Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΔ · Σύνοδος Β› Συνεδρίαση 37

1896.03.11

5.830 στίχοι · 45.588 λέξεις · 2 πίνακες · 319 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1896.03.11
Προεδρεία
ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗ
Περίοδος
ΙΔ
Σύνοδος
Β
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1896)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 37

Τῆς 11 Μαρτίου 1896.

(Δευτέρα).

Ὥρα 9 καὶ 30′ π. μ.

(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Δρόσου).

(Γενομένης ἀπαρτίας, παρόντων 108 Βουλευτῶν, ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ θ’ ἀναγνωσθῶσι μετὰ μεσημβρίαν, διότι δὲν ἐξετυπώθησαν εἰσέτι. Κάτοικοι Καρδίτσης ἀναφέρονται εἰς τὴν Βουλὴν, ἐξαιτούμενοι τὴν ἐπιψήφισιν εἰδικοῦ διὰ τὴν ἀνανέωσιν τῶν δημοτικῶν δασμῶν νόμου, μὴ ὑπάρχοντος Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ὁ κ. Τσαμαγκίδης ἔχει τὸν λόγον.

§2ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. Κατὰ πρῶτον ὀφείλω νὰ δικαιολογήσω τὴν ἐμὴν ἀπουσίαν, διότι ἐβράδυνα πολὺ, ἕνεκα οἰκογενειακῶν μου ὑποθέσεων καὶ ἕνεκα τοῦ βαρέος χειμῶνος· κατὰ δεύτερον λόγον θὰ εὐχαριστήσω τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν εὐγενῆ πρόθεσιν, τὴν ὁποίαν εἶχε, νὰ εἰσαγάγῃ τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια, ἐκ τῶν ὁποίων πολλὰ περιμένει ἡ Θεσσαλία καὶ ὁ τόπος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ καιρὸς ἐπείγει, ἡ δὲ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν πρὸς συζήτησιν αὐτῶν, ἡ δὲ συζήτησις ἀπαιτεῖ καὶ χρόνον πολὺν καὶ σκέψιν βαθεῖαν καὶ πολλὰ ἄλλα, προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐκλέξῃ ἑπταμελῆ ἐπιτροπὴν ἐκ Βουλευτῶν, ἐν τῇ ὁποίᾳ νὰ συγκαταλέγηται καὶ ἡ μειοψηφία, ἂν θέλῃ, καὶ ἡ ὁποία κατὰ τὰς βουλευτικὰς διακοπὰς νὰ περιέλθῃ τὰ διάφορα μέρη τῆς Θεσσαλίας, νὰ μελετήσῃ καλῶς καὶ ἐπισταμένως...

§3ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀρθότατον! πολὺ καλά!

§4ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. .. νὰ μελετήσῃ καλῶς καὶ ἐπισταμένως, λέγω, ὅλα τὰ Θεσσαλικὰ, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς σχέσεις τῶν ἰδιοκτητῶν πρὸς τοὺς καλλιεργητὰς, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν συγκοινωνίαν καὶ τὴν Γεωργικὴν Τράπεζαν, καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὴν προσήκουσαν ἔκθεσιν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω.

§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά! πολὺ καλά!

§6Φ. ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ πληρέστατα μετὰ τοῦ προλαλήσαντος, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ συζητήσῃ αὐτὰ τὰ νομοσχέδια, νὰ σκεφθῇ ἂν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ γείνῃ παραδεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Τσαμαγκίδου.

§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§8ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§9ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς παρακαλέσω σχετικῶς νὰ εἴπω δύο λέξεις.

§10ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἀρκετὰ εἶπον οἱ προλαλήσαντες. Εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰ εἴπητε ὅλοι; (θόρυβος).

§11ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Ζήτημα ὑψίστης κοινωνικῆς σημασίας, ἰδίως διὰ τὴν Θεσσαλίαν, εἶναι βεβαίως τὸ ζήτημα τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων, τῶν εἰσαχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ζήτημα τοῦτο βεβαίως ἔπρεπε νὰ ἐπισπάσηται τὴν προσοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου, καθόσον εἶναι ζήτημα ἀφορῶν τὴν πολιτικὴν καὶ κοινωνικὴν χειραφέτησιν πληθυσμοῦ ὁλοκλήρου, πληθυσμοῦ 100,000 καὶ πλέον ὑπηκόων Ἑλλήνων. Εὐχῆς ἔργον εἶναι καὶ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἀσχοληθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ νὰ κανονίσῃ τὴν τύχην τῶν κατοίκων τούτων. Ἂν ὅμως ὁ χρόνος δὲν ἐπιτρέπῃ ἀπολύτως τὴν ἤδη συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, βεβαίως καὶ ἐγὼ δὲν εἶμαι δεδηλωμένως ἀντίθετος τῆς ἰδέας τοῦ νὰ μελετηθῶσιν ἐπιτοπίως τὰ ζητήματα ταῦτα. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω πρωτίστως, ὅτι πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτων νομοσχεδίων, καθόσον ἀφορῶσιν εἰς τὴν χειραφέτησιν τῶν γεωργῶν καὶ τὴν ἀποκατάστασιν ἀρτίων συνταγματικῶν πολιτῶν. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν—καὶ τοῦτο χάριν τῆς ὑπολήψεως καὶ ἡμῶν τῶν φίλων του, καίτοι εἴμεθα ἀνώτεροι πάσης μομφῆς,—εἶναι τὸ νὰ δηλώσῃ, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν εἰσήχθησαν εἰς τὸ Κοινοβούλιον διὰ νὰ μὴ συζητηθῶσιν, ἀλλ’ ὅτι ἡ τύχη τῶν Θεσσαλῶν καί τῆς Θεσσαλικῆς παραγωγῆς ἐπέσπασε τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἰς τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἀποδίδει πολλὴν σημασίαν, καὶ δὲν πρόκειται νὰ ἐγκαταλειφθῶσιν ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας· τοῦτο δὲ, διότι πολλὰ ἐγράφησαν, θίγοντα τὴν ὑπόληψιν καὶ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡμῶν τῶν φίλων αὐτῆς. Εἶναι νομοσχέδια σπουδαιότατα, εἶναι νομοσχέδια, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς στηρίζει ὅλας τὰς περὶ ἀποκαταστάσεώς του ἐλπίδας, καὶ χωρὶς νὰ θελήσω νὰ εἰσέλθω ἀπὸ τοῦδε εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν νομοσχεδίων, θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν ταχίστην συζήτησιν αὐτῶν, νὰ προβῇ δὲ καὶ εἰς ἐπίσημον ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου δήλωσιν περὶ τῆς σημασίας, ἣν ἀποδίδει εἰς ταῦτα. Ὡς πρὸς δὲ τὴν παραπομπὴν τῶν νομοσχεδίων εἰς ἐπιτροπὴν, δὲν ἀντιτείνω, μόνον ἂν καθίσταται ἀδύνατος ἤδη ἡ συζήτησίς των. Ὁμολογουμένως, ἂν ὁ χρόνος δὲν ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, βεβαίως εὐχῆς ἔργον θὰ ἦναι νὰ μὴ διαῤῥεύσῃ ἄπρακτος ὁ ἐν τῷ μεταξὺ χρόνος, ἀλλὰ νὰ μελετηθῶσιν ὅλα τὰ σχετικὰ πρὸς τὰ νομοσχέδια ταῦτα ζητήματα ἐπιτοπίως παρ’ ἀντιπροσώπων τοῦ Κοινοβουλίου, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὴν τοιαύτην ἐπιτόπιον ἔρευναν νὰ ἐκφέρωσι πεφωτισμένην καὶ ἀσφαλῆ γνώμην ἐπ’ αὐτῶν.

§12Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε εἰς τὴν φιλότιμον τῆς Κυβερνήσεως εὐθύτητα, οὔτε εἰς τῆς Βουλῆς τὴν πατριωτικὴν μέριμναν, οὔτε εἰς αὐτὸ τὸ ὑπέρτατον καθῆκον ἡμῶν τῶν ἐκ Θεσσαλίας ἀντιπροσώπων, νὰ ὑποτιμήσωμεν τὴν ὑπάτην σημασίαν τοῦ ἑνὸς τοὐλάχιστον τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων, τοῦ ἀφορῶντος τὴν παραχώρησιν μιᾶς λωρίδος γῆς εἰς τὰς ἐν τοῖς τσιφλικίοις συνῳκισμένας γεωργικὰς οἰκογενείας, καὶ νὰ παρίδωμεν τὴν ἐπείγουσαν, τὴν ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ. Εἶχεν ἀληθῶς ἐπιστῆ ἡ ὥρα, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἀντηχήσῃ ἐν τῷ ἐθνικῷ συνεδρίῳ ἡ ἀγωνιώδης κραυγὴ τῆς ἀπέλπιδος διαμαρτυρίας, ἣν ἀπὸ τῆς ζοφερᾶς αὐτοῦ τρώγλης μάτην ἀπὸ τοσούτου χρόνου ἐκπέμπει ὁ πολὺς τῆς Θεσσαλίας γεωργικὸς πληθυσμὸς, τῶν τσιφλικίων οἱ δουλοπάροικοι καλλιεργηταὶ, οἱ οἰκτροὶ ῥαγιάδες, ὅπως καὶ σήμερον ἔτι, μετὰ δεκαπενταετῆ ἐλεύθερον βίον, ἀποκαλοῦσιν αὐτοὺς καταφρονητικῶς οἱ ὑπερήφανοι χωροδεσπόται των. Καὶ ἐχαιρέτισα ἐνθουσιώδης τὴν ὑποβολὴν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχεδίου, διότι δι’ αὐτοῦ τὴν κραυγὴν ταύτην τῆς διαμαρτυρίας ἐῤῥήγνυε πρῶτος, ἐν ὀνόματι τοῦ ἠδικημένου λαοῦ, αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος τῆς Κυβερνήσεως Πρόεδρος καὶ σεβαστὸς ἀρχηγός μου, περιάπτων οὕτως εἰς αὐτὴν ὅλον τὸ κῦρος καὶ τὴν αὐθεντίαν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἀξιώματος καὶ τῆς ὑπερόχου αὐτοῦ προσωπικότητος. Καὶ εἰκότως, Κύριοι...

§13ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.

§14ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. .. Κληρονόμος τοῦ μεγατίμου ὀνόματος, ὅπερ φέρει, καὶ τῶν ἐθνικῶν παραδόσεων, αἵτινες συνδέονται πρὸς αὐτὸ, ἀπόγονος ἐκείνων, οἵτινες ἐθυσίασαν ἑαυτοὺς ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας, διότι μόνον ἐν αὐτῇ καὶ δι’ αὐτῆς κατενόουν τὴν ἐθνικὴν ὑπόστασιν, βεβαίως δὲν ἠδύνατο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μὴ ἀποβλέψῃ μετὰ συντριβῆς πρὸς τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν, ἣν ἐκληροδότησαν ἀπαίσιοι χρόνοι δουλικοῦ παρελθόντος, κατάστασιν αἴρουσαν πάντα τὰ ἀγαθὰ τῆς Θεσσαλικῆς ἐλευθερίας, ἣν ἐδημιούργησεν ἡ θερμὴ καὶ ἀκαταπόνητος αὐτοῦ συνεργασία μετὰ τοῦ ἄλλου μεγάλου ἐκείνου πολιτικοῦ ἀνδρὸς, οὗτινος τὴν στέρησιν αἰσθάνεται ἔτι ἡ πατρὶς, συνεργασία τῆς ὁποίας μετ’ εὐλαβοῦς ἐνδιαφέροντος παρηκολούθησα, ὡς δημοσιογράφος, καὶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ἐξετίμησα τὴν ἐξέλιξιν, συνεργασία, Κύριοι, δρῶσα ὑπὸ τὴν γενναίαν ἔμπνευσιν καὶ τὴν ἔμφρονα χειραγωγίαν τῆς βαθυτέρας πατριωτικῆς ἀφοσιώσεως (ἐπιδοκιμασίαι). Δέκα πέντε ὅλα ἔτη συμπληροῦνται, κύριοι Βουλευταί, ἀφ’ ὅτου ἡ Ἑλληνικὴ ἐλευθερία, σελαγίζουσα ἐπὶ τοῦ Πίνδου καὶ τοῦ Ὀλύμπου, καταυγάζει τὴν Θεσσαλίαν. Καὶ ὅμως τίνες ὑπῆρξαν τῆς ἐλευθερίας ταύτης οἱ καρποί; Τί δι’ αὐτῆς συνετελέσθη ἄχρι τοῦδε γενναῖον ἢ χρήσιμον; Οὐδὲν ἀπολύτως! Τὸ σύστημα, ὅπερ ἐπὶ πᾶσαν σχεδὸν τὴν δεκαπενταετίαν ταύτην ἐξηκολούθησε διέπον τὴν χώραν, σύστημα ἕνα καὶ μόνον ἐνέχον ἐξέχοντα χαρακτῆρα, τὴν ἀστοργίαν πρὸς πᾶσαν ἀνάγκην ἐθνικὴν, τὸ σύστημα τοῦτο ἐξετάθη ὀλέθριον καὶ ἐπὶ τὴν Θεσσαλίαν, ἥτις, μετὰ τόσου πόθου, μετὰ τόσων εὐοιώνων προσδοκιῶν ῥιφθεῖσα εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς ἐλευθερίας, εἶδε πάσας αὐτῆς τὰς ἐλπίδας φυλλοῤῥοούσας ὑπὸ τὴν μαρασμώδη πνοὴν τῆς ἀπονωτέρας κυβερνητικῆς ἀδιαφορίας (ἐπιδοκιμασίαι). Ποία ποτὲ, Κύριοι, ἐξεδηλώθη μέριμνα ὑπὲρ τῆς γεωργίας της, τοῦ μεγάλου τούτου παράγοντος τῆς οἰκονομικῆς εὐεξίας τῆς χώρας, παράγοντος, ὅστις εἰς ἄλλας χεῖρας καὶ ὑπὸ ἄλλην διοίκησιν βεβαίως ἤθελεν ἀποβῆ ὁ εὐρωστότερος τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν οἰκονομίας μοχλός; Ποῦ τὰ νέα τῆς καλλιεργείας συστήματα, λειτουργοῦντα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νεωτέρων ἐπιστημονικῶν μεθόδων; Ποῦ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα, ἀναχαιτίζοντα τὴν καταστρεπτικὴν τῶν στοιχείων ὁρμὴν καὶ ὑποτάσσοντα ταῦτα εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς γεωργίας; Ποῦ αἱ Τράπεζαι αἱ γεωργικαὶ, ὀάσεις ἀληθεῖς, ζωογονοῦσαι τὸν δυστυχῆ ἀγρότην ἐν μέσῳ τῆς ἀποπνιγούσης αὐτὸν ἀσφυκτικῆς ἀτμοσφαίρας τῆς τοκογλυφίας; (ἐπιδοκιμασίαι). Ποία ποτὲ ἐλήφθη φροντὶς ὑπὲρ τῆς κτηνοτροφίας της, ἄλλου οὐχ ἧττον σπουδαίου οἰκονομικοῦ παράγοντος, ὅστις εἰς ἄλλας χώρας καὶ ὑπὸ ἄλλην φιλοστοργοτέραν Κυβέρνησιν εὐρύτατον θὰ διήνοιγε τὸ στάδιον εἰς ποικιλωτάτας βιομηχανικὰς ἐπιχειρήσεις, συντελούσας εἰς τοῦ Κράτους τὴν ὑλικὴν εὐρωστίαν καὶ πρόοδον; Ἀλλὰ τῆς ἐνόχου ταύτης κυβερνητικῆς ἀστοργίας, κύριοι Βουλευταί, ἐνοχωτέρα ἐκδήλωσις ὑπῆρξεν ἡ παντελής, ἡ σκληρὰ ἐγκατάλειψις τοῦ πυκνοῦ τῶν τσιφλικίων γεωργικοῦ πληθυσμοῦ, ἐγκατάλειψις—ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὸ εἴπω ἀπροκαλύπτως—ἀποτελοῦσα ἀληθὲς κατὰ τῆς ἐλευθέρας Ἑλληνικῆς Πολιτείας στίγμα. Μυριάδες λαοῦ, ὃν ἀπεγύμνωσαν ἡ ἁρπαγὴ καὶ ἡ δήμευσις, ἀποτελέσασαι τοὺς μόνους, Κύριοι, βαρυτίμους τίτλους τῆς σήμερον κρατούσης ἐν Θεσσαλίᾳ τιμαριούχου ἰδιοκτησίας, μυριάδες λαοῦ, καταπιέζονται καὶ καταπονοῦνται ὑπὸ τὰς δουλικωτάτας συνθήκας ἀγροτικοῦ καθεστῶτος, ὅπερ ἔτι μᾶλλον καθιστῶσιν ἀφόρητον ἡ αὐθαιρεσία καὶ ἡ ἀπληστία, δύο δυστυχῶς ἐξέχουσαι ἀρεταὶ τῶν πλείστων ἐν Θεσσαλίᾳ γαιοκτημόνων. Καὶ δύνανται οἱ ἐνθουσιώδεις τοῦ καθεστῶτος τούτου συνήγοροι νὰ προσάγωσιν ὅσους θέλουσι τίτλους, ὅσα θέλουσι ταπία ἢ φιρμάνια Σουλτανικά, ἐπικαλούμενοι ταῦτα ὡς περγαμηνάς, κυρούσας τὴν ἁγνὴν πηγὴν καὶ τὴν ἱερότητα τῆς ἰδιοκτησίας ταύτης. Ἀλλ’ ἐὰν, κύριοι Βουλευταί, ἡ ἁρπακτικὴ βία ἑνὸς τυράννου καὶ ἡ αὐθαίρετος ἐξουσία ἑνὸς δεσπότου ἀρκοῦσι νὰ νομιμοποιήσωσιν εἰς τὴν δικαστικὴν συνείδησιν τὰς περγαμηνὰς ταύτας, κύπτομεν βεβαίως, ἑκόντες ἄκοντες, πρὸ τοῦ κύρους αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν λησμονοῦμεν, ὅτι ἡ σφραγὶς τοῦ Κράτους, ἡ τοιοῦτον περιάψασα νόμιμον κῦρος εἰς τὰς περγαμηνὰς ταύτας, ἀπετυπώθη ἐπ’ αὐτῶν διὰ τοῦ αἵματος τῶν ληστευθέντων (αἴσθησις). Διότι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν πρέπει νὰ ἀγνοῇ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν Θεσσαλίᾳ ἢ ἐν Ἠπείρῳ τσιφλίκιον, μὴ ἔχον φρικώδη τὴν ἱστορίαν τοῦ αἱματηροῦ μαρτυρίου του (ἐπιδοκιμασίαι). Εἶπον ὅτι ἀστοργοτέρα ἐκδήλωσις τῆς πρὸς τὴν Θεσσαλίαν κυβερνητικῆς ἀκηδίας ὑπῆρξεν ἡ σκληρὰ ἐγκατάλειψις τοῦ γεωργικοῦ τῶν τσιφλικίων πληθυσμοῦ. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, εἰς τοῦ πληθυσμοῦ τούτου τὴν πολύμοχθον, τὴν ἀκαταπόνητον ἐργασίαν ὀφείλεται παραγωγὴ τριπλασία ἐκείνης, ἣν ἐτησίως συγκομίζει ἡ ἄλλη ἐν Θεσσαλίᾳ γεωργικὴ τάξις, ἡ προνομιοῦχος καὶ χειράφετος· ὁ δυστυχὴς οὗτος πληθυσμὸς, πενόμενος καὶ γυμνητεύων, αὐτὸς εἰσφέρει εἰς τὸν δημόσιον θησαυρὸν τὰ ¾ σχεδὸν τοῦ βαρύνοντος τὴν θεσσαλικὴν γεωργίαν φόρου· εἰς τῆς πατρίδος καὶ τοῦ νόμου τὸ πρόσταγμα, τὰ τέκνα του συῤῥέουσι, πληροῦντα τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, καὶ μεταξὺ μυριάδων λαοῦ, μηδὲ ἕνα, Κύριοι, θὰ εὕρητε φυγόστρατον, ἀρνούμενον εἰς τὴν πατρίδα τὴν ὑπερτάτην, τὴν κατ’ ἐξοχὴν πατριωτικὴν τῆς στρατεύσεως ὑποχρέωσιν. Καὶ ὅμως ἡ σκληρὰ καὶ ἄδικος δουλικὴ αὐτοῦ τύχη οὐδένα ἄχρι τοῦδε συνεκίνησεν, οὐδενὸς εἵλκυσε τὴν στοργὴν ἢ τὴν μέριμναν, καὶ μετὰ παρέλευσιν τοσούτων ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως ἐτῶν, ὑπὸ τὸ κράτος καὶ τὴν αἰγίδα τοῦ ἐλευθερωτάτου τῶν πολιτευμάτων, αὐτὸς ἀπέμεινε δοῦλος, ἄνευ πατρίδος, ἄνευ ἑστίας, δουλεύων τὴν ξένην γῆν ξένου κυρίου, ἔχοντος ἔννομον δικαίωμα νὰ ἀρνηθῇ αὐτῷ αὔριον καὶ γῆν καὶ τάφον (συγκίνησις). Τοιαύτης, Κύριοι, τερατώδους ἀδικίας τὴν θεραπείαν σκοπεῖ τὸ νομοσχέδιον, οὗτινος ἐπείγουσαν καὶ ἐπιτακτικὴν θεωρῶ τὴν ἐπιψήφισιν, ἀδικίας δημιουργούσης κατάστασιν ἀληθῶς ἀκατανόητον ἐν ἐλευθέρᾳ Πολιτείᾳ, κατάστασιν ἀναιροῦσαν αὐτὴν τὴν ἔννομον τάξιν, καὶ μυρίους ἐγκλείουσαν κατ’ αὐτῆς κινδύνους, κατάστασιν, ἧς κινδυνωδεστέραν θέλει καταστήσει τὴν ἐπιδείνωσιν ἡ ἀναβολὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, θεωρῶ ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς φιλοτιμίας αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, τῆς εἰσηγησαμένης τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια, ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τοῦ πατριωτισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὅστις βεβαίως οὔτε ξένος οὔτε ἀδιάφορος δύναται νὰ παραμείνῃ πρὸς τοιαύτην οἰκτρὰν κατάστασιν, θεωρῶ, λέγω, ἐπιβαλλομένην τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐὰν διὰ λόγους, δυναμένους νὰ παρακωλύσωσι τὴν ἄλλην ἐπίσης σπουδαίαν καὶ ἐπείγουσαν τοῦ Κοινοβουλίου ἐργασίαν, ἀδύνατον ἀποβαίνῃ νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις καὶ ἐπιψήφισις αὐτοῦ, ἐὰν ἡ ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἣν πάντες ἀναγνωρίζομεν, παρεμβάλλῃ ἀνυπέρβλητον πρόσκομμα εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς ἐνθέρμου ταύτης πρὸς ὑμᾶς ἐπικλήσεώς μου, δὲν ἀποκρούω ἀπολύτως τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καρδίτσης βουλευτοῦ κ. Τσαμαγκίδου περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς νέαν τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων ἐπὶ τόπου βάσανον, χρησιμοποιουμένου οὕτως ὑπὲρ αὐτῶν τῶν νομοσχεδίων τοῦ χρόνου μέχρι τῆς προσεχοῦς συνόδου, καθ’ ἣν πάντως θέλουσι συζητηθῆ. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ παρατείνω τὸν λόγον, φειδόμενος τοῦ πολυτίμου ὑμῶν χρόνου, καὶ ἐπιφυλασσόμενος νὰ ἐπαναλάβω τοῦτον, ἐὰν ἀποφασισθῇ τοῦ νομοσχεδίου ἡ συζήτησις. Ἀλλὰ πρὶν καταλίπω τὸ βῆμα, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀπευθύνω καὶ ἐγὼ θερμὴν τὴν παράκλησίν μου πρὸς τὸν σεβαστὸν τῆς Κυβερνήσεως Πρόεδρον, ὅπως, ἀποδεχόμενος τὴν σύστασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καρδίτσης συναδέλφου κ. Βελλίνη, ἀποκρούσῃ διὰ τῆς αὐθεντίας αὑτοῦ τὰς κακοήθεις καὶ συκοφαντικὰς διαδόσεις, δι’ ὧν ἐπέδραμον κατὰ τῆς τιμῆς ἡμῶν οἱ ἔχοντες συμφέρον νὰ κατασυκοφαντήσωσι τοὺς θερμοὺς τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων ὑπερασπιστάς, μειοῦντες τὸ κῦρος τῶν λόγων καὶ τῆς ἐνεργείας αὐτῶν. Διότι δὲν δύνασθε, Κύριοι, νὰ φαντασθῆτε ποῖα διαδίδουσι καθ’ ἡμῶν αἴσχη οἱ ἀνήθικοι οὗτοι τῆς εἰδεχθεστέρας ἰδιοτελείας ἀπόστολοι, ἅπερ βεβαίως θὰ ἐξήγειρον τὴν ἀγανάκτησιν ὑμῶν, ἐὰν δὲν μοὶ ἔφρασσε τὸ στόμα ἡ εὐλάβεια, ἣν ἀπὸ τοῦ ἀξιώματός μου ὀφείλω πρὸς τὴν σεμνοπρέπειαν τοῦ βήματος τούτου. Πέποιθα δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος τῆς Κυβερνήσεως Πρόεδρος προθύμως θέλει ἀνταποκριθῆ εἰς τὴν κοινὴν τοῦ συναδέλφου καὶ ἐμοῦ παράκλησιν, βεβαιῶν ὅτι, ἂν ἐν τῇ πλάστιγγι τῆς ἀποφάσεως αὐτοῦ ἡ ἐπίμονος παράκλησις τῶν ἐκ Θεσσαλίας Βουλευτῶν, τῶν ὑποστηριζόντων τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἠδύνατο νὰ βαρύνῃ πλειότερον πάσης ἄλλης κυβερνητικῆς ἀνάγκης, ἡ πλάστιγξ αὕτη βεβαίως θὰ ἔκλινεν ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως καὶ οὐχὶ ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων.

§15ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, δυστυχῶς δὲν εἶμαι ἀκαδημαϊκὸς ῥήτωρ, ὡς ὁ προλαλήσας, κατὰ συνέπειαν δὲν θὰ ὁμιλήσω ἀκαδημαϊκῶς· θὰ ὁμιλήσω πρακτικά. Ἐν πρώτοις ἐκφράζω ἐκ μέρους μου καὶ ἐκ μέρους τῶν συμπολιτῶν μου τὴν εὐγνωμοσύνην μου εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἠθέλησε νὰ προνοήσῃ καὶ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ χωρικῶν. Οἱ καλλιεργηταὶ Θεσσαλοὶ εἶναι βεβαίως δυστυχεῖς. Πρέπει ὅμως μεγίστη προσοχὴ νὰ δοθῇ εἰς τὰς ἀποφάσεις μας, διότι δυνατὸν νὰ γείνουν δυστυχέστεροι. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Λαρίσης, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, τὰ πράγματα ἔχουσιν ἴσως πολὺ διαφορετικὰ, παρὰ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καλαμπάκας, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύει ὁ προλαλήσας. Ἐγὼ, Κύριοι, ἔχω ἐντολὴν ἀπὸ τοὺς συμπολίτας μου νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, καὶ δι’ αὐτὸ, ἀποτελέσας μέρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραχωρήσεως γαιῶν εἰς τοὺς ἐν Θεσσαλίᾳ χωρικούς, ἐπεφυλάχθην, καὶ ἐν τέλει παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ προβῇ εἰς καμμίαν ἀπόφασιν, πρὶν ἢ ἀποσταλῇ ἐπιτροπὴ καὶ περιέλθῃ ἅπασαν τὴν Θεσσαλίαν, κατόπιν δὲ τῆς μελέτης ταύτης νὰ προβῇ εἰς τὴν σύνταξιν νέου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐλπίζω, ὅτι θὰ εὐεργετήσῃ πολὺ περισσότερον τὸν τόπον. Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον τὸ καθῆκον νὰ εἴπω.

§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μολονότι ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸ βραχὺ τοῦ χρόνου, ὅστις ὑπολείπεται μέχρι τῶν ἕνεκα τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα διακοπῶν, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει ν’ ἀπέχω ὅσον οἷόν τε μακροῦ λόγου, ἀναγκάζομαι νὰ μὴ ἀφήσω τὴν Βουλὴν ἄνευ πληροφορίας τινὸς ἐπὶ τῶν δύο ἰδίως θεμάτων, τὰ ὁποῖα οἱ προαγορεύσαντες ἔθιξαν. Τὸ πρῶτον τῶν θεμάτων τούτων προέταξεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ βουλευτοῦ Καρδίτσης κ. Τσαμαγκίδου. Ὁ κ. Τσαμαγκίδης παρετήρησεν, ὅτι κρίνει ἀναγκαῖον νὰ συστηθῇ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ κατὰ τὴν Θεσσαλίαν, καὶ ἑπομένως φροντίσῃ νὰ ἀνεύρῃ ποῖα πρέπει νὰ νομοθετηθῶσι πρὸς συναρμολογίαν πάντων τῶν συμφερόντων, καὶ προβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν γνώμην πεφωτισμένην περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ληφθῶσι. Τὸ θέμα τοῦτο ἔψαυσεν ἐπίσης ὁ βουλευτὴς ἐκ Καρδίτσης καὶ φίλος μου κ. Βελλίνης, ὁ ἐκ Καλαμπάκας βουλευτὴς καὶ φίλος μου κ. Σιβιτανίδης καὶ ὁ ἐκ Λαρίσης βουλευτὴς καὶ φίλος μου κ. Ἰσχόμαχος. Ὅταν τὰ νομοσχέδια ταῦτα παρεσκευάζοντο, εἴχομεν ὑπ’ ὄψει πολλὰς ἀνάγκας, καὶ προετιθέμεθα δι’ αὐτῶν πολλοὺς νὰ ἐπιζητήσωμεν σκοπούς. Ὁ πρῶτος τῶν σκοπῶν τούτων ἦτο νὰ πορισθῶμεν κεφάλαιον χρημάτων, τὸ ὁποῖον νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς θεραπείαν τῶν βεβαιωθησομένων καὶ ἀναγνωρισθησομένων ὡς ἀναποφεύκτων ἀναγκῶν τῆς Θεσσαλίας. Ὁ δεύτερος τῶν σκοπῶν, τοὺς ὁποίους εἴχομεν, ἦτο νὰ δοκιμάσωμεν ἐν Θεσσαλίᾳ δύο ἀντίθετα φορολογικὰ συστήματα, τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, καὶ τὸ σύστημα τῆς φορολογίας διὰ τῆς ἀποδεκατώσεως τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Εἴχομεν προσέτι σκοπὸν νὰ καταστήσωμεν ἴσην τὴν φορολογίαν τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ βοσκῶν, διότι ἀποτελεῖ ἡ ὑπάρχουσα μέχρι τοῦδε ἀνισότητα, ἀντιβαίνουσαν εἰς τοὺς φορολογικοὺς κανόνας, διότι αἱ ἐν Θεσσαλίᾳ βοσκαὶ φορολογοῦνται ἐλαφρότατα, ἐνῷ ἄλλαι παραγωγαὶ διατελοῦσιν ὑπὸ βαρέα φορολογικὰ βάρη. Εἴχομεν προσέτι τὴν ἐπιθυμίαν καὶ τὸν σκοπὸν νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς γεωργίας ἰδίως ἐν Θεσσαλίᾳ. Καὶ ἐπειδὴ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ προτιμᾶται πάντοτε ἡ λεγομένη μικρὰ καλλιέργεια τῆς μεγάλης καλλιεργείας, ὑπέλαβον ὅτι ἤθελεν εἶσθαι τὰ μάλα συντελεστικὸν πρὸς βελτίωσιν τῆς γεωργίας καὶ πρὸς κοινωνικὴν πρόοδον τοῦ τόπου ἡ ἕναρξις μερίμνης πρὸς εἰσαγωγὴν καὶ ἀποκατάστασιν τῆς μικρᾶς καλλιεργείας ἐν Θεσσαλίᾳ. Διὰ τοῦτο προέβημεν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως ταμείου γεωργικοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ. Τοὺς σκοποὺς, εἰς τοὺς ὁποίους, ἤθελον διατεθῆ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἠθέλομεν πορισθῆ, δὲν προσδιωρίσαμεν, οὔτε διὰ τοῦ νομοσχεδίου προετείνομέν τι, ἀφήκαμεν αὐτοὺς νὰ τοὺς προσδιορίσῃ ἡ ἔρευνα καὶ ἡ μελέτη τῶν πραγμάτων, ὅπως ἀναγνωρισθῶσιν οἱ μᾶλλον ἐπικείμενοι, οἱ μᾶλλον ἀναπόφευκτοι, οἱ ἀληθεῖς τῷ ὄντι σκοποί, τοὺς ὁποίους πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ πραγματοποιήσῃ. Εἰσηγάγομεν τὸν νόμον περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν βοσκῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, διὰ νὰ ἐξισώσωμεν τοὺς φόρους, τοὺς ἐπὶ ἄλλων εἰδῶν παραγωγῆς ἐπιβαλλομένους, καὶ προεβάλομεν, διὰ νὰ δοκιμάσωμεν ἄν τὸ σύστημα τοῦτο δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἄνευ τῶν καταθλίψεων, τὰς ὁποίας αἱ παραδόσεις ἀφῆκαν ἀκόμη ἀντηχούσας καὶ αἱ ὁποῖαι τρομάζουσιν εἰσέτι τὴν γεωργίαν. Ἐπροτείναμεν δὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως 20 στρεμμάτων γῆς, διὰ νὰ προκαλέσωμεν καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινωνίαν νὰ μελετήσῃ καὶ βασανίσῃ αὐτὸ, καὶ νὰ συναρμολογήσῃ τὰς σχέσεις τῶν ἰδιοκτητῶν πρὸς τοὺς γεωργοὺς, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ παράσχῃ σημεῖα εἰς τοὺς γεωργοὺς ὑπάρξεως αὐτοτελοῦς καὶ αὐθυπάρκτου, ὅπως ἐν μέλλοντι εἴτε ἀπωτέρω εἴτε ἐγγυτέρω δυνηθῶσι νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν ἰδίαν αὐτῶν αὐθυπαρξίαν. Αὐτοὶ οἱ σκοποὶ ὑπηγόρευσαν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλομεν. Προχθὲς ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας ἡ σύστασις ἐπροτάθη διὰ τὴν ἔρευναν τῶν δαπανῶν καὶ τῶν ἐργασιῶν τῶν γενομένων ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, ὡμίλησα περὶ ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῶν καὶ διῄρεσα ταύτας εἰς δύο, καὶ ὅταν ἀνέφερα τὰς ἐξεταστικὰς ἐπιτροπὰς, τὰς συνισταμένας πρὸς ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων, ἔφερον ὡς παράδειγμα τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα ἐξετάσῃ καὶ ἐξακριβώσῃ τὴν κατάστασιν τὴν γεωργικὴν, τὴν βιομηχανικὴν, τὴν οἰκονομικὴν τμημάτων τινῶν τῆς χώρας, διότι εἰς τοῦτο κυρίως ἀφεώρων, ἀφεώρων εἰς τὴν σύστασιν ἐπὶ τέλους ἐξεταστικῆς τοιαύτης τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἥτις νὰ μεταβῇ εἰς Θεσσαλίαν καὶ ἐξετάσῃ τὰ κατ’ αὐτήν. Καὶ ὅταν τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἰσῆγον εἰς τὴν Βουλὴν, ἐγὼ πρῶτος παρεκάλεσα αὐτὴν νὰ συστήσῃ ἐπιτροπὴν καὶ νὰ ἐξετάσῃ ταῦτα ἐν πάσῃ εὐρύτητι. Καὶ μολονότι ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν νομοσχεδίων εἰς τὴν Βουλὴν μέχρι τοῦ πέρατος τῶν ἐργασιῶν τῶν ἐπιτροπῶν, αἵτινες συνεστήθησαν, πολὺς παρῆλθε καιρὸς, καὶ ὁ καιρὸς ἰδίως μᾶς εἶναι πολύτιμον κεφάλαιον κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, μ’ ὅλα ταῦτα οὐδὲν προέβαλον παράπονον, οὐδὲ ὑπέμνησα εἴς τινα νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν περαίωσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἐν λόγῳ νομοσχεδίων, διότι ἐνόμιζον ὅτι πρέπει ἡ ἐξέτασις καὶ μελέτη ἐπ’ αὐτῶν νὰ γείνῃ μετὰ πάσης φροντίδος. Ἡμεῖς δὲν προτιθέμεθα διὰ τῶν μέτρων μας, οὔτε ἐπιθυμοῦμεν, οὔτε ἀνεχόμεθα, νὰ ἐπιφέρωμεν βλάβην εἰς τὰς κοινωνικὰς σχέσεις καὶ τὴν πρόοδον τοῦ τόπου· ἐννοοῦμεν ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ πράξωμεν πᾶν τὸ δυνατὸν πρὸς βελτίωσιν τῶν κοινωνικῶν σχέσεων, καὶ πρὸς κανονισμὸν καὶ ὤθησιν τῆς προαγωγῆς καὶ τῆς προκοπῆς τοῦ τόπου. Διὰ τοῦτο ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο οὐδόλως ἀντιλέγω νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ, ἥτις νὰ μεταβῇ νὰ συμπληρώσῃ τὴν μελέτην καὶ τὴν ἔρευναν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προεβάλομεν, οὐδαμῶς ἀντιλέγω, διότι πείθομαι ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ὅτι, καὶ ἂν δὲν ἔχῃ τὴν γνώμην ταύτην, ἤθελεν εἶσθαι ἀδύνατον νὰ ἐπισπευσθῇ τῶν νομοσχεδίων τούτων ἡ συζήτησις καὶ ἐπιψήφισις· ἐπειδὴ δὲ πάντως ἤθελε κατασταθῆ ἀναγκαία ἡ μελέτη ἐν δημοσίαις συνεδριάσεσι τῶν νομοθετημάτων τούτων, αὕτη θέλει λάβει χώραν κατὰ τὸ τέλος τοῦ θέρους καὶ τὸ φθινόπωρον, ὁ δὲ καιρὸς ὁ μεσολαβῶν ἔπρεπε τῷ ὄντι νὰ χρησιμοποιηθῇ πρὸς πληρεστέραν καὶ εὐρυτέραν μελέτην τῶν νομοθετημάτων τούτων. Καὶ ταῦτα μὲν ἐπὶ τοῦ πρώτου θέματος. Ἀλλὰ τὸ δεύτερον ἐνόμιζον ὅτι δὲν ἦτο ἄξιον λόγου τινὸς, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἡλικία μου μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα ἐνίοτε νὰ ὁμιλῶ συμβουλεύων, καὶ μάλιστα ὅταν πρόκειται περὶ φίλων, τῶν ὁποίων ὁ ἕτερος εἶναι νεαρὸς πολιτευτὴς καὶ τυγχάνει υἱὸς φίλος μου, δύναμαι μετὰ θάῤῥους νὰ ἀπευθύνω τὴν συμβουλὴν εἰς τοὺς πολιτευομένους, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δειλιῶσι πρὸ τῶν συκοφαντιῶν καὶ τῶν δυσφημήσεων, τὰς ὁποίας ὁ ταπεινὸς τοπικὸς ἀνταγωνισμὸς ὑπαγορεύει. Ἀλλοίμονον εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δειλιῶσιν, ὅταν κατ’ αὐτῶν ἐκτοξεύωνται βέλη ψεύδους καὶ συκοφαντίας! Πρέπει νὰ ἔχωσιν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τὸ θάῤῥος, τὸ ὁποῖον ἐμπνέουσιν αἱ πεποιθήσεις εἰς αὐτούς. Ὅταν ἔχωσι τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα των, ἅπας ὁ κόσμος ἠμπορεῖ νὰ ἐγερθῇ καὶ νὰ φωνάζῃ κατ’ αὐτῶν, αὐτοὶ πρέπει νὰ μείνωσι πιστοὶ φρουροὶ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος των. Ἐγὼ εἶμαι πρὸς τὰς δυσμὰς τοῦ βίου μου, καὶ κατὰ τὸν βίον μου ἐξετοξεύθησαν τοσαῦτα συκοφαντίας βδελυρὰ βέλη, ἀλλ’ οὐδέποτε μὲ ἀπεθάῤῥυνον, οὔτε ἐνόμισα ἄξιον ἐμοῦ νὰ ἀπαντήσω εἰς τοὺς θρύλους καὶ τὰς συκοφαντίας, τὰς ὁποίας τὰ εὐτελῆ συμφέροντα παρεσκεύαζον. Ἡ τέχνη τοῦ πολιτεύεσθαι δὲν εἶναι ἡ τέχνη τοῦ δόλου καὶ τῆς ἀπάτης. Ἂν οἱ οὕτως ἐξηγοῦντες τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα προεβάλομεν, καὶ ἀποδιδόντες εἰς ἡμᾶς δόλον καὶ ἀπάτην, ἀντιγράφωσι τὰ ἴδια αὐτῶν βουλεύματα καὶ τὸν ἴδιον τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι, δὲν γνωρίζω, ἀλλὰ μέχρις ὑμῶν βεβαίως δὲν φθάνουσι τοιαῦτα βέλη.

§17ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι εὔκαιρον νὰ ἐξετάσῃ σήμερον ἡ Βουλή, τίς ἐπεδιώχθη σκοπὸς διὰ τῆς ὑποβολῆς τῶν νομοσχεδίων τούτων, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ, προβαλλομένης προτάσεως ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως αὐτῶν, τίς διὰ τῆς ὑποβολῆς αὐτῶν κατέστη ἡ θέσις τῆς ἰδιοκτησίας ἐν Θεσσαλίᾳ. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι διὰ τῆς ὑποβολῆς τῶν νομοσχεδίων τῶν Θεσσαλικῶν ἀνετράπη ἐντελῶς ἡ τάξις, καὶ αἱ σχέσεις μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν ἔφθασαν εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ μετάσχω τῶν ἐργασιῶν τῆς ἑτέρας τῶν ἐπιτροπῶν, εἰς ἃς εἶχεν ἀνατεθῆ ἡ ἐπεξεργασία τῶν νομοσχεδίων, καὶ ἤκουσα ἐκ στόματος ἀξιοτίμων συναδέλφων, αὐτῶν τῶν προτεινάντων τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς τῶν νομοσχεδίων τούτων, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον διεταράχθησαν αἱ σχέσεις μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν, ὥστε ὁλόκληρα χωρία ἠρνήθησαν νὰ προβῶσιν εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν γαιῶν, τὰς ὁποίας ἄλλοτε ἐκαλλιέργουν, καὶ τοῦτο ἦτο λίαν φυσικόν· διὰ τῶν ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίων, καὶ ἰδίως δι’ ἐκείνου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπηγγέλθημεν τὴν παραχώρησιν τῶν ἀγροτικῶν οἰκιῶν καὶ τῶν 20 ἢ 25 στρεμμάτων εἰς πλήρη ἰδιοκτησίαν πρὸς τοὺς καλλιεργητάς, ἀνεπτερώθησαν αἱ ἐλπίδες των καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ θελήσωσι νὰ ἐξισωθῶσι καὶ ἀντιμετρηθῶσιν οἱ καλλιεργηταὶ πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ διαταραχθῶσιν αἱ σχέσεις μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν. Οἱ καλλιεργηταὶ εἶχον πλέον μίαν ἐπαγγελίαν, ἐξενεχθεῖσαν μετὰ τῆς μεγαλειτέρας ἐπισημότητος ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὑποστηριζομένης παρὰ τοιαύτης πλειονοψηφίας, καὶ ἔχοντες πεποίθησιν ἐπὶ τὴν ἐπαγγελίαν ἐκείνην, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ προέλθωσιν εἰς τελείαν ῥῆξιν πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας, ἀντιμετρούμενοι, ὡς εἶπον, πρὸς αὐτούς. Ἀφ’ ἑτέρου, ἀκριβῶς διότι τοιαῦται ἐδόθησαν ἐπαγγελίαι διὰ τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων, ἡ Θεσσαλικὴ ἰδιοκτησία προσεβλήθη εἰς τὰ καίρια, ἐσφραγίσθη δὲ αὕτη ὡς ὑποκειμένη εἰς διανομήν· οὐδεὶς πλέον εἶναι κύριος αὐτῆς, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἐπαγγέλληται ὅτι εἶναι κύριος αὐτῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ ἰδιοκτησίας, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη διὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων. Ἀφήνω ἤδη κατὰ μέρος τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων ἤκουσα ὅτι παραδόξως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ προβῇ εἰς προδοκιμαστικὰς ἐργασίας, διὰ νὰ ἴδῃ κατὰ πόσον δύναται νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν δεκάτην ἢ τὴν δεκάτην ἕκτην, σύστημα τὸ ὁποῖον θεωρεῖται ὡς τὸ μᾶλλον ἀπηρχαιωμένον μεταξὺ τῶν τῆς ἐγγείου φορολογίας, καὶ κατὰ πόσον ἠδύνατο νὰ φέρῃ τὴν ἰσότητα ἐν τῇ φορολογίᾳ διὰ τῆς τετραπλασιάσεως ἢ τῆς πενταπλασιάσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν βοσκῶν. Παράδοξος ἀληθῶς σκέψις, διότι καθιστῶμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, τοῦ περὶ φορολογίας τῶν βοσκῶν, καθιστῶμεν τελείαν τὴν ἀνισότητα μεταξὺ τῆς φορολογίας τῶν βοσκῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ τῶν ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι. Ἀφήνω ὅμως κατὰ μέρος ταῦτα, καὶ ἀποβλέπω εἰς τὰς συνεπείας τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπαγγελλόμεθα τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν ὑπὲρ τῶν καλλιεργητῶν ὡρισμένης ἐκτάσεως γῆς. Ἀποτελέσματα ὑπῆρξαν ταῦτα: ἀναστάτωσις τελεία τῶν σχέσεων μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν, ὀπισθοδρόμησις ἐντεῦθεν τῆς καλλιεργείας καὶ τῆς γεωργίας, ὑπὲρ ἧς τοσοῦτον ἐκοπτόμεθα καὶ τοσαῦτα ἐλέχθησαν, ἀλλὰ καὶ μείωσις τῆς ἀξίας τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ ἰδιοκτησίας, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ γνωρίζῃ, τί τέξεται ἡ ἐπιοῦσα, καὶ τίνες ἐκ τοῦ σπόρου, τοῦ ἅπαξ ῥιφθέντος ἐπὶ τῆς Θεσσαλικῆς γῆς διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, τοῦ περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως μέρους τῶν ἰδιοκτήτων γαιῶν, τίνες, λέγω, ἐκ τοῦ σπόρου ἐκείνου τρίβολοι δύνανται νὰ φυῶσιν ἐν τῇ Θεσσαλικῇ ἰδιοκτησίᾳ. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα, καὶ ὅταν αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς τῆς Βουλῆς κατεδείχθησαν ἓν πρὸς ἓν, κατεδικάσθη δὲ ὁλόκληρον τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ παραδόξως καὶ παρὰ τῆς πλειονοψηφίας τῶν ἐπιτροπῶν, ἐρχόμεθα καὶ λέγομεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην μελέτης! Τίνες ἔχετε ἀνάγκην μελέτης; οἱ ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς συζητήσαντες καὶ καταλήξαντες εἰς τὰ πορίσματα, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν ἤδη ὑπὸ τὴν σκέψιν τῆς Βουλῆς, ἢ οἱ λοιποὶ συνάδελφοι, οἱ χορηγήσαντες ὑμῖν τὴν ἐντολὴν τῆς ἐπεξεργασίας αὐτῶν; Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι, ἀφοῦ διετυπώσαμεν γνώμην ἐν ταῖς ἐκθέσεσι ταῖς ὑποβληθείσας εἰς τὴν Βουλήν, εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἀποφανθῶμεν περὶ τῶν νομοσχεδίων. Οἱ δὲ λοιποὶ ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἕνεκα τίνων, παρακαλῶ, ἀμφιβολιῶν πρόκειται ν’ ἀποφασίσωσι περὶ τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων; Αἱ ἐπαγγελίαι, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ἐξῆρεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τόσον λαμπραὶ καὶ ἀποβλέπουσι τόσον ἀμέσως εἰς τὴν πρόοδον τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ, ὥστε θὰ ἦτο ἀληθὲς ἔγκλημα, ἐὰν ἠθέλομεν ἀναβάλει τὴν περὶ αὐτῶν ἀπόφασιν, δὲν γνωρίζω διὰ τίνα ἐποχήν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τοσαύτην σπουδαιοτάτην σημασίαν ἀπέδωκεν, ὥστε ἔλεγεν, ὅτι ἀληθῆ ζημίαν ἀποτελεῖ ἡ παράτασις τῶν ἐργασιῶν τῶν ἐπιτροπῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἀνετέθη ἡ προεπεξεργασία. Ἀλλ’ ἐνῷ ἠνείχετο ταύτην μεθ’ ὑπομονῆς, ἀπέβλεπε καὶ εἰς τὸν σκοπὸν, ὁ ὁποῖος ἐπεδιώκετο δι’ αὐτῆς, νὰ εὐκολυνθῇ καὶ ἐπισπευσθῇ τὸ ἔργον, σήμερον δὲ ὀῤῥωδεῖ, σήμερον νομίζει, ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα, ἀφοῦ τοσαύτας ἐστήριξεν ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς ἐλπίδας ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπιληφθῶμεν κἄν, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ φέρωμεν γνώμην, ζητεῖ δὲ νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὸ φθινόπωρον. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἔγκλημα διαπράττομεν κατὰ τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ, παρατείνοντες τὴν ἐκκρεμότητα ἐπ’ ἄπειρον. Ἔχομεν καθῆκον ὁπωσδήποτε νὰ φέρωμεν μίαν γνώμην καὶ νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν τὰ νομοσχέδια ἦναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσιν, ὅπως καταστήσωμεν εὐχερεστέρας τὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν καλλιεργητῶν καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς νὰ ἀπεκδυθῇ τὴν εὐθύνην τῆς συντάξεως, καὶ ἀπέδωκεν εἰς συνάδελφον τῆς Θεσσαλίας τὴν πρωτοβουλίαν τῆς προτάσεως. Ἂν δὲ ὁ σκοπὸς, ὁ ὁποῖος διαφαίνεται ἐν τοῖς νομοσχεδίοις, ἦναι ἀλλοῖος ἐκείνου, ὁ ὁποῖος προεβάλλετο διὰ τῶν ἐπαγγελιῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Κυβέρνησις ἐφρόντισε νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς εὐθύνης· ἀλλ’ οἱ συνάδελφοι, ἀκριβῶς ἵνα ἀποφύγωσι τὴν μομφὴν, ὅτι οὐδὲν ἔπραξαν, ὅπως στηρίξωσι τὴν γεωργίαν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἔχουσι καθῆκον νὰ προβῶσιν ἀμέσως καὶ ζητήσωσιν, ὅπως ἡ Βουλὴ εἰσέλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων. Πρέπει νὰ μάθῃ ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς, ἂν κατεδικάσθη νὰ μένῃ αἰωνίως εἰς ἣν εὑρίσκεται κατάστασιν.

§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνόμισεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι τῷ παρεσχέθη πεδίον, ἵνα ἀνταγωνισθῇ πολιτικῶς. Παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ἀναστείλῃ τὴν ὁρμήν του, ὅταν δὲ προταθῇ ἡ συζήτησις τῆς περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς προτάσεως, θέλει ἔχει εὐκαιρίαν, ὅπως ἐκφέρῃ τὰς γνώμας του.

§19ΤΟΠΑΛΗΣ. Δὲν θὰ ὁρισθῇ ἡμέρα;

§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι τοῦτο δύναται νὰ γένηται πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ...

§21ΤΟΠΑΛΗΣ. Πολὺ πιθανὸν μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ περατωθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς.

§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἀμφίβολον.

§23ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρέπει νὰ μᾶς ἀρκέσῃ.

§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω καθῆκον νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ παράσχῃ τὰ μέσα, δι’ ὧν νὰ δυνάμεθα νὰ κυβερνήσωμεν. Πρώτιστον δὲ τῶν μέσων τούτων εἶναι ὁ Προϋπολογισμὸς, μέχρις οὗ δὲ οὗτος συζητηθῇ καὶ ἐπιψηφισθῇ, ἡ χορηγία δύο δωδεκατημορίων αὐτοῦ. Ἐγὼ δὲν εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πρόκειται νὰ κηρυχθῇ ἡ λῆξις εὐθὺς ὡς συμπληρωθῇ ἡ τριμηνία, ἀλλ’ εἶπον ὅτι θέλομεν ἔχει διακοπὰς, ἕνεκα τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα, διότι οὐδέποτε εἰργάσθη ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ Πάσχα. Ἀλλὰ καὶ ἂν κατορθώσωμεν μέχρι τοῦ Πάσχα νὰ συζητήσωμεν καὶ ἐπιψηφίσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν, θέλουσιν ὅμως ἀπέλθει οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ἄγνωστον δὲ, ἂν θέλωσιν ἐπανέλθει κατόπιν.

§25Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τότε....

§26Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζετε ὅτι δυνάμεθα ἄνευ Προϋπολογισμοῦ νὰ κυβερνήσωμεν; Τὴν εὐθύνην ταύτην δὲν ἀναλαμβάνει ἡ Κυβέρνησις, οὐδὲ στέργει νὰ κυβερνᾷ δι’ ἀλληλοδιαδόχου χορηγίας πιστώσεων. Ἂν δ’ ἡ Βουλὴ δὲν κρίνῃ ἀναγκαῖον νὰ συζητήσῃ καὶ ἐπιψηφίσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν, ἂν ἐγκρίνῃ μάλιστα νὰ μὴ ἐπιψηφίσῃ οὐδὲ τὰ δύο δωδεκατημόρια διὰ τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, πρέπει νὰ μᾶς εἰδοποιήσῃ, ἵνα φροντίσωμεν περὶ τῆς ἡμετέρας εὐθύνης.

§27ΡΑΛΛΗΣ. Θαυμάζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὴν προχθεσινὴν ψηφοφορίαν ἤρχισε νὰ διστάζῃ· διότι ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξηγήσω τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους πρὸ ὀλίγου εἶπε. Δυσπιστεῖ περὶ τοῦ ὅτι καὶ ἡ πλειοψηφία καὶ ἡ μειοψηφία θὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχουσι πρὸς τὸν τόπον. Λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι μέχρι τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα νὰ συζητήσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὰς πιστώσεις καὶ τὴν πρότασιν περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Ἐγὼ περὶ ἑνὸς δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὸν κ. Πρόεδρον, καὶ ὑποθέτω ὅτι δὲν ὑπάρχει τις, ὅστις θὰ θελήσῃ τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην νὰ διαψεύσῃ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει πρὸς τὸν τόπον, καὶ ὅτι, ὁποτεδήποτε ἤθελε κληθῆ, οὐδέποτε ἤθελεν ἀπολείψει ἐκ τῆς θέσεως, εἰς ἣν ἐτάχθη. Καὶ τοιαύτην μετερχόμενοι γλῶσσαν, πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὡς καθῆκον ἀναγνωρίζομεν νὰ παραμείνωμεν ἐνταῦθα καὶ προασπίσωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, οὐδὲ ἤλθομεν, ἵνα παραμείνωμεν 30 ἢ 40 μόνον ἡμέρας καὶ ἀναχωρήσωσιν ἔπειτα οἱ Βουλευταὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ τὴν πεποίθησιν ἐπὶ τὰ ἴδια σχέδια, ἂν φρονῇ, ὅτι ἐξυπηρετεῖ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, ὀφείλει νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς φίλους της, ὅπως μετὰ τὰς ἑορτὰς τοῦ Πάσχα ἐπανέλθωσιν ἐνταῦθα καὶ ἐξακολουθήσωσι τὰς συζητήσεις. Οὕτως ἐγὼ ὑπολαμβάνω τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν. Γνωρίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει ἰδίας ἰδέας καὶ σκέψεις κοινοβουλευτικὰς, καὶ φρονεῖ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ἀνάγκην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ἐπὶ τοιούτων σκέψεων στηριζόμενος δὲν πολιτεύεται κοινοβουλευτικῶς, οὐδ’ ἐξυπηρετεῖ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ὡς ὀφείλει, ἕνεκα τῆς περιωπῆς, εἰς ἣν ἐτάχθη. Δειλιᾷ δὲ πρὸ τῆς ἀνάγκης νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς φίλους του θυσίας, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει ἡ ἐντολὴ τῶν συμπολιτῶν μας, καὶ θέτων κατὰ μέρος τὸ δημόσιον συμφέρον, ἀποβλέπει εἰς τὴν θεραπείαν τῶν συμφερόντων τῶν φίλων αὐτοῦ.

§28Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω καὶ καὶ ἐγὼ δύο λέξεις, οὐ μόνον καθ’ ὃ ἔχω καθῆκον, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ καὶ ἰδιαιτέρως ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Θεσσαλίας, καὶ προσέτι διότι ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω, ὡς πρόεδρος, τὰς συνεδριάσεις τῆς μιᾶς τῶν ἐπιτροπῶν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀποσταλῆ ἓν τῶν νομοσχεδίων περὶ διανομῆς τῶν γαιῶν εἰς τοὺς ἀκτήμονας καλλιεργητὰς, καὶ ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ νὰ μὴ σιγήσω. Πρὸ πάντων, Κύριοι, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε πάντες ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων νὰ ὑπομνήσω, ὅτι τὸ συζητούμενον εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὑπὲρ πᾶν ἄλλο πρέπει νὰ ἐξαιρεθῇ τοῦ κομματικοῦ ἀνταγωνισμοῦ· εἶναι ζήτημα κοινωνικὸν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἀπὸ ὑψηλῆς ἀπόψεως. Ἔχομεν στάδιον εὐρύτατον εἰς τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμόν. Τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει νὰ ἐξαιρεθῇ τῆς κομματικῆς πάλης, καὶ πρὸ πάντων σπεύδω νὰ δηλώσω τὴν ἐμὴν γνώμην, ἢ μᾶλλον νὰ ἐπαναλάβω ταύτην, διότι καὶ εἰς ἑτέραν συνεδρίασιν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, ὅτι ἔπαινος ὀφείλεται εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως ὁλοκλήρου, διότι ἔσχον τὴν πρόνοιαν νὰ ῥίψωσι τὰ βλέμματά των πρὸς τὴν παρημελημένην καὶ παρηγκωνισμένην Θεσσαλίαν, καὶ μόνον ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου ἐθεώρησα καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν καθῆκον νὰ συνηγορήσω κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῆς προνοίας διὰ τὴν Θεσσαλίαν καὶ προσέτι νὰ δηλώσω, ὅτι ἀσχέτως πρὸς τὰς λεπτομερείας αἱ δύο καὶ σπουδαιότεραι ἀρχαὶ τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων δὲν ἠδύναντο νὰ μὴ τύχωσι τῆς ἀμερίστου ἐκτιμήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ σύμπαντος, διότι δὲν θέλω νὰ ἀσχοληθῶ οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον εἰς τὰς λεπτομερείας· μόνον εἰς τὰς δύο ἀρχὰς τοῦ νομοσχεδίου ἐμμένω: κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ συνδεθῇ ὁ καλλιεργητὴς μὲ τὴν γῆν τὴν Θεσσαλικὴν, καὶ κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ συστηθῇ εἰδικὸν ταμεῖον πρὸς καλλιέργειαν τῆς Θεσσαλίας. Ταύτας θεωρῶ τὰς κυρίας ἀρχὰς, καὶ περὶ αὐτῶν συνηγόρησα εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, ὑπὲρ αὐτῶν ὑψῶ τὴν φωνήν μου καὶ σήμερον. Ἐν ᾧ δὲ ταῦτα λέγω, δὲν ὑποτιμῶ τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἐπιχειρηθέντος ἔργου, διότι εἶναι λίαν σπουδαῖον, θίγει εἰς τὰ καίρια, πρόκειται νὰ ἐκριζώσῃ ῥίζας προαιωνίους, ἵνα φέρῃ τὴν ἁρμονίαν μεταξὺ τῶν δύο στοιχείων τῆς Θεσσαλίας, μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς τὸ δημοσιευθὲν, ὅτι τὰ νομοσχέδια δημιουργοῦσιν ἤδη τὸ πρῶτον δυσαρμονίαν μεταξὺ τῶν δύο τούτων στοιχείων· τὸ ζήτημα ἐκινήθη πρὸ αἰώνων, χρονολογεῖται ἀπὸ ἀρχαιοτάτης ἐποχῆς, καὶ ἀνεκινήθη ζωηρότερον ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἀλῆ–Πασσᾶ. Ὁ ἀγὼν τοῦ 1821 συνεδαύλισε τὸ κακόν· τὸ ζήτημα ὑπέστη πολλὰς διακυμάνσεις τόσον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς Τουρκοκρατίας, ὅσον καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Θεσσαλίας. Οἱ χωρικοὶ διεμαρτυρήθησαν πάντοτε, ἀλλ’ ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ των δὲν ἠθέλησαν ἢ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ διαμαρτυρηθῶσιν ἄχρι σήμερον δι’ ἔργων, μὴ δυνάμενοι νὰ ἀνταγωνισθῶσιν οὔτε εἰς τὸ χρῆμα τῶν ἰδιοκτητῶν, οὔτε εἰς τὰ μέσα ἐκείνων, ἐνδομύχως ὅμως ἔχουσι πάντοτε κεχαραγμένον τὸ αἴσθημα τῆς ἀγανακτήσεως. Δὲν ἐγνώριζον ὅτι σήμερον ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος, ἢ προκαταρκτικὴ συζήτησις, ἀλλὰ καὶ ἐὰν τὸ ἐγνώριζον, δὲν ἤθελον ὁμιλήσει διὰ μακρῶν ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος. Αἰσθάνομαι ἐν τούτοις τὴν ἀνάγκην νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν, ὅτι τὰ νομοσχέδια φέρουσι τὴν δυσαρμονίαν μεταξὺ τῶν δύο στοιχείων τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐνισχύουσι τὴν ἐπιθυμίαν τῶν καλλιεργητῶν, ὅπως ἴδωσι πραγματοποιουμένους τοὺς πόθους των, καὶ ἐνταῦθα βεβαίως ἔχει δίκαιον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ὑφίσταται ἡ περίπτωσις τοῦ κατεπείγοντος ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν, διότι καὶ οἱ ἰδιοκτῆται ἀφ’ ἑνὸς καὶ οἱ καλλιεργηταὶ εἰσῆλθον εἰς ἄλλην περίοδον, αἱ δὲ σχέσεις αὐτῶν ἤρξαντο πλειότερον κλονιζόμεναι. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὴν ἑαυτῆς γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ ἐπιθυμεῖ τὰ νομοσχέδια νὰ βασανισθῶσιν, εἶναι δὲ διατεθειμένη νὰ δεχθῇ πᾶσαν βελτίωσιν. Καὶ βεβαίως οὕτως ἔπρεπε νὰ θέση τὸ ζήτημα, προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων, ἀναγομένων εἰς τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν. Τέσσαρα ὑπεβλήθησαν νομοσχέδια· ἓν τούτων εἶναι τὸ περὶ παραχωρήσεως γαιῶν εἰς τὰς ἐν Θεσσαλίᾳ γεωργικὰς οἰκογενείας, ἕτερον τὸ περὶ συστάσεως εἰδικοῦ Γεωργικοῦ Ταμείου, ἕτερον τὸ περὶ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ παραγομένων δημητριακῶν καρπῶν, ἕτερον τὸ περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου τῶν βοσκῶν διὰ στρεμματικοῦ φόρου κτλ., τελευταῖον δὲ ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ καὶ πέμπτον νομοσχέδιον, περὶ καθορισμοῦ τῶν μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν ὑφισταμένων σχέσεων. Τὸ μὲν ἓν ἐστάλη εἰς μίαν εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, τὰ δὲ ἕτερα 3 εἰς ἄλλην ἐπιτροπήν. Ἐβασανίσθησαν πάντα ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ βάσανος, ἡ γενομένη ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, ἀπέδειξεν, ὅτι τὰ νομοσχέδια ἔχουσιν ἀνάγκην μεγαλειτέρας ἔτι βασάνου, καὶ τοῦτο τὸ λέγω ἀκριβῶς, ἵνα ἐξηγήσω, ὅτι μόνον ἐξ ἐπιθυμίας τοῦ νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τῶν νομοσχεδίων ἐθεώρησα ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει αὐτὰ μᾶλλον ὥριμα πρὸς ἄμεσον συζήτησιν καὶ παραδοχὴν μετὰ προεξέλεγξιν ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς. Ὑπεβλήθησαν δὲ αἱ ἐκθέσεις τῶν πλειοψηφιῶν καὶ μειοψηφιῶν τῶν ἐπιτροπῶν. Ἔμαθον δὲ σήμερον, ὅτι ὑπεβλήθη πρότασις περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς μελέτην τοῦ Θεσσαλικοῦ ζητήματος ἐν σχέσει πρὸς τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια. Ἐπαίνων ἄξιοι εἶναι οἱ Βουλευταὶ οἱ προαγορεύσαντες τόσον ὁ ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν κ. Τσαμαγκίδης ἐκ Καρδίτσης, διότι δι’ αὐτῆς δεικνύεται τὸ ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, ὅσον καὶ οἱ μετ’ αὐτὸν ἀξιότιμοι Βουλευταὶ Καρδίτσης καὶ Καλαμπάκας. Ἀλλὰ καὶ οἱ μὴ ὁμιλήσαντες δὲν ἔχουσιν ὀλιγώτερον ἐνδιαφέρον, οὐδὲ μετὰ ὀλιγωτέρου πόνου παρακολουθοῦσι τὸ ζήτημα. Καὶ δὲν γνωρίζω ἐξαίρεσίν τινα μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Θεσσαλίας, οἱ ὁποῖοι πάντες παρακολουθοῦσι τὸ ζήτημα μετὰ τοῦ ἐνδιαφέροντος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ διακρίνῃ ἀντιπροσώπους ἐνδιαφερομένους διὰ τὸν τόπον καὶ ἐν γένει περὶ τοῦ γενικοῦ καλοῦ. Ἀκριβῶς, Κύριοι, εἶναι λαμπρὰ ἡ εὐκαιρία νὰ ἀπαντήσωσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Θεσσαλίας διὰ τῶν ἔργων, ὅτι εὑρίσκονται ἐν πάσῃ συμφωνίᾳ, ὅταν πρόκειται νὰ συνηγορήσωσιν ὑπὲρ τοῦ γενικοῦ καλοῦ. Δὲν ὑπάρχει διάκρισις μεταξὺ Θεσσαλίας, Πελοποννήσου καὶ Στερεᾶς· ἀλλὰ αἱ τοπικαὶ ἀνάγκαι γεννῶσιν ἰδιαιτέρους δεσμοὺς, καὶ πρώτιστον οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν διαμερισμάτων ἔχουσι καθῆκον νὰ γίνωνται οἱ διερμηνεῖς τῶν τοιούτων προτάσεων. Καὶ ἡ σύμπνοια αὕτη εἶναι παρήγορος καὶ εὔελπις, δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι μέχρι τέλους θὰ θριαμβεύσῃ, διότι ὑπάρχει ὁ ἠθικὸς δεσμὸς, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀνώτερος παντὸς ἄλλου ὑπολογισμοῦ. Ἐρωτᾶται μετὰ ταῦτα, τί ποιητέον; Πρέπει τὰ πράγματα νὰ σταματήσωσιν ἐκεῖ, ὅπου εὑρίσκονται; Νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν νομοσχεδίων καὶ τῶν ἐκθέσεων, νὰ ἀφήσωμεν δὲ τὰ πράγματα νὰ τρέχωσιν, ὡς τρέχουσι, καὶ μετὰ τὰς διακυμάνσεις, αἵτινες ἐπῆλθον λόγῳ τῆς ὑποβολῆς τῶν νομοσχεδίων; Καὶ δὲν δυνάμεθα, πρὶν ἢ λήξωσιν αἱ βουλευτικαὶ ἐργασίαι, νὰ συνδέσωμεν τὴν δέουσαν βάσανον μὲ τὴν ἔκφρασιν τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων; Ἐὰν, Κύριοι, παραδεχθῶμεν ὅτι εἶναι ἔκτακτον, ὕψιστον ἐθνικὸν συμφέρον,—διότι δὲν εἶναι Θεσσαλικὸν, ὡς πάντες ἐννοοῦμεν, εἶναι ἐθνικὸν συμφέρον—ἡ βελτίωσις τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς καὶ ἡ διὰ τῶν πραγμάτων πιστοποίησις, ὅτι εἴμεθα ἄξιοι νὰ βελτιώσωμεν τὴν ἀπελευθερωμένην χώραν, ἐὰν ἔκτακτον ἐθνικὸν συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἐνέχει καὶ τὸ κατεπεῖγον, ὡς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν, ὑπαγορεύῃ τὴν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων ἐμβριθῆ συζήτησιν, διατὶ νὰ μὴ προβῶμεν εἰς αὐτήν; Ἐὰν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἦναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν σύστασιν μιᾶς ἐπιτροπῆς, καὶ πάλιν ἐγὼ δὲν ἤθελον συμφωνήσει νὰ γείνῃ τοῦτο, πρὶν ἢ προηγηθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μία συζήτησις κατ’ ἀρχὴν ἐπὶ τῶν πέντε νομοσχεδίων, διότι ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης θὰ φωτισθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς πραγματικῆς ἀνάγκης τῆς ἐπιτροπῆς καὶ περὶ τῶν ὅρων ἀκόμη, ἐντὸς τῶν ὁποίων πρέπει ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐργασθῇ, καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ ἐπιτροπὴ ἤθελε λάβει τὰ φῶτα τῆς Βουλῆς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ἤθελεν ἐργασθῆ, ἵνα φέρῃ εἶτα ἔργα· διότι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ὑποτιμᾷ τὴν σπουδαιότητα τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων, οὐδὲ πρῶτον παρουσιάζονται τοιαῦτα ζητήματα εἰς τὴν Ἑλλάδα. Προηγήθησαν ἡμῶν πολλὰ ἄλλα Κράτη. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὁ τελευταῖος νόμος τοῦ 1892 περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος προὐκάλεσε μακρὰς συζητήσεις. Ἐννοῶ καὶ συμμερίζομαι τοὺς ἐνδοιασμοὺς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θέλοντος νὰ συμβιβάσῃ τὴν συνταγματικὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν συναφῶν πρὸς αὐτὸν νομοσχεδίων μὲ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, ὅπως προχωρήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὰ ἔργα τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων. Οὐδὲ νομίζω ὅτι δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι ἀνωτέρα ἡ ἀνάγκη τῆς ψηφίσεως τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀλλὰ ἐὰν ἦναι κατορθωτὸν —καὶ νομίζω ὅτι εἶναι κατορθωτὸν—νὰ συνδυάσωμεν τὴν μίαν ἐργασίαν μετὰ τῆς ἄλλης, διατὶ νὰ μὴ τὸ πράξωμεν; Ὑπολείπονται ὁμολογουμένως ὀλίγαι συνεδριάσεις, τοὐλάχιστον διὰ τὸ τμῆμα τοῦτο τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, μέχρι τοῦ Πάσχα...

§29Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Πόσαι συνεδριάσεις;

§30ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὀκτὼ συνεδριάσεις.

§31Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. .. Ἐὰν ἀφιερώσωμεν μίαν ἐκ τῶν συνεδριάσεων τούτων εἰς τὴν συζήτησιν τόσον σπουδαίου ζητήματος, νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναί τι, διὰ τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ κατακριθῶμεν, διότι ἡ συζήτησις αὕτη ἔσται λίαν καρποφόρος διὰ τὴν Κυβέρνησιν πρωτίστως, ἡ ὁποία ἐν σπουδαιότητι ὑπέβαλε τὰ νομοσχέδια καὶ οὐχὶ μόνον πρὸς τὸ θεαθῆναι. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην ἀπέναντι τῶν δύο στοιχείων, τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν, ἡ ὁποία ἀνέλαβε πᾶσαν ὑποχρέωσιν πρὸς τοῦτο, αὕτη πρωτίστως καθῆκον ἔχει νὰ προαγάγῃ τὸ ἔργον. Ἀλλὰ καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελε δεχθῆ τὴν πρότασίν μου, τὴν ὁποίαν ἐγὼ θεωρῶ ὡς δυναμένην νὰ πραγματοποιηθῇ, ἐὰν ἀναγραφῶσι, παραδείγματος χάριν, τὰ 5 νομοσχέδια ὡς πρῶτα θέματα κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Τετάρτης ἢ τῆς Πέμπτης, νὰ γείνῃ συζήτησις κατ’ ἀρχὴν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων καὶ μετὰ τὴν συζήτησιν νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ, ἐὰν πρέπῃ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν αὐτῶν, ἢ νὰ παραδεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καρδίτσης συναδέλφου περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, τοῦτο νομίζω ὅτι δύναται νὰ συνδυασθῇ καὶ μὲ τὴν εὐκολίαν πρὸς ὁμαλὴν ψήφισιν καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπάρχωσιν οἱ ἀντιλέγοντες, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι λογικὸν νὰ μὴ ἐκλεχθῇ τοὐλάχιστον ἡ ἐπιτροπὴ πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ· διότι, ὡς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατ’ ἐπανάληψιν ἐδήλωσεν εἰς ἡμᾶς, μεθ’ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει, νὰ παραταθῶσιν αἱ συνεδριάσεις καὶ μετὰ τὸ Πάσχα, δὲν δύναται νὰ ἐκφράσῃ τὴν βεβαιότητα περὶ τούτων. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἀναπτύξωμεν ἐν ἐκτάσει τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἔχει τοὺς ἐνδοιασμοὺς τούτους. Δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν βεβαιότητα ὅτι θὰ ἦναι κατορθωτὴ ἡ ἐπανάληψις τῶν ἐργασιῶν μετὰ τὸ Πάσχα. Καὶ ὅταν τοῦτο ἦναι ἀναμφισβήτητον, καὶ ἀτυχῶς εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι μετὰ τὸ Πάσχα δὲν θὰ συνεχισθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς παρούσης συνόδου, νομίζω ὅτι ἡ ἀναβολὴ καὶ αὐτῆς τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, μετὰ τὸν Προϋπολογισμὸν ἔσται λίαν ἐπιζήμιος εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν καλὴν πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῶν νομοσχεδίων, καὶ θὰ κρατήσῃ ἐν ταραχῇ καὶ ἐν ἀμφιβολίᾳ τὸν τόπον καθ’ ὅλον τὸ διάστημα αὐτὸ μέχρι τοῦ Νοεμβρίου, θὰ ἐπέλθωσι δὲ ζημίαι μεγάλαι, διὰ τὰς ὁποίας πρῶτος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῷ συμφέροντι, τὸ ὁποῖον ἔχει, καὶ ἐν τῷ πόνῳ ὑπὲρ τοῦ τόπου, θέλει βραδύτερον λυπηθῆ. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι Βουλευταί, συμπεραίνων λέγω καὶ ἐπαναλαμβάνω μίαν ἔτι φορὰν, ὅτι ἐπαίνου ἀξία εἶναι ἡ Κυβέρνησις, διότι ἔθιξε ζήτημα πολὺ σπουδαῖον, εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ τὸ θίξῃ, καὶ ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς προτάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπιφυλάσσω ἀκεραίαν τὴν γνώμην μου, ὡς ἔπραξα τοῦτο ἐπὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ μέρους καὶ ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς· διότι ἐγὼ ἐπαινῶ καὶ ἐξυμνῶ τὴν πρόνοιαν μόνον περὶ βελτιώσεως τῆς Θεσσαλίας, ἡ ὁποία ὄχι μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν ἐθνικὴν εἶναι ἀξία μεγάλης προσοχῆς. Ἐπαινῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἅπαντας τοὺς κ. συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων καὶ τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας, εἰς τὰ ὁποῖα καὶ ἐγὼ κατατάσσομαι, ἐπελήφθησαν μετ’ ἐπιθυμίας νὰ συντελέσωσιν ἐπὶ τῶν πραγμάτων, νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν εὐόδωσιν τοῦ ἔργου, ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν βλέπω νὰ ὑπάρχῃ πρόθεσις, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπῆρχε, θὰ εἶχον τὴν γνώμην νὰ μὴ ἀναμίξωμεν οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον τὸ κομματικὸν ζήτημα εἰς τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἀλλὰ νὰ τὰ ἐξετάσωμεν οἰκογενειακῶς, χάριν τοῦ καλοῦ τοῦ τόπου. Νομίζω δὲ, ὅτι τὰ ἐξετάζομεν οἰκογενειακῶς καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου, ἐὰν καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν πτέρυγα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως) δώσωμεν πᾶσαν συνδρομὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἀφιερώσῃ μίαν συνεδρίασιν πρὸς συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν τῶν 5 νομοσχεδίων. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ πρότασίς μου αὕτη εὑρίσκῃ προσκόμματα ἀνυπέρβλητα, θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν παράκλησιν νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς τοὐλάχιστον πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι, ἂν ὄχι βέβαιον, τοὐλάχιστον πιθανώτατον, ὅτι δὲν θὰ κατορθωθῇ κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπιτροπῆς. Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη μου.

§32Φ. ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα μετὰ τοῦ προλαλήσαντος ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ φίλου μου ἐκ Βόλου. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσωσιν εἰς τὸ ἑξῆς, νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς ἄνευ συζητήσεως...

§33ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατόν! Θὰ γείνῃ μακροτάτη συζήτησις.

§34ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀντεπροσωπεύετο ὑπὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἀξιοτίμων μελῶν, τῶν μᾶλλον διακεκριμένων. Ἐπίσης καὶ ἡ Συμπολίτευσις ἀντεπροσωπεύετο δι’ ἱκανῶν προσώπων. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν θέλωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα πρακτικὸν, δύναται ἄνευ συζητήσεως νὰ ὀνομασθῇ ἡ ἐπιτροπὴ, ἥτις νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου, εἰς τὴν προσεχῆ δὲ σύνοδον νὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεώς της, ὅτε καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ καταρτίσῃ τὰ κατάλληλα νομοσχέδια.

§35ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀποδέχομαι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου συνάδελφος, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τῶν ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχεδίων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν Θεσσαλίαν. Ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ θὰ ἀποδειχθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ὁπωσδήποτε δὲ θὰ καταδειχθῇ, τί τὸ πρακτέον. Δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει δευτέρα γνώμη, ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς ἀποκαταστάσεως καὶ χειραφετήσεως τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν εἶναι ἀρχὴ εὐγενὴς καὶ ἐκπολιτιστική. Ὑπάρχουσιν ὅμως διάφοροι αἱ γνῶμαι περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἡ ἀρχὴ αὕτη δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ. Ἂν δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου συνάδελφος ἐπῄνεσε τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἔσχε τὴν πρωτοβουλίαν νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ νομοσχέδια, περὶ τῶν ὁποίων συζητοῦμεν, ὑπάρχουσι πολλοὶ, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἐγὼ, οἱ νομίζοντες, ὅτι ἔπρεπε τῆς ὑποβολῆς τῶν νομοσχεδίων τούτων νὰ προηγηθῇ μελέτη καὶ βάσανος, ἵνα καταστῇ ὥριμος ἡ ἰδέα περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν. Νομίζω, ὅτι πάντες οἱ μελετήσαντες τὰ νομοσχέδια ταῦτα, πάντες οἱ ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς ἐργασθέντες ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων οὐδεμίαν διετήρησαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀμελετήτως εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ πέντε νομοσχέδια, περὶ τῶν ὁποίων ὁ λόγος. Ἀπεδείχθη ἐκ πρώτης ὄψεως, ὅτι ὑπῆρξε σπουδὴ ἐν τῇ ὑποβολῇ τῶν νομοσχεδίων τούτων, διότι οὐδεμία ὑπάρχει στατιστικὴ, ἐπὶ τῆς ὁποίας δύναται νὰ στηριχθῇ τις, ἐσμὲν δὲ ἠναγκασμένοι νὰ καταφύγωμεν ἡμεῖς εἴτε εἰς τὰ γραφεῖα τὰ δημόσια, εἴτε εἰς τὰ γραφεῖα τῶν σιδηροδρόμων, εἴτε εἰς ἰδιώτας, ἵνα πορισθῶμεν πληροφορίας ἀπαραιτήτους πρὸς μελέτην τοῦ θέματος. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δι’ ὧν νομοσχεδίων προέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, σκοποῦσα εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς τύχης τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ἀγροτῶν, ἀπέτυχε. Διεταράχθη, κύριε Πρόεδρε, τὸ καθεστὼς ἐν Θεσσαλίᾳ, αἱ σχέσεις μεταξὺ ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν ὑπέστησαν κλονισμὸν βίαιον, γνωστὸν δὲ εἶναι εἰς πάντας, ἰδίως τοὺς ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφους, ὁποία ἡ ψυχολογικὴ κατάστασις, ἡ κρατοῦσα νῦν ἐν Θεσσαλίᾳ. Δὲν εἶναι ἑπομένως προσῆκον νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων τούτων, καὶ νὰ τηρηθῇ ὑπὸ ἐκκρεμότητα ἡ Θεσσαλία ἐφ’ ὅλον σχεδὸν ἔτος. Εἶναι προσῆκον, ἀφοῦ ἅπαξ τὰ νομοσχέδια ταῦτα προσεκομίσθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ γείνῃ οἱαδήποτε συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν, ἵνα καταδειχθῇ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἔχει. Εἶχον τὴν ἀδιάσειστον πεποίθησιν, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἤθελον προηγηθῆ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὐ μόνον διότι, ὡς εἶπον, ἔπρεπε τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ ὑποστῇ ὁπωσδήποτε λύσιν τινὰ, ἀλλὰ καὶ διότι τὰ νομοσχέδια ταῦτα συνδέονται πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον καλούμεθα μετ’ ὀλίγον νὰ συζητήσωμεν· ἓν μάλιστα τῶν νομοσχεδίων τούτων, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν βοσκῶν διὰ τῆς ἐπιβολῆς στρεμματικῆς φορολογίας, εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων, διότι προστίθενται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων 375,000 δραχμαὶ, ὡς πρόσοδος τοῦ Κράτους, ἐξαρτωμένη ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, χωρὶς νὰ γινώσκωμεν, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται, θὰ τύχῃ τῆς κυρώσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας; Ἀλλ’ ὄχι μόνον τοῦτο τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ καὶ τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου μεταβάλλεται ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν διὰ τῆς ἐπιβολῆς φόρου 6% ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς γῆς ἐν Θεσσαλίᾳ, σχετίζεται πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν, καίτοι δὲν ἀναγράφεται πρόσοδος ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων· διότι, ὅταν εἰς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς ὁλοκλήρων νομῶν ἐμβάλλητε τὴν ἰδέαν, ὅτι πρόκειται ὁ φόρος ὁ ὑφιστάμενος νὰ ὑποστῇ λίαν προσεχῶς μεταβολὴν, δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ τὸν φόρον τοῦτον ὑφιστάμενοι νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τοὺς κειμένους νόμους. Δὲν νομίζω, ὅτι ὁ ὀλίγος χρόνος, ὁ ὑπολειπόμενος διὰ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀνεπαρκὴς πρὸς τὴν τοιαύτην συζήτησιν, ὅπως καὶ ὁ ἐκ Βόλου ἀξιότιμος συνάδελφος παρετήρησε. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ συζητῶμεν περὶ τῆς ἀμέσου διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς συνόδου ταύτης, διότι ὀφείλομεν νὰ γινώσκωμεν, ὅτι αἱ ἐργασίαι ἡμῶν, αἱ μέχρι τοῦδε, ὑπῆρξαν ὀλίγισται καὶ ἄγονοι. Ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκπροσωπεῖ πάσας τὰς ἰδέας τὰς πολιτικὰς καὶ οἰκονομικὰς τῆς Κυβερνήσεως, πάσας τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι κυρίως ὑποβάλλονται διὰ τῶν ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίων. Ἐὰν δὲ πάντα τὰ νομοσχέδια, ὅσα ἐπροτάθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ὁποίων ὀλίγιστα μετεβλήθησαν εἰς νόμους, ἀπομείνωσιν ἐκκρεμῆ, ποίας ἰδέας οἰκονομικὰς θὰ ἐκπροσωπῇ ὁ Προϋπολογισμὸς, ἐὰν ψηφισθῇ; Εἴθισται ἁπανταχοῦ, νὰ προηγῆται τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, ἅτινα συνδέονται στενῶς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν καὶ τὴν πολιτικὴν κατάστασιν τῆς χώρας· διότι μετὰ τὰς γνώμας τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζήτησις ἀρτία. Ὅπωςδήποτε νομίζω, ὅτι εἶναι προσῆκον νὰ καθορισθῶσιν αἱ περὶ τούτου γνῶμαι τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας. Ἐὰν φρονῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐργασθήσεται καὶ μετὰ τὰς ἑορτὰς τοῦ Πάσχα καὶ μετὰ τὰς ἑορτὰς τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων, εἶναι προσῆκον νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίου παρέχοντος δύο δωδεκατημόρια ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896, ἀντὶ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἄμεσον τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζήτησιν, ἀφοῦ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβιβασθῇ πρὸς τὴν τοιαύτην ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡ συζήτησις τόσων ἐκκρεμῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα καὶ πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν αὐτὸν συνδέονται καὶ πρὸς τὴν ἐν γένει κατάστασιν τῆς χώρας.

§36Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ἡ ἐπικειμένη γενικὴ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἤθελε δώσει εὐρύτατον στάδιον καὶ εἰς τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας καὶ εἰς τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας, ἵνα ἐκφέρωσι τὰς γνώμας αὑτῶν, ἤθελε δὲ παρασχεθῆ πᾶσα εὐκολία εἰς τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας νὰ ἐκφέρωσι τὰς πολιτικὰς γνώμας των καὶ νὰ ἐπικρίνωσι τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἔν τε τῇ κυβερνήσει καὶ τῇ διοικήσει, ὑπέθετον, ὅτι δὲν ἤθελε παρουσιασθῆ σήμερον ζήτημα, σχετιζόμενον μετὰ πολιτικοῦ σκοποῦ, λυποῦμαι δὲ, διότι τοσοῦτον προώρως ἐτέθησαν τὰ θέματα ταῦτα, ἀφοῦ δὲ, ὡς εἶπον, ὁ ὑπολειπόμενος μέχρι τῶν διακοπῶν, ἕνεκα τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα, χρόνος εἶναι βραχὺς, οὐδ’ ἔπρεπε νὰ καταναλώσωμεν αὐτὸν ἄνευ ἀνάγκης διὰ πολιτικῶν ζητημάτων. Ἀναγκάζομαι ὅμως νὰ μὴ ἀφήσω νὰ μείνωσιν ἄνευ ἀναιρέσεως τινὰ τῶν λεχθέντων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσιν ἰδίως ἐπίκρισιν τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἐπεκρίθη ἡ Κυβέρνησις, ὅτι διὰ τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας ἔφερεν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν Θεσσαλικῶν πραγμάτων, διετάραξε τὰς ἀγροτικὰς σχέσεις ἐν Θεσσαλίᾳ, αἱ ὁποῖαι ἔβαινον ὁμαλῶς καὶ ἐν πλήρει συνεννοήσει μεταξὺ γεωργῶν καὶ ἰδιοκτητῶν, καὶ ἐπεκρίθη ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἔφερε νομοθετήματα, τὰ ὁποῖά εἰσιν ἀνάξια προσοχῆς, νομοσχέδια ἀμελέτητα, ὁ δ’ ἐμβριθέστατος κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἐξεπλάγη, ὅταν εἶδεν, ὡς εἶπε, μελέτην τοσοῦτον ἄσκοπον, ὑποβαλλομένην εἰς τὴν Βουλήν. Τωόντι ἡ εἰσαγωγὴ τῶν νομοσχεδίων εἰς τὴν Βουλὴν ἔδωκεν ἐλπίδας εἰς τοὺς γεωργοὺς, ὅτι τέλος πάντων ἡ τύχη αὐτῶν ἐτέθη ὑπὸ τὴν πρόνοιαν καὶ τὴν μελέτην τῆς Βουλῆς, ἔδωκεν ἐλπίδας εἰς αὐτοὺς, ὅτι ἐνδεχόμενον εἶναι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους νὰ μεριμνήσωσιν, ἵνα βελτιώσωσι τὴν τύχην αὐτῶν· ἡ εἴδησις, ὅτι ὑπεβλήθησαν νομοσχέδια τοιαῦτα, βεβαίως ἔφερεν ἀνησυχίαν εἰς τοὺς κυρίους τῶν κτημάτων, οἱ ὁποῖοι ἐταράχθησαν εὐλόγως, ὅτι, ἐὰν αἱ σκέψεις τοῦ Κοινοβουλίου ἤθελον καταστήσει κατάδηλον τὴν ἀνάγκην τῆς μεταβολῆς τοῦ καθεστῶτος, ἐνδεχόμενον ἦτο τὰ συμφέροντα αὐτῶν νὰ βλαβῶσιν. Ἀλλὰ τότε ἔπρεπε νὰ καταδικάσωμεν ἡμᾶς πάντας εἰς πλήρη ἀργίαν, ἔπρεπε νὰ παραδοθῶμεν εἰς ὕπνον Βαρούχειον, καὶ νὰ ἀφήσωμεν τοὺς ἐν Θεσσαλίᾳ εἰς τὴν τύχην των. Πῶς ἄλλως ἠθέλομεν προβῆ εἰς ἐκδήλωσιν προνοίας τινὸς, ἐὰν δὲν προεκαλοῦμεν τὴν πρόνοιαν τοῦ Κοινοβουλίου, ἐὰν δὲν συνεζητοῦμεν μετὰ τῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ περὶ τῶν ἀναγκαίων γενέσθαι καὶ τῶν λυσιτελῶν; Μόνον ἐν τοῖς ἀπολύτως κυβερνωμένοις Κράτεσιν ἐργάζονται καὶ νομοθετοῦσιν ἐν τοῖς γραφείοις, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ μάθῃ τί γίνεται, καὶ μετ’ ὀλίγον βασιλικὸν διάταγμα ἐκδίδεται, κανονίζον τὰς σχέσεις, χωρὶς νὰ διαταραχθῇ τὸ καθεστὼς, πᾶς τις δὲ μανθάνει τότε τὰ διαταχθέντα, καὶ γνωρίζει, ὅτι πρέπει νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὰ διαταχθέντα μέτρα. Ἀλλ’ εἰς τὰ συνταγματικὰ Κράτη οὐδὲν μένει μυστήριον. Καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ συστηθῇ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἤθελε διαταραχθῆ τὸ καθεστώς; Κατὰ τὰ 1881 προσηρτήθη ἡ Θεσσαλία εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ προσάρτησις ἐγέννησεν ἐλπίδας εἰς τὸ στοιχεῖον τὸ γεωργικὸν, διότι ἐφρόνουν, ὅτι μετὰ τὴν μεταβολὴν ἤθελε βελτιωθῆ ἡ τύχη τῶν Θεσσαλῶν, ὡς καὶ ἐκείνων, οἵτινες κατοικοῦσιν ἐν Ἄρτῃ. Ὁ κ. Καραπάνος περίφροντις ἐτύγχανε τότε περὶ τοῦ μέλλοντος τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, ὅταν δὲ δυσκολίαι ἠγέρθησαν, καὶ μετὰ τὰς ἐλπίδας, αἵτινες εἶχον μεταδοθῆ, ἡ κυβερνητικὴ πρόνοια μετ’ ὀλίγον περιέπεσεν εἰς ὕπνον, ἡσύχασαν οἱ καλλιεργηταὶ καὶ οἱ ἰδιοκτῆται, καὶ ἐν τῷ ὕπνῳ τούτῳ ἀποκατεστάθη πλήρης ἡ ἁρμονία μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν. Ἐὰν τὴν ἁρμονίαν ταύτην ἔπρεπε νὰ μὴ διαταράξωμεν, ὠφείλομεν τότε νὰ ἀφήσωμεν αὐτοὺς εἰς τὸν ὕπνον· ἀλλ’ ἡμεῖς ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν εἴχομεν τὸ καθῆκον τοῦτο, ἡμεῖς δὲν νομίζομεν, ὅτι ἡ διαῤῥύθμισις τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους μετὰ τῶν δανειστῶν αὐτοῦ, αὕτη καὶ μόνη ἀρκεῖ νὰ βελτιώσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ὅτι αὕτη μόνη ἀρκεῖ νὰ ὠθήσῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς πρόοδον καὶ προκοπήν. Τοῦτο τὸ εἴπομεν πανταχοῦ, τὸ ἐπαναλαμβάνομεν καὶ ἤδη, καὶ ἀφήνομεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ μεμψιμοιρῶσιν, ἢ νὰ διαστρέφωσι τὰ πράγματα, τοὺς ἀφήνομεν εἰς τὸ στάδιον τῶν παραλογισμῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ ἐμπάθεια φέρει αὐτούς. Εἴπομεν πάντοτε, ὅτι μετὰ τὸν συμβιβασμὸν πρέπει ἀμέσως νὰ ἐπιδοθῶμεν εἰς διαῤῥύθμισιν τῶν νομισματικῶν ἀνωμαλιῶν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ μέριμνα δὲν ἀρκεῖ. Ἡ κυριωτάτη μέριμνα πάσης Κυβερνήσεως, καὶ ἡμῶν καὶ τῶν διαδόχων ἡμῶν, καὶ τῆς Βουλῆς ταύτης καὶ τῶν διαδόχων αὐτῆς, ἡ κυριωτάτη μέριμνα πρέπει νὰ ἦναι ἡ ἐνίσχυσις τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Καὶ πότε ἀπεκρύψαμεν τοῦτο; Ἀλλ’ ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, θέλετε νὰ λησμονήσωμεν τὴν Θεσσαλίαν; Ἐὰν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ θεωρῆται ὑποδεέστερον τῶν ἄλλων ὑψηλοτέρων συμφερόντων, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Πολιτεία, ἐὰν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου πρέπῃ νὰ ἐπιδιώξωμεν, βεβαίως πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ γένηται ἐντελεστέρα ἐκμετάλλευσις τῆς Θεσσαλίας. Ἀλλ’ αὐτὸ, ὅπερ λέγω, εἶναι ἡ ὑποδεεστέρα ἄποψις τοῦ θέματος, εἶναι ἡ ἄποψις, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἕκαστος ἰδιοκτήτης, ἕκαστος οἰκογενειάρχης ἐξετάζει τὰ καθ’ ἑαυτὸν, τὰ τῆς διοικήσεως τῆς περιουσίας του. Ἕκαστος ἐξετάζει, πῶς νὰ παραγάγῃ πλειότερα ἐκ τῶν κτημάτων αὑτοῦ, ἀλλ’ ἡμεῖς εἴμεθα Κράτος καὶ ἔχομεν τὰ καθήκοντα τῆς ἠθικῆς μορφώσεως τῶν πολιτῶν, τῆς παρασκευῆς συνταγματικῶν πολιτῶν. Τὰ καθήκοντα ταῦτα δυνάμεθα νὰ ταφήσωμεν; Καὶ ἐπειδὴ προσεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν νὰ σκεφθῇ περὶ τούτων, μᾶς ἀποδίδουσιν ὅτι διεταράξαμεν τὰς σχέσεις τῶν γεωργῶν πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας! Αὐτὰ εἶναι λογικοὶ ἰσχυρισμοί; Ἀλλὰ τὰ νομοθετήματα ἡμῶν δὲν εἶναι πλήρη, δὲν εἶναι ἄρτια, ἴσως σφάλλονται ἐν πολλοῖς. Καὶ ἡμεῖς ἐδηλώσαμεν ὅτι θεωροῦμεν πολιτικὸν ζήτημα τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων περὶ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ; Ἡμεῖς ἐδηλώσαμεν, ὅτι μόνον ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα συνδέονται μετὰ τῶν κεφαλαιωδῶν βάσεων τῆς πολιτικῆς ἡμῶν, καὶ ἄνευ τῶν ὁποίων ἡμεῖς δὲν ἔχομεν λόγον ὑπάρξεως, ἐπὶ μόνων τούτων τῶν νομοσχεδίων ὑπάρχει δι’ ἡμᾶς ζήτημα πολιτικόν. Ἐπὶ πάντων τῶν ἄλλων νομοσχεδίων ἐπιθυμοῦμεν νὰ προκαλέσωμεν τὴν νομοθετικὴν πρόνοιαν τῆς Βουλῆς, ἐπιθυμοῦμεν ἡ Βουλὴ ἐν πάσῃ εὐκολίᾳ νὰ ἐκφέρῃ τὴν ψῆφον αὑτῆς, καὶ ἐν τοιαύτῃ εὐκολίᾳ νὰ γένηται πᾶσα ἡ νομοθετικὴ ἐργασία. Λοιπὸν ἡμεῖς, εἰσάγοντες τὰ νομοσχέδια, προεκαλέσαμεν τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν· ἡ ἐξέτασις δὲν εἶναι τυπική τις πρᾶξις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ καταλήξῃ εἰς ἓν πιστοποιητικὸν, ὅτι καλῶς ἔχουσι τὰ νομοσχέδια αὐτὰ, ἡ ἐξέτασις ἀπαιτεῖ μίαν μελέτην, καὶ ἡ μελέτη αὕτη δὲν δύναται νὰ γένηται, χωρὶς νὰ γεννηθῶσι φόβοι καὶ ἐλπίδες ἐν Θεσσαλίᾳ. Εὐθυνόμεθα δι’ αὐτά; Δι’ ἓν μόνον εὐθυνόμεθα ἡμεῖς, ὅτι ζητοῦμεν τὴν μεταβολὴν τοῦ καθεστῶτος· ὥστε ὅσοι ἔχουσιν αὐτὴν τὴν γνώμην, ἂς τὸ εἴπωσιν ἐλευθέρως. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις τί πρέπει νὰ πράξῃ; Ἡ Κυβέρνησις ἀντιπροσωπεύει κόμμα πολιτικὸν, ὠργανωμένον, ἔχον καθήκοντα. Τίς ἤθελεν ὑπολάβει ποτὲ, ὅτι ἡ δευτέρα σύνοδος τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ ἔτος 1896 ἤθελε παρέλθει μὲ μόνην τὴν μέχρι τοῦδε γενομένην ἐργασίαν τοῦ Κοινοβουλίου, τὴν μέχρι τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα; Μήπως ἡμεῖς ἐγενόμεθα Ὑπουργοὶ, διὰ νὰ ἤμεθα Ὑπουργοί; Μήπως αὐτὸ μόνον μᾶς ἔλειπε, τὸ πῶς νὰ λάβωμεν τὴν τιμὴν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς ἓν Ὑπουργεῖον; Ἡμεῖς ἐγενόμεθα Ὑπουργοὶ, διότι μᾶς ἐνέδειξεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, καὶ μᾶς ἠξίωσε τῆς ἐμπιστοσύνης του ὁ Βασιλεύς. Ἀλλ’ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μᾶς ἐνέδειξε, διότι εἴπομεν εἰς αὐτὸν, τί πρέπει νὰ γένηται ἐν Ἑλλάδι· ἔχομεν λοιπὸν πρόγραμμα πολιτικόν. Καὶ διὰ τῶν νομοσχεδίων περὶ πιστώσεων, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσαμεν μέχρι τοῦδε, διὰ τῶν νομοσχεδίων περὶ σταφιδοκάρπου, ἐξετελέσαμεν τὸ πρόγραμμα ἡμῶν; Καὶ ἀρκοῦσι ταῦτα, ἵνα ἐκδηλώσωσι τὴν ἡμετέραν μέριμναν περὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων; Τίς ἤθελεν ὑπολάβει, ὅτι ἡμεῖς ἠθέλομεν ἀρκεσθῆ εἰς τὰς ἐργασίας, αἵτινες διεξήχθησαν καὶ θέλουσι διεξαχθῆ μέχρι τῆς Μεγάλης Τετάρτης; Μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι γλίχονται τῆς ἀρχῆς, οἵτινες προσλιπαροῦσιν, ἵνα εἰσέλθωσιν εἰς ἓν Ὑπουργεῖον, δύνανται νὰ νομίζωσιν ὅτι ἀρκεῖ νὰ κατορθώσωσι νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ ἔτους, ἵνα ζήσωσιν ἐν τῇ ἀρχῇ. Ἀλλὰ κατὰ τὸ πρόγραμμα ἡμῶν πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ ἡ ἀρχὴ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα προεβάλομεν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν λεπτομερειῶν, διότι αὗται θέλουσι κανονισθῆ ἐκ τῆς συζητήσεως. Τὸ πρόγραμμα ἡμῶν εἶναι ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῶν πραγμάτων ἐν Θεσσαλίᾳ, τὸ πρόγραμμα ἡμῶν εἶναι ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὑπὲρ τῆς ῥυθμίσεως τῆς ἀνωτέρας. Τὸ πρόγραμμα ἡμῶν εἶναι ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τοῦ στρατοῦ, ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τοῦ Ναυτικοῦ. Τὸ πρόγραμμα ἡμῶν εἶναι ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς οἰκονομίας τοῦ Κράτους. Πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ προγράμματος τούτου προετείναμεν τὰ ἀναγκαῖα νομοσχέδια· ἡ προαίρεσις ἡμῶν εἶναι αὕτη, ὁ σκοπὸς εἶναι οὗτος. Ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς, ἐὰν Ὑπουργοί τινες ἐσφάλοντο εἰς τὰς σκέψεις των, καὶ αἱ διατάξεις τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα προεβάλομεν, περιλαμβάνωσι λεπτομερείας πλημμελεῖς, ἢ μὴ ἀρτίας, λεπτομερείας, αἵτινες δὲν συνδυάζονται μὲ τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου, αἵτινες δὲν ἄγουσιν εἰς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν, αἵτινες εἶναι πλημμελεῖς, βεβαίως θέλομεν ἀκούσει πάσας τὰς γνώμας καὶ θέλομεν ῥυθμίσει τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον δὲν πρόκειται νὰ ῥυθμίσῃ τὴν ἰδίαν ἡμῶν περιουσίαν, ἀλλὰ τὰ συμφέροντα τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου, τὴν ἠθικὴν καὶ πολιτικὴν μόρφωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα δεσπόται τῆς χώρας, εἴμεθα ἁπλοῖ λειτουργοί, ἐκτελοῦντες τὰς ἀποφάσεις τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ λαοῦ. Ἐὰν ζητοῦμεν νὰ λάβωμεν Προϋπολογισμὸν, ἐπικεκυρωμένον παρὰ τῆς Βουλῆς, πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, τὸν ζητοῦμεν, ἵνα ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, ὅπως ἡ συνταγματικὴ λειτουργία ἐκπληρώσῃ τὸ μέγιστον τῶν ἔργων, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται αὐτῇ. Ἐπιθυμοῦμεν βεβαίως τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ οὐχὶ τὰ δωδεκατημόρια, διότι περὶ δωδεκατημορίων ἠκούσατε πολλὰ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπαναλαμβάνω, τὰ δωδεκατημόρια δίδονται μόνον ἐν ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ. Λοιπὸν τὸ πρώτιστον καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν καὶ ἡμεῖς καὶ ἡ Βουλὴ, —διότι μὴ νομίζετε ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει καθήκοντα—τὸ πρώτιστον καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, εἶναι νὰ ψηφίσωμεν τὸν Προϋπολογισμόν. Ἐπειδὴ ὅμως μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συνδέονται νομοσχέδια, μεταβάλλοντα τὰ ἔσοδα ἢ ἔξοδα αὐτοῦ, πρέπει νὰ ψηφισθῶσι ταῦτα τὰ νομοσχέδια, διότι ταῦτα εἶναι μέρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Μέχρι τῶν διακοπῶν τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα ὑπολείπονται ὀκτὼ συνεδριάσεις· ἐν ταῖς ὀκτὼ συνεδριάσεσι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ ἐν γένει τὰς γενικὰς βάσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὴν πολιτικὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ἐλαττώματα ἢ τὰς πλημμελείας τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε τῶν Ὑπουργῶν, καὶ εἶτα νὰ ψηφίσῃ τὰς δαπάνας, νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα, νὰ φέρῃ ἔλεγχον ἐπ’ αὐτῶν, νὰ συζητήσῃ τὰς πιστώσεις, νὰ φέρῃ τὸν ἔλεγχον ἐπ’ αὐτῶν, νὰ συζητήσῃ τὰ νομοσχέδια καὶ ἀποφανθῇ περὶ αὐτῶν. Ἀρκεῖ ὁ χρόνος οὗτος, ὅπως διεξαχθῇ ἅπασα ἡ ἐργασία αὕτη; Ἀλλ’ ὑποθέσατε ὅτι ὁ εἰρημένος χρόνος ἀρκεῖ· μετὰ τὰς ἑορτὰς ἡ Βουλὴ θέλει ἔλθει καὶ θέλει συνεχίσει τὰς ἐργασίας της. Ἐγώ, ἐφ’ ὅσον ἀπολαμβάνω τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου, θέλω παρακαλέσει τὰ μέλη αὐτῆς, θέλω ἱκετεύσει τὰ μέλη αὐτῆς, νὰ παραμείνωσιν εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς στερήσεις, ὅπως ὑφίστανται τοιαύτας, ὅπως ὑφιστάμεθα πάντες οἱ Ἕλληνες, νὰ στερηθῶσι τῶν ἀγαθῶν τοῦ οἰκογενειακοῦ βίου καὶ νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς δαπάνας, ὅπως ἔλθωσι καὶ συνεχίσωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῇ ἐν ὀνόματι τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἶπεν ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις θέλει μείνει εἰς τὰς τάξεις της. Καὶ ἡμεῖς δὲν ἀμφιβάλλομεν ὅτι θέλει μείνει εἰς τὰς τάξεις της, ἀρκεῖ μόνον νὰ θέλῃ νὰ συντρέξῃ τὴν πλειοψηφίαν, ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν τὴν συντρέξῃ, ἐγὼ δὲν ἀπευθύνω παράπονον· οἱ ἐμοὶ προκάτοχοι παρεπονοῦντο κατὰ τῆς μειοψηφίας, ἐγὼ δὲν παρεπονέθην, διότι νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συναρμολογῶ τὰς ἐργασίας τῶν διαφόρων τμημάτων τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τὴν ἰδίαν ὕπαρξιν τῆς πλειοψηφίας μὲ τὴν ὕπαρξιν τῆς μειοψηφίας. Διὰ τοῦτο πρὸ παντὸς νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τραπῶμεν εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καί τινων πιστώσεων καὶ τινων νομοσχεδίων, ἐπηρεαζόντων τὰ ἀποτελέσματα καὶ τὰς ἀναγραφὰς αὐτῶν. Ἀλλὰ μετὰ τὸν Προϋπολογισμὸν ἔχομεν καθήκοντα καὶ ἄλλα, ἔχομεν τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῆς μετασκευῆς τοῦ πλοίου τοῦ ὁπλιταγωγοῦ καὶ θαλαμηγοῦ, ἔχομεν τὴν ἐκλογὴν τοῦ κοσμήτορος. Ἐὰν ἦτο ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει συζητήσει, ἐὰν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ ἐξεταστικὴ περὶ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ζητημάτων, τότε προβαίνομεν ἀμέσως εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης· ἀλλ’ ἐὰν θέλωμεν νὰ συζητήσωμεν, τότε ἂς ἀναμείνωμεν μέχρι τοῦ τελευταίου ὁρίου τῶν πρὸ τῶν ἑορτῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ ἂν δὲν δυνηθῶμεν νὰ συζητήσωμεν τότε, ἂς ἔλθωμεν μετὰ τὰς διακοπὰς τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα καὶ τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων. Ποίαν ἄλλην εὐκολίαν ζητεῖτε ἀπὸ ἡμᾶς; Πᾶσαν εὐκολίαν τὴν παρέχομεν.

§37ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, διατὶ ζήτημα ἁπλῆς συντάξεως τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἀνυψοῦται ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰς ζήτημα γενικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως...

§38Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ εἶπον τοιοῦτόν τι!

§39ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἂν ἄλλως ἔθιξε τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν γενικωτέραν αὐτοῦ ἔποψιν, νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἦτο ἐν τῷ ὀρθῷ, δεχόμενος καὶ ἐπεκτείνων τὴν τοιαύτην συζήτησιν ἐν στιγμῇ, καθ’ ἣν δὲν πρόκειται νὰ συζητηθῇ ἡ γενικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἔχω ἐγὼ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικρίνω τινὰ διὰ τὴν συζήτησιν ταύτην. Παρετήρησα μόνον, ὅτι ζήτημα ἁπλῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔλαβε χαρακτῆρα γενικῆς πολιτικῆς, διότι τοῦτο ἐπιβάλλει καὶ εἰς ἡμᾶς τὸ καθῆκον νὰ ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην μας. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι πᾶς ἐν τῇ Κυβερνήσει ἢ ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως εὑρισκόμενος πολιτευόμενος ἐπιθυμεῖ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων, ὅλοι δ’ ἐπιθυμοῦμεν τὴν βελτίωσιν ὅλων τῶν κλάδων τῆς διοικήσεως, ἐπιθυμοῦμεν τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς, καὶ ἐπιθυμοῦμεν τὸ καλὸν ἐν γένει. Τοῦτο, εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τοῦτο ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν; Εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐπιδιωχθῇ τὸ καλὸν τοῦ τόπου, ἡ ἀνάπτυξις καὶ ἡ πρόοδος αὐτοῦ; Βεβαίως τοῦτο δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ πρόγραμμα Κυβερνήσεως. Τοῦτο εἶναι πόθος γενικός. Πρόγραμμα Κυβερνήσεως εἶναι τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ πόθος οὗτος, τὸν ὁποῖον πάντες ἔχομεν. Τὰ μέτρα δὲ, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, βεβαίως πᾶν ἄλλο δύνανται νὰ ἀφορῶσιν ἢ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ τοιούτου πόθου. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν ὅλων τῶν μέτρων τούτων, διότι νομίζω κανονικώτερον καὶ τακτικώτερον ἐν εὐθέτῳ ὥρᾳ νὰ συζητήσωμεν περὶ αὐτῶν. Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ ὅμως ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἠγέρθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων, νομίζω ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ μὴ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθωσιν ἀπαρατήρητοι αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἐξέφρασεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἔχωσιν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῆς γεωργίας ἐν Θεσσαλίᾳ. Τοιαῦτα, ὁποῖα ὑπεβλήθησαν, δὲν πρόκειται νὰ βλάψωσι τοὺς ἰδιοκτήτας, ἀπ’ ἐναντίας δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι νομοσχέδιά τινα ἐξ αὐτῶν πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὰ ὑλικὰ συμφέροντα τῶν ἰδιοκτητῶν. Θὰ βλάψωσιν ὅμως ἐν γένει τὰ συμφέροντα τῆς γεωργίας. Θὰ βλάψωσι δὲ καὶ τοὺς καλλιεργητὰς καὶ τοὺς ἰδιοκτήτας, ἕνεκα τῆς εἰς τὸ μέλλον βλάβης, ἣν θὰ φέρωσιν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν πρόοδον τῆς γεωργίας ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἡ πρόοδος δὲ καὶ ἡ ἀνάπτυξις τῆς γεωργίας ἐν Θεσσαλίᾳ δὲν εἶναι μόνον ὠφέλεια τοπική. Εἶναι γενικωτέρα ὠφέλεια, διότι ἡ πρόοδος καὶ ἡ ἀνάπτυξις τῆς παραγωγῆς εἶναι σήμερον ζωτικὸν ζήτημα διὰ τὸν τόπον. Μέτρα δὲ, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ φέρωσι βλάβην εἰς τοιαῦτα ζωτικὰ ζητήματα, δὲν εἶναι μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀπολήγουσιν εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν πόθων, τοὺς ὁποίους πάντες ἔχομεν, καὶ οἵτινες δὲν ἀποτελοῦσι πρόγραμμα Κυβερνητικὸν, ἀλλὰ πόθον καὶ πρόγραμμα παντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διατὶ δὲ τὰ νομοσχέδια ταῦτα πρόκειται νὰ ἀπολήξουν εἰς τοιαῦτα ἀποτελέσματα; Διότι δὲν ἐμελετήθησαν, διότι συνετάχθησαν ἐν πλήρει καὶ τελείᾳ ἀγνοίᾳ τῆς καταστάσεως τῆς Θεσσαλίας καὶ τῶν ὅρων ἐν γένει τῆς γεωργίας. Τοιαῦτα δὲ νομοσχέδια βεβαίως δὲν πρέπει νὰ διέλθωσιν ἀβρόχοις ποσὶ διὰ τῆς Βουλῆς, ὡς δὲν πρέπει νὰ διέλθωσιν ἀπαρατήρητα καὶ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα συνδέονται μὲ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ὅπως εἶναι π. χ. τὸ μέτρον τῆς ἀποστολῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, ἐπὶ ζητημάτων κοινωνικῶν, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐπίσημος ἐξέγερσις καὶ ἀνακίνησις αὐτῶν, χωρὶς νὰ ἤμεθα προητοιμασμένοι νὰ φέρωμεν τὴν δέουσαν λύσιν. Τὰ κοινωνικὰ ζητήματα, ἄνευ τῆς δεούσης προετοιμασίας πρὸς λύσιν αὐτῶν, δὲν ἀνακινοῦνται ἀπὸ Κυβερνήσεις. Ἀνακινοῦνται ἀπὸ δημοκόπους. Αἱ Κυβερνήσεις ὅταν ἀνακινῶσι κοινωνικὰ ζητήματα, εἶναι πάντοτε προητοιμασμέναι νὰ λύσωσιν αὐτὰ ἀμέσως...

§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐκλέγητε τὰς λέξεις, διὰ τῶν ὁποίων χαρακτηρίζετε τὰς πράξεις. Λέγετε ὅτι εἰσάγονται νομοσχέδια τοιαῦτα ἀπὸ δημοκόπους· αὐτὸ εἶναι ἀνάρμοστον εἰς τὴν ἡλικίαν σας καὶ τὴν θέσιν σας... Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ τηρήσητε τὴν τάξιν.

§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶπεν ἀκριβῶς τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν εἶπον. Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι εἰσάγονται νομοσχέδια ἀπὸ δημοκόπους, εἶπον ὅτι, ὅταν ἀνακινῶνται κοινωνικὰ ζητήματα παρὰ Κυβερνήσεων, ἀνακινοῦνται ὅπως λυθῶσι, δὲν ἀνακινοῦνται ὅπως ἐγκαταλειφθῶσιν. Ἐὰν ὑμεῖς τὰ ἀνεκινήσατε ὅπως ἐγκαταλειφθῶσι, δὲν πταίω ἐγὼ, ἂν ἄκοντες ὑποβάλλεσθε εἰς τὸν παρ’ ἐμοῦ δοθέντα χαρακτηρισμόν. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, τὰ παρουσιασθέντα εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς καὶ τὰ μέτρα τὰ συνδεόμενα μετὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων, εἶναι μέτρα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται ν’ ἀποφασισθῶσιν ἀβρόχοις ποσίν. Εἶναι μέτρα, τὰ ὁποῖα βεβαίως θὰ προκαλέσωσι συζήτησιν καὶ μελέτην εὐρεῖαν ἐν τῇ Βουλῇ. Καὶ λέγων τοῦτο, βεβαιῶ ὅτι οὐδόλως εἶχον κἂν ἐν τῇ διανοίᾳ μου νὰ εἴπω τι ἀντιτιθέμενον ἴσως εἰς τὴν ὁριστικὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν δύνανται νὰ συζητηθῶσι κατὰ τὸν σύντομον χρόνον, ὁ ὁποῖος μένει διὰ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Δὲν νομίζω ἑπομένως, ὅτι ἐξυπηρετοῦμεν τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, τοιουτοτρόπως ἐργαζόμενοι ὑπὲρ ζωτικῶν καὶ σπουδαίων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα, πρὶν ἐγείρωμεν, ὀφείλομεν νὰ μελετήσωμεν, ὅπως φέρωμεν τὴν ἀπαιτουμένην λύσιν. Ζητήματα δὲ τοιαῦτα δὲν εἶναι μόνον τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα τὴν γεωργικὴν παραγωγὴν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀλλὰ καὶ πλεῖστα ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ συζητηθῶσι παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ διατὶ δὲν συζητοῦνται; διατὶ δὲν ἐμελετήθησαν; Βεβαίως τὸ σφάλμα δὲν εἶναι εἰς ἡμᾶς, βεβαίως τὸ σφάλμα εἶναι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία μετέβαλε καθ’ ὁλοκληρίαν τὸν τρόπον τῆς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου. Διατὶ ἡ Βουλὴ δὲν συνῆλθεν, ὅταν ἔπρεπε νὰ συνέλθῃ; Αἱ περιστάσεις τῆς χώρας δὲν ἐπέβαλλον τὴν ἐργασίαν ἐπὶ τῶν σπουδαίων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα κεῖνται ἐνώπιον ἡμῶν, καὶ τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ λυθῶσι; Διατὶ ἡ Βουλὴ κατεδικάσθη ἐφέτος νὰ ἐργασθῇ μόνον ἐπὶ 30 καὶ ὀλιγώτερον ἡμέρας; Πταίομεν ἡμεῖς; Ἀφοῦ δὲ ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐργασθῇ τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ὅπως ἐπιληφθῇ καὶ μελετήσῃ τοιαῦτα ζητήματα, διατὶ τὰ ζητήματα ταῦτα ἐγείρονται;

§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ συνεζητήθησαν, τὸ πότε ἐκλήθη καὶ διατί δὲν πρόκειται περὶ τούτου.

§43ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Καραπάνος ὡμολόγησεν, ὅτι δὲν ἤκουσεν ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ συζητεῖ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὴν ὁποίαν δὲν ἤκουσε.

§44ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἤμην κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως, ὁμολογῶ ὅτι ἤκουσα μετ’ ἀπορίας μου ἐγειρόμενον σήμερον τὸ πολιτικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ ἐγερθῇ. Ἤκουσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν μεμφόμενον προσωπικῶς καὶ ἐμὲ, ἤκουσα αὐτὸν ἀναμιγνύοντα καὶ τὸ ἐμὸν ὄνομα καὶ κατὰ τρόπον, ὡς νὰ ἤθελε νὰ ἀποτείνῃ καὶ εἰς ἐμὲ μομφήν τινα ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται σήμερον ὑπὸ συζήτησιν τῆς Βουλῆς. Ἤκουσα τὸν κ. Πρωθυπουργόν, λέγοντα, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῇ Βουλῇ τῆς Ἑλλάδος πρόσωπον, τὸ ὁποῖον, ἐξ ἰδιαιτέρων καὶ ἀτομικῶν συμφερόντων ὠθούμενον, νὰ ἀντιδράσῃ εἰς ζητήματα ἔχοντα γενικώτερον χαρακτῆρα.

§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι πρέπον νὰ λέγητε πράγματα καὶ λόγους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐλέχθησαν.

§46ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. ... (διακοπαί).

§47ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐφαρμόσατε τὸν Κανονισμὸν, κύριε Πρόεδρε.

§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Κανονισμὸς λέγει νὰ ἦναι εὐπρεπεῖς οἱ ἀγορεύοντες· αὐτὸ διατάσσει ὁ Κανονισμός.

§49ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι «δὲν ἔχομεν νὰ ἀσχοληθῶμεν ἡμεῖς περὶ τῶν συμφερόντων τῶν ἰδιοκτητῶν, ἔχομεν νὰ ἀσχοληθῶμεν περὶ γενικωτέρων συμφερόντων»· ἀνέφερε δὲ ῥητῶς, ὅτι καὶ ἐγὼ ἄλλοτε, ἀσχολούμενος περὶ τῶν ἰδιωτικῶν μου συμφερόντων, ἀνησύχησα. Σᾶς παρακαλῶ, ποῖον λόγον εἶχεν ἡ ἀνάμιξις τοῦ ὀνόματός μου ἐν τῇ γενικῇ ταύτῃ συζητήσει, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο νὰ δοθῇ ὑπόνοια, ὅτι ἐγὼ ἐδῶ τὰ μικρὰ καὶ ἀτομικά μου συμφέροντα δύναμαι νὰ τὰ θέσω ἐν ἴσῃ μοίρᾳ μὲ τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ τόπου μου καὶ τῆς πατρίδος μου;

§50ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν τὰ εἶπεν αὐτά.

§51ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνδέχεται νὰ μὴ ἐνόει αὐτό, ἀλλὰ δὲν δύναται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τοιαῦτα λέγων, νὰ ἀπαγορεύσῃ εἰς πάντα νὰ ἐννοήσῃ τοιοῦτόν τι ἐν τῇ ἐνδομύχῳ αὐτοῦ διανοίᾳ (διακοπαί).

§52ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐφαρμόσατε τὸν Κανονισμὸν, κ. Πρόεδρε.

§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἀγαπᾶτε;

§54ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ μὴ ἐπιτρέπητε τὰς διακοπάς.

§55ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐθίχθη, καὶ τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, πολὺ ἀκαίρως ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς σήμερον, εἶναι ζήτημα σημασίας μεγάλης, εἶναι ζήτημα, πρὸς συζήτησιν τοῦ ὁποίου βεβαίως πρέπει νὰ ἀποφεύγωμεν πᾶσαν ὑπόνοιαν, ὅτι δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν ὠθούμενοι εἴτε ὑπὸ κομματικῶν εἴτε ὑπὸ ἄλλων οἰωνδήποτε συμφερόντων. Ἀλλ’ ὡς τοιοῦτον ζήτημα, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἀμελέτητον. Ἐὰν ὑπῆρχε καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ εἰλικρινῶς πρόθεσις θετικῆς λύσεως αὐτοῦ, ἄλλαι εἶναι αἱ ὁδοὶ, διὰ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν λύσιν ταύτην. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ἐγὼ, ὅστις δὲν θεωρῶ τακτικὸν τὸ παρακαίρως νὰ ἐγείρωνται τοιαῦτα ζητήματα, δὲν νομίζω ὅτι προσήκει νὰ εἰσέλθω σήμερον εἰς τὴν οὐσιαστικὴν συζήτησιν αὐτοῦ. Ἐὰν ἔλθῃ τὸ ζήτημα οὐσιαστικῶς, ἔχω καθῆκον νὰ ἐκφέρω τὰς γνώμας μου, καὶ θὰ τὰς ἐκφέρω. Σήμερον ὅμως τοιοῦτον ζήτημα, ἐὰν πράγματι πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ 8 μόνον ἡμέρας, δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ λυθῇ. Δὲν πταίω ἐγὼ, ἐὰν καὶ σεῖς λέγετέ τι, τὸ ὁποῖον εἶναι σύμφωνον μὲ ἐκεῖνο, ὅπερ ἐγὼ σκέπτομαι, ἐὰν ἐν τῇ ἀναπτύξει τῆς ἰδέας ἐξέρχεσθε τῆς βάσεως καὶ τῆς ἐννοίας αὐτῆς. Ἐὰν πρόκειται μόνον τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὰ συναφῆ αὐτῷ νομοσχέδια νὰ συζητήσωμεν, βεβαίως αἱ ὑπολειπόμεναι ὀκτὼ ἡμέραι μόλις ἐπαρκοῦσιν. Ἀλλὰ διατὶ θὰ περιορίσωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς ἐντὸς τῶν ὀκτὼ τούτων ἡμερῶν;

§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ ἐλέχθησαν πρότερον καὶ ἐξωμαλύνθησαν.

§57ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πῶς ἐξωμαλύνθησαν;

§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ ἀνακοινώσεων, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔκαμε.

§59ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι θὰ παρακαλέσῃ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ ἔλθωσι καὶ μετὰ τὰς ἑορτάς. Λοιπὸν ἐξωμαλύνθη τὸ ζήτημα; Θὰ ἔλθωσιν οἱ Βουλευταί;

§60ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως, βεβαίως.

§61ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν πρόκειται πραγματικῶς νὰ ἐργασθῇ ἡ Βουλὴ μετὰ τὰς ἑορτὰς, τότε βεβαίως θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ συζητηθῶσι τὰ ζητήματα ταῦτα. Ἐὰν ὅμως δὲν πρόκειται νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ μετὰ τὰς ἑορτὰς, ὅπως εἶναι δυστυχῶς πιθανώτερον, ὅπως εἶναι σχεδὸν βέβαιον, τότε, νομίζω, δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν καὶ εἰς ἐξέτασιν θεμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιτείνωσι τὸ κακὸν τῆς παρακαίρου καὶ ἀμελετήτου ἐγέρσεως σπουδαίων ζητημάτων. Δὲν θέλω νὰ ἐπεκτείνω τὸν λόγον, ὡς εἶπον, ἐπὶ τῶν ἄλλων ζητημάτων, διότι ἐλπίζω ὅτι ταχέως θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ τότε θὰ ἔχωμεν καιρὸν νὰ θίξωμεν καὶ συζητήσωμεν τὰ ζητήματα ταῦτα.

§62ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρεστάθη, κ. Πρόεδρε, καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ἀλλὰ καὶ ἔξω τῆς Βουλῆς, ὅτι διαιρούμεθα ὡς πρὸς ἀρχάς τινας οἱ Βουλευταί, ἐνῷ ἐπ’ αὐτῶν οὐδέποτε ἐνόησαμεν νὰ διαιρεθῶμεν. Ἐπειδὴ ἀπετέλεσα μέρος τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν παρεπέμφθη τὸ νομοσχέδιον περὶ διανομῆς γῆς ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀπετέλεσα δὲ μέρος μειοψηφίας, καὶ παρεστάθη ἡ ἐπιτροπὴ διαιρεθεῖσα, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐξηγήσω ποῖαι εἶναι αἱ διαιρέσεις αὗται. Διότι κατὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὑπάρχουσι Βουλευταὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ βεβαίως μεταξὺ τῆς μειοψηφίας, οἱ ὁποῖοι εἰς τὰς ἱερὰς αὐτὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἐκήρυξε πρὸς χειραφέτησιν τῶν Ἑλλήνων γεωργῶν καὶ βελτίωσιν τῆς κοινωνικῆς καὶ ἠθικῆς καὶ πολιτικῆς καταστάσεως αὐτῶν, διαφωνοῦσι καὶ ἀνθίστανται, παρακωλύοντες δι’ ὅσων μέσων δύνανται τὴν ἐπιψήφισιν τοιούτων νομοσχεδίων. Τοιαύτη γνώμη παρ’ οὐδενὶ τῶν παρακαθημένων ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει καὶ τῶν παρακαθησάντων ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐπεκράτησέ ποτε. Καὶ ὁ ἔντιμος ἐκ Βόλου Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγου ὡμίλησε, νομίζω ὅτι καὶ αὐτὸς ὡμίλει τοιαύτην ὑποθέτων διαίρεσιν...

§63Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὄχι· τὸ ἐναντίον ἀκριβῶς ὑπέθετον.

§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.

§65Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ νὰ μὴ διακόπτουν, ὅταν εἰς τὸ στόμα τῶν ῥητόρων θέτουν λέξεις, τὰς ὁποίας αὐτοὶ δὲν εἶπον; Αὐτὸ εἶναι διαστροφὴ τῶν λόγων, δὲν εἶναι συζήτησις. Ὁ κ. Φιλάρετος τὸ ἐναντίον εἶπεν, ὅτι δηλ. τὸ ζήτημα δὲν εἶναι κομματικόν.

§66ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅταν συμπέρασμα ἑνὸς λόγου ἦναι ὅτι δὲν πρέπει νὰ διαιρώμεθα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὰ θεωρῶμεν ζητήματα κομματικά, ὅταν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγῃ, ὅτι αὐτὸς δὲν εἶναι ἰδιοκτήτης, οὔτε προσέχει εἰς τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιοκτητῶν, προσέχει μόνον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, δύναται νὰ ἐγερθῇ τοιαύτη ὑπόνοια, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ διαιρούμεθα ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ὑπὲρ ἧς αὐτὸς συνηγορεῖ, τῆς ἀρχῆς τῆς βελτιώσεως τῆς καταστάσεως τῶν γεωργῶν. Ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν, οὔτε ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, οὔτε ἐν τῇ Βουλῇ, ὁσάκις ἔλαβεν ἀφορμὴν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐκδηλώσῃ γνώμας, ἐξεδηλώθησαν τοιαῦται διαφωνίαι. Διαφωνοῦμεν μόνον ὡς πρὸς τὸ λυσιτελὲς, ὡς πρὸς τὸ σκόπιμον τῶν μέτρων τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐπὶ τούτου ἐγενήθησαν αἱ συζητήσεις καὶ αἱ διαιρέσεις. Τί ὑπεστηρίξαμεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἡ μειοψηφία; ὑπεστηρίξαμεν ἐν πρώτοις, ὅτι, ὅπως τὸ μέτρον προτείνεται, δὲν προτείνεται συμφώνως πρὸς τὴν συνθήκην, ἥτις κανονίζει τὰ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας. Ἡ συνθήκη αὕτη δὲν ἀπαγορεύει τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν τσιφλικίων ὑπὲρ τῶν γεωργῶν τῆς Θεσσαλίας, ἀλλὰ λέγει, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ διὰ νόμου γενικοῦ, ἐφαρμοζομένου καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος. Τοιοῦτον νόμον δὲν θέλει ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι οὕτω μόνον δύναται νὰ κανονισθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς, κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἦναι ἰσχυρὸς καὶ ἀναμφισβήτητος. Ποῖος εἶναι ὁ τρόπος; ὁ τρόπος εἶναι ἁπλούστατος, νὰ μὴ περιορισθῇ ἡ ἀπαλλοτρίωσις εἰς τὰ κτήματα τῆς Θεσσαλίας μόνον, ἀλλὰ νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὰ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος, ὅλου τοῦ Βασιλείου. Πρώτη λοιπὸν ἀντίῤῥησις εἶναι αὕτη, καὶ εἶναι οὐ μόνον σύμφωνος μὲ τὸν νόμον, δηλαδὴ μὲ τὴν συνθήκην, ἀλλ’ εἶναι καὶ ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς, διότι τὴν ἐπεκτείνει καὶ τὴν ἀσφαλίζει. Δὲν εἴμεθα λοιπὸν κατὰ τῆς ἀρχῆς, ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐννοεῖ ποσῶς. Εἴμεθα πρόθυμοι νὰ συζητήσωμεν, οὐδεμίαν προτείνοντες ἔνστασιν κατὰ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐπεκτείνεσθαι ἐφ’ ὅλου τοῦ Βασιλείου. Δὲν διαφωνοῦμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, διαφωνοῦμεν ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀρχῆς αὐτῆς. Δευτέρα ἀντίῤῥησις, τὴν ὁποίαν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀντετάξαμεν, εἶναι, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, δὲν πραγματοποιεῖται ἡ ἀρχὴ τῆς χειραφετήσεως τῶν χωρικῶν, τῆς χορηγήσεως ἰδιοκτησίας, τῆς ἐπεκτάσεως τῶν καλῶν τῆς μικρᾶς ἰδιοκτησίας, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπαγγέλλεται. Ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς διὰ τῆς χορηγήσεως τῶν οἰκιῶν καὶ 20 μέχρις 25 στρεμμάτων γῆς εἰς τοὺς καλλιεργητὰς, δὲν γίνεται πρὸς τὸ συμφέρον τῶν καλλιεργητῶν, καὶ ἄνευ ζημίας τῶν ἰδιοκτητῶν, ἀλλὰ γίνεται πρὸς βλάβην μεγίστην, ἀνυπολόγιστον, καταστρεπτικὴν τῶν ἰδιοκτητῶν. Διότι εἴπομεν—καὶ γνωρίζετε καλῶς καὶ ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, (ἀποτείνεται πρὸς τὸν προεδρεύοντα ἀντιπρόεδρον κ. Ν. Δρόσον) διότι ἀπετελεῖτε μέρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης — εἴπομεν, λέγω, ὅτι ἀφαιρουμένων μόνον τῶν οἰκιῶν καὶ ὀλίγων στρεμμάτων γῆς, ἀφηνομένου δὲ τοῦ ὑπολοίπου κτήματος εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, τοῦτο ἐξ ἀνάγκης θέλει ἀποβάλει πᾶσαν τὴν ἀξίαν αὐτοῦ. Εἴπομεν ὅτι θέλει καταστῆ δύσκολον ἐφεξῆς νὰ καλλιεργῆται διὰ τῶν καλλιεργητῶν, ὅπως καὶ πρίν. Οἱ καλλιεργηταί, ἀποκτήσαντες οἰκίαν καὶ γῆν, δὲν θὰ ὑποτάσσωνται, ὡς πρότερον. Θέλει προσέτι ἀπολέσει τὴν ἀξίαν αὐτοῦ τὴν ἀγοραίαν τὸ κτῆμα, καὶ κατασταθῆ δύσκολος, ἂν ὄχι ἀδύνατος, εἰς τὸ μέλλον ἡ πώλησις αὐτοῦ. Τοῦτο δὲ, οὐ μόνον διότι, ἅπαξ καθιερωθείσης τῆς ἀρχῆς, ὅτι λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης ἢ δημοσίας ὠφελείας ἐν Θεσσαλίᾳ δύναται νὰ ἀφαιρῆται ἢ περιορίζηται ἡ ἰδιοκτησία, οὐδεὶς ἐν τῷ μέλλοντι θὰ δεχθῇ νὰ ἀγοράσῃ κτῆμα, περὶ οὗ φόβος θὰ ὑπάρχῃ, ὅτι εἰς πρώτην ἐκδήλωσιν τῶν καλλιεργητῶν ἢ τῶν πολιτευομένων θὰ ἀφαιρῆται ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, ἀλλὰ καὶ διότι δυσκολώτερον διοικεῖται καὶ καλλιεργεῖται κτῆμα, ὅπερ κατοικοῦν καὶ κατέχουν συνιδιοκτῆται πλέον καλλιεργηταί. Λοιπὸν ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ θεωρεῖται ἀναγκαῖον, πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καλλιεργητῶν, νὰ δοθῇ αὐτοῖς γῆ, ἔπρεπε νὰ ἀφαιρεθῇ, λόγῳ τῆς ἀνάγκης αὐτῆς, ἅπαν τὸ κτῆμα ἐκ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ νὰ διανέμηται αὐτοῖς. Τοῦτο δὲ, διότι ἅπασα σχεδὸν σήμερον ἡ γῆ ἑκάστου κτήματος εὑρίσκεται εἰς τὴν διάθεσιν τῶν καλλιεργητῶν, καὶ ἢ καλλιεργεῖται, ἢ χρησιμοποιεῖται παρ’ αὐτῶν εἰς βοσκὴν τῶν ζώων των. Οὕτω διὰ τῆς διανομῆς θὰ λάβωσι πᾶσαν τὴν ἰδιοκτησίαν, δηλαδὴ πᾶσαν τὴν γῆν, ἥτις εἶναι ἀναγκαία πρὸς ἐξάσκησιν τοῦ γεωργικοῦ αὐτῶν ἔργου καὶ πρὸς συντήρησιν τῆς οἰκογενείας αὐτῶν. Ἀφ’ ἑτέρου οἱ ἰδιοκτῆται, λαμβάνοντες τὸ ἀντίτιμον τῆς ἰδιοκτησίας αὐτῶν εἰς χρήματα, θ’ ἀσχοληθῶσιν ἐφεξῆς εἰς ἄλλο βιοποριστικὸν ἔργον, ἀντὶ νὰ ὑποχρεωθῶσιν, ὡς θέλει τὸ νομοσχέδιον, νὰ καλλιεργῶσι κτῆμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι πλέον τὸ κτῆμα αὐτῶν, διότι καὶ ἡ ἔκτασις περιωρίσθη, καὶ ἡ θέσις τοῦ ἰδιοκτήτου ἀπέναντι τῶν χωρικῶν καὶ ἡ σχέσις αὐτοῦ ἀπέναντι αὐτῶν ἐντελῶς μετεβλήθη καὶ διὰ τὸ παρὸν καὶ διὰ τὸ μέλλον. Ὡς θέλετε παρατηρήσει, τὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως, οὐχὶ μόνον τὰ ἐν ἀρχῇ ὑποβληθέντα, ἀλλὰ καὶ τὰ μετὰ ταῦτα, ἐπιζητοῦσιν οὐ μόνον τὴν ἀφαίρεσιν μέρους τῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλὰ καὶ τὴν μεταβολὴν τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τῶν καλλιεργητῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἔτι μᾶλλον νὰ σμικρύνηται ἡ ἀξία τοῦ ἀπομένοντος κτήματος. Σκοπὸς οὕτω τῆς Κυβερνήσεως εἶναι οὐχὶ νὰ ὠφελήσῃ τοὺς καλλιεργητὰς τῆς Θεσσαλίας, ἀλλὰ περισσότερον νὰ ζημιώσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας, καὶ καταστήσῃ ἀνωφελῆ καὶ ἄχρηστον πλέον τὴν ἰδιοκτησίαν των. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐντελῶς περιορίζει τὴν ἐξουσίαν τῶν ἰδιοκτητῶν, διότι ἀφαιρεῖ αὐτοὺς τὸ δικαίωμα τῆς ἀποβολῆς, τὸ μόνον δηλαδὴ δικαίωμα, διὰ τοῦ ὁποίου κατώρθουν οἱ ἰδιοκτῆται νὰ διοικῶσι τὴν περιουσίαν των. Ἄνευ αὐτοῦ πᾶν ἄλλο ἢ κύριος αὐτῆς εἶναι. Κύριος δὲ καὶ μόνος σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ εἶναι ἡ ἀφαίρεσις τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ τῆς ἀποβολῆς. Λοιπὸν ὅλα τὰ νομοσχέδια, ἡ μερικὴ δηλαδὴ ἀπαλλοτρίωσις τῶν κτημάτων τῆς Θεσσαλίας ἀντὶ τῆς ὁλοσχεροῦς, καὶ ἡ ἐξασθένισις πάσης νομίμου δυνάμεως καὶ ἰσχύος τοῦ ἰδιοκτήτου ἀπέναντι τῶν καλλιεργητῶν εἰς τὴν διοίκησιν καὶ τὴν χρησιμοποίησιν τῆς περιουσίας αὐτῶν, ἀντὶ νὰ δημιουργοῦν κατάστασιν πραγμάτων λογικὴν καὶ πρακτικὴν, καθιεροῦσιν οὐδὲν ἄλλο ἢ τὴν ἀδικίαν καὶ τὴν αὐθαιρεσίαν καὶ τὴν καταστροφὴν, ἐξ ἧς θὰ χειροτερεύσῃ ἡ γεωργία ἐν Θεσσαλίᾳ. Τοιαύτας ἰδέας ἔχοντες, εἴμεθα πᾶν ἄλλο ἢ ἐναντίοι τῆς ἀρχῆς τοῦ νὰ κατασταθῶσιν οἱ καλλιεργηταὶ ἰδιοκτῆται γῆς καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θεωρεῖ ὡς συντελεστικὸν εἰς τὴν προαγωγὴν τῆς Θεσσαλίας, τὸ τῆς μικρᾶς ἰδιοκτησίας. Ἀλλὰ, λέγουσι, τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα σήμερον δύναται νὰ διαθέσῃ τὸ Κράτος, ἢ τὰ ἰδιωτικὰ κεφάλαια, πρὸς ἐξαγορὰν τῶν κτημάτων, δὲν ἐπαρκοῦσιν. Εἶναι ὅμως τοῦτο λόγος, ὅπως ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν συστήματος, τὸ ὁποῖον ἔχει τοσαῦτα ἐλαττώματα; Ποσῶς. Ἰδοὺ ὅτι δὲν διαφωνοῦμεν κατ’ ἀρχὴν, διαφωνοῦμεν μόνον εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀρχῆς αὐτῆς, ὡς γίνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ καὶ ἄλλη ἐγεννήθη διαφωνία, πολὺ εὐλόγως, νομίζω, ἐν τῇ ἑτέρᾳ ἐπιτροπῇ, ἡ ὁποία ἐξήτασεν ἕτερα σχετικὰ περὶ Θεσσαλίας ἐπίσης νομοσχέδια. Ὡς γνωστὸν, διὰ νομοσχεδίων ἄλλων ἐπαγγέλλεται ἡ Κυβέρνησις, ὅπως βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν... (κίνησις ἀνυπομονησίας ἐν τῇ δεξιᾷ).

§67ΛΑΜΠΡΥΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε, Πρόεδρε, συζητεῖται ἡ οὐσία τοῦ νομοσχεδίου;

§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἀγαπᾶτε νὰ κάμω;

§69ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Βόλου συνεζήτησε γενικῶς, καὶ ὀφείλω νὰ δώσω ἐξηγήσεις, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν αἱ διαφωνίαι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἀνέφερε... Λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων ὑπάρχουσι καὶ νομοσχέδια φορολογικὰ, ἐν οἷς τὸ περὶ συστάσεως ταμείου, τὰ ὁποῖα κατὰ τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως θέλουσι συντελέσει εἰς τὴν λύσιν τοῦ γεωργικοῦ ζητήματος ἐν Θεσσαλίᾳ. Καὶ ἐπ’ αὐτῶν, μολονότι δὲν ἦτο ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν ἀνῆκον, νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἀξίαν καὶ τὴν σκοπιμότητα αὐτῶν, οὐχ ἧττον ὅμως ἐξ ἀνάγκης ἐγένετο λόγος καὶ ἐσχηματίσθη ἡ ἰδέα, ὅτι ἀντὶ νὰ βελτιώσωσι τὴν κατάστασιν τῆς Θεσσαλίας, θὰ τὴν χειροτερεύσωσι, διότι τὰ βάρη, εἰς τὰ ὁποῖα σήμερον ὑποβάλλεται ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς τῆς Θεσσαλίας, εἶναι τοσαῦτα, ὥστε δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν προσθήκην νέων βαρῶν, ἔστω καὶ πρὸς βελτίωσιν δῆθεν τῆς καταστάσεως. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκουν, καὶ τὸ ὁποῖον δικαιολογεῖ ἐν τῷ πνεύματι τοῦ εἰσηγητοῦ τὰ νομοσχέδια, εἶναι, ὅτι μετατρέπονταί τινες φόροι, ἀλλ’ ἡ μετατροπὴ γίνεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε κατὰ τὴν γνώμην καὶ αὐτῶν τῶν Θεσσαλῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ὑποτίθεται ὅτι περισσότερον παντὸς ἄλλου γινώσκουν τὰ πράγματα, ἡ μετατροπὴ αὕτη γίνεται πρὸς ζημίαν τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Θεσσαλίας. Λοιπὸν λέγω, συνοψίζων, ὅτι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν πρόκειται νὰ συζητήσω σήμερον, δὲν εἶναι σύμφωνα μὲ τὰς ἀνάγκας τῆς Θεσσαλίας. Λέγω ὅτι δὲν ἐπιτυγχάνουσι νὰ καταστήσωσιν πλέον ἀνεξάρτητον, πλέον αὐτοτελῆ, πλέον αὐτάρκη, τὸν γεωργὸν, καταστρέφουσι δὲ τὸν ἰδιοκτήτην τῆς γῆς. Τούτου γινομένου, βεβαίως ἀποβήσεται χείρων ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων ἐν Θεσσαλίᾳ. Τέλος διὰ τῶν νομοσχεδίων τῶν φορολογικῶν, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν καὶ τὰ ὁποῖα πρόκειται ἐν μέρει νὰ συντηρήσωσι τὸ γεωργικὸν ταμεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ συστηθῇ, ἐπιβάλλονται βάρη ἐπὶ τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ, δυσανάλογα, τὰ ὁποῖα θὰ φέρωσιν οὐχὶ βελτίωσιν, ἀλλὰ χειροτέρευσιν τῆς καταστάσεως αὐτοῦ. Ἰδοὺ διατὶ διεφωνήσαμεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθη τὸ νομοσχέδιον. Δὲν πρέπει ἑπομένως νὰ παρίσταται, ὅτι ὑπάρχουσι Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἀνθίστανται εἰς τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν τὰ νομοσχέδια αὐτὰ πιστεύεται ὅτι καθιεροῦσι καὶ τὴν ὁποίαν καὶ σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξύμνησε, τὴν ἀρχὴν τῆς βελτιώσεως τῆς καταστάσεως τῆς γεωργίας ἐν Θεσσαλίᾳ διὰ τῆς μικρᾶς ἰδιοκτησίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη ἡμῶν. Ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὑπεστήριξεν, ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, τοιαύτην γνώμην, νομίζω, εἶχεν, ὅτι ἔπρεπε τὰ νομοσχέδια ταῦτα νὰ συζητηθῶσι, μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι, συζητούμενα ἐν τῇ Βουλῇ, ἦτο λίαν πιθανὸν, ὅτι ἤθελον ἀποῤῥιφθῆ κατ’ ἀρχήν. Βεβαίως ἡ κατάστασις ἡ ἀμφίβολος, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη ἐν Θεσσαλίᾳ ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, βλάπτει, πρόκειται ὅμως πολὺ περισσότερον νὰ βλάψῃ, ἂν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, τὸ περὶ διανομῆς γῆς εἰς τοὺς καλλιεργητὰς τῆς Θεσσαλίας, γείνῃ δεκτὸν, διότι ἅπαξ γενόμενον δεκτὸν θέλει καθιερώσει διαρκῶς, μέχρις ὅτου ἐπέλθῃ ὁριστική τις λύσις, τὴν ἀμφιβολίαν αὐτὴν ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας ἐν Θεσσαλίᾳ. Χειρότερον κακὸν ἀπὸ τὴν ἀμφιβολίαν τῆς ἰδιοκτησίας δὲν ὑπάρχει. Νομίζω ὅτι, μόνον ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκλείψῃ ἐντελῶς ὁ κανονισμὸς τῆς ἰδιοκτησίας, ὁ ὁποῖος διὰ τῶν νομοσχεδίων ἐπιδιώκεται, νὰ ἐπιζητηθῇ δὲ ἄλλος, ἐπὶ οἵων βάσεων ἡμεῖς ὑπεστηρίξαμεν, βεβαίως θὰ ἀποκαθίστατο κοινωνικὴ τάξις καὶ ἀσφάλεια, καὶ θὰ ἐπανήρχοντο αἱ ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι ἤδη διὰ τῶν νομοσχεδίων ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὴν ἰδιοκτησίαν. Ἐὰν δ’ ἐπρόκειτο νὰ γένηται συζήτησις περὶ τῆς ἀξίας τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, ὡς διατυποῦνται ἐν ταῖς λεπτομερίαις αὐτῶν, θὰ ἐπείθεσθε ὅτι ὅλοι εἴμεθα ἐν ὁμοφωνίᾳ. Διότι τίς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὰ κακὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀφαιρέσεως μέρους μόνον τῶν κτημάτων, καθ’ ὃν τρόπον πράττει τὸ νομοσχέδιον; Τίς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι, ἅπαξ ἀρξαμένου τοῦ ἀγῶνος μεταξὺ καλλιεργητοῦ καὶ ἰδιοκτήτου, ὡς γίνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, οὗτος οὔτε μίαν πλέον ἡμέραν θὰ σταματήσῃ, μέχρις οὗ ἢ ὁ ἰδιοκτήτης ἀναγκασθῇ νὰ πωλήσῃ τὸ ὑπόλοιπον κτῆμά του, ὑφ’ οὓς ὅρους θὰ τοῦ ἐπιβάλουν οἱ καλλιεργηταί, ἢ ὁ νόμος ἐκ νέου τὸν ἐξαναγκάσῃ εἰς τοῦτο; Ἐπιδιώκεται ἡ τελεία ἀφαίρεσις δηλονότι τῶν κτημάτων διὰ τοῦ χειροτέρου τρόπου. Ἡμεῖς εἴμεθα κατὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἔποψιν, θεωρῶ ὅτι ἡ ἀποστολὴ ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς τῶν πραγμάτων εἰς Θεσσαλίαν δύναται νὰ συντελέσῃ, ὅπως, ἂν ἐπικρατῇ καλὴ πίστις ἐν αὐτῇ, φωτισθῇ πληρέστερον καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως τῶν πραγμάτων καὶ προβῇ εἰς ἀποφάσεις συμφωνοτέρας πρὸς αὐτά, πρὸς τὰς ἀνάγκας, πρὸς τὸ δίκαιον. Ὑπάρχουσιν ἐν τῷ κανονισμῷ τοῦ ζητήματος τῆς ἰδιοκτησίας ἀρχαί τινες καὶ συνέπειαι τοσοῦτον καταφανεῖς καὶ ἀναμφισβήτητοι, ἃς ὀφείλομεν νὰ ἀναγνωρίζωμεν καὶ σεβώμεθα, ἀνεξαρτήτως πάσης ἐρεύνης ἐπιτοπίου, ὥστε δὲν ἐννοῶ διατὶ νὰ ζητῶμεν περὶ αὐτῶν δι’ ἐπιτροπῆς νὰ πληροφορηθῶμεν, ἐξετάζοντες τὰ πράγματα ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἐν Θεσσαλίᾳ δὲν δυνάμεθα νὰ ζητῶμεν πληροφορίας περὶ ἀρχῶν καὶ περὶ στάσεων, τὰς ὁποίας ὁ κοινὸς νοῦς ὑποδεικνύει, ἐν ᾗ περιπτώσει πρόκειται νὰ τεθῇ χεὶρ ἐπὶ τῆς ἰδιωτικῆς περιουσίας. Ἡ ἐπιτόπιος ἔρευνα περὶ αὐτῶν εἶναι περιττή. Οὔτε ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄλλο ζήτημα, τὸ ἐκ νομικῶν λόγων, τὸ ἐκ τῆς συνθήκης τῆς προσαρτήσεως, ἥτις ἐπιβάλλει τὴν ἐπέκτασιν τῶν αὐτῶν μέτρων καὶ ἐπὶ τοῦ ἄλλου Βασιλείου, θέλει συντελέσει ἡ ἐπιτροπή, ἵνα διαφωτισθῇ ἡ Βουλή. Τοῦτο εἶναι ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἔχει ἡ Βουλὴ ἀνάγκην τοιαύτης ἐπιτοπίου ἐξετάσεως δι’ ἐπιτροπῆς. Ἑπομένως ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς περὶ τῆς ἀνάγκης γενικοῦ νόμου ἐφ’ ὅλου τοῦ Βασιλείου καὶ περὶ ἀπαλλοτριώσεως οὐχὶ τμημάτων τῶν κτημάτων, ἀλλὰ ὁλοκλήρων τῶν κτημάτων, εἶναι ἄσχετος πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν ἐπιτροπῆς τῶν πραγμάτων, καὶ ὑπόκειται ὡς βάσις οἱουδήποτε νομοσχεδίου περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν τσιφλικίων. Ἀλλὰ τὴν φορολογίαν θὰ ἠδύνατο ἐπιτροπὴ καθὼς καὶ πραγματικάς τινας πληροφορίας περὶ τῆς καταστάσεως τῆς ἰδιοκτησίας ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ τῶν χωρικῶν νὰ ἐρευνήσῃ ἐπὶ τόπου, καὶ μελετήσῃ, ὅπως οὕτω κατορθωθῇ καλλίτερον νὰ διαφωτισθῇ καὶ ὁδηγηθῇ εἰς τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς ἡ Βουλή. Ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὰ κύρια ζητήματα, τὰ ὁποῖα διῄρεσαν ἡμᾶς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, περὶ διανομῆς τῆς γῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὰς θεμελιώδεις ἀρχάς, ἡ ἐξέτασις ἡ ἐπιτόπιος οὐδὲν θὰ διαφωτίσῃ, οὐδὲν θὰ διευκρινήσῃ, διότι οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη φώτων. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς γνώμης, ὅτι ἔπρεπε νὰ συζητηθῶσιν αἱ θεμελιώδεις αὗται ἀρχαί, καὶ μετ’ αὐτὰς ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη συστάσεως ἐπιτροπῆς τῶν πραγμάτων, καὶ ἐπὶ ποίων.

§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τοπάλης ἔχει τὸν λόγον.

§71ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, νὰ συζητήσωμεν τὰ νομοσχέδια, καὶ δὲν ἐκάμετε καλὰ νὰ δώσητε τὸν λόγον ἐξ ἀρχῆς.

§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ μὴ δώσω τὸν λόγον; (Διαμαρτυρίαι κατὰ τῆς συζητήσεως).

§73ΤΟΠΑΛΗΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, Κύριοι.

§74ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπὸ ὀλίγας λέξεις, δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ!

§75ΤΟΠΑΛΗΣ. Παραδόξως σήμερον, ἐν ᾧ δὲν πρόκειται συζήτησις ἐπὶ τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων, εἰσῆλθον οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν συζήτησιν αὐτῶν. Ἐὰν ἐπρόκειτο τοῦτο, βεβαίως πολλοὶ τῶν Βουλευτῶν θὰ ἐξέφραζον διὰ μακρῶν τὰς γνώμας των ἐπὶ τῶν ἐν λόγῳ νομοσχεδίων, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν συζητοῦνται ταῦτα, δὲν θὰ ἀσχοληθῶ οὐδόλως ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος. Ὁ ἀξιότιμος ὅμως προλαλήσας, ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος, ἀνέμιξεν εἰς τὸν λόγον του καὶ τοὺς ἐκ Θεσσαλίας Βουλευτάς. Βεβαίως ἐγὼ δὲν ἐκπροσωπῶ αὐτούς. Ὁμιλῶ ὅμως ὡς Θεσσαλὸς Βουλευτής, καὶ γνωρίζω ὅτι οὐδεμίαν γνώμην ἐξέφρασαν οἱ Θεσσαλοὶ Βουλευταί, ὡς Θεσσαλοὶ Βουλευταί, ὡς σύνολον δηλαδή, εἴτε περὶ τοῦ τρόπου τῆς ὑποβολῆς τῶν νομοσχεδίων, εἴτε περὶ τῆς ἀναβολῆς αὐτῶν, εἴτε περὶ τῆς συζητήσεως τούτων. Οἱ Θεσσαλοὶ Βουλευταὶ εἶχον μίαν εὐχήν, ἣν καὶ ἐξέφρασαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ μίαν πάντοτε ἐπιθυμίαν ἔχουσιν, ἵνα ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐπιληφθῇ ὁπωσδήποτε τῆς μερίμνης τῶν Θεσσαλικῶν ζητημάτων, διότι φρονοῦσιν, ὅτι ἡ παραγωγὴ σήμερον, ὡς ἔχει, ἔχει κάκιστα. Καὶ ἡ Κυβέρνησις πράγματι ἐπελήφθη τούτου. Ἀναντιῤῥήτως δὲν εἶναι μόνα τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῶν νομοσχεδίων αὐτῆς θιχθέντα ζητήματα, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀσχολοῦσι τὸν λαὸν καὶ τὴν παραγωγὴν τῆς Θεσσαλίας, διὰ τούτων ὅμως ἔδειξεν ἡ Κυβέρνησις ὁπωσδήποτε σοβαρὰν μέριμναν, εἰσαγαγοῦσα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ σπουδαῖον ζήτημα τῆς παραχωρήσεως γαιῶν εἰς τοὺς καλλιεργητάς. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς στιγμῆς τὸ ζήτημα τοῦτο ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἔπαυσε πλέον νὰ ἦναι ζήτημα μόνον Θεσσαλικόν, ἑπομένως καὶ οἱ Θεσσαλοὶ Βουλευταὶ ἔπαυσαν νὰ ὑποστηρίζωσι τὸ ζήτημα τοῦτο ὡς τοιοῦτον. Εἶναι Ἕλληνες Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσι πλέον τὸ ζήτημα ὑπὸ γενικωτέραν ἔποψιν, ὑπὸ ἐθνικήν, διότι τὸ ζήτημα τῆς Θεσσαλικῆς παραγωγῆς εἶναι ἐθνικὸν, ὡς ὀρθῶς ὠνομάσθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, χαρακτηρίσαντος τὴν παραγωγὴν τῆς Θεσσαλίας ὡς ἐθνικὴν παραγωγήν. Ὥστε φρονῶ, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι τεθειμένον ὀρθῶς. Ἤχθη τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; εἶναι ζήτημα πλέον τῆς δικαιοδοσίας ὅλης τῆς Βουλῆς. Βεβαίως εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο, Κύριοι, ἵνα τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια συζητηθῶσιν ὅσον οἷόν τε ταχύτερον, ὄχι διότι ἐδημιούργησαν μίαν ἐκκρεμότητα, ἥτις δύναται νὰ ἦναι ἐπιβλαβής. Ἡ ἐκκρεμότης αὕτη ὑπῆρχεν ἀνέκαθεν, ὡς ὀρθῶς καὶ ὁ κ. ἐκ Βόλου συνάδελφός μου καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπον. Πιθανὸν νὰ ἐξῆψέ τινας εὐφαντάστους κεφαλὰς ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ περὶ παραχωρήσεως γαιῶν νομοσχεδίου, ἀλλ’ αὐτοί, ἅμα ὡς συνίδωσι τὸ ἄδικον αὐτῶν, θὰ συνέλθωσιν. Οὐχ ἧττον ὅμως, διότι τὸ ζήτημα αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ εἶναι ἐπεῖγον καὶ σοβαρὸν, εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητηθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον. Ἀτυχῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ πρὸ τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα, διότι συμφέροντα σπουδαιότερα, ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἀντιτάσσονται εἰς τοῦτο. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν, εἰμὴ νὰ ὑποχωρήσωμεν, καὶ νὰ παραδεχθῶμεν, ὅπως τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια ἀναβληθῶσιν, ἵνα συζητηθῶσιν εἴτε μετὰ τὸ Πάσχα, ἐὰν ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις δώσωσιν, ὡς ἐλπίζω, πρὸς τοῦτο τὴν συνδρομήν των, εἴτε ἀφεύκτως κατὰ τὴν πρώτην ἐλευσομένην σύνοδον τῆς τρεχούσης περιόδου. Ἕτερον παρεμπῖπτον σήμερον ζήτημα ἦτο ἡ πρότασις τοῦ κ. Τσαμαγκίδου περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς διὰ τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἔχουσιν ἤδη ὅλας τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας περὶ τῶν Θεσσαλικῶν πραγμάτων. Ἐὰν δὲν τὰς ἔχωσι, δύνανται νὰ ἀποταθῶσι πρὸς τοὺς Θεσσαλοὺς Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι θὰ δώσωσι βεβαίως ὅλας τὰς σχετικὰς πληροφορίας κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἐν λόγῳ νομοσχεδίων, καὶ τὰς ὁποίας θὰ συμπληρώσωσι καὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι τοῦ λοιποῦ Κράτους. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει, ἀφοῦ τὰ νομοσχέδια δὲν ἤχθησαν εἰσέτι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἀφοῦ δὲν εἶναι γνωστὸν, ἂν δὲν θὰ ἐπαρκέσωσιν αἱ πληροφορίαι καὶ αἱ γνῶμαι, αἵτινες θὰ ἀναπτυχθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτῶν, ἡ ἐπιτόπιος ἐξέτασις τῶν πραγμάτων νομίζω ὅτι θὰ ἦναι προσβολὴ ἀπέναντι τῶν Θεσσαλῶν Βουλευτῶν, προοβολὴ ἄδικος, λέγω, διότι οἱ Θεσσαλοὶ Βουλευταί, φρονῶ ὅτι γνωρίζουσι κάλλιστα τὴν κατάστασιν τῶν ἐπαρχιῶν των. Καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, μόνον ὅταν ἐκ τῆς συζητήσεως δὲν προκύψῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἢ ἡ Βουλὴ ἐφωτίσθησαν ἐπαρκῶς, τότε καὶ μόνον δέον νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία νὰ μεταβῇ εἰς Θεσσαλίαν πρὸς ἐπιτόπιον τῶν πραγμάτων ἐξέτασιν.

§76Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐξηγήσεις θὰ δώσω. Ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος λίαν προώρως ἔσπευσε νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην... (διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, λέγω, λίαν προώρως ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ τὴν γνώμην του ἐν ταῖς λεπτομερείαις τῶν νομοσχεδίων, λίαν ἀσκόπως καὶ οὐχὶ πολὺ σαφῶς, διότι δὲν γνωρίζω πόσοι ἐξ ἡμῶν ἠδυνήθητε νὰ ἐννοήσητε τὰς γνώμας αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ λίαν ἀδικαιολογήτως ἔθηκεν εἰς τὸ στόμα μου λέξεις καὶ ἐννοίας, τὰς ὁποίας ἐγὼ οὐδέποτε ἐξέφερα, διότι ἐγὼ ὑπῆρξα σαφέστατος. Καὶ ἤδη ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ὀφείλει μεγάλας χάριτας εἰς τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς πείρας καὶ τῶν φώτων αὐτῶν συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ καταλήξῃ ἡ ἐπιτροπὴ εἰς συμπεράσματα κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἀκριβῆ. Ἀλλὰ παρεγνωρίσθη καὶ ἄλλη τις ἰδέα· ὁ ἐκ Μεσολογγίου κ. συνάδελφος ἐνόμισεν, ὅτι ὑπάρχει τις τῶν Βουλευτῶν τῆς Θεσσαλίας, ὅστις δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλον σκοπὸν, παρὰ τὴν πραγματικὴν ἁρμονίαν μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ γεωργῶν. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω τινά. Πάντες οἱ ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφοι ἐπελήφθησαν ἐνθέρμως τῶν προτάσεων τούτων, διὰ νὰ φέρωσι τὴν ἁρμονίαν μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τῶν γεωργῶν, ἡ ὁποία δὲν ὑπῆρχε καὶ δὲν ὑπάρχει, διότι πάντες οἱ συνάδελφοι ἐκ Θεσσαλίας γνωρίζουσιν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπὸς ἄνευ πραγματικῆς ἁρμονίας, στηριζομένης εἰς τὸ κοινὸν συμφέρον. Δὲν θέλω λοιπὸν νὰ παραδεχθῶ, ὅτι τινὲς τῶν συναδέλφων μονομερῶς ἐξετάζουσι τὰ συμφέροντα τῶν καλλιεργητῶν, καὶ τρόπον τινὰ ἐχθρικῶς ἵστανται ἀπέναντι τῶν ἰδιοκτητῶν, διότι οἱ ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφοι ἐκπροσωποῦσιν ἀμφότερα τὰ στοιχεῖα καὶ πρὸ πάντων ἐνδιαφέρονται διὰ τὸ ἀγαθὸν τοῦ τόπου. Ἀκριβῶς ὅμως, διότι ὑπὸ τοιούτων ἐμφορούμεθα πάντες αἰσθημάτων, ἀκριβῶς διότι κοινῶς σκοπὸς εἶναι καὶ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἁρμονία ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχει, καὶ στηριζομένη ἐπὶ ἑδραίας βάσεως, διὰ τοῦτο ἀπεφασίσαμεν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ προσφέρῃ τὰ μικρά του φῶτα. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω διὰ τὴν παρεξήγησιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέπεσεν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Μεσολογγίου. Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον θέμα, νομίζω ἀπαραίτητον νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν πέντε νομοσχεδίων, ἐκ τῆς συζητήσεως δὲ ταύτης δυνάμεθα νὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ καὶ μίαν ἀκόμη ἐξήγησιν εἰς τὸν ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφον. Ἐνόμισεν ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐθεώρησα κομματικόν. Ἐγὼ ἐνόμισα καλὸν νὰ εἴπω, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι τοιοῦτον, ὥστε οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν νὰ τὸ ἐνδύσῃ μὲ κομματικὴν χροιάν· διὰ τοῦτο δὲν ἐνόουν νὰ ἀποδώσω τοιαύτας κομματικὰς προθέσεις.

§77ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν συνάδελφόν μου κ. Τοπάλην, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη μεταβάσεως ἐπιτροπῆς, ὅπως μελετήσῃ τελειότερον τὰ πράγματα. Ὁ κ. Τοπάλης εἶναι συνεπὴς μὲ τὸν ἑαυτόν του, διότι εἶναι εἷς τῶν εἰσηγητῶν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἡμεῖς ὅμως οἱ ἄλλοι δὲν εὑρίσκομεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ἐπαρκῶς μελετημένον, καὶ δι’ αὐτὸ ἐπιμένομεν εἰς τὴν ἀποστολὴν ἐπιτροπῆς.

§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εὐταξίας.

§79ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡμεῖς ἐκηρύχθημεν ἀρχῆθεν κατὰ πάσης ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τῶν Θεσσαλικῶν λεγομένων νομοσχεδίων, εἴτε ὑπὸ τὸ πρόσχημα συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, εἴτε ὑπὸ τὸ πρόσχημα ὅτι πρέπει νὰ θεωρηθῇ μᾶλλον ἐπείγουσα ἡ συζήτησις ἡ γενικὴ καὶ ἡ ἐπιψήφισις αὐτῶν κατ’ ἀρχὴν καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις. Ἡμεῖς ἰσχυρίσθημεν καὶ ἀπεδείξαμεν, ὅτι τὸ ἀνακινηθὲν ζήτημα ἐν Θεσσαλίᾳ διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου εἶναι ζήτημα κοινωνικὸν ὑψίστης σημασίας, ὥστε ἀπέναντι αὐτοῦ ἔπρεπε νὰ ὑποχωρήσῃ καὶ αὐτὴ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι, κύριε Πρόεδρε, τὸ πρῶτον νῦν ἀναβάλλεται ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους ἡ συζήτησις καὶ ἐπιψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ πρῶτον νῦν καλούμεθα διὰ δωδεκατημορίων νὰ πληρώσωμεν τὴν τρέχουσαν ἀνάγκην τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Δὲν ἠξεύρω ἐπὶ τέλους, μετὰ τοσοῦτον χρόνον, ὁποῖον Προϋπολογισμὸν θὰ ἐπιψηφίσωμεν. Μετὰ τὰς ἐπανειλημμένας μάλιστα δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τὰς ἀποκοπὰς τμημάτων ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου πρὸς καταρτισμὸν ἰδίων τεμαχίων, ἕκαστος εὐκόλως ἐννοεῖ, ὁποῖαι μεταβολαὶ δύνανται νὰ ἐπέλθωσι διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν ὅλην ἡμῶν οἰκονομικὴν διαχείρισιν, μεταβολαὶ τοιαῦται, ὥστε νὰ ἐπιβάλλωσι τὴν ἄμεσον ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Ἦτο καλὸν ἡ συζήτησις καὶ ἐπιψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ γείνῃ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους, ἦτο καλὸν νὰ μὴ γείνῃ ἡ οἰκονομικὴ διαχείρισις τοῦ Κράτους ἐπὶ δύο μῆνας καὶ πλέον ἄνευ Προϋπολογισμοῦ, ἄνευ δωδεκατημορίου· ἀλλ’ ἀφοῦ ταῦτα ἐγένοντο, ἂν ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἐπὶ δύο καὶ τρεῖς ἑβδομάδας, οὐδεμία μείζων ζημία ἐντεῦθεν καὶ οὐδεμία μείζων ἀθέτησις τοῦ Συντάγματος δύναται νὰ προέλθῃ. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι διὰ τῆς προτεινομένης κατ’ ἀρχὴν συζητήσεως τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων προτείνεται νὰ ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Πόσας συνεδριάσεις δύναται νὰ καταναλώσῃ ἡ συζήτησις τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων κατ’ ἀρχήν; Ἂς καταναλώσῃ δύο, τὸ πολὺ τρεῖς· πλείονας δὲν θὰ καταναλώσῃ. Πόσας δὲ ἡμέρας θ’ ἀπαιτήσῃ ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Δὲν πρόκειται τὸ πρῶτον νῦν νὰ συζητήσωμεν τὸν προκείμενον Προϋπολογισμόν. Συνεζητήθησαν μέχρι τοῦδε τοσοῦτοι Προϋπολογισμοί, διὰ πολλοὺς δ’ ἐξ αὐτῶν, καίτοι ἐνέχοντας καινοτομίας πολλάς, δὲν ἀπῃτεῖτο μακρὰ συζήτησις. Πολὺ ὀλιγώτερον νῦν, προκειμένου περὶ Προϋπολογισμοῦ τρεχούσης ὅλως ὑπηρεσίας, διὰ τοῦ ὁποίου οὐδεμία ἀπολύτως καινοτομία εἰσάγεται, ἐξακολουθοῦμεν δὲ νὰ βαίνωμεν τὴν αὐτὴν πεπατημένην ὁδὸν τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν μέχρι τοῦδε, πολὺ ὀλιγώτερον, λέγω, περὶ τούτου θ’ ἀπαιτηθῇ μακρὰ συζήτησις. Ἐγὼ τοὐλάχιστον καὶ ἄλλοι ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης δὲν προτιθέμεθα νὰ λάβωμεν τὸν λόγον καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς λεπτομερείας καὶ παρατάξωμεν ἀριθμούς. Θὰ ἀρκεσθῶμεν νὰ παραπέμψωμεν τοὺς συναδέλφους εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἀγορεύσεων ἡμῶν ἐπὶ τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ 1892, 1893 καὶ 1894, διότι ὁ παρὼν Προϋπολογισμὸς εἶναι ἁπλοῦν, ἂν ὄχι κακόζηλον, ἀντίγραφον τῶν Προϋπολογισμῶν ἐκείνων. Τί δὲ θὰ γείνῃ τότε ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν αὐτοῦ; Ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ νυκτὶ, «ἀντιστάσεως μὴ οὔσης», θὰ ψηφισθῶσι καὶ τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνακινηθῇ τὸ ζήτημα τῆς συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν θεμάτων, εἰς ἃ ἀφορῶσι τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια, πρὶν ἢ γείνῃ ἡ κατ’ ἀρχὴν συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν. Αἱ ἐπιτροπαὶ αὐταὶ συνιστῶνται εἰς δύο στάδια. Ὅταν τὸ πρῶτον ἀνακινῶνται τοιαῦτα ζητήματα σπουδαῖα, ὡς εἶναι τὸ ἀγροτικὸν, διὰ τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατὸν νὰ συνταραχθῇ ἡ δημοσία τάξις, συνιστῶνται αἱ ἐπιτροπαὶ, καὶ συντελοῦσιν εἰς διαφώτισιν τοῦ ζητήματος. Αἱ ἐπιτροπαὶ συνιστῶνται καὶ ὅταν ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια ἀναφερόμενα εἰς μεγάλα ζητήματα, ἀλλ’ ἀφοῦ γείνωσι κατ’ ἀρχὴν αἱ συζητήσεις. Ἄνευ τοιούτων γενικῶν συζητήσεων, οὐδέποτε προβαίνουν εἰς τὴν σύστασιν τοιαύτης ἐπιτροπῆς. Ἐγὼ δὲν ἀπεκδέχομαι πολλὰ ἐκ τῆς τοιαύτης ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, διότι ἠξεύρω, πῶς συνήθως συνιστῶνται καὶ πῶς λειτουργοῦσιν αἱ ἐπιτροπαὶ αὗται. Ὑπῆρξε κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν νομοσχεδίων. Μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης εἴμεθα ἐγὼ, ὁ κ. Βουλπιώτης, ὁ κ. Βαλέτας. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἴχομεν εἰδικότητά τινα ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων. Ἀλλ’ ἡμεῖς εἴμεθα οἱ μόνοι, οἱ ὁποῖοι παρευρισκόμεθα τακτικῶς, καὶ ἠναγκαζόμεθα νὰ ἐπανερχώμεθα οἴκαδε ἄπρακτοι, ἐλλείψει ἀπαρτίας ἐξ ἀπουσίας τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας. Ἀφοῦ δὲ ἐξ αἰτίας ἄλλων καὶ οὐχὶ ἡμῶν ἐματαιώθη τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ἐκλήθη τὸ Προεδρεῖον νὰ ὀνομάσῃ ἄλλην ἐπιτροπὴν, ἐφρόντισε δὲ τοῦτο ν’ ἀποκλείσῃ τότε μόνους ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἐδείξαμεν προθυμίαν. Τίς μᾶς ἐγγυᾶται, ὅτι θὰ γείνῃ καλλίτερος ὁ καταρτισμὸς τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐπὶ τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων;—διότι ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων δὲν ἀπαιτεῖται ν’ ἀντιπροσωπεύουν οἱ ἀποτελέσοντες τὴν ἐπιτροπὴν τὴν γεωργίαν μόνον, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωσι καὶ γνώσεις γενικωτέρας, πρὸς δὲ γνώσεις τῶν ἀγροτικῶν σχέσεων, τῶν ἀπαντωσῶν παρ’ ἡμῖν, οὐχὶ ἐν ὡρισμένῳ τμήματι, ἀλλὰ ἐν ἁπάσῃ τῇ Ἑλλάδι, γνώσεις τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, διὰ νὰ ἦναί τις εἰς θέσιν νὰ ἀρυσθῇ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, καὶ νὰ συνοψίσῃ αὐτὰς, καὶ νὰ τὰς ὑποβάλῃ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς Βεβαίως, Κύριοι, ἐὰν ἐγνώριζον ὅτι θὰ ἐγίνετο τοιαύτη ἐπιτροπὴ, θὰ ἔδιδον τὴν ψῆφόν μου· ἀλλὰ πότε; Μετὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων. Βεβαίως, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἐπιτροπὴ, δυναμένη ν’ ἀποτελεσθῇ ἐκ μελῶν ἐχόντων τὴν ἁρμοδιότητα, θὰ ἔδιδον καὶ ἐγὼ τὴν ψῆφόν μου· διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ κανονισμοῦ ζητήματος, ἀνάγοντος τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ εἰς τὸν Ἀλῆ–Πασσᾶν, ὡς ἰσχυρίσθη τις. Ὁ τοιαῦτα λέγων ἀγνοεῖ ὅλως τὸ ζήτημα τῆς Θεσσαλίας. Πρόκειται ἐκεῖ περὶ σχέσεων ἀγροτικῶν ἐξ ἀμνημονεύτων χρόνων, περὶ σχέσεων ἀπαντωσῶν καὶ εἰς τὴν ἐποχὴν τῶν ἀρχαίων Θεσσαλῶν καὶ μετ’ αὐτοὺς καὶ ὑπὸ τοὺς Ῥωμαίους καὶ ὑπὸ τοὺς Βυζαντινοὺς καὶ ἐπὶ Τουρκοκρατίας. Αἱ τοιαῦται δὲ σχέσεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κανονισθῶσι διὰ τῆς ὑποβολῆς ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συνετάχθη, ὅπως συντάσσονται συνήθως τὰ νομοσχέδια παρ’ ἡμῖν. Ἄν θελήσωμεν, Κύριοι, νὰ ἐργασθῶμεν εἰλικρινῶς,—καὶ ἡ εἰλικρίνεια δὲν θὰ λείψῃ βεβαίως ἐκ μέρους ἡμῶν—νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν εὐθὺς σήμερον, συζήτησιν, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν θὰ διαρκέσῃ πλέον τῶν δύο συνεδριάσεων, μεθ’ ἃς θὰ ἔχωμεν ὑπολοίπους ἓξ συνεδριάσεις ἀκόμη, καθ’ ἃς δύνανται νὰ ψηφισθῶσι δέκα Προϋπολογισμοί. Κύριοι, ἂν νομίζητε ὅτι τῶν ζητημάτων τῶν Θεσσαλικῶν ἐπελήφθητε μετὰ σπουδῆς ἐμπρεπούσης εἰς νομοθετικὸν Σῶμα, δὲν πρέπει νὰ ἀρκεσθῆτε μόνον εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν νομοσχεδίων τούτων εἰς τὴν Βουλήν. Πρέπει νὰ ἔχητε τὸ θάῤῥος νὰ ἀντιμετωπίσητε καὶ τὴν γενικὴν συζήτησιν, καὶ νὰ προέλθητε εἰς μίαν ἀπόφασιν, εἴτε οὕτως εἴτε ἄλλως. Οὕτω πως θὰ ἀποδείξητε, ὅτι μεμελετημένως προήλθατε εἰς τὴν ὑποβολὴν τοιούτων νομοσχεδίων, οὕτω θὰ διαψεύσητε τὰς διαδόσεις, αἱ ὁποῖαι ἀνεγράφησαν ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, καὶ δὴ οὐχὶ διὰ λόγων, ἀλλὰ διὰ πραγμάτων ἀποδεικνύοντες, ὅτι διὰ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν πρόκειται νὰ θεραπεύσητε ἀληθεῖς καὶ σπουδαίας ἀνάγκας τοῦ τόπου.

§80ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ συζητήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων, διότι δὲν εἶναι τὸ θέμα περὶ αὐτῶν σήμερον. Νομίζω ὅμως ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς ἐφ’ ὅσων ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπε πρὸ ὀλίγου ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἀπό τινος χρόνου παρετηρήθη ὑπὸ πολλῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου μετὰ λύπης, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου παρῄτησε τὴν ἁβροέπειαν, ἥτις ἄλλοτε τὸν διέκρινε, καὶ τὴν εὐπρέπειαν ἐν τῷ συζητεῖν. Λυπεῖταί τις, βλέπων αὐτὸν ἀτόπως ὀργιζόμενον, καθ’ ὃν χρόνον συνιστᾷ εἰς τοὺς ἄλλους ψυχρότητα, καὶ ἀναιτίως ἐπιτιθέμενον κατὰ τῶν ἀντιφρονούντων, κατὰ τρόπον ἥκιστα κοινοβουλευτικόν. Εἶπεν, εἰς ἐμὲ ἀπαντῶν, ὅτι ἄλλοι εἰσὶν οἱ ἐπιδιώκοντες τὴν εἰς τὴν ὑπουργίαν ἄνοδον, ἐνῷ αὐτὸς ὑπολαμβάνει ὡς θυσίαν νὰ παρακάθηται ὅπου παρακάθηται. Δὲν ἠξεύρω ποίαν εἶχεν ἀφορμὴν νὰ καταλογίζῃ εἰς τοὺς ἀντιφρονοῦντας αὐτῷ αἰσθήματα φιλοδοξίας, ἐνῷ οὗτοι ἔχουσι τὴν γνώμην, ὅτι εἶναι ἀληθὴς θυσία τὸ διοικεῖν καὶ διαχειρίζεσθαι τὰ κοινά, εἰς ὃ σημεῖον, ἕνεκα τῶν σφαλμάτων τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, περιῆλθον. Δὲν φρονῶ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δικαιοῦται νὰ ὑπολαμβάνῃ τοὺς ἄλλους κατωτέρους αὐτοῦ κατὰ τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὴν ἐθελοθυσίαν, καὶ ὡς κατεχομένους ὑπὸ αἰσθήματος ἀρχομανίας. Ἐὰν ἄλλοι κατόπιν αὐτοῦ ἤθελον ἀναγκασθῆ νὰ ἀναλάβωσι τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν, βεβαίως ἤθελον ὑπολάβει τοῦτο ὡς ἐπιβαλλόμενον καθῆκον, οὐδέποτε δὲ, ὅτι ἤθελον προσφέρει εἰς ἑαυτοὺς ὑπηρεσίαν τινά. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπέ τινα, ὡς ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα, ἐνῷ οὐδὲν τούτων εἶπον. Ἐγὼ οὐδέποτε εἶπον, ὅτι εἶναι πρέπον πάντα τὰ μέτρα, τὰ συντελοῦντα εἰς τὴν προαγωγὴν καὶ βελτίωσιν τῆς γεωργίας ἐν Θεσσαλίᾳ, νὰ λυθῶσι μετὰ τὴν τέλεσιν τοῦ συμβιβασμοῦ. Οὐδεὶς τοιοῦτόν τι ἰσχυρίσθη, οὔτε ἐν τῇ προηγουμένῃ συνόδῳ οὔτε ἐν τῇ παρούσῃ. Τοὐναντίον ἐγὼ ὅταν συνεζητοῦντο διάφορα νομοσχέδια ἐν τῇ παρελθούσῃ συνόδῳ, καὶ ὅταν καὶ ἐνταῦθα ἐδόθη σχετικὴ ἀφορμὴ ἐν τῇ παρούσῃ συνόδῳ, παρετήρησα, ὅτι ἡ ἀναβολή, ἣν ἑκάστοτε προβάλλει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὰς φορολογικὰς μεταῤῥυθμίσεις τὰς ἐπιβαλλομένας, εἶναι ἀδικαιολόγητος. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ ἐκκρεμότης τῶν σχέσεων τοῦ ἡμετέρου Κράτους μετὰ τῶν πιστωτῶν αὐτοῦ δικαιολογεῖ τὴν ἀναβολὴν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται ἡμῖν πρὸς τὴν προσήκουσαν ῥύθμισιν τῆς φορολογίας καὶ πρὸς τὴν ἐν γένει βελτίωσιν καὶ ἀνόρθωσιν τῶν κοινῶν· τοὐναντίον νομίζω, ὅτι ἔχομεν καθῆκον, καὶ πρὶν ἢ ἀκόμη συντελεσθῇ ὁ συμβιβασμὸς, νὰ ἔλθωμεν ἀντιμέτωποι πρὸς τοὺς πιστωτὰς καὶ νὰ καθορίσωμεν τὰ καθ’ ἡμᾶς, καθ’ ὃν τρόπον νομίζομεν κατάλληλον, ὅπως ἐξέλθωμεν ἐκ τῶν δυσχερειῶν, εἰς ἃς εὑρισκόμεθα. Ὅταν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας καὶ ἐν τῇ παρελθούσῃ συνόδῳ καὶ σήμερον ἔλεγεν, ὅτι ἔχει μὲν δυσμενῆ τὴν γνώμην περὶ τῆς κρατούσης φορολογίας τοῦ οἴνου καὶ περὶ τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἀλλὰ νομίζει, ὅτι πᾶσα φορολογικὴ μεταῤῥύθμισις πρέπει νὰ ἀναβληθῇ μέχρις οὗ κανονισθῶσιν αἱ σχέσεις ἡμῶν μετὰ τῶν πιστωτῶν μας, ἐγὼ ἔλεγον, ὅτι τοὐναντίον, ἂν πρόκειται πρὸς τοὺς πιστωτὰς ἡμῶν νὰ παραστήσωμεν ἀληθῆ καὶ πραγματικὴν τὴν κατάστασιν ἡμῶν, πρέπει νὰ κανονίσωμεν προσηκόντως καὶ ἐπὶ βάσεων σταθερῶν τὰ τῆς φορολογίας· διότι, ἂν σήμερον ἰσχυριζώμεθα, ὅτι μετὰ τὴν συντέλεσιν τοῦ συμβιβασμοῦ ἐπιφυλασσόμεθα νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς φορολογίας ἡμῶν, ἐμβάλλομεν εἰς τοὺς πιστωτὰς ἡμῶν τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι εἶναι πιθανὸν νὰ προέλθωμεν καὶ εἰς μείωσιν τῶν ἐσόδων διὰ τῶν φορολογικῶν καινοτομιῶν, ὥστε νὰ καταστήσωμεν δυσχερῆ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς θέλομεν ἀναλάβει ἀπέναντι αὐτῶν. Ἐνῷ τοὐναντίον, ἂν ἀπὸ τοῦδε διαῤῥυθμίσωμεν τὰ τῆς φορολογίας ἡμῶν κατὰ τρόπον, ὅστις ὑπὸ τῶν πραγμάτων καὶ ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης ἐπεβάλλετο, δικαιούμεθα νὰ εἴπωμεν πρὸς τοὺς πιστωτὰς ἡμῶν, ὅτι δὲν δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ διοικηθῇ ἄλλως ἢ ὅπως ἐκανονίσαμεν τὰ περὶ τούτου εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ 1895 καὶ 1896. Αὐτὰ εἶναι τὰ πραγματικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, αὐτὴ εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἀντοχὴ τῆς χώρας. Οἱ πιστωταὶ τοῦ Κράτους οὐδεμίαν δικαιοῦνται νὰ προβάλωσιν ἀντίῤῥησιν εἰς τὴν προσήκουσαν διαῤῥύθμισιν τῆς φορολογικῆς ἡμῶν νομοθεσίας, ἐνῷ ἄλλως ἴσως δύνανται νὰ προβάλωσι τὴν ἀξίωσιν, ὅτι, ἀφοῦ συνετελέσθη ὁ συμβιβασμὸς, πρέπει νὰ διατελῶμεν ὑπὸ τὴν αὐτὴν φορολογίαν, ὅπως μὴ ἐκ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τῆς φορολογικῆς ἐπέλθῃ μείωσίς τις τῶν ἐσόδων, καὶ τὸ Κράτος περιέλθῃ εἰς κατάστασιν νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἀνέλαβεν.

§81ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ δεκαετίαν εἰργάσθητε, καὶ τὴν ἐφέρατε εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν.

§82ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶχε δίκαιον ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι ἡμεῖς, προτείνοντες τὴν πρόταξιν τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων, ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει τὰ πάντα νὰ μένωσι μετὰ τὴν τέλεσιν τοῦ συμβιβασμοῦ. Τοὐναντίον παρεστήσαμεν τὴν σπουδαιότητα τῶν νομοσχεδίων. Εἶπον ἐξ ἀρχῆς, ὅτι ἡ ἀρχὴ τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων εἶναι ἐκπολιτιστικὴ, περὶ τούτου δὲ δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη· ἀλλ’ εἴπομεν καὶ ἕτερόν τι, ὅτι, ὅταν ὑποβάλλωνται εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια τοιαύτης σπουδαιότητος, ὅταν ὑποβάλλωνται μέτρα δυνάμενα νὰ διαταράξωσι τὰς κοινωνικὰς σχέσεις, πρέπει νὰ προηγῆται μελέτη καὶ βάσανος. Εἶπον ὅτι, ἂν σήμερον ὑποβάλλεται ὑπό τινων συναδέλφων τῆς Θεσσαλίας, ἡ γνώμη, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκλεχθῇ ἐπιτροπὴ πρὸς συλλογὴν τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα εἰς τὴν μελέτην τῶν νομοσχεδίων τούτων, τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα ὑπεβλήθησαν χωρὶς νὰ προηγηθῇ ἡ ἀπαιτουμένη βάσανος καὶ χωρὶς νὰ ἦναι ὥριμον τὸ θέμα οὔτε ἐν τῇ διανοίᾳ τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι ἔπρεπε νὰ συμβουλευθῇ προηγουμένως τὰς γνώμας τὰς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ κρατούσας, ἠδύνατο κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ προβάλῃ τὸ θέμα. Ἠδύνατο νὰ διεξαχθῇ ἡ περὶ τούτου συζήτησις, ὡς ἐγένετο καὶ ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, ἡ δὲ Βουλὴ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν ἐπιτροπῆς. Ἄλλως ὅμως ἔδοξε τῇ Κυβερνήσει, ῥυμουλκηθείσῃ ἐξ ἄλλων ἐλατηρίων. Ὑπεβλήθησαν νομοσχέδια ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πάντες οἱ πληθυσμοί, τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα ἐπαπειλοῦνται καὶ ἐπηρεάζονται, εὑρίσκονται εἰς νευρικὴν διατάραξιν, πάντες, τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα πρόκειται ἐκ τῶν νομοσχεδίων νὰ ὑποστῶσι βλάβην, δικαιοῦνται νὰ παραπονῶνται, διότι θέλουσι διατελεῖ ἐπὶ πολὺν χρόνον ὑπὸ ἐκκρεμότητα. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι προσῆκον νὰ ἀναβληθῇ πᾶσα συζήτησις μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ· διότι—δὲν πρέπει νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας—πάντες γινώσκετε, ὅτι μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι οὐχὶ ἀμφίβολον, ἀλλὰ βέβαιον, ὅτι δὲν θέλομεν συνεδριάσει πλέον (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ). Ἔχομεν τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος. Οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ ἔχῃ τὴν ἰδέαν, ὅτι σήμερον μετεβλήθησαν οἱ ὅροι τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐργασιῶν· ἤμεθα οἱ περισσότεροι ἐκ τῶν ἐνταῦθα καὶ εἰς τὰ παρελθόντα Κοινοβούλια, καὶ γινώσκομεν, ὅτι τὴν ἑπομένην τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ πάντες, ὅσοι ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των, ἀναχωροῦσιν ἐξ Ἀθηνῶν. Μετ’ ὀλίγον ἄρχεται τὸ θέρος, καὶ δύσκολον εἶναι νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν μετὰ τὰς ἑορτὰς νὰ ἔχωμεν νέας συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς ὡς συνέχειαν τῆς παρούσης συνόδου. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, διατὶ νὰ μὴ προσδιορίσωμεν ἡμέραν πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα συζητήσωμεν τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια; διατὶ νὰ μὴ γνωσθῇ, ὁποίαν ἰδέαν ἔχει ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκετὴ μία συνεδρίασις πρὸς τὴν τοιαύτην συζήτησιν· νομίζω, ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης ἤθελεν ἀποδειχθῇ, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ὡς ἔχουσιν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποστῶσι τὴν κοινοβουλευτικὴν καὶ νομοθετικὴν βάσανον. Δὲν ἀποδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Λοκρίδος, ὅτι ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ δὲν θέλει συντελέσει εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν δέον καὶ προσῆκον εἶναι νὰ βελτιωθῶσι τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ. Φρονῶ, ὅτι θέλει καταδειχθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς συστάσεως ἐπιτροπῆς ἐκ τῆς κατ’ ἀρχὴν συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων. Νομίζω, ὅτι δὲν ἀρκοῦσιν ἐπὶ τοιούτων θεμάτων λόγοι πατριωτικοί, δὲν ἀρκοῦσιν εὔγλωττοι ἀποστροφαί, πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὰ πράγματα. Ἂν λοιπὸν ὄντως τὸ Κοινοβούλιον ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν κατάστασιν τῆς Θεσσαλίας, πρέπει νὰ μὴ δεχθῇ, ὥστε τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια νὰ μείνωσι μετὰ τὸν Προϋπολογισμὸν, διότι μετὰ τὸν Προϋπολογισμὸν οὐδὲν θὰ γείνῃ. Ἂν ὑπάρχῃ εἰλικρινῶς τὸ ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, πρέπει πάντες νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν πρότασιν περὶ καθορισμοῦ τῆς αὔριον πρὸς συζήτησιν, μεθ’ ἣν δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καταλήγων τὸν λόγον, προτείνω, ἵνα μεταβληθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις, προταχθῶσι δὲ πάντων τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγραφομένων τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια διὰ τὴν συζήτησιν τῆς αὔριον.

§83ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναταί τις, ὅσον καὶ ἂν μένῃ ἀπαθής, νὰ μὴ ταραχθῇ, ἀκούων τοιαῦτα παρὰ τοῦ κ. Σιμοπούλου, ὅστις ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη, ὡς εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπαρουσίαζε τοὺς ψευδεῖς ἐκείνους προϋπολογισμούς...

§84ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὁμιλῇ ὀλίγον εὐπρεπέστερον, διότι ἔχω καὶ ἄλλο προηγούμενον.

§85ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς ἐδώσατε ἀφορμὴν καὶ εἰς τὸ προηγούμενον ἐκεῖνο διὰ τῆς ἀμετροεπείας σας (θόρυβος). Ἐγὼ πάντοτε ὁμιλῶ εὐπρεπῶς καὶ ἐξ ἀνατροφῆς καὶ ἐξ ἤθους γνωρίζω τὸν τρόπον τοῦ φέρεσθαι καὶ ὁμιλεῖν. Σεῖς τότε πρῶτος ἐδώσατε ἀφορμήν, καὶ σεῖς, κοινοβουλευτικὸς ἀνὴρ ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη, δὲν συνεμορφώθητε μὲ τοὺς κανόνας τῆς εὐπρεπείας, οἵτινες ἁρμόζουσιν εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς συζητήσεις. Ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ πόσον ἀποτόμως εἴπατε εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς: «Κάθησε σύ! εἶσαι πρωτόβγαλτος· δὲν γνωρίζεις τὰ καθήκοντά σου!»

§86ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.

§87ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρετήρησα, ὅτι, ὅταν ὁμιλῆτε πρὸς τὴν Βουλήν, ὁμιλεῖτε πρὸς ὅλους τοὺς Βουλευτὰς, καὶ οὐχὶ ὡς ὁ μαθητὴς, ἀποστηθίσας καλῶς τὸ μάθημά του, ἔρχεται καὶ τὸ λέγει εἰς τὸν διδάσκαλόν του, ὡς σεῖς ἠθέλετε νὰ εἴπητε τὸ μάθημά σας εἰς τὸν κ. Πρόεδρον μόνον. Ταῦτα εἶπον, καὶ τὰ εἶπον μετ’ εὐπρεπείας. Λοιπὸν τώρα δὲν θὰ παρεκτραπῶ ἐπίσης, λέγων ὅτι ὑπεβάλλετε ψευδεῖς προϋπολογισμούς, οἱ ὁποῖοι κατεδείχθησαν καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων ψευδεῖς, διότι, ἐνῷ ἐλέγετε πρὸς ἡμᾶς, ὅτι ἔχομεν πλεονάσματα, ἔρχεσθε τὴν ἐπιοῦσαν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κηρύσσετε τὴν χρεωκοπίαν τῆς Ἑλλάδος, χειροκροτούσης τῆς Βουλῆς ἐκείνης (θόρυβος). Σεῖς εἶσθε ὁ εἰσηγητὴς ὅλων τῶν οἰκονομολογικῶν σχεδίων καὶ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν (θόρυβος).

§88ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ἀνοίγετε συζήτησιν διὰ τῆς ὁμιλίας σας... (θόρυβος καὶ διακοπαί).

§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, Κύριοι! (θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις, σάλος ἐν τῇ Βουλῇ καὶ διαπληκτισμοί. Ὁ Πρόεδρος κρούει συνεχῶς τὸν κώδωνα).

§90ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐμποδίζετε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου! (θόρυβος).

§91ΜΑΝΕΣΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, τί κατάστασις εἶναι αὐτή! Διαλύσατε τὴν συνεδρίασιν (ἐπίτασις τοῦ θορύβου).

§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ μὲ διατάξητε νὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν (θόρυβος).

§93ΣΤΑΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε... (θόρυβος).

§94ΜΑΝΕΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀκούετε; Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή! Φέρομεν ἔνστασιν ἀπαρτίας. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.

§95ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁ κατάλογος, ὁ κατάλογος.

§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).

§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 123. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Ἐξακολουθεῖ ἡ συνεδρίασις.

§98ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπορῶ μὲ τὴν γενομένην ταραχήν. Ἔπρεπε νὰ ταραχθῶσι, διότι εἶπον τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἡ ἀλήθεια λεγομένη φέρει πάντοτε συγκινήσεις καὶ ταραχάς. Ἀπορῶ ὅμως μέ τινας Βουλευτὰς ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), οἵτινες ἐταράχθησαν διὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐπανειλημμένως ἐλέχθησαν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, καὶ ἐλέχθησαν παρ’ αὐτῶν τῶν τότε καὶ νῦν κυρίων ἀντιπολιτευομένων...

§99ΠΙΕΡΡΑΚΟΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ἐταράχθημεν μὲ ὑμᾶς, κύριε Ἀσημακόπουλε, ἐταράχθημεν μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐφώρμησαν ἐδῶ ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης μὲ ἀπειλητικὰς διαθέσεις.

§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.

§101ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ διὰ τῆς δημοσιογραφίας ἐπολέμησαν καὶ οὗτοι τὸ σύστημα τὸ παρελθὸν, καὶ συνετέλεσαν μάλιστα, ἵνα καταπέσῃ τὸ σύστημα ἐκεῖνο. Διὰ τοῦτο δὲν ἔχω ἢ νὰ ἐκφέρω τὴν ἀπορίαν μου διὰ τὴν γενομένην ταραχήν. Ἐγὼ δὲν εἶπον πράγματα πρώτην φορὰν λεχθέντα ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης· εἶπον γεγονότα, τὰ ὁποῖα βεβαιοῦνται, εἶπον ἀληθείας κοινῶς παραδεδεγμένας. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν ταῦτα, καὶ ἂς ἐξακολουθήσωμεν. Ἐνῷ λοιπὸν ἐλέγομεν, ὅτι εὐπλοοῦμεν, εὑρέθημεν αἴφνης εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κηρύξωμεν τὴν χρεωκοπίαν. Αὐτὸ εἶναι γεγονὸς, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα ἐλέγομεν, ἔρχονται αὐτοὶ οὗτοι, οἵτινες συνετέλεσαν ἀπὸ δεκαετίας, λαμβάνοντες μέρος καὶ εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν, ὡς Ὑπουργοὶ, ἔρχονται αὐτοὶ καὶ λέγουσιν, ὅ,τι κατέστρεψαν ἐν διαστήματι μιᾶς δεκαετίας, νὰ ἔλθῃ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις νὰ τὸ ἐπανορθώσῃ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους! «Φέρετε νομοσχέδιον, λάβετε μέτρα, ἵνα βελτιώσητε τὴν κατάστασιν τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος πάσχει», φωνάζουσι. Καὶ ποῖος εἶναι ὁ αἴτιος τῆς δυστυχίας ταύτης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Σεῖς! Τοῦτο τὸ ἐδήλωσεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ τῆς παμψηφίας, διὰ τῆς ὁποίας κατεδίκασε τὸ σύστημα ἐκεῖνο. Ἔρχονται, ἀφοῦ κατέστρεψαν τὰ πάντα καὶ δὲν ἄφησαν λίθον ἐπὶ λίθου, καὶ ἀφοῦ ἐβύθισαν τὸ πολυπαθὲς ἔθνος εἰς τὸν βυθὸν τῆς καταστροφῆς, εἰς τὸ χάος τῆς ἐθνικῆς ἀπωλείας, ἔρχονται νὰ ζητήσωσιν εἰς μίαν στιγμὴν νὰ ἐπανορθώσῃ πάντα ταῦτα ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις! Εἶναι δυνατὸν, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Παρνασσίδος, ἀφοῦ ὑμεῖς ἐπὶ τόσα ἔτη ἐκοπιάσατε νὰ τὰ καταστρέψητε, εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς εἰς μίαν στιγμὴν νὰ ἀνορθώσωμεν πάντα ταῦτα; Καὶ ὁμιλεῖ περὶ συναλλαγῆς τῆς πλειοψηφίας τίς; ὁ γεννηθεὶς ἐν τῇ συναλλαγῇ, ἀνατραφεὶς ἐν τῇ συναλλαγῇ καὶ γηράσας ἐν τῇ συναλλαγῇ παντὸς εἴδους! Καὶ τί ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς ἡ Κυβέρνησις; Μήπως ἔδωκεν ἡμῖν Κωπαΐδας; μήπως ἔδωκε μεταλλείων παραχωρήσεις; Τί ἔλαβεν ἡ πλειοψηφία παρὰ τῆς Κυβερνήσεως; ἢ τί ἐζήτησε νὰ λάβῃ; Καὶ ἂν ἐζήτει, εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ τι, διότι, ὅταν τοὺς οἴακας τῆς Πολιτείας κρατῇ ὁ ἀνὴρ (δεικνύει τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν), ὁ ὁποῖος ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη διῴκησε, διελθὼν ὅλα τὰ στάδια τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, μετὰ τοσαύτης εὐλαβείας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὴν ἰδέαν, ὅτι δύναται νὰ δώσῃ ἀνταλλάγματα τῇ πλειοψηφίᾳ· καὶ ἂν ἡ πλειοψηφία ἦτο τοιαύτη, βεβαίως δὲν ἠδυνάμεθα, προστατευόμενοι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐπιτύχωμεν οὐδέν. Ἀλλὰ τί ἐζητήσαμεν; Συναλλαγὴν μᾶς ἀποδίδετε, διότι ἠθελήσαμεν νὰ μεταβάλωμεν τὴν ὑπαλληλίαν, νὰ ἐκκαθαρίσωμεν τοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι, ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ἐργασθέντες, ἔφερον τοιαύτην καταστροφήν! Καὶ ἂς σᾶς ὀνομάσω ἕνα τελώνην Σιγδίτσαν, συμπατριώτην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ πολλὰ ἄλλα ἔκαμε, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιθυμῶ, ἀπασχολῶν τὴν Βουλὴν, νὰ ἐκθέσω, τελευταῖον, ὅταν διήρχετο τοῦ Αἰγίου, ὑπὸ στρατιωτικὴν συνοδίαν, ἡ συλληφθεῖσα συμμορία τοῦ Μαργώνη, ἐξέρχεται ὁ τελώνης ἐκεῖνος, ὁ δημόσιος αὐτὸς ὑπάλληλος, εἰς τὸν σιδηροδρομικὸν σταθμὸν Αἰγίου, ἐναγκαλίζεται τὸν ἀρχιληστὴν καὶ προσαγορεύει αὐτόν! Ἐξεγείρεται ὁλόκληρος ἡ κοινωνία, ἐξεγείρεται ὁ τύπος καὶ ζητεῖ τὴν μετάθεσιν τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου. Ἀλλὰ ἐπροστατεύετο ἀπὸ τὸν συμπατριώτην καὶ κουμπάρον κ. Βουλευτὴν ἐκ Παρνασσίδος, καὶ δὲν μετατίθεται! Καὶ ἔπρεπε νὰ ἔλθωμεν ἡμεῖς, διὰ νὰ ζητήσωμεν τὴν μετάθεσίν του. Αὐτὴ εἶναι ἡ συναλλαγὴ, τὴν ὁποίαν μᾶς ἀποδίδουσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι τῆς πτέρυγος ἐκείνης! (δεικνύει τὴν ἀριστεράν). Ἡμεῖς ἐκπληροῦμεν αὐστηρῶς καὶ πιστῶς τὸ καθῆκόν μας καὶ ἐκπληροῦμεν αὐτὸ ὡς ἀληθεῖς ἀντιπρόσωποι, καὶ ἂν εὕρητε ἡμᾶς παραλείποντας τοῦτο, χαριζομένους ἢ παρανομοῦντας, πρέπει νὰ ἀποδείξητε τὰς παρανομίας μας. Τὸ λέγειν εἶναι εὔκολον, τὸ ἀποδεικνύειν ὅμως καὶ σοβαρὰ λέγειν εἶναι δύσκολον. Καὶ μὴ νομίζετε, ὅτι ἡ κοινωνία δύναται νὰ πιστεύσῃ ταῦτα. Ἡ κοινωνία γνωρίζει τίνες εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ πάθωσι. Καὶ κατασυκοφαντοῦνται ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους οὐδὲν τῶν βελῶν τῶν ἐκτοξευομένων δύναται νὰ φθάσῃ. Παραπονεῖσθε ὅτι ἡμεῖς δὲν σεβόμεθα ὑμᾶς, καὶ ὅμως δὲν ἐσυλλογίζεσθε ταῦτα, ὅταν ἐξετοξεύετε τοιαύτας ὕβρεις κατὰ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν), καὶ ἀπεκαλεῖτε πλαστογράφον ἕνα Ὑπουργὸν, καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως δημαγωγόν.

§102ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Εὐτυχῶς εἶναι πρόσφατα τὰ γεγονότα, καὶ δὲν δύναται νὰ λησμονήσῃ τις κατὰ τίνα τρόπον ἔλαβον χώραν. Εἶναι ἀναμφίβολον δὲ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὰ γεγονότα ταῦτα ἠνάγκασαν καὶ ἐμὲ, τὸν τοσάκις δηλώσαντα ὅτι εἶμαι κατὰ τῆς κωλυσιεργίας, νὰ φέρω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἐμὲ τὸν δηλώσαντα, ὅτι εἶμαι σφόδρα κατὰ τῶν ἐμποδίων, τὰ ὁποῖα δύναται ἡ μειοψηφία νὰ παρεμβάλλῃ εὐσχήμως εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐργασίας τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἦτο ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ ὑποβληθῇ ἡ ἔνστασις, ἵνα ἐπανέλθῃ ἡ τάξις, τὴν ὁποίαν ἄλλοι δὲν ἦσαν ἱκανοὶ νὰ φέρωσι. Καὶ λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐν τῷ ἱερῷ τούτῳ τόπῳ ἐπαναβλέπω σκηνὰς, τὰς ὁποίας θὰ ἀπηύχετο πᾶς πατριώτης νὰ ἴδῃ διαδραματιζομένας ἐντὸς τοῦ τόπου τούτου τῶν ἐλπίδων τοῦ Ἑλληνικοῦ σύμπαντος. Ἀπατῶνται δὲ οἰκτρὰν ἀπάτην οἱ νομίζοντες ὅτι οὕτω πως συμπεριφερόμενοι προσφέρουσιν ὑπηρεσίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζουσι...

§103ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διδασκαλίαν θὰ μᾶς κάμῃς;

§104ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ δὲν κάμνω διδασκαλίαν, ἀλλ’ οὐδὲ δέχομαι διδασκαλίαν, οἵαν μάλιστα ἐπεχείρησεν ὁ πρὸ μικροῦ κατελθὼν τοῦ βήματος. Ἐγὼ πάντοτε ὡμίλησα εὐπρεπῶς ὄχι μόνον πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸν ὁποῖον σέβομαι, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐκείνους, τῶν ὁποίων αἱ πράξεις μοὶ ἔδιδον τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς ἀποκαλέσω δημοσίᾳ ἀσεβεῖς πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, καὶ ἀνικάνους περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν ἀξιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Πολιτεία ἐνεπιστεύθη αὐτοῖς. Μετὰ λύπης δὲ, κύριε Πρόεδρε, εἶδον καὶ πάλιν τοὺς ἐπιλέκτους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρὸ τριετίας περίπου προσεπάθουν βίᾳ νὰ παρεμποδίσωσι τοὺς ἀγορεύοντας ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου, μετὰ λύπης τοὺς εἶδον ἐπιδραμόντας κατὰ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον καταπολεμεῖται καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς οὐδὲν ἄλλο ἐπράξαμεν ἢ νὰ διαμαρτυρηθῶμεν κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὅλως ἀναιτίως ἐπιτίθενται καθ’ ἡμῶν, τῶν ὑποστηριξάντων τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Τρικούπη. Ἡμεῖς δὲν ἤλθομεν ἐνταῦθα νὰ πλέξωμεν στεφάνους παρόντων ἢ ἀπόντων πολιτευτῶν, ἢ νὰ ὑπερασπισθῶμεν πράξεις ἄλλων, διότι δὲν ἔχομεν τοιαύτην ἐντολὴν, ἀλλ’ ἤλθομεν ἵνα συνηγορήσωμεν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους. Ἡ πολιτικὴ ἡμῶν ἕνα ἔχει σκοπὸν, τὸν ὁποῖον θέλει ἀποδείξει τὸ μέλλον, ἐὰν ἦναι καλὸς ἢ κακὸς, ἀλλὰ πάντως ἀγωνιζόμεθα ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους, ἐνῷ ἡ πολιτικὴ ἄλλων ἔχει σκοπὸν νὰ ἐξυβρίζῃ τοὺς ἀντιφρονοῦντας πρὸς αὐτούς· ἠκούσαμεν δὲ πολλάκις ἐν σιωπῇ τὰς ὕβρεις των, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, ἄνθρωποι καὶ ἡμεῖς, ἀπωλέσαμεν τὴν ὑπομονὴν, τότε ὅμως ἐνόμισαν εὔθετον τὴν στιγμὴν νὰ μᾶς ἐπιβάλωσι σιγὴν διὰ τῶν ῥοπάλων αὐτῶν! Τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, κύριε Πρόεδρε, ἱδρύθη ἐν Ἑλλάδι κατόπιν ἐπαναστάσεων αἱματηρῶν· ἃς μὴ λησμονήσωσιν οἱ πολέμιοι τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος, ὅτι διὰ ποταμῶν αἱμάτων θὰ τὸ καταργήσωσιν. Ἡ Ἑλλὰς σύμπασα καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς σύσσωμος εἶναι ἕτοιμοι νὰ ὑπερμαχήσωσιν ὑπὲρ τῶν καθεστώτων. Εἴμεθα ἐλεύθεροι νὰ ἐκθέσωμεν τὰς ἰδέας μας, ἐὰν δ’ ἐξερχώμεθα τῶν ὁρίων τοῦ πρέποντος, ὑμεῖς, τὸν Κανονισμὸν ἐφαρμόζοντες, ἀνακαλέσατέ μας εἰς τὴν τάξιν, καὶ ὄχι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τοιοῦτον δικαίωμα.

§105ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Σεῖς μᾶς ἐξυβρίζετε!

§106ΣΤΑΗΣ. Πᾶς ἄλλος, πλὴν ὑμῶν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὲ διακόπτῃ... Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπητε διακοπάς. Ἀλλ’ ἐὰν σεῖς δὲν θέλετε νὰ ἐφαρμόσητε τὸν Κανονισμὸν, θὰ ἀναγκασθῶμεν ἡμεῖς βίᾳ νὰ ἐπιβληθῶμεν εἰς τοὺς παρεκτρεπομένους, καίτοι μὴ ἔχοντες ἀξιώσεις παλληκαράδων, ὡς ἄλλοι (θόρυβος).

§107Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἠπόρησα, κύριε Πρόεδρε, ἀκούων τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κυθήρων νὰ ὁμιλῇ περὶ εὐπρεπείας καὶ ἀξιοπρεπείας, μετὰ τὴν σκηνὴν, ἡ ὁποία πρὸ ὀλίγου ἐγένετο ὑπὸ τὰς ὄψεις ἡμῶν. Τίς εὐθύνεται δι’ αὐτήν; Ὡμιλήσατε κατ’ ἐπανάληψιν δέκα ἐκ τῆς πτέρυγος ὑμῶν, οὐδεὶς δ’ ἐξ ἐκείνης τῆς πτέρυγος, ἡ ὁποία σέβεται τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἕκαστος Βουλευτὴς, ἐσκέφθη νὰ σᾶς διακόψῃ. Τελευταῖος ἀνῆλθε τὸ βῆμα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴς, ἵνα φέρῃ τὴν γνώμην του περὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον συνεζητεῖτο, καὶ πάραυτα ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν ὅτι δύναται νὰ διδάξῃ τὴν εὐπρέπειαν, ἀνίσταται καὶ διακόπτει αὐτόν· ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴς ἵσταται μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας, ὁ δὲ ἐκ Κυθήρων κ. Βουλευτὴς ἐξηκολούθει ὁμιλῶν ἐκ τῆς θέσεως ἐκείνης μὲ τεταμένην τὴν χεῖρα! Ἀφοῦ δὲ αἴτιος τῆς σκηνῆς ταύτης εἶναι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς, ἤδη ἔρχεται νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν εὐθύνην εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι οὐδόλως εὐθύνονται, οἱ ὁποῖοι ἐσεβάσθησαν πάντοτε τὸν ἑαυτόν των, ἐσεβάσθησαν πάντοτε τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἔκαμε καὶ ὑπαινιγμούς τινας τοῦ παρελθόντος· ἀνέτρεξεν, ὡς μὴ ὤφελεν, εἰς ἐποχὴν τῆς παρελθούσης περιόδου καὶ εἰς ἑσπέραν ὄντως λυπηρὰν, εἰς ἑσπέραν, καθ’ ἣν ἐγένετο ἀπόπειρα νὰ πλαστογραφηθῶσι τὰ πρακτικὰ, καὶ δὲν ἠξεύρω, πῶς ἠθέλησε νὰ ὀνομάσῃ τὴν στάσιν τῶν ὀλίγων τότε μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὰ ὁποῖα διεμαρτυρήθησαν μὲ ὅλην τὴν δύναμιν κατὰ τῆς τοιαύτης πράξεως. Καὶ ὠνόμασεν εὐπρεπῆ τὴν στάσιν τῆς τότε πλειοψηφίας! ὀνομάζει εὐπρεπῆ τὴν στάσιν τοῦ ἰδίου ἤδη! Ἀφήνω εἰς σᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ κρίνητε περὶ τῆς εὐπρεπείας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων ἢ τῆς εὐπρεπείας τῶν ἄλλων (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§108ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἀπὸ ὅλους εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ διακοπὰς, πλὴν ἐμοῦ. Τὸν παρακαλῶ νὰ ἐξηγήσῃ, τί ἐννοεῖ μὲ αὐτό· διατὶ δὲν δέχεται ἀπὸ ἐμὲ διακοπάς.

§109ΣΤΑΗΣ. Οὔτε ἀπὸ σᾶς, οὔτε ἀπὸ κανένα, ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον ἀπὸ σᾶς, ὁ ὁποῖος δεκαπεντάκις μὲ διεκόψατε καὶ μὲ ἠπειλήσατε.

§110ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Μόνον μίαν φορὰν σᾶς διέκοψα.

§111ΣΤΑΗΣ. Προχθὲς τί ἐκινεῖτε τὸ χέρι σας; νομίζετε ὅτι φοβοῦμαι;

§112ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Τὸν διέκοψα, Κύριοι, ἡμέραν τινὰ, ὁμιλοῦντα κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ἐξέφερα δὲ γνώμην, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας εἶναι ἐκ τῶν Ὑπουργῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς παιδείας· μοὶ ἀπαντᾷ, ὅτι εἶναι πολὺ δηκτικὸς εἰς τὰς διακοπὰς, καὶ θὰ φερθῇ ἀμείλικτος. Δὲν ἐπρόλαβα ὅμως, καὶ πολὺ ἐλυπήθην, νὰ τῷ δώσω ἀμέσως τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ τῷ δώσω, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν θὰ εἶχε τοὺς ὀδόντας, ἵνα μὲ δήξῃ! Σήμερον ἔρχεται καὶ μοῦ αἰτιᾶται ὅτι διακόπτω τοὺς Βουλευτὰς ἀγορεύοντας...

§113ΣΤΑΗΣ. Τουλάχιστον ἐμέ.

§114ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Σεῖς δύνασθε νὰ φρονῆτε τοῦτο. Ἐγὼ ὅμως ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὅλων τῶν κ. συναδέλφων, ἐὰν διέκοψα ποτὲ ἀγορεύοντα· ὅ,τι δὲ συνέβη σήμερον, συνέβη διότι πάντες διαμαρτυρόμεθα κατὰ τῶν διακοπῶν, αἵτινες ἐγένοντο εἰς τοὺς ἀγορεύοντας ἐκ μέρους τινῶν ἐκ τῆς ἄλλης πτέρυγος.

§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;

§116ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἔχω νὰ ὁμιλήσω ἀλλ’ ἐπὶ ἄλλου θέματος.

§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλήσατε, ἐκτὸς ἐὰν παραιτῆσθε.

§118ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ἀνάγκην νὰ ὁμιλήσω ἐκ νέου, ἵνα εἴπω, ὅτι ὡς πόρισμα τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο, ἦλθεν ἡ πρότασις ἡ ἐμὴ, νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν ἐγκρίνῃ, ὅπως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον προταχθῶσι τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια.

§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις ἀπὸ 10;

§120ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν μᾶς βλέπετε; (ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 15).

§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, ὅπως προταχθῶσι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.

§122ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.

§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε 15;

§124ΣΤΑΗΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ θέματος;

§125ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν μεταξὺ δύο ψηφοφοριῶν νὰ λάβητε τὸν λόγον.

§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζετε ἡ αἴτησις τῆς ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ὑπὸ 15;

§127ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἰδοὺ, εἴμεθα. (Ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 15).

§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ ἐκ Παρνασσίδος βουλευτοῦ κ. Σιμοπούλου, ὅπως τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια προταχθῶσι τοῦ Προϋπολογισμοῦ...

§129ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι οὕτω. Ὁ κ. Βουλευτὴς Παρνασσίδος ἐζήτησε μόνον, ὡς πρῶτον ἀντικείμενον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον νὰ τεθῶσι τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια.

§130ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε...

§131ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε.

§132ΡΩΜΑΣ. Ἀφοῦ ὡμίλησεν ὁ κ. Ράλλης, δύναται νὰ ὁμιλήσῃ καὶ ὁ κ. Κριεμάδης.

§133ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἀπαγορεύεται νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος;

§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ ψηφοφορίας, δὲν πρόκειται περὶ θέσεως τοῦ ζητήματος.

§135ΤΟΠΑΛΗΣ. Τί ἐννοεῖ ἡ πρότασις; νὰ τεθῶσι τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἢ μετὰ τὸν Προϋπολογισμόν;

§136ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τεθῶσι πρῶτα αὔριον.

§137ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κύριε Πρόεδρε.

§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Σιμοπούλου, ὅπως τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια τεθῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον ὡς πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς καὶ πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Διον. Μυλωνᾶ καὶ Σπ. Βαρζέλη, ὡς ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Μιλτιάδης Δάλλας Δημοσθ. Καΐρης
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος
Κωνστ. Ἀσημακόπουλος ΟΚωνστ. Νεγρεπόντης Ο
Ν. Σμόλενιτζ ΟἸωάν. Πετρίδης Ο
Δημ. Οἰκονομίδης ΟΝικολ. Φαρμακόπουλος Ο
Σωτήρ. Δανόπουλος ΟΓιαννούσιος Τάκης Ο
Χρ. Βότσαρης ΟΝικ. Δαγρὲς
Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΝΚωνστ. Φλέσσας
Σπυρ. Βαρζέλης ΝΝ. Σάλμας Ο
Νικόλαος Λεβίδης ΟΔημ. Τερτίπης
Κωνστ. Κολιάτσος ΟἸωάν. Παλάσκας
Δημοσθ. Σκυλίτσης Ἰωάν. Σταμούλης Ν
Ἀθαν. Μουτσόπουλος ΟΚίμων Βελλίνης Ν
Ν. Δ. Καλλιφρονᾶς Ξενοφ. Τσαμαγκίδης Ν
Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς ΟἸωάν. Καζαμπάκας Ο
Ἀλέξ. Σκ. Σοῦτσος Ι. Στεφάνου Ο
Δ. Γ. Ράλλης ΝΠαν. Λεβέντης
Ἀλέξ. Ψύλλας ΟἈλέξ. Κοντόσταυλος
Κ. Ι. Ἀγγελόπουλος ΟΝ. Χατζηνικολῆς
Γ. Κοζάκης Τυπάλδος Γεώργ. Κόρπας
Ἀχιλ. Ἀγάθος Ο
Ἀθ. Ἴσκος Κωνστ. Βασιλάκης
Κωνστ. Τοπάλης ΟἸωάν. Σέχος
Νικ. Σχινᾶς ΟἈθ. Παραμυθιώτης
Γεώργιος Φιλάρετος ΝΝικ. Βασιλάκης
Νικ. Σταματιάδης ΟΓεώργ. Θεοτόκης
Ἰωάν. Γιαννακόπουλος ΟΓεώργ. Καποδίστριας Ν
Ἐπ. Μαυρομμάτης Δημ. Οἰκονόμου
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος ΟΔημ. Πετρίδης Ο
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΟΠ. Ζούζουλας Ο
Περ. Ἀλεξάκης ΟΚωνστ. Σκαρπέτης
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης ΟἈριστ. Μεντζελόπουλος
Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος ΟΝικόλαος Βαλσαμάκης
Π. Λαμπρινόπουλος ΟἸω. Τζανετάτος Φωκᾶς
Χαρ. Τζανετάκης ΟΔημ. Σβορῶνος Ο
Γ. Λ. Πετροπουλάκης ΝἌθως Ρωμάνος Ν
Πολύμ. Ζαρίμπας Διον. Καλούτσης Ο
Χρ. Μαστραπᾶς Σπ. Ε. Στάης Ν
Γεώργ. Ἀνδρίτσος ΟΧ. Κ. Βοζίκης Ο
Κων. Παπαμιχαλόπουλος Νικ. Σταματόπουλος
Π. Ρίτσος ΟΘ. Πέῤῥος
Ἀνδρ. Βασιλείου ΟΓεώργ. Μαυρομιχάλης Ο
Σπ. Τσιτσάρας Δημοσθ. Μανουσάκης
Δημ. Χατζόπουλος Δημοσθ. Μάταλας
Δημ. Βουλπιώτης Ἀρ. Μελετόπουλος Ο
Μιχ. Ἰατρίδης ΟΝικ. Γκουζούλης
Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας ΟΔημ. Πιπινόπουλος Ο
Κ. Δ. Βοῦλτσος Χασὰν βέης Πετρεδὴν βέηςΟ
Γ. Μελισσηνὸς ΟΦιλώτας Ἰσχόμαχος Ο
Διον. Μυλωνᾶς ΟἸωάννης Γεωργαντᾶς
Ἄγγ. Πετραλιᾶς Ἰωάννης Λάππας Ο
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς
Γεώρ. Κρεστενίτης Ἄγγ. Καλκάνης Ο
Γεώρ. Παπακυριακόπουλος ΟΒ. Βασιλειάδης
Δημοσθ. Δόγκας ΟἈθ. Εὐταξίας Ν
Ἰωάν. Σισίνης ΟἸω. Μπακόπουλος Ο
Στέφ. Σκουλούδης ΝἈριστ. Σακελλαρόπουλος Ο
Γεώρ. Πετούσης Φίλ. Βάρβογλης Ο
Ἀριστομ. Βαλέτας ΝΝ. Τριανταφυλλάκος
Νικ. Νομικὸς ΟἨλ. Ζέγγελης Ν
Πέτρος Δελένδας ΟΛάμπρος Σινανιώτης Ο
Κωνστ. Πεταλᾶς ΟἸω. Βούτουνας Ο
Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης ΟΓ. Μαλέας Ν
Παναγ. Θρ. Ζαΐμης Γ. Νικολαΐδης
Θεόδ. Ζαΐμης Λεων. Δεληγεώργης Ν
Λεων. Πετιμεζᾶς Μιλτ. Γουλιμῆς
Γεώργ. Σιβιτανίδης Παν. Μερλόπουλος
Περ. Μποῦτος ΟΝικόλ. Δημητριάδης
Ἀλκ. Δεληγιάννης ΝΓ. Ν. Μπούμπουλης Ν
Ἀντ. Καρατζᾶς Ἀντ. Γουδῆς
Πέτρ. Ταταράκης Ἀθ. Λαδόπουλος Ο
Γεώργ. Κουλούρης ΟΝ. Βαφειαδάκης
Ὅθων Μαῦρος Γ. Παγανέλης Ο
Ἐλευθ. Μυκώνιος ΟἈλοΐσιος Τόμαν
Μιλτ. Βαρότσης ΟΝ. Δρόσος Ο
Γεώργ. Σισμάνης ΟΓρηγ. Μαυρομαρᾶς
Γεώργ. Πλατανιώτης ΟΣωτ. Χατζηγάκης Ν
Ἰω. Καναβὸς Νικ. Ταρμπάζης Ν
Γ. Φαρμακόπουλος ΟΚωνστ. Χατζηπέτρος
Μιχ. Ἰατρὸς Θεόδ. Κριεμάδης Ν
Α. Πετσάλης ΟΕὐστ. Κοκκέβης Ο
Παῦλος Ραζέλος ΝΝ. Γεωργακόπουλος Ο
Ἀθ. Πιεῤῥάκ. ΜαυρομιχάληςΝΣωτήρ. Σωτηρόπουλος
Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης ΟΔημ. Καμαριώτης
Ἀσημ. Χριστόπουλος ΟΔιον. Στάϊκος Ο
Χαρ. Κανελλόπουλος ΟἈριστόβουλος Μάνεσης Ν
Π. Λαμπρούλιας ΟΣπ. Δεϊμέζης
Σπ. Τυπάλδος Φορέστης ΟΘεόδ. Λιμπρίτης
Πέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς ΟἸω. Παπαδόπουλος Ο
Θεόδ. Βελλιανίτης ΟΘεόδ. Γκίκας Ο
Ἀνάργ. Σιμόπουλος ΝΠαντελῆς Γκίκας Ο
Λ. Καραλίβανος ΟΝικ. Τσαμαδὸς
Πανουρ. Πανουργιᾶς Χριστόδουλος Στεριάδης
Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Νικόλ. Κοντογιάννης
Ἀχιλ. Γεροκωστόπουλος Κομνᾶς Τράκας Ο
Ἰω. Τσερτίδης ΟΝ. Χατζῖσκος Ν
Χρ. Τζῖνος Τριαντάφυλλος Σχινᾶς Ν
Δημ. Βότσης Δημ. Κρίτσας Ν
Πίνδ. Ἀντωνόπουλος Μιχ. Κακαρᾶς Ο
Παναγ. Σάκκης ΟΓ. Ἀβέρωφ Ο
Δ. Ε. Καλογερόπουλος ΟΚ. Βαρατάσης Ο
Νικ. Καράπαυλος Ἀλεξ. Μ. Κανάρης
Ἰωάννης Βρυώνης Ἰω. Α. Κανάρης Ο
Π. Ἄννινος Καβαλλιεράτος Ο

§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 124. Ἐκ τούτων 29 εἶπον Ναὶ καὶ 95 εἶπον Ὄχι. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη. (Ὁ κ. Ἀλκιβιάδης Δεληγιάννης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§140ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ἵνα ζητήσω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν τὸ συμβόλαιον καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς περὶ ἐμπυρίων, διότι προχθὲς εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐλάχιστον ποσὸν εἶναι, ἐνῷ, ὡς ἐγὼ ἔμαθον, εἶναι περὶ τὰς 20,000 καὶ ἠγοράσθησαν πρὸς δραχ. χρυσᾶς 1,40, καὶ οὐχὶ ἐκ Γαλλίας, ἀλλὰ ἐξ Ἰταλίας, τῶν ὁποίων ἡ ἀξία ἀνέρχεται εἰς 40,000 δραχ. περίπου. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα τὴν ἀγορὰν κωλίων ἐκ κασσιτέρου, τὰ ὁποῖα πρὸ ἑνὸς μηνὸς ἐδόθησαν εἰς τὸ συνεργεῖον τοῦ Ναυστάθμου, ὅπως κατεργασθῶσι, καὶ ἡ ἐργασία θέλει ἐξακολουθήσει ἐπὶ πέντε ἔτι μῆνας, ἵνα χρησιμεύσωσιν ὡς ἕρμα τῆς «Μπουμπουλίνας», εἶναι δὲ περὶ τὰς 5,000, ἀπὸ 32 ὀκάδας ἕκαστον, τὸ ὅλον 160,000 ὀκάδας, ὧν ἡ ἀξία, πρὸς τεσσαράκοντα λεπτὰ ἑκάστη ὀκᾶ, ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 64,000.

§141ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Περιττὴ αὐτὴ ἡ ἐπερώτησις· διωρίσαμεν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τούτῳ.

§142ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀφήσατέ τον, ἀφήσατέ τον.

§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δικαίωμα τοῦ Βουλευτοῦ νὰ κάμῃ ἐπερώτησιν, Κύριοι.

§144ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ποῖος παρίσταται ἐπὶ τῆς ἐργασίας τῆς «Μπουμπουλίνας», καθόσον ἔχομεν τέσσαρας ναυπηγοὺς, οἱ ὁποῖοι μένουσιν ἀργοὶ, μὴ λαμβάνοντες μέρος εἰς τὴν μετασκευὴν τῆς «Μπουμπουλίνας», ἀλλ’ ἀφίνοντες ἀναπληρωτὰς τῶν ὑπαξιωματικούς. Κατηγορήθημεν προχθὲς παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου, ὅτι ἡμεῖς οἱ περισωθέντες ἐκ τοῦ Τρικουπικοῦ κόμματος ἐφέραμεν τὸ ζήτημα τῆς «Μπουμπουλίνας» καὶ ἄλλα εἰς τὴν Βουλήν, θέλοντες διὰ τούτων νὰ μεμφθῶμεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν καὶ τοὺς ἄλλους Ὑπουργοὺς, ἐνῷ δὲν εἴχομεν, κατ’ αὐτὸν, τοιοῦτον δικαίωμα, διότι ἐδωρήθη ἡ Μανωλὰς καὶ ἄλλα παρὰ τοῦ Τρικούπη εἰς τὸν Διάδοχον καὶ τὴν ἀποθανοῦσαν Βασιλόπαιδα (Θόρυβος). Εἶπεν, ὅτι ἐδόθησαν αἱ δωρεαὶ τῆς Μανωλάδος καὶ τὸ ἀνάκτορον τοῦ Διαδόχου, ἀλλὰ ἐλησμόνησε νὰ εἴπῃ, τὰς ἄλλας δωρεὰς ποῖος τὰς ἔδωκε, τῆς Δεκελείας (Μπάφη), τοῦ Πειραιῶς, τῶν δασῶν τῶν Τρικκάλων καὶ λοιπάς· ἀπεσιώπησεν ὅλας αὐτάς. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐλησμόνησε τὴν παρελθοῦσαν πολιτείαν αὐτοῦ, καὶ ἦλθε νὰ κατηγορήσῃ ἡμᾶς, ἐνῷ αὐτὸς μέχρις ἐσχάτων ὑπεστήριζε τὴν πολιτικὴν τοῦ Τρικούπη. Καὶ ἐλησμόνησεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπε καὶ ἔγραψε διὰ τῆς ἐφημερίδος του, τῆς «Παλιγγενεσίας», κατὰ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, ὅταν οὗτος ἐξεφώνει λόγους εἰς Καρκαλοῦν τῆς Γορτυνίας, ὅτε δὲ ἐπλησίασεν ἡ τελευταία Βουλευτικὴ ἐκλογὴ, κατέφυγεν, ὡς ἄλλη Κασσιανή, εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ζητῶν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, ἵνα διὰ τῆς συνδρομῆς αὐτοῦ ψηφισθῇ καὶ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς καὶ εἰσῆλθε δι’ αὐτοῦ. Ἐλησμόνησε πάντα ταῦτα, καὶ ἦλθε νὰ κατηγορήσῃ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι δῆθεν περιεσώθημεν ἀπὸ τὸ ναυάγιον τῆς πολιτικῆς τοῦ Τρικούπη, οἱ ὁποῖοι ὅμως εἴχομεν τὸ θάῤῥος νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς ἡμῶν, ὅτι εἴμεθα καὶ ἐσόμεθα ὀπαδοὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ Τρικούπη, ἣν οὐδόλως ἠρνήθημεν, ὡς ἠρνήθη αὐτὴν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος καθ’ ἑκάστην ἀλλάσσει πολιτικήν.

§145ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Κοσμοπολίτης! κοσμοπολίτης!

§146ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ὅμως εἶχον τὸ θάῤῥος καὶ κατὰ τὰς ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν νὰ εἴπω ὅτι θέλω ἐξακολουθήσει τὴν αὐτὴν πολιτικὴν, μηδόλως λαβὼν ὑπ’ ὄψιν τὴν τύχην τῆς ἐκλογῆς μου, ὁποία ἤθελεν εἶναι.

§147ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐφαρμόσατε τὸν Κανονισμόν. Ὁ Κανονισμὸς λέγει, ὅτι οἱ γραπτοὶ λόγοι ἀπαγορεύονται (γέλωτες).

§148ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τὰς ἐπερωτήσεις εἶχον ἀνὰ χεῖρας τὰς σημειώσεις αὐτάς. Ἐγὼ οὐδέποτε ὁμιλῶ γραπτῶς. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω πρὸς τὸν Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος πολλάκις ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα καὶ κατηγόρησε τὴν πολιτείαν ἡμῶν, ἐνῷ αὐτὸς οὐδεμίαν πολιτικὴν σταθερότητα ἔχει, οὔτε πεποίθησιν εἰς τὰς ἰδέας αὐτοῦ, τὰς ὁποίας μετ’ ὀλίγον ἐγκαταλείπει, καὶ ὑποστηρίζει ἄλλας· ἑπομένως οὔτε δικαίωμα ἔχει, ἵνα ἐπιτίθηται ἐν τῇ Βουλῇ καθ’ ἡμῶν. (Ὁ κ. Ἀγγελόπουλος ἐγείρεται νὰ ὁμιλήσῃ, ἀλλὰ φωναὶ ἐκ τῆς δεξιᾶς καὶ διαμαρτυρίαι βιάζουσιν αὐτὸν νὰ παραιτηθῇ).

§149ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ, ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ εἶναι καταπεπονημένη, ἂν καὶ ἐζήτησα τὸν λόγον, ἀναβάλλω διὰ τὴν αὔριον τὴν ὁμιλίαν μου. Σᾶς διαβεβαιῶ ὅμως, ὅτι πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου ἀντικειμένου, περὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας καὶ τῶν σκανδάλων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν πρὸ μικροῦ ἐν αὐτῇ.

§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Βόλου κ. Φιλάρετος ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ζητεῖται φόρος ἐπιτηδεύματος διὰ τὰ ἡμερομίσθια τῶν ὑπαλλήλων ἀνωνύμων ἑταιριῶν π.χ. τῆς ἑταιρίας τῶν ἱπποσιδηροδρόμων Ἀθηνῶν καὶ περιχώρων, τῶν μὴ ἐργαζομένων, οὐδὲ πληρονομένων κατὰ μῆνα, ἀλλὰ δι’ ἡμερομισθίων.» Ὁ ἐκ Κορινθίας βουλευτὴς κ. Ἀρ. Μεντζελόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντικαταστάσεως διατάξεων τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 265). Ὁ ἐκ Βόλου βουλευτὴς κ. Ν. Σχινᾶς ὑποβάλλει ἐπερώτησιν, ἔχουσαν οὕτω.

§151ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν ἐπὶ τῆς ζητουμένης πιστώσεως ἐκ δρ. 39,212.17 ἐπὶ τοῦ κεφ. 20, ἄρθρ. 1, 2, 3 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ δαπάνας τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου εἰς ἐπιστασίας, ἔξοδα καὶ μισθοὺς ἀλλοδαπῶν (καὶ ὀνομαστὶ τίνων), καὶ εἰς ποίου εἴδους ἐργασίας οὗτοι εἰργάσθησαν, καὶ ἂν τὸ ὑπάρχον προσωπικὸν τῶν δημοσίων ἔργων ἦναι ἀνεπαρκὲς καὶ ἀνίκανον. Πρὸς τούτοις νὰ καταθέσῃ πίνακα τῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1892 μέχρι σήμερον κατασκευασθεισῶν σιδηρῶν γεφυρῶν καὶ πόσαι κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα καὶ ποῖαι προϋπελογίσθησαν, καὶ πόσαι ἐκ τούτων ἐνεκρίθησαν παρὰ τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων.»

§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ὑπέβαλε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δασμολογικῶν τροποποιήσεων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 266). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ παρακαλέσητε τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ ἐπανέλθωσι τὴν 4ην ὥραν, ὅπως ἐξακολουθήσωμεν τὰς ἐργασίας ἡμῶν· πρέπει μάλιστα καὶ περὶ ἄλλου τινὸς νὰ μεριμνήσωμεν. Ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἄρχονται αἱ συνεδριάσεις, καὶ ἡ ἐξακολούθησις αὐτῶν μέχρις ὥρας προκεχωρηκυίας, ἐπάγει φυσικῶς κάματον εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς, πρέπει δὲ κατὰ τὸ δεύτερον τοῦτο τμῆμα τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς τῆς σήμερον, νὰ κανονίσωμεν ὁμαλώτερον καὶ καλλίτερον καὶ τὰ περὶ τούτου.

§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 4ην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 12 καὶ 45′. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 5 μ. μ. προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ἀλεξ. Θ. Ζαΐμη).

§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ.

§156ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ζητήσω πληροφορίας τινὰς ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν τουτέστιν ἡ ἀναγραφομένη δύναμις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἦναι κατορθωτή, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὴν δύναμιν τῶν 18,852 στρατιωτῶν,—διότι ἡ ὁλικὴ δύναμις μετὰ τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι 26,262.—Κατὰ τὴν κατάστασιν, ἣν εὐηρεστήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ πρό τινος εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἥτις φέρει χρονολογίαν πρώτης Ἰανουαρίου, ἡ ὁλικὴ δύναμις τοῦ στρατοῦ ἀνέρχεται εἰς 21,780. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπόν, φρονῶ, κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος νὰ ὑπάρξῃ ἡ δύναμις αὕτη τῶν 26,262. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).

§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως δραχ. 20,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896, καὶ περὶ ἀκυρώσεως ἴσου ποσοῦ ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1891. Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;

§158ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἡ ζητουμένη πίστωσις τῶν 20,000 δραχμῶν εἶναι γνωστὸν ὅτι εἶναι μέρος τῆς προηγουμένως αἰτηθείσης πιστώσεως, κατὰ τὸ 1891, ἐκ 320,000 δραχμῶν. Ἐκ τούτων ἐδαπανήθησαν μόνον αἱ 300,000 δραχμαὶ πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου–Κρυονερίου· τὸ ὑπόλοιπον, ἐκ δρ. 20,000, δὲν κατεβλήθη εἰς τὴν ἐργολάβον ἑταιρίαν, διότι ἔργα τινὰ τοῦ σιδηροδρόμου ἦσαν κακῶς κατεσκευασμένα. Ἐπεφυλάχθη ἑπομένως τὸ Δημόσιον νὰ πληρώσῃ τὰς 20 ταύτας χιλιάδας μετὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν ἔργων. Τὰ ἔργα ταῦτα πράγματι συνεπληρώθησαν, καὶ ἔρχεται σήμερον ἡ Κυβέρνησις νὰ καταβάλῃ τὴν νόμιμον ἀπαίτησιν τῶν ἐργολάβων. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη κακῶς ζητεῖται ὡς ἔκτακτος πίστωσις, διότι πρόκειται περὶ ὑποχρεώσεως τοῦ Δημοσίου, ἡ ὁποία ἔχει ἐγγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἐπιτρέπεται δὲ ἔκτακτος πίστωσις, κατὰ τὸ ἄρθρον 18 τοῦ λογιστικοῦ νόμου, μόνον διὰ τὰς ἐκτάκτους καὶ κατεπειγούσας ὑπηρεσίας, τὰς μὴ προβλεφθείσας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἐπειδὴ δὲ καὶ τότε ὑπεβλήθη, κατὰ τὸ 1891, καὶ ἐπειδὴ καὶ σήμερον ὑπάρχει καὶ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον εἰδικὸν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ζητηθῇ ὡς ἔκτακτος πίστωσις. Συνέπεια τῆς παρατηρήσεως ταύτης εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἡ πίστωσις αὕτη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1896, ὑπὸ τὸ κεφάλαιον «σιδηροδρομικαὶ ἀποζημιώσεις». Ἀλλὰ ἐκτὸς τούτου ἡ πίστωσις αὕτη τῶν 20,000 δραχμῶν, τῆς ὁποίας σήμερον ζητεῖται ἡ ἀκύρωσις, ἠκυρώθη διὰ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1891 τοῦ ἤδη δημοσιευθέντος, ἀφοῦ δὲ ἠκυρώθη ἡ πίστωσις αὕτη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ὡς τοιαύτη. Κατὰ τὸν λογιστικὸν ἡμῶν νόμον, αἱ πιστώσεις, ὧν χρῆσις δὲν ἐγένετο, δὲν ἀκυροῦνται, εἰμὴ μόνον διὰ τοῦ ἀπολογισμοῦ. Φαντασθῆτε, ὁπόσον θὰ ἦτο περίεργον, νὰ ἤρχετο σήμερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐζήτει τὴν ἀκύρωσιν ἢ τὴν πραγματοποίησιν τῶν πιστώσεων τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ κεφαλαίῳ 13, ἄρθρῳ 1, καὶ ἐν τοῖς ἑπομένοις αὐτῷ, πιστώσεων ἀνερχομένων ἐν ὅλῳ εἰς δρ. 17,035,951, πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι ἠκυρώθησαν ἅπασαι διὰ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1891. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ ζητηθῇ ἀκύρωσις πιστώσεως ἀκυρωθείσης ἤδη διὰ τοῦ ἀπολογισμοῦ.

§159ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ πίστωσις τῶν 20,000, ἡ ζητουμένη διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, δὲν χαρακτηρίζεται κανονικῶς ὡς ἔκτακτος πίστωσις. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὸ 1891 ἐχαρακτηρίσθη ὡς τοιαύτη, διότι εἶχε γείνῃ δεκτὸν, ἢ μᾶλλον ἀνεκτὸν, τὸ σύστημα, ὅπως διάφορα δημόσια ἔργα ἐκτελῶνται δι’ εἰδικῶν κεφαλαίων. Τότε ἐχαρακτηρίζοντο αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι ἐξετελοῦντο διὰ δανείου καὶ ὄχι διὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, ὡς ἔκτακτοι δαπάναι, καὶ ἐξετελοῦντο δι’ ἐκτάκτων πιστώσεων, ἐναντίον τοῦ πνεύματος τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Σήμερον ὅμως τοῦτο δὲν ὑφίσταται πλέον. Δὲν ὑπάρχουν κεφάλαια εἰδικά, προερχόμενα ἐκ δανείων, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ πληρώνωνται αἱ δαπάναι, αἱ τότε χαρακτηριζόμεναι ὡς ἔκτακτοι. Σήμερον πᾶσα δαπάνη εἶναι μία ὑποχρέωσις τοῦ Δημοσίου, προερχομένη ἐξ ὡρισμένης αἰτίας. Ὡς τοιαύτη δὲ, θὰ πληρωθῇ ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, καὶ πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Δὲν πρέπει δὲ νὰ συνεχίσωμεν σύστημα, τὸ ὁποῖον οὐδὲν καλὸν δύναται νὰ ἔχῃ, ὑπὸ ἔποψιν ταμιευτικὴν, πολλὰ δὲ δύναται νὰ φέρῃ κακὰ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων χρημάτων. Ὅθεν πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ ἡ παροῦσα πίστωσις.

§160Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶχε ψηφισθῆ πίστωσις δραχ. 320,000 διὰ τὸ χορήγημα, τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος ὤφειλε νὰ πληρώσῃ διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου–Κρυονερίου. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὴν παράδοσιν τοῦ ἔργου ἐγεννήθησαν δισταγμοὶ, ἂν τοῦτο κατεσκευάσθη συμφώνως πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τῶν ἀναδεξαμένων τὴν κατασκευὴν, ἐκ τῶν 320 χιλιάδων ἐπληρώθησαν μόνον αἱ 300 χιλιάδες, ἔμειναν δὲ ὀφειλόμεναι αἱ 20,000. Ἀλλὰ ληξάσης τῆς χρήσεως, συνταχθέντος μάλιστα καὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1891, ἐπῆλθεν ἀναγκαίως ἡ ἀκύρωσις τοῦ ὑπολοίπου τῆς πιστώσεως τῶν 320 χιλιάδων, τῆς χορηγηθείσης διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891, ἑπομένως δὲν ὑπάρχει πίστωσις πρὸς πληρωμὴν τῆς ὀφειλῆς ταύτης τοῦ Κράτους. Τὸ Κράτος ὀφείλει 20,000, ἂν δὲ ἡ ὀφειλὴ αὕτη ἐγίνετο γνωστὴ κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἤθελεν ἀναγραφῆ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων· ἀλλ’ ἐγνώσθη ἀφοῦ συνετάχθη ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν, πρέπει δὲ διὰ δηλώσεως νὰ ζητήσωμεν νὰ ἐγγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, εἴτε νὰ εἰσαγάγωμεν ἴδιον νομοσχέδιον περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως, ἀφοῦ τὴν ἀνάγκην δὲν προέβλεψεν ὁ Προϋπολογισμός. Εἰσηγάγομεν λοιπὸν νομοσχέδιον, ἀλλ’ οὐχὶ διὰ χορηγίαν ἐκτάκτου πιστώσεως, ὡς οἱ προκάτοχοι ἡμῶν ἐφρόνουν· ἐπειδὴ δὲ ἡ πίστωσις δὲν ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ἀναπληρωτικὴ, διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ.

§161ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχει ἀντίῤῥησιν νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὡς πίστωσις.

§162Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει ὅμως νὰ μεταβληθῇ τοῦτο εἰς δήλωσιν, διότι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ.

§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν κατωτέρω. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 222,650 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1895. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 6,800 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1895. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 267). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἀντιβασιλείας ἢ διαχειρίσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν ἀποδημίᾳ τοῦ Βασιλέως ἐκτὸς τοῦ Κράτους κατὰ τὸ ἔτος 1896. Ὁ κ. Πετροπουλάκης ἔχει τὸν λόγον.

§165Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡ ἐντολὴ τοῦ λαοῦ, κύριοι Βουλευταὶ, ἐκάλεσαν ἡμᾶς ἐνταῦθα εἰς ἐκπλήρωσιν ὑψίστων καθηκόντων, τὸ δὲ Σύνταγμα μᾶς παρέχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγχωμεν τὰς κυβερνητικὰς παρανομίας, ὁσάκις ἤθελον παρουσιασθῆ τοιαῦται, καὶ νὰ νομοθετῶμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θέλομεν κρίνει ἐπωφελῆ εἰς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας ἡμῶν, τοὐναντίον δὲ νὰ ἀποκρούωμεν τὰ νομοσχέδια, ἅτινα νομίζομεν ὅτι δὲν εἶναι ἐπωφελῆ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Καὶ ἐὰν μέν τι τῶν νομοσχεδίων τούτων ἤθελε παρέλθει ἀπαρατήρητον, καὶ καθιστάμενον νόμος τοῦ Κράτους ἐπροξένει ζημίαν εἰς αὐτὸ, βεβαίως ἡ ζημία αὕτη δὲν θὰ ἦτο καταστρεπτικὴ, διότι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν ἠθέλομεν δίδει τὰς ἀτελείας του καὶ ἑπομένως εἰς ἄλλην σύνοδον τῆς Βουλῆς ἠθέλομεν καταργήσει τὸν νόμον ἐκεῖνον δι’ ἑτέρου, ἢ ἠθέλομεν διορθώσει τὰς ἀτελείας αὐτοῦ. Ἐὰν ὅμως μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἀντιβασιλείας καὶ κατὰ τὴν ἀποδημίαν τοῦ Βασιλέως ἤθελε συμβῆ τι, εἴτε ἐν τῷ ἐσωτερικῷ τῆς χώρας ἡμῶν, εἴτε ἐκτὸς αὐτῆς, ἐν Μακεδονίᾳ, Κρήτῃ ἢ ἀλλαχοῦ, καὶ ἤθελον παραβλαφθῆ τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα, ἡ ζημία αὕτη θὰ ἦναι ἐθνικὴ καὶ ἀνεπανόρθωτος. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα, καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Κράτους, καὶ ὡς Ἕλλην, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀφήσω ἀπαρατήρητον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Δὲν ἀρνοῦμαι, Κύριοι, τὸ δικαίωμα, ὡς προεῖπον, τὸ συνταγματικὸν, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Ἡγεμὼν, νὰ ἀποδημῇ, ὅταν θέλῃ καὶ ὅπου θέλει, ἀλλὰ δὲν δύνασθε ἐπίσης νὰ μοὶ ἀρνηθῆτε, ὅτι τὰ ἡγεμονικὰ ταξείδια δύο ἔχουσι καὶ πρέπει νὰ ἔχωσι λόγους· ἢ τὸν λόγον τῆς ὑγείας, ἢ νὰ ἐπιβάλλωνται ὑπὸ τῶν συμφερόντων τῆς χώρας καὶ ἰδίως τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων αὐτῆς. Ἐὰν ἦναι λόγοι ὑγείας, ὑποθέτω ὅτι εἷς μὴν, τεσσαράκοντα ἡμέραι, ἢ τὸ πολὺ 2 μῆνές εἰσιν ἀρκετοί. Ὡς πρὸς τὴν ἄλλην ὑπόθεσιν, ὅτι λόγοι ἀφορῶντες τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα ἐπιβάλλουσι τὰ ταξείδια ταῦτα, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ δεχθῶ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, διότι μακρὰ πεῖρα ἔχει διδάξει οὐ μόνον ἡμᾶς, ἀλλὰ πάντα τὰ Κράτη, ὅτι, προκειμένου περὶ γενικῶν συμφερόντων, οὐδεμία χωρεῖ συγγένεια, οἱ δὲ ἡγεμόνες θεωροῦνται ξένοι πρὸς ἀλλήλους. Τὰ Κράτη κανονίζουσι τὴν ἐξωτερικὴν αὐτῶν πολιτικὴν συμφώνως πρὸς τὰ συμφέροντά των. Ἔχομεν δὲ πρόσφατον παράδειγμα. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἐπεσκέφθη τὴν ἡμετέραν χώραν ὁ κραταιὸς Μονάρχης τῆς Γερμανίας, τοῦ ὁποίου γνωστοί εἰσιν οἱ στενοὶ συγγενικοὶ δεσμοὶ μετὰ τῆς Βασιλικῆς ἡμῶν οἰκογενείας. Ἐν τούτοις ὁ Μονάρχης οὗτος, κατὰ τὴν μικράν του διαμονὴν ἐνταῦθα, διὰ τῆς στάσεως, ἣν ἐτήρησε πρὸς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν τῆς χώρας ἡμῶν, ἀπέδειξε καταφανῶς, ὅτι οὐδόλως ἐπηρεάσθη ἐκ τῆς συγγενείας. Μετὰ τὴν ἔνδειξιν ταύτην ἔλαβε τὴν ἄγουσαν πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολιν, καὶ γνωρίζετε πόσον εὐνοϊκῶς ἐξεφράσθη περὶ τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας, χωρὶς νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν συγγένειαν μετὰ τοῦ ἡγεμόνος αὐτῆς. Δὲν ἀγνοεῖτε, Κύριοι, ὅτι ὁ ἀείμνηστος Ὄθων, ὁ ὁποῖος ἐβασίλευσεν ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν ἐπὶ τριάκοντα ὅλα ἔτη, καὶ τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας ἀναφέρω τὴν στιγμὴν ταύτην, δύο μόνον κατὰ τὸ μακρότατον ἐκεῖνο τῆς βασιλείας του διάστημα ἔκαμε ταξείδια, τὸ μὲν ἓν λόγῳ τῆς πασχούσης ὑγιείας του, τὸ δ’ ἕτερον... ὅτε καὶ δὲν ἐπανῆλθεν. Ὁ Βασιλεὺς ἐκεῖνος δὲν ἦτο Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων, ἀλλ’ ἦτο, μὲ τὸν περιωρισμένον τίτλον, «Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος», ἡ δὲ χώρα ἡμῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο μικροτέρα κατὰ τὴν ἔκτασιν. Ἀλλ’ ἦτο μικρὰ μὲν κατὰ τὴν ἔκτασιν, ἀλλὰ μεγίστη κατὰ τὴν ἠθικὴν δύναμιν. Καὶ εἰς ἀπόδειξιν τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου τούτων, σᾶς ὑπομιμνήσκω, ὅτι αἱ τρεῖς τότε Μεγάλαι Δυνάμεις ἡμιλλῶντο, ὁποία πρώτη νὰ ἔχῃ τὴν Ἑλλάδα ὡς σύμμαχον. Ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος Βασιλεὺς, συνεργαζόμενος μετὰ τῶν συμβούλων αὐτοῦ, εἶχε κατορθώσει, ὥστε ἀπὸ τῶν ἀπωτάτων χωρίων, ἀπὸ τῆς Ρουμανίας μέχρι Λαμίας καὶ Βονίτσης, ὅπου ἦσαν τότε τὰ ἑλληνικὰ μεθόρια, πάντες οἱ λαοὶ ἐκεῖνοι τῆς χερσονήσου τοῦ Αἵμου νὰ σεμνύνωνται, λεγόμενοι Ἕλληνες, εἶχε κατορθώσει δὲ νὰ ἦναι ἀρχηγὸς τῶν λαῶν ἐκείνων, ὑπὲρ τῆς μεγάλης ἡμῶν ἐθνικῆς ἰδέας, συνεννοούμενος μετ’ αὐτῶν, καὶ καραδοκῶν τὴν κατάλληλον στιγμήν, ἡ ὁποία ἤθελε τοῦ ἐπιτρέψει νὰ διεκδικήσῃ τὰ ἀπαράγραπτα ἡμῶν δικαιώματα, ὅπως ἐκπληρώσῃ τὸν διακαῆ πόθον του, ἐνῷ σήμερον ἡ Μακεδονία, ἡ Κρήτη, ἡ Ἤπειρος, ἡ Ἀλβανία καὶ αἱ λοιπαὶ δοῦλαι Ἑλληνικαὶ ἐπαρχίαι ἵστανται μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας, θεώμεναι τὴν Ἑλλάδα ἐξηντλημένην καὶ μὴ δυναμένην νὰ δράμῃ πρὸς βοήθειάν των. Ἐσωτερικῶς δὲ, μολονότι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἦτο μικρὸς, ἐν τούτοις εἶχε κατορθώσει, τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους νὰ ἦναι πλήρη χρημάτων, καὶ αἱ ἀποθῆκαι πλήρεις ὅπλων καὶ πολεμοφοδίων, ὁ δὲ μικρὸς στρατός του καλῶς γυμνασμένος. Εἶχε δὲ νὰ παλαίσῃ καὶ μὲ τοὺς ἐσωτερικοὺς περισπασμοὺς, οἱ ὁποῖοι τὸν ἠνώχλουν καθ’ ἑκάστην. Δυνατὸν νὰ εἶχε καὶ ἐλαττώματα ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος ἡγεμὼν, διότι ἤθελε νὰ συγκεντρώνῃ εἰς χεῖράς του ἁπάσας τὰς ἐξουσίας, καὶ τοῦτο ἴσως ἦτο ὁ κυριώτερος λόγος, δι’ ὃν ἐξώσθη ἐντεῦθεν, ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτο περιορίζομαι, ἀφήνων τὴν ἱστορίαν νὰ λαλήσῃ. Ὥστε βλέπετε, Κύριοι, ὅτι τὰ ταξείδια δὲν εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ κανονίζωσι τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν ἑνὸς Κράτους, ἀλλ’ ἡ ὀξυδέρκεια καὶ ἡ σύνεσις τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ ἀνδρῶν, συνεννοουμένων πάντοτε μετὰ τοῦ Ἡγεμόνος, καὶ ἐπωφελουμένων τῶν περιστάσεων, αἵτινες παρέρχονται ἀνεπιστρεπτεί. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὴν περίοδον ἐκείνην. Ἤδη ἂς εἰσέλθωμεν, Κύριοι, καὶ εἰς τὴν δευτέραν περίοδον τοῦ Βασιλείου, καὶ ἂς ἴδωμεν, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον μᾶς ὠφέλησαν τὰ μακρὰ ταῦτα ἡγεμονικὰ ταξείδια, ἢ οἱ πεντάωροι, οἱ ἑξάωροι καὶ οἱ τριήμεροι πολλάκις πομπώδεις λόγοι, οἵτινες ἐξεφωνήθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ θέλομεν πεισθῆ, ὅτι εἰς οὐδὲν μᾶς ὠφέλησαν, τοὐναντίον μάλιστα μᾶς ἔβλαψαν, καὶ μᾶς κατέστρεψαν κυριολεκτικῶς, καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἐθνικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικήν. Κατὰ τὸ ἔτος 1866 ἐγεννήθη ἡ μεγάλη τῆς Κρήτης ἐπανάστασις, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν γνώμην μου, μάρτυρος αὐτόπτου,—διότι εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ εὑρίσκωμαι ἐπὶ τὰ Κρητικὰ ὄρη κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην—δὲν ἦτο ἄλλο τι, παρὰ συνέχεια τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεως τοῦ 1821. Διότι εἰς μὲν τὸ 1821 ἔπεσε τὸ Μεσολόγγιον, εἰς δὲ τὸ 1866 τὸ Ἀρκάδιον. Κατὰ τὴν ἐπανάστασιν λοιπὸν ταύτην ἡ Ἑλλὰς ἐθυσίασεν οὐκ ὀλίγους ἄνδρας καὶ χρήματα, οὐ μόνον ἡ ἐλευθέρα, ἀλλὰ καὶ ἡ δούλη, διότι καὶ ἐθελοντὰς ἀπέστειλε καὶ μεγάλας χρηματικὰς συνδρομάς. Ἐν τούτοις ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη ἔπεσε! Διατί; Μὴ τάχα ἔπταισεν εἰς τοῦτο τὸ ἔνδοξον ἡμῶν ἔδαφος; Μὴ τάχα ἔπταισεν ἡ ἱστορικὴ θάλασσα; Ὄχι. Ἡ κακὴ διεξαγωγὴ τῆς ἐξωτερικῆς ἡμῶν πολιτικῆς ἂν καὶ δυσκολεύομαι δὲ νὰ τὸ εἴπω, θὰ τὸ εἴπω: διότι ἐσπεύσαμεν νὰ ἔλθῃ εἰς γάμον ὁ Βασιλεύς...

§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπερβαίνεται τὰ ὅρια τῆς κοινοβουλευτικῆς συζητήσεως. Συζήτησις περὶ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως δὲν δύναται νὰ γείνῃ.

§167Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δι’ ὅλας τὰς πράξεις, τὰς ἀναγομένας εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, καὶ δι’ ὅλας τὰς πράξεις, τὰς ἀναγομένας εἰς τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικὴν, εἶναι ὑπεύθυνοι οἱ Ὑπουργοί. Δύνασθε νὰ ἐπικρίνητε καὶ τοὺς ἐνεστῶτας καὶ τοὺς παρελθόντας Ὑπουργοὺς, ἀλλὰ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπητέ τι περὶ τοῦ Βασιλέως. Ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀναφέρηται τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως ἐπὶ ἐπικρίσει.

§168Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὠνόμασα πρόσωπα, διότι δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ὀνομάσω· διότι, ὡς ἐκ τῆς τότε νεαρᾶς ἡλικίας του, δὲν δύναμαι νὰ τὸν ἀδικήσω, ἀδικῶ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐπέτρεψε τοῦτο. Ὥστε, βλέπετε, μὲ ἐπρολάβατε πρὶν ἔτι ἐξηγηθῶ. Ἐν τούτοις ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη ἔπεσεν. Ἐρχόμεθα κατόπιν εἰς τὸ 1872, ὅτε ἐπῆλθεν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἡ διαίρεσις τῆς Μεγάλης ἡμῶν Ἐκκλησίας, καὶ ἡ ἀναγέννησις τῆς Ἐξαρχίας τῆς Βουλγαρικῆς, καθ’ ὃν χρόνον ἤρξατο πλέον ἡ κατάπτωσις τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Διατὶ ἆρα αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις ἐσκέφθησαν νὰ ἱδρύσουν Κρατίδια εἰς τὴν χερσόνησον τοῦ Αἵμου; Διότι ἀντελήφθησαν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ταῖς ἐχρησίμευε πλέον, ὡς ἄλλοτε. Μετὰ τοῦτο ἐρχόμεθα εἰς τὴν περίοδον τοῦ 1876, ὅτε ἡ Ἡγεμονία τῆς Σερβίας ἐκήρυξε τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας. Ἐζητήθημεν καὶ τότε παρ’ αὐτῆς ὡς σύμμαχοι, καὶ Μεγάλη τις Δύναμις, τὴν ὁποίαν δὲν θέλω νὰ ὀνομάσω, μᾶς παρώτρυνε νὰ λάβωμεν μέρος· ἐν τούτοις δὲν ἐλάβομεν, ὡς ἐκ τοῦ λάθους δὲ αὐτοῦ δὲν ἐλήφθημεν ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν συνθήκην τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, καὶ ἔκτοτε ἡ ἀναγέννησις τῆς Βουλγαρίας, καὶ ἡ μετατόπισις τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος ἐκ τῶν Ἀθηνῶν εἰς τὴν νεαρὰν πρωτεύουσαν τῆς Βουλγαρίας Σόφιαν, ὅπου καὶ ἑδρεύει σήμερον. Ἡμεῖς ἀπεμακρύνθημεν πλέον ἐντελῶς τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος, περιορισθέντες εἰς τὸν μικρόν μας ἐσωτερικὸν κύκλον, ἀλληλοτρωγόμενοι! Ταῦτα πάντα εἶναι, Κύριοι, λάθη, δυστυχῶς ἀνεπανόρθωτα. Μετὰ τοῦτο ἐπῆλθεν ἡ Βερολίνειος συνθήκη, ὅπου ἐλήφθημεν ὑπ’ ὄψιν ὡς Κράτος, καὶ μᾶς ἐχορηγήθησαν τὰ ὅρια, ἅτινα σᾶς εἶναι γνωστὰ, ἀλλὰ τοῦτο ἦτο ὡς νὰ μὴ μᾶς ἐχορηγήθη τίποτε, διότι δὲν εἴχομεν τὴν δύναμιν νὰ καταλάβωμεν τὰς ἀποφασισθείσας ὑπὸ τῆς συνθήκης ἐκείνης ἐκτάσεις. Διότι, ἐὰν εἴχομεν τὴν δύναμιν, δὲν θὰ εἴχομεν τὴν ἀνάγκην νὰ μᾶς ὑποδεικνύουν ἄλλοι μέχρι τίνος ὁρίου ἐκτείνονται τὰ Ἑλληνικὰ δικαιώματα. Ἐδέησε δὲ τότε—ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω—νὰ πολιτευθῇ δεξιῶς ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος, διὰ νὰ κερδήσωμεν τὴν Θεσσαλίαν καὶ μέρος τῆς Ἠπείρου. Αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, ἀσυγχώρητα λάθη τῶν κατὰ καιροὺς διοικησάντων τὸν τόπον, ἀπὸ τοῦ 1863 καὶ ἐντεῦθεν, ἐξ ὧν ἐπῆλθε καταστροφὴ ἐθνικὴ καὶ πλήρης ἀπελπισία. Κατόπιν ἐπῆλθεν ἡ ἐποχὴ τοῦ 1886, τοῦ τότε τετελεσμένου γεγονότος, τῆς ἑνώσεως τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας μετὰ τῆς Βουλγαρίας, ὅτε προΐστατο τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ὁ καὶ νῦν κ. Πρωθυπουργὸς, ἐκάλεσε δ’ ἐπὶ τὰ ὅπλα τοὺς Ἑλληνόπαιδας, οἵτινες ἀθρόοι ἔσπευσαν εἰς τὴν φωνὴν τῆς πατρίδος, καὶ ἠκολούθησαν τὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξεν αὐτοῖς τὸ καθῆκον. Καὶ τότε ὁ Βασιλεὺς ἐταξείδευεν ἐκτὸς τῆς χώρας, ἐπανελθὼν δὲ μετὰ τὸ ἀνωτέρω γεγονὸς, ἔτυχεν ἐνθουσιώδους ὑποδοχῆς ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις, θεωρῶν τὸν Ἡγεμόνα του ὡς τὴν μόνην αὐτοῦ ἐλπίδα, τὸν συνώδευσε μέχρι τῶν ἀνακτόρων. Ὁ Βασιλεὺς ἐξῆλθεν εἰς τὸν ἐξώστην καὶ εἶπε πρὸς τὸν λαόν: «στὴν καρδιά μου σᾶς ἔχω παιδιά!», ὁ δὲ λαὸς ἀπήντησεν, ὅτι τὸν ἔχει ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς του. Ἀλλὰ, Κύριοι, μολονότι εἶπε τὰς γλυκείας ταύτας καὶ πατριωτικὰς λέξεις, δὲν ἐπῆγε ποτὲ νὰ ἐπισκεφθῇ τὰ στρατόπεδα, ὅπως ἐνθαῤῥύνῃ καὶ ἴδῃ πῶς περνοῦν τὰ παιδιά. Μετ’ ὀλίγον ἀπεκλείοντο τὰ Ἑλληνικὰ παράλια ἀπὸ τοὺς ξένους στόλους, ὁ δὲ κύριος Πρωθυπουργὸς κατέθετε τὴν ἐξουσίαν. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἀπὸ τοῦ ἑνὸς λάθους περιεπίπτομεν εἰς τὸ ἕτερον, καὶ ὅτι καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἰς οὐδὲν μᾶς ὠφέλησαν τὰ ἀλλεπάλληλα ταξείδια, τὰ ὁποῖα, καὶ ἂν δὲν προξενοῦσιν ἄλλο μεγαλείτερον κακὸν, δύνανται νὰ βεβαιώσωσιν ὅμως τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι πρόκειται περὶ ἐντελοῦς ἀδιαφορίας, ἡ δὲ ἀδιαφορία αὕτη ἰσοδυναμεῖ μὲ καταστροφήν. Ἀλλοίμονον, Κύριοι, εἰς τὸν λαὸν, εἰς τὸν στρατὸν τοῦ Κράτους ἐκείνου, ὁ ὁποῖος πεισθῇ, ὅτι ἀδιαφορεῖ ὁ Βασιλεὺς αὐτοῦ! Ἡ πεποίθησις αὕτη γεννᾷ τὴν διάῤῥηξιν τῶν δεσμῶν μεταξὺ λαοῦ καὶ Βασιλείας, καὶ δὲν δύνανται νὰ συνυπάρξωσι. Δι’ αὐτὸ πρέπει αἱ Κυβερνήσεις εἰλικρινῶς νὰ συμβουλεύωσι καὶ νὰ λέγωσι τὰ ἀληθῆ πάντοτε εἰς τὸν Ἡγεμόνα. Δὲν ἐπιτρέπεται, κατ’ ἐμὲ, νὰ μὴ ὑποδεικνύηται ἡ ἀλήθεια, καὶ μόνη ἡ ἀλήθεια, εἰς τοὺς Ἡγεμόνας. Ὅταν ἀποκρύπτηται αὕτη, οἱ Ἡγεμόνες εὑρίσκονται ἐν πλάνῃ, ἡ δὲ πλάνη εἶναι μέγα κακὸν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ καταστρέψῃ ἓν ἔθνος, καὶ νὰ ῥίψῃ ἕνα Βασιλέα. Διὰ τοῦτο ἡ ἀλήθεια, λεγομένη ἀπὸ τοὺς συμβούλους τοῦ Ἡγεμόνος, καὶ ἀπὸ τὴν Αὐλὴν αὐτοῦ, πρὸς ἣν ἔχει μεγαλειτέραν ἐμπιστοσύνην, δύναται νὰ προλάβῃ μεγάλα κακά. Δι’ ὅλην αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία ἐγεννήθη ἐν ἡμῖν, Κύριοι, θὰ ὑπάρχῃ που ἓν νόσημα, τοῦ ὁποίου τὴν βάσιν ἂν δὲν φροντίσωμεν ν’ ἀνακαλύψωμεν καὶ θεραπεύσωμεν, μὴ ἐλπίζωμεν σωτηρίαν. Εἶναι ἀνάγκη, ἐπαναλέγω, νὰ μεριμνήσωμεν πάντες, νὰ ἐξεύρωμεν τὴν πηγὴν τῆς νόσου ταύτης, ἵνα τὴν θεραπεύσωμεν, διότι ἄλλως δὲν εἴμεθα διόλου καλά· καὶ ἂς μὴ πλανώμεθα. Πιστεύω μάλιστα ἀδιστάκτως, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν πλανᾶται, ἀλλ’ ὅτι πάντες πιστεύετε εἰς ὅ,τι λέγω.

§169Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παντάπασι!

§170Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἂς ἐξετάσωμεν τώρα, Κύριοι, καὶ τὴν ἐσωτερικὴν ἡμῶν κατάστασιν, διὰ νὰ ἴδωμεν, τίς ὁ αἴτιος τῆς καταστάσεως ταύτης· διότι δὲν ἐγεννήθη μόνη της. Εἶναι αἴτιος ὁ λαός; Οἱ ἄνδρες τοῦ 1863 ἐνόμισαν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς Ὄθων ἦτο ὁ κακὸς δαίμων τοῦ τόπου, καὶ ἔπρεπε νὰ φύγῃ. Ἐζήτησαν τὴν συνδρομὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις δὲν ἐδυσκολεύθη εἰς τοῦτο, καὶ οὕτω ὁ Βασιλεὺς ἐκεῖνος ἐξεδιώχθη. Σημειωτέον δὲ, ὅτι πρῶτον οἱ Αὐλικοί του ἐκρέμασαν κατὰ τὴν ἔξωσιν τοῦ Βασιλέως ἐκείνου τὴς κόκκινες κογκάρδες, ἐξαιρέσει ὀλιγίστων, καὶ εἶναι βέβαιον, Κύριοι, ὅτι οὗτοι τὰς κρεμοῦν πρῶτοι, διότι οὐδέποτε κόλαξ δύναται νὰ ἦναι καὶ γενναῖος. Ἐζητήσαμεν, Κύριοι ἀπὸ τὸν λαὸν φόρους δυσβαστάκτους διὰ νὰ τακτοποιήσωμεν τὰ τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ ἡμῶν, καὶ τὸν παρελύσαμεν, διὰ νὰ ἐξοπλίσωμεν τὸ Ναυτικόν μας, καὶ τὸ κατεστρέψαμεν. Νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι ἐντροπὴ πλέον νὰ συζητῶμεν περὶ τοῦ Ναυτικοῦ καὶ τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, ἀφοῦ ἐφροντίσαμεν νὰ τὰ φέρωμεν εἰς ἣν τὰ ἐφέραμεν ἐλεεινὴν κατάστασιν. Συζητοῦμεν ἐνταῦθα πρὸ ἡμερῶν πολλῶν περὶ «Μπουμπουλίνας», περὶ Ναυστάθμου, περὶ συστάσεως ἐπιτροπῶν καὶ περὶ τόσων ἄλλων κακῶν, τὰ ὁποῖα ἐντρέπεταί τις νὰ ἀναφέρῃ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης. Εἴπομεν εἰς τὸν λαὸν, ὅτι θὰ ἀνορθώσωμεν τὴν Δικαιοσύνην καὶ τὴν Παιδείαν, καὶ τὰ παρελύσαμεν κυριολεκτικῶς, θέσαντες αὐτὰ ὑποχείρια τῆς πολιτικῆς. Τοῦ εἴπομεν, ὅτι θὰ τοῦ τακτοποιήσωμεν τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἀλλὰ ποῦ ὑπάρχει δημοσία ἀσφάλεια; Τοῦ εἴπομεν ὅτι θὰ τοῦ κατασκευάσωμεν σιδηροδρόμους καὶ ἁμαξιτὰς ὁδοὺς, ἀλλ’ οὐδὲν ἐκ τούτου ἐξετελέσαμεν ὡς ἔπρεπε, διότι τὰ πάντα ἀφήκαμεν ἡμιτελῆ, ἀφοῦ δι’ αὐτὰ ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων ἐχρεώθημεν, κατασπαταλήσαντες εἰς βάρος τοῦ λαοῦ τὰ χρήματα ταῦτα. Ἢ μὴ τάχα ἐμεριμνήσαμεν περὶ τῆς γεωργίας καὶ βιομηχανίας; Οὐδὲν ὑπὲρ τούτων ἐπράξαμεν. Ἄρα ὁ λαὸς μόνον τὰ βάρη ὑπέστη καὶ ὑφίσταται, διὰ κανὲν δὲ δὲν πταίει...

§171Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τί κοινὸν ἔχουσιν αἱ ἀτέλειαι τῶν Κυβερνήσεων; Ἐὰν ἐδανείσθησαν χρήματα, ἵνα κατασκευάσωσιν ὁδοὺς, καὶ δὲν κατεσκεύασαν αὐτὰς, καὶ ἐὰν ἐπέβαλον φόρους ἵνα ἀνορθώσωσι τὴν παιδείαν, καὶ οὐδὲν ἔπραξαν, τί κοινὸν ἔχει ὁ ἔλεγχος οὗτος μετὰ τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ συστηθῇ Ἀντιβασιλεία κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἐν περιπτώσει ἀποδημίας τοῦ Βασιλέως;

§172Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἰδοὺ τί κοινὸν ἔχουσι. Πολλάκις παρουσιάσθησαν ζητήματα, ἀφορῶντα μεγάλα συμφέροντα τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα ἀπῄτησαν τὴν παρουσίαν τοῦ Βασιλέως, ἐν τούτοις αὐτὸς δὲν ἦτο ἐδῶ. Ἐὰν ἦτο ἐδῶ, ἤθελε διακανονίσει ἴσως ταῦτα κάλλιον τοῦ Ἀντιβασιλέως. Ὁ Διάδοχος δυνατὸν νὰ ἦναι καλὸς, ἀλλ’ ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας του δὲν ἔχει τὴν ἀπαιτουμένην πεῖραν.

§173ΖΟΥΖΟΥΛΑΣ. Τί εἶναι αὐτὰ, κύριε Βουλευτά!

§174Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια.

§175ΖΟΥΖΟΥΛΑΣ. Διατὶ δὲν τὰ ἐλέγετε, ὅταν διῳκεῖτε τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ Τρικούπη;

§176Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶσθε πολὺ νέος Βουλευτὴς, καὶ δὲν γνωρίζετε τὴν ἱστορίαν ἑκάστου. Ἄλλως τε μὴ στενοχωρεῖσθε καὶ θὰ ἔλθω καὶ εἰς τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ, διότι καὶ ἡμεῖς οὐκ ὀλίγον συνετελέσαμεν εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην, πιέζοντες τὰς Κυβερνήσεις...

§177ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐκ τῶν ἰδίων θὰ κρίνετε.

§178Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν ἐξαιρῶ καὶ τὸν ἑαυτόν μου· διότι καὶ ἐγὼ, ἂν ἤμην κυβερνητικὸς Βουλευτὴς, θὰ ἔπραττον ἴσως ὅσα καὶ ὑμεῖς. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν ἐὰν πταίουν καὶ αἱ Κυβερνήσεις. Βεβαίως πταίουν, διότι, ἂν οἱ κατὰ καιροὺς Πρωθυπουργοὶ εἶχον τὸ σθένος νὰ εἴπουν πρὸς ἡμᾶς, ὅτι «δὲν σᾶς δίδομεν παράλογα ῥουσφέτια», καὶ ὅτι «δὲν ὑποβάλλομεν νομοσχέδια προσωπικὰ πρὸς ἐπιψήφισιν», καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τοῖς ἠρνούμεθα ὑποστήριξιν, νὰ καταλάβωσι τὸ βῆμα τοῦτο καὶ νὰ εἴπωσι: «Καταθέτομεν τὴν ἐξουσίαν, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποφέρωμεν τὰς ἀξιώσεις τῶν Βουλευτῶν πρὸς βλάβην τοῦ τόπου», τί νομίζετε ὅτι θὰ συνέβαινε; Τὸν μὲν Πρωθυπουργὸν θὰ συνώδευεν ὁ λαὸς μέχρι τῆς οἰκίας του, ζητωκραυγάζων ὑπὲρ αὐτοῦ, ἡμᾶς δὲ θὰ ἐλιθοβόλει. Ἀλλὰ δὲν τὸ πράττουσι, διότι οὗτοι ἐνδιαφέρονται περισσότερον διὰ τοὺς οἰκείους καὶ προσφιλεῖς αὑτῶν, καὶ οὗτοι ὑποβάλλουσιν εἰς τὸν Βασιλέα τοὺς προσωπικοὺς νόμους, οὓς ἐπικυροῖ ἀβασανίστως. Περαίνων, Κύριοι, λέγω ὅτι ὁ Βασιλεὺς, δὲν εἶναι συμφέρον, νὰ ἀποδημῇ συχνὰ, καὶ ὅτι πρέπει νὰ κάμνῃ ἀγαθὴν χρῆσιν τῶν συνταγματικῶν προνομιῶν του, διὰ νὰ ἦναι σεβαστός. Αἱ Κυβερνήσεις δὲ καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους πρέπει νὰ συνετισθῶμεν, ἄλλως ἂς μὴ σᾶς μένῃ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι, ἂν ἀκολουθήσωμεν ἣν ἠκολουθήσαμεν μέχρι σήμερον πορείαν, ὁ λαὸς θὰ μᾶς πάρῃ μὲ τὴς πέτραις, καὶ πρέπει νὰ τὸ πράξῃ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).

§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 742,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1895.

§180ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ζητεῖται ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐκ δραχμῶν 694,000 δι’ ὑπερτίμησιν συναλλάγματος διὰ τὰς εἰς μεταλλικὸν πληρωμὰς τοῦ δημοσίου χρέους. Τὸ δημόσιον χρέος τὸ εἰς μεταλλικὸν ἀνέρχεται εἰς 9,417,000, τὰς ὁποίας ἀναγράφει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895. Ὁ ἴδιος προϋπολογισμὸς δίδει πίστωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπολογίζων τὰ φράγκα ταῦτα τὰ χρυσᾶ πρὸς δραχ. 1,75 ἕκαστον. Γνωρίζομεν ὅτι ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐντεῦθεν ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος δὲν ἀνῆλθεν ἐπὶ τοσοῦτον ἄνω τῆς μιᾶς δραχμῆς καὶ 75 λεπτῶν, ὥστε ν’ ἀπαιτηθῇ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις δρ. 694,000. Μοὶ φαίνεται ἑπομένως, ὅτι τὸ ποσὸν ὑπερβαίνει τὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μᾶς διαφωτίσῃ διατὶ ἀπαιτεῖται τόσον ποσὸν διὰ τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος. Μήπως ὑπάρχει καὶ ἄλλη πληρωμὴ εἰς χρυσὸν, ἐκτὸς τοῦ ποσοῦ τοῦ ὀφειλομένου διὰ τὸ δημόσιον χρέος;

§181Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν ὑπῆρχε πληρωμὴ συναλλαγματικῆς διαφορᾶς χάριν ποσῶν, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος ὀφείλει ἐξ ἀγορᾶς εἰδῶν, ἢ δι’ ἄλλας παραγγελίας, αἱ πληρωμαὶ ἤθελον καταλογισθῆ εἰς τὰς πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δι’ ἐκείνην τὴν ἀνάγκην. Ἀλλ’ ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ ὑπῆρξε μεγαλειτέρα τῆς ἀναγραφείσης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ μέχρι τῆς 1 Ἰουνίου, καὶ αἱ δόσεις δὲ, αἱ ὁποῖαι ἐπληρώθησαν, ἡμῶν ὄντων ἐν τῇ Κυβερνήσει, καὶ αὐταὶ ὑπερέβησαν τὰ 175 λεπτὰ κατὰ τὸ πλεῖστον, διότι τινὲς μὲν ἐπληρώθησαν ἐντὸς τῶν 175 λεπτῶν, ἀλλ’ αἱ πλεῖσται εἰς τιμὴν ἀνωτέραν· διότι μετὰ τὰς συμβάσας κρίσεις ἐν τε τῇ Κωνσταντινουπόλει καὶ τὰ ἄλλα συμβεβηκότα, τὰ λαβόντα χώραν ἐν τῇ Εὐρώπῃ, ἡ ἀξία τοῦ συναλλάγματος ὑπερέβη τὰ 175 λεπτὰ καὶ εἶχεν ἀναβῆ μέχρι τῶν 185.

§182ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀκριβῶς τοῦτο εἶπον καὶ ἐγὼ, ὅτι ὑπελογίσθη διά τινας πληρωμὰς διαφορὰ συναλλάγματος ἀνωτέρα τῶν 175 λεπτῶν, ἀλλ’ ἡ διαφορὰ αὕτη, ἐξ ὅσων γνωρίζομεν, δὲν δύναται ν’ ἀπαιτήσῃ ποσὸν 694,000 δραχμῶν, διότι, ἐὰν προσθέσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ διὰ τὴν συναλλαγματικὴν διαφορὰν ἀναγραφόμενον, θέλομεν φθάσει εἰς ποσὸν ὑπερβαῖνον τὴν τιμὴν τῶν δρ. 1,82 κατὰ φράγκον διὰ τὸ ὅλον τῶν πληρωμῶν τοῦ Δημοσίου.

§183Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι πρὸ ἡμῶν ἐπληρώθη τὸ φράγκον εἰς τιμὴν λεπτ. 182.

§184ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ θεωρῶ δύσκολον.

§185Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ σᾶς φέρω σημείωσιν τῶν τιμῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἠγοράσθη τὸ συνάλλαγμα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως.

§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης δημοσίων ἔργων, δι’ ἅπερ ἀναγράφονται πιστώσεις εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).

§187Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος πίνακος μετὰ τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου θὰ παρακαλέσω πρῶτον τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὰ σχετικὰ τμήματα, ὁπόταν ὑποβάλλωσιν αἰτήσεις πιστώσεων, νὰ τακτοποιῶσι τὰς πιστώσεις συμφώνως μὲ τὴν τάξιν τῶν ὑποβληθέντων προϋπολογισμῶν, διότι ἄλλην τάξιν ἔχουσιν οἱ προϋπολογισμοὶ οἱ συνημμένοι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, καὶ ἄλλην τάξιν τὰ νομοσχέδια, ἑπομένως ὁ θέλων νὰ προβῇ καὶ εἰς τὴν παραμικροτέραν μελέτην ἀναγκάζεται νὰ καταβάλλῃ πολλαπλασίους κόπους. Δεύτερον παρατηρῶ, ὅτι ἐλήφθη μέτρον περὶ ἐπισκευῆς τελωνειακῶν τινων καταστημάτων, δυστυχῶς ὅμως ἡ ὑπηρεσία δὲν παρέσχε τὰ μέσα περὶ ἐπισκευῆς τοῦ καταστήματος ἑνὸς τῶν μεγαλειτέρων τελωνείων τοῦ Κράτους, τοῦ τελωνείου τοῦ Βόλου, τὸ ὁποῖον κατέχει τὴν δευτέραν θέσιν κατὰ τὴν εἴσπραξιν. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἕνεκα δὲ ἀσθενείας παρέλειψα νὰ δώσω καὶ τὸν ἀριθμὸν τοῦ σχετικοῦ ἐγγράφου τοῦ κ. τελώνου, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ τελωνεῖον Βόλου στερεῖται καθ’ ὁλοκληρίαν ἀποθηκῶν, τὰ δ’ ἐμπορεύματα μένουσιν ἐκτεθειμένα, πολλὰ δὲ τούτων ὑφίστανται βλάβας οὐ σμικρὰς, καθόσον καὶ τὸ ὑπάρχον στέγασμα, ἕνεκεν τοῦ ὕψους του, δὲν πληροῖ τὰς συνθήκας τῆς προφυλάξεως. Ἕνεκα τούτων φρονῶ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ταχίστη πρόνοια. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν παραλειπομένων πιστώσεων ὑπάρχουσι τρεῖς, τῶν ὁποίων οἱ προϋπολογισμοὶ σημειοῦνται ἐν τῷ γενικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Εἶναι δὲ αὗται αἱ ἑξῆς: Ἐν σελίδι 14, δραχ. 4,800 «δι’ ἐκτέλεσιν διαφόρων ἐργασιῶν ἐν τῷ καταστήματι τοῦ Φρενοκομείου Κερκύρας». Ἐν σελίδι 17, διὰ τὸ κατάστημα τοῦ καπνοκοπτηρίου Πειραιῶς δραχ. 5,000. Ἐν σελίδι 22, δι’ ἐπισκευὰς πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν φυλακῶν Τρικκάλων, ἕνεκα τῆς γενομένης ἀποδράσεως ἐκ τῶν φυλακῶν αὐτῶν, δαπάνη 10,000 δραχμῶν. Συμπεριελήφθη ὅμως ἑτέρα πίστωσις ἐκ δραχμῶν 16,000 «πρὸς μεταῤῥύθμισιν τοῦ τελωνείου Σύρου καὶ στερεοποίησιν τῆς στέγης τῶν ἀποθηκῶν αὐτοῦ», ἐνῷ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1895, κεφάλαιον 12 ἄρθρ. 1, διὰ τὸ τελωνεῖον Σύρου ἐδόθη πίστωσις 12,000 δραχ. Διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν ἀνακτόρων ἐν Κερκύρᾳ ζητεῖται πίστωσις 15,000 δραχμῶν, ἑτέραν δὲ πίστωσιν 15,000 δραχμῶν ἐψηφίσαμεν πέρυσιν εἰς τὸ κεφάλαιον 11 ἄρθρον 4. Τρίτον ζητεῖται πίστωσις πρὸς μεταῤῥύθμισιν τοῦ ἐν Τύρινθι Γεωργικοῦ Σχολείου καὶ Ἱπποφορβείου δραχμῶν 30,000, ἐνῷ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, (κεφάλαιον 11 ἄρθρον 3) ἐψηφίσθη ὑπὲρ αὐτῶν πίστωσις 30,000 δραχμῶν. Ζητεῖται ἐπίσης ἑτέρα πίστωσις, ὑπὸ τὸν τίτλον εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν «μεταῤῥύθμισις καὶ ἀνακαίνισις τῶν φυλακῶν Λευκάδος», ἐνῷ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁ τίτλος εἶναι «ἀνέγερσις φυλακῶν Λευκάδος», καὶ ἐνῷ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐψηφίσαμεν, ὑπὸ τὸ κεφάλαιον 13 ἄρθρον 13 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, πίστωσιν δραχμῶν 15,000, ζητεῖται ἤδη νέα πίστωσις ἑτέρων 15,000 δραχμῶν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ τὸ σχετικὸν τμῆμα νὰ μᾶς προσαγάγῃ ἕνα πίνακα, ἐμφαίνοντα, τί ἐψηφίσαμεν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος καὶ τί ζητεῖται ἐφέτος, ἵνα ἐπὶ τέλους οἱ Βουλευταὶ ἀπαλλασσώμεθα πολλῶν κόπων.

§188ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ παρελθὸν ἔτος ἐψηφίσθησαν διάφοροι πιστώσεις, μεταξὺ δ’ ἄλλων καὶ διὰ τὰς φυλακὰς Λευκάδος, καὶ ὑπεβλήθη προϋπολογισμὸς τῆς ὅλης δαπάνης τῆς κατασκευῆς ἢ ἀνεγέρσεως φυλακῶν Λευκάδος. Ἤδη βλέπω, ὅτι συνετάχθη ἕτερος προϋπολογισμός, καὶ μάλιστα, ὅταν ἐκ τῆς δημοσιεύσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως πληροφορούμεθα, ὅτι ἐγένετο καὶ δημοπρασία διὰ τὴν ἐργολαβίαν τῆς ἀνεγέρσεως τῶν φυλακῶν Λευκάδος. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ, πῶς μετὰ τὴν γενομένην δημοπρασίαν ἐπανερχόμεθα πάλιν εἰς νέον προϋπολογισμόν. Παρακαλῶ ἐντεῦθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, εἰς τί ὀφείλεται ἡ ὑποβολὴ τοῦ νέου προϋπολογισμοῦ. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε πέρυσιν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Λευκάδι Πρωτοδικῶν ἀκριβῶς περὶ τῶν φυλακῶν Λευκάδος.

§189ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν θὰ σᾶς φέρω τὰς πληροφορίας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως δραχ. 780,879.51 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1895).

§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1896. Ὁ κ. Καΐρης ἔχει τὸν λόγον.

§192Δ. ΚΑΙΡΗΣ. Πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν μελέτην τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τῆς γενομένης ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐργασίας διὰ τὴν προεξέλεγξιν αὐτοῦ. Ἐν πρώτοις ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὅλα τὰ μέλη, ὅσα μετέσχον τῆς προεξελέγξεως, ἀποτελοῦντα ἀκριβῶς τὸν ἀναγκαῖον ἀριθμὸν διὰ τὴν ἀπαρτίαν, εἰργάσθησαν μετὰ πολλοῦ ζήλου καὶ πολλῆς προθυμίας· ὀφείλω ἐπίσης νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἰδίως ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἐβοήθησε τὴν ἐπιτροπὴν εἰς τὴν ἐργασίαν της ταύτην, διότι δὲν ἐχορήγησεν ὅλα τὰ στοιχεῖα, ὅσα κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὸν ἀκριβῆ ἔλεγχον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καίτοι δὶς ἐζήτησα ταῦτα διὰ τοῦ κ. προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ συνεπῶς δὲ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της οὔτε τὸν γενικὸν λογαριασμὸν τῆς δοσοληψίας τοῦ Κράτους, οὔτε τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1894, οὔτε τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ ἐκτελουμένου Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 διὰ τοὺς 11 τοὐλάχιστον πρώτους μῆνας, ὧν τὰ ἀποτελέσματα εἶχον δημοσιευθῆ, ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ προεξήλεγχε τὸν Προϋπολογισμόν, οὔτε τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ὁ λογιστικὸς νόμος θεωρεῖ ἀναγκαίους. Ἡ ἐπιτροπὴ ὑπ’ ὄψιν της εἶχε μόνον τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀνέγνωσε τοῦτο ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, παρέβαλε τὰς ἀναγραφὰς τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ξηρὰ ἀποτελέσματα τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν, καὶ ἀπεφάνθη κατὰ πλειονοψηφίαν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς καλῶς ἔχει. Πλὴν τῆς ἐργασίας ταύτης καὶ παρατηρήσεών τινων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐπί τινων ἐκ τῶν ἐσόδων καὶ ἐπί τινων ἐκ τῶν ἐξόδων, οὐδεμία ἄλλη ἐργασία ἐγένετο. Πάντες, κύριοι Βουλευταὶ, γινώσκετε, ὅτι ἡ προεξέλεγξις τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι θεμελιώδης συνταγματικὴ διάταξις καὶ ἀπαραίτητος, διότι ὁ ἀκριβὴς ἔλεγχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ γίνεται παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν ὅλαις ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ, ἡ δὲ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἀληθῶς φωτίζει τὴν Βουλὴν καὶ καθιστᾷ εὐχερῆ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν ἐπεκράτησεν ἡ πεπλανημένη γνώμη, ἡ ἐργασία τῆς προεξελέγξεως νὰ θεωρῆται μᾶλλον ἐργασία τυπικὴ ἢ ἐργασία οὐσιαστική, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν, ὅτι αἱ κατ’ ἐπανάληψιν ἐξενεχθεῖσαι γνῶμαι παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ περὶ ἐλαττωμάτων καὶ ἀτελειῶν τῆς κρατούσης φορολογικῆς νομοθεσίας, περὶ τῆς φειδωλοτέρας διαχειρίσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους δὲν ἔτυχόν ποτε τῆς προσοχῆς οὔτε τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων, οὔτε καὶ τῶν πλειοψηφιῶν τῆς Βουλῆς. Τοῦτο εἶναι γεγονὸς σημαντικὸν, καὶ εὔχομαι εἰς τὸ ἑξῆς νὰ μεταβληθῇ ἡ κρατήσασα αὕτη γνώμη, καὶ ἡ λειτουργία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ὑψωθῇ ἀληθῶς εἰς τὸ ὕψος τῆς ἐννοίας ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἔταξεν αὐτὴν ὁ θεμελιώδης νόμος. Μετὰ τὰ ὀλίγα ταῦτα εἰσέρχομαι εἰς τὴν μελέτην τοῦ θέματός μου. Δύο ἔτη καὶ τρεῖς μῆνες ἀκριβῶς συνεπληρώθησαν ἀπὸ τοῦ ἀτυχοῦς γεγονότος τῆς πτωχεύσεως, ὅτε τὸ Κράτος, ἐξ ἀδυναμίας βεβαίως, ἀλλὰ καὶ αὐτοβούλως, περιέκοψεν 70% ἐκ τῶν τόκων τῶν πέντε ἐξωτερικῶν δανείων, καὶ ἀνέστειλε τὴν πληρωμὴν τῶν χρεωλυσίων αὐτῶν· ἐν τῷ μεταξὺ τοῦ χρόνου τούτου ὁ παρὼν Προϋπολογισμὸς εἶναι ὁ τρίτος, ὅστις ὑποβάλλεται ἀπὸ τῆς πτωχεύσεως, βάσιν ἔχων ὡς πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῶν πιστωτῶν του τὸν νόμον τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893. Καὶ περιεκόψαμεν ἐτησίως 22 ὡς ἔγγιστα ἑκατομμύρια εἰς μεταλλικὸν, τὰ ὁποῖα ἀντιστοιχοῦν εἰς νόμισμα πιστωτικὸν τοῦ Κράτους πρὸς 37,500,000· καὶ εἰς τί τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἀντίτιμον τῆς τιμῆς τῆς χώρας, εἰς τί χρησιμοποιεῖται διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς τιμῆς τῆς χώρας καὶ διὰ τὴν πρόοδον καὶ ἀνάπτυξιν αὐτῆς; Μήπως ἆρά γε τὸ περικοπὲν ποσὸν ἦτο ἐντελῶς ἀνύπαρκτον εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους; ἢ μήπως εἶναι κεκρυμμένον εἰς τὰ πολλὰ ἑρμάρια τοῦ μεγάλου αὐτοῦ χρηματοκιβωτίου, τὸ ὁποῖον λέγεται Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους; Εὐτυχῶς ἢ ἀτυχῶς, (οἵαν λέξιν θέλετε λάβετε) καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους τῆς πτωχεύσεως καὶ οἱ πρὸ αὐτοῦ καὶ οἱ μετ’ αὐτὸν ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς συνεισέφερε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ συνεισφέρῃ εἰς νόμισμα πιστωτικὸν τῆς χώρας μετὰ στενοχωρίας, ἀλλὰ καὶ ἀγογγύστως, ὅλους τοὺς πόρους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀναγκαῖοι διὰ τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν τοῦ δημοσίου χρέους ἐν πληρότητι. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1892 ἀνέγραφεν ἔσοδα 104 ὡς ἔγγιστα ἑκατομμύρια, καὶ ἐπραγματοποίησεν ἔσοδα ἐκ τῶν τακτικῶν πόρων, ὡς δείκνυσιν ὁ ἀπολογισμὸς, 95,585,569, δηλαδὴ ποσὸν κατὰ 2,216,695 ὀλιγώτερον ὅλων τῶν τακτικῶν ἐξόδων, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους ἐν πληρότητι· ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1893 προϋπελόγιζεν ἔσοδα 111 περίπου ἑκατομμύρια, καὶ ἐπραγματοποίησε τακτικὰ ἔσοδα 96,779,667, ποσὸν περίπου ἴσον πρὸς τὰ τακτικὰ αὐτοῦ ἔξοδα· ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1894, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ πρῶτος Προϋπολογισμὸς μετὰ τὴν πτώχευσιν, προϋπελόγιζεν ἔσοδα 88 περίπου ἑκατομμύρια, καὶ ἐπραγματοποίησεν ἔσοδα τακτικὰ 97,000,000, ποσὸν πολὺ ἀνώτερον τῶν τακτικῶν ἐξόδων του καὶ τῆς περικεκομμένης ὑπηρεσίας τοῦ χρέους κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1893. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 τοὺς αὐτοὺς πόρους ἔχει, ὡς καὶ ὁ ὑποβληθεὶς τοῦ 1896. Βεβαίως, κ. Βουλευταὶ, τὰ ἐκ τῶν φόρων εἰσερχόμενα χρήματα εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα δὲν ὑπεξαιροῦνται παρ’ ἀγνώστων, διανέμονται ὡς καὶ πρὸ τῆς πτωχεύσεως εἰς τοὺς δικαιούχους, τοὺς σημειουμένους εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, ἐκτὸς ποσοῦ τινος, τὸ ὁποῖον ὁμολογουμένως διετέθη ἀπέναντι τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ πρὸς ἐξόφλησιν μέρους τοῦ δανείου ἐξ ἐντόκων γραμματίων, ὅπως ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ εἰσηγητηρίῳ αὐτοῦ ἀγορεύσει ἐξέθηκεν. Ἀλλὰ τότε γεννᾶται ἡ ἀπορία ἴσως καὶ ἡ ἐρώτησις, ἀφοῦ οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, διατὶ ἐπτωχεύσαμεν; Εἶπον καὶ ἄλλοτε καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ ἤδη νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἐμὴν ἐπτωχεύσαμεν διὰ δύο κυρίως λόγους. Πρῶτον διότι ὑπερεξετιμήσαμεν τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τῆς χώρας καὶ ἐξηκολουθήσαμεν τακτικῶς νὰ αὐξάνωμεν κατ’ ἔτος τὰς ἐν γένει δαπάνας τῆς διοικήσεως πέραν τοῦ πρέποντος, καὶ δεύτερον διότι ἀστόχως ηὐξήσαμεν τὰς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους εἰς ποσὸν τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον ἡ χώρα ἦτο ἀνεπαρκὴς νὰ παράσχῃ εἰς τὸ Κράτος πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεών της. Αἱ μεγάλαι ὅθεν ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν, αἱ ἀπαιτήσεις τῶν πιστωτικῶν καταστημάτων, αἱ ἀπαιτήσεις διαφόρων ἀνωνύμων ἑταιριῶν, πολλῶν ξένων ἐργαζομένων ἐνταῦθα, ἔφθασαν εἰς βαθμὸν ζητήσεως πολὺ ἀνώτερον τῆς προσφορᾶς τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος καὶ τοῦ συναλλάγματος ἐκ μέρους τῆς χώρας, καὶ ἐντεῦθεν ἐπῆλθε κυρίως ἡ μεγάλη ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ, ἐντεῦθεν ἐγεννήθη μέγα κενὸν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ ἐκ τοῦ κενοῦ τούτου, τὸ ὁποῖον ἐζητήσαμεν κατὰ ἐπανάληψιν νὰ πληρώσωμεν διὰ τῆς ἐντάσεως τῆς φορολογίας, ἀλλὰ δὲν τὸ κατωρθώσαμεν, ἐπῆλθεν ἡ πτώχευσις τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ μετὰ τὸ ἀτυχὲς γεγονὸς τῆς πτωχεύσεως δικαιολογεῖται οἰκονομικὴ πολιτικὴ, οἵα καὶ ἡ πρὸ τῆς πτωχεύσεως; δικαιολογεῖται ἡ περαιτέρω ἐκκρεμότης τοῦ διακανονισμοῦ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς πιστωτάς του καὶ ἡ ἐπακολούθησις τῆς πτωχεύσεως; Ὁ κ. Πρόεδρος Κυβερνήσεως, καὶ πολὺ πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 16 Ἀπριλίου, καὶ κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, περιοδεύων τὰς ἐπαρχίας, ἐβροντοφώνει εἰς ἐπήκοον τῶν ἐκλογικῶν συλλόγων, ὅτι ὑπερτάτη ἀνάγκη ἐπιβάλλει τὴν ταχίστην συντέλεσιν τοῦ συμβιβασμοῦ, ἵνα ἀποκατασταθῇ ἡ πίστις τῆς χώρας καὶ ἵνα δοθῇ καιρὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐργασθῇ διὰ τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν πρόοδον αὐτῆς· ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἀπαιτεῖ νὰ περικοπῶσιν αἱ δαπάναι τῆς διοικήσεως μέχρι τοῦ ἐσχάτου ὁρίου, τοῦ δυνατοῦ διὰ τὴν διοίκησίς της, ὅπως ἔχωμεν περίσσευμα, ἵνα ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰ ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ Κράτους, οἷα εἶναι τὰ τῆς ὁδοποιΐας, σιδηροδρομικὰ καὶ ἄλλα· ἔλεγεν ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ μεταῤῥύθμισις φόρων τινῶν, ὡς ἀδίκων καὶ καταπιεστικῶν, καὶ δὴ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου· ἔλεγεν ὅτι πάντως πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν ἓν περίσσευμα, ἵνα προβῶμεν εἰς ἔργα χρήσιμα διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, διότι ἄνευ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, (καὶ ἔλεγε πολὺ ὀρθῶς) οὔτε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους θὰ βελτιωθῶσιν, οὔτε ἡ χώρα θὰ καταστῇ ἐπαρκὴς, οὔτε αἱ νομισματικαὶ ἀνωμαλίαι, αἵτινες ὑπάρχουσι σήμερον, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐξομαλυνθῶσι. Καὶ ὁμολογουμένως αἱ ἐπαγγελίαι τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ σωστικαὶ καὶ ὠφέλιμοι εἶναι· διότι τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ συντέλεσις τοῦ συμβιβασμοῦ δὲν εἶναι ἀναγκαιοτάτη; Τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι αἱ οἰκονομίαι δὲν εἶναι ἀπαραίτητοι; Τίς, ὅτι τὰ δημόσια ἔργα δὲν εἶναι ὠφέλιμα; Τίς, ὅτι ἡ ἀνάπτυξις τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας δὲν εἶναι ἐπιβάλλουσα; Καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μετὰ πρωτοφανοῦς ἐνθουσιασμοῦ καὶ μετὰ μεγίστης παρά ποτε πλειοψηφίας ἐνίσχυσε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπέβαλεν αὐτὸν εἰς τὴν χώραν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνταπεκρίθη εἰς τὰς ἐπαγγελίας του καὶ ἐδικαίωσε τὸν ἐνθουσιασμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τὴν μεγίστην πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνην; Τοῦτο ἀποδεικνύει ἡ δρᾶσις τῆς Κυβερνήσεως εὐθὺς ὡς ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχήν. Ὅλαι αἱ γνῶμαι, ὅλαι αἱ σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως κατοπτρίζονται καὶ ἐν τῷ ψηφισθέντι Προϋπολογισμῷ τοῦ 1895 καὶ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμῷ τοῦ 1896. Τὸ ζήτημα τοῦ ὁριστικοῦ διακανονισμοῦ τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν πρὸς τοὺς πιστωτὰς δυστυχῶς κρατεῖ ἔτι ἐκκρεμὲς καὶ ὑπὸ διαπραγματεύσεις, καίτοι παρῆλθον ἤδη 9 μῆνες. Τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομιῶν μέχρι τοῦ ἐσχάτου ὁρίου τοῦ δυνατοῦ δὲν ἠδυνήθη ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ πραγματοποιήσῃ καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, διότι τὸ διάστημα ἀπὸ τῆς ἀνόδου του εἰς τὴν ἀρχὴν μέχρι τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἦτο ἐπαρκὲς τὴν πρόνοιάν του περὶ ἐκτελέσεως ἔργων χρησίμων διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας ἄφησεν ὑπὸ μελέτην, ἵνα ὑποβάλῃ εἰς τὴν παροῦσαν σύνοδον πλήρη τὰ ἔργα του. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη βραδύτης τῆς Κυβερνήσεως ἦτο δικαιολογημένη; Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ 1892, ὅτε ἔφυγεν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, ἤλεγχεν ἐπὶ τούτοις τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν ἐν τῇ Βουλῇ, ὤφειλε δὲ νὰ ἦναι ἐντελῶς παρεσκευασμένος καὶ νὰ εἶχεν ἕτοιμα τοὐλάχιστον τὰ ῥιζικώτερα τῶν μέτρων του, ἵνα τὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν βάσανον καὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ὅτε τὸ πρῶτον συνῆλθεν. Ἀλλὰ ποῖα μέτρα προέβαλε ῥιζικά; Ἐκτὸς τοῦ θεσμοῦ περὶ συστάσεως ἰδίου ταμείου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, τοῦ νόμου περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τοῦ νόμου περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἡ ὁποία δὲν κατηργήθη ἔτι, πλὴν τῆς καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς, ἐκτὸς τῶν μέτρων τούτων, ὅλα τὰ ἄλλα νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλε καὶ τὰ ὁποῖα ὠνόμασε νομοθετήματα περισυλλογῆς καὶ ἀνορθώσεως, δὲν ἀνταποκρίνονται οὔτε εἰς τοὺς σκοποὺς, διὰ τοὺς ὁποίους ὑπεβλήθησαν, οὐδὲ εἰς τὰς περιλαλήτους οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ἐπηγγέλλετο. Καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐψηφίσαμεν νόμους κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, διὰ τῶν ὁποίων περιωρίσθησαν κατά τι τὰ ἔξοδα εἰς τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν καὶ εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, καὶ εἰς τὸν κλάδον τὸν ἐφοριακὸν, εἰς τὸν κλάδον τὸν τελωνειακὸν καὶ εἰς τὸν κλάδον τὸν προξενικόν· ἀλλὰ ἀφ’ ἑτέρου ἐψηφίσαμεν καὶ νέα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀπεῤῥόφησαν ὅλας τὰς οἰκονομίας, καὶ μάλιστα ηὔξησαν τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως εἶναι ἡ δαπάνη τῆς ἀνασυστάσεως τῶν Πρεσβειῶν, ἡ δαπάνη τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ἡ δαπάνη προαγωγῆς τελωνείων τινῶν καὶ τελωνειακῶν σταθμῶν καὶ τόσων ἄλλων θέσεων, αἵτινες ἀναφέρονται ἐν τοῖς καθέκαστα τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ 1895 καὶ τοῦ 1896. Ἡ μελέτη δὲ τοῦ ἐκτελουμένου Προϋπολογισμοῦ θὰ δείξῃ ὁποῖα θὰ ἦναι τὰ πιθανὰ ἀποτελέσματα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας ἐπεδίωξεν ἡ Κυβέρνησις οὐχὶ διὰ τῆς μεταβολῆς τῶν ὀργανικῶν νόμων τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν, οὐχὶ διὰ τῆς περιστολῆς τῶν δαπανῶν τῶν γενομένων ἄνευ νόμων, ἀλλὰ διὰ τῆς ἁπλῆς ἐκτελέσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἤτοι διὰ τῆς εἰδικεύσεως πολλῶν πιστώσεων, πολλῶν κεφαλαίων καὶ ἄρθρων, ὥστε ἑκάστη πίστωσις νὰ ἀνταποκρίνηται καὶ εἰς εἰδικήν τινα δαπάνην. Καὶ ἂς ἐξετάσωμεν τὸν ἐκτελούμενον Προϋπολογισμὸν τοῦ 1895 διὰ γενικῶν γραμμῶν. Ὡς δεικνύει ἡ μέχρι σήμερον ἐκτέλεσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, προκύπτει ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 θὰ ἀπολήξῃ εἰς ἔλλειμμα, παρ’ ὅλας τὰς προσδοκίας τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τ’ ἀποτελέσματα τῶν 11 μηνῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὰ ὡς ἐκ τῆς δημοσιεύσεως τῶν προσωρινῶν καταστάσεων, δηλαδὴ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Νοεμβρίου 1895, καὶ συγκρίνωμεν τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα πρὸς τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1894, θέλομεν ἴδει, ὅτι ὑφίσταται μεγίστη διαφορὰ μεταξὺ αὐτῶν, καὶ ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῶν 11 μηνῶν τοῦ 1895 εἶναι ὑποδεέστερα τῶν ἀντιστοιχούντων τοῦ 1894 κατὰ 7 ἑκατομμύρια περίπου. Καὶ ἰδοὺ ἐν περιλήψει ταῦτα, κατὰ κεφάλαια. Δὲν ἐξετάζω ταῦτα κατ’ ἄρθρον καὶ ἐδάφιον, διότι θὰ ἦτο κόπος μάταιος καὶ κατανάλωσις χρόνου ἄστοχος.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1894 1895
Κεφ. αʹ. Ἄμεσοι φόροι 8,374,977 7,449,597ἐπὶ ἔλατ. 915,380
Κεφ. βʹ. Φόροι καταναλώσεως 29,872,03029,713,300» 158,730
Κεφ. γʹ. Τέλη καὶ δικαιώματα 16,733,97715,770,879» 963,098
Κεφ. δʹ. Μονοπώλια 7,685,661 8,031,947ἐπὶ πλέον 346,286
Κεφ. εʹ. Πρόσοδος δημοσ. κτημάτων 2,381,147 2,630,106» 248,959
Κεφ. Ϛʹ. Ἐκποίησις δημοσ. κτημάτων 237,831 246,150» 8,320
Κεφ. ζʹ. Ἀπόληψις ἐξόδων 236,500 311,968» 75,468
Κεφ. ηʹ. Ἔσοδ. τρεχ. καὶ παρελ. χρήσ. 6,375,726 1,934,605ἐπὶ ἔλατ.4,441,120
Κεφ. θʹ. Ἔσοδα ταμείου φάρων 296,572 323,771ἐπὶ πλέον 27,198
Κεφ. ιʹ. Διεθνῆ τηλεγρ. τέλη 468,868 477,343» 8,475
Κεφ. ιαʹ.Ἔσοδα στοιχ. ἐκπαιδεύσεως 469,500 307,375ἐπὶ ἔλατ. 170,564
Κεφ. ιβʹ.Εἰσφορὰ στρατ. ἀστυνομίας 176,010 42,892» 133,118
Κεφ. ιγʹ.Ἔκτακτα ἔσοδα 1,184,524 691,838» 492,685

Ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα; Ὅτι κατὰ τοὺς 11 μῆνας τοῦ 1894 εἰσεπράχθησαν 74,493,421 δραχμαί, καὶ εἰς τὸ 1895 εἰσεπράχθησαν 67,931,783, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον 6,561,632 δραχμαί. Ἐὰν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου, τὰ ὁποῖα δὲν ἐδημοσιεύθησαν, ἀλλ’ ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς μνημονεύει αὐτῶν, ταῦτα ἀνῆλθον εἰς δρ. 8,824,929, ὥστε κατὰ τοὺς 12 μῆνας τοῦ 1894, ὡς δῆλον ἐκ τοῦ δημοσιευθέντος προσωρινοῦ ἀπολογισμοῦ, εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ 83,869,234 καὶ εἰς τὰ 1895 εἰσεπράχθησαν δρ. 76,756,718, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον τῶν τοῦ 1894 δρ. 7,112,516. Καὶ ταῦτα εἶναι τὰ ἔσοδα τὰ μέχρι σήμερον. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, Κύριοι, ὅτι ἡ κατάπτωσις αὕτη τῶν φόρων, ἡ ὁποία παρατηρεῖται μέχρι σήμερον, σταματᾷ, καὶ ὅτι τὸ Κράτος κατὰ τοὺς ὑπολοίπους 10 μῆνας τῆς χρήσεως, ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου ἕως τέλους Ὀκτωβρίου 1896, θὰ εἰσπράξῃ ὅσα περίπου κατὰ μέσον ὅρον εἰσέπραξε κατὰ τὸ 1893 καὶ 1894, δὲν ὑπολείπονται νὰ εἰσπραχθῶσι πλείονα τῶν 14 ἑκατομμυρίων, καὶ οὕτω θὰ ἔχωμεν ἔσοδα τοῦ 1895 δρ. 90,747,187, ἤτοι σχεδὸν 91 ἑκατομμύρια. Καὶ ὅτι θὰ ἔχωμεν τὰ ἔσοδα ταῦτα, δεικνύουσι τὰ μέχρι σήμερον ἀποτελέσματα, καὶ τοῦτο θὰ βεβαιώσῃ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως τοῦ 1895 ὁ δημοσιευθησόμενος προσωρινὸς ἀπολογισμός. Εὔχομαι νὰ διαψευσθῶ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὑπομνήσω τι, τὸ ὁποῖον εἶπον εἰς ἄλλους Προϋπολογισμούς. Ὅτε συνεζητεῖτο ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1893, προϋπελόγιζεν ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσπράξῃ 104 ἑκατομμύρια, καὶ ἔλεγον κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον, μ’ ὅλην τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας, νὰ παράσχῃ ἡ χώρα εἰς τὸ Δημόσιον πλείονα τῶν 95 ἢ 96 ἑκατομμυρίων· καὶ ἐπηλήθευσα. Ὅτε συνεζητεῖτο ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1894 καὶ ὑπεβιβάζοντο τὰ ἔσοδα εἰς 88,500,000, εἶπον καὶ τότε, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους θὰ ὑπερβῶσι κατὰ 5 ἢ 6 ἑκατομμύρια· καὶ ὑπερέβησαν εὐτυχῶς πολὺ περισσότερον. Εὔχομαι ἤδη νὰ διαψευσθῶ ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1895. Ἀλλὰ εἰς τί ἀποδοτέα ἡ κατάπτωσις αὕτη τῶν φόρων; Ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας ἐν τῇ ἐκθέσει του ἀναφέρει, ὅτι εἰς τὸ 1894 εἰσεπράχθησαν ποσὰ, τὰ ὁποῖα δὲν εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1895, καὶ ἀνέφερε φόρους, οἱ ὁποῖοι ἀπέδωκαν περισσότερα κατὰ τὸ 1894 ἢ κατὰ τὸ 1895· ἀλλὰ παρέλειψε νὰ ἀναφέρῃ καὶ φόρους, ὁποῖοι ἀπέδωκαν πολλῷ περισσότερα ἢ τὸ 1894. Εἶπεν ὅτι εἰς τὰς εἰσπράξεις, τὰς μέχρι σήμερον, συμπεριλαμβάνεται ποσὸν 4,180,000, τὸ ὁποῖον εἶναι ἔκτακτον ἔσοδον, προελθὸν ἀπὸ τὴν κατάπτωσιν τῆς ἐγγυήσεως τῆς ἐκπτώτου ἑταιρίας τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀφαιρέσωμεν τοῦτο ἀπὸ τὰ ἔσοδα, μήπως δὲν ὑπάρχει πάλιν καθυστέρησις; Τὰ ἔσοδα τοῦ 1895 δὲν θὰ ὑπερβῶσι τὰ 91,000,000, τὰ ἔσοδα τοῦ 1894 ἔφθασαν τὰ 102,000,000· ὥστε καὶ ἂν ἀφαιρεθῇ τὸ ἔκτακτον αὐτὸ ἔσοδον ἀπὸ τὰς μέχρι τέλη Δεκεμβρίου 1895 εἰσπράξεις, θὰ προστεθῇ ὅμως τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὰς ὁλικὰς εἰσπράξεις τῆς χρήσεως τοῦ 1894, καὶ θὰ ὑπερβαίνουν τὰς τοῦ 1895 ἐν συνόλῳ κατὰ τὸ ποσὸν τοῦτο· ὥστε πάλιν θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα, κύριε εἰσηγητὰ, καὶ πάλιν θὰ ὑπάρχῃ ἡ διαφορὰ τῶν 6 ἢ 7 ἑκατομμυρίων...

§193Γ. ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Τὰ ἐπὶ πλέον εἰσπραχθέντα ἐκ τῆς ἐμμέσου καὶ ἀμέσου φορολογίας κατὰ τὸ 1895 ἀνέρχονται εἰς 808,000 δραχμὰς, κατὰ τὴν κατάστασιν τοῦ Δεκεμβρίου, ἵνα μὴ ματαιοπονῆτε.

§194ΚΑΙΡΗΣ. Δὲν εἶδον τὴν κατάστασιν, διότι δὲν ἐδημοσιεύθη· ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω ὑπ’ ὄψιν, κ. εἰσηγητὰ, τὴν ἔκθεσίν σας· καὶ αὐτὴ δὲ ἡ κατάστασις, ἣν ἤδη παρουσιάζετε, βεβαιοῖ τοὺς ἰσχυρισμούς μου... Καὶ λέγω, Κύριοι, ὅτι, καὶ ἂν ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσὸν τῆς ἐγγυήσεως ἀπ’ ἐδῶ, θὰ τὸ προσθέσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ὁλικῶν εἰσπράξεων τοῦ 1894. Ὥστε ἐρχόμεθα εἰς τὸν αὐτὸν παρονομαστήν. Ἡ κατάπτωσις εἶναι κατάπτωσις πραγματική. Ἀλλὰ, λέγει ὁ κ. εἰσηγητὴς, εἰς τὰ 1894 εἰσεπράχθησαν 511,000 δρ. περισσότεραι ἀπὸ τὴν σταφίδα. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές· διότι τὸ Δημόσιον ἠλάττωσε τὸν φόρον κατὰ δραχ. 4 τὰς 1000 λίτρας, δυνάμει τοῦ νόμου τῆς παρακρατήσεως, ἀλλ’ εἰσέπραξεν 931,265 δραχ. ἀπὸ τὸ ποσὸν τὸ παρακρατηθὲν διὰ τὸν ἐλαττωθέντα φόρον. Ὥστε ἡ διαφορὰ δὲν εἶναι 511,000, ἡ διαφορὰ εἶναι 230,000 μόνον· ὥστε, καὶ ἂν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰς ἐπὶ πλέον εἰσπράξεις τοῦ 1894 τήν τε ἐγγύησιν καὶ τὸ ἐπὶ πλέον τῆς σταφίδος, ἡ καθυστέρησις τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1895 πάλιν θὰ ἀνέλθῃ εἰς 2,700,000 περίπου. Κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου ἡ κατάπτωσις τῶν φόρων ἀποδοτέα εἰς τὸν κάματον τῶν φορολογουμένων, διότι ὁμολογουμένως ἡ φορολογία εἶναι βαρυτάτη, κατεπόνησε τὸν λαὸν, καὶ εἰς τὴν καταπόνησιν ταύτην προσετέθη καὶ ἡ κρίσις τῶν κυριωτέρων προϊόντων μας, ἡ κρίσις τῆς σταφίδος. Καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1895, ἐξακολουθούσης τῆς κρίσεως αὐτῆς, θὰ εἶναι τὰ αὐτὰ καὶ διὰ τὸ 1896, καὶ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς προβλέψεις της δὲν θὰ εὑρεθῇ καθ’ ὅλα ἀκριβής.

§195ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι, κύριε Καΐρη, θὰ βελτιωθῇ, διότι ἦλθε 15 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν ἡ σταφὶς ἐκ τῆς παρακρατήσεως.

§196ΚΑΙΡΗΣ. Ἀκόμη χειρότερα. Ἐξητάσαμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἂς ἴδωμεν καὶ ποῖα ἔσονται τὰ ἔξοδα τοῦ 1895. Διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐχορηγήθησαν πιστώσεις δρ. 93,035,649, ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξύ, ἀπούσης τῆς Βουλῆς, διὰ Β. Διαταγμάτων ἐχορηγήθησαν πιστώσεις ἀναπληρωματικαὶ δρ. 2,511,577 εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1895, καὶ μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπεβλήθησαν νομοσχέδια ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἄνω τῶν 2,000,000. Ὥστε τὸ ὅλον τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἀναβιβάζεται εἰς 4½ ἑκατομμύρια περίπου, καὶ τότε τὰ ἔξοδα ἀνέρχονται εἰς 97,547,226, καὶ ἄδηλον ἀκόμη, μέχρις ὅτου λήξῃ ἡ χρῆσις, πόσας ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις θὰ ζητήσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἐγὼ δέχομαι, ὅτι αἱ πιστώσεις αἱ ψηφισθεῖσαι διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ αἱ ἀναπληρωματικαί, τὰς ὁποίας ἐψήφισεν ἤδη ἡ Βουλή, θὰ ἀνέλθωσιν εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο μόνον. Ποία θὰ ἦναι ἡ διαφορά; Ἡ διαφορὰ θὰ ἦναι, ὅτι μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων θὰ ὑπάρχῃ ἓν ἔλλειμμα δρ. 6,547,226. Πῶς θὰ καλυφθῇ τὸ ἔλλειμμα αὐτό; Ἡ Κυβέρνησις λέγει, ὅτι τὴν διαφορὰν ταύτην θὰ καλύψωσιν αἱ ἐπὶ πλέον τελωνειακαὶ εἰσπράξεις καὶ αἱ τοῦ καπνοῦ. Ἀλλὰ τ’ ἀποτελέσματα τὰ ἔχομεν καὶ τῶν 12 μηνῶν καὶ τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων καὶ τοῦ καπνοῦ. Ὅλα αὐτὰ μόλις φθάνουσι τὸ ποσὸν τῶν 2,000,000 δρ., καὶ τὰ 2,000,000 συμπεριλαμβάνονται εἰς τὰς εἰσπράξεις, τὰς ὁποίας ὑπελόγισα, ὥστε δὲν φέρουσι καμμίαν ἐλάττωσιν τοῦ ἐλλείμματος. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ καταβιβάσῃ τὸ ἔλλειμμα, εἶναι, ἂν ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀφήσῃ ἀδιαθέτους πιστώσεις. Ἀλλ’ ὡς ἔχει ὁ Προϋπολογισμός, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι δυσχερέστατον πρᾶγμα νὰ μείνωσι πιστώσεις ἀδιάθετοι. Ἀπὸ ποῦ θὰ ἀφήσωμεν ἀδιάθετον πίστωσιν; Ἀπὸ τὸ δημόσιον χρέος; Οὐδὲ λεπτὸν δύναται νὰ μείνῃ ἀδιάθετος πίστωσις. Ἀπὸ τὰς νομίμους ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους; Θὰ πληρωθῶσι μέχρι λεπτοῦ καὶ αἱ συντάξεις, καὶ ἡ Βασιλικὴ ἐπιχορήγησις, καὶ αἱ δαπάναι τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, καὶ τὰ χορηγήματα. Ἀπὸ τὸ κεφάλαιον τῆς ἐπιστασίας τῆς εἰσπράξεως καὶ βεβαιώσεως τῶν φόρων; οὐχί· οὐδέποτε ἦλθε, κάτω τῶν 8,000,000 ἡ δαπάνη αὕτη, καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ ἀφήσωμεν ἀδιαθέτους πιστώσεις ἐπ’ αὐτοῦ, ἀλλοίμονον! καταστρέφομεν καὶ τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων. Ἀπὸ τὴν γενικὴν ὑπηρεσίαν; Ὅπως εἶναι αἱ ὑπηρεσίαι ὠργανωμέναι, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν πληρωμὴν οὔτε τῶν μισθῶν καὶ ἐπιμισθίων τῶν ὑπαλλήλων ἐν γένει, οὔτε τῶν ἐνοικίων, οὔτε τῆς γραφικῆς ὕλης, οὔτε τοῦ φωτισμοῦ, οὔτε τῆς θερμάνσεως, οὔτε τίποτε. Ἀπὸ ποῦ εἶναι δυνατὸν νὰ μείνωσιν ἀδιάθετοι πιστώσεις ποσοῦ σπουδαίου; ...

§197ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀπὸ τὰς μεταθέσεις.

§198ΚΑΙΡΗΣ. Ἔχετε δίκαιον... Ποῦ εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ μείνωσιν ἀδιάθετοι πιστώσεις; Ἀπὸ τὰ βοηθήματα, ἀπὸ τὰ δημόσια ἔργα, ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς συγκοινωνίας, ἀπὸ τὰς προμηθείας τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων. Λοιπὸν πρέπει νὰ καταργήσωμεν τὰ βοηθήματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι περισσότερα ἀπὸ 200,000 δρ., πρέπει νὰ σταματήσωμεν τὰ δημόσια ἔργα, νὰ μὴ συντηρῶμεν τὰ κτίρια καὶ νὰ μὴ ἐπισκευάζωμεν αὐτά, πρέπει νὰ ἐλαττώσωμεν τὰς δαπάνας τῆς συγκοινωνίας νὰ μὴ δαπανήσωμεν ὅσα ἔχομεν προωρισμένα διὰ τοὺς δρόμους καὶ τὸν σιδηρόδρομον, πρέπει νὰ παύσωμεν τὰς προμηθείας τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ Ναυτικοῦ. Ἀλλὰ τοιαῦται οἰκονομίαι μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι οἰκονομίαι, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἔχωσιν ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, ἀλλὰ τὰ ἀποτελέσματα αὐτὰ θὰ ἦναι ἀποτελέσματα ὀλέθρια. Ἀλλὰ καὶ ἂν δεχθῶμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς αὐστηρᾶς ἐποπτείας καὶ διὰ τῆς φειδωλοτέρας χρήσεως νὰ γείνῃ τοῦτο, ὅπως εἶναι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1895, ἐλάχιστον ποσὸν θὰ ἦναι αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις, ἄς ἦναι καὶ ἑνὸς καὶ δύο ἑκατομμυρίων, ἄς φθάσουν εἰς 3,000,000· τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 εἶναι ἔλλειμμα καταφανὲς, πραγματικὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπερβῇ κατ’ ἐλάχιστον ὅρον τὰ 3,000,000. Καὶ ἰδού, ὅτι τὸ νόσημα, τὸ ὁποῖον ἔπασχον οἱ προϋπολογισμοὶ οἱ πρὸ τῆς πτωχεύσεως καὶ τὸ ὁποῖον ἐπηγγέλθη νὰ θεραπεύσῃ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, τὸ νόσημα αὐτὸ ὑφίσταται ἀκέραιον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, ὡς θὰ ἦναι ἀκέραιον καὶ εἰς τὸν τοῦ 1896, ὅπως μετ’ ὀλίγον θὰ ἀποδείξω. Ἀλλὰ πρὶν κλείσω τὸ μέρος τοῦτο, ὀφείλω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν, ἐμέμφθη τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐπὶ ἐλλείψει προνοίας διὰ τὰς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας ἠναγκάσθη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ διὰ Β. Διαταγμάτων καὶ διὰ νομοσχεδίων ἰδίων. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ μομφὴ ἦναι ἐντελῶς δικαία διὰ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, διότι ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς ὑποβολῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἦτο δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη νὰ διἴδῃ τὴν ἀνάγκην αὐτὴν καὶ νὰ ζητήσῃ διὰ δηλώσεων τὴν αὔξησιν τῶν πιστώσεων. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἔδειξε τὴν πρέπουσαν πρόνοιαν, εἶναι ἀπηλλαγμένη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις τῆς μομφῆς ἐπὶ ἐλλείψει προνοίας, τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ ἐπιδείξῃ κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν νὰ ἐργασθῇ ἐπ’ αὐτοῦ; Τὸν εἶχεν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ἐπιοῦσαν τῆς 16 Ἀπριλίου ἐγίνωσκεν ὅτι θὰ ἐγίνετο Πρωθυπουργὸς, εἶχεν ὑπ’ ὄψει του τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸν ἐμελέτα, καὶ ἀνεγινώσκομεν εἰς τὰς ἐφημερίδας καθ’ ἑκάστην, ὅτι κατεγίνετο εἰς τὴν ἐν Κηφισσίᾳ ἐξοχήν του, μόνος, εἰς τὴν σπουδὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ εἰς τὸ τί ἦτο δυνατὸν νὰ περικόψῃ ἐξ αὐτοῦ, διὰ νὰ πραγματοποιήσῃ τὰς οἰκονομίας. Ἡ ὑπηρεσία εἰργάσθη ἐπὶ ὅλων τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ δὲν ἔδειξε τὴν ἀπαιτουμένην πρόνοιαν. Ὥστε ἡ εὐθύνη ἐπὶ τῇ ἐλλείψει προνοίας, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ ἀποδώσῃ ἀκεραίαν εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ν’ ἀπαλλάξῃ δὲ ἑαυτὸν τῆς τοιαύτης μομφῆς, ἕνεκα δῆθεν τοῦ ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος, ἡ μομφὴ αὕτη ἀνήκει καὶ εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν ἀκεραία. Εἰσέρχομαι εἰς τὸν ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1896. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσε σαφῶς, ὅτι ὁ παρὼν Προϋπολογισμὸς εἶναι τὸ κάτοπτρον τῆς πολιτικῆς του, ὅτι εἰργάσθη ἡ Κυβέρνησις ἐπ’ αὐτοῦ μεθ’ ὅλης τῆς ἀπαιτουμένης ἀνέσεως, ὅτι προεῖδε τὰ πάντα καὶ ἐκανόνισε τὰ πάντα ἀκριβῶς. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1896 ὑπολογίζει ἔσοδα 90,894,541, ἔξοδα 90,222,350.83· ἔχει δηλ. καὶ ἓν περίσσευμα 672,190.17. Ἀλλὰ κατὰ τὰς δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο μεταγενεστέρως, τὸ περίσσευμα αὐτὸ ἐξαφανίζεται σχεδόν. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων τοῦ 1896 ἐγένοντο, κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐλαττώσεις 7,292,212, ἐγένοντο δὲ ἀφ’ ἑτέρου αὐξήσεις ἐσόδων 4,725,405, ἤτοι καθαραὶ ἐλαττώσεις 2,566,807. Ἂν ἦτο δυνατὸν, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἠλαττοῦντο τὰ ἔσοδα τὰ ἐκ τῶν φόρων καὶ ἐκ τῶν προσόδων τῆς δημοσίας περιουσίας κατὰ 7,292,212, ἢ μᾶλλον, ἀφαιρουμένων τῶν αὐξήσεων, νὰ ἠλαττοῦντο κατὰ 2,566,807, θὰ ἦτο εὐχάριστον, διότι θ’ ἀνεκουφίζετο πράγματι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατὰ τὰ 2½ αὐτὰ ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ ὅλαι αὐταὶ αἱ ἐλαττώσεις μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἐλαττώσεις φαντασιώδεις. Ἐλαττώνει ἔσοδα πρῶτον 1,460,140 ἐκ τῆς ἐκποιήσεως τῆς σταφίδος. Ἂν θὰ λειτουργήσῃ ὁ νόμος τῆς παρακρατήσεως καὶ διὰ τὸ ἔτος 1896, βεβαίως τὸ ἔσοδον αὐτὸ κακῶς ἀφαιρεῖται, θὰ προστεθῇ ὡς ἔσοδον. Ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ λειτουργήσῃ ὁ νόμος τοῦ 1896, παρατηρῶ ὅτι δὲν εἶναι ἔσοδον πάγιον τοῦ Κράτους, εἶναι προσωρινὸν, δημιουργηθὲν μόνον διὰ τὸ 1895. Ἔληξε τὸ 1895, ἐξέλιπε καὶ τὸ ἔσοδον. Δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐπαναληφθῇ εἰς τὰ 1896 1897, 1898, 1899 διὰ νὰ εἴπῃ τις, ὅτι εἶναι φόρος πάγιος, καὶ ἀφαιρούμενος ἀνακουφίζει τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἀλλὰ ἐπειδὴ, ἐπαναλέγω, θὰ λειτουργήσῃ ὁ φόρος τῆς παρακρατήσεως, κακῶς ἀφαιρεῖται τὸ ἔσοδον αὐτὸ καὶ θὰ μείνῃ. Ἀφαιρεῖ 138,000 δρ. ἔσοδον ἐκ τιμήματος ἐκλογικῶν εἰδῶν. Καὶ τὸ ἔσοδον αὐτὸ εἶναι τυχηρόν. Αἱ ἐκλογαὶ εἶναι περιοδικαί, γίνονται κατὰ τετραετίαν. Κατὰ τετραετίαν γινόμεναι αἱ ἐκλογαί, ἔχουσιν αὐτὸ τὸ ἔσοδον, ἀντίτιμον ἐκλογικῶν εἰδῶν, τὸ ὁποῖον καταβάλλουσιν οἱ ὑποψήφιοι· ὥστε ἡ ἀφαίρεσις ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν 138,000 ὡς ἐσόδου, δὲν εἶναι ἀφαίρεσις ἐσόδου παγίου, τὸ ὁποῖον νὰ ἀνακουφίζῃ τὸν λαόν. Ἀφαιρεῖ ἐκ τῶν ἐσόδων 2,500,000 δρ. τὴν εἰσφορὰν τῶν δήμων διὰ τὴν στοιχειώδη δημοτ. ἐκπαίδευσιν· ἀλλὰ τὸ ἔσοδον αὐτὸ δὲν εἶναι ἔσοδον ἐκ τῶν φόρων τοῦ Κράτους, εἶναι εἰσφορὰ τῶν δήμων διὰ τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους χάριν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ Κράτος ἀπηλλάγη τῆς τοιαύτης δαπάνης καὶ μετέθεσε ταύτην εἰς βάρος τῶν δήμων, ἡ εἰσφορὰ τῶν δήμων ἐκ δραχ. 2,500,000 δὲν ἔχει λόγον ἐν τοῖς ἐσόδοις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τὸ αὐτὸ ῥητέον καὶ διὰ τὴν εἰσφορὰν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἐκ δραχ. 1,200,000· Ἀφαιρεῖ 85,360 δραχ. ἔσοδον ἐκ τῶν ὀρυκτῶν. Ἀλλ’ ἂν τὸ Κράτος δὲν δύναται τὸ τρέχον ἔτος ἐξαιρετικῶς νὰ πωλήσῃ ὀρυκτὰ—σμύριδα, γύψον κτλ.—καὶ περιορίζῃ τὸ ἔσοδον αὐτὸ, πάλιν δὲν εἶναι ἐλάττωσις αὕτη, διότι ἡ δαπάνη διὰ τὴν ἐξόρυξιν αὐτοῦ τοῦ ἐσόδου εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα, τὴν ὁποίαν κερδίζει. Ὥστε, ἂν ἐκπέσωμεν τὰς ἐλαττώσεις αὐτὰς, αἱ ὁποῖαι, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, δὲν εἶναι ἐλαττώσεις φόρων, τοὺς ὁποίους πληρόνει ὁ λαός, τί μένουσι; Μένουσιν 1,909,072 δρ. ἐλαττώσεις. Αἱ αὐξήσεις εἶναι 4,725,405· ἄρα ἔχομεν αὔξησιν ἐσόδων ἐκ δραχμῶν 2,816,333. Καὶ αἱ μὲν ἐλαττώσεις δὲν πηγάζουσιν ἐκ πραγματικῆς μειώσεως τῶν φόρων, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐκτιμήσεως τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τινὲς ἐκ τῶν φόρων θέλουσιν ἀποδώσει ὀλιγώτερον παρ’ ὅ,τι ἀπέδωκαν εἰς τὰ 1895, ἐνῷ αἱ αὐξήσεις πηγάζουσι τὸ μὲν ἐκ προσθήκης νέων φόρων, ὡς λ. χ. τοῦ περὶ βοσκῶν κατὰ στρέμμα, τῆς αὐξήσεως τῶν τελῶν χαρτοσήμου, τὸ δὲ ἐκ τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος, καὶ αἱ ὁποῖαι αὐξήσεις ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν 1,675,000, τὸ δὲ ἐπὶ πλέον τῶν αὐξήσεων, ἤτοι ποσὸν δραχμῶν 3,050,405, πηγάζει ἐκ τῆς ἐκτιμήσεως τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τινὲς τῶν φόρων κατὰ τὸ 1896 θὰ ἀποδώσουν ποσὸν μεῖζον ἢ τὸ 1895. Ὥστε, ἂν ἐκπέσωμεν ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ 1895 τὰς ἐλαττώσεις τῶν δραχ. 5,383,140, θὰ μένωσι τὰ ἔσοδα τοῦ 1896 δρ. 88,780,208, προσθέσει δὲ τῶν αὐξήσεων ἐκ δραχμῶν 2,816,333, ἀποτελεῖται τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων, τὸ ὁποῖον προσδιορίζει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1896, ἤτοι 90,894,541· νομίζω δὲ, ὅτι δὲν εἶναι ποσὸν ὑπερβολικὸν ἐσόδων, ἀναλογιζόμενον πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τῶν προηγουμένων τριῶν ἐτῶν καὶ πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἐκτελουμένου Προϋπολογισμοῦ, διότι βεβαίως κατὰ πᾶσαν πιθανότητα τὸ Δημόσιον θὰ εἰσπράξῃ τὰ 90,894,541, δὲν περιμένω δὲ νὰ εἰσπράξῃ περισσότερα. Καὶ ἡ προσδοκία τινῶν, ὅτι θὰ εἰσπραχθῶσι περισσότερα, διότι αἱ τελωνειακαὶ εἰσπράξεις κατὰ τὸν Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον ἐ. ἔ. ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς τοῦ 1895 ἀπέδωκαν ποσὸν κατὰ ἓν ἑκατομμύριον περίπου ἀνώτερον, τοῦτο δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐνθαῤῥύνῃ εἰς τὸ ὅτι τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερβῇ τὰ 90,894,541, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν τελωνειακῶν προσόδων, καὶ ἰδίως τοῦ τελωνείου Πειραιῶς, ὀφείλεται εἰς τὰς ἑορτὰς τῶν Ὀλυμπίων, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ κερδοσκοπία, ὑπολογίζουσα ὅτι θὰ γένηται ἀρκετὴ συῤῥοὴ κόσμου, ἔσπευσε νὰ εἰσαγάγῃ εἰς ἀνάλωσιν πολλὰ ἀντικείμενα χρήσιμα. Ποῖα δὲ εἶναι τὰ ἔξοδα τοῦ 1896; Καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων ἐγένοντο ἐλαττώσεις καὶ αὐξήσεις, καὶ δὴ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ἐγένοντο αὐξήσεις καὶ ἐλαττώσεις. Ἐλαττώσεις 2,429,955, καὶ αὐξήσεις 1,601,286, ἤτοι ἐγένοντο ἐλαττώσεις ἐξόδων δρ. 828,669. Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ σφάλλεται ἡ Κυβέρνησις. Διατί; Ἀφαιρεῖται ἐκ τοῦ κεφαλ. 15 ἔξοδον 300,000 δρ. ἐξ ἐγγείου φόρου τῆς σταφίδος, ἀλλὰ τὸ ἔξοδον αὐτὸ κακῶς ἀφαιρεῖται, καὶ θὰ ζητηθῇ δι’ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, ἀφοῦ πρόκειται νὰ λειτουργήσῃ ὁ νόμος περὶ παρακρατήσεως καὶ κατὰ τὸ 1896. Ἐκ τοῦ κεφαλαίου 27 ἀφαιροῦνται 304,800 «ἔξοδα ἐξορύξεως καὶ συγκεντρώσεως ὀρυκτῶν». Τοῦτο δὲν εἶναι πραγματικὴ οἰκονομία· ἀφοῦ ἐκ τῶν ἐσόδων ἀφαιρεῖται ἡ ἀντιστοιχοῦσα πρόσοδος τοῦ Δημοσίου, τὸ ἔξοδον δὲν ἔχει θέσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Ἐκ τοῦ κεφαλαίου 30 ἀφαιροῦνται 150,000 δραχμαὶ «δι’ ἐκτέλεσιν δικαστικῶν ἀποφάσεων καὶ συμβιβαστικῶν πράξεων» κτλ. καὶ περιορίζεται ἡ πίστωσις εἰς δραχ. 250,000· ἀλλ’ ἡ πεῖρα, Κύριοι, ἀπέδειξε μέχρι σήμερον, ὅτι τὸ κεφάλαιον αὐτὸ τῶν ἐξόδων οὐδέποτε ἦτο ὀλιγώτερον κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη. Ἂν δὲ ἀφαιρεθῇ τὸ ποσὸν τῶν 150,000, μὴ ἔχετε καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ ζητηθῇ πίστωσις ἀναπληρωματικὴ, πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ ἀφαιρουμένου ποσοῦ, Ἀπὸ τὸ κεφ. 14 ἀφαιροῦνται 1,304,993 «δι’ ἔξοδα παρελθουσῶν χρήσεων». Ποία ἡ ἀπόδειξις, παρακαλῶ, ὅτι αἱ παρελθοῦσαι χρήσεις δὲν ἔχουσι δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἀκόμη δὲν ἐκαθαρίσθησαν, διότι δὲν ὑπέπεσαν εἰς τὴν πενταετῆ παραγραφὴν, καὶ ποία ἡ βεβαιότης ὅτι δὲν ὑπάρχουσι πολλαὶ ἀπαιτήσεις ἐκ διαγεγραμμένων χρήσεων, αἵτινες πρόκειται νὰ πληρωθῶσιν ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1896; Οὐδέποτε τὸ κεφάλαιον αὐτὸ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων ἦτο ὀλιγώτερον, καὶ κατὰ συνέπειαν, ἂν τὸ ἀφαιρῇ σήμερον ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ δείξῃ ὅτι φέρει ἐλάττωσιν εἰς τὰ ἔξοδα, τὰ ἔξοδα αὐτὰ θὰ τὰ ὑποστῇ καὶ θὰ τὰ ζητήσῃ δι’ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως. Ὅταν αὐτὰ τὰ κονδύλια ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰς ἐλαττώσεις τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τότε δὲν ἔχομεν ἐλαττώσεις δραχ. 828,669, ἀλλ’ ἔχομεν αὐξήσεις δρ. 1,231,124. Καὶ ποῖαι εἶναι αἱ αὐξήσεις; Ἀκούσατε: αʹ) 194,212 δρ. εἶναι αἱ ἐν γένει συντάξεις, διότι ὅλαι αὐξάνουσιν· ἔξοδον πραγματικόν· βʹ) 372,600 εἶναι ἡ δαπάνη διὰ τὴν ἔκτακτον σύνοδον τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία θὰ ἔλθῃ κατὰ τὸ φθινόπωρον τοῦ ἔτους τούτου· γʹ) 290,000 εἶναι δαπάναι, αἱ ὁποῖαι θὰ γείνωσι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν φόρων καὶ ἰδίως τῶν μονοπωλίων· αἱ δὲ ἄλλαι 600,000 εἶναι δυστυχῶς αὐξήσεις δαπανῶν τοῦ Κράτους, αὐξήσεις προσωπικαὶ, ἤτοι 30,000 δρ. ἐπὶ πλέον διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ Συμβουλίου τοῦ δημοσίου χρέους, 6,600 ὁ μισθὸς τοῦ γενικοῦ ἐπιτρόπου παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ, 4,130 αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, 5,662 ἔξοδα ὑπηρεσίας ταμείων, 15,060 εἰς προσωπικὸν οἰκονομικῶν ἐφοριῶν, 50,000 εἰς προσωπικὸν τελωνείων κλπ., 12,000 εἰς σπουδὴν νέων δασονόμων, 32,520 εἰς προσωπικὸν γεωμετρῶν, καὶ ἕτερα ποσὰ εἰς αὔξησιν προσωπικῶν δαπανῶν. Αἱ δαπάναι αὗται θὰ μείνουν ὄχι μόνον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1896, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν τοῦ 1897 καὶ εἰς τὸν τοῦ 1898 καὶ ἐφεξῆς. Οὐδεμίαν δ’ ἐλάττωσιν κάμνομεν· περικόπτομεν τυχηρὰ ἔξοδα, καὶ αὐξάνομεν σταθερῶς τὰς δαπάνας. Αὐταὶ εἶναι αἱ οἰκονομίαι! ἀντὶ ἐλαττώσεων, ἔχομεν ἓν ἑκατομμύριον καὶ 200 χιλιάδας αὔξησιν παγίαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν: ἐλαττώσεις 1,853,997, αὐξήσεις 1,958,000, ἄρα αὔξησις ἐπὶ πλέον 110,070. Ἐκ τοῦ κεφαλαίου 4 ἀφαιρεῖ δαπάνην 838,000 δι’ ἔξοδα ἐκτελέσεως τοῦ νόμου περὶ ἐκλογῶν, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη δὲν εἶναι δαπάνη κανονικὴ καὶ παγία, ὅπως θεωρηθῇ πραγματικὴ οἰκονομία, εἶναι δαπάνη περιοδική, ἡ ὁποία γίνεται κατὰ τετραετίαν. Ἐκλογὰς δημοτικὰς δὲν θὰ ἔχωμεν εἰς τὰ 1896, οὔτε εἰς τὰ 1897, οὔτε εἰς τὰ 1898· θὰ ἔχωμεν εἰς τὰ 1899. Λοιπὸν δὲν εἶναι οἰκονομία αὐτή, διότι ἀπαλείφεται ἓν ἔξοδον, τὸ ὁποῖον εἶναι περιοδικόν, καὶ θὰ ἔλθῃ μετὰ τετραετίαν. Ἐλαττοῦνται κατὰ 400,000 τὰ βοηθήματα. Ἐξαιρετικῶς ἐπαρουσιάσθη μίαν φορὰν ἡ ἀνάγκη, ἕνεκεν τῆς πτωχεύσεως τῆς ἑταιρίας τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἵνα ἱκανοποιηθοῦν οἱ ἐργάται καὶ χορηγηταὶ τροφίμων, ἀλλὰ τοιαύτη ἀνάγκη δὲν θὰ ὑπάρξῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον. Ἐκ τοῦ κεφ. 18 ἀφαιροῦνται δραχ. 405,924 δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων. Τοῦτο εἶναι νέα ἀντιτέχνησις, διὰ νὰ καλύπτωμεν τὰς δαπάνας μας, ἵνα φαινώμεθα ὅτι κάμνομεν οἰκονομίας. Δὲν εἶναι οἰκονομία αὐτή· θὰ πληρωθῇ καὶ ἡ δαπάνη αὐτὴ καὶ θὰ πληρωθῇ δι’ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων. Καὶ ἡ περικοπὴ τῶν 100 χιλιάδων δραχμῶν δι’ ἀποζημιώσεις κτημάτων κακῶς γίνεται, ἀφοῦ θὰ προεκταθῇ ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ Μύλων–Καλαμῶν, καὶ βεβαίως θὰ παραστῇ ἡ ἀνάγκη τῆς ἀποζημιώσεως, καὶ θὰ τὴν δώσῃ ἡ Βουλὴ δι’ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως. Ἂν μὴ ὑπολογίσωμεν τὰς φαινομενικὰς αὐτὰς ἐλαττώσεις, αἵτινες δὲν εἶναι ἐλαττώσεις πραγματικῶν καὶ παγίων ἐξόδων, αἱ πραγματικαὶ ἐλαττώσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι μόνον δραχ. 110,070, ἐνῷ αἱ αὐξήσεις αἱ πραγματικαὶ ἀνέρχονται εἰς δραχ. 1,848,290, καὶ εἶναι αὗται: 1) Διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν δραχ. 30,700· 2) διὰ τὴν ἀπογραφὴν 35,000· 3) διὰ τὴν δημοσίαν οἰκονομίαν δραχ. 25,900· 4) διὰ τὴν γεωργίαν 35,000 5) διὰ τὰ ταχυδρομεῖα καὶ τηλεγραφεῖα δρ. 147,720· 6) διὰ δημόσια ἔργα 5,160· 7) δημόσια κτίρια 15,800· 8) διὰ τὴν ὁδοποιΐαν ἐπὶ πλέον 755,500· 9) διὰ τὸ Πολυτεχνεῖον 13,220· 10) διὰ κατασκευὴν καὶ συντήρησιν σιδηροδρόμων 848,000· 11) ἔξοδα σιδηροδρόμων κλπ. 48,000. Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν. Ἔρχεται εἰς συμψηφισμόν, διότι ἐγένοντο πραγματικῶς οἰκονομίαι διὰ τῆς καταργήσεως πολλῶν θέσεων γραμματέων Προξενείων. Ἀλλὰ ἡ ἀνασύστασις τῶν Πρεσβειῶν ἐξηφάνισε τὰς οἰκονομίας. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἔχει αὐξήσεις δραχ. 95,197, αἵτινες εἶναι δικαιολογημέναι, ἔχει καὶ ἐλαττώσεις ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν κεκλεισμένων χρήσεων δρ. 91,648. Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ ὁ Ὑπουργὸς ἠλάττωσε τὸ κονδύλιον τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, καὶ ὅταν ἔλθῃ κατόπιν ἡ Βουλή, θὰ μᾶς παρουσιάσῃ ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις, καὶ τότε θὰ τῷ εἴπω: διατὶ περιέκοψες τὸ ποσὸν τῶν κεκλεισμένων χρήσεων; Ζητοῦνται ἤδη καὶ ἄλλαι ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις διὰ μεταθέσεις ὑπαλλήλων· ἀλλὰ δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον· ἴσως γείνῃ τοῦτο θέμα ἄλλης συζητήσεως. Ὑπουργεῖον Παιδείας. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νομίζει ὅτι ἔκαμεν ἐλαττώσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖόν του, καὶ ὅτι αἱ αὐξήσεις δὲν εἶναι τίποτε, εἶναι μηδαμιναί. Κύριε Ὑπουργέ, ἐλαττώνετε κατὰ 2,862,000 δρ. τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ ἀφαιρεῖτε τὸ ἀντίστοιχον ἔσοδον ἐκ τῶν εἰσφορῶν τῶν δήμων. Ὥστε οὐδεμίαν οἰκονομίαν κάμνετε· ἀπεναντίας τὸ ποσὸν τῶν 1,500,000, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ὥρισε πρὸς συνδρομὴν τῶν δήμων διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, δὲν θὰ ἀρκέσῃ, καὶ κατὰ τὴν ἰδίαν σας ὁμολογίαν, καὶ θὰ χορηγήσῃ τὸ Δημόσιον ἐπὶ πλέον τοὐλάχιστον δραχ. 1,000,000. Τὸ ποσὸν τοῦτο μετὰ τοῦ τῶν γενομένων αὐξήσεων ἀνέρχεται εἰς 1,137,000, ὅπερ θὰ ζητηθῇ δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων. Καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει ἐπὶ πλέον αὐξήσεις τοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1895 ποσοῦ κατὰ δρ. 583,401. Καὶ τὸ τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ πλέον τοῦ 1895 κατὰ δραχ. 96,586. Τὸ συμπέρασμα εἶναι, ὅτι τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896 θὰ ἀνέλθουν εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 95,117,715, καὶ τὸ ἐνδεικνυόμενον ἔλλειμμα θὰ ἀνέλθῃ πιθανῶς εἰς δραχ. 3,000,000 ὡς ἔγγιστα. Ποῖα εἶναι τὰ πορίσματα τῆς μελέτης τῶν δύο Προϋπολογισμῶν; Ὅτι τὸ νόσημα τῶν ἐλλειμμάτων, ὅπερ ὑπῆρχε πρὸ τῆς πτωχεύσεως καὶ τὸ ὁποῖον ἠθελήσαμεν νὰ θεραπεύσωμεν, δὲν τὸ ἐθεραπεύσαμεν· ὅτι βαδίζομεν τὴν αὐτὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἐβαδίζαμεν καὶ πρὸ τῆς πτωχεύσεως, καὶ ὅτι ἡ πτώχευσις κατ’ οὐδὲν μᾶς ἐσωφρόνισε, διότι ἐξακολουθοῦμεν νὰ αὐξάνωμεν τὰ ἔξοδα, νὰ προσθέτωμεν νέους φόρους, καὶ ὅτι ὅλαι ἐκεῖναι αἱ πομπώδεις ἐπαγγελίαι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἦσαν ἁπλαῖ ἀπαγγελίαι καὶ ὄχι ἐκτέλεσις ἔργων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμίλησε περὶ συμβιβασμοῦ, καὶ τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ ἦτο μία ἐκ τῶν θεμελιωδεστάτων ἐπαγγελιῶν τῆς Κυβερνήσεως· εἶπεν ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη ὅσον τάχιστα νὰ συντελεσθῇ ὁ συμβιβασμός, καὶ διὰ νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ πίστις τῆς χώρας, καὶ διὰ νὰ δοθῇ καιρὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐργασθῇ ὑπὲρ τῆς ἀναπτύξεως αὑτῆς. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ κακῶς διενοήθη ἡ Κυβέρνησις, καὶ κακῶς διεχειρίσθη. Τὸ μέτρον τῆς ἀνασυστάσεως τῶν Πρεσβειῶν καὶ ἡ διὰ τῶν κυρίων πρέσβεων ἐπιδίωξις τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ συμβιβασμοῦ, νομίζω ὅτι ἦτο μέτρον ἀτυχές. Ἀντὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῶν πρέσβεων νὰ ζητῇ τοὺς ὁμολογιούχους ἢ τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτῶν ἐν Παρισίοις, ἐν Λονδίνῳ, ἐν Βερολίνῳ, ὤφειλε νὰ δεχθῇ αὐτοὺς ἐνταῦθα, διὰ νὰ θέσωσιν οἱ ἴδιοι τὸν δάκτυλον εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, νὰ ἴδωσι τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, καὶ νὰ πεισθῶσι περὶ τοῦ δυνατοῦ ὁρίου τῶν νέων ἡμῶν ὑποχρεώσεων. Τὸ ζήτημα τῶν ὑπεγγύων προσόδων, καὶ τίνων, καὶ τὸ μέτρον τῆς συμμετοχῆς τῶν δανειστῶν ἐπὶ τῶν πλεονασμάτων ὤφειλε νὰ ἐπιφυλάξῃ νὰ θίξῃ ἐνταῦθα, ὡς τελευταῖον, ὡς ἔσχατον ὅριον τῆς ὑποχωρήσεως τοῦ Κράτους εἰς τὸ τυχὸν δύσκαμπτον τῶν ἀξιώσεων τῶν ὁμολογιούχων. Τὸ ζήτημα τῆς διαιρέσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῆς συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου τοῦ δημοσίου χρέους δὲν ὤφειλε νὰ λύσῃ ἐκ τῶν προτέρων ἡ Κυβέρνησις καὶ καθ’ ὃν τρόπον τὸ ἔλυσεν· ἔπρεπε καὶ αὐτὸ νὰ ἐπιφυλάξῃ ἐνταῦθα, διὰ νὰ συζητήσῃ ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῶν δανειστῶν καὶ κανονίσῃ οὕτως, ὥστε νὰ μὴ θίγηται οὔτε ἡ ἀκεραιότης, οὔτε ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμισεν, ὅτι ἤρκει ἡ ἀποστολὴ τῶν πρέσβεων εἰς τὰς τρεῖς πρωτευούσας τῶν μεγάλων Κρατῶν, ὅτι ἤρκει νὰ ἐφοδιάσῃ τοὺς πρεσβευτὰς δι’ ἐκτενῶν ἐκθέσεων καὶ ὁδηγιῶν, ὅτι ἤρκει ἡ ἐκ προκαταβολῆς σύστασις τοῦ ταμείου τοῦ δημοσίου χρέους, διὰ νὰ φέρῃ τὴν ποθητὴν λύσιν· ἀλλὰ ποῖα ἦσαν τ’ ἀποτελέσματα; Ἡ μὴ ἐπίτευξις τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ ἡ ἀποτυχία ἴσως αὐτοῦ, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Κυβέρνησις στέρξῃ προτάσεις καὶ ὅρους, οὓς ἴσως θὰ ἀπέφευγεν, ἂν ἠκολούθει τὰς νύξεις, ἃς ἐγκαίρως τῇ ὑπέδειξε κατ’ ἐπανάληψιν ἡ Ἀντιπολίτευσις. Τὰ θέματα τῶν πλεονασμάτων καὶ τῆς διαιρέσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τῆς συστάσεως τοῦ ταμείου δημοσίου χρέους ἦσαν οὐσιώδεις παράγοντες διὰ τὴν αἰσίαν λύσιν τοῦ συμβιβασμοῦ· σήμερον ὅμως, ὡς ἐχρησιμοποιήθησαν, ἄδηλον ἂν θὰ ἦναι ἐπαρκεῖς εἰς μέλλουσαν Κυβέρνησιν διὰ τὴν αἰσίαν καὶ ὁριστικὴν λύσιν αὐτοῦ. Ἑτέρα θεμελιώδης ἐπαγγελία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἦτο, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν αὐστηροτάτας οἰκονομίας, διὰ νὰ ἔχωμεν περίσσευμα διὰ τὰ ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ Κράτους, οἷα ἡ ὁδοποιΐα καὶ οἱ σιδηρόδρομοι· ἀλλὰ τὸ ζήτημα, Κύριοι, τῶν οἰκονομιῶν, ὅπως ἔχει ὁ Προϋπολογισμὸς ἡμῶν, εἶναι ζήτημα δυσχερέστατον· ἀκούοντες δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὁμιλοῦντα περὶ οἰκονομιῶν, καὶ περὶ ποσοῦ ἑκατομμυρίων εἰς τὰς δαπάνας τῆς ἐν γένει διοικήσεως, ὑπεθέτομεν ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐμελέτησε καὶ ἀνεῦρε τὰς οἰκονομίας ταύτας ἐν τῇ μεταβολῇ τῶν ὀργανικῶν νόμων τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν· ἀλλ’ ἡ ἀνεύρεσις αὐτῶν ἐν τῇ ἁπλῇ ἐκτελέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διὰ τῆς εἰδικεύσεως πολλῶν κεφαλαίων καὶ ἄρθρων διεσκέδασε τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ ἀπέδειξεν ὅτι περὶ ἐπαγγελιῶν ἐπρόκειτο καὶ οὐχὶ περὶ πραγματικῶν οἰκονομιῶν. Καὶ δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἡ αὐστηρὰ ἐποπτεία ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν πόρων τοῦ Κράτους δὲν εἶναι ἀναγκαία, καὶ ὅτι ἡ εἰδικότης τῶν πιστώσεων δὲν συντείνει καὶ αὐτὴ κατά τι εἰς τὴν περιστολὴν τῶν δαπανῶν, ἀλλ’ οἰκονομίαι ἄξιαι λόγου, ποσοῦ ἑκατομμυρίων, ἀνακουφίζουσαι τὸν Προϋπολογισμόν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσι, παρὰ διὰ τῆς μεταβολῆς τῶν ὀργανικῶν νόμων ἐπὶ τὸ ἁπλούστερον καὶ οἰκονομικώτερον. Διότι, —παρακαλῶ—ὡς εἶπον προηγουμένως, τί οἰκονομίας θὰ ἐπιδιώξωμεν εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους; Οὐδεμίαν· ἐκτὸς ἂν πτωχεύσωμεν ἐκ νέου. Ποῖαι οἰκονομίαι εἶναι δυναταὶ, ὡς ἔχει ὁ Προϋπολογισμὸς, εἰς τὰς νομίμους ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους; Οὐδεμία· τοὐναντίον ἕκαστον ἔτος ἔχομεν αὐξήσεις εἰς τὰς συντάξεις. Ποίαν οἰκονομίαν νὰ φέρωμεν εἰς τὸ κεφάλαιον «ἔξοδα διοικήσεως, εἰσπράξεως καὶ ἐπιστασίας τῶν φόρων»; Οὐδεμίαν· διότι ἄλλως ἀναιροῦμεν τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν φόρων. Ποίαν οἰκονομίαν θὰ φέρωμεν τέλος πάντων εἰς τὸ κεφάλαιον «γενικαὶ ὑπηρεσίαι τοῦ Κράτους», ὡς εἶναι διὰ νόμων ὠργανωμέναι; Οὐδεμίαν· διότι οὔτε τοὺς μισθοὺς καὶ τὰ ἐπιμίσθια δυνάμεθα νὰ μὴ πληρόνωμεν, οὔτε τὰ ἐνοίκια τῶν καταστημάτων, οὔτε τὴν γραφικὴν ὕλην, οὔτε τὰ τῆς καθαριότητος καὶ τοῦ φωτισμοῦ, οὔτε οὐδὲν τῶν ἀναγκαίων. Τὰ μόνα κεφάλαια, τὰ ὁποῖα μένουν, εἶναι νὰ καταργηθοῦν τὰ διάφορα βοηθήματα, νὰ παύσῃ ἡ κατασκευὴ καὶ ἐπισκευὴ τῶν δημοσίων κτιρίων, νὰ σταματήσωμεν ἢ ἐλαττώσωμεν τὰ γλίσχρα ποσὰ διὰ τὴν συγκοινωνίαν, νὰ παύσωμεν ἢ ἐλαττώσωμεν τὰς προμηθείας τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων. Εἶναι ταῦτα δυνατὰ καὶ ὠφέλιμα; Καὶ ἐν τούτοις ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι οἰκονομίαι πραγματικαὶ μόνον ἐν τοῖς ἐξόδοις τῶν γενικῶν ὑπηρεσιῶν, καὶ εἰς σημαντικὸν ποσὸν, εἶναι δυναταὶ διὰ τῆς ἁπλοποιήσεως αὐτῶν ἐπὶ τὸ σκοπιμώτερον, ὡς λεπτομερῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξέθηκε κατ’ ἐπανάληψιν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής· ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχει οὔτε τὸ σθένος, οὔτε τὴν δύναμιν νὰ πραγματοποιήσῃ ταύτας. Ἐπηγγέλθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἐκ λόγων δημοσιολογικῶν καὶ ἐκ συμφέροντος τῶν φορολογουμένων, νὰ φέρῃ μεταβολάς τινας εἰς τὴν φορολογικὴν νομοθεσίαν, καὶ δὴ εἰς τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ εἰς τὸν φόρον τοῦ οἴνου. Ἀλλὰ καὶ αὐτὰς τὰς ἐπαγγελίας τὰς ἐλησμόνησε, φοβούμενος μήπως προσκρούσῃ εἰς τὰ φρονήματα τῶν δανειστῶν, ὡς εἶπεν. Ἐπηγγέλθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐνισχύσῃ τὴν γεωργίαν καὶ βιομηχανίαν· ποία δὲ εἶναι ἡ ἐνίσχυσις, τὴν ὁποίαν κάμνει διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896; Ἀνεγράφη 75,000 δραχ. πίστωσις, ἤτοι 33,000 διὰ τὴν γεωργίαν καὶ 40,000 δι’ ἔργα ἐξυγιάνσεως. Μὲ 75,000 δρ. θὰ ἐνισχύσῃ τὴν γεωργίαν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ τόπου; Κρίνατε ὑμεῖς, κύριοι Βουλευταί, περὶ τοῦ σπουδαίου καὶ δυνατοῦ τῶν ἐπαγγελιῶν. Καὶ ἐπηγγέλθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῶν ὁμιλιῶν του πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους καὶ διὰ τοῦ εἰσηγητηρίου του λόγου ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι ἡ καλὴ πίστις ἐπιβάλλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν περιστολὴν τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως, ὅπως ὑπάρξῃ περίσσευμα καὶ διατεθῇ διὰ τὴν συγκοινωνίαν, ὑπὲρ ἧς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς συνεισφέρει 5 ἑκατομμύρια· καὶ ἀληθῶς 5,000,000 συνεισφέρει ἐτησίως διὰ τὴν ὁδοποιΐαν. Ἀλλὰ τί πρόκειται νὰ δαπανήσῃ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ 1896; εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἀνέγραψε διὰ τὴν ὁδοποιΐαν 2,980,000. Τὰ ὑπόλοιπα 2 ἑκατομμύρια ποῦ δαπανᾷ; Τὰ ἀπεῤῥόφησεν ἡ καταβόθρα τῶν ἐξόδων τῶν γενικῶν ὑπηρεσιῶν! Ποῦ λοιπὸν ἡ καλὴ πίστις τῆς Κυβερνήσεως; Ἀληθῶς ἡ Κυβέρνησις θὰ δαπανήσῃ τὸ 1896 δραχ. 1,353,500 διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν δαπανᾷ ἐκ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὑπολοίπου ἐσόδου τοῦ δανείου, ἐκ τῆς ἐγγυήσεως τῆς ἐκπτώτου ἑταιρίας καὶ ἐκ τῶν τόκων τοῦ ἐντόκου γραμματίου. Ἀλλὰ τί θὰ δαπανήσῃ ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους διὰ τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσης; Οὐδὲν, ἐκτὸς δραχ. 90,000 διὰ νὰ μισθοδοτῶνται φύλακες, διαμένοντες ἐν Ἀθήναις· καὶ ἠκούσατε ὁποία λεηλασία γίνεται τοῦ ὑλικοῦ τοῦ σιδηροδρόμου, διὰ τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθησαν 25,000,000. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εὐγνωμονῶν πρὸς τὰς νέας ἐπαρχίας διὰ τὴν λαμπρὰν ἐκλογικὴν νίκην, τὴν ὁποίαν ἤρατο κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 16 Ἀπριλίου, δὲν ἐπελάθετο τῶν πρὸς αὐτὰς ἐπαγγελιῶν του. Μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896 εἰσήγαγε καὶ τὰ γνωστὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια, δι’ ὧν σκοπεῖται ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων γεωργικῶν πληθυσμῶν εἰς μικροκτηματίας, καὶ ἡ ἐνίσχυσις τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς δι’ ἔργων χρησίμων οὐχὶ ἐκ τῶν πόρων τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐξ ἰδιαιτέρων πόρων αὐτῶν τούτων τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν. Δὲν θέλω τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ συζητήσω περὶ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, ἀλλὰ διὰ γενικῶν γραμμῶν θὰ χαρακτηρίσω ταῦτα. Ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων γεωργικῶν πληθυσμῶν εἰς μικροκτηματίας, καὶ ἡ ἀπόκτησις ἰδίου οἴκου εἶναι εὐχὴ καὶ ἐπιθυμία παντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ· ὁ τρόπος ὅμως, καθ’ ὃν πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ εὐχὴ ὅλων, οὔτε ὠφέλιμος εἶναι οὔτε εὐκατόρθωτος. Τὰ νομοσχέδια περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως μέρους τῶν κτημάτων (τσιφλικίων), περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ἀντικαταστάσεως διὰ τῆς ἀποδεκατώσεως (ἕκτης ἤδη), περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν βοσκῶν, ἐκτὸς τῆς ἀντισυνταγματικότητος ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀπαλλοτριώσεως, ὡς μέτρα μερικὰ καὶ ὄχι γενικὰ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, βεβαίως ἀντίκεινται καὶ εἰς τὸ γράμμα τῶν συνθηκῶν περὶ προσαρτήσεως καὶ θὰ γεννήσωσιν ἀντίδρασιν καὶ παρὰ τῶν κτηματιῶν τῶν μὴ ὑπηκόων Ἑλλήνων καὶ παραστάσεις τῆς Πύλης. Δὲν γνωρίζω δὲ, ἂν αἱ παραστάσεις αὗται δὲν θὰ κωλύσωσι τὴν ψήφισιν αὐτῶν, ἢ ἄλλως τὴν μὴ ἐφαρμογήν των. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, καὶ ἰδίως τὰ φορολογικὰ, ἀντίκεινται εἰς τὸ πνεῦμα τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος καὶ τῆς ἑνιαίας φορολογίας. Ἔχομεν δυστυχῶς τὴν τοιαύτην ἀνωμαλίαν, καὶ ἐνῷ ἡ εὐχὴ ὅλων εἶναι, πῶς νὰ ἐπέλθῃ πλήρης ἀφομοίωσις τῆς φορολογίας, ἡ ἐπέκτασις τῆς τοιαύτης ἀνομοιότητος ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις παραλύει ἐπὶ μᾶλλον τὸν δεσμὸν τῆς ἑνότητος, ὅπερ οὔτε συμφέρον οὔτε ὀρθὸν εἶναι. Ἀλλὰ καὶ κατ’ οὐσίαν ἂν ἦναι ἐφικτὴ ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις καὶ ἡ ἐξαγορὰ παρ’ ἑκάστης οἰκογενείας ἑνὸς οἴκου μετὰ τῆς περιοχῆς του καὶ 20–25 στρεμμάτων γῆς, ἡ κατάστασις τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν δὲν θέλει βελτιωθῆ, μὴ ἐπαρκούσης τῆς προσόδου διὰ τὴν συντήρησιν αὐτῶν καὶ ἔτι πλέον διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων, τοῦ τόκου καὶ χρεωλυσίου διὰ τὴν ἐξαγοράν. Σήμερον οἱ γεωργοὶ καὶ οἰκίαν ἔχουσι δωρεάν, καὶ ἔκτασιν 100–300 στρεμμάτων νέμονται πρὸς ἴδιον ὄφελος, καὶ εἶναι συνεταῖροι τῶν ἰδιοκτητῶν, καλλιεργοῦντες καὶ μοιράζοντες ἐν ἰσομερίᾳ τὰς προσόδους· πάντων τούτων θέλουν στερηθῆ, ἂν δὲν ὑποκύψωσιν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν κτηματιῶν· τί δὲ συμβήσεται ἐν ἀσυμφωνίᾳ; ἢ οἱ ἔχοντες τὰ μεγάλα κτήματα, ἐλλείψει καλλιεργητῶν, θὰ μεταβάλλουν αὐτὰ εἰς βοσκάς, πρὸς βλάβην τῆς παραγωγῆς, ἧς ἔχομεν ἀνάγκην, ἢ διαρκεῖς ἔριδες καὶ συγκρούσεις θὰ ὑφίστανται, ἐπὶ βλάβῃ τῆς δημοσίας τάξεως καὶ γεννήσει κοινωνικοῦ ζητήματος, ἀγνώστου μέχρι σήμερον παρ’ ἡμῖν. Τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου ἔχει πρόχειρον ἡ Κυβέρνησις. Οἱ νόμοι τοῦ 1890 καὶ 1891 λύουσι τὸ ζήτημα· ἀρκεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ θέλῃ νὰ παράσχῃ τὴν συνδρομήν της, καὶ οἱ γεωργικοὶ πληθυσμοὶ δύνανται νὰ ἐξαγοράσωσιν ὅλα τὰ κτήματα τῶν μεγαλοκτηματιῶν καὶ νὰ γείνωσιν αὐτοὶ κύριοι· ἀρκεῖ, ἐπαναλέγω, ἡ καλὴ θέλησις τῆς Κυβερνήσεως νὰ συντρέξῃ εἰς τοῦτο. Βεβαίως ἡ ἐπαναφορὰ τῆς δεκάτης εἶναι ἀναχρονισμός, καὶ ἐνῷ τὸ δημόσιον ταμεῖον οὐδὲν ἔχει νὰ ὠφεληθῇ κατὰ τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὅμως ὑπερμέτρως ἡ παραγωγὴ καὶ ἐκ τῶν ἄλλων ἐπιπροσθέτων φόρων, χάριν τοῦ ἱδρυομένου ταμείου, ὅπερ, ἀνίκανον νὰ ἀνταποκριθῇ ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν εἰς τὴν ἀποπληρωμὴν τοῦ τιμήματος τῶν γαιῶν, θέλει καταστῆ κυριωτάτη ἀφορμὴ καταστροφῆς τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς, μὴ δυναμένης βεβαίως ἐκ τῶν πολλῶν ἐξόδων νὰ συναγωνισθῇ πρὸς τὴν μᾶλλον εὔωνον εἰσαγωγὴν τῶν ξένων σιτηρῶν. Ἀλλὰ μήπως καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν βοσκῶν δὲν εἶναι ἄδικον καὶ δημευτικόν; Μὴ ὑπάρχοντος κτηματολογίου, καὶ ἀγνώστου οὔσης τῆς ἐκτάσεως τῶν βοσκησίμων γαιῶν, νομίζετε ὅτι εἶναι εὔκολος ὁ διὰ τῶν δηλώσεων προσδιορισμὸς τῆς ἐκτάσεως τῶν κυρίως βοσκησίμων γαιῶν, ὡς καὶ ὁ ἔλεγχος αὐτῶν; νομίζετε ὅτι φόρος 7½ λεπτῶν κατὰ μέσον ὅρον τὸ στρέμμα δὲν ἀποῤῥοφᾷ τὴν ὅλην πρόσοδον τοῦ ἰδιοκτήτου, ἢ ὅτι, ἂν οὗτος ἐπιπέσῃ κατὰ τῶν κτηνοτρόφων, δὲν θὰ καταστρέψῃ τὴν κτηνοτροφίαν καὶ δὲν θὰ κλείσῃ διὰ παντὸς εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας τὴν θύραν τῆς εἰσόδου τῶν ξένων κτηνοτρόφων; Εὐγενὴς ἀληθῶς εἶναι ἡ εὐγνωμοσύνη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸς τοὺς πληθυσμοὺς τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ ἀτυχῆ καὶ ἀδόκητα τὰ ὑποβληθέντα νομοθετήματα πρὸς ἀποπληρωμὴν τῆς εὐγνωμοσύνης. Τερματίζων τὸν λόγον μου λέγω, ὅτι καὶ κατὰ τὴν τρίτην ταύτην φορὰν ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ ἐστάθη ἀτυχής. Πᾶσαι αἱ ἐπαγγελίαι της καὶ ὅλα τὰ μέτρα της ἀπεδείχθησαν κατώτερα τῶν σοβαρῶν περιστάσεων, ἐν αἷς εὑρισκόμεθα καὶ τῶν προσδοκιῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ Κυβέρνησις βαδίζει τὴν αὐτὴν ὁδὸν, ἣν καὶ πρὸ τῆς πτωχεύσεως, ἤτοι τῆς ἐπιβολῆς φόρων καὶ αὐξήσεως τῶν ἐξόδων. Τὸν δρόμον τοῦτον ἔχομεν καθῆκον νὰ σταματήσωμεν. Ἁρμόδιοι πρὸς τοῦτο εἶναι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ἁρμόδιος εἶναι καὶ ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεύς, ὁ ὁποῖος ἐτάχθη παρὰ τοῦ ἔθνους οὐ μόνον ἀνώτατος ῥυθμιστὴς τῆς λειτουργίας τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, ἀλλὰ καὶ ὑπέρτατος ἐπόπτης τῶν πραγματικῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους. Ἂν καὶ πάλιν ἀστοχήσωμεν, ὑπαίτιοι δὲν θὰ ἤμεθα ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἐπανάληψιν εἴπομεν τὰ πράγματα καὶ ἐγκαίρως ὑπεδείξαμεν τὰ πρέποντα· ὑπαίτιοι θὰ ἦναι οἱ δυνάμενοι καὶ μὴ θέλοντες νὰ ἐνεργήσωσι.

§199Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον κανονίζον τὰ τῆς μισθοδοσίας τῶν δημοδιδασκάλων, ὥστε νὰ εὐκολυνθῇ ἡ μισθοδοσία αὐτῶν κατὰ τὸ τρέχον ἔτος. Τὸ νομοσχέδιον ἐπιγράφεται «περὶ συμπληρώσεως τοῦ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ͵ΒΤΜΘʹ νόμου», συνοδεύεται δὲ καὶ ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ τῶν ἐπὶ διδασκαλικῷ πτυχίῳ ἐξετάσεων τῶν ὑποψηφίων διδασκαλισσῶν», μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως.

§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 268–269). Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 50′ μ. μ.)

§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.

§202ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ ἐκ μέρους μου διακοπὴ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ περιέχει ἀνωμαλίαν τινά. Ἐπειδὴ ὅμως ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, ὅτι κατὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως ὁπωσδήποτε ἐπικρατεῖ θόρυβος, ἑπομένως εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ μὴ δυνηθῶ νὰ διατυπώσω τὴν πρότασίν μου, διὰ τοῦτο παρακαλῶ ὑμᾶς, παρακαλῶ δὲ συνάμα καὶ τὴν Βουλὴν, ὅπως μοὶ συγχωρήσητε τὴν ἀνωμαλίαν ταύτην. Εἰσέρχομαι ἑπομένως εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον μὲ ἠνάγκασε νὰ ἐπενέγκω τὴν ἀνωμαλίαν ταύτην. Τὸ θέμα εἶναι τὸ ἀκόλουθον. Ὅταν ὁ κ. προεδρεύων τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ πρῶτον τμῆμα τῶν συνεδριάσεων αὐτῆς ἀπεπειρᾶτο νὰ διακόψῃ τὴν συνεδρίασιν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠγέρθη καὶ ὡμίλησε κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἐνέδειξε, κατ’ ἐμέ, ὅτι ἐπεθύμει, ἵνα αἱ συνεδριάσεις ἄρχωνται οὐχὶ τὴν πρωΐαν, ἀλλὰ μετὰ μεσημβρίαν. Ὁμολογῶ καὶ ἐγώ, ἀλλὰ καὶ ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, βεβαίως δὲν θ’ ἀρνηθῆτε, ὡς καὶ ἅπαντες οἱ κύριοι συνάδελφοι, ὅτι αἱ ὧραι, κατὰ τὰς ὁποίας γίνονται αἱ συζητήσεις τῆς Βουλῆς, εἶναι τοιαῦται, ὥστε ἐπέρχεται ὁ κάματος καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συζητοῦσιν, ἀλλὰ καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀκροῶνται τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Διὰ τοῦτο συμμεριζόμενος τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν περιεῖχον οἱ λόγοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, προτείνω,—καὶ ὑποθέτω ὅτι διερμηνεύω ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς τὸ φρόνημα—ὅπως καταργηθῶσιν αἱ πρωϊναὶ συνεδριάσεις, αἱ συνεδριάσεις δὲ τῆς Βουλῆς νὰ ἄρχωνται ἀπὸ τῆς αὔριον τὴν 4ην ἢ τὴν 3ην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν. Καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ὅπως ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης.

§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;

§204ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀπὸ τῆς αὔριον, ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει, νὰ ἀρχίζωσιν αἱ συνεδριάσεις ἀπὸ τῆς 4ης μ. μ.

§206Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, πρὸ μικροῦ κατὰ τὴν συζήτησιν νομοσχεδίου τινὸς περὶ πιστώσεως ἐκτάκτου ἐκ δραχμῶν 20,000 πρὸς ἐξόφλησιν τῶν ὀφειλομένων διὰ τὴν χορηγίαν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου–Κρυονερίου ἐδηλώθη ἡ γνώμη, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῇ ἡ πίστωσις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, νὰ μὴ ψηφισθῇ δὲ ἴδιον νομοσχέδιον. Δὲν ἦμαι βέβαιος, ἂν ἡ γνώμη αὕτη ἦναι ὀρθὴ, ἢ ἦναι ὀρθὴ ἡ γνώμη, ἡ ὁποία ὑπηγόρευσε τὴν σύνταξιν νομοσχεδίου ἐκτάκτου πιστώσεως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῦτο εἶναι ἐπουσιῶδες, συνῄνεσα νὰ ζητηθῇ ἡ πίστωσις διὰ δηλώσεως πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ ποσὸν τῶν 20,000 δραχμῶν. Πρὸς τοῦτο καταθέτω τὴν δήλωσιν ταύτην.

§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 270). Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τίς ἐπιθυμεῖ νὰ ἀγορεύσῃ; Οὐδεὶς εἶναι ἐγγεγραμμένος.

§208ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁ κύριος εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ.

§209ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§210ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄνδρου Βουλευτὴς ἦτο μέλος τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς. Ὡς τοιοῦτος περιελήφθη εἰς τὸ ψηφοδέλτιον, τὸ ὁποῖον ἡ μειοψηφία, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐν τῇ Βουλῇ ἐψήφισε κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐπιτροπῶν. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ λοιπὸν ἀντεπροσώπευε τὰς γνώμας ὁλοκλήρου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ δὲ ἀγόρευσίς του τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἐσκόπει ἄλλο τι ἢ νὰ διερμηνεύσῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν πᾶσα ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896. Καὶ νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄνδρου Βουλευτὴς, διερμηνεύων διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του τὰς γνώμας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀπέδειξε δι’ ἐπιχειρημάτων, τῶν ὁποίων οὐδὲν ἀπολύτως ἠδυνήθη ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας ν’ ἀντιμετωπίσῃ κἄν, κατέδειξεν, ὅτι ὁ προκείμενος Προϋπολογισμὸς εἶναι ἀντίγραφον, καὶ ἀντίγραφον κακόζηλον, τῶν προηγουμένων Προϋπολογισμῶν, ὡς καὶ ἐγὼ αὐτὸς ὑπηνισσόμην σήμερον τὴν πρωΐαν, κακίζων ὅλους τοὺς Προϋπολογισμοὺς, τοὺς ἀπὸ δωδεκαετίας καὶ ἐπέκεινα ὑποβαλλομένους εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄνδρου Βουλευτὴς ἀπέδειξε δι’ ἀριθμῶν, ἀναντιλέκτων μέχρι τοῦδε ἐκ μέρους τῆς πλειοψηφίας, ὅτι, ἐὰν κατὰ τὸ κατὰ τὸ 1892, ἐὰν κατὰ τὸ 1893, ἐὰν κατὰ τὸ 1894 ἐπλησιάζομεν πρὸς τὸ ἰσοζύγιον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομίμου νομίσματος τῆς χώρας, κατὰ τὸ 1895, ὑπὸ τὴν διοίκησιν τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως, θὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα 5,000,000, ἐὰν ὄχι καὶ πλέον, καὶ ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐλλείμματος τούτου δυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε νὰ προϋπολογίσωμεν καὶ τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχωμεν κατὰ τὸ 1896. Διότι διὰ τοῦ προκειμένου Προϋπολογισμοῦ οὔτε οἰκονομίαι εἰσάγονται ἐπὶ πλέον ἐκείνων, αἵτινες εἰσήχθησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1895, οὔτε αὔξησις ἐσόδων τὸ παράπαν παρατηρεῖται. Τοὐναντίον μάλιστα, ὡς ἀπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄνδρου Βουλευτὴς,— καὶ μένει ὀφειλέτης τῆς ἀπαντήσεως πρὸς αὐτὸν ἡ πλειοψηφία — καὶ αἱ δαπάναι παρίστανται ἐπηυξημέναι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τούτῳ, καὶ τὰ ἔσοδα οὐδόλως εἶναι ηὐξημένα. Λοιπὸν, ἐν ὅσῳ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄνδρου, διερμηνεύων, ὡς πάντες οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῆς πτέρυγος ταύτης δύνανται νὰ διερμηνεύσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, τὰς γνώμας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐφ’ ὅσον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄνδρου Βουλευτὴς, κατὰ τὴν πεποίθησιν ἡμῶν, ἀπέδειξεν ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1896, ὡς ἔχει, πᾶν ἄλλο σκοπεῖ ἢ νὰ ἀποκαταστήσῃ ἀληθὲς καὶ πραγματικὸν ἰσοζύγιον ἐν τοῖς ἐσόδοις καὶ ἐξόδοις τοῦ Κράτους, πᾶν ἄλλο σκοπεῖ ἢ νὰ συντελέσῃ, ὅπως ἐξέλθῃ τὸ Κράτος καὶ ἡ χώρα ἡμῶν ἐκ τῆς παρούσης οἰκονομικῆς καταστάσεως, ἡ πλειοψηφία, νομίζομεν, ὀφείλει νὰ ἀντεπεξέλθῃ πρὸς τὰς τοιαύτας ἀποδείξεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄνδρου Βουλευτοῦ. Καὶ ὁ πρῶτος, ὅστις ὀφείλει νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ νὰ ἀπαντήσῃ, ἀναιρῶν ἓν πρὸς ἓν τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄνδρου Βουλευτοῦ, εἶναι, νομίζω, ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς. Λοιπὸν ἂς ἀφήσῃ κατὰ μέρος τὰς ὑπεκφυγὰς, καὶ ἂς ἀπαντήσῃ εἰς ὅσα ἤκουσε πρὸ μικροῦ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄνδρου Βουλευτοῦ ἀναπτύσσοντος ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.

§211ΤΟΜΑΝ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ δήλωσις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου εἶναι δήλωσις εἰλικρινής. Ἐπεφυλάχθη νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν συνάδελφον ἐξ Ἄνδρου, διότι ἐνόμισε, καὶ εἶχε δίκαιον νὰ νομίζῃ, ὅτι τὰς γνώμας αὐτοῦ, τὰς ὁποίας ὑμεῖς θεωρεῖτε γνώμας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἤθελον καὶ ἕτερα μέλη ἔγκριτα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀναπτύξει καὶ ὑποστηρίξει. Ἐνόμισε λοιπὸν, ὅτι ἔδει νὰ ἐπιφυλαχθῇ, διότι ἐφρόνει, ὅτι ἐξ εὐγενείας καὶ ἐκ καθήκοντος ἐπεβάλλετο αὐτῷ νὰ ἀντεπεξέλθῃ, ἀντικρούων καὶ τὰς γνώμας ἑτέρων μελῶν ἐγκρίτων τοῦ Κοινοβουλίου ἐκ τῶν ἀποτελούντων τὴν μειονοψηφίαν, οἵτινες βεβαίως θὰ ἔλθωσιν εἰς ἐνίσχυσιν τῆς γνώμης τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄνδρου, τὸν ὁποῖον ἴσως ἠγνόει ὅτι ὑμεῖς ἐξελέξετε ὡς ἀντιπροσωπεύοντα τὰς γνώμας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν δύνασθε ἑπομένως νὰ κακίσητε τὸν κ. εἰσηγητήν ἀπ’ ἐναντίας ὀφείλετε νὰ ἐπαινέσητε αὐτὸν διὰ τὴν λεπτότητα καὶ τὴν εὐγένειαν, ἣν ἐνέχει ἡ ἐπιφύλαξις.

§212ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἀμφισβητήσω τὴν περὶ ἑαυτοῦ δήλωσιν τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς περὶ τῆς ὑπερόχου οἰκονομικῆς αὑτοῦ θέσεως καὶ τῆς μεγάλης δυνάμεως, τὴν ὁποίαν σύρει ὄπισθεν αὐτοῦ, καὶ ἥτις τὸν ἐμποδίζει νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄνδρου Βουλευτήν. Εἶναι ἕκαστος κύριος τῆς γνώμης του. Ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν ἀφορμὴν ν’ ἀμφισβητήσω τὴν ὑπέροχον οἰκονομικὴν θέσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Σύρου Βουλευτοῦ καὶ εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας. Εἶναι κύριος νὰ θεωρῇ μικροὺς καὶ ἄνευ ἀξίας τοὺς ὁμιλοῦντας ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ θέλῃ, ὅπως συλλήβδην ἅπασα ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐκφράζῃ τὴν γνώμην της, καὶ τότε νὰ θεωρήσῃ ἐπιτρεπόμενον εἰς αὐτὸν νὰ συγκαταβῇ καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ τὰς ὑψηλὰς οἰκονομικάς του θεωρίας. Δὲν θέλω ν’ ἀμφισβητήσω τὴν γνώμην του ταύτην. Ἀπεναντίας νομίζω, ὅτι τοιαύτην διακεκριμένην καὶ μεγάλην οἰκονομικὴν ἱκανότητα ἔχων ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, θὰ δύναται ἐπανειλημμένως νὰ ἀπαντήσῃ καὶ εἰς ἄλλους λαμβάνοντας τὸν λόγον. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι ἢ νὰ παραπονεθῶ κατὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Σύρου καὶ εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι θέλει νὰ στερήσῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ τὴν Συμπολίτευσιν τῶν φώτων αὐτοῦ. Εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἐν τῇ εἰσηγήσει τῆς πλειοψηφίας ἐξέφερε πολλὰς γνώμας, καὶ διάφορα θέματα ἔθιξε καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν εὐρύτερον ἀνέπτυξεν αὐτὰ, ἀλλὰ βεβαίως δὲν μᾶς ἐξέθηκε τὸ σύστημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστήριξε τὰς γνώμας ταύτας, μήτε τὰ συμπεράσματά του ἐπὶ τῶν ἐν γένει οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Καὶ διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος δηλοῖ, καὶ ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν ἀφορμὴν ν’ ἀμφισβητήσω τὸ ὕψος τῶν μελετῶν του, νομίζω ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ φωτίσῃ καὶ ἡμᾶς περὶ ὅλων τῶν ζητημάτων, ἅτινα ἐμελέτησεν, ἀντικρούων τὸν προλαλήσαντα. Δὲν θέλω νὰ θίξω τὴν μετριοφροσύνην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄνδρου, ἀλλὰ εἰς τὴν λίαν μεμελετημένην καὶ μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ πολλῆς μετριοφροσύνης ἔκφρασιν τῶν ἰδεῶν του περὶ τῆς ἐν γένει οἰκονομικῆς πολιτικῆς καὶ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους πάντες ἀπέδωκαν πολλὴν ἀξίαν. Θὰ μᾶς εὐχαριστήσῃ ἑπομένως ὁ κ. εἰσηγητὴς, ἐὰν ἀντικρούσῃ τὰς ἰδέας τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου Βουλευτοῦ ἐξ Ἄνδρου καὶ πείσῃ καὶ ἡμᾶς περὶ τῆς ἀληθείας τῶν γνωμῶν του. Ἴσως ἐκ τῆς εὐρύτητος τῶν ἰδεῶν του πεισθῶμεν καὶ ἡμεῖς, οἱ διστάζοντες, περὶ τῆς σπουδαιότητος καὶ τῆς ἀποτελεσματικότητος τῶν μέτρων καὶ τῶν διατάξεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Θὰ ἐξυπηρετήσῃ δὲ οὕτω τὴν Βουλὴν, τήν τε Συμπολίτευσιν καὶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, φωτίζων αὐτὴν περὶ τοῦ ἐν γένει οἰκονομικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, καὶ θ’ ἀπαλλάξῃ ἡμᾶς τοῦ κόπου τοῦ νὰ λάβωμεν τὸν λόγον.

§213ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§214ΚΑΙΡΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Σύρου καὶ εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς διὰ τὴν ἀγαθὴν γνώμην, ἣν ἔχει περὶ ἐμοῦ καὶ περὶ τῶν ἰδεῶν, ἃς, ὡς εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, ἀνέπτυξα τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἐγώ, ὁμιλήσας ἐκ τοῦ βήματος ἐκείνου, ὤφειλον νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὴν βάσανον καὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, δὲν ἐκλήθην ὅμως ἵνα συζητήσω πρὸς μόνην τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειοψηφίας, ἐμνημόνευσα δὲ αὐτῆς, καθόσον ἐσχετίζετο σοβαρῶς πρὸς τὸ συζητούμενον θέμα. Ἐὰν τοῦτο δυσηρέστησε τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐκ Σύρου καὶ εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, λυποῦμαι, διότι τὸν δυσηρέστησα. Ἐὰν ὁ κ. εἰσηγητὴς καὶ πᾶς ἄλλος ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως δὲν θέλῃ νὰ ἀπαντήσῃ καὶ ἐπιφυλάσσεται, ἀφοῦ προηγουμένως ἀκούσει ὅλους τοὺς ῥήτορας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἶναι δικαίωμά του· ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἀφοῦ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐλάλησε διὰ τοῦ εἰσηγητοῦ της, πρέπει νὰ ἀκουσθῇ, καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σύρου Βουλευτὴς καὶ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, τοῦ ὁποίου καὶ τὰ οἰκονομικὰ φῶτα καὶ ἡ περὶ τὸ λέγειν δεινότης εὐμενῶς θέλουσιν ἀκουσθῆ παρὰ τῆς Βουλῆς.

§215Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι δὲν προὐτιθέμην τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ δὲν προὐτιθέμην, διότι τὸ πολύωρον τῶν συνεδριάσεων καὶ τὸ πολυάσχολον αὐτῶν δὲν μοὶ ἔδωκε τὸν καιρὸν νὰ μελετήσω, ὡς ἐγὼ ἐπιθυμῶ, τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διὰ νὰ εἴπω κἄτι τι ἄξιον τοῦ θέματος, νέον τι. Δὲν θὰ ἐζήτουν λοιπὸν τὸν λόγον, ἐὰν καὶ ἄλλος προαγορεύσας, ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ τοῦ νὰ ἴδῃ πραγματικῶς, ὡς πάντες ἴσως ἐπιθυμοῦμεν, τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἡνωμένην διὰ κοινοῦ ἠθικοῦ δεσμοῦ, δὲν ἐδήλου ὅτι ὁ ἐξ Ἄνδρου ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην ὁλοκλήρου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ἓν μέλος τῆς Βουλῆς, καὶ δὴ ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), οὐδεμίαν δ’ εἶχον γνῶσιν οὔτε τῶν πορισμάτων τοῦ ἐξ Ἄνδρου κ. Βουλευτοῦ, οὔτε ὅλης αὐτῆς τῆς ἐργασίας, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἔσχον καὶ ἐγὼ τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι ἐν τῷ ψηφοδελτίῳ τῆς μειοψηφίας εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἔσπευσεν εἷς τῶν προαγορευσάντων, ἐξ ἀγαθῆς βεβαίως προαιρέσεως, νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ὁ ἐξ Ἄνδρου κ. Βουλευτὴς ἐδήλωσε τὰς γνώμας ἁπάσης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Τοιοῦτόν τι θὰ ἦτο εὐχάριστον σημεῖον, ἀλλ’ ἕνεκα διαφόρων λόγων, περὶ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ συζητήσωμεν, δὲν εὑρέθημεν ἔτι ἀτυχῶς εἰς τὴν εὐχάριστον ταύτην στιγμήν. Ὑπάρχουσί τινα σημεῖα ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ἐν τοῖς ὁποίοις εὑρισκόμεθα σιωπηλῶς ἡνωμένοι, ἀλλὰ πάντοτε ὁμοσπονδιακῶς (ἱλαρότης), καὶ ἕκαστος φυλάττει ἀκεραίαν τὴν γνώμην αὐτοῦ. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἔχωσιν ἄλλως τὰ πράγματα, διότι ἐν τῇ σημερινῇ Ἀντιπολιτεύσει ὑπάρχουσι πολιτικαὶ ὁμάδες ἐκ διαφόρων προελεύσεων. Ὁ ἐξ Ἄνδρου ἀξιότιμος συνάδελφος, καθὼς γινώσκω, συμπράττει μετὰ τοῦ ἐξ Ἄρτης ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ἑπομένως ἀνέπτυξε τὸ πρόγραμμα τοῦ ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτοῦ, μεθ’ οὗ συμπράττει, καὶ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ ἀνέπτυξεν ἀρκετὰ καλῶς, ἀξιοπρεπῶς καὶ σπουδαίως, ἐν πολλοῖς δὲ καὶ ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν, ἐν πολλοῖς ὅμως, ἀλλὰ δὲν εἶμαι εἰς ὅλα, δὲν εἶμαι εἰς τὰ συμπεράσματα· δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἦμαι σύμφωνος ἐγὼ μὲ τὸν ἐξ Ἄρτης κ. συνάδελφον, διότι ὁ ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτὴς, ἀφ’ ὅτου συνηντήθημεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀπὸ τοῦ 1881, ἓν μέρος μὲν διήνυσε βοηθῶν τὸν ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτὴν, ἐνθερμότατος φίλος ἐκείνου, ἐγὼ δὲ ἤμην πάντοτε εἰς τὸ ἀντίθετον στρατόπεδον, τὸ ἕτερον χρονικὸν διάστημα τὸ διήνυσεν ὡς φίλος τοῦ κυρίου ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, μεθ’ οὗ καὶ συνέπραξεν ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἐγὼ δὲ εἶχον καὶ πάλιν τὴν ἀτυχίαν νὰ μὴ εὑρίσκωμαι ἐν τῷ αὐτῷ στρατοπέδῳ· ὥστε δὲν συνηντήθημεν ἀτυχῶς. Δὲν συναντῶμαι καὶ μὲ ἄλλους ἐκ τῶν συναδέλφων, τῶν παρακαθημένων ἐν τῇ αὐτῇ πτέρυγι, τοὺς ὁποίους ἐκτιμῶ καὶ μετὰ τῶν ὁποίων συναντῶμαι πολλάκις εἴς τινα σημεῖα, ἀλλ’ εἰς τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα εὑρισκόμεθα εἰς πολὺ μεγάλην ἀπόστασιν, διότι τὸ οἰκονομικὸν ἐκείνων πρόγραμμα ἀκριβῶς εἶναι τὸ ὑπὸ τοῦ λαοῦ καταδικασθὲν, διότι ἀκριβῶς εἶναι ἐκεῖνο, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐπάλαισα ἐν ταῖς ἐκλογαῖς καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1885 καὶ κατὰ τὸ 1890 καὶ κατὰ τὸ 1892 καὶ τελευταῖον κατὰ τὸ 1895. Δὲν ἀνέφερον ταῦτα οὔτε διὰ νὰ προκαλέσω ἀντεγκλήσεις, οὔτε δυσαρεσκείας, ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμην νὰ σιωπήσω, ὅταν δύο ἐκ τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων παρέστησαν, ὅτι τὸ πόρισμα τοῦτο προέρχεται κατόπιν τῆς συνεννοήσεως καὶ ὡς ἐκφράζον τὸ γενικὸν οἰκονομικὸν πρόγραμμα ὁλοκλήρου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐμὴν ψῆφον, νὰ προβῶ εἰς τὴν δήλωσιν ταύτην. Νομίζω μετὰ ταῦτα, ὅτι ἔχω τὴν ἀνάγκην νὰ προσθέσω ἀκόμη ὀλίγας λέξεις, διότι ἤμην ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς θέλετε παρατηρήσει ἐν τῇ ἐκθέσει, καὶ διότι δὲν ἐγένετο ἰδιαιτέρα ἔκθεσις τῆς μειοψηφίας. Τέσσαρες μὲν τῶν κυρίων συναδέλφων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως συνυπέγραψαν, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ ἀγορεύσας ἀξιότιμος ἐξ Ἄνδρου συνάδελφος, δύο δὲ ἄλλοι, ὁ κ. Μαυρομιχάλης καὶ ἐγὼ, ἰδιαιτέρως μὲ ἰδιαιτέραν ἐπιφύλαξιν. Προϋτιθέμην καὶ ἐπεθύμουν νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα συντόμως εἴπω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου, εἰ καὶ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896 δὲν παρέχει ἀτυχῶς τι τὸ ἐνδιαφέρον, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1896 εἶναι ἀντίγραφον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, καὶ δὲν χρειάζεται πολὺς κόπος, ἵνα ἀποδείξῃ τις τοῦτο, ἀφοῦ δὲν μετεβλήθη σχεδόν τι. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν αὐτῶν ὀργανικῶν νόμων συνετάχθη καὶ θὰ ἐπιψηφισθῇ, ἑπομένως εἶναι ἀντίγραφον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, ὅστις, ἐπὶ τῇ αἰτιολογίᾳ, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ὁ προσήκων χρόνος, ἀντεγράφη ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1894. Τότε εἶχον λάβει τὴν τιμὴν νὰ κατακρίνω τὴν ἀντιγραφὴν ταύτην, καὶ ὡμίλησα διὰ μακρῶν. Ὅσοι παρευρίσκοντο τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ ἐνθυμοῦνται, πῶς ἀνέπτυξα τὴν γνώμην μου. Θὰ ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ ἀναφερθῶ εἰς ὅσα εἶπον εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου ἐκείνην. Ἐπειδὴ ὅμως ἔλαβον χώραν ἄλλα γεγονότα πολιτικὰ, τὰ ὁποῖα συζητοῦνται πάντοτε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ ὑπεβλήθησαν νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν ἐψηφίσθησαν, θὰ ἐπεθύμουν νὰ προσθέσω τινὰ, ἂν παρείχετο εὐκολία εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ παράσχωμεν τοιαύτην εὐκολίαν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, καὶ αὔριον νὰ συζητήσωμεν τὸν Προϋπολογισμόν. Ἐπιτρέψατέ μοι, νὰ προσθέσω καί τι, τὸ ὁποῖον ἐλησμόνησα. Δὲν ἠδυνάμην νὰ μὴ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄνδρου συναδέλφου, ὅταν ἔλαβε τὸν χαρακτηρισμὸν, τὸν ὁποῖον τινες τῶν συναδέλφων ἔδωκαν, διότι ὁ κ. ἐξ Ἄνδρου Βουλευτὴς, μὴ περιορισθεὶς εἰς τὸ νὰ ἀντικρούσῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ εἰσηγητοῦ, πρὸς τὴν ὁποίαν ἐγὼ διαφωνῶ ὡς πρὸς τὰ συμπεράσματα, τὴν ὁποίαν εὑρίσκω ὅμως ὡς ἔργον μεγάλης εὐσυνειδησίας, ἡ ὁποία τιμᾷ τὸν συντάκτην αὐτῆς, διότι, λέγω, ὁ κ. ἐξ Ἄνδρου Βουλευτὴς ἀνέμιξεν, ὡς μὴ ὤφελε, τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια, καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἔδωκε κομματικὴν χροιὰν, ἀκριβῶς δηλ. τοὐναντίον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐγὼ φρονῶ καὶ τὸ ὁποῖον καὶ σήμερον τὴν πρωΐαν εἶπον.

§216ΚΑΙΡΗΣ. Ὑπὸ γενικὴν ἔποψιν ὡμίλησα. Οὐδεμίαν χροιὰν ἔδωκα.

§217Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶπον καὶ σήμερον τὴν πρωΐαν, ὅτι νομοσχέδια τοιαῦτα, κοινωνικὸν καὶ ἐθνικὸν ἔχοντα σκοπὸν, πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσι τοῦ κομματικοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Δὲν ἠδυνάμην λοιπὸν, ὅταν τοιαύτην ἔχω γνώμην, νὰ σιγήσω, καὶ διὰ τοῦτο ἐθεώρησα καλὸν νὰ εἴπω ὅ,τι πρὸ μικροῦ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω.

§218Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ παράπονον, τὸ ὁποῖον ἐξέφρασεν ἄρτι μετὰ τοσαύτης μελαγχολικῆς πικρίας καὶ μετά τινος νευρικῆς ὑπερευαισθησίας ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος ἐναντίον τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας, δὲν μοὶ φαίνεται τὸ παράπαν δεδικαιολογημένον...

§219ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπὸ τὰ Ἄβδηρα ἔρχεσθε, νομίζω.

§220Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω, ὅτι σεῖς εἶσθε ἐκεῖ κάτοικος διαρκῶς (γέλωτες), ἀλλὰ δὲν σᾶς ἐπεσκέφθην ποτέ... Παρεπονεῖτο, λέγω, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος ἐναντίον τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, διστάσαντος νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἄνδρου, ὁ πρῶτος ὁμιλήσας εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐξεπροσώπει, δι’ ὅσων εἶπε κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, τὴν γνώμην καὶ ὅλων τῶν ὁμάδων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ τὸ παράπονόν του δὲν φαίνεται, εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον, ὅτι ἔχει τινὰ ὑπόστασιν. Μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ὡμίλει ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, οὐδὲν εἶχε παρουσιασθῆ τεκμήριον ἐνταῦθα, ἐπιμαρτυροῦν ἢ ὑπεμφαῖνον κἄν, ὅτι ἐπετελέσθη τηλικαύτη πρόοδος εἰς τὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὥστε νὰ συσπειρωθῇ περὶ τὸν προοδευτικὸν ἀρχηγὸν, οὐδὲν τὸ ἀποδεικνῦον τὸ αἴσιον γεγονὸς τῆς συνενώσεως ὅλων τῶν ὁμάδων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑπὸ τὸν κ. ἐξ Ἄρτης συνάδελφον. Τὸ γεγονὸς τοῦτο θεωρῶ κἀγὼ, ὅτι εἶναι πολὺ εὐχάριστον, διότι ὁμολογουμένως καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡμεῖς ἰδιαιτέρως, ἡ πλειονοψηφία, συμφέρον ἔχομεν νὰ ὑπάρχῃ μία ἑνιαία καὶ συμπαγὴς Ἀντιπολίτευσις, ἐκπροσωποῦσα τὴν γνώμην ὅλων τῶν μελῶν τῆς πτέρυγος ἐκείνης, διὰ νὰ δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ γνωρίζωμεν, πρὸς ποῖον ὡρισμένως μέρος δέον νὰ στρέφωμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν, καὶ ποίαν γνώμην πρέπει νὰ ἐκλαμβάνωμεν ὡς ἀξιωματικὴν, καὶ νὰ ἀντικρούωμεν ἑκάστοτε, ὅταν ἐμφανίζηται αὕτη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἕως σήμερον ἐγνωρίζομεν, ὅτι ἡ πτέρυξ δυστυχῶς ἐκείνη ἀπετελεῖτο ἐκ πολλῶν καὶ διακεκριμένων ὁμάδων, πέντε ἢ ἕξ,—ὁ Θεὸς γνωρίζει ἀκριβῶς πόσων. Σήμερον ὑπὸ τοῦ κ. Εὐταξίου ἐμάθομεν,—μόλις σήμερον—ὅτι αἱ ὁμάδες αὗται συνηνώθησαν ἀῤῥήκτως εἰς ἓν, ὅτι ἐν τῷ συμφέροντι καὶ τῆς Πατρίδος καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Συντάγματος ἀπεφάσισάν τινες ἀξιεπαίνως νὰ ἀποθέσωσι τὰς φιλοδοξίας αὐτῶν κατὰ μέρος, καὶ νὰ ἀναγνωρίσωσιν ὡς κορυφαῖον τὸν ὑψηλότερον ἐξ αὐτῶν (γέλωτες). Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινωνία ὁλόκληρος θὰ ἐπικροτήσῃ εἰς τὸ εὐχάριστον γεγονὸς, οὐχὶ μόνον διότι αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ γεγονὸς ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν εἶναι εὐχάριστον, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ ἐκλογὴ ἐγένετο εἰς τὸ πρόσωπον ἐκείνου, ὅστις ὑπερέχει πολλοὺς δακτύλους πάντων (ἱλαρότης). Διὰ τοῦτο, λέγω, δὲν ἐνόησα διατὶ παρεπονέθη ὁ κ. Καραπάνος ἐναντίον τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας.

§221ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγώ! Ἀπ’ ἐναντίας.

§222Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ δὲν ἐνόησα διατὶ ἐκράτησεν ἓν τοιοῦτον καὶ τοσοῦτο βαρυσήμαντον γεγονὸς μυστικὸν, καὶ μόλις ἀπόψε, ἀκριβῶς τὴν ἑνδεκάτην ὥραν τῆς νυκτὸς, ἦλθε νὰ μᾶς τὸ ἀνακοινώσῃ (ἱλαρότης). Ἡμεῖς, νομίζω, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ παραπονώμεθα κατ’ αὐτοῦ ἐπὶ τόσῃ ἐχεμυθίᾳ. Μία ὅμως ὑπάρχει ἔτι εἰς ἐμὲ μικρὰ ὑπόνοια, ὅτι ἡ ἕνωσις δὲν εἶναι πλήρης καὶ τελεία, ἡ δήλωσις τοῦ κ. Φιλαρέτου, δήλωσις σαφὴς, ὅτι εἰς τὴν ἕνωσιν τῶν ὁμάδων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν συμπεριλαμβάνεται καὶ οὗτος καὶ οἱ φιλίως πρὸς αὐτὸν ἔχοντες, καθόσον οὗτος ῥητῶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζει τὸ παράπαν τὸν νέον ἀρχηγόν. Ἀλλὰ καὶ ἐκ φυσιογνωμικῆς τινος παρατηρήσεως καὶ προσωπικῆς ἐξετάσεως εἰς τοὺς ἀπέναντί μου καθημένους, ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης, ἀρχίζω νὰ ὑποπτεύωμαι, ὅτι καὶ ἄλλοι ἐνδέχεται νὰ φρονῶσιν ὡς ὁ κύριος Φιλάρετος, καθόσον ἔβλεπον φανερῶς, ὅτι, ὅταν ἔλεγεν ὁ κύριος Εὐταξίας, ἢ καθ’ ὃν χρόνον ὡμίλει ὁ νεοχειροτόνητος ἀρχηγὸς, τινὲς τῶν νέων του ὀπαδῶν δὲν ἐφαίνοντο καὶ τόσον ἐπιδοκιμάζοντες τὰ λεγόμενά των, ὅσον τοὐλάχιστον ἥρμοζεν εἰς τὴν περίστασιν. Ἐὰν ὅμως ὁπωςδήποτε κατατεθῇ ὁριστικῶς καὶ ἀσφαλῶς τὸ γεγονὸς ἐνταῦθα, ὅτι ὅλαι αἱ ὁμάδες συνηνώθησαν, βεβαίως εἶμαι πρῶτος ἐγὼ, ὅστις, ὄχι θὰ παρακαλέσω, ἀλλὰ θὰ προτρέψω τὸν κ. εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν κ. ἐξ Ἄνδρου Βουλευτὴν, καὶ τοῦτο, διὰ νὰ τελειώσωμεν μίαν ὥραν ταχύτερον, διότι, ἀφοῦ ὁ κ. ἐξ Ἄνδρου εἶπεν, ὅσα εἶπεν, ἐκπροσωπῶν καὶ ἀντιπροσωπεύων τὴν γνώμην ὅλων τῶν ἀντιπολιτευομένων, ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας θὰ συναινέσῃ νὰ ἀντικρούσῃ ταῦτα, καὶ θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ εὐχάριστον ἀποτέλεσμα, εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ μὴ ἔχωμεν δεκαπεντάδα γνωμῶν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς χώρας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἤθελε πελαγώσει ἡμᾶς, ἀλλὰ μίαν ἐντεῦθεν καὶ μίαν ἐκεῖθεν. Καὶ διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ κ. Καραπάνος κακῶς παραπονεῖται ἐναντίον ἡμῶν, διότι ἀκριβῶς συμφέρον ἔχομεν νὰ ἀληθεύῃ τὸ γεγονὸς, ὅτι ὁ κ. Καΐρης, ὁ φίλος του, ἀντιπροσωπεύει καὶ πάντας τοὺς ἀντιπολιτευομένους ἐνταῦθα. Ἡμεῖς ἠθέλομεν παραπονεθῆ ἐναντίον του, ἂν εἶχεν ἄλλως τὸ πρᾶγμα, διότι ὁ κόπος καὶ ὁ κάματος ὅλων ἡμῶν καὶ τοῦ εἰσηγητοῦ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἦτο ἀληθῶς ὑπέρμετρος...

§223ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἡμεῖς θὰ φροντίσωμεν νὰ σᾶς ἀμείψωμεν διὰ τὴν γενναιοδωρίαν σας.

§224Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ φιλαργυρία σας εἶναι πάρα πολὺ γνωστή, ὥστε νὰ ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι θὰ σᾶς προφυλάξῃ ἀπὸ τοιαύτης οἰκονομολογικῆς παρεκτροπῆς (γέλωτες).

§225ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ σᾶς ἀμείψωμεν πλουσιοπαρόχως. Θὰ γείνῃ ἐξαίρεσις διὰ σᾶς.

§226ΟΘΩΝ ΜΑΥΡΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε. Κωμῳδία παίζεται; ἢ συζητοῦνται τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους; (γέλωτες).

§227ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ εἰς τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν καὶ εἰς τὸν κ. ἐκ Σύρου ἐπιτρέπεται, τοιούτους νεωτερισμοὺς καὶ νέας ἰδέας, ἂν ὄχι καὶ παραδοξολογίας, νὰ προβάλλωσι καὶ ὑποστηρίζωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Εἰσῆλθον τὸ πρῶτον νῦν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, δηλαδὴ καθ’ ἣν περίοδον διανύομεν νῦν, καὶ πρῶτον νῦν μετέσχον ὡς μέλη τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς· διὸ φαντάζονται, ὅτι, ὅπως εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἴσως, εἰς τὴν ὁποίαν εἷς ἕκαστον εἶναι ἐπιτετραμμένον, οἱαδήποτε γνώμη καὶ ἂν ἐπέρχηται εἰς τὴν κεφαλήν του, νὰ τὴν λέγῃ ἐκεῖ καὶ νὰ τὴν ὑποστηρίζῃ, ὅτι καὶ τὸ Κοινοβούλιον δὲν εἶναι ἄλλο τι ἢ μία Ἀκαδημία, ἢ μᾶλλον εἷς σύλλογος, ἓν εἶδος «Παρνασσοῦ», εἰς τὸν ὁποῖον πάντα τὰ μέλη ἔχουσι τὸ δικαίωμα, προκειμένου περὶ ζητήματός τινος, νὰ λέγωσι καὶ ὑποστηρίζωσι τὰς γνώμας των, καὶ νὰ γίνηται συζήτησις μεταξὺ αὐτῶν. Ἄν ὅμως ἀπὸ ἐτῶν παρεκάθηντο ἐνταῦθα, ἂν ἀπὸ ἐτῶν ἐλάμβανον μέρος εἰς τὰς ἐπιτροπὰς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θὰ ἐγίνωσκον, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ— καὶ διαφορὰ θεμελιώδης—μεταξὺ κοινοβουλευτικῆς συζητήσεως καὶ συζητήσεως ἀκαδημαϊκῆς ἢ συζητήσεως συλλόγου «Παρνασσοῦ». Ἐνταῦθα, Κύριοι, ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ὅστις εἶναι τὸ κάτοπτρον ὁλοκλήρου τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀπέναντι τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου καὶ ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ὑπ’ αὐτοῦ ἐκπροσωπουμένης πολιτικῆς, πᾶσα ἡ Ἀντιπολίτευσις—ἐκεῖνοι τοὐλάχιστον, οἵτινες ἐκ πεποιθήσεως ἀγωνίζονται τὸν ἀγῶνα κατὰ τοῦ κρατοῦντος συστήματος, — δὲν δύναται ἢ νὰ ἦναι ὁμόφωνος, νὰ ἔχῃ μίαν καὶ τὴν αὐτὴν γνώμην, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος, χωρὶς νὰ ἐνέχῃ ἀληθὲς ἰσοζύγιον, χωρὶς νὰ ἀνταποκρίνηται εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν, χωρὶς δι’ αὐτοῦ νὰ ἐπιδιώκηται ἀνόρθωσις τῶν κακῶς κειμένων, δὲν ἔχει ἄλλον σκοπὸν ἢ νὰ ἐπιδεινώσῃ τὴν παροῦσαν ἡμῶν θλιβερὰν κατάστασιν, ἂν ὄχι καὶ νὰ καταστήσῃ δύσκολον πλέον τὴν ἀνόρθωσιν αὐτῆς καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Αὕτη εἶναι γνώμη, ἥτις ἔχει συνησπισμένην πᾶσαν τὴν Ἀντιπολίτευσιν, καὶ ἐὰν τις δὲν ἔχῃ τὴν γνώμην ταύτην, ἐάν τις φρονῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία περὶ τούτου μεταξὺ τῶν ἀντιπολιτευομένων, θέλει σπεύσει βεβαίως νὰ ἐγκαταλίπῃ τὴν πτέρυγα ταύτην καὶ νὰ τραπῇ εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην, τὴν συμπολιτευομένην.

§228ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Καλῶς νὰ κοπιάσῃ!

§229ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην δὲν εἶναι δυνατὸν, παρὰ νὰ ἔχῃ διερμηνεύσει πιστῶς ὁ ἐξ Ἄνδρου κ. συνάδελφος τὰς γνώμας πάντων ἡμῶν τῶν ἀντιπολιτευομένων. Βεβαίως οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι χθὲς εἰσῆλθον εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἠδύναντο νὰ ἀμφιβάλλωσι περὶ τούτου· ἀλλὰ πάντες, ὅσοι ἀπὸ ἐτῶν παρακάθηνται ἐνταῦθα, γινώσκουσιν, ὅτι οἱ ἐνδεικνυόμενοι διὰ τοῦ ψηφοδελτίου τῆς μειοψηφίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἀντιπροσωπεύουσι τὰς γνώμας αὐτῆς· πάντες οἱ ἀπὸ ἐτῶν παρακαθήμενοι ἐνταῦθα γινώσκουσιν, ὅτι οἱ συζητοῦντες ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ πολεμοῦντες τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ καταψηφίζοντες αὐτὸν καθ’ ἑκάστην, οὐδὲν ἄλλο πράττουσιν ἢ διερμηνεύουσι τὰς γνώμας τῆς μειοψηφίας. Ἐν τούτῳ λοιπὸν, Κύριοι, νομίζω ὅτι εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται, οὐχὶ μόνον ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ καθήμενον, ἀλλὰ καὶ ἐν ἐκείνῃ, νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄνδρου συνάδελφος, ἀποκρούων τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸν ὑποβληθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, διερμηνεύει τὰς γνώμας ὁλοκλήρου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄνδρου Βουλευτοῦ, ἥτις τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, τὸν ὑπὸ συζήτησιν, ἀνέτρεψεν ἄρδην καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, δὲν ἔχει ἀνάγκην περαιτέρω ἐξηγήσεως, δὲν ἔχει ἀνάγκην προγραμμάτων καὶ γνωμῶν τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου ἐξ ἡμῶν.

§230ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ γνωμῶν.

§231ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μία καὶ μόνη εἶναι ἡ γνώμη ἡμῶν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος δὲν πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη πάντων ἡμῶν τῶν ἀντιπολιτευομένων, καὶ διὰ τοῦτο παραμένομεν ἐνταῦθα, καὶ διὰ τοῦτο ἀγωνιζόμεθα κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἔχομεν αὐτὴν τὴν γνώμην. Ὅταν δὲ λέγωμεν, ὅτι, ἐὰν λαμβάνων τις τὸν λόγον ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως — ἔστω οὗτος καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ — ἤθελε κατορθώσει νὰ ἀναιρέσῃ ἢ νὰ διασείσῃ κἂν τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα προέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄνδρου συνάδελφος, τότε βεβαίως ἄλλοι ἐξ ἡμῶν θέλουσι ζητήσει καὶ λάβει τὸ λόγον, ὅπως ἐπέλθωσιν ἐπίκουροι πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν ἐπιχειρημάτων αὐτοῦ, τοῦτο δὲν εἶναι παράδοξον. Βεβαίως πρέπει πρώτην φορὰν νὰ ἔχῃ ἔλθει τις εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὥστε νὰ ἔχῃ τὰς ἄλλας παραδοξολογίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν αὐτὸς ἀπεκόμισε τὰς ἰδίας του γνώμας ἐξ Ἀβδήρων, ἢ ἐξ ἄλλης τινὸς παραπλησίας πόλεως, ὥστε νὰ φαντάζηται, ὅτι, προκειμένου περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοῦ ἐκπροσωποῦντος τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ φαντασθῇ διόλου, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκλέξωμεν δύο, ἕνα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἕνα ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως, καὶ ἡμεῖς οἱ ἄλλοι νὰ μένωμεν ἀπαθεῖς θεαταὶ τῆς μονομαχίας αὐτῶν τῶν δύο, τῶν ἐπεχόντων θέσιν Γολιὰθ καὶ Δαυὶδ, καὶ νὰ διακριθῇ οὕτω πως μόνον ἡ μάχη, καὶ νὰ ἡσυχάσωμεν ἡμεῖς οἱ ἄλλοι καὶ ἀπέλθωμεν εἰς τὰς οἰκίας μας, ὅπως κοιμηθῶμεν μίαν ὥραν ἀρχύτερα! Ἀλλὰ, Κύριοι, ἄνευ τῶν τοιούτων παραδοξολογιῶν, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄνδρου συνάδελφος διηρμήνευσε κάλλιστα τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὅλη ἡ Ἀντιπολίτευτις, τοὐλάχιστον ἡ ἐκ πεποιθήσεως ἀντιπολιτευομένη τὴν Κυβέρνησιν, περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ αὐτῆς. Ἔχετε νὰ ἀντιτάξητε σεῖς τι πρὸς τὴν γνώμην αὐτήν; Ἀντιτάξατε. Ἂν ὄχι, δηλώσατε τοὐλάχιστον ἀπροκαλύπτως, ὅτι οὐδὲν ἔχετε νὰ ἀντιτάξητε κατ’ αὐτῆς. Τοῦτο εἶναι τὸ εἰλικρινέστερον καὶ ἐντιμότερον δι’ ὑμᾶς.

§232ΤΟΜΑΝ. Ἀλλὰ δὲν νομίζετε, ὅτι δικαιούμεθα νὰ ἐρωτήσωμεν ὑμᾶς: ἀρκεῖσθε εἰς τὰς γνώμας τοῦ ἐξ Ἄνδρου συναδέλφου;

§233Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν δέκα ὁμιλήσουν ἀπ’ ἐκεῖ, δέκα θὰ ἀπαντήσωμεν; (Θόρυβος).

§234ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀρκεῖ τὸ γεγονὸς, ὅτι παρακαθήμεθα εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, ἵνα πείσῃ ἕνα ἕκαστον, ὅτι πᾶσαν γνώμην, ἐκφερομένην κατὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀσπαζόμεθα ὅλοι· διότι, ἂν ἠσπαζόμεθα τὴν ἐναντίαν γνώμην, δὲν θὰ ἐκαθήμεθα ἐνταῦθα, θὰ ἐκαθήμεθα ἐκεῖ (δεικνύει τὴν Συμπολίτευσιν).

§235ΤΟΜΑΝ. Κύριε συνάδελφε, ἐγὼ πρακτικῶς θὰ σᾶς ἀπαντήσω, χωρὶς νὰ ἀναμίξω οὔτε τὰ τῶν Ἀβδήρων οὔτε τὰ τῶν Ἀβδηριτῶν. Εἴπετε ἐν ἀρχῇ, ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ὀφείλει νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν συνάδελφον καὶ φίλον μου κ. ἐξ Ἄνδρου, τὸν καὶ γείτονά μου, πρὸς ὃν ἰδιάζουσαν τρέφω συμπάθειαν, διότι αὐτὸς ἀντιπροσωπεύει τὰς γνώμας ἁπάσης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.

§236ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀδιάφορον. Ἀντιπροσωπεύει τὴν γνώμην του (Θόρυβος).

§237ΤΟΜΑΝ. Παρακαλῶ, μὴ μὲ διακόπτετε. Νομίζω ὅτι τοῦτο ἐπιβάλλεται ἐκ τῆς εὐγενείας, καὶ ὅτι συντελεῖ εἰς τὴν εὐκολωτέραν λειτουργίαν τῆς Βουλῆς. Μὲ συγχωρεῖτε, ἂν κάμνω τὴν παρατήρησιν αὐτὴν εἰς ὑμᾶς. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὸ ἐγνωρίζετε, ἀλλ’ ἴσως τὸ ἐλησμονήσατε.

§238ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχετε δίκαιον.

§239ΤΟΜΑΝ. Εἴπετε λοιπὸν, ὅτι αὐτὸς ἀντιπροσωπεύει τὰς γνώμας ἁπάσης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὅτι ἐξ ἀπειρίας ὁ κ. ἐκ Σύρου συνάδελφος ἐνόμισεν, ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες μέρος τῆς μειονοψηφίας δὲν θεωροῦνται ἐκπροσωποῦντες τὰς γνώμας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἁπάσης. Ἀπαντῶ, οὐχὶ ἐξ ἀπειρίας, ἀλλ’ ἐξ ἐπιγνώσεως βαθείας τῶν πραγμάτων, διότι οἱ ἀποτελοῦντες μέρος τῆς μειονοψηφίας βεβαίως ἀντιπροσωπεύουσι τὰς γνώμας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ πότε; ὅταν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἦναι ἑνιαία, ὅταν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀποτελῆται ἐκ συνόλου, ἐκ συστήματος ὑπὸ ἀρχηγόν. Ἀτυχῶς —καὶ τὸ λέγω μετὰ θλίψεως—δὲν ἔχετε ἀρχηγὸν, εἶσθε ἀκέφαλοι, εἶσθαι ὁμοσπονδιακοὶ, καὶ τοῦτο δὲν μὲ εὐχαριστεῖ. Ἀνήκω ἐκ πεποιθήσεως εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, τὴν ὑπουργικὴν, πρὸ τούτου ὅμως ἀνήκω εἰς τὸ ἔθνος, καὶ τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους δὲν ἀνευρίσκω ἀλλαχοῦ. Εἶπον λοιπὸν, ὅτι δὲν εἶναι λάθος, ἀλλὰ βαθεῖα ἐπίγνωσις τῶν πραγμάτων, νὰ ἀναμένῃ ὁ κ. εἰσηγητὴς ν’ ἀκούσῃ καὶ ἄλλα ἔγκριτα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὰ αὐτὰ ἀντιπροσωπεύοντα φρονήματα, ὡς κατεδήλωσε τοῦτο ἡμῖν ὁ ἔντιμος ἐκ Βόλου συνάδελφος, καὶ διὰ τοῦτο ἠθέλησα νὰ λάβω τὸν λόγον, διὰ νὰ τὸ ἐξηγήσω ὑμῖν.

§240ΜΑΝΕΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐκφέρω μίαν γνώμην, ὅτι εἶναι πρωτοφανὲς τὸ νῦν συμβαῖνον, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ εἴπω, ὅτι Ἀβδηριτικὴν εὑρίσκω τὴν συζήτησιν, διότι εἶναι πρωτοφανὲς νὰ λέγωσιν, ὅτι «πρέπει νὰ ἀπαντήσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις, διὰ νὰ λάβωμεν ἡμεῖς τὸν λόγον». Εἰς τὴν παρελθοῦσαν περίοδον ἦσαν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὰ αὐτὰ κόμματα, ἦτο μία μερὶς, ἡ ὑπὸ τὸν νῦν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἑτέρα ἡ μερὶς ἡμῶν, ὑπὸ τὸν ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτὴν, ἦτο ἡ μερὶς ὑπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, ἦτο ἡ μερὶς τῶν ἀνεξαρτήτων, ἀλλ’ οὐδείς ποτε ἐσκέφθη ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως ἐκείνης, νὰ εἴπῃ «πρέπει νὰ ἴδωμεν, τίς θὰ ὁμιλήσῃ, ἀντιπροσωπεύων ὅλην τὴν μειονοψηφίαν, διὰ νὰ λάβωμεν τὸν λόγον». Σήμερον δὲν πρόκειται νὰ ἐκθέσωμεν πρόγραμμα. Ὁ ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτὴς, ὁμιλῶν ἐπὶ δύο ὥρας ὁλοκλήρους, οὐδὲν ἄλλο ἔκαμεν ἢ νὰ ἀνατάμῃ τὸν Προϋπολογισμὸν ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς χώρας· καὶ ταῦτα λέγων, τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ ἐξ ὑμῶν, ὅτι δὲν ἀντιπροσωπεύει τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ὁ κ. Φιλάρετος, ἂν ἐπρόσεχε, θὰ ἔβλεπεν, ὅτι ὁ ἐξ Ἄνδρου κ. Βουλευτὴς δὲν ὡμίλησε περὶ προγράμματος, ἀλλ’ εἶπεν ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος, ὁ χαρακτηρίζων τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος διὰ τὰς σημερινὰς περιστάσεις. Τοῦτο εἶναι τὸ σφάλμα τοῦ ἀληθῶς εὐφυοῦς ἐκ Βόλου κ. Βουλευτοῦ, διότι δὲν ἤλθομεν ἐνταῦθα, διὰ νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν πρόγραμμα, καὶ θέλομεν νὰ διοικηθῇ οὕτως ἢ ἄλλως τὸ Κράτος. Σήμερον πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου προταθέντα, ἂν ᾖναι Προϋπολογισμὸς, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ κατάλληλος διὰ τὰς σημερινὰς περιστάσεις, ἂν καταδεικνύῃ τὸ ἐπαγγελθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἰσοζύγιον, ἂν λαμβάνῃ τὰ κατάλληλα μέτρα διὰ τὴν οἰκονομικὴν τῆς χώρας κατάστασιν. Τοῦτο συζητοῦντες, δὲν βλέπω διατὶ ἀπαιτεῖται νὰ δώσωμεν πρόγραμμα ἡμεῖς. Ἂν ἤμεθα Κυβέρνησις, ἠθέλομεν τὸ πράξει. Δὲν γνωρίζω διατὶ ἐταράχθη ὁ ἐκ Βόλου κ. Βουλευτὴς, ὡς εἰ ἐτάχθη ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ ἐξ Ἄνδρου κ. Βουλευτοῦ. Ὑπὸ τὸ πρόγραμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐτάχθη καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄνδρου καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, ἵνα ἐξετάσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν, ἂν τῷ ὄντι ἦναι κατάλληλος πρὸς τὰς σημερινὰς περιστάσεις καὶ σύμφωνος μὲ τὰς ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἀντιπροσωπεύῃ τὴν προσήκουσαν σήμερον πολιτικήν. Τοῦτο ἐξετάσας, τοῦτο ἀναπτύξας ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄνδρου, δὲν ἀντιπροσωπεύει ὁλόκληρον τὴν Ἀντιπολίτευσιν; Ὁ ἐκ Βόλου κ. Βουλευτὴς, ἂν καλῶς ἐνόησα, δὲν εἶπεν ὅτι εὑρίσκει τὸν Προϋπολογισμὸν κατάλληλον· εἶναι συμφωνότατος πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ ἐξ Ἄνδρου κ. Βουλευτὴς, διεφώνησε δὲ μόνον ὡς πρὸς τὰς γνώμας αὐτοῦ τὰς περὶ τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄνδρου δὲν ἠθέλησε νὰ δώσῃ κομματικὴν χροιὰν, ἠθέλησε νὰ εἴπῃ, ὅτι τὰ προταθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Θεσσαλικὰ νομοσχέδια δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκουσι, καὶ ὅτι ταῦτα, ἀντὶ νὰ βελτιώσωσι, θὰ δεινώσωσι τὴν κατάστασιν τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν ἐν Θεσσαλίᾳ. Δὲν ἐνόησα δὲ, διατὶ ὁ ἐκ Βόλου κ. Βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ διαφωνήσῃ· τοῦτ’ αὐτὸ δὲ ὤθησε καὶ τὸν ἐκ Νάξου κ. Βουλευτὴν νὰ εἴπῃ ὅ,τι εἶπε. Διότι, Κύριοι, σήμερον δὲν πρόκειται νὰ μᾶς ὑποδείξητε ποῖον ἔχομεν ἀρχηγόν. Ἕκαστος ἐξ ὑμῶν γνωρίζει νὰ ἀκολουθήσῃ ἐκεῖνον, μετὰ τῶν γνωμῶν τοῦ ὁποίου συνταυτίζονται αἱ γνῶμαί του, εἶναι δὲ περιττὸν νὰ λυπῆταί τις διὰ τὴν θέσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· τὰ πράγματα θὰ βαδίσωσιν ἐκεῖ, ὅπου πρέπει νὰ βαδίσωσι, καὶ ἂν σήμερον δὲν εὑρίσκεται πολυάριθμος ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐνθυμηθῆτε καὶ τὴν παρελθοῦσαν Ἀντιπολίτευσιν. Ὁ σήμερον ἡγέτης 150 Βουλευτῶν ἦτο τότε ἡγέτης μόνον 18 Βουλευτῶν. Μὴ λυπεῖσθε ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, ἂν πρέπῃ νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ καθῆκόν μας· εἴμεθα βεβαίως πιστοὶ ὀπαδοὶ τοῦ καθήκοντος, καὶ ἂν ἀκόμη διαφωνοῦμεν ὡς πρὸς τὰ πράγματα τῆς Πολιτείας ἡμῶν. Δὲν ἐννοοῦμεν λοιπὸν τὸν λόγον, διατὶ σήμερον διστάζει ὁ ἐκ Σύρου κ. Βουλευτὴς νὰ ἀπαντήσῃ. Πρέπει νὰ ἐγερθῶσιν ὑπέροχοι πολιτικοὶ, διὰ νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σύρου; Εἴπετε ὅτι δὲν θέλετε νὰ ἀπαντήσητε, διότι οὕτως ἀρέσκει ὑμῖν, ἀλλὰ μὴ λαμβάνετε τὴν πρόφασιν, ὅτι δῆθεν περιμένετε νὰ ἀκούσητε ὅλας τὰς γνώμας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ νὰ ἀπαντήσητε. Τοιαύτην τακτικὴν δὲν ἐπέτρεπεν ἄλλοτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐνθυμοῦμαι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον, ὅτι δριμὺς, δρυμύτατος ἐπέπιπτε κατ’ ἐκείνων, οἵτινες ἐσιώπων καὶ δὲν ἐλάμβανον τὸν λόγον νὰ ἀπαντήσουν πρὸς τοὺς διαφόρους Βουλευτὰς, τοὺς λαμβάνοντας τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δὲν θέλετε νὰ συζητήσωμεν; εἰπέτε το καθαρά· ἀλλὰ μὴ λέγετε ὅσα λέγετε ἀδικαιολογήτως.

§241ΤΟΜΑΝ. Ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω δύο λέξεις, καὶ ζητῶ συγγνώμην παρὰ τῆς Βουλῆς, διότι ἐποιησάμην κατάχρησιν τῆς ἐπιεικείας αὐτῆς. Ἔλαβον πολλάκις τὸν λόγον, ἀλλ’ ἔχω καθῆκον νὰ ἀντικρούσω τὴν μομφὴν, τὴν ὁποίαν ἀποδίδουσιν εἰς τὸν συνάδελφόν μου. Ἐλέχθη ὅτι δὲν ἤθελε νὰ ἀπαντήσῃ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα ἔχει ὡς ἑξῆς· ἐπεφυλάχθη ὁ συνάδελφός μου ν’ ἀπαντήσῃ εὐθὺς ὡς οἱ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐκδηλώσωσι τὰς γνώμας αὐτῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀνομολογῶ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις εὑρίσκεται ἡνωμένη εἰς ἓν σημεῖον, τὸ σημεῖον δὲ τοῦτο εἶναι, ὅτι κατ’ αὐτὴν ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, ὅτι εἶναι ἀντίθετος τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὃν ἐπαγγέλθη ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θεωρεῖ αὐτὸν ἀκατάλληλον, ὅπως θεραπεύσῃ τὰς ἐπειγούσας ἀνάγκας τῆς χώρας. Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον ἐπίσης, ὅτι διαφωνεῖ ὡς πρὸς τὰ μέτρα. Ἀναμένει ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας νὰ ἴδῃ ἁπάσας τὰς διαφωνίας ἀναπτυσσομένας, ὅπως ἔλθῃ ἀντικρούων ὁμοῦ ἁπάσας ταύτας· ὅτι δὲ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ὑπάρχουν διαφωνίαι ὡς πρὸς τὰ μέσα καὶ τὰ μέτρα, δὲν τὸ ἰσχυρίσθην μόνος ἐγὼ, τὸ ἰσχυρίσθη πρῶτος ὁ συνάδελφος ἐκ Βόλου. Ἂν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας ἦτο ὑπόχρεως νὰ ἀντικρούῃ χωριστὰ μίαν ἑκάστην τῶν γνωμῶν τῶν ἐκφρασθησομένων ἐντεῦθεν, θὰ ἦτο παράτασις τοῦ χρόνου καὶ ματαιοπονία καὶ κόπος πολύς. Διὰ τοῦτο ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπεδίωξε καὶ τὸ ὁποῖον ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θέλει πράξει, ἀφοῦ ἀκροασθῇ προηγουμένως, νὰ ἀντικρούσῃ ἁπάσας τὰς γνώμας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νομίζω ὅτι θέλει ἐν ἰσότητι ἁπάσας τὰς γνώμας ταύτας καὶ ἐν ἴσῳ σεβασμῷ, ἐξοικονομεῖ δὲ καὶ τὸν χρόνον.

§242Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἷς ἐκ τῶν προαγορευσάντων, ἄνευ πληρεξουσίου ἔλαβε μεγάλην ἀπόφασιν, νὰ ἐκπροσωπήσῃ πραγματικῶς ὁλόκληρον τὴν Ἀντιπολίτευσιν, καὶ ἀπεφάσισε νὰ δηλώσῃ ἀπροκαλύπτως, υἱοθετῶν τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἐξ Ἄνδρου συναδέλφου, νὰ εἴπῃ δὲ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ πόρισμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Αὐτὸς, ὅταν ἤκουσε δήλωσιν ὑποβαλλομένην παρ’ ἐμοῦ, δι’ οὓς λόγους ἐξήγησα πρὸ μικροῦ, ἐσκέφθη νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν περὶ ἀποβολῆς ἐμοῦ ἢ περὶ ἐξώσεως ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης, καὶ πρὸς στιγμὴν διενοούμην, μὴ τυχὸν ἐγένετο ἐν ἀγνοίᾳ μου ἰδιοκτήτης τοῦ ἐδάφους τούτου, καὶ μὴ τυχὸν ἐγὼ ἀτόπως εὑρίσκωμαι ἐνταῦθα, χωρὶς νὰ ζητήσω τὴν πρὸς τοῦτο ἄδειάν του. Ἔλεγε δὲ μὲ τόνον ἀπειλητικόν: ὁ μὴ θέλων νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν ἀπόφασίν μας, δύναται νὰ καθήσῃ εἰς τὴν ἄλλην πτέρυγα (δεικνύει τὴν ὑπουργικήν). Ἀλλὰ καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶχε τὴν αὐθάδειαν νὰ καθήσῃ ἄνευ τῆς ἀδείας του εἰς ξένην ἰδιοκτησίαν! Δὲν εἶναι οὔτε ἡ πρώτη ἡμέρα, οὔτε ἡ πρώτη σύνοδος, καθ’ ἣν εἰσῆλθον ἐνταῦθα, καὶ ἔχω μὲν νὰ διδαχθῶ ἴσως πολλὰ ἀπὸ τὰ προαγορεύσαντα μέλη τοῦ νομοθετικοῦ Συνεδρίου, ἀλλὰ τὰ στοιχειώδη καθήκοντά μου, εἰκάζω, ἠδυνήθην νὰ τὰ μάθω ἐπὶ ὁλόκληρον δεκαπενταετίαν, ἀλλὰ καὶ δὲν ἀποφασίζω νὰ διδάξω ἄλλους. Ἂν δὲν φθάνω εἰς τὸ ὕψος τοῦ συναδέλφου, ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι, πρὶν ἀναδεχθῶ τὸ βάρος παρὰ τῶν ἐντολέων μου, ἀνεμέτρησα τὸ θάῤῥος μου, ἂν δύναμαι ν’ ἀνταποκριθῶ εἰς τὴν ἐντολήν των. Ταῦτα θέλω νὰ εἴπω, ἵνα δικαιολογήσω τὴν πολιτικήν μου στάσιν ἐνταῦθα καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, ἵνα μὴ θεωρηθῇ τουτέστιν αὐθάδεια ἢ καταπάτησις ἀλλοτρίας ἰδιοκτησίας ἡ παρ’ ἐμοῦ κατεχομένη θέσις. Ὁμολογῶ ἐν τούτοις, ὅτι, εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ ὑπείκων, ἐσκέφθην πρὸς στιγμὴν νὰ μεταβῶ εἰς τὴν ἄλλην πτέρυγα, ὡς ἐκεῖνος ἔλεγεν, ἀλλ’ ἀμέσως ὠπισθοδρόμησα, διότι, ἂν ἐπεχείρουν νὰ κάμω τοῦτο, θὰ ἤκουον τὰ αὐτὰ καὶ ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἄλλης πτέρυγος. Ἀκριβῶς, κύριοι Βουλευταὶ, διότι προέβλεπον τοιαύτας τινὰς ἀπειλὰς, ἐμερίμνησα νὰ καθήσω ἐν τῷ κέντρῳ, ἐν τῷ μέσῳ, καὶ γνωρίζετε διατὶ,—ἐκ τῶν ὁμιλιῶν μου τὸ ἐνοήσατε— διότι συμπίπτει ἐν τῇ ἰδίᾳ πολλάκις ὁμιλίᾳ μου νὰ μὴ ἦμαι ἀρεστὸς ἄλλοτε εἰς τὴν μίαν πτέρυγα καὶ μετ’ ὀλίγας στιγμὰς εἰς τὴν ἄλλην. Θέλετε νὰ τὸ ἀποδώσητε εἰς ἰδιοῤῥυθμίαν; εἰς σκιαμαχίαν; χαρακτηρίσατέ το ὅπως θέλετε, διότι ὁ ἐκ Λοκρίδος κύριος συνάδελφος, ἐν τῇ μεγάλῃ του γενναιότητι, δὲν ἠθέλησε νὰ δώσῃ χαρακτηρισμὸν, ἀλλ’ ὅταν ἔλεγεν «ἢ ἐδῶ ἢ ἐκεῖ», θὰ ἐνόει πᾶν ἄλλο ἢ σκιαμαχίαν. Κύριοι Βουλευταὶ, ἤκουσα ἄλλον προαγορεύσαντα, νομίζω τὸν ἐκ Σύρου κ. συνάδελφον, ὅστις ἔλεγε περίπου: «δὲν εἶσθε ἡνωμένοι ὑπὸ ἀρχηγὸν, καὶ ἑπομένως δὲν σᾶς ἀναγνωρίζομεν ὡς ἀξίους νὰ σᾶς ἀπαντήσωμεν». Διαφωνῶ πρὸς τὴν γνώμην ταύτην, διότι ἔχω ὅλως ἀλλοίας ἰδέας· νομίζω ὅτι ἀκριβῶς ἡ νόσος, ὑπὸ τῆς ὁποίας κατατρυχόμεθα, εἶναι ἔργον τῶν προσωπικῶν κομμάτων, τῶν καπετανάτων· ἐννοῶ κόμματα, ἅμα ἔχωσι τὸν κοινὸν δεσμὸν, τὸν ἠθικὸν, τὸν τοῦ προγράμματος. Οὕτως ἐννοῶ καὶ ἀναγνωρίζω ὡς χρήσιμα, ἐγὼ τοὐλάχιστον, τὰ πολιτικὰ κόμματα εἰς καλῶς λειτουργούσας συνταγματικὰς Πολιτείας· τῶν δὲ πολιτικῶν κομμάτων βεβαίως θὰ προΐσταταί τις ἑκάστοτε, διότι εἰς τὰς πολυμελεῖς ὁμάδας ὑφίσταται ἡ ἀνάγκη ἡγέτου, ὅστις νὰ προΐσταται ὡς πρῶτος ἐν ἴσοις· δὲν πρέπει ὅμως νὰ γίνεται ἡ συγκέντρωσις εἰς τὸ πρόσωπον ἐκείνου τοῦ ἀρχηγοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλει ὁ συνάδελφος, διότι ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ ἰδέα ἐδημιούργησε τὴν Πρωθυπουργικὴν παντοδυναμίαν, ὑπὸ τῆς ὁποίας κατεστράφημεν, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλονται αὐταὶ αἱ ἀγρυπνίαι, αἱ ὁποῖαι θὰ μᾶς φέρωσι ταχέως εἰς τὸν τάφον! Ἴσως πάντες οὗτοι οἱ διάλογοι δὲν ἦσαν πάντη ἄσκοποι, διότι προεκάλεσαν αὐτὰς τὰς δηλώσεις, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ὑποθέτω ὅτι βεβαίως ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναι ἐν τούτῳ ἡνωμένη, ὅτι δὲν εὑρίσκομεν ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι ὁ προσήκων, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἔχει δίκαιον ὁ κ. ἐκ Τριχωνίας συνάδελφος· ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅμως νὰ τῷ κάμω μίαν ὑπόμνησιν. Ἐνόμισεν ὁ κ. ἐκ Τριχωνίας συνάδελφος, ὅτι ὁ κύριος ἐξ Ἄνδρου Βουλευτὴς μόνον εἰς τοῦτο περιωρίσθη. Δὲν περιωρίσθη εἰς τοῦτο, ἀνέπτυξε τὸ πρόγραμμα τοῦ προοδευτικοῦ κόμματος. Ὁ ἐκ Τριχωνίας κ. συνάδελφος, τὸν ὁποῖον καὶ ἐγὼ καὶ πάντες οἱ συνάδελφοι ἐκτιμῶμεν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, παραγνωρίζει ἐν τῇ προκειμένῃ συζητήσει σπουδαῖόν τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάγκη νὰ τῷ παρατηρηθῇ. Ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀκριβῶς κατοπτρίζονται αἱ ἀρχαὶ παντὸς πολιτικοῦ κόμματος· δὲν δύνασθε νὰ λάβητε μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, δὲν πρέπει νὰ κατακρίνητε τὸν Προϋπολογισμὸν, ἂν δὲν ἀντικρούσητε αὐτὸν δι’ ἑτέρου προγράμματος. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον κατακρίνεται ὁ ἐξ Ἄνδρου κ. συνάδελφος, ὡς πρὸς τοῦτο ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του, κατέκρινε τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀλλ’ ὑπέβαλε καὶ ὡρισμένας προτάσεις...

§243ΜΑΝΕΣΗΣ. Ποίας;

§244Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πολλὰς, περὶ διαφόρων πραγμάτων, καὶ περὶ αὐτῶν τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα πολὺ ἐτάραξάν τινας. Ἀνέφερε τὸν τρόπον τῶν οἰκονομιῶν καὶ πολλὰ ἄλλα, καὶ ἂν δὲν εἶχε τοῦτο πράξει, ἡ ὁμιλία του, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἤθελεν εἶσθαι ἐλαττωματική. Ἀλλὰ τὸ ἔπραξεν. Ὥστε ὁ κ. ἐκ Τριχωνίας συνάδελφος δὲν ἐπρόσεξεν ὅτι ὁ κ. ἐξ Ἄνδρου δὲν περιωρίσθη, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ, μόνον εἰς τὴν ἀποδοκιμασίαν. Ἀλλὰ καὶ ἄν περιωρίζετο, δὲν θὰ ἐξεπροσώπει τὴν ἰδέαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι δὲν ἀρκεῖ τις νὰ κατακρίνῃ.

§245ΚΑΙΡΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγεν, ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα μόνον νὰ ἐλέγχωμεν.

§246Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐξ Ἄνδρου συνάδελφος, καλῶς ποιῶν, δὲν παρακολουθεῖ τὴν συμβουλὴν ταύτην. Διὰ ταῦτα, κύριοι Βουλευταὶ, ἀρκούμενος εἰς τὰ ὀλίγα ταῦτα, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ἐὰν εὐαρεστῆσθε, νὰ μείνω εἰς τὴν θέσιν ταύτην καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, νὰ μὴ παρασυρθῆτε ἀπὸ τὸν ἐκ Λοκρίδος βουλευτοδιώκτην συνάδελφον, διότι ἄλλως πρέπει ν’ ἀποφασίσητε καὶ περὶ τῆς ἐκ τῆς αἰθούσης ἀποβολῆς μου, καθόσον οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ θὰ εὕρω θέσιν, ἵνα ὁμιλῶ ἀνεξαρτήτως. Τὸ πρῶτον καὶ κύριον, τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει προσωπικῶς, εἶναι τοῦτο· τὸ δεύτερον εἶναι, ὅτι φαίνεται ὅτι οἱ κύριοι συνάδελφοι δὲν εἶναι παρεσκευασμένοι νὰ ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι, ἐὰν ἦσαν παρεσκευασμένοι, δὲν θὰ ὑπέβαλλον τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ καὶ ἐγὼ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰ νομοσχέδια, καὶ ἀπὸ αὔριον παραλλήλως νὰ προβαίνωμεν εἴς τε τὰ νομοσχέδια καὶ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν.

§247Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠπόρησα ἀληθῶς, κύριε Πρόεδρε, πῶς ὁ εὐφυὴς Βουλευτὴς ἐκ Τριχωνίας ἐνόμισε πρέπον νὰ καταναλώσῃ δωρεὰν τόσον μεγάλην δόσιν φωνῆς καὶ τραγικοῦ στόμφου, ὅπως ἐπικρίνῃ γνώμην ἀνύπαρκτον, καὶ παρατάξῃ τοὺς μολυβδίνους στρατιώτας τῶν ἐπιχειρημάτων του, διὰ νὰ μᾶς πείσῃ ὅτι ἔχει δίκαιον, καὶ ὅτι κακῶς ἔπραξεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, μὴ ἀπαντήσας τοὐλάχιστον ἐπὶ δύο ὥρας εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄνδρου, ἥτις δύο ὥρας διήρκεσεν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἐὰν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ πράττῃ τοῦτο μετὰ ἑκάστην ἀγόρευσιν, ἐὰν ἤθελεν ἀναλάβει νὰ ἀπαντᾷ εἰς ὅλους αὐτοὺς τοὺς δεξιοὺς ῥήτορας, καὶ ἐπὶ χρόνον τοσοῦτον, ὅσον ὁμιλοῦσιν οὗτοι, ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σύρου, ἤθελε φθάσει βεβαίως εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἠρωτήσαμεν, ἐὰν ὅλοι ἦναι σύμφωνοι, ἵνα συντελέσωμεν νὰ πεισθῇ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας ν’ ἀπαντήσῃ ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ὥρας εἰς τὸν ἕνα ἐξ αὐτῶν.

§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ἐπανέλθωμεν ἐκεῖ, ὅθεν ἐξετράπημεν;

§249ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι ἔνιοι τῶν κυρίων συναδέλφων δὲν ἐνόησαν κἂν περὶ τίνος πρόκειται. Εἰς παρελθόντας χρόνους ἐτέθη, ἂν δὲν μὲ πλανᾷ ἡ μνήμη, τὸ ζήτημα ἐν τῷ συλλόγῳ «Παρνασσῷ», πῶς δύναται ὁ Ἑλληνισμὸς νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ ἀρχαῖον κλέος, καὶ συνεζήτουν τότε ὅλα τὰ νεαρὰ μέλη τοῦ συλλόγου ἐκείνου ἐπὶ ἑβδομάδας ὁλοκλήρους. Ἑκάστην ἑσπέραν ἔφερεν ἕκαστον τῶν μελῶν ἐκείνων ἓν τετράδιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔγραφεν ὅ,τι τῷ ἐπήρχετο εἰς τὴν κεφαλὴν, καὶ ἐπὶ τέλους ἦλθε τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν, καὶ εὑρέθη, ὅτι ἕκαστον τῶν προαγορευσάντων καὶ μὴ ἀγορευσάντων μελῶν εἶχεν ἰδίαν γνώμην, καὶ οὕτω πως, διαφωνοῦντα πρὸς ἄλληλα, εἰς οὐδὲν κατέληξαν ἀποτέλεσμα. Νομίζω ὅτι τὸ παιδικὸν ἐκεῖνο παράδειγμα θέλουσι νὰ μιμηθῶσί τινὲς νῦν, ἄνδρες ὄντες. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ συζητήσωμεν τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ἢ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἢ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος Πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, ἐὰν ἦναι ἢ δὲν ἦναι ἐπαρκὴς ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1896, μόνος δὲ ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος πρόκειται νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄνδρου Βουλευτὴς ἀπέδειξεν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς αὐτὸς εἶναι ἀνεπαρκὴς, ἀνεπαρκέστατος. Τώρα πιθανόν τις, καθήμενος εἰς τὸ κέντρον καὶ θέλων νὰ κρατήσῃ τὸ ἰσοζύγιον μεταξὺ τῆς δεξιᾶς καὶ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος, νὰ νομίζῃ, ὅτι ὑπάρχει καὶ τρίτη γνώμη· ἡμεῖς ὅμως οἱ ἄλλοι, οἱ κοινοὶ θνητοί, ἀδυνατοῦμεν νὰ ἀνεύρωμεν τὴν τοιαύτην γνώμην. Καθ’ ἡμᾶς, δύο γνῶμαι μόνον ἐγχωροῦσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου· ἢ εἶναι ἐπαρκὴς ὁ προκείμενος Προϋπολογισμὸς καὶ πρέπει νὰ ψηφίσωμεν αὐτὸν, ἢ εἶναι ἀνεπαρκὴς καὶ πρέπει νὰ τὸν καταψηφίσωμεν. Δύναται ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου συνάδελφος νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι ἐν ταὐτῷ ἐπαρκὴς καὶ ἀνεπαρκὴς, καὶ ἑπομένως νὰ ψηφίσῃ καὶ ὑπὲρ καὶ κατὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς ἐκ περισσοῦ δὲ νὰ φαντάζηται, ὅτι τινὲς ἀποβλέπουσι ζηλοτύπως εἰς τὴν θέσιν του καὶ θέλουσι νὰ τὸν ἐκτοπίσωσιν ἐξ αὐτῆς. Ἡμεῖς τὸν διαβεβαιοῦμεν, ὅτι δὲν θὰ θελήσωμεν τὸ παράπαν νὰ διαταράξωμεν τὴν μακαριότητά του ταύτην. Ἐν κεφαλαίῳ, Κύριοι, ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄνδρου Βουλευτὴς, ὅσα εἶπε κατὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, τὰ εἶπεν ἐρειδόμενος εἰς τὰ πράγματα, καὶ ἀπέδειξεν αὐτὸν ἀνεπαρκῆ, ἀνεπαρκέστατον. Μὴ θέλετε νῦν νὰ καταφεύγητε εἰς ὑπεκφυγὰς καὶ νὰ λέγητε, ὅτι «ἡμεῖς δὲν θεωροῦμεν αὐτὸν ἀνεπαρκῆ», διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δίδετε καὶ εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ λέγωμεν πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἔχετε πάθει τὸ πάθημα τῆς ἀλώπεκος, ἥτις, ὅσας σταφυλὰς δὲν ἔφθανε, τὰς ἐθεώρει ὄμφακας. Ἐὰν εὐθὺς μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. ἐξ Ἄνδρου Βουλευτοῦ ἐλάμβανέ τις τὸν λόγον ἐκ τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἀπήντα πρὸς αὐτὸν, δὲν θὰ ἐχάνομεν τόσον χρόνον εἰς μάτην. Ἴσως–ἴσως, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐάν τις ἐξ ἡμῶν ἐνόμιζεν ἐπάναγκες νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν τοῦ ἐξ Ἄνδρου κ. Βουλευτοῦ, θὰ εἴχομεν ἤδη τὴν ἀγόρευσίν του· ἴσως–ἴσως ὅμως οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν θὰ ἐθεώρει ἄξιον νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν Βουλευτὴν τῆς πλειονοψηφίας, καὶ ἡ συζήτησις θὰ εἶχεν ἤδη λήξει. Διότι δὲν εἴμεθα ἡμεῖς τῆς γνώμης, ὅτι ἐξ ἀνάγκης πρέπει πάντες ἐκ τῆς μειονοψηφίας νὰ λάβωμεν τὸν λόγον, καὶ μάλιστα ἤδη, ὅτε ἀκούομεν ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅλους ὑμᾶς νὰ λέγητε, ὅτι δὲν ὑπάρχει χρόνος πρὸς μακρὰν συζήτησιν. Ἓν καθῆκον ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς, τὸν ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμὸν νὰ ἐξετάσωμεν, νὰ ἐλέγξωμεν, καὶ ἂν ἦναι ἄξιος τῆς ψήφου μας, νὰ ψηφίσωμεν αὐτὸν, ἄλλως νὰ καταψηφίσωμεν αὐτοῦ.

§250ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ;

§252ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος.

§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω παρεμπῖπτον ζήτημα.

§254ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἔχετε τὴν γνώμην αὐτήν, ἔπρεπε νὰ μὴ ἐπιτρέψητε τὴν συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ.

§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγνωρίζετε, ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμὸν δύναται νὰ ὑπάρξῃ τοιοῦτον δικαίωμα, περὶ οὗ ἡ συζήτησις;

§256ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς οὐδὲ εἰς Βουλευτήν, οὐδὲ εἰς ὁμάδα Βουλευτῶν δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ὑπαγορεύωσιν εἴς τινας τῶν συναδέλφων των νὰ ἀγορεύσωσιν. Ἐὰν τὸν Κανονισμὸν τοῦτον ἐπεκαλεῖτο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σύρου συνάδελφος, οὐδεμία ἤθελεν ὑπάρξει ἀντίῤῥησις. Πλὴν τοῦ Κανονισμοῦ ὅμως ὑπάρχουσι καὶ κοινοβουλευτικά τινα ἔθιμα, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ πολλοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον ζῶμεν κοινοβουλευτικῶς, καθιερώθησαν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐθίζεται λοιπόν, ὅταν ἄρχηται ἡ γενικὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ ἀγορεύῃ τις ἐκπροσωπῶν τὰς ἰδέας τῆς μειοψηφίας, συνήθως δὲ ἓν μέλος τῆς μειοψηφίας, τὸ ὁποῖον ὑπῆρξε μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Εἰς αὐτὸ ἀπαντᾷ τις ἐκ τῆς πλειοψηφίας, καὶ οὕτω, ἐὰν καὶ ἄλλοι ὑπάρχωσι, παρέρχονται ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ μεταδίδουσι τὰς ἑαυτῶν γνώμας. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄνδρου συνάδελφος ὑπεδείχθη ὑπὸ τῆς μειοψηφίας καὶ συνειργάσθη μετὰ τῶν ἄλλων μελῶν τῆς μειοψηφίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑπαγορεύσῃ τις εἰς τοὺς ῥήτορας τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως. Εἰς ἓν ὤφειλεν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ προσέξῃ, ὁποῖον ὑπῆρξε τὸ πόρισμα τῆς ἀγορεύσεώς του. Εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄνδρου, αἰτιολογῶν τὸ συμπέρασμα, νὰ προῆλθεν εἰς σκέψεις, ἃς δὲν συμμερίζονται πάντα τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Σύρου, ἰσχυρισθέντα, ὅτι ὁ ἐξ Ἄνδρου συνάδελφος δὲν ἠγόρευσε κατὰ τὴν γνώμην τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας· τὸ πόρισμα τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ εἶναι, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι ἀνεπαρκής. Ἡμεῖς πάντες ἐνομίζομεν, ὅτι τὸ ἔθιμον τὸ κοινοβουλευτικόν, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμιλήσαμεν, ἤθελε τηρηθῆ καὶ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, τουτέστιν ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ἤθελεν ἀπαντήσει· ἀλλ’ ἐὰν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σύρου συνάδελφος δὲν θέλῃ νὰ ἀγορεύσῃ, οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν θὰ τὸν ὑποχρεώσῃ εἰς τοῦτο· ἀλλ’ ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ, ὅτι αὐτὸς ἤθελεν ἀγορεύσει, καὶ ἤθελε δαπανηθῆ ἅπας ὁ χρόνος πρὸς τοῦτο, οὐδὲ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα συνήθως οἱ ἀγορεύοντες λαμβάνουσι μεθ’ ἑαυτῶν, ἔχομεν μεθ’ ἡμῶν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὸν ὑπολειπόμενον χρόνον εἰς συζήτησιν νομοσχεδίων.

§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, ἀφοῦ δὲν εἶσθε ἕτοιμοι.

§258ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ ψηφισθῶσιν ὅμως, κύριε Πρόεδρε, κατὰ σειρὰν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς πρώτην καὶ δευτέραν συζήτησιν· τὰ δὲ εἰς τρίτην συζήτησιν νὰ τὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.

§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ τέλους τῶν κατὰ τὴν τέλεσιν τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων ἐκδοθησομένων εἰσιτηρίων εἰσόδου.

§260Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὀλίγας παρατηρήσεις θὰ ὑποβάλω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ζητεῖ τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν εἰσιτηρίων εἰς θεάματα τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ γείνῃ διασάφησις τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου. Ἐπεθύμουν, ἐὰν ἔχῃ πρόχειρον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μοὶ ἔλεγε. Κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν ἀπαλλάσσονται τοῦ τέλους...

§261Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μόνον τὰ εἰσιτήρια τὰ διδόμενα διὰ θεάματα ἔχοντα σκοπὸν φιλανθρωπικόν. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ διάταξις δὲν εἶναι πλήρης, διότι ἔπρεπε νὰ περιληφθῶσιν εἰς ταῦτα καὶ τὰ θεάματα τὰ ἔχοντα ἀγαθοεργὸν σκοπόν. Διὰ τοῦτο ἐπιφυλάσσομαι ἐν ἄλλῃ εὐκαιρίᾳ νὰ ζητήσω τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου.

§262Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀφοῦ ἐλάβετε τὴν ἀφορμὴν αὐτὴν, καὶ ἀφοῦ ἔχετε ὑπὸ συζήτησιν δύο νομοσχέδια περὶ χαρτοσήμου, θὰ ἦτο ἁπλούστερον, ἂν σὺν ταῖς ἄλλαις τροποποιήσεσιν, ἐφέρετε καὶ τροποποίησιν τοῦ ἐδαφίου 4 τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ νόμου τοῦ 1887, ἐπεκτείνοντες τὴν διάταξιν ὄχι μόνον εἰς τὰ εἰσιτήρια τὰ διὰ χοροὺς καὶ θεάματα, τὰ πρὸς εὐεργετικὸν σκοπὸν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ πρὸς ἀγαθοεργὸν σκοπὸν, ἢ ὅπως ἄλλως θέλετε νὰ τὸ διατυπώσητε. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ περὶ ἐκτυπώσεως ἀναμνηστικῶν γραμματοσήμων ͵ΒΤΜϚʹ νόμου).

§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκποιήσεως μέρους τῆς κληρονομίας τοῦ Ἀλεξάνδρου Α. Σούτσου πρὸς πληρωμὴν τῶν βαρῶν αὐτῆς. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§264Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ὁ ἐκ τυπογραφικῆς ἀβλεψίας παραλειφθεὶς τίτλος τοῦ ἄρθρου «Ἄρθρον μόνον». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως διατάξεων τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας.

§266ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρακαλοῦμεν νὰ ἀναβληθῇ.

§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀνασυστάσεως τοῦ σώματος τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν.

§268ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ αὐτὸ νὰ ἀναβληθῇ.

§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραστάσεως τοῦ Διαδόχου καὶ τῶν ἄλλων Βασιλοπαίδων ἐνώπιον τῆς δικαστικῆς ἢ ἄλλης ἀρχῆς. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ).

§270ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἢ ἄλλης ἀρχῆς παράστασις ἑταιριῶν, σωματείων ἢ ἄλλων νομικῶν προσώπων, ὧν πρόεδροι τυγχάνουσιν ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Στέμματος ἢ ἄλλοι Βασιλόπαιδες, γίνεται διὰ τῶν ἀντιπροέδρων των, τοιούτων δὲ μὴ ὑπαρχόντων, ἀπόντων ἢ κωλυομένων, διὰ τῶν γραμματέων αὐτῶν.»

§271Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ γίνηται τακτικὸς πρόεδρος ὁ Διάδοχος ἢ ἄλλος τις τῶν Βασιλοπαίδων. Ὡς ἐπίτιμοι πρόεδροι, δύνανται νὰ συντελέσωσιν ὑπὲρ τῆς προόδου σωματείου τινὸς ἢ ἑταιρίας, ἐὰν θέλωσι νὰ ἐργασθῶσιν, ἀλλὰ γινόμενοι τακτικοὶ πρόεδροι ἀναμιγνύονται εἰς διαχειρίσεις· ἀποβαίνει δὲ δυσχερεστέρα ἡ πραγματικὴ διαχείρισις, ὅταν παρεμβαίνῃ τὸ πρόσωπον τοῦ Διαδόχου, ἢ ἄλλου Βασιλόπαιδος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).

§272ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῶν πράξεων τῶν ἐκδοθεισῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Ἀντιβασιλείας τοῦ 1895.

§273Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀκέφαλον, δὲν ἔχει τίτλον· ἑπομένως, ἐὰν θέλετε ἐκ τοῦ τίτλου νὰ μάθητε περὶ τίνος πρόκειται, δὲν θὰ τὸ μάθητε.

§274Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ τίτλος ὑπάρχει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, παρελείφθη εἰς τὸ νομοσχέδιον.

§275Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι πραγματικῶς ἑρμηνευτικὸν νομοσχέδιον, καὶ λυποῦμαι, διότι ὁ κύριος συνάδελφος ἐξ Εὐρυτανίας ἀπουσιάζει· ἐὰν ἦτο ἐδῶ, βεβαίως ἤθελεν ἐπανέλθει εἰς ὅσα περὶ τοιούτων νομοσχεδίων ἄλλοτε εἶπεν. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἤρκουν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπεν· ἔπρεπε νὰ προσθέσῃ καὶ ἄλλα τόσα. Διότι δὲν εἶναι μόνον ἑρμηνευτικὸν, ἀλλὰ προχωρεῖ καὶ πέραν τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ ἑρμηνευομένου νόμου. Ὑπερβαίνει τὰ ὅρια. Δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ ὑποβληθῆ ἄλλο νομοσχέδιον τοιοῦτον· ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παριστάμεθα ἡμεῖς πρῶτοι εἰς τὴν συζήτησιν τοιούτου νομοσχεδίου. Θὰ παρακαλέσω τοὺς συναδέλφους, ἐπειδὴ δὲν ἔχουσιν ἐνώπιόν των ἀντίτυπον, νὰ ἀκούσωσι τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, ἵνα ἐννοήσωσι περὶ τίνος πρόκειται (ἀναγινώσκει): «Διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΣϞΑʹ τοῦ 1895 ἐπετράπη νὰ ἀνατεθῇ διὰ Β. Διατάγματος τῷ Διαδόχῳ Κωνσταντίνῳ ἡ Ἀντιβασιλεία κατὰ τὴν ἐν τῷ ἔτει τούτῳ ἀποδημίαν τοῦ Βασιλέως, καὶ πρὸς τοῦτο ἐξεδόθη τὸ Β. Διάταγμα τῆς 15 Ἰουλίου 1895, καταχωρισθὲν ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 79 (Τεῦχος Βʹ) φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τὴν 15 Ἰουλίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ἤτοι πρὸ τῆς παρόδου δεκαημέρου ἀπὸ τῆς 8 Ἰουλίου ἰδίου ἔτους, ὅτε κατεχωρίσθη ἐν τῇ αὐτῇ Ἐφημερίδι ὁ ῥηθεὶς νόμος, αἵτινες ἀπῃτοῦντο κατὰ τὸν νόμον ΠΜϚʹ τοῦ 1882, ὅπως ἰσχύσῃ, μὴ περιέχων ἐν αὑτῷ διάταξιν, ὅτι ἰσχύει ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσιεύσεώς του, ἕνεκα δὲ τούτου ἴσως κριθῇ ὑπὸ τῶν δικαστηρίων, εἰς ἃ δύνανται νὰ προσφύγωσιν οἱ ἐκ τῆς κυρώσεως νόμων καὶ οἱ ἐκ πράξεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, φερουσῶν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ἀντιβασιλέως, ζημιωθέντες, ἄκυρον τὸ ῥηθὲν Β. Διάταγμα καὶ οἱ νόμοι καὶ αἱ τοιαῦται τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας πράξεις, ἐπιδικασθῶσι δὲ ἀποζημιώσεις δι’ ὅ, πρὸς ἀποφυγὴν πάσης ἐνδεχομένης ἐξ ἐναντίας ὑπὸ τῶν δικαστηρίων λύσεως τοῦ ζητήματος ζημίας τοῦ Δημοσίου, διότι δὲν ἐξεδόθη ἄλλο Β. Διάταγμα μετὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου, δι’ οὗ νὰ ἀνατεθῇ ἡ Ἀντιβασιλεία τῷ Διαδόχῳ Κωνσταντίνῳ, ὑποβάλλομεν σχέδιον νόμου, δι’ οὗ κυροῦται τὸ ἐκδοθὲν πρὸς τοῦτο Β. Διάταγμα, οἱ νόμοι καὶ πᾶσαι αἱ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ἀντιβασιλέως φέρουσαι πράξεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ παρακαλοῦμεν τὴν Βουλὴν, ὅπως ψηφίσῃ τοῦτο, διότι μετὰ τὴν τοιαύτην νομοθετικὴν κύρωσιν δὲν εἶναι ἀποδεκτὴ πᾶσα περὶ ἀκυρότητος αὐτῶν ὑποβληθησομένη ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων πρότασις, κατὰ τὴν ἐν αὐτῷ εἰδικὴν περὶ τούτου διάταξιν.» Ἕπεται τὸ κείμενον τῆς προτάσεως τοῦ νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου γίνονται λευκὰ, λευκότατα καὶ ἁγνὰ ὅλα τὰ ἀποτελέσματα, καὶ λύονται αἱ χεῖρες τῶν δικαστῶν. Περὶ τίνος πρόκειται; Ὡς γινώσκετε, ὁ νόμος τοῦ 1882 διατάσσει, ὅτι ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου ἄρχεται δέκα ἡμέρας μετὰ τὴν δημοσίευσιν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἐκτὸς ἐὰν ὁ νόμος ὁρίσῃ ἄλλως. Ἀλλ’ ὁ νόμος περὶ Ἀντιβασιλείας δὲν εἶχε τὴν τελευταίαν διάταξιν, ὅτι ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ ἄρχεται ἀμέσως μετὰ τὴν δημοσίευσιν. Ἑπομένως θέλομεν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1882. Φαίνεται ὅτι ὁ ἁρμόδιος γραμματεὺς, ὁ ὁποῖος ἀντέγραψε τὸ νομοσχέδιον τοῦ προηγουμένου ἔτους, δὲν ἀντέγραψε καὶ τὴν τελευταίαν διάταξιν, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι αὐτὸς ὁ νόμος ὡμοίαζε μὲ τοὺς ἄλλους. Ἐδημοσιεύθη λοιπὸν ὁ νόμος περὶ Ἀντιβασιλείας, ὡς ἐψηφίσθη, καὶ ἐγένετο ὁ Διάδοχος Ἀντιβασιλεὺς, καὶ ἀνέλαβε τὴν διαχείρισιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ νόμου ἐνηργήθησαν πράξεις, ἐδημοσιεύθησαν νόμοι, ἐξεδόθησαν διατάγματα, ἐπαύθησαν καὶ διωρίσθησαν ὑπάλληλοι, ἐδημοσιεύθησαν νόμοι κατὰ λάθος. Ἡ Κυβέρνησις δὲν τὸ παρετήρησε· δὲν γνωρίζω πῶς, τὸ παρετήρησεν ἡ ἐφημερὶς «Ἄστυ», καὶ τὸ ἐδημοσίευσεν. Ἐκδίδεται τότε Β. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ κυρώσῃ ὅλας αὐτὰς τὰς πράξεις· ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα δὲν ἠδύνατο νὰ διορθωθῇ διὰ βασιλικοῦ διατάγματος, καὶ διὰ τοῦτο ἔρχεται ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος λέγει ὅσα λέγει, ὅτι «ὑμεῖς οἱ ὑπογεγραμμένοι Ὑπουργοὶ παρεβιάσαμεν νόμον, οὐχὶ βεβαίως ἐκ δολίας προαιρέσεως, ἀλλ’ ἐν τούτοις ὁ νόμος δὲν ἐτηρήθη· ἡμεῖς, κατὰ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, εἴμεθα ὑπεύθυνοι, καὶ ὑπεύθυνοι οὐ μόνον ποινικῶς, ἀλλὰ καὶ ἀστικῶς, ἀπέναντι παντὸς ζημιωθέντος. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ νὰ μὴ ζητηθῇ ἀπὸ ὑμᾶς εὐθύνη καὶ διὰ νὰ μὴ ζημιωθῇ καὶ τὸ Δημόσιον, ἐρχόμεθα καὶ λέγομεν, ὅτι ἡμεῖς μὲν δὲν ἐτηρήσαμεν τὸν νόμον, ὡς εἴχομεν καθῆκον, ἀλλὰ διότι νομίζομεν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς δίκαι, ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ὑπάρχουσι, δύνανται νὰ ἐγερθῶσι, ζητοῦμεν νὰ μὴ ἐπιτρέψητε εἰς αὐτοὺς τοὺς Κυρίους νὰ ζητήσωσι τὸ δίκαιόν των, νὰ κάμητε ἕνα ἑρμηνευτικὸν νόμον, νὰ μᾶς ἐκδώσητε ἓν συγχωροχάρτιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ πιστοποιήσητε, ὅτι ἡμεῖς καλῶς ἐπράξαμεν, καὶ νὰ νομιμοποιήσητε τὰς παρανομίας». Ὥστε οὕτω γίνεται ἓν εἶδος καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν· διότι μὲ αὐτὸ τὸ σύστημα ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα τὴν πλειοψηφίαν, δύναται νὰ φέρῃ ἑκάστοτε τοιοῦτον νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ καλύπτῃ τὴν εὐθύνην της· διότι, ἀφοῦ ἡ πρᾶξις δὲν εἶναι παραγεγραμμένη, δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο, ἀφοῦ καθ’ ὅλα τὰ φαινόμενα εἶναι ἀκλόνητος ἡ πλειοψηφία. Ὑποθέσατε πρὸς στιγμὴν, ὅτι δὲν ὑπάρχει αὔριον πλειοψηφία, καὶ εὑρίσκεται ἑτέρα πλειοψηφία, ἡ ὁποία θέλει νὰ ζητήσῃ εὐθύνην διὰ τὰς πράξεις ταύτας· ἡ Βουλὴ ὅμως αὕτη εἶπεν, ὅτι καλῶς ἐγένετο. Δι’ αὐτὸ, Κύριοι, μολονότι οὐδεμία δολία προαίρεσις δύναται νὰ ὑπάρξῃ, παραδέχομαι, ὅτι ἐγένετο παρανομία, καὶ τὸ θεωρῶ ὡς προηγούμενον πολὺ κακὸν, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως καὶ διότι προσβάλλει κεκτημένα δικαιώματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐζημιώθησαν. Ἐὰν ἐζημιώθησαν καὶ ἦναι ὑπεύθυνον τὸ Δημόσιον, διατὶ νὰ μὴ πληρώσῃ; Ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ ἀφαιρέσωμεν κεκτημένα δικαιώματα; Βεβαίως ὄχι. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐν συντομίᾳ, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει οὐχὶ μόνον ἡ ὥρα τῆς συνεδριάσεως, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐποχὴ τῆς συνόδου, ἵνα μὴ ἀφήσω ἄνευ παρατηρήσεως καὶ διαμαρτυρίας προηγούμενον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ δυσάρεστους συνεπείας καὶ εἰς ἄλλην περίστασιν καὶ ὅτε ἀκόμη δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ δολία προαίρεσις ἐν τῷ μέλλοντι, νὰ ἐπικαλεσθῶσι δὲ τὸ προηγούμενον τοῦ σημερινοῦ συγχωροχαρτίου.

§276ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ προεθέμην ὀλίγας λέξεις νὰ προσθέσω, ἀκριβῶς ἵνα διαμαρτυρηθῶ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καθιεροῦντος προηγούμενον, δυνάμενον νὰ ἔχῃ δυσαρέστους συνεπείας. Πράγματι τὸ πρῶτον νῦν εἰσάγεται εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν τοιοῦτον νομοσχέδιον, ὅπερ παρέχει ἀναμφισβήτητον τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι πολλὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον, ἠδύναντο νὰ μὴ ἀπασχολήσωσι τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ὅπως καὶ οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀξιότιμοι συνάδελφοι εἶπον, κατὰ τὸν ἀστικὸν νόμον, οἱ νόμοι δὲν ἔχουσιν ἰσχὺν, εἰμὴ μετὰ δέκα ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καταχωρήσεώς των. Κατ’ ἀκολουθίαν, εἰς τὸ δεκαήμερον τοῦτο διάστημα οἱ δημοσιευθέντες νόμοι, ἐὰν εἰδική τις διάταξις ἐν τοῖς νόμοις τούτοις δὲν περιελήφθη, διατελοῦσιν ἐν ἀδρανείᾳ καὶ οὐδὲν ἔχουσι κῦρος. Οὐδεμία πρᾶξις δύναται ἐγκύρως νὰ διεξαχθῇ δυνάμει τῶν νόμων αὐτῶν, πρὶν ἢ παρέλθῃ τὸ δεκαήμερον χρονικὸν διάστημα. Ὅταν ὑπεβλήθη ὁ νόμος αὐτὸς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, καὶ ἐγὼ παρετήρησα καὶ ἄλλοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν αὐτῷ ἡ διάταξις, ὅτι ἄρχεται ἡ ἰσχύς του ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καταχωρήσεως, ἀλλ’ ὑπελαμβάνομεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐκοινώνει πρὸς τὸν Βασιλέα, ἐγίνωσκεν ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἐπρόκειτο ν’ ἀποδημήσῃ ἀμέσως μετὰ τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου. Παρὰ πάσας ὅμως ταύτας τὰς προσδοκίας, 5 ἡμέρας μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου ὁ Βασιλεὺς ἀπεδήμησε, καὶ ἐξεδόθη Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ καθήκοντα τῆς ἀντιβασιλείας ἀνετέθησαν εἰς τὸν Διάδοχον. Ἡ ἔκδοσις τοῦ διατάγματος ἦτο ἀπαραίτητος· οὐδεμία γνώμη δευτέρα ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ, ὅτι τὸ διάταγμα ἐξεδόθη πρὸ τοῦ νόμου ἐκείνου, καὶ ὅτι ἦτο ἄκυρον. Ἐν τούτοις πάντες οἱ Ὑπουργοὶ μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ἀντιβασιλέως διεξῆγον πάσας τὰς Κυβερνητικὰς πράξεις, τὰς χρῃζούσας τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Βασιλέως. Ὅτε δ’ ἐφημερίς τις ἐκ τῶν ἐν Ἀθήναις ἐκδιδομένων κατήγγειλε τὸ πρῶτον τὴν ἀκυρότητα τοῦ Β. Διατάγματος, τότε καὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ κατενόησαν τὸ παρεισφρῆσαν λάθος. Δὲν θέλω νὰ ἐλέγξω τόσον δριμέως καὶ αὐστηρῶς τὴν γενομένην παράλειψιν, διότι, ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶπον, τὸ ἀλάθητον εἰς οὐδένα δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ὑπῆρχεν ἐν τούτοις τρόπος διορθώσεως, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις—δὲν ἠξεύρω διατὶ—δὲν ἐπροτίμησεν. Ἠδύνατο ἄριστα νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ὑπογραφὴν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, εὑρισκομένου τότε εἰς τὰς ἐν Αἴξ–Λὲ–Μπαὶν θέρμας, νέον διάταγμα, δι’ οὗ, ὑπογεγραμμένου καὶ δημοσιευομένου μετὰ τὸ δεκαήμερον ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, ἠδύναντο ἐγκύρως νὰ ἀνατεθῶσιν εἰς τὸν Διάδοχον τὰ καθήκοντα τῆς Ἀντιβασιλείας. Ἀλλὰ ἀντὶ τούτου ἐπροτίμησε νὰ περιπέσῃ εἰς ἕτερον λάθος, νὰ προκαλέσῃ νέα διατάγματα, διὰ τῶν ὁποίων, χρονολογουμένων μετὰ τὸ δεκαήμερον καὶ ὑπογεγραμμένων ὑπὸ τοῦ Διαδόχου, προσέδιδε κῦρος εἰς τὰ διατάγματα, τὰ ἐκδοθέντα ἀπὸ τῆς 15 μέχρι τῆς 21 Ἰουλίου, δηλ. ἠθέλησε τὸ παρεισφρῆσαν λάθος νὰ διορθώσῃ δι’ ἑτέρου. Οὕτως ἐξηκολούθησεν ἡ Κυβέρνησις μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Διαδόχου, ὡς Ἀντιβασιλέως, νὰ διεξάγῃ πάσας τὰς Κυβερνητικὰς πράξεις, μέχρις ὅτου ἐπανῆλθεν ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεύς. Πάντες οἱ νομικοί, πάντες ἐν γένει οἱ ἄκρῳ δακτύλῳ γευσάμενοι τῶν ἑρμηνευτικῶν κανόνων τῶν νόμων, μίαν ἔχουσι γνώμην, ὅτι πᾶσαι αἱ πράξεις αἱ Κυβερνητικαί, αἱ φέρουσαι τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Διαδόχου, ὡς Ἀντιβασιλέως, εἶναι ἄκυροι. Μόνον ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀντίθετον γνώμην, καὶ διὰ τοῦτο ἐνόμισεν, ὅτι διὰ τῶν διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν μετὰ τὴν 21 Ἰουλίου, ἠδύνατο νὰ δώσῃ κῦρος καὶ εἰς τὰ διατάγματα τὰ ἐκδοθέντα ἐν τῷ διαστήματι τῶν 5 ἡμερῶν, αἱ ὁποῖαι εἶχον μεσολαβήσει βραδέως ὅμως ἐνόησεν, ὅτι τὰ δικαστήρια δὲν δύνανται νὰ ἀναγνωρίσωσι τὸ ἔγκυρον οὔτε τοῦ πρώτου, οὔτε τῶν δευτέρων διαταγμάτων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ἀνάθεσιν τῆς Ἀντιβασιλείας τῷ Διαδόχῳ, καὶ διὰ τοῦτο ὑπέβαλε τὸ νομοθέτημα, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, καὶ τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν ἤθελεν ἀπασχολήσει τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔπραττεν, ὡς εἶπον πρότερον. Τώρα δὲ, ἐκ τοῦ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, ποῖα προκύπτουσιν ἄτοπα; Πρῶτον ἀναιροῦνται κεκτημένα δικαιώματα, διότι, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἀγωγαὶ ὑπαλλήλων παυθέντων, ἢ ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ὑπεβλήθησαν εἰς ὑποχρεώσεις ἕνεκα νόμων δημοσιευθέντων διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Διαδόχου, ὡς ἀντιβασιλέως, βεβαίως ἀπεκτήθησαν δικαιώματα, βεβαίως τὰ δικαιώματα ταῦτα ἀπεκτήθησαν εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου. Ἔρχεται νῦν τὸ νομοθέτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται. Πάντα ταῦτα τὰ δικαιώματα πρόκειται δι’ αὐτοῦ νὰ ἀναιρεθῶσι, καὶ ὑπὸ τύπον ἑρμηνευτικοῦ νόμου νὰ δώσωμεν εἰς τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν, ὀπισθενεργὸν δύναμιν. Πρῶτον διὰ τοῦ νομοθετήματος τούτου καλύπτεται ἡ εὐθύνη τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι προεκάλεσαν τὰ διατάγματα τὰ ἄκυρα. Βεβαίως διὰ τοῦ νομοθετήματος τούτου προφυλάσσονται τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ἀπέναντι τῶν ζημιῶν, αἱ ὁποῖαι συνετελέσθησαν. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον νομίζω, ὅτι πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ διαμαρτυρηθῶμεν κατὰ τοῦ τοιούτου εἴδους τῶν νομοθετημάτων, καὶ τοὐλάχιστον νὰ προλάβωμεν τὴν ἐπανάληψιν ὁμοίων ἀτόπων ἐν τῷ μέλλοντι.

§277ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ ἐν πολλοῖς, κύριε Πρόεδρε, πρὸς τὰς γνώμας, αἱ ὁποῖαι παρὰ τῶν κ. συναδέλφων τῶν προλαλησάντων διετυπώθησαν περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, θὰ μοὶ ἐπιτρέψωσιν ὅμως οἱ κ. συνάδελφοι, ὅπως διαφωνήσω ἔν τισι πρὸς αὐτούς. Καὶ ἐν πρώτοις διαφωνῶ ὡς πρὸς τὴν γνώμην τὴν ἐξενεχθεῖσαν πρὸ ὀλίγου, ὅτι τὸ διάταγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον τὰ καθήκοντα τῆς Ἀντιβασιλείας ἀνετέθησαν εἰς τὸν διάδοχον τοῦ Θρόνου, εἶναι ἀπ’ ἀρχῆς ἄκυρον, καὶ διετέλεσεν ὂν τοιοῦτον μέχρι τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Α. Μ. ἐπανῆλθεν εἰς τὴν χώραν. Ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ καθήκοντα τῆς Ἀντιβασιλείας ἀνετέθησαν εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου, ἦτο μὲν ἄκυρον ἀπὸ τῆς ἐκδόσεώς του, ἀλλὰ μετὰ 5 ἡμέρας ἐκυρώθη, διότι εἶχε παρέλθει ἤδη τὸ δεκαήμερον διάστημα, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ὁ ἀστικὸς νόμος, μετὰ τὴν πάροδον τοῦ ὁποίου πᾶς νόμος, δημοσιευόμενος ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, λαμβάνει ἰσχύν. Ἀλλὰ, καὶ ἐὰν ὑπετίθετο κύριε Πρόεδρε, ὅτι πᾶσαι αἱ πράξεις τοῦ Διαδόχου, ὡς ἀντιβασιλέως, αἱ ἐνεργηθεῖσαι κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀπουσίας τοῦ Βασιλέως ἀπὸ τῆς χώρας ἡμῶν, ὅτι πᾶσαι, λέγω, αἱ πράξεις αὗται, ἕνεκα τοῦ ἀκύρου τρόπου, καθ’ ὃν ὁ Διάδοχος ἀνέλαβε τὰ καθήκοντα τῆς Ἀντιβασιλείας, ἔχουσιν ἀκυρότητα, ὅπως ἰσχυρίσθησαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, καὶ ἐὰν ἐντεῦθεν ἐπήγαζον εὐθῦναι διὰ τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ ὑποχρεώσεις διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον, νομίζω ὅτι ἔπρεπεν ἐν τούτοις νὰ ἀχθῶμεν εἰς τὸ ἀντίθετον συμπέρασμα ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον ἤχθη ὁ κ. ἐκ Βόλου συνάδελφος, δηλαδὴ εἰς τὴν σκέψιν ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, ὅπως τύχῃ τῆς ψήφου ἡμῶν. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μετὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων κατὰ τοῦτο, ὅτι ἐκ τῆς ἀκύρου ἐνεργείας τῆς Διοικήσεως...

§278Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παρεγνωρίσατε τὴν γνώμην μου, κύριε συνάδελφε. Ἐγὼ ὡμίλησα ὅσον ἀφορᾷ τὰς 5 ἡμέρας.

§279ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐκ πράξεων ἀκύρως ἐνεργηθεισῶν παρὰ τῆς Διοικήσεως οὐδὲν δύναται νὰ πηγάσῃ δικαίωμα ὑπὲρ τῶν ἀδικηθέντων πολιτῶν κατὰ τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ, καὶ ἂν ἐντεῦθεν ἐπήγασε δικαίωμά τι, καὶ τὸ Δημόσιον ὑπέχῃ εὐθύνην τινὰ, νομίζω ὅτι καθῆκον ἔχομεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ κίνδυνός τις, ὅπως τὰ δικαστήρια ἀναγνωρίσωσι τὰ κτηθέντα ταῦτα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἀρνοῦμαι, δι’ οὓς λόγους εἶπον, ἐὰν, λέγω, τὰ δικαστήρια ὑπάρχῃ κίνδυνος νὰ ἀναγνωρίσωσι καὶ ἐπιδικάσωσι τὰ δικαιώματα ταῦτα, καὶ ἐπέλθωσι ζημίαι εἰς τὸ Δημόσιον, φαντασθῆτε, ὁποία ἐπίσημος ἀναγνώρισις καὶ ὁποῖον κῦρος ἐπὶ πλέον περιάπτεται εἰς αὐτὰ σήμερον, μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον ἔτυχε δὶς ἤδη τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τῇ ἀρχῇ αὐτοῦ καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου συνάδελφος τοῦτο ἔλεγε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐπίκεινται ζημίαι κατὰ τοῦ Δημοσίου, διότι ἐκ τῶν πράξεων, αἱ ὁποῖαι ἀκύρως ἐνηργήθησαν παρὰ τοῦ Διαδόχου, ὡς ἀντιβασιλέως, ἐγεννήθησαν δικαιώματα ὑπὲρ τρίτων, τὰ δὲ δικαιώματα ταῦτα τὰ δικαστήρια θ’ ἀναγνωρίσωσιν. Ἀλλὰ πολὺ περισσότερον θ’ ἀναγνωρίσωσι καὶ θὰ ἐπιδικάσωσιν αὐτὰ, καὶ θὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τὸ Δημόσιον ὑποχρεώσεις ἤδη, ὅτε εἰσήχθη νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῶν πράξεων ἐκείνων, τῶν ἀκύρων, καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὶς ἤδη ἔτυχε τῆς κυρώσεως αὐτοῦ παρὰ τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, φρονῶ, ὅτι ἀναγκαῖον μὲν εἶναι νὰ ἀποδεχθῶμεν τὰς διαμαρτυρίας, καὶ νὰ ἑνώσωμεν τὴν φωνὴν ἡμῶν εἰς τὰς αἰτιάσεις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, τὰς ὁποίας διετύπωσαν καὶ ὁ κ. ἐκ Βόλου καὶ ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος, καὶ νὰ συστήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐν τῷ μέλλοντι μετὰ περισσοτέρας προσοχῆς διαχειρίζηται τὴν ἀνατεθειμένην αὐτῇ ἐξουσίαν, ἵνα μὴ περιπίπτῃ εἰς τοιαῦτα ἄτοπα, ἕνεκα τῶν ὁποίων εἶναι κατόπιν ἠναγκασμένη νὰ εἰσάγῃ νομοσχέδια περὶ κυρώσεως πράξεων ἀκύρων, ἀλλ’ οὐχ ἧττον θεωρῶ ἐπίσης ὡς ἀνάγκην ἐπιβεβλημένην τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου.

§280Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. προαγορεύσας παρενόησε τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα, διότι ἔσπευδον, ἵνα τελειώσω μίαν ὥραν προτήτερα τὴν ὁμιλίαν μου. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι διὰ τὰς πέντε ἡμέρας βεβαίως εἶναι ἄκυρος ἡ δημοσίευσις τοῦ διατάγματος, καὶ οὐδὲν δύναται νὰ θεραπεύσῃ τὴν ἀκυρότητα αὐτοῦ, οὐδὲ αὐτὸς ὁ νόμος ὁ συζητούμενος, διότι ὁ νόμος οὗτος ἀνατρέπει τοὺς κανόνας περὶ τῶν ἑρμηνευτικῶν νόμων. Οὐδεμία ὑπάρχει θεραπεία πρὸς τοῦτο. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος ἔλεγεν, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχωσιν ὑπόνοιαι περὶ ζημιῶν τοῦ Δημοσίου, βεβαίως πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον δι’ ὅλας τὰς ἀγωγὰς, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι κατὰ τοῦ Δημοσίου, ἤθελον ὑποδείξει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ νόμους ἑρμηνευτικοὺς, ἵνα ἀποφανθῶμεν, ὅτι τὸ Δημόσιον ἔχει δίκαιον, διὰ τοῦτον ἢ δι’ ἐκεῖνον τὸν λόγον, ἀδιάφορον ἐὰν ἀναιρέσωμεν καὶ τὰ κεκτημένα δικαιώματα. Ὥστε τὸ συμπέρασμά μου εἶναι, ὅτι ὅλαι αἱ πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐν τῷ πενθημέρῳ, δὲν δύνανται νὰ θεραπευθῶσι διὰ τοιούτων νόμων, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ νόμος τοιοῦτος, διότι τὸ προηγούμενον αὐτὸ δύναται νὰ ἔχῃ ὀλεθρίας συνεπείας διὰ τὸ μέλλον. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ὁ φόβος τῶν ἀποζημιώσεων τοῦ Δημοσίου ἔπρεπε νὰ μᾶς ἀναγκάσῃ νὰ καθιερώσωμεν τοιοῦτον προηγούμενον, οὐδὲ εἶναι ἡ θεραπεία αὕτη ἡ καλλιτέρα, ὁσάκις ἐπίκεινται ζημίαι τοῦ Δημοσίου, νὰ ἐρχώμεθα καὶ δι’ ἑρμηνευτικοῦ νόμου νὰ ἀρνώμεθα εἰς τοὺς δικαιουμένους τοιαύτην ἀποζημίωσιν.

§281ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ παραδρομὴ, τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ ἐπανόρθωσις διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶναι προφανής. Ἡ παραδρομὴ δὲ ἔγκειται οὐχὶ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος πρὸ τῆς παρόδου τῶν δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, ἀλλ’ εἰς τὸ ὅτι ἤρξατο ἡ διαχείρισις τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας παρὰ τοῦ Διαδόχου, ὡς ἀντιβασιλέως, πρὸ τῆς παρόδου τῶν δέκα ἡμερῶν. Οὐδεὶς ὅμως δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι τὸ διάταγμα περὶ ἀναθέσεως τῆς Ἀντιβασιλείας εἰς τὸν Διάδοχον εἶναι ἔγκυρον ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἐκδόσεώς του, διότι αὐτὸ εἶναι διάταγμα νομοτελεστικόν, τὸ ὁποῖον ἀναμφισβητήτως εἶναι ἔγκυρον, καὶ ἐὰν ὁ νόμος δὲν ἤρξατο ἰσχύων ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς δημοσιεύσεως τοῦ διατάγματος τοῦ νομοτελεστικοῦ. Τὸ διάταγμα τὸ νομοτελεστικὸν ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ νόμος θὰ ἦναι ἐν ἰσχύϊ. Λοιπὸν ὁ νόμος περὶ Ἀντιβασιλείας δὲν ἦτο ἐν ἰσχύϊ ἢ ἀπὸ τῆς 20 Ἰουλίου, δέκα ἡμέρας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ διάταγμα δὲ, τὸ ὁποῖον ἀνέθετε τὴν Ἀντιβασιλείαν εἰς τὸν Διάδοχον κατὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ Βασιλέως, δὲν ἠδύνατο νὰ ἰσχύσῃ καὶ αὐτὸ, παρὰ μόνον ἀπὸ τῆς 20 Ἰουλίου. Ἀλλὰ τὸ διάταγμα, καίτοι ἀπ’ ἀρχῆς ἐντελῶς ἔγκυρον, πρὸ τῆς 20 Ἰουλίου δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὸν Διάδοχον τὰ καθήκοντα τοῦ ἀντιβασιλέως. Περὶ τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία. Τὸ ζήτημα λοιπὸν, τὸ ὁποῖον ὑπολείπεται, εἶναι, κατὰ πόσον πρέπει νὰ σταυρώσωμεν τὰς χεῖρας ἀπέναντι μιᾶς προφανοῦς παραδρομῆς, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν βλέπω νὰ ὑπέχῃ τις εὐθύνην· διότι πρόκειται μὲν περὶ παραβάσεως νόμου, ἀλλ’ ἐν τῇ παραβάσει τοῦ νόμου τούτου δὲν εὑρίσκω τὴν δολίαν προαίρεσιν, ἂν δὲ ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν προβλέπῃ καὶ περίπτωσιν εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν δι’ ἀμέλειαν, ὑπάρχει τοιαύτη, ὅταν σπουδαῖα συμφέροντα τοῦ Κράτους ἤθελον ἐκ τῆς ἀμελείας ταύτης παραβλαφθῆ. Εὐθύνη λοιπὸν πραγματικὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, καθόσον οὐδὲ δολία προαίρεσις ὑπῆρχε κατὰ τὴν παράβασιν τοῦ νόμου περὶ δημοσιεύσεως τῶν νόμων, οὐδὲ σπουδαῖα συμφέροντα τοῦ Κράτους ἦτο δυνατὸν νὰ παραβλαφθῶσιν ἐκ τῆς ἐνασκήσεως τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας παρὰ τοῦ Διαδόχου πρὸ τῆς παρόδου τῶν δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου περὶ Ἀντιβασιλείας, ζητεῖται δὲ μόνον, ἐὰν ἀπέναντι μιᾶς ἀκυρότητος πράξεων νομίμων πρέπῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ σταυρώσῃ τὰς χεῖρας, νὰ θεωρήσῃ δὲ, ὅτι ἐκ τῆς ἀκυρότητος αὐτῆς ἐκτήθησαν δικαιώματα, καὶ ὅτι ἐντεῦθεν δὲν ἔχομεν καθῆκον ὑπὲρ τῆς δημοσίας τάξεως νὰ ἔλθωμεν νὰ κυρώσωμεν ἐκ τῶν ὑστέρων πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐνεργήθησαν καλῇ τῇ πίστει, ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς νόμου ἀληθοῦς, τοῦ ὁποίου ὅμως ἡ ἰσχὺς δὲν ἠδύνατο νὰ ἀρχίσῃ ἢ μετὰ πέντε ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε τὴν διαχείρισιν τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας ὁ Διάδοχος. Κατ’ ἐμὲ, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐπέλθῃ νόμος, οὐχὶ ἑρμηνευτικός, ὡς εἶπον, ἀλλ’ ἐπικυρωτικὸς πράξεων, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἄκυροι, εἶναι ἡ περίπτωσις αὕτη, διότι ἄλλως ἠθέλομεν ἀφήσει ἔκθετον, ἕνεκα μιᾶς ἁπλῆς παραδρομῆς, τὴν δημοσίαν τάξιν, καὶ ἠθέλομεν θεωρήσει, ὅτι ἐκ μιᾶς τοιαύτης παραδρομῆς ἠδύναντο ν’ ἀποκτηθῶσι δικαιώματα. Ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο ν’ ἀποκτηθῶσι; Νὰ ζητηθῇ ἡ ἀκύρωσις τῶν πράξεων ἐκείνων τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, τῶν ἐνεργηθεισῶν κατὰ τὸ πενθήμερον. Τοῦτο θὰ ἦτο ἀτοπώτατον. Ἀμφισβητεῖ τις τὸ κῦρος τῶν πράξεων ἐκείνων κατ’ οὐσίαν; Βεβαίως ὄχι. Δὲν διεχειρίζοντο τὴν ἐξουσίαν καλῇ τῇ πίστει οἱ Ὑπουργοὶ, οἱ ὑποβαλόντες τὰ διατάγματα ἐκεῖνα πρὸς κύρωσιν κατὰ τὸ διάστημα τὸ πενθήμερον; Ἀναμφισβήτητον καὶ τοῦτο. Λοιπὸν διατὶ θὰ σταματήσωμεν; Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Βόλου ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ κυρώσωμεν τὰς πράξεις αὐτάς. Ἀλλὰ ποῦ εὑρίσκει τοῦτο; ποῦ εὑρίσκει ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν τὴν διάταξιν, ἔστω καὶ ἀποδίδοντες εἰς τὴν σημερινὴν διάταξιν ἡμῶν ἀναδρομικὴν δύναμιν, τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1882, τοῦ ἀντικαταστήσαντος τὸ ἄρθρον τοῦ ἀστικοῦ νόμου, τὸ περὶ δημοσιεύσεως τῶν νόμων; Ἐὰν δυνάμεθα κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ ψηφίσωμεν νόμους, ὅπως ἐψηφίσαμεν καὶ ἀπόψε, τῶν ὁποίων ἡ ἰσχὺς ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι δυνάμεθα δι’ ἑνὸς νόμου τοιούτου, ὁποῖος ὁ ὑποβληθεὶς, νὰ δώσωμεν ἰσχὺν εἰς τὸν νόμον περὶ Ἀντιβασιλείας, τὸν ψηφισθέντα κατὰ τὸ 1895, ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του. Ἐντεῦθεν εἰς οὐδὲν ἄτοπον περιπίπτομεν, ἐξ ἐναντίας ἀσφαλίζομεν τὴν δημοσίαν τάξιν ἐξ ἑνὸς ἀτόπου, τὸ ὁποῖον ἤθελε γεννηθῆ κατόπιν ἁπλῆς παραδρομῆς.

§282Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δέχομαι ὅτι, ἐὰν ἡ ὑπόθεσις εἰσήγετο μέχρις Εἰδικοῦ Δικαστηρίου, δὲν εἶχον νὰ κινδυνεύσωσι τίποτε οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, διότι δὲν πρόκειται περὶ δολίας προαιρέσεως, πρόκειται περὶ παραδρομῆς, καὶ βεβαίως ἤθελε γείνῃ ἡ προσήκουσα ἐκτίμησις τῆς παραδρομῆς ταύτης. Ἀλλὰ δὲν δέχομαι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει δολία προαίρεσις, δὲν ὑπάρχει ποινικὴ εὐθύνη, διότι μόνον τὸ ἁρμόδιον δικαστήριον δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ, ἐὰν ὑπάρχῃ ποινὴ ἢ ὄχι· διότι, ἐὰν οὕτως ἑρμηνεύωμεν, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν κάλλιστα, ὅτι καὶ ἡ παράβασις τοῦ Συντάγματος ἐγένετο καλῇ τῇ πίστει. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος καὶ ὁ κ. ἐκ Μεσσήνης συνάδελφος ὑπεστήριξαν ἐναντίαν γνώμην. Σέβομαι τὰς πεποιθήσεις αὐτῶν, διότι ἕκαστος ἔχει ἴδιον τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι. Αἱ ἀγορεύσεις ὅμως ἀμφοτέρων ἀντίκεινται ἐντελῶς πρὸς ὅσα οἱ ἴδιοι εἶπον ἐν τῷ νόμῳ τῷ ἑρμηνευτικῷ περὶ ῥυμοτομίας.

§283ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὡμίλησα ἐγώ.

§284Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος καὶ πολιτικός σας φίλος πολλὰ καὶ δίκαια εἶπε κατὰ τῶν ἑρμηνευτικῶν νόμων. Ἀλλὰ τί ἄλλο εἶναι ὁ ψηφιζόμενος αὐτὸς νόμος ἢ ἑρμηνευτικός; Δύνασθε νὰ ἔχητε τὴν γνώμην αὐτὴν, ἀλλὰ βεβαίως, ἵνα ἦσθε συνεπὴς, ἔπρεπε νὰ ὑποστηρίξητε καὶ τὸν ἑρμηνευτικὸν νόμον περὶ ὁδοποιΐας, διότι καὶ ἐκεῖνος εἶναι νόμος ἑρμηνευτικὸς, μάλιστα ἐκεῖνος δὲν ἔχει τὸ ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει προσθέτως τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, διότι τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον ὑπερβαίνει καὶ τὰ ὅρια τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου. Δὲν ὑπεστήριξα καὶ ἐγώ, ὅτι ἡ παράβασις ὑπάρχει καὶ μετὰ τὴν 20 Ἰουλίου, ἀλλὰ διὰ τὸ μεταξὺ τῆς 15 καὶ 20 Ἰουλίου διάστημα ἡ παράβασις εἶναι ἀναμφισβήτητος. Νομίζω δὲ, ὅτι οὐδὲ δι’ ἑρμηνευτικοῦ νόμου δύναται νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία, ἐκτὸς ἐὰν θεωρηθῇ συνταγματικὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς πλειονοψηφίας της δύναται ἑκάστοτε διὰ τοιούτων νόμων νὰ παραβιάζῃ τὰ κεκτημένα δικαιώματα.

§285ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ παντὸς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου Βουλευτὴς ἔπρεπε νὰ προσέξῃ εἰς τὸ πνεῦμα τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν καὶ τῶν συνταγματικῶν πολιτευμάτων. Ἐνόμισεν ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ παραβίασις νόμου, ὡς πρὸς τὴν ὁποίαν νὰ δοθῇ ἄφεσις, καὶ ἐν τούτοις ἀκριβῶς τοῦτο ὑπαγορεύει τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα. Δύναται ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία ὑπὲρ συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ συμφέροντος τῆς Πολιτείας νὰ παραβῇ ὡρισμένην νομοθετικὴν διάταξιν. Καὶ βλέπομεν καθ’ ἡμέραν τοιαύτας παραβιάσεις διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων, μετὰ τὰ ὁποῖα ἔρχεται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ δίδει ἄφεσιν. Καὶ περὶ μιᾶς τοιαύτης ἀφέσεως πρόκειται ἐνταῦθα, οὐδὲ πρέπει νὰ συγχέῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου τὸν ἐπικυρωτικὸν αὐτὸν νόμον μὲ τὸν νόμον τὸν ἑρμηνευτικόν. Τί πρόκειται νὰ γείνῃ μὲ τὸν νόμον τὸν ἑρμηνευτικόν; πρόκειται νὰ δοθῇ διὰ τοῦ νόμου τούτου ὡρισμένη ἑρμηνεία, ἐναντία ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθησαν τὰ δικαστήρια. Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ἐπικυρωτικοῦ νόμου, ἐπικυροῦντος πράξεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐπικυρωθῶσιν. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἑρμηνευτικοῦ νομοσχεδίου, ἀκριβῶς εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα λίαν προσεκτικοὶ εἰς τοὺς νόμους τοὺς ἑρμηνευτικούς, μόνον δὲ ὅταν πρόκειται δι’ ἑνὸς τοιούτου νόμου νὰ ἐξασφαλισθῶσι συμφέροντα ὑπέρτατα τοῦ Κράτους ἢ ἡ δημοσία τάξις, τότε μόνον ἐπιτρέπεται νὰ ὑποβληθῇ νόμος ἑρμηνευτικός. Καὶ τοιαύτη ἡ προκειμένη περίπτωσις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀτελείας τῶν ἐκ τῆς πεδιάδος Ἄρτης εἰσαγομένων εἰς Ἄρταν προϊόντων. Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτή, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς γʹ συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν, ἡ πρότασις νόμου περὶ τοῦ ἐν Ληξουρίῳ Πετριτσείου Γυμνασίου).

§286ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἑπόμενα δύο νομοσχέδια, ὑπ’ ἀριθ. 18 καὶ 19, ἀναβάλλονται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἐφηβείου Ἀβέρωφ. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–6, ὡς ἔχουσι).

§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἐν τῷ Σωφρονιστηρίῳ ἐκτίοντες τὴν ποινὴν αὐτῶν ἀνήλικοι, ὑπερβάντες τὸ 18ον ἔτος τῆς ἡλικίας, πέμπονται εἰς ἕτερον ἐντελῶς κεχωρισμένον τμῆμα τῶν αὐτῶν φυλακῶν, ὅπως διανύσωσι τὸ ὑπόλοιπον τῆς ποινῆς αὐτῶν. Ἐν τῷ αὐτῷ τοῦ Σωφρονιστηρίου τμήματι ἐκτίουσι τὴν ποινὴν αὐτῶν, μέχρι τῆς συμπληρώσεως τοῦ 21ου ἔτους, καὶ οἱ καταδικασθέντες ἀνήλικοι, οἱ ὑπερβάντες τὸ 18ον ἔτος τῆς ἡλικίας αὐτῶν, ἐὰν κατεδικάσθησαν εἰς φυλάκισιν ἐλάσσονα τῶν τριῶν ἐτῶν δι’ ἀποφάσεως τῶν ἐν Ἀθήναις ποινικῶν δικαστηρίων.»

§288ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὴν δευτέραν περίοδον τοῦ ἄρθρου τούτου, ὅταν εἷς εἰκοσαετὴς κατεδικάσθη εἰς τριετῆ φυλάκισιν, θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Ἐφηβεῖον καὶ θὰ μείνῃ ἓν ἔτος. Τὰ δύο ἕτερα ἔτη ποῦ θὰ τὰ ἐκτίσῃ;

§289ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἰς ἄλλας φυλακάς.

§290ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἐλάττωμα τοῦ νόμου, διότι ὅλα τὰ καλά, τὰ ὁποῖα ἀναμένομεν ἐκ τῆς ἐκτίσεως τῆς ποινῆς εἰς τὸ Ἐφηβεῖον Ἀβέρωφ, θὰ ἀπολεσθῶσιν ἐκ τῆς μεταφορᾶς τοῦ καταδίκου εἰς ἄλλας φυλακάς. Παρακαλῶ, κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν νὰ διορθωθῇ ἡ ἔλλειψις αὕτη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7 ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 8 καὶ 9, ὡς ἔχουσι).

§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).

§292ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἤμεθα τόσον ἀποκλειστικοί, ὡς πρὸς τὰ προσόντα τοῦ ἱερέως. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ἦναι καὶ διδάκτωρ τῆς Φιλοσοφίας, διακούσας τὴν σειρὰν τῶν θεολογικῶν μαθημάτων. Ὑπάρχουσι δὲ πολλοὶ κληρικοί, ἔχοντες τὸ προσὸν τοῦτο καὶ ὄντες κατάλληλοι νὰ διορισθῶσιν εἰς τοιαύτας θέσεις καὶ πολὺ ἀνωτέρας. Ὥστε θὰ παρεκάλουν, εἰ δυνατόν, νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ οὗτοι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§293ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ δύο ἑπόμενα νομοσχέδια, ὑπ’ ἀριθ. 21 καὶ 22, ἀναβάλλονται. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ εἰς γʹ ἀνάγνωσιν ψηφισθέντος νομοσχεδίου περὶ δημολογιστῶν (ἀναγινώσκεται).

§294Ν. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ συναρμολογηθὲν νομοσχέδιον παρελείφθησαν αἱ ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 3 κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν αὐτοῦ, κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, προστεθεῖσαι λέξεις «ἢ τέλος ὡς δικηγόρος».

§295ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Θέλουσι προστεθῆ.

§296ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Ἐπίσης εἰς τὴν τελευταίαν γραμμὴν τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ὑπάρχει καὶ ἄλλη παράλειψις· ἀντὶ «ταμείου αʹ τάξεως», πρέπει νὰ τεθῇ «ταμείου αʹ ἢ βʹ τάξεως», ὡς ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ ἄρθρου.

§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει προστεθῆ καὶ αὐτό. Παρελείφθησαν ἐκ τυπογραφικῆς ἀβλεψίας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν, μετὰ τῶν ἀνωτέρω διορθώσεων).

§298ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς ἐξωτερικῆς ὑπηρεσίας τῶν δασῶν.

§299Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἀναβληθῇ.

§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Γεν. Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Λίβερπουλ ἑδρευούσης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας «Mediterranean and New-York Steamship Company Limited» συμβάσεως. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖον νομοσχέδιον τώρα ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσωμεν;

§302Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ν’ ἀναβληθῇ τὸ περὶ συστάσεως γεωργικῶν σταθμῶν, καὶ νὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 27 τῆς ἡμερησίας διατάξεως «περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ἀστυνομίας νόμου», ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις.

§303Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ θὰ γείνωσι τροπολογίαι, καὶ διὰ τοῦτο καλὸν εἶναι νὰ ἀναβληθῇ.

§304ΡΑΛΛΗΣ. Ἂς συζητηθῇ.

§305Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν πρόκειται νὰ γείνουν ἀντιῤῥήσεις, ἂς ἀναβληθῇ.

§306ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ συζητηθῇ.

§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ἀστυνομίας νόμου. Ὁ κ. Ρωμάνος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.

§308ΡΩΜΑΝΟΣ. Μεθ’ ὅσα εἶπε περὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας κατὰ τὴν δευτέραν αὐτοῦ ἀνάγνωσιν ὁ ἐκ Παρνασσίδος ἀξιότιμος Βουλευτὴς, θὰ ἐνόμιζον περιττὸν νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ ὀλίγα τινὰ σήμερον, ἐὰν δὲν εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Κραναίας, νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς καταργήσεως θεσμοῦ, ὅστις ἐπεσπάσατο τὴν ἐπιδοκιμασίαν πάντων τῶν συμπολιτῶν μου. Ὅτε πρὸ ἡμερῶν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἀπήντησεν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἐκ Φθιώτιδος ἀξιοτίμου συναδέλφου περὶ τῶν γενομένων μεταθέσεων τῶν ἀστυνόμων, καὶ ἔπλεξε τὸ ἐγκώμιον τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἐνόμιζον ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἤθελεν ἐπιψηφισθῆ. Λυποῦμαι ὅτι ἠπατήθην, καὶ λυποῦμαι τόσῳ μᾶλλον, καθόσον φρονῶ, ὅτι καὶ μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας σχετικῶς ἐπέτυχε. Λέγω ὅτι σχετικῶς ἐπέτυχεν, ἐπειδὴ, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, ἡ ἀστυνομία ἐξηκολούθησε νὰ ἐκτελῇ τὸ καθῆκόν της, ἰδίως δὲ κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς ἐπέδειξε μεγίστην ἀμεροληψίαν. Καὶ ἐχαλαρώθη μὲν ἐσχάτως ὁ ζῆλος τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, καὶ οὐκ ὀλίγαι διεπράχθησαν κλοπαὶ ἐν Ἀργοστολίῳ καὶ Ληξουρίῳ, ἃς ὤφειλε νὰ προλάβῃ ἡ ἀστυνομία, τοῦτο ὅμως προῆλθε πρὸ πάντων ἐκ τῆς πεποιθήσεως περὶ προσεχοῦς καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἥτις κατ’ ἀνάγκην εἶχεν ὡς συνέπειαν τὴν ὀλιγωρίαν τῶν παυθησομένων ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων. Οἱ συμπολῖταί μου ἐνθυμοῦνται τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐλειτούργει ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, φρίττουσι δὲ, σκεπτόμενοι ὅτι ἡ ἐποχὴ ἐκείνη δύναται νὰ ἐπανέλθῃ. Δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς ἐξοχὰς, ἀστυνομίαν δὲν εἴχομεν ἐν Κεφαλληνίᾳ πρὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἤρχισε νὰ λειτουργῇ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία. Ἡ ἀσφάλεια τῆς ζωῆς καὶ περιουσίας τῶν πολιτῶν ἦτο εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἐγκληματιῶν, οἵτινες ἐσχημάτιζον συμμορίας, ἐμπνεούσας τὸν τρόμον εἰς τοὺς φιλησύχους πολίτας. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν πόλιν τοῦ Ἀργοστολίου, ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία ἦτο ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς τὰς χεῖρας τῶν φανατικωτέρων φίλων τῆς ἐν ἰσχύϊ μερίδος καὶ εἶχεν ὡς προορισμὸν νὰ πιέζῃ τοὺς ἀντιθέτους. Οὐδεμίαν ἐξήσκει ἐπίβλεψιν ἐπὶ τῆς ἀγορᾶς, ἥτις εὑρίσκετο ἐν πλήρει παραλυσίᾳ, κατὰ τὰς ἐκλογὰς δὲ ἰδίως ἐχρησίμευεν ὡς τὸ κυριώτερον ὄργανον τῆς πιέσεως τῆς ἑτέρας τῶν διαμαχομένων μερίδων. Ὡς ἐκ τούτου ἅμα ἠκούσθη ἐν Κεφαλληνίᾳ, ὅτι πρόκειται νὰ καταργηθῇ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, συνῆλθε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, καὶ ἐξέδοτο ψήφισμα, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀναγνώσω εἰς τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει): «Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ δήμου Κρανίων, συνελθὸν εἰς ἔκτακτον συνεδρίασιν ἐν τῷ δημαρχικῷ καταστήματι σήμερον, τὴν 19 Φεβρουαρίου 1896, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν τοῦ προέδρου αὐτοῦ, ὅπως ἐκφρασθῇ εὐχὴ ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ θεωροῦν ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος πληρέστατα ηὐδοκίμησεν, ἅτε ἐγκαθιδρύσας τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν ἐν τῷ τόπῳ καὶ ἐπανορθώσας τὰ ἄτοπα τοῦ προηγουμένως ἰσχύοντος θεσμοῦ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, καὶ ὅτι ἐκφράζει τὴν ἐπιθυμίαν τῶν κατοίκων τοῦ δήμου, ἀναφέρεται πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εὔχεται ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς ἀνασυστάσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς.» Ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, Κύριοι, ηὐδοκίμησε πληρέστατα ἐν Κεφαλληνίᾳ, διότι ἀποκατέστησε τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν. Οἱ ἐγκληματίαι κατεδιώχθησαν ἀμειλίκτως, οἱ φυγόδικοι καὶ φυγόποινοι ἠναγκάσθησαν νὰ προσέλθωσιν ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, ἔπαυσαν αἱ κλοπαὶ καὶ τὰ λοιπὰ ἀδικήματα, καὶ ἐνόησεν ὁ τόπος, ὅτι ὑπάρχει μία ἀρχὴ, προλαμβάνουσα τὰ ἐγκλήματα καὶ καταδιώκουσα τοὺς ἐγκληματίας. Οἱ φιλότιμοι ἀξιωματικοί, εἰς οὓς εἶχον ἀνατεθῆ τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα, ἐνήργουν μετ’ ἐκτάκτου ζήλου καὶ μετὰ μεγίστης ἀμεροληψίας, ἰδίως δὲ διεκρίθησαν μεταξὺ αὐτῶν ὁ ταγματάρχης κ. Γιοῦρος καὶ ὁ ἀνθυπολοχαγὸς κ. Κατσιμίδης, οἵτινες, ἀναχωροῦντες ἐκ Κεφαλληνίας, ἔλαβον πλεῖστα ὅσα δείγματα τῆς ἐκτιμήσεως τῶν κατοίκων. Σημειωτέον ὅτι ὁ διευθυντὴς τῆς ἀστυνομίας ἐν Ἀργοστολίῳ εἶχεν ὑπὸ τὰς διαταγάς του 15 μόνον ἀστυφύλακας, ἐνῷ ὁ δήμαρχος ἐπὶ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας εἶχεν 60 κλητῆρας. Ὅ,τι δὲ δὲν ἠδυνήθη νὰ κατορθώσῃ ὁ δήμαρχος διὰ τῶν 60 κλητήρων, τὸ κατώρθωσεν ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία διὰ τῶν 15 ἀστυφυλάκων· περιέστειλε δηλαδὴ τὰς κλοπὰς καὶ τὰς παραβάσεις τοσοῦτον, ὥστε, ἐνῷ κατ’ ἀρχάς, κατὰ τὰς πρώτας ἑβδομάδας, καθ’ ἃς ἐλειτούργησεν ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ὑπῆρχον 30 παραβάσεις, ἐκδικαζόμεναι ἐν τῷ Πταισματοδικείῳ καθ’ ἑβδομάδα, μετ’ ὀλίγους μῆνας δὲν ὑπῆρχον ἢ μία ἢ δύο κατὰ μῆνα. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου πρόκειται νὰ καθιερωθῇ μικτὴ ἀστυνομία, δημοτικὴ μὲν ἐν ταῖς ἐξοχαῖς, διοικητικὴ δὲ ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν· καὶ δύναται μὲν ὁ Ὑπουργὸς νὰ διορίσῃ καὶ ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν ἀξιωματικούς, καὶ ἐλπίζω νὰ διορίσῃ μόνον ἀξιωματικούς, ἔχει ὅμως, κατὰ τὸ ἄρθρον 16, τὸ δικαίωμα νὰ διορίσῃ καὶ δικηγόρους. Ἐν τῇ διατάξει ταύτῃ πρὸ πάντων, φρονῶ ὅτι ἔγκειται τὸ πλημμελὲς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἐφ’ ὅσον ἡ διεύθυνσις τῆς ἀστυνομίας ἦτο ἀνατεθειμένη εἰς ἀξιωματικούς, ἡ πολιτικὴ δυσκόλως θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Ἅμα ὅμως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, θὰ εὑρίσκηται ἡ ἀστυνομία κατ’ ἀνάγκην ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐπίδρασιν τῆς κομματικῆς πολιτικῆς. Παρ’ ὅλην τὴν σταθερότητα τοῦ χαρακτῆρος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀμφιβάλλω ἐὰν θὰ δυνηθῇ ν’ ἀντιταχθῇ κατὰ τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ κόμματος, ὅταν οἱ κομματικοί του φίλοι ζητήσωσι παρ’ αὐτοῦ τὸν διορισμὸν δικηγόρου ἢ ἄλλου ὑπαλλήλου ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀφωσιωμένου εἰς τὰ συμφέροντά των. Εἰς ὅλα τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη ὑπάρχει ἐπίδρασις τῆς κομματικῆς πολιτικῆς ἐπὶ τῆς διοικήσεως, αἱ Κυβερνήσεις ὅμως ἑκάστοτε ζητοῦσι διὰ νόμων νὰ θέσωσι φραγμὸν εἰς τὴν ἐπίδρασιν ταύτην. Τοῦτο ἐζήτησε καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν ἢ δωδεκκετίαν. Τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται νῦν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἀντετάχθη καὶ κατ’ ἄλλων νόμων, οἵτινες εἶχον ὡς σκοπὸν νὰ περιστείλωσι τὰς ἀπαιτήσεις τῶν κομμάτων, οἷοι οἱ περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων νόμοι. Τὸ αὐτὸ κόμμα ἐπολέμησε καὶ κατήργησε τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς· σήμερον ἐπιδιώκει τὴν κατάργησιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, οἵα ὑφίσταται μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ζητοῦσα ἵνα ἐπιψηφισθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, πράττει ἐπιβλαβὲς ἔργον εἰς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, νομίζω δὲ, ὅτι διὰ τῆς καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας καὶ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς, ὡς καὶ διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων νόμου, δὲν συνέτεινε τὸ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ κόμμα εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν συνθηκῶν, ὑπὸ τὰς ὁποίας κυβερνᾶται ἡ ἡμετέρα χώρα. Καὶ ἐκ πεποιθήσεως καὶ ἐξ ὑποχρεώσεως, ἣν ἀνέλαβον ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων μου, θὰ ψηφίσω κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ διαμαρτυρηθῶ.

§309ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ἐγὼ ζητῶ τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου.

§310ΣΑΛΜΑΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἀναβολὴν ζητῶ.

§311Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἱστορία, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας ἐξέθηκεν, εἶναι τῷ ὄντι ἀκριβής. Τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐν τῇ ἀρχῇ, ἐπολέμησε πολλὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα εἶχε προτείνει ὁ προκάτοχος Πρωθυπουργὸς κατὰ τὰ ἔτη 1883 καὶ 1884 καὶ καὶ κατὰ τὰ ἔτη 1887–1890 καὶ κατὰ τὰ ἔτη 1892 ἕως 1894. Καὶ ἐπολέμησεν ὡσαύτως καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς τότε δὲν ἦτο ἐν Ἑλλάδι, ἦτο ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀλλ’ ἀνεγίνωσκε, φαίνεται, τὰς ἐφημερίδας, καὶ ἐμάνθανε τὸν πόλεμον αὐτὸν, καὶ διηγήθη ἀκριβῶς ὅσα τότε ἀνεγίνωσκεν· ἀλλὰ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μὴ φοβῆται πολὺ τὸ κόμμα αὐτὸ, διότι καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀνθρώπους ὁπωσοῦν χρηστοὺς καὶ κάπως φίλους τῆς τάξεως.

§312ΡΩΜΑΝΟΣ. Δὲν ἠμφισβήτησα τοῦτο.

§313Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἑπομένως καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ φροντίσῃ νὰ μὴ ποιήσηται κακὴν χρῆσιν τῶν ἐξουσιῶν ἢ τῶν ἀδειῶν, τὰς ὁποίας τῷ παρέχει ὁ νόμος. Καὶ οἱ φίλοι τοῦ κόμματος, ὑποθέτω ὅτι ἔχουσι καὶ αὐτοὶ οἰκογενείας, καὶ ἑπομένως ἔχουσι καὶ αὐτοὶ συμφέροντα ἐν αὐτῷ τῷ τόπῳ, καὶ θέλουσιν εἶσθαι ὑπὲρ τῆς τάξεως, οὐδὲ θέλουσιν ἐπιβληθῆ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα πράξῃ κακὰ, καὶ ἄν τις ἐξ αὐτῶν ἤθελεν ἔχει ὑπερβαλούσας ἀπαντήσεις, ὑποθέτω ὅτι καὶ αὐτὸς θὰ πεισθῇ νὰ μετριάσῃ αὐτάς. Ὥστε παρακαλῶ νὰ μὴ ἀνησυχῆτε καὶ νὰ πείσητε καὶ τοὺς συμπολίτας σας νὰ μὴ ἀνησυχῶσιν. Ἓν μόνον εἶναι τὸ δυσάρεστον, ὅτι ἐγὼ δὲν ἔχω ἐνταῦθα τὰ περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχω τὸ πρωτότυπον τοῦ νόμου περὶ ἀστυνομίας, τὸ δὲ ἓν ἀντίτυπον, ὅπερ μοὶ ἔδωκαν, εἶναι ἐσφαλμένον, ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον πρόκειται νὰ συζητηθῇ εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ παρακαλέσω νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὐτοῦ ἐπὶ τὴν αὔριον.

§314ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν θέσεων τῶν βοηθῶν καὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐπιστατῶν τῶν δημοσίων ἔργων.

§315Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἀναβληθῇ καὶ αὐτό.

§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως καὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν ἐκ τῶν τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ διεπόντων νόμων. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§317ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ ποιμνιοβοσκῆς. (Γίνεται δεκτὴ κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§318ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκεῖ ἕως ἐδῶ, κύριε Πρόεδρε.

§319ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 1 καὶ 20′ π. μ. τῆς ἐπιούσης.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 37
2Τῆς 11 Μαρτίου 1896.
3(Δευτέρα).
4Ὥρα 9 καὶ 30′ π. μ.
5(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Δρόσου).
6(Γενομένης ἀπαρτίας, παρόντων 108 Βουλευτῶν, ἄρ-
7χεται ἡ συνεδρίασις).
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ θ’ ἀναγνωσθῶσι μετὰ μεσημ-
9βρίαν, διότι δὲν ἐξετυπώθησαν εἰσέτι.
10Κάτοικοι Καρδίτσης ἀναφέρονται εἰς τὴν Βουλὴν, ἐξαιτού-
11μενοι τὴν ἐπιψήφισιν εἰδικοῦ διὰ τὴν ἀνανέωσιν τῶν δημοτι-
12κῶν δασμῶν νόμου, μὴ ὑπάρχοντος Δημοτικοῦ Συμβουλίου.
13Ὁ κ. Τσαμαγκίδης ἔχει τὸν λόγον.
14§2ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ. Κατὰ πρῶτον ὀφείλω νὰ δικαιολο-
15γήσω τὴν ἐμὴν ἀπουσίαν, διότι ἐβράδυνα πολὺ, ἕνεκα οἰκο-
16γενειακῶν μου ὑποθέσεων καὶ ἕνεκα τοῦ βαρέος χειμῶνος· κατὰ
17δεύτερον λόγον θὰ εὐχαριστήσω τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν εὐ-
18γενῆ πρόθεσιν, τὴν ὁποίαν εἶχε, νὰ εἰσαγάγῃ τὰ Θεσσαλικὰ
19νομοσχέδια, ἐκ τῶν ὁποίων πολλὰ περιμένει ἡ Θεσσαλία καὶ
20ὁ τόπος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ καιρὸς ἐπείγει, ἡ δὲ Βουλὴ δὲν ἔχει
21τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν πρὸς συζήτησιν αὐτῶν, ἡ δὲ συζή-
22τησις ἀπαιτεῖ καὶ χρόνον πολὺν καὶ σκέψιν βαθεῖαν καὶ πολλὰ
23ἄλλα, προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐκλέξῃ ἑπταμελῆ ἐπι-
24τροπὴν ἐκ Βουλευτῶν, ἐν τῇ ὁποίᾳ νὰ συγκαταλέγηται καὶ
25ἡ μειοψηφία, ἂν θέλῃ, καὶ ἡ ὁποία κατὰ τὰς βουλευτικὰς
26διακοπὰς νὰ περιέλθῃ τὰ διάφορα μέρη τῆς Θεσσαλίας, νὰ
27μελετήσῃ καλῶς καὶ ἐπισταμένως...
28§3ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀρθότατον! πολὺ καλά!
29§4ΤΣΑΜΑΓΚΙΔΗΣ... νὰ μελετήσῃ καλῶς καὶ ἐπισταμέ-
30νως, λέγω, ὅλα τὰ Θεσσαλικὰ, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς σχέσεις
31τῶν ἰδιοκτητῶν πρὸς τοὺς καλλιεργητὰς, τὰ ἀφορῶντα εἰς
32τὴν συγκοινωνίαν καὶ τὴν Γεωργικὴν Τράπεζαν, καὶ νὰ ὑπο-
33βάλῃ τὴν προσήκουσαν ἔκθεσιν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω.
34§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά! πολὺ καλά!
35§6Φ. ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ πληρέστατα μετὰ
36τοῦ προλαλήσαντος, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυ-
37βερνήσεως, πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ συζητήσῃ αὐτὰ
38τὰ νομοσχέδια, νὰ σκεφθῇ ἂν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ γείνῃ παρα-
39δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Τσαμαγκίδου.
40§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
41§8ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
42§9ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς παρακαλέσω σχετικῶς νὰ
43εἴπω δύο λέξεις.
44§10ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἀρκετὰ εἶπον οἱ προλαλήσαντες. Εἶναι
45ἀνάγκη νὰ τὰ εἴπητε ὅλοι; (θόρυβος).
46§11ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Ζήτημα ὑψίστης κοινωνικῆς σημασίας, ἰδίως
47διὰ τὴν Θεσσαλίαν, εἶναι βεβαίως τὸ ζήτημα τῶν Θεσσαλικῶν
48νομοσχεδίων, τῶν εἰσαχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυ-
49βερνήσεως. Τὸ ζήτημα τοῦτο βεβαίως ἔπρεπε νὰ ἐπισπάσηται
50τὴν προσοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου, καθόσον εἶναι ζήτημα ἀφο-
51ρῶν τὴν πολιτικὴν καὶ κοινωνικὴν χειραφέτησιν πληθυσμοῦ
52ὁλοκλήρου, πληθυσμοῦ 100,000 καὶ πλέον ὑπηκόων Ἑλλή-
53νων. Εὐχῆς ἔργον εἶναι καὶ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἀσχοληθῇ ἐπὶ
54τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ νὰ κανονίσῃ τὴν τύχην τῶν κα-
55τοίκων τούτων. Ἂν ὅμως ὁ χρόνος δὲν ἐπιτρέπῃ ἀπολύτως
56τὴν ἤδη συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, βεβαίως καὶ ἐγὼ δὲν εἶ-
57μαι δεδηλωμένως ἀντίθετος τῆς ἰδέας τοῦ νὰ μελετηθῶσιν ἐπι-
58τοπίως τὰ ζητήματα ταῦτα. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω
59πρωτίστως, ὅτι πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτων νομοσχεδίων,
60καθόσον ἀφορῶσιν εἰς τὴν χειραφέτησιν τῶν γεωργῶν καὶ τὴν
61ἀποκατάστασιν ἀρτίων συνταγματικῶν πολιτῶν.
62Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω τὸν σεβαστὸν
63Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν—καὶ
64τοῦτο χάριν τῆς ὑπολήψεως καὶ ἡμῶν τῶν φίλων του, καίτοι
65εἴμεθα ἀνώτεροι πάσης μομφῆς,—εἶναι τὸ νὰ δηλώσῃ, ὅτι τὰ
66νομοσχέδια ταῦτα δὲν εἰσήχθησαν εἰς τὸ Κοινοβούλιον διὰ νὰ
67μὴ συζητηθῶσιν, ἀλλ’ ὅτι ἡ τύχη τῶν Θεσσαλῶν καί τῆς
68Θεσσαλικῆς παραγωγῆς ἐπέσπασε τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερ-
69νήσεως, καὶ εἰς τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἀποδίδει πολλὴν ση-
70μασίαν, καὶ δὲν πρόκειται νὰ ἐγκαταλειφθῶσιν ὑπὸ τῆς πλειο-
71ψηφίας· τοῦτο δὲ, διότι πολλὰ ἐγράφησαν, θίγοντα τὴν ὑπό-
72ληψιν καὶ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡμῶν τῶν φίλων αὐ-
73τῆς. Εἶναι νομοσχέδια σπουδαιότατα, εἶναι νομοσχέδια, εἰς
74τὰ ὁποῖα ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς στηρίζει ὅλας τὰς περὶ ἀποκα-
75ταστάσεώς του ἐλπίδας, καὶ χωρὶς νὰ θελήσω νὰ εἰσέλθω ἀπὸ
76τοῦδε εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν νομοσχεδίων, θέλω παρακα-
77λέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν
78ταχίστην συζήτησιν αὐτῶν, νὰ προβῇ δὲ καὶ εἰς ἐπίσημον ἐνώ-
79πιον τοῦ Κοινοβουλίου δήλωσιν περὶ τῆς σημασίας, ἣν ἀπο-
80δίδει εἰς ταῦτα.
81Ὡς πρὸς δὲ τὴν παραπομπὴν τῶν νομοσχεδίων εἰς ἐπιτρο-
82πὴν, δὲν ἀντιτείνω, μόνον ἂν καθίσταται ἀδύνατος ἤδη ἡ συ-
83ζήτησίς των. Ὁμολογουμένως, ἂν ὁ χρόνος δὲν ἐπιτρέψῃ εἰς
84τὴν Βουλὴν τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, βεβαίως εὐχῆς
85ἔργον θὰ ἦναι νὰ μὴ διαῤῥεύσῃ ἄπρακτος ὁ ἐν τῷ μεταξὺ
86χρόνος, ἀλλὰ νὰ μελετηθῶσιν ὅλα τὰ σχετικὰ πρὸς τὰ νομο-
87σχέδια ταῦτα ζητήματα ἐπιτοπίως παρ’ ἀντιπροσώπων τοῦ
88Κοινοβουλίου, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὴν τοιαύτην ἐπιτόπιον ἔρευ-
89ναν νὰ ἐκφέρωσι πεφωτισμένην καὶ ἀσφαλῆ γνώμην ἐπ’ αὐτῶν.
90§12Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, νομίζω, ὅτι δὲν ἐπι-
91τρέπεται οὔτε εἰς τὴν φιλότιμον τῆς Κυβερνήσεως εὐθύτητα,
92οὔτε εἰς τῆς Βουλῆς τὴν πατριωτικὴν μέριμναν, οὔτε εἰς αὐτὸ
93τὸ ὑπέρτατον καθῆκον ἡμῶν τῶν ἐκ Θεσσαλίας ἀντιπροσώπων,
94νὰ ὑποτιμήσωμεν τὴν ὑπάτην σημασίαν τοῦ ἑνὸς τοὐλάχιστον
95τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων Θεσσαλικῶν
96νομοσχεδίων, τοῦ ἀφορῶντος τὴν παραχώρησιν μιᾶς λωρίδος
97γῆς εἰς τὰς ἐν τοῖς τσιφλικίοις συνῳκισμένας γεωργικὰς οἰκο-
98γενείας, καὶ νὰ παρίδωμεν τὴν ἐπείγουσαν, τὴν ἐπιτακτικὴν
99ἀνάγκην τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ. Εἶχεν ἀληθῶς ἐπιστῆ ἡ
100ὥρα, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἀντηχήσῃ ἐν τῷ ἐθνικῷ συνε-
101δρίῳ ἡ ἀγωνιώδης κραυγὴ τῆς ἀπέλπιδος διαμαρτυρίας, ἣν
102ἀπὸ τῆς ζοφερᾶς αὐτοῦ τρώγλης μάτην ἀπὸ τοσούτου χρό-
103νου ἐκπέμπει ὁ πολὺς τῆς Θεσσαλίας γεωργικὸς πληθυσμὸς,
104τῶν τσιφλικίων οἱ δουλοπάροικοι καλλιεργηταὶ, οἱ οἰκτροὶ
105ῥαγιάδες, ὅπως καὶ σήμερον ἔτι, μετὰ δεκαπενταετῆ ἐλεύ-
106θερον βίον, ἀποκαλοῦσιν αὐτοὺς καταφρονητικῶς οἱ ὑπερήφα-
107νοι χωροδεσπόται των.
108Καὶ ἐχαιρέτισα ἐνθουσιώδης τὴν ὑποβολὴν τοῦ περὶ οὗ ὁ
109λόγος νομοσχεδίου, διότι δι’ αὐτοῦ τὴν κραυγὴν ταύτην τῆς
110διαμαρτυρίας ἐῤῥήγνυε πρῶτος, ἐν ὀνόματι τοῦ ἠδικημένου λαοῦ,
111αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος τῆς Κυβερνήσεως Πρόεδρος καὶ σεβαστὸς
112ἀρχηγός μου, περιάπτων οὕτως εἰς αὐτὴν ὅλον τὸ κῦρος καὶ
113τὴν αὐθεντίαν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἀξιώματος καὶ τῆς ὑπερό-
114χου αὐτοῦ προσωπικότητος. Καὶ εἰκότως, Κύριοι...
115§13ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
116§14ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ... Κληρονόμος τοῦ μεγατίμου ὀνόμα-
117τος, ὅπερ φέρει, καὶ τῶν ἐθνικῶν παραδόσεων, αἵτινες συν-
118δέονται πρὸς αὐτὸ, ἀπόγονος ἐκείνων, οἵτινες ἐθυσίασαν ἑαυ-
119τοὺς ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας, διότι μόνον ἐν αὐτῇ καὶ δι’ αὐτῆς
120κατενόουν τὴν ἐθνικὴν ὑπόστασιν, βεβαίως δὲν ἠδύνατο ὁ κ.
121Πρωθυπουργὸς νὰ μὴ ἀποβλέψῃ μετὰ συντριβῆς πρὸς τὴν
122οἰκτρὰν κατάστασιν, ἣν ἐκληροδότησαν ἀπαίσιοι χρόνοι δου-
123λικοῦ παρελθόντος, κατάστασιν αἴρουσαν πάντα τὰ ἀγαθὰ
124τῆς Θεσσαλικῆς ἐλευθερίας, ἣν ἐδημιούργησεν ἡ θερμὴ καὶ
125ἀκαταπόνητος αὐτοῦ συνεργασία μετὰ τοῦ ἄλλου μεγάλου
126ἐκείνου πολιτικοῦ ἀνδρὸς, οὗτινος τὴν στέρησιν αἰσθάνεται ἔτι
127ἡ πατρὶς, συνεργασία τῆς ὁποίας μετ’ εὐλαβοῦς ἐνδιαφέροντος
128παρηκολούθησα, ὡς δημοσιογράφος, καὶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως
129ἐξετίμησα τὴν ἐξέλιξιν, συνεργασία, Κύριοι, δρῶσα ὑπὸ τὴν
130γενναίαν ἔμπνευσιν καὶ τὴν ἔμφρονα χειραγωγίαν τῆς βαθυ-
131τέρας πατριωτικῆς ἀφοσιώσεως (ἐπιδοκιμασίαι).
132Δέκα πέντε ὅλα ἔτη συμπληροῦνται, κύριοι Βουλευταί,
133ἀφ’ ὅτου ἡ Ἑλληνικὴ ἐλευθερία, σελαγίζουσα ἐπὶ τοῦ Πίν-
134δου καὶ τοῦ Ὀλύμπου, καταυγάζει τὴν Θεσσαλίαν. Καὶ ὅμως
135τίνες ὑπῆρξαν τῆς ἐλευθερίας ταύτης οἱ καρποί; Τί δι’ αὐτῆς
136συνετελέσθη ἄχρι τοῦδε γενναῖον ἢ χρήσιμον; Οὐδὲν ἀπολύ-
137τως! Τὸ σύστημα, ὅπερ ἐπὶ πᾶσαν σχεδὸν τὴν δεκαπενταε-
138τίαν ταύτην ἐξηκολούθησε διέπον τὴν χώραν, σύστημα ἕνα
139καὶ μόνον ἐνέχον ἐξέχοντα χαρακτῆρα, τὴν ἀστοργίαν πρὸς
140πᾶσαν ἀνάγκην ἐθνικὴν, τὸ σύστημα τοῦτο ἐξετάθη ὀλέ-
141θριον καὶ ἐπὶ τὴν Θεσσαλίαν, ἥτις, μετὰ τόσου πόθου, μετὰ
142τόσων εὐοιώνων προσδοκιῶν ῥιφθεῖσα εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς
143ἐλευθερίας, εἶδε πάσας αὐτῆς τὰς ἐλπίδας φυλλοῤῥοούσας ὑπὸ
144τὴν μαρασμώδη πνοὴν τῆς ἀπονωτέρας κυβερνητικῆς ἀδια-
145φορίας (ἐπιδοκιμασίαι). Ποία ποτὲ, Κύριοι, ἐξεδηλώθη μέ-
146ριμνα ὑπὲρ τῆς γεωργίας της, τοῦ μεγάλου τούτου παράγον-
147τος τῆς οἰκονομικῆς εὐεξίας τῆς χώρας, παράγοντος, ὅστις εἰς
148ἄλλας χεῖρας καὶ ὑπὸ ἄλλην διοίκησιν βεβαίως ἤθελεν ἀποβῆ
149ὁ εὐρωστότερος τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν οἰκονομίας μοχλός; Ποῦ
150τὰ νέα τῆς καλλιεργείας συστήματα, λειτουργοῦντα ἐπὶ τῇ
151βάσει τῶν νεωτέρων ἐπιστημονικῶν μεθόδων; Ποῦ τὰ ὑδραυ-
152λικὰ ἔργα, ἀναχαιτίζοντα τὴν καταστρεπτικὴν τῶν στοιχείων
153ὁρμὴν καὶ ὑποτάσσοντα ταῦτα εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς γεωρ-
154γίας; Ποῦ αἱ Τράπεζαι αἱ γεωργικαὶ, ὀάσεις ἀληθεῖς, ζωο-
155γονοῦσαι τὸν δυστυχῆ ἀγρότην ἐν μέσῳ τῆς ἀποπνιγούσης
156αὐτὸν ἀσφυκτικῆς ἀτμοσφαίρας τῆς τοκογλυφίας; (ἐπιδο-
157κιμασίαι). Ποία ποτὲ ἐλήφθη φροντὶς ὑπὲρ τῆς κτηνοτρο-
158φίας της, ἄλλου οὐχ ἧττον σπουδαίου οἰκονομικοῦ παράγοντος,
159ὅστις εἰς ἄλλας χώρας καὶ ὑπὸ ἄλλην φιλοστοργοτέραν Κυ-
160βέρνησιν εὐρύτατον θὰ διήνοιγε τὸ στάδιον εἰς ποικιλωτάτας
161βιομηχανικὰς ἐπιχειρήσεις, συντελούσας εἰς τοῦ Κράτους τὴν
162ὑλικὴν εὐρωστίαν καὶ πρόοδον;
163Ἀλλὰ τῆς ἐνόχου ταύτης κυβερνητικῆς ἀστοργίας, κύ-
164ριοι Βουλευταί, ἐνοχωτέρα ἐκδήλωσις ὑπῆρξεν ἡ παντελής,
165ἡ σκληρὰ ἐγκατάλειψις τοῦ πυκνοῦ τῶν τσιφλικίων γεωργι-
166κοῦ πληθυσμοῦ, ἐγκατάλειψις—ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὸ εἴπω
167ἀπροκαλύπτως—ἀποτελοῦσα ἀληθὲς κατὰ τῆς ἐλευθέρας
168Ἑλληνικῆς Πολιτείας στίγμα. Μυριάδες λαοῦ, ὃν ἀπεγύ-
169μνωσαν ἡ ἁρπαγὴ καὶ ἡ δήμευσις, ἀποτελέσασαι τοὺς μόνους,
170Κύριοι, βαρυτίμους τίτλους τῆς σήμερον κρατούσης ἐν Θεσ-
171σαλίᾳ τιμαριούχου ἰδιοκτησίας, μυριάδες λαοῦ, καταπιέζον-
172ται καὶ καταπονοῦνται ὑπὸ τὰς δουλικωτάτας συνθήκας
173ἀγροτικοῦ καθεστῶτος, ὅπερ ἔτι μᾶλλον καθιστῶσιν ἀφόρητον
174ἡ αὐθαιρεσία καὶ ἡ ἀπληστία, δύο δυστυχῶς ἐξέχουσαι ἀρε-
175ταὶ τῶν πλείστων ἐν Θεσσαλίᾳ γαιοκτημόνων. Καὶ δύνανται
176οἱ ἐνθουσιώδεις τοῦ καθεστῶτος τούτου συνήγοροι νὰ προσά-
177γωσιν ὅσους θέλουσι τίτλους, ὅσα θέλουσι ταπία ἢ φιρμάνια
178Σουλτανικά, ἐπικαλούμενοι ταῦτα ὡς περγαμηνάς, κυρούσας
179τὴν ἁγνὴν πηγὴν καὶ τὴν ἱερότητα τῆς ἰδιοκτησίας ταύτης.
180Ἀλλ’ ἐὰν, κύριοι Βουλευταί, ἡ ἁρπακτικὴ βία ἑνὸς τυράννου
181καὶ ἡ αὐθαίρετος ἐξουσία ἑνὸς δεσπότου ἀρκοῦσι νὰ νομιμο-
182ποιήσωσιν εἰς τὴν δικαστικὴν συνείδησιν τὰς περγαμηνὰς ταύ-
183τας, κύπτομεν βεβαίως, ἑκόντες ἄκοντες, πρὸ τοῦ κύρους αὐ-
184τῶν, ἀλλὰ δὲν λησμονοῦμεν, ὅτι ἡ σφραγὶς τοῦ Κράτους, ἡ
185τοιοῦτον περιάψασα νόμιμον κῦρος εἰς τὰς περγαμηνὰς ταύ-
186τας, ἀπετυπώθη ἐπ’ αὐτῶν διὰ τοῦ αἵματος τῶν ληστευθέντων
187(αἴσθησις). Διότι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν πρέπει νὰ ἀγνοῇ, κύριοι
188Βουλευταί, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν Θεσσαλίᾳ ἢ ἐν Ἠπείρῳ τσι-
189φλίκιον, μὴ ἔχον φρικώδη τὴν ἱστορίαν τοῦ αἱματηροῦ μαρ-
190τυρίου του (ἐπιδοκιμασίαι).
191Εἶπον ὅτι ἀστοργοτέρα ἐκδήλωσις τῆς πρὸς τὴν Θεσσαλίαν
192κυβερνητικῆς ἀκηδίας ὑπῆρξεν ἡ σκληρὰ ἐγκατάλειψις τοῦ
193γεωργικοῦ τῶν τσιφλικίων πληθυσμοῦ. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι,
194εἰς τοῦ πληθυσμοῦ τούτου τὴν πολύμοχθον, τὴν ἀκαταπόνη-
195τον ἐργασίαν ὀφείλεται παραγωγὴ τριπλασία ἐκείνης, ἣν ἐτη-
196σίως συγκομίζει ἡ ἄλλη ἐν Θεσσαλίᾳ γεωργικὴ τάξις, ἡ προ-
197νομιοῦχος καὶ χειράφετος· ὁ δυστυχὴς οὗτος πληθυσμὸς, πε-
198νόμενος καὶ γυμνητεύων, αὐτὸς εἰσφέρει εἰς τὸν δημόσιον θη-
199σαυρὸν τὰ ¾ σχεδὸν τοῦ βαρύνοντος τὴν θεσσαλικὴν γεωρ-
200γίαν φόρου· εἰς τῆς πατρίδος καὶ τοῦ νόμου τὸ πρόσταγμα,
201τὰ τέκνα του συῤῥέουσι, πληροῦντα τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ,
202καὶ μεταξὺ μυριάδων λαοῦ, μηδὲ ἕνα, Κύριοι, θὰ εὕρητε
203φυγόστρατον, ἀρνούμενον εἰς τὴν πατρίδα τὴν ὑπερτάτην, τὴν
204κατ’ ἐξοχὴν πατριωτικὴν τῆς στρατεύσεως ὑποχρέωσιν. Καὶ
205ὅμως ἡ σκληρὰ καὶ ἄδικος δουλικὴ αὐτοῦ τύχη οὐδένα ἄχρι
206τοῦδε συνεκίνησεν, οὐδενὸς εἵλκυσε τὴν στοργὴν ἢ τὴν μέρι-
207μναν, καὶ μετὰ παρέλευσιν τοσούτων ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως
208ἐτῶν, ὑπὸ τὸ κράτος καὶ τὴν αἰγίδα τοῦ ἐλευθερωτάτου τῶν
209πολιτευμάτων, αὐτὸς ἀπέμεινε δοῦλος, ἄνευ πατρίδος, ἄνευ
210ἑστίας, δουλεύων τὴν ξένην γῆν ξένου κυρίου, ἔχοντος ἔννομον
211δικαίωμα νὰ ἀρνηθῇ αὐτῷ αὔριον καὶ γῆν καὶ τάφον (συγ-
212κίνησις).
213Τοιαύτης, Κύριοι, τερατώδους ἀδικίας τὴν θεραπείαν σκο-
214πεῖ τὸ νομοσχέδιον, οὗτινος ἐπείγουσαν καὶ ἐπιτακτικὴν θεωρῶ
215τὴν ἐπιψήφισιν, ἀδικίας δημιουργούσης κατάστασιν ἀληθῶς
216ἀκατανόητον ἐν ἐλευθέρᾳ Πολιτείᾳ, κατάστασιν ἀναιροῦσαν
217αὐτὴν τὴν ἔννομον τάξιν, καὶ μυρίους ἐγκλείουσαν κατ’ αὐτῆς
218κινδύνους, κατάστασιν, ἧς κινδυνωδεστέραν θέλει καταστήσει
219τὴν ἐπιδείνωσιν ἡ ἀναβολὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
220Διὰ τοῦτο, Κύριοι, θεωρῶ ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τοῦ καθή-
221κοντος καὶ τῆς φιλοτιμίας αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, τῆς εἰση-
222γησαμένης τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια, ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τοῦ
223πατριωτισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὅστις βεβαίως οὔτε ξένος οὔτε
224ἀδιάφορος δύναται νὰ παραμείνῃ πρὸς τοιαύτην οἰκτρὰν
225κατάστασιν, θεωρῶ, λέγω, ἐπιβαλλομένην τὴν συζήτησιν καὶ
226ἐπιψήφισιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐὰν διὰ
227λόγους, δυναμένους νὰ παρακωλύσωσι τὴν ἄλλην ἐπίσης σπου-
228δαίαν καὶ ἐπείγουσαν τοῦ Κοινοβουλίου ἐργασίαν, ἀδύνατον
229ἀποβαίνῃ νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις καὶ ἐπιψήφισις αὐτοῦ,
230ἐὰν ἡ ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολογι-
231σμοῦ, ἣν πάντες ἀναγνωρίζομεν, παρεμβάλλῃ ἀνυπέρβλητον
232πρόσκομμα εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς ἐνθέρμου ταύτης πρὸς ὑμᾶς
233ἐπικλήσεώς μου, δὲν ἀποκρούω ἀπολύτως τὴν πρότασιν τοῦ
234ἀξιοτίμου ἐκ Καρδίτσης βουλευτοῦ κ. Τσαμαγκίδου περὶ συ-
235στάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς νέαν τῶν Θεσσαλικῶν
236νομοσχεδίων ἐπὶ τόπου βάσανον, χρησιμοποιουμένου οὕτως
237ὑπὲρ αὐτῶν τῶν νομοσχεδίων τοῦ χρόνου μέχρι τῆς προσεχοῦς
238συνόδου, καθ’ ἣν πάντως θέλουσι συζητηθῆ.
239Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ παρατείνω τὸν λόγον, φειδόμενος τοῦ
240πολυτίμου ὑμῶν χρόνου, καὶ ἐπιφυλασσόμενος νὰ ἐπαναλάβω
241τοῦτον, ἐὰν ἀποφασισθῇ τοῦ νομοσχεδίου ἡ συζήτησις. Ἀλλὰ
242πρὶν καταλίπω τὸ βῆμα, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀπευ-
243θύνω καὶ ἐγὼ θερμὴν τὴν παράκλησίν μου πρὸς τὸν σεβαστὸν
244τῆς Κυβερνήσεως Πρόεδρον, ὅπως, ἀποδεχόμενος τὴν σύστασιν
245τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καρδίτσης συναδέλφου κ. Βελλίνη, ἀπο-
246κρούσῃ διὰ τῆς αὐθεντίας αὑτοῦ τὰς κακοήθεις καὶ συκοφαν-
247τικὰς διαδόσεις, δι’ ὧν ἐπέδραμον κατὰ τῆς τιμῆς ἡμῶν οἱ
248ἔχοντες συμφέρον νὰ κατασυκοφαντήσωσι τοὺς θερμοὺς τῶν
249Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων ὑπερασπιστάς, μειοῦντες τὸ κῦρος τῶν
250λόγων καὶ τῆς ἐνεργείας αὐτῶν. Διότι δὲν δύνασθε, Κύριοι,
251νὰ φαντασθῆτε ποῖα διαδίδουσι καθ’ ἡμῶν αἴσχη οἱ ἀνήθικοι
252οὗτοι τῆς εἰδεχθεστέρας ἰδιοτελείας ἀπόστολοι, ἅπερ βεβαίως
253θὰ ἐξήγειρον τὴν ἀγανάκτησιν ὑμῶν, ἐὰν δὲν μοὶ ἔφρασσε τὸ
254στόμα ἡ εὐλάβεια, ἣν ἀπὸ τοῦ ἀξιώματός μου ὀφείλω πρὸς
255τὴν σεμνοπρέπειαν τοῦ βήματος τούτου. Πέποιθα δὲ, ὅτι ὁ
256ἀξιότιμος τῆς Κυβερνήσεως Πρόεδρος προθύμως θέλει ἀντα-
257ποκριθῆ εἰς τὴν κοινὴν τοῦ συναδέλφου καὶ ἐμοῦ παράκλη-
258σιν, βεβαιῶν ὅτι, ἂν ἐν τῇ πλάστιγγι τῆς ἀποφάσεως αὐτοῦ
259ἡ ἐπίμονος παράκλησις τῶν ἐκ Θεσσαλίας Βουλευτῶν, τῶν
260ὑποστηριζόντων τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἠδύνατο νὰ βαρύνῃ
261πλειότερον πάσης ἄλλης κυβερνητικῆς ἀνάγκης, ἡ πλάστιγξ
262αὕτη βεβαίως θὰ ἔκλινεν ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως καὶ οὐχὶ ὑπὲρ
263τῆς ἀναβολῆς τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων.
264§15ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, δυστυχῶς δὲν εἶμαι
265ἀκαδημαϊκὸς ῥήτωρ, ὡς ὁ προλαλήσας, κατὰ συνέπειαν δὲν
266θὰ ὁμιλήσω ἀκαδημαϊκῶς· θὰ ὁμιλήσω πρακτικά. Ἐν πρώ-
267τοις ἐκφράζω ἐκ μέρους μου καὶ ἐκ μέρους τῶν συμπολιτῶν
268μου τὴν εὐγνωμοσύνην μου εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερ-
269νήσεως, διότι ἠθέλησε νὰ προνοήσῃ καὶ βελτιώσῃ τὴν κατά-
270στασιν τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ χωρικῶν. Οἱ καλλιεργηταὶ Θεσ-
271σαλοὶ εἶναι βεβαίως δυστυχεῖς. Πρέπει ὅμως μεγίστη προ-
272σοχὴ νὰ δοθῇ εἰς τὰς ἀποφάσεις μας, διότι δυνατὸν νὰ γεί-
273νουν δυστυχέστεροι. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Λαρίσης, τὴν ὁποίαν
274ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, τὰ πράγματα ἔχουσιν ἴσως
275πολὺ διαφορετικὰ, παρὰ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καλαμπάκας, τὴν
276ὁποίαν ἀντιπροσωπεύει ὁ προλαλήσας. Ἐγὼ, Κύριοι, ἔχω
277ἐντολὴν ἀπὸ τοὺς συμπολίτας μου νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσο-
278χὴν τῆς Βουλῆς, καὶ δι’ αὐτὸ, ἀποτελέσας μέρος τῆς ἐπι-
279τροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραχωρήσεως γαιῶν εἰς
280τοὺς ἐν Θεσσαλίᾳ χωρικούς, ἐπεφυλάχθην, καὶ ἐν τέλει παρα-
281καλῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως
282νὰ μὴ προβῇ εἰς καμμίαν ἀπόφασιν, πρὶν ἢ ἀποσταλῇ ἐπι-
283τροπὴ καὶ περιέλθῃ ἅπασαν τὴν Θεσσαλίαν, κατόπιν δὲ
284τῆς μελέτης ταύτης νὰ προβῇ εἰς τὴν σύνταξιν νέου νομοσχε-
285δίου, τὸ ὁποῖον ἐλπίζω, ὅτι θὰ εὐεργετήσῃ πολὺ περισσότε-
286ρον τὸν τόπον. Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον τὸ καθῆκον νὰ εἴπω.
287§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μολονότι
288ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸ βραχὺ τοῦ χρόνου, ὅστις ὑπολείπεται
289μέχρι τῶν ἕνεκα τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα διακοπῶν, καὶ διὰ
290τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει ν’ ἀπέχω ὅσον οἷόν τε μακροῦ λό-
291γου, ἀναγκάζομαι νὰ μὴ ἀφήσω τὴν Βουλὴν ἄνευ πληροφο-
292ρίας τινὸς ἐπὶ τῶν δύο ἰδίως θεμάτων, τὰ ὁποῖα οἱ προαγορεύ-
293σαντες ἔθιξαν. Τὸ πρῶτον τῶν θεμάτων τούτων προέταξεν ἡ
294ἀγόρευσις τοῦ βουλευτοῦ Καρδίτσης κ. Τσαμαγκίδου. Ὁ κ.
295Τσαμαγκίδης παρετήρησεν, ὅτι κρίνει ἀναγκαῖον νὰ συστηθῇ
296ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ κατὰ
297τὴν Θεσσαλίαν, καὶ ἑπομένως φροντίσῃ νὰ ἀνεύρῃ ποῖα πρέ-
298πει νὰ νομοθετηθῶσι πρὸς συναρμολογίαν πάντων τῶν συμφε-
299ρόντων, καὶ προβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν γνώμην πεφωτισμένην
300περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ληφθῶσι. Τὸ θέμα τοῦτο
301ἔψαυσεν ἐπίσης ὁ βουλευτὴς ἐκ Καρδίτσης καὶ φίλος μου κ.
302Βελλίνης, ὁ ἐκ Καλαμπάκας βουλευτὴς καὶ φίλος μου κ.
303Σιβιτανίδης καὶ ὁ ἐκ Λαρίσης βουλευτὴς καὶ φίλος μου κ.
304Ἰσχόμαχος. Ὅταν τὰ νομοσχέδια ταῦτα παρεσκευάζοντο,
305εἴχομεν ὑπ’ ὄψει πολλὰς ἀνάγκας, καὶ προετιθέμεθα δι’ αὐ-
306τῶν πολλοὺς νὰ ἐπιζητήσωμεν σκοπούς. Ὁ πρῶτος τῶν σκο-
307πῶν τούτων ἦτο νὰ πορισθῶμεν κεφάλαιον χρημάτων, τὸ
308ὁποῖον νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς θεραπείαν τῶν βεβαιωθησομένων
309καὶ ἀναγνωρισθησομένων ὡς ἀναποφεύκτων ἀναγκῶν τῆς Θεσ-
310σαλίας. Ὁ δεύτερος τῶν σκοπῶν, τοὺς ὁποίους εἴχομεν, ἦτο
311νὰ δοκιμάσωμεν ἐν Θεσσαλίᾳ δύο ἀντίθετα φορολογικὰ συ-
312στήματα, τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, καὶ τὸ
313σύστημα τῆς φορολογίας διὰ τῆς ἀποδεκατώσεως τῶν δημη-
314τριακῶν καρπῶν. Εἴχομεν προσέτι σκοπὸν νὰ καταστήσωμεν
315ἴσην τὴν φορολογίαν τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ βοσκῶν, διότι ἀποτε-
316λεῖ ἡ ὑπάρχουσα μέχρι τοῦδε ἀνισότητα, ἀντιβαίνουσαν εἰς
317τοὺς φορολογικοὺς κανόνας, διότι αἱ ἐν Θεσσαλίᾳ βοσκαὶ φορο-
318λογοῦνται ἐλαφρότατα, ἐνῷ ἄλλαι παραγωγαὶ διατελοῦσιν
319ὑπὸ βαρέα φορολογικὰ βάρη. Εἴχομεν προσέτι τὴν ἐπιθυμίαν
320καὶ τὸν σκοπὸν νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς γεωρ-
321γίας ἰδίως ἐν Θεσσαλίᾳ. Καὶ ἐπειδὴ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέ-
322πει νὰ προτιμᾶται πάντοτε ἡ λεγομένη μικρὰ καλλιέργεια
323τῆς μεγάλης καλλιεργείας, ὑπέλαβον ὅτι ἤθελεν εἶσθαι τὰ
324μάλα συντελεστικὸν πρὸς βελτίωσιν τῆς γεωργίας καὶ πρὸς
325κοινωνικὴν πρόοδον τοῦ τόπου ἡ ἕναρξις μερίμνης πρὸς εἰσα-
326γωγὴν καὶ ἀποκατάστασιν τῆς μικρᾶς καλλιεργείας ἐν Θεσ-
327σαλίᾳ. Διὰ τοῦτο προέβημεν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ νομοσχε-
328δίου περὶ συστάσεως ταμείου γεωργικοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ. Τοὺς
329σκοποὺς, εἰς τοὺς ὁποίους, ἤθελον διατεθῆ τὰ χρήματα, τὰ
330ὁποῖα ἠθέλομεν πορισθῆ, δὲν προσδιωρίσαμεν, οὔτε διὰ τοῦ
331νομοσχεδίου προετείνομέν τι, ἀφήκαμεν αὐτοὺς νὰ τοὺς προσ-
332διορίσῃ ἡ ἔρευνα καὶ ἡ μελέτη τῶν πραγμάτων, ὅπως ἀνα-
333γνωρισθῶσιν οἱ μᾶλλον ἐπικείμενοι, οἱ μᾶλλον ἀναπόφευκτοι,
334οἱ ἀληθεῖς τῷ ὄντι σκοποί, τοὺς ὁποίους πρέπει ἡ Κυβέρνησις
335νὰ πραγματοποιήσῃ. Εἰσηγάγομεν τὸν νόμον περὶ στρεμμα-
336τικῆς φορολογίας τῶν βοσκῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, διὰ νὰ ἐξισώσω-
337μεν τοὺς φόρους, τοὺς ἐπὶ ἄλλων εἰδῶν παραγωγῆς ἐπιβαλλο-
338μένους, καὶ προεβάλομεν, διὰ νὰ δοκιμάσωμεν ἄν τὸ σύστημα
339τοῦτο δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἄνευ τῶν καταθλίψεων, τὰς
340ὁποίας αἱ παραδόσεις ἀφῆκαν ἀκόμη ἀντηχούσας καὶ αἱ
341ὁποῖαι τρομάζουσιν εἰσέτι τὴν γεωργίαν. Ἐπροτείναμεν δὲ
342τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως 20 στρεμμάτων γῆς, διὰ
343νὰ προκαλέσωμεν καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινωνίαν νὰ μελε-
344τήσῃ καὶ βασανίσῃ αὐτὸ, καὶ νὰ συναρμολογήσῃ τὰς σχέ-
345σεις τῶν ἰδιοκτητῶν πρὸς τοὺς γεωργοὺς, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ
346νὰ παράσχῃ σημεῖα εἰς τοὺς γεωργοὺς ὑπάρξεως αὐτοτε-
347λοῦς καὶ αὐθυπάρκτου, ὅπως ἐν μέλλοντι εἴτε ἀπωτέρω εἴτε
348ἐγγυτέρω δυνηθῶσι νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν ἰδίαν αὐτῶν αὐθυ-
349παρξίαν. Αὐτοὶ οἱ σκοποὶ ὑπηγόρευσαν τὰ νομοσχέδια, τὰ
350ὁποῖα ὑπεβάλομεν. Προχθὲς ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς
351ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας ἡ σύστα-
352σις ἐπροτάθη διὰ τὴν ἔρευναν τῶν δαπανῶν καὶ τῶν ἐργα-
353σιῶν τῶν γενομένων ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, ὡμίλησα περὶ ἐξετα-
354στικῶν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῶν καὶ διῄρεσα ταύτας εἰς
355δύο, καὶ ὅταν ἀνέφερα τὰς ἐξεταστικὰς ἐπιτροπὰς, τὰς συνι-
356σταμένας πρὸς ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων, ἔφερον ὡς παρά-
357δειγμα τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα ἐξετάσῃ καὶ
358ἐξακριβώσῃ τὴν κατάστασιν τὴν γεωργικὴν, τὴν βιομηχανι-
359κὴν, τὴν οἰκονομικὴν τμημάτων τινῶν τῆς χώρας, διότι εἰς
360τοῦτο κυρίως ἀφεώρων, ἀφεώρων εἰς τὴν σύστασιν ἐπὶ τέλους
361ἐξεταστικῆς τοιαύτης τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἥτις νὰ
362μεταβῇ εἰς Θεσσαλίαν καὶ ἐξετάσῃ τὰ κατ’ αὐτήν. Καὶ ὅταν
363τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἰσῆγον εἰς τὴν Βουλὴν, ἐγὼ πρῶτος
364παρεκάλεσα αὐτὴν νὰ συστήσῃ ἐπιτροπὴν καὶ νὰ ἐξετάσῃ
365ταῦτα ἐν πάσῃ εὐρύτητι. Καὶ μολονότι ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς
366τῶν νομοσχεδίων εἰς τὴν Βουλὴν μέχρι τοῦ πέρατος τῶν ἐρ-
367γασιῶν τῶν ἐπιτροπῶν, αἵτινες συνεστήθησαν, πολὺς παρῆλθε
368καιρὸς, καὶ ὁ καιρὸς ἰδίως μᾶς εἶναι πολύτιμον κεφάλαιον
369κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, μ’ ὅλα ταῦτα οὐδὲν προέβαλον παρά-
370πονον, οὐδὲ ὑπέμνησα εἴς τινα νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν περαίωσιν
371τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἐν λόγῳ νομοσχεδίων,
372διότι ἐνόμιζον ὅτι πρέπει ἡ ἐξέτασις καὶ μελέτη ἐπ’ αὐτῶν νὰ
373γείνῃ μετὰ πάσης φροντίδος. Ἡμεῖς δὲν προτιθέμεθα διὰ τῶν
374μέτρων μας, οὔτε ἐπιθυμοῦμεν, οὔτε ἀνεχόμεθα, νὰ ἐπιφέρωμεν
375βλάβην εἰς τὰς κοινωνικὰς σχέσεις καὶ τὴν πρόοδον τοῦ τό-
376που· ἐννοοῦμεν ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ πράξωμεν πᾶν τὸ δυ-
377νατὸν πρὸς βελτίωσιν τῶν κοινωνικῶν σχέσεων, καὶ πρὸς κα-
378νονισμὸν καὶ ὤθησιν τῆς προαγωγῆς καὶ τῆς προκοπῆς τοῦ
379τόπου. Διὰ τοῦτο ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο οὐδόλως ἀντιλέγω
380νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ, ἥτις νὰ μεταβῇ νὰ συμπληρώσῃ τὴν
381μελέτην καὶ τὴν ἔρευναν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προεβάλομεν,
382οὐδαμῶς ἀντιλέγω, διότι πείθομαι ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ἐργα-
383σίας τῆς Βουλῆς, ὅτι, καὶ ἂν δὲν ἔχῃ τὴν γνώμην ταύτην,
384ἤθελεν εἶσθαι ἀδύνατον νὰ ἐπισπευσθῇ τῶν νομοσχεδίων τού-
385των ἡ συζήτησις καὶ ἐπιψήφισις· ἐπειδὴ δὲ πάντως ἤθελε
386κατασταθῆ ἀναγκαία ἡ μελέτη ἐν δημοσίαις συνεδριάσεσι
387τῶν νομοθετημάτων τούτων, αὕτη θέλει λάβει χώραν κατὰ
388τὸ τέλος τοῦ θέρους καὶ τὸ φθινόπωρον, ὁ δὲ καιρὸς ὁ μεσο-
389λαβῶν ἔπρεπε τῷ ὄντι νὰ χρησιμοποιηθῇ πρὸς πληρεστέραν
390καὶ εὐρυτέραν μελέτην τῶν νομοθετημάτων τούτων.
391Καὶ ταῦτα μὲν ἐπὶ τοῦ πρώτου θέματος. Ἀλλὰ τὸ δεύτερον
392ἐνόμιζον ὅτι δὲν ἦτο ἄξιον λόγου τινὸς, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἡλικία
393μου μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα ἐνίοτε νὰ ὁμιλῶ συμβουλεύων, καὶ
394μάλιστα ὅταν πρόκειται περὶ φίλων, τῶν ὁποίων ὁ ἕτερος εἶναι
395νεαρὸς πολιτευτὴς καὶ τυγχάνει υἱὸς φίλος μου, δύναμαι μετὰ
396θάῤῥους νὰ ἀπευθύνω τὴν συμβουλὴν εἰς τοὺς πολιτευομέ-
397νους, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δειλιῶσι πρὸ τῶν συκοφαντιῶν καὶ
398τῶν δυσφημήσεων, τὰς ὁποίας ὁ ταπεινὸς τοπικὸς ἀνταγω-
399νισμὸς ὑπαγορεύει. Ἀλλοίμονον εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας
400ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δειλιῶσιν, ὅταν κατ’ αὐτῶν ἐκτοξεύωνται
401βέλη ψεύδους καὶ συκοφαντίας! Πρέπει νὰ ἔχωσιν οἱ πολιτι-
402κοὶ ἄνδρες τὸ θάῤῥος, τὸ ὁποῖον ἐμπνέουσιν αἱ πεποιθήσεις εἰς
403αὐτούς. Ὅταν ἔχωσι τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐκπληροῦσι τὸ κα-
404θῆκον πρὸς τὴν πατρίδα των, ἅπας ὁ κόσμος ἠμπορεῖ νὰ
405ἐγερθῇ καὶ νὰ φωνάζῃ κατ’ αὐτῶν, αὐτοὶ πρέπει νὰ μείνωσι
406πιστοὶ φρουροὶ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος των. Ἐγὼ
407εἶμαι πρὸς τὰς δυσμὰς τοῦ βίου μου, καὶ κατὰ τὸν βίον μου
408ἐξετοξεύθησαν τοσαῦτα συκοφαντίας βδελυρὰ βέλη, ἀλλ’ οὐ-
409δέποτε μὲ ἀπεθάῤῥυνον, οὔτε ἐνόμισα ἄξιον ἐμοῦ νὰ ἀπαν-
410τήσω εἰς τοὺς θρύλους καὶ τὰς συκοφαντίας, τὰς ὁποίας τὰ
411εὐτελῆ συμφέροντα παρεσκεύαζον. Ἡ τέχνη τοῦ πολιτεύεσθαι
412δὲν εἶναι ἡ τέχνη τοῦ δόλου καὶ τῆς ἀπάτης. Ἂν οἱ οὕτως
413ἐξηγοῦντες τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα προεβάλομεν, καὶ
414ἀποδιδόντες εἰς ἡμᾶς δόλον καὶ ἀπάτην, ἀντιγράφωσι τὰ ἴδια
415αὐτῶν βουλεύματα καὶ τὸν ἴδιον τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι, δὲν
416γνωρίζω, ἀλλὰ μέχρις ὑμῶν βεβαίως δὲν φθάνουσι τοιαῦτα βέλη.
417§17ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι εὔκαιρον νὰ ἐξετάσῃ
418σήμερον ἡ Βουλή, τίς ἐπεδιώχθη σκοπὸς διὰ τῆς ὑποβολῆς
419τῶν νομοσχεδίων τούτων, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ, προβαλ-
420λομένης προτάσεως ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως αὐτῶν, τίς διὰ
421τῆς ὑποβολῆς αὐτῶν κατέστη ἡ θέσις τῆς ἰδιοκτησίας ἐν
422Θεσσαλίᾳ. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι διὰ τῆς ὑπο-
423βολῆς τῶν νομοσχεδίων τῶν Θεσσαλικῶν ἀνετράπη ἐντελῶς
424ἡ τάξις, καὶ αἱ σχέσεις μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτη-
425τῶν ἔφθασαν εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ μετά-
426σχω τῶν ἐργασιῶν τῆς ἑτέρας τῶν ἐπιτροπῶν, εἰς ἃς εἶχεν
427ἀνατεθῆ ἡ ἐπεξεργασία τῶν νομοσχεδίων, καὶ ἤκουσα ἐκ στό-
428ματος ἀξιοτίμων συναδέλφων, αὐτῶν τῶν προτεινάντων τὴν
429πρότασιν περὶ ἀναβολῆς τῶν νομοσχεδίων τούτων, ὅτι ἐπὶ
430τοσοῦτον διεταράχθησαν αἱ σχέσεις μεταξὺ καλλιεργητῶν
431καὶ ἰδιοκτητῶν, ὥστε ὁλόκληρα χωρία ἠρνήθησαν νὰ προ-
432βῶσιν εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν γαιῶν, τὰς ὁποίας ἄλλοτε
433ἐκαλλιέργουν, καὶ τοῦτο ἦτο λίαν φυσικόν· διὰ τῶν ὑπὸ συζή-
434τησιν νομοσχεδίων, καὶ ἰδίως δι’ ἐκείνου, διὰ τοῦ ὁποίου
435ἐπηγγέλθημεν τὴν παραχώρησιν τῶν ἀγροτικῶν οἰκιῶν καὶ
436τῶν 20 ἢ 25 στρεμμάτων εἰς πλήρη ἰδιοκτησίαν πρὸς τοὺς
437καλλιεργητάς, ἀνεπτερώθησαν αἱ ἐλπίδες των καὶ δὲν ἦτο
438δυνατὸν ἢ νὰ θελήσωσι νὰ ἐξισωθῶσι καὶ ἀντιμετρηθῶσιν οἱ
439καλλιεργηταὶ πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ
440νὰ διαταραχθῶσιν αἱ σχέσεις μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ ἰδιο-
441κτητῶν. Οἱ καλλιεργηταὶ εἶχον πλέον μίαν ἐπαγγελίαν, ἐξενε-
442χθεῖσαν μετὰ τῆς μεγαλειτέρας ἐπισημότητος ἐκ μέρους τῆς
443Κυβερνήσεως, ὑποστηριζομένης παρὰ τοιαύτης πλειονοψηφίας,
444καὶ ἔχοντες πεποίθησιν ἐπὶ τὴν ἐπαγγελίαν ἐκείνην, δὲν ἦτο
445δυνατὸν ἢ νὰ προέλθωσιν εἰς τελείαν ῥῆξιν πρὸς τοὺς ἰδιο-
446κτήτας, ἀντιμετρούμενοι, ὡς εἶπον, πρὸς αὐτούς. Ἀφ’ ἑτέρου,
447ἀκριβῶς διότι τοιαῦται ἐδόθησαν ἐπαγγελίαι διὰ τῶν Θεσ-
448σαλικῶν νομοσχεδίων, ἡ Θεσσαλικὴ ἰδιοκτησία προσεβλήθη
449εἰς τὰ καίρια, ἐσφραγίσθη δὲ αὕτη ὡς ὑποκειμένη εἰς διανο-
450μήν· οὐδεὶς πλέον εἶναι κύριος αὐτῆς, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ
451ἐπαγγέλληται ὅτι εἶναι κύριος αὐτῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τῆς
452ἐν Θεσσαλίᾳ ἰδιοκτησίας, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη διὰ τῶν
453νομοσχεδίων τούτων. Ἀφήνω ἤδη κατὰ μέρος τὰ φορολογικὰ
454νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων ἤκουσα ὅτι παραδόξως ὁ κ.
455Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ προβῇ εἰς προδοκιμα-
456στικὰς ἐργασίας, διὰ νὰ ἴδῃ κατὰ πόσον δύναται νὰ ἐπανα-
457φέρῃ τὴν δεκάτην ἢ τὴν δεκάτην ἕκτην, σύστημα τὸ ὁποῖον
458θεωρεῖται ὡς τὸ μᾶλλον ἀπηρχαιωμένον μεταξὺ τῶν τῆς ἐγ-
459γείου φορολογίας, καὶ κατὰ πόσον ἠδύνατο νὰ φέρῃ τὴν ἰσό-
460τητα ἐν τῇ φορολογίᾳ διὰ τῆς τετραπλασιάσεως ἢ τῆς πεν-
461ταπλασιάσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν βοσκῶν. Παράδοξος ἀλη-
462θῶς σκέψις, διότι καθιστῶμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου,
463τοῦ περὶ φορολογίας τῶν βοσκῶν, καθιστῶμεν τελείαν τὴν
464ἀνισότητα μεταξὺ τῆς φορολογίας τῶν βοσκῶν ἐν Θεσσαλίᾳ
465καὶ τῶν ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι. Ἀφήνω ὅμως κατὰ μέρος
466ταῦτα, καὶ ἀποβλέπω εἰς τὰς συνεπείας τοῦ νομοσχεδίου
467ἐκείνου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπαγγελλόμεθα τὴν ἀναγκαστικὴν
468ἀπαλλοτρίωσιν ὑπὲρ τῶν καλλιεργητῶν ὡρισμένης ἐκτάσεως
469γῆς. Ἀποτελέσματα ὑπῆρξαν ταῦτα: ἀναστάτωσις τελεία
470τῶν σχέσεων μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν, ὀπισθο-
471δρόμησις ἐντεῦθεν τῆς καλλιεργείας καὶ τῆς γεωργίας, ὑπὲρ ἧς
472τοσοῦτον ἐκοπτόμεθα καὶ τοσαῦτα ἐλέχθησαν, ἀλλὰ καὶ
473μείωσις τῆς ἀξίας τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ ἰδιοκτησίας, διότι οὐδεὶς
474δύναται νὰ γνωρίζῃ, τί τέξεται ἡ ἐπιοῦσα, καὶ τίνες ἐκ τοῦ
475σπόρου, τοῦ ἅπαξ ῥιφθέντος ἐπὶ τῆς Θεσσαλικῆς γῆς διὰ τοῦ
476νομοσχεδίου ἐκείνου, τοῦ περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως
477μέρους τῶν ἰδιοκτήτων γαιῶν, τίνες, λέγω, ἐκ τοῦ σπόρου
478ἐκείνου τρίβολοι δύνανται νὰ φυῶσιν ἐν τῇ Θεσσαλικῇ ἰδιο-
479κτησίᾳ. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα, καὶ ὅταν αὐτὰ τὰ
480ἀποτελέσματα ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς τῆς Βουλῆς κατεδείχθη-
481σαν ἓν πρὸς ἓν, κατεδικάσθη δὲ ὁλόκληρον τὸ σύστημα τῆς
482Κυβερνήσεως, καὶ παραδόξως καὶ παρὰ τῆς πλειονοψηφίας
483τῶν ἐπιτροπῶν, ἐρχόμεθα καὶ λέγομεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην
484μελέτης! Τίνες ἔχετε ἀνάγκην μελέτης; οἱ ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς
485συζητήσαντες καὶ καταλήξαντες εἰς τὰ πορίσματα, τὰ ὁποῖα
486ὑπεβλήθησαν ἤδη ὑπὸ τὴν σκέψιν τῆς Βουλῆς, ἢ οἱ λοιποὶ
487συνάδελφοι, οἱ χορηγήσαντες ὑμῖν τὴν ἐντολὴν τῆς ἐπεξερ-
488γασίας αὐτῶν;
489Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι, ἀφοῦ διετυπώσαμεν γνώμην ἐν ταῖς
490ἐκθέσεσι ταῖς ὑποβληθείσας εἰς τὴν Βουλήν, εἴμεθα εἰς θέσιν
491νὰ ἀποφανθῶμεν περὶ τῶν νομοσχεδίων. Οἱ δὲ λοιποὶ ἐκ τῶν
492κυρίων Βουλευτῶν, ἕνεκα τίνων, παρακαλῶ, ἀμφιβολιῶν πρό-
493κειται ν’ ἀποφασίσωσι περὶ τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως
494τῶν νομοσχεδίων; Αἱ ἐπαγγελίαι, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου
495ἐξῆρεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τόσον λαμπραὶ
496καὶ ἀποβλέπουσι τόσον ἀμέσως εἰς τὴν πρόοδον τοῦ Θεσσα-
497λικοῦ λαοῦ, ὥστε θὰ ἦτο ἀληθὲς ἔγκλημα, ἐὰν ἠθέλομεν
498ἀναβάλει τὴν περὶ αὐτῶν ἀπόφασιν, δὲν γνωρίζω διὰ τίνα
499ἐποχήν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τοσαύτην σπου-
500δαιοτάτην σημασίαν ἀπέδωκεν, ὥστε ἔλεγεν, ὅτι ἀληθῆ ζη-
501μίαν ἀποτελεῖ ἡ παράτασις τῶν ἐργασιῶν τῶν ἐπιτροπῶν,
502εἰς τὰς ὁποίας ἀνετέθη ἡ προεπεξεργασία. Ἀλλ’ ἐνῷ ἠνεί-
503χετο ταύτην μεθ’ ὑπομονῆς, ἀπέβλεπε καὶ εἰς τὸν σκοπὸν, ὁ
504ὁποῖος ἐπεδιώκετο δι’ αὐτῆς, νὰ εὐκολυνθῇ καὶ ἐπισπευσθῇ τὸ
505ἔργον, σήμερον δὲ ὀῤῥωδεῖ, σήμερον νομίζει, ὅτι δὲν εἶναι
506ζήτημα, ἀφοῦ τοσαύτας ἐστήριξεν ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς ἐλπί-
507δας ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέ-
508πει νὰ ἐπιληφθῶμεν κἄν, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ φέρωμεν γνώ-
509μην, ζητεῖ δὲ νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὸ φθινόπωρον. Ἐγὼ φρονῶ,
510ὅτι ἔγκλημα διαπράττομεν κατὰ τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ,
511παρατείνοντες τὴν ἐκκρεμότητα ἐπ’ ἄπειρον. Ἔχομεν καθῆ-
512κον ὁπωσδήποτε νὰ φέρωμεν μίαν γνώμην καὶ νὰ ἐξετάσωμεν,
513ἂν τὰ νομοσχέδια ἦναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσιν, ὅπως
514καταστήσωμεν εὐχερεστέρας τὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν καλλιερ-
515γητῶν καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
516σεως ἠθέλησεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς νὰ ἀπεκδυθῇ τὴν
517εὐθύνην τῆς συντάξεως, καὶ ἀπέδωκεν εἰς συνάδελφον τῆς
518Θεσσαλίας τὴν πρωτοβουλίαν τῆς προτάσεως. Ἂν δὲ ὁ σκο-
519πὸς, ὁ ὁποῖος διαφαίνεται ἐν τοῖς νομοσχεδίοις, ἦναι ἀλλοῖος
520ἐκείνου, ὁ ὁποῖος προεβάλλετο διὰ τῶν ἐπαγγελιῶν τῆς Κυ-
521βερνήσεως, ἡ Κυβέρνησις ἐφρόντισε νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς εὐθύ-
522νης· ἀλλ’ οἱ συνάδελφοι, ἀκριβῶς ἵνα ἀποφύγωσι τὴν μομ-
523φὴν, ὅτι οὐδὲν ἔπραξαν, ὅπως στηρίξωσι τὴν γεωργίαν ἐν
524Θεσσαλίᾳ, ἔχουσι καθῆκον νὰ προβῶσιν ἀμέσως καὶ ζητήσω-
525σιν, ὅπως ἡ Βουλὴ εἰσέλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχε-
526δίων. Πρέπει νὰ μάθῃ ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς, ἂν κατεδικάσθη
527νὰ μένῃ αἰωνίως εἰς ἣν εὑρίσκεται κατάστασιν.
528§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνόμισεν ὁ κ.
529Βουλευτὴς, ὅτι τῷ παρεσχέθη πεδίον, ἵνα ἀνταγωνισθῇ πολιτι-
530κῶς. Παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ἀναστείλῃ τὴν ὁρμήν του, ὅταν δὲ προ-
531ταθῇ ἡ συζήτησις τῆς περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς
532προτάσεως, θέλει ἔχει εὐκαιρίαν, ὅπως ἐκφέρῃ τὰς γνώμας του.
533§19ΤΟΠΑΛΗΣ. Δὲν θὰ ὁρισθῇ ἡμέρα;
534§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι τοῦτο δύνα-
535ται νὰ γένηται πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ...
536§21ΤΟΠΑΛΗΣ. Πολὺ πιθανὸν μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ
537Προϋπολογισμοῦ νὰ περατωθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς.
538§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἀμφίβολον.
539§23ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρέ-
540πει νὰ μᾶς ἀρκέσῃ.
541§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω καθῆκον νὰ παρακαλέσω
542τὴν Βουλὴν νὰ παράσχῃ τὰ μέσα, δι’ ὧν νὰ δυνάμεθα νὰ κυ-
543βερνήσωμεν. Πρώτιστον δὲ τῶν μέσων τούτων εἶναι ὁ Προϋ-
544πολογισμὸς, μέχρις οὗ δὲ οὗτος συζητηθῇ καὶ ἐπιψηφισθῇ, ἡ
545χορηγία δύο δωδεκατημορίων αὐτοῦ. Ἐγὼ δὲν εἶπον εἰς τὴν
546Βουλὴν, ὅτι πρόκειται νὰ κηρυχθῇ ἡ λῆξις εὐθὺς ὡς συμπλη-
547ρωθῇ ἡ τριμηνία, ἀλλ’ εἶπον ὅτι θέλομεν ἔχει διακοπὰς, ἕνεκα
548τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα, διότι οὐδέποτε εἰργάσθη ἡ Βουλὴ
549κατὰ τὸ Πάσχα. Ἀλλὰ καὶ ἂν κατορθώσωμεν μέχρι τοῦ
550Πάσχα νὰ συζητήσωμεν καὶ ἐπιψηφίσωμεν τὸν Προϋπολογι-
551σμὸν, θέλουσιν ὅμως ἀπέλθει οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ἄγνωστον
552δὲ, ἂν θέλωσιν ἐπανέλθει κατόπιν.
553§25Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τότε....
554§26Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζετε ὅτι δυνάμεθα ἄνευ
555Προϋπολογισμοῦ νὰ κυβερνήσωμεν; Τὴν εὐθύνην ταύτην δὲν
556ἀναλαμβάνει ἡ Κυβέρνησις, οὐδὲ στέργει νὰ κυβερνᾷ δι’ ἀλ-
557ληλοδιαδόχου χορηγίας πιστώσεων. Ἂν δ’ ἡ Βουλὴ δὲν κρίνῃ
558ἀναγκαῖον νὰ συζητήσῃ καὶ ἐπιψηφίσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν,
559ἂν ἐγκρίνῃ μάλιστα νὰ μὴ ἐπιψηφίσῃ οὐδὲ τὰ δύο δωδεκατη-
560μόρια διὰ τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, πρέπει νὰ μᾶς εἰδο-
561ποιήσῃ, ἵνα φροντίσωμεν περὶ τῆς ἡμετέρας εὐθύνης.
562§27ΡΑΛΛΗΣ. Θαυμάζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
563μετὰ τὴν προχθεσινὴν ψηφοφορίαν ἤρχισε νὰ διστάζῃ· διότι
564ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξηγήσω τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους
565πρὸ ὀλίγου εἶπε. Δυσπιστεῖ περὶ τοῦ ὅτι καὶ ἡ πλειοψηφία
566καὶ ἡ μειοψηφία θὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχουσι
567πρὸς τὸν τόπον. Λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι
568μέχρι τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα νὰ συζητήσωμεν τὸν Προϋπο-
569λογισμὸν καὶ τὰς πιστώσεις καὶ τὴν πρότασιν περὶ συστάσεως
570ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Ἐγὼ περὶ ἑνὸς δύναμαι νὰ διαβε-
571βαιώσω τὸν κ. Πρόεδρον, καὶ ὑποθέτω ὅτι δὲν ὑπάρχει τις,
572ὅστις θὰ θελήσῃ τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην νὰ διαψεύσῃ, ὅτι
573ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει
574πρὸς τὸν τόπον, καὶ ὅτι, ὁποτεδήποτε ἤθελε κληθῆ, οὐδέποτε
575ἤθελεν ἀπολείψει ἐκ τῆς θέσεως, εἰς ἣν ἐτάχθη. Καὶ τοιαύ-
576την μετερχόμενοι γλῶσσαν, πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Κυβέρνησις,
577ὅτι ὡς καθῆκον ἀναγνωρίζομεν νὰ παραμείνωμεν ἐνταῦθα καὶ
578προασπίσωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, οὐδὲ ἤλθομεν, ἵνα
579παραμείνωμεν 30 ἢ 40 μόνον ἡμέρας καὶ ἀναχωρήσωσιν ἔπειτα
580οἱ Βουλευταὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ τὴν
581πεποίθησιν ἐπὶ τὰ ἴδια σχέδια, ἂν φρονῇ, ὅτι ἐξυπηρετεῖ τὰ
582συμφέροντα τοῦ τόπου, ὀφείλει νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς φίλους
583της, ὅπως μετὰ τὰς ἑορτὰς τοῦ Πάσχα ἐπανέλθωσιν ἐνταῦθα
584καὶ ἐξακολουθήσωσι τὰς συζητήσεις. Οὕτως ἐγὼ ὑπολαμβάνω
585τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν. Γνωρίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος
586τῆς Κυβερνήσεως ἔχει ἰδίας ἰδέας καὶ σκέψεις κοινοβουλευτι-
587κὰς, καὶ φρονεῖ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ἀνάγκην τῆς Ἀντιπο-
588λιτεύσεως, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ἐπὶ τοιούτων σκέψεων στηριζόμε-
589νος δὲν πολιτεύεται κοινοβουλευτικῶς, οὐδ’ ἐξυπηρετεῖ τὰ συμ-
590φέροντα τοῦ Δημοσίου, ὡς ὀφείλει, ἕνεκα τῆς περιωπῆς, εἰς
591ἣν ἐτάχθη. Δειλιᾷ δὲ πρὸ τῆς ἀνάγκης νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς
592φίλους του θυσίας, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει ἡ ἐντολὴ τῶν συμπο-
593λιτῶν μας, καὶ θέτων κατὰ μέρος τὸ δημόσιον συμφέρον, ἀπο-
594βλέπει εἰς τὴν θεραπείαν τῶν συμφερόντων τῶν φίλων αὐτοῦ.
595§28Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, εὑρίσκομαι εἰς τὴν
596ἀνάγκην νὰ εἴπω καὶ καὶ ἐγὼ δύο λέξεις, οὐ μόνον καθ’ ὃ ἔχω
597καθῆκον, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ καὶ ἰδιαιτέρως
598ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Θεσσαλίας, καὶ προσέτι διότι ἔσχον τὴν
599τιμὴν νὰ διευθύνω, ὡς πρόεδρος, τὰς συνεδριάσεις τῆς μιᾶς
600τῶν ἐπιτροπῶν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀποσταλῆ ἓν τῶν νομο-
601σχεδίων περὶ διανομῆς τῶν γαιῶν εἰς τοὺς ἀκτήμονας καλ-
602λιεργητὰς, καὶ ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ νὰ μὴ σιγήσω. Πρὸ πάν-
603των, Κύριοι, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε πάντες ἐξ ἀμφοτέρων τῶν
604πτερύγων νὰ ὑπομνήσω, ὅτι τὸ συζητούμενον εἶναι ζήτημα,
605τὸ ὁποῖον ὑπὲρ πᾶν ἄλλο πρέπει νὰ ἐξαιρεθῇ τοῦ κομματικοῦ
606ἀνταγωνισμοῦ· εἶναι ζήτημα κοινωνικὸν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ
607ἐξετάσωμεν ἀπὸ ὑψηλῆς ἀπόψεως. Ἔχομεν στάδιον εὐρύτατον
608εἰς τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμόν. Τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει νὰ
609ἐξαιρεθῇ τῆς κομματικῆς πάλης, καὶ πρὸ πάντων σπεύδω νὰ
610δηλώσω τὴν ἐμὴν γνώμην, ἢ μᾶλλον νὰ ἐπαναλάβω ταύτην,
611διότι καὶ εἰς ἑτέραν συνεδρίασιν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, ὅτι
612ἔπαινος ὀφείλεται εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως
613καὶ τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως ὁλοκλήρου, διότι ἔσχον τὴν
614πρόνοιαν νὰ ῥίψωσι τὰ βλέμματά των πρὸς τὴν παρημελη-
615μένην καὶ παρηγκωνισμένην Θεσσαλίαν, καὶ μόνον ἕνεκα τοῦ
616λόγου τούτου ἐθεώρησα καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν καθῆκον
617νὰ συνηγορήσω κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῆς προνοίας διὰ τὴν Θεσ-
618σαλίαν καὶ προσέτι νὰ δηλώσω, ὅτι ἀσχέτως πρὸς τὰς λε-
619πτομερείας αἱ δύο καὶ σπουδαιότεραι ἀρχαὶ τῶν ὑποβληθέν-
620των νομοσχεδίων δὲν ἠδύναντο νὰ μὴ τύχωσι τῆς ἀμερίστου
621ἐκτιμήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ σύμπαντος, διότι δὲν θέλω
622νὰ ἀσχοληθῶ οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον εἰς τὰς λεπτομερείας· μόνον
623εἰς τὰς δύο ἀρχὰς τοῦ νομοσχεδίου ἐμμένω: κατὰ τίνα τρόπον
624δύναται νὰ συνδεθῇ ὁ καλλιεργητὴς μὲ τὴν γῆν τὴν Θεσ-
625σαλικὴν, καὶ κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ συστηθῇ εἰδικὸν
626ταμεῖον πρὸς καλλιέργειαν τῆς Θεσσαλίας. Ταύτας θεωρῶ
627τὰς κυρίας ἀρχὰς, καὶ περὶ αὐτῶν συνηγόρησα εἰς ἄλλην
628συνεδρίασιν, ὑπὲρ αὐτῶν ὑψῶ τὴν φωνήν μου καὶ σήμερον.
629Ἐν ᾧ δὲ ταῦτα λέγω, δὲν ὑποτιμῶ τὴν σπουδαιότητα τοῦ
630ἐπιχειρηθέντος ἔργου, διότι εἶναι λίαν σπουδαῖον, θίγει εἰς τὰ
631καίρια, πρόκειται νὰ ἐκριζώσῃ ῥίζας προαιωνίους, ἵνα φέρῃ
632τὴν ἁρμονίαν μεταξὺ τῶν δύο στοιχείων τῆς Θεσσαλίας, με-
633ταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς τὸ
634δημοσιευθὲν, ὅτι τὰ νομοσχέδια δημιουργοῦσιν ἤδη τὸ πρῶτον
635δυσαρμονίαν μεταξὺ τῶν δύο τούτων στοιχείων· τὸ ζήτημα
636ἐκινήθη πρὸ αἰώνων, χρονολογεῖται ἀπὸ ἀρχαιοτάτης ἐποχῆς,
637καὶ ἀνεκινήθη ζωηρότερον ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἀλῆ–Πασσᾶ.
638Ὁ ἀγὼν τοῦ 1821 συνεδαύλισε τὸ κακόν· τὸ ζήτημα ὑπέ-
639στη πολλὰς διακυμάνσεις τόσον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς Τουρ-
640κοκρατίας, ὅσον καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Θεσσαλίας. Οἱ χω-
641ρικοὶ διεμαρτυρήθησαν πάντοτε, ἀλλ’ ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ των δὲν
642ἠθέλησαν ἢ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ διαμαρτυρηθῶσιν ἄχρι σήμε-
643ρον δι’ ἔργων, μὴ δυνάμενοι νὰ ἀνταγωνισθῶσιν οὔτε εἰς τὸ
644χρῆμα τῶν ἰδιοκτητῶν, οὔτε εἰς τὰ μέσα ἐκείνων, ἐνδομύχως
645ὅμως ἔχουσι πάντοτε κεχαραγμένον τὸ αἴσθημα τῆς ἀγανα-
646κτήσεως.
647Δὲν ἐγνώριζον ὅτι σήμερον ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ συζήτησις
648ἐπὶ τοῦ θέματος, ἢ προκαταρκτικὴ συζήτησις, ἀλλὰ καὶ ἐὰν
649τὸ ἐγνώριζον, δὲν ἤθελον ὁμιλήσει διὰ μακρῶν ἐπὶ τῆς οὐσίας
650τοῦ ζητήματος. Αἰσθάνομαι ἐν τούτοις τὴν ἀνάγκην νὰ δη-
651λώσω, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν, ὅτι τὰ νομοσχέδια φέ-
652ρουσι τὴν δυσαρμονίαν μεταξὺ τῶν δύο στοιχείων τοῦ Θεσ-
653σαλικοῦ λαοῦ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐνισχύουσι τὴν ἐπιθυμίαν τῶν
654καλλιεργητῶν, ὅπως ἴδωσι πραγματοποιουμένους τοὺς πόθους
655των, καὶ ἐνταῦθα βεβαίως ἔχει δίκαιον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ
656Ἀττικῆς, ὅτι ὑφίσταται ἡ περίπτωσις τοῦ κατεπείγοντος ὑπὸ
657τοιαύτην ἔννοιαν, διότι καὶ οἱ ἰδιοκτῆται ἀφ’ ἑνὸς καὶ οἱ καλ-
658λιεργηταὶ εἰσῆλθον εἰς ἄλλην περίοδον, αἱ δὲ σχέσεις αὐτῶν
659ἤρξαντο πλειότερον κλονιζόμεναι. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
660νήσεως ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὴν
661ἑαυτῆς γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ ἐπιθυμεῖ τὰ νομο-
662σχέδια νὰ βασανισθῶσιν, εἶναι δὲ διατεθειμένη νὰ δεχθῇ πᾶ-
663σαν βελτίωσιν. Καὶ βεβαίως οὕτως ἔπρεπε νὰ θέση τὸ ζή-
664τημα, προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων, ἀναγομένων εἰς
665τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν. Τέσσαρα ὑπεβλήθησαν νομοσχέδια·
666ἓν τούτων εἶναι τὸ περὶ παραχωρήσεως γαιῶν εἰς τὰς ἐν
667Θεσσαλίᾳ γεωργικὰς οἰκογενείας, ἕτερον τὸ περὶ συστάσεως
668εἰδικοῦ Γεωργικοῦ Ταμείου, ἕτερον τὸ περὶ ἐγγείου φόρου ἐπὶ
669τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ παραγομένων δημητριακῶν καρπῶν, ἕτερον
670τὸ περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου τῶν βοσκῶν διὰ στρεμ-
671ματικοῦ φόρου κτλ., τελευταῖον δὲ ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις
672νὰ ὑποβάλῃ καὶ πέμπτον νομοσχέδιον, περὶ καθορισμοῦ τῶν
673μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν ὑφισταμένων σχέσεων.
674Τὸ μὲν ἓν ἐστάλη εἰς μίαν εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, τὰ δὲ ἕτερα
6753 εἰς ἄλλην ἐπιτροπήν. Ἐβασανίσθησαν πάντα ἐν ταῖς ἐπι-
676τροπαῖς, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ βάσανος, ἡ γε-
677νομένη ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, ἀπέδειξεν, ὅτι τὰ νομοσχέδια
678ἔχουσιν ἀνάγκην μεγαλειτέρας ἔτι βασάνου, καὶ τοῦτο τὸ
679λέγω ἀκριβῶς, ἵνα ἐξηγήσω, ὅτι μόνον ἐξ ἐπιθυμίας τοῦ νὰ
680συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τῶν νομοσχεδίων ἐθεώρησα ἐν
681ἄλλῃ συνεδριάσει αὐτὰ μᾶλλον ὥριμα πρὸς ἄμεσον συζήτη-
682σιν καὶ παραδοχὴν μετὰ προεξέλεγξιν ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς.
683Ὑπεβλήθησαν δὲ αἱ ἐκθέσεις τῶν πλειοψηφιῶν καὶ μειοψη-
684φιῶν τῶν ἐπιτροπῶν. Ἔμαθον δὲ σήμερον, ὅτι ὑπεβλήθη πρό-
685τασις περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς μελέτην
686τοῦ Θεσσαλικοῦ ζητήματος ἐν σχέσει πρὸς τὰ ὑποβληθέντα
687νομοσχέδια. Ἐπαίνων ἄξιοι εἶναι οἱ Βουλευταὶ οἱ προαγο-
688ρεύσαντες τόσον ὁ ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν κ. Τσαμαγκίδης
689ἐκ Καρδίτσης, διότι δι’ αὐτῆς δεικνύεται τὸ ἐνδιαφέρον ὑπὲρ
690τῆς Θεσσαλίας, ὅσον καὶ οἱ μετ’ αὐτὸν ἀξιότιμοι Βουλευ-
691ταὶ Καρδίτσης καὶ Καλαμπάκας. Ἀλλὰ καὶ οἱ μὴ ὁμιλή-
692σαντες δὲν ἔχουσιν ὀλιγώτερον ἐνδιαφέρον, οὐδὲ μετὰ ὀλιγω-
693τέρου πόνου παρακολουθοῦσι τὸ ζήτημα. Καὶ δὲν γνωρί-
694ζω ἐξαίρεσίν τινα μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Θεσσαλίας,
695οἱ ὁποῖοι πάντες παρακολουθοῦσι τὸ ζήτημα μετὰ τοῦ ἐν-
696διαφέροντος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ διακρίνῃ ἀντιπρο-
697σώπους ἐνδιαφερομένους διὰ τὸν τόπον καὶ ἐν γένει περὶ τοῦ
698γενικοῦ καλοῦ. Ἀκριβῶς, Κύριοι, εἶναι λαμπρὰ ἡ εὐκαιρία
699νὰ ἀπαντήσωσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Θεσσαλίας διὰ τῶν
700ἔργων, ὅτι εὑρίσκονται ἐν πάσῃ συμφωνίᾳ, ὅταν πρόκειται νὰ
701συνηγορήσωσιν ὑπὲρ τοῦ γενικοῦ καλοῦ. Δὲν ὑπάρχει διά-
702κρισις μεταξὺ Θεσσαλίας, Πελοποννήσου καὶ Στερεᾶς· ἀλλὰ
703αἱ τοπικαὶ ἀνάγκαι γεννῶσιν ἰδιαιτέρους δεσμοὺς, καὶ πρώ-
704τιστον οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν διαμερισμάτων ἔχουσι καθῆκον
705νὰ γίνωνται οἱ διερμηνεῖς τῶν τοιούτων προτάσεων. Καὶ ἡ
706σύμπνοια αὕτη εἶναι παρήγορος καὶ εὔελπις, δὲν ἀμφιβάλλω
707δὲ, ὅτι μέχρι τέλους θὰ θριαμβεύσῃ, διότι ὑπάρχει ὁ ἠθικὸς
708δεσμὸς, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀνώτερος παντὸς ἄλλου ὑπολο-
709γισμοῦ.
710Ἐρωτᾶται μετὰ ταῦτα, τί ποιητέον; Πρέπει τὰ πράγ-
711ματα νὰ σταματήσωσιν ἐκεῖ, ὅπου εὑρίσκονται; Νὰ ἀρκεσθῶ-
712μεν εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν νομοσχεδίων καὶ τῶν ἐκθέσεων, νὰ
713ἀφήσωμεν δὲ τὰ πράγματα νὰ τρέχωσιν, ὡς τρέχουσι, καὶ μετὰ
714τὰς διακυμάνσεις, αἵτινες ἐπῆλθον λόγῳ τῆς ὑποβολῆς τῶν
715νομοσχεδίων; Καὶ δὲν δυνάμεθα, πρὶν ἢ λήξωσιν αἱ βουλευτι-
716καὶ ἐργασίαι, νὰ συνδέσωμεν τὴν δέουσαν βάσανον μὲ τὴν ἔκ-
717φρασιν τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων; Ἐὰν,
718Κύριοι, παραδεχθῶμεν ὅτι εἶναι ἔκτακτον, ὕψιστον ἐθνικὸν συμ-
719φέρον,—διότι δὲν εἶναι Θεσσαλικὸν, ὡς πάντες ἐννοοῦμεν, εἶναι
720ἐθνικὸν συμφέρον—ἡ βελτίωσις τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς καὶ ἡ
721διὰ τῶν πραγμάτων πιστοποίησις, ὅτι εἴμεθα ἄξιοι νὰ βελ-
722τιώσωμεν τὴν ἀπελευθερωμένην χώραν, ἐὰν ἔκτακτον ἐθνικὸν
723συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἐνέχει καὶ τὸ κατεπεῖγον, ὡς ὁ ἀξιότι-
724μος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν, ὑπαγορεύῃ τὴν ἐπὶ τῶν
725νομοσχεδίων ἐμβριθῆ συζήτησιν, διατὶ νὰ μὴ προβῶμεν εἰς
726αὐτήν; Ἐὰν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἦναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς
727τὴν σύστασιν μιᾶς ἐπιτροπῆς, καὶ πάλιν ἐγὼ δὲν ἤθελον συμ-
728φωνήσει νὰ γείνῃ τοῦτο, πρὶν ἢ προηγηθῇ ἐνώπιον τῆς Βου-
729λῆς μία συζήτησις κατ’ ἀρχὴν ἐπὶ τῶν πέντε νομοσχε-
730δίων, διότι ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης θὰ φωτισθῇ ἡ Βουλὴ
731περὶ τῆς πραγματικῆς ἀνάγκης τῆς ἐπιτροπῆς καὶ περὶ τῶν
732ὅρων ἀκόμη, ἐντὸς τῶν ὁποίων πρέπει ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐργα-
733σθῇ, καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ ἐπιτροπὴ ἤθελε λάβει τὰ φῶτα τῆς
734Βουλῆς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ἤθελεν ἐργασθῆ, ἵνα φέρῃ εἶτα
735ἔργα· διότι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ὑποτιμᾷ τὴν σπουδαιότητα τῶν
736ὑποβληθέντων νομοσχεδίων, οὐδὲ πρῶτον παρουσιάζονται
737τοιαῦτα ζητήματα εἰς τὴν Ἑλλάδα. Προηγήθησαν ἡμῶν
738πολλὰ ἄλλα Κράτη. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὁ τελευταῖος νόμος
739τοῦ 1892 περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος προὐκάλεσε μα-
740κρὰς συζητήσεις. Ἐννοῶ καὶ συμμερίζομαι τοὺς ἐνδοιασμοὺς
741τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θέλοντος νὰ συμβιβάσῃ
742τὴν συνταγματικὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, τῆς ψηφί-
743σεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν συναφῶν πρὸς αὐτὸν νο-
744μοσχεδίων μὲ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, ὅπως προ-
745χωρήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὰ ἔργα τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων.
746Οὐδὲ νομίζω ὅτι δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι ἀνωτέρα ἡ
747ἀνάγκη τῆς ψηφίσεως τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων ἀπὸ τῆς
748ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀλλὰ ἐὰν ἦναι κατορθωτὸν
749—καὶ νομίζω ὅτι εἶναι κατορθωτὸν—νὰ συνδυάσωμεν τὴν
750μίαν ἐργασίαν μετὰ τῆς ἄλλης, διατὶ νὰ μὴ τὸ πράξωμεν;
751Ὑπολείπονται ὁμολογουμένως ὀλίγαι συνεδριάσεις, τοὐλάχι-
752στον διὰ τὸ τμῆμα τοῦτο τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, μέχρι
753τοῦ Πάσχα...
754§29Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Πόσαι συνε-
755δριάσεις;
756§30ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὀκτὼ συνεδριάσεις.
757§31Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ... Ἐὰν ἀφιερώσωμεν μίαν ἐκ τῶν συν-
758εδριάσεων τούτων εἰς τὴν συζήτησιν τόσον σπουδαίου ζητή-
759ματος, νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναί τι, διὰ τὸ ὁποῖον δυνάμεθα
760νὰ κατακριθῶμεν, διότι ἡ συζήτησις αὕτη ἔσται λίαν καρ-
761ποφόρος διὰ τὴν Κυβέρνησιν πρωτίστως, ἡ ὁποία ἐν σπου-
762δαιότητι ὑπέβαλε τὰ νομοσχέδια καὶ οὐχὶ μόνον πρὸς τὸ
763θεαθῆναι. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην
764ἀπέναντι τῶν δύο στοιχείων, τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργη-
765τῶν, ἡ ὁποία ἀνέλαβε πᾶσαν ὑποχρέωσιν πρὸς τοῦτο, αὕτη
766πρωτίστως καθῆκον ἔχει νὰ προαγάγῃ τὸ ἔργον. Ἀλλὰ καὶ
767ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελε δεχθῆ τὴν πρότασίν μου, τὴν
768ὁποίαν ἐγὼ θεωρῶ ὡς δυναμένην νὰ πραγματοποιηθῇ, ἐὰν
769ἀναγραφῶσι, παραδείγματος χάριν, τὰ 5 νομοσχέδια ὡς πρῶτα
770θέματα κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Τετάρτης ἢ τῆς Πέμπτης,
771νὰ γείνῃ συζήτησις κατ’ ἀρχὴν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων καὶ μετὰ
772τὴν συζήτησιν νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ, ἐὰν πρέπῃ νὰ προβῶμεν
773εἰς τὴν ψήφισιν αὐτῶν, ἢ νὰ παραδεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ
774ἀξιοτίμου ἐκ Καρδίτσης συναδέλφου περὶ συστάσεως ἐξετα-
775στικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, τοῦτο νομίζω ὅτι δύναται
776νὰ συνδυασθῇ καὶ μὲ τὴν εὐκολίαν πρὸς ὁμαλὴν ψήφισιν καὶ
777τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπάρχωσιν οἱ ἀντιλέ-
778γοντες, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι λογικὸν νὰ μὴ ἐκλεχθῇ τοὐλά-
779χιστον ἡ ἐπιτροπὴ πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογι-
780σμοῦ· διότι, ὡς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατ’ ἐπανά-
781ληψιν ἐδήλωσεν εἰς ἡμᾶς, μεθ’ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν
782ὁποίαν ἔχει, νὰ παραταθῶσιν αἱ συνεδριάσεις καὶ μετὰ τὸ
783Πάσχα, δὲν δύναται νὰ ἐκφράσῃ τὴν βεβαιότητα περὶ τού-
784των. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἀναπτύξωμεν ἐν ἐκτάσει
785τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἔχει τοὺς ἐνδοιασμοὺς τούτους.
786Δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν βεβαιότητα ὅτι θὰ ἦναι κατορθωτὴ
787ἡ ἐπανάληψις τῶν ἐργασιῶν μετὰ τὸ Πάσχα. Καὶ ὅταν
788τοῦτο ἦναι ἀναμφισβήτητον, καὶ ἀτυχῶς εἶναι ἀναμφισβή-
789τητον, ὅτι μετὰ τὸ Πάσχα δὲν θὰ συνεχισθῶσιν αἱ ἐργασίαι
790τῆς παρούσης συνόδου, νομίζω ὅτι ἡ ἀναβολὴ καὶ αὐτῆς τῆς
791ἐκλογῆς τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, περὶ
792τῆς ὁποίας πρόκειται, μετὰ τὸν Προϋπολογισμὸν ἔσται λίαν
793ἐπιζήμιος εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν καλὴν πρόθεσιν τῆς Κυβερ-
794νήσεως ὑπὲρ τῶν νομοσχεδίων, καὶ θὰ κρατήσῃ ἐν ταραχῇ
795καὶ ἐν ἀμφιβολίᾳ τὸν τόπον καθ’ ὅλον τὸ διάστημα αὐτὸ
796μέχρι τοῦ Νοεμβρίου, θὰ ἐπέλθωσι δὲ ζημίαι μεγάλαι, διὰ τὰς
797ὁποίας πρῶτος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῷ συμ-
798φέροντι, τὸ ὁποῖον ἔχει, καὶ ἐν τῷ πόνῳ ὑπὲρ τοῦ τόπου, θέλει
799βραδύτερον λυπηθῆ.
800Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι Βουλευταί, συμπε-
801ραίνων λέγω καὶ ἐπαναλαμβάνω μίαν ἔτι φορὰν, ὅτι ἐπαίνου
802ἀξία εἶναι ἡ Κυβέρνησις, διότι ἔθιξε ζήτημα πολὺ σπουδαῖον,
803εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ τὸ θίξῃ, καὶ ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς προ-
804τάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπιφυλάσσω ἀκεραίαν τὴν γνώμην
805μου, ὡς ἔπραξα τοῦτο ἐπὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ μέρους καὶ ἐνώπιον
806τῆς ἐπιτροπῆς· διότι ἐγὼ ἐπαινῶ καὶ ἐξυμνῶ τὴν πρόνοιαν
807μόνον περὶ βελτιώσεως τῆς Θεσσαλίας, ἡ ὁποία ὄχι μόνον ὑπὸ
808τὴν ἔποψιν τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἔπο-
809ψιν τὴν ἐθνικὴν εἶναι ἀξία μεγάλης προσοχῆς. Ἐπαινῶ δὲ τὴν
810Κυβέρνησιν καὶ ἅπαντας τοὺς κ. συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι καὶ
811ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων καὶ τὰ μέλη
812τῆς μειοψηφίας, εἰς τὰ ὁποῖα καὶ ἐγὼ κατατάσσομαι, ἐπελή-
813φθησαν μετ’ ἐπιθυμίας νὰ συντελέσωσιν ἐπὶ τῶν πραγμάτων,
814νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν εὐόδωσιν τοῦ ἔργου, ἐπαναλαμβάνω
815ὅτι δὲν βλέπω νὰ ὑπάρχῃ πρόθεσις, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπῆρχε, θὰ
816εἶχον τὴν γνώμην νὰ μὴ ἀναμίξωμεν οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον τὸ
817κομματικὸν ζήτημα εἰς τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἀλλὰ νὰ τὰ
818ἐξετάσωμεν οἰκογενειακῶς, χάριν τοῦ καλοῦ τοῦ τόπου. Νο-
819μίζω δὲ, ὅτι τὰ ἐξετάζομεν οἰκογενειακῶς καὶ πρὸς τὸ συμ-
820φέρον τοῦ τόπου, ἐὰν καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει
821τὴν πτέρυγα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως) δώσωμεν πᾶσαν συν-
822δρομὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἀφιερώσῃ μίαν συνεδρίασιν
823πρὸς συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν τῶν 5 νομοσχεδίων. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ
824πρότασίς μου αὕτη εὑρίσκῃ προσκόμματα ἀνυπέρβλητα, θὰ
825ὑποβάλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν παράκλησιν νὰ συναινέσῃ
826εἰς τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς τοὐλάχιστον πρὸ τῆς ἐπιψη-
827φίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ
828Προϋπολογισμοῦ εἶναι, ἂν ὄχι βέβαιον, τοὐλάχιστον πιθανώ-
829τατον, ὅτι δὲν θὰ κατορθωθῇ κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον ἡ
830ἐκλογὴ τῆς ἐπιτροπῆς. Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη μου.
831§32Φ. ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα μετὰ τοῦ προ-
832λαλήσαντος ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ φίλου μου ἐκ Βόλου.
833Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ
834τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσωσιν εἰς τὸ ἑξῆς, νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ
835εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς ἄνευ συζητήσεως...
836§33ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατόν! Θὰ γείνῃ μακροτά-
837τη συζήτησις.
838§34ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς ἡ
839Ἀντιπολίτευσις ἀντεπροσωπεύετο ὑπὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἀξιο-
840τίμων μελῶν, τῶν μᾶλλον διακεκριμένων. Ἐπίσης καὶ ἡ
841Συμπολίτευσις ἀντεπροσωπεύετο δι’ ἱκανῶν προσώπων. Νο-
842μίζω λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν θέλωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ἀποτέλε-
843σμα πρακτικὸν, δύναται ἄνευ συζητήσεως νὰ ὀνομασθῇ ἡ ἐπι-
844τροπὴ, ἥτις νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου, εἰς τὴν προσεχῆ δὲ σύνο-
845δον νὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεώς της, ὅτε καὶ ἡ
846Κυβέρνησις θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ καταρτίσῃ τὰ κατάλληλα
847νομοσχέδια.
848§35ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀποδέχομαι τὴν γνώ-
849μην, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου συνάδελφος,
850ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τῶν ὑποβλη-
851θέντων εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχεδίων,
852τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν Θεσσαλίαν. Ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ
853θὰ ἀποδειχθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν
854πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ὁπωσδήποτε δὲ θὰ καταδειχθῇ, τί τὸ
855πρακτέον. Δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει δευτέρα γνώμη, ὅτι ἡ
856ἀρχὴ τῆς ἀποκαταστάσεως καὶ χειραφετήσεως τῶν ἀγροτικῶν
857πληθυσμῶν εἶναι ἀρχὴ εὐγενὴς καὶ ἐκπολιτιστική. Ὑπάρχου-
858σιν ὅμως διάφοροι αἱ γνῶμαι περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἡ
859ἀρχὴ αὕτη δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ. Ἂν δὲ ὁ ἀξιότιμος
860ἐκ Βόλου συνάδελφος ἐπῄνεσε τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἔσχε τὴν
861πρωτοβουλίαν νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ νομοσχέδια,
862περὶ τῶν ὁποίων συζητοῦμεν, ὑπάρχουσι πολλοὶ, μεταξὺ τῶν
863ὁποίων καὶ ἐγὼ, οἱ νομίζοντες, ὅτι ἔπρεπε τῆς ὑποβολῆς τῶν
864νομοσχεδίων τούτων νὰ προηγηθῇ μελέτη καὶ βάσανος, ἵνα
865καταστῇ ὥριμος ἡ ἰδέα περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀποκαταστά-
866σεως τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν. Νομίζω, ὅτι πάντες οἱ με-
867λετήσαντες τὰ νομοσχέδια ταῦτα, πάντες οἱ ἐν ταῖς ἐπιτρο-
868παῖς ἐργασθέντες ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων οὐδεμίαν διε-
869τήρησαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀμελετήτως εἰσήγαγεν
870εἰς τὴν Βουλὴν τὰ πέντε νομοσχέδια, περὶ τῶν ὁποίων ὁ
871λόγος. Ἀπεδείχθη ἐκ πρώτης ὄψεως, ὅτι ὑπῆρξε σπουδὴ ἐν
872τῇ ὑποβολῇ τῶν νομοσχεδίων τούτων, διότι οὐδεμία ὑπάρχει
873στατιστικὴ, ἐπὶ τῆς ὁποίας δύναται νὰ στηριχθῇ τις, ἐσμὲν
874δὲ ἠναγκασμένοι νὰ καταφύγωμεν ἡμεῖς εἴτε εἰς τὰ γραφεῖα
875τὰ δημόσια, εἴτε εἰς τὰ γραφεῖα τῶν σιδηροδρόμων, εἴτε εἰς
876ἰδιώτας, ἵνα πορισθῶμεν πληροφορίας ἀπαραιτήτους πρὸς με-
877λέτην τοῦ θέματος. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δι’ ὧν νομοσχεδίων προέ-
878βαλεν ἡ Κυβέρνησις, σκοποῦσα εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς τύχης
879τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ἀγροτῶν, ἀπέτυχε. Διεταράχθη, κύριε Πρόε-
880δρε, τὸ καθεστὼς ἐν Θεσσαλίᾳ, αἱ σχέσεις μεταξὺ ἐπιμόρτων
881καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν ὑπέστησαν κλονισμὸν βίαιον,
882γνωστὸν δὲ εἶναι εἰς πάντας, ἰδίως τοὺς ἐκ Θεσσαλίας συν-
883αδέλφους, ὁποία ἡ ψυχολογικὴ κατάστασις, ἡ κρατοῦσα νῦν
884ἐν Θεσσαλίᾳ. Δὲν εἶναι ἑπομένως προσῆκον νὰ ἀναβληθῇ
885ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων τούτων, καὶ νὰ τηρηθῇ ὑπὸ
886ἐκκρεμότητα ἡ Θεσσαλία ἐφ’ ὅλον σχεδὸν ἔτος. Εἶναι προσῆ-
887κον, ἀφοῦ ἅπαξ τὰ νομοσχέδια ταῦτα προσεκομίσθησαν εἰς
888τὴν Βουλὴν, νὰ γείνῃ οἱαδήποτε συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν, ἵνα
889καταδειχθῇ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐπὶ
890τοῦ θέματος τούτου ἔχει. Εἶχον τὴν ἀδιάσειστον πεποίθησιν,
891ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἤθελον προηγηθῆ τῆς συζητήσεως
892τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὐ μόνον διότι, ὡς εἶπον, ἔπρεπε τὸ ζή-
893τημα τοῦτο νὰ ὑποστῇ ὁπωσδήποτε λύσιν τινὰ, ἀλλὰ καὶ
894διότι τὰ νομοσχέδια ταῦτα συνδέονται πρὸς τὸν Προϋπολο-
895γισμὸν, τὸν ὁποῖον καλούμεθα μετ’ ὀλίγον νὰ συζητήσωμεν·
896ἓν μάλιστα τῶν νομοσχεδίων τούτων, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν μετα-
897βολὴν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν βοσκῶν διὰ τῆς ἐπιβολῆς στρεμ-
898ματικῆς φορολογίας, εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ προϋπολο-
899γισμῷ τῶν ἐσόδων, διότι προστίθενται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ
900τῶν ἐσόδων 375,000 δραχμαὶ, ὡς πρόσοδος τοῦ Κράτους,
901ἐξαρτωμένη ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Πῶς
902εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ
903προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, χωρὶς νὰ γινώσκωμεν, ἐὰν τὸ
904νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται, θὰ τύχῃ τῆς κυρώσεως τῆς
905νομοθετικῆς ἐξουσίας; Ἀλλ’ ὄχι μόνον τοῦτο τὸ νομοσχέδιον,
906ἀλλὰ καὶ τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου μεταβάλλε-
907ται ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν διὰ τῆς ἐπιβολῆς φόρου
9086% ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς γῆς ἐν Θεσσαλίᾳ, σχετίζεται
909πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν, καίτοι δὲν ἀναγράφεται πρόσοδος
910ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων· διότι, ὅταν εἰς γεωργικοὺς
911πληθυσμοὺς ὁλοκλήρων νομῶν ἐμβάλλητε τὴν ἰδέαν, ὅτι πρό-
912κειται ὁ φόρος ὁ ὑφιστάμενος νὰ ὑποστῇ λίαν προσεχῶς
913μεταβολὴν, δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ τὸν φόρον τοῦτον ὑφιστάμενοι
914νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τοὺς κειμένους νόμους. Δὲν νομίζω,
915ὅτι ὁ ὀλίγος χρόνος, ὁ ὑπολειπόμενος διὰ τὰς ἐργασίας τῆς
916Βουλῆς, εἶναι ἀνεπαρκὴς πρὸς τὴν τοιαύτην συζήτησιν, ὅπως
917καὶ ὁ ἐκ Βόλου ἀξιότιμος συνάδελφος παρετήρησε. Δὲν νομί-
918ζω δὲ, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ συζητῶμεν περὶ τῆς ἀμέσου δια-
919κοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς συνόδου ταύτης, διότι ὀφείλομεν νὰ
920γινώσκωμεν, ὅτι αἱ ἐργασίαι ἡμῶν, αἱ μέχρι τοῦδε, ὑπῆρξαν
921ὀλίγισται καὶ ἄγονοι. Ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκπροσωπεῖ πάσας
922τὰς ἰδέας τὰς πολιτικὰς καὶ οἰκονομικὰς τῆς Κυβερνήσεως,
923πάσας τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι κυρίως ὑποβάλλονται διὰ τῶν ὑπὸ
924συζήτησιν νομοσχεδίων. Ἐὰν δὲ πάντα τὰ νομοσχέδια, ὅσα
925ἐπροτάθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ὁποίων ὀλίγιστα με-
926τεβλήθησαν εἰς νόμους, ἀπομείνωσιν ἐκκρεμῆ, ποίας ἰδέας οἰκο-
927νομικὰς θὰ ἐκπροσωπῇ ὁ Προϋπολογισμὸς, ἐὰν ψηφισθῇ; Εἴθι-
928σται ἁπανταχοῦ, νὰ προηγῆται τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡ συ-
929ζήτησις τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, ἅτινα συνδέονται στενῶς
930πρὸς τὴν οἰκονομικὴν καὶ τὴν πολιτικὴν κατάστασιν τῆς χώ-
931ρας· διότι μετὰ τὰς γνώμας τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς,
932μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἶναι δυνατὸν
933νὰ γείνῃ ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζήτησις ἀρτία. Ὅπως-
934δήποτε νομίζω, ὅτι εἶναι προσῆκον νὰ καθορισθῶσιν αἱ περὶ
935τούτου γνῶμαι τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας. Ἐὰν φρο-
936νῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐργασθήσεται καὶ μετὰ τὰς ἑορτὰς τοῦ Πά-
937σχα καὶ μετὰ τὰς ἑορτὰς τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων, εἶναι
938προσῆκον νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίου παρέ-
939χοντος δύο δωδεκατημόρια ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
9401896, ἀντὶ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἄμεσον τοῦ Προϋπολογισμοῦ
941συζήτησιν, ἀφοῦ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμ-
942βιβασθῇ πρὸς τὴν τοιαύτην ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ
943ἡ συζήτησις τόσων ἐκκρεμῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα καὶ πρὸς
944τὸν Προϋπολογισμὸν αὐτὸν συνδέονται καὶ πρὸς τὴν ἐν γένει
945κατάστασιν τῆς χώρας.
946§36Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ἡ
947ἐπικειμένη γενικὴ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἤθελε δώ-
948σει εὐρύτατον στάδιον καὶ εἰς τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας καὶ
949εἰς τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας, ἵνα ἐκφέρωσι τὰς γνώμας αὑτῶν,
950ἤθελε δὲ παρασχεθῆ πᾶσα εὐκολία εἰς τὰ μέλη τῆς μειοψη-
951φίας νὰ ἐκφέρωσι τὰς πολιτικὰς γνώμας των καὶ νὰ ἐπικρί-
952νωσι τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἔν τε τῇ κυβερνήσει καὶ
953τῇ διοικήσει, ὑπέθετον, ὅτι δὲν ἤθελε παρουσιασθῆ σήμερον ζή-
954τημα, σχετιζόμενον μετὰ πολιτικοῦ σκοποῦ, λυποῦμαι δὲ,
955διότι τοσοῦτον προώρως ἐτέθησαν τὰ θέματα ταῦτα, ἀφοῦ δὲ,
956ὡς εἶπον, ὁ ὑπολειπόμενος μέχρι τῶν διακοπῶν, ἕνεκα τῶν
957ἑορτῶν τοῦ Πάσχα, χρόνος εἶναι βραχὺς, οὐδ’ ἔπρεπε νὰ
958καταναλώσωμεν αὐτὸν ἄνευ ἀνάγκης διὰ πολιτικῶν ζητημά-
959των. Ἀναγκάζομαι ὅμως νὰ μὴ ἀφήσω νὰ μείνωσιν ἄνευ ἀναι-
960ρέσεως τινὰ τῶν λεχθέντων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσιν ἰδίως ἐπί-
961κρισιν τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας εἰσή-
962γαγεν εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἐπεκρίθη ἡ Κυβέρνησις, ὅτι διὰ
963τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας ἔφερεν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν
964Θεσσαλικῶν πραγμάτων, διετάραξε τὰς ἀγροτικὰς σχέσεις ἐν
965Θεσσαλίᾳ, αἱ ὁποῖαι ἔβαινον ὁμαλῶς καὶ ἐν πλήρει συνεννοή-
966σει μεταξὺ γεωργῶν καὶ ἰδιοκτητῶν, καὶ ἐπεκρίθη ἡ Κυβέρ-
967νησις, ὅτι ἔφερε νομοθετήματα, τὰ ὁποῖά εἰσιν ἀνάξια προσο-
968χῆς, νομοσχέδια ἀμελέτητα, ὁ δ’ ἐμβριθέστατος κ. Βουλευτὴς
969ἐκ Παρνασσίδος ἐξεπλάγη, ὅταν εἶδεν, ὡς εἶπε, μελέτην τοσοῦ-
970τον ἄσκοπον, ὑποβαλλομένην εἰς τὴν Βουλήν. Τωόντι ἡ εἰσα-
971γωγὴ τῶν νομοσχεδίων εἰς τὴν Βουλὴν ἔδωκεν ἐλπίδας εἰς
972τοὺς γεωργοὺς, ὅτι τέλος πάντων ἡ τύχη αὐτῶν ἐτέθη ὑπὸ
973τὴν πρόνοιαν καὶ τὴν μελέτην τῆς Βουλῆς, ἔδωκεν ἐλπίδας
974εἰς αὐτοὺς, ὅτι ἐνδεχόμενον εἶναι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους νὰ
975μεριμνήσωσιν, ἵνα βελτιώσωσι τὴν τύχην αὐτῶν· ἡ εἴδησις, ὅτι
976ὑπεβλήθησαν νομοσχέδια τοιαῦτα, βεβαίως ἔφερεν ἀνησυχίαν
977εἰς τοὺς κυρίους τῶν κτημάτων, οἱ ὁποῖοι ἐταράχθησαν εὐλό-
978γως, ὅτι, ἐὰν αἱ σκέψεις τοῦ Κοινοβουλίου ἤθελον καταστήσει
979κατάδηλον τὴν ἀνάγκην τῆς μεταβολῆς τοῦ καθεστῶτος, ἐν-
980δεχόμενον ἦτο τὰ συμφέροντα αὐτῶν νὰ βλαβῶσιν. Ἀλλὰ
981τότε ἔπρεπε νὰ καταδικάσωμεν ἡμᾶς πάντας εἰς πλήρη ἀργίαν,
982ἔπρεπε νὰ παραδοθῶμεν εἰς ὕπνον Βαρούχειον, καὶ νὰ ἀφή-
983σωμεν τοὺς ἐν Θεσσαλίᾳ εἰς τὴν τύχην των. Πῶς ἄλλως ἠθέ-
984λομεν προβῆ εἰς ἐκδήλωσιν προνοίας τινὸς, ἐὰν δὲν προεκα-
985λοῦμεν τὴν πρόνοιαν τοῦ Κοινοβουλίου, ἐὰν δὲν συνεζητοῦμεν
986μετὰ τῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ περὶ τῶν ἀναγκαίων γενέσθαι
987καὶ τῶν λυσιτελῶν; Μόνον ἐν τοῖς ἀπολύτως κυβερνωμένοις
988Κράτεσιν ἐργάζονται καὶ νομοθετοῦσιν ἐν τοῖς γραφείοις, οὐ-
989δεὶς δὲ δύναται νὰ μάθῃ τί γίνεται, καὶ μετ’ ὀλίγον βασιλι-
990κὸν διάταγμα ἐκδίδεται, κανονίζον τὰς σχέσεις, χωρὶς νὰ δια-
991ταραχθῇ τὸ καθεστὼς, πᾶς τις δὲ μανθάνει τότε τὰ διατα-
992χθέντα, καὶ γνωρίζει, ὅτι πρέπει νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὰ διατα-
993χθέντα μέτρα. Ἀλλ’ εἰς τὰ συνταγματικὰ Κράτη οὐδὲν μένει
994μυστήριον. Καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ συστηθῇ ἐξεταστικὴ τῶν πραγ-
995μάτων ἐπιτροπὴ πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἤθελε
996διαταραχθῆ τὸ καθεστώς; Κατὰ τὰ 1881 προσηρτήθη ἡ
997Θεσσαλία εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ προσάρτησις ἐγέννησεν ἐλπίδας
998εἰς τὸ στοιχεῖον τὸ γεωργικὸν, διότι ἐφρόνουν, ὅτι μετὰ τὴν
999μεταβολὴν ἤθελε βελτιωθῆ ἡ τύχη τῶν Θεσσαλῶν, ὡς καὶ
1000ἐκείνων, οἵτινες κατοικοῦσιν ἐν Ἄρτῃ. Ὁ κ. Καραπάνος περί-
1001φροντις ἐτύγχανε τότε περὶ τοῦ μέλλοντος τῶν συμφερόντων
1002αὐτοῦ, ὅταν δὲ δυσκολίαι ἠγέρθησαν, καὶ μετὰ τὰς ἐλπίδας,
1003αἵτινες εἶχον μεταδοθῆ, ἡ κυβερνητικὴ πρόνοια μετ’ ὀλίγον
1004περιέπεσεν εἰς ὕπνον, ἡσύχασαν οἱ καλλιεργηταὶ καὶ οἱ ἰδιο-
1005κτῆται, καὶ ἐν τῷ ὕπνῳ τούτῳ ἀποκατεστάθη πλήρης ἡ ἁρμο-
1006νία μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν. Ἐὰν τὴν ἁρ-
1007μονίαν ταύτην ἔπρεπε νὰ μὴ διαταράξωμεν, ὠφείλομεν τότε
1008νὰ ἀφήσωμεν αὐτοὺς εἰς τὸν ὕπνον· ἀλλ’ ἡμεῖς ἐνομίσαμεν, ὅτι
1009δὲν εἴχομεν τὸ καθῆκον τοῦτο, ἡμεῖς δὲν νομίζομεν, ὅτι ἡ διαῤ-
1010ῥύθμισις τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους μετὰ τῶν δανειστῶν αὐ-
1011τοῦ, αὕτη καὶ μόνη ἀρκεῖ νὰ βελτιώσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ
1012Κράτους, ὅτι αὕτη μόνη ἀρκεῖ νὰ ὠθήσῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς
1013πρόοδον καὶ προκοπήν. Τοῦτο τὸ εἴπομεν πανταχοῦ, τὸ ἐπανα-
1014λαμβάνομεν καὶ ἤδη, καὶ ἀφήνομεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέ-
1015λουσι νὰ μεμψιμοιρῶσιν, ἢ νὰ διαστρέφωσι τὰ πράγματα, τοὺς
1016ἀφήνομεν εἰς τὸ στάδιον τῶν παραλογισμῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ
1017ἐμπάθεια φέρει αὐτούς. Εἴπομεν πάντοτε, ὅτι μετὰ τὸν συμ-
1018βιβασμὸν πρέπει ἀμέσως νὰ ἐπιδοθῶμεν εἰς διαῤῥύθμισιν τῶν
1019νομισματικῶν ἀνωμαλιῶν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ μέριμνα δὲν ἀρκεῖ.
1020Ἡ κυριωτάτη μέριμνα πάσης Κυβερνήσεως, καὶ ἡμῶν καὶ τῶν
1021διαδόχων ἡμῶν, καὶ τῆς Βουλῆς ταύτης καὶ τῶν διαδόχων
1022αὐτῆς, ἡ κυριωτάτη μέριμνα πρέπει νὰ ἦναι ἡ ἐνίσχυσις τῆς
1023ἐθνικῆς παραγωγῆς. Καὶ πότε ἀπεκρύψαμεν τοῦτο; Ἀλλ’ ὅταν
1024ὁμιλῶμεν περὶ ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, θέλετε νὰ
1025λησμονήσωμεν τὴν Θεσσαλίαν; Ἐὰν τὰ συμφέροντα τοῦ δη-
1026μοσίου ταμείου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ θεωρῆται ὑποδεέστερον
1027τῶν ἄλλων ὑψηλοτέρων συμφερόντων, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Πολι-
1028τεία, ἐὰν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου πρέπῃ νὰ ἐπι-
1029διώξωμεν, βεβαίως πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ γένηται ἐντε-
1030λεστέρα ἐκμετάλλευσις τῆς Θεσσαλίας. Ἀλλ’ αὐτὸ, ὅπερ λέγω,
1031εἶναι ἡ ὑποδεεστέρα ἄποψις τοῦ θέματος, εἶναι ἡ ἄποψις, ὑπὸ
1032τὴν ὁποίαν ἕκαστος ἰδιοκτήτης, ἕκαστος οἰκογενειάρχης ἐξε-
1033τάζει τὰ καθ’ ἑαυτὸν, τὰ τῆς διοικήσεως τῆς περιουσίας του.
1034Ἕκαστος ἐξετάζει, πῶς νὰ παραγάγῃ πλειότερα ἐκ τῶν κτη-
1035μάτων αὑτοῦ, ἀλλ’ ἡμεῖς εἴμεθα Κράτος καὶ ἔχομεν τὰ κα-
1036θήκοντα τῆς ἠθικῆς μορφώσεως τῶν πολιτῶν, τῆς παρασκευῆς
1037συνταγματικῶν πολιτῶν. Τὰ καθήκοντα ταῦτα δυνάμεθα νὰ
1038ταφήσωμεν; Καὶ ἐπειδὴ προσεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν νὰ
1039σκεφθῇ περὶ τούτων, μᾶς ἀποδίδουσιν ὅτι διεταράξαμεν τὰς
1040σχέσεις τῶν γεωργῶν πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας! Αὐτὰ εἶναι λο-
1041γικοὶ ἰσχυρισμοί;
1042Ἀλλὰ τὰ νομοθετήματα ἡμῶν δὲν εἶναι πλήρη, δὲν
1043εἶναι ἄρτια, ἴσως σφάλλονται ἐν πολλοῖς. Καὶ ἡμεῖς ἐδηλώ-
1044σαμεν ὅτι θεωροῦμεν πολιτικὸν ζήτημα τὴν ἐπιψήφισιν τῶν
1045νομοσχεδίων περὶ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ; Ἡμεῖς ἐδηλώσαμεν,
1046ὅτι μόνον ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα συνδέονται μετὰ
1047τῶν κεφαλαιωδῶν βάσεων τῆς πολιτικῆς ἡμῶν, καὶ ἄνευ
1048τῶν ὁποίων ἡμεῖς δὲν ἔχομεν λόγον ὑπάρξεως, ἐπὶ μόνων
1049τούτων τῶν νομοσχεδίων ὑπάρχει δι’ ἡμᾶς ζήτημα πολιτι-
1050κόν. Ἐπὶ πάντων τῶν ἄλλων νομοσχεδίων ἐπιθυμοῦμεν νὰ
1051προκαλέσωμεν τὴν νομοθετικὴν πρόνοιαν τῆς Βουλῆς, ἐπιθυ-
1052μοῦμεν ἡ Βουλὴ ἐν πάσῃ εὐκολίᾳ νὰ ἐκφέρῃ τὴν ψῆφον αὑ-
1053τῆς, καὶ ἐν τοιαύτῃ εὐκολίᾳ νὰ γένηται πᾶσα ἡ νομοθετικὴ
1054ἐργασία. Λοιπὸν ἡμεῖς, εἰσάγοντες τὰ νομοσχέδια, προεκαλέ-
1055σαμεν τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν· ἡ ἐξέτασις δὲν εἶναι τυπική τις
1056πρᾶξις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ καταλήξῃ εἰς ἓν πιστοποιητικὸν,
1057ὅτι καλῶς ἔχουσι τὰ νομοσχέδια αὐτὰ, ἡ ἐξέτασις ἀπαιτεῖ
1058μίαν μελέτην, καὶ ἡ μελέτη αὕτη δὲν δύναται νὰ γένηται,
1059χωρὶς νὰ γεννηθῶσι φόβοι καὶ ἐλπίδες ἐν Θεσσαλίᾳ. Εὐθυνό-
1060μεθα δι’ αὐτά; Δι’ ἓν μόνον εὐθυνόμεθα ἡμεῖς, ὅτι ζητοῦμεν
1061τὴν μεταβολὴν τοῦ καθεστῶτος· ὥστε ὅσοι ἔχουσιν αὐτὴν
1062τὴν γνώμην, ἂς τὸ εἴπωσιν ἐλευθέρως. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις τί
1063πρέπει νὰ πράξῃ; Ἡ Κυβέρνησις ἀντιπροσωπεύει κόμμα πο-
1064λιτικὸν, ὠργανωμένον, ἔχον καθήκοντα. Τίς ἤθελεν ὑπολάβει
1065ποτὲ, ὅτι ἡ δευτέρα σύνοδος τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ ἔτος 1896
1066ἤθελε παρέλθει μὲ μόνην τὴν μέχρι τοῦδε γενομένην ἐργασίαν
1067τοῦ Κοινοβουλίου, τὴν μέχρι τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα; Μή-
1068πως ἡμεῖς ἐγενόμεθα Ὑπουργοὶ, διὰ νὰ ἤμεθα Ὑπουργοί;
1069Μήπως αὐτὸ μόνον μᾶς ἔλειπε, τὸ πῶς νὰ λάβωμεν τὴν τι-
1070μὴν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς ἓν Ὑπουργεῖον; Ἡμεῖς ἐγενόμεθα
1071Ὑπουργοὶ, διότι μᾶς ἐνέδειξεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, καὶ μᾶς
1072ἠξίωσε τῆς ἐμπιστοσύνης του ὁ Βασιλεύς. Ἀλλ’ ὁ Ἑλληνι-
1073κὸς λαὸς μᾶς ἐνέδειξε, διότι εἴπομεν εἰς αὐτὸν, τί πρέπει νὰ
1074γένηται ἐν Ἑλλάδι· ἔχομεν λοιπὸν πρόγραμμα πολιτικόν.
1075Καὶ διὰ τῶν νομοσχεδίων περὶ πιστώσεων, τὰ ὁποῖα ἐψηφί-
1076σαμεν μέχρι τοῦδε, διὰ τῶν νομοσχεδίων περὶ σταφιδοκάρπου,
1077ἐξετελέσαμεν τὸ πρόγραμμα ἡμῶν; Καὶ ἀρκοῦσι ταῦτα, ἵνα
1078ἐκδηλώσωσι τὴν ἡμετέραν μέριμναν περὶ τῶν πολιτικῶν πραγ-
1079μάτων; Τίς ἤθελεν ὑπολάβει, ὅτι ἡμεῖς ἠθέλομεν ἀρκεσθῆ εἰς
1080τὰς ἐργασίας, αἵτινες διεξήχθησαν καὶ θέλουσι διεξαχθῆ μέχρι
1081τῆς Μεγάλης Τετάρτης; Μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι γλίχονται
1082τῆς ἀρχῆς, οἵτινες προσλιπαροῦσιν, ἵνα εἰσέλθωσιν εἰς ἓν
1083Ὑπουργεῖον, δύνανται νὰ νομίζωσιν ὅτι ἀρκεῖ νὰ κατορθώ-
1084σωσι νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων
1085τοῦ ἔτους, ἵνα ζήσωσιν ἐν τῇ ἀρχῇ. Ἀλλὰ κατὰ τὸ πρό-
1086γραμμα ἡμῶν πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ ἡ ἀρχὴ τῶν νομοσχεδίων,
1087τὰ ὁποῖα προεβάλομεν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν λεπτομερειῶν,
1088διότι αὗται θέλουσι κανονισθῆ ἐκ τῆς συζητήσεως. Τὸ πρό-
1089γραμμα ἡμῶν εἶναι ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῶν πραγμάτων ἐν
1090Θεσσαλίᾳ, τὸ πρόγραμμα ἡμῶν εἶναι ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως
1091τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὑπὲρ τῆς ῥυθμίσεως τῆς ἀνωτέ-
1092ρας. Τὸ πρόγραμμα ἡμῶν εἶναι ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τοῦ
1093στρατοῦ, ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τοῦ Ναυτικοῦ. Τὸ πρόγραμμα
1094ἡμῶν εἶναι ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς οἰκονομίας τοῦ Κρά-
1095τους. Πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ προγράμματος τούτου προετείνα-
1096μεν τὰ ἀναγκαῖα νομοσχέδια· ἡ προαίρεσις ἡμῶν εἶναι αὕτη,
1097ὁ σκοπὸς εἶναι οὗτος. Ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς, ἐὰν Ὑπουργοί τινες
1098ἐσφάλοντο εἰς τὰς σκέψεις των, καὶ αἱ διατάξεις τῶν νομο-
1099σχεδίων, τὰ ὁποῖα προεβάλομεν, περιλαμβάνωσι λεπτομερείας
1100πλημμελεῖς, ἢ μὴ ἀρτίας, λεπτομερείας, αἵτινες δὲν συνδυά-
1101ζονται μὲ τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου, αἵτινες δὲν ἄγουσιν
1102εἰς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν, αἵτινες εἶναι πλημ-
1103μελεῖς, βεβαίως θέλομεν ἀκούσει πάσας τὰς γνώμας καὶ θέ-
1104λομεν ῥυθμίσει τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον δὲν πρόκειται νὰ ῥυθμίσῃ
1105τὴν ἰδίαν ἡμῶν περιουσίαν, ἀλλὰ τὰ συμφέροντα τὰ οἰκονο-
1106μικὰ τῆς χώρας, τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου, τὴν
1107ἠθικὴν καὶ πολιτικὴν μόρφωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
1108Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα δεσπόται τῆς χώρας, εἴμεθα ἁπλοῖ λει-
1109τουργοί, ἐκτελοῦντες τὰς ἀποφάσεις τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ
1110λαοῦ. Ἐὰν ζητοῦμεν νὰ λάβωμεν Προϋπολογισμὸν, ἐπικεκυ-
1111ρωμένον παρὰ τῆς Βουλῆς, πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν
1112τοῦ Σώματος, τὸν ζητοῦμεν, ἵνα ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκον,
1113τὸ ὁποῖον ἔχομεν, ὅπως ἡ συνταγματικὴ λειτουργία ἐκπλη-
1114ρώσῃ τὸ μέγιστον τῶν ἔργων, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται αὐτῇ.
1115Ἐπιθυμοῦμεν βεβαίως τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ οὐχὶ τὰ δω-
1116δεκατημόρια, διότι περὶ δωδεκατημορίων ἠκούσατε πολλὰ ἐκ
1117τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπαναλαμβάνω, τὰ δω-
1118δεκατημόρια δίδονται μόνον ἐν ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ. Λοιπὸν τὸ
1119πρώτιστον καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν καὶ ἡμεῖς καὶ ἡ Βουλὴ,
1120—διότι μὴ νομίζετε ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει καθήκοντα—τὸ
1121πρώτιστον καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, εἶναι νὰ ψηφίσωμεν
1122τὸν Προϋπολογισμόν. Ἐπειδὴ ὅμως μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
1123συνδέονται νομοσχέδια, μεταβάλλοντα τὰ ἔσοδα ἢ ἔξοδα αὐ-
1124τοῦ, πρέπει νὰ ψηφισθῶσι ταῦτα τὰ νομοσχέδια, διότι ταῦτα
1125εἶναι μέρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Μέχρι τῶν διακοπῶν τῶν
1126ἑορτῶν τοῦ Πάσχα ὑπολείπονται ὀκτὼ συνεδριάσεις· ἐν ταῖς
1127ὀκτὼ συνεδριάσεσι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ ἐν γένει τὰς
1128γενικὰς βάσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὴν πολιτικὴν πορείαν
1129τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ἐλαττώματα ἢ τὰς πλημμελείας τῆς
1130Κυβερνήσεως, εἴτε τῶν Ὑπουργῶν, καὶ εἶτα νὰ ψηφίσῃ τὰς
1131δαπάνας, νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα, νὰ φέρῃ ἔλεγχον
1132ἐπ’ αὐτῶν, νὰ συζητήσῃ τὰς πιστώσεις, νὰ φέρῃ τὸν ἔλεγχον
1133ἐπ’ αὐτῶν, νὰ συζητήσῃ τὰ νομοσχέδια καὶ ἀποφανθῇ περὶ
1134αὐτῶν. Ἀρκεῖ ὁ χρόνος οὗτος, ὅπως διεξαχθῇ ἅπασα ἡ ἐργα-
1135σία αὕτη; Ἀλλ’ ὑποθέσατε ὅτι ὁ εἰρημένος χρόνος ἀρκεῖ·
1136μετὰ τὰς ἑορτὰς ἡ Βουλὴ θέλει ἔλθει καὶ θέλει συνεχίσει τὰς
1137ἐργασίας της. Ἐγώ, ἐφ’ ὅσον ἀπολαμβάνω τῆς ἐμπιστοσύ-
1138νης τῆς πλειοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου, θέλω παρακαλέσει
1139τὰ μέλη αὐτῆς, θέλω ἱκετεύσει τὰ μέλη αὐτῆς, νὰ παρα-
1140μείνωσιν εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς
1141στερήσεις, ὅπως ὑφίστανται τοιαύτας, ὅπως ὑφιστάμεθα πάν-
1142τες οἱ Ἕλληνες, νὰ στερηθῶσι τῶν ἀγαθῶν τοῦ οἰκογενεια-
1143κοῦ βίου καὶ νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς δαπάνας, ὅπως ἔλθωσι καὶ
1144συνεχίσωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς.
1145Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα
1146νὰ ὁμιλῇ ἐν ὀνόματι τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἶπεν
1147ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις θέλει μείνει εἰς τὰς τάξεις της. Καὶ
1148ἡμεῖς δὲν ἀμφιβάλλομεν ὅτι θέλει μείνει εἰς τὰς τάξεις της,
1149ἀρκεῖ μόνον νὰ θέλῃ νὰ συντρέξῃ τὴν πλειοψηφίαν, ἀλλὰ καὶ
1150ἐὰν δὲν τὴν συντρέξῃ, ἐγὼ δὲν ἀπευθύνω παράπονον· οἱ ἐμοὶ
1151προκάτοχοι παρεπονοῦντο κατὰ τῆς μειοψηφίας, ἐγὼ δὲν
1152παρεπονέθην, διότι νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συναρμολογῶ τὰς
1153ἐργασίας τῶν διαφόρων τμημάτων τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τὴν
1154ἰδίαν ὕπαρξιν τῆς πλειοψηφίας μὲ τὴν ὕπαρξιν τῆς μειοψη-
1155φίας. Διὰ τοῦτο πρὸ παντὸς νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τραπῶ-
1156μεν εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καί τινων πιστώσεων
1157καὶ τινων νομοσχεδίων, ἐπηρεαζόντων τὰ ἀποτελέσματα καὶ
1158τὰς ἀναγραφὰς αὐτῶν. Ἀλλὰ μετὰ τὸν Προϋπολογισμὸν ἔχο-
1159μεν καθήκοντα καὶ ἄλλα, ἔχομεν τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐξετα-
1160στικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῆς
1161μετασκευῆς τοῦ πλοίου τοῦ ὁπλιταγωγοῦ καὶ θαλαμηγοῦ,
1162ἔχομεν τὴν ἐκλογὴν τοῦ κοσμήτορος. Ἐὰν ἦτο ἀναντίῤῥη-
1163τον, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει συζητήσει, ἐὰν πρέπῃ ἢ δὲν
1164πρέπῃ νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ ἐξεταστικὴ περὶ τῶν ἐν Θεσσα-
1165λίᾳ ζητημάτων, τότε προβαίνομεν ἀμέσως εἰς τὴν ἐκλογὴν
1166τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης· ἀλλ’ ἐὰν θέλωμεν νὰ συζητήσωμεν,
1167τότε ἂς ἀναμείνωμεν μέχρι τοῦ τελευταίου ὁρίου τῶν πρὸ
1168τῶν ἑορτῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ ἂν δὲν δυνηθῶμεν νὰ
1169συζητήσωμεν τότε, ἂς ἔλθωμεν μετὰ τὰς διακοπὰς τῶν ἑορ-
1170τῶν τοῦ Πάσχα καὶ τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων. Ποίαν
1171ἄλλην εὐκολίαν ζητεῖτε ἀπὸ ἡμᾶς; Πᾶσαν εὐκολίαν τὴν
1172παρέχομεν.
1173§37ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, διατὶ ζήτημα ἁπλῆς συν-
1174τάξεως τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἀνυψοῦται ὑπὸ τοῦ κ. Προέ-
1175δρου τῆς Κυβερνήσεως εἰς ζήτημα γενικῆς πολιτικῆς τῆς
1176Κυβερνήσεως...
1177§38Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ εἶπον
1178τοιοῦτόν τι!
1179§39ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἂν ἄλλως ἔθιξε τὸ ζήτημα ὑπὸ
1180τὴν γενικωτέραν αὐτοῦ ἔποψιν, νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
1181Κυβερνήσεως δὲν ἦτο ἐν τῷ ὀρθῷ, δεχόμενος καὶ ἐπεκτείνων
1182τὴν τοιαύτην συζήτησιν ἐν στιγμῇ, καθ’ ἣν δὲν πρόκειται νὰ
1183συζητηθῇ ἡ γενικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἔχω ἐγὼ
1184τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικρίνω τινὰ διὰ τὴν συζήτησιν ταύτην.
1185Παρετήρησα μόνον, ὅτι ζήτημα ἁπλῆς ἡμερησίας διατάξεως
1186ἔλαβε χαρακτῆρα γενικῆς πολιτικῆς, διότι τοῦτο ἐπιβάλλει
1187καὶ εἰς ἡμᾶς τὸ καθῆκον νὰ ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην μας.
1188Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι πᾶς ἐν τῇ Κυβερνήσει ἢ ἐκτὸς
1189τῆς Κυβερνήσεως εὑρισκόμενος πολιτευόμενος ἐπιθυμεῖ τὴν
1190ἀνόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων, ὅλοι δ’ ἐπιθυμοῦμεν τὴν βελ-
1191τίωσιν ὅλων τῶν κλάδων τῆς διοικήσεως, ἐπιθυμοῦμεν τὴν
1192ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς, καὶ ἐπιθυμοῦμεν τὸ καλὸν ἐν
1193γένει. Τοῦτο, εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι τὸ πρόγραμμα
1194τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τοῦτο ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν;
1195Εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐπιδιωχθῇ τὸ κα-
1196λὸν τοῦ τόπου, ἡ ἀνάπτυξις καὶ ἡ πρόοδος αὐτοῦ; Βεβαίως
1197τοῦτο δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ πρόγραμμα Κυβερνήσεως.
1198Τοῦτο εἶναι πόθος γενικός. Πρόγραμμα Κυβερνήσεως εἶναι
1199τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ πόθος
1200οὗτος, τὸν ὁποῖον πάντες ἔχομεν. Τὰ μέτρα δὲ, τὰ ὁποῖα
1201ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, βεβαίως πᾶν ἄλλο δύνανται νὰ
1202ἀφορῶσιν ἢ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ τοιούτου πόθου. Δὲν
1203θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν ὅλων τῶν μέτρων τούτων,
1204διότι νομίζω κανονικώτερον καὶ τακτικώτερον ἐν εὐθέτῳ
1205ὥρᾳ νὰ συζητήσωμεν περὶ αὐτῶν. Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ ὅμως
1206ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἠγέρθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τοῦ
1207ζητήματος τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων, νομίζω ὅτι ἔχομεν
1208καθῆκον νὰ μὴ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθωσιν ἀπαρατήρητοι αἱ
1209γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἐξέφρασεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
1210Τὰ νομοσχέδια ταῦτα βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἔχωσιν ὡς
1211ἀποτέλεσμα τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῆς γεωργίας
1212ἐν Θεσσαλίᾳ. Τοιαῦτα, ὁποῖα ὑπεβλήθησαν, δὲν πρόκειται
1213νὰ βλάψωσι τοὺς ἰδιοκτήτας, ἀπ’ ἐναντίας δύναμαι νὰ βε-
1214βαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι νομοσχέδιά τινα ἐξ αὐτῶν πρόκειται
1215νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὰ ὑλικὰ συμφέροντα τῶν ἰδιοκτητῶν. Θὰ
1216βλάψωσιν ὅμως ἐν γένει τὰ συμφέροντα τῆς γεωργίας. Θὰ
1217βλάψωσι δὲ καὶ τοὺς καλλιεργητὰς καὶ τοὺς ἰδιοκτήτας,
1218ἕνεκα τῆς εἰς τὸ μέλλον βλάβης, ἣν θὰ φέρωσιν εἰς τὴν ἀνά-
1219πτυξιν καὶ τὴν πρόοδον τῆς γεωργίας ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἡ πρό-
1220οδος δὲ καὶ ἡ ἀνάπτυξις τῆς γεωργίας ἐν Θεσσαλίᾳ δὲν εἶναι
1221μόνον ὠφέλεια τοπική. Εἶναι γενικωτέρα ὠφέλεια, διότι ἡ
1222πρόοδος καὶ ἡ ἀνάπτυξις τῆς παραγωγῆς εἶναι σήμερον ζω-
1223τικὸν ζήτημα διὰ τὸν τόπον. Μέτρα δὲ, τὰ ὁποῖα πρόκειται
1224νὰ φέρωσι βλάβην εἰς τοιαῦτα ζωτικὰ ζητήματα, δὲν εἶναι
1225μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀπολήγουσιν εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν
1226πόθων, τοὺς ὁποίους πάντες ἔχομεν, καὶ οἵτινες δὲν ἀποτε-
1227λοῦσι πρόγραμμα Κυβερνητικὸν, ἀλλὰ πόθον καὶ πρόγραμμα
1228παντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διατὶ δὲ τὰ νομοσχέδια ταῦτα
1229πρόκειται νὰ ἀπολήξουν εἰς τοιαῦτα ἀποτελέσματα; Διότι
1230δὲν ἐμελετήθησαν, διότι συνετάχθησαν ἐν πλήρει καὶ τελείᾳ
1231ἀγνοίᾳ τῆς καταστάσεως τῆς Θεσσαλίας καὶ τῶν ὅρων ἐν γέ-
1232νει τῆς γεωργίας. Τοιαῦτα δὲ νομοσχέδια βεβαίως δὲν πρέπει
1233νὰ διέλθωσιν ἀβρόχοις ποσὶ διὰ τῆς Βουλῆς, ὡς δὲν πρέπει
1234νὰ διέλθωσιν ἀπαρατήρητα καὶ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα συν-
1235δέονται μὲ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ὅπως εἶναι π. χ. τὸ μέτρον
1236τῆς ἀποστολῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Ἐπὶ τοιούτων ζη-
1237τημάτων, ἐπὶ ζητημάτων κοινωνικῶν, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐπί-
1238σημος ἐξέγερσις καὶ ἀνακίνησις αὐτῶν, χωρὶς νὰ ἤμεθα προη-
1239τοιμασμένοι νὰ φέρωμεν τὴν δέουσαν λύσιν. Τὰ κοινωνικὰ
1240ζητήματα, ἄνευ τῆς δεούσης προετοιμασίας πρὸς λύσιν αὐ-
1241τῶν, δὲν ἀνακινοῦνται ἀπὸ Κυβερνήσεις. Ἀνακινοῦνται ἀπὸ
1242δημοκόπους. Αἱ Κυβερνήσεις ὅταν ἀνακινῶσι κοινωνικὰ ζη-
1243τήματα, εἶναι πάντοτε προητοιμασμέναι νὰ λύσωσιν αὐτὰ
1244ἀμέσως...
1245§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς παρα-
1246καλῶ νὰ ἐκλέγητε τὰς λέξεις, διὰ τῶν ὁποίων χαρακτηρί-
1247ζετε τὰς πράξεις. Λέγετε ὅτι εἰσάγονται νομοσχέδια τοιαῦτα
1248ἀπὸ δημοκόπους· αὐτὸ εἶναι ἀνάρμοστον εἰς τὴν ἡλικίαν σας
1249καὶ τὴν θέσιν σας... Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ τηρήσητε
1250τὴν τάξιν.
1251§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν
1252εἶπεν ἀκριβῶς τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν εἶπον. Ἐγὼ δὲν εἶπον
1253ὅτι εἰσάγονται νομοσχέδια ἀπὸ δημοκόπους, εἶπον ὅτι, ὅταν
1254ἀνακινῶνται κοινωνικὰ ζητήματα παρὰ Κυβερνήσεων, ἀνα-
1255κινοῦνται ὅπως λυθῶσι, δὲν ἀνακινοῦνται ὅπως ἐγκατα-
1256λειφθῶσιν. Ἐὰν ὑμεῖς τὰ ἀνεκινήσατε ὅπως ἐγκαταλειφθῶσι,
1257δὲν πταίω ἐγὼ, ἂν ἄκοντες ὑποβάλλεσθε εἰς τὸν παρ’ ἐμοῦ
1258δοθέντα χαρακτηρισμόν. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι τὰ νομοσχέδια
1259ταῦτα, τὰ παρουσιασθέντα εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς καὶ τὰ μέ-
1260τρα τὰ συνδεόμενα μετὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων, εἶναι μέ-
1261τρα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται ν’ ἀποφασισθῶσιν ἀβρόχοις
1262ποσίν. Εἶναι μέτρα, τὰ ὁποῖα βεβαίως θὰ προκαλέσωσι συ-
1263ζήτησιν καὶ μελέτην εὐρεῖαν ἐν τῇ Βουλῇ. Καὶ λέγων
1264τοῦτο, βεβαιῶ ὅτι οὐδόλως εἶχον κἂν ἐν τῇ διανοίᾳ μου νὰ
1265εἴπω τι ἀντιτιθέμενον ἴσως εἰς τὴν ὁριστικὴν γνώμην τῆς Κυ-
1266βερνήσεως, ὅτι δὲν δύνανται νὰ συζητηθῶσι κατὰ τὸν σύντο-
1267μον χρόνον, ὁ ὁποῖος μένει διὰ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Δὲν
1268νομίζω ἑπομένως, ὅτι ἐξυπηρετοῦμεν τὰ συμφέροντα τῆς χώ-
1269ρας, τοιουτοτρόπως ἐργαζόμενοι ὑπὲρ ζωτικῶν καὶ σπουδαίων
1270ζητημάτων, τὰ ὁποῖα, πρὶν ἐγείρωμεν, ὀφείλομεν νὰ μελετή-
1271σωμεν, ὅπως φέρωμεν τὴν ἀπαιτουμένην λύσιν. Ζητήματα δὲ
1272τοιαῦτα δὲν εἶναι μόνον τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα τὴν
1273γεωργικὴν παραγωγὴν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀλλὰ καὶ πλεῖστα
1274ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ συζητηθῶσι παρὰ τῆς Βουλῆς.
1275Ἀλλὰ διατὶ δὲν συζητοῦνται; διατὶ δὲν ἐμελετήθησαν; Βε-
1276βαίως τὸ σφάλμα δὲν εἶναι εἰς ἡμᾶς, βεβαίως τὸ σφάλμα εἶ-
1277ναι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία μετέβαλε καθ’ ὁλοκληρίαν
1278τὸν τρόπον τῆς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου. Διατὶ ἡ Βουλὴ
1279δὲν συνῆλθεν, ὅταν ἔπρεπε νὰ συνέλθῃ; Αἱ περιστάσεις τῆς
1280χώρας δὲν ἐπέβαλλον τὴν ἐργασίαν ἐπὶ τῶν σπουδαίων ζητη-
1281μάτων, τὰ ὁποῖα κεῖνται ἐνώπιον ἡμῶν, καὶ τὰ ὁποῖα ἔπρεπε
1282νὰ λυθῶσι; Διατὶ ἡ Βουλὴ κατεδικάσθη ἐφέτος νὰ ἐργασθῇ
1283μόνον ἐπὶ 30 καὶ ὀλιγώτερον ἡμέρας; Πταίομεν ἡμεῖς;
1284Ἀφοῦ δὲ ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐργασθῇ τὸν ἀπαιτούμε-
1285νον χρόνον, ὅπως ἐπιληφθῇ καὶ μελετήσῃ τοιαῦτα ζητήματα,
1286διατὶ τὰ ζητήματα ταῦτα ἐγείρονται;
1287§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ συνεζητήθησαν, τὸ πότε ἐκλήθη καὶ
1288διατί δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
1289§43ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Καραπάνος ὡμολόγησεν, ὅτι
1290δὲν ἤκουσεν ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ συζητεῖ ἐπὶ
1291τῇ βάσει τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὴν ὁποίαν δὲν
1292ἤκουσε.
1293§44ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἤμην κατὰ τὴν
1294ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως, ὁμολογῶ ὅτι ἤκουσα μετ’ ἀπορίας
1295μου ἐγειρόμενον σήμερον τὸ πολιτικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν
1296ἔπρεπε νὰ ἐγερθῇ. Ἤκουσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν μεμφόμενον
1297προσωπικῶς καὶ ἐμὲ, ἤκουσα αὐτὸν ἀναμιγνύοντα καὶ τὸ ἐμὸν
1298ὄνομα καὶ κατὰ τρόπον, ὡς νὰ ἤθελε νὰ ἀποτείνῃ καὶ εἰς
1299ἐμὲ μομφήν τινα ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται σή-
1300μερον ὑπὸ συζήτησιν τῆς Βουλῆς. Ἤκουσα τὸν κ. Πρωθυ-
1301πουργόν, λέγοντα, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῇ Βουλῇ
1302τῆς Ἑλλάδος πρόσωπον, τὸ ὁποῖον, ἐξ ἰδιαιτέρων καὶ ἀτο-
1303μικῶν συμφερόντων ὠθούμενον, νὰ ἀντιδράσῃ εἰς ζητήματα
1304ἔχοντα γενικώτερον χαρακτῆρα.
1305§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι
1306πρέπον νὰ λέγητε πράγματα καὶ λόγους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐλέ-
1307χθησαν.
1308§46ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ.... (διακοπαί).
1309§47ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐφαρμόσατε τὸν Κανονισμὸν, κύριε Πρόεδρε.
1310§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Κανονι-
1311σμὸς λέγει νὰ ἦναι εὐπρεπεῖς οἱ ἀγορεύοντες· αὐτὸ διατάσσει
1312ὁ Κανονισμός.
1313§49ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν,
1314ὅτι «δὲν ἔχομεν νὰ ἀσχοληθῶμεν ἡμεῖς περὶ τῶν συμφερόν-
1315των τῶν ἰδιοκτητῶν, ἔχομεν νὰ ἀσχοληθῶμεν περὶ γενι-
1316κωτέρων συμφερόντων»· ἀνέφερε δὲ ῥητῶς, ὅτι καὶ ἐγὼ ἄλ-
1317λοτε, ἀσχολούμενος περὶ τῶν ἰδιωτικῶν μου συμφερόντων,
1318ἀνησύχησα. Σᾶς παρακαλῶ, ποῖον λόγον εἶχεν ἡ ἀνάμιξις
1319τοῦ ὀνόματός μου ἐν τῇ γενικῇ ταύτῃ συζητήσει, ἐὰν δὲν
1320ἐπρόκειτο νὰ δοθῇ ὑπόνοια, ὅτι ἐγὼ ἐδῶ τὰ μικρὰ καὶ ἀτο-
1321μικά μου συμφέροντα δύναμαι νὰ τὰ θέσω ἐν ἴσῃ μοίρᾳ μὲ
1322τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ τόπου μου καὶ τῆς πατρίδος μου;
1323§50ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν τὰ εἶπεν αὐτά.
1324§51ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνδέχεται νὰ μὴ ἐνόει αὐτό, ἀλλὰ δὲν
1325δύναται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τοιαῦτα λέγων, νὰ
1326ἀπαγορεύσῃ εἰς πάντα νὰ ἐννοήσῃ τοιοῦτόν τι ἐν τῇ ἐνδο-
1327μύχῳ αὐτοῦ διανοίᾳ (διακοπαί).
1328§52ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐφαρμόσατε τὸν Κανονισμὸν, κ. Πρόεδρε.
1329§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἀγαπᾶτε;
1330§54ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ μὴ ἐπιτρέπητε τὰς διακοπάς.
1331§55ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐθίχθη, καὶ τὸ
1332ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, πολὺ ἀκαίρως ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βου-
1333λῆς σήμερον, εἶναι ζήτημα σημασίας μεγάλης, εἶναι ζήτημα,
1334πρὸς συζήτησιν τοῦ ὁποίου βεβαίως πρέπει νὰ ἀποφεύγωμεν
1335πᾶσαν ὑπόνοιαν, ὅτι δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν ὠθούμενοι εἴτε
1336ὑπὸ κομματικῶν εἴτε ὑπὸ ἄλλων οἰωνδήποτε συμφερόντων.
1337Ἀλλ’ ὡς τοιοῦτον ζήτημα, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἔπρεπε νὰ
1338ἔλθῃ ἀμελέτητον. Ἐὰν ὑπῆρχε καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ εἰλικρινῶς
1339πρόθεσις θετικῆς λύσεως αὐτοῦ, ἄλλαι εἶναι αἱ ὁδοὶ, διὰ τῶν
1340ὁποίων δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν λύσιν ταύτην. Ἀλλὰ
1341δὲν νομίζω ἐγὼ, ὅστις δὲν θεωρῶ τακτικὸν τὸ παρακαίρως νὰ
1342ἐγείρωνται τοιαῦτα ζητήματα, δὲν νομίζω ὅτι προσήκει νὰ εἰσ-
1343έλθω σήμερον εἰς τὴν οὐσιαστικὴν συζήτησιν αὐτοῦ. Ἐὰν ἔλθῃ
1344τὸ ζήτημα οὐσιαστικῶς, ἔχω καθῆκον νὰ ἐκφέρω τὰς γνώμας
1345μου, καὶ θὰ τὰς ἐκφέρω. Σήμερον ὅμως τοιοῦτον ζήτημα, ἐὰν
1346πράγματι πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ 8 μόνον ἡμέρας,
1347δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ λυθῇ. Δὲν πταίω ἐγὼ, ἐὰν
1348καὶ σεῖς λέγετέ τι, τὸ ὁποῖον εἶναι σύμφωνον μὲ ἐκεῖνο, ὅπερ
1349ἐγὼ σκέπτομαι, ἐὰν ἐν τῇ ἀναπτύξει τῆς ἰδέας ἐξέρχεσθε τῆς
1350βάσεως καὶ τῆς ἐννοίας αὐτῆς.
1351Ἐὰν πρόκειται μόνον τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὰ συναφῆ
1352αὐτῷ νομοσχέδια νὰ συζητήσωμεν, βεβαίως αἱ ὑπολειπόμεναι
1353ὀκτὼ ἡμέραι μόλις ἐπαρκοῦσιν. Ἀλλὰ διατὶ θὰ περιορίσω-
1354μεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς ἐντὸς τῶν ὀκτὼ τούτων ἡμερῶν;
1355§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ ἐλέχθησαν πρότερον καὶ ἐξωμαλύν-
1356θησαν.
1357§57ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πῶς ἐξωμαλύνθησαν;
1358§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ ἀνακοινώσεων, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος
1359τῆς Κυβερνήσεως ἔκαμε.
1360§59ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν,
1361ὅτι θὰ παρακαλέσῃ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ ἔλθωσι καὶ
1362μετὰ τὰς ἑορτάς. Λοιπὸν ἐξωμαλύνθη τὸ ζήτημα; Θὰ ἔλθω-
1363σιν οἱ Βουλευταί;
1364§60ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως, βεβαίως.
1365§61ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν πρόκειται πραγματικῶς νὰ ἐργασθῇ
1366ἡ Βουλὴ μετὰ τὰς ἑορτὰς, τότε βεβαίως θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ
1367συζητηθῶσι τὰ ζητήματα ταῦτα. Ἐὰν ὅμως δὲν πρόκειται
1368νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ μετὰ τὰς ἑορτὰς, ὅπως εἶναι δυστυχῶς
1369πιθανώτερον, ὅπως εἶναι σχεδὸν βέβαιον, τότε, νομίζω, δὲν πρέ-
1370πει νὰ προβῶμεν καὶ εἰς ἐξέτασιν θεμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπι-
1371τείνωσι τὸ κακὸν τῆς παρακαίρου καὶ ἀμελετήτου ἐγέρσεως
1372σπουδαίων ζητημάτων. Δὲν θέλω νὰ ἐπεκτείνω τὸν λόγον, ὡς
1373εἶπον, ἐπὶ τῶν ἄλλων ζητημάτων, διότι ἐλπίζω ὅτι ταχέως
1374θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ τότε θὰ
1375ἔχωμεν καιρὸν νὰ θίξωμεν καὶ συζητήσωμεν τὰ ζητήματα
1376ταῦτα.
1377§62ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρεστάθη, κ. Πρόεδρε, καὶ ἐντὸς τῆς
1378αἰθούσης ταύτης, ἀλλὰ καὶ ἔξω τῆς Βουλῆς, ὅτι διαιρούμεθα
1379ὡς πρὸς ἀρχάς τινας οἱ Βουλευταί, ἐνῷ ἐπ’ αὐτῶν οὐδέποτε
1380ἐνόησαμεν νὰ διαιρεθῶμεν. Ἐπειδὴ ἀπετέλεσα μέρος τῆς ἐπι-
1381τροπῆς, εἰς ἣν παρεπέμφθη τὸ νομοσχέδιον περὶ διανομῆς γῆς
1382ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀπετέλεσα δὲ μέρος μειοψηφίας, καὶ παρεστάθη
1383ἡ ἐπιτροπὴ διαιρεθεῖσα, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐξηγήσω ποῖαι
1384εἶναι αἱ διαιρέσεις αὗται. Διότι κατὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς
1385Κυβερνήσεως ὑπάρχουσι Βουλευταὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ
1386βεβαίως μεταξὺ τῆς μειοψηφίας, οἱ ὁποῖοι εἰς τὰς ἱερὰς αὐτὰς
1387ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἐκήρυξε πρὸς χειραφέτησιν τῶν Ἑλλήνων
1388γεωργῶν καὶ βελτίωσιν τῆς κοινωνικῆς καὶ ἠθικῆς καὶ πο-
1389λιτικῆς καταστάσεως αὐτῶν, διαφωνοῦσι καὶ ἀνθίστανται,
1390παρακωλύοντες δι’ ὅσων μέσων δύνανται τὴν ἐπιψήφισιν τοιού-
1391των νομοσχεδίων. Τοιαύτη γνώμη παρ’ οὐδενὶ τῶν παρακα-
1392θημένων ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει καὶ τῶν παρακαθησάντων ἐν
1393τῇ ἐπιτροπῇ ἐπεκράτησέ ποτε. Καὶ ὁ ἔντιμος ἐκ Βόλου Βου-
1394λευτὴς, ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγου ὡμίλησε, νομίζω ὅτι καὶ αὐτὸς
1395ὡμίλει τοιαύτην ὑποθέτων διαίρεσιν...
1396§63Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὄχι· τὸ ἐναντίον ἀκριβῶς ὑπέθετον.
1397§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
1398§65Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ νὰ μὴ διακόπτουν, ὅταν
1399εἰς τὸ στόμα τῶν ῥητόρων θέτουν λέξεις, τὰς ὁποίας αὐτοὶ
1400δὲν εἶπον; Αὐτὸ εἶναι διαστροφὴ τῶν λόγων, δὲν εἶναι συζή-
1401τησις. Ὁ κ. Φιλάρετος τὸ ἐναντίον εἶπεν, ὅτι δηλ. τὸ ζή-
1402τημα δὲν εἶναι κομματικόν.
1403§66ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅταν συμπέρασμα ἑνὸς λόγου ἦναι
1404ὅτι δὲν πρέπει νὰ διαιρώμεθα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὰ θεωρῶ-
1405μεν ζητήματα κομματικά, ὅταν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
1406σεως λέγῃ, ὅτι αὐτὸς δὲν εἶναι ἰδιοκτήτης, οὔτε προσέχει εἰς
1407τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιοκτητῶν, προσέχει μόνον εἰς τὰ συμ-
1408φέροντα τοῦ Κράτους, δύναται νὰ ἐγερθῇ τοιαύτη ὑπόνοια,
1409ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ διαιρούμεθα ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ὑπὲρ ἧς αὐτὸς
1410συνηγορεῖ, τῆς ἀρχῆς τῆς βελτιώσεως τῆς καταστάσεως τῶν
1411γεωργῶν. Ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν, οὔτε ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, οὔτε ἐν
1412τῇ Βουλῇ, ὁσάκις ἔλαβεν ἀφορμὴν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐκδηλώσῃ
1413γνώμας, ἐξεδηλώθησαν τοιαῦται διαφωνίαι. Διαφωνοῦμεν μό-
1414νον ὡς πρὸς τὸ λυσιτελὲς, ὡς πρὸς τὸ σκόπιμον τῶν μέτρων
1415τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐπὶ τούτου ἐγενήθησαν αἱ συζητήσεις
1416καὶ αἱ διαιρέσεις.
1417Τί ὑπεστηρίξαμεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἡ μειοψηφία; ὑπεστη-
1418ρίξαμεν ἐν πρώτοις, ὅτι, ὅπως τὸ μέτρον προτείνεται, δὲν προ-
1419τείνεται συμφώνως πρὸς τὴν συνθήκην, ἥτις κανονίζει τὰ τῆς
1420προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας. Ἡ συνθήκη αὕτη δὲν ἀπαγο-
1421ρεύει τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν τσιφλικίων ὑπὲρ τῶν γεωργῶν
1422τῆς Θεσσαλίας, ἀλλὰ λέγει, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ διὰ νόμου
1423γενικοῦ, ἐφαρμοζομένου καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος. Τοιοῦτον νόμον
1424δὲν θέλει ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι οὕτω μόνον δύ-
1425ναται νὰ κανονισθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς, κατὰ τρόπον
1426τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἦναι ἰσχυρὸς καὶ ἀναμφισβήτητος. Ποῖος
1427εἶναι ὁ τρόπος; ὁ τρόπος εἶναι ἁπλούστατος, νὰ μὴ περιορισθῇ
1428ἡ ἀπαλλοτρίωσις εἰς τὰ κτήματα τῆς Θεσσαλίας μόνον, ἀλλὰ
1429νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὰ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος, ὅλου τοῦ Βασι-
1430λείου. Πρώτη λοιπὸν ἀντίῤῥησις εἶναι αὕτη, καὶ εἶναι οὐ μόνον
1431σύμφωνος μὲ τὸν νόμον, δηλαδὴ μὲ τὴν συνθήκην, ἀλλ’ εἶναι
1432καὶ ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς, διότι τὴν ἐπεκτείνει καὶ τὴν ἀσφαλίζει.
1433Δὲν εἴμεθα λοιπὸν κατὰ τῆς ἀρχῆς, ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
1434ἐννοεῖ ποσῶς. Εἴμεθα πρόθυμοι νὰ συζητήσωμεν, οὐδεμίαν προ-
1435τείνοντες ἔνστασιν κατὰ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐπεκ-
1436τείνεσθαι ἐφ’ ὅλου τοῦ Βασιλείου. Δὲν διαφωνοῦμεν ἐπὶ τῆς
1437ἀρχῆς, διαφωνοῦμεν ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀρχῆς αὐτῆς.
1438Δευτέρα ἀντίῤῥησις, τὴν ὁποίαν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀντετάξα-
1439μεν, εἶναι, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, δὲν πραγματο-
1440ποιεῖται ἡ ἀρχὴ τῆς χειραφετήσεως τῶν χωρικῶν, τῆς χο-
1441ρηγήσεως ἰδιοκτησίας, τῆς ἐπεκτάσεως τῶν καλῶν τῆς μικρᾶς
1442ἰδιοκτησίας, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπαγγέλ-
1443λεται. Ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς διὰ τῆς χορηγήσεως
1444τῶν οἰκιῶν καὶ 20 μέχρις 25 στρεμμάτων γῆς εἰς τοὺς καλ-
1445λιεργητὰς, δὲν γίνεται πρὸς τὸ συμφέρον τῶν καλλιεργητῶν, καὶ
1446ἄνευ ζημίας τῶν ἰδιοκτητῶν, ἀλλὰ γίνεται πρὸς βλάβην μεγί-
1447στην, ἀνυπολόγιστον, καταστρεπτικὴν τῶν ἰδιοκτητῶν. Διότι
1448εἴπομεν—καὶ γνωρίζετε καλῶς καὶ ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, (ἀπο-
1449τείνεται πρὸς τὸν προεδρεύοντα ἀντιπρόεδρον κ. Ν.
1450Δρόσον) διότι ἀπετελεῖτε μέρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης — εἴπο-
1451μεν, λέγω, ὅτι ἀφαιρουμένων μόνον τῶν οἰκιῶν καὶ ὀλίγων στρεμ-
1452μάτων γῆς, ἀφηνομένου δὲ τοῦ ὑπολοίπου κτήματος εἰς τοὺς
1453ἰδιοκτήτας, τοῦτο ἐξ ἀνάγκης θέλει ἀποβάλει πᾶσαν τὴν
1454ἀξίαν αὐτοῦ. Εἴπομεν ὅτι θέλει καταστῆ δύσκολον ἐφεξῆς νὰ
1455καλλιεργῆται διὰ τῶν καλλιεργητῶν, ὅπως καὶ πρίν. Οἱ καλ-
1456λιεργηταί, ἀποκτήσαντες οἰκίαν καὶ γῆν, δὲν θὰ ὑποτάσσων-
1457ται, ὡς πρότερον. Θέλει προσέτι ἀπολέσει τὴν ἀξίαν αὐτοῦ
1458τὴν ἀγοραίαν τὸ κτῆμα, καὶ κατασταθῆ δύσκολος, ἂν ὄχι
1459ἀδύνατος, εἰς τὸ μέλλον ἡ πώλησις αὐτοῦ. Τοῦτο δὲ, οὐ μό-
1460νον διότι, ἅπαξ καθιερωθείσης τῆς ἀρχῆς, ὅτι λόγῳ δημοσίας
1461ἀνάγκης ἢ δημοσίας ὠφελείας ἐν Θεσσαλίᾳ δύναται νὰ ἀφαι-
1462ρῆται ἢ περιορίζηται ἡ ἰδιοκτησία, οὐδεὶς ἐν τῷ μέλλοντι θὰ
1463δεχθῇ νὰ ἀγοράσῃ κτῆμα, περὶ οὗ φόβος θὰ ὑπάρχῃ, ὅτι εἰς
1464πρώτην ἐκδήλωσιν τῶν καλλιεργητῶν ἢ τῶν πολιτευομένων
1465θὰ ἀφαιρῆται ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, ἀλλὰ καὶ διότι δυσκολώ-
1466τερον διοικεῖται καὶ καλλιεργεῖται κτῆμα, ὅπερ κατοικοῦν
1467καὶ κατέχουν συνιδιοκτῆται πλέον καλλιεργηταί. Λοιπὸν
1468ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ θεωρεῖται ἀναγκαῖον, πρὸς
1469βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καλλιεργητῶν,
1470νὰ δοθῇ αὐτοῖς γῆ, ἔπρεπε νὰ ἀφαιρεθῇ, λόγῳ τῆς ἀνάγκης
1471αὐτῆς, ἅπαν τὸ κτῆμα ἐκ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ νὰ διανέμηται
1472αὐτοῖς. Τοῦτο δὲ, διότι ἅπασα σχεδὸν σήμερον ἡ γῆ ἑκάστου
1473κτήματος εὑρίσκεται εἰς τὴν διάθεσιν τῶν καλλιεργητῶν, καὶ ἢ
1474καλλιεργεῖται, ἢ χρησιμοποιεῖται παρ’ αὐτῶν εἰς βοσκὴν τῶν
1475ζώων των. Οὕτω διὰ τῆς διανομῆς θὰ λάβωσι πᾶσαν τὴν
1476ἰδιοκτησίαν, δηλαδὴ πᾶσαν τὴν γῆν, ἥτις εἶναι ἀναγκαία
1477πρὸς ἐξάσκησιν τοῦ γεωργικοῦ αὐτῶν ἔργου καὶ πρὸς συντή-
1478ρησιν τῆς οἰκογενείας αὐτῶν. Ἀφ’ ἑτέρου οἱ ἰδιοκτῆται, λαμ-
1479βάνοντες τὸ ἀντίτιμον τῆς ἰδιοκτησίας αὐτῶν εἰς χρήματα,
1480θ’ ἀσχοληθῶσιν ἐφεξῆς εἰς ἄλλο βιοποριστικὸν ἔργον, ἀντὶ νὰ
1481ὑποχρεωθῶσιν, ὡς θέλει τὸ νομοσχέδιον, νὰ καλλιεργῶσι κτῆ-
1482μα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι πλέον τὸ κτῆμα αὐτῶν, διότι καὶ ἡ
1483ἔκτασις περιωρίσθη, καὶ ἡ θέσις τοῦ ἰδιοκτήτου ἀπέναντι τῶν
1484χωρικῶν καὶ ἡ σχέσις αὐτοῦ ἀπέναντι αὐτῶν ἐντελῶς μετε-
1485βλήθη καὶ διὰ τὸ παρὸν καὶ διὰ τὸ μέλλον.
1486Ὡς θέλετε παρατηρήσει, τὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως,
1487οὐχὶ μόνον τὰ ἐν ἀρχῇ ὑποβληθέντα, ἀλλὰ καὶ τὰ μετὰ ταῦτα,
1488ἐπιζητοῦσιν οὐ μόνον τὴν ἀφαίρεσιν μέρους τῆς ἰδιοκτησίας,
1489ἀλλὰ καὶ τὴν μεταβολὴν τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν ἰδιοκτη-
1490τῶν καὶ τῶν καλλιεργητῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἔτι
1491μᾶλλον νὰ σμικρύνηται ἡ ἀξία τοῦ ἀπομένοντος κτήματος.
1492Σκοπὸς οὕτω τῆς Κυβερνήσεως εἶναι οὐχὶ νὰ ὠφελήσῃ τοὺς
1493καλλιεργητὰς τῆς Θεσσαλίας, ἀλλὰ περισσότερον νὰ ζημιώσῃ
1494τοὺς ἰδιοκτήτας, καὶ καταστήσῃ ἀνωφελῆ καὶ ἄχρηστον πλέον
1495τὴν ἰδιοκτησίαν των. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ.
1496Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐντελῶς περιορίζει τὴν ἐξουσίαν τῶν
1497ἰδιοκτητῶν, διότι ἀφαιρεῖ αὐτοὺς τὸ δικαίωμα τῆς ἀποβολῆς,
1498τὸ μόνον δηλαδὴ δικαίωμα, διὰ τοῦ ὁποίου κατώρθουν οἱ
1499ἰδιοκτῆται νὰ διοικῶσι τὴν περιουσίαν των. Ἄνευ αὐτοῦ πᾶν
1500ἄλλο ἢ κύριος αὐτῆς εἶναι. Κύριος δὲ καὶ μόνος σκοπὸς τοῦ
1501νομοσχεδίου αὐτοῦ εἶναι ἡ ἀφαίρεσις τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ
1502τῆς ἀποβολῆς. Λοιπὸν ὅλα τὰ νομοσχέδια, ἡ μερικὴ δηλαδὴ
1503ἀπαλλοτρίωσις τῶν κτημάτων τῆς Θεσσαλίας ἀντὶ τῆς ὁλο-
1504σχεροῦς, καὶ ἡ ἐξασθένισις πάσης νομίμου δυνάμεως καὶ ἰσχύος
1505τοῦ ἰδιοκτήτου ἀπέναντι τῶν καλλιεργητῶν εἰς τὴν διοίκησιν
1506καὶ τὴν χρησιμοποίησιν τῆς περιουσίας αὐτῶν, ἀντὶ νὰ δη-
1507μιουργοῦν κατάστασιν πραγμάτων λογικὴν καὶ πρακτικὴν,
1508καθιεροῦσιν οὐδὲν ἄλλο ἢ τὴν ἀδικίαν καὶ τὴν αὐθαιρεσίαν
1509καὶ τὴν καταστροφὴν, ἐξ ἧς θὰ χειροτερεύσῃ ἡ γεωργία ἐν
1510Θεσσαλίᾳ. Τοιαύτας ἰδέας ἔχοντες, εἴμεθα πᾶν ἄλλο ἢ ἐναν-
1511τίοι τῆς ἀρχῆς τοῦ νὰ κατασταθῶσιν οἱ καλλιεργηταὶ ἰδιο-
1512κτῆται γῆς καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ.
1513Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θεωρεῖ ὡς συντελεστικὸν εἰς τὴν
1514προαγωγὴν τῆς Θεσσαλίας, τὸ τῆς μικρᾶς ἰδιοκτησίας.
1515Ἀλλὰ, λέγουσι, τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα σήμερον δύναται νὰ
1516διαθέσῃ τὸ Κράτος, ἢ τὰ ἰδιωτικὰ κεφάλαια, πρὸς ἐξαγορὰν
1517τῶν κτημάτων, δὲν ἐπαρκοῦσιν. Εἶναι ὅμως τοῦτο λόγος, ὅπως
1518ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν συστήματος, τὸ ὁποῖον ἔχει
1519τοσαῦτα ἐλαττώματα; Ποσῶς. Ἰδοὺ ὅτι δὲν διαφωνοῦμεν
1520κατ’ ἀρχὴν, διαφωνοῦμεν μόνον εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀρχῆς
1521αὐτῆς, ὡς γίνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ καὶ ἄλλη
1522ἐγεννήθη διαφωνία, πολὺ εὐλόγως, νομίζω, ἐν τῇ ἑτέρᾳ ἐπι-
1523τροπῇ, ἡ ὁποία ἐξήτασεν ἕτερα σχετικὰ περὶ Θεσσαλίας ἐπί-
1524σης νομοσχέδια. Ὡς γνωστὸν, διὰ νομοσχεδίων ἄλλων ἐπαγ-
1525γέλλεται ἡ Κυβέρνησις, ὅπως βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν...
1526(κίνησις ἀνυπομονησίας ἐν τῇ δεξιᾷ).
1527§67ΛΑΜΠΡΥΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε, Πρόεδρε, συζητεῖται ἡ
1528οὐσία τοῦ νομοσχεδίου;
1529§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἀγαπᾶτε νὰ κάμω;
1530§69ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Βόλου συνεζήτησε
1531γενικῶς, καὶ ὀφείλω νὰ δώσω ἐξηγήσεις, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν
1532αἱ διαφωνίαι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἀνέφερε... Λοιπὸν, κύριε
1533Πρόεδρε, μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων ὑπάρχουσι καὶ νομο-
1534σχέδια φορολογικὰ, ἐν οἷς τὸ περὶ συστάσεως ταμείου, τὰ ὁποῖα
1535κατὰ τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως θέλουσι συντελέσει εἰς τὴν
1536λύσιν τοῦ γεωργικοῦ ζητήματος ἐν Θεσσαλίᾳ. Καὶ ἐπ’ αὐτῶν,
1537μολονότι δὲν ἦτο ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν ἀνῆκον, νὰ ἐξε-
1538τάσῃ τὴν ἀξίαν καὶ τὴν σκοπιμότητα αὐτῶν, οὐχ ἧττον
1539ὅμως ἐξ ἀνάγκης ἐγένετο λόγος καὶ ἐσχηματίσθη ἡ ἰδέα, ὅτι
1540ἀντὶ νὰ βελτιώσωσι τὴν κατάστασιν τῆς Θεσσαλίας, θὰ τὴν
1541χειροτερεύσωσι, διότι τὰ βάρη, εἰς τὰ ὁποῖα σήμερον ὑπο-
1542βάλλεται ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς τῆς Θεσσαλίας, εἶναι το-
1543σαῦτα, ὥστε δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν προσθήκην νέων βαρῶν, ἔστω
1544καὶ πρὸς βελτίωσιν δῆθεν τῆς καταστάσεως. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον
1545ἐπιδιώκουν, καὶ τὸ ὁποῖον δικαιολογεῖ ἐν τῷ πνεύματι τοῦ
1546εἰσηγητοῦ τὰ νομοσχέδια, εἶναι, ὅτι μετατρέπονταί τινες φό-
1547ροι, ἀλλ’ ἡ μετατροπὴ γίνεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε
1548κατὰ τὴν γνώμην καὶ αὐτῶν τῶν Θεσσαλῶν Βουλευτῶν, οἱ
1549ὁποῖοι ὑποτίθεται ὅτι περισσότερον παντὸς ἄλλου γινώσκουν
1550τὰ πράγματα, ἡ μετατροπὴ αὕτη γίνεται πρὸς ζημίαν τοῦ
1551γεωργικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Θεσσαλίας.
1552Λοιπὸν λέγω, συνοψίζων, ὅτι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν
1553πρόκειται νὰ συζητήσω σήμερον, δὲν εἶναι σύμφωνα μὲ τὰς
1554ἀνάγκας τῆς Θεσσαλίας. Λέγω ὅτι δὲν ἐπιτυγχάνουσι νὰ κατα-
1555στήσωσιν πλέον ἀνεξάρτητον, πλέον αὐτοτελῆ, πλέον αὐτάρ-
1556κη, τὸν γεωργὸν, καταστρέφουσι δὲ τὸν ἰδιοκτήτην τῆς γῆς.
1557Τούτου γινομένου, βεβαίως ἀποβήσεται χείρων ἡ κατάστασις
1558τῶν πραγμάτων ἐν Θεσσαλίᾳ. Τέλος διὰ τῶν νομοσχεδίων
1559τῶν φορολογικῶν, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν καὶ τὰ ὁποῖα πρό-
1560κειται ἐν μέρει νὰ συντηρήσωσι τὸ γεωργικὸν ταμεῖον, τὸ
1561ὁποῖον θὰ συστηθῇ, ἐπιβάλλονται βάρη ἐπὶ τοῦ Θεσσαλικοῦ
1562λαοῦ, δυσανάλογα, τὰ ὁποῖα θὰ φέρωσιν οὐχὶ βελτίωσιν,
1563ἀλλὰ χειροτέρευσιν τῆς καταστάσεως αὐτοῦ. Ἰδοὺ διατὶ διε-
1564φωνήσαμεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθη τὸ
1565νομοσχέδιον. Δὲν πρέπει ἑπομένως νὰ παρίσταται, ὅτι ὑπάρ-
1566χουσι Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἀνθίστανται εἰς τὴν ἀρχὴν, τὴν
1567ὁποίαν τὰ νομοσχέδια αὐτὰ πιστεύεται ὅτι καθιεροῦσι καὶ
1568τὴν ὁποίαν καὶ σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξύ-
1569μνησε, τὴν ἀρχὴν τῆς βελτιώσεως τῆς καταστάσεως τῆς γεωρ-
1570γίας ἐν Θεσσαλίᾳ διὰ τῆς μικρᾶς ἰδιοκτησίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ
1571γνώμη ἡμῶν. Ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὑπεστήρι-
1572ξεν, ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν νομοσχε-
1573δίων αὐτῶν, τοιαύτην γνώμην, νομίζω, εἶχεν, ὅτι ἔπρεπε τὰ
1574νομοσχέδια ταῦτα νὰ συζητηθῶσι, μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι,
1575συζητούμενα ἐν τῇ Βουλῇ, ἦτο λίαν πιθανὸν, ὅτι ἤθελον ἀποῤ-
1576ῥιφθῆ κατ’ ἀρχήν. Βεβαίως ἡ κατάστασις ἡ ἀμφίβολος, ἡ
1577ὁποία ἐδημιουργήθη ἐν Θεσσαλίᾳ ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν νο-
1578μοσχεδίων αὐτῶν, βλάπτει, πρόκειται ὅμως πολὺ περισσότερον
1579νὰ βλάψῃ, ἂν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, τὸ περὶ διανομῆς γῆς εἰς
1580τοὺς καλλιεργητὰς τῆς Θεσσαλίας, γείνῃ δεκτὸν, διότι ἅπαξ
1581γενόμενον δεκτὸν θέλει καθιερώσει διαρκῶς, μέχρις ὅτου ἐπέλθῃ
1582ὁριστική τις λύσις, τὴν ἀμφιβολίαν αὐτὴν ἐπὶ τῆς ἰδιοκτη-
1583σίας ἐν Θεσσαλίᾳ. Χειρότερον κακὸν ἀπὸ τὴν ἀμφιβολίαν τῆς
1584ἰδιοκτησίας δὲν ὑπάρχει.
1585Νομίζω ὅτι, μόνον ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκλείψῃ ἐντελῶς ὁ
1586κανονισμὸς τῆς ἰδιοκτησίας, ὁ ὁποῖος διὰ τῶν νομοσχεδίων ἐπι-
1587διώκεται, νὰ ἐπιζητηθῇ δὲ ἄλλος, ἐπὶ οἵων βάσεων ἡμεῖς ὑπε-
1588στηρίξαμεν, βεβαίως θὰ ἀποκαθίστατο κοινωνικὴ τάξις καὶ
1589ἀσφάλεια, καὶ θὰ ἐπανήρχοντο αἱ ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι ἤδη
1590διὰ τῶν νομοσχεδίων ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὴν ἰδιοκτησίαν. Ἐὰν
1591δ’ ἐπρόκειτο νὰ γένηται συζήτησις περὶ τῆς ἀξίας τῶν νομο-
1592σχεδίων αὐτῶν, ὡς διατυποῦνται ἐν ταῖς λεπτομερίαις αὐτῶν,
1593θὰ ἐπείθεσθε ὅτι ὅλοι εἴμεθα ἐν ὁμοφωνίᾳ. Διότι τίς δύναται
1594ν’ ἀμφισβητήσῃ τὰ κακὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀφαιρέσεως μέρους
1595μόνον τῶν κτημάτων, καθ’ ὃν τρόπον πράττει τὸ νομοσχέδιον;
1596Τίς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι, ἅπαξ ἀρξαμένου τοῦ ἀγῶ-
1597νος μεταξὺ καλλιεργητοῦ καὶ ἰδιοκτήτου, ὡς γίνεται διὰ τοῦ
1598νομοσχεδίου, οὗτος οὔτε μίαν πλέον ἡμέραν θὰ σταματήσῃ,
1599μέχρις οὗ ἢ ὁ ἰδιοκτήτης ἀναγκασθῇ νὰ πωλήσῃ τὸ ὑπόλοι-
1600πον κτῆμά του, ὑφ’ οὓς ὅρους θὰ τοῦ ἐπιβάλουν οἱ καλλιερ-
1601γηταί, ἢ ὁ νόμος ἐκ νέου τὸν ἐξαναγκάσῃ εἰς τοῦτο; Ἐπι-
1602διώκεται ἡ τελεία ἀφαίρεσις δηλονότι τῶν κτημάτων διὰ
1603τοῦ χειροτέρου τρόπου. Ἡμεῖς εἴμεθα κατὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ
1604τοῦ νομοσχεδίου.
1605Ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἔποψιν, θεωρῶ ὅτι ἡ ἀποστολὴ ἐξεταστι-
1606κῆς ἐπιτροπῆς τῶν πραγμάτων εἰς Θεσσαλίαν δύναται νὰ
1607συντελέσῃ, ὅπως, ἂν ἐπικρατῇ καλὴ πίστις ἐν αὐτῇ, φωτισθῇ
1608πληρέστερον καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἀλη-
1609θοῦς καταστάσεως τῶν πραγμάτων καὶ προβῇ εἰς ἀποφάσεις
1610συμφωνοτέρας πρὸς αὐτά, πρὸς τὰς ἀνάγκας, πρὸς τὸ δίκαιον.
1611Ὑπάρχουσιν ἐν τῷ κανονισμῷ τοῦ ζητήματος τῆς ἰδιοκτη-
1612σίας ἀρχαί τινες καὶ συνέπειαι τοσοῦτον καταφανεῖς καὶ ἀναμ-
1613φισβήτητοι, ἃς ὀφείλομεν νὰ ἀναγνωρίζωμεν καὶ σεβώμεθα,
1614ἀνεξαρτήτως πάσης ἐρεύνης ἐπιτοπίου, ὥστε δὲν ἐννοῶ διατὶ
1615νὰ ζητῶμεν περὶ αὐτῶν δι’ ἐπιτροπῆς νὰ πληροφορηθῶμεν, ἐξε-
1616τάζοντες τὰ πράγματα ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἐν Θεσσαλίᾳ δὲν δυ-
1617νάμεθα νὰ ζητῶμεν πληροφορίας περὶ ἀρχῶν καὶ περὶ στά-
1618σεων, τὰς ὁποίας ὁ κοινὸς νοῦς ὑποδεικνύει, ἐν ᾗ περιπτώσει
1619πρόκειται νὰ τεθῇ χεὶρ ἐπὶ τῆς ἰδιωτικῆς περιουσίας. Ἡ ἐπι-
1620τόπιος ἔρευνα περὶ αὐτῶν εἶναι περιττή. Οὔτε ὅσον ἀφορᾷ
1621τὸ ἄλλο ζήτημα, τὸ ἐκ νομικῶν λόγων, τὸ ἐκ τῆς συνθήκης
1622τῆς προσαρτήσεως, ἥτις ἐπιβάλλει τὴν ἐπέκτασιν τῶν αὐτῶν
1623μέτρων καὶ ἐπὶ τοῦ ἄλλου Βασιλείου, θέλει συντελέσει ἡ ἐπι-
1624τροπή, ἵνα διαφωτισθῇ ἡ Βουλή. Τοῦτο εἶναι ζήτημα, ἐπὶ
1625τοῦ ὁποίου δὲν ἔχει ἡ Βουλὴ ἀνάγκην τοιαύτης ἐπιτοπίου
1626ἐξετάσεως δι’ ἐπιτροπῆς. Ἑπομένως ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς
1627περὶ τῆς ἀνάγκης γενικοῦ νόμου ἐφ’ ὅλου τοῦ Βασιλείου καὶ
1628περὶ ἀπαλλοτριώσεως οὐχὶ τμημάτων τῶν κτημάτων, ἀλλὰ
1629ὁλοκλήρων τῶν κτημάτων, εἶναι ἄσχετος πρὸς πᾶσαν ἐργα-
1630σίαν ἐπιτροπῆς τῶν πραγμάτων, καὶ ὑπόκειται ὡς βάσις οἱου-
1631δήποτε νομοσχεδίου περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν
1632τσιφλικίων. Ἀλλὰ τὴν φορολογίαν θὰ ἠδύνατο ἐπιτροπὴ
1633καθὼς καὶ πραγματικάς τινας πληροφορίας περὶ τῆς κατα-
1634στάσεως τῆς ἰδιοκτησίας ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ τῶν χωρικῶν νὰ
1635ἐρευνήσῃ ἐπὶ τόπου, καὶ μελετήσῃ, ὅπως οὕτω κατορθωθῇ
1636καλλίτερον νὰ διαφωτισθῇ καὶ ὁδηγηθῇ εἰς τὰς ἀποφάσεις
1637αὐτῆς ἡ Βουλή. Ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὰ κύρια ζητήματα, τὰ
1638ὁποῖα διῄρεσαν ἡμᾶς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, περὶ διανομῆς τῆς γῆς,
1639ὅσον ἀφορᾷ τὰς θεμελιώδεις ἀρχάς, ἡ ἐξέτασις ἡ ἐπιτόπιος οὐδὲν
1640θὰ διαφωτίσῃ, οὐδὲν θὰ διευκρινήσῃ, διότι οὐδεμία ὑπάρχει
1641ἀνάγκη φώτων. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς
1642γνώμης, ὅτι ἔπρεπε νὰ συζητηθῶσιν αἱ θεμελιώδεις αὗται
1643ἀρχαί, καὶ μετ’ αὐτὰς ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἂν ὑπάρχῃ
1644ἀνάγκη συστάσεως ἐπιτροπῆς τῶν πραγμάτων, καὶ ἐπὶ ποίων.
1645§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τοπάλης ἔχει τὸν λόγον.
1646§71ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, νὰ συζητή-
1647σωμεν τὰ νομοσχέδια, καὶ δὲν ἐκάμετε καλὰ νὰ δώσητε τὸν
1648λόγον ἐξ ἀρχῆς.
1649§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ μὴ δώσω τὸν λόγον; (Διαμαρτυρίαι
1650κατὰ τῆς συζητήσεως).
1651§73ΤΟΠΑΛΗΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, Κύριοι.
1652§74ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπὸ ὀλίγας λέξεις, δὲν θὰ τελειώ-
1653σωμεν ποτέ!
1654§75ΤΟΠΑΛΗΣ. Παραδόξως σήμερον, ἐν ᾧ δὲν πρόκειται
1655συζήτησις ἐπὶ τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων, εἰσῆλθον οἱ
1656ἀξιότιμοι προλαλήσαντες εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν συζήτησιν
1657αὐτῶν. Ἐὰν ἐπρόκειτο τοῦτο, βεβαίως πολλοὶ τῶν Βουλευ-
1658τῶν θὰ ἐξέφραζον διὰ μακρῶν τὰς γνώμας των ἐπὶ τῶν ἐν
1659λόγῳ νομοσχεδίων, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν συζητοῦνται ταῦτα, δὲν
1660θὰ ἀσχοληθῶ οὐδόλως ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος. Ὁ
1661ἀξιότιμος ὅμως προλαλήσας, ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος,
1662ἀνέμιξεν εἰς τὸν λόγον του καὶ τοὺς ἐκ Θεσσαλίας Βουλευτάς.
1663Βεβαίως ἐγὼ δὲν ἐκπροσωπῶ αὐτούς. Ὁμιλῶ ὅμως ὡς Θεσ-
1664σαλὸς Βουλευτής, καὶ γνωρίζω ὅτι οὐδεμίαν γνώμην ἐξέφρα-
1665σαν οἱ Θεσσαλοὶ Βουλευταί, ὡς Θεσσαλοὶ Βουλευταί, ὡς
1666σύνολον δηλαδή, εἴτε περὶ τοῦ τρόπου τῆς ὑποβολῆς τῶν
1667νομοσχεδίων, εἴτε περὶ τῆς ἀναβολῆς αὐτῶν, εἴτε περὶ τῆς
1668συζητήσεως τούτων. Οἱ Θεσσαλοὶ Βουλευταὶ εἶχον μίαν εὐ-
1669χήν, ἣν καὶ ἐξέφρασαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ μίαν πάν-
1670τοτε ἐπιθυμίαν ἔχουσιν, ἵνα ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐπιληφθῇ
1671ὁπωσδήποτε τῆς μερίμνης τῶν Θεσσαλικῶν ζητημάτων, διότι
1672φρονοῦσιν, ὅτι ἡ παραγωγὴ σήμερον, ὡς ἔχει, ἔχει κάκιστα.
1673Καὶ ἡ Κυβέρνησις πράγματι ἐπελήφθη τούτου. Ἀναντιῤῥή-
1674τως δὲν εἶναι μόνα τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῶν νομο-
1675σχεδίων αὐτῆς θιχθέντα ζητήματα, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀσχο-
1676λοῦσι τὸν λαὸν καὶ τὴν παραγωγὴν τῆς Θεσσαλίας, διὰ τού-
1677των ὅμως ἔδειξεν ἡ Κυβέρνησις ὁπωσδήποτε σοβαρὰν μέρι-
1678μναν, εἰσαγαγοῦσα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ σπουδαῖον ζήτη-
1679μα τῆς παραχωρήσεως γαιῶν εἰς τοὺς καλλιεργητάς.
1680Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς στιγμῆς τὸ ζήτημα τοῦτο ἦλθεν ἐνώπιον
1681τῆς Βουλῆς, ἔπαυσε πλέον νὰ ἦναι ζήτημα μόνον Θεσσα-
1682λικόν, ἑπομένως καὶ οἱ Θεσσαλοὶ Βουλευταὶ ἔπαυσαν νὰ ὑπο-
1683στηρίζωσι τὸ ζήτημα τοῦτο ὡς τοιοῦτον. Εἶναι Ἕλληνες
1684Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσι πλέον τὸ ζήτημα ὑπὸ
1685γενικωτέραν ἔποψιν, ὑπὸ ἐθνικήν, διότι τὸ ζήτημα τῆς Θεσ-
1686σαλικῆς παραγωγῆς εἶναι ἐθνικὸν, ὡς ὀρθῶς ὠνομάσθη ὑπὸ
1687τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, χαρακτηρίσαντος τὴν
1688παραγωγὴν τῆς Θεσσαλίας ὡς ἐθνικὴν παραγωγήν. Ὥστε
1689φρονῶ, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι τεθειμένον ὀρθῶς. Ἤχθη τοῦτο
1690ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; εἶναι ζήτημα πλέον τῆς δικαιοδο-
1691σίας ὅλης τῆς Βουλῆς.
1692Βεβαίως εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο, Κύριοι, ἵνα τὰ Θεσσαλικὰ
1693νομοσχέδια συζητηθῶσιν ὅσον οἷόν τε ταχύτερον, ὄχι διότι
1694ἐδημιούργησαν μίαν ἐκκρεμότητα, ἥτις δύναται νὰ ἦναι ἐπι-
1695βλαβής. Ἡ ἐκκρεμότης αὕτη ὑπῆρχεν ἀνέκαθεν, ὡς ὀρθῶς
1696καὶ ὁ κ. ἐκ Βόλου συνάδελφός μου καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
1697Κυβερνήσεως εἶπον. Πιθανὸν νὰ ἐξῆψέ τινας εὐφαντάστους
1698κεφαλὰς ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ περὶ παραχωρήσεως γαιῶν νομο-
1699σχεδίου, ἀλλ’ αὐτοί, ἅμα ὡς συνίδωσι τὸ ἄδικον αὐτῶν, θὰ
1700συνέλθωσιν. Οὐχ ἧττον ὅμως, διότι τὸ ζήτημα αὐτὸ καθ’
1701ἑαυτὸ εἶναι ἐπεῖγον καὶ σοβαρὸν, εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητηθῇ
1702ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον. Ἀτυχῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
1703συζητηθῇ πρὸ τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα, διότι συμφέροντα
1704σπουδαιότερα, ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κρά-
1705τους, ἀντιτάσσονται εἰς τοῦτο. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν, εἰμὴ
1706νὰ ὑποχωρήσωμεν, καὶ νὰ παραδεχθῶμεν, ὅπως τὰ Θεσσα-
1707λικὰ νομοσχέδια ἀναβληθῶσιν, ἵνα συζητηθῶσιν εἴτε μετὰ
1708τὸ Πάσχα, ἐὰν ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις δώσωσιν, ὡς ἐλ-
1709πίζω, πρὸς τοῦτο τὴν συνδρομήν των, εἴτε ἀφεύκτως κατὰ
1710τὴν πρώτην ἐλευσομένην σύνοδον τῆς τρεχούσης περιόδου.
1711Ἕτερον παρεμπῖπτον σήμερον ζήτημα ἦτο ἡ πρότασις
1712τοῦ κ. Τσαμαγκίδου περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγ-
1713μάτων ἐπιτροπῆς διὰ τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια. Ἀλλὰ φρο-
1714νῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἔχουσιν ἤδη ὅλας τὰς
1715ἀπαιτουμένας πληροφορίας περὶ τῶν Θεσσαλικῶν πραγμά-
1716των. Ἐὰν δὲν τὰς ἔχωσι, δύνανται νὰ ἀποταθῶσι πρὸς τοὺς
1717Θεσσαλοὺς Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι θὰ δώσωσι βεβαίως ὅλας
1718τὰς σχετικὰς πληροφορίας κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἐν λό-
1719γῳ νομοσχεδίων, καὶ τὰς ὁποίας θὰ συμπληρώσωσι καὶ οἱ
1720ἀξιότιμοι συνάδελφοι τοῦ λοιποῦ Κράτους. Ἐν πάσῃ ὅμως
1721περιπτώσει, ἀφοῦ τὰ νομοσχέδια δὲν ἤχθησαν εἰσέτι ἐνώπιον
1722τῆς Βουλῆς καὶ ἀφοῦ δὲν εἶναι γνωστὸν, ἂν δὲν θὰ ἐπαρκέ-
1723σωσιν αἱ πληροφορίαι καὶ αἱ γνῶμαι, αἵτινες θὰ ἀναπτυ-
1724χθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτῶν, ἡ ἐπιτόπιος ἐξέτασις
1725τῶν πραγμάτων νομίζω ὅτι θὰ ἦναι προσβολὴ ἀπέναντι
1726τῶν Θεσσαλῶν Βουλευτῶν, προοβολὴ ἄδικος, λέγω, διότι οἱ
1727Θεσσαλοὶ Βουλευταί, φρονῶ ὅτι γνωρίζουσι κάλλιστα τὴν
1728κατάστασιν τῶν ἐπαρχιῶν των. Καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι,
1729μόνον ὅταν ἐκ τῆς συζητήσεως δὲν προκύψῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνη-
1730σις ἢ ἡ Βουλὴ ἐφωτίσθησαν ἐπαρκῶς, τότε καὶ μόνον δέον
1731νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία νὰ μεταβῇ εἰς Θεσσαλίαν
1732πρὸς ἐπιτόπιον τῶν πραγμάτων ἐξέτασιν.
1733§76Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐξηγήσεις θὰ δώσω. Ὁ κ. ἐκ Μεσο-
1734λογγίου συνάδελφος λίαν προώρως ἔσπευσε νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώ-
1735μην... (διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὁ κύριος Βου-
1736λευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, λέγω, λίαν προώρως ἔσπευσε νὰ δη-
1737λώσῃ τὴν γνώμην του ἐν ταῖς λεπτομερείαις τῶν νομοσχεδίων,
1738λίαν ἀσκόπως καὶ οὐχὶ πολὺ σαφῶς, διότι δὲν γνωρίζω πόσοι
1739ἐξ ἡμῶν ἠδυνήθητε νὰ ἐννοήσητε τὰς γνώμας αὐτοῦ. Ἀλλὰ
1740καὶ λίαν ἀδικαιολογήτως ἔθηκεν εἰς τὸ στόμα μου λέξεις
1741καὶ ἐννοίας, τὰς ὁποίας ἐγὼ οὐδέποτε ἐξέφερα, διότι ἐγὼ
1742ὑπῆρξα σαφέστατος. Καὶ ἤδη ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ
1743ὀφείλει μεγάλας χάριτας εἰς τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι διὰ
1744τῆς πείρας καὶ τῶν φώτων αὐτῶν συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ
1745καταλήξῃ ἡ ἐπιτροπὴ εἰς συμπεράσματα κατὰ τὸ μᾶλλον
1746καὶ ἧττον ἀκριβῆ. Ἀλλὰ παρεγνωρίσθη καὶ ἄλλη τις ἰδέα·
1747ὁ ἐκ Μεσολογγίου κ. συνάδελφος ἐνόμισεν, ὅτι ὑπάρχει τις
1748τῶν Βουλευτῶν τῆς Θεσσαλίας, ὅστις δύναται νὰ ἔχῃ ἄλ-
1749λον σκοπὸν, παρὰ τὴν πραγματικὴν ἁρμονίαν μεταξὺ ἰδιο-
1750κτητῶν καὶ γεωργῶν. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω τινά. Πάντες οἱ ἐκ
1751Θεσσαλίας συνάδελφοι ἐπελήφθησαν ἐνθέρμως τῶν προτάσεων
1752τούτων, διὰ νὰ φέρωσι τὴν ἁρμονίαν μεταξὺ τῶν ἰδιοκτη-
1753τῶν καὶ τῶν γεωργῶν, ἡ ὁποία δὲν ὑπῆρχε καὶ δὲν ὑπάρ-
1754χει, διότι πάντες οἱ συνάδελφοι ἐκ Θεσσαλίας γνωρίζουσιν,
1755ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπὸς ἄνευ
1756πραγματικῆς ἁρμονίας, στηριζομένης εἰς τὸ κοινὸν συμφέρον.
1757Δὲν θέλω λοιπὸν νὰ παραδεχθῶ, ὅτι τινὲς τῶν συναδέλφων
1758μονομερῶς ἐξετάζουσι τὰ συμφέροντα τῶν καλλιεργητῶν,
1759καὶ τρόπον τινὰ ἐχθρικῶς ἵστανται ἀπέναντι τῶν ἰδιοκτη-
1760τῶν, διότι οἱ ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφοι ἐκπροσωποῦσιν ἀμφό-
1761τερα τὰ στοιχεῖα καὶ πρὸ πάντων ἐνδιαφέρονται διὰ τὸ
1762ἀγαθὸν τοῦ τόπου. Ἀκριβῶς ὅμως, διότι ὑπὸ τοιούτων ἐμφο-
1763ρούμεθα πάντες αἰσθημάτων, ἀκριβῶς διότι κοινῶς σκοπὸς
1764εἶναι καὶ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως
1765καὶ τῆς Βουλῆς, νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἁρμονία ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρ-
1766χει, καὶ στηριζομένη ἐπὶ ἑδραίας βάσεως, διὰ τοῦτο ἀπεφα-
1767σίσαμεν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ προσφέρῃ τὰ μικρά του φῶτα.
1768Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω διὰ τὴν παρεξήγησιν, εἰς τὴν ὁποίαν
1769ὑπέπεσεν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Μεσολογγίου.
1770Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον θέμα, νομίζω ἀπαραίτητον νὰ γείνῃ
1771συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν πέντε νομοσχεδίων, ἐκ τῆς
1772συζητήσεως δὲ ταύτης δυνάμεθα νὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν
1773σύστασιν ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς.
1774Ἀλλὰ καὶ μίαν ἀκόμη ἐξήγησιν εἰς τὸν ἐκ Μεσολογγίου
1775συνάδελφον. Ἐνόμισεν ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐθεώρησα κομ-
1776ματικόν. Ἐγὼ ἐνόμισα καλὸν νὰ εἴπω, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο
1777εἶναι τοιοῦτον, ὥστε οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν νὰ τὸ ἐνδύσῃ μὲ κομμα-
1778τικὴν χροιάν· διὰ τοῦτο δὲν ἐνόουν νὰ ἀποδώσω τοιαύτας
1779κομματικὰς προθέσεις.
1780§77ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν συνάδελφόν μου κ.
1781Τοπάλην, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη μεταβάσεως ἐπιτροπῆς,
1782ὅπως μελετήσῃ τελειότερον τὰ πράγματα. Ὁ κ. Τοπάλης
1783εἶναι συνεπὴς μὲ τὸν ἑαυτόν του, διότι εἶναι εἷς τῶν εἰσηγη-
1784τῶν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἡμεῖς ὅμως οἱ ἄλλοι δὲν εὑρί-
1785σκομεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ἐπαρκῶς μελετημένον,
1786καὶ δι’ αὐτὸ ἐπιμένομεν εἰς τὴν ἀποστολὴν ἐπιτροπῆς.
1787§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εὐταξίας.
1788§79ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡμεῖς ἐκηρύχθημεν ἀρχῆθεν κατὰ πάσης
1789ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τῶν Θεσσαλικῶν λεγομένων νομο-
1790σχεδίων, εἴτε ὑπὸ τὸ πρόσχημα συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν
1791πραγμάτων ἐπιτροπῆς, εἴτε ὑπὸ τὸ πρόσχημα ὅτι πρέπει νὰ
1792θεωρηθῇ μᾶλλον ἐπείγουσα ἡ συζήτησις ἡ γενικὴ καὶ ἡ ἐπι-
1793ψήφισις αὐτῶν κατ’ ἀρχὴν καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις. Ἡμεῖς
1794ἰσχυρίσθημεν καὶ ἀπεδείξαμεν, ὅτι τὸ ἀνακινηθὲν ζήτημα ἐν
1795Θεσσαλίᾳ διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου εἶναι ζήτημα
1796κοινωνικὸν ὑψίστης σημασίας, ὥστε ἀπέναντι αὐτοῦ ἔπρεπε
1797νὰ ὑποχωρήσῃ καὶ αὐτὴ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
1798διότι, κύριε Πρόεδρε, τὸ πρῶτον νῦν ἀναβάλλεται ἐπὶ μῆ-
1799νας ὁλοκλήρους ἡ συζήτησις καὶ ἐπιψήφισις τοῦ Προϋπο-
1800λογισμοῦ, τὸ πρῶτον νῦν καλούμεθα διὰ δωδεκατημορίων
1801νὰ πληρώσωμεν τὴν τρέχουσαν ἀνάγκην τῶν ἐσόδων καὶ ἐξό-
1802δων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Δὲν ἠξεύρω ἐπὶ τέ-
1803λους, μετὰ τοσοῦτον χρόνον, ὁποῖον Προϋπολογισμὸν θὰ ἐπι-
1804ψηφίσωμεν. Μετὰ τὰς ἐπανειλημμένας μάλιστα δηλώσεις
1805τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τὰς ἀποκοπὰς τμημάτων ἐκ τοῦ
1806Προϋπολογισμοῦ τούτου πρὸς καταρτισμὸν ἰδίων τεμαχίων,
1807ἕκαστος εὐκόλως ἐννοεῖ, ὁποῖαι μεταβολαὶ δύνανται νὰ ἐπέλ-
1808θωσι διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν ὅλην
1809ἡμῶν οἰκονομικὴν διαχείρισιν, μεταβολαὶ τοιαῦται, ὥστε
1810νὰ ἐπιβάλλωσι τὴν ἄμεσον ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Ἦτο καλὸν ἡ
1811συζήτησις καὶ ἐπιψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ γείνῃ πρὸ
1812τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους, ἦτο καλὸν νὰ μὴ γείνῃ ἡ οἰκονομικὴ
1813διαχείρισις τοῦ Κράτους ἐπὶ δύο μῆνας καὶ πλέον ἄνευ Προϋ-
1814πολογισμοῦ, ἄνευ δωδεκατημορίου· ἀλλ’ ἀφοῦ ταῦτα ἐγέ-
1815νοντο, ἂν ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ
1816ἐπὶ δύο καὶ τρεῖς ἑβδομάδας, οὐδεμία μείζων ζημία ἐντεῦθεν
1817καὶ οὐδεμία μείζων ἀθέτησις τοῦ Συντάγματος δύναται νὰ
1818προέλθῃ. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι διὰ τῆς προ-
1819τεινομένης κατ’ ἀρχὴν συζητήσεως τῶν Θεσσαλικῶν νομο-
1820σχεδίων προτείνεται νὰ ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ Προϋπο-
1821λογισμοῦ. Πόσας συνεδριάσεις δύναται νὰ καταναλώσῃ ἡ
1822συζήτησις τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων κατ’ ἀρχήν; Ἂς
1823καταναλώσῃ δύο, τὸ πολὺ τρεῖς· πλείονας δὲν θὰ κατανα-
1824λώσῃ. Πόσας δὲ ἡμέρας θ’ ἀπαιτήσῃ ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ
1825Προϋπολογισμοῦ; Δὲν πρόκειται τὸ πρῶτον νῦν νὰ συζη-
1826τήσωμεν τὸν προκείμενον Προϋπολογισμόν. Συνεζητήθησαν
1827μέχρι τοῦδε τοσοῦτοι Προϋπολογισμοί, διὰ πολλοὺς δ’ ἐξ
1828αὐτῶν, καίτοι ἐνέχοντας καινοτομίας πολλάς, δὲν ἀπῃτεῖτο
1829μακρὰ συζήτησις. Πολὺ ὀλιγώτερον νῦν, προκειμένου περὶ
1830Προϋπολογισμοῦ τρεχούσης ὅλως ὑπηρεσίας, διὰ τοῦ ὁποίου
1831οὐδεμία ἀπολύτως καινοτομία εἰσάγεται, ἐξακολουθοῦμεν δὲ
1832νὰ βαίνωμεν τὴν αὐτὴν πεπατημένην ὁδὸν τῶν Προϋπολογι-
1833σμῶν τῶν μέχρι τοῦδε, πολὺ ὀλιγώτερον, λέγω, περὶ τούτου
1834θ’ ἀπαιτηθῇ μακρὰ συζήτησις. Ἐγὼ τοὐλάχιστον καὶ ἄλ-
1835λοι ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης δὲν προτιθέμεθα νὰ λάβωμεν
1836τὸν λόγον καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς λεπτομερείας καὶ παρατά-
1837ξωμεν ἀριθμούς. Θὰ ἀρκεσθῶμεν νὰ παραπέμψωμεν τοὺς
1838συναδέλφους εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἀγορεύσεων ἡμῶν ἐπὶ
1839τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ 1892, 1893 καὶ 1894, διότι
1840ὁ παρὼν Προϋπολογισμὸς εἶναι ἁπλοῦν, ἂν ὄχι κακόζηλον,
1841ἀντίγραφον τῶν Προϋπολογισμῶν ἐκείνων. Τί δὲ θὰ γείνῃ
1842τότε ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν αὐτοῦ; Ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ νυκτὶ,
1843«ἀντιστάσεως μὴ οὔσης», θὰ ψηφισθῶσι καὶ τὰ ἔσοδα καὶ
1844τὰ ἔξοδα. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνακινηθῇ
1845τὸ ζήτημα τῆς συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν
1846θεμάτων, εἰς ἃ ἀφορῶσι τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια, πρὶν ἢ
1847γείνῃ ἡ κατ’ ἀρχὴν συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν. Αἱ ἐπιτροπαὶ
1848αὐταὶ συνιστῶνται εἰς δύο στάδια. Ὅταν τὸ πρῶτον ἀνα-
1849κινῶνται τοιαῦτα ζητήματα σπουδαῖα, ὡς εἶναι τὸ ἀγρο-
1850τικὸν, διὰ τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατὸν νὰ συνταραχθῇ ἡ δημο-
1851σία τάξις, συνιστῶνται αἱ ἐπιτροπαὶ, καὶ συντελοῦσιν εἰς δια-
1852φώτισιν τοῦ ζητήματος. Αἱ ἐπιτροπαὶ συνιστῶνται καὶ ὅταν
1853ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια ἀναφερόμενα εἰς με-
1854γάλα ζητήματα, ἀλλ’ ἀφοῦ γείνωσι κατ’ ἀρχὴν αἱ συζητήσεις.
1855Ἄνευ τοιούτων γενικῶν συζητήσεων, οὐδέποτε προβαίνουν εἰς
1856τὴν σύστασιν τοιαύτης ἐπιτροπῆς. Ἐγὼ δὲν ἀπεκδέχομαι πολ-
1857λὰ ἐκ τῆς τοιαύτης ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, διότι ἠξεύρω, πῶς
1858συνήθως συνιστῶνται καὶ πῶς λειτουργοῦσιν αἱ ἐπιτροπαὶ αὗ-
1859ται. Ὑπῆρξε κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν ἐκκλησια-
1860στικῶν νομοσχεδίων. Μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης εἴμεθα ἐγὼ,
1861ὁ κ. Βουλπιώτης, ὁ κ. Βαλέτας. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἴχο-
1862μεν εἰδικότητά τινα ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων. Ἀλλ’ ἡ-
1863μεῖς εἴμεθα οἱ μόνοι, οἱ ὁποῖοι παρευρισκόμεθα τακτικῶς, καὶ
1864ἠναγκαζόμεθα νὰ ἐπανερχώμεθα οἴκαδε ἄπρακτοι, ἐλλείψει
1865ἀπαρτίας ἐξ ἀπουσίας τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας. Ἀφοῦ
1866δὲ ἐξ αἰτίας ἄλλων καὶ οὐχὶ ἡμῶν ἐματαιώθη τὸ ἔργον τῆς
1867ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ἐκλήθη τὸ Προεδρεῖον νὰ ὀνομάσῃ ἄλλην
1868ἐπιτροπὴν, ἐφρόντισε δὲ τοῦτο ν’ ἀποκλείσῃ τότε μόνους
1869ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἐδείξαμεν προθυμίαν. Τίς μᾶς ἐγγυᾶται, ὅτι
1870θὰ γείνῃ καλλίτερος ὁ καταρτισμὸς τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐπὶ τῶν
1871Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων;—διότι ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων
1872δὲν ἀπαιτεῖται ν’ ἀντιπροσωπεύουν οἱ ἀποτελέσοντες τὴν ἐπι-
1873τροπὴν τὴν γεωργίαν μόνον, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωσι καὶ γνώ-
1874σεις γενικωτέρας, πρὸς δὲ γνώσεις τῶν ἀγροτικῶν σχέσεων,
1875τῶν ἀπαντωσῶν παρ’ ἡμῖν, οὐχὶ ἐν ὡρισμένῳ τμήματι, ἀλλὰ
1876ἐν ἁπάσῃ τῇ Ἑλλάδι, γνώσεις τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ὑπὸ
1877πᾶσαν ἔποψιν, διὰ νὰ ἦναί τις εἰς θέσιν νὰ ἀρυσθῇ τὰς ἀναγ-
1878καίας πληροφορίας, καὶ νὰ συνοψίσῃ αὐτὰς, καὶ νὰ τὰς ὑπο-
1879βάλῃ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς Βεβαίως, Κύριοι, ἐὰν ἐγνώ-
1880ριζον ὅτι θὰ ἐγίνετο τοιαύτη ἐπιτροπὴ, θὰ ἔδιδον τὴν ψῆ-
1881φόν μου· ἀλλὰ πότε; Μετὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τῶν νο-
1882μοσχεδίων. Βεβαίως, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἐπιτροπὴ, δυνα-
1883μένη ν’ ἀποτελεσθῇ ἐκ μελῶν ἐχόντων τὴν ἁρμοδιότητα, θὰ
1884ἔδιδον καὶ ἐγὼ τὴν ψῆφόν μου· διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ κα-
1885νονισμοῦ ζητήματος, ἀνάγοντος τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ εἰς τὸν
1886Ἀλῆ–Πασσᾶν, ὡς ἰσχυρίσθη τις. Ὁ τοιαῦτα λέγων ἀγνοεῖ
1887ὅλως τὸ ζήτημα τῆς Θεσσαλίας. Πρόκειται ἐκεῖ περὶ σχέ-
1888σεων ἀγροτικῶν ἐξ ἀμνημονεύτων χρόνων, περὶ σχέσεων ἀπαν-
1889τωσῶν καὶ εἰς τὴν ἐποχὴν τῶν ἀρχαίων Θεσσαλῶν καὶ μετ’
1890αὐτοὺς καὶ ὑπὸ τοὺς Ῥωμαίους καὶ ὑπὸ τοὺς Βυζαντινοὺς
1891καὶ ἐπὶ Τουρκοκρατίας. Αἱ τοιαῦται δὲ σχέσεις δὲν εἶναι δυ-
1892νατὸν νὰ κανονισθῶσι διὰ τῆς ὑποβολῆς ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ
1893ὁποῖον συνετάχθη, ὅπως συντάσσονται συνήθως τὰ νομοσχέ-
1894δια παρ’ ἡμῖν. Ἄν θελήσωμεν, Κύριοι, νὰ ἐργασθῶμεν εἰλι-
1895κρινῶς,—καὶ ἡ εἰλικρίνεια δὲν θὰ λείψῃ βεβαίως ἐκ μέρους
1896ἡμῶν—νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν γενι-
1897κὴν συζήτησιν εὐθὺς σήμερον, συζήτησιν, ἡ ὁποία βεβαίως
1898δὲν θὰ διαρκέσῃ πλέον τῶν δύο συνεδριάσεων, μεθ’ ἃς θὰ ἔχω-
1899μεν ὑπολοίπους ἓξ συνεδριάσεις ἀκόμη, καθ’ ἃς δύνανται νὰ
1900ψηφισθῶσι δέκα Προϋπολογισμοί. Κύριοι, ἂν νομίζητε ὅτι τῶν
1901ζητημάτων τῶν Θεσσαλικῶν ἐπελήφθητε μετὰ σπουδῆς ἐμ-
1902πρεπούσης εἰς νομοθετικὸν Σῶμα, δὲν πρέπει νὰ ἀρκεσθῆτε μό-
1903νον εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν νομοσχεδίων τούτων εἰς τὴν Βου-
1904λήν. Πρέπει νὰ ἔχητε τὸ θάῤῥος νὰ ἀντιμετωπίσητε καὶ τὴν
1905γενικὴν συζήτησιν, καὶ νὰ προέλθητε εἰς μίαν ἀπόφασιν, εἴτε
1906οὕτως εἴτε ἄλλως. Οὕτω πως θὰ ἀποδείξητε, ὅτι μεμελε-
1907τημένως προήλθατε εἰς τὴν ὑποβολὴν τοιούτων νομοσχεδίων,
1908οὕτω θὰ διαψεύσητε τὰς διαδόσεις, αἱ ὁποῖαι ἀνεγράφησαν ἐν
1909τῇ δημοσιογραφίᾳ, καὶ δὴ οὐχὶ διὰ λόγων, ἀλλὰ διὰ πραγμά-
1910των ἀποδεικνύοντες, ὅτι διὰ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν πρόκειται
1911νὰ θεραπεύσητε ἀληθεῖς καὶ σπουδαίας ἀνάγκας τοῦ τόπου.
1912§80ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ συζητήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας
1913τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων, διότι δὲν εἶναι τὸ θέμα περὶ
1914αὐτῶν σήμερον. Νομίζω ὅμως ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ὑποβάλω
1915παρατηρήσεις τινὰς ἐφ’ ὅσων ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουρ-
1916γικοῦ Συμβουλίου εἶπε πρὸ ὀλίγου ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
1917Ἀπό τινος χρόνου παρετηρήθη ὑπὸ πολλῶν μελῶν τοῦ Κοι-
1918νοβουλίου μετὰ λύπης, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουρ-
1919γικοῦ Συμβουλίου παρῄτησε τὴν ἁβροέπειαν, ἥτις ἄλλοτε τὸν
1920διέκρινε, καὶ τὴν εὐπρέπειαν ἐν τῷ συζητεῖν. Λυπεῖταί τις,
1921βλέπων αὐτὸν ἀτόπως ὀργιζόμενον, καθ’ ὃν χρόνον συνιστᾷ
1922εἰς τοὺς ἄλλους ψυχρότητα, καὶ ἀναιτίως ἐπιτιθέμενον κατὰ
1923τῶν ἀντιφρονούντων, κατὰ τρόπον ἥκιστα κοινοβουλευτικόν.
1924Εἶπεν, εἰς ἐμὲ ἀπαντῶν, ὅτι ἄλλοι εἰσὶν οἱ ἐπιδιώκοντες
1925τὴν εἰς τὴν ὑπουργίαν ἄνοδον, ἐνῷ αὐτὸς ὑπολαμβάνει ὡς
1926θυσίαν νὰ παρακάθηται ὅπου παρακάθηται. Δὲν ἠξεύρω
1927ποίαν εἶχεν ἀφορμὴν νὰ καταλογίζῃ εἰς τοὺς ἀντιφρονοῦντας
1928αὐτῷ αἰσθήματα φιλοδοξίας, ἐνῷ οὗτοι ἔχουσι τὴν γνώμην,
1929ὅτι εἶναι ἀληθὴς θυσία τὸ διοικεῖν καὶ διαχειρίζεσθαι τὰ
1930κοινά, εἰς ὃ σημεῖον, ἕνεκα τῶν σφαλμάτων τῆς σημερινῆς
1931Κυβερνήσεως, περιῆλθον. Δὲν φρονῶ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόε-
1932δρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δικαιοῦται νὰ ὑπολαμ-
1933βάνῃ τοὺς ἄλλους κατωτέρους αὐτοῦ κατὰ τὸν πατριωτισμὸν
1934καὶ τὴν ἐθελοθυσίαν, καὶ ὡς κατεχομένους ὑπὸ αἰσθήματος
1935ἀρχομανίας. Ἐὰν ἄλλοι κατόπιν αὐτοῦ ἤθελον ἀναγκασθῆ
1936νὰ ἀναλάβωσι τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν, βεβαίως ἤθελον ὑπο-
1937λάβει τοῦτο ὡς ἐπιβαλλόμενον καθῆκον, οὐδέποτε δὲ, ὅτι ἤθε-
1938λον προσφέρει εἰς ἑαυτοὺς ὑπηρεσίαν τινά.
1939Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπέ τινα, ὡς ὑπ’ ἐμοῦ
1940λεχθέντα, ἐνῷ οὐδὲν τούτων εἶπον. Ἐγὼ οὐδέποτε εἶπον, ὅτι
1941εἶναι πρέπον πάντα τὰ μέτρα, τὰ συντελοῦντα εἰς τὴν προα-
1942γωγὴν καὶ βελτίωσιν τῆς γεωργίας ἐν Θεσσαλίᾳ, νὰ λυθῶσι
1943μετὰ τὴν τέλεσιν τοῦ συμβιβασμοῦ. Οὐδεὶς τοιοῦτόν τι ἰσχυ-
1944ρίσθη, οὔτε ἐν τῇ προηγουμένῃ συνόδῳ οὔτε ἐν τῇ παρούσῃ.
1945Τοὐναντίον ἐγὼ ὅταν συνεζητοῦντο διάφορα νομοσχέδια ἐν
1946τῇ παρελθούσῃ συνόδῳ, καὶ ὅταν καὶ ἐνταῦθα ἐδόθη σχε-
1947τικὴ ἀφορμὴ ἐν τῇ παρούσῃ συνόδῳ, παρετήρησα, ὅτι ἡ
1948ἀναβολή, ἣν ἑκάστοτε προβάλλει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὰς
1949φορολογικὰς μεταῤῥυθμίσεις τὰς ἐπιβαλλομένας, εἶναι ἀδι-
1950καιολόγητος. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ ἐκκρεμότης τῶν σχέσεων τοῦ
1951ἡμετέρου Κράτους μετὰ τῶν πιστωτῶν αὐτοῦ δικαιολογεῖ τὴν
1952ἀναβολὴν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται ἡμῖν πρὸς
1953τὴν προσήκουσαν ῥύθμισιν τῆς φορολογίας καὶ πρὸς τὴν ἐν γέ-
1954νει βελτίωσιν καὶ ἀνόρθωσιν τῶν κοινῶν· τοὐναντίον νομίζω,
1955ὅτι ἔχομεν καθῆκον, καὶ πρὶν ἢ ἀκόμη συντελεσθῇ ὁ συμβι-
1956βασμὸς, νὰ ἔλθωμεν ἀντιμέτωποι πρὸς τοὺς πιστωτὰς καὶ νὰ
1957καθορίσωμεν τὰ καθ’ ἡμᾶς, καθ’ ὃν τρόπον νομίζομεν κατάλ-
1958ληλον, ὅπως ἐξέλθωμεν ἐκ τῶν δυσχερειῶν, εἰς ἃς εὑρισκό-
1959μεθα.
1960Ὅταν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας καὶ ἐν τῇ
1961παρελθούσῃ συνόδῳ καὶ σήμερον ἔλεγεν, ὅτι ἔχει μὲν δυσμενῆ
1962τὴν γνώμην περὶ τῆς κρατούσης φορολογίας τοῦ οἴνου καὶ
1963περὶ τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἀλλὰ νομί-
1964ζει, ὅτι πᾶσα φορολογικὴ μεταῤῥύθμισις πρέπει νὰ ἀναβληθῇ
1965μέχρις οὗ κανονισθῶσιν αἱ σχέσεις ἡμῶν μετὰ τῶν πιστωτῶν
1966μας, ἐγὼ ἔλεγον, ὅτι τοὐναντίον, ἂν πρόκειται πρὸς τοὺς πι-
1967στωτὰς ἡμῶν νὰ παραστήσωμεν ἀληθῆ καὶ πραγματικὴν τὴν
1968κατάστασιν ἡμῶν, πρέπει νὰ κανονίσωμεν προσηκόντως καὶ
1969ἐπὶ βάσεων σταθερῶν τὰ τῆς φορολογίας· διότι, ἂν σήμερον
1970ἰσχυριζώμεθα, ὅτι μετὰ τὴν συντέλεσιν τοῦ συμβιβασμοῦ ἐπι-
1971φυλασσόμεθα νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς φορολογίας ἡμῶν, ἐμ-
1972βάλλομεν εἰς τοὺς πιστωτὰς ἡμῶν τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι εἶναι
1973πιθανὸν νὰ προέλθωμεν καὶ εἰς μείωσιν τῶν ἐσόδων διὰ τῶν
1974φορολογικῶν καινοτομιῶν, ὥστε νὰ καταστήσωμεν δυσχερῆ
1975τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς θέλομεν ἀναλάβει ἀπέ-
1976ναντι αὐτῶν. Ἐνῷ τοὐναντίον, ἂν ἀπὸ τοῦδε διαῤῥυθμίσωμεν
1977τὰ τῆς φορολογίας ἡμῶν κατὰ τρόπον, ὅστις ὑπὸ τῶν πραγ-
1978μάτων καὶ ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης ἐπεβάλλετο, δικαιούμεθα νὰ
1979εἴπωμεν πρὸς τοὺς πιστωτὰς ἡμῶν, ὅτι δὲν δύναται ἡ Ἑλ-
1980λὰς νὰ διοικηθῇ ἄλλως ἢ ὅπως ἐκανονίσαμεν τὰ περὶ τούτου
1981εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ 1895 καὶ 1896. Αὐτὰ εἶναι
1982τὰ πραγματικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, αὐτὴ εἶναι ἡ οἰκονομικὴ
1983ἀντοχὴ τῆς χώρας. Οἱ πιστωταὶ τοῦ Κράτους οὐδεμίαν δι-
1984καιοῦνται νὰ προβάλωσιν ἀντίῤῥησιν εἰς τὴν προσήκουσαν
1985διαῤῥύθμισιν τῆς φορολογικῆς ἡμῶν νομοθεσίας, ἐνῷ ἄλλως
1986ἴσως δύνανται νὰ προβάλωσι τὴν ἀξίωσιν, ὅτι, ἀφοῦ συνε-
1987τελέσθη ὁ συμβιβασμὸς, πρέπει νὰ διατελῶμεν ὑπὸ τὴν αὐτὴν
1988φορολογίαν, ὅπως μὴ ἐκ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τῆς φορολογικῆς
1989ἐπέλθῃ μείωσίς τις τῶν ἐσόδων, καὶ τὸ Κράτος περιέλθῃ εἰς
1990κατάστασιν νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς
1991ἀνέλαβεν.
1992§81ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ δεκαετίαν εἰργάσθητε, καὶ
1993τὴν ἐφέρατε εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν.
1994§82ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶχε δίκαιον ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ
1995Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι ἡμεῖς, προτείνοντες
1996τὴν πρόταξιν τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων, ἔχομεν τὴν γνώ-
1997μην, ὅτι πρέπει τὰ πάντα νὰ μένωσι μετὰ τὴν τέλεσιν τοῦ
1998συμβιβασμοῦ. Τοὐναντίον παρεστήσαμεν τὴν σπουδαιότητα
1999τῶν νομοσχεδίων. Εἶπον ἐξ ἀρχῆς, ὅτι ἡ ἀρχὴ τῶν Θεσσα-
2000λικῶν νομοσχεδίων εἶναι ἐκπολιτιστικὴ, περὶ τούτου δὲ δὲν
2001ὑπάρχει δευτέρα γνώμη· ἀλλ’ εἴπομεν καὶ ἕτερόν τι, ὅτι, ὅταν
2002ὑποβάλλωνται εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια τοιαύτης σπου-
2003δαιότητος, ὅταν ὑποβάλλωνται μέτρα δυνάμενα νὰ διαταρά-
2004ξωσι τὰς κοινωνικὰς σχέσεις, πρέπει νὰ προηγῆται μελέτη
2005καὶ βάσανος. Εἶπον ὅτι, ἂν σήμερον ὑποβάλλεται ὑπό τινων
2006συναδέλφων τῆς Θεσσαλίας, ἡ γνώμη, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ
2007ἐκλεχθῇ ἐπιτροπὴ πρὸς συλλογὴν τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα
2008εἶναι ἀπαραίτητα εἰς τὴν μελέτην τῶν νομοσχεδίων τούτων,
2009τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα ὑπεβλήθησαν
2010χωρὶς νὰ προηγηθῇ ἡ ἀπαιτουμένη βάσανος καὶ χωρὶς νὰ ἦναι
2011ὥριμον τὸ θέμα οὔτε ἐν τῇ διανοίᾳ τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν ἡ
2012Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι ἔπρεπε νὰ συμβουλευθῇ προηγουμέ-
2013νως τὰς γνώμας τὰς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ κρατούσας, ἠδύνατο
2014κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ προβάλῃ τὸ θέμα. Ἠδύνατο νὰ διεξ-
2015αχθῇ ἡ περὶ τούτου συζήτησις, ὡς ἐγένετο καὶ ἐπὶ τοῦ στα-
2016φιδικοῦ ζητήματος, ἡ δὲ Βουλὴ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἠδύ-
2017νατο νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν ἐπιτροπῆς. Ἄλλως ὅμως
2018ἔδοξε τῇ Κυβερνήσει, ῥυμουλκηθείσῃ ἐξ ἄλλων ἐλατηρίων.
2019Ὑπεβλήθησαν νομοσχέδια ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πάντες
2020οἱ πληθυσμοί, τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα ἐπαπειλοῦνται καὶ
2021ἐπηρεάζονται, εὑρίσκονται εἰς νευρικὴν διατάραξιν, πάντες,
2022τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα πρόκειται ἐκ τῶν νομοσχεδίων νὰ
2023ὑποστῶσι βλάβην, δικαιοῦνται νὰ παραπονῶνται, διότι θέ-
2024λουσι διατελεῖ ἐπὶ πολὺν χρόνον ὑπὸ ἐκκρεμότητα.
2025Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι προσῆκον νὰ ἀναβληθῇ πᾶσα
2026συζήτησις μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ· διότι—δὲν
2027πρέπει νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας—πάντες γι-
2028νώσκετε, ὅτι μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι
2029οὐχὶ ἀμφίβολον, ἀλλὰ βέβαιον, ὅτι δὲν θέλομεν συνεδριάσει
2030πλέον (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ). Ἔχομεν τὴν πεῖραν τοῦ
2031παρελθόντος. Οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ ἔχῃ τὴν ἰδέαν, ὅτι σή-
2032μερον μετεβλήθησαν οἱ ὅροι τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐργασιῶν·
2033ἤμεθα οἱ περισσότεροι ἐκ τῶν ἐνταῦθα καὶ εἰς τὰ παρελθόντα
2034Κοινοβούλια, καὶ γινώσκομεν, ὅτι τὴν ἑπομένην τῆς ψηφίσεως
2035τοῦ Προϋπολογισμοῦ πάντες, ὅσοι ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ ἐπα-
2036νέλθωσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των, ἀναχωροῦσιν ἐξ Ἀθηνῶν.
2037Μετ’ ὀλίγον ἄρχεται τὸ θέρος, καὶ δύσκολον εἶναι νὰ ἐλπίσω-
2038μεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν μετὰ τὰς ἑορτὰς νὰ ἔχωμεν νέας συνε-
2039δριάσεις τῆς Βουλῆς ὡς συνέχειαν τῆς παρούσης συνόδου.
2040Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, διατὶ νὰ μὴ προσδιορί-
2041σωμεν ἡμέραν πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα
2042συζητήσωμεν τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια; διατὶ νὰ μὴ γνωσθῇ,
2043ὁποίαν ἰδέαν ἔχει ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων; Ἐγὼ
2044νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκετὴ μία συνεδρίασις πρὸς τὴν τοιαύτην
2045συζήτησιν· νομίζω, ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης ἤθελεν
2046ἀποδειχθῇ, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ὡς ἔχουσιν, εἶναι ἀδύ-
2047νατον νὰ ὑποστῶσι τὴν κοινοβουλευτικὴν καὶ νομοθετικὴν
2048βάσανον. Δὲν ἀποδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου συνα-
2049δέλφου ἐκ Λοκρίδος, ὅτι ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπι-
2050τροπὴ δὲν θέλει συντελέσει εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν
2051δέον καὶ προσῆκον εἶναι νὰ βελτιωθῶσι τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ. Φρονῶ,
2052ὅτι θέλει καταδειχθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς συστάσεως ἐπιτροπῆς ἐκ τῆς
2053κατ’ ἀρχὴν συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων. Νομίζω, ὅτι δὲν ἀρ-
2054κοῦσιν ἐπὶ τοιούτων θεμάτων λόγοι πατριωτικοί, δὲν ἀρκοῦσιν
2055εὔγλωττοι ἀποστροφαί, πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὰ πράγ-
2056ματα. Ἂν λοιπὸν ὄντως τὸ Κοινοβούλιον ἐνδιαφέρεται διὰ
2057τὴν κατάστασιν τῆς Θεσσαλίας, πρέπει νὰ μὴ δεχθῇ, ὥστε τὰ
2058Θεσσαλικὰ νομοσχέδια νὰ μείνωσι μετὰ τὸν Προϋπολογισμὸν,
2059διότι μετὰ τὸν Προϋπολογισμὸν οὐδὲν θὰ γείνῃ. Ἂν ὑπάρχῃ
2060εἰλικρινῶς τὸ ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, πρέπει πάντες
2061νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν πρότασιν περὶ καθορισμοῦ τῆς αὔριον
2062πρὸς συζήτησιν, μεθ’ ἣν δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζή-
2063τησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
2064Καταλήγων τὸν λόγον, προτείνω, ἵνα μεταβληθῇ ἡ ἡμε-
2065ρησία διάταξις, προταχθῶσι δὲ πάντων τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ
2066διατάξει ἀναγραφομένων τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια διὰ τὴν
2067συζήτησιν τῆς αὔριον.
2068§83ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναταί τις, ὅσον καὶ ἂν μένῃ
2069ἀπαθής, νὰ μὴ ταραχθῇ, ἀκούων τοιαῦτα παρὰ τοῦ κ. Σιμο-
2070πούλου, ὅστις ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη, ὡς εἰσηγητὴς τῆς πλειοψη-
2071φίας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπαρουσίαζε τοὺς ψευδεῖς ἐκείνους
2072προϋπολογισμούς...
2073§84ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὁμιλῇ
2074ὀλίγον εὐπρεπέστερον, διότι ἔχω καὶ ἄλλο προηγούμενον.
2075§85ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς ἐδώσατε ἀφορμὴν καὶ εἰς τὸ
2076προηγούμενον ἐκεῖνο διὰ τῆς ἀμετροεπείας σας (θόρυβος).
2077Ἐγὼ πάντοτε ὁμιλῶ εὐπρεπῶς καὶ ἐξ ἀνατροφῆς καὶ ἐξ
2078ἤθους γνωρίζω τὸν τρόπον τοῦ φέρεσθαι καὶ ὁμιλεῖν. Σεῖς τότε
2079πρῶτος ἐδώσατε ἀφορμήν, καὶ σεῖς, κοινοβουλευτικὸς ἀνὴρ ἐπὶ
2080τοσαῦτα ἔτη, δὲν συνεμορφώθητε μὲ τοὺς κανόνας τῆς εὐπρε-
2081πείας, οἵτινες ἁρμόζουσιν εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς συζητή-
2082σεις. Ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ πόσον ἀποτόμως εἴπατε εἰς τὸν
2083ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς: «Κάθησε σύ! εἶσαι πρωτό-
2084βγαλτος· δὲν γνωρίζεις τὰ καθήκοντά σου!»
2085§86ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.
2086§87ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρετήρησα, ὅτι, ὅταν
2087ὁμιλῆτε πρὸς τὴν Βουλήν, ὁμιλεῖτε πρὸς ὅλους τοὺς Βουλευ-
2088τὰς, καὶ οὐχὶ ὡς ὁ μαθητὴς, ἀποστηθίσας καλῶς τὸ μά-
2089θημά του, ἔρχεται καὶ τὸ λέγει εἰς τὸν διδάσκαλόν του, ὡς
2090σεῖς ἠθέλετε νὰ εἴπητε τὸ μάθημά σας εἰς τὸν κ. Πρόεδρον
2091μόνον. Ταῦτα εἶπον, καὶ τὰ εἶπον μετ’ εὐπρεπείας.
2092Λοιπὸν τώρα δὲν θὰ παρεκτραπῶ ἐπίσης, λέγων ὅτι ὑπε-
2093βάλλετε ψευδεῖς προϋπολογισμούς, οἱ ὁποῖοι κατεδείχθησαν
2094καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων ψευδεῖς, διότι, ἐνῷ ἐλέγετε πρὸς ἡμᾶς, ὅτι
2095ἔχομεν πλεονάσματα, ἔρχεσθε τὴν ἐπιοῦσαν καὶ ἀπὸ τοῦ βή-
2096ματος τούτου κηρύσσετε τὴν χρεωκοπίαν τῆς Ἑλλάδος, χειρο-
2097κροτούσης τῆς Βουλῆς ἐκείνης (θόρυβος). Σεῖς εἶσθε ὁ εἰση-
2098γητὴς ὅλων τῶν οἰκονομολογικῶν σχεδίων καὶ τῶν οἰκονομι-
2099κῶν συνδυασμῶν (θόρυβος).
2100§88ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ἀνοίγετε συζήτησιν διὰ
2101τῆς ὁμιλίας σας... (θόρυβος καὶ διακοπαί).
2102§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, Κύριοι! (θόρυβος καὶ ἀντεγ-
2103κλήσεις, σάλος ἐν τῇ Βουλῇ καὶ διαπληκτισμοί. Ὁ Πρό-
2104εδρος κρούει συνεχῶς τὸν κώδωνα).
2105§90ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐμποδίζετε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ
2106λόγου! (θόρυβος).
2107§91ΜΑΝΕΣΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε,
2108τί κατάστασις εἶναι αὐτή! Διαλύσατε τὴν συνεδρίασιν (ἐπί-
2109τασις τοῦ θορύβου).
2110§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ μὲ διατάξητε νὰ λύσω τὴν
2111συνεδρίασιν (θόρυβος).
2112§93ΣΤΑΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρό-
2113εδρε... (θόρυβος).
2114§94ΜΑΝΕΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀκούετε; Δὲν εἶναι κα-
2115τάστασις αὐτή! Φέρομεν ἔνστασιν ἀπαρτίας. Νὰ ἀναγνωσθῇ
2116ὁ κατάλογος.
2117§95ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁ κατάλογος, ὁ κατάλογος.
2118§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
2119(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατά-
2120λογος. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
2121§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 123. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
2122Ἐξακολουθεῖ ἡ συνεδρίασις.
2123§98ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπορῶ μὲ τὴν γενομένην
2124ταραχήν. Ἔπρεπε νὰ ταραχθῶσι, διότι εἶπον τὴν ἀλήθειαν,
2125καὶ ἡ ἀλήθεια λεγομένη φέρει πάντοτε συγκινήσεις καὶ τα-
2126ραχάς. Ἀπορῶ ὅμως μέ τινας Βουλευτὰς ἐκ τῆς πτέρυγος
2127ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), οἵτινες ἐταράχθησαν διὰ
2128πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐπανειλημμένως ἐλέχθησαν ἀπὸ τῆς θέ-
2129σεως ταύτης, καὶ ἐλέχθησαν παρ’ αὐτῶν τῶν τότε καὶ νῦν
2130κυρίων ἀντιπολιτευομένων...
2131§99ΠΙΕΡΡΑΚΟΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ἐταράχθημεν
2132μὲ ὑμᾶς, κύριε Ἀσημακόπουλε, ἐταράχθημεν μὲ ἐκείνους, οἱ
2133ὁποῖοι ἐφώρμησαν ἐδῶ ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης μὲ ἀπειλητικὰς
2134διαθέσεις.
2135§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
2136§101ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθού-
2137σης ταύτης καὶ διὰ τῆς δημοσιογραφίας ἐπολέμησαν καὶ οὗ-
2138τοι τὸ σύστημα τὸ παρελθὸν, καὶ συνετέλεσαν μάλιστα, ἵνα
2139καταπέσῃ τὸ σύστημα ἐκεῖνο. Διὰ τοῦτο δὲν ἔχω ἢ νὰ ἐκ-
2140φέρω τὴν ἀπορίαν μου διὰ τὴν γενομένην ταραχήν. Ἐγὼ δὲν
2141εἶπον πράγματα πρώτην φορὰν λεχθέντα ἀπὸ τῆς θέσεως ταύ-
2142της· εἶπον γεγονότα, τὰ ὁποῖα βεβαιοῦνται, εἶπον ἀληθείας
2143κοινῶς παραδεδεγμένας.
2144Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν ταῦτα, καὶ ἂς ἐξακολουθήσωμεν. Ἐνῷ
2145λοιπὸν ἐλέγομεν, ὅτι εὐπλοοῦμεν, εὑρέθημεν αἴφνης εἰς τὴν
2146ἀνάγκην νὰ κηρύξωμεν τὴν χρεωκοπίαν. Αὐτὸ εἶναι γεγονὸς,
2147καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα ἐλέγομεν,
2148ἔρχονται αὐτοὶ οὗτοι, οἵτινες συνετέλεσαν ἀπὸ δεκαετίας, λαμ-
2149βάνοντες μέρος καὶ εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν, ὡς Ὑπουρ-
2150γοὶ, ἔρχονται αὐτοὶ καὶ λέγουσιν, ὅ,τι κατέστρεψαν ἐν δια-
2151στήματι μιᾶς δεκαετίας, νὰ ἔλθῃ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις νὰ
2152τὸ ἐπανορθώσῃ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους! «Φέρετε νομοσχέδιον, λάβετε
2153μέτρα, ἵνα βελτιώσητε τὴν κατάστασιν τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος
2154πάσχει», φωνάζουσι. Καὶ ποῖος εἶναι ὁ αἴτιος τῆς δυστυχίας
2155ταύτης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Σεῖς! Τοῦτο τὸ ἐδήλωσεν ὁ
2156Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ τῆς παμψηφίας, διὰ τῆς ὁποίας κατε-
2157δίκασε τὸ σύστημα ἐκεῖνο. Ἔρχονται, ἀφοῦ κατέστρεψαν τὰ
2158πάντα καὶ δὲν ἄφησαν λίθον ἐπὶ λίθου, καὶ ἀφοῦ ἐβύθισαν τὸ
2159πολυπαθὲς ἔθνος εἰς τὸν βυθὸν τῆς καταστροφῆς, εἰς τὸ χάος
2160τῆς ἐθνικῆς ἀπωλείας, ἔρχονται νὰ ζητήσωσιν εἰς μίαν στιγ-
2161μὴν νὰ ἐπανορθώσῃ πάντα ταῦτα ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις!
2162Εἶναι δυνατὸν, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Παρνασσίδος, ἀφοῦ ὑμεῖς ἐπὶ
2163τόσα ἔτη ἐκοπιάσατε νὰ τὰ καταστρέψητε, εἶναι δυνατὸν
2164ἡμεῖς εἰς μίαν στιγμὴν νὰ ἀνορθώσωμεν πάντα ταῦτα; Καὶ
2165ὁμιλεῖ περὶ συναλλαγῆς τῆς πλειοψηφίας τίς; ὁ γεννηθεὶς ἐν
2166τῇ συναλλαγῇ, ἀνατραφεὶς ἐν τῇ συναλλαγῇ καὶ γηράσας ἐν
2167τῇ συναλλαγῇ παντὸς εἴδους! Καὶ τί ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς ἡ Κυ-
2168βέρνησις; Μήπως ἔδωκεν ἡμῖν Κωπαΐδας; μήπως ἔδωκε μεταλ-
2169λείων παραχωρήσεις; Τί ἔλαβεν ἡ πλειοψηφία παρὰ τῆς Κυ-
2170βερνήσεως; ἢ τί ἐζήτησε νὰ λάβῃ; Καὶ ἂν ἐζήτει, εἶμαι πε-
2171πεισμένος, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ τι, διότι, ὅταν τοὺς οἴα-
2172κας τῆς Πολιτείας κρατῇ ὁ ἀνὴρ (δεικνύει τὸν κύριον
2173Πρωθυπουργὸν), ὁ ὁποῖος ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη διῴκησε, διελ-
2174θὼν ὅλα τὰ στάδια τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, μετὰ τοσαύ-
2175της εὐλαβείας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὴν ἰδέαν, ὅτι
2176δύναται νὰ δώσῃ ἀνταλλάγματα τῇ πλειοψηφίᾳ· καὶ ἂν ἡ
2177πλειοψηφία ἦτο τοιαύτη, βεβαίως δὲν ἠδυνάμεθα, προστατευό-
2178μενοι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐπιτύχωμεν οὐδέν. Ἀλλὰ τί
2179ἐζητήσαμεν; Συναλλαγὴν μᾶς ἀποδίδετε, διότι ἠθελήσαμεν
2180νὰ μεταβάλωμεν τὴν ὑπαλληλίαν, νὰ ἐκκαθαρίσωμεν τοὺς
2181ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι, ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ἐργασθέντες, ἔφερον
2182τοιαύτην καταστροφήν! Καὶ ἂς σᾶς ὀνομάσω ἕνα τελώνην
2183Σιγδίτσαν, συμπατριώτην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος,
2184ὁ ὁποῖος ἀφοῦ πολλὰ ἄλλα ἔκαμε, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιθυμῶ,
2185ἀπασχολῶν τὴν Βουλὴν, νὰ ἐκθέσω, τελευταῖον, ὅταν διήρ-
2186χετο τοῦ Αἰγίου, ὑπὸ στρατιωτικὴν συνοδίαν, ἡ συλληφθεῖσα
2187συμμορία τοῦ Μαργώνη, ἐξέρχεται ὁ τελώνης ἐκεῖνος, ὁ δη-
2188μόσιος αὐτὸς ὑπάλληλος, εἰς τὸν σιδηροδρομικὸν σταθμὸν Αἰ-
2189γίου, ἐναγκαλίζεται τὸν ἀρχιληστὴν καὶ προσαγορεύει αὐ-
2190τόν! Ἐξεγείρεται ὁλόκληρος ἡ κοινωνία, ἐξεγείρεται ὁ τύπος
2191καὶ ζητεῖ τὴν μετάθεσιν τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου. Ἀλλὰ ἐπρο-
2192στατεύετο ἀπὸ τὸν συμπατριώτην καὶ κουμπάρον κ. Βουλευ-
2193τὴν ἐκ Παρνασσίδος, καὶ δὲν μετατίθεται! Καὶ ἔπρεπε νὰ ἔλ-
2194θωμεν ἡμεῖς, διὰ νὰ ζητήσωμεν τὴν μετάθεσίν του. Αὐτὴ εἶ-
2195ναι ἡ συναλλαγὴ, τὴν ὁποίαν μᾶς ἀποδίδουσιν οἱ κύριοι συνά-
2196δελφοι τῆς πτέρυγος ἐκείνης! (δεικνύει τὴν ἀριστεράν).
2197Ἡμεῖς ἐκπληροῦμεν αὐστηρῶς καὶ πιστῶς τὸ καθῆκόν μας
2198καὶ ἐκπληροῦμεν αὐτὸ ὡς ἀληθεῖς ἀντιπρόσωποι, καὶ ἂν εὕ-
2199ρητε ἡμᾶς παραλείποντας τοῦτο, χαριζομένους ἢ παρανομοῦν-
2200τας, πρέπει νὰ ἀποδείξητε τὰς παρανομίας μας. Τὸ λέγειν
2201εἶναι εὔκολον, τὸ ἀποδεικνύειν ὅμως καὶ σοβαρὰ λέγειν εἶναι
2202δύσκολον. Καὶ μὴ νομίζετε, ὅτι ἡ κοινωνία δύναται νὰ πι-
2203στεύσῃ ταῦτα. Ἡ κοινωνία γνωρίζει τίνες εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι
2204δύνανται νὰ πάθωσι. Καὶ κατασυκοφαντοῦνται ἐκεῖνοι, τοὺς
2205ὁποίους οὐδὲν τῶν βελῶν τῶν ἐκτοξευομένων δύναται νὰ φθάσῃ.
2206Παραπονεῖσθε ὅτι ἡμεῖς δὲν σεβόμεθα ὑμᾶς, καὶ ὅμως δὲν ἐσυλ-
2207λογίζεσθε ταῦτα, ὅταν ἐξετοξεύετε τοιαύτας ὕβρεις κατὰ τῆς
2208πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν), καὶ ἀπεκαλεῖτε
2209πλαστογράφον ἕνα Ὑπουργὸν, καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερ-
2210νήσεως δημαγωγόν.
2211§102ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Εὐτυχῶς εἶναι πρόσφατα τὰ γεγονότα, καὶ
2212δὲν δύναται νὰ λησμονήσῃ τις κατὰ τίνα τρόπον ἔλαβον χώραν.
2213Εἶναι ἀναμφίβολον δὲ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὰ γεγονότα ταῦτα
2214ἠνάγκασαν καὶ ἐμὲ, τὸν τοσάκις δηλώσαντα ὅτι εἶμαι κατὰ
2215τῆς κωλυσιεργίας, νὰ φέρω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἐμὲ
2216τὸν δηλώσαντα, ὅτι εἶμαι σφόδρα κατὰ τῶν ἐμποδίων, τὰ
2217ὁποῖα δύναται ἡ μειοψηφία νὰ παρεμβάλλῃ εὐσχήμως εἰς τὰς
2218κοινοβουλευτικὰς ἐργασίας τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἦτο ἀπο-
2219λύτως ἀναγκαῖον νὰ ὑποβληθῇ ἡ ἔνστασις, ἵνα ἐπανέλθῃ ἡ
2220τάξις, τὴν ὁποίαν ἄλλοι δὲν ἦσαν ἱκανοὶ νὰ φέρωσι. Καὶ λυ-
2221ποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐν τῷ ἱερῷ τούτῳ τόπῳ ἐπανα-
2222βλέπω σκηνὰς, τὰς ὁποίας θὰ ἀπηύχετο πᾶς πατριώτης νὰ
2223ἴδῃ διαδραματιζομένας ἐντὸς τοῦ τόπου τούτου τῶν ἐλπίδων
2224τοῦ Ἑλληνικοῦ σύμπαντος. Ἀπατῶνται δὲ οἰκτρὰν ἀπάτην
2225οἱ νομίζοντες ὅτι οὕτω πως συμπεριφερόμενοι προσφέρουσιν ὑπη-
2226ρεσίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζουσι...
2227§103ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διδασκαλίαν θὰ μᾶς κάμῃς;
2228§104ΣΠ. ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ δὲν κάμνω διδασκαλίαν, ἀλλ’ οὐδὲ
2229δέχομαι διδασκαλίαν, οἵαν μάλιστα ἐπεχείρησεν ὁ πρὸ μικροῦ
2230κατελθὼν τοῦ βήματος. Ἐγὼ πάντοτε ὡμίλησα εὐπρεπῶς ὄχι
2231μόνον πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸν ὁποῖον σέ-
2232βομαι, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐκείνους, τῶν ὁποίων αἱ πράξεις μοὶ
2233ἔδιδον τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς ἀποκαλέσω δημοσίᾳ ἀσεβεῖς πρὸς
2234τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, καὶ ἀνικάνους περὶ τὴν διαχείρι-
2235σιν τῶν ἀξιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Πολιτεία ἐνεπιστεύθη αὐ-
2236τοῖς. Μετὰ λύπης δὲ, κύριε Πρόεδρε, εἶδον καὶ πάλιν τοὺς ἐπι-
2237λέκτους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρὸ τριετίας περίπου προσεπάθουν
2238βίᾳ νὰ παρεμποδίσωσι τοὺς ἀγορεύοντας ἀπὸ τοῦ βήματος
2239ἐκείνου, μετὰ λύπης τοὺς εἶδον ἐπιδραμόντας κατὰ τοῦ κοι-
2240νοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον καταπολε-
2241μεῖται καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς οὐδὲν ἄλλο
2242ἐπράξαμεν ἢ νὰ διαμαρτυρηθῶμεν κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὅλως
2243ἀναιτίως ἐπιτίθενται καθ’ ἡμῶν, τῶν ὑποστηριξάντων τὴν Κυ-
2244βέρνησιν τοῦ κ. Τρικούπη. Ἡμεῖς δὲν ἤλθομεν ἐνταῦθα νὰ
2245πλέξωμεν στεφάνους παρόντων ἢ ἀπόντων πολιτευτῶν, ἢ νὰ
2246ὑπερασπισθῶμεν πράξεις ἄλλων, διότι δὲν ἔχομεν τοιαύτην
2247ἐντολὴν, ἀλλ’ ἤλθομεν ἵνα συνηγορήσωμεν ὑπὲρ τῶν συμφε-
2248ρόντων τοῦ ἔθνους. Ἡ πολιτικὴ ἡμῶν ἕνα ἔχει σκοπὸν, τὸν
2249ὁποῖον θέλει ἀποδείξει τὸ μέλλον, ἐὰν ἦναι καλὸς ἢ κακὸς,
2250ἀλλὰ πάντως ἀγωνιζόμεθα ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους,
2251ἐνῷ ἡ πολιτικὴ ἄλλων ἔχει σκοπὸν νὰ ἐξυβρίζῃ τοὺς ἀντι-
2252φρονοῦντας πρὸς αὐτούς· ἠκούσαμεν δὲ πολλάκις ἐν σιωπῇ
2253τὰς ὕβρεις των, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, ἄνθρωποι καὶ ἡμεῖς, ἀπω-
2254λέσαμεν τὴν ὑπομονὴν, τότε ὅμως ἐνόμισαν εὔθετον τὴν στιγ-
2255μὴν νὰ μᾶς ἐπιβάλωσι σιγὴν διὰ τῶν ῥοπάλων αὐτῶν! Τὸ
2256κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, κύριε Πρόεδρε, ἱδρύθη ἐν Ἑλλάδι
2257κατόπιν ἐπαναστάσεων αἱματηρῶν· ἃς μὴ λησμονήσωσιν οἱ
2258πολέμιοι τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος, ὅτι διὰ
2259ποταμῶν αἱμάτων θὰ τὸ καταργήσωσιν. Ἡ Ἑλλὰς σύμπασα
2260καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς σύσσωμος εἶναι ἕτοιμοι νὰ ὑπερμαχήσω-
2261σιν ὑπὲρ τῶν καθεστώτων. Εἴμεθα ἐλεύθεροι νὰ ἐκθέσωμεν τὰς
2262ἰδέας μας, ἐὰν δ’ ἐξερχώμεθα τῶν ὁρίων τοῦ πρέποντος, ὑμεῖς,
2263τὸν Κανονισμὸν ἐφαρμόζοντες, ἀνακαλέσατέ μας εἰς τὴν τά-
2264ξιν, καὶ ὄχι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τοιοῦτον δικαίωμα.
2265§105ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Σεῖς μᾶς ἐξυβρίζετε!
2266§106ΣΤΑΗΣ. Πᾶς ἄλλος, πλὴν ὑμῶν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὲ
2267διακόπτῃ... Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπητε διακοπάς.
2268Ἀλλ’ ἐὰν σεῖς δὲν θέλετε νὰ ἐφαρμόσητε τὸν Κανονισμὸν, θὰ
2269ἀναγκασθῶμεν ἡμεῖς βίᾳ νὰ ἐπιβληθῶμεν εἰς τοὺς παρεκτρε-
2270πομένους, καίτοι μὴ ἔχοντες ἀξιώσεις παλληκαράδων, ὡς ἄλ-
2271λοι (θόρυβος).
2272§107Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἠπόρησα, κύριε Πρόεδρε, ἀκούων τὸν
2273κ. Βουλευτὴν ἐκ Κυθήρων νὰ ὁμιλῇ περὶ εὐπρεπείας καὶ ἀξιο-
2274πρεπείας, μετὰ τὴν σκηνὴν, ἡ ὁποία πρὸ ὀλίγου ἐγένετο ὑπὸ
2275τὰς ὄψεις ἡμῶν. Τίς εὐθύνεται δι’ αὐτήν; Ὡμιλήσατε κατ’
2276ἐπανάληψιν δέκα ἐκ τῆς πτέρυγος ὑμῶν, οὐδεὶς δ’ ἐξ ἐκείνης
2277τῆς πτέρυγος, ἡ ὁποία σέβεται τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα
2278ἔχει ἕκαστος Βουλευτὴς, ἐσκέφθη νὰ σᾶς διακόψῃ. Τελευταῖος
2279ἀνῆλθε τὸ βῆμα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴς, ἵνα
2280φέρῃ τὴν γνώμην του περὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον συν-
2281εζητεῖτο, καὶ πάραυτα ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν ὅτι δύναται
2282νὰ διδάξῃ τὴν εὐπρέπειαν, ἀνίσταται καὶ διακόπτει αὐτόν· ὁ
2283ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴς ἵσταται μὲ ἐσταυρωμένας
2284τὰς χεῖρας, ὁ δὲ ἐκ Κυθήρων κ. Βουλευτὴς ἐξηκολούθει ὁμι-
2285λῶν ἐκ τῆς θέσεως ἐκείνης μὲ τεταμένην τὴν χεῖρα! Ἀφοῦ
2286δὲ αἴτιος τῆς σκηνῆς ταύτης εἶναι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων
2287Βουλευτὴς, ἤδη ἔρχεται νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν εὐθύνην εἰς ἐκείνους,
2288οἱ ὁποῖοι οὐδόλως εὐθύνονται, οἱ ὁποῖοι ἐσεβάσθησαν πάντοτε
2289τὸν ἑαυτόν των, ἐσεβάσθησαν πάντοτε τὰ δικαιώματα τῶν
2290ἄλλων.
2291Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἔκαμε καὶ ὑπαινιγμούς
2292τινας τοῦ παρελθόντος· ἀνέτρεξεν, ὡς μὴ ὤφελεν, εἰς ἐποχὴν
2293τῆς παρελθούσης περιόδου καὶ εἰς ἑσπέραν ὄντως λυπηρὰν, εἰς
2294ἑσπέραν, καθ’ ἣν ἐγένετο ἀπόπειρα νὰ πλαστογραφηθῶσι τὰ
2295πρακτικὰ, καὶ δὲν ἠξεύρω, πῶς ἠθέλησε νὰ ὀνομάσῃ τὴν στά-
2296σιν τῶν ὀλίγων τότε μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὰ ὁποῖα
2297διεμαρτυρήθησαν μὲ ὅλην τὴν δύναμιν κατὰ τῆς τοιαύτης
2298πράξεως. Καὶ ὠνόμασεν εὐπρεπῆ τὴν στάσιν τῆς τότε πλειο-
2299ψηφίας! ὀνομάζει εὐπρεπῆ τὴν στάσιν τοῦ ἰδίου ἤδη! Ἀφήνω
2300εἰς σᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ κρίνητε περὶ τῆς εὐπρεπείας τοῦ
2301κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων ἢ τῆς εὐπρεπείας τῶν ἄλλων (εὖγε!
2302εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).
2303§108ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων εἶπε πρὸ
2304ὀλίγου, ὅτι ἀπὸ ὅλους εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ διακοπὰς, πλὴν
2305ἐμοῦ. Τὸν παρακαλῶ νὰ ἐξηγήσῃ, τί ἐννοεῖ μὲ αὐτό· διατὶ
2306δὲν δέχεται ἀπὸ ἐμὲ διακοπάς.
2307§109ΣΤΑΗΣ. Οὔτε ἀπὸ σᾶς, οὔτε ἀπὸ κανένα, ἀλλὰ πολὺ
2308μᾶλλον ἀπὸ σᾶς, ὁ ὁποῖος δεκαπεντάκις μὲ διεκόψατε καὶ μὲ
2309ἠπειλήσατε.
2310§110ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Μόνον μίαν φορὰν σᾶς διέκοψα.
2311§111ΣΤΑΗΣ. Προχθὲς τί ἐκινεῖτε τὸ χέρι σας; νομίζετε ὅτι
2312φοβοῦμαι;
2313§112ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Τὸν διέκοψα, Κύριοι, ἡμέραν τινὰ, ὁμι-
2314λοῦντα κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ἐξέφερα
2315δὲ γνώμην, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας εἶναι ἐκ τῶν
2316Ὑπουργῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν
2317βελτίωσιν τῆς παιδείας· μοὶ ἀπαντᾷ, ὅτι εἶναι πολὺ δηκτι-
2318κὸς εἰς τὰς διακοπὰς, καὶ θὰ φερθῇ ἀμείλικτος. Δὲν ἐπρόλαβα
2319ὅμως, καὶ πολὺ ἐλυπήθην, νὰ τῷ δώσω ἀμέσως τὴν ἀπάντη-
2320σιν, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ τῷ δώσω, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν
2321ἐκείνην δὲν θὰ εἶχε τοὺς ὀδόντας, ἵνα μὲ δήξῃ! Σήμερον ἔρχε-
2322ται καὶ μοῦ αἰτιᾶται ὅτι διακόπτω τοὺς Βουλευτὰς ἀγο-
2323ρεύοντας...
2324§113ΣΤΑΗΣ. Τουλάχιστον ἐμέ.
2325§114ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Σεῖς δύνασθε νὰ φρονῆτε τοῦτο. Ἐγὼ
2326ὅμως ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὅλων τῶν κ. συναδέλφων, ἐὰν
2327διέκοψα ποτὲ ἀγορεύοντα· ὅ,τι δὲ συνέβη σήμερον, συνέβη διότι
2328πάντες διαμαρτυρόμεθα κατὰ τῶν διακοπῶν, αἵτινες ἐγένοντο
2329εἰς τοὺς ἀγορεύοντας ἐκ μέρους τινῶν ἐκ τῆς ἄλλης πτέρυγος.
2330§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
2331§116ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἔχω νὰ ὁμιλήσω ἀλλ’ ἐπὶ
2332ἄλλου θέματος.
2333§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλήσατε, ἐκτὸς ἐὰν παραιτῆσθε.
2334§118ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ἀνάγκην νὰ ὁμιλήσω ἐκ νέου, ἵνα
2335εἴπω, ὅτι ὡς πόρισμα τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο, ἦλ-
2336θεν ἡ πρότασις ἡ ἐμὴ, νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν ἐγκρίνῃ,
2337ὅπως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον προταχθῶσι τὰ
2338Θεσσαλικὰ νομοσχέδια.
2339§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις ἀπὸ 10;
2340§120ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν μᾶς
2341βλέπετε; (ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 15).
2342§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχό-
2343μενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, ὅπως
2344προταχθῶσι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον τὰ Θεσσα-
2345λικὰ νομοσχέδια, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρον-
2346ται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
2347§122ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως νὰ ἀποφανθῇ
2348ἡ Βουλή.
2349§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε 15;
2350§124ΣΤΑΗΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ θέματος;
2351§125ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν μεταξὺ δύο ψη-
2352φοφοριῶν νὰ λάβητε τὸν λόγον.
2353§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζετε ἡ αἴτησις τῆς ψηφοφορίας
2354δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ὑπὸ 15;
2355§127ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἰδοὺ, εἴμεθα.
2356(Ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 15).
2357§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ παρα-
2358δεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ ἐκ Παρνασσίδος βουλευτοῦ κ. Σι-
2359μοπούλου, ὅπως τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια προταχθῶσι τοῦ
2360Προϋπολογισμοῦ...
2361§129ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι οὕτω. Ὁ κ. Βουλευτὴς Παρνασσίδος
2362ἐζήτησε μόνον, ὡς πρῶτον ἀντικείμενον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ δια-
2363τάξει τῆς αὔριον νὰ τεθῶσι τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια.
2364§130ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε...
2365§131ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε.
2366§132ΡΩΜΑΣ. Ἀφοῦ ὡμίλησεν ὁ κ. Ράλλης, δύναται νὰ ὁμι-
2367λήσῃ καὶ ὁ κ. Κριεμάδης.
2368§133ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἀπαγορεύεται νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς θέ-
2369σεως τοῦ ζητήματος;
2370§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ ψηφοφορίας, δὲν πρόκειται
2371περὶ θέσεως τοῦ ζητήματος.
2372§135ΤΟΠΑΛΗΣ. Τί ἐννοεῖ ἡ πρότασις; νὰ τεθῶσι τὰ Θεσσα-
2373λικὰ νομοσχέδια πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἢ μετὰ τὸν Προϋ-
2374πολογισμόν;
2375§136ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τεθῶσι πρῶτα αὔριον.
2376§137ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κύριε Πρόεδρε.
2377§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Σι-
2378μοπούλου, ὅπως τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια τεθῶσιν ἐν τῇ ἡμε-
2379ρησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον ὡς πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς καὶ
2380πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμε-
2381νοι λέγουσιν Ὄχι.
2382(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ
2383τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Διον. Μυλωνᾶ καὶ
2384Σπ. Βαρζέλη, ὡς ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρω-
2385τόκολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2386Μιλτιάδης Δάλλας Δημοσθ. Καΐρης
2387Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος
2388Κωνστ. Ἀσημακόπουλος ΟΚωνστ. Νεγρεπόντης Ο
2389Ν. Σμόλενιτζ ΟἸωάν. Πετρίδης Ο
2390Δημ. Οἰκονομίδης ΟΝικολ. Φαρμακόπουλος Ο
2391Σωτήρ. Δανόπουλος ΟΓιαννούσιος Τάκης Ο
2392Χρ. Βότσαρης ΟΝικ. Δαγρὲς
2393Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΝΚωνστ. Φλέσσας
2394Σπυρ. Βαρζέλης ΝΝ. Σάλμας Ο
2395Νικόλαος Λεβίδης ΟΔημ. Τερτίπης
2396Κωνστ. Κολιάτσος ΟἸωάν. Παλάσκας
2397Δημοσθ. Σκυλίτσης Ἰωάν. Σταμούλης Ν
2398Ἀθαν. Μουτσόπουλος ΟΚίμων Βελλίνης Ν
2399Ν. Δ. Καλλιφρονᾶς Ξενοφ. Τσαμαγκίδης Ν
2400Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς ΟἸωάν. Καζαμπάκας Ο
2401Ἀλέξ. Σκ. Σοῦτσος Ι. Στεφάνου Ο
2402Δ. Γ. Ράλλης ΝΠαν. Λεβέντης
2403Ἀλέξ. Ψύλλας ΟἈλέξ. Κοντόσταυλος
2404Κ. Ι. Ἀγγελόπουλος ΟΝ. Χατζηνικολῆς
2405Γ. Κοζάκης Τυπάλδος Γεώργ. Κόρπας
2406 Ἀχιλ. Ἀγάθος Ο
2407Ἀθ. Ἴσκος Κωνστ. Βασιλάκης
2408Κωνστ. Τοπάλης ΟἸωάν. Σέχος
2409Νικ. Σχινᾶς ΟἈθ. Παραμυθιώτης
2410Γεώργιος Φιλάρετος ΝΝικ. Βασιλάκης
2411Νικ. Σταματιάδης ΟΓεώργ. Θεοτόκης
2412Ἰωάν. Γιαννακόπουλος ΟΓεώργ. Καποδίστριας Ν
2413Ἐπ. Μαυρομμάτης Δημ. Οἰκονόμου
2414Ἐπ. Σακελλαρόπουλος ΟΔημ. Πετρίδης Ο
2415Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΟΠ. Ζούζουλας Ο
2416Περ. Ἀλεξάκης ΟΚωνστ. Σκαρπέτης
2417Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης ΟἈριστ. Μεντζελόπουλος
2418Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος ΟΝικόλαος Βαλσαμάκης
2419Π. Λαμπρινόπουλος ΟἸω. Τζανετάτος Φωκᾶς
2420Χαρ. Τζανετάκης ΟΔημ. Σβορῶνος Ο
2421Γ. Λ. Πετροπουλάκης ΝἌθως Ρωμάνος Ν
2422Πολύμ. Ζαρίμπας Διον. Καλούτσης Ο
2423Χρ. Μαστραπᾶς Σπ. Ε. Στάης Ν
2424Γεώργ. Ἀνδρίτσος ΟΧ. Κ. Βοζίκης Ο
2425Κων. Παπαμιχαλόπουλος Νικ. Σταματόπουλος
2426Π. Ρίτσος ΟΘ. Πέῤῥος
2427Ἀνδρ. Βασιλείου ΟΓεώργ. Μαυρομιχάλης Ο
2428Σπ. Τσιτσάρας Δημοσθ. Μανουσάκης
2429Δημ. Χατζόπουλος Δημοσθ. Μάταλας
2430Δημ. Βουλπιώτης Ἀρ. Μελετόπουλος Ο
2431Μιχ. Ἰατρίδης ΟΝικ. Γκουζούλης
2432Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας ΟΔημ. Πιπινόπουλος Ο
2433Κ. Δ. Βοῦλτσος Χασὰν βέης Πετρεδὴν βέηςΟ
2434Γ. Μελισσηνὸς ΟΦιλώτας Ἰσχόμαχος Ο
2435Διον. Μυλωνᾶς ΟἸωάννης Γεωργαντᾶς
2436Ἄγγ. Πετραλιᾶς Ἰωάννης Λάππας Ο
2437 Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς
2438Γεώρ. Κρεστενίτης Ἄγγ. Καλκάνης Ο
2439Γεώρ. Παπακυριακόπουλος ΟΒ. Βασιλειάδης
2440Δημοσθ. Δόγκας ΟἈθ. Εὐταξίας Ν
2441Ἰωάν. Σισίνης ΟἸω. Μπακόπουλος Ο
2442Στέφ. Σκουλούδης ΝἈριστ. Σακελλαρόπουλος Ο
2443Γεώρ. Πετούσης Φίλ. Βάρβογλης Ο
2444Ἀριστομ. Βαλέτας ΝΝ. Τριανταφυλλάκος
2445Νικ. Νομικὸς ΟἨλ. Ζέγγελης Ν
2446Πέτρος Δελένδας ΟΛάμπρος Σινανιώτης Ο
2447Κωνστ. Πεταλᾶς ΟἸω. Βούτουνας Ο
2448Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης ΟΓ. Μαλέας Ν
2449Παναγ. Θρ. Ζαΐμης Γ. Νικολαΐδης
2450Θεόδ. Ζαΐμης Λεων. Δεληγεώργης Ν
2451Λεων. Πετιμεζᾶς Μιλτ. Γουλιμῆς
2452Γεώργ. Σιβιτανίδης Παν. Μερλόπουλος
2453Περ. Μποῦτος ΟΝικόλ. Δημητριάδης
2454Ἀλκ. Δεληγιάννης ΝΓ. Ν. Μπούμπουλης Ν
2455Ἀντ. Καρατζᾶς Ἀντ. Γουδῆς
2456Πέτρ. Ταταράκης Ἀθ. Λαδόπουλος Ο
2457Γεώργ. Κουλούρης ΟΝ. Βαφειαδάκης
2458Ὅθων Μαῦρος Γ. Παγανέλης Ο
2459Ἐλευθ. Μυκώνιος ΟἈλοΐσιος Τόμαν
2460Μιλτ. Βαρότσης ΟΝ. Δρόσος Ο
2461Γεώργ. Σισμάνης ΟΓρηγ. Μαυρομαρᾶς
2462Γεώργ. Πλατανιώτης ΟΣωτ. Χατζηγάκης Ν
2463Ἰω. Καναβὸς Νικ. Ταρμπάζης Ν
2464Γ. Φαρμακόπουλος ΟΚωνστ. Χατζηπέτρος
2465Μιχ. Ἰατρὸς Θεόδ. Κριεμάδης Ν
2466Α. Πετσάλης ΟΕὐστ. Κοκκέβης Ο
2467Παῦλος Ραζέλος ΝΝ. Γεωργακόπουλος Ο
2468Ἀθ. Πιεῤῥάκ. ΜαυρομιχάληςΝΣωτήρ. Σωτηρόπουλος
2469Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης ΟΔημ. Καμαριώτης
2470Ἀσημ. Χριστόπουλος ΟΔιον. Στάϊκος Ο
2471Χαρ. Κανελλόπουλος ΟἈριστόβουλος Μάνεσης Ν
2472Π. Λαμπρούλιας ΟΣπ. Δεϊμέζης
2473Σπ. Τυπάλδος Φορέστης ΟΘεόδ. Λιμπρίτης
2474Πέτρος Τυπάλδος Ξυδιᾶς ΟἸω. Παπαδόπουλος Ο
2475Θεόδ. Βελλιανίτης ΟΘεόδ. Γκίκας Ο
2476Ἀνάργ. Σιμόπουλος ΝΠαντελῆς Γκίκας Ο
2477Λ. Καραλίβανος ΟΝικ. Τσαμαδὸς
2478Πανουρ. Πανουργιᾶς Χριστόδουλος Στεριάδης
2479Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Νικόλ. Κοντογιάννης
2480Ἀχιλ. Γεροκωστόπουλος Κομνᾶς Τράκας Ο
2481Ἰω. Τσερτίδης ΟΝ. Χατζῖσκος Ν
2482Χρ. Τζῖνος Τριαντάφυλλος Σχινᾶς Ν
2483Δημ. Βότσης Δημ. Κρίτσας Ν
2484Πίνδ. Ἀντωνόπουλος Μιχ. Κακαρᾶς Ο
2485Παναγ. Σάκκης ΟΓ. Ἀβέρωφ Ο
2486Δ. Ε. Καλογερόπουλος ΟΚ. Βαρατάσης Ο
2487Νικ. Καράπαυλος Ἀλεξ. Μ. Κανάρης
2488Ἰωάννης Βρυώνης Ἰω. Α. Κανάρης Ο
2489Π. Ἄννινος Καβαλλιεράτος Ο
2490§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 124. Ἐκ τούτων
249129 εἶπον Ναὶ καὶ 95 εἶπον Ὄχι. Ἑπομένως ἡ πρότασις
2492ἀπεῤῥίφθη.
2493(Ὁ κ. Ἀλκιβιάδης Δεληγιάννης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς
2494ἡμερησίας διατάξεως.
2495§140ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ἵνα ζη-
2496τήσω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν τὸ συμβόλαιον
2497καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς περὶ ἐμπυρίων, διότι προχθὲς
2498εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐλάχιστον ποσὸν εἶναι, ἐνῷ, ὡς
2499ἐγὼ ἔμαθον, εἶναι περὶ τὰς 20,000 καὶ ἠγοράσθησαν πρὸς
2500δραχ. χρυσᾶς 1,40, καὶ οὐχὶ ἐκ Γαλλίας, ἀλλὰ ἐξ Ἰτα-
2501λίας, τῶν ὁποίων ἡ ἀξία ἀνέρχεται εἰς 40,000 δραχ. περί-
2502που. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ
2503προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα τὴν ἀγορὰν κωλίων
2504ἐκ κασσιτέρου, τὰ ὁποῖα πρὸ ἑνὸς μηνὸς ἐδόθησαν εἰς τὸ
2505συνεργεῖον τοῦ Ναυστάθμου, ὅπως κατεργασθῶσι, καὶ ἡ ἐρ-
2506γασία θέλει ἐξακολουθήσει ἐπὶ πέντε ἔτι μῆνας, ἵνα χρησι-
2507μεύσωσιν ὡς ἕρμα τῆς «Μπουμπουλίνας», εἶναι δὲ περὶ τὰς
25085,000, ἀπὸ 32 ὀκάδας ἕκαστον, τὸ ὅλον 160,000 ὀκάδας,
2509ὧν ἡ ἀξία, πρὸς τεσσαράκοντα λεπτὰ ἑκάστη ὀκᾶ, ἀνέρχε-
2510ται εἰς δραχμὰς 64,000.
2511§141ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Περιττὴ αὐτὴ ἡ ἐπερώτησις· διωρί-
2512σαμεν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τούτῳ.
2513§142ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀφήσατέ τον, ἀφήσατέ τον.
2514§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δικαίωμα τοῦ Βουλευτοῦ νὰ κάμῃ
2515ἐπερώτησιν, Κύριοι.
2516§144ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κύριον
2517Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ποῖος
2518παρίσταται ἐπὶ τῆς ἐργασίας τῆς «Μπουμπουλίνας», καθόσον
2519ἔχομεν τέσσαρας ναυπηγοὺς, οἱ ὁποῖοι μένουσιν ἀργοὶ, μὴ
2520λαμβάνοντες μέρος εἰς τὴν μετασκευὴν τῆς «Μπουμπουλίνας»,
2521ἀλλ’ ἀφίνοντες ἀναπληρωτὰς τῶν ὑπαξιωματικούς.
2522Κατηγορήθημεν προχθὲς παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀτ-
2523τικῆς, τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου, ὅτι ἡμεῖς οἱ περισωθέντες ἐκ τοῦ
2524Τρικουπικοῦ κόμματος ἐφέραμεν τὸ ζήτημα τῆς «Μπουμπου-
2525λίνας» καὶ ἄλλα εἰς τὴν Βουλήν, θέλοντες διὰ τούτων νὰ
2526μεμφθῶμεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν καὶ τοὺς ἄλλους
2527Ὑπουργοὺς, ἐνῷ δὲν εἴχομεν, κατ’ αὐτὸν, τοιοῦτον δικαίωμα,
2528διότι ἐδωρήθη ἡ Μανωλὰς καὶ ἄλλα παρὰ τοῦ Τρικούπη
2529εἰς τὸν Διάδοχον καὶ τὴν ἀποθανοῦσαν Βασιλόπαιδα (Θό-
2530ρυβος). Εἶπεν, ὅτι ἐδόθησαν αἱ δωρεαὶ τῆς Μανωλάδος καὶ τὸ
2531ἀνάκτορον τοῦ Διαδόχου, ἀλλὰ ἐλησμόνησε νὰ εἴπῃ, τὰς
2532ἄλλας δωρεὰς ποῖος τὰς ἔδωκε, τῆς Δεκελείας (Μπάφη), τοῦ
2533Πειραιῶς, τῶν δασῶν τῶν Τρικκάλων καὶ λοιπάς· ἀπεσιώπησεν
2534ὅλας αὐτάς. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐλησμόνησε τὴν πα-
2535ρελθοῦσαν πολιτείαν αὐτοῦ, καὶ ἦλθε νὰ κατηγορήσῃ ἡμᾶς, ἐνῷ
2536αὐτὸς μέχρις ἐσχάτων ὑπεστήριζε τὴν πολιτικὴν τοῦ Τρικούπη.
2537Καὶ ἐλησμόνησεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπε καὶ ἔγραψε διὰ τῆς
2538ἐφημερίδος του, τῆς «Παλιγγενεσίας», κατὰ τοῦ νῦν Πρωθυ-
2539πουργοῦ, ὅταν οὗτος ἐξεφώνει λόγους εἰς Καρκαλοῦν τῆς Γορ-
2540τυνίας, ὅτε δὲ ἐπλησίασεν ἡ τελευταία Βουλευτικὴ ἐκλογὴ,
2541κατέφυγεν, ὡς ἄλλη Κασσιανή, εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν
2542ζητῶν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, ἵνα διὰ τῆς συνδρομῆς αὐτοῦ ψη-
2543φισθῇ καὶ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς καὶ εἰσῆλθε δι’ αὐτοῦ.
2544Ἐλησμόνησε πάντα ταῦτα, καὶ ἦλθε νὰ κατηγορήσῃ ἡμᾶς,
2545οἱ ὁποῖοι δῆθεν περιεσώθημεν ἀπὸ τὸ ναυάγιον τῆς πολιτι-
2546κῆς τοῦ Τρικούπη, οἱ ὁποῖοι ὅμως εἴχομεν τὸ θάῤῥος νὰ εἴ-
2547πωμεν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς ἡμῶν, ὅτι εἴμεθα καὶ ἐσόμεθα ὀπα-
2548δοὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ Τρικούπη, ἣν οὐδόλως ἠρνήθημεν,
2549ὡς ἠρνήθη αὐτὴν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος καθ’
2550ἑκάστην ἀλλάσσει πολιτικήν.
2551§145ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Κοσμοπολίτης! κοσμοπολίτης!
2552§146ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ὅμως εἶχον τὸ θάῤῥος καὶ
2553κατὰ τὰς ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν νὰ εἴπω ὅτι θέλω ἐξακο-
2554λουθήσει τὴν αὐτὴν πολιτικὴν, μηδόλως λαβὼν ὑπ’ ὄψιν τὴν
2555τύχην τῆς ἐκλογῆς μου, ὁποία ἤθελεν εἶναι.
2556§147ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐφαρμόσατε τὸν Κανο-
2557νισμόν. Ὁ Κανονισμὸς λέγει, ὅτι οἱ γραπτοὶ λόγοι ἀπαγο-
2558ρεύονται (γέλωτες).
2559§148ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τὰς ἐπερωτήσεις εἶχον
2560ἀνὰ χεῖρας τὰς σημειώσεις αὐτάς. Ἐγὼ οὐδέποτε ὁμιλῶ
2561γραπτῶς.
2562Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω πρὸς τὸν Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος
2563πολλάκις ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα καὶ κατηγόρησε τὴν πολιτείαν
2564ἡμῶν, ἐνῷ αὐτὸς οὐδεμίαν πολιτικὴν σταθερότητα ἔχει, οὔτε
2565πεποίθησιν εἰς τὰς ἰδέας αὐτοῦ, τὰς ὁποίας μετ’ ὀλίγον ἐγ-
2566καταλείπει, καὶ ὑποστηρίζει ἄλλας· ἑπομένως οὔτε δικαίωμα
2567ἔχει, ἵνα ἐπιτίθηται ἐν τῇ Βουλῇ καθ’ ἡμῶν.
2568(Ὁ κ. Ἀγγελόπουλος ἐγείρεται νὰ ὁμιλήσῃ, ἀλλὰ
2569φωναὶ ἐκ τῆς δεξιᾶς καὶ διαμαρτυρίαι βιάζουσιν αὐτὸν
2570νὰ παραιτηθῇ).
2571§149ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ, ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ εἶναι καταπεπονημένη, ἂν
2572καὶ ἐζήτησα τὸν λόγον, ἀναβάλλω διὰ τὴν αὔριον τὴν ὁμιλίαν
2573μου. Σᾶς διαβεβαιῶ ὅμως, ὅτι πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου
2574ἀντικειμένου, περὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας καὶ τῶν
2575σκανδάλων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν πρὸ μικροῦ ἐν αὐτῇ.
2576§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Βόλου κ. Φιλάρετος ὑπο-
2577βάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν (ἀναγινώσκει):
2578«Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ
2579πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ζητεῖται φόρος ἐπιτηδεύματος
2580διὰ τὰ ἡμερομίσθια τῶν ὑπαλλήλων ἀνωνύμων ἑταιριῶν π.χ.
2581τῆς ἑταιρίας τῶν ἱπποσιδηροδρόμων Ἀθηνῶν καὶ περιχώρων,
2582τῶν μὴ ἐργαζομένων, οὐδὲ πληρονομένων κατὰ μῆνα, ἀλλὰ
2583δι’ ἡμερομισθίων.»
2584Ὁ ἐκ Κορινθίας βουλευτὴς κ. Ἀρ. Μεντζελόπουλος ὑπο-
2585βάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντικαταστά-
2586σεως διατάξεων τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας. Θέλει τυπωθῆ
2587καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 265).
2588Ὁ ἐκ Βόλου βουλευτὴς κ. Ν. Σχινᾶς ὑποβάλλει ἐπερώ-
2589τησιν, ἔχουσαν οὕτω.
2590§151ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
2591«Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ
2592πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν ἐπὶ τῆς ζητουμένης πιστώσεως ἐκ
2593δρ. 39,212.17 ἐπὶ τοῦ κεφ. 20, ἄρθρ. 1, 2, 3 τοῦ προϋπολο-
2594γισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ δαπάνας τοῦ
2595προκατόχου Ὑπουργείου εἰς ἐπιστασίας, ἔξοδα καὶ μισθοὺς
2596ἀλλοδαπῶν (καὶ ὀνομαστὶ τίνων), καὶ εἰς ποίου εἴδους ἐργασίας
2597οὗτοι εἰργάσθησαν, καὶ ἂν τὸ ὑπάρχον προσωπικὸν τῶν δη-
2598μοσίων ἔργων ἦναι ἀνεπαρκὲς καὶ ἀνίκανον.
2599Πρὸς τούτοις νὰ καταθέσῃ πίνακα τῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους
26001892 μέχρι σήμερον κατασκευασθεισῶν σιδηρῶν γεφυρῶν καὶ
2601πόσαι κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα καὶ ποῖαι προϋπελογίσθησαν,
2602καὶ πόσαι ἐκ τούτων ἐνεκρίθησαν παρὰ τοῦ Συμβουλίου τῶν
2603δημοσίων ἔργων.»
2604§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ὑπέβαλε τροπολο-
2605γίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δασμολογικῶν τροποποιήσεων.
2606Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ.
2607266).
2608Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
2609§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ,
2610κύριε Πρόεδρε, νὰ παρακαλέσητε τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ
2611ἐπανέλθωσι τὴν 4ην ὥραν, ὅπως ἐξακολουθήσωμεν τὰς ἐρ-
2612γασίας ἡμῶν· πρέπει μάλιστα καὶ περὶ ἄλλου τινὸς νὰ με-
2613ριμνήσωμεν. Ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἄρχονται αἱ συνε-
2614δριάσεις, καὶ ἡ ἐξακολούθησις αὐτῶν μέχρις ὥρας προκεχω-
2615ρηκυίας, ἐπάγει φυσικῶς κάματον εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς,
2616πρέπει δὲ κατὰ τὸ δεύτερον τοῦτο τμῆμα τῆς συνεδριάσεως
2617τῆς Βουλῆς τῆς σήμερον, νὰ κανονίσωμεν ὁμαλώτερον καὶ
2618καλλίτερον καὶ τὰ περὶ τούτου.
2619§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 4ην
2620ὥραν μετὰ μεσημβρίαν.
2621(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 12 καὶ 45′. Ἐπαναλαμβά-
2622νεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 5 μ. μ. προεδρεύοντος τοῦ
2623Προέδρου κ. Ἀλεξ. Θ. Ζαΐμη).
2624§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
2625Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ
2626γῆν στρατοῦ.
2627§156ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ζητήσω πληροφορίας τινὰς
2628ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν τουτέστιν ἡ
2629ἀναγραφομένη δύναμις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἦναι κατορθωτή,
2630ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὴν δύναμιν τῶν 18,852 στρα-
2631τιωτῶν,—διότι ἡ ὁλικὴ δύναμις μετὰ τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι
263226,262.—Κατὰ τὴν κατάστασιν, ἣν εὐηρεστήθη ὁ κ. Ὑπουρ-
2633γὸς νὰ καταθέσῃ πρό τινος εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἥτις φέρει
2634χρονολογίαν πρώτης Ἰανουαρίου, ἡ ὁλικὴ δύναμις τοῦ στρα-
2635τοῦ ἀνέρχεται εἰς 21,780. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπόν, φρονῶ,
2636κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος νὰ ὑπάρξῃ ἡ δύναμις αὕτη τῶν 26,262.
2637(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρ-
2638θρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας παρα-
2639τηρήσεως).
2640§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
2641χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως δραχ. 20,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ
2642προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερι-
2643κῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1896, καὶ περὶ ἀκυρώσεως ἴσου
2644ποσοῦ ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ αὐ-
2645τοῦ Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1891.
2646Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
2647§158ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἡ ζητουμένη πίστωσις τῶν 20,000
2648δραχμῶν εἶναι γνωστὸν ὅτι εἶναι μέρος τῆς προηγουμένως αἰ-
2649τηθείσης πιστώσεως, κατὰ τὸ 1891, ἐκ 320,000 δραχμῶν.
2650Ἐκ τούτων ἐδαπανήθησαν μόνον αἱ 300,000 δραχμαὶ πρὸς
2651κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου–Κρυονερίου· τὸ
2652ὑπόλοιπον, ἐκ δρ. 20,000, δὲν κατεβλήθη εἰς τὴν ἐργολάβον
2653ἑταιρίαν, διότι ἔργα τινὰ τοῦ σιδηροδρόμου ἦσαν κακῶς
2654κατεσκευασμένα. Ἐπεφυλάχθη ἑπομένως τὸ Δημόσιον νὰ
2655πληρώσῃ τὰς 20 ταύτας χιλιάδας μετὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν
2656ἔργων. Τὰ ἔργα ταῦτα πράγματι συνεπληρώθησαν, καὶ ἔρχε-
2657ται σήμερον ἡ Κυβέρνησις νὰ καταβάλῃ τὴν νόμιμον ἀπαί-
2658τησιν τῶν ἐργολάβων. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη
2659κακῶς ζητεῖται ὡς ἔκτακτος πίστωσις, διότι πρόκειται περὶ
2660ὑποχρεώσεως τοῦ Δημοσίου, ἡ ὁποία ἔχει ἐγγραφῆ ἐν τῷ
2661Προϋπολογισμῷ. Ἐπιτρέπεται δὲ ἔκτακτος πίστωσις, κατὰ
2662τὸ ἄρθρον 18 τοῦ λογιστικοῦ νόμου, μόνον διὰ τὰς ἐκτάκτους
2663καὶ κατεπειγούσας ὑπηρεσίας, τὰς μὴ προβλεφθείσας ἐν τῷ
2664Προϋπολογισμῷ. Ἐπειδὴ δὲ καὶ τότε ὑπεβλήθη, κατὰ τὸ 1891,
2665καὶ ἐπειδὴ καὶ σήμερον ὑπάρχει καὶ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον
2666εἰδικὸν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, νομίζω ὅτι δὲν
2667πρέπει νὰ ζητηθῇ ὡς ἔκτακτος πίστωσις. Συνέπεια τῆς παρα-
2668τηρήσεως ταύτης εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἡ πίστωσις
2669αὕτη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερι-
2670κῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1896, ὑπὸ τὸ κεφάλαιον «σιδηροδρο-
2671μικαὶ ἀποζημιώσεις». Ἀλλὰ ἐκτὸς τούτου ἡ πίστωσις αὕτη
2672τῶν 20,000 δραχμῶν, τῆς ὁποίας σήμερον ζητεῖται ἡ ἀκύρω-
2673σις, ἠκυρώθη διὰ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1891 τοῦ ἤδη δημο-
2674σιευθέντος, ἀφοῦ δὲ ἠκυρώθη ἡ πίστωσις αὕτη, δὲν εἶναι δυ-
2675νατὸν νὰ ψηφισθῇ ὡς τοιαύτη. Κατὰ τὸν λογιστικὸν ἡμῶν
2676νόμον, αἱ πιστώσεις, ὧν χρῆσις δὲν ἐγένετο, δὲν ἀκυροῦνται,
2677εἰμὴ μόνον διὰ τοῦ ἀπολογισμοῦ. Φαντασθῆτε, ὁπόσον θὰ
2678ἦτο περίεργον, νὰ ἤρχετο σήμερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ
2679ἐζήτει τὴν ἀκύρωσιν ἢ τὴν πραγματοποίησιν τῶν πιστώσεων
2680τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ κεφαλαίῳ 13, ἄρθρῳ 1, καὶ ἐν
2681τοῖς ἑπομένοις αὐτῷ, πιστώσεων ἀνερχομένων ἐν ὅλῳ εἰς δρ.
268217,035,951, πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι ἠκυρώθησαν ἅπασαι διὰ
2683τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1891. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ
2684ζητηθῇ ἀκύρωσις πιστώσεως ἀκυρωθείσης ἤδη διὰ τοῦ ἀπο-
2685λογισμοῦ.
2686§159ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ πίστωσις τῶν
268720,000, ἡ ζητουμένη διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, δὲν
2688χαρακτηρίζεται κανονικῶς ὡς ἔκτακτος πίστωσις. Εἶναι ἀλη-
2689θὲς, ὅτι κατὰ τὸ 1891 ἐχαρακτηρίσθη ὡς τοιαύτη, διότι
2690εἶχε γείνῃ δεκτὸν, ἢ μᾶλλον ἀνεκτὸν, τὸ σύστημα, ὅπως
2691διάφορα δημόσια ἔργα ἐκτελῶνται δι’ εἰδικῶν κεφαλαίων.
2692Τότε ἐχαρακτηρίζοντο αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι ἐξετελοῦντο
2693διὰ δανείου καὶ ὄχι διὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου,
2694ὡς ἔκτακτοι δαπάναι, καὶ ἐξετελοῦντο δι’ ἐκτάκτων πιστώ-
2695σεων, ἐναντίον τοῦ πνεύματος τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Σήμερον
2696ὅμως τοῦτο δὲν ὑφίσταται πλέον. Δὲν ὑπάρχουν κεφάλαια εἰ-
2697δικά, προερχόμενα ἐκ δανείων, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ πληρώνων-
2698ται αἱ δαπάναι, αἱ τότε χαρακτηριζόμεναι ὡς ἔκτακτοι. Σή-
2699μερον πᾶσα δαπάνη εἶναι μία ὑποχρέωσις τοῦ Δημοσίου,
2700προερχομένη ἐξ ὡρισμένης αἰτίας. Ὡς τοιαύτη δὲ, θὰ πλη-
2701ρωθῇ ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, καὶ πρέπει νὰ
2702ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Δὲν πρέπει δὲ νὰ συνεχί-
2703σωμεν σύστημα, τὸ ὁποῖον οὐδὲν καλὸν δύναται νὰ ἔχῃ, ὑπὸ
2704ἔποψιν ταμιευτικὴν, πολλὰ δὲ δύναται νὰ φέρῃ κακὰ ὑπὸ
2705τὴν ἔποψιν τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων χρημάτων. Ὅθεν
2706πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ ἡ παροῦσα
2707πίστωσις.
2708§160Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶχε ψηφι-
2709σθῆ πίστωσις δραχ. 320,000 διὰ τὸ χορήγημα, τὸ ὁποῖον
2710τὸ Κράτος ὤφειλε νὰ πληρώσῃ διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σι-
2711δηροδρόμου Μεσολογγίου–Κρυονερίου. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὴν
2712παράδοσιν τοῦ ἔργου ἐγεννήθησαν δισταγμοὶ, ἂν τοῦτο κατε-
2713σκευάσθη συμφώνως πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τῶν ἀναδεξαμένων
2714τὴν κατασκευὴν, ἐκ τῶν 320 χιλιάδων ἐπληρώθησαν μόνον
2715αἱ 300 χιλιάδες, ἔμειναν δὲ ὀφειλόμεναι αἱ 20,000. Ἀλλὰ
2716ληξάσης τῆς χρήσεως, συνταχθέντος μάλιστα καὶ τοῦ ἀπο-
2717λογισμοῦ τοῦ 1891, ἐπῆλθεν ἀναγκαίως ἡ ἀκύρωσις τοῦ
2718ὑπολοίπου τῆς πιστώσεως τῶν 320 χιλιάδων, τῆς χορηγη-
2719θείσης διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891, ἑπομένως δὲν
2720ὑπάρχει πίστωσις πρὸς πληρωμὴν τῆς ὀφειλῆς ταύτης τοῦ
2721Κράτους. Τὸ Κράτος ὀφείλει 20,000, ἂν δὲ ἡ ὀφειλὴ αὕτη
2722ἐγίνετο γνωστὴ κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
2723ἤθελεν ἀναγραφῆ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν
2724ἐξόδων· ἀλλ’ ἐγνώσθη ἀφοῦ συνετάχθη ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ
2725εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν, πρέπει δὲ διὰ δηλώσεως νὰ ζητήσω-
2726μεν νὰ ἐγγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, εἴτε νὰ εἰσαγάγωμεν
2727ἴδιον νομοσχέδιον περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως, ἀφοῦ τὴν ἀνάγ-
2728κην δὲν προέβλεψεν ὁ Προϋπολογισμός. Εἰσηγάγομεν λοιπὸν
2729νομοσχέδιον, ἀλλ’ οὐχὶ διὰ χορηγίαν ἐκτάκτου πιστώσεως, ὡς
2730οἱ προκάτοχοι ἡμῶν ἐφρόνουν· ἐπειδὴ δὲ ἡ πίστωσις δὲν ἠδύ-
2731νατο νὰ θεωρηθῇ ἀναπληρωτικὴ, διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέ-
2732πει νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ.
2733§161ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν
2734ἔχει ἀντίῤῥησιν νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὡς πί-
2735στωσις.
2736§162Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει ὅμως
2737νὰ μεταβληθῇ τοῦτο εἰς δήλωσιν, διότι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ
2738ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
2739§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν κατωτέρω.
2740Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπλη-
2741ρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 222,650 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ
2742προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουρ-
2743γείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1895.
2744(Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν,
2745ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
2746§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑπέ-
2747βαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας
2748ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 6,800 ἐπὶ τοῦ εἰδι-
2749κοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκο-
2750νομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1895. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανε-
2751μηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 267).
2752Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἀντιβασιλείας ἢ
2753διαχειρίσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν ἀποδημίᾳ τοῦ Βα-
2754σιλέως ἐκτὸς τοῦ Κράτους κατὰ τὸ ἔτος 1896.
2755Ὁ κ. Πετροπουλάκης ἔχει τὸν λόγον.
2756§165Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡ ἐντολὴ τοῦ λαοῦ, κύριοι
2757Βουλευταὶ, ἐκάλεσαν ἡμᾶς ἐνταῦθα εἰς ἐκπλήρωσιν ὑψίστων
2758καθηκόντων, τὸ δὲ Σύνταγμα μᾶς παρέχει τὸ δικαίωμα νὰ
2759ἐλέγχωμεν τὰς κυβερνητικὰς παρανομίας, ὁσάκις ἤθελον πα-
2760ρουσιασθῆ τοιαῦται, καὶ νὰ νομοθετῶμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα
2761θέλομεν κρίνει ἐπωφελῆ εἰς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας ἡμῶν,
2762τοὐναντίον δὲ νὰ ἀποκρούωμεν τὰ νομοσχέδια, ἅτινα νομίζο-
2763μεν ὅτι δὲν εἶναι ἐπωφελῆ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Καὶ
2764ἐὰν μέν τι τῶν νομοσχεδίων τούτων ἤθελε παρέλθει ἀπα-
2765ρατήρητον, καὶ καθιστάμενον νόμος τοῦ Κράτους ἐπροξένει
2766ζημίαν εἰς αὐτὸ, βεβαίως ἡ ζημία αὕτη δὲν θὰ ἦτο κατα-
2767στρεπτικὴ, διότι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν ἠθέλομεν δίδει τὰς
2768ἀτελείας του καὶ ἑπομένως εἰς ἄλλην σύνοδον τῆς Βουλῆς
2769ἠθέλομεν καταργήσει τὸν νόμον ἐκεῖνον δι’ ἑτέρου, ἢ ἠθέλο-
2770μεν διορθώσει τὰς ἀτελείας αὐτοῦ. Ἐὰν ὅμως μετὰ τὴν ἐπι-
2771ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἀντιβασιλείας καὶ κατὰ τὴν
2772ἀποδημίαν τοῦ Βασιλέως ἤθελε συμβῆ τι, εἴτε ἐν τῷ ἐσω-
2773τερικῷ τῆς χώρας ἡμῶν, εἴτε ἐκτὸς αὐτῆς, ἐν Μακεδονίᾳ,
2774Κρήτῃ ἢ ἀλλαχοῦ, καὶ ἤθελον παραβλαφθῆ τὰ ἐθνικὰ
2775ἡμῶν συμφέροντα, ἡ ζημία αὕτη θὰ ἦναι ἐθνικὴ καὶ ἀνεπα-
2776νόρθωτος. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα, καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ
2777Κράτους, καὶ ὡς Ἕλλην, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀφήσω ἀπαρατή-
2778ρητον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
2779Δὲν ἀρνοῦμαι, Κύριοι, τὸ δικαίωμα, ὡς προεῖπον, τὸ συν-
2780ταγματικὸν, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Ἡγεμὼν, νὰ ἀποδημῇ, ὅταν
2781θέλῃ καὶ ὅπου θέλει, ἀλλὰ δὲν δύνασθε ἐπίσης νὰ μοὶ ἀρνη-
2782θῆτε, ὅτι τὰ ἡγεμονικὰ ταξείδια δύο ἔχουσι καὶ πρέπει νὰ
2783ἔχωσι λόγους· ἢ τὸν λόγον τῆς ὑγείας, ἢ νὰ ἐπιβάλλωνται
2784ὑπὸ τῶν συμφερόντων τῆς χώρας καὶ ἰδίως τῶν ἐξωτερικῶν
2785ὑποθέσεων αὐτῆς. Ἐὰν ἦναι λόγοι ὑγείας, ὑποθέτω ὅτι εἷς
2786μὴν, τεσσαράκοντα ἡμέραι, ἢ τὸ πολὺ 2 μῆνές εἰσιν ἀρκε-
2787τοί. Ὡς πρὸς τὴν ἄλλην ὑπόθεσιν, ὅτι λόγοι ἀφορῶντες τὰ
2788ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα ἐπιβάλλουσι τὰ ταξείδια ταῦτα,
2789ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ δεχθῶ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, διότι
2790μακρὰ πεῖρα ἔχει διδάξει οὐ μόνον ἡμᾶς, ἀλλὰ πάντα τὰ
2791Κράτη, ὅτι, προκειμένου περὶ γενικῶν συμφερόντων, οὐδεμία
2792χωρεῖ συγγένεια, οἱ δὲ ἡγεμόνες θεωροῦνται ξένοι πρὸς ἀλ-
2793λήλους. Τὰ Κράτη κανονίζουσι τὴν ἐξωτερικὴν αὐτῶν πολι-
2794τικὴν συμφώνως πρὸς τὰ συμφέροντά των. Ἔχομεν δὲ πρόσ-
2795φατον παράδειγμα. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἐπε-
2796σκέφθη τὴν ἡμετέραν χώραν ὁ κραταιὸς Μονάρχης τῆς Γερ-
2797μανίας, τοῦ ὁποίου γνωστοί εἰσιν οἱ στενοὶ συγγενικοὶ δεσμοὶ
2798μετὰ τῆς Βασιλικῆς ἡμῶν οἰκογενείας. Ἐν τούτοις ὁ Μο-
2799νάρχης οὗτος, κατὰ τὴν μικράν του διαμονὴν ἐνταῦθα, διὰ
2800τῆς στάσεως, ἣν ἐτήρησε πρὸς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν τῆς
2801χώρας ἡμῶν, ἀπέδειξε καταφανῶς, ὅτι οὐδόλως ἐπηρεάσθη
2802ἐκ τῆς συγγενείας. Μετὰ τὴν ἔνδειξιν ταύτην ἔλαβε τὴν
2803ἄγουσαν πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολιν, καὶ γνωρίζετε πόσον
2804εὐνοϊκῶς ἐξεφράσθη περὶ τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας, χωρὶς νὰ
2805ἔχῃ οὐδεμίαν συγγένειαν μετὰ τοῦ ἡγεμόνος αὐτῆς.
2806Δὲν ἀγνοεῖτε, Κύριοι, ὅτι ὁ ἀείμνηστος Ὄθων, ὁ ὁποῖος
2807ἐβασίλευσεν ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν ἐπὶ τριάκοντα ὅλα ἔτη, καὶ
2808τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας ἀναφέρω
2809τὴν στιγμὴν ταύτην, δύο μόνον κατὰ τὸ μακρότατον ἐκεῖνο
2810τῆς βασιλείας του διάστημα ἔκαμε ταξείδια, τὸ μὲν ἓν λό-
2811γῳ τῆς πασχούσης ὑγιείας του, τὸ δ’ ἕτερον... ὅτε καὶ δὲν
2812ἐπανῆλθεν. Ὁ Βασιλεὺς ἐκεῖνος δὲν ἦτο Βασιλεὺς τῶν Ἑλλή-
2813νων, ἀλλ’ ἦτο, μὲ τὸν περιωρισμένον τίτλον, «Βασιλεὺς τῆς
2814Ἑλλάδος», ἡ δὲ χώρα ἡμῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο
2815μικροτέρα κατὰ τὴν ἔκτασιν. Ἀλλ’ ἦτο μικρὰ μὲν κατὰ τὴν
2816ἔκτασιν, ἀλλὰ μεγίστη κατὰ τὴν ἠθικὴν δύναμιν. Καὶ εἰς
2817ἀπόδειξιν τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου τούτων, σᾶς ὑπομι-
2818μνήσκω, ὅτι αἱ τρεῖς τότε Μεγάλαι Δυνάμεις ἡμιλλῶντο,
2819ὁποία πρώτη νὰ ἔχῃ τὴν Ἑλλάδα ὡς σύμμαχον. Ὁ ἀεί-
2820μνηστος ἐκεῖνος Βασιλεὺς, συνεργαζόμενος μετὰ τῶν συμβού-
2821λων αὐτοῦ, εἶχε κατορθώσει, ὥστε ἀπὸ τῶν ἀπωτάτων χωρίων,
2822ἀπὸ τῆς Ρουμανίας μέχρι Λαμίας καὶ Βονίτσης, ὅπου ἦσαν
2823τότε τὰ ἑλληνικὰ μεθόρια, πάντες οἱ λαοὶ ἐκεῖνοι τῆς χερσο-
2824νήσου τοῦ Αἵμου νὰ σεμνύνωνται, λεγόμενοι Ἕλληνες, εἶχε
2825κατορθώσει δὲ νὰ ἦναι ἀρχηγὸς τῶν λαῶν ἐκείνων, ὑπὲρ τῆς
2826μεγάλης ἡμῶν ἐθνικῆς ἰδέας, συνεννοούμενος μετ’ αὐτῶν, καὶ
2827καραδοκῶν τὴν κατάλληλον στιγμήν, ἡ ὁποία ἤθελε τοῦ
2828ἐπιτρέψει νὰ διεκδικήσῃ τὰ ἀπαράγραπτα ἡμῶν δικαιώματα,
2829ὅπως ἐκπληρώσῃ τὸν διακαῆ πόθον του, ἐνῷ σήμερον ἡ Μα-
2830κεδονία, ἡ Κρήτη, ἡ Ἤπειρος, ἡ Ἀλβανία καὶ αἱ λοιπαὶ
2831δοῦλαι Ἑλληνικαὶ ἐπαρχίαι ἵστανται μὲ ἐσταυρωμένας τὰς
2832χεῖρας, θεώμεναι τὴν Ἑλλάδα ἐξηντλημένην καὶ μὴ δυνα-
2833μένην νὰ δράμῃ πρὸς βοήθειάν των. Ἐσωτερικῶς δὲ, μολο-
2834νότι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἦτο μικρὸς, ἐν τούτοις
2835εἶχε κατορθώσει, τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους νὰ ἦναι πλήρη
2836χρημάτων, καὶ αἱ ἀποθῆκαι πλήρεις ὅπλων καὶ πολεμοφο-
2837δίων, ὁ δὲ μικρὸς στρατός του καλῶς γυμνασμένος. Εἶχε
2838δὲ νὰ παλαίσῃ καὶ μὲ τοὺς ἐσωτερικοὺς περισπασμοὺς, οἱ
2839ὁποῖοι τὸν ἠνώχλουν καθ’ ἑκάστην.
2840Δυνατὸν νὰ εἶχε καὶ ἐλαττώματα ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος
2841ἡγεμὼν, διότι ἤθελε νὰ συγκεντρώνῃ εἰς χεῖράς του ἁπάσας
2842τὰς ἐξουσίας, καὶ τοῦτο ἴσως ἦτο ὁ κυριώτερος λόγος, δι’ ὃν
2843ἐξώσθη ἐντεῦθεν, ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτο περιορίζομαι, ἀφήνων
2844τὴν ἱστορίαν νὰ λαλήσῃ.
2845Ὥστε βλέπετε, Κύριοι, ὅτι τὰ ταξείδια δὲν εἶναι ἐκεῖνα,
2846τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ κανονίζωσι τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν
2847ἑνὸς Κράτους, ἀλλ’ ἡ ὀξυδέρκεια καὶ ἡ σύνεσις τῶν πολιτικῶν
2848αὐτοῦ ἀνδρῶν, συνεννοουμένων πάντοτε μετὰ τοῦ Ἡγεμόνος,
2849καὶ ἐπωφελουμένων τῶν περιστάσεων, αἵτινες παρέρχονται
2850ἀνεπιστρεπτεί.
2851Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὴν περίοδον ἐκείνην. Ἤδη ἂς
2852εἰσέλθωμεν, Κύριοι, καὶ εἰς τὴν δευτέραν περίοδον τοῦ Βασι-
2853λείου, καὶ ἂς ἴδωμεν, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον μᾶς ὠφέλησαν τὰ
2854μακρὰ ταῦτα ἡγεμονικὰ ταξείδια, ἢ οἱ πεντάωροι, οἱ ἑξάωροι
2855καὶ οἱ τριήμεροι πολλάκις πομπώδεις λόγοι, οἵτινες ἐξεφωνή-
2856θησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ θέλομεν πεισθῆ, ὅτι εἰς
2857οὐδὲν μᾶς ὠφέλησαν, τοὐναντίον μάλιστα μᾶς ἔβλαψαν, καὶ
2858μᾶς κατέστρεψαν κυριολεκτικῶς, καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἐθνικὴν καὶ
2859ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικήν.
2860Κατὰ τὸ ἔτος 1866 ἐγεννήθη ἡ μεγάλη τῆς Κρήτης
2861ἐπανάστασις, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν γνώμην μου, μάρτυρος αὐ-
2862τόπτου,—διότι εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ εὑρίσκωμαι ἐπὶ τὰ
2863Κρητικὰ ὄρη κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην—δὲν ἦτο ἄλλο τι,
2864παρὰ συνέχεια τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεως τοῦ 1821. Διότι
2865εἰς μὲν τὸ 1821 ἔπεσε τὸ Μεσολόγγιον, εἰς δὲ τὸ 1866 τὸ
2866Ἀρκάδιον. Κατὰ τὴν ἐπανάστασιν λοιπὸν ταύτην ἡ Ἑλ-
2867λὰς ἐθυσίασεν οὐκ ὀλίγους ἄνδρας καὶ χρήματα, οὐ μόνον ἡ
2868ἐλευθέρα, ἀλλὰ καὶ ἡ δούλη, διότι καὶ ἐθελοντὰς ἀπέστειλε
2869καὶ μεγάλας χρηματικὰς συνδρομάς. Ἐν τούτοις ἡ ἐπανά-
2870στασις ἐκείνη ἔπεσε! Διατί; Μὴ τάχα ἔπταισεν εἰς τοῦτο
2871τὸ ἔνδοξον ἡμῶν ἔδαφος; Μὴ τάχα ἔπταισεν ἡ ἱστορικὴ θά-
2872λασσα; Ὄχι. Ἡ κακὴ διεξαγωγὴ τῆς ἐξωτερικῆς ἡμῶν πο-
2873λιτικῆς ἂν καὶ δυσκολεύομαι δὲ νὰ τὸ εἴπω, θὰ τὸ εἴπω:
2874διότι ἐσπεύσαμεν νὰ ἔλθῃ εἰς γάμον ὁ Βασιλεύς...
2875§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπερβαίνεται τὰ ὅρια τῆς κοινοβουλευτι-
2876κῆς συζητήσεως. Συζήτησις περὶ τοῦ προσώπου τοῦ Βασι-
2877λέως δὲν δύναται νὰ γείνῃ.
2878§167Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δι’ ὅλας τὰς
2879πράξεις, τὰς ἀναγομένας εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν,
2880καὶ δι’ ὅλας τὰς πράξεις, τὰς ἀναγομένας εἰς τὴν ἐσωτερι-
2881κὴν πολιτικὴν, εἶναι ὑπεύθυνοι οἱ Ὑπουργοί. Δύνασθε νὰ
2882ἐπικρίνητε καὶ τοὺς ἐνεστῶτας καὶ τοὺς παρελθόντας Ὑπουρ-
2883γοὺς, ἀλλὰ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπητέ τι περὶ τοῦ
2884Βασιλέως. Ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀναφέρη-
2885ται τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως ἐπὶ ἐπικρίσει.
2886§168Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὠνόμασα πρόσω-
2887πα, διότι δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ὀνομάσω· διότι, ὡς ἐκ τῆς
2888τότε νεαρᾶς ἡλικίας του, δὲν δύναμαι νὰ τὸν ἀδικήσω, ἀδικῶ
2889τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐπέτρεψε τοῦτο. Ὥστε, βλέ-
2890πετε, μὲ ἐπρολάβατε πρὶν ἔτι ἐξηγηθῶ.
2891Ἐν τούτοις ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη ἔπεσεν. Ἐρχόμεθα κα-
2892τόπιν εἰς τὸ 1872, ὅτε ἐπῆλθεν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἡ διαί-
2893ρεσις τῆς Μεγάλης ἡμῶν Ἐκκλησίας, καὶ ἡ ἀναγέννησις
2894τῆς Ἐξαρχίας τῆς Βουλγαρικῆς, καθ’ ὃν χρόνον ἤρξατο
2895πλέον ἡ κατάπτωσις τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Διατὶ ἆρα αἱ Μεγά-
2896λαι Δυνάμεις ἐσκέφθησαν νὰ ἱδρύσουν Κρατίδια εἰς τὴν χερ-
2897σόνησον τοῦ Αἵμου; Διότι ἀντελήφθησαν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν
2898ταῖς ἐχρησίμευε πλέον, ὡς ἄλλοτε.
2899Μετὰ τοῦτο ἐρχόμεθα εἰς τὴν περίοδον τοῦ 1876, ὅτε ἡ
2900Ἡγεμονία τῆς Σερβίας ἐκήρυξε τὸν πόλεμον κατὰ τῆς
2901Τουρκίας. Ἐζητήθημεν καὶ τότε παρ’ αὐτῆς ὡς σύμμαχοι,
2902καὶ Μεγάλη τις Δύναμις, τὴν ὁποίαν δὲν θέλω νὰ ὀνομάσω,
2903μᾶς παρώτρυνε νὰ λάβωμεν μέρος· ἐν τούτοις δὲν ἐλάβομεν,
2904ὡς ἐκ τοῦ λάθους δὲ αὐτοῦ δὲν ἐλήφθημεν ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν
2905συνθήκην τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, καὶ ἔκτοτε ἡ ἀναγέννησις
2906τῆς Βουλγαρίας, καὶ ἡ μετατόπισις τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητή-
2907ματος ἐκ τῶν Ἀθηνῶν εἰς τὴν νεαρὰν πρωτεύουσαν τῆς
2908Βουλγαρίας Σόφιαν, ὅπου καὶ ἑδρεύει σήμερον. Ἡμεῖς ἀπε-
2909μακρύνθημεν πλέον ἐντελῶς τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος,
2910περιορισθέντες εἰς τὸν μικρόν μας ἐσωτερικὸν κύκλον, ἀλλη-
2911λοτρωγόμενοι! Ταῦτα πάντα εἶναι, Κύριοι, λάθη, δυστυ-
2912χῶς ἀνεπανόρθωτα.
2913Μετὰ τοῦτο ἐπῆλθεν ἡ Βερολίνειος συνθήκη, ὅπου ἐλή-
2914φθημεν ὑπ’ ὄψιν ὡς Κράτος, καὶ μᾶς ἐχορηγήθησαν τὰ ὅρια,
2915ἅτινα σᾶς εἶναι γνωστὰ, ἀλλὰ τοῦτο ἦτο ὡς νὰ μὴ μᾶς
2916ἐχορηγήθη τίποτε, διότι δὲν εἴχομεν τὴν δύναμιν νὰ κατα-
2917λάβωμεν τὰς ἀποφασισθείσας ὑπὸ τῆς συνθήκης ἐκείνης
2918ἐκτάσεις. Διότι, ἐὰν εἴχομεν τὴν δύναμιν, δὲν θὰ εἴχομεν τὴν
2919ἀνάγκην νὰ μᾶς ὑποδεικνύουν ἄλλοι μέχρι τίνος ὁρίου ἐκτεί-
2920νονται τὰ Ἑλληνικὰ δικαιώματα. Ἐδέησε δὲ τότε—ὀφείλω
2921νὰ τὸ ὁμολογήσω—νὰ πολιτευθῇ δεξιῶς ὁ ἀείμνηστος Κου-
2922μουνδοῦρος, διὰ νὰ κερδήσωμεν τὴν Θεσσαλίαν καὶ μέρος
2923τῆς Ἠπείρου. Αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, ἀσυγχώρητα λάθη τῶν
2924κατὰ καιροὺς διοικησάντων τὸν τόπον, ἀπὸ τοῦ 1863 καὶ
2925ἐντεῦθεν, ἐξ ὧν ἐπῆλθε καταστροφὴ ἐθνικὴ καὶ πλήρης ἀπελ-
2926πισία.
2927Κατόπιν ἐπῆλθεν ἡ ἐποχὴ τοῦ 1886, τοῦ τότε τετελε-
2928σμένου γεγονότος, τῆς ἑνώσεως τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας
2929μετὰ τῆς Βουλγαρίας, ὅτε προΐστατο τῆς Κυβερνήσεως
2930ἐκείνης ὁ καὶ νῦν κ. Πρωθυπουργὸς, ἐκάλεσε δ’ ἐπὶ τὰ ὅπλα
2931τοὺς Ἑλληνόπαιδας, οἵτινες ἀθρόοι ἔσπευσαν εἰς τὴν φω-
2932νὴν τῆς πατρίδος, καὶ ἠκολούθησαν τὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν
2933ὑπέδειξεν αὐτοῖς τὸ καθῆκον. Καὶ τότε ὁ Βασιλεὺς ἐταξεί-
2934δευεν ἐκτὸς τῆς χώρας, ἐπανελθὼν δὲ μετὰ τὸ ἀνωτέρω γε-
2935γονὸς, ἔτυχεν ἐνθουσιώδους ὑποδοχῆς ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνι-
2936κοῦ λαοῦ, ὅστις, θεωρῶν τὸν Ἡγεμόνα του ὡς τὴν μόνην
2937αὐτοῦ ἐλπίδα, τὸν συνώδευσε μέχρι τῶν ἀνακτόρων. Ὁ Βα-
2938σιλεὺς ἐξῆλθεν εἰς τὸν ἐξώστην καὶ εἶπε πρὸς τὸν λαόν: «στὴν
2939καρδιά μου σᾶς ἔχω παιδιά!», ὁ δὲ λαὸς ἀπήντησεν, ὅτι τὸν
2940ἔχει ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς του. Ἀλλὰ, Κύριοι, μολονότι εἶπε
2941τὰς γλυκείας ταύτας καὶ πατριωτικὰς λέξεις, δὲν ἐπῆγε ποτὲ
2942νὰ ἐπισκεφθῇ τὰ στρατόπεδα, ὅπως ἐνθαῤῥύνῃ καὶ ἴδῃ πῶς
2943περνοῦν τὰ παιδιά. Μετ’ ὀλίγον ἀπεκλείοντο τὰ Ἑλληνικὰ
2944παράλια ἀπὸ τοὺς ξένους στόλους, ὁ δὲ κύριος Πρωθυπουργὸς
2945κατέθετε τὴν ἐξουσίαν. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἀπὸ τοῦ ἑνὸς
2946λάθους περιεπίπτομεν εἰς τὸ ἕτερον, καὶ ὅτι καὶ κατὰ τὴν
2947ἐποχὴν ἐκείνην εἰς οὐδὲν μᾶς ὠφέλησαν τὰ ἀλλεπάλληλα
2948ταξείδια, τὰ ὁποῖα, καὶ ἂν δὲν προξενοῦσιν ἄλλο μεγαλείτερον
2949κακὸν, δύνανται νὰ βεβαιώσωσιν ὅμως τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν,
2950ὅτι πρόκειται περὶ ἐντελοῦς ἀδιαφορίας, ἡ δὲ ἀδιαφορία αὕτη
2951ἰσοδυναμεῖ μὲ καταστροφήν. Ἀλλοίμονον, Κύριοι, εἰς τὸν
2952λαὸν, εἰς τὸν στρατὸν τοῦ Κράτους ἐκείνου, ὁ ὁποῖος πεισθῇ,
2953ὅτι ἀδιαφορεῖ ὁ Βασιλεὺς αὐτοῦ! Ἡ πεποίθησις αὕτη γεννᾷ
2954τὴν διάῤῥηξιν τῶν δεσμῶν μεταξὺ λαοῦ καὶ Βασιλείας, καὶ
2955δὲν δύνανται νὰ συνυπάρξωσι. Δι’ αὐτὸ πρέπει αἱ Κυβερνή-
2956σεις εἰλικρινῶς νὰ συμβουλεύωσι καὶ νὰ λέγωσι τὰ ἀληθῆ
2957πάντοτε εἰς τὸν Ἡγεμόνα. Δὲν ἐπιτρέπεται, κατ’ ἐμὲ, νὰ μὴ
2958ὑποδεικνύηται ἡ ἀλήθεια, καὶ μόνη ἡ ἀλήθεια, εἰς τοὺς
2959Ἡγεμόνας. Ὅταν ἀποκρύπτηται αὕτη, οἱ Ἡγεμόνες εὑρί-
2960σκονται ἐν πλάνῃ, ἡ δὲ πλάνη εἶναι μέγα κακὸν, τὸ ὁποῖον
2961δύναται νὰ καταστρέψῃ ἓν ἔθνος, καὶ νὰ ῥίψῃ ἕνα Βα-
2962σιλέα. Διὰ τοῦτο ἡ ἀλήθεια, λεγομένη ἀπὸ τοὺς συμβούλους
2963τοῦ Ἡγεμόνος, καὶ ἀπὸ τὴν Αὐλὴν αὐτοῦ, πρὸς ἣν ἔχει με-
2964γαλειτέραν ἐμπιστοσύνην, δύναται νὰ προλάβῃ μεγάλα κακά.
2965Δι’ ὅλην αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία ἐγεννήθη ἐν ἡμῖν,
2966Κύριοι, θὰ ὑπάρχῃ που ἓν νόσημα, τοῦ ὁποίου τὴν βάσιν
2967ἂν δὲν φροντίσωμεν ν’ ἀνακαλύψωμεν καὶ θεραπεύσωμεν, μὴ
2968ἐλπίζωμεν σωτηρίαν. Εἶναι ἀνάγκη, ἐπαναλέγω, νὰ μεριμνή-
2969σωμεν πάντες, νὰ ἐξεύρωμεν τὴν πηγὴν τῆς νόσου ταύτης, ἵνα
2970τὴν θεραπεύσωμεν, διότι ἄλλως δὲν εἴμεθα διόλου καλά· καὶ
2971ἂς μὴ πλανώμεθα. Πιστεύω μάλιστα ἀδιστάκτως, ὅτι οὐδεὶς
2972ἐξ ὑμῶν πλανᾶται, ἀλλ’ ὅτι πάντες πιστεύετε εἰς ὅ,τι λέγω.
2973§169Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παντάπασι!
2974§170Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἂς ἐξετάσωμεν τώρα, Κύριοι,
2975καὶ τὴν ἐσωτερικὴν ἡμῶν κατάστασιν, διὰ νὰ ἴδωμεν, τίς ὁ
2976αἴτιος τῆς καταστάσεως ταύτης· διότι δὲν ἐγεννήθη μόνη της.
2977Εἶναι αἴτιος ὁ λαός; Οἱ ἄνδρες τοῦ 1863 ἐνόμισαν, ὅτι ὁ
2978Βασιλεὺς Ὄθων ἦτο ὁ κακὸς δαίμων τοῦ τόπου, καὶ ἔπρεπε
2979νὰ φύγῃ. Ἐζήτησαν τὴν συνδρομὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ,
2980ὅστις δὲν ἐδυσκολεύθη εἰς τοῦτο, καὶ οὕτω ὁ Βασιλεὺς ἐκεῖνος
2981ἐξεδιώχθη. Σημειωτέον δὲ, ὅτι πρῶτον οἱ Αὐλικοί του ἐκρέ-
2982μασαν κατὰ τὴν ἔξωσιν τοῦ Βασιλέως ἐκείνου τὴς κόκκινες
2983κογκάρδες, ἐξαιρέσει ὀλιγίστων, καὶ εἶναι βέβαιον, Κύριοι,
2984ὅτι οὗτοι τὰς κρεμοῦν πρῶτοι, διότι οὐδέποτε κόλαξ δύνα-
2985ται νὰ ἦναι καὶ γενναῖος.
2986Ἐζητήσαμεν, Κύριοι ἀπὸ τὸν λαὸν φόρους δυσβαστάκτους
2987διὰ νὰ τακτοποιήσωμεν τὰ τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ ἡμῶν,
2988καὶ τὸν παρελύσαμεν, διὰ νὰ ἐξοπλίσωμεν τὸ Ναυτικόν μας,
2989καὶ τὸ κατεστρέψαμεν. Νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι ἐντροπὴ πλέον
2990νὰ συζητῶμεν περὶ τοῦ Ναυτικοῦ καὶ τοῦ στρατοῦ ἡμῶν,
2991ἀφοῦ ἐφροντίσαμεν νὰ τὰ φέρωμεν εἰς ἣν τὰ ἐφέραμεν ἐλεεινὴν
2992κατάστασιν. Συζητοῦμεν ἐνταῦθα πρὸ ἡμερῶν πολλῶν περὶ
2993«Μπουμπουλίνας», περὶ Ναυστάθμου, περὶ συστάσεως ἐπιτρο-
2994πῶν καὶ περὶ τόσων ἄλλων κακῶν, τὰ ὁποῖα ἐντρέπεταί τις
2995νὰ ἀναφέρῃ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης. Εἴπομεν εἰς τὸν λαὸν,
2996ὅτι θὰ ἀνορθώσωμεν τὴν Δικαιοσύνην καὶ τὴν Παιδείαν,
2997καὶ τὰ παρελύσαμεν κυριολεκτικῶς, θέσαντες αὐτὰ ὑποχείρια
2998τῆς πολιτικῆς. Τοῦ εἴπομεν, ὅτι θὰ τοῦ τακτοποιήσωμεν τὰ
2999τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἀλλὰ ποῦ ὑπάρχει δημοσία ἀσφά-
3000λεια; Τοῦ εἴπομεν ὅτι θὰ τοῦ κατασκευάσωμεν σιδηροδρόμους
3001καὶ ἁμαξιτὰς ὁδοὺς, ἀλλ’ οὐδὲν ἐκ τούτου ἐξετελέσαμεν ὡς
3002ἔπρεπε, διότι τὰ πάντα ἀφήκαμεν ἡμιτελῆ, ἀφοῦ δι’ αὐτὰ
3003ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων ἐχρεώθημεν, κατασπαταλήσαντες
3004εἰς βάρος τοῦ λαοῦ τὰ χρήματα ταῦτα. Ἢ μὴ τάχα ἐμε-
3005ριμνήσαμεν περὶ τῆς γεωργίας καὶ βιομηχανίας; Οὐδὲν ὑπὲρ
3006τούτων ἐπράξαμεν. Ἄρα ὁ λαὸς μόνον τὰ βάρη ὑπέστη καὶ
3007ὑφίσταται, διὰ κανὲν δὲ δὲν πταίει...
3008§171Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τί κοινὸν
3009ἔχουσιν αἱ ἀτέλειαι τῶν Κυβερνήσεων; Ἐὰν ἐδανείσθησαν χρή-
3010ματα, ἵνα κατασκευάσωσιν ὁδοὺς, καὶ δὲν κατεσκεύασαν
3011αὐτὰς, καὶ ἐὰν ἐπέβαλον φόρους ἵνα ἀνορθώσωσι τὴν παιδείαν,
3012καὶ οὐδὲν ἔπραξαν, τί κοινὸν ἔχει ὁ ἔλεγχος οὗτος μετὰ τοῦ
3013νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ συστηθῇ Ἀντι-
3014βασιλεία κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἐν περιπτώσει ἀποδημίας τοῦ
3015Βασιλέως;
3016§172Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἰδοὺ τί κοινὸν ἔχουσι. Πολ-
3017λάκις παρουσιάσθησαν ζητήματα, ἀφορῶντα μεγάλα συμφέ-
3018ροντα τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα ἀπῄτησαν τὴν παρουσίαν τοῦ
3019Βασιλέως, ἐν τούτοις αὐτὸς δὲν ἦτο ἐδῶ. Ἐὰν ἦτο ἐδῶ, ἤθελε
3020διακανονίσει ἴσως ταῦτα κάλλιον τοῦ Ἀντιβασιλέως. Ὁ Διά-
3021δοχος δυνατὸν νὰ ἦναι καλὸς, ἀλλ’ ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας του δὲν
3022ἔχει τὴν ἀπαιτουμένην πεῖραν.
3023§173ΖΟΥΖΟΥΛΑΣ. Τί εἶναι αὐτὰ, κύριε Βουλευτά!
3024§174Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια.
3025§175ΖΟΥΖΟΥΛΑΣ. Διατὶ δὲν τὰ ἐλέγετε, ὅταν διῳκεῖτε τὴν
3026Ἑλλάδα ἐπὶ Τρικούπη;
3027§176Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶσθε πολὺ νέος Βουλευτὴς,
3028καὶ δὲν γνωρίζετε τὴν ἱστορίαν ἑκάστου. Ἄλλως τε μὴ στε-
3029νοχωρεῖσθε καὶ θὰ ἔλθω καὶ εἰς τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευ-
3030τοῦ, διότι καὶ ἡμεῖς οὐκ ὀλίγον συνετελέσαμεν εἰς τὴν κατά-
3031στασιν ταύτην, πιέζοντες τὰς Κυβερνήσεις...
3032§177ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐκ τῶν ἰδίων θὰ κρίνετε.
3033§178Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν ἐξαιρῶ καὶ τὸν ἑαυτόν μου·
3034διότι καὶ ἐγὼ, ἂν ἤμην κυβερνητικὸς Βουλευτὴς, θὰ ἔπρατ-
3035τον ἴσως ὅσα καὶ ὑμεῖς.
3036Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν ἐὰν πταίουν καὶ αἱ Κυβερνήσεις.
3037Βεβαίως πταίουν, διότι, ἂν οἱ κατὰ καιροὺς Πρωθυπουργοὶ
3038εἶχον τὸ σθένος νὰ εἴπουν πρὸς ἡμᾶς, ὅτι «δὲν σᾶς δίδομεν
3039παράλογα ῥουσφέτια», καὶ ὅτι «δὲν ὑποβάλλομεν νομοσχέδια
3040προσωπικὰ πρὸς ἐπιψήφισιν», καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τοῖς
3041ἠρνούμεθα ὑποστήριξιν, νὰ καταλάβωσι τὸ βῆμα τοῦτο καὶ
3042νὰ εἴπωσι: «Καταθέτομεν τὴν ἐξουσίαν, διότι δὲν δυνάμεθα
3043νὰ ὑποφέρωμεν τὰς ἀξιώσεις τῶν Βουλευτῶν πρὸς βλάβην τοῦ
3044τόπου», τί νομίζετε ὅτι θὰ συνέβαινε; Τὸν μὲν Πρωθυπουρ-
3045γὸν θὰ συνώδευεν ὁ λαὸς μέχρι τῆς οἰκίας του, ζητωκραυγά-
3046ζων ὑπὲρ αὐτοῦ, ἡμᾶς δὲ θὰ ἐλιθοβόλει. Ἀλλὰ δὲν τὸ πράτ-
3047τουσι, διότι οὗτοι ἐνδιαφέρονται περισσότερον διὰ τοὺς οἰ-
3048κείους καὶ προσφιλεῖς αὑτῶν, καὶ οὗτοι ὑποβάλλουσιν εἰς τὸν
3049Βασιλέα τοὺς προσωπικοὺς νόμους, οὓς ἐπικυροῖ ἀβασανίστως.
3050Περαίνων, Κύριοι, λέγω ὅτι ὁ Βασιλεὺς, δὲν εἶναι συμφέρον,
3051νὰ ἀποδημῇ συχνὰ, καὶ ὅτι πρέπει νὰ κάμνῃ ἀγαθὴν χρῆσιν
3052τῶν συνταγματικῶν προνομιῶν του, διὰ νὰ ἦναι σεβαστός. Αἱ
3053Κυβερνήσεις δὲ καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους πρέπει νὰ
3054συνετισθῶμεν, ἄλλως ἂς μὴ σᾶς μένῃ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία,
3055ὅτι, ἂν ἀκολουθήσωμεν ἣν ἠκολουθήσαμεν μέχρι σήμερον πο-
3056ρείαν, ὁ λαὸς θὰ μᾶς πάρῃ μὲ τὴς πέτραις, καὶ πρέπει νὰ
3057τὸ πράξῃ.
3058(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον
3059καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥή-
3060σεως).
3061§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χο-
3062ρηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 742,000 ἐπὶ
3063τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν
3064Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1895.
3065§180ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ζητεῖται ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐκ
3066δραχμῶν 694,000 δι’ ὑπερτίμησιν συναλλάγματος διὰ τὰς
3067εἰς μεταλλικὸν πληρωμὰς τοῦ δημοσίου χρέους. Τὸ δημόσιον
3068χρέος τὸ εἰς μεταλλικὸν ἀνέρχεται εἰς 9,417,000, τὰς ὁποίας
3069ἀναγράφει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895. Ὁ ἴδιος προϋπολο-
3070γισμὸς δίδει πίστωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν,
3071ὑπολογίζων τὰ φράγκα ταῦτα τὰ χρυσᾶ πρὸς δραχ. 1,75
3072ἕκαστον. Γνωρίζομεν ὅτι ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολο-
3073γισμοῦ καὶ ἐντεῦθεν ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος δὲν ἀνῆλ-
3074θεν ἐπὶ τοσοῦτον ἄνω τῆς μιᾶς δραχμῆς καὶ 75 λεπτῶν,
3075ὥστε ν’ ἀπαιτηθῇ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις δρ. 694,000.
3076Μοὶ φαίνεται ἑπομένως, ὅτι τὸ ποσὸν ὑπερβαίνει τὰς ἀνάγκας
3077τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ.
3078Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνή-
3079σεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μᾶς διαφωτίσῃ διατὶ ἀπαιτεῖται τό-
3080σον ποσὸν διὰ τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος. Μήπως
3081ὑπάρχει καὶ ἄλλη πληρωμὴ εἰς χρυσὸν, ἐκτὸς τοῦ ποσοῦ τοῦ
3082ὀφειλομένου διὰ τὸ δημόσιον χρέος;
3083§181Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουρ-
3084γὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν ὑπῆρχε πληρωμὴ συναλ-
3085λαγματικῆς διαφορᾶς χάριν ποσῶν, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος
3086ὀφείλει ἐξ ἀγορᾶς εἰδῶν, ἢ δι’ ἄλλας παραγγελίας, αἱ πλη-
3087ρωμαὶ ἤθελον καταλογισθῆ εἰς τὰς πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀνα-
3088γράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δι’ ἐκείνην τὴν ἀνάγκην.
3089Ἀλλ’ ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ ὑπῆρξε μεγαλειτέρα τῆς
3090ἀναγραφείσης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ μέχρι τῆς 1 Ἰουνίου,
3091καὶ αἱ δόσεις δὲ, αἱ ὁποῖαι ἐπληρώθησαν, ἡμῶν ὄντων ἐν τῇ
3092Κυβερνήσει, καὶ αὐταὶ ὑπερέβησαν τὰ 175 λεπτὰ κατὰ τὸ
3093πλεῖστον, διότι τινὲς μὲν ἐπληρώθησαν ἐντὸς τῶν 175 λε-
3094πτῶν, ἀλλ’ αἱ πλεῖσται εἰς τιμὴν ἀνωτέραν· διότι μετὰ τὰς
3095συμβάσας κρίσεις ἐν τε τῇ Κωνσταντινουπόλει καὶ τὰ ἄλλα
3096συμβεβηκότα, τὰ λαβόντα χώραν ἐν τῇ Εὐρώπῃ, ἡ ἀξία τοῦ
3097συναλλάγματος ὑπερέβη τὰ 175 λεπτὰ καὶ εἶχεν ἀναβῆ
3098μέχρι τῶν 185.
3099§182ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀκριβῶς τοῦτο εἶπον καὶ ἐγὼ, ὅτι ὑπε-
3100λογίσθη διά τινας πληρωμὰς διαφορὰ συναλλάγματος ἀνω-
3101τέρα τῶν 175 λεπτῶν, ἀλλ’ ἡ διαφορὰ αὕτη, ἐξ ὅσων γνω-
3102ρίζομεν, δὲν δύναται ν’ ἀπαιτήσῃ ποσὸν 694,000 δραχμῶν,
3103διότι, ἐὰν προσθέσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὸ ἐν τῷ Προϋπο-
3104λογισμῷ διὰ τὴν συναλλαγματικὴν διαφορὰν ἀναγραφόμενον,
3105θέλομεν φθάσει εἰς ποσὸν ὑπερβαῖνον τὴν τιμὴν τῶν δρ. 1,82
3106κατὰ φράγκον διὰ τὸ ὅλον τῶν πληρωμῶν τοῦ Δημοσίου.
3107§183Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι
3108πρὸ ἡμῶν ἐπληρώθη τὸ φράγκον εἰς τιμὴν λεπτ. 182.
3109§184ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ θεωρῶ δύσκολον.
3110§185Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ σᾶς φέρω σημείωσιν τῶν τι-
3111μῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἠγοράσθη τὸ συνάλλαγμα.
3112(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον
3113καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥή-
3114σεως.
3115§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
3116ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης δημοσίων ἔργων,
3117δι’ ἅπερ ἀναγράφονται πιστώσεις εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολο-
3118γισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς
3119χρήσεως τοῦ ἔτους 1896».
3120Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακα-
3121λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
3122Βουλὴ παρεδέχθη.
3123Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
3124§187Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος πίνακος μετὰ τοῦ
3125σχετικοῦ νομοσχεδίου θὰ παρακαλέσω πρῶτον τὸν κ. Ὑπουρ-
3126γὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὰ σχετικὰ τμήματα,
3127ὁπόταν ὑποβάλλωσιν αἰτήσεις πιστώσεων, νὰ τακτοποιῶσι
3128τὰς πιστώσεις συμφώνως μὲ τὴν τάξιν τῶν ὑποβληθέντων
3129προϋπολογισμῶν, διότι ἄλλην τάξιν ἔχουσιν οἱ προϋπολογι-
3130σμοὶ οἱ συνημμένοι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, καὶ
3131ἄλλην τάξιν τὰ νομοσχέδια, ἑπομένως ὁ θέλων νὰ προβῇ καὶ
3132εἰς τὴν παραμικροτέραν μελέτην ἀναγκάζεται νὰ καταβάλλῃ
3133πολλαπλασίους κόπους.
3134Δεύτερον παρατηρῶ, ὅτι ἐλήφθη μέτρον περὶ ἐπισκευῆς
3135τελωνειακῶν τινων καταστημάτων, δυστυχῶς ὅμως ἡ ὑπη-
3136ρεσία δὲν παρέσχε τὰ μέσα περὶ ἐπισκευῆς τοῦ καταστήματος
3137ἑνὸς τῶν μεγαλειτέρων τελωνείων τοῦ Κράτους, τοῦ τελω-
3138νείου τοῦ Βόλου, τὸ ὁποῖον κατέχει τὴν δευτέραν θέσιν κατὰ
3139τὴν εἴσπραξιν. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ὑπο-
3140μνήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἕνεκα δὲ ἀσθε-
3141νείας παρέλειψα νὰ δώσω καὶ τὸν ἀριθμὸν τοῦ σχετικοῦ ἐγ-
3142γράφου τοῦ κ. τελώνου, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ τελωνεῖον Βό-
3143λου στερεῖται καθ’ ὁλοκληρίαν ἀποθηκῶν, τὰ δ’ ἐμπορεύ-
3144ματα μένουσιν ἐκτεθειμένα, πολλὰ δὲ τούτων ὑφίστανται
3145βλάβας οὐ σμικρὰς, καθόσον καὶ τὸ ὑπάρχον στέγασμα, ἕνεκεν
3146τοῦ ὕψους του, δὲν πληροῖ τὰς συνθήκας τῆς προφυλάξεως.
3147Ἕνεκα τούτων φρονῶ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ταχίστη πρό-
3148νοια.
3149Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν παραλειπομένων πιστώσεων ὑπάρχουσι
3150τρεῖς, τῶν ὁποίων οἱ προϋπολογισμοὶ σημειοῦνται ἐν τῷ γενικῷ
3151προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Εἶναι δὲ αὗται αἱ ἑξῆς: Ἐν
3152σελίδι 14, δραχ. 4,800 «δι’ ἐκτέλεσιν διαφόρων ἐργασιῶν
3153ἐν τῷ καταστήματι τοῦ Φρενοκομείου Κερκύρας». Ἐν σελίδι
315417, διὰ τὸ κατάστημα τοῦ καπνοκοπτηρίου Πειραιῶς δραχ.
31555,000. Ἐν σελίδι 22, δι’ ἐπισκευὰς πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν
3156φυλακῶν Τρικκάλων, ἕνεκα τῆς γενομένης ἀποδράσεως ἐκ τῶν
3157φυλακῶν αὐτῶν, δαπάνη 10,000 δραχμῶν. Συμπεριελήφθη
3158ὅμως ἑτέρα πίστωσις ἐκ δραχμῶν 16,000 «πρὸς μεταῤῥύθ-
3159μισιν τοῦ τελωνείου Σύρου καὶ στερεοποίησιν τῆς στέγης τῶν
3160ἀποθηκῶν αὐτοῦ», ἐνῷ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐν τῷ Προϋ-
3161πολογισμῷ τοῦ 1895, κεφάλαιον 12 ἄρθρ. 1, διὰ τὸ τελω-
3162νεῖον Σύρου ἐδόθη πίστωσις 12,000 δραχ. Διὰ τὴν ἐπισκευὴν
3163τῶν ἀνακτόρων ἐν Κερκύρᾳ ζητεῖται πίστωσις 15,000 δραχ-
3164μῶν, ἑτέραν δὲ πίστωσιν 15,000 δραχμῶν ἐψηφίσαμεν πέρυ-
3165σιν εἰς τὸ κεφάλαιον 11 ἄρθρον 4. Τρίτον ζητεῖται πίστωσις
3166πρὸς μεταῤῥύθμισιν τοῦ ἐν Τύρινθι Γεωργικοῦ Σχολείου καὶ
3167Ἱπποφορβείου δραχμῶν 30,000, ἐνῷ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος,
3168(κεφάλαιον 11 ἄρθρον 3) ἐψηφίσθη ὑπὲρ αὐτῶν πίστωσις
316930,000 δραχμῶν. Ζητεῖται ἐπίσης ἑτέρα πίστωσις, ὑπὸ τὸν
3170τίτλον εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν «μεταῤῥύθμισις καὶ ἀνα-
3171καίνισις τῶν φυλακῶν Λευκάδος», ἐνῷ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁ τί-
3172τλος εἶναι «ἀνέγερσις φυλακῶν Λευκάδος», καὶ ἐνῷ κατὰ τὸ
3173παρελθὸν ἔτος ἐψηφίσαμεν, ὑπὸ τὸ κεφάλαιον 13 ἄρθρον 13
3174τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, πί-
3175στωσιν δραχμῶν 15,000, ζητεῖται ἤδη νέα πίστωσις ἑτέρων
317615,000 δραχμῶν.
3177Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
3178νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ τὸ σχετικὸν τμῆμα νὰ μᾶς
3179προσαγάγῃ ἕνα πίνακα, ἐμφαίνοντα, τί ἐψηφίσαμεν κατὰ τὸ
3180παρελθὸν ἔτος καὶ τί ζητεῖται ἐφέτος, ἵνα ἐπὶ τέλους οἱ
3181Βουλευταὶ ἀπαλλασσώμεθα πολλῶν κόπων.
3182§188ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ παρελθὸν ἔτος ἐψηφίσθησαν διάφοροι πι-
3183στώσεις, μεταξὺ δ’ ἄλλων καὶ διὰ τὰς φυλακὰς Λευκάδος,
3184καὶ ὑπεβλήθη προϋπολογισμὸς τῆς ὅλης δαπάνης τῆς κατα-
3185σκευῆς ἢ ἀνεγέρσεως φυλακῶν Λευκάδος. Ἤδη βλέπω, ὅτι
3186συνετάχθη ἕτερος προϋπολογισμός, καὶ μάλιστα, ὅταν ἐκ τῆς
3187δημοσιεύσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως πληροφο-
3188ρούμεθα, ὅτι ἐγένετο καὶ δημοπρασία διὰ τὴν ἐργολαβίαν
3189τῆς ἀνεγέρσεως τῶν φυλακῶν Λευκάδος. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ,
3190πῶς μετὰ τὴν γενομένην δημοπρασίαν ἐπανερχόμεθα πάλιν
3191εἰς νέον προϋπολογισμόν. Παρακαλῶ ἐντεῦθεν τὸν κ. Ὑπουρ-
3192γὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν
3193Βουλήν, εἰς τί ὀφείλεται ἡ ὑποβολὴ τοῦ νέου προϋπολογι-
3194σμοῦ. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιο-
3195σύνης νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε πέρυσιν
3196ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Λευκάδι Πρωτοδικῶν ἀκριβῶς περὶ τῶν
3197φυλακῶν Λευκάδος.
3198§189ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
3199Ἐσωτερικῶν). Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν θὰ σᾶς φέρω
3200τὰς πληροφορίας.
3201(Γίνεται δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον καὶ τὸ σύνολον
3202τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας παρα-
3203τηρήσεως.
3204Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς
3205αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ
3206ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπλη-
3207ρωματικῆς πιστώσεως δραχ. 780,879.51 ἐπὶ τοῦ εἰδι-
3208κοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν
3209Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1895).
3210§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀναγνω-
3211σθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως.
3212(Ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ
3213πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
3214§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν
3215ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους
32161896.
3217Ὁ κ. Καΐρης ἔχει τὸν λόγον.
3218§192Δ. ΚΑΙΡΗΣ. Πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν μελέτην τοῦ ὑπὸ συ-
3219ζήτησιν θέματος, ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τῆς γε-
3220νομένης ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐργασίας διὰ
3221τὴν προεξέλεγξιν αὐτοῦ. Ἐν πρώτοις ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι
3222ὅλα τὰ μέλη, ὅσα μετέσχον τῆς προεξελέγξεως, ἀποτελοῦντα
3223ἀκριβῶς τὸν ἀναγκαῖον ἀριθμὸν διὰ τὴν ἀπαρτίαν, εἰργάσθη-
3224σαν μετὰ πολλοῦ ζήλου καὶ πολλῆς προθυμίας· ὀφείλω ἐπί-
3225σης νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἰδίως ἡ ὑπηρεσία
3226τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἐβοήθησε τὴν ἐπιτρο-
3227πὴν εἰς τὴν ἐργασίαν της ταύτην, διότι δὲν ἐχορήγησεν ὅλα
3228τὰ στοιχεῖα, ὅσα κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον εἶναι ἀναγκαῖα
3229διὰ τὸν ἀκριβῆ ἔλεγχον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καίτοι δὶς ἐζή-
3230τησα ταῦτα διὰ τοῦ κ. προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐπιτρο-
3231πὴ συνεπῶς δὲ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της οὔτε τὸν γενικὸν λογαρια-
3232σμὸν τῆς δοσοληψίας τοῦ Κράτους, οὔτε τὸν προσωρινὸν ἀπο-
3233λογισμὸν τοῦ 1894, οὔτε τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ
3234ἐκτελουμένου Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 διὰ τοὺς 11 τοὐ-
3235λάχιστον πρώτους μῆνας, ὧν τὰ ἀποτελέσματα εἶχον δημο-
3236σιευθῆ, ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ προεξήλεγχε τὸν Προϋπολογισμόν,
3237οὔτε τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ὁ λογιστικὸς νόμος θεωρεῖ
3238ἀναγκαίους. Ἡ ἐπιτροπὴ ὑπ’ ὄψιν της εἶχε μόνον τὸ τεῦχος
3239τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀνέγνωσε τοῦτο ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέ-
3240λους, παρέβαλε τὰς ἀναγραφὰς τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ξηρὰ
3241ἀποτελέσματα τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν, καὶ ἀπεφάνθη
3242κατὰ πλειονοψηφίαν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς καλῶς ἔχει. Πλὴν
3243τῆς ἐργασίας ταύτης καὶ παρατηρήσεών τινων, αἱ ὁποῖαι ἐγέ-
3244νοντο ἐπί τινων ἐκ τῶν ἐσόδων καὶ ἐπί τινων ἐκ τῶν ἐξόδων,
3245οὐδεμία ἄλλη ἐργασία ἐγένετο.
3246Πάντες, κύριοι Βουλευταὶ, γινώσκετε, ὅτι ἡ προεξέλεγξις
3247τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι θεμελιώδης συνταγματικὴ διάτα-
3248ξις καὶ ἀπαραίτητος, διότι ὁ ἀκριβὴς ἔλεγχος τοῦ Προϋπο-
3249λογισμοῦ πρέπει νὰ γίνεται παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋ-
3250πολογισμοῦ ἐν ὅλαις ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ, ἡ δὲ ἔκθεσις
3251τῆς ἐπιτροπῆς ἀληθῶς φωτίζει τὴν Βουλὴν καὶ καθιστᾷ εὐχε-
3252ρῆ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν ἐπε-
3253κράτησεν ἡ πεπλανημένη γνώμη, ἡ ἐργασία τῆς προεξελέγ-
3254ξεως νὰ θεωρῆται μᾶλλον ἐργασία τυπικὴ ἢ ἐργασία οὐσια-
3255στική, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν, ὅτι αἱ κατ’ ἐπανάληψιν ἐξε-
3256νεχθεῖσαι γνῶμαι παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ
3257περὶ ἐλαττωμάτων καὶ ἀτελειῶν τῆς κρατούσης φορολογικῆς
3258νομοθεσίας, περὶ τῆς φειδωλοτέρας διαχειρίσεως τῶν ἐσόδων
3259τοῦ Κράτους δὲν ἔτυχόν ποτε τῆς προσοχῆς οὔτε τῶν κατὰ
3260καιροὺς Κυβερνήσεων, οὔτε καὶ τῶν πλειοψηφιῶν τῆς Βουλῆς.
3261Τοῦτο εἶναι γεγονὸς σημαντικὸν, καὶ εὔχομαι εἰς τὸ ἑξῆς νὰ
3262μεταβληθῇ ἡ κρατήσασα αὕτη γνώμη, καὶ ἡ λειτουργία τῆς
3263ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ὑψωθῇ ἀληθῶς εἰς τὸ ὕψος
3264τῆς ἐννοίας ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἔταξεν αὐτὴν ὁ θεμελιώ-
3265δης νόμος. Μετὰ τὰ ὀλίγα ταῦτα εἰσέρχομαι εἰς τὴν μελέτην
3266τοῦ θέματός μου.
3267Δύο ἔτη καὶ τρεῖς μῆνες ἀκριβῶς συνεπληρώθησαν ἀπὸ τοῦ
3268ἀτυχοῦς γεγονότος τῆς πτωχεύσεως, ὅτε τὸ Κράτος, ἐξ ἀδυ-
3269ναμίας βεβαίως, ἀλλὰ καὶ αὐτοβούλως, περιέκοψεν 70% ἐκ
3270τῶν τόκων τῶν πέντε ἐξωτερικῶν δανείων, καὶ ἀνέστειλε τὴν
3271πληρωμὴν τῶν χρεωλυσίων αὐτῶν· ἐν τῷ μεταξὺ τοῦ χρόνου
3272τούτου ὁ παρὼν Προϋπολογισμὸς εἶναι ὁ τρίτος, ὅστις ὑπο-
3273βάλλεται ἀπὸ τῆς πτωχεύσεως, βάσιν ἔχων ὡς πρὸς τὰς ὑπο-
3274χρεώσεις τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῶν πιστωτῶν του τὸν νόμον
3275τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893. Καὶ περιεκόψαμεν ἐτησίως 22 ὡς
3276ἔγγιστα ἑκατομμύρια εἰς μεταλλικὸν, τὰ ὁποῖα ἀντιστοιχοῦν
3277εἰς νόμισμα πιστωτικὸν τοῦ Κράτους πρὸς 37,500,000· καὶ
3278εἰς τί τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἀντίτιμον τῆς τι-
3279μῆς τῆς χώρας, εἰς τί χρησιμοποιεῖται διὰ τὴν ἀποκατάστα-
3280σιν τῆς τιμῆς τῆς χώρας καὶ διὰ τὴν πρόοδον καὶ ἀνάπτυξιν
3281αὐτῆς; Μήπως ἆρά γε τὸ περικοπὲν ποσὸν ἦτο ἐντελῶς ἀνύ-
3282παρκτον εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους; ἢ μήπως εἶναι κεκρυμ-
3283μένον εἰς τὰ πολλὰ ἑρμάρια τοῦ μεγάλου αὐτοῦ χρηματο-
3284κιβωτίου, τὸ ὁποῖον λέγεται Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους;
3285Εὐτυχῶς ἢ ἀτυχῶς, (οἵαν λέξιν θέλετε λάβετε) καὶ ὁ Προϋ-
3286πολογισμὸς τοῦ ἔτους τῆς πτωχεύσεως καὶ οἱ πρὸ αὐτοῦ καὶ
3287οἱ μετ’ αὐτὸν ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς συνεισέ-
3288φερε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ συνεισφέρῃ εἰς νόμισμα πιστωτικὸν
3289τῆς χώρας μετὰ στενοχωρίας, ἀλλὰ καὶ ἀγογγύστως, ὅλους
3290τοὺς πόρους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀναγκαῖοι διὰ τὰ τακτικὰ ἔξοδα
3291τοῦ Κράτους καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν τοῦ δημοσίου
3292χρέους ἐν πληρότητι. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1892 ἀνέγρα-
3293φεν ἔσοδα 104 ὡς ἔγγιστα ἑκατομμύρια, καὶ ἐπραγματοποίη-
3294σεν ἔσοδα ἐκ τῶν τακτικῶν πόρων, ὡς δείκνυσιν ὁ ἀπολογι-
3295σμὸς, 95,585,569, δηλαδὴ ποσὸν κατὰ 2,216,695 ὀλιγώτε-
3296ρον ὅλων τῶν τακτικῶν ἐξόδων, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς
3297ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους ἐν πληρότητι· ὁ Προϋπολο-
3298γισμὸς τοῦ 1893 προϋπελόγιζεν ἔσοδα 111 περίπου ἑκατομ-
3299μύρια, καὶ ἐπραγματοποίησε τακτικὰ ἔσοδα 96,779,667,
3300ποσὸν περίπου ἴσον πρὸς τὰ τακτικὰ αὐτοῦ ἔξοδα· ὁ Προϋ-
3301πολογισμὸς τοῦ 1894, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ πρῶτος Προϋπολο-
3302γισμὸς μετὰ τὴν πτώχευσιν, προϋπελόγιζεν ἔσοδα 88 περί-
3303που ἑκατομμύρια, καὶ ἐπραγματοποίησεν ἔσοδα τακτικὰ
330497,000,000, ποσὸν πολὺ ἀνώτερον τῶν τακτικῶν ἐξόδων του
3305καὶ τῆς περικεκομμένης ὑπηρεσίας τοῦ χρέους κατὰ τὸν νόμον
3306τοῦ 1893. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 τοὺς αὐτοὺς πό-
3307ρους ἔχει, ὡς καὶ ὁ ὑποβληθεὶς τοῦ 1896. Βεβαίως, κ. Βου-
3308λευταὶ, τὰ ἐκ τῶν φόρων εἰσερχόμενα χρήματα εἰς τὰ δημό-
3309σια ταμεῖα δὲν ὑπεξαιροῦνται παρ’ ἀγνώστων, διανέμονται
3310ὡς καὶ πρὸ τῆς πτωχεύσεως εἰς τοὺς δικαιούχους, τοὺς σημει-
3311ουμένους εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους,
3312ἐκτὸς ποσοῦ τινος, τὸ ὁποῖον ὁμολογουμένως διετέθη ἀπέναντι
3313τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ πρὸς ἐξό-
3314φλησιν μέρους τοῦ δανείου ἐξ ἐντόκων γραμματίων, ὅπως ὁ
3315κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ εἰσηγητηρίῳ αὐτοῦ
3316ἀγορεύσει ἐξέθηκεν.
3317Ἀλλὰ τότε γεννᾶται ἡ ἀπορία ἴσως καὶ ἡ ἐρώτησις, ἀφοῦ
3318οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, διατὶ ἐπτωχεύσαμεν; Εἶπον
3319καὶ ἄλλοτε καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ ἤδη νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ
3320τὴν γνώμην τὴν ἐμὴν ἐπτωχεύσαμεν διὰ δύο κυρίως λόγους.
3321Πρῶτον διότι ὑπερεξετιμήσαμεν τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τῆς
3322χώρας καὶ ἐξηκολουθήσαμεν τακτικῶς νὰ αὐξάνωμεν κατ’
3323ἔτος τὰς ἐν γένει δαπάνας τῆς διοικήσεως πέραν τοῦ πρέπον-
3324τος, καὶ δεύτερον διότι ἀστόχως ηὐξήσαμεν τὰς πρὸς τὸ ἐξω-
3325τερικὸν ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους εἰς ποσὸν τοιοῦτον, τὸ
3326ὁποῖον ἡ χώρα ἦτο ἀνεπαρκὴς νὰ παράσχῃ εἰς τὸ Κράτος
3327πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεών της.
3328Αἱ μεγάλαι ὅθεν ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους πρὸς τὸ ἐξωτε-
3329ρικὸν, αἱ ἀπαιτήσεις τῶν πιστωτικῶν καταστημάτων, αἱ
3330ἀπαιτήσεις διαφόρων ἀνωνύμων ἑταιριῶν, πολλῶν ξένων ἐρ-
3331γαζομένων ἐνταῦθα, ἔφθασαν εἰς βαθμὸν ζητήσεως πολὺ ἀνώ-
3332τερον τῆς προσφορᾶς τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος καὶ τοῦ
3333συναλλάγματος ἐκ μέρους τῆς χώρας, καὶ ἐντεῦθεν ἐπῆλθε
3334κυρίως ἡ μεγάλη ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ, ἐντεῦθεν ἐγεννήθη
3335μέγα κενὸν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ ἐκ τοῦ κενοῦ τού-
3336του, τὸ ὁποῖον ἐζητήσαμεν κατὰ ἐπανάληψιν νὰ πληρώσω-
3337μεν διὰ τῆς ἐντάσεως τῆς φορολογίας, ἀλλὰ δὲν τὸ κατωρ-
3338θώσαμεν, ἐπῆλθεν ἡ πτώχευσις τοῦ Κράτους.
3339Ἀλλὰ μετὰ τὸ ἀτυχὲς γεγονὸς τῆς πτωχεύσεως δικαιο-
3340λογεῖται οἰκονομικὴ πολιτικὴ, οἵα καὶ ἡ πρὸ τῆς πτωχεύ-
3341σεως; δικαιολογεῖται ἡ περαιτέρω ἐκκρεμότης τοῦ διακανο-
3342νισμοῦ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς πιστωτάς
3343του καὶ ἡ ἐπακολούθησις τῆς πτωχεύσεως; Ὁ κ. Πρόεδρος
3344Κυβερνήσεως, καὶ πολὺ πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 16 Ἀπριλίου,
3345καὶ κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, περιοδεύων τὰς ἐπαρ-
3346χίας, ἐβροντοφώνει εἰς ἐπήκοον τῶν ἐκλογικῶν συλλόγων, ὅτι
3347ὑπερτάτη ἀνάγκη ἐπιβάλλει τὴν ταχίστην συντέλεσιν τοῦ συμ-
3348βιβασμοῦ, ἵνα ἀποκατασταθῇ ἡ πίστις τῆς χώρας καὶ ἵνα δοθῇ
3349καιρὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐργασθῇ διὰ τὴν ἀνάπτυξιν καὶ
3350τὴν πρόοδον αὐτῆς· ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἀπαιτεῖ νὰ
3351περικοπῶσιν αἱ δαπάναι τῆς διοικήσεως μέχρι τοῦ ἐσχάτου ὁρίου,
3352τοῦ δυνατοῦ διὰ τὴν διοίκησίς της, ὅπως ἔχωμεν περίσσευμα, ἵνα
3353ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰ ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ Κράτους, οἷα εἶναι
3354τὰ τῆς ὁδοποιΐας, σιδηροδρομικὰ καὶ ἄλλα· ἔλεγεν ὅτι ἐπι-
3355βάλλεται ἡ μεταῤῥύθμισις φόρων τινῶν, ὡς ἀδίκων καὶ κατα-
3356πιεστικῶν, καὶ δὴ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ
3357τοῦ φόρου τοῦ οἴνου· ἔλεγεν ὅτι πάντως πρέπει νὰ ἐπιδιώξω-
3358μεν ἓν περίσσευμα, ἵνα προβῶμεν εἰς ἔργα χρήσιμα διὰ τὴν
3359ἀνάπτυξιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, διότι ἄνευ τῆς ἀναπτύ-
3360ξεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, (καὶ ἔλεγε πολὺ ὀρθῶς) οὔτε
3361τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους θὰ βελτιωθῶσιν, οὔτε ἡ χώρα
3362θὰ καταστῇ ἐπαρκὴς, οὔτε αἱ νομισματικαὶ ἀνωμαλίαι, αἵ-
3363τινες ὑπάρχουσι σήμερον, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐξομαλυνθῶσι.
3364Καὶ ὁμολογουμένως αἱ ἐπαγγελίαι τοῦ ἀξιοτίμου Προέ-
3365δρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ σωστικαὶ καὶ ὠφέλιμοι εἶναι· διότι
3366τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ συντέλεσις τοῦ συμβιβασμοῦ
3367δὲν εἶναι ἀναγκαιοτάτη; Τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι αἱ οἰκο-
3368νομίαι δὲν εἶναι ἀπαραίτητοι; Τίς, ὅτι τὰ δημόσια ἔργα δὲν
3369εἶναι ὠφέλιμα; Τίς, ὅτι ἡ ἀνάπτυξις τῶν παραγωγικῶν δυ-
3370νάμεων τῆς χώρας δὲν εἶναι ἐπιβάλλουσα; Καὶ ὁ Ἑλληνι-
3371κὸς λαὸς μετὰ πρωτοφανοῦς ἐνθουσιασμοῦ καὶ μετὰ μεγίστης
3372παρά ποτε πλειοψηφίας ἐνίσχυσε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερ-
3373νήσεως, καὶ ἐπέβαλεν αὐτὸν εἰς τὴν χώραν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρω-
3374θυπουργὸς ἀνταπεκρίθη εἰς τὰς ἐπαγγελίας του καὶ ἐδικαίωσε
3375τὸν ἐνθουσιασμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τὴν μεγίστην πρὸς
3376αὐτὸν ἐμπιστοσύνην; Τοῦτο ἀποδεικνύει ἡ δρᾶσις τῆς Κυ-
3377βερνήσεως εὐθὺς ὡς ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχήν. Ὅλαι αἱ γνῶ-
3378μαι, ὅλαι αἱ σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως κατοπτρίζονται καὶ
3379ἐν τῷ ψηφισθέντι Προϋπολογισμῷ τοῦ 1895 καὶ ἐν τῷ ὑπὸ
3380συζήτησιν Προϋπολογισμῷ τοῦ 1896.
3381Τὸ ζήτημα τοῦ ὁριστικοῦ διακανονισμοῦ τῶν ὑποχρεώσεων
3382ἡμῶν πρὸς τοὺς πιστωτὰς δυστυχῶς κρατεῖ ἔτι ἐκκρεμὲς καὶ
3383ὑπὸ διαπραγματεύσεις, καίτοι παρῆλθον ἤδη 9 μῆνες. Τὸ
3384ζήτημα τῶν οἰκονομιῶν μέχρι τοῦ ἐσχάτου ὁρίου τοῦ δυνατοῦ
3385δὲν ἠδυνήθη ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ πραγ-
3386ματοποιήσῃ καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
33871895, διότι τὸ διάστημα ἀπὸ τῆς ἀνόδου του εἰς τὴν ἀρ-
3388χὴν μέχρι τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἦτο ἐπαρ-
3389κὲς τὴν πρόνοιάν του περὶ ἐκτελέσεως ἔργων χρησίμων διὰ
3390τὴν ἀνάπτυξιν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας ἄφη-
3391σεν ὑπὸ μελέτην, ἵνα ὑποβάλῃ εἰς τὴν παροῦσαν σύνοδον
3392πλήρη τὰ ἔργα του.
3393Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη βραδύτης τῆς Κυβερνήσεως ἦτο δικαιο-
3394λογημένη; Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ
33951892, ὅτε ἔφυγεν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, ἤλεγχεν ἐπὶ τούτοις τὴν
3396προκάτοχον Κυβέρνησιν ἐν τῇ Βουλῇ, ὤφειλε δὲ νὰ ἦναι ἐν-
3397τελῶς παρεσκευασμένος καὶ νὰ εἶχεν ἕτοιμα τοὐλάχιστον τὰ
3398ῥιζικώτερα τῶν μέτρων του, ἵνα τὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν βάσανον
3399καὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ὅτε τὸ πρῶτον συνῆλθεν. Ἀλλὰ
3400ποῖα μέτρα προέβαλε ῥιζικά; Ἐκτὸς τοῦ θεσμοῦ περὶ συ-
3401στάσεως ἰδίου ταμείου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους,
3402τοῦ νόμου περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τοῦ
3403νόμου περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἡ
3404ὁποία δὲν κατηργήθη ἔτι, πλὴν τῆς καταργήσεως τοῦ Ἀρχη-
3405γείου τῆς Χωροφυλακῆς, ἐκτὸς τῶν μέτρων τούτων, ὅλα τὰ
3406ἄλλα νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλε καὶ τὰ ὁποῖα ὠνό-
3407μασε νομοθετήματα περισυλλογῆς καὶ ἀνορθώσεως, δὲν ἀντα-
3408ποκρίνονται οὔτε εἰς τοὺς σκοποὺς, διὰ τοὺς ὁποίους ὑπεβλή-
3409θησαν, οὐδὲ εἰς τὰς περιλαλήτους οἰκονομίας, τὰς ὁποίας
3410ἐπηγγέλλετο. Καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐψηφίσαμεν νόμους κατὰ τὴν
3411παρελθοῦσαν σύνοδον, διὰ τῶν ὁποίων περιωρίσθησαν κατά τι
3412τὰ ἔξοδα εἰς τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν καὶ εἰς τὸ Γενικὸν Λο-
3413γιστήριον, καὶ εἰς τὸν κλάδον τὸν ἐφοριακὸν, εἰς τὸν κλάδον
3414τὸν τελωνειακὸν καὶ εἰς τὸν κλάδον τὸν προξενικόν· ἀλλὰ
3415ἀφ’ ἑτέρου ἐψηφίσαμεν καὶ νέα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀπεῤῥόφησαν
3416ὅλας τὰς οἰκονομίας, καὶ μάλιστα ηὔξησαν τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋ-
3417πολογισμοῦ, ὅπως εἶναι ἡ δαπάνη τῆς ἀνασυστάσεως τῶν
3418Πρεσβειῶν, ἡ δαπάνη τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ἡ
3419δαπάνη προαγωγῆς τελωνείων τινῶν καὶ τελωνειακῶν σταθμῶν
3420καὶ τόσων ἄλλων θέσεων, αἵτινες ἀναφέρονται ἐν τοῖς καθέκαστα
3421τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ 1895 καὶ τοῦ 1896. Ἡ μελέτη δὲ
3422τοῦ ἐκτελουμένου Προϋπολογισμοῦ θὰ δείξῃ ὁποῖα θὰ ἦναι τὰ
3423πιθανὰ ἀποτελέσματα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν οἰκονομιῶν, τὰς
3424ὁποίας ἐπεδίωξεν ἡ Κυβέρνησις οὐχὶ διὰ τῆς μεταβολῆς τῶν
3425ὀργανικῶν νόμων τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν, οὐχὶ διὰ τῆς περι-
3426στολῆς τῶν δαπανῶν τῶν γενομένων ἄνευ νόμων, ἀλλὰ διὰ
3427τῆς ἁπλῆς ἐκτελέσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἤτοι διὰ τῆς
3428εἰδικεύσεως πολλῶν πιστώσεων, πολλῶν κεφαλαίων καὶ ἄρ-
3429θρων, ὥστε ἑκάστη πίστωσις νὰ ἀνταποκρίνηται καὶ εἰς εἰδι-
3430κήν τινα δαπάνην. Καὶ ἂς ἐξετάσωμεν τὸν ἐκτελούμενον Προϋ-
3431πολογισμὸν τοῦ 1895 διὰ γενικῶν γραμμῶν. Ὡς δεικνύει ἡ
3432μέχρι σήμερον ἐκτέλεσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, προκύπτει
3433ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 θὰ ἀπολήξῃ εἰς ἔλλειμμα,
3434παρ’ ὅλας τὰς προσδοκίας τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν λάβωμεν
3435ὑπ’ ὄψιν τ’ ἀποτελέσματα τῶν 11 μηνῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι γνω-
3436στὰ ὡς ἐκ τῆς δημοσιεύσεως τῶν προσωρινῶν καταστάσεων,
3437δηλαδὴ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Νοεμβρίου 1895,
3438καὶ συγκρίνωμεν τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα πρὸς τοὺς ἀντι-
3439στοίχους μῆνας τοῦ 1894, θέλομεν ἴδει, ὅτι ὑφίσταται μεγί-
3440στη διαφορὰ μεταξὺ αὐτῶν, καὶ ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῶν
344111 μηνῶν τοῦ 1895 εἶναι ὑποδεέστερα τῶν ἀντιστοιχούντων
3442τοῦ 1894 κατὰ 7 ἑκατομμύρια περίπου. Καὶ ἰδοὺ ἐν περι-
3443λήψει ταῦτα, κατὰ κεφάλαια. Δὲν ἐξετάζω ταῦτα κατ’ ἄρθρον
3444καὶ ἐδάφιον, διότι θὰ ἦτο κόπος μάταιος καὶ κατανάλωσις
3445χρόνου ἄστοχος.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3446 1894 1895
3447
3448Κεφ. αʹ. Ἄμεσοι φόροι 8,374,977 7,449,597ἐπὶ ἔλατ. 915,380
3449Κεφ. βʹ. Φόροι καταναλώσεως 29,872,03029,713,300» 158,730
3450Κεφ. γʹ. Τέλη καὶ δικαιώματα 16,733,97715,770,879» 963,098
3451Κεφ. δʹ. Μονοπώλια 7,685,661 8,031,947ἐπὶ πλέον 346,286
3452Κεφ. εʹ. Πρόσοδος δημοσ. κτημάτων 2,381,147 2,630,106» 248,959
3453Κεφ. Ϛʹ. Ἐκποίησις δημοσ. κτημάτων 237,831 246,150» 8,320
3454Κεφ. ζʹ. Ἀπόληψις ἐξόδων 236,500 311,968» 75,468
3455Κεφ. ηʹ. Ἔσοδ. τρεχ. καὶ παρελ. χρήσ. 6,375,726 1,934,605ἐπὶ ἔλατ.4,441,120
3456Κεφ. θʹ. Ἔσοδα ταμείου φάρων 296,572 323,771ἐπὶ πλέον 27,198
3457Κεφ. ιʹ. Διεθνῆ τηλεγρ. τέλη 468,868 477,343» 8,475
3458Κεφ. ιαʹ.Ἔσοδα στοιχ. ἐκπαιδεύσεως 469,500 307,375ἐπὶ ἔλατ. 170,564
3459Κεφ. ιβʹ.Εἰσφορὰ στρατ. ἀστυνομίας 176,010 42,892» 133,118
3460Κεφ. ιγʹ.Ἔκτακτα ἔσοδα 1,184,524 691,838» 492,685
3461Ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα; Ὅτι κατὰ τοὺς 11 μῆνας τοῦ
34621894 εἰσεπράχθησαν 74,493,421 δραχμαί, καὶ εἰς τὸ 1895
3463εἰσεπράχθησαν 67,931,783, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον 6,561,632
3464δραχμαί. Ἐὰν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ
3465μηνὸς Δεκεμβρίου, τὰ ὁποῖα δὲν ἐδημοσιεύθησαν, ἀλλ’ ἡ ἔκθε-
3466σις τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς μνημονεύει αὐτῶν, ταῦτα
3467ἀνῆλθον εἰς δρ. 8,824,929, ὥστε κατὰ τοὺς 12 μῆνας τοῦ
34681894, ὡς δῆλον ἐκ τοῦ δημοσιευθέντος προσωρινοῦ ἀπολογι-
3469σμοῦ, εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ 83,869,234 καὶ εἰς τὰ 1895
3470εἰσεπράχθησαν δρ. 76,756,718, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον τῶν τοῦ
34711894 δρ. 7,112,516.
3472Καὶ ταῦτα εἶναι τὰ ἔσοδα τὰ μέχρι σήμερον. Ἐὰν ὑποθέ-
3473σωμεν, Κύριοι, ὅτι ἡ κατάπτωσις αὕτη τῶν φόρων, ἡ ὁποία
3474παρατηρεῖται μέχρι σήμερον, σταματᾷ, καὶ ὅτι τὸ Κράτος
3475κατὰ τοὺς ὑπολοίπους 10 μῆνας τῆς χρήσεως, ἀπὸ 1 Ἰα-
3476νουαρίου ἕως τέλους Ὀκτωβρίου 1896, θὰ εἰσπράξῃ ὅσα πε-
3477ρίπου κατὰ μέσον ὅρον εἰσέπραξε κατὰ τὸ 1893 καὶ 1894,
3478δὲν ὑπολείπονται νὰ εἰσπραχθῶσι πλείονα τῶν 14 ἑκατομμυ-
3479ρίων, καὶ οὕτω θὰ ἔχωμεν ἔσοδα τοῦ 1895 δρ. 90,747,187,
3480ἤτοι σχεδὸν 91 ἑκατομμύρια. Καὶ ὅτι θὰ ἔχωμεν τὰ ἔσοδα
3481ταῦτα, δεικνύουσι τὰ μέχρι σήμερον ἀποτελέσματα, καὶ τοῦτο
3482θὰ βεβαιώσῃ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως τοῦ 1895 ὁ δημο-
3483σιευθησόμενος προσωρινὸς ἀπολογισμός. Εὔχομαι νὰ διαψευσθῶ,
3484ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὑπομνήσω τι, τὸ ὁποῖον εἶπον εἰς
3485ἄλλους Προϋπολογισμούς. Ὅτε συνεζητεῖτο ὁ Προϋπολογισμὸς
3486τοῦ 1893, προϋπελόγιζεν ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσπράξῃ 104 ἑκατομ-
3487μύρια, καὶ ἔλεγον κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, ὅτι εἶναι ἀδύ-
3488νατον, μ’ ὅλην τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας, νὰ παράσχῃ ἡ
3489χώρα εἰς τὸ Δημόσιον πλείονα τῶν 95 ἢ 96 ἑκατομμυρίων· καὶ
3490ἐπηλήθευσα. Ὅτε συνεζητεῖτο ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1894
3491καὶ ὑπεβιβάζοντο τὰ ἔσοδα εἰς 88,500,000, εἶπον καὶ τότε,
3492ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους θὰ ὑπερβῶσι κατὰ 5 ἢ 6 ἑκατομ-
3493μύρια· καὶ ὑπερέβησαν εὐτυχῶς πολὺ περισσότερον. Εὔχομαι
3494ἤδη νὰ διαψευσθῶ ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1895.
3495Ἀλλὰ εἰς τί ἀποδοτέα ἡ κατάπτωσις αὕτη τῶν φόρων;
3496Ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας ἐν τῇ ἐκθέσει του
3497ἀναφέρει, ὅτι εἰς τὸ 1894 εἰσεπράχθησαν ποσὰ, τὰ ὁποῖα
3498δὲν εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1895, καὶ ἀνέφερε φόρους, οἱ
3499ὁποῖοι ἀπέδωκαν περισσότερα κατὰ τὸ 1894 ἢ κατὰ τὸ
35001895· ἀλλὰ παρέλειψε νὰ ἀναφέρῃ καὶ φόρους, ὁποῖοι ἀπέ-
3501δωκαν πολλῷ περισσότερα ἢ τὸ 1894. Εἶπεν ὅτι εἰς τὰς
3502εἰσπράξεις, τὰς μέχρι σήμερον, συμπεριλαμβάνεται ποσὸν
35034,180,000, τὸ ὁποῖον εἶναι ἔκτακτον ἔσοδον, προελθὸν ἀπὸ
3504τὴν κατάπτωσιν τῆς ἐγγυήσεως τῆς ἐκπτώτου ἑταιρίας τοῦ
3505σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀφαιρέσωμεν
3506τοῦτο ἀπὸ τὰ ἔσοδα, μήπως δὲν ὑπάρχει πάλιν καθυστέρησις;
3507Τὰ ἔσοδα τοῦ 1895 δὲν θὰ ὑπερβῶσι τὰ 91,000,000, τὰ
3508ἔσοδα τοῦ 1894 ἔφθασαν τὰ 102,000,000· ὥστε καὶ ἂν
3509ἀφαιρεθῇ τὸ ἔκτακτον αὐτὸ ἔσοδον ἀπὸ τὰς μέχρι τέλη Δε-
3510κεμβρίου 1895 εἰσπράξεις, θὰ προστεθῇ ὅμως τὸ ποσὸν τοῦτο
3511εἰς τὰς ὁλικὰς εἰσπράξεις τῆς χρήσεως τοῦ 1894, καὶ θὰ
3512ὑπερβαίνουν τὰς τοῦ 1895 ἐν συνόλῳ κατὰ τὸ ποσὸν τοῦτο·
3513ὥστε πάλιν θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα, κύριε εἰση-
3514γητὰ, καὶ πάλιν θὰ ὑπάρχῃ ἡ διαφορὰ τῶν 6 ἢ 7 ἑκατομ-
3515μυρίων...
3516§193Γ. ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Τὰ ἐπὶ πλέον εἰσπραχθέντα ἐκ τῆς
3517ἐμμέσου καὶ ἀμέσου φορολογίας κατὰ τὸ 1895 ἀνέρχονται
3518εἰς 808,000 δραχμὰς, κατὰ τὴν κατάστασιν τοῦ Δεκεμβρίου,
3519ἵνα μὴ ματαιοπονῆτε.
3520§194ΚΑΙΡΗΣ. Δὲν εἶδον τὴν κατάστασιν, διότι δὲν ἐδημο-
3521σιεύθη· ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω ὑπ’ ὄψιν, κ. εἰσηγητὰ, τὴν ἔκθεσίν σας·
3522καὶ αὐτὴ δὲ ἡ κατάστασις, ἣν ἤδη παρουσιάζετε, βεβαιοῖ
3523τοὺς ἰσχυρισμούς μου... Καὶ λέγω, Κύριοι, ὅτι, καὶ ἂν ἀφαι-
3524ρέσωμεν τὸ ποσὸν τῆς ἐγγυήσεως ἀπ’ ἐδῶ, θὰ τὸ προσθέσω-
3525μεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ὁλικῶν εἰσπράξεων τοῦ 1894.
3526Ὥστε ἐρχόμεθα εἰς τὸν αὐτὸν παρονομαστήν. Ἡ κατάπτω-
3527σις εἶναι κατάπτωσις πραγματική. Ἀλλὰ, λέγει ὁ κ. εἰση-
3528γητὴς, εἰς τὰ 1894 εἰσεπράχθησαν 511,000 δρ. περισσότεραι
3529ἀπὸ τὴν σταφίδα. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές· διότι τὸ Δημόσιον
3530ἠλάττωσε τὸν φόρον κατὰ δραχ. 4 τὰς 1000 λίτρας, δυνάμει
3531τοῦ νόμου τῆς παρακρατήσεως, ἀλλ’ εἰσέπραξεν 931,265
3532δραχ. ἀπὸ τὸ ποσὸν τὸ παρακρατηθὲν διὰ τὸν ἐλαττωθέντα
3533φόρον. Ὥστε ἡ διαφορὰ δὲν εἶναι 511,000, ἡ διαφορὰ εἶναι
3534230,000 μόνον· ὥστε, καὶ ἂν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰς ἐπὶ
3535πλέον εἰσπράξεις τοῦ 1894 τήν τε ἐγγύησιν καὶ τὸ ἐπὶ πλέον
3536τῆς σταφίδος, ἡ καθυστέρησις τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1895
3537πάλιν θὰ ἀνέλθῃ εἰς 2,700,000 περίπου. Κατὰ τὴν γνώ-
3538μην τὴν ἰδικήν μου ἡ κατάπτωσις τῶν φόρων ἀποδοτέα εἰς
3539τὸν κάματον τῶν φορολογουμένων, διότι ὁμολογουμένως ἡ
3540φορολογία εἶναι βαρυτάτη, κατεπόνησε τὸν λαὸν, καὶ εἰς τὴν
3541καταπόνησιν ταύτην προσετέθη καὶ ἡ κρίσις τῶν κυριωτέρων
3542προϊόντων μας, ἡ κρίσις τῆς σταφίδος. Καὶ τὰ ἀποτελέ-
3543σματα τοῦ 1895, ἐξακολουθούσης τῆς κρίσεως αὐτῆς, θὰ
3544εἶναι τὰ αὐτὰ καὶ διὰ τὸ 1896, καὶ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς
3545προβλέψεις της δὲν θὰ εὑρεθῇ καθ’ ὅλα ἀκριβής.
3546§195ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι, κύριε Καΐρη, θὰ βελτιωθῇ,
3547διότι ἦλθε 15 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν ἡ σταφὶς ἐκ τῆς παρακρατή-
3548σεως.
3549§196ΚΑΙΡΗΣ. Ἀκόμη χειρότερα.
3550Ἐξητάσαμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἂς ἴδωμεν
3551καὶ ποῖα ἔσονται τὰ ἔξοδα τοῦ 1895. Διὰ τοῦ Προϋπολο-
3552γισμοῦ ἐχορηγήθησαν πιστώσεις δρ. 93,035,649, ἀλλ’ ἐν τῷ
3553μεταξύ, ἀπούσης τῆς Βουλῆς, διὰ Β. Διαταγμάτων ἐχορηγή-
3554θησαν πιστώσεις ἀναπληρωματικαὶ δρ. 2,511,577 εἰς βάρος
3555τῆς χρήσεως τοῦ 1895, καὶ μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπο-
3556λογισμοῦ ὑπεβλήθησαν νομοσχέδια ἀναπληρωματικῶν πιστώ-
3557σεων ἄνω τῶν 2,000,000. Ὥστε τὸ ὅλον τῶν ἀναπληρω-
3558ματικῶν πιστώσεων ἀναβιβάζεται εἰς 4½ ἑκατομμύρια
3559περίπου, καὶ τότε τὰ ἔξοδα ἀνέρχονται εἰς 97,547,226, καὶ
3560ἄδηλον ἀκόμη, μέχρις ὅτου λήξῃ ἡ χρῆσις, πόσας ἀναπλη-
3561ρωματικὰς πιστώσεις θὰ ζητήσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἐγὼ δέχο-
3562μαι, ὅτι αἱ πιστώσεις αἱ ψηφισθεῖσαι διὰ τοῦ Προϋπολογι-
3563σμοῦ, καὶ αἱ ἀναπληρωματικαί, τὰς ὁποίας ἐψήφισεν ἤδη ἡ
3564Βουλή, θὰ ἀνέλθωσιν εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο μόνον. Ποία θὰ
3565ἦναι ἡ διαφορά; Ἡ διαφορὰ θὰ ἦναι, ὅτι μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξό-
3566δων θὰ ὑπάρχῃ ἓν ἔλλειμμα δρ. 6,547,226. Πῶς θὰ καλυφθῇ
3567τὸ ἔλλειμμα αὐτό; Ἡ Κυβέρνησις λέγει, ὅτι τὴν διαφορὰν ταύ-
3568την θὰ καλύψωσιν αἱ ἐπὶ πλέον τελωνειακαὶ εἰσπράξεις καὶ αἱ
3569τοῦ καπνοῦ. Ἀλλὰ τ’ ἀποτελέσματα τὰ ἔχομεν καὶ τῶν 12 μη-
3570νῶν καὶ τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων καὶ τοῦ καπνοῦ. Ὅλα
3571αὐτὰ μόλις φθάνουσι τὸ ποσὸν τῶν 2,000,000 δρ., καὶ τὰ
35722,000,000 συμπεριλαμβάνονται εἰς τὰς εἰσπράξεις, τὰς
3573ὁποίας ὑπελόγισα, ὥστε δὲν φέρουσι καμμίαν ἐλάττωσιν τοῦ
3574ἐλλείμματος. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ καταβιβάσῃ
3575τὸ ἔλλειμμα, εἶναι, ἂν ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀφήσῃ ἀδιαθέτους πι-
3576στώσεις. Ἀλλ’ ὡς ἔχει ὁ Προϋπολογισμός, μοὶ φαίνεται ὅτι
3577εἶναι δυσχερέστατον πρᾶγμα νὰ μείνωσι πιστώσεις ἀδιάθετοι.
3578Ἀπὸ ποῦ θὰ ἀφήσωμεν ἀδιάθετον πίστωσιν; Ἀπὸ τὸ δη-
3579μόσιον χρέος; Οὐδὲ λεπτὸν δύναται νὰ μείνῃ ἀδιάθετος πί-
3580στωσις. Ἀπὸ τὰς νομίμους ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους; Θὰ
3581πληρωθῶσι μέχρι λεπτοῦ καὶ αἱ συντάξεις, καὶ ἡ Βασιλικὴ
3582ἐπιχορήγησις, καὶ αἱ δαπάναι τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, καὶ
3583τὰ χορηγήματα. Ἀπὸ τὸ κεφάλαιον τῆς ἐπιστασίας τῆς εἰσ-
3584πράξεως καὶ βεβαιώσεως τῶν φόρων; οὐχί· οὐδέποτε ἦλθε,
3585κάτω τῶν 8,000,000 ἡ δαπάνη αὕτη, καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ
3586ἀφήσωμεν ἀδιαθέτους πιστώσεις ἐπ’ αὐτοῦ, ἀλλοίμονον! κατα-
3587στρέφομεν καὶ τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων.
3588Ἀπὸ τὴν γενικὴν ὑπηρεσίαν; Ὅπως εἶναι αἱ ὑπηρεσίαι ὠρ-
3589γανωμέναι, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν πληρωμὴν οὔτε
3590τῶν μισθῶν καὶ ἐπιμισθίων τῶν ὑπαλλήλων ἐν γένει, οὔτε
3591τῶν ἐνοικίων, οὔτε τῆς γραφικῆς ὕλης, οὔτε τοῦ φωτισμοῦ,
3592οὔτε τῆς θερμάνσεως, οὔτε τίποτε. Ἀπὸ ποῦ εἶναι δυνατὸν
3593νὰ μείνωσιν ἀδιάθετοι πιστώσεις ποσοῦ σπουδαίου; ...
3594§197ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀπὸ τὰς μεταθέσεις.
3595§198ΚΑΙΡΗΣ. Ἔχετε δίκαιον... Ποῦ εἶναι λοιπὸν δυνατὸν
3596νὰ μείνωσιν ἀδιάθετοι πιστώσεις; Ἀπὸ τὰ βοηθήματα, ἀπὸ
3597τὰ δημόσια ἔργα, ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς συγκοινωνίας, ἀπὸ τὰς
3598προμηθείας τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων. Λοιπὸν πρέπει νὰ
3599καταργήσωμεν τὰ βοηθήματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν καὶ τὰ
3600ὁποῖα δὲν εἶναι περισσότερα ἀπὸ 200,000 δρ., πρέπει νὰ στα-
3601ματήσωμεν τὰ δημόσια ἔργα, νὰ μὴ συντηρῶμεν τὰ κτίρια
3602καὶ νὰ μὴ ἐπισκευάζωμεν αὐτά, πρέπει νὰ ἐλαττώσωμεν τὰς
3603δαπάνας τῆς συγκοινωνίας νὰ μὴ δαπανήσωμεν ὅσα ἔχομεν
3604προωρισμένα διὰ τοὺς δρόμους καὶ τὸν σιδηρόδρομον, πρέπει
3605νὰ παύσωμεν τὰς προμηθείας τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ Ναυτικοῦ.
3606Ἀλλὰ τοιαῦται οἰκονομίαι μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι οἰκο-
3607νομίαι, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἔχωσιν ἀγαθὰ ἀποτελέσματα,
3608ἀλλὰ τὰ ἀποτελέσματα αὐτὰ θὰ ἦναι ἀποτελέσματα ὀλέ-
3609θρια. Ἀλλὰ καὶ ἂν δεχθῶμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς αὐ-
3610στηρᾶς ἐποπτείας καὶ διὰ τῆς φειδωλοτέρας χρήσεως νὰ γείνῃ
3611τοῦτο, ὅπως εἶναι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1895, ἐλάχιστον
3612ποσὸν θὰ ἦναι αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις, ἄς ἦναι καὶ ἑνὸς
3613καὶ δύο ἑκατομμυρίων, ἄς φθάσουν εἰς 3,000,000· τὸ ἔλ-
3614λειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 εἶναι ἔλλειμμα
3615καταφανὲς, πραγματικὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπερβῇ κατ’ ἐλά-
3616χιστον ὅρον τὰ 3,000,000. Καὶ ἰδού, ὅτι τὸ νόσημα, τὸ
3617ὁποῖον ἔπασχον οἱ προϋπολογισμοὶ οἱ πρὸ τῆς πτωχεύσεως
3618καὶ τὸ ὁποῖον ἐπηγγέλθη νὰ θεραπεύσῃ ἡ παροῦσα Κυβέρ-
3619νησις, τὸ νόσημα αὐτὸ ὑφίσταται ἀκέραιον εἰς τὸν Προϋπο-
3620λογισμὸν τοῦ 1895, ὡς θὰ ἦναι ἀκέραιον καὶ εἰς τὸν τοῦ
36211896, ὅπως μετ’ ὀλίγον θὰ ἀποδείξω.
3622Ἀλλὰ πρὶν κλείσω τὸ μέρος τοῦτο, ὀφείλω νὰ κάμω μίαν παρα-
3623τήρησιν. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰσηγούμενος
3624τὸν Προϋπολογισμὸν, ἐμέμφθη τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐπὶ
3625ἐλλείψει προνοίας διὰ τὰς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, τὰς
3626ὁποίας ἠναγκάσθη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ διὰ
3627Β. Διαταγμάτων καὶ διὰ νομοσχεδίων ἰδίων. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ
3628μομφὴ ἦναι ἐντελῶς δικαία διὰ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν,
3629διότι ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς ὑποβολῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
3630μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς
3631Βουλῆς, ἦτο δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη νὰ διἴδῃ τὴν ἀνάγ-
3632κην αὐτὴν καὶ νὰ ζητήσῃ διὰ δηλώσεων τὴν αὔξησιν τῶν
3633πιστώσεων. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἔδειξε τὴν πρέπουσαν πρόνοιαν,
3634εἶναι ἀπηλλαγμένη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις τῆς μομφῆς ἐπὶ
3635ἐλλείψει προνοίας, τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ ἐπιδείξῃ κατὰ τὴν
3636σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον
3637καιρὸν νὰ ἐργασθῇ ἐπ’ αὐτοῦ; Τὸν εἶχεν. Ὁ κ. Πρωθυπουρ-
3638γὸς τὴν ἐπιοῦσαν τῆς 16 Ἀπριλίου ἐγίνωσκεν ὅτι θὰ ἐγίνετο
3639Πρωθυπουργὸς, εἶχεν ὑπ’ ὄψει του τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸν
3640ἐμελέτα, καὶ ἀνεγινώσκομεν εἰς τὰς ἐφημερίδας καθ’ ἑκάστην,
3641ὅτι κατεγίνετο εἰς τὴν ἐν Κηφισσίᾳ ἐξοχήν του, μόνος, εἰς
3642τὴν σπουδὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ εἰς τὸ τί ἦτο δυνατὸν
3643νὰ περικόψῃ ἐξ αὐτοῦ, διὰ νὰ πραγματοποιήσῃ τὰς οἰκονο-
3644μίας. Ἡ ὑπηρεσία εἰργάσθη ἐπὶ ὅλων τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋ-
3645πολογισμοῦ καὶ δὲν ἔδειξε τὴν ἀπαιτουμένην πρόνοιαν. Ὥστε
3646ἡ εὐθύνη ἐπὶ τῇ ἐλλείψει προνοίας, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ
3647ἀποδώσῃ ἀκεραίαν εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ν’ ἀπαλ-
3648λάξῃ δὲ ἑαυτὸν τῆς τοιαύτης μομφῆς, ἕνεκα δῆθεν τοῦ ὅτι
3649δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος, ἡ μομφὴ αὕτη ἀνήκει
3650καὶ εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν ἀκεραία.
3651Εἰσέρχομαι εἰς τὸν ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμὸν τοῦ
36521896. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσε σαφῶς, ὅτι
3653ὁ παρὼν Προϋπολογισμὸς εἶναι τὸ κάτοπτρον τῆς πολιτικῆς
3654του, ὅτι εἰργάσθη ἡ Κυβέρνησις ἐπ’ αὐτοῦ μεθ’ ὅλης τῆς
3655ἀπαιτουμένης ἀνέσεως, ὅτι προεῖδε τὰ πάντα καὶ ἐκανόνισε
3656τὰ πάντα ἀκριβῶς. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1896 ὑπολογί-
3657ζει ἔσοδα 90,894,541, ἔξοδα 90,222,350.83· ἔχει δηλ. καὶ
3658ἓν περίσσευμα 672,190.17. Ἀλλὰ κατὰ τὰς δηλώσεις, αἱ
3659ὁποῖαι ἐγένοντο μεταγενεστέρως, τὸ περίσσευμα αὐτὸ ἐξαφα-
3660νίζεται σχεδόν.
3661Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων τοῦ 1896 ἐγένοντο,
3662κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐλαττώσεις 7,292,212, ἐγένοντο
3663δὲ ἀφ’ ἑτέρου αὐξήσεις ἐσόδων 4,725,405, ἤτοι καθαραὶ
3664ἐλαττώσεις 2,566,807. Ἂν ἦτο δυνατὸν, κύριοι Βουλευταὶ,
3665νὰ ἠλαττοῦντο τὰ ἔσοδα τὰ ἐκ τῶν φόρων καὶ ἐκ τῶν προσό-
3666δων τῆς δημοσίας περιουσίας κατὰ 7,292,212, ἢ μᾶλλον,
3667ἀφαιρουμένων τῶν αὐξήσεων, νὰ ἠλαττοῦντο κατὰ 2,566,807,
3668θὰ ἦτο εὐχάριστον, διότι θ’ ἀνεκουφίζετο πράγματι ὁ Ἑλ-
3669ληνικὸς λαὸς κατὰ τὰ 2½ αὐτὰ ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ ὅλαι
3670αὐταὶ αἱ ἐλαττώσεις μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἐλαττώσεις φαν-
3671τασιώδεις. Ἐλαττώνει ἔσοδα πρῶτον 1,460,140 ἐκ τῆς ἐκ-
3672ποιήσεως τῆς σταφίδος. Ἂν θὰ λειτουργήσῃ ὁ νόμος τῆς
3673παρακρατήσεως καὶ διὰ τὸ ἔτος 1896, βεβαίως τὸ ἔσοδον
3674αὐτὸ κακῶς ἀφαιρεῖται, θὰ προστεθῇ ὡς ἔσοδον. Ἐὰν δὲν
3675πρόκειται νὰ λειτουργήσῃ ὁ νόμος τοῦ 1896, παρατηρῶ ὅτι
3676δὲν εἶναι ἔσοδον πάγιον τοῦ Κράτους, εἶναι προσωρινὸν, δη-
3677μιουργηθὲν μόνον διὰ τὸ 1895. Ἔληξε τὸ 1895, ἐξέλιπε
3678καὶ τὸ ἔσοδον. Δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐπαναληφθῇ εἰς τὰ 1896
36791897, 1898, 1899 διὰ νὰ εἴπῃ τις, ὅτι εἶναι φόρος πάγιος,
3680καὶ ἀφαιρούμενος ἀνακουφίζει τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἀλλὰ
3681ἐπειδὴ, ἐπαναλέγω, θὰ λειτουργήσῃ ὁ φόρος τῆς παρακρα-
3682τήσεως, κακῶς ἀφαιρεῖται τὸ ἔσοδον αὐτὸ καὶ θὰ μείνῃ.
3683Ἀφαιρεῖ 138,000 δρ. ἔσοδον ἐκ τιμήματος ἐκλογικῶν εἰδῶν.
3684Καὶ τὸ ἔσοδον αὐτὸ εἶναι τυχηρόν. Αἱ ἐκλογαὶ εἶναι περιοδι-
3685καί, γίνονται κατὰ τετραετίαν. Κατὰ τετραετίαν γινόμεναι
3686αἱ ἐκλογαί, ἔχουσιν αὐτὸ τὸ ἔσοδον, ἀντίτιμον ἐκλογικῶν εἰ-
3687δῶν, τὸ ὁποῖον καταβάλλουσιν οἱ ὑποψήφιοι· ὥστε ἡ ἀφαίρε-
3688σις ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν 138,000 ὡς ἐσόδου, δὲν εἶ-
3689ναι ἀφαίρεσις ἐσόδου παγίου, τὸ ὁποῖον νὰ ἀνακουφίζῃ τὸν
3690λαόν. Ἀφαιρεῖ ἐκ τῶν ἐσόδων 2,500,000 δρ. τὴν εἰσφορὰν
3691τῶν δήμων διὰ τὴν στοιχειώδη δημοτ. ἐκπαίδευσιν· ἀλλὰ τὸ
3692ἔσοδον αὐτὸ δὲν εἶναι ἔσοδον ἐκ τῶν φόρων τοῦ Κράτους, εἶναι
3693εἰσφορὰ τῶν δήμων διὰ τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους χάριν τῆς
3694δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ Κράτος ἀπηλλάγη τῆς
3695τοιαύτης δαπάνης καὶ μετέθεσε ταύτην εἰς βάρος τῶν δήμων,
3696ἡ εἰσφορὰ τῶν δήμων ἐκ δραχ. 2,500,000 δὲν ἔχει λόγον ἐν
3697τοῖς ἐσόδοις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τὸ αὐτὸ ῥητέον καὶ διὰ τὴν
3698εἰσφορὰν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἐκ δραχ. 1,200,000·
3699Ἀφαιρεῖ 85,360 δραχ. ἔσοδον ἐκ τῶν ὀρυκτῶν. Ἀλλ’ ἂν τὸ
3700Κράτος δὲν δύναται τὸ τρέχον ἔτος ἐξαιρετικῶς νὰ πωλήσῃ
3701ὀρυκτὰ—σμύριδα, γύψον κτλ.—καὶ περιορίζῃ τὸ ἔσοδον αὐτὸ,
3702πάλιν δὲν εἶναι ἐλάττωσις αὕτη, διότι ἡ δαπάνη διὰ τὴν
3703ἐξόρυξιν αὐτοῦ τοῦ ἐσόδου εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα, τὴν ὁποίαν
3704κερδίζει. Ὥστε, ἂν ἐκπέσωμεν τὰς ἐλαττώσεις αὐτὰς, αἱ
3705ὁποῖαι, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, δὲν εἶναι ἐλαττώσεις φό-
3706ρων, τοὺς ὁποίους πληρόνει ὁ λαός, τί μένουσι; Μένουσιν
37071,909,072 δρ. ἐλαττώσεις. Αἱ αὐξήσεις εἶναι 4,725,405·
3708ἄρα ἔχομεν αὔξησιν ἐσόδων ἐκ δραχμῶν 2,816,333. Καὶ
3709αἱ μὲν ἐλαττώσεις δὲν πηγάζουσιν ἐκ πραγματικῆς μειώ-
3710σεως τῶν φόρων, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐκτιμήσεως τῆς Κυβερνήσεως,
3711ὅτι τινὲς ἐκ τῶν φόρων θέλουσιν ἀποδώσει ὀλιγώτερον παρ’
3712ὅ,τι ἀπέδωκαν εἰς τὰ 1895, ἐνῷ αἱ αὐξήσεις πηγάζουσι τὸ
3713μὲν ἐκ προσθήκης νέων φόρων, ὡς λ. χ. τοῦ περὶ βοσκῶν κατὰ
3714στρέμμα, τῆς αὐξήσεως τῶν τελῶν χαρτοσήμου, τὸ δὲ ἐκ τῆς
3715ἐπαναφορᾶς τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος, καὶ αἱ ὁποῖαι αὐξή-
3716σεις ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν 1,675,000, τὸ δὲ ἐπὶ πλέον τῶν
3717αὐξήσεων, ἤτοι ποσὸν δραχμῶν 3,050,405, πηγάζει ἐκ τῆς
3718ἐκτιμήσεως τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τινὲς τῶν φόρων κατὰ τὸ
37191896 θὰ ἀποδώσουν ποσὸν μεῖζον ἢ τὸ 1895. Ὥστε, ἂν ἐκ-
3720πέσωμεν ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ 1895 τὰς ἐλαττώσεις τῶν δραχ.
37215,383,140, θὰ μένωσι τὰ ἔσοδα τοῦ 1896 δρ. 88,780,208,
3722προσθέσει δὲ τῶν αὐξήσεων ἐκ δραχμῶν 2,816,333, ἀποτε-
3723λεῖται τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων, τὸ ὁποῖον προσδιορίζει ὁ Προϋ-
3724πολογισμὸς τοῦ 1896, ἤτοι 90,894,541· νομίζω δὲ, ὅτι δὲν
3725εἶναι ποσὸν ὑπερβολικὸν ἐσόδων, ἀναλογιζόμενον πρὸς τὰ ἀπο-
3726τελέσματα τῶν προηγουμένων τριῶν ἐτῶν καὶ πρὸς τὰ ἀπο-
3727τελέσματα τοῦ ἐκτελουμένου Προϋπολογισμοῦ, διότι βεβαίως
3728κατὰ πᾶσαν πιθανότητα τὸ Δημόσιον θὰ εἰσπράξῃ τὰ
372990,894,541, δὲν περιμένω δὲ νὰ εἰσπράξῃ περισσότερα. Καὶ
3730ἡ προσδοκία τινῶν, ὅτι θὰ εἰσπραχθῶσι περισσότερα, διότι αἱ
3731τελωνειακαὶ εἰσπράξεις κατὰ τὸν Ἰανουάριον καὶ Φεβρουά-
3732ριον ἐ. ἔ. ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς τοῦ 1895 ἀπέδωκαν ποσὸν
3733κατὰ ἓν ἑκατομμύριον περίπου ἀνώτερον, τοῦτο δὲν πρέπει
3734νὰ μᾶς ἐνθαῤῥύνῃ εἰς τὸ ὅτι τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων εἶναι
3735δυνατὸν νὰ ὑπερβῇ τὰ 90,894,541, διότι ἔχω τὴν πεποί-
3736θησιν, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν τελωνειακῶν προσόδων, καὶ ἰδίως
3737τοῦ τελωνείου Πειραιῶς, ὀφείλεται εἰς τὰς ἑορτὰς τῶν Ὀλυμ-
3738πίων, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ κερδοσκοπία, ὑπολογίζουσα ὅτι θὰ
3739γένηται ἀρκετὴ συῤῥοὴ κόσμου, ἔσπευσε νὰ εἰσαγάγῃ εἰς
3740ἀνάλωσιν πολλὰ ἀντικείμενα χρήσιμα.
3741Ποῖα δὲ εἶναι τὰ ἔξοδα τοῦ 1896; Καὶ ἐν τῷ προϋπολο-
3742γισμῷ τῶν ἐξόδων ἐγένοντο ἐλαττώσεις καὶ αὐξήσεις, καὶ δὴ
3743ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ἐγένοντο αὐξήσεις καὶ
3744ἐλαττώσεις. Ἐλαττώσεις 2,429,955, καὶ αὐξήσεις 1,601,286,
3745ἤτοι ἐγένοντο ἐλαττώσεις ἐξόδων δρ. 828,669. Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ
3746σφάλλεται ἡ Κυβέρνησις. Διατί; Ἀφαιρεῖται ἐκ τοῦ κεφαλ.
374715 ἔξοδον 300,000 δρ. ἐξ ἐγγείου φόρου τῆς σταφίδος, ἀλλὰ
3748τὸ ἔξοδον αὐτὸ κακῶς ἀφαιρεῖται, καὶ θὰ ζητηθῇ δι’ ἀναπλη-
3749ρωματικῆς πιστώσεως, ἀφοῦ πρόκειται νὰ λειτουργήσῃ ὁ
3750νόμος περὶ παρακρατήσεως καὶ κατὰ τὸ 1896. Ἐκ τοῦ κε-
3751φαλαίου 27 ἀφαιροῦνται 304,800 «ἔξοδα ἐξορύξεως καὶ συγ-
3752κεντρώσεως ὀρυκτῶν». Τοῦτο δὲν εἶναι πραγματικὴ οἰκονομία·
3753ἀφοῦ ἐκ τῶν ἐσόδων ἀφαιρεῖται ἡ ἀντιστοιχοῦσα πρόσοδος
3754τοῦ Δημοσίου, τὸ ἔξοδον δὲν ἔχει θέσιν εἰς τὸν Προϋπολογι-
3755σμόν. Ἐκ τοῦ κεφαλαίου 30 ἀφαιροῦνται 150,000 δραχμαὶ
3756«δι’ ἐκτέλεσιν δικαστικῶν ἀποφάσεων καὶ συμβιβαστικῶν πρά-
3757ξεων» κτλ. καὶ περιορίζεται ἡ πίστωσις εἰς δραχ. 250,000·
3758ἀλλ’ ἡ πεῖρα, Κύριοι, ἀπέδειξε μέχρι σήμερον, ὅτι τὸ κεφά-
3759λαιον αὐτὸ τῶν ἐξόδων οὐδέποτε ἦτο ὀλιγώτερον κατὰ τὰ
3760προηγούμενα ἔτη. Ἂν δὲ ἀφαιρεθῇ τὸ ποσὸν τῶν 150,000,
3761μὴ ἔχετε καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ ζητηθῇ πίστωσις ἀνα-
3762πληρωματικὴ, πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ ἀφαιρουμένου ποσοῦ,
3763Ἀπὸ τὸ κεφ. 14 ἀφαιροῦνται 1,304,993 «δι’ ἔξοδα παρελ-
3764θουσῶν χρήσεων». Ποία ἡ ἀπόδειξις, παρακαλῶ, ὅτι αἱ πα-
3765ρελθοῦσαι χρήσεις δὲν ἔχουσι δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἀκόμη δὲν
3766ἐκαθαρίσθησαν, διότι δὲν ὑπέπεσαν εἰς τὴν πενταετῆ παρα-
3767γραφὴν, καὶ ποία ἡ βεβαιότης ὅτι δὲν ὑπάρχουσι πολλαὶ
3768ἀπαιτήσεις ἐκ διαγεγραμμένων χρήσεων, αἵτινες πρόκειται νὰ
3769πληρωθῶσιν ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1896; Οὐδέποτε τὸ κε-
3770φάλαιον αὐτὸ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων ἦτο ὀλιγώτερον,
3771καὶ κατὰ συνέπειαν, ἂν τὸ ἀφαιρῇ σήμερον ἡ Κυβέρνησις διὰ
3772νὰ δείξῃ ὅτι φέρει ἐλάττωσιν εἰς τὰ ἔξοδα, τὰ ἔξοδα αὐτὰ θὰ
3773τὰ ὑποστῇ καὶ θὰ τὰ ζητήσῃ δι’ ἀναπληρωματικῆς πιστώ-
3774σεως. Ὅταν αὐτὰ τὰ κονδύλια ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰς ἐλατ-
3775τώσεις τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τότε
3776δὲν ἔχομεν ἐλαττώσεις δραχ. 828,669, ἀλλ’ ἔχομεν αὐξήσεις
3777δρ. 1,231,124. Καὶ ποῖαι εἶναι αἱ αὐξήσεις; Ἀκούσατε:
3778αʹ) 194,212 δρ. εἶναι αἱ ἐν γένει συντάξεις, διότι ὅλαι αὐξά-
3779νουσιν· ἔξοδον πραγματικόν· βʹ) 372,600 εἶναι ἡ δαπάνη διὰ τὴν
3780ἔκτακτον σύνοδον τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία θὰ ἔλθῃ κατὰ τὸ φθι-
3781νόπωρον τοῦ ἔτους τούτου· γʹ) 290,000 εἶναι δαπάναι, αἱ
3782ὁποῖαι θὰ γείνωσι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν φόρων καὶ ἰδίως τῶν
3783μονοπωλίων· αἱ δὲ ἄλλαι 600,000 εἶναι δυστυχῶς αὐξήσεις
3784δαπανῶν τοῦ Κράτους, αὐξήσεις προσωπικαὶ, ἤτοι 30,000 δρ.
3785ἐπὶ πλέον διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ Συμβουλίου τοῦ δημοσίου χρέους,
37866,600 ὁ μισθὸς τοῦ γενικοῦ ἐπιτρόπου παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ
3787Συνεδρίῳ, 4,130 αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου
3788τῶν Οἰκονομικῶν, 5,662 ἔξοδα ὑπηρεσίας ταμείων, 15,060
3789εἰς προσωπικὸν οἰκονομικῶν ἐφοριῶν, 50,000 εἰς προσωπικὸν
3790τελωνείων κλπ., 12,000 εἰς σπουδὴν νέων δασονόμων, 32,520
3791εἰς προσωπικὸν γεωμετρῶν, καὶ ἕτερα ποσὰ εἰς αὔξησιν προσω-
3792πικῶν δαπανῶν.
3793Αἱ δαπάναι αὗται θὰ μείνουν ὄχι μόνον εἰς τὸν Προϋπολο-
3794γισμὸν τοῦ 1896, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν τοῦ 1897 καὶ εἰς τὸν τοῦ
37951898 καὶ ἐφεξῆς. Οὐδεμίαν δ’ ἐλάττωσιν κάμνομεν· περικό-
3796πτομεν τυχηρὰ ἔξοδα, καὶ αὐξάνομεν σταθερῶς τὰς δαπάνας.
3797Αὐταὶ εἶναι αἱ οἰκονομίαι! ἀντὶ ἐλαττώσεων, ἔχομεν ἓν ἑκα-
3798τομμύριον καὶ 200 χιλιάδας αὔξησιν παγίαν εἰς τὸ Ὑπουρ-
3799γεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
3800Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν: ἐλαττώσεις 1,853,997, αὐ-
3801ξήσεις 1,958,000, ἄρα αὔξησις ἐπὶ πλέον 110,070. Ἐκ τοῦ
3802κεφαλαίου 4 ἀφαιρεῖ δαπάνην 838,000 δι’ ἔξοδα ἐκτελέσεως
3803τοῦ νόμου περὶ ἐκλογῶν, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ
3804δαπάνη αὕτη δὲν εἶναι δαπάνη κανονικὴ καὶ παγία, ὅπως
3805θεωρηθῇ πραγματικὴ οἰκονομία, εἶναι δαπάνη περιοδική, ἡ
3806ὁποία γίνεται κατὰ τετραετίαν. Ἐκλογὰς δημοτικὰς δὲν θὰ
3807ἔχωμεν εἰς τὰ 1896, οὔτε εἰς τὰ 1897, οὔτε εἰς τὰ 1898· θὰ
3808ἔχωμεν εἰς τὰ 1899. Λοιπὸν δὲν εἶναι οἰκονομία αὐτή, διότι
3809ἀπαλείφεται ἓν ἔξοδον, τὸ ὁποῖον εἶναι περιοδικόν, καὶ θὰ ἔλθῃ
3810μετὰ τετραετίαν. Ἐλαττοῦνται κατὰ 400,000 τὰ βοηθήματα.
3811Ἐξαιρετικῶς ἐπαρουσιάσθη μίαν φορὰν ἡ ἀνάγκη, ἕνεκεν τῆς
3812πτωχεύσεως τῆς ἑταιρίας τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν,
3813ἵνα ἱκανοποιηθοῦν οἱ ἐργάται καὶ χορηγηταὶ τροφίμων, ἀλλὰ
3814τοιαύτη ἀνάγκη δὲν θὰ ὑπάρξῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον. Ἐκ τοῦ
3815κεφ. 18 ἀφαιροῦνται δραχ. 405,924 δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων
3816χρήσεων. Τοῦτο εἶναι νέα ἀντιτέχνησις, διὰ νὰ καλύπτωμεν
3817τὰς δαπάνας μας, ἵνα φαινώμεθα ὅτι κάμνομεν οἰκονομίας.
3818Δὲν εἶναι οἰκονομία αὐτή· θὰ πληρωθῇ καὶ ἡ δαπάνη αὐτὴ
3819καὶ θὰ πληρωθῇ δι’ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων. Καὶ ἡ περι-
3820κοπὴ τῶν 100 χιλιάδων δραχμῶν δι’ ἀποζημιώσεις κτημά-
3821των κακῶς γίνεται, ἀφοῦ θὰ προεκταθῇ ἡ σιδηροδρομικὴ γραμ-
3822μὴ Μύλων–Καλαμῶν, καὶ βεβαίως θὰ παραστῇ ἡ ἀνάγκη
3823τῆς ἀποζημιώσεως, καὶ θὰ τὴν δώσῃ ἡ Βουλὴ δι’ ἀναπληρω-
3824τικῆς πιστώσεως. Ἂν μὴ ὑπολογίσωμεν τὰς φαινομενικὰς αὐ-
3825τὰς ἐλαττώσεις, αἵτινες δὲν εἶναι ἐλαττώσεις πραγματικῶν καὶ
3826παγίων ἐξόδων, αἱ πραγματικαὶ ἐλαττώσεις τοῦ προϋπολογι-
3827σμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι μόνον δραχ.
3828110,070, ἐνῷ αἱ αὐξήσεις αἱ πραγματικαὶ ἀνέρχονται εἰς
3829δραχ. 1,848,290, καὶ εἶναι αὗται: 1) Διὰ τὴν δημοσίαν
3830ἀσφάλειαν δραχ. 30,700· 2) διὰ τὴν ἀπογραφὴν 35,000·
38313) διὰ τὴν δημοσίαν οἰκονομίαν δραχ. 25,900· 4) διὰ τὴν
3832γεωργίαν 35,000 5) διὰ τὰ ταχυδρομεῖα καὶ τηλεγραφεῖα
3833δρ. 147,720· 6) διὰ δημόσια ἔργα 5,160· 7) δημόσια κτί-
3834ρια 15,800· 8) διὰ τὴν ὁδοποιΐαν ἐπὶ πλέον 755,500· 9) διὰ
3835τὸ Πολυτεχνεῖον 13,220· 10) διὰ κατασκευὴν καὶ συντήρησιν
3836σιδηροδρόμων 848,000· 11) ἔξοδα σιδηροδρόμων κλπ. 48,000.
3837Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν. Ἔρχεται εἰς συμψηφισμόν,
3838διότι ἐγένοντο πραγματικῶς οἰκονομίαι διὰ τῆς καταργήσεως
3839πολλῶν θέσεων γραμματέων Προξενείων. Ἀλλὰ ἡ ἀνασύστα-
3840σις τῶν Πρεσβειῶν ἐξηφάνισε τὰς οἰκονομίας.
3841Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἔχει αὐξήσεις δραχ.
384295,197, αἵτινες εἶναι δικαιολογημέναι, ἔχει καὶ ἐλαττώσεις
3843ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν κεκλεισμένων χρήσεων δρ. 91,648.
3844Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ ὁ Ὑπουργὸς ἠλάττωσε τὸ κονδύλιον τῶν κε-
3845κλεισμένων χρήσεων, καὶ ὅταν ἔλθῃ κατόπιν ἡ Βουλή, θὰ μᾶς
3846παρουσιάσῃ ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις, καὶ τότε θὰ τῷ εἴπω:
3847διατὶ περιέκοψες τὸ ποσὸν τῶν κεκλεισμένων χρήσεων; Ζη-
3848τοῦνται ἤδη καὶ ἄλλαι ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις διὰ μετα-
3849θέσεις ὑπαλλήλων· ἀλλὰ δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς αὐτὸ τὸ ἀντι-
3850κείμενον· ἴσως γείνῃ τοῦτο θέμα ἄλλης συζητήσεως.
3851Ὑπουργεῖον Παιδείας. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νομίζει
3852ὅτι ἔκαμεν ἐλαττώσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖόν του, καὶ ὅτι αἱ αὐ-
3853ξήσεις δὲν εἶναι τίποτε, εἶναι μηδαμιναί. Κύριε Ὑπουργέ, ἐλατ-
3854τώνετε κατὰ 2,862,000 δρ. τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύ-
3855σεως, ἀλλὰ ἀφαιρεῖτε τὸ ἀντίστοιχον ἔσοδον ἐκ τῶν εἰσφορῶν
3856τῶν δήμων. Ὥστε οὐδεμίαν οἰκονομίαν κάμνετε· ἀπεναντίας
3857τὸ ποσὸν τῶν 1,500,000, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ὥρισε πρὸς
3858συνδρομὴν τῶν δήμων διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, δὲν θὰ
3859ἀρκέσῃ, καὶ κατὰ τὴν ἰδίαν σας ὁμολογίαν, καὶ θὰ χορηγήσῃ
3860τὸ Δημόσιον ἐπὶ πλέον τοὐλάχιστον δραχ. 1,000,000. Τὸ
3861ποσὸν τοῦτο μετὰ τοῦ τῶν γενομένων αὐξήσεων ἀνέρχεται εἰς
38621,137,000, ὅπερ θὰ ζητηθῇ δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων.
3863Καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει ἐπὶ πλέον
3864αὐξήσεις τοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1895 ποσοῦ κατὰ
3865δρ. 583,401. Καὶ τὸ τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ πλέον τοῦ 1895
3866κατὰ δραχ. 96,586.
3867Τὸ συμπέρασμα εἶναι, ὅτι τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ
3868τοῦ 1896 θὰ ἀνέλθουν εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 95,117,715,
3869καὶ τὸ ἐνδεικνυόμενον ἔλλειμμα θὰ ἀνέλθῃ πιθανῶς εἰς δραχ.
38703,000,000 ὡς ἔγγιστα.
3871Ποῖα εἶναι τὰ πορίσματα τῆς μελέτης τῶν δύο Προϋπο-
3872λογισμῶν; Ὅτι τὸ νόσημα τῶν ἐλλειμμάτων, ὅπερ ὑπῆρχε
3873πρὸ τῆς πτωχεύσεως καὶ τὸ ὁποῖον ἠθελήσαμεν νὰ θεραπεύ-
3874σωμεν, δὲν τὸ ἐθεραπεύσαμεν· ὅτι βαδίζομεν τὴν αὐτὴν πο-
3875λιτικήν, τὴν ὁποίαν ἐβαδίζαμεν καὶ πρὸ τῆς πτωχεύσεως,
3876καὶ ὅτι ἡ πτώχευσις κατ’ οὐδὲν μᾶς ἐσωφρόνισε, διότι ἐξα-
3877κολουθοῦμεν νὰ αὐξάνωμεν τὰ ἔξοδα, νὰ προσθέτωμεν νέους
3878φόρους, καὶ ὅτι ὅλαι ἐκεῖναι αἱ πομπώδεις ἐπαγγελίαι τοῦ
3879κ. Πρωθυπουργοῦ, ἦσαν ἁπλαῖ ἀπαγγελίαι καὶ ὄχι ἐκτέλε-
3880σις ἔργων.
3881Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμίλησε περὶ συμβιβασμοῦ, καὶ τὸ
3882ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ ἦτο μία ἐκ τῶν θεμελιωδεστάτων
3883ἐπαγγελιῶν τῆς Κυβερνήσεως· εἶπεν ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγ-
3884κη ὅσον τάχιστα νὰ συντελεσθῇ ὁ συμβιβασμός, καὶ διὰ νὰ
3885ἀποκατασταθῇ ἡ πίστις τῆς χώρας, καὶ διὰ νὰ δοθῇ και-
3886ρὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐργασθῇ ὑπὲρ τῆς ἀναπτύξεως αὑ-
3887τῆς. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ κακῶς διενοήθη
3888ἡ Κυβέρνησις, καὶ κακῶς διεχειρίσθη. Τὸ μέτρον τῆς ἀνασυ-
3889στάσεως τῶν Πρεσβειῶν καὶ ἡ διὰ τῶν κυρίων πρέσβεων ἐπι-
3890δίωξις τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ συμβιβασμοῦ, νομίζω ὅτι
3891ἦτο μέτρον ἀτυχές. Ἀντὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῶν πρέ-
3892σβεων νὰ ζητῇ τοὺς ὁμολογιούχους ἢ τοὺς ἀντιπροσώπους
3893αὐτῶν ἐν Παρισίοις, ἐν Λονδίνῳ, ἐν Βερολίνῳ, ὤφειλε νὰ δε-
3894χθῇ αὐτοὺς ἐνταῦθα, διὰ νὰ θέσωσιν οἱ ἴδιοι τὸν δάκτυλον
3895εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, νὰ ἴδωσι τὴν κατάστασιν τῶν οἰ-
3896κονομικῶν ἡμῶν, καὶ νὰ πεισθῶσι περὶ τοῦ δυνατοῦ ὁρίου τῶν
3897νέων ἡμῶν ὑποχρεώσεων. Τὸ ζήτημα τῶν ὑπεγγύων προσό-
3898δων, καὶ τίνων, καὶ τὸ μέτρον τῆς συμμετοχῆς τῶν δανειστῶν
3899ἐπὶ τῶν πλεονασμάτων ὤφειλε νὰ ἐπιφυλάξῃ νὰ θίξῃ ἐν-
3900ταῦθα, ὡς τελευταῖον, ὡς ἔσχατον ὅριον τῆς ὑποχωρήσεως
3901τοῦ Κράτους εἰς τὸ τυχὸν δύσκαμπτον τῶν ἀξιώσεων τῶν
3902ὁμολογιούχων. Τὸ ζήτημα τῆς διαιρέσεως τοῦ Προϋπολογι-
3903σμοῦ καὶ τῆς συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου τοῦ δημοσίου χρέους
3904δὲν ὤφειλε νὰ λύσῃ ἐκ τῶν προτέρων ἡ Κυβέρνησις καὶ καθ’
3905ὃν τρόπον τὸ ἔλυσεν· ἔπρεπε καὶ αὐτὸ νὰ ἐπιφυλάξῃ ἐνταῦθα,
3906διὰ νὰ συζητήσῃ ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῶν δανειστῶν καὶ κα-
3907νονίσῃ οὕτως, ὥστε νὰ μὴ θίγηται οὔτε ἡ ἀκεραιότης, οὔτε
3908ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
3909σεως ἐνόμισεν, ὅτι ἤρκει ἡ ἀποστολὴ τῶν πρέσβεων εἰς τὰς
3910τρεῖς πρωτευούσας τῶν μεγάλων Κρατῶν, ὅτι ἤρκει νὰ ἐφο-
3911διάσῃ τοὺς πρεσβευτὰς δι’ ἐκτενῶν ἐκθέσεων καὶ ὁδηγιῶν, ὅτι
3912ἤρκει ἡ ἐκ προκαταβολῆς σύστασις τοῦ ταμείου τοῦ δημο-
3913σίου χρέους, διὰ νὰ φέρῃ τὴν ποθητὴν λύσιν· ἀλλὰ ποῖα
3914ἦσαν τ’ ἀποτελέσματα; Ἡ μὴ ἐπίτευξις τοῦ συμβιβασμοῦ
3915καὶ ἡ ἀποτυχία ἴσως αὐτοῦ, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Κυβέρνησις στέρξῃ
3916προτάσεις καὶ ὅρους, οὓς ἴσως θὰ ἀπέφευγεν, ἂν ἠκολούθει
3917τὰς νύξεις, ἃς ἐγκαίρως τῇ ὑπέδειξε κατ’ ἐπανάληψιν ἡ Ἀντι-
3918πολίτευσις. Τὰ θέματα τῶν πλεονασμάτων καὶ τῆς διαι-
3919ρέσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τῆς συστάσεως τοῦ ταμείου
3920δημοσίου χρέους ἦσαν οὐσιώδεις παράγοντες διὰ τὴν αἰσίαν
3921λύσιν τοῦ συμβιβασμοῦ· σήμερον ὅμως, ὡς ἐχρησιμοποιήθη-
3922σαν, ἄδηλον ἂν θὰ ἦναι ἐπαρκεῖς εἰς μέλλουσαν Κυβέρνησιν
3923διὰ τὴν αἰσίαν καὶ ὁριστικὴν λύσιν αὐτοῦ.
3924Ἑτέρα θεμελιώδης ἐπαγγελία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυ-
3925βερνήσεως ἦτο, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν αὐστηροτάτας
3926οἰκονομίας, διὰ νὰ ἔχωμεν περίσσευμα διὰ τὰ ἔκτακτα
3927ἔξοδα τοῦ Κράτους, οἷα ἡ ὁδοποιΐα καὶ οἱ σιδηρόδρομοι·
3928ἀλλὰ τὸ ζήτημα, Κύριοι, τῶν οἰκονομιῶν, ὅπως ἔχει ὁ
3929Προϋπολογισμὸς ἡμῶν, εἶναι ζήτημα δυσχερέστατον· ἀκού-
3930οντες δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὁμιλοῦντα περὶ
3931οἰκονομιῶν, καὶ περὶ ποσοῦ ἑκατομμυρίων εἰς τὰς δαπάνας
3932τῆς ἐν γένει διοικήσεως, ὑπεθέτομεν ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
3933Κυβερνήσεως ἐμελέτησε καὶ ἀνεῦρε τὰς οἰκονομίας ταύτας ἐν
3934τῇ μεταβολῇ τῶν ὀργανικῶν νόμων τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν·
3935ἀλλ’ ἡ ἀνεύρεσις αὐτῶν ἐν τῇ ἁπλῇ ἐκτελέσει τοῦ Προϋπο-
3936λογισμοῦ, διὰ τῆς εἰδικεύσεως πολλῶν κεφαλαίων καὶ ἄρ-
3937θρων διεσκέδασε τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ ἀπέδειξεν ὅτι περὶ
3938ἐπαγγελιῶν ἐπρόκειτο καὶ οὐχὶ περὶ πραγματικῶν οἰκονο-
3939μιῶν. Καὶ δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἡ αὐστηρὰ ἐποπτεία ἐπὶ τῆς
3940διαχειρίσεως τῶν πόρων τοῦ Κράτους δὲν εἶναι ἀναγκαία,
3941καὶ ὅτι ἡ εἰδικότης τῶν πιστώσεων δὲν συντείνει καὶ αὐτὴ
3942κατά τι εἰς τὴν περιστολὴν τῶν δαπανῶν, ἀλλ’ οἰκονομίαι
3943ἄξιαι λόγου, ποσοῦ ἑκατομμυρίων, ἀνακουφίζουσαι τὸν Προϋ-
3944πολογισμόν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσι, παρὰ διὰ τῆς μετα-
3945βολῆς τῶν ὀργανικῶν νόμων ἐπὶ τὸ ἁπλούστερον καὶ οἰκονο-
3946μικώτερον. Διότι, —παρακαλῶ—ὡς εἶπον προηγουμένως, τί
3947οἰκονομίας θὰ ἐπιδιώξωμεν εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου
3948χρέους; Οὐδεμίαν· ἐκτὸς ἂν πτωχεύσωμεν ἐκ νέου. Ποῖαι οἰκο-
3949νομίαι εἶναι δυναταὶ, ὡς ἔχει ὁ Προϋπολογισμὸς, εἰς τὰς νομί-
3950μους ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους; Οὐδεμία· τοὐναντίον ἕκαστον
3951ἔτος ἔχομεν αὐξήσεις εἰς τὰς συντάξεις. Ποίαν οἰκονομίαν νὰ
3952φέρωμεν εἰς τὸ κεφάλαιον «ἔξοδα διοικήσεως, εἰσπράξεως καὶ
3953ἐπιστασίας τῶν φόρων»; Οὐδεμίαν· διότι ἄλλως ἀναιροῦμεν
3954τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν φόρων. Ποίαν οἰκονομίαν θὰ
3955φέρωμεν τέλος πάντων εἰς τὸ κεφάλαιον «γενικαὶ ὑπηρεσίαι
3956τοῦ Κράτους», ὡς εἶναι διὰ νόμων ὠργανωμέναι; Οὐδεμίαν·
3957διότι οὔτε τοὺς μισθοὺς καὶ τὰ ἐπιμίσθια δυνάμεθα νὰ μὴ
3958πληρόνωμεν, οὔτε τὰ ἐνοίκια τῶν καταστημάτων, οὔτε τὴν
3959γραφικὴν ὕλην, οὔτε τὰ τῆς καθαριότητος καὶ τοῦ φωτισμοῦ,
3960οὔτε οὐδὲν τῶν ἀναγκαίων.
3961Τὰ μόνα κεφάλαια, τὰ ὁποῖα μένουν, εἶναι νὰ καταργη-
3962θοῦν τὰ διάφορα βοηθήματα, νὰ παύσῃ ἡ κατασκευὴ καὶ
3963ἐπισκευὴ τῶν δημοσίων κτιρίων, νὰ σταματήσωμεν ἢ ἐλατ-
3964τώσωμεν τὰ γλίσχρα ποσὰ διὰ τὴν συγκοινωνίαν, νὰ παύ-
3965σωμεν ἢ ἐλαττώσωμεν τὰς προμηθείας τῶν πολεμικῶν Ὑπουρ-
3966γείων. Εἶναι ταῦτα δυνατὰ καὶ ὠφέλιμα; Καὶ ἐν τούτοις
3967ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι οἰκονομίαι πραγματικαὶ μόνον
3968ἐν τοῖς ἐξόδοις τῶν γενικῶν ὑπηρεσιῶν, καὶ εἰς σημαντικὸν
3969ποσὸν, εἶναι δυναταὶ διὰ τῆς ἁπλοποιήσεως αὐτῶν ἐπὶ τὸ
3970σκοπιμώτερον, ὡς λεπτομερῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου
3971ἐξέθηκε κατ’ ἐπανάληψιν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής·
3972ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχει οὔτε τὸ σθέ-
3973νος, οὔτε τὴν δύναμιν νὰ πραγματοποιήσῃ ταύτας.
3974Ἐπηγγέλθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἐκ λόγων δημοσιο-
3975λογικῶν καὶ ἐκ συμφέροντος τῶν φορολογουμένων, νὰ φέρῃ
3976μεταβολάς τινας εἰς τὴν φορολογικὴν νομοθεσίαν, καὶ δὴ εἰς
3977τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ εἰς τὸν φόρον τοῦ
3978οἴνου. Ἀλλὰ καὶ αὐτὰς τὰς ἐπαγγελίας τὰς ἐλησμόνησε,
3979φοβούμενος μήπως προσκρούσῃ εἰς τὰ φρονήματα τῶν δανει-
3980στῶν, ὡς εἶπεν.
3981Ἐπηγγέλθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐνισχύσῃ τὴν γεωργίαν
3982καὶ βιομηχανίαν· ποία δὲ εἶναι ἡ ἐνίσχυσις, τὴν ὁποίαν κά-
3983μνει διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896; Ἀνεγράφη 75,000
3984δραχ. πίστωσις, ἤτοι 33,000 διὰ τὴν γεωργίαν καὶ 40,000
3985δι’ ἔργα ἐξυγιάνσεως. Μὲ 75,000 δρ. θὰ ἐνισχύσῃ τὴν γεωρ-
3986γίαν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ τόπου; Κρίνατε ὑμεῖς, κύριοι
3987Βουλευταί, περὶ τοῦ σπουδαίου καὶ δυνατοῦ τῶν ἐπαγγελιῶν.
3988Καὶ ἐπηγγέλθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῶν ὁμιλιῶν του
3989πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους καὶ διὰ τοῦ εἰσηγητηρίου
3990του λόγου ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι ἡ καλὴ πίστις ἐπι-
3991βάλλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν περιστολὴν τῶν ἐξόδων τῆς
3992διοικήσεως, ὅπως ὑπάρξῃ περίσσευμα καὶ διατεθῇ διὰ τὴν
3993συγκοινωνίαν, ὑπὲρ ἧς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς συνεισφέρει 5 ἑκα-
3994τομμύρια· καὶ ἀληθῶς 5,000,000 συνεισφέρει ἐτησίως διὰ
3995τὴν ὁδοποιΐαν. Ἀλλὰ τί πρόκειται νὰ δαπανήσῃ ἡ Κυ-
3996βέρνησις κατὰ τὸ 1896; εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἀνέγραψε
3997διὰ τὴν ὁδοποιΐαν 2,980,000. Τὰ ὑπόλοιπα 2 ἑκατομμύ-
3998ρια ποῦ δαπανᾷ; Τὰ ἀπεῤῥόφησεν ἡ καταβόθρα τῶν ἐξόδων
3999τῶν γενικῶν ὑπηρεσιῶν! Ποῦ λοιπὸν ἡ καλὴ πίστις τῆς Κυ-
4000βερνήσεως; Ἀληθῶς ἡ Κυβέρνησις θὰ δαπανήσῃ τὸ 1896
4001δραχ. 1,353,500 διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ σιδηροδρόμου
4002Μύλων–Καλαμῶν, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν δαπανᾷ ἐκ τῶν
4003τακτικῶν πόρων τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὑπολοίπου ἐσό-
4004δου τοῦ δανείου, ἐκ τῆς ἐγγυήσεως τῆς ἐκπτώτου ἑταιρίας
4005καὶ ἐκ τῶν τόκων τοῦ ἐντόκου γραμματίου. Ἀλλὰ τί θὰ
4006δαπανήσῃ ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους διὰ τὸν
4007σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσης; Οὐδὲν, ἐκτὸς δραχ. 90,000
4008διὰ νὰ μισθοδοτῶνται φύλακες, διαμένοντες ἐν Ἀθήναις· καὶ
4009ἠκούσατε ὁποία λεηλασία γίνεται τοῦ ὑλικοῦ τοῦ σιδηροδρό-
4010μου, διὰ τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθησαν 25,000,000.
4011Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εὐγνωμονῶν πρὸς τὰς νέας ἐπαρχίας
4012διὰ τὴν λαμπρὰν ἐκλογικὴν νίκην, τὴν ὁποίαν ἤρατο κατὰ
4013τὰς ἐκλογὰς τῆς 16 Ἀπριλίου, δὲν ἐπελάθετο τῶν πρὸς αὐ-
4014τὰς ἐπαγγελιῶν του. Μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896
4015εἰσήγαγε καὶ τὰ γνωστὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια, δι’ ὧν σκο-
4016πεῖται ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων γεωργικῶν πλη-
4017θυσμῶν εἰς μικροκτηματίας, καὶ ἡ ἐνίσχυσις τῆς γεωργικῆς
4018παραγωγῆς δι’ ἔργων χρησίμων οὐχὶ ἐκ τῶν πόρων τοῦ Κρά-
4019τους, ἀλλ’ ἐξ ἰδιαιτέρων πόρων αὐτῶν τούτων τῶν γεωργι-
4020κῶν πληθυσμῶν. Δὲν θέλω τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ συζητήσω
4021περὶ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, ἀλλὰ διὰ γενικῶν γραμμῶν θὰ
4022χαρακτηρίσω ταῦτα.
4023Ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων γεωργικῶν πληθυσμῶν
4024εἰς μικροκτηματίας, καὶ ἡ ἀπόκτησις ἰδίου οἴκου εἶναι εὐχὴ
4025καὶ ἐπιθυμία παντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ· ὁ τρόπος ὅμως, καθ’ ὃν
4026πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ εὐχὴ ὅλων, οὔτε ὠφέλιμος εἶναι
4027οὔτε εὐκατόρθωτος. Τὰ νομοσχέδια περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλ-
4028λοτριώσεως μέρους τῶν κτημάτων (τσιφλικίων), περὶ καταρ-
4029γήσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ἀντικατα-
4030στάσεως διὰ τῆς ἀποδεκατώσεως (ἕκτης ἤδη), περὶ στρεμμα-
4031τικῆς φορολογίας τῶν βοσκῶν, ἐκτὸς τῆς ἀντισυνταγματικό-
4032τητος ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀπαλλοτριώσεως, ὡς μέτρα
4033μερικὰ καὶ ὄχι γενικὰ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, βεβαίως ἀντίκειν-
4034ται καὶ εἰς τὸ γράμμα τῶν συνθηκῶν περὶ προσαρτήσεως καὶ
4035θὰ γεννήσωσιν ἀντίδρασιν καὶ παρὰ τῶν κτηματιῶν τῶν μὴ
4036ὑπηκόων Ἑλλήνων καὶ παραστάσεις τῆς Πύλης. Δὲν γνω-
4037ρίζω δὲ, ἂν αἱ παραστάσεις αὗται δὲν θὰ κωλύσωσι τὴν ψή-
4038φισιν αὐτῶν, ἢ ἄλλως τὴν μὴ ἐφαρμογήν των. Ἀλλὰ καὶ
4039ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, καὶ ἰδίως τὰ φορο-
4040λογικὰ, ἀντίκεινται εἰς τὸ πνεῦμα τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος καὶ
4041τῆς ἑνιαίας φορολογίας. Ἔχομεν δυστυχῶς τὴν τοιαύτην
4042ἀνωμαλίαν, καὶ ἐνῷ ἡ εὐχὴ ὅλων εἶναι, πῶς νὰ ἐπέλθῃ πλή-
4043ρης ἀφομοίωσις τῆς φορολογίας, ἡ ἐπέκτασις τῆς τοιαύτης
4044ἀνομοιότητος ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις παραλύει ἐπὶ μᾶλλον
4045τὸν δεσμὸν τῆς ἑνότητος, ὅπερ οὔτε συμφέρον οὔτε ὀρθὸν εἶναι.
4046Ἀλλὰ καὶ κατ’ οὐσίαν ἂν ἦναι ἐφικτὴ ἡ ἀναγκαστικὴ
4047ἀπαλλοτρίωσις καὶ ἡ ἐξαγορὰ παρ’ ἑκάστης οἰκογενείας ἑνὸς
4048οἴκου μετὰ τῆς περιοχῆς του καὶ 20–25 στρεμμάτων γῆς,
4049ἡ κατάστασις τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν δὲν θέλει βελτιωθῆ,
4050μὴ ἐπαρκούσης τῆς προσόδου διὰ τὴν συντήρησιν αὐτῶν καὶ
4051ἔτι πλέον διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων, τοῦ τόκου καὶ χρεω-
4052λυσίου διὰ τὴν ἐξαγοράν. Σήμερον οἱ γεωργοὶ καὶ οἰκίαν
4053ἔχουσι δωρεάν, καὶ ἔκτασιν 100–300 στρεμμάτων νέμονται
4054πρὸς ἴδιον ὄφελος, καὶ εἶναι συνεταῖροι τῶν ἰδιοκτητῶν, καλ-
4055λιεργοῦντες καὶ μοιράζοντες ἐν ἰσομερίᾳ τὰς προσόδους· πάν-
4056των τούτων θέλουν στερηθῆ, ἂν δὲν ὑποκύψωσιν εἰς τὰς ἀπαι-
4057τήσεις τῶν κτηματιῶν· τί δὲ συμβήσεται ἐν ἀσυμφωνίᾳ; ἢ οἱ
4058ἔχοντες τὰ μεγάλα κτήματα, ἐλλείψει καλλιεργητῶν, θὰ μετα-
4059βάλλουν αὐτὰ εἰς βοσκάς, πρὸς βλάβην τῆς παραγωγῆς, ἧς
4060ἔχομεν ἀνάγκην, ἢ διαρκεῖς ἔριδες καὶ συγκρούσεις θὰ ὑφί-
4061στανται, ἐπὶ βλάβῃ τῆς δημοσίας τάξεως καὶ γεννήσει κοι-
4062νωνικοῦ ζητήματος, ἀγνώστου μέχρι σήμερον παρ’ ἡμῖν.
4063Τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου ἔχει πρόχειρον ἡ Κυβέρ-
4064νησις. Οἱ νόμοι τοῦ 1890 καὶ 1891 λύουσι τὸ ζήτημα· ἀρκεῖ
4065ἡ Κυβέρνησις νὰ θέλῃ νὰ παράσχῃ τὴν συνδρομήν της, καὶ
4066οἱ γεωργικοὶ πληθυσμοὶ δύνανται νὰ ἐξαγοράσωσιν ὅλα τὰ
4067κτήματα τῶν μεγαλοκτηματιῶν καὶ νὰ γείνωσιν αὐτοὶ κύ-
4068ριοι· ἀρκεῖ, ἐπαναλέγω, ἡ καλὴ θέλησις τῆς Κυβερνήσεως νὰ
4069συντρέξῃ εἰς τοῦτο.
4070Βεβαίως ἡ ἐπαναφορὰ τῆς δεκάτης εἶναι ἀναχρονισμός, καὶ
4071ἐνῷ τὸ δημόσιον ταμεῖον οὐδὲν ἔχει νὰ ὠφεληθῇ κατὰ τὸ νο-
4072μοσχέδιον, θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὅμως ὑπερμέτρως ἡ παραγωγὴ καὶ
4073ἐκ τῶν ἄλλων ἐπιπροσθέτων φόρων, χάριν τοῦ ἱδρυομένου τα-
4074μείου, ὅπερ, ἀνίκανον νὰ ἀνταποκριθῇ ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν
4075εἰς τὴν ἀποπληρωμὴν τοῦ τιμήματος τῶν γαιῶν, θέλει κατα-
4076στῆ κυριωτάτη ἀφορμὴ καταστροφῆς τῆς γεωργικῆς παραγω-
4077γῆς, μὴ δυναμένης βεβαίως ἐκ τῶν πολλῶν ἐξόδων νὰ συνα-
4078γωνισθῇ πρὸς τὴν μᾶλλον εὔωνον εἰσαγωγὴν τῶν ξένων σι-
4079τηρῶν.
4080Ἀλλὰ μήπως καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ στρεμματικῆς φορο-
4081λογίας τῶν βοσκῶν δὲν εἶναι ἄδικον καὶ δημευτικόν; Μὴ
4082ὑπάρχοντος κτηματολογίου, καὶ ἀγνώστου οὔσης τῆς ἐκτάσεως
4083τῶν βοσκησίμων γαιῶν, νομίζετε ὅτι εἶναι εὔκολος ὁ διὰ τῶν
4084δηλώσεων προσδιορισμὸς τῆς ἐκτάσεως τῶν κυρίως βοσκησίμων
4085γαιῶν, ὡς καὶ ὁ ἔλεγχος αὐτῶν; νομίζετε ὅτι φόρος 7½
4086λεπτῶν κατὰ μέσον ὅρον τὸ στρέμμα δὲν ἀποῤῥοφᾷ τὴν ὅλην
4087πρόσοδον τοῦ ἰδιοκτήτου, ἢ ὅτι, ἂν οὗτος ἐπιπέσῃ κατὰ τῶν
4088κτηνοτρόφων, δὲν θὰ καταστρέψῃ τὴν κτηνοτροφίαν καὶ δὲν
4089θὰ κλείσῃ διὰ παντὸς εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας τὴν θύραν τῆς
4090εἰσόδου τῶν ξένων κτηνοτρόφων;
4091Εὐγενὴς ἀληθῶς εἶναι ἡ εὐγνωμοσύνη τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
4092γοῦ πρὸς τοὺς πληθυσμοὺς τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ ἀτυχῆ
4093καὶ ἀδόκητα τὰ ὑποβληθέντα νομοθετήματα πρὸς ἀποπλη-
4094ρωμὴν τῆς εὐγνωμοσύνης.
4095Τερματίζων τὸν λόγον μου λέγω, ὅτι καὶ κατὰ τὴν τρίτην
4096ταύτην φορὰν ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βου-
4097λευτοῦ ἐστάθη ἀτυχής. Πᾶσαι αἱ ἐπαγγελίαι της καὶ ὅλα
4098τὰ μέτρα της ἀπεδείχθησαν κατώτερα τῶν σοβαρῶν περιστά-
4099σεων, ἐν αἷς εὑρισκόμεθα καὶ τῶν προσδοκιῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ
4100λαοῦ. Ἡ Κυβέρνησις βαδίζει τὴν αὐτὴν ὁδὸν, ἣν καὶ πρὸ τῆς
4101πτωχεύσεως, ἤτοι τῆς ἐπιβολῆς φόρων καὶ αὐξήσεως τῶν
4102ἐξόδων. Τὸν δρόμον τοῦτον ἔχομεν καθῆκον νὰ σταματήσω-
4103μεν. Ἁρμόδιοι πρὸς τοῦτο εἶναι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους,
4104ἁρμόδιος εἶναι καὶ ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεύς, ὁ ὁποῖος ἐτάχθη παρὰ
4105τοῦ ἔθνους οὐ μόνον ἀνώτατος ῥυθμιστὴς τῆς λειτουργίας τῶν
4106συνταγματικῶν θεσμῶν, ἀλλὰ καὶ ὑπέρτατος ἐπόπτης τῶν
4107πραγματικῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους. Ἂν καὶ πάλιν ἀστο-
4108χήσωμεν, ὑπαίτιοι δὲν θὰ ἤμεθα ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἐπανά-
4109ληψιν εἴπομεν τὰ πράγματα καὶ ἐγκαίρως ὑπεδείξαμεν τὰ
4110πρέποντα· ὑπαίτιοι θὰ ἦναι οἱ δυνάμενοι καὶ μὴ θέλοντες νὰ
4111ἐνεργήσωσι.
4112§199Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
4113κῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν
4114τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον κανονίζον τὰ
4115τῆς μισθοδοσίας τῶν δημοδιδασκάλων, ὥστε νὰ εὐκολυνθῇ ἡ
4116μισθοδοσία αὐτῶν κατὰ τὸ τρέχον ἔτος. Τὸ νομοσχέδιον ἐπι-
4117γράφεται «περὶ συμπληρώσεως τοῦ περὶ δημοτικῆς ἐκπαι-
4118δεύσεως ͵ΒΤΜΘʹ νόμου», συνοδεύεται δὲ καὶ ὑπὸ αἰτιολογικῆς
4119ἐκθέσεως.
4120Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ τῶν ἐπὶ διδασκαλικῷ
4121πτυχίῳ ἐξετάσεων τῶν ὑποψηφίων διδασκαλισσῶν», μετὰ
4122αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως.
4123§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
4124Παράρτημα, ἀριθ. 268–269).
4125Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις.
4126(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ
4127ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 50′ μ. μ.)
4128§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
4129§202ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ, κύριε
4130Πρόεδρε, ὅτι ἡ ἐκ μέρους μου διακοπὴ τῆς συζητήσεως ἐπὶ
4131τοῦ θέματος τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ
4132περιέχει ἀνωμαλίαν τινά. Ἐπειδὴ ὅμως ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου,
4133ὅτι κατὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως ὁπωσδήποτε ἐπικρατεῖ θό-
4134ρυβος, ἑπομένως εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ μὴ δυνηθῶ νὰ δια-
4135τυπώσω τὴν πρότασίν μου, διὰ τοῦτο παρακαλῶ ὑμᾶς, παρα-
4136καλῶ δὲ συνάμα καὶ τὴν Βουλὴν, ὅπως μοὶ συγχωρήσητε
4137τὴν ἀνωμαλίαν ταύτην. Εἰσέρχομαι ἑπομένως εἰς τὴν ἐξέ-
4138τασιν τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον μὲ ἠνάγκασε νὰ ἐπενέγκω τὴν
4139ἀνωμαλίαν ταύτην. Τὸ θέμα εἶναι τὸ ἀκόλουθον. Ὅταν ὁ κ.
4140προεδρεύων τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ πρῶτον τμῆμα τῶν συνε-
4141δριάσεων αὐτῆς ἀπεπειρᾶτο νὰ διακόψῃ τὴν συνεδρίασιν, ὁ
4142κ. Πρωθυπουργὸς ἠγέρθη καὶ ὡμίλησε κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος
4143ἐνέδειξε, κατ’ ἐμέ, ὅτι ἐπεθύμει, ἵνα αἱ συνεδριάσεις ἄρχωνται
4144οὐχὶ τὴν πρωΐαν, ἀλλὰ μετὰ μεσημβρίαν. Ὁμολογῶ καὶ ἐγώ,
4145ἀλλὰ καὶ ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, βεβαίως δὲν θ’ ἀρνηθῆτε, ὡς καὶ
4146ἅπαντες οἱ κύριοι συνάδελφοι, ὅτι αἱ ὧραι, κατὰ τὰς ὁποίας
4147γίνονται αἱ συζητήσεις τῆς Βουλῆς, εἶναι τοιαῦται, ὥστε
4148ἐπέρχεται ὁ κάματος καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συζητοῦσιν, ἀλλὰ
4149καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀκροῶνται τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Διὰ
4150τοῦτο συμμεριζόμενος τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν περιεῖχον οἱ
4151λόγοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, προτείνω,—καὶ ὑποθέτω ὅτι
4152διερμηνεύω ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς τὸ φρόνημα—ὅπως καταρ-
4153γηθῶσιν αἱ πρωϊναὶ συνεδριάσεις, αἱ συνεδριάσεις δὲ τῆς Βου-
4154λῆς νὰ ἄρχωνται ἀπὸ τῆς αὔριον τὴν 4ην ἢ τὴν 3ην ὥραν
4155μετὰ μεσημβρίαν. Καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ὅπως
4156ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης.
4157§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
4158§204ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
4159§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀπὸ τῆς αὔριον, ἡ Βουλὴ ἀποφα-
4160σίζει, νὰ ἀρχίζωσιν αἱ συνεδριάσεις ἀπὸ τῆς 4ης μ. μ.
4161§206Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόε-
4162δρε, πρὸ μικροῦ κατὰ τὴν συζήτησιν νομοσχεδίου τινὸς περὶ
4163πιστώσεως ἐκτάκτου ἐκ δραχμῶν 20,000 πρὸς ἐξόφλησιν
4164τῶν ὀφειλομένων διὰ τὴν χορηγίαν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδη-
4165ροδρόμου Μεσολογγίου–Κρυονερίου ἐδηλώθη ἡ γνώμη, ὅτι
4166ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῇ ἡ πίστωσις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, νὰ
4167μὴ ψηφισθῇ δὲ ἴδιον νομοσχέδιον. Δὲν ἦμαι βέβαιος, ἂν ἡ
4168γνώμη αὕτη ἦναι ὀρθὴ, ἢ ἦναι ὀρθὴ ἡ γνώμη, ἡ ὁποία
4169ὑπηγόρευσε τὴν σύνταξιν νομοσχεδίου ἐκτάκτου πιστώσεως.
4170Ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῦτο εἶναι ἐπουσιῶδες, συνῄνεσα νὰ ζητηθῇ
4171ἡ πίστωσις διὰ δηλώσεως πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀναγραφῇ
4172ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ
4173ποσὸν τῶν 20,000 δραχμῶν. Πρὸς τοῦτο καταθέτω τὴν δή-
4174λωσιν ταύτην.
4175§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
4176ράρτημα, ἀριθ. 270).
4177Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τίς ἐπιθυμεῖ νὰ ἀγο-
4178ρεύσῃ; Οὐδεὶς εἶναι ἐγγεγραμμένος.
4179§208ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁ κύριος εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτρο-
4180πῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
4181§209ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
4182§210ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄνδρου
4183Βουλευτὴς ἦτο μέλος τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπο-
4184λογισμοῦ ἐπιτροπῆς. Ὡς τοιοῦτος περιελήφθη εἰς τὸ ψηφο-
4185δέλτιον, τὸ ὁποῖον ἡ μειοψηφία, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐν τῇ
4186Βουλῇ ἐψήφισε κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐπιτροπῶν. Ἐν τῇ
4187ἐπιτροπῇ λοιπὸν ἀντεπροσώπευε τὰς γνώμας ὁλοκλήρου τῆς
4188Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ δὲ ἀγόρευσίς του τὴν ἑσπέραν ταύτην
4189ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἐσκόπει ἄλλο τι ἢ νὰ διερμη-
4190νεύσῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν πᾶσα ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει
4191περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896. Καὶ νομίζω ὅτι ὁ ἀξιό-
4192τιμος ἐξ Ἄνδρου Βουλευτὴς, διερμηνεύων διὰ τῆς ἀγορεύ-
4193σεώς του τὰς γνώμας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀπέδειξε δι’
4194ἐπιχειρημάτων, τῶν ὁποίων οὐδὲν ἀπολύτως ἠδυνήθη ὁ ἀξιό-
4195τιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας ν’ ἀντιμετωπίσῃ κἄν,
4196κατέδειξεν, ὅτι ὁ προκείμενος Προϋπολογισμὸς εἶναι ἀντίγρα-
4197φον, καὶ ἀντίγραφον κακόζηλον, τῶν προηγουμένων Προϋπο-
4198λογισμῶν, ὡς καὶ ἐγὼ αὐτὸς ὑπηνισσόμην σήμερον τὴν πρωΐαν,
4199κακίζων ὅλους τοὺς Προϋπολογισμοὺς, τοὺς ἀπὸ δωδεκαετίας
4200καὶ ἐπέκεινα ὑποβαλλομένους εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ ἀξιότιμος
4201ἐξ Ἄνδρου Βουλευτὴς ἀπέδειξε δι’ ἀριθμῶν, ἀναντιλέκτων
4202μέχρι τοῦδε ἐκ μέρους τῆς πλειοψηφίας, ὅτι, ἐὰν κατὰ τὸ
4203κατὰ τὸ 1892, ἐὰν κατὰ τὸ 1893, ἐὰν κατὰ τὸ 1894
4204ἐπλησιάζομεν πρὸς τὸ ἰσοζύγιον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομίμου
4205νομίσματος τῆς χώρας, κατὰ τὸ 1895, ὑπὸ τὴν διοίκησιν τῆς
4206ἐνεστώσης Κυβερνήσεως, θὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα 5,000,000, ἐὰν
4207ὄχι καὶ πλέον, καὶ ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐλλείμματος τούτου
4208δυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε νὰ προϋπολογίσωμεν καὶ τὸ ἔλλειμμα, τὸ
4209ὁποῖον θὰ ἔχωμεν κατὰ τὸ 1896. Διότι διὰ τοῦ προκειμένου
4210Προϋπολογισμοῦ οὔτε οἰκονομίαι εἰσάγονται ἐπὶ πλέον ἐκεί-
4211νων, αἵτινες εἰσήχθησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1895,
4212οὔτε αὔξησις ἐσόδων τὸ παράπαν παρατηρεῖται. Τοὐναντίον
4213μάλιστα, ὡς ἀπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄνδρου Βουλευτὴς,—
4214καὶ μένει ὀφειλέτης τῆς ἀπαντήσεως πρὸς αὐτὸν ἡ πλειοψη-
4215φία — καὶ αἱ δαπάναι παρίστανται ἐπηυξημέναι ἐν τῷ Προ-
4216ϋπολογισμῷ τούτῳ, καὶ τὰ ἔσοδα οὐδόλως εἶναι ηὐξημένα.
4217Λοιπὸν, ἐν ὅσῳ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄνδρου, διερμηνεύων,
4218ὡς πάντες οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῆς πτέρυγος ταύτης
4219δύνανται νὰ διερμηνεύσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, τὰς γνώμας τῆς
4220Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐφ’ ὅσον ὁ ἀξιό-
4221τιμος ἐξ Ἄνδρου Βουλευτὴς, κατὰ τὴν πεποίθησιν ἡμῶν,
4222ἀπέδειξεν ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1896, ὡς ἔχει, πᾶν
4223ἄλλο σκοπεῖ ἢ νὰ ἀποκαταστήσῃ ἀληθὲς καὶ πραγματι-
4224κὸν ἰσοζύγιον ἐν τοῖς ἐσόδοις καὶ ἐξόδοις τοῦ Κράτους, πᾶν
4225ἄλλο σκοπεῖ ἢ νὰ συντελέσῃ, ὅπως ἐξέλθῃ τὸ Κράτος καὶ ἡ
4226χώρα ἡμῶν ἐκ τῆς παρούσης οἰκονομικῆς καταστάσεως, ἡ
4227πλειοψηφία, νομίζομεν, ὀφείλει νὰ ἀντεπεξέλθῃ πρὸς τὰς τοι-
4228αύτας ἀποδείξεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄνδρου Βουλευτοῦ. Καὶ
4229ὁ πρῶτος, ὅστις ὀφείλει νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ νὰ ἀπαντήσῃ,
4230ἀναιρῶν ἓν πρὸς ἓν τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄν-
4231δρου Βουλευτοῦ, εἶναι, νομίζω, ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς
4232πλειοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς. Λοιπὸν
4233ἂς ἀφήσῃ κατὰ μέρος τὰς ὑπεκφυγὰς, καὶ ἂς ἀπαντήσῃ εἰς
4234ὅσα ἤκουσε πρὸ μικροῦ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄνδρου Βουλευτοῦ
4235ἀναπτύσσοντος ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.
4236§211ΤΟΜΑΝ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ δήλωσις τοῦ ἀξιοτίμου συνα-
4237δέλφου μου εἶναι δήλωσις εἰλικρινής. Ἐπεφυλάχθη νὰ ἀπαν-
4238τήσῃ εἰς τὸν συνάδελφον ἐξ Ἄνδρου, διότι ἐνόμισε, καὶ εἶχε
4239δίκαιον νὰ νομίζῃ, ὅτι τὰς γνώμας αὐτοῦ, τὰς ὁποίας ὑμεῖς
4240θεωρεῖτε γνώμας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἤθελον καὶ ἕτερα μέ-
4241λη ἔγκριτα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀναπτύξει καὶ ὑποστηρίξει.
4242Ἐνόμισε λοιπὸν, ὅτι ἔδει νὰ ἐπιφυλαχθῇ, διότι ἐφρόνει, ὅτι
4243ἐξ εὐγενείας καὶ ἐκ καθήκοντος ἐπεβάλλετο αὐτῷ νὰ ἀντεπε-
4244ξέλθῃ, ἀντικρούων καὶ τὰς γνώμας ἑτέρων μελῶν ἐγκρίτων
4245τοῦ Κοινοβουλίου ἐκ τῶν ἀποτελούντων τὴν μειονοψηφίαν,
4246οἵτινες βεβαίως θὰ ἔλθωσιν εἰς ἐνίσχυσιν τῆς γνώμης τοῦ κ.
4247Βουλευτοῦ ἐξ Ἄνδρου, τὸν ὁποῖον ἴσως ἠγνόει ὅτι ὑμεῖς ἐξε-
4248λέξετε ὡς ἀντιπροσωπεύοντα τὰς γνώμας τῆς Ἀντιπολιτεύ-
4249σεως. Δὲν δύνασθε ἑπομένως νὰ κακίσητε τὸν κ. εἰσηγητήν
4250ἀπ’ ἐναντίας ὀφείλετε νὰ ἐπαινέσητε αὐτὸν διὰ τὴν λεπτό-
4251τητα καὶ τὴν εὐγένειαν, ἣν ἐνέχει ἡ ἐπιφύλαξις.
4252§212ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἀμφισβητήσω τὴν περὶ
4253ἑαυτοῦ δήλωσιν τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ
4254Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς περὶ τῆς ὑπερόχου οἰκονομικῆς
4255αὑτοῦ θέσεως καὶ τῆς μεγάλης δυνάμεως, τὴν ὁποίαν σύρει
4256ὄπισθεν αὐτοῦ, καὶ ἥτις τὸν ἐμποδίζει νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν
4257ἀξιότιμον ἐξ Ἄνδρου Βουλευτήν. Εἶναι ἕκαστος κύριος τῆς
4258γνώμης του. Ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν ἀφορμὴν ν’ ἀμφισβητή-
4259σω τὴν ὑπέροχον οἰκονομικὴν θέσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Σύρου
4260Βουλευτοῦ καὶ εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας. Εἶναι κύριος
4261νὰ θεωρῇ μικροὺς καὶ ἄνευ ἀξίας τοὺς ὁμιλοῦντας ἐπὶ τοῦ
4262Προϋπολογισμοῦ, νὰ θέλῃ, ὅπως συλλήβδην ἅπασα ἡ Ἀντι-
4263πολίτευσις ἐκφράζῃ τὴν γνώμην της, καὶ τότε νὰ θεωρήσῃ
4264ἐπιτρεπόμενον εἰς αὐτὸν νὰ συγκαταβῇ καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ τὰς
4265ὑψηλὰς οἰκονομικάς του θεωρίας. Δὲν θέλω ν’ ἀμφισβητήσω
4266τὴν γνώμην του ταύτην. Ἀπεναντίας νομίζω, ὅτι τοιαύτην
4267διακεκριμένην καὶ μεγάλην οἰκονομικὴν ἱκανότητα ἔχων ὁ κ.
4268εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, θὰ δύναται ἐπανειλημμένως νὰ
4269ἀπαντήσῃ καὶ εἰς ἄλλους λαμβάνοντας τὸν λόγον. Ἀλλὰ δὲν
4270δύναμαι ἢ νὰ παραπονεθῶ κατὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Σύρου
4271καὶ εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋ-
4272πολογισμοῦ, διότι θέλει νὰ στερήσῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ
4273τὴν Συμπολίτευσιν τῶν φώτων αὐτοῦ. Εἶναι μὲν ἀληθὲς,
4274ὅτι ἐν τῇ εἰσηγήσει τῆς πλειοψηφίας ἐξέφερε πολλὰς γνώμας,
4275καὶ διάφορα θέματα ἔθιξε καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν εὐρύτερον ἀνέ-
4276πτυξεν αὐτὰ, ἀλλὰ βεβαίως δὲν μᾶς ἐξέθηκε τὸ σύστημα,
4277ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστήριξε τὰς γνώμας ταύτας, μήτε τὰ συμ-
4278περάσματά του ἐπὶ τῶν ἐν γένει οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους.
4279Καὶ διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος δηλοῖ, καὶ ἐγὼ δὲν ἔχω καμ-
4280μίαν ἀφορμὴν ν’ ἀμφισβητήσω τὸ ὕψος τῶν μελετῶν του,
4281νομίζω ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ φωτίσῃ καὶ ἡμᾶς περὶ ὅλων τῶν
4282ζητημάτων, ἅτινα ἐμελέτησεν, ἀντικρούων τὸν προλαλήσαντα.
4283Δὲν θέλω νὰ θίξω τὴν μετριοφροσύνην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ
4284Ἄνδρου, ἀλλὰ εἰς τὴν λίαν μεμελετημένην καὶ μετὰ πολλῆς
4285προσοχῆς καὶ πολλῆς μετριοφροσύνης ἔκφρασιν τῶν ἰδεῶν του
4286περὶ τῆς ἐν γένει οἰκονομικῆς πολιτικῆς καὶ ἐπὶ τοῦ Προϋ-
4287πολογισμοῦ τοῦ Κράτους πάντες ἀπέδωκαν πολλὴν ἀξίαν. Θὰ
4288μᾶς εὐχαριστήσῃ ἑπομένως ὁ κ. εἰσηγητὴς, ἐὰν ἀντικρούσῃ
4289τὰς ἰδέας τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου Βουλευτοῦ ἐξ Ἄνδρου
4290καὶ πείσῃ καὶ ἡμᾶς περὶ τῆς ἀληθείας τῶν γνωμῶν του. Ἴσως
4291ἐκ τῆς εὐρύτητος τῶν ἰδεῶν του πεισθῶμεν καὶ ἡμεῖς, οἱ
4292διστάζοντες, περὶ τῆς σπουδαιότητος καὶ τῆς ἀποτελεσματι-
4293κότητος τῶν μέτρων καὶ τῶν διατάξεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
4294Θὰ ἐξυπηρετήσῃ δὲ οὕτω τὴν Βουλὴν, τήν τε Συμπολίτευσιν
4295καὶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, φωτίζων αὐτὴν περὶ τοῦ ἐν γένει οἰκο-
4296νομικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, καὶ θ’ ἀπαλλά-
4297ξῃ ἡμᾶς τοῦ κόπου τοῦ νὰ λάβωμεν τὸν λόγον.
4298§213ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
4299§214ΚΑΙΡΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Σύρου καὶ
4300εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
4301ἐπιτροπῆς διὰ τὴν ἀγαθὴν γνώμην, ἣν ἔχει περὶ ἐμοῦ καὶ
4302περὶ τῶν ἰδεῶν, ἃς, ὡς εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ
4303Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, ἀνέπτυξα τὴν ἑσπέραν ταύτην.
4304Ἐγώ, ὁμιλήσας ἐκ τοῦ βήματος ἐκείνου, ὤφειλον νὰ συζη-
4305τήσω ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ὑπέ-
4306βαλεν εἰς τὴν βάσανον καὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, δὲν ἐκλή-
4307θην ὅμως ἵνα συζητήσω πρὸς μόνην τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειο-
4308ψηφίας, ἐμνημόνευσα δὲ αὐτῆς, καθόσον ἐσχετίζετο σοβαρῶς
4309πρὸς τὸ συζητούμενον θέμα. Ἐὰν τοῦτο δυσηρέστησε τὸν κύριον
4310Βουλευτὴν ἐκ Σύρου καὶ εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπι-
4311τροπῆς, λυποῦμαι, διότι τὸν δυσηρέστησα. Ἐὰν ὁ κ. εἰσηγητὴς
4312καὶ πᾶς ἄλλος ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως δὲν θέλῃ νὰ ἀπαντήσῃ
4313καὶ ἐπιφυλάσσεται, ἀφοῦ προηγουμένως ἀκούσει ὅλους τοὺς
4314ῥήτορας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἶναι δικαίωμά του· ἀλλὰ νο-
4315μίζω ὅτι, ἀφοῦ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐλάλησε διὰ τοῦ εἰση-
4316γητοῦ της, πρέπει νὰ ἀκουσθῇ, καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σύρου
4317Βουλευτὴς καὶ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς,
4318τοῦ ὁποίου καὶ τὰ οἰκονομικὰ φῶτα καὶ ἡ περὶ τὸ λέγειν δει-
4319νότης εὐμενῶς θέλουσιν ἀκουσθῆ παρὰ τῆς Βουλῆς.
4320§215Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἐζήτησα τὸν λό-
4321γον, διότι δὲν προὐτιθέμην τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ ὁμιλήσω
4322ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ δὲν
4323προὐτιθέμην, διότι τὸ πολύωρον τῶν συνεδριάσεων καὶ τὸ
4324πολυάσχολον αὐτῶν δὲν μοὶ ἔδωκε τὸν καιρὸν νὰ μελετήσω,
4325ὡς ἐγὼ ἐπιθυμῶ, τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διὰ νὰ εἴπω κἄτι τι
4326ἄξιον τοῦ θέματος, νέον τι. Δὲν θὰ ἐζήτουν λοιπὸν τὸν λό-
4327γον, ἐὰν καὶ ἄλλος προαγορεύσας, ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ τοῦ νὰ
4328ἴδῃ πραγματικῶς, ὡς πάντες ἴσως ἐπιθυμοῦμεν, τὴν Ἀντι-
4329πολίτευσιν ἡνωμένην διὰ κοινοῦ ἠθικοῦ δεσμοῦ, δὲν ἐδήλου ὅτι
4330ὁ ἐξ Ἄνδρου ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν
4331τὴν γνώμην ὁλοκλήρου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
4332Εἶμαι καὶ ἐγὼ ἓν μέλος τῆς Βουλῆς, καὶ δὴ ἐν τῇ πτέ-
4333ρυγι ταύτῃ (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), οὐδεμίαν δ’ εἶχον
4334γνῶσιν οὔτε τῶν πορισμάτων τοῦ ἐξ Ἄνδρου κ. Βουλευτοῦ,
4335οὔτε ὅλης αὐτῆς τῆς ἐργασίας, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον
4336ἔσχον καὶ ἐγὼ τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι ἐν τῷ ψηφοδελτίῳ τῆς
4337μειοψηφίας εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Νομίζω
4338λοιπὸν, ὅτι ἔσπευσεν εἷς τῶν προαγορευσάντων, ἐξ ἀγαθῆς βε-
4339βαίως προαιρέσεως, νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ὁ ἐξ Ἄνδρου κ. Βουλευ-
4340τὴς ἐδήλωσε τὰς γνώμας ἁπάσης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Τοι-
4341οῦτόν τι θὰ ἦτο εὐχάριστον σημεῖον, ἀλλ’ ἕνεκα διαφόρων
4342λόγων, περὶ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ συζητή-
4343σωμεν, δὲν εὑρέθημεν ἔτι ἀτυχῶς εἰς τὴν εὐχάριστον ταύτην
4344στιγμήν. Ὑπάρχουσί τινα σημεῖα ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ἐν
4345τοῖς ὁποίοις εὑρισκόμεθα σιωπηλῶς ἡνωμένοι, ἀλλὰ πάντοτε
4346ὁμοσπονδιακῶς (ἱλαρότης), καὶ ἕκαστος φυλάττει ἀκεραίαν
4347τὴν γνώμην αὐτοῦ. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν, κύριοι Βουλευταὶ,
4348νὰ ἔχωσιν ἄλλως τὰ πράγματα, διότι ἐν τῇ σημερινῇ Ἀντι-
4349πολιτεύσει ὑπάρχουσι πολιτικαὶ ὁμάδες ἐκ διαφόρων προελεύ-
4350σεων. Ὁ ἐξ Ἄνδρου ἀξιότιμος συνάδελφος, καθὼς γινώσκω,
4351συμπράττει μετὰ τοῦ ἐξ Ἄρτης ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ἑπομέ-
4352νως ἀνέπτυξε τὸ πρόγραμμα τοῦ ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτοῦ,
4353μεθ’ οὗ συμπράττει, καὶ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ ἀνέ-
4354πτυξεν ἀρκετὰ καλῶς, ἀξιοπρεπῶς καὶ σπουδαίως, ἐν πολ-
4355λοῖς δὲ καὶ ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν, ἐν
4356πολλοῖς ὅμως, ἀλλὰ δὲν εἶμαι εἰς ὅλα, δὲν εἶμαι εἰς τὰ συμ-
4357περάσματα· δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἦμαι σύμφωνος ἐγὼ μὲ τὸν
4358ἐξ Ἄρτης κ. συνάδελφον, διότι ὁ ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτὴς,
4359ἀφ’ ὅτου συνηντήθημεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀπὸ τοῦ 1881, ἓν
4360μέρος μὲν διήνυσε βοηθῶν τὸν ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτὴν, ἐν-
4361θερμότατος φίλος ἐκείνου, ἐγὼ δὲ ἤμην πάντοτε εἰς τὸ ἀντί-
4362θετον στρατόπεδον, τὸ ἕτερον χρονικὸν διάστημα τὸ διήνυσεν
4363ὡς φίλος τοῦ κυρίου ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, μεθ’ οὗ καὶ συν-
4364έπραξεν ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἐγὼ δὲ εἶχον καὶ πάλιν τὴν ἀτυ-
4365χίαν νὰ μὴ εὑρίσκωμαι ἐν τῷ αὐτῷ στρατοπέδῳ· ὥστε δὲν
4366συνηντήθημεν ἀτυχῶς. Δὲν συναντῶμαι καὶ μὲ ἄλλους ἐκ τῶν
4367συναδέλφων, τῶν παρακαθημένων ἐν τῇ αὐτῇ πτέρυγι, τοὺς
4368ὁποίους ἐκτιμῶ καὶ μετὰ τῶν ὁποίων συναντῶμαι πολλάκις
4369εἴς τινα σημεῖα, ἀλλ’ εἰς τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα εὑρισκό-
4370μεθα εἰς πολὺ μεγάλην ἀπόστασιν, διότι τὸ οἰκονομικὸν ἐκεί-
4371νων πρόγραμμα ἀκριβῶς εἶναι τὸ ὑπὸ τοῦ λαοῦ καταδικασθὲν,
4372διότι ἀκριβῶς εἶναι ἐκεῖνο, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐπάλαισα ἐν
4373ταῖς ἐκλογαῖς καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1885 καὶ κατὰ τὸ 1890
4374καὶ κατὰ τὸ 1892 καὶ τελευταῖον κατὰ τὸ 1895.
4375Δὲν ἀνέφερον ταῦτα οὔτε διὰ νὰ προκαλέσω ἀντεγκλήσεις,
4376οὔτε δυσαρεσκείας, ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμην νὰ σιωπήσω, ὅταν δύο
4377ἐκ τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων παρέστησαν, ὅτι τὸ πό-
4378ρισμα τοῦτο προέρχεται κατόπιν τῆς συνεννοήσεως καὶ ὡς ἐκ-
4379φράζον τὸ γενικὸν οἰκονομικὸν πρόγραμμα ὁλοκλήρου τῆς
4380Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον, ὅσον ἀφορᾷ εἰς
4381τὴν ἐμὴν ψῆφον, νὰ προβῶ εἰς τὴν δήλωσιν ταύτην.
4382Νομίζω μετὰ ταῦτα, ὅτι ἔχω τὴν ἀνάγκην νὰ προσθέσω
4383ἀκόμη ὀλίγας λέξεις, διότι ἤμην ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπο-
4384λογισμοῦ, ὡς θέλετε παρατηρήσει ἐν τῇ ἐκθέσει, καὶ διότι
4385δὲν ἐγένετο ἰδιαιτέρα ἔκθεσις τῆς μειοψηφίας. Τέσσαρες μὲν τῶν
4386κυρίων συναδέλφων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως συνυπέγραψαν, με-
4387ταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ ἀγορεύσας ἀξιότιμος ἐξ Ἄνδρου συνά-
4388δελφος, δύο δὲ ἄλλοι, ὁ κ. Μαυρομιχάλης καὶ ἐγὼ, ἰδιαιτέ-
4389ρως μὲ ἰδιαιτέραν ἐπιφύλαξιν. Προϋτιθέμην καὶ ἐπεθύμουν νὰ
4390λάβω τὸν λόγον, ἵνα συντόμως εἴπω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου,
4391εἰ καὶ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ Προϋ-
4392πολογισμοῦ τοῦ 1896 δὲν παρέχει ἀτυχῶς τι τὸ ἐνδιαφέρον,
4393διότι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1896 εἶναι ἀντίγραφον τοῦ Προϋ-
4394πολογισμοῦ τοῦ 1895, καὶ δὲν χρειάζεται πολὺς κόπος, ἵνα
4395ἀποδείξῃ τις τοῦτο, ἀφοῦ δὲν μετεβλήθη σχεδόν τι. Ἐπὶ τῇ
4396βάσει τῶν αὐτῶν ὀργανικῶν νόμων συνετάχθη καὶ θὰ ἐπιψη-
4397φισθῇ, ἑπομένως εἶναι ἀντίγραφον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
43981895, ὅστις, ἐπὶ τῇ αἰτιολογίᾳ, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ὁ προσή-
4399κων χρόνος, ἀντεγράφη ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1894.
4400Τότε εἶχον λάβει τὴν τιμὴν νὰ κατακρίνω τὴν ἀντιγραφὴν
4401ταύτην, καὶ ὡμίλησα διὰ μακρῶν. Ὅσοι παρευρίσκοντο τὴν
4402στιγμὴν ἐκείνην εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ ἐνθυμοῦνται, πῶς ἀνέ-
4403πτυξα τὴν γνώμην μου. Θὰ ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ ἀναφερθῶ
4404εἰς ὅσα εἶπον εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου ἐκείνην. Ἐπειδὴ ὅμως
4405ἔλαβον χώραν ἄλλα γεγονότα πολιτικὰ, τὰ ὁποῖα συζητοῦν-
4406ται πάντοτε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ ὑπεβλήθησαν νομο-
4407σχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν ἐψηφίσθησαν, θὰ ἐπεθύμουν νὰ προσθέσω
4408τινὰ, ἂν παρείχετο εὐκολία εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ νομίζω
4409ὅτι δυνάμεθα νὰ παράσχωμεν τοιαύτην εὐκολίαν δυνάμεθα
4410νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, καὶ
4411αὔριον νὰ συζητήσωμεν τὸν Προϋπολογισμόν.
4412Ἐπιτρέψατέ μοι, νὰ προσθέσω καί τι, τὸ ὁποῖον ἐλησμό-
4413νησα. Δὲν ἠδυνάμην νὰ μὴ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς ἀγορεύ-
4414σεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄνδρου συναδέλφου, ὅταν ἔλαβε τὸν
4415χαρακτηρισμὸν, τὸν ὁποῖον τινες τῶν συναδέλφων ἔδωκαν, διότι
4416ὁ κ. ἐξ Ἄνδρου Βουλευτὴς, μὴ περιορισθεὶς εἰς τὸ νὰ ἀντι-
4417κρούσῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ εἰσηγητοῦ, πρὸς τὴν ὁποίαν ἐγὼ δια-
4418φωνῶ ὡς πρὸς τὰ συμπεράσματα, τὴν ὁποίαν εὑρίσκω ὅμως
4419ὡς ἔργον μεγάλης εὐσυνειδησίας, ἡ ὁποία τιμᾷ τὸν συντάκτην
4420αὐτῆς, διότι, λέγω, ὁ κ. ἐξ Ἄνδρου Βουλευτὴς ἀνέμιξεν, ὡς
4421μὴ ὤφελε, τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια, καὶ κατὰ τοιοῦτον τρό-
4422πον, ὥστε ἔδωκε κομματικὴν χροιὰν, ἀκριβῶς δηλ. τοὐναντίον
4423ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐγὼ φρονῶ καὶ τὸ ὁποῖον καὶ σήμερον τὴν
4424πρωΐαν εἶπον.
4425§216ΚΑΙΡΗΣ. Ὑπὸ γενικὴν ἔποψιν ὡμίλησα. Οὐδεμίαν χροιὰν
4426ἔδωκα.
4427§217Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶπον καὶ σήμερον τὴν πρωΐαν, ὅτι νο-
4428μοσχέδια τοιαῦτα, κοινωνικὸν καὶ ἐθνικὸν ἔχοντα σκοπὸν, πρέ-
4429πει νὰ ἐξαιρεθῶσι τοῦ κομματικοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Δὲν ἠδυ-
4430νάμην λοιπὸν, ὅταν τοιαύτην ἔχω γνώμην, νὰ σιγήσω, καὶ
4431διὰ τοῦτο ἐθεώρησα καλὸν νὰ εἴπω ὅ,τι πρὸ μικροῦ ἔλαβον
4432τὴν τιμὴν νὰ εἴπω.
4433§218Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ παράπονον, τὸ ὁποῖον
4434ἐξέφρασεν ἄρτι μετὰ τοσαύτης μελαγχολικῆς πικρίας καὶ
4435μετά τινος νευρικῆς ὑπερευαισθησίας ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης
4436συνάδελφος ἐναντίον τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας, δὲν μοὶ
4437φαίνεται τὸ παράπαν δεδικαιολογημένον...
4438§219ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπὸ τὰ Ἄβδηρα ἔρχεσθε, νομίζω.
4439§220Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω, ὅτι σεῖς εἶσθε ἐκεῖ
4440κάτοικος διαρκῶς (γέλωτες), ἀλλὰ δὲν σᾶς ἐπεσκέφθην
4441ποτέ... Παρεπονεῖτο, λέγω, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος
4442ἐναντίον τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπι-
4443τροπῆς, διστάσαντος νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ὁ κύριος Βουλευτὴς
4444ἐξ Ἄνδρου, ὁ πρῶτος ὁμιλήσας εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ
4445Προϋπολογισμοῦ, ἐξεπροσώπει, δι’ ὅσων εἶπε κατὰ τὴν συζή-
4446τησιν ταύτην, τὴν γνώμην καὶ ὅλων τῶν ὁμάδων τῆς Ἀντι-
4447πολιτεύσεως, ἀλλὰ τὸ παράπονόν του δὲν φαίνεται, εἰς ἐμὲ
4448τοὐλάχιστον, ὅτι ἔχει τινὰ ὑπόστασιν. Μέχρι τῆς στιγμῆς,
4449καθ’ ἣν ὡμίλει ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, οὐδὲν
4450εἶχε παρουσιασθῆ τεκμήριον ἐνταῦθα, ἐπιμαρτυροῦν ἢ ὑπεμ-
4451φαῖνον κἄν, ὅτι ἐπετελέσθη τηλικαύτη πρόοδος εἰς τὰ τῆς
4452Ἀντιπολιτεύσεως, ὥστε νὰ συσπειρωθῇ περὶ τὸν προοδευτι-
4453κὸν ἀρχηγὸν, οὐδὲν τὸ ἀποδεικνῦον τὸ αἴσιον γεγονὸς τῆς
4454συνενώσεως ὅλων τῶν ὁμάδων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑπὸ τὸν
4455κ. ἐξ Ἄρτης συνάδελφον. Τὸ γεγονὸς τοῦτο θεωρῶ κἀγὼ,
4456ὅτι εἶναι πολὺ εὐχάριστον, διότι ὁμολογουμένως καὶ ἡ Βουλὴ
4457καὶ ἡμεῖς ἰδιαιτέρως, ἡ πλειονοψηφία, συμφέρον ἔχομεν νὰ
4458ὑπάρχῃ μία ἑνιαία καὶ συμπαγὴς Ἀντιπολίτευσις, ἐκπρο-
4459σωποῦσα τὴν γνώμην ὅλων τῶν μελῶν τῆς πτέρυγος ἐκείνης,
4460διὰ νὰ δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ γνωρίζωμεν, πρὸς ποῖον ὡρι-
4461σμένως μέρος δέον νὰ στρέφωμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν, καὶ
4462ποίαν γνώμην πρέπει νὰ ἐκλαμβάνωμεν ὡς ἀξιωματικὴν, καὶ
4463νὰ ἀντικρούωμεν ἑκάστοτε, ὅταν ἐμφανίζηται αὕτη ἐνώπιον
4464τῆς Βουλῆς. Ἕως σήμερον ἐγνωρίζομεν, ὅτι ἡ πτέρυξ δυστυ-
4465χῶς ἐκείνη ἀπετελεῖτο ἐκ πολλῶν καὶ διακεκριμένων ὁμάδων,
4466πέντε ἢ ἕξ,—ὁ Θεὸς γνωρίζει ἀκριβῶς πόσων. Σήμερον ὑπὸ
4467τοῦ κ. Εὐταξίου ἐμάθομεν,—μόλις σήμερον—ὅτι αἱ ὁμάδες
4468αὗται συνηνώθησαν ἀῤῥήκτως εἰς ἓν, ὅτι ἐν τῷ συμφέροντι
4469καὶ τῆς Πατρίδος καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Συντάγματος ἀπε-
4470φάσισάν τινες ἀξιεπαίνως νὰ ἀποθέσωσι τὰς φιλοδοξίας αὐτῶν
4471κατὰ μέρος, καὶ νὰ ἀναγνωρίσωσιν ὡς κορυφαῖον τὸν ὑψηλό-
4472τερον ἐξ αὐτῶν (γέλωτες). Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι καὶ
4473ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινωνία ὁλόκληρος θὰ ἐπικροτήσῃ εἰς τὸ
4474εὐχάριστον γεγονὸς, οὐχὶ μόνον διότι αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ γε-
4475γονὸς ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν εἶναι εὐχάριστον, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ
4476ἐκλογὴ ἐγένετο εἰς τὸ πρόσωπον ἐκείνου, ὅστις ὑπερέχει πολ-
4477λοὺς δακτύλους πάντων (ἱλαρότης). Διὰ τοῦτο, λέγω, δὲν
4478ἐνόησα διατὶ παρεπονέθη ὁ κ. Καραπάνος ἐναντίον τοῦ εἰση-
4479γητοῦ τῆς πλειοψηφίας.
4480§221ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγώ! Ἀπ’ ἐναντίας.
4481§222Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ δὲν ἐνόησα διατὶ ἐκρά-
4482τησεν ἓν τοιοῦτον καὶ τοσοῦτο βαρυσήμαντον γεγονὸς μυστι-
4483κὸν, καὶ μόλις ἀπόψε, ἀκριβῶς τὴν ἑνδεκάτην ὥραν τῆς νυ-
4484κτὸς, ἦλθε νὰ μᾶς τὸ ἀνακοινώσῃ (ἱλαρότης). Ἡμεῖς, νο-
4485μίζω, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ παραπονώμεθα κατ’ αὐτοῦ
4486ἐπὶ τόσῃ ἐχεμυθίᾳ. Μία ὅμως ὑπάρχει ἔτι εἰς ἐμὲ μικρὰ ὑπό-
4487νοια, ὅτι ἡ ἕνωσις δὲν εἶναι πλήρης καὶ τελεία, ἡ δήλωσις
4488τοῦ κ. Φιλαρέτου, δήλωσις σαφὴς, ὅτι εἰς τὴν ἕνωσιν τῶν
4489ὁμάδων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν συμπεριλαμβάνεται καὶ
4490οὗτος καὶ οἱ φιλίως πρὸς αὐτὸν ἔχοντες, καθόσον οὗτος ῥη-
4491τῶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζει τὸ παράπαν τὸν νέον ἀρχη-
4492γόν. Ἀλλὰ καὶ ἐκ φυσιογνωμικῆς τινος παρατηρήσεως καὶ
4493προσωπικῆς ἐξετάσεως εἰς τοὺς ἀπέναντί μου καθημένους, ἐκ
4494τῆς πτέρυγος ἐκείνης, ἀρχίζω νὰ ὑποπτεύωμαι, ὅτι καὶ ἄλ-
4495λοι ἐνδέχεται νὰ φρονῶσιν ὡς ὁ κύριος Φιλάρετος, καθόσον
4496ἔβλεπον φανερῶς, ὅτι, ὅταν ἔλεγεν ὁ κύριος Εὐταξίας, ἢ
4497καθ’ ὃν χρόνον ὡμίλει ὁ νεοχειροτόνητος ἀρχηγὸς, τινὲς τῶν
4498νέων του ὀπαδῶν δὲν ἐφαίνοντο καὶ τόσον ἐπιδοκιμάζοντες τὰ
4499λεγόμενά των, ὅσον τοὐλάχιστον ἥρμοζεν εἰς τὴν περίστασιν.
4500Ἐὰν ὅμως ὁπωςδήποτε κατατεθῇ ὁριστικῶς καὶ ἀσφαλῶς
4501τὸ γεγονὸς ἐνταῦθα, ὅτι ὅλαι αἱ ὁμάδες συνηνώθησαν, βεβαίως
4502εἶμαι πρῶτος ἐγὼ, ὅστις, ὄχι θὰ παρακαλέσω, ἀλλὰ θὰ προ-
4503τρέψω τὸν κ. εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας νὰ ἀπαντήσῃ εἰς
4504τὸν κ. ἐξ Ἄνδρου Βουλευτὴν, καὶ τοῦτο, διὰ νὰ τελειώσω-
4505μεν μίαν ὥραν ταχύτερον, διότι, ἀφοῦ ὁ κ. ἐξ Ἄνδρου εἶπεν,
4506ὅσα εἶπεν, ἐκπροσωπῶν καὶ ἀντιπροσωπεύων τὴν γνώμην
4507ὅλων τῶν ἀντιπολιτευομένων, ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειοψη-
4508φίας θὰ συναινέσῃ νὰ ἀντικρούσῃ ταῦτα, καὶ θὰ φθάσωμεν
4509εἰς τὸ εὐχάριστον ἀποτέλεσμα, εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ
4510Προϋπολογισμοῦ νὰ μὴ ἔχωμεν δεκαπεντάδα γνωμῶν ἐπὶ τῶν
4511οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς χώρας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἤθελε
4512πελαγώσει ἡμᾶς, ἀλλὰ μίαν ἐντεῦθεν καὶ μίαν ἐκεῖθεν. Καὶ
4513διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ κ. Καραπάνος κακῶς παρα-
4514πονεῖται ἐναντίον ἡμῶν, διότι ἀκριβῶς συμφέρον ἔχομεν νὰ
4515ἀληθεύῃ τὸ γεγονὸς, ὅτι ὁ κ. Καΐρης, ὁ φίλος του, ἀντιπρο-
4516σωπεύει καὶ πάντας τοὺς ἀντιπολιτευομένους ἐνταῦθα. Ἡμεῖς
4517ἠθέλομεν παραπονεθῆ ἐναντίον του, ἂν εἶχεν ἄλλως τὸ πρᾶγμα,
4518διότι ὁ κόπος καὶ ὁ κάματος ὅλων ἡμῶν καὶ τοῦ εἰσηγητοῦ
4519ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἦτο ἀληθῶς ὑπέρμετρος...
4520§223ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἡμεῖς θὰ φροντίσωμεν νὰ σᾶς ἀμεί-
4521ψωμεν διὰ τὴν γενναιοδωρίαν σας.
4522§224Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ φιλαργυρία σας εἶναι πάρα
4523πολὺ γνωστή, ὥστε νὰ ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι θὰ σᾶς προφυ-
4524λάξῃ ἀπὸ τοιαύτης οἰκονομολογικῆς παρεκτροπῆς (γέλωτες).
4525§225ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ σᾶς ἀμείψωμεν πλουσιοπαρόχως. Θὰ
4526γείνῃ ἐξαίρεσις διὰ σᾶς.
4527§226ΟΘΩΝ ΜΑΥΡΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε. Κωμῳδία παί-
4528ζεται; ἢ συζητοῦνται τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους; (γέλωτες).
4529§227ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ εἰς τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν καὶ
4530εἰς τὸν κ. ἐκ Σύρου ἐπιτρέπεται, τοιούτους νεωτερισμοὺς καὶ
4531νέας ἰδέας, ἂν ὄχι καὶ παραδοξολογίας, νὰ προβάλλωσι καὶ
4532ὑποστηρίζωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Εἰσῆλθον τὸ πρῶτον
4533νῦν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, δηλαδὴ καθ’ ἣν περίοδον διανύομεν
4534νῦν, καὶ πρῶτον νῦν μετέσχον ὡς μέλη τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπο-
4535λογισμοῦ ἐπιτροπῆς· διὸ φαντάζονται, ὅτι, ὅπως εἰς τὴν
4536ἐπιτροπὴν ἴσως, εἰς τὴν ὁποίαν εἷς ἕκαστον εἶναι ἐπιτετραμ-
4537μένον, οἱαδήποτε γνώμη καὶ ἂν ἐπέρχηται εἰς τὴν κεφαλήν
4538του, νὰ τὴν λέγῃ ἐκεῖ καὶ νὰ τὴν ὑποστηρίζῃ, ὅτι καὶ τὸ
4539Κοινοβούλιον δὲν εἶναι ἄλλο τι ἢ μία Ἀκαδημία, ἢ μᾶλλον
4540εἷς σύλλογος, ἓν εἶδος «Παρνασσοῦ», εἰς τὸν ὁποῖον πάντα τὰ
4541μέλη ἔχουσι τὸ δικαίωμα, προκειμένου περὶ ζητήματός τινος,
4542νὰ λέγωσι καὶ ὑποστηρίζωσι τὰς γνώμας των, καὶ νὰ γίνηται
4543συζήτησις μεταξὺ αὐτῶν. Ἄν ὅμως ἀπὸ ἐτῶν παρεκάθηντο
4544ἐνταῦθα, ἂν ἀπὸ ἐτῶν ἐλάμβανον μέρος εἰς τὰς ἐπιτροπὰς
4545τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θὰ ἐγίνωσκον, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ—
4546καὶ διαφορὰ θεμελιώδης—μεταξὺ κοινοβουλευτικῆς συζητή-
4547σεως καὶ συζητήσεως ἀκαδημαϊκῆς ἢ συζητήσεως συλλόγου
4548«Παρνασσοῦ». Ἐνταῦθα, Κύριοι, ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν τὸν
4549προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ὅστις εἶναι τὸ κάτοπτρον
4550ὁλοκλήρου τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀπέναντι τοῦ
4551προϋπολογισμοῦ τούτου καὶ ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ὑπ’ αὐτοῦ
4552ἐκπροσωπουμένης πολιτικῆς, πᾶσα ἡ Ἀντιπολίτευσις—ἐκεῖ-
4553νοι τοὐλάχιστον, οἵτινες ἐκ πεποιθήσεως ἀγωνίζονται τὸν
4554ἀγῶνα κατὰ τοῦ κρατοῦντος συστήματος, — δὲν δύναται ἢ
4555νὰ ἦναι ὁμόφωνος, νὰ ἔχῃ μίαν καὶ τὴν αὐτὴν γνώμην, ὅτι
4556ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος, χωρὶς νὰ ἐνέχῃ ἀληθὲς ἰσοζύγιον,
4557χωρὶς νὰ ἀνταποκρίνηται εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν,
4558χωρὶς δι’ αὐτοῦ νὰ ἐπιδιώκηται ἀνόρθωσις τῶν κακῶς κει-
4559μένων, δὲν ἔχει ἄλλον σκοπὸν ἢ νὰ ἐπιδεινώσῃ τὴν παροῦ-
4560σαν ἡμῶν θλιβερὰν κατάστασιν, ἂν ὄχι καὶ νὰ καταστήσῃ
4561δύσκολον πλέον τὴν ἀνόρθωσιν αὐτῆς καὶ ἐν τῷ μέλλοντι.
4562Αὕτη εἶναι γνώμη, ἥτις ἔχει συνησπισμένην πᾶσαν τὴν
4563Ἀντιπολίτευσιν, καὶ ἐὰν τις δὲν ἔχῃ τὴν γνώμην ταύτην,
4564ἐάν τις φρονῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία περὶ
4565τούτου μεταξὺ τῶν ἀντιπολιτευομένων, θέλει σπεύσει βεβαίως
4566νὰ ἐγκαταλίπῃ τὴν πτέρυγα ταύτην καὶ νὰ τραπῇ εἰς τὴν
4567πτέρυγα ἐκείνην, τὴν συμπολιτευομένην.
4568§228ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Καλῶς νὰ
4569κοπιάσῃ!
4570§229ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην δὲν εἶναι δυνατὸν,
4571παρὰ νὰ ἔχῃ διερμηνεύσει πιστῶς ὁ ἐξ Ἄνδρου κ. συνάδελφος
4572τὰς γνώμας πάντων ἡμῶν τῶν ἀντιπολιτευομένων. Βεβαίως
4573οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι χθὲς εἰσῆλθον εἰς τὴν αἴ-
4574θουσαν ταύτην, ἠδύναντο νὰ ἀμφιβάλλωσι περὶ τούτου·
4575ἀλλὰ πάντες, ὅσοι ἀπὸ ἐτῶν παρακάθηνται ἐνταῦθα, γινώ-
4576σκουσιν, ὅτι οἱ ἐνδεικνυόμενοι διὰ τοῦ ψηφοδελτίου τῆς μειο-
4577ψηφίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἀντιπροσωπεύουσι τὰς γνώμας αὐτῆς·
4578πάντες οἱ ἀπὸ ἐτῶν παρακαθήμενοι ἐνταῦθα γινώσκουσιν,
4579ὅτι οἱ συζητοῦντες ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ
4580πολεμοῦντες τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ καταψηφίζοντες αὐτὸν
4581καθ’ ἑκάστην, οὐδὲν ἄλλο πράττουσιν ἢ διερμηνεύουσι τὰς
4582γνώμας τῆς μειοψηφίας. Ἐν τούτῳ λοιπὸν, Κύριοι, νομίζω
4583ὅτι εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται, οὐχὶ μόνον ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ
4584καθήμενον, ἀλλὰ καὶ ἐν ἐκείνῃ, νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ὁ ἀξιό-
4585τιμος ἐξ Ἄνδρου συνάδελφος, ἀποκρούων τὸν Προϋπολογισμὸν,
4586τὸν ὑποβληθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, διερμηνεύει τὰς γνώ-
4587μας ὁλοκλήρου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι
4588ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄνδρου Βουλευτοῦ, ἥτις τὸν
4589Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, τὸν ὑπὸ συζήτησιν, ἀνέτρεψεν
4590ἄρδην καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, δὲν ἔχει
4591ἀνάγκην περαιτέρω ἐξηγήσεως, δὲν ἔχει ἀνάγκην προγραμμά-
4592των καὶ γνωμῶν τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου ἐξ ἡμῶν.
4593§230ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ γνωμῶν.
4594§231ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μία καὶ μόνη εἶναι ἡ γνώμη ἡμῶν, ὅτι ὁ
4595Προϋπολογισμὸς οὗτος δὲν πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.
4596Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη πάντων ἡμῶν τῶν ἀντιπολιτευομένων,
4597καὶ διὰ τοῦτο παραμένομεν ἐνταῦθα, καὶ διὰ τοῦτο ἀγωνι-
4598ζόμεθα κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἔχομεν αὐτὴν τὴν γνώ-
4599μην. Ὅταν δὲ λέγωμεν, ὅτι, ἐὰν λαμβάνων τις τὸν λόγον ἐκ
4600τῆς Συμπολιτεύσεως — ἔστω οὗτος καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος
4601εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋ-
4602πολογισμοῦ — ἤθελε κατορθώσει νὰ ἀναιρέσῃ ἢ νὰ διασείσῃ
4603κἂν τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα προέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ
4604Ἄνδρου συνάδελφος, τότε βεβαίως ἄλλοι ἐξ ἡμῶν θέλουσι
4605ζητήσει καὶ λάβει τὸ λόγον, ὅπως ἐπέλθωσιν ἐπίκουροι πρὸς
4606ἐνίσχυσιν τῶν ἐπιχειρημάτων αὐτοῦ, τοῦτο δὲν εἶναι παράδο-
4607ξον. Βεβαίως πρέπει πρώτην φορὰν νὰ ἔχῃ ἔλθει τις εἰς τὸ
4608Κοινοβούλιον, ὥστε νὰ ἔχῃ τὰς ἄλλας παραδοξολογίας τοῦ
4609ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν αὐτὸς
4610ἀπεκόμισε τὰς ἰδίας του γνώμας ἐξ Ἀβδήρων, ἢ ἐξ ἄλλης
4611τινὸς παραπλησίας πόλεως, ὥστε νὰ φαντάζηται, ὅτι, προ-
4612κειμένου περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοῦ ἐκπροσωποῦντος τὴν
4613πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ φαν-
4614τασθῇ διόλου, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκλέξωμεν δύο, ἕνα ἐκ τῆς
4615Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἕνα ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως, καὶ ἡμεῖς
4616οἱ ἄλλοι νὰ μένωμεν ἀπαθεῖς θεαταὶ τῆς μονομαχίας αὐτῶν
4617τῶν δύο, τῶν ἐπεχόντων θέσιν Γολιὰθ καὶ Δαυὶδ, καὶ νὰ
4618διακριθῇ οὕτω πως μόνον ἡ μάχη, καὶ νὰ ἡσυχάσωμεν ἡμεῖς
4619οἱ ἄλλοι καὶ ἀπέλθωμεν εἰς τὰς οἰκίας μας, ὅπως κοιμηθῶμεν
4620μίαν ὥραν ἀρχύτερα! Ἀλλὰ, Κύριοι, ἄνευ τῶν τοιούτων
4621παραδοξολογιῶν, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄνδρου συνάδελφος διηρμήνευσε
4622κάλλιστα τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὅλη ἡ Ἀντιπολί-
4623τευτις, τοὐλάχιστον ἡ ἐκ πεποιθήσεως ἀντιπολιτευομένη τὴν
4624Κυβέρνησιν, περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ αὐτῆς. Ἔχετε νὰ ἀντι-
4625τάξητε σεῖς τι πρὸς τὴν γνώμην αὐτήν; Ἀντιτάξατε. Ἂν
4626ὄχι, δηλώσατε τοὐλάχιστον ἀπροκαλύπτως, ὅτι οὐδὲν ἔχετε νὰ
4627ἀντιτάξητε κατ’ αὐτῆς. Τοῦτο εἶναι τὸ εἰλικρινέστερον καὶ
4628ἐντιμότερον δι’ ὑμᾶς.
4629§232ΤΟΜΑΝ. Ἀλλὰ δὲν νομίζετε, ὅτι δικαιούμεθα νὰ ἐρωτή-
4630σωμεν ὑμᾶς: ἀρκεῖσθε εἰς τὰς γνώμας τοῦ ἐξ Ἄνδρου συνα-
4631δέλφου;
4632§233Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν δέκα ὁμιλήσουν ἀπ’ ἐκεῖ,
4633δέκα θὰ ἀπαντήσωμεν; (Θόρυβος).
4634§234ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀρκεῖ τὸ γεγονὸς, ὅτι παρακαθήμεθα εἰς
4635τὴν πτέρυγα ταύτην, ἵνα πείσῃ ἕνα ἕκαστον, ὅτι πᾶσαν γνώ-
4636μην, ἐκφερομένην κατὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀσπαζόμεθα
4637ὅλοι· διότι, ἂν ἠσπαζόμεθα τὴν ἐναντίαν γνώμην, δὲν θὰ ἐκα-
4638θήμεθα ἐνταῦθα, θὰ ἐκαθήμεθα ἐκεῖ (δεικνύει τὴν Συμπο-
4639λίτευσιν).
4640§235ΤΟΜΑΝ. Κύριε συνάδελφε, ἐγὼ πρακτικῶς θὰ σᾶς ἀπαν-
4641τήσω, χωρὶς νὰ ἀναμίξω οὔτε τὰ τῶν Ἀβδήρων οὔτε τὰ
4642τῶν Ἀβδηριτῶν. Εἴπετε ἐν ἀρχῇ, ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τῆς
4643πλειονοψηφίας ὀφείλει νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν συνάδελφον καὶ
4644φίλον μου κ. ἐξ Ἄνδρου, τὸν καὶ γείτονά μου, πρὸς ὃν ἰδιά-
4645ζουσαν τρέφω συμπάθειαν, διότι αὐτὸς ἀντιπροσωπεύει τὰς
4646γνώμας ἁπάσης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
4647§236ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀδιάφορον. Ἀντιπροσωπεύει τὴν γνώ-
4648μην του (Θόρυβος).
4649§237ΤΟΜΑΝ. Παρακαλῶ, μὴ μὲ διακόπτετε. Νομίζω ὅτι
4650τοῦτο ἐπιβάλλεται ἐκ τῆς εὐγενείας, καὶ ὅτι συντελεῖ εἰς τὴν
4651εὐκολωτέραν λειτουργίαν τῆς Βουλῆς. Μὲ συγχωρεῖτε, ἂν κά-
4652μνω τὴν παρατήρησιν αὐτὴν εἰς ὑμᾶς. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι
4653τὸ ἐγνωρίζετε, ἀλλ’ ἴσως τὸ ἐλησμονήσατε.
4654§238ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχετε δίκαιον.
4655§239ΤΟΜΑΝ. Εἴπετε λοιπὸν, ὅτι αὐτὸς ἀντιπροσωπεύει τὰς
4656γνώμας ἁπάσης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὅτι ἐξ ἀπειρίας
4657ὁ κ. ἐκ Σύρου συνάδελφος ἐνόμισεν, ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες μέρος
4658τῆς μειονοψηφίας δὲν θεωροῦνται ἐκπροσωποῦντες τὰς γνώ-
4659μας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἁπάσης. Ἀπαντῶ, οὐχὶ ἐξ ἀπει-
4660ρίας, ἀλλ’ ἐξ ἐπιγνώσεως βαθείας τῶν πραγμάτων, διότι οἱ
4661ἀποτελοῦντες μέρος τῆς μειονοψηφίας βεβαίως ἀντιπροσωπεύ-
4662ουσι τὰς γνώμας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ πότε; ὅταν
4663ἡ Ἀντιπολίτευσις ἦναι ἑνιαία, ὅταν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀπο-
4664τελῆται ἐκ συνόλου, ἐκ συστήματος ὑπὸ ἀρχηγόν. Ἀτυχῶς
4665—καὶ τὸ λέγω μετὰ θλίψεως—δὲν ἔχετε ἀρχηγὸν, εἶσθε ἀκέ-
4666φαλοι, εἶσθαι ὁμοσπονδιακοὶ, καὶ τοῦτο δὲν μὲ εὐχαριστεῖ.
4667Ἀνήκω ἐκ πεποιθήσεως εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, τὴν ὑπουρ-
4668γικὴν, πρὸ τούτου ὅμως ἀνήκω εἰς τὸ ἔθνος, καὶ τὸ συμφέρον
4669τοῦ ἔθνους δὲν ἀνευρίσκω ἀλλαχοῦ. Εἶπον λοιπὸν, ὅτι δὲν
4670εἶναι λάθος, ἀλλὰ βαθεῖα ἐπίγνωσις τῶν πραγμάτων, νὰ ἀνα-
4671μένῃ ὁ κ. εἰσηγητὴς ν’ ἀκούσῃ καὶ ἄλλα ἔγκριτα μέλη τῆς
4672Ἀντιπολιτεύσεως, τὰ αὐτὰ ἀντιπροσωπεύοντα φρονήματα, ὡς
4673κατεδήλωσε τοῦτο ἡμῖν ὁ ἔντιμος ἐκ Βόλου συνάδελφος, καὶ
4674διὰ τοῦτο ἠθέλησα νὰ λάβω τὸν λόγον, διὰ νὰ τὸ ἐξηγήσω
4675ὑμῖν.
4676§240ΜΑΝΕΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐκφέρω
4677μίαν γνώμην, ὅτι εἶναι πρωτοφανὲς τὸ νῦν συμβαῖνον, καὶ ἂς
4678μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ εἴπω, ὅτι Ἀβδηριτικὴν εὑρίσκω τὴν
4679συζήτησιν, διότι εἶναι πρωτοφανὲς νὰ λέγωσιν, ὅτι «πρέπει νὰ
4680ἀπαντήσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις, διὰ νὰ λάβωμεν ἡμεῖς τὸν λό-
4681γον». Εἰς τὴν παρελθοῦσαν περίοδον ἦσαν εἰς τὴν Ἀντιπο-
4682λίτευσιν τὰ αὐτὰ κόμματα, ἦτο μία μερὶς, ἡ ὑπὸ τὸν νῦν κ.
4683Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἑτέρα ἡ μερὶς ἡμῶν, ὑπὸ τὸν ἐξ
4684Ἀττικῆς κ. Βουλευτὴν, ἦτο ἡ μερὶς ὑπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ
4685Ἄρτης, ἦτο ἡ μερὶς τῶν ἀνεξαρτήτων, ἀλλ’ οὐδείς ποτε ἐσκέ-
4686φθη ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως ἐκείνης, νὰ εἴπῃ «πρέπει νὰ ἴδω-
4687μεν, τίς θὰ ὁμιλήσῃ, ἀντιπροσωπεύων ὅλην τὴν μειονοψηφίαν,
4688διὰ νὰ λάβωμεν τὸν λόγον».
4689Σήμερον δὲν πρόκειται νὰ ἐκθέσωμεν πρόγραμμα. Ὁ ἐξ
4690Ἄρτης κ. Βουλευτὴς, ὁμιλῶν ἐπὶ δύο ὥρας ὁλοκλήρους, οὐδὲν
4691ἄλλο ἔκαμεν ἢ νὰ ἀνατάμῃ τὸν Προϋπολογισμὸν ἀπ’ ἀρχῆς
4692μέχρι τέλους, νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν ἀντα-
4693ποκρίνεται πρὸς τὰς ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ
4694Προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ μᾶς φέρῃ εἰς
4695τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς χώρας· καὶ
4696ταῦτα λέγων, τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ ἐξ ὑμῶν, ὅτι δὲν ἀντι-
4697προσωπεύει τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ὁ κ. Φιλά-
4698ρετος, ἂν ἐπρόσεχε, θὰ ἔβλεπεν, ὅτι ὁ ἐξ Ἄνδρου κ. Βουλευ-
4699τὴς δὲν ὡμίλησε περὶ προγράμματος, ἀλλ’ εἶπεν ὅτι ὁ Προϋ-
4700πολογισμὸς οὗτος, ὁ χαρακτηρίζων τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερ-
4701νήσεως, δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος διὰ τὰς σημερινὰς περιστά-
4702σεις. Τοῦτο εἶναι τὸ σφάλμα τοῦ ἀληθῶς εὐφυοῦς ἐκ Βόλου
4703κ. Βουλευτοῦ, διότι δὲν ἤλθομεν ἐνταῦθα, διὰ νὰ εἴπωμεν ὅτι
4704ἡμεῖς ἔχομεν πρόγραμμα, καὶ θέλομεν νὰ διοικηθῇ οὕτως ἢ
4705ἄλλως τὸ Κράτος. Σήμερον πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὸν
4706Προϋπολογισμὸν, τὸν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου προταθέντα, ἂν
4707ᾖναι Προϋπολογισμὸς, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ κατάλληλος διὰ τὰς
4708σημερινὰς περιστάσεις, ἂν καταδεικνύῃ τὸ ἐπαγγελθὲν ὑπὸ
4709τῆς Κυβερνήσεως ἰσοζύγιον, ἂν λαμβάνῃ τὰ κατάλληλα μέ-
4710τρα διὰ τὴν οἰκονομικὴν τῆς χώρας κατάστασιν. Τοῦτο συ-
4711ζητοῦντες, δὲν βλέπω διατὶ ἀπαιτεῖται νὰ δώσωμεν πρόγραμ-
4712μα ἡμεῖς. Ἂν ἤμεθα Κυβέρνησις, ἠθέλομεν τὸ πράξει. Δὲν
4713γνωρίζω διατὶ ἐταράχθη ὁ ἐκ Βόλου κ. Βουλευτὴς, ὡς εἰ
4714ἐτάχθη ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ ἐξ Ἄνδρου κ. Βουλευτοῦ.
4715Ὑπὸ τὸ πρόγραμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐτάχθη καὶ ὁ κ.
4716Βουλευτὴς ἐξ Ἄνδρου καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, ἵνα ἐξε-
4717τάσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν, ἂν τῷ ὄντι ἦναι κατάλληλος πρὸς
4718τὰς σημερινὰς περιστάσεις καὶ σύμφωνος μὲ τὰς ἐπαγγελίας
4719τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἀντιπροσωπεύῃ τὴν προσήκουσαν σήμερον
4720πολιτικήν. Τοῦτο ἐξετάσας, τοῦτο ἀναπτύξας ἀπὸ τοῦ βή-
4721ματος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄνδρου, δὲν ἀντιπροσωπεύει ὁλό-
4722κληρον τὴν Ἀντιπολίτευσιν;
4723Ὁ ἐκ Βόλου κ. Βουλευτὴς, ἂν καλῶς ἐνόησα, δὲν εἶπεν
4724ὅτι εὑρίσκει τὸν Προϋπολογισμὸν κατάλληλον· εἶναι συμφω-
4725νότατος πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ ἐξ Ἄνδρου κ. Βουλευτὴς, διεφώνησε
4726δὲ μόνον ὡς πρὸς τὰς γνώμας αὐτοῦ τὰς περὶ τῶν Θεσσαλικῶν
4727νομοσχεδίων. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄνδρου δὲν ἠθέλησε νὰ
4728δώσῃ κομματικὴν χροιὰν, ἠθέλησε νὰ εἴπῃ, ὅτι τὰ προτα-
4729θέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Θεσσαλικὰ νομοσχέδια δὲν ἀντα-
4730ποκρίνονται πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκουσι, καὶ ὅτι
4731ταῦτα, ἀντὶ νὰ βελτιώσωσι, θὰ δεινώσωσι τὴν κατάστασιν
4732τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν ἐν Θεσσαλίᾳ. Δὲν ἐνόησα δὲ, διατὶ
4733ὁ ἐκ Βόλου κ. Βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ διαφωνήσῃ· τοῦτ’ αὐτὸ
4734δὲ ὤθησε καὶ τὸν ἐκ Νάξου κ. Βουλευτὴν νὰ εἴπῃ ὅ,τι εἶπε.
4735Διότι, Κύριοι, σήμερον δὲν πρόκειται νὰ μᾶς ὑποδείξητε ποῖον
4736ἔχομεν ἀρχηγόν. Ἕκαστος ἐξ ὑμῶν γνωρίζει νὰ ἀκολουθήσῃ
4737ἐκεῖνον, μετὰ τῶν γνωμῶν τοῦ ὁποίου συνταυτίζονται αἱ γνῶ-
4738μαί του, εἶναι δὲ περιττὸν νὰ λυπῆταί τις διὰ τὴν θέσιν τῆς
4739Ἀντιπολιτεύσεως· τὰ πράγματα θὰ βαδίσωσιν ἐκεῖ, ὅπου πρέ-
4740πει νὰ βαδίσωσι, καὶ ἂν σήμερον δὲν εὑρίσκεται πολυάριθμος
4741ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐνθυμηθῆτε καὶ τὴν παρελθοῦσαν Ἀντι-
4742πολίτευσιν. Ὁ σήμερον ἡγέτης 150 Βουλευτῶν ἦτο τότε ἡγέ-
4743της μόνον 18 Βουλευτῶν. Μὴ λυπεῖσθε ὡς πρὸς τὸ ζήτημα,
4744ἂν πρέπῃ νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ καθῆκόν μας· εἴμεθα βεβαίως
4745πιστοὶ ὀπαδοὶ τοῦ καθήκοντος, καὶ ἂν ἀκόμη διαφωνοῦμεν ὡς
4746πρὸς τὰ πράγματα τῆς Πολιτείας ἡμῶν. Δὲν ἐννοοῦμεν λοι-
4747πὸν τὸν λόγον, διατὶ σήμερον διστάζει ὁ ἐκ Σύρου κ. Βου-
4748λευτὴς νὰ ἀπαντήσῃ. Πρέπει νὰ ἐγερθῶσιν ὑπέροχοι πολιτι-
4749κοὶ, διὰ νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σύρου; Εἴπετε ὅτι δὲν
4750θέλετε νὰ ἀπαντήσητε, διότι οὕτως ἀρέσκει ὑμῖν, ἀλλὰ μὴ
4751λαμβάνετε τὴν πρόφασιν, ὅτι δῆθεν περιμένετε νὰ ἀκούσητε
4752ὅλας τὰς γνώμας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ νὰ ἀπαντήσητε.
4753Τοιαύτην τακτικὴν δὲν ἐπέτρεπεν ἄλλοτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
4754Κυβερνήσεως, καὶ ἐνθυμοῦμαι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίο-
4755δον, ὅτι δριμὺς, δρυμύτατος ἐπέπιπτε κατ’ ἐκείνων, οἵτινες
4756ἐσιώπων καὶ δὲν ἐλάμβανον τὸν λόγον νὰ ἀπαντήσουν πρὸς
4757τοὺς διαφόρους Βουλευτὰς, τοὺς λαμβάνοντας τὸν λόγον ἐπὶ
4758τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δὲν θέλετε νὰ συζητήσωμεν; εἰπέτε το
4759καθαρά· ἀλλὰ μὴ λέγετε ὅσα λέγετε ἀδικαιολογήτως.
4760§241ΤΟΜΑΝ. Ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω δύο λέξεις, καὶ
4761ζητῶ συγγνώμην παρὰ τῆς Βουλῆς, διότι ἐποιησάμην κατά-
4762χρησιν τῆς ἐπιεικείας αὐτῆς. Ἔλαβον πολλάκις τὸν λό-
4763γον, ἀλλ’ ἔχω καθῆκον νὰ ἀντικρούσω τὴν μομφὴν, τὴν
4764ὁποίαν ἀποδίδουσιν εἰς τὸν συνάδελφόν μου. Ἐλέχθη ὅτι δὲν
4765ἤθελε νὰ ἀπαντήσῃ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα ἔχει ὡς ἑξῆς·
4766ἐπεφυλάχθη ὁ συνάδελφός μου ν’ ἀπαντήσῃ εὐθὺς ὡς οἱ ἐκ
4767τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐκδηλώσωσι τὰς γνώμας αὐτῶν ἐπὶ
4768τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀνομολογῶ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις εὑ-
4769ρίσκεται ἡνωμένη εἰς ἓν σημεῖον, τὸ σημεῖον δὲ τοῦτο εἶναι,
4770ὅτι κατ’ αὐτὴν ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, ὅτι εἶ-
4771ναι ἀντίθετος τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὃν ἐπαγγέλθη ἡ Κυβέρ-
4772νησις, ὅτι θεωρεῖ αὐτὸν ἀκατάλληλον, ὅπως θεραπεύσῃ τὰς
4773ἐπειγούσας ἀνάγκας τῆς χώρας. Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον ἐπίσης,
4774ὅτι διαφωνεῖ ὡς πρὸς τὰ μέτρα. Ἀναμένει ὁ εἰσηγητὴς τῆς
4775πλειοψηφίας νὰ ἴδῃ ἁπάσας τὰς διαφωνίας ἀναπτυσσομένας,
4776ὅπως ἔλθῃ ἀντικρούων ὁμοῦ ἁπάσας ταύτας· ὅτι δὲ ἐν τῇ
4777Ἀντιπολιτεύσει ὑπάρχουν διαφωνίαι ὡς πρὸς τὰ μέσα καὶ
4778τὰ μέτρα, δὲν τὸ ἰσχυρίσθην μόνος ἐγὼ, τὸ ἰσχυρίσθη πρῶτος
4779ὁ συνάδελφος ἐκ Βόλου. Ἂν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας ἦτο
4780ὑπόχρεως νὰ ἀντικρούῃ χωριστὰ μίαν ἑκάστην τῶν γνωμῶν
4781τῶν ἐκφρασθησομένων ἐντεῦθεν, θὰ ἦτο παράτασις τοῦ χρό-
4782νου καὶ ματαιοπονία καὶ κόπος πολύς. Διὰ τοῦτο ἐκεῖνο τὸ
4783ὁποῖον ἐπεδίωξε καὶ τὸ ὁποῖον ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλήν,
4784ὅτι θέλει πράξει, ἀφοῦ ἀκροασθῇ προηγουμένως, νὰ ἀντι-
4785κρούσῃ ἁπάσας τὰς γνώμας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νομίζω
4786ὅτι θέλει ἐν ἰσότητι ἁπάσας τὰς γνώμας ταύτας καὶ ἐν ἴσῳ
4787σεβασμῷ, ἐξοικονομεῖ δὲ καὶ τὸν χρόνον.
4788§242Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἷς ἐκ τῶν προαγορευσάντων, ἄνευ
4789πληρεξουσίου ἔλαβε μεγάλην ἀπόφασιν, νὰ ἐκπροσωπήσῃ
4790πραγματικῶς ὁλόκληρον τὴν Ἀντιπολίτευσιν, καὶ ἀπεφάσισε
4791νὰ δηλώσῃ ἀπροκαλύπτως, υἱοθετῶν τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἐξ
4792Ἄνδρου συναδέλφου, νὰ εἴπῃ δὲ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι αὐτὸ
4793εἶναι τὸ πόρισμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Αὐτὸς, ὅταν ἤκουσε
4794δήλωσιν ὑποβαλλομένην παρ’ ἐμοῦ, δι’ οὓς λόγους ἐξήγησα
4795πρὸ μικροῦ, ἐσκέφθη νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν περὶ ἀποβολῆς ἐμοῦ
4796ἢ περὶ ἐξώσεως ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης, καὶ πρὸς στιγμὴν
4797διενοούμην, μὴ τυχὸν ἐγένετο ἐν ἀγνοίᾳ μου ἰδιοκτήτης τοῦ
4798ἐδάφους τούτου, καὶ μὴ τυχὸν ἐγὼ ἀτόπως εὑρίσκωμαι ἐν-
4799ταῦθα, χωρὶς νὰ ζητήσω τὴν πρὸς τοῦτο ἄδειάν του. Ἔλεγε
4800δὲ μὲ τόνον ἀπειλητικόν: ὁ μὴ θέλων νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν
4801ἀπόφασίν μας, δύναται νὰ καθήσῃ εἰς τὴν ἄλλην πτέρυγα
4802(δεικνύει τὴν ὑπουργικήν). Ἀλλὰ καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπι-
4803τροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶχε τὴν αὐθάδειαν νὰ καθήσῃ ἄνευ
4804τῆς ἀδείας του εἰς ξένην ἰδιοκτησίαν! Δὲν εἶναι οὔτε ἡ πρώτη
4805ἡμέρα, οὔτε ἡ πρώτη σύνοδος, καθ’ ἣν εἰσῆλθον ἐνταῦθα, καὶ
4806ἔχω μὲν νὰ διδαχθῶ ἴσως πολλὰ ἀπὸ τὰ προαγορεύσαντα
4807μέλη τοῦ νομοθετικοῦ Συνεδρίου, ἀλλὰ τὰ στοιχειώδη κα-
4808θήκοντά μου, εἰκάζω, ἠδυνήθην νὰ τὰ μάθω ἐπὶ ὁλόκληρον
4809δεκαπενταετίαν, ἀλλὰ καὶ δὲν ἀποφασίζω νὰ διδάξω ἄλλους.
4810Ἂν δὲν φθάνω εἰς τὸ ὕψος τοῦ συναδέλφου, ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ
4811νὰ τῷ εἴπω, ὅτι, πρὶν ἀναδεχθῶ τὸ βάρος παρὰ τῶν ἐντο-
4812λέων μου, ἀνεμέτρησα τὸ θάῤῥος μου, ἂν δύναμαι ν’ ἀνταπο-
4813κριθῶ εἰς τὴν ἐντολήν των. Ταῦτα θέλω νὰ εἴπω, ἵνα δικαιο-
4814λογήσω τὴν πολιτικήν μου στάσιν ἐνταῦθα καὶ ἐν τῷ μέλ-
4815λοντι, ἵνα μὴ θεωρηθῇ τουτέστιν αὐθάδεια ἢ καταπάτησις
4816ἀλλοτρίας ἰδιοκτησίας ἡ παρ’ ἐμοῦ κατεχομένη θέσις. Ὁμο-
4817λογῶ ἐν τούτοις, ὅτι, εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ κ. ἐκ Λοκρίδος
4818Βουλευτοῦ ὑπείκων, ἐσκέφθην πρὸς στιγμὴν νὰ μεταβῶ εἰς
4819τὴν ἄλλην πτέρυγα, ὡς ἐκεῖνος ἔλεγεν, ἀλλ’ ἀμέσως ὠπισθο-
4820δρόμησα, διότι, ἂν ἐπεχείρουν νὰ κάμω τοῦτο, θὰ ἤκουον τὰ
4821αὐτὰ καὶ ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἄλλης πτέρυγος. Ἀκριβῶς, κύ-
4822ριοι Βουλευταὶ, διότι προέβλεπον τοιαύτας τινὰς ἀπειλὰς,
4823ἐμερίμνησα νὰ καθήσω ἐν τῷ κέντρῳ, ἐν τῷ μέσῳ, καὶ γνω-
4824ρίζετε διατὶ,—ἐκ τῶν ὁμιλιῶν μου τὸ ἐνοήσατε— διότι συμ-
4825πίπτει ἐν τῇ ἰδίᾳ πολλάκις ὁμιλίᾳ μου νὰ μὴ ἦμαι ἀρεστὸς
4826ἄλλοτε εἰς τὴν μίαν πτέρυγα καὶ μετ’ ὀλίγας στιγμὰς εἰς
4827τὴν ἄλλην. Θέλετε νὰ τὸ ἀποδώσητε εἰς ἰδιοῤῥυθμίαν; εἰς
4828σκιαμαχίαν; χαρακτηρίσατέ το ὅπως θέλετε, διότι ὁ ἐκ Λο-
4829κρίδος κύριος συνάδελφος, ἐν τῇ μεγάλῃ του γενναιότητι, δὲν
4830ἠθέλησε νὰ δώσῃ χαρακτηρισμὸν, ἀλλ’ ὅταν ἔλεγεν «ἢ ἐδῶ
4831ἢ ἐκεῖ», θὰ ἐνόει πᾶν ἄλλο ἢ σκιαμαχίαν.
4832Κύριοι Βουλευταὶ, ἤκουσα ἄλλον προαγορεύσαντα, νομίζω
4833τὸν ἐκ Σύρου κ. συνάδελφον, ὅστις ἔλεγε περίπου: «δὲν εἶσθε
4834ἡνωμένοι ὑπὸ ἀρχηγὸν, καὶ ἑπομένως δὲν σᾶς ἀναγνωρίζομεν
4835ὡς ἀξίους νὰ σᾶς ἀπαντήσωμεν». Διαφωνῶ πρὸς τὴν γνώ-
4836μην ταύτην, διότι ἔχω ὅλως ἀλλοίας ἰδέας· νομίζω ὅτι ἀκρι-
4837βῶς ἡ νόσος, ὑπὸ τῆς ὁποίας κατατρυχόμεθα, εἶναι ἔργον
4838τῶν προσωπικῶν κομμάτων, τῶν καπετανάτων· ἐννοῶ κόμ-
4839ματα, ἅμα ἔχωσι τὸν κοινὸν δεσμὸν, τὸν ἠθικὸν, τὸν τοῦ
4840προγράμματος. Οὕτως ἐννοῶ καὶ ἀναγνωρίζω ὡς χρήσιμα,
4841ἐγὼ τοὐλάχιστον, τὰ πολιτικὰ κόμματα εἰς καλῶς λειτουρ-
4842γούσας συνταγματικὰς Πολιτείας· τῶν δὲ πολιτικῶν κομ-
4843μάτων βεβαίως θὰ προΐσταταί τις ἑκάστοτε, διότι εἰς τὰς
4844πολυμελεῖς ὁμάδας ὑφίσταται ἡ ἀνάγκη ἡγέτου, ὅστις νὰ
4845προΐσταται ὡς πρῶτος ἐν ἴσοις· δὲν πρέπει ὅμως νὰ γίνεται
4846ἡ συγκέντρωσις εἰς τὸ πρόσωπον ἐκείνου τοῦ ἀρχηγοῦ, περὶ
4847τοῦ ὁποίου ὡμίλει ὁ συνάδελφος, διότι ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ ἰδέα
4848ἐδημιούργησε τὴν Πρωθυπουργικὴν παντοδυναμίαν, ὑπὸ τῆς
4849ὁποίας κατεστράφημεν, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλονται αὐταὶ
4850αἱ ἀγρυπνίαι, αἱ ὁποῖαι θὰ μᾶς φέρωσι ταχέως εἰς τὸν τά-
4851φον! Ἴσως πάντες οὗτοι οἱ διάλογοι δὲν ἦσαν πάντη ἄσκο-
4852ποι, διότι προεκάλεσαν αὐτὰς τὰς δηλώσεις, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ
4853εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ὑποθέτω ὅτι βεβαίως ἡ Ἀντιπολί-
4854τευσις εἶναι ἐν τούτῳ ἡνωμένη, ὅτι δὲν εὑρίσκομεν ὅτι ὁ Προϋ-
4855πολογισμὸς εἶναι ὁ προσήκων, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἔχει δί-
4856καιον ὁ κ. ἐκ Τριχωνίας συνάδελφος· ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅμως νὰ
4857τῷ κάμω μίαν ὑπόμνησιν. Ἐνόμισεν ὁ κ. ἐκ Τριχωνίας συνά-
4858δελφος, ὅτι ὁ κύριος ἐξ Ἄνδρου Βουλευτὴς μόνον εἰς τοῦτο
4859περιωρίσθη. Δὲν περιωρίσθη εἰς τοῦτο, ἀνέπτυξε τὸ πρόγραμμα
4860τοῦ προοδευτικοῦ κόμματος. Ὁ ἐκ Τριχωνίας κ. συνάδελφος,
4861τὸν ὁποῖον καὶ ἐγὼ καὶ πάντες οἱ συνάδελφοι ἐκτιμῶμεν ὑπὸ
4862πᾶσαν ἔποψιν, παραγνωρίζει ἐν τῇ προκειμένῃ συζητήσει
4863σπουδαῖόν τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάγκη νὰ τῷ παρατηρηθῇ.
4864Ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀκριβῶς κατοπ-
4865τρίζονται αἱ ἀρχαὶ παντὸς πολιτικοῦ κόμματος· δὲν δύνα-
4866σθε νὰ λάβητε μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, δὲν πρέπει νὰ κατα-
4867κρίνητε τὸν Προϋπολογισμὸν, ἂν δὲν ἀντικρούσητε αὐτὸν δι’
4868ἑτέρου προγράμματος. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον κατακρί-
4869νεται ὁ ἐξ Ἄνδρου κ. συνάδελφος, ὡς πρὸς τοῦτο ἐξετέλεσε
4870τὸ καθῆκόν του, κατέκρινε τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀλλ’ ὑπέ-
4871βαλε καὶ ὡρισμένας προτάσεις...
4872§243ΜΑΝΕΣΗΣ. Ποίας;
4873§244Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πολλὰς, περὶ διαφόρων πραγμάτων,
4874καὶ περὶ αὐτῶν τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα πολὺ
4875ἐτάραξάν τινας. Ἀνέφερε τὸν τρόπον τῶν οἰκονομιῶν καὶ
4876πολλὰ ἄλλα, καὶ ἂν δὲν εἶχε τοῦτο πράξει, ἡ ὁμιλία του,
4877κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἤθελεν εἶσθαι ἐλαττωματική. Ἀλλὰ τὸ
4878ἔπραξεν. Ὥστε ὁ κ. ἐκ Τριχωνίας συνάδελφος δὲν ἐπρόσεξεν ὅτι
4879ὁ κ. ἐξ Ἄνδρου δὲν περιωρίσθη, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ,
4880μόνον εἰς τὴν ἀποδοκιμασίαν. Ἀλλὰ καὶ ἄν περιωρίζετο, δὲν
4881θὰ ἐξεπροσώπει τὴν ἰδέαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι δὲν
4882ἀρκεῖ τις νὰ κατακρίνῃ.
4883§245ΚΑΙΡΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγεν, ὅτι
4884ἔχομεν τὸ δικαίωμα μόνον νὰ ἐλέγχωμεν.
4885§246Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐξ Ἄνδρου συνάδελφος, κα-
4886λῶς ποιῶν, δὲν παρακολουθεῖ τὴν συμβουλὴν ταύτην. Διὰ
4887ταῦτα, κύριοι Βουλευταὶ, ἀρκούμενος εἰς τὰ ὀλίγα ταῦτα,
4888θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ἐὰν εὐαρεστῆσθε, νὰ
4889μείνω εἰς τὴν θέσιν ταύτην καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, νὰ μὴ παρα-
4890συρθῆτε ἀπὸ τὸν ἐκ Λοκρίδος βουλευτοδιώκτην συνάδελφον,
4891διότι ἄλλως πρέπει ν’ ἀποφασίσητε καὶ περὶ τῆς ἐκ τῆς αἰ-
4892θούσης ἀποβολῆς μου, καθόσον οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ θὰ εὕρω
4893θέσιν, ἵνα ὁμιλῶ ἀνεξαρτήτως. Τὸ πρῶτον καὶ κύριον, τὸ
4894ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει προσωπικῶς, εἶναι τοῦτο· τὸ δεύτερον
4895εἶναι, ὅτι φαίνεται ὅτι οἱ κύριοι συνάδελφοι δὲν εἶναι παρε-
4896σκευασμένοι νὰ ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι,
4897ἐὰν ἦσαν παρεσκευασμένοι, δὲν θὰ ὑπέβαλλον τὴν πρότασιν,
4898τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ καὶ ἐγὼ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑπο-
4899βάλω, νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰ νομοσχέδια, καὶ ἀπὸ αὔριον
4900παραλλήλως νὰ προβαίνωμεν εἴς τε τὰ νομοσχέδια καὶ εἰς
4901τὸν Προϋπολογισμὸν.
4902§247Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠπόρησα ἀληθῶς, κύριε Πρό-
4903εδρε, πῶς ὁ εὐφυὴς Βουλευτὴς ἐκ Τριχωνίας ἐνόμισε πρέπον νὰ
4904καταναλώσῃ δωρεὰν τόσον μεγάλην δόσιν φωνῆς καὶ τραγικοῦ
4905στόμφου, ὅπως ἐπικρίνῃ γνώμην ἀνύπαρκτον, καὶ παρατάξῃ
4906τοὺς μολυβδίνους στρατιώτας τῶν ἐπιχειρημάτων του, διὰ νὰ
4907μᾶς πείσῃ ὅτι ἔχει δίκαιον, καὶ ὅτι κακῶς ἔπραξεν ὁ εἰση-
4908γητὴς τῆς πλειοψηφίας, μὴ ἀπαντήσας τοὐλάχιστον ἐπὶ δύο
4909ὥρας εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄνδρου, ἥτις
4910δύο ὥρας διήρκεσεν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἐὰν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειο-
4911ψηφίας ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ πράττῃ τοῦτο μετὰ ἑκάστην
4912ἀγόρευσιν, ἐὰν ἤθελεν ἀναλάβει νὰ ἀπαντᾷ εἰς ὅλους αὐτοὺς
4913τοὺς δεξιοὺς ῥήτορας, καὶ ἐπὶ χρόνον τοσοῦτον, ὅσον ὁμιλοῦσιν
4914οὗτοι, ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σύρου, ἤθελε
4915φθάσει βεβαίως εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἠρω-
4916τήσαμεν, ἐὰν ὅλοι ἦναι σύμφωνοι, ἵνα συντελέσωμεν νὰ πει-
4917σθῇ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας ν’ ἀπαντήσῃ ἐπὶ
4918δύο ἢ τρεῖς ὥρας εἰς τὸν ἕνα ἐξ αὐτῶν.
4919§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ἐπανέλ-
4920θωμεν ἐκεῖ, ὅθεν ἐξετράπημεν;
4921§249ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι ἔνιοι τῶν κυρίων συνα-
4922δέλφων δὲν ἐνόησαν κἂν περὶ τίνος πρόκειται. Εἰς παρελθόν-
4923τας χρόνους ἐτέθη, ἂν δὲν μὲ πλανᾷ ἡ μνήμη, τὸ ζήτημα ἐν
4924τῷ συλλόγῳ «Παρνασσῷ», πῶς δύναται ὁ Ἑλληνισμὸς νὰ
4925ἐπανέλθῃ εἰς τὸ ἀρχαῖον κλέος, καὶ συνεζήτουν τότε ὅλα τὰ
4926νεαρὰ μέλη τοῦ συλλόγου ἐκείνου ἐπὶ ἑβδομάδας ὁλοκλή-
4927ρους. Ἑκάστην ἑσπέραν ἔφερεν ἕκαστον τῶν μελῶν ἐκείνων ἓν
4928τετράδιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔγραφεν ὅ,τι τῷ ἐπήρχετο εἰς τὴν
4929κεφαλὴν, καὶ ἐπὶ τέλους ἦλθε τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν, καὶ
4930εὑρέθη, ὅτι ἕκαστον τῶν προαγορευσάντων καὶ μὴ ἀγορευ-
4931σάντων μελῶν εἶχεν ἰδίαν γνώμην, καὶ οὕτω πως, διαφωνοῦν-
4932τα πρὸς ἄλληλα, εἰς οὐδὲν κατέληξαν ἀποτέλεσμα. Νομίζω
4933ὅτι τὸ παιδικὸν ἐκεῖνο παράδειγμα θέλουσι νὰ μιμηθῶσί τι-
4934νὲς νῦν, ἄνδρες ὄντες. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ συζητήσωμεν
4935τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ἢ τοῦ κ. Βου-
4936λευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἢ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος
4937Πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, ἐὰν ἦναι ἢ δὲν ἦναι ἐπαρκὴς ὁ
4938Προϋπολογισμὸς τοῦ 1896, μόνος δὲ ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος
4939πρόκειται νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄνδρου
4940Βουλευτὴς ἀπέδειξεν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς αὐτὸς εἶναι ἀνε-
4941παρκὴς, ἀνεπαρκέστατος. Τώρα πιθανόν τις, καθήμενος εἰς
4942τὸ κέντρον καὶ θέλων νὰ κρατήσῃ τὸ ἰσοζύγιον μεταξὺ τῆς
4943δεξιᾶς καὶ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος, νὰ νομίζῃ, ὅτι ὑπάρχει
4944καὶ τρίτη γνώμη· ἡμεῖς ὅμως οἱ ἄλλοι, οἱ κοινοὶ θνητοί,
4945ἀδυνατοῦμεν νὰ ἀνεύρωμεν τὴν τοιαύτην γνώμην. Καθ’ ἡμᾶς,
4946δύο γνῶμαι μόνον ἐγχωροῦσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου· ἢ εἶναι
4947ἐπαρκὴς ὁ προκείμενος Προϋπολογισμὸς καὶ πρέπει νὰ ψηφί-
4948σωμεν αὐτὸν, ἢ εἶναι ἀνεπαρκὴς καὶ πρέπει νὰ τὸν καταψη-
4949φίσωμεν. Δύναται ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου συνάδελφος νὰ ἀνέλθῃ
4950ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς
4951εἶναι ἐν ταὐτῷ ἐπαρκὴς καὶ ἀνεπαρκὴς, καὶ ἑπομένως νὰ
4952ψηφίσῃ καὶ ὑπὲρ καὶ κατὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς ἐκ περισ-
4953σοῦ δὲ νὰ φαντάζηται, ὅτι τινὲς ἀποβλέπουσι ζηλοτύπως
4954εἰς τὴν θέσιν του καὶ θέλουσι νὰ τὸν ἐκτοπίσωσιν ἐξ αὐτῆς.
4955Ἡμεῖς τὸν διαβεβαιοῦμεν, ὅτι δὲν θὰ θελήσωμεν τὸ παρά-
4956παν νὰ διαταράξωμεν τὴν μακαριότητά του ταύτην.
4957Ἐν κεφαλαίῳ, Κύριοι, ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ
4958Ἄνδρου Βουλευτὴς, ὅσα εἶπε κατὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
4959ὑπὸ συζήτησιν, τὰ εἶπεν ἐρειδόμενος εἰς τὰ πράγματα, καὶ
4960ἀπέδειξεν αὐτὸν ἀνεπαρκῆ, ἀνεπαρκέστατον. Μὴ θέλετε νῦν
4961νὰ καταφεύγητε εἰς ὑπεκφυγὰς καὶ νὰ λέγητε, ὅτι «ἡμεῖς
4962δὲν θεωροῦμεν αὐτὸν ἀνεπαρκῆ», διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει
4963δίδετε καὶ εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ λέγωμεν πρὸς ὑμᾶς, ὅτι
4964ἔχετε πάθει τὸ πάθημα τῆς ἀλώπεκος, ἥτις, ὅσας σταφυλὰς
4965δὲν ἔφθανε, τὰς ἐθεώρει ὄμφακας. Ἐὰν εὐθὺς μετὰ τὴν ἀγό-
4966ρευσιν τοῦ κ. ἐξ Ἄνδρου Βουλευτοῦ ἐλάμβανέ τις τὸν λόγον
4967ἐκ τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἀπήντα πρὸς αὐτὸν, δὲν θὰ ἐχά-
4968νομεν τόσον χρόνον εἰς μάτην. Ἴσως–ἴσως, ἐν τοιαύτῃ περι-
4969πτώσει, ἐάν τις ἐξ ἡμῶν ἐνόμιζεν ἐπάναγκες νὰ λάβῃ τὸν λό-
4970γον καὶ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν τοῦ ἐξ Ἄνδρου κ. Βουλευτοῦ,
4971θὰ εἴχομεν ἤδη τὴν ἀγόρευσίν του· ἴσως–ἴσως ὅμως οὐδεὶς
4972ἐξ ἡμῶν θὰ ἐθεώρει ἄξιον νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ ἀπαν-
4973τήσῃ εἰς τὸν Βουλευτὴν τῆς πλειονοψηφίας, καὶ ἡ συζήτη-
4974σις θὰ εἶχεν ἤδη λήξει. Διότι δὲν εἴμεθα ἡμεῖς τῆς γνώμης,
4975ὅτι ἐξ ἀνάγκης πρέπει πάντες ἐκ τῆς μειονοψηφίας νὰ λά-
4976βωμεν τὸν λόγον, καὶ μάλιστα ἤδη, ὅτε ἀκούομεν ἐκ τῆς
4977πτέρυγος ἐκείνης τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅλους
4978ὑμᾶς νὰ λέγητε, ὅτι δὲν ὑπάρχει χρόνος πρὸς μακρὰν συζήτη-
4979σιν. Ἓν καθῆκον ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς, τὸν ὑποβληθέντα εἰς
4980τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμὸν νὰ ἐξετάσωμεν, νὰ ἐλέγξωμεν,
4981καὶ ἂν ἦναι ἄξιος τῆς ψήφου μας, νὰ ψηφίσωμεν αὐτὸν, ἄλ-
4982λως νὰ καταψηφίσωμεν αὐτοῦ.
4983§250ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
4984§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ;
4985§252ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητή-
4986ματος.
4987§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω παρεμπῖπτον ζήτημα.
4988§254ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἔχετε τὴν γνώμην αὐτήν, ἔπρεπε
4989νὰ μὴ ἐπιτρέψητε τὴν συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ.
4990§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγνωρίζετε, ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμὸν
4991δύναται νὰ ὑπάρξῃ τοιοῦτον δικαίωμα, περὶ οὗ ἡ συζήτησις;
4992§256ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ Κανονισμὸς τῆς Βου-
4993λῆς οὐδὲ εἰς Βουλευτήν, οὐδὲ εἰς ὁμάδα Βουλευτῶν δίδει τὸ
4994δικαίωμα νὰ ὑπαγορεύωσιν εἴς τινας τῶν συναδέλφων των νὰ
4995ἀγορεύσωσιν. Ἐὰν τὸν Κανονισμὸν τοῦτον ἐπεκαλεῖτο ὁ ἀξιό-
4996τιμος ἐκ Σύρου συνάδελφος, οὐδεμία ἤθελεν ὑπάρξει ἀντίῤ-
4997ῥησις. Πλὴν τοῦ Κανονισμοῦ ὅμως ὑπάρχουσι καὶ κοινοβου-
4998λευτικά τινα ἔθιμα, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ πολλοῦ χρόνου, κατὰ
4999τὸν ὁποῖον ζῶμεν κοινοβουλευτικῶς, καθιερώθησαν ἐν τῇ Βου-
5000λῇ. Ἐθίζεται λοιπόν, ὅταν ἄρχηται ἡ γενικὴ συζήτησις ἐπὶ
5001τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ ἀγορεύῃ τις ἐκπροσωπῶν τὰς ἰδέας
5002τῆς μειοψηφίας, συνήθως δὲ ἓν μέλος τῆς μειοψηφίας, τὸ
5003ὁποῖον ὑπῆρξε μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογι-
5004σμοῦ. Εἰς αὐτὸ ἀπαντᾷ τις ἐκ τῆς πλειοψηφίας, καὶ οὕτω,
5005ἐὰν καὶ ἄλλοι ὑπάρχωσι, παρέρχονται ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ μετα-
5006δίδουσι τὰς ἑαυτῶν γνώμας. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος
5007ἐξ Ἄνδρου συνάδελφος ὑπεδείχθη ὑπὸ τῆς μειοψηφίας καὶ
5008συνειργάσθη μετὰ τῶν ἄλλων μελῶν τῆς μειοψηφίας ἐν τῇ
5009ἐπιτροπῇ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπι-
5010τετραμμένον νὰ ὑπαγορεύσῃ τις εἰς τοὺς ῥήτορας τὸν τρό-
5011πον τῆς συζητήσεως. Εἰς ἓν ὤφειλεν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ
5012προσέξῃ, ὁποῖον ὑπῆρξε τὸ πόρισμα τῆς ἀγορεύσεώς του.
5013Εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄνδρου, αἰτιολογῶν τὸ συμ-
5014πέρασμα, νὰ προῆλθεν εἰς σκέψεις, ἃς δὲν συμμερίζονται πάν-
5015τα τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύ-
5016ναται νὰ δικαιολογήσῃ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Σύρου, ἰσχυρι-
5017σθέντα, ὅτι ὁ ἐξ Ἄνδρου συνάδελφος δὲν ἠγόρευσε κατὰ τὴν
5018γνώμην τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας· τὸ πόρισμα τῆς ἀγορεύ-
5019σεως αὐτοῦ εἶναι, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι ἀνεπαρκής.
5020Ἡμεῖς πάντες ἐνομίζομεν, ὅτι τὸ ἔθιμον τὸ κοινοβουλευτι-
5021κόν, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμιλήσαμεν, ἤθελε τηρηθῆ καὶ κατὰ
5022τὴν ἑσπέραν ταύτην, τουτέστιν ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειο-
5023νοψηφίας ἤθελεν ἀπαντήσει· ἀλλ’ ἐὰν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σύρου
5024συνάδελφος δὲν θέλῃ νὰ ἀγορεύσῃ, οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν θὰ τὸν ὑπο-
5025χρεώσῃ εἰς τοῦτο· ἀλλ’ ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ, ὅτι αὐτὸς ἤθελεν ἀγο-
5026ρεύσει, καὶ ἤθελε δαπανηθῆ ἅπας ὁ χρόνος πρὸς τοῦτο, οὐδὲ
5027τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα συνήθως οἱ ἀγορεύοντες λαμβάνουσι
5028μεθ’ ἑαυτῶν, ἔχομεν μεθ’ ἡμῶν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι δυ-
5029νάμεθα νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὸν ὑπολειπόμενον χρόνον εἰς
5030συζήτησιν νομοσχεδίων.
5031§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, ἀφοῦ
5032δὲν εἶσθε ἕτοιμοι.
5033§258ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ ψηφισθῶσιν ὅμως, κύριε Πρόεδρε, κατὰ
5034σειρὰν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς πρώτην καὶ δευ-
5035τέραν συζήτησιν· τὰ δὲ εἰς τρίτην συζήτησιν νὰ τὰ ἀναβά-
5036λωμεν δι’ αὔριον.
5037§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
5038Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ
5039τέλους τῶν κατὰ τὴν τέλεσιν τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων ἐκ-
5040δοθησομένων εἰσιτηρίων εἰσόδου.
5041§260Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὀλίγας παρατηρήσεις θὰ ὑποβάλω
5042ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
5043Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ζητεῖ τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τοῦ
5044φόρου τῶν εἰσιτηρίων εἰς θεάματα τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώ-
5045νων. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ γείνῃ διασάφησις τοῦ νόμου
5046περὶ χαρτοσήμου. Ἐπεθύμουν, ἐὰν ἔχῃ πρόχειρον ὁ κ. Πρό-
5047εδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μοὶ ἔλεγε. Κατὰ τὴν ἰσχύουσαν
5048νομοθεσίαν ἀπαλλάσσονται τοῦ τέλους...
5049§261Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μόνον τὰ
5050εἰσιτήρια τὰ διδόμενα διὰ θεάματα ἔχοντα σκοπὸν φιλαν-
5051θρωπικόν. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ διάταξις δὲν εἶναι πλήρης, διό-
5052τι ἔπρεπε νὰ περιληφθῶσιν εἰς ταῦτα καὶ τὰ θεάματα τὰ
5053ἔχοντα ἀγαθοεργὸν σκοπόν. Διὰ τοῦτο ἐπιφυλάσσομαι ἐν
5054ἄλλῃ εὐκαιρίᾳ νὰ ζητήσω τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου.
5055§262Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀφοῦ ἐλάβετε τὴν ἀφορμὴν αὐτὴν,
5056καὶ ἀφοῦ ἔχετε ὑπὸ συζήτησιν δύο νομοσχέδια περὶ χαρτο-
5057σήμου, θὰ ἦτο ἁπλούστερον, ἂν σὺν ταῖς ἄλλαις τροποποιή-
5058σεσιν, ἐφέρετε καὶ τροποποίησιν τοῦ ἐδαφίου 4 τοῦ ἄρθρου
505917 τοῦ νόμου τοῦ 1887, ἐπεκτείνοντες τὴν διάταξιν ὄχι
5060μόνον εἰς τὰ εἰσιτήρια τὰ διὰ χοροὺς καὶ θεάματα, τὰ πρὸς
5061εὐεργετικὸν σκοπὸν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ πρὸς ἀγαθοεργὸν σκο-
5062πὸν, ἢ ὅπως ἄλλως θέλετε νὰ τὸ διατυπώσητε.
5063(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον
5064καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας παρατηρή-
5065σεως.
5066Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς
5067αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ
5068ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως δια-
5069τάξεών τινων τοῦ περὶ ἐκτυπώσεως ἀναμνηστικῶν
5070γραμματοσήμων ͵ΒΤΜϚʹ νόμου).
5071§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
5072ἐκποιήσεως μέρους τῆς κληρονομίας τοῦ Ἀλεξάνδρου Α.
5073Σούτσου πρὸς πληρωμὴν τῶν βαρῶν αὐτῆς.
5074(Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤ-
5075ῥήσεως).
5076§264Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ
5077νὰ προστεθῇ ὁ ἐκ τυπογραφικῆς ἀβλεψίας παραλειφθεὶς τί-
5078τλος τοῦ ἄρθρου «Ἄρθρον μόνον».
5079(Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μετὰ
5080τῆς προσθήκης ταύτης, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχε-
5081δίου εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
5082§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
5083καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως διατάξεων τοῦ νόμου
5084περὶ στρατολογίας.
5085§266ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρακαλοῦμεν νὰ ἀναβληθῇ.
5086§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
5087Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀνασυστάσεως τοῦ
5088σώματος τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν.
5089§268ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ αὐτὸ νὰ ἀναβληθῇ.
5090§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
5091Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραστάσεως τοῦ
5092Διαδόχου καὶ τῶν ἄλλων Βασιλοπαίδων ἐνώπιον τῆς δικα-
5093στικῆς ἢ ἄλλης ἀρχῆς.
5094(Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Μεθ’ ὃ ἀνα-
5095γινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ).
5096§270ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐνώπιον
5097τῶν δικαστηρίων ἢ ἄλλης ἀρχῆς παράστασις ἑταιριῶν, σω-
5098ματείων ἢ ἄλλων νομικῶν προσώπων, ὧν πρόεδροι τυγχά-
5099νουσιν ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Στέμματος ἢ ἄλλοι Βα-
5100σιλόπαιδες, γίνεται διὰ τῶν ἀντιπροέδρων των, τοιούτων δὲ
5101μὴ ὑπαρχόντων, ἀπόντων ἢ κωλυομένων, διὰ τῶν γραμμα-
5102τέων αὐτῶν.»
5103§271Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ γίνηται
5104τακτικὸς πρόεδρος ὁ Διάδοχος ἢ ἄλλος τις τῶν Βασιλοπαί-
5105δων. Ὡς ἐπίτιμοι πρόεδροι, δύνανται νὰ συντελέσωσιν ὑπὲρ
5106τῆς προόδου σωματείου τινὸς ἢ ἑταιρίας, ἐὰν θέλωσι νὰ ἐρ-
5107γασθῶσιν, ἀλλὰ γινόμενοι τακτικοὶ πρόεδροι ἀναμιγνύονται
5108εἰς διαχειρίσεις· ἀποβαίνει δὲ δυσχερεστέρα ἡ πραγματικὴ
5109διαχείρισις, ὅταν παρεμβαίνῃ τὸ πρόσωπον τοῦ Διαδόχου, ἢ
5110ἄλλου Βασιλόπαιδος.
5111(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον
5112καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
5113§272ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυ-
5114ρώσεως τῶν πράξεων τῶν ἐκδοθεισῶν κατὰ τὴν διάρκειαν
5115τῆς Ἀντιβασιλείας τοῦ 1895.
5116§273Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει μεγάλην
5117σπουδαιότητα. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀκέφαλον, δὲν ἔχει τί-
5118τλον· ἑπομένως, ἐὰν θέλετε ἐκ τοῦ τίτλου νὰ μάθητε περὶ
5119τίνος πρόκειται, δὲν θὰ τὸ μάθητε.
5120§274Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ τίτλος
5121ὑπάρχει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, παρελείφθη εἰς τὸ νο-
5122μοσχέδιον.
5123§275Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι πραγματικῶς ἑρμηνευτικὸν νομο-
5124σχέδιον, καὶ λυποῦμαι, διότι ὁ κύριος συνάδελφος ἐξ Εὐρυτανίας
5125ἀπουσιάζει· ἐὰν ἦτο ἐδῶ, βεβαίως ἤθελεν ἐπανέλθει εἰς ὅσα περὶ
5126τοιούτων νομοσχεδίων ἄλλοτε εἶπεν. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἤρκουν
5127ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπεν· ἔπρεπε νὰ προσθέσῃ καὶ ἄλλα
5128τόσα. Διότι δὲν εἶναι μόνον ἑρμηνευτικὸν, ἀλλὰ προχωρεῖ καὶ
5129πέραν τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ ἑρμηνευομένου νόμου. Ὑπερ-
5130βαίνει τὰ ὅρια. Δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ ὑποβληθῆ ἄλλο νομο-
5131σχέδιον τοιοῦτον· ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παριστάμεθα ἡμεῖς
5132πρῶτοι εἰς τὴν συζήτησιν τοιούτου νομοσχεδίου. Θὰ παρα-
5133καλέσω τοὺς συναδέλφους, ἐπειδὴ δὲν ἔχουσιν ἐνώπιόν των
5134ἀντίτυπον, νὰ ἀκούσωσι τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, ἵνα ἐννοή-
5135σωσι περὶ τίνος πρόκειται (ἀναγινώσκει):
5136«Διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΣϞΑʹ τοῦ 1895 ἐπετράπη νὰ ἀνατεθῇ
5137διὰ Β. Διατάγματος τῷ Διαδόχῳ Κωνσταντίνῳ ἡ Ἀντιβα-
5138σιλεία κατὰ τὴν ἐν τῷ ἔτει τούτῳ ἀποδημίαν τοῦ Βασι-
5139λέως, καὶ πρὸς τοῦτο ἐξεδόθη τὸ Β. Διάταγμα τῆς 15
5140Ἰουλίου 1895, καταχωρισθὲν ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 79 (Τεῦχος
5141Βʹ) φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τὴν 15 Ἰου-
5142λίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ἤτοι πρὸ τῆς παρόδου δεκαημέρου
5143ἀπὸ τῆς 8 Ἰουλίου ἰδίου ἔτους, ὅτε κατεχωρίσθη ἐν τῇ αὐ-
5144τῇ Ἐφημερίδι ὁ ῥηθεὶς νόμος, αἵτινες ἀπῃτοῦντο κατὰ τὸν
5145νόμον ΠΜϚʹ τοῦ 1882, ὅπως ἰσχύσῃ, μὴ περιέχων ἐν αὑτῷ
5146διάταξιν, ὅτι ἰσχύει ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνή-
5147σεως δημοσιεύσεώς του, ἕνεκα δὲ τούτου ἴσως κριθῇ ὑπὸ τῶν
5148δικαστηρίων, εἰς ἃ δύνανται νὰ προσφύγωσιν οἱ ἐκ τῆς κυ-
5149ρώσεως νόμων καὶ οἱ ἐκ πράξεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας,
5150φερουσῶν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ἀντιβασιλέως, ζημιωθέντες,
5151ἄκυρον τὸ ῥηθὲν Β. Διάταγμα καὶ οἱ νόμοι καὶ αἱ τοιαῦται
5152τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας πράξεις, ἐπιδικασθῶσι δὲ ἀποζη-
5153μιώσεις δι’ ὅ, πρὸς ἀποφυγὴν πάσης ἐνδεχομένης ἐξ ἐναντίας
5154ὑπὸ τῶν δικαστηρίων λύσεως τοῦ ζητήματος ζημίας τοῦ
5155Δημοσίου, διότι δὲν ἐξεδόθη ἄλλο Β. Διάταγμα μετὰ τὴν
5156ἰσχὺν τοῦ νόμου, δι’ οὗ νὰ ἀνατεθῇ ἡ Ἀντιβασιλεία τῷ
5157Διαδόχῳ Κωνσταντίνῳ, ὑποβάλλομεν σχέδιον νόμου, δι’ οὗ
5158κυροῦται τὸ ἐκδοθὲν πρὸς τοῦτο Β. Διάταγμα, οἱ νόμοι καὶ
5159πᾶσαι αἱ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ἀντιβασιλέως φέρουσαι πράξεις
5160τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ παρακαλοῦμεν τὴν Βουλὴν,
5161ὅπως ψηφίσῃ τοῦτο, διότι μετὰ τὴν τοιαύτην νομοθετικὴν
5162κύρωσιν δὲν εἶναι ἀποδεκτὴ πᾶσα περὶ ἀκυρότητος αὐτῶν
5163ὑποβληθησομένη ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων πρότασις, κατὰ
5164τὴν ἐν αὐτῷ εἰδικὴν περὶ τούτου διάταξιν.»
5165Ἕπεται τὸ κείμενον τῆς προτάσεως τοῦ νόμου, διὰ τοῦ
5166ὁποίου γίνονται λευκὰ, λευκότατα καὶ ἁγνὰ ὅλα τὰ ἀποτε-
5167λέσματα, καὶ λύονται αἱ χεῖρες τῶν δικαστῶν. Περὶ τίνος πρό-
5168κειται; Ὡς γινώσκετε, ὁ νόμος τοῦ 1882 διατάσσει, ὅτι ἡ
5169ἰσχὺς τοῦ νόμου ἄρχεται δέκα ἡμέρας μετὰ τὴν δημοσίευσιν
5170ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἐκτὸς ἐὰν ὁ νόμος ὁρίσῃ
5171ἄλλως. Ἀλλ’ ὁ νόμος περὶ Ἀντιβασιλείας δὲν εἶχε τὴν τελευ-
5172ταίαν διάταξιν, ὅτι ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ ἄρχεται ἀμέσως μετὰ τὴν
5173δημοσίευσιν. Ἑπομένως θέλομεν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις τοῦ
5174νόμου τοῦ 1882. Φαίνεται ὅτι ὁ ἁρμόδιος γραμματεὺς, ὁ
5175ὁποῖος ἀντέγραψε τὸ νομοσχέδιον τοῦ προηγουμένου ἔτους,
5176δὲν ἀντέγραψε καὶ τὴν τελευταίαν διάταξιν, ἐν τῇ πεποιθήσει
5177ὅτι αὐτὸς ὁ νόμος ὡμοίαζε μὲ τοὺς ἄλλους. Ἐδημοσιεύθη
5178λοιπὸν ὁ νόμος περὶ Ἀντιβασιλείας, ὡς ἐψηφίσθη, καὶ
5179ἐγένετο ὁ Διάδοχος Ἀντιβασιλεὺς, καὶ ἀνέλαβε τὴν δια-
5180χείρισιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ νόμου
5181ἐνηργήθησαν πράξεις, ἐδημοσιεύθησαν νόμοι, ἐξεδόθησαν δια-
5182τάγματα, ἐπαύθησαν καὶ διωρίσθησαν ὑπάλληλοι, ἐδημοσιεύ-
5183θησαν νόμοι κατὰ λάθος. Ἡ Κυβέρνησις δὲν τὸ παρετήρησε·
5184δὲν γνωρίζω πῶς, τὸ παρετήρησεν ἡ ἐφημερὶς «Ἄστυ», καὶ
5185τὸ ἐδημοσίευσεν. Ἐκδίδεται τότε Β. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐνό-
5186μισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ κυρώσῃ ὅλας αὐτὰς τὰς πράξεις· ἀλλὰ
5187τὸ πρᾶγμα δὲν ἠδύνατο νὰ διορθωθῇ διὰ βασιλικοῦ δια-
5188τάγματος, καὶ διὰ τοῦτο ἔρχεται ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος λέγει
5189ὅσα λέγει, ὅτι «ὑμεῖς οἱ ὑπογεγραμμένοι Ὑπουργοὶ παρεβιά-
5190σαμεν νόμον, οὐχὶ βεβαίως ἐκ δολίας προαιρέσεως, ἀλλ’ ἐν
5191τούτοις ὁ νόμος δὲν ἐτηρήθη· ἡμεῖς, κατὰ τὸν νόμον περὶ
5192εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, εἴμεθα ὑπεύθυνοι, καὶ ὑπεύθυνοι οὐ
5193μόνον ποινικῶς, ἀλλὰ καὶ ἀστικῶς, ἀπέναντι παντὸς ζημιω-
5194θέντος. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ νὰ μὴ ζητηθῇ ἀπὸ ὑμᾶς εὐθύνη
5195καὶ διὰ νὰ μὴ ζημιωθῇ καὶ τὸ Δημόσιον, ἐρχόμεθα καὶ λέγο-
5196μεν, ὅτι ἡμεῖς μὲν δὲν ἐτηρήσαμεν τὸν νόμον, ὡς εἴχομεν καθῆ-
5197κον, ἀλλὰ διότι νομίζομεν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς δίκαι,
5198ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ὑπάρχουσι, δύνανται νὰ ἐγερθῶσι, ζητοῦ-
5199μεν νὰ μὴ ἐπιτρέψητε εἰς αὐτοὺς τοὺς Κυρίους νὰ ζητήσωσι
5200τὸ δίκαιόν των, νὰ κάμητε ἕνα ἑρμηνευτικὸν νόμον, νὰ μᾶς
5201ἐκδώσητε ἓν συγχωροχάρτιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ πιστο-
5202ποιήσητε, ὅτι ἡμεῖς καλῶς ἐπράξαμεν, καὶ νὰ νομιμοποιή-
5203σητε τὰς παρανομίας». Ὥστε οὕτω γίνεται ἓν εἶδος καταρ-
5204γήσεως τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν· διότι μὲ αὐτὸ
5205τὸ σύστημα ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα τὴν πλειοψηφίαν, δύναται
5206νὰ φέρῃ ἑκάστοτε τοιοῦτον νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ καλύ-
5207πτῃ τὴν εὐθύνην της· διότι, ἀφοῦ ἡ πρᾶξις δὲν εἶναι παρα-
5208γεγραμμένη, δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο, ἀφοῦ καθ’ ὅλα τὰ
5209φαινόμενα εἶναι ἀκλόνητος ἡ πλειοψηφία. Ὑποθέσατε πρὸς
5210στιγμὴν, ὅτι δὲν ὑπάρχει αὔριον πλειοψηφία, καὶ εὑρίσκεται
5211ἑτέρα πλειοψηφία, ἡ ὁποία θέλει νὰ ζητήσῃ εὐθύνην διὰ τὰς
5212πράξεις ταύτας· ἡ Βουλὴ ὅμως αὕτη εἶπεν, ὅτι καλῶς ἐγέ-
5213νετο. Δι’ αὐτὸ, Κύριοι, μολονότι οὐδεμία δολία προαίρεσις
5214δύναται νὰ ὑπάρξῃ, παραδέχομαι, ὅτι ἐγένετο παρανομία,
5215καὶ τὸ θεωρῶ ὡς προηγούμενον πολὺ κακὸν, ἀλλὰ ταὐτοχρό-
5216νως καὶ διότι προσβάλλει κεκτημένα δικαιώματα ἐκείνων, οἱ
5217ὁποῖοι ἐζημιώθησαν. Ἐὰν ἐζημιώθησαν καὶ ἦναι ὑπεύθυνον
5218τὸ Δημόσιον, διατὶ νὰ μὴ πληρώσῃ; Ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς
5219νὰ ἀφαιρέσωμεν κεκτημένα δικαιώματα; Βεβαίως ὄχι.
5220Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω ἐπὶ τοῦ νο-
5221μοσχεδίου ἐν συντομίᾳ, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει οὐχὶ μόνον ἡ
5222ὥρα τῆς συνεδριάσεως, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐποχὴ τῆς συνόδου, ἵνα
5223μὴ ἀφήσω ἄνευ παρατηρήσεως καὶ διαμαρτυρίας προηγούμε-
5224νον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ δυσάρεστους συνεπείας καὶ εἰς
5225ἄλλην περίστασιν καὶ ὅτε ἀκόμη δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ
5226δολία προαίρεσις ἐν τῷ μέλλοντι, νὰ ἐπικαλεσθῶσι δὲ τὸ
5227προηγούμενον τοῦ σημερινοῦ συγχωροχαρτίου.
5228§276ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ προεθέμην ὀλίγας λέξεις νὰ προσ-
5229θέσω, ἀκριβῶς ἵνα διαμαρτυρηθῶ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς
5230καθιεροῦντος προηγούμενον, δυνάμενον νὰ ἔχῃ δυσαρέστους συνε-
5231πείας. Πράγματι τὸ πρῶτον νῦν εἰσάγεται εἰς τὴν Ἑλληνι-
5232κὴν Βουλὴν τοιοῦτον νομοσχέδιον, ὅπερ παρέχει ἀναμφισβή-
5233τητον τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι πολλὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα
5234ὑπεβλήθησαν καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην καὶ κατὰ τὴν πα-
5235ροῦσαν σύνοδον, ἠδύναντο νὰ μὴ ἀπασχολήσωσι τὴν νομοθε-
5236τικὴν ἐξουσίαν.
5237Ὅπως καὶ οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀξιότιμοι συνάδελφοι εἶπον, κατὰ
5238τὸν ἀστικὸν νόμον, οἱ νόμοι δὲν ἔχουσιν ἰσχὺν, εἰμὴ μετὰ
5239δέκα ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως
5240καταχωρήσεώς των. Κατ’ ἀκολουθίαν, εἰς τὸ δεκαήμερον
5241τοῦτο διάστημα οἱ δημοσιευθέντες νόμοι, ἐὰν εἰδική τις διά-
5242ταξις ἐν τοῖς νόμοις τούτοις δὲν περιελήφθη, διατελοῦσιν ἐν
5243ἀδρανείᾳ καὶ οὐδὲν ἔχουσι κῦρος. Οὐδεμία πρᾶξις δύναται ἐγ-
5244κύρως νὰ διεξαχθῇ δυνάμει τῶν νόμων αὐτῶν, πρὶν ἢ παρέλθῃ
5245τὸ δεκαήμερον χρονικὸν διάστημα. Ὅταν ὑπεβλήθη ὁ νόμος
5246αὐτὸς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, καὶ ἐγὼ παρετήρησα
5247καὶ ἄλλοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν αὐτῷ ἡ διάταξις, ὅτι ἄρχε-
5248ται ἡ ἰσχύς του ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνή-
5249σεως καταχωρήσεως, ἀλλ’ ὑπελαμβάνομεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις,
5250ἡ ὁποία ἐκοινώνει πρὸς τὸν Βασιλέα, ἐγίνωσκεν ὅτι ὁ Βασι-
5251λεὺς δὲν ἐπρόκειτο ν’ ἀποδημήσῃ ἀμέσως μετὰ τὴν κύρωσιν
5252τοῦ νόμου. Παρὰ πάσας ὅμως ταύτας τὰς προσδοκίας, 5
5253ἡμέρας μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου ὁ Βασιλεὺς ἀπεδή-
5254μησε, καὶ ἐξεδόθη Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ καθή-
5255κοντα τῆς ἀντιβασιλείας ἀνετέθησαν εἰς τὸν Διάδοχον. Ἡ
5256ἔκδοσις τοῦ διατάγματος ἦτο ἀπαραίτητος· οὐδεμία γνώμη
5257δευτέρα ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ, ὅτι τὸ διάταγμα ἐξεδόθη πρὸ
5258τοῦ νόμου ἐκείνου, καὶ ὅτι ἦτο ἄκυρον. Ἐν τούτοις πάντες
5259οἱ Ὑπουργοὶ μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ἀντιβασιλέως διεξῆγον
5260πάσας τὰς Κυβερνητικὰς πράξεις, τὰς χρῃζούσας τῆς ὑπο-
5261γραφῆς τοῦ Βασιλέως. Ὅτε δ’ ἐφημερίς τις ἐκ τῶν ἐν Ἀθή-
5262ναις ἐκδιδομένων κατήγγειλε τὸ πρῶτον τὴν ἀκυρότητα τοῦ
5263Β. Διατάγματος, τότε καὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ κατενόησαν
5264τὸ παρεισφρῆσαν λάθος.
5265Δὲν θέλω νὰ ἐλέγξω τόσον δριμέως καὶ αὐστηρῶς τὴν
5266γενομένην παράλειψιν, διότι, ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶπον, τὸ
5267ἀλάθητον εἰς οὐδένα δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ὑπῆρχεν ἐν τούτοις
5268τρόπος διορθώσεως, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις—δὲν ἠξεύρω
5269διατὶ—δὲν ἐπροτίμησεν. Ἠδύνατο ἄριστα νὰ ὑποβάλῃ εἰς
5270τὴν ὑπογραφὴν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, εὑρισκομένου τότε
5271εἰς τὰς ἐν Αἴξ–Λὲ–Μπαὶν θέρμας, νέον διάταγμα, δι’ οὗ, ὑπο-
5272γεγραμμένου καὶ δημοσιευομένου μετὰ τὸ δεκαήμερον ἀπὸ
5273τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, ἠδύναντο ἐγκύρως νὰ ἀνατεθῶσιν
5274εἰς τὸν Διάδοχον τὰ καθήκοντα τῆς Ἀντιβασιλείας. Ἀλλὰ
5275ἀντὶ τούτου ἐπροτίμησε νὰ περιπέσῃ εἰς ἕτερον λάθος, νὰ προ-
5276καλέσῃ νέα διατάγματα, διὰ τῶν ὁποίων, χρονολογουμένων
5277μετὰ τὸ δεκαήμερον καὶ ὑπογεγραμμένων ὑπὸ τοῦ Διαδόχου,
5278προσέδιδε κῦρος εἰς τὰ διατάγματα, τὰ ἐκδοθέντα ἀπὸ τῆς
527915 μέχρι τῆς 21 Ἰουλίου, δηλ. ἠθέλησε τὸ παρεισφρῆσαν
5280λάθος νὰ διορθώσῃ δι’ ἑτέρου. Οὕτως ἐξηκολούθησεν ἡ Κυ-
5281βέρνησις μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Διαδόχου, ὡς Ἀντιβασιλέως,
5282νὰ διεξάγῃ πάσας τὰς Κυβερνητικὰς πράξεις, μέχρις ὅτου
5283ἐπανῆλθεν ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεύς. Πάντες οἱ νομικοί, πάντες
5284ἐν γένει οἱ ἄκρῳ δακτύλῳ γευσάμενοι τῶν ἑρμηνευτικῶν
5285κανόνων τῶν νόμων, μίαν ἔχουσι γνώμην, ὅτι πᾶσαι αἱ πρά-
5286ξεις αἱ Κυβερνητικαί, αἱ φέρουσαι τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Δια-
5287δόχου, ὡς Ἀντιβασιλέως, εἶναι ἄκυροι. Μόνον ἡ Κυβέρνησις
5288εἶχεν ἀντίθετον γνώμην, καὶ διὰ τοῦτο ἐνόμισεν, ὅτι διὰ τῶν
5289διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν μετὰ τὴν 21 Ἰουλίου,
5290ἠδύνατο νὰ δώσῃ κῦρος καὶ εἰς τὰ διατάγματα τὰ ἐκδοθέντα
5291ἐν τῷ διαστήματι τῶν 5 ἡμερῶν, αἱ ὁποῖαι εἶχον μεσολα-
5292βήσει βραδέως ὅμως ἐνόησεν, ὅτι τὰ δικαστήρια δὲν δύναν-
5293ται νὰ ἀναγνωρίσωσι τὸ ἔγκυρον οὔτε τοῦ πρώτου, οὔτε τῶν
5294δευτέρων διαταγμάτων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ἀνάθεσιν
5295τῆς Ἀντιβασιλείας τῷ Διαδόχῳ, καὶ διὰ τοῦτο ὑπέβαλε τὸ
5296νομοθέτημα, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, καὶ τὸ ὁποῖον βε-
5297βαίως δὲν ἤθελεν ἀπασχολήσει τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν,
5298ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔπραττεν, ὡς εἶπον πρότερον. Τώρα δὲ, ἐκ
5299τοῦ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, ποῖα
5300προκύπτουσιν ἄτοπα; Πρῶτον ἀναιροῦνται κεκτημένα δικαιώ-
5301ματα, διότι, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἀγω-
5302γαὶ ὑπαλλήλων παυθέντων, ἢ ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ὑπεβλήθη-
5303σαν εἰς ὑποχρεώσεις ἕνεκα νόμων δημοσιευθέντων διὰ τῆς
5304ὑπογραφῆς τοῦ Διαδόχου, ὡς ἀντιβασιλέως, βεβαίως ἀπε-
5305κτήθησαν δικαιώματα, βεβαίως τὰ δικαιώματα ταῦτα ἀπε-
5306κτήθησαν εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου. Ἔρχεται νῦν τὸ νομοθέ-
5307τημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται. Πάντα ταῦτα τὰ δικαιώ-
5308ματα πρόκειται δι’ αὐτοῦ νὰ ἀναιρεθῶσι, καὶ ὑπὸ τύπον
5309ἑρμηνευτικοῦ νόμου νὰ δώσωμεν εἰς τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον
5310ψηφίζομεν, ὀπισθενεργὸν δύναμιν. Πρῶτον διὰ τοῦ νομοθετή-
5311ματος τούτου καλύπτεται ἡ εὐθύνη τῶν ὑπευθύνων Ὑπουρ-
5312γῶν, οἱ ὁποῖοι προεκάλεσαν τὰ διατάγματα τὰ ἄκυρα. Βε-
5313βαίως διὰ τοῦ νομοθετήματος τούτου προφυλάσσονται τὰ
5314συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ἀπέναντι τῶν ζημιῶν, αἱ ὁποῖαι
5315συνετελέσθησαν. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον νομίζω, ὅτι
5316πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ διαμαρτυρηθῶμεν κατὰ τοῦ τοιούτου
5317εἴδους τῶν νομοθετημάτων, καὶ τοὐλάχιστον νὰ προλάβωμεν
5318τὴν ἐπανάληψιν ὁμοίων ἀτόπων ἐν τῷ μέλλοντι.
5319§277ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ ἐν πολλοῖς, κύριε Πρόεδρε,
5320πρὸς τὰς γνώμας, αἱ ὁποῖαι παρὰ τῶν κ. συναδέλφων τῶν
5321προλαλησάντων διετυπώθησαν περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου,
5322θὰ μοὶ ἐπιτρέψωσιν ὅμως οἱ κ. συνάδελφοι, ὅπως διαφωνήσω
5323ἔν τισι πρὸς αὐτούς. Καὶ ἐν πρώτοις διαφωνῶ ὡς πρὸς τὴν
5324γνώμην τὴν ἐξενεχθεῖσαν πρὸ ὀλίγου, ὅτι τὸ διάταγμα,
5325κατὰ τὸ ὁποῖον τὰ καθήκοντα τῆς Ἀντιβασιλείας ἀνετέθη-
5326σαν εἰς τὸν διάδοχον τοῦ Θρόνου, εἶναι ἀπ’ ἀρχῆς ἄκυρον,
5327καὶ διετέλεσεν ὂν τοιοῦτον μέχρι τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν
5328ἡ Α. Μ. ἐπανῆλθεν εἰς τὴν χώραν. Ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης,
5329ὅτι τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ καθήκοντα τῆς
5330Ἀντιβασιλείας ἀνετέθησαν εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου,
5331ἦτο μὲν ἄκυρον ἀπὸ τῆς ἐκδόσεώς του, ἀλλὰ μετὰ 5 ἡμέ-
5332ρας ἐκυρώθη, διότι εἶχε παρέλθει ἤδη τὸ δεκαήμερον διά-
5333στημα, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ὁ ἀστικὸς νόμος, μετὰ τὴν πά-
5334ροδον τοῦ ὁποίου πᾶς νόμος, δημοσιευόμενος ἐν τῇ Ἐφημερίδι
5335τῆς Κυβερνήσεως, λαμβάνει ἰσχύν. Ἀλλὰ, καὶ ἐὰν ὑπετίθετο
5336κύριε Πρόεδρε, ὅτι πᾶσαι αἱ πράξεις τοῦ Διαδόχου, ὡς ἀντι-
5337βασιλέως, αἱ ἐνεργηθεῖσαι κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀπουσίας
5338τοῦ Βασιλέως ἀπὸ τῆς χώρας ἡμῶν, ὅτι πᾶσαι, λέγω, αἱ
5339πράξεις αὗται, ἕνεκα τοῦ ἀκύρου τρόπου, καθ’ ὃν ὁ Διάδο-
5340χος ἀνέλαβε τὰ καθήκοντα τῆς Ἀντιβασιλείας, ἔχουσιν ἀκυ-
5341ρότητα, ὅπως ἰσχυρίσθησαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, καὶ ἐὰν
5342ἐντεῦθεν ἐπήγαζον εὐθῦναι διὰ τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ ὑποχρεώ-
5343σεις διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον, νομίζω ὅτι ἔπρεπεν ἐν τούτοις
5344νὰ ἀχθῶμεν εἰς τὸ ἀντίθετον συμπέρασμα ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον
5345ἤχθη ὁ κ. ἐκ Βόλου συνάδελφος, δηλαδὴ εἰς τὴν σκέψιν ὅτι
5346τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, ὅπως τύχῃ τῆς
5347ψήφου ἡμῶν. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὲν δύναμαι νὰ συμφω-
5348νήσω μετὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων κατὰ τοῦτο, ὅτι ἐκ
5349τῆς ἀκύρου ἐνεργείας τῆς Διοικήσεως...
5350§278Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παρεγνωρίσατε τὴν γνώμην μου, κύριε
5351συνάδελφε. Ἐγὼ ὡμίλησα ὅσον ἀφορᾷ τὰς 5 ἡμέρας.
5352§279ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐκ πράξεων ἀκύρως
5353ἐνεργηθεισῶν παρὰ τῆς Διοικήσεως οὐδὲν δύναται νὰ πηγάσῃ
5354δικαίωμα ὑπὲρ τῶν ἀδικηθέντων πολιτῶν κατὰ τοῦ Δημο-
5355σίου. Ἀλλὰ, καὶ ἂν ἐντεῦθεν ἐπήγασε δικαίωμά τι, καὶ τὸ
5356Δημόσιον ὑπέχῃ εὐθύνην τινὰ, νομίζω ὅτι καθῆκον ἔχομεν νὰ
5357προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Διότι, ἐὰν
5358ὑπάρχῃ κίνδυνός τις, ὅπως τὰ δικαστήρια ἀναγνωρίσωσι τὰ
5359κτηθέντα ταῦτα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἀρνοῦμαι, δι’ οὓς
5360λόγους εἶπον, ἐὰν, λέγω, τὰ δικαστήρια ὑπάρχῃ κίνδυνος νὰ
5361ἀναγνωρίσωσι καὶ ἐπιδικάσωσι τὰ δικαιώματα ταῦτα, καὶ
5362ἐπέλθωσι ζημίαι εἰς τὸ Δημόσιον, φαντασθῆτε, ὁποία ἐπίση-
5363μος ἀναγνώρισις καὶ ὁποῖον κῦρος ἐπὶ πλέον περιάπτεται εἰς
5364αὐτὰ σήμερον, μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου,
5365τὸ ὁποῖον ἔτυχε δὶς ἤδη τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τῇ
5366ἀρχῇ αὐτοῦ καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις.
5367Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου συνάδελφος τοῦτο ἔλεγε πρὸ ὀλί-
5368γου, ὅτι ἐπίκεινται ζημίαι κατὰ τοῦ Δημοσίου, διότι ἐκ τῶν
5369πράξεων, αἱ ὁποῖαι ἀκύρως ἐνηργήθησαν παρὰ τοῦ Διαδόχου,
5370ὡς ἀντιβασιλέως, ἐγεννήθησαν δικαιώματα ὑπὲρ τρίτων, τὰ
5371δὲ δικαιώματα ταῦτα τὰ δικαστήρια θ’ ἀναγνωρίσωσιν. Ἀλλὰ
5372πολὺ περισσότερον θ’ ἀναγνωρίσωσι καὶ θὰ ἐπιδικάσωσιν αὐτὰ,
5373καὶ θὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τὸ Δημόσιον ὑποχρεώσεις ἤδη, ὅτε
5374εἰσήχθη νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῶν πράξεων ἐκείνων, τῶν
5375ἀκύρων, καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὶς ἤδη ἔτυχε τῆς κυρώσεως
5376αὐτοῦ παρὰ τῆς Βουλῆς.
5377Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, φρονῶ, ὅτι ἀναγκαῖον μὲν εἶναι
5378νὰ ἀποδεχθῶμεν τὰς διαμαρτυρίας, καὶ νὰ ἑνώσωμεν τὴν φω-
5379νὴν ἡμῶν εἰς τὰς αἰτιάσεις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, τὰς
5380ὁποίας διετύπωσαν καὶ ὁ κ. ἐκ Βόλου καὶ ὁ κ. ἐκ Παρνασ-
5381σίδος συνάδελφος, καὶ νὰ συστήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν,
5382ὅπως ἐν τῷ μέλλοντι μετὰ περισσοτέρας προσοχῆς διαχειρί-
5383ζηται τὴν ἀνατεθειμένην αὐτῇ ἐξουσίαν, ἵνα μὴ περιπίπτῃ
5384εἰς τοιαῦτα ἄτοπα, ἕνεκα τῶν ὁποίων εἶναι κατόπιν ἠναγκα-
5385σμένη νὰ εἰσάγῃ νομοσχέδια περὶ κυρώσεως πράξεων ἀκύρων,
5386ἀλλ’ οὐχ ἧττον θεωρῶ ἐπίσης ὡς ἀνάγκην ἐπιβεβλημένην
5387τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
5388§280Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. προαγορεύσας παρενόησε τὰ ὑπ’
5389ἐμοῦ λεχθέντα, διότι ἔσπευδον, ἵνα τελειώσω μίαν ὥραν προ-
5390τήτερα τὴν ὁμιλίαν μου. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι διὰ τὰς πέντε ἡμέ-
5391ρας βεβαίως εἶναι ἄκυρος ἡ δημοσίευσις τοῦ διατάγματος,
5392καὶ οὐδὲν δύναται νὰ θεραπεύσῃ τὴν ἀκυρότητα αὐτοῦ, οὐδὲ
5393αὐτὸς ὁ νόμος ὁ συζητούμενος, διότι ὁ νόμος οὗτος ἀνατρέπει
5394τοὺς κανόνας περὶ τῶν ἑρμηνευτικῶν νόμων. Οὐδεμία ὑπάρχει
5395θεραπεία πρὸς τοῦτο. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος ἔλεγεν, ὅτι, ἐὰν
5396ὑπάρχωσιν ὑπόνοιαι περὶ ζημιῶν τοῦ Δημοσίου, βεβαίως
5397πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον
5398δι’ ὅλας τὰς ἀγωγὰς, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι κατὰ τοῦ Δη-
5399μοσίου, ἤθελον ὑποδείξει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ νόμους
5400ἑρμηνευτικοὺς, ἵνα ἀποφανθῶμεν, ὅτι τὸ Δημόσιον ἔχει δί-
5401καιον, διὰ τοῦτον ἢ δι’ ἐκεῖνον τὸν λόγον, ἀδιάφορον ἐὰν
5402ἀναιρέσωμεν καὶ τὰ κεκτημένα δικαιώματα. Ὥστε τὸ συμπέ-
5403ρασμά μου εἶναι, ὅτι ὅλαι αἱ πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐν
5404τῷ πενθημέρῳ, δὲν δύνανται νὰ θεραπευθῶσι διὰ τοιούτων νό-
5405μων, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ νόμος τοιοῦτος, διότι τὸ προη-
5406γούμενον αὐτὸ δύναται νὰ ἔχῃ ὀλεθρίας συνεπείας διὰ τὸ
5407μέλλον. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ὁ φόβος τῶν ἀποζημιώσεων τοῦ
5408Δημοσίου ἔπρεπε νὰ μᾶς ἀναγκάσῃ νὰ καθιερώσωμεν τοιοῦ-
5409τον προηγούμενον, οὐδὲ εἶναι ἡ θεραπεία αὕτη ἡ καλλιτέρα,
5410ὁσάκις ἐπίκεινται ζημίαι τοῦ Δημοσίου, νὰ ἐρχώμεθα καὶ
5411δι’ ἑρμηνευτικοῦ νόμου νὰ ἀρνώμεθα εἰς τοὺς δικαιουμένους
5412τοιαύτην ἀποζημίωσιν.
5413§281ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ παραδρομὴ, τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ ἐπανόρ-
5414θωσις διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶναι προ-
5415φανής. Ἡ παραδρομὴ δὲ ἔγκειται οὐχὶ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ
5416διατάγματος πρὸ τῆς παρόδου τῶν δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς δη-
5417μοσιεύσεως τοῦ νόμου, ἀλλ’ εἰς τὸ ὅτι ἤρξατο ἡ διαχείρισις
5418τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας παρὰ τοῦ Διαδόχου, ὡς ἀντιβασιλέως,
5419πρὸ τῆς παρόδου τῶν δέκα ἡμερῶν. Οὐδεὶς ὅμως δύναται
5420ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι τὸ διάταγμα περὶ ἀναθέσεως τῆς Ἀντι-
5421βασιλείας εἰς τὸν Διάδοχον εἶναι ἔγκυρον ἀπὸ τῆς πρώτης
5422ἡμέρας τῆς ἐκδόσεώς του, διότι αὐτὸ εἶναι διάταγμα νομο-
5423τελεστικόν, τὸ ὁποῖον ἀναμφισβητήτως εἶναι ἔγκυρον, καὶ ἐὰν
5424ὁ νόμος δὲν ἤρξατο ἰσχύων ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς δημοσιεύ-
5425σεως τοῦ διατάγματος τοῦ νομοτελεστικοῦ. Τὸ διάταγμα τὸ
5426νομοτελεστικὸν ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, καθ’ ἣν
5427ἐποχὴν ὁ νόμος θὰ ἦναι ἐν ἰσχύϊ. Λοιπὸν ὁ νόμος περὶ Ἀντι-
5428βασιλείας δὲν ἦτο ἐν ἰσχύϊ ἢ ἀπὸ τῆς 20 Ἰουλίου, δέκα ἡμέ-
5429ρας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυ-
5430βερνήσεως. Τὸ διάταγμα δὲ, τὸ ὁποῖον ἀνέθετε τὴν Ἀντιβα-
5431σιλείαν εἰς τὸν Διάδοχον κατὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ Βασιλέως,
5432δὲν ἠδύνατο νὰ ἰσχύσῃ καὶ αὐτὸ, παρὰ μόνον ἀπὸ τῆς 20
5433Ἰουλίου. Ἀλλὰ τὸ διάταγμα, καίτοι ἀπ’ ἀρχῆς ἐντελῶς
5434ἔγκυρον, πρὸ τῆς 20 Ἰουλίου δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὸν
5435Διάδοχον τὰ καθήκοντα τοῦ ἀντιβασιλέως. Περὶ τούτου δὲν
5436εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία. Τὸ ζήτημα λοιπὸν, τὸ
5437ὁποῖον ὑπολείπεται, εἶναι, κατὰ πόσον πρέπει νὰ σταυρώσωμεν
5438τὰς χεῖρας ἀπέναντι μιᾶς προφανοῦς παραδρομῆς, διὰ τὴν
5439ὁποίαν δὲν βλέπω νὰ ὑπέχῃ τις εὐθύνην· διότι πρόκειται μὲν
5440περὶ παραβάσεως νόμου, ἀλλ’ ἐν τῇ παραβάσει τοῦ νόμου
5441τούτου δὲν εὑρίσκω τὴν δολίαν προαίρεσιν, ἂν δὲ ὁ νόμος περὶ
5442εὐθύνης Ὑπουργῶν προβλέπῃ καὶ περίπτωσιν εὐθύνης τῶν
5443Ὑπουργῶν δι’ ἀμέλειαν, ὑπάρχει τοιαύτη, ὅταν σπουδαῖα συμ-
5444φέροντα τοῦ Κράτους ἤθελον ἐκ τῆς ἀμελείας ταύτης παρα-
5445βλαφθῆ. Εὐθύνη λοιπὸν πραγματικὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
5446ὑπάρξῃ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, καθόσον οὐδὲ δολία προαίρεσις
5447ὑπῆρχε κατὰ τὴν παράβασιν τοῦ νόμου περὶ δημοσιεύσεως
5448τῶν νόμων, οὐδὲ σπουδαῖα συμφέροντα τοῦ Κράτους ἦτο δυ-
5449νατὸν νὰ παραβλαφθῶσιν ἐκ τῆς ἐνασκήσεως τῆς βασιλικῆς
5450ἐξουσίας παρὰ τοῦ Διαδόχου πρὸ τῆς παρόδου τῶν δέκα ἡμε-
5451ρῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου περὶ Ἀντιβασιλείας,
5452ζητεῖται δὲ μόνον, ἐὰν ἀπέναντι μιᾶς ἀκυρότητος πράξεων
5453νομίμων πρέπῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ σταυρώσῃ τὰς χεῖ-
5454ρας, νὰ θεωρήσῃ δὲ, ὅτι ἐκ τῆς ἀκυρότητος αὐτῆς ἐκτήθησαν
5455δικαιώματα, καὶ ὅτι ἐντεῦθεν δὲν ἔχομεν καθῆκον ὑπὲρ τῆς
5456δημοσίας τάξεως νὰ ἔλθωμεν νὰ κυρώσωμεν ἐκ τῶν ὑστέρων
5457πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐνεργήθησαν καλῇ τῇ πίστει, ἐπὶ τῇ βάσει
5458ἑνὸς νόμου ἀληθοῦς, τοῦ ὁποίου ὅμως ἡ ἰσχὺς δὲν ἠδύνατο νὰ
5459ἀρχίσῃ ἢ μετὰ πέντε ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν
5460ἀνέλαβε τὴν διαχείρισιν τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας ὁ Διάδοχος.
5461Κατ’ ἐμὲ, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ περί-
5462πτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐπέλθῃ νόμος, οὐχὶ ἑρμη-
5463νευτικός, ὡς εἶπον, ἀλλ’ ἐπικυρωτικὸς πράξεων, αἱ ὁποῖαι
5464ἠδύναντο νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἄκυροι, εἶναι ἡ περίπτωσις
5465αὕτη, διότι ἄλλως ἠθέλομεν ἀφήσει ἔκθετον, ἕνεκα μιᾶς ἁπλῆς
5466παραδρομῆς, τὴν δημοσίαν τάξιν, καὶ ἠθέλομεν θεωρήσει, ὅτι
5467ἐκ μιᾶς τοιαύτης παραδρομῆς ἠδύναντο ν’ ἀποκτηθῶσι δικαιώ-
5468ματα. Ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο ν’ ἀπο-
5469κτηθῶσι; Νὰ ζητηθῇ ἡ ἀκύρωσις τῶν πράξεων ἐκείνων τῆς
5470νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, τῶν ἐνεργηθεισῶν κατὰ τὸ πενθή-
5471μερον. Τοῦτο θὰ ἦτο ἀτοπώτατον. Ἀμφισβητεῖ τις τὸ κῦρος
5472τῶν πράξεων ἐκείνων κατ’ οὐσίαν; Βεβαίως ὄχι. Δὲν διεχει-
5473ρίζοντο τὴν ἐξουσίαν καλῇ τῇ πίστει οἱ Ὑπουργοὶ, οἱ ὑπο-
5474βαλόντες τὰ διατάγματα ἐκεῖνα πρὸς κύρωσιν κατὰ τὸ
5475διάστημα τὸ πενθήμερον; Ἀναμφισβήτητον καὶ τοῦτο. Λοι-
5476πὸν διατὶ θὰ σταματήσωμεν; Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Βό-
5477λου ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ κυρώσωμεν τὰς
5478πράξεις αὐτάς. Ἀλλὰ ποῦ εὑρίσκει τοῦτο; ποῦ εὑρίσκει
5479ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν τὴν διάταξιν, ἔστω καὶ
5480ἀποδίδοντες εἰς τὴν σημερινὴν διάταξιν ἡμῶν ἀναδρομικὴν
5481δύναμιν, τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1882, τοῦ ἀντικατα-
5482στήσαντος τὸ ἄρθρον τοῦ ἀστικοῦ νόμου, τὸ περὶ δημοσιεύσεως
5483τῶν νόμων; Ἐὰν δυνάμεθα κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ ψηφίσω-
5484μεν νόμους, ὅπως ἐψηφίσαμεν καὶ ἀπόψε, τῶν ὁποίων ἡ ἰσχὺς
5485ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερ-
5486νήσεως, ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι δυνάμεθα δι’ ἑνὸς νόμου
5487τοιούτου, ὁποῖος ὁ ὑποβληθεὶς, νὰ δώσωμεν ἰσχὺν εἰς τὸν
5488νόμον περὶ Ἀντιβασιλείας, τὸν ψηφισθέντα κατὰ τὸ 1895,
5489ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του. Ἐντεῦθεν εἰς οὐδὲν ἄτοπον περι-
5490πίπτομεν, ἐξ ἐναντίας ἀσφαλίζομεν τὴν δημοσίαν τάξιν ἐξ
5491ἑνὸς ἀτόπου, τὸ ὁποῖον ἤθελε γεννηθῆ κατόπιν ἁπλῆς παρα-
5492δρομῆς.
5493§282Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δέχομαι ὅτι, ἐὰν ἡ ὑπόθεσις εἰσήγετο
5494μέχρις Εἰδικοῦ Δικαστηρίου, δὲν εἶχον νὰ κινδυνεύσωσι τίποτε
5495οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, διότι δὲν πρόκειται περὶ δολίας προαιρέ-
5496σεως, πρόκειται περὶ παραδρομῆς, καὶ βεβαίως ἤθελε γείνῃ
5497ἡ προσήκουσα ἐκτίμησις τῆς παραδρομῆς ταύτης. Ἀλλὰ
5498δὲν δέχομαι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀτ-
5499τικῆς, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει δολία προαίρεσις, δὲν ὑπάρχει
5500ποινικὴ εὐθύνη, διότι μόνον τὸ ἁρμόδιον δικαστήριον δύναται
5501νὰ ἐκτιμήσῃ, ἐὰν ὑπάρχῃ ποινὴ ἢ ὄχι· διότι, ἐὰν οὕτως ἑρ-
5502μηνεύωμεν, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν κάλλιστα, ὅτι καὶ ἡ παρά-
5503βασις τοῦ Συντάγματος ἐγένετο καλῇ τῇ πίστει. Ὁ κ. ἐξ
5504Ἀττικῆς συνάδελφος καὶ ὁ κ. ἐκ Μεσσήνης συνάδελφος
5505ὑπεστήριξαν ἐναντίαν γνώμην. Σέβομαι τὰς πεποιθήσεις
5506αὐτῶν, διότι ἕκαστος ἔχει ἴδιον τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι. Αἱ
5507ἀγορεύσεις ὅμως ἀμφοτέρων ἀντίκεινται ἐντελῶς πρὸς ὅσα οἱ
5508ἴδιοι εἶπον ἐν τῷ νόμῳ τῷ ἑρμηνευτικῷ περὶ ῥυμοτομίας.
5509§283ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὡμίλησα ἐγώ.
5510§284Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος καὶ πο-
5511λιτικός σας φίλος πολλὰ καὶ δίκαια εἶπε κατὰ τῶν ἑρμηνευ-
5512τικῶν νόμων. Ἀλλὰ τί ἄλλο εἶναι ὁ ψηφιζόμενος αὐτὸς νόμος
5513ἢ ἑρμηνευτικός; Δύνασθε νὰ ἔχητε τὴν γνώμην αὐτὴν, ἀλλὰ
5514βεβαίως, ἵνα ἦσθε συνεπὴς, ἔπρεπε νὰ ὑποστηρίξητε καὶ τὸν
5515ἑρμηνευτικὸν νόμον περὶ ὁδοποιΐας, διότι καὶ ἐκεῖνος εἶναι νόμος
5516ἑρμηνευτικὸς, μάλιστα ἐκεῖνος δὲν ἔχει τὸ ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον
5517ἔχει προσθέτως τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, διότι τὸ συζη-
5518τούμενον νομοσχέδιον ὑπερβαίνει καὶ τὰ ὅρια τῆς ἐνάρξεως
5519τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου. Δὲν ὑπεστήριξα καὶ ἐγώ, ὅτι ἡ παρά-
5520βασις ὑπάρχει καὶ μετὰ τὴν 20 Ἰουλίου, ἀλλὰ διὰ τὸ
5521μεταξὺ τῆς 15 καὶ 20 Ἰουλίου διάστημα ἡ παράβασις
5522εἶναι ἀναμφισβήτητος. Νομίζω δὲ, ὅτι οὐδὲ δι’ ἑρμηνευτι-
5523κοῦ νόμου δύναται νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία, ἐκτὸς ἐὰν θεωρηθῇ
5524συνταγματικὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς πλειονοψηφίας της
5525δύναται ἑκάστοτε διὰ τοιούτων νόμων νὰ παραβιάζῃ τὰ κε-
5526κτημένα δικαιώματα.
5527§285ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ παντὸς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου Βουλευτὴς
5528ἔπρεπε νὰ προσέξῃ εἰς τὸ πνεῦμα τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν
5529καὶ τῶν συνταγματικῶν πολιτευμάτων. Ἐνόμισεν ὅτι δὲν
5530δύναται νὰ ὑπάρξῃ παραβίασις νόμου, ὡς πρὸς τὴν ὁποίαν
5531νὰ δοθῇ ἄφεσις, καὶ ἐν τούτοις ἀκριβῶς τοῦτο ὑπαγορεύει τὸ
5532Συνταγματικὸν πολίτευμα. Δύναται ἡ νομοτελεστικὴ ἐξου-
5533σία ὑπὲρ συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ συμφέροντος τῆς
5534Πολιτείας νὰ παραβῇ ὡρισμένην νομοθετικὴν διάταξιν. Καὶ
5535βλέπομεν καθ’ ἡμέραν τοιαύτας παραβιάσεις διὰ βασιλικῶν
5536διαταγμάτων, μετὰ τὰ ὁποῖα ἔρχεται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία
5537καὶ δίδει ἄφεσιν. Καὶ περὶ μιᾶς τοιαύτης ἀφέσεως πρόκειται
5538ἐνταῦθα, οὐδὲ πρέπει νὰ συγχέῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου
5539τὸν ἐπικυρωτικὸν αὐτὸν νόμον μὲ τὸν νόμον τὸν ἑρμηνευτικόν.
5540Τί πρόκειται νὰ γείνῃ μὲ τὸν νόμον τὸν ἑρμηνευτικόν; πρό-
5541κειται νὰ δοθῇ διὰ τοῦ νόμου τούτου ὡρισμένη ἑρμηνεία,
5542ἐναντία ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθησαν τὰ δικαστήρια.
5543Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ἐπικυρωτικοῦ νόμου, ἐπικυροῦντος
5544πράξεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐπικυρωθῶσιν. Ἀλλὰ καὶ
5545ὅταν ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἑρμηνευτικοῦ νομοσχεδίου,
5546ἀκριβῶς εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα λίαν προσεκτικοὶ εἰς τοὺς
5547νόμους τοὺς ἑρμηνευτικούς, μόνον δὲ ὅταν πρόκειται δι’ ἑνὸς
5548τοιούτου νόμου νὰ ἐξασφαλισθῶσι συμφέροντα ὑπέρτατα τοῦ
5549Κράτους ἢ ἡ δημοσία τάξις, τότε μόνον ἐπιτρέπεται νὰ ὑπο-
5550βληθῇ νόμος ἑρμηνευτικός. Καὶ τοιαύτη ἡ προκειμένη περί-
5551πτωσις.
5552(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον
5553καὶ σύνολον, εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως.
5554Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ
5555συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤ-
5556ῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀτελείας τῶν ἐκ τῆς πε-
5557διάδος Ἄρτης εἰσαγομένων εἰς Ἄρταν προϊόντων.
5558Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτή, κατ’ ἀρ-
5559χήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς γʹ συζήτησιν, ὡς ἐτρο-
5560ποποιήθη κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν, ἡ πρότασις νόμου
5561περὶ τοῦ ἐν Ληξουρίῳ Πετριτσείου Γυμνασίου).
5562§286ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἑπόμενα δύο νομοσχέδια, ὑπ’ ἀριθ. 18
5563καὶ 19, ἀναβάλλονται.
5564Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἐφηβείου Ἀβέρωφ.
5565(Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤ-
5566ῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ
5567ἄρθρα 1–6, ὡς ἔχουσι).
5568§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἐν τῷ
5569Σωφρονιστηρίῳ ἐκτίοντες τὴν ποινὴν αὐτῶν ἀνήλικοι, ὑπερ-
5570βάντες τὸ 18ον ἔτος τῆς ἡλικίας, πέμπονται εἰς ἕτερον ἐν-
5571τελῶς κεχωρισμένον τμῆμα τῶν αὐτῶν φυλακῶν, ὅπως δια-
5572νύσωσι τὸ ὑπόλοιπον τῆς ποινῆς αὐτῶν. Ἐν τῷ αὐτῷ τοῦ
5573Σωφρονιστηρίου τμήματι ἐκτίουσι τὴν ποινὴν αὐτῶν, μέχρι
5574τῆς συμπληρώσεως τοῦ 21ου ἔτους, καὶ οἱ καταδικασθέντες
5575ἀνήλικοι, οἱ ὑπερβάντες τὸ 18ον ἔτος τῆς ἡλικίας αὐτῶν, ἐὰν
5576κατεδικάσθησαν εἰς φυλάκισιν ἐλάσσονα τῶν τριῶν ἐτῶν δι’
5577ἀποφάσεως τῶν ἐν Ἀθήναις ποινικῶν δικαστηρίων.»
5578§288ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὴν δευτέραν περίοδον τοῦ ἄρθρου
5579τούτου, ὅταν εἷς εἰκοσαετὴς κατεδικάσθη εἰς τριετῆ φυλάκι-
5580σιν, θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Ἐφηβεῖον καὶ θὰ μείνῃ ἓν ἔτος. Τὰ
5581δύο ἕτερα ἔτη ποῦ θὰ τὰ ἐκτίσῃ;
5582§289ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερι-
5583κῶν). Εἰς ἄλλας φυλακάς.
5584§290ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἐλάττωμα τοῦ νόμου, διότι ὅλα
5585τὰ καλά, τὰ ὁποῖα ἀναμένομεν ἐκ τῆς ἐκτίσεως τῆς ποινῆς
5586εἰς τὸ Ἐφηβεῖον Ἀβέρωφ, θὰ ἀπολεσθῶσιν ἐκ τῆς μεταφορᾶς
5587τοῦ καταδίκου εἰς ἄλλας φυλακάς. Παρακαλῶ, κατὰ τὴν
5588δευτέραν ἀνάγνωσιν νὰ διορθωθῇ ἡ ἔλλειψις αὕτη.
5589(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7 ἄνευ ἑτέρας παρατη-
5590ρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ
5591ἄρθρα 8 καὶ 9, ὡς ἔχουσι).
5592§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
5593§292ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἤμεθα τόσον ἀπο-
5594κλειστικοί, ὡς πρὸς τὰ προσόντα τοῦ ἱερέως. Ἐγὼ νομίζω,
5595ὅτι δύναται νὰ ἦναι καὶ διδάκτωρ τῆς Φιλοσοφίας, διακού-
5596σας τὴν σειρὰν τῶν θεολογικῶν μαθημάτων. Ὑπάρχουσι δὲ
5597πολλοὶ κληρικοί, ἔχοντες τὸ προσὸν τοῦτο καὶ ὄντες κατάλ-
5598ληλοι νὰ διορισθῶσιν εἰς τοιαύτας θέσεις καὶ πολὺ ἀνωτέρας.
5599Ὥστε θὰ παρεκάλουν, εἰ δυνατόν, νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ
5600οὗτοι.
5601(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀνα-
5602γινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς
5603καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ
5604ἀντιῤῥήσεως).
5605§293ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ δύο ἑπόμενα νομοσχέδια, ὑπ’ ἀριθ. 21
5606καὶ 22, ἀναβάλλονται.
5607Συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ εἰς γʹ ἀνάγνωσιν ψηφι-
5608σθέντος νομοσχεδίου περὶ δημολογιστῶν (ἀναγινώσκεται).
5609§294Ν. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ συναρ-
5610μολογηθὲν νομοσχέδιον παρελείφθησαν αἱ ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου
56113 κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν αὐτοῦ, κατ’ ἀπόφασιν τῆς
5612Βουλῆς, προστεθεῖσαι λέξεις «ἢ τέλος ὡς δικηγόρος».
5613§295ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Θέλουσι προστεθῆ.
5614§296ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Ἐπίσης εἰς τὴν τελευταίαν γραμμὴν τοῦ
5615αὐτοῦ ἄρθρου ὑπάρχει καὶ ἄλλη παράλειψις· ἀντὶ «ταμείου
5616αʹ τάξεως», πρέπει νὰ τεθῇ «ταμείου αʹ ἢ βʹ τάξεως», ὡς
5617ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ ἄρθρου.
5618§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει προστεθῆ καὶ αὐτό. Παρελείφθησαν
5619ἐκ τυπογραφικῆς ἀβλεψίας.
5620(Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ
5621συζήτησιν, μετὰ τῶν ἀνωτέρω διορθώσεων).
5622§298ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ
5623προσωπικοῦ τῆς ἐξωτερικῆς ὑπηρεσίας τῶν δασῶν.
5624§299Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἀνα-
5625βληθῇ.
5626§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
5627Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς
5628μεταξὺ τῆς Γεν. Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλε-
5629γράφων καὶ τῆς ἐν Λίβερπουλ ἑδρευούσης ἀτμοπλοϊκῆς ἑται-
5630ρίας «Mediterranean and New-York Steamship
5631Company Limited» συμβάσεως.
5632(Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ
5633ἀντιῤῥήσεως).
5634§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖον νομοσχέδιον τώρα ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ
5635νὰ ψηφίσωμεν;
5636§302Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ν’ ἀνα-
5637βληθῇ τὸ περὶ συστάσεως γεωργικῶν σταθμῶν, καὶ νὰ ἔλ-
5638θωμεν εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 27 τῆς ἡμερησίας διατάξεως «περὶ
5639τροποποιήσεως τοῦ περὶ ἀστυνομίας νόμου», ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ
5640ἀντίῤῥησις.
5641§303Γ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ
5642θὰ γείνωσι τροπολογίαι, καὶ διὰ τοῦτο καλὸν εἶναι νὰ ἀνα-
5643βληθῇ.
5644§304ΡΑΛΛΗΣ. Ἂς συζητηθῇ.
5645§305Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν πρό-
5646κειται νὰ γείνουν ἀντιῤῥήσεις, ἂς ἀναβληθῇ.
5647§306ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ συζητηθῇ.
5648§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
5649τροποποιήσεως τοῦ περὶ ἀστυνομίας νόμου.
5650Ὁ κ. Ρωμάνος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
5651§308ΡΩΜΑΝΟΣ. Μεθ’ ὅσα εἶπε περὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ
5652στρατιωτικῆς ἀστυνομίας κατὰ τὴν δευτέραν αὐτοῦ ἀνάγνω-
5653σιν ὁ ἐκ Παρνασσίδος ἀξιότιμος Βουλευτὴς, θὰ ἐνόμιζον
5654περιττὸν νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ ὀλίγα τινὰ σήμερον, ἐὰν δὲν
5655εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Κρα-
5656ναίας, νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς καταργήσεως θεσμοῦ,
5657ὅστις ἐπεσπάσατο τὴν ἐπιδοκιμασίαν πάντων τῶν συμπολι-
5658τῶν μου.
5659Ὅτε πρὸ ἡμερῶν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἀπήν-
5660τησεν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἐκ Φθιώτιδος ἀξιοτίμου συναδέλφου
5661περὶ τῶν γενομένων μεταθέσεων τῶν ἀστυνόμων, καὶ ἔπλεξε
5662τὸ ἐγκώμιον τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἐνόμιζον ὅτι τὸ
5663νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἤθελεν ἐπιψηφισθῆ. Λυποῦμαι ὅτι
5664ἠπατήθην, καὶ λυποῦμαι τόσῳ μᾶλλον, καθόσον φρονῶ, ὅτι
5665καὶ μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς
5666ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας σχετικῶς ἐπέτυχε.
5667Λέγω ὅτι σχετικῶς ἐπέτυχεν, ἐπειδὴ, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν
5668ἐπαρχίαν, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, ἡ ἀστυνομία
5669ἐξηκολούθησε νὰ ἐκτελῇ τὸ καθῆκόν της, ἰδίως δὲ κατὰ τὰς
5670δημοτικὰς ἐκλογὰς ἐπέδειξε μεγίστην ἀμεροληψίαν. Καὶ ἐχα-
5671λαρώθη μὲν ἐσχάτως ὁ ζῆλος τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, καὶ
5672οὐκ ὀλίγαι διεπράχθησαν κλοπαὶ ἐν Ἀργοστολίῳ καὶ Λη-
5673ξουρίῳ, ἃς ὤφειλε νὰ προλάβῃ ἡ ἀστυνομία, τοῦτο ὅμως
5674προῆλθε πρὸ πάντων ἐκ τῆς πεποιθήσεως περὶ προσεχοῦς κα-
5675ταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἥτις κατ’ ἀνάγκην
5676εἶχεν ὡς συνέπειαν τὴν ὀλιγωρίαν τῶν παυθησομένων ἀστυ-
5677νομικῶν ὑπαλλήλων.
5678Οἱ συμπολῖταί μου ἐνθυμοῦνται τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐλει-
5679τούργει ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, φρίττουσι δὲ, σκεπτόμενοι
5680ὅτι ἡ ἐποχὴ ἐκείνη δύναται νὰ ἐπανέλθῃ. Δυνάμεθα νὰ εἴ-
5681πωμεν, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς ἐξοχὰς, ἀστυνομίαν δὲν εἴχο-
5682μεν ἐν Κεφαλληνίᾳ πρὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἤρχισε νὰ λει-
5683τουργῇ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία. Ἡ ἀσφάλεια τῆς ζωῆς
5684καὶ περιουσίας τῶν πολιτῶν ἦτο εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἐγ-
5685κληματιῶν, οἵτινες ἐσχημάτιζον συμμορίας, ἐμπνεούσας τὸν
5686τρόμον εἰς τοὺς φιλησύχους πολίτας. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν
5687πόλιν τοῦ Ἀργοστολίου, ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία ἦτο ὡς ἐπὶ
5688τὸ πλεῖστον εἰς τὰς χεῖρας τῶν φανατικωτέρων φίλων τῆς ἐν
5689ἰσχύϊ μερίδος καὶ εἶχεν ὡς προορισμὸν νὰ πιέζῃ τοὺς ἀντι-
5690θέτους. Οὐδεμίαν ἐξήσκει ἐπίβλεψιν ἐπὶ τῆς ἀγορᾶς, ἥτις
5691εὑρίσκετο ἐν πλήρει παραλυσίᾳ, κατὰ τὰς ἐκλογὰς δὲ ἰδίως
5692ἐχρησίμευεν ὡς τὸ κυριώτερον ὄργανον τῆς πιέσεως τῆς ἑτέ-
5693ρας τῶν διαμαχομένων μερίδων. Ὡς ἐκ τούτου ἅμα ἠκού-
5694σθη ἐν Κεφαλληνίᾳ, ὅτι πρόκειται νὰ καταργηθῇ ἡ στρα-
5695τιωτικὴ ἀστυνομία, συνῆλθε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, καὶ
5696ἐξέδοτο ψήφισμα, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ
5697ἀναγνώσω εἰς τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει):
5698«Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ δήμου Κρανίων, συνελθὸν
5699εἰς ἔκτακτον συνεδρίασιν ἐν τῷ δημαρχικῷ καταστήματι
5700σήμερον, τὴν 19 Φεβρουαρίου 1896, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν
5701πρότασιν τοῦ προέδρου αὐτοῦ, ὅπως ἐκφρασθῇ εὐχὴ ὑπὲρ τῆς
5702διατηρήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ
5703θεωροῦν ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος πληρέστατα ηὐδοκίμησεν, ἅτε
5704ἐγκαθιδρύσας τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν ἐν τῷ τόπῳ καὶ
5705ἐπανορθώσας τὰ ἄτοπα τοῦ προηγουμένως ἰσχύοντος θεσμοῦ
5706τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, καὶ ὅτι ἐκφράζει τὴν ἐπιθυμίαν
5707τῶν κατοίκων τοῦ δήμου, ἀναφέρεται πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν
5708Βασιλέα καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνή-
5709σεως, καὶ εὔχεται ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς
5710στρατιωτικῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς ἀνασυστάσεως τοῦ Ἀρχη-
5711γείου τῆς Χωροφυλακῆς.»
5712Ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, Κύριοι, ηὐδοκί-
5713μησε πληρέστατα ἐν Κεφαλληνίᾳ, διότι ἀποκατέστησε τὴν
5714τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν. Οἱ ἐγκληματίαι κατεδιώχθησαν
5715ἀμειλίκτως, οἱ φυγόδικοι καὶ φυγόποινοι ἠναγκάσθησαν νὰ
5716προσέλθωσιν ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, ἔπαυσαν αἱ κλοπαὶ καὶ
5717τὰ λοιπὰ ἀδικήματα, καὶ ἐνόησεν ὁ τόπος, ὅτι ὑπάρχει μία
5718ἀρχὴ, προλαμβάνουσα τὰ ἐγκλήματα καὶ καταδιώκουσα
5719τοὺς ἐγκληματίας. Οἱ φιλότιμοι ἀξιωματικοί, εἰς οὓς εἶχον
5720ἀνατεθῆ τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα, ἐνήργουν μετ’ ἐκτάκτου
5721ζήλου καὶ μετὰ μεγίστης ἀμεροληψίας, ἰδίως δὲ διεκρίθησαν
5722μεταξὺ αὐτῶν ὁ ταγματάρχης κ. Γιοῦρος καὶ ὁ ἀνθυπολο-
5723χαγὸς κ. Κατσιμίδης, οἵτινες, ἀναχωροῦντες ἐκ Κεφαλληνίας,
5724ἔλαβον πλεῖστα ὅσα δείγματα τῆς ἐκτιμήσεως τῶν κατοίκων.
5725Σημειωτέον ὅτι ὁ διευθυντὴς τῆς ἀστυνομίας ἐν Ἀργοστο-
5726λίῳ εἶχεν ὑπὸ τὰς διαταγάς του 15 μόνον ἀστυφύλακας, ἐνῷ
5727ὁ δήμαρχος ἐπὶ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας εἶχεν 60 κλητῆρας.
5728Ὅ,τι δὲ δὲν ἠδυνήθη νὰ κατορθώσῃ ὁ δήμαρχος διὰ τῶν 60
5729κλητήρων, τὸ κατώρθωσεν ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία διὰ τῶν
573015 ἀστυφυλάκων· περιέστειλε δηλαδὴ τὰς κλοπὰς καὶ τὰς
5731παραβάσεις τοσοῦτον, ὥστε, ἐνῷ κατ’ ἀρχάς, κατὰ τὰς πρώ-
5732τας ἑβδομάδας, καθ’ ἃς ἐλειτούργησεν ἡ στρατιωτικὴ ἀστυ-
5733νομία, ὑπῆρχον 30 παραβάσεις, ἐκδικαζόμεναι ἐν τῷ Πται-
5734σματοδικείῳ καθ’ ἑβδομάδα, μετ’ ὀλίγους μῆνας δὲν ὑπῆρχον
5735ἢ μία ἢ δύο κατὰ μῆνα.
5736Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου πρόκειται νὰ καθιε-
5737ρωθῇ μικτὴ ἀστυνομία, δημοτικὴ μὲν ἐν ταῖς ἐξοχαῖς, διοι-
5738κητικὴ δὲ ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν· καὶ δύναται μὲν
5739ὁ Ὑπουργὸς νὰ διορίσῃ καὶ ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν
5740ἀξιωματικούς, καὶ ἐλπίζω νὰ διορίσῃ μόνον ἀξιωματικούς,
5741ἔχει ὅμως, κατὰ τὸ ἄρθρον 16, τὸ δικαίωμα νὰ διορίσῃ καὶ
5742δικηγόρους. Ἐν τῇ διατάξει ταύτῃ πρὸ πάντων, φρονῶ ὅτι
5743ἔγκειται τὸ πλημμελὲς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἐφ’
5744ὅσον ἡ διεύθυνσις τῆς ἀστυνομίας ἦτο ἀνατεθειμένη εἰς ἀξιω-
5745ματικούς, ἡ πολιτικὴ δυσκόλως θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ
5746τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Ἅμα ὅμως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέ-
5747διον τοῦτο, θὰ εὑρίσκηται ἡ ἀστυνομία κατ’ ἀνάγκην ὑπὸ τὴν
5748ἄμεσον ἐπίδρασιν τῆς κομματικῆς πολιτικῆς. Παρ’ ὅλην τὴν
5749σταθερότητα τοῦ χαρακτῆρος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσω-
5750τερικῶν, ἀμφιβάλλω ἐὰν θὰ δυνηθῇ ν’ ἀντιταχθῇ κατὰ τῶν
5751ἀπαιτήσεων τοῦ κόμματος, ὅταν οἱ κομματικοί του φίλοι ζη-
5752τήσωσι παρ’ αὐτοῦ τὸν διορισμὸν δικηγόρου ἢ ἄλλου ὑπαλ-
5753λήλου ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀφωσιωμένου εἰς τὰ συμ-
5754φέροντά των. Εἰς ὅλα τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη ὑπάρχει
5755ἐπίδρασις τῆς κομματικῆς πολιτικῆς ἐπὶ τῆς διοικήσεως, αἱ
5756Κυβερνήσεις ὅμως ἑκάστοτε ζητοῦσι διὰ νόμων νὰ θέσωσι
5757φραγμὸν εἰς τὴν ἐπίδρασιν ταύτην.
5758Τοῦτο ἐζήτησε καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη κατὰ
5759τὴν τελευταίαν δεκαετίαν ἢ δωδεκκετίαν. Τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον
5760εὑρίσκεται νῦν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἀντετάχθη καὶ κατ’ ἄλλων
5761νόμων, οἵτινες εἶχον ὡς σκοπὸν νὰ περιστείλωσι τὰς ἀπαιτή-
5762σεις τῶν κομμάτων, οἷοι οἱ περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων
5763νόμοι. Τὸ αὐτὸ κόμμα ἐπολέμησε καὶ κατήργησε τὸ Ἀρχη-
5764γεῖον τῆς Χωροφυλακῆς· σήμερον ἐπιδιώκει τὴν κατάργησιν
5765τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, οἵα ὑφίσταται μετὰ τὴν κα-
5766τάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς. Νομίζω ὅτι
5767ἡ Κυβέρνησις, ζητοῦσα ἵνα ἐπιψηφισθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν
5768νομοσχέδιον, πράττει ἐπιβλαβὲς ἔργον εἰς τὰ συμφέροντα
5769τῆς χώρας, νομίζω δὲ, ὅτι διὰ τῆς καταργήσεως τῆς στρα-
5770τιωτικῆς ἀστυνομίας καὶ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς,
5771ὡς καὶ διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ περὶ προσόντων τῶν ὑπαλ-
5772λήλων νόμου, δὲν συνέτεινε τὸ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ κόμμα εἰς τὴν
5773βελτίωσιν τῶν συνθηκῶν, ὑπὸ τὰς ὁποίας κυβερνᾶται ἡ ἡμε-
5774τέρα χώρα.
5775Καὶ ἐκ πεποιθήσεως καὶ ἐξ ὑποχρεώσεως, ἣν ἀνέλαβον
5776ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων μου, θὰ ψηφίσω κατὰ τοῦ ὑπὸ συζή-
5777τησιν νομοσχεδίου, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐθεώρησα καθῆκόν μου
5778νὰ διαμαρτυρηθῶ.
5779§309ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ἐγὼ ζητῶ τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου.
5780§310ΣΑΛΜΑΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἀναβολὴν ζητῶ.
5781§311Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἱστορία,
5782τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας ἐξέθηκεν, εἶναι τῷ
5783ὄντι ἀκριβής. Τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐν τῇ ἀρχῇ, ἐπο-
5784λέμησε πολλὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα εἶχε προτείνει ὁ
5785προκάτοχος Πρωθυπουργὸς κατὰ τὰ ἔτη 1883 καὶ 1884
5786καὶ καὶ κατὰ τὰ ἔτη 1887–1890 καὶ κατὰ τὰ ἔτη 1892
5787ἕως 1894. Καὶ ἐπολέμησεν ὡσαύτως καὶ τὸ νομοσχέδιον
5788περὶ ἀστυνομίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς τότε δὲν ἦτο ἐν Ἑλλάδι,
5789ἦτο ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀλλ’ ἀνεγίνωσκε, φαίνεται, τὰς ἐφημερίδας,
5790καὶ ἐμάνθανε τὸν πόλεμον αὐτὸν, καὶ διηγήθη ἀκριβῶς ὅσα
5791τότε ἀνεγίνωσκεν· ἀλλὰ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μὴ φοβῆται
5792πολὺ τὸ κόμμα αὐτὸ, διότι καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀν-
5793θρώπους ὁπωσοῦν χρηστοὺς καὶ κάπως φίλους τῆς τάξεως.
5794§312ΡΩΜΑΝΟΣ. Δὲν ἠμφισβήτησα τοῦτο.
5795§313Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἑπομένως καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν
5796Ἐσωτερικῶν θὰ φροντίσῃ νὰ μὴ ποιήσηται κακὴν χρῆσιν
5797τῶν ἐξουσιῶν ἢ τῶν ἀδειῶν, τὰς ὁποίας τῷ παρέχει ὁ νόμος.
5798Καὶ οἱ φίλοι τοῦ κόμματος, ὑποθέτω ὅτι ἔχουσι καὶ αὐτοὶ
5799οἰκογενείας, καὶ ἑπομένως ἔχουσι καὶ αὐτοὶ συμφέροντα ἐν
5800αὐτῷ τῷ τόπῳ, καὶ θέλουσιν εἶσθαι ὑπὲρ τῆς τάξεως, οὐδὲ
5801θέλουσιν ἐπιβληθῆ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα πράξῃ κακὰ, καὶ
5802ἄν τις ἐξ αὐτῶν ἤθελεν ἔχει ὑπερβαλούσας ἀπαντήσεις, ὑπο-
5803θέτω ὅτι καὶ αὐτὸς θὰ πεισθῇ νὰ μετριάσῃ αὐτάς. Ὥστε
5804παρακαλῶ νὰ μὴ ἀνησυχῆτε καὶ νὰ πείσητε καὶ τοὺς συμ-
5805πολίτας σας νὰ μὴ ἀνησυχῶσιν. Ἓν μόνον εἶναι τὸ δυσά-
5806ρεστον, ὅτι ἐγὼ δὲν ἔχω ἐνταῦθα τὰ περὶ τοῦ νομοσχεδίου
5807τούτου, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχω τὸ πρωτότυπον τοῦ νόμου
5808περὶ ἀστυνομίας, τὸ δὲ ἓν ἀντίτυπον, ὅπερ μοὶ ἔδωκαν,
5809εἶναι ἐσφαλμένον, ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον πρόκειται νὰ συζητηθῇ
5810εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ παρα-
5811καλέσω νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὐτοῦ ἐπὶ τὴν αὔριον.
5812§314ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
5813Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν
5814θέσεων τῶν βοηθῶν καὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐπιστα-
5815τῶν τῶν δημοσίων ἔργων.
5816§315Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἀνα-
5817βληθῇ καὶ αὐτό.
5818§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
5819Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως καὶ
5820τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν ἐκ τῶν τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον
5821τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ διεπόντων νόμων.
5822(Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον,
5823ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
5824§317ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου
5825περὶ ποιμνιοβοσκῆς.
5826(Γίνεται δεκτὴ κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον,
5827ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
5828§318ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκεῖ ἕως ἐδῶ, κύριε Πρόεδρε.
5829§319ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
5830Ὥρα 1 καὶ 20′ π. μ. τῆς ἐπιούσης.