1894.02.12
2,063 rows · 16,028 words · 86 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 54
Τῆς 12 Φεβρουαρίου 1894
(Σάββατον).
Ὥρᾳ 6 καὶ 15′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐκπαιδευτικῶν ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμβουλίου καὶ ἐπιθεωρητῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως» ὁμοῦ μὲ αὐτὸ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον, τροπολογημένον παρ’ αὐτῆς. Ἥ τε ἔκθεσις καὶ τὸ νομοσχέδιον θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 148–149.) Ὁ Παναγιώτης Γιαννόπουλος, ἐξ Αἰγίου, τηλεγραφεῖ, ὅτι κατόπιν συλλαλητηρίου οἱ δημόται Ἐρινεοῦ ἔπεμψαν ἀναφορὰν πρὸς τοὺς Βουλευτὰς τῆς ἐπαρχίας των, ἵνα ἀποκρούσωσι τὸ περὶ παρακρατήσεως νομοσχέδιον. Διάφοροι κάτοικοι Φιλιατρῶν προτείνουσι μέτρα πρὸς ἀποσόβησιν τῆς κρίσεως τοῦ σταφιδοκάρπου. Κάτοικοί τινες Καρπενησίου παραπονοῦνται, ὅτι ἡ πρώτη τάξις τοῦ αὐτόθι Ἑλληνικοῦ σχολείου δὲν ἔχει διδάσκαλον, καὶ παρακαλοῦσι νὰ σταλῇ εἷς τοιοῦτος. Θὰ διαβιβασθῇ ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργεῖον. Ὁ ἐν Γαστούνῃ Σύλλογος ὑποβάλλει διαφόρους γνώμας ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. Διάφοροι κατάδικοι, κρατούμενοι ἐν ταῖς φυλακαῖς Συγγροῦ, παρακαλοῦσι νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς διαίτης των.
§2ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Πρὸ μικροῦ, κύριοι Βουλευταί, ἔλαβον τὸ ἀκόλουθον τηλεγράφημα ἐκ Πύργου, ἀπευθυνόμενον καὶ πρὸς τοὺς λοιποὺς ἐξ Ἠλείας συναδέλφους μου καὶ φέρον ὑπὲρ τὰς 200 ὑπογραφὰς (ἀναγινώσκει): «Μετὰ μελέτην νομοσχεδίου καὶ γενικὴν συζήτησιν πάντες ἐπείσθημεν, ὅτι συμφέρον παραγωγῶν παρωράθη. Παρακαλοῦμεν καταψηφίσητε τοῦτο, δουλικῶς δημεῦον τόπον εἰς ἑταιρίαν χρηματιστῶν, ἀποδεχόμενοι νομοσχέδιον ἐπιτροπῆς Πατρῶν.» Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον. Ὑπὸ πολλῶν ἐγένετο λόγος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ περὶ τοῦ ζωτικωτάτου ζητήματος τῆς σταφίδος. Ἀπέφυγα νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι ἡ συνείδησίς μου συνεκρούετο πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τῶν συμπολιτῶν μου. Ὅτε πρὸ μικροῦ ἔλαβον τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, ἠσθάνθην μεγίστην ἀνακούφισιν, διότι νῦν δύναμαι νὰ ὁμιλήσω εὐσυνειδήτως ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Κράτους, καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καθὼς καὶ ὅλους τοὺς Βουλευτάς, ὅπως, εἰ δυνατόν, παύσῃ πλέον ἡ Βυζαντινὴ αὕτη συζήτησις καὶ ἔλθωμεν ἐπὶ τὰ πράγματα, ὅπως ψηφίσωμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἂν ἡ πλειονότης τὸ θελήσῃ, νὰ προβῶμεν ἐπὶ τὰ καθέκαστα, ἂν ἡ πλειονότης δὲν τὸ θελήσῃ, νὰ ἔλθωμεν εὐθὺς εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς Πατρῶν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι τέλειον καὶ εἰς τὸ ὁποῖον, ἀφοῦ συζητήσωμεν, δυνάμεθα νὰ φέρωμεν καὶ τροποποιήσεις. Γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1884 μέχρι σήμερον κατὰ τὸ πλεῖστον καὶ εἰς πλείστας περιόδους εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρίσταμαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ πάντοτε ἐφείσθην τοῦ χρόνου τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὴν Βουλὴν καὶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως τεθῇ τέλος πάντων ἓν τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, περιοριζομένην ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ θέματος, ἵνα καταλήξωμεν εἰς ἓν συμπέρασμα, διότι εἶναι ὄχι μόνον ἀνιαρὸν, ἀλλὰ καὶ πικρὸν, ὅταν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐρχώμεθα καὶ ὁμιλοῦμεν περὶ ἀντικειμένου ὅλως ἀσχέτου μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν. Εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι οἱ Ἠλεῖοι σήμερον πένονται, ὡς προχθές, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ κ. ἐξ Ἠλείας Βουλευτὴς καὶ συνάδελφός μου ἀγορεύων συνεπέρανε, δὲν εἶναι ὅμως καλὸν καὶ τὸ νὰ ἔρχωνταί τινες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐπιῤῥίπτωσι πρὸς αὐτοὺς μομφήν. Ὁ λαὸς ἐκεῖνος, ὁ ὑπερήφανος, ὁ λαὸς τῆς πλουσιωτέρας καὶ γονιμωτέρας τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, συνεισέφερεν ἐπὶ ἔτη πολλὰ καὶ συνεισφέρει ὅσα δὲν συνεισφέρουσιν ὁλόκληροι νομοὶ τοῦ Κράτους. Οὐδέποτε ἠγανάκτησεν, οὐδέποτε ἐγόγγυσε, πάντοτε ἐπλήρωσε καὶ πληρόνει τοὺς φόρους του εἰς τὸ Κράτος. Ἦλθεν ἡ θεομηνία καὶ οὐδέποτε κατεδέχθη νὰ ζητήσῃ τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως· σήμερον ὅμως ἔρχεται ἡ ἀζητησία τῆς σταφίδος, καὶ ἔχουσιν ἤδη ἀνάγκην καὶ αὐτοῦ τοῦ λεπτοῦ, ὡς δὲ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Σπηλιάδης παρετήρησε, δὲν ἔχουσι νὰ φάγωσι. Δὲν πρέπει νὰ ἐντρέπηταί τις νὰ λέγῃ τὴν ἀλήθειαν· δὲν πρέπει νὰ ἐντρέπηται νὰ λέγῃ, ὅτι εἶναι πτωχὸς, ἀλλ’ ἔντιμος. Καὶ ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς ἐπαρχίας μας πενόμεθα. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἔλθωμεν εἰς τὰ πράγματα καὶ συζητήσωμεν διὰ βραχέων, ὅπως φθάσωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, διότι, ἐπαναλέγω, εἶναι ἀνιαρὸν, εἶναι πικρὸν, νὰ καθήμεθα ἐπὶ ἡμέρας ἐνταῦθα, συζητοῦντες πράγματα ὅλως ἄσχετα μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον, καὶ νὰ μὴ προβαίνωμεν εἰς μέτρον τι, ὅπως ἀπαλλάξωμεν τὸν λαὸν αὐτὸν ἀπὸ τῆς θέσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται. Ἐὰν δὲ δὲν τὸν ἀπαλλάξωμεν, νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Κράτος, νὰ ὑπάρξῃ ἔθνος, νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις, διότι τὸ μόνον εἰσόδημα ἡμῶν εἶναι ἡ σταφίς· δὲν εἶναι μόνον Ἠλεῖοι ὅσοι κατοικοῦσιν ἐν Ἠλείᾳ καὶ καλλιεργοῦσι τὴν σταφίδα, εἶναι καὶ Γορτύνιοι, εἶναι καὶ Ζακύνθιοι, εἶναι καὶ Καλαβρυτινοὶ, οἱ ὁποῖοι πάντες ηὔξησαν τὴν σταφιδοπαραγωγὴν καὶ ἐγένοντο πλούσιοι. Εὐθυνόμεθα ἂν ἦλθον οἱ Μαγουλιανῖται καὶ ἐπλούτισαν, καὶ ἂν ἡ παραγωγὴ τῆς Ἠλείας ἀπὸ 40,000,000 ἔφθασεν εἰς 80,000,000; Συνεισέφεραν δὲ τόσα πολλὰ οἱ Ἠλεῖοι, ὥστε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὁ ὑποταμίας Μυρτουντίων εἰσέπραξεν ἀπὸ ποσοστὰ 20,000 δραχμάς. Ἂς προβῶμεν λοιπὸν ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος ἐντὸς τῶν ὁρίων αὐτοῦ, καὶ ἂς ἀφήσωμεν τὰς ἀπεραντολογίας.
§3Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπέβαλον πρό τινων ἡμερῶν δήλωσιν, ἀναφερομένην εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνήγγειλα δὲ τότε, ὅτι θὰ ὑποβάλω καὶ ἑτέρας δηλώσεις ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἄλλων Ὑπουργείων. Ἤδη ὑποβάλλω τοιαύτας δηλώσεις περὶ ὅλων τῶν ἄλλων Ὑπουργείων. Ὑποβάλλω προσέτι νομοσχέδιον ἀφορῶν εἰς τοὺς δημοδιδασκάλους, οἵτινες μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου τῆς 28 Αὐγούστου τοῦ 1892 δὲν ἐπληρώθησαν μισθὸν, λόγῳ ὅτι τὰ τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν δὲν ἐδημοσιεύθησαν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, οὗτοι δὲ πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1892 δὲν ἐχαρακτηρίζοντο ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι. Ἐκ τούτου ἐγεννήθησαν ἀμφισβητήσεις· ὁ δικαστικὸς σύμβουλος εἶχεν ἀποφανθῆ, ὅτι δὲν ἦτο ἀναγκαία πρὸς τὴν μισθοδότησιν ἡ δημοσίευσις, ἀλλὰ κατόπιν ἀντιῤῥήσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἀπεφάνθη, ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη δημοσιεύσεως τοῦ διορισμοῦ, καὶ τούτου ἕνεκα μέγας ἀριθμὸς δημοδιδασκάλων ἔμεινεν ἀπλήρωτος λόγῳ τυπικῷ, διότι οὗτοι ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκον αὐτῶν. Ὅθεν ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ τακτοποιήσεως τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν πληρωμὴν ταύτην, μετὰ τῆς σχετικῆς πιστώσεως. Ὑποβάλλω προσέτι νομοσχέδιον ἀφορῶν εἰς τὰ τῆς εὐρύνσεως τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου καὶ τὰ τῆς σχετικῆς φορολογίας. Φορολογοῦνται κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον καὶ τὰ καταπλέοντα πλοῖα εἰς τοὺς λιμένας τῆς Στυλίδος καὶ τῆς Ἀταλάντης, κρίνεται δὲ ἄδικος ἡ ἐξακολούθησις τῆς φορολογίας ταύτης σήμερον, ὅτε πλέον δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἀρχικῆς βαθύνσεως καὶ διαῤῥυθμίσεως τοῦ πορθμοῦ, ἐξ ἧς ὠφελοῦντο ἀμέσως οἱ λιμένες ἐκεῖνοι, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς εὐρύνσεως τοῦ πορθμοῦ χάριν τοῦ διάπλου ναυτιλίας ἐχούσης ἄλλον προορισμόν. Ὁ Βῶλος π. χ. ὠφελεῖται ἐκ τοῦ πορθμοῦ, εὐρυνομένου, περισσότερον τῆς Στυλίδος καὶ τῆς Ἀταλάντης, καὶ ὅμως δὲν ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὸν εἰδικὴ φορολογία. Ἐκ τῆς εἰδικῆς φορολογίας τῶν λιμένων Στυλίδος καὶ Ἀταλάντης ἀπολαμβάνει τὸ Δημόσιον περὶ τὰς 20,000 δραχμῶν, ἐθεωρήθη δὲ πρέπον νὰ εἰσπράττηται τὸ ποσὸν τοῦτο παρὰ τῆς διαπλεούσης τὸν πορθμὸν ναυτιλίας μᾶλλον ἢ παρὰ τῶν προσορμιζομένων εἰς τοὺς λιμένας Στυλίδος καὶ Ἀταλάντης πλοίων. Τὸ νομοσχέδιον συνοδεύεται ὑπὸ μακρᾶς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, περιλαμβανούσης συγκριτικοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν προσόδων καὶ τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ τε δηλώσεις καὶ τὰ νομοσχέδια τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 150–152).
§5ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τῆς διανεμηθείσης δηλώσεως τῆς τροποποιήσεως τοῦ κεφαλαίου Αʹ ἄρθρου 2 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν παρουσιάζεται διαφορὰ τόκων ἐκ χρεῶν κυμαινόντων κλπ. 518,000 φράγκων χρυσῶν, χωρὶς νὰ περιέχωνται αἱ λεπτομέρειαι τῆς τοιαύτης ἐλαττώσεως θὰ ἦτο καλὸν νὰ δοθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν λεπτομερέστεραι πληροφορίαι.
§6Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω ἐνταῦθα τὸν πίνακα, ἀλλ’ ὡς ἐνθυμοῦμαι, δὲν εἶναι τὸ ποσὸν ἀνώτερον τῶν 500,000 φράγκων, εἶναι ὀλίγῳ κατώτερον, προέρχεται δὲ ἀπὸ διαφορᾶς, ὡς ἐξήγησα ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει, ἐπὶ ἔλαττον τῆς ὑπηρεσίας τῶν προσωρινῶν δανείων εἰς χρυσόν.
§7ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἤκουσα τὰς ἐξηγήσεις, ἀλλ’ εὗρον διαφοράν.
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δόσατε τότε, παρακαλῶ, σημείωσιν, καθορίζουσαν τὰς ζητουμένας ἐξηγήσεις. Μεταβολὴ εἰς τὰ προσωρινὰ χρέη τὰ μεταλλικὰ ἐπῆλθεν ἐπὶ ἔλαττον 480 χιλιάδων εἰς χρυσὸν, καὶ αὗται ἀπηλείφθησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τὰ δὲ ἄλλα μένουσιν ὡς εἶχον. Ἑπομένως, ἂν εὑρίσκητε διαφορὰν μεγαλειτέραν, θὰ προέρχηται αὕτη ἔκ τινος παρανοήσεως.
§9ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τῇ περιστάσει ταύτῃ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἐνθυμηθῆτε καὶ τὰ ἄλλα σημειώματα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἔδωκα.
§10ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐξηγήσῃ μίαν περικοπὴν, εὑρισκομένην εἰς τοὺς κατατεθέντας συνεπείᾳ ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος πίνακας περὶ τῆς διαχειρίσεως ἐν γένει τῶν δημοσίων δανείων. Ἡ περικοπὴ αὕτη ἀφορᾷ εἰς τὴν προκαταβολὴν τῶν 7,300,000, ἀπέναντι τῶν ὁποίων εἶχον δοθῆ ὡς ἐνέχυρον 8,760,000 δραχμῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προχθὲς μᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἐκαθαρίσθη ἐντελῶς ἡ ληψοδοσία τῆς εἰρημένης καταβολῆς διὰ τῆς καταβολῆς ὄχι μόνον τοῦ ἐνεχύρου, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς καταβολῆς τοῦ ὑπολοίπου μέχρι τοῦ 1,64½, εἰς τὸ ὁποῖον κατελογίσθη τὸ φράγκον εἰς χρυσὸν τῶν 7,300,000. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐκθέσει δὲν φαίνεται ὅτι κατεβλήθη ἡ διαφορὰ τῶν 64½% ἐκ τῶν πλεονασμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς ἀνέφερε προχθὲς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· δὲν βλέπω ἐν τῇ ἐκθέσει, ὅτι ὑπάρχουσι πλεονάσματα· βλέπω μόνον, ὅτι ὑπάρχει μία μετατροπή· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατελόγιζεν εἰς τὸ προσωρινὸν δάνειον, καταλογίζει εἰς τὰ ἔντοκα γραμμάτια. Ἰδοὺ δὲ τί λέγει ἡ ἔκθεσις (ἀναγινώσκει): «... Ἐκ τῶν προσωρινῶν δανείων ἐξωφλήθησαν διὰ συμψηφισμοῦ τοῦ ἐκ δραχ. 8,760,000 ἐνεχύρου διὰ μετατροπῆς εἰς ἔντοκα γραμμάτια, εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια πληρωτέα καὶ διὰ πληρωμῆς δραχ. 7,396,980, ἤδη δὲ ὀφείλονται δρ. 14,159,734.85, κατὰ τὸν προσηρτημένον πίνακα Β.» Τί σημαίνει αὐτὴ ἡ φράσις ὁλόκληρος, δὲν ἐνόησα, καὶ τοῦτο θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ, κατεβλήθησαν πραγματικῶς, ἐκτὸς τῶν 8,760,000, καὶ τὰ ἐπὶ πλέον ποσὰ μέχρι τῶν 1,64½, ἢ ἀντὶ τῶν 44½ λεπτῶν κατὰ φράγκον ἐδόθησαν ἔντοκα γραμμάτια;
§11Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔχομεν ἀναγεγραμμένην λόγῳ ἐντόκων γραμματίων πίστωσιν ὑποθέτουσαν ἔντοκα γραμμάτια ἐκδεδομένα ἐπὶ ποσοῦ 14,000,000. Ἐντὸς τοῦ ὅρου τούτου γίνεται τῶν ἐντόκων γραμματίων καθ’ ἑκάστην ἄλλων μὲν τοποθέτησις, ἄλλων δὲ ἐξόφλησις, ἀλλ’ ἡ πληρωμὴ ἐπὶ τῇ ἐξοφλήσει καὶ ἡ εἴσπραξις ἐπὶ τῇ ἐκδόσει ἐντόκων γραμματίων, ὡς καὶ ἡ παραλαβὴ καὶ ἡ ἀπόδοσις τραπεζικῶν γραμματίων ἐν τῷ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν σχετίζεται πρὸς τὸν προϋπολογισμόν. Ὅ,τι σχετίζεται πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν εἶναι τὰ τοῦ ἐν αὐτῷ ἀναγραφομένου τόκου τῶν ἐντόκων γραμματίων καὶ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ὡς βλέπετε, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔχομεν ἀναγεγραμμένον τὸν τόκον κεφαλαίου ἐντόκων γραμματίων ἐκ 14,000,000, ἐνῷ ἐπὶ τῶν 14,000,000 μένουσι διαθέσιμα ἔντοκα γραμμάτια, ἄλλοτε πλείονα καὶ ἄλλοτε ἐλάσσονα, ἐξοφληθέντα καὶ μὴ ἐκ νέου ἐκδοθέντα. Τῶν διαθεσίμων τούτων γραμματίων εἶχε τὸ Δημόσιον τὸ δικαίωμα ἵνα ποιήσηται χρῆσιν, καὶ ἐν τῇ περιπτώσει, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐκδίδον ταῦτα πρὸς τὴν συμπλήρωσιν τῶν ἀπαιτουμένων πρὸς τὴν ἐξόφλησιν τῶν εἰς μεταλλικὸν χρεῶν. Εἰσπραχθέντος οὕτως ἀντὶ τῶν ἐντόκων γραμματίων, ἤτοι συμψηφισθέντος ἐν τῷ τιμήματι αὐτῶν τοῦ καταβλητέου χρήματος πρὸς τοὺς δανειστὰς τοῦ ἐξοφληθέντος προσωρινοῦ μεταλλικοῦ χρέους, ἐξησφαλίσθη ἡ μὴ διάθεσις τοῦ χρήματος τούτου ἐν τῇ ἀγορᾷ πρὸς ἀπόκτησιν χρυσοῦ· διότι, ἂν τὸ χρῆμα τοῦτο ἔμενεν εἰς χεῖρας τῶν εἰς οὓς ἀπεδόθη ὡς ἀντίτιμον τῶν μεταλλικῶν αὐτῶν δανείων, οὗτοι θὰ μετέτρεπον αὐτὸ εἰς χρυσὸν, ἡ δὲ ἀγορὰ ἡμῶν ἤθελε σπουδαίως διαταραχθῆ. Πρός τινας ὅμως τῶν πιστωτῶν τῶν προσωρινῶν δανείων εἰς χρυσὸν ἐδόθη χρῆμα—πρὸς τοὺς κυρίους Hambro—οἱ δὲ κύριοι Hambro τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, τὰ πρὸς συμπλήρωσιν παρ’ ἡμῶν καταβληθέντα, ὡς καὶ τὰ λόγῳ τοῦ ἐνεχύρου ἀποδοθέντα εἰς αὐτοὺς παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, μετέτρεψαν εἰς χρυσὸν, ἀποκτήσαντες δι’ αὐτῶν, ἂν μὴ ἐσφαλμένην ἔλαβον πληροφορίαν, χρυσὸν 43,000 λιρῶν, ἀντὶ τῶν 45,000 λιρῶν τοῦ προσωρινοῦ αὐτῶν δανείου, ὡς προκυψάσης ἐκ τῆς κινήσεως ταύτης διαφορᾶς ἐπὶ ἔλαττον 2,000 λιρῶν. Οἱ ἄλλοι δανεισταὶ τῶν ἐξοφληθέντων προσωρινῶν δανείων ἀπέκτησαν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἀντιτίμου τῆς ἐξοφλήσεως τραπεζικὰ γραμμάτια, ἅτινα διετέθησαν παρ’ αὐτῶν εἰς ἀπόκτησιν ἐντόκων γραμματίων, ἐκ τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ λόγῳ τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν καὶ περὶ ὧν οὐδεμία ἀπαιτεῖται πρόσθετος ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πρόνοια. Τὰ ἔντοκα γραμμάτια, τὰ οὕτω δοθέντα πρὸς τοὺς ἐξοφλήσαντας τὰ μεταλλικὰ αὐτῶν προσωρινὰ δάνεια, ἦσαν ἐκ τῶν ἐξοφληθέντων πρότερον καὶ μενόντων εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Δημοσίου.
§12ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια πάντοτε.
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔντοκα γραμμάτια τραπεζικῶν γραμματίων, περιλαμβανόμενα ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει τὰ τῆς ὑπηρεσίας ἐντόκων γραμματίων ἐπὶ κεφαλαίῳ 14 ἑκατομμυρίων. Ὡς εἶπον, τῶν ἐντόκων τούτων γραμματίων γίνονται ἑκάστοτε μεταβολαὶ, ἄλλοτε ἐπὶ πλέον, καὶ ἄλλοτε ἐπὶ ἔλαττον, πάντοτε ὅμως ἐντὸς τοῦ ὅρου τῶν 14 ἑκατομμυρίων, ὅστις εἶναι ὁ τοῦ νόμου καὶ ὁ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐπειδὴ δὲ ἐντὸς τοῦ ὅρου τούτου μένομεν, ἔχομεν ἐλάττωσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐπὶ τῶν τῆς ὑπηρεσίας τῶν προσωρινῶν χρεῶν τῶν μεταλλικῶν κατὰ 480,000 δραχμῶν, δὲν ἔχομεν ὅμως αὔξησιν λόγῳ τῶν καταβληθέντων πρὸς τὴν ἐξόφλησιν τραπεζικῶν γραμματίων, διότι τὰ τραπεζικὰ ταῦτα γραμμάτια διετέλουν ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ Δημοσίου κατατεθειμένα παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ἐν τῷ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς προνοεῖ περὶ τῶν τῆς ὑπηρεσίας ὁλοκλήρου τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὡς καὶ ὁλοκλήρου τοῦ κεφαλαίου τῶν ἐντόκων γραμματίων, ὧν ἐπιτρέπει ὁ νόμος τὴν ἔκδοσιν. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς νομίζει, ὅτι διὰ τούτων θέλομεν νὰ ἐπιδείξωμεν τὰ κεφάλαια, ἅτινα ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν του τὸ Δημόσιον, λέγω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι καὶ μετὰ τὰ καταβληθέντα τὸ Δημόσιον σήμερον ἐν τῷ λογαριασμῷ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἔχει διαθέσιμα ὑπὲρ τὰ 6 ἑκατομμύρια, ὥστε, ἐὰν ἐπεδιώκομεν ἐπιδείξεις, ταῦτα θὰ προετάσσομεν, ἅτινα ἀναγκάζομαι τώρα νὰ μνημονεύσω, καίτοι τὰ ἀπέκρυπτον ἐξ ἄκρας μετριοφροσύνης, ἣν ὅμως ἐξεβίασεν ὁ κ. Βουλευτὴς (ἱλαρότης).
§14ΡΑΛΛΗΣ. Μεγάλη ὑπῆρξεν ἡ μετριοφροσύνη ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε προχθὲς ἰσχυρίσθη ὅτι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν 120 καὶ τῶν 164½ κατεβλήθη ἐκ τῶν περισσευμάτων τοῦ δημοσίου ταμείου· ἀφίνων ὅμως κατὰ μέρος τὴν μετριοφροσύνην ταύτην, ὑποθέτω ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη διὰ τὴν τροπὴν δὲν ἔλαβε χώραν ὡς λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δηλ. κατέβαλε τὸ Δημόσιον χρήματα, μετὰ ταῦτα δὲ ἐκάλεσε τοὺς Κυρίους αὐτοὺς καὶ τοῖς εἶπε «δόσατε ὀπίσω τὰ χρήματα, καὶ λάβετε ἔντοκα γραμμάτια». Ὑποθέτω ὅτι ἐγένετο ἄλλως· εἶπε δηλ. εἰς αὐτοὺς «120 ἔχετε εἰς χεῖρας σας ἐξ ἐνεχύρου· μέχρι τῶν 164½ εἶναι διαφορὰ 44½· λάβετε ἔντοκα γραμμάτια», καὶ ἐτελείωσεν. Οὕτω πως νομίζω, ὅτι ἐτελέσθη ἡ πρᾶξις αὕτη τῶν μετατροπῶν· ἀποκρύπτων δ’ ἐκ μετριοφροσύνης ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὰ πλεονάσματα τοῦ ταμείου, ἀποδεικνύει ἕνα ἄλλον λογιστικὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου θέλομεν νὰ καλύψωμεν τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τοῦ δημοσίου ταμείου, δηλαδὴ, ἀντὶ νὰ καταλογίσῃ τὴν διαφορὰν ταύτην εἰς ὀφειλὴν τοῦ Δημοσίου, τὴν κατελόγισεν εἰς τὴν διαφορὰν, ἡ ὁποία δύναται νὰ προκύψῃ ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν ἐντόκων γραμματίων. Λέγετε ὅτι, ἐπειδὴ τὰ ἔντοκα γραμμάτια ἔφθασαν μέχρι τῶν 14 ἑκατομμυρίων, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ περιλάβῃ διὰ τὸ ποσὸν, διὰ τὸ ὁποῖον ἐξέδωκε τὰ διὰ τὴν διαφορὰν ἔντοκα γραμμάτια, νέαν πίστωσιν, ἀλλὰ τὸ καταλογίζει εἰς τὴν πίστωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐκ τούτου ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ προκαταβολή, καθόσον παρίσταται ἡ ἀνάγκη τῆς προκαταβολῆς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια...
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ τὰ ἔντοκα γραμμάτια τί ἄλλο εἶναι; Τὰ ἔντοκα γραμμάτια εἶναι προκαταβολὴ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἐνῷ τὰ ἄλλα εἶναι προκαταβολὴ εἰς μεταλλικόν.
§16ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διότι ἀπήλλαξε τὴν νομισματικὴν ἀγορὰν ἐκ τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον ἔτρεχεν αὕτη, τοῦ νὰ ἴδῃ πραγματοποιουμένην τὴν τροπὴν ἐπὶ τῶν προκαταβολῶν αὐτῶν τῶν 7,300,000 εἰς χρυσὸν, κατὰ τοῦτο εἶναι ἀξιέπαινος. Ἀλλ’ ὅτι δὲν εὑρίσκω ἀξιέπαινον εἶναι ἡ προσπάθεια, τὴν ὁποίαν κατέβαλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ ἀποκρύψῃ, ὅτι τὰ 44½ αὐτὰ δὲν τὰ κατέβαλεν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἀλλ’ εἰς ἔντοκα γραμμάτια· αὐτὸ δὲ ἠθέλησα νὰ κατακρίνω. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκαυχήθη διὰ τὰ 6 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἀπέδωκεν εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Κατὰ τὴν τελευταίαν κατάστασιν, τὴν προχθὲς δημοσιευθεῖσαν, εἶδον ὅτι ἀπεδόθησαν εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν 3½ ἑκατομμύρια καὶ ὄχι 6.
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ σᾶς φέρω τὸ σημείωμα τὸ σημερινὸν, κατὰ τὸ ὁποῖον εἶναι 6.
§18ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς πιστεύω ἐπὶ τῷ λόγῳ σας, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι τὰ 6 ταῦτα ἑκατομμύρια παριστῶσι τὴν ὀφειλὴν τοῦ Δημοσίου εἰς τὸ τοκομερίδιον τοῦ Δεκεμβρίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπεσπάσθη, διότι δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἀναλάβητε αὐτὰ τὰ 6 ἑκατομμύρια, πῶς θὰ πληρώσητε τὸ τοκομερίδιον τοῦ Δεκεμβρίου. Ὅλα ταῦτα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι βεβαίως δὲν πλέετε εἰς χρυσόν.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια.
§20ΡΑΛΛΗΣ. Μήτε εἰς ὠκεανὸν χρυσοῦ, μήτε εἰς ὠκεανὸν τραπεζικῶν γραμματίων. Ἠθέλησα μόνον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ μιᾶς δηλώσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ ὁποία δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰ πράγματα. Δὲν κατεβλήθησαν τὰ 44½ τοὐλάχιστον ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ὄχι ὡς πρὸς τὴν συμμετοχὴν τοῦ Hambro, εἰς πραγματικὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, κατεβλήθησαν εἰς ἔντοκα γραμμάτια.
§21Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὡς ὑποθέτει ὁ κ. Βουλευτὴς, διότι πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει πόσα ἔντοκα γραμμάτια εἶχεν ἐκδεδομένα ἡ Κυβέρνησις, εἰς ἣν αὐτὸς ἀνῆκεν, ὅτε ἡμεῖς ἀνελάβομεν τὴν ἀρχήν. Εὕρομεν τότε ἐκδεδομένα ἔντοκα γραμμάτια ἐπὶ ποσῷ ἀνωτέρῳ ἢ ὅτε ἐγένετο ἡ πρᾶξις αὕτη, διότι εὕρομεν ἐκδεδομένα ἔντοκα γραμμάτια παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως 11,300,000 δραχμῶν, σήμερον δὲ, μετὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην, ἔχομεν τοποθετημένα εἰς γραμμάτια 13 ἑκατομμύρια καί τινας δεκάδας χιλιάδων ἐπὶ πλέον, ἑπομένως αἱ πράξεις αὗται, αἵτινες ἐπήγοντο τριῶν καὶ πλέον ἑκατομμυρίων καταβολὴν, ἐγένοντο ἐπὶ τῇ μόνῃ αὐξήσει ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ ἑκατοστύων χιλιάδων δραχμῶν, ἕπεται ἄρα, ὅτι ἐκ τῶν περισσευμάτων τοῦ ταμείου ἐπληρώσαμεν τὴν διαφοράν.
§22ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρὰ τοῦ προκατόχου του ἐκληρονόμησεν αὐτὴν τὴν παθητικὴν κληρονομίαν τῶν ἐντόκων γραμματίων 11,620,000 δραχμῶν, ἀλλὰ τὴν κληρονομίαν αὐτὴν τὴν ἐκληρονόμησε παρὰ τοῦ προκατόχου του, διότι καὶ αὐτὸς τὴν ἐκληροδότησεν εἰς τὸν προκάτοχόν του καὶ διάδοχόν του. Τὰ ἑκατομμύρια δὲ τῶν ἐντόκων γραμματίων, τὰ ὁποῖα ἐκληροδότησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν διάδοχόν του, εἶναι ὑπέρτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐκληροδότησεν ὁ διάδοχός του πρὸς αὐτόν.
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐκληροδότησε περισσότερα εἰς ἡμᾶς προσωρινὰ χρέη ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου ὅσων ἡμεῖς εἴχομεν κληροδοτήσει εἰς αὐτόν. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἐκεῖνος ηὔξησεν ἐν συνόλῳ τὸν λογαριασμὸν τοῦ κυμαίνοντος χρέους ἐν τῷ παθητικῷ, τουτέστιν ἐδανείσθη πλειότερα ὅσων εἴχομεν δανεισθῆ ἡμεῖς.
§24ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἔχητε δυσκολίαν νὰ μᾶς δώσητε σημείωσιν, ἡ ὁποία νὰ συνδέηται ἀκριβῶς μὲ τὴν δήλωσιν ταύτην.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως.
§26Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πρὶν ἔτι λάβω γνῶσιν τῶν διαφόρων τηλεγραφημάτων, ἅπερ ἀπεστάλησαν καὶ πρὸς ἐμὲ ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν μου, καὶ δι’ ὧν ὑπὸ ἄλλων μὲν παρεκαλούμην νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὑπὸ ἄλλων δὲ νὰ καταψηφίσω αὐτοῦ, ἐγὼ εἶχον ἐκφέρει ἤδη τὴν γνώμην μου, ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις προὐτίθετο νὰ λάβῃ νομοθετικόν τι μέτρον χάριν τῆς σταφίδος, καὶ ἂν τὸ μέτρον τοῦτο εἶχεν ὡς βάσιν τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ πλειονάζοντος σταφιδοκάρπου ἐκ τῶν ἀγορῶν τῆς καταναλώσεως; ἤθελον ὑπερψηφίσει αὐτοῦ, καθόσον διὰ τοῦ μέτρου τούτου, Κύριοι, εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἀνύψωσιν τῶν τιμῶν τοῦ ἐναπολειφθησομένου προϊόντος, καὶ συνεπῶς τὴν ἀνακούφισιν τοῦ πάσχοντος λαοῦ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν· ἀλλ’ ἐὰν ἡ πρώτη βάσις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐστηρίζετο ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τῶν ὑποδειχθεισῶν ὑπὸ τῆς σταφιδικῆς ἐπιτροπῆς τῶν Πατρῶν, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ ἐγίνετο ἔτι εὐπροσδεκτότερον ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ θὰ ἐξέλειπεν ὁ σάλος ἐκεῖνος, ὃν ἤγειρε τὸ θέμα τοῦτο καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, καὶ θὰ ἐβλέπομεν ἤδη τὰ ἀγαθὰ τοῦ τοιούτου νομοσχεδίου νὰ ἔχωσιν ἀσκήσει ἤδη τὴν ἐπιῤῥοὴν αὐτῶν ἐπὶ τοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος. Ἀλλὰ καὶ τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, ψηφιζόμενον κατὰ τὸ πρῶτον αὐτοῦ μέρος, ἤτοι τὸ ἀφορῶν τὴν παρακράτησιν, μὲ τὰς ἀναγκαίας αὐτοῦ τροποποιήσεις, ἐλπίζω ὅτι ἐπὶ πολὺ θέλει συντελέσει εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς τύχης τῆς σταφίδος. Μετὰ τοῦ θέματος ὅμως τῆς κατακρατήσεως τοῦ πλεονάσματος βλέπομεν ἐν τῷ αὐτῷ νομοσχεδίῳ συνδεθὲν καὶ ἕτερον θέμα, ἤτοι τὸ τοῦ Σταφιδικοῦ Ταμείου ἢ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἡ ἰδέα περὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης εἶναι ὁ διακαέστερος πόθος τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, καὶ ἰδίως τῆς Ἠλείας, εἶναι τὸ μόνον μέσον, ὅπερ θὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἄγκυρα σωτηρίας πρὸς ἀπολύτρωσιν τῶν καλλιεργητῶν τῆς σταφίδος ἐκ τῆς ἐπονειδίστου τοκογλυφίας, ἥτις, ὡς γνωστόν, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἔλαβε διαστάσεις ἀνὰ πάσας τοῦ Βασιλείου τὰς ἐπαρχίας· ἀλλ’ ὁ μηχανισμός, καθ’ ὃν καταρτίζεται ἐν τῷ παρόντι νομοσχεδίῳ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, φρονῶ ὅτι δὲν ἐξυπηρετεῖ τὸν σκοπόν, οὐδὲ πληροῖ τοὺς πόθους ἐκείνων, οἵτινες δέονται αὐτῆς. Αἱ ἐλλείψεις καὶ τὰ ἐλαττώματα, ἅτινα πληροῦσι τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὴν δευτέραν αὐτοῦ βάσιν, κατεδείχθησαν σαφέστερον ὑπὸ πολλῶν συναδέλφων ἔτι ἐντριβεστέρων ἐμοῦ περὶ τὰ τοιαῦτα· κατανοῶν ὅμως καὶ ἐγὼ τὰς ἐλλείψεις ταύτας, ἔρχομαι νὰ παρακαλέσω θερμῶς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἐὰν διαβλέπῃ κίνδυνον ἀποτυχίας τοῦ ὅλου νομοσχεδίου ἐκ τοῦ δευτέρου αὐτοῦ μέρους, νὰ διαχωρίσῃ τὴν βάσιν τῆς παρακρατήσεως ἀπὸ τοῦ σταφιδικοῦ ταμείου, καθόσον, ἐὰν τοιοῦτόν τι συμβῇ, θέλει εἶσθαι ὀλέθριον διὰ τὸ ἔθνος, καὶ ἰδίᾳ διὰ τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας. Ἐὰν ὄντως, Κύριοι, ἀπεφασίσαμεν νὰ ὑπηρετήσωμεν τὴν Πελοπόννησον καὶ τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, πρέπει αἱ ὑπηρεσίαι, ἃς θὰ προσφέρωμεν, νὰ ἦναι ὑπηρεσίαι ἀνάλογοι ἐκείνων, ἃς ἡ Πελοπόννησος καὶ αἱ σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι προσήνεγκον εἰς τὸ ἔθνος ἐπὶ σειρὰν ἀμνημονεύτων ἐτῶν. Πρέπει πάντες νὰ μάθωμεν σήμερον, ὅτι ὑπηρετοῦντες τὴν Πελοπόννησον, ὑπηρετοῦμεν τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, ὑπηρετοῦντες τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, ὑπηρετοῦμεν αὐτὸν τὸν προϋπολογισμὸν τῆς χώρας, πάντες δὲ γινώσκομεν, ὅτι ἄνευ προϋπολογισμοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπάρξωμεν. Ἐν γένει δὲ λέγω, ὅτι τὸ σταφιδικὸν ζήτημα πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς τὸ προσφορώτερον ἔδαφος, ὅπως συναντήσῃ Βουλὴ καὶ Κυβέρνησιν, πρὸς ἐπιτυχεστέραν αὐτοῦ λύσιν, ἵνα οὕτως ἐξαγάγωμεν τὸν τόπον ἐκ τῆς ἀγωνιώδους καταστάσεως, εἰς ἣν περιέστη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἕνεκα πολλαπλῶν καιρικῶν περιστάσεων. Περαίνων δηλῶ, ὅτι, ἂν τὸ νομοσχέδιον εὐτυχήσῃ καὶ παρακάμψῃ τὸν σκόπελον τῆς κατ’ ἀρχὴν ἀποδοχῆς αὐτοῦ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν αὐτοῦ θὰ ἐπιφέρω πολλὰς ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογίας, ἃς κατὰ τὴν κρίσιν μου θεωρῶ ἀναποφεύκτους διὰ τὴν κανονικωτέραν αὐτοῦ λειτουργίαν ὡς νόμου τοῦ Κράτους.
§27Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπικαλεῖται τὴν παρέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς χωρισμὸν τῶν εἰς τὴν Τράπεζαν ἀφορώντων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀπὸ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν παρακράτησιν τοῦ καρποῦ. Ὅτε ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον, εἶπον ὅτι δὲν ἐπιμένω οὔτε εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, οὔτε εἰς τὸ καθόλου σύστημα τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι δὲν ἐπιμένω οὐδὲ καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας, ἑπομένως εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόκειται ν’ ἀποφασίσῃ εἴτε περὶ παραδοχῆς τοῦ νομοσχεδίου τοῦ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντος, εἴτε περὶ παραδοχῆς νομοσχεδίου ἄλλου οἱουδήποτε ἐκ τῶν ὑποβληθέντων ἢ ὑποβληθησομένων. Ἐὰν δὲ παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθὲν, οὐδόλως ἐπιμένω, ἵνα παραδεχθῇ αὐτὸ ὁλόκληρον, καὶ δύναται ἄριστα νὰ διαιρέσῃ αὐτὸ εἰς δύο, ἀποδεχομένη μόνον τὸ ἕτερον, διότι ὀργανικῶς εἶναι διῃρημένον εἰς δύο. Ὅ,τι μόνον θὰ πράξω, εἶναι πρὸς τὸ τέλος τῆς συζητήσεως νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγώ, ἵνα ἐξηγήσω τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα παραβάλω αὐτὰς πρὸς τὰς διατάξεις τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, καὶ ἵνα εἴπω διατί, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, εἶναι προτιμότερον τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως τῶν νομοσχεδίων τῶν ἄλλων, ἵνα εἴπω διατὶ θεωρῶ, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, ὧν μέχρι τοῦδε ἐλάβομεν γνῶσιν, δὲν δύνανται νὰ ὀνομασθῶσι καλὰ ἢ κακὰ, ὅτι κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀνεφάρμοστα, δὲν εἶναι ἄρτια, δὲν ἔχουσι καταρτισμὸν, δυνάμενον νὰ λειτουργήσῃ. Ταῦτα θὰ ἐκφράσω ὡς προσωπικὴν γνώμην. Νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ καταδείξω τίνων ἕνεκα τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ψηφιζόμενα, θὰ ἦσαν ἀνεφάρμοστα, ἀφοῦ τοιαύτην ἔχω γνώμην· ἀλλ’ ἀφοῦ ταῦτα καταδείξω, ἀφοῦ ἀναπτύξω τὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡμῶν καὶ τοὺς λόγους, δι’ οὓς εἰσήχθησαν ὡρισμέναι αὐτοῦ διατάξεις, καὶ δι’ οὓς νομίζω, ὅτι δέον νὰ ὑποστηριχθῶσι, καὶ τὰς τροποποιήσεις, ἃς νομίζω ὅτι δύναται νὰ ὑποστῇ τὸ νομοσχέδιον ἄνευ ζημίας, τινὰς δὲ ἴσως καὶ ὠφελίμως, καὶ τὰ προκαλέσαντα τὴν ἀναγραφὴν ἐν αὐτῷ διατάξεών τινων, αἵτινες ἴσως θεωρηθῇ πρέπον νὰ τροποποιηθῶσι, μετὰ ταῦτα θέλω πάλιν ἐπαναλάβει ὅσα εἶπον ἐξ ὑπαρχῆς, ὅτι οὐδόλως ἐννοῶ νὰ ἐπιμείνω εἰς ὑποστήριξιν τοῦ νομοσχεδίου, εἴτε ἐν τῷ συνόλῳ εἴτε ἐν μέρει, οὐδόλως ἐννοῶ νὰ δώσω εἰς τὸ νομοσχέδιον χαρακτῆρα πολιτικὸν, οὐδόλως προτίθεμαι νὰ χαρακτηρίσω ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης τὴν ψήφισιν οἱασδήποτε διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου.
§28ΦΩΤΗΛΑΣ. Μέχρις ὅτου ἀκούσω τοὺς λόγους, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων δύναται νὰ πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι τὸ ὀρθότερον ἀπέναντι τῶν ἄλλων νομοσχεδίων τῶν ὑποβληθέντων παρὰ διαφόρων Βουλευτῶν, νομίζω ὅτι εἶναι εὐχάριστον ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐννοεῖ ν’ ἀποχωρισθῶσι τὰ δύο ζητήματα, τὸ ζήτημα τῆς παρακρατήσεως τοῦ πλεονάσματος ἀπὸ τοῦ ζητήματος τῆς συστάσεως Σταριδικῆς Τραπέζης.
§29ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶπεν αὐτό.
§30ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὰ εἶναι ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§31ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἀφοῦ λέγει, ὅτι δὲν ἔχει ἀντίῤῥησιν, ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ ψηφισθῇ χωριστὰ τὸ ζήτημα τῆς παρακρατήσεως τοῦ πλεονάσματος ἀπὸ τοῦ ζητήματος τῆς συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης, εἶναι τὸ ἴδιον...
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ, κύριε Βουλευτὰ, ὁμιλεῖτε ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἀφήσατε νὰ λάβητε τὸν λόγον, ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς αὐτήν.
§33ΦΩΤΗΛΑΣ. .. Καὶ εἶναι εὐχάριστος ἡ δήλωσις αὕτη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι ἡ Βουλὴ εἶναι ἐλευθέρα νὰ καταρτίσῃ σύστημα παρακρατήσεως τοῦ πλεονάσματος ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος τῆς συστάσεως σταφιδικοῦ ταμείου.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς πρώτης συζητήσεως ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Μεσσηνέζης.
§35ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, πλέομεν εἰς τὸ ἀχανὲς πέλαγος τῶν δισταγμῶν, τῶν περιπλανήσεων τῶν διαφόρων νομοσχεδίων, τῶν συγκρουομένων συμφερόντων, καὶ συζητοῦμεν, ὅπως ἐξέλθωμεν ἐκ τοῦ ἀχανοῦς αὐτοῦ πελάγους καὶ προσεγγίσωμεν εἰς λιμένα τινά. Εὐτυχῶς δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς δηλώσεως τῆς γενομένης πρὸ μικροῦ καθοδηγεῖ ἡμᾶς εἰς τὸν λιμένα τὸν παρὰ πάντων ποθούμενον, ὅπως ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης προκύψῃ κατὰ τὴν εὐχὴν τοῦ Πανελληνίου πρακτικόν τι καὶ παραμυθητικὸν καὶ σωστικόν. Κύριοι Βουλευταὶ, ἡ συμφορὰ ἡ σταφιδικὴ, ἐπελθοῦσα τῆς Πολιτείας διατελούσης ὑπὸ δεινὴν οἰκονομικὴν κρίσιν καὶ ὑπὸ προγραφὴν χρηματιστικὴν, κατέστη συμφορὰ ὄχι μόνον σταφιδικὴ, ἀλλὰ καὶ ἐμπορικὴ καὶ βιομηχανικὴ καὶ τῆς ὅλης ἐθνικῆς οἰκονομικῆς λειτουργίας, καὶ πολιτειακὴ ἔτι, τῆς Πολιτείας τρεχούσης τὸν κίνδυνον νὰ στερηθῇ τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων θέλει δυνηθῆ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ὑπέρ ποτε ἱερὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς, καὶ νὰ ἴδῃ κλονιζομένην ἐκ βάθρων τὴν δημοσίαν τάξιν. Ἄρα, Κύριοι, πρόκειται περὶ ἐθνικῆς συμφορᾶς, ἐπιβαλλούσης ἡμῖν σκέψεις περὶ ἐξευρέσεως μέσων, φαρμάκων ἀναλόγων πρὸς τὸ μέγα κακὸν τὸ ἐνσκῆψαν εἰς τὸν τόπον, ὅπως προλάβωμεν τὰς ἐκ τοῦ κακοῦ αὐτοῦ ὀλεθρίας συνεπείας. Ἐν τοιαύτῃ θλιβερᾷ καὶ ὀδυνηρᾷ περιπτώσει τὰ ληπτέα μέτρα πρὸς ἀποσόβησιν τοῦ κακοῦ, πρὸς θεραπείαν, πρὸς σωτηρίαν τοῦ τόπου, δὲν κανονίζονται, κύριοι Βουλευταὶ, παντοῦ καὶ πάντοτε κατὰ τὸ κοινὸν δίκαιον, ἀλλὰ κατὰ τὸν ὑπέρτατον νόμον τῆς κοινῆς σωτηρίας «salvus populi suprema lex». Ναὶ, ὁ νόμος αὐτὸς πρέπει τὴν σήμερον νὰ ἰσχύσῃ καὶ νὰ καθοδηγήσῃ ἡμᾶς εἰς τὰ μέτρα τὰ ληπτέα, ὅπως ἀποσοβήσωμεν κίνδυνον σπουδαῖον, τὸν ὁποῖον διατρέχει ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία. Ἐὰν πειθώμεθα, κύριοι Βουλευταὶ, ἐὰν πείθηται ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ὅτι δυνάμεθα διὰ τῆς παρακρατήσεως τοῦ περισσεύματος νὰ σώσωμεν τὸν τόπον ἐκ τοῦ ὀλέθρου αὐτοῦ, δέον νὰ τολμήσωμεν τὴν παρακράτησιν καὶ πᾶν τὸ σχετικόν. Τὰ πραχθέντα παρ’ ἄλλων ἐθνῶν, εὑρεθέντων εἰς ὁμοίας περιστάσεις, οἱ κίνδυνοι, τοὺς ὁποίους διατρέχει ὁ τόπος, τὰ μεγάλα συμφέροντα τοῦ τόπου, καὶ ἡ ἀπὸ τοῦ ἔσω καὶ ἔξω κόσμου ἐγειρομένη φωνὴ ὑπὲρ τῆς παρακρατήσεως, τὰ πάντα πείθουσιν ἡμᾶς, ὅτι ἐν τῇ παρακρατήσει εὕρηται ἡ σανὶς τῆς σωτηρίας. Νὰ προβῶμεν λοιπὸν θαῤῥαλέως εἰς τὴν παρακράτησιν, ἐπιβάλλοντες σιγὴν εἰς πάντα ἐξ ἐσφαλμένων σκέψεων ἢ ἐκ πλαγίων σκέψεων ἀντιστρατευόμενον κατ’ αὐτῆς. Ἡ παρακράτησις, κύριοι Βουλευταὶ, δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τρία τινὰ, ἅτινα θὰ ἐπιδράσωσι σπουδαίως εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῆς οἰκονομικῆς τοῦ τόπου καταστάσεως· πρῶτον εἰς τὴν ἀνύψωσιν τῆς τιμῆς τοῦ εἰς τὴν κατανάλωσιν προωρισμένου καρποῦ, δεύτερον δὲ εἰς τὴν ἐνίσχυσιν βιομηχανίας πολλὰ ὑποσχομένης εἰς τὸν τόπον, καὶ τρίτον εἰς τὴν διάδοσιν τοῦ πολυτίμου ἡμῶν προϊόντος εἰς μέρη, ἔνθα οὐδόλως ἢ ἐλαχίστη γίνεται αὐτοῦ χρῆσις. Δὲν κατατρίβομεν τὸν χρόνον εἰς θεωρίας, δὲν κατατρίβομεν τὸν χρόνον εἰς μεμψιμοιρίας, δὲν ἀνατρέχομεν εἰς τὸ παρελθὸν, ὅπως ἐξετάσωμεν πόθεν προῆλθεν ἡ κρίσις, πόθεν προῆλθον τὰ δυστυχήματα, ὑπὸ τὰ ὁποῖα ὁ τόπος αὐτὸς στενάζει· λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψει τὴν κατάστασιν, ὁποία εἶναι, καὶ προβαίνομεν εἰς ἔργα, εἰς θυσίας, ὅπως κατὰ τὸ ἐφικτὸν συντρέξωμεν τὸν τόπον καὶ ἐξαγάγωμεν αὐτὸν ἐκ τῆς ἀγωνίας, ὑπὸ τὴν ὁποίαν διατελεῖ. Αἱ θεωρίαι αἱ ἀναπτυχθεῖσαι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶναι κεναὶ, στεροῦνται πρακτικῆς ἀξίας, ὅταν ὁ τόπος εὑρίσκηται εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν σήμερον διατελεῖ. Δὲν δύναται δὲ νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις μεταξὺ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι σκέπτονται πρακτικῶς καὶ οἱ ὁποῖοι θέλουν δι’ ἔργων τὴν σήμερον, διὰ θυσιῶν νὰ συντελέσουν εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν κοινῶν, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ δισταγμὸς, ὅτι ἡ παρακράτησις δέον νὰ ἐπιβληθῇ, ἀλλ’ ἐν μέτρῳ τινὶ δικαιοσύνης, διότι ἤκουσα πρὸ μικροῦ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Ζακύνθου, λέγοντα ὅτι, ἐὰν ἡ Ἑπτάνησος ὑποβληθῇ εἰς τὸ αὐτὸ μέτρον τῆς παρακρατήσεως, δὲν ἀπομένει τίποτε εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς τῆς Ἑπτανήσου, ἕνεκεν τοῦ ἐν αὐτῇ ἰσχύοντος εἰδικοῦ φορολογικοῦ συστήματος. Ἐξεταζομένου τοῦ πράγματος, ἐὰν ἀποδειχθῇ τοιοῦτόν τι, βεβαίως ἡ παρακράτησις πρέπει νὰ γείνῃ ἐν μέτρῳ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς Αἰγιαλείας, διότι δὲν συνηθίζω, ὅταν πρόκηται περὶ μεγάλων τοῦ Κράτους συμφερόντων, νὰ στρέφω τὸν λόγον εἰς ζητήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ θεωρηθῶσι ζητήματα δημοκοπικὰ, ἐνισχύσεως κόμματος, ἢ ἐπικρατήσεως εἰς τὰ ἐπαρχιακά.
§36ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§37ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἀλλὰ μετὰ τῆς ἰδέας τῆς παρακρατήσεως, κύριοι Βουλευταὶ, συνεδέθη ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ καὶ ἡ ἰδέα τοῦ σχηματισμοῦ Σταφιδικῆς Τραπέζης πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς σταφιδοπαραγωγῆς καὶ ὅπως παρασχεθῇ συνδρομή τις εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς τοὺς στερουμένους τῶν μέσων πρὸς καλλιέργειαν τῶν κτημάτων των. Καὶ ἡ ἰδέα αὕτη κατέστη ἐν τῷ ὑπουργικῷ νομοσχεδίῳ ἐπικρατεστέρα, καὶ κατεβλήθησαν εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν διατελεῖ ὁ τόπος εἰς οἰκονομικὴν κρίσιν καὶ ἄκραν δυσπιστίαν τῶν κεφαλαίων, κατεβλήθησαν προσπάθειαι, προσβάλλουσαι τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀδικοῦσαι τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, ὅπως ἐξευρεθῇ ποσόν τι καὶ χρησιμεύσῃ ὡς πυρὴν διὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ δοθῇ συνδρομὴ ἐξ αὐτοῦ εἰς τοὺς πάσχοντας τὴν σήμερον σταφιδοπαραγωγούς. Καὶ ἐπετεύχθη τὸ τοιοῦτον, ἀλλ’ ὑπὸ ὅρους καθιστῶντας τὸ δῶρον, ὡς προχθὲς ἐν παρόδῳ ἐδήλωσα, ἄδωρον, τοῦτο μὲν διότι αἱ ῥῆτραι, ὑπὸ τὰς ὁποίας γίνεται, εἶναι ἀπαράδεκτοι ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, ὡς τερατώδεις καὶ ἔκτροποι, τοῦτο δὲ διότι ἡ συνδρομὴ, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ παράσχῃ ἡ οὕτω σχηματιζομένη Τράπεζα, πρόκειται νὰ δοθῇ περὶ τὰ τέλη Ἰουλίου, τουτέστι κατόπιν ἑορτῆς. Οἱ ὅροι, Κύριοι, οἱ τοσοῦτον προσβλητικοὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν κοινωνίαν, οἱ τοσοῦτον βαρεῖς διὰ ποσὸν τεσσάρων ἑκατομμυρίων, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συνδεθῇ τὸ ζήτημα τῆς παρακρατήσεως μετὰ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Τραπέζης, καὶ ὅτι αἱ παροῦσαι περιστάσεις ἀποκρούουσι πᾶσαν σκέψιν περὶ τοῦ σχηματισμοῦ τοιαύτης Τραπέζης, διότι βεβαίως κεφάλαια δὲν ὑπάρχουσι, καὶ βεβιασμένως ὅταν ζητῇ τις κεφάλαια, θὰ τεθῇ ὑπὸ ὅρους βαρυτάτους, οἱ ὁποῖοι προετοιμάζουν τὸ ναυάγιον τῶν τοιούτων ἐπιχειρήσεων. Ἡ ἐξεγερθεῖσα φωνὴ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν ἐν γένει εἶναι ὑπὲρ τοῦ ζητήματος τῆς παρακρατήσεως· ἐκ ταύτης ἐξαρτᾶται ἡ ἀνόρθωσις τῶν τιμῶν, ἡ ἀνύψωσις τῆς πίστεως τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ σωτηρία τοῦ ἑλληνικοῦ ἐμπορίου. Τὸ ἑλληνικὸν ἐμπόριον διατρέχει σήμερον μέγαν κίνδυνον, καὶ λυποῦμαι, διότι ὑπάρχουν ἄνθρωποι ἀντιτασσόμενοι κατὰ τοῦ μέτρου, διότι πρόκειται νὰ ὠφεληθῇ τὸ ἑλληνικὸν ἐμπόριον. Δὲν πρέπει ν’ ἀποκρούωμεν ὁποιονδήποτε μέτρον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ στραφῇ εἰς ὠφέλειαν τοῦ ἐμπορίου. Ψυχοῤῥαγεῖ τὸ ἑλληνικὸν ἐμπόριον! Ἄπορον, Κύριοι, πῶς ἡ Κυβέρνησις κατέφυγεν εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων, τὴν τεταγμένην ἐπὶ ὡρισμένον ἔργον, ξένην πρὸς τὸν σταφιδικὸν κόσμον καὶ τὸ ἐμπόριον, καὶ ἀνέθεσεν εἰς αὐτὴν τὸν σχηματισμὸν Σταφιδικῆς Τραπέζης διὰ τῆς παρακρατήσεως τοῦ περισσεύματος, καὶ, τὸ σπουδαιότερον, ἀνέθεσε καὶ αὐτὴν τὴν διαχείρισιν καὶ τὴν διάθεσιν τοῦ περισσεύματος. Ἄπορον ἐπίσης εἶναι, πῶς ἡ ἑταιρία αὕτη, ξένη ἐντελῶς πρὸς τὸ ἔργον, ἀνέλαβε τὴν τοιαύτην ἐπιχείρησιν. Εἶναι ὅμως ἀληθὲς, ὅτι τὸ ἀνέλαβεν ὑπὸ ὅρους προφυλάσσοντας αὐτὴν ἀπὸ πάσης ζημίας ἐκ τοῦ ναυαγίου τῆς ἐπιχειρήσεως, οὐχὶ ὅμως καὶ τὸ Κράτος. Ἀναντίῤῥητον ἐν τούτοις τυγχάνει, ὅτι ἡ Πολιτεία, ἡ Βουλὴ, οἱ κεφαλαιοῦχοι ὀφείλουσι νὰ προέλθωσιν εἰς ἀρωγὴν τῶν κτηματιῶν, τῶν μὴ δυναμένων σήμερον νὰ καλλιεργήσωσι τὰ κτήματά των· ἡ τοιαύτη συνδρομὴ ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Πολιτείαν καὶ τὴν Βουλὴν ὡς καθῆκον ἱερὸν, ἀνυπέρβλητον. Τὴν συνδρομὴν δὲ ταύτην, Κύριοι, τὴν ἀνάγκην ταύτην δύνανται νὰ ἐκπληρώσωσι, κατ’ ἐμὴν κρίσιν καὶ πεποίθησιν, καὶ νομίζω καὶ τῆς Βουλῆς, αἱ δύο Τράπεζαι, ἡ Ἐθνικὴ καὶ ἡ Ἰονικὴ, ἡ μὲν ὡς πρὸς τὸ πρώην Βασίλειον, ἡ δὲ ὡς πρὸς τὴν Ἑπτάνησον, ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ πᾶν προνόμιον, τὸ ὁποῖον ἤθελε ζητηθῆ. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι καθ’ ὁμόφωνον ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς δέον νὰ παρακληθῇ ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τὰς Τραπέζας, ὅπως ἔλθωσιν εἰς ἀρωγὴν τῶν κτηματιῶν, πρὸς ὄφελος οὐ μόνον πάντων, ἀλλὰ καὶ τῆς Πολιτείας. Κύριοι Βουλευταί, ἐὰν ἐπιτευχθῇ ἡ τοιαύτη συνδρομὴ τῶν Τραπεζῶν, ἐὰν ἀποφασισθῇ ἡ παρακράτησις, ἐὰν τὸ ζήτημα τοῦ σχηματισμοῦ Τραπέζης ἀφεθῇ εἰς ἄλλας εὐνοϊκωτέρας περιστάσεις, ἐὰν ἡ παρακράτησις ἀποφασισθῇ κατὰ τὴν γνωμοδότησιν τῆς κατὰ τὸ νομοσχέδιον συγκροτηθησομένης ἐπιτροπῆς, ἀφιεμένου εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ ὁρισμοῦ τοῦ ποσοῦ τῆς παρακρατήσεως ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως· ἐὰν ἡ Κυβέρνησις τὸ ποσὸν τὸ παρακρατηθὲν μεταποιῇ ἀμέσως δι’ ἐπὶ τούτῳ τεταγμένων ὑπαλλήλων καὶ καταλλήλων μηχανημάτων εἰς μάζαν καὶ ἐκθέτῃ εἰς δημοπρασίαν πρὸς πώλησιν εἴτε εἰς ἡμεδαποὺς εἴτε εἰς ἀλλοδαποὺς, ὅπως τὸ μεταποιῶσιν εἰς οἶνον ἢ οἰνόπνευμα, καὶ τὸ ἐκ τῆς ἐκποιήσεως ποσὸν εἰσάγῃ εἰς τὴν Τράπεζαν, ὅπως χρησιμεύσῃ ὡς κεφάλαιον διὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, προϊόντος τοῦ χρόνου, καὶ ἂν ἐξακολουθήσωμεν τὸ ἔργον τῆς παρακρατήσεως, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα καὶ ὀφείλομεν δοκιμαστικῶς ἐπὶ ἓν ἔτος νὰ ἐνεργήσωμεν, — διότι ἐγὼ ἐσυνείθισα νὰ φοβῶμαι τὰ μεγάλα ἐν Ἑλλάδι ἔργα, καθόσον συνήθως ναυαγοῦν, διὰ τοῦτο ἀποκρούω τὴν ἰδέαν τῆς ἐπὶ δεκαετίαν καθιερώσεως τοῦ μέτρου τῆς παρακρατήσεως,—ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων θὰ κρίνωμεν, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸ μέτρον, ἢ πρέπῃ νὰ τὸ τροποποιήσωμεν, ἢ νὰ τὸ ἐγκαταλείψωμεν καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἐὰν βαδίσωμεν, Κύριοι, κατὰ τὰ διαγραφέντα, τότε θὰ ἐσώζοντο οἱ πολλὰ μοχθήσαντες ἐπὶ δεκαετηρίδας σταφιδοκτήμονες, ὅπως μεταποιήσωσιν εἰς κήπους ἀπεράντους ἐκτάσεις, χαράδρας καὶ ὄρη, δὲν θὰ ἐπήρχετο καταστροφὴ ἐκ κρίσεως πιθανὸν διαβατικῆς, θὰ ἐπετυγχάνετο διὰ τῆς παρακρατήσεως ἡ ἀνύψωσις τῶν τιμῶν τοῦ εἰς κατανάλωσιν καρποῦ, θὰ ἀνεπτύσσετο διὰ τῆς ἐκποιήσεως τῆς μάζης νέα σπουδαία βιομηχανία, πηγὴ νέου πλούτου ἐκ τοῦ πολυτίμου ἡμῶν προϊόντος, μετὰ παρέλευσιν δὲ οὐ μακροῦ χρόνου τὸ Ἑλληνικὸν θὰ ἐμακάριζε τὴν ἐποχὴν ταύτην, καθ’ ἣν ἐπὶ τῇ εἰσηγήσει τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ προέβησαν εἰς ἀποφάσεις σωζούσας τὴν Ἑλλάδα ἐκ τοῦ ὀλέθρου. Χαίρω, ὅτι τὸ ζήτημα ἐχαρακτηρίσθη ὡς ζήτημα ἀφορῶν μόνον τὰ μεγάλα συμφέροντα τοῦ τόπου, τὰ συνδεόμενα μὲ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα· χαίρω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν θεωρεῖ τὸ ζήτημα ὡς πολιτικόν. Ἀλλὰ ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν μίαν βάσιν, διὰ νὰ δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα· ἐὰν ἐξακολουθῶμεν συζητοῦντες ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, θὰ πνιγῶμεν εἰς τὸ πέλαγος τὸ ἄγονον τῶν συζητήσεων. Ἄρα ἐπιβάλλεται νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, τουτέστι παραδεχόμεθα τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦνται δύο τινά, ὁ σχηματισμὸς ταμείου σταφιδικοῦ καὶ ἡ παρακράτησις, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ ἤμεθα ἐλεύθεροι εἰς τὰ καθέκαστα νὰ ἀποῤῥίψωμεν τὸ ἓν καὶ νὰ παραδεχθῶμεν τὸ ἕτερον. Πρέπει νὰ παύσῃ ἡ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἀτελεύτητος συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος νὰ προκαλέσῃ ἀπόφασιν, ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδέχηται κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, καὶ τὴν Δευτέραν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν διαφόρων διατάξεων αὐτοῦ.
§38ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω, Κύριοι, τὴν εὐγένειαν τῶν αἰσθημάτων τοῦ προλαλήσαντος συμπολίτου μου, ὥστε νὰ ἦμαι βέβαιος, ὅτι οἱ ἐντεῦθεν πρὸ ὀλίγου ῥιφθέντες λόγοι περὶ ταπεινῆς δημοκοπίας δὲν ἀφορῶσιν εἰς ἐμέ· φοβοῦμαι ὅμως, μὴ ὑπάρχωσιν ἄλλοι μεταξὺ ὑμῶν, οἵτινες, ἀγνοοῦντες τὴν γενναιότητα τῶν αἰσθημάτων αὐτοῦ, ἐκλάβωσιν, ὅτι ἡ περὶ ταπεινῆς δημοκοπίας μομφὴ ἐῤῥίφθη κατ’ ἐμοῦ, καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀπολογηθῶ, διότι δὲν ἐπιθυμῶ οὐδὲ εἷς τῶν συναδέλφων μου νὰ ἔχῃ τόσῳ ταπεινὴν περὶ ἐμοῦ ἰδέαν. Πρὸ ὀκταετίας εἰσελθὼν ἐδῶ, δὲν ἐζήτησα ὄχι μόνον νὰ δημοκοπήσω, ἀλλ’ οὐδὲ νὰ γνωρισθῶ μεταξὺ ὑμῶν, ὅσον ἐδικαιούμην ἴσως νὰ γνωρισθῶ· ἀπέφυγα πάντοτε ὄχι μόνον τὴν ταπεινὴν δημοκοπίαν ἐκείνων, οἵτινες ὁμιλοῦν, ἵνα κολακεύσουν τὰς ἀδυναμίας τοῦ πλήθους, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑψηλὴν δημοκοπίαν ἐκείνων, οἵτινες ὁμιλοῦντες προσέχουν ὄχι πῶς θὰ ἐκφράσουν τὴν καταλληλοτέραν περὶ τῶν συζητουμένων γνώμην, ἀλλὰ πῶς θὰ ἀποκτήσουν φήμην ἀνδρῶν ἀνωτέρων δημοκοπίας. Τοιαύτας μομφὰς ἐναντίον μου ἤκουσα καὶ ἄλλοτε, ἀλλ’ ὅταν ἔρχωνται ἐκ τῶν κάτωθεν, τὰς περιφρονῶ, διότι δὲν δύνανται νὰ φθάσωσι μέχρις ἐμοῦ· ἀλλὰ καὶ ἂν τυχὸν ἔρχωνται ἐκ τῶν ἄνωθεν, δὲν θὰ ζητήσω νὰ φθάσω μέχρις αὐτῶν. Ὅσοι παρίστασθε ἐδῶ κατὰ τὰς συζητήσεις, γνωρίζετε ἂν ὡμίλησα κατὰ τρόπον ἐπιτρέποντα νὰ προκαλέσω τοιαύτην μομφήν, γνωρίζετε ὅτι, ἂν ὡμίλησα περὶ Αἰγιαλείας, ἠναγκάσθην νὰ ὁμιλήσω, διότι ἤκουσα βαρεῖαν κατηγορίαν ἐκφερομένην ἐναντίον της, ὅτι δηλ. ἀποκρούει τὴν παρακράτησιν, καραδοκοῦσα τὴν καταστροφὴν τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, ἵνα πλουτήσῃ ἐκ τῆς συμφορᾶς των. Δὲν ἐνόμισα δὲ, ὅτι ἡ ἰδιότης μου ὡς ἀντιπροσώπου τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης μοὶ ἐπέβαλλε νὰ σιωπήσω, ἐκ φόβου μὴ παρεξηγηθῶ· διότι, ἂν παραβαίνῃ τις τὸ καθῆκόν του, ὁμιλῶν ἵνα δημοκοπήσῃ, ἐπίσης, νομίζω, παραβαίνει τοῦτο, ἂν σιωπᾷ ἐκ φόβου μὴ φανῇ δημοκοπῶν. Γνωρίζω ἄλλως ἀρκούντως τοὺς συμπολίτας μου, καὶ ἀρκούντως μὲ γνωρίζουν οὗτοι, ὥστε νὰ μὴ φοβῶμαι νὰ λέγω πρὸς αὐτοὺς ἐλευθέρως τὰς γνώμας μου, καὶ ὅταν δὲν συμφωνοῦν μὲ τὰς ἰδικάς των. Καὶ ὅταν ἡ Πελοπόννησος ὅλη ἦτο ὑπὲρ τῆς συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης, δὲν ἐδίστασα ν’ ἀποκρούσω ταύτην, καίτοι προτεινομένην ἐκ τῶν τάξεων, εἰς ἃς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω. Τὴν παρακράτησιν ἀποκρούω ἐκ πεποιθήσεως, ἣν ἐσχημάτισα ἀπὸ μακροῦ, παρακολουθῶν τὰς περὶ τούτου γνώμας καὶ συζητήσεις, ἐρωτῶν πρὸ παντὸς τοὺς ἀριθμούς· διότι ἀπὸ πολλοῦ χρόνου παραδόξως ἐζητήθη ἡ παρακράτησις, καὶ ὅταν δὲν ὑπῆρχεν ἡ παροῦσα μεγάλη κρίσις· δὲν ἐσχημάτισα ἤδη μόνον γνώμην, ὥστε νὰ δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ γνώμη τῶν συμπολιτῶν μου μὲ παρέσυρε...
§39ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὅταν ἐγὼ εὑρίσκωμαι ἀπέναντι συλλαλητηρίων διὰ τὴν μὴ παρακράτησιν, τί θέλετε νὰ κάνω, ἵνα ὑπερασπίσω τὴν γνώμην μου;
§40ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ὥστε δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἀπευθύνηται κατ’ ἐμοῦ ἡ μομφή, ὅτι ἀποκρούω τὴν παρακράτησιν, ζητῶν νὰ κάμω κόμμα ἐν Αἰγιαλείᾳ. Ἴσως μάλιστα ἡ ἀνάγκη, εἰς ἣν εὑρέθην, νὰ ὑπερασπίσω τὴν ἐπαρχίαν μου, μὲ παρέσυρεν, ὥστε νὰ μὴ ἐκθέσω τὰς ἰδέας μου ὅπως ἐπεθύμουν. Ἄλλως τῆς Αἰγιαλείας ὤφειλον νὰ μνημονεύσω, διότι τὰ ἐκεῖ συμβαίνοντα μοὶ ἔδιδον ἔδαφος, ἐφ’ οὗ ἠδυνάμην νὰ στηρίξω τὰ κατὰ τῆς παρακρατήσεως ἐπιχειρήματά μου, δι’ ὧν ἀπέκρουσα ταύτην ὡς ἀσύμφορον ὄχι μόνον διὰ τὴν Αἰγιάλειαν, ἀλλ’ ἐν γένει διὰ τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας· τὴν ἀπέκρουσα δὲ, στηριζόμενος εἰς τὴν μελέτην τῶν ἀριθμῶν τῆς στατιστικῆς, καὶ εἰς τούτους καὶ σήμερον θὰ βασισθῶ, ἵνα τὴν ἀποκρούσω, ἐπικαλούμενος τὴν προσοχήν σας. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δεδομένων τούτων τῆς στατιστικῆς ἐξετάζων χθὲς τὸ ζήτημα, ἀπέδειξα ὅτι κατὰ τὰς εὐνοϊκωτέρας περιστάσεις ἡ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος αὔξησις τῆς καταναλώσεως εἶναι 2%, καὶ τὸν ὅρον τοῦτον ἐπιτυγχάνομεν, ὅταν λειτουργοῦν μικραὶ τιμαί. Ἀλλ’ ἂν διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ζητοῦνται, καὶ ζητοῦνται διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν ὑψηλὰς τιμὰς, κατορθώσητε νὰ ἐξασφαλίσητε τὸν ὅρον τοῦτον τῶν 2% ἐτησίως, θὰ σᾶς χρειασθῶσιν οὐχὶ δέκα ἔτη, ὅπως ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ τριάκοντα καὶ τεσσαράκοντα ἔτη, διὰ νὰ ἰδῆτε τὴν κατανάλωσιν ἐξισουμένην πρὸς τὴν παραγωγὴν, καὶ ἂν αὕτη, ὡς ὡς εἶναι πιθανὸν, δὲν αὐξήσῃ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο. Ἀλλ’ ἂν λειτουργήσῃ 10 ἔτη ὁ νόμος περὶ παρακρατήσεως, ἴδωμεν πόσον ποσὸν πρέπει νὰ παρακρατῆται κατ’ ἔτος, εἰς πόσα ἑκατομμύρια θὰ συμποσωθῇ τοῦτο ἐν μιᾷ δεκαετίᾳ, ποία ἡ ἀξία τοῦ ποσοῦ τούτου καὶ ποῦ θὰ εὑρεθῶμεν μετὰ τὴν δεκαετίαν, ὅταν παύσῃ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου. Θὰ ἴδητε ὅτι παρασκευάζομεν κρίσιν φοβερωτέραν τῆς παρούσης, ποταμὸν μέλλοντα νὰ συμπαρασύρῃ εἰς τελείαν καταστροφὴν ὅλην τὴν σταφιδικὴν παραγωγὴν, ποταμὸν πρὸς τὸν ὁποῖον παραβαλλομένη ἡ σημερινὴ κρίσις εἶναι ἀσήμαντον ῥυάκιον. Ἀλλ’ ὁ ὅρος 2% ἐτησίας αὐξήσεως τῆς καταναλώσεως εἶναι ὅρος, ὃν ἐπιτυγχάνομεν, ἐφ’ ὅσον αἱ τιμαὶ εἶναι χαμηλαί· ἀλλ’ εἶναι ἀμφίβολον, ἂν θὰ ἔχωμεν αὐτὸν σταθερόν, ὅταν διὰ τῶν μέτρων, ἅτινα ζητεῖτε, θὰ ἔχωμεν ὑψηλὰς τιμάς· διότι κυρίως τοῦτο ζητοῦμεν, ψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον· ψηφίζομεν ὑψηλὰς τιμὰς διὰ τὸ μέλλον. Καὶ περιεῖχε μὲν τὸ νομοσχέδιον, πολὺ ὀρθῶς, πρόσχωμά τι, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου ἠδύνατο ὁπωσδήποτε τὸ ἐμπόριον νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν κατανάλωσιν διὰ λογικῶν τιμῶν, τὸ ὅριον τῶν 300 ἑκατομμυρίων, πέραν τοῦ ὁποίου καὶ μόνον ἐπετρέπετο ἡ παρακράτησις, ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἐξέλιπε μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἶναι ἕτοιμος καὶ τοῦτο καὶ πᾶν ἄλλο ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ν’ ἀφαιρέσῃ πρὸ τῆς ἐγερθείσης βοῆς, ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς ὁποίας νομοθετοῦμεν· καὶ μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι ὑπὸ ὁμοίαν κατ’ ἔτος πίεσιν θ’ ἀποφασίζῃ καὶ ἡ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ὁριζομένη ἐπιτροπὴ, διότι ὁ πόθος ὑψηλῶν τιμῶν θὰ ὠθῇ τοὺς κτηματίας, χάριν τοῦ ἀμέσου κέρδους, νὰ ἐπιδιώκωσιν ὑψηλὰς τιμὰς, ἀδιαφοροῦντες περὶ τῆς ἀπωτέρω τύχης τοῦ προϊόντος· οὕτω δὲ ἐλάττωσιν μᾶλλον παρὰ αὔξησιν καταναλώσεως πρέπει νὰ περιμένωμεν. Ἀλλ’ ἔστω, ἂς λάβωμεν ὡς πιθανὴν καὶ διὰ τὸ μέλλον τὴν κατὰ 2% ἐτησίαν αὔξησιν τῆς καταναλώσεως, καὶ ἐπὶ ταύτης ἂς ὑπολογίσωμεν τὸ ἀποτέλεσμα ἐντὸς τῆς δεκαετίας. Ἡ κανονικὴ, ἐκτὸς τῆς Γαλλίας, κατανάλωσις μέχρι τοῦδε εἶναι 200 ἑκατομμύρια λιτρῶν κατ’ ἔτος. Ἂν ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τούτου ὑπολογίσωμεν, θὰ ἔχωμεν μετὰ 10 ἔτη κατανάλωσιν ηὐξημένην κατὰ 40 ἑκατομμύρια, ἤτοι ἐν συνόλῳ κατανάλωσιν 240 ἑκατομμυρίων καὶ παραγωγὴν 400 ἑκατομμυρίων περίπου· ὥστε μετὰ δεκαετίαν ὄχι μόνον ἐξίσωσιν δὲν θὰ ἔχωμεν, ἀλλὰ καὶ ὑπέρβασιν τῆς παραγωγῆς κατὰ 150 ἑκατομμύρια θὰ ἔχωμεν. Ἂν ὅμως ὁρίσωμεν ὡς μέσον ὅρον παραγωγῆς 400 ἑκατομμύρια, καὶ μέσον ὅρον καταναλώσεως 230 ἑκατομμύρια, πρέπει νὰ παρακρατῶμεν κατ’ ἔτος 170 ἑκατομμύρια, ἔστω 150, καὶ ἐπὶ μίαν δεκαετίαν ἓν δισεκατομμύριον καὶ 500 ἑκατομμύρια λίτρας σταφίδος! ποσὸν, διὰ τὸ ὁποῖον ἀδύνατον νὰ κατασκευασθῶσιν ἐπαρκεῖς ἀποθῆκαι, ὅσον καὶ ἂν ἦναι πλουσία ἡ ἑταιρία, εἰς ἣν θὰ παραχωρηθῇ. Θ’ ἀναγκασθῆτε ἑπομένως νὰ τὸ σωρεύσητε εἰς ὑπαίθριον σωρὸν, ὅστις τοῦτο θὰ ἔχῃ τὸ ἔνδοξον, ὅτι θὰ φθάσῃ κατὰ τὸ ὕψος τὰς πυραμίδας τῆς Αἰγύπτου καὶ θὰ ἔχῃ ἴσως καὶ ἄλλην ὁμοιότητα πρὸς ἐκείνας, ὅτι, ὅπως οἱ Φαραὼ κατεδίκασαν τὸν Αἰγυπτιακὸν λαὸν νὰ δουλεύσῃ ἐπὶ δεκαετηρίδας πρὸς ἀνέγερσιν ἔργου ἀχρήστου, ἵνα διηγῆται τὴν δόξαν αὐτῶν, οὕτω θὰ καταδικάσητε μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ δουλεύῃ ἐπὶ δέκα ἔτη πρὸς ἀνέγερσιν ἀχρήστου ὄγκου σταφίδος, ὅστις θὰ διηγῆται τὴν δόξαν τῶν νέων οἰκονομολογικῶν ἀρχῶν, αἵτινες καθιεροῦνται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀλλὰ μήπως θὰ ἔχητε τοὐλάχιστον ἀρκετὸν στρατὸν, ἵνα φυλάξῃ τὸν μέγαν αὐτὸν σωρὸν, ὥστε τεμάχια αὐτοῦ νὰ μὴ ἐξάγωνται λαθραίως εἰς τὴν ἀλλοδαπήν;...
§41ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ εἶπον ν’ ἀρχίσωμεν δοκιμαστικῶς.
§42ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἀλλὰ μήπως αὐτὸς ὁ σωρὸς θὰ σχηματισθῇ ἀνεξόδως; Θὰ χρειασθῇ δαπάνη καὶ δαπάνη ἁδρά. Ἀλλ’ ἀφίνοντες κατὰ μέρος τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς, ἀποθηκεύσεως καὶ φυλάξεως, ἂς περιορισθῶμεν εἰς μόνην τὴν δαπάνην τῆς παραγωγῆς. Ἵνα παραχθῶσιν 150 ἑκατομμύρια λίτραι σταφίδος, κατὰ τοὺς ἀναπτυχθέντας ἐδῶθεν ὑπολογισμοὺς, χρειάζονται 300 χιλιάδες στρεμμάτων, καὶ κατὰ τοὺς ἰδίους ὑπολογισμοὺς, διὰ τὴν καλλιέργειαν ἑκάστου στρέμματος ἀπαιτοῦνται 60 δραχμαί· ὥστε διὰ τὴν καλλιέργειαν 300,000 στρεμμάτων ἀπαιτοῦνται 18 ἑκατομμύρια δραχ. κατ’ ἔτος, καὶ διὰ μίαν δεκαετίαν 180 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ποσὸν δηλ. ἀνώτερον τῆς ἀξίας τῶν ἀχρήστων, ἀλλὰ δι’ ἁδρᾶς δαπάνης συντηρηθησομένων τούτων κτημάτων, ἐνῷ τὸ κυριώτερον ἐπιχείρημα τῶν παρακρατητικῶν εἶναι νὰ ἔχωμεν μετὰ δεκαετίαν ἕτοιμα τὰ κτήματα ταῦτα, ἵνα ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν φανταστικὴν αὔξησιν τῆς καταναλώσεως. Ἀλλ’ ἡ κατανάλωσις, ἀφοῦ ὑποστῶμεν τὴν κολοσσιαίαν αὐτὴν δαπάνην, βαίνουσα τὴν κανονικὴν αὑτῆς πορείαν, ὄχι μόνον, ὡς εἴδομεν, δὲν θὰ ἐξισωθῇ μὲ τὴν παραγωγήν, ἀλλὰ καὶ θὰ ἐλαττῶται ταύτης κατὰ 160 ἑκατομμύρια· καὶ τοῦτο, ἂν δυνηθῆτε νὰ θέσητε φραγμὸν εἰς τὴν περαιτέρω αὔξησιν τῶν σταφιδοφυτειῶν. Διότι, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, παρακράτησις ἄνευ νόμου ἀπαγορεύοντος νέας φυτουργίας εἶναί τι ἀκατάληπτον. Ἀλλὰ διὰ τῶν ὑψηλῶν τιμῶν, ἃς ζητεῖτε νὰ νομοθετήσωμεν, ὄχι μόνον δὲν θὰ ἐμποδίσητε τὰς περαιτέρω φυτείας, ἀλλὰ καὶ θὰ δώσητε νέαν ὤθησιν εἰς αὐτάς. Τοιαῦτα θὰ ἦναι μετὰ δεκαετίαν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου τούτου, ψηφιζομένου. Παραγωγὴ 400 ἑκατομμύρια· κατανάλωσις, ἂν δὲν περιορισθῇ ἐκ τῶν ὑψηλῶν τιμῶν, 240 ἑκατομμύρια· ἐτήσιον περίσσευμα 160 ἑκατομμύρια· ἀπόθεμα ἐκ τῆς παρακρατήσεως 1 δισεκατομμύριον καὶ 500 ἑκατομμύρια λιτρῶν, καὶ δαπάνη διὰ τὴν παραγωγὴν τοῦ ἀχρήστου τούτου ἀποκτήματος 180 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐὰν οὐδὲν νομοθετήσωμεν, τί θὰ γείνῃ; Θὰ γείνῃ ὅ,τι γίνεται δι’ ὅλα τὰ ἄλλα προϊόντα· ἡ κρίσις θὰ ἀρθῇ ἀφ’ ἑαυτῆς, ἐπερχομένης τῆς ἰσοῤῥοπίας μεταξὺ καταναλώσεως καὶ παραγωγῆς· διότι εἶναι πιθανὸν ἐκ τῆς εὐθηνίας ἡ κατανάλωσις νὰ αὐξήσῃ, ἀλλὰ καὶ ἡ παραγωγὴ νὰ ἐλαττωθῇ ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῶν μέσων τελείας καλλιεργείας. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ καὶ περὶ καλλιεργείας νὰ ἀναφέρω ἀριθμούς τινας, διότι καὶ εἰς τοῦτο δὲν εὑρέθημεν σύμφωνοι ἡμεῖς οἱ ἐλθόντες ἐδῶ νὰ λύσωμεν πολὺ δυσκολώτερα ζητήματα, ἀντικαθιστῶντες φυσικοὺς νόμους διὰ νόμων τῆς ἰδιαιτέρας μας κατασκευῆς. «Εἶναι ἡ καλλιέργεια 30, εἶναι 60, εἶναι 90 δραχμὰς κατὰ στρέμμα;» Ἡ καλλιέργεια εἶναι καὶ 60 καὶ 90 καὶ 100 καὶ 300 δραχμὰς κατὰ χιλιάδα λιτρῶν, διότι καλλιέργεια εἶναι πᾶν ὅ,τι δαπανᾶται ἀφ’ ἧς ἀποκοπῇ ὁ πρῶτος βλαστὸς τοῦ κλήματος μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θὰ παραδοθῇ ἡ σταφὶς εἰς τὴν κατανάλωσιν. Ὑπάρχουν πολλοὶ τρόποι καλλιεργείας καὶ περιποιήσεως τοῦ προϊόντος, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ κυρίως καλλιέργεια εἶναι διπλῆ, εἶναι ἡ ἁπλῆ καλλιέργεια, εἶναι καὶ ἡ ἐντατικὴ καλλιέργεια, διὰ τῆς ὁποίας κτῆμα παράγον 500 λίτρας διὰ τῆς ἁπλῆς καλλιεργείας δύναται ν’ αὐξήσῃ τὴν παραγωγήν του μέχρις 800 καὶ 1000 λιτρῶν, ἀναλόγως τῆς ποιότητος τοῦ ἐδάφους, καὶ πολλὰ κτήματα, χάρις εἰς τὰς ὑψηλὰς τιμὰς τῶν τελευταίων ἐτῶν, ἐκαλλιεργήθησαν διὰ τῆς ἐντατικῆς καλλιεργείας. Ἤδη, μὲ τὰς χαμηλὰς τιμὰς, τοιαύτη καλλιέργεια, εἶναι ἀδύνατος· ἑπομένως θὰ ἔχωμεν ἐλάττωσιν παραγωγῆς, θὰ ἔχωμεν ὅμως ἐλάττωσιν παραγωγῆς καὶ δι’ ἄλλον λόγον· ἡ τελευταία μεγάλη παραγωγὴ δὲν ἐπῆλθε μόνον ἐκ τῆς καρποφορίας νέων φυτειῶν, ἐπῆλθεν ἕνεκα ἐκτάκτων κλιματολογικῶν ὅρων, οἵτινες, καίτοι ἀντίθετοι ἐδῶ καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ἐπέφερον τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα ἐκτάκτου παραγωγῆς· ἐδῶ ἡ ὑγρασία, ἐκεῖ ἡ ξηρασία· ἀλλ’ ἡ ἔκτακτος αὕτη παραγωγή, ἐξαντλήσασα τὴν ἄμπελον, θὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν μικροτέραν παραγωγὴν τὸ ἐρχόμενον ἔτος. Ἀλλ’ ἐν ᾧ ὁμιλοῦμεν περὶ μέτρων μελλόντων νὰ διευκολύνωσιν εὐρυτέραν κατανάλωσιν, τὴν ὁποίαν θὰ μᾶς ἔστελλεν ἀπὸ μηχανῆς τις Θεὸς, ὡς μᾶς ἐστάλη κατὰ τὸ 1877 ἐν παραπλησίᾳ κρίσει, θέλομεν νὰ λάβωμεν μέτρα, ἀκριβῶς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀποκλείουσι τὴν ἰδέαν τῆς εὑρέσεως τοιαύτης παρ’ ἐλπίδα καταναλώσεως, διότι διὰ τῆς εὐθηνίας ἐλπίζομεν νὰ ἐπιτύχωμεν ἀπρόοπτόν τινα κατανάλωσιν. Μὴ ζητεῖτε ταμεῖα ἀμύνης, μὴ ζητεῖτε ἔκτακτα μέτρα· ἔχετε ὀργανισμὸν, ὅστις κτυπᾷ τὴν στιγμὴν ταύτην ὅλας τὰς θύρας, ὅστις ἤνοιξε τὴν κατανάλωσιν ἐν Ρωσσίᾳ κατά τι ὅριον, πρὶν ἢ φθάσωσιν ἐκεῖ οἱ φουστανελλοφόροι ἀπεσταλμένοι τοῦ «Ἁγίου Κωνσταντίνου». Εἶναι τὸ ἐμπόριον, τὸ οὐδέποτε ἡσυχάζον, τὸ ζητοῦν νέας ὁδοὺς πρὸς πᾶσαν διεύθυνσιν, καὶ ὅταν τὸ βλέπωμεν καὶ ὅταν δὲν τὸ βλέπωμεν. Ἀλλὰ τοῦ ἐμπορίου δένετε τὰς χεῖρας, ὅταν διὰ τεχνητῶν μέτρων τοῦ ἀφαιρῆτε τὴν εὐθηνίαν, διὰ τῆς ὁποίας δύναται νὰ ἀνοίξῃ νέας ὁδούς. Τὸ ἐμπόριον, οὗτινος τὴν ἐνέργειαν παραλύει ἡ κακὴ ποιότης, ἧς τὴν παραγωγὴν ἐνίσχυσαν αἱ ὑψηλαὶ τιμαὶ, καὶ ἣν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητοῦμεν νὰ μονιμοποιήσωμεν.
§43ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τοὐναντίον μάλιστα, ἡ παρακράτησις θὰ βελτιώσῃ τὴν ποιότητα.
§44ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ εὐθηνία θὰ βελτιώσῃ τὴν ποιότητα. «Ἀλλ’ ἐκ τῆς κρίσεως θὰ καταστραφῶσι σταφιδάμπελοι ἐπαρχιῶν ὁλοκλήρων! ἐρήμωσις θὰ βασιλεύσῃ ἐκεῖ, ὅπου χθὲς ἔῤῥεεν ἄφθονος ὁ χρυσός! Θὰ κατέλθῃ ἡ σταφιδοπαραγωγὴ τῆς Ἑλλάδος εἰς 20 μόνον χιλιάδας τόννους!» Τοιαῦτα ἠκούσαμεν! Ἡ παραγωγὴ τῆς Ἑλλάδος θὰ μείνῃ εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ἡ κατανάλωσις. Ἐκεῖνοι δὲ, οἵτινες θὰ παρουσιασθοῦν μὲ τὴν κακὴν ποιότητα καὶ θὰ εὕρωσι κλειστὰς τὰς θύρας, δὲν θὰ ἐκριζώσωσι τὰς ἀμπέλους των, ἀλλὰ θὰ ζητήσωσι νὰ βελτιώσωσι τὸ προϊόν των. Ὑπάρχουσι δὲ πολλοὶ τρόποι βελτιώσεως· δὲν εἶναι μόνον ἡ γῆ, ἥτις βεβαίως συντελεῖ ἐν μέτρῳ τινί, ἡ παράγουσα τὴν καλὴν ποιότητα, εἶναι καὶ οἱ τρόποι τῆς καλλιεργείας· ἐὰν δὲ δὲν ἔσπευσαν παντοῦ ν’ ἀποδεχθῶσι τοὺς τρόπους τούτους, τοῦτο προέρχεται, διότι ὁ τρόπος τῆς καλλιεργείας, δι’ οὗ παράγεται καλλιτέρα ποιότης, ἐλαττοῖ τὴν ποσότητα. Ἄν πολλοὶ δὲν παράγωσι καλλιτέραν ποιότητα, τοῦτο συμβαίνει διότι δὲν κλαδεύουσιν ὅπως οἱ παράγοντες τὴν καλὴν ποιότητα...
§45ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μάλιστα, μάλιστα!
§46ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. .. διότι δὲν χαρακόνουν ὅπως ἔπρεπε νὰ χαρακόνουν· διότι τὸ καλλίτερον κλάδευμα, τὸ καλλίτερον χαράκωμα θὰ ἠλάττου τὴν παραγωγήν. Δὲν ἐβελτίωσαν δὲ τὴν ποιότητα, διότι ἡ ἐν Γαλλίᾳ κατανάλωσις ἐζήτει μάζαν, ἐζήτει ζάχαριν, ἐζήτει οἰνόπνευμα, δὲν ἐζήτει σταφίδα. Τώρα, ὅταν ἡ κατανάλωσις θὰ ζητῇ σταφίδα βρώσιμον, θὰ βελτιώσωσι τὴν καλλιέργειαν, καὶ βελτιοῦντες τὴν καλλιέργειαν, θὰ ἐλαττώσωσι τὴν παραγωγήν. Σήμερον, Κύριοι, δὲν μένει ἄλλη κατανάλωσις τῆς σταφίδος, παρὰ ἡ κατανάλωσις, ἡ ὁποία μεταχειρίζεται τὴν σταφίδα πρὸς βρῶσιν. Ζητοῦμεν σημεῖα καταναλώσεως πανταχοῦ τοῦ ὁρίζοντος. Ἀφοῦ καταναλίσκεται ἡ σταφὶς εἰς βορείους χώρας, διατὶ, λέγομεν, νὰ μὴ καταναλίσκηται ἐν Ῥωσσίᾳ; καὶ ἀφοῦ καταναλίσκεται εἰς τὰς χώρας τοῦ Ἰσημερινοῦ, διατὶ νὰ μὴ στείλωμεν καὶ ἐκεῖ; Δὲν εἶναι τὸ κλίμα, τὸ ὁποῖον καταναλίσκει τὴν σταφίδα· εἶναι ἡ Ἀγγλοσαξωνικὴ φυλή, ἡ ὁποία εἶναι διεσπαρμένη ἀνὰ πάντα τὰ σημεῖα τῆς σφαίρας· ἡ Ἀγγλικὴ οἰκογένεια εἶναι διεσπαρμένη εἰς τὴν Αὐστραλίαν, εἰς τὴν Ἀμερικήν, εἰς τὸν Καναδᾶν, καὶ διὰ τοῦτο ἡ σταφίς μας καταναλίσκεται εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ μέρη. Ἐὰν ὑπῆρχε λοιπὸν λόγος νὰ εἰσαχθῇ ἡ σταφὶς ἐν Ῥωσσίᾳ, θὰ ἦτο ἤδη εἰσηγμένη, ἀφοῦ μάλιστα ἡ σταφὶς εἶναι γνωστὴ ἐκεῖ πρὸ πολλοῦ, ὅτε ἐπωλεῖτο εἰς εὐθηνὴν τιμήν, ἀλλ’ ὅμως δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ μὲ ὑψηλὰς τιμάς. Ὅπου ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ, εἰσήχθη. Εἰς τὴν εὐθηνίαν ὀφείλομεν τὴν εἰσαγωγὴν τῆς σταφίδος ἐν Γαλλίᾳ. Κατὰ τὸ 1877 ἡ σταφιδικὴ κρίσις εἶχε φθάσει εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε ἐν Λονδίνῳ ἐσκέπτοντο νὰ ῥίψωσι τὰ σταφιδοκιβώτια εἰς τὸν ποταμόν, ἵνα ἀποφύγωσι τὴν περαιτέρω πληρωμὴν ἐνοικίου τῶν ἀποθηκῶν. Εὑρέθησαν τότε ἔμποροι, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ ἀπελπισίᾳ των ἀπέστειλαν τὴν σταφίδα εἰς Γαλλίαν, καὶ ἤνοιξεν ἡ ἀγορὰ ἐκείνη. Θὰ ἠνοίγετο ἡ ἀγορὰ τῆς Γαλλίας, ἐὰν δὲν εἶχε λειτουργήσει ἡ εὐθηνία;
§47ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο συμβαίνει καὶ ἐφέτος εἰς τὴν Ῥωσσίαν· ἡ εἰσαγωγὴ εἶναι δεκαπλασία τῆς περυσινῆς.
§48ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ ἔλλειψις τῶν οἴνων συνετέλεσεν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῆς σταφίδος ἐν Γαλλίᾳ.
§49ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγει ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἡ ἔλλειψις τῶν οἴνων συνετέλεσεν. Ἡ σταφὶς, Κύριοι, ἀπεστάλη τὸ πρῶτον εἰς Γαλλίαν κατὰ τὸ 1877, κατηναλώθη δὲ κατὰ τὸ 1878. Πόση ἦτο ἡ παραγωγὴ τῶν γαλλικῶν οἴνων κατὰ τὸ 1878; 49 ἑκατομμύρια ἑκατόλιτρα, ὅση σχεδὸν καὶ φέτος. Συγκρίνων τις κατ’ ἔτος τὴν κατανάλωσιν τῆς σταφίδος ἐν Γαλλίᾳ καὶ τὴν παραγωγὴν εἰς ἑκατόλιτρα τῶν γαλλικῶν οἴνων, θὰ ἴδῃ, ὅτι αὕτη δὲν παρακολουθεῖ τὴν ἐλάττωσιν τῆς γαλλικῆς παραγωγῆς, ἀπεναντίας βλέπομεν, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον παρήγετο μεγαλείτερον ποσὸν οἴνων, εἰσήγετο καὶ μεγαλειτέρα ποσότης σταφίδος, διότι ἀκριβῶς ἡ σταφὶς ἐζητεῖτο πρὸς βελτίωσιν τῆς ποιότητος μεγάλης ποσότητος οἴνων κακῆς ποιότητος· ὅταν ἡ σταφὶς τὸ πρῶτον εἰσήχθη ἐν Γαλλίᾳ, παρήγετο μέσος ὅρος ἑκατολίτρων οἴνου κατὰ τὴν προηγουμένην δεκαετίαν ἴσος πρὸς τὸν ἀνώτατον ὅρον τῆς τελευταίας δεκαετίας, 50 δηλ. ἑκατομμύρια ἑκατολίτρων, ἐνῷ ὁ ἀνώτατος ὅρος, καθ’ ἣν ἐποχὴν εἰσήχθη ἡ σταφὶς, ἦτο 80 ἑκατομμύρια ἑκατολίτρων. Ὥστε οὐχὶ ἡ ἔλλειψις οἴνων, ἀλλ’ ἡ εὐθηνία εἰσήγαγε τὴν σταφίδα εἰς Γαλλίαν. Καὶ ἤδη δὲ ἄνευ τῶν ἀπαγορευτικῶν δασμῶν, δι’ ὧν κατωρθώθη τεχνητὴ ὕψωσις τῶν τιμῶν, θὰ εἰσήγετο ἐκεῖ μεγάλη ποσότης σταφίδος. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἀποκρούω τὴν λῆψιν οἱουδήποτε ἐκτάκτου μέτρου· ἄν ὅμως πρόκηται νὰ λάβωμεν ἔκτακτόν τι μέτρον, διότι πιστεύομεν ὅτι εὑρισκόμεθα ὑπὸ ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, αἵτινες ἐπιβάλλουν νὰ ἐγκαταλείψωμεν πᾶσαν πεποίθησιν, ἣν τυχὸν ἐν τῷ παρελθόντι εἴχομεν περὶ τῆς φυσικῆς λειτουργίας τῶν φαινομένων τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς καταναλώσεως, ἂς λάβωμεν τὸ μέτρον τοῦτο ὅσον τὸ δυνατὸν ἐν στενῷ κύκλῳ, ὅπως μὴ ἐπιδράσῃ ἐπὶ μακρὸν χρόνον κατὰ τοῦ ἐμπορίου, — καὶ ἐπὶ τῆς ἰδέας ταύτης συμφωνῶ πληρέστατα μετὰ τοῦ προαγορεύσαντος συναδέλφου, — ἂς λάβωμεν τὸ μέτρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἀποκρούω, ἐὰν θέλῃ νὰ τὸ ἐπιβάλῃ ἡ πλειοψηφία, μόνον διὰ τὸ ἔτος τοῦτο. Ἀλλ’ ἐὰν λάβητε τὸ μέτρον τοῦτο διὰ τὸ τρέχον ἔτος, πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε τὸ ποσὸν τὸ ὑπάρχον ἤδη ἐν Ἑλλάδι. Μόνον οὕτω δύνασθε νὰ ἀνακουφίσητε καὶ τὸ πιεζόμενον ὁμολογουμένως ἐμπόριον, τὸ ὁποῖον εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ ἀναλάβῃ μεγάλην ποσότητα σταφίδος, ἀνακουφίσαν τοὺς παραγωγοὺς, καὶ δίδετε καὶ μέσα τινὰ ἀνακουφίσεως εἰς τοὺς ἔχοντας ἀπώλητον τὸ προϊὸν, οἵτινες εἶναι οἱ μᾶλλον ἀδικούμενοι, διότι στεροῦνται ἐντελῶς εἰσοδήματος. Δύναται τὸ Δημόσιον νὰ ἀγοράσῃ εἰς τὴν τρέχουσαν τιμὴν τὴν σταφίδα ταύτην; Δύναται τὰ 100,000,000, τὰ ὁποῖα πιέζουσι τὴν ἑλληνικὴν ἀγορὰν, νὰ τὰ ἀγοράσῃ ἀντὶ 6,000,000 δραχμῶν; Τοῦτο θὰ φέρῃ ἄμεσον ἀνακούφισιν καὶ εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ εἰς τοὺς καλλιεργητάς! Ἤκουσα παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λεγόμενον, ὅτι ὑπάρχουσι περισσεύματα χρημάτων, τὰ ὁποῖα διατίθενται κατὰ πολλοὺς καὶ διαφόρους τρόπους. Τὸ ἤκουσα πολὺ εὐχαρίστως, διότι δὲν ἐτόλμων νὰ ὑποβάλω τὴν ἰδέαν μου ταύτην, ἐκ τοῦ φόβου μήπως δὲν ὑπάρχωσι περισσεύματα. Ἀγοράσατε λοιπὸν τὸ πλεόνασμα τοῦτο, καὶ ὑποχρεώσατε ἔστω πάντας τοὺς σταφιδοκτήμονας, ἵνα τὸ πληρώσωσιν· ἐκδώσατε ὁμολογίας δανείων, αἱ ὁποῖαι νὰ ἐξαργυρωθῶσιν εἰς σειρὰς 5–6 ἐτῶν ἐπὶ προσθέτῳ φορολογίᾳ, ἐπιβαλλομένῃ ἐπὶ τῆς ἐξαγομένης σταφίδος. Ἐπιτρέψατε δὲ, τὰ τοκομερίδια τῶν μετοχῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἐκδώσητε, νὰ παρουσιάζωνται ἐν τοῖς τελωνείοις πρὸς πληρωμὴν τοῦ εἰδικοῦ αὐτοῦ φόρου. Ἔχει δὲ, νομίζω, τὸ Δημόσιον ὑπὲρ πάντα ἄλλον τὸ καθῆκον, χάριν τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν εἰς τὴν σταφίδα, διὰ τὰς εὐεργεσίας, τὰς ὁποίας τὸ προϊὸν τοῦτο παρέσχεν εἰς τὸ ἔθνος. Ἐὰν λοιπὸν ὑπάρχωσι χρήματα, ταύτην μόνην τὴν λύσιν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἵνα ἀνακουφίσωμεν τὸ πάσχον ἐμπόριον καὶ τοὺς καλλιεργητάς. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς λεπτομερείας, διότι δὲν εἶμαι ἁρμόδιος· ἐκφράζω ἁπλῶς μίαν ἰδέαν, χαίρω δ’ ὅτι ὁ τελευταῖος δισταγμὸς, ὅστις ὑπῆρχε πρὸς πραγμάτωσιν τῆς ἰδέας μου, ἡ ὑποψία ὅτι δὲν ὑπάρχουσι χρήματα, ἤρθη καὶ αὐτὸς ἐκ τοῦ μέσου.
§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες δύο συνάδελφοι ἐδικαιολόγησαν τὴν παράτασιν τῆς συζητήσεως μέχρι τοῦδε, καὶ παρέστησαν τὸ ἀδιέξοδον, εἰς τὸ ὁποῖον τὰ συζητούμενα θέματα μᾶς ἄγουσι. Δυστυχῶς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν, δὲν εἶχεν ἁπλοποιήσει, ἀλλ’ εἶχε περιπλέξει ἐπὶ μᾶλλον τὰ θέματα, ἐὰν δὲ ταῦτα καὶ ἕκαστον αὐτῶν ἦσαν θέματα δεόμενα μεγάλης βασάνου καὶ μελέτης, καὶ προκαλοῦντα αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ μακρὰν συζήτησιν, καὶ ἀνάλυσιν, ἡ πλοκή, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον ἔδωκεν εἰς τὰ θέματα ταῦτα, ἐνέτεινε τὴν ἀνάγκην τῶν συζητήσεων. Οὕτω δὲ ἄγομεν σήμερον ἕκτην ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀσχολούμεθα περὶ τὴν μελέτην τῶν θεμάτων τούτων, δὲν ἠδυνήθημεν δ’ ἔτι νὰ ἴδωμεν τὸν λιμένα, εἰς τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ προσορμισθῶμεν. Ἡ γνώμη, ἥτις πρώτη ἀνεκοινώθη εἰς τὸ κοινὸν τὸ Ἑλληνικόν, ὡς κρινομένη κατάλληλος πρὸς θεραπείαν τῆς κρίσεως, ἡ ὁποία ἐπέσκηψεν, ἦτο ἡ γνώμη τῆς παρακρατήσεως τοῦ περισσεύματος. Ἡ γνώμη ἦτο ἐντελῶς ἐμπειρική· ἐπειδὴ παράγομεν 400 ἑκατομμύρια σταφίδος, καταναλίσκομεν δὲ 250 ἢ 300 ἑκατομμύρια, ἐπρότειναν νὰ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ μέσου τὰ 100 περισσεύοντα, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ καταναλώσωμεν ἐν καλῇ τιμῇ τὰ 250 ἢ 300, τῶν ὁποίων εἶναι συνήθης ἡ κατανάλωσις. Ἀλλ’ ἡ ἐκτέλεσις τῆς γνώμης ταύτης, καὶ ἂν ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι ὀρθή, καὶ ἂν ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι ἐν μέλλοντι προσεχεῖ ἢ ἀπωτέρῳ δὲν ἤθελε προκαλέσει ἄτοπα, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἐπιφέρει πάντως ζημίαν μείζονα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐπιφέρει ὁ πλεονασμὸς τῆς παραγωγῆς, ἡ ἐκτέλεσις τῆς γνώμης ταύτης ἦτο καθ’ ἑαυτὴν δύσκολος. Πάντες δὲ συνάγετε τὰς δυσκολίας ἐκ τῶν ἀντιῤῥήσεων, τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε ἠκούσατε. Ἐκ τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας δύο ἀξιότιμοι συνάδελφοι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ καταλήξωσιν εἰς τὰ αὐτὰ πορίσματα. Καὶ ἐὰν ἡ καλλιέργεια τοῦ προϊόντος τούτου, ἢ τὸ ἐμπόριον αὐτοῦ ἐν τῇ περιφερείᾳ μιᾶς ἐπαρχίας συντελῆται ὑπὸ διαφόρους ὅρους, οὗ ἕνεκα ἡ μεταξὺ τῶν δύο ἐξ Αἰγίου συναδέλφων διαφωνία, δύνασθε νὰ ὑποθέσητε ὑπὸ τίνα ποικιλίαν ὅρων συντελεῖται ἡ καλλιέργεια ἐν πάσαις ταῖς περιφερείαις, εἰς τὰς ὁποίας καλλιεργεῖται ἡ σταφὶς, καὶ ὑπὸ ποίαν ποικιλίαν ὅρων συντελεῖται ἡ ἐμπορία τοῦ προϊόντος τούτου· διότι ἡ διαφωνία τῶν δύο Βουλευτῶν ἐξ Αἰγιαλείας ἀποδεικνύει τὴν διαφορὰν τῶν ὅρων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἕκαστος φρονεῖ, ὅτι γίνεται ἡ καλλιέργεια ἢ τὸ ἐμπόριον τοῦ προϊόντος τούτου. Οἱ διάφοροι ὅροι τῆς παραγωγῆς ἐξαρτῶνται καὶ ἐκ τῆς ποιότητος τῆς γῆς, ἐξαρτῶνται δὲ καὶ ἐκ τοῦ τρόπου τῆς καλλιεργείας καὶ ἐκ τῆς ἐπιμελείας ἢ ὀκνηρίας περὶ αὐτὴν, καὶ ἐκ τῆς καταστάσεως τοῦ ἐμπορίου ἐν τῇ περιφερείᾳ ἐκείνῃ, καὶ ἐκ τοῦ προσιτοῦ ἢ δυσπροσίτου τῶν κεφαλαίων, καὶ ἐκ τῆς πίστεως τῶν ἀτόμων τῶν παραγωγῶν, καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς γενικῆς πίστεως τοῦ Κράτους. Τὴν ποικιλίαν δὲ ταύτην τῶν ὅρων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἄρῃ τις δι’ ἑνὸς νομοθετήματος. Ἐὰν ἤθελεν ἐπιχειρήσει τὸ τοιοῦτον, θέλει ἐπιφέρει ζημίαν, θέλει διαταράξει συμφέροντα, ἡ δὲ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καταστρέφῃ συμφέροντα νομίμως λειτουργοῦντα ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Ἕνεκα τούτου μακρὰ ἡ συζήτησις καὶ ἡ ἔρευνα, δυσχερὴς δὲ ἡ συνεννόησις ἡμῶν ἐπὶ τοῦ πρώτου θέματος, τοῦ τῆς παρακρατήσεως. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ θέματος τῆς παρακρατήσεως, ἐπῆλθε τὸ ἄλλο θέμα τῆς ἀνάγκης χρημάτων καὶ τῆς ἐξευρέσεως αὐτῶν· ὁ δὲ τρόπος περὶ τὴν ἐξεύρεσιν τῶν χρημάτων καὶ οὗτος ποικίλος, ἐκεῖνος δὲ, τὸν ὁποῖον ἐξελέξατο ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι τρόπος, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην εἶναι ὁ χειρότερος ὅλων τῶν τρόπων, οἵτινες ἦτο δυνατὸν νὰ προταθῶσι πρὸς εὕρεσιν χρημάτων, ἀναγκαιούντων διὰ τὴν εὐκολίαν τῶν καλλιεργητῶν καὶ τῶν ἐμπόρων τῆς σταφίδος. Δὲν γνωρίζω τίς ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἑπομένως ὅ,τι καὶ ἄν εἴπω περὶ τῆς συντάξεως τοῦ νομοσχεδίου δὲν θέλει, ἐλπίζω, ὑποληφθῇ ὡς προσωπικὴ προσβολὴ κατὰ τοῦ συντάκτου αὐτοῦ. Ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἑπομένως δὲν θέλει οὐδὲ οὗτος ἐκλάβει τὴν γνώμην μου ὡς προσωπικὴν προσβολὴν καθ’ ἑαυτοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν ἀναζητήσω τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν ἠθικότητα τοῦ συντάκτου τοῦ νομοσχεδίου, πρέπει νὰ ἀναδράμω εἰς τὴν Γαλικίαν καὶ νὰ ἀναζητήσω τὸν τοκογλυφικώτατον τῶν Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσιν ἐν τῇ Αὐστριακῇ ἐκείνῃ ἐπαρχίᾳ. Οὐδ’ Ἰουδαῖοι τῆς Γαλικίας ἤθελον ἐπινοήσει θεσμοθέτημα τοιοῦτο, διὰ τοῦ ὁποίου τολμῶσι νὰ ζητήσωσιν, ἵνα ἐκμεταλλευθῶσι τὴν πενίαν ὁλοκλήρων ἐπαρχιῶν, τὴν συμφορὰν, ἡ ὁποία ἐπέσκηψεν ἐπὶ μέγα τμῆμα τοῦ Κράτους, νὰ τὴν ἐκμεταλλευθῶσιν ἐπὶ ἰδίῳ ὀφέλει, εἴτε χρηματικῷ εἴτε ἄλλῳ οἱῳδήποτε. Διὰ τοῦτο, ἐνῷ κηρύσσομαι ἀπολύτως ἐναντίος τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτείνεται νὰ ἐξευρεθῶσι τὰ χρήματα, δὲν κηρύσσομαι ἀπολύτως ἐναντίος τοῦ τρόπου, ὅστις κατὰ τὴν γνώμην πολλῶν προβάλλεται πρὸς περιορισμὸν τοῦ τιθεμένου εἰς κατανάλωσιν προϊόντος. Δὲν ἐκφέρω γνώμην κατὰ τοῦ τρόπου τούτου, ὄχι διότι ἀποδέχομαι αὐτὸν,—διότι τὸ θέμα, ὡς εἶπον, εἶναι θέμα δύσκολον καὶ ποικίλον. Ἐὰν γένηται δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ παρακράτησις δύναται νὰ συντελῆται, χωρὶς αὕτη νὰ χρησιμεύῃ πρὸς καταδολίευσιν τοῦ ἐμπορίου, χωρὶς νὰ καταλήγῃ εἰς καταστροφὴν νομίμων συμφερόντων, ἕνεκα τῆς ποικιλίας τῶν ὅρων τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ποικιλίας τοῦ ἐμπορίου, ἀποδέχομαι αὐτήν. Ἐὰν ὅμως πρόκηται διὰ τοῦ προτεινομένου τρόπου τῆς παρακρατήσεως τοῦ περισσεύοντος ποσοῦ, εἴτε νὰ ἐπινοηθῶσι μέσα πρὸς καταδολίευσιν τοῦ ἐμπορίου, εἴτε νὰ παραβλαφθῶσι συμφέροντα παραγωγῶν νομίμως ὑπάρχοντα καὶ φυσικῶς λειτουργοῦντα, βεβαίως δὲν δύναμαι ν’ ἀποδεχθῶ τὸν τρόπον τοῦτον. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν στέργω τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον προτείνει τὸ νομοσχέδιον πρὸς εὕρεσιν χρημάτων, χρεωστῶ νὰ εἴπω γνώμην τινά, κατὰ τίνα τρόπον φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ εὑρεθῶσι τὰ χρήματα. Ἐγὼ δὲ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εὑρεθῶσι χρήματα καὶ πρέπει νὰ διατεθῶσι χρήματα ὑπὲρ τῶν καλλιεργητῶν καὶ ὑπὲρ τοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος. Κατὰ τοῦτο διαφωνῶ ἰδίως μὲ τὸν ἀξιότιμον φίλον μου κύριον Βουλευτὴν ἐξ Αἰγίου, ὁ ὁποῖος πρὸ μικροῦ κατῆλθε τοῦ βήματος τούτου. Ἡ διαφωνία ἡμῶν αὕτη εἶναι διαφωνία ἀρχαιοτέρα, διότι καὶ ἄλλοτε ἐγνωμοδότησα ὑπὲρ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ τὴν γνώμην ταύτην ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω, διότι θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν ἵδρυσιν Τραπέζης Σταφιδικῆς. Ἐφέτος, κατὰ δυστυχίαν, δὲν ὑπῆρξε μόνη ἡ πληθώρα τῆς παραγωγῆς, εἴτε ἕνεκα ἐντελεστέρας καλλιεργείας, ὡς ὁ φίλος μου κύριος Παναγιωτόπουλος εἶπεν, εἴτε ἕνεκα καιρικῶν εὐνοϊκῶν πρὸς τὴν παραγωγὴν περιστάσεων, δὲν ὑπῆρξε μόνον ἡ κακὴ κατάστασις τοῦ ἐμπορίου, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθεν, ἕνεκα τῆς κλονισθείσης πίστεως τοῦ Κράτους καὶ τῶν δυσκολιῶν, τὰς ὁποίας εὑρίσκουσιν οἱ ἐμπορευόμενοι τὸ προϊὸν, ὅπως εὕρωσι ξένα κεφάλαια πρὸ τῆς πωλήσεως, ἀλλ’ ὑπῆρξε καὶ ἄλλο κακὸν, ἡ ἀσπλαγχνία τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Χρεωστῶ δὲ τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο νὰ τὸ σημειώσω· λυποῦμαι δὲ, διότι δὲν εἶναι ἐνταῦθα ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Πυλίας, διὰ νὰ μοὶ ἀποκριθῇ...
§51ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἦλθε.
§52ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Διότι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πυλίας ἀνέλαβε τὴν συνηγορίαν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Μοὶ φαίνεται μάλιστα, ὅτι οἱ διοικοῦντες τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἔπρεπε νὰ παραπονεθῶσι πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Πυλίας, διότι, ἂν καὶ εἶναι δεξιὸς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ὑπερασπιστὴς τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, ἦτο ὅμως ἀδέξιος ὑπερασπιστὴς τῆς διοικήσεως τοῦ εἰρημένου ἱδρύματος, καὶ ἡ συνηγορία, τὴν ὁποίαν ἐπεχείρησεν ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀναγκάζει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν ἐναντίαν γνώμην, νὰ ἀναφέρωσι γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐνδέχεται νὰ μὴ βεβαιόνωσι δεξιότητα περὶ τὴν διοίκησιν αὐτοῦ. Ἐνθυμεῖσθε, τί σᾶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πυλίας. Ζητεῖτε ἀπὸ τὴν Τράπεζαν χορηγίας πιστώσεων, ἀλλ’ οὕτω θέλετε νὰ καταστήσητε αὐτὴν ὁμοίαν πρὸς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν, δηλ. νὰ ἀγάγητε αὐτὴν εἰς πτώχευσιν. Αὕτη ἦτο ἡ ἔννοια τῶν λόγων τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Πυλίας.
§53ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τοῦτο εἶπον, ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὡς ἐνθυμεῖσθε, εἶπεν ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἐπὶ ζημίᾳ αὐτῆς, ἐπὶ ζημίᾳ καὶ ὅλων τῶν κεφαλαίων της, πρέπει νὰ ἔλθῃ ἀρωγός.
§54ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ ζημίᾳ καὶ τῶν κεφαλαίων της; Ὄχι· τοιοῦτόν τι δὲν εἶπον ποτέ.
§55ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἶναι γραμμένα.
§56ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ δημοσιευμένα.
§57ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ γνωρίζω, ἂν ὄχι ὑπὲρ πάντας τοὺς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συνεδρεύοντας, ἀλλ’ ὑπὲρ πολλοὺς ἐξ αὐτῶν, τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Πυλίας, καὶ τιμῶ αὐτὸν, διότι ἔχει πολλὰ προτερήματα. Τὸν γνωρίζω ὅτι ὡς Βουλευτὴς εἶναι ἔνθους, τὸν γνωρίζω δὲ προσέτι, ὅτι ὡς πολιτικὸς ἀνὴρ εἶναι τολμηρὸς καὶ ῥιψοκίνδυνος...
§58Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Μίαν φορὰν τοῦ ἔστειλαν ἓν γράμμα καὶ δὲν ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν, διότι τὸν ἠπείλουν ὅτι θὰ τὸν φονεύσουν (γέλωτες).
§59ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Τὸν ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅταν ἐν τῷ φρουρίῳ ἀνεκάλυψε δύο στρατιώτας, τῶν ὁποίων οἱ λόγοι ἢ αἱ γνῶμαι διεφώνουν πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀρχηγοῦ, τοῦ διοικοῦντος τὸ φρούριον, τοῦ Φρουράρχου, ὑπέλαβεν αὐτοὺς ὡς κατασκόπους, ἢ ὡς ἐξαγορασθέντας ὑπὸ τῶν πολεμίων, καὶ ἁρπάσας τὴν ἐθνικὴν σημαίαν ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ἐφώναζεν, ὅτι οὐδέποτε θὰ στέρξῃ ἡ ἐθνικὴ αὐτὴ σημαία νὰ περιϋβρισθῇ καὶ νὰ ἀτιμασθῇ διὰ τῆς πτωχεύσεως. Καὶ ὅταν ἠρώτων αὐτὸν, τί θέλει συμβῆ, ἐὰν δὲν γείνῃ τὸ δάνειον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίζετο τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ Βουλευτὴς ἐκ Πυλίας, πλήρης ἐνθουσιασμοῦ, εἰς τοσοῦτον ἐξικνεῖτο ἀγανακτήσεως, ὥστε ὀλίγον ἔλειψε νὰ καταῤῥίψῃ ἑαυτὸν μὲ τὴν σημαίαν ἀπὸ τὰς ἐπάλξεις τοῦ φρουρίου καὶ νὰ νὰ συντριβῇ (ἱλαρότης). Τοσοῦτον ἠγανάκτει κατὰ πάσης ἰδέας, ἡ ὁποία ἐσκόπει εἴτε νὰ ἐμποιήσῃ δυσπιστίαν περὶ εὑρέσεως τοῦ δανείου, εἴτε νὰ καταστήσῃ πιθανὴν κἂν τὴν πτώχευσιν. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἦτο εἷς ἐκ τῶν χειροκροτησάντων προχθὲς, τὸν Νοέμβριον, ὅτε ἀνηγγέλθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἡ πτώχευσις ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς Πυλίας ἀνήκει ἀπὸ δώδεκα καὶ πλέον ἐτῶν. Ἐὰν ἤθελε κινδυνεύσει, ἀξιότιμε συνάδελφε, τὸ ὄντως ἐθνικὸν ἵδρυμα, διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει πάντες νὰ ἔχωμεν παλμοὺς ἐν τῇ καρδίᾳ, ἐὰν ἤθελε κινδυνεύσει, δὲν ἤθελε κινδυνεύσει ἕνεκα τῆς ἀποδοχῆς τῆς προτάσεως τοῦ κ. Καραπάνου, ἀλλὰ θὰ ἐκινδύνευεν ἕνεκα τῆς ἐνδοτικότητος, τὴν ὁποίαν ἡ διοίκησις αὐτοῦ ἔδειξε πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων, διότι ἕνεκα τῆς ἐνδοτικότητος ταύτης ἐπλήρωσε τὸ χαρτοφυλάκιον αὐτῆς ἀπὸ χρεώγραφα Ἑλληνικὰ, τῶν ὁποίων τὸ ποσὸν ἀνῆλθεν εἰς 50 καὶ εἰς 56 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ ποία ἦτο ἡ ἀσπλαγχνία τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τῆς ὁποίας ἐμνήσθην πρὸ μικροῦ; Πρέπει νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἀριθμούς τινας, ἵνα ἴδητε, ἐὰν καὶ πόσον συνετέλεσε καὶ ἡ ἐνέργεια τοῦ ἐθνικοῦ τούτου ἱδρύματος, ἵνα ἐντείνῃ τὴν κακοδαιμονίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέκυψαν δυστυχῶς αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι, ἐν αἷς καλλιεργεῖται τὸ προϊὸν τῆς σταφίδος. Τὴν 30 Νοεμβρίου 1885 ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶχε δανείσει εἰς χορηγήσεις πρὸς γεωργοκτηματίας δρ. 10,150,651.43. Τὴν 31 Ἰανουαρίου 1887 δραχ. 10,160,604.93. Τὴν 30 Νοεμβρίου 1887 δραχ. 9,319,963.13. Τὴν 31 Ἰανουαρίου 1888 δραχ. 7,271,050.09. Τὴν 30 Νοεμβρίου 1888 δραχ. 10,575,004.71, καὶ κατὰ τὴν 31 Ὀκτωβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ἤτοι πρὸ ἑνὸς μηνὸς, εἶχε διαθέσει εἰς χορηγήσεις 11,406,854.33. Τὴν 31 Ἰανουαρίου 1889 δραχ. 9,200,438.15. Τὴν 30 Νοεμβρίου 1889 δραχ. 7,845,056.05. Τὴν 31 Ἰανουαρίου 1890 δραχ. 9,436,175.79. Τὴν 30 Νοεμβρίου 1890 δραχ. 7,308,956.45. Τὴν 28 Φεβρουαρίου 1891 δραχ. 9,733,903.85. Τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1891 δραχ. 6,372,490.65. Τὴν 31 Ἰανουαρίου 1892 δραχ. 4,785,965.04. Τὴν 31 Μαρτίου 1892 δραχ. 5,844,357.49. Τὴν 31 Μαΐου 1892 δραχ. 6,052,139.49. Τὴν 31 Ἰουλίου 1893 δραχ. 2,672,325.15. Τὴν 30 Νοεμβρίου 1893 δραχ. 1,392,737. Τὴν 31 Δεκεμβρίου 1893 δραχ. 1,489,111.10. καὶ Τὴν 31 Ἰανουαρίου 1894 μόνον δραχ. 1,383,601.60. Πιστωτικὸν λοιπὸν ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον ἐπὶ δεκαετίας ὅλας ἐδάνειζε κατ’ ἔτος εἰς χορηγήσεις πρὸς γεωργοκτηματίας 9, 10 καὶ 11 ἐνίοτε ἑκατομμύρια, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς καλλιεργείας τοῦ ἀληθῶς πολυτίμου τούτου προϊόντος, καταπαύει δὲ τὰς χορηγίας του ταύτας καὶ μόλις στέργει νὰ χορηγήσῃ πέρυσι καὶ φέτος τὸ ἓν δέκατον τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἐχορήγει πρότερον, δὲν συνετέλεσε κατὰ πρῶτον λόγον εἰς τὴν ἀπόγνωσιν, εἰς ἣν περιήχθη ἡ τάξις τῶν καλλιεργητῶν τῆς σταφίδος; Καὶ εἶπόν τινες περὶ τῶν ἐπισφαλῶν ἀπαιτήσεων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ παρέστησαν τὸ ὑπέρογκον ποσὸν αὐτῶν, καὶ δι’ αὐτοῦ ἐζήτει ὁ κ. Βουλευτὴς Πυλίας πρό τινων ἡμερῶν νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πρὸς τοὺς καλλιεργητὰς τῆς σταφίδος ἀσπλαγχνίαν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Αἱ ἐπισφαλεῖς ἀπαιτήσεις οὐδέποτε ὑπερέβησαν τὰ 2,220,000, κατὰ τὰς ἑκάστοτε δημοσιευομένας μηνιαίας καταστάσεις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἰδοὺ τὰ ποσὰ, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνήρχοντο αἱ ἐπισφαλεῖς ἀπαιτήσεις αὐτῆς κατὰ τὰς αὐτὰς χρονολογίας, τὰς ὁποίας ἀνέφερα πρὸ μικροῦ. Κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου 1885 ἀνήρχοντο μόνον εἰς δρ. 538,526.90. Κατὰ τὴν 31 Ἰανουαρίου 1887 ἀνήρχοντο εἰς δραχ. 629,580.66. Κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου 1887 εἰς 1,013,945.68. Κατὰ τὴν 31 Ἰανουαρίου 1888 εἰς 1,052,377.97 Κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου 1888 εἰς 1,169,829.50. Κατὰ τὴν 31 Ἰανουαρίου 1889 εἰς 1,243,157.16. Κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου 1889 εἰς 2,010,701.40. Κατὰ τὴν 31 Ἰανουαρίου 1890 εἰς 1,804,306.33. Κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου 1890 εἰς 2,157,832.55. Κατὰ τὴν 28 Φεβρουαρίου 1891 εἰς 2,123,835.71. Κατὰ τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1891 εἰς 2,032,204.60. Κατὰ τὴν 31 Ἰανουαρίου 1892 εἰς 1,928,915.24. Κατὰ τὴν 31 Μαΐου 1892 εἰς 2,067,253.64. Κατὰ τὴν 31 Ἰουλίου 1893 εἰς 1,849,731.07. Κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1893 εἰς 1,692,913.61. Κατὰ τὴν 31 Ἰανουαρίου 1894 εἰς 1,670,609.61. Καὶ ἦτο δυνατὸν νὰ καταπτοηθῇ πιστωτικὸν ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται ἐθνικὸν, καὶ τοῦ ὁποίου ὁ ἰσολογισμὸς ἀνέρχεται εἰς 266,500,000, ἐκ τοῦ συμβεβηκότος, ὅτι αἱ ἐπισφαλεῖς ἀπαιτήσεις αὐτοῦ ἀνῆλθον εἰς 1,600,000, καὶ ἕνεκα τούτου νὰ παύσῃ ὅλας τὰς χορηγίας, τὰς ὁποίας κατ’ ἔτος παρεῖχεν εἰς τὴν τάξιν καλλιεργητῶν τοιούτου προϊόντος;
§60ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐὰν ὑπολογίσητε τὰς ἀποσβέσεις, αἱ ὁποῖαι ἔγειναν, ἐκτὸς τῶν ἐπισφαλῶν ἀπαιτήσεων, ἔχετε αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα.
§61ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ ἀποσβέσεις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης γίνονται ἐπὶ τῶν λεγομένων non valeurs. Ποῖον κατάστημα δὲν ἔχει non valeurs; Μόνον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δὲν διαγράφει ἐκ τῶν βιβλίων τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου του τὰς non valeurs, καὶ ἐντεῦθεν ἐπῆλθε τὸ καταπληκτικὸν φαινόμενον νὰ παρουσιάζωνται ὡς καθυστεροῦντα 120 ἑκατομμύρια περίπου, καί τινες ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἦλθον τελευταῖον ἀπὸ τὰ διάφορα σημεῖα τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς Δύσεως, διὰ ν’ ἀποκατασταθῶσιν ἐνταῦθα, ὑπέλαβον ὅτι αὐτὰ τὰ καθυστεροῦντα κατακρατοῦσι καὶ σφετερίζονται τῆς χώρας οἱ διάφοροι παραγωγοί, καὶ ὑβρίζουσι μάλιστα ὡς ἅρπαγα τὸν λαὸν, καὶ μᾶς συμβουλεύουσιν, ὅτι, ἐὰν εἴχομεν τώρα αὐτὰ τὰ καθυστεροῦντα, ἠθέλομεν ἀποφύγει τὰ παρόντα δεινά. Ἀλλ’ οὗτοι ἀγνοοῦσι καὶ τὴν οἰκονομικὴν ἱστορίαν τῆς ἑξηκονταετίας ταύτης, καθ’ ἣν ὑπάρχει τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, καὶ ἐν χυδαίᾳ εὑρίσκονται ἀμαθείᾳ καὶ τῆς ἄλλης ἱστορίας τοῦ τόπου καὶ τῆς καταστάσεως αὐτοῦ ἐν γένει. Ἀλλὰ πιστωτικὰ ἱδρύματα, τῶν ὁποίων ἡ ἐτησία κυκλοφορία ἀνέρχεται εἰς 250 ἕως 260 ἑκατομμύρια, ἐὰν μόνον τοσαύτας ἔχωσι non valeurs, πρέπει νὰ κρίνωσιν εὐτυχῆ τὴν διαχείρισίν των, Καὶ διὰ τοῦτο εὐλόγως λυποῦμαι, διότι ἡ Κυβέρνησις τοσαύτην ἔδειξεν ἀνοχὴν, καὶ ἐλησμόνησεν ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Τραπέζης νὰ μὴ ἀποκόψῃ ἀποτόμως πιστώσεις τοσοῦτον χρησίμους εἰς τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν. Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὅτι πρέπει νὰ εὑρεθῶσι τὰ χρήματα καὶ πρέπει νὰ ἱδρυθῇ ταμεῖον εἰδικὸν, προοριζόμενον πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ἐμπορίας τοῦ προϊόντος τῆς σταφίδος, καὶ φρονῶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσι τὰ χρήματα, καὶ ὅτι καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θέλει προθύμως συντελέσει εἰς εἰσφορὰν πρὸς καταρτισμὸν τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον ἡ ὄντως ἐθνικὴ αὕτη ἀνάγκη ἀπαιτεῖ. Ἂν ἀναδράμητε εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ χαρτοφυλακίου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, θέλετε εὑρεῖ διαρκῶς προϊοῦσαν τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ τῶν χρεωστικῶν τίτλων τοῦ Κράτους, τοὺς ὁποίους ἔχει ἐν τῷ ταμείῳ αὐτῆς. Ἀπὸ ποσοῦ 32,274,442.60 εἰς χρυσὸν καὶ εἰς γραμμάτια καὶ εἰς προσωρινὰ δάνεια, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήρχοντο τὰ παρ’ αὐτῇ χρεώγραφα κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου 1885, ἀνῆλθον ταῦτα εἰς ποσὸν 56,554,596.45 κατὰ τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1891, καὶ εἰς 57,050,329.27 κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου 1890, καὶ εἰς 55,469,317.14 κατὰ τὴν 31 Ἰουλίου 1893. Καὶ ἀπέναντι τῆς προϊούσης ταύτης αὐξήσεως τῶν ἐν τῷ χαρτοφυλακίῳ αὐτῆς ἑλληνικῶν χρεωγράφων σημειοῦται ἐν ταῖς μηνιαίαις καταστάσεσιν αὐτῆς προϊοῦσα ἡ μείωσις τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα διετίθει κατ’ ἔτος εἰς δάνεια ἐπὶ ὑποθήκῃ, διότι ἀπὸ 47,944,343.30, τὰ ὁποῖα εἶχον διατεθῆ εἰς δάνεια ἐπὶ ὑποθήκῃ κτημάτων κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1885, τὸ ποσὸν τῶν τοιούτων δανείων κατῆλθεν εἰς 38,483,212.37 κατὰ τὴν 28 Φεβρουαρίου 1891, καὶ εἰς 39,624,130.27 τὴν 30 Νοεμβρίου 1893· ἦτο δ’ ἀνάλογος ἡ ἐλάττωσις τῶν διδομένων πιστώσεων ἐπὶ ἀσφαλείᾳ κτημάτων πρὸς τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ, ὅπερ διετίθετο εἰς ἑλληνικὰ χρεώγραφα. Καὶ ἐγίγνοντο ταῦτα οὐ μόνον πρὸς ἐπιζήτησιν κέρδους, ἀλλὰ καὶ ὅπως ὑποστηρίζηται ἡ δανειστικὴ πολιτικὴ τῶν κατὰ καιρὸν Κυβερνήσεων, ὅταν ἐξεδίδοντο τὰ δάνεια. Καὶ ἂν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔπραττεν οὕτω χάριν τῶν κατὰ καιροὺς κυβερνησάντων τὸ Κράτος, δὲν ἤθελεν αἰσθανθῆ τὸ αὐτὸ ἐνδιαφέρον, ἂν οὗτοι συνίστων εἰς αὐτὴν νὰ μὴ παύσῃ χορηγοῦσα τὰς συνήθεις πιστώσεις εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας; Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι λυποῦμαι, διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔδειξεν ἀδιαφορίαν, ὅταν ἡ Τράπεζα περιέστειλε τόσον τὰς τοιαύτας πιστώσεις. Ἀλλὰ κατὰ τίνα τρόπον θέλουσιν εὑρεθῆ τὰ χρήματα; Ἂν συμφωνῶμεν πάντες πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ ταμείου,—καὶ ἐλπίζω ὅτι κατὰ τοῦτο δὲν θέλει ὑπάρξει διαφωνία,—νομίζω ὅτι θέλομεν ἀναγνωρίσει, ὅτι εἶναι μεγίστη ἡ χρησιμότης τοῦ σταφιδικοῦ ταμείου, καὶ θέλομεν πάντες ἐργασθῆ εἰλικρινῶς πρὸς ἵδρυσιν αὐτοῦ, τότε δὲ τὰ χρήματα θέλουσιν εὑρεθῆ. Ἐν πρώτοις, ἂν ὑπάρχῃ περιθώριον, ὡς λέγουσιν οἱ Χρηματισταὶ εἰς τὰς ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ πιστώσεις τοῦ Κράτους ἐν ταῖς Τραπέζαις, ἐὰν τὸ Κράτος δὲν ἐξήντλησε πάσας τὰς πιστώσεις ταύτας, δὲν νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ διαθέσῃ τὸ ἀπαιτούμενον κεφάλαιον μέχρι τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαθέτῃ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ; Ἀλλ’ ἂν τοῦτο δὲν ἐγκρίνητε, δὲν νομίζετε ὅτι δύνασθε νὰ τρέψητε μέρος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἰς δάνειον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπὶ τόκῳ 6 τοῖς 100; Καὶ δὲν νομίζετε ὡσαύτως, ὅτι, ἂν παράσχῃ τὸ Κράτος τὴν ἐγγύησιν, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ νομοσχέδιον θέλει παράσχει εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων ἐπὶ 44 ἔτη, θέλουσιν εὑρεθῆ πολλοὶ κεφαλαιοῦχοι, ἵνα καλύψωσι τὸ δάνειον πέντε ἑκατομμυρίων, ἂν ἐκδοθῇ εἰς δημοσίαν ἐγγραφήν; Εἶναι πιθανὸν νὰ καταθέσῃ πέντε ἑκατομμύρια πρὸς καταρτισμὸν τοῦ ταμείου τούτου καὶ ἡ Τράπεζα. Μήπως δὲν ἔχει καθῆκον νὰ συνεισφέρῃ πρὸς ὑποστήριξιν παραγωγῆς τοσοῦτον πλουσίας, ἡ προκοπὴ τῆς ὁποίας ἐπηρεάζει τὰ μάλιστα αὐτὴν τὴν προκοπὴν τῆς Τραπέζης; Ἀλλ’ ἂν ἡ Τράπεζα ἰσχυρογνωμονοῦσα μένῃ ἀδυσώπητος, παραγνωρίζουσα τὸ καθῆκον τοῦτο, δὲν ὀφείλει τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ σπεύσῃ τοῦτο πρὸς βοήθειαν; Ὅλος ὁ κόσμος γνωρίζει, ὅτι διὰ τῆς σταφίδος εἰσάγονται 50 ἢ 60 ἑκατομμύρια χρυσοῦ εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὰ ὁποῖα ἂν παύσωσιν εἰσερχόμενα, ἡ κατάστασις, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, θέλει χειροτερεύσει εἰς βαθμὸν ἀπερίγραπτον. Μήπως τὸ Κράτος δύναται νὰ ἀρνηθῇ τοιοῦτον καθῆκον, καταβάλλον ἐκ τῶν νομίμων καὶ τακτικῶν αὑτοῦ ἐσόδων, ἀφοῦ προχθὲς τὸ ταμεῖον εἰσέπραξε χρήματα ὡς φόρον ἐπὶ τῇ σταφίδος, ἐνῷ τὸν φόρον τοῦτον ὑμεῖς οἱ κυβερνῶντες καὶ ὑμεῖς οἱ τὴν πλειονοψηφίαν ἀποτελοῦντες ἐκηρύξατε παράνομον; Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ προβῇ εἰς θυσίας, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν παραγωγὴν τοῦ σταφιδοκάρπου, ἀλλὰ πρόκειται καὶ ἄνευ θυσιῶν νὰ συντελέσῃ εἰς σύστασιν τοῦ ταμείου τούτου. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι, ἂν τεθῶσι πέντε ἑκατομμύρια τραπεζικῶν γραμματίων εἰς κυκλοφορίαν περισσότερα ἀπὸ τὰ σήμερον κυκλοφοροῦντα, ὅτι θέλει ἐπαυξήσει ἡ ὑπάρχουσα νομισματικὴ ἀνωμαλία. Καὶ ἔχω τὴν γνώμην ταύτην οὐχὶ αὐθαιρέτως, διότι στηρίζω αὐτὴν ἐπὶ δεδομένων, τὰ ὁποῖα δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω, ἵνα πεισθῆτε, ὅτι δὲν ἐξαρτᾶται τὸ μέγεθος τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας, ἀπὸ τὸ μέγεθος τοῦ κυκλοφοροῦντος ἐν τῇ κοινωνίᾳ ποσοῦ τραπεζικῶν γραμματίων. Κατὰ τὰς μηνιαίας καταστάσεις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τῇ 31 Ἰανουαρίου 1894 ἐκυκλοφόρουν τραπεζικὰ γραμμάτια δραχ. 105,949,828.95· ἐξ αὐτῶν εἰς λογαριασμὸν τοῦ Κράτους κυκλοφοροῦσι 67,392,056.51, εἰς λογαριασμὸν δὲ τῆς Τραπέζης 38,557,772.44. Ἡ Τράπεζα, ἥτις κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τῆς συμβάσεως τῆς 19 Σεπτεμβρίου 1885, τῆς κυρωθείσης διὰ τοῦ ΑΣΟΓʹ νόμου τῆς 4 Νοεμβρίου 1885, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ εἰς κυκλοφορίαν 60 ἑκατομμύρια εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἔχει εἰς κυκλοφορίαν μόνον 38,557,772,44, ἤτοι 21,432,227.56 ὀλιγώτερα ἀπὸ ὅσα ἔχει δικαίωμα νὰ κυκλοφορῇ. Πράττει δὲ τοῦτο συνήθως ἡ Τράπεζα διὰ νὰ μὴ αὐξήσῃ καθ’ ὑπερβολὴν τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικὸν γραμμάτιον· ἐφ’ ὅσον δ’ ἐλαττοῦται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τὸ εἰς λογαριασμὸν αὐτῆς κυκλοφοροῦν ποσὸν, ἐπὶ τοσοῦτον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα αὐξάνει τὸ εἰς λογαριασμὸν αὐτῆς κυκλοφοροῦν, καὶ ἀντιθέτως ἡ Τράπεζα ἐλαττόνει τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔχει εἰς κυκλοφορίαν, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις αὐξάνει τὸ διὰ λογαριασμόν της κυκλοφοροῦν. Ἂν λοιπὸν τὰ ἐν κυκλοφορίᾳ ὑπάρχοντα νῦν 105 ἑκατομμύρια ἤθελον προβιβασθῆ εἰς 110 ἑκατομμύρια, εἴτε ἐκ τῶν εἰς λογαριασμὸν τῆς Τραπέζης, αὐξανούσης τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ ποσὸν ἀπὸ 38,557,772.41 εἰς 43,557,772.44, εἴτε εἰς λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως, διατιθείσης τὸ ποσὸν τῶν πέντε ἑκατομμυρίων ἐκ τῆς πιστώσεώς της, ἀφοῦ, καθ’ ἃς ἔδωκε πρὸ μικροῦ εἰδήσεις ὁ Πρωθυπουργὸς εἰς τοὺς ἀμφισβητήσαντας τὸ ποσὸν τοῦ περισσεύματος τῆς διαχειρίσεως αὐτοῦ, περισσεύουσιν ὑπὲρ τὰ πέντε ἑκατομμύρια, τότε τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ εἰς λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως τῇ 31 Ἰανουαρίου ποσὸν, ὅπερ ἀνήρχετο εἰς 67,392,056.51, δηλ. κατὰ 3 περίπου ἑκατομμύρια ὀλιγώτερον τοῦ ἀνωτάτου ὅρου τῆς πιστώσεως, καὶ τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν πρὸ μικροῦ δοθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ βεβαίωσιν, ἠλαττώθη κατὰ 6 ἑκατομμύρια, ἤτοι περιωρίσθη εἰς 61 ἑκατομμύρια, θέλει αὖθις ἀνέλθει εἰς 66 ἑκατομμύρια. Ἑπομένως, εἴτε αὐξηθῇ κατὰ 5 ἑκατομμύρια τὸ εἰς λογαριασμὸν τῆς Τραπέζης, εἴτε αὐξηθῇ κατὰ τόσον ποσὸν τὸ εἰς λογαριασμὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφοροῦν, οὐδεμία θέλει ἐπέλθει ἔντασις τῆς ὑπαρχούσης νῦν νομισματικῆς ἀνωμαλίας. Εἶπον δὲ, ὅτι τοῦτο βεβαιοῦται ἀπὸ τὸ παρελθόν· καὶ ὄντως, ἰδοὺ ποῖά τινα βεβαιοῖ τὸ παρελθόν. Κατὰ τὸ 1891, τοὺς μῆνας Ἰανουάριον, Μάρτιον καὶ Ἀπρίλιον ἦσαν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικὰ γραμμάτια ποσοῦ 101,500,000, ἐτιμᾶτο δὲ τὸ φράγκον κατ’ ἀνώτατον ὅρον εἰς λεπτὰ 130, κατ’ Αὔγουστον ὅμως, ἀντὶ τῶν 101,500,000, ἐτέθησαν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμμάτια δραχ. 120,723,060 καὶ κατὰ Σεπτέμβριον 120,903,000, τὸ δὲ φράγκον ἀνέβη κατὰ Αὔγουστον εἰς 132 λεπτὰ, κατέπεσε δὲ κατὰ Σεπτέμβριον εἰς 130 καὶ ¾, ἑπομένως ἡ αὔξησις κατὰ 19 ἑκατομμύρια τοῦ κυκλοφοροῦντος ποσοῦ τραπεζικῶν γραμματίων ἐπέφερεν αὔξησιν τῆς τιμῆς τοῦ φράγκου μόνον κατὰ ¾ τῆς μονάδος, καὶ κατὰ τοσοῦτον μόνον ἐνέτεινε τὴν οἰκονομικὴν ἀνωμαλίαν. Καὶ κατὰ Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον τοῦ 1891, καθ’ οὓς τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων κατῆλθεν ἀπὸ 120,905,000 εἰς 115,400,000, δηλ. ἠλαττώθη κατὰ 5,505,000, δὲν κατεβιβάσθη καὶ ἡ τιμὴ τοῦ φράγκου, ἀλλὰ ἀνῆλθεν εἰς λεπτὰ 136. Κατὰ τὸ 1892 ὡσαύτως, καθ’ ὅλους τοὺς ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου μέχρι τοῦ Ἰουνίου μῆνας, τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων ἐκυμαίνετο μεταξὺ τῶν 115,500,000 καὶ 116,700,000, ἡ δὲ τιμὴ τοῦ φράγκου οὐ μόνον δὲν διετηρήθη εἰς τὰ 136 λεπτὰ, ἀλλ’ ἀνῆλθεν εἰς τὰ 142, καὶ κατόπιν εἰς τὰ 145 καὶ ¼, καὶ ὕστερον εἰς τὰ 156, καὶ μετ’ ὀλίγον κατῆλθε μέχρι τοῦ 147. Τὸν Ἀπρίλιον δὲ, ἀφοῦ ἐπληρώθησαν τὰ τοκομερίδια καὶ ἔπαυσεν ἡ ζήτησις τοῦ χρυσοῦ, κατῆλθεν εἰς τὰ 140. Τὸν Αὔγουστον δὲ καὶ Σεπτέμβριον τοῦ ἔτους ἐκείνου, καθ’ οὓς τὸ ποσὸν τῶν ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων ἀνῆλθεν εἰς 120,800,000 καὶ εἰς 120,600,000, ἡ τιμὴ τοῦ φράγκου διετηρήθη κατ’ ἀνώτατον ὅρον εἰς τὰ 145½ λεπτὰ, ἐνῷ κατὰ τοὺς μῆνας Ὀκτώβριον, Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον, καθ’ οὓς ἐμειώθη τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων εἰς δραχ. 116,500,000 καὶ εἰς 113,165,000, καὶ εἰς 112,936,000, ἡ τιμὴ τοῦ φράγκου ἀνῆλθεν εἰς τὰ 147 καὶ 148 καὶ εἰς 157 λεπτὰ κατ’ ἀνώτατον ὅρον. Ὁ συλλογισμός, ὅτι ἡ πληθώρα τοῦ κυκλοφοροῦντος τραπεζικοῦ γραμματίου δημιουργεῖ τὴν νομισματικὴν ἀνωμαλίαν, εἶναι κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην ὅλως ἐμπειρικός. Συντελεῖ ἡ πληθώρα εἰς τὴν νομισματικὴν ἀνωμαλίαν, ἀλλὰ δὲν εἶναι αὕτη ἡ κυρία αἰτία. Ἡ κυρία αἰτία εἶναι ἡ ζήτησις τοῦ χρυσοῦ, ἥτις, ἐφ’ ὅσον εἶναι μεγαλειτέρα, ἐπὶ τοσοῦτον ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία ἐντείνεται, ἡμεῖς δὲ προτείνομεν τὴν τοιαύτην αὔξησιν τοῦ ἐν κυκλοφορίᾳ ποσοῦ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἵνα συντελέσωμεν εἰς τὴν μείωσιν τῆς ζητήσεως τοῦ χρυσοῦ, διότι ἡ παραγωγὴ καὶ ἡ ἐμπορία τῆς σταφίδος συντελοῦσιν εἰς εἰσαγωγὴν χρυσοῦ, καὶ ἑπομένως εἰς μείωσιν τῆς ζητήσεως αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία ἔχει συνδέσει καὶ τὴν ὕπαρξίν της καὶ καὶ τὴν προκοπήν της μετὰ τῆς εὐημερίας καὶ τῆς προκοπῆς τοῦ τόπου, θέλει κατανοήσει, ὅτι ἔχει καὶ καθῆκον, ἀνθ’ ὧν ἡ Πολιτεία παρέσχεν αὐτῇ προνομίων καὶ ὠφελημάτων, καὶ συμφέρον νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἵδρυσιν τοῦ Σταφιδικοῦ ταμείου, εἰσφέρουσα ἐκ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει δικαίωμα νὰ κυκλοφορῇ εἰς λογαριασμόν της, τὰ πέντε ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἄν ἡ Τράπεζα εἰσφέρῃ ταῦτα οὕτω, τὸ Δημόσιον θέλει ἐγγυηθῆ τόκον 5% πρὸς ἔκδοσιν δανείου ἐκ πέντε ἑκατομμυρίων, καὶ οὕτω θέλει ἀποτελεσθῆ κεφάλαιον τοῦ ταμείου τούτου ἐκ δέκα ἑκατομμυρίων, ἐπὶ μόνῳ τῷ κινδύνῳ τοῦ δημοσίου ταμείου νὰ εἰσφέρῃ ἐλάχιστον ποσὸν, ἂν αἱ ἐργασίαι τῆς συστηθησομένης Τραπέζης δὲν ἀσφαλίσωσιν εἰς τοὺς μέλλοντας νὰ καταβάλωσι τὸ δάνειον καὶ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τόκον 6%. Ἂν ὅμως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, μὴ κατανοοῦσα τὸ καθῆκον καὶ τὸ συμφέρον αὐτῆς, τὸ ὁποῖον συμβαδίζει μετὰ τῆς προκοπῆς τοῦ τόπου, ἀρνηθῇ τὴν συνδρομὴν ταύτην, καὶ δὲν θελήσῃ νὰ συντελέσῃ εἰς ἀποτροπὴν τῆς συμφορᾶς, πρέπει τὸ Κράτος νὰ καταβάλῃ τὰ πέντε ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, λαμβάνον αὐτὰ ἐκ τῆς ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ πιστώσεώς του, καὶ τότε, πλὴν τοῦ κινδύνου τοῦ δημοσίου ταμείου νὰ ἀναγκασθῇ νὰ εἰσφέρῃ μικρόν τι ποσὸν, ἂν αἱ ἐργασίαι τῆς συστηθησομένης σταφιδικῆς Τραπέζης δὲν ἤθελον ἀσφαλίσει εἰς τὰ κεφάλαιά της τόκον 6%, θέλει ἀναγκασθῆ τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ καταβάλῃ καὶ τὸν τόκον τοῦ ἑνὸς τοῖς 100, τὸν πληρονόμενον εἰς τὰ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέη τοῦ Δημοσίου, διὰ τὰ πέντε ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θέλει καταθέσει εἰς τὰ κεφάλαια τῆς συστηθησομένης Τραπέζης, ἤτοι δραχ. 50 χιλιάδας κατ’ ἔτος. Ἐὰν ὅμως οἱ κυβερνῶντες δὲν στέργωσι νὰ αὐξήσωσι κατὰ πέντε ἑκατομμύρια τὰ εἰς ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ διὰ τοῦτο ἀρνοῦνται νὰ εἰσφέρωσι ταῦτα ἐκ τῆς ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ πιστώσεώς των, ἃς λάβωσιν αὐτὰ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὡς δάνειον ἐπὶ τόκῳ 6%, ἐλαττόνοντες κατ’ ἴσον ποσὸν τὴν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ πίστωσιν τοῦ δημοσίου ταμείου, ὅτε ἡ ἐτησία δαπάνη τοῦ Δημοσίου θέλει συνίστασθαι εἰς τὴν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ ἑνὸς τοῖς ἑκατὸν, τὸ ὁποῖον πληρόνει νῦν διὰ τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ μεταξὺ τῶν 6%, τὰ ὁποῖα θέλει πληρόνει ὡς τόκον τοῦ μετατραπησομένου εἰς δάνειον ποσοῦ τῶν πέντε ἑκατομμυρίων, ἤτοι ἐπὶ 5% κατ’ ἔτος, καὶ ἐπὶ τῶν πέντε ἑκατομμυρίων εἰς 250 χιλιάδας ἐτησίως. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι μεγάλη ἡ θυσία, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ δημόσιον ταμεῖον θέλει ὑποβληθῆ, ἂν ἀναλάβῃ τὴν δαπάνην 250,000 δρ. ἐτησίως, πρὸς σύστασιν ἱδρύματος, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐξαρτᾶται ἡ συντήρησις τῆς παραγωγῆς καὶ ἡ ἐνίσχυσις τῆς καταναλώσεως προϊόντος τοσοῦτον πολυτίμου. Ἀλλὰ πρὸ πάντων δὲν στέργω, ἵνα τὰς ἐργασίας ταύτας ἀναθέσῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων. Αἱ ἀτομικαί μου περιστάσεις δὲν ἐμβάλλουσιν εἰς κἀνένα τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι συμφέρον τι ἐπηρεάζει τὰς γνώμας μου, εἴτε ὑπὲρ ταύτης τῆς ἑταιρίας, εἴτε κατ’ ἐκείνου τοῦ ἱδρύματος, οὐδ’ ὑπάρχει λόγος ἐν ἐμοὶ, ὁ ὁποῖος νὰ μοὶ ἐμπνέῃ αἰσθήματα δυσμενῆ ἢ ἐχθρικὰ πρὸς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων· τὸ καθῆκον ὅμως, τὸ ὁποῖον ἔχω ὡς πολίτην Ἕλλην, μοὶ ὑπαγορεύει τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι οὐδέποτε στέργω νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων τοιαύτη τις ἐπιχείρησις. Πρῶτον, διότι ἡ ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων δὲν προωρίσθη κατὰ τὴν ἵδρυσίν της πρὸς σκοπὸν τοσούτῳ εὐρὺν, ὡς κατὰ τὰ προβαλλόμενα νομοθετήματα καὶ κατὰ τὰς διαδοθείσας ἄλλοτε γνώμας φαίνεται, ὅτι ἐσκέφθησάν τινες νὰ δώσωσιν εἰς αὐτήν. Ὡμίλησα περὶ διαδόσεων καὶ ψιθύρου, διότι ἄλλοτε ἤκουσα ὡς ψίθυρον τὴν γνώμην νὰ ἀνατεθῇ ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων. Ἀλλ’ ὅσον οὐδέποτε ἤθελον στέρξει νὰ ἀνατεθῇ ποτε ἡ εἴσπραξις τῶν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον πληρονομένων παρὰ τοῦ λαοῦ φόρων εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων, οὔτε εἰς ἄλλην οἱανδήποτε ἑταιρίαν, τοσοῦτον δὲν στέργω νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων καὶ ἡ πρόνοια περὶ τῆς διαχειρίσεως χρημάτων, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἀποτελέσει τὸ κεφάλαιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Κατὰ πλείονα δὲ λόγον δὲν στέργω νὰ ἀνατεθῇ εἰς αὐτὴν ἡ πρόνοια τῆς διαχειρίσεως τοῦ περισσεύματος, τὸ ὁποῖον ἤθελέ ποτε ἀποφασισθῆ νὰ παρακρατηθῇ πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς καὶ πρὸς ἐπέκτασιν τῆς καταναλώσεως, ἤτοι πρὸς ἐξίσωσιν τῆς παραγωγῆς πρὸς τὴν κατανάλωσιν τῆς σταφίδος. Κατὰ τὰς ἐκτεθείσας τὴν ἑσπέραν ταύτην γνώμας ὑπὸ ἑκατέρου τῶν κ. κ. Βουλευτῶν ἐξ Αἰγιαλείας, μοὶ φαίνεται ὅτι εὑρέθη κοινὸν ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύνανται νὰ συμφωνήσωσιν ἀμφότεροι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι. Ἂν δ’ ἤθελε γένηται ἀποδεκτὸν τὸ σύστημα τῆς παρακρατήσεως κατὰ τὰς γνώμας ταύτας, ἤτοι δοκιμαστικῶς καὶ ἐπὶ ἓν μόνον ἔτος, ὡς πρὸ μικροῦ ἔλεγεν ὁ κ. Μεσσηνέζης καὶ ἐφάνη μὴ ἀποστέργων καὶ ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Παναγιωτόπουλος, τὸ παρακρατηθησόμενον ποσὸν δὲν δημεύεται διὰ τῆς παρακρατήσεως, πλὴν ἂν διαταχθῇ νὰ καταστραφῇ· ἐὰν ὅμως δὲν διαταχθῇ νὰ καταστραφῇ, δὲν παύει νὰ ἦναι ἰδιοκτησία ἐκείνων, ἀπὸ τὴν παραγωγὴν τῶν ὁποίων μέλλει νὰ ἀφαιρεθῇ. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ, πῶς καὶ λόγῳ τίνος συμφέροντος γενικοῦ δύνασθε ν’ ἀποξενώσητε ἀπὸ πάσης περὶ τῆς φυλακῆς καὶ διατηρήσεως αὐτοῦ μερίμνης καὶ ἐξουσίας τοὺς ἰδιοκτήτας, νὰ μεταδώσητε δὲ τὸ δικαίωμα τῆς διαθέσεως καὶ τῆς διαχειρίσεως αὐτοῦ εἰς ξένους ἀνθρώπους, οἵτινες οὔτε εἰργάσθησαν οὔτε ἐδαπάνησαν διὰ νὰ τὸ παραγάγωσιν, οὔτε ἐνδιαφέρονται ὅσον οἱ ἰδιοκτῆται αὐτοῦ διὰ νὰ τὸ πωλήσωσι; Διὰ τοῦτο, ἂν ἤθελε γένηται ἀποδεκτὸν τὸ σύστημα τῆς παρακρατήσεως, ἐννοῶ πᾶν ἄλλο σύστημα, τὸ σύστημα, φέρ’ εἰπεῖν, τοῦ νομοσχεδίου τῆς σταφιδικῆς ἐπιτροπῆς τῶν Πατρῶν, ἢ πᾶν ἄλλο σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ διοικήσει τοῦ παρακρατηθησομένου τούτου ποσοῦ θέλει περιέχει πρὸ παντὸς τὴν βούλησιν, εἴτε ἄμεσον, εἴτε ἔμμεσον, τῶν ἰδιοκτητῶν τοῦ παρακρατηθησομένου ποσοῦ. Τί κοινὸν ἔχει τοῦ ποσοῦ τούτου ἡ διαχείρισις πρὸς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων; Ἡ ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων ἕνα μόνον ἤθελεν ἔχει σκοπὸν, νὰ ἐξασφαλίσῃ εὔλογον κέρδος διὰ τὰ τέσσαρα ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἤθελε καταβάλει, καὶ διὰ τὰ πέντε ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἤθελε καταβάλει ὡς δάνειον ὁ χρηματοδότης ἢ οἱ χρηματοδόται. Ἀλλ’ ὁ σκοπὸς οὗτος δὲν συμβιβάζεται καθ’ ὅλα μὲ τὸ συμφέρον τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν σταφίδων, εἴτε ἐκείνων ἀπὸ τὴν περιουσίαν τῶν ὁποίων θέλει παρακρατηθῇ τὸ παρακρατηθησόμενον ποσὸν, εἴτε ἐν γένει τῶν παραγωγῶν τῆς σταφίδος. Ὑπάρχουσι μάλιστα σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα συγκρούονται τὰ συμφέροντα τούτων πρὸς τὰ τῆς ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, δὲν ἐπιτρέπεται δ’ εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ στρέψῃ ἀλλαχοῦ τοὺς ὀφθαλμούς της, μακρὰν τῶν σημείων τούτων, καὶ νὰ ὑποκρίνηται ὅτι δὲν βλέπει, ἀλλὰ πρέπει νὰ μένῃ ἐπιτηροῦσα καὶ ἐξασφαλίζουσα τὰ συμφέροντα ταῦτα. Οὕτω θέλουσι κατατεθῆ ἀμέσως εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ἱδρυθησομένης Σταφιδικῆς Τραπέζης πέντε ἑκατομμύρια, εἴτε ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, πειθομένης νὰ καταβάλῃ αὐτὰ, λαμβάνουσα τὸ ποσὸν ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ ἐν κυκλοφορίᾳ, καὶ αὐξάνουσα τὸ νῦν ἐν κυκλοφορίᾳ ποσὸν κατὰ πέντε ἑκατομμύρια, εἴτε, ταύτης ἀρνουμένης νὰ καταθέσῃ τὸ ὅλον ποσὸν, στεργούσης δὲ νὰ καταθέσῃ μέρος αὐτοῦ, ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, κατατιθέντος πρὸς συμπλήρωσιν τῶν πέντε ἑκατομμυρίων τὸ ἐλλεῖπον, εἴτε, ἐν πλήρει ἀρνήσει αὐτῆς, ἀναλαμβάνοντος τοῦ Δημοσίου νὰ καταθέσῃ αὐτὸ ὅλον ἐκ τῆς ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ πιστώσεώς του, εἴτε τέλος, ἂν ἀπεκρούετο ὑπὸ πάντων ἡ γνώμη τῆς αὐξήσεως τοῦ κυκλοφοροῦντος ποσοῦ, ὑπὸ τοῦ Κράτους, κατατιθέντος καὶ τότε τὸ ποσὸν τῶν 5,000,000 διὰ μετατροπῆς εἰς δάνειον ἐπὶ τόκῳ 6% τόσου ποσοῦ ἐκ τῆς ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ πιστώσεως. Τὸ ποσὸν τῶν πέντε ἑκατομμυρίων θέλει πάντως ἐξασφαλισθῆ καθ’ ἕνα ἐκ τῶν ἀνωτέρω τρόπων, ἀλλὰ καὶ ἕτερα πέντε ἑκατομμύρια δυνάμεθα εὐχερῶς νὰ προσπορίσωμεν εἰς τὴν Σταφιδικὴν ταύτην Τράπεζαν διὰ δανείου, οὐχὶ ποτὲ λαχειοφόρου, ἀλλὰ δανείου ἁπλοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν ἔκδοσιν θέλομεν ἐπιτρέψει ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ τόκου αὐτοῦ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ καλέσωμεν διὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Τραπέζης ταύτης ἐπικούρους καὶ αὐτοὺς τοὺς παραγωγοὺς μὲ ὅλας τὰς στενοχωρίας, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκονται· διὰ τοῦτο στέργω νὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ εἰσφέρωσι κατ’ ἔτος εἰς αὐτὸ τὴν διαφορὰν τοῦ φόρου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, μεταξὺ τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον ἤθελον πληρόνει, ἂν ἔμενεν ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος περὶ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου εἰς χρυσὸν, καὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον πληρόνουσι νῦν, μετὰ τὴν ἀκύρωσιν τοῦ νόμου ἐκείνου, ἢ καὶ ἁπλούστερον νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸν ὑπάρχοντα νῦν ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων σταφίδων καὶ ἕτερον ποσὸν δύο ἢ τριῶν δραχμῶν κατὰ χιλιάδα. Οὕτως ἐκ τῆς φορολογίας ταύτης θέλει ἔχει ἡ συστηθησομένη Σταφικὴ Τράπεζα, πλὴν τοῦ κεφαλαίου τῶν δέκα ἑκατομμυρίων, καὶ ἐτησίαν πρόσοδον 600 χιλιάδων, ἂν εἰς δύο δραχμὰς θέλει προσδιορισθῆ ὁ πρόσθετος φόρος, ἢ 900 χιλιάδων δραχμῶν, ἂν ὁ φόρος οὗτος προσδιορισθῇ εἰς τρεῖς δραχμὰς τὴν χιλιάδα. Δι’ οὐδένα ὅμως λόγον σᾶς συμβουλεύω νὰ στέρξητε νὰ εὐρύνητε, καθ’ ἃ οἱ συντάκται τοῦ νομοσχεδίου ἐσκόπουν, τὸν κύκλον τῆς ἐνεργείας τῆς ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων πέραν τῆς περιμέτρου, τὴν ὁποίαν ἡ μετ’ αὐτῆς σύμβασις τῆς Κυβερνήσεως εἶχε περιχαράξει κατὰ τὸ 1887. Διὰ τῆς εὐρύνσεως μάλιστα ταύτης τοῦ σκοποῦ τῆς ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων οἱ συντάκται τοῦ νομοσχεδίου κατώρθουν καὶ ἕτερόν τι, τὸ ὁποῖον ἐζητούμεθα διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ ψηφίσωμεν σιωπηλῶς, τὴν παράτασιν τῆς διαρκείας τῆς ἑταιρίας ἐπὶ 44 νέα ἔτη, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν τὴν ἀναγέννησιν αὐτῆς ἐπὶ διάρκειαν 44 ἐτῶν ὑπὸ ἄλλον τίτλον. Ἂν μείνωσιν ἀμετάβλητοι οἱ ὅροι τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, τοῦ συνομολογηθέντος κατὰ τὸ 1887, ἡ ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων ἔχει μακρὸν βίον, ἔχει βίον 75 ἐτῶν, διότι διὰ τοῦ διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐνεκρίθη τὸ καταστατικὸν αὐτῆς, ἐπετράπη εἰς αὐτὴν διάρκεια ἴση μὲ τὴν διάρκειαν τοῦ δανείου τῶν 135,000,000· ἐπειδὴ δὲ ἔκτοτε παρῆλθον ἑπτὰ ἔτη, ἡ ἑταιρία ἔχει ἀκόμη διάρκειαν 68 ἐτῶν. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα ἔθηκεν ἐν ἀμφιβόλῳ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις δὲν ἀπεδέχθη τὰς ῥήτρας τοῦ περιλαλήτου δανείου, τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη ὑπὸ τῶν διαδεχθέντων αὐτὸν μετὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1893, τοῦ δανείου τοῦ Φαῖντιγγ, ἀλλ’ ὑπήγαγε καὶ τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων εἰς τὴν γενικὴν κατηγορίαν, εἰς τὴν ὁποίαν κατέταξε πάντα τὰ ἄλλα δάνεια. Καὶ ἀνέγνων μὲν ἔν τισιν ἐφημερίσιν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν εἰς τὴν Εὐρώπην, νομίζω εἰς Λονδῖνον,—δὲν ἐνθυμοῦμαι δὲ καὶ ἂν τοιαύτην ἐποιήσατο δήλωσιν καὶ ἐν Βερολίνῳ διὰ τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος ἐκεῖ ἐπισήμως τὴν Ἑλλάδα,—ὅτι τὰ θεσπίσματα τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893 εἰσὶν ὅλως προσωρινὰ, καὶ ὅτι ἡ τύχη τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων καὶ ἡ τύχη τῶν ἐγγυήσεων τῶν παρασχεθεισῶν πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ κεφαλαίου καὶ τῶν τόκων αὐτοῦ ἐξαρτῶνται πάντα ἀπὸ τὸν συμβιβασμὸν, ὁ ὁποῖος θέλει γείνῃ μετὰ τῶν δανειστῶν, καὶ δι’ οὗ θέλουσι κανονισθῆ πᾶσαι αἱ πρὸς τοὺς δανειστὰς τοῦ Κράτους σχέσεις τοῦ δημοσίου ταμείου’ ἀλλὰ, ἄν ἤθελε συμβῆ διὰ τοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ νὰ κανονισθῶσιν αἱ σχέσεις τοῦ δημοσίου ταμείου πρὸς τοὺς δανειστὰς τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων ἄλλως καὶ οὐχὶ καθ’ ὃν τρόπον εἶχον κανονισθῆ αὗται διὰ τοῦ νόμου περὶ δανείου τῶν 150 ἑκατομμυρίων, δυνάμει τοῦ ὁποίου συνωμολογήθη τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ἐπέλθῃ δ’ ἐντεῦθεν ἡ ἄρσις τῆς ἀνάγκης, διὰ τὴν ὁποίαν ἱδρύθη ἡ ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων, ἡ ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων τότε ἤθελεν ἀναγκαίως διαλυθῆ, ἀλλὰ τότε, ἄν ἤθελεν ἐπιψηφισθῆ τὸ χάριν δῆθεν τῆς σταφίδος εἰσαχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νομοσχέδιον, ἡ ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων ἤθελε ζήσει, μεταποιουμένη ἀπὸ ἑταιρίας Μονοπωλίων εἰς ἑταιρίαν διαχειρίσεως τῆς ἀλλοτρίας σταφίδος. Ἑπομένως δὲν πιστεύω, ὅτι θέλει ἐγκριθῆ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἐφ’ ὅσον τοὐλάχιστον δὲν ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι ὑπάρχει εἰδικός τις λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἡ ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων ἔχει ἐξαιρετικῶς χρησιμότητα εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ σταφιδοκάρπου. Ἀλλὰ ποῖος πρέπει νὰ ᾖναι ὁ σκοπὸς τῆς σταφιδικῆς Τραπέζης; Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ὁ σκοπὸς αὐτῆς πρέπει νὰ ᾖναι τριπλοῦς. Κατὰ πρῶτον λόγον σκοπὸν πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς, ἑπομένως προσωρινὴν χορήγησιν χρημάτων εἰς τοὺς καλλιεργητὰς διὰ τὰς μέχρι τῆς πωλήσεως τοῦ προϊόντος ἀνάγκας των. Ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς δὲν ἔχει αὐτὴν τὴν γνώμην. Ἠπόρει χθὲς τίνος ἕνεκα προτείνεται νὰ δίδωνται χορηγίαι εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας κατ’ ἐξαίρεσιν, καὶ νὰ μὴ δίδωνται τοιαῦται καὶ εἰς τοὺς παραγωγοὺς κρομμύων ἢ κυάμων, ἐρεβίνθων ἢ τυροῦ, ἢ ἄλλων προϊόντων, τῶν ὁποίων ὡσαύτως χρήζει ἡ Ἑλλάς; Ἡ θεωρία τοῦ κ. συναδέλφου μέχρι τινὸς εἶναι ὀρθή. Ἄν ὅμως λάβῃ τις ὑπ’ ὄψει, ὅτι οἱ ἐπιδοθέντες εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν κρομμύων καὶ τῶν κυάμων καὶ τῶν ἄλλων προϊόντων δὲν ὑπόκεινται εἰς τὰς αὐτὰς ἀνάγκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας ὑπόκεινται οἱ καλλιεργηταὶ τῶν σταφίδων, θέλει πεισθῆ, ὅτι οἱ καλλιεργηταὶ τῶν σταφίδων εἶναι ἄξιοι τῆς προνοίας ταύτης. Ἐνθυμοῦμαι παρελθὸν ἐποχῆς πολλῷ ἀπεχούσης ἀπὸ τῶν ἡμερῶν τούτων, κατὰ τὰς ὁποίας ἀκμάζετε ὑμεῖς, ἀνέρχεται δὲ ἡ ἐποχὴ ἐκείνη εἰς τὰ πρῶτα ἔτη τῆς νεότητός μου. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ Πύργος ἦτο κοινὴ κωμόπολις, καὶ αἱ πέριξ αὐτοῦ εὔφοροι πεδιάδες, αἱ ὁποῖαι στολίζουσι τὴν Πελοπόννησον τώρα, καὶ τὰς ὁποίας, ὅταν ἐγὼ εἶδον ἀπὸ τοῦ ἐξώστου μιᾶς οἰκίας τοῦ χωρίου Λαμπετίου, τῆς οἰκίας τοῦ κ. Ζελεχοβίτου, ἐθαύμασα, ὑπολαβών, ὅτι εἶμαι ἐν Σαξωνίᾳ. Ἦσαν ὅλαι κεκαλυμμέναι ἀπὸ ἀγρίας ἀγκινάρας, τῶν ὁποίων τὸ ὕψος ἐκάλυπτε τὸν ἀναβάτην ἐπὶ τοῦ ἵππου. Ἀλλ’ αἱ εὐκολίαι, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος ἔδωκε πρὸς τοὺς ἰδιώτας, ἵνα φυτεύσωσι καὶ καλλιεργήσωσιν αὐτὰς, αἱ εὐκολίαι αὗται ἦταν ἀπολύτως ἀναγκαῖαι, ἵνα ἐνθαῤῥυνθῶσι νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς τὴν καλλιέργειαν τῆς σταφίδος καὶ τῆς ἀμπέλου οἱ πολῖται, καὶ νὰ μεταποιήσωσι κατὰ τὰ διαῤῥεύσαντα ἔκτοτε ἔτη τὰς ἀγκινάρας εἰς σταφιδαμπέλους. Ἦσαν δὲ ὄντως λυσιτελέσταται αἱ εὐκολίαι αὗται. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔδιδε μέγας πολιτικὸς τῆς Ἑλλάδος, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν μνήμην ἔχω ἐγώ, ὡς πολίτης Ἕλλην εὐλάβειαν, ὁ Ἰωάννης Κωλέτης· ὅταν ἔλεγεν, ὅτι οἱ «Ἕλληνές μου τὰς παίρνουν», ὁ Ἰωάννης Κωλέτης ἐχάρασσε πλήρη οἰκονομικὴν πολιτικήν. Ἀφῆκε τὰς γαίας εἰς τὴν διάθεσιν τῶν πολιτῶν, νὰ φυτεύσωσι καὶ καλλιεργήσωσιν αὐτάς. Καὶ ἐφυτεύθησαν αἱ γαῖαι, καὶ ἐκαλλιεργήθησαν, καὶ ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1872 ὁ νόμος περὶ διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων φυτειῶν, καὶ ὑπεχρέωσε τοὺς ἐμφυτευτὰς καὶ καλλιεργήσαντας νὰ ἀποτίσωσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὸ ἀντίτιμον τῶν γαιῶν των. Ἂν τότε δὲν ἐλαμβάνετο τὸ μέτρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐσκανδάλιζε τότε τοὺς ὁμοχρόνους, ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ καλλιεργήσῃ τὰς ἑλληνικὰς γαίας καὶ τὰς φυτεύσῃ εἰς σταφίδας, διότι ἐστερεῖτο κεφαλαίων, ἵνα ἀγοράσῃ γαίας, ἐνῷ εἶχε τοὺς βραχίονας ἑτοίμους πρὸς καλλιέργειαν αὐτῶν. Ὅταν ὅμως ἀφῆκαν τὴν γῆν εἰς τὴν διάθεσιν τῶν πολιτῶν, πάντες, ὅσων οἱ βραχίονες ἠδύναντο, ἔσπευσαν νὰ ἐργασθῶσι. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, (ἤμην μοῖραξ) ἐνθυμοῦμαι ἐπιφανῆ πολίτην τῆς Ἠλείας, τὸν Λυκοῦργον Κρεστενίτην, ὁ ὁποῖος πολλάκις μετέσχε τῶν Κυβερνήσεων τῆς πατρίδος καὶ τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς χώρας, τὸν ἐνθυμοῦμαι μὲ ἐνδύματα σκαφέως, προηγουμένων μουσικῶν ὀργάνων, βαδίζοντα αὐτὸν μὲ τὴν ἀξίνην ἐπὶ τοῦ ὤμου, ἑπομένους δὲ μετ’ αὐτὸν πάντας τοὺς ἐργάτας, τοὺς ὁποίους εἶχε μισθώσει, διὰ νὰ καλλιεργήσῃ τὴν σταφίδα του. Τὰ παραδείγματα ταῦτα προέτρεψαν τοὺς Ἠλείους διὰ νὰ μεταποιηθῶσιν εἰς σταφιδοκτήμονας, καὶ τοὺς ἔχοντας ὀλίγα χρήματα καὶ τοὺς μὴ ἔχοντας σπεύδοντας νὰ καλλιεργήσωσιν εἴτε δι’ ἐργατῶν, εἴτε αὐτοὶ μόνοι των τὰ κτήματά των. Λοιπὸν κτήματα, τὰ ὁποῖα ἀπῄτησαν τοσούτους μόχθους, διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν ὁποίων δαπανῶνται κατ’ ἔτος 60 καὶ 100 καὶ 150 δραχμαί, ὡς εἶπε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Παναγιωτόπουλος, κατὰ στρέμμα, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τὰ ἀφομοιώσητε πρὸς τοὺς ἀγρούς, εἰς τοὺς ὁποίους καλλιεργοῦνται γεώμηλα καὶ κύαμοι. Διὰ τοῦτο πρέπει τὸ σταφιδικὸν ταμεῖον νὰ προορισθῇ κατὰ πρῶτον λόγον εἰς χορηγήσεις εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας, διὰ νὰ ἐπαρκῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας των μέχρι τῆς πωλήσεως τοῦ προϊόντος των, τηρουμένων, ἐννοεῖται, πασῶν τῶν ἐγγυήσεων, τῶν ὁποίων εἶναι ἀνάγκη, διὰ νὰ ἐξασφαλισθῶσι τὰ χρήματα τοῦ δανείου. Κατὰ δεύτερον λόγον πρέπει νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ἐμπόριον. Ἀφοῦ μάλιστα ἐξέλιπεν εἰς τοσοῦτον βαθμὸν, ὅσον τώρα δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ ἀποκρύπτωμεν, ἡ πίστις τοῦ Κράτους, εἶναι δύσκολον οἱ ἀποστολεῖς σταφίδος νὰ πορίζωνται χρήματα ἐπὶ τοῦ ἀποστελλομένου φορτίου των. Ἂν δὲ δὲν πορίζωνται χρήματα, ὁ συναγωνισμὸς θέλει καταῤῥίπτει τὰς τιμὰς τῆς σταφίδος, καὶ θέλει ἐπιφέρει τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπέφερεν ἐφέτος, διότι ἐφέτος δὲν ἦτο μόνον ἡ πληθώρα τῆς παραγωγῆς, ἥτις ἐπήνεγκε τὰ ἐπισκήψαντα δεινά, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀσθένεια τοῦ ἐμπορίου καὶ ἡ ἔκλειψις τῆς πίστεως. Πρέπει λοιπὸν κατὰ δεύτερον λόγον τὸ ταμεῖον νὰ προορισθῇ πρὸς τὴν θεραπείαν αὐτῆς τῆς ἀνάγκης. Κατὰ τρίτον λόγον δὲν ἀρνοῦμαι νὰ γίνωνται ἑκάστοτε καὶ δαπάναι τινὲς καὶ ἐπιχειρήσεις πρὸς ἐπέκτασιν τῆς καταναλώσεως ἐν ἄλλαις χώραις, ἐν αἷς δὲν εἰσήχθη ἔτι ἡ σταφὶς, ἂν καὶ συμφωνῶ περισσότερον πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Παναγιωτοπούλου, ὅτι ὁ μεγαλείτερος πράκτωρ τῆς αὐξήσεως τῆς καταναλώσεως εἶναι τὸ συμφέρον τοῦ ἐμπόρου. Ἀλλ’ ἂν ἤθελον παρασταθῆ πιθανότητες νὰ κατασταθῇ συνήθης τῆς σταφίδος ἡ χρῆσις εἴς τινα χώραν, εἰς ἣν δὲν εἰσήχθη ἔτι τὸ προϊὸν, δὲν ἀντιλέγω νὰ ἀποστέλληται τοιαύτη ἔν τινι ποσῷ καὶ νὰ πωλῆται εἰς εὐθηνὰς τιμὰς, ὅπως ἐθίσωσι καὶ ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ εἰς τὴν χρῆσιν αὐτοῦ, καὶ νὰ ἀναλαμβάνῃ τὸ σταφιδικὸν ταμεῖον εἰς βάρος αὐτοῦ τὴν ζημίαν ταύτην, ἀγοράζον εἰς εὐθηνὴν τιμὴν σταφίδα καλλιτέρας ποιότητος καὶ ἀποστέλλον αὐτὴν εἰς πώλησιν. Οὕτω δυνάμεθα, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰ καθήκοντα ἡμῶν, καὶ ὡς Κυβέρνησις καὶ ὡς μέλη τοῦ Κοινοβουλίου μετέχοντες τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἐγὼ δὲν ἔχω λόγον νὰ εὐγνωμονήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διὰ τὴν ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν ἀφῆκε περὶ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ διὰ τὴν εὐκολίαν, τὴν ὁποίαν παρέσχεν εἰς τοὺς φίλους αὐτοῦ, νὰ ψηφίσωσιν ἐπ’ αὐτοῦ ὅπως ἂν θέλωσι. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποθέσω, ὅτι ζητήματα περὶ ὑποστηρίξεως τῶν καλλιεργητῶν τῆς σταφίδος, ἢ τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ ἐμπορίου αὐτῆς, ὅτι ἤθελον μεταποιηθῆ εἰς ζητήματα πολιτικά. Μόνον ὑπὸ ἕνα ὅρον ἤθελον ἀποδεχθῆ τοιαύτην πρότασιν. Ἂν ἡ Κυβέρνησις εἶχε γνώμας ὡρισμένας, τὰς ὁποίας εἶχε μελετήσει, τὰς ὁποίας εἶχε κρίνει ὡς μόνας αὐτὰς δυναμένας νὰ ἐκτελεσθῶσι καὶ δυναμένας νὰ σώσωσι τὴν παραγωγὴν, ἡ Κυβέρνησις οὐ μόνον ἠδύνατο, ἀλλ’ εἶχε καὶ καθῆκον νὰ ᾖναι ἐπιβλητικὴ εἰς τοὺς φίλους της· διότι, ἂν δὲν ἐγίνοντο ἀποδεκταὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς αἱ γνῶμαί της αὗται, συνέπεια θὰ ἦτο ἡ καταστροφὴ τῆς παραγωγῆς τῆς σταφίδος, ἤτοι ζημία κοινωνικὴ, μείωσις τοῦ εἰσαγομένου εἰς τὸ Κράτος ποσοῦ χρυσοῦ, ζημία ἀτόμων καὶ ζημία καὶ τοῦ Κράτους ἐν γένει. Συνέπεσεν ὅμως τὰ θέματα νὰ ᾖναι τοσοῦτον δύσκολα καὶ ποικίλα, ὥστε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ σχηματίσῃ γνώμην ἰδίαν, ὡς εἶπε. Διὰ τοῦτο συνέπεσε νὰ συῤῥαφῇ ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποθέτω, πρὸς τιμὴν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἄλλος συνέῤῥαψε, νὰ εἰσαγάγῃ δι’ οὗτος εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφίνον αὐτὸ ἔκθετον, ἵνα κρίνωσιν ἐπ’ αὐτοῦ ὡς θέλουσιν. Αἱ Κυβερνήσεις δὲν ἔχουσι τὴν ἐλευθερίαν νὰ μεταποιῶσι τοιαῦτα ζητήματα εἰς ζητήματα ὑπουργικά. Ὁσάκις δὲ τοιαύτη παρ’ ἡμῖν εἰσήχθη ἕξις, εἰσήχθη κατὰ κατάχρησιν, ἐπὶ παρακωλύσει καὶ περιορισμῷ τῆς ἐλευθερίας τοῦ Κοινοβουλίου. Διὰ τοῦτο κατακρίνω τὴν ἕξιν ταύτην. Τότε μόνον αἱ Κυβερνήσεις τιθέασι τὰ θέματα ὡς θέματα ὑπουργικὰ, καὶ συνταυτίζουσι τὴν ὕπαρξίν των ἐν τῇ Κυβερνήσει μετὰ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ νομοθετήματος, ὅταν δύνανται εὐπαῤῥησιάστως νὰ παραστήσωσιν εἰς τοὺς συμπολίτας των, ὅτι, ἂν τὸ νομοθέτημα δὲν ἤθελε ψηφισθῆ, ἀποβαίνει ἀδύνατον εἰς αὐτὰς νὰ ἐφαρμόσωσι τὸ κυβερνητικὸν σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχουσι, καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου, κατὰ τὴν γνώμην αὐτῶν, ἐξαρτῶσι τὴν εὐημερίαν τοῦ τόπου· ἑπομένως, μὴ ψηφιζομένου τοῦ νομοθετήματος, ἀφαιροῦνται τὰ μέσα, δι’ ὧν προσεδόκων νὰ παρασκευάσωσι τὴν εὐημερίαν τοῦ τόπου, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν στέργουσι πλέον νὰ μένωσιν ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἁπλῶς διὰ νὰ ἄρχωσι, διότι ἐδέχθησαν νὰ κυβερνήσωσι, διὰ νὰ δημιουργήσωσι καὶ κατασκευάσωσι τὴν εὐημερίαν τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ τόπου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐκλήθησαν νὰ ἄρχωσι. Τοιοῦτόν τι δὲν εἶναι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς παρεσκευάσθη· διὰ τοῦτο, ἂν δὲν ἦμαι εὐγνώμων εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διὰ θυσίαν τινὰ, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ φίλοι του ὑπέθεσαν ὅτι ὑπεβλήθη, προσδοκῶ ὅμως, ὅτι πάντες θέλομεν σκεφθῆ ὡς ἀδελφοὶ καὶ ψηφίσωμεν τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, διότι ὁ καιρὸς ἐπείγει. Δὲν εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι μετὰ τὴν πρώτην Ἀπριλίου ἐκτελοῦνται ἐργασίαι καλλιεργείας, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἡ ἐπιτυχία ἢ ἡ ἀποτυχία τῆς παραγωγῆς· ἐξακολουθεῖ βεβαίως ἡ καλλιέργεια καὶ κατὰ Ἀπρίλιον καὶ κατὰ Μάϊον καὶ μέχρι τοῦ τρυγητοῦ, ἀλλὰ αἱ ἐργασίαι τῆς καλλιεργείας γίνονται κατὰ τοὺς μῆνας, οὓς νῦν διανύομεν. Πρέπει λοιπὸν νὰ σπεύσωμεν, ἂν σκοπῶμεν νὰ δώσωμεν βοήθειαν καὶ παρηγορίαν εἰς τὰς ἐπαρχίας ταύτας, νὰ σπεύσωμεν νὰ ψηφίσωμεν τὰ περὶ ἱδρύσεως σταφιδικοῦ ταμείου. Πρέπει δὲ νὰ μὴ διαλάθῃ ἡμᾶς καὶ ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. ἐξ Αἰγιαλείας συνάδελφος προέβαλε πρὸ μικροῦ εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ περισσεύματος τῆς ἐφετεινῆς παραγωγῆς. Εἶναι παρατήρησις ἀξία νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει κατὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ θέλει ψηφίσει, διότι, ἂν ὑπελείφθη ἐν τῇ χώρᾳ ἀποταμίευμα ἐν ταῖς ἀποθήκαις διαθέσιμον πάντοτε πρὸς πώλησιν, περίσσευμα τῆς ἐφετεινῆς παραγωγῆς, ποσὸν ἀνερχόμενον εἰς 70, 60 καὶ 50 ἑκατομμύρια, εἰς οὐδὲν θέλει σᾶς ὠφελήσει ἡ παρακράτησις τῆς μελλούσης παραγωγῆς, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. Μεσσηνέζης, διότι δὲν θέλετε ἔχει μόνον τὸ περίσσευμα τῆς παραγωγῆς τοῦ 1894, ἀλλὰ θέλετε ἔχει καὶ τὸ περίσσευμα τῆς παραγωγῆς τοῦ 1893. Ἀλλὰ διὰ πᾶσαν οἱανδήποτε πρόνοιαν, τὴν ὁποίαν ἠθέλετε ἐγκρίνει νὰ λάβητε, ἔχετε ἀνάγκην πρὸ παντὸς τῆς βάσεως, τῆς ἱδρύσεως τοῦ σταφιδικοῦ ταμείου. Εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ μέτρου τούτου ἐπαναλαμβάνω, φίλοι συνάδελφοι, νὰ σᾶς συστήσω νὰ σπεύσητε, ὅπως συστηθῇ τάχιστα τὸ ταμεῖον τοῦτο.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
§63ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Αὔριον κύριε Πρόεδρε.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ, ἔχει τις τὸν λόγον;
§65ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶχε δηλώσει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐπιφυλάσσεται νὰ λάβῃ τὸν λόγον τελευταῖος, καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς γνώμας του (Θόρυβος).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, καθήσατε τέλος πάντων.
§67Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι 9 καὶ τέταρτον.
§68ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ὥρα εἶναι 9 καὶ τέταρτον, καὶ τὸ συνήθως γινόμενον καθ’ ὅλας τὰς προηγηθείσας ἡμέρας εἶναι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην οἱ ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης προτείνομεν.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δηλαδή;
§70ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδή, ὅτι εἶναι 9 καὶ τέταρτον, ὅτι εἶναι τὸ ζήτημα πολὺ σπουδαῖον, ὅτι εἶναι πολλοὶ ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσουν, καὶ συνεπῶς δικαία εἶναι ἡ ἀξίωσις ἡμῶν, νὰ ἀναβάλωμεν τὸ ζήτημα· ἐκτὸς ἐὰν θέλητε νὰ γείνῃ καὶ αὔριον συνεδρίασις, δι’ ὅπερ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν κἀμμίαν ἀντίῤῥησιν.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἐρωτῶ, ἂν ἔχῃ τις τὸν λόγον. Οὐδεὶς εἶναι ἐγγεγραμμένος.
§72ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἐννοεῖ νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, νὰ συνοψίσῃ ὅλας τὰς γνώμας, νὰ ὑποδείξῃ τίνας ἀσπάζεται καὶ τίνας ἀποκρούει, ἐννοεῖται ὅτι θὰ ἐπέλθωσι καὶ ἄλλαι ἀγορεύσεις, διότι θὰ γεννηθῇ τότε ἀκριβῶς ἡ συζήτησις. Μέχρι τοῦδε συζήτησις δὲν ἐγένετο. Ἦτο ἓν εἶδος μονολόγου· ἀπεκρούετο παρ’ ὅλων σχεδὸν τῶν ἀγορευσάντων τὸ νομοσχέδιον. Οὐδεμία ὑποστήριξις ἐκ μέρους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἢ ἄλλου τινός. Ὥστε συζήτησις ἀκόμη δὲν ἐγένετο.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ κλείσω τὴν συζήτησιν, κύριε Βουλευτά. Ἐγὼ ἐρωτῶ, ἂν ἔχῃ τις τὸν λόγον.
§74ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θέλω μὲ τοῦτο νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν μιᾷ στιγμῇ νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις αὐτή, ὅτι ἀκριβῶς ἡ συζήτησις θ’ ἀρχίσῃ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀναλάβῃ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ νομοσχέδιόν του, ἢ νὰ παραδεχθῇ γνώμας ἄλλων, ἢ νὰ ἀποκρούσῃ αὐτάς.
§75ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ ἐννοῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδέχηται τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ σταφιδικῆς διακανονίσεως, καὶ λαμβάνοντες ὡς βάσιν τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν καθέκαστα, καὶ νὰ παύσῃ πλέον ἡ γενικὴ συζήτησις ἡ ἀτελεύτητος. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα: παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ναὶ ἢ ὄχι;
§76ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συνεζητήθη εἰσέτι.
§77ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου εἶναι διττή· ἀφ’ ἑνὸς ἡ παρακράτησις, ἀφ’ ἑτέρου ἡ σύστασις ταμείου ὑπὸ τῆς ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων. Ἀμφότεραι αἱ ἀρχαὶ αὗται μέχρι τοῦδε ἀπεκρούσθησαν παρὰ πάντων. Εἶναι ἀνάγκη δὲ πάντες ν’ ἀκούσωμεν καὶ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§78Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ εἶμαι πρόθυμος νὰ ὁμιλήσω ἀπόψε, ἀρκεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ᾖναι πρόθυμος νὰ μὲ ἀκούσῃ. Δὲν ἐπιθυμῶ ὅμως κατ’ οὐδὲν νὰ παρακωλύσω τὴν πρόοδον τῆς ἐργασίας τῆς Βουλῆς· ἂν δ’ ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι δύναται νὰ προβῇ εἰς ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας, δύναμαι νὰ ὁμιλήσω κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§79ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι τακτικὸν μετὰ συζήτησιν τετράωρον νὰ ἐξακολουθήσωμεν συζητοῦντες. Ἐπειδὴ ὅμως θεωρῶ τὸ ζήτημα ἐπεῖγον, νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ συνέλθωμεν αὔριον, Κυριακήν, ἀλλ’ ἐνωρίτερον καὶ οὐχὶ τὴν ὥραν, καθ’ ἣν συνερχόμεθα μέχρι τοῦδε.
§80ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁπωσδήποτε αὐτὴν τὴν ἑσπέραν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀχθῇ εἰς πέρας ἡ συζήτησις· ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἀκούσωμεν, μετὰ τὰ λεχθέντα ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ τίς δύναται νὰ μᾶς ἐγγυηθῇ, ὅτι μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν θὰ ὑπάρξωσιν οἱ ἀντιλέγοντες;
§81ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπόψε.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλή;
§83ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναμφισβητήτως μέχρι σήμερον διεξήχθη σπουδαίως ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ οὐδὲν δύναται νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ἔληξεν ὅπως ἔπρεπε νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις, πρῶτον διὰ τὸν λόγον, ὅτι δὲν ἠκούσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δικαιολογῶν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατεπολεμήθη, δεύτερον, διότι αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρέστησεν, ὅτι δύναται νὰ δεχθῇ καὶ τὴν ἀποκοπὴν τοῦ πρώτου μέρους τοῦ νομοσχεδίου του, ἢ νὰ τροποποιήσῃ μίαν ἑκάστην τῶν διατάξεων, τρίτον, διότι αἰσθάνεται ἡ Βουλή, ὅτι δὲν ἔληξεν ἡ συζήτησις, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν τοιοῦτον ζήτημα νὰ λυθῇ ὅπως λύονται τὰ κοινὰ ζητήματα ἐπὶ τῶν συνήθων νομοσχεδίων.
§84ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ λυθῇ ζήτημα.
§85ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται ν’ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἢ τῶν ἀρχῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, τὸ νομοσχέδιον, δὲ αὐτὸ δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ, εἰμὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἀναμφισβητήτως δὲ ἡ Βουλὴ ταύτην τὴν στιγμὴν δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐκεῖνος δ’ ὅστις ἤθελεν ἐπισπεύσει εἰς τοῦτο, θέλει μὲν ἐπιτύχει τὸν περιορισμὸν τῆς συζητήσεως,—ἡ ὁποία ὅμως θὰ ἐξακολουθήσῃ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν,—ἀλλὰ δὲν θέλει βεβαίως ἐπιτύχει τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἕνεκα τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἤδη ἡ Βουλή.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν Δευτέραν παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ συνέλθωσιν ἀκριβῶς τὴν τετάρτην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν, διότι κατήντησε νὰ συνερχώμεθα εἰς τὰς 6½. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 καὶ 30′ μ. μ.