1894.02.01
1.822 στίχοι · 13.903 λέξεις · 152 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 44
τῆς 1 Φεβρουαρίου 1894.
(Τρίτη).
Ὥρα 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§2ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκ τῶν πρακτικῶν παρετήρησα, ὅτι τῇ εἰσηγήσει ὑμῶν, κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, ἐρήμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὰς προτάσεις νόμων, τὰς ὁποίας διάφοραι Βουλευταὶ εἶχον ὑποβάλει.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, μὲ συγχωρεῖτε· τῇ εἰσηγήσει μου, διατί; Ἐγὼ ἀνέγνωσα τὰ νομοσχέδια, ἠρώτησα τὴν Βουλήν, καὶ ἡ Βουλὴ τὰ ἀπέῤῥιψε.
§4ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀποδίδω, κύριε Πρόεδρε, εἰς ὑμᾶς πταῖσμα, ἀλλ’ ἀποδίδω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως πολιτικὴν ἀνανδρίαν! (ἐπιφωνήματα καὶ γέλωτες ἐν τῇ δεξιᾷ). Μὴ καγχάζετε! Θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, καὶ ταχεῖά ἐστι, καθ’ ἣν θὰ δώσητε λόγον (ἐπιφωνήματα εἰρωνικὰ, ἐκ τῆς δεξιᾶς), καὶ πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ λυτρωθῆτε (θόρυβος). Αὐτὰς τὰς φωνὰς δὲν τὰς παύετε, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τέλους, νὰ μὴ φωνάζουν ὡσὰν κοράκια;
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἐκφέρετε λέξεις, αἱ ὁποῖαι νὰ προκαλῶσιν ἀντεγκλήσεις. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὀνομάζητε τοὺς συναδέλφους σας κοράκια.
§6ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἄνθρωποι δὲν καγχάζουσιν, ὅταν εἷς Βουλευτὴς ἀγορεύῃ· οἱ Βουλευταὶ ἀκροῶνται. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἦτο πολιτικὴ ἀνανδρία, καὶ δὲν ἐδικαιοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ καταχρασθῇ τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν ἔχει. Ἀλλὰ τοῦτο παρῆλθε. Τῷ ἐπιτρέπει τοιαῦτα ἐγχειρήματα ἡ κατάρτισις τῆς ἀπαρτίας. Ἀλλὰ πρὸς ἀπόδειξιν τῆς καταρτίσεως τῆς ἀπαρτίας θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ προσκομίσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας: 1) Νὰ προσαγάγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου, δι’ ὧν παρεχωρήθησαν κατὰ τὴν 29 καὶ 31 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. μεταλλεῖα, καὶ εἰς τίνας, καὶ ἐν γένει τὰς σχετικὰς πράξεις πρὸς παραχώρησιν εἰς ἐκμετάλλευσιν, πρὸς παραχώρησιν κυριότητος ἢ ἀναγνώρισιν τοῦ δικαιώματος τῆς προσωρινῆς ἐκμεταλλεύσεως... Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ, ἂς γραφῶσιν αἱ ἐπερωτήσεις μου, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι ἔχω δίκαιον.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§8ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω ὡσαύτως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσαγάγῃ τὴν διαταγὴν τὴν ἐκδοθεῖσαν κατὰ τὸν παρελθόντα μῆνα Ἰανουάριον, περὶ τὰ μέσα ἢ περὶ τὰ τέλη, (δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς) διὰ τῆς ὁποίας εἷς ἀξιωματικὸς τοῦ οἰκονομικοῦ, διαχειριστὴς ἐν Λαρίσσῃ ἢ Τρικκάλοις, ἀνακαλυφθεὶς καταχραστὴς σπουδαίου ποσοῦ, διαχειρισθέντος παρ’ αὐτοῦ, ἠμνηστεύθη δι’ ἐγκυκλίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἰπόντος ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη, ἐξ ἀγνοίας τοῦ νόμου προελθοῦσα, εἶναι πειθαρχικῶς τιμωρητέα, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τὸν ἐτιμώρησε μὲ φυλάκισιν 15 ἡμερῶν, διατάξας νὰ γίνεται κράτησις ἐκ τῆς μισθοδοσίας του, μέχρις ἀποσβέσεως τοῦ καταχρασθέντος ποσοῦ. Νὰ προσαγάγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὸν κατάλογον τῶν παυθέντων ὑπογραμματέων τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν καὶ τὸν κατάλογον τῶν διορισθέντων κατὰ τὰ τέλη Ἰανουαρίου μέχρι σήμερον (διάλογοι ἐν τῇ δεξιᾷ). Θὰ ὑπομνήσω δὲ τῷ κ. Ὑπουργῷ, ὅτι ἀναγνωρίζω τὸ δικαίωμα τοῦ Γραμματέως τῶν Πρωτοδικῶν τοῦ νὰ παύῃ καὶ διορίζῃ τοὺς ὑπαλλήλους του, καὶ δὲν σκέπτομαι νὰ ζητήσω τὴν ἀκύρωσιν τῶν διορισμῶν καὶ παύσεων, διότι δὲν ἔχω ἁρμοδιότητα, ἀλλὰ σκοπῶ διὰ τῶν προσαχθησομένων ἐγγράφων νὰ ἀποδείξω πῶς κατηρτίσθη ἡ ἀπαρτία καὶ πῶς τινες τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐννοοῦσι νὰ διαθέτωσι τὴν ψῆφόν των ὑπὲρ τοῦ Α ἢ τοῦ Β κυβερνήτου...
§9ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀνακαλέσῃ.
§10ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀποδείξω ἐγὼ πᾶν ὅ,τι λέγω.
§11ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀνακαλέσῃ, διότι ἀποδίδει εἰς τοὺς Βουλευτὰς, ὅτι δωροδοκοῦνται.
§12ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καθήσατε, κύριε δικηγόρε (ἱλαρότης).
§13Α. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶμαι δικηγόρος.
§14ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσαι Βουλευτὴς, εἶσαι συνάδελφός μου.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν Σταυρόπουλον). Κύριε Βουλευτὰ, ἀποφεύγετε, παρακαλῶ, τὰς ἐκφράσεις, αἱ ὁποῖαι προκαλοῦσιν ἀντεγκλήσεις.
§16ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητῶ νὰ ἀποδείξω παρανομίας τῆς Κυβερνήσεως, σχετιζομένας πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι δικαίωμά σας.
§18ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν διὰ τῶν ἐπερωτήσεών μου αὐτῶν οὐδὲν ἄλλο ζητῶ, εἰμὴ νὰ ἀποδείξω τὴν ἀλήθειαν τῶν λεγομένων μου, διότι φέρω εὐθύνην, ἂν λέγω ψεύματα. Προσέτι ἄνευ ἐπερωτήσεως συνιστῶ τῷ κ. Ὑπουργῷ τῆς Δικαιοσύνης, τῷ διακεκριμένῳ νομομαθεῖ καὶ διακεκριμένῳ δικηγόρῳ, νὰ ἐνθυμηθῇ τὴν ὑποβληθεῖσαν αὐτῷ παράκλησιν μου περὶ τοῦ ὅτι οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι δὲν πρέπει δίκην ἀστυφυλάκων νὰ μετατίθηνται ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου εἰς τὸ ἄλλο· πρὸς δὲ θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ φέρῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ δικασταὶ νὰ προβιβάζωνται κατὰ τὴν γενομένην ἀναγνώρισίν των ὡς ἐχόντων τὰ προσόντα κατ’ ἀρχαιότητα, διότι πλεῖστα ὅσα παράπονα ἐγένοντο, καὶ ἀλλοίμονον ἂν τηρήσωμεν αὐτὸ τὸ μέτρον εἰς τὴν δικαιοσύνην! δὲν θὰ ἔχωμεν δικαιοσύνην! Θὰ παρακαλέσω ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ ἁρμοδίως καὶ προσαγάγῃ κατάστασιν, ἐμφαίνουσαν τὰς ἐνεργηθείσας ἀνακρίσεις ἰδιαζούσης δικαιοδοσίας τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν. Θέλετε ἴδει κύριε Πρόεδρε, ὅτι 15 ἔτη παρῆλθον καὶ οὐδεὶς μάρτυς ἐξητάσθη εἰς πολλὰς δικογραφίας. Θὰ παρακαλέσω νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἂν ἤκουσεν ἢ ἀντελήφθη πως, ὅτι ἀπεδόθησαν ἐγκλήματα εἰς ἀνωτέρους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, καὶ ἂν ἐπείσθη, ὅτι ἐκ τῶν διαδόσεων, ἀληθῶν ἢ ψευδῶν, ἡ δικαιοσύνη ἵσταται ἐπὶ τῆς δεούσης περιωπῆς, καὶ ἂν ἀκούσας διέταξε τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς νὰ ἐπιληφθῶσι τῆς ἐξετάσεως αὐτῶν. Θὰ παρακαλέσω ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ἀξιότιμον κ. Στεφάνου, νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἡ ἀνάκρισις κατὰ τοῦ πρώην γραμματέως τῶν Πρωτοδικῶν Ἀχόλου, παραταθεῖσα ἐπὶ διετίαν, μένῃ ἐκκρεμής. Εἶναι λυπηρὸν, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἀξιότιμε κύριε Στεφάνου,—γνωρίζεις πόσον σὲ ἐκτιμῶ,—εἶναι λυπηρὸν ἐπὶ διετίαν νὰ βασανίζωνται αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἰς τὰς φυλακὰς καὶ νὰ μὴ δίδηται ἀκρόασις. Ἀναφορὰ εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τούτου, καὶ οὐδὲ φωνὴ οὐδὲ ἀκρόασις. Μόλις ἐφέρθη εἰς πέρας ἡ ἀνάκρισις καὶ αὖθις εὑρίσκεται ὑπὸ διάσκεψιν καὶ νέαν ἀνάκρισιν. Νὰ ἐξετάσητε ἐκ τῆς δυνάμεώς σας, τῆς ὑπὸ τῆς Πολιτείας κεχορηγημένης ὑμῖν, ἂν οἱ προμνησθέντες ἀνώτεροι ὑπάλληλοι ἔδειξαν ἀσύγγνωστον τοὐλάχιστον ἀμέλειαν, καὶ νὰ καταδιώξητε αὐτοὺς ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἀδικίᾳ. Προσέτι θὰ παρακαλέσω τὸν αὐτὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν κ. Ἀμβροσιάδην, ὅτι πρέπει νὰ συμπεριφέρηται ὡς ὁ νόμος κελεύει. Γινώσκει καλῶς, ὅτι δικαίωμα τοῦ Προέδρου εἶναι τὸ προτιμᾷν τὰς ὑποθέσεις, ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ ὁ Πρόεδρος ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμά του, ἡ κατὰ προτίμησιν ὁρισθεῖσα νὰ δικασθῇ ὑπόθεσις πρέπει νὰ συζητηθῇ πάντως καθ’ ἣν ἔχει σειράν. Ἐν τούτοις ὁ κ. Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν οὐδέποτε συζητεῖ τὰς ὑποθέσεις κατὰ σειράν, ἐνεργεῖ αὐτοβούλως, τὸ δ’ ἔτι χεῖρον, ὁ προκάτοχος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης (ὁ κ. Σιμόπουλος) τῷ παρεχώρησε τοιαῦτα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶναι λυπηρὸν νὰ ἀναφέρωνται εἰς τὴν Βουλήν, τῷ παρεχώρησε, κύριοι Βουλευταί, ὁ κ. Σιμόπουλος τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλλῃ τὸν κανονισμὸν τῶν δικαστέων καὶ δικαζομένων ὑποθέσεων. Εἷς διάδικος, ζητήσας τὴν προτίμησιν τῆς ὑποθέσεώς του, ἠξεύρει ὅτι θὰ δικασθῇ τὴν δεῖνα ἡμέραν, ἕτερος διάδικος, ἐγγράφων τὴν ὑπόθεσίν του εἰς τὸ πινάκιον τῶν ἐμπορικῶν ἢ τῶν συνήθων ἢ τῶν συνοπτικῶν, γνωρίζει, δυνάμει τῶν κειμένων νόμων καὶ δυνάμει τοῦ κανονισμοῦ, τίνα ἡμέραν θὰ δικασθῇ ἡ ὑπόθεσίς του, καὶ παρίσταται καὶ δικάζει. Ἠξεύρετε τίνα ἐξουσίαν ἔδοσεν ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν; Διὰ κανονισμοῦ δημοσιευομένου εἰς τὴν θύραν τοῦ Ἐφετείου νὰ μεταβάλλῃ τὴν δικάσιμον! Εἶναι φοβερὰ αὐτὴ ἡ κατάπτωσις τῆς διοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης! Συνιστῶ λοιπὸν τῷ κ. Ὑπουργῷ τῆς Δικαιοσύνης νὰ διορθώσῃ τὴν τοιαύτην ἐκτροπήν, καὶ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι θέλει φροντίσει διὰ τῶν ἠθικῶν καὶ τῶν νομίμων μέσων νὰ διορθώσῃ αὐτὴν τὴν ἀταξίαν τῶν δικαστικῶν ὀργάνων.
§19Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐννοῶ τὴν λύπην τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι αἱ ἔκθεσμοι αὐτοῦ ἐνέργειαι δὲν ἤσκησαν ἐπίδρασιν ἐπὶ τὴν Βουλήν, καὶ ὅτι, ὅσον καὶ ἂν αὐτὸς καὶ ἄλλοι παράπλευροι προσεπάθησαν νὰ παρασύρωσι τὴν Βουλήν, ὅπως καὶ αὐτή, ὡς ἐκεῖνοι, μὴ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον αὐτῆς, ἡ Βουλὴ ἐπετέλεσε τὸ καθῆκον αὐτῆς, εἰς καταδίκην ἐκείνων, οἵτινες τὸ καθῆκον αὐτῶν παρεγνώρισαν. Ἡ λύπη αὕτη τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξώθησεν αὐτὸν καὶ εἰς ὅσα πρὸ ὀλίγου εἶπε, διότι τὸ πολὺ τῆς θλίψεως τοιαῦτα ἔχει ἀποτελέσματα (γέλωτες καὶ εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλει ἀπαντήσει εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν περὶ τ’ ἀναγόμενα εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς ἤρξατο τῶν παρατηρήσεων αὐτοῦ, ὁμιλήσας περὶ μεταλλευτικῶν ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὀφείλω νὰ εἴπω πρὸς αὐτόν, ὅτι ἀδίκως ἀποδίδει σημασίαν εἰς τὰ γραφόμενα ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων τῶν φιλικῶν αὐτῷ ἢ τῶν ἐκπροσωπουσῶν ἄλλας ἀποχρώσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι, ἂν ἀπέδιδεν εἰς τὰς ἐφημερίδας ἐκείνας τὴν ἀξίαν, ἣν πραγματικῶς ἔχουσι, δὲν θ’ ἀπησχόλει τὴν Βουλήν περὶ τοιούτων ζητημάτων καὶ δὲν θὰ ἐξέθετε τοιαῦτα. Ὁ κ. Βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις περὶ παραχωρήσεως μεταλλείων, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς γινώσκει τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν, καθ’ ἣν δὲν ἐπιτρέπεται παραχώρησις μεταλλείου, εἰμὴ διὰ νόμου, ἑπομένως ὤφειλε νὰ γινώσκῃ, ὅτι οὐδεμία ἐγένετο, οὐδὲ ἠδύνατο νὰ γείνῃ παραχώρησις μεταλλείου. Ὅ,τι γίνεται περὶ μεταλλείων εἶναι σχετικὸν πρὸς τὴν κατὰ τὸν νόμον περὶ μεταλλείων ἐπὶ τῇ μεταβιβάσει τῶν παρακεχωρημένων μεταλλείων ὑπουργικὴν ἔγκρισιν, ἥτις εἶναι καθαρῶς τυπικὴ καὶ ὑποχρεωτική. Δὲν δύναται τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἐγκρίνῃ μεταβίβασιν μεταλλείου, ἐξ ἧς προσδοκᾶται καλλιτέρα ἡ καλλιέργεια αὐτοῦ, διότι ὁ εἰς ὃν μεταβιβάζεται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι ὁ ἔχων τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν προθυμίαν ἵνα ἐργασθῇ, ταῦτα δὲ εἶναι τὰ προσόντα, ἅτινα πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ ἀποκτῶν τὸ μεταβιβαζόμενον μεταλλεῖον. Ζητουμένης τῆς μεταβιβάσεως πρὸς τὸν κεκτημένον τὰ προσόντα, ἡ ἔγκρισις δὲν πρέπει νὰ ἀναβάλληται. Καὶ τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχουσι τὸ καθῆκον, ἵνα διευκολύνωσι τὰς μεταβιβάσεις, ὅπως ἀπὸ τῶν μὴ ἐπαρκῶν πρὸς τὸ ἔργον περιέρχηται τὸ μεταλλεῖον εἰς χεῖρας ἐπιτηδειοτέρας, ἵνα καταστήσωσιν αὐτὸ παραγωγόν. Μόνη ἡ τυπικὴ αὕτη καὶ ὑποχρεωτικὴ ἐνέργεια προεκλήθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, προκληθεῖσα δέ, διεξήχθη κατὰ τοὺς τύπους τοὺς ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιβαλλομένους. Οὔτε ἐνήργησεν ἡ Κυβέρνησις ἄλλως ἢ ὡς ὁ νόμος διαγράφει, οὔτε ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ ἄλλως. Δὲν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν αἴτησιν καὶ προκαλέσῃ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου, δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν αἴτησιν, ἀπαντῶσα δὲ εἰς τὴν αἴτησιν, δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὴν μεταβίβασιν τοῦ μεταλλείου, ὅταν ὁ εἷς ὃν θὰ μετεβιβάζετο ἦναι ἐπίσης ἱκανὸς ἢ ἱκανώτερος τοῦ μεταβιβάζοντος, ὅπως καταστήσῃ τὸ μεταλλεῖον παραγωγόν.
§20ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι πράττων τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον, δὲν πράττω ἔκθεσμα· ἡ λέξις ἔκθεσμα ἴσως δὲν ἁρμόζει εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὴν λέγῃ ἐναντίον μου. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἐν τελευταίῳ ἄρθρῳ ἐπαφίησιν εἰς πάντα Ἕλληνα τὸ δικαίωμα νὰ ὑπερασπίζηται αὐτὸ τὸ συμβόλαιον μεταξὺ Πολιτείας καὶ Βασιλέως, καὶ ἂν ἴδῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἢ ἄλλοι τινὲς παραβαίνουσιν αὐτὸ, ὀφείλει διὰ πάσης πράξεως, ἀποκρούων τὴν παράνομον κατάστασιν, νὰ προστατεύσῃ τὸν συνταγματικὸν χάρτην. Ἐνόμιζον ἐν τῇ συνειδήσει μου, καὶ νομίζω καὶ θὰ νομίζω, ὅτι παραβιάζεται ὁ συνταγματικὸς χάρτης, πωλεῖται ἡ Ἑλλάς. Αὐτὸ εἶναι ἔκθεσμον; Ζητῶ νὰ ἀποκρούσω τὴν παράνομον κατάστασιν. Δὲν ἀνήκω εἰς κἀνένα, κύριε Τρικούπη,—μὲ γνωρίζεις,—δὲν ἔχω φίλον τινὰ ἐκ τῶν τῆς «Ἐφημερίδος»· δὲν ἀνήκω εἰς κόμμα· συμπράττω μετὰ τεσσάρων φίλων, χωρὶς νὰ συζητῶ, χωρὶς νὰ τοὺς ἴδω...
§21ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἐπισκεπτόμενοι μόνον χάριν περιοδείας.
§22ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν περιοδείαν τὴν ἔκαμα· ἐγύρισα ὅλην τὴν Ἑλλάδα· μίαν λέξιν δὲν ἤκουσα ἐναντίον τοῦ κ. Καραπάνου· ὅλοι ἐπεθύμουν νὰ τὸν ἀκούσουν, καὶ εἴθε νὰ τὸν ἀκούσητε καὶ σεῖς, καὶ θὰ τὸν ἀκούσητε. Δεύτερον ζήτημα, κύριε Πρόεδρε, προέκυψε, καθιστῶν περιττὴν ἢ ἀποδεδειγμένην τὴν ἐπερώτησίν μου. Τί σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ὅτι ἔλαβε τὴν αἴτησιν, καὶ εἶχε δικαίωμα, ὤφειλε μάλιστα ἡ Κυβέρνησις νὰ παραχωρήσῃ τὸ μεταλλεῖον, ὤφειλε νὰ ἀναγνωρίσῃ τὰ δικαιώματα ὁπωσδήποτε. Πρόκειται περὶ δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ μὲν νόμος τοῦ 1882, μοὶ φαίνεται, παραχωρεῖ, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ποία διάταξις αὐτοῦ τοῦ νόμου ἢ ἄλλου (δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς) δίδει τὸ δικαίωμα τῆς προσωρινῆς ἐκμεταλλεύσεως.
§23Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
§24ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῆς καταρτίσεως ἑταιρίας. Εἶναι πολλαὶ διατάξεις.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιαύτη ἄδεια προσωρινῆς ἐκμεταλλεύσεως· ἄδειαι ὑπῆρχον, τὰς ὁποίας ἀνεκαλέσαμεν. Οὐδεμίαν ἄλλην πρᾶξιν ἐνέκρινα ἢ μόνον πράξεις ἀνακλήσεως τοιούτων ἀδειῶν.
§26ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ἐκ τῆς ἀρνητικῆς πράξεως ἐπῆλθε τὸ θετικόν. Ἐννοεῖτε τώρα... Καὶ διατὶ, κύριε Τρικούπη, τόσος καιρὸς παρῆλθε, καὶ οὐδὲν ἐγένετο, συνῆλθε δὲ τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον τὴν 29 Ἰανουαρίου ἐκτάκτως;
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον συνῆλθεν, ἵνα ἐπιτρέψῃ μεταβίβασιν παρακεχωρημένου μεταλλείου.
§28ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Διατὶ δὲν τὰ ἐκάμνετε αὐτὰ πρότερον; (γέλωτες ἐν τῇ δεξιᾷ) διατὶ νὰ προκαλέσητε τοιαύτην γνωμοδότησιν καὶ τοιαύτην πρᾶξιν τώρα; Καὶ δι’ αὐτὸ ζητῶ τὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, κύριε Πρόεδρε, τίνες οἱ καταχρώμενοι, καὶ χάριν τίνων ἐγένετο ἡ τοιαύτη πρᾶξις. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὰ ἄλλα, τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, περὶ τοῦ ὅτι ἡ θλίψις γεννᾷ παραφροσύνην, ὁ καιρὸς θὰ ἀποδείξῃ (γέλωτες παρατεταμένοι) ἢ ἐμὲ θὰ διαψεύσῃ περὶ τῆς ἐχεφροσύνης του, ἢ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§29ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μοὶ ἐπιβάλλεται καθῆκον, Κύριοι, νὰ ἀπαντήσω παραχρῆμα εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν σχετικῶς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν αὐτοῦ, τὴν σχετιζομένην πρὸς τὴν ἐκκρεμῆ ἀνάκρισιν κατὰ τοῦ πρώην Γραμματέως τῶν Πρωτοδικῶν Ἀχόλου, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἐπαναλαβὼν ἐνταῦθα ὅ,τι ἐν ἐφημερίσιν ἐγράφη, ἔῤῥιψεν ὑπαινιγμοὺς κατὰ προσώπων δικαστικῶν ἀνωτέρας περιωπῆς καὶ ἅτινα ἀπολαύουσι κοινῆς ὑπολήψεως. Μοὶ ἐπιβάλλεται λοιπὸν τὸ καθῆκον οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ ἀφήσω ἄνευ ἀνασκευῆς τὸν ὑπαινιγμὸν τοῦτον, διότι πρόκειται, Κύριοι, περὶ τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐνταῦθα Ἐφετῶν. Τοὺς ὑπαινιγμοὺς ἐκείνους ἀνέγνωσα καὶ ἐγὼ ἐν τῇ ἐφημερίδι, ἐν τῇ ὁποίᾳ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέγνωσεν αὐτούς, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι οὐδεμίαν ἔδωκα προσοχὴν, ἔχων ὑπ’ ὄψει τὴν δεδοκιμασμένην ἱκανότητα καὶ τὴν ὑπόληψιν, τὴν ἐπὶ ἀκραδάντων βάσεων στηριζομένην, ἧς ἀπολαύουσιν ἀμερίστως ἀμφότεροι οἱ δικαστικοὶ οὗτοι λειτουργοί. Οὐχ ἧττον, Κύριοι, ἂν καὶ ὁ κ. Καρατζᾶς, ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐνταῦθα Ἐφετῶν, δὲν ὑπεχρεοῦτο νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὰ διὰ τῶν ἐφημερίδων διαδιδόμενα, ἐθεώρησε καθῆκον αὑτοῦ νὰ ἀνανεχθῇ πρὸς τὴν προεστῶσαν ἀρχὴν καὶ νὰ ἐξηγήσῃ αὐτῇ, τί ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὰς διαδόσεις ἐκείνας, δι’ ὑπομνήματος δὲ ἐκτενοῦς πρός τε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀπέκρουσε διὰ τῆς ἀξιοπρεπείας ἐκείνης, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον φέρει, διὰ τῆς περιφρονήσεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐμπνέει ἡ συναίσθησις τῆς ἰδίας ἀξιοπρεπείας καὶ τῆς εὐόρκου ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος, ἀπέκρουσε, λέγω, τὰ ἀποδιδόμενα εἰς αὐτὸν διὰ τῆς ἐφημερίδος ἐκείνης. Τὸ ὑπόμνημα τοῦτο ἔκρινα καθῆκόν μου νὰ διαβιβάσω πρὸς τὸν ἐντεταλμένον τὴν ἀνάκρισιν. Τί ἡ ἀνακριτικὴ ἀρχὴ ἔπραξε, δὲν εἶναι ἐμὸν ἔργον νὰ ἐξετάσω. Καλῶς δὲ γνωρίζει ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐνέργειαν τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, αὕτη εἶναι ἀνεξάρτητος, κεῖνται δὲ αὗται μόνον ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν τεταγμένων ὑπὸ τοῦ νόμου, ἵνα ἐφορεύωσιν αὐτάς. Καὶ ναὶ μὲν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὴν ἀνωτάτην διοικητικὴν ἐποπτείαν, ἀλλὰ παρεμβαίνει ἐκεῖ, ὅπου νομίζει, ὅτι ἡ παρέμβασις αὐτοῦ εἶναι ἀναγκαία, ἐπὶ τοῦ προκειμένου δέ, ὡς πρὸ ὀλίγου εἶπον, ἔκρινεν, ὅτι δὲν ἦτο κἀμμία ἀνάγκη νὰ παρεμβῇ, καὶ ὅτι εἶχε πλήρη πεποίθησιν εἰς τὰς ἀρχὰς τὰς ἐντεταλμένας τὴν ἀνάκρισιν, ὅτι θέλουσιν ἐπιτελέσει τὸ καθῆκον αὐτῶν, ὡς καὶ τὸ ἐπετέλεσαν. Ταῦτα ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο τῆς ἐπερωτήσεως. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄλλο μέρος τῆς ἐπερωτήσεως, τὸ σχετιζόμενον πρὸς τὰς ἐκκρεμεῖς ἀνακρίσεις ἢ μηνύσεις κατὰ προσώπων ἀπολαυόντων ἰδιαζούσης δικαιοδοσίας, ἀκριβῶς συνεπείᾳ παραστάσεων τῶν ἁρμοδίων ὑπέβαλον χθὲς, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἓν ἐκ τῶν δύο νομοσχεδίων, ἅτινα εἶχον τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ἵνα διευκολύνῃ τὸ ἔργον τοῦ ἐντεταλμένου τὴν ἀνάκρισιν τῶν τοιούτων ἀδικημάτων ἢ παραπτωμάτων, διότι ὁ Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν, ὅστις ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τοιαύτης φύσεως ἐνεργεῖ, δὲν δύναται, ὡς ἐκ τῆς ἐπισωρεύσεως πολλῆς ἐργασίας, —διότι ἐν τῷ Ἐφετείῳ Ἀθηνῶν συγκεντροῦνται πολλαὶ καὶ ἐκ προξενικῶν περιφερειῶν ὑποθέσεις,—δὲν ἐπαρκεῖ, λέγω, ἵνα ἐνεργῇ. Διὰ τοῦτο, συνεπείᾳ παραστάσεων αὐτοῦ τούτου, ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ θὰ συζητήσῃ, ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρὰ αὐτοῦ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἑτέρας ἐπερωτήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἐπιφυλάσσομαι, ἀφοῦ ἐγγράφως καταθέσῃ αὐτὰς, νὰ δώσω τὰς δεούσας πληροφορίας.
§30ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐλησμόνησεν, ὅτι τῷ ἐδόθη ὑπόμνημα φέρον τὸν τύπον καταγγελίας. Τί ἐννοεῖ ὁ δικαστικὸς κ. Στεφάνου, ὅτι δύναται νὰ λέγῃ ὁ κατηγορούμενος...
§31ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν μοὶ ἐδόθη ὑπόμνημα, κύριε Βουλευτά.
§32ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεδόθη· ἐρωτήσατε τοὺς ὑπαλλήλους σας, ἐρωτήσατε καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς δὲν ἐπεδόθη τίποτε.
§34ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπεστάλη.
§35ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὁ κ. Ἄχολος, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, παρεπονέθη διατὶ βραδύνει ἡ κατ’ αὐτοῦ ἀνάκρισις. Αὐτὸ μόνον.
§36ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω ν’ ἀμφισβητήσω τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ περὶ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα νομίζει ὅτι ὑπηνίχθην· διότι ἐλάλησα ἐγὼ γενικῶς, χωρὶς νὰ ἀναφέρω πρόσωπα. Πρέπει νὰ ἀναγνωρίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι μεταξὺ τῶν κατηγορουμένων διὰ τοῦ ὑπομνήματος τοῦ δημοσιευθέντος διὰ τῆς «Ἐφημερίδος» εἶναι καὶ εἷς τῶν φιλτάτων μου, ἀλλ’ ἀδιαφορῶ· ῥίπτω εἰς λήθην πᾶν αἴσθημα φιλίας ἀπέναντι τοῦ καθήκοντος καὶ τοῦ δικαίου. Ἂν ἦναι καὶ αὐτὸς ἔνοχος, ὀφείλει νὰ δώσῃ λόγον. Εἶναι ὁ κ. Θανόπουλος, κύριε Ὑπουργέ, καὶ δι’ αὐτὸ, βλέπεις, ἂν μὲ ἐκώλυον τὰ αἰσθήματα τῆς φιλίας, δὲν θὰ ἔκαμνον τοιαύτην πρότασιν· ἀδιαφορῶ ὅμως εἰς τὴν φιλίαν, καὶ ζητῶ νὰ ἐνεργηθῇ ἀνάκρισις. Ἢ νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ἔπρεπε νὰ πεισθῆτε εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Α κατηγορουμένου ἢ τοῦ Β, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι, καὶ νὰ μὴ διατάξητε ἀνάκρισιν; Ἅμα τῇ γνώσει γεγονότος φέροντος χαρακτῆρα πταίσματος, ἔχετε ὑποχρέωσιν, χάριν τῆς Δικαιοσύνης...
§37ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὸ παρέπεμψα τὸ ὑπόμνημα τοῦ κ. Καρατζᾶ εἰς τὸν κ. Βασιλείου, τὸν ἐνεργοῦντα τὴν ἀνάκρισιν.
§38ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ διαταγὴν ἀνακρίσεως;... Κύριε Ὑπουργὲ, τὰ γνωρίζομεν μεταξύ μας αὐτά. Ἐγὼ νομίζω, καὶ πείθομαι καὶ εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι τὰ πρόσωπα αὐτὰ συκοφαντοῦνται, ἀλλὰ πείθομαι μόνον ἐγὼ καὶ ὁ κ. Ὑπουργός· ὁ κόσμος ὁ δικαστικὸς καὶ ὁ λοιπὸς δὲν ἐπείσθη, οὔτε πείθεται. Μόνον διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως, κύριε Ὑπουργέ, θὰ ξεῤῥυπανθῶσιν οἱ συκοφαντηθέντες ὑπάλληλοι.
§39ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Θὰ ἐκδοθῇ τὸ βούλευμα.
§40ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀφορᾷ τὸν Ἄχολον τὸ βούλευμα, κύριε Ὑπουργέ. Ὤφειλες νὰ τοὺς καλέσῃ καὶ νὰ τοῖς εἴπῃς: «Σὺ εἶσαι Εἰσαγγελεὺς, σὺ δὲ Πρόεδρος τοῦ Ἐφετείου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐνεργήσῃ ἀνάκρισιν· πρέπει νὰ ἀπόσχητε χάριν τῆς τιμῆς σας...»
§41ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀπέχουν.
§42ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔπρεπε διὰ μεταθέσεως νὰ τοῖς εἴπητε ἐπὶ 15 ἡμέρας νὰ μὴ ἦναι ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἐν Ἀθήναις, ἕως ὅτου ἐνεργηθῇ ἀνάκρισις ἐλευθέρα, καὶ ἀποφανθῇ ἡ Δικαιοσύνη. Τί νομίζετε, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι, ἂν τὰ γεγονότα τὰ καταγγελθέντα ἦναι ἀληθῆ, θὰ δώσωσι, νομίζετε, οἱ καταγγελλόμενοι λόγον τῶν πράξεών των, ὅταν ὁ μὲν εἷς ἦναι Εἰσαγγελεὺς, ὁ δὲ ἄλλος Πρόεδρος τοῦ Ἐφετείου; Χάριν λοιπὸν πληρεστέρας δικαιοσύνης, χάριν αὐτῶν τῶν συκοφαντηθέντων, ὀφείλετε νὰ τοῖς εἴπητε νὰ ἀπόσχωσι τῆς θέσεώς των καὶ κατόπιν δι’ ἐγγράφου νὰ τοὺς διαβεβαιώσητε, ὅτι συκοφαντηθέντες ἠθωώθησαν ὑπὸ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ οὕτως ἡ Δικαιοσύνη ἀναστηλοῦται.
§43ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Φρονῶ ὅτι ἔπραξα ὅ,τι οἱ νόμοι μοὶ ἐπέβαλλον. Παραγγελίαν πρὸς ἀνάκρισιν δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ δίδω. Εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅστις ἔχει τὴν ἐποπτείαν ὅλων τῶν εἰσαγγελικῶν ἀρχῶν, παρεπέμφθη τὸ ὑπόμνημα τοῦ κ. Καρατζᾶ, ὅπως πράξῃ ὅ,τι ἐκ τῶν καθηκόντων του τῷ ἐπεβάλλετο· εἰς τὸν ἐντεταλμένον τὴν ἀνάκρισιν ἐφέτην κ. Βασιλείου, τὸν ἀναπληροῦντα τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν, ὅστις ἀπέσχεν ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀνεμίχθη τὸ ὄνομά του εἰς τὰ Ἀχολικά, παρεπέμφθη ἐπίσης τὸ ὑπόμνημα, ἵνα λάβῃ αὐτὸ ὑπ’ ὄψει καὶ πράξῃ ὅ,τι ἐκ τῶν καθηκόντων του τῷ ἐπεβάλλετο. Ἐὰν ὁ ἐντεταλμένος τὰ τῆς ἀνακρίσεως ἐφρόνει, ὅτι προκύπτουσιν ἐνδείξεις, ἵνα ἀπαγγείλῃ κατηγορίαν, ἦτο ἐλεύθερος νὰ τὸ πράξῃ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ τῷ ἐπιβάλω τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, ἢ νὰ τῷ δώσω ἐντολὴν, διότι τοιοῦτο δικαίωμα, ὡς γνωρίζει ὁ κ. Βουλευτὴς, δὲν ἔχω, ὡς Ὑπουργός.
§44ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τί λέγετε, κύριε Ὑπουργέ! Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ὁ ἀνώτερος ἐπόπτης τῆς Δικαιοσύνης, καὶ δύναται νὰ παραγγέλλῃ πάσας τὰς ἀρχὰς πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεων. Δὲν μοὶ λέγετε, ὁ ἀνακριτὴς δύναται ἄνευ παραγγελίας τοῦ Εἰσαγγελέως ἢ τοῦ ἁρμοδίου καταδιωκτικοῦ ὀργάνου νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις; Ἡ Δικαιοσύνη νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβῃ ἄλλην θέσιν ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν σας.
§45ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην δικαιολογίας, κύριε Βουλευτὰ, διότι ἐπετέλεσα αὐστηρῶς τὸ καθῆκόν μου.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως περὶ προσθηκῶν εἰς τὰ ἄρθρα 54 καὶ 55 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§47ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται περὶ καινοτομίας εἰσαγομένης ἐν τῷ Κανονισμῷ, ὁ ὁποῖος, ἀφ’ ὅτου λειτουργεῖ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἐν Ἑλλάδι, μᾶς διέπει Ἐπιθυμοῦμεν νὰ μάθωμεν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος βουλευτὴς κ. Σιμόπουλος ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πρότασιν ταύτην καὶ ἐπιμένει εἰς τὴν ψήφισιν αὐτῆς.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἀπουσιάζει ὁ κ. Σιμόπουλος, σᾶς πληροφορῶ ἐγὼ, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Παρνασσίδος ἀνέπτυξε τοὺς λόγους χθές. Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι ἕνεκα ἀπουσίας πολλῶν Βουλευτῶν ἐκ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ ἐπιτροπὴ δὲν δύναται νὰ ἐργασθῇ, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ ἀναγκαία προμελέτη τοῦ προϋπολογισμοῦ καθίσταται ἀδύνατος.
§49ΡΑΛΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Πρόεδρε, ἡ πρότασις δὲν ἀποβλέπει, ὅπως εἶναι συντεταγμένη, εἰς τὸν καταρτισμὸν ἀπαρτίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡ πρότασις ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀντικατάστασιν οἱουδήποτε μέλους τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁριζομένων παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Θὰ εἶχε δικαιολογίαν τινὰ ἡ πρότασις, διατυπουμένη ὅπως εὐαρεστήθητε νὰ ἐξηγήσητε, ἂν χάριν τῆς ἀπαρτίας ἐπρόκειτο ὁπωσδήποτε νὰ προβλέψῃ ὁ Κανονισμὸς τὸν τρόπον, δι’ οὗ θὰ ἐθεραπεύετο τὸ ἀπροχώρητον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ παρουσιασθῇ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἤθελεν ἐπιδράσει καὶ ἐπὶ τὴν ἐργασίαν τὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Διότι ὑπάρχει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀναποφεύκτως καὶ ἀναποδράστως πρέπει νὰ προϋπάρξῃ προεξέλεγξις ἐν τῇ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, αὐτοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἢ πιστώσεως σχετικῆς πρὸς τὸν προϋπολογισμόν· ἀλλὰ ἡ πρότασις, ὅπως διατυποῦται, δὲν ἀποβλέπει ἀκριβῶς εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτὴν, ἡ ὁποία δὲν παρέστη κἂν μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης· λέγω δὲ, ὅτι δὲν παρέστη μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, διότι, ἂν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν κατώρθωσε νὰ συνεδριάσῃ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα, τοῦτο ὀφείλεται εἰς περιστάσεις ἐντελῶς ἀνεξαρτήτους τῆς θελήσεως καὶ τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας καὶ τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας· τινὰ ἐκ τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας καί τινα ἐκ τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας δὲν εὑρίσκοντο ἐν Ἀθήναις, ἄλλα δὲ ἠσθένουν. Καὶ τοσοῦτον εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν ἐπαρουσιάσθη ἡ περίστασις αὕτη, ὥστε κατὰ τὴν πρώτην πρόσκλησιν τῆς ἐπιτροπῆς παρέστησαν πρὸς τὸν σκοπὸν ἀκριβῶς τοῦ νὰ διευκολύνωσι τὸ ἔργον τῆς πλειοψηφίας δύο ἐκ τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας· ἀλλὰ ποῖον ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα; Τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν, ὅτι ἐν ὅλῳ συνῆλθον ἓξ ἐκ τῶν ἀξιοτίμων μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἀποδώσῃ τις πρόθεσιν εἰς τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας· ἂν δὲν δύναται δὲ νὰ ἀποδώσῃ πρόθεσιν εἰς τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας, δὲν δύναται ν’ ἀποδώσῃ πρόθεσιν οὐδ’ εἰς τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας, διότι, ὡς εἶπον, 6 μόνον ἐξ ὅλων τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς παρέστησαν κατὰ τὴν σύγκλησιν ἐκείνην. Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι λόγῳ τῆς ἀσθενείας καὶ μελῶν τῆς πλειοψηφίας καὶ μελῶν τῆς μειοψηφίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συγκροτηθῇ ἀπαρτία, καὶ διὰ τοῦτο ἀπέτυχον καὶ αἱ κατόπιν προσκλήσεις. Λοιπὸν περίστασις δὲν ἐπαρουσιάσθη, ἐπιβάλλουσα τὴν ἀνάγκην τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, περὶ τῆς ὁποίας προβλέπει ἡ ὑπὸ συζήτησιν πρότασις· ἀλλὰ δὲν ἀποβλέπει κἂν εἰς τοιαύτην περίστασιν ἡ περὶ ἧς πρόκειται πρότασις, ὡς εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου· διότι θὰ ἐνόουν, ὡς εἶπον ἤδη, τὴν πρόβλεψιν ἐν τῇ προκειμένῃ μεταῤῥυθμίσει διὰ τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀπαρτία δὲν θὰ ἦτο δυνατή· ἀλλὰ τίς εἶναι ἡ καινοτομία, τὴν ὁποίαν εἰσάγει τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον ἐν τῷ Κανονισμῷ ἡμῶν; Ἀνατρέπει ἄρδην τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους καταρτίζονται αἱ κοινοβουλευτικαὶ ἐπιτροπαί· διότι, ἐνῷ ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει, ὅτι εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐπιτροπὰς κατὰ λόγον 1 πρὸς 2 συντρέχει ἡ μειοψηφία, ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς θὰ ἐξαρτᾶται ἤδη ἡ ἀντικατάστασις μελῶν τῆς μειοψηφίας διὰ μελῶν τῆς πλειοψηφίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ τότε δὲν γνωρίζω εἰς τί χρησιμεύουσιν ὅλαι ἐκεῖναι αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ ἡμῶν, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσιν ἀληθῶς τὴν βάσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος παρ’ ἡμῖν (διακοπαί).
§50ΖΩΤΟΣ...
§51ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἀκούω τί λέγετε.
§52ΖΩΤΟΣ. Σᾶς λέγω, ὅτι, παρουσιαζομένου τοῦ μέλους τῆς μειοψηφίας, θὰ ἀποσύρηται τὸ μέλος τῆς πλειοψηφίας.
§53ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη αὕτη. Τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ αὐθαίρετον, τὸ καθιερούμενον ἐν τῷ σχεδίῳ, διὰ τοῦ ὁποίου, ὡς εἶπον, ἄρδην ἀνατρέπονται τὰ κοινοβουλευτικὰ νόμιμα ὡς πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐπιτροπῶν, τὸ δικαίωμα τὸ αὐθαίρετον, τὸ διδόμενον εἰς τὸν Πρόεδρον, τοῦ ν’ ἀντικαθιστᾷ ἄνευ λόγου, ἄνευ τοῦ σκοποῦ τῆς διευκολύνσεως τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐργασιῶν, τῆς προεξελέγξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ μέλη τῆς μειοψηφίας διὰ μελῶν τῆς πλειοψηφίας, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ. Καὶ εἰς αὐτὸ ἀκριβῶς ἀποβλέπει τὸ σχέδιον, ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ ἀποδείξῃ τὸ ἀντίθετον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀποδειχθῇ ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε λειτουργήσει ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ κανονικῶς. Οὗτος εἶναι ὁ σκοπὸς, ὁ ὁποῖος κρύπτεται ὄπισθεν τοῦ σχεδίου τούτου. Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ λειτουργήσῃ ὅπως ἐψηφίσθη παρὰ τῆς Βουλῆς, θ’ ἀποδειχθῇ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡ Κυβέρνησις μειοψηφοῦσα, καὶ οὐχὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς διευκολύνσεως τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐργασιῶν, ἀλλὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀποφυγῆς αὐτοῦ τοῦ κινδύνου, τοῦ νὰ καταδικασθῇ ἡ πολιτική της ἐν αὐτῇ τῇ προεξελεγκτικῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῇ εἰσάγεται τὸ προκείμενον σχέδιον τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλ’ οὕτως ἀνατρέπει τὸ σχέδιον τοῦτο ἄρδην τὰς βάσεις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τὰς βάσεις τῆς προεξελέγξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ τὸ πολεμήσωμεν δι’ ὅλων τῶν δυνάμεων ἡμῶν.
§54ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον, ἐν τῇ ἀπουσίᾳ τοῦ προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς ἕτερον μέλος αὐτῆς νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἂν πράγματι ὑφίσταται ὁ φόβος ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν δύναται νὰ ἐργασθῇ ἐν ἀπαρτίᾳ, διότι τὰ μέλη αὐτῆς, τὰ ἀνήκοντα καὶ εἰς τὴν Συμπολίτευσιν καὶ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ παρόντα ἐν Ἀθήναις, εἰσὶν ἀρκοῦντα, ὅπως ἀποτελέσωσιν ἀπαρτίαν καὶ ἐργασθῶσιν· ἐὰν ὑπάρχῃ τοιοῦτος φόβος, τότε βεβαίως θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος τῆς προτεινομένης τροποποιήσεως. Ἀλλὰ μὴ ὑπάρχοντος τοῦ φόβου τούτου, —καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἠμφισβήτησε τὴν ἀκρίβειαν τοῦ ἰσχυρισμοῦ περὶ ὑπάρξεως τοιούτου,—μὴ ὑπάρχοντος, λέγω, τούτου, εἶναι ὅλως ἄτοπον νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως· διότι βεβαίως ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις δὲν εἶναι μέτρον ὁμαλὸν τῆς λειτουργίας τῶν ἐπιτροπῶν καὶ ἰδίως τῆς μόνης ἐργαζομένης ἐπιτροπῆς, τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ· εἶναι μέτρον ἀνώμαλον, μέτρον, δύναμαι νὰ εἴπω, ἔκρυθμον, τὸ ὁποῖον τότε μόνον πρέπει νὰ συζητηθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅταν ὑπάρχῃ ὁ φόβος, ὅτι ἡ ὑφισταμένη ἐπιτροπὴ δὲν δύναται νὰ ἐργασθῇ καὶ δὲν δύναται νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐγκαίρως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τοῦτο τὸ ζήτημα νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ λυθῇ πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν οὐσιαστικὴν συζήτησιν τῆς προτεινομένης τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§55ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τὸ μέτρον ἀληθῶς εἶναι ἀνώμαλον, ἀλλ’ εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ μέτρου τούτου προήχθη ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ ἀποτελῶ μέλος, ἕνεκα τοῦ ἀπροχωρήτου, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρέθη ἡ ἐπιτροπὴ. Τὴν πληροφορίαν ταύτην δίδω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης Βουλευτήν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκλήθη τρὶς ὑπὸ τοῦ κ. προέδρου αὐτῆς, καὶ εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς ἐπεῖγε, διότι ὀλίγαι ἡμέραι ἔμενον ἀκόμη πρὸς ἐργασίαν. Κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν ἀληθῶς, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, παρέστησαν δύο ἐκ τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ κ. Μαυρομιχάλης καὶ ὁ κ. Ἐμπειρῖκος, ἔμειναν δ’ ὀλίγην ὥραν, καὶ εἶτα ἀπεχώρησαν...
§56ΡΑΛΛΗΣ. Ὅταν ἀπεχώρησαν πάντες· σεῖς δ’ ἐφθάσατε τελευταῖος, μετὰ τὴν ἀποχώρησιν.
§57ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. .. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ προσεκλήθη καὶ ἐκ δευτέρου ὑπὸ τοῦ προέδρου αὐτῆς, καὶ κατὰ τὴν δευτέραν συνεδρίασιν παρέστημεν μόνον 8 μέλη ἐκ τῆς πλειοψηφίας. Οὐδὲν ἐκ τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας παρέστη. Ἐν τούτοις ἀπεφασίσθη νὰ κληθῶμεν καὶ ἐκ τρίτου, καὶ ἐκλήθημεν καὶ ἐκ τρίτου, καὶ πάλιν παρέστημεν 8 μόνον μέλη.
§58ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δέκα.
§59ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἀπαρτία δὲν ἦτο δυνατὴ, καίτοι ἐβεβαιώθη, ὅτι ὅλα τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας καὶ πολλὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας ἔμενον ἐν Ἀθήναις καὶ ἦτο εὔκολον εἰς αὐτὰ νὰ παρασταθῶσιν. Ἐφθάσαμεν λοιπὸν πρὸ τοῦ ἀπροχωρήτου. Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ τακτικὴ αὕτη, ἐννοεῖται ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της· ἐὰν δὲ δὲν δύναται ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ φέρῃ ἐνώπιον ὑμῶν ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν δύνασθε καὶ ὑμεῖς νὰ ἐπιληφθῆτε τῆς συζητήσεως αὐτοῦ. Οὕτω λοιπὸν, ἂν ὑποθέσωμεν,—ἐγὼ δὲν ἀποδίδω πρόθεσιν εἰς τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα ἀπουσιάζουσιν,—ἐὰν ὅμως ὑποθέσωμεν, ὅτι, εἴτε ἐξ ἀδυναμίας, εἴτε ἐκ πείσματος, 5 ἢ 6 μόνον μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν θέλουσιν ἢ δὲν δύνανται νὰ παρασταθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, θὰ δέσητε, Κύριοι, τὰς χεῖράς σας ἐντελῶς· δὲν εἶναι ἀνάγκη πλέον κωλυσιεργίας τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀπουσιάσωσι 50 ἢ 60 Βουλευταὶ, ἵνα σταματήσῃ ἡ κυβερνητικὴ μηχανὴ, ἀλλ’ ἀρκεῖ 5 ἢ 6 μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ μὴ θέλωσι νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των, ἢ—δέχομαι—νὰ μὴ δύνανται νὰ τὸ ἐκπληρώσωσιν, ἕνεκα ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς των λόγων, καὶ ἡ κυβερνητικὴ μηχανὴ θὰ σταματήσῃ ἐντελῶς· δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε προϋπολογισμὸν, δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε κἀμμίαν πίστωσιν, ἡ παραλυσία θὰ ἐπέλθῃ πλήρης. Ἀληθῶς ὁ κανονισμὸς δὲν προέβλεψε τὴν περίστασιν ταύτην. Ἦτο λοιπὸν ἐπάναγκες νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ πρακτέου, καὶ συνεπῶς ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλε τὴν πρότασιν αὐτὴν, ἡ ὁποία, Κύριοι, δὲν περιέχει τίποτε τὸ κομματικόν. Ἐὰν αὔριον θέλωσι τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας νὰ προσέλθωσι,—καὶ δύνανται νὰ προσέλθωσι—δὲν θὰ γείνῃ ἀνάγκη ἐκτελέσεως τῆς τροποποιήσεως ταύτης. Ἡ πρότασις ἀφίνει ἐλεύθερον τὸ στάδιον εἰς τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας καὶ εἰς τὰ μέλη τὰ ἀπουσιάζοντα τῆς πλειοψηφίας νὰ προσέλθωσιν, ὁπόταν θέλωσι, καὶ αὔριον, καλούμενα ὑπὸ τοῦ κ. προέδρου εἰς συνεδρίασιν. Καὶ ἂν ἀπουσιάσωσι κατὰ μίαν συνεδρίασιν καὶ ἀντικαταστηθῶσι, καὶ θέλωσι νὰ προσέλθωσι τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν, πάλιν τὸ στάδιον αὐτῶν εἶναι ἐλεύθερον· ἡ πρότασις, περὶ ἧς πρόκειται, δὲν τὰ καθιστᾷ ἀνίκανα ν’ ἀποτελέσωσι μέρος καὶ τ’ ἀπουσιάζοντα μέλη. Δὲν βλέπω δὲ κατὰ τίνα ἄλλον τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς ἀνωμαλίας, εἰς τὴν ὁποίαν εἰσήλθομεν, καὶ ἡ ὁποία κινδυνεύει, ὡς εἶπον, νὰ παραλύσῃ τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις, ἣν συζητοῦμεν, δὲν ἀνατρέπει τὰς βάσεις τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ κατὰ συνέπειαν δύναται νὰ ψηφισθῇ.
§60ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐννοῶ διατὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Πυλίας ἠθέλησε νὰ ἀποδώσῃ τὴν μὴ μέχρι τοῦδε ἐπιτέλεσιν ἀπαρτίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας. Ἐλησμόνησεν ἴσως, τοιαῦτα προβάλλων πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συγκροτεῖται ἀπὸ 21 μέλη, ὅτι ἐξ αὐτῶν 14, ἀρκοῦντα διὰ τὴν ἀπαρτίαν, ἀνήκουσιν εἰς τὴν πλειοψηφίαν, καὶ ὅτι ἑπομένως, ἐὰν κατὰ τὴν πρώτην κλῆσιν τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἀπετελέσθη ἀπαρτία, τὸ σφάλμα εἶναι οὐχὶ τῆς μειοψηφίας, ἀλλὰ τῆς πλειοψηφίας, καὶ αὐτοῦ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πυλίας Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀναμείνωσι τὰ μέλη καὶ τῆς πλειοψηφίας καὶ τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς οὐχὶ ἐπὶ 2 ὥρας, ἀλλ’ ἐπὶ 4, ἵνα δυνηθῇ νὰ προσέλθῃ· διότι εἶχε κληθῆ ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ τὴν 3ην ὥραν μ. μ., διελύθη δὲ κατὰ τὴν 5ην, καὶ τότε συνήντησαν προσερχόμενον τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Πυλίας, ὁ ὁποῖος τοσαῦτα εἶπε κατὰ τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας, διότι δὲν προσῆλθον κατὰ τὰς δύο ἑπομένας συνεδριάσεις. Κατὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν, κατὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πυλίας, προσῆλθον 8 μέλη τῆς πλειοψηφίας καὶ κατὰ τὴν τρίτην πάλιν 8...
§61ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δέκα.
§62ΡΑΛΛΗΣ. Ἢ δέκα. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἐξώδικα, διότι κἀνεὶς δὲν τὰ γνωρίζει· δὲν εἶναι δὲ βέβαιον, ὅτι προσῆλθον 10, καὶ δύναμαι νὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω προχείρως· διότι ὁ κ. Μακρυγιάννης ἠσθένει, διότι ὁ κ. Σοῦτσος δὲν προσῆλθεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καίτοι μέλος τῆς πλειοψηφίας, διότι ὁ κ. Νομικὸς ἀπουσιάζει· ἀλλ’ ἠθέλετε νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Μεσσηνέζης ἀπὸ τὸ Αἴγιον, καὶ διότι δὲν ἦλθεν ὁ κ. Μεσσηνέζης, διὰ τοῦτο ἀμέσως τὸν ἀντικαθιστᾶτε, ἠθέλετε νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Βάλληνδας ἀπὸ τὴν Σῦρον, καὶ καθεξῆς. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν εὐηρεστήθη ὁ κ. Βουλευτὴς Πυλίας νὰ ἀπαντήσῃ, εἶναι ὁ κεκρυμμένος σκοπὸς τοῦ σχεδίου, τὸν ὁποῖον ὑπέδειξα, διότι τὸ σχέδιον δὲν ὁμιλεῖ περὶ ἀπαρτίας καὶ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς συμπληρώσεως ἀπαρτίας, ἀλλὰ λέγει, ὅτι τὰ ἀπόντα ἢ κωλυόμενα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἀναπληροῦνται ὑπὸ μελῶν τῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπῆς, παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ὁριζομένων. Καὶ οὕτως ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν δευτέραν ἢ κατὰ τὴν τρίτην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, ὅλη ἐκείνη ἡ μυστικὴ ψηφοφορία καὶ ὅλη ἐκείνη ἡ διαδικασία, ἡ τόσον πολυτελὴς, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει ὁ Κανονισμὸς ἡμῶν, καταῤῥέει ἐκ τοῦ τυχαίου περιστατικοῦ, ὅτι ὁ κ. Μεσσηνέζης δὲν ἠδύνατο, ἀσθενῶν, νὰ ἐκκινήσῃ μίαν ἡμέραν ταχύτερον ἐξ Αἰγίου, ἢ ὁ κ. Βάλληνδας, λόγῳ ἐλλείψεως συγκοινωνίας, νὰ φθάσῃ ἐν καιρῷ, σεῖς δὲ ἔχετε τὸ δικαίωμα, δυνάμει τοῦ σχεδίου αὐτοῦ, νὰ μεταβάλητε τοὺς ὅρους τῆς συγκροτήσεως τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ν’ ἀντικαταστήσητε τὸν κ. Μεσσηνέζην διὰ τοῦ κ. Ζώτου.
§63ΖΩΤΟΣ. Ἀλλ’ ἐλθόντος τοῦ κ. Μεσσηνέζη, δὲν θέλει τὸν ἀντικαταστήσει ὁ κ. Ζῶτος. Ὅταν ἔλθῃ τὸ τακτικὸν μέλος, ἀποσύρεται ὁ ἀναπληρωτής· τοῦτο λέγει ἡ πρότασις.
§64ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Μεσσηνέζης ἔχει δικαίωμα ἐπὶ τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν τὸν ἔταξεν ἡ μειοψηφία, σεῖς δὲ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἁρπάσητε τὴν θέσιν αὐτήν.
§65ΖΩΤΟΣ. Ἀλλ’ ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ καθῆκόν μας, καὶ νὰ τὸν ἀντικαταστήσωμεν, ἵνα μὴ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον.
§66ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ καθῆκόν σας ἐκπληροῦτε, ὅταν προσέρχησθε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς συντέλεσιν τῆς ἀπαρτίας, ἀλλὰ ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ ἀπαρτίας, ἐδῶ πρόκειται περὶ μεταμφιέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ βλέπετε, ὅτι ὁ κ. Ζῶτος εἶναι πρόθυμος νὰ ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντα τοῦ κ. Μεσσηνέζη, εἶναι ἕτοιμος, λέγω, νὰ προσποιηθῇ καὶ τὸν ἀντιπολιτευόμενον, λαμβάνων τὴν θέσιν τοῦ κ. Μεσσηνέζη, καὶ βλέπετε μετὰ πόσου ζήλου ἐπιδιώκει τοῦτο, διότι εὑρισκόμεθα, φαίνεται, εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἀπόκρεων (θόρυβος).
§67ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μὴ ἐπιτρέπετε, κύριε Πρόεδρε, διακοπάς.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν γίνηται λόγος περὶ ἀπόκρεων, βεβαίως θὰ γίνωνται διακοπαί.
§69ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως εἶναι ἀπόκρεω ἡ μεταμφίεσις Βουλευτοῦ ἀπὸ συμπολιτευομένου εἰς ἀντιπολιτευόμενον, καὶ ἂν δὲν μὲ ἐννοῆτε, κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι διὰ λογαριασμόν σας.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ λυποῦμαι δι’ ὑμᾶς, διότι εἰς ἕνα σοβαρὸν πολιτευτὴν δὲν ἐπιτρέπονται τοιοῦτοι λόγοι.
§71ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ κάμνητε παρατηρήσεις, διότι ὁ Κανονισμὸς δὲν σᾶς δίδει τὸ δικαίωμα τοῦτο.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δέχομαι ἐπιπλήξεις ἀπὸ κἀνένα.
§73ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ περιορισθῆτε ἐντὸς τῶν καθηκόντων σας, διότι μέχρι τοῦδε δὲν περιωρίσθητε εἰς αὐτά.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ μοὶ κάμητε τὴν χάριν νὰ παύσητε τὰς ἐπιπλήξεις.
§75ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐπιπλήξεων, πρόκειται περὶ ὑπομνήσεως τῶν καθηκόντων ὑμῶν, καὶ παρακαλῶ νὰ παύσητε κρούοντες τὸν κώδωνα, ἐνόσῳ Βουλευτὴς ἀγορεύει.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθήσατε.
§77ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχω νὰ σᾶς ζητήσω τὴν ἄδειαν, ἵνα ἐξακολουθήσω, ἀφοῦ τὴν ἔλαβον ἅπαξ. Κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι πρόκειται νὰ ἀνατραπῶσιν οἱ ὅροι τῆς λειτουργίας τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ παρασταθῇ δ’ εὐπρόσωπος ἡ Κυβέρνησις, ἐκπροσωπουμένη δῆθεν ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐνῷ εὑρίσκεται προφανῶς ἐν μειοψηφίᾳ ἐν αὐτῇ. Ἰδοὺ τὸ παιγνίδι, καὶ τὸ παιγνίδι τοῦτο βεβαίως ἀποτελεῖ ἀπόκρεων κοινοβουλευτικήν.
§78ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, προκειμένου νὰ τροποποιηθῇ ὁ Κανονισμὸς, βεβαίως ἡ τροπολογία δὲν ἀποβλέπει τὴν σήμερον, ἀλλὰ καὶ τὸ μέλλον· ὥστε θὰ ἐξετασθῇ ὄχι μόνον ἐὰν σήμερον παρουσιάζηται ἡ ἀνάγκη, δοθείσης ὁπωσδήποτε ἀφορμῆς, ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἐν τῷ μέλλοντι θὰ δύναται νὰ παρουσιασθῇ αὕτη. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι, δοθείσης ἅπαξ ἀφορμῆς, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν συμπλήρωσιν τοῦ Κανονισμοῦ διὰ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον νὰ μὴ παραβιασθῶσι τὰ κείμενα, δύναται νὰ γείνῃ τοῦτο ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιῤῥήσεως. Ἡ μόνη ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ὑποχρεωτικῶς ὀφείλει νὰ ἐργασθῇ, εἶναι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἑπομένως πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια ἰδίως περὶ αὐτῆς διὰ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἤθελον συμβῆ κωλύματα, καθιστῶντα ἀνέφικτον τὴν συγκρότησιν αὐτῆς· διὰ τὰς λοιπὰς ἐπιτροπὰς δὲν ὑπάρχει τοιαύτη ἀνάγκη, διότι ὁ Κανονισμὸς ἐπιτρέπει, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἐργασθῶσι, νὰ εἰσαχθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἄνευ ἐκθέσεως αὐτῶν εἰς τὴν Βουλήν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις κατ’ ἀρχὴν δὲν πρέπει νὰ ἀποκρουσθῇ, ἀλλὰ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ προσέξῃ, ὥστε ἡ τροπολογία νὰ γείνῃ συμφώνως μὲ τὰ κείμενα καὶ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα λέγει ῥητῶς, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἐξελέγχεται ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς· λέγον δὲ εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ἐννοεῖ βεβαίως τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην ἀποτελουμένην ἀπὸ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἰδικῶς ἐξελέχθησαν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ ἔδωκεν εἰδικὴν ἐντολὴν διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην· οὐδὲν λοιπὸν μέλος ἄλλης ἐπιτροπῆς, μὴ ἐκλεχθὲν ῥητῶς μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ ἐξελέγξῃ τὸν προϋπολογισμὸν, δύναται νὰ λάβῃ μέρος. Κατὰ τοῦτο εὑρίσκω, ὅτι ἡ πρότασις εἶναι πλημμελὴς, ἀντικειμένη εἰς ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Νομίζω δὲ, ὅτι δύναται νὰ θεραπευθῇ τὸ ἄτοπον, συμφώνως μὲ τὸν κείμενον Κανονισμὸν καὶ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τροποποιουμένου οὐχὶ τοῦ προτεινομένου ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ τῶν ἄρθρων 49 καὶ 55. Τὸ ἄρθρον 49 τί λέγει; Ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συγκροτεῖται ἀπὸ 21 μέλη, ἐὰν προσθέσωμεν καὶ 9 παραπληρωματικά, ὁ Κανονισμὸς συμπληροῦται πληρέστατα· νὰ γίνηται ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀναπληρωματικῶν μελῶν συγχρόνως, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἀποτελέσωσιν ἐν ἀνάγκῃ μέρος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ· θὰ ἐκλέγωνται δέ, ὅπως καὶ τὰ τακτικά, 6 ἐκ τῆς πλειοψηφίας καὶ 3 ἐκ τῆς μειοψηφίας. Ὅταν γείνῃ ἡ τροποποίησις αὕτη, νομίζω ὅτι ἐκπληροῦται πληρέστατα ὁ σκοπός, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, καὶ κατὰ συνέπειαν θὰ τροποποιηθῇ καὶ τὸ ἄρθρον 55. Τὴν παρατήρησιν ταύτην ὑποβάλλω, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ ὑποβαλόντος τὴν πρότασιν φρονῶ δὲ, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ συμφωνήσῃ, διότι νομίζω, ὅτι τοιουτοτρόπως ἀποφεύγομεν ὅλα τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ ὑποπτεύσωμεν ὅτι δύνανται νὰ συμβῶσι, τοιουτοτρόπως δὲ τηρεῖται ἡ ἀναλογία μεταξὺ τῆς μειοψηφίας καὶ τῆς πλειοψηφίας, καὶ μένει ἐν ἰσχύϊ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζυγομαλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§80ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀποδέχηται τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ρικάκη, δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε.
§81Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ὅπως παραδεχθῶμεν τὴν γνώμην τοῦ κ. Ρικάκη, δὲν ἠξεύρω δὲ διατὶ ὑπέλαβεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὴν γνώμην τοῦ κ. Ρικάκη.
§82ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρεδέχθητε τὴν πρότασιν τοῦ κ. Σιμοπούλου.
§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Σιμόπουλος ἦτο ὁ καλούμενος ἐκ τῆς θέσεώς του, ὡς προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα προτείνῃ τὰ δέοντα...
§84ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§85ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. .. καὶ διὰ τοῦτο, ὡς ἐξέθηκε χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν, προέτεινεν εἰς αὐτὴν μέτρα, προνοοῦντα κατὰ τὴν γνώμην του ἐπαρκῶς περὶ ἀναπληρώσεως τῶν ἀπόντων μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἢ ἀσθενοῦντων ἢ ἐξ ἄλλων λόγων κωλυομένων. Ἡ πρότασις, ἣν ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, νομίζω ὅτι πληροῖ ἐντελῶς τὸν σκοπὸν, πρὸς ὃν ὑπεβλήθη, ἐνῷ ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἂν μὴ συμπληρωθῇ δι’ ἄλλης προτάσεως, περὶ ἧς οὐδόλως προνοεῖ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν προτείνει, ἵνα προσθέσωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν 9 μέλη παραπληρωματικά, ἀλλ’ οὐδὲν προτείνει περὶ τῆς κλήσεως τούτων εἰς ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Ἐπὶ ἀναπληρώσεως ἑνὸς μόνου θὰ κληθῶσιν εἰς ἀναπλήρωσιν καὶ οἱ 9;
§86ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅπως γίνεται εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια.
§87ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ποῖος μεταξὺ τῶν 9 θὰ ἦναι ὁ παρακαθήσων ἐν τῇ ἐπιτροπῇ; Ποῖος δ’ ὁ μετὰ τοῦτον κληθησόμενος; Νομίζω ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὡς ἐντελῶς ἀμελέτητος καὶ μὴ ἐφαρμόσιμος, δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει. Καὶ διὰ τοῦτο ἐθαύμασα, πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἠρώτα, ἂν δεχώμεθα τὴν πρότασιν ταύτην. Ὁ κ. Βουλευτής, ἐντριβὴς εἰς τὰ τῶν κοινοβουλευτικῶν νόμων καὶ εἰς τὰ τῆς λειτουργίας τῆς νομοθεσίας, βεβαίως ἐννοεῖ, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν δὲν εἶναι ἐκ τῶν δυναμένων νὰ ψηφισθῶσιν, ἀφοῦ καὶ ψηφιζομένη δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀνατεθῇ εἰς τινα ἡ ἐκλογὴ μεταξὺ τῶν πλειόνων ἀναπληρωματικῶν μελῶν, τοῦτο δὲ ἀκριβῶς κανονίζει ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος. Κατ’ αὐτὴν ἀναπληρωματικὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔχομεν πάντας τοὺς ἀπαρτίζοντας τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ δ’ ὁλόκληρος ὁ ἀριθμὸς τῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης θ’ ἀναπληροῖ τοὺς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἔπρεπε ν’ ἀνατεθῇ εἴς τινα ἡ ἐκλογὴ τοῦ κληθησομένου πρώτου εἰς ἀναπλήρωσιν καὶ τῶν κατόπιν προτιμηθησομένων πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἐντολῆς. Μέχρι τοῦδε ἡ Βουλὴ οὐδέποτε ἠρνήθη τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῆς πρὸς τοιαύτην ἐργασίαν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ πολλάκις ἐσύστησεν ἐπιτροπὰς, καὶ τὰς σπουδαιοτέρας, διὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ οὐδέποτε ἐνόμισεν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἤθελεν ἐπιτελέσει πρὸς τὴν μειονοψηφίαν ὅ,τι ἐν γένει καὶ ἐν τῇ συντάξει τοῦ Κανονισμοῦ ἐκρίθη πρέπον νὰ γίνηται πρὸς αὐτήν. Ἡ Βουλὴ πάντοτε ἐπέδειξεν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸν Πρόεδρον αὑτῆς ἐκ τῶν προτέρων, καὶ πάντοτε ἐκ τῶν ὑστέρων ἐξέφρασεν ἐπιδοκιμασίαν ἐπὶ τοῖς τελεσθεῖσιν ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι πρέπον αἱ Βουλαὶ νὰ μὴ ἐμπιστεύωνται εἰς τοὺς Προέδρους αὑτῶν. Ἡ διὰ τοῦ Προέδρου ἐκλογὴ εἶναι ἐν τῷ προκειμένῳ ἡ πιστότερον διερμηνεύουσα τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς, ἐξασφαλίζει δὲ τὴν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ παράστασιν καὶ τῆς μειονοψηφίας. Ἡ ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς παράστασις τῆς μειονοψηφίας δὲν εἶναι, ὡς ὑπέθεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, συνταγματικὴ ἀρχή· ἡ ἀντιπροσωπεία τῆς μειονοψηφίας εἶναι ἀρχὴ ἔχουσα τὴν ὑπόστασιν ἐν τῷ Κανονισμῷ, ἀναγράφοντι αὐτὴν ἐν ὡρισμέναις περιπτώσεσιν· ἑπομένως ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἠδύνατο κατὰ νόμον νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, ἀλλὰ βεβαίως εἶναι ὀρθὸν νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψει γενικώτερον ἡ ἀρχὴ αὕτη, καὶ βεβαίως ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θέλει λαμβάνει αὐτὴν ὑπ’ ὄψει, ἐν αἷς περιπτώσεσιν ἐκλέγει δι’ αὑτοῦ ἡ Βουλή. Ἀπεδείχθη μάλιστα, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ αἱ συνιστώμεναι ὑπὸ τῶν Προέδρων τῆς Βουλῆς περιλαμβάνουσι μεγαλειτέραν ἀναλογίαν μειονοψηφούντων Βουλευτῶν τῆς ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ παρεχομένης εἰς τὰς ἐπιτροπάς. Τοῦτο εἶναι τὸ πρακτικὸν δίδαγμα τῆς μέχρι τοῦδε ἐφαρμογῆς. Κατὰ θεωρίαν ὡσαύτως ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶναι τὸ καταλληλότατον ὄργανον πρὸς ἐκλογήν, ἐκφράζουσαν τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ὅταν δὲν ἦναι ἐφικτὴ ἡ ἄμεσος ὑπὸ τῆς Βουλῆς διὰ ψηφοφορίας ἐκλογή. Ὁ ἐνδεικνύμενος ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς κατ’ ἐντολὴν τῆς Βουλῆς ἐνδείκνυται ὑπ’ αὐτῆς τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὸ σύστημα δὲ τὸ προτεινόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐνδεικνύει ὡς ἀναπληρωτὴν τὸν χαρακτηρισθέντα ἤδη διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς ὡς κατάλληλον πρὸς τὸν ἔλεγχον τῶν οἰκονομικῶν μέτρων, ἀφοῦ διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς ἀνεδείχθη μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τῶν οἰκονομικῶν. Δίδων ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἰδικὴν ἐντολὴν εἰς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα μετάσχῃ τῶν ἔργων τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὐδὲν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀποκλείει ἢ ἀντικαθιστᾷ. Ἄν τὸ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ ἀναπληρωθὲν παρὰ τοῦ ἐνδειχθέντος ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐπανέλθῃ, παρακάθηται αὐτὸ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὑποχωροῦντος τοῦ ἀναπληρωτοῦ, ἀλλὰ μὴ ἀποχωροῦντος ἀπὸ τῆς αἰθούσης τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα, παρακολουθῶν τὸ ἔργον αὐτῆς ἄνευ ψήφου καὶ ἄνευ δικαιώματος ἵνα λαμβάνῃ μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, διατελῇ ἐνήμερος, καὶ ἄν ἐκλεγῇ ἐκ νέου πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ αὐτοῦ ἢ ἄλλου μέλους τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δύνηται νὰ συνεχίσῃ τὴν προτέραν αὐτοῦ ἐνέργειαν ἐν γνώσει πάντων τῶν ἐν τῷ μεταξὺ συζητηθέντων καὶ ἀποφασισθέντων. Ὁ καταρτισμὸς ἄρα τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὁ ἀρχικὸς μένει ἀκέραιος, δὲν θὰ μετέχωσι δ’ αὐτῆς οἱ μὴ θέλοντες νὰ μετέχωσιν. Εὐθὺς ὡς οὗτοι θελήσωσι νὰ μετάσχωσι πάλιν τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν θὰ παρακωλύωνται ἐκ τοῦ γενησομένου κατὰ τὴν πρότασιν ταύτην διορισμοῦ ἀναπληρωτοῦ, θ’ ἀναλαμβάνωσι τὴν ἀρχικὴν αὐτῶν θέσιν, ἀποκλείοντες τὸν ἀναπληρωτὴν, παραμένοντα ἐν τῇ συνεδριάσει ὡς ἀκροατὴν καὶ κατ’ οὐδὲν βλάπτοντα, ἀφοῦ μάλιστα αἱ συνεδριάσεις θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ἦσαν δημόσιαι.
§88ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ παρουσία τοῦ ἀναπληρωτοῦ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς ἐπιτροπῆς βλάπτει κατὰ τοῦτο, ὅτι μεταβάλλονται οἱ ὅροι τοῦ καταρτισμοῦ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§90ΡΑΛΛΗΣ. Λυποῦμαι ὅτι δὲν τὸ ἀντελήφθητε, ἐνῷ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ ἀντελήφθη.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
§92ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ. Ἰδού· ἀπουσιάζει λ. χ. ὁ κ. Βάλληνδας· δύνασθε νὰ τὸν ἀντικαταστήσητε δι’ οἱουδήποτε θέλετε.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· νὰ ἦσθε βέβαιος.
§94ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον σᾶς δίδει αὐτὸ τὸ δικαίωμα, ν’ ἀντικαθιστᾶτε ἄνευ διακρίσεως. Ἀληθῶς ἡ Βουλὴ ἔδειξε πάντοτε ἐμπιστοσύνην πρὸς τοὺς Προέδρους αὐτῆς καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι οὐδεὶς Πρόεδρος κατεχράσθη τῆς ἐμπιστοσύνης ταύτης. Τοῦτο ὅμως ἐγένετο ὄχι περὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐπιτροπῶν, ἀλλὰ περὶ τῶν ἐκτάκτων. Τὸν καταρτισμὸν τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐπιτροπῶν τὸν διαγράφει ὁ Κανονισμὸς, καὶ δὲν ὑπάρχει παράδειγμα ὄχι πλέον παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ ὁπουδήποτε ὑπῆρξε καὶ ὁπουδήποτε ἰσχύει τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, τοιαύτης ἀντικαταστάσεως τῶν μελῶν τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐπιτροπῶν, νὰ δίδεται εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τὸ δικαίωμα κατὰ τὴν θέλησίν του ν’ ἀντικαθιστᾷ μέλη τῆς μειονοψηφίας διὰ μελῶν τῆς πλειονοψηφίας καὶ τἀνάπαλιν. Δὲν εἶναι δὲ ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐβεβαίωσεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ Βουλευτὴς Παρνασσίδος, ὁ εἰσάγων τὸ νομοσχέδιον, ἀπηλπίσθη περὶ τοῦ καταρτισμοῦ ἀπαρτίας παρὰ τῇ ἐπιτροπῇ· ἐγὼ ἠρωτήθην ἐμμέσως παρὰ τοῦ Βουλευτοῦ Παρνασσίδος, ἂν θὰ συντελέσωμεν εἰς τὸν καταρτισμὸν ἀπαρτίας, καὶ εἶπον «μάλιστα, ἀπὸ τῆς Δευτέρας», ἀφοῦ ἀπέτυχεν ἡ πρώτη συνεδρίασις. Ὁ Βουλευτὴς Παρνασσίδος εἶναι παρών. Ἀλλὰ δὲν εἶναι σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου ἡ διακανόνισις τοῦ καταρτισμοῦ τῆς ἐπιτροπῆς, διότι δὲν ἀποβλέπει εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς ἀπαρτίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ· ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀντικατάστασιν μελῶν, τὰ ὁποῖα τυχαίως ἤθελον ἀπουσιάζει, τῶν ὁποίων ἡ παράστασις δὲν εἶναι ἀναγκαία πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς δι’ ἄλλων ἐνδεδειγμένων ἢ ἐνδεικνυομένων παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς· καὶ τότε μεταβάλλονται ἐντελῶς οἱ ὅροι τοῦ καταρτισμοῦ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐπιτροπῶν. Καὶ ἀληθῶς αἱ κοινοβουλευτικαὶ ἐπιτροπαὶ δὲν προβλέπονται ἐν τῷ Συντάγματι ἡμῶν, ἀλλ’ εἶναι ἔθιμον κοινοβουλευτικὸν, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐθεωρήθη ὡς ἀπαράβατον. Προσεπάθησε νὰ τὸ παραβῇ πολλάκις ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι κατὰ τὴν ἰδιοφυίαν τοῦ πνεύματός του νομίζει, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα πρέπει νὰ λειτουργῇ ὅλως διαφόρως ἀπὸ ὅ,τι πρέπει νὰ λειτουργῇ. Κατὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅλοι σεῖς καὶ ὅλαι αἱ ἐπιτροπαί σας εἶναι τροχοὶ ἄσκοποι, οἱ ὁποῖοι ἕνα προορισμὸν ἔχουσιν ἐν τῇ Πολιτείᾳ, νὰ ὑποτάσσωνται εἰς τὴν θέλησίν του, καὶ εὐθὺς ὡς τοῦτο δὲν γίνεται, νὰ τίθηνται ἐκποδών. Αὐτὸ εἶναι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, κατὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Καθ’ ἡμᾶς, τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι ὑπέρτερον τῆς διανοίας οἱουδήποτε καὶ τῆς αὐθαιρεσίας οἱουδήποτε. Καθ’ ἡμᾶς, ἡ ψῆφος τῶν πολλῶν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἰσχύῃ ἐν πολιτεύματι κοινοβουλευτικῷ καὶ ὄχι ἡ αὐθαίρετος θέλησις τοῦ ἑνός, πρόκειται δὲ νὰ ὑποταχθῶσιν αἱ κοινοβουλευτικαὶ ἐπιτροπαὶ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου εἰς τὴν αὐθαίρετον θέλησιν τοῦ ἑνός. Ἀλλ’ ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐκλείπουν ὅλαι αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας προέβλεψεν ὁ Συνταγματικὸς ἡμῶν χάρτης, τὰς ὁποίας διετύπωσε μακρὰ συνταγματικὴ πρᾶξις. Ὡς δὲ ἔρχονται τὰ πλεῖστα νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως ἐνταῦθα, πρόκειται νὰ ἔλθῃ καὶ ὁ προϋπολογισμός, ἤτοι ἄνευ προελέγχου, ἄνευ προεπεξεργασίας, μὲ μίαν τυπικὴν ἔκθεσιν, ὅτι καλῶς ἔχει. Ἀπέναντι τοιούτου κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἀληθῶς κηρυττόμεθα ἀντάρται καὶ ἐπαναστάται, καὶ θεωροῦμεν ὅτι καθῆκον ἔχομεν ν’ ἀντεπεξέλθωμεν μετὰ πάσης δυνάμεως εἰς τὴν δύναμιν καὶ τὴν βίαν τῶν ἀριθμῶν, διότι ἀποκλείουσι πᾶσαν συζήτησιν καὶ πᾶσαν σκέψιν. Τοῦτο δὲ ἐξηγεῖ τὴν στάσιν, τὴν ὁποίαν ὁμοφώνως ἀπέναντι τῆς αὐθαιρέτου πολιτείας τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἔλαβε κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας ἡ Ἀντιπολίτευσις, διότι ἐθεωροῦμεν, ὅτι ἦτο καθῆκον, ἐπιβαλλόμενον ἡμῖν, νὰ ἀμυνθῶμεν ὑπὲρ τῶν θεσμῶν τῶν ἀληθῶν, καὶ ὄχι τῶν θεσμῶν τῆς κεφαλῆς τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς τὴν κεφαλὴν ἐκείνην θεσμὸς εἶναι εἷς, ἡ αὐθαιρεσία, καὶ τὴν αὐθαιρεσίαν ταύτην προσπαθεῖ νὰ τὴν ἐνασκήσῃ διὰ παντὸς μέσου, ἢ δι’ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐμνημόνευσεν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, ἢ δι’ ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἰσάγει διὰ τοῦ Βουλευτοῦ Παρνασσίδος. Εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν ταύτην ἀντιτασσόμεθα μετὰ πάσης δυνάμεως.
§95ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, διότι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς παρεξηγήθη ἐν τῇ βάσει καὶ ἐν τῷ πνεύματι αὐτῆς. Ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν, περὶ ἧς πρόκειται, εἰς ἓν κυρίως ἀφεώρων, εἰς τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐξήγησα χθές, εἰσηγούμενος τὴν πρότασιν ταύτην, ὅτι τρεῖς ἐγένοντο ἀπόπειραι, καὶ αἱ τρεῖς ἀπέτυχον, διότι δὲν κατωρθώθη νὰ εὑρεθῇ ἡ ἐπιτροπὴ ἐν ἀπαρτίᾳ, ὅπως ἐπιτελέσῃ τὸ σπουδαῖον ἔργον, τὸ ὁποῖον τῇ ἀνετέθη. Διὰ τῆς προτάσεως, ἣν ὑπέβαλον, ἐσκέφθην, ὅτι, ἂν ἤθελε κωλυθῇ δι’ οἱονδήποτε λόγον μέλος τι τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἔσεται δυνατὸν νὰ ἀναπληρῶται ὑπὸ Βουλευτοῦ ἐκλεγέντος ὑπὸ τῆς αὐτῆς Βουλῆς ὡς μέλους τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐπιτροπῶν ὡς ἡ ἐγγυτέρα πρὸς τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἂν πάντες οἱ Βουλευταὶ οἱ ἐκλεγέντες ὡς μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἢ τοὐλάχιστον τόσοι ἐκ τούτων, ὅσοι ἀποτελοῦσι τὴν ἀπαρτίαν, παρευρίσκωνται εἰς τὰς ταχθείσας πρὸς συνεδρίασιν ἡμέρας, ἡ μεταῤῥύθμισις, τὴν ὁποίαν προτείνω, δὲν θέλει ἔχει ἐφαρμογήν· ἂν ὅμως ἤθελε συμβῇ νὰ μὴ προσέλθωσι, βεβαίως τότε δὲν πρέπει νὰ σταματήσωμεν ὡς πρὸ ἀπροχωρήτου· διότι, ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν δύναται νὰ εὑρεθῇ ἐν ἀπαρτίᾳ, ἡ Βουλὴ θὰ εὑρίσκηται εἰς πλήρη ἀδυναμίαν νὰ ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμόν, δηλ. νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ σπουδαιότερον αὐτῆς ἔργον. Ἤκουσα ὅτι προὐτάθη ὑπό τινος τῶν συναδέλφων μεταῤῥύθμισις τῆς προτάσεως μου, ἤτοι ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Πατρῶν ἐγένετο πρότασις περὶ διορισμοῦ δι’ ἐκλογῆς ἀναπληρωτικῶν μελῶν. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ τοῦτο ἐπαγγέλλεται καὶ ἡ ἐμὴ πρότασις, διότι ὡς ἀναπληρωματικὰ μέλη χαρακτηρίζονται διὰ τῆς προτάσεώς μου τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελεν ἀπουσιάσει ἓν μέλος τῆς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ μειοψηφίας, ἐξυπακούεται ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θὰ ἐκλέξῃ τὸν ἀναπληρωτὴν αὐτοῦ ἐκ τῆς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῶν Οἰκονομικῶν μειοψηφίας, διότι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ ἀποκλεισθῇ ἡ μειοψηφία. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ κυρίως εἶναι προωρισμένη νὰ ἐξετάσῃ τὸν προϋπολογισμὸν ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ, διότι τὸ ἔργον αὐτὸ δὲν δύναται νὰ τὸ ἐκπληρώσῃ ἡ Βουλή, ὅπως δὲν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τοιοῦτον ἔργον οἱονδήποτε πολυμελὲς σῶμα. Δι’ αὐτὸ καθιερώθη ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα δύνηται αὕτη νὰ μελετήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν ἐν πάσαις αὐτοῦ ταῖς λεπτομερείαις. Βεβαίως τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι κομματικόν, εἶναι ἔργον σκοποῦν νὰ διευκολύνῃ τὴν συζήτησιν τὴν ἐν τῇ Βουλῇ κατόπιν γενησομένην ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Αἱ μειοψηφίαι συνήθως καθιστῶσι τὸ ἔργον τοῦτο κομματικόν, διότι αἱ μειοψηφίαι ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς τοῦ Προϋπολογισμοῦ πράττουσι συνήθως ὅ,τι καὶ ἐν τῇ Βουλῇ γίνεται ὑπὸ τῆς μειοψηφίας, δηλ. ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θέλει ἡ πλειοψηφία. Ἐκ τούτου διαιρεῖται ἡ ἐπιτροπὴ εἰς δύο στρατόπεδα, καὶ ὑποβάλλει ἕκαστον εἰς τὴν Βουλὴν ἰδίαν ἔκθεσιν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ὀφείλεται, ὡς ἐσφαλμένως ἰσχυρίσθη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, εἰς τὴν βούλησίν τινος, εἴτε ἀρχηγοῦ πολιτικοῦ κόμματος, εἴτε ἄλλου τινός· διότι, ἂν ἡ μειοψηφία θελήσῃ νὰ ἐργασθῇ, ὡς ἐμπρέπει εἰς ἐπιτροπὴν προωρισμένην νὰ ἐξετάσῃ τὰς λεπτομερείας τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ ἐξετασθῇ ὁ προϋπολογισμὸς ὑπὸ ἔννοιαν κομματικὴν καὶ διχασθῶσιν αἱ γνῶμαι τῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ προϋπολογισμὸς μάλιστα, τὸν ὁποῖον σήμερον πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, νομίζω, ὅτι δὲν δίδει χώραν εἰς κομματικὴν συζήτησιν, διότι, κατ’ ἐμέ, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1894 εἶναι προϋπολογισμὸς, ὁ ὁποῖος ἐνέχει μείζονα σπουδαιότητα τῶν μέχρι τοῦδε ὑποβληθέντων προϋπολογισμῶν, καθόσον ἐπέρχεται κατόπιν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐκανόνισε, κατὰ τρόπον ζημιοῦντα μοιραίως τοὺς πιστωτὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, τὰ τοῦ δημοσίου χρέους προσωρινῶς. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι αἱ γενόμεναι ἀντιῤῥήσεις κατὰ τῆς προτάσεώς μου δὲν εἶναι σοβαραὶ, δὲν εἶναι σπουδαῖαι. Ἂν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐκλεχθέντα, θελήσωσι νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ ἑαυτῶν καθῆκον, οὐδεμία θὰ παρασταθῇ ἀνάγκη τῆς ἐφαρμογῆς τῆς μετατροπῆς τοῦ Κανονισμοῦ. Πρὸς τί λοιπὸν αὐταὶ αἱ συζητήσεις; Ἂν συμβαίνῃ ν’ ἀπουσιάζῃ ἐκ τῶν συνεδριάσεων τῆς ἐπιτροπῆς Βουλευτὴς ἀνήκων εἰς τὴν μειοψηφίαν, βεβαίως ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θὰ καλέσῃ ὡς ἀναπληρωτὴν ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκονομικῶν τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν μειοψηφίαν.
§96ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν τὸ λέγετε αὐτὸ ἐν τῇ προτάσει σας.
§97ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει δὲ καὶ λόγος νὰ ἀναπληρωθῇ ἀμέσως· τότε καὶ μόνον παρασταθήσεται ἀνάγκη νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ προβαλλομένη ὑπ’ ἐμοῦ μετατροπὴ τοῦ Κανονισμοῦ, ὅταν δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀπαρτία ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς προτάσεώς μου, ἡ ὁποία, παραδόξως, παρεξηγεῖται.
§98ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Χαίρω, διότι ὑπάρχει διαφορὰ γνώμης τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἄλλη εἶναι ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Σιμόπουλος ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ, καὶ ἄλλην ἔννοιαν ἐσχημάτισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω ὅτι εἰς τοιαῦτα ζητήματα σοβαρώτατα δὲν ἔπρεπε νὰ ἰσχύουν οὔτε πείσματα, οὔτε ἄλλη τις γνώμη κομματική. Δὲν θεωρῶ ἀμελέτητον τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ρικάκη, ἀλλ’ ἀκριβῶς ἀνθίσταμαι εἰς τὴν ψήφισιν τῆς προτάσεως, ὡς ἔχει, διότι ἡ γνώμη καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι λίαν μεμελετημένη καὶ ἔχει σκοπὸν ὡρισμένον, καὶ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν σκοπὸν νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ (καὶ ἡ Συμπολίτευσις καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις) δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῇ. Τὸ ζήτημα τῆς καταρτίσεως τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι ζήτημα συνταγματικόν. Τὸ Σύνταγμα ῥητῶς ἐπέταξεν, ὅτι ἐν εἰδικῇ ἐπιτροπῇ τῆς Βουλῆς θέλει ἐξελέγχεσθαι ὁ προϋπολογισμὸς ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ. Τοῦτο δὲ ἔχει τὸν λόγον του· διότι τί νομίζετε, ὅτι ἐπιτρέπει τὸ Σύνταγμα ἐξαιρετικῶς διὰ τὸν προϋπολογισμόν; Μόνον τὸν προϋπολογισμόν, τὸν κυριώτερον ἐνιαύσιον νόμον, ἐπιτρέπει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ ἐφ’ ἅπαξ. Δὲν ἀπαιτεῖ τὴν ἐγγύησιν τῶν τριῶν συζητήσεων, διότι ἔχει τὴν ἐγγύησιν τῆς λεπτομεροῦς αὐτοῦ ἐξετάσεως ὑπὸ ἐπιτροπῆς, ἥτις, πολυμελεστάτη οὖσα, ἀντιπροσωπεύει τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, καὶ τῆς πλειοψηφίας καὶ τῆς μειοψηφίας. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὀρθόν, καὶ αὐτὸ κρατεῖ παντοῦ, καὶ μάλιστα ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου, ὡς γινώσκει ὁ ἀγγλομαθέστατος κ. Πρωθυπουργὸς, ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος μεταβάλλεται εἰς ἐπιτροπὴν, ἀλλάσσουσα μόνον τὸν Πρόεδρον αὐτῆς. Καὶ εἰς ὅλα τὰ ἄλλα Κράτη τὰ συνταγματικὰ οὐδέποτε ἠγέρθη ζήτημα περὶ τούτου, οὐδὲ ἐλύθη ποτὲ διαφορετικῶς. Ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Σιμόπουλος, πρέπει νὰ τεθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ του, ὅτε δὲν θὰ ὑπάρχῃ πλέον ἀντίῤῥησις, διότι τοιαύτη ἔννοια δὲν περιλαμβάνεται ἐν αὐτῷ. Ἐνταῦθα ἀναγινώσκω, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἐν ἀπουσίᾳ μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ οἱωνδήποτε, εἴτε τῆς πλειοψηφίας εἴτε τῆς μειοψηφίας, ν’ ἀντικαθιστᾷ αὐτὰ ἐκ μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκονομικῶν, κατ’ ἀρέσκειαν αὑτοῦ. Δὲν πρόκειται νὰ ἐγείρωμεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς· δὲν ἀμφιβάλλομεν, ὅτι συνήθως ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, εἴτε ὁ σημερινὸς εἴτε ὁ μέλλων, θὰ προσπαθῇ νὰ ἐκλέγῃ τὰ καταλληλότερα πρόσωπα καὶ ἐκ τῶν δύο μερίδων· ἀλλ’ ὑποθέσατε μίαν πίεσιν, μίαν ὁρμὴν κομματικὴν, τὰ συνήθως συμβαίνοντα ἐν ταῖς Βουλαῖς. Νομίζετε ὅτι ὁ Πρόεδρος θὰ δυνηθῇ πάντοτε νὰ καλέσῃ τὸν Βουλευτὴν ἐκεῖνον, ὅστις εἶναι ὁ καταλληλότερος διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ; Πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι θὰ εἰσακούσῃ τῆς συστάσεως τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος. Καὶ τότε ποῦ ἡ ἐγγύησις τῆς συζητήσεως ὑπὸ τῶν δύο μερίδων; Εἶναι μάλιστα μέλη τινὰ τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται ν’ ἀντικατασταθῶσιν εὐκόλως. Δυσκόλως ὁ κ. Πρόεδρος θ’ ἀντικαταστήσῃ τὸν κ. Σιμόπουλον, παραδείγματος χάριν, ἀδυνατοῦντα νὰ προσέλθῃ ἐκ μέρους τῆς πλειοψηφίας. Ἀφοῦ δὲ ἅπαξ ἡ Βουλὴ ἔδωκεν ἐντολὴν εἰς ὡρισμένους Βουλευτὰς, ἵνα οὗτοι ἀντὶ τῆς Βουλῆς ἐξελέγξωσι τὰς λεπτομερείας τοῦ προϋπολογισμοῦ, νομίζω ὅτι οὐδεὶς ἄλλος παρὰ αὐτὴ ἡ Βουλὴ δικαιοῦται ν’ ἀντικαταστήσῃ μέλη τινὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ἐὰν ἀπουσιάζωσι διαρκῶς ἢ ἀδυνατῶσιν ἢ δὲν θέλωσι νὰ προσέλθωσι. Διὰ τοῦτο δὲν ἀποκρούω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ρικάκη· παρακαλῶ μάλιστα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὁ ὁποῖος ἐλπίζω ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ δι’ ἐπιμονῆς καὶ πεισμονῆς ἀκαίρου νὰ μεταβάλῃ τὸ ζήτημα τοῦτο τοῦ Κανονισμοῦ εἰς ζήτημα διαπάλης κομματικῆς, νὰ δεχθῇ, ὅπως ἡ πρότασις τοῦ κ. Ρικάκη, τροποποιουμένη, τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, καὶ αὔριον νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῆς, ἵνα φέρωμεν τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας κρίνομεν ἀναγκαίας. Δὲν βλέπω, κύριε Πρόεδρε τὸν λόγον, δι’ ὃν ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ψηφίσῃ αὐθωρεὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς ἐξελέγξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς; Μιᾶς ἡμέρας βραδύτης δὲν εἶναι σπουδαία. Ἀναλογίσθητε, Κύριοι, ὅτι ἤδη ἐπὶ δύο μῆνας καθυστέρησεν αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις τὸν προϋπολογισμόν. Αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἔνοχος τῆς ἀναβολῆς καὶ τῆς μὴ ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Πταίομεν ἡμεῖς; πταίει ἡ ἐπιτροπή; αἱ δύο τρεῖς ἀπόπειραι πρὸς καταρτισμὸν τῆς ἀπαρτίας; Οὐχί. Ὁ Πρωθυπουργὸς βραδέως ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμόν, τὸν ὑπέβαλε τὴν τελευταίαν ὥραν τῆς τελευταίας συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἑορτῶν· καὶ ἀφοῦ τὸν ὑπέβαλε, δὲν εἴδομεν τεύχη τοῦ προϋπολογισμοῦ, παρὰ μόνον πρὸ ὀλιγίστων ἡμερῶν. Τοῦτο εἶναι ἀπόδειξις, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν ὑποβολὴν καὶ τὸν καταρτισμὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀφοῦ αὐτὸς μόνος αὐτοβούλως ἔλαβε τὸ δικαίωμα νὰ ἀναβάλῃ ἐπὶ δύο μῆνας τὴν κατάθεσιν, τὴν τύπωσιν καὶ τὴν διανομὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, νομίζετε ὅτι εἶναι σπουδαῖον τὸ ν’ ἀναβάλωμεν ἐπὶ 24 ἢ 48 ὥρας τὴν ψήφισιν τῆς προτάσεως, περὶ ἧς πρόκειται; Ἐλπίζω ὅτι ἡ πλειοψηφία δὲν θέλει ἐπιμείνει· παρακαλῶ μάλιστα τὸν πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα ἐν τῇ μετριοπαθείᾳ, ἡ ὁποία τὸν διακρίνει, προσκαλέσῃ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως προβῶσιν εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῶν τάχιστα, αὔριον π. χ. Ἂν δὲ ἡ πλειοψηφία ἐπιθυμῇ νὰ ληφθῇ μέτρον τι περὶ τοῦ μέλλοντος, ἐλευθέρα εἶναι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ρικάκη, νὰ προβῇ εἰς ὀρθὴν καὶ ἔννομον διακανόνισιν τοῦ ζητήματος τούτου.
§99ΡΑΛΛΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ λάβω πάλιν τὸν λόγον, διότι, ὡς παρετήρησε καὶ ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τῆς συζητουμένης προτάσεως ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῆς γνώμης τοῦ ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ καὶ τῆς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Παρνασσίδος, ἡ περίπτωσις τοῦ διορισμοῦ ἀναπληρωτοῦ παρὰ τοῦ Προέδρου δὲν θὰ παρουσιασθῇ, εἰμὴ καθ’ ὅσον αὐτὸς εἶναι ἀναγκαῖος πρὸς κατάρτισιν ἀπαρτίας. Ἀλλὰ τὸ σχέδιον τοῦ κ. Σιμοπούλου δὲν λέγει τοῦτο, διότι τὸ σχέδιον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀπόντα ἢ κωλυόμενα τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, ἀναπληροῦνται ὑπὸ μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκονομικῶν, παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ὁριζομένων». Λοιπὸν ἡ ἔννοια τῆς σχετικῆς φράσεως εἶναι αὕτη, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ κ. Βάλληνδας ἀπουσιάζει, θ’ ἀντικατασταθῇ, μέχρις ὅτου προσέλθῃ, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας εἶναι ἐπαρκῆ πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῆς ἀπαρτίας. Ἂν τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας, δι’ ἕνα ἢ ἄλλον λόγον, δὲν ἐμφανισθῶσιν ἀμέσως, διορίζονται ἀναπληρωταὶ αὐτῶν ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἤθελε κρίνει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Κατὰ τῆς τοιαύτης ἑρμηνείας καὶ τοιούτου σχεδίου ἐνίσταμαι καὶ ἐξανίσταμαι, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν τοιαύτην συγκρότησιν τῆς ἐπιτροπῆς ἄλλως ἢ ὡς ἀληθῆ μεταμφίασιν. Λαμβάνει τὴν ἐντολὴν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ μεταβάλλῃ τοὺς ὅρους τοῦ καταρτισμοῦ τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς, τῆς προβλεπομένης παρὰ τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγματος, ἐν ἀρνήσει καὶ ἐν ἀγνοίᾳ τῆς μειοψηφίας, καὶ ἡ πλειοψηφία πρόκειται νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, νὰ μεταβάλλῃ τοὺς ὅρους τοῦ καταρτισμοῦ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐπιτροπῶν· οὕτω δὲ θὰ παρουσιασθῶμεν πρὸ ἐξαισίου θεάματος· κατὰ τὰς ἰδέας τὰς ἐπικρατούσας ἐνταῦθα, ὁ προϋπολογισμὸς, κατὰ τὴν κυρίαν ἔννοιάν του, δὲν θὰ ἦναι κάτοπτρον τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸ ὁποῖον βλέπει τὸ πρόσωπόν του ὁ κ. Τρικούπης, ἀλλὰ θὰ ἦναι κάτοπτρον ἰδικόν μου, καὶ ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ βλέπωμεν ὄχι τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Τρικούπη, οἷον φαίνεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῷ εἰσαχθέντι, ἀλλ’ ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ βλέπωμεν τὸ ἴδιον ἡμῶν πρόσωπον, τὸ πρόσωπον τῆς μειοψηφίας τῆς ἐνισταμένης καθ’ ὅλων ἐκείνων τῶν ἐγγραφῶν του ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Εἰς τοῦτο ἀποβλέπει τὸ σχέδιον, καὶ ὄχι εἰς τὴν συγκρότησιν τῆς ἀπαρτίας πρὸς διευκόλυνσιν τῆς λειτουργίας τῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ διὰ τοῦτο πολεμοῦμεν τὸ σχέδιον αὐτὸ, διότι δὲν θέλομεν νὰ λεχθῇ, ὅτι ἡ μειοψηφία ἀντεπροσωπεύθη διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διώρισε τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας. Ἐν τούτοις κατὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ ψηφοδελτίου τῶν ἐπιτροπῶν γίνονται συμβούλια ἐπὶ συμβουλίων, ἐκ μέρους ἀμφοτέρων τῶν μερίδων, καὶ γεννῶνται δυσαρέσκειαι, διότι φιλοτίμως οἱ Βουλευταὶ διεκδικοῦσι τὸ δικαίωμα αὐτῶν τῆς ἀντιπροσωπεύσεως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· καὶ ὅταν τοιουτοτρόπως καταρτίζηται ἡ ἐπιτροπὴ, θ’ ἀφήσωμεν εἰς τὴν θέλησιν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλλῃ τὸν καταρτισμὸν αὐτῆς; Οἱ ἀπαρτίζοντες τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι ἐντολεῖς τῆς Βουλῆς, εἰς οὐδένα δ’ ἐγὼ θὰ ἀφήσω νὰ διορίσῃ τὰ μέλη αὐτῆς, διότι δὲν θέλω νὰ βλέπω ἐν τῇ μειοψηφίᾳ τὸ πρόσωπον τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν τὰ μέλη, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐνταῦθα καὶ τὰ ὁποῖα δὲν παρέστησαν, θὰ παραστῶσι, καὶ ἂν θὰ παραστῶσι καὶ ἄλλα μέλη, τὰ ὁποῖα θὰ διορίσητε ὑμεῖς. Καὶ δὲν εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ τὸ κρύψω· μέλη τὰ ὁποῖα ἀνῆκον εἰς τὴν πλειοψηφίαν δὲν ἀνήκουσι πλέον εἰς τὴν πλειοψηφίαν, καὶ θὰ θελήσωμεν καὶ αὐτὰ ν’ ἀντικαταστήσωμεν. Ἀλλὰ τότε ὅλαι αἱ συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐνταῦθα, εἰς οὐδὲν ἤθελον ὠφελήσει, ἀφοῦ καὶ τὰ μέλη ἐκεῖνα τῆς πλειοψηφίας, τὰ ὁποῖα ἐπείσθησαν περὶ τοῦ σφαλεροῦ τῶν ἰδεῶν των, θ’ ἀντικατασταθῶσιν. Εἰς αὐτὰ παρακαλῶ τὸν κ. πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἀπαντήσῃ.
§100ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ σκοπὸς τῆς προτάσεως ἦτο ἀκριβῶς ἵνα δυνηθῇ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐργασθῇ. Ἐπειδὴ ὅμως ὑπάρχουσιν οἱ ἀντιλέγοντες, ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς προσθήκην, ἡ ὁποία φρονῶ ὅτι θὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς Κυρίους (ἀναγινώσκει): «Ἀπόντα ἢ κωλυόμενα τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, ἀναπληροῦνται πρὸς τὴν ἀπαρτίαν ὑπὸ μελῶν τῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπῆς, παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ὁριζομένων.»
§101ΡΑΛΛΗΣ. Οὕτω δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§102ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς σκοπὸς πολιτικὸς ὑπάρχει ἐν τῇ προτάσει μας· ὁ σκοπὸς τῆς προτάσεώς μας εἶναι εἰλικρινὴς καὶ σαφὴς, νὰ δυνηθῇ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἀνέθηκεν εἰς αὐτήν. Ἀφοῦ δὲ, κατὰ τὴν προσθήκην, ἣν ὑποβάλλω, μόνον ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἀπαρτία ἐν τῇ ἐπιτροπῇ γίνεται συμπλήρωσις αὐτῆς, νομίζω ὅτι οὐδεὶς θὰ ἀντιλέξῃ.
§103ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι προτρέχομεν, κατὰ τὸ σύνηθες. Εἰσερχόμενος χθὲς ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, μετ’ ἐκπλήξεως ἤκουσα κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν (τὴν ἀπαρτισθεῖσαν μετὰ πολλοὺς ἀγῶνας καὶ παρέλευσιν ἡμερῶν) τοῦ κ. προέδρου τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, ὑποβάλλοντος τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος πρότασιν. Ἐσκέφθην πρὸς στιγμὴν, τί τάχα εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ ἐξηνάγκασε τὸν κ. πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς νὰ προτάξῃ κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν αὐτὸ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναστάτωσις τῶν κειμένων, εἶναι ἐπανάστασις κατὰ τῶν νόμων, εἶναι ἐπανάστασις κατὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ὡς ὁ νόμος τῶν νόμων. Ὑπάρχει τι τὸ ἔκτακτον, τὸ ὑπαγορεῦον τὴν τοιαύτην πρότασιν; ἐσκέφθην πρὸς στιγμήν· ἀλλ’ οὐδένα λόγον ἀνεῦρον, καὶ διὰ τοῦτο ἐγερθεὶς ἀμέσως ἐχαρακτήρισα τὴν πρότασιν ὡς ἔκτροπον καὶ ἔκνομον καὶ ἔκθεσμον. Καὶ δεδικαιολογημένως, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἐχαρακτήρισα ὡς τοιαύτην, διότι, ὡς πολὺ ὀρθῶς παρετήρησε καὶ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἀναπληροῖ τὰς δύο συζητήσεις, προκειμένου λόγου περὶ νομοσχεδίων, καὶ ἀναπληροῖ αὐτὰς τὰς συζητήσεις, προκειμένου λόγου περὶ τῆς βάσεως τοῦ Κουνοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, καὶ ἡ βάσις εἶναι ἡ οἰκονομικὴ διαχείρισις τῆς Πολιτείας. Εἶναι λοιπὸν ἔκθεσμος αὐτὴ ἡ πρότασις, προκειμένου νὰ μεταβάλῃ μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία ἔχει χαρακτῆρα πράγματι σπουδαῖον καὶ συνταγματικόν. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει κἄν ἔκτακτόν τι, δικαιολογοῦν τὴν τοιαύτην πρότασιν; Ὡς παρετηρήθη, κύριε Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμὸν παρὰ τὰ κεκανονισμένα, μετὰ παρέλευσιν μηνῶν, κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῶν συνεδριάσεων. Ἐγένετο πρὸ ἡμερῶν πάταγος πολύς, ἂν θὰ ὑπάρξῃ ἢ δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀπαρτία, ἂν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ Βουλὴ ἢ δὲν θὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας της. Τοιαύτης καταστάσεως τῶν πραγμάτων ὑπαρχούσης, δύναται ἡ Βουλὴ νὰ τιμωρήσῃ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, διότι δὲν προσῆλθον νὰ ἐργασθῶσιν; Ἐὰν μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ σώματος, προσκαλουμένης τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν εὑρίσκετο αὕτη ἐν ἀπαρτίᾳ, τότε ἠδύνατο τοῦτο νὰ δικαιολογηθῇ. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὴν πλειονοψηφίαν νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως, νὰ συγκαλέσῃ ὁ κ. πρόεδρος τὴν ἐπιτροπήν, καὶ ἂν δὲν εὑρεθῇ ἐν ἀπαρτίᾳ, νὰ τὴν συγκαλέσῃ τὴν ἐπαύριον, καὶ ἂν δὲν εὑρεθῇ πάλιν ἐν ἀπαρτίᾳ, τότε, ἀφοῦ ἤδη συνεδριάζει τὸ σῶμα, νὰ γείνῃ σκέψις περὶ τοῦ πρακτέου. Λυποῦμαι, διότι βλέπω ἔκθεσμα ἐντεῦθεν, ἔκτροπα ἄλλοθεν, καὶ τοιουτοτρόπως βαδίζομεν εἰς τὴν κατάλυσιν τοῦ πολιτεύματος.
§104ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι μέτρα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ μεταβάλωσι τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας εἴτε τοῦ Κοινοβουλίου, εἴτε ἐπιτροπῆς θεμελιώδους, δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωνται, εἰμὴ ὅταν ἔκτακτα συμφέροντα τῆς χώρας ἀπαιτῶσι τοῦτο. Οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον θέλομεν σήμερον νὰ ψηφίσωμεν, τὸ μέτρον δηλαδὴ τοῦ διορισμοῦ μελῶν τακτικῆς ἐπιτροπῆς ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, εἶναι μέτρον ὅλως ἔκτροπον, δικαιολογεῖται δὲ τότε μόνον, ὅταν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους τὰ ἐπιβάλλωσιν. Οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὑπόνοια περὶ τῆς ἀκεραιότητος καὶ τῆς ἀμεροληψίας τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ εἰς οὐδενὸς τὴν γνώμην δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὡσαύτως ἀμφιβολία, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς δὲν εἶναι ὅ,τι εἶναι ὁ Πρόεδρος πάντων τῶν ἄλλων Κοινοβουλίων. Ὁ Πρόεδρος τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ἀκριβῶς ἕνεκα τοῦ ἐπικρατήσαντος κακοῦ συστήματος παρ’ ἡμῖν, ἀνήκει εἰς τὰ κόμμα. Τοῦτο λέγω χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἀποδώσω οὐδεμίαν μομφὴν εἰς τὸν Πρόεδρον τὸν νῦν ἢ καὶ πάντα ἄλλον. Ὁ ἀντιπρόσωπος δ’ οὗτος ὁ ἐπίσημος ὡρισμένου κόμματος ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ψηφιζομένης τῆς τροποποιήσεως, θὰ διορίξῃ μέλη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, παραβλέπων βεβαίως τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας. Ἡ παράστασις τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὰς συνεδριάσεις αὐτῆς εἶναι καθῆκον. Ἐὰν δὲ ἀποδειχθῇ, ὅτι τὸ καθῆκον τοῦτο δὲν ἐκτελεῖται παρά τινων ἐξ αὐτῶν, ἡ Βουλὴ ἔχει ἕτερον καθῆκον, νὰ ἀντικαταστήσῃ τὰ μέλη ταῦτα. Δύναται ἡ Βουλὴ νὰ τ’ ἀντικαταστήσῃ, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὸν Πρόεδρον αὐτῆς, ὅπως διορίσῃ καὶ ἕτερα παραπληρωματικὰ μέλη. Ἐὰν μέλος τι ἀπουσιάσῃ εἰς ὡρισμένας συνεδριάσεις, δύναται νὰ θεωρηθῇ παρητημένον καὶ ν’ ἀντικατασταθῇ, δύναται παντοιοτρόπως νὰ θεραπευθῇ τὸ ἄτοπον. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν πρέπει ἐν τῷ Κανονισμῷ ἡμῶν νὰ καθιερώσωμεν τὴν ὀλεθρίαν ἀρχὴν τοῦ ἐκρύθμου τρόπου σχηματισμοῦ ἀπαρτίας. Τὸ σχέδιον τὸ ὑποβληθὲν τότε μόνον πρέπει νὰ συζητηθῇ, ὅπως ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς, ὡς ἔχει, ἢ μετὰ πασῶν τῶν ἀναγκαίων τροποποιήσεων, ὅταν μετ’ ἀποπείρας ἐπαναλαμβανομένας σήμερον, ὅτε ἡ Βουλὴ λειτουργεῖ, ἀποτύχῃ ἡ συγκρότησις τῆς ἐπιτροπῆς. Ἄλλως εἶναι ὅλως ἀδικαιολόγητος ἡ λῆψις τοιούτου μέτρου. Δὲν εἶναι δὲ ἐπωφελὲς νὰ καθιερώσωμεν ἐν τῷ Κανονισμῷ ἡμῶν τὸ ζήτημα τοῦ ἐκ τῶν προτέρων καὶ τεχνητῶς, οὕτως εἰπεῖν, σχηματισμοῦ τῆς ἀπαρτίας, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ πράξει καθιερώσαμεν, πρὸς βλάβην συμφερόντων τοῦ τόπου μεγάλων ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν.
§105ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἠκούσατε, κύριε Πρόεδρε, ὡς λόγος τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου προβάλλεται ὁ φόβος, μήπως τυχὸν, ἕνεκα ἐλλείψεως ἀπαρτίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν δυνηθῇ αὕτη νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ ὑψηλὰ καθήκοντα, ἅτινά εἰσιν ἀνατεθειμένα εἰς αὐτήν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, εἶναι ἆρά γε ἀληθὲς, ὅτι δύναται νὰ ἐπέλθῃ τοιοῦτον ἀπροχώρητον, ὅπως τὸ ὠνόμασαν; Εἶναι τάχα ἀναγκαῖον, κατὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἐργασθῶσιν αἱ ἐπιτροπαὶ τῆς Βουλῆς, νὰ εὑρίσκωνται δὲν γνωρίζω ἐν τίνι ἀπαρτίᾳ; Ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ ἐξετάσῃ τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον πραγματεύεται περὶ ἐπιτροπῶν, οὐδεμίαν θέλει εὕρει ἐν αὐτῷ διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ἐπιτροπαὶ, ἵνα ἐργασθῶσι, πρέπει νὰ εὑρεθῶσιν ἐν ἀπαρτίᾳ, δηλαδὴ εἰς ἀριθμὸν ἀνώτερον τοῦ ἡμίσεως. Περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐργάζονται αἱ ἐπιτροπαὶ τῆς Βουλῆς, ὑπάρχουσι τὰ ἄρθρα 52 καὶ 53 τοῦ Κανονισμοῦ αὐτῆς. Τὸ ἄρθρον 52 λέγει, ὅτι «ἑκάστη ἐπιτροπὴ ἐκλέγει πρόεδρον καὶ γραμματέα ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῆς μελῶν». Τὸ ἄρθρον 53 ὁρίζει, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ ἐκλέγουσιν ἐκ τῶν μελῶν αὐτῶν δι’ ἑκάστην πρότασιν εἰσηγητὴν τῆς καταρτίσεως τῆς ἐκθέσεως καὶ τῆς εἰς τὴν Βουλὴν εἰσαγωγῆς αὐτῆς. Οὐδεμία διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ὑπάρχει, διατάσσουσα ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ ἐργάζωνται ἐν ἀπαρτίᾳ. Καὶ ἐνῷ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, προκειμένου περὶ ἐπιτροπῶν, οὐδεμίαν περιέχει τοιαύτην διάταξιν, τοὐναντίον ὁ αὐτὸς Κανονισμὸς, προκειμένου περὶ τμημάτων τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα προβαίνουσιν εἰς ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν, ῥητῶς διατάσσει ἐν τῷ ἄρθρῳ 4, ἐδαφ. βʹ, ὅτι «αἱ συνεδριάσεις καὶ ἀποφάσεις τοῦ τμήματος ἔχουσι κῦρος, ὅταν ὦσι παρόντα τοὐλάχιστον τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν παρόντων ἐν Ἀθήναις μελῶν του». Ἐκ τῆς ῥητῆς ταύτης προνοίας τοῦ Κανονισμοῦ ν’ ἀπαιτήσῃ ἀπαρτίαν, ὅταν πρόκηται περὶ τῶν τμημάτων τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ ὑπολογίσῃ αὐτὴν ἐκ μόνων τῶν παρόντων ἐν Ἀθήναις μελῶν, νὰ μὴ ἀπαιτήσῃ δὲ ἀπαρτίαν, ὅταν πρόκηται περὶ τῶν ἐπιτροπῶν τῆς Βουλῆς, ὀφείλει τις νὰ φθάσῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν ἀπῄτησε τὴν ἀπαρτίαν προκειμένου περὶ τῶν ἐπιτροπῶν τῆς Βουλῆς, καὶ ἑπομένως, ὅτι πάντες ὅσοι εὑρίσκονται παρόντες ἐν τῇ ἐπιτροπῇ δύνανται νὰ προβῶσιν εἰς τὰς ἐργασίας. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀναζητῶν ἀνεῦρον, ὅτι καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν, ἔνθα μόνον ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς περιέχει διάταξιν περὶ ἀπαρτίας, τοὐναντίον, λέγει ὁ συγγραφεὺς, τὰ τμήματα τῆς Γερουσίας δὲν ἔχουσιν ἀπαρτίαν, κατὰ συνέπειαν ἡ ἀρχαία νομολογία ἐφαρμόζεται εἰς αὐτὰ, καὶ δύνανται νὰ ἐργασθῶσιν ἀκόμη καὶ ὅταν δὲν ἦναι παροῦσα ἡ πλειονοψηφία τῶν μελῶν. Ἕνεκα τούτου νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ ἀπροχώρητον ἐκεῖνο, πρὸς ἄρσιν τοῦ ὁποίου ἐργαζόμεθα καὶ συζητοῦμεν, ἀλλ’ ὅτι δύναται πᾶσα ἐπιτροπὴ νὰ ἐργασθῇ, ὁσαδήποτε τῶν μελῶν αὐτῆς εὑρίσκωνται παρόντα.
§106ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς ἔδωκεν εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ἐγίνετο δεκτὴ, καθ’ ὅλον τὸ χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζεται ὁ Κανονισμὸς, βεβαίως δὲν ἠθέλομεν εὑρίσκεσθαι ἐνώπιον τῆς σημερινῆς δυσχερείας. Ἀτυχῶς ἐπεκράτησεν ἀντίθετος ἑρμηνεία τοῦ Κανονισμοῦ. Ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπὸ εἴκοσιν ἐτῶν· πάντοτε δὲ, ὁσάκις τὸ ζήτημα τοῦτο ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν, αὕτη ἔδωκεν ἀντίθετον ὅλως ἑρμηνείαν. Μάλιστα ὡς πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡ Βουλὴ οὐδέποτε παρεδέχθη ὅ,τι ὁ Κανονισμὸς ἀναγράφει περὶ ἀπαρτίας τῶν τμημάτων ἢ τῶν ἄλλων ἐπιτροπῶν. Ἄλλοτε ἡ Βουλὴ, ὅτε ὑπεβλήθη μία ἔκθεσις ἐπὶ πιστώσεως, φέρουσα ἕνδεκα μόνον ὑπογραφὰς, ἐθεώρησεν αὐτὴν ἀτελῆ, καὶ ἀπήτησε νὰ ἐργασθῇ ἐκ νέου ἡ ἐπιτροπὴ, καὶ τοῦτο ἐγένετο. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς παρεστάθη καὶ ὑπὸ ἄλλων συναδέλφων, ἔχει σκοπὸν ὅλως διάφορον τοῦ τῶν ἄλλων ἐπιτροπῶν, διότι, ὡς ὀρθῶς παρετηρήθη, τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς ἐθεωρήθη ἐπαρκὴς ἐγγύησις διὰ τὴν παράλειψιν τῶν δύο ἀναγνώσεων. Μάλιστα τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης εἶναι τοσούτῳ μᾶλλον σπουδαιότερον παρ’ ἡμῖν, ὅσῳ δὲν ἔχομεν δύο νομοθετικὰ σώματα. Ἀπαρεγκλίτως λοιπὸν ἐφηρμόσθη ἡ ἑρμηνεία περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλῶ, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ ἐκ Μαντινείας ἀξιότιμος Βουλευτὴς, καὶ ὡς ἐκ τούτου, ἐπειδὴ ἐν τῷ Κανονισμῷ δὲν ἀναγράφεται τι περὶ ἀπαρτίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα μὴ γίνωνται εἰς τὸ ἑξῆς παρεξηγήσεις, δι’ αὐτὸ ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον, ὅπως ἐν τῇ συζητουμένῃ προτάσει προστεθῇ καὶ τοῦτο, ὅτι ἡ ἀπαρτία ἀποτελεῖται ἐκ τοῦ ἡμίσεως πλέον ἑνὸς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς. Δὲν θ’ ἀπαντήσω εἰς τὰς ἀντιῤῥήσεις τῶν ἄλλων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἀνήγαγον τὴν πρότασιν ταύτην εἰς ζήτημα πολιτικὸν, οἱ ὁποῖοι προσποιοῦνται τὸν πιστεύοντα, ὅτι πρόκειται διὰ τῆς προτάσεως ταύτης νὰ ὑποστῶσι βλάβην τινὰ οἱ φιλελεύθεροι ἡμῶν θεσμοὶ, διότι ἀναμφισβητήτως δὲν ἔχει τοιοῦτον σκοπὸν ἡ πρότασίς μου. Ἐπαναλαμβάνω καὶ αὖθις, ὅτι μόνος καὶ κύριος σκοπὸς τῆς προτάσεώς μου εἶναι νὰ ἀρθῶσι τὰ παρακωλύοντα τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐμπόδια, σκοπὸς τῆς προτάσεώς μου εἶναι νὰ καλῶνται πρὸς ἀναπλήρωσιν ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπῆς, ὅταν τὰ παρευρεθέντα εἰς τὴν συνεδρίασιν μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἀποτελῶσιν ἀπαρτίαν. Ἡ μεταῤῥύθμισις ἔχει ὡς ἑξῆς: Ἐν τῇ γʹ παραγράφῳ τῆς προτάσεως, μετὰ τὴν λέξιν «ἀναπληροῦνται», νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «πρὸς ἀπαρτίαν». Ἐκ τοῦ τέλους τῆς δʹ παραγράφου ν’ ἀπαλειφθῶσιν αἱ λέξεις «ἀπουσιάζοντος ἢ κωλυομένου τινὸς τῶν τακτικῶν μελῶν», καὶ ν’ ἀντικατασταθῶσι διὰ τῶν λέξεων «ὅταν ἡ παρουσία αὐτοῦ ἦναι ἀναγκαία πρὸς ἀπαρτίαν». Ἐπίσης ἐν τῇ εʹ παραγράφῳ, μετὰ τὰς λέξεις «πλείονα τῶν» ν’ ἀπαλειφθῶσιν αἱ λέξεις «ἀπουσιαζόντων ἢ κωλυομένων τακτικῶν», καὶ ν’ ἀντικαταστηθῶσι διὰ τῶν λέξεων: «ἀναγκαίων πρὸς ἀπαρτίαν», μετὰ δὲ τὰς λέξεις «ἀναπληροῦσι τὰ», νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «πρὸς ἀπαρτίαν». Νομίζω, ὅτι αἱ τροποποιήσεις αὗται αἴρουσιν ὅλους τοὺς ἐνδοιασμούς, καὶ δύνανται νὰ μᾶς ὁδηγήσωσιν εἰς πρακτικὰ ἀποτελέσματα.
§107ΡΑΛΛΗΣ. Ὁπωσδήποτε διὰ τῆς τροποποιήσεως, τὴν ὁποίαν ἔφερεν εἰς τὴν πρότασιν ὁ κ. Βουλευτὴς Παρνασσίδος, τὸ σπουδαιότερον τῶν ἀτόπων ἐκλείπει, καὶ εἰς τὴν πρότασιν ἀποδίδεται σκοπὸς μόνον διευκολύνσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς· ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν, διὰ νὰ δυνηθῶμεν τοὐλάχιστον νὰ καλύψωμεν τὸ ὁπωσδήποτε ἔκρυθμον τῆς προτάσεως, οἱ ἀναπληρωταὶ νὰ ἐκλέγωνται ἐκ τῆς μειονοψηφίας ἢ τῆς πλειονοψηφίας κατὰ λόγον τῶν ἀπουσιαζόντων, διότι οὕτω πως δὲν μεταβάλλονται οἱ ὅροι.
§108Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, δὲν ὑπάρχει πλειονοψηφία καὶ μειονοψηφία· ἀποκτᾶται τοῦτο ἐμμέσως, οὐχὶ ὅμως καὶ ἀμέσως.
§109ΡΑΛΛΗΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, τὰ 14 μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὰ δίδει ἡ πλειονοψηφία καὶ τὰ 7 ἡ μειονοψηφία, καὶ ἑπομένως ἡ ἀποστολὴ τῶν μὲν τῆς πλειονοψηφίας 14 μελῶν εἶναι νὰ ἐκπροσωπῶσι τὰς γνώμας τῆς πλειονοψηφίας, τῶν δὲ μειονοψηφούντων τὰς τῆς μειονοψηφίας. Ἡ πλειονοψηφία ἢ ἡ μειονοψηφία δὲν ὑφίσταται, παρὰ μόνον ἐν τῇ ὥρᾳ τῆς ψηφοφορίας ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς ὑφίσταται ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ.
§110Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὑφίσταται.
§111ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ὑπάρχει ἡ πλειονοψηφία, καὶ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ὑπάρχει ἡ μειονοψηφία· ὁ δὲ λέγων τὰ ἀντίθετα ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν θέλει νὰ ἐννοήσῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀναγράφει καὶ ὁ Κανονισμὸς, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔπραξεν ἐπὶ 30 ὅλα ἔτη, ἂν ὄχι πλέον· δὲν γνωρίζω δὲ διατὶ δὲν θέλει νὰ ἀναγνωρίσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπραξεν ἐπὶ 30 ἔτη. Μόνον καθ’ ὅσον ἠθέλομεν ἐπιβάλει τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀναπληρωτῶν ἐκ τῆς πτέρυγος, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει ὁ ἀναπληρούμενος, δυνάμεθα νὰ καλύψωμεν τὸ ἔκρυθμον τῆς προτάσεως· ἐὰν ὅμως ἀφήσωμεν εἰς τὸν Πρόεδρον τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς, δὲν ἠξεύρω διατὶ ὁ Πρόεδρος θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν πλειονοψηφίαν ἢ τὴν μειονοψηφίαν, καὶ δὲν θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὸν καταλληλότερον κατ’ αὐτόν· ἀκριβῶς δὲ, διὰ νὰ ἦναι δεσμευμένος ὁ Πρόεδρος, ζητῶ τὴν τροποποίησιν ταύτην. Εἰς ἐκείνους δὲ, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν, ὅτι δὲν προβλέπει ὁ Κανονισμὸς τὸ περὶ τῆς ἀπαρτίας ἢ περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῶν ἐπιτροπῶν, ἐκτὸς τῆς παραδόσεως τῶν 50 ἐτῶν τῆς συνταγματικῆς, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, θὰ ὑπομνήσω, ὅτι τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος ἀπαιτεῖ προεξέλεγξιν παρ’ ἐπιτροπῆς· ἐὰν δὲ δεχθῶμεν τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, θέλομεν φθάσει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι καὶ μόνον εἷς, ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, ἠδύνατο ν’ ἀποτελέσῃ τὴν ἐπιτροπήν· διότι δὲν βλέπω ἄλλο ὅριον, ἅμα ὡς κατέλθωμεν τοῦ ὁρίου τῆς πλειονοψηφίας· ὥστε, ὑφισταμένου καὶ ἑνὸς μόνου μέλους, δύναται τὸ μέλος αὐτὸ νὰ ἐνεργῇ ἐπ’ ὀνόματι τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ νὰ πληροῖ τὴν συνταγματικὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 60. Ἠναγκάσθην νὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ αὐτοῦ, διότι δὲν πρέπει τοιαύτη θεωρία ὁπωσδήποτε νὰ φανῇ ὑποστηριχθεῖσα.
§112ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα, πῶς ἔχει ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀνεξάρτητον τῶν προηγουμένων ὑπ’ αὐτῆς ἐφαρμογῶν τοῦ Κανονισμοῦ, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι πολλάκις εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ ἐπικρατοῦσιν ἄλλαι ἰδέαι, καὶ ὄχι ἡ μέριμνα περὶ ὀρθῆς αὐτοῦ ἑρμηνείας, ἑπομένως ἐγὼ ὀφείλω νὰ περιορισθῶ εἰς τὸν Κανονισμόν. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἔλλειψις ἐν τῷ Κανονισμῷ διατάξεως, ὁριζούσης τὴν ἀπαρτίαν τῆς ἐπιτροπῆς ἐν γένει, ἐνῷ ὑπάρχει διάταξις ὁρίζουσα τὴν ἀπαρτίαν τῶν τμημάτων, ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ Κανονισμὸς δὲν ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ ὁρίσῃ ἀπαρτίαν. Μοὶ ἀντιτάσσεται, ὅτι ἐνδέχεται ἓν μόνον μέλος νὰ προβαίνῃ εἰς τὰ ἔργα τῶν ἐπιτροπῶν· ἡ ἀντίῤῥησις αὕτη ἀποτελεῖ μίαν σπουδαίαν μομφὴν καθ’ ὅλων τῶν μελῶν. Τὰ μέλη δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τοσοῦτον νὰ παραγνωρίσουν τὰ καθήκοντά των, ὥστε νὰ παραλείψουν ἅπαντα τὴν ἐκπλήρωσιν αὐτῶν. Ἀλλὰ καὶ ἂν συμβῇ τοῦτο, διατὶ τάχα νὰ στερηθῇ ἡ Βουλὴ τῆς ἐργασίας τοῦ μόνου αὐτῆς ἐπιμελοῦς μέλους; Ἡ μνεία τῆς ἐπιτροπῆς ἐν τῷ Συντάγματι οὐδὲν ἔχει σχετικὸν πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν· τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ ἐπιτροπὴν, ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα ἀναθέτει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ὁρίσῃ διὰ κανονισμοῦ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐξασκεῖ τὰ καθήκοντά της, ἑπομένως ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, πῶς ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἐκανόνισε τὰ περὶ τούτου. Σημειωτέον, ὅτι ἐγὼ δὲν ἐγκρίνω τὴν ἐν τῷ Κανονισμῷ ὑπάρχουσαν ἔλλειψιν πάσης ἀπαρτίας, δι’ ὃ καὶ χαίρω, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἔλαβε πρόνοιαν νὰ διατυπώσῃ τὴν περὶ ἀπαρτίας πρότασιν· ἐπεθύμουν μάλιστα νὰ ὡρίζετο μικρὸς ἀριθμὸς Βουλευτῶν πρὸς νόμιμον ἐργασίαν καὶ τῶν λοιπῶν ἐπιτροπῶν, διότι αὗται καὶ ἐκ δύο μελῶν δύνανται ἐπιτυχῶς νὰ ἐργασθῶσιν, ἐνῷ ἡ ματαίωσις τῆς ἀπαρτίας καθιστᾷ πολλάκις ματαίαν τὴν εἰς τὰς ἐπιτροπὰς παραπομπὴν τῶν νομοσχεδίων.
§113ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω, διότι οὕτω ἥ τε διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία ἀπῄτησεν ἐξέλεγξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος ὥρισε τὸν ἀριθμὸν εἰς 21, ματαιοῦνται. Ἐὰν ἡ ἑρμηνεία τῶν γενικῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι κανονίζουν τὰ τῶν πολυμελῶν σωμάτων, δὲν ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὰς ἐπιτροπὰς, θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἄτοπον 4 ἢ 5 μόνον μέλη νὰ ἐκπληρῶσι τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἐθεώρησε τὸ Σύνταγμα ἀπαραίτητον· ἄλλως τε ἡ σιωπὴ δίδει εἰς ἐμὲ τὸ δικαίωμα νὰ κάμω ἀντίθετον ἑρμηνείαν, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι παρόντα καὶ τὰ 21 μέλη τῆς ἐπιτροπῆς. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ἕνα κανόνα ὁπωσδήποτε, καὶ ὁ κανὼν αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος διέπει τὰ τῶν πολυμελῶν σωμάτων· ἄλλως θὰ ὑποπέσωμεν εἰς ἀτοπήματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ἀπολήξωσιν εἰς πρακτικὸν ἀποτέλεσμα.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τῆς προτάσεώς του ἐπέφερεν ὁ βουλευτὴς Παρνασσίδος κ. Σιμόπουλος.
§115ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι καλὸν νὰ τυπωθῇ προηγουμένως ἡ πρότασις, ὡς ἐτροπολογήθη;
§116ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνώσω ὁλόκληρον τὴν πρότασιν, ὡς ἐτροποποιήθη (ἀναγινώσκει): «Αʹ. Εἰς τὸ ἄρθρον 54 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς προστίθεται ἡ ἑπομένη περίοδος: «πλὴν τῶν ἐν τῷ ἑπομένῳ ἄρθρῳ ὡρισμένων». «Βʹ. Εἰς τὸ ἄρθρον 55 προστίθενται τὰ ἑπόμενα ἐδάφια: «Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ συζητεῖ καὶ ἀποφασίζει ἐπὶ παρουσίᾳ τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεως καὶ ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς. «Ἀπόντα ἢ κωλυόμενα τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, ἀναπληροῦνται πρὸς τὴν ἀπαρτίαν ὑπὸ μελῶν τῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπῆς, παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ὁριζομένων. «Ὁ οὕτως ἐγκατασταθεὶς ὡς ἀναπληρωματικὸν τῆς ἐπιτροπῆς μέλος καλεῖται εἰς τὰς συνεδριάσεις αὐτῆς καθ’ ἅπασαν τὴν σύνοδον, ἀλλὰ μετέχει τῶν συζητήσεων καὶ ψηφίζει, μόνον ὅταν ἡ παρουσία αὐτοῦ ἦναι ἀναγκαία πρὸς τὴν ἀπαρτίαν. «Ὅταν παρίστανται εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς ἐπιτροπῆς ἀναπληρωματικὰ μέλη πλείονα τῶν ἀναγκαίων πρὸς τὴν ἀπαρτίαν, ἀναπληροῦσι τὰ πρὸς τὴν ἀπαρτίαν κενὰ οἱ κατὰ τὴν τῆς προσκλήσεως τάξιν ἀρχαιότεροι.»
§118ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐὰν τὰ μέλη τῆς οἰκονομικῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα πρόκεινται νὰ ἀναπληρόνουν τὰ τακτικὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν προσέλθωσι καὶ αὐτὰ, τότε τί γενήσεται;
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε θὰ σκεφθῇ καὶ πάλιν ἡ Βουλὴ τί θὰ κάμῃ.
§120ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι διὰ τοῦ μέτρου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον λαμβάνομεν, δὲν λύομεν ὁριστικῶς πᾶσαν δυσχέρειαν, καὶ ἦτο περιττὸν νὰ μᾶς ἀπασχολῆτε ἐπὶ τόσον χρόνον. Εἰς τοιαῦτα δὲ ἄτοπα φθάνομεν, διότι εἶναι ἄδικον καὶ παράλογον νὰ ἀποκλείητε τὴν ἐπιτροπὴν, μὴ συνελθοῦσαν κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ ἀπουσίαζεν ἡ Βουλή.
§121ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν φρονῶ, ὅτι ἡ πολιτεία τῶν μελῶν τῆς ὑφισταμένης ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς τροποποιήσεως ταύτης τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν σύμφωνον μαρτυρίαν τοῦ προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς, τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Παρνασσίδος· διότι βεβαίως δὲν ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ σπουδαία ἡ πρόσκλησις ἡ γενομένη καὶ τὴν πρώτην καὶ τὴν δευτέραν καὶ τὴν τρίτην ἡμέραν. Καὶ ὁ λόγος τῆς κατὰ τὴν πρώτην μὲν ἡμέραν μὴ προσελεύσεως τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἁπλούστατος, διότι συγχρόνως μὲ τὴν πρόσκλησιν τῆς ἐπιτροπῆς, περὶ τὴν 10 ὥραν τῆς πρωΐας τῆς ἡμέρας ἐκείνης, διενεμήθη καὶ τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὰ παρόντα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον· ἐν τούτοις τὸ ἔργον τῆς προεξελέγξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι εὔκολον, καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο τὸ ἔργον τῆς προεξελέγξεως νὰ ᾖ σπουδαῖον, ἔπρεπε νὰ δοθῇ ὁ χρόνος ὁ ἀναγκαῖος, ἵνα μελετήσουν καὶ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τὸν προϋπολογισμόν· αἱ κατόπιν δὲ ῥαγδαῖαι προσκλήσεις τῆς ἐπιτροπῆς ἀπέδειξαν, ὅτι ἕνεκεν ἀπουσίας καὶ ἀσθενείας τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἀπαρτία ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Τὴν ὑποβολὴν λοιπὸν τῆς συζητουμένης προτάσεως δὲν ἀποδίδω εἰς τὴν πολιτείαν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὔτε ὅτι πρόκειται δι’ αὐτοῦ νὰ ὑπομνήσωμεν τὰ καθήκοντα τῆς ἐπιτροπῆς, διότι, καθ’ ἃ ἐβεβαιώθη, ἀπὸ τῆς χθὲς ἐπρόκειτο νὰ συμπράξουν τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ ἀληθὴς λόγος τῆς ὑποβολῆς τῆς προτάσεως εἶναι κατ’ ἐμὲ ἡ πλήρωσις ἑνὸς κενοῦ. Τὸ κενὸν αὐτὸ πληροῦται, ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ μὴ φανῇ, ὅτι πρόκειται ὁπωσδήποτε νὰ μεταβάλωμεν τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἀρχικῶς κατηρτίσθησαν αἱ κοινοβουλευτικαὶ ἐπιτροπαὶ καὶ κυρίως ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένω εἰς τὸ ζήτημα τῆς κλήσεως τῶν ἀναπληρωτῶν ἐκ τῆς πτέρυγας ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει ὁ ἀναπληρούμενος.
§122ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ πλοκὴ ἐν γένει τοῦ σχεδίου ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ μέτρον εἶναι ὄχι μόνον ἀτυχὲς, ἀλλὰ καὶ ἄσκοπον. Δὲν εἶναι ὀρθὸν, ἔκτακτα μέτρα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λαμβάνωνται συνεπείᾳ ἐκτάκτου ἀνάγκης, νὰ ἐπιδιώκωνται διὰ διατάξεων, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ ἔχωσι γενικὴν ἐφαρμογήν. Ὅτι δὲ εἶναι ἄσκοπος ἡ τροποποίησις, ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τοῦ ἑξῆς. Ἐὰν ἀπουσιάσωσι πλείονα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ᾖναι ἐν ἀπαρτίᾳ, δὲν θ’ ἀντικατασταθῇ ἀορίστως μέλος τι, ἀλλὰ ὡρισμένον μέλος αὐτῆς. Δὲν ὑποθέτω, ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον ἀπουσιάσει 9 ἢ 10 μέλη, ὅσα πρέπει νὰ ἀπουσιάσουν, ἵνα μὴ ὑπάρχῃ ἀπαρτία, δὲν ὑποθέτω, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θέλει ἐκλέξει 10 μέλη· θὰ ἐκλέξῃ ἓν μόνον μέλος πρὸς ἀντικατάστασιν ἑνὸς ἄλλου, ὅπως δι’ αὐτοῦ ἀποτελεσθῇ ἀπαρτία. Ἀλλὰ τὸ ὡρισμένον αὐτὸ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον πρόκειται ν’ ἀντικατασταθῇ ὑπὸ μέλους τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐνδέχεται κατὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν τῆς ἐπιτροπῆς, νὰ παρευρεθῇ. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἡ ἐκλογὴ τοῦ ἀντικαταστάτου αὐτοῦ ἀποβαίνει ἄσκοπος. Ὅπως δὲ μὴ ἀποβῇ ἄσκοπος, πρέπει τὸ ἐκλεχθὲν τοῦτο μέλος νὰ θεωρηθῇ ὡς ὁριστικῶς ἀναπληρωτικὸν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἂν τὸ θεωρήσητε τοιοῦτον, τότε ἀναθέτομεν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ διορίζῃ ὁριστικὰ μέλη, τοῦτο δὲ εἶναι ὅλως ἔκρυθμον. Ἐὰν πρόκηται νὰ πλάσωμεν μέλη, τὰ ὁποῖα μονίμως νὰ παρίστανται ὡς ἀναπληρωτικὰ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ διορίσῃ ταῦτα ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν ὁριστικὰ ἀναπληρωτικὰ μέλη, τότε ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐκλέξῃ τὰ μέλη ταῦτα, ἢ ἄλλως νὰ ὁρίσῃ αὐτά.
§123ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Αὐτὸ κάμνει τώρα.
§124ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι· δὲν τὰ ὁρίζει, ἀλλ’ ἀφίνει εἰς τὸν Πρόεδρον ν’ ἀντικαταστήσῃ τὰ ἀπουσιάζοντα μέλη. Ἐὰν λοιπὸν θέλωμεν νὰ λάβωμεν μέτρον γενικῶς ἐφαρμόσιμον, τότε ἄλλως πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, καὶ, ὡς εἶπον, ἡ Βουλὴ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία πρέπει ν’ ἀντικαταστήσῃ τὰ μέλη, τὰ ὁποῖα δὲν ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκον αὐτῶν, παρευρισκόμενα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Θὰ τ’ ἀντικαταστήσῃ δι’ ἀναπληρωτικῶν μελῶν ἢ δι’ ὁριστικῶν; Τοῦτο εἶναι ζήτημα συζητήσεως. Ἀλλ’ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν θέλετε νὰ λύσητε τὸ ζήτημα τοῦτο, εἶναι ἔκρυθμος, καὶ θ’ ἀπολήξῃ εἰς ἄτοπα.
§125ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ, ἐκλέγουσα τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχει ὑπ’ ὄψιν της, ὅτι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης θ’ ἀναπληρώσουν ἐν ἀνάγκῃ τὰ μέλη τὰ ἀπουσιάζοντα τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Αὐτὸ λοιπὸν, τὸ ὁποῖον νομίζει ὡς ἔκτροπον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, δὲν ὑπάρχει, διότι τὰ ἀπόντα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀναπληροῦνται ὑπὸ μελῶν ἐκλεχθέντων ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι δικαίωμα τοῦ Προέδρου νὰ ἐκλέξῃ οἱονδήποτε μέλος ἐκ τῆς Βουλῆς· τὸ δικαίωμά του εἶναι περιωρισμένον, νὰ ἐκλέξῃ ἐκ τῶν μελῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν ὁποίαν ἐκλέγει ἡ Βουλή· ἑπομένως δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ τὸ ἔκτροπον, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν τοῦ ἐκ Μαντινείας κ. Βουλευτοῦ, λέγω ὅτι, ἀφοῦ τὸ Σύνταγμα διατάσσει ῥητῶς, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συνεδριάζῃ, οὔτε νὰ συζητῇ, εἰμὴ παρόντων τοῦ ἡμίσεως πλέον ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς, ὅταν τὸ αὐτὸ Σύνταγμα προϋποθέτῃ ἀναγκαίαν τὴν προεπεξεργασίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπὸ ἐπιτροπῆς, θὰ ᾖναι παραπολὺ ἀνώμαλον νὰ παραδεχθῶμεν τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, καὶ νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν της, μὴ παρόντος τοῦ ἡμίσεως πλέον ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς.
§126ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ποίαν σχέσιν ἔχει ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἡ κανονίζουσα τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει περὶ τῶν μεγάλων συμφερόντων τῆς Πολιτείας, πρὸς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ὅστις ἀνετέθη εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τῷ ὁποίῳ αὕτη ἐκανόνισε καὶ τὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν αἱ ἐπιτροπαὶ ἐκπληροῦσι τὰ καθήκοντά των, ἤτοι ἐξελέγχουσι τὰ διάφορα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα παραπέμπονται εἰς αὐτάς. (Διάλογοι).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσω περατωμένην τὴν συζήτησιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐπιθυμεῖτε νὰ ἀναγνωσθῇ πάλιν ἡ πρότασις;
§128ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις, ὡς ἐτροποποιήθη).
§129ΡΑΛΛΗΣ. Μίαν ἐξήγησιν, παρακαλῶ, ὡς πρὸς τὸ «καλεῖται εἰς τὰς συνεδριάσεις αὑτῆς καθ’ ἅπασαν τὴν σύνοδον». Οὕτω πῶς θὰ ἔχωμεν μίαν περισσοτέραν δυσχέρειαν πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς· πρέπει νὰ καλῆται καὶ τὸ ἀναπληρωτικὸν μέλος.
§130ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐὰν δὲν κληθῇ, δὲν ἔχει σημασίαν.
§131ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παραλύεται τοιουτοτρόπως ἡ ἀπαρτία καὶ ἡ λειτουργία τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν μέλη αὐτῆς, ἴσως 5 ἢ 6, ὀνομασθῶσιν ἀναπληρωτικὰ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἦναι ὑπόχρεα νὰ παραμένωσιν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§132ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κατ’ ἄλλην ὥραν ἐργάζεται ἡ μία, καὶ κατ’ ἄλλην ἡ ἑτέρα.
§133ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι πᾶσαι αἱ ἐπιτροπαὶ συνέρχονται συνήθως τὴν αὐτὴν μετὰ μεσημβρίαν ὥραν, τῶν κ.κ. Βουλευτῶν κατατριβόντων τὰς πρὸ μεσημβρίας ὥρας εἰς ἄλλας ἀσχολίας. Ἐννοῶ, ὅταν ἦναι ἀνάγκη πρὸς ἐπίτευξιν τῆς ἀπαρτίας, νὰ κληθῇ ἓν μέλος ἀναπληρωτικὸν, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὸν λόγον, δι’ ὃν πρέπει ὅλα τὰ μέλη, ἅτινα ὑποτίθεται, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖα πρὸς συγκρότησιν ἀπαρτίας, νὰ κληθῶσι καὶ νὰ μένωσιν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Οὕτω πως, ἐπαναλαμβάνω, παραλύομεν μόνον τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκονομικῶν.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ.
§135ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλοῦμεν νὰ ἀναβληθῇ, διότι δὲν διενεμήθη εἰς ἡμᾶς. Δὲν γνωρίζομεν περὶ τίνος πρόκειται.
§136Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχομεν δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅπως ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται δι’ αὔριον. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νόμου ͵ΒΚΕʹ τῆς 16 Ἰουλίου 1892 περὶ διαλύσεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας.
§138ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται καὶ αὐτό. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσθήκης τηλεγραφικῶν καὶ ταχυδρομικῶν βοηθῶν.
§140ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ὁ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφόμενος ἀριθμὸς ἦναι ἐπαρκής· διότι νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκής.
§141ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φέρῃ πίνακα τῶν βοηθῶν, ὅπως ἐξετάσωμεν, ἂν οἱ ὑπάρχοντες δὲν ἦναι ἐπαρκεῖς, διότι νομίζω, ὅτι πρόκειται περὶ ἐξοικονομήσεως πάλιν προσώπων, καὶ οὐχὶ περὶ ὠφελείας τῆς ὑπηρεσίας.
§142ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ ἔφερα τὸ νομοσχέδιον κατὰ παράκλησιν ἀντιπολιτευομένων, παραπονεθέντων ὅτι δὲν ἐπαρκεῖ ὁ ἀριθμὸς πρὸς κανονικὴν λειτουργίαν τῆς ὑπηρεσίας.
§143ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Καὶ ἄλλοτε παρεκάλεσαν τὸν κ. Ὑπουργὸν μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ὑποβάλῃ πίνακας, ἀλλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔδωκε προσοχήν· τὸν παρακαλῶ δὲ νὰ ἐνθυμηθῇ τὴν ἐπερώτησίν μου, δι’ ἧς θέλω νὰ ἀποδείξω, ὅτι οὐχὶ φειδὼ, ἀλλὰ σπατάλη ἐγένετο τοῦ δημοσίου πλούτου εἰς τὸ σχέδιον τῆς πόλεως.
§144ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν τὸ προσωπικὸν τὸ προστιθέμενον περιλαμβάνηται εἰς τὴν πίστωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑποβληθέντος.
§145ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Περιλαμβάνεται.
§146ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε ἐκεῖ θὰ συζητήσωμεν. Διότι δὲν συμφωνῶ, ὅτι ἡ κακὴ κατάστασις τῆς τηλεγραφικῆς καὶ ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας προκύπτει ἐξ ἐλλείψεως προσωπικοῦ· ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι προκύπτει ἐκ τῆς κακῆς ποιότητος τῶν ὑπαλλήλων. Ἄν ὁ κ. Ὑπουργὸς μελετήσῃ τὴν ἀναλογίαν τῶν τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἑλλάδος πρὸς ἄλλα Κράτη, θὰ ἴδῃ, ὅτι ἡμεῖς ὑπερτεροῦμεν πολλῶν Κρατῶν, εἴμεθα ὅμως ὑποδεέστεροι κατὰ τὴν ποιότητα. Ἐπὶ τούτου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ προσθήκης ἐδαφίου εἰς τὸ ἄρθρον 6 τοῦ ἀπὸ 20 Ἀπριλίου 1893 ͵ΒΡΠΘʹ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων).
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπαναφορᾶς τῆς διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΡΚΘʹ τῆς 13 Ἰανουαρίου 1893 καταργηθείσης τάξεως τοῦ μαθητευομένου ναύτου ἐν τοῖς πληρώμασι τοῦ στόλου.
§148ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποίαν δαπάνην φέρει εἰς τὸ Κράτος ὁ νόμος οὗτος;
§149Γ. Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν φέρει δαπάνην. Ὑπεβλήθη ὁ νόμος χάριν τῆς τάξεως. Ὑπῆρχε Σχολὴ ναυτοπαίδων, οἵτινες, κατὰ τὸν νόμον τὸν μνημονευόμενον, μετὰ τὸ 18ον ἔτος τῆς ἡλικίας των ἐγίνοντο μαθητευόμενοι. Ἀλλ’ ἕτερος νόμος, χωρὶς νὰ προΐδῃ τὸ ἄτοπον, κατήργησε τὴν θέσιν τοῦ μαθητευομένου, ἑπομένως ὁ ναυτόπαις, συμπληρώσας τὸ 18ον ἔτος τῆς ἡλικίας του, δὲν ἔχει ἄλλην θέσιν ἢ νὰ γείνῃ ναύτης, καὶ τότε ἡ μισθοδοσία του θὰ ἦναι μεγαλειτέρα. Προκύπτει δὲ ἄτοπον οὐ μόνον ἐκ τῆς μισθοδοσίας, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν προσόντων. Διὰ τοῦτο ἐπαναφέρεται ἡ θέσις τοῦ μαθητευομένου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἀπὸ 28 Ἰουλίου 1877 ΧΜΖʹ νόμου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§151ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ καὶ αὐτὸ νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, καθὼς καὶ τὸ ἑπόμενον, περὶ διαθηκῶν, τὸ ὁποῖον αὔριον παρακαλῶ νὰ προταχθῇ.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλονται. Ἕτερον ἀντικείμενον δὲν ὑπάρχει πρὸς συζήτησιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 μ. μ.