1896.02.14
2.886 στίχοι · 23.184 λέξεις · 182 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 16
Τῆς 14 Φεβρουαρίου 1896.
(Τετάρτη)
Ὥρα 4 καὶ 40′ μ. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμα).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρατηρῶ ὅτι ἐκ τῶν πρακτικῶν παρελείφθησαν δύο ἐπερωτήσεις, μία παρ’ ἐμοῦ γενομένη, καὶ ἄλλη παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κυθήρων. Ἡ ἰδική μου ἦτο σύστασις πρὸς τὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν, ὅπως ὑποβάλῃ ἑρμηνευτικὸν νομοσχέδιον περὶ διατάξεών τινων τοῦ νόμου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Δὲν ὑπέβαλον ταύτην ἐγγράφως, ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ ἀναγραφῇ καὶ ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ὅπως ἀνεγράφη ἑτέρα σύστασις προφορική τινος τῶν Βουλευτῶν Ἠλείας περὶ ἀναγραφῆς νομοσχεδίου τινὸς ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἐπίσης ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς ἠρώτησε, διατὶ ὁ δημοσιευθεὶς νόμος περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως δὲν φέρει πάσας τὰς ὑπογραφὰς τῶν Ὑπουργῶν, εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ὁποίων ὑπάγονται αἱ διατάξεις αὐτοῦ. Ἠρώτησεν ἔτι, ἐὰν ἡ μὴ προσυπογραφὴ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς λόγος ἀκυρότητος τοῦ νόμου. Νομίζω ὅτι ἀμφότεραι αἱ ἐπερωτήσεις αὗται ὤφειλον νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς. Ἔχω καὶ ἑτέραν ἐρώτησιν νὰ κάμω ὡς πρὸς τὰ πρακτικά. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχεν ὑποβάλει κατὰ τὸ τέλος τῶν ἐπερωτήσεων φάκελλον, αἰτηθέντα παρ’ ἐμοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἐγὼ παρετήρησα, ὅτι ἔλειπον δύο σπουδαῖα ἔγγραφα· ἐζήτησα ταῦτα, καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διαβιβάσῃ τὴν αἴτησίν μου εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τοῦτο δὲν ἀναγράφεται ἐν τοῖς πρακτικοῖς.
§3Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν μοὶ ἀνεκοινώθη ἡ ἐπερώτησις ὑμῶν, ἀλλὰ ἐκράτησα σημείωσιν καὶ εὗρον τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα καὶ καταθέτω. Λείπουσι μόνον αἱ ἀθροίσεις, τὰς ὁποίας θέλω καταθέσει κατόπιν.
§4ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὡς πρὸς τὰς ἄλλας ἐπερωτήσεις μου, παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ἀπόφασις, ἐκτὸς ἐὰν οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ νομίζωσιν ὅτι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ διαβιβάζωνται εἰς αὐτοὺς ἔγγραφα. Ἂς ληφθῶσι τὰ σχετικὰ ἀποσπάσματα ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, ἵνα μὴ ἀναγκαζώμεθα νὰ ὑποβάλλωμεν ἑκάστοτε καὶ ἐγγράφως τὰς ἐπερωτήσεις.
§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμίαν προβάλλω γνώμην περὶ τῶν ἄλλων, ὅσα ἀφορῶσι μᾶλλον τὸ Γραφεῖον. Ἀλλὰ παρακαλῶ τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς νὰ καταθέτωσιν ἐγγράφως τὰς ἐπερωτήσεις των, διότι οὕτω καὶ τὸ γραφεῖον εὐκολύνεται καὶ οἱ Ὑπουργοὶ λαμβάνουσιν ἐγκαίρως γνῶσιν. Ἡ τακτικὴ αὕτη ἐξακολουθεῖ ἀπὸ πολλοῦ, καὶ καλὸν εἶναι νὰ ἐξακολουθήσῃ.
§6ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἀναγράφεται ἡ 3η ὥρα μ. μ. ὡς ὥρα ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων· καὶ ὅμως, ὡς γνωρίζετε, αἱ συνεδριάσεις ἄρχονται τὴν 5ην. Παρακαλῶ νὰ ληφθῇ μέτρον, ὅπως ἡ ὥρα γείνῃ γνωστή, διότι εἶναι ἄδικον νὰ ἔρχωνται ἐνταῦθα πολλοὶ Βουλευταὶ ἀπὸ τῆς 3ης ὥρας καὶ νὰ παραμένωσι μέχρι τῆς 5ης.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ δὲν προσέρχονται οἱ κύριοι Βουλευταί, τί θέλετε νὰ κάμωμεν; Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑπομένας ἀναφοράς. Ἕλληνες ἔμποροι ἐν Ἀλεξανδρείᾳ παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Δημόται Ἰωλκοῦ παρακαλοῦσιν, ὅπως μεταῤῥυθμισθῇ τὸ σχέδιον τῆς κοινοτικῆς ὁδοῦ Βόλου–Πορταριᾶς. Κάτοικοί τινες Πατρῶν, καταδικασθέντες ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ, ἐξαιτοῦνται τὴν ἀπαλλαγὴν αὑτῶν ἀπὸ τῆς χρηματικῆς ποινῆς. Ὁ Σ. Βουσουλῖνος, πολιτικὸς συνταξιοῦχος ἐκ Κερκύρας, παραπονεῖται ὅτι καθυστεροῦνται αὐτῷ αἱ συντάξεις τῶν ἐτῶν 1891 καὶ 1892. Ὁ βουλευτὴς Μήλου κ. Ταταράκης ὑποβάλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νομοσχεδίου περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 121). Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Παπακυριακόπουλος ὑποβάλλει ἐπερώτησιν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς.
§10ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλῶ ὅπως ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἡ πρότασις νόμου περὶ μεταβολῆς διατάξεών τινων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἀναφορικῶς πρὸς τὴν προσφορὰν τοῦ ἐπισπεύδοντος, ἣν πρότασιν εἶχον ὑποβάλει εἰς τὴν προηγουμένην σύνοδον τῆς Βουλῆς.»
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§12ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν προτίθεμαι νὰ ἐξετάσω, ἐὰν τὸ Κράτος ἔχῃ ἢ δὲν ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνηθῇ τὴν φιλοξενίαν εἰς ἄνθρωπον ὑπόπτου διαγωγῆς καὶ ὑπόπτου προελεύσεως. Τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον θέλει ἀπασχολήσει τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν καὶ ἡμέτερον συνάδελφον, ὅστις θέλει μὲ διαδεχθῆ ἐπὶ τὸ βῆμα. Ὡς προϊστάμενος ὅμως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχω τὸ καθῆκον —συνεπείᾳ τῆς γενομένης ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄνδρου Βουλευτοῦ ἐπερωτήσεως—νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἐνεργείας τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἀνακοινῶ λοιπὸν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι λαβὼν ἐντολὴν ὁ ἀστυνόμος, ὅπως βεβαιωθῇ περὶ τῆς παρουσίας καὶ τῆς ταὐτότητος Γερμανοῦ τινος, δόντος πολλὰς καὶ μεγάλας ἀφορμὰς εἰς τὴν Δικαιοσύνην τῆς πατρίδος του, τὴν ἑβδόμην πρωϊνὴν ὥραν διηυθύνθη εἰς τὸ ξενοδοχεῖον «τὸ Στάδιον», ὅπου ἐλέγετο ὅτι κατῴκει ὁ Γερμανὸς οὗτος, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ δωμάτιόν του μετὰ τοῦ προξένου τῆς Γερμανίας, τοῦ ὁποίου τὴν συνδρομὴν ἐπεκαλέσθη ὁ ἀστυνόμος, πρὸς βεβαίωσιν τῆς ταὐτότητος τοῦ ἐν λόγῳ ἀτόμου. Ἐκεῖ κατεδείχθη ἀμέσως, ὅτι ὁ ξένος οὗτος οὐ μόνον ἐστερεῖτο διαβατηρίου ἢ ἄλλου τινὸς ἐγγράφου, πιστοποιοῦντος τὴν ταὐτότητά του, ἀλλ’ ἀπέκρυπτε καὶ τὸ ἀληθὲς αὐτοῦ ὄνομα. Καὶ τότε ὁ μὲν πρόξενος τῆς Γερμανίας πάραυτα τῷ ἐδήλωσεν, ὅτι αἴρει ἀπ’ αὐτοῦ πᾶσαν προστασίαν, καὶ ἀπῆλθεν, ὁ δὲ ἀστυνόμος τῷ ἀνεκοίνωσεν ὅτι ὀφείλει ὅσον τάχιστα νὰ καταλίπῃ τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, νὰ διέλθῃ δὲ διὰ τῆς Ἀστυνομίας, ὅπως κανονισθῶσι τὰ τῆς ἀναχωρήσεως αὐτοῦ. Ἐν τῇ Ἀστυνομίᾳ ἔμαθεν ὁ Γερμανὸς, ὅτι τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐκ συμπτώσεως ἀνεχώρουν τρία, ταὐτοχρόνως σχεδόν, ἀτμόπλοια, τὸ Ρωσσικὸν δι’ Ἀλεξάνδρειαν, ἓν Ἰταλικὸν διὰ Σικελίαν, καὶ ἕτερον Ἰταλικὸν διὰ Βριντήσιον. Ἀδιστάκτως ὁ Γερμανὸς ἐξελέξατο τὸ Ἰταλικὸν τοῦ Βριντησίου. Συνοδευόμενος λοιπὸν ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου, ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ Ἰταλικοῦ ἀτμοπλοίου, ἑτοίμου πρὸς ἀναχώρησιν. Ἐννοεῖται ὅτι τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα παρέμειναν ἐπὶ τοῦ ἀτμοπλοίου μέχρι τῆς ἀναχωρήσεως αὐτοῦ, ὅπως βεβαιωθῶσιν, ὅτι ὄντως ὁ Γερμανὸς κατέλιπε τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος. Παρατηρεῖτε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ γραφὲν, δὲν γνωρίζω πῶς, ὅτι νύκτωρ εἰσῆλθεν ὁ ἀστυνόμος εἰς τὸ ξενοδοχεῖον τοῦ Γερμανοῦ, ἐκβιάσας τὴν θύραν τοῦ δωματίου, ἐν ᾧ οὗτος ἐκοιμᾶτο, ὡς ἐπίσης δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ἡ ἀστυνομία τῷ ἀφῄρεσε τὰς ἀποσκευὰς αὐτοῦ μετὰ τῆς ἀλληλογραφίας. Τέλος δὲν εἶναι ὡσαύτως ἀκριβὲς, ὅτι ἐν τῇ λέμβῳ, διὰ τῆς ὁποίας ἐπεβιβάσθη ἐπὶ τοῦ ἀτμοπλοίου ὁ Γερμανὸς, συνωδεύετο καὶ ὑπό τινος ξένου ἀστυνόμου.
§13Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ (πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν). Διὰ νὰ μὴ ὑποβάλω ἔγγραφον ἐπερώτησιν, δύνασθε νὰ μᾶς εἴπητε, ἂν ἐτάχθη προθεσμία πρὸς ἀναχώρησιν, ἢ διετάχθη ν’ ἀναχωρήσῃ αὐθημερόν;
§14ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἐγώ. Διετάχθη νὰ ἀναχωρήσῃ ἐντὸς τῆς ἡμέρας. Τὰς ἀποσκευάς του, τὰ ἐνδύματά του καὶ ὅ,τι ἄλλο εἶχε τὰ συνέλεξε καὶ τὰ ἐπεβίβασεν εἰς ἅμαξαν, διὰ τῆς ὁποίας διῆλθε διὰ τῆς Ἀστυνομίας, καὶ ἐκεῖθεν εἰς Πειραιᾶ, καὶ ἔλαβε πάντα μεθ’ ἑαυτοῦ.
§15Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἑπομένως καὶ τὴν ἀλληλογραφίαν του.
§16ΑΛΕΞ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Καὶ τὰ μανδύλιά του ἀκόμη.
§17Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἔχετε πρωτόκολλον;
§18ΣΚΟΥΖΕΣ. Μάλιστα. Ὁ συνάδελφός μου θὰ τὸ ὑποβάλῃ. Βεβαίως ἦτο χρήσιμον καὶ ἀναγκαῖον, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄνδρου συνάδελφος, νὰ ἀπευθυνθῇ ἐπερώτησις εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ ἐπεισόδιον τοῦ γνωστοῦ Χαμμερστάϊν, διότι εὑρέθησαν ἄνθρωποι, ἔχοντες τὸ αἴσθημα τῆς φαντασίας ζωηρότερον τοῦ τῆς ἀκριβολογίας, ἵνα μὴ εἴπω τοῦ τῆς φιλαληθείας, οἵτινες ἐξέθεσαν τὰ πράγματα ὑπὸ τοιοῦτον εἰκονικὸν καὶ φαντασιώδη τρόπον, ὥστε φυσικὸν ἦτο νὰ σκανδαλισθῶσι πάντες οἱ ἀκούσαντες, καὶ οἱ φειδόμενοι τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κράτους. Καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀφοῦ ἀνέγνωσε τὰς τὴν πρώτην ἡμέραν διαδοθείσας καὶ τυπωθείσας εἰδήσεις, ἀπεκοιμήθη ἐπ’ αὐτῶν, καὶ δὲν ἔσχε τὴν περιέργειαν νὰ παρακολουθήσῃ καὶ τὰς κατόπιν δημοσιευθείσας, — διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσω, πρὸς τιμὴν αὐτῶν τῶν ἰδίων, οἵτινες ἐδημοσίευσαν τὰς πρώτας εἰδήσεις, ὅτι ἐδημοσίευσαν καὶ τὰς κατόπιν γνωσθείσας πληροφορίας, — ὥστε ἔμεινεν ὑπὸ τὰς πρώτας ἐντυπώσεις· καὶ λέγω τοῦτο, διότι αἱ πρῶται εἰδήσεις ἦσαν τόσον φανταστικαί, ὥστε μετεῖχον ὀλίγον καὶ τοῦ μυθιστορηματικοῦ τρόπου. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸν τρόπον τῆς ἐκτελέσεως τῆς διαταγῆς τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, σᾶς εἶπεν ὁ ἴδιος, πῶς συνέβη, καὶ θὰ σᾶς ὑποβάλῃ, πρὸς περιέργειαν, καὶ τὰ ἐπίσημα πρωτόκολλα. Ὥστε δὲν ἔχω ἐπὶ τούτου νὰ μακρηγορήσω. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁμιλήσας ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν τῶν πρώτων δημοσιεύσεων ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου, ἠρώτησεν, ὡς ἐὰν ἐπίστευε τὰ λεγόμενα, κηδόμενος τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κράτους, τοῦ ὁποίου εἶναι ἀντιπρόσωπος, ἐὰν ἦναι ἀληθές, ὅτι ἡ Α. Ἐξ. ὁ πρέσβυς τῆς Γερμανίας μετεκαλέσατο τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Δὲν γνωρίζω, τί φρονεῖ ὁ ἐξ Ἄνδρου συνάδελφος περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν οἱ πρέσβεις συμπεριφέρονται πρὸς τοὺς Ὑπουργούς. Ἴσως ὅταν ἀξιωθῶμεν νὰ ἴδωμεν αὐτὸν ἐπὶ τοῦ ὑπουργικοῦ ἑδωλίου, ἰδίως τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, σκέπτεται νὰ ἐγκαινιάσῃ τοιοῦτον τρόπον. Τὸ κατ’ ἐμέ, δὲν ἐθυμοῦμαι πρέσβυς τις νὰ ἔδειξε συμπεριφορὰν τοιαύτην πρός τινα τῶν ἀξιοτίμων προκατόχων μου, καὶ οὔτε βεβαίως, ἐνόσῳ ἐγὼ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἤθελε διανοηθῆ τις τῶν πρέσβεων νὰ μετέλθῃ τοιοῦτον τρόπον. Ἐλπίζω ὅτι μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ὅτε θὰ ἔλθῃ ἐπὶ τοῦ ὑπουργικοῦ ἑδωλίου ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, οἱ κύριοι πρέσβεις δὲν θέλουσι λησμονήσει τὰς ἕξεις τῆς ἁβρότητος, τὰς ὁποίας ἔχουν. Κατὰ τὸ διάστημα δὲ, καθ’ ὃ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν ἔχω ἢ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι μετὰ τῆς μεγαλειτέρας ἁβρότητος καὶ τῆς μεγαλειτέρας εὐγενείας πρὸς ἐμὲ προσηνέχθησαν. Ὁ κ. συνάδελφος ἠρώτησεν, ἐπὶ τίνων βασιζόμενοι, παρηγγείλαμεν εἰς τὸν ξένον αὐτὸν νὰ ἀπέλθῃ τοῦ Κράτους, ἢ ἐὰν ἐκάμαμεν τὴν ἔκδοσιν. Ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἐκάμαμεν τὴν ἔκδοσιν, ἀλλ’ ἁπλῶς παρηγγείλαμεν νὰ ἀπέλθῃ τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καὶ ἔκδοσιν ἐὰν ἐκάμνομεν, δὲν ἠθέλομεν ἐξέλθει τῶν δικαιωμάτων μας. Δὲν ἔχω ἢ νὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ ἄλλας, πλὴν τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἐν τῷ τύπῳ εἴδετε, γνώμας ἀνδρῶν ἐκ τῶν παρ’ ἡμῖν εἰδικῶς ἀσχοληθέντων εἰς τὸ διεθνὲς καὶ δημόσιον δίκαιον, καὶ ἐν γένει ἀποτελούντων αὐθεντίαν ἐν τῇ νομικῇ ἐπιστήμῃ καὶ εἰς τοὺς διαφόρους αὐτῆς κλάδους. Δὲν ἔχω παρὰ νὰ σᾶς ἀναφέρω τὴν γνώμην συγγραφέων, ἀποτελούντων αὐθεντίαν ἐν ὅλῳ τῷ ἐπιστημονικῷ κόσμῳ, διὰ νὰ ἴδητε, πῶς αὐτοὶ κρίνουσι περὶ ἐκδόσεως. Καὶ εἶναι ἁπλούστατον· ὅστις ἐξ ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, ἀνοίξῃ τὸν Calvo, τὸν Martens ἢ οἱονδήποτε ἐξ αὐτῶν τῶν δημοσιολόγων, δύναται νὰ πεισθῇ. Ὁ Calvo ἐν σελίδι 453, τόμῳ Βʹ (ἔκδοσις τοῦ 1888) λέγει ὅτι (ἀναγινώσκει): «Οἱ μὲν ἐξεφράσθησαν ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ, ἐνῷ ἄλλοι ἠρνήθησαν καὶ τὴν ὕπαρξιν τοῦ δικαιώματος, ἥτις ἐτέθη ὡς βάσις αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἀτόπως ἰσχυρίσθησαν, ὅτι ἡ πλειοψηφία τῶν συγγραφέων κλίνει ὑπὲρ τῆς τελευταίας αὐτῆς γνώμης, καὶ θὰ ἦναι ἡμῖν εὔκολον νὰ ἀποδείξωμεν τοῦτο, ἀναλύοντες τὰ συγγράμματα τῶν δημοσιολόγων, ἀρχαίων καὶ νεωτέρων, τῶν πλέον διακεκριμένων.» Ἀρχίζω ἀπὸ τὸν Grotius, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἱδρυτὴς τοῦ νεωτέρου δημοσίου δικαίου, καὶ ὁ ὁποῖος θέτει τὸ ἔθνος ἢ τὸν ἡγεμόνα ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ ἐγκληματίας κατέφυγε, πρὸ τοῦ διλήμματος, ἢ νὰ τιμωρήσῃ αὐτὸν, ἢ νὰ τὸν ἀποδώσῃ εἰς τοὺς φυσικούς του δικαστάς. Ὁ Vatel ὑποστηρίζει καὶ αὐτὸς τὴν γνώμην τοῦ Γροτίου ἀπαραλλάκτως. Ὁ Beccaria λέγει, ὅτι «ἡ πεποίθησις, ὅτι δὲν εὑρίσκει ὁ ἐγκληματίας γωνίαν γῆς, ἐν ᾗ παραβλέπουν τὰ ἐγκλήματα, θὰ ἦτο μέσον συντελεστικώτατον, ὅπως ταῦτα προλαμβάνωνται, διὰ νὰ τὰ προλαμβάνῃ». Ἀφίνω τὸν Burlamaqui, τὸν Alphonse Bard, τὸν Ρόντερφοτ. Ἀλλὰ καὶ οἱ Ἀμερικανοὶ, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν θὰ κατηγορηθῶσιν, ὅτι δὲν εἶναι φιλελεύθεροι, ὁ Kent, ὁ Story, τὴν αὐτὴν γνώμην δι’ ἄλλων λέξεων παραδέχονται, ἢ καὶ ὁ Jefferson καὶ ὁ Lee, καθὼς καὶ Ἄγγλοι, ὁ Βρούχαμ, ὁ Lord Campell, ὁ Clarke. Ὁ Φοστὲν–Ἐλὶ, ὁ ὁποῖος βεβαίως καὶ αὐτὸς δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ ὅτι εἶναι αὐθεντία ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, λέγει: «Δὲν ἔχουν μόνον τὸ γενικὸν συμφέρον, ὥστε παντοῦ ἡ τάξις νὰ διατηρῆται, οἱ νόμοι νὰ ἦναι σεβαστοί, ἡ δικαιοσύνη νὰ ὑπακούηται, ἀλλὰ ἀνάγκη, ἕκαστον Κράτος ἔχει συμφέρον ἄμεσον καὶ εἰδικὸν, ὅπως οἱ ξένοι ἐγκληματίαι μὴ δύνωνται νὰ εὑρίσκωσι καταφύγιον ἐναντίον τῆς ποινῆς, τῆς ὁποίας ἔγειναν ἄξιοι». Ἀλλὰ καὶ οἱ Ἰταλοὶ Pasquale Fiore, Carnazza Amari τὰ αὐτὰ περίπου λέγουν. Ὁ Bluntschli λέγει, ὅτι «τὸ γενικὸν συμφέρον, καὶ οὐχὶ μόνον ἐκεῖνο ἑνὸς Κράτους, ἀπαιτεῖ, ὅπως οἱ δολοφόνοι, οἱ μεγάλοι παραχαράκται καὶ οἱ μεγάλοι κλέπται τιμωρῶνται»...
§19Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀριθμός;
§20ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἰς τὴν αὐτὴν σειρὰν θὰ τὸ εὕρητε.
§21ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀφοῦ δὲν ἐγένετο ἔκδοσις, εἶναι περιττά.
§22ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, ὅτι καὶ ἔκδοσις ἂν ἐγίνετο, πάλιν ἐν τῷ δικαίῳ θὰ ἤμεθα... Ὁ Martens προσθέτει, ὅτι «ἂν καὶ ἡ ἔκδοσις τοῦ ξένου δὲν βασίζεται ἀπολύτως ἐπὶ τῆς αὐστηρότητος τοῦ φυσικοῦ δικαίου, μ’ ὅλα ταῦτα χορηγεῖται, ὡς ἐπὶ τὸ συνηθέστερον, εἴτε δυνάμει συνθηκῶν, εἴτε καὶ ἁπλῶς ἐξ ἁβροφροσύνης, εἴτε καὶ δυνάμει τοῦ ὅρου τῆς ἀμοιβαιότητος».
§23ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἔκδοσιν ἐκάματε ἢ ἁπλῶς ἀπέλασιν; (θόρυβος).
§24ΣΚΟΥΖΕΣ. Καὶ διὰ νὰ μὴ ἀνυπομονῆτε, προβαίνω ἀμέσως.
§25ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἀνυπομονοῦμεν διόλου. Εὐχαρίστως ἀκούομεν.
§26ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀλλὰ ἔχομεν καὶ ἀποφάσεις δικαστηρίων, ὡς τοῦ Ἀκυρωτικοῦ τῆς Γαλλίας, τῆς 4 Ἰουλίου 1857, τῆς 4 Μαΐου 1865, καὶ μίαν νεωτέραν ἀκόμη τοῦ Ἀκυρωτικοῦ τῆς Γαλλίας, τῆς 13 Ἀπριλίου τοῦ 1876, ἡ ὁποία λέγει: «Ἐὰν οἱ νόμοι οἱ σχετικοὶ πρὸς τὴν διοργάνωσιν τῶν δημοσίων ἐξουσιῶν ἀπαιτοῦσιν, ὅπως αἱ περὶ ἐκδόσεως συνθῆκαι ἐγκρίνωνται ὑπὸ τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος, κατ’ οὐδὲν περιορίζουσι τὸ κυριαρχικὸν δικαίωμα, ὅπερ ἀνήκει εἰς πᾶν Κράτος, νὰ ἐξώνῃ ἐκ τοῦ ἐδάφους του τὸν κακοποιὸν καὶ νὰ τὸν μεταφέρῃ ἐν συνοδίᾳ εἰς τὰ σύνορα, ὅθεν κατάγεται.» Ὥστε βλέπετε, ὅτι οὐχὶ μόνον ἡ θεωρητικὴ ἐπιστήμη, ἀλλὰ καὶ ἡ πρακτική, διὰ τοῦ Ἀκυρωτικοῦ τῆς Γαλλίας, σᾶς λέγει, ὅτι εἶναι ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα ἑκάστου Κράτους νὰ τὸν ἐξώνῃ καὶ ὑπὸ ἀστυνομικὴν συνοδίαν νὰ τὸν συνοδεύῃ μέχρι τῶν ὁρίων, ποῦ; τῶν ὁρίων ὅθεν κατάγεται. Καὶ τί ἄλλο εἶναι αὕτη, παρὰ ἔκδοσις; Ἠρωτήσατε λοιπὸν «ἐπὶ τίνος βασιζόμενοι;» Σᾶς ἀπήντησα, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐκάμαμεν ἔκδοσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἄλλως ἐδικαιούμεθα· ἁπλῶς ἠρνήθημεν ξενίαν, καὶ τὴν ἠρνήθημεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀνωτάτου κυριαρχικοῦ δικαιώματος καὶ καθήκοντος τῆς ἀστυνομίας, τὸ ὁποῖον ἔχει ἕκαστον Κράτος. Θὰ μᾶς ἐρωτήσητε, διατὶ ἐνομίσαμεν ὅτι ὁ ξένος, ὁ πράγματι Χαμένος ὑπὸ ψευδὲς ὄνομα, μᾶς ἐφάνη ὅτι δὲν δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ παρ’ ἡμῶν τὴν ξενίαν; Ἰδού, Κύριοι, ὁ λόγος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐνομίσαμεν ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὸ μέτρον, εἰς τὸ ὁποῖον προέβημεν. Ὁ Χαμμερστάϊν δὲν ἦτο, Κύριοι, ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἦλθε διὰ νὰ ἀποφύγῃ ἴσως τὸ ψῦχος τοῦ Βερολίνου ἢ τὴν θερμότητα τῆς Ἰταλίας· ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἦλθε κρυπτόμενος ὑπὸ ψευδώνυμον, δὲν σᾶς φαίνεται ὅτι εἶχε λόγους νὰ ἀποφεύγῃ πᾶσαν σχέσιν πρὸς τὴν Δικαιοσύνην; Καὶ ἰδοὺ τὸ ἔνταλμα συλλήψεως καὶ φυλακίσεως, δυνάμει τοῦ ὁποίου κατεδιώκετο· καὶ θὰ ἔχητε τὴν ὑπομονὴν νὰ σᾶς ἀναγνώσω, ὄχι ὅλα βεβαίως, τὰ κυριώτερα. Τὸ ἀναγινώσκω κατὰ μετάφρασιν, διότι ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι πρακτικὸν νὰ ἀναγινώσκω γερμανιστί. «Ἐπειδὴ ὁ πρώην ἀρχισυντάκτης τῆς «Νέας Πρωσσικῆς Ἐφημερίδος» βαρώνος Χαμμερστάϊν, γεννηθεὶς... Κατηγορεῖται ὡς ὑπαίτιος τῶν κάτωθι μνημονευομένων πράξεων... Ἐντελλόμεθα τὴν σύλληψιν αὐτοῦ καὶ τὴν ἐν ταῖς ἐξεταστικαῖς φυλακαῖς προσαγωγήν του... Ἐπί... Ι. Συνεργείᾳ ἐν γνώσει ἀμβλώσεως (βιαίας ἀποβολῆς βρέφους). II. Πλαστογραφίᾳ τριῶν ἐγγράφων, ἐν συνδυασμῷ πρὸς ἀπάτην, ὑπερβαίνουσαν ποσὸν ἀξίας 1000 φράγκων. III. Ἐπὶ ὑπεξαιρέσει. IV. Ἐπὶ ὑπεξαιρέσει ἐπὶ δευτέρας περιπτώσεως. Τῷ κατηγορουμένῳ ἑπομένως ἀποδίδονται τέσσαρας ἄσχετοι πρὸς ἀλλήλας πράξεις, ἤτοι: Ι. Ὅτι ἐν Muhlhausen κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1894 συνήργησε, δοὺς ἐν γνώσει καὶ ἐκ προθέσεως συμβουλὴν καὶ χορηγήσας τὰ συντείνοντα μέσα, ὅπως ἡ ἐγκυμονοῦσα ἄγαμος Φλῶρα Γκὰς ἐκ προθέσεως προκαλέσῃ ἄμβλωσιν (βιαίαν ἀποβολὴν τοῦ βρέφους, τὸν ἐν τῇ κοιλίᾳ αὐτῆς θάνατον τοῦ ἐμβρύου). II. Ὅτι διὰ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς πράξεως ἐν Βερολίνῳ Αʹ) Ἐν ἔτει 1890 ἐν ἀθεμίτῳ προθέσει: αʹ) Ἐπλαστογράφησε τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Κόμητος Finkenstein ἐπὶ ἰδιωτικοῦ ἐγγράφου. βʹ) Ἔγραψε πλαστὸν δημόσιον ἔγγραφον, τουτέστι μίαν ἐπίσημον ἐπικύρωσιν... καὶ ἐπέθηκε τὴν σφραγῖδα τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς. γʹ) Ἐπλαστογράφησε δύο ἰδιωτικὰ ἔγγραφα... ἤτοι δύο συναλλαγματικῶν, ἑκατέρας ὑπερβαινούσης τὴν ἀξίαν τῶν 100,000 μάρκων. III. Ὅτι ἐν Βερολίνῳ, ἐν ἔτει 1891, ἐσφετερίσθη ξένα κινητὰ, τουτέστιν 70,928 μάρκας, ἀνηκούσας τῇ «Νέᾳ Πρωσσικῇ Ἐφημερίδι», καὶ ἃς εἶχεν ἐν τῇ κατοχῇ αὐτοῦ, καθὸ ἐμπιστευθείσας εἰς αὐτὸν πρὸς φύλαξιν. IV. Ὅτι ἐν Βερολίνῳ, ἐν ἔτει 1893, ἐσφετερίσθη ξένα κινητὰ, τουτέστι 11,483 μάρκας, ἀνηκούσας τῇ «Νέᾳ Πρωσσικῇ Ἐφημερίδι», καὶ ἃς εἶχεν ἐν τῇ κατοχῇ αὐτοῦ, καθὸ ἐμπιστευθείσας αὐτῷ πρὸς φύλαξιν. Διὰ ταῦτα κατέστη ἔνοχος παραβάσεως, ἐπὶ μὲν τῆς πρώτης περιπτώσεως, κακουργήματος προβλεπομένου ὑπὸ τῶν ἄρθρων 218, 49 τοῦ Π. Νόμου. Ἐπὶ τῆς δευτέρας, κακουργήματος ἢ πλημμελήματος προβλεπομένου ὑπὸ τῶν ἄρθρων 267, 268–263, 73 τοῦ Π. Νόμου. Ἐπὶ τῆς τρίτης, πλημμελήματος... Ἐπὶ τῆς τετάρτης, πλημμελήματος... Ἡ προφυλάκισίς του διατάσσεται κτλ.»
§27ΖΟΥΖΟΥΛΑΣ. Οὔτε οἱ Τσεκουραῖοι δὲν ἔκαμαν τόσα! (ἱλαρότης).
§28ΣΚΟΥΖΕΣ. Καὶ ἐπὶ τίνος, Κύριοι, ἐντάλματος συλλήψεως; Μήπως ἐνεπιστεύθημεν εἰς κανὲν ἔγγραφον κανενὸς Καδῆ τῆς Ζουλουλάνδης, ὥστε νὰ δύναταί τις νὰ ὑποπτεύσῃ, ὅτι ὑπὸ τὸ δικαστικὸν ἔγγραφον ἐκρύπτετο ἐκδίκησις πολιτική; Ἐβασίσθημεν, Κύριοι, εἰς ἔγγραφον δικαστοῦ, καὶ δικαστοῦ ἐξ ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἡ ἀκεραιότης καὶ ἡ ἀνεξαρτησία ἔδωκε τὸ θάῤῥος εἰς τὸν ἄσημον καὶ μικρὸν μυλωθρὸν τοῦ Sans Souci νὰ ἀντιστρατευθῇ εἰς τὸν μέγαν Φρειδερῖκον, καὶ νὰ τῷ εἴπῃ: «ἔχομεν δικαστὰς ἐν Βερολίνῳ!» Εἰς τοιοῦτον ἔγγραφον καὶ τοιούτου δικαστοῦ ἐβασίσθημεν, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐμφιλοχωρήσῃ ἡμῖν ἡ ὑπόνοια, ὅτι ὑπὸ τοιούτου δικαστοῦ ἠδύνατο νὰ ἐκδοθῇ ἔνταλμα ἐπὶ πραγμάτων μὴ ἀληθῶν. Ἀλλ’ ἔρχομαι καὶ εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα. Δυνάμει τίνος νόμου, εἴπετε, ἠρνήθημεν τὴν ξενίαν, καὶ διετάξαμεν αὐτὸν νὰ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος; Εἶναι ζήτημα, ὅτι ὅλα τὰ Κράτη, ἐν τῷ ἀστυνομικῷ αὐτῶν δικαιώματι, ἔχουσι τὸν θεσμὸν τῶν διαβατηρίων; Διελογίσθη τις νὰ ἐρωτήσῃ ἓν Κράτος, ὅταν ζητῇ διαβατήρια ἀπὸ τοὺς εἰς τὸ Κράτος του εἰσερχομένους, καὶ ἀποπέμπῃ αὐτούς, ὅταν δὲν ἔχωσιν, ὅτι παραβιάζει τοὺς κανόνας τῆς ξενίας; Μήπως πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, ὅτε εἰς τὰ σύνορα τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Γερμανίας συνέβη τὸ γνωστὸν ἐπεισόδιον τοῦ Σνέβελε, ὅστις ἐφονεύθη, ἡ Γερμανία, ἐν τῷ κέντρῳ τῆς Εὐρώπης, δὲν ἐφήρμοσε τὸν θεσμὸν τῶν διαβατηρίων; Καὶ δὲν συνέβη εἰς ὁμοεθνῆ ἡμῶν, μεταβαίνοντα ἐκ Παρισίων εἰς Γερμανίαν, νὰ φθάσῃ εἰς τὰ σύνορα, εἰς τὸν σταθμὸν τοῦ Στρασβούργου; Τῷ ζητοῦν διαβατήριον, ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶχε γνῶσιν τούτου, δὲν γίνεται δεκτὸς, καὶ ὄχι μόνον αὐτὸς, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἄλλοι, καὶ ἀναγκάζεται νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς Παρισίους, διὰ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν ἁρμοδίαν ἀρχὴν διαβατήριον, διότι ἄλλως δὲν τῷ ἐπέτρεπον νὰ εἰσέλθῃ. Καὶ διενοήθη τις ποτὲ νὰ κατηγορήσῃ τὴν Γερμανίαν ἐπὶ ἀρνήσει ξενίας; Ἡ κραταιὰ Γαλλία δὲν ὑπέστη ὅλας τὰς δυσαρεσκείας τοῦ τοιούτου μέτρου, ἕως ὅτου μετὰ τὴν μαλάκυνσιν τῶν σχέσεων, ἥτις ἐπῆλθε μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν, ἤρθη ὁ θεσμὸς τῶν διαβατηρίων; Διενοήθη τις νὰ κακίσῃ τὴν Γερμανίαν ἢ ἄλλο Κράτος, διότι δὲν ἐπιτρέπει τὴν εἴσοδον.... καὶ εἰς τίνα δὲν ἐπιτρέπει; εἰς ἁπλοῦν ἄνθρωπον, ὅστις δὲν ἔχει εἰς τὴν ῥάχιν του ἔνταλμα συλλήψεως καὶ ἔνταλμα φυλακίσεως; Εἰς τὸν ἐντιμότερον τῶν ἀνθρώπων δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἰσέλθῃ εἰς ἓν Κράτος, ἐὰν δὲν ἔχῃ διαβατήριον, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὅτι εἶναι ἐν τάξει, καὶ σᾶς φαίνεται παράξενον, διότι ἓν Κράτος λέγει εἰς τὸν ὑπὸ τοιαύτην βαρεῖαν κατηγορίαν ὄντα, «δὲν θέλω νὰ σοῦ δίδω πλέον ξενίαν»; Μήπως εἶναι ἄλλο πλέον φιλελεύθερον Κράτος ἀπὸ τὴν Ἀμερικήν; Καὶ εἰς τὴν Ἀμερικὴν, ἡ ὁποία ἄλλως τε ἐνθαῤῥύνει τοὺς μετανάστας, ἠξεύρετε ὅτι εἰς τὰ 1895 εἰς ὄχι ὀλιγωτέρους τῶν 2500, ἀνηκόντων εἰς διαφόρους ἐθνότητας, δὲν ἐπετράπη, Κύριοι, οὔτε νὰ ἀποβῶσι τοῦ ἀτμοπλοίου, καὶ ἠναγκάσθησαν αἱ ἀτμοπλοϊκαὶ ἑταιρίαι, αἵτινες τοὺς εἶχον μεταφέρει εἰς τὴν Ἀμερικὴν, δι’ ἐξόδων των νὰ τοὺς διαθρέψωσιν ἐπὶ τῶν ἀτμοπλοίων των, ὅσας ἡμέρας ἔμενον ἐν τῷ λιμένι, καὶ νὰ τοὺς μεταφέρωσιν εἰς τὴν Εὐρώπην, εἰς τὸν λιμένα, ἐν ᾧ ἐπεβιβάσθησαν; Καὶ διενοήθη τις νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Ἀμερικὴν, ἡ ὁποία δὲν θὰ κατηγορηθῇ, πιστεύω, ἐπὶ ἀνελευθέροις καὶ ὀπισθοδρομικοῖς θεσμοῖς, ὅτι δὲν εἶναι ἐλευθέρα νὰ ἐμποδίζῃ τὴν εἴσοδον εἰς πάντα εἰσερχόμενον; Καὶ ἐπὶ τίνι λόγῳ, Κύριοι, αὐτοὶ οἱ 2,500 ἀπεκλείσθησαν τοῦ δικαιώματος νὰ ἀποβῶσιν εἰς τὸ ἀμερικανικὸν ἔδαφος; Κατὰ νόμον ἰσχύοντα εἰς τὴν Ἀμερικὴν, ὅπως τις ἀποβῇ μετανάστης ἐπὶ τοῦ ἀμερικανικοῦ ἐδάφους, πρέπει νὰ δικαιολογήσῃ δύο τινὰ μέσα ὑπάρξεως, ἤτοι νὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον 30 δολλάρια, ὅ ἐστὶν 150 φράγκα εἰς τὸ θυλάκιόν του, ἢ, ἂν δὲν ἔχῃ αὐτὰ, ἀπόδειξιν ὅτι ἔχει ἐν Ἀμερικῇ τοσοῦτον ποσὸν εἰς τὴν διάθεσίν του, καὶ ἕνα ἄλλον ἀκόμη ὅρον, ὅτι δὲν ἔρχεται ἐν Ἀμερικῇ δεδεμένος διὰ συμβολαίου ἐργασίας· ἅμα ὡς δὲν δύναται νὰ ἀποδείξῃ τις αὐτὰ, ἡ Ἀμερικανικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀπολυταρχικὴ Κυβέρνησις, δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὸν ξένον νὰ ἀποβῇ εἰς τὸ ἔδαφός της, καὶ τὸν ἀναγκάζει ἐπὶ τοῦ ἰδίου ἀτμοπλοίου νὰ ἐπιστρέψῃ. Καὶ σᾶς φαίνεται περίεργον, ὅτι ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις δὲν ἐπιτρέπει εἴς τινα νὰ μένῃ ἄνευ διαβατηρίου, κρυπτόμενος ὑπὸ ψευδὲς ὄνομα; Ἀλλὰ πολλοὶ ἐξ ἡμῶν νομίζουσιν, ὅτι εἴμεθα λαὸς, ὅστις μόνον δικαιώματα κέκτηται, δὲν θέλομεν δὲ νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ἔχομεν ἐν τῇ μεγάλῃ οἰκογενείᾳ τῶν ἐθνῶν καὶ ὑποχρεώσεις, διότι, νομίζω, εἰς οὐδὲν μέρος τοῦ κόσμου ὑποτίθεται ἡ ἔννοια τοῦ δικαιώματος ἄνευ καὶ τῆς ἀντιστοίχου ὑποχρεώσεως. Καὶ λέγω, ὅτι νομίζουσί τινες, ὅτι ἔχομεν μόνον δικαιώματα, διότι εἰς παρομοίας περιστάσεις ἡμεῖς ἐννοοῦμεν νὰ ἐφαρμόζηται αὐτὸ τὸ μέσον, τὸ ὁποῖον ὅταν ἄλλοι ζητοῦν ἀπὸ ἡμᾶς, τότε τὸ εὑρίσκομεν ἔκτροπον καὶ παράνομον, καὶ ἰδοὺ διατὶ σᾶς λέγω, ὅτι ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι ἔχομεν μόνον δικαιώματα. Εἰς τὰ 1893, Κύριοι, ὁ Κωνσταντῖνος Ξύδης, ἐκ Τριπόλεως, κατηγορεῖτο ἐπὶ ἀναιρέσει, ἀφοῦ δὲ περιῆλθε διάφορα μέρη, προσέφυγε καὶ εἰς τὴν Τύνιδα· ἔγεινε τοῦτο γνωστὸν, καὶ ὁ Γάλλος τοποτηρητὴς (Résident) ἠρώτησε τὸν πρόξενόν μας, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ ζητήσῃ αὐτὸν, ὅπως τὸν θέσῃ εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης. Αὐτὸ ἐγένετο κατὰ τὰ τέλη Ἰουνίου. Δι’ ἐγγράφου τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀριθ. 15392 τῆς 6 Ἰουλίου 1893,—καὶ ἐνθυμηθῆτε τὴν ἡμερομηνίαν, 6 Ἰουλίου 1893,—παρακαλεῖ τὸ τῶν Ἐξωτερικῶν «νὰ αἰτήσηται, εἰ μή τι τὸ κωλῦον, τὴν ἔκδοσιν τοῦ φυγοδίκου Κωνστ. Ξύδη, κατηγορουμένου ἐπὶ ἀναιρέσει, δυνάμει βουλεύματος τῶν Πλημμελειοδικῶν....» Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν βεβαίως ἔστειλεν αὐτὸ εἰς τὸν πρόξενον ἐν Τύνιδι, καὶ ὁ πρόξενος μηνύει εἰς τὸν τοποτηρητὴν τῆς Γαλλίας, ὅτι εἶναι ἕτοιμος νὰ παραλάβῃ αὐτὸν, ὅπως τὸν θέσῃ εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης· ἀλλὰ γράφει ὁ πρόξενος πρὸς τὸν τοποτηρητὴν τῆς Γαλλίας (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ τὸ ἐδῶ Προξενεῖον δὲν ἔχει καβάσηδες, καθίσταται ἀναγκαῖον, ὅπως ὁ κατηγορούμενος συνοδευθῇ μέχρι Πειραιῶς ὑπὸ Γάλλων χωροφυλάκων, δαπάναις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως». Ὁ τοποτηρητὴς δέχεται αὐτὸ, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἀνεχώρει ἀτμόπλοιον ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὴν Τύνιδα διὰ τὴν Ἑλλάδα, καὶ καθίστατο ἀναγκαῖον νὰ τὸν συνοδεύσουν εἰς τὴν Μασσαλίαν καὶ ἐκεῖθεν νὰ τὸν ἐπιβιβάσουν, ὅπερ, ἐννοεῖται, θὰ ἐπέβαλλεν ἔξοδα πολὺ δυσανάλογα πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ συνοδευομένου αὐτοῦ κυρίου, τὸν κρατοῦν ἐν ταῖς φυλακαῖς. Κατὰ τύχην δὲ, διέρχεται ἀτμόπλοιον Δανικὸν, τὸ ὁποῖον πλέει ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὁ πλοίαρχος, καίτοι ζητηθεὶς, ἀρνεῖται νὰ τὸν δεχθῇ ἐν τῷ ἀτμοπλοίῳ, μὴ θέλων νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς ἀποδράσεως. Ὁ πρόξενος τηλεγραφεῖ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ Ὑπουργεῖον τηλεγραφεῖ εἰς τὴν Διεύθυνσιν τῆς ἑταιρίας, καὶ ἡ ἑταιρία δίδει ἐντολὴν εἰς τὸν πλοίαρχον τοῦ προσεχοῦς ἀτμοπλοίου νὰ τὸν παραλάβῃ. Ἡ σύλληψις ἐγένετο τὸν Ἰούλιον, καὶ πότε νομίζετε ὅτι ἐτελείωσεν ὅλη αὐτὴ ἡ ἱστορία; Τὸν Ὀκτώβριον. Καὶ καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα τί ἔκαμνε, Κύριοι, ὁ φυγόδικος; Ἐκρατεῖτο ἐν ταῖς Γαλλικαῖς φυλακαῖς, ἐν Τύνιδι, ἕως ὅτου ἔλθῃ τὸ ἀτμόπλοιον. Ἕνεκα τῆς κακοκαιρίας τὸ ἀτμόπλοιον δὲν προσήγγισεν εἰς τὴν Τύνιδα, καὶ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, συνωδευμένον ἀπὸ χωροφύλακας, τὸν στέλλει εἰς Bone τῆς Ἀλγερίας, καὶ τὸν ἐπιβιβάζει ποῦ; Δὲν τοῦ ἀφῆκε δικαίωμα νὰ ἐκλέξῃ ποῦ ἤθελε νὰ μεταβῇ, ἀλλὰ τὸν ἐπιβιβάζουν εἰς ἀτμόπλοιον, ὅπερ ἀνεχώρει ἀπὸ τῆς Bone τῆς Ἀλγερίας καὶ δὲν προσήγγιζεν εἰς ἄλλον λιμένα ἢ τὸν Πειραιᾶ· τηλεγραφοῦν δὲ νὰ τὸν συλλάβουν. Σημειώσατε δὲ, Κύριοι, ὅτι δὲν ἔχομεν μετὰ τῆς Γαλλίας συνθήκην ἐκδόσεως, καὶ ὅ,τι ἔκαμε, τὸ ἔκαμεν ἐξ ἁβρότητος μόνον πρὸς Κυβέρνησιν πεπολιτισμένου Κράτους.
§29Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δύνασθε νὰ μὲ πληροφορήσητε, κύριε Ὑπουργὲ, ἐὰν ὁ Ξύδης, περὶ οὗ ὁ λόγος, μετὰ τὴν ἐξ Ἑλλάδος ἀναχώρησίν του δὲν μετέβη εἰς Βουένος–Ἄϋρες τῆς Ἀμερικῆς, καὶ ἐὰν διαμένων ἐν Ἀμερικῇ δὲν ἐξετέλεσε δύο φόνους, καὶ ἐὰν ὁ τῆς Γαλλίας τοποτηρητὴς ἐν Τύνιδι δὲν ἦτο εἰς τὸ Βουένος–Ἄϋρες καὶ ἐγνώριζε τὰ γεγονότα, τὸ ποιὸν τοῦ Ξύδη; Μία ἐρώτησις εἶναι αὐτή. Δευτέρα ἐρώτησις, ἐὰν ὁ ἐν Παρισίοις πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος παρήγγειλεν εἰς τὸν πρόξενον τῆς Ἑλλάδος ἐν Τύνιδι νὰ μὴ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην καὶ νὰ ἀφήσῃ ὅλην τὴν εὐθύνην εἰς τὸν Γάλλον τοποτηρητὴν, ὅστις εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ διατάξῃ αὐθόρμητος τὴν ἀπέλασιν τοῦ Ξύδη, ἐὰν τὸν ἐθεώρει ἐπικίνδυνον εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Ἐὰν δὲν ἔχητε προχείρους τὰς πληροφορίας, δύνασθε νὰ μοὶ τὰς δώσητε αὔριον.
§30ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μοὶ φαίνετε ὅτι δὲν ἔχει σημασίαν καμμίαν.
§31Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐὰν ἔχῃ σημασίαν, θὰ τὸ ἐκτιμήσω ἐγώ. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἐμὲ κατὰ τὴν συζήτησιν.
§32ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐγὼ δὲν εὑρίσκω νὰ ἔχῃ σημασίαν, ὅτι ἡ Πρεσβεία εἶπεν εἰς τὸν πρόξενον, ὅτι δὲν ἔχομεν συνθήκην ἐκδόσεως. Ἦτο φυσικὸν σᾶς τὸ εἶπον καὶ ἐγώ.
§33Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ ἐμποδίσω τὴν ὁμιλίαν σας, καὶ περιορίζομαι εἰς τὰς ἐρωτήσεις.
§34ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς ἄλλο. Κατὰ τὸ 1894 ὁ Βασίλειος Οἰκονόμου ἢ Βαρθολομαῖος, ὑπάλληλος ἐν τῷ συμβολαιογραφείῳ τοῦ κ. Γλυκοφρύδου, κλέπτει περὶ τὰς 25 χιλιάδας δραχμὰς, τὰς μετατρέπει εἰς συνάλλαγμα καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν Μασσαλίαν· ἀμέσως, τὴν 27 Ἰουλίου, ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδικῶν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 17589 ἐγγράφου του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ζητεῖ νὰ διαβιβασθῇ τηλεγράφημα πρὸς τοὺς προξένους Γενούης καὶ Μασσαλίας, ὅπου ἐνόμιζεν ὅτι ἤθελεν ἀποβῆ ὁ κλέπτης, τὰ ἑξῆς διαλαμβάνον (ἀναγινώσκει): «... Ἐνεργήσατε, παρακαλῶ, καταλλήλως περὶ συλλήψεώς του, συνεννοούμενοι μετὰ ἐγχωρίου ἀστυνομίας, καθόσον στερεῖται καὶ διαβατηρίου.» Τῇ 28 Ἰουλίου τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τὸν γενικὸν πρόξενον Μασσαλίας διαβιβάζει τὴν αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως, τὴν 30 Ἰουλίου ὁ γενικὸς πρόξενος Μασσαλίας τηλεγραφεῖ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν (ἀναγινώσκει): «Βασίλειος Οἰκονόμου συνελήφθη καὶ ἐφυλακίσθη. Κατέσχομεν ἐπ’ αὐτοῦ φράγκα 17,820. Εἰσαγγελεὺς διατεθειμένος νὰ παραχωρήσῃ ἡμιεπισήμως ἔκδοσιν μετὰ ἀποστολὴν τοῦ ἐντάλματος συλλήψεως....» Σημειώσατε ὅτι ἡμεῖς, χωρὶς νὰ ἔχωμεν νὰ ἐπιδείξωμεν οὔτε ἔνταλμα φυλακίσεως, παρακαλοῦμεν, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῆς δημοκρατουμένης Γαλλίας τὸν συλλαμβάνει καὶ τὸν φυλακίζει, μόνον ἐπὶ τῷ τηλεγραφήματι ἡμῶν.
§35ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ Ραυτόπουλος ἐστάλη ἐδῶ;
§36ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἠρωτήσατε τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἦτο εἰς τὴν ἀρχὴν, ὅτε αὐτὸς ἔκαμε τὴν κλοπήν; Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας τὴν 30 Ἰουλίου γράφει εἰς τὸν πρόξενον, ἀναγγέλλων τὴν σύλληψιν καὶ προφυλάκισιν τοῦ κλέπτου, καὶ ὅτι, ἐὰν θέλωμεν τὴν ἔκδοσίν του, πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ αἴτησιν περὶ τούτου. Τὴν 11 Αὐγούστου τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἐντεῦθεν τηλεγραφεῖ πρὸς τὸν πρέσβυν εἰς Παρισίους,—καὶ σημειώσατε, ὅτι τὴν 11 Αὐγούστου τοῦ 1894 προΐστατο τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνὴρ, τοῦ ὁποίου βεβαίως τὴν νομικὴν ἁρμοδιότητα, πιστεύω, δὲν θὰ ἀμφισβητήσητε, διότι ἦτο ἀνώτερος δικαστικὸς λειτουργὸς, καὶ ὁ Ὑπουργὸς αὐτὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τηλεγραφεῖ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «...ἐξουσιοδοτοῦμεν νὰ κάμητε διαβήματα, ὅπως ἐπιτύχητε τὴν ἔκδοσιν, ἥτις, εἴμεθα βέβαιοι, θέλει χορηγηθῆ, ἐὰν κάμητε ῥητὴν αἴτησιν.» Θὰ εἴπῃ τοῦτο δηλαδὴ, ὅτι ὁ προϊστάμενος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις ἦτο, νομίζω, τότε καὶ προϊστάμενος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἀνὴρ νομομαθὴς, ὁ κ. Στεφάνου, εἶχε γνῶσιν, ὅτι δὲν ἀντίκειται οὔτε εἰς τὸ διεθνὲς, οὔτε εἰς τὸ δημόσιον δίκαιον, νὰ ζητήσῃ τις τὴν ἔκδοσιν ἑνὸς ἐγκληματίου. Παρῆλθεν ἀρκετὸς χρόνος, καὶ τὴν 10 Ὀκτωβρίου ἡ Πρεσβεία τῶν Παρισίων ἀνεκοίνου τὴν ἀπάντησιν τοῦ Γαλλικοῦ Ὑπουργείου, διότι ἔκαμε τὴν αἴτησιν, καὶ ἕως ὅτου ἀπαντήσῃ τὸ Γαλλικὸν Ὑπουργεῖον, ἐφθάσαμεν εἰς τὸν Ὀκτώβριον. Τὴν 10 Ὀκτωβρίου λοιπὸν ἀνεκοίνου τὴν ἀπάντησιν τοῦ Γαλλικοῦ Ὑπουργείου, ὅτι ἄνευ τοῦ ὅρου τῆς ἀμοιβαιότητος ἀδυνατεῖ νὰ τὸν ἐκδώσῃ, ἐζήτει δὲ ἀπάντησιν, ἐὰν τὸν ὅρον τοῦτον παραδεχώμεθα, διότι ἄλλως θὰ τὸν ἀπεφυλάκιζε. Τὴν 15 Ὀκτωβρίου τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν παρήγγειλε πρὸς τὴν Πρεσβείαν, ὅτι, τῆς ποινικῆς δικονομίας μὴ ἐπιτρεπούσης τὴν ἔκδοσιν, διότι δὲν ὑπάρχει συνθήκη, ἀδυνατεῖ νὰ ὑποσχεθῇ ἀμοιβαιότητα. Ὥστε ἔμεινεν ἐν ταῖς φυλακαῖς Μασσαλίας, συλληφθεὶς ἄνευ ἐντάλματος (κατόπιν μόνον ἀποσταλέντος τούτου) ἀπὸ τῆς 30 Ἰουνίου μέχρι τῆς 15 Ὀκτωβρίου. Καὶ ὅταν ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποσχεθῶμεν τὴν ἀμοιβαιότητα, ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις τὸν ἀπήλασεν, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, διὰ συνοδίας χωροφυλάκων, μέχρι τῶν ὁρίων τῆς Ἰταλίας. Λοιπὸν ἡμεῖς ἐδῶ ἐννοοῦμεν, ὅταν ἔχωμεν ἐγκληματίας ἐν ἄλλῳ Κράτει, νὰ ζητῶμεν τὴν ἔκδοσιν αὐτῶν, ἡμεῖς δὲ νὰ μὴ κάμνωμεν οὐδὲ ἁπλῆν ἄρνησιν ξενίας! Δυνάμεθα νὰ σᾶς ἀναφέρωμεν, τί ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔκαμε κατὰ τὸ 1882. Τῇ 19 Μαΐου 1882 Πλευρίτης τις, κατηγορούμενος ἐπὶ λῃστείᾳ τοῦ Ἄγγλου Sutter, πλησίον τῆς Θεσσαλονίκης, ἐδικάσθη εἰς τὸ ἐδῶ Κακουργιοδικεῖον· βεβαίως τὸ Κακουργιοδικεῖον, προκειμένου περὶ ἀλλοδαποῦ, (διότι ἦτο ξένος ὑπήκοος) κακουργήσαντος ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ κατὰ ἀλλοδαποῦ, ἐκηρύχθη ἀναρμόδιον, καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶχε τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἀκούσῃ, ὅτι τὸ δικαστήριον εἶναι ἀναρμόδιον νὰ δικάσῃ αὐτόν· μόλις ὅμως ἐπάτησε τὸ κατώφλιον τοῦ Κακουργιοδικείου, ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας μὲ τὴν τιμητικὴν φρουρὰν κλητήρων τὸν συνέλαβε καὶ τὸν ἐπεβίβασεν εἰς τὸ ἀτμόπλοιον, τὸ ὁποῖον ἐπήγαινε, ποῦ νομίζετε; Ἦτο ἐλεύθερος νὰ ἐκλέξῃ μεταξὺ τριῶν; Ὄχι. Ἐπεβιβάσθη εἰς ἀτμόπλοιον, τὸ ὁποῖον μετέβαινεν εἰς τουρκικὸν ἔδαφος, εἰς τὴν Κρήτην, ὅπου—δὲν τὸ βεβαιῶ ἐπισήμως, ἀλλὰ νομίζω,—συνελήφθη ὑπὸ τῶν τουρκικῶν ἀρχῶν. Ὥστε βλέπετε σειρὰν ὅλην πράξεων ἀμφοτεροβαρῶν, καθ’ ἃς δηλαδὴ καὶ ἡμεῖς ἐζητήσαμεν καὶ ἡμεῖς ἐξεδώκαμεν. Ἀλλὰ μήπως μόνον ἡμεῖς εἴμεθα; Μήπως πρό τινων μηνῶν ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις δὲν ἀπήλασε δύο Γάλλους δημοσιογράφους, ἐπὶ τίνι νομίζετε ἀφορμῇ καὶ ἐγκλήματι; Διότι γράφοντες πρὸς γαλλικὰς ἐφημερίδας, ἐπέκριναν, εἰς τρόπον ὅστις ἐφάνη οὐχὶ εὐάρεστος εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τί; τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Ἰταλίας. Καὶ ὁ Ἰταλὸς Ὑπουργὸς δὲν ἐδίστασεν, ὑπὸ συνοδίαν χωροφυλάκων, νὰ τοῖς εἴπῃ: πηγαίνετε εἰς τὴν δουλειά σας.
§37ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πολὺ καλὰ ἔκαμε.
§38ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐγὼ ἀπορῶ, διατὶ ἐπὶ τέλους αὐτὴ ἡ ἄκρα συμπάθεια, πρὸς ποῖον; πρὸς τὸν Χαμμερστάϊν! Ποίου εἴδους ἄνθρωπος εἶναι ὁ Χαμμερστάϊν, σᾶς ἐξέθεσα διὰ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ ἐντάλματος. Ἀλλ’ ἐνταῦθα διαμένων, τί ἔπραττεν; Ὁ ἁπλοῦς οὗτος ἄνθρωπος, ἀφοῦ κρυπτόμενος ὑπὸ ψευδώνυμον καὶ φεύγων τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος του, ἦλθεν εἰς τὸν μικρὸν τοῦτον τόπον, μήπως ἐκάθησεν ἥσυχος, ὥστε νὰ διεγείρῃ τὴν συμπάθειαν ἡμῶν; Εὐγενὲς τὸ αἴσθημα τῆς ξενίας, τὸ σέβομαι. Ἀλλὰ, Κύριοι, μόνον ὀλίγα λεπτὰ θὰ σᾶς ἀπασχολήσω, ἵνα ἴδητε ὑπὲρ τίνος ἐξηγέρθη τὸ αἴσθημα αὐτὸ τῆς συμπαθείας. Καὶ λαμβάνω τὸ «Fremdemblatt» τῆς Βιέννης, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι γερμανικὴ ἐφημερὶς, ὥστε νὰ ὑποτεθῇ ὅτι εἶχε συμπαθείας ἢ ἀντιπαθείας κατ’ αὐτοῦ.
§39ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἀνταποκρίσεις τοῦ Χαμμερστάϊν;
§40ΣΚΟΥΖΕΣ. Μάλιστα (ἀναγινώσκει περικοπάς). Ὁ ἄνθρωπος ὁ τίμιος ἦλθεν ἐδῶ, καὶ ἵνα ἀπασχολήσῃ τὰς ὥρας του, γράφει ὅτι εἴμεθα διεφθαρμένοι!
§41ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι ἡ διοίκησις εἶναι διεφθαρμένη.
§42ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν πιστεύω, ὑμεῖς νὰ συμμερίζεσθε τὰς ἰδέας του· γνωρίζω τὰ αἰσθήματά σας. Τρίτη ἀνταπόκρισις (ἀναγινώσκει).... Αὐταὶ εἶναι αἱ κρίσεις του.
§43ΜΑΝΕΣΗΣ. Φέρουσι καὶ ὑπογραφήν;
§44ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν φέρουσιν ὑπογραφήν· ἀλλὰ, φαίνεται, ἦτο γνωστὸν, ὅτι ἦτο ὁ Χαμμερστάϊν ὁ ἀνταποκριτὴς, ἵνα δημοσιεύσῃ ταῦτα ἐφημερὶς, οἵα τὸ «Fremdemblatt».
§45ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως ἡ ἐφημερὶς «Ncueste Nachrichten» οὐδέποτε θὰ τὰ ἐδημοσίευεν, ἐὰν ἐγνώριζεν ὅτι προήρχοντο ἐκ τοῦ Χαμμερστάϊν.
§46ΣΚΟΥΖΕΣ. Τὸ «Fremdemblatt» τὰ ἐδημοσίευσε πρὶν, διότι εἰς τὰς 3 Δεκεμβρίου ἐγένετο ἡ δημοσίευσις, καὶ εἰς τὰς 15 ἡ ἀπέλασις. Διατὶ, ἐπαναλαμβάνω, ἡ συμπάθεια αὕτη ὑπὲρ ἑνὸς κοινοῦ ἐγκληματίου, ὁ ὁποῖος καὶ ἐδῶ, ὅπου ἦλθε, δὲν ἐσεβάσθη τὴν φιλοξενίαν, τῆς ὁποίας ἐπὶ 2 ἢ 3 μῆνας ἀπήλαυε; Διατὶ αὐτὴ ἡ ὑπερευαισθησία πρὸς τὸν δῆθεν ἀδικούμενον; Ἐάν τις ὀρεσίβιος εἰς τὰ βουνὰ τῆς Εὐρυτανίας ἢ τῆς Ἀκαρνανίας ἢ ἄλλης τινὸς ἐπαρχίας κλέψῃ μίαν αἶγα, ἵνα φάγῃ, δὲν θὰ τὸν χαρακτηρίσωμεν ὡς ζωοκλέπτην; δὲν θὰ στείλωμεν ἀποσπάσματα ὁλόκληρα, καὶ δὲν θὰ κινδυνεύσωσι στρατιῶται καὶ ἀξιωματικοὶ τῆς Πατρίδος νὰ φονευθῶσι, καταδιώκοντες αὐτόν; Καὶ μᾶς φαίνεται, ὅτι δι’ ἕνα κοινὸν ἐγκληματίαν, κρυπτόμενον ἐδῶ ἀπὸ τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος του, πρέπει νὰ ἔχωμεν περισσοτέραν ἁβρότητα καὶ νὰ μὴ εἴπωμεν εἰς αὐτὸν «πηγαίνετε εἰς τὸν τόπον σας»; Καὶ ἡμεῖς, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἔχομεν ἧττον φιλελεύθερα αἰσθήματα ἢ ὑμεῖς. Καὶ ἡμεῖς ἔχομεν τὸ αἴσθημα τῆς ξενίας, ἀλλὰ θέλομεν τὴν Πατρίδα ἡμῶν ἀνοικτὴν πρὸς πάντας τοὺς ξένους, οἵτινες ἔρχονται καὶ ἐντίμως ἐργάζονται ἐν αὐτῇ, φέροντες τὰ κεφάλαιά των, τὰ φῶτα αὐτῶν, τὴν ἱκανότητα τὴν ἐπιστημονικὴν ἢ τὴν βιομηχανικὴν, συνεργάζονται μεθ’ ἡμῶν καὶ συντελοῦσιν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν πρόοδον τοῦ τόπου. Ἀλλὰ δὲν θέλομεν τὴν Ἑλλάδα ἀνοικτὴν καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς λωποδύτας, οἱ ὁποῖοι τὴν θεωροῦσι μόνον καταφύγιον, φεύγοντες τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος των. Ὄχι μόνον σήμερον, ὅτε εἴμεθα Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ Βουλευταὶ ἁπλοῖ ὅταν θὰ ἤμεθα, βεβαιωθῆτε ὅτι θὰ προσπαθήσωμεν νὰ προστατεύσωμεν τὴν Ἑλλάδα κατὰ τῆς ἐπιδρομῆς λωποδυτῶν.
§47Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ παρακαλέσω πρῶτον, ὅπως καταθέσωσι τὰ ἔγγραφα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐστηρίχθησαν, ἀπαντήσαντες εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἄνδρου· εἶτα νομίζω ἀναγκαῖον νὰ συμπληρωθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, νὰ καταθέσωσιν αὔριον ἢ μεθαύριον, ὅταν δυνηθῶσι, πληροφορίας ἐπὶ τῶν ἑξῆς ἐρωτήσεων. Πρῶτον, ὁ βαρῶνος Χαμμερστάϊν,—διότι ὁ τίτλος τοῦ βαρώνου τῷ ἔμεινε, προσετέθη καὶ σήμερον εἰς αὐτὸν καὶ ὁ τίτλος τοῦ λωποδύτου, ἀλλ’ ὁ τίτλος τοῦ βαρώνου δὲν τῷ ἀφῃρέθη,—ὁ βαρῶνος Χαμμερστάϊν, ὅστις εἶναι ὑπόδικος, καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς καταδίκης του ὑποτίθεται ὡς ἀθῶος, καὶ δὲν δύναται νὰ κληθῇ οὐδὲ ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ βήματος, οὐδὲ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, οὔτε κακοῦργος, οὔτε λωποδύτης, οὐχὶ μόνον ὑπὸ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ οὐδὲ ὑπὸ οὐδενὸς—ὁ βαρῶνος Χαμμερστάϊν, ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἐὰν καθ’ ὃν χρόνον διέμενεν ἐν Ἑλλάδι, ἐξετέλεσεν ἢ ἀπεπειράθη νὰ ἐκτελέσῃ ἀξιόποινόν τινα πρᾶξιν, καὶ ποίαν; Δεύτερον, ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἐὰν ὁ περὶ διαβατηρίων θεσμὸς, τὸν ὁποῖον ἐξύμνησεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, ἐφηρμόσθη καὶ εἰς ἄλλον τινὰ, ἐκτὸς τοῦ βαρώνου Χαμμερστάϊν, καὶ εἰς τίνα; Τρίτον, ὁποία ἡ κοινωνικὴ θέσις τοῦ βαρώνου Χαμμερστάϊν, ἢ μᾶλλον ἡ πολιτικὴ θέσις αὐτοῦ ἐν Πρωσσίᾳ; Σήμερον, κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι κακοῦργος καὶ λωποδύτης· ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ μάθω, πρὶν ἢ ἀπομακρυνθῇ ἐκ τῆς πατρίδος του... (θόρυβος). Κύριοι, νομίζω ὅτι σχετικὰς ἐρωτήσεις ἀπευθύνω· ἐὰν ἦναι ἄσχετοι, ἂς εἴπωσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι.
§49Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπεθύμουν, λέγω, νὰ μάθω, ὁποία ἡ πολιτικὴ θέσις αὐτοῦ ἐν Γερμανίᾳ, πρὶν ἢ ἀπομακρυνθῇ ἐκ τῆς πατρίδος του, ὡς ὑπόδικος καταδιωκόμενος. Τέταρτον, ἂν ὑπάλληλος τῆς Πρωσσικῆς ἀστυνομίας συνέπραξε μετὰ τῶν ὀργάνων τῆς Ἑλληνικῆς ἀστυνομίας, ἀπὸ τίνος στιγμῆς καὶ μέχρι τίνος στιγμῆς. Πέμπτον, ἂν ἐζητήθη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ἡ ἀπέλασις, ἡ ἔκδοσις ἔστω, καὶ ἐπὶ ἀμοιβαιότητι ἄλλου ἀλλοδαποῦ, καταδιωκομένου ἐπίσης ἀπὸ ἄλλο Κράτος, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔδειξε τὴν προθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἔδειξε κατὰ τοῦ κακούργου καὶ λωποδύτου βαρώνου Χαμμερστάϊν, ὡς εὐηρεστήθη νὰ τὸν τιτλοφορήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐπαναλαμβάνω καὶ τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἠγόρευεν, ἵνα συζητήσωμεν καὶ περὶ τοῦ Ξύδη, ἂν ὁ Ξύδης, μετὰ τὸ ἔγκλημα, διὰ τὸ ὁποῖον κατεδιώκετο, κατεδιώκετο ἐπίσης καὶ δι’ ἄλλας ἀξιοποίνους πράξεις, ἐκτελεσθείσας εἰς Buenos-Ayres, τὰς ὁποίας συνέπεσε νὰ γινώσκῃ ὁ Γάλλος τοποτηρητὴς κ. Rouvier ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, καὶ προσέτι, ἂν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἐν Παρισίοις παρήγγειλε τὸν ἐν Τύνιδι πρόξενον τῆς Ἑλλάδος νὰ μὴ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἀπελάσεως, διότι ὁ Γάλλος τοποτηρητὴς ἠδύνατο νὰ ἀπελάσῃ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἦναι ὕποπτον ἐκεῖ, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τοῦ νὰ ζητήσῃ τὴν ἔκδοσιν. Αὐτὰς τὰς πληροφορίας νὰ καταθέσουν οἱ κύριοι Ὑπουργοί, καὶ ἐφ’ ὅσον δύνανται. Προσέτι, κύριε Πρόεδρε, ἡ ὑποβληθεῖσα ἐπερώτησις, ὅσον καὶ ἂν καταβιβασθῇ ὡς ἰδιοτροπία φαντασίας τοῦ ὑποβαλόντος αὐτήν, ὅσον καὶ ἂν χαρακτηρισθῇ ὡς ἀνορθογραφία τοῦ διεθνοῦς δημοσίου δικαίου, ὅσον καὶ ἂν ἐπεκαλέσθησαν ὡς μάρτυρας διασήμους συγγραφεῖς, ἵνα ἀποδείξωσιν, ὅτι καὶ ἄνευ συνθήκης ἔκδοσις ἠδύνατο νὰ γείνῃ, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγένετο, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ χαρακτηρισθῇ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι, εἶναι σπουδαιότατον, δὲν εἶναι ἐκ τῶν συνήθων ἐπερωτήσεων, αἵτινες δύνανται νὰ παρέλθουν ἀπαρατήρητοι. Νομίζω ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ δύναται νὰ κατηγορηθῇ, ὅτι καὶ ἐβράδυνε νὰ ζητήσῃ τὴν εὐθύνην διὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο. Ἀλλὰ ταὐτοχρόνως ὑποβάλλω καὶ τὴν γνώμην μου, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ λάβωμεν πρὸ παντὸς γνῶσιν τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων, εἰς τὰ ὁποῖα ἐστηρίχθησαν οἱ Ὑπουργοὶ διὰ νὰ ἀπαντήσωσι, νὰ κατατεθῶσι δὲ αἱ πληροφορίαι, αἱ παρ’ ἐμοῦ ζητηθεῖσαι, νὰ ὁρισθῇ δὲ ἡμέρα συζητήσεως ἢ τὸ Σάββατον ἢ ἡ προσεχὴς Δευτέρα, διότι βεβαίως καὶ ἐγὼ θὰ εὐχαριστηθῶ, καὶ ὡς Ἕλλην καὶ ὡς μέλος τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, ἂν ἀποδειχθῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν ἰσχυόντων νόμων, ἐντὸς τῶν κανόνων τοῦ διεθνοῦς δημοσίου δικαίου, ἐξετέλεσεν ὅ,τι ἐξετέλεσε, καὶ θέλω ἀνακουφισθῆ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἤθελεν ἐμπνευσθῆ πεποίθησις τοιαύτη. Ἀλλὰ θέλω ἀντιταχθῆ κατὰ πάσης προσπαθείας, ἥτις θὰ ἔτεινεν εἰς τὴν συγκάλυψιν γεγονότος, τὸ ὁποῖον, ἂν ἀπεδεικνύετο ὡς παρεστάθη, βεβαίως δὲν θὰ ἦναι πρὸς τιμὴν τῆς συγχρόνου Ἑλλάδος. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ συζητήσῃ σήμερον ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, ἀλλὰ νὰ λάβωμεν πρῶτον γνῶσιν τῶν ἐγγράφων, νὰ συμπληρωθῶσιν αἱ πληροφορίαι, καὶ νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις, κατ’ ἀρέσκειαν τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, ἢ τὸ Σάββατον, ἢ τὴν προσεχῆ Δευτέραν.
§50ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Πολλὰς ἐρωτήσεις μᾶς ἀπέτεινεν ὁ κ. ἐκ Βόλου Βουλευτής. Εἰς μίαν ἐξ αὐτῶν δύναμαι καὶ ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω ἀμέσως. Ὑπῆρξε διάδοσις, ὅτι ξένος τις ἀστυνόμος συνώδευεν, ἀπερχόμενον ἐξ Ἑλλάδος, τὸν Γερμανὸν Χαμμερστάϊν. Τοῦτο, ὅπως καὶ πάντα τὰ ἄλλα, εἶναι ἀνακριβέστατον. Ὁ Χαμμερστάϊν συνωδεύετο μόνον ὑπὸ τοῦ Ἕλληνος ἀστυνόμου μέχρι τῆς ἀτμοκινήτου.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος.
§52ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδείς, κύριε Πρόεδρε, δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι σοβαρώτατον εἶναι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ὥραν ταύτην ἐπισπᾷ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Τοῦτο μαρτυρεῖ ἡ ἐντεταμένη προσοχὴ ἁπάντων τῶν συναδέλφων, μετὰ τῆς ὁποίας παρακολουθοῦσι τὴν συζήτησιν ταύτην. Δὲν ἀμφιβάλλω λοιπὸν, ὅτι τοιαύτη θέλει γείνῃ καὶ ἡ περαιτέρω συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος μετ’ ἄκρας δηλαδὴ σοβαρότητος καὶ ἀκριβείας. Εὐτυχῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προσεκόμισεν ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν τινὰ ἐκ τῶν ἐγγράφων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ μελετῶσα, δύναται νὰ μορφώσῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἀλλὰ συμπληροῦσα ἡ Κυβέρνησις τὰς ζητηθείσας παρὰ τοῦ κ. ἐξ Ἄνδρου Βουλευτοῦ πληροφορίας, φρονῶ ὅτι καθῆκον ἔχει, ὅπως προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις τῆς συλλήψεως καὶ τῆς ἀπελάσεως τοῦ Χαμμερστάϊν. Ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ ἀναγκαῖον θεωρῶ, ὅπως δοθῇ καιρός τις εἰς μὲν τὴν Βουλὴν, ἵνα μελετήσῃ τὰ προσκομισθέντα ἤδη ἔγγραφα, εἰς δὲ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως προσκομίσῃ καὶ πάντα τὰ ὑπόλοιπα ἔγγραφα καὶ παράσχῃ τὰς πληροφορίας τὰς αἰτηθείσας παρὰ τοῦ ἐκ Βόλου κ. Βουλευτοῦ. Ἕνεκα τούτου, τάσσομαι μετὰ τῆς γνώμης αὐτοῦ, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἰς ἡμέραν ὁριστέαν παρὰ τῆς Βουλῆς κατὰ γνώμην τῶν κυρίων Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Ἐξωτερικῶν.
§53ΣΤΑΗΣ. Ἐπειδὴ περὶ σπουδαίου ζητήματος πρόκειται, περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς ἔθεσεν εἰς προσοχὴν οὐ μόνον τὴν Βουλὴν, οὐ μόνον τὸ ἔθνος, ἀλλὰ καὶ σύμπαντα τὸν πεπολιτισμένον κόσμον, καὶ σήμερον ὅλων τὰ βλέμματα εἶναι ἐστραμμένα πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, ἐπειδὴ περὶ οὕτω σοβαρᾶς ὑποθέσεως πρόκειται, δὲν εἶναι, νομίζω, ἄδικον νὰ ὑποβληθῇ καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον εἰς δαπάνην τινὰ, διὰ νὰ προσκομισθῶσι πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀπαιτούμενα ἵνα δοθῇ φῶς ἐπὶ ὑποθέσεως τόσον σοβαρᾶς· ἓν δὲ τῶν σπουδαίων τούτων ἐγγράφων θὰ ἦναι καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ ἐν Βάρῃ Ἐφετείου, ἐξ ἧς θὰ μάθωμεν, ἂν ἐγένετο ἀπέλασις ἢ παράδοσις ἢ ἔξωσις ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ τηλεγραφήσῃ πρὸς τὸν ἐν Βάρῃ Ἕλληνα πρόξενον, ἂν δὲ δὲν ὑπάρχῃ ἐκεῖ τοιοῦτος, νὰ τηλεγραφήσῃ πρὸς τὸν ἐν Πρίντεζι καὶ διατάξῃ αὐτὸν νὰ μεταβιβάσῃ τὴν ἀπόφασιν ταύτην τηλεγραφικῶς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν.
§54ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης Βουλευτὴς ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν ὅλων τῶν ἐγγράφων. Ἔγγραφα δὲν ὑπάρχουσιν ἄλλα. Μόνα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν καὶ δυνάμεθα νὰ καταθέσωμεν, εἶναι αἱ δύο ἐκθέσεις τοῦ ἀστυνόμου καὶ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας, τὰς ὁποίας εἶμαι ἕτοιμος νὰ καταθέσω, καὶ τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως, τὸ ὁποῖον κατετέθη.
§55ΚΑΙΡΗΣ. Ὡς ποιήσας τὴν ἐπερώτησιν, ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω εἰς τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς, εἶμαι δὲ ἕτοιμος νὰ συζητήσω ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔδωκαν οἱ Ὑπουργοί. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐκδηλώσεις ἐγένοντο ἐκ μέρους συναδέλφων, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπί τινας ἡμέρας, διὰ νὰ προσκομισθῶσι τὰ ἔγγραφα καὶ αἱ σχετικαὶ πληροφορίαι, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ ὑποχωρήσω, καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον μεθαύριον, ὅταν θὰ γείνῃ ἡ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου συζήτησις.
§56ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις, ὅπως ἡ συζήτησις ἀναβληθῇ εἰς ὡρισμένην ἡμέραν. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, κύριε Πρόεδρε.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὸ Σάββατον; (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§58ΚΑΙΡΗΣ. Εἴτε ἐδέχθη εἴτε δὲν ἐδέχθη, ἡμεῖς τὸ ζήτημα δυνάμεθα νὰ τὸ φέρωμεν, ὅταν θέλωμεν.
§59Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἐπερίμενα ἀντίστασιν ἐκ μέρους τῶν Ὑπουργῶν εἰς πρότασιν ἀθωοτάτην, παρ’ ἐκείνων, οἵτινες δὲν παρεβίασαν νόμον, ὡς ἰσχυρίζονται. Θὰ τὴν ἐπερίμενα παρ’ ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἤθελον ὠφεληθῆ ἐκ τῆς προσκομίσεως πληροφοριῶν. Ἠκούσατε ὅτι ἀμφότεροι οἱ Ὑπουργοὶ ἐπεκαλέσθησαν ἔγγραφα, παρεσκευάσθησαν, καὶ παρεσκευάσθησαν πολύ. Ἐγνώριζον ὅτι πρόκειται νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα. Μᾶς παραπέμπουσιν εἰς ἔγγραφα. Τίς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ λάβῃ ἀμέσως γνῶσιν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν; Ὅταν ἐπὶ τοιαύτης καὶ τοσοῦτον σοβαρᾶς ὑποθέσεως ζητῶνται πληροφορίαι ὡρισμέναι, σχετικαὶ καὶ ἄμεσοι πρὸς ἀπαλλαγὴν ἢ καταδίκην ἐκείνων, παρὰ τῶν ὁποίων ζητοῦνται εὐθύναι, δὲν ἐπιτρέπεται, εἰμὴ μόνον ἐπὶ ζημίᾳ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς, νὰ ἀφαρπασθῇ δῆθεν ἡ ψῆφος τῶν ἀριθμῶν, ἡ ἀπόφασις τῶν ἀριθμῶν. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη ἡμέρα, καθ’ ἣν εἰσέρχομαι εἰς τὴν Βουλήν· μὲ ἐτίμησαν κατ’ ἐπανάληψιν οἱ ἐκλογεῖς μου, καὶ ἐνθυμοῦμαι τοιαύτας ἀποφάσεις, ἀλλ’ ὅλοι γνωρίζομεν τὸ ἀποτέλεσμα. Πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πλειοψηφίας καὶ τῶν θεσμῶν, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας, πρέπει νὰ διαλευκανθῇ ἡ ὑπόθεσις. Ἂν ὑπάρχῃ τις εὐθυνόμενος, ὀφείλει νὰ δώσῃ λόγον τῶν πράξεών του, δὲν δίδει δὲ λόγον τῶν πράξεών του, ἂν φέρῃ ἔγγραφα καὶ λέγῃ ἁπλῶς «ἰδού, αὐτὰ εἶναι· συζητήσατε ἀμέσως»· δὲν δίδει λόγον τῶν πράξεών του ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀρνεῖται νὰ προσαγάγῃ συμπληρωτικὰς πληροφορίας, καὶ στρέφεται πρὸς τοὺς ἀριθμούς, λέγων «ἐμπρός!» Ἀλλὰ δὲν ἔχει καὶ σημασίαν τινὰ ἡ τοιαύτη ἀπόφασις. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐλευθέρα εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα, ὅσον καὶ ἂν λέγωσιν οἱ ἀριθμοί, ὅτι ἐτελείωσε τὸ ζήτημα. Διατὶ νὰ μὴ γείνῃ ἐφ’ ἅπαξ συζήτησις, ἐκ τῆς ὁποίας νὰ ἀποδειχθῶσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον οἱ Ὑπουργοί; Οὐδὲν ἔχουν συμφέρον νὰ μὴ δεχθῶσι, τοὐναντίον ἔχουν συμφέρον νὰ ἀποδείξωσιν ἀληθέστατα ὅσα εἶπον, διότι τότε δὲν θὰ μείνῃ μομφὴ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι ἀφῆκε τοιαύτην πρᾶξιν χωρὶς νὰ δώσῃ τὴν προσοχήν του εἰς ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους. Ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν διὰ τῶν πραγμάτων, καὶ ἀπόφασιν διὰ τῶν πραγμάτων δὲν δύναται νὰ ἔχῃ. Δύναται νὰ προβῇ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἂς στραφῇ εἰς τὸ παρελθὸν μετὰ δειλίας διὰ τὰς τοιαύτας ἀποφάσεις τῶν ἀριθμῶν.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἠρωτήθη.
§61Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπορῶ, πῶς ὁ ἐκ Βόλου κ. Βουλευτὴς ζητεῖ ὑπευθύνους, ὡς ἂν οἱ ὑπεύθυνοι ἐκρύβησαν ἢ ἐτράπησαν εἰς φυγήν· οἱ ὑπεύθυνοι Ὑπουργοὶ ἐπηρωτήθησαν πρὸ δύο ἡμερῶν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄνδρου, καὶ ἐδήλωσαν αὐτὴν ἐκείνην τὴν ἡμέραν, ὅτι τὴν Τετάρτην τῆς ἑβδομάδος ἤθελον προσέλθει νὰ δώσωσι πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν. Γνωστὸν λοιπὸν ἦτο τοῖς πᾶσιν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ κ. Χαμμερστάϊν ἔμελλε νὰ συζητηθῇ τὴν Τετάρτην ἐνταῦθα, γνωστὸν ἦτο τοῖς πᾶσιν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἀφορμὴν εἶχε τὴν ἀπόφασιν, ἣν ἔλαβεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, νὰ ἀρνηθῇ τὴν ξενίαν εἰς τὸν ἀλλοδαπὸν Χαμμερστάϊν. Ἑπομένως ἕκαστος δὲν εἶχεν, εἰμὴ νὰ ἀναγνώσῃ τὰς ἐφημερίδας, εἰμὴ νὰ μάθῃ τί συνέβη κατὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ Χαμμερστάϊν ἐξ Ἀθηνῶν, διὰ νὰ σχηματίσῃ γνώμην, ἂν τὰ Κράτη ἔχωσιν ἢ δὲν ἔχωσι δικαίωμα νὰ ἀρνῶνται ξενίαν εἰς ἀλλοδαπόν, ὁσάκις νομίζωσιν, ὅτι ἡ διαμονή του εἰς τὴν χώραν δὲν εἶναι ὠφέλιμος εἰς αὐτήν, ἀλλὰ μᾶλλον ἐπιζήμιος εἰς αὐτήν. Ζητοῦσι πληροφορίας περὶ τοῦ τί ἀπεφάνθη τὸ δικαστήριον τῆς Βάρνης, καὶ ζητοῦσι τοῦτο ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος! Ζητοῦσι πληροφορίας περὶ τῆς πολιτικῆς, περὶ τῆς κοινωνικῆς θέσεως τοῦ Χαμμερστάϊν ἐν Βερολίνῳ, ζητοῦσι πληροφορίας περὶ τῆς βασιμότητος ἢ μὴ τῶν κατηγοριῶν, τὰς ὁποίας ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐν Βερολίνῳ ἀπηύθυνε κατὰ τοῦ Χαμμερστάϊν, καὶ ζητοῦσιν αὐτὰ παρὰ τῶν Ὑπουργῶν τῆς Ἑλλάδος! Πρωτοφανῆ ἐρωτήματα, ἀπευθυνόμενα πρὸς Ὑπουργούς. Θέλουσι νὰ φωτισθῶσι περί τινος πράγματος; τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλοῦν. Ἔχουσιν ἢ δὲν ἔχουσι τὰ Κράτη τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνῶνται τὴν ξενίαν; Ἄν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὡμίλησε θεωρητικῶς περὶ ἐκδόσεως, ἂν ἐπεκαλέσθη γνώμας συγγραφέων περὶ τῆς ὑποχρεώσεως ἢ τοῦ δικαιώματος τῶν Κρατῶν νὰ ἐκδίδωσι τοὺς εἰς αὐτὰ προσφεύγοντας, ἂν ὡμίλησε περὶ τῆς φροντίδος καὶ ἀκριβείας, μὲ τὴν ὁποίαν τὰ Κράτη ἐπιτηροῦσι τοὺς εἰς αὐτὰ εἰσερχομένους, ζητοῦντα ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἀνεζήτησαν ἐν τῇ ὑποχρεώσει τῶν μεταβαινόντων εἰς αὐτὰ ἀλλοδαπῶν νὰ ἔχωσι διαβατήρια, πάντα ταῦτα ἦσαν ἐκτὸς τοῦ προκειμένου, διότι τὸ θέμα ἦτο ἓν καὶ μόνον: Εἴχομεν ἢ δὲν εἴχομεν δικαίωμα νὰ ἀρνηθῶμεν ξενίαν; Φρονοῦμεν ὅτι εἴχομεν δικαίωμα, ἐν ὀνόματι τοῦ Κράτους, νὰ ἀρνηθῶμεν ξενίαν εἰς τὸν ἀλλοδαπὸν, ὅταν ἐπειθόμεθα, ὅτι ἡ διαμονὴ αὐτοῦ δὲν ἦτο ὠφέλιμος εἰς τὴν χώραν, ἔτι περισσότερον, ὅτι ἦτο ἐπιζήμιος εἰς τὴν χώραν. Ἔγγραφα δὲν ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν, εἰμὴ μόνον τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐκπορεύονται ἐκ τῶν δημοσίων ἀρχῶν τῆς Ἑλλάδος. Τοιοῦτον ἔγγραφον εἶναι τὸ ἔγγραφον τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας, τὸ δηλοῦν τὴν διαταγὴν, ἣν ἔλαβε παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, ὅπως ποιήσηται γνωστὸν εἰς τὸν ἀλλοδαπὸν, ὅτι ἀρνούμεθα ξενίαν, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀναχωρήσῃ ἀμέσως. Τὸ κατὰ τοῦ Χαμμερστάϊν ἔνταλμα τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς τοῦ Βερολίνου εἶναι ἔγγραφον πρόσθετον, οὐδὲ εἴχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἀναζητήσωμεν αὐτὸ, ὅπως τὸ πορισθῶμεν, καὶ λαβόντες αὐτὸ, νὰ τὸ καταθέσωμεν. Ἀλλὰ μ’ ὅλα ταῦτα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατέθηκεν αὐτό. Ποῖα ἄλλα ἔγγραφα ζητοῦσι; Καὶ νομίζουσιν ὅτι, ὡς ἀναβάλλομεν τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἐξελεγχθῶσιν ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς, πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν καὶ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς συζητουμένης ἐπερωτήσεως, ἕως ἂν ζητήσωμεν καὶ μᾶς στείλωσι τὴν ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου τῆς Βάρης; καὶ εἶτα ἕως ἂν ζητήσωμεν καὶ μᾶς στείλῃ ὁ ἐν Βερολίνῳ πρέσβυς τῆς Α. Μεγαλειότητος τὰ βουλεύματα τοῦ ἐν Βερολίνῳ Πλημμελειοδικείου ἢ τὴν ἀπόφασιν τοῦ ποινικοῦ δικαστηρίου τοῦ Βερολίνου; Εἶναι τῷ ὄντι πρωτοφανῆ ἐρωτήματα, ἀπευθυνόμενα πρὸς Ὑπουργούς! Ἡμεῖς δηλοῦμεν, οὐδόλως ἀποστέργοντες τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἔγγραφον ἔχομεν νὰ καταθέσωμεν, εἰμὴ μόνον τὰς ἐκθέσεις τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς, ἐν αἷς περιγράφεται ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐξετελέσθη ἡ περὶ τοῦ Χαμμερστάϊν δοθεῖσα εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν διαταγὴ, καὶ ἐκ περισσοῦ, ἀλλ’ ἄνευ ὑποχρεώσεως, καὶ μόνον διότι συνέπεσε νὰ ἔχῃ αὐτὸ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ ἔνταλμα τὸ κατὰ τοῦ Χαμμερστάϊν ἐκδοθὲν ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς τοῦ Βερολίνου.
§62ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Λοιπὸν τὸ Σάββατον.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Σάββατον. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου. Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§64ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δύο τινὰ ἐπιδιώκονται διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Τὸ πρῶτον εἶναι ἡ κατάργησις τοῦ νόμου τοῦ 1882, καθ’ ὃν, ὅπως τεθῇ ἓν τέρμα εἰς τὰς καταχρήσεις, αἵτινες ἐλάμβανον χώραν κατὰ τὴν παραχώρησιν μεταλλείων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ 1861, ἐθεσπίσθη, ὅπως ἐφεξῆς μὴ παραχωρῆται μεταλλεῖον διὰ Β. Διατάγματος, ἀλλὰ διὰ νόμου, ὅπως οὕτω λαμβάνωνται ὅλα τὰ μέτρα, δι’ ὧν θὰ ἐξησφαλίζετο ἡ παραχώρησις εἰς ἐκεῖνον, ὅστις καὶ ἠδύνατο καὶ ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἐκμεταλλευθῇ αὐτό. Διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ζητεῖται ἡ κατάργησις τοῦ νόμου τοῦ 1882, καὶ οὕτως ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ πρώην καθεστὼς τοῦ νόμου τοῦ 1861. Ὁ ἕτερος σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὁ ἑξῆς. Ὁ εἰσηγητὴς αὐτοῦ ἐνόησεν, ὅτι ἡ τοιαύτη ἐπάνοδος εἰς τὸ παρελθὸν θὰ ἐνεποίει θλιβερὰν ἐντύπωσιν, ἴσως θὰ ἔδιδεν ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις, ὅτι ἐγένετο, τίς οἶδε χάριν τίνος λόγου· ὅπως λοιπὸν ἀποφύγῃ ταύτας, ἐνόμισε καλὸν νὰ συνδέσῃ αὐτὸ πρὸς νέας διατάξεις, ἐξασφαλιζούσας τὰς ὑποχρεώσεις τῆς ἐκμεταλλεύσεως παρ’ ἐκείνου, εἰς ὃν ἐγένετο ἡ παραχώρησις. Αὐτοὶ ἦσαν οἱ δύο σκοποὶ τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου, οὓς ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸν συντάκτην αὐτοῦ. Ὁ συντάκτης ἐνόησε καλῶς τὸν πρῶτον, καὶ τὸν διετύπωσεν εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸν ἕτερον, εἴτε δὲν ἐνόησε καλῶς, εἴτε ἠστόχησε περὶ τὴν διατύπωσιν τῆς ἐννοίας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπήντησεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ ὦμεν ἥσυχοι, διότι καὶ περὶ αὐτοῦ λαμβάνεται πρόνοια ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν τὰς καταχρήσεις τοῦ παρελθόντος, καθ’ ὃ πολλοί, λαμβάνοντες παραχώρησιν μεταλλείου, οὐδέποτε εἶχον σκοπὸν νὰ τὸ ἐκμεταλλευθῶσιν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, καὶ τοῦτο πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ φράσις τοῦ νομοσχεδίου δὲν φαίνεται ἀποδίδουσα ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνόει ὁ εἰσηγητὴς αὐτοῦ. Ἐγεννήθησαν τόσαι ἀμφιβολίαι, ὥστε ἐδέησε νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸ πρωτότυπον τοῦ νόμου τοῦ Πρωσσικοῦ, οὗτινος εἶναι ἁπλῆ μετάφρασις τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ τὰ μεταφρασθέντα ἐκ τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου ἄρθρα εἰς πᾶν ἄλλο ἀποβλέπουσιν ἢ εἰς ἐκεῖνο, τὸν ὁποῖον ἠθέλησεν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργός, καθ’ ὅλην τὴν μακρὰν συζήτησιν, τὴν γενομένην κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐδήλωσε διαῤῥήδην, ὅτι ἐν πρώτοις διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἠθέλησε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν γενικὴν ἐκμετάλλευσιν ἑκάστου μεταλλείου. Ἀλλ’ ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ καὶ μέτρα ἐξασφαλίζοντα τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ, διότι κατὰ τοῦτο ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι οὐχὶ ὁ νόμος ὁ ἐν ἰσχύϊ, ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ὑπῆρξεν ἐλαττωματικὴ καὶ πλημμελής. Τί δὲ εἴδομεν; ὅτι περὶ παντὸς ἄλλου πρόκειται ἐν τῷ νόμῳ τῷ Πρωσσικῷ ἢ περὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὑποθέτει ὁ κ. εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου. Τοῦτο ἀπεδείχθη χθὲς καὶ ἐκ τῶν ἀγορεύσεων τοῦ τε ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ καὶ τοῦ ἐκ Μήλου, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἔννοια τῶν σχετικῶν ἄρθρων τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου εἶναι διάφορος ἐκείνης, ἣν ἀπέδωκεν εἰς αὐτὰ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπείσθη ὅτι εἶχε δίκαιον ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, καὶ ὑπομειδιῶν εἶπεν, ὅτι ἀκριβῶς κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν εἶπεν, ὅτι παρέλκει τὸ δέν, οὗτινος ἀφαιρουμένου, θ’ ἀποκαθίστατο ἡ ἀληθὴς ἔννοια. Ἀλλ’ ὡς ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς τροπολογίας του ἔδωσεν ὅλως ἀντίθετον ἔννοιαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν τὸ πρωτότυπον κείμενον τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου περιέχει. Ἐν Γερμανίᾳ κρατεῖ ἀνέκαθεν ἡ γνώμη, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία ἐπὶ τῶν μεταλλείων εἶναι πλήρης καὶ ἀπόλυτος, μὴ δυναμένη νὰ ὑπαχθῇ εἰς οὐδένα περιορισμόν. Καὶ εἶναι μὲν βέβαιον, ὅτι εἰς ἀρχαιοτέρους χρόνους, κατὰ τὸν μεσαιῶνα, τὰ μεταλλεῖα ἐθεωροῦντο νόμημα βασιλικὸν, ὡς τοιαῦτα δυνάμενα νὰ παραχωρηθῶσιν εἰς ἐκείνους μόνον, οἵτινες καὶ ἠδύναντο νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν αὐτὰ ἀπ’ εὐθείας, διότι κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους δὲν εἶχεν ἔτι ἀναπτυχθῆ μεγάλη μεταλλευτικὴ βιομηχανία, ἦσαν δ’ ἐκμεταλλευταὶ αὐτοὶ οὗτοι οἱ ἐργάται, οἵτινες, λαμβάνοντες τὸ δικαίωμα παρὰ τοῦ ἡγεμόνος, ἠδύναντο νὰ ἐνασκήσωσιν αὐτὸ μόνον ἐφ’ ὅσον εἰργάζοντο. Ἀλλὰ βραδύτερον ἤρχισε νὰ ἀναπτύσσηται μεγάλη μεταλλευτικὴ βιομηχανία, ὅτε δὲν ἤρκει μόνον ἡ προσωπικὴ ἐργασία, ἀλλὰ ἀπῃτοῦντο καὶ κεφάλαια πρὸς τοῦτο. Τότε ἔπρεπε κατ’ ἀνάγκην ἡ ἀρχή, ἡ τέως κρατοῦσα, νὰ μεταβληθῇ. Οὐδεὶς βεβαίως κεφαλαιοῦχος θὰ διέθετε τὰ κεφάλαιά του, ἐν ὅσῳ δὲν ἦτο ἐκ τῶν προτέρων βέβαιος, ὅτι θὰ ἐξεμεταλλεύετο τὸ μεταλλεῖον, ἐφ’ ὅσον ἦτο τοῦτο συμφέρον, καὶ ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ διακόψῃ, ἔστω καὶ πρὸς καιρὸν, ἐν ὅσῳ δὲν συνέφερεν ἡ παραγωγή, χωρὶς ὁ κεφαλαιοῦχος, ὁ διαθέτων ὑπὲρ αὐτοῦ τὰ κεφάλαια, νὰ διατρέξῃ ἐντεῦθεν τὸν κίνδυνον τῆς ἀπωλείας τοῦ μεταλλείου, τῆς ἀπωλείας ἑπομένως καὶ τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα εἶχε διαθέσει ὑπὲρ αὐτοῦ. Τότε λοιπὸν ἐπεκράτησεν ἄλλη ἀρχὴ ἐν Γερμανίᾳ, ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ μεταλλεῖα δὲν ἔπρεπε νὰ θεωρῶνται ὡς νόμημα βασιλικὸν, ἀλλ’ ὡς κτῆμα ἀδέσποτον, τοῦ ὁποίου ὁ πρῶτος καταλαβὼν αὐτὸ ἐγίνετο ἰδιοκτήτης. Διὰ τῆς γινομένης πρὸς αὐτὸν παραχωρήσεως τοῦ τοιούτου μεταλλείου διὰ βασιλικοῦ διατάγματος ἀνεγνωρίζετο, κυρίως εἰπεῖν, τὸ δικαίωμα ἰδιοκτησίας ἐπὶ τοῦ τοιούτου μεταλλείου. Τὸ δικαίωμα τοῦτο ἦτο τόσον ἀπόλυτον, τόσον ἀπεριόριστον, ὥστε εἰς οὐδένα ἀπολύτως ἐξαναγκασμὸν ἠδύνατο τὸ Κράτος νὰ ὑποβάλῃ τὸν λαβόντα ἅπαξ παραχώρησιν μεταλλείου τινὸς, ὅπως ποιήσηται ἔναρξιν αὐτοῦ, ἢ προβῇ εἰς ἐκμετάλλευσιν. Ἐπειδὴ δὲ ἐν Γερμανίᾳ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Πρωσσίᾳ ἀκόμη καὶ τὴν σήμερον κρατοῦσι διάφορα δίκαια, αἱ χῶραι αἱ ἐκεῖθεν τοῦ Ρήνου, αἱ Πρωσσικαὶ, διατελοῦσιν ἀκόμη ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ Γαλλικοῦ ἀστικοῦ κώδικος, ὅστις ἀπὸ τῶν ἡμερῶν τοῦ Ναπολέοντος Αʹ ἐφηρμόσθη ἐν αὐταῖς, ἐνῷ αἱ ἐντεῦθεν τοῦ Ρήνου χῶραι διατελοῦσιν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ Πρωσσικοῦ κώδικος· διὰ ταῦτα μετὰ τοῦ Γαλλικοῦ κώδικος εἰς τὰς πέραν τοῦ Ρήνου χώρας ἐφαρμόζεται καὶ ὁ Γαλλικὸς νόμος τοῦ 1810, ἐνῷ εἰς τὰς ἐντεῦθεν τοῦ Ρήνου χώρας κρατεῖ τὸ σύστημα τὸ Πρωσσικὸν τὸ ἀρχαῖον. Τί δὲ συνέβαινεν οὕτω; Ἐξεδίδοντο ἐν Πρωσσίᾳ ἀποφάσεις δικαστηρίων, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπὶ μεταλλείων κειμένων ἐντεῦθεν τοῦ Ρήνου οὐδεὶς ἐπεβάλλετο ἐξαναγκασμὸς εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, εἴτε ὅπως κάμῃ ἔναρξιν, εἴτε ὅπως ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ μεταλλείου, ἐνῷ εἰς τὰς ἐκεῖθεν τοῦ Ρήνου χώρας, ὁσάκις ἐπαρουσιάζοντο λόγοι ὑπερτέρας ἀνάγκης, ἀνωτέρου δημοσίου ἢ κοινωνικοῦ συμφέροντος, ἐπιβάλλοντες τὴν ἐκμετάλλευσιν μεταλλείου τινὸς, τότε ἠδύνατο νὰ παρέμβῃ, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, τὸ Κράτος, καὶ νὰ ἐκβιάσῃ τὴν τοιαύτην ἐκμετάλλευσιν. Τὸ σύστημα τοῦτο ἐθεωρήθη τὸ ὀρθότερον, καὶ καθιερώθη τὸ πρῶτον ἐν Πρωσσίᾳ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1865 καὶ δὴ διὰ τοῦ ἄρθρου 65. Ὁ κράτιστος τῶν ἑρμηνευτῶν τοῦ νόμου ἐκείνου, ὁ ἐν Βόννῃ καθηγητὴς τοῦ μεταλλευτικοῦ δικαίου κ. Κλόστερμαν, ἀναγράφει πάντα ταῦτα ἐν μακρῷ σχολίῳ, μεθ’ οὗ συνοδεύει τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ἄρθρον 65, καὶ λέγει ῥητῶς ἐν αὐτῷ, ὡς σᾶς ἀνέφερε χθὲς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὅτι τὸ ἄρθρον 65 δὲν εἶναι ἄλλο τι, εἰμὴ ἀναγραφὴ τῆς ἀρχῆς ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐνέχει ὁ Γαλλικὸς νόμος τοῦ 1810 ἐν ἄρθρῳ 49, τὸ δὲ ἄρθρον 49 ἔχει ἀντιγράψει καὶ ὁ ἡμέτερος νόμος τοῦ 1882 ἐν ἄρθρῳ 52. Κύριοι, προκειμένου νὰ εἰσαγάγωμεν περιορισμοὺς ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον κέκτηται πᾶς κάτοχος μεταλλείου, τοὺς περιορισμοὺς τούτους εἰς πᾶσαν ἄλλην νομοθεσίαν δυνάμεθα νὰ ἀναζητήσωμεν, πλὴν μόνον τῆς Πρωσσικῆς. Ὑπάρχουσιν ἐν μέρει εἰς τὸν Γαλλικὸν νόμον, τὸν ὁποῖον καὶ ἡμεῖς ἔχομεν, ὑπάρχουσιν ἔτι σαφέστεροι ἐν τῷ Ἰταλικῷ νόμῳ, ἐξ οὗ παρελάβομεν αὐτὸν καὶ ἡμεῖς ἐν τῇ ὑπαρχούσῃ νομοθεσίᾳ. Πρὸς τί νὰ θελήσωμεν νῦν νὰ τοὺς νομοθετήσωμεν ἐκ νέου, καὶ δὴ κατὰ τρόπον, ὅστις παρέχει ἀφορμὴν εἰς τόσας παρερμηνείας καὶ παρεξηγήσεις, ὡς ἐγένετο τοῦτο κατάδηλον καὶ κατὰ τὴν πρώτην καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ταύτην συζήτησιν; Τί θέλει ὁ κ. Πρωθυπουργός; Νομίζει ὅτι ἡ ὑπάρχουσα νομοθεσία ἡμῶν δὲν παρέχει τὰ μέσα εἰς τὴν Πολιτείαν, ὅπως ἐναντίον τοῦ ἰδιοκτήτου μεταλλείου, ὅστις δὲν ἐννοεῖ νὰ ἐκμεταλλευθῇ τοῦτο, μεταχειρισθῇ μέσα ἐξαναγκαστικά; Ἡ νομοθεσία ἡμῶν, Κύριοι, εἶναι σαφὴς, σαφεστέρα τῶν διατάξεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας θέλει νὰ καθιερώσῃ νῦν διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἔλαβέ τις παραχώρησιν μεταλλείου καὶ δὲν ἐννοεῖ νὰ ποιήσηται ἔναρξιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως αὐτοῦ, ἐπὶ ζημίᾳ καὶ τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς τοιαύτης ἐκμεταλλεύσεως θὰ εἶχεν ἔσοδόν τι, καὶ τῆς κοινωνίας καθόλου; — διότι τὰ μεταλλεῖα δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὑπό τινα ἔποψιν καὶ ὡς ἐθνικὸς πλοῦτος. — Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου τοῦ 1867 παρέχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα, ὅπως, ἐὰν ἐντὸς ἑνὸς ἔτους δὲν κάμῃ ἔναρξιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως, κηρύξῃ αὐτὸν ἔκπτωτον παντὸς δικαιώματος διὰ Β. Διατάγματος. Ἐποιήσατο ἔναρξιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ αἴφνης διακόπτει αὐτὴν ἄνευ λόγου, ἄνευ ἀδείας πρὸς τοῦτο τῆς Κυβερνήσεως; Ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 55 τοῦ νόμου τοῦ 1861, ὅπερ ἐπίσης παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, μετὰ διακοπὴν ἑνὸς ἔτους ἄνευ ἀδείας αὐτῆς, νὰ τὸν κηρύττῃ ἔκπτωτον παντὸς δικαιώματος. Πρὸς τί λοιπὸν ἡ ἐπιψήφισις τοιούτων νέων διατάξεων; Κύριοι, δὲν πάσχομεν ἐξ ἐλλείψεως νόμων, δὲν πταίουσιν οἱ ὑπάρχοντες ἡμῶν νόμοι· περὶ τούτου πρέπει νὰ πεισθῶμεν ἅπαξ διὰ παντὸς, ὅτι κυρίως πταίει μόνη ἡ κακὴ ἐφαρμογὴ αὐτῶν. Νομίζετε, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅτι κακῶς πολλοὶ ἰδιοκτῆται μεταλλείων τὴν σήμερον, ἐπὶ ἔτη πολλὰ κατέχοντες αὐτὰ, δὲν προβαίνουσιν εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν αὐτῶν, ὅπως καὶ εἰς τὸ Κράτος ἀποδώσωσι τὸ προσῆκον ἔσοδον καὶ εἰς τὴν προαγωγὴν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου συντελέσωσιν; Ἔχετε τοὺς κειμένους νόμους, προστατεύοντας τὰ δημόσια καὶ ἐθνικὰ συμφέροντα. Διατὶ δὲν προκαλεῖτε τὴν διὰ Β. Διατάγματος ἔκπτωσιν αὐτῶν ἐκ παντὸς δικαιώματος; Εἰς τί θὰ μᾶς ὠφέλει ὁ προκείμενος νόμος, ὅστις, ἐπαναλαμβάνω, ὡς ἔχει, δὲν εὑρίσκεται κἂν εἰς σχέσιν πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζητήσατε σεῖς; Ἡ νομοθεσία, Κύριοι, ὅταν πρόκειται νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτόν τινα τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἅπαξ ἀπέκτησε διὰ παραχωρήσεως μεταλλείου, τάσσει προθεσμίαν ὡρισμένην εἰς αὐτὸν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἐὰν δὲν συμμορφωθῇ πρὸς τὰς διατάξεις της, τὸν κηρύττει ἔκπτωτον τοῦ δικαιώματος. Τοῦτο πράττει ἡ Ἰταλικὴ νομοθεσία, τοῦτο πράττει ἡ Γαλλικὴ νομοθεσία, τοῦτο πράττει καὶ ἡ ἡμετέρα νομοθεσία, διότι οὕτω πως μόνον ἐννοοῦσιν ἀπέναντι ἐνδεχομένης αὐθαιρεσίας τῆς διοικήσεως νὰ ἐξασφαλίσωσι τὰ δικαιώματα τοῦ ἰδιώτου. Ἐπὶ τέλους, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τὸ προκείμενον ἔχῃ τὴν ἔννοιαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐννοεῖτε, Κύριοι, ὁποῖαι αἱ συνέπειαι τούτου; Ἕκαστος ἰδιοκτήτης μεταλλείων δὲν θὰ ἔχῃ πλέον ἀσφάλειαν ἰδιοκτησίας· θὰ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς αὐθαιρεσίας τοῦ πρώτου τυχόντος μηχανικοῦ, ἐκ τῆς αὐθαιρεσίας καὶ αὐτοῦ τοῦ ἀνωτάτου Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου· διότι, καθὼς ἠξεύρετε, εἴτε ἐκ πλάνης, εἴτε καὶ ἐξ ἄλλων λόγων, εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ παραχθῇ τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον καὶ ἐπὶ τῇ βάσει γνωμοδοτήσεως τοῦ μηχανικοῦ ν’ ἀποφασίσῃ καὶ νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον εἰς τὴν πρώτην τυχοῦσαν περίστασιν πάντα ἰδιοκτήτην μεταλλείου, καὶ νὰ ἐπέλθῃ οὕτω ζημία προφανὴς οὐ μόνον εἰς τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν μεταλλείων, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Κράτος αὐτό· διότι δὲν ἠξεύρω, ἐὰν οὕτω πως παραβλάπτωνται συμφέροντα κεκτημένα διὰ νόμου, ἐὰν εἰς τὸν προτεινόμενον νέον νόμον ἐδίδετο ὀπισθοδρομικὴ δύναμις, ὡς φαίνεται ὅτι πρόκειται νὰ δοθῇ, ἐὰν ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων οὕτω πως θὰ παρεβλάπτοντο τὰ συμφέροντα, δὲν θὰ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ προσφύγωσιν εἰς τὴν δικαιοσύνην, ἥτις, μεθ’ ὅλην τὴν κατάκρισιν, τὴν ὁποίαν κατ’ αὐτῆς ἀπηύθυνε προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δῆθεν αὐτὴ παρερμηνεύει τοὺς νόμους, ἵσταται ὅμως ἀρκετὰ ὑψηλὰ, ὥστε νόμους, τοὺς ὁποίους θὰ εὕρισκεν ἀντικειμένους πρὸς ῥητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, νὰ τοὺς ἀποῤῥίψῃ, καὶ νὰ παράσχῃ εἰς τοὺς δι’ αὐτῶν ἀδικουμένους πολίτας ἀποζημίωσιν. Ἀλλ’ οὕτω πως, Κύριοι, δὲν πρόκειται μόνον συμφέροντα ἰδιωτῶν νὰ ζημιωθῶσιν, ἀλλὰ καὶ τὸ Κράτος αὐτὸ νὰ ἐκτεθῇ εἰς ζημίας μεγάλας. Καὶ διατὶ πάντα ταῦτα; Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, Κύριοι, μίαν παρομοίωσιν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ εὕρω ἄλλον λόγον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔπαθε τὸ πάθημα ἀνθρώπου, ὅστις παραγγέλλει νὰ τῷ ἀγοράσωσιν ἕνα πῖλον, καὶ αἴφνης, ἀντὶ τοῦ πίλου, τὸν ὁποῖον ἐζήτησε, τῷ φέρουσιν ἓν ὑπόδημα. Ἀκριβῶς αὐτὴ εἶναι ἡ ἀναλογία τοῦ παρόντος νομοσχεδίου πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζήτει ὁ κ. Πρωθυπουργός. Εἶναι ὅλως διόλου ἄσχετα. Ἡμεῖς τί λέγομεν πρὸς αὐτόν; «Αὐτὸ εἶναι ὑπόδημα, δὲν δύναται νὰ τεθῇ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς σου· οἱανδήποτε μεταβολὴν καὶ ἂν κάμῃς ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ ἂν τὸ κόψῃς καὶ ἂν τὸ ῥάψῃς, θὰ ἦναι πάλιν ὑπόδημα, ἄχρηστον διὰ τὴν κεφαλήν σου». Ἐὰν ὅμως αὐτὸς ἔχῃ τὴν ἰδιοτροπίαν νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὸ νὰ θεωρῇ αὐτὸ πῖλον, καὶ νὰ ἐννοῇ ὅτι μετά τινας μεταῤῥυθμίσεις θὰ ἦναι κατάλληλον διὰ τὴν κεφαλήν του, εἶναι Κύριος νὰ τὸ πράξῃ· ἀλλ’ ἡμεῖς, νομίζω, ἐκπληροῦμεν τὸ καθῆκόν μας, ὅταν ἐκ τῶν προτέρων λέγωμεν, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον θέλει. Διὰ ταῦτα, Κύριοι, νομίζω ὅτι, ἐὰν δὲν ἦναι ἀρκεταὶ αἱ διατάξεις αἱ ὑφιστάμεναι ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν ὡς πρὸς τὰ μεταλλεῖα, ἂς συμπληρώσῃ αὐτὰς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, προσφεύγων ὅμως εἰς νομοθεσίας σχετικὰς πρὸς τὴν ἡμετέραν. Καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ Γαλλικὴ καὶ ἡ Ἰταλικὴ, ἡ νεωτέρα πάσης, ἂς μὴ προσφύγῃ ὅμως εἰς τὴν Πρωσσικὴν νομοθεσίαν, ἥτις ὅλως ἐπὶ διαφόρων ἀρχῶν στηρίζεται, ἥτις κατ’ ἀρχὴν εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀπολύτου ἰδιοκτησίας καὶ κυριότητος, ἥτις διὰ τὴν μὴ ἔναρξιν ἢ μὴ ἐξακολούθησιν τῆς μεταλλεύσεως οὐδέποτε κηρύττει ἔκπτωτον τὸν κάτοχον ἢ ἰδιοκτήτην μεταλλείου τινὸς, καὶ μόνον μετὰ μακρῶν ἐτῶν ἐφαρμογὴν αὐτῆς ἠθέλησε νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν διάταξιν ἐκείνην τῆς Γαλλικῆς νομοθεσίας, καθ’ ἣν, ἐάν τις διακόπτῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ μεταλλείου του, ἐνῷ ἀντίκεινται πρὸς τὴν διακοπὴν ταύτην λόγοι ἀνώτεροι δημοσίου ἢ κοινωνικοῦ συμφέροντος, τότε καὶ μόνον ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸν ἐξαναγκασμόν. Καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα ἡ Πρωσσικὴ νομοθεσία ἀφήνει ἐλευθερίαν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ μεταλλείου νὰ ἄρξηται ὁπόταν θέλῃ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ μεταλλείου του, νὰ διακόψῃ ὁπόταν θέλῃ καὶ ἐὰν νομίζῃ τοῦτο συμφέρον εἰς αὐτόν. Ἡ νομοθεσία ἡ Ἰταλικὴ, ἡ νομοθεσία ἡ Γαλλικὴ ἀποδέχονται βεβαίως ἐξαναγκασμὸν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους κατὰ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ μεταλλείου, καὶ ὅταν λόγοι ἀνώτεροι δημοσίου συμφέροντος δὲν ἀντίκεινται πρὸς τὴν διακοπὴν τῆς ἐργασίας του, νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴν, διότι ἀποβλέπουσιν εἰς ἄλλους λόγους, ὡς εἶπον προηγουμένως, εἰς τὸ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ ἐκ τῆς τακτικῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν μεταλλείων τὸ Κράτος, εἰς τὸ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ ἡ καθόλου ἐθνικὴ οἰκονομία τῆς χώρας. Ἐγὼ, Κύριοι, εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην μεταβολῆς τῆς νομοθεσίας. Ἡ νομοθεσία ἡμῶν, ὡς ἔχει, εἶναι πλήρης καὶ τελεία, ἀρκεῖ μόνον νὰ ἔχῃ τὴν θέλησιν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὴν, καὶ εὐθὺς ὡς δείξῃ τὴν τοιαύτην θέλησιν, θέλει ἴδει ἀμέσως παυομένας ἀφ’ ἑαυτῶν ὅλας τὰς καταχρήσεις. Ἂν ὅμως δὲν ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ ἐφαρμόζῃ τὴν ἐν ἰσχύϊ νομοθεσίαν, οἱονδήποτε νομοσχέδιον ἂν φέρῃ, καὶ μάλιστα νομοσχέδια τοσοῦτον ἀντιφατικὰ, νομοσχέδια παρέχοντα ἀφορμὴν εἰς τόσας παρερμηνείας, δὲν θὰ κατορθώσῃ ποτὲ νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὰς καταχρήσεις, τοὐναντίον μάλιστα διὰ τοιούτων νομοσχεδίων θέλει ἀνατρέψει τὴν καλῶς ἔχουσαν νομοθεσίαν ἡμῶν, καὶ θέλει ἀνοίξει νέας θύρας εἰς παντοίας καὶ ποικίλας καταχρήσεις.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φιλάρετος ἔχει τὸν λόγον.
§66Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὀλίγας παρατηρήσεις ἔχω νὰ ὑποβάλω καὶ ἐγὼ ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου χθὲς, ἐξηγῶν πῶς περιεπέσαμεν εἰς αὐτὸν τὸν λαβύρινθον τῆς συζητήσεως, εἶπεν ὅτι τοῦτο ὀφείλεται, διότι τινὲς τῶν κ. Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον μελετήσει τὸ νομοσχέδιον, ἔλαβον τὸν λόγον. Ἤδη ὅμως ἐκ τῆς συζητήσεως, ἐκ τῆς μελέτης, δὲν ἀμφιβάλλει, εἶπεν, ὅτι θὰ ἐμελέτησαν τὸ νομοσχέδιον καὶ θὰ ἦναι καθ’ ὅλα μετ’ αὐτοῦ σύμφωνοι. Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἶχε δίκαιον νὰ εἴπῃ ὅτι ἄνευ μελέτης ἐγένετο ἡ συζήτησις παρά τινων Βουλευτῶν. Τὸ παράδειγμα τὸ ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Ἀγγελόπουλος, ὁ ὁποῖος, θέλων νὰ ἑρμηνεύσῃ καὶ νὰ διευκολύνῃ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, ἔδωκε μίαν ἐξήγησιν εἰς αὐτό.
§67Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθητε.
§68Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθην ἐπίσης ἄνευ μελέτης (ἱλαρότης). Τὸ πάθημά μου παρέσυρεν ἴσως καὶ τὸν ἐξ Εὐρυτανίας κ. Χατζόπουλον· οὕτως ἐγείναμεν τρεῖς οἱ ἄνευ μελέτης συζητήσαντες. Ἴσως καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ὡμίλησαν, ἐμόρφωσαν καὶ αὐτοὶ τὴν γνώμην, καὶ μικροῦ δεῖν νὰ ἀποφασίσῃ καὶ ἡ Βουλή, στηριζομένη εἰς τὰ φῶτά μας, εἰς τὴν σοφίαν μας.
§69Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο λόγος περὶ σοφίας· ἐπρόκειτο περὶ τυπογραφικοῦ παροράματος.
§70Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι λυπηρὸν ἀληθῶς, ὅτι πραγματικῶς οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, ἀλλὰ πολὺ λυπηρότερον, ὅτι οἱ εἰσαγαγόντες τὸ νομοσχέδιον ὄχι μετὰ περισσοτέραν μελέτην τὸ ὑπέβαλον, ἀλλὰ πολὺ λυπηρότερον, διότι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ ἐντριβέστατος ὁμολογουμένως περὶ τὴν προπαρασκευὴν νομοθετημάτων, ὡμίλησεν ἐν τῇ Βουλῇ ἄνευ οὐδεμιᾶς βεβαίως μελέτης. Ἐλπίζω ὅτι θέλω ἀποδείξει, ὅτι δὲν ἀποδίδω τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἔλαβε χώραν ἐνταῦθα, καὶ θὰ ἀποδείξω αὐτὸ, στηριζόμενος ὄχι εἰς μαρτυρίας, ἀλλ’ εἰς ἔγγραφα, καὶ δὴ εἰς ἐπίσημα πρακτικά. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶχον μελετήσει τὸ νομοσχέδιον, διότι, μεθ’ ὅλην τὴν ἐπιμέλειαν,—ἂς τὸ εἴπω, χωρὶς νὰ παρεξηγηθῶ,—ἣν μοὶ ἀπέδωκάν τινες τῶν συναδέλφων, δὲν προλαμβάνω αὐτὰς τὰς δεκάδας τῶν νομοσχεδίων νὰ μελετήσω εὐσυνειδήτως, ἐνίοτε οὔτε ἀσυνειδήτως. Ἴσως ἄλλοι συνάδελφοι εἶναι εὐτυχέστεροι, καὶ ταχύτερον ἀντιλαμβάνονται καὶ μελετῶσιν, ὥστε νὰ συζητῶσι τόσον εὐκόλως, καὶ τώρα καὶ ἄλλοτε. Ἀλλὰ μᾶς παρέσυρεν εἰς τὸ δυστύχημα αὐτὸ πρὸ παντὸς ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις καὶ εἶτα τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου. Αὐτὰ εἶναι ἀποτελέσματα πρὸ παντὸς τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, τὸν ὁποῖον βεβαίως ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις δὲν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ δὲν φέρει τὴν εὐθύνην αὐτή· θὰ εὐθύνηται δὲ, ἂν δὲν προτείνῃ προσήκουσαν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ. Εἶναι λυπηρὰ ἀποτελέσματα καὶ ἁμαρτίαι ἄλλων ἀκόμη ῥιζικωτέρων αἰτιῶν, ἴσως τῆς καταργήσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.
§71Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§72Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἄλλως τε συνέβη καὶ δι’ ἄλλους λόγους. Τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον πιστοποιῶ, εἶναι, ὅτι, μεθ’ ὅλην τὴν ἀγαθωτάτην πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν ἀγαθωτέραν ἀκόμη τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τοὺς νόμους οὔτε μετὰ μελέτης οὔτε μετ’ ἐλαφρᾶς συνειδήσεως, ἀλλ’ εἴμεθα ἠναγκασμένοι, ἢ νὰ μὴ γνωρίζομεν τί συζητεῖται, ἢ ἐκ τοῦ προχείρου πολλάκις νὰ ὁμιλῶμεν. Ἀλλ’ ἆρά γε ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ κ. Ἀγγελόπουλος, ὁ ὁποῖος πρῶτος ἔδωκε τὸ σύνθημα εἰς τοιαύτην ἑρμηνείαν, εἶχε τόσον ἄδικον εἰς τοιαύτην ἑρμηνείαν; Εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ ἐξετάσωμεν, διότι τοῦτο δὲν θὰ συνεβιβάζετο οὔτε μὲ τὴν ἱκανότητά του, οὔτε μὲ τὴν ὀξυτάτην ἀντίληψίν του. Ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις περὶ τοῦ ἄρθρου 2 λέγει τὰ ἀκόλουθα—καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἵνα ἀνεύρωμεν τέλος πάντων τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 2—(ἀναγινώσκει): «Διὰ τοῦ 2 ἄρθρου ἀναγνωρίζεται ἡ ἀρχή, ὅτι δὲν πρέπει ἡ κυριότης τοῦ μεταλλείου νὰ περιορίζηται πλειότερον ἢ ὅσον τοῦτο ἐπιβάλλεται ὑπὸ λόγων δημοσίου συμφέροντος ἐπικρατεστέρων»— μία ἰδέα.— «Καθιεροῦται δὲ προσέτι»— ἄλλη ἰδέα —«ὅτι ἀντιβαίνει πρὸς τὴν γενικὴν τοῦ μεταλλεύεσθαι ἐλευθερίαν καὶ πρὸς τὸ ἐπὶ ταύτης στηριζόμενον δημόσιον συμφέρον, ἂν κάτοχός τις μεταλλείου δὲν ἐξακολουθῇ τὴν ἐκμετάλλευσιν, καίτοι προσκληθεὶς ἵνα προβῇ εἰς αὐτὴν, ἐξακολουθῇ δὲ ἀφιέμενος εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ μεταλλείου.» Ὥστε ἔχει δύο διακεκριμένας ἰδέας. Ἔρχεται τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου 2, τὸ ὑποβληθὲν ἀρχικῶς, τὸ ὁποῖον λέγει: «Ὁ κύριος τοῦ μεταλλείου ἢ ὀρυχείου ὑποχρεοῦται νὰ ἐκμεταλλεύηται αὐτὸ, ἐὰν εἰς τὴν παῦσιν ἢ τὴν διακοπὴν τῆς ἐκμεταλλεύσεως δὲν ἀντίκεινται, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ ἐπὶ τῶν μεταλλείων μηχανικοῦ, λόγοι δημοσίου συμφέροντος. Ὁ ἐπὶ τῶν μεταλλείων μηχανικὸς ὀφείλει ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει...» Προσέξατε κύριοι συνάδελφοι, «ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει»...
§73ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ εἴπητε τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 1, διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ σᾶς ἀκολουθήσωμεν.
§74Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀμέσως.... (ἀναγινώσκει): «νὰ προσκαλέσῃ τὴν ἰδιοκτήτην...» Καὶ ἔρχεται κατόπιν ἡ διαδικασία. Τώρα ἐπὶ τίνος κειμένου συζητοῦμεν; Ἐρωτῶ ἐγὼ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον. Ἔχομεν τρία κείμενα· δύο γραπτὰ καὶ ἓν ἄγραφον. Τὸ κείμενον τὸ ὑποβληθὲν μετὰ μελέτην—καὶ δηλῶ ἐν παρενθέσει, ὅτι δὲν γνωρίζω τὸν συντάκτην τοῦ νομοσχεδίου· ἤκουσα ὅτι εἶναι ἱκανός. Ἔχω πλήρη βεβαιότητα, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω· ἤκουσα ὄνομά τι χθὲς, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μοὶ ἔδωκε τὰς πληροφορίας, δὲν γνωρίζει θετικῶς· ὥστε δὲν ὑπαινίσσομαι κανὲν πρόσωπον.— Ἔχομεν τὴν διατύπωσιν τοῦ συντάκτου τοῦ νομοσχεδίου, διότι—φυσικώτατον—ἐγὼ θαυμάζω τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μὲ τὴν ἀντοχήν του, πῶς εἶναι δυνατὸν, ὄχι μόνον νὰ ἐργάζηται, ἀλλὰ καὶ νὰ ἦναι τόσον ἐνήμερος. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ μελετᾷ μόνος ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους ὅλα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιλαμβάνηται τὰς λεπτομερείας· τὴν προπαρασκευὴν, τὴν εἰσήγησιν, ἄλλος τις πρέπει νὰ τὴν ἑτοιμάσῃ, ἀλλὰ τὸ ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα, ἡ προπαρασκευὴ διὰ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν εἰς αὐτὸν ἐναπόκειται. Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι διὰ τὴν πολλὴν ἐργασίαν του εἶναι ὁμολογουμένως ἄξιος θαυμασμοῦ, διότι ἀτυχῶς πολὺ βάρος πίπτει εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ δὲν διανέμεται ἀναλόγως. Ἔχομεν λοιπὸν τὸ κείμενον τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου. Ἔχομεν δεύτερον κείμενον, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς πρώτης συζητήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὰ ἐπικυρωθέντα πρακτικὰ προέτεινε νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ «εἰς» καὶ νὰ ἀντικατασταθῇ τὸ «ἀντίκειται» διὰ τοῦ «ἐνδεικνύωσι». Ἀναγινώσκω τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ: «Ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου ἐγένετο μακρὰ συζήτησις, προτάσει δὲ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργείου, διωρθώθη τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου, ἀφαιρεθείσης τῆς προθέσεως «εἰς» ἐν τῷ δευτέρῳ στίχῳ, ἐν δὲ τῷ τρίτῳ στίχῳ ἀντικατασταθείσης τῆς λέξεως «ἀντίκεινται» διὰ τῆς λέξεως «ἐνδεικνύωσι».
§75Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς διακόψω;...
§76Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μάλιστα, κύριε Πρωθυπουργέ.
§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Διότι ἐλπίζω, ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖτε νὰ καταναλίσκητε μάτην τὸν καιρὸν, συζητοῦντες περὶ πραγμάτων μὴ σπουδαίων. Ὑπῆρξε τυπογραφικὸν λάθος καὶ προσετέθη ἐν τῷ ἐντύπῳ «δὲν», τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ χειρογράφῳ. Κατέχω ἐδῶ τὸ χειρόγραφον τοῦ νομοσχεδίου· καὶ ὄχι μόνον τὸ χειρόγραφον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τὸ χειρόγραφον ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἠσχολήθη εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἔχει τὸ «δέν»...
§78Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δηλαδὴ παρεισέφρησε τὸ «δέν».
§79Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα, τυπογραφικὸν λάθος... Ἐπειδὴ εἶδον διάθεσιν, ἵνα γίγνηται πολὺς λόγος, ἐνόμιζον ὅτι οὐδὲ πρέπει νὰ διακόψω τοὺς ἀγορεύοντας, οἱ ὁποῖοι συνεζήτουν, ποία προκύπτει ἐκ τῆς φράσεως ἔννοια, ἄλλοι δέ τινες εὕρισκον, ὅτι ἡ ἔννοια παρακωλύεται ἀπὸ τὴν λέξιν «ἀντίκειται». Εἶπον ὅτι ἡ λέξις «δὲν» εἶναι τυπογραφικὸν λάθος, ἀλλ’ ἐὰν σᾶς ἐνοχλῇ ἡ λέξις «ἀντίκειται», μεταβάλλετέ το οὕτως: «ἐὰν τὴν παῦσιν ἢ τὴν διακοπὴν δὲν ἐνδεικνύωσι δημόσια συμφέροντα». Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν εἶπον, ἵνα ἄρω τοὺς δισταγμοὺς ἢ τὰς ἀνησυχίας, τὰς ὁποίας ἐμπνέει τὸ ῥῆμα «ἀντίκειται». Ἀλλὰ τὸ «δὲν» εἶναι βεβαίως τυπογραφικὸν λάθος. Ὅθεν μὴ σᾶς ἀπασχολεῖ πλέον τὸ «δέν». Ἐὰν, ἵνα πεισθῆτε, θέλητε νὰ ἴδητε καὶ τὸ πρωτογενὲς, οὕτως εἰπεῖν, ἀλλότριον ἔργον, καὶ τὸ ἐμὸν ἔργον, εἶναι ἐδῶ.
§80Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἔχω πλήρη πίστιν εἰς ὅσα διαβεβαιοῖ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἴδω ἔγγραφα· ἀρκεῖ ὅτι τὰ βεβαιοῖ. Ἀτυχῶς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα ἐκυρώθησαν, δὲν εἶναι σύμφωνα μὲ ὅσα λέγετε, κύριε Πρωθυπουργέ.
§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διατί;
§82Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Διότι δὲν ἀπηλείφθη τὸ «δέν»· τὸ «δὲν» ὑπάρχει.
§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μόνον ἐὰν ἐπρόκειτο ν’ ἀφήσωμεν τὸ «ἀντίκειται», ἔπρεπε νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸ «δέν»· διότι τὸ «ἀντίκειται» εἶναι ἄρνησις.
§84Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὥστε τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ὑποθέτω ὅτι εἶναι ἀκριβὲς (ἀναγινώσκει): «Ὁ κύριος τοῦ μεταλλείου ἢ ὀρυχείου ὑποχρεοῦται νὰ ἐκμεταλλεύηται αὐτὸ, ἐὰν τὴν παῦσιν ἢ τὴν διακοπὴν δὲν ἐνδεικνύωσι λόγοι δημοσίου συμφέροντος».
§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἢ τοῦτο, ἢ τὸ ἄλλο· «ἐὰν εἰς τὴν παῦσιν ἢ τὴν διακοπὴν ἀντίκεινται δημόσια συμφέροντα». Ἐὰν τεθῇ τὸ «ἀντίκεινται», πρέπει νὰ μὴ ὑπάρχῃ τὸ «δὲν»· ἐὰν τεθῇ τὸ «ἐνδεικνύωσι», πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τὸ «δέν».
§86Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ γνώμη τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶναι, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς ἀναλόγου διατάξεως τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης δύναται νὰ παύσῃ ἢ νὰ διακόψῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν, ἐὰν λόγοι δημοσίου συμφέροντος...
§87Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ ἐρωτᾶτε;
§88Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ἵνα μείνωμεν σύμφωνοι ἐν τῇ συζητήσει.
§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ὡμολόγησα ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, ὅτι ὁ Πρωσσικὸς Νόμος ἐχρησίμευσεν ἐν πολλοῖς εἰς τὸν συγγραφέα τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ δὲν ἐβεβαίωσα τὴν Βουλήν, ὅτι μετέφρασα τὸν Πρωσσικὸν νόμον. Λοιπὸν, ἐὰν θέλητε νὰ ὠφεληθῆτε ἐκ τῶν φώτων τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου, καὶ νὰ προτείνητε τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, εἶσθε κύριος.
§90Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ποίαν ἔννοιαν ὅμως δίδετε;
§91Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν ἔννοιαν τὴν ἐδήλωσα.
§92Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Αὐτὴν σᾶς παρακαλῶ, ἂν ἦναι δυνατόν, νὰ ἀναπτύξητε.
§93Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν δίδω, εἶναι ἡ ἑξῆς. Ἐνόμισα ὅτι πρέπει νὰ τίθεται τέρμα εἰς τὴν ἀργίαν τοῦ λαβόντος τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως μεταλλείου τινός.
§94Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἰς τὴν ἀργίαν;
§95Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα· ἐν τῷ νομοσχεδίῳ κηρύσσεται ἡ ἀρχή, ὅτι ὑποχρεοῦται νὰ ἐκμεταλλεύηται τὸ μεταλλεῖον, ἐὰν εἰς τὴν παῦσιν ἢ τὴν διακοπὴν τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἀντίκεινται, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ ἐπὶ τῶν μεταλλείων μηχανικοῦ, λόγοι δημοσίου συμφέροντος. Νομίζω ὅτι ἡ ἔννοια εἶναι καταληπτή.
§96Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὴν ἤκουσα καὶ σᾶς εὐγνωμονῶ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εὐηρεστήθη νὰ μοὶ δώσῃ πληροφορίαν, χρήσιμον εἰς ἐμὲ, ἵνα συζητήσω ἐπὶ ὡρισμένης βάσεως. Ὑποστηρίζει ὅτι διὰ τῆς συζητουμένης διατάξεως δὲν πρόκειται περὶ τῆς διατάξεως τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς περιπτώσεως ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ μεταλλείου δὲν ἐκμεταλλεύεται αὐτὸ, ἢ διακόπτει τὴν ἐκμετάλλευσιν. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἐγὼ καὶ ὁ ἐξ Εὐρυτανίας, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ἔχει διατυπωθῆ ἀρχικῶς, νομίζω ὅτι δὲν εἴμεθα τόσον ἄξιοι μεγάλης μομφῆς, διότι παρεσύρθημεν εἰς τοιαύτην ἑρμηνείαν, διότι ἄλλη ἑρμηνεία δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξαχθῇ...
§97Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐμέμφθην.
§98Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. .. διότι καὶ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις δὲν μᾶς ἐβοήθησεν ἀτυχῶς, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ μᾶς βοηθήσῃ. Πολὺ περισσότερον μᾶς ἐβοήθησεν ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ἐκ Μήλου καὶ ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς ἢ ἡ ἔκθεσις, ἡ ὁποία δὲν ἐκρίθη καλὸν νὰ μᾶς ἀναφέρῃ οὐδὲ τὴν ἰσχύουσαν περὶ μεταλλείων νομοθεσίαν, ἵνα μάθωμεν τί ἰσχύει, τί τροποποιεῖται, διατὶ καὶ κατὰ τί. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω τοὺς ἰσχύοντας νόμους περὶ μεταλλείων. Ἐν Ἑλλάδι ὁ πρῶτος νόμος, καθ’ ὅσον ἐγὼ γινώσκω, εἶναι ὁ νόμος ΧϞʹ τῆς 22 Αὐγούστου 1861, ὁ ὀργανικὸς, οὕτως εἰπεῖν, νόμος περὶ μεταλλείων. Ὑπάρχει ὅμως καὶ μεταγενέστερος νόμος, ὁ ΣΚΗʹ τῆς 26 Ἀπριλίου 1867, ὁ ὁποῖος ἐτροποποίησεν ὡρισμένα ἄρθρα, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸ ἄρθρον 6, τὸ ὁποῖον ἀναφέρω σκοπίμως, ὡς θέλετε ἐννοήσει μετ’ οὐ πολύ. Τρίτον ὑπάρχει ὁ νόμος ΦΞΕʹ τῆς 24 Δεκεμβρίου 1875 περὶ ἑρμηνείας τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου. Ὁ νόμος οὗτος εἶναι ἑρμηνευτικός. Τέταρτον, εἶναι ὁ νόμος Υʹ τῆς 27 Μαΐου 1871 περὶ ἐκβολάδων, εἰδικὸς οὗτος. Πέμπτον, ὁ νόμος ϠΠʹ τῆς 26 Μαΐου 1882 περὶ κυριότητος τῶν μεταλλείων, δηλαδὴ ὁ τροποποιούμενος διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Καθ’ ὅσον ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον ζητεῖ τὰ ἀκόλουθα· πρῶτον τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου τοῦ 1882, νὰ μὴ γίνηται δηλαδὴ τοῦ λοιποῦ ἡ παραχώρησις τῶν μεταλλείων διὰ νόμου, ἀλλὰ κατὰ τὰς διατυπώσεις τῶν πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1882 ἰσχυόντων νόμων. Ἵνα ὦ σύντομος, ἁπλῶς ἀρκοῦμαι νὰ δηλώσω, ὅτι εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς ταύτης, καὶ συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον, δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξεν. Ἀλλὰ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ζητεῖ τὸ νομοσχέδιον, δὲν τὸ ζητεῖ καὶ πρεπόντως, διότι ἀναφέρεται εἰς τὸν νόμον τῆς 22 Αὐγούστου 1861, ἐνῷ ὤφειλε νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ προσθήκη «ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου ΣΚΗʹ τῆς 26 Ἀπριλίου 1867»· διότι τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον καταρτίζεται κατ’ ἄλλον τινὰ τρόπον ἢ ὡς διατάσσει τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου τοῦ 1861. Πρέπει λοιπὸν νὰ προστεθῇ, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, εἰς τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 1 «κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1861, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου ΣΚΗʹ τῆς 26 Ἀπριλίου 1867». Ἔρχομαι εἰς τὴν πέτραν τοῦ σκανδάλου. Μεθ’ ὅλας τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, πείθομαι μὲν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς αὐτὴν τὴν ἔννοιαν δίδει, τὸ δὲ κείμενον οὐχί. Θὰ μείνῃ λοιπὸν τὸ ζήτημα ἄλυτον, διότι οἱ λόγοι ἡμῶν δὲν ἔχουσιν ἀξίαν νόμου· δύνανται νὰ ἦναι μεγάλης ἀξίας, ἀλλ’ οὐδέποτε δύνανται νὰ φθάσωσι μέχρι τῆς ἀξίας τοῦ νόμου. Τὸ κείμενον θὰ μείνῃ κείμενον. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν, ὑπάρχει ἆρα τοιαύτη ἀνάγκη, ὅπως ληφθῇ πρόνοια διὰ τὴν ὀκνηρίαν, ὡς ὠνομάσθη,— ἴσως ἠδύνατο νὰ τεθῇ καταλληλοτέρα λέξις,—διὰ τὴν ὀκνηρίαν τοῦ ἐκμεταλλευτοῦ; Παντελῶς. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Μήλου εἶχε τὴν καλωσύνην χθὲς νὰ σᾶς ἀποδείξῃ, ὅτι τοιαύτη διάταξις ὑπάρχει εἰς τὴν ἤδη ἰσχύουσαν νομοθεσίαν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπαναλάβω καὶ ἐγὼ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 55 τοῦ νόμου τοῦ 1861, τὸ ὁποῖον λαμβάνει τὴν πρόνοιαν αὐτήν. Κατὰ περίεργον σύμπτωσιν, ἡ ἔκδοσις τοῦ κ. Φλογαΐτου δὲν ἔχει τὸ ἄρθρον 55. Ἀλλ’ ἰδοὺ αὐτὸ ἐν τῇ ἐκδόσει τῶν κωδίκων τοῦ μακαρίτου Ράλλη (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ὡρισμένων, ὁ ἰδιοκτήτης ἐξακολουθῇ νὰ μὴ ἐκπληροῖ καθ’ ὁλοκληρίαν τὰς, ὡς εἴρηται, ἐπιβεβλημένας αὐτῷ ὑποχρεώσεις, ἢ ἐὰν ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ Ὑπουργείου διακόψῃ τὴν ἐξόρυξιν ὑπὲρ τὸ ἔτος, δύναται μετὰ προηγουμένην ἀπόφασιν τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 6 Συμβουλίου καὶ διὰ Β. Διατάγματος νὰ γείνῃ ἔκπτωτος τοῦ δικαιώματος, ὅπερ ἀπέκτησε διὰ τῆς παραχωρήσεως τοῦ μεταλλείου...»
§99ΡΑΛΛΗΣ. Χωρὶς ὅμως νὰ θελήσητε νὰ δώσητε τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον συνέβη, ὥστε ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος συνέταξε τὸ νομοσχέδιον, νὰ συμβουλευθῇ τοὺς κώδικας τοῦ Φλογαΐτου καὶ νὰ νομίσῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 55 (ἱλαρότης).
§100Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνος ὁ νόμος αὐτός. Ἔχομεν καὶ τὸν νόμον τοῦ 1867, ὁ ὁποῖος ἐν ἄρθρῳ 3 λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ὁ ἰδιοκτήτης μεταλλείου δὲν ἐπιχειρήσῃ τὴν καλλιέργειαν αὐτοῦ ἐντὸς ἔτους ἀπὸ τῆς παραχωρήσεως τοῦ μεταλλείου, δύναται διὰ Β. Διατάγματος, ἐκδιδομένου μετὰ προηγουμένην ἀπόφασιν τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 6 Συμβουλίου, νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος τοῦ ἐπὶ τοῦ μεταλλείου δικαιώματος.» Ἐνδέχεται ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ εἴπῃ: «Μάλιστα, ὑπάρχουν, ἀλλὰ ἐγὼ τροποποιῶ τὸν τρόπον τῆς ἐκπτώσεως». Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο θέλῃ νὰ εἴπῃ, ἔπρεπε νὰ μᾶς τὸ δηλώσῃ πρῶτον ἐν τῇ ἐκθέσει, νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι «ὁ νόμος τοῦ 1861 λέγει αὐτὸ, ὁ νόμος τοῦ 1867 λέγει ἐκεῖνο, ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἐπαρκοῦσιν, ἀπεδείχθησαν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ἀνεπαρκῆ καὶ ἔχοντα ἀνάγκην τροποποιήσεως, καὶ ἐγὼ προτείνω τὸ μέτρον τοῦτο». Δὲν εἶχε λοιπὸν ὑπ’ ὄψιν του ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου τὰς διατάξεις ἐκείνας, καὶ διετύπωσεν ὡς διετύπωσε τὸ νομοσχέδιον. Ἡμεῖς, παρασυρθέντες ἐκ τῆς κακῆς διατυπώσεως, ἐνομίσαμεν, ὅτι πρόκειται περὶ τῶν λόγων δημοσίου συμφέροντος. Ἀλλὰ καὶ περὶ τούτου ὀρθῶς παρετηρήθη, ὅτι ἰσχύει τὸ ἄρθρον 52 τοῦ νόμου τοῦ 1861, τὸ ὁποῖον προνοεῖ (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ἡ μετάλλευσις περιορισθῇ ἢ διακοπῇ, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἐμβάλλεται εἰς κίνδυνον ἡ δημοσία ἀσφάλεια, ἢ βλάπτωνται τὰ συμφέροντα τῶν ἀναλωτῶν, οἱ ἁρμόδιοι νομάρχαι, ἀφοῦ λάβωσι τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν ἀναφέρουσι πάντα ταῦτα εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον, ὅπως, συνεννοούμενον μετὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀποφασίσῃ τὰ δέοντα.» Καὶ εἶχον ἀνάγκην νὰ ζητήσω ἐκ δευτέρου τὸν λόγον, διότι δὲν ἤθελον, ἀφοῦ πρῶτον ἐξέφρασα γνώμην ἐσφαλμένην ὁμολογουμένως, νὰ μὴ διορθώσω τὸ σφάλμα μου. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς περιπτώσεως λόγῳ δημοσίου συμφέροντος· ἄρα τί μένει; μένει ἡ διάταξις τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου· παρεμορφώθη, κακῶς διετυπώθη καὶ περιέπλεξεν ἡμᾶς εἰς ὅλον αὐτὸν τὸν λαβύρινθον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου δὲν γνωρίζω πῶς θὰ ἐξέλθωμεν, ἀλλ’ ὅ,τι δύναμαι νὰ βεβαιώσω, εἶναι, ὅτι θὰ ψηφίσωμεν νόμον, ὅστις θὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς πολλὰς περιπλοκὰς καὶ συνεπείας, καὶ εἶναι καλὸν ἐδῶ νὰ ἀπεκδυθῇ ἕκαστος πάσης εὐθύνης διὰ τὰς συνεπείας. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ ὑποβάλω καὶ ἄλλην ἀπορίαν. Ἐὰν τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον εἶχε τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει, τότε ποίαν ἔννοιαν θὰ ἔχῃ τὸ τέλος τῆς πρώτης παραγράφου; θὰ ἤρκει νὰ σταματήσῃ ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὸ ὅτι ὁ κύριος τοῦ μεταλλείου ὑποχρεοῦται νὰ ἐκμεταλλεύηται αὐτὸ, ἐν περιπτώσει δὲ μὴ ἐκμεταλλεύσεως γίνεται τοῦτο καὶ ἐκεῖνο· οἱ λόγοι τοῦ δημοσίου συμφέροντος, οἱ προβαλλόμενοι, τίνα ἔννοιαν ἔχουσι;
§101ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ὅτι τότε μόνον ὑποχρεοῦται ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ μεταλλείου νὰ κάμῃ ἔναρξιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἢ νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν διακοπεῖσαν ἐκμετάλλευσιν, ὅταν λόγοι δημοσίου συμφέροντος ἐπιβάλλωσι τὴν ἔναρξιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἢ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς διακοπείσης ἐκμεταλλεύσεως.
§102Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σᾶς ἀντικρούει.
§103ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ Γερμανικοῦ νόμου.
§104Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀγωνίζομαι ὑπὲρ τῆς γνώμης σας, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅμως δὲν τὴν παραδέχεται. Αὐτὰ, Κύριοι, ἐγὼ τοὐλάχιστον θεωρῶ, ἀρκετὰ, ἵνα ἐκφράσω τὴν ἐμὴν γνώμην ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2. Τώρα τὰ ἄλλα ἄρθρα 3–7 πραγματεύονται τὴν διαδικασίαν περὶ τῆς ἐκπτώσεως τοῦ ὀκνηροῦ ἐκμεταλλευτοῦ, τὰ ἄρθρα δὲ 8–12 τὴν περίπτωσιν τῆς παραιτήσεως, τῆς ὁλικῆς ἢ τῆς μερικῆς, καὶ τὸ ἄρθρον 13, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀποζημίωσις πηγάζουσα ἐκ τῶν συνεπειῶν τοῦ νόμου τούτου. Ὀρθοτάτας παρατηρήσεις ὑπέβαλεν ὁ ἐκ Μήλου ἀξιότιμος συνάδελφος, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰς ἐπαναλάβω ἐγὼ, περὶ τῆς διαδικασίας. Καὶ ἐγὼ ἔλαβον τὴν τιμὴν εἰς ἄλλην συζήτησιν νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς σχετικὰς, αἵτινες πιθανὸν νὰ ἔχωσιν ἀξίαν τινὰ, καὶ ἂν ἔχωσιν, ἂς ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ θὰ σταματήσω ἐπὶ μιᾶς ἰδίως παρατηρήσεως. Ὀρθότατα παρετήρησεν ὁ ἐκ Μήλου ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι τὴν ἀπόφασιν τὴν καταρτιζομένην ἀπὸ τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, ὅπερ συγκροτεῖται ἀπὸ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα γινώσκετε...
§105ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Κατὰ τὸν Γερμανικὸν νόμον, ὁ ἀποφασίζων τὴν ἔκπτωσιν εἶναι ἡ ἐπὶ τῶν μεταλλείων ἀρχὴ, ἡ ὁποία ἐκδίδει ἀπόφασιν καὶ κηρύσσει ἔκπτωτον τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ μεταλλείου. Ἐδῶ, κατὰ τὴν μετάφρασιν τοῦ ἀναλόγου ἄρθρου τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου, ἀντικατέστη ἡ ἀρχὴ αὕτη ἐπὶ τῶν μεταλλείων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ Β. Διατάγματος κηρυσσομένης τῆς ἐκπτώσεως. Ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκδίδει, μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν τοῦ ἐν τῷ νόμῳ ἀναφερομένου Συμβουλίου, Β. Διάταγμα, δι’ οὗ κηρύσσει τὴν ἔκπτωσιν. Ἑπομένως εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Πρωτοδικείου δὲν ὑποβάλλεται πλέον ἀπόφασις μιᾶς ἀρχῆς κατωτέρας, ἢ τοὐλάχιστον ἰσοτίμου, ἀλλ’ ἀπόφασις τῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν Ὑπουργῶν, ἀπόφασις τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς, φέρουσα τὸ κῦρος τῆς ὑπογραφῆς καὶ αὐτοῦ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος τοῦ Κράτους, τοῦ Βασιλέως, ὅπερ εὑρίσκω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν, οὐδὲ προσῆκον.
§106Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ πράξεως τῆς Διοικήσεως, ἡ ὁποία ἔχει χαρακτῆρα ἀποφάσεως, διὰ τοῦτο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὠνομάσθη ἀπόφασις ἢ πρᾶξις τῆς Διοικήσεως, δι’ ἧς κηρύσσεται ἔκπτωτος ὁ λαβὼν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Ἡ ἀπόφασις αὕτη ἐκφέρεται εἴτε ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, μετὰ γνωμοδότησιν πάντοτε τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου, εἴτε ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, τῇ προτάσει τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, μετὰ γνωμοδότησιν πάντοτε τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου. Ἐγὼ ὑπείκω εἰς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐκφράσῃ γνώμην, ὅτι πρέπει ἡ ἔκπτωσις νὰ διατάσσηται δι’ ἀποφάσεως μόνον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου.
§107Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἤδη ὑποβάλλεται τροπολογία, ἡ ὁποία δύναται κατά τι νὰ διορθώσῃ τὸ ἄτοπον. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου ΧΖʹ τοῦ 1861, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου ΣΚΗʹ τοῦ 1867, τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον συγκροτεῖται ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς, ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀπὸ τὸν παρ’ αὐτῷ Β. Ἐπίτροπον καὶ ἀπὸ τοὺς Εἰσαγγελεῖς τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν Ἐφετῶν. Τὴν γνωμοδότησιν λοιπὸν αὐτὴν καὶ τὰς προτάσεις τῶν Ὑπουργῶν ἔχει τὸ Β. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐκδίδεται, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου περιβάλλεται τὸ κῦρος τῆς ἐκτελεστικῆς ταύτης πράξεως διὰ τῆς ὑπογραφῆς καὶ τοῦ Βασιλέως. Αὐτὸ τὸ Διάταγμα ὑποβάλλεται εἰς τὸν ἔλεγχον τίνος; τοῦ Πρωτοδικείου. Ἐγὼ δίδω μεγάλην ἀξίαν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ παροῦσα περίστασις εἶναι κατάλληλος, ὅπως ἐκδηλωθῇ αὕτη· διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου δὲν εὗρε τὸν καλλίτερον τρόπον καὶ εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν γνωμοδοτούντων καὶ εἰς τὸν τύπον, διὰ τοῦ ὁποίου περιβάλλεται τὸ διάταγμα, ἵνα ὑποβάλῃ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον, καθ’ ὃν τρόπον συγκροτεῖται καὶ τὸ ὁποῖον ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον συμπληροῦται καὶ ἀπὸ συναδέλφους μου δικηγόρους.
§108Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συμβαίνει αὐτὸ, νὰ ὑποβάλληται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Πρωτοδικείου; Ἐὰν διὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ καὶ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Βασιλέως εἷς ἀξιωματικὸς τεθῇ εἰς ἀργίαν, δὲν καταφεύγει εἰς τὰ δικαστήρια;
§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ πλὴν τούτου, αἱ συντάξεις δὲν ἀπονέμονται διὰ Β. Διατάγματος; Ἐν τούτοις ὁ ἀδικηθεὶς προσφεύγει εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ τὰ δικαστήρια μεταβάλλουσι τὸ Β. Διάταγμα.
§110Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὁ καταλληλότερος τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ ἐλεγχθῇ ἡ γνώμη ὅλων αὐτῶν τῶν ἀνωτάτων λειτουργῶν ὑπὸ τῶν Πρωτοδικῶν. Ἀλλ’ εἰς τὴν σύγκρουσιν αὐτὴν, ἡ ὁποία ἐπέρχεται, διότι εἶναι σύγκρουσις (conflit) μεταξὺ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς δικαστικῆς, διότι δύναται τὸ Πρωτοδικεῖον νὰ διαφωνήσῃ...
§111ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Χορηγεῖται τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον νὰ κρίνῃ τὴν ἀπόφασιν, καὶ τίθεται εἰς ἀνωτέραν μοῖραν τὸ Πρωτοδικεῖον ὅλων αὐτῶν τῶν ἀνωτάτων λειτουργῶν.
§112Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Αὐτὸ λέγω. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα εἰς οἱονδήποτε βαθμὸν νὰ ἐξετάζῃ τὸ κῦρος τῶν νόμων καὶ τῶν διαταγμάτων, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἔρχεται ὡς εἶδος δευτέρου καὶ τελευταίου βαθμοῦ νὰ κρίνῃ τὴν πρᾶξιν τῶν ἀνωτάτων αὐτῶν λειτουργῶν.
§113ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τίνων στοιχείων;
§114Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τῶν στοιχείων τοῦ διατάγματος, ἀφοῦ προηγήθη ἡ γνώμη ὡρισμένων ἀνωτάτων ὑπαλλήλων δικαστικῶν. Εἰς ἄλλα Κράτη ὑπάρχουσι Συμβούλια διάφορα, ὅπως εἰς τὴν Αὐστρίαν ὑπάρχει τὸ Αὐτοκρατορικὸν Δικαστήριον, ὅπως εἰς τὴν Γαλλίαν ὑπάρχει τὸ Conseil d’ État καὶ τὸ Tribunal des Conflits· παρ’ ἡμῖν δὲν εἶναι κεκανονισμένα ταῦτα, ἀλλὰ δύναται νὰ ληφθῇ μία ἄλλη πρόνοια γενικωτέρα, ἤδη ὅμως, ὡς διατυποῦται τὸ νομοσχέδιον, δὲν τὸ εὑρίσκω ὀρθόν. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, καὶ κυρίως νὰ ἐξηγήσω τὴν ἁμαρτίαν μου, διότι ἔδωκα γνώμην, ἡ ὁποία ἐχαρακτηρίσθη ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀμελέτητος, καὶ διορθώσω τὸ σφάλμα μου καὶ εἴπω, ὅτι πραγματικῶς ἦτο ἀμελέτητος, καὶ ὅτι ἡ γνώμη ἡ ὀρθὴ εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν σήμερον ἐξέφρασα. Θὰ ἦτο δὲ καλὸν, μετὰ τὰς ἀναφυείσας αὐτὰς δυσχερείας εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἐγίνετο ἐπεξεργασία τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ μιᾶς ἐπιτροπῆς.
§115ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν πρώτοις νὰ ἀνταποδώσω... ὄχι νὰ ἀνταποδώσω, νὰ παρατηρήσω ἁπλῶς μίαν ἔλλειψιν εὐσπλαγχνίας, τὴν ὁποίαν εἶχε δείξει προχθὲς πρὸς τοὺς εὑρισκομένους ἐν πλάνῃ ἐκ τοῦ τυπογραφικοῦ λάθους τοῦ ἄρθρου 2. Καὶ βεβαίως ὑπῆρξεν ἔλλειψις εὐσπλαγχνίας πρὸς τοὺς συναδέλφους, ἰδίως πρὸς τὸν κ. Σιβιτανίδην, πρὸς τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, βλέπων τὴν πλάνην του, ἔλεγε «προχωρεῖτε, προχωρεῖτε», γελῶν, διότι εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του τὸ λάθος τὸ τυπογραφικὸν (ἱλαρότης). Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι, ἐὰν δὲν ἠδύνατό τις ν’ ἀνταποδώσῃ τι εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως δι’ αὐτὸ τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπροξένει, νὰ εὑρισκώμεθα εἰς αὐτὴν τὴν πλάνην ἐπὶ ἀρκετὰ λεπτὰ τῆς ὥρας, ἐπέφερεν ἓν εἶδος ἀνταποδόσεως ἡ τύχη, ἢ ὁ φυσικὸς ἐκεῖνος κάματος, εἰς τὸν ὁποῖον ὑποβάλλεται καὶ ὁ τελειότερος τῶν ἀνθρώπων, ὅταν ὑπερμέτρως πλέον ἐκτελῇ τὴν ἐργασίαν του, δηλ. κατόπιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέκυψεν ἀκουσίως, ἐκ φυσικῶν λόγων, παρακολουθούντων πάντοτε τήν ἀνθρωπίνην ἀτέλειαν, ὑπέπεσεν εἰς μίαν πλάνην, ἐκ τῆς πλάνης δ’ ἐκείνης πάλιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑπέπεσεν εἰς ἄλλην πλάνην ἐκείνην τὴν στιγμὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι ἐν τῷ διαστήματι ἐκείνῳ ἐγὼ παρηκολούθουν μὲν τοὺς πλανωμένους, ἀλλὰ δὲν ὑπέπιπτον εἰς καμμίαν πλάνην (ἱλαρότης).
§116ΡΑΛΛΗΣ. Προσέχετε μὴ ὑποπέσητε καὶ σεῖς εἰς μίαν πλάνην, καὶ ἡ πλάνη ἡ δευτέρα θὰ ἦναι χείρων τῆς πρώτης (ἱλαρότης).
§117ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠξεύρετε ὅτι θὰ γελάσῃ καλλίτερον ὅστις θὰ γελάσῃ τελευταῖος· γελᾶτε, βλέπω, προκαταβολικῶς· φοβηθῆτε μήπως πάθητε αὐτὸ ἀκριβῶς, διότι γελᾶτε πρῶτος (ἱλαρότης). Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε νομίσει πρὸς στιγμὴν, ὅτι τὸ «δὲν» ἁπλῶς ἐτέθη κατὰ λάθος, διορθώσας κατόπιν τὴν περὶ ἧς πρόκειται φράσιν οὕτω: «ὅταν δὲν ἐνδείκνυται ἡ παῦσις ἢ ἡ διακοπὴ ἐκ λόγων δημοσίου συμφέροντος»· καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐθεώρησεν ὅτι πρόκειται περὶ παύσεως ἢ διακοπῆς, ἐνδεικνυμένης ἐκ λόγων δημοσίου συμφέροντος. Ἡ πλάνη δὲ αὕτη ἦτο εὐνόητος, διότι εἴμεθα συνειθισμένοι νὰ συνδυάζωμεν τὸ δημόσιον συμφέρον μὲ τὴν στέρησιν τῆς ἰδιοκτησίας· τὸ πρᾶγμα εἶναι πρωτοφανὲς δι’ ἡμᾶς, νὰ ὑπάρχῃ δημόσιον συμφέρον ἐν τῇ ὑποχρεώσει τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὸ μεταλλεῖον· τὸ δικαίωμα δηλ. νὰ ἦναι ὑποχρέωσις, νὰ ὑποχρεῶται ὁ ἰδιοκτήτης νὰ μεταχειρισθῇ τὴν ἰδιοκτησίαν του καὶ νὰ ὑποχρεῶται εἰς τοῦτο ἕνεκα λόγων δημοσίου συμφέροντος. Καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐθεώρει, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης δικαιοῦται, δὲν ὑποχρεοῦται, νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν, ἐὰν λόγοι δημοσίου συμφέροντος συνιστῶσιν εἰς αὐτὸν νὰ μὴ μεταχειρισθῇ τὸ δικαίωμά του, καὶ ἐθεώρησεν ὅτι ὁ μηχανικὸς ἔρχεται τρόπον τινὰ κατὰ δεύτερον βαθμὸν φιλοπατρίας, κρίνων ἐπὶ τῆς πράξεως ἐκείνης τοῦ ἐργολάβου, τοῦ ἀναλαβόντος τὴν ἐκμετάλλευσιν, ὁ ὁποῖος ἐκ λόγων δημοσίου συμφέροντος δὲν προβαίνει εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν. Καὶ ἠναγκάσθην νὰ παρατηρήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, διὰ μακρῶν μάλιστα, ὅτι δὲν πιστεύω ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου δύναται νὰ ἦναι αὕτη, ὅπως προστατευθῇ ὁ ἐργολάβος, ὁ ἀναλαμβάνων τὴν ἐκμετάλλευσιν, διότι ἕνεκα λόγων δημοσίου συμφέροντος δὲν θέλει νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν, ὅτι, ἐὰν κρίνῃ ἁπλούστερον τοὺς ἀνθρώπους, καὶ μάλιστα ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀναλαμβάνουσι κερδοσκοπικὰς ἐπιχειρήσεις, πᾶν ὅ,τι πράττουσιν αὐτοὶ ἢ παραλείπουσιν, ὑποτίθεται ὅτι πράττουσιν ἢ παραλείπουσιν ἐκ λόγων ἰδίου συμφέροντος. Ὑπεπέσαμεν λοιπὸν εἰς τὴν πλάνην αὐτὴν, τὴν στιγμιαίαν εὐτυχῶς, νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι τὴν παῦσιν ἢ τὴν διακοπὴν ὑποστηρίζουσιν οἱ λόγοι τοῦ δημοσίου συμφέροντος,—ὅλως τὸ ἐναντίον,—καὶ κατόπιν ἐγένετο ἡ διόρθωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς ἁπλῆς μνείας, ὅτι τὸ δὲν ἐτέθη κατὰ λάθος, καὶ τοιουτοτρόπως τέλος πάντων, μετὰ τόσας πλάνας καὶ τόσας περιστροφὰς, εἰσήλθομεν εἰς μίαν ὁδὸν, εἰσελθόντες ὅμως εἰς τὴν ὁδὸν αὐτὴν, καὶ ἐνῷ βλέπομεν τὰς ἀνωμαλίας αὐτῆς, νομίζω ὅτι μᾶς ἀφαιρεῖται αὐτὴ ἡ ἐντύπωσις ἀπὸ τὰς ἐπερχομένας μεταβολὰς ἐπὶ τοῦ καθεστῶτος συστήματος διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Αὐτὸ τὸ παρατρέχομεν, καὶ τὸ παρατρέχομεν, διότι βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ τὸ παρατρέξωμεν· συντελεῖ εἰς τοῦτο ἡ ἔκθεσις, ἡ ὁποία φαίνεται ὡς εἰσηγουμένη καὶ τὰς διατάξεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ κείμενος νόμος τοῦ 1861, ἐνῷ, ὡς πρὸς ὅσα σχετίζονται μὲ τὸν νόμον τοῦ 1861 καὶ ὑποτίθενται ἐπαναλαμβανόμενα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ σημερινῷ, ἡ ἔκθεσις εἶναι μόνον ὁ ἐπικήδειος τοῦ νόμου τοῦ 1861· διότι, ἐνῷ γίνεται ὁ ἐπικήδειος τοῦ νόμου τοῦ 1861 διὰ τῶν διατάξεων αὐτοῦ, κατόπιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ γίνεται ὁ ἐνταφιασμός. Καὶ μὴ φανῇ εἴς τινα παράξενον, ὅτι εἰς τοῦτο τὸ μέγα κεφάλαιον δὲν προσέχομεν, καὶ ἐνδέχεται νὰ ὑποπέσωμεν εἰς πλάνην μεγάλην, φρονοῦντες ἴσως ὅτι δέον νὰ συνδυασθῇ ὁ νόμος ὁ ψηφιζόμενος μὲ τὸν νόμον τοῦ 1861. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Διὰ τῆς ἐκθέσεως μνημονεύονται δύο τινὰ κεφαλαιώδη ὡς βάσεις τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ ἀναλαμβάνοντος τὴν ἐκμετάλλευσιν μεταλλείου, μνημονεύονται, λέγω, δύο κεφαλαιώδη, ὅτι ἡ ὑποχρέωσις τοῦ ἀναλαβόντος τὴν ἐκμετάλλευσιν κανονίζεται μὲν ὑπὸ λόγων δημοσίου συμφέροντος, τὸ ὁποῖον κρίνεται συγκεκριμένως ἐν τῇ περιστάσει ἐκείνῃ. Ὁ νόμος τοῦ 1861 ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν· ἀλλ’ ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν, ἀπαιτῶν τὸν ὅρον τοῦ δημοσίου συμφέροντος; Οὐδαμῶς. Καὶ ἔρχονται ἀμέσως εἰς σύγκρουσιν οἱ δύο νόμοι. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σαφῶς δεικνύει ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου τὰς δύο αὐτὰς ἐπόψεις, διότι λέγει διὰ τοῦ ἄρθρου 2, ὅτι ἀναγνωρίζεται ἡ ἀρχὴ, ὅτι δὲν πρέπει ἡ κυριότης τοῦ μεταλλείου νὰ περιορίζηται πλειότερον ἢ ὅσον τοῦτο ἐπιβάλλεται ὑπὸ λόγων δημοσίου συμφέροντος ἐπικρατεστέρων, κανονίζει δὲ περαιτέρω, «ὅτι ἀντιβαίνει πρὸς τὴν γενικὴν τοῦ μεταλλεύεσθαι ἐλευθερίαν καὶ πρὸς τὸ ἐπὶ ταύτης στηριζόμενον δημόσιον συμφέρον, ἂν κάτοχός τις μεταλλείου δὲν ἐξακολουθῇ τὴν ἐκμετάλλευσιν». Ὁ νόμος ὁ ἰσχύων, ἐκ τῶν δύο αὐτῶν βάσεων, ἐκ τῶν δύο αὐτῶν λόγων τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ ἀναλαβόντος τὴν ἐκμετάλλευσιν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὸν δεύτερον, ἔστω καὶ ὡς περιλαμβάνοντα τὸν πρῶτον. Ὁ νόμος τοῦ 1861 κηρύττει ὑπόχρεων τὸν ἀναλαβόντα τὴν ἐκμετάλλευσιν μεταλλείου νὰ ἐκμεταλλευθῇ αὐτὸ, ἔχων ὑπ’ ὄψιν του ὡς δικαιολογητικὸν λόγον τῆς τοιαύτης ἐκτάκτου ὑποχρεώσεως τὸ δημόσιον συμφέρον· διότι τὸ δικαίωμα τοῦ κυρίου βεβαίως συνήθως δὲν εἶναι καὶ ὑποχρέωσις, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι καὶ ὑποχρέωσις. Διατὶ ὁ νόμος τοῦ 1861 τὸ ἀνακηρύττει ὡς ὑποχρέωσιν; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἐκθέσει αὑτοῦ περὶ τοῦ σημερινοῦ νομοθετήματος ἀναφέρει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ λόγος τῆς διατάξεως τοῦ νόμου τοῦ 1861, δηλ. ὅτι τὸ Κράτος ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τὸν ἀναλαβόντα τὴν ἐκμετάλλευσιν νὰ μεταλλευθῇ, νὰ ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι συνάμα ὑποχρέωσις, διότι λέγει ὀρθῶς, ὅτι ἡ ἀπόκτησις μεταλλείου ἄνευ ἐκμεταλλεύσεως «ἀντιβαίνει πρὸς τὴν γενικὴν τοῦ μεταλλεύεσθαι ἐλευθερίαν καὶ πρὸς τὸ ἐπὶ ταύτης στηριζόμενον δημόσιον συμφέρον», δημόσιον συμφέρον ἄλλης φύσεως, κοινωνικῆς, οὕτως εἰπεῖν, συμφέρον τῆς ἐλευθερίας τῆς γενικῆς τοῦ μεταλλεύεσθαι, τὸ συμφέρον τοῦ νὰ γίνηται ἡ ἐκμετάλλευσις τοῦ μεταλλείου. Ἀνέλαβέ τις τὴν ἐκμετάλλευσιν μεταλλείου, ἀλλὰ δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἕτερός τις, ὁ ὁποῖος ἐν τῷ ἰδίῳ συμφέροντι ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, ἀλλὰ τὸ μεταλλεῖον κατέχεται ἀπὸ ἄλλον τινὰ, ὁ ὁποῖος δὲν θέλει νὰ τὸ ἐκμεταλλευθῇ. Αὐτὸν τὸν ἀγρόν, καθ’ ὑπόθεσιν, σεῖς θέλετε νὰ τὸν ἀφήσητε χέρσον, τὸ Κράτος ὅμως ἐπιθυμεῖ νὰ ἀναπτύξῃ τὴν καλλιέργειαν, καὶ σᾶς ὑποχρεοῖ νὰ τὸν καλλιεργήσητε, ἄλλως θὰ ἔλθῃ ἕτερος νὰ καταλάβῃ τὸν ἀγρόν. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον, ἡ περὶ τοῦ ὁποίου ἔκθεσις προλέγει, ὅτι πρέπει νὰ προστατευθῇ ἡ γενικὴ ἐλευθερία τῆς ἐκμεταλλεύσεως, αὐτὸ προστατεύει ταύτην, ἢ τὴν προστατεύει ὁ νόμος ὁ καταργούμενος τοῦ 1861; Καὶ ἐδῶ εἶναι ἡ μεγάλη διαφορά, ἡ ὁποία εἶναι ἄπορον, πῶς διαφεύγει τοὺς ἐπὶ τοσαύτας ἡμέρας συζητοῦντας. Ὁ νόμος τοῦ 1861 κηρύττει ὑποχρέωσιν τὴν ἐκμετάλλευσιν, χωρὶς νὰ ποιῆται μνείαν περὶ λόγων δημοσίου συμφέροντος, κρινομένων εἴτε ὑπὸ τῆς Διοικήσεως εἴτε ὑπὸ ἄλλων. Ὁ νομοθέτης τοῦ νόμου τοῦ 1861 ἐνεπνεύσθη ἀπὸ τὴν γενικὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνωνται δηλώσεις καὶ κατόπιν νὰ μένωσιν ἀνεκμετάλλευτα τὰ μεταλλεῖα. Λοιπὸν ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ἐντὸς ἔτους ἐπιχειρήσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν ὁ ἀναλαβὼν αὐτὴν, ἄλλως κηρύσσεται ἔκπτωτος, τὸν κηρύσσει δὲ ἔκπτωτον μᾶλλον διότι τῷ ἀφῆκεν ἀρκετὸν καιρὸν, ἵνα κανονίσῃ τὰ συμφέροντά του, καὶ ὄχι διότι ἀπαιτεῖ δημόσιον συμφέρον τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ μεταλλείου. Ἀλλ’ αὐταὶ εἶναι αἱ ἀρχαὶ τοῦ νόμου τοῦ 1861, καὶ ὑποτίθεται ὅτι πρὸς τὰς ἀρχὰς ταύτας ὁδηγεῖ ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ ὁποία, λέγω ὅτι, ὡς πρὸς τοῦτο τὸ μέρος ἀποβαίνει μᾶλλον ὁ ἐπικήδειος τοῦ νόμου τοῦ 1861. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θέτει ἐντελῶς ἄλλην βάσιν, καὶ πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν βεβαίως, ὅτι κατηργήθησαν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1861, καὶ ὄχι ὅτι συμβιοῦσιν ἐκ παραλλήλου, μολονότι μεγάλη ἀμφιβολία θὰ γεννηθῇ, ἐὰν καταργοῦνται ἢ συμβαδίζουσιν ἐκεῖνα τὰ κεφάλαια μετὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν. Διότι δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἰσχύουσιν, ὅταν πρόκειται περὶ λόγων δημοσίου συμφέροντος, διότι τὸ Κράτος ἔχει ἀνάγκην τοῦ εἴδους αὐτοῦ τοῦ μεταλλείου, τοῦ μολύβδου π. χ., διότι ἐπίκειται πόλεμος, καὶ νὰ θεωρηθῇ συγχρόνως, ὅτι δὲν ἀποκλείεται ἡ ἐξήγησις τῆς διατάξεως τοῦ νόμου τοῦ 1861, ὅταν δὲν πρόκειται περὶ λόγων δημοσίου συμφέροντος, ἀλλὰ πρόκειται ἁπλῶς περὶ τοῦ λόγου, ὅπως ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας ἑνὸς ἔτους ἐπιχειρήσῃ ὁ ἀναλαβὼν τὴν ἐκμετάλλευσιν. Εἶναι μέγα τὸ ζήτημα, ἐὰν ὁλόκληρα κεφάλαια τοῦ νόμου τοῦ 1861 καὶ τοῦ νόμου τοῦ σημερινοῦ θὰ συνυπάρχωσιν ἢ καταργῆται ὁ νόμος τοῦ 1861.
§118ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διότι καὶ εἰς τὸν Πρωσσικὸν νόμον, ὁπόθεν μετεφράσθησαν ταῦτα, δὲν ἐγένετο ποσῶς λόγος περὶ τούτων.
§119ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Πρωσσικὸς νόμος βασίζεται ἐπὶ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς· δὲν ἐννοεῖ τὴν ἀνάληψιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως ὡς συνεπάγουσαν τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Λοκρίδος, ἐνῷ βεβαίως πολὺ καλῶς ἐννοεῖ ποία εἶναι ἡ βάσις ἡ ἀποκλειστικὴ τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου, καὶ πῶς σήμερον πρέπει πρὸ παντὸς νὰ συνεννοηθῶμεν καὶ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν σήμερον θὰ ἔχωμεν τοὺς δύο νόμους ἢ τὸν ἕνα ἰσχύοντα, εἶπεν ὅτι ὁ Πρωσσικὸς νόμος δὲν ἀναγνωρίζει αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ ἐκμεταλλευθῇ τις ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε, καὶ τὸ ἀνέλαβεν ὡς δικαίωμα, καὶ κατεξανέστη κατὰ τοῦ τοιούτου εἴδους τοῦ περιορισμοῦ, ἀπὸ τὸ ἄλλο δὲ μέρος ἐπαινεῖ τὸν νόμον τοῦ 1861, ὁ ὁποῖος ἀναγνωρίζει ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν. Μετὰ φωνῆς ἐντόνου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος ἔλεγε (καὶ ὑποθέτω ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ διάκειται δυσμενῶς πρὸς τὴν Πρωσσίαν ὁ κ. συνάδελφος, τὴν ὁποίαν πολλάκις μνημονεύει,) ἔλεγε στεντορείᾳ τῇ φωνῇ, ὅτι εἰς τὴν Πρωσσίαν δὲν ὑπάρχει αὐτὸ τὸ τερατῶδες, νὰ ἐκμεταλλεύηταί τις τὸ μεταλλεῖον, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε, μόνον ἐκ λόγων δημοσίου συμφέροντος, καὶ κατόπιν ἔρχεται καὶ λέγει, ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσητε τὸν νόμον τὸν ἰσχύοντα.
§120ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ εἶπον, ὅτι δὲν συμβιβάζεται ὁ εἷς νόμος μὲ τὸν ἄλλον, ὅτι ἀντὶ καπέλλου πρόκειται νὰ βάλωμεν παπούτσι.
§121ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε εἶμαι σύμφωνος. Ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρέωσις τοῦ ἀναλαβόντος τὴν ἐκμετάλλευσιν.
§122ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ εἶπον νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν νόμον τὸν ὑπάρχοντα.
§123ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν πρὸ παντὸς πρέπει νὰ καθαρισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ θεμελιῶδες· ἐννοοῦμεν νὰ μεταφέρωμεν εἰς τὸν νέον νόμον τὴν ἀρχὴν τοῦ νόμου τοῦ 1861, ὁ ὁποῖος θεωρεῖ ὡς ὑποχρέωσιν τὴν ἐκμετάλλευσιν; Καὶ δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβαλλόμενον δὲν καταργεῖ τὰς διατάξεις ἐκείνας, ὄχι μόνον διότι δὲν ἀναφέρει τι περὶ καταργήσεως, δὲν ἔχει δηλ. τὸ σύνηθες ἀκροτελεύτιον ἄρθρον, ἴσως διότι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη, διότι μεταγενέστερος νόμος, ἀντιβαίνων εἰς προγενέστερον, καταργεῖ αὐτὸν, ἀλλὰ καὶ διότι εἶναι ζήτημα, ἐὰν ἀντιβαίνῃ εἰς προγενέστερον, ἐὰν δηλαδὴ ἐκ τοῦ ὅτι λέγει ὁ νόμος ὅτι «ὁ κύριος τοῦ μεταλλείου ἢ ὀρυχείου ὑποχρεοῦται νὰ ἐκμεταλλεύηται αὐτὸ, ἐὰν εἰς τὴν παῦσιν ἢ τὴν διακοπὴν τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἀντίκεινται λόγοι δημοσίου συμφέροντος», βεβαίως κατὰ τὸ ἐξ ἀντιδιαστολῆς ἐπιχείρημα, ὅπως τὸ λέγουσιν οἱ νομικοί, argumentum a contrario, ἠδύνατό τις νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ἕπεται ὅτι εἰς κάθε ἄλλην περίστασιν δὲν ὑποχρεοῦται· καὶ ὅμως δὲν δύναται τοῦτο ἀσφαλῶς νὰ δειχθῇ, διότι ὑποτίθεται, ὅτι ὑποχρεοῦται εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν νὰ ἐκμεταλλεύηται αὐτό. Ἀλλὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην τὴν ἀποκρούει ὁ νόμος, ὅταν τὴν ἀποκρούῃ τὸ δημόσιον συμφέρον, ἀλλ’ ὅτι δὲν παύει τὸ ἄτομον τῆς ὑποχρεώσεως τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἡ ὁποία ἔχει ἄλλους περιορισμοὺς, ἡ ὁποία ὑποχρέωσις ὑπάγεται εἰς ἄλλας περιστάσεις, δηλαδὴ εἰς τὴν προθεσμίαν ἑνὸς ἔτους, τὴν ὁποίαν προθεσμίαν, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ νέος νόμος δὲν ἐννοεῖ νὰ ἀφαιρέσῃ, ὄχι ὅτι ἠθέλησε νὰ προσθέσῃ ὑποχρέωσιν, ἡ ὁποία δὲν ὑπάγεται εἰς προθεσμίαν, διότι τὸ εἶδος τοῦ θέματος δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν προθεσμίαν· ὅταν ὑπάρχῃ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους νὰ γείνῃ ἡ ἐκμετάλλευσις, δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους. Λοιπὸν ἔρχεται ἀμέσως τὸ πρῶτον ζήτημα, ἐὰν συνυπάρχωσιν οἱ δύο νόμοι, ἐγείρεται δὲ καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα, ὡς πρὸς τὸ ὁποῖον ἀνεγνωρίσθη ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ὁ καταργηθεὶς νόμος δὲν ἀναβιοῖ διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ καταργήσαντος νόμου. Ὁ καταργηθεὶς νόμος ἔπαυσε πλέον νὰ ὑπάρχῃ, πρέπει δὲ νὰ ψηφισθῇ ἐκ νέου, ἵνα ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ζωήν. Ἐν τούτοις ἤδη νομίζω ὅτι, ἵνα ἦμαι ἀκριβέστερος, πρέπει εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον νὰ μνημονευθῇ ὡρισμένως ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου τοῦ 1861, τὸ ὁποῖον ἐπανέρχεται εἰς τὴν ζωὴν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἐν μέρει μόνον μνημονεύονται τὰ ἰσχύοντα κατὰ τὸ ἄρθρον 6. Δύναται ἐδῶ νὰ ἐγερθῇ μία ἀμφιβολία, ὅτι εἰς τοῦτο μόνον σταματᾷ ὁ νέος νόμος «ἐπὶ τῇ προτάσει τῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν Ὑπουργῶν, μετὰ προηγουμένην ἀπόφασιν Συμβουλίου κλπ.», αἱ δὲ ἄλλαι ἐγγυήσεις πρέπει νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι καταργοῦνται, ἀλλὰ βεβαίως τοῦτο δὲν εὕρηται ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναφέρωμεν, ψηφίζοντες ἐκ νέου, ὡς νὰ μὴ ὑπῆρχε, τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου τοῦ 1861. Καὶ ἔσπευσα πρωθυστέρως νὰ εἴπω περὶ τούτου, διότι ὁμολογῶ, ὅτι ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀρχῆς ἔχω ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ ἀπαραιτήτου τῆς ἐγγυήσεως ἐκείνης, διὰ τῆς ὁποίας ὁ νόμος τοῦ 1852 ἠθέλησε νὰ περιλάβῃ τὰς παραχωρήσεις τῶν μεταλλείων. Εἶμαι ἐναντίος τῶν ἐπεκτάσεων τῆς διακριτικῆς ἐξουσίας τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ἀλλ’ ὅταν πρόκειται περὶ ζητημάτων ἀνηκόντων ἐκ φύσεως εἰς τὴν διοικητικὴν ἐξουσίαν, τὸ μόνον, ὅπερ ἔχομεν νὰ πράττωμεν, εἶναι νὰ περιβάλλωμεν τὴν φυσικὴν ταύτην δικαιοδοσίαν μὲ τοὺς προσήκοντας περιορισμοὺς καὶ τὰς ἐπαρκεῖς ἐγγυήσεις· ἀλλὰ τὰς ἐγγυήσεις τὰς βλέπω ἐπαρκεῖς εἰς τὸ ἄρθρον 6, καὶ ἐπαρκεστέρας μάλιστα σήμερον, διότι μετὰ τὸ 1861 τὰ πρόσωπα τὰ δικαστικὰ, τὰ ὁποῖα ἔχουσι μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐκείνην, περιεβλήθησαν περισσοτέραν ἔτι ἀνεξαρτησίαν. Θεωρῶ λοιπὸν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου προσήκουσαν, καὶ καλῶς ἐπαναφερομένην τὴν διάταξιν ἐκείνην τοῦ νόμου τοῦ 1861, διότι βλέπω μίαν ἐπιτροπὴν, τοσοῦτον καλῶς συγκεκροτημένην, ὥστε οὐδεμίαν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι καλῶς ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη θ’ ἀποφασίσῃ, καὶ ὅτι ἡμεῖς, τὸ νομοθετικὸν σῶμα, ἐν μιᾷ θορυβώδει συζητήσει δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποφασίσωμεν μὲ πλείονας ἐγγυήσεις περὶ τῆς παραχωρήσεως μεταλλείου. Ἀλλ’ ἔρχεται τὸ ἄλλο ζήτημα· ἀφοῦ ἕνεκα λόγων δημοσίου συμφέροντος ὑποχρεοῦται νὰ διακόψῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν, εἰς πᾶσαν ἄλλην περίστασιν δὲν ὑποχρεοῦται. Πρῶτον θὰ σᾶς ἀντιτάξῃ ὁ ἐφαρμόζων τὸν νόμον, ὅτι ὁ καλλίτερος ἑρμηνευτὴς εἶναι ἡ ἔκθεσις ἡ εἰσηγητικὴ, καὶ αὐτὴ σᾶς λέγει ὡρισμένως καὶ καθαρῶς, ὅτι δύο εἶναι οἱ σκοποὶ τοῦ ἄρθρου 2· ὁ πρῶτος σκοπὸς εἶναι «νὰ μὴ περιορίζηται πλειότερον ἢ ὅσον τοῦτο ἐπιβάλλεται ὑπὸ λόγων δημοσίου συμφέροντος ἐπικρατεστέρων», καὶ προσέτι «ὅτι ἀντιβαίνει πρὸς τὴν γενικὴν τοῦ μεταλλεύεσθαι ἐλευθερίαν καὶ πρὸς τὸ ἐπὶ ταύτης στηριζόμενον δημόσιον συμφέρον, ἐὰν κάτοχός τις δὲν ἐξακολουθῇ τὴν ἐκμετάλλευσιν», — τὸ δημόσιον συμφέρον, τὸ ὁποῖον στηρίζεται ἐπὶ μιᾶς γενικῆς ἐλευθερίας, τὸ συμφέρον τὸ ὁποῖον στηρίζεται ἐπὶ τῆς γενικῆς ἐλευθερίας τοῦ μεταλλεύεσθαι, συμφέρον τὸ ὁποῖον δὲν πρόκειται νὰ κρίνῃ ὁ μηχανικός, ἀλλὰ θὰ τὸ κρίνῃ ὁ νομοθέτης ἐκ τῶν προτέρων. Σεῖς, ὁ ὁποῖος ἀνελάβετε τὸ μεταλλεῖον, δὲν τὸ ἐκμεταλλεύεσθε, καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι καταλληλότεροι ὑμῶν, κάθηνται μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας. Λέγει ἡ ἔκθεσις, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 2 δὲν ἐννοεῖ ὁ νομοθέτης νὰ καταργήσῃ τὰς ἰδέας ἐκείνας καὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ νόμου τοῦ 1861, ἀλλὰ τὰς διατηρεῖ ἐν τῇ ζωῇ. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἀναφέρεται ὅτι γίνεται κατάργησις, δὲν ἐπιτρέπεται ἐν ἀμφιβολίᾳ νὰ θεωρηθῇ ὁ νόμος ἐκεῖνος κατηργημένος, καὶ πρέπει τότε νὰ σκεφθῶμεν, πῶς θὰ συμβιβάσωμεν τὰς δύο αὐτὰς περιστάσεις, τὴν ἀρχὴν τοῦ νόμου τοῦ 1861 μὲ τὴν νέαν ἀρχὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν ἀπαιτουμένων ἐγγυήσεων. Τώρα τὰς ἐγγυήσεις αὐτὰς δὲν τὰς ἔχομεν κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1861, δὲν πρέπει νὰ τὰς ἐπεκτείνωμεν, καὶ θέλομεν τὸν ἐκμεταλλευτήν, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος, οὐχὶ διότι ὑπάρχει εἷς λόγος δημοσίου συμφέροντος, ἀλλὰ μόνον διότι παρημέλησε τὴν ἐκμετάλλευσιν· πρέπει καὶ περὶ τούτου νὰ σκεφθῶμεν, ἐκτὸς ἐὰν θεωρηθῇ, ὅτι διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου καταργεῖται ἄρδην ὁ νόμος τοῦ 1861. Πρὸ παντὸς πρέπει νὰ διασαφηνίσωμεν τὰ κεφαλαιώδη μέρη τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον ἔχει σημαντικωτέρας ἐννοίας, παρὰ ἐκείνας τὰς ὁποίας ὑπεθέσαμεν, καὶ τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ λύσῃ ἀμέσως ἡ ἀφαίρεσις μιᾶς λέξεως, ἡ ὁποία κατὰ λάθος γραφικὸν εἶχε παρεισφρήσει εἰς τὸ νομοσχέδιον. Λέγω λοιπόν, συμπεραίνων, ὅτι εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὑπὲρ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 1 μόνον, μὲ τὴν διαφοράν, ἐννοεῖται, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἐκ νέου τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου τοῦ 1861. Δεύτερον, ὅτι πρέπει νὰ διασαφηνισθῇ τὸ ἄλλο θέμα, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μελετήσῃ, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων τοῦ τόπου, ἂν συμφέρῃ νὰ περιστείλωμεν τὴν ὑποχρέωσιν εἰς μόνην τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν δημόσιον συμφέρον ἐπιβάλλει αὐτὴν τὴν ἐκμετάλλευσιν, ἢ νὰ τὴν ἀφήσωμεν ἐκτεινομένην ὑπὸ τὸν ὅρον χορηγίας προθεσμίας, ἀνεξαρτήτως τοῦ λόγου τοῦ δημοσίου συμφέροντος, ἀλλὰ μόνον μετὰ τοῦ ὅρου, τὸν ὁποῖον ἀναφέρει ἡ ἔκθεσις, δηλ. τοῦ συμφέροντος τῆς γενικῆς ἐλευθερίας τοῦ μεταλλεύεσθαι, ὡς πρὸς τὸ ὁποῖον μόνον βεβαίως πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ προθεσμία, ὡς μόνη ἐγγύησις καὶ ἀνακούφισις τοῦ ἐκμεταλλευτοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἠμπορεῖ αἴφνης νὰ ἀποβάλληται, χωρὶς νὰ τῷ χορηγηθῇ μία προθεσμία.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1.
§125ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὸ δικαίωμα τῆς μεταλλεύσεως τῶν μεταλλείων καὶ ὀρυχείων παρέχεται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ΧϞʹ περὶ μεταλλείων νόμου τῆς 22 Αὐγούστου 1861 διὰ Β. Διατάγματος, ἐπὶ τῇ προτάσει τῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργῶν. Τὸ δικαίωμα ὅμως τῆς μεταλλεύσεως τῶν ὀρυκτῶν ἀργύρου (ἐν οἷς τὰ ἀργυρομεταλλεύματα τῆς Μήλου, τῆς Κιμώλου καὶ τῆς Πολυαίγου) καὶ χρυσοῦ καὶ λευκοχρύσου, τῶν σκωριῶν καὶ τῶν ἐκβολάδων, τῆς σμύριδος, τῶν μυλοπετρῶν, τοῦ κοινοῦ ὀρυκτοῦ ἅλατος μετὰ τῶν ἐν τῇ αὐτῇ κοίτῃ ἑτέρων ἁλάτων, ὡς καὶ τῶν ὀρυκτῶν ἐλαίων (πετρελαίου καὶ νάφθης) παραχωρεῖται μόνον διὰ νόμου.»
§126ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου προτείνω μίαν προσθήκην: «πλὴν τοῦ ἀργυρούχου μολύβδου». Ὁ ἀργυροῦχος μόλυβδος δύναται νὰ παραχωρῆται κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον. Ὅλα τὰ μεταλλεῖα μολύβδου περιέχουσιν ἄργυρον εἰς μικρὰν δόσιν· ἠμπορεῖ λοιπὸν νὰ γεννηθῇ ἀμφιβολία.
§127Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀργυροῦχος μόλυβδος δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὰς ἐξαιρέσεις τῆς δευτέρας παραγράφου· ὁ ἀργυροῦχος μόλυβδος δὲν εἶναι ὀρυκτὸν ἀργύρου· ὁ νόμος ἐνόησε τὸν λεγόμενον ἀργυρίτην.
§128ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὰ ἐξαιρούμενα μεταλλεύματα καὶ δύο ἕτερα, ὁ στεατίτης (talque) καὶ τὸ χρώμιον. Αὐτὰ εἶναι ὀρυκτά, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὸ Κράτος, ἐκχωροῦν οὐχὶ τὴν κυριότητα κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ νόμου τοῦ 1861, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξορύξεως ὡρισμένων ποσῶν, ὅπως γίνεται καὶ μέχρι σήμερον. Εἶναι μεταλλεύματα πολὺ εὔκολα, τὰ ὁποῖα φέρουσι πρόσοδον εἰς τὸ Κράτος ἄμεσον καὶ σπουδαιοτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν θὰ φέρωσι διὰ τῆς ὁριστικῆς ἐκχωρήσεως. Διὰ τοῦτο θεωρῶ καλὸν μεταξὺ τῶν ἐξαιρουμένων νὰ τεθῶσι καὶ ταῦτα.
§129ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἐπειδὴ ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως δὲν ἐξάγεται ποῖος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐξαιροῦνται μέταλλά τινα καὶ ὀρυκτὰ τῆς εὐεργετικῆς διατάξεως τῆς ἐπανόδου εἰς τὸ πρώην καθεστὼς, καθεστὼς ὑπὲρ τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ ὁποίου συνηγορῶ ἐκθύμως, νὰ ἐξηγήσῃ ἡμῖν τὸν λόγον τοῦτον, καθόσον φρονῶ, ὅτι, ἐὰν σπουδαίως σκεπτώμεθα νὰ αὐξήσωμεν τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν, ὀφείλομεν νὰ μεριμνήσωμεν καὶ περὶ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ μεταλλευτικοῦ πλούτου τῆς χώρας, διότι ἡ καλλιέργεια τῶν μετάλλων, τὰ ὁποῖα ἐγκλείει ἡ χώρα ἡμῶν, δύναται νὰ συντελέσῃ σπουδαίως εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου τῆς χώρας, καὶ πρέπει νὰ τύχῃ σπουδαίας κυβερνητικῆς μερίμνης ἡ ἀνάπτυξις τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σπουδαίου τούτου ἐθνικοῦ πλούτου. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἶπον καὶ χθὲς, ὅτι εὑρίσκω ἀξιέπαινον τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ εἰσηγήσει τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δι’ οὗ καταργεῖ τὸν νόμον ΒΠʹ, διὰ τοῦ ὁποίου κατεδικάσθη ὁ ἐθνικὸς οὗτος πλοῦτος νὰ κοιμᾶται νήδυμον ὕπνον, ἐν τοῖς ἐγκάτοις τῆς γῆς κεκρυμμένος, ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ μηδεμιᾶς γενομένης παραχωρήσεως. Δὲν εἶμαι, Κύριοι, οὐδαμῶς τῆς γνώμης τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, ὅτι πρέπει ὁ ἐθνικὸς οὗτος πλοῦτος τῆς χώρας ἡμῶν νὰ μένῃ ἀνεκμετάλλευτος, ἀλλὰ καιρὸς εἶναι πλέον, καὶ προσῆκον καὶ σύμφορον εἶναι ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις, νομοθετικῶς νὰ μεριμνήσωμεν ὑπὲρ τῆς ὡς οἷόν τε εὐκόλου ἐκμεταλλεύσεως αὐτοῦ, διότι οὕτω θέλομεν παράσχει τὸ μὲν ἐργασίαν εἰς τὰς πενομένας ἐργατικὰς τάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐγκαταλείπουσι τὴν χώραν καὶ ἀποδημοῦσιν εἰς ξένους τόπους καὶ ἰδίως εἰς Ἀμερικὴν πρὸς εὕρεσιν ἐργασίας, τὸ δὲ θέλομεν ὑποστηρίξει καὶ ἀναπτύξει τὴν ἱστιοφόρον ἡμῶν ναυτιλίαν, ἡ ὁποία βλέπομεν ὅτι ὁσημέραι φθίνει καὶ ὑποχωρεῖ πρὸ τῆς ναυτιλίας ἄλλων ἐθνῶν. Διὰ τῆς ἐκμεταλλεύσεως, Κύριοι, τοῦ πλούτου τῶν μεταλλείων θέλομεν εἰσαγάγει χρυσὸν εἰς τὸν τόπον, καὶ θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἀποκαταστήσωμεν αὖθις ἐν τῇ χώρᾳ πραγματικὸν ἰσοζύγιον μεταξὺ εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς, καὶ θέλομεν αὐξήσει συνάμα τὰς προσόδους τοῦ Κράτους. Σᾶς φέρω, Κύριοι ἓν μικρὸν παράδειγμα, ὅπως ἀποδείξω ὑμῖν τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα δύναται νὰ ἐπιφέρῃ ἡ ἐπιμελὴς ἐκμετάλλευσις τῶν μεταλλείων καὶ ἡ αὔξησις τῆς παραγωγῆς μετάλλων καὶ ὀρυκτῶν. Ἡ Μῆλος κέκτηται ἄφθονον ποσότητα θείου, ἐνῷ δὲ ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν καταναλίσκεται θεῖον ὑπὲρ τὰ ἑπτὰ ἑκατομμύρια ὀκάδων, ποσὸν ὅπερ ἠδύνατο νὰ παράγῃ ἐπιμελὴς ἐκμετάλλευσις καὶ καλλιέργεια τῶν θειωρυχείων τῆς Μήλου, ἐπιβαλλομένη ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ δημοσίου συμφέροντος, καλλιέργεια καθιστῶσα αὐτάρκη τὴν χώραν ἡμῶν, ἐν τούτοις, ἐλλείψει νομοθετικῆς καὶ κυβερνητικῆς προνοίας, τὰ θειωρυχεῖα τῆς Μήλου παράγουσιν, ἕνεκα τῆς περιωρισμένης καλλιεργείας αὐτῶν, κατ’ ἔτος μόλις καὶ μετὰ βίας ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον ὀκάδων θείου, ἤτοι ποσὸν ἀνερχόμενον μόλις εἰς τὸ πέμπτον τῆς ἐγχωρίας καταναλώσεως, ὑποχρεούμεθα δ’ ἐτησίως νὰ προμηθευώμεθα ἐκ τῆς Σικελίας τὰ λοιπὰ τέσσαρα πέμπτα, ἤτοι περὶ τὰ ἕξ ἑκατομμύρια ὀκάδων θείου, ἀντὶ τιμήματος ὑπὲρ τὸ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον δραχμῶν εἰς χρυσόν. Διὰ τῆς ἀναπτύξεως, Κύριοι, τῆς καλλιεργείας τοῦ μεταλλικοῦ καὶ ὀρυκτοῦ πλούτου τῆς χώρας θέλομεν καταστήσει αὐτὴν αὐτάρκη καὶ εὐημεροῦσαν. Πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ παρασχεθῇ ἀφ’ ἑνὸς μὲν πᾶσα εὐκολία ὡς πρὸς τὴν παραχώρησιν μεταλλείων καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν αὐτῶν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐπιμελὴς καὶ ἄγρυπνος κυβερνητικὴ ἐπιτήρησις τῆς ἐκμεταλλεύσεως αὐτῶν πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἀποτελεσματικὴν καὶ σκόπιμον τῶν παντοίων συμφερόντων τῆς γεωργίας, τῆς βιομηχανίας, τῆς ναυτιλίας καὶ καθόλου τῆς κοινωνίας καὶ τῆς Πολιτείας. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ποῖοι λόγοι ὑπηγόρευσαν εἰς τὸν συντάκτην τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἀφήσῃ ἐν ἰσχύϊ τὸν ἄστοχον νόμον, ἐξαιρετικῶς ὡς πρὸς τὰ ἀργυρεῖα τῆς Μήλου, Κιμώλου καὶ Πολυαίγου καί τινα ἄλλα μέταλλα καὶ ὀρυκτά, νόμον κωλύοντα ἢ καθιστῶντα δύσκολον τὴν παραχώρησιν αὐτῶν καὶ συνεπῶς ἐπιζήμιον εἰς τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τῆς Πολιτείας. Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν ὁ νόμος οὗτος ϠΠʹ δὲν ὑπῆρχε, πρὸ καιροῦ τὰ ἀργυρεῖα ταῦτα τῆς Μήλου θὰ εἶχον ἤδη παραχωρηθῆ, καὶ ἐκ τῆς καλλιεργείας αὐτῶν οὐ μόνον ἡ χώρα σπουδαίας καὶ σημαντικὰς θὰ προσεπορίζετο ὠφελείας, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον θὰ εἶχε μίαν οὐκ εὐκαταφρόνητον πρόσοδον. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ μάθω, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διὰ τίνα λόγον ἐξαιρετικῶς ὡς πρὸς τὴν παραχώρησιν τῶν μεταλλείων τούτων καὶ ὀρυκτῶν ἀφήνει ἐν ἰσχύϊ τὸν καταργούμενον ϠΠʹ νόμον, καθόσον ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐδένα εὑρίσκω λόγον, συνηγοροῦντα ὑπὲρ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου, ἔστω καὶ ἐξαιρετικῶς, ὡς πρός τινα μέταλλα καὶ ὀρυκτά.
§130Ν. ΣΧΙΝΑΣ. Θὰ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων λέξεων εἰς τὸν κ. συνάδελφον. Μεταλλεῖον καὶ ὀρυχεῖον διαφέρουσι. Τὸ μὲν μεταλλεῖον ἀπαιτεῖ μεταλλευτικὰς ἐργασίας, κατασκευὴν φρεάτων καὶ ὑπονόμων, ἵνα ἐκ τῶν σπλάγχνων τῆς γῆς ἀναγάγῃ τις εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τὸ μετάλλευμα, τὸ δὲ ὀρυχεῖον δὲν ἀπαιτεῖ ἢ ἁπλῆν ἀνασκαφὴν ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας. Τὸ μετάλλευμα τῆς βαρυτίνης, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος, δὲν ἀποτελεῖ μεταλλεῖον, ἀλλὰ μεταλλοῦχον ἔκτασιν, μὴ ἔχουσαν τὰ στοιχεῖα τοῦ μεταλλείου καὶ καθ’ ὅλα ὁμοίαν τῶν ἐκβολαδικῶν ἐκτάσεων. Δύο λόγοι ἡφαιστειογενεῖς παρήγαγον τὸν πλοῦτον τοῦτον τῆς νήσου Μήλου· ὁ μὲν εἷς εἶναι ἡ ἀνατροπὴ τοῦ ἐδάφους, ὁ δ’ ἕτερος ὁ ἐμπλουτισμὸς δι’ ὀπῶν ἐκ τῶν ἐγκάτων τῆς γῆς. Τὸ μετάλλευμα τοῦτο, ὡς ἁπλοῦν χῶμα, δύναται νὰ μεταφερθῇ ἐκ τῶν κλιτύων τῶν ἑκατέρωθεν καὶ ἰδίᾳ τῶν δεξιόθεν τοῦ λιμένος Μήλου εἰς τὴν ἀκτήν. Δὲν ἀπαιτεῖ δὲ οὔτε πολυδαπάνους καμίνους πρὸς τῆξιν, οὔτε ἄλλο τι. Καὶ ἄλλοτε, κατὰ τὸ 1890, κατέδειξα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δι’ ἁπλῶν καμίνων καὶ διὰ τῆς χρήσεως μαγειρικοῦ ἅλατος εἶναι δυνατὸν νὰ τύχωμεν διαλυτῆς ἐν ὕδατι χημικῆς συνθέσεως πρὸς ἀποχωρισμὸν τοῦ μετάλλου. Συμφωνῶ ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ ἐργασίαι, ἀλλ’ οὐχὶ διὰ παραχωρήσεως, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀδείας ἐκμεταλλεύσεως ἐκτάσεών τινων ἢ τῆς λήψεως ποσοῦ τινος. Δυστυχῶς αἱ γενόμεναι ἐργασίαι δὲν ἐγένοντο πρεπόντως καὶ διὰ τοῦτο τὰ ἀποτελέσματα δὲν ἐπαρουσίασάν τι ἀκριβές, ὅπερ νὰ μᾶς δώσῃ τὸ ποσὸν τοῦ περιεχομένου ἀργύρου κατὰ τὰ διάφορα στρώματα τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς. Πολὺ δὲ ὀρθῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἐξαιρέσασα τῶν ἀπ’ εὐθείας παραχωρήσεων τὸ μεταλλεῖον τοῦτο. Φρονῶ δὲ, ὅτι ἡ Βουλή, ἂν καταδειχθῇ ὁποῖος ὁ πλοῦτος τοῦ μεταλλείου τούτου, δύναται νὰ παραχωρήσῃ εἰς ἑταιρίαν, ἂν παρουσιασθῇ, διὰ νόμου, μετὰ συζήτησιν ὥριμον, ὁρίζουσα ἅμα εἰδικὸν φόρον, ὡς ἐγένετο εἰς τὰς σκωρίας ἢ ἐκβολάδας, καὶ ἀφοῦ γείνωσιν αἱ πρέπουσαι καὶ νόμιμοι μελέται, καὶ οὐχὶ νὰ βασισθῇ, ὡς μέχρι τοῦδε, ἐπὶ μελετῶν ἀνακριβῶν. Ἑπομένως συμφωνῶ εἰς τὴν ἐξαίρεσιν τοῦ μεταλλείου τούτου, καὶ ἀποδέχομαι τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως.
§131ΡΑΛΛΗΣ. Ὀφείλω ἀπάντησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Μήλου, ὁ ὁποῖος ἐπεκαλέσθη τὰ λαβόντα χώραν ἐν Γερμανίᾳ. Ἐν Γερμανίᾳ ὑπάρχει διοίκησις, ἐδῶ δὲν ὑπάρχει. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ διοίκησις τῆς χθὲς ἢ τῆς αὔριον δύναται νὰ ὀνομασθῇ διοίκησις, ὅταν τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς παρέστησεν οἷα παρέστησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τί ἐπαγγέλλεται τὸ νομοσχέδιον; νὰ ἐπαναφέρῃ τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα. Καὶ νομίζει ὁ κ. Βουλευτὴς Μήλου, ὅτι δὲν ἔχω δίκαιον νὰ προσπαθήσω νὰ μεταπείσω καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν Βουλήν, ἵνα ἀποφύγῃ αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα; Ποῖα δὲ ἦσαν ταῦτα; Ὁ νόμος ἔδιδεν εὐκαιρίαν εἰς τοιαύτας καταχρήσεις, ὥστε ἐξηγέρθη ἡ δημοσία γνώμη καὶ ἐπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1882 νὰ θέσῃ φραγμὸν εἰς τὴν κακοήθη διαχείρισιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκχωρήσεως τῶν μεταλλείων· ὁ φραγμὸς ἐτέθη καὶ ἔπαυσεν ἡ ἐκχώρησις τῶν μεταλλείων, οὐχὶ διότι ὑπῆρχε δυσχέρεια εἰς τὸ νὰ παραχωρηθῇ ἡ ἐκχώρησις μεταλλείου, ἀλλὰ διότι εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν ὁ καθεὶς δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ ζητήσῃ παραχώρησιν, οὔτε ἠδύνατο μία Κυβέρνησις νὰ φέρῃ νόμον, ὅπως παραχωρήσῃ μεταλλεῖον εἰς ἄνθρωπον στερούμενον τῶν μέσων καὶ τῆς πείρας πρὸς ἐκμετάλλευσιν αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ὑπεστήριξα τὴν μὴ κατάργησιν τοῦ νόμου· παραδόξως ὅμως ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου ὡς πρὸς τὰ μεταλλεῖα ἐκεῖνα, ἐκ τῶν ὁποίων ἠδύνατό τις νὰ θεωρήσῃ ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀντλήσῃ πλοῦτον εἴτε ἰδιώτης, εἴτε τὸ Δημόσιον, καθιστᾷ ἐξαίρεσιν. Λίαν ὀρθῶς λοιπὸν ὁ κ. Βουλευτὴς Μήλου ἔθεσε τὸ ἐρώτημα, τίς διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν μεταλλείων τῆς Μήλου καὶ τοῦ Λαυρίου ἢ ἄλλου; Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι τὸ μεταλλεῖον τῆς Μήλου ἐπέφερε δαπάνας καὶ ζημίας εἰς τὸ Δημόσιον, τὰ δὲ μολυβδοῦχα μεταλλεῖα ἀπέδωκαν ἑκατομμύρια. Ἂν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1861 παρείχοντο πᾶσαι αἱ ἐγγυήσεις περὶ τῆς διαθέσεως τῶν μεταλλείων τοῦ ἀργυρούχου μολύβδου, δὲν βλέπω διατὶ αἱ διατάξεις αὐτοῦ δὲν θὰ ἦναι ἐπαρκεῖς, ὅπως προστατεύσωσι τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου καὶ ἐπὶ τῶν ἐξαιρουμένων μεταλλείων. Ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπέσχετο ὅτι θὰ ἔχωμεν τὴν διοίκησιν τῆς Γερμανίας, ὅτι δὲν θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ ἄτοπα, εἰς ἃ ἔδωκε χώραν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τοῦ 1861, ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν πάλιν τὴν καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς διανομὴν τῶν μεταλλείων, τότε ἤθελον παραδεχθῆ τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου. Ἐνόσῳ ὅμως οὔτε αὐτὸς οὔτε ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἐγγυηθῇ τοῦτο, δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἦμαι ἐναντίος τοῦ πρώτου ἄρθρου.
§132Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ δώσω διασαφήσεις τινὰς, συνεπείᾳ τῆς ἐρωτήσεως, ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μήλου προέβαλε, καὶ τὰς ὁποίας ἐν εἴδει ἀπορίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐξεδήλωσεν. Ἐν τῇ παραγράφῳ βʹ τοῦ ἄρθρου πρώτου τὰ ἀναγραφόμενα ὀρυκτὰ ἢ μέταλλα, τὰ ὁποῖα ἐξηρέθησαν τῆς διατάξεως τῆς παραγράφου ταύτης, παραχωροῦνται διὰ Β. Διτάγματος, μετὰ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τὴν διαδικασίαν, ἣν ὁ νόμος διαγράφει. Διότι ὁ νόμος τοῦ 1882 κατήργησε τὴν πρᾶξιν, διὰ τῆς ὁποίας γίγνεται ἡ παραχώρησις τῆς ἐκμεταλλεύσεως, καὶ ἀντὶ αὕτη νὰ γίγνηται διὰ Β. Διατάγματος ἐπὶ τῇ προτάσει τῶν δύο Ὑπουργείων, ἀπῄτησε νὰ γίγνηται διὰ νόμου. Τὴν ἐξήγησιν κάμνω πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρέστησαν, ὅτι τὸ ἄρθρον εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Ἡ ἐξαίρεσις, ἡ ὁποία γίνεται ἐπὶ τῆς δευτέρας παραγράφου, μᾶς ἐφάνη ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῇ, ἵνα ἐξασφαλίσῃ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου, διότι καὶ νῦν, κατὰ τὴν ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν, αἱ σκωρίαι καὶ αἱ ἐκβολάδες δὲν φορολογοῦνται ὅπως τὰ ἄλλα μεταλλεύματα, διότι ἡ ἐκμετάλλευσις τούτων εἶναι εὐκολωτέρα ἢ ἡ τῶν ὀρυχείων. Ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν σκωριῶν καὶ ἐκβολάδων λαμβάνει τὸ Δημόσιον 10%, καὶ οὐχὶ μόνον τῶν σκωριῶν τῶν ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς, ἀλλ’ ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπέτρεψα εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου νὰ λαμβάνῃ ἐκβολάδας καὶ ἐκ τοῦ πυθμένος τῆς θαλάσσης. Διὰ τοῦτο ἐξηρέθησαν αἱ σκωρίαι καὶ αἱ ἐκβολάδες ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 1, ἵνα προστατευθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ὑπάγονται τὰ μεταλλεύματα τοῦ χρυσοῦ καὶ λευκοχρύσου, ἂν καὶ δὲν ἀνεκαλύφθησαν τοιαῦτα παρ’ ἡμῖν. Εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν περιελάβομεν καὶ τὴν σμύριδα καὶ τὰς μυλόπετρας καὶ τὸ ὀρυκτὸν ἅλας, τὸν στεατίτην καὶ ἄλλα ὀρυκτά. Ἔχει δὲ ἡ ἀπαγόρευσις, ὡς εἶπον, σκοπὸν τὴν προστασίαν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Ἐὰν δὲ ἤθελε παρουσιασθῆ ἑταιρία πρὸς ἐκμετάλλευσιν καὶ τῆς βαρυτίνης, ἡ Κυβέρνησις θέλει προβάλει νόμον, ἵνα ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς.
§133ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος τοῦ 1882 κατήργησε τὰ ἄρθρα 6 καὶ 7 τοῦ νόμου τοῦ 1861· σήμερον διὰ τοῦ νέου νόμου λέγομεν ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς μεταλλεύσεως ἐνεργεῖται κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν ὑπάρχει. Ἐγὼ εὐχαρίστως θὰ δεχθῶ μίαν διδασκαλίαν ἐπὶ ζητήματος θεμελιώδους, καὶ ὑπὸ πολλὰς ἄλλας θεμελιώδεις ἀρχὰς καὶ διατάξεις στηριζόμενος εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Λέγω μόνον—μὴ ἐνδιαφερόμενος ἂν πρὸς στιγμὴν ὑφίσταται ἢ δὲν ὑφίσταται κατ’ ἄλλας διατάξεις ὁ νόμος ἐκεῖνος—λέγω ὅτι πρὸς τὰς συναρμολογουμένας διατάξεις τῶν ἄρθρων 6 καὶ 7 τοῦ νόμου τοῦ 1882, ἁπλούστατον εἶναι, ἀφοῦ ἐφθάσαμεν εἰς τοῦτο, ἐπὶ τῇ προτάσει τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπαναφέροντες ὡς πρὸς τοῦτο ῥητῶς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου τοῦ 1861, νὰ μὴ φανῶμεν ὅτι ὠκνήσαμεν, ὡς εἶπον, νὰ ἀντιγράψωμεν τὸ ἄρθρον 1, διὰ νὰ μὴ ἐγείρωμεν ζητήματα. Λοιπὸν νὰ προστεθῇ κατ’ ἐξακολούθησιν καὶ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ἄρθρου 6, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν ζητήματα.
§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖον εἶναι τὸ ὑπόλοιπον;
§135ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ περὶ συγκροτήσεως τοῦ Συμβουλίου.
§136Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναγκάζομαι νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν γενομένην συζήτησιν μεταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μήλου Βουλευτοῦ καὶ τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς. Ὁ κ. ἐκ Μήλου ἰσχυρίσθη, ὅτι μετὰ τὸν νόμον τοῦ 1882 δὲν ἐγένοντο πλέον παραχωρήσεις μεταλλείων, διότι ἡ διὰ νόμου παραχώρησις κατεστάθη ἀδύνατος. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς διϊσχυρίσθη, ὅτι ἐγένετο παραχώρησις, καὶ ὁμολογῶ ὅτι παραδόξως καὶ οἱ δύο ἔχουσι δίκαιον. Βεβαίως ἐγένοντο παραχωρήσεις μεταλλείων, ἀλλ’ ἐγένοντο δύο ἢ τρεῖς. Πῶς δὲ ἐγένοντο αἱ παραχωρήσεις αὗται; Διὰ νόμου. Ἀλλὰ πρὶν ἢ προκληθῇ ἡ ἔκδοσις τοῦ νόμου, πᾶσα ἡ διαδικασία, ἡ ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1861 διαγραφομένη, ἐξετελεῖτο, καὶ τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου ἡ γνωμοδότησις προεκαλεῖτο, καὶ συζήτησις ἐν τῷ Μεταλλευτικῷ Συμβουλίῳ ἐγίγνετο, καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι διατάξεις ἐτηροῦντο. Τί μετεβλήθη μόνον; Ἀντὶ οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλλωσι σχέδιον διατάγματος, ὑπέβαλλον νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐζήτουν τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. Ὥστε οὐδεμία ἄλλη διάταξις τοῦ νόμου εἶχε καταργηθῆ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1882 ἦτο ἀπαγορευτικὴ, διότι κατέστησε τοσοῦτον δύσκολον τὴν παραχώρησιν, ὥστε ἐν διαστήματι 13 ἐτῶν τρεῖς μόνον παραχωρήσεις ἐγένοντο, ἀλλ’ αἱ παραχωρήσεις αἱ γενόμεναι ἐγένοντο κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἡ Διοίκησις — ὄχι μόνον ἡμεῖς, ἀλλὰ καὶ οἱ πρὸ ἡμῶν καὶ πάντα τὰ κατὰ καιροὺς Ὑπουργεῖα — ἐθεώρησε ζῶντα τὸν νόμον τοῦ 1861, πλὴν τῆς διὰ τοῦ διατάγματος, ἐπὶ τῇ προτάσει τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν, παραχωρήσεως.
§137ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτίθενται ταῦτα, ὅταν ὁ νόμος τοῦ 1882 λέγῃ, ὅτι γίνεται παραχώρησις...
§138Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὕτως ἑρμηνεύεται.
§139ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ νόμος τοῦ 1882 ποτὲ δὲν λέγει τοιοῦτόν τι. Ὁ νόμος τοῦ 1882 λέγει, ὅτι ἡ παραχώρησις, ἡ ὁποία ἐγίνετο διὰ Β. Διατάγματος κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ νόμου τοῦ 1861, θὰ γίνηται διὰ νόμου. Σήμερον ἐρχόμεθα ἀκριβῶς καὶ καταργοῦμεν τὸν νόμον τοῦ 1882. Ὁ νόμος τοῦ 1882 ἐτροποποίησε τὸν νόμον τοῦ 1861, καθόσον ἀντὶ Β. Διατάγματος ἀπαιτεῖται πλέον νομοθετικὴ πρᾶξις. Σήμερον δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμόσητε τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν πολλάκις ἐφηρμόσαμεν ἐνταῦθα, ὅτι δὲν δυνάμεθα δι’ ἁπλῆς μνείας ἔν τινι νομοθετήματι νὰ κάμωμεν ν’ ἀναβιώσωσι διατάξεις μεταῤῥυθμισθεῖσαι, διότι ἐδῶ τὸ νομοσχέδιον περιέλαβε τὴν διάταξιν ἐκείνην, τὴν καταργηθεῖσαν, καὶ ἥτις θέλει ψηφισθῆ εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις καὶ θέλει κυρωθῆ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, καὶ ἥτις λέγει: «Τὸ δικαίωμα τῆς μεταλλεύσεως τῶν μεταλλείων καὶ ὀρυχείων παρέχεται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ΧΨʹ περὶ μεταλλείων νόμου τῆς 22 Αὐγούστου 1861, διὰ Δ. Διατάγματος, ἐπὶ τῇ προτάσει κλπ.» Ἠδύνατο ἀξιόλογα νὰ παραλείψῃ τὸ «κατὰ τὰς διατάξεις», ἀλλ’ ἐννοεῖ τὴν διαδικασίαν τὴν προηγουμένην τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος, καὶ τοῦτο βεβαίως ἦτο περιττόν.
§140ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Αἱ διατάξεις ἐκεῖναι καὶ ἡ διαδικασία ὁπωσδήποτε θὰ ἐφαρμόζωνται καὶ ἤδη, προκειμένου νὰ γίνηται ἡ παραχώρησις διὰ νόμου;
§141ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα.
§142ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς; πρὸς Θεοῦ, ὅταν μὲ βεβαιώνητε, ὅτι ἡ παραχώρησις ἑνὸς μεταλλείου γίνεται διὰ νόμου, καὶ λέγητε ὅτι ἐξυπακούεται ὅτι ὑπάρχουσιν οἱ ὅροι τοῦ νόμου τοῦ 1861, δηλ. ὅτι οἱ νόμοι ἤδη θὰ συντάσσωνται κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1861! Ἐννοῶ τὸ ζήτημα, ἂν θέλῃ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ συμβουλευθῇ, διὰ νὰ παρουσιάσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τὰ φῶτα τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ νὰ μοὶ λέγητε, ὅτι γίνεται διὰ νόμου ἡ παραχώρησις καὶ συγχρόνως ὅτι ἐξυπακούεται ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς θὰ ἰσχύῃ, μόνον ἂν ψηφισθῇ ὑπὸ ὅρους ἄλλου νόμου, μοὶ φαίνεται ὅτι ἀνατρέπετε τὰ στοιχειωδέστερα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐν τῷ συνταγματικῷ πολιτεύματι καὶ ἐν γένει εἰς τὴν νομοθεσίαν. Ποῦ ἠκούσθη ποτὲ τοῦτο; Πρὶν εἴχομεν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τώρα ἀκούω πρώτην φορὰν, ὅτι ὑπάρχει καὶ τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον. Ὅταν εἴπητε, ὅτι ἡ παραχώρησις μεταλλείου γίνεται διὰ νόμου, οὐδεὶς ὅρος δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ἄλλο τὸ ζήτημα, ἂν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ συμβουλευθῇ τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον καὶ νὰ προσαγάγῃ μελέτην, ὅπως πᾶσαν μελέτην. Ἀλλὰ πῶς λέγετε, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1882 κατήργησε τὸ ἄρθρον 6, ὅτι κατήργησε μόνον τὸ δικαίωμα τῶν Ὑπουργῶν, καὶ δὲν συγκατήργησε καὶ τὸν ὅρον τῆς προηγουμένης γνωμοδοτήσεως; Ὁ ὅρος τῆς προηγουμένης γνωμοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου τοῦ Μεταλλευτικοῦ εἶναι ὅρος περιορίζων τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ πρωτοφανὲς θὰ ἦναι νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ νόμοι περιορίζοντες τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῆς νομοθετικῆς ἀρχῆς.
§143Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπὶ τοῦ τίτλου ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὅτι οὐδένα νόμον περὶ ὀρυχείων ἔχομεν. Διὰ τοῦτο ὑποθέτω, ὅτι παρέλκει ἡ λέξις «καὶ ὀρυχείων.»
§144ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι εἰς τὸ ἄρθρον 35 κεφάλαιον Ϛʹ τοῦ νόμου τοῦ 1861.
§145Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ περὶ μεταλλείων νόμοι εἶναι καὶ νόμοι περὶ ὀρυχείων.
§146Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ τίτλος τοῦ νόμου τοῦ 1861 εἶναι «περὶ μεταλλείων», ὁ τίτλος τοῦ κεφαλαίου Αʹ εἶναι «περὶ μεταλλείων, ὀρυχείων καὶ λατομείων».
§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν διαφέρωσι τὰ μεταλλεῖα τῶν ὀρυχείων, καὶ ἂν ὀρυχεῖα δὲν ἦναι μεταλλεῖα, καὶ μεταλλεῖα δὲν ἦναι ὀρυχεῖα, τότε ὁ τίτλος τοῦ νόμου περὶ μεταλλείων εἶναι τίτλος ἐλλιπὴς, διότι, ἐν ᾧ εἶναι περὶ μεταλλείων, αἱ διατάξεις αὐτοῦ πραγματεύονται καὶ περὶ ὀρυχείων.
§148Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἔχετε καὶ μεταγενεστέρους νόμους. Ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ προσθέσητε καὶ τὸ περὶ λατομείων. Ἐὰν ἡ παρατήρησις αὕτη θεωρηθῇ ἀκριβὴς, τότε πρέπει νὰ μὴ λησμονήσητε, ὅτι ὅλοι οἱ μεταγενέστεροι νόμοι δὲν ὁμιλοῦσι περὶ ὀρυχείων, ἀλλὰ πάντοτε περὶ μεταλλείων, ὡς ὁ νόμος τοῦ 1867, τοῦ 1875, καὶ οὐδένα εὑρίσκω περὶ ὀρυχείων. Δὲν ἐπιμένω ὅμως. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζω καθῆκον νὰ ὑπομνήσω, καὶ τὸ θεωρῶ ἀπαραίτητον, εἶναι, ὅτι δὲν διατυποῦται ἡ γνώμη τῶν προτεινάντων τὸ νομοσχέδιον διὰ τῆς ἐκφράσεως «κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ΧϚʹ περὶ μεταλλείων νόμου τῆς 22 Αὐγούστου 1861», διότι τὰ ἄρθρα 6, 17, 23, 27, 29, 30, 32, 37 καὶ 39, ὧν τὰ πλεῖστα πραγματεύονται περὶ παραχωρήσεως τῶν μεταλλείων, ἐτροποποιήθησαν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1867, καὶ ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις μόνον τοῦ νόμου τοῦ 1861, οὐχὶ δὲ καὶ τοῦ νόμου τοῦ 1867. Διὰ τοῦτο θεωρῶ ἀπαραίτητον, νὰ προστεθῇ «τοῦ ΧϚʹ περὶ μεταλλείων νόμου τῆς 22 Αὐγούστου 1861, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου ΣΚΗʹ τῆς 26 Ἀπριλίου 1867.»
§149ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Λέγει περὶ νόμων. Δὲν εἶναι ἀνάγκη.
§150Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἐνοήσατε. Ἀναγνώσατε τὸ κείμενον τῆς αʹ §, διὰ νὰ μὲ ἐννοήσητε καλλίτερον, καὶ λάβετέ το ὑπὸ σημείωσιν, ἀφοῦ ψηφισθῇ ὁ νόμος.
§151Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§152ΡΑΛΛΗΣ. Τότε ἐρχόμεθα ἀκριβῶς εἰς σύγκρουσιν ὄχι πρὸς τὸν Πρωσσικὸν νόμον, ἀλλὰ πρὸς τὸν κείμενον νόμον. Ὁ νόμος ὁ Πρωσσικὸς περιέλαβε τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε τόσον εὐφυῶς ὁ συμπολίτης μου, διότι ἀναχωρεῖ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, ὅτι δὲν ἠδύνατο ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ μεταλλείου νὰ ὑποχρεωθῇ εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως αὐτοῦ, καὶ περιέλαβε μίαν μόνον ἐξαίρεσιν, περιέλαβε τὴν ἐξαίρεσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, δηλ. ὅτι δύναται νὰ ὑποχρεωθῇ ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ μεταλλείου εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς καλλιεργείας, τὴν ὁποίαν διέκοψεν, ἢ τὴν ὁποίαν ἔπαυσεν, ὅταν συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ἐπιβάλλωσι τὴν ἐξακολούθησιν. Ἀλλ’ ὁ νομοθέτης ἡμῶν παρεδέχθη τὴν ἀντίθετον ἀρχὴν εἰς τὰ ἄρθρα 29, 52 καὶ 55, τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἀνεκήρυξε χθὲς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἀρχὴν, ὅτι πρόκειται περὶ ἐργολάβου, ὅστις ἔλαβε τὴν παραχώρησιν τοῦ μεταλλείου ὄχι ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ ἀφήσῃ τὸ μεταλλεῖον ἀνεκμετάλλευτον, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ τὸν ὑποχρεώσῃ νὰ καλλιεργῇ τὸ μεταλλεῖον, ἡ ὑποχρέωσις δὲ αὕτη, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε ν’ ἀνακηρύξῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, εἶναι ἐγγεγραμμένη, ὡς εἶπον, ὅλοις γράμμασιν εἰς τὸν κείμενον νόμον καὶ ἐν τοῖς ἄρθροις 29, 52 καὶ 55. Τί πράττομεν δὲ, ψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον καὶ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως τὸ διετύπωσεν ὁ συμπολίτης μου καὶ ὅπως ὀφείλει νὰ διατυπωθῇ συμφώνως μὲ τὸ κείμενον τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου, ἐξ οὗ ἐλήφθη; Καθιεροῦμεν οὕτως ἐν τῇ νομοθεσίᾳ μας δύο ἀρχὰς ἐντελῶς ἀντιθέτους, τὴν ἀρχὴν τὴν ἐν τῷ κειμένῳ νόμῳ, ὅτι ἡ Πολιτεία ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ μεταλλείου νὰ ἐκμεταλλεύηται αὐτὸ, καὶ θέτει καὶ προθεσμίαν ἑνὸς ἔτους ἢ 6 μηνῶν· αὐτὴ εἶναι ἡ μία ἀρχὴ τοῦ καθεστῶτος νόμου, ὅλως ἀντίθετος τοῦ νόμου τοῦ Πρωσσικοῦ, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης μεταλείου ὄχι πλειότερον ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην ἑνὸς ἀγροῦ ἢ μιᾶς ἐπαύλεως, ὡς ἐξεφράζετο ὁ Ναπολέων, δὲν δύναται νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ ἐξακολουθῇ τὴν καλλιέργειαν τοῦ μεταλλείου, εἰμὴ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δημόσια συμφέροντα ἐπιβάλλουσι τὴν ἐξακολούθησιν. Λοιπὸν διὰ τῆς παραδοχῆς τοῦ κειμένου, τὸ ὁποῖον λίαν ὀρθῶς ὑπέδειξεν ὁ συμπολίτης μου ὡς τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, καθιεροῦμεν ἀρχὴν ἀντίθετον ἐκείνης, τὴν ὁποίαν καὶ θέλει νὰ καθιερώσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ εὑρίσκομεν καθιερωμένην εἰς τὸν κείμενον νόμον ἡμῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον 2 δὲν ἔχει τόπον ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν, διότι θὰ ἔχωμεν διὰ τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον δύο ἀρχὰς, ἐντελῶς ἀντιστρατευομένας, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν ἀρχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ἐπιβολῆς ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας τῆς ὑποχρεωτικῆς καλλιεργείας καὶ τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς καλλιεργείας τοῦ μεταλλείου, ἀδιάφορον ἐὰν δημόσια συμφέροντα δὲν ἐπιβάλλωσιν αὐτὴν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν ἀρχὴν τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου, ὅτι εἰς τὴν καλλιέργειαν δύναται νὰ ὑποχρεωθῇ ἐκεῖνος, πρὸς ὃν ἐγένετο ἡ παραχώρησις, μόνον ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δημόσια συμφέροντα ἐπιβάλλουσι τὴν ἐξακολούθησιν τῆς καλλιεργείας.
§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀρύηται ὅσα ἂν ἐγκρίνῃ ἐκ τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου φῶτα, καὶ τὰ φῶτα ταῦτα νὰ χρησιμοποιήσῃ εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν γνωμῶν αὐτῆς, καὶ ἑπομένως, ἂν θέλῃ, νὰ ἀποδέχηται γνώμην σύμφωνον μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ Πρωσσικοῦ, διότι κρίνει ὅτι ἡ γνώμη αὕτη συμβάλλεται εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους· ἡμεῖς ὅμως, οἱ συντάξαντες τὸν νόμον, εἴχομεν ἐν τῷ νῷ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴχομεν, ὅτε συνεζητοῦμεν, ἤτοι ὅτι νομίζομεν ὅτι εἶναι ὑπόχρεως ὁ λαβὼν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως νὰ ἄρξηται τῶν ἐργασιῶν, νὰ ἐπιχειρήσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν, καὶ διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου ῥητῶς ὑποχρεοῦμεν αὐτὸν νὰ ἐκμεταλλεύηται αὐτό. Πότε δ’ ἐπιτρέπεται νὰ μὴ ἐκμεταλλεύηται; Ἐὰν ἡ ἐκμετάλλευσις ἢ ἡ συνέχεια τῆς ἐργασίας πρὸς τὸ ἐκμεταλλεύεσθαι ἀντίκειται εἰς δημόσια συμφέροντα, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ ἐπὶ τῶν μεταλλείων μηχανικοῦ.
§154ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εἶναι ἐντελῶς ἀντίθετος ἡ ἔννοια αὕτη.
§155Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζω ποίαν ἔννοιαν παρέχει τὸ γράμμα τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἡ ἔννοια τοῦ νομοθέτου εἶναι ἡ ἑξῆς· πρῶτον δὲν ἀποδέχεται τὴν προθεσμίαν, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος τοῦ 1861 ἔχει, φρονῶ δ’ ὅτι πρέπει νὰ μὴ ταχθῇ προθεσμία, διότι ὁ χρόνος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου δύναται νὰ ἀρχίσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν, δὲν δύναται νὰ προσδιορισθῇ ἐκ τῶν προτέρων ἐν Κράτει, ἐν ᾧ καὶ ἡ ἐπιστήμη δὲν εἶναι ἄφθονος, καὶ τὰ κεφάλαια δὲν ῥέουσιν εἰς τοὺς δρόμους, καὶ ἡ ἐργασία δὲν εἶναι πρόχειρος. Ἑπομένως τὸ ἄρθρον διατάσσει: «Ὁ κύριος τοῦ μεταλλείου ἢ ὀρυχείου ὑποχρεοῦται νὰ ἐκμεταλλεύηται αὐτό, ἐὰν εἰς τὴν παῦσιν ἢ τὴν διακοπὴν τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἀντίκεινται κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ ἐπὶ τῶν μεταλλείων μηχανικοῦ λόγοι δημοσίου συμφέροντος». Τί ἐννοεῖ; Ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει τὴν παῦσιν ἢ τὴν διακοπὴν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ μεταλλείου δὲν ἐπιτρέπωσι δημόσια συμφέροντα, τότε δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μὴ ἐκμεταλλεύηται αὐτό. Ποία ἡ διαφορὰ τῆς ἐννοίας;
§156ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι.
§157Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐδῶ ὑπάρχουσι διάφοροι νόες, καὶ δυνατὸν νὰ ἀνακαλύψωσι διαφοράν. Ἐὰν ἀνακαλύψωσι, δέχομαι νὰ μεταβάλωμεν τὸ νομοσχέδιον, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε κριθῆ ἡ διαφορὰ κρείττων καὶ συμφέρουσα. Ἀλλὰ μετεβλήθη ἀκόμη καὶ ἄλλο τι, κατὰ τὴν γνώμην μου: «ἐὰν τὴν παῦσιν ἢ τὴν διακοπὴν τῆς ἐκμεταλλεύσεως δὲν ἐνδεικνύωσι κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ ἐπὶ τῶν μεταλλείων μηχανικοῦ λόγοι δημοσίου συμφέροντος.» Πλὴν τούτου προετάθη ἡ ἀντίῤῥησις, ὅτι αὐτὰ εἶχον διαταχθῆ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1861, καὶ ἀνέγνων πρὸς ἀπόδειξιν τὰ κείμενα τῶν ἄρθρων. Ὁ νόμος τοῦ 1861 διατάσσει, ὅτι πρέπει νὰ ἀρχίσῃ ἐντὸς προθεσμίας τὴν ἐκμετάλλευσιν· ἡμεῖς μεταβάλλομεν τοῦτο, διότι δὲν τάσσομεν προθεσμίαν τινά. Ὁ κύριος τοῦ μεταλλείου πρέπει νὰ προπαρασκευάσῃ τὰ τῆς μεταλλεύσεως, καὶ νὰ ἄρξηται αὐτῆς, ὅταν καταστήσῃ δυνατὴν τὴν ἔναρξιν, διατελεῖ ὅμως πάντοτε ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ ὀργάνου ἐκείνου τῆς Διοικήσεως, τὸ ὁποῖον ἔχει εἰδικὰς γνώσεις καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι κατάλληλον, ἵνα κρίνῃ, ἐὰν ἐργάζωνται ἢ δὲν ἐργάζωνται, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα αὐτοῦ νὰ μὴ ἐκμεταλλεύηται, σταματᾷ χάριν δημοσίου συμφέροντος. Ὑποχρεοῦται λοιπὸν νὰ ἐκμεταλλεύηται τὸ μεταλλεῖον, ἐν ὅσῳ εἰς τὴν παῦσιν ἢ τὴν διακοπὴν τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἀντίκεινται λόγοι δημοσίου συμφέροντος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου. Ἂν ἦναί τινες, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουσι τὴν ἔννοιαν ταύτην, ἀλλὰ θέλουσιν ἄλλην, τὸ πρᾶγμα ὅμως εἶναι, ὅτι αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ ἄρθρον.
§158ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι καὶ ἐνταῦθα πρόκειται ζήτημα συντάξεως. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον νὰ ἐνόησεν ὅτι καταργοῦνται αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1861, αἱ ἀφορῶσαι τὴν ἀνάκλησιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἐν ᾗ περιπτώσει ἄνευ λόγων δημοσίας ἀνάγκης δὲν ἄρχεται τῆς ἐκμεταλλεύσεως ὁ λαβὼν τὴν ἐκχώρησιν ἐντὸς ἑνὸς ἔτους, ἢ διακόπτει ἐπὶ ἓν ἔτος τὴν ἐκμετάλλευσιν. Δὲν νομίζω, ὅτι τοιαύτην εἶχεν ἔννοιαν ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον, διότι βεβαίως ἡ ἔννοια αὕτη δὲν ἐξάγεται ἐκ τοῦ ἄρθρου. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 προέρχεται ἐκ νομοθεσίας στηριζομένης ἐπὶ βάσεων ἀλλοίων ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ νομοθεσία ἡμῶν περὶ μεταλλείων, ὀρυχείων κτλ. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τούτου, διότι ἀρκετὰ ἀνεπτύχθη, ἀλλ’ ἡ νομοθεσία ἡ Πρωσσική, ἐκ τῆς ὁποίας ἐλήφθη τὸ κείμενον τοῦ νόμου, ἀφήνει ἀπόλυτον τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὸν λαβόντα τὴν παραχώρησιν μεταλλείου, ἄνευ προθεσμίας, εἴτε νὰ ἐκμεταλλευθῇ τοῦτο, εἴτε ν’ ἀφήσῃ αὐτὸ ἐπὶ δεκαετίας ὁλοκλήρους ἀνεκμετάλλευτον. Τὸ Κράτος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐπαναλήψεώς του. Ἡμεῖς ὅμως παρεδέχθημεν ἀλλοίαν νομοθεσίαν, καθ’ ἣν, ἐὰν ὁ λαβὼν τὴν ἐκχώρησιν δὲν ἐκμεταλλευθῇ τὸ μεταλλεῖον ἐπὶ ἓν ἔτος, τὸ Κράτος ἔχει δικαίωμα νὰ τὸ ἐπαναλάβῃ καὶ φροντίσῃ ὅπως τὸ δώσῃ εἰς ἄλλους, ἵνα τὸ ἐκμεταλλευθῶσιν. Ὁ Πρωσσικὸς νόμος μίαν μόνην ὑποχρεωτικὴν περίπτωσιν παρεδέχθη, ὅταν δημόσιον συμφέρον ἐπιβάλλῃ τὴν ὑποχρεωτικὴν ἐκμετάλλευσιν. Ὅταν δημόσιον συμφέρον ἐπιβάλλῃ τὴν ὑποχρεωτικὴν ἐκμετάλλευσιν, τότε ὑποχρεοῦται ὁ κύριος τοῦ μεταλλείου νὰ ἐκμεταλλευθῇ αὐτὸ, ἐφ’ ὅσον ὅμως δημόσιον συμφέρον, κρινόμενον κατὰ τὰς διατυπώσεις τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου, αἵτινες ἐπαναλαμβάνονται καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, δὲν ἐπιβάλλῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν, ὁ κύριος τοῦ μεταλλείου, ἔστω καὶ τοῦ πλουσιωτάτου, δὲν δύναται νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ τὸ χρησιμοποιήσῃ ἢ νὰ τὸ ἐγκαταλείψῃ. Θὰ τὸ κατέχῃ, ἐὰν θέλῃ, ἐπὶ αἰῶνας, χωρὶς τὸ Δημόσιον νὰ δύναται νὰ τὸν ὑποχρεώσῃ νὰ τὸ ἐκμεταλλευθῇ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὸ γράμμα τοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ ἡ νομολογία, ἡ ὁποία θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συζητουμένου νομοθετήματος, ἡ νομολογία ἡ Πρωσσικὴ, ἡ ἑρμηνεύουσα τὴν διάταξιν ταύτην. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ συνδυάσωμεν τὰς δύο ταύτας διατάξεις. Δὲν ἀφαιρεῖται ἀπὸ τοῦ Κράτους τὸ δικαίωμα τῆς ἐπαναλήψεως τοῦ μεταλλείου ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἐπὶ ἓν ἔτος εἴτε δὲν ἤρξατο τὴν ἐκμετάλλευσιν ὁ κύριος τοῦ μεταλλείου, εἴτε τὴν διέκοψε,—τοῦτο εἶναι ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ Κράτους—ἀλλ’ ἐπιπροστίθεται μία ἐξαίρεσις τοῦ κανόνος, ὅτι, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δημόσιον συμφέρον ἐπιβάλλει τὴν ἔναρξιν ἢ καὶ τὴν μὴ διακοπὴν καὶ ἐπὶ ὀλιγώτερον τοῦ ἔτους χρονικὸν διάστημα, τότε τὸ Δημόσιον δύναται νὰ ἐπιτάξῃ εἰς τὸν κύριον τοῦ μεταλλείου νὰ ἐκμεταλλευθῇ αὐτὸ, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν τὸ ἐκμεταλλευθῇ, δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς ἄλλας διατάξεις περὶ ἐπαναλήψεως.
§159ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 52 τοῦ νόμου ΧϞʹ τοῦ 1861, τὸ ὁποῖον προβλέπει τὴν περίπτωσιν τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, δὲν καθορίζει προθεσμίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὀφείλει ὁ πρὸς ὃν ἡ παραχώρησις τοῦ μεταλλείου νὰ ἐκμεταλλευθῇ, ἀλλ’ ὁρίζει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁρίζει καὶ ὁ Πρωσσικὸς νόμος, ὅτι «ἐὰν ἡ μετάλλευσις περιορισθῇ ἢ διακοπῇ, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἐμβάλλεται εἰς κίνδυνον ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἢ βλάπτωνται τὰ συμφέροντα τῶν ἀναλωτῶν, οἱ ἁρμόδιοι νομάρχαι, ἀφοῦ λάβωσι τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν, ἀναφέρουσι πάντα ταῦτα εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον, ὅπως, συνεννοούμενον μετὰ τοῦ ἐπὶ τοῦ Οἰκονομικῶν, ἀποφασίσῃ τὰ δέοντα»· ἄνευ προθεσμίας.
§160ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε, ἐὰν θελήσωμεν νὰ τὴν καθορίσωμεν πλειότερον, ὀφείλομεν νὰ ἀκυρώσωμεν τὴν διάταξιν· ἀλλὰ βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἰσάγοντες τὴν διάταξιν αὐτὴν, καταργοῦμεν τὴν ἑτέραν διάταξιν τοῦ ὑφισταμένου νόμου, διότι οὕτω θὰ πράξωμεν πρᾶξιν ἐπιβλαβῆ καὶ εἰς τοῦ Δημοσίου τὰ συμφέροντα καὶ εἰς τὰ τῆς χώρας. Δὲν πιστεύω δὲ, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μήτε ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον (διότι πολλάκις ἐλέχθη ὅτι τὸ νομοσχέδιον συνετάχθη ὑπὸ ἄλλου, εἰδικοῦ,) τοιοῦτόν τι ἐπιδιώκουσιν. Ἀλλὰ τοιοῦτόν τι ἐξάγεται ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο πληρεστέρα ἡ διατύπωσις τῆς διατάξεως ταύτης, ἐὰν εἴπωμεν, ὅτι ὁ κύριος τοῦ μεταλλείου ἢ ὀρυχείου ὑποχρεοῦται νὰ ἐκμεταλλεύηται αὐτὸ, ἐὰν τὴν παῦσιν ἢ διακοπὴν τῆς ἐκμεταλλεύσεως δὲν ἐπιτρέπωσι λόγοι δημοσίου συμφέροντος. Οὕτω σώζωμεν τὴν διάταξιν τοῦ ἰσχύοντος νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπολύτως τὸ Κράτος ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακλήσεως τῆς ἀδείας, ἐὰν ἐντὸς ἔτους δὲν ἀρχίσῃ ἡ ἐκμετάλλευσις, εἰσάγομεν δὲ καὶ τὴν νέαν διάταξιν, τὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§161Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης διακρίνει σαφῶς τὸ προκείμενον, καὶ ἐκ τῆς διακρίσεως ταύτης κατώρθωσε νὰ κατανοηθῇ, ὅτι διαφωνοῦμεν, ὅτι ἔχομεν διάφορον γνώμην. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἀνέφερεν, ὅτι ὁ Πρωσσικὸς νόμος δὲν ἐπιβάλλει εἰς τὸν ἀναλαβόντα τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκμεταλλεύηται αὐτὸ, ἀλλὰ μόνον ὅταν λόγοι δημοσίου συμφέροντος ἐπιβάλλωσι τὴν ἐκμετάλλευσιν ταύτην. Δὲν γνωρίζω ἂν τοιαύτη ἦναι ἡ ἔννοια τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου· ἀνέφερα μόνον, ὅτι τοῦτο παρέστησεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἡμεῖς ὅμως ἔχομεν ἐναντίαν γνώμην· ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ ὑποχρέωσις εἰς τὸν ἀναλαμβάνοντα τὸ μεταλλεῖον, νὰ ἐκμεταλλευθῇ αὐτὸ, καὶ τότε δύναται νὰ μὴ τὸ ἐκμεταλλεύηται, ἐὰν εἰς τὴν παῦσιν ἢ τὴν διακοπὴν τῆς ἐκμεταλλεύσεως δὲν ἀντίκεινται λόγοι δημοσίου συμφέροντος. Ὁ κ. Καραπάνος νομίζει, ὅτι ἐκμετάλλευσις πρέπει νὰ γίνηται μόνον ὅταν λόγοι δημοσίου συμφέροντος ἐπιβάλλωσι τὴν ἐκμετάλλευσιν.
§162ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ λέγει ὁ Πρωσσικὸς νόμος. Ἐγὼ ἀποδέχομαι, ὅτι πρέπει νὰ καθορίσωμεν τὴν ἰσχύουσαν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐὰν ἐντὸς ἔτους δὲν ἐκμεταλλευθῇ ὁ ἀναλαβὼν τὸ μεταλλεῖον, κηρύσσεται ἔκπτωτος. Παραδέχομαι δὲ συνάμα, ἐὰν λόγοι δημοσίας ἀνάγκης ἐπιβάλλωσιν, ὅπως μὴ περιμείνωμεν τὴν ἐπὶ ἓν ἔτος μὴ ἐκμετάλλευσιν, νὰ ἐπιβάλωμεν ὡς ἐξαίρεσιν τοῦ κανόνος τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἀρχίσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν.
§163Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Φρονοῦντες ὅτι πρέπει νὰ ταχθῇ προθεσμία πρὸς ἔναρξιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἔχετε γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς δὲν ἔχομεν, τὴν ὁποίαν καὶ χθὲς ἐδηλώσαμεν ὅτι δὲν ἔχομεν, δηλώσαντες ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ ταχθῇ προθεσμία εἰς τὸν ἀναλαβόντα τὴν ἐκμετάλλευσιν. Ἡμεῖς ἐδηλώσαμεν, ὅτι ἐπιθυμοῦμεν νὰ γένηται ἀποδεκτὴ ἡ διάταξις, ὅτι ὁ κύριος τοῦ μεταλλείου ἢ ὀρυχείου ὑποχρεοῦται νὰ ἐκμεταλλεύηται αὐτὸ, ἐὰν εἰς τὴν παῦσιν ἢ τὴν διακοπὴν τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἀντίκεινται κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ ἐπὶ τῶν μεταλλείων μηχανικοῦ λόγοι δημοσίου συμφέροντος.
§164ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν δὲν ἀντίκεινται λόγοι δημοσίου συμφέροντος, δὲν ὑποχρεοῦται νὰ τὸ ἐκμεταλλεύηται;
§165Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ὑποχρεοῦται. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι λόγοι δημοσίου συμφέροντος εἶναι μόνον τὸ λεχθὲν ἐνταῦθα, ὁ κίνδυνος νὰ καταπέσωσιν αἱ στοαί; Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν δημόσιον συμφέρον οὐχὶ μόνον τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον ἐπιτηρεῖ καὶ καθῆκον ἔχει νὰ φροντίσῃ ν’ ἀποσοβήσῃ ἡ ἡ ἀστυνομία, καὶ διὰ τοῦτο τὰ σχέδια τῆς ἐκμεταλλεύσεως προηγουμένως ἐπεξεργάζεται ὁ μηχανικὸς, ἀλλὰ δημόσια συμφέροντα εἶναι πλεῖστα, καὶ συμφέρον δημόσιον ἀκόμη εἶναι καὶ τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ Κράτος, νὰ πορίζηται ἐκ τοῦ μεταλλείου πρόσοδον.
§166Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περιλαμβάνει δύο ἰδέας καὶ ὑπηρετεῖ δύο σκοπούς. Νομίζω δὲ συγχρόνως, ὅτι δὲν θέλουσι νὰ ἐννοήσωσι τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως οἱ ἀντιτιθέμενοι εἰς τὴν γνώμην του. Οἱ δύο σκοποὶ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι οἱ ἑξῆς· ὁ πρῶτος εἶναι τὸ νὰ ὑποχρεωθῇ ὁ ἐκμεταλλευτὴς νὰ ἐκμεταλλεύηται τὸ μεταλλεῖον.
§167ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πότε;
§168ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ἀπολύτως. Μόνη διαφορὰ μεταξὺ ὑμῶν καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι, ὅτι ὑμεῖς νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος τοῦ 1861, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς, διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ὑπεστήριξε, καὶ ἐγὼ ἀποδέχομαι, εἶναι κατὰ τῆς προθεσμίας, ἀλλ’ εἶναι ὑπὲρ τῆς ὑποχρεώσεως, ἡ δὲ ὑποχρέωσις προκύπτει σαφῶς καὶ ἀδιαφιλονεικήτως ἐκ τῆς φράσεως αὐτῆς τοῦ νόμου, ὅστις λέγει, ὅτι ὁ κύριος τοῦ μεταλλείου ἢ ὀρυχείου ὑποχρεοῦται νὰ ἐκμεταλλεύηται αὐτό. Ἡ δευτέρα ἰδέα εἶναι ἡ ἑξῆς· ὅταν ὁ ἐκμεταλλευτὴς ἀρχίζῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν, ἐκπληρώσῃ δηλαδὴ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ δευτέρου ἄρθρου, ἐὰν μετὰ τὴν ἔναρξιν, δι’ οἱονδήποτε λόγον, διὰ λόγους συμφέροντος αὐτῆς τῆς ἐπιχειρήσεως, διὰ λόγους ἀνάγκης τεχνικῆς, παύσῃ τὰς ἐργασίας, εἰς τοιαύτην περίπτωσιν ἔρχεται ἡ κρίσις τοῦ μηχανικοῦ, ὁ ὁποῖος τῷ λέγει: «δὲν σοὶ ἐπιτρέπω νὰ παύσῃς, διότι ἀντίκειται ἡ παῦσις εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα». Συμπεραίνων λέγω, ὅτι εἶναι σαφὴς καὶ ἀναμφισβήτητος ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ἐπιβάλλοντος εἰς τὸν ἐργολάβον, τὸν ἀναλαβόντα τὴν ἐκμετάλλευσιν μεταλλείου, τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀρχίσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν· ἀρξαμένης δὲ τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἐὰν τυχὸν δι’ οἱουσδήποτε λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα προηγουμένως, ἢ καὶ δι’ ἄλλους, τοὺς ὁποίους δὲν δύναται νὰ ὁρίσῃ ἐκ τῶν προτέρων, ὁ ἐργολάβος διακόψῃ ἢ παύσῃ τὴν ἐργασίαν, ἔρχεται ὁ μηχανικὸς, ὁ ὁποῖος, ἐὰν ἴδῃ ὅτι εἰς τὴν παῦσιν ἢ τὴν διακοπὴν τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἀντίκεινται κατὰ τὴν κρίσιν του λόγοι δημοσίου συμφέροντος, ὑποχρεοῖ τὸν κύριον τοῦ μεταλλείου νὰ ἀναλάβῃ τὰς ἐργασίας του.
§169ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαμπάκας πλέει πλησίστιος εἰς τὸ πέλαγος, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, εἰς τὸ πέλαγος τῆς πλάνης. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει μίαν γνώμην, ἡμεῖς δὲ λέγομεν, ὅτι τὴν γνώμην αὐτὴν, τὴν ὁποίαν ἔχει, τὴν διετύπωσεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἐὰν δεχθῇ τὴν μετάφρασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἐκ τοῦ Γερμανικοῦ ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, — διότι ἐζήτησεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ ἀναγραφῇ ἡ γνώμη τοῦ συμπολίτου μου,— θέλομεν φθάσει εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασε καὶ χθὲς καὶ σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὅτι ὑποχρεοῦται ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὴν παραχώρησιν τοῦ μεταλλείου, νὰ ἐκμεταλλευθῇ αὐτὸ, καὶ προστίθησιν, ὅτι τότε μόνον δύναται ν’ ἀπαλλαχθῇ τῆς ὑποχρεώσεως, ὅταν ἡ παῦσις ἢ ἡ διακοπὴ ἐπιβάλληται ἐκ λόγων δημοσίου συμφέροντος. Αὐτὸ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλῃ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου, τότε αὕτη εἶναι ἡ ἑξῆς· ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὴν παραχώρησιν μεταλλείου, ὀφείλει νὰ ἐκτελῇ τὴν καλλιέργειαν αὐτοῦ, ἀλλὰ πότε; ὅταν λόγοι δημοσίου συμφέροντος ἐπιβάλλωσι τὴν ἐξακολούθησιν τῆς καλλιεργείας ταύτης, καὶ ἑπομένως ἔρχεται ἡ ἀντίθετος ἰδέα, ἐὰν λόγοι δημοσίου συμφέροντος δὲν ἐπιβάλλωσι τὴν ἐξακολούθησιν, τί γίνεται; δὲν εἶναι ὑπόχρεως. Καὶ διὰ τοῦτο παρετήρησα, ὅτι αὐτὴ ἡ διάταξις, ὅπως τὴν διετύπωσε, λίαν ὀρθῶς, ὁ συμπολίτης μου, καθιστᾷ ἀρχὴν ἀντίθετον ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ νόμῳ. Καὶ βεβαίως, οὐδεὶς δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ καθιστᾶται ἐν τῇ περὶ μεταλλείων νομοθεσίᾳ μία ἀρχὴ, ἀντίθετος πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν εἴχομεν ἰσχύουσαν μέχρι σήμερον, καθόσον μάλιστα ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶναι ἡ ὀρθοτέρα κατ’ ἐμὲ, εἶναι δὲ ὀρθοτέρα, διότι στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἑτέρας ἀρχῆς, καθ’ ἣν ἡ παραχώρησις τοῦ μεταλλείου καθιστᾷ κυριότητα, τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ χαρακτηρίσῃ τις ὡς ἀνέκκλητον. Θέλομεν νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν ταύτην, τὴν ἀρχὴν ὅτι πρόκειται περὶ ἰδιοκτησίας, εἰς τῆς ὁποίας τὴν καλλιέργειαν δὲν δύναται νὰ ὑποχρεωθῇ, εἰμὴ καθ’ ὅσον ὑφίσταται ἀνάγκη ἐκ δημοσίου συμφέροντος. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμισεν, ὅτι δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς πλάνης ἐπὶ τοῦ πλημμελοῦς κειμένου. Τότε, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἐξηγήσωμεν αὐτὴν τὴν φράσιν καὶ τὸ ἀτόπως περιληφθὲν «δὲν», ἐῤῥίφθη ἡ ἰδέα, ὅτι ἐννοεῖ τὴν διακοπὴν, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται ἐκ κινδύνου κατὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ τὸ εἴπωμεν, διότι εὑρίσκεται ἐν τῷ ἄρθρ. 53 τοῦ νόμου τοῦ 1861 (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ἐκ τοῦ τρόπου τῆς μεταλλεύσεως ἀπειλῆται ἡ δημοσία ἀσφάλεια, ἡ συντήρησις τῶν ψυχαγωγίων, ἡ στερεότης τῶν ἐκτελεσθέντων ἔργων, ἡ ἀσφάλεια τῶν μεταλλευτῶν καὶ τῶν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους οἰκοδομῶν, ὁ ἁρμόδιος νομάρχης ἐκδίδει τὰς ἀναγκαίας διαταγὰς πρὸς ἀποτροπὴν τοῦ ἀπειλουμένου κινδύνου, καὶ ἀναφέρει τὰ γενόμενα εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον.» Ἑπομένως, δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἔχομεν νὰ ἐκλέξωμεν μεταξὺ τῶν δύο συστημάτων, τοῦ συστήματος τοῦ καθεστῶτος νόμου καὶ τοῦ συστήματος τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου. Ὁ καθεστὼς νόμος καθιεροῖ τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἡ παραχώρησις εἶναι μετακλητὴ, καθ’ ὅσον δὲν ἔκαμε χρῆσιν τοῦ μεταλλείου ὁ λαβὼν τὴν παραχώρησιν· ἡ ἄλλη θεωρία, τὴν ὁποίαν καθιστᾷ τὸ ἄρθρον 2, μεταφρασθὲν ἐκ τοῦ ἄρθρου 65 τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου, εἶναι ἀκριβῶς αὐτὴ, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία τοῦ μεταλλείου εἶναι ὡς πᾶσα ἰδιοκτησία, καὶ ἑπομένως δύναταί τις ἐπίσης καὶ τὸ μεταλλεῖον, ὡς οἱονδήποτε ἀγρὸν, νὰ τὸ ἀφήσῃ ἀκαλλιέργητον, χωρὶς νὰ δικαιῶται ἡ Πολιτεία νὰ παρέμβῃ, εἰμὴ καθ’ ὅσον λόγοι δημοσίου συμφέροντος ἐπιβάλλωσι τὴν καλλιέργειαν. Αὗται εἶναι αἱ δύο ἀρχαί. Ἂν τὸ νομοσχέδιον διατυπωθῇ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ συμπολίτου μου, τότε δεχόμεθα τὴν τελευταίαν θεωρίαν· ἂν θελήσωμεν νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὸ κείμενον, ὡς τὸ ἐτροποποίησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι δὲ ὀρθὴ ἡ παρατήρησις, ὅτι σκέπτεται νὰ καταστήσῃ ἐλαφρότερον τὸν νόμον ἡμῶν διὰ τῆς διαγραφῆς τῆς προθεσμίας. Τοῦτο, ἀντὶ νὰ καταστήσῃ τὸν νόμον ἐλαφρότερον, τὸν καθιστᾷ ἐπαχθέστερον, διότι ἡ προθεσμία τοῦ ἔτους τίθεται ἐν τῷ νόμῳ οὐχὶ κατὰ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ μεταλλείου, ἀλλ’ ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἄρθρον 55 λέγει: «Ἐὰν μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ὡρισμένων ὁ ἰδιοκτήτης ἐξακολουθῇ νὰ μὴ ἐκπληροῖ καθ’ ὁλοκληρίαν τὰς, ὡς εἴρηται, ἐπιβεβλημένας αὐτῷ ὑποχρεώσεις» (εἶναι ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται εἰς αὐτὸν, ἀφορῶσαι εἰς τὴν ἀσφάλειαν τῆς ἐκμεταλλεύσεως,) «ἢ ἐὰν ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ Ὑπουργείου διακόψῃ τὴν ἐξόρυξιν ὑπὲρ τὸ ἔτος, δύναται» (καὶ εἰς αὐτὸ νὰ προσέξητε) «μετὰ προηγουμένην ἀπόφασιν τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 6 Συμβουλίου καὶ διὰ Β. Διατάγματος νὰ γείνῃ ἔκπτωτος τοῦ δικαιώματος, ὅπερ ἀπέκτησε διὰ τῆς παραχωρήσεως τοῦ μεταλλείου.» Τὸ ἄρθρον 55 λοιπὸν καθιστᾷ μίαν προθεσμίαν ὑπὲρ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ μεταλλείου, ὑπὲρ ἐκείνου, εἰς τὸν ὁποῖον ἐγένετο ἡ παραχώρησις μεταλλείου, καὶ καθιστᾷ χαλινὸν εἰς τὸ αὐθαίρετον τῆς Διοικήσεως, διότι δὲν θὰ δύναται ἐντὸς 15 ἡμερῶν νὰ ἐξωσθῇ. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ προθεσμία δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ἑτέραν διάταξιν, καθ’ ἣν, ἂν δημόσια συμφέροντα ἐπιβάλλωσι τὴν ἐκμετάλλευσιν, δύναται νὰ ληφθῇ πρόνοια· διότι ἡ διάταξις αὕτη εὑρίσκεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 52. Λοιπὸν πρόκειται νὰ ἐκλέξωμεν μεταξὺ τῶν δύο διατυπώσεων. Ἂν παραδεχθῶμεν τὴν διατύπωσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, ἀναμφισβητήτως ὁ δικαστής, ὁ ὁποῖος θὰ ἑρμηνεύσῃ τὸν νόμον, θὰ προστρέξῃ εἰς τὸ κείμενον τὸ Γερμανικόν, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν ἐξ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ κειμένου νὰ ἐξαγάγωμεν δύο διαφόρους ἐννοίας.
§170ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην διόλου ὁ δικαστὴς, ὅστις καλεῖται νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν παρόντα νόμον, κατὰ τὴν διατύπωσιν τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀρχῆθεν τὸ νομοσχέδιον, νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἐν Πρωσσίᾳ τὰ δικαστήρια καὶ οἱ ἑρμηνευταὶ τοῦ νόμου δίδουσιν, ὅταν τὸ γράμμα αὐτοῦ ἦναι τόσον σαφές. Τὸ ἄρθρον λέγει: «Ὁ κύριος τοῦ μεταλλείου ἢ ὀρυχείου ὑποχρεοῦται νὰ ἐκμεταλλεύηται αὐτὸ, ἐὰν εἰς τὴν παῦσιν ἢ τὴν διακοπὴν τῆς ἐκμεταλλεύσεως δὲν ἀντίκεινται κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ ἐπὶ τῶν μεταλλείων μηχανικοῦ λόγοι δημοσίου συμφέροντος.» Ἡ συνέπεια τούτου ποία εἶναι; Οἱ νόμοι δὲν ἀντίκεινται εἰς τὴν παῦσιν ἢ διακοπὴν λόγῳ δημοσίου συμφέροντος, ἄρα δὲν ὑποχρεοῦται νὰ ἐκμεταλλεύηται. Λοιπὸν τί θὰ συμβῇ τότε; Ἄν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐφαρμόζων τὸν νόμον καθ’ ἣν ἔννοιαν αὐτὸς ἀποδίδει, κηρύξῃ τινὰ ἔκπτωτον τοῦ μεταλλείου του, διότι λόγοι δημοσίου συμφέροντος ἐπιβάλλουν τὴν ἐξακολούθησιν καὶ αὐτὸς δὲν ἐξακολουθεῖ τὴν ἐκμετάλλευσιν, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ δημόσιον συμφέρον, κατὰ τὴν γενικὴν ἀρχὴν, ὅτι πρέπει νὰ ἐκμεταλλεύηται αὐτὸ, θὰ προσφύγῃ εἰς τὸ δικαστήριον, τοῦτο δὲ, μέλλον νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον, δὲν θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τί ἐσκέπτετο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ τί λέγει τὸ γράμμα τοῦ νόμου· λοιπὸν θὰ εἴπῃ τὸ δικαστήριον: «Ἐπειδὴ δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, ἂν λόγοι δημοσίου συμφέροντος ἐπέβαλλον τὴν μὴ διακοπὴν τῆς ἐργασίας, ἀλλ’ ἁπλῶς, διότι οὕτως ἠθέλησε τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, ἀνεκάλεσε τὴν παραχώρησιν, μόνον καὶ μόνον διότι δὲν ἐξεμεταλλεύετο αὐτὸ ὁ κάτοχος, διὰ τοῦτο θὰ κηρύξω τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ ἄκυρον». Καὶ ἂν κατωρθοῦτο νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ διαδικασία αὕτη, δηλ. νὰ γείνῃ δημοπρασία, νὰ ἐκποιηθῇ τὸ μεταλλεῖον, αὐτὸς θὰ προσβάλῃ τὴν δημοπρασίαν, καὶ θὰ ζητῇ ἀποζημιώσεις. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἀκριβῶς ἐπιμένομεν, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν ὅλας αὐτὰς τὰς συνεπείας καὶ διὰ τὸ Δημόσιον καὶ διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας τοῦ μεταλλείου. Ἄς μὴ ἀποδώσῃ νόημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει τὸ ἄρθρον· ἂν δὲ θέλῃ νὰ ἀποδώσῃ τὸ νόημα αὐτὸ, ἂς μεταβάλῃ τὸ κείμενον τοῦ νόμου, ἂς εἴπῃ ἁπλούστατα: «ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ μεταλλείου ὑποχρεοῦται πάντοτε νὰ ἐκμεταλλεύηται αὐτὸ, ἐκτὸς ἐὰν λόγοι δημοσίου συμφέροντος ἀντιστρατεύωνται πρὸς τὴν ἐκμετάλλευσιν.» Ἄς τὸ εἴπῃ οὕτω, καὶ τὸ ἐννοοῦμεν· καὶ βεβαίως αὐτὸ ἐννοεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου. Ἀλλ’ ἂν ἐννοῇ αὐτὸ, ἐπαναλαμβάνω ὅτι πρέπει νὰ μεταβάλωμεν τὸ ἄρθρον.
§171ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος ἐδήλωσεν ὅτι ἀποδέχεται τὴν τροπολογίαν.
§172Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδήλωσα ὅτι, ὅ,τι ἐννοῶ, εἶναι τὸ κείμενον τοῦ νόμου. Ὅσοι δὲν τὸ θέλουν, ἂς προτείνουν τροπολογίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ τάξις.
§173ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Κατόπιν τῶν λεχθέντων χθὲς καὶ σήμερον κρίνω περιττὸν νὰ προσθέσω τι. Λέγω μόνον, ὅτι ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν: «Ὁ κύριος τοῦ μεταλλείου ἢ ὀρυχείου ὑποχρεοῦται νὰ ἐκμεταλλεύηται αὐτὸ, ὁπόταν εἰς τὴν παράλειψιν ἢ τὴν διακοπὴν τῆς ἐκμεταλλεύσεως κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ ἐπὶ τῶν μεταλλείων μηχανικοῦ ἀντίκεινται ὑπέρτεροι λόγοι δημοσίου συμφέροντος.»
§174ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θέλω νὰ παρατείνω τὴν συζήτησιν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔλαβον τὸν λόγον, καὶ ἐπειδὴ θεωρῶ τὸ ζήτημα οὐσιαστικῆς σημασίας, ἔχω καθῆκον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ φέρῃ ἡ ψήφισις τοῦ ἄρθρου, ὡς ἔχει. Ἡ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο θὰ γείνῃ δεκτὴ καὶ δικαστικῶς ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν δίδει σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι δηλ. δημόσιον συμφέρον εἶναι πᾶν ὅ,τι δύναται ὁ μηχανικὸς νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς τοιοῦτον, ἔστω καὶ τὴν ἐλάττωσιν δεκάδων δραχμῶν· ἢ, λέγω, θὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ ἑρμηνεία αὐτὴ, καὶ τότε ὁ σκοπὸς τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου, ἡ διευκόλυνσις τῆς ἐκμεταλλεύσεως, θέλει ἀποτύχει, διότι οὐδεὶς σοβαρὸς κεφαλαιοῦχος θὰ θελήσῃ ποτὲ νὰ ἀναλάβῃ μεταλλεῖον καὶ ποιήσηται θυσίας, ὅταν τρέχῃ τὸν κίνδυνον νὰ κρίνῃ εἷς ἁπλοῦς μηχανικός, ὅτι διακοπὴ τεσσάρων ἢ πέντε ἡμερῶν, ἢ ἀναβολὴ 15 ἢ 20 ἡμερῶν διὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως, εἶναι λόγοι ἀφαιρέσεως τοῦ ἐκχωρηθέντος μεταλλείου, ἢ θὰ δοθῇ ἡ ἑρμηνεία ἡ ἀληθής, ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἔδωκαν τὰ δικαστήρια, τὰ ἐφαρμόσαντα τὸ γράμμα τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον μεταφράζομεν ἡμεῖς, ὅτι τὸ δημόσιον συμφέρον εἶναι ὡρισμένον ὑπὸ τῆς νομολογίας, καὶ τότε θὰ ἔχωμεν τὸ ἄλλο ἄτοπον, τοῦ νὰ στερήσωμεν τὸ Κράτος τοῦ δικαιώματος τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ μεταλλείου, καὶ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν μένῃ αὐτὸ ἀργὸν, εἴτε διότι δὲν ἤρχισαν αἱ ἐργασίαι τῆς ἐκμεταλλεύσεως, εἴτε διότι διεκόπησαν αὗται ἄνευ λόγου. Ὑφίσταται ἑπομένως τὸ ἄτοπον, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἑρμηνευθῇ, ἂν ψηφίσωμεν τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ζήτημα τῶν μεταλλείων παρ’ ἡμῖν εἶναι σπουδαῖον, διότι ἀφορᾷ σπουδαιότατον παράγοντα τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου, δὲν πρέπει νὰ νομοθετῶμέν τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ παραβλάψῃ τὴν πραγματικὴν ἀνάπτυξιν αὐτοῦ. Ἐνόμισα καθῆκον νὰ προσθέσω ταῦτα, πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ὅσων εἶπον πρὸ ὀλίγου.
§175ΚΩΝΣΤ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, δύο λέξεις. Ἡ ἀρχή, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ἀρχὴ ὑγιεστάτη. Τὸ Κράτος ἐννοεῖ νὰ ἀναγκάζῃ τοὺς κυρίους μεταλλείων νὰ ἐργάζωνται τότε μόνον, ὅταν ἡ παῦσις τῆς ἐργασίας των προσβάλλῃ δημόσια συμφέροντα. Τὸ Κράτος δὲν εἶναι μοχθηρὸν καὶ ἄστοργον ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἕνα κύριον μεταλλείου, ὁ ὁποῖος παύει τὰς ἐργασίας του, καὶ παύει αὐτὰς, χωρὶς νὰ ζημιοῖ κανένα ἄλλον, νὰ τὸν πειθαναγκάζῃ νὰ ἐργάζηται. Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ ἄρθρον 2 μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ δὲν εἶναι ἄρθρον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ψηφισθῇ.
§176ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Τὴν τροπολογίαν μου θέλω ὑποβάλει ἐγγράφως, καὶ ψηφίζεται αὔριον.
§177ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Φρονῶ ὅτι, ἐὰν ψηφισθῇ ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, πρέπει νὰ προστεθῇ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν καταργεῖται πᾶσα διάταξις ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν νόμον αὐτόν.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Μαυρομαρᾶ.
§179ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Τὴν ἀποσύρω. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἀπέμεινε μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ «δέ». Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5–12 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκει): «Ἕνεκα τῶν διατάξεων τοῦ παρόντος νόμου δὲν παράγεται δικαίωμα πρὸς ἀποζημίωσιν κατὰ τοῦ Δημοσίου, οὐδ’ ἀγωγὴ ἑπομένως ἀποζημιώσεως κατ’ αὐτοῦ.»
§181ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 13 καθιστᾷ ἕωλον ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον, διότι ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα τῆς προσφυγῆς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, καὶ ἴσως καταστραφῇ καὶ ἀπὸ τὰς ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας θεσπίζει τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, διότι αἱ ἀντιῤῥήσεις αὐταὶ ἀναγκαίως θὰ καταλήγωσιν εἰς τὸ νὰ ἀποῤῥίπτωνται παρὰ τοῦ Πρωτοδικείου, ἢ ἄλλως θὰ συνεπάγωνται ἀποζημιώσεις. Οὕτω πως καθιστῶμεν ἐντελῶς ἑώλους τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 13. Ἀνάγκη λοιπὸν τοῦτο νὰ ἐκλείψῃ. Κάμνω τὴν παρατήρησιν ταύτην, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἔχει, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 καὶ 30′ μ. μ.