Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΓ · Session Γ› Sitting 21

1893.11.26

3,824 rows · 28,708 words · 1 table · 242 turns

Date
1893.11.26
Presidency
Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗ
Period
ΙΓ
Session
Γ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1894)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21.

τῆς 26 Νοεμβρίου 1893

(Παρασκευή).

Ὥρα 5 καὶ 30′ μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κ. Παπαμιχαλόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΣΑʹ νόμου τῆς 9 Ἰουνίου 1852», ἔχουσαν οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ἀνὰ πᾶν ἔτος οἱ σύνεδροι ἐπανέρχονται εἰς τὰς ἐπαρχίας των». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 21).

§2ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Πληροφοροῦμαι ὅτι οἱ ἅγιοι Συνοδικοὶ ἐκήρυξαν ἀπεργίαν εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον· διότι παρῆλθεν εἷς μὴν, καὶ οὐδεμία συνεδρίασις ἐγένετο ἐν τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ, ὑπάρχουσι δὲ πολλαὶ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις ἐνώπιον τῶν Συνοδικῶν, καὶ πολλοὶ ἐνδιαφερόμενοι μένουσιν εἰς τὰς Ἀθήνας, ἀναμένοντες τὴν ἔκβασιν τῶν ὑποθέσεών των, καὶ ὑποφέρουσι πολλὰς στερήσεις. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ ὑπομνήσῃ εἰς τοὺς ἁγίους Συνοδικοὺς τὰ καθήκοντά των, τουτέστι νὰ συνέρχωνται τακτικῶς καὶ νὰ ἐπιληφθῶσι τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων, ἀποφασίζοντες περὶ αὐτῶν· ἐὰν δὲ μεταξύ των ὑπάρχωσι προσωπικὰ ζητήματα, αὐτὰ δύνανται νὰ τὰ λύσωσιν ἀλλαχοῦ, καὶ ὄχι ἐκεῖ, ὅπου ἄλλα καθήκοντα ἔχουν.

§3ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Προτίθεμαι νὰ ζητήσω ἐξηγήσεις τινὰς ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Πληροφοροῦμαι, ὅτι ἐξεδόθη διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ παρευρεθῶσιν εἰς τὴν ἐν Κερκύρᾳ Σχολὴν τῶν ἐφέδρων οἱ κατὰ τὸν νόμον περὶ στρατολογίας ὑπόχρεοι νὰ φοιτήσωσιν ἐν αὐτῇ κληρωτοὶ τῆς ἐφετεινῆς ἀπογραφῆς, ὅσοι δηλ. ἐξ αὐτῶν εἶναι τελειόφοιτοι τῶν Γυμνασίων καὶ φοιτηταὶ, καὶ ὅτι εἰς τὴν διαταγὴν ταύτην περιλαμβάνεται καὶ ὅρος, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ μὴ μεταβάντες ἐντὸς τῆς προθεσμίας, τουτέστι μέχρι τῆς 1 Δεκεμβρίου, ἀποκλείονται τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἦναι ἀληθὴς ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν ἔλαβον, περὶ τοῦ ὅρου τῆς μὴ παραδοχῆς των ἐν τῇ Σχολῇ, καθ’ ἣν περίπτωσιν δὲν παρουσιασθῶσι μέχρι τέλους Νοεμβρίου. Ἐπιθυμῶ δὲ νὰ λάβω σήμερον τὴν πληροφορίαν ταύτην, διότι αὔριον ἀναχωροῦσιν οἱ κληρωτοί.

§4ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Σήμερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παράσχω τὴν ζητουμένην πληροφορίαν. Πρέπει νὰ ἐξετάσω περὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτῆς, διότι δὲν ἐνθυμοῦμαι.

§5ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Εἶναι τόσῳ σοβαρὸν τὸ ἀντικείμενον, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐνθυμῆται ὁ κ. Ὑπουργός. Αὔριον δὲ, κύριε Πρόεδρε, ἀναχωροῦσιν οἱ κληρωτοὶ, οἱ ὑποχρεωμένοι νὰ παρευρεθῶσιν εἰς Κέρκυραν, καὶ ἐὰν ἦναι ἀληθὴς ὁ ὅρος, τὸν ὁποῖον ἀνέφερον ὅτι διαλαμβάνει ἡ διαταγὴ, τότε ὅσοι τῶν κληρωτῶν δὲν ἐπιθυμοῦσι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν ὑποχρέωσιν αὐτήν...

§6ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κἀνεὶς δὲν ἐπιθυμεῖ.

§7ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. .. αὐτοὶ ὅλοι οἱ κληρωτοὶ θὰ προσποιηθῶσιν ἀσθένειαν, καὶ ἂν δὲν ἔχουν τοιαύτην πραγματικὴν, ἄλλοι δὲ δὲν θὰ μεταβῶσιν, ἀλλὰ θὰ λιποτακτήσωσι, διότι λιποταξία δὲν λογίζεται ἡ ἀπουσία ἀπὸ τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἐπὶ ἕνα μῆνα, ἀλλὰ τιμωρεῖται πειθαρχικῶς· ἑπομένως, ὡς εἶπεν ὁ ἐξ Ἐπιδαύρου τῆς Λιμηρᾶς κ. Βουλευτὴς, κἀνεὶς δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἐκπληρώσῃ αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν, καὶ ἡ διαταγὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θὰ διευκολύνῃ τὴν πρόθεσιν αὐτῶν ταύτην. Διὰ τοῦτο τὸν παρακαλῶ νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ στείλῃ ἀμέσως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως πληροφορηθῇ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, ἐὰν ἦναι ἀληθὴς ὁ ὅρος αὐτός.

§8ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Βεβαιῶ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι οὐδὲν παράνομον καὶ ἀντικείμενον εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας δύναται νὰ περιλαμβάνῃ ἡ ἐγκύκλιος.

§9ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἐννοεῖ, ὅτι περιέχεταί τι παράνομον.

§10ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Βεβαίως τοῦτο ἐννοεῖ· διότι, ὡς παριστᾷ τὴν διαταγὴν, τὴν καθιστᾷ καὶ γελοίαν, λέγων ὅτι ὅλοι θὰ λιποτακτήσουν. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι καὶ νὰ ἐνθυμηθῶ, τί περιέχει ἡ ἐγκύκλιος, καὶ θὰ ἔχῃ τὴν καλωσύνην ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ περιμένῃ νὰ καταθέσω αὐτὴν αὔριον.

§11ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Οὐδέποτε ἐνόησα, ὅτι δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ μάλιστα ὁ κ. Τσαμαδὸς, νὰ ἐκδώσῃ παράνομον ἐγκύκλιον, ἐπειδὴ ὅμως, ἐὰν ὑπάρχῃ τοιοῦτος ὅρος, ἐπιτρεπόμενος ἐκ τοῦ νόμου, θὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον, καὶ ἔχω ψηλαφητὰς ἀποδείξεις, ὅτι ἤρχισεν ἤδη ἡ παράβασις αὕτη, τὴν ὁποίαν ἀνέφερον, τουτέστι τινὲς κληρωτοὶ προσποιοῦνται ἀσθένειαν μέχρι τέλους Νοεμβρίου, ὁπότε πλέον δὲν θὰ ἦναι δεκτοὶ εἰς τὸ Σχολεῖον, διὰ τοῦτο, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐαρεστῆται νὰ δώσῃ συγκεκριμένας ἐξηγήσεις, θέλει ἀπαλλαγῆ ἀπὸ ἐνοχλήσεις, εἰς τὰς ὁποίας θὰ εὑρεθῇ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας.

§12Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Πρὸ 15 ἡμερῶν ὑπέβαλον ἐπερώτησιν, δι’ ἧς παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐπιτρέπηται τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι νὰ τοποθετῶνται ἐν τῷ τόπῳ τῆς καταγωγῆς των· ἀλλὰ μέχρι σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εὐηρεστήθη νὰ δώσῃ ἀπάντησιν.

§13ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Βεβαιῶ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι οὐδεμίαν ἐπερώτησιν ἔλαβον· θέλω δώσει δὲ τὴν ἀπάντησιν, ὅταν περιέλθῃ ἡ ἐπερώτησίς του εἰς χεῖράς μου.

§14ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἐγὼ τὴν ὑπέβαλον καὶ ἐδημοσιεύθη ἐν τοῖς πρακτικοῖς. Ἐπίσης ἠρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἐὰν ἐκοινοποιήθησαν αἱ παύσεις δημοδιδασκάλων πολλῶν καὶ αἱ μεταθέσεις καθηγητῶν, οἱ ὁποῖοι μετετέθησαν ἐκ Καλαμῶν διὰ λόγους ἀσυμβιβάστους πρὸς τὴν θέσιν των.

§15ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὑποδείξω ἓν ἄτοπον, τὸ ὁποῖον αἱ ἀρχαὶ πράττουσιν ἐν Ἀθήναις. Ὁ πρῶτος ὑποταμίας τῶν Ἀθηνῶν καλεῖ τοὺς ὀφείλοντας φόρον οἰκοδομῶν τοῦ ἔτους 1893 νὰ πληρώσωσιν, ἐπὶ ἀπειλῇ φυλακίσεως, ἐὰν δὲν πληρώσωσιν. Ἐρωτῶ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, δὲν ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος παρέχει τὴν εὐκολίαν εἰς τοὺς ὀφειλέτας τοιούτων φόρων νὰ πληρώσωσι τὴν 31 Ἰανουαρίου ἑπομένου ἔτους; Παρακαλῶ, τὸ ἄτοπον τοῦτο νὰ διορθωθῇ. Καὶ ἕτερον ἄτοπον ὑποδεικνύω. Εἰς τὴν Οἰκονομικὴν Ἐφορίαν Ἀττικῆς ὑπάρχουν πρὸ χρόνου ἀποφάσεις τῆς ἐπιτροπῆς, δι’ ὧν ἀπαλλάσσονται πολλοὶ φορολογούμενοι, ὡς ἀδίκως περιληφθέντες εἰς τοὺς φορολογικοὺς καταλόγους, τὰς ἀποφάσεις δὲ ταύτας οὔτε ὁ προκάτοχος ἔφορος οὔτε ὁ νῦν θέλουν νὰ ἐκτελέσουν, οἱ δὲ ὀφειλέται κρατοῦνται ἐν ταῖς φυλακαῖς. Μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἄδικον τοῦτο, καὶ πιστεύω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ διατάξῃ τὴν διόρθωσίν του.

§16Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ κατατίθηνται ἐγγράφως αἱ ἐπερωτήσεις, ὅπως δύνωμαι νὰ δίδω ἀκριβεῖς πληροφορίας ἐπὶ τῶν πραγματικῶν ζητημάτων.

§17ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰ φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, παραπονουμένων διὰ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐσχάτως ἔλαβεν ἡ Πρυτανεία καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον ἐκλείσθη ἡ Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη κατὰ τὰς ἑσπερινὰς ὥρας. Ἀπὸ χθὲς ἤδη, ὅτε ἀνεκοινώθη ἡ ἀναφορὰ αὕτη, ἤθελον νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως τὴν αὐτὴν παράκλησιν καὶ σύστασιν, τὴν ὁποίαν καὶ πρό τινων ἡμερῶν τῷ εἶχον ἀπευθύνει, ἀλλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ἀπουσίαζεν. Ἐπωφελούμενος τῆς σημερινῆς αὐτοῦ παρουσίας, ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν παράκλησίν μου ἐκείνην. Τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπεσχέθη, ὅτι ἤθελεν ἔλθει εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ Πρυτάνεως τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἤθελεν ἀπὸ κοινοῦ μετ’ αὐτοῦ κανονίσει τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ παραβλάπτωνται τὰ συμφέροντα τῶν ἐκπαιδευομένων νέων, ἐπὶ τῷ τέλει τουτέστιν, ὅπως καὶ πάλιν ἡ Βιβλιοθήκη ἦναι ἀνοικτὴ εἰς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην νὰ προστρέχωσι πρὸς αὐτήν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν προέβη εἰς κἀνὲν διάβημα παρὰ τῷ Πρυτάνει, καὶ ἐὰν ἐπετεύχθη τὸ προσδοκώμενον ἀποτέλεσμα.

§18Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κατόπιν τῆς συστάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ τοῦ προαγορεύσαντος, μετέβην ἐγὼ αὐτὸς εἰς τὸ Πανεπιστήμιον καὶ ἠρώτησα τὸν Πρύτανιν, διατὶ ἐκλείσθη ἡ Βιβλιοθήκη· ὁ κ. Πρύτανις μοὶ ἀνέφερε ζητήματα διαφωνίας μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Ἐφόρου τῆς Βιβλιοθήκης· τὸν παρεκάλεσα νὰ λυθῶσι ταχέως τὰ ζητήματα ταῦτα, διὰ νὰ λειτουργῇ ἡ Βιβλιοθήκη, καὶ μοὶ ὑπεσχέθη νὰ τὸ πράξῃ. Ἐπειδὴ μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἐγένετο, ἐκάλεσα τὸν Πρύτανιν καὶ τὸν Ἔφορον τῆς Βιβλιοθήκης νὰ ἔλθωσιν αὔριον ἐνώπιόν μου, ὅπως λάβῃ πέρας ἡ ὑπόθεσις αὕτη.

§19ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλπίζετε, ὅτι θὰ ἦναι εὐχάριστον τὸ πέρας τῆς ὑποθέσεως;

§20ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐλπίζω. Ὑπάρχει διαφωνία περὶ χρήματος· ὁ μὲν Ἔφορος τῆς Βιβλιοθήκης ζητεῖ τὴν δαπάνην τοῦ φωτισμοῦ παρὰ τοῦ Πρυτάνεως, ὁ δὲ Πρύτανις ἰσχυρίζεται, ὅτι ἡ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πίστωσις εἶναι ἀρκοῦσα.

§21ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ 800 μόνον δραχμῶν, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ συμβιβάσητε τὸ ζήτημα.

§22ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς κ. Κορομάντζος ἐζήτησε τὴν αἴτησιν δημοδιδασκάλου τινὸς, δυνάμει τῆς ὁποίας ἐγένετο ἀποδεκτὴ ἡ παραίτησις αὐτοῦ. Τὴν αἴτησιν ταύτην προσάγω ἐνταῦθα. Δὲν προεκάλεσα μὲν τηλεγράφημα κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀλλ’ ἔλαβον τοιοῦτον προχθές, εἰς τὸ ὁποῖον λέγει ὁ περὶ οὗ πρόκειται δημοδιδάσκαλος (ἀναγινώσκει): «Εἶδον μετ’ ἀπορίας ἀποδοχὴν παραιτήσεώς μου, ἐνῷ τοιαύτην δὲν ὑπέβαλον». Ἤδη ἐσκόπουν νὰ διαβιβάσω τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἰς τὸν Νομάρχην, ἵνα ζητηθῶσι πληροφορίαι, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει εἶναι ἀληθῆ τὰ ἐν τῷ τηλεγραφήματι ἐκτιθέμενα, νὰ ἐπανορθωθῇ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο.

§23ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πρέπει νὰ γείνῃ ποινικὴ καταδίωξις.

§24ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Τὸ ἐσκέφθην, ἀλλὰ κατὰ τίνος νὰ γείνῃ ἡ ποινικὴ καταδίωξις; Τοῦτ’ αὐτὸ ἐγένετο καὶ ἐπὶ τοῦ προκατόχου μου, ὅστις μετέθεσε τὴν δημοδιδάσκαλον Ὄλγαν Κωνσταντίνου τῇ αἰτήσει της, ἐνῷ τοιαύτην αἴτησιν δὲν ὑπέβαλεν αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὡς ἐκθέτει δι’ ἀναφορᾶς της πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἀπορεῖ, διατὶ μετετέθη. Πολλάκις ἀτυχῶς συνέβησαν τοιαῦτα. Ὁ ἐξ Οἰτύλου κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ διορισθῇ διδάσκαλος εἰς τὸν δῆμον Ἀβίας. Πληροφορῶ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτήν, ὅτι προσεχῶς διορισθήσεται τοιοῦτος. Ἐπίσης ὁ ἐκ Τριχωνίας βουλευτὴς κ. Μάνεσης ἠρώτησε, τί ἐγένετο διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν διδακτηρίων Ἀγρινίου. Τὸν πληροφορῶ, ὅτι δι’ ἐγγράφου τοῦ Νομάρχου παρεστάθη ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπισκευῆς τῶν διδακτηρίων αὐτῶν. Ὁ προκάτοχός μου ἐζήτησε τὸν προϋπολογισμὸν τῆς δαπάνης. Ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος, καταρτισθεὶς ὑπὸ τοῦ μηχανικοῦ, ἀπεστάλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ διεβιβάσθη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς θεώρησιν καὶ ὅπως ἐνεργηθῇ ἡ δέουσα δημοπρασία, ἡ ὁποία νομίζω, ὅτι καὶ διετάχθη χθές.

§25ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Ἔκαμα καὶ ἐγὼ μίαν ἐπερώτησιν πρὸς ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργέ.

§26ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Διὰ νὰ καταθέσω τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ἐζητήσατε.

§27ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Ἐλάβετε τὰς πληροφορίας;

§28ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἡ ἐργασία εἶναι ἑτοίμη, καὶ προσεχῶς θὰ καταθέσω τοὺς πίνακας εἰς τὴν Βουλήν.

§29ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ ἀποδώσω αἰτίασιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, διότι πᾶς τις δύναται νὰ ἐξαπατηθῇ. Ἡ ὑπηρεσία τῷ ὑπέβαλε μίαν ἀναφοράν, καὶ τὴν ἀπεδέχθη. Διὰ τοῦτο εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον νὰ παραπέμψῃ ὅλας αὐτὰς τὰς ἀναφορὰς εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ὅπως αὕτη ἐνεργήσῃ τὰ κατὰ νόμον.

§30ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν μήπως ἔλαβεν ἀκριβεστέρας πληροφορίας περὶ τοῦ ἂν συνετάχθη συμβόλαιον μισθώσεως τῆς οἰκίας Βλασσοπούλου δι’ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς;

§31ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Μάλιστα, συνετάχθη. Σήμερον ἐπληροφορήθην τοῦτο.

§32ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ δὲν ἔχομεν ἀπάντησιν;

§33ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ποίαν ἀπάντησιν; Εἶπον ὅτι συνετάχθη συμβόλαιον.

§34ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς πόσον;

§35ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Πρὸς 500 δραχμὰς κατὰ μῆνα.

§36ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ πόσα ἔτη;

§37ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Διὰ 4 ἔτη, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τοῦ νὰ διαλύηται ἡ μίσθωσις, ὅταν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ διαλύσῃ ταύτην, ὅπως γίνεται ἐπὶ ὅλων τῶν μισθώσεων τῶν δημοσίων καταστημάτων.

§38ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἡ μίσθωσις δὲν ἐγένετο κατὰ διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου;

§39ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα.

§40ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἐντελῶς παράνομος, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν γνώμην αὐτοῦ, ἣν ἐξέφρασε δι’ ἐγγράφου του τὸν Μάϊον τοῦ 1892. Τὸ 1892, ὅτε ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν ὁ κ. Τρικούπης, εὗρε μεμισθωμένας ἁμάξας ἐπὶ δύο ἔτη, καὶ δι’ ἐγγράφου του, ὅπερ συνεμερίσθησαν καὶ τὰ λοιπὰ Ὑπουργεῖα, ἀπεφήνατο ἄκυρον τὴν μίσθωσιν πλέον τοῦ ἔτους τοῦ λογιστικοῦ, καὶ ἠκύρωσε τὴν μίσθωσιν τῶν ἁμαξῶν’ ἐνθυμοῦμαι δ’ ὅτι ἁμαξηλάτης τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ὁ Μαλαθάζης, ὁ ὁποῖος προσέφυγεν εἰς τὰ δικαστήρια, ἀλλὰ καὶ τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ τὸ Ἐφετεῖον καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος εἶπον, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε πολὺ δίκαιον. Προδήλως λοιπὸν καὶ ἐκ τοῦ νόμου καὶ ἐκ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ὁμοίου ζητήματος, ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἀκυρωτέα καὶ ὀφείλει καὶ κατ’ οὐσίαν νὰ τὴν ἀκυρώσῃ, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ὡς Ἀρχηγεῖον τοῦ στρατοῦ ἦτο μεμισθωμένον τὸ κτίριον τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, τὸ κείμενον ὄπισθεν τοῦ Βουλευτηρίου, καὶ ὁ Διάδοχος, ὡς ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, ἐζήτησε τὴν μετάθεσιν αὐτοῦ, καὶ τὸ ἐγκατέλιπε, μετετέθη δὲ τὸ Ἀρχηγεῖον στρατοῦ εἰς τὴν ὁδὸν Σταδίου μὲ μίσθωμα δρ. 300 κατὰ μῆνα, οὕτω δὲ τὸ κατάστημα αὐτὸ, ἤτοι τὸ κτίριον τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, μένει κενόν. Εἶναι δὲ τὸ κατάστημα τοῦτο πολὺ καλλίτερον, τοῦ μισθωθέντος διὰ τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς· ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἦτο, ἔπρεπε νὰ τὸ δεχθῶσιν ὡς καλλίτερον, διότι ἐκ τοῦ μισθώματος, ὅπερ εἶναι ὀλιγώτερον κατὰ 200 δραχμὰς, ἤθελεν ὠφεληθῆ τὸ Δημόσιον καὶ τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον, ὥστε ἀφ’ ἑνὸς θὰ ἦτο συμφέρον ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου καὶ ἀφ’ ἑτέρου συμφέρον ὑπὲρ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, ἀφοῦ μάλιστα δι’ οἰκονομιῶν σήμερον ζητοῦμεν νὰ θεραπεύσωμεν τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Τὴν πρᾶξιν αὐτὴν συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς ἄρσιν παρεξηγήσεων.

§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρὸ ὀλίγου ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ Καρδίτσης, διὰ τοῦ ὁποίου μοὶ λέγουσιν, ὅτι ἡ Γεωργικὴ Σχολὴ Ἀϊδινίου ἀργεῖ, ἕνεκα ἐλλείψεως καθηγητῶν, καὶ ὅτι οἱ μαθηταὶ αὐτῆς θ’ ἀναγκασθῶσι νὰ ἀπέλθωσι καὶ ἐγκαταλείψωσι τὰς σπουδὰς των. Πάντοτε, ἰδίᾳ δὲ σήμερον, καθῆκον ἐπιβάλλεται εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν ἡ ἐνίσχυσις τῆς γεωργίας. Δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, διατὶ ἀφίνει τὴν Σχολὴν νὰ ἀργῇ καὶ τί προτίθεται νὰ πράξῃ, ὅπως διορθώσῃ τὸ ἄτοπον τοῦτο.

§42ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅτε ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπελήφθην τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Εὗρον τὴν Γεωργικὴν Σχολὴν Ἀϊδινίου ἀληθῶς σχολάζουσαν, διότι ὁ διευθυντὴς αὐτῆς εἶχεν ἀσθενήσει καὶ εἶχε λάβει ἄδειαν, ἣν ἠναγκάσθην ἐγὼ αὐτὸς νὰ παρατείνω, διότι πραγματικῶς ὁ ἄνθρωπος ἔπασχε σοβαρῶς. Ἤδη καταγίνομαι νὰ τακτοποιήσω τὰ τῆς Σχολῆς ταύτης, τοποθετῶν ἐκεῖ ἀναλόγους καθηγητάς. Νομίζω δ’ ὅτι θὰ ἐξομαλυνθῇ τὸ πρᾶγμα καὶ θὰ λειτουργήσῃ ἡ Σχολή.

§43ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὰς πληροφορίας, τὸν παρακαλῶ ὅμως νὰ ταχύνῃ, διότι μένουν οἱ μαθηταὶ ἀργοῦντες.

§44ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ διάταγμα περὶ ἐξετάσεως τῶν μαθητῶν, τὸ ὁποῖον ἀντίκειται εἰς ἄλλο προηγούμενον διάταγμα, ἐπέχον θέσιν νόμου, καὶ τὸ ὁποῖον δυστυχῶς ἐξετελέσθη καὶ ἐκτελεῖται, συνάμα δὲ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του καὶ τὸ ἑξῆς. Ἐν τῷ φακέλλῳ ὑπάρχει γνωμοδότησις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, δι’ ἧς ἀποφαίνεται τὸ Συμβούλιον, ὅτι τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη καὶ κανονίζει τὰ τῶν ἐξετάσεων, ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τοῦτο, καὶ ἐὰν συνῇδε πρὸς τοὺς νόμους, τὸ διάταγμα αὐτὸ στερεῖται, ἂν ὄχι ἄλλου, τοὐλάχιστον λογιστικῆς βάσεως, καὶ ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τὸ ἀνατρέψῃ, διότι δὲν περιποιεῖ τιμὴν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Εἶναι δὲ τὸ ἑξῆς κακὸν, τὸ ὁποῖον προξενεῖται. Διὰ τοῦ διατάγματος αὐτοῦ ἀπαγορεύεται ἡ περαιτέρω ἐξέτασις τοῦ μαθητοῦ, ἐὰν ἀποτύχῃ εἰς ἓν μάθημα. Καὶ ἐὰν κατ’ ἔτος ἀποτυγχάνῃ ὁ αὐτὸς μαθητὴς εἰς ἓν μάθημα, θὰ μένῃ αἰωνίως εἰς τὴν αὐτὴν τάξιν; Νομίζω, ὅτι τοῦτο ἀντίκειται εἰς τοὺς νόμους τῆς φύσεως καὶ τῆς λογικῆς. Ὑποθέσατε ὅτι ἐγὼ δὲν προκόπτω εἰς ἓν μάθημα, δὲν θέλω ἢ δὲν δύναμαι νὰ μάθω λατινικά· δι’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ σπουδάσω; δὲν πρέπει νὰ μάθω ἄλλα γράμματα; Ὅθεν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰ γεγονότα ταῦτα καὶ νὰ ἐπιφέρῃ διόρθωσιν.

§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν ἔλαβε μέτρα, καὶ τίνα, πρὸς περιστολὴν τῆς νόσου εὐφλογίας, ἥτις ἐπέσκηψεν ἐν τῷ δήμῳ Βερβαίνων τῆς ἐπαρχίας Κυνουρίας. Καθ’ ἃ μοὶ γράφουσιν ἐκεῖθεν, πεντήκοντα περίπου οἰκογένειαι μαστίζονται ὑπὸ τῆς νόσου· ἀλλὰ μοὶ γράφουσι καὶ ἐκ τοῦ παρακειμένου δήμου Θυρέας, ὅτι οἱ κάτοικοί εἰσι τεταραγμένοι καὶ κατεπτοήθησαν ὑπὸ μέτρου τινός, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω πῶς ἐλήφθη, τοῦ μέτρου τῆς μεταφορᾶς τῶν εὐφλογιώντων εἰς τὸν δῆμον Θυρέας. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας τινὰς, θέλει μὲ ὑποχρεώσει.

§46ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔλαβον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, εἰσὶν αἱ ἑξῆς: Πρὸ πολλοῦ καιροῦ εἰς τὸν δῆμον Βερβαίνων προσεβλήθησαν ἄτομά τινα ἐξ εὐφλογίας, πρὶν ἢ δὲ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀνέλθῃ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, εἶχον ληφθῆ τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς ἐξάλειψιν τῆς νόσου. Ὅτε ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, ἐπληροφορήθην, ὅτι ἡ νόσος ἐξέλιπεν, ὅτι ὁ ἰατρὸς, ὅστις εἶχε μεταβῆ, ὅπως ἐμβολιάσῃ τοὺς κατοίκους, ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του, καὶ ὅτι οἱ προσβληθέντες ἰάθησαν. Ἐπρόκειτο τότε νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸν δῆμον Θυρέας ἐκ Βερβαίνων, διότι ἐκεῖ παραχειμάζουσιν οἱ δημόται τῶν Βερβαίνων, ἀλλ’ οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Θυρέας ἐξανέστησαν, μὴ θέλοντες νὰ δεχθῶσιν αὐτοὺς ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ, διότι, ἀφοῦ ἅπαξ οἱ Βερβαινιῶται προσεβλήθησαν ὑπὸ τῆς νόσου εὐφλογίας, ἐφοβοῦντο οἱ τῆς Θυρέας μήπως μεταδοθῇ αὕτη καὶ εἰς αὐτούς· ἐζητήθησαν πληροφορίαι ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ ἐβεβαίωσαν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε πλέον κίνδυνος, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον διέταξε τὰς ἀρχὰς νὰ προστατεύσωσι τοὺς θέλοντας νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰ κτήματά των Βερβαινιώτας. Ἐπανειλημμένως ἐπὶ τούτου ἀντηλλάγησαν τηλεγραφήματα, καὶ αἱ τελευταῖαι πληροφορίαι εἶναι, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον νόσος ἐκεῖ· νομίζω δὲ, ὅτι οἱ δημόται Βερβαίνων μετέβησαν ἤδη εἰς τὸν δῆμον Θυρέας, καὶ ἀποκατέστη ἡ τάξις.

§47Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι δὲν θέλει διατρέξει κίνδυνον ἡ τάξις, εἶναι ὅμως ἐνδεχόμενον νὰ μεταδοθῇ ἡ νόσος καὶ εἰς τοὺς ἄλλους δήμους τῆς Κυνουρίας, ἐὰν ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Διοίκησις, ὅτι ἡ νόσος ἐξέλιπε, δὲν εἶναι ἀκριβής· διατείνονται δέ τινες, καθ’ ἃ μοὶ γράφουσιν, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὴς τῷ ὄντι ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Διοίκησις. Ἡ Διοίκησις ἀπέστειλεν ἰατρὸν εἰς τὸν τόπον, ἀλλ’ ὁ ἰατρὸς δὲν ἐγνώριζε τὰ πρόσωπα, διατείνονται δέ, ὅτι δημοτικός τις ὑπάλληλος ἐβεβαίωσε ψευδῶς τὴν ταυτότητα τῶν προσελθόντων, καὶ ἐνεφανίσθησαν εἰς τὸν ἰατρὸν ἄνδρες ὑγιεῖς ἀντὶ τῶν νοσούντων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν ἔρευναν, ἐὰν ἰάθησαν, μὴ τυχὸν διαδοθῇ ἡ νόσος εἰς τὴν πλευρὰν ἐκείνην τῆς Πελοποννήσου.

§48ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἕνεκα τοιαύτης ὑπονοίας ἐγὼ διέταξα ἵνα μεταβῇ καὶ μετέβῃ καὶ ἕτερος ἰατρὸς, καὶ οὗτος δὲ, ὡς ὁ πρῶτος, μὲ διεβεβαίωσεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡ νόσος. Ἐν τούτοις θὰ ἐξετάσω, ἐὰν συμβαίνῃ τοιαύτη ἀπάτη.

§49ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀπηυθύνθη πρὸ ὀλίγου ἐπερώτησις, ἀφορῶσα εἰς τὸ περὶ ἐξετάσεων διάταγμα τῆς 12 Ἰανουαρίου 1893. Τὸ διάταγμα τοῦτο ἐφηρμόσθη τὸ πρῶτον καθ’ ὃν χρόνον διηύθυνα ἐγὼ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἐγὼ ἐξέδωκα τὸ διάταγμα τοῦτο, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι τοῦ διατάγματος τούτου δὲν ὑπῆρξα ἐγὼ εἰσηγητὴς, εἶχον δὲ μόνον τὴν ἀτυχίαν νὰ τὸ ἐκτελέσω ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι, εὐθὺς ὡς μοὶ ἐγένοντο παραστάσεις παρὰ πολλῶν γονέων καὶ κηδεμόνων μαθητῶν τῶν Γυμνασίων καὶ Ἑλληνικῶν Σχολείων, ἐμελέτησα τὸ ζήτημα, καὶ εἶδον, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος διατάγματος, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὰς ἐξετάσεις καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀποβολῆς τῶν μαθητῶν, ἀντίκειται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ τόπον νόμου ἐπέχοντος διατάγματος τοῦ 1836. Ἐζήτησα τότε νὰ μάθω, πῶς ὁ προκάτοχός μου προέβη εἰς τὴν σύνταξιν καὶ ὑποβολὴν πρὸς ὑπογραφὴν διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἀντέκειτο εἰς ἕνα νόμον, ἔλαβον δὲ τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία καὶ ὁ προκάτοχός μου, ἔχοντες τὴν γνώμην, ὅτι τὸ διάταγμα τοῦ 1836 δὲν περιεῖχε μόνον νομοθετικὰς, ἀλλὰ καὶ διοικητικὰς διατάξεις, ἐνόμισαν, ὅτι ἐδικαιοῦντο νὰ προβῶσιν εἰς τροποποιήσεις αὐτοῦ, ἀναγομένας εἰς τὴν διοικητικὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐγὼ, μολονότι εἶχον ἀντίθετον γνώμην, ὅτι δηλαδὴ τὰ διατάγματα αὐτὰ εἶναι ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, ἤτοι καθ’ ὅλας τὰς διατάξεις των, νομοθετικὰ, ἠθέλησα ἐν τούτοις νὰ ὑποβάλω τὸ ζήτημα εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον. Δυστυχῶς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἐβράδυνε ν’ ἀπαντήσῃ, καὶ τότε δ’ ἐγνωμάτευσε κατὰ πλειονοψηφίαν, ὅτι τὸ διάταγμα τοῦ 1836 ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους περιέχει νομοθετικὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας δὲν ἦτο δυνατὸν οὔτε νὰ ἀνατρέψῃ οὔτε νὰ τροποποιήσῃ τις νῦν διὰ διατάγματος. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνωμοδοτήσεως ταύτης συνέταξα διάταγμα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλα πρὸς ὑπογραφὴν εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεκάλουν τὰς διατάξεις ἐκείνας τοῦ διατάγματος τῆς 12 Ἰανουαρίου, αἵτινες ἀντέκειντο εἰς τὸ ὀργανικὸν διάταγμα τοῦ 1836. Δυστυχῶς ὅμως παρῆλθε τόσος χρόνος ἐν τῷ μεταξὺ, ὥστε, ἐὰν ἤθελον δημοσιεύσει καὶ ἐφαρμόσει τὸ νέον διάταγμα, θὰ ἐπήρχετο ἀληθὴς ἀναστάτωσις εἰς τὰ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Πρὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ ἐκάλεσα πάντας τοὺς γυμνασιάρχας τῶν ἐνταῦθα Γυμνασίων καὶ ἄλλους καθηγητὰς, καὶ τοὺς ἠρώτησα, ἐὰν ἦτο ἔτι καιρὸς νὰ προβῶ εἰς τὴν δημοσίευσιν καὶ ἐκτέλεσιν τοῦ διατάγματος, πάντες δὲ οὗτοι διεμαρτυρήθησαν ἀπὸ κοινοῦ, λέγοντες ὅτι θὰ ἐπήρχετο ἀναστάτωσις εἰς τὰ Γυμνάσια, ἐὰν ἐγίνετο τοῦτο περὶ τὰ τέλη Σεπτεμβρίου, διότι τότε μοὶ ἐπεστράφη αὐτὸ, συγχρόνως δὲ μοὶ ἐδήλωσαν, ὅτι αὐτοὶ κατ’ ἀρχὴν εἶναι ὑπὲρ τῶν ἐνεργηθεισῶν μεταῤῥυθμίσεων, ὅτι τὸ διάταγμα, ὡς ἐλειτούργει, ἐλειτούργει ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς μαθητιώσης νεολαίας. Ἐγὼ ἐνόμισα καλὸν νὰ μὴ προβῶ εἰς δημοσίευσιν τοῦ νέου διατάγματος, διότι ἐσκέφθην, ὅτι ἠδυνάμην διὰ νομοσχεδίου, μεταῤῥυθμίζοντος καὶ τὰ κατὰ ταῦτα διατάγματα καὶ τὸ πρῶτον διάταγμα, νὰ κανονίσω καθόλου τὰ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Νομίζω ὅτι μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας οὐδεὶς θὰ ἀποδώσῃ εἰς ἐμὲ παράβασιν καθήκοντος διὰ τὰ γενόμενα.

§50ΣΤΑΗΣ. Ἀληθῶς τὸ διάταγμα, περὶ οὗ πρόκειται, εἶχε δημοσιευθῆ ἐπὶ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ κ. Κοσσονάκου ἀλλὰ τὸ διάταγμα τοῦτο ὁ προλαλήσας ἠκύρωσε δι’ ἁπλῆς τηλεγραφικῆς διαταγῆς, τὸ ἀληθῶς ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἄριστον, καὶ νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ διατήρησις αὐτοῦ διὰ πολλοὺς λόγους, ἀλλὰ πρὸ παντὸς διὰ τὴν κακὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται σήμερον ἡ ἐκπαίδευσις.

§51ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι παράνομον.

§52ΣΤΑΗΣ. Τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, περὶ ἧς λόγον ἐποιήσατο ὁ προλαλήσας, δὲν ἔλαβον γνῶσιν, ἀνέγνωσα ὅμως τὴν τηλεγραφικὴν ἐγκύκλιον, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε πρὸς τοὺς γυμνασιάρχας καὶ σχολάρχας ὁ τέως Ὑπουργὸς καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἠκύρωσε τὸ 15 ἄρθρον τοῦ διατάγματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀκριβῶς ἄρθρου ἔγκειται ὅλη ἡ ἔννοια τοῦ διατάγματος καὶ ὅλη ἡ αὐστηρότης αὐτοῦ καὶ ἡ ἀντίδρασις κατὰ τῆς πιέσεως, τὴν ὁποίαν ὑφίστανται οἱ καθηγηταὶ ὑπὸ τῶν ὁπωσδήποτε ἐνδιαφερομένων, καὶ ἐντεῦθεν ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, τοῦ ἀμέσως ἐνδιαφερομένου ὑπὲρ ἀκυρώσεως τοῦ διατάγματος. Διὸ τὸ διάταγμα πρέπει νὰ μένῃ ὡς ἔχει.

§53ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί λέγει τὸ ἄρθρον 15;

§54ΣΤΑΗΣ. Λέγει, ὅτι μαθητής, μὴ λαβὼν τοὐλάχιστον ἐν τοῖς Ἑλληνικοῖς τὸν βαθμὸν καλῶς, καὶ ἐν τοῖς Μαθηματικοῖς καὶ Λατινικοῖς τὸν σχεδὸν καλῶς ἐν τῇ γραπτῇ ἐξετάσει, μένει ἐν τῇ αὐτῇ τάξει. Διὰ τοῦτο ἔλεγεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ὅτι «πιθανὸν εἷς μαθητὴς νὰ μὴ θέλῃ νὰ μάθῃ Λατινικὰ, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἀποῤῥιφθῇ;» Ἡ πίεσις, ἡ ἐξασκουμένη ἐπὶ τῶν καθηγητῶν ὑπὸ τῶν ἀμέσως ἐνδιαφερομένων πρὸς ἀπονομὴν τῶν ἐλαχίστων τούτων βαθμῶν, εἶναι ἀπερίγραπτος, καὶ ἀνατρέπει ἄρδην καὶ νόμους καὶ καλὴν προαίρεσιν καθηγητῶν καὶ προϊσταμένων ὁπωσδήποτε. Τὸ διάταγμα τοῦτο ἀληθῶς πάντα ταῦτα κατέστρεψε, καὶ ἐθεράπευσε μυρία ὅσα ἄτοπα, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ νομιμοποιηθῇ, ἐὰν ὑπάρχωσι διατάξεις αὐτοῦ ἀντικείμεναι εἰς τὸ ὀργανικὸν διάταγμα τοῦ 1836. Ἐπὶ τοῦ διατάγματος τούτου ἐλπίζω ὅτι θὰ γείνῃ λόγος καὶ πάλιν, διότι ἡ διὰ τηλεγραφικῆς ἐγκυκλίου τοῦ τέως Ὑπουργοῦ ἀκύρωσις αὐτοῦ ἔφερε πολλὰ ἄτοπα.

§55ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δυστυχῶς δὲν προέβην εἰς τὴν ἀκύρωσιν τοῦ διατάγματος τῆς 12 Ἰανουαρίου διὰ τηλεγραφικῆς ἐγκυκλίου, διότι ἐπεθύμουν νὰ ἔχω προηγουμένως τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Διὰ τῆς μνημονευθείσης τηλεγραφικῆς ἐγκυκλίου ἔπραξα μόνον τὸ ἑξῆς· ἡρμήνευσα μίαν διάταξιν τοῦ διατάγματος, ἀσαφῆ ἴσως εἰς πολλά. Κατὰ τὸ ἄρθρον 15 αὐτοῦ, προκειμένου περὶ βαθμολογίας τῶν γραπτῶν, ἀνατίθεται αὕτη εἰς τὸν ἁρμόδιον καθηγητήν· ἐπειδὴ δὲ δὲν ἀναγράφεται ἐν αὐτῷ, ὅτι ὁ ἁρμόδιος καθηγητὴς πρέπει συγχρόνως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν ἐτησίαν πρόοδον τῶν μαθητῶν, πολλοὶ καθηγηταί, ἀποβλέποντες εἰς μόνα τὰ γραπτὰ τῶν μαθητῶν, ἐβαθμολόγουν, καὶ εἴτε ἐπέτρεπον τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἐξετάσεων, εἴτε τοὺς ἀπέκλειον. Τὸ πρᾶγμα μοὶ ἐφάνη ἀτοπώτατον, νομίζω δὲ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στηριχθῇ τις εἰς μόνην γραπτὴν ἐξέτασιν ἑνὸς μαθητοῦ, διότι οὕτω δύναται νὰ προαχθῇ ὁ κάκιστος καὶ ν’ ἀποῤῥιφθῇ ὁ ἄριστος. Πιθανὸν δηλαδὴ πρὸς στιγμὴν νὰ εὑρεθῇ ἐν συστολῇ καὶ νὰ ὑποπέσῃ τις εἰς λάθη, καίτοι ἔχων ἀρίστους βαθμοὺς καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, καὶ οὕτω νὰ ἀποκλεισθῇ, ἐνῷ τοὐναντίον πιθανὸν ὁ κάκιστος τῶν μαθητῶν, ἀντιγράφων ἀπὸ τὸν παρακείμενον ἄριστον μαθητὴν, νὰ παρουσιάσῃ ἄριστα γραπτὰ, ἐνῷ ἔχει κακίστους βαθμοὺς καθ’ ὅλον τὸ ἔτος. Ἐνόμισα ὅτι δὲν ἦτο τοῦτο τὸ πνεῦμα τοῦ διατάγματος, καθ’ ἣν δὲ στιγμὴν οἱ πατέρες τῶν μαθητῶν μοὶ ἀπηύθυνον σωρείαν τηλεγραφημάτων καὶ ἀναφορῶν, καθ’ ἣν στιγμὴν εἷς μαθητὴς ἐν Βόλῳ ηὐτοκτόνει διὰ τοιαύτην παρερμηνείαν τοῦ διατάγματος, ἐνόμισα καλὸν νὰ ἀπευθύνω ἑρμηνευτικὴν ἐγκύκλιον, δι’ ἧς ἔλεγον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψει μόνον τὰ γραπτὰ, ἀλλὰ νὰ σχετίζωνται ταῦτα καὶ πρὸς τὴν ἐτησίαν πρόοδον τῶν μαθητῶν καὶ οὕτω νὰ κρίνωνται προβιβάσιμοι ἢ ἀποῤῥιπτέοι οὗτοι. Παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν τηλεγραφικήν μου ἐκείνην ἐγκύκλιον καὶ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου καὶ τὰς πληροφορίας τὰς σχετικὰς, τὰς ὁποίας θὰ τῷ δώσῃ ἡ ὑπηρεσία ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.

§56ΣΤΑΗΣ. Ποίαν ἰδέαν ἔχει ὁ τέως Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως περὶ τῆς βαθμολογίας τῶν μαθητῶν, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνδιαφέρει ἡμᾶς· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὅμως ἐνδιαφέρει, εἶναι, ἂν ἠθέλησε νὰ ἑρμηνεύσῃ ἀσαφῆ διάταξιν τοῦ διατάγματος, ἢ ἠθέλησε νὰ παρερμηνεύσῃ ταύτην. Εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὸ 15 ἄρθρον εἶναι σαφέστατον, λέγον τάδε ἐπὶ λέξει (ἀναγινώσκει). «Ἐὰν μαθητὴς ἀποτύχῃ ἐν τῇ γραπτῇ ἐξετάσει, δὲν τύχῃ τουτέστι τοῦ βαθμοῦ καλῶς ἐν τοῖς Ἑλληνικοῖς καὶ σχεδὸν καλῶς ἐν τοῖς Μαθηματικοῖς καὶ Λατινικοῖς, μένει ἐν τῇ αὐτῇ τάξει». Ἐν τοιαύτῃ σαφεῖ ῥήσει τοῦ 15 ἄρθρου οὐδεμία ἐπιτρέπεται ἑρμηνεία. Τί δὲ ἔπραξεν ὁ τέως Ὑπουργός; Ἀκριβῶς παρηρμήνευσε τὸ ἄρθρον καὶ διέταξε πᾶν ὅ,τι τῷ ἐπέβαλον οἱ γονεῖς, οἱ ὁποῖοι δι’ ἀναφορῶν καὶ φωνῶν καὶ παραπόνων, ὡς εἶπε, κατέκλυσαν τὸ Ὑπουργεῖον. Πόσα δὲ ἄτοπα ἔφερεν ἡ τηλεγραφικὴ ἐκείνη ἐγκύκλιος, τὸ γνωρίζει κάλλιστα ὁ ἐκ Δαδίου κ. Βουλευτής. Ἐὰν δὲ ὑπέχῃ τις ἠθικὴν εὐθύνην ἐπὶ τῇ μνημονευθείσῃ αὐτοχειρίᾳ τοῦ μαθητοῦ, τὴν εὐθύνην ταύτην ἔχει ὁ ἐκδοὺς τὴν τηλεγραφικὴν ἐκείνην ἐγκύκλιον, τὴν ἀκυρώσασαν τὸ 15 ἄρθρον τοῦ διατάγματος.

§57ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπέφερε μίαν αὐτοκτονίαν τὸ διάταγμα, ἀλλὰ πολλάς· ἐκτὸς τούτου κατέστησεν ἐγκληματίας τοὐλάχιστον 300 μαθητάς, ἐξ ὧν περὶ τοὺς ἑκατὸν ὑπερησπίσθην ἐγὼ ἐν τῷ δικαστηρίῳ, ὡς δικηγόρος, διότι οὗτοι ἀδίκως ἐπετέθησαν κατὰ τῶν διδασκάλων, καὶ κατεδικάσθησαν· ἐκτὸς τούτων περὶ τοὺς 300 μαθηταὶ ἀπογοητευθέντες ἀπεσύρθησαν ἀπὸ τὸ σχολεῖον καὶ εἶναι ἤδη ἀγυιόπαιδες. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· ἀλλὰ ἐρωτῶ: ἐπετρέπετο νὰ ἐκδοθῇ τοιοῦτον διάταγμα, ἀφοῦ ἀντίκειται εἰς νόμον; Τίνα ἀνάγκην εἶχε νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τῶν νομικῶν συμβούλων ὁ πρώην Ὑπουργός, καὶ νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν διάκρισιν νομοθετικοῦ καὶ διοικητικοῦ μέρους τοῦ διατάγματος; Ὤφειλεν, ἅμα τῷ ἐγένοντο παράπονα καὶ ἐπείσθη, ὡς Ὑπουργὸς, ὅτι τὸ διάταγμα ἀντίκειται εἰς νόμον, νὰ διατάξῃ τοὺς γυμνασιάρχας, ἄνευ ἐγκυκλίου, νὰ ἐφαρμόζωσι τὸν προϋπάρχοντα νόμον, καὶ ἂν δὲν τὸ ἐξετέλουν, νὰ τοὺς ἀπολύσῃ. Κατὰ τοῦτο ἔσφαλε καὶ κατὰ τοῦτο συνετέλεσεν εἰς τὴν αὐτοκτονίαν.

§58ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀπορῶ, πῶς δευτερολογῶν ὁ κ. Στάης ἐπιμένει εἰς τὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν ἀπευθύνει κατὰ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ, ὅτι τουτέστι διὰ τῆς τηλεγραφικῆς ἐγκυκλίου κατήργησε σαφῆ διάταξιν τοῦ διατάγματος τοῦ κανονίζοντος τὸν τρόπον τῆς ἐξετάσεως τῶν μαθητῶν, ἀφοῦ ὑπάρχει γνωμοδότησις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, καθ’ ἣν τὸ διάταγμα ἐκεῖνο τῶν ἐξετάσεων ἀντίκειται εἰς τὸ διάταγμα τοῦ 1836, τὸ ὁποῖον μόνον διὰ νόμου ἠδύνατο νὰ τροποποιηθῇ. Ἀλλὰ καὶ ἂν προέβη ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εἰς τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ διατάγματος τοῦ νεωτέρου δι’ ἐγκυκλίου τηλεγραφικῆς, εἶχε πλῆρες τὸ δικαίωμα ἐξ αὐτῶν τῶν καταστατικῶν τῆς Πολιτείας νόμων νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην τροποποίησιν, διότι ἐπρόκειτο περὶ διατάγματος ἀντικειμένου εἰς προγενέστερον νομοθετικὸν διάταγμα.

§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας.

§60ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μετὰ προσοχῆς μεγίστης ἠκροασάμην τῶν παρελθόντων ἐπὶ τὸ βῆμα ἀξιοτίμων συναδέλφων ἡμῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τοῦ τὰ μάλα θίγοντος τὴν περαιτέρω λειτουργίαν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἡμῶν, καὶ μάλιστα ἄν, ὃ μὴ γένοιτο, ἐπικρατήσωσιν αἱ περὶ ἐξουσιῶν καὶ ἐνεργείας αὐτῶν θεωρίαι τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Πρωθυπουργοῦ· διότι τότε ἀληθῶς τίς τῶν κινδύνων πολιτεύματός τινος μεγαλείτερος εἶναι τοῦ προερχομένου ἐκ τῆς ἀναμίξεως τῆς μιᾶς ἐξουσίας εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν ἑτέρων ἐξ αὐτῶν; Καὶ ἐπὶ τίνος ζητήματος ἐταστικώτερον βλέμμα πρέπει νὰ ῥίψωμεν ἢ ἐπὶ ζητήματος ἐκ βάθρων τὴν πολιτικὴν ἡμῶν ὕπαρξιν σείοντος; Ἡ δὲ πολιτικὴ ἡμῶν ὕπαρξις δὲν ἐκλείπει τέλεον διὰ τῆς νοθεύσεως καὶ ἀσεβοῦς χρήσεως τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν χάρτου; Τούτου δὲ γενομένου, τίνα ἐγγύησιν περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς πατρίδος ἡμῶν δέον νὰ ἔχωμεν, καὶ τίνα φαεινὴν ἐλπίδα εἰς τοὺς ἐκτὸς τῆς ἐπικρατείας βιοῦντας, ἀλλὰ μοιραίως μεθ’ ἡμῶν συνδεθέντας, δυνάμεθα νὰ δώσωμεν; Ἰδοὺ ὁ Γόρδιος δεσμὸς, ὃν ὀφείλομεν σήμερον νὰ ἐπιλύσωμεν, καὶ τοῦτο οὐ μόνον χάριν τῆς τιμῆς, ἀλλὰ κυρίως χάριν τῆς ὑπάρξεως τῆς πατρίδος ἡμῶν. Καὶ πρὸς εὐτυχῆ διέξοδον ἐκ τῆς δυσχεροῦς ταύτης θέσεως, ὀφείλομεν νὰ ἐπιζητήσωμεν οὐχὶ ἐν τῇ διαπάλη τῶν κομμάτων, ἀλλ’ ἐν τῇ λεπτομερεῖ ἐξετάσει τῶν ζητημάτων τοῦ τόπου τοὺς ὑπευθύνους τῆς καταστάσεως ταύτης, καὶ νὰ μὴ θελήσωμεν ἀορίστως κἂν νὰ ἐπιῤῥίψωμεν τὴν εὐθύνην ἀλλήλοις· διότι οὕτως ἀνομολογοῦμεν τὴν ἄγνοιαν τῶν ὁρίων τῶν καθηκόντων ἑκάστου ἡμῶν, καὶ ἐν τῇ ἀγνοίᾳ ταύτη Κύριοι, ἔγκειται τὸ μέγα τοῦ τόπου ἡμῶν κακόν. Ὅθεν, ὑπόχρεοι νὰ ἐπαναφέρωμεν τὴν λειτουργίαν τῶν νόμων ἐν τῇ κανονικῇ τροχιᾷ αὐτῶν, πρέπει τὰς σκέψεις καὶ ἀποφάσεις ἡμῶν νὰ διευθύνῃ ἱερὰ πρὸς τὴν πατρίδα ἀφοσίωσις καὶ τυφλὴ πρὸς τοὺς νόμους ὑπακοὴ, διότι οὕτω μόνον δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τὴν ἀλήθειαν καὶ μόνον ἡ ἀλήθεια πάντοτε σώζει. Ἔχομεν ἑπομένως ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸν νόμον ͵ΒΡΙΕʹ κεκυρωμένον καὶ δεδημοσιευμένον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐγκύκλιον διαταγὴν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, δι’ ἧς ἀναστέλλεται καὶ τίθεται εἰς ἀργίαν ὁ νόμος οὗτος. Ἴδωμεν δὲ τί τῶν δύο τούτων ἔννομον εἶναι. Κατὰ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου καὶ τὰς διατάξεις τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας, ἡ σύστασις καὶ ἡ ἑρμηνεία ἔτι τοῦ νόμου ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἀνήκει. Ἐκδηλοῦται δ’ αὕτη, κατὰ τὸ ἄρθρον 22 τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος, οὐχὶ ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Βασιλέως ἢ τῆς Βουλῆς, ἢ ἀμφοτέρων, ἀλλ’ ἐν τῇ κοινῇ συνεργασίᾳ καὶ συναποφάσει αὐτῶν, καὶ τοῦτο πάνυ ὀρθῶς ἐγένετο, ἵνα δοθῇ μεγαλείτερον κῦρος εἰς τὰς πράξεις τοῦ θεσμοῦ τούτου, ὡς ἐκπροσωποῦντος τὴν γενικὴν καὶ πάνδημον θέλησιν τῶν τε ἀρχόντων καὶ ἀρχομένων ἐν συνόλῳ ὑπὲρ τῆς εὐημερίας καὶ προόδου αὐτῶν ἐν τοῖς καθέκαστα. Καὶ τὴν σύστασιν ταύτην τοῦ νόμου ὡς καὶ τὴν μορφὴν αὐτοῦ ἔχομεν τελείαν, εὐθὺς ὡς ἔχομεν τὴν θέλησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Καὶ ἡ μὲν τῆς Βουλῆς διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως ἐκδηλοῦται, ἡ δὲ τοῦ Βασιλέως διὰ τῆς κυρώσεως ἐξωτερικεύεται. Καὶ τὴν θέλησιν ταύτην τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ὑποχρεοῦνται νὰ ἐκτελῶσιν αἱ λοιπαὶ ἐξουσίαι τοῦ Κράτους, ὡς θέλησιν ἐξουσίας αὐτοτελοῦς καὶ κυριάρχου ἐν τῇ σφαίρᾳ τῆς δικαιοδοσίας αὐτῆς καὶ μὴ ὑπαγομένης ἱεραρχικῶς εἰς ἑτέραν τινὰ τούτων. Μὴ ἐκτελοῦσαι δὲ ταύτην, ἀνατρέπουσιν ἄρδην τὸ 35 ἄρθρον τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος, ὅπερ καὶ μόνον σκοπεῖ τὴν μὴ ἀνάμιξιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς εἰς τὰ ἀπόλυτα καὶ ἐντελῶς ἀνεξάρτητα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καθήκοντα. Καὶ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ἀναγνωρίζουσα ἡ ἐκτελεστική ἐξουσία ἐν τῇ συγκεκριμένῃ ταύτῃ περιπτώσει, διέταξεν, ὡς καθῆκον πλέον αὐτῆς, τὴν δημοσίευσιν διὰ τῆς ῥήσεως, «δημοσιευθήτω ὁ παρὼν νόμος», καὶ ὑπεγράφη ὁ νόμος τὴν 22 Δεκεμβρίου 1892 καὶ ἐτέθη αὐθημερὸν ἡ μεγάλη τοῦ Κράτους σφραγὶς, καὶ ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην τῆς ἐκδόσεως ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, συνυπογράψας καὶ βεβαιώσας οὕτω ὑπευθύνως τήν τε θέλησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ τὴν πρὸς δημοσίευσιν διαταγὴν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς. Καὶ οὕτως ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, καὶ ἐτέθη ὡς τοιοῦτος διὰ πρωτοκόλλου ἐν τοῖς ἀρχείοις αὐτοῦ. Ἡ κύρωσις ἑπομένως, κύριε Πρωθυπουργὲ, καὶ ἡ δημοσίευσις νόμου τινὸς δὲν εἶναι μία πρᾶξις, ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ προσώπου, ἀλλὰ δύο πράξεις ἐντελῶς διαφόρου φύσεως, δύο διακεκριμένων ἀλλήλαις ἐξουσιῶν. Πᾶσα περαιτέρω ἐνέργεια δὲν ἀφορᾷ οὔτε τὴν σύστασιν οὔτε τὸ κῦρος τοῦ νόμου, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα εὐθύνης τῶν ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ἐντελῶς λελυμένον καὶ ἐν τῇ θεωρίᾳ καὶ ἐν τῇ πράξει, παρ’ ἐλπίδα ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Βασιλείῳ τίθεται ὑπὸ ἀμφισβήτησιν καὶ γεννᾷ σκάνδαλα πραγματικὰ, διὸ τίθησι τὴν νομικὴν τοῦ Κράτους καὶ τῶν νόμων αὐτοῦ ὕπαρξιν ἐν τῷ λαβυρίνθῳ τῆς ἀβεβαιότητος, ὡς ἐκ τῆς ἀμφισβητήσεως τοῦ κύρους τῶν ἐξουσιῶν αὐτοῦ. Καὶ εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι ἐπὶ τοιούτου ζητήματος οὔτε στιγμὴν χρόνου πρὸς συζήτησιν ὤφειλε νὰ χάνῃ τὸ νομοθετικὸν ἡμῶν σῶμα, ἀλλὰ διὰ λακτισμάτων ν’ ἀπομακρύνῃ, κατὰ τὴν φράσιν τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Πρωθυπουργοῦ, πάντα τὰ σκάνδαλα, τὰ ῥιπτόμενα ἐν τῇ ὁδῷ τῆς προόδου τῆς πατρίδος ἡμῶν, ὡς καὶ τοὺς ῥίπτοντας αὐτὰ, κύριε Πρωθυπουργέ. Τεθέντος ὅμως ἅπαξ τοῦ ζητήματος τούτου ὑπὸ συζήτησιν, νομίζω ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ διϋλίσωμεν καὶ τὰς ἐλαχίστας καὶ τὰς πλέον ἀσήμους καὶ πλέον παραλόγους φάσεις αὐτοῦ, ἵνα κρατήσωμεν ἀκέραιον τὸ κῦρος τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν Εὐαγγελίου. Ὅθεν ἔχομεν, κύριοι Βουλευταὶ, δύο ζητήματα νὰ ἐξετάσωμεν, ἀναγόμενα πλέον οὐχὶ περὶ τὴν φύσιν καὶ τὸ κῦρος τοῦ νόμου, ἀλλὰ περὶ τὴν ὑποχρέωσιν τῶν ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας πρὸς ἐκτέλεσιν καὶ ἐνέργειαν αὐτοῦ. Καὶ τὸ μὲν πρῶτον αὐτῶν εἶναι «ἂν δύναται Ὑπουργός τις νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὴν διαταγὴν πρὸς δημοσίευσιν νόμου τινὸς, ἐμπεριέχοντος πάντα τὰ στοιχεῖα τῆς συστάσεως αὐτοῦ, καὶ τίς ὁ ὑπεύθυνος πρὸς ταύτην τὴν δημοσίευσιν εἶναι»· τὸ δὲ δεύτερον «ἂν, δημοσιευθέντος νόμου τινὸς, ἐμπεριέχοντος τὰ στοιχεῖα τῆς συστάσεως αὐτοῦ, δύναται Ὑπουργός τις νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ ἐν γένει, ἰδίᾳ δὲ δι’ ἁπλῆς ἐγκυκλίου ὑπουργικῆς διαταγῆς, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι οἱ ἐν αὐτῷ προσυπογεγραμμένοι ὡς Ὑπουργοὶ δὲν εἶναι τὰ πρόσωπα τὰ ἐκτελοῦντα χρέη Ὑπουργῶν κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐκτελέσεως τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, ἀλλὰ τὰ ἐκτελοῦντα τοιαῦτα κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ψηφίσεως, κυρώσεως καὶ ἐκδόσεως τοῦ νόμου». Πρὸς ἐξέτασιν, Κύριοι, τοῦ πρώτου ζητήματος, ἐπιτραπήτω μοι νὰ ὑπομνήσω ὑμᾶς κεφαλαιωδῶς τὰ καθήκοντα τῶν Ὑπουργῶν, ἅτινα, ὡς καλῶς γνωρίζετε, διφυῆ, κατὰ τὴν ὑμετέραν νομοθεσίαν, εἰσί· διότι ἀφ’ ἑνὸς ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ἄμεσον ὄργανον τοῦ Βασιλέως πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς κυβερνητικῆς αὐτοῦ δικαιοδοσίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νόμιμος αὐτοῦ ἀντιπρόσωπος ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ διοικητικοῦ μέρους τῆς ἐκτελεστικῆς αὐτοῦ ἐξουσίας, καὶ διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ κατὰ τὴν πρώτην περίστασιν ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως καὶ κατ’ ἐντολὴν αὐτοῦ ἐνεργεῖ τὰ τῆς κυβερνητικῆς αὐτοῦ δικαιοδοσίας, ἀνεγνώρισε τὸ Σύνταγμα τῷ Βασιλεῖ ἀπόλυτον μὲν τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς Ὑπουργοὺς, ὡς ἔχοντι ἀνάγκην ὀργάνων ἐμπίστων καὶ ὁμογνωμούντων αὐτῷ, κατέστησεν ὅμως αὐτοὺς ὑπευθύνους διὰ τὴν μὴ τήρησιν τῶν νομίμων τύπων κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς θελήσεως τοῦ Βασιλέως καὶ διὰ τὴν μὴ πιστὴν ἔκφρασιν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου, ἐπειδὴ ἐξασκεῖ ὁ Ὑπουργὸς τὰ καθήκοντα τῆς διοικητικῆς τοῦ Βασιλέως ἐξουσίας, ὡς νόμιμος ἀντιπρόσωπος αὐτοῦ δυνάμει θεσπισμάτων καὶ νόμων, αὐτοβούλως καὶ ἀνεξαρτήτως, περιώρισε τὴν κακὴν χρῆσιν αὐτῆς διὰ τῆς νομικῆς εὐθύνης αὐτοῦ, καὶ οὕτω ὑπὸ κυβερνητικὴν μὲν ἔποψιν ἡ εὐθύνη καὶ ἡ ἐνέργεια τῶν Ὑπουργῶν ὑφίσταται πρὸς βεβαίωσιν τῆς θελήσεως τοῦ Βασιλέως, ὑπὸ διοικητικὴν ὅμως ἔποψιν ἡ ἐνέργεια αὕτη εἶναι αὐτοτελής, ἀνθύπαρκτος καὶ ἀνεξάρτητος πάσης ἄλλης θελήσεως, καὶ διὰ τοῦτο ὑπέχει οὐσιαστικὴν εὐθύνην τῶν πράξεων αὐτοῦ, προερχομένην ἐξ αὐτῶν τούτων. Ὅθεν, τούτων οὕτως ἐχόντων, ἡ ἐκτέλεσις τῆς διαταγῆς πρὸς δημοσίευσιν ὑπάγεται εἰς τὴν κυβερνητικὴν δικαιοδοσίαν, ἢ εἰς τὴν διοικητικὴν ἐξουσίαν. Καὶ εἰ μὲν ὑπάγεται εἰς τὴν πρώτην τούτων, ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ ἐκτελέσῃ τὴν διαταγὴν τοῦ ὑφ’ ὃ ἐτάχθη, διότι εἰς τοῦτο συνίσταται ἡ νομικὴ εὐθύνη αὐτοῦ· εἰ δὲ εἰς τὴν δευτέραν, ὑπεισέρχεται τότε αὕτη εἰς ἀλλότρια καθήκοντα, προϊσταμένης μάλιστα ἐξουσίας, ὁπότε ἡ εὐθύνη καὶ πλήρης καὶ βαρυτέρα εἶναι. Ἡ ἐκτέλεσις λοιπὸν τῆς διαταγῆς πρὸς δημοσίευσιν νόμου τινὸς εἶναι ἐπιβλητικὴ καὶ ἡ εὐθύνη ἀκεραία. Ἀλλὰ τίς ὁ ἁρμόδιος πρὸς τοῦτο Ὑπουργός; Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δὲν θὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλὴν, διότι ὁ νόμος ΒΡΞϚʹ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, ἐν ἄρθρῳ 13, ἐντελῶς καθορίζει τὸ ζήτημα τοῦτο, ἄνευ ἀνάγκης τινὸς νὰ προστρέξωμεν εἰς τοὺς προγενεστέρους περὶ δημοσιεύσεως νόμους. «Ἡ ἄδεια τῆς δημοσιεύσεως, διατάσσει ὁ νόμος, δίδοται τῷ Διευθυντῇ ἑκάστοτε παρὰ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἴτε ἀπ’ εὐθείας, εἴτε διά τινος ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου, ὅπερ διευθύνει». Ὑπεύθυνον ἄρα οὐδένα ἕτερον ἔχομεν ἢ αὐτὸν τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸν καὶ διὰ ζώσης τὴν δημοσίευσιν δυνάμενον νὰ ἐντέλληται. Καὶ τοῦτο, Κύριοι, ἐβεβαίωσεν αὐτὸς οὗτος ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅτε ἀνέγνω ὑμῖν περικοπὴν τῆς ὁμιλίας του ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ μνημονευθέντος νόμου. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι συνάδελφοι, ἐν παρόδῳ νὰ γνωρίσω ὑμῖν, ὅτι ἡ περικοπὴ ἐκείνη μοὶ προὐξένησεν ἰδίαν εὐχαρίστησιν, καθόσον δι’ αὐτῆς, τὴν ἐπιπολαιότητα, τὴν τόσον σκαιῶς καθ’ ἡμῶν ῥιφθεῖσαν, ἰδίαις χερσὶν ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρωθυπουργὸς αὐτοστιγμεὶ ἐνεδύθη. Τούτου δ’ ἤδη δεδομένου, ἴδωμεν τὸ δεύτερον ζήτημα τούτων· τουτέστιν, «ἂν, δημοσιευθέντος νόμου τινὸς, ἐμπεριέχοντος πάντα τὰ στοιχεῖα τῆς συστάσεως αὐτοῦ, δύναται Ὑπουργός τις νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ, λόγῳ ὅτι ἐν τούτῳ δὲν προσυπέγραψεν ὡς ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς τὸ πρόσωπον, ὅπερ ἐξετέλει τὰ καθήκοντα τούτου κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐκτελέσεως τῆς δημοσιεύσεως, ἀλλ’ ἐκεῖνο, ὅπερ ἦτο τοιοῦτον κατὰ τὸν χρόνον τῆς ψηφίσεως, κυρώσεως καὶ ἐκδόσεως τοῦ νόμου». Πρὸς ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος τούτου ἔχομεν ἀνάγκην νὰ καταφύγωμεν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ δημοσίου δικαίου, αἵτινες καὶ τοῦ ἡμετέρου καὶ τοῦ τῶν λοιπῶν εὐνομουμένων Κρατῶν ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν. Κατὰ τὰς διατάξεις αὐτὰς, πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι, ἐν τῇ ἐνεργείᾳ αὐτῶν ἑκάστη, εἰσὶν ἑνιαῖαι, καὶ μόνον ἐπὶ τῆς ἑνότητος ταύτης δύναται νὰ στηριχθῇ τὸ κῦρος τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἑνότης ἦναι ἀπαιτητὴ διὰ τὰς ἀποφάσεις τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν, ἐπιβάλλεται αὕτη τῇ ἐκτελεστικῇ ἐξουσίᾳ οὐχὶ μόνον χάριν τῆς ἰσχυροποιήσεως αὐτῆς ἐν τῇ ἐπιτελέσει τῶν καθηκόντων της, ἀλλὰ κυρίως χάριν τῆς κυριαρχικῆς τῆς Πολιτείας ἐξουσίας· διότι ἡ κυριαρχία τῆς Πολιτείας ἐκπροσωπεῖται διὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Εἰ ἑπομένως ἡ ἑνότης εἶναι ἀπαιτητὴ δι’ ἐκείνας, ἐπιβλητέα ἐστὶ τῇ ἐκτελεστικῇ ἐξουσίᾳ. Ἡ ἔλλειψις ἄρα τῆς ἑνότητος ἐν τῇ ἐκτελεστικῇ ἐξουσίᾳ παραλύει τὴν ἐσωτερικὴν αὐτῆς δρᾶσιν, ἀντιστρατεύεται εἰς τὴν κυριαρχίαν τῆς Πολιτείας, καταστρέφει τὴν βάσιν τοῦ Κράτους. Ὅθεν ἡ ἑνότης ὑπάρχει ἐν τόπῳ καὶ χρόνῳ, καὶ ἡ εὐθύνη ἐπιπίπτει ἀκεραία ἐφ’ ὅλων τῶν ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς ἐκτελέσεως τῆς δοθείσης διαταγῆς, καὶ οὕτως ἐκλείπει ἡ διάκρισις τῶν προσώπων. Πᾶσα δὲ δημοσίευσις, γενομένη μετὰ τὴν ἔκδοσιν, εἶναι ἔγκυρος καὶ ἀνεπηρέαστος ἐκ τοῦ χρόνου τῆς ἐκτελέσεως αὐτῆς. Καλῶς ἑπομένως ἐγένετο ἡ δημοσίευσις τοῦ νόμου ͵ΒΡΙΕʹ καὶ λόγῳ τύπων καὶ λόγῳ εὐθύνης. Τὸ δὲ ὑποδειχθὲν ὑπό τινων ἀξιοτίμων συναδέλφων περὶ πλέον, δι’ οὗ ἐσκοπεῖτο ἡ ἔκδοσις νέου πρὸς δημοσίευσιν τοῦ νόμου διατάγματος, ἐντελῶς σόλοικον νομικῶς εἶναι, διότι πρόῤῥιζα ἀνατρέπει τὴν θεωρίαν τῆς ἑνότητος, ἐφ’ ἧς καὶ μόνης στηρίζεται ὁ θεσμὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀλλὰ δημοσιευθέντος νόμου τινὸς, ἐμπεριέχοντος πάντα τὰ στοιχεῖα τῆς συστάσεως αὐτοῦ, δύναται νὰ ἀνασταλῇ ἡ ἐνέργεια τούτου καὶ μάλιστα δι’ ἐγκυκλίου ὑπουργικῆς διαταγῆς; Τὴν μὴ ἀναστολὴν ἐνεργείας νόμου τινὸς ἐπιτάσσει καὶ αὐτῷ τῷ ἄνακτι τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 35. Ἡ δ’ ἐπιταγὴ εἶναι τόσον γενικὴ, ὥστε ἀδιστάκτως δύναται νὰ συμπεριληφθῇ εἰς αὐτὴν καὶ δημοσίευσις νόμου ἔστω καὶ μὴ ἐντελῶς κατὰ τύπους γενομένου. Καὶ τὴν ἑρμηνείαν ταύτην, Κύριοι, ἔδωκε τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα ἡμῶν κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1875, τῇ εἰσηγήσει μάλιστα αὐτοῦ τούτου τοῦ κυρίου νῦν Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ἄν τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐνεργείας νόμου τινὸς ἀπαγορεύῃ τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἀνώτατον τῆς Πολιτείας ἄρχοντα, νομίζετε ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς Ὑπουργὸν δι’ ἁπλῆς ἐγκυκλίου διαταγῆς νὰ σταματᾷ τὴν ἐνέργειαν τῶν νόμων καὶ νὰ ξεσχίζῃ τὰς διαταγὰς τοῦ ἄνακτος αὐτοῦ; Τούτου δὲ γενομένου, δὲν νομίζετε ὅτι ἀποδεικνύεται τρανότατα ἡ ἄγνοια τῶν ὁρίων τῶν καθηκόντων ἑκάστου ἡμῶν; Καὶ τούτου ἐπιτρεπομένου, εἴπατέ μοι, τί κῦρος δύνανται νὰ ἔχωσι πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι τῆς Πολιτείας πρὸ τῆς δυνάμεως τῆς ἀνατρεπούσης πρόῤῥιζα τὰς ἀποφάσεις καὶ διαταγὰς αὐτῶν; Καὶ νομίζετε ὅτι οὕτω δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἡ Ἑλλὰς ὡς κυρίαρχον Κράτος; Σταματήσατε ἐν τῇ Πολιτείᾳ πᾶσαν παράνομον δρᾶσιν τῶν ἐξουσιῶν αὐτῆς. Σταματήσατε δ’ αὐτήν, ἂν θέλητε τὴν πολιτικὴν καὶ κοινωνικὴν τῆς πατρίδος ἡμῶν ὕπαρξιν. Ἀποπέμψατε δὲ δι’ οὗ τρόπου ὑπέδειξεν ἡμῖν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς πάντα δυνάμενον νὰ φαντασθῇ, ὅτι δύναται διὰ τῆς ἰδίας αὑτοῦ βουλήσεως νὰ ἀναπληρώσῃ τὴν θέλησιν τῶν νόμων καὶ τοῦ ἔθνους, ἂν πονῆτε ἀληθῶς τὸν τόπον ἡμῶν, καὶ δείξατε, ὅτι οὐδ’ ἐν κινδύνῳ κἂν ἐννοεῖτε νὰ κοιμηθῶσιν οἱ νόμοι, ἂν δὲν θέλητε νὰ ποδοπατήσωσι ξένοι τοὺς τάφους τῶν πατέρων ἡμῶν.

§61ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, Κύριοι, ἐὰν τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἔφερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς αἱ ἐπερωτήσεις τῶν ἀξιοτίμων ἐξ Αἰγιαλείας καὶ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτῶν, εἶχε περιορισθῆ ἐντὸς τῶν νομικῶν ὁρίων. Τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν νομικὴν αὐτοῦ ἔποψιν νομίζω ὅτι ἀρκούντως ἀνεπτύχθη ἐν τῇ Βουλῇ, ἐλάχιστα δὲ δύναταί τις νὰ προσθέσῃ. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις ἐξῆλθε τῶν καθαρῶς νομικῶν ὁρίων. Ἐξητάσθη δὲ τὸ πρῶτον ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀκολούθως δὲ καὶ ὑπὸ ἄλλων προαγορευσάντων, καὶ ὑπὸ οὐσιαστικὴν ἔποψιν, ὑπὸ τὴν τῆς χρησιμότητος δηλ. τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τελῶν τινων εἰς χρυσὸν καὶ ὑπὸ τὴν τοῦ ἐπωφελοῦς τῆς δι’ ὑπουργικῆς ἐγκυκλίου ἀναστολῆς αὐτοῦ. Αἱ ὑπὸ τὰς ἐπόψεις δὲ ταύτας ἰδίως ἀναπτυχθεῖσαι ἰδέαι μὲ ἀναγκάζουσι νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου. Οὐδεμίαν ἡμεῖς αἰσθανόμεθα συμπάθειαν πρὸς τὸν νόμον, οὗτινος ἀνεβλήθη ἡ ἐκτέλεσις. Καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς Βουλῆς ἀπροκαλύπτως ἀντετάχθημεν κατὰ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ. Ἀνεπτύξαμεν τότε τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐθεωροῦμεν τὸν νόμον ἐπιβλαβῆ. Εἴπομεν ὅτι ὁ σκοπός, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωκεν ἡ εἰς τὴν Βουλὴν εἰσαγαγοῦσα αὐτὸν Κυβέρνησις, τῆς διὰ τῆς φορολογίας εἰσπράξεως χρυσοῦ, οὗτινος τὸ Δημόσιον εἶχεν ἀνάγκην, ἤθελεν ἀπολήξει εἰς ἀντίθετα τῶν ἐπιδιωκομένων ἀποτελέσματα. Δὲν συντελεῖ οὗτος εἰς τὴν αὔξησιν μήτε κατὰ μίαν δραχμὴν τῶν ἐν τῷ τόπῳ εἰς χρυσὸν ἀξιῶν, ἀλλ’ ἁπλῶς μεταβάλλει τὸν τρόπον τῆς παρὰ τοῦ Δημοσίου εὑρέσεως χρυσοῦ. Οὗτος δὲ εἶναι ὁ κύριος λόγος τοῦ νόμου, ἡ ratio legis, δευτερεύων δ’ εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νὰ δοθῇ ἡ ἐξ αὐτοῦ πρόσοδος ὡς ἐγγύησις πρὸς συνομολόγησιν δανείου, δι’ ὃν προώριζεν αὐτὸν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Μεταβιβάζων τὴν προμήθειαν χρυσοῦ παρὰ τοῦ Δημοσίου ἀπὸ τῆς ἀμέσου φροντίδος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τοὺς ἐμπόρους καὶ τοὺς παραγωγούς, δὲν ἐστάθμισε καλῶς τὰ ἀποτελέσματα τοῦ τοιούτου μέτρου καὶ τὴν ἐπίτασιν, ἣν ἤθελε φέρει εἰς τὰς νομισματικὰς ἡμῶν δυσχερείας ἡ παρὰ πολλῶν καὶ ἀθρόα ζήτησις χρυσοῦ καὶ ἡ ἐξ αὐτῆς ὑπερτίμησις αὐτοῦ. Ἐπίστευσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι διὰ τῆς φορολογίας ἠδύνατο εὐκόλως νὰ εἰσπράξῃ χρυσὸν, καὶ τὴν γνώμην του ταύτην ἐφήρμοσε καὶ διὰ τοῦ νόμου τούτου καὶ δι’ ἄλλων, ὡς π. χ. τοῦ νόμου περὶ βιομηχανικῶν καὶ ἐμπορικῶν σημάτων, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπέβαλεν εἰς χρυσὸν τὰ ἐξ αὐτῶν εἰσπραττόμενα τέλη. Τὸν νόμον περὶ ἐπιβολῆς τελῶν τινων εἰς χρυσὸν ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ καὶ ἐκύρωσεν ὁ Βασιλεύς, ἐγένετο δὲ καὶ ἡ παρὰ τοῦ Συντάγματος ἀπαιτουμένη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως δημοσίευσις, ἡ promulgation, διὰ τῆς κατὰ τὴν κύρωσιν αὐτοῦ περιληφθείσης διαταγῆς «δημοσιευθήτω καὶ ἐκτελεσθήτω ὡς νόμος τοῦ Κράτους». Οὕτω δ’ ἀπετελέσθη πλήρης ἡ κατὰ τὸ Σύνταγμα κατάρτισις αὐτοῦ. Ὅπως ὅμως ὁ οὕτω τελείως καταρτισθεὶς νόμος ἐφαρμοσθῇ, ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ περιέλθῃ εἰς γνῶσιν ἐκείνων, οἵτινες διετάσσοντο νὰ ὑπακούσωσιν εἰς αὐτόν. Ἔπρεπε νὰ γείνῃ καὶ ἡ γνωστοποίησις αὐτοῦ εἰς τὸ κοινὸν, ἡ publication, ἥτις εἶναι ἁπλῆ ἐκτελεστικὴ ἐνέργεια καὶ, οὕτως εἰπεῖν, μηχανικὴ ἐργασία, οὐδεμίαν ἔχουσα κυριαρχικὴν σημασίαν. Αὕτη εἶναι ἡ πρώτη πρᾶξις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἡ ἀναγκαία διὰ τὴν ἐκτέλεσιν παντὸς νόμου, καὶ ἥτις ἐνεργεῖται καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει ὁ νόμος περὶ δημοσιεύσεως τῶν νόμων, καὶ τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦσι καὶ ἕτεραι, ὡς π. χ. αἱ δι’ ἐγκυκλίων διδόμεναι εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς διαταγαὶ καὶ ὁδηγίαι. Τὴν πρᾶξιν ταύτην ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνύψωσεν εἰς βαθμὸν πλέον ἢ ὑπερβολικὸν, δύναται δὲ νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἀνέπτυξε τερατώδη θεωρίαν, διὰ τῆς ὁποίας παρέστησεν, ὅτι ὁ νόμος, τελείως καταρτισθεὶς κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, εἶναί τι μὴ ἔχον ὑπόστασιν, καὶ ὅτι μόνον διὰ τῆς πρὸς ἐκτέλεσιν δημοσιεύσεώς του λαμβάνει τὴν ὑπόστασίν του. Κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον, συζητοῦντες τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, εὕρομεν ἐν αὐτῷ διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἡ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἔκδοσις πασῶν τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, αἵτινες, ὅπως ἐκτελεσθῶσι, πρέπει νὰ δημοσιευθῶσι δι’ αὐτῆς, ὑποβάλλονται εἰς τὴν προηγουμένην ἔγκρισιν τοῦ ἑκάστοτε Πρωθυπουργοῦ. Ἀντέστημεν κατὰ τῆς διατάξεως ταύτης, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν δι’ αὐτῆς τίθενται οἱ Ὑπουργοὶ τοῦ Κράτους. Εἴπομεν ὅτι ἡ διάταξις αὕτη, ἥτις ἀπαγορεύει εἰς πάντα Ὑπουργὸν τὴν ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεών του καὶ πράξεών του, καὶ ἐκείνων ἀκόμη, αἵτινες περιβάλλονται διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Βασιλέως, καθιστᾷ τοὺς Ὑπουργοὺς ὑπαλλήλους ὑποτεταγμένους εἰς τὸν ἑκάστοτε Πρωθυπουργὸν, ἐκμηδενίζει τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν εὐθύνην αὐτῶν, καὶ ἀναιρεῖ τὴν ὕπαρξιν ἀληθοῦς κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὴν διάταξιν ἐκείνην ἐχαρακτήρισε τότε ὡς ἀναθέτουσαν εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν ἁπλοῦν ἔργον διεκπεραιωτοῦ πρὸς ἐπιτήρησιν τῆς καλῆς συντάξεως καὶ κατατάξεως τῆς ὕλης τῆς ἐφημερίδος. Οὐδέποτε ἐφαντάσθημεν, πολεμοῦντες τὴν διάταξιν ταύτην, χάριν τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν Ὑπουργῶν, ὅτι ἐπρόκειτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἀνυψώσῃ ἐπὶ τοσούτῳ τὴν σημασίαν αὐτῆς, ὥστε νὰ θελήσῃ δι’ αὐτῆς νὰ ὑποτάξῃ εἰς τὴν θέλησιν αὐτοῦ καὶ τὰς κυριαρχικὰς ἐξουσίας τοῦ Κράτους, παριστῶν τὰς πράξεις καὶ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως ὡς ἔργα προπαρασκευαστικὰ, τῶν ὁποίων ἡ ὑπόστασις καὶ ἡ ἐκτέλεσις ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἀποφάσεως αὐτοῦ. Τοιαύτη ἐξουσία, Κύριοι, ἀλλοιοῖ τὰς βάσεις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ ἐγκαθιδρύει ἀληθῆ δικτατορίαν, συγκεντροῦσαν πάσας τὰς ἐξουσίας εἰς χεῖρας τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅστις δύναται νὰ εἴπῃ ὅ,τι εἶπεν ἄλλοτε ὁ Λουδοβῖκος ΙΔʹ: «ἐγὼ εἰμὶ τὸ Κράτος» («L’ état c'est moi»). Τοιαύτην ἰδέαν ἔχει περὶ τῆς λειτουργίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ καὶ συνταγματικοῦ πολιτεύματος παρ’ ἡμῖν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἄν ἔχῃ ἰδέαν περὶ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, δικαίως εἶπε προχθές, ὅτι ἀποκρούει τὴν γνώμην, ἣν εἶχον ἐκφράσει περὶ αὐτοῦ, ὁμιλῶν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον. Ἐὰν παραδέχηται, ὅτι Πρωθυπουργὸς, ὑποστηριζόμενος ὑπὸ πλειοψηφίας ἐξ 102 ἢ καὶ 120 Βουλευτῶν, ἣν παριστᾷ ὡς ἀναμάρτητον καὶ παντοδύναμον, δικαιοῦται νὰ ὑποτάξῃ εἰς τὴν θέλησιν αὐτοῦ πάσας τὰς ἐξουσίας τοῦ Κράτους, βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ συμφωνήσωμεν περὶ τῆς ὑπάρξεως παρ’ ἡμῖν πολιτεύματος τοιούτου ἀκράτου κοινοβουλευτισμοῦ. Ἐὰν ὅμως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐνόει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἦναι ἐν ἁρμονίᾳ μετὰ τῆς Βουλῆς, διότι ἄνευ ταύτης δὲν δύναται νὰ λάβῃ τὰ ἀναγκαῖα νομοθετήματα πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ προορισμοῦ αὐτῆς, τῆς διοικήσεως δηλαδὴ τοῦ τόπου, καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ, ὡς πολιτικὸν σῶμα, δικαιοῦται νὰ ἐλέγχῃ καὶ ζητῇ εὐθύνας παρὰ πάσης Κυβερνήσεως, παραβιαζούσης τοὺς νόμους, ἢ κακῶς καὶ ἐπιβλαβῶς διὰ τὴν χώραν πολιτευομένης, ἐπὶ τῶν ἐννοιῶν τούτων οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ διαφωνία, ὡς καὶ ἐπὶ τῆς ἐννοίας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, διαφωνοῦσα ἐπὶ οὐσιωδῶν ζητημάτων πρὸς τὴν Βουλὴν, ὀφείλει ν’ ἀποχωρήσῃ. Ἐκφράσας ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου γνώμην, δὲν ἐνόησα ποτὲ, ὅτι τὸ πολίτευμα ἡμῶν εἶναι ὅμοιον μὲ τὰ πολιτεύματα τῶν συγκεκερασμένων αὐτοκρατοριῶν, ἐν αἷς ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία εἶναι ἁπλῶς νομοθετικὸν σῶμα, καὶ ὅπου οἱ Ὑπουργοὶ ὀφείλουσιν εὐθύνας μόνον πρὸς τὸν Ἡγεμόνα. Ἐνόουν, ὅτι τὸ πολίτευμα ἡμῶν εἶναι κοινοβουλευτικὸν καὶ συνταγματικὸν, οὐχὶ ὅμως ἀκράτως κοινοβουλευτικόν. Ἄκρατον κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἔχουσι τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, ὡς π. χ. ἡ Ἀγγλία, ἐν οἷς αἱ Βουλαὶ ἐξασκοῦσιν ὁλόκληρον τὴν εἰς τὸ ἔθνος ἀνήκουσαν ἐξουσίαν, ἀποτελοῦσαι διαρκῆ Ἐθνοσυνέλευσιν, ἥτις δύνανται τὰ πάντα νὰ μεταβάλῃ καὶ διευθετήσῃ, ὡς αὕτη κρίνει συμφερώτερον διὰ τὸ ἔθνος, καὶ ὀφείλουσα μόνον νὰ σεβασθῇ τὰς συμβάσεις τὰς ἀπὸ αἰώνων ὑπαρχούσας μεταξὺ τοῦ ἔθνους καὶ τῆς Βασιλείας. Παρ’ ἡμῖν ὅμως ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, ἡ Βουλὴ, ἐξασκεῖ ὡρισμένον μέρος, μέγα ἴσως μέρος, ἀλλ’ οὐχὶ τὸ ὅλον τῆς ἐξουσίας, ἥτις ἀνήκει εἰς τὸ ἔθνος, καὶ τῆς ὁποίας ἡ πλήρης ἐξάσκησις ἀνήκει μόνον εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν. Τὴν τοιαύτην δ’ ἔννοιαν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν παραβιάζει ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἡ ὑποστηρίζουσα αὐτὸν κοινοβουλευτικὴ πλειοψηφία, παραδεχομένη ὅτι αἱ πράξεις καὶ αἱ ἀποφάσεις τῶν κυριαρχικῶν ἐξουσιῶν, εἰς ἃς ὀφείλει ὑποταγὴν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, πρέπει νὰ ὑποτάσσωνται εἰς τὴν θέλησιν καὶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ εὐθύνη, ἣν ἡ Κυβέρνησις φέρει διὰ τὴν ἐκτέλεσιν παντὸς νόμου, δίδει εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ὑποβάλλῃ αὐτὸν εἰς τὴν βασιλικὴν κύρωσιν, ἐφ’ ὅσον νομίζει, ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους δὲν ἀπαιτοῦσι τοῦτο. Ἀλλ’ ἅμα ὁ νόμος ἐκυρώθη καὶ περιεβλήθη τὴν βασιλικὴν διαταγὴν τῆς δημοσιεύσεώς του, δὲν πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ δημοσίευσίς του, εἰμὴ μόνον κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ἀναγκαῖον διὰ τὴν προπαρασκευὴν τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ. Ἄν δὲ δι’ οἱονδήποτε λόγον παρίσταται ἀναγκαία καὶ περαιτέρω ἀναβολὴ τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ, ἡ ἀναβολὴ αὕτη τότε μόνον ἔσεται κανονικὴ, ὅταν γείνῃ τῇ προηγουμένῃ συγκαταθέσει τῆς κυρωσάσης τὸν νόμον κυριαρχικῆς ἐξουσίας, δηλαδὴ τοῦ Βασιλέως. Δὲν δύναταί τις ὅμως νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι παρ’ ἡμῖν ἐπεκράτησεν ἔθιμον οὐχὶ καθ’ ὅλα σύμφωνον πρὸς τὴν ὀφειλομένην εὐλάβειαν τῆς ἐκτελεστικῆς πρὸς τὰς κυριάρχους ἐξουσίας, καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ Ὑπουργοὶ, ὡς εἶπε προχθὲς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θέτουσιν εἰς τὰ συρτάριά των καὶ νόμους καὶ διατάγματα, ἀναβάλλοντες τὴν δημοσίευσιν αὐτῶν καὶ ἐπὶ χρόνον πολὺ μακρότερον ἐκείνου, ὅστις ἀπαιτεῖται διὰ τὰς πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῶν ἀπαιτουμένας προπαρασκευαστικὰς ἐργασίας. Ἡ ἐπικράτησις ὅμως τοιούτου ἐθίμου κατ’ οὐδὲν μεταβάλλει τὴν πληρότητα τῆς συγκροτήσεως τοῦ νόμου, διὰ τὸν λόγον ὅτι οὗτος μένει ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ Ὑπουργοῦ.

§62ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καθ’ ὑμᾶς ὑπάρχει νόμος περὶ Ὑπουργείου Συγκοινωνίας ἤδη, καὶ δυνάμεθα νὰ τὸν δημοσιεύσωμεν;

§63ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ νόμος οὗτος δὲν ἐδημοσιεύθη ἐντὸς τῆς διμήνου προθεσμίας, ἣν ὁρίζει τὸ Σύνταγμα διὰ τὴν κύρωσιν τῶν νόμων, δὲν ὑπάγεται ἑπομένως εἰς τὴν περίπτωσιν, ἣν συζητοῦμεν. Καθιερώθη δ’ ὡσαύτως παρ’ ἡμῖν καὶ ἕτερον ἔθιμον, καθ’ ὃ νόμοι καὶ διατάγματα ὑπογεγραμμένα ὑπὸ προκατόχων Ὑπουργῶν δημοσιεύονται καὶ ἐκτελοῦνται ὑπὸ τῶν διαδόχων αὐτῶν. Πλεῖστα δὲ παραδείγματα τοιούτων δημοσιεύσεων καὶ ἐκτελέσεων ἐμνημονεύθησαν ὑπὸ τῶν προλαλησάντων. Ἂν τοῦτο δὲν ἦναι ἀκριβές, ἡ ἐν τῇ Βουλῇ παρουσία τῶν Ἑπτανησίων Βουλευτῶν ἀπὸ τοῦ 1865, καὶ διάφοροι ἄλλαι διατάξεις, σχετιζόμεναι μὲ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου, δὲν θὰ ἦσαν νόμιμοι, διότι ὁ νόμος περὶ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου μὲ τὴν Ἑλλάδα ἐκυρώθη διὰ τῆς ὑπογραφῆς Ὑπουργοῦ ἀπὸ πολλοῦ ἀντικατασταθέντος ὑπὸ ἄλλου, ὅτε οὗτος ἐδημοσιεύθη καὶ ἐφηρμόσθη. Ἡ δικαιολογία δὲ, ἣν ἔφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὁ νόμος οὗτος, ὡς καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ μνημονευθέντες παρὰ τῶν προλαλησάντων, ἐδημοσιεύθησαν πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου τοῦ 1882, τοῦ κανονίζοντος τὰ τῆς ἐκδόσεως τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι σοβαρὰ, διότι ἡ δημοσίευσις τῶν νόμων καὶ πρὸ καὶ μετὰ τὸ 1882 ἦτο οὐσιαστικῶς ἡ αὐτὴ, καὶ μόνον τὸν τρόπον τῆς πραγματοποιήσεως αὐτῆς ἐτροποποίησεν ὁ νόμος τοῦ 1882. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὸ 1882 ἐδημοσιεύθησαν νόμοι, φέροντες τὴν ὑπογραφὴν προκατόχου Ὑπουργοῦ, καὶ παρ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρ’ ἄλλων Ὑπουργῶν. Ὁ τέως Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ κ. Σωτηρόπουλος, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δημοσιεύσῃ καὶ ἐκτελέσῃ τὸν καθ’ ὅλα κατηρτισμένον νόμον περὶ εἰσπράξεως τελῶν τινων εἰς χρυσόν. Ἐγνώριζε τὰ καθιερωθέντα ἔθιμα, δημοσιεύσας δ’ αὐτὸν, ἀνεδέχθη ἀναμφισβητήτως τὴν εὐθύνην τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ, ἧς τὸ βάρος ᾐσθάνθη ὀλίγον μετὰ τὴν ἐφαρμογήν του. Ἀλλὰ καὶ οἱ προκάτοχοι αὐτοῦ ἔφερον τὴν εὐθύνην, ἥτις πράγματι ἀνῆκεν εἰς αὐτοὺς, τὴν εὐθύνην τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νόμου εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ, μ’ ὅλας τὰς γενομένας τότε παρατηρήσεις περὶ τῶν ἐπιβλαβῶν αὐτοῦ ἀποτελεσμάτων καὶ τὴν εὐθύνην τῆς κυρώσεως καὶ τῆς ἐκδόσεως αὐτοῦ. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀνέβαλλον τὴν δημοσίευσιν καὶ ἐκτέλεσιν αὐτοῦ, ἡ πρόθεσίς των δηλ. νὰ δώσωσιν ὡς ἐγγύησιν δανείου τὰς ἐξ αὐτοῦ προσόδους, δὲν ἦτο ὁ λόγος τοῦ νόμου, ἡ ratio legis, ἧς ἐκλιπούσης, ἤθελεν ἐκλείψει καὶ ἡ σκοπιμότης τῆς ἐκτελέσεώς του, ἀλλὰ σκοπὸς δευτερεύων, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωκε μὲν ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς, οὗτινος ὅμως ἡ ἔλλειψις δὲν καθίστα τὸν νόμον ἄσκοπον, διότι τὸ Δημόσιον εἶχε πάντοτε ἀνάγκην μεταλλικοῦ νομίσματος, οὗτινος τὴν προμήθειαν ἐπεδίωκεν ὁ νόμος. Ἐὰν δ’ οἱ προκάτοχοι Ὑπουργοὶ, οἱ προσυπογράψαντες τὸν νόμον τοῦτον, δὲν ἤθελον νὰ φέρωσι τὴν εὐθύνην αὐτοῦ, ἔπρεπε, πρὶν ἐξέλθωσι τοῦ Ὑπουργείου, νὰ ζητήσωσι παρὰ τοῦ Βασιλέως ν’ ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς τῆς εὐθύνης ταύτης, ἀνακαλῶν τὴν διὰ τῆς ὑπογραφῆς των κύρωσιν καὶ ἔκδοσιν αὐτοῦ. Ὁ τέως Πρωθυπουργὸς, χωρὶς νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὰς γνώμας τὰς ὁποίας οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ ἐξέφερον περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ νόμου τούτου, ἐδημοσίευσε καὶ ἐξετέλεσεν αὐτὸν, ὅπως συνομολογήσῃ δι’ αὐτοῦ τὸ δῆθεν δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως. Διὰ τῆς ἐκτελέσεως δ’ αὐτοῦ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιστάσεως ἢ διαμαρτυρίας, μήτε παρὰ τῶν ἐκτελεσάντων αὐτὸν ὑπαλλήλων, μήτε παρὰ τῶν δι’ αὐτοῦ φορολογηθέντων, μήτε παρ’ ἄλλου τινὸς, ὁ νόμος ἔλαβε νέον κῦρος. Ἠσθάνθη δὲ τὸ βάρος τῆς εὐθύνης ἣν διὰ τῆς ἐκτελέσεώς του ἀνεδέχθη ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὅταν μετά τινα καιρὸν εἶδε ποίαν νομισματικὴν διατάραξιν καὶ ποίας ζημίας ἤθελε φέρει ἡ πλήρης αὐτοῦ ἐκτέλεσις ἐκ τῆς ζητήσεως χρυσοῦ παρὰ τῶν σταφιδεμπόρων καὶ σταφιδοπαραγωγῶν, οὓς κυριώτερον ἐβάρυνεν ὁ νόμος οὗτος, καὶ ἐκ τῆς ὑψώσεως τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος. Ὅπως προλάβῃ δὲ τὸ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα, ἠναγκάσθη νὰ παραβιάσῃ τὸν νόμον, περιγράψας αὐτὸν καὶ διατάξας τὴν προπώλησιν τοῦ χρυσοῦ, οὗ τὴν προμήθειαν ἐπεδίωκεν ὁ νόμος καὶ οὗτινος τὸ Δημόσιον εἶχε πάντοτε ἀνάγκην διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ληξιπροθέσμων ἢ μετ’ ὀλίγον ἀπαιτητῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ διαταγὴ, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, δὲν ἔλεγεν ὅτι πρέπει νὰ προπωλήσῃ τὸν χρυσὸν πρὶν ἔτι εἰσπράξῃ αὐτὸν, ἐπὶ τῇ ὁριζομένῃ τιμῇ τῶν δραχμῶν 1,65 κατὰ φράγκον, ἀλλ’ ἐξ ὅλης τῆς ἐνεργείας τῆς γενομένης παρὰ τῆς Τραπέζης, ἐν γνώσει βεβαίως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ κ. Σωτηρόπουλος, πιεζόμενος ὑπὸ τῶν πραγμάτων, μετέβαλε τὴν εἰς χρυσὸν εἴσπραξιν εἰς εἴσπραξιν τραπεζικῶν γραμματίων. Εἰς ἀνάλογον ἀνάγκην ἤθελε βεβαίως εὑρεθῆ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἂν ὄχι ἀμέσως, ἀλλὰ μετὰ παρέλευσιν χρόνου τινὸς, ἐὰν ἤθελεν ἐφαρμόσει τὸν νόμον καθ’ ὃν τρόπον αὐτὸς ἐσκόπει, ἐὰν ἤθελε δηλ. συνομολογήσει τὸ δάνειον καὶ ἀναθέσει τὴν εἴσπραξιν τῶν εἰς χρυσὸν τελῶν εἰς ἐπιτροπὴν ἐκ ξένων συγκεκροτημένην καὶ ἐνασκοῦσαν ἐξωτερικὸν ἔλεγχον. Ἡ διὰ τοῦ δανείου προμήθεια χρυσοῦ ἤθελεν ἐμποδίσει κατ’ ἀρχὰς τὴν ἄμεσον ἐμφάνισιν τῶν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἀποτελεσμάτων, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ χρυσοῦ τούτου τ’ ἀποτελέσματα ταῦτα ἤθελον παρουσιασθῆ πολὺ βαρύτερα καὶ τοσούτῳ μᾶλλον ὀλεθριώτερα, καθόσον ἠθέλομεν εὑρεθῆ ἀπέναντι τῆς ἀδυναμίας νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν ἢ καταργήσωμεν τὸν νόμον τὸν ἐφαρμοζόμενον ὑπὸ τὴν ἄμεσον διαχείρισιν καὶ ἐπίβλεψιν τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐλέγχου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀναλαβὼν τὴν ἀρχὴν, εὑρέθη ἀπέναντι διλήμματος, ἢ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον πιστῶς καὶ ἐπιφέρῃ σπουδαίαν ὕψωσιν τοῦ χρυσοῦ καὶ τὰς ἐξ αὐτῆς ὀλεθρίας διὰ τὸν τόπον συνεπείας, ἢ νὰ ἐξακολουθήσῃ περιγράφων αὐτὸν, ὡς καὶ ὁ προκάτοχός του. Ἡ ὑπερβολικὴ ὅμως αὐτοῦ φιλονομία τὸν ἠμπόδιζε νὰ περιγράψῃ τὸν νόμον, τὸ κῆδος δ’ αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς κοινωνίας δὲν τῷ ἐπέτρεπε νὰ τὸν ἐφαρμόσῃ πιστῶς καὶ κατὰ γράμμα. Εὗρεν ἑπομένως ἁπλούστερον νὰ χαρακτηρίσῃ αὐτὸν ὡς παρανόμως δημοσιευθέντα, νὰ τὸν θεωρήσῃ ὡς ἀπ’ ἀρχῆς ἄκυρον καὶ ἀνύπαρκτον, καὶ ν’ ἀναστείλῃ τὴν ἐφαρμογήν του. Ἐδικαιολόγησε δὲ τὴν πρᾶξίν του, ἐπιπροσθέτως ἰσχυρισθεὶς, ὅτι ὁ κ. Σωτηρόπουλος, παραβιάσας τὸν νόμον, ἔδωκεν εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ τὸν θεωρήσῃ ἄκυρον καὶ ἀναστείλῃ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς τὰς δικανικὰς ταύτας δικαιολογίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· ἰσχυρίσθη ἐπίσης, ὅτι οὐσιαστικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἐπέβαλον αὐτῷ τὴν τοιαύτην πορείαν, διότι ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ καθαρίσῃ τὸ ἔδαφος ἐκ τῶν ἀκανθῶν καὶ τῶν τριβόλων, οὓς ἔῤῥιψεν ἐπ’ αὐτοῦ ἡ συνομολόγησις τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, διὰ νὰ δυνηθῇ εὐκολώτερον νὰ ἐφαρμόσῃ τὰ οἰκονομικὰ αὐτοῦ μέτρα. Ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν πράγματι ὑπάρχῃ ἐν τῇ φροντίδι περὶ τῶν γενικῶν συμφερόντων βάσιμός τις δικαιολογία τῆς πράξεως, ἥτις ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν ἀπεδείχθη ὡς ὅλως ἀδικαιολόγητος. Ἔπρεπε βεβαίως νὰ καθαρισθῇ τὸ ἔδαφος ἐκ τῶν δυσχερειῶν, ἃς προσέθηκεν εἰς τὴν κατάστασιν ἡμῶν τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως. Ἀλλ’ ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεδίωξε τὴν ἄρσιν τῶν δυσχερειῶν τούτων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν εἶναι μήτε ὁ καταλληλότερος, μήτε ὁ ἐπωφελέστερος. Ἀπ’ ἐναντίας δὲ εἰς τὰς ὑπαρχούσας πολλὰς δυσχερείας προσέθηκε καὶ ἑτέρας. Τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, ὀπωσδήποτε καὶ ἂν τὸ κρίνωμεν καὶ ὅσην καὶ ἂν ἐπροξένησε βλάβην εἰς τὴν ὑπόληψιν καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, παρήγαγε δικαιώματα πραγματικὰ τρίτων καὶ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, τὰς ὁποίας ἔχομεν καθῆκον νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν. Δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν σήμερον τίνες εἰσὶν αἱ ὑποχρεώσεις καὶ τὰ δικαιώματα ταῦτα, καὶ τίνα ἔχουσιν ὑπόστασιν καὶ ἰσχύν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ἡ Βουλὴ, διὰ νὰ δείξω τίνος εἴδους δικαιώματα νομίζουσιν ὅτι ἀπέκτησαν οἱ συμβληθέντες μετὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως Χάμπρο καὶ υἱὸς, νὰ ἀναγνώσω, μεταφράζων ἐκ τοῦ ἀγγλικοῦ, ἀπόσπασμα τοῦ ἐγγράφου, ὅπερ ἐν εἴδει διαμαρτυρήσεως ἀπηύθυναν οὗτοι πρὸς τὸ διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 30 Μαΐου σχηματισθὲν εἰδικὸν ταμεῖον τοῦ δανείου, πρὶν ἢ ἀκόμη λάβωσι γνῶσιν ἐπισήμως τῆς ὑπουργικῆς ἐγκυκλίου, διὰ τῆς ὁποίας ἀνεστέλλετο ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τελῶν τινων εἰς χρυσόν. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο εὑρίσκεται μεταξὺ τῶν κατατεθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ φέρει χρονολογίαν 4/16 Νοεμβρίου. Περιέχει δὲ πρὸς τοῖς ἄλλοις τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἔχομεν καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶμεν διὰ τοῦ ἰσχυροτέρου τρόπου κατὰ πάσης πράξεως τῆς Κυβερνήσεως, ἢ οἱουδήποτε Ὑπουργοῦ, σκοπούσης νὰ παρέμβῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων τοῦ ταμείου, ἢ νὰ ἀλλοιώσῃ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, τοῦ ὁρίζοντος, ὅπως οἱ ὑπέγγυοι φόροι πληρώνωνται εἰς χρυσὸν, ἐφ’ ὅσον ὑφίστανται ὁμολογίαι τοῦ δανείου 5% τοῦ 1893. «Σᾶς προσκαλοῦμεν νὰ λάβητε πᾶν νόμιμον μέτρον καὶ ἐπιμείνητε, ἵνα καταστῶσι σεβαστὰ τὰ εἰς ἡμᾶς ἐκχωρηθέντα δικαιώματα διὰ Β. Διατάγματος· ἰδίως δὲ πρέπει νὰ ζητήσητε τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 7 κατὰ παντὸς ὑπαλλήλου, ὅστις, συμμορφούμενος μὲ τὴν ἐγκύκλιον τοῦ κ. Τρικούπη, ἤθελεν ἐνεργήσει ἐναντίον τοῦ καταστατικοῦ νόμου τῆς Ἑλλάδος.» Δὲν ἐννοῶ, ὡς εἶπον, νὰ ἐκφέρω οὐδεμίαν γνώμην περὶ τῶν ἰσχυρισμῶν τῶν κ. κ. Χάμπρο καὶ υἱοῦ καὶ τοῦ βασίμου ἢ μὴ αὐτῶν. Δεικνύω μόνον τοὺς ἰσχυρισμοὺς τούτους, ὅπως ἐξετάσω, ἂν πράγματι τὰ παραχθέντα δικαιώματα διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 30 Μαΐου μειοῦνται κατά τι, ἢ καὶ ἐξαλείφωνται, διὰ τοῦ τρόπου, δι’ οὗ ἐπεδιώχθη ἡ ἀκύρωσις τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τελῶν τινων εἰς χρυσὸν καὶ ἡ ἀφαίρεσις τῆς βάσεως τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως. Εὑρίσκω δὲ, ὅτι τὰ δικαιώματα ταῦτα, ἀντὶ νὰ μειωθῶσιν, ἀπ’ ἐναντίας ἐνισχύονται ἐκ τῆς καταργήσεως νόμου οὐχὶ ὑπὸ τῆς κυριάρχου ἐξουσίας, τῆς δικαιουμένης νὰ πράξῃ τοῦτο, ἀλλ’ ἐκρύθμως καὶ ὑπὸ ἐξουσίας μὴ ἐχούσης τοιοῦτο δικαίωμα, καὶ τῆς ὁποίας ἡ τοιαύτη ἐνέργεια γεννᾷ ἀμέσως τὴν προκατάληψιν καὶ τὴν ὑπόνοιαν τῆς ἐλλείψεως νομιμότητος καὶ τῆς αὐθαιρεσίας. Πρὸς ἀπόδειξιν τούτου, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ καταφύγω καὶ πάλιν εἰς ἔγγραφον αὐτῶν τῶν κ. κ. Χάμπρο καὶ υἱοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυναν πρὸς τὸν ἐν Λονδίνῳ ἐπιτετραμμένον τῆς Ἑλλάδος τὴν 12/24 Νοεμβρίου, μετὰ τὴν πρὸς αὐτοὺς γενομένην ἐπίσημον ἀνακοίνωσιν τῆς ἀναστολῆς τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως εἰς χρυσὸν τελῶν τινων. Ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ ἐκθέτουσιν οὗτοι, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 12 τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 30 Μαΐου πρέπει νὰ εἰδοποιηθῶσι πρὸ ἑνὸς μηνὸς, ὅτι θὰ πληρωθῶσιν εἰς χρυσὸν τὰ τοκομερίδια τῶν ἐν αὐτῷ ὁριζομένων δανείων, διὰ νὰ ἀπαγορευθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ ἔκδοσις νέων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, καὶ ὅτι ναὶ μὲν ἡ § αʹ τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ διατάγματος ὑπάγεται εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν περιῆλθεν εἰς γνῶσίν των ἀπόφασις αὐτῆς, ἀκυροῦσα τὴν § ταύτην, προσθέτουσι δὲ κατὰ λέξιν τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἑπομένως κατὰ τὸ γράμμα τοῦ διατάγματος εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἐκδώσωμεν ὁμολογίας τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως διὰ τὰ τοκομερίδια καὶ τὰς κληρωθησομένας ὁμολογίας τῆς 15 προσεχοῦς μηνός. «Ἐλάβομεν διὰ τῆς ἐξοχότητός σας ἀντίγραφον τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δίδοντος ὁδηγίας, ὅπως παύσῃ πᾶσα περαιτέρω ἔκδοσις ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως. Ἐπειδὴ ὅμως αἱ ὑποχρεώσεις ἡμῶν, ὡς πρακτόρων διὰ τὸ δάνειον τοῦτο, καθορίζονται διὰ Β. Διατάγματος, τακτικῶς δημοσιευθέντος ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καὶ στηριζομένου ἐπὶ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι ἡ Α. Ἐξ. ὁ Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου θέλει κατανοήσει, ὅτι εἶναι ὀρθὸν, ἵνα πᾶσα μεταβολὴ ἢ ἐγκατάλειψις τοῦ σχεδίου τῆς κεφαλαιώσεως ἐπιδιωχθῇ καὶ ἀνακοινωθῇ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. «Οἱ κάτοχοι ὁμολογιῶν προμνησθέντων δανείων διὰ τῆς γενομένης ἐκδόσεως τῶν ὁμολογιῶν τῆς κεφαλαιώσεως ἐγνώρισαν ἤδη τὰς διατάξεις τοῦ Β. Διατάγματος. Νομίζομεν ἑπομένως, ὅτι ἡ ἐγκατάλειψις τῆς πολιτικῆς τοῦ διατάγματος πρέπει νὰ ἐπιδιωχθῇ διὰ τῆς αὐτῆς νομίμου ὁδοῦ καὶ νὰ γνωστοποιηθῇ ῥητῶς καὶ καθαρῶς.» Καὶ οἱ συμβληθέντες μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς καὶ πᾶς, ὅστις ἐπισταμένως ἤθελεν ἐξετάσει τὸ ζήτημα, δὲν ἐννοοῦσιν, ὅτι δι’ ἐκρύθμου πράξεως δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις ἢ ἐξασθένησις τῶν δικαιωμάτων, ἅτινα μόνον νόμιμος καὶ τακτικὴ ἐνέργεια δύναται νὰ θέσῃ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν. Ἂν δι’ ἐκρύθμου πράξεως, δι’ ἀκυρώσεως νόμου δι’ ἐγκυκλίου, προκύπτῃ ἐπήρειά τις ἐπὶ τῶν δικαιωμάτων τούτων, ἡ ἐπήρεια αὕτη δὲν φέρει βεβαίως τὴν ἐξασθένησιν αὐτῶν, ἀλλ’ ἀπεναντίας τὴν ἐνίσχυσίν των διὰ τῆς προκαταλήψεως, ἣν ἡ τοιαύτη ἔκρυθμος πρᾶξις δύναται νὰ γεννήσῃ εἰς πάντα, ὅτι δὲν ἦτο εὔκολος ἡ διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ καταπολέμησις αὐτῶν. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς παρέστησε προσέτι ὡς ἀναγκαίαν τὴν ἐγκύκλιον καὶ τὴν διὰ λακτίσματος μάλιστα ἀναστολὴν καὶ ἀκύρωσιν τοῦ νόμου καὶ τοῦ μετ’ αὐτοῦ συνδεομένου διατάγματος τῆς 30 Μαΐου, ὅπως χαρακτηρισθῶσι ταῦτα ὡς ἀπ’ ἀρχῆς ἄκυρα καὶ ἀνύπαρκτα. Ἐφοβεῖτο μήπως τὰ εἰς χρυσὸν τέλη, ἅτινα ἐδόθησαν ὡς ἐγγύησις εἰς τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, χαρακτηρισθῶσιν ὡς ὑποτεταγμένα εἰς αὐτὸ, καὶ μήπως ἐπέλθῃ οὕτως ἐμπόδιον εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ μέτρων; Ἤθελον ἐννοήσει τὴν δικαιολογίαν ταύτην, καὶ ἂν ἀκόμη δὲν εἶχε νομικὴν ἢ οὐσιαστικὴν βάσιν, ἀλλ’ ἦτο ἁπλῆ ἐπιθυμία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐὰν πράγματι τὰ οἰκονομικὰ αὐτοῦ μέτρα ἐστηρίζοντο ἐπὶ τῆς μὴ θίξεως τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους καὶ εἰς τὴν μὴ ἀκύρωσιν ἰσχυόντων νόμων. Ἀλλ’ ἐξ ὅσων γνωρίζομεν περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἴτε ἐκ τῶν ἐπισήμως παρ’ αὐτοῦ ἀνακοινωθέντων εἰς τὴν Βουλὴν, εἴτε ἐκ τῶν ἄνευ ἐπισημότητος δημοσιευθέντων, δὲν πρόκειται δυστυχῶς περὶ τοιούτων μέτρων. Ἀπ’ ἐναντίας καὶ αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους πρόκειται νὰ θιγῶσι καὶ οἱ νόμοι, ἐφ’ ὧν αὗται στηρίζονται, νὰ μεταβληθῶσιν, εἴτε μονομερῶς, εἴτε καὶ διὰ συγκαταθέσεως τῶν δανειστῶν ἡμῶν, διὰ ψυχολογικῆς βίας ἐπιτυγχανομένης. Μεταξὺ δὲ τῶν τοιούτων μέτρων ἠδύνατο νὰ συμπεριληφθῇ καὶ ὁ νόμιμος διακανονισμὸς τῶν ἐκ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως παραχθεισῶν ὑποχρεώσεων, χωρὶς νὰ προστεθῇ εἰς τὰς ὑφισταμένας δυσχερείας καὶ ἡ ἐκ τῆς ἐρύθμου ἀκυρώσεως νόμου δι’ ἐγκυκλίου νέα δυσχέρεια, καὶ τοῦτο ὅλως δωρεάν; Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἀφορμὴ τοῦ μέτρου, εἰς ὃ προέβη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἦτο ἡ ὑπερβολικὴ αὐτοῦ φιλονομία, ἢ ἡ πεποίθησις ὅτι δι’ αὐτοῦ ἐξυπηρετοῦντο ἀσφαλέστερον τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἡ ἀφορμὴ αὐτοῦ, ὡς εἶπον καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, ἦτο ψυχικὴ ὁρμή, ἥτις ἠνάγκασεν αὐτὸν νὰ λακτίσῃ ἀντὶ νὰ ἀκυρώσῃ νομίμως τὰ γενόμενα, διὰ νὰ ἐπιδείξῃ τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ εἰς τοὺς φίλους του Hambro καὶ Ἰωνίδην, καὶ λακτίζων τὰς πράξεις αὐτῶν νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν κατ’ αὐτῶν καὶ τῶν μετ’ αὐτῶν συμπραξάντων ὀργήν του. Ἀλλ’ ἱκανοποιῶν οὕτω τὰ ἴδια αὐτοῦ αἰσθήματα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, οὐδεμίαν ἔδωκε προσοχὴν εἰς τὴν βλάβην, ἣν ἐπροξένει εἰς τὴν Ἑλλάδα, προσθέτων εἰς τὰς δυσχερείας, ἐν αἷς ἐξ ἀνάγκης εὑρισκόμεθα σήμερον, καὶ ἑτέραν τοιαύτην, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης. Ἐὰν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς χρηματικὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν, ἔχομεν τοὐλάχιστον τὴν πικρὰν δικαιολογίαν τῆς οἰκονομικῆς ἀνεπαρκείας, εἰς ἣν μᾶς ἔφερεν ἡ ἐφαρμοσθεῖσα ἀπερίσκεπτος οἰκονομικὴ πολιτική. Ἀλλὰ ποίαν δικαιολογίαν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, μὴ σεβόμενοι τοὺς νόμους καὶ τὸ πολίτευμα ἡμῶν; Διατὶ θέλομεν νὰ παραστήσωμεν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ὡς ἀκατάρτιστον καὶ μὴ εὐνομούμενον, ὡς μὴ δυνάμενον νὰ ἐνοήσῃ τί εἶναι νόμος, πῶς συγκροτεῖται καὶ ἐκτελεῖται καὶ πῶς ἀκυροῦται οὗτος; Τὴν τοιαύτην μομφὴν κατὰ τοῦ Κράτους ἡμῶν καὶ τὴν ἐξ αὐτῆς ἐπιπρόσθετον δυσχέρειαν πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν διὰ μόνης τῆς καλῆς ἡμῶν θελήσεως. Ἡ Βουλὴ, ἐκφράζουσα τὴν λύπην αὐτῆς διὰ τὴν ἔκρυθμον πρᾶξιν τῆς ἀναστολῆς νόμου δι’ ἐγκυκλίου καὶ ἀποδοκιμάζουσα αὐτὴν, αἴρει τὴν δυσχέρειαν ταύτην. Ἀλλ’ ἐλπίδα τοιαύτης ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ὡς ἔχει αὕτη σήμερον, δὲν δυνάμεθα νὰ μορφώσωμεν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἔχει καθῆκον αὐτὸς ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἄρῃ αὐτὸς τὴν δυσχέρειαν ταύτην καὶ τὴν μομφὴν, ἥτις ἐπιῤῥίπτεται ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος. Δύναται δὲ νὰ πράξῃ τοῦτο, ἀναγνωρίζων ὁ ἴδιος ὅτι ἔσφαλε, διότι, ἀντὶ νὰ ὑποβάλῃ νόμον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ζητήσῃ τὴν νόμιμον ἀκύρωσιν τῶν χρῃζόντων τοιαύτης, προέβη εἰς τὴν ἀκύρωσιν αὐτῶν δι’ ἁπλῆς ἐγκυκλίου. Ὀφείλει νὰ πράξῃ τοῦτο καὶ χάριν ἑαυτοῦ καὶ χάριν τοῦ τόπου, ὅπως ἄρῃ τὴν κατὰ τούτου μομφὴν καὶ ὅπως μὴ καθιερωθῇ προηγούμενον, ὅπερ, οἱανδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ ἀξίαν, θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν μείωσιν τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῆς εὐλαβείας, ἥτις ὀφείλεται πρὸς τοὺς νόμους ἐν τῷ ἐσωτερικῷ τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὴν βλάβην δὲ τῆς ἰδέας, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι εὐνομούμενον καὶ πεπολιτισμένον Κράτος καὶ εἰς τὴν ἐξ αὐτῆς μείωσιν τῆς πρὸς τὴν Ἑλλάδα ὑπολήψεως τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, τῆς ὁποίας καὶ σήμερον καὶ πάντοτε μεγάλην ἔχομεν ἀνάγκην, ὅπως ἐξυπηρετήσωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους ἡμῶν.

§64ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἡ Βουλὴ καὶ ἐκορέσθη βεβαίως καὶ ἐκουράσθη ἐκ τῆς συζητήσεως, ἥτις ἐπὶ πέντε ἤδη ἡμέρας ἀπασχολεῖ αὐτήν· ἀλλὰ τὸ ζήτημα, περὶ τὸ ὁποῖον ἡ συζήτησις αὕτη στρέφεται, εἶναι ὁμολογουμένως ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων ὅσα ποτὲ ἀπησχόλησαν τὴν Βουλήν, καὶ ὡς τοιοῦτο δικαιοῖ καὶ ἐμὲ καὶ τοὺς μετ’ ἐμὲ ἴσως ἀγορεύσοντας νὰ παρακαλέσωμεν αὐτὴν νὰ παράσχῃ ἡμῖν ἐπὶ μικρὸν ἔτι τὴν προσοχὴν αὐτῆς. Πρόκειται, Κύριοι, νὰ ἴδωμεν, ἐὰν οἱ νόμοι, ὧν τὸ ἀκλόνητον Κράτος καὶ ἡ εὐλαβὴς παρὰ πάντων τήρησις ἀποτελεῖ τὸ μόνον στεῤῥὸν τῆς Πολιτείας ἔρεισμα καὶ θεμέλιον, ἐπιτρέπηται νὰ μεταβάλλωνται εἰς ἀθύρματα παιδικά, δυνάμενα ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἐξαρθρῶνται καὶ καταστρέφωνται ἐν ταῖς χερσὶ τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν. Ἐγκύκλιος ὑπουργικὴ διέταξε τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως νόμου, ψηφισθέντος νομίμως παρὰ τῆς Βουλῆς, κυρωθέντος ἐμπροθέσμως παρὰ τοῦ Βασιλέως, προσυπογραψάντων τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν, καὶ δημοσιευθέντος εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως· διέταξε δὲ τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ ἁπλῆ ὑπουργικὴ ἐγκύκλιος, ἐπὶ τῷ πρωτακούστῳ ἰσχυρισμῷ, ὅτι δῆθεν ὁ νόμος εἶναι ἄκυρος, ὡς μὴ δημοσιευθεὶς ἐγκύρως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, διότι οἱ μὲν προσυπογράψαντες κατὰ τὴν κύρωσιν καὶ τὴν πρὸς δημοσίευσιν καὶ ἐκτέλεσιν αὐτοῦ δοθεῖσαν ἐντολὴν Ὑπουργοὶ ἀπεχώρησαν τῆς ἀρχῆς πρὶν ἢ ὁ νόμος καταχωρισθῇ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, οἱ δὲ διαδεξάμενοι αὐτοὺς καὶ παραγγείλαντες τὴν εἰς τὴν ἐφημερίδα καταχώρισιν τοῦ νόμου δὲν ὑπέγραψαν οὐδὲ ἐδημοσίευσαν εἰδικὸν βασιλικὸν διάταγμα περὶ τῆς παραγγελίας των ταύτης πρὸς καταχώρισιν τοῦ νόμου ἐν τῇ ἐφημερίδι. Ὑπεστήριξαν δὲ διὰ μακρῶν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἄλλοι ὁμόφρονες αὐτοῖς, ὅτι ἡ τοιαύτη δημοσίευσις καθιστᾷ τὸν νόμον ἐντελῶς ἄκυρον, καθιστᾷ αὐτὸν μὴ ὄντα, ὥστε ἁπλοῦν μέτρον διοικήσεως νὰ δύναται νὰ ἄρῃ αὐτὸν ἐκ μέσου καὶ ν’ ἀνακόψῃ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη παρεμβάσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας πρὸς ἀκύρωσιν ἢ πρὸς ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, ὡς εἶπον, ζήτημα ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων ὅσα ποτὲ ἀπησχόλησαν τὴν Βουλήν. Οἱ ἀποπειραθέντες νὰ δικαιολογήσωσι τὴν τοιαύτην τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ἐνέργειαν ἐθεώρησαν πρωτίστως ἀναγκαῖον νὰ παραστήσωσι πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸ ἔθνος, ὅτι τὸν νόμον ἀποτελεῖ κυρίως ἡ δημοσίευσις, καὶ ὅτι ἡ παρὰ τῆς Βουλῆς κατὰ τοὺς νομίμους τρόπους ψήφισις αὐτοῦ, τουτέστιν ἐν ἀπαρτίᾳ καὶ δημοσίᾳ συνεδριαζούσης καὶ κατὰ τρεῖς διαφόρους συνεδριάσεις ψηφιζούσης αὐτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς καὶ ἡ παρὰ τοῦ Βασιλέως ἐντὸς τῆς τεταγμένης ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προθεσμίας κύρωσις αὐτοῦ, προσυπογραψάντων τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν, πάντα ταῦτα ἀποτελοῦσι προπαρασκευαστικὰς μόνον πράξεις πρὸς κατασκευὴν νόμου. Εἰς τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον πολὺ ἐπέμειναν, θεωροῦντες ἀπαραίτητον τὴν δι’ ἐπιμόνου ὑποστηρίξεως αὐτοῦ προπαρασκευὴν εἰς τὸ νὰ μὴ θεωρηθῶσιν ἐντελῶς αὐθαίρετα καὶ παράτολμα λέγοντες, ὅτε θὰ ὑπεστήριζον ὡς συμπέρασμα τὸ ἐντελῶς ἄκυρον τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νόμου. Τὰ περὶ τούτου λεχθέντα ἐχαρακτήρισα ὡς ἁπλοῦς ἰσχυρισμούς, διότι τοιοῦτοι βεβαίως εἶναι, μὴ ἀξιωθέντες, ἐφ’ ὅσον ἐγὼ γνωρίζω μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, νὰ ἀνέλθωσιν εἰς περιωπὴν θεωρίας. Εἶναι ἰσχυρισμοὶ ἁπλοῖ, διότι οὐδεμία θεωρία ἀρνεῖται, ὅτι ἡ ψήφισις ἡ νόμιμος καὶ ἡ κύρωσις ἡ νόμιμος τελειοῦσι τὸν νόμον, ἡ δὲ δημοσίευσις καθιστᾷ μόνον αὐτὸν ὑποχρεωτικόν, προσδίδει εἰς αὐτὸν τὴν ἰσχύν, τὸ ἐκτελεστόν. Ὅτι τὸν νόμον τελειοῦσιν, ἀναμφισβητήτως, ἡ ψήφισις ἡ νόμιμος παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ ἡ κύρωσις ἡ νόμιμος παρὰ τοῦ Βασιλέως, ὑποστηρίζεται ὁμοφώνως παρὰ πάντων τῶν πολιτειολόγων καὶ νομοδιδασκάλων. Ὁ νόμος τελειοῦται ἐντελῶς διὰ τῆς κυρώσεως, διότι δι’ αὐτῆς συμπίπτουσι καὶ ἐξαντλοῦνται οἱ παράγοντες ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους τὸ Σύνταγμα ἀποκλειστικῶς καὶ ὁλοκλήρως ἀνέθετο τῶν νόμων τὴν κατασκευὴν, ἡ βούλησις δηλονότι τῆς Βουλῆς, ἐν τῇ ψηφίσει καὶ ἡ βούλησις τοῦ Βασιλέως ἐν τῇ κυρώσει. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ νομοθεσία ἡμῶν ἁπανταχοῦ, ὅπου δίδεται ἀφορμὴ νὰ δώσῃ ὄνομα εἰς τὸ κατασκεύασμα, περιέχον μὲν τὴν νόμιμον ἔκφρασιν τοῦ βουλήσεως τῆς Βουλῆς καὶ τὴν νόμιμον ἔκφρασιν τῆς βουλήσεως τοῦ Βασιλέως, μήπω δὲ δημοσιευθὲν, ἀποκαλεῖ αὐτὸ «νόμον». Τὸ αὐτὸ δὲ ἔργον μετὰ τὴν νόμιμον ὑπὸ μόνης τῆς Βουλῆς κατὰ τρεῖς διαφόρους συνεδριάσεις ψήφισίν του καὶ τὴν πρὸς τὸν Βασιλέα ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ὑποβολήν του θεωρεῖται καὶ εἶναι καὶ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀποκαλεῖται νομοσχέδιον μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ὁ Βασιλεὺς περιβάλλει αὐτὸ διὰ τῆς κυρώσεως. Τὴν ἀλήθειαν ταύτην κηρύσσει σαφῶς τὸ ἄρθρον 36 τοῦ Συντάγματος, ὁρίζον ὅτι «νομοσχέδιον ἐπιψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ μὴ κυρωθὲν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς συνόδου, λογίζεται ἀκυρωθέν». Μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ὅμως κύρωσιν αὐτοῦ, ἡ νομοθεσία ἡμῶν ἀποκαλεῖ αὐτὸ πάντοτε καὶ πανταχοῦ νόμον καὶ πρὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσιεύσεως αὐτοῦ. Οὕτως αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ διάταγμα, τὸ βεβαιοῦν τὴν κύρωσιν, ἀποκαλεῖ ἀμέσως τὸ κυρωθὲν «νόμον». Τὸ διάταγμα τοῦτο ἔχει, ὡς γνωστὸν, ὡρισμένην διατύπωσιν, βεβαιοῦσαν, ὅτι καὶ ὁ Βασιλεὺς, ὡς δεύτερος καὶ τελευταῖος συνταγματικὸς παράγων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἐψήφισεν ἐπίσης τὸ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἤδη ψηφισθὲν νομοσχέδιον, ὅπερ, ἵνα μεταβληθῇ εἰς νόμον, πρέπει νὰ φέρῃ οὐχὶ τρεῖς, ἀλλὰ τέσσαρας ψηφίσεις, τρεῖς μὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, μίαν δὲ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Καὶ ἐν ἀρχῇ μὲν τὸ βεβαιοῦν τὴν κύρωσιν διάταγμα διαλαμβάνει ταῦτα: «Ψηφισάμενοι ὁμοφώνως μετὰ τῆς Βουλῆς, ἀπεφασίσαμεν καὶ διατάσσομεν»· διὰ τῶν λέξεων δὲ τούτων πιστοποιεῖται ἡ καὶ παρὰ τοῦ Βασιλέως ψήφισις, τουτέστιν ἡ κύρωσις, καὶ ἑπομένως ἡ πλήρης συντέλεσις τοῦ νόμου, ὅστις μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἦτο νομοσχέδιον. Ἔχομεν λοιπὸν οὕτω συντετελεσμένον τὸν νόμον, καὶ διὰ τοῦτο τὸ διάταγμα περατοῦται διὰ τῶν ἑξῆς: «Ὁ παρὼν νόμος, ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθεὶς καὶ παρ’ ἡμῶν σήμερον κυρωθεὶς, (οὐχὶ κυρούμενος, διότι ἐγένετο ἤδη, ὡς ἄνω, ἡ κύρωσις,) δημοσιευθήτω διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκτελεσθήτω ὡς νόμος τοῦ Κράτους». Οὕτω καὶ ὁ ἀστικὸς ἡμῶν νόμος ἐν τῷ τροποποιηθέντι κατὰ τὸ 1882 πρώτῳ αὐτοῦ ἄρθρῳ ὁρίζει ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Ὁ νόμος ἔχει ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος μετὰ παρέλευσιν δέκα ἡμερῶν, ἀφ’ ἧς δημοσιευθῇ, πλὴν ἂν ὡρίσθη ἄλλως ἐν αὐτῷ. Ἡ δημοσίευσις λογίζεται γενομένη ἀπὸ τῆς χρονολογίας τοῦ περιέχοντος τὸν νόμον φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως». Ἀναγνωρίζει δηλαδὴ καὶ οὗτος καὶ ἀποκαλεῖ τὸ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθὲν καὶ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως κυρωθὲν νόμον καὶ πρὸ τῆς δημοσιεύσεώς του, ἥτις προσδίδωσι μόνον αὐτῷ τὴν ὑποχρεωτικὴν ἰσχύν. Ἐπὶ μόνῃ δὲ τῇ κυρώσει καὶ πρὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ περιβάλλεται μὲν ὁ νόμος τὴν μεγάλην σφραγῖδα τοῦ Κράτους τὴν ὁποίαν οὐδὲν νομοσχέδιον περιβάλλεται, καταχωρίζεται δὲ ἐν τῷ Κώδικι τῶν νόμων τοῦ Κράτους, ἐν τῷ ὁποίῳ μόνον νόμοι τέλειοι καταχωρίζονται, ἀπὸ τῆς καταχωρίσεως δὲ αὐτοῦ, οὐχὶ ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως, λαμβάνει τὸ ὄνομα αὐτοῦ, βαπτιζόμενος, οὕτως εἰπεῖν, καὶ ὀνομάζεται Α, Β, Γ, Δ, Ε, καὶ οὕτω καθεξῆς, ἀφοῦ πρότερον ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς κυρώσεως, καὶ ἄρα πρὸ τῆς δημοσιεύσεως, εἶχε καθορισθῆ ἐπισήμως ἡ γέννησίς του, ἀφ’ ἧς ἄρχεται ὑπολογιζομένη καὶ μετρουμένη ἡ ἡλικία αὐτοῦ, τῆς ὁποίας ἡλικίας τὸ ζήτημα ἔχει πολλάκις σπουδαίας οὐσιαστικὰς συνεπείας. Τῶν λόγων τούτων τὴν ἔννοιαν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ καταστήσω σαφῆ καὶ πασίδηλον, ἐν παραδείγματι λαμβάνων ὡς τοιοῦτον αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν νόμον, περὶ οὗ ἤδη ἀσχολούμεθα καὶ περὶ τοῦ κύρους τοῦ ὁποίου ἐπὶ τόσας ἡμέρας μελετῶμεν. Ὁ νόμος ͵ΒΡΙΕ, ἐκυρώθη, νομίζω, τῇ 24 Δεκεμβρίου 1892...

§65ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὴν 22 Δεκεμβρίου.

§66ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τῇ 22 Δεκεμβρίου μηνός... ἐσφραγίσθη αὐθημερὸν, ἐδημοσιεύθη δὲ περὶ λήγοντα Μάϊον τοῦ 1893.

§67ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὴν 30 Μαΐου.

§68ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὁ νόμος οὗτος χαρακτηρίζεται παρὰ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν καὶ τῶν ὁμοφρόνων αὐτοῖς ὡς ἄκυρος καὶ μὴ ὤν, διότι δῆθεν ἡ δημοσίευσις αὐτοῦ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις κυρίως κατ’ αὐτοὺς ἀποτελεῖ τὸν νόμον, ἐγένετο ἀκύρως καὶ ἀντισυνταγματικῶς. Ἐγένετο δὲ ἀντισυνταγματικῶς κατ’ αὐτοὺς καὶ ἀκύρως ἡ δημοσίευσις, διότι ἐνηργήθη αὕτη οὐχὶ παρὰ τῶν προσυπογραψάντων εἰς τὴν κύρωσιν καὶ τὴν πρὸς δημοσίευσίν του παραγγελίαν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ παρὰ Ὑπουργῶν ἄλλων, οἵτινες διεδέχθησαν αὐτοὺς, ἀποχωρήσαντας τῆς ἀρχῆς. Ὁμολογεῖται δὲ παρ’ αὐτῶν, ὅτι ἡ δημοσίευσις θὰ ἦτο ἔγκυρος, ἑπομένως καὶ ὁ νόμος θὰ ἦτο ἔγκυρος, ἐὰν περὶ τῆς δημοσιεύσεως ἐξεδίδετο εἰδικὸν διάταγμα, φέρον τὰς ὑπογραφὰς τῶν διαδόχων αὐτῶν, οἵτινες ἦσαν Ὑπουργοὶ κατὰ τὴν δημοσίευσιν. Ἡ θεωρία αὐτῶν αὕτη καὶ τὸ τοιοῦτον εἰδικὸν διάταγμα εἶναι ἀληθῶς πρωτοφανῆ καὶ πρωτάκουστα, διότι οὐδαμοῦ ἤκουσα ἢ ἀνέγνων, ὅτι πρὸς ἔγκυρον δημοσίευσιν νόμου, περιέχοντος ἤδη τὴν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως διδομένην ἐντολὴν περὶ δημοσιεύσεως αὐτοῦ, ἀπαιτεῖται νέον πρὸς δημοσίευσιν διάταγμα, ἐὰν μετὰ τὴν κύρωσιν καὶ τὴν πρὸς δημοσίευσιν ἐντολὴν ἐπέλθῃ πρὸ τῆς δημοσιεύσεως κυβερνητικὴ μεταβολή. Ἀλλὰ περὶ τούτου κυρίως δὲν πρόκειται ἤδη. Κατὰ τὴν γνώμην λοιπὸν τῶν κυρίων Ὑπουργῶν καὶ τῶν συνηγόρων αὐτῶν, ἐὰν εἶχε πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου ὑπογραφῆ καὶ δημοσιευθῆ παρὰ τῶν διαδόχων αὐτῶν εἰδικὸν περὶ τῆς δημοσιεύσεως διάταγμα, ὁ νόμος θὰ ἦτο ἐντελῶς ἔγκυρος. Περὶ τῶν διατασσομένων διὰ τοῦ ἀκύρου αὐτοῦ νόμου ὑπεβλήθη ἤδη τῇ Βουλῇ νομοσχέδιόν τι, διὰ τοῦ ὁποίου ταῦτα κανονίζονται κατ’ ἐντελῶς ἄλλον τρόπον καὶ ὅπερ νομοσχέδιον, συμφώνως πρὸς τὰς ἰδέας, ὑφ’ ὧν κατέχεται ὁ συντάκτης αὐτοῦ, θεωρεῖ μὴ ὑπάρχοντα τὸν νόμον ͵ΒΡΙΕʹ, οὐδὲ καταργεῖ οὐδ’ ἀναφέρει κἂν αὐτὸν, ἀλλὰ κανονίζει τὴν οὐσίαν τῶν διατάξεων αὐτοῦ κατὰ τρόπον ἐντελῶς διαφορετικόν. Παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ ὑποθέσητε, ὅτι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ῥυθμίζον τὰ τῶν διατάξεων τοῦ δῆθεν ἀκύρου ἐκείνου νόμου κατὰ τρόπον ἐντελῶς ἀντίθετον, μὴ ἀκυροῦν δὲ τὸν νόμον ἐκεῖνον, διότι θεωρεῖ ὅτι δὲν ὑπάρχει νόμος, ἵνα ἀκυρωθῇ, ὑποθέσατε ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ψηφίζεται καὶ κυροῦται καὶ γίνεται νόμος τοῦ Κράτους καὶ δημοσιεύεται ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἐγκύρως παρὰ τῆς κυρωσάσης αὐτὸ Κυβερνήσεως, ὅτι δὲ μετὰ τοῦτο ἐπέρχεται μεταβολὴ ὑπουργική, ἡ δὲ διάδοχος τῆς παρούσης Κυβερνήσεως πείθεται, ὅτι ὑφίσταται ἀνάγκη, ἵνα χρησιμοποιήσῃ τὸν νόμον ἐκεῖνον ͵ΒΡΙΕʹ, γινώσκουσα καλῶς διὰ τίνα λόγον ἐθεωρήθη ἡ δημοσίευσις αὐτοῦ ἄκυρος, ἂν θέλητε μάλιστα, καὶ συμμεριζομένη τὴν περὶ τούτου γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν ἐκείνη ἐκδίδει διάταγμα, διατάσσον τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου ͵ΒΡΙΕʹ, καὶ καταχωρίζεται οὗτος εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἐγκύρως πλέον καὶ ὑποχρεωτικῶς καὶ κατ’ αὐτὰς τῆς νῦν Κυβερνήσεως τὰς ἰδέας, ἀλλ’ ἡ τοιαύτη δημοσίευσις γίνεται δύο π. χ. μῆνας μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νῦν ψηφισθησομένου νόμου, τοῦ κανονίζοντος κατὰ τρόπον ἀντίθετον τὰ αὐτὰ ἀντικείμενα. Ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, τίς ἐκ τῶν δύο τούτων νόμων, τῶν ἀντιθέτως τὰ αὐτὰ ζητήματα κανονιζόντων, θέλει ἰσχύσει;

§69ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ Σύνταγμα τὸ λέγει. Μετὰ δύο μῆνας ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου, ἐὰν δὲν κυρωθῇ καὶ δημοσιευθῇ ὁ νόμος, δὲν ἰσχύει.

§70ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τὸ Σύνταγμα βεβαίως δὲν τὸ λέγει αὐτὸ, ἀλλ’ αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀναμφισβητήτως τὴν ὀρθὴν τοῦ Συντάγματος ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν, καίπερ μὴ πάντοτε ἰσχύουσαν, ἐγὼ πάντοτε ἐπρέσβευσα, δὲν εἶμαι ὅμως βέβαιος, ὅτι ἀσπάζεται αὐτὴν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.

§71ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ταύτην ἀσπάζεται ἀπὸ τοῦ ἔτους 1873.

§72ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὅτι μετὰ δύο μῆνας ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου δὲν ἐπιτρέπεται δημοσίευσις νόμου κατ’ αὐτὴν ψηφισθέντος;

§73ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βεβαίως.

§74ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Χαίρω. Τοῦ ἐπιχειρήματος ὅμως ἡ ἰσχὺς καὶ ἡ ἔννοια ἐκ τῆς ἐξηγήσεως ταύτης οὐδόλως μεταβάλλεται· μετάθεσίς τις μόνον τῶν διαφόρων σταδίων τῆς ἐργασίας ταύτης εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ. Ὁ νόμος ͵ΒΡΙΕʹ, ψηφισθεὶς κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς παρελθούσης Βʹ Συνόδου, ἐκυρώθη τὴν 22 Δεκεμβρίου 1892· ὑποθέσατε ὅτι τὸ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ νῦν διατάξει ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον, τὸ κανονίζον ἄλλως τὰ διὰ τοῦ ͵ΒΡΙΕʹ νόμου κανονιζόμενα, ἐψηφίζετο, ἐκυροῦτο καὶ ἐδημοσιεύετο κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1893, τὸν δὲ Φεβρουάριον ἐπήρχετο μεταβολὴ Κυβερνήσεως, καὶ ἡ νέα Κυβέρνησις, ἐκδίδουσα τὸ καθ’ ὑμᾶς ἀναγκαιοῦν εἰδικὸν διάταγμα περὶ δημοσιεύσεως τοῦ νόμου ͵ΒΡΙΕʹ, κατεχώριζεν αὐτὸν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως κατὰ Μάρτιον τοῦ 1893, ὅτε διήρκει ἀκόμη ἡ Βʹ τῆς Βουλῆς Σύνοδος. Ἀμφότεροι οἱ νόμοι οὗτοι ἤθελον εἶσθαι ἀναμφισβητήτως ἔγκυροι καὶ ὑποχρεωτικοί. Ἐρωτῶ νῦν ὑμᾶς, καὶ ἰδίᾳ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τίς ἐκ τῶν δύο τούτων νόμων, ὧν ὁ μὲν ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1892, ὁ δὲ τὸν Μάρτιον τοῦ 1893, θὰ κατισχύσῃ;

§75ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νεώτερος.

§76ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τίς δὲ εἶναι ὁ νεώτερος;

§77ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αἱ διατάξεις τῶν δύο νόμων εἶναι ἀσυμβίβαστοι, ἑπομένως θὰ κατισχύσῃ ὁ ψηφιζόμενος νῦν.

§78ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἀλλ’ αὐτὸς θὰ ἦναι δημοσιευμένος τρεῖς μῆνας πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ ἄλλου. Ἂν λοιπὸν κατὰ τὰς ἰδέας σας ἡ δημοσίευσις ἦναι ἡ ἀποτελοῦσα τὸν νόμον, πῶς θὰ ἦναι νεώτερος ὁ προηγουμένως δημοσιευθείς, ἀρχαιότερος δὲ ὁ μεταγενέστερον δημοσιευθείς;

§79ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διότι εἶναι ἡ τελευταία θέλησις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ θέσητε τὸ ζήτημα οὕτως, ἐνῷ ἔχετε τελευταίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, τελευταῖον κυρωθεῖσαν...

§80ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τί λέγει ἡ ἀπόφασις αὕτη;

§81ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. τελευταῖον κυρωθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἥτις δημοσιευθεῖσα ἀνέτρεψε πᾶν ὅ,τι προϋπῆρξε;

§82ΡΑΛΛΗΣ. «Ἀνέτρεψε» λέγετε.

§83ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν γεννᾷ ἀπορίαν εἰς ἐμὲ κἀμμίαν. Ἐγὼ ἐγίνωσκον τίς θὰ ἦτο ἡ ἀπάντησις αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο τὴν προεκάλεσα, ἵνα τὸν ἀναγκάσω ν’ ἀνακαλέσῃ δι’ αὐτῆς πάνθ’ ὅσα προχθὲς εἶπεν, ὅτι δηλαδὴ τὸν νόμον ἀποτελεῖ κυρίως ἡ δημοσίευσις, ὅτι ἡ ψήφισις ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἡ κύρωσις ὑπὸ τοῦ Βασιλέως εἶναι ἁπλῶς προπαρασκευαστικαὶ πράξεις καὶ ὅτι πρὸ τῆς δημοσιεύσεως νόμος δὲν ὑφίσταται, ἀλλ’ ἔμβρυον κυοφορούμενον καὶ μαιευόμενον. Χαίρω δὲ, ὅτι σήμερον ἀπαρνεῖται πάντα ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀνομολογῶν μεθ’ ἡμῶν, ὅτι τοῦ νόμου τὴν γέννησιν καὶ ὕπαρξιν ἀποτελεῖ ἡ κύρωσις ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, διότι τοῦτο ἀνομολογεῖ, λέγων ὅτι νόμος πρὸ τριῶν μηνῶν δημοσιευθεὶς εἶναι νεώτερος ἄλλου νόμου, σήμερον δημοσιευομένου, ἐὰν ὁ πρὸ τριῶν μηνῶν δημοσιευθεὶς ἐκυρώθη μετὰ τὴν κύρωσιν τοῦ σήμερον δημοσιευομένου.

§84ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο ἐγώ.

§85ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐὰν ἡ δημοσίευσις συντελῇ τῳόντι τὸν νόμον, διατὶ εἶναι νεώτερος ὁ νόμος ὁ δημοσιευθεὶς τῇ 22 Δεκεμβρίου 1892 τοῦ νόμου τοῦ δημοσιευθέντος τῇ 27 Μαρτίου 1893;

§86ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἐλέχθη τοιοῦτόν τι.

§87ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Εἶναι λοιπὸν σαθρὰ καὶ ἀνυπόστατα πάντα τὰ λεχθέντα, ὅτι μέχρι τῆς δημοσιεύσεώς του ὁ νόμος κυοφορεῖται, ὅτι μαιεύεται, ὅτι δὲν ἠξεύρω τί ἄλλο ὑφίσταται, καὶ ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι εἶναι ἄρτιος, πλήρης, ἀπὸ τῆς κυρώσεως, διότι ἀπ’ αὐτῆς ἐτέχθη καὶ ζῇ καὶ ἀριθμεῖ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ. (Εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§88ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τώρα τὸ ἐνοήσαμεν.

§89ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἡ ὁμολογία εἶναι πλήρης καὶ τελεία, καὶ δι’ αὐτῆς καταῤῥέουσι πάνθ’ ὅσα περὶ τοῦ ἐναντίου ἐλέχθησαν. (Εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§90ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Στηρίζεσθε ἐπὶ ὁμολογίας, ἡ ὁποία δὲν ἐγένετο.

§91ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἀρνεῖσθε πάλιν, ὅτι εἶναι νεώτερος ὁ νόμος ὁ τώρα ψηφισθησόμενος καὶ κυρωθησόμενος, κ. Στεφάνου; Ἐὰν τοῦτα ἀρνηθῆτε, τότε ἰσχυρίζεσθε, ὅτι θὰ κατισχύσῃ ὁ κατὰ δημοσίευσιν νεώτερος· ἀλλὰ τότε δημιουργεῖτε ἀληθῶς ψηλαφητὴν ἀναρχίαν καὶ ἐπανάστασιν καὶ χάος, διότι τότε δίδετε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ θέτῃ εἰς ἐνέργειαν καὶ νὰ ἐκτελῇ νόμον ἀρχαιότερον, περιέχοντα διατάξεις ἐναντίας νόμου μεταγενεστέρου, ἀποτελοῦντος τὴν τελευταίαν θέλησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὡς εἶπε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος. Λοιπὸν ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι ὁ νόμος τελειοῦται καὶ γεννᾶται καὶ ζῇ ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς κυρώσεως, καθίσταται δὲ μόνον ὑποχρεωτικὸς καὶ ἐκτελεστὸς διὰ τῆς δημοσιεύσεως.

§92ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὰς θεωρίας ταύτας κἀνεὶς δὲν ἠμφισβήτησε.

§93ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τοῦτο λέγοντες, ἰσχυρίζεσθε, ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ τὰ ἀκροατήρια καὶ ἐγὼ δὲν σᾶς ἠκούομεν ἀγορεύοντα, ἡ δὲ ἐφημερὶς ἡ δημοσιεύσασα τὴν ἀγόρευσίν σας, ἣν ἔχω ἐδῶ, ἠλλοίωσε καὶ παρεποίησε τοὺς λόγους σας. Σεῖς ἐλέγετε σαφῶς καὶ κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι ἡ ψήφισις καὶ ἡ κύρωσις εἶναι προπαρασκευαστικαὶ πράξεις, ὅτι ὁ νόμος πρὸ τῆς δημοσιεύσεως, κυοφορεῖται, εἶναι ἐν τῇ κοιλίᾳ τῆς μητρὸς αὐτοῦ, καὶ ἐγελᾶτε μὲ τοὺς ὑποστηρίζοντας τὴν ἐναντίαν ἰδέαν, φροντίζοντες ὅμως νὰ μὴ ἀναφέρητε κἀνένα συγγραφέα, διότι οἱ ἰσχυρισμοί σας ἐκεῖνοι δὲν ἠξιώθησαν τῆς τιμῆς, νὰ ἀνέλθωσι μέχρι θεωρίας.

§94ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐπεκαλέσθην τὴν θεωρίαν τοῦ Rönne.

§95ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τὴν θεωρίαν τοῦ Rönne τὴν ἐπικαλέσθητε οὐχὶ διὰ τοῦτο, ἀλλ’ ἵνα ὑποστηρίξητε τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακλήσεως καὶ κυρώσεως. Ἔχω τὴν ἀγόρευσίν σας ἐνταῦθα. Ἐὰν ἰσχυρίσθητε, ὅτι ὁ Rönne ὑποστηρίζει, ὅτι δὲν γεννᾶται ὁ νόμος διὰ τῆς κυρώσεως, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀναγνώσητε τὸ σχετικὸν μέρος.

§96ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου, τὴν ὁποίαν ἔχετε ἐκεῖ, θὰ ἴδητε, ὅτι ὁ νόμος ὁ κυρωθεὶς εἶναι πλήρης, περιέχων τὸ σπέρμα τῆς ἰσχύος.

§97ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν εἴπετε, ὅτι ἡ ψήφισις ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἡ κύρωσις ὑπὸ τοῦ Βασιλέως εἶναι προπαρασκευαστικαὶ πράξεις;

§98ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὸ λέγει ὁ Rönne· καὶ μήπως τὸ μέλλον καὶ ἕτοιμον νὰ γεννηθῇ δὲν εἶναι τέλειος ἄνθρωπος; (γέλωτες).

§99ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Θὰ μοὶ ἀναπτύξητε ἴσως τώρα καὶ θεωρίαν περὶ ἐμβρυωροῦ τῶν νόμων! Ἀλλ’ αἰσθανόμενοι ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου θὰ ἡττῶντο, θὰ κατίσχυε δὲ ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ ἡ μόνη ἀληθὴς καὶ ὀρθὴ θεωρία τῆς τελειώσεως τοῦ νόμου διὰ τῆς κυρώσεως, ἠγωνίσθησαν κρατερῶς νὰ ὑποστηρίξωσιν ὡς δεύτερον ἀμυντικὸν ὀχύρωμα, τὸ μετακλητὸν τῆς κυρώσεως, ὡς δυναμένης ἐν πάσῃ στιγμῇ ν’ ἀνακληθῇ, μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλει ἐπέλθει ἡ δημοσίευσις, ἡ ὁποία καὶ μόνη κατ’ αὐτοὺς ἀπαγορεύει τῆς κυρώσεως τὴν ἀνάκλησιν. Τί ἐκ τούτου ἠθέλησαν νὰ ἐξαγάγωσιν ὡς πρὸς τὴν δημοσίευσιν νόμου, τοῦ ὁποίου ἡ κύρωσις δὲν ἀνεκλήθη, δὲν ἐνόησα· ἀλλὰ τὸ θέμα αὐτὸ τοῦ μετακλητοῦ τοῦ νόμου εἶναι βεβαίως ἄξιον πλείονος ἐρεύνης. Περὶ ἀνακλήσεως κυρώσεως τὸ Σύνταγμα ἡμῶν οὐδαμοῦ λέγει τι, οὐδὲ ἄλλο Σύνταγμα γνωρίζω, τὸ ὁποῖον νὰ καθιεροῖ δικαίωμα ἀνακλήσεως τῆς κυρώσεως. Ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν οὐδέποτε ὑπῆρξεν ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ ἀμετακλήτου τῆς κυρώσεως, περὶ τοῦ ὅτι ὁ Βασιλεύς, κυρῶν νόμον τινὰ, ἐξαντλεῖ ὁλοκλήρως καὶ ἀπεκδύεται τὴν νομοθετικὴν αὑτοῦ ἐξουσίαν. Ἐάν τις συμβουλευθῇ τὰ πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως, ψηφιζούσης τὸ ἄρθρον 36, καθ’ ὃ «ὁ Βασιλεὺς κυρόνει καὶ δημοσιεύει τοὺς νόμους», δὲν θὰ εὕρῃ συζήτησιν, διότι δὲν ἐθεωρήθη, φαίνεται, ἀμφισβητήσεως δεκτικὴ ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως. Ἔχομεν ὅμως ῥητὴν καὶ σαφῆ περὶ τοῦ ἀμετακλήτου τῆς κυρώσεως τὴν γνώμην τοῦ νομοδιδασκάλου, ὅστις ὑπῆρξε καὶ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως τῆς προεξεργασθείσης τὸ Σύνταγμα, τοῦ ὁποίου ὑπῆρξεν ἐπίσης ὁ κυριώτερος ἴσως συντάκτης. Ἐν τῷ Αʹ τόμῳ τοῦ συνταγματικοῦ αὑτοῦ δικαίου, ἐν παραγράφοις 306 καὶ 307, ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου Σαρίπολος, ὁ καὶ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τῆς συνταξάσης τὸ Σύνταγμα, γράφει ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Ὁ Βασιλεὺς, τῇ νομοθετικῇ αὑτοῦ ἐξουσίᾳ τὸν νόμον κυρώσας, δημοσιεύει αὐτὸν, ὡς ἐκ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ὁ πρῶτος ἄρχων. Καὶ ὁ μὲν κυρωθεὶς νόμος ἐστὶ πλήρης, κἂν μὴ δημοσιευθῇ, ἅτε τελειοποιηθεὶς μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως γενομένην κύρωσιν, ἐξεπλήρωσε γὰρ ἑκάτερον τῶν νομοθετικῶν τμημάτων τὰ καθ’ ἑαυτὸ, οὐχ ὑποχρεοῖ ὅμως τοὺς πολίτας, οὐδὲ τάξιν ἐν τοῖς νόμοις τοῦ Κράτους λαμβάνει, ἐὰν μὴ δημοσιευθῇ, τοῦτο δὲ διὰ τὸ νομικὸν ἀξίωμα, ὅτι νόμος μὴ δεδημοσιευμένος οὐχ ὑποχρεοῖ· τί γὰρ παραλογώτερον τοῦ ὀφείλειν ὑπακοὴν εἰς πρόσταγμα ἄγνωστον;» «Καὶ ὅμως οὔτε τὸ Σύνταγμα, οὔτε ἄλλος τις νόμος προσδιορίζει τὸν χρόνον, ἐν ᾧ μετὰ τὴν κύρωσιν δεῖ δημοσιευθῆναι τὸν νόμον. Τοῦτο κατακρίνομεν, διότι ναὶ μὲν ὁ Βασιλεύς, ἐν τῷ ἀπολύτῳ τῆς ἀρνησικυρίας αὐτοῦ δικαιώματι, κύριός ἐστι κυρῶσαι ἢ μὴ κυρῶσαι τὸ νομοθέτημα, τοῦτο γὰρ ἔχει ὡς νομοθέτης· ἅμα ὅμως τῷ βασιλείῳ κύρει περιέβαλεν αὐτό, ἡ ἐκτελεστικὴ ἀρχή, ἤτοι τὸ Ὑπουργεῖον, ὀφείλει ἐπὶ τῇ ἑαυτῆς εὐθύνῃ ἐπιμεληθῆναι τὴν δημοσίευσιν. «Οὕτως ἔχει μὲν ὁ Βασιλεύς, πρὶν ἢ τὸν νόμον κυρώσῃ, ἀπεριόριστον ἐξουσίαν, ἵνα εἴτε ζωοποιήσει αὐτὸν δι’ ἧς παρέχει αὐτῷ κυρώσεως, εἴτε σιωπῶν ἀφήσει αὐτὸν σχολάζειν· ἅμα ὅμως τῷ ἑαυτοῦ κύρει περιέβαλεν αὐτὸν, ἀδυνατεῖ τοῦ λοιποῦ μόνος ἀνακαλέσαι ἢ ἀναστεῖλαι τὴν ἐνέργειαν, ἢ ἐξαιρέσαι τινὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου (ἄρθρον 35). Ὁ κυρωθεὶς νόμος ἰσχύει ὡς θεσμὸς τοῦ Κράτους, μέχρις οὗ διὰ νεωτέρου ἄλλου νόμου, τὴν νενομισμένην προεξεργασίαν διελθόντος, ἀκυρωθῇ.» Ἐκ τῆς ὡς ἀνωτέρω δὲ παραθέσεως τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ «οὐδέποτε ὁ Βασιλεὺς δύναται ν’ ἀναστείλῃ τὴν ἐνέργειαν, οὐδὲ νὰ ἐξαιρέσῃ τινὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου», δείκνυσιν ὁ νομοδιδάσκαλος, ὅτι θεωρεῖ διὰ τῆς ἀνωτέρω ἀπαγορεύσεως καὶ ῥητῶς ἀπαγορευομένην τὴν ἀνάκλησιν τῆς κυρώσεως, ταὐτίζων αὐτὴν ἐντελῶς πρὸς ἀναστολὴν ἐνεργείας νόμου, ἀφοῦ ἐν ἀρχῇ τὸν κυρωθέντα νόμον κηρύττει πλήρη, κἂν μὴ δημοσιευθῇ. Εἴπομεν ἤδη, ὅτι διάταξις καθιεροῦσα ἢ ἐνδεικνύουσα τὸ μετακλητὸν τῆς κυρώσεως οὔτε ἐν τῷ ἡμετέρῳ οὔτε ἐν ἄλλῳ τινὶ τῶν γνωστῶν Συνταγμάτων εὕρηται· ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἐπιστήμῃ εἷς μόνον, ἐφ’ ὅσον γνωρίζομεν, ὁ Rönne, τοῦ ὁποίου καὶ πρότερον ἐμνήσθημεν, ἐν τῷ συγγράμματι αὐτοῦ περὶ δημοσίου δικαίου τῆς Πρωσσίας ἐξέθηκε γνώμην περὶ τοῦ μετακλητοῦ τῆς κυρώσεως, ἀλλ’ οὐχὶ ἀπολύτως. Τῆς γνώμης ταύτης ἐποιήσατο χρῆσιν ὁ ἀείμνηστος Προβελέγγιος ἐν γνωμοδοτήσει τινὶ, καὶ διὰ τῆς ἀναγνώσεως τῆς γνωμοδοτήσεως ἐκείνης μετήγαγε τὴν γνώμην τοῦ Rönne καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὅστις πρῶτος ἐπεκαλέσθη ὑπὲρ τῆς ἀντιθέτου γνώμης ἐκ τοῦ Rönne ἐπιχειρήματα, ἐξήγησε σαφῶς, ὅτι δὲν προεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Προβελεγγίου πλήρης ἡ γνώμη τοῦ Rönne, ὅστις ἐν τούτοις σχολιάζει καὶ ἑρμηνεύει διάφορον τοῦ ἡμετέρου Σύνταγμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ὑπάρχει περιορισμὸς ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς κυρώσεως, θεωρεῖ δὲ ὡς κεχωρισμένην τὴν κύρωσιν ἀπὸ τῆς ἐντολῆς τοῦ Βασιλέως περὶ δημοσιεύσεως τοῦ νόμου. Πολλὰ ἠκούσατε περὶ τοῦ παρ’ ἄλλοις πολιτεύμασιν ἰσχύοντος χωρισμοῦ τῆς κυρώσεως ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως καὶ τῆς δημοσιεύσεως, ὅστις παρ’ ἡμῖν δὲν ὑφίσταται, διότι τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα ἀναγνωρίζει κύρωσιν μόνον καὶ δημοσίευσιν νόμου, αἵτινες ἀμφότεραι ἐκτελοῦνται συγχρόνως, τοῦ Βασιλέως διὰ τοῦ αὐτοῦ διατάγματος κυροῦντος τὸν νόμον καὶ διατάσσοντος τὴν δημοσίευσιν καὶ ἐκτέλεσιν αὐτοῦ. Ἡ τοιαύτη τοῦ Βασιλέως ὑπογραφὴ εἶναι κυρίως διφυὴς, τὸ μὲν ὡς παράγοντος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, τὸ δὲ ὡς ἀρχηγοῦ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἑπομένως καὶ τὸ διάταγμα εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, διπλοῦν, τὸ μὲν βεβαιοῦν τὴν νομοθετικὴν πρᾶξιν τῆς κυρώσεως τοῦ νόμου, τὸ δὲ περιέχον τὴν παραγγελίαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας πρὸς δημοσίευσιν καὶ ἐκτέλεσιν αὐτοῦ. Ὁ Rönne λοιπὸν ἐκφέρει μὲν τὴν γνώμην, ὅτι ὁ Βασιλεὺς μετὰ τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου ἔχει πλῆρες καὶ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα νὰ διατάξῃ, ἐὰν καὶ ὅταν θέλῃ, τὴν δημοσίευσιν αὐτοῦ, συνάγει δ’ ἐκ τούτου, ὅτι ἀπὸ τῆς κυρώσεως μέχρι τῆς περὶ δημοσιεύσεως διαταγῆς ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακλήσεως τῆς κυρώσεως. Ἐπάγεται δ’ ὡς ἀναμφισβήτητον, ὅτι, ἂν ὁ Βασιλεὺς, κυρώσας τὸν νόμον, διατάξῃ τὴν δημοσίευσιν αὐτοῦ, τότε ὑφίσταται ὑποχρέωσις τοῦ Ὑπουργείου νὰ μὴ ἀναβάλῃ τὴν δημοσίευσιν, χωρὶς νὰ δικαιοῦται οὐδόλως νὰ ἐπωφεληθῇ τοῦ ἀπεριορίστου τῆς διὰ τὴν δημοσίευσιν προθεσμίας, ὅπερ ἀπεριόριστον ἀνήκει εἰς τὴν ἔκδοσιν τῆς πρὸς δημοσίευσιν παραγγελίας. Ὥστε καὶ κατὰ τοῦ Rönne τὴν γνώμην δὲν δύναται νὰ νοηθῇ τὸ μετακλητὸν τῆς κυρώσεως παρ’ ἡμῖν, ἐφ’ ὅσον παρ’ ἡμῖν δὲν μεσολαβεῖ χρονικὸν διάστημα μεταξὺ κυρώσεως νόμου καὶ παραγγελίας πρὸς δημοσίευσιν αὐτοῦ.

§100ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ θεωρεῖται ὁ ἀδοκιμώτατος τῶν πολιτειολόγων ἐν Γερμανίᾳ.

§101ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τοιαύτη εἶναι ἡ περὶ τοῦ ἀνακλητοῦ τῆς κυρώσεως γνώμη τοῦ Rönne, παρ’ οὐδενὸς ἄλλου συγγραφέως ἀσπαστὴ γενομένη· ἔμεινεν ὡς ἀποκλειστικὴ αὐτοῦ γνώμη, περιορίζουσα τὸ ἀνακλητὸν ἀπὸ τῆς κυρώσεως μέχρι τῆς πρὸς δημοσίευσιν διαταγῆς, καὶ ἑπομένως μηδὲν παρέχουσα ἐπιχείρημα εἰς τοὺς ἐνταῦθα ἀντιφρονοῦντας ἡμῖν. Μένουσι λοιπὸν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ καὶ οἱ ὁμοφρονοῦντες αὐτοῖς ἐντελῶς ἐστερημένοι διατάξεως νόμου ἐπιτρεπούσης ἢ ἐνδεικνυούσης δικαίωμα ἀνακλήσεως τῆς κυρώσεως, ἐντελῶς δὲ ἐστερημένοι γνώμης πολιτειολόγου ἢ νομοδιδασκάλου ὑποστηρίζοντος τοιοῦτο δικαίωμα. Ὁ Βασιλεὺς, εἴπομεν, κυρῶν τὸν νόμον, ἐξαντλεῖ τὴν νομοθετικὴν αὐτοῦ ἐξουσίαν. Πῶς δὲ εἶναι καὶ δυνατὸν, ἔχοντες δύο ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀνεγνωρισμένους παράγοντα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, τὸν Βασιλέα καὶ τὴν Βουλὴν, ν’ ἀναγνωρίσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακλήσεως τῆς ψήφου πρὸς τὸν ἕνα, χωρὶς νὰ δυνάμεθα ν’ ἀναγνωρίσωμεν αὐτὸ καὶ πρὸς τὸν ἕτερον; Ὁ Βασιλεὺς, ψηφίσας, λέγετε ὑμεῖς, δύναται ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ψῆφον αὐτοῦ· κατὰ τί ὑποδεεστέρα οὖσα ἡ Βουλὴ δὲν δύναται καὶ αὐτὴ ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ψῆφον αὐτῆς; Ἠκούσατε δὲ, ἢ ἀνέγνωτέ ποτε, ὅτι ἐκλήθη ἡ Βουλὴ ὑπὸ Κυβερνήσεως ἢ ὑπὸ Βουλευτῶν ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ψῆφον αὐτῆς περὶ νόμου ψηφισθέντος μὲν, μήπω δὲ κυρωθέντος, ἢ καὶ μετὰ τὴν κύρωσιν αὐτοῦ; Οὐδέποτε οὐδαμοῦ συνέβη τοιοῦτό τι, οὐδ’ ὑπάρχει τις τοιαύτην ὑποστηρίζων γνώμην. Τί δὲ τοὐναντίον συνέβη; Ὑπῆρξαν, πολλάκις νομίζω, περιστάσεις, καθ’ ἃς συνέπεσεν ἐξ ἀπροσεξίας τῶν ἁρμοδίων νὰ ψηφισθῇ ἐσφαλμένη διάταξις, ἢ καὶ νὰ διατυπωθῇ κακῶς ἐν τοῖς ἐπικυρωθεῖσι πρακτικοῖς τῆς τρίτης ψηφίσεως νόμος τις, ἢ ἄρθρον νόμου, ν’ ἀνακαλυφθῇ δὲ τοῦτο πρὸ τῆς κυρώσεως αὐτοῦ, ἀλλ’ εἰς οὐδένα ἐγεννήθη ποτὲ ἡ ἰδέα, ὅτι ἐπετρέπετο νὰ προκαλέσῃ τὴν Βουλὴν, ἵνα ἀνακαλέσῃ τὴν ψῆφον αὐτῆς, οὐδ’ ἵνα διορθώσῃ τὸ παρεισφρῆσαν λάθος· διότι ψηφίσασα εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ἐξήντλησε τὸ νομοθετικὸν αὐτῆς δικαίωμα. Τί δὲ ἐγένετο; ἐκυρώθη μὲν καὶ ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος, προετάθη δ’ ὕστερον ἄλλο νομοθέτημα.

§102ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἓν ἄλλο νομοσχέδιον.

§103ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἄλλο νομοσχέδιον, διορθοῦν τὸ λάθος, καὶ διὰ τριπλῆς ψηφίσεως καὶ διὰ κυρώσεως καὶ δημοσιεύσεως αὐτοῦ, τουτέστι διὰ νόμου νεωτέρου, ἐγένετο ἡ διόρθωσις τοῦ λάθους, οὐχὶ δὲ δι’ ἀνακλήσεως τῆς ψήφου. Πόθεν λοιπὸν ἀντλεῖτε τὸ δικαίωμα νὰ ποιῆσθε τοιαύτην διάκρισιν μεταξὺ τῶν δύο νομοθετικῶν ψήφων, καὶ τὴν μὲν νὰ θεωρῆτε ὡς ἀμετάκλητον καὶ μόνον διὰ νόμου δυναμένην νὰ μεταβληθῇ, τὴν δὲ ὡς ἐν πάσῃ στιγμῇ μετακλητήν; Βλέπετε εἰς ποῖα καὶ πόσα καταλήγετε ἄτοπα, τοιαύτας ὑποστηρίζοντες γνώμας καὶ ἀγωνιζόμενοι δι’ αὐθαιρέτων καὶ παρατόλμων συλλογισμῶν ν’ ἀνατρέψητε τοὺς νόμους; Ἡ παραδοχὴ τοῦ ἀπολύτου δικαιώματος τῆς ἀνακλήσεως τῆς κυρώσεως ἤθελε μεταβάλει τὸ νομοθετεῖν εἰς αὐτοσχεδιάζειν καὶ παίζειν καὶ καταδολιεύεσθαι ἐνίοτε τοῦ Συντάγματος τὰς διατάξεις, ὅπερ βεβαίως ἠδύνατο νὰ συμβῇ, καθ’ ὃν χρόνον δὲν ἐθεωρεῖτο ἡ πρὸς κύρωσιν δίμηνος ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου προθεσμία καὶ ὡς προθεσμία ἀνατρεπτικὴ διὰ τὴν δημοσίευσιν. Τότε θὰ ἦτο δυνατὸν, κατὰ τοὺς παραδεχομένους τὸ μετακλητὸν τῆς κυρώσεως, ἑπομένως καὶ τῆς μὴ κυρώσεως, νὰ ἐπέρχηται καὶ μετὰ τὸ δίμηνον ἡ κύρωσις, προχρονολογουμένη, τοῦθ’ ὅπερ θὰ ἦτο εἰδεχθὴς τοῦ Συντάγματος καταδολίευσις.

§104Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ἀπὸ τοῦ 1873 οὐδεμία ἐγένετο δημοσίευσις νόμου μετὰ παρέλευσιν τῶν δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου, καθ’ ἣν ἐψηφίσθη.

§105ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Πρὸ τούτου ὅμως;

§106ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πιστεύω, διότι οὐδεὶς ἐπεκαλέσθη τοιοῦτο προηγούμενον κατὰ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν περὶ τοῦ θέματος ἐν ἔτει 1873. Θὰ ἐγίνετο δὲ πιθανῶς μνεία τοῦ προηγουμένου, ἂν ὑπῆρχε.

§107ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐπειδὴ δὲ ἐξ οὐδενὸς μὲν τῶν Συνταγμάτων ἠδυνήθησαν νὰ ἀρυσθῶσιν ἐπιχειρήματα πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἰδεῶν αὐτῶν, οὐδενὸς δὲ τῶν συγγραφέων νὰ προσκομίσωσιν ἐνταῦθα γνώμας, διότι καὶ τοῦ Rönne ἡ μεμονωμένη γνώμη εἶναι ἀνωφελὴς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐφ’ ὅσον περιορίζει τὸ πρὸς ἀνάκλησιν τῆς κυρώσεως δικαίωμα μέχρι τῆς ἀνυπάρκτου promulgation, ἐν τοιαύτῃ ἐλλείψει παντὸς ἄλλου καταφυγίου ἠκούσατε θεωρίας γηγενεῖς ἐντεῦθεν καὶ περιέργους ὀλίγον· τίνα π. χ.; ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ κωλύσῃ τὴν ἀνάκλησιν τῆς κυρώσεως πράξεως μὴ δημοσιευομένης, ἀλλ’ ἐν τῷ ἀφανεῖ γινομένης; Τοῦ ἐπιχειρήματος τούτου δὶς ἐποιήσατο χρῆσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· ἀναγινώσκω δὲ τὰς σχετικὰς περικοπὰς ἐκ τῆς δημοσιευθείσης ἀγορεύσεώς του: «Καὶ τίς δύναται, Κύριοι, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ν’ ἀμφισβητήσῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἐν ὅσῳ δὲν προβαίνει εἰς τὴν πρᾶξιν τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, τὸ δικαίωμα τοῦ ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν γενομένην ἤδη ἐν τῷ ἀφανεῖ κύρωσιν καὶ ἔκδοσιν τοῦ νόμου;» Καὶ περαιτέρω πάλιν: «Ἀλλ’ ἡ κύρωσις ἡ ἤδη γενομένη ἐν τῷ ἀφανεῖ, ἀφοῦ δὲν ἔλαβεν ὕπαρξιν, ἀφοῦ δὲν ἐξωτερικεύθη διὰ τῆς δημοσιεύσεως, τῆς μόνης διδούσης τὸ φύσημα τῆς ζωῆς εἰς τὸν νόμον, ἦτο δεκτικὴ ἀνακλήσεως. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἐπιτρέπηται δι’ ἄλλων κανόνων νὰ ῥυθμίζηται τὸ πρέπον καὶ νὰ ἑρμηνεύωνται οἱ νόμοι ἐν τῷ ἀφανεῖ, γνωρίζω ὅμως καὶ βεβαιῶ, ὅτι τὸ στάδιον τὸ ἀπὸ τῆς κυρώσεως τοῦ νόμου μέχρι τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ δὲν εἶναι στάδιον ἐν τῷ ἀφανεῖ ὁλόκληρον διατελοῦν.» Περὶ τούτου διακόψας ὁ ἐκ Ναυπλίας κ. Βουλευτὴς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ταῦτα λέγοντα, ἠρώτησεν, ὡς ἀναγινώσκω ἐν τῇ ἀγορεύσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ: «Μὲ συγχωρεῖτε μίαν ἐρώτησιν; Ἡ ἀνάκλησις αὕτη δύναται νὰ γείνῃ σιωπηρῶς;» Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἀπήντησε: «Τὸ Ὑπουργεῖον ἐπιστρέφει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως». Ὁ κ. Ποταμιάνος ἐπανέλαβεν: «Καὶ ἀφοῦ κατεχωρίσθη εἰς τὸν κώδικα τῶν νόμων, καὶ ἀφοῦ ἀπετελειώθη ἥ τε κύρωσις καὶ ἡ promulgatio;» «Κύριε Βουλευτὰ, γνωρίζετε πολὺ καλὰ, ὅτι, ἐν ὅσῳ ὁ νόμος δὲν δημοσιεύεται, μένει εἰς τὸ συρτάρι τοῦ Ὑπουργοῦ.» Ὁ κ. Ποταμιάνος ἐπεῖπε: «Κακῶς μένει». Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπήντησε: «Νὰ τὰ μεταβάλητε ὑμεῖς, ὅταν ἔλθητε Ὑπουργός». Ταῦτα, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Ἀπὸ τῆς κυρώσεως ὁ νόμος μέχρι τῆς δημοσιεύσεως δὲν μένει διαρκῶς εἰς τὸ συρτάριον» τοῦ Ὑπουργοῦ μεταξὺ τῆς κυρώσεως καὶ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου μεσολαβεῖ καὶ ἄλλη τις πρᾶξις, θέτουσα τέρμα εἰς τὸ ἀφανές, μεσολαβεῖ ἡ σφράγισις τοῦ νόμου διὰ τῆς μεγάλης σφραγῖδος τοῦ Κράτους καὶ ἡ καταχώρισις αὐτοῦ ἐν τῷ Κώδικι τῶν νόμων, ἐν τῷ ὁποίῳ μόνον κεκυρωμένοι καὶ τέλειοι νόμοι καταχωρίζονται, οὕτω δὲ τίθεται, ὡς εἶπον, τέρμα ὁριστικὸν εἰς τὸ ἀφανὲς, καὶ προάγεται ὁ νόμος εἰς τὸ ἐμφανές. Τοῦ νόμου τὸ πρωτότυπον, τὸ φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως, ἀφ’ ἧς στιγμῆς σταλῆ παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ τεθῇ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ μεγάλη σφραγὶς τοῦ Κράτους καὶ λάβῃ ὁ νόμος τὸ ὄνομα αὐτοῦ, καταχωριζόμενος ἐν τῷ Κώδικι τῶν νόμων, δὲν περιέρχεται πλέον εἰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις εἰσηγήσατο τὴν ψήφισιν καὶ προσυπέγραψε τὴν κύρωσιν αὐτοῦ· ἔφυγεν ἀπὸ τῶν χειρῶν ἐκείνου, καὶ κατετέθη ἐν τῷ ἀρχείῳ, ἐν ᾧ φυλάττονται ἀσφαλῶς πάντες ἀνεξαιρέτως οἱ κυρωθέντες νόμοι τοῦ Κράτους, ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ᾖ οὕτω δυνατὸν καὶ μετὰ ἔτη πολλὰ καὶ μετὰ αἰῶνας νὰ εὑρίσκηται τὸ πρωτότυπον τοῦ νόμου καὶ νὰ γίνηται πρὸς αὐτὸ παραβολὴ παντὸς λελανθασμένου ἢ παραπεποιημένου δημοσιεύματος αὐτοῦ. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης φυλάσσονται ὅλων τῶν νόμων τὰ πρωτότυπα, ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι, ὅτε κατὰ τὸ 1875 ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἡ ὀφείλουσα νὰ γνωμοδοτήσῃ περὶ τῆς ἀκυρώσεως τῶν ψευδῶν νόμων, τῶν ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Βούλγαρη ἐκδοθέντων, ἔσχεν ἀνάγκην τῶν πρωτοτύπων τῶν νόμων, διὰ νὰ ποιήσηται χρῆσιν αὐτῶν καὶ ἐν τῷ δικαστηρίῳ, παρ’ ᾧ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω τὴν Βουλὴν, ἐζήτησεν αὐτὰ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὅπερ, διὰ νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τῆς Βουλῆς τὰ πρωτότυπα τῶν νόμων, ἀπῄτησε καὶ ἐγένοντο πρωτόκολλα περὶ τῆς παραλαβῆς αὐτῶν, ὑπογεγραμμένα ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, προσαρτηθέντα δὲ εἰς τὸν Κώδικα τῶν νόμων, διὰ νὰ δικαιολογήσωσιν ἡμέραν τινὰ, ἂν τυχὸν παρέπιπτον οἱ νόμοι ἐκεῖνοι, τὴν ἔλλειψιν αὐτῶν. Ἀφ’ ἧς λοιπὸν στιγμῆς στέλλεται πρὸς σφράγισιν καὶ καταχώρισιν ἐν τῷ Κώδικι ὁ νόμος, ἐξέρχεται πλέον τοῦ ἀφανοῦς, διότι καθίσταται γνωστὸς οὐ μόνον τοῖς ὑπαλλήλοις τοῦ Ὑπουργείου τοῦ ἁρμοδίου καὶ τοῖς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ παντὶ τῷ ὁπωσδήποτε λαμβάνοντι γνῶσιν τοῦ Κώδικος τῶν νόμων, ὅστις βεβαίως δὲν εἶναι βιβλίον ἀπόκρυφον καὶ ὅστις θέλει βεβαιοῖ πάντοτε ἐπισήμως, ὅτι ἐψηφίσθη καὶ ἐκυρώθη καθ’ ὡρισμένην ἡμέραν νόμος φέρων ὄνομα ἐξ ὡρισμένων στοιχείων, ὑπὸ τὰ ὁποῖα οὐδεὶς πλέον ἄλλος νόμος δύναται νὰ καταχωρισθῇ. Ἐν τῇ σειρᾷ τῶν νόμων, ἐν τῷ Κώδικι, θέλει εὑρίσκεσθαι πάντοτε καταγεγραμμένος ὁ νόμος ͵ΒΡΙΕʹ τῆς 22 Δεκεμβρίου 1893, τὸν ὁποῖον, ἐὰν μετὰ τὴν τοιαύτην καταχώρισιν ἐπετρέπετο ἡ ἀνάκλησις τῆς κυρώσεως αὐτοῦ, μάτην ἤθελον ζητεῖ οἱ μεταγενέστεροι μεταξὺ τῶν νόμων τοῦ Κράτους ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Ἤθελεν οὕτω δημιουργηθῆ ἀκατανόητος κατηγορία νόμων ἀγνώστου διαμονῆς, νόμων ἀφάντων, ἐψηφισμένων μὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, κυρωθέντων δὲ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, σφραγισθέντων μετὰ τὴν κύρωσιν καὶ καταχωρισθέντων ἐν τῷ Κώδικι τῶν νόμων, ἐκμηδενισθέντων δὲ ἄνευ τῆς μεσολαβήσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ οὐδαμοῦ εὑρισκομένων. Δὲν ὑπάρχει εὐτυχῶς μέχρι σήμερον τοιοῦτον παράδειγμα· δὲν συνέβη ποτὲ αὐτὸ, διότι ποτὲ δὲν ἐγεννήθη εἴς τινος τὸν νοῦν ἡ ἰδέα, ὅτι δύναται νὰ ζητήσῃ ἀνάκλησιν κυρώσεως νόμου μετὰ τὴν σφράγισιν τοὐλάχιστον καὶ τὴν ἐν τῷ Κώδικι καταχώρισιν αὐτοῦ. Ἂν παραβάλητε ὁλόκληρον τὸν Κώδικα τῶν νόμων πρὸς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, θέλετε εὕρει ἐν αὐτῇ πάντας ἀνεξαιρέτως τοὺς ἐν τῷ Κώδικι κατακεχωρισμένους νόμους, οὐχὶ ὅμως καὶ τὸν περὶ συστάσεως ὀγδόου Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθη χθὲς ὁ ἐκ Μεγαρίδος φίλος συνάδελφος.

§108ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὗτος δὲν ἐσφραγίσθη.

§109ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἀκριβῶς διότι δὲν ἐσφραγίσθη καὶ δὲν κατεχωρίσθη ἐν τῷ Κώδικι τῶν νόμων. Δὲν εἶναι ἑπομένως ἄρτιον τὸ ἐξ αὐτοῦ ἐπιχείρημά σας, διότι ὁ νόμος ὁ περὶ ὀγδόου Ὑπουργείου εὑρέθη ἐν τῷ σταδίῳ ἐκείνῳ τῷ ἀφανεῖ, περὶ οὗ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὡμίλησε, κυρωθεὶς μὲν, ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς βεβαιοῖ, μὴ σφραγισθεὶς δὲ, μηδὲ καταχωρισθεὶς ἐν τῷ Κώδικι τῶν νόμων, ἐνῷ ὁ περὶ οὗ πρόκειται νόμος ͵ΒΡΙΕʹ καὶ ἐσφραγίσθη καὶ κατεχωρίσθη. Σημειωτέον δὲ, ὅτι ὡς πρὸς τὸν νόμον ͵ΒΡΙΕʹ τὸ ἐν τῷ ἀφανεῖ στάδιον οὐδόλως ὑπῆρξε, διότι οὗτος αὐθημερὸν ἐκυρώθη καὶ ἐσφραγίσθη καὶ κατεχωρίσθη ἐν τῷ Κώδικι. Δὲν εἶναι λοιπὸν πρόσφορον τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος συνάδελφος μετεχειρίσθη, πειραθεὶς νὰ ἀντλήσῃ ἐκ τῆς νομολογίας δικαιολογίαν, ἀφοῦ τοιαύτην δὲν εὕρισκεν ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, οὐδ’ ἐν τῷ Συντάγματι. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ κ. Δραγούμης, προσεκτικὸς καὶ λεπτολογῶν πάντοτε περὶ πάντα καὶ περὶ τὰς λέξεις, καθ’ ὃν τρόπον προχθὲς ἠγόρευσεν, ἐνεδείκνυε διὰ τῆς λεπτῆς του ἐκείνης προσοχῆς ὅτι δὲν ὑπεστήριζε πορίσματα ἐκ τῆς ἐπιστήμης, ἀλλ’ ἐζήτει παραδείγματα ἐκ τῆς παρ’ ἡμῖν συνταγματικῆς, οὕτως εἰπεῖν, νομολογίας, ἣν δὲν ἐχαρακτήρισε πάλιν ὡς ἀναγνωρίζουσαν ἀπολύτως τὸ ἀνακλητὸν τῆς κυρώσεως, ἀλλὰ περὶ ἧς ἁπλῶς εἶπεν, ὅτι ἐπικρατεῖ ἡ γνώμη περὶ τοῦ μετακλητοῦ.

§110ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρ’ ἡμῖν.

§111ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶπον· δὲν μοὶ διέφυγε τὴν προσοχήν.

§112ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπέβλεψα εἰς τὰ παρ’ ἡμῖν.

§113ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἡ λέξις ἔδωκε πρὸς ἐμὲ τὸ μέτρον τῆς ἐκτιμήσεως τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἐπειράθητε νὰ ὑποστηρίξητε ὡς οὐχὶ ἀλλοτρίας τῆς παρ’ ἡμῖν συνταγματικῆς νομολογίας, ἀλλ’ ὡς προερχομένας ἐξ ἐπιστημονικῆς μελέτης τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἢ ἐκ μελέτης συγγραφέων σχολιασάντων αὐτό.

§114ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἔδωκα τὰς πηγάς μου.

§115ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν ἐδώκατε αὐτάς· ἐνεδείξατε ὅμως, ὅτι ἐκ τῆς νομολογίας τῆς συνταγματικῆς τῆς παρ’ ἡμῖν ἀντλεῖτε τὰ ἐπιχειρήματα.

§116ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ὁποία βεβαίως, ἐστηρίζετο εἰς μελέτας.

§117ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι τὸ πιστεύετε, ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν τὸ πιστεύητε, δικαιοῦσθε νὰ τὸ ἐπικαλεσθῆτε.

§118ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀρκεῖ ὅτι ἀναφέρει τις τὸν Προβελέγγιον, ὅστις, οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι δὲν ἐμελέτησε.

§119ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἐμνήσθημεν τοῦ ὀνόματος καὶ διασήμου καθηγητοῦ, τοὐναντίον μετὰ πολλῶν ἄλλων διδάσκοντος. Πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης του ὁ κ. Δραγούμης ἐπεκαλέσθη καὶ ἐπιχείρημα ἄλλο ἐξ ἀντιδιαστολῆς. Εἶπεν ὁ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς, ὅτι πλὴν τοῦ ἐκ τῆς νομολογίας τούτου ἐπιχειρήματος εὑρίσκει ὅτι βεβαίως δὲν ἐνόησε τὸ Σύνταγμα ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν ἀνάκλησιν τῆς κυρώσεως, διότι οὐδαμοῦ ἀπαγγέλλει τὴν ἀπαγόρευσιν ταύτην· ὅπου δὲ, εἶπεν ὁ ἐκ Μεγαρίδος κ. Βουλευτής, τὸ Σύνταγμα ἠθέλησε νὰ ἀπαγγείλῃ ἀπαγόρευσιν, τὴν ἀπήγγειλε ῥητῶς, καθὼς ἐν τῷ ἄρθρῳ διὰ τοῦ ὁποίου ἀπηγόρευσε τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως νόμου. Καλῶς ἀντελήφθην τοῦ ἐπιχειρήματός σας;

§120ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.

§121ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Οὐδ’ αὐτὸ ὅμως τὸ ἐπιχείρημα εὑρίσκω ἰσχυρότερον τοῦ ἄλλου. Ὅ,τι δὲν ἐπιτρέπει τὸ Σύνταγμα, καὶ δὲν τὸ ἀπαγορεύει πάντοτε ῥητῶς. Τὸ Σύνταγμα ἀναγράφει κατὰ κανόνα τί ἐπιτρέπει, τί δύναται κατ’ αὐτὸ νὰ γίνεται. Ἐὰν ἀνέγραφε ῥητῶς καὶ τὴν ἄπειρον ποικιλίαν τῶν δι’ αὐτοῦ μὴ ἐπιτρεπομένων, θ’ ἀπετελεῖτο τὸ Σύνταγμα ἀπὸ τόμους ἴσως ὁλοκλήρους. Ἐὰν δὲ παραδεχθῆτε ὡς ὀρθὴν τὴν βάσιν τοῦ ἐξ ἀντιδιαστολῆς τούτου ἐπιχειρήματός σας, ὅτι δηλ. ἐπιτρέπεται πᾶν ὅ,τι ῥητῶς δὲν ἀπαγορεύεται, τότε διὰ τοῦ ἰδίου συλλογισμοῦ ὀφείλετε νὰ κύψητε ὑπὸ τὴν δύναμιν ὁμοίου καὶ ἰσοδυνάμου ἐπιχειρήματος περὶ τοῦ ὅτι τὸ Σύνταγμα, μὴ ἀπαγορεῦον ῥητῶς τὴν ἄνευ ἐκδόσεως εἰδικοῦ διατάγματος δημοσίευσιν νόμου παρὰ Κυβερνήσεως διαδεχθείσης τὴν προσυπογράψασαν κατὰ τὴν κύρωσιν αὐτοῦ, ἄρα ἐπιτρέπει ταύτην. Τοιοῦτον ἐπιχείρημα ἐγὼ μὲν δὲν ἐπεκαλέσθην, διότι δὲν θεωρῶ αὐτὸ ὀρθὸν, ὑμεῖς δὲ βεβαίως δὲν ἀποδέχεσθε, διότι τοῦτο ἀποδεχόμενοι ὁμολογεῖτε ὅτι παρεβιάσατε τὸ Σύνταγμα, ἀναστείλαντες δι’ ἐγκυκλίου τὴν ἐκτέλεσιν νόμου, ὅπερ ἀναγνωρίζετε μὲν δι’ ἄλλους λόγους ἐνδομύχως, δὲν εἶσθε ὅμως διατεθειμένοι νὰ ὁμολογήσητε. Διάταξις ἀπαγορεύουσα τὴν τοιαύτην δημοσίευσιν βεβαίως δὲν ὑφίσταται.

§122ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ σᾶς τὴν ὑποδείξωμεν κατόπιν· ἴσως τὴν λησμονεῖτε.

§123ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διατάξῃ καὶ ἐκτελέσῃ τὴν δημοσίευσιν Ὑπουργὸς, ὅστις δὲν ἔχει προσυπογράψει τὴν κύρωσιν;

§124ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἴπομεν ἡμεῖς τοῦτο.

§125ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἀφήσατε λοιπὸν κατόπιν νὰ μοὶ ἐξηγήσητε τί εἴπετε. Ὡμίλησα ἴσως μακρότερον τοῦ πρέποντος ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀνακλήσεως τῆς κυρώσεως, διότι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι αὕτη συνταγματικῶς δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ. Καὶ εἶναι μὲν ἴσως δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσιν ὡς εὐλογοφανές τινες ἀνάγκης ἀνεχόμενοι οἱ θεωροῦντες τὴν ἀνάκλησιν ὡς δυναμένην νὰ ἐπιτραπῇ δι’ ἐξαιρετικοὺς λόγους πολὺ σπουδαίους, ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος δὲν καταχωρίζεται ἐν τῷ Κώδικι τῶν νόμων, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ὅμως τῆς ἐν τῷ Κώδικι καταχωρίσεώς του καὶ περαιτέρω, βεβαίως περὶ ἀνακλήσεως τῆς κυρώσεως δὲν δύναται νὰ γένηται λόγος. Ἀλλ’ οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἡ λύσις, καὶ ἐὰν παραδεχθῇ τις τὴν ἀνάκλησιν ἐπιτρεπομένην καὶ μετὰ τὴν καταχώρισιν τοῦ νόμου ἐν τῷ Κώδικι, εἰς τί τοῦτο ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὠφελεῖ; Ἐγένετο ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀνάκλησις τῆς κυρώσεως; Ἰσχυρίζεταί τις, ὅτι ὑπῆρξε πρᾶξίς τις περὶ ἀνακλήσεως τοιαύτης, ἢ ἔγγραφόν τι, ἢ ἔστω καὶ ἁπλοῦν σημείωμα, ἐνδεικνύον ἔστω καὶ ἁπλῆν πρόθεσιν ἀνακλήσεως τῆς κυρώσεως; Οὐδαμῶς. Οἱ διαδεχθέντες τοὺς προσυπογράψαντας εἰς τὴν κύρωσιν καὶ τὴν ἐντολὴν πρὸς δημοσίευσιν τοῦ νόμου, ΒΡΙΕʹ εὗρον τὸ ἀντιπεφωνημένον ἀντίγραφον αὐτοῦ, νόμου δηλαδὴ ἐγκύρως ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθέντος, ἐντὸς τῆς προθεσμίας τῆς συνταγματικῆς κυρωθέντος, φέροντος τὴν νενομισμένην ἐντολὴν πρὸς δημοσίευσιν καὶ ἐκτέλεσιν, σφραγισθέντος καὶ καταχωρισθέντος ἐν τῷ Κώδικι τῶν νόμων, ἑτοίμου δὲ πρὸς δημοσίευσιν καὶ μὴ περιέχοντος οὐδὲν σημεῖον, δυνάμενον νὰ ἐνδείξῃ, ὅτι ἐγένετο ἀνάκλησις τῆς κυρώσεως αὐτοῦ, καὶ ἐνθυμηθέντες ὅτι ὑπέχουσιν εὐθύνην ἐπὶ τῇ μὴ δημοσιεύσει καὶ ἐκτελέσει τῶν νόμων, ἔστειλαν αὐτὸ πρὸς δημοσίευσιν. Πρὸς τί λοιπὸν ὁ τοιοῦτος ἀγὼν πρὸς ὑποστήριξιν καὶ δικαιολογίαν τοῦ ἀνακλητοῦ τῆς κυρώσεως, ἀφοῦ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἔχομεν ἀνάκλησιν; Ἐκ τοῦ ὅτι δὲ ὁ Βασιλεὺς ἐπέτρεψε καὶ ἀπεδέχθη τὴν δημοσίευσιν καὶ ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου ἐκείνου, ἐναργῶς ἀποδεικνύεται, ὅτι οὔτε ἀνάκλησις κυρώσεως οὔτε σκέψις τοιαύτη ἐγένετο. Ἀλλὰ τί λοιπὸν ἐνδεικνύει, ἐρωτῶσιν, αὐτὴ ἡ ἐπὶ τετράμηνον παρακράτησις τοῦ νόμου, κυρωθέντος ἤδη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως; Ἀπαντῶ, ὅτι αὕτη προδήλως ἐνδείκνυσιν ἀνοχὴν ἢ καὶ συναίνεσιν τοῦ Βασιλέως εἰς ἀναβολὴν τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ, ἀφοῦ ἡ πρὸς τοῦτο συνταγματικὴ προθεσμία τοῦ διμήνου ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου ὑφίστατο πάντοτε, ἔληγε δὲ, νομίζω, κατὰ μῆνα Ἰούνιον. Ἐξέδραμον ὅμως οἱ ἀντιφρονοῦντες καὶ ἐπὶ τὴν ἱστορίαν τοῦ νόμου καὶ ἐπὶ τὴν οὐσιαστικὴν ἐκτίμησιν τῶν διατάξεων αὐτοῦ, καὶ ὑπέμνησαν ἡμῖν, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος προὐτάθη καὶ ἐψηφίσθη, ἵνα χρησιμεύσῃ πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ ἀποτυχόντος πολυθρυλήτου ἐκείνου δανείου. Ἀγνοῶ πρὸς τί ἡ ἐπὶ ταῦτα ἐκδρομὴ ἐγένετο, ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι καὶ οἱ δημοσιεύσαντες αὐτὸν διάδοχοι τῶν πρὸς πραγματοποίησιν ἐπίσης δανείου ἐχρησιμοποίησαν αὐτὸν καὶ τὰς ἐξ αὐτοῦ προσόδους. Ἀλλ’ ἀρνεῖσθε, ἐρωτῶσιν ἡμᾶς, ὅτι πολλάκις ψηφίζονται νόμοι πρὸς ὡρισμένον σκοπὸν, ἢ πρὸς διαῤῥύθμισιν ὡρισμένης καταστάσεως, καὶ ὅτι, τοῦ σκοποῦ ἐκείνου ματαιωθέντος, ἢ τῆς καταστάσεως ἐκείνης ἐκλειψάσης, ἐπιβάλλεται ἡ μὴ ἐκτέλεσις τῶν νόμων, ἥτις πολλάκις δύναται καὶ ἐπιβλαβεῖς συνεπείας νὰ ἔχῃ; Βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι πολλάκις ψηφίζονται νόμοι ἕνεκα τοιούτων λόγων καὶ πρὸς τοιούτους σκοποὺς, οὐδ’ ὅτι τῶν λόγων ἐκλιπόντων καὶ τῶν σκοπῶν ματαιωθέντων εἶναι δυνατὸν ἐνίοτε τῶν τοιούτων νόμων ἡ ἐκτέλεσις ν’ ἀποβῇ ἐπιβλαβής. Ἀλλὰ ὁμολογῶν ταῦτα, οὐδόλως ἐννοῶ, ὅτι ἐπιτρέπεται διὰ τοῦτο ἡ αὐθαίρετος καταστροφὴ τῶν νόμων καὶ ἡ παραβίασις τοῦ Συντάγματος. Ὁσάκις ὑπάρχουσι λόγοι, ἐπιβάλλοντες τὴν μὴ ἔναρξιν τῆς ἐκτελέσεως τοιούτων νόμων πρὸ τῆς ἐπελεύσεως ὡρισμένων γεγονότων ἢ περιστάσεων, ἡ στοιχειώδης κυβερνητικὴ πρόνοια ἐξασφαλίζει τὴν τοιαύτην ἀνάγκην, περιλαμβάνουσα ἐν τῷ νόμῳ διάταξιν, καθ’ ἣν ἡ ἡμέρα τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος αὐτοῦ θέλει ὁρισθῆ κατόπιν διὰ Βασιλικοῦ διατάγματος. Τοιαῦται στοιχειώδους κυβερνητικῆς προνοίας διατάξεις πλειστάκις περιελήφθησαν εἰς νόμους παραπλησίας φύσεως. Καὶ αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος οὕτως ἐτηρήθησαν, καὶ οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἐγκύρως καὶ ἐγκαίρως ἐδημοσιεύθησαν, καὶ ἡ ἰσχὺς καὶ ἐκτέλεσις αὐτῶν ἐκανονίσθη συμφώνως πρὸς τοὺς σκοποὺς, δι’ οὓς ἐψηφίσθησαν, καὶ προελήφθη πᾶσα ἀκοσμία καὶ πᾶσα σπασμωδικὴ κατὰ τῶν νόμων καὶ κατὰ τῆς λογικῆς ἔφοδος, οἵαν μαρτυρεῖ ἡ ἐγκύκλιος, περὶ ἧς συζητοῦμεν, καὶ τὰ ἐπιχειρήματα, ἅπερ πρὸς δικαιολόγησιν αὐτῆς ἀκούομεν. Δὲν εἶναι λοιπὸν αἱ περιστάσεις καὶ ὁ λόγος τοῦ νόμου δικαιολογία εὐπρόσωπος καὶ λογικὴ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ νόμος ἐτέθη ἐκ μέσου, διότι, ἐπαναλαμβάνω, πρόνοια κοινὴ καὶ συνήθης ἠδύνατο νὰ προλάβῃ πάντα ταῦτα. Τὸ πταῖσμα δὲ καὶ ἡ παράλειψις τοῦ καθήκοντος τῶν κυρίων Ὑπουργῶν οὐδόλως συντελεῖ εἰς ἑρμηνείαν τῶν νόμων, οὐδὲ δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν παραβίασιν αὐτῶν. Εἴπομεν ἤδη, ὅτι ὁ νόμος ͵ΒΡΙΕʹ ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὀρθῶς ἐδημοσιεύθη. Τὴν δημοσίευσιν ταύτην πειρῶνται νὰ χαρακτηρίσωσιν ἄκυρον, διότι οἱ ὑπογεγραμμένοι ἐν τῷ νόμῳ Ὑπουργοὶ δὲν ἦσαν Ὑπουργοὶ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς δημοσιεύσεως, καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ὁ ὑπεύθυνος. Δὲν ὑπάρχει ὁ ὑπεύθυνος ἐπὶ τῇ κυρώσει καὶ ἐπὶ τῇ ἐντολῇ πρὸς δημοσίευσιν καὶ ἐκτέλεσιν; Βεβαίως ὑπάρχει, διότι αἱ ὑπογραφαὶ, αἱ παρὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως, τὴν κυροῦσαν καὶ δίδουσαν τὴν ἐντολὴν τῆς δημοσιεύσεως καὶ τῆς ἐκτελέσεως, εἶναι ἀναμφισβητήτως ὑπογραφαὶ Ὑπουργῶν, ὄντων τοιούτων καθ’ ἣν ἡμέραν ὑπέγραφον. Λοιπὸν ἔχομεν τὸν ὑπεύθυνον, ἐὰν ὑπάρχῃ εὐθύνη, ἐπὶ τῇ κυρώσει, ἔχομεν τὸν ὑπεύθυνον ἐπὶ τῇ ἐντολῇ πρὸς δημοσίευσιν καὶ ἐκτέλεσιν· ἰσχυρίζονται ὅμως καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἔγκυρος ὁ νόμος, διότι ἐλλείπει ὁ ὑπεύθυνος ἐπὶ τῇ ἐκτελέσει τῆς πράξεως τῆς δημοσιεύσεως, ἐπὶ τῇ καταχωρίσει ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐπὶ τῇ ἐντολῇ πρὸς δημοσίευσιν ἀναμφισβητήτως ὑπάρχει, ὡς εἴπομεν, ὁ ὑπεύθυνος· οὐδὲ ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργοῦ τοὺς ἰσχυρισμοὺς, ὅτι τὸ «δημοσιευθήτω» δὲν ἀποτελεῖ ἐντολὴν πρὸς δημοσίευσιν, ἀλλ’ ἀποτελεῖ πίστωσιν τοῦ ὅτι ὁ νόμος κατηρτίσθη διὰ τῆς κυρώσεως. Ὑπάρχοντος λοιπὸν ἀναντιῤῥήτως τοῦ ὑπευθύνου ἐπὶ τῇ πρὸς δημοσίευσιν διδομένῃ βασιλικῇ ἐντολῇ, δὲν λείπεται ἄλλο ἢ τὸ γεγονὸς τῆς πρὸς τὸ τυπογραφεῖον ἀποστολῆς, τῆς στοιχειοθετήσεως καὶ τῆς καταχωρίσεως. Θέλουσι καὶ ἐπὶ ταύταις ταῖς πράξεσιν ὑπευθύνους Ὑπουργούς; Ἐὰν ὑπάρχωσι καὶ ἐπὶ ταύταις εὐθῦναι, βαρύνουσιν ἀναμφισβητήτως τοὺς διαδόχους αὐτῶν Ὑπουργοὺς, οἵτινες καὶ ἀπέστειλαν τὸν νόμον πρὸς δημοσίευσιν καὶ ἐνέκριναν τὴν γενομένην ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσίευσίν του. Ἀλλ’ ἐρωτῶσι: «ποῦ εἰσιν αἱ ὑπογραφαὶ τῶν διαδόχων ἡμῶν, ἵνα ἔχωμεν αὐτοὺς ὑπευθύνους διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς δημοσιεύσεως;» Πρὸς ὑποστήριξιν δὲ τῶν τοιούτων ἰσχυρισμῶν των ἐγένετο πολλὴ καὶ σφαλερὰ χρῆσις τοῦ ἄρθρου 30 τοῦ Συντάγματος, τοῦ ὁρίζοντος ὅτι οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως ἰσχύει, οὐδ’ ἐκτελεῖται, ἂν δὲν ἦναι προσυπογεγραμμένη παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὅστις διὰ μόνης τῆς ὑπογραφῆς του καθίσταται ὑπεύθυνος. Τὸ ἄρθρον 30 τοῦ Συντάγματος δὲν κανονίζει βεβαίως τὰ τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, εἰμὴ ἐφ’ ὅσον προσυπογράφουσι παρὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως. Θὰ ἦσαν εὐτυχεῖς οἱ Ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶναι προωρισμένοι νὰ ἐπισύρωσί ποτε ἐφ’ ἑαυτοὺς εὐθύνας, ἐὰν τὰς εὐθύνας αὐτῶν πάσας καθώριζεν αὐτὸ τὸ ἄρθρον, ἐὰν δηλονότι αἱ εὐθῦναι αὐτῶν περιωρίζοντο μόνον εἰς ὅσα διὰ τῆς ὑπογραφῆς αὐτῶν ὑπὸ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως ἀπεφάσισαν ἢ διέταξαν. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν περιέχεται κἂν εἰς τὸ περὶ Ὑπουργῶν κεφάλαιον τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ εἰς τὸ περὶ Βασιλέως, ἑπόμενον δ’ ἀμέσως τῷ ἄρθρῳ 29, τῷ κηρύσσοντι τὸ ἀνεύθυνον τοῦ Βασιλέως, καθορίζει τὰ περὶ κύρους τῶν πράξεων τοῦ Βασιλέως καὶ τὰς συνεπείας τῆς ἀρχῆς τοῦ ἀνευθύνου τοῦ Βασιλέως, ἐπιβάλλον τὴν ἀνάγκην τῆς προσυπογραφῆς τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, καθισταμένου διὰ μόνης τῆς ὑπογραφῆς αὐτοῦ ὑπευθύνου. Ἀλλὰ τὸν Ὑπουργὸν δὲν καθιστᾷ μόνη ἡ ὑπογραφὴ αὐτοῦ ὑπεύθυνον· ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ὑπεύθυνος διὰ μυριάδας πράξεων, περὶ τῶν ὁποίων οὐδόλως ἀπαιτεῖται ὑπογραφὴ αὐτοῦ. Ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ὑπεύθυνος διὰ παραλείψεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐνίοτε ἐπιβλαβέστεραι τῶν πράξεων καὶ περὶ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ὑπογραφὴ αὐτοῦ. Ἐὰν λοιπὸν καὶ ἐπὶ τῇ καταχωρίσει εἰς τὴν ἐφημερίδα ὑφίσταται εὐθύνη, ταύτην βεβαίως ὑπέχουσιν οἱ Ὑπουργοί, οἱ ἀποστείλαντες τὸν νόμον πρὸς καταχώρισιν καὶ ἐγκρίναντες αὐτήν· ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οὐδὲ ἤκουσά τινα αὐτῶν ἀγωνιζόμενον ἐνταῦθα ν’ ἀποκρούσῃ ἀφ’ ἑαυτοῦ τοιαύτην εὐθύνην. Νομίζω μάλιστα, ὅτι, ὀφείλων ἑκάστῳ τὸ οἰκεῖον νέμειν, ἔχω καθῆκον νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν εὗρον ἐκ τῶν πραγμάτων δικαιολογουμένην τὴν κατάκρισιν, ἣν ὁ ἐκ Μεγαρίδος ἀξιότιμος συνάδελφος ἐποιήσατο κατὰ τῶν προκατόχων Ὑπουργῶν περὶ τοῦ ὅτι, πολιτευθέντες ὡς ἐπολιτεύθησαν, ἐφρόντισαν νὰ ἐπωφεληθῶσι μὲν τῶν ὠφελημάτων τῶν ἐκ τοῦ νόμου, ν’ ἀποφύγωσι δὲ πᾶσαν ἐξ αὐτοῦ εὐθύνην. Τὴν κατάκρισιν ταύτην ἤθελον θεωρήσει δικαιολογημένην, ἐὰν ἤκουον ἐνταῦθα τοὺς δυναμένους καὶ ὀφείλοντας ν’ ἀντιπροσωπεύσωσι τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν οὐδένα ἀπολύτως ἔχω λόγον νὰ ὑπερασπίσω, πᾶν ὅ,τι δὲ λέγω τὸ λέγω ἑκάστῳ τὸ οἰκεῖον νέμων, ἐὰν, ἐπαναλαμβάνω, ἤκουόν τινα ἐξ ἐκείνων ἀγωνιζόμενον ν’ ἀποκρούσῃ τὴν εὐθύνην ταύτην· ἀλλὰ τοὐναντίον συμβαίνει. Τοὺς δυναμένους νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀντιπροσωπεύοντες τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ἐγὼ ἀκούω κοπτομένους ὑπὲρ τοῦ κύρους τοῦ νόμου, τοῦ ἐπιβάλλοντος εἰς αὐτοὺς εὐθύνας. Ἤκουσα ἐντεῦθεν λεγόμενον, ὅτι εἶναι ἐκεῖνοι εὐτυχεῖς, διότι ἀποδεικνύεται ἄκυρος ὁ νόμος, καὶ ἐν τούτοις βλέπω αὐτοὺς ἀγωνιζομένους καὶ ἱκετεύοντας, ἵνα κηρύξητε αὐτὸν ἔγκυρον. Λοιπὸν, ἐὰν ὑπάρχῃ τις εὐθύνη, ταύτην δὲν ματαιοῖ βεβαίως ἡ ἔλλειψις τῆς ὑπογραφῆς, οὐδ’ εἶναι ἡ προσυπογραφὴ ὑπὸ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως ὁ μόνος τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς ἀναλαμβάνει εὐθύνην. Ὁ νόμος ἄρα εἶναι ἔγκυρος καὶ ἐγκύρως ἐδημοσιεύθη, οὐδ’ ἀλλοιοῖ τὸ κῦρος τοῦ νόμου ἡ ἐπελθοῦσα ἐν τῷ μεταξὺ κυβερνητικὴ μεταβολή. Ἡ ἐναντία θεωρία εἶναι μὲν ἀνυποστήρικτος, εἰς πολλὰ δὲ ἄγει ἄτοπα. Εἶναι δυνατὸν νὰ συμπέσῃ ν’ ἀποστείλῃ Κυβέρνησίς τις εἰς τὸ τυπογραφεῖον πρὸς δημοσίευσιν νόμον παρ’ αὐτῆς ἐν τῇ κυρώσει προσυπογεγραμμένον, ν’ ἀποχωρήσῃ δὲ αὕτη τῆς ἀρχῆς τὴν παραμονὴν τῆς ἐν τῇ ἐφημερίδι καταχωρίσεως τοῦ νόμου, νὰ γένηται δ’ αὕτη μετὰ τὴν ὅρκισιν τοῦ νέου Ὑπουργείου. Πρέπει τάχα ἐν τῇ συμπτώσει ταύτῃ νὰ ἐνεργηθῇ ἀνάκρισις, ἵνα ἐξακριβωθῇ, τίς καὶ τίνα ὥραν τῆς ἡμέρας ἔστειλε τὸ ἀντίγραφον τοῦ νόμου εἰς τὸ τυπογραφεῖον, ἵνα κρίνωμεν ἄν ὁ νόμος ἦναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος; Πολὺς ἐγένετο λόγος καὶ περὶ προηγουμένων πολλῶν, κατὰ δεκάδας ἀριθμηθέντων, εἰς ἑκατοντάδα δ’ ἴσως ἀνελθόντων νόμων καὶ διαταγμάτων, κυρωθέντων μὲν παρὰ Κυβερνήσεων προκατόχων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δημοσιευθέντων δὲ παρ’ αὐτοῦ ὡς διαδόχου τῶν κυρωσάντων, ἄνευ προκλήσεως εἰδικοῦ περὶ τῆς δημοσιεύσεως διατάγματος, καὶ ἤκουσα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δηλοῦντος πρὸς τὸν ἀριθμήσαντα τοιαῦτα προηγούμενα κ. βουλευτὴν ἐκ Ναυπλίας, ὅτι ὡς πρὸς πλεῖστα μὲν τῶν νομοθετημάτων ἐκείνων δὲν ὑπάρχει ἀκυρότης, διότι φέρουσιν ὑπογραφὴν τοῦ σφραγίσαντος ταῦτα Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τῆς διαδόχου Κυβερνήσεως, ὡς πρός τινα δὲ, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν συμπίπτει τοῦτο, ὅτι θέλει ληφθῆ νομοθετικὴ πρόνοια, τὴν ὁποίαν δὲν εἶδον μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἐπιχείρημα τὸ ἐκ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ σφραγίσαντος τοὺς νόμους ἐκείνους Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐξηρτήθησαν ὡς ἀπὸ σανίδος σωτηρίας, ἵνα δυνηθῶσι νὰ χαρακτηρίσωσιν αὐτοὺς ἐγκύρους...

§126ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύο εἶναι οἱ νόμοι.

§127ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δύο εἶναι οἱ μὴ φέροντες ὑπογραφὴν Ὑπουργοῦ Δικαιοσύνης τῆς διαδόχου Κυβερνήσεως, περὶ αὐτῶν δὲ τῶν δύο ὑπεσχέθητε νὰ λάβητε νομοθετικὴν πρόνοιαν, ἣν ἀκόμη δὲν ἐλάβετε. Ἤδη ὁμιλῶ περὶ τῶν ἄλλων, τῶν πολλῶν, περὶ ὧν ἰσχυρίσθητε, ὅτι δὲν εἶναι ἄκυροι, διότι ἐδημοσιεύθησαν μὲν παρ’ ἄλλων Κυβερνήσεων, ἀλλὰ πρὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτῶν ἐγένετο ἡ σφράγισις ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ τῆς διαδόχου Κυβερνήσεως, παραδεχθέντες οὕτω, ὅτι ἡ σφράγισις αὕτη ἐδημιούργει εὐθύνην τοῦ σφραγίσαντος Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῇ δημοσιεύσει τοῦ νόμου. Τοῦτο θεωρῶ παράδοξον καὶ παράλογον. Ὁ Ὑπουργὸς ὁ σφραγίζων εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ φύλαξ τῆς μεγάλης τοῦ Κράτους σφραγῖδος καὶ τοῦ Κώδικος τῶν νόμων, αὐτὸς δὲ σφραγίζει τοὺς νόμους πάντων τῶν ἄλλων Ὑπουργείων. Πῶς δύνασθε νὰ ὑποστηρίξητε, ὅτι, διότι ἁπλῶς οὗτος ἐπιτίθησι τὴν σφραγῖδα καὶ βεβαιοῖ διὰ τῆς ὑπογραφῆς του τῆς σφραγῖδος τὴν ἐπίθεσιν, καθίσταται διὰ τούτου καὶ ὑπεύθυνος ἐπὶ τῇ δημοσιεύσει; Μὴ τάχα προσυπογράφει οὗτος παρὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως ἐπὶ τῇ κυρώσει καὶ τῇ πρὸς δημοσίευσιν ἐντολῇ; Οὐδαμῶς· διότι τοῦτο καὶ ῥητῶς ἀπαγορεύει τὸ Σύνταγμα, ἀπαιτοῦν τὴν προσυπογραφὴν οὐχὶ παντὸς Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Ἡ πρᾶξις δὲ τῆς σφραγίσεως δὲν εἶναι πρᾶξις βασιλική, ἀλλ’ ἁπλῶς ὑπουργική, οὐδόλως σχετιζομένη πρὸς τὴν κύρωσιν καὶ δημοσίευσιν, ἀλλ’ ὅλως αὐθύπαρκτος, τελουμένη ἐν ἄλλῳ τόπῳ καὶ κατ’ ἄλλον χρόνον. Ἔχετε νόμον, ἢ ἔστω καὶ ἁπλοῦν κανονισμόν, σχετίζοντα ὁπωσδήποτε τὴν ὅλως τυπικὴν ἐνέργειαν τῆς σφραγίσεως πρὸς τὴν δημοσίευσιν; Οὐδένα. Πῶς λοιπὸν καὶ πόθεν ἀντλεῖτε τὸ θάῤῥος νὰ δημιουργῆτε αὐθαιρέτως τοιαύτην συσχέτισιν καὶ τοιαύτην εὐθύνην; Ἀλλ’ οὕτως ἓν μόνον ἐπιτυγχάνετε, ν’ ἀποδείξητε πασιφανῶς τὴν ἐντελῆ ἔλλειψιν παντὸς λογικοῦ ἢ τοὐλάχιστον εὐπροσώπου ἐπιχειρήματος πρὸς δικαιολόγησιν τῆς ἐκνόμου ὑμῶν ἐνεργείας. Τίνα δύναται λογικῶς νὰ ἔχῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εὐθύνην ἐπὶ τῇ δημοσιεύσει νόμων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τῶν Στρατιωτικῶν, τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἁπλῶς ἐπέθηκεν ἐπ’ αὐτῶν, κεκυρωμένων ἤδη ὄντων, τὴν μεγάλην τοῦ Κράτους σφραγῖδα; Ἐλάβετέ ποτε τὸν κόπον νὰ ἐρευνήσητε πότε καὶ πῶς καὶ πρὸς τίνα σκοπὸν ἐκανονίσθησαν τὰ τῆς ἐπιθέσεως τῆς μεγάλης τοῦ Κράτους σφραγῖδος; Ἐγὼ ἐρευνήσας εὗρον τὰ ἑξῆς μόνον: Βασιλικόν τι διάταγμα, ἐκδοθὲν τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ὁ Βασιλεὺς Ὄθων ἀπέβη εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὴν 26 δηλαδὴ Ἰανουαρίου 1833, ἐκανόνιζε τὰ τοῦ τύπου τῶν σφραγίδων καὶ διασήμων. Ἕτερον δὲ διάταγμα τῆς 20 Μαΐου 1835 κανονίζει πως τὸ ζήτημα τῆς σφραγῖδος τῆς μεγάλης τοῦ Κράτους. Τὸ ἄρθρον 9 τοῦ βασιλικοῦ τούτου διατάγματος διαλαμβάνει ταῦτα (ἀναγινώσκει: «Ὁ ἀρχιγραμματεὺς τῆς Ἐπικρατείας φυλάττει τὴν μεγάλην τοῦ Βασιλείου σφραγῖδα, φροντίζει νὰ μὴ ἐπιτίθηται αὕτη, εἰμὴ εἰς ἐκεῖνα μόνον τὰ ἔγγραφα, ὅσα καθ’ ἡμετέραν βασιλικὴν θέλησιν συνετέθησαν καὶ παρ’ ἡμῶν αὐτοχείρως ὑπεγράφησαν· ἐπαγρυπνεῖ ὥστε νὰ μὴ γείνῃ παρὰ τρίτου τινὸς κατάχρησις τῆς σφραγῖδος τοῦ Βασιλείου, καὶ ἕνεκα τούτου προσεπιθέτει τὸ ὄνομά του εἰς πᾶσαν αὐτῆς ἐκτύπωσιν, καὶ προσυπογράφει ἑπομένως τὰ παρ’ ἡμῶν ἐγκεκριμένα ἔγγραφα. Ἐκτὸς τοῦ ἀρχιγραμματέως τῆς Ἐπικρατείας προσυπογράφουσι τὰ ἔγγραφα καὶ οἱ ἁρμόδιοι γραμματεῖς τῆς Ἐπικρατείας, οἵτινες ἀναλαμβάνουσιν οὕτω τὴν τοῦ περιεχομένου καὶ τῆς ἐκτελέσεως εὐθύνην».

§128ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἴσχυε τότε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844;

§129ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Οὐχὶ βεβαίως· ἀλλὰ διὰ τίνος νόμου τὰ περὶ σφραγῖδος μετεβλήθησαν;

§130ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μετεβλήθησαν ἄνευ ἀναγραφῆς τῆς μεταβολῆς ἐν τῷ νόμῳ· μετεβλήθησαν ἐκ τοῦ Συντάγματος.

§131ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐκ τοῦ διατάγματος, ὅπερ ἀνέγνων, ἠθέλησα νὰ δείξω ἱστορικῶς τὰ τῆς ἱδρύσεως τῆς σφραγῖδος, τοῦ κανονισμοῦ τῆς χρήσεως αὐτῆς, καὶ τοῦ σκοποῦ, πρὸς ὃν διετάχθη τότε ἡ ὑπ’ αὐτὴν ὑπογραφὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀφοῦ οὐδένα περὶ τούτων πάντων ἔχομεν ἀπὸ τοῦ 1844 καὶ ἐντεῦθεν νόμον ἢ κανονισμόν, ἐφ’ ὅσον ἐγὼ γνωρίζω, ἐπιθυμῶ νὰ διδαχθῶ παρ’ ὑμῶν, τίς εἶναι ἡ ἀπὸ τοῦ 1844 καὶ ἐντεῦθεν ἔννοια τῆς σφραγῖδος καὶ τῆς ὑπ’ αὐτὴν ὑπογραφῆς τοῦ Ὑπουργοῦ.

§132ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ σκοπὸς τῆς προσυπογραφῆς τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι πάντοτε ἡ εὐθύνη, μετὰ τὸ 1844.

§133ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἀλλὰ ποία εὐθύνη;

§134ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ περὶ ἧς ὁμιλοῦμεν τώρα καὶ ἧς ἡ ἔλλειψις καθιστᾷ τὸν νόμον μὴ ὑπάρχοντα.

§135ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Αὔριον θὰ ἦναι ἴσως ἄλλη, ἐὰν ἄλλης λάβητε ἀνάγκην. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς: ἐὰν πρὸς ἔγκυρον δημοσίευσιν τοῦ καθ’ ὑμᾶς ἀκύρως δημοσιευθέντος νόμου ͵ΒΡΙΕʹ ἐξεδίδετο τὸ εἰδικὸν ἐκεῖνο πρωτοφανὲς διάταγμα, ὅπερ ὑμεῖς ἀπαιτεῖτε, ἤρκει νὰ ὑπογράψῃ αὐτὸ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἢ ἔπρεπε νὰ ὑπογράψῃ αὐτὸ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ ἁρμόδιος;

§136ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πᾶς Ὑπουργὸς προσυπογράφων ὑπογράφει ὑπευθύνως. Εὐθὺς δὲ, ὡς ἔχετε ἐπὶ τῇ δημοσιεύσει τὸν ὑπεύθυνον προσυπογράφοντα παρὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως, ἔχετε νόμον πλήρη.

§137ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Εἶναι θεωρία ἀκατανόητος. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσυπογράφῃ ἐγκύρως τὴν κύρωσιν νόμου ἀφορῶντος τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν! Εἶναι κἄτι τι, τὸ ὁποῖον πρώτην φορὰν ἀκούομεν· ἡ μόνη ἀξία αὐτοῦ εἶναι, ὅτι ἐξαγγέλλεται ἐκ τοῦ στόματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐγὼ δὲ τολμῶ νὰ δηλώσω, ὅτι ἐπιφυλάττομαι ἐν ὥραις σχολῆς νὰ σκεφθῶ περὶ τοῦ πράγματος, ἂν ὄχι ἄλλο τι (ἱλαρότης ἐν τῇ ἀριστερᾷ). Ἐξήγησα λοιπὸν ἱστορικῶς τὴν αἰτίαν, δι’ ἣν ἐδημιουργήθη ἡ σφραγὶς, μὴ εὑρίσκων ἀπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ ἐντεῦθεν οὐδὲν ἄλλο...

§138ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰμὴ μόνον τὸ Σύνταγμα.

§139ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Εἰμὴ μόνον τὸ Σύνταγμα καὶ τὴν ἀρχήν σας, καθ’ ἣν καθίσταται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπεύθυνος διὰ τὴν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καταχώρισιν νόμων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἐπέθηκεν ἐπ’ αὐτοὺς τὴν σφραγῖδα τοῦ Κράτους.

§140ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ Σύνταγμα λέγει «ἁρμόδιος Ὑπουργός».

§141ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς θεωρῶ, ὅτι ἐγκύρως ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος, ὅτι ἄρα ἐκθέσμως καὶ παρανόμως διετάχθη δι’ ἐγκυκλίου ἡ ἀναστολὴ τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκύρως ἐδημοσιεύετο, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἠδύνατο δι’ ἐγκυκλίου ν’ ἀνασταλῇ ἡ ἐκτέλεσις νόμου, διότι τὸ δημοσιευθὲν φέρει ὅλα ἐν γένει τὰ ἐξωτερικὰ τοῦ νόμου στοιχεῖα, τῶν ὁποίων ἡ ὕπαρξις ἀπαγορεύει πάντα ἄλλον τρόπον ἀκυρώσεως ἢ ἀναστολῆς τῆς ἐκτελέσεως, πλὴν τοῦ διὰ τῆς πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καταφυγῆς. Ἤκουσα ὅτι πρὸς δικαιολόγησιν τῆς ἐκθέσμως γενομένης δι’ ἐγκυκλίου καταργήσεως νόμου, ὅτε ἀντετάσσετο τὸ γενόμενον ἐπὶ καταργήσεως ἄλλων νόμων ψευδῶν πράγματι καὶ ἀκύρων, ἐλέχθη ὅτι δι’ ἐκείνους μὲν οὕτως ἔπρεπε νὰ γείνῃ, διὰ τοῦτον ὅμως δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ οὕτω, διότι ἐκεῖνοι εἶχον ἐσωτερικὰς ἀτελείας, οὗτος δὲ ἔχει ἔλλειψιν ἐξωτερικῶν στοιχείων. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, οὐδὲ ὀρθόν. Ὁ νόμος ͵ΒΡΙΕʹ ἔχει πλήρη καὶ ἄρτια τὰ ἐξωτερικὰ αὐτοῦ στοιχεῖα καὶ γνωρίσματα, ἅπερ εἰσὶν ἡ βεβαίωσις ὅτι ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἐκυρώθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως νομίμως, ὅτι φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν καὶ ὅτι ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις δημοσίευσις ἀποτελεῖ νόμιμον τεκμήριον περὶ τοῦ ὅτι ἐτηρήθησαν πάντα τὰ πρὸς κατασκευὴν τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα. Ἐὰν δὲ ἦτο ἀληθὲς καὶ ὀρθὸν, ὅτι πρὸς ἔγκυρον δημοσίευσιν νόμου ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ πάντως ὑπογραφὴ Ὑπουργοῦ τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐκτελεῖται ἡ ἐν τῇ ἐφημερίδι καταχώρισις, τότε, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει ὅτι τοῦτο δύναται νὰ ἐξετασθῇ καὶ ὡς πρὸς νόμους πρὸ ἐτῶν δημοσιευθέντας, θὰ ἦτο ἀνάγκη πάντες οἱ ἀπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ μέχρι τοῦ τελευταίου τελωνοφύλακος, εἰς οὓς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεγνώρισε τὸ δικαίωμα τοῦ κρίνειν περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ ἀκύρου τῶν νόμων, νὰ ὦσιν ἐφωδιασμένοι δι’ ἐγκολπίων, βεβαιούντων ἐν ἀκριβείᾳ πάσας τὰς ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ βασιλείου ὑπουργικὰς μεταβολὰς καὶ τροποποιήσεις καὶ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν αὗται ἐγένοντο. Μόνον οὕτω θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κρίνωσι περὶ τοῦ κύρους τῶν νόμων οἱ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ μέχρι τοῦ τελευταίου δημοσίου ὑπαλλήλου ἢ ὑπηρέτου, κατὰ τὴν παράδοξον γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι μία καὶ ἀναμφισβήτητος, ὅτι μόνον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ οὐδεὶς ἄλλος δύναται νὰ καταργήσῃ νόμον τινὰ, ἐὰν κρίνῃ καὶ πεισθῇ, ὅτι περὶ τὴν κατάρτισιν αὐτοῦ δὲν ἐτηρήθησαν οἱ νόμοι ἢ παρεισέφρησαν παρατυπίαι. Καὶ αὐτὴ δὲ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει κυρίως νὰ καταργῇ τὸν τοιοῦτον νόμον, οὐχὶ δὲ νὰ ἀκυροῖ, διότι καὶ ὁ κατὰ τύπους ἀντισυνταγματικὸς νόμος, ἐφ’ ὅσον φέρει τὰ ἐξωτερικὰ τῶν νόμων στοιχεῖα, ὑπάρχει νομικῶς. Τοῦτο διδάσκουσιν οἱ διασημότεροι τῶν νομοδιδασκάλων. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, ὁμολογουμένως καὶ ἐμελετήθη καὶ διεφωτίσθη ὑπὸ πάσας αὐτοῦ τὰς ἐπόψεις. Ἐκ τῆς μακρᾶς ταύτης συζητήσεως ἀπεδείχθη ἐναργῶς καὶ ἀριδήλως, ὅτι διὰ τῆς ὑπὸ συζήτησιν ἐγκυκλίου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρέβη μὲν τὸ καθῆκόν του, ὑπερέβη δὲ τὰ δικαιώματά του, ἀντιποιηθεὶς ἔργα νομοθετικῆς ἐξουσίας. Οὐδὲ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης αἱ θεωρίαι αἱ παράτολμοι, οὐδὲ τῶν ἄλλων συνηγορησάντων ὑπὲρ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τὰ ἐπιχειρήματα, οὐδὲ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ ἡ εὑρεσιλογία καὶ ἡ διαλεκτικὴ δεινότης, ἐφ’ ᾗ πάντοτε διεκρίθη, ἴσχυσαν νὰ συγκαλύψωσιν, οὐδὲ ν’ ἀμαυρώσωσιν ἐπ’ ἐλάχιστον, τὴν ἐνάργειαν τῆς τελεσθείσης παρανομίας, εἰς τὴν ὁποίαν, κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν, δὲν ἀπεπλάνησε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἄγνοια τῶν νόμων, διότι θεωρῶ αὐτὸν ἀνώτερον τοιαύτης, ἀλλὰ παρέσυρεν αὐτὸν πεῖσμα καὶ θυμὸς κρείσσων πολλάκις τῶν αὐτοῦ βουλευμάτων. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§142ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ἂν καὶ ἡ κατάστασις τῆς ὑγείας μου δὲν μοὶ ἐπέτρεπε νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προκειμένης συζητήσεως, μ’ ὅλα ταῦτα ἀπεφάσισα νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, τὸ μὲν διότι φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐξετράπη τοῦ προορισμοῦ αὐτῆς, τὸ δὲ διότι ἐχύθη τόσον φῶς ἑκατέρωθεν, ὥστε φοβοῦμαι, ὅτι τὸ πολὺ φῶς ἐσκότισε τὴν διάνοιαν ἡμῶν. Καὶ συγγραφεῖς ἐκομίσθησαν, καὶ γνῶμαι σοφῶν ἀνδρῶν ἐξηνέχθησαν, διὰ νὰ λύσωμεν συνταγματικὰ ζητήματα, ἀναφυέντα ἐκ τοῦ καταράτου αὐτοῦ νόμου, τοῦ βολαπουκιστὶ καλουμένου ͵ΒΡΙΕʹ. Ἕκαστος τῶν προλαλησάντων ῥητόρων ἔκ τε τῆς ἰδίας αὐτοῦ πήρας καὶ ἐκ τῆς βιβλιοθήκης αὐτοῦ ἐκόμισεν ἡμῖν λαμπτῆρας, ἄπλετον ἐπιχέοντας φῶς πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος· τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ὅμως, εὑρίσκομαι εἰς δεινὴν θέσιν· ἑκάστου ῥήτορος, καταβαίνοντος ἀπὸ τοῦ βήματος, νομίζω ὅτι ἀσπάζομαι τὴν γνώμην, ἀναβαίνοντος δ’ ἑτέρου καὶ ἀντιλέγοντος, κλονοῦμαι, καὶ φρονῶ, ὅτι ἡ πρώτη πεποίθησις εἶναι σφαλερά· τοῦτο δὲ ἐξ ὑπαμοιβῆς συμβαίνει κατὰ τὴν κατάβασιν ἑκάστου ῥήτορος καὶ τὴν ἀνάβασιν ἑτέρου. Διατὶ τοῦτο; Διότι, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἐνετάλην νὰ ἔλθω καὶ συνεργασθῶ μεθ’ ὑμῶν, οὐχὶ διὰ νὰ λύω ζητήματα ἁπλῶς θεωρητικὰ τῆς ἐπιστήμης, πρὸς τὰ ὁποῖα εἶμαι ἥκιστα ἁρμόδιος, ἀλλὰ διὰ νὰ κήδωμαι περὶ τῆς πρακτικῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, καὶ νὰ ἐπιβλέπω, νὰ ἐλέγχω τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, ἂν νομίζω, ὅτι αὕτη ἀντιστρατεύεται πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ παραδόξως οἱ ἀνελθόντες ἐπὶ τοῦ βήματος, ἢ μᾶλλον ὁ ἐξ Αἰγιαλείας ἔντιμος Βουλευτὴς, ὁ ῥίψας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὸ μῆλον τῆς ἔριδος, προσπαθοῦσι νὰ μὲ ἀποτρέψωσι τοῦ σκοποῦ, προσπαθοῦσι νὰ μὲ ἐπασχολήσωσιν εἰς τὴν λύσιν θεωρητικῶν ζητημάτων, καὶ τὸ χειρότερον εἶναι, ὅτι ἕκαστος τῶν ῥητόρων μετὰ τοσαύτης πεποιθήσεως ὁμιλεῖ περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς ὑπ’ αὐτοῦ διδομένης λύσεως καὶ περὶ τῆς μηδαμινότητος τῶν ἀντιτασσομένων αὐτῷ ἐπιχειρημάτων, ὥστε νομίζει τις, ὅτι δὲν ἔπρεπε κἂν νὰ γεννηθῇ τὸ ζήτημα. Ἡ ἑρμηνεία, Κύριοι, τῶν νόμων καὶ τῶν θεσμῶν εἶναι ὑπέρτατον καθῆκον τῶν ἐφαρμοζόντων τὸν νόμον καὶ ἐπιτηρούντων τῶν θεσμῶν τὴν ἐφαρμογὴν, ἀλλ’ ἡ ἑρμηνεία, μεθ’ ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν, μεθ’ ὅλα τὰ φῶτα τῶν ἐντεταλμένων νὰ ἐφαρμόσωσι τὸν νόμον, κινδυνεύει πολλάκις νὰ περιπέσῃ εἰς πλάνην, κινδυνεύει ἡ ἑρμηνεία νὰ καταλήξῃ εἰς παρερμηνείαν, καὶ τοῦτο ὄχι μόνον παρὰ τῇ Κυβερνήσει, ἀλλὰ καὶ παρ’ αὐτῇ τῇ νομοθετικῇ ἐξουσίᾳ. Δὲν εἶναι δύσκολον νὰ ἀνεύρῃ τις νόμους ψηφισθέντας καὶ ἀντικειμένους πρὸς τὸ Σύνταγμα, ὄχι διότι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία προετίθετο νὰ ψηφίσῃ νόμον παρὰ τὸν καταστατικὸν θεσμὸν, ἀλλὰ διότι ἐκ πλάνης ἡρμήνευσεν αὐτὸν ἄλλως παρ’ ὅπως ἔδει νὰ ἑρμηνευθῇ. Τὸ ἀτύχημα τοῦτο συμβαίνει καὶ ἐν τῇ δικαιοσύνῃ· κατὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ὁ δικαστὴς, μεθ’ ὅλην τὴν εὐσυνειδησίαν αὐτοῦ, μεθ’ ὅλα τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα διὰ σπουδῆς μεγάλης ἀπέκτησε, πολλάκις καταλήγει εἰς παρερμηνείαν τῶν νόμων καὶ τῶν θεσμῶν. Δὲν εἶναι ἀπίθανον καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἡρμήνευσε καλῶς τὸν νόμον, τὸν θεσμὸν, ἀξιοῦσα ὅτι ἡ πρᾶξις ἐκείνη, ἡ δημοσιευθεῖσα ὡς νόμος ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἔδει νὰ φέρῃ τὰς ὑπογραφὰς τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, τῶν ἐπιδιωξάντων τὴν δημοσίευσιν· πιθανὸν, λέγω, ἡ ἀξίωσις αὕτη νὰ μὴ στηρίζηται εἰς τὸν νόμον, ἂν καὶ ἰσχυρότατα ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς γνώμης ταύτης ἀντετάχθησαν κατὰ τῆς ἀντιθέτου γνώμης. Ἀλλὰ ἐγὼ πρὸς στιγμὴν λαμβάνω ὡς βέβαιον καὶ δεδομένον, ὅτι ἡ ἑρμηνεία ἐκείνη ἦτο ἐσφαλμένη· ἆρά γε ἡ Βουλὴ ἐπὶ τούτου καλεῖται νὰ ἀποφανθῇ, ἂν ἀκόμη ἡ παρερμηνεία ἐκείνη καλῇ τῇ πίστει ἐξηνέχθη; καὶ ἂν ἀκόμη οὐδεμία ζημία εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα ἐπηνέχθη; Νομίζω ὄχι· καὶ τὴν γνώμην μου ταύτην στηρίζω εἰς αὐτὸν τὸν περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμον. Ὁ νόμος ἀπειλεῖ ποινὰς κατὰ μόνου τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ ἐκ προθέσεως παραβαίνοντος τὸν θεσμὸν ἢ τοὺς νόμους, δὲν ἔρχεται βαρὺς μὲ τὸν πέλεκυν ἀνὰ χεῖρας, διὰ νὰ κόψῃ τὴν κεφαλὴν τοῦ τυχὸν καλῇ τῇ πίστει μὴ ἑρμηνεύσαντος ὀρθῶς τὸν νόμον. Τοιαύτη ἀπειλὴ ἤθελε δέσει τὰς χεῖρας πάσης Κυβερνήσεως, φοβουμένης πλέον ν’ ἀποτολμήσῃ τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων, τῶν ὁποίων τὴν ἐφαρμογὴν κέκληται νὰ πραγματοποιήσῃ. Τοῦτο δὲν θὰ ἦτο συμφέρον τῇ Πολιτείᾳ, τοῦτο θὰ ἔβλαπτε τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας. Ἐλευθερίαν λοιπὸν ἀπόλυτον κέκτηται πᾶς ὁ ἐντεταλμένος νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον, ἐλευθερίαν ἀπόλυτον εἰς τὸ νὰ ἑρμηνεύσῃ αὐτὸν ἐν τῇ συνειδήσει του, κατὰ τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα ἡ πεῖρα αὐτοῦ καὶ εὐσυνείδητος μελέτῃ τῷ παρέσχον. Πιθανὸν νὰ σφάλλῃ ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ, ἀλλ’ ὁ νόμος δὲν ἐπεμβαίνει καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, δὲν ἀπειλεῖ νὰ τιμωρήσῃ τὸν καλῇ τῇ πίστει ἑρμηνεύοντα τὸν νόμον, ἔστω καὶ ἐσφαλμένως, διότι, ἐπαναλαμβάνω, τοῦτο ἤθελε καταλήξει εἰς ζημίαν τῆς Πολιτείας, ὑπὲρ ἧς ἐτάχθη ὁ νόμος ἐκεῖνος· ἐκ τῆς παραλόγου ἀπειλῆς ἤθελεν ἐπέλθει ἡ ἀδράνεια ἐκεῖ, ἔνθα ἀπαιτεῖται δρᾶσις, ἓν καὶ μόνον σκοποῦσα, τὸ συμφέρον καὶ τὴν σωτηρίαν τῆς Πολιτείας. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ἐπιῤῥίπτεται μομφὴ παρανομίας κατὰ τῶν θεωρησάντων τὸν νόμον ἐκεῖνον ὡς μὴ νομίμως δημοσιευθέντα, ἀλλ’ ἀμύνονται ἐκ τῆς ἄλλης πτέρυγος, ἰσχυριζόμενοι ὅτι διάταξις συνταγματικὴ ἐπέβαλλε τὴν προσυπογραφὴν τῶν Ὑπουργῶν, τῶν προβάντων εἰς τὴν δημοσίευσιν. Καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη πτέρυξ ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος συζητοῦσιν, ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος ἀμύνονται, ἀμφότεραι ἐπικαλοῦνται, προστατεύουσι τὸν καταστατικὸν θεσμὸν, ἀμοιβαίως ἐπιῤῥίπτουσι κατ’ ἀλλήλων τὴν μομφὴν, ἣν ἀμοιβαίως πάλιν ἀποκρούουσιν ἀφ’ ἑαυτῶν. Ἐν τῇ συγκρούσει ταύτῃ τῶν πρωταγωνιστῶν τί θέλετε νὰ πράξῃ ἡ Βουλή; Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι κεκλημένη νὰ λύσῃ θεωρητικὰ συνταγματικὰ ζητήματα, οὐδὲ ἀποτελεῖ Σχολὴν τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν· εἶναι ἐντεταλμένη νὰ παρατηρῇ, μὴ τυχὸν ἡ παρανομία, ἡ τυχὸν γενομένη, ἐγένετο σκοπίμως, δολίως ἢ πρὸς ζημίαν τῶν δημοσίων συμφερόντων, καὶ τότε βαρὺν τὸν πέλεκυν νὰ ὑψώσῃ κατὰ τῆς κεφαλῆς τῶν παραβατῶν. Ἂν νομίζητε, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται ἀσφαλῶς νὰ λύῃ συνταγματικὰ ζητήματα, νὰ ἀνελίσσῃ θεωρίας καὶ ἐκλέγῃ ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν γνώμην, πλανᾶσθε. Δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ἡ Βουλὴ ἐν τῇ συγκρούσει τῶν κομμάτων νὰ ἀνεύρῃ τὸ ἀληθὲς, προκειμένου περὶ ἐπιστήμης καὶ θεωριῶν συνταγματικῶν· ἐπιχειροῦσα τοῦτο, θὰ περιπέσῃ εἰς σφάλματα ὀδυνηρά. Τοῦτο κέκληται μόνον νὰ ἐξετάσῃ: καλῇ τῇ πίστει ἡρμηνεύθη ὁ νόμος; ναὶ ἢ ὄχι; σκοπίμως, πρὸς παραβίασιν τῶν θεσμῶν ἐγένετο ἡ ἑρμηνεία; τότε νὰ ἐκφέρῃ τὴν μομφὴν, νὰ προχωρήσῃ περαιτέρω, νὰ προκαλέσῃ τὴν σύστασιν εἰδικοῦ δικαστηρίου. Ἂν ὑποθέτῃ, ὅτι ἡ ἑρμηνεία αὕτη, ἔστω καὶ λανθασμένη, προέρχεται ἐκ καλῆς πίστεως, πρέπει νὰ σταματήσῃ, ἢ προχωροῦσα νὰ ἐξετάσῃ μόνον τὴν ἑτέραν περίπτωσιν, καθ’ ἣν τυχὸν ἡ λανθασμένη ἑρμηνεία ἔβλαψε τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἂν τοιαύτην μομφὴν ἀποδίδῃ ἡ Βουλὴ, τότε δικαιοῦται νὰ ἐκφέρῃ ψῆφον καταδικαστικὴν κατὰ τῆς βλαβερᾶς ἐκείνης πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἑρμηνείας, καὶ νὰ ἄρῃ τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῆς ἀπὸ τῶν ὑπαιτίων τῆς ζημίας. Ἀλλὰ καίτοι μετὰ πολλῆς προσοχῆς ἤκουσα πάντας τοὺς ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν ῥήτορας, δὲν ἤκουσα κἀνένα νὰ ἐκφέρῃ τὴν μομφὴν, ὅτι σκοπίμως ἐγένετο ἡ παρανομία, οὐδὲ τοὐλάχιστον ἀπέδειξαν τὴν μομφὴν, ἂν τυχὸν τὴν εἶχον ἐν τῷ νῷ· δὲν ἀπέδειξαν ὅτι σκοπίμως ἐγένετο ἡ παρερμηνεία, δὲν ἤκουσα κἀνένα τῶν ῥητόρων ἰσχυρισθέντα ὅτι ἡ ἑρμηνεία ἐκείνη ἔβλαψε τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἀληθῶς ὁμιλῶν ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ἂν καλῶς ἀντελήφθην, ὑπέβαλε τοιαύτην τινὰ περὶ βλάβης ἰδέαν, νομίζω ὅμως, ὅτι καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν ἡ διάθεσις τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐπιβλαβὴς ὑπὸ τὰς παρούσας περιστάσεις εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας καὶ τῶν ἰδιωτῶν ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὁ ἐγκύρως ἢ ἀκύρως δημοσιευθείς. Ἂν λοιπὸν τοιαύτη ἐστὶν ἡ ὀρθὴ θέσις τοῦ ζητήματος, καὶ ταύτην ἐκθύμως ὑποστηρίζω, δὲν βλέπω τὸν λόγον τῆς παρατάσεως τῆς συζητήσεως, ἐκτὸς ἐὰν ᾖναι ἐκεῖνος τοῦ νὰ δώσωμεν ἀφορμὴν εἰς τοὺς μετὰ τόσης σοβαρότητος ἐπὶ τόσας ἡμέρας καταλαβόντες τὸ βῆμα νὰ ἐξακολουθήσωσι καὶ πάλιν ἀνελίσσοντες τὰς περὶ Συντάγματος θεωρίας των. Καὶ οἱ περὶ τοῦ Συντάγματος ἀσχοληθέντες μήπως κἄν συνεφώνησαν εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν θεσμῶν; Ἐννοῶ δὲ τοὺς ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.

§143ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντες.

§144ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Τώρα θὰ σᾶς ἀποδείξω ἂν πάντες. Ἔρχεται εἷς λέγων: ὁ νόμος, ἅμα κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, εἶναι τετελεσμένος. Ἔρχεται ἕτερος, πολύπειρος πολιτευτής, σεβαστὸς πολιτευτής, ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτής, καὶ λέγει, ἂν δὲν πλανῶμαι περὶ τὴν ἀντίληψιν τῶν λόγων του, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ὤφειλον, ἂν δὲν ἤθελον νὰ δημοσιευθῇ ὑπὸ τῶν διαδόχων αὐτῶν τὸ κατασκεύασμα ἐκεῖνο, νὰ παραλάβωσιν αὐτὸ, ἀποχωροῦντες τῆς ἐξουσίας, ἢ νὰ τὸ ἀποδώσωσι τῷ Βασιλεῖ. Αὐτὸ τοῦτο εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής. Οὕτω δὲ δὲν θὰ ὑπῆρχε τίποτε πρὸς δημοσίευσιν. Ἀλλ’ οἱ ταῦτα λέγοντες εὑρίσκονται εἰς προφανῆ ἀντίθεσιν πρὸς τὸν ὑποστηρίζοντα τὴν γνώμην, ὅτι ὁ νόμος ἐτελέσθη, ἅμα ἐκυρώθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, καὶ ἑπομένως εἶναι ἀνεπίδεκτος ἀνακλήσεως ἄλλως, εἰμὴ διὰ νεωτέρου νόμου. Ἔρχεται ἕτερος λέγων: ὁ κεκλημένος νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον δὲν δικαιοῦται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ. Τοῦτο ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτής, ἰσχυρισθεὶς ὅτι, ἂν Ὑπουργός τις ἀποφανθῇ, ὅτι ὁ νόμος δὲν ὑπάρχει, ἕτερος δέ τις Ὑπουργὸς καταλήγῃ εἰς ἀντίθετον συμπέρασμα, ἤθελεν ἐπέλθει ἐκ τούτου σύγχυσις καὶ τύρβη ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Ἀλλὰ τὴν γνώμην ταύτην δὲν πιστεύω νὰ ἀσπάζωνται οἱ ἄλλοι ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ῥήτορες· διότι, ἂν τὸ στάδιον τῆς ἑρμηνείας νόμου τινὸς ἄρχηται ἀπὸ τῆς ἐξετάσεως τοῦ ἂν ὑπάρχῃ ἢ μὴ ὁ νόμος αὐτὸς, ἀρνούμενοι τὸ δικαίωμα τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος τούτου, ἀρνεῖσθε αὐτὸ τοῦτο τὸ δικαίωμα τῆς ἐργασίας τοῦ νόμου. Σύγχυσις καὶ ἀληθὴς τύρβη ἐπέρχεται, ὅταν ἀφαιρέσητε τὸ δικαίωμα τῆς ἑρμηνείας τῶν νόμων ἀπὸ τοῦ ἐντεταλμένου τὴν ἐφαρμογὴν, τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ. Ἄλλο ζήτημα ἀνεκινήθη ἐπίσης ἐν πλήρει διχογνωμίᾳ. Δύναται ὁ Βασιλεὺς νὰ ἀνακαλέσῃ τὸν κυρωθέντα παρ’ αὐτοῦ νόμον; Ὄχι λέγουν οἱ μὲν, ναὶ λέγουν οἱ ἄλλοι, διότι εἶναι ἀπόκρυφον τὸ ἔγγραφον, εἶναι μυστικόν, τὸ πᾶν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ σχίσιμον ἑνὸς χαρτιοῦ, ἀγνώστου εἰσέτι τῷ κοινῷ. Ἀλλ’ ὁ πρὸ ὀλίγου ἐντεῦθεν λαλήσας ἀνέπτυξε καὶ ἑτέραν μεγάλην θεωρίαν περὶ τῆς μεγάλης σφραγῖδος τοῦ Κράτους, τῆς τιθεμένης ἐπὶ τῶν νόμων, ἐκ τούτου δὲ ἐξήγαγε πολλαπλᾶ συμπεράσματα. Ἀλλὰ ποῦ εὗρε τὸν νόμον τὸν κανονίζοντα τὰ περὶ ἐπιθέσεως τῆς μεγάλης σφραγῖδος; Οὐδαμοῦ. Θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μοῦ ἐπιδείξῃ τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἐφ’ οὗ στηρίζονται αἱ μεγάλαι θεωρίαι περὶ τῆς μεγάλης σφραγῖδος τοῦ Κράτους.

§145ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Οὐδὲ λέξιν εἶπον, ἐνδεικνύουσαν ὅτι ἡ ἐπίθεσις τῆς σφραγῖδος ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ κῦρος τοῦ νόμου. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν περιέρχεται νόμος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐπιτίθεται ἡ μεγάλη σφραγὶς καὶ καταχωρίζεται εἰς τὸν Κώδικα τῶν νόμων, ὁ νόμος οὗτος δὲν μένει πλέον ἐν τῷ ἀφανεῖ, διότι ὁ Κῶδιξ, ἐν τῷ ὁποίῳ εἶναι ἐγγεγραμμένος, δὲν εἶναι βιβλίον ἀπόκρυφον, ἀλλὰ δημόσιον καὶ προσιτὸν τοῖς πᾶσι.

§146ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Δηλαδὴ τὸ γνωρίζει ὁ Ὑπουργὸς καὶ ὁ Βασιλεύς. Αὐτὸ εἶναι ἡ δημοσιότης;

§147ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Καὶ οἱ ὑπάλληλοι καὶ πᾶς ὁπωσδήποτε λαβὼν γνῶσιν τοῦ Κώδικος τῶν νόμων.

§148ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ἆ! καὶ οἱ ὑπάλληλοι! Αὐτὸ λέγεται δημοσιότης! Σᾶς συγχαίρω! Ὅταν τὸ Σύνταγμα λέγῃ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δημοσιεύει τοὺς νόμους, ἀρκεῖ νὰ ἀνακοινώσῃ τούτους εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ τοὺς ὑπαλλήλους, καὶ ἰδοὺ ἡ δημοσιότης πλήρης! Καὶ μεθ’ ὅλας ταύτας τὰς ἀντιφατικὰς πρὸς ἀλλήλας γνώμας τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περὶ τῆς ἐννοίας τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, καλοῦσιν οὗτοι ἡμᾶς ν’ ἀποφανθῶμεν περὶ τῆς δοθείσης ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ψευδοῦς δῆθεν ἑρμηνείας τῶν θεσμῶν! Ἄφετε κατὰ μέρος τὰς σοφὰς θεωρίας περὶ ἑρμηνείας τοῦ νόμου. Δὲν εἴμεθα οἱ πρὸς τοῦτο κατάλληλοι· καὶ ἂν ἤμεθα, δὲν εὑρισκόμεθα ἐν ψυχολογικῇ στιγμῇ, δυναμένῃ νὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ τὴν ἀσφαλῆ ἑρμηνείαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἔνθα βεβαίως δὲν ἐπικρατεῖ ἡ ἀναγκαία πρὸς ἐπιστημονικὴν ἐργασίαν ψυχραιμία. Ἔχετε νὰ μεμφθῆτε τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ σκοπίμῳ, ἐπὶ δολίᾳ παραβιάσει τοῦ νόμου; πράξατέ το, ἵνα ἀπολογηθῇ καὶ ἐκεῖνο, καὶ μετὰ τὴν ἀπολογίαν θὰ κανονίσῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἀπόφασίν της. Ἔχετε νὰ μεμφθῆτε, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἔβλαψε τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας; πράξατέ το, ἵνα ἀπολογηθῇ ὁ Ὑπουργὸς καὶ φωτισθῇ ἡ περὶ αὐτὸν μερίς. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον πάντες, καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, νομίζετε ὅτι ὁ κατηραμένος ἐκεῖνος νόμος εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὴν κοινωνίαν, ἐφ’ ὅσον οὐδεὶς τολμᾷ νὰ καταγγείλῃ ἐπὶ δολίᾳ προαιρέσει τοὺς ἐργάτας τῆς ἐγκυκλίου, νομίζω ὅτι πᾶς περαιτέρω λόγος καθίσταται περιττός. Μετεβάλατε τὸ Κοινοβούλιον, τὸ ἐντεταλμένον ἄλλα καθήκοντα, εἰς ἀκαδημίαν τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν, νομίζω δὲ, ὅτι κατεχράσθητε τῆς ὑπομονῆς συμπάσης τῆς Βουλῆς, ἐπιῤῥίψαντες τόσα φῶτα, ὥστε νομίζω, ὅτι καὶ μετὰ τὸ πέρας τῆς συζητήσεως θὰ μείνωμεν ἐν τῇ αὐτῇ ἀμαθείᾳ, ἐνῷ ἄλλων πολλῷ πρακτικωτέρων ζητημάτων ἡ λύσις βαρύνει ἡμᾶς.

§149ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Θὰ ἦμαι σύντομος, διότι πάντες οἱ προλαλήσαντες ἐφώτισαν ἀρκούντως τὴν Βουλὴν, καὶ τὸ ἔθνος δ’ ὁλόκληρον ἐπείσθη, ὅτι παρανομία πλήρης καὶ τελεία ἐτελέσθη. Τὸ ἔθνος προσεχῶς θέλει ἀποδείξει, ὅτι ἐφωτίσθη, καὶ πρῶτοι, οἵτινες θέλουσιν αἰσθανθῆ τὸ φῶς, τὸ ὁποῖον ἠσθάνθη ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, θέλουσιν εἶσθαι οἱ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιάν). Δὲν εἶναι ἀνάγκη οὔτε εἰς θεωρίας νὰ προβῶ, οὔτε εἰς ἀποδείξεις, ὅτι νόμος τοῦ Κράτους, ψηφισθεὶς καὶ κυρωθεὶς καὶ δημοσιευθεὶς νομίμως, ὡς ἔκπαλαι ἐδημοσιεύοντο οἱ νόμοι, ἠκυρώθη διὰ μιᾶς τηλεγραφικῆς ἐγκυκλίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προέβη εἰς τοιοῦτο μέτρον παράνομον, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν, ὅτι καὶ τοὺς νόμους γνωρίζει καὶ μέχρι τοῦδε ἀπεδείκνυεν, ὅτι σέβεται αὐτοὺς καὶ τὸ Σῶμα, τὸ ὁποῖον τοὺς ψηφίζει μετὰ τοῦ Βασιλέως. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, θὰ ἐνθυμεῖσθε, πῶς ἐκόπτετο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοὺς θεσμοὺς, διὰ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον κατεπατεῖτο, καὶ ἠγόρευεν ἀπὸ τοῦ ἐξώστου του ὑπὲρ τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐκινδύνευεν, ἀπειλούμενον ἀπὸ ἄγνωστον, ἀόρατον ἐχθρὸν. Μόλις ὅμως μετὰ τρεῖς ἡμέρας εἰσέβαλεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔλαβε τὴν γραφίδα καὶ τηλεγραφικῶς κατεπάτησε καὶ νόμους καὶ Συντάγματα! Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπῆρξεν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου τούτου. Πάντες ἐνθυμεῖσθε τὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον διεξηγάγομεν, ὅπως πείσωμεν καὶ αὐτὸν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ τόσον ἄδικος, τόσον ἄνισος, τόσον ἀόριστος, τόσον ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ συμφέροντα καὶ τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς Πολιτείας νόμος. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπέμενε, μὲ τὴν ἐπιμονὴν, τὴν ὁποίαν πάντες γνωρίζετε, καὶ σᾶς ἔπεισε, διότι ἠθέλετε ν’ ἀποδείξητε, ὅτι ἐπιθυμεῖτε διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἀποφύγῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος τὴν χρεωκοπίαν, συμφώνως πρὸς τὴν ψῆφον τοῦ λαοῦ, ἥτις σᾶς ἀνέδειξε Βουλευτάς· τοὐλάχιστον οὕτως ἐδικαιολογεῖσθε τότε. Ἠκολουθήσατε αὐτὸν, καὶ ἐψηφίσθη νομίμως ὁ νόμος ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ὁ Βασιλεὺς νομίμως ἐκύρωσεν αὐτὸν, καὶ νομίμως ἐδημοσιεύθη οὗτος ἐν τῇ Ἐφημ. τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ νόμος συνετελέσθη πλήρης καὶ ἄρτιος, κατὰ τὴν γνώμην πάντων τῶν συνταγματολόγων, πάντων τῶν ἐννοούντων τί ἐστὶ νόμος καὶ πῶς συντελεῖται οὗτος, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐναντία γνώμη· αἴφνης δὲ, διότι δὲν ἦτο τῆς ἀρεσκείας αὐτοῦ τὸ σχηματισθὲν Ὑπουργεῖον, ὅπερ ἤθελεν ἄχρουν, καὶ διότι ἡ διάδοχος Κυβέρνησις τοῦ κ. Σωτηροπούλου δὲν ἔπεσεν εἰς τὴν προετοιμασθεῖσαν πλεκτάνην, τὴν στηθεῖσαν παγίδα, τοῦ νὰ ὑπογράψῃ δηλαδὴ τὴν σύμβασιν ἐκείνην τὴν περίφημον, τὴν ἀθώαν καὶ λευκὴν ὡς ἡ περιστερὰ, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἕτοιμον καὶ ἀθώως πως καὶ μετ’ ἀδιαφορίας διεβίβασε τῷ κ. Σωτηροπούλῳ διὰ τοῦ κ. Φλώρου, νομίζω, πρὸς ὑπογραφὴν, ἀλλ’ ὁ νέος Πρωθυπουργὸς ὑπέγραψεν ἄλλην σύμβασιν, ἐθυμώθη καὶ ἠγανάκτησεν. Ὁ κ. Τρικούπης ᾐσθάνθη δύο αἰσθήματα, ἅμα εἶδε τὸν νόμον δημοσιευθέντα ἐν τῇ Ἐφημ. τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τοῦ δανείου Φαῖντιγγ· πρῶτον νὰ ἐκδικηθῇ ἐκείνους, οἵτινες συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ ἐξαγάγωσι τῆς δυσχερείας—κακῶς, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἀλλ’ ἀδιάφορον,—τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ἐκείνους μετὰ τῶν ὁποίων ἐδιεπραγματεύετο αὐτὸς οὗτος, τοὺς Χάμβρον καὶ υἱὸν, ἀφαιρῶν τὴν κυρίαν βάσιν τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑπογράψει οὗτοι, δηλαδὴ τὴν εἴσπραξιν τῶν τελῶν εἰς χρυσόν. Δεύτερον, ἐπειδὴ εἶδε τὰς φοβερὰς συνεπείας τοῦ νόμου τούτου, τὰς ὁποίας προεῖδε καὶ προεῖπεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ εἶδε τὸ ὄνομα ἑαυτοῦ ὡς ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ ἐν τῷ νόμῳ, ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι αὐτὸς δὲν ἐσκόπει νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὸν, καὶ ὅτι αὐτὸς μόνος ἠδύνατο νὰ ἄρῃ τὸν νόμον, ὅστις ἐπέφερε τοιαῦτα ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα· ἠθέλησε νὰ δημοκοπήσῃ πρὸς τὸν πληθυσμὸν ἐκεῖνον, ὅστις ᾐσθάνθη βαρύτατα τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἐπιβλαβοῦς ἐκείνου νόμου, καὶ προέβη εἰς τὴν κατάργησιν ταύτην ἐγωϊστικῶς καὶ παρανόμως· ἄφησε κατὰ μέρος, ἐκτεθειμένους ὡς ἐργάτας ἀντιδημοτικωτάτου νόμου, καὶ Βασιλέα καὶ Βουλὴν, καὶ μὲ μόνην τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀνέτρεψεν ὅ,τι μετ’ ἄλλων εἶχεν ἱδρύσει. Διατὶ νὰ πράξῃ τοῦτο; Ἠδύνατο νὰ προβῇ νομίμως εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου· εἶχε πληρέστατα τὸ δικαίωμα καὶ τὰ μέσα πρὸς τοῦτο, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησεν· ἤθελε νὰ δείξῃ, ὅτι δύναται νὰ παραβαίνῃ τοὺς νόμους, ὅτι αὐτὸς μόνος δύναται δι’ ἑνὸς τηλεγραφήματος νὰ ἀκυροῖ καὶ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως. Τοιοῦτόν τι δὲν πρέπει νὰ καθιερωθῇ· τοιαύτην αὐθαίρετον καὶ αὐτοκρατορικὴν θέλησιν δὲν ἀναγνωρίζω, οὔτε εὔχομαι, οὔτε συμφέρει νὰ ἐπικρατήσῃ ἐν τῇ πατρίδι μας τοιαύτη παντοκρατορία ἑνὸς προσώπου (εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος χθὲς ἠθέλησε ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι οἱ νόμοι, οἵτινες ἐκύρωσαν τὸ εὐτυχὲς γεγονὸς τῆς ἑνώσεως τῆς ποθεινοτάτης Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ὑπάγονται εἰς τὸ ἐλάττωμα, ὅπερ διατείνεται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶχεν ὁ νόμος περὶ τελῶν εἰς χρυσόν. Ὁ κ. Δραγούμης μᾶς ἐβεβαίωσε χθὲς, ὅτι πρῶτον μὲν παρέμεινεν Ὑπουργὸς ὁ κ. Βάλβης, οὗ φέρει τὴν ὑπογραφὴν ὁ νόμος περὶ ἑνώσεως, δεύτερον δὲ, ὅτι, μὴ ὑπάρχοντος Συντάγματος κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἀλλ’ Ἐθνοσυνελεύσεως κυριάρχου, δὲν ἴσχυον τὰ περὶ κυρώσεως καὶ δημοσιεύσεως τῶν νόμων. Κατέφυγον εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εὗρον, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κ. Δραγούμης.

§150ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τῶν νόμων τοῦ 1866 καὶ ἑπομένων, ἀλλὰ προκειμένου περὶ τοῦ νόμου τοῦ κυρώσαντος τὴν σύμβασιν περὶ προσαρτήσεως τῶν Ἰονίων νήσων, εἶπον ὅτι ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως μεταξὺ τῶν δύο Συνταγμάτων τοῦ 1844 καὶ τοῦ 1864.

§151ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Χαίρω ὅτι ἀναιρεῖ τὸ πρῶτον.

§152ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν τὸ εἶπον.

§153ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ εἴπατε, διότι τὸ ἐσημείωσα· ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ ἀνακαλεῖτε, δὲν ἔχω λόγον νὰ ἐπιμείνω, ἀφοῦ ἀναγνωρίζετε, ὅτι ὑπογραφὴ Βάλβη δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν νόμον. Μένει ὁ δεύτερος λόγος τοῦ κ. Δραγούμη, ἡ παρουσία τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἐν ἀνυπαρξίᾳ Συντάγματος οἱουδήποτε. Τὸν νόμον ἔχουν ὑπογράψει ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὁ σεβαστὸς τὰς γνώμας, μάλιστα ἐπὶ τοιούτων θεμάτων, κ. Θεόδωρος Δηλιγιάννης· εἶναι ὁ νόμος Νʹ τοῦ 1864, ὁ κυρῶν τὴν συνθήκην τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῶν τριῶν εὐεργετίδων Δυνάμεων περὶ ἑνώσεως τῆς ἀγαπητῆς Ἑπτανήσου. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο παρῆλθε, καὶ ἦλθον ὁ μακαρίτης Βάλβης, καὶ ὁ Καλλιγᾶς, ὅστις γνωρίζει τοὺς νόμους καὶ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις καὶ τὰς θεωρίας ἁπάσας περὶ κυρώσεως καὶ δημοσιεύσεως τῶν νόμων, καὶ ὁ μακαρίτης Παπαζαφειρόπουλος, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· αὐτοὶ ἐδημοσίευσαν τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον εἶχον κυρώσει ἄλλοι Ὑπουργοί. Ἡ ἔρευνα αὕτη ἐνδιαφέρει τοὺς Βουλευτὰς τῆς Ἑπτανήσου καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῆς ἑνώσεως, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν συντάξεων τῶν Ἑπτανησίων. Ὁ κ. Βουλευτὴς Μεγαρίδος πρὸς δικαιολογίαν ἐφεῦρε προχείρως καὶ λέγει: Τότε ἦτο ἡ Συνέλευσις σῶμα κυρίαρχον μεταξὺ δύο πολιτευμάτων, ἑπομένως δὲν ἔχει σημασίαν, ἐὰν οἱ δημοσιεύσαντες Ὑπουργοὶ δὲν φαίνωνται ὑπογεγραμμένοι ὑπὸ τὸν νόμον, ἀλλὰ μόνοι οἱ κυρώσαντες πρὸ μηνῶν. Πλανᾶσθε, κύριε συνάδελφε· ἔλαθε τὴν μνήμην ὑμῶν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος ἦτο ἐν Ἀθήναις, καὶ ὑπέγραψε τὸν νόμον τοῦτον ἐν πλήρει τῇ ἀσκήσει τῶν βασιλικῶν προνομίων τῆς κυρώσεως καὶ τῆς δημοσιεύσεως· ἂν θέλητε, εἶχε λάβει ὅρκον προσωρινόν, ὁρισθέντα ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, καὶ συγχρόνως ἀνέλαβε νὰ ἐκτελέσῃ πλήρη τὰ ἡγεμονικὰ αὑτοῦ καθήκοντα καὶ δικαιώματα, συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἴσχυε πρὸ τοῦ 1862. Ἀκούσατε, τὸ περὶ τούτου ψήφισμα τῆς Συνελεύσεως τῆς 10ης Ὀκτωβρίου 1863 (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βʹ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις ψηφίζει: «Ἄρθρον 1ον. Ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων Γεώργιος Αʹ, ἀφοῦ δώσῃ ἐνώπιον τῆς Ἐθν. Συνελεύσεως τὸν ἑξῆς ὅρκον (ἔπεται ὁ ὅρκος) ἀναλαμβάνει τὰ ἡγεμονικὰ δικαιώματα καὶ πλήρη τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ πρὸ τῆς 12 Ὀκτωβρίου 1862 ἰσχύοντος Συντάγματος... «Ἄρθρον 2ον. Ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως τῶν νομοθετημάτων τῆς Συνελεύσεως, πλὴν τοῦ Συντάγματος... «Ἄρθρον 3ον. Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος ψηφίσματος παύει μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ συνταχθησομένου πολιτεύματος καὶ τὸν ἐπὶ τούτου ὅρκον τοῦ Βασιλέως... Μέχρι δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἰσχύουσιν, ἐκτὸς τῶν ἐν τῷ ἀνωτέρω ἄρθρῳ 1 ἀναφερομένων, καὶ οἱ λοιποὶ ὁρισμοὶ τοῦ πρὸ τῆς 10 Ὀκτωβρίου 1862 Συντάγματος...» Εἶχε μεριμνήσει τὸ ἰσχύον, κατὰ τὰ ἄνω ῥητὰ καὶ ἀναμφισβήτητα, Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος περὶ κυρώσεως καὶ δημοσιεύσεως τῶν νόμων; Ἀκριβῶς ἡ αὐτὴ διάταξις ὑπῆρχεν ἐν αὐτῷ, πλὴν μιᾶς λεπτομερείας ὀρθῆς, ὀρθοτάτης. Τὸ ἄρθρον 29 τοῦ Συντάγματος ἐκείνου εἶχεν ὡς ἑξῆς: «Ὁ Βασιλεὺς κυρόνει καὶ δημοσιεύει τοὺς νόμους». Εἰς τὸ νεώτερον Σύνταγμα προσετέθη ἡ δίμηνος μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου ἀνατρεπτικὴ προθεσμία τῆς κυρώσεως· περιωρίσθη δηλ. χρονολογικῶς τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως, ὅπερ ἄλλοτε ἦτο ἀόριστον, καὶ πολλὰ ἄτοπα συνέβαινον, ὡς μᾶς ἐξέθηκεν ὁ κ. Δηλιγιάννης. Καὶ δυνάμει τοῦ ψηφίσματος τούτου ὑπέγραψε, κυρώσας τὸν νόμον τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου, ὁ Βασιλεὺς, καὶ ἐδημοσίευσαν αὐτὸν ἄλλοι παρὰ τοὺς ὑπευθύνους Ὑπουργοὺς μετὰ μῆνας. Ἄκυρος λοιπὸν εἶναι ἡ ἕνωσις; ἄκυροι αἱ συντάξεις τῶν Ἑπτανησίων; Τὸ ζήτημα εἶναι σοβαρώτατον, ἐλπίζω δ’ ὅτι οἱ ἀγαπητοὶ συνάδελφοι Ἑπτανήσιοι θέλουσι σκεφθῆ σοβαρῶς περὶ τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν θὰ δώσωσι. Θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, καθ’ ἣν οἱ ἀγαπητοὶ ἀδελφοὶ Ἑπτανήσιοι θὰ μετανοήσωσι πικρῶς, ἂν δώσωσι ψῆφον ἀλλοίαν ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν τὸ καθῆκον καὶ ἡ συνείδησις τοῖς ὑπαγορεύουν. Ἀλλ’ εἴδατε, πῶς εὐφυῶς ἐξέφυγε τὸ ζήτημα τοῦ νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ θέματος ὁ ἐμβριθεὶς καὶ νομομαθὴς συνάδελφος κ. Μπογιατζόγλους; Ἴσως πολλοὶ δὲν γνωρίζετε τὸν ἄνδρα, ὅσον ἐγὼ, ὅστις ἀπὸ παιδικῆς ἡλικίας συνείθισα νὰ τὸν ὑπολήπτωμαι καὶ διὰ τὴν κρίσιν του καὶ διὰ τὴν πολυμάθειάν του· εἴδατε, ὅτι ἐδήλωσε πονήρως, ὅτι τὸ πολὺ φῶς τὸν ἐσκότισε καὶ δὲν ἠδύνατο, εἶπε, νὰ ἴδῃ, ποῦ ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ ἀλήθεια· ἀλλ’ εἴδατε ἐκ τῆς ὁμιλίας του, ὅτι γνωρίζει κάλλιστα ποῦ ἔγκειται ἡ ἀλήθεια, καὶ διὰ τοῦτο ἐρχόμενος ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἴσως, σχεδὸν ἐζήτει συγγνώμην ὑπὲρ αὐτοῦ, διότι πιθανὸν, εἶπε, νὰ συνέβη καὶ ἓν λάθος, ἄνθρωποι εἴμεθα, διατὶ κατηγορεῖτε, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε προαίρεσις κακὴ, οὔτε δολία κατάργησις τοῦ νόμου, οὔτε ἐβλάβη τις ἐκ τῆς πράξεως ταύτης; Αὐτὸ μᾶς ἀρκεῖ, ἀξιότιμε συνάδελφε. Εἶσθε ὁ πολυτιμότερος συνήγορος τῆς γνώμης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν πρόκειται, οὐδὲ συζητοῦμεν ἐνταῦθα ἐπὶ τόσας ἡμέρας, ἂν ὑπῆρχε δολία προαίρεσις ἢ ὄχι, πρόκειται περὶ τοῦ ὅτι ἐτελέσθη παρανομία πασιφανὴς, ἀσύγγνωστος, ἡ ὁποία δὲν πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ, διότι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ εἰς οἱονδήποτε Ὑπουργὸν, νομάρχην ἢ τελωνοφύλακα, νὰ ἔρχηται νὰ ἑρμηνεύῃ ἂν εἷς νόμος ἦναι ἔγκυρος ἢ ὄχι, καὶ νὰ τὸν ἐκτελῇ ἢ ν’ ἀναστέλλῃ τὴν ἐκτέλεσίν του. Ἀλλὰ δὲν ἔβλαψεν ἡ πρᾶξις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Ἔβλαψεν ἀτυχῶς. Ὁ νόμος βεβαίως ἦτο κακὸς, καὶ ἡμεῖς ἀντετάχθημεν κατὰ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐγένετο νομίμως νόμος τοῦ Κράτους, καὶ ἡ πρᾶξις τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἡ αὐθαίρετος ἐκλόνισε τὴν πεποίθησιν πάντων τῶν μετὰ τῆς Ἑλλάδος συναλλαττομένων· ἤρχισαν νὰ ὑποπτεύωσιν, ἢ μᾶλλον νὰ βλέπωσιν ὀφθαλμοφανῶς, ὅτι, ἄν τις κεφαλαιοῦχος τύχῃ νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ διαπραγματευθῇ μετ’ αὐτῆς δι’ οἱανδήποτε πρᾶξιν δανειστικὴν πρὸς συντέλεσιν ἔργων ἢ ἐξόφλησιν χρεῶν, πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἢ ἄλλων, πρέπει νὰ προσέχῃ, διότι αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις ἀπατῶσι τοὺς μετ’ αὐτῶν συναλλαττομένους, αἱ Ἑλλην. Κυβερνήσεις, αὐτὸς ὁ Βασιλεὺς ἔρχονται εἰς συνεννοήσεις, συνάπτουσι συμβάσεις στηριζομένας ἐπὶ νόμων καὶ βασιλικῶν διαταγμάτων, λαμβάνουσι τὰ χρήματα πρὸς ἐξοικονόμισιν τῶν ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν των, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον, ἐπειδὴ ὁ νόμος ἢ ἡ σύμβασις τοὺς στενοχωρεῖ, ἀλλάσσουσιν οἱ Ἕλληνες τὴν Κυβέρνησίν των, ἥτις ἀμέσως, προσποιουμένη καὶ ἱερὰν ἀγανάκτησιν, κηρύσσει ἀκύρους τὰς πράξεις τῆς προκατόχου. Κακῶς ἐπράξατε, λέγει εἰς τοὺς δανειστάς μας, νὰ βασισθῆτε εἰς νόμον τοῦ Κράτους, ὁ ὁποῖος δὲν ὑπάρχει. Τόσην κακὴν ἐντύπωσιν ἐνεποίησεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἡ πρᾶξις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὥστε ἐπὶ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἔχω ἐνώπιόν μου, βλέπω, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ τελῶν χρέη πρέσβεως τῆς Ἑλλάδος, ὅτε ἐλάμβανεν αἰφνιδίως τὴν διαμαρτύρησιν τοῦ Χάμβρο καὶ υἱοῦ, δὲν ἤξευρε τί ν’ ἀπαντήσῃ· αἰσχυνόμενος δὲ διὰ τὸ γεγονὸς, καὶ θέλων νὰ ἐξεύρῃ δικαιολογίαν τινὰ εὐπρόσωπον, ἐρωτᾷ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐὰν ἐν τῇ πρὸς τοὺς δανειστὰς ἀπαντήσει τῷ ἐπιτρέπῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ προφασισθῇ, ὅτι τὰ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως τελεσθέντα δὲν ἐκυρώθησαν ὑπὸ τῆς συνελθούσης Βουλῆς τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους!! Οἱ δανεισταὶ διαμαρτύρονται ἐπισήμως, καὶ ἐκφράζουσιν ἔκπληξιν ἐπὶ τῇ καταργήσει νόμου τοῦ Κράτους καὶ βασιλικῶν διαταγμάτων, φερόντων τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος καὶ στηριζομένων ἐπὶ ἀποφάσεων ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. «Φρονοῦμεν, λέγουσιν οἱ διαμαρτυρόμενοι δανεισταὶ, ὅτι ἐπισήμως ἔπρεπε νὰ γνωστοποιηθῇ ἡ διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ ἀνατροπὴ τῶν γενομένων». Στενοχωρεῖται ὁ δυστυχὴς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος. Τηλεγραφεῖ εἰς τὸν Ὑπουργόν· δὲν δύναται νὰ εὕρῃ δικαιολογίαν, δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ τέλος πάντων τί τρέχει, διατὶ καὶ διὰ τίνος μεθόδου κατηργήθη αὐτὸς ὁ νόμος, καὶ ἐρωτᾷ; «νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἐκυρώθη εἰς τὴν Βουλὴν ὁ νόμος;» Διότι δὲν ἐγνώριζε τί νὰ εἴπῃ εὐπρόσωπον, ἔχον ἔστω καὶ μόνον τὸν ἐξωτερικὸν τύπον τῆς νομιμότητος. Νόμος ψηφισθεὶς, κυρωθεὶς καὶ δημοσιευθεὶς μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως, μὲ τὴν προσυπογραφὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, σύμβασις δανείου ἐπὶ τοῦ νόμου τούτου βασιζομένη, χρήματα εἰλημμένα περὶ τὰ 6,000,000 πραγματικὰ εἰς ἀγγλικὰς λίρας στερλίνας δυνάμει αὐτῆς τῆς συμβάσεως, καὶ ἀπέναντι ὅλων αὐτῶν οἱ δανεισταί μας βλέπουσι μίαν πρωΐαν εἰς τοὺς «Καιροὺς» τοῦ Λονδίνου ἓν τηλεγράφημα τοῦ Reuter. Ὁ κ. Τρικούπης διέταξε τοὺς τελώνας νὰ μὴ εἰσπράττωσι πλέον εἰς χρυσὸν, ἀλλ’ εἰς τραπεζογραμμάτια!! Αἱ διαμαρτυρίαι τῶν δανειστῶν, περίληψιν τῶν ὁποίων ἠκούσατε ἀναγνωσθεῖσαν παρὰ τοῦ κ. Καραπάνου, ἀποδεικνύουσι τὸ αἴσθημα τῆς ἀγανακτήσεως καὶ περιφρονήσεως, τὸ ὁποῖον κατέλαβε τοὺς συναλλαχθέντας μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ ἅπαντα ἐν γένει τὸν χρηματιστικὸν κόσμον τῆς Εὐρώπης διὰ τὴν κακόπιστον διὰ παρανομίας ἐνέργειαν τοῦ Ἕλληνος Πρωθυπουργοῦ. Αἱ ἐκπτώσεις, αἱ σήμερον γινόμεναι, τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων, ὁ κίνδυνος τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων ἀπὸ τῶν χρηματιστηρίων τῶν εὐρωπαϊκῶν ἀποδεικνύουσιν ὅτι, καὶ ἂν ὑπῆρχεν ἔτι πίστις τῆς Ἑλλάδος μικρὰ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν Ὑπουργὸς τοῦ Κράτους τούτου ἀνέτρεψε διὰ μιᾶς ἐγκυκλίου νόμον ἐπίσημον τοῦ Κράτους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίζετο σύμβασις περὶ δανείου, ἡ πίστις αὕτη ἐξέλιπε τέλεον, καὶ τοῦτο εἶναι μεγίστη ζημία διὰ τὰ Κράτη. Διότι, Κύριοι, τὰ Κράτη, ὅπως καὶ τὸ ἄτομον, καὶ πολὺ περισσότερον ταῦτα, πρέπει νὰ μεριμνῶσι περὶ τῆς πίστεως αὐτῶν καὶ τῆς πεποιθήσεως πάντων, ὅτι οἱαδήποτε Κυβέρνησις Ἑλληνικὴ καὶ ὁ Βασιλεύς, συμβαλλόμενοι πρὸς οἱουσδήποτε κεφαλαιούχους, θὰ σεβασθῶσι τὴν ὑπογραφήν των πάντοτε καὶ ἐς ἀεὶ, καὶ ὅ,τι πράττουσι θὰ τὸ πράττωσι νομίμως. Ἐλπίζω ὅτι δὲν θέλετε ἐγκρίνει πρᾶξιν, ἡ ὁποία θέλει δώσει τὸ δικαίωμα εἰς μὲν τοὺς Εὐρωπαίους νὰ ἀμφιβάλλωσι περὶ τῆς καλῆς πίστεως τῆς πλειονοψηφίας, καὶ ἄλλους δὲ κυβερνήτας εἰς τὸ μέλλον δυνατὸν νὰ ἐνθαῤῥύνῃ νὰ πράξωσι τὴν αὐτὴν παρανομίαν, πρὸς μεγάλην βλάβην τοῦ ἔθνους ἡμῶν. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§154ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν, Κύριοι, τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα ἐθεωρήθη πρόσφορον εἰς πολλὰ τῶν ἀξιοτίμων μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἵνα ἐπιδείξωσι τὴν φιλοπονίαν καὶ τὰς γνώσεις αὐτῶν τὰς θεωρητικὰς περὶ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, δὲν εὑρίσκω ὅτι πρόσφορον ἦτο τὸ θέμα, ὅπως ἐξεγείρῃ τὴν πατριωτικὴν ἀγανάκτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἀπαγγείλωσι καθ’ ἡμῶν Φιλιππικοὺς, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι διὰ τῆς ἐγκυκλίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μονονουχὶ κατεστρέψαμεν τὴν πίστιν τοῦ Κράτους. Καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν καὶ κρίνωμεν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐγκυκλίου, περὶ ἧς πρόκειται, δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἤθελε καταστῆ καταφανὲς, ἂν μὴ τοῦτο ἐνυπάρχῃ ἐν τῇ συνειδήσει πάντων ὑμῶν, ὅτι πᾶν ἄλλο ἀποτέλεσμα ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἡ τοιαύτη ἐγκύκλιος ἢ τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπερ ἐπεζήτησαν νὰ παραστήσωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐξ Ἀττικῆς καὶ ἐξ Ἄρτης. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἤδη ἀρκετὰς ἡμέρας βασανιζόμεθα συζητοῦντες ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, θεωρῶ ἄκαιρον νὰ ἐπεκτείνω τὴν συζήτησιν ὡς πρὸς τοῦτο, καὶ θέλω περιορισθῆ ἁπλῶς, ἵνα καταδείξω, ὅτι, ἐὰν εἰς πάντας ἡμᾶς, τοὺς ἀκροωμένους ἐπὶ τόσας ἡμέρας τοσούτων θεωριῶν παραδόξων, ἐπῆλθεν ὡς ἀποτέλεσμα τῶν συζητήσεων τὸ πάθημα, ὅπερ ὑπέδειξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σύρου, ἀναμφισβητήτως ὅμως τὸ πάθημα τοῦτο ἔπαθον πολλοὶ ἐκ τῶν ἀσχοληθέντων κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας εἰς τὴν μελέτην τῶν συνταγματικῶν θεωριῶν. Διὰ τοῦτο ἠκούσαμεν τὸν ἕνα μετὰ τὸν ἄλλον ἀνερχομένους ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ἀναπτύσσοντας θεωρίας ἀντιφασκούσας πρὸς ὅσα αὐτοὶ οἱ ἴδιοι μετ’ ὀλίγον ὑπεστήριζον καὶ πρὸς ὅσα εἷς ἕκαστος ἐξ αὐτῶν ἀπὸ τοῦ βήματος ἔλεγεν. Εἰς ἓν μόνον συνεφώνουν· ἐνησμένιζον ν’ ἀποδέχωνται, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος ἦτο παράνομος, καὶ ἵν’ ἀποδείξωσι τοῦτο, ἐλάμβανον ὡς δεδομένον, ὅτι διὰ τῆς ἐγκυκλίου ἐπεζητήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἡ κατάργησις νόμου, ψηφισθέντος νομίμως, κυρωθέντος νομίμως καὶ δημοσιευθέντος νομίμως. Διὰ τοῦτο ἠκούσαμεν χθὲς μὲν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ναυπλίας, σήμερον δὲ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας μετὰ περισσῆς εὐγλωττίας νὰ κατακλύσωσιν ἡμᾶς διὰ συλλογισμῶν, τοὺς ὁποίους ἄς μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ μὴ χαρακτηρίσω. Καὶ ἠκούσαμεν νὰ ὑποστηρίζωσιν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι δύο γνῶμαι περὶ τοῦ ὅτι νομοσχέδιον ψηφισθὲν μὲν παρὰ τῆς Βουλῆς, κυρωθὲν δὲ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, μὴ δημοσιευθὲν ὅμως διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἰσχύσῃ ὡς νόμος τοῦ Κράτους, εἶναι νόμος ἀμετάκλητος. Εἶναι νόμος, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, ἐκτελέσιμος, εἶναι νόμος, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ναυπλίας, οὐχὶ ἐκτελέσιμος, ἀλλὰ ἐκτελεστός· εἶναι νόμος, κατὰ τὴν ἐπίσημον βεβαίωσιν τοῦ δυναμένου νὰ δίδῃ κῦρος εἰς τὴν λύσιν τοιούτων ζητημάτων κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, δυνάμενος μὲν ν’ ἀνακληθῇ, ἑπομένως οὔτε ἐκτελέσιμος οὔτε ἐκτελεστὸς, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος ὑποχρεοῖ τοὺς ὑπογράψαντας αὐτὸν Ὑπουργοὺς νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσίν του. Ἰδοὺ, Κύριοι, διαύγεια ἐννοιῶν καὶ φῶς χυνόμενον ἐν μέσῳ ἡμῶν!! Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας μᾶς ἐδίδασκε σήμερον, ἀναπτύσσων τὰς μελέτας αὐτοῦ ἐπὶ τῶν συνταγματικῶν θεωριῶν, ὅτι δὲν ὑπάρχει συγγραφεὺς ὑποστηρίζων τὴν γνώμην, καθ’ ἣν ὁ νόμος καὶ μετὰ τὴν κύρωσιν αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως δύναται πρὸ τῆς ἐπισήμου αὐτοῦ δημοσιεύσεως ν’ ἀνακληθῇ, ἐνῷ παραδόξως αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας εὐθὺς ἀμέσως, λησμονήσας ὅ,τι ἐν ἀρχῇ ἔλεγεν, ὑπεστήριζεν ὅτι ὁ νόμος, καίτοι κυρωθεὶς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἀνακαλεῖται σιωπηρῶς, ὅταν δὲν ἐπέλθῃ ἡ δημοσίευσις αὐτοῦ ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ διαστήματος, ὅπερ ὁρίζει τὸ Σύνταγμα ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς βουλευτικῆς συνόδου, καθ’ ἣν ἐψηφίσθη. Εἶναι τῇ ἀληθείᾳ ἄπορον, πῶς κατορθοῦται νὰ διατυπῶται τοιαύτη σκέψις. Ὁ νόμος, σᾶς λέγει, εἶναι ἐκτελέσιμος, ἑπομένως δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ συμβουλεύσῃ τὸν Βασιλέα, ὅπως ἀνακαλέσῃ αὐτόν, ἀλλ’ ὅμως ἀνακαλεῖται, σᾶς βεβαιοῖ πάλιν ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, ἀνακαλεῖται εὐθὺς ὡς δὲν δημοσιευθῇ, κατὰ τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, ἐντὸς δύο μηνῶν μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου, καθ’ ἣν ἐψηφίσθη. Τοῦτο, Κύριοι, λέγεται συλλογισμὸς λογικός, ἀποῤῥέων ἐκ τῶν ἀρχῶν τῆς ἐπιστήμης καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἀξιοῦσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τοιοῦτον συλλογισμὸν προβάλλουσιν ἡμῖν, νὰ πείσωσι τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀποδεχθῇ, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι προφανὴς παραβίασις τῶν θεσμῶν τῆς χώρας.

§155ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, δὲν δύνασθε νὰ ταὐτίσητε τὴν ἀκύρωσιν νομοσχεδίου, τὴν προερχομένην ἐκ τῆς μάτην παρερχομένης διμήνου προθεσμίας, πρὸς τὴν ἀνάκλησιν τῆς κυρώσεως. Σεῖς συγχέετε τὰ δύο αὐτά.

§156ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ εὐτυχῶς, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Εὐρυτανίας, δὲν ἠσχολήθην κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας εἰς σοβαρὰς μελέτας, ὥστε νὰ τρέχω τὸν κίνδυνον νὰ ἔχω ἰδέας συγκεχυμένας ἐκ τῆς παρανοήσεως τῶν διαφόρων ἐννοιῶν. Ἐγὼ ἤκουσα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγετε, γνωρίζω ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναται σιωπηρῶς ν’ ἀνακληθῇ, δύναται νὰ ἀνακληθῇ καὶ ῥητῶς, ἐκεῖνο δὲ, ὅπερ εἶναι ὑποχρεωτικὸν, εἶναι ὑποχρεωτικὸν πάντοτε. Τοῦτο δὲ λέγω, στηριζόμενος εἰς τὴν ὑψίστην τῶν ἐπιστημῶν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ λογικὴ, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Εὐρυτανίας. Ἐπεζήτησε διὰ μακρῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, ἵνα μᾶς πείσῃ, ὅτι ὁ νόμος καταρτίζεται ἀκριβῶς, καθ’ ἣν στιγμὴν θέσῃ ὁ Βασιλεὺς τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ, καὶ εἶναι ἀπορίας ἄξιον, ἔλεγε, διαμαρτυρόμενος ἐν ὀνόματι πάντοτε τῆς ἐπιστήμης, ὅτι εὑρίσκονται ἄνθρωποι ν’ ἀμφισβητήσωσι τοιαύτην θεωρίαν, ἐνῷ ὁ νόμος οὗτος εἶναι τέλειος, εἶναι ἄλλως νόμος ἐκτελέσιμος, ὅστις καθίσταται ὑποχρεωτικὸς, προσθέτει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅταν δημοσιευθῇ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, διότι γνωρίζει, ὅτι καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ παρ’ ὅλοις τοῖς Κράτεσιν ὑπάρχει νόμος, κανονίζων τὸν τρόπον τῆς δημοσιεύσεως τῶν νόμων. Μεταξὺ τοῦ ἐκτελέσιμος καὶ τοῦ ὑποχρεωτικὸς εἶναί τις διαφορά, ἀλλὰ τὴν διαφορὰν ταύτην ἐν τῇ περιεσκεμμένῃ μελέτῃ τῶν θεωριῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐστάθη ἀδύνατον νὰ ἀνεύρῃ. Πότε ἐπέρχεται τὸ ὑποχρεωτικὸν ἀποτέλεσμα τῆς ψηφίσεως καὶ κυρώσεως τοῦ νόμου; τὸ γνωρίζομεν πάντες, ἀλλὰ μᾶς τὸ εἶπε πρὸ ὀλίγου καὶ αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ἐν τῇ ἀναπτύξει τῶν θεωριῶν του, ὑποστηρίξας ὅτι μόνον ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως καθίσταται ὁ νόμος ὑποχρεωτικός. Ἀλλ’ ἐλησμόνησα, χθὲς, ἀγορεύοντος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ναυπλίας, ἤκουσα καὶ ἄλλην ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν τῶν νόμων· ἤκουσα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ὑποστηρίζοντος ὅτι νόμος, κυρωθεὶς παρὰ τοῦ Βασιλέως, ὑποχρεοῖ πάντας, πλὴν τοῦ Βασιλέως· ἤκουσα μάλιστα αὐτὸν νὰ ἰσχυρίζηται, ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀνώτερος τῶν νόμων, καὶ νὰ λησμονῇ παραδόξως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας, ὅτι οὐδείς ἐστὶν ἀνώτερος τῶν νόμων, ὅτι ὁ Βασιλεύς, ὁρκισθεὶς ἵνα τηρήσῃ τὸ Σύνταγμα, ὡρκίσθη νὰ τηρήσῃ ἐν ταὐτῷ τοὺς νόμους καὶ τὰ ψηφίσματα τοῦ Κράτους.

§157ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ρητῶς καὶ ἐκπεφρασμένως.

§158ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ρητῶς καὶ ἐκπεφρασμένως, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου κ. Παπαμιχαλοπούλου. Καὶ ἦτο ἑπόμενον νὰ ὑποπέσωσιν εἰς τοιοῦτον—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις—παραλογισμόν, διότι ὁ ἐπιζητῶν νὰ ὑποστηρίξῃ θέμα, ὅπερ προδήλως εἶναι ἀνεπίδεκτον ὑποστηρίξεως, εἶναι ἑπόμενον ὅτι θέλει ὑποπέσει εἰς παραλογισμούς, ὡς ὑπέπεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας, καὶ ὡς μικροῦ δεῖν ὑπέπιπτεν, ἐὰν δὲν προεφυλάσσετο ὑπὸ τῶν διακοπῶν, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρὸ πάντων ἐθαύμασα τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι ἡ λεπτὴ διάκρισις, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο, τῶν σταδίων τῆς δημιουργίας τοῦ νόμου· διότι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἤκουσα μαθήματα ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, δὲν εἶχον ἀκούσει τοιαύτην διδασκαλίαν. Ἤδη γνωρίζω, ὅτι νόμος ἐστὶν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑποχρεοῖ πάντας. Πρᾶξις δὲ, ἥτις, ὅσον καὶ ἂν ᾖ ἐπίσημος, οὐδένα ὑποχρεοῖ, δὲν δύναται νὰ ἦναι νόμος. Καταρτίζεται, σᾶς λέγει ὁ κ. Βουλευτής, διὰ τῆς κυρώσεως ὁ νόμος, διότι τὸ διάταγμα πρὸς δημοσίευσιν ποιεῖται χρῆσιν τῆς φράσεως «ὁ παρὼν νόμος κυρωθεὶς δημοσιευθήτω διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως». Εἶναι τὸ ἐπιχείρημα ἀληθῶς ἄξιον θαυμασμοῦ. Ἐπειδὴ ἐν τῇ ἐντολῇ πρὸς δημοσίευσιν ἀναφέρεται ἡ λέξις νόμος, τοῦτο ἀρκεῖ, κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Εὐρυτανίας, νὰ ἦναι ὑποχρεωτικὸς ὁ νόμος οὗτος καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ ἀνακληθῇ πρὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ. Δὲν γνωρίζω κατὰ τίνα τρόπον ἠξίου ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ν’ ἀναγραφῇ ἡ ἐντολή, κατὰ τίνα φράσιν ἠδύνατο νὰ καταχωρισθῇ. Πρόκειται περὶ νόμου, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς δημοσιεύσεως θὰ καταστῇ ὑποχρεωτικὸς καὶ θὰ ἐκτελεσθῇ παρ’ ὅλων. Διὰ τῆς δημοσιεύσεως ἐπέρχεται τὸ κῦρος καὶ ἡ ἰσχὺς τῆς τε ψηφίσεως καὶ τῆς κυρώσεως τοῦ νόμου· ὑπὸ τὴν αἵρεσιν λοιπὸν τῆς δημοσιεύσεως ἀποκαλεῖται ἐν τῷ Συντάγματι καὶ ἐν τῇ πρὸς δημοσίευσιν ἐντολῇ τὸ ψηφισθὲν καὶ κυρωθὲν «νόμος». Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτής, ὁμιλῶν ἐν ὀνόματι τῆς ἐπιστήμης, ἀνεφώνει ἐντεῦθεν, ὅτι δὲν γνωρίζει συγγραφέα ἀποδεχόμενον τοιαύτην γνώμην. Καὶ εἶναι ἀληθές, ἔλεγεν, ὅτι ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας τὸν Rönne, ἀλλὰ δὲν ἀνέγνωσε καλῶς καὶ ὁλόκληρον τὴν γνώμην αὐτοῦ. Ἐγὼ ἀναγινώσκω ἐν τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ κ. Προβελεγγίου μετάφρασιν τῆς γνώμης τοῦ Rönne τοσοῦτον σαφῆ, ὥστε δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω τὴν βεβαίωσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἂν μὴ ἀποδώσω καὶ ταύτην εἰς τὴν καταλαβοῦσαν αὐτὸν σύγχυσιν. Ἰδοὺ τί λέγει αὐταῖς λέξεσιν ὁ Rönne ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου σαφῶς καὶ δογματικῶς (ἀναγινώσκει): «Ἡ κύρωσις λαμβάνει ἐξωτερικὴν νομικὴν ὕπαρξιν μόνον ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, ἀποτελοῦσα μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης καθαρὰν ἐσωτερικὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ὁ Βασιλεὺς δύναται ν’ ἀνακαλέσῃ». Τί σαφέστερον τούτου! Ὁμιλοῦσιν ἐν ὀνόματι τῆς ἐπιστήμης, ἵνα ὑποστηρίξωσι γνώμας, τὰς ὁποίας αὐτὴ ἡ ἐπιστήμη καταδικάζει, καὶ ἀξιοῦσι νὰ μᾶς πείσωσιν, ὅτι ὁ ἀγὼν περὶ θεσμῶν καὶ δικαίου πρόκειται! Ταῦτα πάντα ἀνέπτυξα, Κύριοι, ἵνα καταδείξω διὰ τίνων μέσων ἐπιζητοῦσι νὰ δικαιολογήσωσι τὴν καθ’ ἡμῶν ἐπίθεσιν· διότι τὸ ζήτημα, εἰς ὃ κυρίως ἔδει ν’ ἀσχοληθῶμεν, δὲν εἶναι τοῦτο. Οὐδαμῶς εἰς τὴν κρίσιν περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς ἐγκυκλίου συμβάλλει ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη λύσις τοῦ ζητήματος περὶ τοῦ μετακλητοῦ ἢ μὴ τῆς κυρώσεως. Δεχθῆτε ὁποίας δήποτε θέλετε θεωρίας, δεχθῆτε εἴτε τὸ μετακλητὸν εἴτε τὸ ἀμετάκλητον τῶν νόμων μέχρι τοῦ χρόνου τῆς δημοσιεύσεως αὐτῶν· τὸ ζήτημα ἔγκειται ἀλλαχοῦ. Τὸ ζήτημα εἶναι: ὑπάρχει δημοσίευσις τοῦ νόμου καθ’ ὃν τρόπον ἐγένετο αὕτη, ναὶ ἢ οὔ; διότι, κατὰ τὴν ὁμόφωνον γνώμην, μόνη ἡ δημοσίευσις καθιστᾷ τὸν νόμον ὑποχρεωτικόν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ἔλεγε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν δημοσιεύει τοὺς νόμους, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται εὐθύνη πρὸς δημοσίευσιν τοῦ νόμου, διότι ἐγνώριζε πολὺ καλὰ ὁ κ. Βουλευτής, ὁ ὁποῖος κατέγεινεν εἰς τὴν μελέτην τοῦ Συντάγματος, ὅτι ῥητὴ, ῥητοτάτη διάταξις τοῦ Συντάγματος ὁρίζει, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δημοσιεύει τοὺς νόμους. Κατὰ τίνα τρόπον ὅμως δημοσιεύει ὁ Βασιλεὺς τοὺς νόμους; Νὰ ἀναπτύξω συνταγματικὰς θεωρίας περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ Βασιλεὺς δημοσιεύει τοὺς νόμους, εἶναι, νομίζω, περιττὸν, διότι πάντες γνωρίζομεν, ὅτι ὑπάρχει ἄλλη διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως, οὐδ’ αὐτὴ κατὰ συνέπειαν ἡ δημοσίευσις τῶν νόμων, ἡ παρ’ αὐτοῦ γενομένη, ἰσχύει ἄνευ τῆς προσυπογραφῆς τοῦ Ὑπουργοῦ. Τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, εἶναι τὸ σπουδαιότατον τῶν ζητημάτων, ὅπερ πρέπει νὰ βαρύνῃ εἰς τὰς σκέψεις ἡμῶν ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος, τὸ παρέτρεξαν τελείως οἱ πρὸ ἡμῶν ἀγορεύσαντες. Ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς προχθές: «δὲν γνωρίζω ἐὰν ὑπέχῃ εὐθύνην ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῇ δημοσιεύσει τῶν νόμων», καὶ ἀνεγίνωσκε τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην του, λησμονῶν ὅτι, ὅταν ὁμιλῇ περὶ Ὑπουργῶν καὶ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι ὑπερτάτη τῶν εὐθυνῶν εἶναι ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ ἠθικὴ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν· ἀλλοίμονον δὲ εἰς τὸ Κράτος ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον οἱ πολῖται ἀξιοῦσιν, ὅπως οἱ Ὑπουργοὶ ἐν τῇ διαπράξει τῶν κοινῶν ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει τὴν ἐκ τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν ἐπιβαλλομένην αὐτοῖς εὐθύνην! Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τις, Κύριοι, ὅτι δύναται νὰ ἦναι Ὑπουργὸς ἄξιος τῆς ἀποστολῆς καὶ τῆς θέσεως αὐτοῦ ἐκεῖνος, ὅστις ἐν τῇ διαπράξει τῶν κοινῶν ἀποβλέπει εἰς τὴν εὐθύνην ταύτην. Ὑπέχει δὲ πολιτικὴν εὐθύνην ὁ Ὑπουργὸς διὰ πάσας αὐτοῦ τὰς πράξεις, ἀλλὰ πρὸ πάντων διὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν νόμων, διότι διὰ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, καθισταμένου τούτου ὑποχρεωτικοῦ, ἐπιβάλλονται βάρη καὶ ὑποχρεώσεις καὶ γεννῶνται δικαιώματα εἰς τοὺς πολίτας, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὀφείλει νὰ ὑπέχῃ εὐθύνην ὁ Ὑπουργός. Ἀλλ’ ἐὰν ὀφείλῃ νὰ ὑπέχῃ τοιαύτην ὁ Ὑπουργὸς καὶ ἂν ἡ Ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους δικαιοῦται τοιαύτην εὐθύνην νὰ ἐπιζητῇ παρὰ τῶν Ὑπουργῶν, πῶς δύνασθε νὰ λέγητε, ὅτι Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου δὲν ἦσαν Ὑπουργοί, ὑπέχουσιν εὐθύνην διὰ τὴν δημοσίευσιν ταύτην; Ἡ εὐθύνη εἶναί τι, (τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ συζητηθῇ πολλάκις μεταξὺ τοῦ Στέμματος καὶ τῶν Ὑπουργῶν, καὶ χάριν τῆς τοιαύτης εὐθύνης δυνατὸν ν’ ἀποχωρήσῃ ἡ Κυβέρνησις· θέλετε δὲ σεῖς νὰ στερήσητε τοὺς Ὑπουργοὺς τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ προβάλλωσιν εἰς τὸ Στέμμα τὴν ἰδίαν αὐτῶν εὐθύνην, ὅταν νομίζωσιν ὅτι τοῦτο ἐπιβάλλει αὐτοῖς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος! Ὑποθέσατε πρὸς στιγμὴν, ὅτι αἱ περιστάσεις ἐπιβάλλουσι νὰ ψηφισθῇ νόμος περιλαμβάνων δρακοντείας διατάξεις. Ψηφίζεται ὁ νόμος οὗτος καὶ κυροῦται, πρὶν δὲ δημοσιευθῇ, ἐκλείπουσιν οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων προὐτάθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐψηφίσθη· συμβουλεύουσιν οἱ Ὑπουργοί, οἵτινες ἔχουσιν ἤδη συνυπογράψει εἰς τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ, συμβουλεύουσιν εἰς τὸ Στέμμα, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲ πρέπει νὰ δημοσιευθῇ, διότι ἡ ἐκτέλεσις αὐτοῦ θέλει εἶσθαι ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Τὸ Στέμμα, ὑποθέσατε, ὅτι διαφωνεῖ καὶ ἰσχυρίζεται, ὅτι ὁ νόμος πρέπει νὰ δημοσιευθῇ, καθόσον θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἐντεῦθεν ἐπέρχεται διαφωνία μεταξὺ Στέμματος καὶ Κυβερνήσεως· τὸ Στέμμα αἴρει τὴν ἐμπιστοσύνην του ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐπιμένει εἰς τὴν δημοσίευσιν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου. Ποῖον θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα; Ἡ Κυβέρνησις θ’ ἀποχωρήσῃ, θὰ ἔλθῃ νέα Κυβέρνησις, ἥτις θὰ ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος καὶ ἥτις θὰ φρονῇ, συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Στέμματος, ὅτι ἡ δημοσίευσις τοῦ νόμου εἶναι ἐπωφελὴς εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Κατὰ τίνα τρόπον θὰ δημοσιευθῇ τότε ὁ νόμος; θὰ δοθῇ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, φέρων τὰς ὑπογραφὰς τῶν Ὑπουργῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀκριβῶς ἀπεχώρησαν, διότι δὲν ἤθελον ν’ ἀναλάβωσι τὴν εὐθύνην τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου τούτου;

§159ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἀνέλαβον ἤδη τὴν εὐθύνην.

§160ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν τὴν ἀνέλαβον, διότι ὁ νόμος δὲν εἶχε καταστῆ ὑποχρεωτικός, ἦτο ἐκτελέσιμος μόνον, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας. Ἡ εὐθύνη βαρύνει ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος διὰ πράξεως αὐτοῦ ἐπιβάλλει ὑποχρεώσεις καὶ γεννᾷ δικαιώματα. Τίνα εὐθύνην θέλετε νὰ ἔχῃ ὁ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε μὲν τὸν νόμον εἰς κύρωσιν, ἀπεχώρησε δὲ τῆς ἀρχῆς πρὶν ἢ ὁ νόμος διὰ τῆς δημοσιεύσεως καταστῇ ὑποχρεωτικός; Εὑρίσκετε σύμφωνον μὲ τὴν ἐπιστήμην νὰ δημοσιευθῇ ὁ νόμος ἐκεῖνος μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀποχωρήσαντος Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος, ἀκριβῶς διότι δὲν ἐνέκρινε τὴν δημοσίευσιν, ἀπεχώρησε;

§161ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ ὀλίγου ἐκάματε τὴν διάκρισιν μεταξὺ ποινικῆς καὶ πολιτικῆς εὐθύνης, ἀλλ’ ἤδη συγχέετε τὴν πολιτικὴν εὐθύνην πρὸς τὴν ποινικήν. Τὴν πολιτικὴν εὐθύνην ἡμεῖς συνεκομίσαμεν ὁλόκληρον, δημοσιεύσαντες τὸν νόμον ἐκεῖνον, τὴν πολιτικὴν δ’ εὐθύνην οὐδεμία δύναμις δύναται νὰ διαγράψῃ ἀπὸ τὰς δέλτους τῆς ἱστορίας.

§162ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κατὰ τίνα τρόπον τὴν συνεκομίσατε;

§163ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, ἥτις μᾶς ἔῤῥιψε.

§164ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ Σύνταγμα ἕνα μόνον τρόπον εὐθύνης ὁρίζει, τὴν ὑπογραφήν. Ἐὰν λοιπὸν ἀποχωρήσῃ Κυβέρνησις ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις, κατὰ τίνα τρόπον θέλει προκληθῆ ἡ δημοσίευσις τοῦ νόμου ὑπὸ τῆς νέας Κυβερνήσεως; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας δὲν ἠδυνήθη νὰ κατανοήσῃ αὐτὰ τὰ πολλὰ διατάγματα τῆς δημοσιεύσεως· ἐὰν ὅμως εὑρίσκετο εἰς τὴν θέσιν νὰ διαδεχθῇ Κυβέρνησιν ἀποχωροῦσαν ἀκριβῶς διότι διεφώνησεν ὡς πρὸς τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου, θὰ εὕρισκε τὸν τρόπον, ὅπως συντάξῃ νέον διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἀναλάμβανεν αὐτὸς τὴν εὐθύνην τῆς δημοσιεύσεως, τουτέστι τοῦ κύρους καὶ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου. Ἤδη ἔχομεν νόμον, δημοσιευθέντα διὰ μόνης τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Βασιλέως, διότι αἱ ὑπογραφαὶ τῶν Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι παρῃτήθησαν, οὐδεμίαν ἰσχὺν δύνανται νὰ δώσωσιν εἰς τὴν δημοσίευσιν, διότι οὐδεμίαν φέρουσιν οὗτοι διὰ ταύτην εὐθύνην. Ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα ὁρίζει, ὅτι οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως ἰσχύει ἄνευ τῆς ὑπογραφῆς τῶν Ὑπουργῶν. Κατὰ τίνα τρόπον δύνασθε νὰ ὑποστηρίξητε, ὅτι τοιαύτη δημοσίευσις δύναται νὰ προσδώσῃ κῦρος εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας ὡς καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ἐπεθύμουν νὰ ἐπιῤῥίψωσι τὴν εὐθύνην εἰς τοὺς Ὑπουργούς, τοὺς ὁπωσδήποτε εἰσαγαγόντας πρὸς κύρωσιν τὸν νόμον, ἰσχυριζόμενοι ὅτι ὁ νόμος καθίσταται τελειωτικὸς κατὰ τὸν χρόνον τῆς κυρώσεως αὐτοῦ, καὶ οὕτω νὰ ἀποδώσωσιν εὐθύνην εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας των εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀναλάβωσιν οἱανδήποτε εὐθύνην, μὴ ὑπαρχούσης ἐνεργείας, δυναμένης νὰ προκαλέσῃ τὴν εὐθύνην ταύτην. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, μετ’ ἀπορίας ἀληθοῦς ἤκουσα τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν τῆς πτέρυγος ταύτης ὑποστηριζόντων τὸ παράνομον τῆς ἐγκυκλίου, καίτοι πάντων σχεδὸν παραδεχομένων, ὅτι ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἤδη εὑρισκόμεθα, ἡ μὴ ἀναγνώρισις τοῦ κύρους τοῦ οὕτω πως παρανόμως δημοσιευθέντος νόμου ἤθελεν εἶσθαι ἐπωφελὴς εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου· ἤκουσα, λέγω, μετ’ ἀπορίας, διότι θλιβερὰν παριστᾷ εἰκόνα ἀληθῶς ἡ Βουλὴ, ἐν ᾗ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπιζητεῖ, ὅπως ἐπιτύχῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς ψῆφον ἐπὶ θέματος, εἰς τὸ ὁποῖον οὐ μόνον κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπιστήμης καταφανῶς ἔχει ἄδικον, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ἀληθῆ ἐκτίμησιν τῶν συμφερόντων τῆς χώρας· διότι εἶναι ἤδη ἀποδεδειγμένον, ὅτι διὰ τῆς κατηγορουμένης ἐγκυκλίου ἐσπεύσαμεν, ὅπως προλάβωμεν ἐπιβλαβεῖς συνεπείας εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Κόπτεται, καὶ δικαίως, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας περὶ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, ὅπως πάντες οἱ ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) συσκέπτονται πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν μέσων, δι’ ὧν νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀνακουφίσωμεν τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, καὶ ὅμως τὴν πρώτην πρᾶξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἀνεκουφίσθησαν οἱ σταφιδοπαραγωγοί... (Θόρυβος).

§165ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐν οὐ δέοντι δημοκοπεῖτε (Θόρυβος).

§166ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. .. καὶ τὴν πρώτην πρᾶξιν, ἥτις ἐνηργήθη πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἔρχονται νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν ἀντιπολιτευτικῶς, ἵνα καταδείξωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρηνόμησεν. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπὸ τοιαύτην ὄψιν ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, δὲν γνωρίζω, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Αἰγιαλείας, τίνα θέλετε δώσει λόγον εἰς τοὺς ἐκλογεῖς ὑμῶν (Θόρυβος).

§167ΣΑΚΚΗΣ. Τὸν λόγον ὅτι ἐπὶ ἑπτὰ ἔτη πολεμοῦμεν τὴν φορολογικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως.

§168ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὁ Βουλευτὴς Αἰγιαλείας ἤθελε νὰ καταδειχθῇ, ὅτι ἀδίκως καὶ παραλόγως καὶ πρὸς μεγάλην ζημίαν καὶ καταστροφὴν τῶν σταφιδοπαραγωγῶν ἐπεβάλετε πέρυσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τούτου, καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ, ἡ ὁποία ἐψήφισε τὸν νόμον, ἔπρεπε νὰ καταργήσῃ αὐτὸν, καὶ οὐχὶ νὰ καταργηθῇ οὗτος διὰ παρανόμου καὶ σατραπικῆς διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ.

§169ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐξεγείρεται ἡ πατριωτικὴ καρδία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας, εἴτε ἐκ προκαταλήψεως, εἴτε ἐκ πνεύματος ἀντιδράσεως πρὸς πρὸς πᾶν ἔργον τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, θεωρεῖ ὅτι διὰ τῆς ἐγκυκλίου, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, ἠκυρώθη νόμος τοῦ Κράτους, ἐνῷ τοὐναντίον ἀπεδείχθη καταφανῶς, ὅτι ἡ παραβίασις τοῦ δῆθεν ἐγκύρου τούτου νόμου ἐγένετο παρ’ ἄλλης Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία διέταξε νὰ ἐκτελεσθῇ οὗτος κατὰ τρόπον ἀκριβῶς ἀντίθετον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος ἐνόει. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα οἱ Κύριοι, θεωροῦσιν ἀδιάφορα· ἐπροτίμων νὰ ἴδωσι τὴν Βουλὴν καταψηφίζουσαν τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, καὶ ἀδιαφοροῦσιν, ἐὰν ἡ πρᾶξις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἔτεινε πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν θεσμῶν, οἵτινες παρεβιάσθησαν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἥτις ἐπεθύμει νὰ ἔχῃ δημοσιευμένον τὸν νόμον, ἀλλὰ δὲν εἶχε καὶ τὸ θάῤῥος νὰ ἀναλάβῃ καὶ τὴν εὐθύνην τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ. Ὅταν δὲ ἐδημοσίευε τὸν νόμον, μηδεμίαν ἀναλαβοῦσα διὰ τὴν δημοσίευσιν ταύτην εὐθύνην, ἐνόει νὰ τὸν ἐφαρμόσῃ καθ’ ὃν τρόπον ἐσύμφερεν αὐτῇ, παραβιάζουσα προφανῶς καὶ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ. Ἐλέχθη ἐντεῦθεν, ὅτι εὐτυχῶς διὰ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ὁ νόμος δὲν ὑπῆρχε, διότι δὲν εἶχε νομικὴν ὕπαρξιν καὶ ἑπομένως πραγματικὴν ἰσχύν. Ἀληθῶς τοῦτο ἦτο εὐτύχημα διὰ τοὺς προκατόχους. Ἐὰν ὑπῆρχε, δὲν γνωρίζω ἂν οἱ συνάδελφοι, οἱ ἀποτελοῦντες μέρος τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, δὲν ἤθελον μελετήσει σπουδαίως τὰς θεωρίας περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, ἃς ἐντεῦθεν ἀνέπτυξαν. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα ἔγκειται εἰς τοῦτο ἀκριβῶς: ἐὰν ὁ δημοσιευθεὶς νόμος ἐδημοσιεύθη συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ ἐντεῦθεν ἦναι νόμος ἰσχύων καὶ ὑποχρεωτικός. Ἀπέδειξα, νομίζω, ὅτι ἡ γενομένη δημοσίευσις αὐτοῦ δὲν ἐγένετο κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, διότι δὲν ἐγένετο ὑπὸ ὑπευθύνων Ὑπουργῶν. Ἐὰν τοῦτο ἦναι, ὡς εἶναι, ἀναμφισβήτητον, δικαιούμεθα νὰ λέγωμεν, ὅτι ἡμεῖς διὰ τῆς ἐγκυκλίου ἡμῶν ἐσκοποῦμεν ἀληθῶς, ὅπως δώσωμεν κῦρος καὶ ἰσχὺν εἰς τοὺς θεσμοὺς τοῦ τόπου, ἄλλοι δ’ ἐπιζητοῦσι, διαστρέφοντες τὰ πραγματικὰ γεγονότα, ἀνατρέποντες τὰς θεωρίας τῆς ἐπιστήμης, ν’ ἀποδώσωσιν εἰς ἡμᾶς τὴν προαίρεσιν, τὴν ὁποίαν θέλει ν’ ἀποδώσῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας διὰ τῆς ὑποβληθείσης παρ’ αὐτοῦ ἐπερωτήσεως. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις.

§171ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐντολῇ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὑποβάλλω ὡς πόρισμα τῆς παρατεταμένης καὶ λίαν λυπηρᾶς συζητήσεως, τῆς προκληθείσης ὑπὸ πράξεως ἀντισυνταγματικῆς τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἑπομένην πρότασιν, ὑπὸ πνεῦμα λίαν ἐπιεικὲς (ἱλαρότης ἐν τῇ δεξιᾷ): «Ἡ Βουλὴ λυπεῖται, ὅτι ἐκηρύχθη ἄκυρος δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς νόμος τοῦ Κράτους, καταρτισθεὶς καθ’ ὅλους τοὺς συνταγματικοὺς τύπους.»

§172ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τόσαι πολυήμεροι συζητήσεις, τοσαύτην λαβοῦσαι ἔκτασιν καὶ τοιοῦτον χαρακτῆρα πολιτικόν, πρέπει νὰ λήξωσι δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς...

§173ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.

§174ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἡ ἀπόφασις δ’ αὕτη νὰ μὴ ἦναι μόνον ψῆφος ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ νὰ ἐνέχῃ ἐν ἑαυτῇ καὶ τὴν ἰδέαν τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς, ὅτι ἀποκρούει τὰς θεωρίας, αἱ ὁποῖαι ἐξηνέχθησαν εἰς ὑποστήριξιν τῆς προτάσεως τοῦ κ. ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ περὶ τοῦ ἀκύρου τῆς ἐγκυκλίου. Τὸ ζήτημα ἐξηντλήθη βεβαίως μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεγάρων καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Πᾶσαι αἱ ἄλλαι θεωρίαι, αἵτινες ἐξηνέχθησαν, ὄχι μόνον δὲν προσέθηκαν τίποτε εἰς τὸ ζήτημα, ἀλλὰ καὶ παρήγαγον τὴν ὑποχρέωσιν τῆς Βουλῆς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόφασιν, διὰ τὴν ὁποίαν εἶπον ἀνωτέρω, διότι ἐξηνέχθησαν θεωρίαι ἐπικίνδυνοι περὶ τοῦ ἀνευθύνου κατὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν νόμων, καὶ ἄλλαι περὶ βασιλικῆς ἐξουσίας, αἱ ὁποῖαι πρώτην φορὰν βεβαίως ἠκούσθησαν ἀπὸ πολλῶν αἰώνων ἐν τῷ Ἑλληνισμῷ καὶ ἐν τοῖς νομοθετικοῖς αὐτοῦ κύκλοις (θόρυβος).

§175ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Συζητοῦμεν τὸ ζήτημα!

§176ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αἰῶνες βεβαίως παρῆλθον, ἀφ’ ὅτου ἐν τῷ Βυζαντίῳ ἠξίουν, ὅτι ἡ θέλησις τοῦ Βασιλέως εἶναι ὑπεράνω τῶν νόμων... (θόρυβος).

§177ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος τὰ εἶπεν αὐτά;

§178ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῆς ὑποβολῆς προτάσεως.

§179ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν, κύριε Πρόεδρε.

§180ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπανέρχομαι, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν, οἵαν εἶπον, ἵνα μὴ ἐκληφθῇ, ὅτι, ὡς εἶπέ τις, οἱ ἐνταῦθα συνελθόντες ἀντιπρόσωποι ἐλευθέρου λαοῦ ἐργάζονται ἀνελευθέρως, ἵνα μὴ ἐκληφθῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι φρενοκομεῖον, ὡς ἐλέχθη παρ’ ἄλλου. Ἐπιβάλλεται ἐκ τούτων ἀπόφασις, ἡ ὁποία νὰ ἐνέχῃ τὴν ἔννοιαν, ὅτι δὲν εἶπον τὰ συμφέροντα, οὐδὲ τὰ ἀληθῆ, οἱ ὑποστηρίξαντες τοιαύτας ἰδέας (θόρυβος) Ἑπομένως ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλή, κρίνουσα νόμιμον τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»

§181ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Αὐτὸ ἦτο μόνον; (ἱλαρότης).

§182ΡΑΛΛΗΣ. Εὐτυχῶς, κύριε Πρόεδρε, ὁ συντάξας τὴν πρότασιν δὲν εἶχε τὰς αὐτὰς ἰδέας περὶ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος μὲ τὸν εἰσαγαγόντα αὐτήν· διότι ἀλλοίμονον εἰς τὴν Βουλήν, ἂν ἤρχετο ἕκαστος δι’ οἱασδήποτε προτάσεως νὰ διατυποῖ ἰδέας, οἷαι αἱ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Σύρου. Ἀληθῶς θὰ ἐγίνετο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Γόρτυνος, θὰ καθίστα τὴν Βουλὴν τοιαύτη πρότασις φρενοκομεῖον· διότι ἡ Βουλὴ θὰ ἤρχετο νὰ διαψεύδῃ διὰ προτάσεων θεωρίας ἀναπτυχθείσας καθ’ οἱανδήποτε συζήτησιν καὶ παρ’ οἱωνδήποτε ἐκ τῶν λαβόντων μέρος εἰς τὴν συζήτησιν· διότι ἡ Βουλὴ θὰ ἠδύνατο νὰ πράξῃ διὰ μιᾶς τοιαύτης προτάσεως καὶ διὰ τῆς ψήφου τοῦ κ. Βουλευτοῦ Σύρου ὅ,τι δὲν δύναται νὰ πράξῃ διὰ νόμου, διὰ νομοσχεδίου τρὶς ψηφιζομένου· διότι ἡ Βουλὴ θὰ ἠδύνατο νὰ καταργήσῃ τοὺς νομοδιδασκάλους, θὰ ἠδύνατο νὰ καταργήσῃ καὶ τὰ συγγράμματα, θὰ ἠδύνατο νὰ καταργήσῃ τὰ πάντα, καὶ ἀληθῶς νὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ Βυζαντίου. Εὐτυχῶς ὅμως, εἶπον, ὁ συντάξας τὴν πρότασιν δὲν ἐνεφορεῖτο ἀπὸ τὰς αὐτὰς κοινοβουλευτικὰς ἰδέας, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐμφορεῖται ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Σύρου.

§183ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ συντάξας τὴν πρότασιν εἶμαι ἐγώ.

§184ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν τὸ πιστεύομεν.

§185ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ συντάξας τὴν πρότασιν εἶναι ὁ ὑπάλληλος τῆς Βουλῆς κ. Ἀναστασόπουλος. Ἐὰν ὑμεῖς συνετάσσετε τὴν πρότασιν, βεβαίως ἔπρεπε νὰ συμμορφωθῆτε μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει ἡ πρότασίς σας· ἀλλὰ σεῖς ἐνομίσατε, ὅτι ἠδύνασθε εἰς τὴν πρότασιν ταύτην νὰ θέσῃτε περικεφαλαίαν, νὰ βάλητε οὐράν, νὰ βάλητε πτερά... (ἱλαρότης). Καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός σας ἐκ Σύρου γελᾷ, διότι δὲν δύναται παρὰ νὰ γελᾷ πᾶς τις...

§186ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως γελᾷ μὲ σᾶς.

§187ΡΑΛΛΗΣ. .. διὰ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἐδόσατε εἰς τὴν πρότασίν σας. Τὸ μόνον ζήτημα, τὸ ὁποῖον τίθεται, Κύριοι, κατόπιν τῆς καταθέσεως τῶν δύο προτάσεων, εἶναι, τίς ἡ ἀπωτέρω πρότασις, καὶ δὲν ὑπάρχει κἀμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ πρότασις ἡ ἀπωτέρω εἶναι ἡ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Αἰγιαλείας, διότι αὕτη ἐνέχει μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ αὕτη πρέπει πρώτη νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.

§188Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρότασις ἀπωτέρα ἀναντιῤῥήτως εἶναι ἡ τροπολογοῦσα τὴν κυρίαν, ἥτις εἶναι ἡ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας. Τοῦτο δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπιμένῃ, ἐγείρεται ζήτημα δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§189ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ λύσις ζητημάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι λελυμένα παρὰ τῆς λογικῆς, δὲν λαμβάνεται διὰ τῆς πλειοψηφίας. Ἀπωτέρα πρότασις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν ἀποκλείει τὴν ἄλλην. Ἡ πρότασις δὲ, ἡ ὁποία δὲν ἀποκλείει τὴν ἄλλην, δηλ. τὴν ἔκφρασιν ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ. Ἐὰν ἡ πρότασις αὕτη δὲν ψηφισθῇ, ἀλλὰ γείνῃ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς ἄλλης, δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς πλέον νὰ ψηφίσωμεν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Αἰγιαλείας. Μᾶς ἀφαιρεῖται δὲ τοιουτοτρόπως τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίσωμεν τὴν πρότασιν, ἣν ἡμεῖς θέλομεν νὰ ὑποβάλωμεν. Ἡ λογικὴ, ἡ πανταχοῦ ἐφαρμοσθεῖσα, τοῦτο ἐπιβάλλει· ἐὰν δὲ ἡ λογικὴ αὕτη πρόκηται καὶ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην, χάριν ἁπλοῦ πείσματος, νὰ ἀνατραπῇ, καὶ νὰ ἔλθῃ ἡ πλειοψηφία νὰ ἐπιβάλῃ τὴν μὴ λογικὴν, δύναται καὶ τοῦτο νὰ πράξῃ, ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ χαρακτηρίσητε ὡς ἀπωτέραν πρότασιν τὴν πρότασιν, ἡ ὁποία ἀποκλείει τὴν ἄλλην.

§190Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχομεν δύο προτάσεις· ἡ πρώτη ἀποκλείει τὴν δευτέραν, καὶ ἡ δευτέρα τὴν πρώτην.

§191ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι.

§192Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔδωκε τὸν ἑξῆς ὁρισμὸν τῆς ἀπωτέρας καὶ ἐγγυτέρας προτάσεως. Εἶπεν ὅτι, ἐπειδὴ ἡ πρώτη πρότασις προετάθη ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας, τοῦ εἰσαγαγόντος τὴν ἐπερώτησιν, μετ’ αὐτὴν δὲ προετάθη δευτέρα ἡ ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Σύρου, ἄρα ἡ κυρία πρότασις εἶναι ἡ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας, ἡ δὲ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Σύρου ἡ τροπολογία. Μοὶ φαίνεται, ὅτι οἱ κανόνες, οἱ ὁποῖοι ὡδήγησαν τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἰς τὴν γνώμην ταύτην, εἶναι οὐ μόνον πρωτοφανεῖς, ἀλλὰ καὶ ἐντελῶς πλημμελεῖς. Εἰς ψηφοφορίαν τίθενται πάντοτε τὰ πορίσματα τῶν συζητήσεων. Ἡ πλειοψηφία καὶ ὁ εἰσηγητὴς αὐτῆς φρονεῖ, ὅτι ὡς πόρισμα τῆς συζητήσεως συνήχθη, ὅτι ἐκ τῆς γενομένης ἐξετάσεως ἀπεδείχθη, ὅτι οὐδὲν ἐγένετο πλημμελὲς, καὶ ὅτι τὰ πάντα ἐγένοντο καλῶς, οὐδεμίαν δ’ ἔχει ἀφορμὴν ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφήνηταί τι ἐπ’ αὐτῶν, ἀλλὰ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τοῦτο κατὰ τὴν πλειοψηφίαν καὶ τὸν εἰσηγητὴν αὐτῆς εἶναι τὸ πόρισμα τῆς συζητήσεως. Αὕτη εἶναι ἡ κυρία πρότασις, πρότασις δὲ τροποποιοῦσα τὴν κυρίαν εἶναι ἡ πρότασις ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν συνοψίζεται ἡ γνώμη τῶν ἀντιλεγόντων καὶ ἐπερωτησάντων, δηλαδὴ ἡ γνώμη, ὅτι παρήχθη ὡς πόρισμα, ὅτι ἐτελέσθη παρανομία, ὅτι ἀνηρέθη νόμος νομίμως κατηρτισμένος, ἑπομένως προτείνει ἡ μειοψηφία, ἵνα ἡ Βουλὴ ἐκφράσῃ τὴν λύπην της ἐπὶ τῇ παρανομίᾳ ταύτῃ. Ἡ ἀπωτέρα λοιπὸν πρότασις, κατὰ τοὺς κανόνας, εἶναι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας, ἡ ἐγγυτέρα δὲ ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Σύρου. Τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μετέρχεται, δὲν μετῆλθε πρώτην φορὰν τὴν ἑσπέραν ταύτην ταύτην μετῆλθε πολλάκις, ἤ, ἵνα εἴπω ἀκριβέστερον, μετῆλθε πάντοτε, ὁσάκις ἡ Βουλὴ προέκειτο νὰ προκληθῇ εἰς ψηφοφορίαν συνεπείᾳ ἐπερωτήσεως καὶ συζητήσεως γενομένης ἐπ’ αὐτῆς. Καθ’ ὅλην τὴν παρελθοῦσαν τετραετίαν, ἢ μᾶλλον καθ’ ὅλην τὴν παρελθοῦσαν δεκαετίαν, τὴν αὐτὴν μετῆλθε τακτικὴν, προκαλέσας ψηφοφορίαν, καθ’ ἣν ἡ πλειοψηφία ἀπεφαίνετο πρὸς χάριν αὐτοῦ, καὶ ἐτίθετο εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας. Ἡ τακτικὴ αὕτη εἶναι πλημμελής, ἐπαναλαμβάνω. Καὶ σήμερον λοιπὸν θέλει ἐπιβάλει εἰς ἡμᾶς ἡ πλειοψηφία νὰ ψηφίσωμεν πρότερον τὴν πρότασιν τὴν ὑπὸ μέλους αὐτῆς ὑποβληθεῖσαν. Καὶ θέλομεν μὲν τὸ πράξει, ἀλλὰ διαμαρτυρόμεθα κατὰ τοῦ πλημμελοῦς τῆς τακτικῆς ταύτης.

§193ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ἀποδεικνύουσι τρανῶς, ὅτι δὲν ἐπῆλθε τελεία συνεννόησις μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ ὑποβαλόντος τὴν πρότασιν ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Αἰγιαλείας, εἰς τὸν ὁποῖον ἀποφάσει συμπάσης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς πρὸ ὀλίγου οὗτος εἶπεν, ἀνετέθη ἡ ὑποβολὴ τῆς προτάσεως.

§194ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦτο δὲν σᾶς ἀφορᾷ.

§195ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὲ ἀφορᾷ κατὰ τοῦτο, ὅτι ἀπεδείχθη δημοσίᾳ ἐνταῦθα, ὅτι ὁ λαβὼν τὴν πληρεξουσιότητα Βουλευτὴς ἐπέμεινεν αὐτὸς νὰ λάβῃ τὸν λόγον πρῶτος, αὐτὸς νὰ ὑποβάλῃ τὴν πρότασιν πρῶτος, λέγων ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ προκαλέσας τὴν συζήτησιν, καὶ ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει τὸ δικαίωμα δι’ αὐτοῦ νὰ θέσῃ τὴν κυρίαν πρότασιν. Ὅτε δὲ ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν κυρίαν πρότασιν, κατ’ αὐτὸν τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας, τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν οὗτος ὑπέβαλε, φυσικώτατα ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Σύρου εἶναι τροπολογία. Καὶ τούτου οὕτως ἔχοντος, μὴ ὄντος δὲ δυνατοῦ, εἴτε αὕτη εἴτε ἐκείνη προταχθῇ, ἡ μία πρότασις νὰ μὴ ἀποκλείσῃ τὴν ἑτέραν, εἶναι καταφανὲς, ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σύρου, ὡς τροπολογία, εἶναι ἡ ψηφιστέα πρώτη. Κατακρίνει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος τὴν ἡμετέραν τακτικὴν, ὡς τηρουμένην ἀπὸ δεκαετίας καὶ πάντοτε εἰς τὸ αὐτὸ ἀπολήγουσαν. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, ἐλησμόνησεν ὅτι, ὅτε αὐτὸς εἶχε τὴν πλειονοψηφίαν, αὐτὰ ταῦτα ἔπραττε, καὶ αὐτὰ ταῦτα προτείνων ἀπέκλειε τὴν ψήφισιν τῶν προτάσεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, αἵτινες ἐξέφραζον μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεώς του;

§196Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διαβεβαιῶ, ὅτι οὐδέποτε ἠκολούθησα τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν μετέρχεται ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τὴν ἑσπέραν ταύτην καὶ τὴν ὁποίαν μετῆλθε καθ’ ὅλον τὸ παρελθὸν χρονικὸν διάστημα. Ὁσάκις ἐπὶ ἐπερωτήσεως ἐγένετο συζήτησις καὶ ἐπερατοῦτο αὕτη, ἐψηφίζετο κατὰ πρῶτον ἡ πρότασις τοῦ ὑποβαλόντος τὴν ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία εἶναι πρότασις σύνθετος, ἡ δὲ ἁπλῆ πρότασις, ἡ πρότασις τῆς πλειονοψηφίας, εἶναι πάντοτε κυρία καὶ ἐψηφίζετο μετ’ αὐτήν.

§197ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἠξεύρω μὲ ποίους κανόνας λογικῆς κρίνει τὰ ζητήματα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τεκμήριον, ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖται ὅτι πράττει νομίμως· κατὰ τοῦ τεκμηρίου τούτου ἐπιτρέπεται ἡ ἀνταπόδειξις· διατείνομαι λοιπὸν, ὅτι σὺ ὁ ἀθῶος ἄνθρωπος, σὺ ἡ ἀθώα Κυβέρνησις, διέπραξας ἀδίκημα. Προκαλῶ λοιπὸν τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς· ἔπραξας τὸ ἀδίκημα ἢ ὄχι; Δὲν δικαιοῦσθε ὑμεῖς νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν τὸ ἐπράξατε· ἐγὼ σᾶς κατηγορῶ, ὅτι σεῖς ἐπράξατε ἀδίκημα, δι’ ἐγκυκλίου ἀναιρέσαντες νόμον. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφανθῇ: εἶναι ἔνοχοι οἱ Ὑπουργοὶ, ὅτι παρεβίασαν τὸν νόμον; Οὗτοι εἶναι οἱ κανόνες τῆς λογικῆς, οἱ ὁποῖοι διέπουσι τὰς συζητήσεις.

§198ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ δικαίωμα τοῦ κανονίζειν τὴν συζήτησιν εἶναι βεβαίως δικαίωμα τῆς πλειοψηφίας. Ἀλλὰ μετὰ πᾶσαν συζήτησιν ἐπὶ πολιτικοῦ ζητήματος ἡ πλειοψηφία ἔχει ὡς πρότασιν: «Ἡ Βουλὴ, ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Αὕτη εἶναι ἡ πρότασις, ἡ ἀείποτε προτεινομένη εἰς τὰ Κοινοβούλια, μετὰ πολιτικὴν συζήτησιν, ὑπὸ τῆς Συμπολιτεύσεως, ἥτις ὑποτίθεται, ὅτι ὑποστηρίζει τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ δὲ πρότασις, ἡ ὁποία ἐπέρχεται μετὰ τὴν πρότασιν τῆς πλειοψηφίας, πρότασις ἀπωτέρα, εἶναι βεβαίως ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν προτείνει ἡ Ἀντιπολίτευσις, λέγουσα: «ἐνίσταμαι κατὰ τῆς προτάσεως τῆς πλειοψηφίας· δὲν ἀρκοῦμαι εἰς τὰ λεχθέντα, ἀλλὰ ζητῶ νὰ γείνῃ γνωστόν, ὅτι ἐγὼ διαμαρτύρομαι κατὰ τῶν λεχθέντων καὶ κατὰ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, περὶ ἧς ἐλέχθησαν ὅσα ἐλέχθησαν». Ὥστε ἀπωτέρα πρότασις ἐπὶ πάσης συζητήσεως, ἡ ὁποία γίνεται ἐπὶ πολιτικοῦ ζητήματος, εἶναι ἡ πρότασις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὐδέποτε δὲ ἡ πρότασις τῆς Συμπολιτεύσεως.

§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, διαφωνίας ὑπαρχούσης, θ’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, κατὰ τὸ ἄρθρον 41 τοῦ Κανονισμοῦ.

§200ΡΑΛΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἡ ἑρμηνεία τοιούτων ζητημάτων δὲν ἀφίεται εἰς τὰς πλειοψηφίας, καὶ πολλάκις τὸ ὑπεστήριξα. Ὅταν πρόκηται περὶ τοιούτων ζητημάτων, ὁποία εἶναι ἡ ψηφοφορητέα πρότασις, ἀποφασίζεται τοῦτο παρὰ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ὑπὸ τοῦ Προέδρου. Ὁ Πρόεδρος εἶναι ὁ φύλαξ τοῦ Κανονισμοῦ· ὁ Κανονισμὸς δὲ εἶναι ὁ χαλινός, τὸν ὁποῖον ἔθηκεν εἰς ἑαυτὴν ἡ Βουλή, πρὶν ἢ διαιρεθῇ εἰς πλειοψηφίαν καὶ εἰς μειοψηφίαν. Ἐὰν πάντα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀναφύονται ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, λύωνται διὰ τοῦ ὄγκου τῆς πλειοψηφίας, εἰς τί χρησιμεύει ὁ Κανονισμός; Ξεσχίσατέ τον καὶ καταργήσατέ τον. Ὁ Κανονισμὸς δὲν εἶναι χαλινὸς ἐπὶ τὸ στόμα τῆς μειοψηφίας, εἶναι χαλινὸς ἀκριβῶς ἐπὶ τὸ στόμα τῆς πλειοψηφίας, διότι ἡ μειοψηφία οὐδὲν δύναται νὰ πράξῃ, ἐνῷ ἡ πλειοψηφία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὸν νόμον. Δὲν εἶναι λοιπὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον γεννᾶται, ἵνα τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν· τὸ ζήτημα εἶναι, τίς ἡ ἀπωτέρω πρότασις· τὸ ζήτημα τοῦτο ἀκριβῶς λύεται παρὰ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ παρὰ τῶν κανόνων τῆς λογικῆς, ὁ Κανονισμὸς δὲ ὁρίζει, τίς εἶναι ἡ ἀπωτέρω πρότασις. Ἀπωτέρω πρότασις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν ἀποκλείει τὴν ἑτέραν. (Ἐνταῦθα προσέρχεται εἷς ἱερεὺς παρὰ τὸ βῆμα, ὅπως ὁρκίσῃ τὸν μήπω ὁρκισθέντα βουλευτὴν Δομοκοῦ Μ. Φωτιάδην).

§201ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τί εἶναι αὐτά! Τί ζητεῖ ὁ ἱερεύς;

§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὁρκισθῇ Βουλευτής.

§203ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Ἐν τῷ μέσῳ τῆς συζητήσεως! Αὐτὰ εἶναι ἀπρέπεια! (Θόρυβος).

§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζετε ὅτι δύνασθε νὰ ἐμποδίσητε τὸν συνάδελφόν σας τοῦ νὰ ὁρκισθῇ; (Θόρυβος).

§205ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἀπωτέρω πρότασις... (Θόρυβος).

§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμετε ἡσυχίαν, Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ.

§207ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλει ψηφοφορηθῆ ἡ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Σύρου ὑποβληθεῖσα πρότασις, ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Αἰγιαλείας θέλει ἀποκλεισθῆ, καὶ τότε εἰς τί χρησιμεύει ὁ Κανονισμός; Παρακαλῶ, λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὸν Κανονισμόν, καὶ λύσατε τὸ ζήτημα, ἀνεξαρτήτως τῆς γνώμης τῆς πλειοψηφίας.

§208ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν δύνασθε ν’ ἀποκλείσητε τὴν Ἀντιπολίτευσιν τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ θέσωμεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἂν ψηφισθῇ ἡ πρότασις τῆς Συμπολιτεύσεως, τότε δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις ἡ ἰδική μας. Πρέπει λοιπὸν νὰ προταχθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον προβάλλομεν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τῆς προτάσεώς μας. (Ἐνταῦθα προσέρχεται παρὰ τὸ βῆμα ὁ βουλευτὴς Μιχ. Φωτιάδης, ὅπως ὁρκισθῇ. Τοῦτο ἐγείρει σφοδρὰς διαμαρτυρίας καὶ θόρυβον μέγαν ἐν τῇ ἀριστερᾷ).

§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί θέλετε; Σᾶς παρακαλῶ, μὴ ταράττεσθε (φωναὶ καὶ διαμαρτυρίαι ἑκατέρωθεν). Κύριοι Βουλευταὶ, κύριε Ράλλη, σᾶς παρακαλῶ, καθίσατε κάτω.

§210ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Εἶναι αἶσχος!

§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθίσατε κάτω! (ζωηραὶ φωναὶ καὶ διαμαρτυρίαι). Κύριε Ράλλη, ἀμφισβητεῖτε τὸ δικαίωμα τοῦ Βουλευτοῦ τοῦ νὰ ὁρκισθῇ οἱανδήποτε ὥραν θέλῃ; (θόρυβος παρατεταμένος).

§212ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑποβάλλομεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας (θόρυβος καὶ φωναὶ πανταχόθεν).

§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Βουλευτὴς εἰς πᾶσαν ὥραν προσερχόμενος νὰ ὁρκισθῇ; Αὐτὸ ἐρωτῶ. (Φωναὶ καὶ διαμαρτυρίαι ἐγείρονται πάντες οἱ Βουλευταὶ ἑκατέρωθεν ἀπειλητικοὶ καὶ ἐγκαλοῦντες οἱ μὲν τοὺς δέ).

§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταὶ, καθίσατε κάτω (σάλος ζωηρὸς ἐν τῇ αἰθούσῃ.) Κύριε Ράλλη, κύριοι Βουλευταὶ, ἠμπορεῖτε νὰ ἀρνηθῆτε εἰς τὸν συνάδελφόν σας νὰ ὁρκισθῇ; Αὐτὸ εἶναι πρωτοφανές! (θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ καὶ σφοδρὰ κωδωνοκρουσία ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου).

§215ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγεννήθη ἐν παρεμπίπτον’ συνάδελφοι ἐνίστανται κατὰ τῆς ὁρκοδοσίας τοῦ κ. Φωτιάδου... (φωναὶ ἐκ τῆς δεξιᾶς καὶ θόρυβος μέγας ἐν τῇ αἰθούσῃ).

§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, ἡσυχάσατε.

§217ΡΑΛΛΗΣ. Καθῆκον ἔχει ἡ Βουλὴ ν’ ἀκούσῃ τοὺς ἐνισταμένους, πρὶν ἢ προβῇ. Διείδομεν ἀκριβῶς, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ κλεισθῇ τὸ στόμα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνίστανται...

§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι’ ὁρίστε.

§219ΡΑΛΛΗΣ. .. κατὰ τῆς ὁρκοδοσίας, καὶ εἴδομεν τὸν κ. Βουλευτὴν προβάντα παρὰ τὸ βῆμα....

§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ τὸν ἐσταμάτησα, κύριε Βουλευτά.

§221ΡΑΛΛΗΣ. .. ἐναντίον τῶν ἐνστάσεων, ἐναντίον τῶν ἀντιῤῥήσεων...

§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, μὴ εἶσθε ἄδικος’ ἐγὼ τὸν ἐσταμάτησα κατὰ πρῶτον (θόρυβος).

§223ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν κακίζομεν ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε.

§224ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς εὐχαριστοῦμεν, ἀλλὰ δὲν εἴδομεν τὸ ἴδιον ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας (φωναὶ ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, καθήσατε κάτω.

§226ΡΑΛΛΗΣ. Ἤδη τίθεται τὸ ζήτημα... (θόρυβος παρατεταμένος).

§227ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. .... (Φωναὶ καὶ διαμαρτυρίαι· ὅλοι οἱ Βουλευταὶ εἶναι ὄρθιοι καὶ φωνάζουσι).

§228Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἶσαι ταραξίας, κύριε Μεσσηνέζη! (Θόρυβος παρατεταμένος).

§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Ράλλη... Κάμετε ἡσυχίαν, παρακαλῶ, Κύριοι.

§230ΡΑΛΛΗΣ. Ἤδη ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐτέθη παρὰ τῶν συναδέλφων, θὰ παρακαλέσω αὐτοὺς νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει, ὅτι πᾶς Βουλευτὴς, ἀναγνωρισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς καθ’ οἱανδήποτε στιγμὴν καὶ ἂν ἔλθῃ, καὶ ἐν τῷ μέσῳ τῆς συνεδριάσεως καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ψηφοφορίας αὐτῆς, ὡς εὑρισκόμεθα ἤδη ἡμεῖς, δύναται νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον. Δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ τῶν ἐψηφισμένων ὑπὸ τῆς Βουλῆς, παριστάμενον δὲ ἐδῶ, ἀκριβῶς καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ὑπέρτατον αὐτῆς καθῆκον, δηλ. νὰ ἐκφέρῃ ψῆφον, δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ ἀναγνωρίσωμεν εἰς τὸν συνάδελφον, τὸν ἀναγνωρισθέντα ἤδη δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, νὰ τῷ ἀναγνωρίσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον, ὅπως ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του. (Ἐνταῦθα προσελθὼν ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον ὁ βουλευτὴς Δομοκοῦ Μιχαὴλ Φωτιάδης).

§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, καθίσατε εἰς τὰς θέσεις σας, θὰ γείνῃ ψηφοφορία. Κύριοι, τὸ Προεδρεῖον ἔχει γνώμην, ὅτι ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Σύρου εἶναι τροπολογία τῆς προτάσεως τῆς ὑποβληθείσης παρὰ τοῦ κ. ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ· κατὰ συνέπειαν τὸ Προεδρεῖον φρονεῖ, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Βοκοτοπούλου πρέπει νὰ ψηφισθῇ. Ἐπειδὴ ὅμως ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, ἡ Βουλὴ θὰ λύσῃ τὸ ζήτημα.

§232ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ ἤμεθα σύμφωνοι πρὸς τὸν Κανονισμόν. Ἀφοῦ ὁ Πρόεδρος ἀποφαίνεται, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη προέχει, ἂς ψηφισθῇ αὕτη. Ὁ Πρόεδρος εἶναι ἁρμόδιος νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα κατὰ τὸν Κανονισμόν, χωρὶς νὰ προηγηθῇ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.

§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως τοῦ Προεδρείου, ἡ Βουλὴ θὰ λύσῃ τὸ ζήτημα. Ἂν δὲν ὑπάρχῃ, προβαίνομεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Σύρου.

§234ΡΑΛΛΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν εἰς τὸ νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα ὅπως θέλετε, διότι πρόκειται περὶ θελήσεως, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται ὄχι συμφώνως τῷ νόμῳ πλέον, ἀλλὰ δυνάμει τῶν πλειόνων, ἡμεῖς δὲ θεωροῦμεν, ὅτι ἡ ψῆφος ἡμῶν ἐκφράζει ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκφράζει ἡ πρότασις τοῦ κ. ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ.

§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, Κύριοι, ἠκούσατε τὴν πρότασιν τὴν ὑποβληθεῖσαν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Σύρου.

§236Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ, ἀναγνώσατέ την.

§237ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄνευ τῶν σκέψεων (γέλως).

§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἡ Βουλὴ, κρίνουσα νόμιμον τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.

§239ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἴμεθα συμφωνότατοι. Ἀλλὰ, παρακαλῶ, τί ψῆφον θὰ δώσῃ ὁ δυστυχὴς κ. Φωτιάδης; (γέλωτες ἐν τῇ ἀριστερᾷ, φωναὶ καὶ διαμαρτυρίαι ἐν τῇ δεξιᾷ).

§240ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται τοιαῦτα πράγματα νὰ λέγωνται ἐναντίον τῶν ἄλλων Βουλευτῶν (θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).

§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταὶ, ἡσυχάσατε τέλος πάντων, ν’ ἀρχίσῃ ἡ ψηφοφορία. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Ν. Καλογεροπούλου καὶ Κ. Χατζηπέτρου, ὡς ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Μιλτ. Δάλλας Ο Ἀρ. Ἀργυρόπουλος Ν
Ἀνδ. Παναγιωτόπουλος Ο Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Ο
Ἰω. Μεσσηνέζης Ο Λεων. Καρυστινάκης Ν
Σπυρ. Μαρκέλλος Ν Δημ. Καΐρης Ο
Μιχ. Κωτσάκος Ν Ὀδυσ. Λαμπρόπουλος Ν
Ἄγγ. Γεωργαντᾶς Γιαννούσης Τάκης
Ἡλ. Κανελλόπουλος Ο Ἡρ. Καλαμπάκας Ν
Γεώργ. Παχὺς Ν Ἀντ. Π. Μαυρομιχάλης Ν
Μιχ. Π. Λάμπρος Ν Περ. Πεῤῥωτὴς Ν
Κων. Καραπάνος Ο Κων. Φλέσσας Ο
Κων. Σταυρόπουλος Ο Ἰωάν. Καζαμπάκας
Ἀλέξ. Σκουζὲς Ν Κων. Ζωγλοπίτης Ο
Ἀλέξ. Σ. Σοῦτσος Ο Παν. Κουκορῖκος Ο
Ἀλέξ. Ψύλλας Γεώργ. Φραγκίδης Ν
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ἀρν.Δημ. Τερτίπης Ν
Ἀλέξ. Ρετσίνας Ν Ἀθαν. Κωστάμης Ν
Δημ. Γ. Ράλλης Ο Ἀριστ. Χατζηνικολῆς Ο
Α. Ζυγομαλᾶς Ο Νικ. Μπαλάφας Ν
Ὄθ. Μακρυγιάννης Ν Νικ. Παπανικολάου Ν
Σ. Ζαχαρίτσας Ν Παν. Λεβέντης
Μιλ. Ὀριγώνης Ο Βαπ. Βάστᾶς Ν
Κωνστ. Βαλτινὸς Ν Γεώργ. Θεοτόκης Ν
Ὀδυσ. Μοσχοβίτης Ν Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ν
Γεώργ. Καρτάλης Ν Ἡλίας Πολίτης Ν
Ἀργ. Κανταρτζῆς Ν Γουλιέλμος Σκάρπας Ν
Νικ. Κοκωσλῆς Ν Νικ. Μαρκέτης Ν
Νικ. Πλέσσας Σπυρ. Λάσκαρης Ν
Νικ. Παῤῥησιάδης Κων. Θ. Ῥωμαῖος Ν
Ἰω. Γρίβας Ο Κων. Χριστόπουλος Ν
Ἐπ. Μαυρομμάτης Ν Σωτ. Κροκιδᾶς Ο
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο Σπυρ. Νοταρᾶς Ο
Νικ. Σπυρακόπουλος Ν Ἀναστ. Δημητριάδης Ν
Θεμ. Κορομάντζος Ο Γεώργ. Κούστας Ο
Περ. Ἀλεξάκης Ο Ἰω. Τσιμάρας Ν
Ἰω. Ἀντωνόπουλος Ο Γερ. Μουσούρης
Κωνστ. Κοσσονάκος Ν Α. Ἄννινος ΚαβαλιεράτοςΝ
Ἀριστ. Πετροπουλάκης Ν Θεόφραστος Μεταξᾶς Ν
Μιχ. Φωτιάδης Ν Διον. Καλούτσης Ο
Γεώργ. Λιδωρίκης Ν Σπυρ. Στάης Ν
Κων. Ἀναγνωστόπουλος Ο Μιχ. Πολίτης Ν
Γεώργ. Λύρας Ν Θεόδ. Θερμογιάννης Ο
Κων. Παπαμιχαλόπουλος Ο Ἰω. Καλούτσης Ν
Σταμάτ. Μήτσας Ν Στέφ. Κοπανίτσας Ν
Δημ. Βουλπιώτης Ο Κωνστ. Σαλταφέρος Ο
Κων. Ζῶτος Ν Πέτρ. Βαρβιτσιώτης Ν
Ἡλ. Μπλατσῆς Ο Μελέτ. Ῥουσόπουλος Ο
Δ. Γρανίτσας Ο Δημοσθ. Ματάλας Ο
Διον. Στεφάνου ἀρν.Νικ. Καραστέργιος Ο
Κων. Ἀργασάρ. ΛομβάρδοςΝ Ἀργ. Διδίκας Ν
Διον. Ζήβας Πλακᾶς Ν Ἐδιπ–Σερέφ–Χασὶπ Ο
Γεώργιος Ῥώμας Ν Ἰω. Λάππας Ο
Γεώργ. Κρεστενίτης Ο Νικ. Μπουρίδης ἀρν.
Χρ. Στεφανόπουλος Περ. Βαλαωρίτης Ν
Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ο Γερ. Σέρβος Ο
Διον. Παυλόπουλος Ν Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ν
Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ν Ἀθαν. Εὐταξίας Ο
Ἄγγελος Πετραλιᾶς Ο Κων. Κωνσταντόπουλος
Ἐπαμ. Δημητρίου Ν Παν. Μανέτας Ο
Στέφ. Σκουλούδης Ν Ν. Τριανταφυλλάκος Ο
Νικ. Νομικός Ἡλ. Ζέγγελης Ν
Θωμᾶς Μαρκεζίνης Ν Φίλ. Βάρβογλης Ο
Νικήτας Συνοδινὸς Ο Ἀθ. Σακελλαριάδης Ο
Βαρβαρῆγος Πήλικας Ν Λεων. Ζέρβας Ν
Ἀλέξ. Φωτήλας Ν Στέφ. Δραγκούμης Ν
Κων. Σταμπολόπουλος Ο Νικ. Φιλάρετος Ο
Λεων. Πετιμεζᾶς Ο Χαρ. Τρικούπης ἀρν.
Ἰω. Τρικούπης Ν Π. Ἄννινος ΚαβαλιεράτοςΟ
Παν. Μελοόπουλος Ο Ἰω. Γεωργιάδης Ν
Ἀλκ. Δεληγιάννης Ν Γεώργ. Ν. Μπούμπουλης Ν
Ἀντ. Καρατζᾶς Ν Γεώργ. Π. Μπούμπουλης ἀρν.
Ἀθην. Παπαγελᾶς Ο Ἀλέξ. Γ. Σοῦτσος Ν
Χαρίλ. Προβελέγγιος Ο Ἀνδρ. Συγγρός
Ἀντ. Μάτσας Ο Δημ. Βοκοτόπουλος Ν
Δορέντζος Δελαρόκας Ο Μ. Μπογιατζόγλους Ν
Ἰω. Ναυπλιώτης Ν Ἰω. Γκιών Ν
Στυλ. Βάλληνδας Ο Νικ. Φώσκολος Ν
Ἰω. Ἰντζές Ο Σωτ. Χατζηγάκης Ο
Γεώργ. Σισμάνης Ο Κωνστ. Χατζηπέτρος Ο
Νικ. Καλαντζόπουλος Ν Χρ. Μπλετσάκης Ο
Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος Ν Γ. Κανούτας Ν
Ἠλ. Ποταμιάνος Ο Εὐστ. Κοκκέβης Ο
Ἀριστ. Ρούκης Ν Δημ. Παπατσώρης Ν
Σπ. Κουμουνδοῦρος Ο Χρ. Καραβίτης Ν
Γιαννοῦκος ΜαυρομιχάληςΟ Διον. Κατρίτσης Ν
Ξανθὸς Πικουλάκης Ο Ἀνδρ. Σκαλτσᾶς Ν
Ἀσημ. Χριστόπουλος Ο Ἀριστόβουλος Μάνεσης Ο
Νικ. Παπαλέξης Ν Βασ. Δροσινός Ο
Παν. Λαμπρούλιας Νικ. Βαλάσης Ν
Εὐάγγ. Ἀρδαβάνης Ν Ἐμμ. Δημητριάδης
Ἰω. Τυπάλδος Χαριτάτος Ν Κωνστ. Σαχτούρης Ο
Σπ. Μακρῆς Ν Ἐπαμ. Κριεζῆς Ο
Ἀνάρ. Σιμόπουλος Ν Νικ. Τσαμαδός ἀρν.
Εὐστ. Παπαδάκης Ν Βησ. Χατζηαγγελάκης Ν
Πανοῦργ. Πανούργιας Ν Νικ. Ζητουνιάτης Ν
Θάνος Κανακάρης Ο Δημ. Ζουλούμης
Ἀχ. Χοϊδᾶς Νικ. Χατζίσκος Ο
Ἀντ. Ρικάκης Κωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ν
Ἰω. Τσερτίδης Ο Δημ. Κρίτσας Ν
Νικ. Κουμανιώτης Ο Ἡρ. Γαζέπης Ο
Ἄγγ. Ροῦφος Ο Β. Βουδούρης Ν
Νικ. Καραπαῦλος Ν Νικ. Καλογερόπουλος Ν
Παν. Σάκκης Ο Θερμ. Α. Κανάρης Ν
Σπ. Γρίβας Ν Κων. Παπανικολῆς
Ἰω. Βρυώνης Ο

§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 188. Ἐκ τούτων 103 εἶπον Ναὶ, 79 εἶπον Ὄχι, καὶ 6, οἱ Ὑπουργοὶ, ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπομένως ἡ πρότασις τοῦ κ. Βοκοτοπούλου ἐγένετο δεκτή. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 11 καὶ 45′ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21.
2τῆς 26 Νοεμβρίου 1893
3(Παρασκευή).
4Ὥρα 5 καὶ 30′ μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπι-
6κυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνε-
7δριάσεως).
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κ.
9Παπαμιχαλόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ τρο-
10ποποιήσεως τοῦ ΣΑʹ νόμου τῆς 9 Ἰουνίου 1852», ἔχου-
11σαν οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ἀνὰ πᾶν ἔτος οἱ σύνεδροι
12ἐπανέρχονται εἰς τὰς ἐπαρχίας των». Θέλει τυπωθῆ καὶ
13διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 21).
14§2ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Πληροφοροῦμαι ὅτι οἱ ἅγιοι Συνοδικοὶ
15ἐκήρυξαν ἀπεργίαν εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον· διότι παρῆλθεν
16εἷς μὴν, καὶ οὐδεμία συνεδρίασις ἐγένετο ἐν τῇ Ἱερᾷ Συνό-
17δῳ, ὑπάρχουσι δὲ πολλαὶ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις ἐνώπιον
18τῶν Συνοδικῶν, καὶ πολλοὶ ἐνδιαφερόμενοι μένουσιν εἰς τὰς
19Ἀθήνας, ἀναμένοντες τὴν ἔκβασιν τῶν ὑποθέσεών των, καὶ
20ὑποφέρουσι πολλὰς στερήσεις.
21Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν
22νὰ ὑπομνήσῃ εἰς τοὺς ἁγίους Συνοδικοὺς τὰ καθήκοντά των,
23τουτέστι νὰ συνέρχωνται τακτικῶς καὶ νὰ ἐπιληφθῶσι τῶν
24ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων, ἀποφασίζοντες περὶ αὐτῶν· ἐὰν δὲ με-
25ταξύ των ὑπάρχωσι προσωπικὰ ζητήματα, αὐτὰ δύναν-
26ται νὰ τὰ λύσωσιν ἀλλαχοῦ, καὶ ὄχι ἐκεῖ, ὅπου ἄλλα καθή-
27κοντα ἔχουν.
28§3ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Προτίθεμαι νὰ ζητήσω ἐξηγήσεις τι-
29νὰς ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Πλη-
30ροφοροῦμαι, ὅτι ἐξεδόθη διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου τῶν
31Στρατιωτικῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ παρευρεθῶσιν
32εἰς τὴν ἐν Κερκύρᾳ Σχολὴν τῶν ἐφέδρων οἱ κατὰ τὸν νό-
33μον περὶ στρατολογίας ὑπόχρεοι νὰ φοιτήσωσιν ἐν αὐτῇ
34κληρωτοὶ τῆς ἐφετεινῆς ἀπογραφῆς, ὅσοι δηλ. ἐξ αὐτῶν
35εἶναι τελειόφοιτοι τῶν Γυμνασίων καὶ φοιτηταὶ, καὶ ὅτι
36εἰς τὴν διαταγὴν ταύτην περιλαμβάνεται καὶ ὅρος, κατὰ
37τὸν ὁποῖον οἱ μὴ μεταβάντες ἐντὸς τῆς προθεσμίας, του-
38τέστι μέχρι τῆς 1 Δεκεμβρίου, ἀποκλείονται τοῦ δικαιώ-
39ματος αὐτοῦ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πλη-
40ροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἦναι ἀληθὴς ἡ πληροφορία, τὴν
41ὁποίαν ἔλαβον, περὶ τοῦ ὅρου τῆς μὴ παραδοχῆς των ἐν
42τῇ Σχολῇ, καθ’ ἣν περίπτωσιν δὲν παρουσιασθῶσι μέ-
43χρι τέλους Νοεμβρίου. Ἐπιθυμῶ δὲ νὰ λάβω σήμερον τὴν
44πληροφορίαν ταύτην, διότι αὔριον ἀναχωροῦσιν οἱ κλη-
45ρωτοί.
46§4ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
47Σήμερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παράσχω τὴν ζητουμένην
48πληροφορίαν. Πρέπει νὰ ἐξετάσω περὶ τοῦ ἀντικειμένου
49αὐτῆς, διότι δὲν ἐνθυμοῦμαι.
50§5ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Εἶναι τόσῳ σοβαρὸν τὸ ἀντικείμε-
51νον, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐνθυμῆται ὁ κ. Ὑπουρ-
52γός. Αὔριον δὲ, κύριε Πρόεδρε, ἀναχωροῦσιν οἱ κληρωτοὶ, οἱ
53ὑποχρεωμένοι νὰ παρευρεθῶσιν εἰς Κέρκυραν, καὶ ἐὰν ἦναι
54ἀληθὴς ὁ ὅρος, τὸν ὁποῖον ἀνέφερον ὅτι διαλαμβάνει ἡ δια-
55ταγὴ, τότε ὅσοι τῶν κληρωτῶν δὲν ἐπιθυμοῦσι νὰ ὑπα-
56χθῶσιν εἰς τὴν ὑποχρέωσιν αὐτήν...
57§6ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κἀνεὶς δὲν ἐπιθυμεῖ.
58§7ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ... αὐτοὶ ὅλοι οἱ κληρωτοὶ θὰ προσ-
59ποιηθῶσιν ἀσθένειαν, καὶ ἂν δὲν ἔχουν τοιαύτην πραγμα-
60τικὴν, ἄλλοι δὲ δὲν θὰ μεταβῶσιν, ἀλλὰ θὰ λιποτακτή-
61σωσι, διότι λιποταξία δὲν λογίζεται ἡ ἀπουσία ἀπὸ τὰς
62τάξεις τοῦ στρατοῦ ἐπὶ ἕνα μῆνα, ἀλλὰ τιμωρεῖται πει-
63θαρχικῶς· ἑπομένως, ὡς εἶπεν ὁ ἐξ Ἐπιδαύρου τῆς Λιμη-
64ρᾶς κ. Βουλευτὴς, κἀνεὶς δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἐκπληρώσῃ αὐ-
65τὴν τὴν ὑποχρέωσιν, καὶ ἡ διαταγὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θὰ
66διευκολύνῃ τὴν πρόθεσιν αὐτῶν ταύτην. Διὰ τοῦτο τὸν
67παρακαλῶ νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ στείλῃ ἀμέσως εἰς
68τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως πληροφορηθῇ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν,
69ἐὰν ἦναι ἀληθὴς ὁ ὅρος αὐτός.
70§8ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
71Βεβαιῶ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι οὐδὲν παράνομον καὶ ἀντι-
72κείμενον εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας
73δύναται νὰ περιλαμβάνῃ ἡ ἐγκύκλιος.
74§9ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἐννοεῖ,
75ὅτι περιέχεταί τι παράνομον.
76§10ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Βεβαίως τοῦτο ἐννοεῖ· διότι, ὡς πα-
77ριστᾷ τὴν διαταγὴν, τὴν καθιστᾷ καὶ γελοίαν, λέγων ὅτι
78ὅλοι θὰ λιποτακτήσουν. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι καὶ νὰ ἐνθυ-
79μηθῶ, τί περιέχει ἡ ἐγκύκλιος, καὶ θὰ ἔχῃ τὴν καλωσύνην
80ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ περιμένῃ νὰ καταθέσω αὐτὴν αὔριον.
81§11ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Οὐδέποτε ἐνόησα, ὅτι δύναται ὁ κ.
82Ὑπουργὸς, καὶ μάλιστα ὁ κ. Τσαμαδὸς, νὰ ἐκδώσῃ παρά-
83νομον ἐγκύκλιον, ἐπειδὴ ὅμως, ἐὰν ὑπάρχῃ τοιοῦτος ὅρος,
84ἐπιτρεπόμενος ἐκ τοῦ νόμου, θὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τὰ
85ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον, καὶ ἔχω ψηλαφητὰς ἀποδεί-
86ξεις, ὅτι ἤρχισεν ἤδη ἡ παράβασις αὕτη, τὴν ὁποίαν ἀνέ-
87φερον, τουτέστι τινὲς κληρωτοὶ προσποιοῦνται ἀσθένειαν
88μέχρι τέλους Νοεμβρίου, ὁπότε πλέον δὲν θὰ ἦναι δεκτοὶ
89εἰς τὸ Σχολεῖον, διὰ τοῦτο, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐαρεστῆ-
90ται νὰ δώσῃ συγκεκριμένας ἐξηγήσεις, θέλει ἀπαλλαγῆ ἀπὸ
91ἐνοχλήσεις, εἰς τὰς ὁποίας θὰ εὑρεθῇ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας.
92§12Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Πρὸ 15 ἡμερῶν ὑπέβαλον ἐπερώτησιν,
93δι’ ἧς παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
94νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐπιτρέπηται τηλεγρα-
95φικοὶ ὑπάλληλοι νὰ τοποθετῶνται ἐν τῷ τόπῳ τῆς κατα-
96γωγῆς των· ἀλλὰ μέχρι σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εὐηρε-
97στήθη νὰ δώσῃ ἀπάντησιν.
98§13ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν).
99Βεβαιῶ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι οὐδεμίαν ἐπερώτησιν ἔλα-
100βον· θέλω δώσει δὲ τὴν ἀπάντησιν, ὅταν περιέλθῃ ἡ ἐπε-
101ρώτησίς του εἰς χεῖράς μου.
102§14ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἐγὼ τὴν ὑπέβαλον καὶ ἐδημοσιεύθη ἐν
103τοῖς πρακτικοῖς.
104Ἐπίσης ἠρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύ-
105σεως, ἐὰν ἐκοινοποιήθησαν αἱ παύσεις δημοδιδασκάλων
106πολλῶν καὶ αἱ μεταθέσεις καθηγητῶν, οἱ ὁποῖοι μετετέ-
107θησαν ἐκ Καλαμῶν διὰ λόγους ἀσυμβιβάστους πρὸς τὴν
108θέσιν των.
109§15ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὑποδείξω ἓν ἄτοπον, τὸ ὁποῖον
110αἱ ἀρχαὶ πράττουσιν ἐν Ἀθήναις. Ὁ πρῶτος ὑποταμίας
111τῶν Ἀθηνῶν καλεῖ τοὺς ὀφείλοντας φόρον οἰκοδομῶν τοῦ
112ἔτους 1893 νὰ πληρώσωσιν, ἐπὶ ἀπειλῇ φυλακίσεως, ἐὰν
113δὲν πληρώσωσιν. Ἐρωτῶ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, δὲν
114ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος παρέχει τὴν εὐκολίαν εἰς τοὺς ὀφει-
115λέτας τοιούτων φόρων νὰ πληρώσωσι τὴν 31 Ἰανουαρίου
116ἑπομένου ἔτους; Παρακαλῶ, τὸ ἄτοπον τοῦτο νὰ διορθωθῇ.
117Καὶ ἕτερον ἄτοπον ὑποδεικνύω. Εἰς τὴν Οἰκονομικὴν
118Ἐφορίαν Ἀττικῆς ὑπάρχουν πρὸ χρόνου ἀποφάσεις τῆς
119ἐπιτροπῆς, δι’ ὧν ἀπαλλάσσονται πολλοὶ φορολογούμενοι,
120ὡς ἀδίκως περιληφθέντες εἰς τοὺς φορολογικοὺς καταλό-
121γους, τὰς ἀποφάσεις δὲ ταύτας οὔτε ὁ προκάτοχος ἔφορος
122οὔτε ὁ νῦν θέλουν νὰ ἐκτελέσουν, οἱ δὲ ὀφειλέται κρατοῦν-
123ται ἐν ταῖς φυλακαῖς. Μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἄδικον τοῦ-
124το, καὶ πιστεύω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ
125διατάξῃ τὴν διόρθωσίν του.
126§16Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ
127κατατίθηνται ἐγγράφως αἱ ἐπερωτήσεις, ὅπως δύνωμαι νὰ
128δίδω ἀκριβεῖς πληροφορίας ἐπὶ τῶν πραγματικῶν ζητη-
129μάτων.
130§17ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλὴν
131ἀναφορὰ φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, παραπονουμένων
132διὰ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐσχάτως ἔλαβεν ἡ Πρυτανεία καὶ
133κατὰ τὸ ὁποῖον ἐκλείσθη ἡ Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη κατὰ τὰς
134ἑσπερινὰς ὥρας. Ἀπὸ χθὲς ἤδη, ὅτε ἀνεκοινώθη ἡ ἀνα-
135φορὰ αὕτη, ἤθελον νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ
136τῆς Ἐκπαιδεύσεως τὴν αὐτὴν παράκλησιν καὶ σύστασιν,
137τὴν ὁποίαν καὶ πρό τινων ἡμερῶν τῷ εἶχον ἀπευθύνει,
138ἀλλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ἀπου-
139σίαζεν. Ἐπωφελούμενος τῆς σημερινῆς αὐτοῦ παρουσίας,
140ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν παράκλησίν μου
141ἐκείνην. Τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπεσχέθη, ὅτι ἤθελεν ἔλθει
142εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ Πρυτάνεως τοῦ Πανεπιστημίου
143καὶ ἤθελεν ἀπὸ κοινοῦ μετ’ αὐτοῦ κανονίσει τὸ ἀντικείμε-
144νον τοῦτο, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ παραβλάπτωνται τὰ
145συμφέροντα τῶν ἐκπαιδευομένων νέων, ἐπὶ τῷ τέλει τουτέ-
146στιν, ὅπως καὶ πάλιν ἡ Βιβλιοθήκη ἦναι ἀνοικτὴ εἰς τοὺς
147ἔχοντας ἀνάγκην νὰ προστρέχωσι πρὸς αὐτήν. Παρακαλῶ
148τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν προέβη
149εἰς κἀνὲν διάβημα παρὰ τῷ Πρυτάνει, καὶ ἐὰν ἐπετεύχθη
150τὸ προσδοκώμενον ἀποτέλεσμα.
151§18Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημο-
152σίας Ἐκπαιδεύσεως). Κατόπιν τῆς συστάσεως τοῦ κ.
153Βουλευτοῦ τοῦ προαγορεύσαντος, μετέβην ἐγὼ αὐτὸς εἰς τὸ
154Πανεπιστήμιον καὶ ἠρώτησα τὸν Πρύτανιν, διατὶ ἐκλεί-
155σθη ἡ Βιβλιοθήκη· ὁ κ. Πρύτανις μοὶ ἀνέφερε ζητήματα
156διαφωνίας μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Ἐφόρου τῆς Βιβλιοθή-
157κης· τὸν παρεκάλεσα νὰ λυθῶσι ταχέως τὰ ζητήματα
158ταῦτα, διὰ νὰ λειτουργῇ ἡ Βιβλιοθήκη, καὶ μοὶ ὑπεσχέθη
159νὰ τὸ πράξῃ. Ἐπειδὴ μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἐγένετο, ἐκάλεσα
160τὸν Πρύτανιν καὶ τὸν Ἔφορον τῆς Βιβλιοθήκης νὰ ἔλθωσιν
161αὔριον ἐνώπιόν μου, ὅπως λάβῃ πέρας ἡ ὑπόθεσις αὕτη.
162§19ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλπίζετε, ὅτι θὰ ἦναι εὐχάριστον
163τὸ πέρας τῆς ὑποθέσεως;
164§20ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐλπίζω. Ὑπάρχει διαφωνία περὶ
165χρήματος· ὁ μὲν Ἔφορος τῆς Βιβλιοθήκης ζητεῖ τὴν δα-
166πάνην τοῦ φωτισμοῦ παρὰ τοῦ Πρυτάνεως, ὁ δὲ Πρύτανις
167ἰσχυρίζεται, ὅτι ἡ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πίστωσις εἶναι
168ἀρκοῦσα.
169§21ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ 800 μόνον
170δραχμῶν, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ συμβιβάσητε τὸ ζήτημα.
171§22ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς
172κ. Κορομάντζος ἐζήτησε τὴν αἴτησιν δημοδιδασκάλου τινὸς,
173δυνάμει τῆς ὁποίας ἐγένετο ἀποδεκτὴ ἡ παραίτησις αὐτοῦ.
174Τὴν αἴτησιν ταύτην προσάγω ἐνταῦθα. Δὲν προεκάλεσα
175μὲν τηλεγράφημα κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ,
176ἀλλ’ ἔλαβον τοιοῦτον προχθές, εἰς τὸ ὁποῖον λέγει ὁ περὶ
177οὗ πρόκειται δημοδιδάσκαλος (ἀναγινώσκει): «Εἶδον μετ’
178ἀπορίας ἀποδοχὴν παραιτήσεώς μου, ἐνῷ τοιαύτην δὲν ὑπέ-
179βαλον». Ἤδη ἐσκόπουν νὰ διαβιβάσω τὰ ἔγγραφα ταῦτα
180εἰς τὸν Νομάρχην, ἵνα ζητηθῶσι πληροφορίαι, καὶ ἐν ᾗ
181περιπτώσει εἶναι ἀληθῆ τὰ ἐν τῷ τηλεγραφήματι ἐκτιθέ-
182μενα, νὰ ἐπανορθωθῇ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο.
183§23ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πρέπει νὰ γείνῃ ποινικὴ καταδίωξις.
184§24ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Τὸ ἐσκέφθην, ἀλλὰ κατὰ τίνος νὰ
185γείνῃ ἡ ποινικὴ καταδίωξις; Τοῦτ’ αὐτὸ ἐγένετο καὶ ἐπὶ
186τοῦ προκατόχου μου, ὅστις μετέθεσε τὴν δημοδιδάσκαλον
187Ὄλγαν Κωνσταντίνου τῇ αἰτήσει της, ἐνῷ τοιαύτην αἴτη-
188σιν δὲν ὑπέβαλεν αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὡς ἐκθέτει δι’
189ἀναφορᾶς της πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἀπορεῖ, διατὶ μετε-
190τέθη. Πολλάκις ἀτυχῶς συνέβησαν τοιαῦτα.
191Ὁ ἐξ Οἰτύλου κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ διορισθῇ διδά-
192σκαλος εἰς τὸν δῆμον Ἀβίας. Πληροφορῶ τὸν ἀξιότιμον
193Βουλευτήν, ὅτι προσεχῶς διορισθήσεται τοιοῦτος.
194Ἐπίσης ὁ ἐκ Τριχωνίας βουλευτὴς κ. Μάνεσης ἠρώτησε,
195τί ἐγένετο διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν διδακτηρίων Ἀγρινίου.
196Τὸν πληροφορῶ, ὅτι δι’ ἐγγράφου τοῦ Νομάρχου παρεστάθη
197ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπισκευῆς τῶν διδακτηρίων αὐτῶν. Ὁ προ-
198κάτοχός μου ἐζήτησε τὸν προϋπολογισμὸν τῆς δαπάνης.
199Ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος, καταρτισθεὶς ὑπὸ τοῦ μηχανικοῦ,
200ἀπεστάλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ διεβιβάσθη πρὸς τὸ
201Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς θεώρησιν καὶ ὅπως ἐνερ-
202γηθῇ ἡ δέουσα δημοπρασία, ἡ ὁποία νομίζω, ὅτι καὶ διε-
203τάχθη χθές.
204§25ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Ἔκαμα καὶ ἐγὼ μίαν ἐπερώτησιν πρὸς
205ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργέ.
206§26ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Διὰ νὰ καταθέσω τοὺς πίνακας, τοὺς
207ὁποίους ἐζητήσατε.
208§27ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Ἐλάβετε τὰς πληροφορίας;
209§28ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἡ ἐργασία εἶναι ἑτοίμη, καὶ προσε-
210χῶς θὰ καταθέσω τοὺς πίνακας εἰς τὴν Βουλήν.
211§29ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ ἀποδώσω αἰ-
212τίασιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, διότι πᾶς τις δύναται νὰ
213ἐξαπατηθῇ. Ἡ ὑπηρεσία τῷ ὑπέβαλε μίαν ἀναφοράν, καὶ
214τὴν ἀπεδέχθη. Διὰ τοῦτο εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν
215θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον νὰ παραπέμψῃ ὅλας αὐ-
216τὰς τὰς ἀναφορὰς εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ὅπως αὕτη ἐνερ-
217γήσῃ τὰ κατὰ νόμον.
218§30ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιω-
219τικῶν μήπως ἔλαβεν ἀκριβεστέρας πληροφορίας περὶ τοῦ
220ἂν συνετάχθη συμβόλαιον μισθώσεως τῆς οἰκίας Βλασσο-
221πούλου δι’ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς;
222§31ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
223Μάλιστα, συνετάχθη. Σήμερον ἐπληροφορήθην τοῦτο.
224§32ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ δὲν ἔχομεν ἀπάντησιν;
225§33ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ποίαν ἀπάντησιν; Εἶπον ὅτι συνετάχθη
226συμβόλαιον.
227§34ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς πόσον;
228§35ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Πρὸς 500 δραχμὰς κατὰ μῆνα.
229§36ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ πόσα ἔτη;
230§37ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Διὰ 4 ἔτη, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τοῦ νὰ
231διαλύηται ἡ μίσθωσις, ὅταν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ δια-
232λύσῃ ταύτην, ὅπως γίνεται ἐπὶ ὅλων τῶν μισθώσεων τῶν
233δημοσίων καταστημάτων.
234§38ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἡ μίσθωσις δὲν ἐγένετο κατὰ διαταγὴν
235τοῦ Ὑπουργείου;
236§39ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα.
237§40ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον
238τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
239τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἐντελῶς παράνομος, καὶ ἐπικα-
240λοῦμαι τὴν γνώμην αὐτοῦ, ἣν ἐξέφρασε δι’ ἐγγράφου του
241τὸν Μάϊον τοῦ 1892. Τὸ 1892, ὅτε ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρ-
242χὴν ὁ κ. Τρικούπης, εὗρε μεμισθωμένας ἁμάξας ἐπὶ δύο ἔτη,
243καὶ δι’ ἐγγράφου του, ὅπερ συνεμερίσθησαν καὶ τὰ λοιπὰ
244Ὑπουργεῖα, ἀπεφήνατο ἄκυρον τὴν μίσθωσιν πλέον τοῦ
245ἔτους τοῦ λογιστικοῦ, καὶ ἠκύρωσε τὴν μίσθωσιν τῶν ἁμα-
246ξῶν’ ἐνθυμοῦμαι δ’ ὅτι ἁμαξηλάτης τοῦ κ. Προέδρου τῆς
247Κυβερνήσεως ἦτο ὁ Μαλαθάζης, ὁ ὁποῖος προσέφυγεν εἰς
248τὰ δικαστήρια, ἀλλὰ καὶ τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ τὸ Ἐφε-
249τεῖον καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος εἶπον, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν
250Οἰκονομικῶν εἶχε πολὺ δίκαιον. Προδήλως λοιπὸν καὶ ἐκ
251τοῦ νόμου καὶ ἐκ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ κ.
252Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ὁμοίου ζητήματος, ἡ πρᾶ-
253ξις αὕτη δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι
254εἶναι ἀκυρωτέα καὶ ὀφείλει καὶ κατ’ οὐσίαν νὰ τὴν ἀκυ-
255ρώσῃ, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ὡς Ἀρχηγεῖον τοῦ στρατοῦ ἦτο
256μεμισθωμένον τὸ κτίριον τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, τὸ κεί-
257μενον ὄπισθεν τοῦ Βουλευτηρίου, καὶ ὁ Διάδοχος, ὡς ἀρχη-
258γὸς τοῦ στρατοῦ, ἐζήτησε τὴν μετάθεσιν αὐτοῦ, καὶ τὸ
259ἐγκατέλιπε, μετετέθη δὲ τὸ Ἀρχηγεῖον στρατοῦ εἰς τὴν
260ὁδὸν Σταδίου μὲ μίσθωμα δρ. 300 κατὰ μῆνα, οὕτω δὲ τὸ
261κατάστημα αὐτὸ, ἤτοι τὸ κτίριον τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου,
262μένει κενόν. Εἶναι δὲ τὸ κατάστημα τοῦτο πολὺ καλλί-
263τερον, τοῦ μισθωθέντος διὰ τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς·
264ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἦτο, ἔπρεπε νὰ τὸ δεχθῶσιν ὡς καλλί-
265τερον, διότι ἐκ τοῦ μισθώματος, ὅπερ εἶναι ὀλιγώτερον
266κατὰ 200 δραχμὰς, ἤθελεν ὠφεληθῆ τὸ Δημόσιον καὶ τὸ
267Μετοχικὸν ταμεῖον, ὥστε ἀφ’ ἑνὸς θὰ ἦτο συμφέρον ὑπὲρ
268τοῦ Δημοσίου καὶ ἀφ’ ἑτέρου συμφέρον ὑπὲρ τοῦ Μετοχι-
269κοῦ ταμείου, ἀφοῦ μάλιστα δι’ οἰκονομιῶν σήμερον ζητοῦ-
270μεν νὰ θεραπεύσωμεν τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους.
271Τὴν πρᾶξιν αὐτὴν συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
272Στρατιωτικῶν πρὸς ἄρσιν παρεξηγήσεων.
273§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρὸ ὀλίγου ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ
274Καρδίτσης, διὰ τοῦ ὁποίου μοὶ λέγουσιν, ὅτι ἡ Γεωργικὴ
275Σχολὴ Ἀϊδινίου ἀργεῖ, ἕνεκα ἐλλείψεως καθηγητῶν, καὶ
276ὅτι οἱ μαθηταὶ αὐτῆς θ’ ἀναγκασθῶσι νὰ ἀπέλθωσι καὶ
277ἐγκαταλείψωσι τὰς σπουδὰς των.
278Πάντοτε, ἰδίᾳ δὲ σήμερον, καθῆκον ἐπιβάλλεται εἰς πᾶ-
279σαν Κυβέρνησιν ἡ ἐνίσχυσις τῆς γεωργίας. Δὲν πιστεύω νὰ
280ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ
281τὸν παρακαλῶ νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, διατὶ ἀφίνει
282τὴν Σχολὴν νὰ ἀργῇ καὶ τί προτίθεται νὰ πράξῃ, ὅπως
283διορθώσῃ τὸ ἄτοπον τοῦτο.
284§42ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν).
285Ὅτε ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσω-
286τερικῶν, ἐπελήφθην τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Εὗρον τὴν Γεωρ-
287γικὴν Σχολὴν Ἀϊδινίου ἀληθῶς σχολάζουσαν, διότι ὁ διευ-
288θυντὴς αὐτῆς εἶχεν ἀσθενήσει καὶ εἶχε λάβει ἄδειαν, ἣν
289ἠναγκάσθην ἐγὼ αὐτὸς νὰ παρατείνω, διότι πραγματικῶς
290ὁ ἄνθρωπος ἔπασχε σοβαρῶς. Ἤδη καταγίνομαι νὰ τακτο-
291ποιήσω τὰ τῆς Σχολῆς ταύτης, τοποθετῶν ἐκεῖ ἀναλόγους
292καθηγητάς. Νομίζω δ’ ὅτι θὰ ἐξομαλυνθῇ τὸ πρᾶγμα καὶ
293θὰ λειτουργήσῃ ἡ Σχολή.
294§43ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὰς
295πληροφορίας, τὸν παρακαλῶ ὅμως νὰ ταχύνῃ, διότι μένουν
296οἱ μαθηταὶ ἀργοῦντες.
297§44ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν
298ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ διά-
299ταγμα περὶ ἐξετάσεως τῶν μαθητῶν, τὸ ὁποῖον ἀντίκει-
300ται εἰς ἄλλο προηγούμενον διάταγμα, ἐπέχον θέσιν νόμου,
301καὶ τὸ ὁποῖον δυστυχῶς ἐξετελέσθη καὶ ἐκτελεῖται, συνάμα
302δὲ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του καὶ τὸ ἑξῆς. Ἐν τῷ φακέλλῳ
303ὑπάρχει γνωμοδότησις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, δι’ ἧς ἀπο-
304φαίνεται τὸ Συμβούλιον, ὅτι τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐξε-
305δόθη καὶ κανονίζει τὰ τῶν ἐξετάσεων, ἀντίκειται εἰς τὸν
306νόμον. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τοῦτο, καὶ ἐὰν συνῇδε
307πρὸς τοὺς νόμους, τὸ διάταγμα αὐτὸ στερεῖται, ἂν ὄχι
308ἄλλου, τοὐλάχιστον λογιστικῆς βάσεως, καὶ ὀφείλει ὁ κ.
309Ὑπουργὸς νὰ τὸ ἀνατρέψῃ, διότι δὲν περιποιεῖ τιμὴν εἰς τὴν
310Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Εἶναι δὲ τὸ ἑξῆς κακὸν, τὸ ὁποῖον
311προξενεῖται. Διὰ τοῦ διατάγματος αὐτοῦ ἀπαγορεύεται ἡ
312περαιτέρω ἐξέτασις τοῦ μαθητοῦ, ἐὰν ἀποτύχῃ εἰς ἓν μά-
313θημα. Καὶ ἐὰν κατ’ ἔτος ἀποτυγχάνῃ ὁ αὐτὸς μαθητὴς
314εἰς ἓν μάθημα, θὰ μένῃ αἰωνίως εἰς τὴν αὐτὴν τάξιν; Νο-
315μίζω, ὅτι τοῦτο ἀντίκειται εἰς τοὺς νόμους τῆς φύσεως
316καὶ τῆς λογικῆς. Ὑποθέσατε ὅτι ἐγὼ δὲν προκόπτω εἰς
317ἓν μάθημα, δὲν θέλω ἢ δὲν δύναμαι νὰ μάθω λατινικά·
318δι’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ σπουδάσω; δὲν πρέπει νὰ μάθω ἄλλα
319γράμματα; Ὅθεν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παι-
320δείας νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰ γεγονότα ταῦτα καὶ νὰ
321ἐπιφέρῃ διόρθωσιν.
322§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν
323ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν
324ἔλαβε μέτρα, καὶ τίνα, πρὸς περιστολὴν τῆς νόσου εὐ-
325φλογίας, ἥτις ἐπέσκηψεν ἐν τῷ δήμῳ Βερβαίνων τῆς ἐπαρ-
326χίας Κυνουρίας. Καθ’ ἃ μοὶ γράφουσιν ἐκεῖθεν, πεντήκοντα
327περίπου οἰκογένειαι μαστίζονται ὑπὸ τῆς νόσου· ἀλλὰ μοὶ
328γράφουσι καὶ ἐκ τοῦ παρακειμένου δήμου Θυρέας, ὅτι οἱ
329κάτοικοί εἰσι τεταραγμένοι καὶ κατεπτοήθησαν ὑπὸ μέτρου
330τινός, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω πῶς ἐλήφθη, τοῦ μέτρου τῆς
331μεταφορᾶς τῶν εὐφλογιώντων εἰς τὸν δῆμον Θυρέας. Ἐὰν ὁ
332κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ
333εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας τινὰς, θέλει μὲ ὑποχρεώσει.
334§46ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν).
335Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔλαβον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου,
336εἰσὶν αἱ ἑξῆς: Πρὸ πολλοῦ καιροῦ εἰς τὸν δῆμον Βερβαίνων
337προσεβλήθησαν ἄτομά τινα ἐξ εὐφλογίας, πρὶν ἢ δὲ ἡ
338παροῦσα Κυβέρνησις ἀνέλθῃ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, εἶχον ληφθῆ
339τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς ἐξάλειψιν τῆς νόσου. Ὅτε ἀνέ-
340λαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, ἐπληροφορήθην, ὅτι
341ἡ νόσος ἐξέλιπεν, ὅτι ὁ ἰατρὸς, ὅστις εἶχε μεταβῆ, ὅπως
342ἐμβολιάσῃ τοὺς κατοίκους, ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του, καὶ
343ὅτι οἱ προσβληθέντες ἰάθησαν. Ἐπρόκειτο τότε νὰ μεταβῶ-
344σιν εἰς τὸν δῆμον Θυρέας ἐκ Βερβαίνων, διότι ἐκεῖ παραχει-
345μάζουσιν οἱ δημόται τῶν Βερβαίνων, ἀλλ’ οἱ κάτοικοι τοῦ
346δήμου Θυρέας ἐξανέστησαν, μὴ θέλοντες νὰ δεχθῶσιν αὐτοὺς
347ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ, διότι, ἀφοῦ ἅπαξ οἱ Βερβαινιῶται προσε-
348βλήθησαν ὑπὸ τῆς νόσου εὐφλογίας, ἐφοβοῦντο οἱ τῆς Θυ-
349ρέας μήπως μεταδοθῇ αὕτη καὶ εἰς αὐτούς· ἐζητήθησαν
350πληροφορίαι ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ
351ἐβεβαίωσαν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε πλέον κίνδυνος, τὸ δὲ Ὑπουρ-
352γεῖον διέταξε τὰς ἀρχὰς νὰ προστατεύσωσι τοὺς θέλοντας
353νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰ κτήματά των Βερβαινιώτας. Ἐπα-
354νειλημμένως ἐπὶ τούτου ἀντηλλάγησαν τηλεγραφήματα,
355καὶ αἱ τελευταῖαι πληροφορίαι εἶναι, ὅτι δὲν ὑπάρχει
356πλέον νόσος ἐκεῖ· νομίζω δὲ, ὅτι οἱ δημόται Βερβαίνων μετέ-
357βησαν ἤδη εἰς τὸν δῆμον Θυρέας, καὶ ἀποκατέστη ἡ τάξις.
358§47Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι δὲν
359θέλει διατρέξει κίνδυνον ἡ τάξις, εἶναι ὅμως ἐνδεχόμενον νὰ
360μεταδοθῇ ἡ νόσος καὶ εἰς τοὺς ἄλλους δήμους τῆς Κυνου-
361ρίας, ἐὰν ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Διοίκησις, ὅτι
362ἡ νόσος ἐξέλιπε, δὲν εἶναι ἀκριβής· διατείνονται δέ τινες,
363καθ’ ἃ μοὶ γράφουσιν, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὴς τῷ ὄντι ἡ πλη-
364ροφορία, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Διοίκησις. Ἡ Διοίκησις ἀπέ-
365στειλεν ἰατρὸν εἰς τὸν τόπον, ἀλλ’ ὁ ἰατρὸς δὲν ἐγνώριζε τὰ
366πρόσωπα, διατείνονται δέ, ὅτι δημοτικός τις ὑπάλλη-
367λος ἐβεβαίωσε ψευδῶς τὴν ταυτότητα τῶν προσελθόντων,
368καὶ ἐνεφανίσθησαν εἰς τὸν ἰατρὸν ἄνδρες ὑγιεῖς ἀντὶ τῶν νο-
369σούντων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπανα-
370λάβῃ τὴν ἔρευναν, ἐὰν ἰάθησαν, μὴ τυχὸν διαδοθῇ ἡ νόσος
371εἰς τὴν πλευρὰν ἐκείνην τῆς Πελοποννήσου.
372§48ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἕνεκα τοιαύτης ὑπονοίας ἐγὼ διέταξα
373ἵνα μεταβῇ καὶ μετέβῃ καὶ ἕτερος ἰατρὸς, καὶ οὗτος δὲ,
374ὡς ὁ πρῶτος, μὲ διεβεβαίωσεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡ νόσος. Ἐν
375τούτοις θὰ ἐξετάσω, ἐὰν συμβαίνῃ τοιαύτη ἀπάτη.
376§49ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀπηυθύνθη πρὸ ὀλίγου ἐπερώτησις, ἀφο-
377ρῶσα εἰς τὸ περὶ ἐξετάσεων διάταγμα τῆς 12 Ἰανουαρίου
3781893. Τὸ διάταγμα τοῦτο ἐφηρμόσθη τὸ πρῶτον καθ’ ὃν
379χρόνον διηύθυνα ἐγὼ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. Ἐπει-
380δὴ δὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἐγὼ ἐξέδωκα τὸ
381διάταγμα τοῦτο, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι τοῦ δια-
382τάγματος τούτου δὲν ὑπῆρξα ἐγὼ εἰσηγητὴς, εἶχον δὲ μό-
383νον τὴν ἀτυχίαν νὰ τὸ ἐκτελέσω ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς τῆς
384Παιδείας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι, εὐθὺς ὡς μοὶ ἐγένοντο παρα-
385στάσεις παρὰ πολλῶν γονέων καὶ κηδεμόνων μαθητῶν τῶν
386Γυμνασίων καὶ Ἑλληνικῶν Σχολείων, ἐμελέτησα τὸ ζήτη-
387μα, καὶ εἶδον, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος δια-
388τάγματος, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὰς ἐξετάσεις καὶ εἰς τὸ ζήτη-
389μα τῆς ἀποβολῆς τῶν μαθητῶν, ἀντίκειται εἰς τὰς δια-
390τάξεις τοῦ τόπον νόμου ἐπέχοντος διατάγματος τοῦ 1836.
391Ἐζήτησα τότε νὰ μάθω, πῶς ὁ προκάτοχός μου προέβη
392εἰς τὴν σύνταξιν καὶ ὑποβολὴν πρὸς ὑπογραφὴν διατάγ-
393ματος, τὸ ὁποῖον ἀντέκειτο εἰς ἕνα νόμον, ἔλαβον δὲ τὴν
394ἀπάντησιν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία καὶ ὁ προκάτοχός μου, ἔχοντες
395τὴν γνώμην, ὅτι τὸ διάταγμα τοῦ 1836 δὲν περιεῖχε μό-
396νον νομοθετικὰς, ἀλλὰ καὶ διοικητικὰς διατάξεις, ἐνόμι-
397σαν, ὅτι ἐδικαιοῦντο νὰ προβῶσιν εἰς τροποποιήσεις αὐτοῦ,
398ἀναγομένας εἰς τὴν διοικητικὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουρ-
399γοῦ. Ἐγὼ, μολονότι εἶχον ἀντίθετον γνώμην, ὅτι δηλαδὴ
400τὰ διατάγματα αὐτὰ εἶναι ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, ἤτοι
401καθ’ ὅλας τὰς διατάξεις των, νομοθετικὰ, ἠθέλησα ἐν τού-
402τοις νὰ ὑποβάλω τὸ ζήτημα εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον.
403Δυστυχῶς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἐβράδυνε ν’ ἀπαντήσῃ,
404καὶ τότε δ’ ἐγνωμάτευσε κατὰ πλειονοψηφίαν, ὅτι τὸ διά-
405ταγμα τοῦ 1836 ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους περιέχει νομο-
406θετικὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας δὲν ἦτο δυνατὸν οὔτε νὰ
407ἀνατρέψῃ οὔτε νὰ τροποποιήσῃ τις νῦν διὰ διατάγματος.
408Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνωμοδοτήσεως ταύτης συνέταξα διά-
409ταγμα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλα πρὸς ὑπογραφὴν εἰς τὸν Βα-
410σιλέα, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεκάλουν τὰς διατάξεις ἐκείνας
411τοῦ διατάγματος τῆς 12 Ἰανουαρίου, αἵτινες ἀντέκειντο
412εἰς τὸ ὀργανικὸν διάταγμα τοῦ 1836. Δυστυχῶς ὅμως πα-
413ρῆλθε τόσος χρόνος ἐν τῷ μεταξὺ, ὥστε, ἐὰν ἤθελον δημο-
414σιεύσει καὶ ἐφαρμόσει τὸ νέον διάταγμα, θὰ ἐπήρχετο ἀλη-
415θὴς ἀναστάτωσις εἰς τὰ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Πρὸ τῆς
416δημοσιεύσεως αὐτοῦ ἐκάλεσα πάντας τοὺς γυμνασιάρχας
417τῶν ἐνταῦθα Γυμνασίων καὶ ἄλλους καθηγητὰς, καὶ τοὺς
418ἠρώτησα, ἐὰν ἦτο ἔτι καιρὸς νὰ προβῶ εἰς τὴν δημοσίευσιν
419καὶ ἐκτέλεσιν τοῦ διατάγματος, πάντες δὲ οὗτοι διεμαρτυ-
420ρήθησαν ἀπὸ κοινοῦ, λέγοντες ὅτι θὰ ἐπήρχετο ἀναστά-
421τωσις εἰς τὰ Γυμνάσια, ἐὰν ἐγίνετο τοῦτο περὶ τὰ τέλη
422Σεπτεμβρίου, διότι τότε μοὶ ἐπεστράφη αὐτὸ, συγχρόνως
423δὲ μοὶ ἐδήλωσαν, ὅτι αὐτοὶ κατ’ ἀρχὴν εἶναι ὑπὲρ τῶν ἐνερ-
424γηθεισῶν μεταῤῥυθμίσεων, ὅτι τὸ διάταγμα, ὡς ἐλειτούρ-
425γει, ἐλειτούργει ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ
426τῆς μαθητιώσης νεολαίας. Ἐγὼ ἐνόμισα καλὸν νὰ μὴ προ-
427βῶ εἰς δημοσίευσιν τοῦ νέου διατάγματος, διότι ἐσκέφθην,
428ὅτι ἠδυνάμην διὰ νομοσχεδίου, μεταῤῥυθμίζοντος καὶ τὰ
429κατὰ ταῦτα διατάγματα καὶ τὸ πρῶτον διάταγμα, νὰ κα-
430νονίσω καθόλου τὰ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως.
431Νομίζω ὅτι μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας οὐδεὶς θὰ ἀπο-
432δώσῃ εἰς ἐμὲ παράβασιν καθήκοντος διὰ τὰ γενόμενα.
433§50ΣΤΑΗΣ. Ἀληθῶς τὸ διάταγμα, περὶ οὗ πρόκειται,
434εἶχε δημοσιευθῆ ἐπὶ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ κ. Κοσσονάκου
435ἀλλὰ τὸ διάταγμα τοῦτο ὁ προλαλήσας ἠκύρωσε δι’ ἁπλῆς
436τηλεγραφικῆς διαταγῆς, τὸ ἀληθῶς ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν
437ἄριστον, καὶ νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ διατήρησις αὐτοῦ
438διὰ πολλοὺς λόγους, ἀλλὰ πρὸ παντὸς διὰ τὴν κακὴν κατά-
439στασιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται σήμερον ἡ ἐκπαίδευσις.
440§51ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι παράνομον.
441§52ΣΤΑΗΣ. Τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβου-
442λίου, περὶ ἧς λόγον ἐποιήσατο ὁ προλαλήσας, δὲν ἔλαβον
443γνῶσιν, ἀνέγνωσα ὅμως τὴν τηλεγραφικὴν ἐγκύκλιον,
444τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε πρὸς τοὺς γυμνασιάρχας καὶ σχο-
445λάρχας ὁ τέως Ὑπουργὸς καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἠκύ-
446ρωσε τὸ 15 ἄρθρον τοῦ διατάγματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου
447ἀκριβῶς ἄρθρου ἔγκειται ὅλη ἡ ἔννοια τοῦ διατάγματος
448καὶ ὅλη ἡ αὐστηρότης αὐτοῦ καὶ ἡ ἀντίδρασις κατὰ τῆς
449πιέσεως, τὴν ὁποίαν ὑφίστανται οἱ καθηγηταὶ ὑπὸ τῶν
450ὁπωσδήποτε ἐνδιαφερομένων, καὶ ἐντεῦθεν ἡ ἐπερώτησις τοῦ
451κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, τοῦ ἀμέσως ἐνδιαφερομένου ὑπὲρ
452ἀκυρώσεως τοῦ διατάγματος. Διὸ τὸ διάταγμα πρέπει νὰ
453μένῃ ὡς ἔχει.
454§53ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί λέγει τὸ ἄρθρον 15;
455§54ΣΤΑΗΣ. Λέγει, ὅτι μαθητής, μὴ λαβὼν τοὐλάχιστον
456ἐν τοῖς Ἑλληνικοῖς τὸν βαθμὸν καλῶς, καὶ ἐν τοῖς Μαθη-
457ματικοῖς καὶ Λατινικοῖς τὸν σχεδὸν καλῶς ἐν τῇ γρα-
458πτῇ ἐξετάσει, μένει ἐν τῇ αὐτῇ τάξει. Διὰ τοῦτο ἔλεγεν ὁ
459ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ὅτι «πιθανὸν εἷς μαθητὴς νὰ μὴ
460θέλῃ νὰ μάθῃ Λατινικὰ, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἀποῤῥιφθῇ;»
461Ἡ πίεσις, ἡ ἐξασκουμένη ἐπὶ τῶν καθηγητῶν ὑπὸ τῶν ἀμέ-
462σως ἐνδιαφερομένων πρὸς ἀπονομὴν τῶν ἐλαχίστων τού-
463των βαθμῶν, εἶναι ἀπερίγραπτος, καὶ ἀνατρέπει ἄρδην καὶ
464νόμους καὶ καλὴν προαίρεσιν καθηγητῶν καὶ προϊσταμέ-
465νων ὁπωσδήποτε. Τὸ διάταγμα τοῦτο ἀληθῶς πάντα ταῦ-
466τα κατέστρεψε, καὶ ἐθεράπευσε μυρία ὅσα ἄτοπα, καὶ διὰ
467τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ νομιμοποιηθῇ, ἐὰν ὑπάρχωσι
468διατάξεις αὐτοῦ ἀντικείμεναι εἰς τὸ ὀργανικὸν διάταγμα
469τοῦ 1836. Ἐπὶ τοῦ διατάγματος τούτου ἐλπίζω ὅτι θὰ
470γείνῃ λόγος καὶ πάλιν, διότι ἡ διὰ τηλεγραφικῆς ἐγκυ-
471κλίου τοῦ τέως Ὑπουργοῦ ἀκύρωσις αὐτοῦ ἔφερε πολλὰ
472ἄτοπα.
473§55ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δυστυχῶς δὲν προέβην εἰς τὴν ἀκύρωσιν
474τοῦ διατάγματος τῆς 12 Ἰανουαρίου διὰ τηλεγραφικῆς
475ἐγκυκλίου, διότι ἐπεθύμουν νὰ ἔχω προηγουμένως τὴν γνω-
476μοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Διὰ τῆς μνημονευ-
477θείσης τηλεγραφικῆς ἐγκυκλίου ἔπραξα μόνον τὸ ἑξῆς· ἡρ-
478μήνευσα μίαν διάταξιν τοῦ διατάγματος, ἀσαφῆ ἴσως εἰς
479πολλά. Κατὰ τὸ ἄρθρον 15 αὐτοῦ, προκειμένου περὶ βαθ-
480μολογίας τῶν γραπτῶν, ἀνατίθεται αὕτη εἰς τὸν ἁρμόδιον
481καθηγητήν· ἐπειδὴ δὲ δὲν ἀναγράφεται ἐν αὐτῷ, ὅτι ὁ ἁρ-
482μόδιος καθηγητὴς πρέπει συγχρόνως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει καὶ
483τὴν ἐτησίαν πρόοδον τῶν μαθητῶν, πολλοὶ καθηγηταί,
484ἀποβλέποντες εἰς μόνα τὰ γραπτὰ τῶν μαθητῶν, ἐβαθμο-
485λόγουν, καὶ εἴτε ἐπέτρεπον τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἐξετά-
486σεων, εἴτε τοὺς ἀπέκλειον. Τὸ πρᾶγμα μοὶ ἐφάνη ἀτοπώ-
487τατον, νομίζω δὲ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στηριχθῇ τις
488εἰς μόνην γραπτὴν ἐξέτασιν ἑνὸς μαθητοῦ, διότι οὕτω δύ-
489ναται νὰ προαχθῇ ὁ κάκιστος καὶ ν’ ἀποῤῥιφθῇ ὁ ἄριστος.
490Πιθανὸν δηλαδὴ πρὸς στιγμὴν νὰ εὑρεθῇ ἐν συστολῇ καὶ
491νὰ ὑποπέσῃ τις εἰς λάθη, καίτοι ἔχων ἀρίστους βαθμοὺς καθ’
492ὅλον τὸ ἔτος, καὶ οὕτω νὰ ἀποκλεισθῇ, ἐνῷ τοὐναντίον
493πιθανὸν ὁ κάκιστος τῶν μαθητῶν, ἀντιγράφων ἀπὸ τὸν
494παρακείμενον ἄριστον μαθητὴν, νὰ παρουσιάσῃ ἄριστα γρα-
495πτὰ, ἐνῷ ἔχει κακίστους βαθμοὺς καθ’ ὅλον τὸ ἔτος. Ἐνό-
496μισα ὅτι δὲν ἦτο τοῦτο τὸ πνεῦμα τοῦ διατάγματος, καθ’
497ἣν δὲ στιγμὴν οἱ πατέρες τῶν μαθητῶν μοὶ ἀπηύθυνον σω-
498ρείαν τηλεγραφημάτων καὶ ἀναφορῶν, καθ’ ἣν στιγμὴν εἷς
499μαθητὴς ἐν Βόλῳ ηὐτοκτόνει διὰ τοιαύτην παρερμηνείαν τοῦ
500διατάγματος, ἐνόμισα καλὸν νὰ ἀπευθύνω ἑρμηνευτικὴν ἐγ-
501κύκλιον, δι’ ἧς ἔλεγον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωνται ὑπ’
502ὄψει μόνον τὰ γραπτὰ, ἀλλὰ νὰ σχετίζωνται ταῦτα καὶ
503πρὸς τὴν ἐτησίαν πρόοδον τῶν μαθητῶν καὶ οὕτω νὰ κρί-
504νωνται προβιβάσιμοι ἢ ἀποῤῥιπτέοι οὗτοι.
505Παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ καταθέσῃ εἰς
506τὴν Βουλὴν καὶ τὴν τηλεγραφικήν μου ἐκείνην ἐγκύκλιον
507καὶ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου καὶ τὰς
508πληροφορίας τὰς σχετικὰς, τὰς ὁποίας θὰ τῷ δώσῃ ἡ ὑπη-
509ρεσία ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
510§56ΣΤΑΗΣ. Ποίαν ἰδέαν ἔχει ὁ τέως Ὑπουργὸς τῆς Ἐκ-
511παιδεύσεως περὶ τῆς βαθμολογίας τῶν μαθητῶν, εἶναι
512ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνδιαφέρει ἡμᾶς· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον
513ὅμως ἐνδιαφέρει, εἶναι, ἂν ἠθέλησε νὰ ἑρμηνεύσῃ ἀσαφῆ
514διάταξιν τοῦ διατάγματος, ἢ ἠθέλησε νὰ παρερμηνεύσῃ
515ταύτην. Εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὸ 15 ἄρθρον
516εἶναι σαφέστατον, λέγον τάδε ἐπὶ λέξει (ἀναγινώσκει).
517«Ἐὰν μαθητὴς ἀποτύχῃ ἐν τῇ γραπτῇ ἐξετάσει, δὲν τύ-
518χῃ τουτέστι τοῦ βαθμοῦ καλῶς ἐν τοῖς Ἑλληνικοῖς καὶ
519σχεδὸν καλῶς ἐν τοῖς Μαθηματικοῖς καὶ Λατινικοῖς,
520μένει ἐν τῇ αὐτῇ τάξει». Ἐν τοιαύτῃ σαφεῖ ῥήσει τοῦ 15
521ἄρθρου οὐδεμία ἐπιτρέπεται ἑρμηνεία. Τί δὲ ἔπραξεν ὁ
522τέως Ὑπουργός; Ἀκριβῶς παρηρμήνευσε τὸ ἄρθρον καὶ
523διέταξε πᾶν ὅ,τι τῷ ἐπέβαλον οἱ γονεῖς, οἱ ὁποῖοι δι’ ἀνα-
524φορῶν καὶ φωνῶν καὶ παραπόνων, ὡς εἶπε, κατέκλυσαν τὸ
525Ὑπουργεῖον. Πόσα δὲ ἄτοπα ἔφερεν ἡ τηλεγραφικὴ ἐκείνη
526ἐγκύκλιος, τὸ γνωρίζει κάλλιστα ὁ ἐκ Δαδίου κ. Βουλευτής.
527Ἐὰν δὲ ὑπέχῃ τις ἠθικὴν εὐθύνην ἐπὶ τῇ μνημονευθείσῃ
528αὐτοχειρίᾳ τοῦ μαθητοῦ, τὴν εὐθύνην ταύτην ἔχει ὁ ἐκδοὺς
529τὴν τηλεγραφικὴν ἐκείνην ἐγκύκλιον, τὴν ἀκυρώσασαν τὸ
53015 ἄρθρον τοῦ διατάγματος.
531§57ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπέφερε μίαν αὐτοκτονίαν τὸ
532διάταγμα, ἀλλὰ πολλάς· ἐκτὸς τούτου κατέστησεν ἐγκλη-
533ματίας τοὐλάχιστον 300 μαθητάς, ἐξ ὧν περὶ τοὺς ἑκα-
534τὸν ὑπερησπίσθην ἐγὼ ἐν τῷ δικαστηρίῳ, ὡς δικηγόρος,
535διότι οὗτοι ἀδίκως ἐπετέθησαν κατὰ τῶν διδασκάλων, καὶ
536κατεδικάσθησαν· ἐκτὸς τούτων περὶ τοὺς 300 μαθηταὶ
537ἀπογοητευθέντες ἀπεσύρθησαν ἀπὸ τὸ σχολεῖον καὶ εἶναι
538ἤδη ἀγυιόπαιδες. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· ἀλλὰ
539ἐρωτῶ: ἐπετρέπετο νὰ ἐκδοθῇ τοιοῦτον διάταγμα, ἀφοῦ
540ἀντίκειται εἰς νόμον; Τίνα ἀνάγκην εἶχε νὰ ζητήσῃ τὴν
541γνώμην τῶν νομικῶν συμβούλων ὁ πρώην Ὑπουργός,
542καὶ νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν διάκρισιν νομοθετικοῦ καὶ διοι-
543κητικοῦ μέρους τοῦ διατάγματος; Ὤφειλεν, ἅμα τῷ ἐγέ-
544νοντο παράπονα καὶ ἐπείσθη, ὡς Ὑπουργὸς, ὅτι τὸ διά-
545ταγμα ἀντίκειται εἰς νόμον, νὰ διατάξῃ τοὺς γυμνασιάρ-
546χας, ἄνευ ἐγκυκλίου, νὰ ἐφαρμόζωσι τὸν προϋπάρχοντα
547νόμον, καὶ ἂν δὲν τὸ ἐξετέλουν, νὰ τοὺς ἀπολύσῃ. Κατὰ
548τοῦτο ἔσφαλε καὶ κατὰ τοῦτο συνετέλεσεν εἰς τὴν αὐτο-
549κτονίαν.
550§58ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀπορῶ, πῶς δευτερολογῶν ὁ
551κ. Στάης ἐπιμένει εἰς τὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν ἀπευ-
552θύνει κατὰ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ, ὅτι τουτέστι διὰ τῆς τη-
553λεγραφικῆς ἐγκυκλίου κατήργησε σαφῆ διάταξιν τοῦ δια-
554τάγματος τοῦ κανονίζοντος τὸν τρόπον τῆς ἐξετάσεως τῶν
555μαθητῶν, ἀφοῦ ὑπάρχει γνωμοδότησις τοῦ Νομικοῦ Συμ-
556βουλίου, καθ’ ἣν τὸ διάταγμα ἐκεῖνο τῶν ἐξετάσεων ἀντί-
557κειται εἰς τὸ διάταγμα τοῦ 1836, τὸ ὁποῖον μόνον διὰ νό-
558μου ἠδύνατο νὰ τροποποιηθῇ. Ἀλλὰ καὶ ἂν προέβη ὁ πρώην
559Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εἰς τὴν μεταῤῥύθ-
560μισιν τοῦ διατάγματος τοῦ νεωτέρου δι’ ἐγκυκλίου τηλε-
561γραφικῆς, εἶχε πλῆρες τὸ δικαίωμα ἐξ αὐτῶν τῶν κατα-
562στατικῶν τῆς Πολιτείας νόμων νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην
563τροποποίησιν, διότι ἐπρόκειτο περὶ διατάγματος ἀντικει-
564μένου εἰς προγενέστερον νομοθετικὸν διάταγμα.
565§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
566ταξιν.
567Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐπερωτή-
568σεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας.
569§60ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μετὰ προσοχῆς μεγίστης
570ἠκροασάμην τῶν παρελθόντων ἐπὶ τὸ βῆμα ἀξιοτίμων
571συναδέλφων ἡμῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τοῦ τὰ μάλα
572θίγοντος τὴν περαιτέρω λειτουργίαν τοῦ συνταγματικοῦ
573πολιτεύματος ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἡμῶν, καὶ μάλιστα ἄν, ὃ μὴ
574γένοιτο, ἐπικρατήσωσιν αἱ περὶ ἐξουσιῶν καὶ ἐνεργείας αὐ-
575τῶν θεωρίαι τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Πρωθυπουργοῦ· διότι
576τότε ἀληθῶς τίς τῶν κινδύνων πολιτεύματός τινος μεγαλεί-
577τερος εἶναι τοῦ προερχομένου ἐκ τῆς ἀναμίξεως τῆς μιᾶς
578ἐξουσίας εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν ἑτέρων ἐξ αὐτῶν; Καὶ
579ἐπὶ τίνος ζητήματος ἐταστικώτερον βλέμμα πρέπει νὰ ῥί-
580ψωμεν ἢ ἐπὶ ζητήματος ἐκ βάθρων τὴν πολιτικὴν ἡμῶν
581ὕπαρξιν σείοντος; Ἡ δὲ πολιτικὴ ἡμῶν ὕπαρξις δὲν ἐκλεί-
582πει τέλεον διὰ τῆς νοθεύσεως καὶ ἀσεβοῦς χρήσεως τοῦ πο-
583λιτικοῦ ἡμῶν χάρτου; Τούτου δὲ γενομένου, τίνα ἐγγύησιν
584περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς πατρίδος ἡμῶν δέον νὰ ἔχωμεν, καὶ
585τίνα φαεινὴν ἐλπίδα εἰς τοὺς ἐκτὸς τῆς ἐπικρατείας βιοῦν-
586τας, ἀλλὰ μοιραίως μεθ’ ἡμῶν συνδεθέντας, δυνάμεθα νὰ
587δώσωμεν;
588Ἰδοὺ ὁ Γόρδιος δεσμὸς, ὃν ὀφείλομεν σήμερον νὰ ἐπιλύ-
589σωμεν, καὶ τοῦτο οὐ μόνον χάριν τῆς τιμῆς, ἀλλὰ κυ-
590ρίως χάριν τῆς ὑπάρξεως τῆς πατρίδος ἡμῶν. Καὶ πρὸς εὐ-
591τυχῆ διέξοδον ἐκ τῆς δυσχεροῦς ταύτης θέσεως, ὀφείλομεν
592νὰ ἐπιζητήσωμεν οὐχὶ ἐν τῇ διαπάλη τῶν κομμάτων, ἀλλ’
593ἐν τῇ λεπτομερεῖ ἐξετάσει τῶν ζητημάτων τοῦ τόπου τοὺς
594ὑπευθύνους τῆς καταστάσεως ταύτης, καὶ νὰ μὴ θελήσω-
595μεν ἀορίστως κἂν νὰ ἐπιῤῥίψωμεν τὴν εὐθύνην ἀλλήλοις·
596διότι οὕτως ἀνομολογοῦμεν τὴν ἄγνοιαν τῶν ὁρίων τῶν κα-
597θηκόντων ἑκάστου ἡμῶν, καὶ ἐν τῇ ἀγνοίᾳ ταύτη Κύριοι,
598ἔγκειται τὸ μέγα τοῦ τόπου ἡμῶν κακόν.
599Ὅθεν, ὑπόχρεοι νὰ ἐπαναφέρωμεν τὴν λειτουργίαν τῶν
600νόμων ἐν τῇ κανονικῇ τροχιᾷ αὐτῶν, πρέπει τὰς σκέψεις
601καὶ ἀποφάσεις ἡμῶν νὰ διευθύνῃ ἱερὰ πρὸς τὴν πατρίδα
602ἀφοσίωσις καὶ τυφλὴ πρὸς τοὺς νόμους ὑπακοὴ, διότι οὕτω
603μόνον δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τὴν ἀλήθειαν καὶ μόνον ἡ ἀλή-
604θεια πάντοτε σώζει.
605Ἔχομεν ἑπομένως ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸν νό-
606μον ͵ΒΡΙΕʹ κεκυρωμένον καὶ δεδημοσιευμένον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ
607ἐγκύκλιον διαταγὴν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουρ-
608γοῦ, δι’ ἧς ἀναστέλλεται καὶ τίθεται εἰς ἀργίαν ὁ νόμος
609οὗτος. Ἴδωμεν δὲ τί τῶν δύο τούτων ἔννομον εἶναι.
610Κατὰ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου καὶ
611τὰς διατάξεις τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας, ἡ σύστασις καὶ ἡ
612ἑρμηνεία ἔτι τοῦ νόμου ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν νομοθετικὴν
613ἐξουσίαν ἀνήκει. Ἐκδηλοῦται δ’ αὕτη, κατὰ τὸ ἄρθρον 22
614τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος, οὐχὶ ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Βασι-
615λέως ἢ τῆς Βουλῆς, ἢ ἀμφοτέρων, ἀλλ’ ἐν τῇ κοινῇ συνεργα-
616σίᾳ καὶ συναποφάσει αὐτῶν, καὶ τοῦτο πάνυ ὀρθῶς ἐγένετο,
617ἵνα δοθῇ μεγαλείτερον κῦρος εἰς τὰς πράξεις τοῦ θεσμοῦ
618τούτου, ὡς ἐκπροσωποῦντος τὴν γενικὴν καὶ πάνδημον θέ-
619λησιν τῶν τε ἀρχόντων καὶ ἀρχομένων ἐν συνόλῳ ὑπὲρ τῆς
620εὐημερίας καὶ προόδου αὐτῶν ἐν τοῖς καθέκαστα. Καὶ τὴν
621σύστασιν ταύτην τοῦ νόμου ὡς καὶ τὴν μορφὴν αὐτοῦ ἔχο-
622μεν τελείαν, εὐθὺς ὡς ἔχομεν τὴν θέλησιν τῆς νομοθετικῆς
623ἐξουσίας. Καὶ ἡ μὲν τῆς Βουλῆς διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως ἐκ-
624δηλοῦται, ἡ δὲ τοῦ Βασιλέως διὰ τῆς κυρώσεως ἐξωτερι-
625κεύεται.
626Καὶ τὴν θέλησιν ταύτην τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ὑπο-
627χρεοῦνται νὰ ἐκτελῶσιν αἱ λοιπαὶ ἐξουσίαι τοῦ Κράτους,
628ὡς θέλησιν ἐξουσίας αὐτοτελοῦς καὶ κυριάρχου ἐν τῇ σφαίρᾳ
629τῆς δικαιοδοσίας αὐτῆς καὶ μὴ ὑπαγομένης ἱεραρχικῶς εἰς
630ἑτέραν τινὰ τούτων. Μὴ ἐκτελοῦσαι δὲ ταύτην, ἀνατρέπου-
631σιν ἄρδην τὸ 35 ἄρθρον τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος, ὅπερ
632καὶ μόνον σκοπεῖ τὴν μὴ ἀνάμιξιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς
633εἰς τὰ ἀπόλυτα καὶ ἐντελῶς ἀνεξάρτητα τῆς νομοθετικῆς
634ἐξουσίας καθήκοντα.
635Καὶ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ἀναγνωρίζουσα ἡ ἐκτελεστική
636ἐξουσία ἐν τῇ συγκεκριμένῃ ταύτῃ περιπτώσει, διέταξεν, ὡς
637καθῆκον πλέον αὐτῆς, τὴν δημοσίευσιν διὰ τῆς ῥήσεως,
638«δημοσιευθήτω ὁ παρὼν νόμος», καὶ ὑπεγράφη ὁ νόμος τὴν
63922 Δεκεμβρίου 1892 καὶ ἐτέθη αὐθημερὸν ἡ μεγάλη τοῦ
640Κράτους σφραγὶς, καὶ ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην τῆς ἐκδόσεως ὁ
641ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, συνυπογράψας καὶ βεβαιώσας οὕτω ὑπευ-
642θύνως τήν τε θέλησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ τὴν
643πρὸς δημοσίευσιν διαταγὴν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἐκτελεστικῆς
644ἀρχῆς. Καὶ οὕτως ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, καὶ ἐτέθη
645ὡς τοιοῦτος διὰ πρωτοκόλλου ἐν τοῖς ἀρχείοις αὐτοῦ. Ἡ
646κύρωσις ἑπομένως, κύριε Πρωθυπουργὲ, καὶ ἡ δημοσίευσις
647νόμου τινὸς δὲν εἶναι μία πρᾶξις, ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ προ-
648σώπου, ἀλλὰ δύο πράξεις ἐντελῶς διαφόρου φύσεως, δύο
649διακεκριμένων ἀλλήλαις ἐξουσιῶν.
650Πᾶσα περαιτέρω ἐνέργεια δὲν ἀφορᾷ οὔτε τὴν σύστασιν
651οὔτε τὸ κῦρος τοῦ νόμου, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα εὐθύνης τῶν ὀρ-
652γάνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο,
653τὸ ἐντελῶς λελυμένον καὶ ἐν τῇ θεωρίᾳ καὶ ἐν τῇ πράξει,
654παρ’ ἐλπίδα ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Βασιλείῳ τίθεται ὑπὸ ἀμφι-
655σβήτησιν καὶ γεννᾷ σκάνδαλα πραγματικὰ, διὸ τίθησι
656τὴν νομικὴν τοῦ Κράτους καὶ τῶν νόμων αὐτοῦ ὕπαρξιν
657ἐν τῷ λαβυρίνθῳ τῆς ἀβεβαιότητος, ὡς ἐκ τῆς ἀμφι-
658σβητήσεως τοῦ κύρους τῶν ἐξουσιῶν αὐτοῦ. Καὶ εἶναι ἀλη-
659θὲς, Κύριοι, ὅτι ἐπὶ τοιούτου ζητήματος οὔτε στιγμὴν χρό-
660νου πρὸς συζήτησιν ὤφειλε νὰ χάνῃ τὸ νομοθετικὸν ἡμῶν
661σῶμα, ἀλλὰ διὰ λακτισμάτων ν’ ἀπομακρύνῃ, κατὰ τὴν
662φράσιν τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Πρωθυπουργοῦ, πάντα τὰ
663σκάνδαλα, τὰ ῥιπτόμενα ἐν τῇ ὁδῷ τῆς προόδου τῆς πα-
664τρίδος ἡμῶν, ὡς καὶ τοὺς ῥίπτοντας αὐτὰ, κύριε Πρωθυ-
665πουργέ. Τεθέντος ὅμως ἅπαξ τοῦ ζητήματος τούτου ὑπὸ
666συζήτησιν, νομίζω ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ διϋλίσωμεν καὶ
667τὰς ἐλαχίστας καὶ τὰς πλέον ἀσήμους καὶ πλέον παραλό-
668γους φάσεις αὐτοῦ, ἵνα κρατήσωμεν ἀκέραιον τὸ κῦρος τοῦ
669πολιτικοῦ ἡμῶν Εὐαγγελίου.
670Ὅθεν ἔχομεν, κύριοι Βουλευταὶ, δύο ζητήματα νὰ ἐξε-
671τάσωμεν, ἀναγόμενα πλέον οὐχὶ περὶ τὴν φύσιν καὶ τὸ κῦ-
672ρος τοῦ νόμου, ἀλλὰ περὶ τὴν ὑποχρέωσιν τῶν ὀργάνων
673τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας πρὸς ἐκτέλεσιν καὶ ἐνέργειαν
674αὐτοῦ. Καὶ τὸ μὲν πρῶτον αὐτῶν εἶναι «ἂν δύναται Ὑπουρ-
675γός τις νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὴν διαταγὴν πρὸς δημοσίευσιν
676νόμου τινὸς, ἐμπεριέχοντος πάντα τὰ στοιχεῖα τῆς συστά-
677σεως αὐτοῦ, καὶ τίς ὁ ὑπεύθυνος πρὸς ταύτην τὴν δημο-
678σίευσιν εἶναι»· τὸ δὲ δεύτερον «ἂν, δημοσιευθέντος νόμου
679τινὸς, ἐμπεριέχοντος τὰ στοιχεῖα τῆς συστάσεως αὐτοῦ,
680δύναται Ὑπουργός τις νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ
681ἐν γένει, ἰδίᾳ δὲ δι’ ἁπλῆς ἐγκυκλίου ὑπουργικῆς διαταγῆς,
682ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι οἱ ἐν αὐτῷ προσυπογεγραμμένοι ὡς Ὑπουρ-
683γοὶ δὲν εἶναι τὰ πρόσωπα τὰ ἐκτελοῦντα χρέη Ὑπουργῶν
684κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐκτελέσεως τῆς δημοσιεύσεως τοῦ
685νόμου, ἀλλὰ τὰ ἐκτελοῦντα τοιαῦτα κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς
686ψηφίσεως, κυρώσεως καὶ ἐκδόσεως τοῦ νόμου».
687Πρὸς ἐξέτασιν, Κύριοι, τοῦ πρώτου ζητήματος, ἐπιτρα-
688πήτω μοι νὰ ὑπομνήσω ὑμᾶς κεφαλαιωδῶς τὰ καθήκοντα
689τῶν Ὑπουργῶν, ἅτινα, ὡς καλῶς γνωρίζετε, διφυῆ, κατὰ
690τὴν ὑμετέραν νομοθεσίαν, εἰσί· διότι ἀφ’ ἑνὸς ὁ Ὑπουργὸς
691εἶναι ἄμεσον ὄργανον τοῦ Βασιλέως πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς κυ-
692βερνητικῆς αὐτοῦ δικαιοδοσίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νόμιμος αὐτοῦ
693ἀντιπρόσωπος ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ διοικητικοῦ μέρους τῆς
694ἐκτελεστικῆς αὐτοῦ ἐξουσίας, καὶ διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ κατὰ
695τὴν πρώτην περίστασιν ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως καὶ κατ’
696ἐντολὴν αὐτοῦ ἐνεργεῖ τὰ τῆς κυβερνητικῆς αὐτοῦ δικαιο-
697δοσίας, ἀνεγνώρισε τὸ Σύνταγμα τῷ Βασιλεῖ ἀπόλυτον μὲν
698τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς Ὑπουργοὺς, ὡς
699ἔχοντι ἀνάγκην ὀργάνων ἐμπίστων καὶ ὁμογνωμούντων αὐ-
700τῷ, κατέστησεν ὅμως αὐτοὺς ὑπευθύνους διὰ τὴν μὴ τή-
701ρησιν τῶν νομίμων τύπων κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς θελή-
702σεως τοῦ Βασιλέως καὶ διὰ τὴν μὴ πιστὴν ἔκφρασιν αὐτῆς.
703Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου, ἐπειδὴ ἐξασκεῖ ὁ Ὑπουργὸς τὰ καθή-
704κοντα τῆς διοικητικῆς τοῦ Βασιλέως ἐξουσίας, ὡς νόμιμος
705ἀντιπρόσωπος αὐτοῦ δυνάμει θεσπισμάτων καὶ νόμων, αὐτο-
706βούλως καὶ ἀνεξαρτήτως, περιώρισε τὴν κακὴν χρῆσιν αὐ-
707τῆς διὰ τῆς νομικῆς εὐθύνης αὐτοῦ, καὶ οὕτω ὑπὸ κυβερνη-
708τικὴν μὲν ἔποψιν ἡ εὐθύνη καὶ ἡ ἐνέργεια τῶν Ὑπουργῶν
709ὑφίσταται πρὸς βεβαίωσιν τῆς θελήσεως τοῦ Βασιλέως, ὑπὸ
710διοικητικὴν ὅμως ἔποψιν ἡ ἐνέργεια αὕτη εἶναι αὐτοτελής,
711ἀνθύπαρκτος καὶ ἀνεξάρτητος πάσης ἄλλης θελήσεως, καὶ
712διὰ τοῦτο ὑπέχει οὐσιαστικὴν εὐθύνην τῶν πράξεων αὐτοῦ,
713προερχομένην ἐξ αὐτῶν τούτων.
714Ὅθεν, τούτων οὕτως ἐχόντων, ἡ ἐκτέλεσις τῆς διατα-
715γῆς πρὸς δημοσίευσιν ὑπάγεται εἰς τὴν κυβερνητικὴν δι-
716καιοδοσίαν, ἢ εἰς τὴν διοικητικὴν ἐξουσίαν. Καὶ εἰ μὲν ὑπά-
717γεται εἰς τὴν πρώτην τούτων, ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ὀφεί-
718λει νὰ ἐκτελέσῃ τὴν διαταγὴν τοῦ ὑφ’ ὃ ἐτάχθη, διότι εἰς
719τοῦτο συνίσταται ἡ νομικὴ εὐθύνη αὐτοῦ· εἰ δὲ εἰς τὴν
720δευτέραν, ὑπεισέρχεται τότε αὕτη εἰς ἀλλότρια καθήκοντα,
721προϊσταμένης μάλιστα ἐξουσίας, ὁπότε ἡ εὐθύνη καὶ πλή-
722ρης καὶ βαρυτέρα εἶναι. Ἡ ἐκτέλεσις λοιπὸν τῆς διαταγῆς
723πρὸς δημοσίευσιν νόμου τινὸς εἶναι ἐπιβλητικὴ καὶ ἡ εὐθύ-
724νη ἀκεραία.
725Ἀλλὰ τίς ὁ ἁρμόδιος πρὸς τοῦτο Ὑπουργός;
726Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δὲν θὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ
727πολὺ τὴν Βουλὴν, διότι ὁ νόμος ΒΡΞϚʹ περὶ ὀργανισμοῦ
728τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, ἐν ἄρθρῳ 13, ἐντελῶς καθο-
729ρίζει τὸ ζήτημα τοῦτο, ἄνευ ἀνάγκης τινὸς νὰ προστρέ-
730ξωμεν εἰς τοὺς προγενεστέρους περὶ δημοσιεύσεως νόμους.
731«Ἡ ἄδεια τῆς δημοσιεύσεως, διατάσσει ὁ νόμος, δίδοται τῷ
732Διευθυντῇ ἑκάστοτε παρὰ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ
733Συμβουλίου εἴτε ἀπ’ εὐθείας, εἴτε διά τινος ὑπαλλήλου τοῦ
734Ὑπουργείου, ὅπερ διευθύνει». Ὑπεύθυνον ἄρα οὐδένα ἕτερον
735ἔχομεν ἢ αὐτὸν τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου,
736τὸν καὶ διὰ ζώσης τὴν δημοσίευσιν δυνάμενον νὰ ἐντέλλη-
737ται. Καὶ τοῦτο, Κύριοι, ἐβεβαίωσεν αὐτὸς οὗτος ὁ κύριος
738Πρωθυπουργὸς, ὅτε ἀνέγνω ὑμῖν περικοπὴν τῆς ὁμιλίας του
739ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ μνημονευθέντος νόμου.
740Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι συνάδελφοι, ἐν παρόδῳ νὰ γνω-
741ρίσω ὑμῖν, ὅτι ἡ περικοπὴ ἐκείνη μοὶ προὐξένησεν ἰδίαν
742εὐχαρίστησιν, καθόσον δι’ αὐτῆς, τὴν ἐπιπολαιότητα,
743τὴν τόσον σκαιῶς καθ’ ἡμῶν ῥιφθεῖσαν, ἰδίαις χερσὶν
744ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρωθυπουργὸς αὐτοστιγμεὶ ἐνεδύθη.
745Τούτου δ’ ἤδη δεδομένου, ἴδωμεν τὸ δεύτερον ζήτημα
746τούτων· τουτέστιν, «ἂν, δημοσιευθέντος νόμου τινὸς, ἐμπε-
747ριέχοντος πάντα τὰ στοιχεῖα τῆς συστάσεως αὐτοῦ, δύ-
748ναται Ὑπουργός τις νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ, λόγῳ
749ὅτι ἐν τούτῳ δὲν προσυπέγραψεν ὡς ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς
750τὸ πρόσωπον, ὅπερ ἐξετέλει τὰ καθήκοντα τούτου κατὰ τὴν
751στιγμὴν τῆς ἐκτελέσεως τῆς δημοσιεύσεως, ἀλλ’ ἐκεῖνο,
752ὅπερ ἦτο τοιοῦτον κατὰ τὸν χρόνον τῆς ψηφίσεως, κυρώ-
753σεως καὶ ἐκδόσεως τοῦ νόμου».
754Πρὸς ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος τούτου ἔχομεν ἀνάγκην νὰ
755καταφύγωμεν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ δημοσίου δικαίου, αἵ-
756τινες καὶ τοῦ ἡμετέρου καὶ τοῦ τῶν λοιπῶν εὐνομουμένων
757Κρατῶν ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν. Κατὰ τὰς διατάξεις αὐτὰς,
758πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι, ἐν τῇ ἐνεργείᾳ αὐτῶν ἑκάστη, εἰσὶν ἑνι-
759αῖαι, καὶ μόνον ἐπὶ τῆς ἑνότητος ταύτης δύναται νὰ στη-
760ριχθῇ τὸ κῦρος τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἑνότης
761ἦναι ἀπαιτητὴ διὰ τὰς ἀποφάσεις τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν,
762ἐπιβάλλεται αὕτη τῇ ἐκτελεστικῇ ἐξουσίᾳ οὐχὶ μόνον χά-
763ριν τῆς ἰσχυροποιήσεως αὐτῆς ἐν τῇ ἐπιτελέσει τῶν καθη-
764κόντων της, ἀλλὰ κυρίως χάριν τῆς κυριαρχικῆς τῆς Πολι-
765τείας ἐξουσίας· διότι ἡ κυριαρχία τῆς Πολιτείας ἐκπροσω-
766πεῖται διὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Εἰ ἑπομένως ἡ ἑνό-
767της εἶναι ἀπαιτητὴ δι’ ἐκείνας, ἐπιβλητέα ἐστὶ τῇ ἐκτε-
768λεστικῇ ἐξουσίᾳ.
769Ἡ ἔλλειψις ἄρα τῆς ἑνότητος ἐν τῇ ἐκτελεστικῇ ἐξου-
770σίᾳ παραλύει τὴν ἐσωτερικὴν αὐτῆς δρᾶσιν, ἀντιστρατεύε-
771ται εἰς τὴν κυριαρχίαν τῆς Πολιτείας, καταστρέφει τὴν
772βάσιν τοῦ Κράτους. Ὅθεν ἡ ἑνότης ὑπάρχει ἐν τόπῳ καὶ
773χρόνῳ, καὶ ἡ εὐθύνη ἐπιπίπτει ἀκεραία ἐφ’ ὅλων τῶν ὀρ-
774γάνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς
775ἐκτελέσεως τῆς δοθείσης διαταγῆς, καὶ οὕτως ἐκλείπει ἡ διά-
776κρισις τῶν προσώπων. Πᾶσα δὲ δημοσίευσις, γενομένη μετὰ
777τὴν ἔκδοσιν, εἶναι ἔγκυρος καὶ ἀνεπηρέαστος ἐκ τοῦ χρό-
778νου τῆς ἐκτελέσεως αὐτῆς.
779Καλῶς ἑπομένως ἐγένετο ἡ δημοσίευσις τοῦ νόμου ͵ΒΡΙΕʹ
780καὶ λόγῳ τύπων καὶ λόγῳ εὐθύνης. Τὸ δὲ ὑποδειχθὲν ὑπό
781τινων ἀξιοτίμων συναδέλφων περὶ πλέον, δι’ οὗ ἐσκοπεῖτο
782ἡ ἔκδοσις νέου πρὸς δημοσίευσιν τοῦ νόμου διατάγματος,
783ἐντελῶς σόλοικον νομικῶς εἶναι, διότι πρόῤῥιζα ἀνατρέπει
784τὴν θεωρίαν τῆς ἑνότητος, ἐφ’ ἧς καὶ μόνης στηρίζεται ὁ
785θεσμὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας.
786Ἀλλὰ δημοσιευθέντος νόμου τινὸς, ἐμπεριέχοντος πάντα
787τὰ στοιχεῖα τῆς συστάσεως αὐτοῦ, δύναται νὰ ἀνασταλῇ
788ἡ ἐνέργεια τούτου καὶ μάλιστα δι’ ἐγκυκλίου ὑπουργικῆς
789διαταγῆς;
790Τὴν μὴ ἀναστολὴν ἐνεργείας νόμου τινὸς ἐπιτάσσει καὶ
791αὐτῷ τῷ ἄνακτι τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 35. Ἡ δ’ ἐπι-
792ταγὴ εἶναι τόσον γενικὴ, ὥστε ἀδιστάκτως δύναται νὰ συμ-
793περιληφθῇ εἰς αὐτὴν καὶ δημοσίευσις νόμου ἔστω καὶ μὴ
794ἐντελῶς κατὰ τύπους γενομένου. Καὶ τὴν ἑρμηνείαν ταύτην,
795Κύριοι, ἔδωκε τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα ἡμῶν κατὰ τὸν Ὀκτώ-
796βριον τοῦ 1875, τῇ εἰσηγήσει μάλιστα αὐτοῦ τούτου τοῦ
797κυρίου νῦν Πρωθυπουργοῦ.
798Ἀλλ’ ἄν τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐνεργείας νόμου τινὸς ἀπα-
799γορεύῃ τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἀνώτατον τῆς Πο-
800λιτείας ἄρχοντα, νομίζετε ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς Ὑπουργὸν
801δι’ ἁπλῆς ἐγκυκλίου διαταγῆς νὰ σταματᾷ τὴν ἐνέργειαν
802τῶν νόμων καὶ νὰ ξεσχίζῃ τὰς διαταγὰς τοῦ ἄνακτος
803αὐτοῦ; Τούτου δὲ γενομένου, δὲν νομίζετε ὅτι ἀποδεικνύε-
804ται τρανότατα ἡ ἄγνοια τῶν ὁρίων τῶν καθηκόντων ἑκά-
805στου ἡμῶν; Καὶ τούτου ἐπιτρεπομένου, εἴπατέ μοι, τί κῦ-
806ρος δύνανται νὰ ἔχωσι πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι τῆς Πολιτείας
807πρὸ τῆς δυνάμεως τῆς ἀνατρεπούσης πρόῤῥιζα τὰς ἀποφά-
808σεις καὶ διαταγὰς αὐτῶν; Καὶ νομίζετε ὅτι οὕτω δύναται
809νὰ ὑπάρξῃ ἡ Ἑλλὰς ὡς κυρίαρχον Κράτος; Σταματήσατε
810ἐν τῇ Πολιτείᾳ πᾶσαν παράνομον δρᾶσιν τῶν ἐξουσιῶν αὐ-
811τῆς. Σταματήσατε δ’ αὐτήν, ἂν θέλητε τὴν πολιτικὴν καὶ
812κοινωνικὴν τῆς πατρίδος ἡμῶν ὕπαρξιν.
813Ἀποπέμψατε δὲ δι’ οὗ τρόπου ὑπέδειξεν ἡμῖν ὁ ἀξιότι-
814μος κ. Πρωθυπουργὸς πάντα δυνάμενον νὰ φαντασθῇ, ὅτι
815δύναται διὰ τῆς ἰδίας αὑτοῦ βουλήσεως νὰ ἀναπληρώσῃ
816τὴν θέλησιν τῶν νόμων καὶ τοῦ ἔθνους, ἂν πονῆτε ἀλη-
817θῶς τὸν τόπον ἡμῶν, καὶ δείξατε, ὅτι οὐδ’ ἐν κινδύνῳ κἂν
818ἐννοεῖτε νὰ κοιμηθῶσιν οἱ νόμοι, ἂν δὲν θέλητε νὰ ποδοπα-
819τήσωσι ξένοι τοὺς τάφους τῶν πατέρων ἡμῶν.
820§61ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, Κύριοι,
821ἐὰν τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἔφερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς αἱ
822ἐπερωτήσεις τῶν ἀξιοτίμων ἐξ Αἰγιαλείας καὶ ἐξ Ἀττικῆς
823Βουλευτῶν, εἶχε περιορισθῆ ἐντὸς τῶν νομικῶν ὁρίων. Τὸ
824ζήτημα ὑπὸ τὴν νομικὴν αὐτοῦ ἔποψιν νομίζω ὅτι ἀρκούν-
825τως ἀνεπτύχθη ἐν τῇ Βουλῇ, ἐλάχιστα δὲ δύναταί τις νὰ
826προσθέσῃ. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις ἐξῆλθε τῶν καθαρῶς νομι-
827κῶν ὁρίων. Ἐξητάσθη δὲ τὸ πρῶτον ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου
828τῆς Κυβερνήσεως, ἀκολούθως δὲ καὶ ὑπὸ ἄλλων προαγορευ-
829σάντων, καὶ ὑπὸ οὐσιαστικὴν ἔποψιν, ὑπὸ τὴν τῆς χρησι-
830μότητος δηλ. τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τελῶν τινων εἰς
831χρυσὸν καὶ ὑπὸ τὴν τοῦ ἐπωφελοῦς τῆς δι’ ὑπουργικῆς ἐγ-
832κυκλίου ἀναστολῆς αὐτοῦ. Αἱ ὑπὸ τὰς ἐπόψεις δὲ ταύτας
833ἰδίως ἀναπτυχθεῖσαι ἰδέαι μὲ ἀναγκάζουσι νὰ λάβω τὸν
834λόγον καὶ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου.
835Οὐδεμίαν ἡμεῖς αἰσθανόμεθα συμπάθειαν πρὸς τὸν νόμον,
836οὗτινος ἀνεβλήθη ἡ ἐκτέλεσις. Καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν
837σύνοδον τῆς Βουλῆς ἀπροκαλύπτως ἀντετάχθημεν κατὰ
838τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ. Ἀνεπτύξαμεν τότε τοὺς λόγους, διὰ
839τοὺς ὁποίους ἐθεωροῦμεν τὸν νόμον ἐπιβλαβῆ. Εἴπομεν ὅτι
840ὁ σκοπός, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωκεν ἡ εἰς τὴν Βουλὴν εἰσαγα-
841γοῦσα αὐτὸν Κυβέρνησις, τῆς διὰ τῆς φορολογίας εἰσπρά-
842ξεως χρυσοῦ, οὗτινος τὸ Δημόσιον εἶχεν ἀνάγκην, ἤθελεν
843ἀπολήξει εἰς ἀντίθετα τῶν ἐπιδιωκομένων ἀποτελέσματα.
844Δὲν συντελεῖ οὗτος εἰς τὴν αὔξησιν μήτε κατὰ μίαν δραχ-
845μὴν τῶν ἐν τῷ τόπῳ εἰς χρυσὸν ἀξιῶν, ἀλλ’ ἁπλῶς
846μεταβάλλει τὸν τρόπον τῆς παρὰ τοῦ Δημοσίου εὑρέσεως
847χρυσοῦ. Οὗτος δὲ εἶναι ὁ κύριος λόγος τοῦ νόμου, ἡ ratio
848legis, δευτερεύων δ’ εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νὰ δοθῇ ἡ ἐξ αὐ-
849τοῦ πρόσοδος ὡς ἐγγύησις πρὸς συνομολόγησιν δανείου,
850δι’ ὃν προώριζεν αὐτὸν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Μεταβιβάζων
851τὴν προμήθειαν χρυσοῦ παρὰ τοῦ Δημοσίου ἀπὸ τῆς ἀμέ-
852σου φροντίδος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τοὺς
853ἐμπόρους καὶ τοὺς παραγωγούς, δὲν ἐστάθμισε καλῶς τὰ
854ἀποτελέσματα τοῦ τοιούτου μέτρου καὶ τὴν ἐπίτασιν, ἣν
855ἤθελε φέρει εἰς τὰς νομισματικὰς ἡμῶν δυσχερείας ἡ παρὰ
856πολλῶν καὶ ἀθρόα ζήτησις χρυσοῦ καὶ ἡ ἐξ αὐτῆς ὑπερτί-
857μησις αὐτοῦ. Ἐπίστευσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι διὰ τῆς
858φορολογίας ἠδύνατο εὐκόλως νὰ εἰσπράξῃ χρυσὸν, καὶ τὴν
859γνώμην του ταύτην ἐφήρμοσε καὶ διὰ τοῦ νόμου τούτου
860καὶ δι’ ἄλλων, ὡς π. χ. τοῦ νόμου περὶ βιομηχανικῶν καὶ
861ἐμπορικῶν σημάτων, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπέβαλεν εἰς χρυσὸν
862τὰ ἐξ αὐτῶν εἰσπραττόμενα τέλη.
863Τὸν νόμον περὶ ἐπιβολῆς τελῶν τινων εἰς χρυσὸν ἐψήφι-
864σεν ἡ Βουλὴ καὶ ἐκύρωσεν ὁ Βασιλεύς, ἐγένετο δὲ καὶ ἡ
865παρὰ τοῦ Συντάγματος ἀπαιτουμένη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως
866δημοσίευσις, ἡ promulgation, διὰ τῆς κατὰ τὴν κύρωσιν
867αὐτοῦ περιληφθείσης διαταγῆς «δημοσιευθήτω καὶ ἐκτελε-
868σθήτω ὡς νόμος τοῦ Κράτους». Οὕτω δ’ ἀπετελέσθη πλή-
869ρης ἡ κατὰ τὸ Σύνταγμα κατάρτισις αὐτοῦ. Ὅπως ὅμως
870ὁ οὕτω τελείως καταρτισθεὶς νόμος ἐφαρμοσθῇ, ὑπῆρχεν
871ἀνάγκη νὰ περιέλθῃ εἰς γνῶσιν ἐκείνων, οἵτινες διετάσσοντο
872νὰ ὑπακούσωσιν εἰς αὐτόν. Ἔπρεπε νὰ γείνῃ καὶ ἡ γνωστο-
873ποίησις αὐτοῦ εἰς τὸ κοινὸν, ἡ publication, ἥτις εἶναι
874ἁπλῆ ἐκτελεστικὴ ἐνέργεια καὶ, οὕτως εἰπεῖν, μηχανικὴ ἐρ-
875γασία, οὐδεμίαν ἔχουσα κυριαρχικὴν σημασίαν. Αὕτη εἶ-
876ναι ἡ πρώτη πρᾶξις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἡ ἀναγ-
877καία διὰ τὴν ἐκτέλεσιν παντὸς νόμου, καὶ ἥτις ἐνεργεῖται
878καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει ὁ νόμος περὶ δημοσιεύσεως τῶν νόμων,
879καὶ τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦσι καὶ ἕτεραι, ὡς π. χ. αἱ δι’ ἐγ-
880κυκλίων διδόμεναι εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς διαταγαὶ καὶ
881ὁδηγίαι. Τὴν πρᾶξιν ταύτην ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ
882Συμβουλίου ἀνύψωσεν εἰς βαθμὸν πλέον ἢ ὑπερβολικὸν, δύ-
883ναται δὲ νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἀνέπτυξε τερατώδη θεωρίαν, διὰ
884τῆς ὁποίας παρέστησεν, ὅτι ὁ νόμος, τελείως καταρτισθεὶς
885κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, εἶναί τι μὴ ἔχον
886ὑπόστασιν, καὶ ὅτι μόνον διὰ τῆς πρὸς ἐκτέλεσιν δημοσι-
887εύσεώς του λαμβάνει τὴν ὑπόστασίν του.
888Κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον, συζητοῦντες τὸ νομο-
889σχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, εὕρο-
890μεν ἐν αὐτῷ διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἡ διὰ τῆς Ἐφημερί-
891δος τῆς Κυβερνήσεως ἔκδοσις πασῶν τῶν κυβερνητικῶν πρά-
892ξεων, αἵτινες, ὅπως ἐκτελεσθῶσι, πρέπει νὰ δημοσιευθῶσι
893δι’ αὐτῆς, ὑποβάλλονται εἰς τὴν προηγουμένην ἔγκρισιν τοῦ
894ἑκάστοτε Πρωθυπουργοῦ. Ἀντέστημεν κατὰ τῆς διατάξεως
895ταύτης, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν δι’ αὐτῆς
896τίθενται οἱ Ὑπουργοὶ τοῦ Κράτους. Εἴπομεν ὅτι ἡ διάτα-
897ξις αὕτη, ἥτις ἀπαγορεύει εἰς πάντα Ὑπουργὸν τὴν ἄνευ
898τῆς ἀδείας τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεών
899του καὶ πράξεών του, καὶ ἐκείνων ἀκόμη, αἵτινες περιβάλ-
900λονται διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Βασιλέως, καθιστᾷ τοὺς
901Ὑπουργοὺς ὑπαλλήλους ὑποτεταγμένους εἰς τὸν ἑκάστοτε
902Πρωθυπουργὸν, ἐκμηδενίζει τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν εὐθύ-
903νην αὐτῶν, καὶ ἀναιρεῖ τὴν ὕπαρξιν ἀληθοῦς κοινοβουλευ-
904τικῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
905βουλίου τὴν διάταξιν ἐκείνην ἐχαρακτήρισε τότε ὡς ἀναθέ-
906τουσαν εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν ἁπλοῦν ἔργον διεκπεραιωτοῦ
907πρὸς ἐπιτήρησιν τῆς καλῆς συντάξεως καὶ κατατάξεως
908τῆς ὕλης τῆς ἐφημερίδος. Οὐδέποτε ἐφαντάσθημεν, πολε-
909μοῦντες τὴν διάταξιν ταύτην, χάριν τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν
910Ὑπουργῶν, ὅτι ἐπρόκειτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἀνυψώσῃ
911ἐπὶ τοσούτῳ τὴν σημασίαν αὐτῆς, ὥστε νὰ θελήσῃ δι’ αὐτῆς
912νὰ ὑποτάξῃ εἰς τὴν θέλησιν αὐτοῦ καὶ τὰς κυριαρχικὰς
913ἐξουσίας τοῦ Κράτους, παριστῶν τὰς πράξεις καὶ τὰς ἀπο-
914φάσεις τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως ὡς ἔργα προπαρα-
915σκευαστικὰ, τῶν ὁποίων ἡ ὑπόστασις καὶ ἡ ἐκτέλεσις ἐξαρ-
916τᾶται ἐκ τῆς ἀποφάσεως αὐτοῦ. Τοιαύτη ἐξουσία, Κύριοι,
917ἀλλοιοῖ τὰς βάσεις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ
918ἐγκαθιδρύει ἀληθῆ δικτατορίαν, συγκεντροῦσαν πάσας τὰς
919ἐξουσίας εἰς χεῖρας τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅστις δύναται νὰ
920εἴπῃ ὅ,τι εἶπεν ἄλλοτε ὁ Λουδοβῖκος ΙΔʹ: «ἐγὼ εἰμὶ τὸ Κρά-
921τος» («L’ état c'est moi»). Τοιαύτην ἰδέαν ἔχει περὶ τῆς
922λειτουργίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ καὶ συνταγματικοῦ πο-
923λιτεύματος παρ’ ἡμῖν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἄν
924ἔχῃ ἰδέαν περὶ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, δικαίως εἶπε προ-
925χθές, ὅτι ἀποκρούει τὴν γνώμην, ἣν εἶχον ἐκφράσει περὶ αὐ-
926τοῦ, ὁμιλῶν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον.
927Ἐὰν παραδέχηται, ὅτι Πρωθυπουργὸς, ὑποστηριζόμενος ὑπὸ
928πλειοψηφίας ἐξ 102 ἢ καὶ 120 Βουλευτῶν, ἣν παριστᾷ
929ὡς ἀναμάρτητον καὶ παντοδύναμον, δικαιοῦται νὰ ὑποτά-
930ξῃ εἰς τὴν θέλησιν αὐτοῦ πάσας τὰς ἐξουσίας τοῦ Κράτους,
931βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ συμφωνήσωμεν περὶ τῆς ὑπάρξεως
932παρ’ ἡμῖν πολιτεύματος τοιούτου ἀκράτου κοινοβουλευτι-
933σμοῦ. Ἐὰν ὅμως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐνόει,
934ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἦναι ἐν ἁρμονίᾳ μετὰ τῆς
935Βουλῆς, διότι ἄνευ ταύτης δὲν δύναται νὰ λάβῃ τὰ ἀναγ-
936καῖα νομοθετήματα πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ προορισμοῦ αὐτῆς,
937τῆς διοικήσεως δηλαδὴ τοῦ τόπου, καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ, ὡς
938πολιτικὸν σῶμα, δικαιοῦται νὰ ἐλέγχῃ καὶ ζητῇ εὐθύνας
939παρὰ πάσης Κυβερνήσεως, παραβιαζούσης τοὺς νόμους, ἢ
940κακῶς καὶ ἐπιβλαβῶς διὰ τὴν χώραν πολιτευομένης, ἐπὶ
941τῶν ἐννοιῶν τούτων οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ διαφωνία,
942ὡς καὶ ἐπὶ τῆς ἐννοίας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, διαφωνοῦσα ἐπὶ
943οὐσιωδῶν ζητημάτων πρὸς τὴν Βουλὴν, ὀφείλει ν’ ἀποχω-
944ρήσῃ. Ἐκφράσας ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου γνώμην, δὲν
945ἐνόησα ποτὲ, ὅτι τὸ πολίτευμα ἡμῶν εἶναι ὅμοιον μὲ τὰ
946πολιτεύματα τῶν συγκεκερασμένων αὐτοκρατοριῶν, ἐν αἷς
947ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία εἶναι ἁπλῶς νομοθετικὸν σῶμα,
948καὶ ὅπου οἱ Ὑπουργοὶ ὀφείλουσιν εὐθύνας μόνον πρὸς τὸν
949Ἡγεμόνα. Ἐνόουν, ὅτι τὸ πολίτευμα ἡμῶν εἶναι κοινοβου-
950λευτικὸν καὶ συνταγματικὸν, οὐχὶ ὅμως ἀκράτως κοινοβου-
951λευτικόν. Ἄκρατον κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἔχουσι τὰ
952ἔθνη ἐκεῖνα, ὡς π. χ. ἡ Ἀγγλία, ἐν οἷς αἱ Βουλαὶ ἐξα-
953σκοῦσιν ὁλόκληρον τὴν εἰς τὸ ἔθνος ἀνήκουσαν ἐξουσίαν,
954ἀποτελοῦσαι διαρκῆ Ἐθνοσυνέλευσιν, ἥτις δύνανται τὰ
955πάντα νὰ μεταβάλῃ καὶ διευθετήσῃ, ὡς αὕτη κρίνει συμ-
956φερώτερον διὰ τὸ ἔθνος, καὶ ὀφείλουσα μόνον νὰ σεβασθῇ
957τὰς συμβάσεις τὰς ἀπὸ αἰώνων ὑπαρχούσας μεταξὺ τοῦ
958ἔθνους καὶ τῆς Βασιλείας. Παρ’ ἡμῖν ὅμως ἡ ἐθνικὴ ἀντι-
959προσωπεία, ἡ Βουλὴ, ἐξασκεῖ ὡρισμένον μέρος, μέγα ἴσως
960μέρος, ἀλλ’ οὐχὶ τὸ ὅλον τῆς ἐξουσίας, ἥτις ἀνήκει εἰς τὸ
961ἔθνος, καὶ τῆς ὁποίας ἡ πλήρης ἐξάσκησις ἀνήκει μόνον
962εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν. Τὴν τοιαύτην δ’ ἔννοιαν τοῦ πολι-
963τεύματος ἡμῶν παραβιάζει ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ
964Συμβουλίου καὶ ἡ ὑποστηρίζουσα αὐτὸν κοινοβουλευτικὴ
965πλειοψηφία, παραδεχομένη ὅτι αἱ πράξεις καὶ αἱ ἀποφά-
966σεις τῶν κυριαρχικῶν ἐξουσιῶν, εἰς ἃς ὀφείλει ὑποταγὴν ἡ
967ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, πρέπει νὰ ὑποτάσσωνται εἰς τὴν θέ-
968λησιν καὶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ.
969Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ εὐθύνη, ἣν ἡ Κυβέρνησις φέρει διὰ τὴν
970ἐκτέλεσιν παντὸς νόμου, δίδει εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ μὴ
971ὑποβάλλῃ αὐτὸν εἰς τὴν βασιλικὴν κύρωσιν, ἐφ’ ὅσον νομί-
972ζει, ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους δὲν ἀπαιτοῦσι τοῦτο.
973Ἀλλ’ ἅμα ὁ νόμος ἐκυρώθη καὶ περιεβλήθη τὴν βασι-
974λικὴν διαταγὴν τῆς δημοσιεύσεώς του, δὲν πρέπει ν’ ἀνα-
975βληθῇ ἡ δημοσίευσίς του, εἰμὴ μόνον κατὰ τὸ χρονικὸν
976διάστημα, τὸ ἀναγκαῖον διὰ τὴν προπαρασκευὴν τῆς ἐκτε-
977λέσεως αὐτοῦ. Ἄν δὲ δι’ οἱονδήποτε λόγον παρίσταται
978ἀναγκαία καὶ περαιτέρω ἀναβολὴ τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ,
979ἡ ἀναβολὴ αὕτη τότε μόνον ἔσεται κανονικὴ, ὅταν γείνῃ τῇ
980προηγουμένῃ συγκαταθέσει τῆς κυρωσάσης τὸν νόμον κυ-
981ριαρχικῆς ἐξουσίας, δηλαδὴ τοῦ Βασιλέως. Δὲν δύναταί τις
982ὅμως νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι παρ’ ἡμῖν ἐπεκράτησεν ἔθιμον οὐχὶ καθ’
983ὅλα σύμφωνον πρὸς τὴν ὀφειλομένην εὐλάβειαν τῆς ἐκτελε-
984στικῆς πρὸς τὰς κυριάρχους ἐξουσίας, καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον
985οἱ Ὑπουργοὶ, ὡς εἶπε προχθὲς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δι-
986καιοσύνης, θέτουσιν εἰς τὰ συρτάριά των καὶ νόμους καὶ
987διατάγματα, ἀναβάλλοντες τὴν δημοσίευσιν αὐτῶν καὶ ἐπὶ
988χρόνον πολὺ μακρότερον ἐκείνου, ὅστις ἀπαιτεῖται διὰ τὰς
989πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῶν ἀπαιτουμένας προπαρασκευαστικὰς
990ἐργασίας. Ἡ ἐπικράτησις ὅμως τοιούτου ἐθίμου κατ’ οὐδὲν
991μεταβάλλει τὴν πληρότητα τῆς συγκροτήσεως τοῦ νόμου,
992διὰ τὸν λόγον ὅτι οὗτος μένει ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ Ὑπουργοῦ.
993§62ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καθ’ ὑμᾶς ὑπάρχει νόμος περὶ Ὑπουρ-
994γείου Συγκοινωνίας ἤδη, καὶ δυνάμεθα νὰ τὸν δημοσιεύ-
995σωμεν;
996§63ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ νόμος οὗτος δὲν ἐδημοσιεύθη ἐντὸς
997τῆς διμήνου προθεσμίας, ἣν ὁρίζει τὸ Σύνταγμα διὰ τὴν
998κύρωσιν τῶν νόμων, δὲν ὑπάγεται ἑπομένως εἰς τὴν περί-
999πτωσιν, ἣν συζητοῦμεν.
1000Καθιερώθη δ’ ὡσαύτως παρ’ ἡμῖν καὶ ἕτερον ἔθιμον,
1001καθ’ ὃ νόμοι καὶ διατάγματα ὑπογεγραμμένα ὑπὸ προκα-
1002τόχων Ὑπουργῶν δημοσιεύονται καὶ ἐκτελοῦνται ὑπὸ τῶν
1003διαδόχων αὐτῶν. Πλεῖστα δὲ παραδείγματα τοιούτων δη-
1004μοσιεύσεων καὶ ἐκτελέσεων ἐμνημονεύθησαν ὑπὸ τῶν προλα-
1005λησάντων. Ἂν τοῦτο δὲν ἦναι ἀκριβές, ἡ ἐν τῇ Βουλῇ
1006παρουσία τῶν Ἑπτανησίων Βουλευτῶν ἀπὸ τοῦ 1865,
1007καὶ διάφοροι ἄλλαι διατάξεις, σχετιζόμεναι μὲ τὴν ἕνωσιν
1008τῆς Ἑπτανήσου, δὲν θὰ ἦσαν νόμιμοι, διότι ὁ νόμος περὶ
1009τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου μὲ τὴν Ἑλλάδα ἐκυρώθη διὰ
1010τῆς ὑπογραφῆς Ὑπουργοῦ ἀπὸ πολλοῦ ἀντικατασταθέντος
1011ὑπὸ ἄλλου, ὅτε οὗτος ἐδημοσιεύθη καὶ ἐφηρμόσθη. Ἡ δι-
1012καιολογία δὲ, ἣν ἔφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὁ νόμος οὗ-
1013τος, ὡς καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ μνημονευθέντες παρὰ τῶν προλα-
1014λησάντων, ἐδημοσιεύθησαν πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου
1015τοῦ 1882, τοῦ κανονίζοντος τὰ τῆς ἐκδόσεως τῆς Ἐφημε-
1016ρίδος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι σοβαρὰ, διότι ἡ δημο-
1017σίευσις τῶν νόμων καὶ πρὸ καὶ μετὰ τὸ 1882 ἦτο οὐσια-
1018στικῶς ἡ αὐτὴ, καὶ μόνον τὸν τρόπον τῆς πραγματοποιή-
1019σεως αὐτῆς ἐτροποποίησεν ὁ νόμος τοῦ 1882. Ἀλλὰ καὶ
1020μετὰ τὸ 1882 ἐδημοσιεύθησαν νόμοι, φέροντες τὴν ὑπογρα-
1021φὴν προκατόχου Ὑπουργοῦ, καὶ παρ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Προέ-
1022δρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρ’ ἄλλων Ὑπουργῶν.
1023Ὁ τέως Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν,
1024ὁ κ. Σωτηρόπουλος, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δημοσιεύσῃ
1025καὶ ἐκτελέσῃ τὸν καθ’ ὅλα κατηρτισμένον νόμον περὶ εἰσ-
1026πράξεως τελῶν τινων εἰς χρυσόν. Ἐγνώριζε τὰ καθιερωθέντα
1027ἔθιμα, δημοσιεύσας δ’ αὐτὸν, ἀνεδέχθη ἀναμφισβητήτως
1028τὴν εὐθύνην τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ, ἧς τὸ βάρος ᾐσθάνθη
1029ὀλίγον μετὰ τὴν ἐφαρμογήν του. Ἀλλὰ καὶ οἱ προκάτο-
1030χοι αὐτοῦ ἔφερον τὴν εὐθύνην, ἥτις πράγματι ἀνῆκεν εἰς
1031αὐτοὺς, τὴν εὐθύνην τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νόμου εἰς τὴν Βου-
1032λὴν καὶ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ, μ’ ὅλας τὰς γενομένας τότε
1033παρατηρήσεις περὶ τῶν ἐπιβλαβῶν αὐτοῦ ἀποτελεσμά-
1034των καὶ τὴν εὐθύνην τῆς κυρώσεως καὶ τῆς ἐκδόσεως αὐ-
1035τοῦ. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀνέβαλλον τὴν δημοσίευσιν
1036καὶ ἐκτέλεσιν αὐτοῦ, ἡ πρόθεσίς των δηλ. νὰ δώσωσιν ὡς
1037ἐγγύησιν δανείου τὰς ἐξ αὐτοῦ προσόδους, δὲν ἦτο ὁ λόγος
1038τοῦ νόμου, ἡ ratio legis, ἧς ἐκλιπούσης, ἤθελεν ἐκλείψει
1039καὶ ἡ σκοπιμότης τῆς ἐκτελέσεώς του, ἀλλὰ σκοπὸς δευ-
1040τερεύων, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωκε μὲν ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς,
1041οὗτινος ὅμως ἡ ἔλλειψις δὲν καθίστα τὸν νόμον ἄσκοπον,
1042διότι τὸ Δημόσιον εἶχε πάντοτε ἀνάγκην μεταλλικοῦ νομί-
1043σματος, οὗτινος τὴν προμήθειαν ἐπεδίωκεν ὁ νόμος. Ἐὰν
1044δ’ οἱ προκάτοχοι Ὑπουργοὶ, οἱ προσυπογράψαντες τὸν νόμον
1045τοῦτον, δὲν ἤθελον νὰ φέρωσι τὴν εὐθύνην αὐτοῦ, ἔπρεπε,
1046πρὶν ἐξέλθωσι τοῦ Ὑπουργείου, νὰ ζητήσωσι παρὰ τοῦ Βα-
1047σιλέως ν’ ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς τῆς εὐθύνης ταύτης, ἀνακα-
1048λῶν τὴν διὰ τῆς ὑπογραφῆς των κύρωσιν καὶ ἔκδοσιν αὐτοῦ.
1049Ὁ τέως Πρωθυπουργὸς, χωρὶς νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὰς
1050γνώμας τὰς ὁποίας οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ ἐξέ-
1051φερον περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ νόμου τούτου, ἐδημο-
1052σίευσε καὶ ἐξετέλεσεν αὐτὸν, ὅπως συνομολογήσῃ δι’ αὐτοῦ
1053τὸ δῆθεν δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως. Διὰ τῆς ἐκτελέσεως
1054δ’ αὐτοῦ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιστάσεως ἢ διαμαρτυρίας, μήτε
1055παρὰ τῶν ἐκτελεσάντων αὐτὸν ὑπαλλήλων, μήτε παρὰ τῶν
1056δι’ αὐτοῦ φορολογηθέντων, μήτε παρ’ ἄλλου τινὸς, ὁ νό-
1057μος ἔλαβε νέον κῦρος. Ἠσθάνθη δὲ τὸ βάρος τῆς εὐθύ-
1058νης ἣν διὰ τῆς ἐκτελέσεώς του ἀνεδέχθη ὁ κ. Σωτηρόπουλος,
1059ὅταν μετά τινα καιρὸν εἶδε ποίαν νομισματικὴν διατάρα-
1060ξιν καὶ ποίας ζημίας ἤθελε φέρει ἡ πλήρης αὐτοῦ ἐκτέλε-
1061σις ἐκ τῆς ζητήσεως χρυσοῦ παρὰ τῶν σταφιδεμπόρων καὶ
1062σταφιδοπαραγωγῶν, οὓς κυριώτερον ἐβάρυνεν ὁ νόμος οὗ-
1063τος, καὶ ἐκ τῆς ὑψώσεως τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος.
1064Ὅπως προλάβῃ δὲ τὸ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα, ἠναγκάσθη
1065νὰ παραβιάσῃ τὸν νόμον, περιγράψας αὐτὸν καὶ διατάξας
1066τὴν προπώλησιν τοῦ χρυσοῦ, οὗ τὴν προμήθειαν ἐπεδίωκεν
1067ὁ νόμος καὶ οὗτινος τὸ Δημόσιον εἶχε πάντοτε ἀνάγκην διὰ
1068τὴν ἐκτέλεσιν ληξιπροθέσμων ἢ μετ’ ὀλίγον ἀπαιτητῶν
1069ὑποχρεώσεων αὐτοῦ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ διαταγὴ, τὴν
1070ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Ἐθνικὴν
1071Τράπεζαν, δὲν ἔλεγεν ὅτι πρέπει νὰ προπωλήσῃ τὸν χρυσὸν
1072πρὶν ἔτι εἰσπράξῃ αὐτὸν, ἐπὶ τῇ ὁριζομένῃ τιμῇ τῶν δραχ-
1073μῶν 1,65 κατὰ φράγκον, ἀλλ’ ἐξ ὅλης τῆς ἐνεργείας τῆς
1074γενομένης παρὰ τῆς Τραπέζης, ἐν γνώσει βεβαίως τοῦ
1075Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ κ. Σω-
1076τηρόπουλος, πιεζόμενος ὑπὸ τῶν πραγμάτων, μετέβαλε τὴν
1077εἰς χρυσὸν εἴσπραξιν εἰς εἴσπραξιν τραπεζικῶν γραμματίων.
1078Εἰς ἀνάλογον ἀνάγκην ἤθελε βεβαίως εὑρεθῆ καὶ ὁ κ.
1079Πρωθυπουργὸς, ἂν ὄχι ἀμέσως, ἀλλὰ μετὰ παρέλευσιν χρό-
1080νου τινὸς, ἐὰν ἤθελεν ἐφαρμόσει τὸν νόμον καθ’ ὃν τρόπον
1081αὐτὸς ἐσκόπει, ἐὰν ἤθελε δηλ. συνομολογήσει τὸ δάνειον
1082καὶ ἀναθέσει τὴν εἴσπραξιν τῶν εἰς χρυσὸν τελῶν εἰς ἐπι-
1083τροπὴν ἐκ ξένων συγκεκροτημένην καὶ ἐνασκοῦσαν ἐξωτε-
1084ρικὸν ἔλεγχον. Ἡ διὰ τοῦ δανείου προμήθεια χρυσοῦ ἤθε-
1085λεν ἐμποδίσει κατ’ ἀρχὰς τὴν ἄμεσον ἐμφάνισιν τῶν ἐκ τῆς
1086ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἀποτελεσμάτων, ἀλλὰ μετὰ τὴν
1087ἐξάντλησιν τοῦ χρυσοῦ τούτου τ’ ἀποτελέσματα ταῦτα
1088ἤθελον παρουσιασθῆ πολὺ βαρύτερα καὶ τοσούτῳ μᾶλλον
1089ὀλεθριώτερα, καθόσον ἠθέλομεν εὑρεθῆ ἀπέναντι τῆς ἀδυ-
1090ναμίας νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν ἢ καταργήσωμεν τὸν νόμον τὸν
1091ἐφαρμοζόμενον ὑπὸ τὴν ἄμεσον διαχείρισιν καὶ ἐπίβλεψιν
1092τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐλέγχου.
1093Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀναλαβὼν τὴν ἀρχὴν, εὑρέθη ἀπέ-
1094ναντι διλήμματος, ἢ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον πιστῶς καὶ
1095ἐπιφέρῃ σπουδαίαν ὕψωσιν τοῦ χρυσοῦ καὶ τὰς ἐξ αὐτῆς
1096ὀλεθρίας διὰ τὸν τόπον συνεπείας, ἢ νὰ ἐξακολουθήσῃ περι-
1097γράφων αὐτὸν, ὡς καὶ ὁ προκάτοχός του. Ἡ ὑπερβολικὴ
1098ὅμως αὐτοῦ φιλονομία τὸν ἠμπόδιζε νὰ περιγράψῃ τὸν
1099νόμον, τὸ κῆδος δ’ αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς κοινω-
1100νίας δὲν τῷ ἐπέτρεπε νὰ τὸν ἐφαρμόσῃ πιστῶς καὶ κατὰ
1101γράμμα. Εὗρεν ἑπομένως ἁπλούστερον νὰ χαρακτηρίσῃ αὐ-
1102τὸν ὡς παρανόμως δημοσιευθέντα, νὰ τὸν θεωρήσῃ ὡς ἀπ’
1103ἀρχῆς ἄκυρον καὶ ἀνύπαρκτον, καὶ ν’ ἀναστείλῃ τὴν ἐφαρμο-
1104γήν του. Ἐδικαιολόγησε δὲ τὴν πρᾶξίν του, ἐπιπροσθέτως
1105ἰσχυρισθεὶς, ὅτι ὁ κ. Σωτηρόπουλος, παραβιάσας τὸν νό-
1106μον, ἔδωκεν εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ τὸν θεωρήσῃ ἄκυρον
1107καὶ ἀναστείλῃ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ.
1108Ἀλλὰ δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς τὰς δικανικὰς ταύτας
1109δικαιολογίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· ἰσχυρίσθη
1110ἐπίσης, ὅτι οὐσιαστικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἐπέβαλον
1111αὐτῷ τὴν τοιαύτην πορείαν, διότι ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ κα-
1112θαρίσῃ τὸ ἔδαφος ἐκ τῶν ἀκανθῶν καὶ τῶν τριβόλων, οὓς ἔῤῥι-
1113ψεν ἐπ’ αὐτοῦ ἡ συνομολόγησις τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώ-
1114σεως, διὰ νὰ δυνηθῇ εὐκολώτερον νὰ ἐφαρμόσῃ τὰ οἰκονο-
1115μικὰ αὐτοῦ μέτρα. Ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν πράγματι
1116ὑπάρχῃ ἐν τῇ φροντίδι περὶ τῶν γενικῶν συμφερόντων βά-
1117σιμός τις δικαιολογία τῆς πράξεως, ἥτις ὑπὸ νομικὴν ἔπο-
1118ψιν ἀπεδείχθη ὡς ὅλως ἀδικαιολόγητος. Ἔπρεπε βεβαίως
1119νὰ καθαρισθῇ τὸ ἔδαφος ἐκ τῶν δυσχερειῶν, ἃς προσέθη-
1120κεν εἰς τὴν κατάστασιν ἡμῶν τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώ-
1121σεως. Ἀλλ’ ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεδίωξε τὴν ἄρσιν
1122τῶν δυσχερειῶν τούτων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν εἶναι μήτε
1123ὁ καταλληλότερος, μήτε ὁ ἐπωφελέστερος. Ἀπ’ ἐναντίας
1124δὲ εἰς τὰς ὑπαρχούσας πολλὰς δυσχερείας προσέθηκε καὶ
1125ἑτέρας. Τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, ὀπωσδήποτε καὶ ἂν
1126τὸ κρίνωμεν καὶ ὅσην καὶ ἂν ἐπροξένησε βλάβην εἰς τὴν
1127ὑπόληψιν καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, παρήγαγε δικαιώ-
1128ματα πραγματικὰ τρίτων καὶ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους,
1129τὰς ὁποίας ἔχομεν καθῆκον νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν. Δὲν πρό-
1130κειται νὰ ἐξετάσωμεν σήμερον τίνες εἰσὶν αἱ ὑποχρεώσεις
1131καὶ τὰ δικαιώματα ταῦτα, καὶ τίνα ἔχουσιν ὑπόστασιν καὶ
1132ἰσχύν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ἡ Βουλὴ, διὰ νὰ δείξω τίνος
1133εἴδους δικαιώματα νομίζουσιν ὅτι ἀπέκτησαν οἱ συμβλη-
1134θέντες μετὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως Χάμπρο καὶ
1135υἱὸς, νὰ ἀναγνώσω, μεταφράζων ἐκ τοῦ ἀγγλικοῦ, ἀπό-
1136σπασμα τοῦ ἐγγράφου, ὅπερ ἐν εἴδει διαμαρτυρήσεως ἀπηύ-
1137θυναν οὗτοι πρὸς τὸ διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 30 Μαΐου
1138σχηματισθὲν εἰδικὸν ταμεῖον τοῦ δανείου, πρὶν ἢ ἀκόμη λά-
1139βωσι γνῶσιν ἐπισήμως τῆς ὑπουργικῆς ἐγκυκλίου, διὰ τῆς
1140ὁποίας ἀνεστέλλετο ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως
1141τελῶν τινων εἰς χρυσόν. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο εὑρίσκεται με-
1142ταξὺ τῶν κατατεθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς τὴν
1143Βουλὴν, καὶ φέρει χρονολογίαν 4/16 Νοεμβρίου. Περιέχει
1144δὲ πρὸς τοῖς ἄλλοις τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
1145«Ἔχομεν καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶμεν διὰ τοῦ ἰσχυρο-
1146τέρου τρόπου κατὰ πάσης πράξεως τῆς Κυβερνήσεως, ἢ
1147οἱουδήποτε Ὑπουργοῦ, σκοπούσης νὰ παρέμβῃ εἰς τὴν ἐκτέ-
1148λεσιν τῶν καθηκόντων τοῦ ταμείου, ἢ νὰ ἀλλοιώσῃ τὰς
1149διατάξεις τοῦ νόμου, τοῦ ὁρίζοντος, ὅπως οἱ ὑπέγγυοι φόροι
1150πληρώνωνται εἰς χρυσὸν, ἐφ’ ὅσον ὑφίστανται ὁμολογίαι
1151τοῦ δανείου 5% τοῦ 1893.
1152«Σᾶς προσκαλοῦμεν νὰ λάβητε πᾶν νόμιμον μέτρον καὶ
1153ἐπιμείνητε, ἵνα καταστῶσι σεβαστὰ τὰ εἰς ἡμᾶς ἐκχωρη-
1154θέντα δικαιώματα διὰ Β. Διατάγματος· ἰδίως δὲ πρέπει
1155νὰ ζητήσητε τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 7
1156κατὰ παντὸς ὑπαλλήλου, ὅστις, συμμορφούμενος μὲ τὴν
1157ἐγκύκλιον τοῦ κ. Τρικούπη, ἤθελεν ἐνεργήσει ἐναντίον τοῦ
1158καταστατικοῦ νόμου τῆς Ἑλλάδος.»
1159Δὲν ἐννοῶ, ὡς εἶπον, νὰ ἐκφέρω οὐδεμίαν γνώμην περὶ
1160τῶν ἰσχυρισμῶν τῶν κ. κ. Χάμπρο καὶ υἱοῦ καὶ τοῦ βασί-
1161μου ἢ μὴ αὐτῶν. Δεικνύω μόνον τοὺς ἰσχυρισμοὺς τούτους,
1162ὅπως ἐξετάσω, ἂν πράγματι τὰ παραχθέντα δικαιώματα
1163διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 30 Μαΐου μειοῦνται κατά τι, ἢ
1164καὶ ἐξαλείφωνται, διὰ τοῦ τρόπου, δι’ οὗ ἐπεδιώχθη ἡ ἀκύ-
1165ρωσις τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τελῶν τινων εἰς χρυσὸν
1166καὶ ἡ ἀφαίρεσις τῆς βάσεως τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώ-
1167σεως. Εὑρίσκω δὲ, ὅτι τὰ δικαιώματα ταῦτα, ἀντὶ νὰ μειω-
1168θῶσιν, ἀπ’ ἐναντίας ἐνισχύονται ἐκ τῆς καταργήσεως νό-
1169μου οὐχὶ ὑπὸ τῆς κυριάρχου ἐξουσίας, τῆς δικαιουμένης νὰ
1170πράξῃ τοῦτο, ἀλλ’ ἐκρύθμως καὶ ὑπὸ ἐξουσίας μὴ ἐχούσης
1171τοιοῦτο δικαίωμα, καὶ τῆς ὁποίας ἡ τοιαύτη ἐνέργεια γεννᾷ
1172ἀμέσως τὴν προκατάληψιν καὶ τὴν ὑπόνοιαν τῆς ἐλλείψεως
1173νομιμότητος καὶ τῆς αὐθαιρεσίας. Πρὸς ἀπόδειξιν τούτου,
1174ἐπιτρέψατέ μοι νὰ καταφύγω καὶ πάλιν εἰς ἔγγραφον αὐτῶν
1175τῶν κ. κ. Χάμπρο καὶ υἱοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυναν πρὸς τὸν
1176ἐν Λονδίνῳ ἐπιτετραμμένον τῆς Ἑλλάδος τὴν 12/24 Νο-
1177εμβρίου, μετὰ τὴν πρὸς αὐτοὺς γενομένην ἐπίσημον ἀνακοί-
1178νωσιν τῆς ἀναστολῆς τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως εἰς χρυσὸν
1179τελῶν τινων. Ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ ἐκθέτουσιν οὗτοι, ὅτι
1180κατὰ τὸ ἄρθρον 12 τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 30 Μαΐου
1181πρέπει νὰ εἰδοποιηθῶσι πρὸ ἑνὸς μηνὸς, ὅτι θὰ πληρωθῶσιν
1182εἰς χρυσὸν τὰ τοκομερίδια τῶν ἐν αὐτῷ ὁριζομένων δα-
1183νείων, διὰ νὰ ἀπαγορευθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ ἔκδοσις νέων ὁμολο-
1184γιῶν τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, καὶ ὅτι ναὶ μὲν ἡ § αʹ
1185τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ διατάγματος ὑπάγεται εἰς τὴν κύρωσιν
1186τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν περιῆλθεν εἰς γνῶσίν των ἀπόφασις
1187αὐτῆς, ἀκυροῦσα τὴν § ταύτην, προσθέτουσι δὲ κατὰ λέξιν
1188τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
1189«Ἑπομένως κατὰ τὸ γράμμα τοῦ διατάγματος εἴμεθα
1190ἠναγκασμένοι νὰ ἐκδώσωμεν ὁμολογίας τοῦ δανείου τῆς κεφα-
1191λαιώσεως διὰ τὰ τοκομερίδια καὶ τὰς κληρωθησομένας ὁμο-
1192λογίας τῆς 15 προσεχοῦς μηνός.
1193«Ἐλάβομεν διὰ τῆς ἐξοχότητός σας ἀντίγραφον τοῦ τηλε-
1194γραφήματος τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δί-
1195δοντος ὁδηγίας, ὅπως παύσῃ πᾶσα περαιτέρω ἔκδοσις ὁμολο-
1196γιῶν τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως. Ἐπειδὴ ὅμως αἱ ὑπο-
1197χρεώσεις ἡμῶν, ὡς πρακτόρων διὰ τὸ δάνειον τοῦτο, καθορί-
1198ζονται διὰ Β. Διατάγματος, τακτικῶς δημοσιευθέντος ἐν τῇ
1199Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καὶ στηριζομένου ἐπὶ ἀποφάσεως
1200τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι ἡ Α. Ἐξ.
1201ὁ Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου θέλει κατανοήσει, ὅτι εἶναι ὀρθὸν,
1202ἵνα πᾶσα μεταβολὴ ἢ ἐγκατάλειψις τοῦ σχεδίου τῆς κεφα-
1203λαιώσεως ἐπιδιωχθῇ καὶ ἀνακοινωθῇ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον.
1204«Οἱ κάτοχοι ὁμολογιῶν προμνησθέντων δανείων διὰ τῆς
1205γενομένης ἐκδόσεως τῶν ὁμολογιῶν τῆς κεφαλαιώσεως ἐγνώ-
1206ρισαν ἤδη τὰς διατάξεις τοῦ Β. Διατάγματος. Νομίζομεν
1207ἑπομένως, ὅτι ἡ ἐγκατάλειψις τῆς πολιτικῆς τοῦ διατάγ-
1208ματος πρέπει νὰ ἐπιδιωχθῇ διὰ τῆς αὐτῆς νομίμου ὁδοῦ
1209καὶ νὰ γνωστοποιηθῇ ῥητῶς καὶ καθαρῶς.»
1210Καὶ οἱ συμβληθέντες μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς καὶ πᾶς,
1211ὅστις ἐπισταμένως ἤθελεν ἐξετάσει τὸ ζήτημα, δὲν ἐννοοῦ-
1212σιν, ὅτι δι’ ἐκρύθμου πράξεως δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις
1213ἢ ἐξασθένησις τῶν δικαιωμάτων, ἅτινα μόνον νόμιμος καὶ
1214τακτικὴ ἐνέργεια δύναται νὰ θέσῃ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν. Ἂν
1215δι’ ἐκρύθμου πράξεως, δι’ ἀκυρώσεως νόμου δι’ ἐγκυκλίου,
1216προκύπτῃ ἐπήρειά τις ἐπὶ τῶν δικαιωμάτων τούτων, ἡ ἐπή-
1217ρεια αὕτη δὲν φέρει βεβαίως τὴν ἐξασθένησιν αὐτῶν, ἀλλ’
1218ἀπεναντίας τὴν ἐνίσχυσίν των διὰ τῆς προκαταλήψεως, ἣν
1219ἡ τοιαύτη ἔκρυθμος πρᾶξις δύναται νὰ γεννήσῃ εἰς πάντα,
1220ὅτι δὲν ἦτο εὔκολος ἡ διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ καταπολέμησις
1221αὐτῶν.
1222Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς παρέστησε προσέτι ὡς ἀναγ-
1223καίαν τὴν ἐγκύκλιον καὶ τὴν διὰ λακτίσματος μάλιστα ἀνα-
1224στολὴν καὶ ἀκύρωσιν τοῦ νόμου καὶ τοῦ μετ’ αὐτοῦ συν-
1225δεομένου διατάγματος τῆς 30 Μαΐου, ὅπως χαρακτηρι-
1226σθῶσι ταῦτα ὡς ἀπ’ ἀρχῆς ἄκυρα καὶ ἀνύπαρκτα. Ἐφο-
1227βεῖτο μήπως τὰ εἰς χρυσὸν τέλη, ἅτινα ἐδόθησαν ὡς ἐγγύη-
1228σις εἰς τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, χαρακτηρισθῶσιν ὡς
1229ὑποτεταγμένα εἰς αὐτὸ, καὶ μήπως ἐπέλθῃ οὕτως ἐμπόδιον
1230εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ μέτρων; Ἤθε-
1231λον ἐννοήσει τὴν δικαιολογίαν ταύτην, καὶ ἂν ἀκόμη δὲν
1232εἶχε νομικὴν ἢ οὐσιαστικὴν βάσιν, ἀλλ’ ἦτο ἁπλῆ ἐπιθυ-
1233μία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐὰν πράγματι τὰ οἰκονομικὰ
1234αὐτοῦ μέτρα ἐστηρίζοντο ἐπὶ τῆς μὴ θίξεως τῶν ὑποχρεώ-
1235σεων τοῦ Κράτους καὶ εἰς τὴν μὴ ἀκύρωσιν ἰσχυόντων νόμων.
1236Ἀλλ’ ἐξ ὅσων γνωρίζομεν περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα
1237ἐπιδιώκει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἴτε ἐκ τῶν ἐπισήμως παρ’
1238αὐτοῦ ἀνακοινωθέντων εἰς τὴν Βουλὴν, εἴτε ἐκ τῶν ἄνευ
1239ἐπισημότητος δημοσιευθέντων, δὲν πρόκειται δυστυχῶς περὶ
1240τοιούτων μέτρων. Ἀπ’ ἐναντίας καὶ αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ
1241Κράτους πρόκειται νὰ θιγῶσι καὶ οἱ νόμοι, ἐφ’ ὧν αὗται
1242στηρίζονται, νὰ μεταβληθῶσιν, εἴτε μονομερῶς, εἴτε καὶ διὰ
1243συγκαταθέσεως τῶν δανειστῶν ἡμῶν, διὰ ψυχολογικῆς βίας
1244ἐπιτυγχανομένης. Μεταξὺ δὲ τῶν τοιούτων μέτρων ἠδύνατο
1245νὰ συμπεριληφθῇ καὶ ὁ νόμιμος διακανονισμὸς τῶν ἐκ τοῦ
1246δανείου τῆς κεφαλαιώσεως παραχθεισῶν ὑποχρεώσεων, χω-
1247ρὶς νὰ προστεθῇ εἰς τὰς ὑφισταμένας δυσχερείας καὶ ἡ ἐκ
1248τῆς ἐρύθμου ἀκυρώσεως νόμου δι’ ἐγκυκλίου νέα δυσχέρεια,
1249καὶ τοῦτο ὅλως δωρεάν;
1250Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἀφορμὴ τοῦ μέτρου, εἰς ὃ προέβη
1251ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἦτο ἡ ὑπερβολικὴ αὐτοῦ φιλονομία, ἢ
1252ἡ πεποίθησις ὅτι δι’ αὐτοῦ ἐξυπηρετοῦντο ἀσφαλέστερον τὰ
1253συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἡ ἀφορμὴ αὐτοῦ, ὡς εἶπον καὶ
1254κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλι-
1255κὸν λόγον, ἦτο ψυχικὴ ὁρμή, ἥτις ἠνάγκασεν αὐτὸν νὰ λα-
1256κτίσῃ ἀντὶ νὰ ἀκυρώσῃ νομίμως τὰ γενόμενα, διὰ νὰ ἐπι-
1257δείξῃ τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ εἰς τοὺς φίλους του Hambro καὶ
1258Ἰωνίδην, καὶ λακτίζων τὰς πράξεις αὐτῶν νὰ ἱκανοποιήσῃ
1259τὴν κατ’ αὐτῶν καὶ τῶν μετ’ αὐτῶν συμπραξάντων ὀρ-
1260γήν του.
1261Ἀλλ’ ἱκανοποιῶν οὕτω τὰ ἴδια αὐτοῦ αἰσθήματα ὁ κ.
1262Πρωθυπουργὸς, οὐδεμίαν ἔδωκε προσοχὴν εἰς τὴν βλάβην, ἣν
1263ἐπροξένει εἰς τὴν Ἑλλάδα, προσθέτων εἰς τὰς δυσχερείας,
1264ἐν αἷς ἐξ ἀνάγκης εὑρισκόμεθα σήμερον, καὶ ἑτέραν τοιαύ-
1265την, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης. Ἐὰν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκπλη-
1266ρώσωμεν τὰς χρηματικὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν, ἔχομεν τοὐ-
1267λάχιστον τὴν πικρὰν δικαιολογίαν τῆς οἰκονομικῆς ἀνε-
1268παρκείας, εἰς ἣν μᾶς ἔφερεν ἡ ἐφαρμοσθεῖσα ἀπερίσκεπτος
1269οἰκονομικὴ πολιτική. Ἀλλὰ ποίαν δικαιολογίαν δυνάμεθα
1270νὰ ἔχωμεν, μὴ σεβόμενοι τοὺς νόμους καὶ τὸ πολίτευμα
1271ἡμῶν; Διατὶ θέλομεν νὰ παραστήσωμεν τὸ Ἑλληνικὸν
1272Κράτος ὡς ἀκατάρτιστον καὶ μὴ εὐνομούμενον, ὡς μὴ δυ-
1273νάμενον νὰ ἐνοήσῃ τί εἶναι νόμος, πῶς συγκροτεῖται καὶ ἐκ-
1274τελεῖται καὶ πῶς ἀκυροῦται οὗτος; Τὴν τοιαύτην μομφὴν
1275κατὰ τοῦ Κράτους ἡμῶν καὶ τὴν ἐξ αὐτῆς ἐπιπρόσθετον
1276δυσχέρειαν πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν διὰ μόνης τῆς καλῆς ἡμῶν
1277θελήσεως. Ἡ Βουλὴ, ἐκφράζουσα τὴν λύπην αὐτῆς διὰ τὴν
1278ἔκρυθμον πρᾶξιν τῆς ἀναστολῆς νόμου δι’ ἐγκυκλίου καὶ
1279ἀποδοκιμάζουσα αὐτὴν, αἴρει τὴν δυσχέρειαν ταύτην.
1280Ἀλλ’ ἐλπίδα τοιαύτης ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ὡς ἔχει
1281αὕτη σήμερον, δὲν δυνάμεθα νὰ μορφώσωμεν. Διὰ τοῦτο
1282νομίζω, ὅτι ἔχει καθῆκον αὐτὸς ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυ-
1283βερνήσεως νὰ ἄρῃ αὐτὸς τὴν δυσχέρειαν ταύτην καὶ τὴν
1284μομφὴν, ἥτις ἐπιῤῥίπτεται ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος. Δύναται δὲ νὰ
1285πράξῃ τοῦτο, ἀναγνωρίζων ὁ ἴδιος ὅτι ἔσφαλε, διότι, ἀντὶ
1286νὰ ὑποβάλῃ νόμον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ζητήσῃ τὴν νόμι-
1287μον ἀκύρωσιν τῶν χρῃζόντων τοιαύτης, προέβη εἰς τὴν ἀκύ-
1288ρωσιν αὐτῶν δι’ ἁπλῆς ἐγκυκλίου. Ὀφείλει νὰ πράξῃ τοῦτο
1289καὶ χάριν ἑαυτοῦ καὶ χάριν τοῦ τόπου, ὅπως ἄρῃ τὴν
1290κατὰ τούτου μομφὴν καὶ ὅπως μὴ καθιερωθῇ προηγούμενον,
1291ὅπερ, οἱανδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ ἀξίαν, θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν
1292μείωσιν τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῆς εὐλαβείας, ἥτις ὀφείλεται
1293πρὸς τοὺς νόμους ἐν τῷ ἐσωτερικῷ τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὴν
1294βλάβην δὲ τῆς ἰδέας, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι εὐνομούμενον καὶ
1295πεπολιτισμένον Κράτος καὶ εἰς τὴν ἐξ αὐτῆς μείωσιν τῆς
1296πρὸς τὴν Ἑλλάδα ὑπολήψεως τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου,
1297τῆς ὁποίας καὶ σήμερον καὶ πάντοτε μεγάλην ἔχομεν ἀνάγ-
1298κην, ὅπως ἐξυπηρετήσωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους ἡμῶν.
1299§64ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἡ Βουλὴ καὶ ἐκορέσθη βεβαίως καὶ
1300ἐκουράσθη ἐκ τῆς συζητήσεως, ἥτις ἐπὶ πέντε ἤδη ἡμέρας
1301ἀπασχολεῖ αὐτήν· ἀλλὰ τὸ ζήτημα, περὶ τὸ ὁποῖον ἡ συζή-
1302τησις αὕτη στρέφεται, εἶναι ὁμολογουμένως ἐκ τῶν σπου-
1303δαιοτέρων ὅσα ποτὲ ἀπησχόλησαν τὴν Βουλήν, καὶ ὡς
1304τοιοῦτο δικαιοῖ καὶ ἐμὲ καὶ τοὺς μετ’ ἐμὲ ἴσως ἀγορεύσον-
1305τας νὰ παρακαλέσωμεν αὐτὴν νὰ παράσχῃ ἡμῖν ἐπὶ μικρὸν
1306ἔτι τὴν προσοχὴν αὐτῆς. Πρόκειται, Κύριοι, νὰ ἴδωμεν, ἐὰν
1307οἱ νόμοι, ὧν τὸ ἀκλόνητον Κράτος καὶ ἡ εὐλαβὴς παρὰ
1308πάντων τήρησις ἀποτελεῖ τὸ μόνον στεῤῥὸν τῆς Πολιτείας
1309ἔρεισμα καὶ θεμέλιον, ἐπιτρέπηται νὰ μεταβάλλωνται εἰς
1310ἀθύρματα παιδικά, δυνάμενα ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἐξαρ-
1311θρῶνται καὶ καταστρέφωνται ἐν ταῖς χερσὶ τῶν ἑκάστοτε
1312Ὑπουργῶν. Ἐγκύκλιος ὑπουργικὴ διέταξε τὴν ἀναστολὴν
1313τῆς ἐκτελέσεως νόμου, ψηφισθέντος νομίμως παρὰ τῆς Βου-
1314λῆς, κυρωθέντος ἐμπροθέσμως παρὰ τοῦ Βασιλέως, προσυπο-
1315γραψάντων τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν, καὶ δημοσιευθέντος
1316εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως· διέταξε δὲ τὴν ἀνα-
1317στολὴν τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ ἁπλῆ ὑπουργικὴ ἐγκύκλιος,
1318ἐπὶ τῷ πρωτακούστῳ ἰσχυρισμῷ, ὅτι δῆθεν ὁ νόμος εἶναι
1319ἄκυρος, ὡς μὴ δημοσιευθεὶς ἐγκύρως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς
1320Κυβερνήσεως, διότι οἱ μὲν προσυπογράψαντες κατὰ τὴν
1321κύρωσιν καὶ τὴν πρὸς δημοσίευσιν καὶ ἐκτέλεσιν αὐτοῦ δο-
1322θεῖσαν ἐντολὴν Ὑπουργοὶ ἀπεχώρησαν τῆς ἀρχῆς πρὶν ἢ ὁ
1323νόμος καταχωρισθῇ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως,
1324οἱ δὲ διαδεξάμενοι αὐτοὺς καὶ παραγγείλαντες τὴν εἰς τὴν
1325ἐφημερίδα καταχώρισιν τοῦ νόμου δὲν ὑπέγραψαν οὐδὲ
1326ἐδημοσίευσαν εἰδικὸν βασιλικὸν διάταγμα περὶ τῆς παραγ-
1327γελίας των ταύτης πρὸς καταχώρισιν τοῦ νόμου ἐν τῇ ἐφη-
1328μερίδι. Ὑπεστήριξαν δὲ διὰ μακρῶν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
1329καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἄλλοι ὁμόφρονες
1330αὐτοῖς, ὅτι ἡ τοιαύτη δημοσίευσις καθιστᾷ τὸν νόμον ἐντε-
1331λῶς ἄκυρον, καθιστᾷ αὐτὸν μὴ ὄντα, ὥστε ἁπλοῦν μέτρον
1332διοικήσεως νὰ δύναται νὰ ἄρῃ αὐτὸν ἐκ μέσου καὶ ν’ ἀνα-
1333κόψῃ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη παρεμ-
1334βάσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας πρὸς ἀκύρωσιν ἢ πρὸς
1335ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα,
1336ὡς εἶπον, ζήτημα ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων ὅσα ποτὲ ἀπη-
1337σχόλησαν τὴν Βουλήν.
1338Οἱ ἀποπειραθέντες νὰ δικαιολογήσωσι τὴν τοιαύτην τοῦ
1339κυρίου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ἐνέργειαν ἐθεώρησαν
1340πρωτίστως ἀναγκαῖον νὰ παραστήσωσι πρὸς τὴν Βουλὴν
1341καὶ πρὸς τὸ ἔθνος, ὅτι τὸν νόμον ἀποτελεῖ κυρίως ἡ δημο-
1342σίευσις, καὶ ὅτι ἡ παρὰ τῆς Βουλῆς κατὰ τοὺς νομίμους τρό-
1343πους ψήφισις αὐτοῦ, τουτέστιν ἐν ἀπαρτίᾳ καὶ δημοσίᾳ συνε-
1344δριαζούσης καὶ κατὰ τρεῖς διαφόρους συνεδριάσεις ψηφιζούσης
1345αὐτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς καὶ ἡ παρὰ τοῦ
1346Βασιλέως ἐντὸς τῆς τεταγμένης ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προ-
1347θεσμίας κύρωσις αὐτοῦ, προσυπογραψάντων τῶν ἁρμοδίων
1348Ὑπουργῶν, πάντα ταῦτα ἀποτελοῦσι προπαρασκευαστικὰς
1349μόνον πράξεις πρὸς κατασκευὴν νόμου. Εἰς τὸν ἰσχυρισμὸν
1350τοῦτον πολὺ ἐπέμειναν, θεωροῦντες ἀπαραίτητον τὴν δι’
1351ἐπιμόνου ὑποστηρίξεως αὐτοῦ προπαρασκευὴν εἰς τὸ νὰ μὴ
1352θεωρηθῶσιν ἐντελῶς αὐθαίρετα καὶ παράτολμα λέγοντες,
1353ὅτε θὰ ὑπεστήριζον ὡς συμπέρασμα τὸ ἐντελῶς ἄκυρον τοῦ
1354περὶ οὗ πρόκειται νόμου. Τὰ περὶ τούτου λεχθέντα ἐχαρα-
1355κτήρισα ὡς ἁπλοῦς ἰσχυρισμούς, διότι τοιοῦτοι βεβαίως
1356εἶναι, μὴ ἀξιωθέντες, ἐφ’ ὅσον ἐγὼ γνωρίζω μέχρι τῆς στιγ-
1357μῆς ταύτης, νὰ ἀνέλθωσιν εἰς περιωπὴν θεωρίας. Εἶναι ἰσχυ-
1358ρισμοὶ ἁπλοῖ, διότι οὐδεμία θεωρία ἀρνεῖται, ὅτι ἡ ψήφι-
1359σις ἡ νόμιμος καὶ ἡ κύρωσις ἡ νόμιμος τελειοῦσι τὸν νόμον,
1360ἡ δὲ δημοσίευσις καθιστᾷ μόνον αὐτὸν ὑποχρεωτικόν, προσ-
1361δίδει εἰς αὐτὸν τὴν ἰσχύν, τὸ ἐκτελεστόν. Ὅτι τὸν νόμον
1362τελειοῦσιν, ἀναμφισβητήτως, ἡ ψήφισις ἡ νόμιμος παρὰ τῆς
1363Βουλῆς καὶ ἡ κύρωσις ἡ νόμιμος παρὰ τοῦ Βασιλέως, ὑποστη-
1364ρίζεται ὁμοφώνως παρὰ πάντων τῶν πολιτειολόγων καὶ νομο-
1365διδασκάλων. Ὁ νόμος τελειοῦται ἐντελῶς διὰ τῆς κυρώσεως,
1366διότι δι’ αὐτῆς συμπίπτουσι καὶ ἐξαντλοῦνται οἱ παράγοντες
1367ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους τὸ Σύνταγμα ἀποκλειστικῶς καὶ ὁλο-
1368κλήρως ἀνέθετο τῶν νόμων τὴν κατασκευὴν, ἡ βούλησις δη-
1369λονότι τῆς Βουλῆς, ἐν τῇ ψηφίσει καὶ ἡ βούλησις τοῦ Βασι-
1370λέως ἐν τῇ κυρώσει. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ νομοθεσία ἡμῶν ἁπαν-
1371ταχοῦ, ὅπου δίδεται ἀφορμὴ νὰ δώσῃ ὄνομα εἰς τὸ κατα-
1372σκεύασμα, περιέχον μὲν τὴν νόμιμον ἔκφρασιν τοῦ βουλή-
1373σεως τῆς Βουλῆς καὶ τὴν νόμιμον ἔκφρασιν τῆς βουλήσεως
1374τοῦ Βασιλέως, μήπω δὲ δημοσιευθὲν, ἀποκαλεῖ αὐτὸ «νό-
1375μον». Τὸ αὐτὸ δὲ ἔργον μετὰ τὴν νόμιμον ὑπὸ μόνης τῆς Βου-
1376λῆς κατὰ τρεῖς διαφόρους συνεδριάσεις ψήφισίν του καὶ τὴν
1377πρὸς τὸν Βασιλέα ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ὑποβολήν του
1378θεωρεῖται καὶ εἶναι καὶ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀποκαλεῖται
1379νομοσχέδιον μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ὁ Βασιλεὺς περιβάλλει
1380αὐτὸ διὰ τῆς κυρώσεως. Τὴν ἀλήθειαν ταύτην κηρύσσει
1381σαφῶς τὸ ἄρθρον 36 τοῦ Συντάγματος, ὁρίζον ὅτι «νομο-
1382σχέδιον ἐπιψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ μὴ κυρωθὲν ὑπὸ
1383τοῦ Βασιλέως ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς συνόδου,
1384λογίζεται ἀκυρωθέν». Μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ὅμως κύρω-
1385σιν αὐτοῦ, ἡ νομοθεσία ἡμῶν ἀποκαλεῖ αὐτὸ πάντοτε καὶ παν-
1386ταχοῦ νόμον καὶ πρὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως
1387δημοσιεύσεως αὐτοῦ. Οὕτως αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ διάταγμα, τὸ βε-
1388βαιοῦν τὴν κύρωσιν, ἀποκαλεῖ ἀμέσως τὸ κυρωθὲν «νόμον».
1389Τὸ διάταγμα τοῦτο ἔχει, ὡς γνωστὸν, ὡρισμένην διατύπω-
1390σιν, βεβαιοῦσαν, ὅτι καὶ ὁ Βασιλεὺς, ὡς δεύτερος καὶ τελευ-
1391ταῖος συνταγματικὸς παράγων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας,
1392ἐψήφισεν ἐπίσης τὸ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἤδη ψηφισθὲν νομοσχέ-
1393διον, ὅπερ, ἵνα μεταβληθῇ εἰς νόμον, πρέπει νὰ φέρῃ οὐχὶ
1394τρεῖς, ἀλλὰ τέσσαρας ψηφίσεις, τρεῖς μὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς,
1395μίαν δὲ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Καὶ ἐν ἀρχῇ μὲν τὸ βεβαιοῦν
1396τὴν κύρωσιν διάταγμα διαλαμβάνει ταῦτα: «Ψηφισάμενοι
1397ὁμοφώνως μετὰ τῆς Βουλῆς, ἀπεφασίσαμεν καὶ διατάσσο-
1398μεν»· διὰ τῶν λέξεων δὲ τούτων πιστοποιεῖται ἡ καὶ παρὰ
1399τοῦ Βασιλέως ψήφισις, τουτέστιν ἡ κύρωσις, καὶ ἑπομένως
1400ἡ πλήρης συντέλεσις τοῦ νόμου, ὅστις μέχρι τῆς στιγμῆς
1401ταύτης ἦτο νομοσχέδιον. Ἔχομεν λοιπὸν οὕτω συντετελε-
1402σμένον τὸν νόμον, καὶ διὰ τοῦτο τὸ διάταγμα περατοῦται
1403διὰ τῶν ἑξῆς: «Ὁ παρὼν νόμος, ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψη-
1404φισθεὶς καὶ παρ’ ἡμῶν σήμερον κυρωθεὶς, (οὐχὶ κυρούμενος,
1405διότι ἐγένετο ἤδη, ὡς ἄνω, ἡ κύρωσις,) δημοσιευθήτω διὰ
1406τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκτελεσθήτω ὡς νό-
1407μος τοῦ Κράτους». Οὕτω καὶ ὁ ἀστικὸς ἡμῶν νόμος ἐν τῷ
1408τροποποιηθέντι κατὰ τὸ 1882 πρώτῳ αὐτοῦ ἄρθρῳ ὁρίζει
1409ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Ὁ νόμος ἔχει ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν
1410καθ’ ὅλον τὸ Κράτος μετὰ παρέλευσιν δέκα ἡμερῶν, ἀφ’ ἧς
1411δημοσιευθῇ, πλὴν ἂν ὡρίσθη ἄλλως ἐν αὐτῷ. Ἡ δημοσίευσις
1412λογίζεται γενομένη ἀπὸ τῆς χρονολογίας τοῦ περιέχοντος
1413τὸν νόμον φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως». Ἀνα-
1414γνωρίζει δηλαδὴ καὶ οὗτος καὶ ἀποκαλεῖ τὸ ὑπὸ τῆς Βουλῆς
1415ψηφισθὲν καὶ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως κυρωθὲν νόμον καὶ πρὸ
1416τῆς δημοσιεύσεώς του, ἥτις προσδίδωσι μόνον αὐτῷ τὴν
1417ὑποχρεωτικὴν ἰσχύν.
1418Ἐπὶ μόνῃ δὲ τῇ κυρώσει καὶ πρὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ
1419περιβάλλεται μὲν ὁ νόμος τὴν μεγάλην σφραγῖδα τοῦ Κρά-
1420τους τὴν ὁποίαν οὐδὲν νομοσχέδιον περιβάλλεται, καταχωρί-
1421ζεται δὲ ἐν τῷ Κώδικι τῶν νόμων τοῦ Κράτους, ἐν τῷ ὁποίῳ
1422μόνον νόμοι τέλειοι καταχωρίζονται, ἀπὸ τῆς καταχωρί-
1423σεως δὲ αὐτοῦ, οὐχὶ ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως, λαμβάνει τὸ
1424ὄνομα αὐτοῦ, βαπτιζόμενος, οὕτως εἰπεῖν, καὶ ὀνομάζεται
1425Α, Β, Γ, Δ, Ε, καὶ οὕτω καθεξῆς, ἀφοῦ πρότερον ἀπὸ τῆς
1426στιγμῆς τῆς κυρώσεως, καὶ ἄρα πρὸ τῆς δημοσιεύσεως, εἶχε
1427καθορισθῆ ἐπισήμως ἡ γέννησίς του, ἀφ’ ἧς ἄρχεται ὑπολο-
1428γιζομένη καὶ μετρουμένη ἡ ἡλικία αὐτοῦ, τῆς ὁποίας ἡλικίας
1429τὸ ζήτημα ἔχει πολλάκις σπουδαίας οὐσιαστικὰς συνεπείας.
1430Τῶν λόγων τούτων τὴν ἔννοιαν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν
1431νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ καταστήσω σαφῆ καὶ πασίδηλον, ἐν παρα-
1432δείγματι λαμβάνων ὡς τοιοῦτον αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν νό-
1433μον, περὶ οὗ ἤδη ἀσχολούμεθα καὶ περὶ τοῦ κύρους τοῦ
1434ὁποίου ἐπὶ τόσας ἡμέρας μελετῶμεν.
1435Ὁ νόμος ͵ΒΡΙΕ, ἐκυρώθη, νομίζω, τῇ 24 Δεκεμβρίου
14361892...
1437§65ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὴν 22 Δεκεμβρίου.
1438§66ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τῇ 22 Δεκεμβρίου μηνός... ἐσφραγίσθη
1439αὐθημερὸν, ἐδημοσιεύθη δὲ περὶ λήγοντα Μάϊον τοῦ 1893.
1440§67ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὴν 30 Μαΐου.
1441§68ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὁ νόμος οὗτος χαρακτηρίζεται παρὰ
1442τῶν κυρίων Ὑπουργῶν καὶ τῶν ὁμοφρόνων αὐτοῖς ὡς ἄκυ-
1443ρος καὶ μὴ ὤν, διότι δῆθεν ἡ δημοσίευσις αὐτοῦ ἐν τῇ
1444Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις κυρίως κατ’ αὐτοὺς ἀπο-
1445τελεῖ τὸν νόμον, ἐγένετο ἀκύρως καὶ ἀντισυνταγματικῶς.
1446Ἐγένετο δὲ ἀντισυνταγματικῶς κατ’ αὐτοὺς καὶ ἀκύρως ἡ
1447δημοσίευσις, διότι ἐνηργήθη αὕτη οὐχὶ παρὰ τῶν προσυπο-
1448γραψάντων εἰς τὴν κύρωσιν καὶ τὴν πρὸς δημοσίευσίν του
1449παραγγελίαν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ παρὰ Ὑπουργῶν ἄλλων,
1450οἵτινες διεδέχθησαν αὐτοὺς, ἀποχωρήσαντας τῆς ἀρχῆς.
1451Ὁμολογεῖται δὲ παρ’ αὐτῶν, ὅτι ἡ δημοσίευσις θὰ ἦτο ἔγ-
1452κυρος, ἑπομένως καὶ ὁ νόμος θὰ ἦτο ἔγκυρος, ἐὰν περὶ τῆς
1453δημοσιεύσεως ἐξεδίδετο εἰδικὸν διάταγμα, φέρον τὰς ὑπο-
1454γραφὰς τῶν διαδόχων αὐτῶν, οἵτινες ἦσαν Ὑπουργοὶ κατὰ
1455τὴν δημοσίευσιν. Ἡ θεωρία αὐτῶν αὕτη καὶ τὸ τοιοῦτον εἰ-
1456δικὸν διάταγμα εἶναι ἀληθῶς πρωτοφανῆ καὶ πρωτάκουστα,
1457διότι οὐδαμοῦ ἤκουσα ἢ ἀνέγνων, ὅτι πρὸς ἔγκυρον δημο-
1458σίευσιν νόμου, περιέχοντος ἤδη τὴν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως διδο-
1459μένην ἐντολὴν περὶ δημοσιεύσεως αὐτοῦ, ἀπαιτεῖται νέον πρὸς
1460δημοσίευσιν διάταγμα, ἐὰν μετὰ τὴν κύρωσιν καὶ τὴν πρὸς
1461δημοσίευσιν ἐντολὴν ἐπέλθῃ πρὸ τῆς δημοσιεύσεως κυβερνη-
1462τικὴ μεταβολή. Ἀλλὰ περὶ τούτου κυρίως δὲν πρόκειται ἤδη.
1463Κατὰ τὴν γνώμην λοιπὸν τῶν κυρίων Ὑπουργῶν καὶ
1464τῶν συνηγόρων αὐτῶν, ἐὰν εἶχε πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ
1465νόμου ὑπογραφῆ καὶ δημοσιευθῆ παρὰ τῶν διαδόχων αὐ-
1466τῶν εἰδικὸν περὶ τῆς δημοσιεύσεως διάταγμα, ὁ νόμος θὰ
1467ἦτο ἐντελῶς ἔγκυρος. Περὶ τῶν διατασσομένων διὰ τοῦ
1468ἀκύρου αὐτοῦ νόμου ὑπεβλήθη ἤδη τῇ Βουλῇ νομοσχέδιόν τι,
1469διὰ τοῦ ὁποίου ταῦτα κανονίζονται κατ’ ἐντελῶς ἄλλον
1470τρόπον καὶ ὅπερ νομοσχέδιον, συμφώνως πρὸς τὰς ἰδέας, ὑφ’
1471ὧν κατέχεται ὁ συντάκτης αὐτοῦ, θεωρεῖ μὴ ὑπάρχοντα
1472τὸν νόμον ͵ΒΡΙΕʹ, οὐδὲ καταργεῖ οὐδ’ ἀναφέρει κἂν αὐτὸν,
1473ἀλλὰ κανονίζει τὴν οὐσίαν τῶν διατάξεων αὐτοῦ κατὰ
1474τρόπον ἐντελῶς διαφορετικόν. Παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ ὑποθέ-
1475σητε, ὅτι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ῥυθμίζον τὰ τῶν διατά-
1476ξεων τοῦ δῆθεν ἀκύρου ἐκείνου νόμου κατὰ τρόπον ἐντελῶς
1477ἀντίθετον, μὴ ἀκυροῦν δὲ τὸν νόμον ἐκεῖνον, διότι θεωρεῖ
1478ὅτι δὲν ὑπάρχει νόμος, ἵνα ἀκυρωθῇ, ὑποθέσατε ὅτι τὸ νο-
1479μοσχέδιον αὐτὸ ψηφίζεται καὶ κυροῦται καὶ γίνεται νόμος
1480τοῦ Κράτους καὶ δημοσιεύεται ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυ-
1481βερνήσεως ἐγκύρως παρὰ τῆς κυρωσάσης αὐτὸ Κυβερνήσεως,
1482ὅτι δὲ μετὰ τοῦτο ἐπέρχεται μεταβολὴ ὑπουργική, ἡ δὲ
1483διάδοχος τῆς παρούσης Κυβερνήσεως πείθεται, ὅτι ὑφίστα-
1484ται ἀνάγκη, ἵνα χρησιμοποιήσῃ τὸν νόμον ἐκεῖνον ͵ΒΡΙΕʹ,
1485γινώσκουσα καλῶς διὰ τίνα λόγον ἐθεωρήθη ἡ δημοσίευσις
1486αὐτοῦ ἄκυρος, ἂν θέλητε μάλιστα, καὶ συμμεριζομένη τὴν
1487περὶ τούτου γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις λοι-
1488πὸν ἐκείνη ἐκδίδει διάταγμα, διατάσσον τὴν δημοσίευσιν
1489τοῦ νόμου ͵ΒΡΙΕʹ, καὶ καταχωρίζεται οὗτος εἰς τὴν Ἐφη-
1490μερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἐγκύρως πλέον καὶ ὑποχρεωτικῶς
1491καὶ κατ’ αὐτὰς τῆς νῦν Κυβερνήσεως τὰς ἰδέας, ἀλλ’ ἡ
1492τοιαύτη δημοσίευσις γίνεται δύο π. χ. μῆνας μετὰ τὴν δη-
1493μοσίευσιν τοῦ νῦν ψηφισθησομένου νόμου, τοῦ κανονίζοντος
1494κατὰ τρόπον ἀντίθετον τὰ αὐτὰ ἀντικείμενα. Ἐρωτῶ τὸν
1495ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, τίς ἐκ τῶν δύο
1496τούτων νόμων, τῶν ἀντιθέτως τὰ αὐτὰ ζητήματα κανονι-
1497ζόντων, θέλει ἰσχύσει;
1498§69ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ
1499Σύνταγμα τὸ λέγει. Μετὰ δύο μῆνας ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς
1500Συνόδου, ἐὰν δὲν κυρωθῇ καὶ δημοσιευθῇ ὁ νόμος, δὲν ἰσχύει.
1501§70ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τὸ Σύνταγμα βεβαίως δὲν τὸ λέγει
1502αὐτὸ, ἀλλ’ αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀναμφισβητήτως τὴν ὀρθὴν τοῦ
1503Συντάγματος ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν, καίπερ μὴ πάντοτε
1504ἰσχύουσαν, ἐγὼ πάντοτε ἐπρέσβευσα, δὲν εἶμαι ὅμως βέ-
1505βαιος, ὅτι ἀσπάζεται αὐτὴν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
1506νήσεως.
1507§71ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ταύτην ἀσπάζεται ἀπὸ τοῦ ἔτους 1873.
1508§72ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὅτι μετὰ δύο μῆνας ἀπὸ τῆς λήξεως
1509τῆς Συνόδου δὲν ἐπιτρέπεται δημοσίευσις νόμου κατ’ αὐτὴν
1510ψηφισθέντος;
1511§73ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βεβαίως.
1512§74ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Χαίρω. Τοῦ ἐπιχειρήματος ὅμως ἡ
1513ἰσχὺς καὶ ἡ ἔννοια ἐκ τῆς ἐξηγήσεως ταύτης οὐδόλως μετα-
1514βάλλεται· μετάθεσίς τις μόνον τῶν διαφόρων σταδίων τῆς
1515ἐργασίας ταύτης εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ. Ὁ νόμος ͵ΒΡΙΕʹ,
1516ψηφισθεὶς κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς παρελθούσης Βʹ Συνόδου,
1517ἐκυρώθη τὴν 22 Δεκεμβρίου 1892· ὑποθέσατε ὅτι τὸ ἐν τῇ
1518ἡμερησίᾳ νῦν διατάξει ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον, τὸ κα-
1519νονίζον ἄλλως τὰ διὰ τοῦ ͵ΒΡΙΕʹ νόμου κανονιζόμενα, ἐψη-
1520φίζετο, ἐκυροῦτο καὶ ἐδημοσιεύετο κατὰ Ἰανουάριον τοῦ
15211893, τὸν δὲ Φεβρουάριον ἐπήρχετο μεταβολὴ Κυβερνή-
1522σεως, καὶ ἡ νέα Κυβέρνησις, ἐκδίδουσα τὸ καθ’ ὑμᾶς ἀναγ-
1523καιοῦν εἰδικὸν διάταγμα περὶ δημοσιεύσεως τοῦ νόμου
1524͵ΒΡΙΕʹ, κατεχώριζεν αὐτὸν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερ-
1525νήσεως κατὰ Μάρτιον τοῦ 1893, ὅτε διήρκει ἀκόμη ἡ Βʹ
1526τῆς Βουλῆς Σύνοδος. Ἀμφότεροι οἱ νόμοι οὗτοι ἤθελον εἶ-
1527σθαι ἀναμφισβητήτως ἔγκυροι καὶ ὑποχρεωτικοί. Ἐρωτῶ
1528νῦν ὑμᾶς, καὶ ἰδίᾳ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τίς
1529ἐκ τῶν δύο τούτων νόμων, ὧν ὁ μὲν ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ
1530Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1892, ὁ δὲ
1531τὸν Μάρτιον τοῦ 1893, θὰ κατισχύσῃ;
1532§75ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νεώτερος.
1533§76ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τίς δὲ εἶναι ὁ νεώτερος;
1534§77ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αἱ δια-
1535τάξεις τῶν δύο νόμων εἶναι ἀσυμβίβαστοι, ἑπομένως θὰ
1536κατισχύσῃ ὁ ψηφιζόμενος νῦν.
1537§78ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἀλλ’ αὐτὸς θὰ ἦναι δημοσιευμένος
1538τρεῖς μῆνας πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ ἄλλου. Ἂν λοιπὸν
1539κατὰ τὰς ἰδέας σας ἡ δημοσίευσις ἦναι ἡ ἀποτελοῦσα τὸν
1540νόμον, πῶς θὰ ἦναι νεώτερος ὁ προηγουμένως δημοσιευθείς,
1541ἀρχαιότερος δὲ ὁ μεταγενέστερον δημοσιευθείς;
1542§79ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διότι εἶναι ἡ τελευταία θέλησις τῆς νο-
1543μοθετικῆς ἐξουσίας. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ θέσητε τὸ ζή-
1544τημα οὕτως, ἐνῷ ἔχετε τελευταίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς,
1545τελευταῖον κυρωθεῖσαν...
1546§80ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τί λέγει ἡ ἀπόφασις αὕτη;
1547§81ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ... τελευταῖον κυρωθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Βασι-
1548λέως, ἥτις δημοσιευθεῖσα ἀνέτρεψε πᾶν ὅ,τι προϋπῆρξε;
1549§82ΡΑΛΛΗΣ. «Ἀνέτρεψε» λέγετε.
1550§83ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν
1551γεννᾷ ἀπορίαν εἰς ἐμὲ κἀμμίαν. Ἐγὼ ἐγίνωσκον τίς θὰ ἦτο
1552ἡ ἀπάντησις αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο τὴν προεκάλεσα, ἵνα
1553τὸν ἀναγκάσω ν’ ἀνακαλέσῃ δι’ αὐτῆς πάνθ’ ὅσα προχθὲς
1554εἶπεν, ὅτι δηλαδὴ τὸν νόμον ἀποτελεῖ κυρίως ἡ δημοσίευ-
1555σις, ὅτι ἡ ψήφισις ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἡ κύρωσις ὑπὸ τοῦ
1556Βασιλέως εἶναι ἁπλῶς προπαρασκευαστικαὶ πράξεις καὶ ὅτι
1557πρὸ τῆς δημοσιεύσεως νόμος δὲν ὑφίσταται, ἀλλ’ ἔμβρυον
1558κυοφορούμενον καὶ μαιευόμενον. Χαίρω δὲ, ὅτι σήμερον ἀπαρ-
1559νεῖται πάντα ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀνομολογῶν μεθ’ ἡμῶν,
1560ὅτι τοῦ νόμου τὴν γέννησιν καὶ ὕπαρξιν ἀποτελεῖ ἡ κύρω-
1561σις ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, διότι τοῦτο ἀνομολογεῖ, λέγων ὅτι
1562νόμος πρὸ τριῶν μηνῶν δημοσιευθεὶς εἶναι νεώτερος ἄλλου
1563νόμου, σήμερον δημοσιευομένου, ἐὰν ὁ πρὸ τριῶν μηνῶν δη-
1564μοσιευθεὶς ἐκυρώθη μετὰ τὴν κύρωσιν τοῦ σήμερον δημοσι-
1565ευομένου.
1566§84ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο ἐγώ.
1567§85ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐὰν ἡ δημοσίευσις συντελῇ τῳόντι
1568τὸν νόμον, διατὶ εἶναι νεώτερος ὁ νόμος ὁ δημοσιευθεὶς τῇ
156922 Δεκεμβρίου 1892 τοῦ νόμου τοῦ δημοσιευθέντος τῇ 27
1570Μαρτίου 1893;
1571§86ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἐλέχθη τοιοῦτόν τι.
1572§87ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Εἶναι λοιπὸν σαθρὰ καὶ ἀνυπόστατα
1573πάντα τὰ λεχθέντα, ὅτι μέχρι τῆς δημοσιεύσεώς του ὁ νό-
1574μος κυοφορεῖται, ὅτι μαιεύεται, ὅτι δὲν ἠξεύρω τί ἄλλο ὑφί-
1575σταται, καὶ ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ.
1576Ὑπουργοῦ, ὅτι εἶναι ἄρτιος, πλήρης, ἀπὸ τῆς κυρώσεως,
1577διότι ἀπ’ αὐτῆς ἐτέχθη καὶ ζῇ καὶ ἀριθμεῖ τὴν ἡλικίαν
1578αὐτοῦ. (Εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
1579§88ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τώρα τὸ ἐνοήσαμεν.
1580§89ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἡ ὁμολογία εἶναι πλήρης καὶ τε-
1581λεία, καὶ δι’ αὐτῆς καταῤῥέουσι πάνθ’ ὅσα περὶ τοῦ ἐναν-
1582τίου ἐλέχθησαν. (Εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
1583§90ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Στηρίζεσθε ἐπὶ ὁμολογίας, ἡ ὁποία δὲν
1584ἐγένετο.
1585§91ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἀρνεῖσθε πάλιν, ὅτι εἶναι νεώτερος ὁ
1586νόμος ὁ τώρα ψηφισθησόμενος καὶ κυρωθησόμενος, κ. Στε-
1587φάνου; Ἐὰν τοῦτα ἀρνηθῆτε, τότε ἰσχυρίζεσθε, ὅτι θὰ κα-
1588τισχύσῃ ὁ κατὰ δημοσίευσιν νεώτερος· ἀλλὰ τότε δημιουρ-
1589γεῖτε ἀληθῶς ψηλαφητὴν ἀναρχίαν καὶ ἐπανάστασιν καὶ
1590χάος, διότι τότε δίδετε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ
1591θέτῃ εἰς ἐνέργειαν καὶ νὰ ἐκτελῇ νόμον ἀρχαιότερον, περιέ-
1592χοντα διατάξεις ἐναντίας νόμου μεταγενεστέρου, ἀποτε-
1593λοῦντος τὴν τελευταίαν θέλησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας,
1594ὡς εἶπε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος. Λοιπὸν
1595ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι ὁ νόμος τελειοῦται καὶ γεννᾶται
1596καὶ ζῇ ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς κυρώσεως, καθίσταται δὲ
1597μόνον ὑποχρεωτικὸς καὶ ἐκτελεστὸς διὰ τῆς δημοσιεύσεως.
1598§92ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὰς θεωρίας ταύτας κἀνεὶς δὲν ἠμφισβή-
1599τησε.
1600§93ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τοῦτο λέγοντες, ἰσχυρίζεσθε, ὅτι ἡ
1601Βουλὴ καὶ τὰ ἀκροατήρια καὶ ἐγὼ δὲν σᾶς ἠκούομεν ἀγο-
1602ρεύοντα, ἡ δὲ ἐφημερὶς ἡ δημοσιεύσασα τὴν ἀγόρευσίν σας,
1603ἣν ἔχω ἐδῶ, ἠλλοίωσε καὶ παρεποίησε τοὺς λόγους σας.
1604Σεῖς ἐλέγετε σαφῶς καὶ κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι ἡ ψήφισις
1605καὶ ἡ κύρωσις εἶναι προπαρασκευαστικαὶ πράξεις, ὅτι ὁ νό-
1606μος πρὸ τῆς δημοσιεύσεως, κυοφορεῖται, εἶναι ἐν τῇ κοι-
1607λίᾳ τῆς μητρὸς αὐτοῦ, καὶ ἐγελᾶτε μὲ τοὺς ὑποστηρίζον-
1608τας τὴν ἐναντίαν ἰδέαν, φροντίζοντες ὅμως νὰ μὴ ἀναφέ-
1609ρητε κἀνένα συγγραφέα, διότι οἱ ἰσχυρισμοί σας ἐκεῖνοι δὲν
1610ἠξιώθησαν τῆς τιμῆς, νὰ ἀνέλθωσι μέχρι θεωρίας.
1611§94ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐπεκαλέσθην τὴν θεωρίαν τοῦ Rönne.
1612§95ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τὴν θεωρίαν τοῦ Rönne τὴν ἐπικα-
1613λέσθητε οὐχὶ διὰ τοῦτο, ἀλλ’ ἵνα ὑποστηρίξητε τὸ δικαίω-
1614μα τῆς ἀνακλήσεως καὶ κυρώσεως. Ἔχω τὴν ἀγόρευσίν
1615σας ἐνταῦθα. Ἐὰν ἰσχυρίσθητε, ὅτι ὁ Rönne ὑποστηρίζει,
1616ὅτι δὲν γεννᾶται ὁ νόμος διὰ τῆς κυρώσεως, σᾶς παρακαλῶ
1617νὰ ἀναγνώσητε τὸ σχετικὸν μέρος.
1618§96ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου, τὴν ὁποίαν ἔχετε
1619ἐκεῖ, θὰ ἴδητε, ὅτι ὁ νόμος ὁ κυρωθεὶς εἶναι πλήρης, περιέ-
1620χων τὸ σπέρμα τῆς ἰσχύος.
1621§97ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν εἴπετε, ὅτι ἡ ψήφισις ὑπὸ τῆς
1622Βουλῆς καὶ ἡ κύρωσις ὑπὸ τοῦ Βασιλέως εἶναι προπαρα-
1623σκευαστικαὶ πράξεις;
1624§98ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὸ λέγει ὁ Rönne· καὶ μήπως τὸ μέλ-
1625λον καὶ ἕτοιμον νὰ γεννηθῇ δὲν εἶναι τέλειος ἄνθρωπος;
1626(γέλωτες).
1627§99ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Θὰ μοὶ ἀναπτύξητε ἴσως τώρα καὶ
1628θεωρίαν περὶ ἐμβρυωροῦ τῶν νόμων!
1629Ἀλλ’ αἰσθανόμενοι ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου θὰ ἡτ-
1630τῶντο, θὰ κατίσχυε δὲ ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ ἡ μόνη
1631ἀληθὴς καὶ ὀρθὴ θεωρία τῆς τελειώσεως τοῦ νόμου διὰ τῆς
1632κυρώσεως, ἠγωνίσθησαν κρατερῶς νὰ ὑποστηρίξωσιν ὡς δεύ-
1633τερον ἀμυντικὸν ὀχύρωμα, τὸ μετακλητὸν τῆς κυρώσεως,
1634ὡς δυναμένης ἐν πάσῃ στιγμῇ ν’ ἀνακληθῇ, μέχρι τῆς
1635στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλει ἐπέλθει ἡ δημοσίευσις, ἡ
1636ὁποία καὶ μόνη κατ’ αὐτοὺς ἀπαγορεύει τῆς κυρώσεως τὴν
1637ἀνάκλησιν. Τί ἐκ τούτου ἠθέλησαν νὰ ἐξαγάγωσιν ὡς
1638πρὸς τὴν δημοσίευσιν νόμου, τοῦ ὁποίου ἡ κύρωσις δὲν ἀνε-
1639κλήθη, δὲν ἐνόησα· ἀλλὰ τὸ θέμα αὐτὸ τοῦ μετακλητοῦ
1640τοῦ νόμου εἶναι βεβαίως ἄξιον πλείονος ἐρεύνης.
1641Περὶ ἀνακλήσεως κυρώσεως τὸ Σύνταγμα ἡμῶν οὐδαμοῦ
1642λέγει τι, οὐδὲ ἄλλο Σύνταγμα γνωρίζω, τὸ ὁποῖον νὰ κα-
1643θιεροῖ δικαίωμα ἀνακλήσεως τῆς κυρώσεως. Ἐν τῇ ἑρμη-
1644νείᾳ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν οὐδέποτε ὑπῆρξεν ἀμφισβή-
1645τησις περὶ τοῦ ἀμετακλήτου τῆς κυρώσεως, περὶ τοῦ ὅτι
1646ὁ Βασιλεύς, κυρῶν νόμον τινὰ, ἐξαντλεῖ ὁλοκλήρως καὶ
1647ἀπεκδύεται τὴν νομοθετικὴν αὑτοῦ ἐξουσίαν. Ἐάν τις συμ-
1648βουλευθῇ τὰ πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως, ψηφιζούσης τὸ
1649ἄρθρον 36, καθ’ ὃ «ὁ Βασιλεὺς κυρόνει καὶ δημοσιεύει τοὺς
1650νόμους», δὲν θὰ εὕρῃ συζήτησιν, διότι δὲν ἐθεωρήθη, φαί-
1651νεται, ἀμφισβητήσεως δεκτικὴ ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως.
1652Ἔχομεν ὅμως ῥητὴν καὶ σαφῆ περὶ τοῦ ἀμετακλήτου τῆς
1653κυρώσεως τὴν γνώμην τοῦ νομοδιδασκάλου, ὅστις ὑπῆρξε
1654καὶ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως τῆς
1655προεξεργασθείσης τὸ Σύνταγμα, τοῦ ὁποίου ὑπῆρξεν ἐπίσης
1656ὁ κυριώτερος ἴσως συντάκτης. Ἐν τῷ Αʹ τόμῳ τοῦ συν-
1657ταγματικοῦ αὑτοῦ δικαίου, ἐν παραγράφοις 306 καὶ 307,
1658ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου Σαρίπολος,
1659ὁ καὶ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τῆς συνταξάσης τὸ Σύν-
1660ταγμα, γράφει ταῦτα (ἀναγινώσκει):
1661«Ὁ Βασιλεὺς, τῇ νομοθετικῇ αὑτοῦ ἐξουσίᾳ τὸν νόμον
1662κυρώσας, δημοσιεύει αὐτὸν, ὡς ἐκ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξου-
1663σίας ὁ πρῶτος ἄρχων. Καὶ ὁ μὲν κυρωθεὶς νόμος ἐστὶ πλή-
1664ρης, κἂν μὴ δημοσιευθῇ, ἅτε τελειοποιηθεὶς μετὰ τὴν ὑπὸ
1665τοῦ Βασιλέως γενομένην κύρωσιν, ἐξεπλήρωσε γὰρ ἑκάτε-
1666ρον τῶν νομοθετικῶν τμημάτων τὰ καθ’ ἑαυτὸ, οὐχ ὑπο-
1667χρεοῖ ὅμως τοὺς πολίτας, οὐδὲ τάξιν ἐν τοῖς νόμοις τοῦ
1668Κράτους λαμβάνει, ἐὰν μὴ δημοσιευθῇ, τοῦτο δὲ διὰ τὸ νο-
1669μικὸν ἀξίωμα, ὅτι νόμος μὴ δεδημοσιευμένος οὐχ ὑποχρεοῖ·
1670τί γὰρ παραλογώτερον τοῦ ὀφείλειν ὑπακοὴν εἰς πρόσταγμα
1671ἄγνωστον;»
1672«Καὶ ὅμως οὔτε τὸ Σύνταγμα, οὔτε ἄλλος τις νόμος προσ-
1673διορίζει τὸν χρόνον, ἐν ᾧ μετὰ τὴν κύρωσιν δεῖ δημοσιευ-
1674θῆναι τὸν νόμον. Τοῦτο κατακρίνομεν, διότι ναὶ μὲν ὁ Βα-
1675σιλεύς, ἐν τῷ ἀπολύτῳ τῆς ἀρνησικυρίας αὐτοῦ δικαιώματι,
1676κύριός ἐστι κυρῶσαι ἢ μὴ κυρῶσαι τὸ νομοθέτημα, τοῦτο
1677γὰρ ἔχει ὡς νομοθέτης· ἅμα ὅμως τῷ βασιλείῳ κύρει περιέ-
1678βαλεν αὐτό, ἡ ἐκτελεστικὴ ἀρχή, ἤτοι τὸ Ὑπουργεῖον,
1679ὀφείλει ἐπὶ τῇ ἑαυτῆς εὐθύνῃ ἐπιμεληθῆναι τὴν δημοσίευσιν.
1680«Οὕτως ἔχει μὲν ὁ Βασιλεύς, πρὶν ἢ τὸν νόμον κυρώσῃ,
1681ἀπεριόριστον ἐξουσίαν, ἵνα εἴτε ζωοποιήσει αὐτὸν δι’ ἧς
1682παρέχει αὐτῷ κυρώσεως, εἴτε σιωπῶν ἀφήσει αὐτὸν σχολά-
1683ζειν· ἅμα ὅμως τῷ ἑαυτοῦ κύρει περιέβαλεν αὐτὸν,
1684ἀδυνατεῖ τοῦ λοιποῦ μόνος ἀνακαλέσαι ἢ ἀναστεῖ-
1685λαι τὴν ἐνέργειαν, ἢ ἐξαιρέσαι τινὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ
1686νόμου (ἄρθρον 35). Ὁ κυρωθεὶς νόμος ἰσχύει ὡς θεσμὸς τοῦ
1687Κράτους, μέχρις οὗ διὰ νεωτέρου ἄλλου νόμου, τὴν νενομι-
1688σμένην προεξεργασίαν διελθόντος, ἀκυρωθῇ.»
1689Ἐκ τῆς ὡς ἀνωτέρω δὲ παραθέσεως τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ
1690Συντάγματος, καθ’ ὃ «οὐδέποτε ὁ Βασιλεὺς δύναται ν’ ἀνα-
1691στείλῃ τὴν ἐνέργειαν, οὐδὲ νὰ ἐξαιρέσῃ τινὰ τῆς ἐκτελέσεως
1692τοῦ νόμου», δείκνυσιν ὁ νομοδιδάσκαλος, ὅτι θεωρεῖ διὰ τῆς
1693ἀνωτέρω ἀπαγορεύσεως καὶ ῥητῶς ἀπαγορευομένην τὴν ἀνά-
1694κλησιν τῆς κυρώσεως, ταὐτίζων αὐτὴν ἐντελῶς πρὸς ἀνα-
1695στολὴν ἐνεργείας νόμου, ἀφοῦ ἐν ἀρχῇ τὸν κυρωθέντα νό-
1696μον κηρύττει πλήρη, κἂν μὴ δημοσιευθῇ.
1697Εἴπομεν ἤδη, ὅτι διάταξις καθιεροῦσα ἢ ἐνδεικνύουσα τὸ
1698μετακλητὸν τῆς κυρώσεως οὔτε ἐν τῷ ἡμετέρῳ οὔτε ἐν
1699ἄλλῳ τινὶ τῶν γνωστῶν Συνταγμάτων εὕρηται· ἀλλὰ καὶ
1700ἐν τῇ ἐπιστήμῃ εἷς μόνον, ἐφ’ ὅσον γνωρίζομεν, ὁ Rönne,
1701τοῦ ὁποίου καὶ πρότερον ἐμνήσθημεν, ἐν τῷ συγγράμματι
1702αὐτοῦ περὶ δημοσίου δικαίου τῆς Πρωσσίας ἐξέθηκε γνώ-
1703μην περὶ τοῦ μετακλητοῦ τῆς κυρώσεως, ἀλλ’ οὐχὶ ἀπο-
1704λύτως. Τῆς γνώμης ταύτης ἐποιήσατο χρῆσιν ὁ ἀείμνηστος
1705Προβελέγγιος ἐν γνωμοδοτήσει τινὶ, καὶ διὰ τῆς ἀναγνώ-
1706σεως τῆς γνωμοδοτήσεως ἐκείνης μετήγαγε τὴν γνώμην τοῦ
1707Rönne καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δι-
1708καιοσύνης. Ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὅστις
1709πρῶτος ἐπεκαλέσθη ὑπὲρ τῆς ἀντιθέτου γνώμης ἐκ τοῦ
1710Rönne ἐπιχειρήματα, ἐξήγησε σαφῶς, ὅτι δὲν προεβλήθη
1711εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Προβελεγγίου
1712πλήρης ἡ γνώμη τοῦ Rönne, ὅστις ἐν τούτοις σχολιάζει
1713καὶ ἑρμηνεύει διάφορον τοῦ ἡμετέρου Σύνταγμα, ὑπὸ τὸ
1714ὁποῖον οὐδεὶς ὑπάρχει περιορισμὸς ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς
1715κυρώσεως, θεωρεῖ δὲ ὡς κεχωρισμένην τὴν κύρωσιν ἀπὸ τῆς
1716ἐντολῆς τοῦ Βασιλέως περὶ δημοσιεύσεως τοῦ νόμου. Πολλὰ
1717ἠκούσατε περὶ τοῦ παρ’ ἄλλοις πολιτεύμασιν ἰσχύοντος
1718χωρισμοῦ τῆς κυρώσεως ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως καὶ τῆς δημο-
1719σιεύσεως, ὅστις παρ’ ἡμῖν δὲν ὑφίσταται, διότι τὸ ἡμέτερον
1720Σύνταγμα ἀναγνωρίζει κύρωσιν μόνον καὶ δημοσίευσιν νό-
1721μου, αἵτινες ἀμφότεραι ἐκτελοῦνται συγχρόνως, τοῦ Βασι-
1722λέως διὰ τοῦ αὐτοῦ διατάγματος κυροῦντος τὸν νόμον καὶ
1723διατάσσοντος τὴν δημοσίευσιν καὶ ἐκτέλεσιν αὐτοῦ. Ἡ
1724τοιαύτη τοῦ Βασιλέως ὑπογραφὴ εἶναι κυρίως διφυὴς, τὸ
1725μὲν ὡς παράγοντος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, τὸ δὲ ὡς
1726ἀρχηγοῦ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἑπομένως καὶ τὸ διά-
1727ταγμα εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, διπλοῦν, τὸ μὲν βεβαιοῦν τὴν
1728νομοθετικὴν πρᾶξιν τῆς κυρώσεως τοῦ νόμου, τὸ δὲ περιέ-
1729χον τὴν παραγγελίαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας πρὸς δημο-
1730σίευσιν καὶ ἐκτέλεσιν αὐτοῦ. Ὁ Rönne λοιπὸν ἐκφέρει μὲν
1731τὴν γνώμην, ὅτι ὁ Βασιλεὺς μετὰ τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου
1732ἔχει πλῆρες καὶ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα νὰ διατάξῃ, ἐὰν
1733καὶ ὅταν θέλῃ, τὴν δημοσίευσιν αὐτοῦ, συνάγει δ’ ἐκ τού-
1734του, ὅτι ἀπὸ τῆς κυρώσεως μέχρι τῆς περὶ δημοσιεύσεως
1735διαταγῆς ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακλήσεως τῆς
1736κυρώσεως. Ἐπάγεται δ’ ὡς ἀναμφισβήτητον, ὅτι, ἂν ὁ Βα-
1737σιλεὺς, κυρώσας τὸν νόμον, διατάξῃ τὴν δημοσίευσιν αὐτοῦ,
1738τότε ὑφίσταται ὑποχρέωσις τοῦ Ὑπουργείου νὰ μὴ ἀνα-
1739βάλῃ τὴν δημοσίευσιν, χωρὶς νὰ δικαιοῦται οὐδόλως νὰ
1740ἐπωφεληθῇ τοῦ ἀπεριορίστου τῆς διὰ τὴν δημοσίευσιν προ-
1741θεσμίας, ὅπερ ἀπεριόριστον ἀνήκει εἰς τὴν ἔκδοσιν τῆς πρὸς
1742δημοσίευσιν παραγγελίας. Ὥστε καὶ κατὰ τοῦ Rönne
1743τὴν γνώμην δὲν δύναται νὰ νοηθῇ τὸ μετακλητὸν τῆς κυ-
1744ρώσεως παρ’ ἡμῖν, ἐφ’ ὅσον παρ’ ἡμῖν δὲν μεσολαβεῖ χρονι-
1745κὸν διάστημα μεταξὺ κυρώσεως νόμου καὶ παραγγελίας
1746πρὸς δημοσίευσιν αὐτοῦ.
1747§100ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ θεωρεῖται ὁ ἀδοκιμώτατος τῶν πολι-
1748τειολόγων ἐν Γερμανίᾳ.
1749§101ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τοιαύτη εἶναι ἡ περὶ τοῦ ἀνακλητοῦ
1750τῆς κυρώσεως γνώμη τοῦ Rönne, παρ’ οὐδενὸς ἄλλου συγ-
1751γραφέως ἀσπαστὴ γενομένη· ἔμεινεν ὡς ἀποκλειστικὴ αὐ-
1752τοῦ γνώμη, περιορίζουσα τὸ ἀνακλητὸν ἀπὸ τῆς κυρώσεως
1753μέχρι τῆς πρὸς δημοσίευσιν διαταγῆς, καὶ ἑπομένως μηδὲν
1754παρέχουσα ἐπιχείρημα εἰς τοὺς ἐνταῦθα ἀντιφρονοῦντας ἡμῖν.
1755Μένουσι λοιπὸν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ καὶ οἱ ὁμοφρονοῦντες
1756αὐτοῖς ἐντελῶς ἐστερημένοι διατάξεως νόμου ἐπιτρεπούσης
1757ἢ ἐνδεικνυούσης δικαίωμα ἀνακλήσεως τῆς κυρώσεως, ἐντε-
1758λῶς δὲ ἐστερημένοι γνώμης πολιτειολόγου ἢ νομοδιδασκά-
1759λου ὑποστηρίζοντος τοιοῦτο δικαίωμα. Ὁ Βασιλεὺς, εἴπο-
1760μεν, κυρῶν τὸν νόμον, ἐξαντλεῖ τὴν νομοθετικὴν αὐτοῦ ἐξου-
1761σίαν. Πῶς δὲ εἶναι καὶ δυνατὸν, ἔχοντες δύο ὑπὸ τοῦ Συν-
1762τάγματος ἀνεγνωρισμένους παράγοντα τῆς νομοθετικῆς
1763ἐξουσίας, τὸν Βασιλέα καὶ τὴν Βουλὴν, ν’ ἀναγνωρίσωμεν
1764τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακλήσεως τῆς ψήφου πρὸς τὸν ἕνα, χω-
1765ρὶς νὰ δυνάμεθα ν’ ἀναγνωρίσωμεν αὐτὸ καὶ πρὸς τὸν ἕτερον;
1766Ὁ Βασιλεὺς, ψηφίσας, λέγετε ὑμεῖς, δύναται ν’ ἀνακαλέσῃ
1767τὴν ψῆφον αὐτοῦ· κατὰ τί ὑποδεεστέρα οὖσα ἡ Βουλὴ δὲν
1768δύναται καὶ αὐτὴ ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ψῆφον αὐτῆς; Ἠκού-
1769σατε δὲ, ἢ ἀνέγνωτέ ποτε, ὅτι ἐκλήθη ἡ Βουλὴ ὑπὸ Κυβερ-
1770νήσεως ἢ ὑπὸ Βουλευτῶν ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ψῆφον αὐτῆς
1771περὶ νόμου ψηφισθέντος μὲν, μήπω δὲ κυρωθέντος, ἢ καὶ
1772μετὰ τὴν κύρωσιν αὐτοῦ; Οὐδέποτε οὐδαμοῦ συνέβη τοιοῦτό
1773τι, οὐδ’ ὑπάρχει τις τοιαύτην ὑποστηρίζων γνώμην. Τί δὲ
1774τοὐναντίον συνέβη; Ὑπῆρξαν, πολλάκις νομίζω, περιστάσεις,
1775καθ’ ἃς συνέπεσεν ἐξ ἀπροσεξίας τῶν ἁρμοδίων νὰ ψηφισθῇ
1776ἐσφαλμένη διάταξις, ἢ καὶ νὰ διατυπωθῇ κακῶς ἐν τοῖς
1777ἐπικυρωθεῖσι πρακτικοῖς τῆς τρίτης ψηφίσεως νόμος τις, ἢ
1778ἄρθρον νόμου, ν’ ἀνακαλυφθῇ δὲ τοῦτο πρὸ τῆς κυρώσεως
1779αὐτοῦ, ἀλλ’ εἰς οὐδένα ἐγεννήθη ποτὲ ἡ ἰδέα, ὅτι ἐπετρέ-
1780πετο νὰ προκαλέσῃ τὴν Βουλὴν, ἵνα ἀνακαλέσῃ τὴν ψῆφον
1781αὐτῆς, οὐδ’ ἵνα διορθώσῃ τὸ παρεισφρῆσαν λάθος· διότι ψη-
1782φίσασα εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ἐξήντλησε τὸ νομοθετικὸν αὐ-
1783τῆς δικαίωμα. Τί δὲ ἐγένετο; ἐκυρώθη μὲν καὶ ἐδημοσιεύ-
1784θη ὁ νόμος, προετάθη δ’ ὕστερον ἄλλο νομοθέτημα.
1785§102ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἓν ἄλλο νομοσχέδιον.
1786§103ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἄλλο νομοσχέδιον, διορθοῦν τὸ λάθος,
1787καὶ διὰ τριπλῆς ψηφίσεως καὶ διὰ κυρώσεως καὶ δημοσιεύ-
1788σεως αὐτοῦ, τουτέστι διὰ νόμου νεωτέρου, ἐγένετο ἡ διόρθωσις
1789τοῦ λάθους, οὐχὶ δὲ δι’ ἀνακλήσεως τῆς ψήφου. Πόθεν λοιπὸν
1790ἀντλεῖτε τὸ δικαίωμα νὰ ποιῆσθε τοιαύτην διάκρισιν με-
1791ταξὺ τῶν δύο νομοθετικῶν ψήφων, καὶ τὴν μὲν νὰ θεωρῆτε
1792ὡς ἀμετάκλητον καὶ μόνον διὰ νόμου δυναμένην νὰ μετα-
1793βληθῇ, τὴν δὲ ὡς ἐν πάσῃ στιγμῇ μετακλητήν; Βλέπετε
1794εἰς ποῖα καὶ πόσα καταλήγετε ἄτοπα, τοιαύτας ὑποστη-
1795ρίζοντες γνώμας καὶ ἀγωνιζόμενοι δι’ αὐθαιρέτων καὶ παρα-
1796τόλμων συλλογισμῶν ν’ ἀνατρέψητε τοὺς νόμους;
1797Ἡ παραδοχὴ τοῦ ἀπολύτου δικαιώματος τῆς ἀνακλή-
1798σεως τῆς κυρώσεως ἤθελε μεταβάλει τὸ νομοθετεῖν εἰς αὐτο-
1799σχεδιάζειν καὶ παίζειν καὶ καταδολιεύεσθαι ἐνίοτε τοῦ Συν-
1800τάγματος τὰς διατάξεις, ὅπερ βεβαίως ἠδύνατο νὰ συμβῇ,
1801καθ’ ὃν χρόνον δὲν ἐθεωρεῖτο ἡ πρὸς κύρωσιν δίμηνος ἀπὸ τῆς
1802λήξεως τῆς Συνόδου προθεσμία καὶ ὡς προθεσμία ἀνατρεπτικὴ
1803διὰ τὴν δημοσίευσιν. Τότε θὰ ἦτο δυνατὸν, κατὰ τοὺς παρα-
1804δεχομένους τὸ μετακλητὸν τῆς κυρώσεως, ἑπομένως καὶ τῆς
1805μὴ κυρώσεως, νὰ ἐπέρχηται καὶ μετὰ τὸ δίμηνον ἡ κύρωσις,
1806προχρονολογουμένη, τοῦθ’ ὅπερ θὰ ἦτο εἰδεχθὴς τοῦ Συν-
1807τάγματος καταδολίευσις.
1808§104Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ἀπὸ τοῦ 1873
1809οὐδεμία ἐγένετο δημοσίευσις νόμου μετὰ παρέλευσιν τῶν δύο
1810μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου, καθ’ ἣν ἐψηφίσθη.
1811§105ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Πρὸ τούτου ὅμως;
1812§106ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πιστεύω, διότι οὐδεὶς ἐπεκαλέσθη
1813τοιοῦτο προηγούμενον κατὰ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν
1814περὶ τοῦ θέματος ἐν ἔτει 1873. Θὰ ἐγίνετο δὲ πιθανῶς
1815μνεία τοῦ προηγουμένου, ἂν ὑπῆρχε.
1816§107ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐπειδὴ δὲ ἐξ οὐδενὸς μὲν τῶν Συν-
1817ταγμάτων ἠδυνήθησαν νὰ ἀρυσθῶσιν ἐπιχειρήματα πρὸς
1818ὑποστήριξιν τῶν ἰδεῶν αὐτῶν, οὐδενὸς δὲ τῶν συγγραφέων
1819νὰ προσκομίσωσιν ἐνταῦθα γνώμας, διότι καὶ τοῦ Rönne
1820ἡ μεμονωμένη γνώμη εἶναι ἀνωφελὴς ἐπὶ τοῦ προκειμένου,
1821ἐφ’ ὅσον περιορίζει τὸ πρὸς ἀνάκλησιν τῆς κυρώσεως δι-
1822καίωμα μέχρι τῆς ἀνυπάρκτου promulgation, ἐν τοιαύτῃ
1823ἐλλείψει παντὸς ἄλλου καταφυγίου ἠκούσατε θεωρίας γη-
1824γενεῖς ἐντεῦθεν καὶ περιέργους ὀλίγον· τίνα π. χ.; ὅτι οὐ-
1825δεὶς δύναται νὰ κωλύσῃ τὴν ἀνάκλησιν τῆς κυρώσεως πρά-
1826ξεως μὴ δημοσιευομένης, ἀλλ’ ἐν τῷ ἀφανεῖ γινομένης; Τοῦ
1827ἐπιχειρήματος τούτου δὶς ἐποιήσατο χρῆσιν ὁ κ. Ὑπουρ-
1828γὸς τῆς Δικαιοσύνης· ἀναγινώσκω δὲ τὰς σχετικὰς περικο-
1829πὰς ἐκ τῆς δημοσιευθείσης ἀγορεύσεώς του: «Καὶ τίς δύ-
1830ναται, Κύριοι, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ν’ ἀμ-
1831φισβητήσῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἐν ὅσῳ δὲν προ-
1832βαίνει εἰς τὴν πρᾶξιν τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, τὸ δι-
1833καίωμα τοῦ ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν γενομένην ἤδη ἐν τῷ ἀφα-
1834νεῖ κύρωσιν καὶ ἔκδοσιν τοῦ νόμου;» Καὶ περαιτέρω πά-
1835λιν: «Ἀλλ’ ἡ κύρωσις ἡ ἤδη γενομένη ἐν τῷ ἀφανεῖ, ἀφοῦ
1836δὲν ἔλαβεν ὕπαρξιν, ἀφοῦ δὲν ἐξωτερικεύθη διὰ τῆς δημοσιεύ-
1837σεως, τῆς μόνης διδούσης τὸ φύσημα τῆς ζωῆς εἰς τὸν
1838νόμον, ἦτο δεκτικὴ ἀνακλήσεως. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἐπιτρέπη-
1839ται δι’ ἄλλων κανόνων νὰ ῥυθμίζηται τὸ πρέπον καὶ νὰ
1840ἑρμηνεύωνται οἱ νόμοι ἐν τῷ ἀφανεῖ, γνωρίζω ὅμως καὶ
1841βεβαιῶ, ὅτι τὸ στάδιον τὸ ἀπὸ τῆς κυρώσεως τοῦ νόμου μέ-
1842χρι τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ δὲν εἶναι στάδιον ἐν τῷ ἀφα-
1843νεῖ ὁλόκληρον διατελοῦν.» Περὶ τούτου διακόψας ὁ ἐκ Ναυ-
1844πλίας κ. Βουλευτὴς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης
1845ταῦτα λέγοντα, ἠρώτησεν, ὡς ἀναγινώσκω ἐν τῇ ἀγορεύ-
1846σει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ: «Μὲ συγχωρεῖτε μίαν ἐρώτησιν; Ἡ
1847ἀνάκλησις αὕτη δύναται νὰ γείνῃ σιωπηρῶς;» Ὁ κύριος
1848Ὑπουργὸς ἀπήντησε: «Τὸ Ὑπουργεῖον ἐπιστρέφει τὴν ὑπο-
1849γραφὴν τοῦ Βασιλέως». Ὁ κ. Ποταμιάνος ἐπανέλαβεν: «Καὶ
1850ἀφοῦ κατεχωρίσθη εἰς τὸν κώδικα τῶν νόμων, καὶ ἀφοῦ
1851ἀπετελειώθη ἥ τε κύρωσις καὶ ἡ promulgatio;» «Κύριε
1852Βουλευτὰ, γνωρίζετε πολὺ καλὰ, ὅτι, ἐν ὅσῳ ὁ νόμος δὲν
1853δημοσιεύεται, μένει εἰς τὸ συρτάρι τοῦ Ὑπουργοῦ.» Ὁ κ.
1854Ποταμιάνος ἐπεῖπε: «Κακῶς μένει». Ὁ κ. Ὑπουργὸς
1855ἀπήντησε: «Νὰ τὰ μεταβάλητε ὑμεῖς, ὅταν ἔλθητε
1856Ὑπουργός».
1857Ταῦτα, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Ἀπὸ τῆς κυρώσεως ὁ
1858νόμος μέχρι τῆς δημοσιεύσεως δὲν μένει διαρκῶς εἰς τὸ συρ-
1859τάριον» τοῦ Ὑπουργοῦ μεταξὺ τῆς κυρώσεως καὶ τῆς δη-
1860μοσιεύσεως τοῦ νόμου μεσολαβεῖ καὶ ἄλλη τις πρᾶξις, θέ-
1861τουσα τέρμα εἰς τὸ ἀφανές, μεσολαβεῖ ἡ σφράγισις τοῦ νό-
1862μου διὰ τῆς μεγάλης σφραγῖδος τοῦ Κράτους καὶ ἡ κατα-
1863χώρισις αὐτοῦ ἐν τῷ Κώδικι τῶν νόμων, ἐν τῷ ὁποίῳ μόνον
1864κεκυρωμένοι καὶ τέλειοι νόμοι καταχωρίζονται, οὕτω δὲ
1865τίθεται, ὡς εἶπον, τέρμα ὁριστικὸν εἰς τὸ ἀφανὲς, καὶ προά-
1866γεται ὁ νόμος εἰς τὸ ἐμφανές. Τοῦ νόμου τὸ πρωτότυπον,
1867τὸ φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως, ἀφ’ ἧς στιγμῆς
1868σταλῆ παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον
1869τῆς Δικαιοσύνης καὶ τεθῇ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ μεγάλη σφραγὶς τοῦ
1870Κράτους καὶ λάβῃ ὁ νόμος τὸ ὄνομα αὐτοῦ, καταχωριζό-
1871μενος ἐν τῷ Κώδικι τῶν νόμων, δὲν περιέρχεται πλέον εἰς
1872χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις εἰσηγήσατο τὴν ψήφισιν καὶ
1873προσυπέγραψε τὴν κύρωσιν αὐτοῦ· ἔφυγεν ἀπὸ τῶν χειρῶν
1874ἐκείνου, καὶ κατετέθη ἐν τῷ ἀρχείῳ, ἐν ᾧ φυλάττονται
1875ἀσφαλῶς πάντες ἀνεξαιρέτως οἱ κυρωθέντες νόμοι τοῦ Κρά-
1876τους, ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ᾖ οὕτω δυνα-
1877τὸν καὶ μετὰ ἔτη πολλὰ καὶ μετὰ αἰῶνας νὰ εὑρίσκηται
1878τὸ πρωτότυπον τοῦ νόμου καὶ νὰ γίνηται πρὸς αὐτὸ παρα-
1879βολὴ παντὸς λελανθασμένου ἢ παραπεποιημένου δημοσιεύ-
1880ματος αὐτοῦ.
1881Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης φυλάσσονται ὅλων
1882τῶν νόμων τὰ πρωτότυπα, ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι, ὅτε κατὰ
1883τὸ 1875 ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἡ ὀφείλουσα νὰ γνωμο-
1884δοτήσῃ περὶ τῆς ἀκυρώσεως τῶν ψευδῶν νόμων, τῶν ἐπὶ τοῦ
1885μακαρίτου Βούλγαρη ἐκδοθέντων, ἔσχεν ἀνάγκην τῶν πρω-
1886τοτύπων τῶν νόμων, διὰ νὰ ποιήσηται χρῆσιν αὐτῶν καὶ
1887ἐν τῷ δικαστηρίῳ, παρ’ ᾧ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσω-
1888πεύω τὴν Βουλὴν, ἐζήτησεν αὐτὰ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου
1889τῆς Δικαιοσύνης, ὅπερ, διὰ νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς τὴν ἀντιπρο-
1890σωπείαν τῆς Βουλῆς τὰ πρωτότυπα τῶν νόμων, ἀπῄτησε
1891καὶ ἐγένοντο πρωτόκολλα περὶ τῆς παραλαβῆς αὐτῶν, ὑπο-
1892γεγραμμένα ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, προσαρτηθέντα δὲ εἰς τὸν
1893Κώδικα τῶν νόμων, διὰ νὰ δικαιολογήσωσιν ἡμέραν τινὰ,
1894ἂν τυχὸν παρέπιπτον οἱ νόμοι ἐκεῖνοι, τὴν ἔλλειψιν αὐτῶν.
1895Ἀφ’ ἧς λοιπὸν στιγμῆς στέλλεται πρὸς σφράγισιν καὶ
1896καταχώρισιν ἐν τῷ Κώδικι ὁ νόμος, ἐξέρχεται πλέον τοῦ
1897ἀφανοῦς, διότι καθίσταται γνωστὸς οὐ μόνον τοῖς ὑπαλλή-
1898λοις τοῦ Ὑπουργείου τοῦ ἁρμοδίου καὶ τοῖς τοῦ Ὑπουργείου
1899τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ παντὶ τῷ ὁπωσδήποτε λαμ-
1900βάνοντι γνῶσιν τοῦ Κώδικος τῶν νόμων, ὅστις βεβαίως δὲν
1901εἶναι βιβλίον ἀπόκρυφον καὶ ὅστις θέλει βεβαιοῖ πάντοτε
1902ἐπισήμως, ὅτι ἐψηφίσθη καὶ ἐκυρώθη καθ’ ὡρισμένην ἡμέ-
1903ραν νόμος φέρων ὄνομα ἐξ ὡρισμένων στοιχείων, ὑπὸ τὰ
1904ὁποῖα οὐδεὶς πλέον ἄλλος νόμος δύναται νὰ καταχωρισθῇ.
1905Ἐν τῇ σειρᾷ τῶν νόμων, ἐν τῷ Κώδικι, θέλει εὑρίσκεσθαι
1906πάντοτε καταγεγραμμένος ὁ νόμος ͵ΒΡΙΕʹ τῆς 22 Δεκεμ-
1907βρίου 1893, τὸν ὁποῖον, ἐὰν μετὰ τὴν τοιαύτην καταχώ-
1908ρισιν ἐπετρέπετο ἡ ἀνάκλησις τῆς κυρώσεως αὐτοῦ, μάτην
1909ἤθελον ζητεῖ οἱ μεταγενέστεροι μεταξὺ τῶν νόμων τοῦ
1910Κράτους ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Ἤθελεν οὕτω
1911δημιουργηθῆ ἀκατανόητος κατηγορία νόμων ἀγνώστου δια-
1912μονῆς, νόμων ἀφάντων, ἐψηφισμένων μὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς,
1913κυρωθέντων δὲ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, σφραγισθέντων μετὰ τὴν
1914κύρωσιν καὶ καταχωρισθέντων ἐν τῷ Κώδικι τῶν νόμων,
1915ἐκμηδενισθέντων δὲ ἄνευ τῆς μεσολαβήσεως τῆς νομοθετι-
1916κῆς ἐξουσίας καὶ οὐδαμοῦ εὑρισκομένων. Δὲν ὑπάρχει εὐτυ-
1917χῶς μέχρι σήμερον τοιοῦτον παράδειγμα· δὲν συνέβη ποτὲ
1918αὐτὸ, διότι ποτὲ δὲν ἐγεννήθη εἴς τινος τὸν νοῦν ἡ ἰδέα,
1919ὅτι δύναται νὰ ζητήσῃ ἀνάκλησιν κυρώσεως νόμου μετὰ
1920τὴν σφράγισιν τοὐλάχιστον καὶ τὴν ἐν τῷ Κώδικι κατα-
1921χώρισιν αὐτοῦ. Ἂν παραβάλητε ὁλόκληρον τὸν Κώδικα
1922τῶν νόμων πρὸς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, θέλετε
1923εὕρει ἐν αὐτῇ πάντας ἀνεξαιρέτως τοὺς ἐν τῷ Κώδικι κατα-
1924κεχωρισμένους νόμους, οὐχὶ ὅμως καὶ τὸν περὶ συστάσεως
1925ὀγδόου Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθη χθὲς ὁ ἐκ Μεγαρί-
1926δος φίλος συνάδελφος.
1927§108ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὗτος δὲν ἐσφραγίσθη.
1928§109ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἀκριβῶς διότι δὲν ἐσφραγίσθη καὶ δὲν
1929κατεχωρίσθη ἐν τῷ Κώδικι τῶν νόμων. Δὲν εἶναι ἑπομένως
1930ἄρτιον τὸ ἐξ αὐτοῦ ἐπιχείρημά σας, διότι ὁ νόμος ὁ περὶ
1931ὀγδόου Ὑπουργείου εὑρέθη ἐν τῷ σταδίῳ ἐκείνῳ τῷ ἀφανεῖ,
1932περὶ οὗ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὡμίλησε, κυρωθεὶς
1933μὲν, ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς βεβαιοῖ, μὴ
1934σφραγισθεὶς δὲ, μηδὲ καταχωρισθεὶς ἐν τῷ Κώδικι τῶν νό-
1935μων, ἐνῷ ὁ περὶ οὗ πρόκειται νόμος ͵ΒΡΙΕʹ καὶ ἐσφραγί-
1936σθη καὶ κατεχωρίσθη. Σημειωτέον δὲ, ὅτι ὡς πρὸς τὸν νό-
1937μον ͵ΒΡΙΕʹ τὸ ἐν τῷ ἀφανεῖ στάδιον οὐδόλως ὑπῆρξε, διότι
1938οὗτος αὐθημερὸν ἐκυρώθη καὶ ἐσφραγίσθη καὶ κατεχωρίσθη
1939ἐν τῷ Κώδικι. Δὲν εἶναι λοιπὸν πρόσφορον τὸ ἐπιχείρημα,
1940τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος συνάδελφος μετεχειρί-
1941σθη, πειραθεὶς νὰ ἀντλήσῃ ἐκ τῆς νομολογίας δικαιολο-
1942γίαν, ἀφοῦ τοιαύτην δὲν εὕρισκεν ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, οὐδ’ ἐν
1943τῷ Συντάγματι. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ κ. Δρα-
1944γούμης, προσεκτικὸς καὶ λεπτολογῶν πάντοτε περὶ πάντα
1945καὶ περὶ τὰς λέξεις, καθ’ ὃν τρόπον προχθὲς ἠγόρευσεν, ἐνε-
1946δείκνυε διὰ τῆς λεπτῆς του ἐκείνης προσοχῆς ὅτι δὲν ὑπε-
1947στήριζε πορίσματα ἐκ τῆς ἐπιστήμης, ἀλλ’ ἐζήτει παρα-
1948δείγματα ἐκ τῆς παρ’ ἡμῖν συνταγματικῆς, οὕτως εἰπεῖν,
1949νομολογίας, ἣν δὲν ἐχαρακτήρισε πάλιν ὡς ἀναγνωρίζουσαν
1950ἀπολύτως τὸ ἀνακλητὸν τῆς κυρώσεως, ἀλλὰ περὶ ἧς
1951ἁπλῶς εἶπεν, ὅτι ἐπικρατεῖ ἡ γνώμη περὶ τοῦ μετακλητοῦ.
1952§110ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρ’ ἡμῖν.
1953§111ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶπον· δὲν μοὶ διέφυγε
1954τὴν προσοχήν.
1955§112ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπέβλεψα εἰς τὰ παρ’ ἡμῖν.
1956§113ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἡ λέξις ἔδωκε πρὸς ἐμὲ τὸ μέτρον τῆς
1957ἐκτιμήσεως τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἐπειράθητε νὰ ὑποστη-
1958ρίξητε ὡς οὐχὶ ἀλλοτρίας τῆς παρ’ ἡμῖν συνταγματικῆς
1959νομολογίας, ἀλλ’ ὡς προερχομένας ἐξ ἐπιστημονικῆς με-
1960λέτης τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἢ ἐκ μελέτης
1961συγγραφέων σχολιασάντων αὐτό.
1962§114ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἔδωκα τὰς πηγάς μου.
1963§115ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν ἐδώκατε αὐτάς· ἐνεδείξατε ὅμως,
1964ὅτι ἐκ τῆς νομολογίας τῆς συνταγματικῆς τῆς παρ’ ἡμῖν
1965ἀντλεῖτε τὰ ἐπιχειρήματα.
1966§116ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ὁποία βεβαίως, ἐστηρίζετο εἰς με-
1967λέτας.
1968§117ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι τὸ πιστεύετε, ἀλλὰ καὶ
1969ἂν δὲν τὸ πιστεύητε, δικαιοῦσθε νὰ τὸ ἐπικαλεσθῆτε.
1970§118ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀρκεῖ ὅτι ἀναφέρει τις τὸν Προβελέγ-
1971γιον, ὅστις, οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι δὲν ἐμελέ-
1972τησε.
1973§119ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἐμνήσθημεν
1974τοῦ ὀνόματος καὶ διασήμου καθηγητοῦ, τοὐναντίον μετὰ
1975πολλῶν ἄλλων διδάσκοντος. Πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης
1976του ὁ κ. Δραγούμης ἐπεκαλέσθη καὶ ἐπιχείρημα ἄλλο ἐξ
1977ἀντιδιαστολῆς. Εἶπεν ὁ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς, ὅτι
1978πλὴν τοῦ ἐκ τῆς νομολογίας τούτου ἐπιχειρήματος εὑρίσκει
1979ὅτι βεβαίως δὲν ἐνόησε τὸ Σύνταγμα ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν
1980ἀνάκλησιν τῆς κυρώσεως, διότι οὐδαμοῦ ἀπαγγέλλει τὴν
1981ἀπαγόρευσιν ταύτην· ὅπου δὲ, εἶπεν ὁ ἐκ Μεγαρίδος κ.
1982Βουλευτής, τὸ Σύνταγμα ἠθέλησε νὰ ἀπαγγείλῃ ἀπα-
1983γόρευσιν, τὴν ἀπήγγειλε ῥητῶς, καθὼς ἐν τῷ ἄρθρῳ διὰ
1984τοῦ ὁποίου ἀπηγόρευσε τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως νό-
1985μου. Καλῶς ἀντελήφθην τοῦ ἐπιχειρήματός σας;
1986§120ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
1987§121ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Οὐδ’ αὐτὸ ὅμως τὸ ἐπιχείρημα εὑρί-
1988σκω ἰσχυρότερον τοῦ ἄλλου. Ὅ,τι δὲν ἐπιτρέπει τὸ Σύν-
1989ταγμα, καὶ δὲν τὸ ἀπαγορεύει πάντοτε ῥητῶς. Τὸ Σύνταγ-
1990μα ἀναγράφει κατὰ κανόνα τί ἐπιτρέπει, τί δύναται κατ’
1991αὐτὸ νὰ γίνεται. Ἐὰν ἀνέγραφε ῥητῶς καὶ τὴν ἄπειρον
1992ποικιλίαν τῶν δι’ αὐτοῦ μὴ ἐπιτρεπομένων, θ’ ἀπετελεῖτο
1993τὸ Σύνταγμα ἀπὸ τόμους ἴσως ὁλοκλήρους. Ἐὰν δὲ παρα-
1994δεχθῆτε ὡς ὀρθὴν τὴν βάσιν τοῦ ἐξ ἀντιδιαστολῆς τού-
1995του ἐπιχειρήματός σας, ὅτι δηλ. ἐπιτρέπεται πᾶν ὅ,τι ῥη-
1996τῶς δὲν ἀπαγορεύεται, τότε διὰ τοῦ ἰδίου συλλογισμοῦ
1997ὀφείλετε νὰ κύψητε ὑπὸ τὴν δύναμιν ὁμοίου καὶ ἰσοδυνάμου
1998ἐπιχειρήματος περὶ τοῦ ὅτι τὸ Σύνταγμα, μὴ ἀπαγορεῦον
1999ῥητῶς τὴν ἄνευ ἐκδόσεως εἰδικοῦ διατάγματος δημοσίευσιν
2000νόμου παρὰ Κυβερνήσεως διαδεχθείσης τὴν προσυπογράψα-
2001σαν κατὰ τὴν κύρωσιν αὐτοῦ, ἄρα ἐπιτρέπει ταύτην. Τοι-
2002οῦτον ἐπιχείρημα ἐγὼ μὲν δὲν ἐπεκαλέσθην, διότι δὲν θεωρῶ
2003αὐτὸ ὀρθὸν, ὑμεῖς δὲ βεβαίως δὲν ἀποδέχεσθε, διότι τοῦτο
2004ἀποδεχόμενοι ὁμολογεῖτε ὅτι παρεβιάσατε τὸ Σύνταγμα,
2005ἀναστείλαντες δι’ ἐγκυκλίου τὴν ἐκτέλεσιν νόμου, ὅπερ ἀνα-
2006γνωρίζετε μὲν δι’ ἄλλους λόγους ἐνδομύχως, δὲν εἶσθε ὅμως
2007διατεθειμένοι νὰ ὁμολογήσητε. Διάταξις ἀπαγορεύουσα τὴν
2008τοιαύτην δημοσίευσιν βεβαίως δὲν ὑφίσταται.
2009§122ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν).
2010Θὰ σᾶς τὴν ὑποδείξωμεν κατόπιν· ἴσως τὴν λησμονεῖτε.
2011§123ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπι-
2012τρέπεται νὰ διατάξῃ καὶ ἐκτελέσῃ τὴν δημοσίευσιν Ὑπουρ-
2013γὸς, ὅστις δὲν ἔχει προσυπογράψει τὴν κύρωσιν;
2014§124ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἴπομεν ἡμεῖς τοῦτο.
2015§125ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἀφήσατε λοιπὸν κατόπιν νὰ μοὶ ἐξη-
2016γήσητε τί εἴπετε.
2017Ὡμίλησα ἴσως μακρότερον τοῦ πρέποντος ὡς πρὸς τὸ
2018ζήτημα τῆς ἀνακλήσεως τῆς κυρώσεως, διότι ἔχω τὴν γνώ-
2019μην, ὅτι αὕτη συνταγματικῶς δὲν δύναται νὰ ὑποστηρι-
2020χθῇ. Καὶ εἶναι μὲν ἴσως δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσιν ὡς εὐλογο-
2021φανές τινες ἀνάγκης ἀνεχόμενοι οἱ θεωροῦντες τὴν ἀνά-
2022κλησιν ὡς δυναμένην νὰ ἐπιτραπῇ δι’ ἐξαιρετικοὺς λόγους
2023πολὺ σπουδαίους, ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος δὲν καταχωρίζεται ἐν
2024τῷ Κώδικι τῶν νόμων, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ὅμως τῆς ἐν τῷ
2025Κώδικι καταχωρίσεώς του καὶ περαιτέρω, βεβαίως περὶ
2026ἀνακλήσεως τῆς κυρώσεως δὲν δύναται νὰ γένηται λόγος.
2027Ἀλλ’ οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἡ λύ-
2028σις, καὶ ἐὰν παραδεχθῇ τις τὴν ἀνάκλησιν ἐπιτρεπομένην
2029καὶ μετὰ τὴν καταχώρισιν τοῦ νόμου ἐν τῷ Κώδικι, εἰς τί
2030τοῦτο ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὠφελεῖ; Ἐγένετο ἐπὶ τοῦ προ-
2031κειμένου ἀνάκλησις τῆς κυρώσεως; Ἰσχυρίζεταί τις, ὅτι
2032ὑπῆρξε πρᾶξίς τις περὶ ἀνακλήσεως τοιαύτης, ἢ ἔγγραφόν
2033τι, ἢ ἔστω καὶ ἁπλοῦν σημείωμα, ἐνδεικνύον ἔστω καὶ
2034ἁπλῆν πρόθεσιν ἀνακλήσεως τῆς κυρώσεως; Οὐδαμῶς. Οἱ
2035διαδεχθέντες τοὺς προσυπογράψαντας εἰς τὴν κύρωσιν καὶ
2036τὴν ἐντολὴν πρὸς δημοσίευσιν τοῦ νόμου, ΒΡΙΕʹ εὗρον τὸ
2037ἀντιπεφωνημένον ἀντίγραφον αὐτοῦ, νόμου δηλαδὴ ἐγκύρως
2038ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθέντος, ἐντὸς τῆς προθεσμίας τῆς
2039συνταγματικῆς κυρωθέντος, φέροντος τὴν νενομισμένην ἐν-
2040τολὴν πρὸς δημοσίευσιν καὶ ἐκτέλεσιν, σφραγισθέντος καὶ
2041καταχωρισθέντος ἐν τῷ Κώδικι τῶν νόμων, ἑτοίμου δὲ πρὸς
2042δημοσίευσιν καὶ μὴ περιέχοντος οὐδὲν σημεῖον, δυνάμενον νὰ
2043ἐνδείξῃ, ὅτι ἐγένετο ἀνάκλησις τῆς κυρώσεως αὐτοῦ, καὶ ἐν-
2044θυμηθέντες ὅτι ὑπέχουσιν εὐθύνην ἐπὶ τῇ μὴ δημοσιεύσει
2045καὶ ἐκτελέσει τῶν νόμων, ἔστειλαν αὐτὸ πρὸς δημοσίευσιν.
2046Πρὸς τί λοιπὸν ὁ τοιοῦτος ἀγὼν πρὸς ὑποστήριξιν καὶ δι-
2047καιολογίαν τοῦ ἀνακλητοῦ τῆς κυρώσεως, ἀφοῦ ἐπὶ τοῦ
2048προκειμένου δὲν ἔχομεν ἀνάκλησιν; Ἐκ τοῦ ὅτι δὲ ὁ Βα-
2049σιλεὺς ἐπέτρεψε καὶ ἀπεδέχθη τὴν δημοσίευσιν καὶ ἐκτέλε-
2050σιν τοῦ νόμου ἐκείνου, ἐναργῶς ἀποδεικνύεται, ὅτι οὔτε ἀνά-
2051κλησις κυρώσεως οὔτε σκέψις τοιαύτη ἐγένετο. Ἀλλὰ τί
2052λοιπὸν ἐνδεικνύει, ἐρωτῶσιν, αὐτὴ ἡ ἐπὶ τετράμηνον παρα-
2053κράτησις τοῦ νόμου, κυρωθέντος ἤδη ὑπὸ τοῦ Βασι-
2054λέως; Ἀπαντῶ, ὅτι αὕτη προδήλως ἐνδείκνυσιν ἀνοχὴν ἢ
2055καὶ συναίνεσιν τοῦ Βασιλέως εἰς ἀναβολὴν τῆς δημοσιεύ-
2056σεως αὐτοῦ, ἀφοῦ ἡ πρὸς τοῦτο συνταγματικὴ προθεσμία
2057τοῦ διμήνου ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου ὑφίστατο πάντοτε,
2058ἔληγε δὲ, νομίζω, κατὰ μῆνα Ἰούνιον. Ἐξέδραμον ὅμως οἱ
2059ἀντιφρονοῦντες καὶ ἐπὶ τὴν ἱστορίαν τοῦ νόμου καὶ ἐπὶ τὴν
2060οὐσιαστικὴν ἐκτίμησιν τῶν διατάξεων αὐτοῦ, καὶ ὑπέμνη-
2061σαν ἡμῖν, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος προὐτάθη καὶ ἐψηφίσθη, ἵνα
2062χρησιμεύσῃ πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ ἀποτυχόντος πολυ-
2063θρυλήτου ἐκείνου δανείου. Ἀγνοῶ πρὸς τί ἡ ἐπὶ ταῦτα
2064ἐκδρομὴ ἐγένετο, ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι καὶ οἱ δημοσιεύσαντες
2065αὐτὸν διάδοχοι τῶν πρὸς πραγματοποίησιν ἐπίσης δανείου
2066ἐχρησιμοποίησαν αὐτὸν καὶ τὰς ἐξ αὐτοῦ προσόδους.
2067Ἀλλ’ ἀρνεῖσθε, ἐρωτῶσιν ἡμᾶς, ὅτι πολλάκις ψηφίζονται
2068νόμοι πρὸς ὡρισμένον σκοπὸν, ἢ πρὸς διαῤῥύθμισιν ὡρισμέ-
2069νης καταστάσεως, καὶ ὅτι, τοῦ σκοποῦ ἐκείνου ματαιωθέντος,
2070ἢ τῆς καταστάσεως ἐκείνης ἐκλειψάσης, ἐπιβάλλεται ἡ μὴ
2071ἐκτέλεσις τῶν νόμων, ἥτις πολλάκις δύναται καὶ ἐπιβλα-
2072βεῖς συνεπείας νὰ ἔχῃ; Βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ,
2073ὅτι πολλάκις ψηφίζονται νόμοι ἕνεκα τοιούτων λόγων καὶ
2074πρὸς τοιούτους σκοποὺς, οὐδ’ ὅτι τῶν λόγων ἐκλιπόντων
2075καὶ τῶν σκοπῶν ματαιωθέντων εἶναι δυνατὸν ἐνίοτε τῶν
2076τοιούτων νόμων ἡ ἐκτέλεσις ν’ ἀποβῇ ἐπιβλαβής. Ἀλλὰ
2077ὁμολογῶν ταῦτα, οὐδόλως ἐννοῶ, ὅτι ἐπιτρέπεται διὰ τοῦτο
2078ἡ αὐθαίρετος καταστροφὴ τῶν νόμων καὶ ἡ παραβίασις τοῦ
2079Συντάγματος. Ὁσάκις ὑπάρχουσι λόγοι, ἐπιβάλλοντες τὴν
2080μὴ ἔναρξιν τῆς ἐκτελέσεως τοιούτων νόμων πρὸ τῆς ἐπε-
2081λεύσεως ὡρισμένων γεγονότων ἢ περιστάσεων, ἡ στοιχειώ-
2082δης κυβερνητικὴ πρόνοια ἐξασφαλίζει τὴν τοιαύτην ἀνάγ-
2083κην, περιλαμβάνουσα ἐν τῷ νόμῳ διάταξιν, καθ’ ἣν ἡ
2084ἡμέρα τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος αὐτοῦ θέλει ὁρισθῆ κατόπιν
2085διὰ Βασιλικοῦ διατάγματος. Τοιαῦται στοιχειώδους κυβερ-
2086νητικῆς προνοίας διατάξεις πλειστάκις περιελήφθησαν εἰς
2087νόμους παραπλησίας φύσεως. Καὶ αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγ-
2088ματος οὕτως ἐτηρήθησαν, καὶ οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἐγκύρως καὶ
2089ἐγκαίρως ἐδημοσιεύθησαν, καὶ ἡ ἰσχὺς καὶ ἐκτέλεσις αὐτῶν
2090ἐκανονίσθη συμφώνως πρὸς τοὺς σκοποὺς, δι’ οὓς ἐψηφίσθη-
2091σαν, καὶ προελήφθη πᾶσα ἀκοσμία καὶ πᾶσα σπασμωδικὴ
2092κατὰ τῶν νόμων καὶ κατὰ τῆς λογικῆς ἔφοδος, οἵαν μαρ-
2093τυρεῖ ἡ ἐγκύκλιος, περὶ ἧς συζητοῦμεν, καὶ τὰ ἐπιχειρή-
2094ματα, ἅπερ πρὸς δικαιολόγησιν αὐτῆς ἀκούομεν.
2095Δὲν εἶναι λοιπὸν αἱ περιστάσεις καὶ ὁ λόγος τοῦ νόμου
2096δικαιολογία εὐπρόσωπος καὶ λογικὴ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν
2097ὁποῖον ὁ νόμος ἐτέθη ἐκ μέσου, διότι, ἐπαναλαμβάνω, πρό-
2098νοια κοινὴ καὶ συνήθης ἠδύνατο νὰ προλάβῃ πάντα ταῦτα.
2099Τὸ πταῖσμα δὲ καὶ ἡ παράλειψις τοῦ καθήκοντος τῶν κυρίων
2100Ὑπουργῶν οὐδόλως συντελεῖ εἰς ἑρμηνείαν τῶν νόμων, οὐδὲ
2101δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν παραβίασιν αὐτῶν.
2102Εἴπομεν ἤδη, ὅτι ὁ νόμος ͵ΒΡΙΕʹ ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ
2103Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὀρθῶς ἐδημοσιεύθη. Τὴν
2104δημοσίευσιν ταύτην πειρῶνται νὰ χαρακτηρίσωσιν ἄκυρον,
2105διότι οἱ ὑπογεγραμμένοι ἐν τῷ νόμῳ Ὑπουργοὶ δὲν ἦσαν
2106Ὑπουργοὶ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς δημοσιεύσεως, καὶ ἑπο-
2107μένως δὲν ὑπάρχει ὁ ὑπεύθυνος. Δὲν ὑπάρχει ὁ ὑπεύθυνος
2108ἐπὶ τῇ κυρώσει καὶ ἐπὶ τῇ ἐντολῇ πρὸς δημοσίευσιν καὶ
2109ἐκτέλεσιν; Βεβαίως ὑπάρχει, διότι αἱ ὑπογραφαὶ, αἱ παρὰ
2110τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως, τὴν κυροῦσαν καὶ δίδουσαν
2111τὴν ἐντολὴν τῆς δημοσιεύσεως καὶ τῆς ἐκτελέσεως, εἶναι
2112ἀναμφισβητήτως ὑπογραφαὶ Ὑπουργῶν, ὄντων τοιούτων
2113καθ’ ἣν ἡμέραν ὑπέγραφον. Λοιπὸν ἔχομεν τὸν ὑπεύθυνον,
2114ἐὰν ὑπάρχῃ εὐθύνη, ἐπὶ τῇ κυρώσει, ἔχομεν τὸν ὑπεύθυνον
2115ἐπὶ τῇ ἐντολῇ πρὸς δημοσίευσιν καὶ ἐκτέλεσιν· ἰσχυρίζονται
2116ὅμως καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἔγκυρος ὁ νόμος, διότι ἐλλείπει ὁ
2117ὑπεύθυνος ἐπὶ τῇ ἐκτελέσει τῆς πράξεως τῆς δημοσιεύσεως,
2118ἐπὶ τῇ καταχωρίσει ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως,
2119διότι ἐπὶ τῇ ἐντολῇ πρὸς δημοσίευσιν ἀναμφισβητήτως
2120ὑπάρχει, ὡς εἴπομεν, ὁ ὑπεύθυνος· οὐδὲ ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω
2121τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργοῦ τοὺς ἰσχυρισμοὺς,
2122ὅτι τὸ «δημοσιευθήτω» δὲν ἀποτελεῖ ἐντολὴν πρὸς δημο-
2123σίευσιν, ἀλλ’ ἀποτελεῖ πίστωσιν τοῦ ὅτι ὁ νόμος κατηρτί-
2124σθη διὰ τῆς κυρώσεως. Ὑπάρχοντος λοιπὸν ἀναντιῤῥήτως
2125τοῦ ὑπευθύνου ἐπὶ τῇ πρὸς δημοσίευσιν διδομένῃ βασιλικῇ
2126ἐντολῇ, δὲν λείπεται ἄλλο ἢ τὸ γεγονὸς τῆς πρὸς τὸ τυπογρα-
2127φεῖον ἀποστολῆς, τῆς στοιχειοθετήσεως καὶ τῆς καταχωρί-
2128σεως. Θέλουσι καὶ ἐπὶ ταύταις ταῖς πράξεσιν ὑπευθύνους
2129Ὑπουργούς; Ἐὰν ὑπάρχωσι καὶ ἐπὶ ταύταις εὐθῦναι, βα-
2130ρύνουσιν ἀναμφισβητήτως τοὺς διαδόχους αὐτῶν Ὑπουργοὺς,
2131οἵτινες καὶ ἀπέστειλαν τὸν νόμον πρὸς δημοσίευσιν καὶ ἐνέ-
2132κριναν τὴν γενομένην ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως
2133δημοσίευσίν του. Ἀλλ’ ἐρωτῶσι: «ποῦ εἰσιν αἱ ὑπογραφαὶ
2134τῶν διαδόχων ἡμῶν, ἵνα ἔχωμεν αὐτοὺς ὑπευθύνους διὰ
2135τὴν ἐκτέλεσιν τῆς δημοσιεύσεως;» Πρὸς ὑποστήριξιν δὲ
2136τῶν τοιούτων ἰσχυρισμῶν των ἐγένετο πολλὴ καὶ σφαλερὰ
2137χρῆσις τοῦ ἄρθρου 30 τοῦ Συντάγματος, τοῦ ὁρίζοντος
2138ὅτι οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως ἰσχύει, οὐδ’ ἐκτελεῖται,
2139ἂν δὲν ἦναι προσυπογεγραμμένη παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουρ-
2140γοῦ, ὅστις διὰ μόνης τῆς ὑπογραφῆς του καθίσταται ὑπεύ-
2141θυνος. Τὸ ἄρθρον 30 τοῦ Συντάγματος δὲν κανονίζει βε-
2142βαίως τὰ τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, εἰμὴ ἐφ’ ὅσον
2143προσυπογράφουσι παρὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως. Θὰ
2144ἦσαν εὐτυχεῖς οἱ Ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶναι προωρισμένοι
2145νὰ ἐπισύρωσί ποτε ἐφ’ ἑαυτοὺς εὐθύνας, ἐὰν τὰς εὐθύνας αὐτῶν
2146πάσας καθώριζεν αὐτὸ τὸ ἄρθρον, ἐὰν δηλονότι αἱ εὐθῦναι
2147αὐτῶν περιωρίζοντο μόνον εἰς ὅσα διὰ τῆς ὑπογραφῆς αὐτῶν
2148ὑπὸ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως ἀπεφάσισαν ἢ διέταξαν.
2149Τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν περιέχεται κἂν εἰς τὸ περὶ Ὑπουργῶν
2150κεφάλαιον τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ εἰς τὸ περὶ Βασιλέως,
2151ἑπόμενον δ’ ἀμέσως τῷ ἄρθρῳ 29, τῷ κηρύσσοντι τὸ ἀνεύ-
2152θυνον τοῦ Βασιλέως, καθορίζει τὰ περὶ κύρους τῶν πράξεων
2153τοῦ Βασιλέως καὶ τὰς συνεπείας τῆς ἀρχῆς τοῦ ἀνευθύνου
2154τοῦ Βασιλέως, ἐπιβάλλον τὴν ἀνάγκην τῆς προσυπογρα-
2155φῆς τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, καθισταμένου διὰ μόνης τῆς
2156ὑπογραφῆς αὐτοῦ ὑπευθύνου. Ἀλλὰ τὸν Ὑπουργὸν δὲν
2157καθιστᾷ μόνη ἡ ὑπογραφὴ αὐτοῦ ὑπεύθυνον· ὁ Ὑπουργὸς
2158εἶναι ὑπεύθυνος διὰ μυριάδας πράξεων, περὶ τῶν ὁποίων
2159οὐδόλως ἀπαιτεῖται ὑπογραφὴ αὐτοῦ. Ὁ Ὑπουργὸς εἶναι
2160ὑπεύθυνος διὰ παραλείψεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐνίοτε ἐπιβλαβέ-
2161στεραι τῶν πράξεων καὶ περὶ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατὸν
2162νὰ ὑπάρχῃ ὑπογραφὴ αὐτοῦ. Ἐὰν λοιπὸν καὶ ἐπὶ τῇ κατα-
2163χωρίσει εἰς τὴν ἐφημερίδα ὑφίσταται εὐθύνη, ταύτην βε-
2164βαίως ὑπέχουσιν οἱ Ὑπουργοί, οἱ ἀποστείλαντες τὸν νόμον
2165πρὸς καταχώρισιν καὶ ἐγκρίναντες αὐτήν· ὀφείλω δὲ νὰ
2166ὁμολογήσω, ὅτι οὐδὲ ἤκουσά τινα αὐτῶν ἀγωνιζόμενον ἐν-
2167ταῦθα ν’ ἀποκρούσῃ ἀφ’ ἑαυτοῦ τοιαύτην εὐθύνην. Νομίζω
2168μάλιστα, ὅτι, ὀφείλων ἑκάστῳ τὸ οἰκεῖον νέμειν, ἔχω καθῆκον
2169νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν εὗρον ἐκ τῶν πραγμάτων δικαιο-
2170λογουμένην τὴν κατάκρισιν, ἣν ὁ ἐκ Μεγαρίδος ἀξιότιμος
2171συνάδελφος ἐποιήσατο κατὰ τῶν προκατόχων Ὑπουργῶν
2172περὶ τοῦ ὅτι, πολιτευθέντες ὡς ἐπολιτεύθησαν, ἐφρόντισαν
2173νὰ ἐπωφεληθῶσι μὲν τῶν ὠφελημάτων τῶν ἐκ τοῦ νόμου,
2174ν’ ἀποφύγωσι δὲ πᾶσαν ἐξ αὐτοῦ εὐθύνην. Τὴν κατάκρισιν
2175ταύτην ἤθελον θεωρήσει δικαιολογημένην, ἐὰν ἤκουον ἐν-
2176ταῦθα τοὺς δυναμένους καὶ ὀφείλοντας ν’ ἀντιπροσωπεύ-
2177σωσι τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν οὐδένα ἀπο-
2178λύτως ἔχω λόγον νὰ ὑπερασπίσω, πᾶν ὅ,τι δὲ λέγω τὸ λέγω
2179ἑκάστῳ τὸ οἰκεῖον νέμων, ἐὰν, ἐπαναλαμβάνω, ἤκουόν τινα ἐξ
2180ἐκείνων ἀγωνιζόμενον ν’ ἀποκρούσῃ τὴν εὐθύνην ταύτην· ἀλλὰ
2181τοὐναντίον συμβαίνει. Τοὺς δυναμένους νὰ θεωρηθῶσιν ὡς
2182ἀντιπροσωπεύοντες τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ἐγὼ ἀκούω κο-
2183πτομένους ὑπὲρ τοῦ κύρους τοῦ νόμου, τοῦ ἐπιβάλλοντος εἰς
2184αὐτοὺς εὐθύνας. Ἤκουσα ἐντεῦθεν λεγόμενον, ὅτι εἶναι ἐκεῖ-
2185νοι εὐτυχεῖς, διότι ἀποδεικνύεται ἄκυρος ὁ νόμος, καὶ ἐν
2186τούτοις βλέπω αὐτοὺς ἀγωνιζομένους καὶ ἱκετεύοντας, ἵνα
2187κηρύξητε αὐτὸν ἔγκυρον. Λοιπὸν, ἐὰν ὑπάρχῃ τις εὐθύνη,
2188ταύτην δὲν ματαιοῖ βεβαίως ἡ ἔλλειψις τῆς ὑπογραφῆς,
2189οὐδ’ εἶναι ἡ προσυπογραφὴ ὑπὸ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασι-
2190λέως ὁ μόνος τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς ἀναλαμ-
2191βάνει εὐθύνην.
2192Ὁ νόμος ἄρα εἶναι ἔγκυρος καὶ ἐγκύρως ἐδημοσιεύθη,
2193οὐδ’ ἀλλοιοῖ τὸ κῦρος τοῦ νόμου ἡ ἐπελθοῦσα ἐν τῷ μεταξὺ
2194κυβερνητικὴ μεταβολή. Ἡ ἐναντία θεωρία εἶναι μὲν ἀνυπο-
2195στήρικτος, εἰς πολλὰ δὲ ἄγει ἄτοπα. Εἶναι δυνατὸν νὰ συμ-
2196πέσῃ ν’ ἀποστείλῃ Κυβέρνησίς τις εἰς τὸ τυπογραφεῖον πρὸς
2197δημοσίευσιν νόμον παρ’ αὐτῆς ἐν τῇ κυρώσει προσυπογεγραμ-
2198μένον, ν’ ἀποχωρήσῃ δὲ αὕτη τῆς ἀρχῆς τὴν παραμονὴν
2199τῆς ἐν τῇ ἐφημερίδι καταχωρίσεως τοῦ νόμου, νὰ γένηται
2200δ’ αὕτη μετὰ τὴν ὅρκισιν τοῦ νέου Ὑπουργείου. Πρέπει
2201τάχα ἐν τῇ συμπτώσει ταύτῃ νὰ ἐνεργηθῇ ἀνάκρισις, ἵνα
2202ἐξακριβωθῇ, τίς καὶ τίνα ὥραν τῆς ἡμέρας ἔστειλε τὸ ἀντί-
2203γραφον τοῦ νόμου εἰς τὸ τυπογραφεῖον, ἵνα κρίνωμεν ἄν ὁ
2204νόμος ἦναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος;
2205Πολὺς ἐγένετο λόγος καὶ περὶ προηγουμένων πολλῶν,
2206κατὰ δεκάδας ἀριθμηθέντων, εἰς ἑκατοντάδα δ’ ἴσως ἀνελ-
2207θόντων νόμων καὶ διαταγμάτων, κυρωθέντων μὲν παρὰ Κυ-
2208βερνήσεων προκατόχων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δημοσιευ-
2209θέντων δὲ παρ’ αὐτοῦ ὡς διαδόχου τῶν κυρωσάντων, ἄνευ
2210προκλήσεως εἰδικοῦ περὶ τῆς δημοσιεύσεως διατάγματος,
2211καὶ ἤκουσα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δηλοῦντος πρὸς τὸν
2212ἀριθμήσαντα τοιαῦτα προηγούμενα κ. βουλευτὴν ἐκ Ναυ-
2213πλίας, ὅτι ὡς πρὸς πλεῖστα μὲν τῶν νομοθετημάτων ἐκεί-
2214νων δὲν ὑπάρχει ἀκυρότης, διότι φέρουσιν ὑπογραφὴν τοῦ
2215σφραγίσαντος ταῦτα Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τῆς δια-
2216δόχου Κυβερνήσεως, ὡς πρός τινα δὲ, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν
2217συμπίπτει τοῦτο, ὅτι θέλει ληφθῆ νομοθετικὴ πρόνοια, τὴν
2218ὁποίαν δὲν εἶδον μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης. Ἀλλὰ καὶ τὸ
2219ἐπιχείρημα τὸ ἐκ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ σφραγίσαντος τοὺς
2220νόμους ἐκείνους Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀπὸ τοῦ ὁποίου
2221ἐξηρτήθησαν ὡς ἀπὸ σανίδος σωτηρίας, ἵνα δυνηθῶσι νὰ
2222χαρακτηρίσωσιν αὐτοὺς ἐγκύρους...
2223§126ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύο εἶναι οἱ νόμοι.
2224§127ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δύο εἶναι οἱ μὴ φέροντες ὑπογραφὴν
2225Ὑπουργοῦ Δικαιοσύνης τῆς διαδόχου Κυβερνήσεως, περὶ
2226αὐτῶν δὲ τῶν δύο ὑπεσχέθητε νὰ λάβητε νομοθετικὴν πρό-
2227νοιαν, ἣν ἀκόμη δὲν ἐλάβετε. Ἤδη ὁμιλῶ περὶ τῶν ἄλλων,
2228τῶν πολλῶν, περὶ ὧν ἰσχυρίσθητε, ὅτι δὲν εἶναι ἄκυροι,
2229διότι ἐδημοσιεύθησαν μὲν παρ’ ἄλλων Κυβερνήσεων, ἀλλὰ
2230πρὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτῶν ἐγένετο ἡ σφράγισις ὑπὸ τοῦ
2231ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ τῆς διαδόχου Κυβερνή-
2232σεως, παραδεχθέντες οὕτω, ὅτι ἡ σφράγισις αὕτη ἐδημιούρ-
2233γει εὐθύνην τοῦ σφραγίσαντος Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῇ δημοσιεύσει
2234τοῦ νόμου. Τοῦτο θεωρῶ παράδοξον καὶ παράλογον. Ὁ
2235Ὑπουργὸς ὁ σφραγίζων εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης,
2236διότι αὐτὸς εἶναι ὁ φύλαξ τῆς μεγάλης τοῦ Κράτους σφρα-
2237γῖδος καὶ τοῦ Κώδικος τῶν νόμων, αὐτὸς δὲ σφραγίζει τοὺς
2238νόμους πάντων τῶν ἄλλων Ὑπουργείων.
2239Πῶς δύνασθε νὰ ὑποστηρίξητε, ὅτι, διότι ἁπλῶς οὗτος
2240ἐπιτίθησι τὴν σφραγῖδα καὶ βεβαιοῖ διὰ τῆς ὑπογραφῆς
2241του τῆς σφραγῖδος τὴν ἐπίθεσιν, καθίσταται διὰ τούτου
2242καὶ ὑπεύθυνος ἐπὶ τῇ δημοσιεύσει; Μὴ τάχα προσυπογρά-
2243φει οὗτος παρὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως ἐπὶ τῇ κυ-
2244ρώσει καὶ τῇ πρὸς δημοσίευσιν ἐντολῇ; Οὐδαμῶς· διότι
2245τοῦτο καὶ ῥητῶς ἀπαγορεύει τὸ Σύνταγμα, ἀπαιτοῦν τὴν
2246προσυπογραφὴν οὐχὶ παντὸς Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ τοῦ ἁρμοδίου
2247Ὑπουργοῦ. Ἡ πρᾶξις δὲ τῆς σφραγίσεως δὲν εἶναι πρᾶξις
2248βασιλική, ἀλλ’ ἁπλῶς ὑπουργική, οὐδόλως σχετιζομένη
2249πρὸς τὴν κύρωσιν καὶ δημοσίευσιν, ἀλλ’ ὅλως αὐθύπαρ-
2250κτος, τελουμένη ἐν ἄλλῳ τόπῳ καὶ κατ’ ἄλλον χρόνον.
2251Ἔχετε νόμον, ἢ ἔστω καὶ ἁπλοῦν κανονισμόν, σχετίζοντα
2252ὁπωσδήποτε τὴν ὅλως τυπικὴν ἐνέργειαν τῆς σφραγίσεως
2253πρὸς τὴν δημοσίευσιν; Οὐδένα. Πῶς λοιπὸν καὶ πόθεν
2254ἀντλεῖτε τὸ θάῤῥος νὰ δημιουργῆτε αὐθαιρέτως τοιαύτην
2255συσχέτισιν καὶ τοιαύτην εὐθύνην; Ἀλλ’ οὕτως ἓν μόνον
2256ἐπιτυγχάνετε, ν’ ἀποδείξητε πασιφανῶς τὴν ἐντελῆ ἔλ-
2257λειψιν παντὸς λογικοῦ ἢ τοὐλάχιστον εὐπροσώπου ἐπιχει-
2258ρήματος πρὸς δικαιολόγησιν τῆς ἐκνόμου ὑμῶν ἐνεργείας.
2259Τίνα δύναται λογικῶς νὰ ἔχῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύ-
2260νης εὐθύνην ἐπὶ τῇ δημοσιεύσει νόμων τοῦ Ὑπουργείου τῶν
2261Ναυτικῶν, τῶν Στρατιωτικῶν, τῶν Οἰκονομικῶν, διότι
2262ἁπλῶς ἐπέθηκεν ἐπ’ αὐτῶν, κεκυρωμένων ἤδη ὄντων, τὴν
2263μεγάλην τοῦ Κράτους σφραγῖδα;
2264Ἐλάβετέ ποτε τὸν κόπον νὰ ἐρευνήσητε πότε καὶ πῶς
2265καὶ πρὸς τίνα σκοπὸν ἐκανονίσθησαν τὰ τῆς ἐπιθέσεως τῆς
2266μεγάλης τοῦ Κράτους σφραγῖδος; Ἐγὼ ἐρευνήσας εὗρον τὰ
2267ἑξῆς μόνον: Βασιλικόν τι διάταγμα, ἐκδοθὲν τὴν ἐπιοῦσαν
2268τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ὁ Βασιλεὺς Ὄθων ἀπέβη εἰς τὴν Ἑλ-
2269λάδα, τὴν 26 δηλαδὴ Ἰανουαρίου 1833, ἐκανόνιζε τὰ τοῦ
2270τύπου τῶν σφραγίδων καὶ διασήμων. Ἕτερον δὲ διάταγμα
2271τῆς 20 Μαΐου 1835 κανονίζει πως τὸ ζήτημα τῆς σφρα-
2272γῖδος τῆς μεγάλης τοῦ Κράτους. Τὸ ἄρθρον 9 τοῦ βασι-
2273λικοῦ τούτου διατάγματος διαλαμβάνει ταῦτα (ἀναγινώ-
2274σκει: «Ὁ ἀρχιγραμματεὺς τῆς Ἐπικρατείας φυλάττει τὴν
2275μεγάλην τοῦ Βασιλείου σφραγῖδα, φροντίζει νὰ μὴ ἐπιτί-
2276θηται αὕτη, εἰμὴ εἰς ἐκεῖνα μόνον τὰ ἔγγραφα, ὅσα καθ’
2277ἡμετέραν βασιλικὴν θέλησιν συνετέθησαν καὶ παρ’ ἡμῶν
2278αὐτοχείρως ὑπεγράφησαν· ἐπαγρυπνεῖ ὥστε νὰ μὴ γείνῃ
2279παρὰ τρίτου τινὸς κατάχρησις τῆς σφραγῖδος τοῦ Βασι-
2280λείου, καὶ ἕνεκα τούτου προσεπιθέτει τὸ ὄνομά του εἰς
2281πᾶσαν αὐτῆς ἐκτύπωσιν, καὶ προσυπογράφει ἑπομένως τὰ
2282παρ’ ἡμῶν ἐγκεκριμένα ἔγγραφα. Ἐκτὸς τοῦ ἀρχιγραμμα-
2283τέως τῆς Ἐπικρατείας προσυπογράφουσι τὰ ἔγγραφα καὶ
2284οἱ ἁρμόδιοι γραμματεῖς τῆς Ἐπικρατείας, οἵτινες ἀναλαμ-
2285βάνουσιν οὕτω τὴν τοῦ περιεχομένου καὶ τῆς ἐκτελέσεως
2286εὐθύνην».
2287§128ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἴσχυε τότε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844;
2288§129ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Οὐχὶ βεβαίως· ἀλλὰ διὰ τίνος νόμου
2289τὰ περὶ σφραγῖδος μετεβλήθησαν;
2290§130ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μετεβλήθησαν ἄνευ ἀναγραφῆς τῆς μετα-
2291βολῆς ἐν τῷ νόμῳ· μετεβλήθησαν ἐκ τοῦ Συντάγματος.
2292§131ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐκ τοῦ διατάγματος, ὅπερ ἀνέγνων,
2293ἠθέλησα νὰ δείξω ἱστορικῶς τὰ τῆς ἱδρύσεως τῆς σφραγῖδος,
2294τοῦ κανονισμοῦ τῆς χρήσεως αὐτῆς, καὶ τοῦ σκοποῦ, πρὸς
2295ὃν διετάχθη τότε ἡ ὑπ’ αὐτὴν ὑπογραφὴ τοῦ Ὑπουργοῦ
2296τῆς Δικαιοσύνης. Ἀφοῦ οὐδένα περὶ τούτων πάντων ἔχομεν
2297ἀπὸ τοῦ 1844 καὶ ἐντεῦθεν νόμον ἢ κανονισμόν, ἐφ’ ὅσον
2298ἐγὼ γνωρίζω, ἐπιθυμῶ νὰ διδαχθῶ παρ’ ὑμῶν, τίς εἶναι ἡ
2299ἀπὸ τοῦ 1844 καὶ ἐντεῦθεν ἔννοια τῆς σφραγῖδος καὶ τῆς
2300ὑπ’ αὐτὴν ὑπογραφῆς τοῦ Ὑπουργοῦ.
2301§132ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ σκοπὸς τῆς προσυπογραφῆς τοῦ Ὑπουρ-
2302γοῦ εἶναι πάντοτε ἡ εὐθύνη, μετὰ τὸ 1844.
2303§133ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἀλλὰ ποία εὐθύνη;
2304§134ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ περὶ ἧς ὁμιλοῦμεν τώρα καὶ ἧς ἡ ἔλ-
2305λειψις καθιστᾷ τὸν νόμον μὴ ὑπάρχοντα.
2306§135ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Αὔριον θὰ ἦναι ἴσως ἄλλη, ἐὰν ἄλλης
2307λάβητε ἀνάγκην. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς: ἐὰν πρὸς ἔγκυρον δη-
2308μοσίευσιν τοῦ καθ’ ὑμᾶς ἀκύρως δημοσιευθέντος νόμου ͵ΒΡΙΕʹ
2309ἐξεδίδετο τὸ εἰδικὸν ἐκεῖνο πρωτοφανὲς διάταγμα, ὅπερ
2310ὑμεῖς ἀπαιτεῖτε, ἤρκει νὰ ὑπογράψῃ αὐτὸ ὁ Ὑπουργὸς τῆς
2311Δικαιοσύνης, ἢ ἔπρεπε νὰ ὑπογράψῃ αὐτὸ ὁ Ὑπουργὸς τῶν
2312Οἰκονομικῶν ὁ ἁρμόδιος;
2313§136ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πᾶς Ὑπουργὸς προσυπογράφων ὑπογρά-
2314φει ὑπευθύνως. Εὐθὺς δὲ, ὡς ἔχετε ἐπὶ τῇ δημοσιεύσει τὸν
2315ὑπεύθυνον προσυπογράφοντα παρὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βα-
2316σιλέως, ἔχετε νόμον πλήρη.
2317§137ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Εἶναι θεωρία ἀκατανόητος. Ὁ Ὑπουρ-
2318γὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσυπογράφῃ ἐγκύρως τὴν κύρω-
2319σιν νόμου ἀφορῶντος τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν!
2320Εἶναι κἄτι τι, τὸ ὁποῖον πρώτην φορὰν ἀκούομεν· ἡ μόνη
2321ἀξία αὐτοῦ εἶναι, ὅτι ἐξαγγέλλεται ἐκ τοῦ στόματος τοῦ
2322κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐγὼ δὲ τολμῶ νὰ δηλώσω, ὅτι ἐπιφυ-
2323λάττομαι ἐν ὥραις σχολῆς νὰ σκεφθῶ περὶ τοῦ πράγμα-
2324τος, ἂν ὄχι ἄλλο τι (ἱλαρότης ἐν τῇ ἀριστερᾷ).
2325Ἐξήγησα λοιπὸν ἱστορικῶς τὴν αἰτίαν, δι’ ἣν ἐδημι-
2326ουργήθη ἡ σφραγὶς, μὴ εὑρίσκων ἀπὸ τοῦ Συντάγματος
2327καὶ ἐντεῦθεν οὐδὲν ἄλλο...
2328§138ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰμὴ μόνον τὸ Σύνταγμα.
2329§139ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Εἰμὴ μόνον τὸ Σύνταγμα καὶ τὴν
2330ἀρχήν σας, καθ’ ἣν καθίσταται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύ-
2331νης ὑπεύθυνος διὰ τὴν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως
2332καταχώρισιν νόμων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν,
2333διότι ἐπέθηκεν ἐπ’ αὐτοὺς τὴν σφραγῖδα τοῦ Κράτους.
2334§140ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ Σύνταγμα λέγει «ἁρμόδιος Ὑπουρ-
2335γός».
2336§141ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς θεωρῶ, ὅτι
2337ἐγκύρως ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος, ὅτι ἄρα ἐκθέσμως καὶ παρα-
2338νόμως διετάχθη δι’ ἐγκυκλίου ἡ ἀναστολὴ τῆς ἐκτελέσεως
2339αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκύρως ἐδημοσιεύετο, ἐπ’ οὐδενὶ
2340λόγῳ ἠδύνατο δι’ ἐγκυκλίου ν’ ἀνασταλῇ ἡ ἐκτέλεσις νό-
2341μου, διότι τὸ δημοσιευθὲν φέρει ὅλα ἐν γένει τὰ ἐξωτερικὰ
2342τοῦ νόμου στοιχεῖα, τῶν ὁποίων ἡ ὕπαρξις ἀπαγορεύει
2343πάντα ἄλλον τρόπον ἀκυρώσεως ἢ ἀναστολῆς τῆς ἐκτε-
2344λέσεως, πλὴν τοῦ διὰ τῆς πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν
2345καταφυγῆς. Ἤκουσα ὅτι πρὸς δικαιολόγησιν τῆς ἐκθέσμως
2346γενομένης δι’ ἐγκυκλίου καταργήσεως νόμου, ὅτε ἀντετάσ-
2347σετο τὸ γενόμενον ἐπὶ καταργήσεως ἄλλων νόμων ψευδῶν
2348πράγματι καὶ ἀκύρων, ἐλέχθη ὅτι δι’ ἐκείνους μὲν οὕτως
2349ἔπρεπε νὰ γείνῃ, διὰ τοῦτον ὅμως δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ οὕτω,
2350διότι ἐκεῖνοι εἶχον ἐσωτερικὰς ἀτελείας, οὗτος δὲ ἔχει ἔλλει-
2351ψιν ἐξωτερικῶν στοιχείων. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, οὐδὲ
2352ὀρθόν. Ὁ νόμος ͵ΒΡΙΕʹ ἔχει πλήρη καὶ ἄρτια τὰ ἐξωτερικὰ
2353αὐτοῦ στοιχεῖα καὶ γνωρίσματα, ἅπερ εἰσὶν ἡ βεβαίωσις
2354ὅτι ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἐκυρώθη ὑπὸ τοῦ Βασι-
2355λέως νομίμως, ὅτι φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως καὶ
2356τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν καὶ ὅτι ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ Ἐφη-
2357μερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις δημοσίευσις ἀποτελεῖ νόμι-
2358μον τεκμήριον περὶ τοῦ ὅτι ἐτηρήθησαν πάντα τὰ πρὸς
2359κατασκευὴν τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα. Ἐὰν δὲ ἦτο ἀληθὲς
2360καὶ ὀρθὸν, ὅτι πρὸς ἔγκυρον δημοσίευσιν νόμου ἀνάγκη νὰ
2361ὑπάρχῃ πάντως ὑπογραφὴ Ὑπουργοῦ τῆς Κυβερνήσεως,
2362ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐκτελεῖται ἡ ἐν τῇ ἐφημερίδι καταχώρισις,
2363τότε, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει ὅτι τοῦτο δύναται νὰ ἐξετασθῇ
2364καὶ ὡς πρὸς νόμους πρὸ ἐτῶν δημοσιευθέντας, θὰ ἦτο ἀνάγκη
2365πάντες οἱ ἀπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ μέχρι τοῦ τελευταίου τελω-
2366νοφύλακος, εἰς οὓς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεγνώρισε τὸ δικαίωμα
2367τοῦ κρίνειν περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ ἀκύρου τῶν νόμων, νὰ ὦσιν ἐφω-
2368διασμένοι δι’ ἐγκολπίων, βεβαιούντων ἐν ἀκριβείᾳ πάσας τὰς
2369ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ βασιλείου ὑπουργικὰς μεταβολὰς καὶ
2370τροποποιήσεις καὶ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν αὗται ἐγένοντο. Μό-
2371νον οὕτω θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κρίνωσι περὶ τοῦ κύρους τῶν
2372νόμων οἱ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ μέχρι τοῦ τελευταίου δημοσίου
2373ὑπαλλήλου ἢ ὑπηρέτου, κατὰ τὴν παράδοξον γνώμην τοῦ
2374κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι μία
2375καὶ ἀναμφισβήτητος, ὅτι μόνον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ
2376οὐδεὶς ἄλλος δύναται νὰ καταργήσῃ νόμον τινὰ, ἐὰν κρίνῃ
2377καὶ πεισθῇ, ὅτι περὶ τὴν κατάρτισιν αὐτοῦ δὲν ἐτηρήθησαν
2378οἱ νόμοι ἢ παρεισέφρησαν παρατυπίαι. Καὶ αὐτὴ δὲ ἡ νο-
2379μοθετικὴ ἐξουσία ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει κυρίως νὰ
2380καταργῇ τὸν τοιοῦτον νόμον, οὐχὶ δὲ νὰ ἀκυροῖ, διότι καὶ
2381ὁ κατὰ τύπους ἀντισυνταγματικὸς νόμος, ἐφ’ ὅσον φέρει τὰ
2382ἐξωτερικὰ τῶν νόμων στοιχεῖα, ὑπάρχει νομικῶς. Τοῦτο
2383διδάσκουσιν οἱ διασημότεροι τῶν νομοδιδασκάλων.
2384Τὸ ζήτημα, Κύριοι, ὁμολογουμένως καὶ ἐμελετήθη καὶ
2385διεφωτίσθη ὑπὸ πάσας αὐτοῦ τὰς ἐπόψεις. Ἐκ τῆς μακρᾶς
2386ταύτης συζητήσεως ἀπεδείχθη ἐναργῶς καὶ ἀριδήλως, ὅτι
2387διὰ τῆς ὑπὸ συζήτησιν ἐγκυκλίου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰ-
2388κονομικῶν παρέβη μὲν τὸ καθῆκόν του, ὑπερέβη δὲ τὰ δι-
2389καιώματά του, ἀντιποιηθεὶς ἔργα νομοθετικῆς ἐξουσίας.
2390Οὐδὲ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης αἱ θεωρίαι αἱ πα-
2391ράτολμοι, οὐδὲ τῶν ἄλλων συνηγορησάντων ὑπὲρ τῆς τοι-
2392αύτης ἐνεργείας τὰ ἐπιχειρήματα, οὐδὲ τοῦ κυρίου Πρω-
2393θυπουργοῦ ἡ εὑρεσιλογία καὶ ἡ διαλεκτικὴ δεινότης, ἐφ’ ᾗ
2394πάντοτε διεκρίθη, ἴσχυσαν νὰ συγκαλύψωσιν, οὐδὲ ν’ ἀμαυ-
2395ρώσωσιν ἐπ’ ἐλάχιστον, τὴν ἐνάργειαν τῆς τελεσθείσης
2396παρανομίας, εἰς τὴν ὁποίαν, κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν, δὲν ἀπε-
2397πλάνησε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἄγνοια τῶν νόμων, διότι
2398θεωρῶ αὐτὸν ἀνώτερον τοιαύτης, ἀλλὰ παρέσυρεν αὐτὸν
2399πεῖσμα καὶ θυμὸς κρείσσων πολλάκις τῶν αὐτοῦ βουλευ-
2400μάτων. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
2401§142ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ἂν καὶ ἡ κατάστασις τῆς ὑγείας
2402μου δὲν μοὶ ἐπέτρεπε νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προκει-
2403μένης συζητήσεως, μ’ ὅλα ταῦτα ἀπεφάσισα νὰ εἴπω ὀλίγας
2404λέξεις, τὸ μὲν διότι φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐξετράπη τοῦ προο-
2405ρισμοῦ αὐτῆς, τὸ δὲ διότι ἐχύθη τόσον φῶς ἑκατέρωθεν,
2406ὥστε φοβοῦμαι, ὅτι τὸ πολὺ φῶς ἐσκότισε τὴν διάνοιαν
2407ἡμῶν. Καὶ συγγραφεῖς ἐκομίσθησαν, καὶ γνῶμαι σοφῶν
2408ἀνδρῶν ἐξηνέχθησαν, διὰ νὰ λύσωμεν συνταγματικὰ ζητή-
2409ματα, ἀναφυέντα ἐκ τοῦ καταράτου αὐτοῦ νόμου, τοῦ βο-
2410λαπουκιστὶ καλουμένου ͵ΒΡΙΕʹ. Ἕκαστος τῶν προλαλη-
2411σάντων ῥητόρων ἔκ τε τῆς ἰδίας αὐτοῦ πήρας καὶ ἐκ τῆς
2412βιβλιοθήκης αὐτοῦ ἐκόμισεν ἡμῖν λαμπτῆρας, ἄπλετον ἐπι-
2413χέοντας φῶς πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος· τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ὅμως,
2414εὑρίσκομαι εἰς δεινὴν θέσιν· ἑκάστου ῥήτορος, καταβαίνοντος
2415ἀπὸ τοῦ βήματος, νομίζω ὅτι ἀσπάζομαι τὴν γνώμην, ἀνα-
2416βαίνοντος δ’ ἑτέρου καὶ ἀντιλέγοντος, κλονοῦμαι, καὶ φρονῶ,
2417ὅτι ἡ πρώτη πεποίθησις εἶναι σφαλερά· τοῦτο δὲ ἐξ ὑπα-
2418μοιβῆς συμβαίνει κατὰ τὴν κατάβασιν ἑκάστου ῥήτορος
2419καὶ τὴν ἀνάβασιν ἑτέρου. Διατὶ τοῦτο; Διότι, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ,
2420ἐνετάλην νὰ ἔλθω καὶ συνεργασθῶ μεθ’ ὑμῶν, οὐχὶ διὰ νὰ
2421λύω ζητήματα ἁπλῶς θεωρητικὰ τῆς ἐπιστήμης, πρὸς τὰ
2422ὁποῖα εἶμαι ἥκιστα ἁρμόδιος, ἀλλὰ διὰ νὰ κήδωμαι περὶ
2423τῆς πρακτικῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, καὶ νὰ ἐπιβλέπω, νὰ
2424ἐλέγχω τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, ἂν νομίζω, ὅτι αὕτη
2425ἀντιστρατεύεται πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ
2426παραδόξως οἱ ἀνελθόντες ἐπὶ τοῦ βήματος, ἢ μᾶλλον ὁ ἐξ
2427Αἰγιαλείας ἔντιμος Βουλευτὴς, ὁ ῥίψας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ
2428τὸ μῆλον τῆς ἔριδος, προσπαθοῦσι νὰ μὲ ἀποτρέψωσι τοῦ
2429σκοποῦ, προσπαθοῦσι νὰ μὲ ἐπασχολήσωσιν εἰς τὴν λύσιν
2430θεωρητικῶν ζητημάτων, καὶ τὸ χειρότερον εἶναι, ὅτι ἕκα-
2431στος τῶν ῥητόρων μετὰ τοσαύτης πεποιθήσεως ὁμιλεῖ περὶ
2432τῆς ὀρθότητος τῆς ὑπ’ αὐτοῦ διδομένης λύσεως καὶ περὶ τῆς
2433μηδαμινότητος τῶν ἀντιτασσομένων αὐτῷ ἐπιχειρημάτων,
2434ὥστε νομίζει τις, ὅτι δὲν ἔπρεπε κἂν νὰ γεννηθῇ τὸ ζήτημα.
2435Ἡ ἑρμηνεία, Κύριοι, τῶν νόμων καὶ τῶν θεσμῶν εἶναι ὑπέρ-
2436τατον καθῆκον τῶν ἐφαρμοζόντων τὸν νόμον καὶ ἐπιτηρούν-
2437των τῶν θεσμῶν τὴν ἐφαρμογὴν, ἀλλ’ ἡ ἑρμηνεία, μεθ’ ὅλην
2438τὴν καλὴν θέλησιν, μεθ’ ὅλα τὰ φῶτα τῶν ἐντεταλμένων
2439νὰ ἐφαρμόσωσι τὸν νόμον, κινδυνεύει πολλάκις νὰ περιπέσῃ
2440εἰς πλάνην, κινδυνεύει ἡ ἑρμηνεία νὰ καταλήξῃ εἰς παρερ-
2441μηνείαν, καὶ τοῦτο ὄχι μόνον παρὰ τῇ Κυβερνήσει, ἀλλὰ
2442καὶ παρ’ αὐτῇ τῇ νομοθετικῇ ἐξουσίᾳ. Δὲν εἶναι δύσκολον
2443νὰ ἀνεύρῃ τις νόμους ψηφισθέντας καὶ ἀντικειμένους πρὸς
2444τὸ Σύνταγμα, ὄχι διότι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία προετίθετο
2445νὰ ψηφίσῃ νόμον παρὰ τὸν καταστατικὸν θεσμὸν, ἀλλὰ
2446διότι ἐκ πλάνης ἡρμήνευσεν αὐτὸν ἄλλως παρ’ ὅπως ἔδει
2447νὰ ἑρμηνευθῇ. Τὸ ἀτύχημα τοῦτο συμβαίνει καὶ ἐν τῇ δι-
2448καιοσύνῃ· κατὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ὁ δικαστὴς,
2449μεθ’ ὅλην τὴν εὐσυνειδησίαν αὐτοῦ, μεθ’ ὅλα τὰ φῶτα, τὰ
2450ὁποῖα διὰ σπουδῆς μεγάλης ἀπέκτησε, πολλάκις καταλήγει
2451εἰς παρερμηνείαν τῶν νόμων καὶ τῶν θεσμῶν.
2452Δὲν εἶναι ἀπίθανον καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ Κυβέρνη-
2453σις νὰ μὴ ἡρμήνευσε καλῶς τὸν νόμον, τὸν θεσμὸν, ἀξιοῦσα
2454ὅτι ἡ πρᾶξις ἐκείνη, ἡ δημοσιευθεῖσα ὡς νόμος ἐν τῇ Ἐφη-
2455μερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἔδει νὰ φέρῃ τὰς ὑπογραφὰς τῶν
2456ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, τῶν ἐπιδιωξάντων τὴν δημοσίευσιν·
2457πιθανὸν, λέγω, ἡ ἀξίωσις αὕτη νὰ μὴ στηρίζηται εἰς τὸν νό-
2458μον, ἂν καὶ ἰσχυρότατα ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς γνώμης
2459ταύτης ἀντετάχθησαν κατὰ τῆς ἀντιθέτου γνώμης. Ἀλλὰ
2460ἐγὼ πρὸς στιγμὴν λαμβάνω ὡς βέβαιον καὶ δεδομένον, ὅτι
2461ἡ ἑρμηνεία ἐκείνη ἦτο ἐσφαλμένη· ἆρά γε ἡ Βουλὴ ἐπὶ
2462τούτου καλεῖται νὰ ἀποφανθῇ, ἂν ἀκόμη ἡ παρερμηνεία
2463ἐκείνη καλῇ τῇ πίστει ἐξηνέχθη; καὶ ἂν ἀκόμη οὐδεμία
2464ζημία εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα ἐπηνέχθη; Νομίζω ὄχι·
2465καὶ τὴν γνώμην μου ταύτην στηρίζω εἰς αὐτὸν τὸν περὶ
2466εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμον. Ὁ νόμος ἀπειλεῖ ποινὰς κατὰ
2467μόνου τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ ἐκ προθέσεως παραβαίνοντος τὸν
2468θεσμὸν ἢ τοὺς νόμους, δὲν ἔρχεται βαρὺς μὲ τὸν πέλεκυν ἀνὰ
2469χεῖρας, διὰ νὰ κόψῃ τὴν κεφαλὴν τοῦ τυχὸν καλῇ τῇ πί-
2470στει μὴ ἑρμηνεύσαντος ὀρθῶς τὸν νόμον. Τοιαύτη ἀπειλὴ
2471ἤθελε δέσει τὰς χεῖρας πάσης Κυβερνήσεως, φοβουμένης
2472πλέον ν’ ἀποτολμήσῃ τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων, τῶν ὁποίων
2473τὴν ἐφαρμογὴν κέκληται νὰ πραγματοποιήσῃ. Τοῦτο δὲν
2474θὰ ἦτο συμφέρον τῇ Πολιτείᾳ, τοῦτο θὰ ἔβλαπτε τὰ συμφέ-
2475ροντα τῆς Πολιτείας. Ἐλευθερίαν λοιπὸν ἀπόλυτον κέκτη-
2476ται πᾶς ὁ ἐντεταλμένος νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον, ἐλευθερίαν
2477ἀπόλυτον εἰς τὸ νὰ ἑρμηνεύσῃ αὐτὸν ἐν τῇ συνειδήσει του,
2478κατὰ τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα ἡ πεῖρα αὐτοῦ καὶ εὐσυνείδητος
2479μελέτῃ τῷ παρέσχον. Πιθανὸν νὰ σφάλλῃ ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ,
2480ἀλλ’ ὁ νόμος δὲν ἐπεμβαίνει καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου,
2481δὲν ἀπειλεῖ νὰ τιμωρήσῃ τὸν καλῇ τῇ πίστει ἑρμηνεύοντα
2482τὸν νόμον, ἔστω καὶ ἐσφαλμένως, διότι, ἐπαναλαμβάνω,
2483τοῦτο ἤθελε καταλήξει εἰς ζημίαν τῆς Πολιτείας, ὑπὲρ ἧς
2484ἐτάχθη ὁ νόμος ἐκεῖνος· ἐκ τῆς παραλόγου ἀπειλῆς ἤθελεν
2485ἐπέλθει ἡ ἀδράνεια ἐκεῖ, ἔνθα ἀπαιτεῖται δρᾶσις, ἓν καὶ μό-
2486νον σκοποῦσα, τὸ συμφέρον καὶ τὴν σωτηρίαν τῆς Πολιτείας.
2487Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει
2488τὴν ἀριστερὰν) ἐπιῤῥίπτεται μομφὴ παρανομίας κατὰ
2489τῶν θεωρησάντων τὸν νόμον ἐκεῖνον ὡς μὴ νομίμως δημοσι-
2490ευθέντα, ἀλλ’ ἀμύνονται ἐκ τῆς ἄλλης πτέρυγος, ἰσχυριζό-
2491μενοι ὅτι διάταξις συνταγματικὴ ἐπέβαλλε τὴν προσυπο-
2492γραφὴν τῶν Ὑπουργῶν, τῶν προβάντων εἰς τὴν δημοσίευσιν.
2493Καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη πτέρυξ ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος συ-
2494ζητοῦσιν, ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος ἀμύνονται, ἀμφότεραι ἐπι-
2495καλοῦνται, προστατεύουσι τὸν καταστατικὸν θεσμὸν, ἀμοι-
2496βαίως ἐπιῤῥίπτουσι κατ’ ἀλλήλων τὴν μομφὴν, ἣν ἀμοι-
2497βαίως πάλιν ἀποκρούουσιν ἀφ’ ἑαυτῶν. Ἐν τῇ συγκρούσει
2498ταύτῃ τῶν πρωταγωνιστῶν τί θέλετε νὰ πράξῃ ἡ Βουλή;
2499Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι κεκλημένη νὰ λύσῃ θεωρητικὰ συν-
2500ταγματικὰ ζητήματα, οὐδὲ ἀποτελεῖ Σχολὴν τῶν πολιτι-
2501κῶν ἐπιστημῶν· εἶναι ἐντεταλμένη νὰ παρατηρῇ, μὴ τυχὸν
2502ἡ παρανομία, ἡ τυχὸν γενομένη, ἐγένετο σκοπίμως, δολίως ἢ
2503πρὸς ζημίαν τῶν δημοσίων συμφερόντων, καὶ τότε βαρὺν τὸν
2504πέλεκυν νὰ ὑψώσῃ κατὰ τῆς κεφαλῆς τῶν παραβατῶν.
2505Ἂν νομίζητε, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται ἀσφαλῶς νὰ λύῃ συν-
2506ταγματικὰ ζητήματα, νὰ ἀνελίσσῃ θεωρίας καὶ ἐκλέγῃ
2507ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν γνώμην, πλανᾶσθε. Δὲν εἶναι εἰς
2508κατάστασιν ἡ Βουλὴ ἐν τῇ συγκρούσει τῶν κομμάτων νὰ
2509ἀνεύρῃ τὸ ἀληθὲς, προκειμένου περὶ ἐπιστήμης καὶ θεωριῶν
2510συνταγματικῶν· ἐπιχειροῦσα τοῦτο, θὰ περιπέσῃ εἰς σφάλ-
2511ματα ὀδυνηρά. Τοῦτο κέκληται μόνον νὰ ἐξετάσῃ: καλῇ
2512τῇ πίστει ἡρμηνεύθη ὁ νόμος; ναὶ ἢ ὄχι; σκοπίμως, πρὸς
2513παραβίασιν τῶν θεσμῶν ἐγένετο ἡ ἑρμηνεία; τότε νὰ ἐκφέρῃ
2514τὴν μομφὴν, νὰ προχωρήσῃ περαιτέρω, νὰ προκαλέσῃ τὴν
2515σύστασιν εἰδικοῦ δικαστηρίου. Ἂν ὑποθέτῃ, ὅτι ἡ ἑρμηνεία
2516αὕτη, ἔστω καὶ λανθασμένη, προέρχεται ἐκ καλῆς πίστεως,
2517πρέπει νὰ σταματήσῃ, ἢ προχωροῦσα νὰ ἐξετάσῃ μόνον
2518τὴν ἑτέραν περίπτωσιν, καθ’ ἣν τυχὸν ἡ λανθασμένη ἑρμη-
2519νεία ἔβλαψε τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἂν τοιαύτην
2520μομφὴν ἀποδίδῃ ἡ Βουλὴ, τότε δικαιοῦται νὰ ἐκφέρῃ ψῆ-
2521φον καταδικαστικὴν κατὰ τῆς βλαβερᾶς ἐκείνης πρὸς τὰ
2522συμφέροντα τοῦ Κράτους ἑρμηνείας, καὶ νὰ ἄρῃ τὴν ἐμπι-
2523στοσύνην αὑτῆς ἀπὸ τῶν ὑπαιτίων τῆς ζημίας.
2524Ἀλλὰ καίτοι μετὰ πολλῆς προσοχῆς ἤκουσα πάντας
2525τοὺς ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν ῥήτορας, δὲν ἤκουσα κἀνένα νὰ
2526ἐκφέρῃ τὴν μομφὴν, ὅτι σκοπίμως ἐγένετο ἡ παρανομία, οὐδὲ
2527τοὐλάχιστον ἀπέδειξαν τὴν μομφὴν, ἂν τυχὸν τὴν εἶχον ἐν
2528τῷ νῷ· δὲν ἀπέδειξαν ὅτι σκοπίμως ἐγένετο ἡ παρερμηνεία,
2529δὲν ἤκουσα κἀνένα τῶν ῥητόρων ἰσχυρισθέντα ὅτι ἡ ἑρμη-
2530νεία ἐκείνη ἔβλαψε τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἀληθῶς
2531ὁμιλῶν ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ἂν καλῶς ἀντελήφθην,
2532ὑπέβαλε τοιαύτην τινὰ περὶ βλάβης ἰδέαν, νομίζω ὅμως,
2533ὅτι καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν ἡ διάθεσις τῆς Βουλῆς εἶναι
2534νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐπιβλαβὴς ὑπὸ τὰς παρούσας περιστάσεις
2535εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας καὶ τῶν ἰδιωτῶν ὁ νό-
2536μος ἐκεῖνος, ὁ ἐγκύρως ἢ ἀκύρως δημοσιευθείς.
2537Ἂν λοιπὸν τοιαύτη ἐστὶν ἡ ὀρθὴ θέσις τοῦ ζητήματος,
2538καὶ ταύτην ἐκθύμως ὑποστηρίζω, δὲν βλέπω τὸν λόγον τῆς
2539παρατάσεως τῆς συζητήσεως, ἐκτὸς ἐὰν ᾖναι ἐκεῖνος τοῦ
2540νὰ δώσωμεν ἀφορμὴν εἰς τοὺς μετὰ τόσης σοβαρότητος ἐπὶ
2541τόσας ἡμέρας καταλαβόντες τὸ βῆμα νὰ ἐξακολουθήσωσι
2542καὶ πάλιν ἀνελίσσοντες τὰς περὶ Συντάγματος θεωρίας των.
2543Καὶ οἱ περὶ τοῦ Συντάγματος ἀσχοληθέντες μήπως κἄν
2544συνεφώνησαν εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν θεσμῶν; Ἐννοῶ δὲ τοὺς
2545ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
2546§143ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντες.
2547§144ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Τώρα θὰ σᾶς ἀποδείξω ἂν
2548πάντες.
2549Ἔρχεται εἷς λέγων: ὁ νόμος, ἅμα κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βα-
2550σιλέως, εἶναι τετελεσμένος. Ἔρχεται ἕτερος, πολύπειρος πο-
2551λιτευτής, σεβαστὸς πολιτευτής, ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος
2552Βουλευτής, καὶ λέγει, ἂν δὲν πλανῶμαι περὶ τὴν ἀντίληψιν
2553τῶν λόγων του, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ὤφειλον, ἂν δὲν ἤθελον
2554νὰ δημοσιευθῇ ὑπὸ τῶν διαδόχων αὐτῶν τὸ κατασκεύασμα
2555ἐκεῖνο, νὰ παραλάβωσιν αὐτὸ, ἀποχωροῦντες τῆς ἐξουσίας,
2556ἢ νὰ τὸ ἀποδώσωσι τῷ Βασιλεῖ. Αὐτὸ τοῦτο εἶπε καὶ ὁ
2557ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής. Οὕτω δὲ δὲν θὰ ὑπῆρχε
2558τίποτε πρὸς δημοσίευσιν. Ἀλλ’ οἱ ταῦτα λέγοντες εὑρί-
2559σκονται εἰς προφανῆ ἀντίθεσιν πρὸς τὸν ὑποστηρίζοντα τὴν
2560γνώμην, ὅτι ὁ νόμος ἐτελέσθη, ἅμα ἐκυρώθη ὑπὸ τοῦ Βα-
2561σιλέως, καὶ ἑπομένως εἶναι ἀνεπίδεκτος ἀνακλήσεως ἄλλως,
2562εἰμὴ διὰ νεωτέρου νόμου. Ἔρχεται ἕτερος λέγων: ὁ κεκλη-
2563μένος νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον δὲν δικαιοῦται νὰ ἀρνηθῇ τὴν
2564ὕπαρξιν αὐτοῦ. Τοῦτο ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντι-
2565νείας Βουλευτής, ἰσχυρισθεὶς ὅτι, ἂν Ὑπουργός τις ἀπο-
2566φανθῇ, ὅτι ὁ νόμος δὲν ὑπάρχει, ἕτερος δέ τις Ὑπουργὸς
2567καταλήγῃ εἰς ἀντίθετον συμπέρασμα, ἤθελεν ἐπέλθει ἐκ
2568τούτου σύγχυσις καὶ τύρβη ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Ἀλλὰ τὴν
2569γνώμην ταύτην δὲν πιστεύω νὰ ἀσπάζωνται οἱ ἄλλοι ἐκ
2570τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ῥήτορες· διότι, ἂν τὸ στάδιον τῆς
2571ἑρμηνείας νόμου τινὸς ἄρχηται ἀπὸ τῆς ἐξετάσεως τοῦ ἂν
2572ὑπάρχῃ ἢ μὴ ὁ νόμος αὐτὸς, ἀρνούμενοι τὸ δικαίωμα τῆς
2573ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος τούτου, ἀρνεῖσθε αὐτὸ τοῦτο τὸ
2574δικαίωμα τῆς ἐργασίας τοῦ νόμου. Σύγχυσις καὶ ἀληθὴς
2575τύρβη ἐπέρχεται, ὅταν ἀφαιρέσητε τὸ δικαίωμα τῆς ἑρμη-
2576νείας τῶν νόμων ἀπὸ τοῦ ἐντεταλμένου τὴν ἐφαρμογὴν, τὴν
2577ἐκτέλεσιν αὐτοῦ.
2578Ἄλλο ζήτημα ἀνεκινήθη ἐπίσης ἐν πλήρει διχογνωμίᾳ.
2579Δύναται ὁ Βασιλεὺς νὰ ἀνακαλέσῃ τὸν κυρωθέντα παρ’
2580αὐτοῦ νόμον; Ὄχι λέγουν οἱ μὲν, ναὶ λέγουν οἱ ἄλλοι, διότι
2581εἶναι ἀπόκρυφον τὸ ἔγγραφον, εἶναι μυστικόν, τὸ πᾶν ἐξαρ-
2582τᾶται ἀπὸ τὸ σχίσιμον ἑνὸς χαρτιοῦ, ἀγνώστου εἰσέτι τῷ
2583κοινῷ. Ἀλλ’ ὁ πρὸ ὀλίγου ἐντεῦθεν λαλήσας ἀνέπτυξε καὶ
2584ἑτέραν μεγάλην θεωρίαν περὶ τῆς μεγάλης σφραγῖδος τοῦ
2585Κράτους, τῆς τιθεμένης ἐπὶ τῶν νόμων, ἐκ τούτου δὲ ἐξή-
2586γαγε πολλαπλᾶ συμπεράσματα. Ἀλλὰ ποῦ εὗρε τὸν νόμον
2587τὸν κανονίζοντα τὰ περὶ ἐπιθέσεως τῆς μεγάλης σφραγῖ-
2588δος; Οὐδαμοῦ. Θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μοῦ ἐπιδείξῃ τὸν
2589νόμον ἐκεῖνον, ἐφ’ οὗ στηρίζονται αἱ μεγάλαι θεωρίαι περὶ
2590τῆς μεγάλης σφραγῖδος τοῦ Κράτους.
2591§145ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Οὐδὲ λέξιν εἶπον, ἐνδεικνύουσαν ὅτι ἡ
2592ἐπίθεσις τῆς σφραγῖδος ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ κῦρος τοῦ νό-
2593μου. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν περιέρχεται
2594νόμος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐπιτίθεται ἡ
2595μεγάλη σφραγὶς καὶ καταχωρίζεται εἰς τὸν Κώδικα τῶν
2596νόμων, ὁ νόμος οὗτος δὲν μένει πλέον ἐν τῷ ἀφανεῖ, διότι
2597ὁ Κῶδιξ, ἐν τῷ ὁποίῳ εἶναι ἐγγεγραμμένος, δὲν εἶναι βι-
2598βλίον ἀπόκρυφον, ἀλλὰ δημόσιον καὶ προσιτὸν τοῖς πᾶσι.
2599§146ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Δηλαδὴ τὸ γνωρίζει ὁ Ὑπουρ-
2600γὸς καὶ ὁ Βασιλεύς. Αὐτὸ εἶναι ἡ δημοσιότης;
2601§147ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Καὶ οἱ ὑπάλληλοι καὶ πᾶς ὁπωσδή-
2602ποτε λαβὼν γνῶσιν τοῦ Κώδικος τῶν νόμων.
2603§148ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ἆ! καὶ οἱ ὑπάλληλοι! Αὐτὸ
2604λέγεται δημοσιότης! Σᾶς συγχαίρω! Ὅταν τὸ Σύνταγμα
2605λέγῃ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δημοσιεύει τοὺς νόμους, ἀρκεῖ νὰ
2606ἀνακοινώσῃ τούτους εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ τοὺς ὑπαλλή-
2607λους, καὶ ἰδοὺ ἡ δημοσιότης πλήρης!
2608Καὶ μεθ’ ὅλας ταύτας τὰς ἀντιφατικὰς πρὸς ἀλλήλας
2609γνώμας τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περὶ τῆς ἐννοίας
2610τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, καλοῦσιν οὗτοι ἡμᾶς
2611ν’ ἀποφανθῶμεν περὶ τῆς δοθείσης ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ
2612ψευδοῦς δῆθεν ἑρμηνείας τῶν θεσμῶν!
2613Ἄφετε κατὰ μέρος τὰς σοφὰς θεωρίας περὶ ἑρμηνείας τοῦ
2614νόμου. Δὲν εἴμεθα οἱ πρὸς τοῦτο κατάλληλοι· καὶ ἂν ἤμεθα,
2615δὲν εὑρισκόμεθα ἐν ψυχολογικῇ στιγμῇ, δυναμένῃ νὰ μᾶς
2616ἐπιτρέψῃ τὴν ἀσφαλῆ ἑρμηνείαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἔνθα
2617βεβαίως δὲν ἐπικρατεῖ ἡ ἀναγκαία πρὸς ἐπιστημονικὴν ἐρ-
2618γασίαν ψυχραιμία. Ἔχετε νὰ μεμφθῆτε τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ
2619σκοπίμῳ, ἐπὶ δολίᾳ παραβιάσει τοῦ νόμου; πράξατέ το,
2620ἵνα ἀπολογηθῇ καὶ ἐκεῖνο, καὶ μετὰ τὴν ἀπολογίαν θὰ
2621κανονίσῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἀπόφασίν της. Ἔχετε νὰ μεμφθῆτε,
2622ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἔβλαψε τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας;
2623πράξατέ το, ἵνα ἀπολογηθῇ ὁ Ὑπουργὸς καὶ φωτισθῇ ἡ
2624περὶ αὐτὸν μερίς. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον πάντες, καὶ ἐντεῦθεν καὶ
2625ἐκεῖθεν, νομίζετε ὅτι ὁ κατηραμένος ἐκεῖνος νόμος εἶναι ἐπι-
2626βλαβὴς εἰς τὴν κοινωνίαν, ἐφ’ ὅσον οὐδεὶς τολμᾷ νὰ καταγ-
2627γείλῃ ἐπὶ δολίᾳ προαιρέσει τοὺς ἐργάτας τῆς ἐγκυκλίου,
2628νομίζω ὅτι πᾶς περαιτέρω λόγος καθίσταται περιττός.
2629Μετεβάλατε τὸ Κοινοβούλιον, τὸ ἐντεταλμένον ἄλλα καθή-
2630κοντα, εἰς ἀκαδημίαν τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν, νομίζω
2631δὲ, ὅτι κατεχράσθητε τῆς ὑπομονῆς συμπάσης τῆς Βουλῆς,
2632ἐπιῤῥίψαντες τόσα φῶτα, ὥστε νομίζω, ὅτι καὶ μετὰ τὸ πέρας
2633τῆς συζητήσεως θὰ μείνωμεν ἐν τῇ αὐτῇ ἀμαθείᾳ, ἐνῷ ἄλλων
2634πολλῷ πρακτικωτέρων ζητημάτων ἡ λύσις βαρύνει ἡμᾶς.
2635§149ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Θὰ ἦμαι σύντομος, διότι πάντες οἱ προ-
2636λαλήσαντες ἐφώτισαν ἀρκούντως τὴν Βουλὴν, καὶ τὸ ἔθνος
2637δ’ ὁλόκληρον ἐπείσθη, ὅτι παρανομία πλήρης καὶ τελεία ἐτε-
2638λέσθη. Τὸ ἔθνος προσεχῶς θέλει ἀποδείξει, ὅτι ἐφωτίσθη, καὶ
2639πρῶτοι, οἵτινες θέλουσιν αἰσθανθῆ τὸ φῶς, τὸ ὁποῖον ἠσθάνθη
2640ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, θέλουσιν εἶσθαι οἱ τῆς πτέρυγος ταύτης
2641(δεικνύει τὴν δεξιάν).
2642Δὲν εἶναι ἀνάγκη οὔτε εἰς θεωρίας νὰ προβῶ, οὔτε
2643εἰς ἀποδείξεις, ὅτι νόμος τοῦ Κράτους, ψηφισθεὶς καὶ κυ-
2644ρωθεὶς καὶ δημοσιευθεὶς νομίμως, ὡς ἔκπαλαι ἐδημοσιεύοντο
2645οἱ νόμοι, ἠκυρώθη διὰ μιᾶς τηλεγραφικῆς ἐγκυκλίου τοῦ κ.
2646Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Πρωθυ-
2647πουργὸς προέβη εἰς τοιοῦτο μέτρον παράνομον, ἐνῷ εἶναι
2648γνωστὸν, ὅτι καὶ τοὺς νόμους γνωρίζει καὶ μέχρι τοῦδε
2649ἀπεδείκνυεν, ὅτι σέβεται αὐτοὺς καὶ τὸ Σῶμα, τὸ ὁποῖον
2650τοὺς ψηφίζει μετὰ τοῦ Βασιλέως. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, θὰ
2651ἐνθυμεῖσθε, πῶς ἐκόπτετο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοὺς θε-
2652σμοὺς, διὰ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον κατεπατεῖτο, καὶ ἠγό-
2653ρευεν ἀπὸ τοῦ ἐξώστου του ὑπὲρ τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγ-
2654ματος, τὸ ὁποῖον ἐκινδύνευεν, ἀπειλούμενον ἀπὸ ἄγνωστον,
2655ἀόρατον ἐχθρὸν. Μόλις ὅμως μετὰ τρεῖς ἡμέρας εἰσέβαλεν
2656ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔλαβε τὴν γραφίδα καὶ
2657τηλεγραφικῶς κατεπάτησε καὶ νόμους καὶ Συντάγματα!
2658Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπῆρξεν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου τούτου.
2659Πάντες ἐνθυμεῖσθε τὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον διεξηγάγομεν,
2660ὅπως πείσωμεν καὶ αὐτὸν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν, ὅτι δὲν
2661ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ τόσον ἄδικος, τόσον ἄνισος, τόσον ἀόρι-
2662στος, τόσον ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ συμφέροντα καὶ τοῦ ἐμπορίου
2663καὶ τῆς Πολιτείας νόμος. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπέμενε, μὲ
2664τὴν ἐπιμονὴν, τὴν ὁποίαν πάντες γνωρίζετε, καὶ σᾶς ἔπεισε,
2665διότι ἠθέλετε ν’ ἀποδείξητε, ὅτι ἐπιθυμεῖτε διὰ παντὸς τρό-
2666που νὰ ἀποφύγῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος τὴν χρεωκοπίαν,
2667συμφώνως πρὸς τὴν ψῆφον τοῦ λαοῦ, ἥτις σᾶς ἀνέδειξε Βου-
2668λευτάς· τοὐλάχιστον οὕτως ἐδικαιολογεῖσθε τότε. Ἠκολου-
2669θήσατε αὐτὸν, καὶ ἐψηφίσθη νομίμως ὁ νόμος ἐν τῇ Βουλῇ,
2670καὶ ὁ Βασιλεὺς νομίμως ἐκύρωσεν αὐτὸν, καὶ νομίμως ἐδημο-
2671σιεύθη οὗτος ἐν τῇ Ἐφημ. τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ νόμος συνετε-
2672λέσθη πλήρης καὶ ἄρτιος, κατὰ τὴν γνώμην πάντων τῶν
2673συνταγματολόγων, πάντων τῶν ἐννοούντων τί ἐστὶ νόμος καὶ
2674πῶς συντελεῖται οὗτος, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐναν-
2675τία γνώμη· αἴφνης δὲ, διότι δὲν ἦτο τῆς ἀρεσκείας αὐτοῦ
2676τὸ σχηματισθὲν Ὑπουργεῖον, ὅπερ ἤθελεν ἄχρουν, καὶ διότι
2677ἡ διάδοχος Κυβέρνησις τοῦ κ. Σωτηροπούλου δὲν ἔπεσεν εἰς
2678τὴν προετοιμασθεῖσαν πλεκτάνην, τὴν στηθεῖσαν παγίδα,
2679τοῦ νὰ ὑπογράψῃ δηλαδὴ τὴν σύμβασιν ἐκείνην τὴν περί-
2680φημον, τὴν ἀθώαν καὶ λευκὴν ὡς ἡ περιστερὰ, τὴν ὁποίαν
2681εἶχεν ἕτοιμον καὶ ἀθώως πως καὶ μετ’ ἀδιαφορίας διεβί-
2682βασε τῷ κ. Σωτηροπούλῳ διὰ τοῦ κ. Φλώρου, νομίζω, πρὸς
2683ὑπογραφὴν, ἀλλ’ ὁ νέος Πρωθυπουργὸς ὑπέγραψεν ἄλλην
2684σύμβασιν, ἐθυμώθη καὶ ἠγανάκτησεν. Ὁ κ. Τρικούπης
2685ᾐσθάνθη δύο αἰσθήματα, ἅμα εἶδε τὸν νόμον δημοσιευθέντα
2686ἐν τῇ Ἐφημ. τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τοῦ δανείου Φαῖντιγγ·
2687πρῶτον νὰ ἐκδικηθῇ ἐκείνους, οἵτινες συνετέλεσαν εἰς τὸ
2688νὰ ἐξαγάγωσι τῆς δυσχερείας—κακῶς, κατ’ ἐμὴν γνώμην,
2689ἀλλ’ ἀδιάφορον,—τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ἐκείνους μετὰ
2690τῶν ὁποίων ἐδιεπραγματεύετο αὐτὸς οὗτος, τοὺς Χάμβρον
2691καὶ υἱὸν, ἀφαιρῶν τὴν κυρίαν βάσιν τῆς συμβάσεως, τὴν
2692ὁποίαν εἶχον ὑπογράψει οὗτοι, δηλαδὴ τὴν εἴσπραξιν τῶν
2693τελῶν εἰς χρυσόν. Δεύτερον, ἐπειδὴ εἶδε τὰς φοβερὰς συνε-
2694πείας τοῦ νόμου τούτου, τὰς ὁποίας προεῖδε καὶ προεῖπεν ἡ
2695Ἀντιπολίτευσις, καὶ εἶδε τὸ ὄνομα ἑαυτοῦ ὡς ὑπευθύνου
2696Ὑπουργοῦ ἐν τῷ νόμῳ, ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι αὐτὸς δὲν
2697ἐσκόπει νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὸν, καὶ ὅτι αὐτὸς μόνος ἠδύνατο
2698νὰ ἄρῃ τὸν νόμον, ὅστις ἐπέφερε τοιαῦτα ἐπιβλαβῆ ἀποτε-
2699λέσματα· ἠθέλησε νὰ δημοκοπήσῃ πρὸς τὸν πληθυσμὸν
2700ἐκεῖνον, ὅστις ᾐσθάνθη βαρύτατα τὰ ἀποτελέσματα τοῦ
2701ἐπιβλαβοῦς ἐκείνου νόμου, καὶ προέβη εἰς τὴν κατάργη-
2702σιν ταύτην ἐγωϊστικῶς καὶ παρανόμως· ἄφησε κατὰ μέρος,
2703ἐκτεθειμένους ὡς ἐργάτας ἀντιδημοτικωτάτου νόμου, καὶ
2704Βασιλέα καὶ Βουλὴν, καὶ μὲ μόνην τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀνέ-
2705τρεψεν ὅ,τι μετ’ ἄλλων εἶχεν ἱδρύσει. Διατὶ νὰ πράξῃ τοῦτο;
2706Ἠδύνατο νὰ προβῇ νομίμως εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου·
2707εἶχε πληρέστατα τὸ δικαίωμα καὶ τὰ μέσα πρὸς τοῦτο,
2708ἀλλὰ δὲν ἠθέλησεν· ἤθελε νὰ δείξῃ, ὅτι δύναται νὰ παρα-
2709βαίνῃ τοὺς νόμους, ὅτι αὐτὸς μόνος δύναται δι’ ἑνὸς τη-
2710λεγραφήματος νὰ ἀκυροῖ καὶ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς καὶ
2711τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως. Τοιοῦτόν τι δὲν πρέπει νὰ
2712καθιερωθῇ· τοιαύτην αὐθαίρετον καὶ αὐτοκρατορικὴν θέ-
2713λησιν δὲν ἀναγνωρίζω, οὔτε εὔχομαι, οὔτε συμφέρει νὰ
2714ἐπικρατήσῃ ἐν τῇ πατρίδι μας τοιαύτη παντοκρατορία
2715ἑνὸς προσώπου (εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).
2716Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος χθὲς ἠθέλησε ν’ ἀμφισβη-
2717τήσῃ, ὅτι οἱ νόμοι, οἵτινες ἐκύρωσαν τὸ εὐτυχὲς γεγονὸς
2718τῆς ἑνώσεως τῆς ποθεινοτάτης Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλ-
2719λάδος, ὑπάγονται εἰς τὸ ἐλάττωμα, ὅπερ διατείνεται ἡ
2720Κυβέρνησις, ὅτι εἶχεν ὁ νόμος περὶ τελῶν εἰς χρυσόν. Ὁ
2721κ. Δραγούμης μᾶς ἐβεβαίωσε χθὲς, ὅτι πρῶτον μὲν παρέ-
2722μεινεν Ὑπουργὸς ὁ κ. Βάλβης, οὗ φέρει τὴν ὑπογραφὴν
2723ὁ νόμος περὶ ἑνώσεως, δεύτερον δὲ, ὅτι, μὴ ὑπάρχοντος
2724Συντάγματος κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἀλλ’ Ἐθνοσυνε-
2725λεύσεως κυριάρχου, δὲν ἴσχυον τὰ περὶ κυρώσεως καὶ δη-
2726μοσιεύσεως τῶν νόμων.
2727Κατέφυγον εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ
2728εὗρον, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κ. Δραγούμης.
2729§150ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τῶν νόμων τοῦ
27301866 καὶ ἑπομένων, ἀλλὰ προκειμένου περὶ τοῦ νόμου τοῦ
2731κυρώσαντος τὴν σύμβασιν περὶ προσαρτήσεως τῶν Ἰονίων
2732νήσων, εἶπον ὅτι ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως μεταξὺ τῶν
2733δύο Συνταγμάτων τοῦ 1844 καὶ τοῦ 1864.
2734§151ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Χαίρω ὅτι ἀναιρεῖ τὸ πρῶτον.
2735§152ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν τὸ εἶπον.
2736§153ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ εἴπατε, διότι τὸ ἐσημείωσα· ἀλλ’
2737ἀφοῦ τὸ ἀνακαλεῖτε, δὲν ἔχω λόγον νὰ ἐπιμείνω, ἀφοῦ ἀνα-
2738γνωρίζετε, ὅτι ὑπογραφὴ Βάλβη δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν νόμον.
2739Μένει ὁ δεύτερος λόγος τοῦ κ. Δραγούμη, ἡ παρουσία
2740τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἐν ἀνυπαρξίᾳ Συντάγματος οἱου-
2741δήποτε. Τὸν νόμον ἔχουν ὑπογράψει ὁ ἀείμνηστος Κου-
2742μουνδοῦρος, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὁ σεβαστὸς
2743τὰς γνώμας, μάλιστα ἐπὶ τοιούτων θεμάτων, κ. Θεόδωρος
2744Δηλιγιάννης· εἶναι ὁ νόμος Νʹ τοῦ 1864, ὁ κυρῶν τὴν
2745συνθήκην τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῶν τριῶν εὐεργετίδων Δυ-
2746νάμεων περὶ ἑνώσεως τῆς ἀγαπητῆς Ἑπτανήσου. Τὸ
2747Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο παρῆλθε, καὶ ἦλθον ὁ μακαρίτης Βάλ-
2748βης, καὶ ὁ Καλλιγᾶς, ὅστις γνωρίζει τοὺς νόμους καὶ τὰς
2749συνταγματικὰς διατάξεις καὶ τὰς θεωρίας ἁπάσας περὶ κυ-
2750ρώσεως καὶ δημοσιεύσεως τῶν νόμων, καὶ ὁ μακαρίτης Πα-
2751παζαφειρόπουλος, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· αὐτοὶ
2752ἐδημοσίευσαν τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον εἶχον κυρώσει ἄλλοι
2753Ὑπουργοί. Ἡ ἔρευνα αὕτη ἐνδιαφέρει τοὺς Βουλευτὰς τῆς
2754Ἑπτανήσου καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι δὲν πρόκειται μόνον
2755περὶ τῆς ἑνώσεως, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν συντάξεων τῶν
2756Ἑπτανησίων.
2757Ὁ κ. Βουλευτὴς Μεγαρίδος πρὸς δικαιολογίαν ἐφεῦρε
2758προχείρως καὶ λέγει: Τότε ἦτο ἡ Συνέλευσις σῶμα κυρίαρ-
2759χον μεταξὺ δύο πολιτευμάτων, ἑπομένως δὲν ἔχει σημασίαν,
2760ἐὰν οἱ δημοσιεύσαντες Ὑπουργοὶ δὲν φαίνωνται ὑπογεγραμ-
2761μένοι ὑπὸ τὸν νόμον, ἀλλὰ μόνοι οἱ κυρώσαντες πρὸ μηνῶν.
2762Πλανᾶσθε, κύριε συνάδελφε· ἔλαθε τὴν μνήμην ὑμῶν, ὅτι ὁ
2763Βασιλεὺς Γεώργιος ἦτο ἐν Ἀθήναις, καὶ ὑπέγραψε τὸν νό-
2764μον τοῦτον ἐν πλήρει τῇ ἀσκήσει τῶν βασιλικῶν προνο-
2765μίων τῆς κυρώσεως καὶ τῆς δημοσιεύσεως· ἂν θέλητε, εἶχε
2766λάβει ὅρκον προσωρινόν, ὁρισθέντα ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως,
2767καὶ συγχρόνως ἀνέλαβε νὰ ἐκτελέσῃ πλήρη τὰ ἡγεμονικὰ
2768αὑτοῦ καθήκοντα καὶ δικαιώματα, συμφώνως πρὸς τὸ Σύν-
2769ταγμα, τὸ ὁποῖον ἴσχυε πρὸ τοῦ 1862. Ἀκούσατε, τὸ
2770περὶ τούτου ψήφισμα τῆς Συνελεύσεως τῆς 10ης Ὀκτω-
2771βρίου 1863 (ἀναγινώσκει):
2772«Ἡ Βʹ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις ψηφίζει:
2773«Ἄρθρον 1ον. Ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων Γεώργιος Αʹ,
2774ἀφοῦ δώσῃ ἐνώπιον τῆς Ἐθν. Συνελεύσεως τὸν ἑξῆς ὅρκον
2775(ἔπεται ὁ ὅρκος) ἀναλαμβάνει τὰ ἡγεμονικὰ δικαιώματα
2776καὶ πλήρη τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς
2777τοῦ πρὸ τῆς 12 Ὀκτωβρίου 1862 ἰσχύοντος Συν-
2778τάγματος...
2779«Ἄρθρον 2ον. Ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς κυ-
2780ρώσεως τῶν νομοθετημάτων τῆς Συνελεύσεως, πλὴν
2781τοῦ Συντάγματος...
2782«Ἄρθρον 3ον. Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος ψηφίσματος παύει
2783μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ συνταχθησομένου πολιτεύματος
2784καὶ τὸν ἐπὶ τούτου ὅρκον τοῦ Βασιλέως... Μέχρι δὲ τῆς
2785ἡμέρας ἐκείνης ἰσχύουσιν, ἐκτὸς τῶν ἐν τῷ ἀνωτέρω ἄρθρῳ
27861 ἀναφερομένων, καὶ οἱ λοιποὶ ὁρισμοὶ τοῦ πρὸ τῆς
278710 Ὀκτωβρίου 1862 Συντάγματος...»
2788Εἶχε μεριμνήσει τὸ ἰσχύον, κατὰ τὰ ἄνω ῥητὰ καὶ ἀναμ-
2789φισβήτητα, Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος περὶ κυρώσεως καὶ
2790δημοσιεύσεως τῶν νόμων;
2791Ἀκριβῶς ἡ αὐτὴ διάταξις ὑπῆρχεν ἐν αὐτῷ, πλὴν μιᾶς
2792λεπτομερείας ὀρθῆς, ὀρθοτάτης. Τὸ ἄρθρον 29 τοῦ Συντάγ-
2793ματος ἐκείνου εἶχεν ὡς ἑξῆς: «Ὁ Βασιλεὺς κυρόνει καὶ δη-
2794μοσιεύει τοὺς νόμους». Εἰς τὸ νεώτερον Σύνταγμα προσε-
2795τέθη ἡ δίμηνος μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου ἀνατρεπτικὴ
2796προθεσμία τῆς κυρώσεως· περιωρίσθη δηλ. χρονολογικῶς
2797τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως, ὅπερ ἄλλοτε ἦτο ἀόριστον,
2798καὶ πολλὰ ἄτοπα συνέβαινον, ὡς μᾶς ἐξέθηκεν ὁ κ. Δηλι-
2799γιάννης. Καὶ δυνάμει τοῦ ψηφίσματος τούτου ὑπέγραψε,
2800κυρώσας τὸν νόμον τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου, ὁ Βασι-
2801λεὺς, καὶ ἐδημοσίευσαν αὐτὸν ἄλλοι παρὰ τοὺς ὑπευθύνους
2802Ὑπουργοὺς μετὰ μῆνας.
2803Ἄκυρος λοιπὸν εἶναι ἡ ἕνωσις; ἄκυροι αἱ συντάξεις
2804τῶν Ἑπτανησίων; Τὸ ζήτημα εἶναι σοβαρώτατον, ἐλπίζω
2805δ’ ὅτι οἱ ἀγαπητοὶ συνάδελφοι Ἑπτανήσιοι θέλουσι σκεφθῆ
2806σοβαρῶς περὶ τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν θὰ δώσωσι. Θὰ ἔλθῃ
2807ἡ ὥρα, καθ’ ἣν οἱ ἀγαπητοὶ ἀδελφοὶ Ἑπτανήσιοι θὰ μετα-
2808νοήσωσι πικρῶς, ἂν δώσωσι ψῆφον ἀλλοίαν ἀπὸ ἐκείνην,
2809τὴν ὁποίαν τὸ καθῆκον καὶ ἡ συνείδησις τοῖς ὑπαγορεύουν.
2810Ἀλλ’ εἴδατε, πῶς εὐφυῶς ἐξέφυγε τὸ ζήτημα τοῦ νὰ
2811ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ θέματος ὁ ἐμβριθεὶς καὶ νομομαθὴς
2812συνάδελφος κ. Μπογιατζόγλους;
2813Ἴσως πολλοὶ δὲν γνωρίζετε τὸν ἄνδρα, ὅσον ἐγὼ, ὅστις
2814ἀπὸ παιδικῆς ἡλικίας συνείθισα νὰ τὸν ὑπολήπτωμαι καὶ
2815διὰ τὴν κρίσιν του καὶ διὰ τὴν πολυμάθειάν του· εἴδατε,
2816ὅτι ἐδήλωσε πονήρως, ὅτι τὸ πολὺ φῶς τὸν ἐσκότισε καὶ
2817δὲν ἠδύνατο, εἶπε, νὰ ἴδῃ, ποῦ ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ ἀλήθεια·
2818ἀλλ’ εἴδατε ἐκ τῆς ὁμιλίας του, ὅτι γνωρίζει κάλλιστα
2819ποῦ ἔγκειται ἡ ἀλήθεια, καὶ διὰ τοῦτο ἐρχόμενος ὡς
2820ἀντιπρόσωπος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἴσως, σχεδὸν ἐζήτει
2821συγγνώμην ὑπὲρ αὐτοῦ, διότι πιθανὸν, εἶπε, νὰ συνέβη καὶ
2822ἓν λάθος, ἄνθρωποι εἴμεθα, διατὶ κατηγορεῖτε, ἀφοῦ δὲν
2823ὑπῆρχε προαίρεσις κακὴ, οὔτε δολία κατάργησις τοῦ νό-
2824μου, οὔτε ἐβλάβη τις ἐκ τῆς πράξεως ταύτης; Αὐτὸ μᾶς
2825ἀρκεῖ, ἀξιότιμε συνάδελφε. Εἶσθε ὁ πολυτιμότερος συνήγο-
2826ρος τῆς γνώμης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν πρόκειται,
2827οὐδὲ συζητοῦμεν ἐνταῦθα ἐπὶ τόσας ἡμέρας, ἂν ὑπῆρχε δο-
2828λία προαίρεσις ἢ ὄχι, πρόκειται περὶ τοῦ ὅτι ἐτελέσθη
2829παρανομία πασιφανὴς, ἀσύγγνωστος, ἡ ὁποία δὲν πρέπει
2830νὰ ἐπαναληφθῇ, διότι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ εἰς οἱονδή-
2831ποτε Ὑπουργὸν, νομάρχην ἢ τελωνοφύλακα, νὰ ἔρχηται νὰ
2832ἑρμηνεύῃ ἂν εἷς νόμος ἦναι ἔγκυρος ἢ ὄχι, καὶ νὰ τὸν ἐκ-
2833τελῇ ἢ ν’ ἀναστέλλῃ τὴν ἐκτέλεσίν του.
2834Ἀλλὰ δὲν ἔβλαψεν ἡ πρᾶξις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ;
2835Ἔβλαψεν ἀτυχῶς. Ὁ νόμος βεβαίως ἦτο κακὸς, καὶ ἡμεῖς
2836ἀντετάχθημεν κατὰ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐγένετο νο-
2837μίμως νόμος τοῦ Κράτους, καὶ ἡ πρᾶξις τοῦ Πρωθυπουρ-
2838γοῦ ἡ αὐθαίρετος ἐκλόνισε τὴν πεποίθησιν πάντων τῶν
2839μετὰ τῆς Ἑλλάδος συναλλαττομένων· ἤρχισαν νὰ ὑποπτεύω-
2840σιν, ἢ μᾶλλον νὰ βλέπωσιν ὀφθαλμοφανῶς, ὅτι, ἄν τις κεφα-
2841λαιοῦχος τύχῃ νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ δια-
2842πραγματευθῇ μετ’ αὐτῆς δι’ οἱανδήποτε πρᾶξιν δανειστικὴν
2843πρὸς συντέλεσιν ἔργων ἢ ἐξόφλησιν χρεῶν, πρὸς ἄρσιν τῆς
2844ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἢ ἄλλων, πρέπει νὰ προσέχῃ,
2845διότι αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις ἀπατῶσι τοὺς μετ’ αὐτῶν
2846συναλλαττομένους, αἱ Ἑλλην. Κυβερνήσεις, αὐτὸς ὁ Βασιλεὺς
2847ἔρχονται εἰς συνεννοήσεις, συνάπτουσι συμβάσεις στηριζομέ-
2848νας ἐπὶ νόμων καὶ βασιλικῶν διαταγμάτων, λαμβάνουσι
2849τὰ χρήματα πρὸς ἐξοικονόμισιν τῶν ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν
2850των, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον, ἐπειδὴ ὁ νόμος ἢ ἡ σύμβασις τοὺς
2851στενοχωρεῖ, ἀλλάσσουσιν οἱ Ἕλληνες τὴν Κυβέρνησίν των,
2852ἥτις ἀμέσως, προσποιουμένη καὶ ἱερὰν ἀγανάκτησιν, κηρύσ-
2853σει ἀκύρους τὰς πράξεις τῆς προκατόχου. Κακῶς ἐπρά-
2854ξατε, λέγει εἰς τοὺς δανειστάς μας, νὰ βασισθῆτε εἰς νόμον
2855τοῦ Κράτους, ὁ ὁποῖος δὲν ὑπάρχει. Τόσην κακὴν ἐντύ-
2856πωσιν ἐνεποίησεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἡ πρᾶξις τοῦ κ. Πρω-
2857θυπουργοῦ, ὥστε ἐπὶ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἔχω ἐνώ-
2858πιόν μου, βλέπω, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ τελῶν χρέη πρέσβεως τῆς
2859Ἑλλάδος, ὅτε ἐλάμβανεν αἰφνιδίως τὴν διαμαρτύρησιν τοῦ
2860Χάμβρο καὶ υἱοῦ, δὲν ἤξευρε τί ν’ ἀπαντήσῃ· αἰσχυνόμενος
2861δὲ διὰ τὸ γεγονὸς, καὶ θέλων νὰ ἐξεύρῃ δικαιολογίαν τινὰ
2862εὐπρόσωπον, ἐρωτᾷ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐὰν ἐν τῇ πρὸς
2863τοὺς δανειστὰς ἀπαντήσει τῷ ἐπιτρέπῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ
2864προφασισθῇ, ὅτι τὰ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως τε-
2865λεσθέντα δὲν ἐκυρώθησαν ὑπὸ τῆς συνελθούσης Βουλῆς
2866τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους!!
2867Οἱ δανεισταὶ διαμαρτύρονται ἐπισήμως, καὶ ἐκφράζουσιν
2868ἔκπληξιν ἐπὶ τῇ καταργήσει νόμου τοῦ Κράτους καὶ βα-
2869σιλικῶν διαταγμάτων, φερόντων τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασι-
2870λέως τῆς Ἑλλάδος καὶ στηριζομένων ἐπὶ ἀποφάσεων ὁλο-
2871κλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. «Φρονοῦμεν, λέγου-
2872σιν οἱ διαμαρτυρόμενοι δανεισταὶ, ὅτι ἐπισήμως ἔπρεπε νὰ
2873γνωστοποιηθῇ ἡ διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ ἀνατροπὴ τῶν
2874γενομένων». Στενοχωρεῖται ὁ δυστυχὴς ἀντιπρόσωπος τῆς
2875Ἑλλάδος. Τηλεγραφεῖ εἰς τὸν Ὑπουργόν· δὲν δύναται νὰ
2876εὕρῃ δικαιολογίαν, δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ τέλος πάντων
2877τί τρέχει, διατὶ καὶ διὰ τίνος μεθόδου κατηργήθη αὐτὸς
2878ὁ νόμος, καὶ ἐρωτᾷ; «νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἐκυρώθη εἰς τὴν Βου-
2879λὴν ὁ νόμος;» Διότι δὲν ἐγνώριζε τί νὰ εἴπῃ εὐπρόσωπον,
2880ἔχον ἔστω καὶ μόνον τὸν ἐξωτερικὸν τύπον τῆς νομιμότη-
2881τος. Νόμος ψηφισθεὶς, κυρωθεὶς καὶ δημοσιευθεὶς μὲ τὴν
2882ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως, μὲ τὴν προσυπογραφὴν τοῦ ἁρ-
2883μοδίου Ὑπουργοῦ, σύμβασις δανείου ἐπὶ τοῦ νόμου τούτου
2884βασιζομένη, χρήματα εἰλημμένα περὶ τὰ 6,000,000 πραγ-
2885ματικὰ εἰς ἀγγλικὰς λίρας στερλίνας δυνάμει αὐτῆς τῆς
2886συμβάσεως, καὶ ἀπέναντι ὅλων αὐτῶν οἱ δανεισταί μας
2887βλέπουσι μίαν πρωΐαν εἰς τοὺς «Καιροὺς» τοῦ Λονδίνου ἓν
2888τηλεγράφημα τοῦ Reuter. Ὁ κ. Τρικούπης διέταξε τοὺς
2889τελώνας νὰ μὴ εἰσπράττωσι πλέον εἰς χρυσὸν, ἀλλ’ εἰς τρα-
2890πεζογραμμάτια!! Αἱ διαμαρτυρίαι τῶν δανειστῶν, περί-
2891ληψιν τῶν ὁποίων ἠκούσατε ἀναγνωσθεῖσαν παρὰ τοῦ κ.
2892Καραπάνου, ἀποδεικνύουσι τὸ αἴσθημα τῆς ἀγανακτήσεως
2893καὶ περιφρονήσεως, τὸ ὁποῖον κατέλαβε τοὺς συναλλαχθέν-
2894τας μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ ἅπαντα ἐν γένει τὸν
2895χρηματιστικὸν κόσμον τῆς Εὐρώπης διὰ τὴν κακόπιστον
2896διὰ παρανομίας ἐνέργειαν τοῦ Ἕλληνος Πρωθυπουργοῦ.
2897Αἱ ἐκπτώσεις, αἱ σήμερον γινόμεναι, τῶν ἑλληνικῶν χρεω-
2898γράφων, ὁ κίνδυνος τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν ἑλληνικῶν χρεω-
2899γράφων ἀπὸ τῶν χρηματιστηρίων τῶν εὐρωπαϊκῶν ἀποδει-
2900κνύουσιν ὅτι, καὶ ἂν ὑπῆρχεν ἔτι πίστις τῆς Ἑλλάδος μικρὰ
2901εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν Ὑπουργὸς τοῦ
2902Κράτους τούτου ἀνέτρεψε διὰ μιᾶς ἐγκυκλίου νόμον ἐπί-
2903σημον τοῦ Κράτους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίζετο σύμβασις
2904περὶ δανείου, ἡ πίστις αὕτη ἐξέλιπε τέλεον, καὶ τοῦτο εἶναι
2905μεγίστη ζημία διὰ τὰ Κράτη. Διότι, Κύριοι, τὰ Κράτη,
2906ὅπως καὶ τὸ ἄτομον, καὶ πολὺ περισσότερον ταῦτα, πρέ-
2907πει νὰ μεριμνῶσι περὶ τῆς πίστεως αὐτῶν καὶ τῆς πεποι-
2908θήσεως πάντων, ὅτι οἱαδήποτε Κυβέρνησις Ἑλληνικὴ καὶ
2909ὁ Βασιλεύς, συμβαλλόμενοι πρὸς οἱουσδήποτε κεφαλαιούχους,
2910θὰ σεβασθῶσι τὴν ὑπογραφήν των πάντοτε καὶ ἐς ἀεὶ, καὶ
2911ὅ,τι πράττουσι θὰ τὸ πράττωσι νομίμως.
2912Ἐλπίζω ὅτι δὲν θέλετε ἐγκρίνει πρᾶξιν, ἡ ὁποία θέλει δώ-
2913σει τὸ δικαίωμα εἰς μὲν τοὺς Εὐρωπαίους νὰ ἀμφιβάλλωσι
2914περὶ τῆς καλῆς πίστεως τῆς πλειονοψηφίας, καὶ ἄλλους
2915δὲ κυβερνήτας εἰς τὸ μέλλον δυνατὸν νὰ ἐνθαῤῥύνῃ νὰ πρά-
2916ξωσι τὴν αὐτὴν παρανομίαν, πρὸς μεγάλην βλάβην τοῦ
2917ἔθνους ἡμῶν. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
2918§154ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν).
2919Ἐὰν, Κύριοι, τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα ἐθεωρήθη πρόσφορον
2920εἰς πολλὰ τῶν ἀξιοτίμων μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἵνα
2921ἐπιδείξωσι τὴν φιλοπονίαν καὶ τὰς γνώσεις αὐτῶν τὰς θεω-
2922ρητικὰς περὶ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, δὲν εὑρίσκω ὅτι
2923πρόσφορον ἦτο τὸ θέμα, ὅπως ἐξεγείρῃ τὴν πατριωτικὴν
2924ἀγανάκτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ τοῦ
2925ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ
2926ἀπαγγείλωσι καθ’ ἡμῶν Φιλιππικοὺς, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι διὰ
2927τῆς ἐγκυκλίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μο-
2928νονουχὶ κατεστρέψαμεν τὴν πίστιν τοῦ Κράτους. Καὶ ἂν
2929ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν καὶ κρίνωμεν περὶ τῶν ἀποτε-
2930λεσμάτων τῆς ἐγκυκλίου, περὶ ἧς πρόκειται, δὲν ἀμφιβάλ-
2931λω ὅτι ἤθελε καταστῆ καταφανὲς, ἂν μὴ τοῦτο ἐνυπάρχῃ
2932ἐν τῇ συνειδήσει πάντων ὑμῶν, ὅτι πᾶν ἄλλο ἀποτέλεσμα
2933ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἡ τοιαύτη ἐγκύκλιος ἢ τὸ ἀποτέλεσμα,
2934ὅπερ ἐπεζήτησαν νὰ παραστήσωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐξ
2935Ἀττικῆς καὶ ἐξ Ἄρτης. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἤδη ἀρκετὰς ἡμέ-
2936ρας βασανιζόμεθα συζητοῦντες ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου,
2937θεωρῶ ἄκαιρον νὰ ἐπεκτείνω τὴν συζήτησιν ὡς πρὸς τοῦτο,
2938καὶ θέλω περιορισθῆ ἁπλῶς, ἵνα καταδείξω, ὅτι, ἐὰν εἰς
2939πάντας ἡμᾶς, τοὺς ἀκροωμένους ἐπὶ τόσας ἡμέρας τοσού-
2940των θεωριῶν παραδόξων, ἐπῆλθεν ὡς ἀποτέλεσμα τῶν συ-
2941ζητήσεων τὸ πάθημα, ὅπερ ὑπέδειξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
2942Σύρου, ἀναμφισβητήτως ὅμως τὸ πάθημα τοῦτο ἔπαθον
2943πολλοὶ ἐκ τῶν ἀσχοληθέντων κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας εἰς
2944τὴν μελέτην τῶν συνταγματικῶν θεωριῶν. Διὰ τοῦτο ἠκού-
2945σαμεν τὸν ἕνα μετὰ τὸν ἄλλον ἀνερχομένους ἐπὶ τὸ βῆμα
2946καὶ ἀναπτύσσοντας θεωρίας ἀντιφασκούσας πρὸς ὅσα
2947αὐτοὶ οἱ ἴδιοι μετ’ ὀλίγον ὑπεστήριζον καὶ πρὸς ὅσα εἷς
2948ἕκαστος ἐξ αὐτῶν ἀπὸ τοῦ βήματος ἔλεγεν. Εἰς ἓν μό-
2949νον συνεφώνουν· ἐνησμένιζον ν’ ἀποδέχωνται, ὅτι ἡ ἐγκύ-
2950κλιος ἦτο παράνομος, καὶ ἵν’ ἀποδείξωσι τοῦτο, ἐλάμ-
2951βανον ὡς δεδομένον, ὅτι διὰ τῆς ἐγκυκλίου ἐπεζητήθη
2952ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἡ κατάργησις νόμου, ψηφισθέντος
2953νομίμως, κυρωθέντος νομίμως καὶ δημοσιευθέντος νομίμως.
2954Διὰ τοῦτο ἠκούσαμεν χθὲς μὲν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ναυ-
2955πλίας, σήμερον δὲ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας μετὰ
2956περισσῆς εὐγλωττίας νὰ κατακλύσωσιν ἡμᾶς διὰ συλλογι-
2957σμῶν, τοὺς ὁποίους ἄς μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ μὴ χαρακτηρίσω.
2958Καὶ ἠκούσαμεν νὰ ὑποστηρίζωσιν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι δύο
2959γνῶμαι περὶ τοῦ ὅτι νομοσχέδιον ψηφισθὲν μὲν παρὰ τῆς
2960Βουλῆς, κυρωθὲν δὲ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, μὴ δημοσιευθὲν ὅμως
2961διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἰσχύσῃ ὡς νό-
2962μος τοῦ Κράτους, εἶναι νόμος ἀμετάκλητος. Εἶναι νόμος,
2963κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, ἐκτε-
2964λέσιμος, εἶναι νόμος, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Βουλευ-
2965τοῦ ἐκ Ναυπλίας, οὐχὶ ἐκτελέσιμος, ἀλλὰ ἐκτελεστός·
2966εἶναι νόμος, κατὰ τὴν ἐπίσημον βεβαίωσιν τοῦ δυναμένου
2967νὰ δίδῃ κῦρος εἰς τὴν λύσιν τοιούτων ζητημάτων κυρίου
2968Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, δυνάμενος μὲν ν’ ἀνακληθῇ, ἑπο-
2969μένως οὔτε ἐκτελέσιμος οὔτε ἐκτελεστὸς, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος
2970ὑποχρεοῖ τοὺς ὑπογράψαντας αὐτὸν Ὑπουργοὺς νὰ προβῶ-
2971σιν εἰς τὴν ἐκτέλεσίν του. Ἰδοὺ, Κύριοι, διαύγεια ἐννοιῶν
2972καὶ φῶς χυνόμενον ἐν μέσῳ ἡμῶν!! Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ
2973Εὐρυτανίας μᾶς ἐδίδασκε σήμερον, ἀναπτύσσων τὰς μελέ-
2974τας αὐτοῦ ἐπὶ τῶν συνταγματικῶν θεωριῶν, ὅτι δὲν ὑπάρ-
2975χει συγγραφεὺς ὑποστηρίζων τὴν γνώμην, καθ’ ἣν ὁ νόμος
2976καὶ μετὰ τὴν κύρωσιν αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως δύναται
2977πρὸ τῆς ἐπισήμου αὐτοῦ δημοσιεύσεως ν’ ἀνακληθῇ, ἐνῷ
2978παραδόξως αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας εὐθὺς
2979ἀμέσως, λησμονήσας ὅ,τι ἐν ἀρχῇ ἔλεγεν, ὑπεστήριζεν ὅτι
2980ὁ νόμος, καίτοι κυρωθεὶς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἀνακαλεῖται
2981σιωπηρῶς, ὅταν δὲν ἐπέλθῃ ἡ δημοσίευσις αὐτοῦ ἐντὸς τοῦ
2982χρονικοῦ διαστήματος, ὅπερ ὁρίζει τὸ Σύνταγμα ἀπὸ τῆς
2983λήξεως τῆς βουλευτικῆς συνόδου, καθ’ ἣν ἐψηφίσθη. Εἶναι
2984τῇ ἀληθείᾳ ἄπορον, πῶς κατορθοῦται νὰ διατυπῶται τοι-
2985αύτη σκέψις. Ὁ νόμος, σᾶς λέγει, εἶναι ἐκτελέσιμος, ἑπο-
2986μένως δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ συμβουλεύσῃ
2987τὸν Βασιλέα, ὅπως ἀνακαλέσῃ αὐτόν, ἀλλ’ ὅμως ἀνακα-
2988λεῖται, σᾶς βεβαιοῖ πάλιν ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυ-
2989τανίας, ἀνακαλεῖται εὐθὺς ὡς δὲν δημοσιευθῇ, κατὰ τὸ
2990γράμμα τοῦ Συντάγματος, ἐντὸς δύο μηνῶν μετὰ τὴν λῆ-
2991ξιν τῆς συνόδου, καθ’ ἣν ἐψηφίσθη. Τοῦτο, Κύριοι, λέγε-
2992ται συλλογισμὸς λογικός, ἀποῤῥέων ἐκ τῶν ἀρχῶν τῆς ἐπι-
2993στήμης καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἀξιοῦσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τοι-
2994οῦτον συλλογισμὸν προβάλλουσιν ἡμῖν, νὰ πείσωσι τὴν
2995Βουλὴν, ὅπως ἀποδεχθῇ, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργοῦ
2996τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι προφανὴς παραβίασις τῶν θεσμῶν
2997τῆς χώρας.
2998§155ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, δὲν δύνασθε νὰ ταὐ-
2999τίσητε τὴν ἀκύρωσιν νομοσχεδίου, τὴν προερχομένην ἐκ
3000τῆς μάτην παρερχομένης διμήνου προθεσμίας, πρὸς τὴν ἀνά-
3001κλησιν τῆς κυρώσεως. Σεῖς συγχέετε τὰ δύο αὐτά.
3002§156ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ εὐτυχῶς, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Εὐρυ-
3003τανίας, δὲν ἠσχολήθην κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας εἰς σο-
3004βαρὰς μελέτας, ὥστε νὰ τρέχω τὸν κίνδυνον νὰ ἔχω ἰδέας
3005συγκεχυμένας ἐκ τῆς παρανοήσεως τῶν διαφόρων ἐννοιῶν.
3006Ἐγὼ ἤκουσα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγετε, γνωρίζω ὅτι ἐκεῖνο,
3007τὸ ὁποῖον δύναται σιωπηρῶς ν’ ἀνακληθῇ, δύναται νὰ ἀνα-
3008κληθῇ καὶ ῥητῶς, ἐκεῖνο δὲ, ὅπερ εἶναι ὑποχρεωτικὸν, εἶναι
3009ὑποχρεωτικὸν πάντοτε. Τοῦτο δὲ λέγω, στηριζόμενος εἰς
3010τὴν ὑψίστην τῶν ἐπιστημῶν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ λογικὴ, κύ-
3011ριε Βουλευτὰ ἐξ Εὐρυτανίας.
3012Ἐπεζήτησε διὰ μακρῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας,
3013ἵνα μᾶς πείσῃ, ὅτι ὁ νόμος καταρτίζεται ἀκριβῶς, καθ’ ἣν
3014στιγμὴν θέσῃ ὁ Βασιλεὺς τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ, καὶ εἶναι
3015ἀπορίας ἄξιον, ἔλεγε, διαμαρτυρόμενος ἐν ὀνόματι πάντοτε
3016τῆς ἐπιστήμης, ὅτι εὑρίσκονται ἄνθρωποι ν’ ἀμφισβητήσωσι
3017τοιαύτην θεωρίαν, ἐνῷ ὁ νόμος οὗτος εἶναι τέλειος, εἶναι
3018ἄλλως νόμος ἐκτελέσιμος, ὅστις καθίσταται ὑποχρεωτικὸς,
3019προσθέτει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅταν δημοσιευθῇ διὰ τῆς Ἐφη-
3020μερίδος τῆς Κυβερνήσεως, διότι γνωρίζει, ὅτι καὶ παρ’ ἡμῖν
3021καὶ παρ’ ὅλοις τοῖς Κράτεσιν ὑπάρχει νόμος, κανονίζων τὸν
3022τρόπον τῆς δημοσιεύσεως τῶν νόμων. Μεταξὺ τοῦ ἐκτελέ-
3023σιμος καὶ τοῦ ὑποχρεωτικὸς εἶναί τις διαφορά, ἀλλὰ
3024τὴν διαφορὰν ταύτην ἐν τῇ περιεσκεμμένῃ μελέτῃ τῶν θεω-
3025ριῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐστάθη ἀδύνατον νὰ ἀνεύρῃ. Πότε ἐπέρ-
3026χεται τὸ ὑποχρεωτικὸν ἀποτέλεσμα τῆς ψηφίσεως καὶ κυ-
3027ρώσεως τοῦ νόμου; τὸ γνωρίζομεν πάντες, ἀλλὰ μᾶς τὸ
3028εἶπε πρὸ ὀλίγου καὶ αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας
3029ἐν τῇ ἀναπτύξει τῶν θεωριῶν του, ὑποστηρίξας ὅτι μόνον
3030ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως καθίσταται ὁ νόμος ὑποχρεωτι-
3031κός. Ἀλλ’ ἐλησμόνησα, χθὲς, ἀγορεύοντος τοῦ κ. Βουλευτοῦ
3032ἐκ Ναυπλίας, ἤκουσα καὶ ἄλλην ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν τῶν
3033νόμων· ἤκουσα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ὑποστηρίζοντος ὅτι νόμος,
3034κυρωθεὶς παρὰ τοῦ Βασιλέως, ὑποχρεοῖ πάντας, πλὴν τοῦ
3035Βασιλέως· ἤκουσα μάλιστα αὐτὸν νὰ ἰσχυρίζηται, ὅτι ὁ Βα-
3036σιλεὺς εἶναι ἀνώτερος τῶν νόμων, καὶ νὰ λησμονῇ παραδό-
3037ξως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας, ὅτι οὐδείς ἐστὶν ἀνώτε-
3038ρος τῶν νόμων, ὅτι ὁ Βασιλεύς, ὁρκισθεὶς ἵνα τηρήσῃ τὸ
3039Σύνταγμα, ὡρκίσθη νὰ τηρήσῃ ἐν ταὐτῷ τοὺς νόμους καὶ
3040τὰ ψηφίσματα τοῦ Κράτους.
3041§157ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ρητῶς καὶ ἐκπεφρασμένως.
3042§158ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ρητῶς καὶ ἐκπεφρασμένως, κατὰ τὴν
3043ἔκφρασιν τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου κ. Παπαμιχαλοπούλου.
3044Καὶ ἦτο ἑπόμενον νὰ ὑποπέσωσιν εἰς τοιοῦτον—ἂς μοὶ ἐπι-
3045τραπῇ ἡ ἔκφρασις—παραλογισμόν, διότι ὁ ἐπιζητῶν νὰ
3046ὑποστηρίξῃ θέμα, ὅπερ προδήλως εἶναι ἀνεπίδεκτον ὑποστη-
3047ρίξεως, εἶναι ἑπόμενον ὅτι θέλει ὑποπέσει εἰς παραλογισμούς,
3048ὡς ὑπέπεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας, καὶ ὡς μικροῦ
3049δεῖν ὑπέπιπτεν, ἐὰν δὲν προεφυλάσσετο ὑπὸ τῶν διακοπῶν,
3050καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρὸ
3051πάντων ἐθαύμασα τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι ἡ λεπτὴ διάκρι-
3052σις, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο, τῶν σταδίων τῆς δημιουργίας
3053τοῦ νόμου· διότι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἤκουσα μαθή-
3054ματα ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, δὲν εἶχον ἀκούσει τοιαύτην
3055διδασκαλίαν. Ἤδη γνωρίζω, ὅτι νόμος ἐστὶν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος
3056ὑποχρεοῖ πάντας. Πρᾶξις δὲ, ἥτις, ὅσον καὶ ἂν ᾖ ἐπίσημος,
3057οὐδένα ὑποχρεοῖ, δὲν δύναται νὰ ἦναι νόμος. Καταρτίζεται,
3058σᾶς λέγει ὁ κ. Βουλευτής, διὰ τῆς κυρώσεως ὁ νόμος, διότι
3059τὸ διάταγμα πρὸς δημοσίευσιν ποιεῖται χρῆσιν τῆς φράσεως
3060«ὁ παρὼν νόμος κυρωθεὶς δημοσιευθήτω διὰ τῆς Ἐφημε-
3061ρίδος τῆς Κυβερνήσεως». Εἶναι τὸ ἐπιχείρημα ἀληθῶς ἄξιον
3062θαυμασμοῦ. Ἐπειδὴ ἐν τῇ ἐντολῇ πρὸς δημοσίευσιν ἀνα-
3063φέρεται ἡ λέξις νόμος, τοῦτο ἀρκεῖ, κατὰ τὸν κ. Βουλευ-
3064τὴν ἐξ Εὐρυτανίας, νὰ ἦναι ὑποχρεωτικὸς ὁ νόμος οὗτος
3065καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ ἀνακληθῇ πρὸ τῆς δημοσιεύσεως
3066αὐτοῦ. Δὲν γνωρίζω κατὰ τίνα τρόπον ἠξίου ὁ κ. Βουλευ-
3067τὴς ἐξ Εὐρυτανίας ν’ ἀναγραφῇ ἡ ἐντολή, κατὰ τίνα φρά-
3068σιν ἠδύνατο νὰ καταχωρισθῇ. Πρόκειται περὶ νόμου, ὁ ὁποῖος
3069διὰ τῆς δημοσιεύσεως θὰ καταστῇ ὑποχρεωτικὸς καὶ θὰ
3070ἐκτελεσθῇ παρ’ ὅλων. Διὰ τῆς δημοσιεύσεως ἐπέρχεται τὸ
3071κῦρος καὶ ἡ ἰσχὺς τῆς τε ψηφίσεως καὶ τῆς κυρώσεως τοῦ
3072νόμου· ὑπὸ τὴν αἵρεσιν λοιπὸν τῆς δημοσιεύσεως ἀποκαλεῖ-
3073ται ἐν τῷ Συντάγματι καὶ ἐν τῇ πρὸς δημοσίευσιν ἐντολῇ
3074τὸ ψηφισθὲν καὶ κυρωθὲν «νόμος». Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτής,
3075ὁμιλῶν ἐν ὀνόματι τῆς ἐπιστήμης, ἀνεφώνει ἐντεῦθεν, ὅτι
3076δὲν γνωρίζει συγγραφέα ἀποδεχόμενον τοιαύτην γνώμην.
3077Καὶ εἶναι ἀληθές, ἔλεγεν, ὅτι ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
3078Μαντινείας τὸν Rönne, ἀλλὰ δὲν ἀνέγνωσε καλῶς καὶ
3079ὁλόκληρον τὴν γνώμην αὐτοῦ. Ἐγὼ ἀναγινώσκω ἐν τῇ
3080γνωμοδοτήσει τοῦ κ. Προβελεγγίου μετάφρασιν τῆς γνώ-
3081μης τοῦ Rönne τοσοῦτον σαφῆ, ὥστε δὲν δύναμαι νὰ ἐξη-
3082γήσω τὴν βεβαίωσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἂν μὴ ἀποδώσω
3083καὶ ταύτην εἰς τὴν καταλαβοῦσαν αὐτὸν σύγχυσιν. Ἰδοὺ
3084τί λέγει αὐταῖς λέξεσιν ὁ Rönne ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου
3085σαφῶς καὶ δογματικῶς (ἀναγινώσκει): «Ἡ κύρωσις λαμ-
3086βάνει ἐξωτερικὴν νομικὴν ὕπαρξιν μόνον ἀπὸ τῆς δη-
3087»μοσιεύσεως τοῦ νόμου, ἀποτελοῦσα μέχρι τῆς στιγ-
3088»μῆς ἐκείνης καθαρὰν ἐσωτερικὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ὁ Βα-
3089»σιλεὺς δύναται ν’ ἀνακαλέσῃ». Τί σαφέστερον τούτου!
3090Ὁμιλοῦσιν ἐν ὀνόματι τῆς ἐπιστήμης, ἵνα ὑποστηρίξωσι
3091γνώμας, τὰς ὁποίας αὐτὴ ἡ ἐπιστήμη καταδικάζει, καὶ
3092ἀξιοῦσι νὰ μᾶς πείσωσιν, ὅτι ὁ ἀγὼν περὶ θεσμῶν καὶ δι-
3093καίου πρόκειται!
3094Ταῦτα πάντα ἀνέπτυξα, Κύριοι, ἵνα καταδείξω διὰ τί-
3095νων μέσων ἐπιζητοῦσι νὰ δικαιολογήσωσι τὴν καθ’ ἡμῶν
3096ἐπίθεσιν· διότι τὸ ζήτημα, εἰς ὃ κυρίως ἔδει ν’ ἀσχοληθῶ-
3097μεν, δὲν εἶναι τοῦτο. Οὐδαμῶς εἰς τὴν κρίσιν περὶ τῆς ὀρθό-
3098τητος τῆς ἐγκυκλίου συμβάλλει ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη λύ-
3099σις τοῦ ζητήματος περὶ τοῦ μετακλητοῦ ἢ μὴ τῆς κυρώ-
3100σεως. Δεχθῆτε ὁποίας δήποτε θέλετε θεωρίας, δεχθῆτε εἴτε
3101τὸ μετακλητὸν εἴτε τὸ ἀμετάκλητον τῶν νόμων μέχρι τοῦ
3102χρόνου τῆς δημοσιεύσεως αὐτῶν· τὸ ζήτημα ἔγκειται ἀλ-
3103λαχοῦ. Τὸ ζήτημα εἶναι: ὑπάρχει δημοσίευσις τοῦ νόμου
3104καθ’ ὃν τρόπον ἐγένετο αὕτη, ναὶ ἢ οὔ; διότι, κατὰ τὴν
3105ὁμόφωνον γνώμην, μόνη ἡ δημοσίευσις καθιστᾷ τὸν νόμον
3106ὑποχρεωτικόν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ἔλεγε πρὸ
3107ὀλίγου, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν δημοσιεύει τοὺς νόμους, διὰ νὰ
3108ὑποστηρίξῃ ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται εὐθύνη πρὸς δημοσίευσιν τοῦ
3109νόμου, διότι ἐγνώριζε πολὺ καλὰ ὁ κ. Βουλευτής, ὁ ὁποῖος
3110κατέγεινεν εἰς τὴν μελέτην τοῦ Συντάγματος, ὅτι ῥητὴ,
3111ῥητοτάτη διάταξις τοῦ Συντάγματος ὁρίζει, ὅτι ὁ Βασι-
3112λεὺς δημοσιεύει τοὺς νόμους. Κατὰ τίνα τρόπον ὅμως δη-
3113μοσιεύει ὁ Βασιλεὺς τοὺς νόμους; Νὰ ἀναπτύξω συνταγμα-
3114τικὰς θεωρίας περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ Βασι-
3115λεὺς δημοσιεύει τοὺς νόμους, εἶναι, νομίζω, περιττὸν, διότι
3116πάντες γνωρίζομεν, ὅτι ὑπάρχει ἄλλη διάταξις ἐν τῷ Συν-
3117τάγματι, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως,
3118οὐδ’ αὐτὴ κατὰ συνέπειαν ἡ δημοσίευσις τῶν νόμων, ἡ
3119παρ’ αὐτοῦ γενομένη, ἰσχύει ἄνευ τῆς προσυπογραφῆς τοῦ
3120Ὑπουργοῦ.
3121Τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν ἐμὴν κρί-
3122σιν, εἶναι τὸ σπουδαιότατον τῶν ζητημάτων, ὅπερ πρέπει
3123νὰ βαρύνῃ εἰς τὰς σκέψεις ἡμῶν ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέμα-
3124τος, τὸ παρέτρεξαν τελείως οἱ πρὸ ἡμῶν ἀγορεύσαντες.
3125Ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς προχθές: «δὲν γνω-
3126ρίζω ἐὰν ὑπέχῃ εὐθύνην ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῇ δημοσιεύσει
3127τῶν νόμων», καὶ ἀνεγίνωσκε τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν
3128Ὑπουργῶν, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην του, λησμονῶν ὅτι,
3129ὅταν ὁμιλῇ περὶ Ὑπουργῶν καὶ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν,
3130πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι ὑπερτάτη τῶν εὐθυνῶν
3131εἶναι ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ ἠθικὴ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν·
3132ἀλλοίμονον δὲ εἰς τὸ Κράτος ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον οἱ πο-
3133λῖται ἀξιοῦσιν, ὅπως οἱ Ὑπουργοὶ ἐν τῇ διαπράξει τῶν
3134κοινῶν ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει τὴν ἐκ τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης
3135Ὑπουργῶν ἐπιβαλλομένην αὐτοῖς εὐθύνην! Δὲν εἶναι δυνα-
3136τὸν νὰ δεχθῇ τις, Κύριοι, ὅτι δύναται νὰ ἦναι Ὑπουργὸς
3137ἄξιος τῆς ἀποστολῆς καὶ τῆς θέσεως αὐτοῦ ἐκεῖνος, ὅστις
3138ἐν τῇ διαπράξει τῶν κοινῶν ἀποβλέπει εἰς τὴν εὐθύνην
3139ταύτην. Ὑπέχει δὲ πολιτικὴν εὐθύνην ὁ Ὑπουργὸς διὰ πά-
3140σας αὐτοῦ τὰς πράξεις, ἀλλὰ πρὸ πάντων διὰ τὴν δημο-
3141σίευσιν τῶν νόμων, διότι διὰ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου,
3142καθισταμένου τούτου ὑποχρεωτικοῦ, ἐπιβάλλονται βάρη
3143καὶ ὑποχρεώσεις καὶ γεννῶνται δικαιώματα εἰς τοὺς πο-
3144λίτας, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὀφείλει νὰ ὑπέχῃ εὐθύνην ὁ Ὑπουρ-
3145γός. Ἀλλ’ ἐὰν ὀφείλῃ νὰ ὑπέχῃ τοιαύτην ὁ Ὑπουργὸς καὶ
3146ἂν ἡ Ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους δικαιοῦται τοιαύτην
3147εὐθύνην νὰ ἐπιζητῇ παρὰ τῶν Ὑπουργῶν, πῶς δύνασθε
3148νὰ λέγητε, ὅτι Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν δημοσίευσιν
3149τοῦ νόμου δὲν ἦσαν Ὑπουργοί, ὑπέχουσιν εὐθύνην διὰ τὴν
3150δημοσίευσιν ταύτην; Ἡ εὐθύνη εἶναί τι, (τὸ ὁποῖον μέλλει
3151νὰ συζητηθῇ πολλάκις μεταξὺ τοῦ Στέμματος καὶ τῶν
3152Ὑπουργῶν, καὶ χάριν τῆς τοιαύτης εὐθύνης δυνατὸν ν’ ἀπο-
3153χωρήσῃ ἡ Κυβέρνησις· θέλετε δὲ σεῖς νὰ στερήσητε τοὺς
3154Ὑπουργοὺς τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ προβάλλωσιν εἰς τὸ
3155Στέμμα τὴν ἰδίαν αὐτῶν εὐθύνην, ὅταν νομίζωσιν ὅτι τοῦτο
3156ἐπιβάλλει αὐτοῖς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος! Ὑποθέ-
3157σατε πρὸς στιγμὴν, ὅτι αἱ περιστάσεις ἐπιβάλλουσι νὰ ψη-
3158φισθῇ νόμος περιλαμβάνων δρακοντείας διατάξεις. Ψηφίζε-
3159ται ὁ νόμος οὗτος καὶ κυροῦται, πρὶν δὲ δημοσιευθῇ, ἐκλεί-
3160πουσιν οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων προὐτάθη εἰς τὴν Βου-
3161λὴν καὶ ἐψηφίσθη· συμβουλεύουσιν οἱ Ὑπουργοί, οἵτινες ἔχου-
3162σιν ἤδη συνυπογράψει εἰς τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ, συμβουλεύουσιν
3163εἰς τὸ Στέμμα, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲ πρέπει νὰ δημοσιευθῇ,
3164διότι ἡ ἐκτέλεσις αὐτοῦ θέλει εἶσθαι ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ συμ-
3165φέροντα τοῦ Κράτους. Τὸ Στέμμα, ὑποθέσατε, ὅτι διαφωνεῖ
3166καὶ ἰσχυρίζεται, ὅτι ὁ νόμος πρέπει νὰ δημοσιευθῇ, καθόσον
3167θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἐντεῦθεν
3168ἐπέρχεται διαφωνία μεταξὺ Στέμματος καὶ Κυβερνήσεως·
3169τὸ Στέμμα αἴρει τὴν ἐμπιστοσύνην του ἀπὸ τὴν Κυβέρνη-
3170σιν, διότι ἐπιμένει εἰς τὴν δημοσίευσιν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν
3171τοῦ νόμου. Ποῖον θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα; Ἡ Κυβέρνησις
3172θ’ ἀποχωρήσῃ, θὰ ἔλθῃ νέα Κυβέρνησις, ἥτις θὰ ἔχῃ τὴν
3173ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος καὶ ἥτις θὰ φρονῇ, συμφώνως
3174πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Στέμματος, ὅτι ἡ δημοσίευσις τοῦ
3175νόμου εἶναι ἐπωφελὴς εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους.
3176Κατὰ τίνα τρόπον θὰ δημοσιευθῇ τότε ὁ νόμος; θὰ δοθῇ
3177εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, φέρων τὰς ὑπο-
3178γραφὰς τῶν Ὑπουργῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀκριβῶς ἀπεχώ-
3179ρησαν, διότι δὲν ἤθελον ν’ ἀναλάβωσι τὴν εὐθύνην τῆς δη-
3180μοσιεύσεως τοῦ νόμου τούτου;
3181§159ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἀνέλαβον ἤδη τὴν εὐθύνην.
3182§160ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν τὴν ἀνέλαβον, διότι ὁ νόμος δὲν
3183εἶχε καταστῆ ὑποχρεωτικός, ἦτο ἐκτελέσιμος μόνον, κατὰ
3184τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας. Ἡ εὐθύνη
3185βαρύνει ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος διὰ πράξεως αὐτοῦ ἐπιβάλλει
3186ὑποχρεώσεις καὶ γεννᾷ δικαιώματα. Τίνα εὐθύνην θέλετε
3187νὰ ἔχῃ ὁ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε μὲν τὸν νόμον εἰς
3188κύρωσιν, ἀπεχώρησε δὲ τῆς ἀρχῆς πρὶν ἢ ὁ νόμος διὰ τῆς
3189δημοσιεύσεως καταστῇ ὑποχρεωτικός; Εὑρίσκετε σύμφωνον
3190μὲ τὴν ἐπιστήμην νὰ δημοσιευθῇ ὁ νόμος ἐκεῖνος μὲ τὴν
3191ὑπογραφὴν τοῦ ἀποχωρήσαντος Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος, ἀκρι-
3192βῶς διότι δὲν ἐνέκρινε τὴν δημοσίευσιν, ἀπεχώρησε;
3193§161ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ ὀλίγου ἐκάματε τὴν διάκρισιν μεταξὺ
3194ποινικῆς καὶ πολιτικῆς εὐθύνης, ἀλλ’ ἤδη συγχέετε τὴν
3195πολιτικὴν εὐθύνην πρὸς τὴν ποινικήν. Τὴν πολιτικὴν εὐ-
3196θύνην ἡμεῖς συνεκομίσαμεν ὁλόκληρον, δημοσιεύσαντες τὸν
3197νόμον ἐκεῖνον, τὴν πολιτικὴν δ’ εὐθύνην οὐδεμία δύναμις
3198δύναται νὰ διαγράψῃ ἀπὸ τὰς δέλτους τῆς ἱστορίας.
3199§162ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κατὰ τίνα τρόπον τὴν συνεκομίσατε;
3200§163ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, ἥτις μᾶς ἔῤῥιψε.
3201§164ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ Σύνταγμα ἕνα μόνον τρόπον εὐθύνης
3202ὁρίζει, τὴν ὑπογραφήν. Ἐὰν λοιπὸν ἀποχωρήσῃ Κυ-
3203βέρνησις ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις, κατὰ τίνα τρόπον θέλει
3204προκληθῆ ἡ δημοσίευσις τοῦ νόμου ὑπὸ τῆς νέας Κυβερ-
3205νήσεως; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας δὲν ἠδυνήθη νὰ
3206κατανοήσῃ αὐτὰ τὰ πολλὰ διατάγματα τῆς δημοσιεύσεως·
3207ἐὰν ὅμως εὑρίσκετο εἰς τὴν θέσιν νὰ διαδεχθῇ Κυβέρνησιν
3208ἀποχωροῦσαν ἀκριβῶς διότι διεφώνησεν ὡς πρὸς τὴν δημο-
3209σίευσιν τοῦ νόμου, θὰ εὕρισκε τὸν τρόπον, ὅπως συντάξῃ νέον
3210διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἀναλάμβανεν αὐτὸς τὴν
3211εὐθύνην τῆς δημοσιεύσεως, τουτέστι τοῦ κύρους καὶ τῆς
3212ἰσχύος τοῦ νόμου. Ἤδη ἔχομεν νόμον, δημοσιευθέντα διὰ
3213μόνης τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Βασιλέως, διότι αἱ ὑπογραφαὶ
3214τῶν Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι παρῃτήθησαν, οὐδεμίαν ἰσχὺν
3215δύνανται νὰ δώσωσιν εἰς τὴν δημοσίευσιν, διότι οὐδεμίαν
3216φέρουσιν οὗτοι διὰ ταύτην εὐθύνην. Ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα
3217ὁρίζει, ὅτι οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως ἰσχύει ἄνευ τῆς
3218ὑπογραφῆς τῶν Ὑπουργῶν. Κατὰ τίνα τρόπον δύνασθε νὰ
3219ὑποστηρίξητε, ὅτι τοιαύτη δημοσίευσις δύναται νὰ προσ-
3220δώσῃ κῦρος εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
3221Ναυπλίας ὡς καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ἐπεθύμουν
3222νὰ ἐπιῤῥίψωσι τὴν εὐθύνην εἰς τοὺς Ὑπουργούς, τοὺς ὁπωσ-
3223δήποτε εἰσαγαγόντας πρὸς κύρωσιν τὸν νόμον, ἰσχυριζόμε-
3224νοι ὅτι ὁ νόμος καθίσταται τελειωτικὸς κατὰ τὸν χρόνον
3225τῆς κυρώσεως αὐτοῦ, καὶ οὕτω νὰ ἀποδώσωσιν εὐθύνην εἰς
3226ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας των εἶναι
3227ἀδύνατον ν’ ἀναλάβωσιν οἱανδήποτε εὐθύνην, μὴ ὑπαρχού-
3228σης ἐνεργείας, δυναμένης νὰ προκαλέσῃ τὴν εὐθύνην ταύτην.
3229Διὰ τοῦτο, Κύριοι, μετ’ ἀπορίας ἀληθοῦς ἤκουσα τῶν
3230ἀξιοτίμων Βουλευτῶν τῆς πτέρυγος ταύτης ὑποστηριζόν-
3231των τὸ παράνομον τῆς ἐγκυκλίου, καίτοι πάντων σχεδὸν
3232παραδεχομένων, ὅτι ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας
3233ἤδη εὑρισκόμεθα, ἡ μὴ ἀναγνώρισις τοῦ κύρους τοῦ οὕτω
3234πως παρανόμως δημοσιευθέντος νόμου ἤθελεν εἶσθαι ἐπωφε-
3235λὴς εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου· ἤκουσα, λέγω, μετ’ ἀπο-
3236ρίας, διότι θλιβερὰν παριστᾷ εἰκόνα ἀληθῶς ἡ Βουλὴ, ἐν
3237ᾗ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπιζητεῖ, ὅπως ἐπιτύχῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς
3238ψῆφον ἐπὶ θέματος, εἰς τὸ ὁποῖον οὐ μόνον κατὰ τὰς ἀρχὰς
3239τῆς ἐπιστήμης καταφανῶς ἔχει ἄδικον, ἀλλὰ καὶ κατὰ
3240τὴν ἀληθῆ ἐκτίμησιν τῶν συμφερόντων τῆς χώρας· διότι
3241εἶναι ἤδη ἀποδεδειγμένον, ὅτι διὰ τῆς κατηγορουμένης ἐγκυ-
3242κλίου ἐσπεύσαμεν, ὅπως προλάβωμεν ἐπιβλαβεῖς συνεπείας
3243εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Κόπτεται, καὶ δικαίως, ὁ
3244κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας περὶ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν,
3245ὅπως πάντες οἱ ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δε-
3246ξιὰν) συσκέπτονται πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν μέσων, δι’ ὧν νὰ
3247δυνηθῶμεν νὰ ἀνακουφίσωμεν τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, καὶ
3248ὅμως τὴν πρώτην πρᾶξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἀνεκουφίσθησαν
3249οἱ σταφιδοπαραγωγοί... (Θόρυβος).
3250§165ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐν οὐ δέοντι δημοκοπεῖτε (Θόρυβος).
3251§166ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ... καὶ τὴν πρώτην πρᾶξιν, ἥτις ἐνηργήθη
3252πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἔρχονται νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν
3253ἀντιπολιτευτικῶς, ἵνα καταδείξωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις
3254παρηνόμησεν. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπὸ τοιαύτην ὄψιν ἐξετασθῇ τὸ
3255ζήτημα, δὲν γνωρίζω, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Αἰγιαλείας, τίνα
3256θέλετε δώσει λόγον εἰς τοὺς ἐκλογεῖς ὑμῶν (Θόρυβος).
3257§167ΣΑΚΚΗΣ. Τὸν λόγον ὅτι ἐπὶ ἑπτὰ ἔτη πολεμοῦμεν τὴν
3258φορολογικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως.
3259§168ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὁ Βουλευτὴς Αἰγιαλείας ἤθελε νὰ
3260καταδειχθῇ, ὅτι ἀδίκως καὶ παραλόγως καὶ πρὸς μεγάλην
3261ζημίαν καὶ καταστροφὴν τῶν σταφιδοπαραγωγῶν ἐπεβά-
3262λετε πέρυσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τούτου,
3263καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ, ἡ ὁποία ἐψήφισε τὸν νόμον, ἔπρεπε νὰ
3264καταργήσῃ αὐτὸν, καὶ οὐχὶ νὰ καταργηθῇ οὗτος διὰ παρα-
3265νόμου καὶ σατραπικῆς διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ.
3266§169ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐξεγείρεται ἡ πατριωτικὴ καρδία τοῦ
3267κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰ-
3268γιαλείας, εἴτε ἐκ προκαταλήψεως, εἴτε ἐκ πνεύματος ἀντι-
3269δράσεως πρὸς πρὸς πᾶν ἔργον τῆς παρούσης Κυβερνήσεως,
3270θεωρεῖ ὅτι διὰ τῆς ἐγκυκλίου, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται,
3271ἠκυρώθη νόμος τοῦ Κράτους, ἐνῷ τοὐναντίον ἀπεδείχθη
3272καταφανῶς, ὅτι ἡ παραβίασις τοῦ δῆθεν ἐγκύρου τούτου
3273νόμου ἐγένετο παρ’ ἄλλης Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία διέταξε
3274νὰ ἐκτελεσθῇ οὗτος κατὰ τρόπον ἀκριβῶς ἀντίθετον ἐκείνου,
3275τὸν ὁποῖον ὁ νόμος ἐνόει. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα οἱ Κύριοι,
3276θεωροῦσιν ἀδιάφορα· ἐπροτίμων νὰ ἴδωσι τὴν Βουλὴν κατα-
3277ψηφίζουσαν τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, καὶ ἀδιαφοροῦσιν,
3278ἐὰν ἡ πρᾶξις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἔτεινε πρὸς ἀνόρ-
3279θωσιν τῶν θεσμῶν, οἵτινες παρεβιάσθησαν ὑπὸ τῆς προκα-
3280τόχου Κυβερνήσεως, ἥτις ἐπεθύμει νὰ ἔχῃ δημοσιευμένον
3281τὸν νόμον, ἀλλὰ δὲν εἶχε καὶ τὸ θάῤῥος νὰ ἀναλάβῃ καὶ
3282τὴν εὐθύνην τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ. Ὅταν δὲ ἐδημοσίευε
3283τὸν νόμον, μηδεμίαν ἀναλαβοῦσα διὰ τὴν δημοσίευσιν ταύ-
3284την εὐθύνην, ἐνόει νὰ τὸν ἐφαρμόσῃ καθ’ ὃν τρόπον ἐσύμ-
3285φερεν αὐτῇ, παραβιάζουσα προφανῶς καὶ τὸ γράμμα καὶ τὸ
3286πνεῦμα αὐτοῦ. Ἐλέχθη ἐντεῦθεν, ὅτι εὐτυχῶς διὰ τὴν Κυ-
3287βέρνησιν ἐκείνην ὁ νόμος δὲν ὑπῆρχε, διότι δὲν εἶχε νομικὴν
3288ὕπαρξιν καὶ ἑπομένως πραγματικὴν ἰσχύν. Ἀληθῶς τοῦτο
3289ἦτο εὐτύχημα διὰ τοὺς προκατόχους. Ἐὰν ὑπῆρχε, δὲν γνω-
3290ρίζω ἂν οἱ συνάδελφοι, οἱ ἀποτελοῦντες μέρος τῆς παρελ-
3291θούσης Κυβερνήσεως, δὲν ἤθελον μελετήσει σπουδαίως τὰς
3292θεωρίας περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, ἃς ἐντεῦθεν ἀνέπτυξαν.
3293Εἶπον, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα ἔγκειται εἰς τοῦτο ἀκρι-
3294βῶς: ἐὰν ὁ δημοσιευθεὶς νόμος ἐδημοσιεύθη συμφώνως πρὸς
3295τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ ἐντεῦθεν ἦναι νόμος
3296ἰσχύων καὶ ὑποχρεωτικός. Ἀπέδειξα, νομίζω, ὅτι ἡ γενο-
3297μένη δημοσίευσις αὐτοῦ δὲν ἐγένετο κατὰ τὰς διατάξεις
3298τοῦ Συντάγματος, διότι δὲν ἐγένετο ὑπὸ ὑπευθύνων Ὑπουρ-
3299γῶν. Ἐὰν τοῦτο ἦναι, ὡς εἶναι, ἀναμφισβήτητον, δικαιούμεθα
3300νὰ λέγωμεν, ὅτι ἡμεῖς διὰ τῆς ἐγκυκλίου ἡμῶν ἐσκοποῦμεν
3301ἀληθῶς, ὅπως δώσωμεν κῦρος καὶ ἰσχὺν εἰς τοὺς θεσμοὺς
3302τοῦ τόπου, ἄλλοι δ’ ἐπιζητοῦσι, διαστρέφοντες τὰ πραγ-
3303ματικὰ γεγονότα, ἀνατρέποντες τὰς θεωρίας τῆς ἐπιστή-
3304μης, ν’ ἀποδώσωσιν εἰς ἡμᾶς τὴν προαίρεσιν, τὴν ὁποίαν
3305θέλει ν’ ἀποδώσῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας
3306διὰ τῆς ὑποβληθείσης παρ’ αὐτοῦ ἐπερωτήσεως. (Εὖγε!
3307εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).
3308§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος.
3309Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις.
3310§171ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐντολῇ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὑπο-
3311βάλλω ὡς πόρισμα τῆς παρατεταμένης καὶ λίαν λυπηρᾶς
3312συζητήσεως, τῆς προκληθείσης ὑπὸ πράξεως ἀντισυνταγ-
3313ματικῆς τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἑπομένην πρότασιν, ὑπὸ
3314πνεῦμα λίαν ἐπιεικὲς (ἱλαρότης ἐν τῇ δεξιᾷ):
3315«Ἡ Βουλὴ λυπεῖται, ὅτι ἐκηρύχθη ἄκυρος δι’ ὑπουργι-
3316κῆς διαταγῆς νόμος τοῦ Κράτους, καταρτισθεὶς καθ’ ὅλους
3317τοὺς συνταγματικοὺς τύπους.»
3318§172ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τόσαι
3319πολυήμεροι συζητήσεις, τοσαύτην λαβοῦσαι ἔκτασιν καὶ
3320τοιοῦτον χαρακτῆρα πολιτικόν, πρέπει νὰ λήξωσι δι’ ἀπο-
3321φάσεως τῆς Βουλῆς...
3322§173ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
3323§174ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ... Ἡ ἀπόφασις δ’ αὕτη νὰ μὴ
3324ἦναι μόνον ψῆφος ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλ-
3325λὰ νὰ ἐνέχῃ ἐν ἑαυτῇ καὶ τὴν ἰδέαν τῆς γνώμης τῆς Βου-
3326λῆς, ὅτι ἀποκρούει τὰς θεωρίας, αἱ ὁποῖαι ἐξηνέχθησαν
3327εἰς ὑποστήριξιν τῆς προτάσεως τοῦ κ. ἐξ Αἰγιαλείας Βου-
3328λευτοῦ περὶ τοῦ ἀκύρου τῆς ἐγκυκλίου. Τὸ ζήτημα ἐξην-
3329τλήθη βεβαίως μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
3330τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ
3331Μεγάρων καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Πᾶσαι αἱ ἄλ-
3332λαι θεωρίαι, αἵτινες ἐξηνέχθησαν, ὄχι μόνον δὲν προσέθη-
3333καν τίποτε εἰς τὸ ζήτημα, ἀλλὰ καὶ παρήγαγον τὴν ὑπο-
3334χρέωσιν τῆς Βουλῆς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόφασιν, διὰ τὴν
3335ὁποίαν εἶπον ἀνωτέρω, διότι ἐξηνέχθησαν θεωρίαι ἐπικίνδυ-
3336νοι περὶ τοῦ ἀνευθύνου κατὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν νόμων,
3337καὶ ἄλλαι περὶ βασιλικῆς ἐξουσίας, αἱ ὁποῖαι πρώτην φο-
3338ρὰν βεβαίως ἠκούσθησαν ἀπὸ πολλῶν αἰώνων ἐν τῷ Ἑλ-
3339ληνισμῷ καὶ ἐν τοῖς νομοθετικοῖς αὐτοῦ κύκλοις (θόρυβος).
3340§175ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Συζητοῦμεν τὸ ζήτημα!
3341§176ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αἰῶνες βεβαίως παρῆλθον, ἀφ’ ὅτου
3342ἐν τῷ Βυζαντίῳ ἠξίουν, ὅτι ἡ θέλησις τοῦ Βασιλέως εἶναι
3343ὑπεράνω τῶν νόμων... (θόρυβος).
3344§177ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος τὰ εἶπεν αὐτά;
3345§178ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῆς ὑποβολῆς προ-
3346τάσεως.
3347§179ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν, κύ-
3348ριε Πρόεδρε.
3349§180ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπανέρχομαι, ἀλλὰ νομίζω,
3350ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν, οἵαν εἶπον,
3351ἵνα μὴ ἐκληφθῇ, ὅτι, ὡς εἶπέ τις, οἱ ἐνταῦθα συνελθόντες
3352ἀντιπρόσωποι ἐλευθέρου λαοῦ ἐργάζονται ἀνελευθέρως, ἵνα
3353μὴ ἐκληφθῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι φρενοκομεῖον, ὡς ἐλέχθη
3354παρ’ ἄλλου. Ἐπιβάλλεται ἐκ τούτων ἀπόφασις, ἡ ὁποία
3355νὰ ἐνέχῃ τὴν ἔννοιαν, ὅτι δὲν εἶπον τὰ συμφέροντα, οὐδὲ
3356τὰ ἀληθῆ, οἱ ὑποστηρίξαντες τοιαύτας ἰδέας (θόρυβος)
3357Ἑπομένως ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν (ἀναγινώσκει):
3358«Ἡ Βουλή, κρίνουσα νόμιμον τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου
3359ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν
3360διάταξιν.»
3361§181ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Αὐτὸ
3362ἦτο μόνον; (ἱλαρότης).
3363§182ΡΑΛΛΗΣ. Εὐτυχῶς, κύριε Πρόεδρε, ὁ συντάξας τὴν
3364πρότασιν δὲν εἶχε τὰς αὐτὰς ἰδέας περὶ κοινοβουλευτικοῦ
3365πολιτεύματος μὲ τὸν εἰσαγαγόντα αὐτήν· διότι ἀλλοίμο-
3366νον εἰς τὴν Βουλήν, ἂν ἤρχετο ἕκαστος δι’ οἱασδήποτε προ-
3367τάσεως νὰ διατυποῖ ἰδέας, οἷαι αἱ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Σύρου.
3368Ἀληθῶς θὰ ἐγίνετο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος
3369Βουλευτὴς Γόρτυνος, θὰ καθίστα τὴν Βουλὴν τοιαύτη πρό-
3370τασις φρενοκομεῖον· διότι ἡ Βουλὴ θὰ ἤρχετο νὰ διαψεύδῃ
3371διὰ προτάσεων θεωρίας ἀναπτυχθείσας καθ’ οἱανδήποτε συ-
3372ζήτησιν καὶ παρ’ οἱωνδήποτε ἐκ τῶν λαβόντων μέρος εἰς
3373τὴν συζήτησιν· διότι ἡ Βουλὴ θὰ ἠδύνατο νὰ πράξῃ διὰ
3374μιᾶς τοιαύτης προτάσεως καὶ διὰ τῆς ψήφου τοῦ κ. Βου-
3375λευτοῦ Σύρου ὅ,τι δὲν δύναται νὰ πράξῃ διὰ νόμου, διὰ
3376νομοσχεδίου τρὶς ψηφιζομένου· διότι ἡ Βουλὴ θὰ ἠδύνατο
3377νὰ καταργήσῃ τοὺς νομοδιδασκάλους, θὰ ἠδύνατο νὰ κα-
3378ταργήσῃ καὶ τὰ συγγράμματα, θὰ ἠδύνατο νὰ καταργή-
3379σῃ τὰ πάντα, καὶ ἀληθῶς νὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ
3380Βυζαντίου. Εὐτυχῶς ὅμως, εἶπον, ὁ συντάξας τὴν πρότασιν
3381δὲν ἐνεφορεῖτο ἀπὸ τὰς αὐτὰς κοινοβουλευτικὰς ἰδέας, ἀπὸ
3382τὰς ὁποίας ἐμφορεῖται ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Σύρου.
3383§183ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ συντάξας τὴν πρότασιν εἶμαι
3384ἐγώ.
3385§184ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν τὸ πι-
3386στεύομεν.
3387§185ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ συντάξας τὴν πρότασιν εἶναι ὁ ὑπάλλη-
3388λος τῆς Βουλῆς κ. Ἀναστασόπουλος. Ἐὰν ὑμεῖς συνετάσ-
3389σετε τὴν πρότασιν, βεβαίως ἔπρεπε νὰ συμμορφωθῆτε μὲ
3390ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει ἡ πρότασίς σας· ἀλλὰ σεῖς
3391ἐνομίσατε, ὅτι ἠδύνασθε εἰς τὴν πρότασιν ταύτην νὰ θέσῃ-
3392τε περικεφαλαίαν, νὰ βάλητε οὐράν, νὰ βάλητε πτερά...
3393(ἱλαρότης). Καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός σας ἐκ Σύρου γε-
3394λᾷ, διότι δὲν δύναται παρὰ νὰ γελᾷ πᾶς τις...
3395§186ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως γελᾷ μὲ σᾶς.
3396§187ΡΑΛΛΗΣ... διὰ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἐδόσατε
3397εἰς τὴν πρότασίν σας.
3398Τὸ μόνον ζήτημα, τὸ ὁποῖον τίθεται, Κύριοι, κατόπιν
3399τῆς καταθέσεως τῶν δύο προτάσεων, εἶναι, τίς ἡ ἀπωτέρω
3400πρότασις, καὶ δὲν ὑπάρχει κἀμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ πρό-
3401τασις ἡ ἀπωτέρω εἶναι ἡ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Αἰγια-
3402λείας, διότι αὕτη ἐνέχει μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως,
3403καὶ αὕτη πρέπει πρώτη νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.
3404§188Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρότασις ἀπω-
3405τέρα ἀναντιῤῥήτως εἶναι ἡ τροπολογοῦσα τὴν κυρίαν, ἥτις
3406εἶναι ἡ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας. Τοῦτο δὲν δύνα-
3407ται ν’ ἀμφισβητηθῇ. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπιμένῃ,
3408ἐγείρεται ζήτημα δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
3409§189ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ λύσις ζητημάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι
3410λελυμένα παρὰ τῆς λογικῆς, δὲν λαμβάνεται διὰ τῆς πλειο-
3411ψηφίας. Ἀπωτέρα πρότασις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν ἀπο-
3412κλείει τὴν ἄλλην. Ἡ πρότασις δὲ, ἡ ὁποία δὲν ἀποκλείει
3413τὴν ἄλλην, δηλ. τὴν ἔκφρασιν ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυ-
3414βέρνησιν, εἶναι ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα παρὰ τοῦ ἀξιο-
3415τίμου ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ. Ἐὰν ἡ πρότασις αὕτη δὲν
3416ψηφισθῇ, ἀλλὰ γείνῃ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς ἄλλης, δὲν δυνά-
3417μεθα ἡμεῖς πλέον νὰ ψηφίσωμεν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν
3418ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Αἰγιαλείας. Μᾶς ἀφαι-
3419ρεῖται δὲ τοιουτοτρόπως τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίσωμεν τὴν
3420πρότασιν, ἣν ἡμεῖς θέλομεν νὰ ὑποβάλωμεν. Ἡ λογικὴ, ἡ
3421πανταχοῦ ἐφαρμοσθεῖσα, τοῦτο ἐπιβάλλει· ἐὰν δὲ ἡ λο-
3422γικὴ αὕτη πρόκηται καὶ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην,
3423χάριν ἁπλοῦ πείσματος, νὰ ἀνατραπῇ, καὶ νὰ ἔλθῃ ἡ
3424πλειοψηφία νὰ ἐπιβάλῃ τὴν μὴ λογικὴν, δύναται καὶ τοῦτο
3425νὰ πράξῃ, ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ χαρα-
3426κτηρίσητε ὡς ἀπωτέραν πρότασιν τὴν πρότασιν, ἡ ὁποία
3427ἀποκλείει τὴν ἄλλην.
3428§190Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχομεν δύο προ-
3429τάσεις· ἡ πρώτη ἀποκλείει τὴν δευτέραν, καὶ ἡ δευτέρα
3430τὴν πρώτην.
3431§191ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι.
3432§192Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργι-
3433κοῦ Συμβουλίου ἔδωκε τὸν ἑξῆς ὁρισμὸν τῆς ἀπωτέρας καὶ
3434ἐγγυτέρας προτάσεως. Εἶπεν ὅτι, ἐπειδὴ ἡ πρώτη πρότα-
3435σις προετάθη ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας, τοῦ εἰσα-
3436γαγόντος τὴν ἐπερώτησιν, μετ’ αὐτὴν δὲ προετάθη δευ-
3437τέρα ἡ ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Σύρου, ἄρα ἡ κυρία πρότασις
3438εἶναι ἡ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας, ἡ δὲ τοῦ κ. Βου-
3439λευτοῦ ἐκ Σύρου ἡ τροπολογία. Μοὶ φαίνεται, ὅτι οἱ κα-
3440νόνες, οἱ ὁποῖοι ὡδήγησαν τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουρ-
3441γικοῦ Συμβουλίου εἰς τὴν γνώμην ταύτην, εἶναι οὐ μόνον
3442πρωτοφανεῖς, ἀλλὰ καὶ ἐντελῶς πλημμελεῖς. Εἰς ψηφοφο-
3443ρίαν τίθενται πάντοτε τὰ πορίσματα τῶν συζητήσεων. Ἡ
3444πλειοψηφία καὶ ὁ εἰσηγητὴς αὐτῆς φρονεῖ, ὅτι ὡς πόρισμα
3445τῆς συζητήσεως συνήχθη, ὅτι ἐκ τῆς γενομένης ἐξετάσεως
3446ἀπεδείχθη, ὅτι οὐδὲν ἐγένετο πλημμελὲς, καὶ ὅτι τὰ πάντα
3447ἐγένοντο καλῶς, οὐδεμίαν δ’ ἔχει ἀφορμὴν ἡ Βουλὴ ν’ ἀπο-
3448φήνηταί τι ἐπ’ αὐτῶν, ἀλλὰ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν
3449διάταξιν. Τοῦτο κατὰ τὴν πλειοψηφίαν καὶ τὸν εἰσηγητὴν
3450αὐτῆς εἶναι τὸ πόρισμα τῆς συζητήσεως. Αὕτη εἶναι ἡ
3451κυρία πρότασις, πρότασις δὲ τροποποιοῦσα τὴν κυρίαν εἶναι
3452ἡ πρότασις ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν συνοψίζεται ἡ γνώμη
3453τῶν ἀντιλεγόντων καὶ ἐπερωτησάντων, δηλαδὴ ἡ γνώμη,
3454ὅτι παρήχθη ὡς πόρισμα, ὅτι ἐτελέσθη παρανομία, ὅτι
3455ἀνηρέθη νόμος νομίμως κατηρτισμένος, ἑπομένως προτείνει
3456ἡ μειοψηφία, ἵνα ἡ Βουλὴ ἐκφράσῃ τὴν λύπην της ἐπὶ τῇ
3457παρανομίᾳ ταύτῃ. Ἡ ἀπωτέρα λοιπὸν πρότασις, κατὰ
3458τοὺς κανόνας, εἶναι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγεν ὁ κ.
3459Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας, ἡ ἐγγυτέρα δὲ ἡ πρότασις τοῦ
3460κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Σύρου. Τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ὁ
3461κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μετέρχεται, δὲν μετῆλθε
3462πρώτην φορὰν τὴν ἑσπέραν ταύτην ταύτην μετῆλθε πολ-
3463λάκις, ἤ, ἵνα εἴπω ἀκριβέστερον, μετῆλθε πάντοτε, ὁσάκις
3464ἡ Βουλὴ προέκειτο νὰ προκληθῇ εἰς ψηφοφορίαν συνεπείᾳ
3465ἐπερωτήσεως καὶ συζητήσεως γενομένης ἐπ’ αὐτῆς. Καθ’ ὅλην
3466τὴν παρελθοῦσαν τετραετίαν, ἢ μᾶλλον καθ’ ὅλην τὴν πα-
3467ρελθοῦσαν δεκαετίαν, τὴν αὐτὴν μετῆλθε τακτικὴν, προκα-
3468λέσας ψηφοφορίαν, καθ’ ἣν ἡ πλειοψηφία ἀπεφαίνετο πρὸς
3469χάριν αὐτοῦ, καὶ ἐτίθετο εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις ἡ ὑπο-
3470βληθεῖσα ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας. Ἡ τακτικὴ αὕτη εἶναι
3471πλημμελής, ἐπαναλαμβάνω. Καὶ σήμερον λοιπὸν θέλει ἐπι-
3472βάλει εἰς ἡμᾶς ἡ πλειοψηφία νὰ ψηφίσωμεν πρότερον τὴν
3473πρότασιν τὴν ὑπὸ μέλους αὐτῆς ὑποβληθεῖσαν. Καὶ θέλο-
3474μεν μὲν τὸ πράξει, ἀλλὰ διαμαρτυρόμεθα κατὰ τοῦ πλημ-
3475μελοῦς τῆς τακτικῆς ταύτης.
3476§193ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ
3477Γόρτυνος ἀποδεικνύουσι τρανῶς, ὅτι δὲν ἐπῆλθε τελεία
3478συνεννόησις μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ ὑποβαλόντος τὴν πρότα-
3479σιν ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Αἰγιαλείας, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπο-
3480φάσει συμπάσης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς πρὸ ὀλίγου οὗ-
3481τος εἶπεν, ἀνετέθη ἡ ὑποβολὴ τῆς προτάσεως.
3482§194ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦτο δὲν σᾶς ἀφορᾷ.
3483§195ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὲ ἀφορᾷ κατὰ τοῦτο, ὅτι ἀπεδείχθη
3484δημοσίᾳ ἐνταῦθα, ὅτι ὁ λαβὼν τὴν πληρεξουσιότητα Βου-
3485λευτὴς ἐπέμεινεν αὐτὸς νὰ λάβῃ τὸν λόγον πρῶτος, αὐτὸς
3486νὰ ὑποβάλῃ τὴν πρότασιν πρῶτος, λέγων ὅτι αὐτὸς εἶναι
3487ὁ προκαλέσας τὴν συζήτησιν, καὶ ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις
3488ἔχει τὸ δικαίωμα δι’ αὐτοῦ νὰ θέσῃ τὴν κυρίαν πρότασιν.
3489Ὅτε δὲ ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν κυρίαν πρότασιν, κατ’ αὐ-
3490τὸν τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας,
3491τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν οὗτος ὑπέβαλε, φυσικώτατα ἡ
3492πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Σύρου εἶναι τροπολογία.
3493Καὶ τούτου οὕτως ἔχοντος, μὴ ὄντος δὲ δυνατοῦ, εἴτε αὕτη
3494εἴτε ἐκείνη προταχθῇ, ἡ μία πρότασις νὰ μὴ ἀποκλείσῃ
3495τὴν ἑτέραν, εἶναι καταφανὲς, ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν
3496ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σύρου, ὡς τροπολογία, εἶναι
3497ἡ ψηφιστέα πρώτη.
3498Κατακρίνει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος τὴν ἡμετέραν
3499τακτικὴν, ὡς τηρουμένην ἀπὸ δεκαετίας καὶ πάντοτε εἰς
3500τὸ αὐτὸ ἀπολήγουσαν. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Βουλευ-
3501τὴν ἐκ Γόρτυνος, ἐλησμόνησεν ὅτι, ὅτε αὐτὸς εἶχε τὴν
3502πλειονοψηφίαν, αὐτὰ ταῦτα ἔπραττε, καὶ αὐτὰ ταῦτα
3503προτείνων ἀπέκλειε τὴν ψήφισιν τῶν προτάσεων τῆς Ἀντι-
3504πολιτεύσεως, αἵτινες ἐξέφραζον μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερ-
3505νήσεώς του;
3506§196Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διαβεβαιῶ, ὅτι οὐδέποτε ἠκο-
3507λούθησα τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν μετέρχεται ὁ εἰσηγη-
3508τὴς τῆς πλειονοψηφίας τὴν ἑσπέραν ταύτην καὶ τὴν ὁποίαν
3509μετῆλθε καθ’ ὅλον τὸ παρελθὸν χρονικὸν διάστημα. Ὁσά-
3510κις ἐπὶ ἐπερωτήσεως ἐγένετο συζήτησις καὶ ἐπερατοῦτο
3511αὕτη, ἐψηφίζετο κατὰ πρῶτον ἡ πρότασις τοῦ ὑποβαλόντος
3512τὴν ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία εἶναι πρότασις σύνθετος, ἡ δὲ ἁπλῆ
3513πρότασις, ἡ πρότασις τῆς πλειονοψηφίας, εἶναι πάντοτε κυ-
3514ρία καὶ ἐψηφίζετο μετ’ αὐτήν.
3515§197ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἠξεύρω μὲ ποί-
3516ους κανόνας λογικῆς κρίνει τὰ ζητήματα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
3517Κυβερνήσεως. Κατὰ τεκμήριον, ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖται
3518ὅτι πράττει νομίμως· κατὰ τοῦ τεκμηρίου τούτου ἐπιτρέ-
3519πεται ἡ ἀνταπόδειξις· διατείνομαι λοιπὸν, ὅτι σὺ ὁ ἀθῶος
3520ἄνθρωπος, σὺ ἡ ἀθώα Κυβέρνησις, διέπραξας ἀδίκημα.
3521Προκαλῶ λοιπὸν τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς· ἔπραξας τὸ ἀδί-
3522κημα ἢ ὄχι; Δὲν δικαιοῦσθε ὑμεῖς νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν τὸ
3523ἐπράξατε· ἐγὼ σᾶς κατηγορῶ, ὅτι σεῖς ἐπράξατε ἀδίκημα,
3524δι’ ἐγκυκλίου ἀναιρέσαντες νόμον. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ θὰ ἀπο-
3525φανθῇ: εἶναι ἔνοχοι οἱ Ὑπουργοὶ, ὅτι παρεβίασαν τὸν
3526νόμον; Οὗτοι εἶναι οἱ κανόνες τῆς λογικῆς, οἱ ὁποῖοι διέ-
3527πουσι τὰς συζητήσεις.
3528§198ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ δικαίωμα τοῦ κανο-
3529νίζειν τὴν συζήτησιν εἶναι βεβαίως δικαίωμα τῆς πλειοψη-
3530φίας. Ἀλλὰ μετὰ πᾶσαν συζήτησιν ἐπὶ πολιτικοῦ ζητή-
3531ματος ἡ πλειοψηφία ἔχει ὡς πρότασιν: «Ἡ Βουλὴ, ἀρκε-
3532σθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
3533ταξιν». Αὕτη εἶναι ἡ πρότασις, ἡ ἀείποτε προτεινομένη
3534εἰς τὰ Κοινοβούλια, μετὰ πολιτικὴν συζήτησιν, ὑπὸ τῆς
3535Συμπολιτεύσεως, ἥτις ὑποτίθεται, ὅτι ὑποστηρίζει τὴν Κυ-
3536βέρνησιν. Ἡ δὲ πρότασις, ἡ ὁποία ἐπέρχεται μετὰ τὴν
3537πρότασιν τῆς πλειοψηφίας, πρότασις ἀπωτέρα, εἶναι βε-
3538βαίως ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν προτείνει ἡ Ἀντιπολίτευ-
3539σις, λέγουσα: «ἐνίσταμαι κατὰ τῆς προτάσεως τῆς πλειο-
3540ψηφίας· δὲν ἀρκοῦμαι εἰς τὰ λεχθέντα, ἀλλὰ ζητῶ νὰ γεί-
3541νῃ γνωστόν, ὅτι ἐγὼ διαμαρτύρομαι κατὰ τῶν λεχθέντων
3542καὶ κατὰ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, περὶ ἧς ἐλέ-
3543χθησαν ὅσα ἐλέχθησαν». Ὥστε ἀπωτέρα πρότασις ἐπὶ
3544πάσης συζητήσεως, ἡ ὁποία γίνεται ἐπὶ πολιτικοῦ ζητή-
3545ματος, εἶναι ἡ πρότασις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὐδέποτε δὲ
3546ἡ πρότασις τῆς Συμπολιτεύσεως.
3547§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, διαφωνίας ὑπαρχούσης, θ’ ἀπο-
3548φασίσῃ ἡ Βουλή, κατὰ τὸ ἄρθρον 41 τοῦ Κανονισμοῦ.
3549§200ΡΑΛΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἡ ἑρμηνεία τοιούτων ζη-
3550τημάτων δὲν ἀφίεται εἰς τὰς πλειοψηφίας, καὶ πολλάκις
3551τὸ ὑπεστήριξα. Ὅταν πρόκηται περὶ τοιούτων ζητημά-
3552των, ὁποία εἶναι ἡ ψηφοφορητέα πρότασις, ἀποφασίζεται
3553τοῦτο παρὰ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ὑπὸ τοῦ Προέδρου. Ὁ
3554Πρόεδρος εἶναι ὁ φύλαξ τοῦ Κανονισμοῦ· ὁ Κανονισμὸς δὲ
3555εἶναι ὁ χαλινός, τὸν ὁποῖον ἔθηκεν εἰς ἑαυτὴν ἡ Βουλή,
3556πρὶν ἢ διαιρεθῇ εἰς πλειοψηφίαν καὶ εἰς μειοψηφίαν. Ἐὰν
3557πάντα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀναφύονται ἐντὸς τῆς αἰ-
3558θούσης ταύτης, λύωνται διὰ τοῦ ὄγκου τῆς πλειοψηφίας,
3559εἰς τί χρησιμεύει ὁ Κανονισμός; Ξεσχίσατέ τον καὶ καταρ-
3560γήσατέ τον. Ὁ Κανονισμὸς δὲν εἶναι χαλινὸς ἐπὶ τὸ
3561στόμα τῆς μειοψηφίας, εἶναι χαλινὸς ἀκριβῶς ἐπὶ τὸ στόμα
3562τῆς πλειοψηφίας, διότι ἡ μειοψηφία οὐδὲν δύναται νὰ πρά-
3563ξῃ, ἐνῷ ἡ πλειοψηφία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δύναται νὰ
3564ἐπιβάλῃ τὸν νόμον. Δὲν εἶναι λοιπὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον
3565γεννᾶται, ἵνα τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν· τὸ ζήτημα εἶναι, τίς ἡ
3566ἀπωτέρω πρότασις· τὸ ζήτημα τοῦτο ἀκριβῶς λύεται παρὰ
3567τοῦ Κανονισμοῦ καὶ παρὰ τῶν κανόνων τῆς λογικῆς, ὁ Κα-
3568νονισμὸς δὲ ὁρίζει, τίς εἶναι ἡ ἀπωτέρω πρότασις. Ἀπω-
3569τέρω πρότασις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν ἀποκλείει τὴν
3570ἑτέραν.
3571(Ἐνταῦθα προσέρχεται εἷς ἱερεὺς παρὰ τὸ βῆμα,
3572ὅπως ὁρκίσῃ τὸν μήπω ὁρκισθέντα βουλευτὴν Δο-
3573μοκοῦ Μ. Φωτιάδην).
3574§201ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τί εἶναι αὐτά! Τί ζητεῖ ὁ ἱερεύς;
3575§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὁρκισθῇ Βουλευτής.
3576§203ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Ἐν τῷ μέσῳ τῆς συζητήσεως! Αὐ-
3577τὰ εἶναι ἀπρέπεια! (Θόρυβος).
3578§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζετε ὅτι δύνασθε νὰ ἐμποδίσητε τὸν
3579συνάδελφόν σας τοῦ νὰ ὁρκισθῇ; (Θόρυβος).
3580§205ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἀπωτέρω πρότασις... (Θόρυβος).
3581§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμετε ἡσυχίαν, Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ.
3582§207ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ὑπάρχει καμμία
3583ἀμφιβολία, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν
3584ὁποίαν θέλει ψηφοφορηθῆ ἡ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Σύρου
3585ὑποβληθεῖσα πρότασις, ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Αἰ-
3586γιαλείας θέλει ἀποκλεισθῆ, καὶ τότε εἰς τί χρησιμεύει ὁ
3587Κανονισμός; Παρακαλῶ, λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὸν Κανονισμόν,
3588καὶ λύσατε τὸ ζήτημα, ἀνεξαρτήτως τῆς γνώμης τῆς πλειο-
3589ψηφίας.
3590§208ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν δύνασθε ν’ ἀπο-
3591κλείσητε τὴν Ἀντιπολίτευσιν τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ θέ-
3592σωμεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἂν ψηφισθῇ ἡ πρότασις τῆς
3593Συμπολιτεύσεως, τότε δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις
3594ἡ ἰδική μας. Πρέπει λοιπὸν νὰ προταχθῇ τὸ ζήτημα τῆς
3595ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον προβάλλομεν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ
3596τῆς προτάσεώς μας.
3597(Ἐνταῦθα προσέρχεται παρὰ τὸ βῆμα ὁ βουλευ-
3598τὴς Μιχ. Φωτιάδης, ὅπως ὁρκισθῇ. Τοῦτο ἐγείρει
3599σφοδρὰς διαμαρτυρίας καὶ θόρυβον μέγαν ἐν τῇ
3600ἀριστερᾷ).
3601§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί θέλετε; Σᾶς παρακαλῶ, μὴ ταράτ-
3602τεσθε (φωναὶ καὶ διαμαρτυρίαι ἑκατέρωθεν).
3603Κύριοι Βουλευταὶ, κύριε Ράλλη, σᾶς παρακαλῶ, καθί-
3604σατε κάτω.
3605§210ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Εἶναι αἶσχος!
3606§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθίσατε κάτω! (ζωηραὶ φωναὶ καὶ
3607διαμαρτυρίαι).
3608Κύριε Ράλλη, ἀμφισβητεῖτε τὸ δικαίωμα τοῦ Βουλευτοῦ
3609τοῦ νὰ ὁρκισθῇ οἱανδήποτε ὥραν θέλῃ; (θόρυβος παρα-
3610τεταμένος).
3611§212ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑποβάλλομεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρ-
3612τίας (θόρυβος καὶ φωναὶ πανταχόθεν).
3613§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν,
3614ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Βουλευτὴς εἰς πᾶσαν ὥραν προσερχό-
3615μενος νὰ ὁρκισθῇ; Αὐτὸ ἐρωτῶ. (Φωναὶ καὶ διαμαρτυ-
3616ρίαι ἐγείρονται πάντες οἱ Βουλευταὶ ἑκατέρωθεν
3617ἀπειλητικοὶ καὶ ἐγκαλοῦντες οἱ μὲν τοὺς δέ).
3618§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταὶ, καθί-
3619σατε κάτω (σάλος ζωηρὸς ἐν τῇ αἰθούσῃ.)
3620Κύριε Ράλλη, κύριοι Βουλευταὶ, ἠμπορεῖτε νὰ ἀρνηθῆτε
3621εἰς τὸν συνάδελφόν σας νὰ ὁρκισθῇ; Αὐτὸ εἶναι πρωτο-
3622φανές! (θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ καὶ σφοδρὰ κωδωνο-
3623κρουσία ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου).
3624§215ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγεννήθη ἐν παρεμπίπτον’ συνάδελφοι ἐνί-
3625στανται κατὰ τῆς ὁρκοδοσίας τοῦ κ. Φωτιάδου... (φωναὶ
3626ἐκ τῆς δεξιᾶς καὶ θόρυβος μέγας ἐν τῇ αἰθούσῃ).
3627§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, ἡσυχάσατε.
3628§217ΡΑΛΛΗΣ. Καθῆκον ἔχει ἡ Βουλὴ ν’ ἀκούσῃ τοὺς ἐνι-
3629σταμένους, πρὶν ἢ προβῇ. Διείδομεν ἀκριβῶς, ὅτι ἐπρόκειτο
3630νὰ κλεισθῇ τὸ στόμα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνίστανται...
3631§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι’ ὁρίστε.
3632§219ΡΑΛΛΗΣ... κατὰ τῆς ὁρκοδοσίας, καὶ εἴδομεν τὸν
3633κ. Βουλευτὴν προβάντα παρὰ τὸ βῆμα....
3634§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ τὸν ἐσταμάτησα, κύριε Βου-
3635λευτά.
3636§221ΡΑΛΛΗΣ... ἐναντίον τῶν ἐνστάσεων, ἐναντίον τῶν
3637ἀντιῤῥήσεων...
3638§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, μὴ εἶσθε ἄδικος’ ἐγὼ τὸν
3639ἐσταμάτησα κατὰ πρῶτον (θόρυβος).
3640§223ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν κακίζομεν ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε.
3641§224ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς εὐχαριστοῦμεν, ἀλλὰ δὲν εἴδομεν τὸ
3642ἴδιον ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς εἰση-
3643γητοῦ τῆς πλειοψηφίας (φωναὶ ἐκ τῆς δεξιᾶς).
3644§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, καθήσατε κάτω.
3645§226ΡΑΛΛΗΣ. Ἤδη τίθεται τὸ ζήτημα... (θόρυβος παρα-
3646τεταμένος).
3647§227ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ..... (Φωναὶ καὶ διαμαρτυρίαι·
3648ὅλοι οἱ Βουλευταὶ εἶναι ὄρθιοι καὶ φωνάζουσι).
3649§228Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἶσαι ταραξίας, κύριε Μεσ-
3650σηνέζη! (Θόρυβος παρατεταμένος).
3651§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Ράλλη... Κάμετε ἡσυ-
3652χίαν, παρακαλῶ, Κύριοι.
3653§230ΡΑΛΛΗΣ. Ἤδη ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐτέθη
3654παρὰ τῶν συναδέλφων, θὰ παρακαλέσω αὐτοὺς νὰ λάβω-
3655σιν ὑπ’ ὄψει, ὅτι πᾶς Βουλευτὴς, ἀναγνωρισθεὶς ὑπὸ τῆς
3656Βουλῆς καθ’ οἱανδήποτε στιγμὴν καὶ ἂν ἔλθῃ, καὶ ἐν τῷ
3657μέσῳ τῆς συνεδριάσεως καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ψηφο-
3658φορίας αὐτῆς, ὡς εὑρισκόμεθα ἤδη ἡμεῖς, δύναται νὰ δώσῃ
3659τὸν ὅρκον. Δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ τῶν
3660ἐψηφισμένων ὑπὸ τῆς Βουλῆς, παριστάμενον δὲ ἐδῶ, ἀκρι-
3661βῶς καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ
3662ὑπέρτατον αὐτῆς καθῆκον, δηλ. νὰ ἐκφέρῃ ψῆφον, δὲν εἶναι
3663δυνατόν, παρὰ νὰ ἀναγνωρίσωμεν εἰς τὸν συνάδελφον, τὸν
3664ἀναγνωρισθέντα ἤδη δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, νὰ τῷ ἀνα-
3665γνωρίσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον, ὅπως ἐκτε-
3666λέσῃ τὸ καθῆκόν του.
3667(Ἐνταῦθα προσελθὼν ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐ-
3668αγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον ὁ βουλευτὴς Δο-
3669μοκοῦ Μιχαὴλ Φωτιάδης).
3670§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, καθίσατε εἰς τὰς θέ-
3671σεις σας, θὰ γείνῃ ψηφοφορία.
3672Κύριοι, τὸ Προεδρεῖον ἔχει γνώμην, ὅτι ἡ πρότασις ἡ
3673ὑποβληθεῖσα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Σύρου
3674εἶναι τροπολογία τῆς προτάσεως τῆς ὑποβληθείσης παρὰ
3675τοῦ κ. ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ· κατὰ συνέπειαν τὸ Προε-
3676δρεῖον φρονεῖ, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Βοκοτοπούλου πρέ-
3677πει νὰ ψηφισθῇ. Ἐπειδὴ ὅμως ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, ἡ Βουλὴ
3678θὰ λύσῃ τὸ ζήτημα.
3679§232ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ ἤμεθα
3680σύμφωνοι πρὸς τὸν Κανονισμόν. Ἀφοῦ ὁ Πρόεδρος ἀποφαί-
3681νεται, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη προέχει, ἂς ψηφισθῇ αὕτη. Ὁ
3682Πρόεδρος εἶναι ἁρμόδιος νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα κατὰ τὸν
3683Κανονισμόν, χωρὶς νὰ προηγηθῇ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
3684§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις ἐναντίον τῆς ἀπο-
3685φάσεως τοῦ Προεδρείου, ἡ Βουλὴ θὰ λύσῃ τὸ ζήτημα. Ἂν
3686δὲν ὑπάρχῃ, προβαίνομεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς προ-
3687τάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Σύρου.
3688§234ΡΑΛΛΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν εἰς τὸ νὰ τεθῇ
3689τὸ ζήτημα ὅπως θέλετε, διότι πρόκειται περὶ θελήσεως, ἡ
3690ὁποία ἐπιβάλλεται ὄχι συμφώνως τῷ νόμῳ πλέον, ἀλλὰ
3691δυνάμει τῶν πλειόνων, ἡμεῖς δὲ θεωροῦμεν, ὅτι ἡ ψῆφος
3692ἡμῶν ἐκφράζει ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκφράζει ἡ πρό-
3693τασις τοῦ κ. ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ.
3694§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, Κύριοι, ἠκούσατε τὴν πρότασιν
3695τὴν ὑποβληθεῖσαν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Σύρου.
3696§236Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ, ἀναγνώσατέ την.
3697§237ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄνευ τῶν σκέψεων (γέλως).
3698§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἡ Βουλὴ, κρίνουσα νόμι-
3699μον τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως,
3700μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
3701Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι Ναί, οἱ μὴ
3702παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
3703§239ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἴμεθα συμφωνότατοι. Ἀλλὰ, παρα-
3704καλῶ, τί ψῆφον θὰ δώσῃ ὁ δυστυχὴς κ. Φωτιάδης; (γέ-
3705λωτες ἐν τῇ ἀριστερᾷ, φωναὶ καὶ διαμαρτυρίαι ἐν
3706τῇ δεξιᾷ).
3707§240ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται τοιαῦτα πράγματα νὰ
3708λέγωνται ἐναντίον τῶν ἄλλων Βουλευτῶν (θόρυβος καὶ
3709ἀντεγκλήσεις).
3710§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταὶ, ἡσυχάσατε
3711τέλος πάντων, ν’ ἀρχίσῃ ἡ ψηφοφορία.
3712(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρη-
3713σιν τῶν βουλευτῶν Ν. Καλογεροπούλου καὶ Κ. Χατζηπέτρου, ὡς
3714ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
3715Μιλτ. Δάλλας Ο Ἀρ. Ἀργυρόπουλος Ν
3716Ἀνδ. Παναγιωτόπουλος Ο Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Ο
3717Ἰω. Μεσσηνέζης Ο Λεων. Καρυστινάκης Ν
3718Σπυρ. Μαρκέλλος Ν Δημ. Καΐρης Ο
3719Μιχ. Κωτσάκος Ν Ὀδυσ. Λαμπρόπουλος Ν
3720Ἄγγ. Γεωργαντᾶς Γιαννούσης Τάκης
3721Ἡλ. Κανελλόπουλος Ο Ἡρ. Καλαμπάκας Ν
3722Γεώργ. Παχὺς Ν Ἀντ. Π. Μαυρομιχάλης Ν
3723Μιχ. Π. Λάμπρος Ν Περ. Πεῤῥωτὴς Ν
3724Κων. Καραπάνος Ο Κων. Φλέσσας Ο
3725Κων. Σταυρόπουλος Ο Ἰωάν. Καζαμπάκας
3726Ἀλέξ. Σκουζὲς Ν Κων. Ζωγλοπίτης Ο
3727Ἀλέξ. Σ. Σοῦτσος Ο Παν. Κουκορῖκος Ο
3728Ἀλέξ. Ψύλλας Γεώργ. Φραγκίδης Ν
3729Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ἀρν.Δημ. Τερτίπης Ν
3730Ἀλέξ. Ρετσίνας Ν Ἀθαν. Κωστάμης Ν
3731Δημ. Γ. Ράλλης Ο Ἀριστ. Χατζηνικολῆς Ο
3732Α. Ζυγομαλᾶς Ο Νικ. Μπαλάφας Ν
3733Ὄθ. Μακρυγιάννης Ν Νικ. Παπανικολάου Ν
3734Σ. Ζαχαρίτσας Ν Παν. Λεβέντης
3735Μιλ. Ὀριγώνης Ο Βαπ. Βάστᾶς Ν
3736Κωνστ. Βαλτινὸς Ν Γεώργ. Θεοτόκης Ν
3737Ὀδυσ. Μοσχοβίτης Ν Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ν
3738Γεώργ. Καρτάλης Ν Ἡλίας Πολίτης Ν
3739Ἀργ. Κανταρτζῆς Ν Γουλιέλμος Σκάρπας Ν
3740Νικ. Κοκωσλῆς Ν Νικ. Μαρκέτης Ν
3741Νικ. Πλέσσας Σπυρ. Λάσκαρης Ν
3742Νικ. Παῤῥησιάδης Κων. Θ. Ῥωμαῖος Ν
3743Ἰω. Γρίβας Ο Κων. Χριστόπουλος Ν
3744Ἐπ. Μαυρομμάτης Ν Σωτ. Κροκιδᾶς Ο
3745Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο Σπυρ. Νοταρᾶς Ο
3746Νικ. Σπυρακόπουλος Ν Ἀναστ. Δημητριάδης Ν
3747Θεμ. Κορομάντζος Ο Γεώργ. Κούστας Ο
3748Περ. Ἀλεξάκης Ο Ἰω. Τσιμάρας Ν
3749Ἰω. Ἀντωνόπουλος Ο Γερ. Μουσούρης
3750Κωνστ. Κοσσονάκος Ν Α. Ἄννινος ΚαβαλιεράτοςΝ
3751Ἀριστ. Πετροπουλάκης Ν Θεόφραστος Μεταξᾶς Ν
3752Μιχ. Φωτιάδης Ν Διον. Καλούτσης Ο
3753Γεώργ. Λιδωρίκης Ν Σπυρ. Στάης Ν
3754Κων. Ἀναγνωστόπουλος Ο Μιχ. Πολίτης Ν
3755Γεώργ. Λύρας Ν Θεόδ. Θερμογιάννης Ο
3756Κων. Παπαμιχαλόπουλος Ο Ἰω. Καλούτσης Ν
3757Σταμάτ. Μήτσας Ν Στέφ. Κοπανίτσας Ν
3758Δημ. Βουλπιώτης Ο Κωνστ. Σαλταφέρος Ο
3759Κων. Ζῶτος Ν Πέτρ. Βαρβιτσιώτης Ν
3760Ἡλ. Μπλατσῆς Ο Μελέτ. Ῥουσόπουλος Ο
3761Δ. Γρανίτσας Ο Δημοσθ. Ματάλας Ο
3762Διον. Στεφάνου ἀρν.Νικ. Καραστέργιος Ο
3763Κων. Ἀργασάρ. ΛομβάρδοςΝ Ἀργ. Διδίκας Ν
3764Διον. Ζήβας Πλακᾶς Ν Ἐδιπ–Σερέφ–Χασὶπ Ο
3765Γεώργιος Ῥώμας Ν Ἰω. Λάππας Ο
3766Γεώργ. Κρεστενίτης Ο Νικ. Μπουρίδης ἀρν.
3767Χρ. Στεφανόπουλος Περ. Βαλαωρίτης Ν
3768Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ο Γερ. Σέρβος Ο
3769Διον. Παυλόπουλος Ν Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ν
3770Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ν Ἀθαν. Εὐταξίας Ο
3771Ἄγγελος Πετραλιᾶς Ο Κων. Κωνσταντόπουλος
3772Ἐπαμ. Δημητρίου Ν Παν. Μανέτας Ο
3773Στέφ. Σκουλούδης Ν Ν. Τριανταφυλλάκος Ο
3774Νικ. Νομικός Ἡλ. Ζέγγελης Ν
3775Θωμᾶς Μαρκεζίνης Ν Φίλ. Βάρβογλης Ο
3776Νικήτας Συνοδινὸς Ο Ἀθ. Σακελλαριάδης Ο
3777Βαρβαρῆγος Πήλικας Ν Λεων. Ζέρβας Ν
3778Ἀλέξ. Φωτήλας Ν Στέφ. Δραγκούμης Ν
3779Κων. Σταμπολόπουλος Ο Νικ. Φιλάρετος Ο
3780Λεων. Πετιμεζᾶς Ο Χαρ. Τρικούπης ἀρν.
3781Ἰω. Τρικούπης Ν Π. Ἄννινος ΚαβαλιεράτοςΟ
3782Παν. Μελοόπουλος Ο Ἰω. Γεωργιάδης Ν
3783Ἀλκ. Δεληγιάννης Ν Γεώργ. Ν. Μπούμπουλης Ν
3784Ἀντ. Καρατζᾶς Ν Γεώργ. Π. Μπούμπουλης ἀρν.
3785Ἀθην. Παπαγελᾶς Ο Ἀλέξ. Γ. Σοῦτσος Ν
3786Χαρίλ. Προβελέγγιος Ο Ἀνδρ. Συγγρός
3787Ἀντ. Μάτσας Ο Δημ. Βοκοτόπουλος Ν
3788Δορέντζος Δελαρόκας Ο Μ. Μπογιατζόγλους Ν
3789Ἰω. Ναυπλιώτης Ν Ἰω. Γκιών Ν
3790Στυλ. Βάλληνδας Ο Νικ. Φώσκολος Ν
3791Ἰω. Ἰντζές Ο Σωτ. Χατζηγάκης Ο
3792Γεώργ. Σισμάνης Ο Κωνστ. Χατζηπέτρος Ο
3793Νικ. Καλαντζόπουλος Ν Χρ. Μπλετσάκης Ο
3794Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος Ν Γ. Κανούτας Ν
3795Ἠλ. Ποταμιάνος Ο Εὐστ. Κοκκέβης Ο
3796Ἀριστ. Ρούκης Ν Δημ. Παπατσώρης Ν
3797Σπ. Κουμουνδοῦρος Ο Χρ. Καραβίτης Ν
3798Γιαννοῦκος ΜαυρομιχάληςΟ Διον. Κατρίτσης Ν
3799Ξανθὸς Πικουλάκης Ο Ἀνδρ. Σκαλτσᾶς Ν
3800Ἀσημ. Χριστόπουλος Ο Ἀριστόβουλος Μάνεσης Ο
3801Νικ. Παπαλέξης Ν Βασ. Δροσινός Ο
3802Παν. Λαμπρούλιας Νικ. Βαλάσης Ν
3803Εὐάγγ. Ἀρδαβάνης Ν Ἐμμ. Δημητριάδης
3804Ἰω. Τυπάλδος Χαριτάτος Ν Κωνστ. Σαχτούρης Ο
3805Σπ. Μακρῆς Ν Ἐπαμ. Κριεζῆς Ο
3806Ἀνάρ. Σιμόπουλος Ν Νικ. Τσαμαδός ἀρν.
3807Εὐστ. Παπαδάκης Ν Βησ. Χατζηαγγελάκης Ν
3808Πανοῦργ. Πανούργιας Ν Νικ. Ζητουνιάτης Ν
3809Θάνος Κανακάρης Ο Δημ. Ζουλούμης
3810Ἀχ. Χοϊδᾶς Νικ. Χατζίσκος Ο
3811Ἀντ. Ρικάκης Κωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ν
3812Ἰω. Τσερτίδης Ο Δημ. Κρίτσας Ν
3813Νικ. Κουμανιώτης Ο Ἡρ. Γαζέπης Ο
3814Ἄγγ. Ροῦφος Ο Β. Βουδούρης Ν
3815Νικ. Καραπαῦλος Ν Νικ. Καλογερόπουλος Ν
3816Παν. Σάκκης Ο Θερμ. Α. Κανάρης Ν
3817Σπ. Γρίβας Ν Κων. Παπανικολῆς
3818Ἰω. Βρυώνης Ο
3819§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 188. Ἐκ τούτων
3820103 εἶπον Ναὶ, 79 εἶπον Ὄχι, καὶ 6, οἱ Ὑπουργοὶ, ἠρ-
3821νήθησαν ψῆφον. Ἑπομένως ἡ πρότασις τοῦ κ. Βοκοτοπού-
3822λου ἐγένετο δεκτή.
3823Λύεται ἡ συνεδρίασις.
3824Ὥρα 11 καὶ 45′ μ. μ.