1896.02.13
3,606 rows · 28,839 words · 146 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 15
Τῆς 13 Φεβρουαρίου 1896
(Τρίτη)
Ὥρα 4 καὶ 15′ μ. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμα).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ δήμου Πέτα τῆς ἐπαρχίας Ἄρτης διὰ ψηφίσματός του ἐκφράζει τὴν εὐχὴν, ἵνα τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως γαιῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ἐπεκταθῇ καὶ ἐν Ἠπείρῳ, ἰδίως δὲ ἐν τῷ δήμῳ Πέτα. Ὁ βουλευτὴς Τήνου κ. Μαυρομαρᾶς ὑποβάλλει: αʹ) Τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 34 § 1 τοῦ ΣΞΓʹ νόμου τῆς 16 Δεκεμβρίου 1867 περὶ ὁδοποιίας». βʹ) Πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 26 τοῦ ΧϞʹ νόμου περὶ μεταλλείων τῆς 22 Αὐγούστου 1861», μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. γʹ) Τροπολογίαν ἐπί τινων ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ μεταλλείων καὶ ὀρυχείων νόμων. Ὡσαύτως 17 Βουλευταὶ ἐκ Θεσσαλίας καὶ ἄλλων ἐπαρχιῶν ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ ͵ΒΤΘʹ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου. Πάντα ταῦτα θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 116–119).
§2ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ σταφιδοκάρπου, τὸ ὑπογραφὲν παρὰ πολλῶν Βουλευτῶν, παρακαλῶ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§3Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζω ἐὰν τὸ Προεδρεῖον ἔχῃ πληροφορίας περὶ τῶν ἐργασιῶν τῶν ἐπιτροπῶν. Ὑπάρχουσι πολλὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐστάλησαν εἰς αὐτάς· εἶναι τὰ δασονομικὰ, εἶναι τὰ γεωργικὰ, εἶναι τὰ ἐκπαιδευτικὰ, εἶναι τὰ δικαστικὰ, τὰ στρατιωτικὰ, τὰ ναυτικά. Ταῦτα πρέπει νὰ ἐπεξεργασθῶσιν αἱ ἐπιτροπαί.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ἐπιτροπαὶ καλοῦνται, ἀλλὰ δὲν συνέρχονται νὰ ἐργασθῶσι.
§5ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἀπὸ τῆς 3ης ὥρας εἴμεθα ἐνταῦθα, ἀλλὰ δὲν ἦλθον τὰ λοιπὰ μέλη.
§6ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Στρατιωτικῶν.
§7ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Πρέπει νὰ ληφθῇ μία πρόνοια· ἀπουσιάζουν μάλιστα τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας.
§8ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης ἀπουσιάζουσι πάντα ἐξ Ἀθηνῶν.
§9ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἄδικον ν’ ἀποφασίσωμεν νὰ καταργήσωμεν τὰς ἐπιτροπάς. Τὸ καλλίτερον ἤθελεν εἶσθαι, μετὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας θὰ λάβῃ τὸ Προεδρεῖον περὶ τῶν μὴ προσερχομένων, νὰ προβῇ εἰς ἀντικατάστασιν αὐτῶν. Ἄλλως ἂς μὴ διατηρῶμεν ἕνα θεσμὸν ἄχρηστον, ἂς τροποποιήσωμεν τὸν Κανονισμὸν καὶ ἂς παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα τῆς συστάσεως εἰδικῶν ἐπιτροπῶν διὰ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα χρήζουσι προεπεξεργασίας τινός. Πάντως ὅμως εἶναι ἀνάγκη ἐπὶ τῶν τοιούτων νομοσχεδίων νὰ ἐργασθῶσι προηγουμένως αἱ ἐπιτροπαί.
§10Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀνέφερε καὶ τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια· ἐπειδὴ εἶμαι πρόεδρος μιᾶς τῶν ἐπιτροπῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐστάλη ἓν τούτων, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ συνῆλθεν, ὅτι πάντα τὰ μέλη εἰργάσθησαν, ἀδιακρίτως κομματικῆς ἀποχρώσεως, καὶ φιλοτίμως καὶ ἐν πνεύματι μαρτυροῦντι ὅτι ἐπιθυμοῦσι νὰ συντελέσωσιν εἰς τὸ νὰ βοηθήσωσι τὴν Βουλήν. Ἐξελέγη δὲ τριμελὲς τμῆμα, διότι αἱ πληροφορίαι αἱ ζητηθεῖσαι παρὰ Βουλευτῶν ἐθεωρήθησαν ἀνεπαρκεῖς, ὅπως ἐκεῖνο συμπληρώσῃ ταύτας, μετὰ δὲ τοῦτο θὰ συνέλθωμεν εἰς σύσκεψιν, ὅπως ἐκ νέου συζητήσωμεν, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἐντὸς τῆς προθεσμίας, τῆς ταχθείσης ὑπὸ τῆς Βουλῆς, θὰ καταλήξωμεν εἰς ἓν συμπέρασμα. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ προσθέσω ὀλίγα τινά. Ἤκουσα διαμαρτυρομένους πολλοὺς τῶν συναδέλφων, ὅτι ἔρχονται, καὶ μὴ εὑρίσκοντες ἀπαρτίαν, ἀπέρχονται. Ἴσως ὅμως δὲν καλοῦνται πάντοτε ὅλα τὰ μέλη· καὶ ἔχω ἀφορμὴν νὰ εἴπω τοῦτο. Βεβαίως δὲν δίδεται ἡ δέουσα προσοχὴ εἰς τὰς ἐπιτροπὰς, ἀφοῦ μάλιστα ἡ Κυβέρνησις ἔδειξε τὴν καλὴν διάθεσιν νὰ δέχηται καὶ προτάσεις τῶν κ. Βουλευτῶν, καὶ εἶναι λυπηρὸν νὰ μὴ ἐνισχύωμεν τὴν καλὴν ταύτην πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ μὴ ὑποβοηθῶμεν τὸ νομοθετικὸν ἔργον αὐτῆς. Ἀλλὰ πρέπει νὰ παρακαλέσωμεν καὶ τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας νὰ ἔρχωνται, διότι, ἐὰν δὲν προεπεξεργασθῇ ἓν νομοσχέδιον, δὲν δύναται νὰ τύχῃ τῆς δεούσης συζητήσεως.
§11ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὐ μόνον τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια, ἀλλὰ καὶ πάντα τὰ λοιπὰ χρήζουσι προεξεργασίας, διὰ τοῦτο καθιερώθη ὁ θεσμὸς τῶν ἐπιτροπῶν, ὅστις πανταχοῦ ἐπικρατεῖ καὶ λειτουργεῖ ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἄνευ τῆς προεξεργασίας ταύτης εἶναι ἀδύνατον νὰ συζητηθῇ, ὡς δεῖ, ἓν νομοσχέδιον ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τῆς Βουλῆς· ἡ συζήτησις μεταβάλλεται τότε ἐνταῦθα εἰς διαλογικήν, ἄνευ πρακτικοῦ ἀποτελέσματος. Ἐνθυμεῖσθε, τί συνέβη χθὲς μὲ τὴν ἑρμηνείαν μόνην ἑνὸς ἄρθρου. Ἦτο ἀδύνατον νὰ καταλήξωμεν εἰς συμπέρασμα. Ἕκαστος ἐνόει ὅ,τι ἤθελε. Διὰ τοῦτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμισε καλὸν νὰ μεταῤῥυθμίσῃ τὸ λεκτικὸν, ἵνα ἐξαχθῇ ἓν νόημα· ἐὰν προεξειργάζετο αὐτὸ ἡ ἐπιτροπή, θὰ ἔβλεπον τὰ μέλη αὐτῆς, ὅτι ἦτο τοῦτο κακὴ μετάφρασις ἐκ τοῦ Γερμανικοῦ, θὰ ἐγίνετο δὲ ἡ προσήκουσα διόρθωσις τοῦ νομοσχεδίου καὶ θὰ ἀπηλλάσσετο ἡ Βουλὴ ἀπὸ δίωρον συζήτησιν. Ἐκ τούτου βλέπετε, ὁπόσον ἀναγκαία εἶναι ἡ προεξεργασία τῶν νομοσχεδίων, καὶ ἂν αὕτη ἦναι ἀναγκαία εἰς συνήθη νομοσχέδια, βεβαίως εἶναι ἀναγκαιοτάτη εἰς τὰ ἐπιφέροντα ῥιζικὰς μεταῤῥυθμίσεις, ὅπως εἶναι τὰ Θεσσαλικὰ, τὰ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, τὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ τὰ περὶ ἀνωνύμων ἑταιριῶν. Πρόκειται κατ’ αὐτὰ περὶ ῥιζικῶν μεταῤῥυθμίσεων, καὶ προκειμένου περὶ τοιούτων μεταβολῶν, μία ἁπλῆ συζήτησις ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τῆς Βουλῆς, μία ἀγόρευσις, ὅσον ἐπιτυχὴς καὶ ἂν ἦναι, ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναπληρώσῃ τὴν λεπτομερῆ καὶ ἐξηκριβωμένην ἐκείνην ἐργασίαν, ἡ ὁποία γίνεται ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς. Καὶ διότι, Κύριοι, ἄλλαι μὲν τῶν ἐπιτροπῶν, μὲ ὅλην τὴν προθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξαν μέχρι τοῦδε εἰς τὴν προεξεργασίαν τῶν εἰς αὐτὰς παρεπεμφθέντων νομοσχεδίων, δὲν κατώρθωσαν νὰ φθάσουν τόσον ταχέως εἰς τὸ τέρμα τῶν ἐργασιῶν των, διότι αὐτὴ ἡ φύσις τοῦ πράγματος δὲν ἐπέτρεπε τοῦτο, ὡς ἐπὶ τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων, καὶ διότι εἰς ἄλλας ἐπιτροπὰς ἔτυχε μέλη τινὰ νὰ κωλυθῶσιν ἐπὶ μίαν δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας νὰ προσέλθωσι καὶ ἐπιλάβωνται τῶν ἐργασιῶν των, δὲν εἶναι λόγος οὗτος οὔτε τὸν θεσμὸν τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐπιτροπειῶν νὰ θέσωμεν εἰς ἀργίαν, οὔτε τὰ νομοσχέδια νὰ εἰσαγάγωμεν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν ἐν τῇ ὁλομελείᾳ συζήτησιν, ἄνευ τῆς τοιαύτης προεξεργασίας. Καὶ θὰ ἐνόουν, Κύριοι, τὸ παράπονον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν πράγματι εἴχομεν ἤδη ἐξαντλήσει ὅλην τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, δηλαδὴ ὅλα τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐν αὐτῇ ἀναγεγραμμένα, εἴτε διελθόντα διὰ τῶν ἐπιτροπῶν, εἴτε καὶ μὴ κριθέντα ἄξια νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς αὐτὰς, ἀλλ’ εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς, — ὡς θέλετε ἐκλάβετε το — εἴχομεν ἱκανὴν ἀκόμη ἐργασίαν ἀναγεγραμμένην ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Μέχρι τῆς ἐξαντλήσεως αὐτῆς, ἴσως καὶ πρὸ τούτου, θὰ ἔχωμεν πολλὰ νομοσχέδια, ἤδη ἐπεξεργαζόμενα ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἦτο καιρὸς, ἵνα ἀπευθυνθῇ παράπονον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς βλέπει τὴν προθεσμίαν, μεθ’ ἧς ἡ ὁλομέλεια τῆς Βουλῆς ἐξακολουθεῖ ἐπεξεργαζομένη καὶ συζητοῦσα τὰ νομοσχέδια, τὰ ἤδη ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἐγὼ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ αὐτὴ προθυμία θέλει παρατηρηθῆ καὶ ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς. Ἡ ἐργασία ἡμῶν δὲν θέλει ἐξαντληθῆ τόσον εὐκόλως, ὥστε νὰ καταφύγωμεν διὰ τοῦτο καὶ μόνον εἰς τὸ μέγα αὐτὸ ἄτοπον, νὰ θέσωμεν δηλαδὴ εἰς παντελῆ ἀργίαν κοινοβουλευτικὸν θεσμὸν, ὅστις πανταχοῦ καὶ πάντοτε λειτουργεῖ ἐπ’ ἀγαθῷ καὶ τοῦ Κοινοβουλίου αὐτοῦ καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας ἀφορῶσι τὰ εἰς τὰς ἐπιτροπὰς παραπεμπόμενα νομοσχέδια.
§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι εἶναι ἀληθὴς ἀργολογία, νὰ ἐπιδεικνύωνται οἱ κίνδυνοι, οἵτινες ἀπειλοῦσι τὴν πλήρη καὶ ὅσον εἶναι δυνατὸν ἐπαρκεστέραν ἐξέτασιν τῶν νομοσχεδίων, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελον ἀφεθῆ αἱ ἐπιτροπαὶ εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰς αὐτὰς ἀπεστάλησαν. Λέγω ἀργολογία ἢ ματαιολογία, διότι κατὰ τοὺς χρόνους τούτους ἡ προθυμία, μεθ’ ἧς διεξάγομεν, καὶ ὁ ζῆλος, μεθ’ οὗ ἐπιζητοῦμεν τὴν πληρεστέραν καὶ λεπτομερεστέραν ἔρευναν τῶν νομοσχεδίων, ἀποτελεῖ ἀληθῆ ἔνδειξιν τῆς ἀκωλύτου καὶ πλήρους λειτουργίας τῆς νομοθετικῆς ἁρμοδιότητος ἡμῶν. Εἶναι λοιπὸν ματαιολογία νὰ λέγωσί τινες, ὅτι πρόκειται νὰ καταλύσωμεν τὸ σύστημα τῶν ἐπιτροπῶν, νὰ ἐπαινῶσι καὶ νὰ ἐκθειάζωσι τὸν θεσμὸν τῶν ἐπιτροπῶν καὶ τὴν προεξέτασιν ἐν αὐταῖς. Διότι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν χρησιμότητα τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐπιτροπῶν, ἐφ’ ὅσον εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ ἔχωμεν ἐπιτροπὰς, διότι ταύτας κατέστησεν ὁ Κανονισμὸς, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιθυμήσῃ τις νὰ ὑπεκφύγῃ τὴν προεξέτασιν τῶν ἐπιτροπῶν, — καὶ ἂν θέλῃ νὰ ὑπεκφύγῃ αὐτὴν — ἐν ὅσῳ δὲν ἤθελον ἀποδειχθῆ, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ δὲν ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκόν των. Ὥστε δὲν πρόκειται περὶ καταλύσεως τοῦ θεσμοῦ, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου συνηγόρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης. Ὅλα, ὅσα εἶπεν, εἶναι ὀρθὰ, τὰ ἀναγινώσκει τις προχείρως εἰς πᾶν σύγγραμμα, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη, περὶ κανονισμοῦ τῶν ἐργασιῶν τῶν νομοθετικῶν σωμάτων, ἀλλὰ δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβῃ αὐτὰ καὶ διὰ ζώσης φωνῆς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης. Ἡμεῖς ἐδέχθημεν νὰ παραπεμφθῶσι τὰ νομοσχέδια πάντα εἰς τὰς ἐπιτροπὰς, οὐδέποτε καὶ ἐπὶ οὐδενὸς νομοσχεδίου προεβάλομεν ἀντίῤῥησιν, ἀλλὰ παρακαλοῦμεν νὰ μὴ παραταθῇ ἡ προεξέτασις αὕτη μέχρι τοῦ μηνὸς Ἰουνίου, διότι τότε δὲν θέλει εἶσθαι παροῦσα ἡ Βουλὴ, ἵνα συνεδριάζῃ. Πρέπει λοιπὸν νὰ συναρμολογήσωμεν τὴν προεξέτασιν, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαία νὰ γένηται εἰς τὰς ἐπιτροπὰς, μὲ τὸ καθῆκον τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν καὶ ἀποδεχθῶμεν ἢ καὶ τροποποιήσωμεν ἢ καὶ ἀποῤῥίψωμεν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶχον παραπεμφθῆ καὶ προεπεξεργασθῆ ὑπὸ τῶν ἐπιτροπῶν. Καὶ ἐπειδὴ μέχρι τοῦδε ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Δικαιοσύνης δὲν συνῆλθεν οὔτε ἅπαξ, ὅπως ἐπιλάβηται τῆς ἐπεξεργασίας τῶν εἰς αὐτὴν παραπεμφθέντων νομοσχεδίων, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν συνῆλθεν οὔτε ἅπαξ, ὅπως ἐπεξεργασθῇ τὰ εἰς αὐτὴν παραπεμφθέντα νομοσχέδια, ἐποιησάμην παρατήρησιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ἵνα ληφθῶσι τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, ὅπως συνέλθωσιν αἱ ἐπιτροπαὶ καὶ ἐργασθῶσιν. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνέλθῃ, διότι τυγχάνουσιν ἀπόντα τὰ μέλη αὐτῆς εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἐνδέχεται νὰ ἔλθωσι σήμερον καὶ νὰ ἐπιληφθῶσι τοῦ ἔργου των, ἢ ἄλλως ἂς σχηματίσῃ ὁ κύριος Πρόεδρος μίαν εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ ἐπεξεργασθῇ τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια· ἀλλὰ νὰ περιμένωμεν ἀπρακτοῦντες, ἕως ὅτου ἔλθωσιν ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας τὰ ἀπόντα μέλη, διὰ νὰ ἐργασθῶσιν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων καὶ μᾶς ὑποβάλωσιν ἐκθέσεις, εἶναι τὸ αὐτὸ, ὡς ἂν ἠθέλομεν νὰ θέσωμεν τὰ νομοσχέδια κατὰ μέρος· τοῦτο δὲ δὲν τὸ δεχόμεθα, καὶ ὑποθέτομεν, ὅτι δὲν θέλει δεχθῆ αὐτὸ οὔτε ἡ πλειοψηφία. Ἐὰν πρόκειται περὶ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, οἱ Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, αὐτοὶ θέλουσιν ἔχει τὸ ἐνδιαφέρον, ἵνα ἐργασθῶσι μετὰ τῶν συναδέλφων των, τῶν ἀποτελούντων μέρος εἰς τὰς ἐπιτροπὰς ἐκ τῆς τάξεως τῶν ἀντιπολιτευομένων, καὶ νὰ ἐπεξεργασθῶσι τὰ νομοσχέδια, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἡμεῖς κατὰ τὴν νομοθετικὴν λειτουργίαν τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου οὐδεμίαν ἐκφράζομεν ἐπιθυμίαν ἢ σύστασιν εἰς τοὺς Βουλευτὰς, ἀφήνομεν δ’ αὐτοὺς ἐλευθέρους νὰ κρίνωσι καὶ ἀποφαίνωνται ὡς ἂν βούλωνται. Τὸ νομοθετεῖν δὲν εἶναι πολιτεύεσθαι, ἡ νομοθετικὴ ἐργασία δὲν εἶναι πολιτική, εἰμὴ ἐὰν πρόκειται περὶ νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἐφάπτονται τῆς γενικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους, καὶ ἄνευ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι δὲν δύναται νὰ σταθῇ. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε, ὅπως φροντίσητε, ἢ νὰ συνέλθωσιν αἱ ἐπιτροπαὶ αὗται καὶ ἐπιλάβωνται τῆς ἐπεξεργασίας τῶν εἰς αὐτὰς παραπεμφθέντων νομοσχεδίων, εἴτε νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ νέα, ἢ νὰ τάξητε εἰς αὐτὰς προθεσμίας τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν, ὅπως εἰσαγάγωσιν ἐντὸς αὐτῶν τὰς ἐκθέσεις των, ἢ ἄλλως νὰ ἀναγραφῶσι τὰ νομοσχέδια ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τάσσομεν προθεσμίαν τριῶν ἡμερῶν· ἐὰν δὲ ἐντὸς αὐτῆς δὲν ὑποβληθῶσιν αἱ ἐκθέσεις τῶν ἐπιτροπῶν, θέλουσιν ἀναγραφῆ τὰ νομοσχέδια εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§14ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ, ὅταν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤρξατο ὁμιλῶν καὶ παρατηρῶν εἰς ἐμὲ, ὅτι ἐξέφερα ἰδέας γνωστὰς, τὰς ὁποίας καὶ εἰς τὰ συγγράμματα περὶ λειτουργίας τῶν κοινοβουλευτικῶν πολιτευμάτων δύναται νὰ ἀναγνώσῃ τις, ἐνόμιζον ὅτι, μὴ ἀναγινώσκων τοιαῦτα συγγράμματα, ἤθελε διαφωνήσει πρὸς ἐμέ. Βλέπω ὅμως, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεστήριξε καὶ αὐτὸς τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ ἀνέπτυξα, ὅτι δηλ. δὲν πρέπει νὰ καταστήσωμεν ἁπλοῦν γράμμα τὸν θεσμὸν τῶν ἐπιτροπῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ φροντίζωμεν, ὅπως αὗται ἐπεξεργάζωνται τὰ ὑποβαλλόμενα εἰς τὴν Βουλὴν νομοθετήματα, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον διεφώνησα πρὸς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅτι, ἐπειδὴ παρουσιάζονται δυσχέρειαι εἰς τὴν ἐργασίαν τῶν ἐπιτροπῶν, πρέπει νὰ καταφύγωμεν ἀμέσως εἰς τὴν ἀναγραφὴν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῶν εἰς τὰς ἐπιτροπὰς παραπεμφθέντων νομοσχεδίων. Συμφωνοῦμεν δὲ, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο πρέπει νὰ ᾖναι τὸ ἀπωτέρω, πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ μόνον ὅταν ἀπελπισθῶμεν περὶ τῆς ἐργασίας τῶν ἐπιτροπῶν. Πρὶν δὲ φθάσωμεν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, ὀφείλομεν νὰ διατρέξωμεν τὰ ἄλλα δύο μέτρα, τὴν προσπάθειαν ὅπως ἐργασθῶσιν αἱ ἐπιτροπαὶ, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ προσπάθεια αὕτη δὲν ἀπολήξῃ εἰς ἀποτέλεσμα, τὸν σχηματισμὸν εἰδικῶν ἐπιτροπῶν πρὸς μελέτην τῶν διαφόρων νομοσχεδίων. Πρέπει σπουδαίως νὰ σκεφθῶμεν κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ καταστήσωμεν δυνατὴν τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν νομοσχεδίων, ἀφοῦ ἀπεδείχθη ὅτι αἱ σήμερον λειτουργοῦσαι ἐπιτροπαὶ δυσκόλως δύνανται νὰ ἐκτελέσωσι τὴν ἐργασίαν των ταύτην. Τοῦτο ὑπεστήριξα, καὶ νομίζω ὅτι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐξ ὅσων εἶπε, δὲν διεφώνησε. Καθῆκον δὲ τοῦ Προεδρείου εἶναι τοῦτο, ὅπως φροντίσῃ περὶ τούτου, προσκαλοῦν τὰ μέλη τῶν ἐπιτροπῶν, οὐχὶ διὰ τῆς κυκλοφορίας ἑνὸς φύλλου χάρτου, ἀλλὰ δι’ ὀνομαστικῆς προσκλήσεως, ἀποστελλομένης εἰς τὰς οἰκίας αὐτῶν, καὶ διὰ τῆς ὁποίας νὰ ὑποδεικνύηται ἡ ἀπόλυτος ἀνάγκη τῆς παρουσίας αὐτῶν εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς ἐπιτροπῆς.
§15ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης, παρατηρῶ ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ συνέλθῃ αὕτη, καθόσον τὰ περισσότερα τῶν μελῶν αὐτῆς ἀπουσιάζουσι τῶν Ἀθηνῶν, κατὰ συνέπειαν, ἐπειδὴ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, εἶναι σοβαρὰ καὶ σπουδαῖα, νομίζω ὅτι ἀμέσως σήμερον πρέπει νὰ συστηθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ παραπεμφθῶσι ταῦτα, καὶ ταχθῇ προθεσμία πενθήμερος ἢ ἑξαήμερος, ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§16ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προέτεινεν, ὅπως ταχθῇ προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας αἱ ἐπιτροπαὶ νὰ ὑποβάλωσι τὰς ἐκθέσεις των ἐπὶ τῶν παραπεμφθέντων εἰς αὐτὰς νομοσχεδίων· ἀλλ’ ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔσπευσαν νὰ δώσουν τινὲς τῶν συναδέλφων, οἵτινες ἀποτελοῦσι μέρος τῶν ἐπιτροπῶν, πλεῖστα ὅσα μέλη τῶν διαφόρων ἐπιτροπῶν ἀπουσιάζουσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των. Ἐὰν λοιπὸν ταχθῇ προθεσμία, ἡ προθεσμία αὕτη θὰ διαῤῥεύσῃ ἀσκόπως, καὶ μόνον θὰ ἔχωμεν ἀπώλειαν τῶν ἡμερῶν, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ προσδοκῶμεν, ὅπως ἐπανέλθωσιν ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν τὰ ἀπουσιάζοντα μέλη τῶν ἐπιτροπῶν. Νομίζω ὅτι τὸ Προεδρεῖον εὑρίσκεται εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσῃ, τίνα ἐκ τῶν μελῶν τῶν διαφόρων ἐπιτροπῶν ἀπουσιάζουσι τῶν Ἀθηνῶν, ἐὰν δὲ τὰ ἀπουσιάζοντα μέλη ἦναι τοσαῦτα, ὥστε δὲν δύναται νὰ καταστῇ ἡ ἀπαρτία ἐκ τῶν παρόντων μελῶν εἰς ὡρισμένα τμήματα, ἀναγκαίως τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔχουσι παραπεμφθῆ εἰς τὰ τμήματα αὐτά, πρέπει νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς εἰδικὰς ἐπιτροπάς, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὴν ἐπεξεργασίαν των, ἀποφύγωμεν δὲ καὶ ἀπώλειαν χρόνου. Ὡς πρὸς τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια, ὀφείλω νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις, διότι καὶ περὶ τῆς τούτων ἐπεξεργασίας παρεπονέθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια παρεπέμφθησαν ἐνώπιον δύο εἰδικῶν ἐπιτροπῶν, καὶ εἰς μὲν τὴν ἑτέραν παρίσταμαι καὶ ἐγὼ, διότι τὸ Προεδρεῖον ἔκρινε νὰ ὀνομάσῃ καὶ ἐμὲ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης. Γνωρίζω δ’ ὅτι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐργάζονται πάντες μετὰ πάσης ἐπιμελείας, διότι πάντες θεωροῦσιν, ὅτι τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν διὰ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, πρέπει ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον νὰ ἐξετασθῶσι καὶ συζητηθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ, ὅπως ἀποφανθῇ αὕτη ἐπ’ αὐτῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐλησμόνησεν, ὅτι ὡρίσθη προθεσμία εἰς τὰς ἐπιτροπὰς ταύτας, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὤφειλον νὰ ὑποβάλωσι τὴν ἔκθεσίν των, ἡ δὲ προθεσμία δὲν διέῤῥευσεν ἔτι. Ἀληθῶς ἡ προθεσμία διέῤῥευσεν ὡς πρὸς τὴν ἑτέραν τῶν ἐπιτροπῶν, ἀλλ’ ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης ἐζήτησε παράτασιν προθεσμίας, καὶ ἐχορηγήθη αὕτη. Ἑπομένως διὰ τοὺς λόγους τούτους δὲν δύναται ν’ ἀπευθυνθῇ καμμία μομφὴ κατὰ τῶν δύο αὐτῶν ἐπιτροπῶν, εἰς τὰς ὁποίας παρεπέμφθησαν τὰ Θεσσαλικὰ νομοσχέδια.
§17ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι, ἂν πρόκειται ὄχι νὰ ἱκανοποιήσωμεν τυπικῶς τὴν ἀπαίτησιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ νὰ ἔχωμεν πραγματικὴν προεξέλεγξιν, δὲν πρέπει νὰ ἀρκώμεθα εἰς τὸ νὰ γίνεται αὐτὴ ἡ παραπομπὴ εἰς τὰς ἐπιτροπὰς, αἱ ὁποῖαι καταρτίζονται καθ’ ὃν τρόπον γνωρίζομεν ὅτι καταρτίζονται, ἄνευ βεβαίως πολλῆς μερίμνης περὶ τῶν προσώπων ἐκείνων, τῶν εἰδικῶν ἐπὶ ἑκάστου κλάδου, εἰς τὸν ὁποῖον ἀφορᾷ ὁ προορισμὸς ἑκάστης τῶν ἐπιτροπῶν, δὲν πρέπει νὰ ἀρκώμεθα εἰς τοῦτο καὶ νὰ νομίζωμεν ὅτι ἱκανοποιήσαμεν τὸν Κανονισμὸν διὰ τὴν προεπεξεργασίαν τῶν νόμων. Ἐὰν εἴπωμεν ὅτι παραπέμπονται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια, ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀποτελῆται ἀπὸ μέλη μὴ εἰδικὰ ἢ τυχὸν ἀπουσιάζοντα, ἢ δὲν θὰ κατορθώσῃ ἐγκαίρως νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της, ἢ, ἐὰν κατορθώσῃ, θὰ περιορισθῇ εἰς μίαν τυπικὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός της, καὶ τοιουτοτρόπως ἡ ἐκτέλεσις αὐτοῦ τοῦ τύπου δὲν ἔχει κανὲν σπουδαῖον ἀποτέλεσμα. Ἐγὼ, Κύριοι, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προσφύγωμεν εἰς ἄλλο, τὸ ὁποῖον καὶ ἀλλαχοῦ συμβαίνει, εἰς τὴν Ἀγγλίαν π. χ., δηλαδὴ νὰ κάμνωμεν χρῆσιν πρὸ παντὸς τῶν εἰδικῶν ἐπιτροπῶν, καὶ ἐπειδὴ ὁ Κανονισμὸς μᾶς λέγει, ὅτι μετὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν ἀποφασίζει ἡ Βουλή, ἐὰν πρέπῃ νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπὴν ἢ νὰ ἔλθωσιν ἀμέσως εἰς συζήτησιν ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τοῦ Σώματος, τότε ὁ Πρόεδρος ἀπὸ τῆς θέσεώς του, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν πάλιν καὶ τίνες ἐν τῇ συζητήσει τοῦ δεῖνος νομοσχεδίου ἔδειξαν ζῆλον πρὸς μελέτην αὐτοῦ,—διότι ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι, μεθ’ ὅλον τὸν ζῆλον, τὸν ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὁ Βουλευτὴς, ὡς ἔχουσι τὰ παρ’ ἡμῖν, δὲν δύναται πάντοτε νὰ ἦναι μεμελετημένος ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων, καὶ πολλάκις καταντᾷ παρῳδία ἡ ἐν τῇ Βουλῇ διεξαγομένη συζήτησις ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων,— λοιπὸν τότε ὁ Πρόεδρος δημιουργεῖ τὴν εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία θέλει ἐργασθῆ πραγματικῶς ἐπὶ τοῦ εἰς αὐτὴν παραπεμφθησομένου νομοσχεδίου, καὶ μεμελετημένως θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα τῆς ἐπεξεργασίας της. Καὶ ἐὰν μὲν εἴπωμεν ὅτι ὑπάρχουσιν ἀλλοῦ τόσαι ἐγγυήσεις τῆς ὡριμότητος τῆς μελέτης, θὰ ἦτο ἴσως καὶ τοῦτο οὐχὶ τοσοῦτον ἀπαραίτητον, διότι ἀλλοῦ —νομίζω εἶναι καὶ ἐν Βελγίῳ καὶ ἐν Γερμανίᾳ—μεταξὺ τῶν ἀναγνώσεων μεσολαβεῖ διάστημα ἀπὸ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου μέχρι τῆς δευτέρας. Εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ μεσολαβῶσιν ἡμέραι τινὲς, διότι τότε κατορθοῦται ἡ μελέτη. Ἐὰν δὲ μόνον οὕτω κατορθοῦται ἡ μελέτη εἰς Κοινοβούλια, ὅπου αἱ περιστάσεις αἱ τοπικαὶ καὶ ἕξεις ἴσως καθιερωθεῖσαι διὰ πολυχρονίου συνηθείας δὲν ἐδημιούργησαν τοιαύτην κατάστασιν, ὁποία ἡ παρ’ ἡμῖν, τῆς τοσαύτης δραστηριότητος καὶ γονιμότητος περὶ τὸ νομοθετεῖν, ἡ ὁποία ἐκόπασε βεβαίως τελευταίως, ἀλλ’ ἡ ὁποία ὁπωσδήποτε ἐξακολουθεῖ, ἐὰν, λέγω, αἱ ἀνάγκαι αὗται ἐδημιουργήθησαν εἰς ἄλλα Κοινοβούλια, πόσῳ μᾶλλον δὲν ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν, ὅπου ἔχομεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν τὴν καθημερινὴν, τὴν ὁποίαν βλέπομεν πάντοτε καὶ τὴν ὁποίαν βλέπομεν νὰ ἀκολουθῇ ἐξ ἀνάγκης, νὰ ἀκολουθῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ διὰ μακροσκελοῦς ἡμερησίας διατάξεως; Λοιπὸν συμπεραίνων λέγω, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ χρῆσις πολλὴ τῆς προσφυγῆς εἰς τὰς εἰδικὰς ἐπιτροπὰς, εἰς τὰς ὁποίας δύναται νὰ καταφύγῃ τὸ Προεδρεῖον. Περιττὸν βεβαίως νὰ προσθέσω, ὅτι πάντα ταῦτα εἶναι θεραπεῖαι συμπτωματικαὶ, τῶν ὁποίων τὴν ἀνάγκην καὶ τὸ ἐπεῖγον καθιστᾷ ἴσως οὐχὶ τόσον πολὺ ἐπαισθητὴ ἡ μετριοπάθεια καὶ ἡ ἐλευθερία, τὴν ὁποίαν ἀφήνομεν εἰς τὰς συζητήσεις τὰς νομοθετικὰς, ἀλλ’ ὅπως δήποτε πρόκειται βεβαίως περὶ συμπτωματικῶν θεραπειῶν. Ἡ ῥιζικωτέρα θεραπεία θὰ γείνῃ διὰ τῆς συζητήσεως τῶν προτάσεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἀξιότιμοι συνάδελφοι καὶ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχουσιν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ αἱ ὁποῖαι βεβαίως θέλουσι συζητηθῆ, τῶν προτάσεων δηλαδὴ περὶ τροποποιήσεως ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς.
§18ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ Προεδρεῖον θ’ ἀποφασίσῃ.
§19ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅπως ἀποδείξω, ὁποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς συζητήσεως τῶν νόμων ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τῆς Βουλῆς, ἄνευ οἱασδήποτε προπαρασκευαστικῆς ἐργασίας, ἀναφέρω ἓν καὶ μόνον παράδειγμα. Ἄνευ τῆς τοιαύτης ἐργασίας συνεζητήθη ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τῆς Βουλῆς καὶ ἐπεψηφίσθη εἰς συνεδρίασιν παννύχιον ὁ νόμος περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἦτο ἀνάγκη τότε ἐπὶ παντὸς ἄρθρου νὰ γίνηται μακρὰ καὶ εὐρεῖα συζήτησις, νὰ ὑποβάλλωνται πλεῖσται ὅσαι τροπολογίαι, νὰ γίνωνται πολλαὶ τούτων δεκταὶ, καὶ οὕτω πως ὅμως ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔμεινεν ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις ἀτελὴς, παρέχει δὲ ἀφορμὴν εἰς διφορουμένας ἑρμηνείας, ὅπως τοῦτο συνέβη ἐπὶ τῆς ἑξῆς περιπτώσεως, τὴν ὁποίαν ἔρχομαι νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου ἐκείνου, θὰ ἔχῃ τὴν καλωσύνην νὰ ὑποβάλῃ ἕτερον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἑρμηνεύσῃ τοὐλάχιστον πολλὰς διατάξεις αὐτοῦ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 11 ἀναγράφεται ὅτι: «εἰς τὰ πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα διορίζεται, προτάσει τοῦ διευθυντοῦ, ὑπηρέτης ἐπὶ μηνιαίῳ μισθῷ δραχμῶν τριάκοντα μὲν ἐν ταῖς πρωτευούσαις νομῶν, εἴκοσι δ’ ἐν ταῖς ἄλλαις πόλεσιν». Ἐγὼ τότε εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ παρὰ τίνος θέλουσιν αὐτοὶ διορισθῆ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγον, ὅτι αὐτὰ τὰ λέγω διὰ νὰ κωλυσιεργήσω μόνον, καὶ ἀπηξίουν νὰ λάβωσι τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας ὑπ’ ὄψιν. Ἰδοὺ, ὅτι ἐν τῷ πρωτεύοντι δήμῳ τοῦ Κράτους ἠγέρθη τὸ ζήτημα, τίς θέλει διορίζει τοὺς ἐπιστάτας. Ὁ κ. δήμαρχος λέγει, ὅτι: «ἐγὼ, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ δήμου, εἰς τὸν ὁποῖον ἀφέθη ἡ αὐτοδιοίκησις, πρέπει νὰ διορίζω αὐτοὺς»· τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἤγειρε τὴν ἀξίωσιν, ὅτι, ὡς αὐτὸ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ τοὺς δημοδιδασκάλους, ὅπως διορίζωνται, πολὺ περισσότερον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ τοὺς ὑπηρέτας, καὶ δὲν ἠξεύρω, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν, ὅτι πρέπει αὐτὸς νὰ τοὺς διορίζῃ. Πρόκειται περὶ τῆς μισθώσεως τῶν διδακτηρίων. Ἀγνοῶ τί γίνεται εἰς ἄλλους δήμους, ἀλλ’ ἐδῶ ἀνεφύη τὸ ζήτημα τοῦτο. Προηγουμένως ὅμως νὰ τελειώσω τὸ ζήτημα τῶν μισθῶν. Τίς θὰ πληρώσῃ αὐτούς; Τὰ ἔξοδα ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνουσι τοὺς δήμους, ἀναγράφονται ἐν τῷ νόμῳ, ἐν ἄρθρῳ 55 (ἀναγινώσκει): «Αἱ διὰ τὴν συντήρησιν ἑκάστου τῶν σχολείων καὶ γραμματοδιδασκαλείων ἀπαιτούμεναι πιστώσεις ἀναγράφονται ὑπὸ ἴδιον δι’ ἕκαστον τῶν ἐκπαιδευτηρίων τούτων κεφάλαιον, διακρινόμενον διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ σχολείου ἢ γραμματοδιδασκαλείου, διαιρούμενον δὲ εἰς τρία ἄρθρα, ὧν τὸ πρῶτον περιλαμβάνει τὰς πρὸς πληρωμὴν τῶν μισθῶν τῶν διδασκάλων ἢ διδασκαλισσῶν πιστώσεις, τὸ δὲ δεύτερον τὰς πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐνοικίων τῶν διδακτηρίων, ἐὰν ταῦτα δὲν ἦναι ἐν δημοτικοῖς κτιρίοις, καὶ τὸ τρίτον τὰς δι’ ἔπιπλα, πίνακας, ὄργανα διδασκαλίας καὶ λοιπὰ ἔξοδα ἀπαιτουμένας.» Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἀφοῦ βλέπει ὅτι δὲν τῷ ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ αὐτὸ τοὺς ἐπιστάτας, ἀρνεῖται νὰ ψηφίσῃ τὴν πίστωσιν, ὀχυρούμενον ὄπισθεν τοῦ γράμματος τοῦ νόμου καὶ λέγον: «Ὁ νόμος λέγει εἰς ἡμᾶς νὰ ἀναγράψωμεν τὴν δαπάνην διὰ τοὺς διδασκάλους, τὰ διδακτήρια καὶ τὰ ὄργανα.» Ἔρχεται ἕτερον ζήτημα, τὸ περὶ μισθώσεων. Ἀφοῦ ἀφέθη αὐτὴ ἡ περιλάλητος αὐτοδιοίκησις εἰς τοὺς δήμους, καθ’ ἣν πρέπει νὰ λαμβάνωσιν αὐτοὶ πρόνοιαν περὶ τῶν διδασκάλων, ἐννοεῖται ὅτι ἔπρεπε κατὰ συνέπειαν νὰ ἀφεθῇ καὶ ἡ πρόνοια περὶ ἐνοικιάσεως τῶν καταλλήλων διδακτηρίων, ἢ τοὐλάχιστον, ἀφοῦ αὐτοὶ πληρόνουν, νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψει τὰ ὑπ’ αὐτῶν προτεινόμενα εἰς ἐνοικίασιν. Πρὶν τὸ Κράτος ἐπλήρονε, τὸ Κράτος εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ κάμνῃ τὰς μισθώσεις. Τώρα τὸ Κράτος τίθεται ἐκποδών, τὸ Κράτος δὲν ἀναμιγνύεται. Οἱ δῆμοι λοιπὸν ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν... καὶ σᾶς ἀναφέρω τὸ παράδειγμα τοῦ δήμου τῆς πρωτευούσης. Αὐτὸς λέγει: «Θὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ τοῦδε ὁ νόμος· ἀφοῦ ἡμεῖς θὰ πληρόνωμεν τὰ μισθώματα, θεωροῦμεν ὅλας αὐτὰς τὰς μισθώσεις, τὰς μέχρι τοῦδε ὑπὸ τοῦ Δημοσίου συνομολογηθείσας, ὡς μὴ γενομένας.»
§20ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἔχουσι δικαίωμα.
§21ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἐγείρεται ἀμφιβολία μεγάλη. Τώρα συνάδελφός τις ἔκαμε πρὸ ὀλίγου τὴν παρατήρησιν, ὅτι, ὅταν συνέστη τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τότε ἀνέλαβε τὸ Κράτος τὴν ἐκμίσθωσιν τῶν διδακτηρίων καὶ δὲν ἐθεώρησε τοῦτο ὡς λόγον ἀποχρῶντα ἵνα λύσῃ τὰς ὑπαρχούσας μισθώσεις. Ἀλλ’ εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον ῥητῶς ἐλέχθη, ὅτι τὸ Κράτος ὑποκαθίσταται εἰς ὅλας τὰς ὑφισταμένας ὑποχρεώσεις. Ἐνταῦθα οὐδὲν ἐγένετο. Τώρα, πιθανὸν νὰ ἐνόει τοῦτο ὁ νόμος, τὸ ὁποῖον ἐννοεῖ καὶ ὁ κ. ἐκ Ξηροχωρίου συνάδελφος, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι ἀφοῦ εὑρίσκονται τόσοι δημοτικοὶ σύμβουλοι, διακρινόμενοι καὶ εἰς τὰ γράμματα καὶ ἐπὶ πείρᾳ, ἔχοντες ἀντίθετον γνώμην, ἐννοεῖται τί θὰ συμβῇ εἰς τὰς ἄλλας ἀγροτικὰς περιφερείας τοῦ Κράτους. Θὰ ἦναι σύγχυσις πλήρης καὶ σύγκρουσις συμφερόντων. Ἐὰν ἐπεξειργάζετο ὁ νόμος οὗτος, ὡς ἔδει, ἐν ἐπιτροπῇ, βεβαίως δὲν θὰ περιηρχόμεθα εἰς τὰ ἄτοπα ταῦτα, καὶ δὲν θὰ περιηρχόμεθα εἰς τὰ ἄτοπα ἐκεῖνα, ὥστε νὰ ἀκούωμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀπορῇ, διατὶ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ἡ ὅλως αὐτοτελής, παρερμηνεύει τοὺς νόμους, καὶ δὲν ἀποδίδει εἰς αὐτοὺς τὴν ἔννοιαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἀποδίδει, καὶ νὰ εὑρίσκηται εἰς τὴν ἀνάγκην οὗτος νὰ ὑποβάλλῃ ἑρμηνευτικοὺς νόμους, δημεύοντας πολλάκις τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιωτῶν. Τοῦτο ἐσκόπουν διὰ τῆς προκειμένης συζητήσεως, ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖον, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν θέλει φροντίσει νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ δώσῃ ἡ Βουλὴ αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν, διερμηνεύουσαν οὕτω τὸν νοῦν αὐτοῦ, ὡς εἰσηγητοῦ τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου.
§22ΣΤΑΗΣ. Αἱ ἀτέλειαι, κύριε Πρόεδρε, τοῦ νόμου, περὶ οὗ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐλάλησε πρὸ μικροῦ, δὲν εἶναι μόνον ὅσας εἶπεν· εἶναι καὶ ἄλλαι πολλαί. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι μετ’ οὐ πολὺ θὰ συζητήσωμεν καὶ πάλιν ἐπὶ τοῦ νόμου τούτου, διότι ὁ νόμος οὗτος, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν ἐκυρώθη. Ὁ νόμος ͵ΒΤΜΘʹ, τουτέστιν ὁ περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐκυρώθη καὶ ἐδημοσιεύθη φέρων μόνον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης ὑπογραφῆς τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν. Ἐν τῷ νόμῳ δὲ τούτῳ—καὶ ἐπεξηγῶ τὴν λέξιν «ἁρμοδίων»—ὑπάρχουσι διατάξεις, ὑπαγόμεναι καὶ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐτωτερικῶν καὶ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§23ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀπόδειξις ὅτι μεταῤῥυθμίζεται τώρα.
§24ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἀπόδειξις, ὅτι διὰ τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νομοσχεδίου καὶ ἀναγραφομένου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἐζητήθη τροποποίησις, ἀναγομένη εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Κατὰ τὰ κείμενα, ἔδει ὁ νόμος νὰ ὑπογραφῇ παρὰ πάντων τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ὁποίων ὑπάγονται αἱ διατάξεις, αἱ ἐν τῷ νόμῳ περιεχόμεναι. Ἐπειδὴ δὲν σκοπῶ νὰ συζητήσω σήμερον τὸ ζήτημα τοῦτο, δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας περιέχει ὁ νόμος, τὰς ἀναγομένας εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ἄλλων Ὑπουργῶν. Ἀναφέρω μόνον μίαν, τὸ δικαίωμα τῆς αὐξήσεως τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων τῶν δήμων, ἡ ὁποία βεβαίως εἶναι διάταξις μὴ ἀναγομένη εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Κατὰ τὰ κείμενα, ὡς εἶπον, ὁ νόμος ὀφείλει νὰ φέρῃ τὰς ὑπογραφὰς πάντων τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν. Εἶναι ῥητὴ ἡ διάταξις τοῦ 30 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν πᾶσα πρᾶξις τοῦ Βασιλέως οὔτε ἰσχύει οὐδ’ ἐκτελεῖται, ἂν δὲν φέρῃ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὡς καὶ τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπίσης δὲ καὶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐξετάσωσι τὸ ζήτημα καὶ νὰ εὐαρεστηθῶσι νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν, ἂν πράγματι ἔχῃ, ὡς πρὸ μικροῦ ἐξέθηκα, τὸ πρᾶγμα, ἢ ἂν ὁ νόμος καλῶς ἔχῃ, καὶ τότε ἐπιφυλάσσομαι νὰ φέρω τὸν λόγον καὶ ἀναπτύξω τὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου γνώμην μου.
§25Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅ,τι ἤθελον συστήσει εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, εἶναι ἡ τάξις περὶ τὴν συζήτησιν, διότι, ἂν ἐπί τινος θέματος ἀναμιγνύωμεν θέματα ἀλλότρια, γινόμεθα αἴτιοι τῆς ἀπωλείας τοῦ χρόνου, πᾶσα δὲ χρόνου ἀπώλεια ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις εἶναι ζημία ἐπάγουσα ἀνεπάρκειαν περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὑτῶν. Ἂν ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις, τίς θέλει διορίζει τοὺς ἐπιστάτας ἢ τοὺς ὑπηρέτας τῶν σχολείων, ἂν ὑπάρχῃ ἀπορία, τίς θέλει μισθώνει τὰ διδακτήρια, τὰ ὁποῖα θέλουσι χρησιμεύσει διὰ σχολεῖα, προσῆκε νὰ ἀπευθυνθῇ ἐπερώτησις. Ἂν προταθῇ ἐπερώτησις, καὶ ἂν ἐφελκυσθῇ ἐπ’ αὐτῆς ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς, ὁ Ὑπουργὸς θέλει δώσει τὴν προσήκουσαν ἀπάντησιν, καὶ θέλει διεξαχθῆ εὐχερῶς ἡ ὑπόθεσις, εἴτε διότι ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ἤθελε δώσει ὁ Ὑπουργὸς, ἤθελε κριθῆ ἐπαρκὴς, εἴτε διότι ἤθελεν ἀναγνωρισθῆ ἡ ἀνάγκη νομοθετικοῦ κανονισμοῦ, καὶ ὁ Ὑπουργὸς θέλει εἰσαγάγει τὸ ἀναγκαιοῦν νομοσχέδιον. Ἂν πρόκειται περὶ τῆς ἐλλείψεως τῶν ἐξωτερικῶν τύπων, οἵτινες ἀποτελοῦσιν ἕνα νόμον καὶ ἑπομένως περὶ τῆς ἀκυρότητος τοῦ νόμου, ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅστις τοιαύτην ἔχει γνώμην, δύναται νὰ προτείνῃ πρότασιν τῆς ἀκυρότητος τοῦ νόμου. Ἐὰν πρόκειται περὶ τῆς ἐλλείψεως τῶν ἐξωτερικῶν τύπων, οἵτινες πρέπει νὰ περιβάλωσι τὸν νόμον, ἑπομένως περὶ τῆς ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τούτων ἀκυρώσεως νόμου, ἀπέκειτο εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν γνώμην ταύτην, νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν νόμου. Ἀλλ’ ἐν τῇ συζητήσει, ἡ ὁποία προὐτέθη περὶ τῆς ἐπεξεργασίας τῶν νομοθετημάτων ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς, οὐδένα χῶρον ἔχουσιν αἱ τοιαῦται προτάσεις καὶ ἡ περὶ τούτων συζήτησις.
§26ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶχε τελειώσει ἡ συζήτησις ἐκείνη.
§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ δὲ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος, ὁ ὁποῖος μὲ διέκοψεν, οὐκ ὀρθῶς ποιῶν, παρατηρῶ, ὅτι οὗτος δὲν ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν, ἀλλ’ ἠσχολήθη νὰ σᾶς παραστήσῃ, ὅτι ἡ ἐπεξεργασία τῶν ἐπιτροπῶν εἶναι ἀναγκαία, καὶ ὅτι γίνονται λάθη· ἀνέφερε δ’ εἰς ἀπόδειξιν, ὅτι ὁ νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως περιέχει τοιαῦτα. Καὶ ποῖα περιέχει ὁ νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως λάθη; Καὶ ἂν περιέχῃ τοιαῦτα, εἶναι τάχα πρωτοφανὲς, νόμος ὀργανῶν κλάδον ὅλον, καὶ καθιστῶν σύστημα ἴδιον, νὰ ἔχῃ ἐλλείψεις; Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος δὲν ἦναι ὑπὲρ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰσήγαγεν, εἶναι κύριος νὰ ἔχῃ οἵαν ἂν ἐγκρίνῃ γνώμην, ἀλλ’ ἐὰν θέλῃ νὰ παραστήσῃ ὅτι ὁ νόμος ἔχει ἀτελείας εἴτε περὶ τὴν φράσιν εἴτε περὶ τὴν ἔννοιαν, ὀφείλει νὰ καταδείξῃ τὰς ἀτελείας ταύτας, ἢ νὰ προβάλῃ αὐτὸς νομοσχέδιον πρὸς συμπλήρωσιν αὐτῶν. Ὁ νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως συνεζητήθη ἐν τῇ Βουλῇ εὐρύτατα ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, ἂν δὲ νομίζῃ τις ὅτι ἔχει ἀνάγκην συμπληρώσεως, τοῦτο δὲν εἶναι παράξενον, διότι συμβαίνει ἐπὶ πάντων τῶν νόμων, ἰδίως κατὰ τὸν πρῶτον χρόνον τῆς ἐφαρμογῆς των. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι λάθος, οὐδὲ ἀποδεικνύει τὴν ἀτέλειαν τῆς προπαρασκευῆς τῶν νομοσχεδίων. Πρὸ παντὸς δὲ συνιστῶ νὰ συζητῶμεν κατὰ τάξιν, ὅπως ἀποφύγωμεν τὴν ἀπώλειαν χρόνου· ἂν δ’ ἤθελε νὰ ἦναι ἐν τάξει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, ἔδει νὰ ποιήσηται ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῆς νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπε πρὸς αὐτόν. Ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων πρέπει νὰ ὑποβάλῃ τὴν πρότασιν περὶ ἀκυρώσεως τοῦ νόμου, ἵνα ἡ Βουλὴ συζητήσῃ ἐπ’ αὐτῆς, καὶ ἂν κρίνῃ ἄκυρον τὸν νόμον, νὰ κηρύξῃ αὐτὸν ἄκυρον, ἐὰν κρίνῃ δ’ αὐτὸν ἔγκυρον, ν’ ἀποῤῥίψῃ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Οὕτω μόνον τίθεμεν ἡμᾶς αὐτοὺς ἐν τάξει.
§28ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐνθυμεῖσθε ὑμεῖς, κ. Πρόεδρε, ὅτι πρὶν ἄρξωμαι τῆς ἐπερωτήσεώς μου ἠρώτησα ὑμᾶς, ἐὰν ἐπερατώθη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ τότε συζητουμένου θέματος, καὶ ἀφοῦ μοὶ ἀπηντήσατε ὅτι ἐπερατώθη, τότε ἀπηύθυνα ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ὅλοι δὲ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι παρεκάλεσα αὐτὸν ἐν τέλει τῆς ἐπερωτήσεώς μου νὰ ὑποβάλῃ ἑρμηνευτικὸν νόμον. Εἶναι ἢ δὲν εἶναι τοῦτο ἀληθές; Μετ’ ἐμὲ ἠγέρθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, ὁ ὁποῖος ἀπηύθυνεν ἄλλην ἐπερώτησιν περὶ τοῦ κύρους τοῦ νόμου, ὅστις δὲν φέρει τὰς ὑπογραφὰς πάντων τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ὁποίων ὑπάγονται αἱ διάφοροι διατάξεις τοῦ νόμου. Νομίζω ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ λάβῃ τὸν λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ εἴτε ἀμέσως νὰ ἀπαντήσῃ, εἴτε νὰ ἐπιφυλαχθῇ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν ν’ ἀπαντήσῃ καὶ αὐτὸς καὶ οἱ ἄλλοι Ὑπουργοί, τοὺς ὁποίους ἀφεώρα ἡ ἐπερώτησις.
§29ΡΑΖΕΛΟΣ. Θὰ καταθέσω, κύριοι Βουλευταὶ, ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκ μέρους συμπολιτῶν μου, οἱ ὁποῖοι μοὶ ἀπέστειλαν αὐτὴν, μὲ τὴν εἰδικὴν ἐντολὴν πρὸς τοῦτο, συνάμα δὲ καὶ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον χθὲς τὸ ἑσπέρας ἔλαβον ἐκ Καρδαμύλης ἐκ μέρους τοῦ συμπολίτου μου κ. Γεωργίου Πατριαρχέα. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διαβιβάσῃ ταῦτα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ ὁποίου ἐπικαλοῦμαι σύντονον τὴν προσοχὴν ἐπὶ τῶν ἐν αὐτοῖς ἐκτειθεμένων, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον πρόκειται περὶ τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἐπαρχίας· καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐκ τῆς ἀναγνώσεως αὐτοῦ θὰ συγκινηθῇ, ἐὰν ἡ ὑπηρεσία δὲν κατέστησεν αὐτῷ γνωστὴν τὴν κατάστασιν ταύτην. Τὴν ἀναφορὰν δὲν ἀναγινώσκω, διότι εἶναι πολὺ ἐκτενὴς, ἀλλ’ ἀναγινώσκω τὸ τηλεγράφημα (ἀναγινώσκει αὐτό). Τὸ ζήτημα, Κύριοι, εἶναι σοβαρώτατον διὰ τὴν ἐπαρχίαν μου, καὶ, ὡς ἠκούσατε, ἀπειλεῖ νὰ φέρῃ διασάλευσιν τῆς δημοσίας τάξεως· θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπασχολήσω αὐτὴν ἐπ’ ὀλίγον διὰ συντόμου ἐκτυλίξεως τῆς ὑποθέσεως. Ὡς γνωστὸν, οἱ δημοτικοὶ φόροι, ἐν ᾗ περιπτώσει πρὸς συντήρησιν τῶν δήμων δὲν ἐπαρκοῦσι τὰ ἄλλα εἰσοδήματα, εἶναι οἱ ἔμμεσοι φόροι καὶ οἱ ἔρανοι ἢ εἰσφοραί· ἔρανοι ὅμως, οἱ ὁποῖοι κατὰ τοὺς διαφόρους δημοτικοὺς νόμους ἐπιβάλλονται κατ’ ἀναλογίαν τῶν ἀμέσων δημοσίων φόρων. Ἀλλὰ διὰ ψηφίσματος τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, διὰ διατάγματος ἐπὶ τῆς μοναρχίας τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος καὶ διὰ διαφόρων ἄλλων μεταγενεστέρων νόμων, ἡ Μάνη ἀπηλλάγη τῆς πληρωμῆς τῶν ἀμέσων φόρων, ὡρίσθη δὲ, ἵνα τὰ προϊόντα αὐτῆς ὑποβάλλωνται εἰς φορολογίαν κατὰ τὴν ἐξαγωγήν, ἢ τὴν διὰ ξηρᾶς ἢ διὰ θαλάσσης μεταφορὰν αὐτῶν. Ἐννοεῖται δ’ ὅτι, καταργηθέντων τῶν ἀμέσων φόρων, κατηργήθησαν κατὰ συνέπειαν καὶ οἱ κατ’ ἀναλογίαν καὶ συμφώνως πρὸς αὐτοὺς ἐπιβαλλόμενοι πρὸς συντήρησιν τῶν δήμων δημοτικοὶ φόροι, δὲν ἐλήφθη ὅμως καὶ πρόνοια τις, ὥστε νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα νομοθετικῶς, καὶ ἀπέμεινεν ἐκκρεμὲς, οἱ δὲ δήμαρχοι ἐξηκολούθησαν φορολογοῦντες τὸν λαὸν κατὰ τὸ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἰσχύον σύστημα, ἤτοι οἱ δήμαρχοι, συνεννοούμενοι κατ’ ἔτος μετὰ τῶν δημοτικῶν συμβουλίων, κανονίζουσι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὀφείλει ἕκαστος δημότης νὰ πληρόνῃ κατ’ ἔτος ἐκ τῆς περιουσίας του ὑπὲρ τῶν δημοτικῶν ἀναγκῶν. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἰδίας τοῦ Συμβουλίου ἐκτιμήσεως, καὶ οὐχὶ ἐξ ἑτέρου τινὸς πραγματικοῦ περιστατικοῦ, ἢ μετὰ ἔλεγχόν τινα, ἐξ οὗ νὰ βεβαιοῦται ἡ πραγματικὴ περιουσία ἑκάστου. Ἐννοεῖται ὅτι, ἐνόσῳ τὸ σύστημα αὐτὸ ἐπιβάλλεται δικαίως καὶ κατ’ ἀναλογίαν τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν, εἶναι τὸ ἄριστον πάντων, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγείρῃ οὐδὲν παράπονον· ἀτυχῶς ὅμως, ὁσάκις ὁ δήμαρχος ἢ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐλάμβανον ὑπ’ ὄψει μᾶλλον τὸ συμφέρον τοῦ κόμματος, παρὰ τὸ δίκαιον, κατεπίεζον τοὺς ἀντιθέτους, τοιουτοτρόπως δὲ κατήντα, οἱ μὲν ἰσχύοντες νὰ μὴ πληρόνωσι σχεδὸν τίποτε, οἱ δὲ ἀντίθετοι νὰ καταπιέζωνται καὶ νὰ βαρύνωνται μὲ φόρους πολὺ δυσαναλόγους πρὸς τὴν περιουσίαν των. Τοῦτο εἶχεν ἐγείρει σάλον τινὰ μεταξὺ τῶν κατοίκων διαφόρων δήμων, τῶν ἀπαρτιζόντων τὴν Μάνην, κατὰ τὸ παρελθὸν δὲ ἔτος εἷς τῶν δημοτῶν Καρδαμύλης, Γ. Πατριαρχέας καλούμενος, διισχυρισθεὶς ὅτι δὲν ὑπεχρεοῦτο νὰ πληρόνῃ φόρον, ἠρνήθη τὴν πληρωμήν. Ὁ δήμαρχος ἐξέδωκεν ἔνταλμα, καὶ ἐφυλακίσθη ὁ Πατριαρχέας ἐν ταῖς ἐν Καλάμαις φυλακαῖς, ἀμέσως δ’ ἀνέκοψε τὸ ἔνταλμα ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου Καλαμῶν καὶ ἐζήτησε συγχρόνως τὴν γνωμοδότησιν δύο νομομαθῶν, τῶν κ. κ. Μίληση καὶ Φλογαΐτου, ὡς καὶ τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν νομικοῦ συμβούλου, καὶ οὗτος δὲ καὶ οἱ εἰρημένοι νομομαθεῖς ἀπεφάνθησαν ὁμοφώνως, ὅτι δὲν ὑποχρεοῦνται οἱ δημόται, τὸ δὲ Πρωτοδικεῖον ἐξέδωκε τὴν ὑπ’ ἀριθ. 129 ἀπόφασιν, ἡ ὁποία διέταξε τὴν ἐκ τῶν φυλακῶν ἀπόλυσίν του, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι οἱ φόροι οὗτοι ἀντίκεινται εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους. Τὸ αἰτιολογικὸν τῆς ἀποφάσεως ταύτης εἶναι σύντομον, καὶ θὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς νὰ τὸ ἀναγνώσω (ἀναγινώσκει αὐτό). Ἡ ἀπόφασις αὕτη, κύριοι Βουλευταὶ, ἐγένετο γνωστὴ ἀνὰ πᾶσαν τὴν Λακωνίαν, ἐντεῦθεν δὲ ἐδημιουργήθη παρὰ τοῖς πολίταις ἡ πεποίθησις, ὅτι οἱ παρ’ αὐτῶν ζητούμενοι φόροι ζητοῦνται παρανόμως. Δήμαρχοί τινες ὅμως ἐζήτησαν νὰ ἐκβιάσωσι τὴν πληρωμὴν, καὶ ἐπεκαλέσθησαν τὴν συνδρομὴν τῶν ἀστυνόμων, εἷς δὲ τῶν δημάρχων τούτων εἶναι καὶ ὁ δήμαρχος Καρδαμύλης, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε πρὸς εἴσπραξιν τῶν φόρων τὴν συνδρομὴν τοῦ ἐκεῖ ἀστυνόμου. Ἀλλὰ ὁ ἀστυνόμος, ἀμφιβάλλων, ἐζήτησε τὴν γνώμην τοῦ νομάρχου, καὶ ὁ νομάρχης τὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὴν ἀναφορὰν ταύτην τοῦ νομάρχου ἀπαντᾷ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 51948 τῆς 18 Δεκεμβρίου 1895 διαταγῆς του, ἡ ὁποία ἐτοιχοκολλήθη εἰς τὰ διάφορα χωρία τοῦ δήμου. Διὰ τῆς διαταγῆς του ταύτης ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διατάσσει τὸν νομάρχην νὰ δώσῃ ἐντολὴν πρὸς τοὺς ἀστυνόμους νὰ χορηγῶσι συνδρομὴν πρὸς εἴσπραξιν τῶν φόρων τούτων, «καθόσον ἡ διοίκησις δὲν ἔχει λόγον νὰ θεωρῇ ὅτι δὲν εἰσπράττονται νομίμως οἱ φόροι· ἐὰν δὲ τὰ δικαστήρια ἀπεφάνθησαν ἄλλως, καὶ ἑπομένως ἐὰν τὰ Συμβούλια τῶν δήμων τῶν ἐπαρχιῶν Γυθείου καὶ Οἰτύλου δὲν ἤθελον προτιμήσει τὸ σύστημα τῆς ἀμέσου φορολογίας τῶν προϊόντων κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ δημοτικῶν φόρων ΞΗʹ νόμου, οὐδὲν κωλύει νὰ ἐπιψηφισθῶσιν ὑπ’ αὐτῶν καὶ ἐγκριθῶσιν ὑπὸ τῆς Νομαρχίας οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἔρανοι». Οἱ πολῖται ὅμως ἐξακολουθοῦσιν ἀρνούμενοι, καὶ ἐντεῦθεν παρήχθη μία κατάστασις, ἡ ὁποία ἀπειλεῖ νὰ διασαλεύσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἐπιφέρῃ σύγκρουσιν μεταξὺ πολιτῶν καὶ στρατιωτῶν. Δὲν προτίθεμαι, κύριοι Βουλευταί, νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι οὔτε ἡ ὥρα ἡ παροῦσα εἶναι κατάλληλος. Νομίζω ὅμως, ὅτι, ἀφοῦ τὸ πρᾶγμα ἔφθασεν εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ἀφοῦ ἡ δικαιοσύνη ἀπεφάνθη, ὅτι οἱ φόροι εἶναι ἀντισυνταγματικοί, ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ μεριμνήσῃ περὶ μιᾶς λύσεως, εἴτε νομιμοποιοῦσα τοὺς φόρους αὐτοὺς καὶ περιβάλλουσα αὐτοὺς διὰ τοιούτων ἐγγυήσεων, ὥστε νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ δικαία καὶ ἐξ ἴσου διανομὴ αὐτῶν διὰ τοὺς διαφόρους κατοίκους τῶν διαφόρων δήμων, εἴτε ἐπιβάλλουσα ἕτερον φορολογικὸν σύστημα, ὁποῖον ἤθελε θεωρηθῆ καταλληλότερον καὶ τὸ ὁποῖον νὰ ἦναι δίκαιον καὶ σύμφωνον πρὸς τὰ προνόμια τῆς Μάνης, τὰ χορηγηθέντα αὐτῇ ὑπὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως καὶ τῶν νόμων. Νομίζω μάλιστα, ὅτι τοσούτῳ μᾶλλον ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καθόσον ἤδη ἐμερίμνησε περὶ ὁμοίων ἀντικειμένων, ὑποβαλοῦσα δύο νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα λύουσιν ὅμοια ζητήματα, ἤτοι τὸ νομοσχέδιον περὶ ἑρμηνίας τοῦ περὶ ἐξοφλήσεως τῶν χρεῶν τῶν δήμων νόμου, καὶ τὸ περὶ ἑρμηνίας τοῦ ἄρθρου 34 § αʹ τοῦ περὶ ὁδοποιΐας νόμου.
§30ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν πιστεύω ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου συνάδελφος νὰ μὲ ἀδικῇ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ νομίζῃ, ὅτι τὸ ἐνδιαφέρον μου ὑπὲρ τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος εἶναι ὀλιγώτερον ἢ μικρότερον τοῦ ἰδικοῦ του. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐν Μάνῃ οἱ δημοτικοὶ φόροι εἰσπράττονται δι’ ἐρανικῶν καταλόγων ἀπὸ τῆς συστάσεως ἤδη τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πρὸ ὀλίγου ἐξεδόθη ἀπόφασίς τις τοῦ Πρωτοδικείου Καλαμῶν, ἡ ὁποία θεωρεῖ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων τούτων ὡς παράνομον. Ἐπειδὴ τυγχάνω προϊστάμενος τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔδωκα ἐντολὴν εἰς τὸν νομάρχην νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων, ὡς τοῦτο μέχρι τοῦδε ἐγίνετο, ἕως ὅτου ἐκδοθῇ ἄλλη ἀπόφασις, κανονίζουσα ὁριστικώτερον τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἢ καὶ, τὸ καλλίτερον, ληφθῇ νομοθετική τις πρόνοια. Νομίζω ὅτι τοῦτο ἔπρεπε νὰ πράξω, καὶ τοῦτο ἔπραξα. Προσθέτω δὲ, ὅτι τοσούτῳ μᾶλλον ὤφειλον νὰ πράξω τοῦτο, καθόσον ἄλλως ἠθέλομεν καταδικάσει τοὺς δήμους αὐτοὺς εἰς διάλυσιν, ἀφοῦ εἶναι πασίγνωστον, ὅτι ἄλλους πόρους οἱ δῆμοι οὗτοι δὲν ἔχουσι.
§31ΡΑΖΕΛΟΣ. Δὲν ἠμφισβήτησα ποσῶς τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ὁποῖον γνωρίζω ὅτι ἔχει, καὶ ὀφείλει νὰ ἔχῃ, ὑπὲρ τῆς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύει· ἀλλὰ νομίζω ὅτι μετὰ τὴν παραχθεῖσαν ταύτην κατάστασιν πρέπει νὰ σπεύσουν καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ θεραπεύσωσι τὴν κατάστασιν ταύτην, ἀποτρέποντες διασάλευσιν τῆς τάξεως.
§32Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν διεβεβαίωσε τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ἐνδιαφέροντος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑπὲρ τῆς ἰδιαιτέρας του πατρίδος. Τίς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τοῦτο, καὶ τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει καὶ ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς πατρίδος του καὶ τῶν ἐκλογέων του; Ἀλλ’ ἐβεβαίωσεν ἓν γεγονὸς, ὅτι ὅλα, ὅσα εἶπε πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, εἶναι ἀκριβῆ, ὅτι ἀπειλεῖται ἡ δημοσία τάξις.
§33ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἐβεβαίωσα τοῦτο.
§34Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν τὸ ἀνῃρέσατε.
§35ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸ ἀναιρῶ ἤδη.
§36Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἤδη ἀλλάσσει. Εἶπεν ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἔδωκε διαταγὴν νὰ εἰσπράττωνται φόροι, οἱ ὁποῖοι διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως ἐθεωρήθησαν παράνομοι καὶ ἀντισυνταγματικοί, διότι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει γνώμην ἐναντίαν πρὸς τὴν δικαστικὴν ἀπόφασιν. Δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ τὴν ἐναντίαν ταύτην γνώμην πρὸς τὴν δικαστικὴν ἀπόφασιν. Ἀλλὰ καὶ ἐν ἄλλῳ ζητήματι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὡς μέλος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἔχει γνώμην διάφορον πρὸς τὴν δικαστικήν· διότι ἐναντίαν ἔχει γνώμην καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐξοφλήσεως τῶν χρεῶν τῶν δήμων, καὶ διὰ τοῦτο ὑπέβαλε νόμον ἑρμηνευτικόν. Ἀλλ’ ὅταν ἦναι ἐν γνώσει τῆς καταστάσεως, ἣν μᾶς ἀπεικόνισε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Ραζέλος, ἢ ἐὰν δὲν ἦναι ἐν γνώσει, ὅταν τῷ ἀναγγέλλωσιν ὅτι ἀπειλεῖται ἡ δημοσία τάξις, νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἀνάλογος περίστασις, ἵνα προληφθῶσι τὰ δυστυχήματα. Ἐβεβαιώθη μία σύγκρουσις μεταξὺ τῶν δύο ἐξουσιῶν, τῆς ἐκτελεστικῆς καὶ τῆς δικαστικῆς. Ἔρχεται ἡ δικαστικὴ ἐξουσία καὶ λέγει πρὸς τοὺς πολίτας: «Μὴ πληρόνετε τὸν φόρον· εἶναι παράνομος καὶ ἀντισυνταγματικός». Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία προσθέτει καὶ λέγει: «Μὴ ἀκούετε τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν· ὁ φόρος εἶναι νόμιμος· πληρώσατε αὐτόν.» Δὲν νομίζει ἆρά γε ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ πρόνοιάν τινα; Ἐὰν βεβαιώσῃ, ὅτι οἱ ἀναφερόμενοι ἀνακριβῆ λέγουσι πρὸς τὴν Βουλὴν, θέλομεν πιστεύσει τὰς ἐπισήμους αὐτοῦ διαβεβαιώσεις, ἐν ὅσῳ δὲν ἔρχονται ἄλλαι πληροφορίαι, ἀναιροῦσαι τὴν διαβεβαίωσιν αὐτοῦ ταύτην.
§37ΔΙΟΝ. ΣΤΑΙΚΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διατὶ δὲν λαμβάνεται πρόνοια περὶ πληρώσεως τῶν κενῶν θέσεων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ εἰς τὸ τέλος ἑκάστης ἑξαμηνίας, ὡς γίνεται διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, ὅπερ ὑπέβαλεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός; Θὰ παρακαλέσω συνάμα τὸν κ. συνάδελφον ἐξ Ἄρτης νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν ἰδέαν του περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς ἐξ συναδέλφων καὶ τῆς δεξιᾶς καὶ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος, ἥτις νὰ ἐξελέγξῃ τὰς καταχρήσεις καὶ πλαστογραφίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἀνήκω εἰς τὸ σῶμα τοῦ Ναυτικοῦ καὶ δὲν ἀνέχομαι τοιοῦτον στίγμα νὰ ἀπομείνῃ εἰς τὸ σῶμα τοῦτο.
§38ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, διατυποῦται πάλιν ἡ αὐτὴ πρότασις.
§39ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ, ὡς φαίνεται, σιωπᾷ ὁ ὑποβαλὼν πρὸ ἡμερῶν τὴν πρότασιν κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης....
§40ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν σιωπᾷ· ἰδοὺ, ἔρχεται νὰ τὴν ὑποβάλῃ.
§41ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ πρότασις πρέπει νὰ ὑπογραφῇ, συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμόν.
§42Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, καὶ πάλιν ὀφείλω νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκεῖνο, ὅπερ καὶ προχθὲς εἶπον. Ἐγὼ, ἀναπτύσσων τὰ ὑποβαλλόμενα ὑπ’ ἐμοῦ νομοσχέδια, ἔφθασα εἰς τὸ θέμα ἐκεῖνο τῆς ἀγορεύσεώς μου, καθ’ ὃ ἠθέλησα νὰ βεβαιώσω γεγονός τι. Τὸ γεγονὸς τοῦτο ἦν τὸ ἑξῆς· ὅτι κατὰ τὸ τρέχον ἔτος τὰ τρόφιμα τοῦ στόλου καὶ ἄλλα ἀκόμη ἀντικείμενα, τὰ λεγόμενα ὑλικὰ, ἐπρομηθεύθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ τιμήματι ἐλάσσονι ἢ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος κατὰ 202 χιλιάδας δραχμῶν. Συμπληρῶν τὰ προχθὲς ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα, παρατηρῶ, ὅτι καὶ τὰ τρόφιμα τοῦ 1894 ἔτους καὶ τὰ τοῦ 1893 ὑπερβαίνουσι κατὰ 125 χιλιάδας δραχ. κατ’ ἔτος τὸ ποσὸν, ἀνθ’ οὗ ἐλήφθησαν ἐφέτος τὰ τρόφιμα τοῦ στόλου. Ἑπομένως κατὰ τὸ 1893 καὶ κατὰ τὸ 1894 ἔχομεν ἀκριβότερα τὰ τρόφιμα κατὰ 125,000 δραχμὰς, κατὰ δὲ τὸ 1895 κατὰ 202,000 δραχμάς. Διὰ τῆς παρατηρήσεως ταύτης δὲν ἐδήλωσα, οὔτε δηλῶ, ὅτι ἐγένοντο καταχρήσεις. Περὶ καταχρήσεων ἐγὼ δὲν ὡμίλησα. Ἐγὼ ἐβεβαίωσα γεγονός. Πῶς τοῦτο συνέβη, εἶναι ἐλεύθερος ἕκαστος νὰ κρίνῃ. Ἐδείχθη αὐστηροτέρα ἡ Διοίκησις τοῦ Ὑπουργείου; κατώρθωσε νὰ προκαλέσῃ ζωηρότερον τὸν συναγωνισμόν; κατέφυγεν εἰς μέσα τοιαῦτα, εἰς ἃ ὤφειλε νὰ καταφύγῃ ἡ Διοίκησις, ὥστε ἐπὶ τὸ εὐθηνότερον νὰ προμηθευθῇ τὸ Κράτος τὰ τρόφιμα καὶ τὰ ὑλικά; Τὰ πράγματα, νομίζω, ἀφ’ ἑαυτῶν ἀπαντῶσι. Παντάπασι δὲν βεβαιῶ, ὅτι ἐγένοντο καταχρήσεις, διότι δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω γεγονός, ὅπερ δὲν περιῆλθεν εἰς γνῶσίν μου. Ἀλλὰ τί ἐγένετο; Δὲν εἶμαι, νομίζω, ἁρμόδιος νὰ ἀπαντήσω. Ἐὰν θέλῃ ὅμως ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ, οὐδεὶς θέλει δυνηθῆ νὰ ἀρνηθῇ εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα αὐτῆς τοῦτο. Θέλει νὰ σχηματίσῃ ἐπιτροπὴν, ἵνα εὕρῃ, μήπως τότε ἡ ἀγοραία τιμὴ τῶν τροφίμων καὶ τῶν ὑλικῶν ἦτο μεγαλειτέρα καὶ ἐφέτος μικροτέρα; εἶναι κυρία νὰ πράξῃ αὐτό. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ, μήπως οἱ τότε διευθύνοντες τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, εὐθὺς ὡς ἐνώπιον τῆς τραπέζης αὐτῶν κατετέθησαν τὰ πρακτικὰ τῶν μειοδοσιῶν, ὑπέγραψαν, χωρὶς νὰ προκαλέσωσι καὶ δεύτερον καὶ τρίτον καὶ τέταρτον συναγωνισμόν; εἶναι κυρία ἡ Βουλὴ νὰ πράξῃ αὐτό. Ἐγὼ ὅμως οὐδέποτε δύναμαι νὰ δεχθῶ ὡς λεχθέντα παρ’ ἐμοῦ πράγματα, ἅτινα οὔτε εἶπον, οὔτε λέγω, οὔτε θέλω νὰ εἴπω. Ταῦτα νομίζω, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλήν.
§43ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προχθὲς εἴπετε, ὅτι ὑλικοῦ τοῦ ναυτικοῦ ἀξίας ἑπτὰ ἑκατομμυρίων ἐπῆλθεν ἡ καταστροφὴ ἕνεκα ἀβελτηρίας τῶν ἐντεταλμένων τὴν τήρησιν αὐτοῦ. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ὑλικὸν ἐκεῖνο ἦτο ἐκ τῶν ἀναγκαιοτάτων καὶ χρησιμωτάτων διὰ τὴν ναυτικὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν σκοπιμότητα τοῦ στόλου, ἐσπεύσατε διὰ μικρᾶς σχετικῶς δαπάνης νὰ ἀναπληρώσητε τοῦτο, καὶ σήμερον τὰ πράγματα ἔχουσι καλῶς. Τοῦτο ἀφῆκε βαθεῖαν ἐντύπωσιν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ διὰ τοῦτό τινες τῶν συναδέλφων ἠθέλησαν νὰ ἐφελκύσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ζημίας. Εἴπετε, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐξ ὑπαιτιότητος ἢ ἐξ ἀμελείας τινῶν προκατόχων ὑμῶν κατεστράφη ὑλικὸν ἀξίας 7,000,000 δραχμῶν.
§44Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἂν κατὰ τὸ 1885 ἔτος ἐτυγχάνετε Βουλευτής...
§45ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§46Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. .. Ἐτύγχανον τότε Βουλευτὴς, εἶχον δὲ τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι φίλος τοῦ καὶ νῦν ἡγέτου τῆς Κυβερνήσεως. Τότε ἐλέχθησαν ἐν τῇ Βουλῇ γνῶμαι καὶ ἰδέαι, αἵτινες ὡς ἀποτέλεσμα ἔφερον τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς κατὰ τοῦ τέως κυβερνήτου τῆς χώρας, κατὰ τοῦ τότε κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ. Τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης πρόεδρος μὲν ἐτύγχανεν ὁ ἐκ Τήνου βουλευτὴς κ. Μαυρομαρᾶς, εἰσηγητὴς δὲ ἐγώ. Ἡ ἐπιτροπὴ κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν εἰργάσθη ἐπὶ πολὺν χρόνον, νομίζω ἐπὶ εἴκοσιν ἢ εἴκοσι πέντε ἡμέρας, εἶχε ζητήσει πολλὰ ἔγγραφα ἐκ τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, ἅτινα ὅλα προσεκομίσθησαν εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Εἶχε τότε λεχθῆ, ὅτι μεγάλη ποσότης καλωδίου, ἧς τὸ τίμημα ἀνήρχετο εἰς 7 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὅτι ὁλόκληρον ἐκεῖνο τὸ καλώδιον κατεστράφη. Ἐκομίσθησαν τὰ ἔγγραφα παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ ὁ σχετικὸς φάκελλος εἰς τὴν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπήν. Ἀλλὰ τότε τὸ κίνημα τῆς Φιλιππουπόλεως ἐπέφερε μέγαν συγκλονισμὸν καὶ εἰς τὴν χώραν ἡμῶν, καὶ δι’ οὓς λόγους τότε εἶχεν ἀκούσει ἡ Βουλὴ, ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη διέκοψε τὰς ἐργασίας αὐτῆς. Τί ἐγένοντο τὰ ἔγγραφα, τὰ ἐκ τῶν διαφόρων Ὑπουργείων τότε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν προσκομισθέντα, ἐγὼ δὲν γνωρίζω, διότι δὲν εἶχον καὶ ἐξουσίαν τινὰ νὰ ἐξετάσω περὶ τούτου. Ἐνθυμοῦμαι ὅμως, καὶ ἐνθυμοῦνται πάντες, ὅσοι ἔλαβον μέρος εἰς τὰς τότε συζητήσεις ἔν τε τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὅτι κατηγορήθη ἡ πρὸ τοῦ 1885 ἔτους Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη ὡς μὴ ἐπιτηρήσασα δεόντως τὴν προμήθειαν ἐκείνην, τὴν μεγάλην, τοῦ καλωδίου, ὡς ἐκ τῆς ἀμελείας δὲ ἐκείνης ἐπῆλθεν, ὡς ἐλέγετο, ἡ καταστροφή. Τοῦτο εἶπον, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἔκτοτε σχεδὸν δὲν ὑπῆρχε καλώδιον ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ στόλου, ὅτι δὲ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν καλώδιον ἠγοράσθη, εἶναι ἡ παροῦσα περίστασις. Αὕτη εἶναι ἡ ἀπάντησις, ἣν δίδω ὑμῖν.
§47ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Κύριοι, ἀγνοῶ ποία εἶναι ἡ ἔρις περὶ τῶν καλωδίων. Ἐνθυμοῦμαι ὅμως, ὡς πρόεδρος τῆς τότε ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ὅτι ἐγένετο μεγάλη ἐξέτασις καὶ ἔρευνα περὶ τούτου. Τοὺς φακέλλους ὅλων τῶν καταθέσεων τῶν διαφόρων μαρτύρων, οἱ ὁποῖοι ἐξητάσθησαν ἐπὶ διαφόρων ἀντικειμένων κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἐν τῇ ἐξεταστικῇ ἐπιτροπῇ, τοὺς φακέλλους αὐτοὺς τοὺς ἔχω ἐγὼ καὶ τοὺς κρατῶ, καὶ θέλω τοὺς ὑποβάλει δι’ εἰδικῆς ἐκθέσεως ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλὰ τούτους τοὺς φακέλλους μόνον ἔχω, καὶ οὐδὲν πλέον· τὰ δὲ ἄλλα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀπεστάλησαν εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα, αὐτὰ μένουν εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς, διότι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ μεθ’ ἑαυτοῦ τοιαῦτα ἔγγραφα δημόσια, καθόσον αὐτὰ εἶναι τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν καὶ χρησιμεύουν εἰς τὸ Κράτος. Τὰς καταθέσεις τῶν μαρτύρων τὰς ἔχω ὅλας. Ἂν αὐταὶ ἔχουν ἢ δὲν ἔχουν ἀξίαν, δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ τὸ κρίνω. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὰ καλώδια, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ τῇ ἀνακοινώσω τὰ ἑξῆς. Εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν ἐπαρουσιάσθη τις, ὁ ὁποῖος ἐπρότεινεν, ὅτι δύναται τὰ καλώδια νὰ τὰ μεταποιήσῃ εἰς ὑποβρυχίους τηλεγράφους. Ἡ Κυβέρνησις κατ’ ἀρχὰς ἐδυσκολεύθη νὰ τὸ πιστεύσῃ, ἀλλ’ αὐτὸς ἐπέμεινεν, ὅτι ἔχει τὴν ἱκανότητα ταύτην. Τῷ ὄντι τῷ ἐπετράπη τοῦτο, ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι ὅλα τὰ καλώδια ἐκεῖνα, μὴ δυνάμενα νὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς τοὺς ὑποβρυχίους τηλεγράφους, κατεστράφησαν, καὶ οὕτως ἐπῆλθε μεγάλη ζημία εἰς τὸ Κράτος.
§48ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποία Κυβέρνησις ἦτο τότε;
§49ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη. Λοιπὸν ἡ ἐπιχείρησις ἀπέτυχε, καὶ τὰ καλώδια κατεστράφησαν.
§50ΧΡ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§51ΣΤΑΗΣ. Ἐξωδίκως γινώσκω, ὅτι ἡ ἀξία τῶν καλωδίων, περὶ τῶν ὁποίων τόσος γίνεται λόγος, δὲν ἦτο ἑπτὰ ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ περίπου 450,000 φράγκων χρυσῶν. Ἀληθῶς τὰ καλώδια κατεστράφησαν ἐκ κακῆς χρήσεως καὶ διατηρήσεως αὐτῶν. Παρακαλῶ δὲ τὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κύριον Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§52ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ νὰ ἐξετασθῇ καὶ ἡ δημοπρασία περὶ προμηθείας ὅλων τῶν εἰδῶν τοῦ ὑλικοῦ, καὶ ἂν ἐτηρήθησαν ὅλαι αἱ διατυπώσεις, ὄχι μόνον διὰ τὴν φασκομηλιά.
§53ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὑπέβαλε πρό τινων ἡμερῶν νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἂν κρίνῃ τις ἐκ τῆς προκαταρκτικῆς συζητήσεως, τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν ἡ ὑποβολὴ αὐτῶν, πολλὰ θὰ προκαλέσωσι τὰ παράδοξα. Ἀλλὰ μεταξὺ αὐτῶν ὑπεβλήθησαν καὶ νομοσχέδια κατεπειγούσης ἀνάγκης. Ἓν τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν εἶναι καὶ τὸ ἀφορῶν εἰς τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον. Καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο τὸ ταμεῖον τοῦτο, καὶ πρὸ ἑπταετίας, ὅτε προσεκλήθη κατὰ πρῶτον ἡ συνέλευσις τῶν ναυτικῶν δήμων τοῦ Κράτους, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι εἰσηγητὴς τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς, μέλη δὲ αὐτῆς ἦσαν ὁ κ. Φιλάρετος ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος καὶ ἄλλοι. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην κατεδείξαμεν δι’ ἐκθέσεως μακρᾶς καὶ τὴν κατάστασιν τὴν ἐλεεινὴν τοῦ ταμείου ἐκείνου καὶ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἀποσοβήσῃ τὸν κίνδυνον. Τὴν ἔκθεσιν τότε ὑπεβάλομεν εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Κερκύρας. Δυστυχῶς οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη. Ἔκτοτε δὲ ἡ κατάστασις τοῦ ταμείου ἐκείνου ἐδεινώθη, ὡς ἐκ τῆς ἐπελθούσης πτωχεύσεως τοῦ Κράτους, καὶ ἤδη λαμβάνονται ποσὰ ἐκ τῶν κεφαλαίων αὐτοῦ καὶ πληρόνονται οἱ συνταξιοῦχοι. Νομίζω ὅτι 300 χιλιάδες δραχμαὶ ἐλήφθησαν ἐκ τῶν κεφαλαίων αὐτῶν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον.
§54ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. 230 χιλιάδες.
§55ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, νέοι ἀνοίγονται πόροι, καὶ δι’ αὐτῶν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποσοβηθῇ ὁ κίνδυνος καὶ ἡ ἄφευκτος τοῦ ταμείου καταστροφή. Δυστυχῶς ὅμως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ οὔτε ἐτυπώθη οὔτε διενεμήθη.
§56ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οὔτε τὰ ἄλλα ναυτικὰ νομοσχέδια.
§57ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶπον ὅτι τὰ ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ ναυτικοῦ, θὰ προκαλέσωσι μακρὰς συζητήσεις, διότι παρετήρησα ὅτι πολλοὶ ἐζήτησαν προκαταβολικῶς τὸν λόγον, καίτοι ταῦτα οὔτε ἐξετυπώθησαν οὔτε ἀνεγράφησαν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου εἶναι κατεπεῖγον, ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτοῦ καὶ ὡς ἐκ τῶν μέτρων, ἅτινα λαμβάνει πρὸς αὔξησιν τῶν πόρων αὐτοῦ. Ὡς ἐκ τούτου, ἐφ’ ὅσον παρέρχεται χρόνος καὶ δὲν ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον, ἐπὶ τοσοῦτον ἐλαττοῦνται τὰ ποσὰ, ἅτινα κατὰ τὸ τρέχον ἔτος θὰ εἰσπράξῃ τὸ ταμεῖον τοῦτο παρὰ τῶν λιμενικῶν ταμείων καὶ ἐκ τῶν ἄλλων φόρων, οὓς χάριν τοῦ ταμείου τούτου ἐπιβάλλει τὸ νομοσχέδιον, ἂν ψηφισθῇ. Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ καταγόμενοι ἐκ ναυτικῶν ἐπαρχιῶν, θέλουσιν ἔλθει συνεπίκουροι εἰς τὴν αἴτησίν μου ταύτην, διότι γνωρίζουσιν, ὅτι μόνον ἔρεισμα τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας εἶναι τὸ ναυτικὸν ταμεῖον, ἂν δὲ δὲν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ μὲν ταμεῖον θέλει καταστραφῆ ἐντελῶς πλέον, χιλιάδες δὲ οἰκογενειῶν θέλουσιν ἐγκαταλειφθῆ εἰς τὴν τύχην των καὶ θὰ στερηθῶσι καὶ τοῦ ἄρτου τῶν αὐτοῦ. Συμφώνως πρὸς ὅσα εἶπον παρακαλῶ νὰ θεωρηθῇ ὡς κατεπειγούσης ἀνάγκης τὸ νομοσχέδιον καὶ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§58ΡΑΖΕΛΟΣ. Σχετικῶς πρὸς τὰ λεχθέντα περὶ ἀποστολῆς εἰς Εὐρώπην τῶν θωρηκτῶν, θὰ ἀπευθύνω σύστασιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Πρό τινος χρόνου ἐψηφίσθη νόμος, καθ’ ὃν οἱ κυβερνῆται τῶν πλοίων καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ πάντες, οἱ ὑπηρετοῦντες εἰς πλοῖα, ἀποστελλόμενοι εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, λαμβάνουσι τὸν μισθόν των εἰς χρυσόν. Ἀλλὰ οἱ ναῦται καὶ οἱ ὑπαξιωματικοὶ στεροῦνται τοῦ εὐεργετήματος τούτου· ἐπειδὴ δὲ ὁ μισθὸς αὐτῶν εἶναι ἐλάχιστος, ὑφίστανται τὰ πάνδεινα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἕνεκα τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ νομίσματος. Ὑπόλοιπον μένει εἰς αὐτοὺς ἐκ τοῦ μισθοῦ των 7½ δραχμαί. Οἱ ὑπαξιωματικοὶ, οἵτινες εἶναι πάντες σχεδὸν ἔγγαμοι, δὲν ἔχουσι τί νὰ κρατήσωσι δι’ ἑαυτοὺς καὶ τί ν’ ἀποστείλωσιν εἰς τὰς οἰκογενείας των. Ἐννοεῖτε ἐκ τούτου εἰς ποίας στενοχωρίας εὑρίσκονται ἕνεκα τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν τε τροφίμων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ τοῦ νομίσματος· ὡς δὲ λέγεται, παρεστάθη ποτὲ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ τὸ θέαμα ναυτῶν συλλεγόντων ἀποτσίγαρα ἐκ τῶν ὁδῶν, διότι δὲν εἶχον νὰ ἀγοράσωσι καπνόν!
§59Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ποτὲ δὲν ἐγένετο τοῦτο.
§60ΡΑΖΕΛΟΣ. Ἵνα ἐννοήσητε δὲ τὸ ἄδικον τοῦ νόμου, ἀρκεῖ νὰ μάθητε, ὅτι, ἐνῷ οἱ ὑπολογισταὶ λαμβάνουσιν ἐπιμίσθιον, οἱ ἀρχικελευσταὶ, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἰσοβάθμιοι πρὸς αὐτοὺς, οὐδὲν ἐπιμίσθιον λαμβάνουσιν. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς θὰ πράξῃ ἔργον δικαιοσύνης καὶ θὰ ἐπισπάσῃ τὴν εὐγνωμοσύνην τῶν ναυτῶν, ἂν εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ νομοθετηθῇ, ἵνα λαμβάνωσι καὶ οἱ ναῦται καὶ οἱ ὑπαξιωματικοὶ τὸν μισθόν των εἰς χρυσόν.
§61ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βλέπω ὅτι ἐφέτος ἐπικρατεῖ τὸ σύστημα οὐχὶ νὰ προτείνωνται μέσα πρὸς βελτίωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων, ἀλλὰ εἰς πᾶσαν πρότασιν νὰ ἐπικρίνονται οἱ προκάτοχοι δι’ ἔλλειψιν προνοίας. Τὸ παράδειγμα ἔδωκαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ πρὸ ὀλίγου ὁ κ. ἐκ Παξῶν Βουλευτής, ὅστις δὲν ἠρκέσθη νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναγραφὴν τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀλλ’ ἀνέφερεν ἐργασίας ἐπιτροπῶν, καὶ κατηγόρησεν ἄλλους ἐπὶ ἐλλείψει προνοίας, διότι δὲν ἔφερον τὸ νομοσχέδιον καὶ δὲν ἐπρότειναν τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιτροπὴ τότε εἶχε προτείνει. Ἐλησμόνησεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι αἱ περιστάσεις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἦσαν διάφοροι τῶν σημερινῶν, καὶ ὅτι, ἐὰν κακῶς ἔχῃ τὸ Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον, τοῦτο ἀποδοτέον εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν πτώχευσιν. Κακῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς διετείνετο, ὅτι ἄλλος λόγος ἐπέφερε τὴν κατάστασιν ταύτην· συνετέλεσεν ἴσως καὶ ἄλλος λόγος, ἀλλ’ ὁ κύριος λόγος εἶναι, ὅτι τὰ ἔσοδα ἠλαττώθησαν κατὰ τὰ ⅔, διότι, ἐνῷ τὸ Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον εἰσέπραττε 200,000 δραχ. κατ’ ἔτος ἐκ χρεωγράφων τοῦ Δημοσίου, σήμερον εἰσπράττει 70,000, καὶ αἱ ὑπολειπόμεναι 130 ἀνταποκρίνονται εἰς τὸ ἔλλειμμα.
§62Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Αὐτὰ εἶπον καὶ ἐγώ.
§63ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σεῖς εἴπετε, ὅτι δὲν εἶναι κύριος λόγος τῆς κακῆς καταστάσεως τοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου ἡ κατάστασις ἡ οἰκονομικὴ τῆς χώρας, ἀλλ’ ὅτι δέον ν’ ἀναζητηθῇ καὶ εἰς τὴν σπατάλην, τὴν ὁποίαν διέπραξαν οἱ διαχειρισταὶ αὐτοῦ· καὶ παρετηρήσατε, ὅτι, ἐνῷ εἰς τὸ προσωπικὸν ἐδαπανῶντο ἄλλοτε 6,000 δραχμαί, σήμερον δαπανῶνται 32,000. Ἐλησμονήσατε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἡ δαπάνη τῶν 32,000 ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸν νόμον περὶ συστάσεως τοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, ὁ ὁποῖος ἐκανόνισεν αὐτήν. Ἐλησμονήσατε ὅτι παρεβάλατε ἐποχὰς διαφόρους, δηλαδὴ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὰ κεφάλαια τοῦ ταμείου ἀνήρχοντο εἰς 150,000, πρὸς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἀνέρχονται εἰς ἑκατομμύρια· ἐλησμονήσατε ὅτι ἠναγκάσθητε νὰ ὁμολογήσητε, ὅτι κατὰ τὸ διαῤῥεῦσαν διάστημα ἐπληρώθησαν 11,000,000· ἐλησμονήσατε ὅτι παρῆλθον 25 ἔτη, καὶ σήμερον πληρώνονται αἱ συντάξεις, καὶ ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ ταμείου ἐπηύξησε κατὰ πολὺ, ἀλλ’ ἀπεδώσατε τὸν λόγον εἰς τὴν αὔξησιν τῆς δαπάνης τῆς διαχειρίσεως, ἐνῷ ὁ κύριος λόγος εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἐμνημόνευσα. Δὲν πρέπει δὲ καὶ νὰ καυχᾶταί τις καὶ τόσον ἐπὶ τῇ μερίμνῃ, ἣν ἔλαβεν, ἀφοῦ δὲν κατέληξεν, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ ἐπιβάλῃ φορολογίαν. Νομίζω ὅτι ἐπιβολὴ φόρων πρὸς εὕρεσιν 130,000 δραχμῶν δὲν εἶναι καὶ τόσον δύσκολον πρᾶγμα, ἵνα καυχᾶταί τις ἐπὶ τῇ σωτηρίᾳ τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου καὶ τῶν ναυτῶν τῆς Ἑλλάδος. Θὰ πράξῃ δὲ ἡ Βουλὴ καλὸν ἔργον, ψηφίζουσα τὸν νόμον, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἡ ὑποβολὴ τοιούτων φορολογικῶν νόμων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἔπρεπε νὰ προκαλέσῃ καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην πρὸς τὸν Ὑπουργόν. Ἐὰν ὑμεῖς θεωρῆτε τοῦτο ἄξιον εὐγνωμοσύνης, ἐγὼ δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὸ παραδεχθῶ, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θὰ ἐπαρουσιαζόμην ποτὲ μετὰ τοσαύτης ἐπισημότητος, προκειμένου νὰ ὑποβάλω τοιοῦτο νομοσχέδιον.
§64Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριε συνάδελφε, νομίζω, ὅτι ἐγκατέλειψεν ὑμᾶς ἐπ’ ὀλίγον ἡ μνήμη. Ἐὰν ἐνθυμηθῆτε καλῶς, θέλετε εὕρει, ὅτι παντάπασι δὲν ἐκαυχήθην διὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου. Ἤθελον καυχηθῆ, ἐὰν οἱ πόροι καὶ τὰ μέτρα, τὰ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου προβαλλόμενα, εἶχον εὑρεθῆ παρ’ ἐμοῦ. Ἀλλ’ ἐγὼ ῥητῶς ἐδήλωσα, ὅτι κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος ἠκολούθησα τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ναυτικῶν δήμων, ἧς τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐργασιῶν κατέθηκα καὶ ἐν ἐντύπῳ φυλλαδίῳ. Ἑπομένως οὔτε ἐκαυχήθην, οὔτε καυχῶμαι. Νομίζω ὅτι ὑμεῖς ἐκαυχήθητε προχθές, λέγοντες, ὅτι διωρθώσατε τὴν νομοθεσίαν τὴν ναυτικήν. Καὶ περὶ τῆς διορθώσεως ταύτης θέλω ποιήσει λόγον, ὅταν, ὡς ὑπεσχέθητε, συζητήσωμεν τὰ νομοσχέδια τὰ ναυτικά. Κατὰ τὴν συζήτησιν τότε θέλω δυνηθῆ νὰ ἀποδείξω ὑμῖν, ὅτι οὐχὶ διωρθώσατε, ἀλλὰ τραγέλαφον ἐποιήσατε τὴν νομοθεσίαν τὴν ναυτικήν. Περὶ τοῦ ἑτέρου δὲ ζητήματος, ὅτι ὑμεῖς θέλετε ἐπιφυλαχθῆ νὰ συζητήσητε εὐρέως, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων ἐν τῇ Βουλῇ, ἀπορῶ, διότι σήμερον μετεβάλετε γνώμην. Ἀλλὰ μήπως καὶ προχθές, ἐνῷ ἐλέγετε, ὅτι δὲν θέλετε νὰ συζητήσητε, συγχρόνως τάχα δὲν συνεζητεῖτε; Καὶ σήμερον τὸ αὐτὸ πράττετε, εἰσερχόμενος εἰς τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου, ἐνῷ ἐδηλοῦτε προχθές, ὅτι ἐπιφυλάττεσθε νὰ συζητήσητε, ὅταν τὰ νομοσχέδια συζητηθῶσιν. Ἐὰν δὲ καταφύγητε εἰς τὸ στενογραφικὸν γραφεῖον, θέλετε ἴδει, ὅτι ὡς πρὸς τὸ ἄλλο ζήτημα πλανᾶσθε, καὶ πλανᾶσθε πάρα πολύ. Διότι αὐτὰ, ἅτινα ἐν ἀρχῇ τῆς ἀγορεύσεως ὑμῶν ἐλέγετε, οὐδαμῶς εἰσιν ἀκριβῆ. Ἐγὼ δὲν εἶπον αὐτὰ, ἅτινα ἀπεδώσατε εἰς ἐμέ...
§65ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤκουσαν τὴν ἀγόρευσίν σας.
§66Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. .. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ ταμείου προῆλθεν ἐκ τῆς οἰκονομικῆς δυσπραγίας τῆς χώρας. Τώρα δὲ, μετὰ ἡμίσειαν ὥραν, θέλω δώσει ὑμῖν τὸ χειρόγραφον, ὅπερ ἔχω εἰς τὸ γραφεῖον μου, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν διώρθωσα, τὸ χειρόγραφον τῆς ὁμιλίας μου, τὸ ἐκ τῶν στενογραφημάτων, ὅπως πεισθῆτε, ὅτι αὐτὰ, ἅτινα ἔλεγον τότε, λέγω καὶ σήμερον. Ἐπαναλαμβάνων δὲ λέγω, ὅτι κυρία αἰτία τῆς κακῆς καταστάσεως τοῦ Ταμείου τοῦ Ἀπομαχικοῦ εἶναι ἡ οἰκονομικὴ δυσπραγία τῆς χώρας. Ἀλλὰ συνετέλεσαν καὶ ἄλλοι λόγοι, δι’ οὓς εὐθύνεσθε ὑμεῖς. Διότι εἰς ὑμᾶς ὀφείλεται ὅλη ἡ πληθώρα τοῦ προσωπικοῦ καὶ τῶν μισθῶν, ὧν ἕνεκα ἔφθασαν τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως τοῦ ταμείου εἰς 32,000 δραχμὰς ἐτησίως.
§67ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἰς ἐμέ;
§68Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν λέγω προσωπικῶς εἰς ὑμᾶς, ἀλλ’ εἰς τὸ κόμμα ὑμῶν, οὗ εἶσθε μέλος, ἐκτὸς ἂν ἀπηρνήθητε αὐτό. Εἶπον ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα αἴτια, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις, θέλω ἀποδείξει δι’ ἀριθμῶν, ὅτι δὲν εἶναι μόνον ἡ οἰκονομικὴ δυσπραγία τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ ἄλλα πολλὰ αἴτια, ἅτινα ἔφερον τὸ ταμεῖον εἰς τοιαύτην κατάστασιν.
§69ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ νόμου ψηφισθέντος κατὰ τὸ 1887 ὑπεχρεώθη τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον τὰ κεφάλαια αὑτοῦ τὰ περισσεύοντα πάντα νὰ διαθέσῃ εἰς ἀγορὰς ὁμολογιῶν τῶν ἐθνικῶν δανείων. Δὲν ἦτο δυνατὸν κατὰ συνέπειαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁσονδήποτε ἐπιπολαίως καὶ ἂν ἐμελέτησε τὰ τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, νὰ προΐδῃ ἓν γεγονὸς τόσον ὀγκῶδες, καὶ νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ὄντως ἡ δυσπραγία τοῦ ταμείου τούτου ἐξ ὁλοκλήρου ἀποδοτέα εἰς τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους. Βεβαίως καὶ ἡ διαχείρισις τῶν τοῦ ταμείου, πλουσιωτάτη ὡς ἀποῤῥοφῶσα πλέον τῶν 35 χιλιάδων δραχμῶν ἐτησίως, ὡς ἐρευνῶντες τὰ τοῦ ταμείου ἐξηκριβώσαμεν, καὶ ἥτις ἐπροξένησε ζωηροτάτην αἴσθησιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ναυτικῶν δήμων τοῦ Κράτους, συνετέλεσε καὶ αὐτὴ εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν, περὶ τῆς ὁποίας ἐλάλησα. Ἀλλὰ τὸν ὄλεθρον ἐπέφερεν ὁ νόμος τοῦ 1887. Προκειμένου ὅμως περὶ σταθερᾶς ἀνορθώσεως τῶν τοῦ ταμείου, ἔχω νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι δι’ ὅσων προτείνει μέτρων δὲν κατορθοῖ ὅ,τι σκοπεῖ (διακοπαί). Θὰ παρεκάλουν δὲ αὐτὸν, πρὶν ἢ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιόν του, νὰ ἀναθεωρήσῃ τοὺς ἐξευρεθέντας πόρους. Θέλει πεισθῆ ἐκ τῆς ἀναθεωρήσεως ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον συγκομίζει ἐξ ὅσων ἀναγράφει πόρων, δὲν εἶναι τὸ ἱκανὸν νὰ καταστήσῃ τὴν ἐπάρκειαν τοῦ ταμείου. Ὀφείλει ἰδίως ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὰ λιμενικὰ ταμεῖα, ἐξ ὧν δύναται νὰ πορισθῇ πόρον βέβαιον καὶ ἀσφαλῆ, διότι πάντες οἱ ἄλλοι, οἱ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφόμενοι, εἶναι ἀμφιβόλου ἀποδόσεως.
§70ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἠθέλησε οὔτε νὰ κατακρίνω τὸν ἀξιότιμον κ. Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας, οὔτε νὰ μεμφθῶ αὐτὸν ἐπὶ ἀδρανείᾳ καὶ ἀβελτηρίᾳ· ἁπλῶς ἀνέφερα ἓν ἱστορικὸν γεγονός. Κατὰ τὸ 1887, ὅτε συνῆλθε κατὰ πρῶτον ἡ συνέλευσις τῶν ναυτικῶν δήμων τοῦ Κράτους, καὶ τότε ἡ κατάστασις τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου εὑρίσκετο περίπου εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, εἰς ἣν καὶ σήμερον, πλὴν, ἐννοεῖται, τῆς ἐπιδεινώσεως, τῆς ἐπελθούσης ἕνεκα τῆς πτωχεύσεως τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐπίσης εὑρίσκετο καὶ τότε ἐν ἀποσυνθέσει σχεδὸν, καθόσον καὶ τότε εἶχεν ἔλλειμμα τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον, καὶ τότε ἐφέρετο κατὰ κρημνῶν. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ἡ συνέλευσις εἰργάσθη ἐπὶ μακρὸν καὶ ἡ ἐκλεχθεῖσα τότε ἐξελεγκτικὴ ἐπιτροπὴ, ἡ ἐξελέγξασα τὴν διαχείρισιν τοῦ ναυτικοῦ τούτου ταμείου, εὗρεν ὅτι ἡ κατάστασίς του θὰ ἐδεινοῦτο λίαν προσεχῶς καὶ θὰ περιήγοντο τὰ πράγματα εἰς ὃ σημεῖον ἔφθασαν. Τότε δὲ, ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ συνέταξεν ἔκθεσιν, ἧς εἰσηγητὴς ἤμην ἐγὼ, καὶ τὴν ἔκθεσιν ταύτην ὑπέβαλον εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος διετέλει τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, οὐδεμία ὅμως πρόνοια ἐλήφθη τότε. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, οὐδὲ αὐτὸς ὁ νόμος περὶ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου ἐφηρμόσθη. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, κατὰ πᾶσαν τριετίαν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ναυτικῶν δήμων τοῦ Κράτους συνέρχονται καὶ ἐξελέγχουσι τὴν διαχείρισιν τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου. Δυστυχῶς, ὡς εἶπον, οὔτε αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τούτου ἐτηρήθησαν, κατὰ τὸ διαῤῥεῦσαν δὲ τοῦτο ἑπταετὲς διάστημα δὲν συνεκλήθησαν οἱ ναυτικοὶ δῆμοι τοῦ Κράτους, οὔτε συνῆλθε συνέλευσις ἐν Ἀθήναις, οὔτε ἐξήλεγξε τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον, ἐκ τούτου ἐννοεῖται τί ἐπῆλθεν, ἕνεκα τῆς μὴ ἐξελέγξεως τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου. Ἐὰν συνήρχοντο οἱ ναυτικοὶ δῆμοι τοῦ Κράτους, ἐὰν ἐξηλέγχετο τὸ ταμεῖον, θὰ ἀνεχαιτίζετο ἴσως ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τοῦ νὰ νομοθετήσῃ τὴν ὑποχρεωτικὴν διάθεσιν τῶν κεφαλαίων του εἰς ἐθνικὰ δάνεια, καὶ ἴσως θὰ προελαμβάνετο ἡ πλήρης καταστροφή, ἡ ὁποία ἐπῆλθε σήμερον.
§71Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχοντος ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 24,000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1895, καὶ συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ἐπεθύμησε νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελλον, ὁ ὁποῖος περιλαμβάνει τὰ ἔγγραφα τὰ συναφῆ μὲ τὴν ὑπόθεσιν, ἕνεκα τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ ἀναπληρωματικὴ αὕτη πίστωσις. Ἀληθῶς ἡ πίστωσις αὕτη ζητεῖται, ἵνα πληρωθῇ τὸ δι’ αὐτὴν ζητούμενον ποσὸν εἰς τὸν κ. Πάνον Σινανιώτην. Ὁ κ. Πάνος Σινανιώτης ἀπηύθυνεν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου κατὰ τὸ ἔτος 1893, καὶ ἐζήτησε δι’ αὐτῆς νὰ ἐκτελεσθῇ τέλος πάντων ἀπόφασις ὁριστικὴ τοῦ Ἀρείου Πάγου, διὰ τῆς ὁποίας ἐπεδικάζετο εἰς αὐτὸν, ὡς ἐκδοχέα δικαιωμάτων ἄλλων συγγενῶν του, κεφάλαιον δραχμῶν 45,670 καὶ 20/00 καὶ οἱ τόκοι τοῦ ποσοῦ τούτου ἀπὸ τῆς ἀγωγῆς· ἐπειδὴ δὲ ἡ ἀπόφασις εἶχεν ἐκδοθῆ κατὰ τὸ 1888, ἡ δὲ ἀγωγὴ εἶχεν, ὡς εἰκὸς, γενῆ πρὸ τῆς ἀποφάσεως, οἱ τόκοι ἦσαν ἓξ ἐτῶν. Ἡ ἀγωγὴ αὕτη κατὰ τοῦ Δημοσίου ἐστάλη εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ὁ δ’ ἐπιτραπεὶς τὴν ἔρευναν αὐτῆς νομικὸς σύμβουλος ἐμελέτησε τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἐπείσθη, ὅτι ὁ κ. Πάνος Σινανιώτης εἶχε δικαίωμα, ἀφοῦ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου ἦτο ὁριστική, νὰ λάβῃ τὰς δραχ. 45,670.20, καὶ προσέτι τοὺς τόκους αὐτῶν· ἀφοῦ δ’ ὁ Πάνος Σινανιώτης ἦτο εὐδιάθετος νὰ ἔλθῃ εἰς συμβιβασμὸν μετὰ τοῦ Δημοσίου, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του τὸ Νομικὸν Συμβούλιον τὰς ἀξιώσεις τοῦ Πάνου Σινανιώτη, καὶ ἐβασάνισεν αὐτὰς, καὶ συνήγαγεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναζητηθῇ, ἂν ὀφείλῃ εἰς τὸ Δημόσιον ὁ δικαιοῦχος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, πόσα δὲ δικαιοῦται νὰ λάβῃ παρ’ αὐτῶν τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὡς καὶ νὰ ἀναζητηθῇ ὡσαύτως, ἂν ἀπέναντι τούτων ἐπλήρωσεν ὁ Π. Σινανιώτης εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ πόσα ἐπλήρωσεν, ὅπως μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν αὐτῶν εὑρεθῇ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὠφείλετο ἀπὸ τὸν Πάνον Σινανιώτην καὶ τὸν πατέρα αὐτοῦ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἐκ τῆς τοιαύτης λοιπὸν ἐξετάσεως ἀπεδείχθη, ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὴν ἀπαίτησιν τοῦ Πάνου Σινανιώτου, ἦσαν 19,000 δραχμαὶ, καὶ ὅτι ἀντὶ τῶν 45,670.20 καὶ τῶν τόκων αὐτῶν ἀπὸ τῆς ἀγωγῆς ἔπρεπε νὰ ἀναγνωρισθῇ ὡς ὀφειλὴ πρὸς τὸν Πάνον Σινανιώτην ποσὸν δραχμῶν 24,000· ἀφοῦ δὲ συνήνεσεν εἰς ταῦτα ὁ κ. Πάνος Σινανιώτης, στέρξας νὰ ἐλαττωθῇ τὸ κεφάλαιον τῆς ἀπαιτήσεώς του κατὰ 19,000 δραχμὰς, ὁ εἰσηγητὴς ὁ εἰσαγαγὼν τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ἐπρότεινεν ὡς δίκαιον νὰ πληρωθῶσιν εἰς τὸν Πάνον Σινανιώτην 24,000 δραχμαί. Τὴν συμβιβαστικὴν ταύτην γνώμην τοῦ νομικοῦ συμβούλου, ἀνακοινωθεῖσαν ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον κατὰ τὴν 28 Νοεμβρίου 1894, ἀπεδέχθη τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, καὶ ἐγνωμοδότησεν ἐν πλήρει συνεδριάσει, παρόντων πάντων τῶν μελῶν αὐτοῦ, ἵνα τελεσθῇ ὁ συμβιβασμός. Τὴν πρᾶξιν ταύτην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἐνέκρινεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Τρικούπης τὴν 10 Ἰανουαρίου 1895, καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως ταύτης ἐπρότεινα τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 24,000. Καταθέτω δὲ πάντα τὸν φάκελλον.
§72ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι καὶ ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον ἐζήτησα;
§73Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἐλλείπῃ τι, ζητήσατέ το.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ τρίτη συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 726,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως 1895. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1895. Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§76ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν δύναμαι, Κύριοι, νὰ κρύψω ἀπὸ τὴν Βουλήν, ὅτι ᾐσθάνθην ἔκπληξίν τινα ἐπὶ τῇ ἀναγνώσει τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐνθυμεῖται ἡ Βουλή, ὅτι κατὰ τὰ 1891 ἐψηφίσαμεν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀντικαθίσταντο τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια διὰ τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων. Ὑπῆρχε τότε καὶ ἐξακολουθεῖ καὶ σήμερον ὑπάρχουσα παρ’ ἡμῖν, τοῖς καθημένοις τότε ἐν τῇ ἑτέρᾳ πτέρυγι, ἡ γνώμη, ὅτι ὁ τόπος ἡμῶν ἔχει ἀνάγκην ἀποκεντρώσεώς τινος ἐν τῇ διοικήσει αὐτοῦ, καὶ ἀνακουφίσεως ἐκ τῆς πιέσεως, ἣν ὑφίσταται ὑπὸ τῆς ἐφαρμοζομένης ὑπερβολικῆς συγκεντρώσεως. Ἐθεωρήθη τότε, ὅτι τοιαύτη ἰδέα λυσιτελέστερον ἤθελεν ἐξυπηρετηθῆ διὰ τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, ἀντικαθιστώντων τὰ Νομαρχιακά. Ἐναντίον δὲ τῶν τοιούτων ἰδεῶν, ἃς ἀπὸ κοινοῦ ὑπεστηρίξαμεν ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ὅπως εὐκολυνθῇ μία ἀνάγκη, παρουσιαζομένη ἐκ τῆς ψηφίσεως ἑτέρου νομοθετήματος, τοῦ ἀφορῶντος τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, προτείνεται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἡ μερικὴ κατάργησις τῆς βάσεως τοῦ νομοθετήματος περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, περὶ τοῦ ὁποίου γενικώτερα συμφέροντα εἴχομεν στηρίξει τότε. Καὶ κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν καὶ κατὰ τὸ γράμμα τοῦ νομοσχεδίου παρουσιάζεται εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐν πολλαῖς ἐπαρχίαις δὲν ὑπάρχουσιν ἀρκετοὶ ἐπαρχιακοὶ σύμβουλοι, ὅπως τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον συνέλθῃ καὶ ἐκτελέσῃ ἓν τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα συμφώνως μὲ τὸν νόμον τῆς 3 Ἀπριλίου 1891 ἀνατίθενται εἰς αὐτὸ διὰ τοῦ νόμου τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1895 περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἀντὶ δὲ πρὸς ἄρσιν τῶν δυσκολιῶν τούτων νὰ προταθῇ εἰς τὴν Βουλὴν μέτρον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ βελτιῶται καὶ εὐκολύνηται ἡ λειτουργία τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, προτείνεται ἀπ’ ἐναντίας μέτρον, διὰ τοῦ ὁποίου περιστέλλεται ἡ δρᾶσις αὐτῶν, διότι προτείνεται εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι «διὰ τοὺς δήμους τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, ἐν αἷς δὲν ἐξελέχθησαν ἢ δὲν κατηρτίσθησαν πλήρη τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, ἢ, προσκληθέντα νομίμως, δὲν συνῆλθον, ἢ συνελθόντα ἠρνήθησαν ἢ ἀνέβαλον νὰ ἐκδώσωσι τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 56 τοῦ ἀπὸ 3 Σεπτεμβρίου 1895 ͵ΒΤΜΘʹ νόμου περὶ τῆς στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀπαιτουμένην ἀπόφασιν, ἐκδίδωσι ταύτην ἠτιολογημένως ὁ νομάρχης, καὶ συμφώνως πρὸς αὐτὴν προβαίνει εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑπὸ τῆς εἰρημένης διατάξεως ὁριζομένων.» Τὰ Συμβούλια, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ἐκφέρουν τὴν γνώμην καὶ τὴν ἀπόφασιν αὐτῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, βεβαίως δὲν δύνανται νὰ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην καὶ τὴν ἀπόφασιν αὐτῶν καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἀνατίθενται εἰς αὐτὰ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1891. Ἀφοῦ δὲ καθιεροῦμεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὴν ἐξουσίαν τῶν Συμβουλίων τὴν ἀποδίδομεν καὶ εἰς τοὺς νομάρχας, φυσικῶς ἐξασθενοῦμεν τὴν ἀρχὴν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίχθη ὁ θεσμὸς τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων. Νομίζω ὅτι εἰλικρινέστερον ἤθελεν εἶσθαι νὰ εἴπωμεν, ὅτι καταργοῦνται τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια. Καὶ ἐὰν μὲν ἐγκαταλιμπάνηται ἡ ἰδέα τῆς βελτιώσεως τῆς διοικήσεως διὰ τῆς εἰσαγωγῆς ἀποκεντρωτικῶν τινων ἰδεῶν, νὰ τὸ γνωρίζωμεν τοὐλάχιστον καὶ νὰ συζητήσωμεν τοῦτο. Ἐὰν δὲ δὲν ἐγκαταλιμπάνηται ἡ ἰδέα αὕτη, τότε, καταδικαζομένων τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, περὶ τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτῶν κατὰ τρόπον καὶ διὰ θεσμοῦ, καθιστῶντος δυνατὴν τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἰδέας αὐτῆς. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἀπορίαν καὶ ἔκπληξιν ἐπροξένησεν εἰς ἐμὲ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον, ἀντιστρατευόμενον πρὸς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὑπεστηρίξαμεν, ὅπως θεραπεύσῃ στιγμιαίαν ἀνάγκην, καταφεύγει εἰς τὸ εὔκολον μέσον τῆς ἐξασθενήσεως καὶ τῆς ἐξουδετερώσεως ἑνὸς θεσμοῦ γενικωτέρας σημασίας, ἀντὶ νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς βελτιώσεως τοῦ θεσμοῦ τούτου κατὰ τρόπον καθιστῶντα δυνατὴν καὶ ἀποτελεσματικὴν τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ.
§77ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἴπομεν ὅτι πρέπει νὰ καταργήσωμεν θεσμὸν, τὸν ὁποῖον καὶ ἡμεῖς πολὺ σεβόμεθα. Εὑρισκόμεθα ἀπέναντι δυσκολίας, δημιουργηθείσης κατόπιν ἐπανειλημμένων ἐκλογῶν, καθ’ ἃς τινὰ ἤ, μᾶλλον εἰπεῖν, πλεῖστα τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων δὲν ἠδυνήθησαν νὰ καταρτισθῶσιν εἰς σῶμα. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ μεριμνήσωμεν, ὅπως λειτουργήσῃ ὁ νόμος τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἔπρεπε νὰ κάμωμεν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον κάμνομεν, ν’ ἀντικαταστήσωμεν δηλ. τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου διὰ τοῦ νομάρχου, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ὁ φυσικὸς κηδεμὼν τοῦ δήμου, ὁ γνωρίζων κάλλιον παντὸς ἄλλου τί δύναται νὰ κάμῃ οὗτος.
§78ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Θὰ συμπληρώσω τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπείσθησαν ὅτι κακῶς ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ συμπεριλάβῃ ἐν τῷ νόμῳ τὰ Συμβούλια τὰ Ἐπαρχιακὰ, διότι δυστυχῶς ἡ ὕπαρξις τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων ἐν τῷ νόμῳ, ὃν ἐψηφίσαμεν, ἔφερεν ὄχι ὀλίγας δυσχερείας εἰς τὴν ἐφαρμογήν του. Ἐζητήθη ἡ σύστασις σχολείου καὶ ἐζητήθη ἀπὸ δῆμον, ὁ ὁποῖος ἔχει κεφάλαια νὰ τὸ συντηρήσῃ, ὅλη δὲ ἡ κοινωνία τοῦ δήμου ἐκείνου τὸ ἀπῄτει· ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ, διότι δὲν ὑπάρχει Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον πλῆρες. Φαντασθῆτε λοιπὸν, νὰ ἦναι ὑπόχρεως μία ὁλόκληρος ἐπαρχία, εἷς δῆμος, νὰ ἀναμένῃ ἕκαστον ἔτος τὴν συγκρότησιν τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου, ὅπως τοῦτο ἀποδεχθῇ τὴν σύστασιν ἑνὸς σχολείου. Ὥστε καλῶς ἔπραξεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ζητήσας τὴν ἀπάλειψιν ἀπὸ τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, τῆς ἀνάγκης ταύτης τῆς συστάσεως ἐκ μέρους τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου. Ὁ θεσμὸς τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων δυστυχῶς ἀπέδειξεν, ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑφίσταται, εἴτε διότι δὲν εὑρίσκουσι τὰ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἄτομα ὠφέλειαν, ὅπως ἐκτεθῶσιν ὡς ἐπαρχιακοὶ σύμβουλοι, εἴτε διότι δὲν τοῖς παρέχει μέσα τινὰ, εἴτε προνόμιά τινα, ὡς εἰς ἄλλα Κράτη· διὰ τοῦτο ὁ θεσμὸς ἀπέτυχεν ἐν Ἑλλάδι, εἰ καὶ ἀλλαχοῦ θεωρεῖται λυσιτελής.
§79ΔΑΛΛΑΣ. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν ἠδυνήθην νὰ κατανοήσω τὸν λόγον, ὅστις ὑπηγόρευσεν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν νὰ ἐκφράσῃ ἀπορίαν, πῶς τοιοῦτον ὑποβάλλεται νομοσχέδιον. Ὡς ἐγὼ τουλάχιστον ἀντελήφθην, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἕνα ἔχει σκοπὸν, νὰ πληρώσῃ μίαν ἔκτακτον ἀνάγκην· ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν κατορθωθῇ, δὲν γένηται ἐφικτὸν νὰ συνέλθωσι τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, ἵνα ἀποφανθῶσι, καθ’ ὃ ἔχουσι δικαίωμα, νὰ προβαίνῃ ἡ Διοίκησις. Δὲν μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι πρώτην φορὰν λαμβάνεται ἐκ τοῦ νόμου τοιαύτη πρόνοια· καὶ ἄλλοι νόμοι ὑπάρχουσιν, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσι πρόνοιαν, δι’ ἧς ἀντικαθίστανται ἄλλαι ἀρχαὶ, ὅταν δὲν γίνηται ἐφικτὸν, ἵνα αἱ κυρίως δικαιούμεναι ἀρχαὶ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των. Ὑπομιμνήσκω δὲ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι ὁ νόμος ἀντικαθιστᾷ τὴν διοίκησιν αὐτὴν καὶ εἰς αὐτὰ τὰ δικαιώματα τῶν ἰδιοκτητῶν, διατάσσων ὅτι, ὁσάκις οἱ ἰδιοκτῆται δὲν συνέλθωσιν, ἵνα ἀποφανθῶσι περὶ ἐκλογῆς ἀγροφυλάκων, διορίζει τούτους ἡ διοικητικὴ ἀρχή. Ἐκ τούτου ὅμως δὲν ἕπεται, ὅτι καταργεῖται τὸ δικαίωμα τῶν ἰδιοκτητῶν. Ἐπίσης ἀντικαθίστανται οἱ ἐπαρχιακοὶ σύμβουλοι, ὅταν δὲν προσέλθωσι νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὸν διαχωρισμὸν τῶν βοσκῶν, καὶ ἄλλαι παρόμοιαι περιπτώσεις ὑπάρχουν. Οὔτε ἔχει κἂν σκοπὸν, ὡς ἐγὼ ἀντελήφθην, ὁ νόμος οὗτος νὰ καταργήσῃ τὸν ὑπάρχοντα θεσμὸν τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, διότι ὁ νόμος λέγει ῥητῶς: «ἐν αἷς περιφερείαις δὲν ἐξελέχθησαν ἢ δὲν κατηρτίσθησαν ἢ συνελθόντα ἠρνήθησαν τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια». Γνωρίζετε ὅτι τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια συνέρχονται εἰς ὡρισμένην περίοδον τοῦ ἔτους, πρὸς τούτοις δὲ, καὶ ἂν κληθῶσιν, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ συνέλθωσι, διότι παρεμβάλλονται αἱ μεγάλαι ἀποστάσεις τῶν δήμων. Δὲν πρόκειται λοιπὸν ἢ περὶ πληρώσεως μιᾶς ἀνάγκης. Οὐδαμοῦ διαβλέπω, ὅτι ὑποκλέπτεται τὸ δικαίωμα τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων. Διὰ τοῦτο ἐκφράζω τὴν ἀπορίαν αὐτήν.
§80ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λυποῦμαι διότι δὲν ἐφωτίσθη ὁ κ. Δάλλας, ἀλλ’ ἐλπίζω ὅτι, ὅταν μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον, θὰ φωτισθῇ. Δὲν ὑπάρχει σύγκρισις μεταξὺ τῶν παραδειγμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερε, τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν μὴ ἐκλεγόντων ἀγροφύλακας, τοὺς ὁποίους τότε ἐκλέγει ἡ Διοίκησις. Δὲν δυνάμεθα νὰ βελτιώσωμεν διὰ νομοθετημάτων τὸ ἐνδιαφέρον ἑκάστου ἰδιοκτήτου. Πρόκειται περὶ θεσμοῦ, τὸν ὁποῖον κατὰ τὸ 1891 εἰσηγάγομεν καὶ τὸν ὁποῖον ἐθεωρήσαμεν ὡς θεμελιώδη διὰ τὴν ἐν γένει διοίκησιν τοῦ Κράτους καὶ διὰ τὴν λειτουργίαν ἀκόμη τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν. Ὁ θεσμὸς οὗτος παρουσιάζει ἐπὶ ἑνὸς ὡρισμένου θέματος, τοῦ θέματος τῆς ἐγκρίσεως τῶν ψηφισμάτων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ἔλλειψιν. Ἀντὶ δὲ νὰ μελετήσωμεν, πῶς νὰ διορθώσωμεν ταύτην, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐρχόμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι παραμερίζομεν τὸν θεσμὸν τοῦτον, καὶ ἀναθέτομεν τὴν ἐκτέλεσιν καθήκοντος τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου εἰς τὸν νομάρχην. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ξηροχωρίου δὲν ἐπρόσεξεν εἰς τὸ περιεχόμενον τοῦ νομοσχεδίου· ἐὰν ἐπρόσεχε, θὰ ἔβλεπεν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῆς περιπτώσεως, τὴν ὁποίαν ἀνέφερε, τῆς συστάσεως δηλ. ἢ μὴ συστάσεως σχολείων. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλὰ περὶ τῆς ἐγκρίσεως τῶν ψηφισμάτων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων. Ἀλλὰ καὶ εἰς τοῦτο θὰ φθάσωμεν, διότι τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, μὴ δυνάμενα νὰ λειτουργήσωσιν, ὡς βεβαιοῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ λειτουργήσωσι καὶ ὅπως λάβωσι τὰς ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας ἀναθέτει εἰς αὐτὰ ὁ νόμος περὶ συστάσεως ἢ καταργήσεως σχολείων. Δὲν θὰ δυνηθῶσιν ἐπίσης νὰ ἀσχοληθῶσι καὶ εἰς τὰ ἄλλα καθήκοντα αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν εἰς τὴν δημοτικὴν καὶ ἐπαρχιακὴν ὁδοποιΐαν, εἰς τὴν ἐπίβλεψιν τῆς διαχειρίσεως τῶν δήμων, τῆς διαχειρίσεως τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων καὶ εἰς πολλὰ ἄλλα. Ὅλα τὰ ἔργα ταῦτα, ὅταν ἐψηφίσαμεν τὸν νόμον τοῦ 1891, ἐπιστεύσαμεν ὅτι τὰ ἐβελτιοῦμεν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς διοικήσεως καὶ διαχειρίσεως, ἀντικαθιστῶντες δι’ αὐτοῦ τὸν νόμον περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων. Ἐπιστεύσαμεν, ὅτι τὰ ἐβελτιοῦμεν, διότι εἴχομεν τὴν γνώμην τότε, ὅτι βελτίωσις ἐπέρχεται, ἂν ἀφαιρεθῇ ἡ ἐπίβλεψις αὕτη ἐκ τῶν διαφόρων τμημάτων ἑκάστου Ὑπουργείου καὶ ἀνατεθῇ εἰς Συμβούλια τοπικὰ καὶ ἀμέσως ἐνδιαφερόμενα. Ἐδώκαμεν δὲ συνάμα ὑψηλοτέραν ἔννοιαν εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, ἔννοιαν πολιτικὴν, ἔννοιαν πολιτικῆς ἐκγυμνάσεως καὶ τελειοτέρας ἐξασκήσεως τῶν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων τῶν πολιτῶν. Πάντα δὲ ταῦτα τὰ ἐλησμονήσαμεν, καὶ διότι ἀπηντήσαμεν δυσκολίαν τινὰ, ὄχι ἀνυπέρβλητον, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν λύει αὐτὸς ὁ νόμος, ὁ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐρχόμεθα νὰ τὰ παραμερίσωμεν, καὶ οὐδεμίαν λαμβάνομεν φροντίδα περὶ τῆς λειτουργίας τοῦ νομοθετηθέντος θεσμοῦ καὶ ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ τούτου θέματος καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων θεμάτων, τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν ἁρμοδιότητα αὐτοῦ. Τὴν παρουσιαζομένην δὲ δυσκολίαν ἐκ τῆς βραδύτητος τῆς ἐγκρίσεως τῆς αὐξήσεως τῶν πόρων δήμου τινὸς, ὅταν οἱ ὑπάρχοντες δὲν ἀρκῶσιν εἰς συντήρησιν τῶν σχολείων αὐτοῦ, δυνάμεθα νὰ ὑπερνικήσωμεν διὰ τῆς συνδρομῆς τοῦ Κράτους, ὅπερ κατὰ τὸν νόμον περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἔχει καθῆκον νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν εἰς τὸν τοιοῦτον δῆμον. Τὸ βάρος τοῦ Δημοσίου ἔσεται οὕτω κατά τι βαρύτερον, ἀλλ’ εἶναι προτιμότερον τοῦτο τῆς ἐξουδετερώσεως τοῦ θεσμοῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίξαμεν καὶ τὸ ἀποκεντρωτικὸν σύστημα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ζητοῦμεν νὰ καταῤῥίψωμεν, παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἐν πάσῃ δυσκολίᾳ τῆς ἐφαρμογῆς του πρέπει νὰ περικόπτωμεν.
§81Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ καὶ πάσῃ συντριβῇ τῆς καρδίας μου, ὅτι, ὅσην καὶ ἂν κατέβαλον προσοχὴν εἰς τὴν διπλῆν καὶ μακρὰν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, δὲν τὸν ἐνόησα...
§82ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ συντριβὴ τῆς καρδίας σας δὲν σᾶς ἐπέτρεψε τοῦτο.
§83Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πολλὰ ἄλλα... Δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν σήμερον, δὲν ἔχομεν ἄλλον σκοπὸν ἢ νὰ καταργήσωμεν τὸν ὑψηλὸν ἐκεῖνον καὶ μέγαν θεσμὸν τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων. Ὅσον ἐμὲ ἀφορᾷ, δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος εἶναι τόσον ὑψηλὸς καὶ μέγας, ὅσον παρέστησεν αὐτὸν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, διότι νομίζω, ὅτι ὅλον αὐτὸ τὸ μεγαλεῖον πίπτει ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν πολλαὶ ἐπαρχίαι τοῦ Κράτους δὲν ἐκλέγουν ἐπαρχιακοὺς συμβούλους, διότι κανεὶς δὲν θεωρεῖ ἄξιον τοῦ κόπου νὰ ἦναι τοιοῦτος. Πῶς θέλετε, διὰ ποίου τρόπου, διὰ ποίας ἀστυνομικῆς αὐθαιρεσίας, νὰ διατάξῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν;...
§84ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Βελτιώσατε τὸν θεσμόν.
§85Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. Πῶς θέλετε, λέγω, νὰ διατάξῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὥστε νὰ συλληφθῶσιν ἀπὸ τοῦ ὠτίου 3–4 συμπολῖται λ.χ. τοῦ κ. Καραπάνου καὶ νὰ χρισθῶσιν ἑκόντες ἄκοντες ἐπαρχιακοὶ σύμβουλοι εἰς τὸν δῆμον του ἢ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του; Ἐγὼ δὲν εὑρίσκω κανὲν μέτρον δυνατὸν εἰς τοιοῦτον ἐγχείρημα. Ὅταν ὁ λαὸς δὲν συναισθάνηται, δὲν ἀποδίδῃ καμμίαν σημασίαν εἰς τὸν θεσμὸν αὐτὸν, ὅταν ἀποφεύγωσιν οἱ πολῖται, οἱ μὲν νὰ προτείνωσιν ἑαυτοὺς ὡς ὑποψηφίους, οἱ δὲ νὰ ἐκλέξωσιν ἐπαρχιακοὺς συμβούλους, δὲν ἠξεύρω ποῖον εἶναι αὐτὸ τὸ μεγαλεῖον τοῦ θεσμοῦ, περὶ οὗ ὁμιλεῖ ὁ κ. Καραπάνος. Καὶ τί θέλετε νὰ πράξῃ ὁ Ὑπουργὸς, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅταν δὲν εὑρίσκῃ ἐπαρχιακοὺς συμβούλους εἰς μίαν ἐπαρχίαν, διὰ νὰ ἀναθέσῃ εἰς αὐτοὺς τὴν ἐργασίαν, τὴν ἀνατεθειμένην ὑπὸ τοῦ νόμου εἰς αὐτούς; Διὰ τοῦτον τὸν σκοπὸν, διότι δὲν ὑπάρχουσι σύμβουλοι ἐπαρχιακοὶ, προὐνόησεν ὁ Ὑπουργὸς, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει μὴ ἐκλογῆς ἐπαρχιακῶν συμβούλων, νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὴν Διοίκησιν, εἰς τὸν νομάρχην, τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπὸ τοῦ νόμου ἀνατεθειμένα εἰς τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν, διατὶ νὰ ἐπιῤῥίπτητε εἰς ἡμᾶς τὴν παράδοξον μομφὴν, ὅτι θέλομεν νὰ καταργήσωμεν θεσμὸν, περὶ τῆς καταργήσεως τοῦ ὁποίου δὲν ἐσκέφθημεν, διότι ἤδη αὐτὸς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μόνος κατήργησεν αὐτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, εἰς αʹ μὲν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου ᾼΙΖʹ τῆς 22 Ἰουνίου 1882 περὶ διανομῆς τῶν τηλεγραφημάτων», εἰς γʹ δὲ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 196 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ»).
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τακτοποιήσεως τῶν παγίων προκαταβολῶν τῶν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν Ὑπουργείων.
§87ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Πολὺ δύσκολος θὰ ἦναι ἡ συζήτησις τοῦ ἀνὰ χεῖρας νομοσχεδίου, ἂν προηγουμένως δὲν προσαχθῶσιν ἐπαρκεῖς πληροφορίαι, διασαφίζουσαι τὴν μέχρι τοῦδε γενομένην διαχείρισιν τῶν προκαταβολῶν, τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν αὐτῶν καὶ τὸν σκοπὸν, εἰς ὃν ἀφορῶσι τὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινόμενα μέτρα. Οὐδεὶς ἀρνεῖται, ὅτι ὁ κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν στρατὸς δὲν δύναται νὰ διοικηθῇ, ἂν δὲν κατέχῃ χρηματικὸν ποσὸν ἀνάλογον πρὸς τὰς τακτικὰς αὐτοῦ δαπάνας, προκαταβαλλόμενον πρὸ τῆς ἀποδόσεως τῶν κανονικῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων. Τὸ μεγαλείτερον ποσὸν τῶν ἐξόδων ὀφείλει νὰ προπληρόνῃ καθ’ ἑκάστην, ἢ κατὰ διαστήματα ὀλιγοήμερα· π. χ. τοὺς μισθοὺς τῶν στρατιωτῶν, οἵτινες πληρόνονται κατὰ δεκαημερίαν, τὸν μισθὸν τῶν ἀξιωματικῶν, τὴν τελευταίαν ἡμέραν τοῦ μηνὸς, καὶ πολλὰ ἄλλα ἔξοδα, ὀφειλόμενα προκαταβολικῶς, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται οἱ δικαιοῦχοι νὰ ἀναμένωσι τὸν καταρτισμὸν τῶν δικαιολογητικῶν, τὴν κατὰ τύπους ἀναγνώρισιν τῆς δαπάνης καὶ τὴν πρὸς πληρωμὴν ἐντολὴν τοῦ ἁρμοδίου διατάκτου. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου καθιερώθη, διὰ δὲ τοῦ νόμου περὶ συστάσεως τοῦ Γεν. Λογιστηρίου τοῦ 1842 ἐνομιμοποιήθη, ὅπως ἡ Στρατιωτικὴ καὶ Ναυτικὴ ὑπηρεσία λαμβάνωσιν ἐκ διαλειμμάτων προκαταβολικῶς πάσας τὰς πιστώσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἀποδίδωσιν ἐντὸς τοῦ πρώτου δεκαπενθημέρου ἑκάστου μηνὸς τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα τῶν κατὰ τὸν λήξαντα μῆνα πραγματοποιηθέντων τακτικῶν ἐξόδων. Ὅταν δὲ ὁ Λογιστικὸς νόμος τοῦ 1852 ἐκανόνισεν ὁριστικῶς καὶ τὰ τῶν προκαταβολῶν τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, διὰ Β. Διατάγματος τῆς 15 Ὀκτωβρίου 1852 διετάχθησαν τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 1. Ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1853 τὰ ἔξοδα τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν ὑπαγομένων εἰς τὰ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν Ὑπουργεῖα διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1853 καὶ ἐφεξῆς ἐκκαθαρίζονται καὶ πληρόνονται ὅπως καὶ τὰ τῶν λοιπῶν Ὑπουργείων, σύμφωνα μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου καὶ τοῦ διατάγματος περὶ Λογιστικοῦ τῶν ἐξόδων τῶν Ὑπουργείων.» «Ἄρθρον 2. Ὅσα ἐκ τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ἐδόθηεἰς τὰ Ὑπουργεῖα ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν τῶν χρήσεων ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τῆς τοῦ 1851 συμπεριλαμβανομένης, δὲν ἐχρησίμευσαν εἰς πληρωμὴν πραγματικῶν ἐξόδων τῶν ἰδίων χρήσεων, νὰ ἀποδοθῶσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 1852. Τὸ αὐτὸ νὰ ἐνεργηθῇ καὶ ὡς πρὸς τὰ κεφάλαια τὰ δι’ ἔξοδα τῆς χρήσεως 1852 χορηγηθέντα ἐντὸς τῶν πρώτων δύο μηνῶν, οἵτινες ἕπονται μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως. Τὰ ὡς ἀνωτέρω ἀποδοθησόμενα κεφάλαια καταλογίζονται ὡς ἔσοδα τοῦ Κράτους ὑπὸ τὸ ἄρθρον «Ἐπιστροφαὶ χρημάτων.» Ἅρθρον 3. Τῶν τυχὸν διατεθειμένων κεφαλαίων εἰς προκαταβολὰς καὶ δάνεια νὰ δοθῇ εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας λεπτομερὴς σημείωσις τῶν ὀφειλετῶν, συνωδευμένη μὲ ὅλα τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα καὶ τοὺς τίτλους, ἐφ’ ὧν στηρίζεται πᾶσα προκαταβολὴ ἢ δάνειον καὶ οἱ ὅροι τῆς ἀποδόσεως αὐτῶν. Τὰ κατὰ τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα καὶ τοὺς τίτλους ἀποληπτέα ποσὰ βεβαιοῦνται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὡς εἰσπρακτέα, καταλογίζονται εἰς τὸ ῥηθὲν ἄρθρον τῶν ἐσόδων, καὶ εἰσπράττονται συμφώνως μὲ τὰς κειμένας περὶ εἰσπράξεως δημοσίων ἐσόδων διατάξεις.» Τὰ ἀνωτέρω ἐξετελέσθησαν ἀκριβῶς; Αἱ πρῶται προκαταβολαὶ, αἱ μέχρι τέλους τοῦ 1852 δοθεῖσαι εἰς τὰ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργεῖα, ἐτακτοποιήθησαν; ἐξωφλήθησαν; Ἐκ τούτων εἶχον διατεθῆ εἰς δάνεια καὶ προκαταβολὰς, ἃς ὑποπτεύει τὸ Διάταγμα τῆς 15 Ὀκτωβρίου 1852; Ἐν καταφατικῇ δὲ περιπτώσει, παρεδόθησαν οἱ τούτων τίτλοι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ εἰσεπράχθησαν τὰ ἐκ τούτων ὀφειλόμενα; Περὶ τούτων δικαιοῦται ἡ Βουλὴ νὰ ζητήσῃ πληροφορίας σαφεῖς καὶ ἐξηκριβωμένας. Ἀλλὰ εἶναι τάχα ἡ Κυβέρνησις παρεσκευασμένη νὰ χορηγήσῃ τοιαύτας σήμερον; Ἴσως ὄχι. Ἐγὼ ὅμως, ἐξ ἐπισήμου πράξεως, ἣν ἔχω ὑπ’ ὄψει, πείθομαι, ὅτι αἱ προκαταβολαὶ, περὶ ὧν λαλῶ, μένουν μέχρι σήμερον ἀδικαιολόγητοι καὶ ἀτακτοποίητοι, καὶ ὅτι ἐλλείμματα ἐκ τῆς διαχειρίσεως καὶ δάνεια δεδομένα ἐκ τούτων μένουν ἀκαταζήτητα καὶ ἀβεβαίωτα. Τοῦτο συνάγω ἐξ ἄλλων καὶ ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου πρὸς τὸν Βασιλέα, χρονολογουμένης ἀπὸ 19 Μαρτίου 1854, δι’ ἧς, παραπονούμενον κατὰ τῆς καθυστερήσεως τῶν λογαριασμῶν τῶν ἐν λόγῳ Ὑπουργείων, βεβαιοῖ, ὅτι οἱ λογαριασμοὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν μέχρι τοῦ ἔτους 1850 εἶχον ὑποβληθῆ τὸ 1851, ἐκεῖνοι δὲ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καθυστεροῦντο ἀπὸ τοῦ 1839. Ἄν, ὅπως ἰσχυρῶς πιθανολογεῖται, αἱ πρὸ τοῦ 1853 προκαταβολαὶ τῶν δύο Ὑπουργείων ὦσιν ἐκκρεμεῖς, καὶ ἂν ἐκ τούτων προκύψωσιν ἐλλείψεις διαχειριστῶν ἢ δάνεια δεδομένα εἰς τρίτους, ποίαν ἐφαρμογὴν ἐπὶ τούτων ἔχουσιν αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 1, 2 καὶ 3 τοῦ νομοσχεδίου, ἀφοῦ τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως καὶ τοῦ καταλογισμοῦ τούτων καθορίζει τὸ Διάταγμα τῆς 15 Ὀκτωβρίου 1852, ὅπερ ἐκδοθὲν πρὸς ἐκτέλεσιν καὶ κατ’ ἐντολὴν τοῦ Λογιστικοῦ νόμου συνεσωματώθη μετ’ αὐτοῦ, καὶ ἀφοῦ τὰ ἐκ τοιούτων ἐλλείψεων βεβαιωθησόμενα κεφάλαια δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὴν μερίδα τῶν προκαταβολῶν, ὅπως ἀποδοθῶσιν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἐλλείποντος ἐκ τούτων ποσοῦ, ἀλλ’ εἶναι κεφάλαια πληρωθέντα εἰς βάρος τακτικῶν προϋπολογισμῶν, δυνάμει χρηματικῶν ἐνταλμάτων, καταλογισθέντων εἰς τὸ ἄρτιον εἰς τοὺς σχετικοὺς ἀπολογισμοὺς, χωρὶς νὰ φέρωσι πλήρεις τὰς ἀποδείξεις τῆς διαθέσεως τῶν ἐν αὐτοῖς ποσῶν; Λοιπὸν τὸ ἤδη βεβαιωθησόμενον ἔλλειμμα, εἴτε χρεωθῇ εἰς βάρος τῶν ὑπολόγων, εἴτε εἰς βάρος ἄλλων ὀφειλετῶν, εἴτε ἐπιστραφῇ, θέλει καταλογισθῆ εἰς συμπλήρωσιν τῶν μήπω δικαιολογηθέντων διὰ κανονικῶν ἀποδείξεων χρηματικῶν ἐνταλμάτων. Δευτέρα σειρὰ προκαταβολῶν, ὑπὸ τὸν τύπον σταθερῶν καὶ παγίων, ἔρχονται αἱ δοθεῖσαι δυνάμει τοῦ Λογιστικοῦ νόμου τοῦ 1852. Κατὰ τὰ ἄρθρα 45 καὶ 46 τοῦ ῥηθέντος νόμου, ἐδόθη ἐφ’ ἅπαξ προκαταβολὴ εἰς μὲν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δραχ. 500,000, εἰς δὲ τὸ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν δραχ. 200,000, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅπως εἰς τὴν τεταγμένην προθεσμίαν τῆς παρουσιάσεως τοῦ ἐτησίου λογαριασμοῦ τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν παρουσιάζωσιν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον κατάστασιν ἐμφαίνουσαν κατὰ ταμεῖα τὴν ὕπαρξιν τῶν προκαταβολῶν, στηριζομένην εἰς πρωτόκολλα καταμετρήσεως τῶν εἰς τὰ ταμεῖα ταῦτα ὑπολοίπων κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου. Αἱ προκαταβολαὶ αὗται σώζονται ἀκέραιαι, ἢ ἠλαττώθησαν ἐξ ἐλλείψεων τῶν διαχειριστῶν, ἢ ἐκ δανείων δοθέντων δυνάμει ἀποδείξεων τῶν ἀξιωματικῶν; Ἐπεθεωρήθησαν κατ’ ἔτος, ὅπως ἀπαιτεῖ ὁ Λογιστικὸς νόμος, καὶ ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον πρὸς ἔλεγχον τὰ πρωτόκολλα τῆς ἐπιθεωρήσεως; Ἡ Βουλὴ βεβαίως ἀγνοεῖ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον οὔτε αὕτη ἐζήτησεν, οὔτε ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς αὐτὴν, ἢ παρέπεμψεν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον πρὸς ἔλεγχον, κατάστασιν τῶν προκαταβολῶν, οἵαν ἀπαιτεῖ ἡ § γʹ τοῦ ἄρθρου 45 καὶ τὸ ἄρθρον 135 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου. Ἐγὼ ὅμως ἐκ τῶν προηγουμένων ὑπηρεσιῶν μου δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δὲν ὑπεβλήθησαν λογαριασμοὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν προκαταβολῶν μετὰ πρωτοκόλλων ἐπιθεωρήσεως τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν ταμείων. Δύναμαι ἀκόμη νὰ προσθέσω, ὅτι οἱ ῥηθέντες λογαριασμοὶ ἐζητήθησαν ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου διὰ τῶν ἐτησίων γενικῶν προσκλήσεών του, τὰ τελευταῖα μάλιστα ἔτη καὶ δι’ εἰδικῶν, ἀλλ’ ὄχι μόνον οἱ λογαριασμοὶ δὲν ὑπεβλήθησαν, ἀλλ’ οὔτε αἱ ἀποδείξεις τῆς κοινοποιήσεως τῶν προσκλήσεων τοῦ Συνεδρίου πρὸς τοὺς ὑπολόγους, δυνάμει τῶν ὁποίων ἠδύναντο νὰ ἐκδικασθῶσιν οἱ ὑπόλογοι τῆς κατηγορίας ταύτης εἰς λογοδοσίαν πειθαρχικῶς. Ἂν ἐκ τῆς προκαταβολῆς ταύτης προκύψωσιν ἐλλείμματα τῶν διαχειριστῶν, ἢ δάνεια δεδομένα εἰς ἀξιωματικούς, ὅπως λέγει τὸ νομοσχέδιον, δύναται σήμερον ὁ Ὑπουργὸς νὰ βεβαιώσῃ ταῦτα δι’ ἀποφάσεώς του, καὶ νὰ ἐκβιάσῃ τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν; Βεβαίως ὄχι, διότι, κατὰ τὴν περὶ ἐλέγχου τῶν δημοσίων ὑπολόγων γενικὴν νομοθεσίαν καὶ κατὰ τὰς διατάξεις, αἵτινες ἐπέτρεψαν τὰς ἐν λόγῳ προκαταβολάς, ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως αὐτοῦ ἁρμόδιον νὰ κρίνῃ καὶ ἀποφασίσῃ εἶναι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Καὶ δύνανται μὲν οἱ Ὑπουργοὶ, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 199 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου καὶ τοῦ νόμου ΑΡΟʹ τῆς 27 Μαρτίου 1884, ν’ ἀποφαίνωνται οἱονεὶ συντηρητικῶς ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως ὑπολόγων τῆς ἁρμοδιότητός των καὶ νὰ ἐκτελῶσι διοικητικῶς τὰς ἀποφάσεις των, ἀλλὰ μόνον εἰς περιπτώσεις περιωρισμένας, προκυπτούσας ἐν τῇ ἐκτελέσει τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας· ὡς π. χ. ὅταν ἀναφανῇ ἔλλειψις χρημάτων κατὰ τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ ταμείου, ἢ κατὰ τὸν διοικητικὸν ἔλεγχον τῶν λογαριασμῶν τοῦ ὑπολόγου. Ἐπὶ λογαριασμῶν ὅμως παρελθόντων, ἐφ’ ὧν ἔχει ἀποκλειστικὴν ἁρμοδιότητα τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, δὲν δύναται νὰ ἀποφανθῇ ὁ Ὑπουργὸς, ὅστις ἄλλως ἐπὶ τοῦ προκειμένου τυγχάνει προσωπικῶς ὑπόλογος, διότι τὰ χρηματικὰ ἐντάλματα τῶν περὶ ὧν λαλοῦμεν προκαταβολῶν εἰσιν ἐκδεδομένα ἐπ’ ὀνόματι τῶν Ὑπουργῶν, ὑποχρεουμένων ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι παρέδωκαν τὰ ληφθέντα κεφάλαια εἰς τοὺς κατὰ μέρος ὑποδεεστέρους ὑπολόγους, καὶ διότι ἐπιβάλλονται αὐτοῖς ὑπὸ τῶν νόμων ἐξασφαλιστικὰ μέτρα, τῶν ὁποίων ἡ ἐκτέλεσις παραμεληθεῖσα ἐνδέχεται νὰ συνετέλεσεν εἰς τὸν σχηματισμὸν τῶν ἐλλείψεων, καὶ συνεπῶς νὰ κατέστησεν αὐτοὺς τοὺς Ὑπουργοὺς προσωπικῶς ὑπευθύνους. Τρίτη σειρὰ προκαταβολῶν ἔρχεται ἡ δοθεῖσα τὸ 1880 εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Διὰ τοῦ νόμου ΩΚΒʹ τῆς 18 Ἀπριλίου 1880 ἐσχηματίσθησαν κατὰ νομοὺς Στρατιωτικὰ Ἐπιμελητήρια ἐπὶ τῆς ἀναγνωρίσεως καὶ τῆς ἐντολῆς πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ στρατοῦ. Προσδιωρίσθη δὲ ἡ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 45 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου κεχορηγημένη προκαταβολὴ ἀπὸ δραχ. 500,000 εἰς τὸ δωδεκατημόριον τῆς ἐτησίας δαπάνης τῶν ἐξόδων ἐκείνων, ὅσα ὑποχρεωτικῶς πληρόνονται πρὸ τῆς ἐκδόσεως χρηματικῶν ἐνταλμάτων, καθὼς τοῦ μισθοῦ, τῶν τροφῶν κλπ. Εἰς τὸ ποσὸν τῆς οὕτω προσδιορισθείσης προκαταβολῆς, ὅπερ φθάνει εἰς ἓν ἑκατομμύριον περίπου, ἔπρεπε νὰ συμψηφισθῇ ἡ ἀρχικῶς δοθεῖσα ἐκ δραχ. 500,000, ὥστε νὰ μένωσιν εἰς τὴν στρατιωτικὴν διαχείρισιν, ὡς προκαταβολὴ παγία, τὰ δωδεκατημόρια, καταβαλλόμενα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐντὸς τοῦ πρώτου δεκαημέρου ἑκάστου ἔτους, καὶ διανεμόμενα ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τὰ σώματα καὶ τὰ καταστήματα τοῦ στρατοῦ ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν ἑκάστου· τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο ὤφειλε νὰ δικαιολογῆται, τὸ βραδύτερον, ἐντὸς τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου τοῦ ἑπομένου ἔτους. Κατὰ τὸν αὐτὸν περίπου χρόνον, ἤτοι τὴν 10 Μαρτίου 1881, διὰ τοῦ νόμου ΠΙΖʹ, ἡ κατὰ τὰ ἄρθρα 45 καὶ 46 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ κεχορηγημένη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ναυτικῆς ὑπηρεσίας προκαταβολὴ ἐκ δρ. 200,000 ἀνεβιβάσθη εἰς δρ. 500,000, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅπως ἡ προκαταβολὴ αὕτη βεβαιῶται εἰς τὸ τέλος ἑκάστου ἔτους διὰ τῶν κεκανονισμένων πρωτοκόλλων ἐπιθεωρήσεως τῶν ναυτικῶν ταμείων, ἀποστελλομένων εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 45 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου. Χρονολογικῶς προχωροῦντες, ἀπαντῶμεν τὸν ἀπὸ 27 Μαρτίου 1884 νόμον ΑΡΘʹ, ὅστις καθορίζει τὰς εὐθύνας τῶν διαχειριζομένων τὴν προκαταβολὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὰ τῆς λογοδοσίας καὶ τοῦ ἐλέγχου, συμφώνως πρὸς τὰς περὶ ὑπολόγων σχετικὰς διατάξεις τοῦ Λογιστικοῦ νόμου τοῦ 1852 καὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, ἡ διαχείρισις τῶν εἰδικῶν ταμείων τοῦ στρατοῦ ἀνατίθεται εἰς ἐπιτροπὴν ἐκ δύο ἀξιωματικῶν. Τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης εἶναι ἀλληλεγγύως ὑπεύθυνα διὰ πᾶσαν χρηματικὴν ἔλλειψιν καὶ διὰ πᾶσαν παράνομον ἢ παράτυπον ὑπ’ αὐτῶν γενομένην πληρωμήν· ὑπόκεινται εἰς τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ ἀπὸ 27 Σεπτεμβρίου 1833 καὶ τῶν λοιπῶν περὶ ἁρμοδιότητος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου νόμων καὶ τῶν σχετικῶν ἄρθρων τοῦ ΣΙΒʹ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου τῆς 1 Ὀκτωβρίου 1852. Καλουμένη ἤδη ἡ Βουλὴ νὰ μεταβάλῃ τὰ διὰ ὁλοκλήρου τῆς Λογιστικῆς νομοθεσίας κεκανονισμένα περὶ εὐθύνης, λογοδοσίας καὶ ἐκδικάσεως τῆς διαχειρίσεως τῶν ἐκ τῶν προκαταβολῶν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ ὑπολόγων, καὶ νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸν δικαστικὸν ἔλεγχον δι’ ἁπλῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις ἐνδέχεται νὰ συνευθύνηται μετὰ τῶν ὑπολόγων, ἕνεκεν παραλείψεως τῆς ἀναγκαίας ἐπιβλέψεως, δικαιοῦται τοὐλάχιστον νὰ μάθῃ, πόσον ποσὸν, καταχρασθὲν ὑπὸ τῶν διαχειριστῶν, ἢ δοθὲν παρανόμως ὑπὸ τούτων εἰς τρίτους, πρόκειται ἤδη νὰ καταλογισθῇ εἰς τὰ παραλείμματα, ἀναπληρούμενον διὰ νέων χρημάτων τοῦ Δημοσίου. Τὸ δικαίωμα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ὅπερ ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι ἀπόλυτον, ἐπὶ τοῦ προκειμένου φρονῶ ὅτι ἐπιβάλλεται ἐπιτακτικῶς. Τὰ Ὑπουργεῖα ὀφείλουν νὰ πληροφορήσωσιν ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ τὴν Βουλὴν, ἐκ ποίας τῶν εἰρημένων προκαταβολῶν ἐλλείπουσι τὰ ἐλλείμματα τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπολόγων τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς ὑπηρεσίας, καὶ τὰ ἐκ τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν ταμείων ληφθέντα χρηματικὰ ποσὰ παρ’ ἀξιωματικῶν, περὶ ὧν πραγματεύεται τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον τὰ μέτρα τοῦ ἄρθρου 3 δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐπὶ ὅλων τῶν προκαταβολῶν, περὶ ὧν ἐποιησάμεθα λόγον μέχρι τοῦδε, ὅπως ἀμέσως θέλω ἀποδείξει. Δικαιοῦται ἰδίως ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίσῃ, ἂν ἐν τῇ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1880 δοθείσῃ προκαταβολῇ, κατὰ τὸ σύστημα τῶν δωδεκατημορίων, συνεψηφίσθη, συμφώνως μὲ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου ΩΚΒʹ, ἢ ἀπὸ τοῦ 1853 χορηγηθεῖσα, καὶ ἂν λειτουργῇ μέχρι σήμερον κανονικῶς τὸ σύστημα τῆς διὰ τῶν δωδεκατημορίων προκαταβολῆς, ἥτις δὲν εἶναι δυνατὸν, παρὰ νὰ ᾖναι ἀκεραία καὶ νὰ δικαιολογῆται κατὰ τὰς προθεσμίας τοῦ νόμου, διότι ἄλλως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ οἰκονομῆται ὁ στρατὸς, στερούμενος τῶν καθημερινῶν ἀναποφεύκτων ἐξόδων. Μεταβαίνομεν ἤδη εἰς τετάρτην σειρὰν προκαταβολῶν. Τὸ 1885, ἕνεκεν ἐκτάκτου ἀναπτύξεως τῶν κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν στρατιωτικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους, δυνάμει τοῦ νόμου ΑΣΠΓʹ τῆς 12 Νοεμβρίου, ἐδόθησαν προκαταβολαὶ, εἰς μὲν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δρ. 600,000, εἰς δὲ τὸ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν δρ. 300,000, ὑπὸ τὸν ὅρον ν’ ἀποδοθῶσιν ἐντὸς τεσσάρων μηνῶν, ἀφ’ ἧς ἐκλείψει ἡ προκαλέσασα ταύτας ἀνάγκη, καὶ ζητηθῶσιν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ Βουλὴ, διὰ νὰ ψηφίσῃ ἐν ἐπιγνώσει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, καθῆκον ἔχῃ νὰ ἐπιμείνῃ νὰ μάθῃ, ἂν αἱ τελευταῖαι αὐταὶ προκαταβολαὶ, αἵτινες ἐδόθησαν προσκαίρως καὶ πρὸς θεραπείαν ἐκτάκτων, ἀλλὰ παροδικῶν ἀναγκῶν, ἐπεστράφησαν, ὡς ἀπαιτεῖ ὁ ἐπιτρέψας αὐτὰς νόμος, ἂν ἐζητήθησαν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἂν τοὐναντίον, ἂν σώζωνται ἀκέραιαι, ἢ, ἂν καὶ ἐκ τούτων ὑπάρχωσιν ἐλλείψεις καὶ δάνεια, εἰς πόσον ἀνέρχονται ποσὸν, καὶ ὑπὸ τίνων ὀφείλονται. Καὶ ἐνταῦθα ὀφείλουν οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν, ἂν ἐννοοῦν νὰ ἐφαρμόσωσι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα τυχὸν ἤθελον βεβαιωθῆ ὅτι ἐλλείπουσιν ὅπως δήποτε ἐκ τῆς τελευταίας προσωρινῆς προκαταβολῆς, καὶ ποῦ δύνανται νὰ στηρίξωσι τὴν γνώμην ταύτην, ἀφοῦ ὁ νόμος τοῦ 1885, ὁ χορηγήσας τὰς προκαταβολὰς ταύτας, ὥρισε καὶ τὸν χρόνον τῆς ἀποδόσεως. Ἀφοῦ ἤδη ἤχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ σπουδαιότατον ζήτημα τῶν προκαταβολῶν, καθῆκον ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὸ ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ καὶ ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, ἰδίως ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ὑλικοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς τάξεως ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν δύο δαπανηροτέρων Ὑπουργείων, τὰ ὁποῖα διεξάγουσι ταύτην κατὰ κανόνας ἰδιαιτέρους. Ἐπειδὴ, ἐξ ὅσων βλέπω, αἱ συνέπειαι τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου δὲν ἐκτιμῶνται μετὰ τῆς ἀνηκούσης σπουδαιότητος, ἡ δὲ ἐπιψήφισις αὐτοῦ ἐπισπεύδεται ἄνευ ἀνάγκης τινὸς, φρονῶ ὅτι ὑποχρεοῦμαι, ἀφοῦ ἅπαξ ἐπελήφθην τοῦ θέματος, νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς πᾶσαν σχετικὴν πληροφορίαν, ἔστω καὶ ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ προΐδω, ὅτι δὲν θέλω ἀκουσθῆ. Λοιπὸν μετὰ τὰς προκαταβολὰς, περὶ ὧν ἐλάλησα, ὀφείλονται καὶ ἄλλαι πολὺ σπουδαιότεραι. Ὁ δημοσιευθεὶς Γενικὸς Λογαριασμὸς τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τοῦ Κράτους μέχρις Ἰουνίου 1895 ἀναφέρει ὡς ὀφειλέτας πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὸ μὲν Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δραχ. 4,632,537, τὸ δὲ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν δραχ. 5,044,234, ὑπόλοιπον, μὴ δικαιολογηθὲν εἰσέτι, ποσοῦ μεγαλειτέρου, προκαταβληθέντος εἰς τὰ εἰρημένα Ὑπουργεῖα διὰ προμηθείας πολεμικοῦ ὑλικοῦ. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, οἱ ἐπιχειρήσαντες διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ τακτοποιήσωσι τὰς προκαταβολὰς, εἰσὶν ἐν γνώσει καὶ τῆς προκαταβολῆς, περὶ ἧς λαλῶ, ἐκ δρ. 9,679,771 ἐφρόντισαν νὰ βεβαιωθῶσιν ἂν τὸ κεφάλαιον τοῦτο διετέθη δι’ ὃν ἐδόθη σκοπόν; ἂν ἐλήφθησαν τὰ ἀναγκαῖα δικαιολογητικὰ ἔγγραφα; καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, διατὶ δὲν ζητεῖται ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἡ ἀναγκαία πίστωσις, δι’ ἧς καὶ μόνης δύναται νὰ τακτοποιηθῇ κανονικῶς καὶ πραγματικῶς ἡ ἐκκρεμὴς αὕτη δοσοληψία; Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δύνανται νὰ βεβαιώσωσιν, ὅτι τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα τῆς περὶ ἧς λαλῶ προκαταβολῆς διατηροῦνται κεχωρισμένα; ἢ μήπως ἀνεμίχθησαν μὲ τὰ τῶν ἄλλων προκαταβολῶν, κατὰ τρόπον συνενοῦντα τὴν κατάστασιν τῆς διαχειρίσεως ὅλων; Ἂν τέλος ἐκ τῶν τελευταίων προκαταβολῶν προκύψωσιν ἐλλείμματα, εἴτε ἐκ τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπολόγων, εἴτε ἐκ δανείων δοθέντων κατὰ τὴν φράσιν τοῦ νομοσχεδίου δι’ ἀπόδειξιν εἰς ἀξιωματικούς, τὰ ποσὰ τῶν τοιούτων ἐλλειμμάτων θὰ ἀποδοθῶσιν ἐκ νέου εἰς τὰ Ὑπουργεῖα ὡς προκαταβολὴ, μεταβιβαζόμενα κατὰ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὰ ὑπαγόμενα εἰς τοὺς εὐεργετικοὺς νόμους καὶ πληρονόμενα διὰ φαλαγγιτικῶν γραμματίων, ἢ εἰς τὰ παραλείμματα τὰ διαγραφόμενα ἀπὸ τὰ εἰσπρακτέα; Περὶ τούτων ὅλων δὲν δύνανται νὰ ἀρνηθῶσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ὅτι ἡ Βουλὴ δικαιοῦται νὰ ἀπαιτήσῃ σαφεῖς πληροφορίας. Καὶ τελευταία προκαταβολὴ, ἡ μᾶλλον τῶν λοιπῶν ἀπαιτοῦσα τακτοποίησιν, ὑπάρχει ἐκκρεμὴς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, ἡ ἐκ τοῦ ἱματισμοῦ προερχομένη. Εἰς τοὺς στρατιώτας τῆς ξηρᾶς τὸ Δημόσιον παρέχει πάντα τὰ χρειώδη ἐν τῷ βίῳ, τροφὴν, ἱματισμὸν κλπ. καὶ μικρὸν χρηματικὸν ἐπίδομα διὰ τὰ ἀπαραίτητα ἔξοδα. Ἂν ἑπομένως, καθὰ προνοεῖ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, στρατιώτης τις ἀπολέσῃ ἢ φθείρῃ ἀντικείμενόν τι τοῦ Δημοσίου, οὗτινος ἡ χρῆσις τῷ ἐπετράπη, ἀπερχόμενος τῆς ὑπηρεσίας, χρεοῦται καὶ ὑποχρεοῦται νὰ καταβάλῃ τὸ ἀντίτιμον, ὅπερ συνήθως δὲν ὑπερβαίνει τὰς δρ. 20. Τοιαῦται χρεώσεις γίνονται πάντοτε τακτικῶς εἰς ὄφελος τοῦ Δημοσίου, καὶ οὔτε ἦτο ἀνάγκη νέας νομοθετικῆς διατάξεως. Τὸ καινοφανὲς εἶναι, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὰ ποσὰ τῶν χρεώσεων τούτων πρέπει ν’ ἀποδίδωνται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς οἱονεὶ ἀναγόμενα εἰς τὰς προκαταβολάς. Τὴν διάταξιν ταύτην προτιμῶ νὰ ἐκλάβω ὡς ἐκ τυπογραφικοῦ λάθους προερχομένην, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς σπουδαία γνώμη τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, τῶν συνταξασῶν τὸ νομοσχέδιον. Εἰς τὸ Ναυτικὸν ὅμως δὲν συμβαίνει τὸ αὐτό. Τὸ Δημόσιον εἰς τὸν ναύτην χορηγεῖ μισθὸν κανονικὸν καὶ τροφὴν δωρεάν· ὁ ἱματισμὸς βαρύνει τὸν ναύτην. Ἡ ναυτικὴ ὑπηρεσία ὅμως προμηθεύει τὸ ἀναγκαῖον ὑλικὸν, κατασκευάζει τὰ ἐνδύματα, τὰ παραδίδει εἰς τοὺς ἄνδρας, καὶ ἐκ τοῦ μισθοῦ αὐτῶν, κατὰ δόσεις ὡρισμένας, εἰσπράττει τὸ ἀντίτιμον. Κατὰ τὸ μέρος τοῦτο μάλιστα, ὁ Προϋπολογισμὸς, κατ’ ἐμὲ, συντάσσεται κακῶς· θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν νὰ ἐπαναλάβω παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 καὶ ἐγὼ ἀπηυθύναμεν κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον, καὶ νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μελετήσῃ ταύτας, διότι ἐλπίζω ὅτι θὰ πεισθῇ νὰ τροποποιήσῃ τὸ κείμενον τοῦ Προϋπολογισμοῦ συμφώνως μὲ τὸν νόμον καὶ τοὺς παραδεδεγμένους λογιστικοὺς κανόνας. Κατὰ τὸν Λογιστικὸν νόμον, πάντα τὰ ἔξοδα ἑκάστης ὑπηρεσίας ἀναγράφονται ἐν λεπτομερείᾳ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, καθὼς τὰ ἔσοδα. Ὅταν δὲ ἐκ πόρου τινὸς, ἔχοντος σχέσιν πρὸς τὰ ἔξοδα, προκύψῃ εἴσπραξίς τις, αὕτη ἀναγράφεται εἰς τὰ ἔσοδα ὑπὸ ἴδια κεφάλαια τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ οὕτω διακρίνονται ἀφ’ ἑνὸς μὲν πάντα τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους κατὰ κατηγορίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ πάντα τὰ ἔξοδα κατὰ κλάδον, κατὰ ὑπηρεσίαν καὶ κατὰ θέσιν ἀκόμη. Εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀνεγράφετο μέχρι τινὸς ἀκεραία ἡ ἀναλογοῦσα πίστωσις πρὸς τοὺς μισθοὺς πάντων τῶν ὑπηρετούντων ἀνδρῶν. Εἰκότως δὲ δὲν περιελαμβάνετο οὐδεμία πίστωσις διὰ ἱματισμὸν, καθόσον, ὡς εἶπον, ἡ ἐπὶ τούτου δαπάνη ἐπιβαρύνει τοὺς ὑπηρετοῦντας, καὶ συνεπῶς δὲν ἔχει χῶρον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὅστις μόνον περὶ τῶν νομίμων ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους ὀφείλει νὰ προΐδῃ Βραδύτερον ὅμως ἐκρίθη συμφερώτερον, αὐτὸ τὸ Δημόσιον νὰ προμηθεύῃ τὸ ὑλικὸν τοῦ ἱματισμοῦ, εἰς λογαριασμὸν τῶν ναυτῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν· ἐν τῇ ἰδέᾳ δὲ ταύτῃ εἰσήχθη εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ σύστημα αὐθαίρετον καὶ ἀντικείμενον πρὸς πάντας τοὺς παραδεδεγμένους λογιστικοὺς κανόνας. Δηλαδὴ ἐκ τῆς ἀναλογούσης πιστώσεως διὰ μισθοὺς τοῦ προϋπολογιζομένου ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν ἀφαιρεῖται ἡ ὑποτιθεμένη ἀξία τοῦ ἱματισμοῦ καὶ τῆς νοσηλείας αὐτῶν, τὸ δὲ ποσὸν τῆς τοιαύτης ἀφαιρέσεως μεταφέρεται εἰς εἰδικὰ ἄρθρα, εἰς βάρος τῶν ὁποίων ἀγοράζεται ἀθρόον τὸ ὑλικὸν τοῦ ἱματισμοῦ κλπ. Σχηματίζεται οὕτω κεφάλαιον προκαταβολῆς, τὸ ὁποῖον, ἀντὶ νὰ καταλογισθῇ ὡς ἔσοδον, ἀφαιρεῖται ἐκ τοῦ ἀναγνωριζομένου ποσοῦ τῶν μισθῶν τῶν πράγματι ὑπηρετούντων. Τοιαύτη διαχείρισις, ἐξακολουθοῦσα ἐπὶ τριάκοντα ἤδη ἔτη καὶ ὑπερβαίνουσα τὰ τέσσαρα ἑκατομμύρια, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχῃ καὶ ἐλλείψεις· ἐλλείψεις ἐξ ὑλικοῦ, ἐλλείψεις ἐκ τῆς ἀξίας αὐτοῦ· διαφορὰς μεταξὺ τιμῆς τῆς ἀγορᾶς καὶ μεταξὺ τιμῆς καταλογισμοῦ εἰς βάρος τῶν ἀνδρῶν· ἐλλείμματα ἐν τῇ κεντρικῇ ἢ ἐν ταῖς κατὰ μέρος διαχειρίσεσι. Λογαριασμοὶ τῆς διαχειρίσεως ταύτης, δὲν εἶναι γνωστὸν, ἂν ἐδόθησαν καὶ ἂν ἐξηλέγχθησαν. Τῆς τακτοποιήσεως καὶ τῆς προκαταβολῆς ταύτης ὑπαγομένης ἤδη εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, πῶς θέλουσι καταλογισθῆ τὰ ἐκ ταύτης προκύψαντα τυχὸν ἐλλείμματα; Θὰ ἀποδοθῶσι καὶ αὐτὰ εἰς τὴν ναυτικὴν ὑπηρεσίαν; καὶ ὑπὸ ποῖον τίτλον; Ἡ λεπτομερὴς ἀνάπτυξις τῶν ἀφορώντων εἰς τὰς προκαταβολὰς τὰς ὀφειλομένας ὑπὸ τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, ἣν ἐποιησάμην, δὲν ἀφήνει, φρονῶ, ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ ἐπ’ αὐτῶν ἰσχύουσα νομοθεσία οὐδὲ τῆς ἐλαχίστης δεῖται συμπληρώσεως. Οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς ἑκάστη προκαταβολὴ ἐχορηγήθη, σαφῶς καθορίζονται. Ὁ σκοπὸς καὶ ἡ σχέσις ἑκάστης τούτων πρὸς τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ τὰς μερίδας τῶν διαφόρων λογαριασμῶν, ὑφ’ ἃς κατετάχθησαν, κανονικῶς καὶ συμφώνως πρὸς τὰς λογιστικὰς διατυπώσεις ῥυθμίζονται. Ἕν μόνον ὑπολείπεται, ἡ ἐκτέλεσις τῶν διατεταγμένων. Τοῦτο δὲν εἶναι ἔργον τοῦ νόμου, ἀλλὰ κύριον καθῆκον τῆς διοικήσεως, παραμεληθὲν ἴσως, πρὸς βλάβην τῶν δημοσίων συμφερόντων. Ὁ ὁριστικὸς ἔλεγχος πάντων ἀνεξαιρέτως τῶν ὑπολόγων, τῶν διαχειριζομένων χρήματα καὶ ὑλικὸν τοῦ Δημοσίου, καὶ ἡ ἐπ’ αὐτῶν νόμιμος ἀπόφασις ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅπερ πρὸς τοῖς ἄλλοις, ἂν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του ἀνακαλύψῃ καὶ προσκόμματα εὐθύνοντα τοὺς Ὑπουργοὺς, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καταγγείλῃ καὶ ταῦτα. Ἂν ἀντὶ τῆς ῥιζικῆς μετατροπῆς τῶν περὶ ἐλέγχου θεμελιωδῶν διατάξεων τῆς λογιστικῆς νομοθεσίας τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον καὶ σήμερον ἀκόμη, ἐλαμβάνετο μία ἑκάστη τῶν προκαταβολῶν διακεκριμένως, καὶ παρεδίδετο εἰς τὸν μόνον ἁρμόδιον, τὸν δικαστικὸν ἔλεγχον, ἡ ἐξέτασις καὶ ἡ ἀπόφασις ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως ἤθελον βεβαιώσει νομίμως τὰ ἐκ τούτων κατὰ πάντα τρόπον λαβόντα χώραν ἐλλείμματα κατὰ τῶν ὑπολόγων, ἢ προσκόμματα κατὰ τῆς Διοικήσεως, καὶ θὰ ἐπήρχετο ἡ ἀληθὴς τακτοποίησις καὶ ἡ συμπλήρωσις τῶν κενῶν, δυνάμει τῶν ἰσχυόντων νόμων. Ἐν ᾧ λοιπὸν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ὑπ’ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης δικαιολογεῖται, ἀφ’ ἑνὸς ἐπαναλαμβάνει διατάξεις ἀνέκαθεν ἰσχυούσας καὶ ἐφαρμοζομένας, καθὼς περὶ τῶν ἐγκαταλειπομένων χρεῶν ὑπὸ τῶν ὁπωσδήποτε ἐξερχομένων τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης στρατιωτῶν καὶ ναυτῶν, ἅτινα κανονικῶς βεβαιοῦνται ὑπὸ τὸ Κεφ. Ζʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, καὶ εἰσπράττονται ἀπὸ τὰ ταμεῖα τῆς κατοικίας τῶν ὀφειλετῶν, εἰσὶ δὲ ποσὰ ἐλάχιστα, μὴ ὑπερβαίνοντα κατ’ ἄτομον τὰς δρ. 20, καὶ περὶ ἐλλειμμάτων ἐκ τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπολόγων ἢ ἐξ ἐξωτερικῆς κλοπῆς προελθόντων, τὰ ὁποῖα, καθ’ ὅσον ὑπεβλήθησαν καὶ ἐδικάσθησαν ὑπὸ τοῦ δικαστικοῦ ἐλέγχου, ἐβεβαιώθησαν ὑπὸ τὸ Κεφ. 12 τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὡς δημόσια ἔσοδα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον συγχίζει πάσας τὰς ὑπὸ διαφόρους ὅρους καὶ ὑπὸ ἀσχέτους ὅλως κατηγορίας καταλελογισμένας προκαταβολὰς, καταργεῖ τὸν ἐπ’ αὐτῶν ἀρχικῶς ἐπιβληθέντα δικαστικὸν ἔλεγχον, ἀφομοιώνει τὴν ἁρμοδιότητα τούτου πρὸς τὴν ὅλως ἀλλοτρίαν τοῦ διοικητικοῦ ἐλέγχου, καὶ διατάσσει τὴν ἀπόδοσιν τῶν διοικητικῶς βεβαιωθησομένων ἐλλειμμάτων εἰς τὰς ὑπηρεσίας τῶν Ὑπουργείων Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, ἀδιακρίτως ἂν ταῦτα ἀνήκουν εἰς τὰ κυρίως ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἢ εἰς τὴν ἐν τοῖς διαφόροις λογαριασμοῖς μερίδα τῶν προκαταβολῶν. Ἀλλὰ καὶ ἀνεκτέλεστοι, ὡς προεῖπον, εἰσὶν αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Κατὰ τὸ ἄρθρον 1, τὰ χρέη τῶν ναυτῶν καὶ στρατιωτῶν, τὰ ἐλλείμματα ἐκ τῆς χρηματικῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπολόγων διαχειριστῶν, καὶ τὰ ἐκ τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν ταμείων ληφθέντα χρηματικὰ ποσὰ παρ’ ἀξιωματικῶν καὶ μὴ ἀποδοθέντα, βεβαιοῦνται δυνάμει ἀποφάσεων τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν διὰ τριπλοτύπων ἀποδεικτικῶν παραλαβῆς, εἰσπρακτέων ὡς δημόσια ἔσοδα. Κατὰ τὸ ἄρθρον 2 καταδιώκονται πρὸς πληρωμὴν ὄχι μόνον οἱ χρεωθέντες, ἀλλὰ καὶ οἱ κληρονόμοι αὐτῶν. Τὸ ἄρθρον 7 καταργεῖ πᾶσαν διάταξιν ἀντιβαίνουσαν εἰς τὰς ἀνωτέρω. Εἶπον ὅτι τὸ ἄρθρον 199 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, ὅπερ καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 τοῦ νόμου ΑΡΟʹ τοῦ 1884 ἀναφέρεται, ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῆς τρεχούσης διαχειρίσεως, εἶναι μέτρον συντηρητικὸν, λαμβανόμενον ἐν τῇ περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ Διοίκησις ἀνακαλύπτει ἐλλείμματα ὑπολόγου, διατελοῦντος ἐν ὑπηρεσίᾳ. Τὸν ὁριστικὸν ἔλεγχον πάσης διαχειρίσεως χρημάτων καὶ ὑλικοῦ τοῦ Δημοσίου καὶ τὴν ἐπὶ τούτων ἀπόφασιν ἀναθέτουσιν οἱ νόμοι εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὅπως καὶ οἱ εἰδικοὶ ἐπὶ τῶν προκαταβολῶν εἰς τὸ αὐτὸ δικαστήριον ἐμπιστεύονται τὴν ἐπὶ τούτων ἐξέλεγξιν καὶ ἀπόφασιν, μετὰ τούτων δὲ καὶ τὴν συγκέντρωσιν ὅλων τῶν λογαριασμῶν τοῦ Κράτους. Τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νομοσχεδίου, καταργεῖ λοιπὸν πᾶσαν τὴν περὶ δικαστικοῦ ἐλέγχου νομοθεσίαν, πάντας τοὺς περὶ συστάσεως τῶν προκαταβολῶν εἰδικοὺς νόμους, οὓς ἐμνημόνευσα πρὶν, καὶ προσέτι τὸ ἄρθρον 10 τοῦ Διατάγματος τῆς 17 Σεπτεμβρίου 1842, τὰ ἄρθρα 42, 45, 46 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου τοῦ 1852, τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ᾼΡΟʹ τοῦ 1884, τοῦ ἐπεκτείνοντος τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Διατάγματος τῆς 27 Σεπτεμβρίου 1833 ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ὑπολόγων, τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου ΩΚΑʹ τοῦ 1880, τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νόμου ᾼΥΠΑʹ τοῦ 1887, τὸ ἄρθρον 9 τοῦ νόμου ᾼΥΟΖʹ τοῦ 1887, καὶ συνεπῶς ἀποδίδει πᾶσαν τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐλεγκτικὴν ἁρμοδιότητα εἰς τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς (ἄρθρον 1). Λίαν σοβαρὸν, κατ’ ἐμὲ, τὸ τόλμημα, εἰς ἐποχὴν μάλιστα, καθ’ ἣν ἥ τε Ἐκτελεστικὴ καὶ ἡ Νομοθετικὴ ἐξουσία εἰς πᾶσαν ὑπόθεσιν, ἀφορῶσαν εἰς μεγάλα συμφέροντα, ἀναμιγνύουσι τὰ μέλη τοῦ ἀνωτάτου Οἰκονομικοῦ Δικαστηρίου· ἀλλὰ καὶ ἂν τὸ προτεινόμενον μέτρον κρίνεται ἀναγκαῖον, ἤξιζε μακρᾶς καὶ περιεσκεμμένης συζητήσεως. Ἀλλ’ ἔστω, δύναται ἡ διοικητικὴ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν εὐθύνην καὶ νὰ χρεώσῃ τοὺς ἐκ τῶν ταμείων δι’ ἀποδείξεων λαβόντας χρήματα ἀξιωματικούς; αἱ τοιαῦται δὲ πράξεις δύνανται νὰ στερήσωσι τοὺς ὑπολόγους τοῦ φυσικοῦ αὐτῶν δικαστοῦ, ὅστις, καθ’ ὃν χρόνον ἐξετέλουν τὰς ὑποδίκους διαχειρίσεις, ἦτο τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον; Ἀλλὰ πλὴν τούτων, ποίαν πρακτικὴν ἔννοιαν ἔχει τὸ ἄρθρον 2; Ἀφοῦ τὸ ἄρθρον 7 καταργεῖ πᾶσαν ἀντιβαίνουσαν διάταξιν, καταργεῖ καὶ τὸ δικαίωμα τῆς παραιτήσεως ἀπὸ τῆς κληρονομίας τῆς ἀποδοχῆς ταύτης μὲ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπογραφῆς κλπ.; Ὥστε πρόκειται νὰ καταργήσωμεν ὁλόκληρον τὸ ἀστικὸν δίκαιον. Ἀρκετὰ ἐξετάθην ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Συμπεραίνων προσθέτω, ἂν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιμένῃ, ὅπως ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, καλὸν εἶναι νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ διατάξῃ, ὅπως προσαχθῶσι πληροφορίαι, ἱκαναὶ νὰ φέρωσι τὴν Βουλὴν εἰς θέσιν, ἵνα συζητήσῃ καὶ ψηφοφορήσῃ ἐν ἐπιγνώσει. Πρὸς τὸν σκοπὸν δὲ τοῦτον καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον σημείωσιν τῶν κατ’ ἐμὲ χρησίμων πληροφοριῶν. Ἐνδέχεται καὶ ἕτερος συνάδελφος νὰ ἴδῃ ἀνάγκην καὶ ἄλλων, μολονότι θὰ ἦτο ὠφελιμώτατον, αἱ ἁρμόδιαι ὑπηρεσίαι τῶν Ὑπουργείων, λαμβάνουσαι ἀφορμὴν ἐξ ὅσων ἐξέθηκα, νὰ ἀναθεωρήσωσι τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἂν ἐπιμένωσι θεωροῦσαι τοῦτο ἀναγκαῖον, νὰ καταστήσωσι τοῦτο ἐν ἁρμονίᾳ μὲ τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων καὶ τὴν σχετικὴν νομοθεσίαν. Ἀναγκαίαν νομίζω τελευταίαν παρατήρησιν ἐπὶ ἑτέρας δυσκολίας, ἥτις θέλει προκύψει κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, ἂν μεταβληθῇ εἰς τοιοῦτον τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον διὰ τοῦ ἄρθρ. 7 καταργεῖ ἀφ’ ἑνὸς πᾶσαν ἀντιβαίνουσαν τούτῳ προγενεστέραν διάταξιν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ τῶν ἄρθρων 3 καὶ 6 διατάσσει, ὅπως τὰ βεβαιούμενα ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν ἐλλείμματα ἀποδίδωνται εἰς τὰ οἰκεῖα Ὑπουργεῖα διὰ χρηματικῶν ἐνταλμάτων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ τούτων ἆρα καταργεῖται καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 134 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου περὶ πιστώσεων; Ἀναγκαία μοὶ φαίνεται ἐπεξήγησις σαφεστέρα καὶ τοῦ μέρους τούτου. Ἀνάγκη ἀπὸ τοῦδε νὰ διασαφισθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἂν ψηφισθῇ εἰς νόμον, ὅτι τὰ ἐλλείμματα, ὅσα οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ βεβαιώσουν διὰ διοικητικῶν πράξεων, δὲν δύνανται νὰ καταλογισθῶσιν εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰμὴ καθ’ ὅσον πρόκειται νὰ δικαιολογήσωσιν ἐκκρεμῆ ἐντάλματα, ἐκδεδομένα ἐπὶ πιστώσεων τῶν προϋπολογισμῶν, ἢ καθ’ ὅσον προέρχονται ἐξ ἀντιτίμου ἀντικειμένων τοῦ Δημοσίου μὴ καταναλωθέντων εἰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Τὰ δὲ ἐλλείμματα, τὰ προερχόμενα ἐκ προκαταβολῶν ἀναγεγραμμένων εἰς τοὺς διαφόρους λογαριασμοὺς, δὲν θέλουν βεβαιωθῆ ὡς δημόσιον ἔσοδον, ἀλλὰ θέλουν σημειωθῆ εἰς πίστωσιν τῆς ὀφειλομένης προκαταβολῆς. Τὴν παρατήρησιν ταύτην ποιοῦμαι διότι ἐν ἄρθρ. 4 καὶ 6 καθορίζονται καὶ τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα τῶν ἐκδοθησομένων χρηματικῶν ἐνταλμάτων, ὅπερ ἦτο περιττὸν, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 40 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα προσδιορίζουν οἱ Ὑπουργοί. Ἂν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐπιθυμῇ νὰ τῷ δώσω πρόχειρον σημείωσιν τῶν νόμων καὶ τῶν ἀριθμῶν, οὓς ἐμνημόνευσα...
§88Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§89ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει, ἂν αἱ πληροφορίαι ὑμῶν ἦναι τοιαῦται, ὥστε νὰ συστήσῃ καὶ αὐτὴ τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἕως ὅτου προσαχθῶσιν. Ἀλλ’ ὅταν ἁπλῶς ὑποβάλλητε ἐν χαρτὶ, καὶ λέγητε ὅτι ζητεῖτε πληροφορίας, πῶς θὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή;
§90ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Μάλιστα, σᾶς τὸ ἀναγινώσκω. Ἰδοὺ τί ζητῶ (ἀναγινώσκει): «αʹ) Λογαριασμὸν τῆς ἐν γένει διαχειρίσεως τῶν παγίων προκαταβολῶν, δεικνύοντα, ἀφ’ ἑνὸς τὰ δυνάμει ἑκάστου τῶν περὶ προκαταβολῶν ἰσχυόντων νόμων ληφθέντα ποσὰ προκαταβολῶν κατὰ χρονολογικὴν σειράν, ἀφ’ ἑτέρου τὰ ἀπέναντι ἑκάστης προκαταβολῆς ἀποδοθέντα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ποσά. «βʹ) Τὰ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 45 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου καὶ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ΠΙΖʹ τῆς 10 Μαρτίου 1881 ὑποχρεωτικῶς ἀπαιτούμενα πρωτόκολλα ἐπιθεωρήσεως τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν ταμείων, τῆς γενομένης τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1895. «Ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει τὸ ἐκ τῶν ἀνωτέρω λογαριασμῶν προκύπτον ὡς ὀφειλόμενον ὑπόλοιπον ἐκ τῶν παραληφθεισῶν προκαταβολῶν δὲν καλύπτεται ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν κατὰ τὰ πρωτόκολλα ἐπιθεωρήσεως εὑρεθέντων εἰς τὰ στρατιωτικὰ καὶ ναυτικὰ ταμεῖα μετρητῶν καὶ νομίμων πληρωμῶν, οἱ ἁρμόδιοι κύριοι Ὑπουργοὶ θέλουν εὐαρεστηθῆ καὶ προσθέσει εἰς τὰ ἀνωτέρω ὀνομαστικὸν κατάλογον, δηλοῦντα τοὺς ὀφείλοντας τὰ ἐλλείποντα ποσὰ, τὴν ἰδιότητα, καὶ τὸν χρόνον, ἀφ’ οὗ κατέστησαν ὀφειλέται, καὶ τοὺς συνυπευθύνους ὑπολόγους διαχειριστάς. «γʹ) Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν παρακαλοῦνται νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν, ἂν τὰ πρωτόκολλα ἐπιθεωρήσεως τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν ταμείων τῆς 31 Δεκεμβρίου 1895 καὶ τῶν προηγουμένων ἐτῶν ὑπεβλήθησαν μετὰ τοῦ λογαριασμοῦ τῶν ὑπολόγων, εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἂν ἐπὶ τούτων ἀπεφάνθη τὸ Σῶμα τοῦτο, ἂν κατελόγισεν ἐλλείψεις τῶν ὑπολόγων, καὶ ἂν περὶ τῆς τακτοποιήσεως καὶ τούτων προνοῇ τὸ ὑπ’ ὄψει νομοσχέδιον. «δʹ) Ἐν τῷ γενικῷ λογαριασμῷ τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τοῦ Κράτους, μέχρι τοῦ μηνὸς Ἰουνίου τοῦ 1895 φέρονται εἰς χρέωσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δρ. 4,632,357.16, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν δρ. 5,044,234.11, ὑπόλοιπον ὀφειλόμενον καὶ μήπω δικαιολογηθὲν ἐκ προκαταβολῆς ἀνωτέρου ποσοῦ, δοθείσης εἰς τὰ ἄνω Ὑπουργεῖα διὰ προμήθειαν ὑλικοῦ πολέμου. «Παρακαλεῖται ἕκαστος τῶν ἀνωτέρω κυρίων Ὑπουργῶν, μετ’ αὐστηρὰν ἔρευναν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν οἱ ὑπόχρεοι νὰ δικαιολογήσωσι τὰ ἀνωτέρω ποσὰ ἀπέδωκαν λογαριασμοὺς καὶ δικαιολογητικὰ νόμιμα, καὶ διὰ τίνα λόγον ἡ δοσοληψία αὕτη μένει ἐκκρεμής. Καὶ προσέτι, ἂν τὰ μέτρα τοῦ ἀνὰ χεῖρας νομοσχεδίου θεωρῶσιν οἱ Ὑπουργοὶ ὡς ἐφαρμοζόμενα καὶ ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω ἐκκρεμῶν λογαριασμῶν.»
§91ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἡ Κυβέρνησις θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ δώσῃ ὅλας τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τροιζῆνος· νομίζω ὅμως, ὅτι τινὰς ἐξ αὐτῶν δύναται νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν. Θεωρῶ δὲ καὶ ἐγώ, ὅπως καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ἀναγκαίαν τὴν πληρεστέραν μελέτην τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἥτις δὲν ἐγένετο κατὰ τὰς δύο πρώτας συζητήσεις, διότι εὑρίσκω ἐν αὐτῷ διατάξεις τινὰς, αἱ ὁποῖαι ἀντίκεινται εἰς τὸ σύνολον τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν νομοθεσίας. Εὑρίσκω ὅτι οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δύνανται δι’ ἁπλῆς αὐτῶν ἀποφάσεως νὰ καταλογίσωσιν εἰς βάρος εἴτε ναυτῶν, εἴτε στρατιωτῶν τῆς ξηρᾶς, εἴτε διαχειριστῶν, ποσὰ, τὰ ὁποῖα οὐδὲ παρίστανται ἴσως ἐν τοῖς βιβλίοις, τῆς ὑπηρεσίας τῶν Ὑπουργείων ὡς ὀφειλόμενα. Ἁπλῆ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἢ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν θὰ καταλογίζῃ εἰς βάρος ὡρισμένων προσώπων ποσόν τι χρηματικόν. Ὁ καταλογισμὸς οὗτος, ὡς ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τροιζῆνος, δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν λογιστικὸν ἡμῶν νόμον, διότι τοιοῦτον καταλογισμόν, ὅστις ἐμπεριέχει εἶδος καταδίκης τοῦ καταλογιζομένου, ὅπως καταβάλῃ ὡρισμένον ποσὸν, ἁρμόδιον εἶναι κυρίως τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον νὰ ἐνεργήσῃ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, εἶναι καὶ ἕτερον. Τὸ νομοσχέδιον καθιστᾷ τὸν ἑκάστοτε Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν καὶ τὸν ἑκάστοτε Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὄχι μόνον βεβαιωτὴν εἰσπράξεων καὶ ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ συνάμα καὶ κύριον νὰ κανονίζῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὀφείλει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταβάλῃ ὡς προκαταβολὴν εἰς ἕκαστον τῶν δύο Ὑπουργείων. Ἐξηγοῦμαι. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐνώπιόν του καθυστερήσεις, ὡς ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τροιζηνίας, 4 ἢ 5 ἑκατομμυρίων, θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ ἀπαιτήσῃ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν καταβολὴν μεγάλων ποσῶν ὡς προκαταβολῆς, διότι δὲν ἔχει ἢ νὰ καταλογίσῃ εἰς βάρος ὡρισμένων ὑπολόγων, οἵτινες ἐνδέχεται καὶ νὰ ἀπέθανον, ἢ νὰ ἦναι ὅλως διόλου ἀναξιόχρεοι, καὶ διὰ τοὺς ὁποίους κατὰ τὸ νομοσχέδιον εὐθύνονται καὶ οἱ κληρονόμοι αὐτῶν, νὰ καταλογίσῃ, λέγω, μεγάλα ποσὰ, καὶ τὰ ποσὰ ταῦτα, κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 3 καὶ 6, νὰ ἀπαιτήσῃ, ὅπως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προκαταβάλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, φροντίζον αὐτὸ ἔπειτα διὰ τὴν σύναξίν των. Εἶναι εἷς κίνδυνος, ὁ ὁποῖος παρουσιάζεται εἰς τὴν ἐφαρμογὴν καὶ τοῦ γενικοῦ νόμου, τοῦ περὶ προκαταβολῶν, καὶ τῶν εἰδικῶν νόμων, τῶν ὁριζόντων τὰ ποσὰ τῶν προκαταβολῶν ἑκάστου τῶν δύο τούτων Ὑπουργείων. Θὰ ἦναι εὔκολον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ αὐξάνῃ κατὰ βούλησιν τὰ ποσὰ τῶν προκαταβολῶν, τὰς ὁποίας θέλει· δὲν ἔχει ἢ δι’ ἀποφάσεώς του νὰ καταλογίσῃ εἴς τινα ὑπόλογον,—καὶ τοιοῦτοι εἶναι ἄπειροι καὶ εἰς τὰ δύο Ὑπουργεῖα,—καὶ ἡ ἁπλῆ ἀπόφασίς του εἶναι τίτλος ἐπίσημος βεβαιώσεως ἐσόδου τοῦ Δημοσίου, τὸν ὁποῖον ὀφείλει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ θεωρήσῃ ὡς ὑποχρέωσιν τοῦ δημοσίου ταμείου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ νὰ καταβάλῃ τὸ ποσὸν, τὸ δι’ αὐτοῦ βεβαιούμενον. Πρὶν ἢ λάβωμεν τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι ἐζητήθησαν, δυσκόλως δυνάμεθα νὰ ἐκτιμήσωμεν μέχρι τίνος βαθμοῦ καὶ μέχρι τίνος ὁρίου δύναται νὰ φθάσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον πλάττει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, καὶ μέχρι τίνος βαθμοῦ δύναται νὰ ἐπιβάλῃ ὑποχρεώσεις εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὅπως αὐξάνῃ διαρκῶς καὶ χωρὶς κανὲν ἐμπόδιον τὰς προκαταβολὰς τῶν δύο Ὑπουργείων. Ἔρχομαι δὲ καὶ ἐγὼ ἀρωγὸς, καὶ συνιστῶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Τροιζηνίας, ὅπως, εἰ δυνατὸν, ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ὄχι τὸ ὅλον, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ὅσαι εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν ζητηθεισῶν πληροφοριῶν, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ἐκτιμήσωμεν τὴν ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν ὁ μηχανισμὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου δύναται νὰ λάβῃ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ.
§92Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπὸ τῆς 1ης Ὀκτωβρίου 1880 ἐνομοθετήθη, ὅτι θέλουσιν ἐφαρμόζεσθαι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ καὶ ἐν τῷ στρατῷ διὰ τοῦ νόμου ΩΚΒʹ, ὅστις λειτουργεῖ ἀπὸ τῆς 1 Ὀκτωβρίου 1880. Ἠλπίζετο ὅτι οὕτως ἤθελεν ἁπλοποιηθῆ ἡ λογιστικὴ ὑπηρεσία τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, ἐνῷ δὲ πρότερον συνεκεντροῦτο πᾶσα εἰς τὸ Στρατιωτικὸν Λογιστήριον, τὸ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τοῦ νόμου τούτου κατεστάθησαν τὰ Ἐπιμελητήρια, καὶ συνεστήθη ἓν τοιοῦτον ἐν ἑκάστῃ τῶν περιφερειῶν, αἱ ὁποῖαι προσδιωρίσθησαν διὰ Β. Διαταγμάτων, εἰς ταῦτα δ’ ἀνετέθη τὸ δικαίωμα νὰ ἐντέλλωνται πληρωμὰς, ὡς δεύτεροι διατάκται, νὰ διαχειρίζωνται τὰς πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐχορηγήθησαν εἰς αὐτὰ, καὶ ἑπομένως νὰ ἐνεργῶσι τὸν πρῶτον διοικητικὸν ἔλεγχον τῶν γενομένων πληρωμῶν τῆς διαχειρίσεως. Ἐὰν ὁ νόμος οὗτος ἐφηρμόζετο, ὡς εἶναι γεγραμμένος, δὲν ἠθέλομεν ἔχει ἀνάγκην νεωτέρας νομοθετικῆς προνοίας, διότι δὲν ἤθελον ὑπάρχει οὐδὲ χρέη ὀφειλόμενα παρὰ τῶν ἐξερχομένων ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ ἢ ἐφ’ ὅσον οἱ ὀφείλοντες ἦσαν ἐντελῶς ἀνίκανοι ἵνα ἀποτίσωσι τὰς ὀφειλάς των, δὲν ἤθελον ὑπάρχει οὐδ’ ἐλλείμματα ἐκ τῆς χρηματικῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπολόγων ἢ ἐφ’ ὅσον ὑπῆρχε δόλος καὶ κακοπιστία, κλοπὴ ἢ ὑφαίρεσις, δὲν ἤθελον δὲ ὑπάρχει βεβαίως πληρωμαὶ χρημάτων, γενόμεναι εἰς ἀξιωματικοὺς ἄνευ νόμου καὶ ἐναντίον τοῦ νόμου, τὰ ὁποῖα οὗτοι ἔλαβον ἐπὶ ἀποδείξει καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ λάβωσι, διότι τὰ ταμεῖα τὰ στρατιωτικὰ δὲν εἶναι ταμεῖα δανειστικά. Ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ νόμος δὲν ἐφηρμόσθη, ἢ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ἦτο τὰ μάλιστα χαλαρὰ, ἡ δ’ ἐν τοῖς στρατιωτικοῖς ἐπιμελητηρίοις ὑπηρεσία δὲν ἦτο οὐδὲ ἀκριβὴς, οὐδὲ ἐνήμερος. Καὶ ἐξετελεῖτο μὲν αὕτη, ἀλλὰ κατὰ τὸν ἔλεγχον τῶν γινομένων πληρωμῶν ἦτο ἀδρανὴς, καὶ ἐντεῦθεν τὰ ἐπελθόντα ἄτοπα. Τὸ κακὸν εἶναι, ὅτι ἕνεκα τούτου ἐνῷ αἱ προκαταβολαὶ προσδιωρίζοντο διὰ τοῦ νόμου ΩΚΒʹ εἰς 500 χιλιάδας δραχ. τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἰς 200 χιλιάδας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἠκούσατε πόσον ἀνώτερα ποσὰ ἀνέφερεν ὁ κ. ἐκ Τροιζηνίας Βουλευτής.
§93ΔΕΙΜΕΖΗΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἄλλος νόμος, ὁ νόμος τοῦ 1880, ὅστις προσδιορίζει τὸ δωδεκατημόριον ὡρισμένων κεφαλαίων τοῦ προϋπολογισμοῦ (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 4. Ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 45 τοῦ νόμου περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ προκαταβολὴ εἰς τὸ στρατιωτικὸν προσδιορίζεται ὡς ἑξῆς: αʹ) Εἰς τὸ δωδεκατημόριον τῆς ἐτησίας δαπάνης τοῦ μηνιαίου μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, ἀνθυπασπιστῶν καὶ τῶν ὁμοιοβάθμων αὐτῶν, τῶν ἰδιωτῶν ὑπαλλήλων, τῶν ὑπαξιωματικῶν, μουσικῶν καὶ στρατιωτῶν τῶν ταγμάτων τῶν εὐζώνων καὶ τῆς χωροφυλακῆς, καὶ τοῦ ἡμερησίου μισθοῦ τῶν ὑπαξιωματικῶν, μουσικῶν καὶ στρατιωτῶν τῶν λοιπῶν σωμάτων. βʹ) Εἰς τὸ δωδεκατημόριον τῆς ἐτησίας δαπάνης, τῆς ἀναλογούσης διὰ τὰς εἰς χρήματα καταβαλλομένας μερίδας ἱπποφορβῆς. γʹ) Εἰς τὸ δωδεκατημόριον τῆς ἐτησίας δαπάνης διὰ τοὺς λαμβάνοντας μερίδας ἄρτου εἰς χρήματα. δʹ) Εἰς τὸ δωδεκατημόριον τῆς ἐτησίας δαπάνης δι’ ἐπιμίσθια ἐργασίας τεχνιτῶν, ὑπαξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν. εʹ) Εἰς τὸ δωδεκατημόριον τῆς ἐτησίας δαπάνης διὰ τὴν συντήρησιν ὑποδίκων καὶ καταδίκων στρατιωτῶν καὶ ϛʹ) Εἰς τὸ πεμπτημόριον τῆς κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν ἀπαιτουμένης δαπάνης διὰ τὰς ὁδοιπορίας καὶ μετακομίσεις τῶν νεοσυλλέκτων καὶ τοῦ στρατοῦ. «Ἡ προκαταβολὴ αὕτη χορηγεῖται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δι’ ἐνταλμάτων αὐτοῦ ἐντὸς τοῦ πρώτου δεκαημέρου ἑκάστου ἔτους, διανέμεται παρ’ αὐτοῦ κατὰ τὰς ἀνάγκας τῶν σωμάτων καὶ καταστημάτων, καὶ δικαιολογεῖται τὸ βραδύτερον ἐντὸς τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου τοῦ ἑπομένου ἔτους. «Ἡ εἰρημένη προκαταβολὴ δύναται νὰ αὐξήσῃ ἐντὸς τοῦ ἔτους, ἐὰν, διαρκοῦντος αὐτοῦ, αὐξηθῇ κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἐν ἰσχύϊ νόμων ἡ ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ προβλεπομένη δύναμις τοῦ στρατοῦ κατὰ ποσὸν ἀνάλογον πρὸς τὴν αὔξησιν ταύτην. «Πᾶσα ἄλλη χρῆσις τῶν ἀνωτέρω προκαταβολῶν, παρὰ τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν αὗται χορηγοῦνται, ἀπαγορεύεται. Οἱ ἐνεργήσαντες τὴν πληρωμὴν στρατιωτικοὶ ὑπόλογοι εὐθύνονται προσωπικῶς διὰ πᾶσαν παράβασιν τῆς διατάξεως ταύτης.»
§94Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅθεν ἀντὶ αἱ προκαταβολαὶ νὰ χρησιμεύωσιν ὡς fond roulant (κεφάλαιον κυκλοφοροῦν), ὅπως εὐκολύνωσι τὰς προμηθείας, αἱ 500 χιλιάδες δραχμῶν ἀνεβιβάσθησαν εἰς ἑκατομμύριον, διότι δὲν ἐξηλέγχοντο, ἵνα ἀναγνωρισθῶσιν αἱ γενόμεναι ἐξ αὐτῶν πληρωμαί, ἵνα ἐκδίδωνται πρὸς ἀπότισιν αὐτοῦ τὰ ἐντάλματα καὶ ἐπανέρχωνται τὰ κεφάλαια. Οὕτως, ἐπὶ παραδείγματι, ἐὰν ἐντὸς τοῦ Φεβρουαρίου ἀπεδίδοντο οἱ λογαριασμοὶ τοῦ Ἰανουαρίου, οἱ λογαριασμοὶ ἤθελον στέλλεσθαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τοῦτο ἤθελεν ἐκδίδει τὰ ἀναγκαῖα ἐντάλματα πρὸς πληρωμὴν, καὶ ἤθελεν ἀποκαθίστασθαι οὕτως ἀκέραιον τὸ ποσὸν τῶν 500 χιλιάδων δραχμῶν, καὶ ἤθελεν ἤρκει διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἐγένετο οὕτως. Ἐντεῦθεν ἐπῆλθεν ἀνάγκη νὰ γίγνωνται νέαι προκαταβολαὶ, καὶ μετ’ ὀλίγον νέαι νὰ προστίθενται, καὶ οὕτως αἱ προκαταβολαὶ ὑπερέβησαν κατὰ πολὺ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὥρισεν ὁ νόμος ΩΚΒʹ. Ἀλλὰ μήπως ἐξεζητήθησαν εἴτε αἱ ὀφειλαὶ τῶν ὑπολόγων, εἴτε αἱ ὀφειλαὶ τῶν ἐξερχομένων ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ; Ἀνεγράφησαν μὲν ἐν τοῖς βιβλίοις τὰ ποσὰ, ὅτι ὠφείλοντο, ἀλλὰ τίς ἐζήτησε ταῦτα; τίς ἐβεβαίωσεν αὐτὰ ὡς ἔσοδον; τίς ἐξήτασεν, ἂν οἱ ὀφειλέται δύνανται νὰ ἀποδώσωσιν αὐτὰ, ἢ ἂν ἦναι ἐντελῶς ἀκτήμονες καὶ ἀνίκανοι, ὅπως πληρώσωσι τὰ χρέη των; Οὐδείς. Ἀλλὰ τίς ἐξεζήτησεν, ἵνα ἀποδώσῃ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα φαίνονται δοθέντα εἰς μέλη τοῦ στρατοῦ δι’ ἀποδείξεων, ἂν καὶ ταῦτα δὲν εἶχον δικαίωμα ἵνα λάβωσι τὰ δοθέντα αὐτοῖς; Ἐκ τούτων καταδηλοῦται ἡ ἀνάγκη τῆς νομοθετικῆς προνοίας, τὴν ὁποίαν καταδηλοῖ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἐνῷ βαίνομεν οὕτω χειροτερεύοντες τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, χειροτερεύοντες ἰδίως τὴν διαχείρισιν καὶ αὐξάνοντες τὰς ἀνωμαλίας τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὀφείλομεν δὲ νὰ σταματήσωμεν τὴν κατάστασιν ταύτην, νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἄρωμεν τὰς ἀνωμαλίας, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ παρελθὸν ἐπῆλθον, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τροιζηνίας ζητεῖ νὰ παραιτήσωμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν τοῦτο, καὶ νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς ἄλλο ἔργον, νὰ ἀνεύρωμεν πόσοι ἀπὸ τοῦ 1836 μέχρι τοῦδε στρατιῶται δὲν ἐπλήρωσαν τὰ χρέη των, πόσοι ναῦται δὲν ἀπέδωκαν ὅ,τι ὤφειλον ἐκ τροφῆς, πόσοι ἀξιωματικοὶ δὲν ἀπέδωκαν τὰς ὀφειλάς των, πόσοι ὑπόλογοι δὲν ἐπλήρωσαν, ὁ δὲ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης προτείνει, ὅπως ἡμεῖς ἐργασθῶμεν ἐπὶ πέντε καὶ ἕξ ἔτη, ἵνα καταρτίσωμεν τοὺς καταλόγους τούτων, φέρωμεν δ’ αὐτοὺς τότε εἰς τὴν Βουλὴν, ἤτοι κατὰ τὸ 1905. Συλλογισμοὶ τοιοῦτοι δὲν ἁρμόζουσιν εἰς ἀντιπροσώπους καλουμένους νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ καθήκοντά των, καὶ ἐν χρόνῳ μάλιστα, καθ’ ὃν ὀφείλομεν νὰ τακτοποιήσωμεν τὴν τοσαύτας ἀνωμαλίας παριστῶσαν καὶ τόσον πλημμελῶς λειτουργοῦσαν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Καὶ ἐργάζονται σοβαρῶς οἱ ζητοῦντες νὰ μᾶς παραπέμψωσιν εἰς προπαρασκευαστικὰς ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ περατωθῶσι πρὸ τῆς παρελεύσεως ὀκτὼ ἢ δέκα ἐτῶν, σκοποῦντες διὰ τοιούτων προτάσεων νὰ ἐπιτύχωσι τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἤτοι τὴν ἀναβολὴν τῆς τακτοποιήσεως διαχειρίσεως χρηματικῆς; Λυποῦμαι, διότι ἄνθρωπος, οἷος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, περὶ οὗ εἶχον ἀγαθὴν ὑπόληψιν, καὶ εἰς ὃν εἶχεν ἀνατεθῆ ἡ διαχείρισις τῶν οἰκονομικῶν κατὰ τὸ 1890, ὅτε προϊστάμην τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, λυποῦμαι διότι εἰς τοιαῦτα καταφεύγει μικρὰ μέτρα, ἵνα πορισθῇ ποῖον κέρδος πολιτικόν; τὴν ἀναβολὴν νομοσχεδίου τοιούτου. Τὸ περὶ ἐκτελέσεως τοῦ νόμου ΩΚΒʹ Β. Διάταγμα δὲν ἀπηγόρευε τὴν εἰς ἄλλας ἀνάγκας χρῆσιν τῶν χρημάτων τῶν προκαταβολῶν, αἵτινες προωρίζοντο, ἵνα διατίθενται διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ μηνὸς, ὡς δωδεκατημόριον τῆς ἐτησίας δαπάνης, διότι τὴν ἀπαγόρευσιν ἀνέγραψεν αὐτὸς ὁ νόμος, καὶ τὴν ἀπαγορευτικὴν ταύτην διάταξιν τοῦ νόμου, τὴν τόσῳ ῥητῶς ἐκφερομένην ἐν αὐτῷ, οἱ ἐκτελεσταὶ παρέβησαν. Διὰ τοῦτο ἔκρινα καθῆκόν μου νὰ μὴ ζητήσω μὲν παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὴν ἄδειαν, ἵνα ἐπιφέρω περιορισμόν τινα εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς διαχειρίσεως τῶν διὰ τὰς ὑπηρεσίας τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν ἀναγραφομένων πιστώσεων, νὰ μὴ ζητήσω νὰ περιορίσω οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον τὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τὰ στρατιωτικὰ ἐπιμελητήρια, ἀλλὰ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ἀνάμιξιν τῆς διοικήσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν ἔλεγχον αὐτῆς, ὅπως δυνηθῶ νὰ βεβαιώσω ταῦτα, τὰ ἕνεκα τῶν μνημονευθεισῶν ἀνωμαλιῶν ὀφειλόμενα πρὸς τὸ Δημόσιον, ὅπως κατασταθῇ δυνατὴ ἡ εἴσπραξις αὐτῶν καὶ ἡ ἀπόδοσις τῶν οὕτως εἰσπραχθησομένων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως συγκεφαλαιωθῶσι μετὰ τῶν προκαταβολῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Διὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον οὐ μόνον δὲν εἶναι δεκτικὸν ἀναβολῆς, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας πρέπει νὰ παρακληθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἐρευνήσῃ αὐτὸ ἐν εὐρύτητι, νὰ ἐξετάσῃ ὅσον θέλει περισσότερον, ἀλλὰ νὰ φέρῃ ἐπ’ αὐτοῦ τὴν ψῆφόν της ὅσον τάχιον, διότι πρέπει νὰ τεθῇ ἓν τέρμα εἰς ἀνωμαλίαν, ἥτις δὲν παριστᾷ ἀκμάζουσαν τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, εἰς μέτρον ἀληθοῦς περισυλλογῆς.
§95ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν καλὴν ἰδέαν, ἣν ἔχει περὶ ἐμοῦ, ὡς πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν περὶ τῆς καλῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων. Καὶ ἐγὼ ἔχω καλὴν ἰδέαν περὶ τῶν καλῶν προθέσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπρότεινα τὴν πληρεστέραν μελέτην τοῦ νομοσχεδίου, διότι οὐδεμίαν εἶδον ἐν αὐτῷ διάταξιν, ἡ ὁποία νὰ μεταβάλλῃ τὸν τρόπον τῆς ἐξελέγξεως τῶν καθυστερούντων τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν. Οἱ Ὑπουργοὶ, ὁποῖοι ἦταν μέχρι σήμερον, τοιοῦτοι μένουσι καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα ἐξελέγξωσι τὰ καθυστεροῦντα. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὐδεμίαν ἔχει ἀνάμιξιν εἰς τὴν τακτοποίησιν τῶν ἀπείρων καθυστερούντων λογαριασμῶν τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μίαν μόνον θὰ ἔχῃ ἀνάμιξιν, τὸ νὰ θεωρῇ τὴν ἀπόφασιν, ἣν θέλει ἐκδώσει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἢ τῶν Ναυτικῶν, ὡς βεβαίωσιν δημοσίου ἐσόδου, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποχρεοῦται νὰ καταβάλλῃ τοῖς μετρητοῖς. Καὶ ἂν ἀκόμη ἡ βεβαίωσις ἀναφέρηται εἰς πρόσωπα ἀναξιόχρεα καὶ μὴ δυνάμενα νὰ καταβάλωσιν οὐδὲν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὀφείλει πάντως νὰ τὰ καταβάλῃ, καίτοι ἐν γνώσει ὅτι τὸ βεβαιωθὲν τοῦτο ποσὸν δὲν εἶναι εἰσπράξιμον καὶ πρέπει νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς non valeur. Ἐπειδὴ ἡ χρῆσις τῶν προκαταβολῶν πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἐγένετο καταχρηστικῶς, ἐξηκολούθουν αὗται, χωρὶς νὰ δίδωνται οἱ λογαριασμοὶ καὶ χωρὶς νὰ τακτοποιηθῶσιν, ἔχομεν δὲ οὕτως ὑπερβάσεις καὶ τῶν δωδεκατημορίων καὶ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα διὰ νόμου ὡρίσθησαν. Διὰ τὴν πρόληψιν τῶν τοιούτων ὑπερβασιῶν οὐδεμία λαμβάνεται ἐγγύησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀπεναντίας μετὰ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ θὰ ἔχωμεν αὔξησιν τῶν προκαταβολῶν παγίαν, καὶ οὐδὲν μέσον θὰ ὑπάρχῃ, ὅπως ἐξαναγκασθῶσι τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν νὰ τακτοποιήσωσι τὰς προκαταβολὰς, ἃς ἔλαβον, συμφώνως μὲ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν. Ἂν τὸ ζήτημα τοῦτο θεωρῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τόσον ἀσήμαντον καὶ τόσον ἀνάξιον πλειοτέρας μελέτης, δὲν ἔχω νὰ ἀντείπω, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐπιβάλω τὴν γνώμην μου. Τὴν δύναμιν ταύτην ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα, εἰς ὃ ἀποβλέπει τὸ νομοσχέδιον, δύναται ἄνευ οὐδενὸς κινδύνου νὰ ὑποστῇ ἡμερῶν τινων ἀναβολὴν, πρὸς πλειοτέραν μελέτην καὶ συμπλήρωσιν τοῦ νομοθετήματος. Τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι συμφωνότερον καὶ μὲ τὴν στερεοτύπως ἐπαναλαμβανομένην δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δέχεται πλήρη τὴν μελέτην καὶ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν εἶπον ἐγὼ—καὶ εἰς τοῦτο μὲ ἠδίκησεν—ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἔλθωσιν ὅλαι αἱ ζητούμεναι πληροφορίαι παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τροιζηνίας. Εἶμαι σύμφωνος, ὅτι τὸ ὅλον τῶν πληροφοριῶν τούτων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσκομισθῇ ἐντὸς τῆς συνόδου ταύτης. Ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐντὸς ἐλαχίστου χρονικοῦ διαστήματος νὰ ἔλθῃ πίναξ, ὁρίζων ἀκριβῶς τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὀφείλονται ἐκ προκαταβολῶν, πίναξ διαιρούμενος εἰς δύο κατηγορίας, εἰς τὴν τῶν ὀφειλομένων ὑπὸ τῶν Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν καὶ εἰς τὴν τῶν ὀφειλομένων παρ’ ὑπευθύνων διαχειριστῶν. Ὁ πίναξ οὗτος δύναται ἐντὸς μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἤθελε μᾶς ὁδηγήσει ἐπὶ τοῦ ζητήματος ποῖος εἶναι ὁ κύκλος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὁ μηχανισμὸς, τὸν ὁποῖον πλάττει τὸ νομοσχέδιον, τῆς ἑκάστοτε εἰσπράξεως καὶ πληρωμῆς χρημάτων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὰ δύο πολεμικὰ Ὑπουργεῖα, δύναται νὰ λειτουργήσῃ. Ταῦτα ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ εἴπω, ὁδηγούμενος ἐκ τῆς ἐπιθυμίας, ἣν αἰσθάνομαι, ὡς Βουλευτὴς, ὅτι πρέπει νὰ κανονισθῇ ἡ κατάστασις τῶν καθυστερούντων τούτων λογαριασμῶν τῶν δύο στρατιωτικῶν Ὑπουργείων.
§96ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ κ. συνάδελφος ἔσφαλε, καὶ ἔφθασεν εἰς διάφορα συμπεράσματα ἐκ τῆς κακῆς ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὸ ἄρθρον 6. Λέγει ὅτι, ἂν ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο, θὰ αὐξήσωσι αἱ προκαταβολαί.
§97ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ συμπληρωθῶσι.
§98ΣΚΟΥΖΕΣ. Τὸ ἀντίθετον ζητεῖ τὸ νομοσχέδιον. Ἀρκεῖ νὰ ἀναγνώσῃ τις τὸ ἄρθρον, ἵνα πεισθῇ. Ἰδοὺ τί λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὰ πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου ἐλλείμματα ἐκ τῶν παγίων προκαταβολῶν, τὰ βεβαιωμένα ὡς δημόσια ἔσοδα, θέλουσιν ἀποδοθῆ εἰς τὰ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργεῖα διὰ χρηματικῶν ἐνταλμάτων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.» Τί νομίζετε; ὅτι θὰ δοθῶσι χρήματα ἐπαυξάνοντα τὴν πίστωσιν, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον; Εἶναι μία τακτοποίησις λογαριασμῶν. Συνέβη ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἐλλείπει ἀπὸ τοῦ ταμείου, εἴτε ἐκ κλοπῆς, εἴτε ἐξ ἀφαιρέσεως. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον ἔχει προϋπολογισμὸν τόσον εἰς τὸ δεῖνα κονδύλιον, ὅταν τοῦ λείψουν τὰ χρήματα, θὰ λάβῃ προκαταβολήν. Ὅταν ὅμως βεβαιωθῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀναπληροῦται, τακτοποιεῖται, δὲν ἐπαυξάνεται ὅμως ἡ προκαταβολή.
§99ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν μὲ ἐνόησεν. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν θὰ ἐξαργυροῦνται παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ ἐξαργύρωσις δὲν θὰ φέρῃ αὔξησιν δαπανῶν, διότι θὰ ἀποῤῥέῃ ἐκ προηγουμένων λογαριασμῶν, ἀλλὰ θὰ φέρῃ διαρκῆ πίστωσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, στηριζομένην εἰς τοὺς λογαριασμοὺς τῶν ὑπολόγων.
§100Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, προέρχομαι κἀγὼ εἰς συζήτησιν τοῦ περὶ προκαταβολῶν νομοσχεδίου, καθόσον τοῦτο κινεῖ τὸ ἐνδιαφέρον πάντων, ἰδίως δὲ τῶν στρατιωτικῶν. Ἐπειδὴ τὰ διάφορα τοῦ στρατοῦ σώματα ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ ἐνεργῶσι πληρωμὰς οὐ μόνον εἰς τὸ τέλος τοῦ μηνός, ἀλλὰ καὶ κατὰ δεκαημερίαν, τούτου ἕνεκα ἐλήφθη τὸ μέτρον νὰ δίδωται εἰς αὐτὰ ἡ ἀναγκαιοῦσα δαπάνη οὐχὶ εἰς τὸ τέλος τοῦ μηνὸς, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀρχήν. Τὰ χρήματα, ἤτοι τὸ δωδεκατημόριον, τὸ ὁποῖον ὡρίσθη διὰ τοῦ νόμου, διεμοιράσθη, ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν ἢ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, καὶ τῶν πληρωμῶν, τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ ἐνεργήσῃ ἕκαστον ταμεῖον, εἰς τὰ διάφορα σώματα τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ στρατοῦ, φρουραρχεῖα κλπ. Τὰ ταμεῖα ταῦτα διέπονται ἅπαντα, ὡς γνωστόν, ὑπὸ ἐπιτροπῶν, ἃς ἀποτελοῦσιν ὁ ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ταγματάρχης καὶ ὁ ἀξιωματικὸς τοῦ χρηματικοῦ. Ὁ ταγματάρχης τυγχάνει ἐπίσης συνυπεύθυνος καὶ συνυπόλογος, κρατεῖ δὲ ὡς ἐκ τούτου καὶ τὴν μίαν κλεῖδα τοῦ ταμείου, τούτου δ’ ἕνεκα οὐδεμία πληρωμὴ γίνεται, ἂν δὲν προσαχθῇ πρεπόντως καὶ νομίμως δεδικαιολογημένη ἀπόδειξις. Ἑπομένως εἰς ἕκαστον ταμεῖον πάντοτε πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τὸ εἰς αὐτὸ δοθὲν ποσὸν τῆς προκαταβολῆς. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἐὰν ταμεῖόν τι ἔχῃ π. χ. προκαταβολὴν 40,000 δραχμῶν, ὀφείλει εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἔχῃ τὰς 40,000, εἴτε εἰς χρήματα, εἴτε εἰς ἀποδείξεις δικαιολογητικὰς, εἴτε καὶ εἰς ἀμφότερα. Οὐδεμίαν δὲ πληρωμὴν δύναται νὰ ἐνεργήσῃ ἡ ταμειακὴ ἐπιτροπὴ, ἂν, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἦναι ἀποχρώντως δεδικαιολογημένη, αὕτη δὲ δὲν δύναται οὔτε μισθὸν ἀξιωματικοῦ νὰ προκαταβάλῃ πρὸ τοῦ τέλους τοῦ μηνός· εἶναι δὲ αὐστηρόταται αἱ διαταγαὶ, αἱ δὲ διατάξεις αἱ κείμεναι ἐν τῷ Θεσμολογίῳ, (διατακτικοὶ ὁρισμοί, οἵτινες ἐξεδόθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ νόμου), κανονίζουσι λεπτομερῶς τὰ καθήκοντα καὶ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τῶν ἀποτελούντων τὰς ταμειακὰς ἐπιτροπάς. Ὡς πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχουσιν οἱ στρατιῶται ἐξ ὑπολοίπου ἱματισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔλαβον, τὰ ταμεῖα οὐδεμίαν ἔχουσι δοσοληψίαν, τὰ ταμεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι λάβει τὸ δωδεκατημόριον. Καὶ διατί; Διότι τὴν προμήθειαν τῶν ἐνδυμάτων ἐνεργεῖ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀπ’ εὐθείας, δι’ ἐντάλματος δὲ, ἐκδιδομένου παρ’ αὐτοῦ, γίνονται αἱ πληρωμαὶ παρὰ τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου, ἑπομένως διὰ τοιούτου χρήματος δὲν χρεοῦται τὸ ταμεῖον, θὰ χρεωθῇ αὐτὸ τὸ Δημόσιον, καὶ αὐτὸ τὸ Δημόσιον θὰ εἰσπράξῃ πᾶν ὑπόλοιπον, ὀφειλόμενον αὐτῷ. Τὸ αὐτὸ δὲ συμβαίνει καὶ διὰ τοὺς ναύτας. Ἐὰν οἱ ναῦται ἔλαβον ἐνδύματα καὶ δὲν τὰ ἐπλήρωσαν, κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ ὑπηρετοῦσιν, ὑπόλογοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἰσέπραξαν ἐγκαίρως τὸ ποσὸν, οἱ σχετικοὶ ἀξιωματικοί, οἱ σχετικοὶ κυβερνῆται. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ, πῶς καὶ ἐπὶ τίνι δικαιώματι ἐδόθησαν προκαταβολαὶ ἐκ ταμείων καὶ πλοίων εἰς ἀξιωματικούς. Ἐὰν, ὡς πολλάκις συμβαίνει, παραστῇ ἔκτακτός τις ἀνάγκη, ὡς π. χ. ἀσθένεια, ἀναχώρησις ἢ ἄλλη τις ἀνάγκη ἀξιωματικοῦ τινος, καὶ τῷ δοθῇ προκαταβολή, ἡ προκαταβολὴ αὕτη οὐδέποτε θὰ ὑπερβαίνῃ τὸν μηνιαῖον μισθόν του, οὐδεὶς δὲ θὰ τολμήσῃ καὶ οὐδεὶς τολμᾷ—καὶ ὅστις ἐτόλμησεν εἶναι ἄξιος τιμωρίας μεγίστης—νὰ δώσῃ προκαταβολὴν πέραν τοῦ μηνιαίου μισθοῦ, καὶ μάλιστα ἀνώτερος ἀξιωματικός· τότε δὲ μόνον κινδυνεύει ὁ δοὺς τὴν προκαταβολὴν, ἐὰν τὴν ἐνήργησεν εἰς τὰς 10 ἢ 15 τοῦ μηνὸς καὶ ἀποθάνῃ ὁ λαβὼν τὴν προκαταβολὴν, τότε θὰ ᾖναι ὑπόλογος. Ἑπομένως ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, ποία καθυστέρησις γίνεται. Εἰς ἀρχαιοτέραν ἐποχὴν, ὅπως ἦτο περιπεπλεγμένη ἡ ὑπηρεσία, βεβαίως ὑπῆρχον περιπλοκαί τινες, ἀφ’ ὅτου ὅμως ἐφηρμόσθησαν εἰς τὴν στρατιωτικὴν καὶ ναυτικὴν ὑπηρεσίαν αἱ διατάξεις τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου, καὶ τηροῦνται αὗται ἀπαρεγκλίτως, κατὰ μῆνα διδομένων τῶν λογαριασμῶν, οὐδεμία ὑπάρχει δυσκολία καὶ περιπλοκή. Κυρίως δὲ θὰ συμφωνήσω μὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Τροιζηνίας, καὶ θὰ παρακαλέσω ἰδίως νὰ πληροφορηθῶμεν, ποῖαι προκαταβολαὶ ἐδόθησαν εἰς ἀξιωματικοὺς, καὶ ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν, ὅπερ ἕκαστος ἔλαβε· τοὐλάχιστον θέλομεν μάθει, ποῖοι παρέβησαν τὰς διατάξεις τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου καὶ ποῖοι εἶναι οἱ ὑπόλογοι. Δὲν εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ ἀναμείνωμεν ἐπὶ πολὺ, διότι βεβαίως ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν ἐδόθησαν τοιαῦται προκαταβολαὶ, θὰ γνωρίζῃ βεβαίως καὶ τοὺς ὑπολόγους. Μία δὲ μόνη περίπτωσις, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, δικαιολογεῖ μόνον τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν ταμεῖόν τι ἐκλάπη καὶ ἔχασε τὸ χρῆμά του ἢ μέρος τοῦ χρήματός του· τότε βεβαίως τὸ σῶμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέστη τὸ ἀτύχημα, δὲν δύναται ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς μηνιαίας ὑποχρεώσεις του· θ’ ἀναγκασθῇ δὲ νὰ λάβῃ νέον χρῆμα ἐκ τοῦ Κεντρικοῦ ἢ ἄλλου ταμείου, τὸ ὁποῖον θὰ δοθῇ εἰς αὐτὸ, ἤτοι νέαν προκαταβολὴν, ἴσην τῷ ποσῷ τοῦ ἀφαιρεθέντος ἢ κλαπέντος χρήματος· ἀλλ’ οὕτω δὲν αὐξάνεται ἡ προκαταβολὴ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν· ἡ προκαταβολὴ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν θὰ μείνῃ ἀνέπαφος, διότι, ἐὰν εἰς τὸ ταμεῖόν μου, ὡς εἶπον, εἶχον 40,000 δραχ. καὶ μοὶ ἐκλάπησαν αἱ 25,000, μοὶ ἔμειναν 15,000· θὰ μοὶ ἀποδώσουν τὰς 25,000, καὶ τὸ κλαπὲν θὰ θεωρηθῇ ὡς δημόσιον ἔσοδον, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον. Ὡς πρὸς δὲ τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι δὲν θέλει νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταλογίζῃ τὸν ὑπόλογον, παρατηρῶ ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτὸ τὸ ἔχει καὶ σήμερον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δυνάμει τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου. Τὸ μόνον, ἐπαναλαμβάνω, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γνωσθῇ εἰς ἡμᾶς, εἶναι, ποῖοι τῶν ἀξιωματικῶν ἔλαβον χρήματα, καὶ ποῖοι οἱ δόντες εἰς αὐτοὺς τὰ ποσὰ ταῦτα. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ, ὡς ἔχει).
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2.
§102ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Πρὸς ἀπότισιν τῶν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον χρεῶν καταδιώκονται κατὰ τὰς ἰσχυούσας διατάξεις τῶν νόμων περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων οὐ μόνον οἱ χρεωθέντες ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ οἱ κληρονόμοι αὐτῶν.»
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει προσθήκη τοῦ κ. Φιλαρέτου, προτείνοντος νὰ προστεθῶσιν ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου τὰ ἑξῆς: «ὡς πρὸς τοὺς ὁποίους ὅμως δὲν ἐκτελεῖται ἡ εἴσπραξις διὰ προσωπικῆς κρατήσεως.»
§104Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δεχόμεθα τὴν προσθήκην. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 μετὰ τῆς ἀναγνωσθείσης προσθήκης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτά, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ ᾼΦϞϚʹ νόμου τοῦ 1887», εἰς γʹ συζήτησιν. «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ἀκινήτων ἕνεκα ἀρχαιολογικῶν ἀναγκῶν νόμου τοῦ 1893», εἰς βʹ συζήτησιν. «Περὶ τῶν ἐν τοῖς ταμείοις καὶ τοῖς τελωνείοις τοῦ Κράτους τακτοποιητέων πληρωμῶν», εἰς γʹ συζήτησιν).
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου. Ὁ κ. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§106ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου, ἐξέθηκε τοὺς λόγους, τοὺς ὑπαγορεύσαντας τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀνέφερε τὴν ἱστορίαν τοῦ νόμου τοῦ 1861 καὶ τὰς καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου ἐκείνου, ἀνεμνήσθη τῶν χρόνων, καθ’ οὓς χάριν προικοδοτήσεως καὶ χωρὶς νὰ ληφθῇ οὐδεμία πρόνοια, ἐγένοντο παραχωρήσεις μεταλλείων πρὸς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἐγνώριζον ἐκ τῆς καλλιεργείας τῶν μεταλλείων καὶ κατ’ οὐδὲν ἠδύναντο νὰ προάξουν τὴν καλλιέργειαν αὐτῶν. Ἀκριβῶς ἕνεκα τῶν καταχρήσεων ἐκείνων ὁ νομοθέτης τοῦ 1882 ἤχθη εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ νὰ ζητήσῃ νομοθετικὴν πρᾶξιν διὰ πᾶσαν παραχώρησιν μεταλλείου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνεγνώρισε τὸν λόγον, ὅστις ὑπηγόρευσε τὴν νομοθετικὴν ἐκείνην πρᾶξιν, ἀλλ’ ἐθεώρησεν ὅτι ἔκτοτε ἐπῆλθον τὰ ἀντίθετα ἀποτελέσματα, δηλ. ὅτι παρέλυσε διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1882 πᾶσα παραχώρησις μεταλλείου εἰς οἱονδήποτε. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐκ τῆς ἱστορίας τοῦ Κοινοβουλίου ἡμῶν ἓν γνωρίζω, ὅτι, ὁσάκις ἐπαρουσιάσθη αἴτησις περὶ παραχωρήσεως μεταλλείου ἐκ μέρους ἑταιρίας ἢ ἐκ μέρους ἀτόμων, ἐχόντων τὰ μέσα καὶ τὴν ἐμπειρίαν πρὸς καλλιέργειαν μεταλλείου, ἡ παραχώρησις ἐπετεύχθη, καὶ οὐδεμία δυσκολία παρενεβλήθη ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἢ τῆς Βουλῆς. Φοβοῦμαι δὲ, ὅτι, ἐπανερχόμενοι εἰς τὸ πρώην καθεστὼς, εἰς τὸ καθεστὼς τοῦ νόμου τοῦ 1861, διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου τοῦ 1882, θὰ περιπέσωμεν εἰς τὰ ἄτοπα, εἰς τὰ ὁποῖα περιεπέσαμεν ἀπὸ τοῦ 1861 μέχρι τοῦ 1882, καὶ ἰδίως εἰς τὰ ἄτοπα τῶν ἐτῶν 1871, 1872, 1873. Οὐδένα εὑρίσκω λόγον, ὁ ὁποῖος νὰ ὑπαγορεύῃ τὴν ἀνατροπὴν τοῦ νόμου τοῦ 1882. Ὀφείλομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν, πρὸς τιμὴν τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νόμου ἐκείνου, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔθηκεν ὁριστικῶς φραγμὸν εἰς ὅλας ἐκείνας τὰς παραχωρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἕνα καὶ μόνον εἶχον λόγον, τὴν εὔνοιαν τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων, καὶ ἡ εὔνοια ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε ἔχομεν ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν χιλιάδας παραχωρήσεων πρὸς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν εἶχον ἐμπειρίαν πρὸς καλλιέργειαν μεταλλείου, καὶ οὐδὲν ἠδύναντο νὰ πράξωσιν ἐκ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα διέθετον πρὸς τὴν ἐκμετάλλευσιν αὐτῶν. Ἕνα καὶ μόνον περιορισμὸν δέχεται τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, τὸν περιορισμὸν τὸν ἀφορῶντα εἰς μεταλλεῖα ὀρυκτῶν ἀργύρου, χρυσοῦ, λευκοχρύσου, τῶν σκωριῶν καὶ τῶν ἐκβολάδων, τῆς σμύριδος, τῶν μυλοπετρῶν, τοῦ κοινοῦ ὀρυκτοῦ ἅλατος. Ἀλλὰ διατί αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις; Τάχα τὰ μεταλλεῖα αὐτὰ εἶναι πολυτιμότερα ἀπὸ τὰ ἄλλα μεταλλεῖα; Φοβοῦμαι ὅτι μόνον ἡ ὀνομασία τοῦ μεταλλεύματος εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔκαμε τὸν συντάκτην τοῦ νομοσχεδίου νὰ θεωρήσῃ, ὅτι τὰ μεταλλεῖα αὐτὰ εἶναι πολυτιμότερα ἀπὸ τὰ ἄλλα. Μεταλλεῖον ἀργυρούχου μολύβδου ἀπέδωκε δεκάδας ἑκατομμυρίων εἰς τοὺς καλλιεργητὰς αὐτοῦ, τὰ μεταλλεῖα δὲ τοῦ ἀργύρου τῆς Μήλου ἀπέδωκαν εἰς τὸ Δημόσιον μόνον δαπάνας. Οὐδὲ δικαιολογεῖται ἐντεῦθεν αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις, ἡ ὁποία γίνεται ἐν τῷ ἐδαφίῳ βʹ τοῦ ἄρθρου 2. Οἱ συντάκται τοῦ νομοσχεδίου ἐκ τοῦ εἴδους τοῦ μεταλλεύματος παρεσύρθησαν καὶ ἐνόμισαν ὅτι μεταλλεῖον ἀργύρου, καθὼς εἶναι τὰ μεταλλεῖα τῆς Μήλου, δύναται νὰ ἦναι πολυτιμότερον διὰ τὸ Δημόσιον, παρὰ μεταλλεῖα κοινὰ σιδήρου ἢ ἀργυρούχου μολύβδου. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτο ἐγὼ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχω ἀντίῤῥησιν, ἀφοῦ ἐμμένω εἰς τὸ καθεστὼς, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ νόμος τοῦ 1882, φρονῶ δὲ πεποιθότως, ὅτι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἠθέλομεν ῥίψει τὸ καθεστὼς τοῦτο καὶ ἐπανέλθει εἰς τὸ καθεστὼς τοῦ 1861, ἔστω καὶ ὡς πρὸς ὡρισμένα μεταλλεῖα, ἀναγκαίως θέλομεν φθάσει εἰς τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, διότι πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν των οἱ εἰσηγηταὶ τῶν νομοσχεδίων, ὅτι δὲν εἶναι αἰώνιοι. Δὲν θέλω νὰ ἑρμηνεύσω τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου κακοβούλως, δὲν θέλω νὰ ὑποθέσω ὅτι πρόκειται νὰ διευκολυνθῇ ἡ παραχώρησις οἱουδήποτε μεταλλείου παρὰ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μοὶ εἴπῃ: γνωρίζει τί θὰ πράξῃ, δυνάμει τῆς διατάξεως ταύτης, τὴν ὁποίαν σήμερον εἰσάγει, τὴν ὁποίαν ἐπαναφέρει εἰς τὴν ζωὴν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τί θὰ πράξῃ ὁ διάδοχος αὐτοῦ; Καὶ δὲν φοβεῖται μήπως φθάσωμεν εἰς τὰ αὐτὰ ἄτοπα, δυνάμει τῆς διατάξεως αὐτῆς, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπεπέσαμεν, ὅταν ἦτο ἐν ἰσχύϊ κατὰ τὸ 1872, 1873, 1874; Αἱ καταχρήσεις ἐκεῖναι μᾶς ἔφεραν εἰς τὸν νόμον τοῦ 1882· σήμερον ἐλησμονήσαμεν τὰς καταχρήσεις, καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπετέλουν σκάνδαλον διὰ τὴν Πολιτείαν, σκάνδαλον διὰ τὴν Βουλὴν, σκάνδαλον διὰ τὴν κοινωνίαν, διενέμοντο δὲ ὡς παροχαὶ κυβερνητικαὶ τὰ μεταλλεῖα, ὡς σήμερον διανέμονται ἄλλαι εὐτελέστεραι παροχαί, οἱ διορισμοὶ καὶ αἱ παύσεις. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1882 κατηργήθη μία φοβερὰ πληγὴ, ἀλλὰ καὶ μία φοβερὰ πηγὴ παροχῶν κυβερνητικῶν, καὶ ἐπανερχόμεθα ἀκριβῶς εἰς τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀντλήσει ἐκ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου τοῦ 1861, εἶχεν ἀντλήσει ἐκείνην τὴν πηγὴν τὴν ἀνεξάντλητον τῶν παροχῶν τῶν κυβερνητικῶν πρὸς διαφθορὰν συνειδήσεων, ἀλλὰ καὶ πρὸς ζημίαν καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς κοινωνίας, Διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονήσητε τὴν ἱστορίαν τῶν ἐποχῶν ἐκείνων· ἐδημιουργήθησαν ἐκ τοῦ μὴ ὄντος καὶ χάριν ἐκμεταλλεύσεως μεταλλείων ἐντελῶς ἀνυπάρκτων, ἐδημιουργήθησαν ἑταιρίαι, καὶ αἱ ἑταιρίαι ἐκεῖναι κατώρθωσαν νὰ προσελκύσωσι κεφάλαια τῶν εὐπίστων ἰδιωτῶν, τὰ ὁποῖα ὅλα κατεστράφησαν καὶ ὅλα ἡρπάγησαν. Αὐταὶ εἶναι αἱ καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔδωσαν ἀφορμὴν εἰς τὸν νόμον τοῦ 1882. Καὶ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, πρὸς τιμὴν τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτοῦ, ὅτι ἐξέλιπεν ἀπὸ τῆς Πολιτείας ἡμῶν μιὰ πηγὴ σκανδάλων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τοσαύτην πεποίθησιν ἐφ’ ἑαυτὸν καὶ τοὺς διαδόχους του, ὥστε νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τόσα ἄτοπα ἔφερεν. Ἀλλὰ ἐθεώρησεν, ὅτι διὰ τῶν ἑπομένων διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου ἦτο δυνατὸν νὰ μειώσῃ ὅπως δήποτε τ’ ἀποτελέσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναγκαίως φθάνομεν ἐκ τοῦ ὅτι ἐπανερχόμεθα εἰς τὸν νόμον τοῦ 1861, ὡς πρὸς τὴν παραχώρησιν τῶν μεταλλείων, καὶ ἠθέλησε νὰ μειώσῃ τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα διὰ διατάξεων, δι’ ὧν φαίνεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὅτι τηρεῖ ὑπὲρ τοῦ Κράτους τὴν ἐπίβλεψιν τῆς καλλιεργείας τῶν μεταλλείων, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελον ὁπωσδήποτε διακοπῆ ἡ καλλιέργεια, χορηγοῦμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν παραχώρησιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Διακόπτων χθὲς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τῷ παρετήρησα, ὅτι τὸ ἄτοπον δὲν προέρχεται ἐκ τοῦ νόμου, διότι ὁ νόμος ἐν ἄρθρῳ 15 ὁρίζει, ὅτι οἱ ζητοῦντες τὴν παραχώρησιν μεταλλείου ὀφείλουν νὰ ἀποδείξουν, ὅτι κέκτηνται πάντα τὰ προσόντα, τὰ ἀναγκαῖα πρὸς ἐκμετάλλευσιν, καὶ ὅτι διαθέτουν τὰ πρὸς τοῦτο μέσα. Αὐτὸ τὸ ἄρθρον, ἐνόσῳ ἔκειτο τὸ δικαίωμα τῆς παραχωρήσεως μεταλλείου εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἦτο νεκρόν· οὐδεὶς ποτε ἐσκέφθη ἐν τῷ τόσον ποικίλως καταρτιζομένῳ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1861 Μεταλλευτικῷ Συμβουλίῳ, οὐδεὶς ποτε ἐσκέφθη, ἂν ἐκεῖνος, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐγίνετο ἡ παραχώρησις, εἶχε τὴν ἐμπειρίαν ἢ διέθετε τὰ μέσα πρὸς τὴν καλλιέργειαν τοῦ παραχωρουμένου μεταλλείου. Ὁ νόμος τοῦ 1882, ἀκριβῶς διότι ἀπέδιδεν αὐτὴν τὴν ἔρευναν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, διὰ τοῦτο ἔθηκε φραγμόν. Δὲν εἶναι πλέον δυνατὸν μὲ τὸν νόμον τοῦ 1882 νὰ ἔλθῃ ἓν Ὑπουργεῖον καὶ νὰ ῥίψῃ μίαν πρότασιν παραχωρήσεως μεταλλείου εἰς οἱονδήποτε, χωρὶς νὰ δύναται νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι τὸ ἄτομον ἐκεῖνο, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ γείνῃ ἡ παραχώρησις, εἶναι εἰς θέσιν, καὶ λόγῳ τῆς μορφώσεώς του καὶ τῆς εἰδικότητός του καὶ λόγῳ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα διαθέτει, νὰ καλλιεργήσῃ τὸ μεταλλεῖον. Ἠθέλησε λοιπὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, ἀφοῦ ἐπανέρχεται εἰς τὴν νομοθεσίαν τοῦ 1861, τὰ ἄτοπα τὰ ἐκ τῆς καταχρήσεως τῆς νομοθεσίας ἐκείνης νὰ τὰ ἀπομακρύνῃ διὰ περιορισμῶν, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλει ὡς πρὸς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς καλλιεργείας τοῦ μεταλλείου. Γνωρίζω τίς εἶναι ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἔχω τελείαν πεποίθησιν καὶ εἰς τὰς ἐπιστημονικάς του γνώσεις καὶ εἰς τὴν φιλοπονίαν αὐτοῦ, ἀλλὰ παραδόξως ὑπέπεσεν εἰς σφάλματα, τὰ ὁποῖα ἀληθῶς καταπλήσσουν τινά. Ἠκούσατε ὅλην τὴν χθεσινὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, καὶ τελευταῖον ἐφθάσαμεν εἰς τὸ νὰ μὴ ἐννοῶμεν, τί ἐσήμαινεν ἐκεῖνο τὸ ἄρθρον. Τὸ ἄρθρον 2 ἐλήφθη ἐκ τοῦ ἄρθρ. 65 τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου, ἀλλὰ δυστυχῶς, ὅταν μετεφράσθη, μετεφράσθη εἰς τοιοῦτον τρόπον διὰ τῆς παρεμβολῆς ἑνὸς «δὲν», ὥστε δὲν δύναται νὰ ἀποδοθῇ ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν ὁ Πρῶσσος νομοθέτης εἰς τὸ ἄρθρον 65. Τὸ ἄρθρον 65 ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ κύριος τοῦ μεταλλείου ὑποχρεοῦται νὰ ἐκμεταλλεύηται αὐτό, ἐὰν εἰς τὴν παῦσιν ἢ τὴν διακοπὴν τῆς ἐκμεταλλεύσεως, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς ἐπὶ τῶν μεταλλείων ἀνωτέρας ἀρχῆς, ἀντίκεινται λόγοι δημοσίου συμφέροντος». Ἡμεῖς πάντες ὑπελαμβάνομεν, ἐκ τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον εἶναι συντεταγμένον τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ὁ συντάκτης αὐτοῦ ἠθέλησε παρεμπιπτόντως νὰ ἀφήσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν μηχανικὸν τῶν μεταλλείων νὰ διακόπτῃ ἢ νὰ παύῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν, λόγῳ δημοσίου συμφέροντος, ἐνῷ ἐδῶ ἐπιβάλλεται ἐκ τοῦ Πρωσσικοῦ κειμένου ἡ ἐξακολούθησις, ἡ μὴ διακοπὴ καὶ ἡ μὴ παῦσις τῆς ἐκμεταλλεύσεως λόγῳ δημοσίου συμφέροντος. Πότε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ τὸ δημόσιον συμφέρον; Ὁ Κλόσερμαν, ὁ καθηγητὴς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τοῦ Βερολίνου, σχολιάζων ἐν τῷ συγγράμματί του τὸ κείμενον αὐτό, καθορίζει τὰς περιπτώσεις, δίδει τὰ παραδείγματα τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς τῆς διατάξεως· ὑποτίθησιν ὅτι εὑρίσκεται τὸ Κράτος ἐν πολέμῳ, ὅτι ἔχει ἀνάγκην μολύβδου, ὅτι ἐν τούτοις ἐκεῖνος, πρὸς ὃν ἐγένετο ἡ παραχώρησις μεταλλείου μολύβδου, διακόπτει τὴν ἐκμετάλλευσιν ἢ καλλιέργειαν αὐτοῦ, καὶ τότε, ἐπειδὴ ὑπάρχει δημόσιον συμφέρον ὑπέρτατον, δύναται νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ μεταλλείου νὰ ὑποχρεωθῇ αὐτὸς εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἑρμηνεύων τὸ σχετικὸν ἄρθρον, ἐνόμισεν ὅτι πρόκειται περὶ γενικῆς ἀρχῆς, περὶ ὑποχρεώσεως τοῦ κυρίου εἰς ἐκμετάλλευσιν τοῦ μεταλλείου, ἐνῷ πρόκειται περὶ εἰδικῆς περιπτώσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑποχρεοῦται ἐκεῖνος, πρὸς ὃν ἐγένετο ἡ παραχώρησις τοῦ μεταλλείου, νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν. Σημειώσατε ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἐγένετο σπουδαία συζήτησις ἐν τῷ Συμβουλίῳ τῆς Ἐπικρατείας τῆς Γαλλίας κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου τοῦ Ὀκτωβρίου, τοῦ ὁποίου μετάφρασιν ἀκριβῆ ἔχομεν διὰ τοῦ νόμου ἡμῶν τοῦ 1861, ὁ δὲ Ναπολέων, ἀντιτασσόμενος εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ ἀπαλλοτριωτοῦ, τοῦ ἀνακλητοῦ τῆς ἰδιοκτησίας, τῆς παραχωρηθείσης ἰδιοκτησίας τοῦ μεταλλείου, ἔλεγεν ὅτι, ἀφοῦ δὲν δύναται ἡ Πολιτεία νὰ ὑποχρεώσῃ τὸν κύριον ἀγροῦ νὰ καλλιεργῇ αὐτόν, ἐπίσης δὲν δύναται νὰ ὑποχρεώσῃ εἰς καλλιέργειαν καὶ τὸν κύριον μεταλλείου. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1861, ὡς καὶ διὰ τοῦ Γαλλικοῦ νόμου τοῦ Ὀκτωβρίου, ἀνεγνωρίσθη ἡ ἰδιοκτησία τῶν μεταλλείων ὡς ἰδιοκτησία κοινή, μὴ ὑπαγομένη, παρὰ εἰς ἕνα μόνον περιορισμόν, ὅταν πρόκειται περὶ ἑκουσίας ἀπαλλοτριώσεως, ἢ περὶ διανομῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖται ἡ παρέμβασις τοῦ Κράτους, ὅπως ἐγκρίνῃ αὐτήν· ἅμα δὲ ὡς ἀναγνωρίσῃ τις εἰς τὴν ἐκχώρησιν τῶν μεταλλείων τὴν ἰδιότητα τῆς ἰδιοκτησίας, ἀναγκαίως τὴν ὑπάγει ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος, τοῦ ἄρθρου 545 τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, δηλ. καθίσταται αὕτη ἀναπαλλοτρίωτος, εἰμὴ λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης μετὰ προηγουμένην ἀποζημίωσιν. Αὐτὸ ὑπεστήριζεν ὁ Ναπολέων, αὐτὸ ἐδέχθη ὁ νομοθέτης τοῦ 1810, αὐτὸ δὲ ἐδέχθη διὰ τῆς μεταφράσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο, καὶ ὁ νομοθέτης τοῦ 1861 παρ’ ἡμῖν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγε: «τί εἶναι ἐκεῖνος, πρὸς ὃν ἐγένετο ἡ ἐκχώρησις ἑνὸς μεταλλείου; εἶναι εἷς ἐργολάβος»· καὶ οὕτω πως ἀντιλαμβανόμενος τῶν πραγμάτων, ἔφθανεν εἰς σφαλερὰ συμπεράσματα. Βεβαίως δὲν εἶναι ἐργολάβος· καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἐργολάβος, εἶναι εὔκολον νὰ τὸ μάθωμεν. Θὰ τὸ μάθωμεν ἐκ τοῦ κειμένου τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψει μας. Τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νόμου ΧϞʹ λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ αὐτὴ πρᾶξις μετὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ὁρισμοῦ τοῦ 20 ἄρθρου τοῦ παρόντος νόμου παρέχει ἐπὶ τοῦ μεταλλείου δικαίωμα διηνεκοῦς κυριότητος, ὅπερ, διακρινόμενον τῆς κυριότητος τοῦ ἐπικειμένου ἐδάφους, μεταβιβάζεται εἰς τοὺς κληρονόμους καὶ δύναται νὰ ἐκποιηθῇ δι’ ἀναγκαστικοῦ πλειστηριασμοῦ...» Λοιπὸν πρόκειται περὶ κυριότητος· ἂν δὲ πρόκειται περὶ κυριότητος, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι αὕτη εὕρηται ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος ἡμῶν· δὲν δύναταί τις ν’ ἀπαλλοτριωθῇ τὴν ἰδιοκτησίαν ἢ κυριότητά του ἐπὶ τοῦ μεταλλείου, ὅπως καὶ τὴν κυριότητα ἐπὶ οἱουδήποτε ἀγροῦ, ἐπὶ οἱασδήποτε ἐπαύλεως, εἰμὴ λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης, μετὰ προηγουμένην ἀποζημίωσιν. Δὲν πρόκειται περὶ ἐργολάβου· πρόκειται περὶ ἰδιοκτήτου· ὁ νόμος ὁ Πρωσσικὸς ἀκριβῶς καθιεροῖ τὴν ἀρχὴν αὐτὴν, καὶ τὸ λέγει ὁ Κλόσερμαν ἐν σελ. 175 (ἀναγινώσκει)... Καὶ εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἄρθρον 65 τοῦ νόμου τοῦ Πρωσσικοῦ, τὸ κακῶς μεταφρασθὲν ἐν τῷ ἄρθρῳ 2. «Τὴν ἀρχὴν ταύτην (προσθέτει ὁ Κλόσερμαν) τοῦ Γαλλικοῦ νόμου ἀπεδέχθη καὶ ὁ ἡμέτερος νόμος ἐν τῷ ἄρθρῳ 65». Λοιπὸν τὴν ἀρχὴν ταύτην τοῦ ἄρθρου 2, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμισεν ὅτι εἶναι τῆς ἐφευρέσεως τοῦ συντάκτου τοῦ νομοσχεδίου, τὴν εὑρίσκετε ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ ἄρθρῳ 49 τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, εἰς τὸ ἄρθρον 52 τοῦ ἡμετέρου νόμου, τοῦ ὑφισταμένου. Ἰδοὺ δὲ τί λέγει τὸ ἄρθρον 52 τοῦ ΧϚʹ νόμου.
§107ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ΣΚΗʹ.
§108ΡΑΛΛΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἂν ἡ μετάλλευσις περιορισθῇ ἢ διακοπῇ, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἐμβάλλεται εἰς κίνδυνον ἡ δημοσία ἀσφάλεια, ἢ βλάπτωνται τὰ συμφέροντα τῶν ἀναλωτῶν, οἱ ἁρμόδιοι νομάρχαι, ἀφοῦ λάβωσι τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν, ἀναφέρουσι πάντα ταῦτα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως, συνεννοούμενον μετὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀποφασίσῃ τὰ δέοντα.» Λοιπὸν τὴν ἀρχὴν τὴν ἔχομεν ἐδῶ ἀναγεγραμμένην, ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐπεδίωξεν ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου νὰ καταστήσῃ διὰ τοῦ ἄρθρου 2, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν κακῶς ἐπεδίωξε, διότι τὸ ἄρθρον 2, ὡς εἶπον, ἐλήφθη ἐκ τοῦ ἄρθρου 65 τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ ἐξαναγκασμοῦ ἐκείνου, πρὸς τὸν ὁποῖον ἐγένετο ἡ ἐκχώρησις μεταλλείου, χάριν τοῦ δημοσίου συμφέροντος, τοῦ ἐξαναγκασμοῦ εἰς ἐξακολούθησιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Ἔχομεν λοιπὸν αὐτὴν τὴν ἀρχήν. Διατὶ, ὅταν ἔχωμεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ 52 τοῦ νόμου ἡμῶν, τὴν ἐπαναλαμβάνομεν ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου; Διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι οἱ συντάκται τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ δυστυχῶς δὲν ἔλαβον τὸν κόπον νὰ μελετήσωσι τὸν νόμον τὸν κείμενον, οὕτω δὲ, ἀντὶ νὰ συμπληρώσωσι τὸν νόμον τὸν κείμενον, διὰ τῶν νέων διατάξεων, τὰς ὁποίας θέλουσι νὰ εἰσαγάγωσιν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν, θέλουσι καταστήσει τελείαν τὴν σύγχυσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ περὶ τῆς ἐννοίας αὐτῶν. Δυστυχῶς δὲ, δὲν διεῖδον καὶ ἄλλην τινὰ διάταξιν τοῦ νόμου ἡμῶν, ἡ ὁποία δὲν ὑφίσταται ὅμως ἐν τῷ νόμῳ τῷ Γαλλικῷ καὶ ἡ ὁποία ἐλήφθη ἐκ νομοθεσιῶν, αἵτινες παραδέχονται ἀντίθετον ἀρχὴν ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν παραδέχεται καὶ ὁ νόμος τοῦ Ὀκτωβρίου ὁ Γαλλικὸς καὶ ὁ ἡμέτερος, ὡς πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν μεταλλείων, ὅτι πρόκειται περὶ ἰδιοκτησίας, τὴν ὁποίαν ἑπομένως προασπίζει τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος, δὲν διεῖδον τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 55, ἡ ὁποία ὁρίζει, ὅτι: «ἐὰν μετὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ὡρισμένων, ὁ ἰδιοκτήτης ἐξακολουθῇ νὰ μὴ ἐκπληροῖ καθ’ ὁλοκληρίαν τὰς, ὡς εἴρηται, ἐπιβεβλημένας αὐτῷ ὑποχρεώσεις», (αἱ ὑποχρεώσεις δὲ εἶναι ὡς πρὸς τὴν ἀσφάλειαν τῶν ἐργαζομένων ἐν τοῖς μεταλλείοις) «ἢ ἐὰν ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ Ὑπουργείου διακόψῃ τὴν ἐξόρυξιν ὑπὲρ τὸ ἔτος, δύναται μετὰ προηγουμένην ἀπόφασιν τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 6 Συμβουλίου καὶ διὰ Β. Διατάγματος νὰ γείνῃ ἔκπτωτος τοῦ δικαιώματος, ὅπερ ἀπέκτησε διὰ τῆς παραχωρήσεως τοῦ μεταλλείου. Τοῦτο δὲ ἐκποιεῖται διὰ δημοσίου πλειστηριασμοῦ. Τὸ ἐκπλειστηρίασμα καταβάλλεται εἰς τὸν πρώην ἰδιοκτήτην ἢ εἰς τοὺς δικαιούχους αὐτοῦ.» Βλέπετε ὅτι ἔχετε μίαν νομοθεσίαν πλήρη, περιλαμβάνουσαν ὅλας τὰς περιπτώσεις, τὰς ὁποίας θέλετε νὰ κανονίσητε διὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὰς ὁποίας κανονίζετε, συγχίζοντες ἀκριβῶς τὰς σχέσεις, συγχίζοντες τὰς περιπτώσεις, καὶ ἔρχεσθε εἰς αὐτὴν τὴν νομοθεσίαν τὴν πλήρη νὰ ὑποκαταστήσητε ἕν νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον προχείρως συνετάχθη, καὶ συνετάχθη παρ’ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔλαβον τὸν κόπον νὰ μελετήσωσι κἂν τὰς διατάξεις τοῦ κειμένου νόμου, εἰς τροποποίησιν τοῦ ὁποίου ἀπέβλεπε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνετάχθη παρ’ αὐτῶν. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ περίπτωσις προεπεξεργασίας νομοσχεδίου, ἡ περίπτωσις αὕτη ὑφίσταται ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι ὄχι ἐκ λόγων ἀντιπολιτευτικῶν, ἀλλ’ ἐκ λόγων ὑπαγορευομένων ἐκ τῆς ἀνάγκης τοῦ ὁμαλοῦ τῆς νομοθεσίας ἡμῶν, ἦλθον νὰ ὑποδείξω ὑμῖν τὰ ἐλαττώματα τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὴν ἀντίθεσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ κειμένου νόμου, τοῦ ὁποίου δυστυχῶς τὰς διατάξεις ταύτας δὲν ἀνέγνωσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὸ νομοσχέδιον.
§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κύριος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἀνέδραμεν εἰς τὸν Πρωσσικὸν νόμον· εὗρεν ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ἐλήφθησαν ἢ εἶναι σχετικαὶ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου, καὶ ἀνεκοίνωσε τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ πρὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶχεν ἀνακοινώσει τοῦτο ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία ῥητῶς καὶ εὐσυνειδήτως ἀνέγραψεν, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἐλήφθησαν ἐκ τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου· ἀναφέρει ἡ ἔκθεσις μάλιστα, ὅτι ἐλήφθη ὑπ’ ὄψει καὶ ὁ Γαλλικὸς νόμος καὶ ὁ Ἰταλικός. Ἀλλὰ δὲν ἦτο ματαία ἡ μελέτη τοῦ κ. Βουλευτοῦ, οὗτος δ’ ἀνεκοίνωσε τὴν μελέτην αὑτοῦ εἰς τὴν Βουλήν, ἣν ἠκούσατε, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἐπορίσθητε ἐξ αὐτῆς γνώσεις. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἠπόρησα, εἶναι, πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ εὑρεθῇ εἰς ἀπορίαν αὐτὸς περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 2, ἤ, καὶ ἂν ἄλλοι συνάδελφοι ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ εὑρέθησαν εἰς ἀπορίαν περὶ τῆς φράσεως τοῦ ἄρθρου 2, καὶ περὶ τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν ἡ φράσις αὕτη παρέχει, πῶς ὑπέλαβεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι καὶ ἡμεῖς ἠγνοοῦμεν τὸ εἰσφρῆσαν τυπογραφικὸν λάθος, ὅτι εἶχε προστεθῆ ἐν τῷ κειμένῳ ἓν «δὲν», τὸ ὁποῖον δὲν ὑπῆρχεν. Ἡμεῖς εἴδομεν τὸ τυπογραφικὸν λάθος, ἂν δέ, ἀντὶ νὰ συζητῶσι δύο ὥρας, ποτὲ μὲν ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτής, προσπαθῶν νὰ εὕρῃ τὴν ἔννοιαν, ἡ ὁποία παρείχετο ἐκ φράσεως, ἡ ὁποία δὲν ὑπῆρχε, ποτὲ δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ οἱ ἄλλοι, ἂν ἠρώτων ἡμᾶς, ἠθέλομεν δείξει αὐτοῖς τὸ δοκίμιον τοῦ ἐντύπου, ἐφ’ οὗ ὑπάρχει ἡ διόρθωσις τῆς διαγραφῆς τοῦ «δὲν», ἥτις παρελείφθη ὑπὸ τοῦ διορθωτοῦ νὰ ἐκτελεσθῇ. Ὅταν ἐγίνετο ἡ μακρὰ αὕτη συζήτησις, ἐγώ τε καὶ ὁ συνάδελφός μου κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πολλάκις εὑρέθημεν μειδιῶντες. Καὶ ἐξηκολούθουν συζητοῦντες, δὲν ἠρώτων δ’ ἡμᾶς, τί εἶναι αὐτὸ τὸ «δὲν», ἀλλὰ συνεσώρευον ἑρμηνείας ἐπὶ ἑρμηνειῶν, ἕως οὗ ἠναγκάσθημεν τέλος νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἶναι τυπογραφικὸν λάθος. Καὶ ἐν τῷ μέσῳ τῶν ἑρμηνειῶν των ηὐφραίνετο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, διότι ἀνεύρισκεν οὕτω τὴν ἀμάθειάν μου ἐν τῷ χαρακτηρισμῷ τοῦ ἐργολάβου, ὃν ἐγὼ ἔδωκα εἰς τὸν λαβόντα τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως μεταλλείου ἢ ὀρυχείου. Εἰς τὴν κοινὴν γλῶσσαν ἐργολάβος εἶναι ὁ διὰ δημοπρασίας ἀναλαμβάνων τὴν ἐκτέλεσιν ἀλλοτρίων ἔργων· ὅθεν, ὀνομάσας ἐργολάβον τὸν ἀναλαβόντα τὴν ἐκμετάλλευσιν μεταλείου, ἀπέδιδον αὐτῷ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ διὰ δημοπρασίας ἀναλαμβάνοντος τὴν ἐκτέλεσιν ἀλλοτρίων ἔργων. Πῶς νὰ μὴ καγχάσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς διὰ τοιαύτην ἀμάθειαν; Ἀλλ’ ἐλησμόνει τὴν κυριολεκτικὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως ἐργολάβος, ὅτι ὁ κύριος τίτλος τοῦ ἀναλαμβάνοντος τὴν ἐκμετάλλευσιν μεταλλείου εἶναι, ὅτι ἀνέλαβε νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ τοῦ μεταλλείου, νὰ ἐκμεταλλεύηται αὐτὸ, καὶ ὅτι, ἂν δὲν πληρώσῃ τὸν ὅρον τοῦτον, ἀπόλλυσι τὸν τίτλον, δυνάμει τοῦ ὁποίου κατέχει τὸ μεταλλεῖον. Ὅθεν ἡ κυριότης τοῦ λαβόντος τὸ μεταλλεῖον ὑπὸ τὸν ὅρον αὐτὸν ὑφίσταται. Ὁ κ. Βουλευτὴς μάλιστα ἐδίδαξε καὶ ἄγνωστόν τι μάθημα, ἐξηγήσας τί εἶναι κυριότης, λησμονῶν ὅτι τὸ μάθημα τοῦτο ἀναγράφουσιν οἱ νόμοι, ἀναγράφει δὲ καὶ αὐτὴ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, τὴν ὁποίαν εἰσάγομεν, μνημονεύουσα τῆς κυριότητος τῶν μεταλλείων, ἀλλ’ ἡ κυριότης αὕτη ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἕνα ὅρον, τοῦ ὁποίου μὴ συντελεσθέντος, ἡ κυριότης αἴρεται, καὶ ἐπανέρχεται τὸ μεταλλεῖον εἴτε εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι δικαιώματα ἐπ’ αὐτοῦ, εἴτε εἰς τὸ Δημόσιον. Ἀλλὰ πλὴν τούτων ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἤλεγξεν ὡς ἀτελὲς τὸ νομοσχέδιον, ὡς δεόμενον προμελέτης. Ἀλλὰ διατὶ δὲν ἐπιφυλάσσεται ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου νὰ καταδείξῃ τὴν ἀτέλειαν, ἣν εὑρίσκει, νὰ προτείνῃ τὴν τροποποίησιν, ἣν κρίνει ἀναγκαίαν, νὰ προβάλῃ αὐτὴν διὰ τροπολογίας; Βεβαιοῦμεν αὐτὸν, ὅτι, ἂν διὰ τῆς συζητήσεως πειθώμεθα ὅτι αἱ γνῶμαί του εἶναι ὀρθαὶ, ὅτι αἱ τροπολογίαι του εἶναι ἀναγκαῖαι, θέλομεν ἀποδέχεσθαι αὐτάς. Ἀλλὰ προτιμᾷ ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ παραπέμψωμεν εἰς ἐπιτροπὴν τὸ νομοσχέδιον, ἢ νὰ συστήσωμεν εἰδικὴν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς· καὶ ἐννοεῖ ἕκαστος τὸν λόγον· ἂν ἀναμνησθῇ τῆς κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς συνεδριάσεως γενομένης συζητήσεως περὶ ἐπιτροπῶν, θέλει ἐννοήσει τὸν σκοπὸν τῆς γνώμης ταύτης. Πᾶσαι αὗται αἱ προεξετάσεις, τῶν ὁποίων ὁ πόθος ἐγεννήθη τελευταῖον, δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσι καὶ κατὰ τὴν ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει συζήτησιν, παρακαλῶ δὲ πάντας, ὅσοι ἔχουσι προτάσεις εἴτε πρὸς τροπολογίαν τῶν διατάξεων, εἴτε πρὸς συμπλήρωσιν αὐτῶν, εἴτε πρὸς διαγραφὴν αὐτῶν, νὰ προβάλωσιν αὐτὰς, ἵνα συζητήσωμεν.
§110ΡΑΛΛΗΣ. Ἴσως ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξεν εὐτυχέστερος ὅλων ἡμῶν κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, ἐννοήσας τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου. Ἐγὼ δυστυχῶς, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, καίτοι ἐνέτεινα τὴν προσοχὴν, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀντιληφθῶ, ὅτι ἀπέδωκεν εἰς τὸ ἄρθρον 2 τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ὁ νομοθέτης ἠθέλησε νὰ δώσῃ εἰς αὐτό. Ἀλλὰ χθὲς οὐδὲ λέξις ἐλέχθη περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 65 τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου, περὶ οὗ πρόκειται ἐν τῷ ἄρθρῳ 2. Βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ ἀνακαλύψεως ἰδικῆς μου· ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ἀναφέρεται, ὅτι αἱ διατάξεις ἀντεγράφησαν ἐκ τοῦ νόμου τοῦ Πρωσσικοῦ, καὶ διὰ τοῦτο κατέφυγα εἰς τὸν νόμον τὸν Πρωσσικὸν, ἵνα εὕρω τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 2. Ἔχω δὲ τόσην πεποίθησιν ἐπὶ τὴν γνῶσιν τῶν νόμων παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ πεισθῶ, ὅτι, ἐὰν ἀντελαμβάνετο τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 2, δὲν ἤθελε καταφύγει εἰς τὸν κείμενον νόμον, ἵνα ἴδῃ, ὅτι ἡ ἔννοια αὕτη εὑρίσκεται ἐν τῷ κειμένῳ νόμῳ. Ἡ διάταξις αὕτη λέγει: «Ἐὰν ἡ μετάλλευσις περιορισθῇ ἢ διακοπῇ, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἐμβάλλεται εἰς κίνδυνον ἡ δημοσία ἀσφάλεια, ἢ βλάπτωνται τὰ συμφέροντα τῶν ἀναλωτῶν, οἱ ἁρμόδιοι νομάρχαι... ἀναφέρουσι πάντα ταῦτα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως... ἀποφασίσῃ τὰ δέοντα.» Ἄν ἐγνώριζε τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως θὰ ἔλεγεν, ὅτι τὸ ἄρθρον 2 εἶναι ὅλως περιττὸν, διότι εὕρηται ἡ διάταξις αὕτη ἐν τῷ κειμένῳ νόμῳ. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι δὲν ἐζήτησε τὴν διαγραφὴν αὐτῆς, ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν τὴν ἀντελήφθη, ὡς δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς ὅλους ἡμᾶς νὰ μαντεύσωμεν, ὡς ἦτο διατετυπωμένη ἡ διάταξις, τὴν ἔννοιαν αὐτῆς. Ἐχρειάσθη δὲ δίωρος συζήτησις, διὰ νὰ μὴ ἑρμηνεύσωμεν, αὐτὴν, διότι ἀκριβῶς δὲν ἐνοήσαμεν τὸν σκοπὸν τοῦ ἄρθρου 2. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι δὲν ἀντελήφθην τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ μεταλλείου ὡς ἐργολάβου· ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσῃ τις δύο ἐννοίας εἰς τὸν χαρακτηρισμόν τινος ὡς ἐργολάβου. Ἐργολάβος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀναλαμβάνει ἰδίᾳ δαπάνῃ τὴν ἐπιχείρησιν πράξεώς τινος. Ἀλλὰ ἐργολάβος δύναται νὰ ὀνομασθῇ ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ μεταλλείου, ὁ ἐκμεταλλευόμενος αὐτό; Ἦτο μία ἀτυχὴς ἐπινόησις τῆς στιγμῆς ἐκείνης, καὶ ὤφειλε νὰ τὸ ὁμολογήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς νὰ θέλῃ νὰ ἀποδώσῃ εἰς ἐμὲ τὸ σφάλμα, τὸ ὁποῖον αὐτὸς διέπραξε, χαρακτηρίσας λίαν ἀνακριβῶς τὴν σχέσιν, ἡ ὁποία γεννᾶται ἐκ τῆς παραχωρήσεως τοῦ μεταλλείου. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ἐγένετο μακρὰ συζήτησις, ὡς τὰ πρακτικὰ ἀναφέρουσιν (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τοῦ 2 ἄρθρου ἐγένετο μακρὰ συζήτησις, προτάσει δὲ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργείου διωρθώθη τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου, ἀφαιρεθείσης τῆς προθέσεως εἰς ἐν τῷ δευτέρῳ στίχῳ, ἐν δὲ τῷ τρίτῳ στίχῳ ἀντικατασταθείσης τῆς λέξεως ἀντίκεινται διὰ τῆς λέξεως ἐνδεικνύωσιν.» Αὐτὰ λέγουσι τὰ πρακτικά, καὶ ὑποθέτω ὅτι τὰ πρακτικὰ δὲν εἶναι σύμφωνα μὲ τὰς σημειώσεις, τὰς ὁποίας ἐπεδείκνυε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπικαλούμενος καὶ τὴν ἐπιβεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἰς τὰ πρακτικὰ ἀνεγράφη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατὰ πρότασιν ἐμοῦ ἐγένετο δεκτόν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ ἐμβαθύνῃ εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 2. Ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου ἑρμηνεύεται μόνον ἐκ τοῦ ἀληθοῦς κειμένου τοῦ ἄρθρου 52 τοῦ κειμένου νόμου, ἢ τοῦ ἄρθρου 65 τοῦ Πρωσσικοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νομίζει, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ ἐπεξεργασία τοῦ νομοσχεδίου νὰ γείνῃ ἐν πλήρει συνεδριάσει τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἐναντίαν γνώμην, καὶ διὰ τοῦτο θὰ ἀφήσω ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον νὰ ψηφισθῇ, χωρὶς οὐδεμίαν νὰ φέρω παρατήρησιν, διότι φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν πλήρει συνεδριάσει τῆς Βουλῆς νὰ συναρμολογῶνται τοιοῦτοι νόμοι, οἱ ὁποῖοι θὰ παρέχωσι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν πολλὰς τὰς ἀφορμὰς, ὅπως ἐμπαίζωνται οἱ συντάξαντες αὐτούς.
§111Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἰσχυρίζεται, ὅτι κατώρθωσε νὰ ἀνεύρῃ τὴν ἔννοιαν τῆς παραγράφου πρώτης τοῦ ἄρθρου 2, προσφυγὼν εἰς τὸ κείμενον τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου, ἐὰν δὲ δὲν ἤθελε προσφύγει εἰς τὸ κείμενον τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου, ἤθελεν εἶναι ἀκόμη ἐν ἀπορίᾳ, ποία τις τυγχάνει ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ παράγραφος αὕτη. Εἶναι προσιτὸν εἰς πάντα, ὅστις ἤθελε μελετήσει ἐπισταμένως τὴν φράσιν τῆς παραγράφου, ὅτι δὲν ἐνδεικνύει παῦσιν ἢ διακοπὴν τῆς ἐκμεταλλεύσεως, διατασσομένην ὑπὸ τοῦ μηχανικοῦ ἢ τῆς Ἀρχῆς. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ διάταξις μετεφράσθη ἐκ τοῦ Γερμανικοῦ κειμένου, καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μετέφρασεν αὐτήν, γνωρίζει ἄριστα τὴν Γερμανικὴν γλῶσσαν, ὡς γνωρίζει καὶ τὴν ἐπιστήμην τῶν νόμων, ἐχρήσατο δὲ λέξεσι καὶ φράσεσιν, αἱ ὁποῖαι δεικνύουσιν ὅτι πρόκειται περὶ παύσεως ἢ διακοπῆς, τὴν ὁποίαν ἐνήργησεν ὁ ἀναλαβὼν τὴν ἐκμετάλλευσιν, καὶ διὰ τοῦτο, ἐὰν κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ μηχανικοῦ ἡ παῦσις ἢ ἡ διακοπὴ τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἀντίκειται εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα, ἐνεργοῦνται τὰ διατασσόμενα ἐν τῷ νόμῳ. Καὶ ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως ταύτης, ἀμέσως μετὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου ἀναγραφόμενος; Νὰ περιστείλῃ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, νὰ ἐπιτρέπηται ἡ παραχώρησις καὶ διὰ διατάγματος βασιλικοῦ, τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου, ἀρχὴ ἡ ὁποία δὲν κρατεῖ ἐν τῷ ἐν ἰσχύϊ νόμῳ. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον μετέβαλε τὴν ἀρχὴν τῶν ἰσχυόντων νόμων, ἀνέγραψεν ἀμέσως περιορισμούς· ὁ λαμβάνων τὴν παραχώρησιν ὀφείλει νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν, ἐὰν δὲ ἤθελε συμβῆ διακοπὴ ἢ παῦσις τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ὁ ἁρμόδιος μηχανικὸς κρίνει, ἐὰν ἡ παῦσις αὕτη ἢ ἡ διακοπὴ ἀντίκειται εἰς τὰ συμφέροντα εἴτε τοῦ Δημοσίου εἴτε τοῦ Κράτους, καὶ αἴρει τὴν διακοπήν, προσκαλῶν αὐτὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν, καὶ ἂν δὲν ἐξακολουθήσῃ αὐτήν, ἀπειλεῖ αὐτόν, καὶ ἐνεργοῦνται τὰ περαιτέρω ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενα. Δὲν πρόκειται περὶ θεμάτων, περὶ τῶν ὁποίων ἴσως εἶναι ἀναγκαῖον νὰ μελετήσῃ τις τὸ σύστημα τῆς φιλοσοφίας τοῦ Καντίου ἢ τοῦ Ἑγέλου, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἐννοήσῃ, νὰ μάθῃ κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ ζητῇ τὰς κυριωτάτας ἐννοίας ἑκάστης λέξεως. Τὸ κείμενον εἶναι σαφὲς, καὶ ὁ μελετητὴς δύναται εὐκόλως νὰ ἐμβαθύνῃ. Ἐὰν ἔλαβον τὸν λόγον χθὲς συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον μελετήσει τὸ κείμενον, εὐτυχῶς κατὰ τὸ ἀπὸ τῆς χθὲς διάλειμμα ἐμελέτησαν αὐτὸ, καὶ ἐγνώρισαν τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ.
§112ΡΑΛΛΗΣ. Λυποῦμαι ὅτι εἶμαι τόσον ἀδέξιος, ὥστε μετὰ τὰς δύο ἀγορεύσεις μου νὰ μὴ δυνηθῶ νὰ ἑρμηνεύσω τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου, ὅπως ἀναγράφεται ἐν τῷ Πρωσσικῷ νόμῳ. Ἴσως ἕνεκα τούτου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπέδειξεν, ὅτι καὶ ἤδη δὲν ἐνόησε τὴν ἔννοιαν ταύτην. Τὸ ἄρθρον 65 τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου δὲν ἀναγράφει τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως, τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀναγράφει τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ὅταν τὰ δημόσια συμφέροντα ἐπιβάλλωσιν αὐτὴν, καὶ δὲν ἐπιτρέπωσι τὴν διακοπήν. Διὰ τοῦτο ἀνέφερα προηγουμένως καὶ τὰ παραδείγματα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὰς δύο μακρὰς ἀγορεύσεις μου ἐξακολουθεῖ νὰ νομίζῃ, ὅτι τὸ ἄρθρον 2 ἀναγράφει τὴν ἀρχὴν τοῦ ὑποχρεωτικοῦ τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἐνῷ ἀναγράφει τὴν ἀρχὴν τοῦ ὑποχρεωτικοῦ τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ὅταν ἐκ τῆς μὴ ἐκμεταλλεύσεως τὰ δημόσια συμφέροντα ἐκτίθενται.
§113Π. ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Δὲν συμφωνῶ, Κύριοι, παντάπασι πρὸς τὴν γνώμην, ἣν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐξήνεγκεν, ἀρχόμενος τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὅτι δηλ. ἡ διάταξις αὐτοῦ περὶ καταργήσεως τοῦ ἰσχύοντος ϠΠʹ νόμου, καθ’ ὃν ἡ παραχώρησις μεταλλείων μόνον διὰ νόμου ἐπιτρέπεται, καὶ ἡ ἐπάνοδος εἰς τὸ πρώην καθεστὼς τοῦ νόμου ΧϚʹ τῆς 22 Αὐγούστου 1861, εἶναι διάταξις ἐπιβλαβής. Καθ’ ὅσον ἐγὼ τοὐλάχιστον γνωρίζω, εἰς οὐδὲν τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν ἰσχύει νομοθεσία περὶ μεταλλείων, καθ’ ἣν ἡ παραχώρησις αὐτῶν νὰ γίνηται διὰ νόμου. Πανταχοῦ ἡ μετάλλευσις τῶν μεταλλείων καὶ τῶν εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ὑπαγομένων ὀρυκτῶν γίνεται ἢ δυνάμει πράξεως τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν εἰδικοῦ Συμβουλίου, ἢ δυνάμει ἀποφάσεως εἰδικῆς πρὸς τοῦτο ἀρχῆς, μόνον δ’ ἐν Ἑλλάδι ἐψηφίσθη καὶ ἰσχύει νόμος, ὁ νόμος ϠΠʹ, καθ’ ὃν τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς μεταλλεύσεως μόνον διὰ νόμου, ἤτοι δι’ ἀποφάσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, δύναται νὰ παραχωρηθῇ· καὶ τοῦτο ἐγένετο, ὅπως κατασταθῇ δυσκολωτάτη, ἵνα μὴ εἴπω ἀδύνατος, ἡ παραχώρησις μεταλλείων, τοῦθ’ ὅπερ καὶ συνέβη, διότι ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου τούτου μέχρι σήμερον οὐδεμία παραχώρησις μεταλλείου ἐγένετο. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις, εἰσηγουμένη διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τὴν κατάργησιν τοιούτου νόμου, παρεμποδίζοντος τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ ὑπογείου πλούτου τῆς χώρας, εἶναι ἀξία ἐπαίνων, ἀπορῶ δὲ μάλιστα, πῶς, ἀφοῦ ἔκρινεν ὅτι τὰ συμφέροντα τῆς χώρας ἐπέβαλλον αὐτῇ τὸ καθῆκον νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν κατάργησιν τοσοῦτον ἐπιβλαβοῦς νόμου, ἐννοεῖ νὰ διατηρήσῃ αὐτὸν ἐν ἰσχύϊ ὡς πρὸς τὴν παραχώρησιν τῶν ἐν Μήλῳ, Κιμώλῳ καὶ Σίφνῳ ἀργυρούχων μεταλλείων, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἀδυνατῶ νὰ ἐννοήσω, ὁποῖος σπουδαῖος λόγος παρεκίνησεν αὐτὴν νὰ ποιήσηται τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην ὡς πρὸς τὰ εἰρημένα μεταλλεῖα. Ἀλλ’ οὐ μόνον τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ νομοσχεδίου, δι’ ἧς καταργεῖται ὁ νόμος ϠΠʹ, εὑρίσκω ὀρθὴν καὶ σύμφορον κατ’ ἀρχὴν, ἀλλὰ καὶ πάσας τὰς λοιπὰς αὐτοῦ διατάξεις, τὰς ἀφορώσας τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν μεταλλείων, τὴν ἔκπτωσιν καὶ τὴν παραίτησιν τῶν ἐπ’ αὐτῶν δικαιωμάτων. Πᾶσαι αἱ διατάξεις αὗται εἶναι σοφαὶ, ληφθεῖσαι ἐκ τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου τῆς 24 Ἰουνίου 1865, ὅστις δικαίως κρίνεται ὡς ὁ τελειότερος πάντων τῶν περὶ μεταλλείων νόμων. Ἐκ τῶν διατάξεων τούτων ἡ μὲν τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου ἐλήφθη ἐκ τοῦ ἄρθρου 65 τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου τῆς 24 Ἰουνίου 1865, τροποποιηθέντος ὑπὸ τοῦ νόμου τῆς 9 Ἀπριλίου 1893, τοῦ νόμου τῆς 8 Ἀπριλίου 1894 καὶ τοῦ νόμου τῆς 24 Ἰουνίου 1892...
§114ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ οὐδέποτε ἐτροποποιήθη.
§115ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ, ἔντιμε συνάδελφε, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἐτροποποιήθη· ἐγὼ εἶπον καὶ λέγω, ὅτι ὁ Πρωσσικὸς νόμος τοῦ 1865, ἐξ οὗ ἐλήφθησαν αἱ διατάξεις τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῶν νόμων, οὓς προανέφερα. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν 2 τοῦ νομοσχεδίου, Κύριοι, ὡς εἶπον, ἐλήφθη ἐκ τοῦ ἄρθρου 65 τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου τῆς 24 Ἰουνίου 1865, καὶ εἶναι ἐπὶ λέξει, πλὴν ἐσφαλμένη ἔν τισι, μετάφρασις αὐτοῦ, τὰ δὲ ἄρθρα 3–9, 11 καὶ 12, ἐκτὸς τοῦ ἄρθρου 10, ἀντιστοιχοῦσι πρὸς τὰ ἄρθρα 156–164 τοῦ αὐτοῦ νόμου, μέ τινας ἀσημάντους παραλλαγάς. Ἀγνοῶ, Κύριοι, τίς ἐστὶν ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἢ, κρεῖσσον εἰπεῖν, ὁ μεταφραστὴς καὶ συῤῥαφεὺς τῶν εἰρημένων ἄρθρων τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου τῆς 24 Ἰουνίου 1865, ἀλλ’ ὅστις δήποτε καὶ ἂν ἦναι οὗτος, βέβαιον εἶναι, ὅτι κατὰ τὴν μετάφρασιν περιέπεσεν εἰς πολλὰ λάθη, δι’ ὧν οὐσιωδῶς μετέβαλε τὴν ἔννοιαν τοῦ κειμένου τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου.
§116ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§117ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἐὰν ἔχητε ὀλίγην ὑπομονὴν, θὰ ἴδητε εὐθὺς μετ’ ὀλίγον, ὅτι δὲν εἴμεθα καθ’ ὅλα σύμφωνοι. Τὸ ἄρθρον 65 τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου, Κύριοι, ἔχει ἐπακριβῶς ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ κύριος τοῦ μεταλλείου ὑποχρεοῦται νὰ ἐκμεταλλεύηται αὐτὸ, ὁπόταν εἰς τὴν παράλειψιν ἢ τὴν διακοπὴν τῆς ἐκμεταλλεύσεως κατὰ τὴν κρίσιν τῆς ἐπὶ τῶν μεταλλείων ἀνωτέρας ἀρχῆς ἀντίκεινται ὑπέρτεροι λόγοι δημοσίου συμφέροντος. Ἡ ἐπὶ τῶν μεταλλείων ἀνωτέρα ἀρχὴ ἔχει ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ δικαίωμα νὰ προσκαλέσῃ τὸν ἰδιοκτήτην, μετὰ προηγουμένην ἀκρόασιν αὐτοῦ, νὰ ἐπιχειρήσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ μεταλλείου, ἢ νὰ ἐξακολουθήσῃ ταύτην διακοπεῖσαν, ἐντὸς προθεσμίας 6 μηνῶν, καὶ ἐὰν φανῇ οὗτος ἀπειθῶν εἰς τὴν πρόσκλησιν ταύτην, νὰ ἀπειλήσῃ κατὰ τὰ ἐν τῷ ἕκτῳ τίτλῳ ὁριζόμενα τὴν ἔκπτωσιν αὐτοῦ ἀπὸ τῆς κυριότητος τοῦ μεταλλείου.» Ὡς βλέπετε, ἔντιμοι συνάδελφοι, ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου δὲν περιέπεσε μόνον εἰς τὸ σφάλμα νὰ προσθέσῃ τὸ ἀρνητικὸν μόριον «δὲν» πρὸ τοῦ ῥήματος «entgegenstehen», ὅπερ μόριον εἰς τὸ κείμενον τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ προσέτι προφανῶς ἡμαρτημένως μετέφρασε τὴν ἐν τῷ Πρωσσικῷ νόμῳ γερμανικὴν λέξιν «unterlassung» διὰ τῆς λέξεως «παῦσιν», ἐνῷ ἡ γερμανικὴ λέξις «unterlassung» σημαίνει «παράλειψιν» καὶ οὐχὶ «παῦσιν».
§118Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν;
§119ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Παρακαλῶ.
§120Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ «δὲν» δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ χειρόγραφον τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι λάθος τυπογραφικόν· δὲν εἶναι λάθος τοῦ νομοσχεδίου.
§121ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἐν συνόλῳ ἡ μετάφρασις εἶναι πλημμελὴς, μὲ ὅλην δὲ τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἀρνητικοῦ μορίου «δὲν», ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος ἐπλησίασε μὲν ἐν μέρει, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀποδώσῃ ἡμῖν ὀρθὴν τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 65 τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου, περιπεσὼν καὶ οὗτος εἰς τὸ αὐτὸ σφάλμα, εἰς ὃ περιέπεσε καὶ ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ σφάλμα τοῦτο ἔγκειται κυρίως εἰς τὴν ἡμαρτημένην μετάφρασιν τῆς λέξεως «unterlassung», ἥτις λέξις, ὡς ἔφθην εἰπὼν, σημαίνει «παράλειψιν» καὶ οὐχὶ «παῦσιν». Ὁ Πρωσσικὸς νόμος, Κύριοι, ἐν τῷ 65 ἄρθρῳ αὐτοῦ προβλέπει δύο περιπτώσεις· τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν παρέλειψεν ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ παραχωρηθέντος μεταλλείου νὰ ποιήσηται ἔναρξιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως αὐτοῦ, καὶ τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔκαμε μὲν ἔναρξιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως, διέκοψε δὲ αὐτήν· ποιεῖται δηλονότι διαστολὴν μεταξὺ παραλείψεως τῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ διακοπῆς αὐτῆς, οὐχὶ δὲ καὶ μεταξὺ παύσεως καὶ διακοπῆς· περὶ παύσεως οὐδεὶς ἐν αὐτῷ γίνεται λόγος, ἐνῷ τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου ποιεῖται διάκρισιν μεταξὺ παύσεως καὶ διακοπῆς, περὶ παραλείψεως δὲ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τηρεῖ βαθεῖαν σιγήν. Λοιπὸν κατὰ τὴν ἔννοιαν, ἣν ἀποδίδουσιν εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ μεταλλείου εἶναι ὑπόχρεως νὰ ἐπιχειρήσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν αὐτοῦ, ὅταν ὑπέρτεροι λόγοι δημοσίου συμφέροντος ἀντίκεινται εἰς τὴν παῦσιν ἢ εἰς τὴν διακοπὴν τῆς ἀρξαμένης ἐκμεταλλεύσεως. Δηλονότι κατὰ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν ἡ ὑποχρέωσις τοῦ ἰδιοκτήτου πρὸς ἐκμετάλλευσιν τοῦ μεταλλείου τότε μόνον ὑπάρχει, ὅταν λόγοι δημοσίου συμφέροντος ἀντίκεινται ἢ εἰς τὴν παῦσιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἢ εἰς τὴν διακοπὴν αὐτῆς, οὐχὶ δὲ καὶ ὅταν τοιοῦτοι λόγοι δὲν ἀντίκεινται, ὡς ἔχει τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ πλημμελὲς τοῦ ὁποίου καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμολόγησε, δηλώσας κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι τὸ «δὲν» δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ χειρόγραφον τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι λάθος τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ λάθος τυπογραφικόν. Κατὰ τοῦτο δὲ οὐδεμία ὑφίσταται πλέον διαφωνία, ἀφοῦ πάντες συνεφωνήσαμεν καὶ παρεδέχθημεν, μηδ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐξαιρουμένου, ὅτι τὸ «δὲν» τοῦ κειμένου τοῦ νομοσχεδίου παρέλκει, καὶ ὅτι τοῦτο δέον νὰ ἐξοβελισθῇ. Διαφωνῶ ὅμως ῥιζικῶς καὶ πρὸς τὸν ἔντιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν καὶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου ἔχει καλῶς κατὰ τὰ λοιπὰ καὶ ὅτι διὰ μόνης τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ κατηραμένου αὐτοῦ «δὲν» ἀποδίδοται πλήρης καὶ τελεία ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 65 τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου. Τὸ κατηραμένον αὐτὸ «δὲν» δὲν εἶναι ἡ μόνη αἰτία τῆς χωλότητος τοῦ νομοσχεδίου· ὑπάρχει καὶ ἄλλη, πολλῷ σπουδαιοτέρα, ἡ πλημμελὴς μετάφρασις τῆς οὐχὶ ὀλιγώτερον κατηραμένης γερμανικῆς λέξεως «unterlassung» διὰ τῆς λέξεως «παῦσις», ἥτις πλημμέλεια καθίστησι τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ νομοσχεδίου, τοῦτο μὲν ἀτελῆ καὶ χασματικὴν, τοῦτο δὲ ἀσαφῆ καὶ ἀκατάληπτον, καὶ ἥτις ἀφεύκτως θὰ ὑπάρξῃ, ἐὰν δὲν διορθωθῇ, πέτρα ἀληθοῦς σκανδάλου εἰς τοὺς μέλλοντας τοῦ νόμου ἑρμηνευτάς. Ἐὰν, Κύριοι, ἡ πλημμέλεια αὕτη δὲν διορθωθῇ, ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ νομοσχεδίου θέλει εἶσθαι ἀτελὴς καὶ χασματικὴ, διότι τοῦτο, ὡς ἔχει, προβλέπει μόνον τὴν περίπτωσιν τῆς παύσεως ἢ τῆς διακοπῆς τῆς ἐκμεταλλεύσεως· ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς περιπτώσεως ταύτης, ὑπάρχει καὶ ἡ περίπτωσις τῆς παραλείψεως τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐκμεταλλεύσεως· ἐὰν δὲ λόγοι δημοσίου συμφέροντος ἀντίκεινται εἰς τὴν τοιαύτην παράλειψιν, θὰ δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τὸν ἀμελήσαντα νὰ ἐπιχειρήσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ μεταλλείου ἰδιοκτήτην νὰ ποιήσηται ἔναρξιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως, καὶ ἂν φανῇ δυστροπῶν, νὰ κηρύξῃ αὐτὸν ἔκπτωτον, ἀφοῦ τὸ κείμενον τοῦ νόμου δὲν προβλέπει τοῦτο ῥητῶς καὶ σαφῶς; Προφανῶς δ’ ἀσαφῆ καὶ ἀκατάληπτον καθιστᾷ τὴν ἔννοιαν τοῦ κειμένου τοῦ ἄρθρου τούτου ἡ διαστολὴ μεταξὺ παύσεως καὶ διακοπῆς, καθόσον εὐλόγως ἐγείρεται ἡ ἀπορία, ὁποία τίς ἐστὶν ἡ διαφορὰ μεταξὺ παύσεως καὶ διακοπῆς τῆς ἐκμεταλλεύσεως; καὶ πότε ὑπάρχει παῦσις καὶ πότε διακοπή; Τὴν ἀπορίαν ταύτην ἐξέφρασα καὶ χθὲς, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου τούτου, καὶ οὐδεὶς μοὶ ἔλυσεν αὐτήν. Ἐγώ, Κύριοι, ὁμολογῶ ὅτι οὐδεμίαν δύναμαι νὰ εὕρω διαφορὰν μεταξὺ παύσεως καὶ διακοπῆς...
§122ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ παῦσις εἶναι διαρκὴς, ἡ διακοπὴ εἶναι προσωρινή.
§123ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ποῦ εὕρετε τοῦτο; Μήπως ἡ παῦσις τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐκμεταλλεύσεως δὲν δύναται νὰ ἦναι, ὡς καὶ ἡ διακοπὴ αὐτῶν, πρόσκαιρος ἢ διαρκής; καὶ πόθεν θέλετε ἀρυσθῆ τὸ γνώρισμα τοῦ προσκαίρου ἢ τοῦ διαρκοῦς τῆς παύσεως ἢ τῆς διακοπῆς αὐτῶν; Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀναδιφήσατε ὅλα τὰ Γερμανικὰ λεξικὰ, καὶ θέλετε πεισθῆ περὶ τοῦ πλημμελοῦς τῆς μεταφράσεως τῆς ἐν τῷ Πρωσσικῷ νόμῳ λέξεως «unterlassung». Οὐδαμοῦ θέλετε εὕρει, ὅτι ἡ λέξις αὕτη σημαίνει «παῦσιν», εἰς ὅλα θὰ εὕρητε, ὅτι σημαίνει «παράλειψιν», καὶ ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλην ἔννοιαν, ἄλλην σημασίαν ἢ τὴν τῆς παραλείψεως, φρονῶ δὲ ἀδιστάκτως καὶ μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι διὰ τῆς ἄρσεως τῆς πλημμελείας ταύτης τοῦ κειμένου τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον ἀποκαθίσταται σαφὲς, πλῆρες καὶ τέλειον.
§124ΡΑΛΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς διακόψω. Ὡς εἶπον, τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου ἐλήφθη ἐκ τοῦ ἄρθρου 49 τοῦ Γαλλικοῦ, τὸ ὁποῖον ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ ἄρθρον 52 τοῦ ἰδικοῦ μας. Τὸ ἄρθρον δὲ 49 τοῦ Γαλλικοῦ νόμου καὶ τὸ ἄρθρον 52 τοῦ ἰδικοῦ μας λέγει: «Ἐὰν ἡ μετάλλευσις περιορισθῇ ἢ διακοπῇ, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἐμβάλλεται εἰς κίνδυνον ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἢ βλάπτωνται τὰ συμφέροντα τῶν ἀναλωτῶν, οἱ ἁρμόδιοι νομάρχαι ἀναφέρουσι ταῦτα πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως τοῦτο ἀποφασίσῃ τὰ δέοντα.»
§125ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Λοιπὸν φρονεῖτε, ὅτι ἡ λέξις «unterlassung» σημαίνει περιορισμὸν τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐκμεταλλεύσεως;
§126ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ νομοθέτης δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ εἴπῃ περὶ τῆς μὴ ἐνάρξεως.
§127ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Διατί;
§128ΡΑΛΛΗΣ. Διότι ὑπάρχει μία ἄλλη διάταξις, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 29.
§129ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ νόμου, λησμονοῦντες ὅτι ἐδῶ πρόκειται περὶ τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου καὶ ὅτι ἑρμηνεύομεν τὸ ἄρθρον 65 τοῦ νόμου αὐτοῦ.
§130ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον ὅτι τὸ ἄρθρον 65 τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου ἐλήφθη ἀπὸ τὸ ἄρθρον 49 τοῦ Γαλλικοῦ, τὸ ὁποῖον ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ ἄρθρον 52 τοῦ ἰδικοῦ μας. Ὁλόκληρος δὲ ἡ θεωρία τοῦ Γαλλικοῦ νόμου εἰσῆλθεν ἐν τῷ Πρωσσικῷ, καὶ ἑπομένως ὑπάρχει ἀντίστοιχος διάταξις ἐν τῷ Πρωσσικῷ νόμῳ πρὸς τὸ ἄρθρον 29 τοῦ Γαλλικοῦ, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης ὀφείλει νὰ κάμῃ ἔναρξιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἐντὸς ἔτους ἀπὸ τῆς παραχωρήσεως. Δὲν εἶχεν ἀνάγκην λοιπὸν τὸ ἄρθρον 65, ἀφοῦ ὑπάρχει διάταξις τοῦ ἄρθρου 29, νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς ἐνάρξεως. Τὰ τῆς ἐνάρξεως καθωρίσθησαν εἰς προηγούμενον ἄρθρον.
§131ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς, κύριε συνάδελφε, τὸ λεγόμενον παρ’ ὑμῶν, ὅτι τὰ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐκμεταλλεύσεως καθορίζονται ἐν τῷ Πρωσσικῷ νόμῳ εἰς ἕτερον ἄρθρον, προηγούμενον τοῦ ἄρθρου 65. Ἐδῶ ἔχω πρόχειρον τὸ κείμενον τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου, παρατηρῶ δ’ ὑμῖν, ὅτι τὸ μόνον ἄρθρον, ἐν ᾧ καθορίζονται τόσον τὰ τῆς ἐνάρξεως, ὅσον καὶ τὰ τῆς διακοπῆς τῆς ἐκμεταλλεύσεως, εἶναι τὸ 65 ἄρθρον, ὅπερ εὑρίσκεται ὑπὸ τὸ κεφάλαιον τὸ ἐπιγραφόμενον «περὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ τῆς διοικήσεως τῶν μεταλλείων». Ἐν οὐδενὶ δ’ ἄλλῳ κεφαλαίῳ καὶ ἐν οὐδενὶ ἄλλῳ ἄρθρῳ τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου γίνεται λόγος περὶ ἐνάρξεως τῆς ἐκμεταλλεύσεως, οὐδ’ εἶναι ἀκριβὲς ἐπίσης, ὅτι ἡ θεωρία τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ Γαλλικοῦ νόμου περὶ ὑποχρεώσεως τοῦ ἰδιοκτήτου, ὅπως ποιῆται ἔναρξιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἐντὸς ἔτους ἀπὸ τῆς παραχωρήσεως, εἰσῆλθεν ἐν τῷ Πρωσσικῷ νόμῳ, καὶ ὅτι ὑπάρχει ἐν αὐτῷ διάταξις ἀντίστοιχος πρὸς τὴν θεωρίαν ταύτην. Ἐδῶ, ἐπαναλαμβάνω, ἔχω πρόχειρον τὸ κείμενον τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου, καὶ δύνασθε, λαμβάνοντες αὐτὸ, νὰ πεισθῆτε, ὅτι δὲν ἔχετε δίκαιον περὶ τούτου.
§132ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ὑποχρεοῖ πρὸς ἔναρξιν ὁ Πρωσσικὸς νόμος, ἀλλὰ δὲν εἶμαι σύμφωνος ὅτι τὸ «unterlassung» σημαίνει παράλειψιν· τὸ «unterlassung» σημαίνει «παῦσιν».
§133ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Παράλειψιν δὲν σᾶς φαίνεται, ἀκριβέστερον, κ. συνάδελφε, ὅτι σημαίνει τὸ «unterlassung»;
§134ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Βεβαίως, καὶ τοῦτο ἀγωνίζομαι ἐπὶ τόσην ὥραν ὑποστηρίζων.
§135ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ἐὰν αὐτὸ ἦναι ἀκριβὲς, ὁ Πρωσσικὸς νόμος ἀναγράφει ὑποχρεωτικὴν τὴν ἔναρξιν.
§136ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ὁ Πρωσσικὸς νόμος ἐν ἄρθρῳ 65 καθιεροῖ ὑποχρεωτικὴν τὴν ἔναρξιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τότε μόνον, ὅταν ἀνώτεροι λόγοι δημοσίου συμφέροντος ἀντίκεινται εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ μεταλλείου μὴ ἐπιχειρηθεῖσαν ἐκμετάλλευσιν αὐτοῦ.
§137ΕΥΤΑΞΙΑΣ...
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Ταταράκη, μὴ ἐπιτρέπετε διακοπάς.
§139ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην, ἡ λέξις «unterlassung» τοῦ ἄρθρου 65 τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου σημαίνει παράλειψιν τῆς μήπω ἀρξαμένης ἐκμεταλλεύσεως, καὶ οὐχὶ παῦσιν, ὡς ἄνευ λόγου ὑποστηρίζουσιν οἱ ἔντιμοι ἐξ Ἀττικῆς καὶ Λοκρίδος συνάδελφοι· ἡ μόνη δὲ εὔλογος καὶ ἀκριβὴς ἔννοια τοῦ ἄρθρου τούτου εἶναι, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ μεταλλείου ὑποχρεοῦται εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν αὐτοῦ, ἐὰν λόγοι δημοσίου συμφέροντος ἐπιβάλλωσι τὴν ἔναρξιν τῆς μήπω ἀρξαμένης ἐκμεταλλεύσεως, ἢ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἀρξαμένης μὲν, ἀλλὰ διακοπείσης ἐκμεταλλεύσεως αὐτοῦ. Ὁ Γερμανὸς νομοθέτης, ἀκολουθῶν ἀρχὴν διάφορον πρὸς τὴν ὑπὸ τοῦ Γαλλικοῦ καὶ τοῦ ἡμετέρου νόμου καθιερουμένην, ἠθέλησε νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν κύριον τοῦ μεταλλείου ἀπὸ τοῦ δεσμοῦ πάσης προθεσμίας ὡς πρός τε τὴν ἔναρξιν καὶ τὴν διακοπὴν τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἣν τότε μόνον ἐνόμισε προσῆκον ἐξαναγκαστικῶς νὰ ἐπιβάλλῃ, ὁπόταν λόγοι δημοσίου συμφέροντος ὑπαγορεύωσι τὸν ἐξαναγκασμὸν αὐτῆς, ἐνῷ τοὐναντίον ὁ Γαλλικὸς νόμος, ὡς καὶ ὁ ἡμέτερος, ὁ ἐν ἰσχύϊ, τήν τε ἔναρξιν καὶ τὴν διακοπὴν τῆς ἐκμεταλλεύσεως ὑποβάλλουσιν εἰς προθεσμίαν ἑνὸς ἔτους, ἀδιακρίτως παντὸς λόγου δημοσίου συμφέροντος. Κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ἰσχύοντος νόμου ΣΚΗʹ τῆς 26 Ἀπριλίου 1867, «ἐὰν ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ μεταλλείου δὲν ἐπιχειρήσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν αὐτοῦ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους, δύναται νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος.» Ἐπίσης κατὰ τὸ ἄρθρον 55 τοῦ ΧϚʹ νόμου τῆς 22 Αὐγούστου 1861 περὶ μεταλλείων, «ἐὰν ὁ ἰδιοκτήτης ἐξακολουθῇ μὴ ἐκπληρῶν τὰς ἐπιβεβλημένας αὐτῷ ὑποχρεώσεις, ἢ ἐὰν ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς ἀρχῆς διέκοψε τὰς ἐργασίας αὑτοῦ ὑπὲρ τὸ ἔτος, δύναται νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος τοῦ δικαιώματος, ὅπερ ἀπέκτησε διὰ τῆς παραχωρήσεως τοῦ μεταλλείου.» Τὴν ἀρχὴν ταύτην τοῦ Γερμανοῦ νομοθέτου ἀναγνωρίζων, Κύριοι, ὑγιεστέραν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου, λέγει ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τάδε: «Διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου ἀναγνωρίζεται ἡ ἀρχή, ὅτι δὲν πρέπει ἡ κυριότης τοῦ μεταλλείου νὰ περιορίζηται πλειότερον ἢ ὅσον τοῦτο ἐπιβάλλεται ὑπὸ λόγων δημοσίου συμφέροντος ἐπικρατεστέρων.» Ἀλλ’ ἐὰν τὴν ἀρχὴν ταύτην τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ἀσπάζεται ὡς ὀρθοτέραν καὶ ὑγιεστέραν τῆς κρατούσης ἐν τῷ Γαλλικῷ καὶ τῷ ἡμετέρῳ νόμῳ, πῶς κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου καθιεροῖ αὐτὴν μόνον ὡς πρὸς τὴν διακοπήν, τὴν πρόσκαιρον ἢ διαρκῆ, τῆς ἀρξαμένης ἐκμεταλλεύσεως, λησμονεῖ δὲ νὰ καθιερώσῃ αὐτὴν καὶ ὡς πρὸς τὴν ἔναρξιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἀφήνει δὲ ὡς πρὸς αὐτὴν ἰσχύουσαν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου ΣΚΗʹ τῆς 26 Ἀπριλίου 1867, διάταξιν καθιεροῦσαν ἀρχὴν καὶ θεωρίαν διάφορον τῆς καθιερουμένης διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου, περιοριστικὴν τοῦ δικαιώματος τῆς κυριότητος τῶν μεταλλείων, καὶ ὅταν λόγοι ὑπερτέρου δημοσίου συμφέροντος δὲν ὑπαγορεύωσι τοιοῦτον περιορισμόν; Δὲν εἶναι δὲ ἄτοπον, Κύριοι, τὴν περὶ μεταλλείων νομοθεσίαν ἡμῶν διπλαῖ καὶ ἄντικρυς ἀντικείμεναι νὰ διέπωσιν ἀρχαὶ καὶ θεωρίαι; Δὲν θέλομεν εἶσθαι ἀσυνεπεῖς πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς, ψηφίζοντες τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, καὶ μὴ ἐπεκτείνοντες τὴν δι’ αὐτοῦ καθιερουμένην ἀρχὴν καὶ ὡς πρὸς τὴν ἔναρξιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἀλλὰ διατηροῦντες ἐν ἰσχύϊ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου ΣΚΗʹ τῆς 26 Ἀπριλίου 1867, τὸ καθορίζον τὰ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἐπὶ τῇ βάσει ἄλλης ἀρχῆς καὶ θεωρίας, κρινομένης παρ’ ἡμῶν σήμερον πεπλανημένης καὶ σφαλερᾶς; Ἀφοῦ ἅπαξ παρεδέχθημεν ὡς ὑγιᾶ καὶ ὀρθὴν τὴν θεωρίαν τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου, τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ δικαιώματος τῆς κυριότητος ἀπὸ παντὸς περιορισμοῦ περιττοῦ, μὴ λυσιτελοῦς καὶ ἐπιβλαβοῦς καὶ μὴ ἐπιβαλλομένου ὑπὸ τοῦ δημοσίου συμφέροντος, διατὶ νὰ μὴ ἐφαρμόσωμεν τὴν θεωρίαν ταύτην καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου ἡμῶν, καὶ νὰ μὴ τροποποιήσωμεν πάντα τὰ σχετικὰ ἄρθρα αὐτοῦ συμφώνως πρὸς τὴν θεωρίαν ταύτην, ἐὰν μάλιστα τὴν ἁρμονίαν ταύτην καὶ συμφωνίαν ἐπιτυγχάνωμεν πάνυ ἀκόπως, δι’ ἁπλῆς ὑποκαταστάσεως μιᾶς καὶ μόνης λέξεως; Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς σφαλερᾶς μεταφράσεως τῆς λέξεως «unterlassung» ὁ συντάκτης τοῦ ὑπὸ συζήτησιν 2ου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου παρέλειψε κατὰ τὴν μετάφρασιν τῆς βʹ § τοῦ ἄρθρου 65 τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου τὴν φράσιν τοῦ γερμανικοῦ κειμένου «ἐντὸς προθεσμίας ἓξ μηνῶν». Τὸ γερμανικὸν κείμενον ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἐπὶ τῶν μεταλλείων ἀνωτέρα ἀρχὴ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔχει τὸ δικίωμα νὰ προσκαλέσῃ τὸν ἰδιοκτήτην, μετὰ προηγουμένην ἀκρόασιν αὐτοῦ, νὰ ἐπιχειρήσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ μεταλλείου, ἢ νὰ ἐξακολουθήσῃ ταύτην διακοπεῖσαν, ἐντὸς προθεσμίας ἓξ μηνῶν κτλ.» Ἡ φράσις αὕτη τοῦ γερμανικοῦ κειμένου «ἐντὸς προθεσμίας ἓξ μηνῶν» παραλείπεται ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ νομοσχεδίου. Ὑποθέτω ὅτι ἡ παράλειψις αὕτη ἐγένετο ἐξ ἁπλῆς ἀβλεψίας καὶ οὐχὶ σκοπίμως. Ὁ Γερμανὸς νομοθέτης ἔκρινεν ἀναγκαῖον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ παράσχῃ πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ μεταλλείου μίαν προθεσμίαν, ὅπως ἐντὸς αὐτῆς ἐπιχειρήσῃ ἢ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν, ἱκανὸν δὲ πρὸς τοῦτο χρόνον ἔκρινε τὸ διάστημα ἓξ μηνῶν. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ παράλειψις αὕτη εἶναι σπουδαία καὶ δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς ἀπείρους καταχρήσεις καὶ πιέσεις, ἑπομένως κρίνω ἀπαραιτήτως ἀναγκαία τὴν προσθήκην τῆς παραλειφθείσης ταύτης φράσεως. Μεταβαίνω ἤδη, Κύριοι, εἰς τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου. Τὰ ἄρθρα ταῦτα, ὡς ἔφθην ἤδη εἰπὼν, ἐλήφθησαν σχεδὸν ἐπὶ λέξει ἐκ τοῦ ἕκτου τίτλου τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου, τοῦ ἐπιγραφομένου «περὶ τῆς ἐκπτώσεως τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ μεταλλείου». Ὁ τίτλος οὗτος ἀποτελεῖται ἐκ τῶν ἄρθρων αὐτῶν, ἐξαιρουμένου μόνον τοῦ 10ου, ὅπερ δὲν ἐλήφθη ἐκ τοῦ γερμανικοῦ νόμου, ἀλλ’ εἶναι πρωτότυπον. Καὶ κατὰ τὴν μετάφρασιν τῶν ἄρθρων τούτων παρατηρεῖται ἡ αὐτὴ ἔλλειψις ἐπιμελείας καὶ προσοχῆς καὶ ἡ ἕνεκα τούτου παρείσφρησις πολλῶν καὶ οὐσιωδῶν σφαλμάτων, περὶ ὧν ἐπιφυλάσσομαι νὰ κάμω λεπτομερῆ λόγον ἐν τῇ κατ’ ἄρθρον συζητήσει, περιοριζόμενος ἤδη εἰς τὰ οὐσιωδέστερα ἐξ αὐτῶν. Διὰ τῶν ἄρθρων τούτων, τῶν ὁριζόντων τὰς περιπτώσεις, τὸν τρόπον καὶ τὴν διαδικασίαν τῆς ἐκπτώσεως ἀπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν μεταλλείων δικαιώματος, τὴν διαδικασίαν τῆς δικαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν μεταλλείων, ἐν ᾗ περιπτώσει ὑπάρχουσιν ἐνυπόθηκοι δανεισταί, ὡς καὶ τὸν τρόπον τῆς παραιτήσεως καὶ τὰς νομικὰς συνεπείας αὐτῶν, πληροῦται μέγα κενὸν, ὅπερ μέχρι τοῦδε ὑπῆρχεν ἐν τῇ ἰσχυούσῃ παρ’ ἡμῖν νομοθεσίᾳ, καὶ συμπληροῦται ὁ ἀτελέστατος κατὰ τοῦτο περὶ μεταλλείων νόμος ἡμῶν, ἐφ’ ᾧ δίκαιος ὀφείλεται ἔπαινος εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸν μεριμνήσαντα πρὸς θεραπείαν τῆς ἐπειγούσης ταύτης ἀνάγκης. Ὁ πρακτικὸς καὶ ἐμβριθὴς νοῦς τῶν Γερμανῶν ἔκρινεν ὀρθὸν διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ ὑπὸ γῆν πλούτου, τὴν ἀπαιτοῦσαν μεγάλα ὑλικὰ καὶ πνευματικὰ κεφάλαια, νὰ παράσχῃ νομοθετικῶς πᾶσαν δυνατὴν εὐκολίαν, πρὸς τοῦτο δ’ ἔταξεν ἀνωτέραν τινὰ ἀρχὴν ἐπὶ τῶν μεταλλείων, εἰς ἣν ἐπέτρεψε τὸ δικαίωμα τῆς παραχωρήσεως αὐτῶν, δὲν ἀνέθηκε δὲ τοῦτο οὔτε εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 156 καὶ 157 τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου, τὰς ἀντιστοιχούσας πρὸς τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4 τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν ἐξακριβωθῇ παρὰ τῆς ἀνωτέρας ἐπὶ τῶν μεταλλείων ἐπιτροπῆς, ὅτι ὁ κύριος τοῦ μεταλλείου δὲν συνεμορφώθη πρὸς τὴν πρόσκλησιν αὐτῆς ἐντὸς τῆς ταχθείσης προθεσμίας, δι’ ἀποφάσεώς της δύναται νὰ κηρύξῃ αὐτὸν ἔκπτωτον, ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως δὲ τῆς περὶ ἐκπτώσεως ἀποφάσεως ἐντὸς τεσσάρων ἑβδομάδων ὁ κύριος τοῦ μεταλλείου δικαιοῦται νὰ προσφύγῃ ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου, ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει τὸ μεταλλεῖον, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἀνάκλησιν αὐτῆς, ἄλλως στερεῖται παντὸς δικαιώματος ἀντιῤῥήσεως. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὴν μετάφρασιν τοῦ ἄρθρου 156 τοῦ Γερμανικοῦ νόμου, ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 τοῦ νομοσχεδίου τὴν ἐπὶ τῶν μεταλλείων ἀνωτέραν ἀρχὴν τοῦ Γερμανικοῦ νόμου ἀντικατέστησε διὰ τοῦ ἐπὶ τῶν μεταλλείων μηχανικοῦ, καὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἀνωτέρας ἐπὶ τῶν μεταλλείων ἀρχῆς τῆς κηρύξεως τῆς ἐκπτώσεως ἀντικατέστησε διὰ Β. Διατάγματος, ἐκδιδομένου μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου τῆς 22 Αὐγούστου 1861 Συμβουλίου, κατὰ τὴν μετάφρασιν τοῦ ἄρθρου 157, λησμονῶν ὅτι τὴν κήρυξιν τῆς ἐκπτώσεως ἀνέθηκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὅτι ἐπέτρεψεν εἰς αὐτὴν τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου διὰ Β. Διατάγματος, μεταφέρει αὐτολεξεὶ τὸ κείμενον τοῦ Γερμανικοῦ νόμου, καθιστῶν αὐτὸ ἀσαφὲς καὶ ἀκατάληπτον. Ἀκούσατε, Κύριοι (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 4. Ὁ κύριος μεταλλείου ἔχει δικαίωμα ἐντὸς τεσσάρων ἑβδομάδων ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐπεδόθη αὐτῷ ἡ περὶ ἐκπτώσεως ἀπόφασις, νὰ προσφύγῃ κτλ.» Ποία ἀπόφασις; Κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον, τὸ 3ον, εἴδομεν ὅτι δὲν ἐκδίδεται ἀπόφασις, κηρύττουσα τὴν ἔκπτωσιν, ἀλλ’ αὕτη κηρύσσεται διὰ Β. Διατάγματος...
§140Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο ἐνόει.
§141ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Πῶς ἐννοεῖται τοῦτο; Εἶναι ἀπόφασις τὸ Β. Διάταγμα; Ἐπιδίδεται τὸ Β. Διάταγμα; Νομίζω ὅτι τὸ σφάλμα τοῦτο εἶναι σπουδαῖον, καθόσον καθίστησι συγκεχυμένην καὶ ἀσαφῆ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4 ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὅτι δέον τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου νὰ διορθωθῇ ὡς ἑξῆς: «Ὁ κύριος τοῦ μεταλλείου ἔχει δικαίωμα ἐντὸς 4 ἑβδομάδων ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Β. Διατάγματος κτλ.» Ἀλλ’ ἐπειδή, Κύριοι, εὑρίσκω ἄτοπον τὴν προσφυγὴν τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ μεταλλείου ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου πρὸς ἀνάκλησιν τοῦ Β. Διατάγματος, τοῦ κηρύττοντος τὴν ἔκπτωσιν, φρονῶ ὅτι τὸ ἄτοπον τοῦτο προσῆκεν ἐπίσης νὰ διορθωθῇ, καθόσον ἄτοπον εὑρίσκω νὰ τάσσωμεν κριτήν, καὶ μάλιστα εἰς πρῶτον καὶ τελευταῖον βαθμὸν, τῶν Β. Διαταγμάτων τὰ δικαστήρια τῶν Πρωτοδικῶν, διότι —σημειωτέον καὶ τοῦτο—τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὡς ἔχει συνταχθῆ, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἀμέσως ἑπόμενον 5, φαίνεται ἔχον τὴν ἔννοιαν, ὅτι τὸ Πρωτοδικεῖον τελεσιδίκως ἀποφαίνεται ἐπὶ τῶν ἀντιῤῥήσεων τοῦ ἰδιοκτήτου κατὰ τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ κηρύσσοντος τὴν ἔκπτωσιν. Εὔλογον δ’ εὑρίσκω τὸ ἐρώτημα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βόλου συναδέλφου, πῶς θὰ δικάζῃ τὸ Πρωτοδικεῖον; εἰς πρῶτον βαθμὸν, ἢ εἰς πρῶτον καὶ τελευταῖον; θὰ ἐπιτρέπωνται ἔνδικα μέσα κατὰ τῶν ἀποφάσεων αὐτοῦ, καὶ τίνα; ἢ θὰ δικάζῃ τελεσιδίκως; Κατὰ τὸν Πρωσσικὸν νόμον, Κύριοι, τὸ Πρωτοδικεῖον δὲν δικάζει τελεσιδίκως, ἀλλ’ αἱ ἀποφάσεις αὐτοῦ ὑπόκεινται εἰς ὅλα τὰ ἔνδικα μέσα. Τοῦτο ἐξάγεται ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ Γερμανικοῦ κειμένου, ἔχοντος ὡς ἑξῆς: «Ὅταν καταστῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Πρωτοδικείου τελεσίδικος...» Ἤτοι ἡ ἀπόφασις τοῦ Πρωτοδικείου δὲν εἶναι τελεσίδικος ἀλλ’ ὑπόκειται εἰς ἔνδικα μέσα. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4 εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ διορθωθῶσι, σχετικῶς πρὸς τὰς γενομένας ἐπ’ αὐτῶν παρατηρήσεις μου.
§142ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὅλαι αὐταὶ αἱ παρατηρήσεις εἶναι ὀρθαί, ἀλλ’ ὅλαι αὗται θὰ λείψωσιν, ἐὰν εἰς τὸ ἄρθρον 3, ἀντὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι διὰ Β. Διατάγματος γίνεται ἡ ἔκπτωσις, εἴπωμεν «δι’ ἀποφάσεως τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου».
§143Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρὰ τῇ ἀρχῇ τῇ ἐνασκούσῃ τὴν διοίκησιν καθίστανται ἐπὶ πολλῶν ὑποθέσεων συμβουλευτικὰ σώματα. Οὕτω παρὰ τῇ ἀρχῇ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου, τῇ ἐνασκούσῃ τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν, καθίσταται Ἰατροσυνέδριον, παρὰ τῇ ἀρχῇ τῇ ἐνασκούσῃ τὴν διοίκησιν τῶν ἐπαρχιῶν, ὑπάρχουσιν Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, παρὰ τῇ ἀρχῇ τῇ ἐνασκούσῃ τὴν διοίκησιν τῶν δήμων εἶναι Δημοτικὰ Συμβούλια, παρὰ τῇ ἀρχῇ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τῇ ἐνασκούσῃ τὴν ἐπιμέλειαν καὶ προστασίαν τοῦ ἐμπορίου, εἶναι τὰ Ἐμπορικὰ Ἐπιμελητήρια, παρὰ τῇ ἀρχῇ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τῇ ἐνασκούσῃ τὴν ἐπιμέλειαν καὶ προστασίαν τῆς Γεωργίας, εἶναι τὰ Γεωργικὰ Συμβούλια, παρὰ τῇ ἀρχῇ τῇ ἀνατεθειμένῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τῇ ἐνασκούσῃ τὴν ἀστυνομίαν καὶ τὴν διοίκησιν τῶν μεταλλείων, εἶναι τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον. Τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον εἶναι σῶμα, τὸ ὁποῖον συμβουλεύει τὴν ἀρχὴν τὴν ἔχουσαν τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφασίσῃ, αὕτη δὲ ἡ ἀρχή, ἡ ὁποία ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφασίσῃ, εἶναι ἡ ἀρχὴ ἡ διατάσσουσα, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προβαίνει εἰς ἀπόφασιν, ἀπόφασιν τῆς Διοικήσεως, δι’ ἑνὸς μέσου, τοῦ Β. Διατάγματος. Ἐὰν ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 μετεχειρίσθη τὸν ὅρον «ἀπόφασις», ἐνῷ ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 εἶχε «Β. Διάταγμα», ἤθελε νὰ ἐνδείξῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Διοικήσεως, τὴν ἐκδοθεῖσαν διὰ Β. Διατάγματος· διὰ τοῦτο λέγει, ὅτι κατὰ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἐπιτρέπεται ἔφεσις. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος, ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μήλου, ἠρώτησε, πῶς ἐπιδίδεται τὸ Β. Διάταγμα; Κοινοποιεῖται τὸ Β. Διάταγμα διὰ πράξεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἀπὸ τῆς παραλαβῆς τῆς κοινοποιήσεως ἄρχεται ἡ προθεσμία τῶν τεσσάρων ἑβδομάδων, ἐντὸς τῶν ὁποίων δύναται νὰ προβάλῃ τὴν ἔκκλησιν. Ἐὰν δὲν θεωρῆται ὁμαλὸν νὰ κληθῆται τὸ Πρωτοδικεῖον νὰ ἀνατρέπῃ ἀπόφασιν τῆς Διοικήσεως, εἴτε ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν γενομένην, εἴτε διὰ Β. Διατάγματος ἐκδοθεῖσαν, νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι φυσικώτατον, διότι πρόκειται περὶ διασώσεως δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν. Ἐὰν τὰ δικαιώματα ταῦτα ἀθετῶνται ἢ παραβλάπτωνται διὰ πράξεως τῆς Διοικήσεως, προσφεύγουσιν οἱ πολῖται εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια, καὶ τὰ δικαστήρια ἀναιροῦσι τὴν ἀπόφασιν τῆς Διοικήσεως. Νομίζω ὅτι δὲν πρόκειται περὶ προσβολῆς ἐναντίον οὐδενός. Αὕτη νομίζω ὅτι εἶναι ἡ συναρμολογία τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ ἐλέγχουσιν ἄλλην ἔλλειψιν, ὅτι ἐν τῷ Πρωσσικῷ νόμῳ δὲν ὑπάρχει ἡ διάταξις, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἄρχεται τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὡς ἂν ἡμεῖς εἴχομεν ἀναλάβει ἐργολαβικῶς νὰ μεταφράσωμεν τὸν Πρωσσικὸν νόμον, ἐνῷ ἡμεῖς προεβάλομεν νομοσχέδιον ἀνταποκρινόμενον εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου. Αἱ ἐν τῷ Πρωσσικῷ νόμῳ προθεσμίαι δύνανται νὰ τηρηθῶσι, διότι ἡ ἐπιστήμη ἡ μεταλλουργικὴ εἶναι ἐκεῖ ἀνεπτυγμένη καὶ τὰ κεφάλαια προσιτὰ, καὶ εὐκόλως δύνανται νὰ προμηθευθῶσι πάντα τ’ ἀναγκαιοῦντα ἐντὸς ἕξ μηνῶν, ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν τὰ πράγματα δὲν ἔχουσιν οὕτως, ὀφείλομεν δὲ νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὴν Διοίκησιν τὴν ἐξουσίαν νὰ προσδιορίσῃ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν θέλει ἀρχίσει τὴν ἐκμετάλλευσιν. Ἄν βραδύνῃ ὁ ἀναλαβὼν τὸ μεταλλεῖον, προσκαλεῖται νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν, ἢ ἂν ἀρξάμενος αὐτῆς διακόψῃ τὴν ἐργασίαν, ὑποχρεοῦται νὰ ἀρχίσῃ αὐτὴν, ἄν ἡ διακοπὴ ἀντίκειται εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα. Οὕτω συνηρμολογήθη ἡ διαδικασία τοῦ ἄρθρου 2.
§144ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Τὴν πλημμέλειαν τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου φέρει καὶ τὸ ἄρθρον 5. Καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ἐπελάθετο ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὴν μετάφρασιν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 τοῦ νομοσχεδίου γενομένην τροποποίησιν εἰς τὸ κείμενον τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου, ἀναγκαῖον δὲ εἶναι νὰ διορθωθῇ καὶ τὸ ἄρθρον τοῦτο, καθ’ ὃν τρόπον ἤθελε κριθῆ διορθωτέον καὶ τὸ 4. Τὸ ἄρθρον 9 τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ ἄρθρον 162 τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου, πραγματεύεται τὰ τῆς μερικῆς παραιτήσεως κατ’ ἀντικείμενον· ἀλλ’ ἡ παραίτησις δύναται νὰ ἦναι οὐ μόνον κατ’ ἀντικείμενον μερική, ἀφορῶσα μέρος μόνον τῆς παραχωρηθείσης ἐκτάσεως τοῦ μεταλλείου, ἀλλὰ καὶ καθ’ ὑποκείμενον, ὁπόταν πλείονες ὦσιν οἱ ἰδιοκτῆται τοῦ μεταλλείου, τινὲς δὲ μόνον ἐξ αὐτῶν παραιτῶνται αὐτοῦ. Τὴν παραίτησιν ταύτην, τὴν καθ’ ὑποκείμενον μερικὴν, δὲν προβλέπει τὸ νομοσχέδιον, ἕνεκα δὲ τῆς παραλείψεως ταύτης ἐγείρεται εὐλόγως ἡ ἀπορία, τί θέλει γίνεσθαι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Εἶναι δεκτὴ ἢ εἶναι ἀπαράδεκτος τοιαύτη μερικὴ καθ’ ὑποκείμενον παραίτησις; Τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἐλήφθη ἐκ τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου. Ἐν Γερμανίᾳ κρίνεται ὀρθὸν μόνον ἀπὸ τῆς παραδοχῆς τῆς παραιτήσεως νὰ ἀπαλλάσσηται ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ μεταλλείου ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τοῦ νενομισμένου φόρου τῆς παραχωρηθείσης ἐκτάσεως τοῦ μεταλλείου· διὰ τοῦτο τοιαύτη διάταξις, οἵαν καθιεροῖ τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ Πρωσσικῷ νόμῳ. Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου ὁρίζεται τοιαύτη ἀπαλλαγὴ τῶν ἰδιοκτητῶν, τῶν ὑποβαλόντων παραίτησιν, ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν 3 λεπτῶν κατὰ στρέμμα ἐπὶ τῆς παραχωρημένης ἐκτάσεως, οὐ μόνον ἀπὸ τοῦ χρόνου τῆς ὑποβολῆς τῆς παραιτήσεως, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν πρὸ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ὑποβληθεισῶν παραιτήσεων, ὅπερ δὲν εὑρίσκω ὀρθὸν, διότι ἡ διάταξις πρόκειται νὰ στερήσῃ τὸ Δημόσιον κεκτημένων αὑτοῦ δικαιωμάτων, καὶ διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν, νὰ δώσῃ ἡμῖν τὴν ἑξῆς πληροφορίαν· μέχρι τίνος ποσοῦ ἀνέρχονται τὰ καθυστερούμενα εἰς τὸ Δημόσιον χρήματα ἐκ τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας παρὰ τῶν ὑποβαλόντων παραιτήσεις ἰδιοκτητῶν μεταλλείων; Τοιαῦται, Κύριοι, διὰ βραχέων εἰσὶν αἱ κυριώτεραι κατ’ ἐμὲ πλημμέλειαι τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ὑπὲρ οὗ κατ’ ἀρχὴν ἐκθύμως συνηγορῶ.
§145Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ δεχθῆτε νὰ κοπιάσητε ὀλίγον, ὅπως καὶ κατὰ τὰς κατ’ ἄρθρον συζητήσεις καὶ ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου ἐπαναλάβητε τὰς παρατηρήσεις ὑμῶν.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται δι’ αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 καὶ 25′ μ. μ.