθοδοσίας εἰς τοὺς δημοδιδασκάλους, ἀλλὰ νὰ μὴ γεννᾷ μεγαλείτερα ἄτοπα διὰ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Δημοσίου.
§125Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). (Ὅρα Παράρτημα).
§126ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ θελήσῃ μεταξὺ τῶν συμπληρώσεων τοῦ νόμου περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νὰ περιλάβῃ καὶ τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7, διότι ἡ ἀσάφεια τοῦ ἄρθρου περιήγαγε τὰ δημοτικὰ σχολεῖα τοῦ δήμου εἰς δυσχέρειαν. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον τοῦτο: «Ἄρθρον 7. Ἐν τοῖς κοινοῖς δημοτικοῖς σχολείοις διδάσκει εἷς μὲν δημοδιδάσκαλος, ἂν φοιτῶσιν ἐν αὐτοῖς μαθηταὶ μὴ πλείονες τῶν ὀγδοήκοντα, δύο δὲ, ἂν φοιτῶσι πλείονες, τρεῖς, ἂν φοιτῶσι πλείονες τῶν ἑκατὸν τεσσαράκοντα, καὶ τέσσαρες, ἂν φοιτῶσι πλείονες τῶν διακοσίων ...» Εἰς πολλὰ δημοτικὰ σχολεῖα τῆς πρωτευούσης φοιτῶσι πλείονες τῶν 200 μαθητῶν, τοῦ ἀριθμοῦ, ὃν ἀναγράφει ὁ νόμος, καὶ ὑπάρχουσιν 6 διδάσκαλοι. Τί θὰ γείνῃ κατόπιν, ἕνεκα τῆς ἀσαφείας τοῦ νόμου; θὰ μείνωσι τέσσαρες; Τοῦτο δὲν εἶναι δίκαιον. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιφέρῃ τροποποίησίν τινα.
§127Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ νόμος ὑποθέτει, ὅτι συγκεντρουμένων 300 ἢ 400 μαθητῶν εἰς ἓν σχολεῖον, ἐπέρχεται διαίρεσις αὐτοῦ εἰς δύο. Ὡς ἔχουσι μάλιστα τὰ τῶν καταστημάτων τῶν σχολείων, ἡ διαίρεσις αὕτη εἶναι ἀπαραίτητος. Ὁ νόμος περὶ τούτου ἐσιώπησε, διότι ὑποθέτει ὅτι ὁ δήμαρχος ἤθελε φροντίσει νὰ ἱδρύσῃ καὶ ἕτερον σχολεῖον. Ἂν νομίζῃ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι δύναται νὰ προτείνῃ τροπολογίαν τινὰ, ἂς τὴν προτείνῃ, ἵνα διευκολύνῃ τὴν κρίσιν μας, ἂς τὴν προτείνῃ, ἵνα τὴν μελετήσωμεν καὶ ἡμεῖς.
§128ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἶναι περίεργον, πῶς ἐξακολουθεῖ ἐπιμένων ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸς ἐπὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐξηκριβωμένα, δημοσιευμένα καὶ γνωστὰ τοῖς πᾶσιν. Οἱ πίνακες, οἱ δημοσιευθέντες ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ εἰσαχθέντος ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου περὶ διαπυλίων, καθὼς καὶ ἄλλοι, ὑπάρχοντες εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ ἔχῃ μελετήσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καθιστῶσι τοῖς πᾶσι γνωστὸν, ὅτι τὰ ἔσοδα 241 δήμων τοῦ Κράτους ἐκ τῶν 441, δηλαδὴ πλέον τοῦ ἡμίσεως, εἶναι ἀνεπαρκῆ διὰ τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Κατάπληξιν μοὶ ἔκαμεν ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι ὁ νομὸς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, εἰς ὃν καὶ ἡ ἐμὴ ἐπαρχία ὑπάγεται διοικητικῶς, εἶναι ἐπαρκὴς πρὸς τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὅτι μόνον 15,000 δραχ. ἀπαιτοῦνται πρὸς συμπλήρωσιν. Τοῦτο εἶναι ἀνακριβὲς, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀφοῦ καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν γνωρίζει, ὅτι ἡ Βόχα καὶ ἡ Περαχώρα εἶναι ἐπαρκεῖς πρὸς τὰς δαπάνας τὰς ἀπαιτουμένας διὰ τὴν συντήρησιν τῶν δημοτικῶν αὐτῶν σχολείων. Ὁ δῆμος Ἀχλαδοκάμπου, τὸ τελευταῖον ὅριον τοῦ νομοῦ Ἀργολιδοκορινθίας πρὸς τὸν νομὸν Ἀρκαδίας, ἔχει ἔσοδα 2,000 δραχμὰς, καὶ ἡ δαπάνη τῆς δημοτικῆς αὐτοῦ ἐκπαιδεύσεως εἶναι πλέον τῶν 6,000 δρ. Ἡ ἐπαρχία Κορινθίας ἔχει ἔλλειμμα 23,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ὁ ἐκ τῆς ἐπαρχίας ταύτης καταγόμενος κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι τὸν ἐπληροφόρησεν ὁ νομάρχης, ὅτι δὲν θὰ παρασταθῇ ἀνάγκη ἢ μόνον 15,000 δραχμῶν, ὅπως συμπληρωθῇ τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν δαπάνην τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ νομοῦ. Ἀλλ’ ἡ ἐπὶ τοιούτων πληροφοριῶν σύνταξις τοῦ προϋπολογισμοῦ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα; Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ δαπάνη τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀνέρχεται εἰς 4,000,000 δραχμὰς, καὶ μὲ ὅλας τὰς δρακοντείους διατάξεις, τὰς ὁποίας ἐφήρμοσεν ὁ κ. Τρικούπης, δὲν ἠδυνήθη νὰ εἰσπράξῃ πλέον τοῦ 1,000,000 ἐκ τῆς δημοτικῆς εἰσφορᾶς. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δ’ ἔχετε ἀναγεγραμμένας ἐλαχίστας πιστώσεις, αἵτινες δὲν ἀρκοῦσιν, ἐκτὸς ἐὰν πρόκειται νὰ κλείσητε τὰ δημοτικὰ σχολεῖα. Ἀλλὰ τότε εἴπετέ το ἐλευθέρως, ἵνα λάβῃ ἐπὶ τούτου ἀπόφασιν ἡ Βουλή, διότι ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ, ὡς ἔχει σήμερον καθορίσει τὰ κατ’ αὐτὴν ὁ νόμος ͵ΒΤΜΘʹ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ὁ νόμος εἶναι δοκιμαστικὸς κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο. Οὐδεμία δ’ ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι θὰ ἴδωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν λίαν ταχέως προτείνοντα τροποποίησιν τοῦ νόμου τούτου.
§129ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον λέγει, ὅτι τὰ ἐκπαιδευτήρια ἐνοικιάζονται παρὰ τοῦ νομάρχου. Ἀλλὰ τὰ ἤδη ἐνωκιασμένα παρὰ τοῦ Δημοσίου τί θὰ γείνωσι; Διαλύεται ἡ μίσθωσις αὐτῶν ἢ ὑφίσταται;
§130Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ καλὴ πίστις ἀπαιτεῖ νὰ μείνῃ.
§131ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δόσατε μίαν ἐξήγησιν· ἄλλως θέσατε εἰς τὸν νόμον, ὅτι αἱ ὑφιστάμεναι μισθώσεις δὲν διαλύονται, μέχρις οὗ λήξωσιν.
§132ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ ψηφίσωμεν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὡς πρὸς τὸν μισθὸν τῶν ἀτυχῶν δημοδιδασκάλων. Τὴν ἀνάγκην ὑπέδειξα καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι. Ἡ ἀνάγκη αὕτη μᾶς ἔφερεν εἰς τὴν ἑξῆς δυσχέρειαν. Κατὰ τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον, ἔπρεπε νὰ βεβαιωθῇ, τί ἠδύναντο οἱ δῆμοι νὰ διαθέσωσιν ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἀφοῦ ἐβεβαιοῦτο τοῦτο, νὰ ἔλθῃ τὸ Κράτος ἐπίκουρον, διανέμον τὰς ὑπ’ αὐτοῦ διατεθείσας πιστώσεις ὑπὲρ τῶν δήμων ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τούτων. Οὕτω πως θὰ εἶχε λόγον τινὰ ἡ ἐπικουρία τοῦ Δημοσίου. Κατὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, τὸ Δημόσιον θὰ ἀρχίσῃ νὰ πληρόνῃ τὴν μισθοδοσίαν τῶν δημοδιδασκάλων ἀδιακρίτως, καὶ εἰς τοὺς αὐτάρκεις καὶ εἰς τοὺς ἐπιδεεῖς καὶ εἰς τοὺς ἀπόρους δήμους. Ἀλλ’ οὕτω δυνατὸν νὰ ἐξαντλήσωμεν ὅλον τὸ ποσὸν, τὸ ὡρισμένον εἰς ἐπικουρίαν τῶν ἐπιδεῶν καὶ ἀπόρων δήμων. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ὅτι δύο κακῶν προκειμένων τὸ μὴ χεῖρον βέλτιστον· διὸ προτιμότερον εἶναι νὰ πληρωθῶσι πάντες οἱ διδάσκαλοι νῦν, καὶ ἀκολούθως νὰ γείνῃ ἡ ἐκκαθάρισις. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου, νομίζω ὅτι αὕτη γίνεται ἐναντίον καὶ ἄλλων συναφῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ ἐναντίον τῶν ἀρχῶν καὶ τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον φαίνεται ὅτι ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Αὐτὸς ἔλεγεν, ὅτι αἱ δύο πρῶται τάξεις τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου εἶναι κυρίως τάξεις τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ὑπαχθῶσιν ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν ἐποπτικῶν συμβουλίων καὶ τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν ἑκασταχοῦ ἐπιθεωρητῶν, καὶ ἑπομένως νὰ πληρῶνται αἱ θέσεις αὐτῶν τῇ προτάσει τῶν ἐποπτικῶν συμβουλίων. Κατὰ τὸ ἄρθρον 49 τοῦ νόμου «τὸ ἐποπτικὸν συμβούλιον προτείνει τὴν πλήρωσιν τῶν χηρευουσῶν θέσεων ἐν δημοτικοῖς ἢ ἑλληνικοῖς σχολείοις ἢ γραμματοδιδασκαλείοις». Κατὰ τὸ ἄρθρον 40, «ὁ ἐπιθεωρητὴς ἐπιθεωρεῖ καὶ τὰ μονοτάξια καὶ διτάξια ἑλληνικὰ σχολεῖα, καὶ ἐξετάζει κτλ.» Τώρα αἴφνης ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐννοεῖ νὰ ὑπαγάγῃ εἰς τὴν ἀποκλειστικήν του δικαιοδοσίαν πάλιν τὴν πλήρωσιν τῶν χηρευουσῶν θέσεων τῶν μονοταξίων καὶ διταξίων ἑλληνικῶν σχολείων. Δὲν ἠξεύρω τίνες λόγοι ὑπαγορεύουσι τοῦτο, ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἐὰν πιστεύωμεν ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ εἷς χαλινὸς εἰς τὴν μέχρι τοῦδε γενομένην κατάχρησιν τῆς διακριτικῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν κέκτηται ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ ὅπως ἐτέθη χαλινὸς ἐν τῇ στοιχειώδη ἐκπαιδεύσει, πρέπει νὰ τεθῇ καὶ ἐν τῇ μέσῃ ἐκπαιδεύσει, δὲν πρέπει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπεκτήσαμεν ἤδη καὶ ἐν τῇ μέσῃ ἐκπαιδεύσει, νὰ τὸ θυσιάσωμεν ἀπὸ τοῦδε. Τώρα θὰ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὅτι δι’ αὐτοῦ λαμβάνει πρόνοιαν καὶ περὶ τῶν δύο πρώτων τάξεων τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἐψηφίσθη, ἄγνωστον δὲ εἶναι πότε θὰ ψηφισθῇ αὐτό.
§133Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Θὰ ψηφισθῇ, ἔσο βέβαιος.
§134ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο εἰλικρινέστερος ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀφοῦ ἅπαξ ἐτέθη ὁ χαλινὸς αὐτὸς, νὰ τὸν ἀφήσῃ, ὅταν δὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως γείνῃ νόμος, τότε καὶ οἱ ἑλληνοδιδάσκαλοι τῶν δύο πρώτων τάξεων ἂς ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Ἄλλως νομίζω, ὅτι, ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ ἔχωσι τὰ ἐποπτικὰ συμβούλια καὶ οἱ ἐπιθεωρηταὶ τὴν χορηγηθεῖσαν ἐξουσίαν, τότε πρέπει νὰ καταργηθῶσι καὶ αἱ ἄλλαι σχετικαὶ διατάξεις. Πρὸς τί ἡ ἐπιθεώρησις τῶν ἐπιθεωρητῶν τῶν δημοτικῶν σχολείων; πρὸς τί ὅλαι αἱ ἄλλαι σχετικαὶ διατάξεις τοῦ ἐποπτικοῦ συμβουλίου πρὸς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν; Ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν κατάργησιν τῆς διατάξεως ταύτης, διότι ἡ γιγνομένη ἐνταῦθα τροποποίησις τοῦ ἐδαφίου αʹ τοῦ ἄρθρου 49 δὲν ἔχει ἄλλον σκοπὸν, παρὰ νὰ ἀποκλείσῃ τὴν πρότασιν τοῦ ἐποπτικοῦ συμβουλίου ὡς πρὸς τοὺς διδασκάλους τῶν δύο πρώτων τάξεων τῶν ἑλληνικῶν σχολείων καὶ νὰ ἐπαναφέρῃ αὐτοὺς τοιουτοτρόπως εἰς τὸ πλῆρες κράτος τῆς διακριτικῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως)
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Κολιάτσος ὑπέβαλε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ψηφισθέντος νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως τοῦ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ͵ΒΤΜΘʹ νόμου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 285). Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 50′ μ. μ.)
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ ὁλικῆς δαπάνης δημοσίων ἔργων κλπ.
§137Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ ἀφήσωμεν, ἵνα ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ δώσῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀναβάλλεται. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως δραχ. 780,879.31 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ 1895. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 6,800 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1895. 2) Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1894 ἐκ δραχ. 2000. 3) Περὶ συστάσεως συνεργείων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προβιβασμοῦ τῶν ὑπολογιστῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ καὶ περὶ τροποποιήσεως τοῦ ᾼΡΞΒʹ νόμου «περὶ βαθμολογίας καὶ προσόντων τῶν οἰκονομικῶν βαθμοφόρων τοῦ Β. Ναυτικοῦ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὡς τοῦτο ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1.
§140ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὰ ἄρθρα 5, 6 καὶ 7 τοῦ ΑΡΞΒʹ νόμου τῆς 27 Μαρτίου 1884 ἔτους «περὶ βαθμολογίας καὶ προσόντων τῶν οἰκονομικῶν βαθμοφόρων τοῦ Β. Ναυτικοῦ» καταργοῦνται καὶ ἀντικαθίσταται διὰ τῶν ἑξῆς: Ἄρθρ. 5. Ἐκ τῶν ὑπολογιστῶν, οἱ μὲν καταταχθέντες διὰ διαγωνισμοῦ, ὡς καὶ οἱ μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου διὰ διαγωνισμοῦ κατατασσόμενοι, προάγονται εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λογιστοῦ κατὰ τὴν ἣν κέκτηνται ἀρχαιότητα, λόγῳ ἐποχῆς καὶ σειρᾶς κατατάξεως, ἐὰν κέκτηνται τριετῆ τοὐλάχιστον ὑπηρεσίαν ὡς ὑπολογισταὶ καὶ ὑποστῶσιν ἐπιτυχεῖς ἐξετάσεις, καὶ κατ’ ἐκλογὴν, ἐὰν κέκτηνται ὑπερεξαετῆ ὑπηρεσίαν. Οἱ δ’ ἐφωδιασμένοι διὰ διπλώματος διδάκτορος ἢ προλύτου τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου προάγονται εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λογιστοῦ, ἐὰν κέκτηνται ὑπερτριετῆ ὑπηρεσίαν, κατ’ ἀρχαιότητα ὅμως κατατάξεως. Οἱ δὲ καταταχθέντες ἄνευ διαγωνισμοῦ, καὶ μὴ ὑπερβάντες τὸ 45 ἔτος τῆς ἡλικίας αὐτῶν προάγονται εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λογιστοῦ κατ’ ἐκλογήν. Αἱ ἐξετάσεις, αἵτινες θὰ πιστοποιῶσι μόνον, ὅτι κέκτηνται τὰς πρὸς προβιβασμὸν γνώσεις, ἐνεργοῦνται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν ἐνώπιον τριμελοῦς ἐξ ἀνωτέρων οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ ἐπιτροπῆς. Τὰ ἐξεταστέα μαθήματα καὶ ἐν γένει τὰ τῶν ἐξετάσεων ὁρισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος. Οἱ νῦν ὑπάρχοντες ὑπολογισταί, οἱ συμπληρώσαντες τριετῆ ὑπηρεσίαν, δὲν θέλουσιν ὑποστῆ τὰς ἐξετάσεις ταύτας. Ἄρθρ. 6. Αἱ κεναὶ θέσεις τῶν λογιστῶν κατανέμονται εἰς τετράδας καὶ τὴν μὲν πρώτην θέσιν ἑκάστης τετράδος καταλαμβάνει κατ’ ἀρχαιότητα εἷς ἐκ τῶν διὰ διαγωνισμοῦ καταταχθέντων, τὴν δευτέραν κατ’ ἐκλογὴν εἷς ἐκ τῶν διὰ διαγωνισμοῦ καταταχθέντων καὶ ἐχόντων ὑπερεξαετῆ ὑπηρεσίαν, τὴν τρίτην εἷς ἐκ τῶν διὰ διαγωνισμοῦ καταταχθέντων καὶ ἐχόντων δίπλωμα διδάκτορος ἢ προλύτου τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, κατ’ ἀρχαιότητα κατατάξεως, καὶ τὴν τετάρτην κατ’ ἐκλογὴν εἷς ἐκ τῶν ἄνευ διαγωνισμοῦ καταταχθέντων· ἅπαντες δὲ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἀνωτέρω ἄρθρου. Ἐὰν δὲ αἱ κεναὶ θέσεις τῶν λογιστῶν δὲν ἦναι πολλαπλάσιον τοῦ 4, ἢ μὴ πλήρης τετρὰς συμπληροῦται, θέσεως κενουμένης, κατὰ τὸν ἀνωτέρω τρόπον. Ὅταν δὲν ὑπάρχωσιν ὑπολογισταί, δυνάμενοι νὰ προαχθῶσι κατ’ ἐκλογὴν, ἁπάσας τὰς θέσεις τῶν λογιστῶν καταλαμβάνουσι κατ’ ἀρχαιότητα οἱ διὰ διαγωνισμοῦ καταταχθέντες. Ἄρθρ. 7. Οὐδεὶς προάγεται ἀνθυποφροντιστής, ἐὰν δὲν ὑπηρετήσῃ ἐπὶ δύο τοὐλάχιστον ἔτη ὡς λογιστής.»
§141ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, κύριε Πρόεδρε, δυστυχῶς, ἕνεκα ἐκτάκτου ἀνάγκης, δὲν παρευρέθην καὶ δὲν ἤκουσα τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, καθ’ ἃ ὅμως ἐκ τοῦ νομοσχεδίου φαίνεται, καταργεῖται ἀρχή, ἡ ὁποία πολλὰ τὰ ἀγαθὰ ἔχει φέρει καὶ ἐν τῷ Ναυτικῷ. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ καταργηθῇ ὁ θεσμὸς τῶν διαγωνισμῶν, ἀνεξαρτήτως τῆς ἀδικίας, ἡ ὁποία βεβαίως θέλει προέλθει καὶ ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, διότι ἔχομεν καὶ σήμερον διαγωνισμὸν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος ἠκυρώθη, διότι εἷς τῶν λαβόντων μέρος καθηγητῶν ἐθεωρήθη ὅτι δὲν ἦτο καθηγητής, ἂν καὶ εἶναι διδάκτωρ τῶν μαθηματικῶν. Ἀνεξαρτήτως τούτου, λέγω ὅτι ἡ κατάργησις τοῦ θεσμοῦ τῶν διαγωνισμῶν εἶναι μεγίστη ἀδικία, καὶ βλάβη σπουδαία θὰ προσγίνηται ἐκ τούτου εἰς τὴν Ναυτικὴν ὑπηρεσίαν. Ἐγὼ ἄλλοτε ἔλαβον μέρος εἰς διαγωνισμὸν, ὡς μέλος ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, πρὸς προβιβασμὸν ὑπολογιστῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λογιστοῦ, καὶ γινώσκω ἐξ ἰδίας πείρας, ὅτι, μὲ ὅλας τὰς πιέσεις, αἱ ὁποῖαι καταβάλλονται εἰς τοὺς γιγνομένους διαγωνισμοὺς πρὸς τοὺς ἐξεταστὰς, τὰ γραπτὰ τῶν διαγωνιζομένων εἶναι ἐμπόδιον ἀνυπέρβλητον δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσι νὰ βοηθήσωσι τοὺς διαγωνιζομένους. Ἔχομεν δὲ παράδειγμα, ὅτι ἄλλοτε γραπτὰ τοιούτων διαγωνισμῶν προσήχθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἀπεδείχθησαν ἀσχημίαι, αἱ ὁποῖαι εἶχον λάβει χώραν. Ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν προτίθεται νὰ προβιβάσῃ τοὺς ἔχοντας τοὺς τελευταίους βαθμοὺς ἐν τῷ πίνακι τῶν διαγωνισθέντων. Ἐν τούτοις σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔχῃ τὸ πρόσχωμα τοῦ διαγωνισμοῦ, θ’ ἀναγκασθῇ νὰ προαγάγῃ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐπιτροπὴ ἐξ ἀνδρῶν ἱκανωτάτων καὶ ἐντιμοτάτων ἐθεώρησεν ἀνικάνους. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ μελετήσῃ τὰς παρατηρήσεις ταύτας καὶ ἀπαντήσῃ εἰς ἄλλην τινὰ συνεδρίασιν.
§142Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἶμαι διατεθειμένος νὰ δεχθῶ πλείστας τῶν παρατηρήσεων τοῦ προαγορεύσαντος· παρατηρῶ μόνον, ὅτι ὑπέπεσεν ὁ κύριος Βουλευτὴς εἰς ἀνακρίβειάν τινα, διότι ὑπ’ ἐμοῦ δὲν ἐνηργήθη διαγωνισμὸς ὑπολογιστῶν, ἵνα προαχθῶσιν οὗτοι εἰς λογιστάς. Ἐνηργήθη μόνον διαγωνισμὸς ἁπλῶν πολιτῶν, ἵνα καταταχθῶσιν ὑπολογισταί. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐγὼ εὗρον τὸν διαγωνισμὸν ἀκυρωθέντα, διότι, ὡς γνωρίζομεν, ἡ τότε Κυβέρνησις συνεκρότησεν ἐπιτροπὴν ἐξεταστικὴν, ἀλλ’ ἐκ παραδρομῆς προσελήφθη εἰς αὐτὴν ἑλληνοδιδάσκαλος ὡς ἐξεταστὴς, ἀντὶ καθηγητοῦ. Τούτῳ τῷ λόγῳ ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς ἠκύρωσε τὸν διαγωνισμόν. Ἑπομένως ὑπ’ ἐμοῦ δὲν ἐγένετο διαγωνισμὸς ὑπολογιστῶν πρὸς προβιβασμὸν εἰς λογιστάς. Ὅτε ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον, ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων, δηλαδὴ καὶ ὑπὸ μελῶν τῆς πλειονοψηφίας καὶ ὑπὸ μελῶν τῆς μειονοψηφίας, μοὶ ἐγένοντο παρατηρήσεις τινὲς, ἃς καὶ ἐγὼ τῳόντι εὗρον ὀρθὰς καὶ ὠφελίμους. Διὰ τοῦτο ἐτροποποίησα τὸ ἀρχικῶς ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, ὡς ἔχετε ἤδη τοῦτο ἀνὰ χεῖρας. Ἤδη, ὅτε φέρετε τὴν εὔλογον τῳόντι παρατήρησιν περὶ τῶν ἐξετάσεων, εἰμὶ διατεθειμένος νὰ δεχθῶ αὐτήν, ἀφοῦ μάλιστα καὶ ἄλλοι, πρὸ ὑμῶν ἀγορεύσαντες, μὲ ἔχουσι πείσει εἰς τοῦτο. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, τὸ ἄρθρον 5, τὸ ἀντικαθιστῶν τὸ ἀντίστοιχον ἄρθρον τοῦ ᾼΡΞΒʹ νόμου, νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς. Ἀντικαθίστανται ἐν τῷ τετάρτῳ καὶ πέμπτῳ στίχῳ τῆς αʹ παραγράφου αἱ λέξεις «κατὰ τὴν ἣν κέκτηνται ἀρχαιότητα, λόγῳ ἐποχῆς καὶ σειρᾶς κατατάξεων» διὰ τῶν λέξεων «κατὰ σειρὰν ἱκανότητος οἱ ἐπιτυχόντες ἐν διαγωνισμῷ». Ὡσαύτως ἐν τῷ πρώτῳ καὶ δευτέρῳ στίχῳ τῆς βʹ παραγράφου αἱ λέξεις «Αἱ ἐξετάσεις, αἵτινες θὰ πιστοποιῶσι μόνον, ὅτι κέκτηνται τὰς πρὸς προβιβασμὸν γνώσεις ἐνεργοῦνται», διὰ τῶν λέξεων «Ὁ διαγωνισμὸς ἐνεργεῖται». Καὶ ἐν τῷ τελευταίῳ στίχῳ τῆς αὐτῆς παραγράφου αἱ λέξεις «τὰς ἐξετάσεις ταύτας» διὰ τῶν λέξεων «τὸν ἀνωτέρω διαγωνισμόν». Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον δὲ τῶν ζητημάτων, πρὸ πολλοῦ χρόνου ἐπιτροπή, ἣν εἶχον συγκροτήσει, ἵνα μελετήσῃ τὰ τῆς τροπολογίας αὐτοῦ τοῦ νόμου, κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1895 ἔτους, εἶχε γνωμοδοτήσει (καὶ δύναμαι νὰ καταθέσω τὴν ἔκθεσιν ταύτην εἰς τὸ Προεδρεῖον) ὅτι, ἵνα προάγωνται οἱ λογισταὶ εἰς ἀνθυποφροντιστάς, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβάλλωνται ἐκ νέου εἰς ἐξετάσεις εἰς τὴν Γαλλικὴν, διότι αὐτοὶ ὑπεβλήθησαν ἅπαξ εἰς ἐξετάσεις διὰ τὴν Γαλλικήν.
§143ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἡ διάταξις αὕτη περὶ γνώσεως τῆς Γαλλικῆς ἀνεγράφη ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ ἕνεκα εἰδικοῦ λόγου, τὸν ὁποῖον γνωρίζουσι πάντες· ὅπως ὑποστηριχθῶσι τινες τῶν εὐνοουμένων τοῦ τότε προσωπάρχου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου μετὰ τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν προταθεισῶν τροποποιήσεων, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ γενικοῦ διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τοῦ κ. Θ. Βελλιανίτου, πληρεξουσίου ἀντιπροσώπου τῶν ἰδιοκτητῶν τοῦ ἀτμοπλοίου «Κεφαλληνίας», συνομολογηθείσης συμβάσεως. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως διατάξεων τοῦ ᾼΩΠΗʹ νόμου τῆς 31 Δεκεμβρίου 1890 περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ᾼΦΠΔʹ νόμου τοῦ 1887 περὶ ἀπονομῆς ἀνωτέρου βαθμοῦ εἰς ἀποστρατευομένους ἀξιωματικοὺς κλπ. καὶ περὶ προσθήκης ἐδαφίου εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ϞΑʹ νόμου τοῦ 1864 περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ συντάξεων τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης νόμων. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον.
§147ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἡ ἐν τῷ ᾼΩΠΗʹ τῆς 31 Δεκεμβρίου 1890 νόμῳ ἐμπεριεχομένη διάταξις «Προστίθενται ὡς τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1864 νόμου τὰ ἑξῆς: Τὸ λόγῳ τῆς ὀκταετοῦς ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ ὑπηρεσίας κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ παρόντος ἄρθρου δικαίωμα πρὸς ἀπονομὴν ἀνωτέρου βαθμοῦ δὲν παράγεται ὑπὲρ τῶν συνταγματαρχῶν καὶ τῶν ἰσοβάθμων αὐτοῖς τοῦ κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν στρατοῦ, ἀπονεμομένης ὅμως τούτοις τῆς εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποστρατήγου καὶ ὑποναυάρχου ἀντιστοιχούσης συντάξεως.» Καὶ ἡ ἀκολουθοῦσα προσωρινὴ διάταξις, καταργοῦνται.»
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι δύο τροπολογίαι, μία τοῦ κ. Μυκωνίου, καὶ ἑτέρα τῶν κ. κ. Κουλούρη, Πεταλᾶ, Δάλλα, Ψύλλα, Γεωργακοπούλου καὶ Λιμπρίτου. Ἡ τοῦ κ. Μυκωνίου ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Νὰ προστεθῇ τελευταία παράγραφος ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως διατάξεων τοῦ νόμου ᾼΩΠΗʹ τῆς 31 Δεκεμβρίου 1890 περὶ ἀπονομῆς ἀνωτέρου βαθμοῦ εἰς ἀποστρατευομένους ἀξιωματικοὺς κλπ.» ὑποβληθέντος παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ ἑξῆς: «Οἱ ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ᾼΩΠΗʹ νόμου τοῦ 1890 ἀποστρατευθέντες τῇ αἰτήσει των συνταγματάρχαι μὲ σύνταξιν ὑποστρατήγου ὑπάγονται καὶ οὗτοι εἰς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου ὡς πρὸς τὴν ἀνάκτησιν τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑποστρατήγου.» Ἡ τῶν κ. κ. Κουλούρη, Πεταλᾶ, Δάλλα κλπ. ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Νὰ προστεθῇ τελευταία παράγραφος ἡ ἑξῆς: «Οἱ ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ᾼΩΠΗʹ τοῦ 1890 ἀποστρατευθέντες συνταγματάρχαι μὲ σύνταξιν ὑποστρατήγου, ὡς καὶ οἱ δυνάμει μὲν τοῦ νόμου ᾼΦΠΔʹ τοῦ 1887 ἀποστρατευθέντες συνταγματάρχαι, ἀλλ’ ἔχοντες πενταετῆ τοὐλάχιστον ὑπηρεσίαν καὶ πέντε ἔτη εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου, ὑπάγονται καὶ οὗτοι εἰς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου ὡς πρὸς τὴν ἀνάκτησιν τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑποστρατήγου.»
§149Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μυκωνίου βλάπτει κεκτημένα δικαιώματα.
§150ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Εἷς καὶ μόνος ἀπεστρατεύθη μὲ σύνταξιν ὑποστρατήγου, ὥστε εἶναι δίκαιον, ἀφοῦ καὶ οἱ ἄλλοι συνταγματάρχαι ἀποστρατεύονται μὲ σύνταξιν ὑποστρατήγου καὶ λαμβάνουσι καὶ τὸν βαθμόν, νὰ λάβῃ καὶ οὗτος τὸν βαθμόν.
§151Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ βαθμοῦ.
§152ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν τροπολογίαν, οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ ἀπεστρατεύθησαν μὲ σύνταξιν συνταγματάρχου καὶ δὲν συνεπλήρωσαν τὴν ἑξαετῆ ὑπηρεσίαν κατὰ τὸν τότε νόμον, κατὰ συνέπειαν αὐτοί, ἐὰν λάβωσι τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποστρατήγου, θὰ ζητήσωσι νὰ λάβωσι καὶ τὸν μισθὸν ὑποστρατήγου.
§153Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομοθετοῦμεν χάριν προσώπων;
§154ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἁρμοδία νὰ ἀπονείμῃ βαθμὸν ὑποστρατήγου· ἡ Βουλὴ ψηφίζει διὰ τὸ μέλλον, ὄχι διὰ τὸ παρελθόν. Ἐὰν κατ’ ἄλλον νόμον ἀξιωματικοὶ ἀνώτεροι ἀποστρατευθέντες ἔλαβον καὶ σύνταξιν καὶ βαθμὸν ἀνώτερον τοῦ ὃν εἶχον, αὐτὸ ἔγεινε κατὰ νόμον ὑπάρχοντα.
§155ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Κύριε συνάδελφε, κατὰ τὸν προηγούμενον νόμον ἅπαντες οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ συμπληροῦντες τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας καὶ μετὰ ὀκταετῆ ὑπηρεσίαν εἰς τὸν ἴδιον βαθμὸν ἀποστρατευόμενοι λαμβάνουσιν ἕνα βαθμὸν ἀνώτερον, ἐκτὸς τῶν συνταγματαρχῶν, οἵτινες λαμβάνουσι μὲν τὴν σύνταξιν τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑποστρατήγου, οὐχὶ δὲ καὶ τὸν βαθμὸν, ὡς νὰ μὴ ὑπηρέτουν οὗτοι τὴν αὐτὴν πατρίδα. Ἤδη ἡ Κυβέρνησις, ἰδοῦσα τὸ ἀδίκημα τοῦτο, ὑπέβαλε τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, δι’ οὗ δίδεται εἰς τοὺς ἀποστρατευομένους συνταγματάρχας καὶ ὁ βαθμὸς τοῦ ὑποστρατήγου. Δὲν εἶναι λοιπὸν δίκαιον, εἰς τὸν ἀποστρατευθέντα συνταγματάρχην μὲ σύνταξιν ὑποστρατήγου, τὸν ὑπηρετήσαντα ἐπὶ 50 καὶ πλέον ἔτη εἰς τὸν στρατὸν καὶ ἐπὶ δέκα ἔτη μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου, νὰ δοθῇ καὶ ὁ βαθμὸς τοῦ ὑποστρατήγου;
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Μυκωνίου.
§157Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὑποστηρίζω τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μυκωνίου.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι προσθήκη;
§159Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ. Βεβαίως.
§160ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς ἔχει;
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει αὖθις τὴν τροπολογίαν).
§162ΒΟΖΙΚΗΣ. Πρόκειται περὶ συνταγματαρχῶν ἀποστρατευθέντων καὶ ἀποστράτων σήμερον· τοιούτους συνταγματάρχας θὰ προβιβάσωμεν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποστρατήγου; τοὺς ἀποστράτους δηλαδή;
§163ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Δὲν εἶναι παράβασις μόνον τῶν νόμων καὶ τῆς λογικῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας ἐκείνων, οὓς ἀφορᾷ ἡ τροπολογία.
§164ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, πόσοι εἶναι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι θὰ προβιβασθοῦν;
§165Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ. Εἷς καὶ μόνος.
§166ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἶναι καὶ ὁ κ. Τσερούλης.
§167ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸς ἐτέθη εἰς ἀποστρατείαν ὑποχρεωτικῶς, ὄχι κατ’ αἴτησίν του.
§168ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ἐπειδὴ ἐτύγχανον μέλος τῆς ἐπὶ τῶ Στρατιωτικῶν ἐπιτροπῆς, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ παρεδέχθη τὴν τροπολογίαν τοῦ ἐκ Νάξου ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, καθόσον ἐθεώρησεν ὅτι ἦτο δίκαιον, ἀφοῦ μετὰ τὴν κατὰ τὸ 1890 κατάργησιν τοῦ νόμου ΑΦΠΔʹ δὲν ἀπεστρατεύθη παρὰ εἷς καὶ μόνος συνταγματάρχης μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου καὶ μὲ σύνταξιν ὑποστρατήγου, ἐθεώρησε, λέγω, ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι ἦτο δίκαιον καὶ αὐτὸς ὁ συνταγματάρχης νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ καταργηθέντος τὸ 1890, δι’ αὐτὸ καὶ παρεδέχθη τὴν τροπολογίαν αὐτήν· ὁ εἷς δὲ καὶ μόνος αὐτὸς εἶναι ὁ κ. Μυκώνιος.
§169ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Δὲν ἐνόησαν ἴσως οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀπονομῆς νέου βαθμοῦ, πρόκειται περὶ ἀνορθώσεως ἐπενεχθέντος ἀδικήματος. Ἀφοῦ ὁ νόμος προβλέπει καὶ ἱκανοποιεῖ τὸν ἀνθυπολοχαγὸν, τὸν ὑπολοχαγὸν, τὸν λοχαγὸν, τὸν ταγματάρχην, τὸν ἀντισυνταγματάρχην, δίκαιον εἶναι νὰ ψηφισθῇ ἡ τροπολογία τοῦ ἐκ Νάξου ἀξιοτίμου συναδέλφου, διότι, ὡς εἶπον, δὲν πρόκειται περὶ ἀπονομῆς βαθμοῦ, δὲν πρόκειται περὶ αὐξήσεως συντάξεως, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἀνορθώσεως ἑνὸς ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον ἐγένετο.
§170Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Θὰ εἶχον ἀντίῤῥησιν κατὰ τῆς τροπολογίας τῆς ὑποβληθείσης ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἐὰν ἦτο ἡ πρώτη αὐτὴ, ἐρχομένη εἰς τὴν Βουλὴν· ἐπειδὴ ὅμως ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἔγεινεν ἀρχὴ καὶ ἐξακολουθεῖ, εἶμαι σύμφωνος νὰ ψηφισθῇ καὶ ἡ τροπολογία αὕτη, διότι νομίζω ὅτι θὰ ἐγκληματήσωμεν, ἐὰν τὴν ἀποῤῥίψωμεν.
§171ΜΑΝΕΣΗΣ. Διὰ νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν, τί συμβαίνει, ἀφοῦ ἐδόθη ἀφορμὴ ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν Ζακύνθου, λέγω ὅτι ἡ τροπολογία ἀφορᾷ, καθ’ ὅσον τοὐλάχιστον γνωρίζομεν, μόνον εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον συνταγματάρχην κ. Μυκώνιον. Ὡς γνωρίζετε, πρὸ τοῦ ἰσχύοντος νόμου ὑπῆρχε νόμος, ὅστις μετὰ ὀκταετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ ἔδιδε καὶ τὴν σύνταξιν καὶ τὸν ἀνώτερον βαθμὸν ἐκείνου, ὃν εἶχεν ὁ ἀποστρατευόμενος ἀξιωματικός· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1890 ὁ τότε καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς, δι’ ἄλλους λόγους, στηριζομένους εἴτε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, εἴτε ἀλλοῦ, κατήργησε τὸν νόμον ἐκεῖνον, καὶ ἔδωκε μὲν τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως τοῦ ἀνωτέρου βαθμοῦ, ἀλλὰ ὄχι καὶ τὸν ἀνώτερον βαθμόν. Εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην ὑπήχθη ὁ πρὸ τριετίας ἢ διετίας, νομίζω, ἀποστρατευθεὶς κ. Μυκώνιος. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐσκέφθη, ὅτι, ἐπειδὴ εἶναι εἷς καὶ μόνος ἀξιωματικὸς ἀποστρατευθεὶς συνεπείᾳ αὐτοῦ τοῦ νόμου, ὅστις ἔλαβε μὲν τὴν σύνταξιν τοῦ ὑποστρατήγου, ἀλλ’ ὄχι καὶ τὸν βαθμὸν αὐτοῦ, καὶ ἐπειδὴ τέλος πάντων ὁ ἀποστρατευθεὶς φλέγεται ὑπὸ νεανικοῦ πόθου νὰ φέρῃ τὴν στολὴν, καὶ διότι τὸ Δημόσιον δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθῇ, ἡ ἐπιτροπὴ ἐδέχθη τὴν τροπολογίαν. Διὰ τοῦτο, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, αὔριον, μᾶς διαβεβαιώσῃ ὅτι πράγματι οὐ εἷς ἄλλος συνταγματάρχης ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν, ταύτην, νομίζω ὅτι διὰ μόνον τὸν κ. Μυκώνιον δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ τροπολογία, ἐνῷ διὰ τὴν ἄλλην τροπολογίαν δὲν γνωρίζω ποῖον ἀφορᾷ. Νομίζω ὅτι οἱ πρὸ τοῦ κ. Μυκωνίου εἶχον ἀποστρατευθῆ καὶ ἔλαβον τὴν σύνταξιν τοῦ συνταγματάρχου, ὄχι σύνταξιν ἀνωτέρου βαθμοῦ, καὶ ἂν δεχθῆτε τὴν τροπολογίαν ἐκείνην, θὰ δώσητε οὐ μόνον βαθμὸν, ἀλλὰ καὶ σύνταξιν ἀνωτέραν, ἑπομένως θὰ ἐπιβαρύνητε τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἐὰν λοιπὸν ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μυκωνίου δὲν ἀποβλέπῃ ἄλλον τινὰ, δὲν βλέπω διατὶ τέλος πάντων νὰ μὴ ἱκανοποιήσωμεν αὐτὴν τὴν νεανικὴν ἐπιθυμίαν τοῦ συναδέλφου, μόνον τὸ θυλάκιον αὐτοῦ ἐπιβαρύνουσαν καὶ οὐχὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§172Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν οὐδεὶς ἄλλος ὑπάγεται, ἐκτὸς τοῦ κ. Μυκωνίου.
§173ΒΟΖΙΚΗΣ. Μεθ’ ὅσα ἐξετέθησαν, τὸ ζήτημα φαίνεται ὅτι κατ’ οὐσίαν εἶναι προσωπικὸν, καὶ παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας.
§174ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι προσωπικόν.
§175Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τί προσωπικὸν εἶναι; Γίνεται εἷς νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐφαρμοσθῇ σήμερον διὰ τὸν κ. Μυκώνιον καὶ αὔριον διὰ τὸν Α ἢ τὸν Β.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως διατάξεων τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ νομοσχέδιον ἀποτελεῖται κυρίως ἀπὸ τὸ πρῶτον ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου τροποποιοῦνται πολλὰ ἄρθρα τοῦ ἰσχύοντος στρατολογικοῦ νόμου. Ἀπαγγέλλω τὸ διαιρετὸν αὐτοῦ. Ἕκαστον τροποποιούμενον ἄρθρον θέλει συζητηθῆ χωριστά. Ἄρθρον 1.
§177ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὸ ἄρθρον 33 τοῦ νόμου τῆς στρατολογίας καταργεῖται καὶ ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ ἑπομένου· «Ἄρθρον 33. Ἀπαλλάσσονται τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας ἐν εἰρήνῃ· αʹ) Ὁ πρεσβύτερος τῶν ἐκ τοῦ αὐτοῦ πατρὸς καὶ τῆς αὐτῆς μητρὸς ὀρφανῶν. βʹ) Ὁ πρεσβύτερος τῶν ἐκ πατρὸς μόνον ὀρφανῶν, ὁπόταν ἡ μήτηρ αὐτῶν, ἐλθοῦσα εἰς ἕτερον γάμον, ἀποτελῇ ἰδίαν κεχωρισμένην οἰκογένειαν μετὰ τοῦ νέου αὐτῆς συζύγου. γʹ) Ὁ μόνος ἢ ὁ πρεσβύτερος τῶν υἱῶν γυναικὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης ἢ ὁ μόνος ἔγγονος ἢ ὁ πρεσβύτερος τῶν ἐγγόνων μάμμης ἐν χηρείᾳ διατελούσης, μὴ ἐχούσης δὲ οὔτε υἱὸν οὔτε γαμβρόν. Ἂν κατὰ τὰς ἀνωτέρω περιστάσεις ὁ πρεσβύτερος τῶν ἀδελφῶν τύχῃ ὢν τυφλὸς ἢ φέρῃ ἀνίατον σωματικὴν βλάβην, καθιστῶσαν αὐτὸν ἀνίκανον πρὸς ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματός του, ἢ ἂν ἔχῃ ἰδίαν οἰκογένειαν, ἀπαλλάσσεται ὁ ἀμέσως ἑπόμενος ἀδελφὸς, ὑπαγομένου δὲ καὶ τούτου εἰς τὰς αὐτὰς περιστάσεις, ὁ μετ’ αὐτὸν, καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. δʹ) Ὁ μόνος υἱὸς ζῶντος πατρός. εʹ) Ὁ πρεσβύτερος υἱὸς ζῶντος πατρός. Ἂν δὲ ὁ πρεσβύτερος τῶν υἱῶν τύχῃ ὢν τυφλὸς ἢ φέρῃ ἀνίατον σωματικὴν βλάβην, καθιστῶσαν αὐτὸν ἀνίκανον πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν, ἀπαλλάσσεται ὁ δεύτερος, ὑπαγομένου δὲ καὶ τούτου εἰς τὰς αὐτὰς περιστάσεις, ὁ μετ’ αὐτὸν, καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Ἂν ὁ πατὴρ ἦναι ἐντελῶς ἀνίκανος πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν καὶ ὁ πρεσβύτερος αὐτοῦ υἱὸς ἀποτελῇ ἰδίαν οἰκογένειαν, ἀπαλλάσσεται ὁ ἑπόμενος τῶν ἀδελφῶν. Ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ δευτέρου υἱοῦ τῆς ἐν χηρείᾳ διατελούσης γυναικὸς ὡς καὶ τοῦ ἀνικάνου πατρὸς, ἂν ὁ πρῶτος ἀποτελῇ ἰδίαν οἰκογένειαν, ἅπαξ μόνον ἐφαρμόζεται εἰς ἑκάστην οἰκογένειαν. Τὰ ἐκ προηγουμένου γάμου τέκνα συζύγου γυναικὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης ἀποτελοῦσιν ἰδίαν οἰκογένειαν, ὁ δὲ ἐξ αὐτῶν πρεσβύτερος ἀπαλλάσσεται, ἂν ἔχῃ ἀδελφὴν ἄγαμον ἢ ἀδελφὸν μήπω ἐνηλικιωθέντα. Τὰ ἐκ διαφόρων συζύγων τέκνα γυναικὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης ἀποτελοῦσι μίαν ἀδιαίρετον οἰκογένειαν, καὶ ἐξ αὐτῶν ἀπαλλάσσεται τὸ πρεσβύτερον. Τὸ αὐτὸ ἐφαρμόζεται, καὶ ἂν ἀνήρ τις ἀπέκτησεν ἐκ διαφόρων συζύγων τέκνα ἐξ αὐτῶν, ὁπότε ἀπαλλάσσεται τὸ πρεσβύτερον. Ὅταν ὅμως ἐκλείπωσιν ὁ ἀνὴρ καὶ ἡ γυνή, τὰ ἐξ ἑκάστου γάμου τέκνα ἀποτελοῦσιν ἰδίαν οἰκογένειαν, καὶ ἀπαλλάσσεται τὸ πρεσβύτερον ἐξ ἑκάστης τῶν οὕτω κεχωρισμένων οἰκογενειῶν, ἂν ἔχῃ ἀδελφὴν ἄγαμον ἢ ἀδελφὸν μήπω ἐνηλικιωθέντα. Ϛʹ) Ὁ πρεσβύτερος δύο ἀδελφῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν αὐτὴν ἀπογραφήν, ἂν ὁ νεώτερος κριθῇ ἱκανὸς διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Ὁ οὕτω κριθεὶς ἱκανὸς δὲν δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ εὐεργέτημα ἀπαλλαγῆς ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἕτερος ἀδελφὸς αὐτοῦ ὑπηρετεῖ ἐν τῷ στρατῷ. Ἐν τῷ ἀνωτέρω ἐδαφίῳ δὲν ὑπάγονται οἱ παραλειφθέντες καὶ συνεπῶς οἱ ἐν ἀρχῇ τοῦ κληρωτικοῦ πίνακος ἐγγραφέντες, οὔτε ἐκεῖνοι, οἵτινες, εὑρεθέντες προφανῶς ἀνήλικοι, μετεφέρθησαν ἐκ μιᾶς εἰς ἑτέραν ἡλικίαν καὶ ἕνεκα τούτου συγκληροῦνται μεθ’ ἑτέρου ἀδελφοῦ των, ἀλλ’ οὔτε ἂν ὁ ἕτερος τῶν ἀδελφῶν ἦναι διαθέσιμος. ζʹ) Ὁ ἔχων ἀδελφὸν ὑπηρετοῦντα ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς ἢ τῆς θαλάσσης. Ἡ ἀπαλλαγὴ αὕτη δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὸν ἔχοντα ἀδελφὸν ὑπηρετοῦντα ἐν τῷ στρατῷ ὡς ἀνυπότακτον ἢ ὡς μαθητὴν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων ἢ τῶν Ναυτικῶν Δοκίμων, ἢ ὡς μαθητευόμενον μουσικὸν ἢ τεχνίτην ἢ ναυτόπαιδα. ηʹ) Ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἀποθανόντος ἐν τῷ στρατῷ ἢ ἐν ἀναῤῥωτικῇ ἀδείᾳ, ἢ τοῦ τεθέντος εἰς ἀπόταξιν ἢ εἰς ἀποστρατείαν ἐπὶ τραύματι ἐπενεχθέντι αὐτῷ ἐν διατεταγμένῃ ὑπηρεσίᾳ, ἢ διὰ βλάβας σωματικάς, ἐπισυμβάσας αὐτῷ ἐν τῷ στρατῷ ἕνεκα διατεταγμένης ὑπηρεσίας. Ἡ κατὰ τὰ ἐδάφια Ϛʹ καὶ ζʹ ἀπαλλαγὴ ἐφαρμόζεται εἰς ἕνα μόνον ἀδελφὸν ἑκάστοτε, ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἐν τῇ αὐτῇ οἰκογενείᾳ, ὁπόταν τὰ αὐτὰ δικαιώματα παρουσιασθῶσιν ἐκ νέου ἐν αὐτῇ. θʹ) Οἱ διὰ βοηθητικὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ κρινόμενοι ἱκανοί, ἐν οἷς συμπεριλαμβάνονται καὶ οἱ μὴ ἔχοντες τὸ ἀπαιτούμενον ἐλάχιστον ἀνάστημα πρὸς κατάταξιν ἐν τῷ στρατῷ, ὅπερ ὁρίζεται εἰς 1,54. ιʹ) Οἱ ἐθελονταὶ ἐπὶ διετίαν ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρετήσαντες. Οἱ εἰς τὰς ἀνωτέρω κατηγορίας ὑπαγόμενοι, ἅμα ἐκλείψωσιν οἱ λόγοι τῆς ἀπαλλαγῆς των, καὶ οἱ κληρωτοὶ τῆς αὐτῆς ἀπογραφῆς, ἂν δὲν ἔχωσι διανύσει ἐν τῷ στρατῷ εἰκοσάμηνον ὑπηρεσίαν, ὀφείλουσι νὰ προσέλθωσι πρὸς κατάταξιν ἄνευ ἑτέρας εἰδοποιήσεως ἐντὸς 40 ἡμερῶν, λογιζομένων ἀπὸ τῆς ἐκλείψεως τῶν λόγων τῆς ἀπαλλαγῆς.»
§178ΜΑΝΕΣΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν γίνεται ἀρκετὰ καταφανὴς ἡ ἔννοια τοῦ πρώτου ἐδαφίου, λέγοντος «ὁ πρεσβύτερος τῶν ἐκ τοῦ αὐτοῦ πατρὸς καὶ τῆς αὐτῆς μητρὸς ὀρφανῶν.» Τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου λέγει «ὁ πρεσβύτερος τῶν ἐκ πατρὸς καὶ μητρὸς ὀρφανῶν», τουτέστιν ὁ ἐξ ἀμφοτέρων τῶν γονέων ὀρφανός. Ἐνταῦθα καταδεικνύεται ὁ πρεσβύτερος τῶν ἐκ τοῦ αὐτοῦ πατρὸς καὶ τῆς αὐτῆς μητρός, τουτέστι τῶν ὁμοπατρίων καὶ ὁμομητρίων, ἀλλ’ ἐὰν ἦναι ὀρφανὸς ἐξ ἀμφοτέρων, δὲν φαίνεται· δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ προστεθῇ «ἢ ἀμφιθαλῶν ἢ ἐξ ἀμφοτέρων τῶν γονέων», ὅτε θὰ ἦτο σαφέστερον, διότι αὐτὸ βεβαίως θέλει νὰ ἐξηγήσῃ τὸ ἄρθρον. Ἐπίσης τὸ δεύτερον ἐδάφιον λέγει: «βʹ) Ὁ πρεσβύτερος τῶν ἐκ πατρὸς μόνον ὀρφανῶν, ὁπόταν ἡ μήτηρ αὐτῶν, ἐλθοῦσα εἰς ἕτερον γάμον, ἀποτελῇ ἰδίαν κεχωρισμένην οἰκογένειαν μετὰ τοῦ νέου αὐτῆς συζύγου.» Κύριοι, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον αὐτὸ, ὅπως τίθεται, καθόσον ἡ γυνὴ, ἀποφασίζουσα νὰ ἔλθῃ εἰς δεύτερον γάμον, δὲν νομίζω ὅτι διατηρεῖ τὸ φίλτρον ἀκέραιον πρὸς τὰ τέκνα τὰ ἐκ τοῦ πρώτου γάμου· καὶ τί γίνεται; Ὅταν ἔλθῃ εἰς δεύτερον γάμον, ὁ πρεσβύτερος τότε μόνον ἀπαλλάσσεται, ὅταν ἀποτελῇ ἰδίαν οἰκογένειαν. Ἀλλ’ ὑποθέσατε ὅτι ἡ μήτηρ αὐτὴ ἔχει τὸν οἶκον καὶ ὅτι ὁλόκληρος ἡ οἰκογένεια ἐκ τοῦ πρώτου συζύγου συγκατοικεῖ μετὰ τοῦ πατρυιοῦ καὶ ἔχομεν πλεῖστα παραδείγματα κοινωνικὰ, ὅτι ὁ πατρυιὸς δὲν ἔχει κανὲν ἐνδιαφέρον περὶ τῶν τέκνων τῶν ἐκ τοῦ ἄλλου γάμου.
§179ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτὸ ἐξαιρεῖται ὁ πρεσβύτερος.
§180ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἀλλ’ ὅταν συγκατοικῇ, δὲν ἀπαλλάσσεται. Ὑποθέσατε ἄλλο, ὅτι ὁ πρεσβύτερος τῶν ὀρφανῶν, τῶν ἐχόντων πατρικὴν κληρονομίαν, εἶναι ἀπαραίτητος πρὸς διατήρησιν τῆς κληρονομίας τῶν ἀνηλίκων ὀρφανῶν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δικαιότερον θὰ ἦτο, ἐὰν τὸ ἐδάφιον ἐξεφράζετο γενικώτερον, ὡς ἑξῆς: «Ὁ πρεσβύτερος τῶν ἐκ πατρὸς μόνον ὀρφανῶν, ὁπόταν ἡ μήτηρ αὐτοῦ ἔλθῃ εἰς δεύτερον γάμον.»
§181Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ συζῇ μετὰ τῶν ὀρφανῶν.
§182ΜΑΝΕΣΗΣ. Συγκατοικεῖ μετὰ τοῦ πατρυιοῦ· αὐτὸς κατατάσσεται, δὲν ἀπαλλάσσεται. Διότι συγκατοικεῖ μετὰ τοῦ πατρυιοῦ, νομίζετε ὅτι δὲν ἀποτελεῖ ἰδίαν οἰκογένειαν, ἀφοῦ αὐτὸς εἶναι ὁ πρεσβύτερος καὶ ἐπόπτης τῆς πατρικῆς κληρονομίας; Αὐτὸ νομίζω ὅτι εἶναι ἄδικον. Θέλετε δὲ νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἄλλο; Δὲν γνωρίζω ἂν πολλοὶ πατρυιοὶ δὲν θέλουσιν ἀπομακρύνει τοὺς υἱοὺς ἐκ τοῦ οἴκου, ὅπως σφετερισθῶσι τὴν κληρονομίαν, λέγοντες αὐτοῖς: «πήγαινε εἰς τὸν στρατὸν σὺ, καὶ ἐγὼ διευθετῶ τὰ τῆς περιουσίας σου.»
§183ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ ὀρθόν.
§184ΜΑΝΕΣΗΣ. Λοιπὸν νομίζω πρέπον, ἀντὶ «ἐλθοῦσα» νὰ τεθῇ «ἔλθῃ εἰς δεύτερον γάμον», διαγραφομένου τοῦ λοιποῦ μέρους. Εἶναι πληρέστερον καὶ δικαιότερον.
§185Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αἱ ἀπαλλαγαὶ στηρίζονται εἰς τοῦτο, ὅτι οἱ ἀπαλλασσόμενοι ἀποτελοῦσι στηρίγματα οἰκογενειῶν. Ὅταν ὅμως δὲν ἀπαιτῶμεν, ὅπως ἀπαιτεῖ ὁ νόμος ὁ παλαιὸς, νὰ συζῇ μετὰ τῶν ὀρφανῶν, τότε διατὶ νὰ ἀπαλλάσσηται; Ὑποθέσατε ὅτι ὁ πρεσβύτερος ζῇ χωριστὰ, δὲν συζῇ μετὰ τῶν ὀρφανῶν· διατὶ νὰ ἀπαλλάσσηται;
§186ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπαλλάσσεται ὁ δεύτερος.
§187ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι. Ἐν τῷ νόμῳ τῷ προηγουμένῳ, εἶπον, ἀπαιτεῖται ὡς ὅρος νὰ συζῇ· ὅταν ὅμως δὲν συζῇ καὶ ἀποτελῇ χωριστὴν οἰκογένειαν καὶ αὐτὸς, τί στήριγμα εἶναι;
§188ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἀπαλλάσσεται.
§189ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν τὸ λέγει ὁ νόμος.
§190Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἐν ἰσχύϊ νόμος ἀναφέρει ὅτι «ἀπαλλάσσονται: αʹ) ὁ πρεσβύτερος τῶν ἐκ πατρὸς καὶ μητρὸς ὀρφανῶν, βʹ) ὁ πρεσβύτερος τῶν ἐκ πατρὸς μόνον ὀρφανῶν, ὁπόταν, τῆς μητρὸς ἐλθούσης εἰς ἕτερον γάμον, οὗτος συζῇ μετ’ ἀνηλίκων ἢ ἀγάμων ἀδελφῶν αὐτοῦ.»
§191ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ πρέπον. Ὅλαι αἱ ἀπαλλαγαὶ στηρίζονται εἰς τὴν γενικὴν αὐτὴν ἀρχὴν, ἡ ὁποία πιθανὸν νὰ ἦναι ἁπλῆ ὑπόθεσις πολλάκις, καὶ νὰ μὴ ἦναι πραγματική, ἀλλ’ ὁ νόμος ἐθεώρησεν, ὅτι εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας κατονομάζει, οἱ ἀπαλλασσόμενοι εἶναι πραγματικῶς στηρίγματα οἰκογενειῶν· λοιπὸν πρέπει νὰ ἦναί τις καὶ πραγματικὸν στήριγμα οἰκογενείας, ὅπου ὁ νόμος δύναται νὰ τὸ ἐπιτύχῃ καὶ ἀπαιτήσῃ. Ὁ παλαιὸς νόμος λέγει, ὅτι πρέπει νὰ συζῇ μετὰ τῶν ὀρφανῶν ὀπωσδήποτε. Ἂν ἡ μήτηρ συνάψῃ νέον γάμον καὶ ἀποτελέσῃ νέαν οἰκογένειαν, πρέπει αὐτὸς νὰ συζῇ, καὶ τότε ἀπαλλάσσεται. Λοιπὸν πρέπει νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον.
§192ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Δυνατὸν νὰ συζῇ ὁ ἀπαλλασσόμενος καὶ νὰ συζῇ μετὰ τῶν ἀδελφῶν του, μετ’ ἐγγάμων ἀνηλίκων τότε δὲν πρέπει νὰ ἐξαιρεθῇ αὐτός;
§193ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, κύριε Πρόεδρε, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς, ἃς μοὶ ὑπαγορεύει ἡ μικρὰ πεῖρα, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησα περὶ τὰ στρατολογικὰ, ἐπὶ πολὺ ἐργασθεὶς παρὰ στρατολογικῷ γραφείῳ. Πολλάκις, ἐν τοιούτῳ γραφείῳ ὑπηρετῶν, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ πιστεύσω, ὅτι οἱ στρατολογικοὶ νόμοι πρέπει νὰ ἦναι πολὺ σαφεῖς, διότι ἡ ἐλαχίστη ἀσάφεια αὐτῶν δύναται νὰ γείνῃ αἰτία οὐχὶ μόνον παρεξηγήσεων, ἀλλὰ καὶ παραβάσεων, καὶ ἀδικημάτων μεγίστων. Καὶ ἐν πρώτοις ἡ βʹ § τοῦ γʹ ἐδαφίου «Ἄν κατὰ τὰς ἀνωτέρω περιστάσεις ὁ πρεσβύτερος τῶν ἀδελφῶν τύχῃ ὢν τυφλὸς ἢ φέρῃ ἀνίατον σωματικὴν βλάβην, καθιστῶσαν αὐτὸν ἀνίκανον πρὸς ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματός του», ἔχει καλῶς· παρακάτω ὅμως καὶ ἐπὶ ὁμοίας περιστάσεως ὁ νόμος λέγει «καθιστῶσαν αὐτὸν ἀνίκανον πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν». Ἡ διαφορὰ δὲ αὕτη δὲν παρατηρεῖται μόνον εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν στρατολογικὸν νόμον, ἀπὸ τῆς πρώτης ἐφαρμογῆς του, ἕνεκα τῆς ὁποίας συνέπεσέ ποτε νὰ ἴδω Στρατολογικὸν Συμβούλιον νὰ μὴ ἀπαλλάξῃ κληρωτὸν ἀνήκοντα εἰς γεωργικὴν οἰκογένειαν, ἔχοντα δὲ ἀδελφὸν πρεσβύτερον, γεωργὸν καὶ τοῦτον, ἀλλὰ πρὸ ἑνὸς ἢ δύο τότε ἐτῶν παθόντα τὸν πόδα καὶ ὑποστάντα ἀκρωτηριασμὸν αὐτοῦ. Τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο εἶχε τὴν γνώμην, ὅτι ὁ πρεσβύτερος ἐκεῖνος ἀδελφὸς δὲν ἠδύνατο μὲν νὰ καλλιεργῇ τὴν γῆν, ἠδύνατο ὅμως νὰ ἐξασκήσῃ ἕτερον ἐπάγγελμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἠσπάζετο μετὰ τὸ πάθημά του. Εἶχε δηλαδὴ τὴν γνώμην, ὅτι ὁ πτωχὸς ἐκεῖνος νέος εὐκόλως θὰ ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἔμπορος, ἀργυραμοιβὸς, ψάλτης ἢ ἄλλο τι, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον τῷ ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ δεχθῇ ἀντὶ τῶν λέξεων «ἀνίκανον πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν» νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις «ἀνίκανον πρὸς ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματός του». Δευτέρα παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ φέρω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἡ αὐτὴ παράγραφος τοῦ γʹ ἐδαφίου λέγει ἐν τέλει «ἢ ἂν ἔχῃ ἰδίαν οἰκογένειαν, ἀπαλλάσσεται ὁ ἀμέσως ἑπόμενος ἀδελφὸς, ὑπαγομένου δὲ καὶ τούτου εἰς τὰς αὐτὰς περιστάσεις, ὁ μετ’ αὐτὸν, καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς». Κατωτέρω ὅμως, ἐν τῇ τρίτῃ παραγράφῳ τοῦ πέμπτου ἐδαφίου, ὁρίζεται ὅτι «ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ δευτέρου υἱοῦ τῆς ἐν χηρείᾳ διατελούσης γυναικὸς ὡς καὶ τοῦ ἀνικάνου πατρὸς, ἄν ὁ πρῶτος ἀποτελῇ ἰδίαν οἰκογένειαν, ἅπαξ μόνον ἐφαρμόζεται εἰς ἑκάστην οἰκογένειαν».
§194Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Αὐτὸ θὰ διαγραφῇ.
§195ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἄν διαγραφῇ τὸ δεύτερον, προκύπτει τὸ κακὸν τοῦ μεγάλου πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἀπαλλαγῶν, διότι μένοντος τοῦ δευτέρου μέρους τοῦ τρίτου ἐδαφίου ὡς ἔχει, οὐδεὶς ἴσως ἐκ τοῦ χωρικοῦ ἰδίως πληθυσμοῦ θὰ ὑπηρετήσῃ.
§196Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ. Πῶς;
§197ΚΡΙΤΣΑΣ. Διότι ἑκάστη οἰκογένεια θὰ ἀπαλλάσσῃ τὸν πρῶτον υἱὸν, δυνάμει τοῦ ἐδαφίου πέμπτου, ὅταν δὲ ἔλθῃ ἡ σειρὰ τοῦ δευτέρου υἱοῦ, θὰ νυμφεύσῃ τὸν πρῶτον, καὶ συνεπῶς θ’ ἀπαλλαγῇ ὁ δεύτερος, οὗτος δὲ θὰ νυμφευθῇ καὶ θὰ ἀπαλλαγῇ ὁ τρίτος, καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς.
§198ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπός.
§199ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν πιστεύω ὁ νομοθέτης νὰ ἐσκέφθη νὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἰδέαν τοῦ γάμου, διότι περὶ τούτου οὐδένα λόγον κάμνει ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλὰ καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι τοῦτον τὸν σκοπὸν ἔχει τὸ νομοσχέδιον, εἶναι κατ’ ἐμὲ ἀνάγκη νὰ μεταῤῥυθμισθῇ οὕτως, ὥστε νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ στρατιωτικῆς δυνάμεως ἡ ἐξασφάλισις τῶν τόσων ἐγγάμων. Τρίτη παρατήρησις εἶναι ἡ ἑξῆς. Αἱ τελευταῖαι παράγραφοι τοῦ ἐδαφίου εʹ ἔχουσιν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἐκ προηγουμένου γάμου τέκνα συζύγου γυναικὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης ἀποτελοῦσιν ἰδίαν οἰκογένειαν, ὁ δὲ ἐξ αὐτῶν πρεσβύτερος ἀπαλλάσσεται, ἂν ἔχῃ ἀδελφὴν ἄγαμον ἢ ἀδελφὸν μήπω ἐνηλικιωθέντα. Τὰ ἐκ διαφόρων συζύγων τέκνα γυναικὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης ἀποτελοῦσι μίαν ἀδιαίρετον οἰκογένειαν, καὶ ἐξ αὐτῶν ἀπαλλάσσεται τὸ πρεσβύτερον. Τὸ αὐτὸ ἐφαρμόζεται, καὶ ἂν ἀνήρ τις ἀπέκτησεν ἐκ διαφόρων συζύγων τέκνα ἐξ αὐτῶν, ὁπότε ἀπαλλάσσεται τὸ πρεσβύτερον. Ὅταν ὅμως ἐκλείπωσιν ὁ ἀνὴρ καὶ ἡ γυνὴ, τὰ ἐξ ἑκάστου γάμου τέκνα ἀποτελοῦσιν ἰδίαν οἰκογένειαν, καὶ ἀπαλλάσσεται τὸ πρεσβύτερον ἐξ ἑκάστης τῶν οὕτω κεχωρισμένων οἰκογενειῶν, ἂν ἔχῃ ἀδελφὴν ἄγαμον ἢ ἀδελφὸν μήπω ἐνηλικιωθέντα.» Ἂν προσέξητε, Κύριοι, θὰ ἴδητε ὅτι ἐκ τῶν ἀναγνωσθεισῶν παραγράφων ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα παράγραφος πραγματεύονται περὶ γυναικὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης καὶ ἐχούσης τέκνα ἐκ δύο ἢ καὶ τριῶν γάμων, καὶ ὅμως ἡ μὲν πρώτη παράγραφος λέγει, ὅτι τὰ τέκνα θὰ χωρίζωνται εἰς οἰκογενείας κατὰ γάμους, ἐξ ὧν προῆλθον, ἡ δὲ δευτέρα, ὅτι τὰ ἐκ τῶν διαφόρων γάμων τέκνα μιᾶς γυναικὸς πρέπει νὰ ὑπολογίζωνται ὡς ἀποτελοῦντα μίαν καὶ τὴν αὐτὴν οἰκογένειαν. Δὲν νομίζετε καὶ ὑμεῖς, ὡς καὶ ἐγὼ, ὅτι τὰ στρατολογικὰ συμβούλια, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὸ καθῆκον νὰ ἐφαρμόσωσι κατὰ τὴν κλήρωσιν τὸν στρατολογικὸν νόμον, θὰ εὑρεθῶσιν ἐν ἀμηχανίᾳ καὶ πλήρει συγχύσει; Κατ’ ἐμὲ, βεβαίως θὰ ἐπέλθῃ σύγχυσις, καὶ διὰ τοῦτο καλὸν θεωρῶ νὰ διευκρινισθῇ τὸ ζήτημα. Ἔλθωμεν νῦν εἰς τὸ ἐδάφιον ζʹ. Κατὰ τὸ ἐδάφιον τοῦτο ἀπαλλάσσεται «Ὁ ἔχων ἀδελφὸν ὑπηρετοῦντα ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς ἢ τῆς θαλάσσης. Ἡ ἀπαλλαγὴ αὕτη δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὸν ἔχοντα ἀδελφὸν ὑπηρετοῦντα ἐν τῷ στρατῷ ὡς ἀνυπότακτον ἢ ὡς μαθητὴν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων ἢ τῶν Ναυτικῶν Δοκίμων.» Ἡ δευτέρα περίοδος τοῦ ἐδαφίου τούτου εἶναι, νομίζω, περιττὴ, διότι ἄδικον εἶναι νὰ στερήσωμεν τοῦ εὐεργετήματος τῆς ἀπαλλαγῆς τοὺς ἐν αὐτῇ ἀναφερομένους, διότι ὡς πρὸς μὲν τοὺς ἔχοντας ἀδελφοὺς ὑπηρετοῦντας ὡς ἀνυποτάκτους δὲν πρέπει νὰ ὦμεν τόσον αὐστηροὶ, διότι κυρίως δὲν πταίουσιν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, ἀλλ’ οἱ ἀδελφοί των, καὶ δεύτερον, διότι τὴν ἀνυποταξίαν αὐτὸ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον δὲν θεωρεῖ κακόν τι, καὶ διὰ τοῦτο ἐν ἄλλῳ ἄρθρῳ τὴν ἀμείβει (θόρυβος). Ὡς πρὸς δὲ τοὺς ἔχοντας ἀδελφοὺς ἐν τῇ Στρατιωτικῇ καὶ Ναυτικῇ Σχολῇ, ἐπίσης δὲν πρέπει νὰ φανῶμεν τοιοῦτοι, διότι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα οἱ καταταχθέντες ἐν ταῖς Σχολαῖς ταύταις θὰ μείνωσιν ἐν τῷ στρατῷ. Τὸ πολὺ–πολὺ, ἵνα ἀποφύγωμεν καὶ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν οἱ ἐν ταῖς Σχολαῖς ταύταις ὑπηρετοῦντες δύνανται μετὰ τὸ πέρας τῶν σπουδῶν των, ἢ καὶ πρὸ αὐτοῦ, νὰ ἐγκαταλίπωσι τὸ στράτευμα, δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν, ὅτι οἱ ἀπαλλασσόμενοι κληρωτοὶ, λόγῳ ὅτι ἔχουσιν ἀδελφὸν ἐν ταῖς Σχολαῖς ταύταις, θέλουσιν ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσίν των εὐθὺς ὡς ὁ ἀδελφός των ἀποβληθῇ ἢ ἀποχωρήσῃ ἐκ τοῦ Σχολείου, ἢ μετὰ τὴν ἔξοδόν του ἐκ τοῦ στρατοῦ. Πέμπτη καὶ τελευταία παρατήρησις εἶναι ἡ ἑξῆς. Κατὰ τὸ ἐδάφιον ηʹ, ἀπαλλάσσεται ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἀποθανόντος ἐν τῷ στρατῷ ἢ ἐν ἀναῤῥωτικῇ ἀδείᾳ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ διάκρισις τῆς ἀναῤῥωτικῆς ἀδείας πρέπει νὰ ἐκλίπῃ, διότι πάντες οἱ στρατιωτικοὶ γινώσκομεν, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν ἀσθενούντων, ἔχοντες ἀνάγκην οἰκογενειακῆς περιποιήσεως, δὲν ζητοῦσιν ἀναῤῥωτικὴν ἄδειαν, αἱ πρὸς χορήγησιν τῆς ὁποίας διατυπώσεις εἶναι ἀτελεύτητοι, ἀλλ’ ἀντὶ ταύτης λαμβάνουσι κανονικὴν τοιαύτην, ἡ ὁποία χορηγεῖται εὐκολώτερον. Εἶναι δίκαιον νὰ μὴ ἀπαλλάσσηται ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἐν ὑπηρεσίᾳ παθόντος, ἀλλ’ ἐν κανονικῇ ἀδείᾳ ἀποθανόντος; Αὗται, Κύριοι, εἰσὶν αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας εἶχον νὰ φέρω ἐπὶ τῶν διαφόρων μερῶν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ λάβῃ ταύτας ὑπ’ ὄψιν.
§200Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον παρέχῃ ἀφορμὰς πρὸς εὐρυτέραν συζήτησιν, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἐπιθυμήσῃ τις νὰ μὴ συζητηθῇ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ καιρὸς εἶναι βραχὺς, τότε ἀνάγκη νὰ ἀναβάλωμεν αὐτὸ διὰ τὸ τμῆμα ἐκεῖνο τῆς συνόδου, τὸ ὁποῖον ὑπολείπεται, διότι ἄλλως, ἐὰν ἀπολέσωμεν νῦν καὶ μίαν μόνην συνεδρίασιν χάριν αὐτοῦ, δὲν θέλομεν ἔχει χρόνον ἐπαρκῆ διὰ τὰ ἄλλα.
§201ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἁπλούστερον νὰ ὑποβληθῶσιν ἔγγραφοι αἱ προτάσεις καὶ νὰ συζητηθῶσιν;
§202Ι. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἔχω τροπολογίαν· οἱ ἀδελφοὶ τῶν μαθητῶν τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς ν’ ἀπαλλάσσωνται. (Πολλοὶ Βουλευταὶ ζητοῦσι ν’ ἀγορεύσωσι).
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§204ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Νομίζω ὅτι τὸ προκείμενον εἶναι ἓν ἐκ τῶν ὀλιγίστων ἢ ἴσως τὸ μόνον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προκαλεῖ συζήτησιν· τὰ ἄλλα θὰ ψηφισθῶσιν ἄνευ συζητήσεως...
§205ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὄχι δά! ὄχι δά!
§206ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ... Πρόκειται περὶ ἑνὸς εὐεργετήματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποδώσωμεν νῦν εἰς τὰς οἰκογενείας τὰς ἐν ὀρφανίᾳ διατελούσας, καὶ τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀνακαλέσει ἀπὸ αὐτὰς ὁ νόμος τοῦ 1892. Ἡμεῖς δὲ, οἱ ὁποῖοι τότε εὑρισκόμεθα ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, καὶ ἐπολεμήσαμεν ἐκ παντὸς τρόπου τὸ ἀδίκημα ἐκεῖνο, δὲν πρέπει νῦν νὰ ἀπολέσωμεν μηδὲ στιγμήν, ὅπως ἐπανορθώσωμεν τὸ τότε προσγενόμενον ἀδίκημα. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται, ὅλα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, νὰ τύχωσι τοιαύτης εὐρείας συζητήσεως, τότε βεβαίως δὲν θὰ ἦμαι καὶ ἐγὼ τῆς γνώμης ἐν τοιαύτῃ προκεχωρηκυίᾳ ὥρᾳ νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπαιτήσῃ συζήτησιν. Τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ὅλοι ὁμολογοῦμεν καὶ τώρα ὡμολογήσαμεν, ὅτι προσγίνεται ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὰς οἰκογενείας τὰς ἐν ὀρφανίᾳ διατελούσας, δὲν πρέπει ὄχι μίαν σύνοδον ν’ ἀφήσωμεν, ἀλλ’ οὔτε μίαν στιγμήν, χωρὶς νὰ ἐπανορθώσωμεν αὐτό.
§207Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον μοὶ φαίνεται ὅτι περιέχει διατάξεις λυσιτελεστάτας, εἶμαι δὲ ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἓξ μόνον συνεδριάσεις ἔχομεν εἰσέτι μέχρι τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα, δὲν θέλει ὑπολειφθῆ καιρὸς διὰ νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, ἡ δ’ ἀναποφεύκτως ἀναγκαία ἐργασία εἶναι πολλή. Λοιπὸν κατ’ ἀνάγκην, ὅταν πρόκειται νὰ παραταθῇ ἡ συζήτησις, πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὰ ἔργα μας.
§208ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὸ μόνον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον προκαλεῖ συζήτησιν, εἶναι τὸ περὶ ἀπαλλαγῶν· πρέπει δὲ νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι κατ’ Ἀπρίλιον ἄρχονται αἱ ἐργασίαι διὰ τὴν νέαν ἀπογραφήν, ἐὰν δὲ φρονῶμεν ὅτι ὁ νόμος ὁ ὑφιστάμενος καθιστᾷ ἀδικήματα, βεβαίως ἓν ἐκ τῶν μᾶλλον ἐπειγόντων ἔργων, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλή, εἶναι αὐτό. Δὲν γνωρίζω διατὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ βλέπει τόσον ὁμαλῶς βαινούσας τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἀνησυχεῖ.
§209Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀνησυχῶ, διότι δὲν ἔχομεν καιρόν.
§210ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ καιρὸς ὑπάρχει· διότι, καὶ ἐὰν ἓξ συνεδριάσεις ἔχωμεν, ἔχομεν τὸν καιρὸν νὰ ψηφίσωμεν καὶ τὸν Προϋπολογισμόν. Ὁ Προϋπολογισμὸς—πρέπει νὰ ἔχητε αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν σας—φέτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν μακράν· βεβαίως θὰ συζητηθῇ καὶ ἐν γενικῇ συζητήσει καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἀπασχολήσῃ ἡμᾶς ἐπὶ πολλὰς συνεδριάσεις, ἀφοῦ εἶναι ἐπανάληψις τῶν προηγουμένων. Λοιπὸν μὴ ἀνησυχεῖτε περὶ τούτου· ἐπ’ αὐτοῦ δὲ τοῦ νομοσχεδίου παρακαλῶ νὰ μὴ θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ ἀποσύρῃ.
§211Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸ ἀποσύρομεν, παντάπασιν. Ἀλλ’ εἶπον ὅτι, ἐὰν πρόκειται νὰ καταναλώσωμεν τὴν συνεδρίασιν τῆς ἑσπέρας ταύτης διὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, πρέπει νὰ τὸ ἀναβάλωμεν διὰ τὸ μετὰ τὰς ἑορτὰς τοῦ Πάσχα διάστημα.
§212ΡΑΛΛΗΣ. Ἀκριβῶς ὅμως εἰς τὸ ἄρθρον 33 παρεισέφρησαν μερικαὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἢ εἶναι ἀντιφατικαὶ πρὸς ἄλλας τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου, ἢ περιλαμβάνουσιν ἐκφράσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀποδίδουσιν ἀκριβῶς τὴν ἔννοιαν.
§213ΣΤΑΗΣ. Θὰ ὑποβάλωμεν τὰς τροπολογίας μας ἐγγράφως. Ἂς ἀναγνωσθῇ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, καὶ εἰς τὴν τρίτην νὰ συζητήσωμεν.
§214Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πολὺ καλά.
§215ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν δὲν ἦναι δυνατόν, θὰ ἀναβληθῇ.
§217ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§218ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁπόταν θέλω ἐγώ.
§219ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Δὲν σᾶς ἀφῄρεσε κανεὶς τὸ δικαίωμα.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τοῦ κ. Τσαμαδοῦ ὅμως ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Βασιλειάδης, ἂν ἐννοῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν.
§221ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγένετο πρότασις περὶ ἀναβολῆς, κύριε Πρόεδρε.
§222ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ἀνεξαρτήτως τοῦ χρόνου τοῦ ὑπολειπομένου, φρονῶ ὅτι, καὶ ἐπὶ ὁλόκληρον μῆνα ἂν συζητῶμεν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔλθωμεν εἰς τελικὸν συμπέρασμα. Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, συνετάχθη παρὰ τοῦ γραφείου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ ἐπιφορτισμένου τὰ τῆς στρατολογικῆς ὑπηρεσίας. Τὸ γραφεῖον τοῦτο, ἔχον ὑπ’ ὄψιν του τὰς ἑκάστοτε ἀναφορὰς τῶν στρατολογικῶν γραφείων καὶ τὰ παρουσιαζόμενα ἑκάστοτε κενὰ εἰς τὸν νόμον, συνέταξε τὸ νομοσχέδιον. Ἐὰν τώρα ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἐπὶ ἑκάστου ἐδαφίου ἔχῃ γνώμην ἀντίθετον ἐκείνης, ἣν ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον, εἰς οὐδὲν συμπέρασμα θὰ φθάσωμεν συζητοῦντες...
§223ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν εἴμεθα ὑπόχρεοι ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν γνώμην τοῦ στρατολογικοῦ τμήματος.
§224ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Τουναντίον, φρονῶ ναί... Ἐὰν δὲ, μετὰ τὰς τροποποιήσεις, ἃς προτείνει τὸ νομοσχέδιον, εἰς τὴν ἐφαρμογὴν ὁ νόμος παρουσιάσῃ καὶ ἕτερα κενὰ, ὅπως ἐπαρουσίασεν ὁ ὑπάρχων, εἰς τὴν ἐρχομένην σύνοδον θὰ συμπληρωθῶσι καὶ ταῦτα. Συνεπῶς φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, ἐκτὸς τῶν κυρίων διατάξεων, ὡς λ.χ. τῆς τελευταίας διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2, ἐφ’ ἧς ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφασίσῃ, προκειμένου περὶ μέτρου γενικοῦ, σπουδαιοτάτου κατ’ ἐμέ.
§225ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς νέον καθιεροῖ τρόπον συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων. Φρονεῖ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ συζητῇ τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, καθὸ μὴ εἰδήμων, ἀλλὰ νὰ παραπέμπῃ ταῦτα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου καὶ νὰ τὰ ψηφίζῃ ὡς εἰσάγονται, εἶτα δὲ, ἐφαρμοζόμενα ὡς νόμοι τοῦ Κράτους, νὰ ἐπανέρχωνται εἰς τὴν ἑπομένην σύνοδον, καὶ νὰ ἐπιφέρῃ ἡ Βουλὴ τὰς κρίσεις της. Βεβαίως οὐδεὶς τῶν συναδέλφων θὰ ἀσπασθῇ τοιαύτην πρωτότυπον γνώμην. Ἐὰν δὲν ἦναί τις ἁρμόδιος νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του, τοῦτο εἶναι ἔργον συνειδήσεως, διότι ὑποθέτω ὅτι ὁ λαμβάνων τὸν λόγον ἐπί τινος νομοσχεδίου δέον νὰ ἔχῃ πλήρη γνώμην περὶ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου καὶ πλήρη συνείδησιν περὶ τῆς παραδοχῆς ἢ μὴ αὐτῶν. Ἐν τῷ ἐδαφίῳ γʹ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου 33 ἐπανέρχεται ἐν ἰσχύϊ διάταξις καταργηθεῖσα πρὸ πολλοῦ. Ἡ καταργηθεῖσα διάταξις ἀνάγεται εἰς τὸν πρεσβύτερον ἀδελφὸν μητρὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης, ὅστις τυγχάνει ἔχων ἰδίαν οἰκογένειαν. Οὕτω, κατὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου, παρέχεται δικαίωμα ἀπαλλαγῆς εἰς τὸν ἕτερον ἀδελφὸν, διότι αὐτὸς, ἐπειδὴ ἀπέκτησεν ἰδίαν οἰκογένειαν, ὑποτίθεται ὅτι δὲν ἔχει πλέον τὴν ἐλευθερίαν τῆς προστασίας τῆς ἐν χηρείᾳ διατελούσης μητρὸς καὶ τῶν ὀρφανῶν ἀνηλίκων ἀδελφῶν, παρέχει δὲ τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς ἀπαλλαγῆς εἰς τὸν ἑπόμενον, καὶ ἂν ὁ ἑπόμενος ἀπέκτησεν ἰδίαν οἰκογένειαν, εἰς τὸν κατόπιν καὶ οὕτως ἐφεξῆς. Οὕτω συνεπῶς ἅπασα ἡ οἰκογένεια τῆς μητρὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης δὲν ὑπάγεται εἰς τὰ βάρη τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν εἶναι συντελεστικὸν εἰς τὸν σκοπὸν, εἰς ὃν προώρισται ὁ νόμος περὶ καθολικῆς στρατολογίας. Ἡ διάταξις αὕτη ὑπῆρχεν ἐν τῷ προηγουμένῳ νόμῳ, ταύτην δὲ, τῇ εἰσηγήσει ἐμοῦ, ἡ Βουλὴ κατήργησεν. Οἱ λόγοι οἱ ὑπαγορεύσαντες τὴν τοιαύτην κατάργησιν βεβαίως δὲν ἦσαν λόγοι αὐθαίρετοι. Οὗτοι ἐστηρίζοντο εἰς τὸ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δικιρέσωμεν τὰς οἰκογενείας τῆς Ἑλλάδος εἰς δύο κατηγορίας, εἰς κατηγορίαν ζῶντος πατρὸς καὶ εἰς κατηγορίαν μητρὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης, καὶ τὰ μὲν τέκνα τῆς οἰκογενείας τοῦ ζῶντος πατρὸς πάντα, πλὴν τοῦ πρεσβυτέρου, νὰ ἀποτίνωσι τὸν φόρον τοῦ αἵματος, τὰ δὲ τέκνα, ἅτινα ἔσχον τὸ εὐτύχημα, ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, νὰ ἀπολέσωσι τὸν πατέρα αὐτῶν, ν’ ἀπαλλάσσωνται ἐντελῶς τῆς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως. Τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον, οὔτε πρέπον, διότι τὰ βάρη οὕτως εἶναι ἄνισα. Αὐτοὶ ἦσαν οἱ λόγοι, οἵτινες προὐκάλεσαν πρὸ τριετίας τὴν κατάργησιν τῆς διατάξεως ταύτης, ἥτις σήμερον ἐπανερχομένη ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν ἐτησίαν κλήρωσιν διὰ τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν ἐχόντων ἰδίαν οἰκογένειαν περὶ τὰς 2,000 περίπου κληρωτῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 33, ὡς ἀνεγνώσθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 37, 38 καὶ 41, ὡς ἔχουσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ).
§226ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μίαν πληροφορίαν ἁπλῶς θὰ ζητήσω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Εἰς ποῖον ἀριθμὸν κατὰ προσέγγισιν ὑπολογίζει ἡ ὑπηρεσία ὅτι θὰ ἀνέλθωσιν οἱ συνεπείᾳ τοῦ τροποποιουμένου νόμου ἀπαλλαχθησόμενοι καὶ ἐξαιρεθησόμενοι ἀπὸ τὸν στρατόν;
§227Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς πεντακοσίους. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 51, 52, 60, 67, 80, 100, 113 καὶ 116, ὡς ἔχουσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ).
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕνεκα τυπογραφικῆς ἀβλεψίας ἐτέθη πρὸ τοῦ τροποποιουμένου ἄρθρου 117 ἡ λέξις «Ἄρθρον 2», ἡ ὁποία διαγράφεται. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 117 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§229ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 121 καταργεῖται καὶ ἀντικαθίσταται διὰ τῆς ἑπομένης: «Οἱ ὑπαγόμενοι εἰς τὰς ὑπὸ τῶν ἐδαφίων δʹ, Ϛʹ, ζʹ, ηʹ καὶ θʹ τοῦ ἄρθρου 33 προβλεπομένας περιστάσεις ἀπαλλαγῆς ἀποτίνουσιν ὡς ἀντισήκωμα χρηματικὸν τίμημα δραχμῶν 100, οἱ δὲ ὑπαγόμενοι εἰς τὰς τοῦ ἐδαφίου εʹ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου, χρηματικὸν τίμημα δραχμῶν 150, ἅμα τῇ ὑποβολῇ τῆς αἰτήσεως περὶ ἀπαλλαγῆς των.»
§230ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐνταῦθα πρέπει ἐν τῇ δευτέρᾳ συζητήσει νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ τὴν παραδεχθῇ ἡ Βουλή, ὥστε αὔριον νὰ μὴ ὑπάρξῃ συζήτησις. Κατὰ λάθος ἐδῶ φαίνεται ὅτι μεταβάλλεταί τι εἰς τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 121 (ἀναγινώσκει): «...οἱ δὲ ὑπαγόμενοι εἰς τὰς τοῦ ἐδαφίου εʹ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου (33), χρηματικὸν τίμημα δραχμῶν 150». Εἰς τὸ ἐδάφιον εʹ ὑπάγεται ὁ πρεσβύτερος υἱὸς ζῶντος πατρός. Ἄλλοτε τὸ τίμημα τοῦτο ἦτο μόνον ἑκατοντάδραχμον.
§231Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν εἶναι λάθος· ἐπίτηδες ἐτέθη.
§232ΜΑΝΕΣΗΣ. Τότε αὐτὸ εἶναι νέα φορολογία. Ἂν ἐτέθη ἐπίτηδες, δὲν εὑρίσκω λογικὸν αὐτὸ τὸ ταμιευτικὸν πνεῦμα. Ἐνταῦθα εἶναι καιρὸς νὰ τεθῇ ἡ τροπολογία μου, τουτέστιν ἡ κατάθεσις τοῦ χρηματικοῦ τιμήματος νὰ γίνεται μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου. Ἡ κατάθεσις τοῦ χρηματικοῦ τιμήματος κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, καὶ καθὼς σήμερον ὑποβάλλεται, γίνεται ἅμα τῇ αἰτήσει περὶ ἀπαλλαγῆς. Ἐθεώρησα καὶ θεωρῶ ἄδικον νὰ ζητήσητε τὸ ἀντισήκωμα πρὸ τοῦ χρόνου τῆς προσωπικῆς ὑποχρεώσεως. Αὐτὸ δὲν ἐθεωρήθη δίκαιον, καὶ διετάχθη ἄλλοτε ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ἡ διόρθωσις, ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ νομικοὶ σύμβουλοι εἶπον, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ τις νὰ καταθέσῃ τὸ ἀντισήκωμα, εἰμὴ σὺν τῇ αἰτήσει περὶ ἀπαλλαγῆς, διότι οὕτως ἐπιτάσσει ὁ νόμος. Ἀλλὰ τὸ δίκαιον εἶναι νὰ ὑποχρεώσητε τὸν κληρωτὸν νὰ καταβάλῃ τὸ τίμημα τότε, ὅταν ἦναι ὑποχρεωμένος διὰ τῆς προσωπικῆς του ὑπηρεσίας νὰ προσέλθῃ.
§233ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ κλήρωσις γίνεται κατὰ τὸν Ἀπρίλιον.
§234Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Τριχωνίας νὰ ὑποβάλῃ τροπολογίαν, μεθ’ ὅσα εἶπεν, ἵνα τὴν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν.
§235ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἔχω ἀντίῤῥησιν καὶ ὡς πρὸς τὴν αὔξησιν τοῦ ἀντισηκώματος· ἀλλὰ σπουδαιότερον εἶναι τὸ ἄρθρον 179. Δι’ αὐτοῦ πάντας τοὺς κληρωτοὺς μέχρι τοῦ 1894, τουτέστι τοὺς μὴ ὑποταχθέντας εἰς τὸν νόμον, ἀμείβομεν διὰ τριπλοῦ εὐεργετήματος· οὐ μόνον ἐπιτρέπομεν εἰς αὐτοὺς νὰ ἐξαγοράσωσι τὴν πρόσθετον ὑπηρεσίαν καὶ τὴν διετῆ θητείαν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ 50 δραχμῶν ἐλαττοῦμεν τὸ ἀντισήκωμα εἰς 30. Τὸ νομοσχέδιον δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψει τοὺς ὑποταχθέντας εἰς τὸν νόμον, τοὺς προσελθόντας καὶ ὑπηρετοῦντας ἐν τῷ στρατεύματι κληρωτούς. Πρέπει λοιπὸν τὸ εὐεργέτημα νὰ τὸ ἐπεκτείνωμεν καὶ ἐπὶ τούτων, διότι αὐτοὶ ὑπετάγησαν εἰς τὸν νόμον. Ἐγὼ νομίζω μάλιστα, ὅτι πρὸς διάκρισιν τῶν προσελθόντων καὶ ὑπηρετούντων ἐν τῷ στρατῷ πρέπει νὰ χαρίσωμεν τὴν πρόσθετον ὑπηρεσίαν ἀντὶ 20 δραχμῶν κατὰ μῆνα, ἵνα δυνηθῶσι νὰ ἀποτίσωσι τὸ ἀντισήκωμα τῆς ἐπιπροσθέτου ὑπηρεσίας μέχρι 300 δραχμῶν· διότι ὑπηρετοῦσιν ἐν τῷ στρατῷ, καὶ δὲν ἐργάζονται εἰς τὰς ἑστίας των, ὅπως ἀποκτήσωσι τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ἐπιβάλλει ἤδη. Ἔχω καὶ ἑτέραν παρατήρησιν. Λέγει τὸ νομοσχέδιον, ὅτι οἱ ὑπερβάντες τὸ 31 ἔτος τῆς ἡλικίας των δημοδιδάσκαλοι ἀπαλλάσσονται πάσης ὑποχρεώσεως, ἂν καταβάλωσι 300 δραχμάς. Ἀλλ’ αὐτοὶ πάντες, ὡς γνωρίζετε, πένονται, καὶ δὲν θὰ εὕρωσι τὸ χρῆμα, καὶ οὕτω θ’ ἀναγκασθῶσι νὰ προσέλθωσιν εἰς τὸν στρατόν.
§236ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι εἶναι τοκισταί.
§237ΜΑΝΕΣΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅσα παρετήρησα.
§238Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἡ εἰσφορά, ἣν θὰ καταβάλωσιν οἱ καθυστεροῦντες, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλὰ νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς ἀνέγερσιν στρατώνων.
§239Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρασκευάζεται νομοθέτημα περὶ τούτου.
§240ΤΟΜΑΝ. Τὸ ἀντισήκωμα τῶν ἀνυποτάκτων, τῶν μὴ πειθαρχούντων εἰς τὴν φωνὴν τῆς πατρίδος, καὶ ἐγὼ λέγω ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλὰ ν’ ἀποτελέσῃ πόρον ταμείου ἰδιαιτέρου, ἐθνωφελοῦς, ὅπως διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου, εἰ δυνατόν, ἐπανορθωθῇ ἡ ζημία, ἣν ὑπέστησαν οἱ προσελθόντες. Νομίζω ὅτι εἶναι καιρός, τὸ χρῆμα αὐτό, τὸ ὁποῖον θὰ ἦναι πολύ, νὰ χρησιμοποιηθῇ πρὸς ἐπίτευξιν ἄλλου σκοποῦ, εἴτε ὡς πρῶτος πόρος ταμείου διαδόσεως τῶν ἡμετέρων προϊόντων, εἴτε ἐνισχύσεως τοῦ ἡμετέρου ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ, εἴτε τῆς βιομηχανίας ἢ τοῦ ἐμπορίου. Ἄς σκεφθῶμεν ὀλίγον πρακτικώτερον. Μᾶς δίδεται ἀφορμὴ νὰ ἔχωμεν ποσόν τι χρημάτων, χωρὶς νὰ περικόψωμεν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον δὲν δυνάμεθα ἤδη νὰ ἐπιβαρύνωμεν. Δὲν ἀποτολμῶ νὰ ἀναπτύξω τὴν πρότασίν μου, διότι ἄλλοι, πλειοτέραν ἔχοντες πεῖραν ἐμοῦ, δύνανται νὰ ἐξεύρωσι τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως. Θὰ ἦμαι μόνον εὐτυχής, ἂν δώσω ἀφορμὴν εἰς τοιαύτην σκέψιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 121, ὡς ἀνεγνώσθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἑπόμενα ἄρθρα 122 καὶ 179, ὡς ἔχουσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ).
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκει): «Πᾶσα διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖται.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§242ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ τεθῇ καὶ ἄρθρον ἀκροτελεύτιον, ὅτι ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καταχωρίσεώς του.
§243ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Μάνεσης, Κουλούρης, Βελλιανίτης καὶ Ν. Σχινᾶς ὑπέβαλον τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ψηφισθέντος νομοσχεδίου. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 286–291).
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀνασυστάσεως τοῦ σώματος τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν.
§246ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§247Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Βουλὴ ζητεῖ τὴν ἀναβολήν, διότι φρονεῖ ὅτι τὸ θέμα θέλει προκαλέσει συζήτησιν;
§248ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ· θὰ ἦναι ἄτοπον, ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον τὸ κύριον ἐτέθη κατὰ μέρος, νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀνασυστάσεως τοῦ σώματος τῶν γεν. ἐπιτελῶν, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ μέρος τοῦ ὀργανισμοῦ.
§249Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνεγράφη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, διότι κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς ἔδωκεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ διαῤῥυθμισθῶσι τὰ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὴν γεωδαισίαν τοῦ Κράτους. Ἐὰν τὸ θέμα πρόκειται νὰ προκαλέσῃ μακρὰν συζήτησιν, δὲν θέλομεν ἐπιμείνει, διότι τὸ ὑπολειπόμενον χρονικὸν διάστημα διὰ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς εἶναι βραχύ.
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀνασυστάσεως τοῦ σώματος τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν ἀναβάλλεται. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαθέσεως τοῦ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας τοῦ δήμου Πελλάνης ὀφειλομένου ποσοῦ διὰ τὴν κατασκευὴν ὑδραγωγείου. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 34 § αʹ τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιΐας.
§252ΣΤΑΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη, παρακαλοῦμεν ν’ ἀναβληθῇ, διότι θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν.
§253Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ὥριμον· συνεζητήθη εἰς πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§254ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ὁ περὶ ὁδοποιΐας ἑρμηνευτικὸς νόμος ἔχει ἀνάγκην μελέτης μεγαλειτέρας καὶ συζητήσεως μακρᾶς, διότι δὲν πρόκειται περὶ μικροῦ πράγματος. Ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ἀποφάσεώς της θ’ ἀποδείξῃ ἂν πρέπῃ νὰ νομοθετῇ νόμους, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ παρέχωσι κοινὴν τὴν ὠφέλειαν μὲ ζημίαν τῶν ὀλίγων. Διὰ τοῦτο καὶ διότι πιστεύω ὅτι πολλοὶ θὰ λάβωσι τὸν λόγον, παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ.
§255Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Χρεωστῶ νὰ ποιήσωμαι γνωστὸν, ὅτι, οἱανδήποτε καὶ ἂν ἔχωσι γνώμην ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ νομοσχεδίου, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα καὶ ἀξίαν, διότι δῆμοι τοῦ Κράτους πολλοὶ, μάλιστα δὲ παρακείμενοι καὶ γειτονικοὶ, κινδυνεύουσι ν’ ἀποσυντεθῶσιν. Ἔχω ἀνακοίνωσιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Πειραιῶς καὶ ὁμοίαν τῆς Ἐμπορικῆς Λέσχης Πειραιῶς, ἐξ ὧν καταφαίνεται, ὅτι ὁ δῆμος Πειραιῶς ἀπειλεῖται ὑπὸ ἀληθοῦς παραλυσίας. Πρέπει ἡ Βουλὴ ἐν γνώσει τούτων ν’ ἀποφασίσῃ καὶ ὅπως δήποτε νὰ λάβῃ ἓν μέτρον.
§256Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καθίσταται εὐνόητον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ συζητηθῇ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν.
§257ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις ἀναβολῆς.
§258Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συνεζητήθη τὸ νομοσχέδιον πρὸ ἡμερῶν εὐρύτατα καὶ κατὰ τὴν πρώτην καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. Ἐξηνέχθησαν καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν αἱ γνῶμαι αἱ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου καὶ αἱ κατ’ αὐτοῦ, καὶ ἕκαστος πλέον ἐμόρφωσε βεβαίως μίαν πεποίθησιν. Ἂν γείνῃ καὶ ἡ τρίτη συζήτησις, θὰ ἀκούσωμεν τοὺς ἀντιλέγοντας — ἂν ὑπάρχωσι καὶ ἄλλοι τοιοῦτοι — ἵνα τελειώσωμεν, διότι, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὕψιστα συμφέροντα τῶν δήμων διακινδυνεύουσι. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, διότι τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἀπεδείχθη κατὰ τὴν συζήτησιν μέχρι τοῦδε, οὐδεμίαν ζημίαν θέλει φέρει εἰς οἱονδήποτε.
§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνον συζήτησις περὶ τῆς ἀναβολῆς ἐπιτρέπεται.
§260ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐμείναμεν σύμφωνοι νὰ ψηφίσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὰ συναφῆ πρὸς αὐτὸν νομοσχέδια (Θόρυβος).
§261ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ζητοῦμεν τὴν ἀναβολὴν, διότι δὲν ἐσχηματίσαμεν ἀκόμη πεποίθησιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς φαίνεται ὅτι εἶναι παντογνώστης.
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παραδέχθη. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν περὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν δημοσίων ἔργων καὶ τοῦ ἐπ’ αὐτῶν Συμβουλίου διατάξεων καὶ περὶ κανονισμοῦ τῆς ἀναπληρώσεως τῶν νομομηχανικῶν καὶ μηχανικῶν.
§263ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι πρόκειται περὶ πραγματικῆς συμπληρώσεως τῆς θέσεως τῶν ἐπιθεωρητῶν. Σήμερον οἱ ἐκτελοῦντες ἔργα ἐπιθεωρητῶν δὲν ἔχουσι μήτε τὸν τίτλον μήτε τὰς ἀπολαυὰς τῆς θέσεως ταύτης, διότι ἡ ὑπηρεσία παρουσιάζει τὴν ἀνάγκην 7, νομίζω, ἐπιθεωρητῶν, ἡ ἰσχύουσα δὲ νομοθεσία ὁρίζει τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν εἰς 5. Νομίζω ὅτι ὑπάρχει πραγματικὴ ἀνάγκη, ἡ ὑπηρεσία δὲ ἀπαιτεῖ τοῦτο, διότι νομομηχανικοὶ ἐκτελοῦσι καθήκοντα ἐπιθεωρητῶν ἕνεκα τῶν ἀπαιτήσεων τῆς ὑπηρεσίας. Τοῦτο πρέπει νὰ γείνῃ, ἀλλὰ κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἐπέλθῃ αὔξησις τῆς δυνάμεως τοῦ κλάδου τῶν μηχανικῶν.
§264ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Πῶς δὲν θὰ ἐπέλθῃ;
§265ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θὰ ἐπέλθῃ, ἐὰν αἱ θέσεις τῶν νομομηχανικῶν, τὰς ὁποίας κατέχουσι σήμερον οἱ ἐκτελοῦντες χρέη ἐπιθεωρητῶν, δὲν συμπληρωθῶσιν, ἐὰν ὁ ἀριθμὸς τῶν νομομηχανικῶν ἐλαττωθῇ κατὰ δύο. Ὅταν ὁ ἀριθμὸς τῶν νομομηχανικῶν ἐλαττωθῇ κατὰ δύο, νομίζω ὅτι ἱκανοποιεῖται ἡ ἀπαίτησις τῆς ὑπηρεσίας, χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις δαπάνης, πλὴν τῆς ἀσημάντου διαφορᾶς τῆς μισθοδοσίας μεταξὺ δύο νομομηχανικῶν καὶ ἐπιθεωρητῶν.
§266ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡμεῖς ἀποδεχόμεθα τὴν τροπολογίαν καὶ στέργομεν εἰς τὴν κατάργησιν ὄχι μόνον δύο θέσεων, ἀλλὰ τεσσάρων.
§267ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι τοῦτο ἀκριβῶς συντελεῖ εἰς τὴν μὴ αὔξησιν τῶν ἐπιθεωρητῶν· διότι, ὅταν πρόκειται νὰ καταργήσητε τοὺς νομομηχανικούς, οἱ ὁποῖοι ἐκτελοῦσι τὰ ἔργα, κατὰ μείζονα λόγον πρέπει νὰ καταργήσητε τοὺς ἐπιθεωρητάς.
§268Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρόκειται περὶ μηχανικῶν, κύριε Βουλευτὰ, καὶ ὄχι νομομηχανικῶν.
§269ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι, κύριε Πρωθυπουργέ.
§270ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ....
§271ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, κύριε συνάδελφε, ὀφείλετε νὰ τὸ εἴπητε γεγωνυίᾳ τῇ φωνῇ.
§272ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Πρὸς ποῖον ἀποτείνεσθε;
§273ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν ἠξεύρω πῶς ὀνομάζεται ὁ κύριος.
§274ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Λέγω ὅτι οὐδένα ἄλλον λόγον ἔχετε, ἵνα πολεμῆτε τὸ νομοσχέδιον, ἢ ὅτι δὲν περιλαμβάνεται ἐν αὐτῷ διάταξίς τις προβιβάζουσα τὸν συγγενῆ σας. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται.
§275ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπαντήσω εἰς τοιαῦτα. Εἶσθε νέος, πρώτην φορὰν εἰσέρχεσθε εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἔπρεπε νὰ ἦσθε καλλίτερον πληροφορημένος περὶ τῶν συμβαινόντων. Δὲν ἔχω ἀνάγκην ὑμεῖς νὰ ἐλέγξητε τὸν πολιτικόν μου βίον, διότι εἶναι γνωστὸς οὗτος, ὡς ἐπίσης εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἀνελθών ποτε ἐν τῇ ἀρχῇ, οὐδέποτε ἐμερίμνησα περὶ τῶν συγγενῶν μου· διότι, ἐὰν ἐμερίμνων περὶ αὐτῶν, δὲν θὰ ἐξεφράζεσθε οὕτως ἀπρεπῶς καὶ δὲν θὰ κατηγορεῖτε ἐμοῦ, ὡς λαβόντος τὸν λόγον χάριν ποταποῦ συμφέροντος. Ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα ἐπικρίνω αὐτὸ ὡς προσωπικὸν, διότι τοιοῦτον εἶναι ἀληθῶς, οὐδένα δὲ λόγον προσωπικὸν ἔχω, οὐδὲ καταδέχομαι νὰ ἔχω τοιοῦτον. Ἐὰν ἔχητε σεῖς τοιούτους, δύνασθε νὰ τοὺς ἀσκήσητε καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν, διότι αὐτὸ βλέπω ὅτι κάμνετε μέχρι τοῦδε.
§276ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. συνάδελφος ἀποτείνεται εἰς ὅλην τὴν πλειοψηφίαν. Παρακαλῶ νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, διατὶ ἡ πλειοψηφία προβαίνει εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§277ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ἐγὼ ὁμιλῶ ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν προήχθη ὁ συγγενής μου. Ἐνοεῖτε βεβαίως, ὅτι αὐτὸ εἶναι στυγερὰ συκοφαντία, στυγερὰ κατηγορία ἐναντίον μου, καὶ μόνον ἄνθρωπος μὴ εὐλαβούμενος ἑαυτὸν δύναται τοιαῦτα νὰ λέγῃ.
§278ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἀξίζει τὸν κόπον.
§279ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἀξίζει τὸν κόπον. Ἐξετάζων τὸ νομοσχέδιον, εὑρίσκω ὅτι οἱ ἐπιθεωρηταὶ, οἱ μέχρι τοῦδε κατὰ τὸν νῦν ἰσχύοντα νόμον ὑπάρχοντες, εἶναι 6 τὸν ἀριθμὸν, πλὴν τοῦ διευθυντοῦ τῶν δημοσίων ἔργων, τρεῖς αʹ τάξεως καὶ τρεῖς βʹ τάξεως. Ἐκ τούτων ὁ εἷς ἐκπληροῖ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ διευθυντοῦ τοῦ τμήματος τῶν φάρων καὶ φανῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἑπομένως ἀπομένουσι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων ἔργων πέντε. Οἱ πέντε οὗτοι ἐπιθεωρηταὶ, διοριζόμενοι εἰς τὰς 4 περιφερείας, εἰς ἃς εἶναι διῃρημένον διὰ τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν δημοσίων ἔργων τὸ Κράτος, ἐπιθεωροῦσι τὰ ἔργα. Τί δὲ προτείνεται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου; Ἡ αὔξησις τῶν ἐπιθεωρητῶν κατὰ δύο, δημιουργουμένης καὶ θέσεως γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Δὲν ἔχω ἄρα δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω καὶ ζητήσω νὰ μάθω τοὺς λόγους τοὺς προκαλέσαντας τὴν προσθήκην τῶν δύο τούτων ἐπιθεωρητῶν καὶ τὴν δημιουργίαν τοῦ γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ; Καὶ διὰ μὲν τὴν δημιουργίαν τῆς θέσεως τοῦ γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ οὐδεμίαν βλέπω ἰδίαν ὑπηρεσίαν, δικαιολογοῦσαν αὐτὴν, διότι λέγει μὲν τὸ νομοσχέδιον, ὅτι οὗτος προεδρεύει τοῦ Συμβουλίου,—καὶ ἴσως ἤθελεν εἴπει τις ὅτι ταῦτα εἶναι καὶ τὰ καθήκοντα αὐτοῦ—ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον συγχρόνως ὁρίζει, ὅτι ὁ γενικὸς ἐπιθεωρητὴς ἢ εἷς ἐπιθεωρητὴς αʹ τάξεως ἐκτελεῖ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ προέδρου τοῦ Συμβουλίου. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἡ ὑπηρεσία αὕτη δὲν ὁρίζεται ὑπὲρ αὐτῶν ἀποκλειστικῶς, διότι ταύτην ἐκτελεῖ ὁ γενικὸς ἐπιθεωρητὴς ἢ εἷς ἐπιθεωρητὴς αʹ τάξεως. Ἐρωτῶ ὅθεν, πρὸς τί ἡ προσθήκη τοῦ γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ τῶν δύο ἐπιθεωρητῶν; ἀλλ’ οὐδεμία δίδεται ἀπάντησις ἱκανοποιητική. Καὶ εἶπε μὲν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, προκειμένου νὰ αὐξήσωσι τὰ ἔργα ἐν τῷ μέλλοντι, ἀνάγκη πᾶσα νὰ ἔχωμεν ἐπιθεωρητὰς ἱκανοὺς κατ’ ἀριθμὸν, ἵνα ἐπαρκῶσιν εἰς τὰ ἔργα τῆς ἐπιθεωρήσεως, ἀλλ’ ἀφοῦ μέχρι τοῦδε, ὅταν ἐξετελοῦντο ἔργα μεγίστης σημασίας καὶ εἰς πολλὰ σημεῖα τοῦ Κράτους, ἐπήρκουν οἱ ὑπάρχοντες ἐπιθεωρηταὶ, νῦν, ὅτε τὰ ἔργα περιωρίσθησαν, ἢ μᾶλλον δὲν ἐκτελοῦνται ποσῶς, ποία ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τῆς δαπάνης τῶν 10,560 δραχμῶν ἐτησίως, ἕνεκα τῆς αὐξήσεως ταύτης;
§280Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῦ εἶναι αὐτὴ ἡ δαπάνη;
§281ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοσαύτης δαπάνης, πρόκειται μόνον περὶ 960 δραχμῶν, διότι δύο νομομηχανικοὺς θὰ προαγάγωμεν εἰς τὴν τάξιν τῶν ἐπιθεωρητῶν, ἑπομένως ἡ διαφορὰ τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν, ἀποτελουμένη ἐκ 40 δραχμῶν κατὰ μῆνα, φέρει τὸ ποσὸν τῶν 960 δραχ. ἐτησίως δι’ ἀμφοτέρους τοὺς ἐπιθεωρητάς· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι αὐξανομένου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐπιθεωρητῶν δὲν ἐπέρχεται ἡ μείωσις τῶν νομομηχανικῶν, διότι οὗτοι μένουσι, καὶ ἑπομένως, αὐξανομένων κατὰ δύο τῶν θέσεων τῶν ἐπιθεωρητῶν, θὰ καταλογίσωμεν ὁλόκληρον τὴν δαπάνην τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν διὰ τὸ ἔτος, ἡ δὲ δαπάνη αὕτη εἶναι 10,560 δραχμαὶ, ἤτοι 440 δραχμαὶ κατὰ μῆνα, πολλαπλασιαζόμεναι δὶς ἐπὶ 12. Ἄρα ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους αὐξάνει κατὰ 10,560 δραχμὰς, ἵνα προστεθῶσι δύο ἐπιθεωρηταὶ ἄνευ ἐργασίας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον τοῦ νομοσχεδίου τὸ ἄτοπον. Καὶ ἐν ταῖς διατάξεσιν αὐτοῦ δὲν εἶναι καλῶς συντεταγμένον, τουτέστι δὲν εἶναι εἰς ἁρμονίαν τὰ ἄρθρα, καθόσον ταῦτα ἀντιφάσκουσι πρὸς ἄλληλα. Καὶ πρῶτον λέγει, ὅτι οἱ ἐπιθεωρηταὶ ἐνεργοῦσι τὰς ἐπιθεωρήσεις, καὶ ἐν τούτοις ἀναθέτει εἰς τοὺς ἐπιθεωρητὰς καὶ ὑπηρεσίαν νομομηχανικοῦ. Οἱ νομομηχανικοὶ συντάσσουσι τὰ διαγράμματα, τοὺς προϋπολογισμούς, καὶ ἐκτελοῦσι τὰ ἔργα· αὐτοὶ εἶναι οἱ ἐπόπται καὶ οἱ ἐλεγκταί. Ἀλλὰ σήμερον, ἐπειδὴ αὐξάνονται οἱ ἐπιθεωρηταὶ, ἀνατίθεται εἰς αὐτοὺς ἡ μελέτη, ἡ σύνταξις τῶν σχεδιαγραμμάτων, ἡ σύνταξις τῶν προϋπολογισμῶν κτλ. Ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον ἀφαιρεῖ ἀπὸ τοὺς νομομηχανικοὺς τὴν ἐργασίαν καὶ τὴν ἀναθέτει εἰς τοὺς ἐπιθεωρητάς. Καὶ τίς θὰ ἐξελέγξῃ αὐτούς; Αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐνεργῶσι τὰ ἔργα, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι θὰ ἦναι καὶ οἱ ἐλεγκταὶ τῶν ἔργων. Τὸ Συμβούλιον τῶν δημοσίων ἔργων, λέγει, λογίζεται πλῆρες διὰ τῆς παρουσίας τεσσάρων μόνον ἐπιθεωρητῶν. Ἀλλὰ πόσοι εἶναι οἱ ἐπιθεωρηταί; Οὗτοι εἶναι ἑπτὰ τὸν ἀριθμὸν, διότι ὁ εἷς ἀνήκει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ἐκ τῶν ἑπτὰ τούτων ἐπιθεωρητῶν θὰ διορισθῶσι 4 διὰ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ἔργων εἰς τὰς περιφερείας, τὰς ὁποίας τὸ Διάταγμα θὰ ὁρίσῃ δι’ ἕκαστον τούτων. Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου, «ἐν περιπτώσει κωλύματος μέλους τινὸς τοῦ Συμβουλίου, καλεῖται πρὸς ἀναπλήρωσιν ὁ ἀρχαιότερος τῶν παρὰ τῇ Διευθύνσει παρόντων τμηματαρχῶν, ἡ δ’ ἀναπλήρωσις ἐπιτρέπεται μόνον ὡς πρὸς τὸ ἓν τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου.» Ὑπάρχει δὲ ἄλλη διάταξις κατωτέρω, ἡ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρ. 6. Ὁ γενικὸς ἐπιθεωρητὴς καὶ οἱ ἐπιθεωρηταὶ τῶν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον περιφερειῶν ἐκτελοῦσιν ἐναλλὰξ κατὰ ἑξαμηνίαν τὸ πολὺ τὰ ὡς ἐπιθεωρητῶν καὶ ὡς μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων καθήκοντά των.» Ἄρα διορίζονται τέσσαρες ἐπιθεωρηταὶ εἰς τὰς τέσσαρας περιφερείας τοῦ Κράτους, ἑπομένως ἀπομένουσι τρεῖς, οἱ ὁποῖοι θὰ χρησιμεύωσιν ὡς μέλη τοῦ Συμβουλίου· ἄρα μονίμως θὰ ἀναπληρῶται ὁ εἷς, ἐν περιπτώσει δὲ, κατὰ τὴν ὁποίαν κωλύεται ἓν τῶν μελῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκροτηθῇ τὸ Συμβούλιον, διότι κατὰ τὸν νόμον μόνον εἷς ἔχει τὸ δικαίωμα ἀναπληρώσεως. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι σφαλερὰ, διότι ἄνευ ἀνάγκης καθιεροῖ θέσεις, καὶ μισθολόγια ἄνευ θέσεων. Αἱ δὲ λεπτομέρειαι αὐτοῦ δὲν εἶναι συντεταγμέναι συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ συντάξαντος τὸ νομοσχέδιον. Ἡ φράσις «ἐναλλὰξ» καὶ ὁ διορισμὸς ἑκάστου τῶν μελῶν εἰς ἐπιθεώρησιν δὲν συνᾴδει πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐπιθεωρητῶν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ἔχει καὶ τὸ ἄτοπον, ὡς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω καὶ εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν, ὅτι τοὺς μηχανικοὺς ἀναπληροῦσιν οἱ μαθητευόμενοι, δηλ. τὰ παιδάρια, τὰ ὁποῖα τὸ πρῶτον εἰσέρχονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν. Αὐτοὶ θὰ ἀναπληρώσωσι τοὺς μηχανικοὺς, καὶ εἰς αὐτὰ τὰ παιδία θὰ ἀναθέσωμεν τὴν διεύθυνσιν τῶν ἔργων, οἷον τὴν θεμελίωσιν γεφυρῶν, τὰς οἰκοδομὰς κτιρίων, τὰς στέγας κτλ. Τὸ τοιοῦτον ἀληθῶς εἶναι πρωτοφανές.
§282Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παιδιὰ δὲν εἶναι, κύριε Βουλευτὰ, οἱ ἐργοδηγοὶ πρώτης τάξεως.
§283ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Οἱ μαθητευόμενοι εἶναι παιδιά.
§284Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄλλο μαθητευόμενοι καὶ ἄλλο ἐργοδηγοὶ πρώτης τάξεως.
§285ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Περὶ μαθητευομένων ὁμιλεῖ ὁ νόμος.
§286Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ τῶν μαθητευομένων εἶναι ἐργοδηγοὶ τρίτης τάξεως, πρὸ τῶν ἐργοδηγῶν τρίτης τάξεως εἶναι ἐργοδηγοὶ δευτέρας τάξεως, πρὸ τῶν ἐργοδηγῶν δευτέρας τάξεως εἶναι ἐργοδηγοὶ πρώτης τάξεως.
§287ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Περὶ μαθητευομένων ὁμιλεῖ τὸ νομοσχέδιόν σας, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι ἄτοπον νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὰ ἔργα εἰς νέους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν ἀκόμη οὐδὲ τὴν ἡλικίαν, οὐδὲ τὰς γνώσεις, οὐδὲ τὴν πεῖραν, ὅπως διευθύνωσι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων.
§288ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Θέλω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι, ὅταν εἶπον ὅτι ἐνδιαφέρεται διὰ συγγενῆ τινα αὐτοῦ, δὲν τὸ εἶπον μυστικῶς, ἀλλὰ τὸ εἶπον γεγονυίᾳ τῇ φωνῇ, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ ἤδη. Φρονῶ δὲ, ὅτι δὲν προσβάλλεταί τις, οὐδὲ πράττει ἀξιόποινον πρᾶξιν, ὅταν ἐνδιαφέρηται ὑπὲρ συγγενοῦς του. Ἄλλως τε ἤθελον νὰ ἀντιταχθῶ εἰς τὴν γνώμην τοῦ κ. Τσαμαδοῦ, διότι προχθὲς ὁ κ. Τσαμαδὸς, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἶπεν ὅτι τὸ σῶμα τῶν μηχανικῶν εἶναι ἄχρηστον, καὶ ἐπειδὴ ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τὸ σῶμα τοῦτο εἶναι χρησιμώτατον, ἤθελον νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω καὶ ἤδη.
§289ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τοῦτο εἶναι ἀνακρίβεια πρωτοφανής. Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι εἶναι ἄχρηστον τὸ σῶμα τῶν μηχανικῶν, εἶπον ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον σημαντικῶς ἠλαττώθησαν τὰ ἐκτελούμενα ἔργα τοῦ Δημοσίου, ἡ Κυβέρνησις δὲν ὤφειλε νὰ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐπιθεωρητῶν καὶ νὰ δημιουργήσῃ καὶ θέσιν γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ ἄνευ εἰδικῶν καθηκόντων. Εὐχαριστοῦμαι ὅτι τοιαύτας φέρει ὁ κ. Βουλευτὴς αἰτιάσεις κατ’ ἐμοῦ, μὴ ἔχων ἄλλο τι νὰ κατηγορήσῃ ἐμοῦ.
§290ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρεξήγησις ἐγένετο.
§291ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὡς πρὸς τὰς λεπτομερείας, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὕδρας Βουλευτὴς, ἴσως ἔν τισι συμφωνήσω καὶ ἐγὼ μετ’ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐν γένει εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου λυποῦμαι ὅτι εὑρίσκομαι εἰς διαφωνίαν πλήρη πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον. Εἶμαι θιασώτης τῶν οἰκονομιῶν μέχρις ἄκρων, καὶ ἂν σήμερον ἔρχομαι νὰ ὑποστηρίξω πρότασίν τινα, ἐπιφέρουσαν ἐλαχίστην αὔξησιν δαπάνης, πράττω τοῦτο, διότι ἐν πεποιθήσει φρονῶ, ὅτι ἡ ἐπιθεώρησις τῶν δημοσίων ἔργων εἶναι ἐργασία λίαν παραγωγικὴ καὶ ἐπιβεβλημένη διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Καὶ ἄλλοτε, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ὑποστηρίξω ἀνάλογον θεσμὸν, τὸν θεσμὸν τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν, καὶ μὲ ἐμέμφθησαν μάλιστα, ὅτι ἐπρότεινα αὔξησιν δαπανῶν. Τοιαύτην αὔξησιν δαπανῶν δὲν θὰ διστάζω ποτὲ νὰ προτείνω, ὅταν ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη ἐπιφέρει πολλαπλασίαν ὠφέλειαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τοιαύτη εἶναι ἡ πεποίθησίς μου καὶ ὡς πρὸς τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Νομίζω ὅτι ἡ ἐπιθεώρησις τῶν δημοσίων ἔργων, συντελουμένη ὅσον τὸ δυνατὸν αὐστηρότερον, δύναται νὰ φέρῃ οἰκονομίαν εἰς τὸ Δημόσιον πολλαπλασίαν τῆς δαπάνης, τὴν ὁποίαν προκαλεῖ. Καὶ τὰ πράγματα δὲ ἦλθον, ἵνα ἐντείνωσι τὴν πεποίθησίν μου ταύτην, διότι σήμερον ὑπάρχουσι δύο νομομηχανικοί, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ ἐτῶν ἀναπληροῦσι τὴν ἔλλειψιν τῆς ἐπιθεωρήσεως, τὴν ὁποίαν ἡ ἔλλειψις προσωπικοῦ ἀρκετοῦ ἐπαρουσίαζεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἀφοῦ πρόκειται μίαν ἀνεγνωρισμένην ἔλλειψιν νὰ τὴν συμπληρώσωμεν, νὰ τὴν συμπληρώσωμεν δὲ κανονικῶς, ὅπως ἐκτελῆται ἡ ὑπηρεσία μετὰ τοῦ ἀπαιτουμένου ζήλου καὶ τῆς ἀπαιτουμένης εὐθύνης καὶ προσοχῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κατέχων τὸν βαθμὸν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ διστάσωμεν νὰ παραδεχθῶμεν τοῦτο. Καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐγὼ, ὅστις τὰς οἰκονομίας πάντοτε καὶ πανταχοῦ, ὅπου τὰς νομίζω δυνατὰς, τὰς συνιστῶ, εἰς τὴν περίστασιν ταύτην νομίζω ὅτι εἶμαι συνεπὴς εἰς τὴν γνώμην ταύτην, διότι οἰκονομίαν σπουδαίαν συνιστῶ, συνιστῶν ἵνα ἡ ἐπιθεώρησις τῶν δημοσίων ἔργων ἐκτελῆται ὅσον τὸ δυνατὸν πλήρης. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 7 ἐπιθεωρητῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσι σήμερον, ἐκτελεῖται ἀκριβῶς ἡ ὑπηρεσία. Οἱ δύο ἔχουσιν ὡρισμένα καθήκοντα· ὁ εἷς εἶναι γενικὸς διευθυντὴς, ὁ ἕτερος γενικὸς ἐπιθεωρητής.
§292ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντα τοῦ γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ;
§293ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχει τὴν προεδρίαν τοῦ Συμβουλίου καὶ τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν ἔργων τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἔχει ἀρκετὴν ἐργασίαν. Διὰ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν ἔργων τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας καὶ προεδρεύσῃ εἰς τὸ Συμβούλιον, ὁ ἐπιθεωρητὴς οὗτος πρέπει νὰ ἐργασθῇ οὐκ ὀλίγον, διότι πλὴν τῶν συνήθων ἔργων, τῶν ἐκτελουμένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, εἶναι καὶ τὰ ἄλλα ἔργα, ὑδραυλικὰ, λιμενικὰ κλπ., τὰ ὁποῖα ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ὀλίγα. Νομίζω δὲ ἐπίσης, ὅτι ὑπάρχει ἀριθμὸς πλεονάζων εἰς τὸ σύνολον τοῦ προσωπικοῦ τῶν δημοσίων ἔργων, καὶ ἐν τῷ πλεονάζοντι τούτῳ ἀριθμῷ δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τὴν οἰκονομίαν, τὴν ὁποίαν ἐπιθυμοῦμεν. Δυνάμεθα δὲ νὰ εὕρωμεν τὴν οἰκονομίαν ταύτην, ἐλαττοῦντες κατὰ δύο τὰς θέσεις τῶν νομομηχανικῶν· ἡ ἐλάττωσις δ’ αὕτη κατ’ οὐδὲν θὰ βλάψῃ τὴν ὑπηρεσίαν, διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο οἱ νομομηχανικοὶ δύνανται ν’ ἀντικατασταθῶσι διὰ μηχανικῶν αʹ τάξεως. Ἐν πεποιθήσει καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπηρείας προσωπικῆς ὑποστηρίζω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον σὺν τῇ γενικῇ αὐτοῦ χρησιμότητι περιέχει συνάμα καὶ μίαν δικαιοσύνην, νὰ δώσῃ τὸν τίτλον εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐκτελοῦσι τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα συνεπιφέρει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§294ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν συναινῆτε, θὰ περιλάβω τροπολογίαν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§295ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐν τῷ παρόντι νομοσχεδίῳ ἀνευρίσκομεν τὸ ἐν γένει ἐλάττωμα τῆς Ἑλληνικῆς Διοικήσεως. Ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι τὸ σῶμα τῶν πολιτικῶν μηχανικῶν προσφέρει ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ἐπίσης ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς τοῦ σώματος τῶν πολιτικῶν μηχανικῶν ὑπῆρξε λίαν πολυτελὴς, ὄχι μόνον σήμερον, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν, ὅτε ἦσαν ἑκατομμυρίων ἔργα ἐν ἐνεργείᾳ. Ἀλλὰ δυστυχῶς, καίτοι πολυτελὴς, δὲν ἀποδεικνύεται ἐπαρκὴς, καὶ δὲν ἀποδεικνύεται ἐπαρκὴς, διότι ἐξακολουθεῖ τὸ σύστημα νὰ μᾶς διέπῃ· οὐδὲ δύναμαι νὰ μὴ ἀποδώσω τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐν γένει τακτικὴν τῶν Κυβερνήσεων. Ἕνεκα τῶν ἀτομικῶν ἀξιώσεων, ἀναγκαζόμεθα ἑκάστοτε τοὺς ὀργανισμούς μας νὰ τοὺς φουσκώνωμεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ κυρία τῆς Πολιτείας μας πληγή. Τὴν πληγὴν ταύτην τὴν ἔχομεν ἐν τῷ στρατῷ, τὴν ἔχομεν ἐν τῷ Ναυτικῷ, ἐν τοῖς δημοσίοις ἔργοις, ἐν ἑνὶ ἑκάστῳ τῶν κλάδων τῆς Ἑλληνικῆς διοικήσεως, ὁποιοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι. Δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ πρόκειται νὰ ἱκανοποιηθῶσι δύο, τρεῖς, τέσσαρες ἀξιώσεις, λίαν δίκαιαι, ὑπαλλήλων, οἵτινες θὰ λάβωσι τὰς θέσεις, αἵτινες σήμερον δημιουργοῦνται, ὑπαλλήλων ἱκανῶν, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον σήμερον ἀκολουθοῦμεν, τὸ σύστημα τοῦ φουσκώματος, δὲν ὀφείλομεν νὰ τὸ διατηρήσωμεν. Πρέπει τέλος αὐτὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἱκανοποιῇ δικαίας ἀξιώσεις, ἀλλ’ εἶναι καταστρεπτικὸν, νὰ παύσῃ, πρέπει νὰ γνωρίζωσιν οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι εἰσέρχονται εἰς ἕνα κλάδον τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι ὑπάρχει ἕν ὅριον εἰς τὴν προαγωγήν των, ὁ ὀργανισμὸς, καὶ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ φουσκώνωνται οἱ ὀργανισμοὶ χάριν προσωπικῶν ἀπαιτήσεων, διότι ἐξακολουθοῦντες θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, ὅτι τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ τοὺς μισθοδοτῇ. Ἴσως ὑποληφθῇ, ὅτι ἐπέρχεται οἰκονομία τις διὰ τῆς καταργήσεως δύο θέσεων νομομηχανικῶν πρώτης ἢ δευτέρας τάξεως, ἀλλ’ ἡ οἰκονομία αὕτη δὲν εἶναι πραγματική.
§296ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦ φουσκώματος τῶν ὀργανισμῶν εἶναι ἀναμφισβητήτως πληγὴ μεγάλη, καὶ πάντοτε τὴν πορείαν ταύτην τὴν κατέκρινα. Καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα ἐγκαίρως νὰ προταχθῇ καὶ δεύτερος κατάλογος, ἵνα μὴ θεωρηθῶ ὅτι ὠθοῦμαι ἐξ ἰδέας ἄλλης. Ἐὰν δὲν εἶχον τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐπιθεωρητῶν εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖος, δὲν ἤθελον βεβαίως, χάριν ἀποδόσεως δικαιοσύνης εἰς ἓν ἢ δύο πρόσωπα, ὑποστηρίξει τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐπιθεωρητῶν· ἀλλ’ ἐγὼ θεωρῶ τοῦτο ἀπολύτως ἀναγκαῖον, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου δὲν θεωρῶ ἀπολύτως ἀναγκαῖον τὸν ὑπάρχοντα ἀριθμὸν τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα καὶ πρέπει νὰ περιστείλωμεν.
§297ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι διὰ τῆς προσθήκης θέσεων οὐδόλως βελτιοῦνται κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος τὰ τῶν δημοσίων ἔργων. Αἱ Ἐπιθεωρήσεις μένουσι τέσσαρες, οἱ δὲ προστιθέμενοι κύριον ἔργον ἔχουσι νὰ συντελῶσιν, ὅπως συχνότερον συνέρχηται τὸ Συμβούλιον τῶν δημοσίων ἔργων. Ἀλλὰ μετὰ τὴν μεταβολὴν, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς τὸν ὀργανισμὸν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Συμβουλίου τούτου, αἱ ἐργασίαι αὐτοῦ δὲν εἶναι ὅσον ἄλλοτε σπουδαῖαι, οὐδὲ ὑπάρχει ἀνάγκη αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν συμβούλων ἐν τῷ Συμβουλίῳ τῶν δημοσίων ἔργων. Ὥστε μόνον ὑπὸ ἔποψιν ἀμοιβῆς τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν δημοσίων ἔργων ὑπηρετούντων δύναταί τις νὰ δεχθῇ ὡς δικαιολογούμενον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–7, ὡς ἔχουσι).
§298ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκει): «Ἐν ἐλλείψει νομομηχανικῶν δύνανται ν’ ἀνατεθῶσι τὰ καθήκοντα αὐτῶν διὰ Β. Διατάγματος εἰς μηχανικοὺς αʹ καὶ βʹ τάξεως. Ἐπιτρέπεται δὲ ἐν ἀνάγκῃ ἀλλ’ ἐπὶ δύο τὸ πολὺ μῆνας, ἡ ἀναπλήρωσις νομομηχανικοῦ μὲν ὑπὸ μηχανικοῦ γʹ τάξεως ἢ ὑπομηχανικοῦ, μηχανικοῦ δὲ ὑπὸ μαθητευομένων ἐργοδηγῶν».
§299ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διορθωθῇ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, τὸ ὅτι δηλ. ὁ μηχανικὸς δύναται ν’ ἀντικατασταθῇ ὑπὸ μαθητευομένου ἐργοδηγοῦ.
§300ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν). (Κατόπιν γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου οἰκοδομῶν τῆς χρήσεως 1894 τῆς πόλεως Λαμίας)
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἐφηβείου Ἀβέρωφ. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει).
§302ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκει): «Ἀνήλικοι μὴ ὑπερβάντες τὸ 18 ἔτος τῆς ἡλικίας αὐτῶν, καταδικασθέντες δὲ εἰς ἐγκληματικὴν ἢ ἐπανορθωτικὴν ποινὴν φυλακίσεως πλέον τοῦ μηνὸς, ἐκτίνουσι τὴν ποινὴν αὐτῶν ἐν τῷ Σωφρονιστηρίῳ τούτῳ, ὑποβαλλόμενοι εἰς αὐστηρὰν πειθαρχίαν, ὑπὸ τὸ σύστημα κατὰ μὲν τὴν ἡμέραν συμβιώσεως, κατὰ δὲ τὴν νύκτα ἀπομονώσεως· ἀλλ’ οἱ κηρυχθέντες ὑπὸ τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς ἀδιόρθωτοι ὑποβάλλονται εἰς πλήρη ἀπομόνωσιν, μὴ δυναμένην νὰ ὑπερβῇ τὸν μῆνα. Οἱ ἐν τῷ Σωφρονιστηρίῳ ἀνήλικοι διδάσκονται τὰ τῆς πρωτοβαθμίου ἐκπαιδεύσεως μαθήματα, ἐκμανθάνοντες ὑποχρεωτικῶς βιοποριστικὸν ἐπάγγελμα κατὰ τὰ προηγούμενα καὶ τὰς κλίσεις αὐτῶν.»
§303Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ἔχω μίαν παρατήρησιν, διότι νομίζω ὅτι μεταξὺ τοῦ ἄρθρου 2 καὶ τοῦ 7 ὑπάρχει, ἐὰν ὄχι φανερὰ ἀντίφασις, τοὐλάχιστον κενόν. Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθετήματος εἶναι λίαν φιλάνθρωπος καὶ πολιτειακός, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι ὁ σπουδαιότερος σκοπὸς τῆς ποινῆς πρέπει νὰ ἦναι εἰς τὰς Πολιτείας τὰς ἀνεπτυγμένας ἡ βελτίωσις τῶν καταδίκων· πάντοτε δὲ ὑπάρχει κίνδυνος νὰ μὴ βελτιωθῶσιν, ἀλλὰ νὰ διαφθαρῶσιν οἱ κατάδικοι, ὅταν ἀναμιγνύωνται ἄνηβοι καὶ ἀνήλικοι μετ’ ἐνηλίκων. Αὐτὸς εἶναι ὁ κυριώτατος σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ἄρθρου δὲ 2 λαμβάνεται πρόνοια, ὥστε ἰδιαιτέρως νὰ ἐκτίωσι τὴν ποινήν των οἱ ἀνήλικοι, οἱ μὴ ὑπερβάντες τὸ 18 ἔτος τῆς ἡλικίας των. Τὸ ἄρθρον λέγει: «Ἀνήλικοι μὴ ὑπερβάντες τὸ 18 ἔτος τῆς ἡλικίας αὑτῶν, καταδικασθέντες δὲ εἰς ἐγκληματικὴν ἢ ἐπανορθωτικὴν ποινὴν φυλακίσεως πλέον τοῦ μηνὸς, ἐκτίουσι τὴν ποινὴν αὑτῶν ἐν τῷ Σωφρονιστηρίῳ τούτῳ κλπ.» Γνωστὸν δὲ εἶναι, ὅτι ἐγκληματικαὶ ποιναὶ κατὰ τοὺς ἡμετέρους νόμους εἶναι ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου, περὶ ἧς βεβαίως δὲν πρόκειται, ἡ ποινὴ τῶν δεσμῶν διὰ βίου, ἡ ποινὴ τῶν προσκαίρων δεσμῶν, ἡ ποινὴ τῆς εἱρκτῆς. Λοιπὸν κατὰ τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει συνταχθῆ, ὁ ἀνήλικος, ὁ μὴ ὑπερβὰς τὸ 18 ἔτος τῆς ἡλικίας του, ἐὰν καταδικασθῇ εἴς τινα τῶν ἐγκληματικῶν τούτων ποινῶν, τὴν ποινὴν ταύτην θὰ ἐκτίσῃ εἰς τὸ Ἀβερώφειον Σωφρονιστήριον. Ἔχομεν λοιπὸν τοιουτοτρόπως ἀνηλίκους, οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν εἰς πρόσκαιρα δεσμὰ 15 ἐτῶν, ἀνηλίκους, οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν εἰς ἰσόβια δεσμὰ, καὶ ὅλοι αὐτοὶ θὰ ἦναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἐκτίωσι τὴν ποινήν των εἰς τὸ Ἀβερώφειον. Κατ’ αὐτὸν δὲ τὸν τρόπον ὑποπίπτομεν εἰς τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ προλάβωμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι αὐτοὶ ἐν τῇ φυλακῇ θὰ ἔλθωσιν εἰς ἡλικίαν 30 ἢ 35 ἐτῶν, καὶ οὕτω θὰ ἔχωμεν ἀναμὶξ ἀνηλίκους καὶ ἐνηλίκους ἐν τῇ αὐτῇ φυλακῇ. Αὐτὴ εἶναι ἡ κυριωτέρα ἄποψις. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ 7 ὑπάρχει διάταξις, ἐκ τῆς ὁποίας δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ὁ νομοθέτης προεῖδε τὸ ἄτοπον, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι εἴτε ἀτελῶς εἴτε ἀσαφῶς ἔχει διατυπωθῆ· καὶ πράγματι ὑπάρχει τελεία ἀντίφασις, διότι τὸ ἄρθρον 2 προνοεῖ περὶ τῆς περιπτώσεως, καθ’ ἣν ἤθελε καταδικασθῆ τις, ὅστις ὑπερέβη τὸ 18 ἔτος τῆς ἡλικίας του, δὲν συνεπλήρωσε δὲ τὸ 21 καὶ κατεδικάσθη εἰς φυλάκισιν ἐλάσσονα τῶν τριῶν ἐτῶν· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐπιτρέπεται νὰ ἐκτίσῃ τὴν ποινήν του μέχρι τῆς συμπληρώσεως τοῦ 21 ἔτους τῆς ἡλικίας του εἰς τὸ Ἀβερώφειον. Ὥστε μεταξὺ τοῦ ἄρθρου 2 καὶ τοῦ ἄρθρου 7, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ ποινῆς μέχρι τοῦ 21 ἔτους, ἀλλὰ δὲν ὁμιλεῖ γενικῶς, ἀλλὰ μόνον περὶ ἐκείνων τῶν ἀνηλίκων, οἵτινες ὑπερέβησαν τὸ 18 ἔτος, ὑπάρχει ἀντίφασις.
§304Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εὑρίσκω ἀντίφασιν. Κατὰ τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου 7, πρόκειται περὶ ἀνηλίκων καταδικασθέντων πρὶν ἢ συμπληρώσωσι τὸ 18ον ἔτος καὶ εἰς τὸ Ἐφηβεῖον Ἀβέρωφ εἰσαχθέντων καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς διαμονῆς των ἐν αὐτῷ ὑπερβάντων τὸ 18ον ἔτος τῆς ἡλικίας των· ἑπομένως εἶναι συμπλήρωμα ἀληθὲς τοῦ ἄρθρου 2.
§305ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τριετῆ φυλάκισιν.
§306Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ τριετὴς φυλάκισις εἶναι κατόπιν (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἐν τῷ Σωφρονιστηρίῳ ἐκτίνοντες τὴν ποινὴν αὐτῶν ἀνήλικοι, ὑπερβάντες τὸ 18 ἔτος τῆς ἡλικίας, πέμπονται εἰς ἕτερον ἐντελῶς κεχωρισμένον τμῆμα τῶν αὐτῶν φυλακῶν, ὅπως διανύσωσι τὸ ὑπόλοιπον τῆς ποινῆς αὐτῶν», λέγει τὸ ἄρθρον 7. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς τριετοῦς φυλακίσεως. Αὐτὴ ἡ διάταξις συμπληροῖ ἀκριβῶς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 2. Τὸ ἄρθρον 2 διατάσσει (ἀναγινώσκει): «Ἀνήλικοι, μὴ ὑπερβάντες τὸ 18 ἔτος τῆς ἡλικίας αὐτῶν, καταδικασθέντες δὲ εἰς ἐγκληματικὴν ἢ ἐπανορθωτικὴν ποινὴν φυλακίσεως πλέον τοῦ μηνὸς, ἐκτίουσι τὴν ποινὴν αὐτῶν ἐν τῷ Σωφρονιστηρίῳ τούτῳ, ὑποβαλλόμενοι εἰς αὐστηρὰν πειθαρχίαν, ὑπὸ τὸ σύστημα κατὰ μὲν τὴν ἡμέραν συμβιώσεως, κατὰ δὲ τὴν νύκτα ἀπομονώσεως· ἀλλ’ οἱ κηρυχθέντες ὑπὸ τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς ἀδιόρθωτοι ὑποβάλλονται εἰς πλήρη ἀπομόνωσιν, μὴ δυναμένην νὰ ὑπερβῇ τὸν μῆνα». Τὸ ἄρθρον 2 λοιπὸν τίθησι τὴν ἀρχὴν καὶ κανονίζει τίνες εἰσάγονται εἰς τὸ Ἐφηβεῖον, καὶ διατάσσει, ὅτι εἰσάγονται οἱ μὴ ὑπερβάντες τὸ 18 ἔτος τῆς ἡλικίας, οἵτινες κατεδικάσθησαν εἰς ἐγκληματικὴν ἢ ἐπανορθωτικὴν ποινὴν φυλακίσεως πλέον τοῦ μηνός· περὶ δὲ τῶν εἰσαχθέντων διατάσσει, ἐὰν αὐτοὶ κατεδικάσθησαν εἰς ἐγκληματικὴν ἢ ἐπανορθωτικὴν ποινὴν καὶ συνελήρωσαν τὸ 18 ἔτος, ἐξακολουθοῦσι μένοντες ἐν τῷ Ἐφηβείῳ, μένουσιν ὅμως εἰς ἐντελῶς κεχωρισμένον τμῆμα αὐτοῦ. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἠθέλησε νὰ καταδείξῃ.
§307ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν θὰ ἔχητε Ἐφηβεῖον ὅμως πλέον.
§308Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι, ἐὰν τυχὸν τὸν ἀνήλικον τὸν εἰσαχθέντα ἐν τῷ Ἐφηβείῳ Ἀβέρωφ καὶ ἀφικόμενον εἰς τὸ ἔτος τῆς ἐνηλίκου ἡλικίας, τὸν μεταφέρητε εἰς τὰς συνήθεις φυλακὰς, θέλετε καταστρέψει πᾶσαν τὴν ἠθικὴν βελτίωσιν, ἣν προσεπορίσατε αὐτῷ διὰ τῆς φυλακίσεώς του ἐν τῷ Ἐφηβείῳ Ἀβέρωφ. Διὰ τοῦτο ἐγένετο ἀποδεκτὸν νὰ ὑπάρχῃ ἓν χωριστὸν τμῆμα ἐν τῷ Ἐφηβείῳ, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ εἰσάγωνται οἱ ὑπερβάντες τὴν ἡλικίαν τοῦ ἐφήβου καὶ διανύοντες ποινὴν μακράν.
§309ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Τὴν παρατήρησίν σας εὑρίσκω πολὺ ὀρθὴν, ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 7. Ὀρθῶς λέγετε, ὅτι, ἐὰν οἱ συμπληρώσαντες ἐν τῷ Ἐφηβείῳ τὸ 18 ἔτος τῆς ἡλικίας των τεθῶσιν, ὅπως ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 7 προβλέπει, ἐν ἰδιαιτέρῳ τμήματι, ὁ κίνδυνος ἀποτρέπεται...
§310Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπεσκέφθητε τὴν οἰκοδομήν;
§311ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὄχι, ἀλλ’ ἔχω ἐπισκεφθῆ ὁμοίας ἀλλαχοῦ... Ὀρθῶς λοιπὸν λέγετε, ὅτι, ἐὰν αὐτοὶ τεθῶσιν ἐν ἰδιαιτέρῳ τμήματι, ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον ὑπέδειξα, τῆς ἀναμίξεως ἀνηλίκων καὶ ἐνηλίκων δὲν ὑπάρχει κατὰ μέγα μέρος. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ παρατηρήσω, ὅτι εἰς τοῦτο ἀντίκειται τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 7· διότι τί λέγει τὸ ἐδάφιον τοῦτο; (ἀναγινώσκει): «Ἐν τῷ αὐτῷ Σωφρονιστηρίῳ ἐκτίουσι τὴν ποινὴν αὐτῶν μέχρι τῆς συμπληρώσεως τοῦ 21 ἔτους καὶ οἱ καταδικασθέντες ἀνήλικοι, οἱ ὑπερβάντες τὸ 18 ἔτος τῆς ἡλικίας αὐτῶν, ἐὰν κατεδικάσθησαν εἰς φυλάκισιν ἐλάσσονα τῶν τριῶν ἐτῶν, δι’ ἀποφάσεως τῶν ἐν Ἀθήναις ποινικῶν δικαστηρίων.» Κατ’ αὐτὴν τὴν διάταξιν, βλέπετε ὅτι προνοεῖ ὁ νομοθέτης καὶ θέτει φραγμὸν, ὡς ἀνώτατον ὅριον χρονικὸν, τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας τῶν καταδίκων· ἐὰν κατεδικάσθη ἑπομένως κατὰ τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 7 εἷς ἄγων ἡλικίαν 19 ἢ 20 ἐτῶν εἰς τριετῆ φυλάκισιν, δὲν τῷ ἐπιτρέπει ὁ νομοθέτης νὰ μείνῃ εἰς τὸ Ἐφηβεῖον πρὸς ἔκτισιν τῆς ποινῆς του ὁλοκλήρου, τῷ ἐπιτρέπει μόνον μέχρι τῆς ἐνηλικότητος νὰ μείνῃ.
§312Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ τμήματι τῶν ἐφήβων δὲν ἐπιτρέπει τὴν διαμονήν των.
§313ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν λέγει αὐτὸ, λέγει «ἐν τῷ αὐτῷ Σωφρονιστηρίῳ». Αὐτὸ τοῦτο ὑπέδειξα ἐγὼ, ὅτι ἔχει κενόν τι καὶ ἀσάφειάν τινα. Ἐξ αὐτῆς λοιπὸν τῆς δευτέρας περιόδου προκύπτει, ὅτι ὁ νομοθέτης εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του—πιθανὸν νὰ ἦναι ἐσφαλμένον καὶ πιθανὸν νὰ διορθωθῇ παρ’ ὑμῶν— ὅτι ἐν τῷ Σωφρονιστηρίῳ πρέπει νὰ διαμένωσιν οἱ ἀνήλικοι, ἐκτίοντες ποινὴν, μέχρι τοῦ 21 ἔτους. Ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα, ἐὰν τοῦτο ἦναι ὀρθὸν, ἢ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπεδείξατε ὑμεῖς, ὡς προκῦπτον ἐκ τοῦ πρώτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 7. Θέλετε νὰ μὴ ἀποστερηθῇ ἡ Πολιτεία τῶν κόπων, τοὺς ὁποίους κατέβαλε, καὶ τῶν καρπῶν, τοὺς ὁποίους ἀπέκτησεν ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας αὑτῆς σωφρονιστικῆς διαίτης τῶν ἀνηλίκων, ὅταν ἦναι ὑπόχρεως μετὰ τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας των νὰ τοὺς μεταφέρῃ εἰς τὰς κοινὰς φυλακάς· εἰς τοῦτο εἶμαι σύμφωνος καὶ ἐγὼ, ἀλλ’ ἐγὼ ὑποδεικνύω, ὅτι πρέπει νὰ διορθωθῇ τὸ νομοθέτημα τοιουτοτρόπως, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀντίφασις. Ἐὰν λοιπὸν παραδεχώμεθα ὅτι κατὰ τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας των πρέπει νὰ μεταφερθῶσιν εἰς τὰς κοινὰς φυλακὰς, τότε πρέπει τὴν διάταξιν αὐτὴν νὰ τὴν περιλάβωμεν ἐν τῷ ἄρθρῳ 2, νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐν τῷ Σωφρονιστηρίῳ ἐκτίουσιν οἱ ἀνήλικοι τὴν ποινήν των μέχρι τοῦ 21 ἔτους. Ἐὰν δὲ, ὅπερ ἐγὼ παραδέχομαι ὡς ὀρθότερον, παραδεχώμεθα ὅτι πρέπει μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ 21 ἔτους νὰ τίθενται ἐν τῷ κεχωρισμένῳ τμήματι τοῦ Σωφρονιστηρίου, τότε πρέπει νὰ βελτιώσωμεν τοιουτοτρόπως τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 7, ὥστε νὰ μὴ προκύπτῃ αὐτὴ ἡ ἀντινομία.
§314Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπητε, θέλω ἐκθέσει πῶς ἀντιλαμβάνομαι τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου.
§315ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μάλιστα.
§316Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρῶτον ἀναγράφεται ὡς γενικὸς κανὼν, ὅτι πᾶς ἀνήλικος, ἀνήλικος μὴ ἀφικόμενος εἰς τὴν ἔφηβον ἡλικίαν, καταδικασθεὶς εἰς ἐγκληματικὴν ἢ ἐπανορθωτικὴν ποινὴν, εἰσάγεται ἐν τῷ Ἀβερωφείῳ, ἐὰν ὅμως ἡ ποινὴ ἦναι ἐγκληματικὴ καὶ ἑπομένως ἡ διαμονή του θέλῃ παραταθῆ, ὑπερβῇ δ’ ἐν τῇ φυλακῇ ἕνεκα τούτου τὴν ἔφηβον ἡλικίαν, καὶ φθάσῃ εἰς τὴν ἐνηλικότητα, τότε ἀποχωρίζεται καὶ τίθεται εἰς χωριστὸν τμῆμα. Ἀλλὰ τί περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἔφηβοι, ἀλλ’ εἶναι ἀνήλικοι, καὶ οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν; Αὐτοὶ, ἀφοῦ δὲν εἶναι ἔφηβοι, πρέπει νὰ ἀποσταλῶσιν εἰς τὰς κοινὰς φυλακάς. Ὁ νομοθέτης προὐνόησε καὶ περὶ αὐτῶν, καὶ ἀνέγραψε τὴν δευτέραν περίοδον τοῦ ἄρθρου 7, καθ’ ἣν, ἐάν τις ἀνήλικος μὲν, ἀλλ’ ὑπερβὰς τὴν ἔφηβον ἡλικίαν, καταδικασθῇ, νὰ εἰσάγηται καὶ αὐτὸς εἰς τὸ Ἐφηβεῖον, καὶ ἂν ἡ ποινὴ αὐτοῦ ἦναι μέχρι τῶν τριῶν ἐτῶν, νὰ τίθεται μόνον τότε ἐν τῷ Ἐφηβείῳ. Ἑπομένως μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ὑπάρχει κενόν τι, διότι τὸ σχέδιον προβλέπει καὶ περὶ τῶν δύο περιπτώσεων, καὶ περὶ τῶν καταδικαζομένων ἀνήβων καὶ περὶ τῶν καταδικαζομένων ἐφήβων, ἀλλ’ ἀνηλίκων.
§317ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐγὼ ὑπέδειξα τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει· μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι ἀρκεταὶ εἶναι αἱ δοθεῖσαι ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐξηγήσεις, ὥστε νὰ διασαφηνισθῶσιν ὑπὸ τῶν ἑρμηνευτῶν τὰ τυχὸν ἀσαφῆ.
§318ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7 φέρω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Κατ’ αὐτὸ, «οἱ ἐν τῷ Σωφρονιστηρίῳ ἐκτίοντες τὴν ποινὴν αὐτῶν ἀνήλικοι, ὑπερβάντες τὸ 18 ἔτος τῆς ἡλικίας, πέμπονται εἰς ἕτερον ἐντελῶς κεχωρισμένον τμῆμα τῶν αὐτῶν φυλακῶν, ὅπως διανύσωσι τὸ ὑπόλοιπον τῆς ποινῆς αὐτῶν. Ἐν τῷ αὐτῷ Σωφρονιστηρίῳ ἐκτίουσι τὴν ποινὴν αὐτῶν μέχρι τῆς συμπληρώσεως τοῦ 21 ἔτους καὶ οἱ καταδικασθέντες ἀνήλικοι, οἱ ὑπερβάντες τὸ 18 ἔτος τῆς ἡλικίας, ἐὰν κατεδικάσθησαν εἰς φυλάκισιν ἐλάσσονα τῶν τριῶν ἐτῶν δι’ ἀποφάσεως τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν.» Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἰς τὴν τελευταίαν περίπτωσιν καλὸν ἤθελεν εἶσθαι νὰ γένηται ὅ,τι καὶ εἰς τὴν πρώτην, δηλ. οἱ τοιοῦτοι ἀνήλικοι, οἱ ὑπερβάντες τὸ 18 ἔτος τῆς ἡλικίας των, ἐὰν κατεδικάσθησαν εἰς φυλάκισιν ἐλάσσονα τῶν τριῶν ἐτῶν δι’ ἀποφάσεως τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν, νὰ ἀποτίωσι τὴν ποινὴν αὐτῶν εἰς τὸ κεχωρισμένον τμῆμα τῶν αὐτῶν φυλακῶν, τὸ ἐν τῷ ἐδαφ. αʹ τοῦ ἄρθρου 7 ὁριζόμενον, οὐχὶ μέχρι τῆς συμπληρώσεως τοῦ 21 ἔτους τῆς ἡλικίας των, ἀλλὰ μέχρι τῆς συμπληρώσεως ὁλοκλήρου τῆς ποινῆς των. Δηλαδή, κατ’ ἐμὲ, νομίζω ὀρθὸν τὸ Ἐφηβεῖον νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο τμήματα· τὸ μὲν, προωρισμένον διὰ τοὺς ἀνήβους, τοὺς μὴ συμπληρώσαντας τὸ 18 ἔτος τῆς ἡλικίας των, τὸ δ’ ἕτερον διὰ τοὺς ἀνηλίκους, τοὺς ὑπερβάντας τὸ 18 ἔτος τῆς ἡλικίας των, καὶ αὐτοὺς ἔτι τοὺς καθιστᾶτε ἐνηλίκους κατὰ τὴν ἀπότισιν τῆς ποινῆς αὐτῶν.
§319Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σαφῶς ἐξήγησε τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου· νομίζω ὅμως, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἠθέλησε νὰ παρατηρήσῃ ἀσάφειάν τινα, ὑπάρχουσαν εἰς τὸ ἄρθρον 7.
§320ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εἰς τὸ 7 καὶ 2.
§321Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἄρθρον 2· διότι ὀρθῶς μὲν παρετηρήθη ὁ σκοπὸς τοῦ ἄρθρου 2 καὶ τῆς πρώτης περιόδου τοῦ ἄρθρου 7, ἀλλ’ ἡ δευτέρα περίοδος τοῦ ἄρθρου 7 ἀφορᾷ εἰς τοὺς καταδίκους τῶν ἐν Ἀθήναις ποινικῶν δικαστηρίων, τοὺς ὑπερβάντας τὸ 18 ἔτος τῆς ἡλικίας των. Περὶ αὐτῶν τὸ ἄρθρον 7 δὲν ἐξηγεῖ, ἂν θὰ μένωσιν εἰς τὸ ἰδιαίτερον τμῆμα, ἢ εἰς τὸ Ἐφηβεῖον.
§322Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἐκ Μήλου κ. Βουλευτὴς, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν στερεῖται βάσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἐσκέφθημεν, ὅταν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὸ ἄρθρον 7, νὰ προτείνωμεν προσθήκην τινά. Κατὰ τὴν προσθήκην αὐτὴν, ἡ δευτέρα περίοδος τοῦ ἄρθρου 7 ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ἐν τῷ αὐτῷ τοῦ Σωφρονιστηρίου τμήματι ἐκτίουσι τὴν ποινὴν αὐτῶν καὶ οἱ καταδικασθέντες ἀνήλικοι, οἱ ὑπερβάντες τὸ δέκατον ὄγδοον ἔτος τῆς ἡλικίας αὐτῶν, ἐὰν κατεδικάσθησαν εἰς φυλάκισιν ἐλάσσονα τῶν τριῶν ἐτῶν δι’ ἀποφάσεως τῶν ἐν Ἀθήναις ποινικῶν δικαστηρίων.»
§323Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τότε σαφηνίζεται καλλίτερον.
§324ΡΑΛΛΗΣ. Πέμπονται εἰς τὰς ἄλλας φυλακάς.
§325Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸ κεχωρισμένον τῶν αὐτῶν φυλακῶν τμῆμα.
§326ΡΑΛΛΗΣ. Ἐφρόνουν ὅτι τὸ κατάστημα αὐτὸ ἔπρεπε νὰ μείνῃ μὲ τὸν ἀρχικὸν προορισμόν του, καὶ ἑπομένως νὰ μὴ παρατείνηται πέραν τοῦ ἔτους ἡ παραμονὴ ἐν τῷ Ἐφηβείῳ· διότι ναὶ μὲν δύναται νὰ θεωρήσῃ τις ὅτι ἀπόλλυται τὸ κέρδος τὸ ἐκ τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἤθελε μείνῃ ἐν τῷ Ἐφηβείῳ ὁ κατάδικος, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν κατόπιν εἰσέλθῃ εἰς τὰς κοινὰς φυλακὰς, ἀλλὰ καλλίτερον ν’ ἀπολεσθῇ αὐτὸ διὰ τὸν κατάδικον, παρὰ ὁ χαρακτὴρ τοῦ Ἐφηβείου. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Τὸν συντάξαντα τὸ νομοσχέδιον εὑρίσκω προκατειλημμένον κατὰ τοῦ συστήματος τῆς ἀπομονώσεως, καὶ ἡ προκατάληψις αὕτη προκύπτει ἐκ τοῦ ἄρθρου 2, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὅτι «Ἀνήλικοι μὴ ὑπερβάντες τὸ 18 ἔτος τῆς ἡλικίας αὐτῶν, καταδικασθέντες δὲ εἰς ἐγκληματικὴν ἢ ἐπανορθωτικὴν ποινὴν φυλακίσεως πλέον τοῦ μηνὸς, ἐκτίουσι τὴν ποινὴν αὐτῶν ἐν τῷ Σωφρονιστηρίῳ τούτῳ, ὑποβαλλόμενοι εἰς αὐστηρὰν πειθαρχίαν ὑπὸ τὸ σύστημα, κατὰ μὲν τὴν ἡμέραν συμβιώσεως, κατὰ δὲ τὴν νύκτα ἀπομονώσεως, ἀλλὰ οἱ κηρυχθέντες ὑπὸ τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς ἀδιόρθωτοι ὑποβάλλονται εἰς πλήρη ἀπομόνωσιν, μὴ δυναμένην νὰ ὑπερβῇ τὸν μῆνα.»
§327Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς ποινὴ ἀναγράφεται ἐν τῷ ἄρθρῳ.
§328ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι ποινὴ τὸ σύστημα τῆς ἀπομονώσεως, καὶ δὲν πρέπει νὰ συγχέωμεν αὐτὸ πρὸς τὰς ποινάς. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας τὰς νεωτέρας παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ συστήματος τῆς ἀπομονώσεως. Ἡ προκατάληψις ὅτι τὸ σύστημα τῆς ἀπομονώσεως ἦτο σκληρὸν, ὅτι μάλιστα ἐξ αὐτοῦ ἐπολλαπλασιάσθη καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν παραφρονησάντων ἐν ταῖς φυλακαῖς, ὅλαι αὐταὶ αἱ πλάναι διεψεύσθησαν ἐκ τῆς αὐστηροτέρας ἐφαρμογῆς ἀκριβῶς τοῦ συστήματος αὐτοῦ, σήμερον δὲ εἶναι γενικῶς παραδεδεγμένον παρ’ ὅλοις ἐκείνοις τοῖς Κράτεσι, παρὰ τοῖς ὁποίοις εἰσήχθη τὸ σύστημα τῆς ἀπομονώσεως, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ σύστημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν διανοητικὴν καὶ ἠθικὴν βελτίωσιν τῶν καταδίκων, εἶναι αὐτό. Φθάνει δὲ ἡ βελτίωσις αὕτη τῶν καταδίκων διὰ τοῦ συστήματος τῆς ἀπομονώσεως μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε αἰτοῦνται κατόπιν νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰ τμήματα τοῦ καταστήματος, τὰ ὁποῖα διέπονται ὑπὸ ἄλλο σύστημα, τὸ σύστημα τῆς συμβιώσεως. Διὰ τοῦ συστήματος τῆς ἀπομονώσεως κατωρθώθη, ὥστε νὰ ὑπολαμβάνηται ἡ ἐργασία ἐν τῇ φυλακῇ ὡς ἄνεσις διὰ τὸν κατάδικον, νὰ θεωρῆται δὲ ὡς ἡ μεγίστη τῶν ποινῶν διὰ τὸν κατάδικον ἡ ἀφαίρεσις τῆς ἐργασίας. Μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου ἔχει προοδεύσει ἡ ἐκ τοῦ συστήματος τῆς ἀπομονώσεως βελτίωσις καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ συστήματος αὐτοῦ. Τί δὲ βλέπομεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ; Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρετήρησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ χαρακτηρίζηται ἡ ἀπομόνωσις ὡς ποινὴ ἐπιπρόσθετος. Ἐὰν ἡ ἀπομόνωσις ἔχῃ ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν, ὄχι νὰ καταστήσῃ ἐπαχθεστέραν τὴν ἐν τῇ φυλακῇ παραμονὴν τοῦ καταδίκου, ἀλλὰ νὰ βελτιώσῃ τὴν θέσιν αὐτοῦ, τὴν ἠθικήν του κατάστασιν, καὶ ἂν τοιοῦτος ἦναι ὁ σκοπὸς τῆς ἀπομονώσεως, ἀλλοῖος παρ’ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἤθελε νὰ ἀποδώσῃ εἰς αὐτὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τότε δὲν ἐννοῶ διατὶ περιορίζομεν τὴν ἀπομόνωσιν εἰς ἕνα καὶ μόνον μῆνα· κατὰ τοσοῦτον δὲ δὲν τὸ ἐννοῶ, καθόσον πρόκειται περὶ καταδίκων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν χαρακτηρισθῆ ἤδη παρὰ τῆς Ἐφορείας ὡς ἀδιόρθωτοι. Ἐὰν ἦναι ἀδιόρθωτοι, διατὶ μετὰ ἕνα μῆνα διορθοῦνται; Ἡ ἀπομόνωσις δύναται νὰ βελτιώσῃ καὶ βελτιοῖ ἀληθῶς τὸ ἠθικὸν τῶν καταδίκων, ἀλλ’ ὅταν ὁ κατάδικος διαμείνῃ ἐπὶ χρόνον ὡρισμένον. Καὶ παρετήρησαν ὅτι μόνον μετὰ πάροδον τοὐλάχιστον ἓξ μηνῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἡ βελτίωσις ἡ ἠθική. Ἐν τῇ περιπτώσει, καθ’ ἣν ἠθέλομεν ἀποδεχθῆ τὴν διάταξιν, ὡς ἔχει, θὰ καταστήσωμεν ἀδύνατον ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ μέσον τῆς ἐπανορθώσεως διὰ τοὺς ἐν τῷ Ἐφηβείῳ ἐγκλεισθησομένους, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ γείνῃ δεκτὸν ἢ ὅτι δύναται νὰ παραταθῇ ἡ ἀπομόνωσις ἐπὶ ἓξ μῆνας, ἢ ὅτι δύναται νὰ ἐπαναληφθῇ, διότι, ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον, ἅπαξ μόνον δύναται νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸν κατάδικον ἡ ἐπὶ μῆνα ἀπομόνωσις.
§329Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον ἀπεδέχθη τὸ σύστημα τὸ λεγόμενον μικτὸν, δὲν ἀπεδέχθη τὸ σύστημα τὸ ἀπομονωτικὸν, ὡς δὲν ἀπεδέχθη καὶ τὸ σύστημα τῆς συμβιώσεως. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι ὑπάρχουσι δύο συστήματα, τὸ ἀρχαῖον, τὸ τῆς συμβιώσεως, καὶ τὸ ἀπολύτως ἀπομονωτικόν. Ὑπάρχουσιν οἱ συνηγοροῦντες ὑπὲρ τοῦ ἀπομονωτικοῦ συστήματος, ὡς ὑπάρχουσι καὶ οἱ ἐπικρίνοντες τὸ ἀπομονωτικὸν σύστημα. Συνέβη νὰ ἐπισκεφθῶ φυλακὰς, ἐν αἷς ὑπῆρχε καθεστημένον τὸ ἀπομονωτικὸν σύστημα, συνέβη μάλιστα καὶ νὰ ὑπηρετήσω ἐν τῇ διοικήσει τῶν φυλακῶν, διότι ὑπηρέτησα ἐν τῇ διοικήσει τῶν ἐν Παρισίοις φυλακῶν Mazas, ὡς ὑπηρέτησα καὶ ἐν τῇ διοικήσει τοῦ καταστήματος τῆς Institution des jeunes detenus. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπὲρ τοῦ συστήματος τοῦ ἀπομονωτικοῦ· τὸ εἶδον ἐφαρμοζόμενον καὶ ἐν Βερολίνῳ, ἐν ταῖς φυλακαῖς Bohamit, ἐπείσθην δ’ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἦμαι ὑπὲρ τοῦ συστήματος τοῦ ἀπολύτως ἀπομονωτικοῦ. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀτομική μου γνώμη· δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἤδη ποῖον σύστημα θέλομεν εἰσαγάγει. Τὸ νομοσχέδιον παρεδέχθη τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶχε γενῆ παραδεκτὸν ἐν Ἑλλάδι καὶ ἀπὸ τοῦ χρόνου τῆς Ἀντιβασιλείας, διότι τὸ διάταγμα τῆς 31 Δεκεμβρίου 1836, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ συστηθῶσι φυλακαὶ σωφρονιστικαὶ ἐν Ἀθήναις, παραδέχεται τὸ μικτὸν σύστημα, δηλαδὴ τῆς συμβιώσεως κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἡμέρας, τῆς ἀπομονώσεως κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς νυκτός. Τὸ σύστημα τοῦτο ἀπεδέχθη καὶ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν, οἱ κατάδικοι συμβιοῦσι τὴν ἡμέραν, ἀσχολούμενοι ἐν ἐργασίᾳ, ἐν διδασκαλίᾳ, ἀποχωροῦσι δὲ τὴν ἑσπέραν ἐν κελλίοις (cellules) καὶ κλείονται, οὐδὲ συγκοινωνοῦσι κατὰ τὴν νύκτα πρὸς ἀλλήλους. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἦτο ἐνδεχόμενον κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν συμβιοῦσιν οἱ κατάδικοι, νὰ ἀπειθήσωσιν εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ διευθύνοντος τὸ κατάστημα, νὰ παραβῶσι τοὺς ἡμερησίους κανονισμοὺς, ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῇ τιμωρία. Ἔν τισι τῶν φυλακῶν ἀνέγραψαν ὡς τιμωρίαν τὴν μείωσιν τῆς τροφῆς, ἢ τὴν στέρησιν τῆς τροφῆς· ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου ἀπεδέχθη ὡς ποινὴν τὴν ἀπομόνωσιν. Οἱ οὕτω παρεκτραπέντες ἢ παραβάντες τὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ, μὴ ὑπακούσαντες εἰς τὰ κελεύσματα τῶν ἐπιτηρητῶν αὐτῶν, αὐτοὶ καὶ τὴν ἡμέραν ἀκόμη τίθενται εἰς ἀπομόνωσιν, ἀλλὰ τὴν ἀπομόνωσιν αὐτὴν περιορίζουσι μόνον μέχρις ἑνὸς μηνός. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι παροδική. Ὁσάκις παρεκτρέπηται, δύναται νὰ ἀπομονωθῇ ἐπὶ ἕνα μῆνα.
§330ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως, βεβαίως.
§331Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι ἡ ποινὴ τῆς ἀπομονώσεως ἐπὶ ἕνα μῆνα, ἤτοι καὶ τὴν ἡμέραν, δηλαδὴ καὶ κατὰ τὰς 24 ὥρας, ὄχι μόνον τὴν νύκτα, ἀλλὰ καὶ τὴν ἡμέραν, εἶναι ποινὴ ἀρκετὰ βαρεῖα· διότι, ἐὰν εἶδέ τις τὸ σύστημα αὐτὸ λειτουργοῦν ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἐν αἷς ὑπάρχει τὸ ἀπόλυτον ἀπομονωτικὸν σύστημα, βεβαίως θέλει ἔχει ἀναμνήσεις, αἱ ὁποῖαι θέλουσιν ἐπιφέρει πάντως ἐν αὐτῷ ἐρεθισμὸν εἰς τὰ νεῦρά του, ὁσάκις ἀναμιμνήσκηται τὸ σύστημα τοῦτο. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἰς τὰς φυλακὰς, εἰς τὸ κατάστημα des jeunes detenus, οἱ παῖδες ἄγονται εἰς τὸν ἐν τῷ καταστήματι ναὸν, ἵνα ἀκούσωσι τὴν λειτουργίαν, καὶ ἀκούουσιν αὐτὴν καὶ τὴν διδασκαλίαν.
§332ΡΑΛΛΗΣ. Μὲ προσωπεῖον.
§333Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐχὶ μὲ προσωπεῖον ἐκεῖ. Ἕκαστος εἶναι ἐντὸς ξυλίνου κλωβοῦ, καὶ ἐκεῖ δὲν βλέπει, εἰμὴ μόνον τὸν ἱερέα, οὐδένα δὲ ἄλλον, οὐδεὶς δὲ ἐκ τῶν ἐν τῷ ναῷ βλέπει τὸν ἄλλον. Τὸ σύστημα τοῦτο εἶδον ἀκόμη καὶ ἐν αὐτῷ τῷ ναΐσκῳ, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Bohamit. Νομίζω ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἰς τὰ μεσημβρινὰ κλίματα καὶ εἰς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι κάτοικοι τῶν βορείων κλιμάτων, ψυχροὶ καὶ ἀπαθεῖς, δύναται νὰ ἔχῃ ὀλέθρια ἀποτελέσματα. Ἐγὼ ἐζήτησα καὶ ἐπεσκέφθην τὰς φυλακὰς τοῦ Bohamit, συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν τότε Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τῆς Γερμανίας, ὅστις μοὶ παρέσχε πᾶσαν τὴν εὐκολίαν καὶ ὅσας ἐζήτησα στατιστικὰς πληροφορίας. Ἡ στατιστικὴ καὶ ἐν αὐτῷ τῷ Βερολίνῳ, καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Γερμανίᾳ, ἐδείκνυεν, ὅτι τὰ ἐγκεφαλικὰ νοσήματα ἐν τῇ φυλακῇ ἦσαν συνηθέστερα ἢ ὅσον ἦσαν εἰς τοὺς ἐκτὸς τῶν φυλακῶν βιοῦντας. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτοῦ πληροῦται, διότι κατὰ τὸ κείμενον, ὡς ἑρμηνεύομεν αὐτὸ, ἡ ἀπομόνωσις κατὰ τὸ ἡμερονύκτιον, δηλαδὴ κατὰ τὰς 24 ὥρας, ἡ ἐπιβαλλομένη εἰς τοὺς παρεκτρεπομένους, εἶναι ποινή, δύναται νὰ διαρκέσῃ ἐπὶ ἕνα μῆνα, ἀλλὰ ποινὴ ἐπιβαλλομένη κατὰ πᾶσαν παρεκτροπὴν δὲν ἐπιβάλλεται ἅπαξ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς καθείρξεως αὐτῶν.
§334ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Οὔτε ἐπὶ ἕνα μῆνα ἑκάστοτε.
§335ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ ἀνώτατος ὅρος.
§336ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι κατὰ πᾶσαν παρεκτροπὴν ἡ ποινὴ μέχρις ἑνὸς μηνὸς ἀπομονώσεως εἶναι ἀρκετή, ἐπαναλαμβανομένη δὲ προσηκόντως, δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἠθικοποίησιν καὶ τὴν βελτίωσιν τῶν καταδίκων. Ἀλλ’ ἤθελον προσθέσει τὸ ἑξῆς, ὅτι καλὸν ἤθελεν εἶσθαι ἡ ἀπομόνωσις νὰ συνοδεύηται πάντοτε μετὰ τῆς καταναγκαστικῆς ἐργασίας, καὶ σὺν τῇ ἀπομονώσει τοῦ ἑνὸς μηνὸς νὰ συνεπιβάλληται καὶ ἡ ἐργασία. Ὡς σήμερον ἐβεβαιώθη ἐκ μακρᾶς πείρας καὶ μακρᾶς ἐφαρμογῆς, τὸ συντελεστικώτερον μέσον βελτιώσεως καὶ τὸ στερεώτερον καὶ μονιμώτερον ἀπόκτημα τοῦ καταδίκου, ἐπανερχομένου εἰς τὴν κοινωνίαν μετὰ μακρὰν φυλάκισιν, εἶναι ἡ ἐργασία, ἡ ἀγάπη, ἡ ἕξις τῆς ἐργασίας. Προσπάθεια διὰ τοῦτο γίνεται ἐν ταῖς φυλακαῖς ταῖς ἐπανορθωτικαῖς, ὅπως συνειθίσωσι τὸν κατάδικον εἰς τὴν ἐργασίαν, εἰς τὴν ἐργασίαν ἥτις ἐκ τῶν ἕξεων καὶ τοῦ χαρακτῆρος ἑκάστου καταδίκου ἀπεδείχθη ἡ προσφορωτέρα δι’ αὐτόν. Διὰ τοῦτο ὑποδεικνύω, μετὰ τῆς ἀπομονώσεως νὰ ἐπιβάλληται καὶ ἡ ἐργασία, καὶ ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ ἀποδέχηται...
§337Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ ἐργασία εἶναι ἀδιάλειπτος, δὲν διακόπτεται.
§338ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ναί· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἠμπορεῖ ὡς ποινὴ θεωρουμένη νὰ ἑρμηνευθῇ «μόνον ἐν τῇ ἀπομονώσει», καλὸν θὰ ἦναι νὰ τεθῇ «καὶ μετ’ ἐργασίας».
§339ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἡ ἀπομόνωσις τῶν καταδίκων δὲν ἔχει μόνον σκοπὸν τὴν ἠθικοποίησιν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ἄλλον. Ὅταν κατάδικός τις παρεκτρέπηται, καθίσταται ὀχληρὸς καὶ ἐπιζήμιος εἰς τοὺς ἄλλους, οἵτινες διὰ τῶν παρεκτροπῶν αὐτοῦ κωλύονται νὰ ἠθικοποιηθῶσιν. Εἶναι λοιπὸν ἀναγκαῖον καὶ λυσιτελὲς, οἱ παρεκτρεπόμενοι κατάδικοι νὰ ἀπομονῶνται, ὅπως μὴ γίνωνται αἰτία τῆς μὴ ἠθικοποιήσεως τῶν λοιπῶν καταδίκων διὰ τῆς κακῆς αὐτῶν συμπεριφορᾶς. Διττὸν λοιπὸν ἀποβλέπει σκοπὸν ἡ ἀπομόνωσις: τὴν ἠθικοποίησιν καὶ βελτίωσιν τοῦ παρεκτρεπομένου καταδίκου, καὶ τὸν μὴ συγχρωτισμὸν τῶν σωφρονιζομένων καταδίκων μετὰ τῶν παρεκτρεπομένων καὶ συντελούντων διὰ τῆς κακῆς αὐτῶν διαγωγῆς εἰς τὴν μὴ ἠθικοποίησιν αὐτῶν.
§340Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ διορθωθῇ καὶ τὸ κείμενον, διότι δὲν εἶναι ἀκριβῶς σαφές· δὲν ὑπάρχει ἡ σαφήνεια ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται, προκειμένου περὶ ἐπιβολῆς ποινῆς. Εἶναι καλὸν νὰ διορθωθῇ ἀναλόγως, νὰ ἐξηγηθῇ. Τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ δὲν ἀρκοῦσι. Νὰ ἀναγραφῇ καὶ ἐν τῷ κειμένῳ, ὅτι ἐν περιπτώσει ὑποτροπῆς, ἢ δι’ ἑκάστην παρεκτροπὴν, δύναται νὰ ἐπιβληθῇ τῷ καταδίκῳ δι’ ἀπομονώσεως αὐτοῦ καὶ ἡ ἐργασία μέχρις ἑνὸς μηνός.
§341ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο ἐγένετο δεκτὸν ἀπὸ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως, καὶ παρεδέχθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μεταῤῥυθμίσῃ τὸ ἄρθρον, ὥστε νὰ περιλαμβάνηται ἡ ἔννοια, ὅτι ἡ ἀπομόνωσις δὲν εἶναι ἀποκλειστικὴ ἐφ’ ἅπαξ.
§342ΡΑΛΛΗΣ. Σχετικῶς μὲ τὰς σκέψεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις δὲν ἐγκρίνει τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ ἀπομονωτικοῦ συστήματος, παρατηρῶ ὅτι, ἐὰν μείνῃ ἡ διάταξις ὡς ἔχει,—καὶ ἐγὼ οὐδένα ἔχω λόγον νὰ μὴ τὸ ἐπιθυμῶ, διότι ἐκ τῆς ἐπισκέψεως τῶν φυλακῶν καὶ ἐν Βερολίνῳ καὶ ἐν Βιέννῃ ἀπεκόμισα τὰς ἀντιθέτους ἐντυπώσεις,—ἐὰν ἀφήσητε τὸ κείμενον ὡς ἔχει, θὰ δώσητε ἀφορμὴν εἰς καταχρηστικὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος, ὅπερ ἀποκρούετε· διότι, ἅμα ὡς τελειώνῃ ὁ μὴν τῆς ἀπομονώσεως, ἐξ ἰδιοτροπίας τοῦ διευθυντοῦ ἢ οἱουδήποτε ἐν τῇ φυλακῇ, θὰ καταδικάζηται ὁ αὐτὸς κατάδικος εἰς νέαν ἀπομόνωσιν, ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι δῆθεν παρέβη διάταξίν τινα τοῦ κανονισμοῦ. Δὲν μὲ συνεκίνησεν ἡ ἀπομόνωσις κατὰ τὴν τέλεσιν τῆς θείας λειτουργίας, εἰς ἣν παρέστην καὶ ἐγὼ, ἀπ’ ἐναντίας εὐχαριστήθην διὰ τὴν τάξιν καὶ τὴν εὐλάβειαν, ἔτι δὲ πλέον διὰ τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἀπομονώσεως, περὶ ὧν ἐπείσθην ἐξ ἰδίας ἐξετάσεως. Ἀπετάθην εἰς καταδίκους καὶ τοὺς ἠρώτησα, ἐὰν δὲν προτιμῶσι νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ κοινὸν ἐργοστάσιον, ἀλλ’ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ αὐτοὶ θὰ ἐδέχοντο τοῦτο, διότι ἐφρόνουν ὅτι θὰ προσεβάλλετο ἡ φιλοτιμία των ἐκ τοῦ ὅτι θὰ ἦσαν ἠναγκασμένοι νὰ γνωρισθῶσιν, ἐρχόμενοι εἰς σχέσεις μὲ ἄλλους.
§343ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3.
§344ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἡ Ἐφορεία τοῦ Ἐφηβείου ἀπαρτίζεται ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ Ἀντιπροέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, τοῦ Νομάρχου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, τοῦ τμηματάρχου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τοῦ τμήματος τῶν φυλακῶν καὶ ἑνὸς ἑτέρου μέλους, διοριζομένου διὰ Β. Διατάγματος τῇ προτάσει τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, μετὰ γνωμοδότησιν τῆς ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητος. Τῆς Ἐφορείας, ἀποφασιζούσης κατὰ πλειονοψηφίαν, προεδρεύει ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου. Πρὸς τῇ Ἐφορείᾳ ἐγκαθίσταται καὶ ἐπιτηρητικὴ ἐπιτροπὴ, ἀποτελουμένη ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητος, ἧς τὰ καθήκοντα θέλουσι κανονισθῆ διὰ Β. Διατάγματος.»
§345ΣΤΑΗΣ. Παράδοξον μοὶ φαίνεται, κύριε Πρόεδρε, ὅτι οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν—ἴσως καὶ συντάξασαι, ἀλλ’ ἐξ ἁβροφροσύνης πρὸς τὰς Κυρίας ἀπέφυγον νὰ ἀναφέρω τὸ θηλυκὸν—(γέλωτες)...
§346ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔλλειψις σεβασμοῦ.
§347ΣΤΑΗΣ. Μετ’ ἀπορίας, λέγω, εἶδον, ὅτι ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὴν σπουδαιοτάτην ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης περὶ τῆς ἐνεργείας τῆς ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητος ἐν ταῖς φυλακαῖς Συγγροῦ. Θὰ ηὐχόμην δὲ, ἂν ὑπάρχῃ καιρὸς, νὰ ἐκόμιζεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ἵνα λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ περὶ τῆς δράσεως καὶ τῆς ἐπιδράσεως τῆς ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητος εἰς τὰς φυλακὰς Συγγροῦ. Σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι οὐχὶ μόνον ἐκ τῆς σοβαρότητος τῶν ὑπογραψάντων τὴν ἔκθεσιν ταύτην μετὰ μακρὰς μελέτας, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν γεγονότων τῶν ἀναφερομένων ἐν αὐτῇ τῇ ἐκθέσει πρέπει νὰ διστάζῃ τις, ἂν πρέπῃ νὰ ἐπιτρέψῃ — καὶ μάλιστα νομοθετικῶς, καὶ νὰ δώσῃ τοιαῦτα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δίδονται διὰ τοῦ ἄρθρου 3 εἰς τὴν ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητα — ἄν πρέπῃ, λέγω, νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ εἰσέρχηται ἡ ἐν Χριστῷ Ἀδελφότης εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ μάλιστα τῶν ἐφήβων, νὰ λαμβάνῃ δὲ μέρος καὶ εἰς τὰ τῆς διοικήσεως διὰ τοῦ διορισμοῦ ἑνὸς τῶν μελῶν τῆς Ἐφορείας. Ἐν τῇ ἐκθέσει ἐκείνῃ ἀναφέρεται, ὅτι κατέστρεψε πᾶσαν πειθαρχίαν ἡ ἐν Χριστῷ Ἀδελφότης, ὅτι διῄρεσε τοὺς καταδίκους εἰς εὐνοουμένους καὶ μὴ εὐνοουμένους, ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων εἶχεν ἰδιοποιηθῆ τὸ δικαίωμα τῆς τιμωρίας καὶ τῶν ἀμοιβῶν, τὸ ὁποῖον ἀνῆκε κατὰ τὸν κανονισμὸν εἰς τὸν διευθυντὴν, ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων εἶχεν ἰδιοποιηθῆ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν χαρίτων πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων εἶχε καταργήσει τὰ πέντε περισπούδαστα συνεργεῖα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον εἰς τὰς φυλακὰς Συγγροῦ καὶ εἶχον εἰσαγάγει τὴν διδασκαλίαν εἰς τοὺς καταδίκους, ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων εἰς τοιαύτην ἀπείθειαν οἱ ἔφηβοι κατάδικοι, οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν καὶ τὴν διοίκησιν τῆς ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητος, εἶχον περιέλθει, ὥστε ἐπιτροπὴ ἐξ ἰατρῶν, ἐπισκεφθεῖσα καὶ ἐξετάσασα ἐπισταμένως τὰ τῆς καθόλου σωματικῆς καὶ πνευματικῆς καὶ ἠθικῆς μορφώσεως, εὗρεν αὐτοὺς εἰς κατάστασιν, ἡ ὁποία, ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τὸ εἴπω, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γείνῃ γνωστὴ εἰς τὸ Κοινοβούλιον (ἐντύπωσις). Ταῦτα λέγουσι τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα πᾶς τις δύναται νὰ ἴδῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
§348Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Κατὰ ποίαν ἐποχήν;
§349ΣΤΑΗΣ. Πρὸ δύο ἐτῶν, νομίζω.
§350Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔλαβον γνῶσιν.
§351ΦΙΛ. ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι ἀληθῆ.
§352ΣΤΑΗΣ. Εἶναι ἀληθῆ. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι συνέστη ἐπιτροπὴ ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν καὶ ἀπὸ τὸν Γενικὸν Γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, καὶ συνέταξε τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος ἔκθεσιν.
§353Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ πάντα ταῦτα τὰ κακουργήματα τὰ διέπραξεν ἡ ἐν Χριστῷ Ἀδελφότης;
§354ΣΤΑΗΣ. Ἐκ τῆς ἀναμίξεως αὐτῆς ἐπῆλθον πάντα ταῦτα. Ἐγὼ ἀναφέρω ὅσα λέγει ἡ ἔκθεσις. Παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς νὰ τὴν ἀναγνώσητε. Λυποῦμαι διότι πρὸ μικροῦ ἀπουσίαζον, καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ παρακαλέσω θερμῶς, νὰ ἀναβληθῇ ἡ τρίτη ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου μέχρις οὗ προσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἔκθεσις αὕτη, τὴν ὁποίαν συνέταξαν ἄνδρες κατέχοντες τοιαῦτα ὑψηλὰ ἀξιώματα καὶ μάλιστα προκειμένου περὶ τῆς ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητος. Ἀφοῦ δὲ τοιαῦτα ἡ ἔκθεσις λέγει, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δοθῇ τοιαύτη δικαιοδοσία, ὥστε «μετὰ γνωμοδότησιν τῆς ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητος» νὰ διορίζηται τὸ ἓν ἐκ τῶν μελῶν τῆς Ἐφορείας τοῦ Ἐφηβείου παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὥστε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ ζητῇ τὴν ἄδειαν τῆς ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητος, ἵνα διορίσῃ τὸ πέμπτον μέλος τῆς ἐπιτροπῆς.
§355Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐχὶ ἄδειαν· γνωμοδότησιν. Ἡ γνωμοδότησις, ὡς γνωρίζετε, δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ, ἡ πρότασις εἶναι ὑποχρεωτική. Ἐάν τις δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς διορισμὸν, εἰμὴ ἐπὶ τῇ προτάσει ὑποδεεστέρας τινὸς ἀρχῆς, ἂν ὑποβληθῇ ἡ πρότασις, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν, καὶ νὰ προσκαλέσῃ τὴν ὑποδεεστέραν ἀρχὴν νὰ σκεφθῇ καλλίτερον καὶ ὑποβάλῃ ἄλλην νέαν πρότασιν. Ἀλλ’ ὅταν πρόκειται περὶ γνωμοδοτήσεως, τότε εἶναι ἁπλῆ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἂν θέλῃ ἀκούει, ἂν δὲν θέλῃ, δὲν ἀκούει ὁ κεκλημένος νὰ πράξῃ τι. Ἑπομένως δὲν ἔχει ὑποχρεωτικὴν δύναμιν, καὶ εἶναι εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος φέρει τὴν εὐθύνην, ἵνα ἐκδώσῃ καὶ ἀντίθετον τῆς γνωμοδοτήσεως ἀπόφασιν, ἂν τὸ ἐγκρίνῃ.
§356ΣΤΑΗΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀναγνώσω καὶ ἐγὼ τὸ 1 ἄρθρον, τὸ ὁποῖον οὐ μόνον ὄζει ὑπερβολικῆς αὐλοκολακείας—ἀλλὰ καὶ πρωτοφανὲς εἶναι εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους διὰ τὰ ἐν αὐτῷ ἱστορικὰ γεγονότα περὶ γάμων καὶ λοιπῶν (ἀναγινώσκει): «Τὸ παρὰ τῆς Α. Μεγαλειότητος τῆς Βασιλίσσης Ὄλγας, ὡς Προέδρου τῆς ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητος, δωρηθὲν τῇ Κυβερνήσει τῆς Ἑλλάδος Ἐφηβεῖον Ἀβέρωφ, ὅπερ ᾠκοδομήθη δαπάναις τοῦ φιλοπάτριδος Γεωργίου Ἀβέρωφ καὶ ἐδωρήθη ὑπ’ αὐτοῦ τῇ Α. Μεγαλειότητι τῇ Βασιλίσσῃ ἐπὶ ταῖς ἑορταῖς τῶν ἀργυρῶν γάμων τοῦ Βασιλέως Γεωργίου καὶ τῆς Βασιλίσσης Ὄλγας...» (ἱλαρότης). Πάντα ταῦτα εἶναι ἱστορία, ἡ ὁποία ὁπωσδήποτε εἰς τὸν νόμον δὲν ἔχει θέσιν.
§357Φ. ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι ὅλα ἀληθῆ ὅμως.
§358ΣΤΑΗΣ. Μήπως ἐγὼ εἶπον «ψευδῆ»; Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ὑπὸ τοιαύτην προστασίαν ὅταν εὑρίσκηται ἡ ἐν Χριστῷ Ἀδελφότης, θὰ κατισχύσῃ καὶ τῆς Ἐφορείας καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου, τὴν ὁποίαν ὑποβάλω.
§359Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέτω ὅτι, ἂν ὑμεῖς ἐγνωρίζετε τὰ κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἠθέλετε πεισθῆ, ὅτι ὅσα ἐξεθήκατε δὲν εἶναι ἀκριβῆ.
§360ΣΤΑΗΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ λέγει, ἔπρεπε νὰ μὴ ἀμφιβάλλῃ τις, ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ παρελθὸν δὲν τὸ ἐπιτρέπει.
§361Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σημειώσατε δὲ, ὅτι δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον, οὔτε συνετάχθη ἀπὸ ἄλλον, εἰμὴ μόνον ἀπὸ ἐπιτροπὴν, τῆς ὁποίας τὰ μέλη εἶναι γνωστὰ, διὰ τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν ἐν τῷ κλάδῳ αὐτῶν.
§362ΣΤΑΗΣ. Ὁπωσδήποτε ὅμως, κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι μετὰ τὸ τρίτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 3 πρέπει ἐξ ἅπαντος νὰ προστεθῇ ἡ ἑξῆς παράγραφος. Πρῶτον νὰ διαγραφῇ τὸ τῆς γνωμοδοτήσεως, καὶ δεύτερον τὸ τρίτον ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς: «Πρὸς τῇ Ἐφορείᾳ ἐγκαθίσταται καὶ ἐπιτηρητικὴ ἐπιτροπή, ἀποτελουμένη ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητος, ἧς τὰ καθήκοντα θέλουσι κανονισθῆ διὰ Β. Διατάγματος», νὰ τροποποιηθῇ, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐπιτηρητικὴ δὲν πιστεύω νὰ ἦναι ἀναγκαία εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ Ἐφηβείου, ὅταν ἔχωμεν Ἐφορείαν, ἀποτελουμένην ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀπὸ τὸν Ἀντιπρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, ἀπὸ τὸν Νομάρχην Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κλπ.
§363Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ διοικῇ. Εἶναι ἐπιτηρητική.
§364ΣΤΑΗΣ. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ.
§365Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς φέρω ὡς παράδειγμα, ὅτι ἐν Ναυπλίῳ ὑπάρχει ἐπιτροπὴ, ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητος καὶ ἐκεῖ, μέλη τῆς ὁποίας εἶναι ἀξιότιμοι Κυρίαι, ἐν αἷς ἡ σύζυγος τοῦ κ. Καραπαύλου, μέλος τῆς ὁποίας ἦτο καὶ πρόσωπόν τι φίλτατον εἰς ἐμέ. Αὗται μεταβαίνουσιν εἰς τὰς φυλακὰς, βλέπουσιν ἂν ἡ δίαιτα ἦναι ἐπαρκὴς, ἂν ἦναι προσήκουσα, ἂν ἡ ἀμφίεσις ἦναι προσήκουσα, ἂν ἡ διδασκαλία γίνηται προσηκόντως, καὶ ἀναφέρονται εἰς τὴν Ἐφορείαν. Ἐπιτηρεῖ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη τὴν ἐκτέλεσιν τῶν κανονισμῶν καὶ ἀναφέρει εἰς τὴν Ἐφορείαν. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι εἷς τῶν ὀφθαλμῶν τῆς Ἐφορείας ἀφοῦ ἡ Ἐφορεία δὲν δύναται νὰ μεταβαίνῃ καθ’ ἡμέραν, μεταβαίνει δ’ ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος, ἢ ἅπαξ κατὰ δεκαπενθημερίαν, ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἐπιτηρεῖ ἐν τῷ μεταξὺ καὶ ἀναφέρει εἰς τὴν Ἐφορείαν. Τὴν διοίκησιν ἔχει ἡ Ἐφορεία· ἂν θέλῃ, ἀποδέχεται τὰς γνώμας, ἂν δὲν θέλῃ, δὲν ἀποδέχεται αὐτάς. Τιμωρεῖ ἢ βραβεύει, εἰς αὐτὴν ἀπόκειται τὸ δικαίωμα.
§366ΣΤΑΗΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν, ν’ ἀποδοθῇ ἡ ἐπιτήρησις εἰς τὴν ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητα. Δύναται νὰ ἐπισκέπτηται τὰς φυλακὰς, νὰ χορηγῇ πάντα τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ σκοποῦ τῆς φιλανθρωπίας, ἀλλὰ βεβαίως νὰ ἐπιτηρῇ δὲν μοὶ φαίνεται ὀρθὸν, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω, ἵνα μετὰ τὸ γʹ ἐδάφιον τοῦ 3 ἄρθρου προστεθῇ ἡ ἑξῆς παράγραφος: «Ἡ ἐπιτηρητικὴ ἐπιτροπεία δὲν δύναται ν’ ἀναμιγνύηται εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ καταστήματος»
§367Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἐπεσκέφθητε ποτὲ τὰς φυλακάς;
§368ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα.
§369Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ὑπῆρξα τμηματάρχης καὶ γενικὸς γραμματεὺς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ τμήματος, τὸ ὁποῖον διηύθυνα, ὑπήγοντο αἱ φυλακαί. Ἐπεσκέφθην ἴσως ἑκατοντάκις τὰς φυλακὰς, καὶ ἰδίως ἐν αἷς ἦσαν καθειργμένοι. Νομίζω ὅτι ἡ ἐπιτήρησις αὕτη εἶναι ἀναγκαιοτάτη ὑπὲρ πᾶν ἄλλο. Ἐγὼ, ἐπισκεπτόμενος αἰφνιδίως, ἀνεκάλυπτον τελούμενα ἐν ταῖς φυλακαῖς—μολονότι ὑπῆρχεν ἡ Ἐφορεία ἡ νόμιμος—πράγματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν πρέπει νὰ τελῶνται ἐν ταῖς φυλακαῖς. Τῶν φυλακῶν αὐτῶν ὑπῆρχεν Ἐφορεία, ὑπὸ τοῦ νόμου καθεστημένη, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἠσχολοῦντο περὶ ἄλλα ἔργα, δὲν εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ μεταβαίνωσι καθ’ ἡμέραν καὶ ἐπιτηρῶσι τοὺς καταδίκους. Εὗρον ὑπὸ τὸ προσκεφάλαιον ἐπὶ κλίνης καταδίκου γυναικὸς φιάλην μετὰ ψιμυθίου (αἴσθησις). Τοιαῦτα πράγματα γίνονται ἐν ταῖς φυλακαῖς! Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι χρησιμωτάτη ἡ ὑπηρεσία αὕτη. Καὶ τότε, ἐνθυμοῦμαι, παρεκάλεσα Κυρίας νὰ ἀναλάβωσι τὸ ἔργον νὰ μεταβαίνωσιν εἰς ἐπιτήρησιν τῶν φυλακῶν τῶν γυναικῶν, καὶ συνετελέσθη ἐπιτροπὴ τοιαύτη, καὶ τὰ πρόσωπα ἦσαν κατὰ τὸ πλεῖστον Κυρίαι συγγενεῖς μου, καὶ μετέβαινον καὶ ἐπετήρουν τὰς γυναικείας φυλακὰς, καὶ ἠσχολούμεθα οὕτω πάντες, ἵνα ἀποκαταστήσωμεν τὴν τάξιν.
§370ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Θεωρῶ ὅτι τὰ τῆς διοικήσεως τῶν φυλακῶν πρέπει νὰ μείνωσιν εἰς χεῖρας τοῦ Κράτους, ὅτι οἱ ἰδιῶται καὶ αἱ ἐπιτροπαὶ αὐταὶ, αἱ ὁποῖαι παντοῦ, ὅπου ὑπάρχουσι καλῶς ὠργανωμέναι φυλακαί, ἐπισκέπτονται τὰς φυλακὰς, αὐταὶ, λέγω, αἱ ἐπιτροπαὶ πρέπει νὰ ἔχωσι μόνον δικαίωμα νὰ ἐνασκῶσι φιλανθρωπικὰ καθήκοντα, καὶ οὐδὲν πλέον· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ δοθῇ τὸ τοιοῦτον δικαίωμα τοῦ ἄρθρου 3· φοβοῦμαι δὲ, ὅτι αἱ ἐπιῤῥοαὶ, αἱ ὁποῖαι ἀναγκαίως θὰ ὑπάρχουν ἐκ τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον ᾠκοδομήθη τὸ Ἐφηβεῖον, κατὰ συγκρότησιν διὰ Β. Διατάγματος τῆς διοικητικῆς ἐπιτροπῆς, θὰ συντελέσουν εἰς τὴν ἀποῤῥόφησιν ὁλοκλήρου τῆς διοικήσεως τοῦ καταστήματος. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ ἐν Χριστῷ Ἀδελφότης ἐμφορεῖται ἀπὸ τὰς πλέον φιλανθρωπικὰς ἰδέας, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ἀκριβῶς νὰ ἐννοήσουν οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητα τὴν αὐστηρὰν καὶ σιδηρᾶν πειθαρχίαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ διατελῶσιν οἱ κατάδικοι. Καὶ ἐὰν δὲν ἦναι ἀληθῆ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τῇ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐκθέσει, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Στάης, εἶναι οὐχ ἧττον βέβαιον, ὅτι ἡ ἀσθένεια τοῦ χαρακτῆρος ἤγαγέ τινας τῶν Κυριῶν νὰ ἐπιδεικνύωσι τρυφερότητα πρὸς τοὺς καταδίκους, διότι ὑπελάμβανον, ὅτι οἱ κοινοὶ κακοῦργοι πρέπει νὰ διαιτῶνται ὡς τὰ μικρὰ παιδία τῶν οἰκογενειῶν. Πρὸς Θεοῦ! μὴ ἀφήσητε τὴν διοίκησιν τῶν τοιούτων καταστημάτων εἰς χεῖρας ἀσθενεῖς, διότι ἀντὶ καλοῦ θὰ ἔχητε κακόν. Θὰ θελήσουν νὰ εἰσαγάγουν εἰς τὴν διοίκησιν τοιούτων καταστημάτων, τὰ ὁποῖα κατὰ πάντας ἐκείνους, οἵτινες συνέγραψαν περὶ φυλακῶν, πρέπει νὰ ἐμποιοῦν τὸν τρόμον καὶ ἐκ τῆς προσόψεως αὐτῶν, θὰ θελήσουν νὰ εἰσαγάγουν ἰδέας φιλανθρωπικὰς, καὶ θὰ παραλύσουν τὴν σιδηρᾶν πειθαρχίαν, ἥτις εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ. Οἱ κατάδικοι πρέπει νὰ ἔχωσι ποιάν τινα ἄνεσιν, ἀλλὰ, ἐπαναλαμβάνω, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δύνασθε ν’ ἀφήσητε τὰ τῆς πειθαρχίας τῶν καταστημάτων αὐτῶν εἰς χεῖρας ἀσθενεῖς, διότι ἀντὶ βελτιώσεως θὰ ἔχητε διαφθοράν. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν εἰς τὰς φυλακὰς Συγγροῦ, ὀφείλονται καὶ εἰς τὴν ἀδυναμίαν τοῦ χαρακτῆρος, ὀφείλονται καὶ εἰς τὸ ἀπονήρευτον ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἐπεσκέπτοντο τὰς φυλακάς, διότι μεταξὺ τῶν κακούργων πολλοὶ εἶναι πονηρότατοι, καὶ μετήρχοντο τοὺς εὐλαβεῖς, καὶ ἤκουον δακρύοντες τὴν θείαν λειτουργίαν, ἐντεῦθεν δὲ συνεκινοῦντο αἱ Κυρίαι, καὶ ἔφθανον μέχρι τοῦ σημείου νὰ δεικνύωνται τρυφεραὶ πρὸς τοὺς δῆθεν μετανοοῦντας. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἀπαγορευθῇ ἡ ἀνάμιξις αὐτῶν εἰς τὰ τῆς διοικήσεως, διότι ἄλλως θὰ μετανοήσητε.
§371Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω τὴν ἀφορμὴν τῶν φόβων, τοὺς ὁποίους προβάλλουσιν οἱ Κύριοι. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἡ διοίκησις ἀνατίθεται εἰς ἐφορευτικὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀνωτάτους λειτουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἄλλους διοικητικοὺς ὑπαλλήλους. Ἂν τυχὸν ἡ ἐπιτηρητικὴ ἐπιτροπὴ ἤθελε ζητήσει νὰ ὑφαρπάσῃ μέρος τῆς ἐξουσίας τῆς Ἐφορείας, μέρος τῆς διοικήσεως τοῦ καταστήματος, θέλει ἐπιτρέψει τοῦτο ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἢ ὁ Νομάρχης; Βεβαίως ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἢ τῶν Ἐφετῶν θέλουσι δώσει τὰς παραιτήσεις των, οὐδὲ θέλει κατασταθῆ δυνατὸν ν’ ἀφαιρέσῃ τις τὴν διοίκησιν ἀπ’ αὐτῶν. Ἡ διοίκησις εἶναι εἰς χεῖρας τῶν λειτουργῶν τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι εἰς χεῖρας Κυριῶν. Ρητῶς λέγει τὸ ἄρθρον 3, ὅτι πρὸς τῇ Ἐφορείᾳ ἐγκαθίσταται καὶ ἐπιτηρητικὴ ἐπιτροπή. Πῶς ἡ ἐπιτηρητικὴ ἐπιτροπὴ θέλει ἀναμιχθῆ εἰς τὴν διοίκησιν καὶ θέλει αὕτη ἐπιβάλλει ποινάς; Θέλει ἀναφέρει ἁπλῶς εἰς τὴν Ἐφορείαν ὅ,τι βλέπει γινόμενον, ὅπερ ἴσως διαφεύγει τὴν γνῶσιν ἢ τὴν προσοχὴν τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς. Φόβον οὐδένα ἔχω, καὶ νομίζω ὅτι οἱ περὶ τούτου φόβοι εἶναι ἐντελῶς ἀνυπόστατοι.
§372ΣΤΑΗΣ. Εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος μὲ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου διατὶ νὰ μὴ τεθῇ σαφὴς ἡ διάταξις; Ἡμεῖς θέλομεν, αἱ ἰδέαι τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ διατυπωθῶσι σαφῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§373Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι δυνατὸν τὸ ἐκδοθησόμενον Β. Διάταγμα περὶ τῆς διοικητικῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἦναι ἀντίθετον πρὸς τὸν νόμον; Ἀφοῦ ὁ νόμος ἀνέθηκε τὴν διοίκησιν εἰς τὴν Ἐφορείαν, πῶς τὸ διάταγμα θέλει ἀναθέσει εἰς ἄλλους τὴν διοίκησιν;
§374ΡΑΛΛΗΣ. Αἱ Κυρίαι ἔχουσι τόσην πεποίθησιν ἐφ’ ἑαυτὰς, ὥστε ἀνεμίχθησαν καὶ εἰς τὴν οἰκοδόμησιν τοῦ καταστήματος, καὶ ἂν διέλθῃ τις ἐκεῖθεν, θὰ ἴδῃ τὰς Κυρίας περιπολούσας. Μέχρις αὐτοῦ φθάνει ὁ ζῆλος αὐτῶν.
§375Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπεσκέφθην τὸ κατάστημα, καὶ τὸ ἐπεσκέφθην καθ’ ἣν ὥραν τὸ ἐπεσκέπτετο ἡ Α. Μ. ἡ Βασίλισσα, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐθαύμασα αὐτό. Τὸ κατάστημα εἶναι ἓν τῶν τελειοτέρων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐν τῇ Εὐρώπῃ. Οὐδ’ εὑρίσκω ὅτι πρέπει τις νὰ θρηνήσῃ, διότι ἔλαβον μέρος εἰς τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ καὶ ἄλλοι. Ἀλλὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ καταστήματος ἐπετήρει μόνον ὁ μηχανικὸς κ. Ἰσιγόνης, ὁ ὁποῖος διηύθυνε τὰ τῆς οἰκοδομῆς. Ἄν ἤθελέ τις νὰ μεταβαίνῃ ἐκεῖ, ἵνα βλέπῃ τὴν πρόοδον τῆς οἰκοδομῆς, οὐδεὶς ἤθελε τὸν ἐμποδίσει· ἴσως ἡ παρουσία αὐτοῦ ἤθελεν ἀποβαίνει χρήσιμος.
§376ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀποκρούετε πᾶσαν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου, ἵνα γείνῃ σαφέστερον;
§377Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποίαν τροποποίησιν; Δὲν πρέπει νὰ θεραπεύῃ ὁ νομοθέτης τὰς ὑπονοίας, αἱ ὁποῖαι ἔρχονται εἰς ἕκαστον περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου.
§378ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, πρὶν ἢ ἐκδοθῇ τὸ ἐκτελεστικὸν διάταγμα, νὰ ζητήσῃ καὶ ἀναγνώσῃ τὴν ἔκθεσιν, περὶ τῆς ὁποίας ἔκαμε λόγον ὁ ἐκ Κυθήρων κ. συνάδελφος. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζω πλεῖστα ὅσα ἄτοπα, τῶν ὁποίων αἰτία ἐγένοντο αἱ Κυρίαι αὗται, ἀφ’ ὅτου ἀνεμίχθησαν εἰς τὰς φυλακὰς Συγγροῦ.
§379ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μοὶ φαίνεται ὅτι μεγάλη ἀπάτη συμβαίνει. Ἡ ἐν Χριστῷ Ἀδελφότης οὐδέποτε ἀνεμίχθη εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τῶν φυλακῶν Συγγροῦ. Αἱ φυλακαὶ Συγγροῦ εἶχον κατ’ ἀρχὰς προορισθῆ εἰς σωφρονιστικὰς φυλακὰς, εἶχον εἰσαχθῆ ἐν αὐταῖς καὶ τέχναι, καὶ ἐργοστάσια εἶχον συστηθῆ, ἀρκετὰ καλῶς λειτουργοῦντα, ῥαπτικῆς κλπ. Ὅταν κατόπιν, μετά τινα καιρὸν, μετὰ τρία ἢ τέσσαρα ἔτη, εἰσήχθη, ὡς τμῆμα ἐντελῶς κεχωρισμένον τῶν φυλακῶν Συγγροῦ, τὸ τμῆμα τῶν ἐφήβων, αἱ Κυρίαι τῆς ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητος δὲν ἀνεμίχθησαν εἰς τὰ τῆς λοιπῆς, οὐχὶ διοικήσεως, ἀλλ’ οὔτε ἐπιτηρήσεως τῶν φυλακῶν, ἀνεμίχθησαν ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ τμῆμα τῶν ἐφήβων. Ὥστε, ἄν αἱ φυλακαὶ Συγγροῦ δὲν ἐπέτυχον τοῦ ἀρχικοῦ προορισμοῦ των, τοῦτο εἰς πάντα ἄλλον ἀποδοτέον, οὐχὶ ὅμως εἰς τὴν ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητα, ἡ ὁποία τὸ παράπαν δὲν εἶχεν ἀναμιχθῆ. Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὑπαινίσσεται ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς περὶ κακῆς διοικήσεως καὶ καταχρήσεων, διεπράχθησαν παρὰ ὑπαλλήλου τινὸς, διορισθέντος ἐκεῖ οὐχὶ βεβαίως ἀπὸ τὴν ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητα, καὶ εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα ἴσως δημοσίᾳ ἐδῶ δὲν εἶναι καλὸν νὰ σᾶς εἴπω, ἀλλ’ αὐτὰ διεπράχθησαν ἀπὸ ὑπάλληλον, ὅστις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διορισθῇ ἀπὸ τὴν ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητα, εἶχε διορισθῆ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐλανθάσθη, διορίσασα τοιοῦτον ὑπάλληλον. Διατὶ λοιπὸν ἀποδίδετε εὐθύνην εἰς τὴν ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητα;
§380ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀποτελέσματα τῆς ἀναμίξεως τῆς ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητος εἶναι αὐτά. Τοῦτο ἐλέχθη.
§381ΣΚΟΥΖΕΣ. Λοιπὸν ἀποδίδετε ἐμμέσως εἰς αὐτὴν εὐθύνην. Ἡ ἐν Χριστῷ Ἀδελφότης μίαν εἶχεν ἀποστολὴν, νὰ ἐπιτηρῇ τοὺς ἐφήβους, καὶ εἰς τοῦτο δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, διότι εἶχον τὴν περιέργειαν νὰ ἐπισκέπτωμαι τὰς φυλακὰς Συγγροῦ, ὅτι ἐπετύγχανε πολύ. Ἡ ἐν Χριστῷ Ἀδελφότης ἐφρόντιζε περὶ τῆς καθαριότητος τῶν ἐφήβων, ἐφρόντιζε νὰ τοὺς ἐκπαιδεύῃ, νὰ τοῖς δίδῃ θρησκευτικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ ἄλλην μόρφωσιν, τὰ ὁποῖα βεβαίως γίνονται εἰς πολλὰ μέρη τῆς Εὐρώπης. Καὶ μᾶς φαίνεται ἄπορον, πῶς ἐδῶ θέλομεν νὰ ἱδρύσωμεν μίαν ἐπιτηρητικὴν ἐπιτροπὴν εἰς τὸ Ἐφηβεῖον! Καὶ δὲν γνωρίζει ὁ συνάδελφος, ὅτι εἰς πλεῖστα μέρη τῆς Εὐρώπης, εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἰδίως, ὑπάρχουσι τοιαῦται ἐπιτροπαί;
§382ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἀποτελοῦσι μέρος διοικήσεως.
§383ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὅταν γίνηται λόγος περὶ ἐπιτηρητικῆς ἐπιτροπῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκλάβῃ τις σπουδαίως, ὅτι ἀποτελοῦσι τὴν διοίκησιν; Ἐπιτηρητικὴ, κύριε συνάδελφε, τί θὰ εἰπῇ; Ἐπιτηρητικὴ δὲν εἶναι διοίκησις, διότι τότε ἠθέλομεν εἴπει, ὅτι καθιστῶμεν ἐφορείαν ἐκ μέρους τῆς ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητος· ὅτι δὲ ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐπιτηρητικὴ εἶναι ἀναγκαία, σᾶς τὸ βεβαιῶ, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον· ὅτι οἱ ἀνώτεροι λειτουργοὶ τοῦ Κράτους, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Ἐφορείαν, ὅσην θέλησιν καὶ ἂν ἔχουν, δὲν ἔχουν τὸν ὑλικὸν χρόνον νὰ μεταβαίνουν καθ’ ἑκάστην εἰς τὸ Ἐφηβεῖον. Λοιπὸν ἡ Ἐφορεία θὰ μεταβαίνῃ ἅπαξ τοῦ μηνὸς, καὶ θὰ πείθηται κατ’ ἀνάγκην εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ τῇ παριστᾷ ὁ διευθύνων. Ἂν τύχωμεν διευθυντοῦ καλοῦ, εἶναι πιθανὸν ὅτι τὸ κατάστημα, θὰ εὐδοκιμήσῃ· ἀλλ’ ἡ ἐπιτηρητικὴ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία θὰ συχνάζῃ εἰς τὸ κατάστημα, θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ προλαμβάνῃ πολλὰ ἄτοπα, καὶ νὰ φωτίζῃ τὴν Ἐφορείαν, ἡ ὁποία θὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν.
§384ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Εἶναι περίεργον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, χωρὶς νὰ ζητήσωμεν τὴν συνδρομήν του, ἦλθε νὰ μᾶς τὴν παράσχῃ. Πρῶτον εἶπεν, ὅτι εἰς τὰ τῶν φυλακῶν Συγγροῦ αἱ Κυρίαι δὲν εἶχον ἀναμιχθῆ, ὅπως ἐνόμισεν ὅτι ἡμεῖς ἰσχυρίσθημεν, καὶ ὅτι ἀνεμίχθησαν μὲ τόσην ἁπαλὴν χεῖρα, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ βλάψουν τὴν διοίκησιν τῶν φυλακῶν. Καὶ ὅμως ἡ τοιαύτη ἀνάμιξις τῶν Κυριῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐγέννησεν ἄτοπα, καὶ τὴν βεβαίωσιν τῶν ἀτόπων τούτων τὴν περιέχει ἔκθεσις, περὶ τῆς ὁποίας ἔκαμε λόγον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων Βουλευτής. Ἐγὼ δὲν ἐπεκαλέσθην οὔτε προέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἰδίαν μου ἀντίληψιν, ὅπως σχηματίσῃ αὕτη περὶ τούτου γνώμην, ἀλλ’ ἐπεκαλέσθην τὴν ἔκθεσιν τῶν ἁρμοδίων προσώπων, περὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει πεποίθησις, ὅτι καὶ ὀρθῶς τὰ πράγματα ἀντελήφθησαν, καὶ ἀμερολήπτως περὶ αὐτῶν ἀπεφάνθησαν. Ὥστε, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς εἰς οὐδὲν ἄλλο συνετέλεσαν, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ κρατύνωσιν ὅσα ἐλέχθησαν. Ἀλλὰ ὡς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἦλθε νὰ ἀναιρέσῃ κατὰ τὰ πλεῖστον ὅσα προσεπάθει νὰ βεβαιώσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὴν ἀνάμιξιν τῶν Κυριῶν παρέστησεν, ὡσεὶ ἤθελε νὰ εἴπῃ πρὸς ἡμᾶς, ὅτι οὐδένα κίνδυνον διατρέχει ἡ διοίκησις τοῦ Ἐφηβείου, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τοιαύτην τὴν ἀνάμιξιν παρέστησεν, ὥστε ἐπιβάλλεται ἡμῖν νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα μὴ ὑπάρξῃ κίνδυνος.
§385ΣΤΑΗΣ. Ἀληθῶς ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς παρέστησε τὰ πράγματα οὕτως, ὥστε δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ περισσοτέρα ἀνάπτυξις, ἵνα καταδειχθῇ, ὅτι ἡ ἐπίδρασις τῆς ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητος εἰς τὸ Ἐφηβεῖον ἦτο τοιαύτη, ὥστε ἔδει νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια, ἵνα καταπαύσῃ ἡ περαιτέρω παραλυσία τοῦ εὐεργετικοῦ ἐκείνου ἱδρύματος, διότι περὶ τούτου καὶ μόνον πραγματεύεται ἡ ἔκθεσις. Εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ τῆς ἐκθέσεως ταύτης. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς κρατούμενοι εἶχον τόσην τὴν προστασίαν τῆς ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητος, ὥστε ἐκ ταύτης θρασυνόμενοι, ἐπιτίθεντο κατὰ τοῦ διευθυντοῦ!
§386ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν ὡμίλησα περὶ διευθυντοῦ, ἀλλὰ περὶ ὑπαλλήλων. Διατὶ γεννᾶτε ζητήματα;
§387ΣΤΑΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ ἐπίδρασις τῆς ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητος ἦτο τοιαύτη, ὥστε ἡ τοῦ διευθυντοῦ ἐπέμβασις εἶχεν ἀπαγορευθῆ. Ὁποία δὲ ἦσαν τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα τούτων, ἀναγνώσατε τὴν ἰατρικὴν ἔκθεσιν, τῆς ὁποίας τὸ περιεχόμενον δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἀναφέρω, ἵνα μάθητε εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκοντο 70 νέοι κατάδικοι. Ἐνῷ δὲ ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι βεβαιωμένη, τίς ἤθελε πιστεύσει, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔρχεται σήμερον νὰ παραδώσῃ εἰς χεῖρας τῆς ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητος τὴν διοίκησιν τῶν φυλακῶν τῶν ἐφήβων!
§388Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἡ διοίκησις τῶν φυλακῶν εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς τὴν Ἐφορείαν, ἥτις εἶναι γνωστή, καὶ ὅτι ἡ ἐπιτηρητικὴ ἐπιτροπὴ οὐδὲν ἄλλο ἔχει δικαίωμα ἢ νὰ ἐπιτηρῇ, νὰ ἀναφέρηται εἰς τὴν Ἐφορείαν, ὅπως αὕτη λαμβάνῃ τὰ νόμιμα μέτρα. Οὕτως ἐννοῶ ἐγὼ τὰ πράγματα, καὶ οὕτω διαγράφει αὐτὰ τὸ νομοσχέδιον.
§389ΣΤΑΗΣ. Ἡ ἐπιτηρητικὴ ἐπιτροπὴ θὰ ἐφορεύῃ καὶ αὐτὴν τὴν Ἐφορείαν· τοῦτο θὰ λαμβάνῃ χώραν. Ἔπειτα ἔρχεται εἰς ἐπίῤῥωσιν τῆς ἰδέας μου τὸ αʹ. ἐδάφιον τοῦ τρίτου ἄρθρου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Ἐφορεία τοῦ Ἐφηβείου ἀπαρτίζεται ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τὸν Ἀντιπρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ἀπὸ τὸν Νομάρχην, ἀπὸ τὸν τμηματάρχην τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἀπὸ ἓν ἕτερον μέλος, διοριζόμενον μετὰ γνωμοδότησιν τῆς ἐκ Χριστῷ Ἀδελφότητος.
§390Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν γλῶσσαν τῆς διοικήσεως καὶ τῆς ἐπιστήμης ἡ γνωμοδότησις δὲν εἶναι ὑποχρεωτική· δίδοται μόνον πρὸς φωτισμόν.
§391ΣΤΑΗΣ. Προκειμένου περὶ Κυριῶν, ἡ γλῶσσα τῆς ἐπιστήμης δὲν ἔχει σημασίαν.
§392Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν θέλητε νὰ ἐξετάσητε τὴν δύναμιν τῆς γυναικός, οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν θέλει κηρύξει ἑαυτὸν ἀπηλλαγμένον τῆς ἐπηρείας αὐτῆς· ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἀποκρούσωμεν τὰς γυναῖκας ἀπὸ τὰ καθήκοντα τοῦ κοινωνικοῦ βίου.
§393ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐξαιρεῖσθε ὑμεῖς (ἱλαρότης).
§394Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐξαιροῦμαι.
§395ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀντὶ «πρὸς τῇ Ἐφορείᾳ» ἂς τεθῇ «ὑπὸ τὴν Ἐφορείαν». Ἂς διαγραφῇ δὲ τὸ δικαίωμα τῆς γνωμοδοτήσεως, διότι θὰ ἦναι μία ἐπέμβασις.
§396ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Ἵνα ἐννοήσωμεν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἡ ἐν Χριστῷ Ἀδελφότης ἀντιλαμβάνεται τῶν καθηκόντων της, δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ ζητήσωμεν τὸν κανονισμόν, τὸν ὁποῖον συνέταξε διὰ τὰ Ἐφηβεῖα, καὶ τοῦ ὁποίου, ὡς ἔμαθον, ἡ ἀνάγνωσις θὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς ἀτελεύτητον φαιδρότητα. Εἶναι ἔγγραφον, τοῦ ὁποίου δὲν ἔλαβον γνῶσιν αἱ ἐσωτερικαὶ ἐφημερίδες, ἀλλ’ ἐπειδὴ δυστυχῶς αἱ ἐφορεῖαι τῶν φυλακῶν δὲν λειτουργοῦσι, διότι τάσσονται ὡς ἔφοροι ὕψιστα πρόσωπα τῆς κοινωνίας, δὲν λειτουργοῦσι δὲ οὔτε ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ὅπου αἱ φυλακαὶ ἀπέχουσι δύο βήματα τῆς πόλεως, φοβοῦμαι μήπως εἰς τὰ καθήκοντα τῆς Ἐφορείας εἰσέλθῃ ἡ ἐν Χριστῷ Ἀδελφότης, καὶ εἰς τοῦτο βλέπω τὸν κίνδυνον. Διὰ τοῦτο τὸ γʹ ἐδάφιον τοῦ τρίτου ἄρθρου πρέπει νὰ διατυπωθῇ καλλίτερον.
§397Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν εἶναι ἄπορον, διατὶ μετὰ τόσης θερμότητος συζητοῦμεν τὸ ζήτημα, ἀφοῦ πρόκειται περὶ ἐπιδράσεως τῶν Κυριῶν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἄλλοι ὑπερτιμῶσι καὶ ἄλλοι ὑποτιμῶσι τὴν ἀνάμιξίν των, διότι τὰ πάντα δύνανται νὰ συμβιβασθῶσιν. Ἀδικοῦμεν καὶ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσήνεγκον αἱ Κυρίαι, διότι Ἐφηβεῖον δὲν θὰ ἐγίνετο, ἐὰν μὴ ἐλάμβανον αἱ Κυρίαι τὴν πρωτοβουλίαν νὰ προνοήσωσι περὶ τοῦ κτιρίου τοῦ Ἐφηβείου. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐξωθήσῃ εἰς τὸ νὰ παραχωρήσωμεν τὰ πάντα εἰς τὰς Κυρίας. Συμφώνως πρὸς ὅσα ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐξέθηκεν, ἡ ἐφορεία καὶ ἡ διοίκησις τοῦ καταστήματος δέον νὰ ἦναι ἀνατεθειμένη εἰς τὴν Ἐφορείαν, συμπληρωτικὴ δὲ βοήθεια θὰ ζητηθῇ ἀπὸ τὰς Κυρίας, ἡ ὁποία θὰ συνίσταται εἰς ἁπλῆν ἐπιτήρησιν. Τώρα βεβαίως δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἀόριστον τὸ πρᾶγμα· ἐφορεία καὶ ἐπιτήρησις εἶναι δύο τινὰ διάφορα. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἐξήγησις πληρεστέρα, ὅτι ἡ διοίκησις τοῦ καταστήματος ἀνήκει εἰς τὴν Ἐφορείαν.
§398Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§399Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. .. καὶ ὅτι ἡ ἐπιτηρητικὴ ἐπιτροπὴ οὐδὲν ἄλλο ἔχει νὰ πράξῃ ἢ νὰ ἐπιτηρῇ καὶ νὰ ἀναφέρῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρατηρεῖ, εἰς τὴν Ἐφορείαν. Ὅταν οὕτω καθορίσωμεν τὰς ἁρμοδιότητας τῶν δύο αὐτῶν ἀρχῶν, τῆς Ἐφορείας καὶ τῆς ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητος, θέλομεν ἔχει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν.
§400ΣΚΟΥΖΕΣ. Ταῦτα προβλέπει τὸ ἄρθρον 4.
§401Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ τρίτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 3 πρέπει νὰ διορθωθῇ μᾶλλον ὡρισμένως κατὰ τοιαύτην ἔννοιαν, ὥστε νὰ μὴ γεννᾷ ἀμφιβολίας.
§402ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ λείψῃ ἡ λέξις «γνωμοδότησις», διότι σημαίνει ἐξάρτησιν.
§403Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ γνωμοδότησις δὲν εἶναι ἐξάρτησις.
§404ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος προτείνει τὸν διορισμὸν τούτου ἢ ἐκείνου, καὶ ἄνευ τῆς προτάσεως τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ γείνῃ ὁ διορισμὸς, ἔχει κατισχύουσαν γνώμην. Δὲν ἠξεύρω διατὶ ἐπιμένετε, καὶ παρακαλῶ νὰ συζητήσωμεν συντόμως, τίνες εἶναι αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας προσφέρει αὐτὴ ἡ γνωμοδότησις. Δὲν σᾶς φθάνει ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου; ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; περιλάβετε καὶ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ μὴ ζητεῖτε τὴν γνωμοδότησιν ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἔχει καθήκοντα ἐπιτηρητικὰ καὶ κεῖται ὑπὸ τὴν Ἐφορείαν.
§405ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 ἐτροποποιήθη ὡς ἑξῆς.
§406ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἡ διοίκησις τοῦ Ἐφηβείου Ἀβέρωφ ἀνατίθεται εἰς Ἐφορείαν, αὕτη δὲ ἀποτελεῖται ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ Ἀντιπροέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, τοῦ Νομάρχου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, τοῦ τμηματάρχου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τοῦ τμήματος τῶν φυλακῶν καὶ ἑνὸς ἑτέρου μέλους, διοριζομένου διὰ Β. Διατάγματος τῇ προτάσει τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, μετὰ γνωμοδότησιν τῆς ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητος. Τῆς Ἐφορείας, ἀποφασιζούσης κατὰ πλειονοψηφίαν, προεδρεύει ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὑπὸ τὴν Ἐφορείαν ἐγκαθίσταται καὶ ἐπιτηρητικὴ ἐπιτροπὴ, ἀποτελουμένη ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐν Χριστῷ Ἀδελφότητος, ἧς τὰ καθήκοντα θέλουσι κανονισθῆ διὰ Β. Διατάγματος.»
§407ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5, ὡς ἔχουσι).
§408ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκει): «Ἀνήλικοι μὴ ὑπερβάντες τὸ 18 ἔτος τῆς ἡλικίας αὑτῶν καὶ καταδικασθέντες εἰς φυλάκισιν ἔλαττον τοῦ μηνὸς, ἐκτίνουσι τὴν ποινὴν ἐν ταῖς φυλακαῖς τῶν ὑποδίκων καὶ εἰς χωριστὸν δωμάτιον.»
§409Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο προτείνω νὰ προστεθῇ ἐν τέλει: «πλὴν τῶν καταδικασθέντων δι’ ἀποφάσεως τῶν ἐν Ἀθήναις ποινικῶν δικαστηρίων, οἵτινες ἐκτίνουσι τὴν ποινὴν αὐτῶν ἐν τῷ Ἐφηβείῳ.»
§410ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν ἔχει θέσιν ἐν τῷ εἰδικῷ νομοσχεδίῳ περὶ τοῦ Ἐφηβείου Ἀβέρωφ, διότι πρόκειται περὶ διατάξεως ἀφορώσης ἐν γένει ὅλας τὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους. Νομίζω δὲ, ὅτι, εἰς ἣν κατάστασιν εὑρίσκονται αἱ φυλακαὶ τοῦ Κράτους, ἡ διάταξις αὕτη θὰ ᾖναι δυσεκτέλεστος, διότι δυσκόλως θὰ εὑρίσκηται χωριστὸν δωμάτιον.
§411Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν· ἡ διάταξις εἶναι ἐνδεικτική.
§412ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ἑτέραν παρατήρησιν. Πρόκειται περὶ ἐκείνων, οἵτινες καταδικάζονται εἰς φυλάκισιν ἔλαττον τοῦ μηνός· αὐτοὶ δὲν μεταφέρονται. Ἀλλ’ ἄν τις καταδικασθῇ εἰς φυλάκισιν 40 ἡμερῶν καὶ πρόκειται νὰ ἔλθῃ ἐξ ἐπαρχίας, ἀπὸ τῆς Ἄρτης π. χ., τὰς 40 ἡμέρας ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον θὰ διανύσῃ εἰς τὸ ταξείδιον, καὶ μόνον δι’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ μείνῃ εἰς τὸ Ἐφηβεῖον. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ τεθῇ «ἔλαττον τῶν τριῶν μηνῶν», διότι οὕτω ὑπάρχει τὸ χρονικὸν διάστημα, δι’ οὗ δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἡ βελτίωσις καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐν τῷ Ἐφηβείῳ διαμονῆς. Διότι, ἂν ἔρχωνται κατάδικοι 40 ἡμερῶν, αὐτοὶ θὰ ἔρχωνται ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῶν καταδίκων τῶν καταδικασθέντων εἰς ποινὴν μείζονα μὲν τοῦ μηνός, ἀλλὰ τοσαύτην, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ὁ χρόνος ὁ ἀναγκαῖος, ἵνα τὰ καλὰ ἀποτελέσματα τῆς διαίτης ἐν τῷ Ἐφηβείῳ προέλθωσιν, ὡς ὅταν πρόκειται περὶ φυλακίσεως 40 ἡμερῶν. Οὗτοι θὰ ἔρχωνται ἐδῶ; Ἐὰν μείνῃ ἡ διάταξις ὡς ἔχει, θὰ ἔρχωνται ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Δημοσίου, διότι θὰ χρειασθῶσι φύλακες, ἵνα τοὺς μεταφέρωσι, θὰ πληρώνωνται ὁδοιπορικά, καὶ ἐν τούτοις ἡ ὠφέλεια θὰ ᾖναι μηδαμινή.
§413Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ γνώμη ὑμῶν παρέχει τὴν ἑξῆς δυσκολίαν. Ἡ ποινὴ τῆς φυλακίσεως εἶναι ποινὴ πλημμελήματος, ἑπομένως ποινὴ ἐπανορθωτική. Ἡ πρότασις ὑμῶν, ἵνα τεθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ, ἀντὶ «ἔλαττον τοῦ μηνός», «ἔλαττον τῶν τριῶν μηνῶν», ἀντιβαίνει εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 2, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη ἤδη, καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον «οἱ καταδικασθέντες εἰς ἐγκληματικὴν ἢ ἐπανορθωτικὴν ποινὴν φυλακίσεως πλέον τοῦ μηνὸς ἐκτίνουσι τὴν ποινὴν αὐτῶν ἐν τῷ Σωφρονιστηρίῳ τούτῳ, ὑποβαλλόμενοι εἰς αὐστηρὰν πειθαρχίαν κ.τ.λ.» Ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ ἀντιτάξωμεν ὅριον διάφορον τοῦ ἀναγραφέντος ἐν τῷ ἄρθρῳ 2.
§414ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6 μετὰ τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προταθείσης προσθήκης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἐν τῷ Σωφρονιστηρίῳ ἐκτίνοντες τὴν ποινὴν αὐτῶν ἀνήλικοι, ὑπερβάντες τὸ 18 ἔτος τῆς ἡλικίας, πέμπονται εἰς ἕτερον ἐντελῶς κεχωρισμένον τμῆμα τῶν αὐτῶν φυλακῶν, ὅπως διανύσωσι τὸ ὑπόλοιπον τῆς ποινῆς αὐτῶν. Ἐν τῷ αὐτῷ Σωφρονιστηρίῳ ἐκτίνουσι τὴν ποινὴν αὐτῶν μέχρι τῆς συμπληρώσεως τοῦ 21 ἔτους καὶ οἱ καταδικασθέντες ἀνήλικοι, οἱ ὑπερβάντες τὸ 18ον ἔτος τῆς ἡλικίας αὐτῶν, ἐὰν κατεδικάσθησαν εἰς φυλάκισιν ἐλάσσονα τῶν τριῶν ἐτῶν δι’ ἀποφάσεως τῶν ἐν Ἀθήναις ποινικῶν δικαστηρίων.»
§415Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Προὐτάθη προσθήκη εἰς τοῦτο: «Ἀλλ’ ἐνήλικοι γινόμενοι, πέμπονται εἰς τὸ κεχωρισμένον τμῆμα...»
§416ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐγώ, μεθ’ ὅσα εἶπον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, ἔχω νὰ κάμω τὴν ἀκόλουθον παρατήρησιν. Μοὶ φαίνεται ὅτι θὰ ἦτο ἐντελῶς σύμφωνον πρὸς τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐτροποποιεῖτο ὡς ἑξῆς: «Οἱ ἐν τῷ Σωφρονιστηρίῳ ἐκτελοῦντες τὴν ποινὴν αὐτῶν ἀνήλικοι, ὑπερβάντες τὸ 18ον ἔτος τῆς ἡλικίας, πέμπονται εἰς ἕτερον ἐντελῶς κεχωρισμένον τμῆμα τῶν αὐτῶν φυλακῶν, ὅπως διανύσωσι τὸ ὑπόλοιπον τῆς ποινῆς αὐτῶν.» Ἕως ἐκεῖ νὰ μείνῃ ἀμετάβλητον, κατόπιν δὲ νὰ μεταβληθῇ οὕτω πῶς: «Ἐν τῷ αὐτῷ τοῦ Σωφρονιστηρίω τμήματι ἐκτίνουσι τὴν ποινὴν αὐτῶν...» νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ «μέχρι συμπληρώσεως τοῦ 21 ἔτους» καὶ νὰ τεθῇ: «καὶ οἱ καταδικασθέντες ἀνήλικοι, οἱ ὑπερβάντες τὸ 18ον ἔτος τῆς ἡλικίας αὐτῶν...» κλπ. ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον. Τοιουτοτρόπως, κύριε Πρόεδρε, θὰ ἔχωμεν ὁμοιόμορφον σύστημα, τουτέστιν οἱ καταδικασθέντες ἀνήλικοι, ὅταν θὰ συμπληρώσωσι τὸ 18ον ἔτος τῆς ἡλικίας των, θὰ μένωσιν ἐν τῷ Ἐφηβείῳ, ἐὰν κατεδικάσθησαν εἰς φυλάκισιν ἐλάσσονα τῶν τριῶν ἐτῶν.
§417Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Συναινῶ. Ὥστε τὸ δεύτερον μέρος τοῦ ἄρθρου νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Ἐν τῷ αὐτῷ τοῦ Σωφρονιστηρίου τμήματι ἐκτίνουσι τὴν ποινὴν αὐτῶν καὶ οἱ καταδικασθέντες ἀνήλικοι, οἱ ὑπερβάντες τὸ 18ον ἔτος τῆς ἡλικίας αὐτῶν, ἐὰν κατεδικάσθησαν εἰς φυλάκισιν ἐλάσσονα τῶν τριῶν ἐτῶν δι’ ἀποφάσεως τῶν ἐν Ἀθήναις ποινικῶν δικαστηρίων.» Οὕτω τροποποιουμένου τοῦ ἄρθρου, δὲν πρέπει νὰ γείνῃ ἡ προηγουμένως προταθεῖσα προσθήκη.
§418ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 8–11, ὡς ἔχουσι).
§419ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκει): «Ἡ ὅρκισις τοῦ μὲν διευθυντοῦ, ἱερέως καὶ λογιστοῦ γίνεται ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ δὲ λοιποῦ προσωπικοῦ ἐνώπιον τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Σωφρονιστηρίου.»
§420ΡΑΛΛΗΣ. Διατὶ τοῦ ἱερέως καὶ τοῦ λογιστοῦ; Αὐτοὶ εἶναι ὑπάλληλοι, ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ καταστήματος. Μόνον τοῦ διευθυντοῦ νὰ γίνηται ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ δὲ λοιποῦ προσωπικοῦ νὰ γίνηται ἐνώπιον τοῦ διευθυντοῦ. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος, ὅπως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχῃ τὴν ἀπασχόλησιν αὐτήν, νὰ ὁρκίζῃ τὸν ἱερέα καὶ τὸν λογιστήν.
§421Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ διορίζονται διὰ Β. Διατάγματος, πρέπει νὰ ὀμόσωσιν ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 12, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 13 καὶ 14).
§422ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκει): «Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὀφείλει περὶ τὰς ἀρχὰς Δεκεμβρίου ἑκάστου ἔτους νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὰς Α. Μ. τὸν Βασιλέα καὶ τὴν Βασίλισσαν ἔκθεσιν περὶ τῆς λειτουργίας τοῦ Σωφρονιστηρίου.»
§423ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸς τὴν Βασίλισσαν δὲν ὑποβάλλονται.
§424Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). «Εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα.»
§425ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὸν Βασιλέα, μάλιστα. (Οὕτω τροποποιηθὲν τὸ ἄρθρον 15, γίνεται δεκτόν, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§426ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ καταργήσεως ἄρθρων τινῶν ἐκ τῶν τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ διεπόντων νόμων.
§427ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν ἐδέχθη τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἐπρότεινεν ἡ ἐπιτροπή· διότι, ἂν δὲν ἐδέχθη αὐτὰς, θὰ ἔχῃ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον.
§428Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὄχι ὅλας.
§429ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν παράγραφον δʹ τοῦ ἄρθρου 1 τὴν διαγράφετε;
§430Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ἀπαλειφθέντος τοῦ δ’ ἐδαφίου αὐτοῦ).
§431ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὸ τέλος τῶν ὑπὸ στοιχ. αʹ ἐδαφίων τῶν ἄρθρων 3 τοῦ ΧΞΑʹ τοῦ 1861 νόμου καὶ 12 τοῦ ΩΚΓʹ νόμου τοῦ 1880 προστίθεται ἡ διάταξις «πλὴν τῶν συντάξεων τῶν ἐν ἀποστρατείᾳ ἀξιωματικῶν.»
§432ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐδῶ ὑπάρχει τροπολογία.
§433ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἡμεῖς προσεθέσαμεν 2½% εἰς τὰς κρατήσεις ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν πάσης καταστάσεως.
§434Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Πολὺ καλά. Δέχομαι τὴν τροπολογίαν.
§435Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀντὶ τοῦ ἄρθρου 2 θὰ τεθῇ τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ἡ ἐπιτροπή.
§436ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς προτεινόμενον ἄρθρον 2 ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἐδάφια αʹ τῶν ἄρθρων 3 τοῦ ΧΞΑʹ τοῦ 1861 νόμου καὶ 12 τοῦ ΩΚΓʹ νόμου τοῦ 1880 τροποποιοῦνται ὡς ἕπεται: «Ἐδάφ. αʹ. Ἐκ τῆς κρατήσεως δύο καὶ ἥμισυ ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἐφ’ ὅλων τῶν εἰς χρήματα ἀποδοχῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖ ἡ κατάστασις αὐτῶν, κατὰ τὸν περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ νόμον, πλὴν τῶν συντάξεων τῶν ἐν ἀποστρατείᾳ ἀξιωματικῶν, καταργουμένης τῆς διατάξεως τοῦ ἐδαφ. αʹ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ΧΠΓʹ τῆς 11 Αὐγούστου 1861.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 τῆς ἐπιτροπῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν ἀπάλειψιν τῶν ἄρθρων 3 καὶ 4.
§437Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δέχομαι τὴν τροπολογίαν.
§438ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4 διαγράφονται. Τὸ ἄρθρον 5 λαμβάνει τὴν θέσιν τοῦ ἄρθρου 3. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρον 5).
§439ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 τοῦ νομοσχεδίου, ἤτοι 4 κατὰ τὴν νέαν τάξιν (ἀναγινώσκει): «Οἱ μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου εὑρεθέντες μέτοχοι ἀξιωματικοὶ ὑποχρεοῦνται νὰ συμπληρώσωσι τὴν ὁρισθεῖσαν μετοχὴν αὐτῶν, οἱ μὲν ἀνώτεροι μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 1200 δραχμῶν, οἱ δὲ κατώτεροι μέχρι τοῦ τῶν 600, κρατουμένης τῆς διαφορᾶς, δι’ ἀναλόγου μηνιαίας κρατήσεως, τῶν μὲν ἀποστράτων ἐκ τοῦ μερίσματός των, τῶν δ’ ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ ἐκ τοῦ μισθοῦ των. Εἰς τὴν διάταξιν ταύτην ὑπάγονται καὶ οἱ μέτοχοι τοῦ ταμείου νομομηχανικοί.»
§440ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μίαν διασάφησιν ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δώσῃ εἰς τὰ περὶ νομομηχανικῶν, διότι εἶναι καὶ ἐπιθεωρηταί. Μόνον οἱ νομομηχανικοὶ ἢ καὶ οἱ ἐπιθεωρηταὶ περιλαμβάνονται; διότι καὶ αὐτοὶ κατέθεσαν.
§441Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν καὶ οἱ ἐπιθεωρηταὶ ἦναι μέτοχοι τοῦ ταμείου, πρέπει νὰ περιλαμβάνωνται.
§442ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Πρέπει νὰ προστεθῇ.
§443Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. «Ἐπιθεωρηταὶ τῶν δημοσίων ἔργων καὶ νομομηχανικοί.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει, τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νομοσχεδίου, 5 κατὰ τὴν νέαν τάξιν).
§444ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8.
§445Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Διαγράφεται. (Διαγραφέντος τοῦ ἄρθρου 8, ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9 τοῦ νομοσχεδίου, 6 κατὰ τὴν νέαν τάξιν).
§446ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10.
§447ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ τοῦ ἄρθρου 10 προτείνεται ἡ διαγραφή.
§448Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα, νὰ διαγραφῇ.
§449ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαγράφεται. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 11 τοῦ νομοσχεδίου, 7 κατὰ τὴν νέαν τάξιν).
§450ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ προστεθῇ ἓν ἄλλο ἄρθρον, τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον νὰ πληρόνῃ τὰς συντάξεις τῶν ἐν τῇ πρωτευούσῃ ἐγκατεστημένων ἀποστράτων ἀξιωματικῶν ἐπὶ κρατήσει ἓν ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν λόγῳ ἀποζημιώσεως· εἰσπράττεται δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο παρὰ τοῦ ἁρμοδίου δημοσίου ταμείου.»
§451Ν. ΣΜΟΛΕΝΙΤΖ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, διότι ἀντίκειται εἰς τὸν λογιστικὸν νόμον τοῦ Κράτους καὶ ἀποβαίνει ἐπικίνδυνον, ἀπαιτεῖ δὲ ἰδίαν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ ταμείῳ. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν τὸ ἄρθρον 12, ἤτοι 8 κατὰ τὴν νέαν τάξιν, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§452ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θὰ τυπωθῇ ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ θὰ διανεμηθῇ διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ἀμέσων φόρων τῶν δήμων τῶν ἐπαρχιῶν Γυθείου καὶ Οἰτύλου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§453ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω παρατηρήσεις τινὰς, κύριε Πρόεδρε, τὰς ὁποίας θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν προσεχῆ ἀνάγνωσιν. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§454ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν θέσεων τῶν βοηθῶν καὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐπιστατῶν τῶν δημοσίων ἔργων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§455ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ΑΧΚΗʹ τοῦ 1887 περὶ ἀποζημιώσεως ὁδοιπορικῶν ἐξόδων τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον.
§456ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὸ ἄρθρον 1ον τοῦ ΑΧΚΗʹ νόμου τοῦ 1887 περὶ ἀποζημιώσεως ἐξόδων πορείας τῶν ἀνδρῶν τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Οἱ δι’ οἱονδήποτε λόγον ὑπηρεσίας ὁδοιποροῦντες ἀξιωματικοὶ, ἀνθυπασπισταὶ καὶ ὁπλῖται τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, καθὼς καὶ οἱ ὁδοιποροῦντες τοιοῦτοι ὡς μάρτυρες ἢ ὡς κατηγορούμενοι καλούμενοι ἐνώπιον παντὸς δικαστηρίου, δικαιοῦνται εἰς ἀπόληψιν ὁδοιπορικῶν ἀποζημιώσεων. Εἰς τὴν διάταξιν ταύτην ὑπάγονται καὶ τὰ μέχρι τοῦδε πληρωθέντα ὁδοιπορικὰ ἔξοδα τῶν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ὁπωσδήποτε κληθέντων στρατιωτικῶν.»
§457ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν παρατήρησιν θὰ ὑποβάλω, ὡς πρὸς τὴν ὁποίαν πιστεύω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ ᾖναι σύμφωνος. Εἰς τὸ «καὶ οἱ ὁδοιποροῦντες τοιοῦτοι ὡς μάρτυρες ἢ ὡς κατηγορούμενοι» νὰ προστεθῇ «διὰ παραπτώματα διαπραχθέντα παρ’ αὐτῶν ἐν τῇ στρατιωτικῇ ὑπηρεσίᾳ»· διότι δυνατὸν νὰ καλῶνται κληρωτοὶ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ὡς μάρτυρες ἢ ὡς κατηγορούμενοι διὰ παραπτώματα, τὰ ὁποῖα διέπραξαν πρὶν ἢ καταταχθῶσιν ἐν τῷ στρατῷ. Εἶναι δίκαιον νὰ πληρώσῃ δι’ αὐτοὺς τὸ Δημόσιον;
§458ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν δὲν ἔχωσι τὰ ἔξοδα, ἵνα ὁδοιπορήσωσι;
§459Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι τὸ συμφέρον τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον, ὡς ἔχει, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἡ πρότασις νόμου περὶ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν λεμονίων. Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἑρμηνείας τοῦ περὶ ἐξοφλήσεως τῶν χρεῶν τῶν δήμων νόμου τῆς 24 Ἰανουαρίου 1852).
§460ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προστασίας τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ σακχαροποιΐας.
§461Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ὅτε ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἡ πρώτη συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐζήτησα νὰ κατατεθῶσι πληροφορίαι τινὲς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐπρόκειτο νὰ ἀναπτύξω τὰς ἰδέας μου, προκειμένου νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι ἔχει σπουδαιοτάτην σημασίαν καὶ ὡς πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ἰδίως ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐπ’ ἐσχάτων κυρίως προὐκάλεσε τὴν προσοχὴν ἡμῶν. Καὶ διὰ τοῦτο σπεύδω νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν ἔχω νὰ ἀντισταθῶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ σκοποῦ τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο διαιρεῖται εἰς τρεῖς ἰδίως κατηγορίας. Κατὰ τὸ ἄρθρον 1, ἀναγνωρίζεται ὑπὸ τοῦ νόμου προνόμιον ἀτελείας παντὸς ἀμέσου ἢ ἐμμέσου δημοσίου φόρου διὰ τὴν παραγομένην ζάχαριν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη κατηγορία. Κατὰ τὸ ἄρθρον 2, τὰ πρὸς παραγωγὴν ζαχάρεως χρήσιμα τεῦτλα ἀπαλλάσσονται παντὸς ἐγγείου καὶ οἱουδήποτε ἄλλου δημοσίου φόρου. Αὐτὴ εἶναι ἡ δευτέρα κατηγορία. Καὶ περὶ μὲν τῶν δύο τούτων κατηγοριῶν ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω νὰ φέρω ἀντίῤῥησιν. Ἂν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι ἡ ζαχαροποιΐα ἐν Θεσσαλίᾳ, ἡ ἐγκαθιδρυθεῖσα ὑπὸ τοῦ Χρηστάκη Ζωγράφου, ἔχει ἀνάγκην τῆς προστασίας τῆς Πολιτείας, αὐτὴ εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὸ γνωρίζῃ, καὶ αὐτὴ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν, ὅπως χορηγήσῃ προστασίαν εἰς τὴν βιομηχανίαν ταύτην. Καὶ βεβαίως δὲν ἁρμόζει εἰς ἐμὲ νὰ φέρω ἀντιῤῥήσεις ἐπὶ τούτου. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰδίως νομίζω ὅτι προσκρούει εἰς τὴν παραδοχὴν τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι αἱ γνῶμαί τινων ἐκ τῶν ὑποστηριζόντων τοῦτο, ἐξ ὧν ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι λίαν ἐπίμαχον ἀπό τινων ἡμερῶν ἐνταῦθα, τοὐτέστιν ἐὰν ᾖναι παραδεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, ὅταν πρόκειται δι’ αὑτοῦ οἱ κύριοι τῶν πέριξ ἰδιοκτησιῶν νὰ ὑποστῶσιν ἀπαλλοτρίωσιν μέρους τῶν κτημάτων αὑτῶν, ὅπως ὠφεληθῇ τρίτος, οἷος εἶναι νῦν καὶ ὁ κ. Χρηστάκης Ζωγράφος. Ὅτε εἰσήχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως γαιῶν εἰς τὰς ἐν Θεσσαλίᾳ γεωργικὰς οἰκογενείας, κατ’ ἀπόφασιν δὲ αὐτῆς ἐτέθη ὑπὸ τὴν ἐπεξεργασίαν καὶ μελέτην τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, ἐν ταύτῃ σπουδαία ἠγέρθη ἀντίῤῥησις, διερμηνεύουσα τὴν γνώμην τῶν ἰδιοκτητῶν, ὅτι τοῦτο, τὸ περὶ παραχωρήσεως τῶν γαιῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξαναγκάζονται οἱ ἰδιοκτῆται νὰ παραχωρήσωσι μέρος τῆς περιουσίας αὐτῶν πρὸς τοὺς καλλιεργητὰς, δὲν δύναται νὰ γείνῃ παραδεκτὸν, διότι, ὡς ἰσχυρίζοντο ἐκεῖνοι, κατὰ μὲν τὸ ἄρθρον 6 τῆς συνθήκης τῆς παραχωρήσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐπιτρέπεται νὰ ἐξαναγκασθῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται νὰ παραχωρήσωσι μέρος τῆς ἰδιοκτησίας αὐτῶν πρὸς τοὺς καλλιεργητὰς, κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 4 αὐτῆς, οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως καὶ ἄνευ δημοσίας ἀνάγκης· τὸ μέρος δὲ τοῦτο δὲν εἶναι ἢ ἀντιγραφὴ τῆς θεμελιώδους ἀρχῆς, ἡ ὁποία ἔχει ἀναγραφῆ ἐν τῷ Συντάγματι, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν περιορισμὸν τοῦ ἑτέρου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου τούτου, κατὰ τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἰδιοκτήτης δύναται νὰ ἐξαναγκασθῇ νὰ πωλήσῃ μέρος ἢ τὸ ὅλον τοῦ κτήματος αὑτοῦ πρὸς τοὺς καλλιεργητὰς ἢ πρὸς τρίτους. Ὑπεστηρίχθη αὕτη ἡ γνώμη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐκείνῃ, ὅτι διὰ τοῦ ἐδαφίου τούτου καθιεροῦται περίπτωσις, καθ’ ἣν τὸ Δημόσιον δὲν ἠδύνατο, καὶ λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης ἀκόμη, νὰ στερήσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας τῆς ἰδιοκτησίας αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐναντίον τούτων ὑπεστήριξαν ἄλλοι, ἐν οἷς καὶ ἐγώ, τὴν γνώμην, ὅτι τοὐναντίον τὸ ἐδάφιον τοῦτο ἐτέθη, διὰ νὰ ὑποστηριχθῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται ἐναντίον παντὸς ἐξαναγκασμοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἠδύναντο νὰ ὑποβληθῶσι πρὸς ἐκποίησιν τῶν ἰδιοκτησιῶν αὐτῶν, χωρὶς πρὸς τοῦτο νὰ ὑφίσταται δημοσία ἀνάγκη. Καὶ ἠπόρουν τινὲς, ὁποία τις εἶναι ἡ περίπτωσις ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν οἱ συμβαλλόμενοι κατὰ τὴν κατάρτισιν τῆς συνθήκης νὰ προλάβωσι· καὶ ἀληθῶς παρατηρεῖται δυσχέρειά τις, ὅπως δοθῇ ἀπάντησις σαφὴς ὁπωσδήποτε περὶ τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον εἶχον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατήρτιζον τὴν συνθήκην τῆς παραδόσεως τῆς Θεσσαλίας πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ὅτε διετύπουν τὸ ἐδάφιον τοῦτο τῆς συνθήκης. Καὶ ὄντως καὶ ἐγὼ μετεῖχον τότε τῆς ἀπορίας ταύτης, ἀλλ’ ἤδη εὑρίσκω, ὅτι ταύτην λύει καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Διὰ τούτου πρόκειται νὰ ἀπαλλοτριωθῇ μέρος ἢ τὸ ὅλον τσιφλικίου τινὸς, χάριν ἢ πρὸς ὠφέλειαν τρίτου, τοῦ κ. Χρηστάκη Ζωγράφου, διὰ κατασκευὴν ὁδοῦ ἢ βιομηχανικοῦ σιδηροδρόμου, ἡ ἀπαλλοτρίωσις ὅμως αὕτη δὲν γίνεται λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης, ἀλλὰ ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς ἐξυπηρέτησιν τοῦ βιομηχανικοῦ καταστήματος τῆς ζαχαροποιΐας, πρὸς τὴν ἐξυπηρέτησιν δὲ ταύτην δὲν ὑφίσταται βεβαίως δημοσία ἀνάγκη. Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου, ὅταν ὁμιλῇ περὶ δημοσίας ἀνάγκης ἐν τῇ κατασκευῇ ὁδῶν καὶ σιδηροδρόμων, δὲν ἦτο ἡ ὑποστήριξις ἰδιωτικῶν συμφερόντων, ἀλλὰ τῶν κοινῶν, χάριν τοῦ λαοῦ, τῶν κοινοτήτων, τῶν πόλεων, τῶν χωρίων. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ αἱ κατασκευασθησόμεναι ὁδοὶ καὶ ὁ βιομηχανικὸς σιδηρόδρομος πρόκειται νὰ διέλθωσι διὰ τσιφλικίων, καὶ ὡς τοιαῦτα γνωρίζω τὴν Μαγουλίτσαν, τὸ Φανάρι, τὴν Μαγοῦλαν καὶ πλεῖστα ἄλλα τσιφλίκια, τὰ ὁποῖα κεῖνται πέριξ τῆς ζαχαροποιΐας. Ἀφοῦ λοιπὸν πρόκειται νὰ διέλθωσιν αἱ ὁδοὶ αὗται καὶ ὁ βιομηχανικὸς σιδηρόδρομος διὰ τσιφλικίων, πρόκειται δὲ τοιουτοτρόπως οἱ ἰδιοκτῆται ἐκείνων νὰ στερηθῶσι μέρους τοῦ κτήματος αὑτῶν, δὲν ἐπιβάλλεται δὲ ἡ στέρησις λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης, ἕπεται ὅτι κατὰ τοῦ παραδεκτοῦ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἵσταται τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ μνησθέντος ἄρθρου τῆς συνθήκης, καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ ἐδάφιον τοῦτο τῆς συνθήκης εἶναι κίνδυνος νὰ θιγῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐπὶ τοσοῦτον τοῦτο καθίσταται ἀπαράδεκτον. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ἠθέλησα νὰ ὁμιλήσω εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτε ἐζήτησα τὸν λόγον. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομίζω, ὅτι ὁ κ. Χρηστάκης Ζωγράφος ἔχει τὸ ἀτύχημα νὰ ἦναι ἰδιοκτήτης. Ὅταν λοιπὸν πρόκειται αὐτὸς ὡς ἰδιοκτήτης νὰ καταλάβῃ μέρος τῶν τσιφλικίων τῶν ἄλλων μικρῶν ἰδιοκτητῶν, γνωρίζει νὰ μετρῇ ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ ἄρθρον τῆς συνθήκης, καίτοι ὑπὲρ ἑαυτοῦ δὲν ἔχει τὴν δημοσίαν ἀνάγκην, ὅταν δὲ πρόκειται αὐτὸς νὰ ὑποστῇ θυσίας ἐπιβαλλομένας ὑπὸ φανερᾶς δημοσίας ἀνάγκης, γνωρίζει νὰ μετρῇ τὴν συνθήκην ἐναντίον τοῦ λαοῦ τοῦ ἀγροτικοῦ τῆς Θεσσαλίας, περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ ὁποίου δημόσιον ὑφίσταται συμφέρον νὰ ληφθῇ μέριμνα ταχίστη. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν εὑρίσκεται ἐν τῷ δικαίῳ. Θὰ ἦτο ἐν τῷ δικαίῳ, ἂν ὑπεστήριζεν, ὅτι, ὅπως ἡ συνθήκη ἀπαγορεύει τὴν παραχώρησιν μέρος τῶν κτημάτων εἰς τοὺς καλλιεργητὰς, οὕτω πως ἀπαγορεύει καὶ τὴν παραχώρησιν μέρους τῶν τσιφλικίων ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἐγὼ δὲ προβάλλω κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ὅσα αὐτοὶ οἱ ἰδιοκτῆται ὑπεστήριζον, ὅταν πρὸ ὀλίγου χρόνου ἤγειραν τοσοῦτον θόρυβον καὶ τοσοῦτον πάταγον, ἀγωνιζόμενοι δῆθεν ὑπὲρ τῶν συνθηκῶν, ὀχυρούμενοι ὄπισθεν τοῦ Συντάγματος, καὶ διαμαρτυρόμενοι ἐναντίον πάσης ἐπιβολῆς, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ διέβλεπον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ, τῷ πολυθρυλήτῳ, περὶ παραχωρήσεως γαιῶν πρὸς τοὺς συμπολίτας μου, τοὺς ὁποίους ἐνασμενίζονται νὰ χαρακτηρίζωσιν ὡς δουλοπαροίκους, ἀλλὰ περὶ ὧν οὐδέποτε ἐδέχοντο, ὅτι ἦσαν ἄξιοι τῆς προστασίας, τὴν ὁποίαν αὐτὴ ἡ συνθήκη, αὐτὸ τὸ Σύνταγμα παρέχει εἰς αὐτούς. Καὶ ὅμως παρέστησαν, ὅτι τὸ Σύνταγμα καὶ ἡ συνθήκη οὐδεμίαν παρέχουσιν εἰς αὐτοὺς προστασίαν. Καὶ ἐνῷ ἐνόμισαν, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Συντάγματος, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συνθήκης δὲν δύνανται νὰ ὠφεληθῶσιν οἱ καλλιεργηταὶ, ἔρχονται σήμερον καὶ ζητοῦσι νὰ ἐπωφεληθῶσιν, ἐπικαλούμενοι αὐτὰ ἐκεῖνα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα οἱ καλλιεργηταὶ ἐπεκαλοῦντο πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὑπὲρ ἑαυτῶν.
§462ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ θαυμάζω μὲ τὴν ἀνακολουθίαν τοῦ κ. συναδέλφου, διότι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων ἐξεφράσθη ἀκριβῶς κατὰ τῆς θεωρίας, τὴν ὁποίαν σήμερον ὑπεστήριξε· καὶ τοῦτο ὄχι μόνον ἐν τῇ ἐπιτροπῇ προφορικῶς ἔλεγεν, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ἐκθέσεως, ἣν ὑπέγραψεν, ὑπεστήριξε. Τώρα διατὶ παραπονεῖσθε, ὅτι ὁ Χρηστάκης Ζωγράφος παρεδέχθη τὴν ἰδικήν σας ἑρμηνείαν τῆς συμβάσεως; Νομίζω ὅτι, ἀντὶ νὰ καταγγέλλητε κατὰ τοῦ Χρηστάκη Ζωγράφου ἀνακολουθίαν, πρέπει νὰ ὁμολογήσητε, ὅτι σεῖς εἶσθε οἱ ἀνακόλουθοι, διότι, καθ’ ἃ ἐνθυμοῦμαι, ὁ Χρηστάκης Ζωγράφος δὲν μετέσχε τῆς ἐπιτροπῆς, οὐδὲ ἤκουσα τὴν γνώμην αὐτοῦ, ἐνῷ ἤκουσα τὴν τῶν κ. συναδέλφων, ὡς καὶ τοῦ γραμματέως τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐκεῖ ἀληθῶς προεβλήθη τὸ ἀπαράδεκτον τοῦ νομοσχεδίου, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἐπρόκειτο οὐχὶ χάριν δημοσίας ἀνάγκης, ἀλλὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς μεταβιβάσεως κτημάτων ἰδιωτικῶν πρὸς ἄλλους ἰδιώτας, νὰ γείνῃ ἀπαλλοτρίωσις. Ἁπλούστατος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀντετάχθη τὸ ἄρθρον 6 τῆς συμβάσεως, κατ’ ἐμὲ δὲ, καὶ τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑφίσταται ἢ εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρήσῃ τις, ὅτι δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος, ἢ τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συμβάσεως; Βεβαίως ὄχι· καὶ διὰ νὰ τὸ ἀποδείξω, δὲν ἔχω ἢ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι «αἱ κατασκευαζόμεναι ὁδοὶ καθίστανται κοινῆς χρήσεως». Δὲν μεταβιβάζεται ἐνταῦθα τὸ ἔδαφος τῶν ὁδῶν εἰς τὸν Χρηστάκην Ζωγράφον· ἐνταῦθα ἔχομεν τὴν κοινὴν χρῆσιν, ἔχομεν τὴν ἀπαλλοτρίωσιν λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης, διότι μεταβιβάζεται ἡ ἰδιοκτησία εἰς τὸ Κράτος, ἐνῷ ἐκεῖ ἔχομεν τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν κτήματος ἰδιωτικοῦ χάριν ἄλλων ἰδιωτῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο περιπτώσεων· ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνακολουθία εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἡ ἀνακολουθία ὑπῆρξεν ἐκ μέρους ὑμῶν, καὶ ὄχι ἐκ μέρους τοῦ Χρηστάκη Ζωγράφου, ὅστις δὲν ἦλθεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ διατυπώσῃ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ὑμεῖς διετυπώσατε.
§463ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν θὰ μὲ παρηκολούθησεν ἐξ ἀρχῆς εἰς τὴν σειρὰν τῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξα πρὸ ὀλίγου. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀνακόλουθος, εἶμαι συνεπέστατος πρὸς ὅσα ὑπεστήριξα ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς. Διότι ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, ἠγέρθη τὸ ζήτημα, τί ἆρά γε ἐζήτει τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συνθήκης; καὶ ἐλέγετο ἀπολύτως, ὅτι ἐγεννήθη μία ἐξαίρεσις ἀπαλλοτριώσεως λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης. Ἐγὼ δὲ ὑποστηρίζω τὴν ἄλλην γνώμην, ὅτι τὸ ἐδάφιον δὲν ἐτέθη ἀσκόπως ἐν τῇ συνθήκῃ. Τὸ ἐδάφιον τοῦτο ἠθέλησε νὰ μεριμνήσῃ ὑπὲρ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ αὐτοὺς, ὥστε νὰ μὴ ἐξαναγκασθῶσιν εἰς τὴν πώλησιν τοῦ ὅλου ἢ μέρους τοῦ κτήματος αὐτῶν πρὸς καλλιεργητὰς ἢ πρὸς τρίτους, πλὴν μόνον λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης. Τοῦτο λέγω ἐγὼ, καὶ ὑπεστήριζον καὶ τότε. Ἀνευρίσκω δὲ ἤδη, ὅτι ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον ἐτέθη τὸ ἐδάφιον ἐκεῖνο, περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ὁποίου τοσαῦται ἠγέρθησαν ἀμφιβολίαι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, γίνεται κατάδηλος ἐκ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νῦν νομοσχεδίου, ὅπερ οὐδεμία δημοσία ἀνάγκη δικαιολογεῖ. Ὅταν πρόκειται νὰ κατασκευασθῇ ὁδὸς ἢ βιομηχανικὸς σιδηρόδρομος πρὸς χρῆσιν τοῦ Χρηστάκη Ζωγράφου, δηλ. ἀτόμου, οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑφίσταται δημοσία ἀνάγκη, ἵνα ἐξαναγκασθῶσιν ὑποχρεωτικῶς εἰς ἀπαλλοτρίωσιν τῆς περιουσίας αὐτῶν οἱ πέριξ κείμενοι ἰδιοκτῆται. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτής, ὅτι ὑπάρχει δημοσία ἀνάγκη, διότι ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 τοῦ νομοσχεδίου ἀναγράφεται, ὅτι αἱ ὁδοὶ καθίστανται δημοσίας χρήσεως, ἃς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ τὸ δεχθῶ, διότι τὸ νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ κατασκευασθησομένη ὁδὸς ἢ ὁ βιομηχανικὸς σιδηρόδρομος ὡς κοινῆς χρήσεως, οὐδόλως σημαίνει ὅτι προϋπῆρχε τῆς κατασκευῆς ἡ δημοσία ἀνάγκη, ἡ δὲ χρησιμότης τῆς κατασκευασθησομένης ταύτης ὁδοῦ καὶ εἰς ἄλλους σκοποὺς οὐδόλως ἀποδεικνύει δημοσίαν ἀνάγκην. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ δημοσία ἀνάγκη ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἕνεκα τίνος λόγου ἡ δαπάνη βαρύνει τὸν Χρηστάκην Ζωγράφον; Ἐὰν ἀληθῶς ὑπάρχῃ δημοσία ἀνάγκη, τότε τὸ Δημόσιον εἶναι ὑπόχρεων νὰ καταβάλῃ τὴν δαπάνην· ἀλλὰ τί ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ βαρύνῃ ἡ δαπάνη αὕτη τὸν Χρηστάκην Ζωγράφον; ὅτι δὲν ὑπάρχει δημοσία ἀνάγκη, ἀλλ’ ἀνάγκη ἀτομικὴ, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἕνεκα λοιπὸν τῶν λόγων τούτων, φρονῶ ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν μὲ παρηκολούθησεν ἐξ ἀρχῆς, καὶ μὲ ἠδίκησεν, ὅταν ἠθέλησε νὰ μὲ χαρακτηρίσῃ ὡς ἀνακόλουθον, ὡς ἄλλα φρονοῦντα, ὅταν πρόκειται νὰ ὑποστηρίξω τοὺς καλλιεργητὰς, καὶ ὡς τὰ ἐναντία ὑποστηρίζοντα, ὅταν πρόκειται νὰ ὑποστηρίξω τὸ ἀπαράδεκτον τοῦ νομοσχεδίου, προκειμένου περὶ ἑνὸς ἰδιοκτήτου, καὶ ὅταν ἔλεγον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ Χρηστάκης Ζωγράφος ὑπεστήριζεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τὰ ἐναντία παρ’ ὅσα καθιεροῦνται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, βεβαίως δὲν ἐνόουν ὅτι παρίστατο ὁ Χρηστάκης Ζωγράφος, ἐνόουν ὅμως, ὅτι ἐκεῖ ἐγένετο σπουδαία σκέψις περὶ διακανονισμοῦ συμφερόντων καλλιεργητῶν ἢ ἰδιοκτητῶν, θεωρῶ δὲ καὶ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὴν μεγαλειτέραν μερίδα ἢ τὸ μεγαλείτερον δικαίωμα, ἵνα διαμαρτύρηται, εἶχεν ὁ κ. Χρηστάκης Ζωγράφος, διότι ἀληθῶς οὗτος συμπίπτει νὰ ἦναι ὁ μεγαλείτερος ἰδιοκτήτης, νὰ ἦναι ὁ μεγαλείτερος κάτοχος τσιφλικίων ἰδίως ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Τρικκάλων καὶ Καρδίτσης, καὶ διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἐν αὐτῷ συγκεντροῦται περισσότερον ἡ ἰδέα τῆς ὑποστηρίξεως τῶν δικαιωμάτων τῶν ἰδιοκτητῶν, τὰ ὁποῖα τυχὸν ἐθίγοντο διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραχωρήσεως γαιῶν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἶπον, ὅτι ἐκεῖ ὑπεστήριζε τὰ ἐναντία. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονηθῇ, ὅτι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὑπεβλήθησαν τηλεγραφήματα, σωρηδὸν ἐρχόμενα ἐκ μέρους τῶν κτηματιῶν, ἐν τοῖς ὁποίοις διετυποῦντο αἱ ἰδέαι αὐτῶν καὶ περὶ τῆς συνθήκης καὶ περὶ τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐξ ἄλλων λόγων, τοὺς ὁποίους ἐκεῖνοι ἠρύοντο καὶ ὑπεστήριζον, οἵτινες ὅμως νῦν ἀποκρούουσι τὸ νομοσχέδιον περὶ προστασίας πρὸς παραγωγὴν ζαχάρεως.
§464ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ὄχι μόνον καταλογίζω εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἀνακολουθίαν, ἀλλὰ καὶ σύγχυσιν, σύγχυσιν κατὰ τοῦτο, ὅτι ὑπέλαβεν ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἠδύνατο νὰ ἀντιταχθῇ τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συνθήκης. Τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συνθήκης ἀπαγορεύει τὴν μεταβίβασιν οἱουδήποτε μέρους ἢ ὅλου τῶν κτημάτων τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, τῶν τσιφλικίων, εἰς ἰδιώτας· ἐδῶ πρόκειται περὶ μεταβιβάσεως εἰς ἰδιώτας;
§465ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Μάλιστα.
§466ΡΑΛΛΗΣ. Ἐδῶ βλέπω, ὅτι καθίστανται ὁδοὶ κοινῆς χρήσεως, καὶ ἑπομένως μεταβιβάζεται ὄχι εἰς ἰδιώτην μέρος ἢ τὸ ὅλον τῶν κτημάτων αὐτῶν, ἀλλ’ εἰς τὸ Δημόσιον, διότι τὸ Κράτος εἶναι κύριον τῶν τῆς κοινῆς χρήσεως πραγμάτων (ἀναγινώσκει): «Αἱ κατασκευαζόμεναι ὁδοὶ καθίστανται κοινῆς χρήσεως.» Ἑπομένως τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συμβάσεως τίθεται κατὰ μέρος, διότι δὲν πρόκειται περὶ μεταβιβάσεως μέρους ἢ τοῦ ὅλου τῶν ἰδιοκτησιῶν αὐτῶν ἀπὸ τοῦ δεῖνα ἢ δεῖνα ἰδιοκτήτου εἰς τὸν Χρηστάκην Ζωγράφον. Ὑπολείπεται ἐντεῦθεν τὸ ἐδάφιον αʹ τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συμβάσεως, τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνει τὴν ῥήτραν τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος· καὶ ἐρωτῶμεν, ὑπάρχει ἡ περίστασις, ἡ ὁποία ὑπῆρξε καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ Θεσσαλικὸν περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, ὅπως καὶ ἐνταῦθα ἀντιτάξωμεν τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος; Βεβαίως ὄχι. Τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος ὁρίζει, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ ἀπαλλοτριωθῇ ἀναγκαστικῶς τῆς ἰδιοκτησίας του, εἰμὴ λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης καὶ μετὰ προηγουμένην ἀποζημίωσιν. Τί ἀντετάχθη δὲ ὡς πρὸς τὸ Θεσσαλικὸν νομοσχέδιον; ὅτι δημοσία ἀνάγκη δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν πρόκειται περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ἰδιοκτησιῶν ὄχι ὑπὲρ τῆς κοινῆς χρήσεως, ὑπὲρ τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ὑπὲρ ἰδιώτου. Αὐτὸ ἀντετάχθη. Καὶ ἐκεῖ ἐπρόκειτο ἀκριβῶς νὰ ληφθῇ μέρος ἰδιωτικῶν κτημάτων, τὸ ἓν ὄγδοον τῶν τσιφλικίων, καὶ νὰ μεταβιβασθῇ ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην εἰς τὸν καλλιεργητὴν, δηλαδὴ ἀπὸ ἰδιώτην εἰς ἰδιώτην· ἐδῶ πρόκειται νὰ μεταβιβασθῇ εἰς ἰδιώτην;
§467ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἀκριβῶς.
§468ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως ὄχι· διότι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁρίζεται, ὅτι αἱ κατασκευασθησόμεναι ὁδοὶ καθίστανται κοινῆς χρήσεως. Ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον δύνασθε νὰ ψέξητε τὸ νομοσχέδιον, εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι τὰς ὁδοὺς αὐτὰς, τὰς ὁποίας χαρακτηρίζει ὡς κοινῆς χρήσεως, θὰ τὰς χρησιμοποιήσῃ καὶ τὸ κατάστημα τοῦ Χρηστάκη Ζωγράφου. Αὐτὸ δύνασθε νὰ τὸ εἴπητε. Ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ χαρακτηρίσῃ ὅτι μία ὁδὸς, ἡ ὁποία θὰ ἄγῃ εἰς τὴν θύραν τοῦ Χρηστάκη Ζωγράφου, θὰ ἦναι κοινῆς χρήσεως· φθάνει ὅτι τὸ κτῆμα, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ διέλθῃ ἡ ὁδὸς, καὶ τὸ ὁποῖον θ’ ἀπαλλοτριωθῇ διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ, δὲν ἐκχωρεῖται εἰς τὸν Χρηστάκην Ζωγράφον, ἵνα θεωρηθῇ ὅτι ὑπάρχει κοινὴ χρῆσις καὶ δημοσία ἀνάγκη. Ἐὰν δὲν ἦτο κοινῆς χρήσεως ἡ ὁδός, θὰ εἴχετε ἐντελῶς δίκαιον καὶ θὰ ἤμην ἐντελῶς σύμφωνος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ αἱ ὁδοὶ αὗται χαρακτηρίζονται κοινῆς χρήσεως, ἕπεται ὅτι πᾶς τις δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτῶν, καὶ οὐδ’ ἀποκτᾷ ἐπ’ αὐτῶν ἀποκλειστικὸν δικαίωμα ὁ Χρηστάκης Ζωγράφος. Ἐδῶ ἔχομεν μίαν περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν ὁ νομοθέτης θεωρεῖ ὅτι εἶναι περίπτωσις δημοσίας ἀνάγκης· θὰ ὠφεληθῇ βεβαίως ὁ Χρηστάκης Ζωγράφος, διότι θὰ διευκολυνθῶσιν αἱ ἐργασίαι του, ἀλλ’ αὐτὸς δὲν ἀποκτᾷ τὴν κυριότητα τῶν γαιῶν ἐκείνων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ διέλθωσιν αἱ ὁδοί. Ἡ ὁδὸς, ἐὰν ἐχαρακτηρίζετο ὡς ἰδιωτικὴ, ἐὰν εἶχε τὴν ἀποκλειστικὴν χρῆσιν τῆς ὁδοῦ μόνον τὸ κατάστημα τοῦ Χρηστάκη Ζωγράφου, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι θὰ εὑρισκόμεθα εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καθ’ ὅσον εἶναι κοινῆς χρήσεως, βεβαίως ὑπάρχει δημοσία ἀνάγκη, καὶ τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος δὲν ἔχει τὴν ἐλαχίστην ἐφαρμογὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου.
§469ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Διὰ τρίτην φορὰν, κύριε Πρόεδρε, ἐν λίαν προκεχωρηκυίᾳ ὥρᾳ ἔρχεται εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ προστασίας παραγωγῆς ζαχάρεως ἐν Θεσσαλίᾳ. Εἰς τὴν ἀτυχῆ ταύτην σύμπτωσιν ἀποδίδω, ὅτι δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἀκούσωμεν τοὺς λόγους, οἵτινες προὐκάλεσαν τὴν ὑποβολὴν τοιούτου νομοσχεδίου. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πολλὰ χρηματικὰ ποσὰ ἐῤῥίφθησαν εἰς τὴν Θεσσαλίαν διὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς ζαχαροποιΐας, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα διετέθησαν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι βεβαίως ἐργαζόμενοι δικαίως ἀπήλαυσαν τὴν ἀμοιβὴν τῶν κόπων των καὶ δικαίως θ’ ἀπολαύσωσι καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τοῖς καθυστεροῦνται. Περὶ τούτου βεβαίως δὲν πρόκειται. Τῷ ὄντι ἡ ἐγκαθίδρυσις τῆς ζαχαροποιΐας ἐν Θεσσαλίᾳ δὲν δύναται παρὰ νὰ ἦναι ὠφέλιμος εἰς τὸν τόπον. Προσθέτω ἀκόμη, ὅτι δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ προλαλήσαντος ἐκ Τρικκάλων ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, καὶ δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ, ὅτι τὰ πέριξ τσιφλίκια θὰ πάθωσι παραμικρὰν βλάβην, ἐὰν διέλθωσι δι’ αὐτῶν ὁδοί· τοὐναντίον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶναι κάτοχοι τῶν χωρίων τούτων, τῶν πέριξ κειμένων, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι, ὡς πρὸ ὀλίγου μᾶς ἔλεγεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων, ἀπειλοῦνται νὰ ἀπολέσωσι τὰ κτήματά των, καὶ ὅτι αἱ διερχόμεναι δι’ αὐτῶν ὁδοὶ θέλουσι καταλάβει ταῦτα, αὐτοὶ τοὐναντίον θὰ ὠφεληθῶσι, διότι αἱ ἐκτάσεις εἶναι τοιαῦται, ὥστε ἐπὶ ἔτη μένουσιν ἀκαλλιέργητοι, εὐκολώτερον δὲ θὰ δύνανται οἱ κύριοι τῶν γαιῶν αὐτῶν νὰ μεταφέρωσι τὰ προϊόντα των. Εἶμαι λοιπὸν ὑπὲρ τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου, τῆς καθοριζούσης τὰ τῆς διελεύσεως τῶν ὁδῶν, εἶμαι δὲ τοσούτῳ μᾶλλον ὑπὲρ αὐτῆς, καθόσον καθιστῶμεν τὰς ὁδοὺς ταύτας δημοσίας χρήσεως. Δι’ ὅλα ταῦτα ἐγὼ δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ προλαλήσαντος ἀξιοτίμου ἐκ Τρικκάλων κ. Βουλευτοῦ. Δὲν ἐννοῶ ἀκόμη καί τι ἄλλο, ὅτι δὲν ἔκρινεν εὔκαιρον νὰ ἐξετάσῃ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δίδεται ἡ προστασία αὕτη, ἡ ἐξαιρετικὴ, ἐγὼ δὲ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πείθουσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἤθελον νὰ μάθω, ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ στερηθῇ τὸ Δημόσιον ἐκ παρεχομένης εἰς τὴν βιομηχανίαν ταύτην προστασίας, ἤθελον νὰ μάθω ποῖαι εἶναι αἱ ἐλπίδες, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι αἱ θυσίαι, τὰς ὁποίας ποιεῖται, θὰ καρποφορήσωσι. Θὰ σᾶς φέρω, Κύριοι, ἓν μικρὸν παράδειγμα. Ὑποθέσατε ὅτι αὔριον παρουσιάζεται εἷς ἐνώπιον ὑμῶν καὶ σᾶς ζητεῖ τὴν ἄδειαν νὰ ἐξαγάγῃ πετρέλαιον ἐκ τῶν ἐγκάτων τῆς γῆς, καὶ τὸ πωλεῖ εἰς ἣν τιμὴν πωλεῖται σήμερον, ἅτε ὑπάρχει τὸ μονοπώλιον, 1 δρ. ἕως 1,20 κατ’ ὀκᾶν. Τί θὰ ἔπραττεν ἡ Κυβέρνησις; Θὰ ὑπεστήριζε νομοσχέδιον, παρέχον τὴν προστασίαν τῆς τοιαύτης ἐπιχειρήσεως; Δὲν θὰ ἐστερεῖτο τοιουτοτρόπως τὸ δημόσιον ὅλου τοῦ κέρδους, τὸ ὁποῖον ἀπολαμβάνει ἐκ τοῦ μονοπωλίου τῆς πωλήσεως τοῦ πετρελαίου; Εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν ἤθελε δώσει τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἤθελε τὸ ζητήσει. Καὶ μήπως νομίζετε, ὅτι ἡ σημερινὴ πώλησις τῆς ζαχάρεως ἀπέχει πολὺ τοῦ μονοπωλίου; Σήμερον ἡ ζάχαρις, ἡ ὁποία δὲν στοιχίζει οὔτε 60 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν εἰς τὸν τόπον τῆς παραγωγῆς της...
§470ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὀλιγώτερον.
§471ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὀλιγώτερον ἀκόμη... φορολογεῖται πρὸς μίαν δραχμὴν καὶ πέντε λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Δὲν νομίζω ὅτι τοῦ πετρελαίου ἡ φορολογία εἶναι βαρυτέρα· ἡ μόνη διαφορὰ, ἡ ὁποία ὑφίσταται μεταξὺ αὐτῶν τῶν δύο, εἶναι ὅτι τοῦ μὲν πετρελαίου ἡ πώλησις γίνεται μονοπωλικῶς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ἐνῷ τῆς ζαχάρεως ἐπιτρέπεται ἐλευθέρως εἰς τὸ ἐμπόριον. Ὅπως λοιπὸν τὸ Δημόσιον, ἐὰν δὲν εἶχε λόγους ὑψίστου συμφέροντος, δὲν ἤθελεν ἐπιτρέψει τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ πετρελαίου, τὸ αὐτὸ, νομίζω, καὶ διὰ τὴν ζάχαριν, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον ἡμῶν καὶ νὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀποφασίζει νὰ παρέξῃ τὴν προστασίαν της διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ἐγὼ ἤθελον ὑποδείξει, ὅτι ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις, ὅπως καὶ εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ ἐζήτει τὴν ἄδειαν νὰ ἐξαγάγῃ πετρέλαιον, ἠδύνατο νὰ εἴπῃ «πώλησέ το εἰς ἐμὲ καὶ ἐγὼ θὰ τὸ δώσω εἰς τὸ μονοπώλιον», οὕτω, λέγω, ἠδύνατο νὰ εἴπῃ καὶ εἰς τὸν κ. Χρηστάκην Ζωγράφον: «παράγαγε ζάχαριν, δὸς αὐτὴν εἰς ἐμὲ, καὶ ἐγὼ θὰ τὴν πωλήσω εἰς τὸν λαὸν, χωρὶς νὰ τὸν ζημιώσω»· ἢ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ: «σοὶ δίδω τὰ ποσὰ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα θὰ στερηθῇ τὸ Δημόσιον, παράγαγε ζάχαριν, καὶ ὅταν παγιώσῃς τὴν βιομηχανίαν σου, ἀπόδος μοι τὰ ποσὰ ταῦτα»· ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ἀκόμη: «σοὶ ἀφήνω τὰ χρήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ μὲ τὰ χρήματα ταῦτα κατάστησόν με συνέταιρον, καὶ ἐὰν εὐδοκιμήσῃς, ἂς ἀπολαύσω καὶ ἐγὼ τὸ νόμιμον κέρδος τοῦ συνεταιρισμοῦ αὐτοῦ.» Αὐτὰ, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω. Δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ ἀντιταχθῶ εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ μόνον νὰ πληροφορηθῶ, διὰ τίνα λόγον ἡ Κυβέρνησις προβαίνει εἰς τὰς θυσίας αὐτάς.
§472ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Δὲν ἔχω βεβαίως λόγον, οὐδὲ δύναμαι νὰ ἦμαι ἀντίθετος τῆς προστασίας τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ σακχαροποιΐας, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον, ὡς Βουλευτὴς τῆς ἐπαρχίας, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἱδρύθη τὸ ἐργοστάσιον τῆς σακχαροποιΐας, ἔχω καὶ καθῆκον ἴσως νὰ συντελέσω, ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, εἰς τὴν εὐόδωσιν αὐτοῦ, καὶ νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς προστασίας τῆς νέας ταύτης ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου βιομηχανίας. Ἑπομένως δὲν θὰ ἐξετάσω ποσῶς τὸ ζήτημα, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον πρέπῃ νὰ ἐνισχυθῇ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου διὰ παραχωρήσεως ἀτελειῶν ἡ ἐν Θεσσαλίᾳ παραγωγὴ τῆς σακχάρεως. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἄλλοις δέδοται νὰ ἐξετάσωσιν, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον συμφέρῃ εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ποιήσηται παραχωρήσεις ἐπωφελεῖς εἰς αὐτήν. Ἐγὼ κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ὑπὲρ τῆς προστασίας πάσης νέας βιομηχανίας, πολλῷ μᾶλλον ἀφοῦ αὕτη ἱδρύθη ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον θέλω ἐξετάσει, καθόσον ἔχω καθῆκον νὰ τὸ ἐξετάσω, εἶναι τὸ ζήτημα τῶν ὁδῶν, τὰς ὁποίας δικαιοῦται διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ κατασκευάσῃ ὁ κ. Ζωγράφος. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἐξήτασαν καὶ οἱ πρὸ ἐμοῦ λαλήσαντες ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἀλλ’ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως· ἐγὼ ὅμως θὰ τὸ ἐξετάσω, ὄχι ὑπὸ τὴν νομικὴν, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν πρακτικὴν καὶ πραγματικὴν ἔποψιν. Θέλω ἐξετάσει δηλαδὴ, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον δύνανται νὰ ἦναι αἱ ὁδοὶ αὗται ὁδοὶ κοινῆς χρήσεως, ἐκ τοῦ ὁποίου θέλει λυθῆ τὸ ζήτημα, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ὑπάρχῃ δικαίωμα διὰ τοῦ νόμου νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ ἰδιοκτησία τῶν παροδίων. Δὲν ἔχομεν βεβαίως δικαίωμα κατὰ τὸ Σύνταγμα ν’ ἀπαλλοτριώσωμεν ξένας ἰδιοκτησίας πρὸς κατασκευὴν ἁπλῶς ἰδιωτικῶν ὁδῶν· ἀφοῦ δὲ πρόκειται περὶ ὁδῶν, αἵτινες πρόκειται νὰ διέλθωσι διὰ κτημάτων τρίτων καὶ νὰ καταλάβωσιν ὑποχρεωτικῶς μέρος ξένων ἰδιοκτησιῶν, πρέπει αἱ τοιαῦται ὁδοὶ νὰ κατασκευασθῶσιν οὕτως, ὥστε νὰ χρησιμεύωσιν εἰς ὅλους τοὺς κατοίκους τῶν πέριξ χωρίων πρὸς συγκοινωνίαν, ἵνα πληρῶται οὕτως ὁ ὅρος τῆς δημοσίας ἀνάγκης. Καὶ θὰ κατασκευασθῶσι μὲν πρὸς χρῆσιν καὶ πρὸς μεταφορὰν εἰδῶν τῆς σακχαροποιΐας, θὰ χαρακτηρισθῶσιν ὅμως καὶ θὰ ἦναι πράγματι ὁδοὶ κοινῆς χρήσεως. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ ἂν θὰ κατασκευασθῶσι τοιαῦται, ὥστε νὰ ἦναι κοινῆς χρήσεως, πρέπει νὰ ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, πρέπει δηλαδὴ νὰ τὸ ἀφήσωμεν εἰς τὴν ἔγκρισιν καὶ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ κρίνῃ πότε δύνανται αἱ ὁδοὶ αὗται νὰ ἦναι κοινῆς χρήσεως, καὶ ἐὰν ἐγκρίνῃ μόνον ἐκείνας τῶν ὁδῶν αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι καὶ διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῶν ἄλλων χωρίων, βεβαίως θὰ ἦναι εὐεργετικὸν μέτρον καὶ ἔργον κοινῆς χρήσεως. Ἂν ὅμως πρόκειται ἁπλῶς περὶ ὁδῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ διευθύνωνται πρὸς τὰ διάφορα κτήματα τοῦ αἰτοῦντος τὴν παραχώρησιν κ. Ζωγράφου, δὲν βλέπω κατὰ τί αὗται θὰ ἦναι ὠφέλιμοι εἰς τὸν λαὸν καὶ πῶς θὰ ἦναι κοινῆς χρήσεως. Δὲν ἀρκεῖ βεβαίως μόνον νὰ εἴπωμεν, ὅτι μία ὁδὸς εἶναι κοινῆς χρήσεως· διὰ νὰ ἦναι καὶ πράγματι τοιαύτη, πρέπει νὰ συντελῇ εἰς τὴν συγκοινωνίαν τοιούτων μερῶν, ὥστε νὰ δύνανται ἐλευθέρως νὰ διέρχωνται οἱ ἄνθρωποι. Ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον δέον νὰ τροποποιηθῇ, προστιθεμένων διατάξεων, κατὰ τὰς ὁποίας αἱ ὁδοὶ πρέπει νὰ κατασκευάζωνται οὕτως, ὥστε νὰ δύνανται ἐλευθέρως δι’ αὐτῶν νὰ διέρχωνται οἱ ἄνθρωποι, εἴτε πεζοὶ, εἴτε ἔφιπποι, καὶ νὰ ἦναι ἐκτάσεως τοιαύτης, ὥστε νὰ συγκοινωνῶσι χωρία πρὸς ἄλλα χωρία· ἂν δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν προνοήσῃ, ὥστε αἱ ὁδοὶ αὗται, αἱ ὁποῖαι θὰ διέρχωνται καὶ θὰ χρησιμεύωσι διὰ τὴν σακχαροποιΐαν, νὰ ἦναι ὁδοὶ δυνάμεναι νὰ χρησιμοποιηθῶσι καὶ ὑπὸ τῶν κατοίκων, τότε αὗται δὲν θὰ ἦναι κοινῆς χρήσεως, καὶ χάριν τοιούτων ἀτομικῶν ὁδῶν ὁ κ. Ζωγράφος δὲν θὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ καταλάβῃ ξένας ἰδιοκτησίας. Ἂν ὅμως αὗται πρόκειται πράγματι νὰ χρησιμεύσωσι καὶ διὰ τὴν κοινὴν χρῆσιν, ἤτοι διὰ τὴν συγκοινωνίαν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν σακχαροποιΐαν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ κατασκευὴ αὐτῶν εἶναι ἔργον καὶ εὐεργετικὸν καὶ δημοσίας ἀνάγκης, καὶ δὲν δύναται νὰ ἀντιβαίνῃ οὔτε εἰς τὴν συνθήκην οὔτε εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ χάριν αὐτῶν ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις ἰδιοκτησιῶν τρίτων, καὶ ἡ κατασκευή των ἔσται λίαν ἐπωφελὴς, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ πρόκειται περὶ ὑποστηρίξεως μιᾶς βιομηχανίας, ἡ ὁποία βεβαίως θέλει ἀποδώσει πολλὰς ὠφελείας εἰς τὸν τόπον, καὶ ἂν ὄχι γενικῶς, ἀλλὰ τοπικῶς τοὐλάχιστον θέλει ἀποδώσει πολλὰς, καὶ ἀπεκδέχομαι τοῦτο. Νομίζω ὅμως ἀπαραίτητον ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ ἡ εἰρημένη προσθήκη.
§473ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἰς τὸ ζήτημα, ἂν τὸ νομοσχέδιον ἦναι σύμφωνον πρὸς τὴν συνθήκην καὶ τὸ Σύνταγμα, ὑπεστηρίχθη, ὅτι διὰ τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 3, κατὰ τὸ ὁποῖον «αἱ κατασκευαζόμεναι ὁδοὶ καθίστανται κοινῆς χρήσεως», αἴρεται πᾶσα ἀντίθεσις πρὸς τὴν συνθήκην καὶ τὸ Σύνταγμα. Ἂν ἦτο τοῦτο μόνον, ἀληθῶς θὰ ἦτο συνταγματικὸν τὸ νομοσχέδιον καὶ σύμφωνον πρὸς τοὺς ὅρους τῆς συνθήκης· ἀλλ’ ἂν παρατηρήσῃ τις εἰς τὸ αʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 3, θέλει ἴδει, ὅτι ἔχομεν μὲν ὁδοὺς, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ βιομηχανικοὺς σιδηροδρόμους, καὶ ὅτι καθίστανται μὲν κοινῆς χρήσεως αἱ ὁδοὶ, αἱ κατασκευαζόμεναι δαπάναις τοῦ κ. Ζωγράφου, δὲν καθίστανται ὅμως κοινῆς χρήσεως καὶ οἱ βιομηχανικοὶ σιδηρόδρομοι. Συνεπῶς καὶ τὸ ἔδαφος τὸ καταλαμβανόμενον ὑπὸ τῶν βιομηχανικῶν σιδηροδρόμων ἀπαλλοτριοῦται ὑπὲρ τοῦ κ. Ζωγράφου, τρίτου, καὶ δι’ ἰδιωτικὴν καὶ οὐχὶ δημοσίαν ἀνάγκην, φυσικὰ δὲ καὶ ὁ σιδηρόδρομος δὲν εἶναι κοινῆς χρήσεως, καὶ τοιουτοτρόπως κατὰ τὸ μέρος τοῦτο, καθ’ ὅσον οἱ κατασκευαζόμενοι σιδηρόδρομοι δὲν καθίστανται κοινῆς χρήσεως, τὸ νομοσχέδιον ἀντίκειται καὶ πρὸς τὴν συνθήκην καὶ πρὸς τὸ Σύνταγμα. Τοῦτο μόνον εἶχον νὰ εἴπω, ἀναμένων νὰ τροποποιήσῃ τὴν γνώμην του ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος ἐδήλωσεν, ὅτι, ἂν δὲν ἐπρόκειτο περὶ ὁδῶν κοινῆς χρήσεως, δὲν θὰ ὑπεστήριζε τὸ νομοσχέδιον.
§474ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι διὰ τῶν ὁδῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ στρωθῇ ὁ σιδηρόδρομος, θὰ διέρχωνται καὶ πεζοί.
§475ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν λέγει τοῦτο τὸ νομοσχέδιον.
§476ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐμποδίζει. Αὐτὰ δὲ ἀπόκεινται πλέον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καθὼς καὶ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καρδίτσης. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον παρατηρήσεως, εἶναι ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Τυρνάβου, ὁ ὁποῖος νομίζει, ὅτι πρέπει ἡ φορομανία νὰ ἐξικνῆται μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε, ἅμα ὡς οἱαδήποτε βιομηχανία ἀναφαίνηται ἐν τῷ τόπῳ, ἀμέσως κατακέφαλα νὰ ἐπιπίπτῃ κατ’ αὐτῆς τὸ Δημόσιον καὶ νὰ τὴν συντρίβῃ· νομίζει δὲ, ὅτι ἡ θεωρία αὕτη συντελεῖ εἰς τὴν πρόοδον τοῦ τόπου καὶ εἰς τὸν πλουτισμὸν αὐτοῦ. Ἐγὼ πρώτην φορὰν ἤκουσα τοιαύτην θεωρίαν. Ἐγὼ νομίζω ἐξ ἐναντίας, ὅτι, ἂν θέλῃ τις ὁ τόπος νὰ προοδεύσῃ, πρέπει διὰ παντὸς τρόπου νὰ συντελῇ εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῶν βιομηχανιῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναπτυχθῶσι παρ’ ἡμῖν. Ὅταν δὲ μία τοιαύτη βιομηχανία κατεστάθη μόλις ἐν τῷ τόπῳ διὰ μεγάλης δαπάνης καὶ δι’ ἀτρύτων κόπων, θὰ ἦτο ἄστοργος ἡ διοίκησις, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν προσήρχετο ἀρωγὸς πρὸς αὐτὴν, καὶ δὲν προσεπάθει διὰ παντὸς τρόπου νὰ τὴν ἐνισχύσῃ καὶ νὰ τὴν ἐνθαῤῥύνῃ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου συνάδελφος ὡς πρὸς τὰ μονοπώλια, εἶναι διάφορον ἐντελῶς. Ὅταν πρόκειται περὶ μονοπωλίου, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι τὸ Κράτος ἰδιοποιεῖται ἐντελῶς τὴν ἐμπορίαν τοῦ εἴδους, τὸ ὁποῖον κατέστησε μονοπώλιον· ἀλλ’ ἡ ζάχαρις δὲν εὑρίσκεται ὑπὸ μονοπώλιον. Ὑπάρχει ἓν τέλος εἰσαγωγικόν· τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος αὐτὸ βεβαίως θέλει ἐνισχύσει καὶ ἐνίσχυσεν ἤδη τὴν ἰδέαν τῆς παραγωγῆς ζαχάρεως ἐν τῷ τόπῳ· ὑποθέτω ὅμως, ὅτι, καθ’ ὅσον ἡ βιομηχανία αὕτη ἤθελεν εὐδοκιμήσει καὶ ἤθελε δυνηθῆ νὰ συναγωνισθῇ πρὸς τὴν ξένην βιομηχανίαν, τὴν ἀλλοδαπὴν, ἀμέσως θέλει φροντίσει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ ἐλαττώσεως τοῦ τέλους τῆς εἰσαγωγῆς, καὶ θὰ τὸ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐλαττώσεως τοῦ τέλους τῆς εἰσαγωγῆς τῆς ζαχάρεως πρὸς τὸν σκοπὸν ὄχι ὅπως τὸ Δημόσιον συντρίψῃ τὴν βιομηχανίαν, ἀλλὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ παρεμποδίσῃ, ὅπως διὰ τοῦ τέλους αὐτοῦ, τοῦ ἐπιβαλλομένου εἰς τὴν ζάχαριν, τὴν εἰσερχομένην ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, κατασταθῇ ἓν μονοπώλιον ὑπὲρ τοῦ ἰδιώτου, ὑπὲρ τοῦ κ. Χρηστάκη Ζωγράφου, ὁ ὁποῖος καθιστᾷ σήμερον τὴν ζαχαροποιΐαν. Αὐτὸς θὰ ἦναι ὁ σκοπὸς τοῦ μέλλοντος νομοσχεδίου· ἀλλὰ πάντοτε τὰ τέλη τὰ εἰσαγωγικὰ ἐκτὸς τοῦ σκοποῦ τοῦ ταμιευτικοῦ ἀποβλέπουσι καὶ εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐντοπίου βιομηχανίας. Αὐτὴ δὲ εἶναι, πιστεύω, ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν, ἂν προελάμβανε, θὰ ἔδιδε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν θαυμάσαντα ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Τυρνάβου, πῶς εἶναι δυνατὸν, ἀφοῦ ὑπάρχει ἓν τέλος εἰσαγωγικὸν, νὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ ὑπάρχῃ βιομηχανία. Ἀλλοίμονον εἰς τὸν τόπον, ἂν αἱ ἰδέαι τοῦ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ ἐγίνοντο δεκταί! Θὰ ἤμεθα χαμένοι ἄνθρωποι!
§477ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ εἴπω δύο λέξεις. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐθεώρησε καλὸν νὰ θέσῃ εἰς τὴν γλῶσσάν μου λέξεις καὶ φράσεις, τὰς ὁποίας δὲν εἶπον. Ἐγὼ δὲν εἶπον τίποτε περὶ τῆς ζαχαροποιΐας. Ἴσως τῷ ἦτο χρήσιμον νὰ θέσῃ αὐτὰς εἰς τὴν διάνοιάν μου, διὰ νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπε, καὶ ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ μᾶς εἴπῃ ποῖα εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ, καὶ κατὰ τίνα τρόπον τὴν ἀνωμαλίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ τόπος, θὰ θεραπεύσῃ. Καλὸν θὰ ἦτο νὰ μὴ ἠκούομεν αὐτὰς τὰς ἐπαγγελίας παρ’ ἐκείνου.
§478Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι καθ’ ὁλοκληρίαν σύμφωνος πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ράλλης...
§479ΡΑΛΛΗΣ. Πρώτην φοράν! (γέλωτες).
§480Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι τοῦτο, τὸ ὁποῖον πράττει τὸ νομοσχέδιον, ἐρχόμενον ἀρωγὸν εἰς βιομηχανίαν σπουδαιοτάτην, εἶναι πρᾶγμα ὀρθότατον, δικαιότατον, καὶ ὅτι βιομηχανία δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα πλέον, ἐὰν δὲν σπεύδῃ ἕκαστον εἶδος τῆς βιομηχανίας νὰ ἀσφαλίζῃ διὰ τοιούτων νομοσχεδίων· διότι ἀκριβῶς ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ καὶ αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις νομίζουν ὅτι πᾶσαν βιομηχανίαν, μόλις τὴν ἴδωσιν ἀνδρουμένην, πρέπει νὰ θέσωσιν εἰς αὐτὴν πέδας, πέδας φορολογικὰς, διὰ νὰ τὴν συντρίψωσιν. Εἴδετε τί συνέβη μὲ βιομηχανίαν ἀνθηροτάτην, τὴν οἰνοπνευματοποιΐαν. Ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν, ἑκατομμύρια ἐξώδευσαν οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ, ἵνα οἰκοδομήσωσι μεγάλα ἐργοστάσια· ἐν τούτοις ἦλθεν εἷς νόμος, εἰς μίαν νύκτα, καὶ τοὺς ἔκλεισε τὰ ἐργοστάσια τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, καὶ ὀκτὼ μῆνας τώρα εἶναι κεκλεισμένα! Πῶς θέλετε νὰ τολμήσῃ ἄνθρωπος νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, νὰ ἐξοδεύσῃ ἑκατομμύρια διὰ νὰ κάμῃ βιομηχανίαν, καὶ νὰ μὴ ἔχῃ ἀσφάλειαν, ὅτι τὸ Κράτος δὲν θὰ τὸν δολιευθῇ, δὲν θὰ προσπαθήσῃ νὰ τὸν συντρίψῃ δι’ ἑνὸς νόμου; Διότι, ἂν ὁ κ. Ζωγράφος ἐξοδεύσῃ πέντε ἑκατομμύρια καὶ κάμῃ αὐτὸ τὸ ἔργον, δύναται αὔριον, μεθαύριον, ἀξιόλογα μία Βουλὴ νὰ τοῦ θέσῃ τρεῖς δραχμὰς καὶ τέσσαρας φόρον, καὶ νὰ τὸν ἐξοντώσῃ. Ὅπως κατήντησαν τὰ πράγματα εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶναι ἀνάγκη ἀπαραίτητος, ἕκαστος ἱδρύων μίαν βιομηχανίαν νὰ ζητῇ ἓν νομοσχέδιον ἀσφαλιστικὸν, πρὶν ἀρχίσῃ τὰς ἐργασίας του. Ἀκριβῶς λοιπὸν τοῦτο πράττομεν τώρα, καὶ τοῦτο θεωρῶ δικαιότατον καὶ ὀρθότατον, καὶ τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ ἀσφαλίσῃ τὸ μέλλον μεγάλης ἐπιχειρήσεως, οἵα ἐν Ἑλλάδι ἡ ζαχαροποιΐα.
§481ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Διὰ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἀναλόγου ποσοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἐλαττωθῇ ἡ εἴσπραξις ἐκ τῆς ζαχάρεως;...
§482Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς παραγωγῆς.
§483Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ φίλος μου κ. ἐκ Τυρνάβου συνάδελφος μοὶ φαίνεται, ὅτι τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐμφορεῖται ἀπό τινα κακίαν, ὡς διακρίνω ἐκ δύο διαβημάτων αὐτοῦ. Τὸ πρῶτον εἶναι, ὅτι ἀνῆλθεν εἰς τὸ ὕπατον ἑδώλιον καὶ ἐκεῖθεν ἀγορεύει, ἵνα μᾶς ἀναγκάζῃ νὰ καταβάλλωμεν μέγαν ἀγῶνα διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ τὸν ἀκούσωμεν, ἐνῷ ἐγγύτερον ἠθέλομεν ἀκούει αὐτοῦ ἄνευ κόπου. Τὸ δεύτερον εἶναι, διότι τὴν ὥραν δευτέραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ μὲ προκαλέσῃ εἰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι βεβαίως θέλουσι καταναλώσει πολὺν χρόνον. Θὰ ἐνόουν, ἂν ὁ κ. ἐκ Τυρνάβου συνάδελφος, ἐπιθυμῶν νὰ συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον εὐρύτερον, ἔλεγεν, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον εὐρύτερον, καὶ ἐζήτει τὴν ἀναβολὴν, διότι ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρηκυῖα...
§484ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Σᾶς εἶπον τοῦτο κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν.
§485Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. ὡς πρὸ μικροῦ ἐγένετο ἐπὶ ἄλλων νομοσχεδίων· ἀλλὰ νὰ ἐπιθυμῇ νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ ἐπιθυμῇ παρ’ ἡμῶν νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν ταύτην, ὑπέθεσα ὅτι εἶναι ἔνδειξις κακίας τινὸς— μολονότι γνωρίζω πόσον ὁ κ. ἐκ Τυρνάβου συνάδελφος εἶναι εὐμενὴς πρός με. Τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα προεβλήθησαν, δὲν μοὶ φαίνονται τοσοῦτον δύσκολα. Ὁ κ. Χρηστάκης Ζωγράφος εἶναι ἰδιοκτήτης μεγάλων κτημάτων. Ἐπεχείρησε τὴν καλλιέργειαν τῆς ὀρύζης, καὶ ἡ ἐπιχείρησίς του αὕτη δὲν γνωρίζω ἂν ἀπέβη εἰς αὐτὸν ὠφέλιμος, ἀπέβη ὅμως ὠφέλιμος εἰς τὸν τόπον, διότι εἰργάσθησαν ἐν τῇ ἐπιχειρήσει ταύτῃ 500 καὶ πλέον ἐργάται, διότι ἐφύτευσε δένδρα ἄπειρα, καὶ διότι ἐβελτίωσε τὴν περιφέρειαν ἐκείνην.
§486ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐργάζονται.
§487Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπεχείρησε τελευταῖον τὴν ζαχαροποιΐαν· δὲν γνωρίζω ἂν ἐδαπάνησε πολλὰ ἢ ὀλίγα. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν ἔργων ἐν τῷ τόπῳ, αὐτοὶ μοὶ ἐφάνησαν ὅτι ἔχουσι θάῤῥος, ὅτι ἐλπίζουσιν ὅτι ἡ ἐπιχείρησίς των θὰ ἐπιτύχῃ. Ἀλλ’ αἱ ἐργασίαι εἶναι πάντοτε εἰς τὸ στάδιον τῶν δοκιμῶν, καὶ ἐγὼ εὔχομαι νὰ ἐπιτύχωσιν αἱ ἐργασίαι· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι τόσον βέβαιον, ὅσον αὐτοὶ ἴσως ἐξ αἰσιοδοξίας πιστεύουσιν. Ἀλλὰ μέχρις ὅτου ἐπιτύχωσιν αἱ ἐργασίαι αὗται, βεβαίως ὁ κ. Ζωγράφος θέλει καταβάλει πολλὰ κεφάλαια· δὲν γνωρίζω πόσα κατέβαλε μέχρι τοῦδε, ἀλλὰ βεβαίως θέλει καταβάλει, μέχρις οὗ παραγάγῃ ποσόν τι ζαχάρεως, κεφάλαια περισσότερα, διότι πρῶτον τὸ ζήτημα τῆς παραγωγῆς τῆς πρώτης ὕλης εἶναι ἀκόμη ἀμφίβολον, εἰ καὶ ἐλπίζουσιν ὅτι διὰ λιπασμάτων χημικῶν θέλουσι δυνηθῆ νὰ ὑπερβῶσι τὰς δυσκολίας ἢ τὰς ἀτελείας τὰς χρηματικάς. Ἀλλὰ καὶ ἡ χρῆσις τοιούτων μέσων εἶναι δαπανηρὰ καὶ ἴσως ἡ ἔκβασις δὲν εἶναι βεβαία. Ἐνῷ λοιπὸν εὑρίσκεται εἰς στάδιον τοιούτων δυσχερειῶν καὶ ἐντελῶς δοκιμῶν, αἱ ὁποῖαι ἐνδέχεται νὰ παράγωσι πιθανότητας περισσοτέρας ἐπιτυχίας, ἀλλ’ ἐνδέχεται νὰ παράγωσι καὶ πιθανότητας ἀποτυχίας, ἐνόμισα ὅτι τὸ Κράτος ἔχει καθῆκον νὰ ἐνθαῤῥύνῃ αὐτὸν, ἵνα μὴ ἐγκαταλίπῃ πρὸ τῶν πρώτων προσκομμάτων ἐπιχείρησιν, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι θέλει ἀποβῆ ὠφέλιμος εἰς τὸν τόπον. Καὶ ποίαν ἐνθάῤῥυνσιν προτείνω ἵνα τὸ Κράτος παράσχῃ εἰς αὐτόν; Ὑπισχνεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἂν ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθῇ, ὑπισχνεῖται νὰ μὴ ἐπιβάλῃ φόρον ἐπὶ πενταετίαν ἐπὶ τῶν παραχθησομένων προϊόντων, δηλαδὴ ἐνίσχυσιν ἀποφατικὴν, δηλαδὴ ἄρνησιν τῆς ἀπειλῆς, ἡ ὁποία ἐπέκειτο ἐπ’ αὐτοῦ, ὡς σπάθη τοῦ Δαμοκλέους, ὅτι εὐθὺς ὡς παραγάγῃ ζάχαριν, θέλει ἐπιβληθῆ ἐπ’ αὐτῆς φορολογία. Ἡ ἐνίσχυσις εἶναι σχεδὸν ποιητικὴ, ὑπελάμβανον δὲ, ὅτι δὲν ἤθελε προκαλέσει τὴν ἀνάγκην λεπτομερῶν πληροφοριῶν. Ἀλλὰ ὑποθέσατε ὅτι ὁ κ. Ζωγράφος κατὰ τὸ διάστημα τῆς πενταετίας ἤθελε παραγάγει ζάχαριν· ἀλλὰ ἤθελε παραγάγει τοσαύτην, ὥστε τὸ ποσὸν αὐτῆς νὰ ἐπαρκῇ εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐγχωρίου καταναλώσεως; Νομίζετε ὅτι τοῦτο εἶναι πιθανὸν νὰ πραγματοποιηθῇ ἐντὸς τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν;
§488ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εὐτύχημα θὰ ἦτο.
§489ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἐξήρχετο χρυσός.
§490Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἀμφιβάλλω. Ἀλλ’ ὑποθέσατε, ὅτι πραγματοποιεῖται ἐντὸς τῶν τεσσάρων ἐτῶν, καὶ ὅτι ἡ ἀτέλεια τοῦ πέμπτου ἔτους θέλει ἐλαττώσει τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου· δὲν εἶναι δύσκολον διὰ τὸ ἓν τοῦτο ἔτος νὰ προσφύγωμεν εἰς ἀντισηκώματα, εἰς μέτρον καταστολῆς, ἤτοι εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν. Ἐγὼ ἔκρινα, ὅτι τὰ προτεινόμενα μέτρα ἦσαν τὰ μᾶλλον ἀκίνδυνα καὶ μᾶλλον ἀζήμια ἐν τῷ Κράτει. Ἂν ταῦτα ὠφελῶσι τὸν κ. Ζωγράφον, ἀλλὰ δὲν βλάπτουσιν ἡμᾶς· μετὰ τοιαύτης δὲ πεποιθήσεως ἐπρότεινα τὸ νομοσχέδιον. Ὑπ’ ὄψιν ἔχω πολλὰς λεπτομερεῖς πληροφορίας περὶ τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης, ἀφ’ ἧς ἤρξατο μέχρι τοῦδε, πέντε τετράδια ὀγκώδη, τῶν ὁποίων ἠδυνάμην τὸ περιεχόμενον νὰ μεταδώσω ἐν περιλήψει εἰς τοὺς κ. Βουλευτὰς, ἀλλὰ ἡ ὥρα προσεγγίζει εἰς τὴν τρίτην μετὰ μεσονύκτιον, ἑπομένως παρῆλθε, καὶ θέλει καταλάβει ὑμᾶς ὁ κάματος.
§491ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2, ὡς ἔχουσι).
§492ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3.
§493ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Πρὸς κατασκευὴν αἰτήσει τοῦ κ. Χρηστάκη Ζωγράφου καὶ δαπάναις αὐτοῦ τῶν ἀπαραιτήτου ἀνάγκης, κατὰ τὴν ἐκτίμησιν καὶ ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁδῶν καὶ βιομηχανικῶν σιδηροδρόμων πρὸς μεταφορὰν τῶν τεύτλων καὶ τῆς σακχάρεως ἡ μὲν ἀπαλλοτρίωσις τῶν ὑπὸ τῆς ὁδοῦ καταλαμβανομένων γαιῶν γίνεται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ᾼΧΜΒʹ νόμου τῆς 4 Ἰανουαρίου 1888, ἡ δὲ διὰ τὰς γαίας ταύτας ἀποζημίωσις βαρύνει τὸν κ. Χρ. Ζωγράφον, καταβαλλομένη ὑπ’ αὐτοῦ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἀνωτέρω νόμου. «Ὁ κ. Χρ. Ζωγράφος ὑποκαθίσταται εἰς τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου ὡς πρὸς τὸν κατὰ τὸν ᾼΧΜΒʹ νόμον τοῦ 1888 προσδιορισμὸν δικαστικῶς τῶν καταβλητέων διὰ τὰς ἀπαλλοτριουμένας γαίας ἀποζημιώσεων, τῶν περὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τούτου αἰτήσεων ἐπιδιδομένων πρὸς αὐτὸν, ὡς διάδικον, ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων, ἢ ὑπ’ αὐτοῦ πρὸς τοὺς τρίτους. «Αἱ κατασκευαζόμεναι ὁδοὶ καθίστανται κοινῆς χρήσεως.»
§494ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ μίαν τροπολογίαν ἢ προσθήκην.
§495Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποίαν;
§496ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ πρέπει αἱ ὁδοὶ αὗται νὰ ἦναι πράγματι κοινῆς χρήσεως· πρέπει δηλ. νὰ δύνανται δι’ αὐτῶν οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων νὰ διέρχωνται ἢ ἔφιπποι ἢ πεζοὶ καὶ νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰ χωρία.
§497Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προτείνατε τὴν τροπολογίαν· τὴν ἀποδέχομαι.
§498ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος τῆς αʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου τοῦτο: «διὰ τῶν εἰρημένων ὅμως ὁδῶν ἔχουσι δικαίωμα νὰ συγκοινωνῶσι καὶ οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων»· ἐν τέλει δὲ τῆς τελευταίας παραγράφου νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς: «πρέπει δὲ νὰ κατασκευάζωνται κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ δύνανται νὰ διέρχωνται ἐλευθέρως δι’ αὐτῶν πεζοί τε καὶ ἔφιπποι.» Ἀρκεῖ τοῦτο.
§499ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§500ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 25 νομοσχέδιον «περὶ προσωπικοῦ τῆς ἐξωτερικῆς ὑπηρεσίας τῶν δασῶν» ἀναβάλλεται. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ τέλους τῶν κατὰ τὴν τέλεσιν τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων ἐκδοθησομένων εἰσιτηρίων εἰσόδου εἰς τὰ διάφορα ἱδρύματα αὐτῶν. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§501ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ περὶ ἐκτυπώσεως ἀναμνηστικῶν γραμματοσήμων ͵ΒΤΜϚʹ νόμου. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ, ὡς ἔχει).
§502ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§503ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀντὶ «ἑνδεκαμελοῦς Συμβουλίου» παρακαλῶ νὰ τεθῇ δωδεκαμελοῦς, ὅπως εἶναι τὸ ὀρθόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 μετὰ τῆς διορθώσεως ταύτης).
§504ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§505ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ ἐνταῦθα τὸ «ἑνδεκαμελεῖ Συμβουλίῳ» νὰ διορθωθῇ εἰς δωδεκαμελεῖ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς διωρθώθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§506ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκποιήσεως μέρους τῆς κληρονομίας τοῦ Ἀλεξάνδρου Α. Σούτσου πρὸς πληρωμὴν τῶν βαρῶν αὐτῆς.
§507ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπὸ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ κωδικέλλου. Δὲν ἠξεύρω, ἂν τὸ Ὑπουργεῖον ἔλαβεν ἀπόφασιν, καὶ τίνα ἔλαβε.
§508Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ὑπόθεσις εἶναι ὑπ’ ὄψιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως). Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς παραστάσεως τοῦ Διαδόχου καὶ τῶν ἄλλων Βασιλοπαίδων ἐνώπιον τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς. Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἡ πρότασις νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΣΛʹ τῆς 27 Ἀπριλίου 1867 νόμου περὶ ζωοκλοπῆς. Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀτελείας τῶν ἐκ τῆς πεδιάδος Ἄρτης εἰς τὴν ὁμώνυμον πόλιν εἰσαγομένων προϊόντων).
§509ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 2 καὶ 40′ π. μ. τῆς ἐπιούσης.