1894.02.03
1.694 στίχοι · 12.955 λέξεις · 113 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 46
τῆς 3 Φεβρουαρίου 1894.
(Τρίτη).
Ὥρα 5 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ μετὰ τινα διόρθωσιν ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Ρικάκης ὑπέβαλεν ἔγγραφον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐπερώτησιν, ἔχουσαν ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διὰ ποῖον λόγον ἀνεστάλη ἡ ἐκδοθεῖσα ἤδη συνεπείᾳ ἀποφάσεως τῆς Ἀνωτάτης Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς διαταγὴ τοῦ 3 συντάγματος τοῦ πυροβολικοῦ περὶ ἀποστολῆς τοῦ ἀνικάνου στρατιώτου Ἀντωνίου Γεωργακοπούλου εἰς τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας.»
§2ΡΙΚΑΚΗΣ. Δύο λέξεις ἐπὶ τούτου, παρακαλῶ. Εἰς τὸ τρίτον σύνταγμα τοῦ πυροβολικοῦ κατετάχθη στρατιώτης, ὁ ὁποῖος παρεπέμφθη εἰς τὴν Ἀνωτάτην Ὑγειονομικὴν Ἐπιτροπὴν ὡς ἀνίκανος σωματικῶς· ἡ Ἀνωτάτη Ἐπιτροπὴ, δὶς ἐξετάσασα αὐτὸν, ἔθεσεν εἰς τὸ Νοσοκομεῖον ὑπὸ δοκιμασίαν, καὶ μετὰ ταῦτα τὸν ἐθεώρησεν ἀνίκανον καὶ τὸν παρέπεμψεν εἰς τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας. Συμφώνως μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἀνωτάτης Ἐπιτροπῆς ἐξεδόθη ἡ διαταγὴ τοῦ σώματος, διὰ τῆς ὁποίας παραπέμπεται, καὶ διετάχθη νὰ καταθέσῃ τὸ ἀντισήκωμα, ἐτηλεγράφησεν εἰς τὴν πατρίδα του νὰ τῷ στείλουν τὰ χρήματα, ἀλλὰ συνέβη τότε τὸ ἑξῆς· τὸ ἔμαθον οἱ ἀντίθετοι τοῦ στρατιώτου, καὶ ἰδίως ὁ δήμαρχος, καὶ παρέστησαν εἰς κἄποιον ἐδῶ, ὅτι αὐτὸς δὲν πρέπει ν’ ἀπαλλαχθῇ, κατορθόνουν δ’ ἐν τούτῳ τῷ μεταξὺ καὶ ἀναστέλλεται ἡ ἐκδοθεῖσα διαταγὴ, ἐνῷ αὐτὸς ἀπεδείχθη ἀνίκανος. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἂν ἡ διαδικασία αὕτη ἦναι νόμιμος ἢ ὄχι.
§3ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Θέλω ἐξετάσει τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἂν ἀληθῶς ἐγένετο ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, θὰ διατάξω τὴν ἀπόλυσιν τοῦ κληρούχου.
§4Γ. Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ προσθήκης παραγράφου εἰς τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νόμου περὶ ναυτικῆς στρατολογίας.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 107).
§6Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) Περὶ συμβουλίου καὶ ἐπιθεωρητῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως. 2) Περὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἤτοι αʹ) περὶ ἱδρύσεως Γυμνασίων καὶ ἑλληνικῶν σχολείων, βʹ) περὶ γυμνασιαρχῶν καὶ καθηγητῶν. 3 Περὶ ἀποφοίτων τῆς Ριζαρείου Σχολῆς. 4) Περὶ δοκιμασίας τῶν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον εἰσερχομένων. 5 Περὶ καταστάσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ. (περὶ προσόντων). 6) Περὶ τοῦ ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ προσωπικοῦ. 7) Περὶ προσόντων τοῦ ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ προσωπικοῦ. 8) Περὶ τῶν φοιτητῶν τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς. 9) Περὶ προσόντων καὶ πειθαρχικῶν ποινῶν τῶν ὑπαλλήλων τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας. 10) Περὶ προσθηκῶν καὶ μεταῤῥυθμίσεων τοῦ περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας ᾼΦΛΒʹ νόμου καὶ τοῦ νόμου ΦΛΓʹ. 11) Περὶ προσόντων τοῦ ἐφόρου καὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης. 12) Περὶ τῆς ἰδίας τοῦ Πανεπιστημίου περουσίας. 13) Περὶ τοῦ ἐν τῷ Ἀστεροσκοπείῳ προσωπικοῦ. Οἱ λόγοι, οἱ προκαλέσαντες τὴν ὑποβολὴν τῶν νομοσχεδίων, ἐκτίθενται ἐν ταῖς συνοδευούσαις αὐτὰ αἰτιολογικαῖς ἐκθέσεσι, καὶ ὡς ἐκ τούτου θεωρῶ περιττὸν ν’ ἀπασχολήσω περὶ τούτου τὴν Βουλήν. Μόνον δὲ θεωρῶ ἐπάναγκες νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν νομοσχεδίων σχετίζονται πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἰδίως δὲ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, τοῦ ὁποίου ἡ μὴ εὐάρεστος οἰκονομικὴ κατάστασις ἐφείλκυσε σπουδαίως τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐθεωρήθη ἀπαραίτητον, ὅπως τὸ Δημόσιον ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν τοῦ ἐθνικοῦ τούτου καθιδρύματος ἐπαρκῆ πρὸς τὴν κανονικὴν αὐτοῦ λειτουργίαν. Ἐπίσης τὸ περὶ Συμβουλίου τῆς ἐκπαιδεύσεως κλπ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 108–120).
§8ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου ΑΥΟΗʹ περὶ συστάσεως σώματος ἀξιωματικῶν βοηθῶν τοῦ μηχανικοῦ. Τὸ νομοσχέδιον δὲν συνοδεύει αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, ἀλλ’ ἐν ὀλίγοις παρέχω ὑμῖν τοὺς λόγους τοὺς προκαλέσαντας τὴν κατάργησιν. Κατὰ τὸ 1887 συνέστη εἰδικὸν σῶμα βοηθῶν τοῦ μηχανικοῦ, διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ μηχανικοῦ δὲν ἦσαν ἐπαρκεῖς, ὅπως ἐκπληρώσωσι πάσας τὰς ὑπηρεσίας τοῦ σώματος τοῦ μηχανικοῦ. Ἤδη ὅμως, μετὰ τὴν ἀπόκτησιν πολλῶν ἀξιωματικῶν, τὸ σῶμα τοῦτο θεωρεῖται περιττὸν, καὶ ἑπομένως καταργητέον, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον δὲν ἐγένετο ἔναρξις τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου διὰ τῆς κατατάξεως τῶν μαθητῶν τῶν φοιτησάντων ἐν τῇ Σχολῇ, καὶ ἑπομένως εἶναι εὐκολώτερον νὰ καταργηθῇ σήμερον, παρὰ ὅταν καταταχθῶσιν ἐν τῷ σώματι ἀξιωματικοί. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 102 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, κατὰ τὸ ὁποῖον εἶναι δεκτοὶ πρὸς κατάταξιν ἐθελονταὶ ὑπὲρ τὴν δύναμιν τὴν ὀργανικὴν τοῦ στρατοῦ καὶ οἵτινες δὲν ὑπερβαίνουσι τοὺς χιλίους. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐκρίθη ἀναγκαῖον, καθόσον ἐκ πείρας ἀπεδείχθη, ὅτι ἐθελονταὶ τοιοῦτοι δὲν προσέρχονται, ἕνεκα τῶν γλίσχρων ἀποδοχῶν. Διὰ τοῦτο ἔκρινα καλὸν νὰ αὐξήσω τὴν ἡμερησίαν ἀπολαυὴν τῶν ἐθελοντῶν, καὶ τοιουτοτρόπως δυνηθῶμεν ν’ ἀποκτήσωμεν τοιούτους ἐθελοντάς, περὶ τοὺς 500, χρησιμωτάτους νῦν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Οἱ ἐθελονταὶ οὗτοι, κατατασσόμενοι μόνον εἰς τὰ εὐζωνικὰ τάγματα, θὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, ὡς ὁ νόμος περὶ ἀστυνομίας ὁρίζει.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια ταῦτα θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 121–122).
§10ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Σταυρόπουλος δι’ ἐπερωτήσεώς του ᾐτήσατο πληροφορίας περὶ ἀξιωματικοῦ τῆς οἰκονομίας, ἐν Λαρίσσῃ διαμένοντος, ὅστις, ὑπεξαιρέσας χρήματα τοῦ Δημοσίου, δὲν κατεδιώχθη ποινικῶς, ὡς ἔδει, ἀλλ’ ἐτιμωρήθη πειθαρχικῶς. Ὑποθέτω, ὅτι ἀπὸ ἀγαθοῦ τοῦ συνειδότος εἶπε πάνθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, καὶ δὲν ὑποθέτω νὰ ὑπάρχῃ ἄλλη τις ἔννοια ἐν τοῖς καταγγελλομένοις· διὰ τοῦτο σπεύδω νὰ καταθέσω τὴν ἔκθεσιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ, τοῦ ἐπιθεωρήσαντος τὸν ἀξιωματικὸν τοῦτον, ὡς καὶ τὴν διαταγήν, ὄχι ἐγκύκλιον, ὡς εἶπεν, ἀλλὰ διαταγὴν ἁπλῆν τοῦ Ὑπουργοῦ, δι’ ἧς τὸ Ὑπουργεῖον ἐτιμώρησε τὸν ἀξιωματικόν, ὄχι ὡς ὑπεξαιρέτην δημοσίων χρημάτων, διότι τότε ὤφειλε νὰ καταδιώξῃ αὐτὸν ποινικῶς, ἀλλ’ ὡς ἐπιπολαίως ἐνεργήσαντα τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἕνεκα τῆς ἐπιπολαιότητός του εὑρέθη ἐν ἀνωμάλῳ καταστάσει ἡ ὑπηρεσία. Ἐκ τῆς ἐξακριβώσεως ἀποδεικνύεται, ὅτι οὗτος κατὰ τὴν ἐγγραφὴν τῶν λογαριασμῶν μετέφερεν εἰς ἄλλα μέρη κονδύλια, τὰ ὁποῖα δὲν ὤφειλε νὰ μεταφέρῃ, καὶ ἐντεῦθεν ἐφαίνετο ὡς ἐλλειμματίας δραχ. 3,488.86, αἵτινες εὑρέθησαν ἐν τῷ χρηματοκιβωτίῳ, ὡς ἀναγράφει ὁ διαχειριστὴς, αἱ ὁποῖαι ὅμως ἐκ τῆς ἐξακριβώσεως δὲν φαίνεται ὅτι εὑρέθησαν ὅλαι, ἀλλ’ ἀμέσως κατετέθησαν, ἅμα ὡς ἐδηλώθη εἰς αὐτὸν, ὅτι τὸ ποσὸν δέον νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ ταμείῳ. Ἐννοεῖται βεβαίως, ὅτι ἡ ὑπηρεσία δὲν ἠδύνατο νὰ καταδιώξῃ ποινικῶς τὸν ἀξιωματικὸν, ὅστις εἶχε καταθέσει τὸ χρῆμα ἀκέραιον ἐν τῷ ταμείῳ, ἐτιμώρησεν ὅμως αὐτὸν πειθαρχικῶς, διότι ἐπιπολαίως ἐνήργει τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἐντεῦθεν ἐπήρχετο ἡ ἀνωμαλία.
§11ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε δὲν εἶναι ἐλλειμματίας τώρα;
§12ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν ἦτο ἐλλειμματίας ποτὲ, ἦτο ἐν ἀνωμάλῳ καταστάσει ἡ ὑπηρεσία του. Τώρα δύναται νὰ μὴ εὑρέθη ἀμέσως τὸ χρῆμα ἐν τῷ ταμείῳ, ἀλλ’ εἰς ἄλλο μέρος, ἐν τούτοις πρὸ τῆς ἐξελέγξεως εὑρέθη τὸ χρῆμα. Ὁ ἐπιθεωρητὴς τοῦτο λέγει, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ διετάχθη νὰ μεταφερθῇ εἰς τὰς ἀποδόσεις, τὸ ὁποῖον σημαίνει, ὅτι εὑρέθη ἐν τῷ ταμείῳ.
§13ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας παρὰ τῇ ἐν Λονδίνῳ Πρεσβείᾳ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι συντεταγμένον κατὰ τὴν βάσιν τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος ὁμοίου νομοθετήματος περὶ προξενικῆς ὑπηρεσίας παρὰ τῇ ἐν Παρισίοις Πρεσβείᾳ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἡ προξενικὴ ὑπηρεσία θεωρεῖται τμῆμα τῆς Πρεσβείας τῆς ἐν Λονδίνῳ, καὶ ἐνεργεῖ ὁ διοριζόμενος ὡς γραμματεὺς ὑποπρόξενος πάντα τὰ προξενικὰ καθήκοντα, Κανονίζονται δὲ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὰ τῆς μισθοδοσίας καὶ τῶν γραφικῶν ἐξόδων.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 123).
§15ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μᾶς εἴπῃ τί ἀπεφάσισε περὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν ἐμπόρων Πατρῶν.
§16Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν ἀναφορὰν ἔλαβον σήμερον, ἐξερχόμενος τοῦ Ὑπουργείου, καὶ τούτου ἕνεκα δὲν ἠδυνήθην εἰσέτι νὰ τὴν μελετήσω.
§17ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὡς δυνάμενον νὰ γνωρίζῃ τὴν κατάστασιν τῶν δικαστικῶν καταστημάτων, νὰ προνοήσῃ περὶ δικαστικῶν καταστημάτων, ἵνα μὴ οἱ δικηγόροι καὶ οἱ διάδικοι, καίτοι φορολογούμενοι ἁδρότατα, σήπωνται εἰς τρώγλας· νομίζω δὲ, ὅτι δύναται νὰ ὑποδείξῃ καὶ τὰ μέσα, ὅπως εἴτε διὰ δημοσίων χρημάτων, εἴτε δι’ ἰδιωτικῶν ὑπὸ ἑταιρίας κατασκευασθῇ κατάστημα· μοὶ φαίνεται δὲ προτιμότερον δι’ ἑταιρικῶν χρημάτων νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ κατασκευὴ τοῦ καταστήματος, καὶ ν’ ἀπαλλαχθῇ οὕτω τὸ Δημόσιον τῆς ἡμισείας δαπάνης. Θὰ ἐκπληρωθῇ δὲ οὕτω ὁ πόθος τοῦ ἐν Ἀθήναις δικαστικοῦ κόσμου. Θὰ παρακαλέσω πρὸς τούτοις τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὲ πληροφορήσῃ περὶ τῆς ἑξῆς ὑποθέσεως. Ἐν τῷ Πλημμελειοδικείῳ Ἀθηνῶν εἰσήχθη καὶ κατεδικάσθη εἷς Ρῶσσος ὑπήκοος, ὡς φονεύσας ἕνα λεμβοῦχον ἐν Πειραιεῖ. Ἤμην ἀκροατὴς τῆς ὑποθέσεως, καὶ παρετήρησα, ὅτι οὐδὲν συνέτρεχε περιστατικὸν ὑπὲρ ἀπαλλαγῆς αὐτοῦ, ἢ ὑπὲρ ἐπιεικείας, ἀλλ’ ὅτι οὗτος ἐκδικούμενος ἢ ἀντεδικούμενος πράξεις ἄλλων Ἑλλήνων κατὰ Ρώσσων, ἐπετέθη διὰ τῆς κώπης κατὰ τοῦ λεμβούχου, τῷ κατέφερε δύο βαρέα κτυπήματα, καὶ τὸν ἐφόνευσε, κατόπιν δὲ αὐτὸς, ὁ ἀπαλλαγεὶς ὡς μεθυσμένος, εἰσῆλθεν εἰς μίαν λέμβον καὶ ἐκωπηλάτει μόνος, φεύγων, ὅτε καὶ συνελήφθη. Παρετηρήθη ἀτυχῶς ἐν τῇ διαδικασίᾳ ἐκείνῃ, ὅτι ὁ Ρῶσσος αὐτὸς ὑπερησπίσθη ὑπὸ δύο δικηγόρων, ἐξ ὧν τὸν μὲν ἕνα, νομίζω, διώρισεν ἡ Κυβέρνησις καὶ εἶναι συνάδελφός μας ἐδῶ, τὸν δὲ ἄλλον τὸν διώρισεν εἷς αὐλικὸς θεράπων, ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς ἀνέπτυξε τοιαύτην ὑπεράσπισιν ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου, ὥστε ἐματαίωσε καὶ τὴν ἀποστολὴν τῶν διορισθέντων δικηγόρων, καὶ ἐπροβιβάσθη μάλιστα μετ’ ὀλίγον ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς διὰ τὴν τοιαύτην διεξαγωγὴν τῆς ὑποθέσεως. Τὸ δικαστήριον, κρῖνον ἐπιεικῶς, καὶ μὴ ἀκοῦσαν οὔτε τοὺς δικηγόρους, οὔτε τὸν Εἰσαγγελέα, ἐπέβαλεν εἰς τὸν Ρῶσσον φονέα ποινὴν ἑξαμήνου φυλακίσεως, ἀλλὰ δυστυχῶς μετὰ δεκαπέντε ἡμέρας ἐδημοσιεύθη Β. Διάταγμα περὶ ἀπονομῆς πλήρους χάριτος εἰς τὸν Ρῶσσον αὐτόν. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐνέβαλεν εἰς πάντα Ἕλληνα πολίτην τὴν σκέψιν, ἂν πρέπῃ νὰ ἦναι Ἕλλην ἢ Ρῶσος ὑπήκοος (ἱλαρότης). Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, διὰ νὰ καταδειχθῇ, πῶς λειτουργεῖ ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη ἐν Ἑλλάδι καὶ πῶς περιφρονεῖται δι’ ἀπονομῆς χαρίτων. Εἶναι δὲ σοβαρώτατον τὸ ζήτημα, διότι εἷς ἀξιωματικὸς Ρῶσσος μοὶ εἶπεν, ὅτι, ἐὰν ὁ ναύτης αὐτὸς ἐδικάζετο ὑπὸ Ρώσσων δικαστῶν, θὰ κατεδικάζετο τοὐλάχιστον εἰς 20 ἐτῶν ὑπερορίαν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ τὴν δικογραφίαν μετὰ τῶν πρακτικῶν καὶ τῆς ἐν γένει ἐκθέσεως τῆς ὑποθέσεως ὑπὸ τοῦ κ. Σπανίδου. Πρὸς τούτοις θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἐπὶ τῆς ἑξῆς ὑποθέσεως. Εἷς ὑπάλληλος, ἀλλ’ ἀτυχῶς ἀδελφὸς Βουλευτοῦ ἀνήκοντος εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην, κατηγορεῖτο, ἴσως ψευδῶς, καὶ εἰσήχθη εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, ἐπρόκειτο δὲ νὰ δικασθῇ τῇ 20 παρελθόντος Ἰανουαρίου, ὅτε ἀποσύρεται ἡ δικογραφία, δι’ ἔλλειψιν ἐπιδοτηρίων. Τοῦτο ἔγεινε κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς συλλογῆς ψήφων πρὸς συντέλεσιν τῆς ἀπαρτίας.
§18ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
§19ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κατηγορούμενος εἶναι ὁ κ. Κων. Σοῦτσος, ἐπιστάτης τῶν φυλακῶν Συγγροῦ. Πρὸς τούτοις παρακαλῶ τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ κατάστασιν τῶν ἐργασιῶν τῶν ἐν Ἀθήναις ἐφετῶν καὶ τοῦ χρόνου τῆς ἀρχαιότητος ἑκάστου τῶν ἐφετῶν. Ἴσως ἐκ τῆς προσαγωγῆς αὐτῶν ἀποδοθῇ δικαιοσύνη εἰς τοὺς δικαστὰς τοὺς ἔχοντας καὶ προσόντα καὶ ἀρχαιότητα, διότι δυστυχῶς τὸ δικαίωμα τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς πάντοτε τὸ κατεχράσθη, προάγων τοὺς νεωτέρους, ἀφίνων δὲ ἄνευ προαγωγῆς τοὺς ἀρχαιοτέρους καὶ ἱκανωτέρους. Γνωρίζω ἐφέτην, ὅστις εἰργάσθη ὑπερανθρώπως ἐν Ἀθήναις πλέον τῶν 30 ἐτῶν καὶ παρωράθη.
§20ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὁ Βασιλείου.
§21ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ὁ Βασιλείου· εἶναι εἷς ἐκ τῶν διακεκριμένων δικαστικῶν λειτουργῶν, τοῦ ὁποίου ὅμως δυστυχῶς οὔτε ἡ ἀξία οὔτε ἡ ἀρχαιότης ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν. Οὕτω δὲ μαραίνεται ὁ ζῆλος. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ τοιαύτην κατάστασιν.
§22ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρόνοιαν περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικοῦ καταστήματος, τοῦτο κεῖται ὑπὸ τὰς σκέψεις τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας· τὸ δυσχερέστερον δὲ πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου εἶναι ἡ εὕρεσις τῶν ἀπαιτουμένων χρημάτων, καὶ περὶ τούτου γίνεται σκέψις. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν δικογραφίαν τοῦ Ρώσσου ναύτου, περιορίζομαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Σταυρόπουλον, ὅτι θέλω ζητήσει αὐτὴν καὶ καταθέσει εἰς τὴν Βουλήν, μετὰ τὴν κατάθεσιν δὲ τῆς δικογραφίας θέλω ἀπαντήσει εἰς ὅσα σήμερον ὁ κ. Βουλευτὴς εὐηρεστήθη νὰ ἐκθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν, διότι τότε θὰ ἦμαι εἰς θέσιν, ἐπὶ τῇ βάσει ἐγγράφων, νὰ ὑποστηρίξω ὅσα θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· ἀπὸ τοῦδε ὅμως δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὸν κύριον Βουλευτὴν, ὅτι ἡ ἰθαγένεια τοῦ κατηγορουμένου ἐκείνου οὐδόλως ἐπέδρασεν ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς, (γέλως ἐν τῇ ἀριστερᾷ) μεθ’ ὅλους τοὺς γέλωτας ἢ τὰς εἰρωνείας, τὰς ὁποίας παρενθέτουσι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην οἱ διακόπτοντες. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὸν πίνακα τῆς ἐργασίας τοῦ ἐνταῦθα Ἐφετείου, καὶ τοῦτον θέλω ὑποβάλει, καὶ τότε, ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς θελήσῃ νὰ ἀνοίξῃ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησιν, εἶμαι πρόθυμος νὰ δώσω λόγον τῶν πράξεών μου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§23ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως μὴ ὑποληφθῇ, ὅτι ἔχονται τῆς παραμικρᾶς ἀκριβείας τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς λεχθέντα περὶ διορισμοῦ μου ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὡς συνηγόρου τοῦ κατηγορηθέντος Ρώσσου ναύτου, διαβεβαιῶ αὐτὸν ἀμέσως, ὅτι συνηγόρησα ὑπὲρ τοῦ ναύτου ἐκείνου συνεπείᾳ ἐγγράφου προσκλήσεως τοῦ Προέδρου τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδικῶν, ὡς δικηγόρος ἐξ ἐπαγγέλματος διορισθεὶς, θεωρῶ δὲ, ὅτι τὸ τοιοῦτον καθῆκον δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀρνηθῶ, προκειμένου μάλιστα περὶ ξένου.
§24ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ δικηγόρος τῆς Βασιλίσσης ἦτο ὁ Θανόπουλος.
§25ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ συνάδελφος ἀναμιγνύει ὀνόματα, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ μὴ ἀναμίξῃ, ἢ τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ ἀναμίξῃ, ἐὰν εἶχεν ἀποδείξεις περὶ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντων πλήρεις. Ἰδοὺ πῶς ἀνεμίχθη ὁ κ. Θανόπουλος. Ὁ κ. Θανόπουλος συνήντησεν ἐμὲ, συμπεριπατοῦντα μετὰ Ρώσσου ἀξιωματικοῦ ἔμπροσθεν τῆς Μητροπόλεως. Τὸν Ρῶσσον ἀξιωματικὸν εἶχε γνωρίσει πρὶν ἐν χορῷ ἐπὶ τῆς Ρωσσικῆς ναυαρχίδος δοθέντι, καὶ τῷ ὡμίλησεν, ἔμαθε δὲ τότε παρ’ αὐτοῦ, διατὶ εὑρίσκετο ἐν Ἀθήναις, καὶ τῇ παρακλήσει μου ἀνεδέχθη ὁ συνάδελφός μου δικηγόρος νὰ μὲ συντρέξῃ εἰς τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνεδέχθην· τοῦτο δὲ εἶναι ὁ μόνος λόγος, δι’ ὃν παρέστημεν καὶ οἱ δύο κατὰ τὴν δίκην. Ὥστε καὶ κατὰ τοῦτο διαβεβαιῶ τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, ὅτι αἱ πληροφορίαι του εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβεῖς.
§26ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως τὸν διώρισε δικηγόρον ὁ Μεσσαλᾶς; (θόρυβος).
§27ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Εἶδον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὑπέβαλεν ἀρκετὰ νομοσχέδια ἐκπαιδευτικά. Εἰς τὰς ἐφημερίδας δὲ ἀνέγνωσα πρὸ ἡμερῶν, ὅτι πρόκειται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ὅπως οἰκοδομηθῶσι σχολεῖα καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Πραγματικῶς τὸ μέτρον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐφ’ ὅσον συμπράττει εἰς τοῦτο, εἶναι ἀξιέπαινον, ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ ἐμάνθανον ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἂν ἐξεῦρε τὸ χρῆμα πρὸς οἰκοδομὴν τοιούτων σχολείων. Ἂν δὲν τὸ ἐξεῦρε, βεβαίως ὅλος ὁ πάταγος, ὁ ὁποῖος ἐγένετο εἰς τὰς ἐφημερίδας, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ γείνῃ· ἂν ὅμως ἐξεῦρε τὰ μέσα, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι καὶ ἐκεῖνος ὀφείλει νὰ ἐξεύρῃ τὰ ἀπαιτούμενα χρήματα πρὸς κατασκευὴν κτιρίου δικαστηρίων ἐν τῇ πρωτευούσῃ, διότι τὰ ὑπάρχοντα δικαστικὰ καταστήματα εἶναι εἰς ἀθλιεστάτην κατάστασιν, ἡ δὲ Θέμις κατέστη φερέοικος, τὴν ὁποίαν τοποθετοῦσιν ἀπὸ τὴν μίαν ἄκραν εἰς τὴν ἄλλην, οἱ δὲ δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ πηγαίνουν εἰς τὰ δικαστήρια, ἕνεκα τῆς ῥυπαρότητος, τὴν ὁποίαν εὑρίσκουν ἐκεῖ, ἀγανακτοῦσι καὶ δυσχεραίνουσιν ἐπὶ ταύτῃ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἂν θέλῃ νὰ ἀφήσῃ ἐποχὴν κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὑπουργίας του, ἂς ἔχῃ ὡς πρώτην μέριμνάν του τὴν ἀνέγερσιν δικαστικῶν καταστημάτων ἀξίων τοῦ ὀνόματός των,—τοὐλάχιστον ἐν τῇ πρωτευούσῃ,— διότι τὰ ἤδη ὑπάρχοντα εἶναι τρῶγλαι καὶ οὐδὲν ἄλλο.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης τοῖς δύο δωδεκατημορίοις ἐπὶ τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως 1894 δι’ ἔξοδα τοῦ Κράτους τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου ἐνεστῶτος ἔτους.
§29ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ὀρθότερον εἶναι τὰ δωδεκατημόρια νὰ χορηγῶνται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ψηφισθέντος προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§30ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντοτε χορηγοῦνται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑποβεβλημένου ὑπὸ τὴν ὄψιν τῆς Βουλῆς προϋπολογισμοῦ.
§31ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι πάντοτε.
§32ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ κατὰ τὸ 1891 μάλιστα.
§33ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ σήμερον ὑποβεβλημένος προϋπολογισμὸς τοῦ 1894 ἔχει ἐξαιρετικὸν χαρακτῆρα, ἡ δὲ Βουλὴ δὲν ἐξέφερεν ἔτι γνώμην ἐπ’ αὐτοῦ, εἶναι καλὸν νὰ μὴ ψηφίσωμεν σήμερον τὰ δωδεκατημόρια ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ, προδικάζοντες τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ νὰ ψηφίσωμεν τὰ δωδεκατημόρια ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893.
§34Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μακρὰ ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐὰν τὰ δωδεκατημόρια πρέπῃ νὰ χορηγῶνται ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἢ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑποβεβλημένου, ἀλλὰ μήπω ψηφισθέντος, καὶ ἡ Βουλὴ ἔλυσε τὸ ζήτημα ὑπὲρ τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει νὰ χορηγῶνται τὰ δωδεκατημόρια ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑποβεβλημένου προϋπολογισμοῦ. Ἐπὶ τοσοῦτον δὲ ἡ γνώμη αὕτη εἶναι ἡ μόνη δυναμένη νὰ γένηται παραδεκτή, ὥστε οἱ πολεμήσαντες αὐτὴν ἐκ τῶν ἐδωλίων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐφήρμοσαν αὐτήν, γενόμενοι Ὑπουργοί, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμόσωσιν ἄλλην. Αἱ παντοῖαι ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους δὲν δύνανται νὰ κανονισθῶσιν ἄλλως ἢ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νόμων τῶν κειμένων κατὰ τὸ ἔτος, εἰς οὗ τὴν χρῆσιν ἀνάγονται τὰ δωδεκατημόρια, ἡ δὲ ἰδέα τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι τοιουτοτρόπως προδικάζομεν, οὐδεμίαν ἔχει ὑπόστασιν. Πάντως εἰς ἐκτέλεσιν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων θέλομεν δαπανήσει, τὸ δὲ ζητούμενον εἶναι, ἂν ἡ δαπάνη αὕτη θὰ καταβληθῇ ἤδη, ἢ θὰ καταβληθῇ βραδύτερον. Οὐδεμία γίνεται δαπάνη μὴ στηριζομένη ἐπὶ νόμου, ὥστε εἴτε ψηφισθῇ, εἴτε μὴ ψηφισθῇ τὸ δωδεκατημόριον, ἡ δαπάνη θέλει πάντως θεωρηθῆ ὡς ὑποχρεοῦσα τὸ Κράτος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐκτελεσθῇ ἡ ὑπὸ τῶν νόμων προνοουμένη ἐργασία, ἀφοῦ δὲ ἐκτελεσθῇ, θὰ πληρωθῇ ὑπὸ τῆς Πολιτείας. Ἡ ἐφαρμοσθησομένη νομοθεσία τοῦ Κράτους ὑφίσταται, δὲν δημιουργεῖ αὐτὴν ὁ προϋπολογισμός. Ὁ προϋπολογισμὸς παρέχει μόνον ἄδειαν δαπάνης πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὑφισταμένης νομοθεσίας κατὰ τὸ τρέχον ἔτος. Ἐὰν ἤρξατο τὸ ἔτος καὶ ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἐψηφίσθη, ἡ δαπάνη θὰ γενῇ πάντως ἐφ’ ὅσον χρόνον δὲν ὑφίσταται προϋπολογισμὸς ἐψηφισμένος, ἀφοῦ κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον δὲν δύναται τὸ Κράτος νὰ μὴ διοικηθῇ κατὰ τὰ κείμενα. Εἴτε ψηφίσωμεν ἄρα ἤδη τὴν πίστωσιν πρὸς τὴν δαπάνην, εἴτε μὴ, ἡ δαπάνη εἶναι ἤδη ἀνειλημμένη ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ τῆς νομοθεσίας αὐτοῦ, καὶ διὰ τῆς πιστώσεως τοῦ δωδεκατημορίου δὲν θὰ προδικάσωμεν, ἀλλὰ θὰ κανονίσωμεν ὁμαλώτερον τὰ τετελεσμένα καὶ τὰ ἀναποδράστως τελεσθησόμενα.
§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας ὁρίζουσιν οἱ νόμοι, θέλουσιν ἐκτελεσθῆ, ἐὰν συνάμα δὲν δοθῇ καὶ ἡ ἀντίστοιχος πίστωσις. Διὰ νὰ ἐκτελεσθῇ δαπάνη ὁριζομένη ὑπὸ νόμου, πρέπει νὰ χορηγηθῇ καὶ πίστωσις. Διὰ τοῦ δωδεκατημορίου χορηγοῦμεν ἐν συνόλῳ πιστώσεις δι’ ὅλας τὰς ὑπηρεσίας. Τὸ ζήτημα ἴσως δὲν ἔχει σπουδαιότητα ἐπὶ ὁμαλῶν καταστάσεων, ἔχει ὅμως τὴν σπουδαιότητά του, προκειμένου περὶ προϋπολογισμοῦ ἀνωμάλου (θόρυβος εἰς τὰ ἀνώτερα θρανία τῆς ἀριστερᾶς).
§36ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σύρου προσῆλθεν ἐνταῦθα καὶ μοὶ ἐπετέθη. Ὀφείλετε νὰ πράξητε ὅ,τι σᾶς ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον (θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν).
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, παρακαλῶ, Κύριοι. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή! (Ἀναγινώσκεται τὸ συζητηθὲν νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 614,349.61 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1892. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§39ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς πιστώσεως ὡς συμπληρωματικῆς δὲν εἶναι ποσῶς σύμφωνος μὲ τὸν λογιστικὸν νόμον. Συμπληρωματικὴ πίστωσις χορηγεῖται τότε μόνον, ὅταν συντάσσηται ἀπολογισμὸς καὶ πρόκηται περὶ πληρωμῆς ὑπολοίπου τούτου.
§40Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Συμπληρωματικὴ εἶναι ἡ πίστωσις, ὅταν ἀνάγηται εἰς ἀπολογισμὸν, τὰ δὲ ἔξοδα τοῦ 1892 κατὰ τὴν περίοδον, ἣν διανύομεν, διατελοῦσιν ἐν τῷ σταδίῳ τοῦ ἀπολογισμοῦ καὶ οὐχὶ ἐν τῷ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Πρέπει λοιπὸν νὰ χορηγήσωμεν τὴν πίστωσιν ἐν σχέσει πρὸς ἀπολογισμὸν καὶ οὐχὶ ἐν σχέσει πρὸς προϋπολογισμόν. Ὁ ἀπολογισμὸς θὰ ἦναι ἡ βάσις τῆς συμπληρωματικῆς πιστώσεως.
§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἀπαιτεῖ τὴν σύνταξιν τοῦ ἀπολογισμοῦ καὶ τὴν ἀνακοίνωσιν αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλήν. Ὅπως δὲ ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὴν συμπληρωματικὴν πίστωσιν, δὲν δύναται νὰ ψηφίσῃ αὐτὴν ἢ μόνον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὑπάρξεως ὑπολοίπων τοιούτου ἀπολογισμοῦ. Ἡ πίστωσις ἐδαπανήθη βεβαίως, καὶ νομίζω μάλιστα, ὅτι ἐπρόκειτο δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως νὰ ἐγκριθῇ διὰ Β. Διατάγματος. Δὲν ἔπραξεν ὅμως τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη διὰ τὴν ἔλλειψιν τακτικοῦ ἀπολογισμοῦ. Δὲν ὑπάρχει οὐσιαστικὴ σημασία εἰς τὸ ζήτημα, ἀλλὰ μόνον σημασία τάξεως. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἰσαγάγωμεν καὶ τὸ ἄτοπον τῆς ψηφίσεως συμπληρωματικῶν πιστώσεων, ἐναντίον τῶν ῥητῶν διατάξεων τοῦ λογιστικοῦ νόμου, διότι τοιουτοτρόπως χαρακτηρίζομεν ὡς ὁριστικὸν τὸν προσωρινὸν διοικητικὸν ἀπολογισμόν. Ὁ τοιοῦτος δὲ χαρακτηρισμὸς αὐτοῦ δύναται πολλὰ νὰ συνεπιφέρῃ ἄτοπα.
§42Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο εἶναι καθαρῶς ζήτημα τύπων, καὶ οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν, οὔτε εὐκολῦνον οὔτε περιορίζον τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν· ὡς ζήτημα τάξεως ὅμως, δὲν δύναται νὰ λυθῇ ἄλλως ἢ ὡς τὸ νομοσχέδιον κανονίζει τὰ περὶ τούτου. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ὑπὸ ἄλλους ὅρους ἐκαλεῖτο νὰ κανονίσῃ τὰ τοῦ θέματος, διότι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διηυθέτει αὐτὸ πρὸ τῆς 31 Ὀκτωβρίου, ἀλλ’ ἤδη, παρελθούσης τῆς 31 Ὀκτωβρίου, πρέπει νὰ γένηται ἡ διευθέτησις ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἀπολογισμόν, ἵνα δὲ καταστήσωμεν τὸν ἀπολογισμὸν ἐπαρκῆ,—καὶ οὐχὶ πλέον τὸν προϋπολογισμόν,— πρέπει νὰ φροντίσωμεν, ἵνα καὶ κατὰ τύπους διευθετηθῇ ἡ δαπάνη, ἡ κατ’ οὐσίαν τετελεσμένη ἤδη, διότι καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ἐξέδωκε τὴν ἐντολὴν καὶ τὸ ἔνταλμα, καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐθεώρησε τοῦτο, καὶ τὸ Ταμεῖον κατέβαλε τὸ χρῆμα, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ γείνωσιν αἱ ἐγγραφαὶ, ἐὰν μὴ ὑπάρχῃ ἡ πίστωσις· πίστωσις δὲ χορηγουμένη ἐπὶ ἀπολογισμοῦ δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀναπληρωματική.
§43ΗΛ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ πίστωσις δὲν ὑπῆρχεν, ἐπεθύμουν νὰ μάθω, πῶς ἐθεωρήθη τὸ ἔνταλμα. Μήπως ἐθεωρήθη ὑπὸ τὴν ἰδίαν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν;
§44Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ἐθεωρήθη ὑπὸ τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καλῶς ἐθεωρήθη, καὶ εἶναι ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τῆς ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην πληρωμῆς ἀπόδειξις, ὅτι εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς πλήρη τὴν συνείδησιν τοῦ ἰδίου καθήκοντος· διότι, ἂν ὁ Ὑπουργὸς, ὁ διατάξας τὴν τοιαύτην πληρωμὴν, μὴ διέτασσεν αὐτὴν, θ’ ἀπεδεικνύετο ἀδιαφορῶν περὶ τῶν δημοσίων συμφερόντων. Ἡ δαπάνη αὕτη καθ’ ὅλα τ’ ἄλλα ἦτο κανονικὴ, ὡς ληφθείσης προνοίας περὶ τῆς ἀπαιτουμένης ἀδείας διὰ νόμου, ἐπιτρέψαντος τὴν ἐργολαβίαν καὶ ἐπαγομένου ὡς συνέπειαν τὴν ἀνανέωσιν τῆς πιστώσεως· ἐπειδὴ ὅμως, διὰ τὴν μὴ ἔγκαιρον ἀνανέωσιν τῆς πιστώσεως, ἡ πρόνοια δὲν ἦτο ἐπαρκὴς, τὸ Ὑπουργεῖον ἐφρόντισεν, ὅπως γένηται ἡ πληρωμὴ δι’ ἐντάλματος ἐπὶ πιστώσεως, ἣν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἐγκρίνει βραδύτερον. Πῶς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐθεώρησε τὸ ἔνταλμα, ἐὰν ὑπ’ εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ ἢ ἄλλως, ἀγνοῶ, ὁπωσδήποτε ὅμως καὶ ἂν ἐγένετο ἡ θεώρησις, καλῶς ἐγένετο, διότι τὸ ἔνταλμα ἔπρεπε νὰ ἐγκριθῇ, τῆς δαπάνης οὔσης ὑποχρεωτικῆς.
§45ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀνακαλύπτω ταύτην τὴν στιγμὴν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς, ὅστις ὑπέγραψε τὴν ἐντολὴν ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην, ἵνα πληρωθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο, ἤμην ἐγὼ, προσωρινῶς ἀναπληρῶν τὸν κύριον Θεοτόκην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Νομίζω, ὅτι τὰ λεχθέντα ἐπὶ τοῦ θέματος ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ εἶναι ἐπαρκῆ, ἵνα δικαιολογήσωσι τὴν ἀπόφασιν, εἰς τὴν ὁποίαν τότε ὡς Ὑπουργὸς προέβην, καὶ νὰ ἐπιβεβαιώσωσιν, ὅτι ἔπραξα πᾶν ὅ,τι ἤθελε πράξει πᾶς Ὑπουργὸς, ἔχων ἀληθῆ συναίσθησιν τοῦ καθήκοντος. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ προσθέσω καὶ ὅτι ἔπραξα οὕτως, ἔχων πεποίθησιν τότε, ὅτι καὶ ὁ κύριος Βουλευτὴς, ὅστις νῦν ἔφερε τὴν παρατήρησιν, ἤθελε μὲ ὑποστηρίξει, φερομένου τοῦ ζητήματος εἰς τὴν Βουλήν.
§46ΗΛ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε σᾶς ὑπεστήριζον, ἀλλὰ βεβαίως οὐδεμίαν ἀνέλαβον ὑποχρέωσιν νὰ σᾶς ὑποστηρίξω καὶ τώρα.
§47ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀπετέλουν μέρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς ἣν ὑπεβλήθη ἡ ἐξέλεγξις τῆς πιστώσεως ταύτης. Ὁ κύριος πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, θελήσας νὰ λάβῃ πληροφορίας, ἐκάλεσε τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην, ὅστις εἶπεν ἡμῖν, ὅτι ἐπληρώθη τὸ ἔνταλμα κατὰ παράκλησιν τοῦ Ὑπουργείου. Ἡ δὲ ἐπιτροπὴ ἐξέφρασε προφορικῶς τὴν γνώμην, ὅτι ἡ τοιαύτη πίστωσις ἦτο ὅλως ἄτοπος, διότι ἡ δαπάνη τῶν 600,000 δραχμῶν τούτων, μετὰ τὴν δαπάνην τῶν 5,000,000, διὰ τὰς ὁποίας ἐζητήθησαν ἔκτακτοι πιστώσεις, ἠδύνατο νὰ προβλεφθῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναγράψει ἐν τῇ οἰκονομικῇ αὐτοῦ πολιτικῇ, δὲν περιελάμβανεν ἐν αὐτῷ δαπάνας ἀναγκαίας, ἵνα παραστήσῃ ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ὤφειλον νὰ κάμω ἅπαξ διὰ παντὸς, καθόσον ἡ ἐπιτροπὴ ἐξέφρασε τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν πρέπει τὰ ἄτοπα ταῦτα νὰ ἐπαναλαμβάνωνται.
§48ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε φρονῶ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς, ὁ ἀναλαβὼν ὑπ’ εὐθύνην του τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἐντάλματος αὐτοῦ, δὲν ἐνήργησεν οὔτε κανονικῶς οὔτε ἐκτὸς τῶν καθηκόντων αὑτοῦ. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι πᾶς Ὑπουργὸς, ἵνα διατάξῃ τὴν πληρωμὴν οἱασδήποτε δαπάνης, πρέπει νὰ ἔχῃ πίστωσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὀφείλει κατὰ τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπιτρέπεται τοῦτο, νὰ προκαλέσῃ αὐτὸς ἀναπληρωματικὴν ἢ ἔκτακτον πίστωσιν, δυνάμει τῆς ὁποίας νὰ ἐνεργήσῃ τὴν δαπάνην. Δὲν ὑποθέτω δὲ, ὅτι εἶναι νόμιμον νὰ διατάξῃ ὁ Ὑπουργὸς ἄνευ πιστώσεως τὴν πληρωμὴν οἱασδήποτε δαπάνης τοῦ Κράτους. Ἐν ἐλλείψει πιστώσεως οὐδὲν ἔνταλμα δύναται νὰ ἐκδοθῇ, καὶ ἂν ἐκδοθῇ, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἐκτὸς ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην, ὅτε τὸ Συνέδριον ὀφείλει νὰ ἀποστείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωσιν μὲ αἰτιολογίαν τῆς ἀρνήσεως. Ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ προκειμένου οὐδὲν τοιοῦτον ἐγένετο· ἑπομένως ὅλως ἀδικαιολόγητος μένει ἡ ἔκδοσις τοῦ ἐντάλματος.
§49ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἦτο παροῦσα ἡ Βουλὴ, μήπω ληξάσης τῆς συνόδου, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν διὰ πιστώσεως νὰ γείνῃ ἡ δαπάνη. Ἐγὼ αὐτὸ τοῦτο ἔπραξα ἐπανειλημμένως καὶ κατὰ τὸ 1887 ἢ 1888, ὅτε εἴχομεν τοὺς πρόσφυγας Κρῆτας, καὶ τὸ πρᾶγμα ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ συνεζητήθη, καὶ οὐδεὶς εὑρέθη νὰ ἐγείρῃ φωνὴν κατὰ τῶν γενομένων, διότι, ἐπαναλαμβάνω, πᾶς Ὑπουργὸς, ἔχων συναίσθησιν τοῦ καθήκοντος αὑτοῦ, ὀφείλει ν’ ἀναλαμβάνῃ ἐν ἀνάγκῃ τοιαύτην εὐθύνην.
§50ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναμφισβητήτως, κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Βουλευτὴς Μεγαρίδος εἶναι θῦμα ἐπὶ τοῦ προκειμένου· ἐνόμισεν ὅτι ἐκτελεῖ καθῆκον, παραβιάζων ῥητὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, διότι τὸ καθῆκόν του ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν σχέσεών του πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διότι ἡ θέλησις τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπιβάλλει αὐτῷ τὴν τοιαύτην ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος. Ἐὰν ἄλλην ἰδέαν εἶχεν ὁ κ. Βουλευτὴς Μεγαρίδος περὶ τοῦ καθήκοντος, βεβαίως δὲν θὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν δυσχερῆ θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται σήμερον, νὰ νομίζῃ καὶ νὰ δηλοῖ ἐντεῦθεν, ὅτι θεωρεῖ καθῆκον τὴν παραβίασιν τῶν νόμων,—διότι πρόκειται περὶ ῥητῆς παραβιάσεως νόμων ἀφορώντων εἰς τὰ τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ. Καὶ ἠκούσατε τὴν δικαιολογίαν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔδωκε· σᾶς εἶπε: «δὲν ἠδυνάμην νὰ προκαλέσω διάταγμα ἐκτάκτου πιστώσεως, διότι ἡ Βουλὴ ἀκόμη ἦτο ἐν ἐνεργείᾳ, διότι ἡ βουλευτικὴ σύνοδος δὲν εἶχε λήξει, καὶ δὲν ἔληξε παρὰ μόνον τὴν 16 Ἀπριλίου». Αὐτὸ ἀκριβῶς ἀποτελεῖ τὴν παράβασιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτι ὑπῆρχεν ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡ πίστωσις ἦτο ἀναγκαία, ὅτι ἀναγκαίως ἡ πίστωσις αὕτη ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, καὶ ἐν τούτοις εὗρον τρόπον διὰ παρακλήσεων, προσφεύγοντες πάντοτε εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ καθήκοντος, ὅπως τὴν ἀντιλαμβάνονται αὐτοί, νὰ παραστήσουν, καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, παραβαῖνον πάσας τὰς διατάξεις τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου, ἄνευ τῆς ἐντολῆς κἂν ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀναλαμβάνοντος τὴν εὐθύνην, νὰ θεωρήσῃ ἔνταλμα 614,000 δραχμῶν, ἐπὶ τίνος χρήσεως; ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1892, τῆς ὁποίας χρήσεως ὁ προϋπολογισμὸς εἶχε ψηφισθῆ ἀπὸ ἔτους ὁλοκλήρου. Διὰ τοῦτο καταγγέλλομεν τὴν πίστωσιν ταύτην. Οὐδέποτε βεβαίως ἐσκέφθημεν, ὅτι ὁ Βουλευτὴς Μεγαρίδος ἔλαβε τὰς 614,000 δραχμὰς καὶ τὰς ἔθηκεν εἰς τὸ θυλάκιόν του, ἀλλὰ καταγγέλλομεν, διότι ἐνήργησέ τι, τὸ ὁποῖον ἦτο ἐντελῶς ἔκθεσμον, ἐνήργησέ τι, τὸ ὁποῖον δημεύει τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, καὶ ἔπρεπεν, ἀντὶ νὰ παρακαλῆτε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἀντὶ νὰ ἀνέχησθε τὴν παραβίασιν τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων, τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὰ τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ, νὰ μὴ ἀποκρύψητε πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς ἀναποφεύκτους ἀνάγκας, τὰς ὁποίας εἶχε τὸ Κράτος, ὠφείλετε νὰ καταστήσητε καταδήλους τὰς ἀνάγκας αὐτάς. Ἀλλ’ ἀκριβῶς τὴν παραμονὴν τῆς πράξεως ταύτης τῆς ἐκθέσμου ἐπερωτᾶται ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πῶς θέλει δυνηθῆ ἡ ὑπηρεσία νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, καὶ τί ἀπαντᾷ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; «Δὲν ἠξεύρετε τί λέγετε! Πιστώσεις θέλετε; πιστώσεις ἔχομεν χρήματα θέλετε; χρήματα ἔχομεν· τί ζητεῖτε παρ’ ἡμῶν νὰ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ποσὸν δι’ ἐξακολούθησιν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης;» Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ τακτική του· τὴν τακτικὴν δὲ ταύτην ὑπηρέτησεν ἐκθύμως—ὀφείλομεν νὰ τὸ ἀναγνωρίσωμεν—ὁ Βουλευτὴς Μεγαρίδος, θαυμάζει δὲ, ὅτι καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄργους δὲν ἔχει τὴν αὐτὴν γνώμην περὶ καθήκοντος μὲ αὐτόν! Ὤφειλον λοιπὸν πάντες νὰ ὑποτάσσωνται εἰς τὴν μίαν θέλησιν, καὶ τὸ καθῆκόν των πρὸς τὴν Πολιτείαν νὰ τὸ ταυτίσουν μὲ τὸ καθῆκόν των δῆθεν πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸν Βουλευτὴν Μεσολογγίου. Δυστυχῶς βλέπετε, ὅτι δὲν ἔχουσιν ὅλοι τὴν αὐτὴν ἰδέαν περὶ καθήκοντος, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔχουσι τὴν αὐτὴν ἰδέαν περὶ καθήκοντος, ἔρχονται νὰ σᾶς ζητήσουν λόγον διὰ πρᾶξιν, ἡ ὁποία εἶναι ἐντελῶς ἔκθεσμος, διότι ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐὰν θὰ ἐξακολουθήσῃ λειτουργοῦν τὸ λογιστικὸν ἡμῶν σύστημα, δὲν θὰ ὑπάρξῃ πλέον καὶ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ κἀμμία ἐγγύησις. Καὶ σήμερον μὲν εἶναι δεδικαιολογημένη κατ’ οὐσίαν ἡ πίστωσις αὕτη, καίτοι οὐδὲν ἐκ τῶν δικαιολογητικῶν οὔτε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν προσεκομίσθη· ἀλλ’ αὔριον δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἄλλας πιστώσεις ὁμοίας, αἱ ὁποῖαι νὰ μὴ ἦναι δεδικαιολογημέναι, καὶ τὸ ὅλον σύστημα ἀκριβῶς τῆς πολιτικῆς τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοιούτων μέσων στηρίζεται. Αὕτη εἶναι ἡ πολιτική του· σᾶς λέγει: «Ἐδαπανήσαμεν, ὠφείλομεν νὰ δαπανήσωμεν· ἦσθε σεῖς παρόντες ἐδῶ, καὶ ἔπρεπεν ἡ πίστωσις αὕτη νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ δὲν ὑπεβλήθη· ἔλθετε τώρα νὰ ψηφίσητε, μετὰ πάροδον ὁλοκλήρου ἐνιαυτοῦ, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐδαπανήσαμεν».
§51Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξέλαβε τὴν Βουλὴν ὡς δημόσιον ταμεῖον, καὶ ζητεῖ τὴν προσαγωγὴν τῶν δικαιολογητικῶν. Νομίζει ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἐξήλεγχε τὰ δικαιολογητικά, καὶ ἀποδεικνυομένων αὐτῶν ἐπαρκῶν, θ’ ἀνελάμβανε τὴν εὐθύνην τῆς πληρωμῆς. Εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἀνῆκε τοιοῦτος ἔλεγχος, οὐδ’ ἀνῆκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐκδίδουσαν τὰ ἐντάλματα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπαρχουσῶν πιστώσεων, ἢ καὶ καθ’ ὑπέρβασιν τῶν πιστώσεων, ἐὰν ἐνόμιζεν, ὅτι ἡ ἀναγνώρισις τῆς καθ’ ὑπέρβασιν δαπάνης τῇ ἐπεβάλλετο ἐκ τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους καὶ ἐκ λόγων ἀνωτέρων ὑπηρεσίας. Ἡ Κυβέρνησις τὰ τῶν δικαιολογητικῶν ἀφίνει εἰς τοὺς ἐκ τοῦ νόμου ἐντεταλμένους ἵνα ἐξελέγχωσιν αὐτὰ, τοὺς φέροντας τὰς εὐθύνας ἐπὶ τῇ πλήρει αὐτῶν προσαγωγῇ. Ἡ Κυβέρνησις δὲν διέταξε τὸν ταμίαν νὰ πληρώσῃ ἄνευ δικαιολογητικῶν, — ἐὰν τοῦτο διέταττεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὸν ταμίαν, θὰ ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἐνταῦθα λόγος περὶ δικαιολογητικῶν, ἀλλ’ οὐδὲν τοιοῦτον διέταξεν ἡ Κυβέρνησις, — ἡ Κυβέρνησις διέταξεν ἁπλῶς, ἵνα γένηται ἡ πληρωμὴ ἄνευ πιστώσεως, ἣν θὰ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ χορηγήσῃ, ἐὰν ἡ Βουλὴ τότε δὲν ἦτο ἐν συνόδῳ. Ὅτι δὲ ἡ Κυβέρνησις τὰ περὶ τούτου ἤθελε κανονίσει μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου, τοῦτο εἶχεν ἀναγγελθῆ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐμνήσθη τοῦ γεγονότος πρότερον, ὡς ἀποδεικνύοντος κατ’ αὐτὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προσηνέχθη ἀνευλαβῶς πρὸς τὴν Βουλὴν, ἐνῷ ἀπεδείκνυε μόνον, ὅτι ἀκριβῶς τοῦτο, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι δὲν ἐγένετο, τοῦτο εἶχεν ἀναγγελθῆ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ὅτι εἶχε προκληθῆ τότε περὶ τούτου συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ. Τότε ἐῤῥήθη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ καὶ ἄλλων, ὅτι, ἀφοῦ ὑπῆρχεν ἐκ νόμου ἄδεια πρὸς τὴν πληρωμὴν, ἀφοῦ ἐξεχωρήθη ἐργολαβία ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀδείας καὶ ἀνελήφθησαν ὑποχρεώσεις, ἃς δὲν ἠδύνατο ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ, διότι εἶχον οἱ πρὸς οὓς ἀνελήφθησαν αἱ ὑποχρεώσεις κεκτημένα δικαιώματα, περὶ λογιστικῆς μόνον τάξεως προέκειτο, καὶ ἦτο πρέπον ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπληρόνετο ἐντὸς τοῦ ἔτους, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἀπήντα, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ εἴπωμεν, ὡς εἶχον τὰ τῆς ἐργολαβίας, ὁποῖον θὰ ἦτο τὸ ποσὸν τοῦτο, διότι αἱ παραλλαγαὶ, αἵτινες θὰ παρουσιάζοντο περὶ τὰς πληρωμὰς κατόπιν τῶν ἀναληφθεισῶν ὑποχρεώσεων, δὲν ἐξήρτηντο ἐξ ἐντολῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐξήρτηντο ἐκ τῆς ἱκανότητος καὶ τῆς προαιρέσεως τῶν ἐργολάβων, ἑπομένως θὰ ἦτο κανονικώτερον νὰ κανονίζωνται τὰ πληρωτέα ἐφ’ ὅσον παρουσιάζωνται αἱ ἀνάγκαι. Ὅτε δὲ ταῦτα ἐλέγομεν, ὑπεθέτομεν ὅτι τῆς Βουλῆς ἡ σύνοδος ἤθελε λήξει ἐντὸς ὀλίγου, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἠδύνατο, παρουσιαζομένης τῆς ἀνάγκης, νὰ κανονίζῃ τὰ τῶν πιστώσεων, ὡς ὁ λογιστικὸς νόμος διαλαμβάνει, ἀλλὰ συνέπεσεν ὥστε νὰ λήξωσι μὲν τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς καὶ νὰ παύσῃ αὕτη συνεδριάζουσα, νὰ μὴ λήξῃ δὲ καὶ ἡ σύνοδος, καὶ ἐκ τούτου ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ δύναται νὰ ἐκδώσῃ νομίμως πιστώσεις. Ἐνῷ ὅμως ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναμένῃ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου, ἵνα ἐκδώσῃ τὰς πιστώσεις, ἡ ἀναβολὴ τῆς πληρωμῆς τῶν καταστάσεων τῶν ἐργολάβων ἤθελε γεννήσει ὑπὲρ αὐτῶν δικαιώματα, ἅτινα ἐκαραδόκουν οὗτοι, ἵνα δυνηθῶσι νὰ προβάλωσι κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀξιώσεις ἀποζημιώσεως καὶ ἴσως νὰ παράσχωσιν αὐτῷ πράγματα σπουδαιότερα ἔτι, διότι οἱ ἐργολάβοι τοῦ σιδηροδρόμου ἦτο γνωστὸν, ὅτι διετέλουν ἐν ἀνωμάλοις περιστάσεσιν, αἵτινες ὑπηγόρευον εἰς αὐτοὺς ἔκρυθμα. Καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως ἦτο, ἵνα προνοήσῃ, ὅπως οὐδὲ στιγμὴ παρέλθῃ ἄνευ τῆς πληρωμῆς πρὸς αὐτοὺς, οὐχὶ τῆς πληρωμῆς ἄνευ δικαιολογητικῶν, ἀλλὰ τῆς πληρωμῆς προσαγομένων τῶν δικαιολογητικῶν, ἤτοι τῶν ἐγκεκριμένων καταστάσεων, ἀκριβῶς δὲ τοῦτο νὰ μὴ συμβαίνῃ, τουτέστι νὰ προσάγωνται μὲν παρ’ αὐτῶν τὰ δικαιολογητικά, νὰ μὴ πληρόνῃ δὲ τὸ Δημόσιον, λόγῳ ἐλλείψεως πιστώσεως. Εἷς τρόπος ὑπῆρχε κανονισμοῦ ἄνευ τῆς ἀνάγκης ἀναδοχῆς εὐθύνης ἀτομικῆς παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐν τῷ θέματι, ἦτο δ’ οὗτος ἡ ἀνυπέρθετος κήρυξις τῆς λήξεως τῆς συνόδου, ὑπῆρχον ὅμως λόγοι γενικωτέρου συμφέροντος, ὧν ἕνεκα δὲν ἔπρεπε νὰ κηρυχθῇ εὐθὺς ἡ λῆξις τῆς συνόδου. Τὸ ἀδιέξοδον τὸ ἐκ τῶν συμπτώσεων τούτων ἔλυσεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀναλαβὼν αὐτὸς κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον τὴν εὐθύνην τῆς πληρωμῆς τοῦ ἐντάλματος, καὶ ἤδη ἡ Βουλὴ πρόκειται ν’ ἀποφανθῇ, ἐὰν καλῶς ἔπραξεν ὁ Ὑπουργὸς, ἀναλαβὼν τὴν εὐθύνην ταύτην, ἐὰν καλῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, μὴ κηρύξασα τὴν λῆξιν τῆς συνόδου, ἢ ἐὰν κακῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ γενικωτέρῳ θέματι τῷ κοινοβουλευτικῷ, καὶ κακῶς ἔπραξεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐν τῷ εἰδικῷ θέματι τῆς ἐπὶ ἰδίᾳ εὐθύνῃ πληρωμῆς τοῦ ἐντάλματος. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Βουλὴ θ’ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι, ἐὰν ἄλλως ἔπραττεν ὁ Ὑπουργὸς καὶ ἐὰν ἄλλως ἔπραττεν ἡ Κυβέρνησις, δὲν θὰ συνεβουλεύοντο τὸ πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὸ πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καθῆκον. Καθῆκον βεβαίως εἶχεν ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ κανονίσῃ τὰ τῆς βουλευτικῆς συνόδου ἐκ τοῦ ζητήματος τῆς κανονικότητος ἑνὸς ἐντάλματος, καθῆκον ἀναντιῤῥήτως εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὴ χορηγήσῃ εἰς τοὺς ἐργολάβους ὅ,τι οὗτοι ἐπεζήτουν, τουτέστιν ἀφορμὰς, ἵνα διεκδικῶσιν ἀποζημιώσεις παρὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ ἵνα δικαιολογῶσι τὴν μὴ ἐκπλήρωσιν τῶν ἰδίων αὑτῶν ὑποχρεώσεων πρὸς τὸ Κράτος. Καθ’ ὃν τρόπον διεξήχθη ἡ ὑπόθεσις αὕτη, προελήφθησαν ὅλαι αὗται αἱ συνέπειαι, καὶ ἤδη ἁπλῶς πρόκειται περὶ τυπικῆς ἐνεργείας, τῆς ἀναγνωρίσεως ἐκ τῶν ὑστέρων ὡς κανονικῆς τῆς πληρωμῆς, ἥτις θὰ ἦτο ἐξ ὑπαρχῆς κανονικὴ, ἐὰν ἡ σύνοδος τῆς Βουλῆς μὴ παρετείνετο πέραν τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἔληξαν αἱ συνεδριάσεις αὐτῆς.
§52ΡΑΛΛΗΣ. Βλέπετε ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἡμεῖς ἐγκαλοῦμεν αὐτοὺς διὰ παραβίασιν ῥητῶν διατάξεων τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου, καὶ οἱ Κύριοι μᾶς λέγουν, ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ διατάξεις ἀπέναντι μιᾶς ψήφου ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς εἶναι μηδέν· διότι μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι πρόκειται ν’ ἀποφανθῶμεν, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξεν ὁ Ὑπουργὸς, ἐντειλάμενος τὴν πληρωμὴν ἄνευ πιστώσεως, χωρὶς νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸς τὴν εὐθύνην. Ἐὰν δὲ εἴχομεν ἐδῶ τὰ δικαιολογητικὰ, τὰ ὁποῖα ἔχει πάντοτε ἡ Βουλὴ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ, διότι ἔχουσα τὸ καθῆκον νὰ ψηφίσῃ πιστώσεις, ἔχουσα τὸ δικαίωμα νὰ χορηγήσῃ ἢ νὰ μὴ χορηγήσῃ πιστώσεις, ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἐξέλεγξιν τῶν δικαιολογητικῶν, ἐὰν, λέγω, εἴχομεν ἐδῶ τὰ δικαιολογητικὰ, ἤθελεν ἀποδειχθῆ ὅλως τὸ ἀντίθετον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίζετο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀνάγκης, ἡ ὁποία ἐπεβάλλετο εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ ζημίᾳ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ἐπρόκειτο περὶ χάριτος, ἡ ὁποία ἐχορηγήθη εἰς χρεωκοπικὴν ἑταιρίαν, πρόκειται περὶ καταβολῆς 250,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι ἤθελον προστεθῆ εἰς τὸ 1,600,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ὑπὲρ τὰ συντελεσθέντα ἔργα ἡ χρεωκοπικὴ ἑταιρία τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, ἣν ἐπροστάτευσε πάντοτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Περὶ αὐτοῦ ἐπρόκειτο. Ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν 250 χιλιάδων δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἔδωκε δωρεάν· καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ Γερμανοῦ διαιτητοῦ ἀποδεικνύει τοῦτο, διότι κατελόγισεν 1,800,000 δραχ. εἰς βάρος τῆς ἑταιρίας ταύτης, ἀποδεικνύει, ὅτι τότε ἐκάμετε ἀληθῆ δωρεὰν, διότι ἐγνωρίζετε, ὅτι αὔριον θὰ ἦσθε ἠναγκασμένοι νὰ κηρύξητε ἔκπτωτον τὴν ἑταιρίαν, καὶ αἱ κρατήσεις τῶν 10% βεβαίως δὲν θὰ ἀρκέσουν πρὸς συγκάλυψιν ἐκείνων τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἔχει λάβει ἡ ἑταιρία ὑπὲρ τὰ συντελεσθέντα ἔργα. Καὶ ὅτι πρόκειται περὶ αὐτοῦ, τοῦτο θὰ τὸ ἀποδείξω, ἅμα προσαγάγῃ, ὡς ὀφείλει νὰ προσαγάγῃ, ἡ Κυβέρνησις τὰ δικαιολογητικὰ ἐκεῖνα· καὶ ζητῶ τὴν πρὸ τῆς δευτέρας ἀναγνώσεως κατάθεσιν τῶν δικαιολογητικῶν τῶν συνοδευσάντων τὸ ἔνταλμα τῶν 614,000 δραχμῶν, ὡς καὶ τὴν ἐντολὴν, διὰ τῆς ὁποίας ἀνέλαβεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν εὐθύνην.
§53ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ τὰ δικαιολογητικὰ, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι εἰς τὸ πλῆθος τῶν ἀνακριβειῶν, τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ ἐξέθηκεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, προσέθηκε καὶ μίαν, ἥτις ὑπερβαίνει κατὰ τὸ μέγεθος πάσας τὰς λοιπὰς, καὶ δὲν ἐπετρέπετο ἰδίως εἰς αὐτὸν νὰ εἴπῃ, ὅτι κατὰ τὴν πληρωμὴν, περὶ ἧς ὁ λόγος, προέκειτο περὶ χάριτος 250,000 δραχμῶν, καὶ ὅτι πᾶσαν τὴν εὐθύνην τῆς χάριτος ταύτης φέρει ὁ Ὑπουργὸς, ὅστις διέταξεν ὅσα διετάχθησαν ὑπ’ εὐθύνην αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐλησμόνησεν, ὅτι πᾶσαν ληψοδοσίαν μετὰ τῆς ἑταιρίας καὶ τῶν ἐργολάβων καὶ πάσας τὰς καταβολὰς, τὰς ὁποίας οἱ πρὸ αὐτοῦ ἐνήργησαν, ἐξήλεγξεν αὐτὸς, ὡς διάδοχος αὐτῶν, καὶ ἐνήργησε νέας καταβολὰς, καὶ περὶ τῶν καταβολῶν τούτων ὑπάρχει ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐδόθη εἰς τὴν δημοσιότητα καὶ εἶναι δεδημοσιευμένον ἐν ταῖς ἐφημερίσιν. Ἐξήλεγξε καὶ ἐνήργησε καταβολὰς, καθ’ ὃν χρόνον, ἐὰν ἦτο πεπεισμένος ὅτι ἐγένετο καταβολή τις πρὸς τὴν ἑταιρίαν κατὰ χάριν, εἶχε τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ κρατήσῃ τὰ χρήματα, ἀλλ’ ἐγίνωσκε κάλλιστα τότε ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὅτι καὶ ἑνὸς λεπτοῦ ἄρνησις ἤθελε φέρει αὐτὸν εἰς τοιαύτας περιπλοκὰς, καὶ εἰς τοιαύτας ζημίας ἤθελεν ἀγάγει τὸ Κράτος, ὥστε ἤθελε φέρει αὐτὸς μεγάλην εὐθύνην, ἐὰν ἤθελε παρακρατήσει τὰ χρήματα ἐκεῖνα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ζητεῖ ἔγγραφα, καὶ λέγει, ὅτι θέλει συζητήσει· θέλομεν καὶ ἡμεῖς ζητήσει ἔγγραφα καὶ θέλομεν συζητήσει, καὶ τότε θέλει ἀκούσει τί ἔγραφε καὶ τί ἀνεγνώριζε, καὶ τότε θὰ ἴδῃ, ἐὰν δικαιολογῆται νὰ ἐγείρηται, ὅπως ῥίπτῃ καθ’ ἡμῶν προσβολὰς, αἱ ὁποῖαι νομίζει ὅτι δύνανται νὰ μᾶς ἐγγίσωσιν. Ἐν τῇ προκειμένῃ ὑποθέσει πρόκειται περὶ μιᾶς ἐξ ἐκείνων τῶν ἐξαιρετικῶν, ἀλλ’ οὐχὶ σπανίων περιπτώσεων, καθ’ ἃς ἡ Κυβέρνησις, εὑρισκομένη ἀπέναντι ἀδυναμίας, ὀφείλει νὰ ἀναλάβῃ διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους τὴν εὐθύνην νὰ ἐνεργήσῃ, καὶ νὰ προσέλθῃ κατόπιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ζητήσῃ τὴν συγγνώμην αὑτῆς. Ταύτην τὴν συγγνώμην ζητεῖ σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ βεβαίως δὲν θέλει εὑρεθῆ ποτε Βουλὴ, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀξίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις ἀπεφάσισε νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην ἐπὶ τοιαύτης περιπτώσεως.
§54ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἐκπληρώσει τὸ καθῆκόν της ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, ἔπρεπε νὰ σᾶς στείλῃ εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον· διότι, ἐὰν σήμερον τὸ Δημόσιον πρόκηται νὰ ἀπολέσῃ 1,800,000 δραχμὰς, αὐτὸ ὀφείλεται εἰς τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἐτήρησεν ὄχι ὁ Βουλευτὴς Μεγαρίδος, τὸ θῦμα, ἀλλ’ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπέναντι τῆς Βουλῆς. Ἦτο παροῦσα ἡ Βουλὴ, ὅτε συνωμολόγησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν σύμβασιν περὶ διαιτησίας, ἀντιβαίνουσαν εἰς ῥητὸν ἄρθρον, τὸ ἄρθρον 22 τῆς συμβάσεως τῆς ἀρχικῆς, τῆς κυρωθείσης διὰ νόμου· ἦτο παροῦσα ἡ Βουλή, ὅτε ἐδώρει διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ προσωρινοῦ, τὰς 250 χιλιάδας δραχμῶν ἐκείνας, καὶ τὰ γενικώτερα συμφέροντα τοῦ Κράτους, ὡς εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν τῷ ἐπέτρεπον νὰ κηρύξῃ τὴν λῆξιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τὰ εἰδικώτερα συμφέροντα τοῦ Κράτους τῷ ἐπέβαλλον νὰ καλέσῃ τὴν Βουλήν, τὴν ὁποίαν καλεῖ ὁπόταν θέλῃ, ὡς τὸ ἀπέδειξε καὶ προχθές, καὶ ἡ Βουλὴ ἦτο παροῦσα ἀκριβῶς κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὑπεγράφετο ἡ σύμβασις περὶ διαιτησίας, ὄχι παροῦσα νομικῶς, ἀλλὰ παροῦσα πραγματικῶς, καὶ ἡ σύμβασις ἐκείνη ἀπεκρύπτετο. Καὶ διὰ τὴν σύμβασιν ἐκείνην, ὡς καὶ διὰ τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους, τὸ θῦμα ἐγκαλεῖ τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς 3ῆς Μαΐου, καὶ μᾶς λέγει, ὅτι ἀνεγνωρίσαμεν διὰ τῶν ὑστέρων πράξεων ἡμῶν τὰς πράξεις ἐκείνων! Ἡμεῖς οὐδὲν ἕτερον ἐπράξαμεν ἢ νὰ μείνωμεν ἐντὸς τοῦ αὐστηροῦ καθήκοντος ἡμῶν· δὲν ἀπέκειτο εἰς ἡμᾶς, ὡς διαδόχους τῶν Κυρίων, νὰ ἐλέγξωμεν τὴν διαχείρισίν των,— οἱ ἐλεγκταὶ τῆς διαχειρίσεώς των εἶσθε σεῖς,—ἀπέκειτο νὰ ἀντιληφθῶμεν τῆς καταστάσεως τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, καὶ συμφώνως μὲ τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν. Νομίζετε ὅτι ἠδυνάμεθα εἰς τὰς πιστοποιήσεις τοῦ μηνὸς Μαΐου νὰ καταλογίσωμεν τὸ ποσὸν, τῶν 250,000 δρ. τὸ ὁποῖον ἐδώρησεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἑταιρίαν τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης; Καὶ πῶς νὰ τὸ καταλογίσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο; Ἡ ἑταιρία εἶχεν εἰς χεῖράς της μίαν σύμβασιν, δυνάμει τῆς ὁποίας προκατεβλήθη αὐτῇ τὸ ποσὸν τῶν 250,000 δραχμῶν. Καὶ ἐξηγοράσθη διὰ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ τί νομίζετε; ἐξηγοράσθη ἡ διαιτησία. Ἐν τῇ ἀρχικῇ συμβάσει, τῇ κεκυρωμένῃ διὰ νόμου, εἷς ἦτο ὁ διαιτητὴς μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς ἑταιρίας τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τιμολογίου, τοῦ barême, τὸ ὁποῖον ὑπέγραψεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐσώρευε ποσὰ ἐπὶ ποσῶν, ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν ἐπὶ ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν ἡ ἑταιρία εἰς τὰ θυλάκιά της· καὶ διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω τοῦτο, δὲν ἔχω ἢ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν τελευταίαν ἀπόφασιν τοῦ διαιτητοῦ, ἐκ τῆς ὁποίας προκύπτει, ὅτι τὰ ἁπλᾶ ἔργα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ τιμολόγιον barême ἀπετιμήθησαν πρὸς 46,000 φράγκα τὸ χιλιόμετρον, ἀποτιμῶνται κατὰ τὸ τιμολόγιον τοῦ Γερμανοῦ διαιτητοῦ ἀντὶ 16,000 φράγκων. Ἔπρεπεν ἡμεῖς, ἀφοῦ αὐτοὶ ἐδώρουν, νὰ κατακρατήσωμεν τὰ ποσὰ τῶν πιστοποιήσεων, τῶν ἐκδοθεισῶν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ἡμῶν, ἵνα φέρωμεν νέας περιπλοκὰς, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀκριβῶς ὁ Ἄγγλος ὁ πρέσβυς καὶ ὁ Γερμανὸς ὁ πρέσβυς ἐπενέβαινον ἐπισήμως καὶ ἐζήτουν τὴν ἐκτέλεσιν τῆς διαιτησίας, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑποσχεθῆ, ἐναντίον τῆς ῥητῆς διατάξεως τῆς συμβάσεως, ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Βουλευτοῦ Μεγαρίδος; Τί ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν; νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν πληρωμὴν τῶν ἐκτελεσθέντων νέων ἔργων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τιμολογίων τῶν ἐγκριθέντων παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως; νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν διαιτησίαν; Αἱ ξέναι Κυβερνήσεις δὲν γνωρίζουσιν ὡς ἀντιπρόσωπον τοῦ Κράτους, εἰμὴ μόνον τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὸ γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ ὁ Βουλευτὴς Μεγαρίδος καὶ οἱοσδήποτε ἐκ τῶν τότε Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι δι’ ἁπλῆς ἐγγραφῆς ἐπὶ οἱουδήποτε φακέλλου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπεχρέουν τὸ Κράτος, ἐναντίον τῶν δηλώσεών των ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐναντίον τῶν ῥητῶν διατάξεων τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἐψηφίσατε. Βεβαίως θὰ ἦτο μωρὸς ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἤθελε νὰ περιπλέξῃ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, ἥτις εἶχε περιπλακῆ, χάρις εἰς τὴν προστασίαν, τὴν ὁποίαν ἐχορήγησεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἑταιρίαν· βεβαίως θὰ ἦτο μωρὸς ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἤθελε δώσει δίκαιον εἰς τὴν ἑταιρίαν, παρεμποδίζων τὴν διαιτησίαν. Περὶ αὐτῶν, Κύριοι, πρόκειται· δι’ αὐτὸ ἀκούετε αὐτὰ τὰ κορακιστικὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ τίς πρέπει νὰ ἴδῃ τὰ δικαιολογητικὰ, καὶ τίς πρέπει νὰ ἐξελέγξῃ τὰ δικαιολογητικὰ, ὁ ταμίας ἢ ἡ Βουλή. Ἐὰν παύσουν τὰ κορακιστικὰ, καὶ ἔλθουν ἐνταῦθα τὰ δικαιολογητικὰ, τότε θὰ ἴδητε, ὅτι πρόκειται περὶ καθαρᾶς παραβιάσεως τῶν νόμων, καὶ περὶ οὐδενὸς ἄλλου.
§55Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν προσαχθῶσι τὰ δικαιολογητικὰ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, θέλετε ἴδει διὰ ποῖον λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτε ἦτο Ὑπουργὸς, οὐδεμίαν ἐξήνεγκε παρατήρησιν περὶ ἀνεπαρκείας τῶν θεωρηθέντων ὡς ἐπαρκῶν ὑπὸ τῶν προκατόχων αὐτοῦ. Ἐπὶ πέντε μῆνας διετέλεσεν Ὑπουργὸς, ἐγκρίνων τὰς ἀλληλοδιαδόχους καταστάσεις, καὶ σήμερον ζητεῖ νὰ κομίσωμεν τὰ δικαιολογητικὰ, ἅτινα αὐτὸς, ὡς Ὑπουργὸς, ἐργαζόμενος καθ’ ἑκάστην ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ τούτου θέματος μετὰ τῆς ὑπηρεσίας, ἀνεγνώριζεν ὡς κανονικά. Ἀλλὰ καὶ σήμερον ἔτι ἐπικρίνει μὲν ὁ κ. Βουλευτὴς τὰ τῶν 250,000 δραχμῶν, τῶν προκαταβληθεισῶν ἵνα ἐπιτευχθῇ ἡ διαιτησία, ἀλλὰ περὶ τῶν καταστάσεων οὐδὲν εἶπεν, οὐδὲ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ· διότι, ἐνῷ εἶχε τὸ καθῆκον νὰ συμψηφίζῃ ἐν αὐταῖς πᾶν τὸ καθ’ ὑπέρβασιν καταβληθὲν, οὐδὲν συνεψήφισε· μόνας τὰς 250,000 δραχ. τῆς προκαταβολῆς δὲν ἠδύνατο νὰ συμψηφίσῃ, εἰμὴ ἐπὶ τῇ περατώσει τῆς διαιτησίας, διότι εἴχομεν ἀναλάβει τοιαύτην ὑποχρέωσιν. Ταύτας παρέστησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ὡς δωρηθείσας, γενομένης κατ’ αὐτὸν τῆς προκαταβολῆς πρὸς τοὺς ὀφείλοντας περισσότερα τῆς παρασχεθείσης πρὸς τὸ Δημόσιον ἐγγυήσεως. Εἶχε τὸ Δημόσιον τὴν καταβληθεῖσαν ἐγγύησιν, εἶχε καὶ τὰς ἐγγυήσεις ἐκ τῶν κρατήσεων ἐπὶ τῶν μηνιαίων καταστάσεων, ἀλλ’ αὗται δὲν ἤρκεσαν κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν, ἵνα ἀσφαλίσωσι τὰ 2,800,000, ἅτινα ἡ διαιτησία ἀπέδειξεν ὡς καταβληθέντα ὑπὲρ τὸν ὅρον εἰς τὴν ἑταιρίαν, κανονιζόμενα ἐπὶ τῇ βάσει τύπου ἀνεγνωρισμένου, ὃν ὁ διαιτητὴς ἔκρινε καταλήγοντα ἐν τῇ τέως ἐφαρμογῇ εἰς ἀποτελέσματα ἐπιβαρύνοντα ὑπὲρ τὸ πρέπον τὸ Δημόσιον. Ἐὰν ἦτο ἀνάγκη ἀποδείξεως τῆς μεγάλης σπουδαιότητος τῆς διαιτησίας καὶ τῆς ὠφελείας, ἣν τὸ Κράτος ἠρύσθη ἐξ αὐτῆς, τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ θ’ ἀπεδείκνυον ταῦτα καὶ προσέτι ὁπόσον ὑπῆρξεν εὐτυχὲς ἐν ἄλλοις πολλοῖς καὶ εἰς τὰ τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεμάκρυνε τῶν πραγμάτων τὸν κ. Βουλευτὴν, διότι ἄλλως θὰ ἐστερούμεθα τῶν σωτηρίων ἀποτελεσμάτων τῆς διαιτησίας, ἅτινα, καὶ ἂν ἐξηγοράζομεν διὰ 250,000 δραχμῶν, εὐθηνὴ θὰ ἦτο ἡ ἐξαγορὰ, ἀφοῦ μάλιστα τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὸ Δημόσιον ἥμισυ τῶν ἐξόδων τοῦ διαιτητοῦ ὑπῆρξεν ἐλάχιστον. Τοσοῦτον ὁ διαιτητὴς ὑπῆρξεν ὀλιγαρκὴς, ὥστε τὸ Δημόσιον δὲν ἐπεβαρύνθη δι’ ἀποζημιώσεως οὐδ’ ἑνὸς κἂν βοηθοῦ ἢ γραφέως, καταβληθείσης ἀποζημιώσεως ὑπὲρ μόνου τοῦ διαιτητοῦ, ἣν αὐτὸς ὥρισεν ἐπὶ μέτρῳ πολὺ κατωτέρῳ τοῦ παρὰ παντὸς μετακληθέντος ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ὁμοταγοῦς αὐτῷ αἰτηθέντος. Οὐδέποτε ἐγένετο ἐργασία παρὰ ξένου μετακληθέντος ἐνταῦθα λόγῳ ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους σχετικῶς πολυτιμοτέρα τῆς τοῦ διαιτητοῦ τούτου, καὶ δὲν δύναταί τις νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι, ἐὰν ἄλλως ἢ διὰ τῆς διαιτησίας ἐκανονίζοντο αἱ διαφοραὶ, αἱ διὰ ταύτης διευθετηθεῖσαι, θὰ διῃωνίζετο ἡ ὑπόθεσις, καὶ θὰ ἐπήρχοντο τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα προελάβομεν, κατηγορούμενοι ὅμως ἤδη ἐφ’ οἷς προελάβομεν. Ὁ κ. Βουλευτὴς παρέστησεν, ὅτι, προκαταβάλλοντες 250,000 δραχ. εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἐδωροῦμεν αὐτὰς, διότι ἡ ἑταιρία δὲν παρέσχεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐγγυήσεις ἀποχρώσας πρὸς τὴν ἀπόδοσιν αὐτῶν· καὶ ἵνα καταστήσῃ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον εὐλογοφανῆ, εἶπεν ὅτι αἱ ἐπὶ τῶν μηνιαίων καταστάσεων κρατήσεις δὲν καλύπτουσι τὸ ποσὸν τῶν κατὰ τὸν διαιτητὴν καταβληθεισῶν ἐπὶ πλέον τοῦ πρέποντος μέτρου 2,800,000· καὶ βεβαίως δὲν τὸ καλύπτουσιν, ἀφοῦ αἱ εἰρημέναι κρατήσεις ἀνέρχονται εἰς 2,000,000 ἢ ἔστω καὶ εἰς 2,200,000 δραχμῶν· ἀλλ’ ἆρα κρατεῖ τὸ Δημόσιον μόνην ἐγγύησιν τῆς ἑταιρίας τὰ 2,200.000 τῶν κρατήσεων; Κρατεῖ προσέτι καὶ 2 ἑκατομμύρια ἐκ τῆς ἐγγυήσεως, κρατεῖ προσέτι καὶ ὅλα τὰ ὑλικὰ τὰ μὴ ἀναγνωρισθέντα ἐν ταῖς καταστάσεσι. Καὶ ἂν τούτων τὴν ἀξίαν ὡς ἐκτιμωμένην παρ’ ἄλλων μὲν εἰς πολλὰ, παρ’ ἄλλων δὲ εἰς ὀλιγώτερα, καὶ ὡς παραλλάσουσαν κατὰ περιόδους, μὴ καταλογίσωμεν, ἔχομεν ὅμως ἐν κατοχῇ τοῦ Δημοσίου χρῆμα τῶν ἐργολάβων ἱκανὸν, ἵνα ἐξασφαλίσῃ καὶ τὰς 250,000 δραχμῶν, περὶ ὧν τυρβάζει ὁ κ. Βουλευτὴς, καὶ τὰ 2,800,000, καὶ ἄλλας ἑκατοστύας χιλιάδων, ἐφ’ αἷς χρεοῦνται οἱ ἐργολάβοι πρὸς τὸ Δημόσιον. Ἀλλὰ τὰ 2,800,000 δραχμῶν καὶ τὰς ἄλλας ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν ἠθέλομεν διασώσει ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἐὰν μὴ ἐγίνετο ἡ διαιτησία; Ποῖον δικαίωμα θὰ εἴχομεν, ἵνα καταλογίσωμεν αὐτὰ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου; Διὰ τῶν 250,000 δραχμῶν προκαταβαλλομένων, ἐξησφαλισμένων ὅμως καὶ τούτων ὑπὸ τῶν κατεχομένων παρὰ τοῦ Δημοσίου κεφαλαίων τῶν ἐργολάβων, κατωρθώθη ἵν’ ἀποκτήσωμεν τὴν διαιτησίαν, χρεώσασαν τοὺς ἐργολάβους πρὸς τὸ Κράτος ἐπὶ τοῖς ὑπὲρ τὸ πρέπον μέτρον πρὸς αὐτοὺς καταβληθεῖσι. Καὶ εἶναί τις ἐνταῦθα ὁ ἀμφιβάλλων, ὅτι, ἐὰν ἀνεμένομεν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος παρὰ τῆς ἀρχῆς, ἣν ἀναγράφει ἡ σύμβασις, ἠθέλομεν ἀναμείνει οὐχὶ μῆνα, οὐχὶ ἓν ἢ δύο ἔτη, ἀλλ’ ἴσως δέκα καὶ εἴκοσιν ἔτη; Δὲν διδάσκει τοῦτο ἡ πεῖρα; Ἐὰν ἠθέλομεν διεξαγάγει τὰ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς καὶ Λαρίσσης ὡς διεξήχθησαν τὰ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς καὶ Πελοποννήσου ἢ Μύλων καὶ Καλαμῶν καὶ τὰ ἄλλα δημόσια ἔργα, ἅτινα πάντες ἔχομεν ὑπ’ ὄψει, ἠθέλομεν βεβαίως ἀπολέσει καὶ τὰ 2,800,000 δραχ. καὶ τἆλλα ὀφειλόμενα, καὶ ἠθέλομεν ἐκτεθῆ καὶ εἰς ἄλλας ὑποχρεώσεις ἐξόδων καὶ ἀποζημιώσεων. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἀνελάβομεν ἁπλῶς τὴν ὑποχρέωσιν προκαταβολῆς ἀποδοτέας εὐθὺς μετὰ τὴν διαιτησίαν, καὶ ἤδη ἡ προσεχὴς κατάστασις θέλει πληρωθῆ διὰ συμψηφισμοῦ πρὸς τὴν προκαταβολὴν τῶν 250,000 δραχμῶν, ἧς ἡ ἀπόδοσις εἶναι ἐξησφαλισμένη καὶ δι’ ἧς ἐπετεύχθη ἡ διευκρίνησις πάντων τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν ἐργολαβίαν τοῦ σιδηροδρόμου, ἡ ἐπιτρέπουσα εἰς τὸ Κράτος σήμερον νὰ κανονίσῃ πᾶσαν αὑτοῦ δοσοληψίαν πρὸς τὴν ἐργολάβον ἑταιρίαν ἄνευ κινδύνου ὅπως ἀντιτάξῃ τι αὕτη τελεσφόρως εἴτε ἐκ τῆς συμβάσεως, εἴτε διεγείρουσα τὴν ἔξω κοινὴν γνώμην κατὰ τῆς Ἑλλάδος, ὡς κακῇ πίστει μὴ ἐκπληρούσης τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῆς. Πρὸς τοιαύτας περιστάσεις εἴμεθα ἤδη ἐφωδιασμένοι δι’ ἀπαντήσεως ἀδεκάστου κριτοῦ ἀναμφηρίστου εἰδικότητος. Ἀλλὰ ταῦτα, καίτοι ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἔσωσεν ἑκατομμυρίων περιουσίαν τοῦ Δημοσίου ἡ διαιτησία καὶ ὁλόκληρον ἐπιχείρησιν σπουδαιοτάτην εἰς τὸ Κράτος, δὲν θὰ ἦσαν ἐπαρκὴς δικαιολογία, ἐὰν εἴχομεν παραβιάσει τὸν νόμον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὡμίλησε περὶ παραβιάσεως τοῦ νόμου, ὡσανεὶ εἶχε διαπραχθῆ, ὡς Ὑπουργὸς δὲ οὕτως ὡμίλησεν οὐχὶ πρὸς συναδέλφους Βουλευτὰς, ἀλλὰ πρὸς ἀντιπροσώπους ξένων Κυβερνήσεων, ἰσχυριζόμενος ὅτι τὸ ἄρθρον τῆς συμβάσεως δὲν ἐπέτρεπε τοιαύτην διαιτησίαν, ὁρίζον ὅτι τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν εἶναι ὁ διαιτητής. Καὶ εἶναι διαιτητὴς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν ὑποχρεωτικὸς ἐκ τῆς συμβάσεως, ἐν ἀποτυχίᾳ φιλικοῦ συμβιβασμοῦ Κυβερνήσεως καὶ ἐργολάβου ἑταιρίας. Ἡ σύμβασις κανονίζει τὰ τῆς ὑποχρεωτικῆς διαιτησίας, ἐπιτρέπει δὲ τὴν ἐξ ἰδίας συμφωνίας διαιτησίαν πρὸς φιλικὸν συμβιβασμόν. Αὕτη ἡ φιλικὴ διαιτησία κατόπιν ἰδίας συμφωνίας ἐπίσης, ὅσον καὶ ἡ ὑποχρεωτικὴ διαιτησία, στηρίζεται εἰς τὸν νόμον καὶ τὴν σύμβασιν, ἐπετεύχθησαν δὲ διὰ τοῦ φιλικοῦ συμβιβασμοῦ ἀποτελέσματα μηδεμιᾶς χρήζοντα νομοθετικῆς συμπληρώσεως ἐν τῇ ὑποστάσει αὐτῶν. Θέλομεν ὅμως εἰσαγάγει τὰ περὶ τούτου εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ὁ διαιτητὴς ἀπεφάνθη περί τινων μὴ κειμένων ἐν τῇ ἐξουσίᾳ αὐτοῦ ὡς διαιτητοῦ, ἐνδεικνύων τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἐν ἐνεργείᾳ μὴ ἀποῤῥεούσῃ ἐκ τῆς συμβάσεως. Εἰς ἐνέργειαν τοιαύτην θέλομεν παρὰ τῆς Βουλῆς ζητήσει τὴν ἄδειαν, ἵνα προέλθωμεν, καὶ τότε θὰ δυνηθῇ ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἀναπτύξῃ τὰς ἰδέας του ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ δικαιολογήσῃ ἑαυτὸν,—ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη δικαιολογίας παρῳχημένης ὑπουργίας ἡμεροβίου,—ἐπὶ ἐνεργείᾳ κατὰ τὸν ὀλίγον χρόνον τῆς διαμονῆς αὐτοῦ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἥτις ἤθελε καταλήξει εἰς ἀποτελέσματα δυσάρεστα, ἐὰν ἡ προκαλέσασα τὴν ἐνέργειαν Κυβέρνησις δὲν ὑφίστατο ὀνόματι μόνον, ἀλλ’ ἦτο Κυβέρνησις ἀξία τοῦ ὀνόματος.
§56ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἶχεν ἀποστολὴν νὰ καθαρίσῃ τὴν κόπρον τοῦ Αὐγείου, τὴν ὁποίαν ἀφῆκεν ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου, κυβερνήσας τὸν τόπον ἐπὶ δεκαετίαν, καὶ δὲν ὑπάρχει εἷς μεταξὺ ὑμῶν, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἀνομολογῇ τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου. Δὲν ἠξεύρω τί σᾶς ἀναγκάζει νὰ διαψεύδητε ὑμᾶς αὐτοὺς καὶ τὴν συνείδησίν σας· διότι δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ ἐπιδείξητε τοσοῦτον ἐνθουσιασμὸν ἀπέναντι τοιαύτης Κυβερνήσεως. Ἐπρόκειτο περὶ ἐκτελέσεως τῆς συμβάσεως κατὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, οὐχὶ περὶ παραβιάσεως, διότι τὸ ἄρθρον 22 ὁρίζει, ὅτι ἡ διαιτησία τοῦ Ἐφετείου ἐπέρχεται μόνον καθ’ ἣν περίπτωσιν δὲν ἤθελον λύσει φιλικῶς τὰς μεταξύ των διαφορὰς τὸ Δημόσιον καὶ ἡ Ἑταιρία. Ἡ διαιτησία δὲν εἶναι φιλικὴ λύσις, διότι ἐκτοπίζει καὶ θέτει κατὰ μέρος τὰς ἄλλας διαιτησίας. Περιττὸν ἦτο νὰ μᾶς ὁμιλήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς εὐσυνειδησίας καὶ τῆς ἐργατικότητος τοῦ Γερμανοῦ διαιτητοῦ, διότι ἐγὼ τὸν γνωρίζω, ἐνῷ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν τὸν ἐγνώρισε, διότι ἐγὼ προσωπικῶς ὑπερησπίσθην τὰ δίκαια τοῦ Δημοσίου ἐνώπιόν του, παρισταμένου καὶ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς δικηγόρου τῆς ἑταιρίας, διότι ἐγὼ συνωμολόγησα μετ’ αὐτοῦ τὰ τῆς ἀμοιβῆς, καὶ γνωρίζω πόσον γλίσχρα ὑπῆρξεν αὕτη· ἀλλ’ ὅλα ταῦτα, καὶ αἱ ἀρεταὶ τοῦ διαιτητοῦ καὶ τὰ εὐτυχῆ ἀποτελέσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔφθασε, χάρις εἰς ἀγῶνας ἀτρύτους, τοὺς ὁποίους κατέβαλον οἱ ἡμερόβιοι Ὑπουργοὶ, τίνα σχέσιν ἔχουσι πρὸς τὰς πολλαπλᾶς παραβάσεις, πρὸς τὰς δωρεάς;—διότι πρόκειται περὶ δωρεᾶς, τὴν ὁποίαν διαπράττει πρὸς τὴν ἑταιρίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐπιδικασθῶσιν εἰς τὸ Δημόσιον 2,800,000, καὶ εἰς ταῦτα ἔδοσε καὶ προκαταβολὴν 250,000 δρ. Διὰ τίνα λόγον; Διότι δὲν ἔχομεν νὰ χάσωμεν τίποτε. Ἀλλ’ ὁ ὑπολογισμός του οὗτος εἶναι σφαλερός· τὰ 2,000,000 τῆς ἐγγυήσεως κατηναλώθησαν, καὶ θὰ καταπέσωσιν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου καθ’ ἣν στιγμὴν κηρυχθῆ ἔκπτωτος ἡ Ἑταιρία· ἤθελε δὲ κηρυχθῆ ἔκπτωτος ἀκριβῶς ἀπὸ τῆς 3ης Μαΐου, ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀπώλεσε τὸν προστάτην της, καὶ εἰσῆλθεν ὁ ἡμερόβιος Ὑπουργὸς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν· ἂν δὲ ἐπέζησε καὶ θὰ ἐπιζήσῃ, ὀφείλεται εἰς τὰς δωρεὰς καὶ τὴν προστασίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὀφείλεται εἰς τὴν διαιτησίαν, ἥτις μοῦ ἐδέσμευσε τὰς χεῖρας καὶ παρημπόδισε νὰ κηρύξω ἔκπτωτον τὴν ἑταιρίαν, ἡ ὁποία οὐδεμίαν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν, ἦτο ἐπαρκὴς νὰ ἐκπληρώσῃ. Αὐτὸ τὸ κέρδος ἀπεκομίσαμεν ἐκ τῆς προνοίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι σήμερον, — διότι ἤκουσα, ὅτι ἡ θεωρία ἀνεπτύχθη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, — δὲν εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ περιλάβωμεν ποσὸν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, διότι δὲν γνωρίζομεν, ἂν θὰ ᾖναι ἱκανὴ ἡ ἑταιρία νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰ ἔργα, ἀλλ’ ἔχομεν διαθέσει ἤδη 23,000,000, τὰ ὁποῖα μένουσι νεκρά, ἔχομεν καταβάλει περιπλέον τῶν ἐκτελεσθέντων ἔργων 1,800,000, καὶ ἀντ’ αὐτῶν ἔχομεν εἰς τὸ χαρτοφυλάκιον τὴν ἐγγύησιν, τὴν ὁποίαν εἴχατε ἄλλοτε διὰ τὰ χρήματα τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἥτις θὰ ᾖναι ὁμοία πρὸς τὴν ἀπόδειξιν τοῦ Deloi καὶ Σα. Δὲν ἤλπιζε τὸ Δημόσιον, ὅτι ἤθελε λάβει ποτὲ αὐτά· ἐπειδὴ δὲ δὲν ἦσαν παραπολλὰ τὰ ὀφειλόμενα παρὰ τῆς ἑταιρίας πρὸς τὸ Δημόσιον, χάρις εἰς τὸ τιμολόγιον, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἐκύρωσεν, ἐδόθησαν περιπλέον 250,000 δρ. προκαταβολή. Δὲν εἶσθε εὐχαριστημένοι ὅτι εἰς τοιαῦτα αἴσια ἀποτελέσματα ἐφθάσαμεν, καὶ δὲν ἠθέλαμεν φθάσει ἄνευ τῆς διαιτησίας, τὴν ὁποίαν παρανόμως συνωμολογήσαμεν; δὲν ἤθελε κηρυχθῆ ἔκπτωτος ἡ ἑταιρία ἔκτοτε, καὶ δὲν ἠθέλαμεν κερδήσει τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον ἀπωλέσαμεν, τῶν ὀκτὼ μηνῶν; καὶ τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον θέλομεν ἀπολέσει εἰς τὸ μέλλον. Ὅταν ἔλθωσι τὰ ἔγγραφα, θέλετε κρίνει τίς εἶναι ὁ ὑποστηρίζων τὴν ἀλήθειαν ἐνταῦθα.
§57Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα, θέλετε ἰδεῖ, ἂν ἐκρατήθησαν ἀποδείξεις πληρωθέντων· διότι δὲν κατετέθησαν ἔγγραφα παρὰ τῷ Δημοσίῳ, ἀλλὰ μεταλλικὸν 2 ἑκατομμυρίων, μένον ἐν τῇ κατοχῇ αὐτοῦ, ὅπως μένουσιν ἐν τῇ κατοχῇ αὐτοῦ τὰ τῶν μηνιαίων κρατήσεων κατὰ λόγον 10% ἐπὶ τῶν ἐγκεκριμένων ἔργων καὶ ἑτέρων λόγῳ τῶν κακοτεχνιῶν, εἰς ἃ θὰ προσετίθεντο ἐν περιπτώσει ἐκπτώσεως καὶ τὰ μὴ πληρωθέντα ὑλικά. Πλέον ἄρα τοῦ διπλασίου τῆς ἐγγυήσεως ἔχει τὸ Δημόσιον εἰς τὴν διάθεσιν αὐτοῦ, ἀπέναντι δὲ τούτων ὀφείλουσιν οἱ ἐργολάβοι εἰς τὸ Δημόσιον 2,800,000, πληρωθείσας κατὰ τὸν ἐγκεκριμένον τύπον ἐπὶ πλέον τῆς προσηκούσης ἐπὶ τοῦ συνόλου τῆς δαπάνης ἀναλογίας καὶ προσέτι ἐπὶ πλέον τοῦ ἐγκεκριμένου τύπου ἐξ ἐπιεικοῦς ἐκτιμήσεως τῶν ἔργων ἐν ταῖς καταστάσεσι 520,000 ἐν τῇ κυρίᾳ γραμμῇ καὶ 250,000 ἐν ταῖς διακλαδώσεσιν, εἰς ἃ προσθετέον τὰς 250,000 τῆς προκαταβολῆς. Οὕτως ἐχόντων τῶν τῆς δοσοληψίας, κρατεῖ τὸ Δημόσιον τὰ πρὸς συμψηφισμόν. Τοὺς κινδύνους ὅμως ἐπενόησεν ὁ κ. Βουλευτής, αἰσθανόμενος τὸ μέγεθος τῆς ἰδίας εὐθύνης, ἵνα ἐκτρέψῃ ἀπὸ ταύτης τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς.
§58ΡΑΛΛΗΣ. Κίνδυνος δὲν ὑπάρχει κατ’ ἐμέ· θὰ ὑπάρξῃ ὅμως, διότι τῶν 2,000,000 ἡ ἐγγύησις θὰ καταπέσῃ, διότι ἡ ἑταιρία ἀπεδείχθη ἀνίκανος νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον, διότι αἱ κρατήσεις τῶν 10% ἀναλογοῦσιν εἰς τὸ ἥμισυ τῶν ἐκτελεσθέντων ἔργων, χάρις εἰς τὸ τιμολόγιον τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς ἀξίας τῶν ἐκτελεσθέντων καὶ τῆς καταβληθείσης εἰς τὴν ἑταιρίαν εἶναι αὐταὶ αἱ 43,000 δρ. κατὰ χιλιόμετρον πρὸς τὰς 16,000, τὰς ὁποίας ἐπεδίκασεν ὁ διαιτητής. Καὶ ὅλα ταῦτα εὑρίσκει σύμφωνα πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου! Τίς σᾶς ἔδοσε τὸ δικαίωμα νὰ ἐγγίσητε τὴν ἐγγύησιν τῶν 2 ἑκατομμυρίων; πῶς δύνασθε νὰ τὴν ἀποδώσητε; Τίς σᾶς ἔδοσε τὸ δικαίωμα ν’ ἀποδώσητε τὰς κρατήσεις, αἵτινες μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἑνὸς ἑκάστου τμήματος ἔπρεπε ν’ ἀποδίδωνται; Αὐταὶ εἶναι αἱ θεωρίαι, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν!
§59ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα ἐξῆλθε τῶν ὁρίων τῆς πιστώσεως, καὶ ἔθιξε ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔχει μεγαλειτέραν σπουδαιότητα. Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἐνώπιον ἡμῶν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Ἐῤῥίφθησαν ὅμως φράσεις τινὲς, αἱ ὁποῖαι θέτουσιν εἰς ἀμφιβολίαν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος ὡς πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν γνωρίζει ἐπισήμως τὰ κατ’ αὐτὸ, εἶπεν, ὅτι θεωρεῖ τὴν ἑταιρίαν ἀνίκανον νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι αἱ καταστάσεις τῶν ἐργασιῶν δίδουσιν εἰς πίστιν τῆς ἐργολαβίας ποσὰ συμψηφίζοντα τὰ παρ’ αὐτῆς ὀφειλόμενα εἰς τὸ Δημόσιον. Ποία ἐκ τῶν δύο τούτων πληροφοριῶν εἶναι ἡ ἀκριβής;
§60Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅ,τι γινώσκω εἶναι, ὅτι οἱ τῆς ἐργολαβίας ἔμενον ἐδῶ, περιμένοντες τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἀπεργίας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι μόνη αὐτῶν ἐλπὶς ἦτο ἡ πτῶσις τῆς Κυβερνήσεως. Ὅτε εἶδον, ὅτι ἀπετελέσθη ἡ ἀπαρτία, ἔφυγον ἀπηλπισμένοι.
§61ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἀπαρτία κατηρτίσθη τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν, ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις τοῦ διαιτητοῦ ἐδημοσιεύθη πρὸ 15 ἡμερῶν, ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως δὲ τῆς ἀποφάσεως τῆς διαιτησίας ὤφειλε νὰ λάβῃ συντηρητικὰ μέτρα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ ἐλησμόνησε...
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἠδυνάμην νὰ λάβω συντηρητικὰ μέτρα.
§63ΡΑΛΛΗΣ. .. Καὶ δὲν εἶναι πλέον ὑπεύθυνοι μόνοι οἱ Ὑπουργοὶ τῆς 3 Μαΐου, ἀλλὰ καὶ ὅλη ἡ Ἀντιπολίτευσις, διότι δὲν συνέτρεξε τοὺς εὐνοουμένους, τὸν Ἐκερσλέϋ καὶ Σα, εἰς τὸ νὰ κατορθώσουν νὰ καθαρίσουν τοὺς λογαριασμούς των μὲ τὸ Δημόσιον· ἐφοβήθησαν τόσον πολὺ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε ἀπέβλεπον, ὡς καὶ οἱ ὁμολογιοῦχοι, εἰς τοὺς προδότας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, προσπαθούσης διὰ παντὸς τρόπου νὰ τοὺς κηρύξῃ ἐκπτώτους τοὺς εὐνοουμένους τούτους τῆς μὴ ἀπαρτίας, ἀλλὰ μᾶς εἶχε δεσμεύσει τὰς χεῖρας ὁ Πρόεδρος διὰ τῆς συμβάσεως περὶ διαιτησίας!
§64ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἢ ἡ Κυβέρνησις ἐφυγάδευσε τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ σιδηροδρόμου. Ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ πρέπει ἡμεῖς νὰ γνωρίζωμεν, εἶναι ἐὰν δι’ ὅλων τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξε προηγουμένως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐξησφάλισε πράγματι τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ ἔργου· ἐὰν ὅμως δὲν τὴν ἐξησφάλισε καὶ πρόκειται πράγματι, ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ ὡς εἰκάζεται ἐκ τῶν λεχθέντων παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νὰ κηρύξωμεν ἔκπτωτον τὴν ἑταιρίαν καὶ νὰ ἔλθωμεν εἰς νέας διαπραγματεύσεις περὶ περατώσεως τοῦ ἔργου τούτου, βεβαίως τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἡ σημερινὴ καὶ ἡ προκάτοχος αὐτῆς, θὰ ἀπολήξωσιν εἰς καταστροφὴν πολὺ μεγαλειτέραν ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν κατέληξαν τὰ ἔργα τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ κατατεθῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, διότι τὸ ζήτημα εἶναι ἐκ τῶν θεμελιωδεστέρων, καὶ πρέπει σπουδαίως νὰ συζητηθῇ. Δὲν εἶναι ἁπλοῦν καὶ δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δυνάμεθα δι’ ἄλλης ἑταιρίας νὰ κατασκευάσωμεν τὸν σιδηρόδρομον ἐπωφελῶς. Ἀπεναντίας φοβοῦμαι, ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους θὰ πάθωσι σπουδαίως, ὅταν κατόπιν τῶν ὅσων συνέβησαν θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κηρύξωμεν ἔκπτωτον τὴν ἑταιρίαν, χωρὶς νὰ λάβωμεν ἀπὸ τοῦδε τὰ ἀναγκαῖα μέτρα πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Ἔχομεν παραδείγματα ἄπειρα κατασκευῆς σιδηροδρόμων, οἵτινες, εἰς τοιαύτην περιελθόντες κατάστασιν, ἀπέβησαν ὀλεθριώτατοι εἰς τὰ συμφέροντα τῶν Κρατῶν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἡ Κυβέρνησις πιστεύῃ, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐργασία αὕτη παρὰ τῶν νῦν ἐργολάβων, καὶ ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, τίνα μέτρα ἔλαβε πρὸς προφύλαξιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου.
§65Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, τοῦτο μαρτυρεῖ ἡ διαιτησία, διότι αὕτη ἦτο ἡ τελευταία πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως, ὑπῆρξε δ’ ἡ πρᾶξις σωτηριωδεστάτη εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἤδη θέλομεν ἐργασθῆ κατὰ τὰ ὑπὸ τῆς διαιτησίας διαγεγραμμένα, καὶ δὲν θέλομεν ἀπ’ αὐτῶν παρεκκλίνει οὐδαμῶς, διότι τοῦτο ἀπαιτεῖ τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας, καὶ ἐν τῇ ὁδῷ, ἣν ἐχάραξεν ἡ διαιτησία, θέλομεν χωρήσει πρὸς τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ἔργου εἴτε δι’ αὐτῆς τῆς ἑταιρίας, εἴτε κηρύσσοντες αὐτὴν ἔκπτωτον, ἐὰν αὕτη δὲν ἦναι ἱκανὴ, ἵνα ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀξιοῖ, ὅπως δηλώσω ἐγὼ, ἂν ἡ ἑταιρία θὰ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον, ἢ ἂν θὰ ἐκπέσῃ.
§66ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποῖαι εἶναι αἱ ἐντυπώσεις σας.
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ δώσω τὴν πληροφορίαν ταύτην, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐξηγεῖ ἤδη, ὅτι θέλει τὰς ἐντυπώσεις μου. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτᾷ περὶ ἐντυπώσεων (ἱλαρότης). Δύναται νὰ ζητῇ λόγον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν πράξεων αὐτῆς, ἡ δὲ πρᾶξις αὐτῆς ἡ τελευταία εἶναι ἡ διαιτησία. Ἐπὶ ταύτῃ ἔχομεν ἡμεῖς σήμερον τὴν ἀδυναμίαν νὰ ἐναβρυνώμεθα, καὶ ὅταν προσεχῶς θέλωμεν περὶ αὐτῆς συζητήσει, ὅταν θέλωμεν ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τοῦ διαιτητοῦ, ὅταν θέλωμεν ὑποβάλει νομοσχέδιον σχετικὸν πρὸς τὴν ἔκθεσιν ταύτην, τότε θέλομεν παράσχει καὶ πάσας τὰς πληροφορίας, αἵτινες θὰ ἦναι ἀναγκαῖαι, ἵνα σχηματίσῃ ἕκαστος Βουλευτὴς ἰδίαν γνώμην περὶ τῶν πιθανοτήτων τοῦ μέλλοντος. Ἡμεῖς, δίδοντες λόγον περὶ τοῦ παρόντος καὶ τοῦ παρελθόντος, νομίζομεν ὅτι εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἔχομεν ἐντελῶς ἐξησφαλισμένα τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ἐν πάσῃ ἐνδεχομένῃ περιπτώσει. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ζητεῖ νὰ λάβωμεν συντηρητικὰ μέτρα. Ἡμεῖς ἠθέλομεν λάβει μόνον τὰ μέτρα, ἅτινα κατὰ τὴν σύμβασιν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ λάβωμεν. Περὶ συντηρητικῶν δὲ μέτρων ἐκτάκτων δὲν παρίσταται ἀνάγκη νὰ γένηται λόγος, διότι τὸ Δημόσιον εἶναι ἐντελῶς ἐξησφαλισμένον· ἀπέναντι ὀφειλῆς 3,850,000 φράγκων κατέχομεν ὑπὲρ τὰ τέσσαρα ἑκατομμύρια φράγκων. Οὐδενὸς ἄρα ἐκτάκτου μέτρου παρίσταται ἀνάγκη. Ἐὰν ἠδυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἐμφυσήσωμεν ζωὴν εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ τῇ μεταδώσωμεν τὰς δυνάμεις, ὧν ἐνδέχεται νὰ στερῆται, ἵνα αὕτη ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον, καὶ μὴ ἐπράττομεν τοῦτο, θὰ ἐχώρει ἐπίκρισις· ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐργασθῶμεν ἢ εἰς τὰ τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ἑταιρίαν δ’ ἀπόκειται νὰ ἐργασθῇ εἰς τὰ τῆς ἐργολαβίας, ἐφ’ ᾗ αὕτη ἀνεδέχθη ὑποχρεώσεις. Ἐὰν δὲν δύναται ἡ ἑταιρία νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῆς, θέλομεν ἐκτελέσει κατ’ αὐτῆς τὰ κατὰ νόμον.
§68ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα ἐντυπώσεις θεωρητικὰς· ἐζήτησα ἀκριβεῖς πληροφορίας, διότι νομίζω, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅπως ἐξεφράσθη, εἶναι γνώμη ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νομίζει, ὅτι ἓν μόνον ἔχει καθῆκον, νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ 2,800,000 δραχμῶν, ἅτινα ὀφείλοντα παρὰ τῆς ἑταιρίας αὐτῆς εἰς τὸ Δημόσιον, πιστεύει δὲ, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ Δημόσιον ὀφείλει πρὸς αὐτὴν ποσὸν πολὺ ἀνώτερον τῶν 2,800,000, τοῦτο εἶναι ἐξησφαλισμένον καθ’ ὁλοκληρίαν.
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν εἶχον τὴν γνώμην ταύτην, δὲν θὰ ἤμην ὑπὲρ τῆς διαιτησίας.
§70ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι τὸ ζήτημα αὐτό· τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι ἡ ἑταιρία αὕτη, θεωρηθεῖσα ὡς ἀξιόχρεως, ἵνα κατασκευάσῃ τὸν σιδηρόδρομον, ἀνέλαβε τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου τούτου, παρεμποδίσασα ἄλλας ἑταιρίας, ἀναμφισβητήτως ἀξιοχρέους, ὅπως ἀναλάβωσιν αὐτήν. Ἡ ἑταιρία κατέθεσεν ἐγγύησιν 2,000,000 φράγκων πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ὅλου τῶν ὑποχρεώσεών της. Ἡ κατάθεσις τῶν 2,000,000, δὲν δίδει εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς, ἵνα ἐγκαταλείψῃ τὰ 2,000,000, ἐὰν εὕρῃ τὸ ἔργον ἐπιβλαβὲς εἰς αὐτὴν, καὶ φύγῃ· ἀνεδέχθη ἀμετακλήτως τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου, τὰ δὲ 2,000,000 χρησιμεύουσιν ὡς ἐπιπρόσθετος ἐγγύησις. Δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὸ ἐναντίον, διότι τότε ἡ ἑταιρία διὰ τοῦ συμφωνηθέντος τιμολογίου θὰ ἠδύνατο, ἐκτελοῦσα τὰ εὐκολώτερα τῶν ἔργων, νὰ λάβῃ καὶ 5 καὶ 6 ἑκατομμύρια, καὶ ἐγκαταλείψῃ ἀκολούθως τὴν ἐγγύησιν καὶ τὸ ἔργον. Τοιοῦτο δὲν δύναται νὰ ἦναι οὔτε τὸ πνεῦμα οὔτε τὰ γράμμα τῆς μετ’ αὐτῆς συμβάσεως. Διὰ τοῦτο εἶπεν, ὅτι τὸ κύριον ζήτημα εἶναι, πῶς θὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Δὲν πρέπει δὲ νὰ πλανώμεθα, ὅτι ἐγκαταλειπομένου τοῦ ἔργου θὰ δυνηθῶμεν νὰ τὸ ἐκτελέσωμεν ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς τὸ ἀνέλαβεν ἡ ἑταιρία αὕτη· δὲν πρόκειται νὰ σώσωμεν τὰ 2,800,000, πρόκειται νὰ σώσωμεν τὸ ἔργον. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι σήμερον ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν τὰς λεπτομερείας τοῦ ζητήματος τούτου. Διὰ τοῦτο ἐζήτησα τὰς πληροφορίας ταύτας. Παρακαλῶ δὲ, ὅπως αὗται κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ταχύτερον καὶ μὴ ὑποταχθῶσι καὶ αὗται εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐνδέχεται νὰ ὑποβληθῇ ἀργότερον.
§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι συντεταγμένον, ἡ ἔκθεσις δὲ τυποῦται.
§72ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὁ ἔπαινος, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔκαμε διὰ τὸ ἔργον αὐτοῦ, ἤτοι διὰ τὴν διαιτησίαν, ἔχει ἀντίθετον ὄψιν τὸ ἐσφαλμένον τῆς συμβάσεως, ἣν ὁ ἴδιος ἔχει συντάξει, διότι ὡμολόγησεν, ὅτι κατὰ τὴν σύμβασιν καὶ ἐπὶ δεκαετίαν ὁλόκληρον δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δοθῇ λύσις εἰς τὴν διένεξιν τὴν ἐγερθεῖσαν μεταξὺ τῶν ἀναδόχων τοῦ σιδηροδρόμου καὶ τῆς Κυβερνήσεως· τοῦθ’ ὅπερ εἶναι ἓν ἐκ τῶν πολλῶν αὐτῆς σφαλμάτων.
§73Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ διαιτησία ἐγένετο κατ’ αὐτήν.
§74ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Διὰ τῆς συμβάσεως καθιεροῦτο διαιτητὴς τὸ Ἐφετεῖον, καὶ διὰ τῆς μεταβολῆς κατεστήσατε διαιτητὴν ἀντὶ τοῦ Ἐφετείου τὸν κ. Σβαῖριγκ, καὶ ὡς εἴπετε, τοῦτο ἐγένετο, διότι διὰ τῆς διαιτησίας τοῦ Ἐφετείου ἡ ὑπόθεσις δὲν θὰ ἐπερατοῦτο οὔτε μετὰ δεκαετίαν, ὥστε, ἂν ἡ διαιτησία ἐτέθη διὰ τῆς συμβάσεως, διαιτητὴς δὲν εἶναι ὁ παρ’ αὐτῆς ὁριζόμενος. Ἡ τοιαύτη δὲ παρατήρησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περιέχει ἀφορισμὸν κατὰ τῆς λειτουργίας τῶν δικηγόρων καὶ ἄμεσον κατάκρισιν αὐτῆς. Τοῦτο ὅμως δὲν θέλω νὰ συζητήσω ἤδη, καὶ ν’ ἀποδείξω, ὅτι εἶναι ῥιζικῶς σφαλερὰ ἡ παρατήρησίς του. Σημειῶ μόνον, ὅτι τὸ Ἐφετεῖον, ὡς διαιτητής, εἶχεν ὁριστικῶς ἀποφανθῆ, πρὶν διορισθῇ ὁ Γερμανὸς διαιτητής. Ἀλλὰ μήπως καὶ εἰς τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν ἐπίσης διὰ λάθη τῆς συμβάσεως δὲν ἐγένοντο παραπλήσια; Τὴν σύνταξιν τῆς συμβάσεως ἐκείνης τίς εἶχε κάμει, εἰμὴ ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ἡ σύμβασις τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης ἠδύνατο νὰ γεννήσῃ τρομερὰς περιπλοκὰς, σᾶς εἶπον, ἐὰν δὲν καταβάλλοντο αἱ 250,000 δραχμαί. Τοῦτο δὲ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Μεγαρίδος, ὅστις, ὡς ὢν τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, γνωρίζει βέβαια καλῶς, ὅτι ἐπέκειντο σοβαραὶ περιπλοκαὶ, ἐὰν δὲν ἐγίνετο ἡ διαιτησία αὕτη. Τίς δὲ πταίει, ἂν ἡ σύμβασις ἔδιδε λαβὴν εἰς περιπλοκὰς, εἰμὴ ὁ συντάξας αὐτὴν Ὑπουργός; Τώρα ὁ κ. Πρόεδρος ἐντέχνως βεβαίως ἀπέφυγε τὸ ζήτημα, ἂν ἠδύνατο νὰ κάμῃ τὴν τοιαύτην μεταβολὴν εἰς τὴν διαιτησίαν ἄνευ συνδρομῆς τῆς Βουλῆς, καὶ ἐξήτασεν, ἂν ἡ Βουλὴ ἔχῃ λόγον νὰ ζητήσῃ δικαιολογητικὰ, προκειμένου περὶ τῆς πιστώσεως, κατόπιν δὲ (προκειμένου περὶ τῆς διαιτησίας) εἶπεν, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 20 τῆς συμβάσεως ἠδύνατο τὸ Ὑπουργεῖον νὰ κάμῃ αὐτὴν, καὶ μόνον αὐτὸ, διότι τὸ ἄρθρον ἔλεγεν, ὅτι ἐν περιπτώσει «μὴ φιλικῆς λύσεως τῆς διαφορᾶς» διαιτητὴς εἶναι τὸ Ἐφετεῖον. Ποῦ εὗρεν, ὅτι «φιλικὴ λύσις» εἶναι ἡ διαιτησία; Ἡ διαιτησία εἶναι ἐχθρικὴ, εἶναι δικαστικὴ λύσις, ἀλλὰ διὰ δικαστοῦ αἱρετοῦ εἶναι λύσις γινομένη μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῆς ἀμέσου τῶν συμβαλλομένων συνεννοήσεως, ἥτις ἄμεσος συνεννόησις εἶναι «φιλικὴ λύσις». Πλὴν τούτου ὅμως, ἡ ἔννοια, ἣν ὁ κ, Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δίδει εἰς τὸν ὅρον «φιλικὴ λύσις», λέγων ὅτι οὗτος σημαίνει τὴν δι’ ἑνὸς διαιτητοῦ ἄλλου παρὰ τὸ Ἐφετεῖον λύσιν τοῦ ζητήματος, δίδει ὅπλα εἰς τὴν ἑταιρίαν, μεθ’ ἧς ἀκόμη εὑρισκόμεθα ἐν διενέξει. Ἂν ὁ διορισμὸς τοῦ ἀλλοδαποῦ διαιτητοῦ ἦτο «φιλικὴ λύσις», δὲν θὰ ἦτο ὑποχρεωτική, καὶ ἠδύνατο μετ’ αὐτὴν νὰ ζητήσῃ τὴν τῆς πρώτης συμβάσεως διαιτητικὴν ὑπὸ τοῦ Ἐφετείου λύσιν. Εὐτυχῶς ἡ τοῦ ἀλλοδαποῦ διαιτησία εἶναι λύσις ὑποχρεωτικὴ εἰς ἀμφοτέρους τοὺς συμβαλλομένους. Ἂν ἡ σύμβασις αὕτη ἡ δευτέρα, ἡ διορίσασα διαιτητὴν ἄλλον, ἀντιβαίνῃ εἰς τὴν σύμβασιν τὴν κεκυρωμένην ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τοῦτο εἶναι ζήτημα κατ’ ἐμὲ λυόμενον ἐναντίον τοῦ Πρωθυπουργοῦ, πολιτικῶς μόνον, διότι τὴν παραβάτιδα ἑταιρίαν δὲν ὠφελεῖ, καθότι ἡ Βουλὴ διὰ τῆς σιωπηρᾶς ἐγκρίσεως τῆς νέας συμβάσεως νομιμοποιεῖ τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως.
§75Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐγκρίνῃ διαιτησίαν, διότι ἡ διαιτησία εἶναι ἔγκυρος ἀφ’ ἑαυτῆς.
§76ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὴν ἐγκρίνει ἐμμέσως καὶ σιωπηρῶς, μὴ ἀποδοκιμάζουσα τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅπως καὶ ὑμεῖς ἐγκρίνετε ἐμμέσως τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, πολεμοῦντες αὐτήν.
§78ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ αὐταρέσκεια τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νομίζοντος ὅτι ἀντιφάσκει ὅστις πολεμεῖ μὲν τὴν Κυβέρνησιν, ἐγκρίνει δὲ τὸ ἀποτέλεσμα πράξεώς τινος αὐτῆς, μαρτυρεῖ σοφιστικότητα, ἥν, εὐτυχῶς δι’ αὐτόν, δὲν πιστεύει. Ἂν τὴν ἐπίστευε, θὰ ἦτο αὐταρέσκεια μακαρία. Ἐπὶ τοῦ θέματος προσθέτω, ὅτι ἡ διαιτησία τοῦ ἐμπείρου Γερμανοῦ εἶναι λύσις μετ’ ἀποτυχοῦσαν ἄμεσον συνεννόησιν, ἤτοι μετ’ ἀποτυχοῦσαν φιλικὴν διαῤῥύθμισιν τῆς διαστάσεως, κατ’ ἀκολουθίαν λύσις ὑποχρεωτικὴ καὶ ἐξαναγκαστή. Ἄν εὗρεν ἐκ τοῦ αἰσίου συμπεράσματος τοῦ Γερμανοῦ διαιτητοῦ ἀφορμὴν νὰ καυχησιολογήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, τουτέστι δι’ ἔργον μελέτης καὶ εὐσυνειδησίας ἄλλου, δὲν ἠξεύρω, ἂν εὑρίσκηται εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ἀντλήσῃ ὁμοίως καυχήσεις ἐξ ἰδίων αὐτοῦ ἔργων καὶ ἐκ τῶν ἰδίων αὐτοῦ μελετῶν, ἂν δύναται νὰ καυχηθῇ, διότι μετὰ μελέτην καὶ ἔρευναν εὗρε τὴν ἑταιρίαν, εἰς ἣν ἀνέθηκε τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, καὶ ἂν μετὰ μελέτην εὗρε τὴν ἑταιρίαν τοῦ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου–Ἀγρινίου ἢ τὴν τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Λαρίσης, ἂν δύναται νὰ ἐπαινέσῃ ἑαυτὸν, ὅτι εἶχε καταβάλει τὴν κοινὴν τοὐλάχιστον ἐπιμέλειαν νὰ μάθῃ μετὰ τίνων συνεβάλλετο, καὶ νὰ μὴ καταδειχθῇ ἐκ τῶν ὑστέρων, ὡς κατεδείχθη, ὅτι συνεβλήθη διὰ τὸν σιδηρόδρομον Λαρίσης μετὰ προσώπων ὄχι δεδοκιμασμένης πίστεως, καὶ ὧν τὸ παρελθὸν δὲν ἐδικαιολόγει τὴν μετ’ αὐτῶν συμφωνίαν. Ἡ ἄλλη σύγχυσις, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, ταυτίσας τὴν ἐγγύησιν πρὸς τὴν ἀποζημίωσιν, καὶ ἰσχυρισθεὶς, ὅτι ἡ ἐγγύησις χρησιμεύει διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ Κράτους, εἶναι σολοικισμὸς, μαρτυρεῖ πολλὰς ἀγνοίας, καὶ συνάμα εἶναι προσπάθεια πρὸς κάλυψιν τῆς εὐθύνης, ἣν φέρει, διότι ἀφῆκε τὸ Δημόσιον ἄνευ ἐξασφαλίσεως. Ἡ ἐγγύησις δὲν εἶναι ἀποζημίωσις, ἡ ἐγγύησις δὲν δίδεται πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ζημιῶν τοῦ Κράτους, αἵτινες πολλάκις, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, εἶναι πολλαπλάσιαι τῆς ἐγγυήσεως. Ἡ ἐγγύησις καταπίπτει καὶ ἄνευ ζημίας τινὸς ὑπὲρ τοῦ Κράτους. Ἡ ἐγγύησις χρησιμεύει διὰ τὸν ἀπολεσθησόμενον χρόνον μέχρι τῆς εὑρέσεως νέου ἐργολάβου, ἐν περιπτώσει ἐκπτώσεως τοῦ τὴν ἐγγύησιν καταβάλλοντος· χρησιμεύει διὰ τὰ ἔξοδα ἢ τὰς δαπάνας, ἃς θὰ ὑποστῇ ἢ ὑπέστη τὸ Κράτος ἤδη. Ἀλλὰ διὰ τὰς ζημίας τοῦ Δημοσίου δὲν ὑπῆρχε τρόπος νὰ πληρωθῇ τὸ Δημόσιον παρὰ τῆς ἑταιρίας Ἐκερσλέϋ, ἡ ὁποία κατεδείχθη ἐντελῶς ἀφερέγγυος. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ ἑταιρία ἐφυγαδεύθη, ἅμα κατασκεύασεν οὗτος ἀπαρτίαν, ἐννοῶν, ὅτι ἀπηλπίσθη νὰ λάβῃ νέα κέρδη. Ἡ ἀποστροφὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ φοβοῦμαι ὅτι κρύπτει ἀντίθετον λόγον· φοβοῦμαι, ὅτι ἡ ἑταιρία προσεποιήθη ὅτι ἔφυγεν, ἵνα ἐπανέλθῃ ταχέως καὶ λάβῃ παρ’ αὐτοῦ πολλαπλᾶς τὰς 250 χιλιάδας δραχμῶν, ὄχι ὡς προκαταβολὴν πλέον, ἀλλ’ ὡς ἐπικαταβολὴν τῆς κυβερνητικῆς του προνοίας. Ἄς περιμένωμεν, καὶ μετ’ ὀλίγον φοβοῦμαι, μὴ ἴδωμεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νέαν ἀπόπειραν ποιούμενον ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας ἐκείνης.
§79ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ προσθέσω δύο λέξεις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν γενομένην διαιτησίαν. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον, προβὰν εἰς τὴν συνομολόγησιν τοιαύτης συμβάσεως, ἐνήργησε καθ’ ὑπέρβασιν τῶν δικαιωμάτων του καὶ κατὰ παραβίασιν τῶν κειμένων νόμων. Οὐδεὶς νόμος ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλλῃ εἰς διαιτησίαν τὰς ἰδιωτικὰς τοῦ Δημοσίου πρὸς τρίτους διαφοράς. Ἑπομένως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γενικῆς νομοθεσίας βεβαίως ἡ πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἔκνομος. Πρὸς νομιμοποίησιν αὐτῆς ἐπικαλοῦνται τὴν εἰδικὴν σύμβασιν μετὰ τῆς ἑταιρίας, τῆς ἀναλαβούσης τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου· ἀλλὰ βεβαίως ἡ σύμβασις ἐκείνη δὲν χορηγεῖ τοιοῦτον ἐξαιρετικὸν δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ σύμβασις ἐκείνη τοὐναντίον ἀνέθετο τὴν διάλυσιν τῶν διαφορῶν μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ ἑταιρίας εἰς τὸ Ἐφετεῖον τῶν Ἀθηνῶν. Ἀληθῶς ὑπάρχει φράσις ἐν τῇ συμβάσει, καθ’ ἣν τότε θὰ προσφύγωσι τὰ συμβαλλόμενα μέρη εἰς τὸ Ἐφετεῖον, ὅταν ἐξωδίκως δὲν δυνηθῶσι νὰ ἐξομαλύνωσι τὰς διαφοράς των· ἀλλὰ δύναταί ποτε νὰ ὑποστηριχθῇ ἐντεῦθεν, ὅτι χορηγεῖται εἰς τὴν Κυβέρνησιν δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ τὰς διαφορὰς ταύτας εἰς διαιτησίαν;
§80ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δικαίωμα συμβιβασμοῦ.
§81ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἄλλο συμβιβαστὴς καὶ ἄλλο διαιτητής. Μὴ παίζετε μὲ τὰς λέξεις.
§82ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ διαιτησία εἶναι συμβιβασμὸς, κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου.
§83ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ λύσις τοῦ συμβιβαστοῦ δὲν εἶναι ὑποχρεωτική.
§84ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι διὰ τῆς φράσεως ἐκείνης ἡ σύμβασις χορηγεῖ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προέρχηται εἰς συμβιβασμὸν μετὰ τῆς ἑταιρίας, πάλιν ἐκ τῆς ἐξουσίας ταύτης τοῦ συμβιβασμοῦ οὐδόλως δύναται νὰ γεννηθῇ καὶ δικαίωμα πρὸς συνομολόγησιν διαιτησίας. Ὁ συμβιβασμὸς, Κύριοι, εἶναι σύμβασις, ἣν οἱ συμβαλλόμενοι διατελοῦσιν ἐλεύθεροι νὰ συνομολογήσωσι μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν ἅπαντας τοὺς ὅρους αὐτῆς, καὶ ἐκτιμῶντες τὸ δίκαιον καὶ τὸ συμφέρον ἑνὸς ἑκάστου. Δὲν ἔχει ὅμως οὕτω τὸ πρᾶγμα ἐπὶ διαιτησίας, καθ’ ἣν εἰς τὴν ἀπόφασιν τρίτου ἀνατίθεται ἡ ἀνεύρεσις καὶ ἡ ἐκτίμησις τῶν ὅρων τῆς λύσεως τῆς διαφορᾶς, διότι ὁ διαιτητὴς μέλλει νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν, τῆς ὁποίας τὸ περιεχόμενον εἶναι ἄγνωστον εἰς τὰ ἐνδιαφερόμενα μέρη, ἅτινα δὲν μένουσιν ἐλεύθερα νὰ δεχθῶσιν ἢ νὰ μὴ δεχθῶσιν αὐτὸ, ἀλλ’ ὑποχρεοῦνται νὰ τὸ ἀποδεχθῶσι καὶ νὰ τὸ ἐκτελέσωσι. Διὰ τοῦτο, καὶ ὅταν κατὰ τὸ ἰδιωτικὸν δίκαιον χορηγῆται εἰς ἰδιώτην τινὰ πληρεξουσιότης πρὸς συμβιβασμὸν, δὲν ἔχει οὗτος τὸ δικαίωμα νὰ ἀναθέσῃ τὴν περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ ἀπόφασιν εἰς διαιτητήν. Ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν λοιπὸν εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, προβᾶσα εἰς συμφωνίαν περὶ διαιτησίας, ἐνήργησεν ἐκτὸς τοῦ κύκλου τῶν καθηκόντων της καὶ ἐντὸς τῶν νόμων. Καὶ ὅταν, Κύριοι, ἀπαντῶμεν ἐνεργείας τῶν Κυβερνήσεων ἐναντίον τῶν καθηκόντων καὶ ἐναντίον τῶν νόμων, ὀφείλομεν νὰ ἤμεθα αὐστηροὶ πρὸς ἐπίκρισιν, καὶ νὰ μὴ ἀποβλέπωμεν εἰς τὰ ἐπελθόντα τυχὸν οὐχὶ λίαν δυσάρεστα ἢ καὶ εὐάρεστα ἀποτελέσματα. Ἐπῆλθον ἴσως,—δὲν γνωρίζω ἀκόμη ἀκριβῶς τὴν ἀπόφασιν τοῦ διαιτητοῦ, ἵνα ἐκφράσω γνώμην περὶ ταύτης,—ἐπῆλθον ἴσως εὐάρεστα ἀποτελέσματα· ἀλλὰ δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν, Κύριοι, καὶ ὁποῖα δυσάρεστα ἀποτελέσματα ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ προκύψωσιν ἐκ τοιαύτης πράξεως; τί δὲ εἴχομεν ἀντὶ τοιούτου ἀγνώστου, ξένου διαιτητοῦ; Εἴχομεν τὸ Ἐφετεῖον τῶν Ἀθηνῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἑτέρα Κυβέρνησις ἐνόμισε προσῆκον καὶ συμφέρον νὰ προσφύγῃ, ἵνα φιμώσῃ τὰ στόματα τῶν ἀντιδίκων, οἱ ὁποῖοι ἐτόλμων νὰ ἀποδίδωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν δολιότητα, ἐνῷ αὐτοὶ δὲν ἐξεπλήρουν ὡς ἔδει τὰς ὑποχρεώσεις των. Ἐπὶ τίνα τῶν δύο διαιτητῶν ἔδει νὰ ἔχωμεν μείζονα πεποίθησιν; εἰς τὸ Ἐφετεῖον τῶν Ἀθηνῶν, ἢ εἰς τὸν διαιτητὴν ἐκεῖνον, οὗ τὰ ἠθικὰ προσόντα ἡμεῖς οὐδόλως ἐγνωρίζομεν; Ἀντετάχθη, ὅτι ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου ἡ διαδικασία ἤθελε παραταθῆ δὲν γνωρίζω ἐπὶ πόσα ἔτη. Δὲν εἶναι ἀκριβῆ ταῦτα, Κύριοι, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῶσιν. Ἐὰν ἤθελε τὸ Δημόσιον ταχέως νὰ διεξαγάγῃ τὴν ὑπόθεσιν, ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἐὰν ἡ ὑπόθεσις ἔμεινεν ἐκκρεμὴς, ἔμεινεν ἐξ ἀμελείας τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐπιδοκιμάσω τοιαύτην ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, ἐναντίον τῶν δικαιωμάτων τῆς ἀναθεσάσης τὴν ἐκδίκασιν σπουδαιοτάτων ὑποθέσεων οὐχὶ εἰς τὸ Ἐφετεῖον τῶν Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν νόμον ἦτο ἁρμόδιον, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω εἰς τίνα ἄγνωστον ξένον διαιτητήν.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ πληρωμῆς τόκων ἐντόκων γραμματίων ἀνηκόντων εἰς τὰ κληροδοτήματα Ι. Βαρβάκη καὶ Π. Τριανταφυλλίδου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§86ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ τρία ἑπόμενα νομοσχέδια παρακαλῶ νὰ μὴ συζητηθῶσιν ἀπόψε, διότι θέλω νὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτῶν. Ἐὰν θέλητε, δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὰ μετὰ τὸ ἕκτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§87Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν.
§88ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰ δυνατόν, τὸ περὶ διαθηκῶν νομοσχέδιον νὰ συνταχθῇ εἰς τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν, διότι εἶναι ἀκατανόητον, ὡς ἔχει.
§89ΡΑΛΛΗΣ. Ὡς πρὸς τὸ περὶ διαθηκῶν, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ τὸ μελετήσῃ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπολάβω, ὅτι τὸ διεξῆλθε κἄν. Γνωρίζω τὰς ἐργασίας, ἃς ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ὑποθέτω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τὸ προσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν καλῇ τῇ πίστει, νομίζων ὅτι προπαρεσκευάσθη δεόντως. Πρόκειται περὶ θέματος σπουδαιοτάτου. Δυστυχῶς οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον δὲν κατέβαλον τὴν δέουσαν προσοχήν· δὲν ὑπάρχει οὐδὲ ἓν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ᾖναι πλημμελές. Τὸ ὅλον νομοσχέδιον εὑρίσκω κακῶς συντεταγμένον οὐχὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου. Ὑπάρχουσι παραδρομαὶ χονδροειδέσταται, ἀνάξιαι βεβαίως τῆς ὑπογραφῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς καταδείξω μίαν καὶ μόνην, ἵνα ἐννοήσητε μετὰ πόσης ἀπροσεξίας συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 31 § βʹ (ἀναγινώσκει): «Κηρυχθείσης ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου γνησίας τῆς διαθήκης, ὑπάρχει τεκμήριον ὑπὲρ τῆς γνησιότητος αὐτῆς, μέχρις ἀνταποδείξεως· τὸ τεκμήριον τοῦτο ἀργεῖ, ἂν ἡ δημοσίευσις ἐγένετο ἄνευ ἐξετάσεως μαρτύρων, ἢ ἂν τὸ δικαστήριον δὲν ἐκήρυξε γνησίαν τὴν διαθήκην». Νομίζω ὅτι ἐπὶ τοιούτων νομοθετημάτων πρέπει νὰ καταβάλληται προσοχή τις· ἀληθῶς δὲ θὰ φθάσωμεν εἰς τὰ ἀντίθετα ἀποτελέσματα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἠθέλησε νὰ ἐπιδιώξῃ διὰ τῆς συντάξεως τοῦ νομοσχεδίου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Θὰ τὸν παρακαλέσω λοιπὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ τὸ μελετήσῃ προσωπικῶς καὶ ἐπισταμένως, καὶ ὅταν τὸ μελετήσῃ, βεβαίως θὰ συμφωνήσῃ μετ’ ἐμοῦ, ὅτι πράγματι τὸ νομοσχέδιον ἔχει ἀνάγκην ἐπιθεωρήσεως.
§90ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸν κ. Βουλευτὴν δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω περὶ τοῦ ἑξῆς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνετάχθη ὑπὸ τμήματος τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς ὃ εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ σύνταξις ἢ μᾶλλον ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Κληρονομικοῦ Δικαίου, ἧς μετέχω καὶ ἐγώ.
§91ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν τὸ ἐπεξειργάσθητε ὑμεῖς;
§92ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὸ ἀρχικὸν σχέδιον τὸ συνέταξεν ἓν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ κ. Ι. Βαλαωρίτης, τὸ ἐπεξειργάσθημεν δὲ κατόπιν κατ’ ἰδίαν ἀπὸ κοινοῦ, καὶ ἀκολούθως τὸ ἐφέραμεν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Κώδικος. Ἐνώπιον δὲ τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης μακραὶ ἐγένοντο συζητήσεις, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων κατηρτίσθη τὸ προσαγόμενον νῦν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μετὰ τὴν ἐπεξεργασίαν, περὶ ἧς ἐμνήσθην, παρέδωκεν ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης κ. Σιμόπουλον, ὅστις κατέθηκεν αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ πεποιθότως προσήγαγον ἐκ νέου καὶ κατέθηκα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ζητῶ νὰ ψηφισθῇ, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ἡ ἐργασία ἡ γενομένη ἦτο καὶ σπουδαία καὶ εὐσυνείδητος. Τώρα, ἐὰν παρεισέφρησαν κατὰ τὴν ἀντιγραφήν, ἢ κατὰ τὴν διατύπωσιν, λάθη, τὰ ὁποῖα πιθανὸν νὰ παριστῶσιν ἄρθρα τινὰ ἢ ἐδάφιά τινα ὡς μὴ ἔχοντα ἔννοιαν, ταῦτα εἶναι εὔκολον νὰ διορθωθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν, καὶ ἀφοῦ ἀκούσω τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, θὰ λάβω αὐτὰς ὑπ’ ὄψει καὶ θ’ ἀπαντήσω ἐπ’ αὐτῶν. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι ἄξιον τῆς μομφῆς, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ὁ κύριος Βουλευτής. Ἐὰν ὁ κύριος Βουλευτὴς δὲν ἦναι εὐδιάθετος ἀπόψε νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν δι’ αὔριον· ἀλλ’ ἐὰν θέλῃ ὁ κύριος Βουλευτὴς νὰ ὑποβάλῃ παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅσας ἔχει σημειωμένας εἰς τὸ ἰδικόν του ἀντίτυπον, δὲν ἔχω κἀμμίαν δυσκολίαν νὰ τὰς λάβω ὑπ’ ὄψιν καὶ ν’ ἀπαντήσω ἐπ’ αὐτῶν εἴτε προχείρως εὐθύς, εἴτε κατὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν.
§93ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἐὰν λάβῃ τὸν κόπον ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ν’ ἀναγνώσῃ ἐκ νέου τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εὐκόλως θὰ ἴδῃ τίνα εἶναι τὰ ἐλλιπῆ, καὶ θὰ τὸ ἀναθεωρήσῃ διὰ τοιούτου τρόπου, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ ἀνάγκην ἡ Βουλὴ νὰ ἀσχολῆται ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης τῶν διατάξεων αὐτοῦ. Αἱ ἐλλείψεις καὶ τὰ ἄτοπα τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εἶναι ὅμοια πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξα πρὸ ὀλίγου· μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου φθάνουσιν, ὥστε εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ἄρθρον νὰ περιλαμβάνωνται πράγματα ἐντελῶς ἀντιφατικά. Τοιαῦτα νομοσχέδια, ἀφορῶντα εἰς τὰς σπουδαιοτέρας πράξεις τοῦ βίου, λεπτολογοῦνται μετὰ τῆς μεγαλειτέρας ἀκριβείας. Καὶ ἔχει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὸν νόμον τὸν μεταῤῥυθμίσαντα τὸ σχετικὸν μέρος τοῦ ἀστικοῦ νόμου τῆς Ἑπτανήσου, ὡς ὑπόδειγμα τοιαύτης ἐργασίας λεπτομεροῦς, ἀποδεικνυούσης πλήρη γνῶσιν τοῦ θέματος καὶ ἐπισταμένης μελέτης τῶν κατὰ μέρος διατάξεων τοῦ νόμου, ὅστις μετεῤῥύθμισε τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ Ἰονίου Κώδικος περὶ τοῦ τύπου τῶν διαθηκῶν. Πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δὲν θέλω νὰ ἐκφράσω κἀμμίαν μομφὴν κατ’ αὐτοῦ· ἀλλ’ ἀκριβῶς, ἵνα ἀποφύγω νὰ εἰσέλθω εἰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ δείξωσι τὸ ἔργον ὡς μὴ τελείως ἐπεξειργασμένον, διὰ τοῦτο τὸν παρεκάλεσα νὰ τὸ ἀναθεωρήσῃ, καὶ ἐζήτησα ἤδη τὴν ἀναβολὴν αὐτοῦ διὰ τὴν αὔριον. Τὰ ὀνόματα, ὧν ἐμνημόνευσεν, ὡς συντακτῶν τοῦ ἔργου, ἀληθῶς δύναται νὰ τὰ θεωρήσῃ τις ὡς τὰ ἔχοντα τὸ μεῖζον κῦρος διὰ τοιαύτην ἐργασίαν· ἐν τούτοις δὲν κατεβλήθη ἡ προσήκουσα προσοχὴ περὶ τὴν σύνταξιν. Ὑπάρχουσι διατάξεις, τὰς ὁποίας θὰ ἴδητε ἐκ τῆς ἁπλῆς ἀναγνώσεως, χρῄζουσαι ἐπεξεργασίας. Ὅταν μία ἐπιτροπὴ ἔχῃ ἐργασίαν τόσῳ μεγάλην, ὅση εἶναι ἡ τῆς συντάξεως τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, βεβαίως δὲν καταβάλλεται ἡ δέουσα προσοχή. Ἐπὶ τοιούτων δὲ θεμάτων, Κύριοι, πρέπει νὰ λεπτολογῇ ὁ νομοθέτης περὶ μιᾶς ἑκάστης τῶν διατάξεων, διότι καταστρέφει συμφέροντα, ἀντὶ νὰ τὰ προφυλάξῃ. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ῥίψῃ ἁπλοῦν βλέμμα ἐπὶ τοῦ 36 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, θέλει ἐννοήσει, τί ὑπονοῶ διὰ τῆς παρακλήσεώς μου τοῦ νὰ ἀναθεωρήσῃ τὸ νομοσχέδιον. Δὲν ἔχω ὅμως κἀμμίαν δυσκολίαν, ἂν τὸ νομίζῃ πρέπον, νὰ συζητήσωμεν. Ὡς σᾶς εἶπον, δὲν πρόκειται περὶ μομφῆς, ἐξ ἐναντίας ἀναγνωρίζω, ὅτι ἐν τῇ συντάξει τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐν τῇ ὑποβολῇ αὐτοῦ ὑπῆρξε πρόθεσις θεραπείας μιᾶς ἀνάγκης ἐπειγούσης· ἀναγνωρίζω ὅλα αὐτὰ, ἀλλ’ ἂν νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπισπεύσῃ αὐτὸ, βεβαίως θέλω λάβει τὸν λόγον καὶ ἐφ’ ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου θέλω φέρει τὰς παρατηρήσεις μου.
§94ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Βουλευτὰ, δὲν ἔχω κἀνένα λόγον νὰ ἐπισπεύσω· ἁπλῶς καὶ μόνον ἡ ἐπιθυμία τοῦ ν’ ἀντικατασταθῶσιν αἱ ὑπάρχουσαι διατάξεις μὲ κινεῖ. Ἂν δὲ ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ...
§95ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ διέλθωμεν ἓν πρὸς ἓν τὰ ἄρθρα.
§96ΣΤΕΦΑΝΟΥ. .. εἴτε νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπὴν, εἴτε νὰ συστηθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ὑπὸ τοῦ Προέδρου, διὰ νὰ προεπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ κατόπιν νὰ φέρῃ αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἔχω κἀμμίαν δυσκολίαν νὰ τὸ παραδεχθῶ.
§97ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἀσπάζομαι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὡς πρὸς τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ κατωρθώσωμεν νὰ κωδικοποιήσωμεν τέλος πάντων τὸν ἀστικὸν ἡμῶν νόμον· νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι ἔργον ὑπὲρ τὰς δυνάμεις μας, τὸ νὰ θέλωμεν διὰ μιᾶς, ὅπως ἔπραξεν Ναπολέων ὁ Αʹ, νὰ κωδικοποιήσωμεν τοὺς νόμους μας τοὺς ἀστικούς· ἐξ ἐναντίας ὁ τρόπος τῆς ἐν γένει νομοθετικῆς ἐργασίας καὶ αἱ ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν, ὡς πρὸς τὰ μέσα, διὰ ὧν πρέπει νὰ συντρέχηται ὁ νομοθέτης, καὶ ὁ καταρτισμὸς ἐν γένει τῶν νόμων, πάντα ταῦτα ἐπιβάλλουσιν, ὅπως ἡ κωδικοποίησις γίνηται ὀλίγον κατ’ ὀλίγον καὶ κατὰ τμήματα. Καὶ διὰ τοῦτο ἐπαινῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἔλαβε τὸ μέτρον ὡς πρὸς τὰς διαθήκας, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τὸν τύπον τῶν διαθηκῶν, αἵτινες ἀποτελοῦσιν ὅλως διόλου χωριστὸν μέρος, ἔλαβε τὸ μέτρον νὰ ὑποβάλῃ χωριστὰ τὸ νομοσχέδιον, διότι ἀληθῶς ἡ κατάστασις τῆς κοινωνίας μας καὶ ἡ κατάστασις τῆς νομοθεσίας ἐπιβάλλει ἄμεσον καὶ ἐπείγουσαν πρόνοιαν περὶ αὐτοῦ.
§98ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τότε ὁ κ. Πρόεδρος θὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ διορίσῃ εἰδικὴν ἐπιτροπήν.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§100Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἀπὸ πόσα μέλη;
§101ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἕξ, νομίζω, ἀρκοῦσιν.
§102ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἑπτά.
§103ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ, τίνα εἶναι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης;
§104ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Θὰ ἀντιπροσωπεύησθε καὶ ὑμεῖς, κύριε Βουλευτά.
§105ΡΑΛΛΗΣ. Ἂν ἦναι ὁ κ. Τριανταφυλλάκος ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ἦναι περιττὸν νὰ γείνῃ ἄλλη ἐπιτροπὴ, διότι θὰ ἔχῃ προχείρους τὰς σημειώσεις· φθάνει νὰ θέλῃ νὰ ἐργασθῇ.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι οἱ κύριοι Μπογιατζόγλους, Στεφάνου, Κωτσάκος, Καραβίτης, Χαλκιόπουλος, Μ. Πολίτης, Κροκιδᾶς, Πετιμεζᾶς καὶ Ρουσόπουλος.
§107ΡΑΛΛΗΣ. Ἂς προστεθῇ καὶ ὁ κ. Τριανταφυλλάκος.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ γείνῃ εἰδικὴ ἐπιτροπή.
§109ΡΑΛΛΗΣ. Κάμετε εἰδικήν.
§110Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ἄν γείνῃ, θὰ γείνῃ ἐκ συνεννοήσεως.
§111ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκ τῆς μειονοψηφίας θὰ παρακαλέσω νὰ περιλάβητε καὶ τὸν κ. Τριανταφυλλάκον.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Γίνονται δεκτὰ μετὰ τοῦτο κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ συζήτησιν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: Περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν ἄρθρων 195 καὶ 196 τῆς Πολ. Δικονομίας. Περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 43 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεών τινων τῶν προξενικῶν νόμων. Περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ΦΟΗʹ νόμου περὶ ἀδείας πρὸς περιορισμὸν τῆς δικαστικῆς δικαιοδοσίας τῶν ἐν Αἰγύπτῳ προξενικῶν ἀρχῶν τῆς Ἑλλάδος).
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 μ. μ.