1894.02.05
794 rows · 5,957 words · 52 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 48
τῆς 5 Φεβρουαρίου 1894.
(Σάββατον).
Ὥρα 6 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ἐπληροφορήθην ἐξ ἐπιστολῶν διαφόρων συμπολιτῶν μου, ὅτι ἐν Κατακώλῳ ἐνέσκηψεν ἡ νόσος εὐφλογία. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν ἔχηται ἀληθείας ἡ εἴδησις, νὰ λάβῃ σύντονα καὶ δραστήρια μέτρα, ὅπως μὴ μεταδοθῇ τὸ κακὸν εἰς τὴν πόλιν καὶ ἐκεῖθεν εἰς ὁλόκληρον τὴν ἐπαρχίαν, διότι αὐτὸ τὸ κακὸν μόνον μᾶς ἔλειπε, διὰ νὰ φθάσῃ ἡ ἀπελπισία μας εἰς τὸ μὴ περαιτέρω.
§2ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ ἐξετάσω, καὶ ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς, θὰ λάβω τὰ κατάλληλα μέτρα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης τοῖς δύο δωδεκατημορίοις ἐπὶ τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως 1894 δι’ ἔξοδα τοῦ Κράτους τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου ἐ. ἔ.
§4ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μακραὶ, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ ἐπανειλημμέναι συζητήσεις διεξήχθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀφορῶσαι εἰς τὸν προσήκοντα τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ῥυθμίζωνται τὰ τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων καὶ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τοῦ Δημοσίου, ἐν περιπτώσει μὴ ἐγκαίρου ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Κατὰ τὰς μακρὰς ἐκείνας συζητήσεις κατεδείχθη, νομίζω, σαφέστατα, ὅτι τὰ παρ’ ἡμῖν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου τηρούμενα δὲν εἶναι οὔτε ἐπαρκῆ οὔτε προσήκοντα. Ἤλπιζον ὅτι ἐκ τῶν συζητήσεων ἐκείνων ἤθελε δοθῆ ἀφορμὴ εἰς τοὺς ἁρμοδίους νὰ ἐγκύψωσι κάλλιον εἰς τὴν μελέτην τοῦ θέματος, καὶ νὰ διαῤῥυθμίσωσιν αὐτὸ πληρέστερον καὶ νομιμώτερον, διότι κατὰ τὰς συζητήσεις ἐκείνας οὐ μόνον διὰ θεωρητικῶν λόγων κατεδείχθη τὸ πλημμελὲς τῶν παρ’ ἡμῖν ἰσχυόντων, ἀλλὰ κατεδείχθη προσέτι καὶ διὰ τῆς ῥητῆς παραστάσεως τῶν ἐν ὁμοίαις περιστάσεσιν ἐν Γαλλίᾳ ἰσχυόντων. Ἐπεδείχθησαν μάλιστα καὶ αὐτοὶ οἱ νόμοι καὶ αὐτὰ τὰ διατάγματα, τὰ κανονίζοντα τὰ τοῦ θέματος ἐν Γαλλίᾳ, καὶ διὰ τοῦτο ὑπέθετον, ὅτι τὰ ἐκεῖ ἰσχύοντα ἤθελον ἀναγνωρισθῆ ὡς ἐφαρμοστέα καὶ παρ’ ἡμῖν, ἀφοῦ ὁ ἰσχύων παρ’ ἡμῖν λογιστικὸς νόμος εἶναι ἁπλῆ μετάφρασις τοῦ λογιστικοῦ νόμου τῆς Γαλλίας. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι οὔτε οἱ λόγοι ἐκεῖνοι οὔτε τὰ παραδείγματα ἔπεισαν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι, εἰσάγων ἤδη νομοσχέδιον πρὸς κανονισμὸν τῆς ἀνάγκης ταύτης, ἀκολουθεῖ τὴν πεπατημένην καὶ ὄχι τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἠκολουθήσαμεν. Δὲν ἐπιθυμῶ, Κύριοι, νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἐπαναλαμβάνων πλήρη τὴν ἄλλοτε διεξαχθεῖσαν περὶ τούτου συζήτησιν· νομίζω μόνον καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλω ὑμῖν σύντομόν τινα αὐτῆς ἀνακεφαλαίωσιν, διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ ἐκ τῆς σιωπῆς μου, ὅτι μετεπείσθην ἐκ τῶν λεχθέντων προχθὲς ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἐν χρήσει συστήματος. Εἶναι, Κύριοι, πασίγνωστον, ὅτι εἰς τὰ συνταγματικῶς πολιτευόμενα ἔθνη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ ἔσοδόν τι, οὔτε νὰ γείνῃ δαπάνη τις, ἂν μὴ προηγουμένως ἐπιψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς προϋπολογισμὸς, περιλαμβάνων τὰ ἔσοδα καὶ προσδιορίζων τὰ ἔξοδα. Δὲν ἀρκεῖ, ὅτι ὑπάρχουσι νόμοι προσδιορίζοντες τοὺς φόρους καὶ τοὺς δασμοὺς, δὲν ἀρκεῖ, ὅτι ὑπάρχουσι νόμοι κανονίζοντες τὰ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ προσδιορίζοντες τὰ πρὸς τοῦτο δαπανηθησόμενα χρήματα, ἀπαιτεῖται προσέτι ἀναποφεύκτως καὶ ἄδεια τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐνεργηθῇ πᾶσα εἴσπραξις ἐσόδου, ἵνα ἐνεργηθῇ πᾶσα πληρωμὴ ἐξόδου. Τὴν ἄδειαν ταύτην χορηγεῖ ἡ Βουλὴ ἀνὰ πᾶν ἔτος διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὸ δικαίωμα τοῦτο, Κύριοι, ἐθεωρήθη πάντοτε ὡς τὸ σπουδαιότερον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον κατέκτησαν τὰ ἔθνη διὰ τῆς καθιερώσεως τῶν ἐλευθέρων πολιτευμάτων. Πρὸς ἐξασφάλισιν μάλιστα τοῦ δικαιώματος τούτου τῆς Βουλῆς, τοῦ νὰ χορηγῇ τὴν ἄδειαν τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων, καὶ ποιναὶ ἀπαγγέλλονται καὶ ἀπὸ τὸν ἡμέτερον λογιστικὸν νόμον καὶ ἀπὸ τοὺς κατ’ ἔτος ψηφιζομένους ἐν Γαλλίᾳ νόμους τῶν ἐσόδων κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον τολμήσει νὰ εἰσπράξωσι φόρους χωρὶς ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τὴν πρὸς τοῦτο ἄδειαν. Ὑποθέτω, ὅτι οὐδεμία περὶ τούτων δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις. Ἀλλὰ συμβαίνει ἐνίοτε νὰ μὴ κατορθῶται ἡ ἔγκαιρος ἐπιψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἂν δὲ αὐστηρῶς ἐφηρμόζετο ἡ ἐκτεθεῖσα ἀρχὴ, ἂν δηλ. ἔπαυε πᾶσα εἴσπραξις φόρων καὶ πᾶσα πληρωμὴ ἐξόδων ἕνεκα τῆς μὴ ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, πολλοὶ ἠδύναντο νὰ προκύψωσι κίνδυνοι καὶ ζημίαι. Πρὸς πρόληψιν τούτων ἐθεωρήθη μὴ ἀντιβαῖνον εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ Συντάγματος νὰ ζητῆται ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς πρὸς εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων καὶ πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων καὶ πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ προσωρινῶς, διὰ τὸ χρονικὸν διάστημα, ὅπερ θὰ παρέλθῃ ἀναγκαίως μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ ἄδεια αὕτη ἐπιτυγχάνεται διὰ νόμων λαμβανόντων τὸν χαρακτηρισμὸν «περὶ προσωρινῶν δωδεκατημορίων». Καὶ πράγματι πάντοτε ἐν Γαλλίᾳ, ὁσάκις δὲν κατορθοῦται ἡ ἔγκαιρος ἐπιψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐκδίδονται τοιοῦτοι νόμοι, δι’ ὧν ῥητῶς ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐπιτρέπει καὶ τὴν εἴσπραξιν φόρων καὶ τὴν πληρωμὴν τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους. Τὸ σύστημα τοῦτο δὲν τηρεῖται παρ’ ἡμῖν ἀπαραλλάκτως. Πρῶτον οὐδέποτε ἐπιζητεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς ἡ ἄδεια τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων, ἐξακολουθεῖ δὲ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἰσπράττουσα τοὺς δασμοὺς, τοὺς φόρους τοῦ Κράτους, πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ δώσῃ τὴν ἄδειαν τῆς εἰσπράξεως ταύτης. Τοῦτο γίνεται πάντοτε παρ’ ἡμῖν, καὶ ἤδη, ἐνῷ ἡ Βουλὴ οὐδεμίαν ἔδωκε τοιαύτην ἄδειαν, ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους ἐνεργεῖται εἴσπραξις εἰς ὅλα τὰ τελωνεῖα τοῦ Κράτους. Τοῦτο, Κύριοι, εἶναι ὅλως ἔκθεσμον καὶ ἀδικαιολόγητον, καὶ ἀποτελεῖ, ἐπαναλαμβάνω, ἀξιόποινον πρᾶξιν κατὰ τὸν ἡμέτερον λογιστικὸν νόμον. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ εἰσπραχθῇ οὐδεὶς φόρος ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς· διατὶ λοιπὸν, ἐρωτῶ, οἱ εἰσάγοντες τοιούτους νόμους δὲν λαμβάνουσι τὴν πρόνοιαν νὰ ζητήσωσι τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ἵνα νομιμοποιηθῇ ἡ τοιαύτη ἐνέργεια; Καὶ ἄλλοτε ἀπηυθύνθησαν τοιαῦται ἐρωτήσεις, ἀλλ’ ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐδεμίαν ἤκουσα ἀπάντησιν· διὰ τοῦτο ἐρωτῶ καὶ πάλιν, πῶς δικαιολογεῖσθε, προβαίνοντες εἰς τὴν εἴσπραξιν φόρων, χωρὶς νὰ δώσῃ πρὸς τοῦτο τὴν ἄδειαν ἡ Βουλή; Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πληρωμὴν τῶν δαπανῶν, εἰσάγονται παρ’ ἡμῖν τακτικῶς νομοσχέδια, δι’ ὧν ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς, καὶ τοιοῦτον εἶναι ἐκεῖνο, περὶ οὗ σήμερον συζητοῦμεν· ἀλλὰ διὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων, ἀντὶ νὰ ζητῆται ἡ πληρωμὴ ὅλων τῶν δαπανῶν, εἰς τὰς ὁποίας τὸ Κράτος εἶναι δυνάμει τῶν νόμων ὑπόχρεων διὰ τὸ χρονικὸν διάστημα μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ζητεῖται ἡ πληρωμὴ τῶν δαπανῶν τῶν ἀναγραφομένων εἰς τὸν εἰσαχθέντα ἐν τῇ Βουλῇ προϋπολογισμόν· ὑπεστήριξαν μάλιστα ἄλλοι, ὅτι ἡ ἀναφορὰ ἐν τοῖς τοιούτοις νομοσχεδίοις πρέπει νὰ γίνηται οὐχὶ εἰς τὸν ἐκκρεμῆ ἐν τῇ Βουλῇ προϋπολογισμόν, ἀλλὰ εἰς τὸν ἐπεψηφισμένον ἤδη προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους. Καὶ συζητήσεις διεξήχθησαν περὶ τοῦ ὀρθοτέρου τῶν δύο τούτων συστημάτων. Ἐγώ, Κύριοι, φρονῶ, ὑπέβαλον δὲ καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην μου, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χορηγηθῇ ἡ ἄδεια τῆς πληρωμῆς τῶν δαπανῶν δι’ ἀναφορᾶς εἴτε εἰς τὸν ἕνα εἴτε εἰς τὸν ἄλλον προϋπολογισμόν, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι οὔτε ὁ εἷς προϋπολογισμὸς οὔτε ὁ ἄλλος προϋπολογισμὸς περιέχει ἁπάσας τὰς δαπάνας, εἰς τὰς ὁποίας ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ ἐπαρκέσῃ κατὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα, ὅπερ θὰ διαῤῥεύσῃ μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ παρελθόντος ἔτους προέβλεψε περὶ τῶν δαπανῶν τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἀλλ’ ἐνδέχεται, ἐκτὸς ἐκείνων τῶν δαπανῶν, κατὰ τὸ τρέχον ἔτος νεώτεραι ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους νὰ καθιστῶσιν ἀναγκαίαν τὴν πληρωμὴν νέων δαπανῶν. Ἄν ζητήσωμεν τὴν ἄδειαν τῆς πληρωμῆς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους, δὲν ἔχομεν τὰ μέσα νὰ πληρώσωμεν αὐτὰς τὰς δαπάνας· ἂν τοὐναντίον, ὅπως γίνεται, ζητῶμεν τὴν ἄδειαν ἀναφερόμενοι εἰς τὸν εἰσηγμένον προϋπολογισμόν, ἐνδέχεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τούτῳ νὰ μὴ ὑπάρχῃ πρόνοια περὶ δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἐν τούτοις ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ πληρώσῃ. Εἰσήχθησαν νομοσχέδια περὶ καταργήσεως θέσεων, περὶ περιορισμοῦ ἐξόδων, καὶ συνεπῶς ἐν τῷ συνταχθέντι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νομοσχεδίων τούτων προϋπολογισμῷ περὶ αὐτῶν τῶν ἐξόδων οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια· ἀλλ’ εἴτε διότι δὲν ἐψηφίσθησαν τὰ νομοσχέδια, εἴτε δι’ ἄλλον λόγον, αἱ δαπάναι αὗται πρέπει νὰ πληρωθῶσι καὶ κατὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον καὶ κατὰ τὸν μῆνα Φεβρουάριον. Ἀλλ’ ὁ ἐκκρεμὴς προϋπολογισμὸς οὐδεμίαν περὶ τούτων ἔχει πρόνοιαν· πῶς λοιπὸν θὰ γείνωσιν αἱ πληρωμαὶ αὗται; Δὲν εἶναι λοιπὸν βέβαιον, ἐὰν ἢ ὁ εἷς προϋπολογισμὸς ἢ ὁ ἄλλος περιέχῃ ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις, εἰς τὰς ὁποίας ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ ἐπαρκέσῃ. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, Κύριοι, ἐνδέχεται εἰς τὸν εἰσηγμένον προϋπολογισμὸν νὰ ὑπάρχωσι δαπάναι, καὶ πολλάκις δαπάναι σπουδαιόταται, αἱ ὁποῖαι ἐξαρτῶνται ἀπὸ τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς. Ἐνδέχεται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν νὰ ἀναγράφηται ἓν μέγα ποσὸν χρημάτων πρὸς ἐπιχείρησιν δημοσίων ἔργων. Περὶ τῆς ἀνάγκης καὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ ἔργου τούτου θὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς σχετικῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πιστώσεως, καὶ μετὰ ὥριμον συζήτησιν θὰ δώσῃ ἢ θὰ ἀρνηθῇ τὴν ἄδειαν τῆς ἐγγραφῆς τῆς δαπάνης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Ὅταν ὅμως διὰ τοιούτων δωδεκατημορίων ζητῆται νὰ χορηγήσωμεν τὴν ἄδειαν τῶν δαπανῶν, ἔστω καὶ διὰ δύο μῆνας, ποία θὰ ἦναι ἡ συνέπεια; ὅτι θὰ γείνῃ ἔναρξις τοῦ ἔργου τούτου ἐν πληρεστάτῃ ἀγνοίᾳ τῆς Βουλῆς ὁποῖον εἶναι τὸ ἔργον καὶ ἐὰν δικαιολογῆται ἀληθῶς ἡ κατασκευή του. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν, οὔτε προσῆκον, νὰ προσδιορισθῶσιν αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν, οὔτε διὰ τῆς ἀναφορᾶς εἰς τὸν ἕνα προϋπολογισμὸν, οὔτε διὰ τῆς ἀναφορᾶς εἰς τὸν ἄλλον προϋπολογισμόν. Τί πρέπει λοιπὸν νὰ γείνῃ; Ὅ,τι, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τοιαύτας περιστάσεις πράττουσιν ἐν Γαλλίᾳ. Τίνες αἱ δυνάμει τῶν νόμων ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα, δι’ ὃ ζητεῖται ἡ ἄδεια, δύναται νὰ ὑπολογίσῃ ἡ Κυβέρνησις κατὰ προσέγγισιν, καὶ νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς ἀνάλογον πίστωσιν πρὸς πληρωμὴν αὐτῶν, διανέμουσα κατόπιν αὐτὴν διὰ διατάγματος εἰς τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας, κατὰ τὰς ἀνάγκας αὐτῶν. Ἰδοὺ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον τηρεῖται ἐν Γαλλίᾳ, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι τὸ μόνον ὀρθὸν, τὸ μόνον συνᾷδον μὲ τὴν λογιστικὴν ἡμῶν ὑπηρεσίαν. Διὰ τοῦτο ἐγώ, Κύριοι, δὲν ἐγκρίνω τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καὶ φρονῶ, ὅτι πάντες, ὅσοι ἐγκύψουσιν εἰς τὴν μελέτην τοῦ θέματος αὐτοῦ, θὰ συμφωνήσωσι μετ’ ἐμοῦ, ὅτι δὲν εἶναι ὁ προσήκων τρόπος τῆς παροχῆς ἀδείας πρὸς δαπάνην τὸ εἰσαγόμενον τοῦτο νομοσχέδιον. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὴν αὐτὴν γνώμην θὰ μορφώσωσιν ἐπὶ τέλους καὶ αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ἐπιμένοντες νὰ ζητῶσι τὴν ἄδειαν διὰ νομοσχεδίου, οἷον τὸ ὑπὸ συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§5Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὸ ἑπόμενον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὀφείλω νὰ καταθέσω τὰ ζητηθέντα ἐν σχέσει πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς πιστώσεως τῶν δρ. 614,349 61 δικαιολογητικά. Τὰ δικαιολογητικὰ ταῦτα παραδίδω εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἐννοεῖται ὅτι εἶναι πολύτιμα, καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐπιμελὴς αὐτῶν ἐπιτήρησις καὶ ὅσον ἔνεστι ταχυτέρα ἀπόδοσις.
§6ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου.
§7Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι μὲν πολύτιμα, οὐχὶ ὅμως καὶ περίπλοκα, περιλαμβάνουσι δὲ καὶ κατάστασιν τῶν δαπανῶν.
§8ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας εἶχον ζητήσει χθές;
§9Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν σχέσει πρὸς τὰς πληροφορίας ταύτας τὸ ἁρμόδιον τμῆμα ἔδωκε σημείωμα· τὸ σημείωμα ἀνάγεται εἰς μόνην τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ παρελθόντος ἔτους μέχρι τέλους Δεκεμβρίου καὶ τοῦ τρέχοντος ἔτους μέχρι τέλους Ἰανουαρίου. Μέχρι τέλους Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους ἔχομεν 237 ἑκατομμύρια, καὶ 11 ἑκατομμύρια κατὰ Ἰανουάριον τρέχοντος ἔτους, τὸ ὅλον 249,208,000. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς εἶχε ζητήσει καὶ ἄλλας πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐπισήμως δὲν ἔχομεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Ἐζήτησα κατόπιν τῆς αἰτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ παρ’ ἁρμοδίων καὶ ἴσως λάβω πληροφορίας, αἵτινες θὰ ἔχωσι μὲν αὐθεντικόν, οὐχὶ ὅμως καὶ ἐπίσημον χαρακτῆρα. Ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς σημείωσιν τοῦ ἀποθέματος τοῦ ἐν Λονδίνῳ. Δὲν ἔχομεν περὶ αὐτοῦ σήμερον ἰδίας τῆς ὑπηρεσίας πληροφορίας; ἐκ Πατρῶν ὅμως δυνάμεθα νὰ λάβωμεν πληροφορίας θετικάς, διότι τὰ ἐκεῖ μεγάλα ἐμπορικὰ καταστήματα κρατοῦσι σημειώσεις ἀκριβεστάτας. Προσέτι ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς πληροφορίας καὶ περὶ τοῦ ὑπάρχοντος ἐν τῷ Κράτει ἀποθέματος σταφίδος. Ἵνα δώσωμεν τὴν πληροφορίαν ταύτην, πρέπει νὰ γινώσκωμεν ἀκριβῶς ποία ὑπῆρξεν ἡ παραγωγή, ἀλλὰ τὴν παραγωγὴν δὲν ἐξακριβόνει ἡ ὑπηρεσία διὰ τῆς φορολογίας, ἡ ὑπηρεσία ἐξακριβόνει διὰ τῆς φορολογίας μόνον τὴν ἐξαγωγήν, ταύτην ἄρα πρέπει νὰ παραβάλωμεν πρὸς πληροφορίας ἐξωδίκους περὶ τῆς παραγωγῆς, καὶ τὴν διαφορὰν νὰ θεωρήσωμεν ὡς ἀποτελοῦσαν τὸ ἀπόθεμα. Καταθέτω τὸ σημείωμα τοῦ τμήματος, καὶ πᾶσαν ἄλλην πληροφορίαν, ἣν ἤθελον λάβει, θέλω καταθέσει εὐθὺς, ὡς περιέλθη εἰς χεῖράς μου. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 614,349.61 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1892. Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς γʹ συζήτησιν, τὸ νομοσχέδιον περὶ πληρωμῆς τόκων ἐντόκων γραμματίων, ἀνηκόντων εἰς τὰ κληροδοτήματα Ι. Βαρβάκη καὶ Π. Τριανταφυλλίδου).
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν ἄρθρων 195 καὶ 196 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Συνεπείᾳ τῶν χθὲς γενομένων παρατηρήσεων, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προτείνει τὰς ἑξῆς τροποποιήσεις ἐπὶ τοῦ μόνου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου. Ἀντὶ τῆς φράσεως «δέκα μὲν ἡμέραι, ἂν κατοικῇ οὗτος ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ αὐτοῦ Πρωτοδικείου» νὰ τεθῇ ἡ φράσις «δεκαπέντε μὲν ἡμέραι, ἂν κατοικῇ κλπ.» ἀντὶ δὲ τῆς φράσεως «δεκαπέντε δὲ ἡμέραι, ἂν κατοικῇ ἐν τῇ περιφερείᾳ ἑτέρου μὲν Πρωτοδικείου» νὰ τεθῇ «εἰκοσιπέντε δὲ ἡμέραι κλπ.», καὶ ἀντὶ τῆς φράσεως εἰκοσιπέντε δὲ ἡμέραι, ἂν κατοικῇ ἐν τῇ περιφερείᾳ ἑτέρου Ἐφετείου» νὰ τεθῇ ἡ φράσις «τριάκοντα δὲ ἡμέραι κλπ.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως καὶ συστάσεως τελωνειακῶν θέσεων.
§12ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐξηγήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διατὶ θέλει νὰ δώσῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν εἰς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὸν τοιαύτης ἀναδρομικῆς δυνάμεως.
§13Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι τὸ ἄλλο νομοσχέδιον εἶχε δημοσιευθῆ οὐχὶ κανονικῶς.
§14ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐφηρμόσθη λοιπὸν, εἶναι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ σήμερον, καὶ πρόκειται νὰ νομιμοποιηθῇ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§16Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ, μετὰ τὰς λέξεις «κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 15–19» πρέπει νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «τοῦ νόμου ΣΙΒʹ τῆς 2 Ὀκτωβρίου 1852 περὶ δημοσίου λογιστικοῦ», διότι τοῦ νόμου τούτου τὸ κείμενον τροποποιεῖται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§18ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 παρακαλῶ νὰ δοθῇ ἐξήγησις· ἐννοεῖ ὅτι καθίστανται ἀμετάκλητοι πλέον ὅλαι αἱ ἐγκρίσεις, αἱ ὁποῖαι ἐχορηγήθησαν κατὰ τὸ παρελθόν;
§19Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐφ’ ὅσον εἶναι ἀμετάκλητοι, μένουσιν ἀμετάκλητοι. Δὲν μεταβάλλεται τὸ καθεστώς. Θὰ διατελῶσιν ἐν ᾗ καταστάσει θὰ ἦσαν, ἂν μὴ ἐψηφίζετο ὁ νόμος οὗτος.
§20ΡΑΛΛΗΣ. Δηλαδὴ ὁπωσδήποτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἀκυρώσεως.
§21Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν μεταβάλλομεν τὸ καθεστώς.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νόμου ͵ΒΚΕʹ τῆς 16 Ἰουλίου 1892 περὶ διαλύσεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας).
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 39 τοῦ νόμου ᾼΥΠΑʹ τῆς 28 Μαΐου 1887 περὶ τῆς ἐπὶ τῶν πολεμικῶν πλοίων οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας.
§24ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐξηγήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἐὰν πράγματι οὐδέποτε ἐγένετο ἡ ἐξέλεγξις τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας τῶν πλοίων ὑπὸ εἰδικοῦ ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἐὰν δὲν ἐγένετο, διατὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν λαμβάνεται τοὐλάχιστον πρόνοια, ὅπως γείνῃ ἀμέσως τώρα, καὶ ὄχι νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1895. Ἐπειδὴ λέγει τὸ νομοσχέδιον «κατὰ πάντα Ἰανουάριον», ὁ Ἰανουάριος δὲ τοῦ 1894 παρῆλθεν, ἕπεται ὅτι ἡ ἐξέλεγξις θὰ γείνῃ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1895. Ὀρθότερον εἶναι νὰ τεθῇ «κατὰ πάντα Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον».
§25Γ. Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν τὰ κανονίζετε. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου ᾼΥΟΗʹ περὶ συστάσεως σώματος ἀξιωματικῶν βοηθῶν τοῦ μηχανικοῦ. 2) Περὶ προσθήκης παραγράφου εἰς τὸ ἄρθρον 102 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, καὶ 3) Περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ναυτικῆς στρατολογίας ᾼΥΚΔʹ νόμου).
§27ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ δικαιολογητικὰ, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν πίστωσιν τῶν 614,349 δραχμῶν, περιῆλθον εἰς χεῖράς μου δυστυχῶς μετὰ τὴν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ἐπιψήφισιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου, καὶ δὲν ἔχω τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τῆς σχετικῆς πιστώσεως· προκειμένης ὅμως μεθαύριον τῆς τρίτης συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων τῶν τροποποιούντων τὰ περὶ δημοσίων ἔργων ἐπεθύμουν νὰ ἐκράτουν ἕως τότε τὰ δικαιολογητικὰ ταῦτα, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ ἀποδείξω τοὺς ἰσχυρισμούς μου· ἂν δὲ λαμβάνω τὸν λόγον τοσοῦτον παρακαίρως, εἶναι ἀκριβῶς διὰ νὰ προειδοποιήσω τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τίνων σημείων θὰ φέρω τὴν συζήτησιν. Θὰ ζητήσω δὲ τὴν προσεχῆ Δευτέραν τὴν ἑξῆς ἐξήγησιν. Βλέπω ὅτι πρόκειται περὶ καταστάσεως ἀφορώσης εἰς ἔργα ἐκτελεσθέντα κατὰ Μάρτιον τοῦ 1893, καὶ ἐν τούτοις τὰ ἔργα ταῦτα πληρόνονται ἐν μέρει ἐκ πιστώσεως τοῦ 1892. Ἀλλὰ περιπλέον βλέπω, ὅτι τὸ ἔνταλμα τῶν Ἐκκερσλέϋ, Γκότφρεϋ καὶ Λίδελλο ἐκ δραχμῶν 594,954 εἰς χρυσὸν ἐξεδόθη τὴν 14 Ἀπριλίου 1893, καὶ ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἐδικαιολογήθη ἐν μέρει ὡς προκαταβολὴ ἐγγυήσεως· καὶ θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ποῦ ἐστηρίχθη αὐτὴ ἡ προκαταβολὴ ἐγγυήσεως;—διότι ἡ σύμβασις περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης προβλέπει τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἀποδίδεται ἡ ἐγγύησις.—Παρακαλῶ τὴν πληροφορίαν ταύτην νὰ τὴν χορηγήσῃ τὴν προσεχῆ Δευτέραν, ὅτε θὰ ἔχωμεν τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§28Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως καθ’ ὑπέρβασιν ἐγένετο ἡ χορηγία τῆς προκαταβολῆς τῶν δραχ. 250,000· ἐγένετο καθ’ ὑπέρβασιν, ἵνα διευκολύνωμεν τὴν διαιτησίαν, διότι ἐνομίζομεν, ὅτι ἡ ἐξ ἰδιαιτέρας συμφωνίας διαιτησία ἦτο τὸ ἄριστον μέσον τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τούτου, ἐνομίζομεν ὅτι, ἐὰν προσεφεύγομεν εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου κανονιζομένην ὑποχρεωτικὴν διαιτησίαν, τὸ Ἐφετεῖον, ὁ διαιτητής, θὰ διώριζε πραγματογνώμονας, ἡ δὲ δι’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας μετάκλησις ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, περιβεβλημένου τὸ κῦρος διαιτητοῦ, ἀνδρὸς κεκτημένου πάντα τὰ προσόντα ἀρίστου πραγματογνώμονος θὰ ἦτο ὁ ταχύτερος ἅμα καὶ ἀσφαλέστερος τρόπος τῆς διεξαγωγῆς τοῦ ἔργου. Ἐφηρμόσαμεν ἄρα τὴν σύμβασιν καθ’ ἣν ἔννοιαν ἀπεδίδομεν ἡμεῖς εἰς αὐτήν, τουτέστιν ἐπὶ τῇ ἀδείᾳ τῇ παρεχομένῃ ὑπὸ τῆς συμβάσεως, ὅπως ἐκ συνεννοήσεως πρὸς τοὺς ἑτέρωθεν συμβαλλομένους λύσωμεν τὴν διαφορὰν διὰ συμβιβαστικῆς διαιτησίας. Αὐτὴ ἦτο ἡ γνώμη ἡμῶν περὶ τῆς ἐννοίας τῆς συμβάσεως, ἐπὶ τοιαύτῃ δ’ ἐννοίᾳ ἐφαρμόσαντες ταύτην, εἰργάσθημεν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου· ἀλλ’ ἐπειδὴ οἱ ἑτέρωθεν συμβαλλόμενοι ἤγειρον τὴν ἀξίωσιν, ὅτι τοῖς ὠφείλομεν 3,300,000, ὧν ἡ μὴ ἀναγνώρισις καὶ ἀπότισις ἐστέρει αὐτοὺς τῆς ἱκανότητος, ἵνα πληρώσωσι τὰ καθυστεροῦντα εἰς τοὺς ἐργολάβους καὶ ἐργάτας, οἵτινες συνέῤῥεον τότε, διαμαρτυρόμενοι, εἰς Ἀθήνας, καὶ παρίστων ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ ἀναμείνωσι τὴν ἄφιξιν τοῦ διαιτητοῦ, ἂν μὴ τοῖς ἐδίδετο μέρος τῶν ὀφειλομένων, ἀπεδέχθημεν, ἵνα τοῖς δώσωμεν προκαταβολὴν 250,000 δρ. ἄνευ λύσεως τοῦ ζητήματος περὶ τῶν 3,300,000, διότι εἴχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι διὰ ταύτης τῆς προκαταβολῆς θὰ ἐτέμνετο ἡ ὁδὸς πρὸς τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι τὰ 3,300,000, τὰ μὴ ἀναγνωριζόμενα καὶ ἑπομένως μὴ ἀποτινόμενα πρὸς τὴν ἐργολάβον ἑταιρίαν, ἦσαν ὅλως ἰδανικά. Καὶ ὄντως διὰ τῆς προκαταβολῆς ταύτης τῶν 250,000 ἐπετεύχθη, ὅπως ἔλθῃ ὁ διαιτητὴς, ὁ δὲ διαιτητὴς ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ πιστοποιεῖ, ὅτι ὅλως ἀνυπόστατος καὶ φαντασιώδης εἶναι ἡ ἀπαίτησις τῶν ἐργολάβων περὶ τῶν 3,300,000, καὶ κατὰ ὑπολογισμόν, ὃν αὐτὸς παραθέτει, οὐ μόνον δὲν ὀφείλονται 3,300,000 πρὸς αὐτούς, ἀλλὰ τοὐναντίον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ὀφείλονται παρ’ αὐτῶν 3,850,000. Οὕτω λοιπὸν διὰ τῆς προκαταβολῆς τῶν 250,000, ἥτις δὲν ἦτο κανονικὴ, ἐπετεύχθη ἡ ἐξασφάλισις ἑκατομμυρίων ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἀπαλλαγέντος τούτου συνάμα διὰ παντὸς τοῦ κύρους τῆς διαιτησίας ἀπὸ ἀδίκων καὶ ἐπιζημίων δυσφημήσεων. Ἤδη δὲ, ψηφιζομένης τῆς πιστώσεως ταύτης ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἐπελθόντος τοῦ ἀποτελέσματος τῆς διαιτησίας, τὸ ποσὸν τῶν 250,000 δραχμῶν συμψηφίζεται ἐν ταῖς νεωτέραις καταστάσεσι, καὶ οὕτω κανονίζεται ὑπόθεσις, ἥτις κατὰ τὴν ὁμολογίαν ἡμῶν ἐτελέσθη μὴ κανονικῶς, ἀλλὰ λίαν ὠφελίμως πρὸς τὸ Κράτος.
§29ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν διαιτησίαν ἐζήτησεν ἀκριβῶς ἡ Ἀγγλικὴ ἑταιρία.
§30Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς τὴν ἐζητήσαμεν.
§31ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν τὴν ἐζήτησε τὸ Δημόσιον, οὔτε ἀποτελεῖ αὕτη παραχώρησιν τῆς ἑταιρίας πρὸς τὸ Δημόσιον, διότι τὸ Δημόσιον εἶχε διαιτητὴν ἐκ τῆς συμβάσεως, εἶχε τὸ Ἐφετεῖον, ἂν δὲ ἐδέχθη τὴν διαιτησίαν ἀλλοδαποῦ, τὴν ἐδέχθη κατὰ παραχώρησιν· ἀφοῦ δὲ ἔκαμε μίαν τοιαύτην παραχώρησιν πρὸς τὴν ξένην ἑταιρίαν, χαριζόμενον τὸ Δημόσιον πρὸς αὐτήν, νομίζω ὅτι ἡ παραχώρησις καὶ μιᾶς προκαταβολῆς οἱασδήποτε ἐπλεόναζεν. Ἀλλὰ θέλω νὰ βεβαιωθῇ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τῆς πιστώσεως τῆς σχετικῆς δὲν εἶναι ἐπαρκὴς καὶ ὅτι ἀναγκαίως πρέπει νὰ ὑποβληθῇ σχετικὸν νομοσχέδιον. Οὐδὲ εἶναι πραγματικὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δύναται καὶ σήμερον, ἐκ τῶν καταστάσεων τῶν μελλουσῶν τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἐκτελεσθῆ εἰς τὸ μέλλον, ὅτι δύναται καὶ σήμερον τὸ Δημόσιον νὰ συμψηφίσῃ τὰς 250,000 δραχ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο, διότι αἱ 250,000 δρ. ἐδόθησαν ὡς προκαταβολὴ ἀποδόσεως ἐγγυήσεως, τουτέστι δὲν εἶναι ἀναγεγραμμέναι ἐν τῇ πιστοποιήσει τῇ συναπτομένῃ εἰς τὸ σχετικὸν ἔνταλμα. Τὸ σχετικὸν ἔνταλμα ἔχει ὡς ἑξῆς: «Πληρωμαὶ ὀφειλόμεναι ἐν ὅλῳ δραχ. 18,204,319, πληρωμαὶ μέχρι σήμερον δρ. 17,859,365, ὑπόλοιπον ὀφειλόμενον δραχ. 344,954.» Αὐτὴ εἶναι ἡ πιστοποίησις τοῦ μηνὸς Μαρτίου· προστίθεται «προκαταβολὴ ἐγγυήσεως 250,000». Δὲν εἶναι μόνον ἔκρυθμον, ὡς τὸ ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀντίκειται καὶ εἰς ῥητὴν διάταξιν τῆς συμβάσεως τῆς συναφθείσης πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν ἑταιρίαν, διότι ἡ σύμβασις ὁρίζει πότε δύναται νὰ ἀναληφθῇ ἡ καταβληθεῖσα ἐκ δύο ἑκατομμυρίων ἐγγύησις παρὰ τῆς Ἀγγλικῆς ἑταιρίας. Ἡ ἐγγύησις αὕτη δὲν δύναται νὰ ἀναληφθῇ, εἰμὴ κατ’ ἐποχὰς καὶ μετὰ τὴν περαίωσιν ἑκάστου τῶν τμημάτων. Αὐτὸ ἀποτελεῖ πραγματικὴν δωρεὰν, ἀλλὰ διὰ νὰ νομιμοποιηθῇ αὐτὴ ἡ δωρεὰ, πρέπει νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, διότι ἡ πίστωσις μόνον λογιστικῶς κανονίζει τὸ τετελεσμένον ὑπ’ εὐθύνην τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς προκύπτει ἐκ τοῦ ἐντάλματος, ἐκ τῆς ἐγγραφῆς ὄπισθεν τοῦ ἐντάλματος, ἔκαμε τὴν προκαταβολὴν ὑπ’ εὐθύνην του πρὸς τὴν ἑταιρίαν. Δύο παρατηρῶ παραβάσεις ἐπὶ τοῦ προκειμένου· πρῶτον, ὅτι ἔργα ἐκτελεσθέντα κατὰ τὸ 1893 ἐπληρώθησαν ἐν μέρει ἐκ πιστώσεως χορηγηθείσης διὰ τὸ 1892. Δευτέρα ὑπέρβασις, ὅτι ἐναντίον ῥητῆς διατάξεως τῆς συμβάσεως, δι’ ἧς ὁρίζεται ὁ χρόνος τῆς ἀποδόσεως τῆς ἐγγυήσεως, ἐγένετο προκαταβολὴ εἰς τὴν ἑταιρίαν ἀπέναντι ἀκριβῶς τῆς ἐγγυήσεως· ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὰς ὑπερβασίας ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ, προβάλλων ὅτι ἐπρόκειτο διὰ τῆς προκαταβολῆς τῶν 250,000 ν’ ἀποκτήσωμεν τὸ μέγα πλεονέκτημα ἡμεῖς, οἱ ἔχοντες ὑπὲρ ἡμῶν τὴν διαιτησίαν τῶν Ἐφετῶν, ν’ ἀποκτήσωμεν τὸ μέγα πλεονέκτημα τῆς ξένης διαιτησίας. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἀμφισβητῶ, διότι ἡ ξένη διαιτησία ἀποτελεῖ παραχώρησιν ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν ἑταιρίαν. Καὶ δὲν εἴχομεν ἀνάγκην νὰ πληρώσωμεν τὴν παραχώρησιν ταύτην. Ἐκτὸς δὲ τῆς παραχωρήσεως, ἥτις ἐγένετο πρὸς τὴν ἑταιρίαν διὰ τῆς συγκαταβάσεως τοῦ νὰ μεταβάλωμεν τὴν διαιτησίαν, ἐγένετο περιπλέον ἡ παραχώρησις τῶν 250,000 φράγκων λόγῳ ἀποδόσεως τῆς ἐγγυήσεως.
§32Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπερβασίαν ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ δὲν διέπραξεν ἡ Κυβέρνησις, ὑπερβασίαν διαπράττει ὁ κ. Βουλευτὴς τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ τοῦ ἐπικρίνειν, διότι τὸ δικαίωμα τοῦ Βουλευτοῦ τοῦ ἐπικρίνειν περιορίζεται εἰς τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς, στηριζόμενος εἰς μίαν συνοπτικὴν ἐγγραφὴν γραφέως, ἐνόμισεν ὅτι ἐπ’ αὐτῆς ἠδύνατο νὰ οἰκοδομήσῃ κατηγορητήριον. Γραφεύς τις, θέλων ἐν δυσὶ λέξεσι νὰ περιλάβῃ διακριτικὸν τῆς προκαταβολῆς, ἔθεσε τὴν λέξιν «ἐγγυήσεις», αὕτη ὅμως δὲν μεταβάλλει τὸν χαρακτῆρα τῆς προκαταβολῆς, διότι ἔχω ἐνταῦθα τὸ πρωτότυπον ἔγγραφον, καθορίζον τὰ κατ’ αὐτήν.
§33ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ ἔχω ἐγώ.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ἀνελογίζεσθε τὴν ἔλλειψιν γνώσεως τοῦ θέματος, ἐν ᾗ διατελεῖτε, καὶ ἐζητεῖτε τὸ ἔγγραφον, ἤθελον σᾶς τὸ δώσει, καὶ δὲν ἠθέλετε ἀμελετήτως ὁμιλήσει περὶ ὑπερβασιῶν, αἵτινες στρέφονται καθ’ ὑμῶν. Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ ἔγγραφον (ἀναγινώσκει): «Παραγγέλλεσθε νὰ συντάξητε ἐντὸς τῆς σήμερον πιστοποίησιν ἐκ 250,000 φράγκων χρυσῶν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ἐργολάβου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης ὡς προκαταβολὴν τῶν ἔργων τοῦ μηνὸς Μαρτίου»· οὐδὲν περὶ ἀποδόσεως ἐγγυήσεως ἀποτελούσης παράβασιν τοῦ νόμου καὶ ὑπερβασίαν καὶ τὰ τοιαῦτα, ἀλλὰ «ὡς προκαταβολὴν τῶν ἔργων τοῦ μηνὸς Μαρτίου, ἥτις προκαταβολὴ συμψηφισθήσεται βραδύτερον συνεπείᾳ μεταγενεστέρας διαταγῆς μας. Ὁ Ὑπουργὸς Δραγούμης»· ὄνομα ταράττον τὸν κ. Βουλευτὴν (γέλωτες).
§35ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν μὲ ταράττει αὐτὸ, διότι καὶ χθὲς εἶπον, ὅτι ὁ Βουλευτὴς Μεγαρίδος εἶναι θῦμα ἐπὶ τοῦ προκειμένου· διότι τί νομίζετε, ὅτι ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς βάρος τοῦ Βουλευτοῦ Μεγαρίδος; —καὶ ἂν ὑπῆρχε πρόθεσις, θὰ ἐπρόκειτο περὶ πλαστογραφίας, περὶ καθαρᾶς πλαστογραφίας, διότι τὰ ἔργα τοῦ μηνὸς Μαρτίου ἐξεκαθαρίσθησαν παρὰ τῆς ὑπηρεσίας· καὶ ἔρχεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ θῦμα, καὶ παραγγέλλει νὰ καταλογισθῇ ἀπέναντι τῆς καταστάσεως τοῦ Μαρτίου περιπλέον ποσὸν 250,000 φράγκων. Αὐτὰ εἶναι τὰ δικαιολογητικὰ, τὰ ὁποῖα δὲν κατέθηκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐδικαιολόγει τὴν ὑπερβασίαν ταύτην. Ἴσως ὁ τύπος, τὸν ὁποῖον ἔδωκεν ὁ γραφεὺς εἰς τὴν κατάστασιν, ἔχει τοὐλάχιστον κἄτι τι τὸ εὐπρόσωπον, κἄτι τι τὸ ἔντιμον, τὸ δικαιολογούμενον ἐκ τοῦ ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν παραχώρησιν τῆς διαιτησίας τῆς ξενικῆς· ἀλλ’ ἐκεῖνο τί ἀποτελεῖ; ἀποτελεῖ μίαν ψευδῆ βεβαίωσιν, βεβαίωσιν περὶ ἔργων μὴ τελεσθέντων καὶ ἐκ τούτου πληρονομένων ὑπ’ εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ θύματος αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὰ θύματα πάντοτε μεταξὺ τῶν φίλων του ἐπεζήτησε, καὶ οὐδὲ τοῦ Βουλευτοῦ Μεγαρίδος φείδεται, καὶ διὰ τοῦτο ἐτόλμησε νὰ ἀναγνώσῃ ἀπέναντι τῶν Βουλευτῶν τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βεβαιοῖ πλαστότητα, διότι παραγγέλλει τὴν πληρωμὴν 250,000 δραχμῶν ἀπέναντι ἔργων μὴ τελεσθέντων.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τούτων, περὶ ὧν ἤδη ὁμιλεῖ ὁ κ. Βουλευτής, ἔχει ἔγγραφα ἐνώπιον αὐτοῦ, ἑπομένως εἶναι ἀδικαιολόγητος, νοῶν αὐτὰ ὅσον τὰ ἐνόει ὁ γραφεύς. Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει, ὅτι, ἐπειδὴ ἐν τῇ καταστάσει δὲν ὑπάρχουσιν ἀναγεγραμμένα τὰ ἔργα, περὶ ὧν ἡ προκαταβολὴ, ἄρα τὰ ἔργα δὲν ἐξετελέσθησαν, ἐνῷ ὁ Ὑπουργὸς προκαταβάλλων δεικνύει, ὅτι ὑφίσταται ἀμφισβήτησις περὶ ἔργων τελεσθέντων καὶ μὴ ἀναγνωρισθέντων ἐπὶ ποσῷ 250,000 δραχμῶν, ἃς ἐπιφυλάσσεται νὰ συμψηφίσῃ πρὸς τὸ ποσὸν, ὅπερ ἤθελεν ἀποδειχθῇ ὀφειλόμενον ἐν νεωτέρᾳ καταστάσει. Τοῦτο, ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως, ἔχει τι τὸ ἀντικανονικὸν, ἀλλὰ προκαταβολὴ σημαίνει καταβολὴν πρὸ τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ ἔργου, οὐδὲν δὲ προδικάζει περὶ τῆς ἐκτελέσεως.
§37ΡΑΛΛΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος, καίτοι γενόμενος φορτικὸς πρὸς τὴν Βουλήν, νὰ ἐπαναλάβω τὸν λόγον. Πολὺ περιέργως τολμᾷ σήμερον νὰ βεβαιοῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς διαιτητικῆς ἀποφάσεως, ὅτι ὑπῆρχον ἔργα τετελεσμένα καὶ μὴ πληρωθέντα. Ἡ ἔκθεσις τοῦ διαιτητοῦ ἀναγνωρίζει, ὅτι κατεβλήθη τῇ ἑταιρίᾳ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ποσὸν 1,800,000 δραχμῶν πλέον τῶν τετελεσμένων ἔργων...
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ τί πρὸς τοῦτο;
§39ΡΑΛΛΗΣ. .. ὅτι, ἀφοῦ τὸ Δημόσιον κατέβαλε τῇ ἑταιρίᾳ δι’ ἔργα 1,800,000 ἐπὶ πλέον, κατὰ τὸν Ἀπρίλιον δὲν ὑπῆρχον ἔργα μὴ πληρωθέντα, διότι ἐγώ, βεβαιῶ, δὲν ἐπλήρωσα ἔργα μὴ τελεσθέντα, διότι νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιείκεια τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν πρέπει νὰ φθάνῃ μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου. Ἀλλά, πρὸς Θεοῦ, πῶς δύναται ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ βεβαιοῖ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ γνωρίζῃ πλέον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται ἐν ταῖς καταστάσεσιν, αἵτινες τῷ ὑποβάλλονται ἑκάστοτε; Ἡ πληρωμὴ γίνεται ὅπως γίνεται ἐπὶ πάντων τῶν ἔργων· κατὰ τὸ πρῶτον δεκαήμερον τοῦ ἑπομένου μηνὸς ὑποβάλλονται αἱ καταστάσεις, ἐπ’ αὐτῶν ἐπέρχεται ἡ ἔγκρισις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐγκρίσεως ἐκδίδεται τὸ ἔνταλμα. Τοῦτο μόνον δι’ ἑνὸς τρόπου δύναται νὰ τὸ δικαιολογήσῃ, διὰ τῆς εὐνοίας, τὴν ὁποίαν ἔχαιρε παρὰ τῇ Κυβερνήσει του ἡ ἑταιρία, τῆς ὁποίας οἱ ἑταῖροι, μόλις ἐπείσθησαν, ὅτι δὲν δύναται νὰ μὴ πέσῃ ἡ Κυβέρνησίς του διὰ τῆς ἀπαρτίας, ἐτράπησαν εἰς φυγήν. Ταῦτα εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν λέγονται. Πάντα δὲ ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τὰ πάντα εἶναι ἱστὸς ἀράχνης ἀπέναντι τῆς αὐθαιρεσίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ εὔνοια τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρὸς τοὺς ἐργολάβους δὲν νομίζω, ὅτι προέρχεται ἐκ διαθέσεως αὐτῆς, διότι τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς εἶχε τὴν διάθεσιν νὰ προασπίσῃ τὰ δημόσια συμφέροντα· ἀλλὰ δυστυχῶς, ὡς ἀντιλαμβάνεται ἡ Βουλὴ ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ, ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ διαγνώσῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἠδύναντο νὰ προστατευθῶσι τὰ συμφέροντα ταῦτα, ἀφοῦ, ὡς ἐν τῇ τρίτῃ ταύτῃ ἀγορεύσει του κατεδείχθη, δὲν ἠδύνατο νὰ διακρίνῃ τ’ ἀνεγνωρισμένα ἔργα ἀπὸ τῶν μὴ ἀνεγνωρισμένων.
§41ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οὐδὲν θὰ προσθέσω εἰς ὅσα ἄριστα ἐλέχθησαν καὶ δι’ ὧν ἔκλεισε τὸ στόμα τῶν κατηγόρων...
§42ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ μὴ τὸ λέγετε, διότι τὸ στόμα τῶν κατηγόρων ἔπρεπε νὰ κλείσῃ μόνον διὰ μιᾶς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς.
§43ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ μὲ διακόπτητε! Καθήσατε κάτω!... Ὅ,τι θὰ προσθέσω ἀνάγεται εἰς νέον τι, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποδείξῃ ὅ,τι ἐλέγετο, ὅτε ἦτο Ὑπουργὸς, ὑπ’ αὐτοῦ ἐκείνου, ὅστις ἐγείρει ἐνταῦθα τὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε. Καθ’ ἣν ἐποχὴν, προβαίνων εἰς νέας καταβολὰς πρὸς τὴν ἑταιρίαν, ἀνεγνώριζεν, ὅτι οὐδὲν τὸ ἔκρυθμον εἶχε τελεσθῆ προγενεστέρως, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, κατὰ μῆνα Μάϊον τοῦ 1893, ἀπαντῶν εἰς ἀναφορὰν τῶν ἐργολάβων τῆς ἑταιρίας τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης καὶ ἀποκρούων ἰσχυρισμοὺς αὐτῶν, οἵτινες διετείνοντο, ὅτι τὸ Κράτος ὤφειλεν εἰς αὐτοὺς πληρωμὰς, ἃς ἠρνεῖτο, ἐβεβαίου ἐν τῇ ἀπαντήσει αὐτοῦ τὰ περὶ τῆς γενομένης προκαταβολῆς, καὶ ἐβεβαίου τὰ περὶ τῆς προκαταβολῆς ταύτης ῥητῶς λέγων ὅτι ἐγένετο πρὸς ἁπλῆν αὐτῶν εὐκολίαν, οὐχὶ πρὸς δωρεάν. Ἐβεβαίου δὲ πρὸς τούτοις, ὅτι εἶχον γείνῃ πρὸς αὐτοὺς πᾶσαι αἱ πληρωμαὶ κατὰ πιστοποιήσεις, αἵτινες κατὰ τὸ πρῶτον δεκαήμερον ἑκάστου μηνὸς ὑπεβάλλοντο καὶ ἀνεγνωρίζοντο, καὶ προσέθετεν ὅτι πρὸς ταῖς ἄλλαις πιστοποιήσεσι κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1893 ὑπ’ αὐτοῦ τούτου ἀνεγνωρίσθησαν καὶ ἐξωφλήθησαν πιστοποιήσεις, περὶ τῶν ὁποίων βεβαιοῖ αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἐπιεικῶς τὰς ἀνεγνώρισε· διότι, ἂν ἤθελεν ἐξετάσει βαθύτερον τὰ πράγματα, δὲν ἤθελε δικαιολογηθῆ νὰ πληρώσῃ ὅσα ἐπλήρωσε. Καὶ προσέτι, ὅτι τὰς κρατήσεις, τὰς ὁποίας ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς εἶχεν ἐνεργήσει λόγῳ κακοτεχνιῶν καὶ αἵτινες ἐκάλυπτον τὴν προκαταβολὴν, ὅτι τὰς κρατήσεις ταύτας ἠλάττωσεν αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ τότε Ὑπουργὸς, ἐν τῇ γενομένῃ κατὰ τὸν Ἀπρίλιον ἀναγνωρίσει. Καὶ ἰδοὺ, Κύριοι, ταῦτα, τὰ ὁποῖα λέγω, ἀκούσατε αὐτὰ ἐκ στόματος αὐτοῦ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς· («28 Μαΐου 1893. Πρὸς τοὺς ἐργολάβους τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης. Ἔγγραφον τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου ὑπ’ ἀριθ. 8366, δημοσιευθὲν κατὰ Ἰούνιον ἐν τῇ «Ἀκροπόλει») (ἀναγινώσκει): «Ὅσον δὲ ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τῶν κατὰ τὸ παρελθὸν γενομένων κρατήσεων ἕνεκα τῶν κακοτεχνιῶν διαφόρων ἔργων, γνωρίζετε ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐτέθη ὑπ’ ὄψιν τοῦ διαιτητοῦ, ὅστις θέλει ἀποφανθῆ· ἑπομένως «εἶναι (ἐλλείπει μία λέξις, ὑποθέτω «ἀπαράδεκτος») ἡ ἀπαίτησις νὰ λυθῇ ἤδη προκαταβολικῶς τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπὸ τοῦ διευθυντοῦ τῆς εἰδικῆς ὑπηρεσίας. Ἐκτὸς δὲ τοῦ ὅτι ἐδόθη ὑμῖν προκαταβολὴ ἐκ 250.000 φράγκων πρὸς προσωρινὴν εὐκολίαν σας, μέχρις οὗ λυθῇ ὑπὸ τοῦ διαιτητοῦ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ οὐδὲν ἄλλο ὀφείλεται ὑμῖν, μ’ ὅλα ταῦτα κατὰ τὴν πιστοποίησιν τοῦ Ἀπριλίου (τοῦ Ἀπριλίου, —ἀκούετε; — πιστοποίησιν, ἥτις ὑπεβλήθη κατὰ τὸ πρῶτον δεκαήμερον τοῦ Μαΐου εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν, Βουλευτὴν Ἀττικῆς,) ἀπεδόθη ὑμῖν, ὡς μὴ ὤφελε, σπουδαῖον μέρος τῶν προηγουμένως ἐνεργηθεισῶν κρατήσεων, ἰδίως διὰ τὰ ἔργα τῆς δευτέρας κατηγορίας τοῦ τμήματος Πειραιῶς–Μαζίου, ὡς ἐξάγεται ἐξ ἁπλῆς παραβολῆς τῶν πιστοποιήσεων τῶν μηνῶν Μαρτίου καὶ Ἀπριλίου, ὡς καὶ διὰ τὰ ἔργα τῆς νοτίου κεφαλῆς τῆς σήραγγος Μπράλου, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ἀπεδέχθη ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὴν ὑπὸ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ ἐλέγχου ὑποβληθεῖσαν πιστοποίησιν, καθ’ ἣν αἱ ἕνεκα κακοτεχνίας κρατήσεις περιωρίσθησαν ἤδη εἰς τὸ ἥμισυ περίπου.» Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔγεινε θῦμα ἑαυτοῦ.
§44ΡΑΛΛΗΣ. Εὔχομαι πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεγαρίδος νὰ ὑπάρξῃ θῦμα πάντοτε, ὡς ἐγὼ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Περὶ τίνος ἐπρόκειτο κατὰ τὸ ἔγγραφον αὐτό; ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἀξιώσεως ἐκ μέρους τῆς ἐργολάβου ἑταιρίας νὰ ἐπαναλαμβάνῃ εἰς μίαν ἑκάστην τῶν πιστοποιήσεων τὴν ἀξίωσίν της περὶ πληρωμῆς 1,800,000 δραχμῶν, δῆθεν καθυστερουμένων. Λοιπὸν εἰς αὐτὴν τὴν ἀξίωσιν ἀπαντᾷ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς 28 Μαΐου, καὶ λέγει, ὅτι τῇ κατεβλήθησαν, ὡς μὴ ὤφελεν, ἐκτὸς ἄλλων ποσῶν καὶ 250,000 δραχμαὶ πρὸς εὐκολίαν· διότι οὕτως εἶχον διατυπωθῆ καὶ τὰ ὀλίγα ἐπὶ πλέον ἔγγραφα ἐκεῖνα, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καταστάσεων, τῶν ἐξελεγχθεισῶν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, τῇ κατεβλήθησαν καὶ τὰ δεῖνα καὶ δεῖνα ποσὰ κατὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον. Ὡς μὴ ὤφελε, λέγει. Τί ἔπρεπε νὰ πράξω, καθ’ ἣν στιγμὴν διεξήγετο ἡ διαιτησία; Τί ἔπρεπε νὰ πράξῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν; Νὰ ἐπανέλθῃ εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνεφώνησεν ὁ κύριος Βουλευτὴς Μεγαρίδος, ὡς ὄργανον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως; νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν διαιτησίαν; Ἀλλὰ δὲν ἤμεθα πλέον ἀπέναντι ἀντιδίκων ἰδιωτῶν συνεπείᾳ τῆς συνομολογηθείσης ἐκείνης συμβάσεως, τῆς ὅλως ἐκρύθμου, τῆς ὅλως παρανόμου· εὑρισκόμεθα ἀπέναντι τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπέναντι τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ὑποστῶμεν τὴν διαιτησίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία παρανόμως συνεφωνήθη. Καὶ μάλιστα προέβησαν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ξένων ἐκείνων Δυνάμεων μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἀρνηθῶσιν ἡμῖν καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλωμεν τὴν σύμβασιν ἐκείνην, διὰ τῆς ὁποίας παρεβιάζετο ῥητὴ διάταξις τῆς ἀρχικῆς συμβάσεως, εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία ὤφειλε νὰ λάβῃ γνῶσιν καὶ νὰ ἐγκρίνῃ αὐτὴν, καὶ τότε ἀπήντησα πρὸς τοὺς Κυρίους αὐτοὺς, ὅτι οἱαδήποτε πρᾶξις ὑπουργικὴ δὲν δύναται νὰ καταργήσῃ σύμβασιν κυρωθεῖσαν διὰ νόμου, καὶ ἐνόσῳ ὑφίστανται οἱ θεσμοὶ ἡμῶν εἰς τοὺς πόδας των, οὐδεὶς δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν πρᾶξιν ἐκείνην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ ζητήσῃ, ὅπως κατισχύσῃ ῥητῆς διατάξεως νόμου. Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ γλῶσσα, τὴν ὁποίαν ἐτήρησα ἀπέναντι τῶν ξένων. Ἀλλ’ ὤφειλον, ὡς Ὑπουργὸς διάδοχος, νὰ ὑποστῶ τὰς συνεπείας τῶν πράξεων τῶν προκατόχων μου· καὶ τί ἔπραξα; Διατὶ, νομίζετε, μὲ κατηγορεῖ ὁ κύριος Βουλευτὴς Μεγαρίδος, ἐξιλεῶν τὰς πλαστότητας, τὰς ὁποίας ἀνέγραψεν ἐν τῷ ἐγγράφῳ; Διότι ἐχαρακτήρισα, ὡς πρὸς εὐκολίαν γενομένην τὴν καταβολὴν τῶν 250,000 δραχμῶν, διότι ἐχαρακτήρισα, ὅτι ὁ ἔλεγχος δὲν ὑπῆρξεν ἀρκετὰ αὐστηρὸς διὰ τὴν κατάστασιν τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου. Ὅλα αὐτὰ ἐξιλεόνουν μίαν προφανῆ πλαστότητα περὶ καταβολῆς χρημάτων μὴ ὀφειλομένων διὰ τὴν κατάστασιν τοῦ μηνὸς Μαρτίου! Τολμᾷ δὲ ὁ κύριος Βουλευτὴς Μεγαρίδος νὰ λέγῃ, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματά του μᾶς ἀπεστόμωσαν, διότι δὲν ἔχει συνείδησιν τῶν λόγων του καὶ δὲν ἔχει συνείδησιν καὶ τῶν πράξεών του. Ἂν εἶχε συνείδησιν καὶ τῶν λόγων του καὶ τῶν πράξεών του, ἤθελεν ἀληθῶς θαυμάσει διὰ τὴν ἐπιείκειαν, τὴν ὁποίαν ἐδείξαμεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου· ἀλλὰ δὲν εἶναι ἄξιος τοιαύτης ἐπιεικείας· διότι, ἂν ἦτο μόνον ἡ ζημία αὐτὴ τῶν 250,000 δραχμῶν ἀπέναντι τῆς ζημίας τοῦ 1,800,000, ἡ ὁποία ἐπετελέσθη ἐκ πράξεως αὐτῶν τῶν Κυρίων, οἱ ὁποῖοι τοιοῦτον κατήρτισαν τιμολόγιον, δὲν ἦτο τίποτε, ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζητε, Κύριοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει διάταξις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἡ ὁποία δὲν ἀνετράπη, πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι ἔφθασαν μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε δι’ ἔργα τελεσθέντα κατὰ τὸ 1892, δι’ ἔργα τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας ἐξέδωκαν ἐντάλματα μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τῆς σχετικῆς πιστώσεως, τὰ ἐντάλματα δ’ αὐτὰ ἀπεστάλησαν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ ἐπεστράφησαν ἀθεώρητα. Καὶ ἠξεύρετε, πῶς ἠδυνήθησαν νὰ πληρώσουν τὰ ἔργα ταῦτα; Διατάσσοντες καὶ ἐγκρίνοντες καταστάσεις νέας δι’ ἔργα δῆθεν ἐκτελεσθέντα κατὰ τὸ 1893, ἐνῷ εἶχον βεβαιωθῇ ὡς ἐκτελεσθέντα κατὰ τὸ 1892 καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καταστάσεων αὐτῶν ἐξεδόθησαν νέαι ἐγκρίσεις, νέα ἐντάλματα, καὶ ἐπῆλθεν ἡ θεώρησις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τοιαύτη εἶναι ἡ εἰκὼν τῆς διοικήσεως καὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν Κυρίων· καὶ τολμῶσι νὰ λέγωσιν, ὅτι μᾶς ἀπεστόμωσαν, διότι ἐδείχθημεν ἐπιεικεῖς πρὸς αὐτοὺς, διότι δὲν τοὺς ἐθεωρήσαμεν ἀξίους μιᾶς καταδιώξεως, ὁποία ἀληθῶς ἐπεβάλλετο ἐκ τῶν πράξεων αὐτῶν!
§45ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριοι, ἐγὼ τῇ ἀληθείᾳ δὲν γνωρίζω τίνος δὲν ἔχει συνείδησιν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, πάντως ὅμως δὲν ἔσχε συνείδησιν τῶν ἀναγνωσθέντων πρὸς τὴν Βουλήν· διότι φαίνεται, ὅτι ἔχει συγκεχυμένους τοὺς χρόνους, φαίνεται νομίζων ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ Ἀπριλίου, ἡ πιστοποίησις τοῦ Ἀπριλίου, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἐξήλεγξε,—διότι οὐδὲ κἂν εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς τὸν προκάτοχον αὐτοῦ, καθ’ ὃν χρόνον οὗτος παρέδιδε τὴν θέσιν εἰς τὸν διάδοχον Ὑπουργὸν,—φαίνεται νομίζων, ὅτι ἡ πιστοποίησις τοῦ Ἀπριλίου βαρύνει τὸν προκάτοχον αὐτοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς τοσοῦτον συγχέει τοὺς χρόνους καὶ τὰ πράγματα, ὥστε καὶ τὸ «ὡς μὴ ὤφελε» τοῦ ἐγγράφου ἀπὸ τῆς ἰδίας αὐτοῦ πράξεως, ἐφ’ ᾗ ἐκφέρει αὐτὸ, ἀναβιβάζει εἰς τὴν πρᾶξιν τῶν προκατόχων αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν εὑρίσκει ὡς ἁπλῆν προκαταβολὴν, καὶ δὲν βλέπει, ὅτι τὴν πιστοποίησιν τοῦ Ἀπριλίου αὐτὸς ἐνέκρινεν, ἐξετάσας καὶ ἐγκρίνας καὶ διατάξας τὴν πληρωμὴν· δι’ αὐτῆς κατώρθωσε νὰ πληρώσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγει, ὅτι βαθύτερον ἐξεταζόμενα δὲν ἔπρεπε πάντα νὰ πληρωθῶσι, δι’ αὐτῆς κατώρθωσε νὰ ἐλαττώσῃ, καθὼς αὐτὸς ὁμολογεῖ ἐν τῷ ἐγγράφῳ, εἰς τὸ ἥμισυ τὰς λόγῳ κακοτεχνιῶν κρατήσεις τοῦ προκατόχου. Θέλει ὁ κύριος Βουλευτὴς νὰ ἀναγνώσω ἐκ νέου τὰς λέξεις αὐτοῦ τοῦ ἰδίου; Εἶμαι πρόθυμος· ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ἀρκετὰ στεντορείως καὶ βραδέως ἀνέγνωσα τὰς φράσεις τὰς ἐν τῷ ἐγγράφῳ τῷ φέροντι τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ, ὥστε νὰ ἦναι μάταιον ν’ ἀποταθῶ εἰς τὴν ὑμετέραν συνείδησιν, τὴν βεβαίως ἀπηλλαγμένην ἀχλύος, ἵνα ἐπικαλεσθῶ ὑπὲρ ἐμοῦ τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀπεστομώθη.
§46ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ μήπως ἠμφισβήτησα ἐγὼ, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου ἐθεωρήθη καὶ ἐνεκρίθη παρ’ ἐμοῦ; Πότε ἠμφισβήτησα τοῦτο; Εἶπον ὅτι ὁ ἔλεγχος ὑπῆρξεν ἐπιεικὴς ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἔργων τῶν τελεσθέντων. Καὶ διατὶ ὑπῆρξεν ἐπιεικής; Διότι ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τιμολογίου ἐκείνου, διὰ τοῦ ὁποίου ἔλαβον 2,800,000 περιπλέον οἱ ἐργολάβοι. Τοῦτο εἶπον, ἀλλ’ εἶπον περιπλέον, ὅτι κατεβλήθη ποσὸν λόγῳ εὐκολίας τῆς ἑταιρίας 250,000 δρ. Τὸ ποσὸν αὐτὸ κατεβλήθη, ὅπως τὸ γνωρίζομεν ἐκ τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατεβλήθη διὰ ψευδοῦς πιστοποιήσεως ἐκ μέρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεγαρίδος. Αὕτη εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ οὕτω μᾶς ἀπεστόμωσαν!
§47ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τῆς διαιτητικῆς ἀποφάσεως δὲν θὰ λάβωμεν ἡμεῖς γνῶσιν, κύριε Πρόεδρε;
§48ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὰ κατατεθέντα ἔγγραφα διὰ τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσσης νὰ μὴ ἐπιστραφῶσι, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μέχρι τῆς διανομῆς καὶ τῆς διαιτητικῆς ἀποφάσεως.
§49ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον, κύριε Πρόεδρε, δὲν διενεμήθη μέχρι σήμερον.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον θὰ διανεμηθῇ.
§51ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ν’ ἀναγραφῇ πρῶτον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς Δευτέρας.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 καὶ 40′ μ. μ.