1893.11.25
1.771 στίχοι · 13.887 λέξεις · 76 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20
τῆς 25 Νοεμβρίου 1893.
(Πέμπτη).
Ὥρα 5 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ζητούντων τὴν ἐπανάληψιν τοῦ νυκτερινοῦ ἀναγνωστηρίου τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης. Θ’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§2ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει τέλος πάντων νὰ δοθῇ ἓν πέρας εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Πλεῖστοι φοιτηταὶ, ἀποροῦντες χρημάτων, δὲν ἔχουν τὰ μέσα, ὅπως προβαίνωσιν εἰς τὰς μελέτας αὑτῶν κατ’ οἶκον, μάλιστα μετὰ τὰ ἀντισυνταγματικὰ δίδακτρα, καὶ δι’ αὐτὸ πρὸ ἐτῶν ὀρθῶς εἶχε καταρτισθῆ μελετητήριον κατὰ τὰς ὥρας τῆς νυκτὸς ἐν τῇ Ἐθνικῇ Βιβλιοθήκῃ, ἀλλὰ λόγῳ μικροτάτης οἰκονομίας ἐκλείσθη τὸ ἀναγνωστήριον τοῦτο. Νομίζω ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ σύμπασα καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Πρυτανεία εἶναι σύμφωνοι, ὅτι πρέπει τέλος πάντων νὰ ἀνοιχθῶσιν αἱ πύλαι τοῦ ἀναγνωστηρίου κατὰ τὴν νύκτα, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅπως ἐντόνως διατάξῃ καὶ ἐπιβάλῃ τοῦτο.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι Σικίνου τῆς ἐπαρχίας Μήλου ζητοῦσι δι’ ἀναφορᾶς των τὴν ἀνασύστασιν τοῦ καταργηθέντος Εἰρηνοδικείου καὶ Συμβολαιογραφείου. Παραπέμπεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ὁ Γεώργιος Περίδης, διευθυντὴς τῆς ἐν Σύμῃ Ἑλληνικῆς Σχολῆς, ὑποβάλλει τὰς σκέψεις του ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. Θέλει ἀποσταλῆ εἰς τὴν εἰδικὴν ἐπὶ τούτου ἐπιτροπήν.
§4ΦΩΤΗΛΑΣ. Πολλαὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν μοὶ ἐζήτησαν πληροφορίας περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. Ἐννοῶ τὸ ἐνδιαφέρον τῶν κυρίων συναδέλφων, ὡς ἐκ τοῦ ἐνδιαφέροντος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁλόκληρος ἡ Ἑλλάς· προκειμένου ὅμως περὶ τοσοῦτον σπουδαίου καὶ σοβαροῦ ζητήματος, ἔδει οἱ κύριοι συνάδελφοι νὰ ἔχωσιν ὑπομονήν τινα. Διὰ νὰ ἀναγνώσῃ τις μόνον τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀποσταλέντα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην, ἀπαιτεῖται χρόνος τοὐλάχιστον 10 ἡμερῶν, ἐφρόνουν δὲ, ὅτι ἀπητεῖτο πολὺ περισσότερος χρόνος διὰ τὴν μελέτην ἑνὸς τοιούτου ζητήματος, ἴσως καὶ δύο καὶ τριῶν μηνῶν. Ἐπειδὴ ἡ ἐπιτροπὴ μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ ὀνομάσῃ εἰσηγητὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, κατὰ τὰς μικράς μου δυνάμεις καταγίνομαι, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἐντὸς πέντε ἢ ἓξ ἡμερῶν θὰ ὑποβάλω τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὴν Βουλήν. Ταῦτα εἶπον, διὰ νὰ ἡσυχάσω τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι, εὐλόγως καὶ δικαίως ἀνυπομονοῦντες, μὲ ἠρώτησαν πότε θὰ ὑποβληθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς τὴν Βουλήν.
§5ΚΟΥΣΤΑΣ. Πρὸ δέκα ἐτῶν, κύριοι Βουλευταὶ, συνέβη φόνος ἐν Σοφικῷ τοῦ δήμου Σολυγείας τῆς ἐπαρχίας Κορινθίας· ὁ φόνος αὐτὸς ἐθεωρήθη κομματικὸς, διότι ἐγένετο κατὰ τὰς παραμονὰς μιᾶς ἐκλογῆς, ἐφονεύθη δὲ ὁ δήμαρχος Σολυγείας Ἀναγνωστόπουλος, ἀλλ’ ἐν συμπλοκῇ. Ἡ Δικαιοσύνη συνέλαβε πλέον τῶν 18, νομίζω, ὑπόπτων, οἱ ὁποῖοι προεφυλακίσθησαν καὶ παρεπέμφθησαν ὅλοι, διότι ἡ ἀνάκρισις δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀνεύρῃ τὸν δράστην τοῦ ἐγκλήματος. Κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκδικάσεως τῆς ὑποθέσεως καὶ ἐγὼ καὶ ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου κ. Νοταρᾶς προσεκλήθημεν ὡς μάρτυρες τῆς ὑπερασπίσεως, καὶ ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτι τὸ δικαστήριον δὲν ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ τὸν πραγματικὸν φονέα· ἐν τούτοις ἐκ τῶν κατηγορηθέντων κατεδικάσθησαν μόνον τέσσαρες, τῶν λοιπῶν ἀθωωθέντων. Οἱ καταδικασθέντες ἐξέτιον τὴν ποινήν των εἰς τὰς φυλακὰς τῆς Αἰγίνης· πρό τινος ὅμως χρόνου ἀπεβίωσεν ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν, ὁ ὁποῖος, προτοῦ ἀποθάνῃ, προσκαλέσας τοὺς ἄλλους τρεῖς, ὡς καὶ τὸν ἐπιστάτην τῶν φυλακῶν, τὸν εἰρηνοδίκην, ὁ ὁποῖος, νομίζω, τότε ἐξεπλήρου χρέη διευθυντοῦ τῶν φυλακῶν, καὶ τὸν ἱερέα, ἐξωμολογήθη ἐνώπιον αὐτῶν καὶ εἶπεν, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ δράστης τοῦ φόνου. Οἱ ἐναπομείναντες τρεῖς μοὶ ἔστειλαν μίαν ἀναφορὰν καὶ μίαν πιστοποίησιν ἐκ μέρους τοῦ διευθυντοῦ τῶν φυλακῶν περὶ τῆς καλῆς των διαγωγῆς· θὰ σᾶς παρακαλέσω δὲ ν’ ἀκούσητε τί λέγουν. (Ἀναγινώσκει τήν τε ἀναφορὰν καὶ τὸ πιστοποιητικόν). Ἀφοῦ λοιπὸν εὑρέθη ὁ πραγματικὸς φονεὺς, νομίζω, ὅτι, διὰ νὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς ἀναπεπαυμένην τὴν συνείδησίν μας, πρέπει νὰ τοὺς συστήσωμεν, εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ἵνα λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως μὴ μένωσι πλέον οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ ἀδίκως εἰς τὰς φυλακάς.
§6ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς τὸ ἑσπέρας παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἐὰν συνῆψε μίσθωσιν διὰ τὸ οἴκημα, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ ὡς Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς, καὶ ἂν τὸ μίσθωμα συνεφωνήθη πρὸς 500 δραχμὰς κατὰ μῆνα καὶ ἐπὶ 4 ἔτη. Δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μᾶς δώσῃ σήμερον πληροφορίαν;
§7ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀπήντησα, ὅτι τοιαύτη μίσθωσις δὲν ἐγένετο.
§8Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἷς τῶν Βουλευτῶν ἐξ Ἀττικῆς εἶχεν αἰτήσει ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει, ὅπως κατατεθῶσιν αἱ γνωμοδοτήσεις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ὅπερ ἀπεφάνθη ἐπὶ τῶν αἰτήσεων τῶν ἀξιωματικῶν Φραγκούλη, λοχαγοῦ τοῦ πεζικοῦ, καὶ Θωμοπούλου, ταγματάρχου τοῦ πεζικοῦ, ἐπανελθόντων εἰς τὸν στρατὸν ἐκ τῆς ἀποστρατείας αὐτῶν, ὡσαύτως δὲ καὶ αἱ γνωμοδοτήσεις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς Δροσόπουλον, ταγματάρχην τοῦ πεζικοῦ, Μπαχαρνῖκον, λοχαγὸν τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ, Μεντζελίδην, ταγματάρχην τοῦ ἱππικοῦ, καὶ Χρυσάφην ἀντιμοίραρχον. Ὑποβάλλω τὰς δύο γνωμοδοτήσεις, κατόπιν τῶν ὁποίων ὁ ταγματάρχης Θωμόπουλος καὶ ὁ λοχαγὸς Φραγκούλης ἐπανῆλθον ἐκ τῆς ἀποστρατείας εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν. Ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους ἀξιωματικούς, καίτοι εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ἀναγομένους, τὸ Συμβούλιον δὲν ὑπῆρξεν ὁμόφωνον, ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἔγγραφος γνωμοδότησις, διότι εἴθισται παρὰ τῷ Νομικῷ Συμβουλίῳ νὰ μὴ συντάττῃ ἔκθεσιν, ὅταν δὲν καταρτίζωνται ἐν ὁμοφωνίᾳ ἀποφάσεις περὶ συμβιβασμοῦ. Ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις, διότι ἐν ταῖς αὐταῖς περιστάσεσιν ἐνεκρίθη συμβιβασμὸς πρὸς δύο ἀξιωματικούς, δὲν ἐνεκρίθη δὲ καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους. Αἰτία τούτου ὑπῆρξεν, ὅτι ἐν ταῖς συνεδριάσεσι τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, καθ’ ἃς δὲν ἐνεκρίθη ἡ κατάργησις τῆς δίκης, ἦσαν παρόντες πάντες οἱ νομικοὶ σύμβουλοι, ἐνῷ ἐν ταῖς συνεδριάσεσιν, ἐν αἷς ἐξεδόθησαν αἱ γνωμοδοτήσεις ὑπὲρ τοῦ ταγματάρχου Θωμοπούλου καὶ τοῦ λοχαγοῦ Φραγκούλη, δὲν ἦσαν παρόντες πάντες οἱ νομικοὶ σύμβουλοι, συνέπιπτε δὲ οἱ παρόντες νὰ ὁμοφωνῶσι.
§9ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀναγκαία ἡ ὁμόφωνος ἀπόφανσίς των;
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.
§11ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ψήφων, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ὁ Φραγκούλης, εἶναι πολὺ μικρός. Ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ψήφων περὶ τῶν ἄλλων, περὶ ὧν διεφώνησαν;
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατέθηκα τὰς ἐξ ὁμοφωνίας γνωμοδοτήσεις, ἐξ ὧν γίνεται δῆλον πόσοι ἦσαν οἱ ὁμοφωνοῦντες, καὶ ὅτι εἷς ὑπελείπετο ὁ μὴ ὁμοφωνῶν. Περὶ τοῦ λοχαγοῦ Φραγκούλη, ὅστις ἦτο ὁ πρῶτος αἰτησάμενος τὸν συμβιβασμόν, ἀπεφάνθησαν ἐν ὁμοφωνίᾳ ὁ δικαστικὸς σύμβουλος Ἰωάννης Τυπάλδος καὶ οἱ νομικοὶ σύμβουλοι Ι. Καλογερόπουλος, Γ. Πετρόπουλος, Σ. Εὐκλείδης καὶ Α. Στούπης, περὶ δὲ τοῦ ταγματάρχου Θωμοπούλου ἀπεφάνθησαν ἐν ὁμοφωνίᾳ ὁ Ι. Καλογερόπουλος, ὁ ἀρχαιότατος τῶν νομικῶν συμβούλων, ἐν ἐλλείψει δικαστικοῦ, καὶ οἱ νομικοὶ σύμβουλοι Πετρόπουλος, Γλαράκης καὶ Θεοδωρίδης. Ἀκολούθως ὑπέβαλον αἰτήσεις πρὸς κατάργησιν τῶν δικῶν καὶ ἄλλοι τῶν ἀποστρατευθέντων, ἀλλὰ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ἀποτελούμενον ὑπὸ ὅλων τῶν νομικῶν συμβούλων, δὲν εὑρέθη ἐν ὁμοφωνίᾳ πρὸς ἀποδοχὴν αὐτῶν· ἐπειδὴ δὲ ἕξ νομικοὶ σύμβουλοι μετέσχον ἄλλοι μὲν ταύτης, ἄλλοι δ’ ἐκείνης τῆς ὁμοφώνου ἀποφάνσεως, ἄλλοι δὲ καὶ ἀμφοτέρων, ὁ ὑπολειπόμενος εἶναι προδήλως ὁ μόνος διαφωνήσας.
§13ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι διὰ τοὺς μὴ ἐπανελθόντας ὁλόκληρον τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἔλαβε μέρος, διὰ δὲ τοὺς ἐπανελθόντας ἔλαβον μέρος μόνον τέσσαρες ἢ πέντε, ἐνῷ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἔπρεπε νὰ συνέλθῃ ὁλόκληρον καὶ διὰ τοὺς μὲν καὶ διὰ τοὺς δέ, ὡς εἴθισται.
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ νόμος δὲν ἀπαιτεῖ ὁμοφωνίαν ὁλοκλήρου τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ ὁμοφωνίαν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἐν ἀπαρτίᾳ συνερχομένου.
§15ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως διορθώσῃ τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον θὰ ἦναι, πιστεύω, σύμφωνον καὶ μὲ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, ὅστις, ὡς ἐνθυμεῖσθε, πέρυσιν ἀνεγνώρισε τὸ ἄδικον τὸ προσγενόμενον εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, καὶ ὑπεσχέθη νὰ τὸ διορθώσῃ, ἐν ᾗ περιπτώσει τὰ δικαστήρια ἀποφανθῶσιν ἐναντίον των. Εὐτυχῶς διὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐπῆλθον καὶ ἀποφάσεις, ὡς θέλετε παρατηρήσει ἐν τῷ κατατεθέντι σήμερον φακέλλῳ, καταδικάζουσαι τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ ὡς παράνομον. Ἐπῆλθε λοιπὸν ἡ ὑποχρέωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ ἐκπληρώσῃ, τὴν ὑπόσχεσίν του, καὶ πιστεύω ὅτι ὁ κ. Τσαμαδὸς, ὁ υἱὸς τοῦ Τσαμαδοῦ, θὰ ἱκανοποιήσῃ αὐτοὺς τοὺς δυστυχεῖς ἀνθρώπους. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, θὰ παρακαλέσω, ἐὰν ἦναι ὑποχρεωτικὴ, νὰ διορθωθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ὥστε νὰ μὴ θεωρῆται ὑποχρεωτική. Μολονότι οἱ νομικοὶ σύμβουλοι εἶναι ἐκ τῶν καλλιτέρων νομομαθῶν, οὐχ ἧττον νομίζω πρέπον νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὀλίγον ἐκπληροῖ τὸν σκοπόν του τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, καὶ ὀλίγος σεβασμὸς παρέχεται ὑπὸ τῶν εἰδότων τὰς ἀποφάσεις αὐτοῦ· παράδειγμα δ’ εἶναι τὸ προκείμενον. Δὲν ἐπιτρέπεται διαφωνία ἐπὶ ζητήματος τοιούτου· ἀφοῦ ὁπωσδήποτε οἱ συνάδελφοί των ἀπεφάνθησαν ὑπὲρ τοῦ δικαίου τῶν ἀξιωματικῶν, δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὴν ὁλομέλειαν ν’ ἀποφανθῇ τὸ ἐναντίον· αὐτὸ τὸ σωματεῖον καθαρῶς στιγματίζεται διὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος περὶ τῆς διακοπῆς τῆς μισθοδοσίας συνταξιούχου ἀποδημήσαντος εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, καὶ ἀπεφήνατο, ὅτι ἡ ἀποδημία ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ δὲν εἶναι λόγος διακοπῆς τῆς συντάξεως· τὸ αὐτὸ δὲ Νομικὸν Συμβούλιον μετὰ 10 ἡμέρας ἐπὶ ὁμοίου ζητήματος ἑτέρου συνταξιούχου, ἀποδημήσαντος εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἀποφαίνεται, ὅτι ἡ ἀποδημία εἶναι λόγος διακοπῆς τῆς συντάξεως, καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος εἶπεν, ὅτι τῳόντι εἶναι λόγος διακοπῆς. Δὲν ἐπιτρέπεται λοιπὸν τοιαύτη ἀνακολουθία εἰς ἓν Νομικὸν Συμβούλιον.
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μήπως δὲν συμβαίνουσι παρόμοια καὶ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον;
§17ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐξετάζω τὴν ἀπόφασιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν μίαν περίπτωσιν ἀποφαίνεται, ὅτι διακόπτεται ἡ σύνταξις, εἰς δὲ τὴν ἄλλην, ὁμοίας φύσεως, ὅτι δὲν διακόπτεται.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ὁ αὐτὸς νομικὸς σύμβουλος ἔλεγε σήμερον τὰ ἐναντία ὧν εἶπε χθὲς, ἐννοῶ ὅτι θὰ ἐχώρει ἐπίκρισις· ἐὰν ὅμως τὸ Νομικὸν Συμβούλιον λέγῃ τὰ ἐναντία σήμερον ὧν εἶπε χθές, οὐδὲν τὸ παράδοξον, διότι ἡ συγκρότησις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου σήμερον δὲν εἶναι πάντοτε ἡ τῆς χθές. Ἕκαστος σύμβουλος ἀποφαίνεται ἐν πλήρει ἀνεξαρτησίᾳ γνώμης, ἡ δὲ ἀπαίτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅπως παρεμβῇ ἡ Κυβέρνησις, ἵνα ἐξαναγκάσῃ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ὅπως, καὶ ἄλλως κατηρτισμένον, τὴν αὐτὴν πάντοτε ἀποφαίνηται γνώμην, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δεδικαιολογημένη.
§19ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ζητῶ νὰ διορθωθῇ ὁ νόμος, καὶ νὰ ὁρισθῇ, ὅτι ἡ γνωμοδότησις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου εἶναι συμβουλευτικὴ καὶ ὄχι ὑποχρεωτική.
§20ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου, σκοπὸν ἔχοντος τὴν τροποποίησιν παραγράφων τινῶν τοῦ νόμου ͵ΒΜΑʹ περὶ κατασκευῆς λιμένος ἐν Λευκάδι, τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὴν Αʹ Σύνοδον τῆς παρούσης Περιόδου. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως, ἣν καταθέτω μετὰ τοῦ νομοσχεδίου, θέλει ἴδει ἡ Βουλὴ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἠνάγκασαν νὰ φέρω αὐτὴν τὴν τροποποίησιν. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀποφασίσωσι τὴν τύπωσιν καὶ τὴν ἀναγραφὴν αὐτοῦ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 20.)
§22ΣΕΡΒΟΣ. Σχετικῶς πρὸς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατέθεσεν ὁ κ. Βαλαωρίτης, ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ὅτε πέρυσιν ἐπροτάθη εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ψηφισθεὶς νόμος περὶ κατασκευῆς λιμένος Λευκάδος, ἀντετάχθην κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, εἰπὼν ὅτι θὰ φέρῃ κακὰ καὶ ὀλέθρια ἀποτελέσματα· ἡ πρόῤῥησίς μου ἐπηλήθευσε πραγματικῶς, διότι ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Λευκάδος μία φωνὴ ἐγείρεται, ἡ φωνὴ τῆς καταργήσεως αὐτοῦ τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος κατέστρεψε τὸν τόπον καὶ ἰδίως τὴν γεωργικὴν τάξιν. Δὲν ὑπάρχει χωρικός, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ κατακραυγάζῃ ἐναντίον τοῦ νόμου αὐτοῦ. Σήμερον προτείνεται τροποποίησις τοῦ νόμου αὐτοῦ, δηλ. νὰ γείνῃ ἀντὶ λιμένος προλιμήν, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἔχῃ ἄλλον σκοπὸν, παρὰ νὰ ἐπαυξήσῃ τὴν καταστροφὴν, ἡ ὁποία ἐπῆλθε μέχρι τοῦδε. Ἐπιφυλάσσομαι, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ προταθέντος νομοσχεδίου, νὰ ἀναπτύξω τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐκ τῶν προτέρων ἀντιτάσσομαι κατ’ αὐτοῦ.
§23ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἀναγκάζομαι, κύριοι συνάδελφοι, καίτοι ἐπερωτῶν, νὰ μεταβάλω θέσιν καὶ νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τὸ βῆμα πρὸς τοῦτο, διότι καὶ πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν ὑπέβαλον ἐπερώτησιν σπουδαιοτάτην, κατ’ ἐμέ, πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀλλὰ δὲν ἔτυχον μέχρι σήμερον ἀπαντήσεως. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι, ἀκουόμενος ἤδη παρ’ αὐτοῦ καλλίτερον, θέλω τύχει τῆς ἀπαντήσεως, τὴν ὁποίαν, ὡς εἶπον, καὶ ἄλλοτε ἐζήτησα, ἀλλὰ μέχρι σήμερον δὲν ἔλαβον. Πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν ὑπέβαλον σπουδαιοτάτας, ὡς εἶπον, ἐπερωτήσεις· διὰ νὰ μὴ ἀπασχολήσω δὲ περὶ ὅλων καὶ αὖθις ὑμᾶς, περιορίζομαι μόνον εἰς τὴν τελευταίαν τῶν τριῶν ἐκείνων ἐπερωτήσεών μου. Συζητοῦμεν, Κύριοι, ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἐξ Αἰγιαλείας ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ περὶ τῆς ἐγκυκλίου, τῆς περιφήμου, τῆς ἀνηκούστου, — ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ὁ χαρακτηρισμὸς, — τῆς κακοήθους, τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, διὰ τῆς ὁποίας ἐνόμισεν οὗτος, ὅτι ἠδύνατο αὐταρχικῶς, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν σατραπικῶς, νὰ καταργήσῃ νόμον ἔγκυρον καὶ λειτουργοῦντα, καὶ ἐνόμισα πρέπον, ἐν τῷ δικαιώματί μου ὡς Βουλευτοῦ, νὰ ἐρωτήσω αὐτὸν, πρὶν ἢ προσκληθῶ, ὅπως καὶ πάντες ὑμεῖς μετ’ ὀλίγον θὰ προσκληθῆτε, νὰ δώσω ψῆφον ἐπὶ τοῦ τοιούτου σπουδαιοτάτου ἀντικειμένου, νὰ ἐρωτήσω, λέγω, αὐτὸν, ἐὰν, ἀφοῦ, ὡς ἐνόμισε, τῷ ἐπετρέπετο νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, νὰ καταργήσῃ ἑπομένως ὁλόκληρον τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ λάβῃ καὶ ἐφαρμόσῃ προληπτικῶς καὶ προσωρινῶς, ὅπως ἐξοικονομήσῃ ἐκ τῶν ἐνόντων τὰ ἐπελθόντα ἀποτελέσματα τῆς ἀτασθάλου πολιτικῆς καὶ οἰκονομικῆς πολυετοῦς Κυβερνήσεως τοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ, ἐὰν, λέγω, προπαρεσκεύασε, μετὰ τὴν τοιαύτην κατάργησιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐν γένει συστήματος τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἢ ἐὰν ἔλαβε πρόνοιαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἔστω καὶ προσωρινὴν, ἵνα προπαρασκευάσῃ ἐπίσης τὸ ἔδαφος, ὅπως προλάβῃ τὰ οἰκονομικὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν ἀπειλοῦσι τὸν ἀτυχῆ ἡμῶν τόπον. Ἐκ τοιούτου ἀγώμενος λόγου, ἐνόμισα ὅτι ἐδικαιούμην νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν βεβαίως πάντες ὑμεῖς ἀντελήφθητε, τὴν ὁποίαν ὅμως ἀναγκάζομαι νὰ ἐπαναλάβω, διότι μέχρι σήμερον, ὡς προεῖπον, καίτοι παρῆλθον πολλαὶ ἡμέραι, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἦτο ἀξία ἀπαντήσεως, ὡς ἂν συνήλθομεν ἐνταῦθα νὰ συζητῶμεν περὶ ἀέρων καὶ ὑδάτων. (Διακοπαὶ ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ· θὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ θέμα. Ἐννοῶ τὴν διάθεσιν τῶν τῆς δεξιᾶς πτέρυγος συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἔχουσιν ἐνταῦθα, παρὰ μόνον νὰ διακόπτωσι καὶ νὰ θορυβῶσι.
§24ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Κἀνεὶς δὲν σᾶς διακόπτει.
§25ΕΤΕΡΟΙ. Εἰς τὴν ἐπερώτησίν σας, κύριε Βουλευτά.
§26ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν ὑπόμνησίν σας! Λοιπὸν πρὸς ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπέβαλον πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν, καὶ τὴν ἀναγινώσκω, ἵνα τὴν ἀντιληφθῆτε καὶ αὖθις καλῶς. Ἔλεγον τότε, ὡς τοὐλάχιστον φαίνεται ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν: «Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: πρῶτον, ἂν κατὰ τοὺς πιθανωτέρους ὑπολογισμούς του, δι’ ἔλλειψιν παντὸς οἰκονομικοῦ μέτρου, θὰ χρεωκοπήσῃ τὸ Κράτος καὶ θὰ ἐξουθενωθῶμεν...» Νομίζετε, ὅτι δὲν εἶχε καὶ ἔχει σπουδαιότητα ἡ ἐπερώτησίς μου αὐτή; Οἰκτείρω τοὺς οὕτω φρονοῦντας. (Φωναὶ καὶ γέλωτες ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ κλαύσητε πικρῶς, ἐὰν συναισθάνησθε, διότι ἐπέρχονται, μὴ λησμονεῖτε, ἡ 3 καὶ 19 Δεκεμβρίου. Μὴ θορυβῆτε ὡς βρυχώμενοι λέοντες. Διατὶ ὠρύεσθε ἐξευτελιζόμενοι; (γέλωτες). Ἀδικεῖτε τὸν ἑαυτόν σας, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἀποδεικνύετε, ὅτι, ἀσυνειδήτως γελῶντες, δύνασθε μόνον νὰ ἦσθε ὀπαδοὶ βρυχωμένου λέοντος (γέλωτες ἐν τῇ δεξιᾷ). Δεύτερον ἐπηρώτων τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν «ἐὰν, ἐν ἐναντίᾳ καὶ βεβαίᾳ τοιούτου προϋπολογισμοῦ προϋποθέσει, ἐκ τῶν ληφθέντων παρ’ αὐτοῦ λυσιτελῶν μέτρων δύναται νὰ ὑποθέτῃ τοὐλάχιστον, ἐὰν δὲν ἔχῃ πεποίθησιν, ὅτι τὸ Κράτος δὲν θὰ περιέλθῃ εἰς πλήρη ἀδυναμίαν κατὰ τὰς μνησθείσας προθεσμίας νὰ ἐκπληρώσῃ ὁπωσδήποτε τὰς ὑποχρεώσεις αὑτοῦ πρὸς τοὺς δανειστάς του, καὶ ὅτι ἑπομένως ἐξ ἐπιβαλλομένης ἀδυναμίας, δι’ ἔλλειψιν πάσης προνοίας, δὲν θὰ περιέλθῃ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ ἐκπληρώσῃ καὶ ἐν μέτρῳ δυνατῷ τὴν ὑποχρέωσίν του ταύτην, δημιουργοῦν οὕτως ἀληθῆ κατάστασιν χρεωκοπίας.» Αὐτὴ εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἐπερώτησίς μου ἡ δευτέρα. Ὑποθέτω ὅτι, ἀντὶ νὰ γελῶμεν, ὡς πράττουσιν οἱ ἐν τῇ δεξιᾷ, ὀφείλομεν νὰ κλαίωμεν. Διότι πάντες ἡμεῖς, πολιτευθέντες, περιηγάγομεν, κατὰ πολὺ ἢ ὀλίγον ἕκαστος, τὸ Κράτος εἰς τοιοῦτον σημεῖον· γελῶντες δὲ ἐπὶ σπουδαιοτάτων τοιούτων ἀντικειμένων, ἀποδεικνύομεν ὅτι μετεβλήθη τὸ Κοινοβούλιον εἰς συνέλευσιν παραφρόνων!... Γελᾷ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ θὰ γελάσῃ καλῶς ἐκεῖνος, ὅστις θὰ γελάσῃ τελευταῖος. Μετ’ ὀλίγον θὰ γελάσωμεν ἡμεῖς, καὶ σεῖς θὰ κλαίητε, ἀλλ’ ἀνωφελῶς, ἐὰν ἔχητε συναίσθησιν· διότι ἐξηκολουθήσατε ἀσυνειδήτως ὑποστηρίζοντες τὸν κακὸν δαίμονα τῆς χώρας ἡμῶν. (Διαμαρτυρίαι δεξιόθεν καὶ ζωηραὶ ἀποδοκιμασίαι).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ἐξέφυγε τῶν χειλέων σας λέξις, τὴν ὁποίαν μόνος σας πρέπει νὰ ἀνακαλέσητε.
§28ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ποία λέξις;
§29ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅτι ἀσυνειδήτως...
§30ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν πειράζει, δὲν πειράζει.
§31ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Πειράζει καὶ πολὺ, ἐὰν ἐνόουν ὅτι ἀσυνειδήτως ψηφίζετε· ἀλλὰ δὲν μοὶ ἐπετρέπετο ἐξ ἁβροφροσύνης νὰ ἔλεγον, ὅτι πάντες ὑμεῖς ἀσυνειδήτως ψηφίζετε ὅ,τι σᾶς ὑποβάλλει ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἐνόουν, ὅτι τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ πολλὰ ἔτη συνεχῶς ἀποδεικνύουσιν, ὅτι πράγματι ἡμεῖς πάντες ἀσυνειδήτως καὶ ἐκ προσωπικοῦ συμφέροντος μόνον ὑποστηρίζομεν τὰς Κυβερνήσεις. (Διαμαρτυρίαι καὶ γέλωτες ἐν τῇ δεξιᾷ).
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χάριν τοῦ ἑαυτοῦ σας, κύριε Βάλληνδα, διορθώσατε τὴν φράσιν.
§33ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετὰ, κύριε Βάλληνδα.
§34ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Διὰ σᾶς, τοὺς κυβερνητικοὺς ὀλιγαρκεῖς, ἀλλὰ δι’ ἐμὲ ὀλίγα (γέλωτες.) Προεῖπον ὅτι, ὅταν θορυβῆτε, ὅταν διακόπτητε τὸν ὁμιλοῦντα, πρέπει νὰ περιμένητε ἐκφράσεις τινὰς, αἱ ὁποῖαι βεβαίως ἐνέχουσι μείζονα σημασίαν ἐκείνης, ἣν ἤθελε νὰ ἐκφράσῃ ὁ ὁμιλῶν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν πταίει ὁ ὁμιλῶν, πταίουσιν ἐκεῖνοι ἐκ τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὴν συναίσθησιν τῶν καθηκόντων των.
§35ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐξακολουθήσατε, κύριε Βάλληνδα.
§36ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἀκολουθοῦντες λοιπὸν ἀνεξετάστως, καταστρεπτικὴν καὶ ἐθνοκτόνον πολιτικὴν ἐκ διαφόρων λόγων, ἀναγκαζόμεθα, χωρὶς νὰ θέλωμεν, νὰ ψηφίζωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν εἶναι ἡ πεποίθησίς μας. Ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ προκαλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ, ἐὰν τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως θ’ ἀποδοκιμασθῇ καὶ ἀντὶ τούτου ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἔχῃ ἄλλο σύστημα, προσφορώτερον καὶ μᾶλλον ἀνταποκρινόμενον εἰς τὰς κρισίμους ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἐὰν ἔχῃ σύστημά τι οὐχὶ βδελυρὸν, θὰ ψηφίσωμεν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως αὐτῆς ἀσυνειδήτως; Καὶ ἀσυνειδήτως θὰ ψηφίσωμεν, ἐὰν δὲν γνωρίζωμεν, ὅτι μετὰ τὴν καταδίκην τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως δὲν θὰ ἐπέλθῃ εἰμὴ μόνον χάος. Νομίζετε ὅτι δὲν ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς τὸ καθῆκον νὰ ἐρωτήσωμεν, ἂν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἔχῃ ἄλλο σύστημα, τοῦ παρὰ τοῦ κ. Τρικούπη ἀποδοκιμαζομένου προσφορώτερον; Ἐὰν ἔχῃ νέον τι παράλογον καὶ ἐθνοκτόνον εἰς τὸν νοῦν της, νὰ μᾶς τὸ εἴπῃ τοὐλάχιστον, ἵνα ἐν συνειδήσει ψηφίσωμεν καὶ τοῦτο.
§37ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. ἐξ Ἠλείας Βουλευτὴς ὑπέβαλε προχθὲς νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς τροποποίησίν τινα τοῦ στρατολογικοῦ νόμου. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, παρεπέμφθη εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν. Μέχρις ὅτου ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Σώματος μετὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίαν τινὰ, τὴν ὁποίαν διατυπῶ καὶ ἐγγράφως εἰς τὸ σημείωμα τοῦτο, καὶ ἥτις θέλει διευκολύνει τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὸ νὰ σχηματίσῃ ἀσφαλεστέραν γνώμην κατὰ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ. Ἡ ἐρώτησίς μου ἀφορᾷ εἰς τοῦτο (ἀναγινώσκει): «Ὁποῖος ἔσται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀπαλλαχθησομένων τῆς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως δι’ ἑκατέραν τῶν ἀπογραφῶν 1892 καὶ 1893, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀποδεχθῆ καὶ ἐπιψηφίσει τὸ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἠλείας ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου;»
§38ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Αὐτὰ θὰ λεχθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν. Ὁ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἠτήσατο πρό τινος νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ὁποίαν ἑρμηνείαν δίδει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὰς ὑπὸ ὅρον ἀπαλλαγάς. Δύναμαι ἤδη νὰ παράσχω αὐτῷ ταύτας. Οἱ ἀκολουθοῦντες τὰ μαθήματα τῶν ἱερατικῶν σχολῶν ἀπαλλάσσονται ὑπὸ ὅρον, τουτέστιν ἀπαλλάσσονται, ἐὰν μετὰ δεκαετίαν δεχθῶσι τὸ ἱερατικὸν σχῆμα, ὅσοι δὲ τούτων δὲν δεχθῶσι τὸ ἱερατικὸν σχῆμα ἢ ἀποβάλωσιν αὐτὸ πρὸ τῆς παρελεύσεως δεκαετίας, οὗτοι εἶναι ὑπόχρεοι νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένην ὑπηρεσίαν. Ἀνάγκη λοιπὸν πρὸ τῆς δεκαετίας, καὶ εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν οἱ ἐκκλησιαστικοὶ κανόνες ὁρίζουσι τὰ τῆς ἱερωσύνης, οὗτοι νὰ ἱερωθῶσι, καὶ πρὸς τοῦτο ὀφείλουσι νὰ ὑποβάλωσιν αἴτησιν. Ἐπειδὴ σήμερον ὁ περὶ οὗ πρόκειται—διότι περὶ ὡρισμένου προσώπου ὁ λόγος—κληρωτὸς Βεῤῥοιόπουλος συνεπλήρωσε κατὰ τὸν νόμον τὴν δεκαετίαν κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1893 καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης δὲν ἐζήτησε νὰ ἱερωθῇ, καίτοι ἡ ἡλικία ἡ ὁριζομένη ὑπὸ τῶν κανόνων τῆς Ἐκκλησίας παρῆλθεν, ὁ νομάρχης ἐνέγραψεν αὐτὸν ἐν ἀρχῇ τοῦ κληρωτικοῦ πίνακος. Κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον, εἰς τὰς παραμονὰς τουτέστι τῆς κατατάξεώς του ἐν τῷ στρατῷ, οὗτος ἐζήτησε νὰ ἱερωθῇ· εἶχεν ὅμως παρέλθει ἡ κατὰ τὸν νόμον προθεσμία, καὶ οὕτω κατετάχθη εἰς τὸν στρατόν.
§39Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διάταξις τοῦ νόμου λέγει «ἂν δὲν δεχθῇ».
§40ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἂν δὲν ἱερωθῇ· αὐτὸ σημαίνει, νὰ ἱερωθῇ (ἀναγινώσκει): «ὅσοι τῶν ἀνωτέρω διακόψωσι τὰς σπουδὰς ἢ μὴ δεχθῶσι τὸ ἱερατικὸν σχῆμα», τουτέστι μὴ ἱερωθῶσι. Βεβαίως λοιπὸν αὐτὸς δὲν ἐδέχθη. Ὁποία εἶναι ἡ πρᾶξις, ἣν ἐποιήσατο κατὰ τὸ διάστημα τῆς δεκαετίας, ἥτις ἐδικαιολόγει τὴν ἱερωσύνην αὐτοῦ; Οὐδεμία. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς ὑποχρεώσεως, ὁπόταν ἡ διάταξις τοῦ νόμου ἦναι ῥητή; Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἡ ὑπηρεσία, ἑρμηνεύουσα καλῶς τὸν νόμον, ἐζήτησε τὴν κατάταξίν του, καὶ ἤδη οὗτος κατετάχθη καὶ ὑπηρετεῖ.
§41Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς μετὰ τοιαύτης εὐκολίας μᾶς εἶπε σήμερον, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν δίδει τὸ Ὑπουργεῖον, εἶναι ἡ λογικὴ ἑρμηνεία τοῦ νόμου. Ὁ νόμος ῥητῶς λέγει, ὅτι κατατάσσεται εἰς τὸν στρατὸν ὁ ὑπόχρεως πρὸς τοῦτο, ἐὰν δὲν ἀποδεχθῇ τὸ ἀξίωμα τὸ ἱερατικόν. Ἂς ἐξετάσωμεν λοιπόν, κατὰ τὸ γράμμα τοῦ νόμου τίς πρέπει νὰ δεχθῇ; Ἐκεῖνος εἰς τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ προσφορά· διότι ἄνευ προσφορᾶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἀποδοχή. Λοιπὸν ὁ ὑπόχρεως πρὸς τοῦτο, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε θέσις κενή, διὰ νὰ γείνῃ ἱερεύς, πταίει αὐτός, διότι δὲν ἔλαβε τὸ ἱερατικὸν ἀξίωμα; Ἐὰν ὁ νόμος ἤθελε νὰ ὑποχρεώσῃ καὶ αὐτὸν, ἔπρεπε νὰ εἴπῃ «ἐὰν δὲν γείνῃ ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας ἱερεύς»· ἀλλ’ ἀφοῦ λέγει «ἐὰν δὲν ἀποδεχθῇ», δὲν εἶναι τὸ ἴδιον. Ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἀντίγραφον τοῦ Γαλλικοῦ νόμου. Ἐν Γαλλίᾳ ὑπάρχει τὸ αὐτό, ἀλλ’ ἐκεῖ διορίζονται καὶ μισθοδοτοῦνται οἱ ἱερεῖς, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὑπάρχει ἀποδεδειγμένον, ὅτι δὲν θέλει νὰ γείνῃ τις ἱερεύς, ὅταν δὲν ἦναι τοιοῦτος· ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν πῶς θὰ ἦναι ἀποδεδειγμένον τοῦτο, ὅταν ἡ ἀποδοχὴ τῆς ἱερωσύνης ἐξαρτᾶται ἀπὸ περιστατικὰ ἀνεξάρτητα τῆς θελήσεως τοῦ ὑποχρέου; Ὁ νόμος ὥρισε ῥητῶς, «ὅταν διακόψῃ τὰς σπουδὰς του, ὅταν ἀποβάλῃ τὸ ἱερατικὸν ἀξίωμα»· ἀλλ’ ἐκεῖνος, ὅστις ἔχει δώσει ὑπόσχεσιν καὶ ἐγγυήσεις, ἀλλ’ ἀπὸ ἀνεξάρτητα ἐμπόδια τῆς θελήσεώς του δὲν γείνῃ ἱερεύς, ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν θέλει νὰ γείνῃ. Αὐτός, νομίζω, δὲν πρέπει νὰ καταταχθῇ εἰς τὸν στρατόν, καὶ αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία πρέπει νὰ δοθῇ εἴτε δι’ ἐγκυκλίου, εἴτε διὰ νέου νόμου, διότι ἄλλως εἶναι ἄδικον νὰ ὑποχρεώσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν δώσει ἐγγυήσεις, ἀλλ’ ἐκ λόγων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς των δὲν κατώρθωσαν νὰ γείνουν ἱερεῖς. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μελετήσητε ἐκ νέου τὸ ζήτημα, ἀφοῦ καὶ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἀπεφήνατο, ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐναντίον τῆς γνώμης τῶν συμβούλων, διέταξε τὴν κατάταξιν τοῦ ὑποχρέου.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§43ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πολλὴν κατέβαλον προσοχὴν χθές, ἵνα ἀντιληφθῶ τὴν ἔννοιαν τοῦ λόγου, διὰ τὸν ὁποῖον ἔλεγεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ ἀποφύγωσι τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως προσόδων τινῶν εἰς χρυσόν· ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠδυνήθην ν’ ἀντιληφθῶ τελείως ποία ἦτο ἡ ἔννοια τοῦ λόγου τούτου. Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος εἶπε τοὐλάχιστον γνώμην, ἥτις, ὅσον καὶ ἂν ἔχῃ τινὰ ἐναντίον, εἶχε τὸ πλεονέκτημα τῆς εὐθύτητος καὶ τῆς σαφηνείας. Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος φρονεῖ, ὅτι νόμος κυρωθεὶς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως δὲν ἐπιτρέπεται πλέον νὰ ἀναιρεθῇ δι’ ἀνακλήσεως τῆς ὑπογραφῆς τῆς συνεπαγομένης τὴν κύρωσιν, ὅτι ἡ κύρωσις παράγει τέλειον τὸν νόμον, καὶ νόμος παραχθεὶς δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ πλέον εἰς τὸ σκότος. Εἶπεν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος προσέτι, εἰδικώτερον διὰ τὸν νόμον, περὶ τοῦ ὁποίου σήμερον συζητοῦμεν, ὅτι, καίτοι φρονεῖ, ὅτι ὑφιστάμενον νόμον οὐδεμία Κυβέρνησις δύναται νὰ ἀναιρέσῃ δι’ ἁπλῆς διατάξεως, διότι νόμος ὑφιστάμενος ἀναιρεῖται μόνον δι’ ἑτέρου νόμου, ἤθελεν οὐχ ἧττον παράσχει τὴν συγγνώμην αὑτοῦ, ὡς μέλους τῆς Βουλῆς, συγγιγνωσκούσης ἐκεῖνον τὸν κυβερνήτην, ὅστις, βλέπων τὰ μεγάλα ἄτοπα καὶ τὰς ζημίας τὰς ἀπειλουμένας ὑπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ἤθελεν ἀναβάλει ἐπί τινα χρόνον τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ, ὅπως ἐν τῷ μεταξὺ καλῶν τὴν Βουλὴν εἰσαγάγῃ ἕτερον νόμον πρὸς ἀναίρεσιν τοῦ ἐπιβλαβοῦς. Καὶ περὶ τοῦ ὅτι ὁ νόμος ὁ περὶ εἰσπράξεων εἰς χρυσὸν εἶναι ἐπιβλαβής, ὁ Βουλευτὴς Γόρτυνος ἐβεβαίωσεν, ὅτι καὶ ἄλλοτε εἶχε τὸ φρόνημα τοῦτο καὶ σήμερον ἔτι μᾶλλον ἐμμένει εἰς αὐτό. Ἀλλ’ ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς λόγον τῆς δημοσιεύσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις, ἐν ᾗ καὶ αὐτὸς συνέπραττεν, ἐνήργησε διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἔδωκεν, ἂν ἀντελήφθην καλῶς τῆς ἐννοίας τῶν λόγων αὐτοῦ, τὸ ἐπεῖγον τοῦ καιροῦ, τὴν φορὰν τῶν πραγμάτων, τὴν στενοχωρίαν, ἐν ᾗ εὑρίσκετο ἡ Κυβέρνησις, καί, διὰ μιᾶς ἐκφράσεως, τὴν κατάστασιν, ἥτις ἐπλάσθη ὡς ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἀλλ’ ἐὰν ἐξετάσῃ τις τὰ συμβάντα κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν 30 Μαΐου 1893, τί βλέπει; Βλέπει, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἐδημοσιεύετο ὁ νόμος ΠΡΙΕ μετὰ τῶν ὑπογραφῶν τῶν Ὑπουργῶν τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, κατ’ αὐτὴν ἐκείνην τὴν ἡμέραν συνήπτοντο καὶ ἐδημοσιεύοντο συμβάσεις δύο, ἀφορῶσαι εἰς δάνειον, περὶ τοῦ ὁποίου ἐδημοσιεύετο ἐν ταὐτῷ καὶ διάταγμα ἐπιτρέπον τὴν συνομολόγησιν αὐτοῦ, εἰς τὸ δάνειον τῆς συγκεφαλαιώσεως, ἐδημοσιεύετο δὲ τὴν αὐτὴν ἡμέραν καὶ ὁ νόμος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίζοντο τὸ διάταγμα καὶ αἱ συμβάσεις, καὶ μόνη διαφορὰ μεταξὺ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης δημοσιεύσεως ὑπῆρξεν, ὅτι δὲν ἐγένοντο ἀμφότεραι εἰς τὸ αὐτὸ φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὁ μὲν νόμος ἐδημοσιεύθη εἰς φύλλον ἔχον ἀριθμὸν 99, αἱ δὲ συμβάσεις καὶ τὸ διάταγμα εἰς φύλλον ἔχον ἀριθμὸν 100. Ἐκ τῆς ἀθρόας ταύτης καὶ τῶν τεσσάρων κειμένων δημοσιεύσεως τί προκύπτει καὶ δι’ ἐκείνους, οἵτινες εἶναι διατεθειμένοι νὰ βλέπωσιν ἄλλως τὰ πράγματα; Ὅτι ἡ δημοσίευσις τοῦ νόμου ἐγένετο, διότι ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὑπὸ τὸν κ. Σωτηρόπουλον, ὑπὸ τῶν συμβάσεων, τὰς ὁποίας συνῆψε μετὰ τῆς Τραπέζης καὶ μετὰ τοῦ οἴκου Χάμβρο, ὅτι δὲ, ἂν δὲν ἀπεφάσιζεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη νὰ δημοσιεύσῃ τὸν νόμον, αἱ συμβάσεις δὲν ἤθελον τελεσθῆ. Ἦτο ἀναγκαῖος ἄρα ὁ νόμος ἐκεῖνος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὑπὸ τὸν κύριον Σωτηρόπουλον, ἵνα ἐπιτύχῃ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωκεν, ἵνα ἐπιτύχῃ τὸ δάνειον τῆς συγκεφαλαιώσεως, ἐκ τοῦ ὁποίου αὕτη ἐξήρτα τὴν σωτηρίαν τοῦ τόπου. Καὶ ἐνῷ εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην ὑπείκουσα ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, εὐτυχοῦσα δὲ νὰ ἔχῃ πρόχειρον νόμον, τὸν ὁποῖον ὡς ἀντιπολίτευσις ἐπολέμησεν, ἐδημοσίευσεν αὐτὸν, ἵνα φθάσῃ εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον διὰ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως ἐπεδίωκεν, ἐνῷ ταῦτα ἐπετύγχανε, λέγω, διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, ἐν τούτοις τὴν εὐθύνην πᾶσαν τοῦ νόμου ἐκείνου δὲν ἠθέλησε νὰ ἀναλάβῃ αὐτή, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ ῥίψῃ πᾶσαν ἐπὶ τῆς ῥάχεως τῶν προκατόχων αὐτῆς. Ἤθελον πᾶσαν τὴν ὠφέλειαν τὴν ἐκ τοῦ νόμου ἐκείνου νὰ συγκομίσωσιν αὐτοί, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν τὴν εὐθύνην νὰ ἔχωσιν οἱ προκάτοχοι αὐτῶν. Τὸν νόμον ἐκεῖνον, κατὰ τοῦ ὁποίου Φιλιππικοὺς ἀπήγγελλεν ἐντεῦθεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον, τὸν νόμον ἐκεῖνον, διὰ τὸν ὁποῖον μύδρους ἐξεσφενδόνιζε χθὲς κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τὸν νόμον ἐκεῖνον υἱοθέτησαν καὶ τὸν ἀπεδέχθησαν, διότι ἄνευ αὐτοῦ ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχωσι τοῦ σκοποῦ αὐτῶν, καὶ τοῦ νόμου ἐκείνου τὴν εὐθύνην δὲν εἶχον τὸ θάῤῥος ν’ ἀναλάβωσιν, ἀλλ’ ἱεροκρυφίως διὰ ξένων ὑπογραφῶν ἔῤῥιψαν αὐτὸν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν χθὲς, ὅτι ἐπεκράτησε παρ’ ἡμῖν ἡ γνώμη περὶ τοῦ ἀμετακλήτου τῆς κυρώσεως τῆς τιθεμένης ὑπὸ τοῦ Στέμματος ὑπὸ τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀπ’ ἐναντίας τὰ μέχρι τοῦδε ἐνταῦθα γνωστὰ ἀπὸ ἐτῶν ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἐπικρατεῖ ἡ γνώμη περὶ τοῦ μετακλητοῦ τῆς κυρώσεως τῆς τιθεμένης ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ὅτε προσάγεται εἰς αὐτὸν τὸ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθὲν νομοσχέδιον πρὸς δόσιν συμφώνου γνώμης ἢ πρὸς ἄρνησιν κυρώσεως. Ἔχομεν γνωστὸν, ὅτι πολλὰ νομοσχέδια ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς δὲν εἶδον τὸ φῶς διὰ δημοσιεύσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πιστεύω ὅτι γινώσκουσι πολλοί, ὅτι οὐκ ὀλίγοι τῶν νόμων τούτων δὲν εἶδον τὸ φῶς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, καίτοι κυρωθέντες ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, διότι ἐν τῷ μεταξὺ αἱ περιστάσεις ἔπεισαν τοὺς συμβούλους τοῦ Βασιλέως, τοὺς χαίροντας τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτοῦ, νὰ συμβουλεύσωσι τὸν Βασιλέα νὰ ματαιώσῃ τὴν κύρωσιν, ἣν ἔθηκεν ἐν ἀρχῇ ἰδιαιτέρως, οὐχὶ ἐπισήμως καὶ ἐν τῷ ἐμφανεῖ, κάτωθεν τοῦ κειμένου τοῦ ὑποβληθέντος εἰς αὐτόν. Ἐὰν δὲν σφάλλωμαι, τελευταῖον παράδειγμα, ὅπερ δύναταί τις νὰ ἀναφέρῃ ἐνταῦθα, εἶναι ὁ πρὸ δύο ἐτῶν ψηφισθεὶς νόμος περὶ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας. Ὁ νόμος περὶ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας ἐψηφίσθη κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1891, ἐκυρώθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἀλλὰ δὲν ἐδημοσιεύθη. Τί δεικνύει τοῦτο, ἂν αἱ πληροφορίαι μου ἦναι ἀκριβεῖς; Δεικνύει, ὅτι εὑρέθησαν σύμβουλοι τοῦ Βασιλέως, εὑρέθησαν Ὑπουργοί, κρίναντες μὲν, ὅτι ἐφαίνετο λυσιτελὲς νὰ κυρωθῇ ὁ νόμος, ἀλλ’ ἐξαρτήσαντες ἐν τῇ συμπράξει αὐτῶν μετὰ τοῦ Βασιλέως τὴν ἀπόφασιν περὶ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου τούτου, ἐξ ἧς καὶ θὰ ἤντλει ἡ κύρωσις τὴν χρονολογίαν τὴν πανηγυρικήν, τὴν ἀμετάκλητον, ἐκ περαιτέρω ἐξετάσεως, καὶ συμβουλεύσαντες τὸν Βασιλέα νὰ ἀναβληθῇ ἡ πραγματοποίησις τῶν ἐπακολουθημάτων τῆς κυρώσεως, ὅπως ἴδωσιν ἐν τῷ μεταξύ, ἂν ἦναι ὀρθὸν νὰ ἐμμείνωσιν ὁριστικῶς εἰς τὰς προτέρας σκέψεις· ἢ καὶ τοῦτο τὸ ἄλλο, ὅτι ἐν τῷ μεταξύ, ἐπελθούσης μεταβολῆς κυβερνητικῆς, οἱ διάδοχοι Ὑπουργοί, εὑρόντες τὴν ὑπόθεσιν ἠρτημένην, ἐνόμισαν καὶ οὗτοι, ὅτι ἠδύναντο νομίμως νὰ μὴ θεωρήσωσιν ὡς ἀμετάκλητον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως, καὶ συνεβούλευσαν εἰς αὐτὸν νὰ μὴ δημοσιευθῇ ὁ νόμος, ὁ οὕτω μετακλητῶς κεκυρωμένος ὑπ’ αὐτοῦ.
§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ δώσω διασάφησίν τινα;
§45ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§46Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸν νόμον περὶ σχηματισμοῦ ὀγδόου Ὑπουργείου, Ὑπουργείου Συγκοινωνίας, προέτεινα ἐγὼ εἰς τὴν Βουλήν, ἥτις ἐπεψήφισεν αὐτόν. Παραλαβὼν δὲ παρ’ αὐτῆς τὸν νόμον ἐψηφισμένον, ὑπέβαλον εἰς τὸν Ἡγεμόνα, ὁ δὲ Ἡγεμὼν ἐκύρωσεν αὐτὸν καὶ ὑπέγραψε τὴν πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἐκδηλοῖ οὐ μόνον τὴν κύρωσιν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου. Τότε προσεκάλεσα τὸν κ. Διευθυντὴν τῶν δημοσίων ἔργων, ἵνα παρασκευάσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου. Ὁ νόμος οὗτος ἀφῄρει ἀπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν μέγαν ἀριθμὸν σχέσεων, καὶ ὑπῆγεν αὐτὰς εἰς νέον Ὑπουργεῖον· ἔπρεπε λοιπόν, πρὶν ἢ δημοσιευθῇ καὶ ἀρχίσῃ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου, νὰ παρασκευασθῶσι τὰ τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ, ἡ πρώτη δὲ παρασκευή, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, ἦτο ἡ μίσθωσις καταστήματος, ἐν τῷ ὁποίῳ ἤθελεν ἐγκαταστῆ ἓν ἐκ τῶν δύο Ὑπουργείων. Παρεκάλεσα λοιπὸν τὸν κ. Διευθυντὴν τῶν δημοσίων ἔργων, ἵνα ἀνεύρῃ τὴν κατάλληλον οἰκίαν· ὁ κ. Διευθυντὴς τῶν δημοσίων ἔργων ἠσχολήθη καὶ ἀνεῦρε διαφόρους οἰκίας, ὡς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Βούλτσου, τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ καὶ ἄλλας οἰκίας· τὸ Σάββατον τῆς Τυροφάγου ἔδωκα παραγγελίαν εἰς τὸν κ. Διευθυντὴν νὰ μισθώσῃ τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ ἐπὶ τῷ μισθώματι, τὸ ὁποῖον ἐζήτει ὁ κύριος Ζυγομαλᾶς, ἀλλὰ τὴν Δευτέραν ἀπεπέμφθην τῆς ἀρχῆς. Τότε ἔγραψα πρὸς τὸν διάδοχόν μου, καὶ διεβίβασα αὐτῷ τὸν νόμον, ὅπως ἐκτελέσῃ αὐτόν.
§47ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, ὅτι ἐκύρωσε τοὺς λόγους μου. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐδήλωσεν, ὅτι ἦτο ἤδη κεκυρωμένος ὁ νόμος καὶ ὅτι παρεσκεύαζε τὰ τῆς δημοσιεύσεως πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ, δὲν ἠδυνήθη δὲ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ τέρμα, εἰς ὃ ἐσκόπει, διότι ἐν τῷ μεταξὺ ἐπῆλθεν ἡ ἀποχώρησις αὐτοῦ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου. Ἀλλὰ τί ἄλλο ἀποδεικνύει τοῦτο ἢ τὸ ἀντίθετον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔλεγε χθὲς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος; Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἔλεγε χθές, ὅτι εὐθὺς ὡς κυρωθῇ ὁ νόμος, τάχιστα, ἐντὸς ὀλιγίστων ἡμερῶν, πρέπει νὰ σταλῇ διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ προσυπογεγραμμένου Ὑπουργοῦ πρὸς δημοσίευσιν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ὅμως ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὑπουργοῦντος τοῦ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ ἐπὶ μῆνας μετὰ τὴν ψήφισιν καὶ ἐπὶ μῆνας μετὰ τὴν κύρωσιν αὐτοῦ, λόγῳ τῶν προπαρασκευαστικῶν ἐργασιῶν, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἀπαραίτητοι καὶ τὰς ὁποίας βεβαίως ἔπρεπε νὰ ἐκτελέσῃ πᾶς τις πρὶν ἢ δημοσιεύσῃ τὸν νόμον, ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἐδημοσιεύθη.
§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς διακόψω; Τοῦτο τὸ ὁποῖον εἴπετε, δὲν εἶναι ἀκριβές. Δὲν παρῆλθον μῆνες ἀπὸ τῆς κυρώσεως τοῦ νόμου μέχρι τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀπελύθην τῆς ὑπηρεσίας. Διὰ τὰς ὀλίγας δὲ ἡμέρας, διὰ τὰς ὁποίας ἀνέβαλον τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου, καθῆκον εἶχον νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα τοὺς λόγους, καὶ ἀνέφερον ὄχι μόνον τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ὤφειλον νὰ ἀναβάλω τὴν δημοσίευσιν αὐτοῦ ἐπί τινας ἡμέρας, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἔμελλε νὰ διορισθῇ.
§49ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀκριβῶς καὶ τοῦτο κυροῖ τοὺς λόγους μου. Ἀνέβαλεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, τῇ συναινέσει τοῦ Βασιλέως καὶ μετὰ προηγουμένην σύσκεψιν, τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου, ἔστω, ἐπὶ ὀλίγας ἡμέρας. Ἵνα ἀναβάλῃ αὐτὴν, νομίζω ὅτι εἶχε καθῆκον, οὐχὶ ἐξ εὐλαβείας ἁπλῆς, ἀλλ’ ἐκ τοῦ νόμου ἐπιβαλλόμενον, νὰ συνεννοηθῇ ἐπὶ τούτῳ μετὰ τοῦ Βασιλέως, τοῦ ὁποίου τὴν ὑπογραφὴν, τὴν συμπληροῦσαν τὸν νόμον, ἔφερεν οὗτος. Καὶ τί ἄλλο λέγομεν ἡμεῖς; Ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Βασιλέως, ἡ τεθεῖσα κάτωθεν τοῦ νόμου, δεικνύει ἀπόφασιν προπαρασκευαστικὴν, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη δύναται νὰ ἔχῃ διάρκειαν ἐκκρεμότητος καὶ δύο καὶ τριῶν καὶ πέντε καὶ ὀκτὼ καὶ ἐννέα ἴσως μηνῶν· ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο δὲν ἀπεξενώθη ὁ Βασιλεὺς τοῦ δικαιώματος τῆς ἀρνησικυρίας· ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς, ὁ κρατῶν τὸ κεκυρωμένον κείμενον ἐν τῷ σύρτῃ αὑτοῦ, ὑποτίθεται ὅτι ἔχει τὴν συναίνεσιν τοῦ Βασιλέως, ὅπως μὴ δημοσιεύσῃ αὐτό· ὅτι, ἀφοῦ δὲν τὸ ἐδημοσίευσε καὶ ὁ Βασιλεὺς δὲν δεικνύει ὅτι διαφωνεῖ πρὸς τὴν πρᾶξιν ταύτην τοῦ ἰδίου Ὑπουργοῦ, τοῦτο σημαίνει, ὅτι ὁ Βασιλεὺς, γνωρίζων τὸ πρᾶγμα, διατηρεῖ τὴν πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνην, σημαίνει ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶναι κατὰ τοῦτο σύμφωνος, νὰ σταθῇ ἡ κύρωσις τοῦ νόμου ἐκκρεμὴς παρ’ αὐτῷ εἰς τὸ σημεῖον τῆς ἡμέρας, κατὰ τὸ ὁποῖον ὑπέγραψε τὸ κείμενον. Καὶ ἐνταῦθα ἔρχεται ἡ ἐρώτησις πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας: Ἔλαβε τὸ κεκυρωμένον ἐκεῖνο, τὸ ὑπογεγραμμένον ἔγγραφον; Ἔλαβε τὸν κεκυρωμένον ἐκεῖνον νόμον, νόμον βεβαίως, ἀνίσχυρον ὅμως ἔτι, καὶ δὲν ἐδημοσίευσεν αὐτόν; Διατί; Ἡ κύρωσις ἐκείνη δὲν ἦτο ἀμετάκλητος; Ἀφοῦ ἡ κύρωσις ἦτο ἀμετάκλητος, κατὰ τὰ χθὲς καὶ προχθὲς ἐνταῦθα λεχθέντα, πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας δὲν ἔδωκεν εἰς δημοσίευσιν τὸν νόμον τὸν ἔχοντα συνημμένην τὴν κύρωσιν καὶ φέροντα καὶ τὴν ὑπογραφὴν τὴν διατάσσουσαν τὴν ἐκτέλεσιν καὶ τὴν δημοσίευσιν; Ἀπόδειξις, νομίζω, ὅτι καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας δὲν θεωρεῖ ἀμετάκλητον τὴν γενομένην κύρωσιν.
§50ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ εἶπέ τις, ὅτι ἡ κύρωσις εἶναι ἀμετάκλητος;
§51ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα· εἴπετε δὲ τοῦτο καὶ ὑμεῖς προχθὲς, ἂν δὲν ἀπατῶμαι.
§52ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§53ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ εἶπον δὲ καὶ ἄλλοι βεβαίως.
§54ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ εἶπον.
§55ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑμεῖς δὲ, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Γόρτυνος, εἴπετε τοῦτο καὶ κατὰ τὴν σύνοδον τοῦ ἔτους 1873, ὅτε ὑπεστηρίζετο ὑπὸ τοῦ ἀοιδίμου Δεληγιώργη, ὅτι ἡ κύρωσις εἶναι μετακλητή. Ὑμεῖς ἐστηρίχθητε ἐπὶ τοῦ ἀμετακλήτου τῆς κυρώσεως, ἵνα ἀποδείξητε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζετε, πρὸς τὴν ὁποίαν ἄλλως τε καὶ ἐξακολουθεῖτε νὰ ἦσθε σύμφωνος καὶ σήμερον, ὅτι ἡ δημοσίευσις εἶναι ἀπεριόριστος χρονικῶς, καὶ ὅτι δὲν συμπίπτει ὡς πρὸς τὴν προθεσμίαν μετὰ τῆς κυρώσεως. Ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας — δὲν πιστεύω ὅτι πλανῶμαι — τὸ ἀμετάκλητον τῆς κυρώσεως ὑπεστήριξε προχθές.
§56ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ῥητῶς ὑπεστήριξα τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ὑποστηρίζετε, ὅτι μέχρι τῆς καταχωρίσεως τοῦ νόμου ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως πᾶσα Κυβέρνησις ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ, μήπως τυχὸν ἡ μεταβολὴ τῶν περιστάσεων κατέστησε μὴ ὠφέλιμον ἢ ἐπιβλαβῆ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου, καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὰς περὶ τούτου σκέψεις αὑτῆς εἰς τὸν Βασιλέα. Ἀκριβῶς δὲ τοῦτο ἐγένετο ὡς πρὸς τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον μνημονεύετε. Ἐγώ, ὡς Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἦλθον τότε εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, καὶ παρέστησα εἰς αὐτὸν τὴν ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ ὠφελίμου τῆς δημοσιεύσεως, ἔλαβον δὲ τὴν ἄδειαν νὰ καταλίπω τὰ πράγματα ἐκκρεμῆ, ἵνα ἀποφανθῇ περὶ τοῦ ζητήματος ἡ διάδοχος Κυβέρνησις.
§57ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἡ μὲν διάδοχος Κυβέρνησις δὲν εἶχε καιρὸν ν’ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ ζητήματος, καθόσον ἦλθε πολὺ μετὰ τοὺς δύο μῆνας.
§58ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ὑπεστήριξα προχθές, ὅτι ἡ κύρωσις μόνη πρέπει νὰ γίνηται ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς συνόδου, ἡ δὲ δημοσίευσις δύναται νὰ γείνῃ καὶ βραδύτερον.
§59ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ἐνόησα τοῦτο... Καὶ ἡ μὲν διάδοχος Κυβέρνησις, ἐλθοῦσα πολὺ μετὰ τοὺς δύο μῆνας ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς συνόδου καὶ τῆς περιόδου ἔτι τῆς Βουλῆς, φρονοῦσα δὲ ὅσα ἐφρόνει ἄλλοτε ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης, δὲν ἠδύνατο βεβαίως οὐδὲ κἂν νὰ σκεφθῇ περὶ δημοσιεύσεως νόμου, ὅστις ἔκειτο πλέον ἔξω τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ὑμεῖς, δι’ ὅσων εἴπετε, ἐβεβαιώσατε μὲν, ὅτι κακῶς ἀντελήφθην τῶν ὑμετέρων λόγων προχθές, ἐβεβαιώσατε ὅμως πρὸς τούτοις ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σήμερον ἐνταῦθα λέγω, ὅτι κρατεῖ ἡ γνώμη, ὅτι ἡ κύρωσις εἶναι μετακλητή. Εὐθὺς δὲ, ὡς τοῦτο τεθῇ, θέλομεν συναγάγει τὰ συμπεράσματα, ἅτινα ἄγουσιν ἡμᾶς εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἔχομεν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπε χθὲς, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐπιτρέπεται εἰς Κυβέρνησιν, εἰς μέλος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐν συνόλῳ, εἰς οἰανδήποτε ἀρχὴν, νὰ ἀποφανθῇ περὶ νόμου, ὅτι δὲν εἶναι ἰσχυρός. Καὶ, ὅπως ὑποστηρίξῃ τοῦτο, ἔφερεν ὡς παράδειγμα τοὺς νόμους τοὺς ἀντισυνταγματικούς, τοὺς ψηφισθέντας ὑπὸ τῆς Βουλῆς τοῦ 1874· ἀνέγνωσε περικοπὴν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ μακαρίτου Δεληγεώργη, καὶ ἔδειξεν, ὅτι συνεφώνει πρὸς τὴν τοῦ ἀειμνήστου Δεληγεώργη ἡ γνώμη τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ. Καὶ ταῦτα εἶναι ἀκριβῆ. Ἀλλ’ εἶχε λάβει ἤδη προκαταβολικῶς τὴν ἀπάντησιν ὁ Βουλευτὴς Ἀττικῆς παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι, προκειμένου περὶ ἀντισυνταγματικότητος, προκυπτούσης οὐχὶ ἐκ τῶν ἐξωτερικῶν τύπων, ἀλλ’ ἐκ τῆς οὐσίας, καὶ ἀποτελούσης πάθησιν ἐξωτερικὴν, οὐδεὶς δύναται βεβαίως, οὐδ’ αὐτὰ τὰ δικαστήρια ν’ ἀποφανθῶσι περὶ αὐτῆς, καὶ λόγῳ τῆς ἀδυναμίας ταύτης οἱ τότε κυβερνῆται εἰσήγαγον τὰ νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων ἠκυροῦντο ὡς ἀντισυνταγματικοὶ οἱ νόμοι ἐκεῖνοι. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ νόμων, οἵτινες κατὰ τύπον ἐξωτερικὸν δὲν ἔχουσι προφανῶς τὴν ἐπιφάνειαν νόμων, πᾶσα ἀρχή, καλῶς ἐλέχθη, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφανθῇ, ὅταν καλῆται ἐπὶ ὡρισμένης ὑποθέσεως, ν’ ἀποφασίσῃ περὶ ἐφαρμογῆς τῶν ὑπ’ αὐτῶν διατασσομένων, ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτούς· διότι δὲν ἔχουσι τὰ ἐξωτερικὰ προσόντα, τὰ ἀποτελοῦντα τὸν νόμον. Καὶ τί ἄλλο ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ ἐν ἔτει 1873; Ποία ἄλλη συζήτησις διεξήχθη ἐνταῦθα ἢ αὐτὴ αὕτη, τὴν ὁποίαν διεξάγομεν σήμερον; καὶ τί ἄλλο ἐδόθη ὡς πόρισμα τῆς συζητήσεως ἐκείνης ἢ ὅτι ἀνεγνώρισε σύμπασα ἡ Βουλή, ἡ μεγάλη πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἐφαρμογὴ νόμου, μὴ ἔχοντος τὰ ἐξωτερικὰ προσόντα τοῦ νόμου; Ἐὰν ἐπιστήσητε τὴν προσοχὴν εἰς τὴν ἱστορίαν ἐκείνης τῆς συζητήσεως, θέλετε ἴδει, ὅτι οὐδεμία ἐπιτρέπεται περὶ τούτου ἀμφιβολία, καὶ ὅτι πᾶσαι αἱ μετὰ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀειμνήστου Δεληγιώργη Κυβερνήσεις ὑπετάχθησαν εἰς τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην τῆς Βουλῆς, μόνον δὲ κατὰ τὸ 1880 ἢ τὸ 1879, ὅτε ἐψηφίσθη ἡ νέα σύμβασις μετὰ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, τότε μόνον εἰσήχθη πάλιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἡ ἐπιχορήγησις πρὸς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν ὡς τακτικὸν χορήγημα ἐκ νομίμου συμβάσεως πηγάζον. Κατὰ τὸ 1871 συνήφθη σύμβασις μεταξὺ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὁρίζουσα ὅτι, ἐκτὸς τῶν 370,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἐλάμβανεν ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας, ἡ Κυβέρνησις ἤθελε παρέχει εἰς αὐτὴν ἐτησίως ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1871 ἐπιχορήγησιν ἑτέρων 280 χιλιάδων δραχμῶν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ὁ ἀείμνηστος Ζαΐμης, μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως ἐν τῇ Βουλῇ καὶ τὴν δημοσίευσιν τοῦ κυροῦντος αὐτὴν κειμένου, νομίζων ὅτι ἔχει νόμον κύριον, ἰσχυρὸν, εἰσήγαγεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1871 πίστωσιν πρὸς πληρωμὴν τῶν 280 χιλιάδων δραχμῶν, τὸ δὲ διάδοχον αὐτοῦ Ὑπουργεῖον ἐξηκολούθει νὰ φρονῇ καὶ αὐτὸ, ὅτι ὠφείλετο ἡ ἐπιχορήγησις, διότι καὶ αὐτὸ οὐδὲν ἀνεκάλυψεν ἐλάττωμα εἰς τὸν νόμον. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ συνέπεσε συζήτησις μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἑταιρίας περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ καταστατικοῦ τῆς ἑταιρίας, διότι παρεπονεῖτο ἡ Κυβέρνησις, ὅτι παρεβλάπτοντο καὶ ἄλλα μὲν δικαιώματα καὶ συμφέροντα, ἀλλ’ ἰδίως τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους ὡς μεγάλου μετόχου τῆς ἑταιρίας, καὶ ὅτι τὰ ἔργα τῆς ἑταιρίας ἦσαν οὐχὶ ὅσον ἔδει τελεσφόρα. Συνέστησε λοιπὸν ἐπιτροπὴν, εἰς ἣν ὑπέβαλε τὰ περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ καταστατικοῦ τῆς ἑταιρίας, ὅπως φθάσῃ διὰ τῆς ἐργασίας ταύτης εἰς νέαν πρὸς τὴν ἑταιρίαν συμφωνίαν προστατεύουσαν τελεσφορώτερον τὸ τῆς συγκοινωνίας συμφέρον, προστατεύουσαν ἐν ταὐτῷ τελειότερον καὶ τὰ δικαιώματα τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τῇ ἐπεξεργασίᾳ τῆς ἀναθεωρήσεως τῆς συμβάσεως, ἣν ἐποιεῖτο ἡ ἐπιτροπὴ, προσέκρουσεν εἰς τὴν ἀκυρότητα τοῦ νόμου, διότι ὁ νόμος, φέρων χρονολογίαν κυρώσεως 8 Ἰουνίου 1871 καὶ ὑπογραφὰς τὴν τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου καὶ τὴν τοῦ κυρίου Σωτηροπούλου, ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τὴν 5 Ὀκτωβρίου, ἐν δὲ τῷ μεταξὺ εἶχε παρέλθει τὸ δίμηνον διάστημα, τὸ ὁριζόμενον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς συνόδου διὰ τὸ ἔγκυρον τῆς κυρώσεως τοῦ νόμου. Ἡ ἐπιτροπὴ συνεζήτησε τὸ θέμα καὶ συνεζήτησεν αὐτὸ διὰ μακρῶν, εἰσηγουμένου τοῦ μακαρίτου Προβελεγγίου κατὰ δὲ τὴν συζήτησιν ταύτην εἴχομεν τὸ ἔκτακτον τοῦτο καὶ ἀληθῶς ἄξιον νὰ σημειωθῇ ἐνταῦθα, ὅτι εἷς τῶν πρυτάνεων τῆς Ἑλληνικῆς ἐπιστήμης, ὁ ἀείμνηστος Σοῦτσος, εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν μετὰ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν πρεσβεύει σήμερον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, μετεπείσθη δὲ ὑπὸ τῶν συναδέλφων αὐτοῦ καὶ ἰδίως ὑπὸ τῆς πειστικῆς εὐγλωττίας τοῦ ἀοιδίμου Προβελεγγίου, ἔμεινε δὲ μειοψηφῶν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ μόνος ὁ τέως Πρωθυπουργὸς, τότε δὲ ἐπὶ Κουμουνδούρου Ὑπουργὸς, ὁ κ. Σωτηρόπουλος. Ἀπέναντι τῆς γνωμοδοτήσεως ταύτης τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ ἀείμνηστος Δεληγεώργης ἔκρινεν ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ διαγράψῃ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὴν πίστωσιν τὴν παρεχομένην ὑπὲρ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας λόγῳ διαρκοῦς χορηγήματος, πίστωσιν ἀναγραφεῖσαν ἤδη δὶς πρότερον πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου ἐκείνου, τοῦ μὴ ἀληθοῦς, ἐν τοῖς προηγουμένοις δυσὶ προϋπολογισμοῖς. Ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης ἔπραξέ τι τὸ θετικόν, ἀπαραλλάκτως ὡς ἔπραξε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὁ σήμερον Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς ἐγκυκλίου, ἣν ἐξέπεμψε πρὸς τὰς ἁρμοδίας ἀρχάς. Διέγραψε τὴν πρότερον ἀναγραφομένην χορηγίαν, μὴ ἀναγράψας τὴν περὶ αὐτῆς πίστωσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1873. Ὅτε δὲ τῷ ἐζητήθη λόγος ἐν τῇ Βουλῇ ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Ζαΐμη, εἶπεν ὅτι δὲν δύναται αὐτὸς νὰ ἐφαρμόσῃ νόμον ἄκυρον, καὶ ὑπεστήριξε τὰ τῆς ἀκυρότητος μετ’ εὐγλωττίας καὶ πειστικότητος, ἥτις οὐδένα καὶ σήμερον ἔτι δύναται νὰ μὴ κλονήσῃ. Δὲν ἐνέγραφε τὴν πίστωσιν, καὶ ἡ συζήτησις ἡ γενομένη διὰ μακρῶν ἐν τῇ Βουλῇ ἐπὶ τοῦ θέματος, καθ’ ἣν ἠκούσθησαν αἱ γνῶμαι πάντων τῶν τότε διαπρεπόντων ἐν τῇ Βουλῇ, ἀπέληξεν εἰς τὴν γνώμην τοῦ μακαρίτου Ζωχιοῦ, ἥτις οὐδὲν ἄλλο ἔπραττεν ἢ ἐκύρου τὴν ὀρθότητα τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἀειμνήστου Δεληγεώργη. Διότι ἡ πρότασις τοῦ μακαρίτου Ζωχιοῦ εἶχεν οὕτω: «Προτείνω ἵνα ἐγγραφῶσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν 280,000 δραχμαὶ ὑπὲρ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, μέχρις οὗ κανονισθῶσι τὰ κατ’ αὐτὴν ὁριστικῶς», νὰ ἐγγραφῶσι δὲ, ὡς ἐξηγήθη πρότερον, ὡς συνδρομὴ ἁπλῆ καὶ οὐχὶ ὡς ἐτήσιον τακτικὸν χορήγημα. Γενομένης ψηφοφορίας, ἐψηφίσθη ἡ πρότασις αὕτη, συνῄνεσε δὲ ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης, λόγῳ αὐτοπροαιρέτου συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Ἑταιρίαν, οὐχὶ δὲ λόγῳ τῆς ὑπάρξεως νόμου ἐγκύρου, ὑποχρεοῦντος τὸ Κράτος εἰς ἐπιχορήγησιν ἐτησίαν, νὰ ἀναγράψῃ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας δ’ ἐκείνης πάντα τὰ μετέπειτα Ὑπουργεῖα μέχρι τοῦ 1879 ἀνέγραφον εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς συνδρομὴν πρὸς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν, μὴ ἐφαρμόζοντα τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ κυροῦντος τὴν σύμβασιν τὴν ὑποχρεοῦσαν τὴν Κυβέρνησιν εἰς πληρωμὴν ἐπιχορηγήσεως τακτικῆς.
§60Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἦτο ἀντίθετος τότε.
§61ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο εἶπον ἤδη. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης βεβαίως ἔχει τὴν αὐτὴν γνώμην ἔκτοτε, ὥστε δὲν δύναταί τις νὰ ἐπικρίνῃ αὐτὸν διὰ τὴν σημερινὴν γνώμην αὐτοῦ, καὶ ἂν ἔτι δὲν παραδέχηται αὐτήν. Καὶ πῶς ἄλλως ἠδύνατο νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, πῶς ἄλλως ἠδύνατο νὰ πράξῃ Ὑπουργὸς τῆς ἀξίας τοῦ ἀειμνήστου Δεληγεώργη, ὅτε εἶχεν ἐνώπιον αὑτοῦ τὸν κανόνα τὸν ἀπ’ αἰώνων ἰσχύοντα καὶ ἀποτελοῦντα τὴν ἀρίστην διατύπωσιν τῆς ἰδέας, διότι μέχρι τῆς σήμερον τελειοτέρα δὲν εὑρέθη, ὅτι δὲν ὑπάρχῃ νόμος, εἰμὴ ὁ κανονικῶς ὁ νομίμως δημοσιευθείς; Μόνον ὁ νόμος ὁ κανονικῶς δημοσιευθεὶς ὑπάρχει· τοῦτο εἶναι τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον ἐδιδάχθημεν πάντες, ὅσοι εἰσήλθομεν εἰς οἱανδήποτε νομικὴν σχολὴν, καὶ βεβαίως οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐλησμόνησεν αὐτόν, ἢ ἑλληνιστὶ ἢ λατινιστὶ ἐκφερόμενον. Νόμος μὴ νομίμως δημοσιευθεὶς δὲν εἶναι νόμος, καὶ πᾶσα ἀρχὴ, ἥτις καλεῖται ἵνα ἀποφανθῇ ἐπὶ συνεπειῶν προκαλουμένων ἐκ τοῦ κειμένου αὐτοῦ, ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ, ἂν τὸ κείμενον τοῦτο ἦναι ἢ δὲν ἦναι νόμος· καὶ ἂν δὲν ἦναι νόμος, διότι δὲν ἐδημοσιεύθη νομίμως, ὀφείλει νὰ μὴ ἐφαρμόσῃ αὐτόν. Καὶ ἦτο περιτὸν χθὲς ὁ κύριος Βουλευτὴς Ἀττικῆς νὰ ἀναγνώσῃ πρὸς ἡμᾶς, δὲν ἐνθυμοῦμαι τίνων συγγραφέων δύο περικοπὰς, αἵτινες ἐδίδασκον ἡμᾶς τὰ γνωστὰ, ὅτι ὁ νόμος μόνον διὰ νόμου ἀναιρεῖται. Νόμος μόνον διὰ νόμου βεβαίως ἀναιρεῖται· ἀλλ’ οἱονεὶ νόμος, πλάσμα νόμου, νόμος ἀνίσχυρος βεβαίως ἀναιρεῖται διὰ πάσης οἱασδήποτε πράξεως, ἐνεργουμένης νομίμως εἴτε ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς εἴτε ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἐν τῷ καθήκοντι καὶ τῇ ἁρμοδιότητι αὐτῆς ἐνεργούσης. Καὶ ἡ μὲν γνώμη τοῦ ἀειμνήστου Δεληγεώργη ἔθιγε τὸ ζήτημα, ὅτι ἡ χρονολογία τῆς δημοσιεύσεως εἶναι καὶ χρονολογία τῆς κυρώσεως, ὡς πρὸς τὸ ἀποτέλεσμα, ὡς πρὸς τὴν συνταγματικότητα τοῦ νόμου, ὡς πρὸς τὴν νομιμότητα τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, ἀπεφαίνετο δηλαδή, ὅτι νόμος κυρωθεὶς μὲν ἐντὸς τῆς διμηνίας, ἀλλὰ δημοσιευθεὶς μετὰ τὴν διμηνίαν, εἶναι τὸ αὐτό, ὡς ἂν ἐκυρώθη μετὰ τὴν διμηνίαν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς συνόδου· καὶ ἀπεδέχθη τοῦτο ἡ πλειονοψηφία, καὶ ἐπεκράτησεν ἐν τῇ Βουλῇ ἡ γνώμη αὕτη. Ἡμεῖς δὲ σήμερον δὲν ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο. Σήμερον ἐξετάζομεν ἐὰν νόμος κυρωθεὶς ὑπὸ Ὑπουργῶν παυσάντων νὰ κατέχωσι τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἀφ’ ἧς ἔπαυσαν, συναποβαλόντες πᾶσαν εὐθύνην, νόμος κυρωθεὶς διὰ τῆς προσυπογραφῆς τῶν Ὑπουργῶν τούτων, τῶν ἀπελθόντων τῆς ἐξουσίας, καὶ κατὰ τὰ κρατοῦντα ἐμπεριέχων καὶ τὴν περὶ ἐκτελέσεως καὶ δημοσιεύσεως διάταξιν μετὰ τῶν αὐτῶν ὑπογραφῶν, ἐὰν νόμος οὕτως ἔχων, δημοσιευόμενος κατόπιν δι’ ἁπλῆς καταχωρίσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ ἄλλων Ὑπουργῶν, ἦναι νόμος συνταγματικός, νόμος κύριος, νόμος ἰσχυρός. Ἐγὼ λέγω ὄχι· διότι δὲν ἀρκεῖ ὅτι ἔθηκε τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ κάτωθεν τοῦ κειμένου ὁ Ὑπουργὸς ὁ ἐν ἐνεργείᾳ καθ’ ὃν χρόνον ἐκυρώθη ὁ νόμος, ἀφοῦ ἀπεδείχθη ὅτι εἶναι μετακλητὴ ἡ κύρωσις, ἡ ἐπιτιθεμένη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἀφοῦ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Βασιλέως εἶναι μετακλητή, ἡ δὲ μετακλητὴ ὑπογραφὴ ἐκδηλοῖ μετακλητὴν ἀπόφασιν. Καθ’ ἡμέραν παρερχομένην δύναται ὁ Βασιλεὺς νὰ μεταβάλῃ γνώμην, καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα μέχρι τῆς παρελεύσεως ἓξ καὶ ὀκτὼ ἴσως καὶ ἐννέα μηνῶν, ὅταν παρεμπέσῃ διακοπὴ τῶν ἔργων τῆς βουλευτικῆς συνόδου, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ «μετέβαλον γνώμην καὶ δὲν ὑπογράφω», νὰ εἴπῃ δὲ βεβαίως τοῦτο εὐθυνομένων τῶν Ὑπουργῶν, οἵτινες συνεργάζονται μετ’ αὐτοῦ. Δὲν ἀρκεῖ ἄρα ἡ ὑπογραφή, τὴν ὁποίαν ἔθηκεν ὁ Ὑπουργὸς τοῦ χρόνου τῆς κυρώσεως. Ἂν ἄλλως ἐνόει τὸ πρᾶγμα ὁ νομοθέτης τοῦ Συντάγματος, ἂν ἐνόει τὴν κύρωσιν μὴ μετακλητήν, ἤθελε βεβαίως φροντίσει ῥητῶς νὰ εἴπῃ τοῦτο, ῥητῶς νὰ ἀπαγορεύσῃ εἰς τὸν διαχειριζόμενον τὴν βασιλικὴν ἐξουσίαν τὴν ἀνάκλησιν τῆς κυρώσεως, τῆς ἅπαξ τεθείσης ὑπὸ τὸ προσαχθὲν εἰς αὐτὸν κείμενον τοῦ ψηφισθέντος νομοσχεδίου· ἤθελεν εἴπει πρὸς τὸν Βασιλέα, ὅπως εἶπε πρὸς αὐτὸν ἐν ἄλλῃ περιπτώσει, ἤθελεν εἴπει πρὸς τὸν Βασιλέα: «νόμος κυρωθεὶς ἅπαξ ὑπὸ Σοῦ δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὸς ἀνακλήσεως, δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὸς ἀναστολῆς δημοσιεύσεως». Τοῦτο δὲν εἶπε τὸ Σύνταγμα, ἐνῷ, ὅπου ἠθέλησε νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπου ἠθέλησε νὰ ἀπαγορεύσῃ, ἐκεῖ καὶ ἐπέτρεψε, ἐκεῖ καὶ ἀπηγόρευσε ῥητῶς. Καὶ ἔχετε τὴν ἀπόδειξιν ἐν τῷ ἄρθρῳ 35 τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Συντάγματος λύει τὸ ζήτημα ἀναντιῤῥήτως· διότι τί ἀπηγόρευσεν εἰς τὸν διαχειριζόμενον τὴν βασιλικὴν ἐξουσίαν τὸ ἄρθρον 35; Ἀπηγόρευσε τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐνεργείας τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου, τοῦ νόμου τοῦ δημοσιευθέντος, τοῦ νόμου τοῦ παρηγμένου ἤδη καὶ ὑποχρεωτικοῦ πρὸς πάντας. Οὐδαμοῦ ὅμως ἀπηγόρευσε τὴν μετὰ τὴν κύρωσιν ἀναστολὴν τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, τὴν ἀνάκλησιν τῆς κυρώσεως. Ἂν ἤθελε νὰ καθιερώσῃ καὶ τὸ ἀμετάκλητον τῆς κυρώσεως, ἤθελε βεβαίως εἴπει τοῦτο ρητῶς. Τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας δὲν εἶναι ἀπ’ εὐθείας καθιερωμένον ἐν τῷ Συντάγματι, ἀλλὰ διὰ τεκμηρίου. Τὸ τεκμήριον δὲ τοῦ Συντάγματος ἀποκρούει τὴν παραδοχὴν ἀμετακλήτου κυρώσεως· διότι, ἂν δεχθῆτε τοιαύτην ἀμετάκλητον κύρωσιν, ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τοῦ Βασιλέως πάντα τὸν χρόνον, ὅστις ἐπετράπη αὐτῷ ἀκέραιος, ὅπως σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ ὁριστικῶς. Ὁ Βασιλεὺς δέκα ἡμέρας μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου ὑπογράφει καὶ παραδίδει τὸ ὑποβληθὲν αὐτῷ κείμενον εἰς τὸν Ὑπουργὸν, λέγων: «φύλαξον αὐτὸ, ἵνα σκεφθῶμεν ἔτι· σὺ εἶσαι ὑπεύθυνος· ἔχω ἀνάγκην ἐκ νέου τῆς συμβουλῆς σου· πιθανὸν καὶ νὰ μεταβάλω γνώμην». Πῶς θέλετε εἴπει εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὸν ἡ ἀναστολὴ αὕτη, ἐν ὅσῳ διαρκεῖ ὁ χρόνος τῶν 8 ἢ 9 μηνῶν; «Ἀφαιροῦμεν ἀπὸ Σοῦ, θέλετε εἴπει, τὸν χρόνον τοῦτον, ἐπειδὴ ἔθεσας ἤδη τὴν ὑπογραφήν Σου! Σοὶ ἀπαγορεύομεν νὰ ἀνακαλέσῃς αὐτήν!» Ἀλλὰ τοιοῦτόν τι οὐδαμοῦ εἶπε τὸ Σύνταγμα, ἐνῷ ὅπου ἐπὶ ἄλλων κεφαλαίων ἠθέλησε ν’ ἀπαγορεύσῃ, ῥητῶς διέταξεν. Εἶναι ἄρα ἀναγκαῖον, καθ’ ὃν χρόνον δημοσιεύεται ὁ νόμος, κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον νὰ τίθηται ὑπὸ τὸ διάταγμα περὶ τῆς δημοσιεύσεως ἡ ὑπογραφὴ τοῦ ὑπευθύνου συμβούλου καὶ μάρτυρος τῆς τότε θελήσεως τοῦ Βασιλέως καὶ ἐκτελεστοῦ τῆς θελήσεως αὐτοῦ, τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ διατελοῦντος Ὑπουργοῦ. Διότι τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ, ὁ νόμος νὰ δημοσιεύηται διὰ Β. Διατάγματος. Δὲν εἶναι δὲ Β. Διάταγμα ἡ πρᾶξις, ἥτις δὲν πληροῖ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ ὑπογραφὴν Ὑπουργοῦ ὑπὸ τὸ διάταγμα. Ἡ δὲ ὑπογραφὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ χρόνου τῆς κυρώσεως, τοῦ μὴ ὄντος ἐν ἐνεργείᾳ κατὰ τὸν χρόνον τῆς δημοσιεύσεως, δὲν ἔχει κἀμμίαν ἰσχὺν πρὸς ἔγκυρον δημοσίευσιν. Ἡ δὲ ὑπογραφὴ τοῦ Βασιλέως, μένουσα ἄνευ προσυπογραφῆς Ὑπουργοῦ ἐν ἐνεργείᾳ, εἶναι ἀνίσχυρος. Ἐγένετο πολὺς λόγος περὶ νόμων τινῶν, ἀπαριθμηθέντων ἔν τινι ἐφημερίδι ἐπὶ συνεντεύξει πρὸς τὸν τέως Πρωθυπουργὸν, καὶ ἐνταῦθα δὲ δι’ ἐπερωτήσεως, τελευταῖον, περὶ 10 ἢ 12, νομίζω, νόμων, ἐκδοθέντων κατὰ τὰ ἔτη 1866, 1868, 1872 καὶ 1883, καὶ ἠρωτήθη ἡ Κυβέρνησις, ἂν θεωρῇ καὶ τούτους ἀκύρους. Ἐλέχθη μάλιστα χθὲς καὶ ἕτερόν τι, ὅτι κατὰ τὴν θεωρίαν ἡμῶν καὶ ὁ νόμος περὶ ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου εἶναι ἄκυρος, διότι ἐδημοσιεύθη κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. Πάντα ταῦτα, Κύριοι, εἶναι ἀνακριβῆ, ἀνακριβέστατα. Οὐδένα δὲ κίνδυνον διατρέχομεν—ἡσυχάσατε—νὰ ἀπολέσωμεν τὰ εὐεργετήματα τὰ ἐκ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου, διότι ἡ περὶ τῆς ἑνώσεως σύμβασις ἐψηφίσθη ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν οὔτε Σύνταγμα ὑπῆρχεν, ἐπιβάλλον τοὺς ὅρους τῶν Συνταγμάτων τοῦ 1844 ἢ τοῦ 1864, οὔτε Βουλὴ ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως καὶ ἐκυρώθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἐδημοσιεύθη δὲ ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν παραίτησιν δὲν ἐνθυμοῦμαι τίνος Κυβερνήσεως. Ποίαν σχέσιν ἡ δημοσίευσις αὐτοῦ ἔχει πρὸς τὸ ἡμέτερον ζήτημα, τὸ ἐξαρτώμενον ἐκ διατάξεων τοῦ Συντάγματος; Οἱ δὲ ἄλλοι νόμοι, οἱ τοῦ 1866, ΡΜΕʹ ΡΜϚʹ ΡΜΖʹ ΡΜΗʹ ΡΜΘʹ, ὁ ΡΝʹ περὶ ἀφομοιώσεως τῆς Ἑπτανήσου, οἱ ΡΝΓʹ, ΡΞΕʹ, πάντες φέρουσι τὴν ὑπογραφὴν ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἐγένετο ἡ δημοσίευσις. Ἐπῆλθε μεταβολὴ, ἀπῆλθον μετὰ τὴν κύρωσιν πάντα τὰ μέλη τῆς ὑφ’ ἣν ἐγένετο Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς ὁ ὑπογράψας τοὺς νόμους τούτους, ὁ μακαρίτης Ῥοῦφος, ἔμεινεν ἐν ἐνεργείᾳ, καὶ ἡ ὑπογραφὴ αὐτοῦ ὑπάρχει ἐπιτεθειμένη.
§62Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἦτο ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός;
§63ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ ἁρμοδιώτατος πάντων, προκειμένου περὶ δημοσιεύσεως νόμων, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἁρμόδιος δ’ ἄλλως εἶναι πᾶς Ὑπουργὸς ἐν ἐνεργείᾳ, ὑπεύθυνος διὰ τῆς ὑπογραφῆς του. Ἐν ἔτει 1868 ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος ΣΞΓʹ, ὁ περὶ ὁδοποιΐας, ἐγκύρως, διότι φέρει μὲν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου ἐν τῇ κυρώσει, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀειμνήστου Μωραϊτίνη, τοῦ διαδεχθέντος αὐτὸν Πρωθυπουργοῦ, ἐν τῇ δημοσιεύσει. Ὁ νόμος ΣΚΓʹ τοῦ 1868 εἶναι ἀληθῶς ἄκυρος, ἀλλὰ διὰ πολλὰς ἀκυρότητας. Οὗτος ἐκυρώθη τὴν 20 Ἀπριλίου 1867, —ἔχει δὲ ἀντικείμενον τὴν κύρωσιν συμβάσεως ταχυδρομικῆς μεταξὺ Αὐστρίας καὶ Ἑλλάδος, —ἐκυρώθη, λέγω, τὴν 20 Ἀπριλίου 1867 διὰ τῶν ὑπογραφῶν τῶν ἀειμνήστων Κουμουνδούρου καὶ Λομβάρδου, καὶ ἐδημοσιεύθη μετὰ ἓν ὁλόκληρον σχεδὸν ἔτος, τὴν 19 Φεβρουαρίου 1868, φέρων τὴν ὑπογραφὴν οὐ μόνον τῶν δύο ἐκείνων προαπελθόντων Ὑπουργῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν τοῦ Ἀντιβασιλέως Ἰωάννου, τοῦ ὁποίου τὰ δικαιώματα καὶ ἡ ἐντολὴ εἶχον ἀπὸ πολλοῦ λήξει. Ὁ νόμος οὗτος εἶναι ἄκυρος, ἕνεκα τῶν πολλαπλῶν τούτων λόγων. Οἱ νόμοι ΥΝΓʹ, ΥΝΔʹ, ΥΝΕʹ φέρουσι τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀειμνήστου Χρηστίδου, Ὑπουργοῦ ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον Δεληγεώργην, ἐν ἐνεργείᾳ Ὑπουργοῦ ὅτε ἐδημοσιεύθησαν. Ὁ δὲ νόμος ΑΡΚϚʹ τοῦ 1883 φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, τοῦ κ. Ῥάλλη, τότε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑπὸ τὸν νῦν Πρωθυπουργόν. Καὶ οὗτος ἄρα ἐδημοσιεύθη ἐγκυρότατα καὶ συνταγματικώτατα. Ἐγώ, Κύριοι, θεωρῶ εὐτύχημα ἐκείνων, οἵτινες συνετέλεσαν εἰς τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου, ΒΡΙΕʹ, ὅτι ὁ νόμος οὗτος ἀποκαλύπτεται ἀνίσχυρος· διότι, ἂν ὁ νόμος δὲν εἶχε τὰς ἐλλείψεις, αἵτινες παρετηρήθησαν ἐν καιρῷ καὶ ἐπήνεγκον τὴν ματαίωσιν τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτοῦ, ἤθελεν ἐκθέσει αὐτοὺς εἰς ποινικὴν εὐθύνην, ἐκείνην ἀκριβῶς, εἰς τὴν ὁποίαν οὗτοι προσέχουσι μόνον. Διότι, ἐὰν ὁ νόμος ἦτο ἰσχυρὸς, αἱ δύο διαταγαὶ τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ εἰσι διαταγαὶ ἀθετοῦσαι ἐκ προμελέτης τὰς διατάξεις αὐτοῦ περὶ εἰσπράξεως εἰς χρυσόν. Ἐν ᾧ ὁ νόμος διατάσσει, ὅπως εἰσπράξεις προσόδων τινῶν γίνωνται εἰς χρυσὸν καὶ μόνον εἰς χρυσὸν, ἐν τῷ δευτέρῳ δὲ ἄρθρῳ προλαμβάνει ν’ ἀφαιρέσῃ πᾶσαν ἀμφιβολίαν εὔλογον, ὁρίζων ὅτι ἀντὶ τοῦ χρυσοῦ δέχεται μόνον τὰ ἐν αὐτῷ πιστοποιητικὰ καὶ οὐδὲν ἄλλο, ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ἥτις αὐτὴ ἐφρόνει ὅτι ὁ νόμος ἦτο ἰσχυρὸς, διέταξε κατ’ Αὔγουστον μῆνα, ὅπως ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τροποποιηθῇ καὶ εἰσπράττωνται ἀντὶ χρυσῶν φράγκων, τιμωμένων δρ. 1,88 καὶ 1,90, 1,75 καὶ 1,70, μόνον δρ. 1,65 κατὰ φράγκον, καθ’ ἣν ἡμέραν, κατὰ τοὺς πίνακας, οὓς κατέθηκε χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ φράγκον ἠγοράζετο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως δρ. 1,67 καὶ 1,69. Ὀρθῶς διὰ τοῦτο εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅτι παραβάτης τοῦ νόμου ὑπῆρξεν ὁ τέως Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ νόμος, ὃν παρέβη, ἀπεδείχθη νῦν, ὅτι οὐδεμίαν ἔχει ἰσχύν, διέφυγε πᾶσαν εὐθύνην.
§64ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἠσθάνθην εὐχαρίστησιν, ὅταν εἶδον τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεγαρίδος παρερχόμενον ἐπὶ τὸ βῆμα, διότι ἤλπισα ἀκόμη, ὅτι ἠδύνατο νὰ ῥίψῃ ὀλίγον φῶς, ἔστω καὶ μίαν φωτὸς ἀκτῖνα, εἰς τὴν σκοτεινὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐκδοὺς τὴν ἐγκύκλιον τῆς 1ης Νοεμβρίου 1893. Λυποῦμαι, ὅτι οὐδ’ αὐτὸς κατώρθωσε νὰ προσθέσῃ καὶ κόκκον μόνον ἐξιλαστηρίου δικαιολογίας εἰς τὰ πρὸ αὐτοῦ λεχθέντα. Ὀφείλω δὲ, πρὶν ἔτι εἰσέλθω εἰς τὸ θέμα, νὰ ἐκφράσω, (καὶ ἐλπίζω ὅτι ἐκδηλῶ τὴν γνώμην τῶν πλειοτέρων Βουλευτῶν τῆς ἀριστερᾶς) νὰ ἐκφράσω εὐχαριστίας πρὸς τὸν κύριον Πρωθυπουργόν, διότι ἐπὶ μίαν καὶ πλέον ὥραν κατέγεινε καὶ ἀπέδειξεν, ὅτι τὸ ἔργον αὑτοῦ ἐκεῖνο ἐπ’ οὐδενὸς θεμελίου στηρίζεται, καὶ ὅτι εἶναι ἐναντίον τῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου. Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι κατόρθωμα τοιοῦτον οὐδεὶς ἦτο ἱκανὸς νὰ διαπράξῃ, ὅπως ὁ κ. Πρωθυπουργός. Οὐδεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ συντρίβῃ τοσούτῳ ἐπαναστατικῶς τὰς καθεστηκυίας περὶ τὸ σκέπτεσθαι ἀρχάς, ἐνῷ καταγίνεται νὰ πείσῃ· οὐδεὶς δὲ ἄλλος ἠδύνατο ν’ ἀποδείξῃ κάλλιον διὰ τῆς εἰς ἄτοπον ἀπαγωγῆς, ὅτι τὸ ἔργον του ἐκεῖνο εἶναι καταδικαστέον. Θέλω εἰσέλθει εἰς τὴν συζήτησιν ἀπὸ τῆς ἀφετηρίας τῆς ἀρνησικυρίας, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἤρξατο καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτής, καὶ θέλω, ἐλπίζω, δείξει, ὅτι αἱ ἰδέαι αὐτοῦ ἀποτελοῦσιν ἀναίρεσιν τῶν βάσεων τῆς ἀρνησικυρίας. Τὰ συνταγματικὰ πολιτεύματα στηρίζονται ἐπὶ ἀρχῶν, αἵτινες εἶναι προϊὸν ἱστορικῆς πείρας καὶ δογμάτων ἐπιστημονικῶν, ὧν ἡ φύσις δὲν πρέπει νὰ παραγνωρίζηται. Τὸ veto, τὸ πρὸς ἄρνησιν κυρώσεως νόμου τινὸς δικαίωμα τοῦ Βασιλέως, ἡ λεγομένη «ἀρνησικυρία» εἶναι διττή, εἶναι ἡ ἀπόλυτος ἀρνησικυρία, ἡ τὸν ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς νόμον καταστρέφουσα, καὶ ἡ ἀνασταλτική, ἥτις νόμου ὑπάρχοντος ἀνακόπτει ἐπὶ χρόνον τινὰ τὴν ἐνέργειαν. Τὸ Σύνταγμα ἡμῶν τὴν δευτέραν ταύτην ἀπηγόρευσεν ὁλοσχερῶς, ἀφῆκε δὲ τὴν πρώτην, τὴν ἀπόλυτον, εἰς τὸν Βασιλέα, ἀλλὰ καὶ ταύτην οὐχὶ ἀπεριόριστον, ὡς ἀλλαχοῦ. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1863 περιώρισεν ἐντὸς προθεσμίας δύο μηνῶν τὸ πρὸς κύρωσιν τοῦ νόμου δικαίωμα. Κατὰ τοῦτο δὲ ἠκολούθησε τὰς ἀρχὰς τοῦ ἀγγλικοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον ὁρίζει καὶ πότε καὶ πῶς τοῦτο ἀσκεῖται. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1863, τὸ ὁποῖον καθιέρωσε τὴν ἀρχὴν ταύτην, δὲν παρέλαβεν αὐτὴν οὔτε ἐκ τοῦ Συντάγματος ἡμῶν τοῦ 1844, οὔτε ἐκ τοῦ Βελγικοῦ, ἀλλ’ ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ Συντάγματος τοῦ 1791. Ἐν Ἀγγλίᾳ τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας ἀσκεῖ ὁ Βασιλεὺς εἰς ὡρισμένον χρόνον. Προσέρχεται εἰς τὸ Κοινοβούλιον εἴτε αὐτοπροσώπως διὰ τῆς αὐτῆς καὶ κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνόδου τελετῆς, εἴτε δι’ ἀντιπροσώπου, κατὰ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου, καὶ ἐκεῖ, ἀπαριθμουμένων τῶν νόμων τῶν κατὰ τὴν σύνοδον ψηφισθέντων, ἀποφαίνεται ὁ Βασιλεύς, τίνα κυροῖ καὶ περὶ τίνος θὰ σκεφθῇ· καὶ ἡ τοιαύτη παρὰ τοῦ Βασιλέως ἢ τοῦ ἀντιπροσώπου αὐτοῦ ἐπιφύλαξις «νὰ σκεφθῇ», εἶναι ἡ εὐφήμως δηλουμένη ἀρνησικυρία. Μετὰ τοῦτο ἐξαντλεῖ ὁ Βασιλεὺς τὸ δικαίωμά του, τὸ ἐν τῷ Συντάγματι καθιερωμένον. Τὸ δικαίωμα τοῦτο ὁ Βασιλεὺς ἐξασκεῖ μὲν καὶ αὐτὸ διὰ τῆς ὑπογραφῆς τῶν Ὑπουργῶν του, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ διαθέσωσιν αὐτὸ οἱ Ὑπουργοὶ μόνοι, ὡς βούλονται, καὶ ἄνευ γνώσεως καὶ ἄνευ ὑπογραφῆς καὶ παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ Βασιλέως. Ἠξεύρετε ποῖον δόγμα νέον καθιεροῖ σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργός; Καθιεροῖ τὸ δόγμα, ὅτι, ἀφοῦ ὁ Βασιλεὺς δὲν ἠθέλησε νὰ ἐξασκήσῃ τὸ veto, ἀφοῦ μάλιστα ἐκύρωσε τὸν νόμον, δύναται ὁ Ὑπουργὸς μόνος νὰ καταστρέψῃ τῆς Βουλῆς τὴν ψῆφον καὶ τὴν βασιλικὴν θέλησιν, ν’ ἀσκήσῃ μόνος καὶ ἄνευ τοῦ Βασιλέως τὴν ἀρνησικυρίαν, καὶ νὰ ματαιώσῃ τὴν κύρωσιν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ὑπεστήριξε. Καὶ ὅταν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔλεγε πρὸς τοὺς ἐναντίους, ὅτι πλανῶνται, χωρίζοντες τὸ φυσικὸν πρόσωπον τοῦ Βασιλέως, (τὸ φυσικὸν δὲ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως οὐδεμίαν ἔχει οὐδὲ πρέπει νὰ ἔχῃ θέσιν ἐν ταῖς συζητήσεσι τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ ἢ τὰ βασιλικὰ ἀσκοῦσα δικαιώματα,) καὶ ὅταν ἔλεγε ταῦτα, ἐννοῶν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς μόνος, ἄνευ τῶν Ὑπουργῶν, δὲν δύναται νὰ κάμῃ τὴν κύρωσιν, ἐλησμόνει, ὅτι ἐπίσης καὶ κατὰ μείζονα λόγον οὐδὲ οἱ Ὑπουργοὶ μόνοι ἄνευ τοῦ Βασιλέως δύνανται νὰ ἀρνηθῶσι τὴν γενομένην κύρωσιν, νὰ ἀσκήσωσι δικαιώματα ἀρνησικυρίας καὶ νὰ κάμωσι τοῦτο σιωπηρῶς καὶ ἐναντίον τῆς τοῦ Στέμματος δηλώσεως. Τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Συντάγματος ἀπαγορεύει τὸ ἀνασταλτικὸν veto ὁλοσχερῶς, τὸ δὲ 36 καθιεροῖ τὸ ἀπόλυτον, περιορίζον τὸν Βασιλέα, ἵνα ἐντὸς δύο μηνῶν κυρώσῃ τὸν νόμον, καθιεροῦν δὲ ὡς τεκμήριον ἀρνησικυρίας τὴν ἐπὶ δύο μῆνας σιωπὴν τοῦ Βασιλέως. Ἀλλ’ ἐντὸς τῶν δύο μηνῶν, λέγουσιν, ὁ Βασιλεὺς, ἔχων τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας, ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακλήσεως τῆς κυρώσεως. Ἀλυσιτελὲς νομίζω τοῦτο εἰς τὸ ζήτημα ἡμῶν. Ἀλλὰ καὶ ἂν δεχθῇ τις, ὅτι ἔχει ὁ Βασιλεὺς ἀνακλήσεως δικαίωμα, πρέπει ἐν πρώτοις ν’ ἀσκήσῃ αὐτὸς τοῦτο μετὰ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, διότι κυρώσας ἐξήντλησε τὸ δικαίωμά του· πρέπει δ’ ἔπειτα ἡ ἀνάκλησις νὰ ἦναι ἐκπεφρασμένη καὶ ῥητὴ καὶ προσυπογεγραμμένη ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν· διότι δὲν δύναταί τις εἰς ἀποδεδειγμένην καὶ τοὺς νομίμους τύπους περιβεβλημένην δήλωσιν κυρώσεως τοῦ Βασιλέως ν’ ἀντιτάσσῃ ἀνάκλησιν σιωπηρὰν, τεκμαιρομένην ἐκ γεγονότων μὴ ἐξαρτωμένων παρὰ τοῦ Βασιλέως, γεγονότων μὴ ἐχόντων ὑπεύθυνον. Ὀρθῶς ἀνεπτύχθη ἡ περὶ τῶν σταδίων τοῦ καταρτισμοῦ τῶν νόμων θεωρία ὑπὸ τῶν δύο ἀξιοτίμων Βουλευτῶν, τοῦ τε ἐκ Γόρτυνος καὶ τοῦ ἐξ Ἀττικῆς, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ πολὺ εἰς τοῦτο. Ἐν ταῖς θεωρίαις τινῶν ἐκ τῶν ὑπὲρ τῆς ἐγκυκλίου ἀπολογουμένων εὑρίσκω σύγχυσιν, τῆς ὁποίας ἀνακαλύπτω τὴν ἐξήγησιν. Οἱ ποριζόμενοι γνώσεις ἐκ τῶν ἐγκυκλοπαιδικῶν λεξικῶν εὑρίσκουσιν εἰς τὸ λεξικὸν τῆς Γαλλικῆς Ἀκαδημίας τοῦ παρελθόντος αἰῶνος, ὅτι promulgation εἶναι ἡ δημοσίευσις νόμου. Τοῦτο, λέγουν οἱ συγγραφεῖς, προῆλθεν ἐκ τῆς πρὸ τοῦ 1779 κρατούσης συγχύσεως τῶν ἐξουσιῶν· ἀφ’ ἧς ὅμως, προσθέτουσιν οἱ συγγραφεῖς, διεκρίθησαν αὗται ὑπὸ τῆς Συντακτικῆς, τοιαύτη σύγχυσις δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη. Διὰ νὰ ἐννοήσωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἀληθῆ ἀξίαν τῆς ῥήσεως τοῦ ἄρθρου 36 τοῦ Συντάγματος «ὁ Βασιλεὺς κυρόνει καὶ δημοσιεύει τοὺς νόμους», πρέπει νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν πηγὴν αὐτοῦ. Τὸ ἄρθρον 36 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος εἶναι αὐτολεξεὶ τὸ 29 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844, ληφθέντος διὰ μεταφράσεως ἀπὸ τὸ 65 ἄρθρον τοῦ Βελγικοῦ, ὅπερ εἶναι κατὰ λέξιν ἐπανάληψις τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ Γαλλικοῦ Συντάγματος τοῦ 1814. Ἡ εἰς τὰ ξένα ἐκεῖνα Συντάγματα διδομένη ἔννοια εἶναι δι’ ἡμᾶς ἰσχυρά. Ἡ διάταξις αὕτη στηρίζεται εἰς τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἡ βασιλικὴ ἀρχὴ εἶναι διφυής. Μετέχει τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας μετὰ τῆς Βουλῆς, διότι ἢ ἀναιρεῖ τὰς διατάξεις, ὅσας ἡ Βουλὴ ψηφίζει, ἢ κυροῖ αὐτὰς, καὶ τότε ἰσχύουν ὡς νόμοι· δεύτερον δὲ ὁ Βασιλεὺς εἶναι ὁ ἀνώτατος ἄρχων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὁ ἐξασκῶν τὸ imperium, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει ὡς ἓν ἐκ τῶν πρώτων δικαιωμάτων τὸ δικαίωμα τοῦ διαθέτειν τὴν κατὰ γῆν καὶ τὴν κατὰ θάλασσαν στρατιωτικὴν δύναμιν καὶ διατάσσειν τοὺς πολίτας νὰ ὑπακούωσιν εἰς τοὺς νόμους, καὶ τὰς ἄλλας ἀρχὰς νὰ ἐκτελῶσιν αὐτούς. Ὑπὸ ἀμφοτέρας τὰς ἰδιότητας ταύτας ὁ Βασιλεὺς μετέχει τοῦ καταρτισμοῦ τῶν νόμων διὰ τῆς κυρώσεως μὲν αὐτῶν (καὶ a contrario τῆς ἀρνησικυρίας) ὡς νομοθετῶν, διὰ τῆς βεβαιώσεως δὲ τῆς γινομένης εἰς τοὺς πολίτας, ὅτι ὁ νόμος ὑπάρχει, καὶ τῆς συγχρόνως διδομένης παραγγελίας πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς, ἵνα δημοσιεύσωσι καὶ ἐκτελέσωσι τὸν νόμον, ὡς ἀρχηγὸς ἀνώτατος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Γράφων τὴν κύρωσιν ταύτην καὶ τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν παραγγελίαν ὁ Βασιλεὺς μετὰ τῶν προσυπογραφομένων Ὑπουργῶν του, ἐτελείωσε τὸ ἔργον του, καὶ ὁ νόμος ἀπετελειώθη, καὶ ὑπάρχει καὶ εἶναι ἐκτελεστέος. Τί ὁμιλεῖτε περὶ ἀνακλήσεως, ἀφοῦ ταῦτα ἔκαμεν ἀποδεδειγμένως ὁ Βασιλεύς; Καὶ ἂν δεχθῶμεν, ὅτι ἔχει αὐτὸς δικαίωμα ἀνακλήσεως, δὲν πρέπει νὰ ἦναι, ὡς εἶπον, ἀποδεδειγμένον τοῦτο; δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν πρᾶξιν ὑπὸ τὴν εὐθύνην ὑπογεγραμμένου Ὑπουργοῦ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἀνεκάλεσε τὴν δηλωθεῖσαν βούλησίν του; Ὁ Κῶδιξ τῶν νόμων δίδωσι βεβαίαν χρονολογίαν εἰς τὴν κύρωσιν· διὰ τὴν ἀνάκλησιν πῶς θὰ ἔχωμεν ταύτης βεβαίαν χρονολογίαν; Διὰ τῆς εἰς τὸν Κώδικα τῶν νόμων καταχωρίσεως ὁ νόμος λαμβάνει τὸ βάπτισμα αὐτοῦ, τὸ ὄνομα καὶ τὸν ἀριθμόν του. Λοιπὸν τὸ ἔμβρυον αὐτὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ἔμβρυον τὸ ἐν τῇ κοιλίᾳ τῆς μητρός του, τὸ ἐστερημένον ὑπάρξεως, τὸ λαμβάνον τὸ φύσημα τῆς ὑπάρξεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὸ τὸ ἄνευ ψυχῆς καὶ ζωῆς ἔμβρυον, τὸ μὴ ὄν, εἶναι καὶ βαπτισμένον πρὸ τοῦ δημοσιευθῇ, εὐθὺς ὡς κατεχωρίσθη εἰς τὸν Κώδικα τῶν νόμων, καὶ ἀφοῦ ἐσφραγίσθη μάλιστα διὰ τῆς μεγάλης σφραγῖδος τοῦ Κράτους, ἣν ἐπηκολούθησεν ἡ ὑπογραφή τοῦ Ὑπουργοῦ. Εἶναι λοιπὸν νόμος ὑπάρχων, καὶ τὴν ὕπαρξιν ταύτην δὲν δύναταί τις νὰ τῷ ἀφαιρέσῃ, τοὐλάχιστον ἄνευ νομίμου πράξεως, ἐχούσης τὸν ὑπεύθυνον. Οὐδεὶς, ὅσον ἐμελέτησα, οὐδεὶς συγγραφεὺς ὑπάρχει τοῦ δημοσίου ἢ τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, ὁ μὴ λέγων ῥητῶς, ὅτι ἡ κύρωσις δίδωσι τὴν ὕπαρξιν εἰς τὸν νόμον, ὅτι ἡ sanction κατέστησε νόμον τὸ θέλημα τῆς Βουλῆς καὶ ἔδωκεν ὕπαρξιν εἰς αὐτό. Τί μένει; Ἡ promulgation τοῦ Γαλλικοῦ καὶ Βελγικοῦ Συντάγματος, ἣν τὰ ἡμέτερα μετέφρασαν «δημοσίευσιν», καὶ ἣν λέγομεν ἔκδοσιν. Ἡ promulgation εἶναι πρᾶξις, δι’ ἧς ὁ Βασιλεὺς τὸ μὲν ἐπιμαρτυρεῖ εἰς τὸ ὑπήκοον, ὅτι ὑφίσταται ὁ νόμος, ὡς πρᾶξις νομοθετική, καταρτισθεῖσα ὑπὸ τῶν νομοθετικῶν ἐξουσιῶν, τὸ δὲ καλεῖ πάντας ἐκ μέρους τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας νὰ ἐκτελῶσι καὶ νὰ ὑποτάσσωνται εἰς αὐτόν. Ἡ δημοσίευσις δὲν εἶναι ἔκδοσις. Αὕτη γίνεται, ἵνα γνωσθῇ ὁ νόμος εἰς τοὺς εἰς ὑποταγὴν ὑποχρέους πολίτας, ἵνα καταστῇ ἐκτελεστὸς ὁ νόμος, ἀφοῦ ἐγένετο διὰ τῆς promulgation ἐκτελέσιμος. Ἀρκεῖ νὰ ἀνοίξητε ἕνα κατὰ τύχην συγγραφέα ἐκ τῶν διαπραγματευθέντων περὶ καταρτίσεως τῶν νόμων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν Συνταγμάτων Γαλλίας καὶ Βελγίου, καὶ θὰ ἴδητε ταῦτα, ὡς καὶ τὴν διαφορὰν τὴν μεταξὺ promulgation καὶ δημοσιεύσεως ὑπάρχουσαν, ὡς εἶπον, καὶ ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἀμφιβολίας διατυπουμένην. Ἰδοὺ εἰς τί λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ promulgation διαφέρει οὐσιωδῶς τῆς publication. Ἡ πρώτη εἶναι διὰ τὸν νόμον ὅ,τι εἶναι διὰ τὴν «ὁριστικὴν ἀπόφασιν ἢ τὸ συμβόλαιον ὁ τύπος τῆς ἐκτελέσεως (mandons et ordonnons), ὅστις οὕτω τελειοποιεῖ τὴν ἐκτελεστὴν ἀπόφασιν· ἡ δευτέρα εἶναι διὰ τὸν νόμον ὅ,τι διὰ τὴν ἀπόφασιν ἢ τὸ συμβόλαιον εἶναι ἡ ἐπιταγή, ἡ γενομένη δυνάμει τοῦ ἀπογράφου πρὸς τὸν δι’ αὐτοῦ ὑπόχρεων νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς διατάξεις αὐτῶν.» Καὶ κατωτέρω: «ἡ τοῦ νόμου εἰς τὴν ἐπίσημον ἐφημερίδα περίληψις εἶναι ἀπόδειξις τῆς promulgation, ἀλλὰ δὲν καθιστᾷ αὐτὴ τὴν promulgation.»
§65ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑμεῖς ἰσχυρίζεσθε, ὅτι ἀφοῦ κυρωθῇ ὁ νόμος...
§66ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν ἰσχυρίζομαι ἐγὼ, ἀλλ’ ὁ Merlin, ὃν ἀνέγνωσα.
§67ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ταῦτα μὲν τὰ τοῦ Merlin ἔχουσι καλῶς· ἀλλ’ ὑμεῖς, πρὶν ἀναγνώσητε αὐτὰ, ἰσχυρίζεσθε, ὅτι, εὐθὺς ὡς κυρωθῇ ὁ νόμος καὶ καταχωρισθῇ εἰς τὸν Κώδικα τῶν νόμων, ἔχει ὕπαρξιν καὶ ὑποχρεωτικὴν ἰσχύν.
§68ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν ὄχι. Διὰ τοὺς Ὑπουργοὺς εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ἐκτέλεσις.
§69ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἑπομένως καὶ τὸν ἄνακτα ὑποχρεοῖ, διότι τῷ ἀφαιρεῖ τὸ δικαίωμα ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ὑπογραφήν του, ὅτε καὶ οὐδὲν δύναται νὰ πράξῃ τὸ ἐναντίον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὑπέγραψεν. Ἀλλὰ ποῦ ἠκούσθη νόμος ὑποχρεῶν τὸ ἥμισυ καὶ μὴ ὑποχρεῶν τὸ ἕτερον ἥμισυ; νόμος ὑποχρεῶν τούτους καὶ μὴ ὑποχρεῶν ἐκείνους; Οἱ νόμοι ὑποχρεοῦσι πάντας.
§70ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸν Βασιλέα τοῦτο δὲν ὑποχρεοῖ (θόρυβος). Ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀπαραβίαστος· δὲν ὑπόκειται...
§71ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Βασιλεὺς ὡρκίσθη νὰ τηρῇ τοὺς νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα· ὡρκίσθη τὴν 16 Νοεμβρίου 1864 (θόρυβος).
§72ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀγνοῶ διατὶ θορυβεῖτε. Ὁ Βασιλεὺς προσωπικῶς δὲν ὑπέχει κἀμμίαν εὐθύνην· ἐκτελεῖ τοὺς νόμους διὰ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν του, προσωπικῶς ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τηρῇ τοὺς νόμους, ἀλλὰ δὲν ἐκβιάζεται καὶ δὲν ὑπέχει ποινικὴν εὐθύνην. Βεβαίως, καὶ ἂν δύναται ἐντὸς τῶν δύο μηνῶν, ὡς λέγετε, ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν κύρωσιν, μετὰ τὴν παρέλευσιν αὐτῶν δὲν δύναται ν’ ἀνακαλέσῃ αὐτήν. Κατὰ τοῦτο εἶμαι σύμφωνος μαζύ σας, καθ’ ὅτι, ἀφοῦ, ὡς λέγετε, ὑποχρεώνει τὸν Βασιλέα, ὑποχρεώνει ἀναμφιβόλως καὶ τοὺς Ὑπουργούς του. Ἀλλ’ ἀκριβῶς, ἀφοῦ ὑποχρεώνει καὶ αὐτόν, κατὰ μείζονα λόγον ὑποχρεώνει τοὺς Ὑπουργούς του, οἵτινες μόνοι δὲν δύνανται ν’ ἀνακαλέσωσιν. Ὁ Ὑπουργὸς προσυπογράφων ὑπέχει εὐθύνην βεβαίως· ἀλλὰ ποίαν εὐθύνην ὑπέχει, προσυπογράφων τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου καὶ τὸ πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ διάταγμα; Ὑπέχει τὴν εὐθύνην, ὅτι βεβαιοῖ διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Βασιλέως πρῶτον, ὅτι τὸ κείμενον τὸ ψηφισθὲν περιέχει πᾶν ὅ,τι ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀπεφασίσθη, δεύτερον, ὅτι βεβαιοῖ, ὅτι ἡ Βουλή, ὅτε ἐψήφισε τὸν νόμον, ἦτο κατηρτισμένη συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα, καὶ τρίτον, ὅτι ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Βασιλέως εἶναι αὐτοῦ τούτου τοῦ Βασιλέως ὑπογραφή. Ταύτην ὑπέχει τὴν νομικὴν εὐθύνην ὁ προσυπογράφων τὴν κύρωσιν Ὑπουργὸς, ὑπέχει δηλαδὴ εὐθύνην διὰ τὴν νοητικὴν ἢ πνευματικὴν πλαστογράφησιν, (faux intellectuel) ἤτοι ἂν ὑπὸ τὴν ἰδιότητα δημοσίου λειτουργοῦ ἐβεβαίωσε μὴ ἀληθῆ πράγματα ὡς ἀληθῆ. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ αὐτὴν τὴν κύρωσιν, τὴν ἄσκησιν τῆς νομοθετικῆς τοῦ Βασιλέως ἐξουσίας, δὲν ὑπέχουσιν ἄλλην νομικὴν εὐθύνην· καὶ ἐπειδὴ ἐδῶ εἶμαι εἰς τὸ περὶ εὐθύνης, προσθέτω ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον, τὴν ἔκδοσιν, τὴν promulgation, ὁ προσυπογράφων Ὑπουργὸς ὑπέχει εὐθύνην, ὅτι τὸ κυρωθὲν εἶναι νόμος καὶ ὅτι ἡ παρ’ αὐτοῦ διδομένη πρὸς ἐκτέλεσιν διαταγὴ εἶναι θέλησις τοῦ Βασιλέως. Εἶπον ὅτι δημοσίευσις εἶναι ἡ ἀπόδειξις τῆς κυρώσεως καὶ ἐκδόσεως καὶ τὸ ἀναγκαῖον προαπαιτούμενον, ὅπως ἄρξηται ἡ ὑποχρέωσις πρὸς ὑποταγὴν τῶν εἰς τὸν νόμον ὑποβαλλομένων. Ἡ δημοσίευσις λοιπὸν εἶναι διὰ «τὴν ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν» οὐχὶ διὰ τὴν ὕπαρξιν τοῦ νόμου. Καὶ τὴν φράσιν «ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν» μεταχειρίζονται οἱ περὶ δημοσιεύσεως νόμοι, οὐχὶ τὴν λέξιν «ὕπαρξιν». Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου σᾶς εἶπεν, ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ θεωρίαι περὶ καταρτισμοῦ τῶν νόμων ἴσως ἦσαν βάσιμοι πρὸ τοῦ 1882, μετὰ τὸ 1882 ὅμως, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, ὅλα αὐτὰ μετεβλήθησαν· σᾶς εἶπε δὲ καὶ τὴν καινὴν γνώμην, ὅτι δι’ αὐτὸν κύρωσις, ἔκδοσις, δημοσίευσις εἶναι ἓν πρᾶγμα ὅλα. Ἡ νομοθετικὴ τοῦ Βασιλέως σύμπραξις, ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ ὡς ἀρχηγοῦ τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς, ἡ ἐν τῇ ἐφημερίδι τύπωσις καὶ ἡ διανομὴ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ὅλα εἶναι ἓν πρᾶγμα! Ὡς πρὸς τὴν πρὸ τοῦ 1882 καὶ μετὰ τὸ 1882 διαφοράν, ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἀπέδειξεν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅτι ἔπαθεν ἀσυγχώρητον λησμοσύνην τοῦ νόμου τοῦ κανονίζοντος τὰ τῆς δημοσιεύσεως καὶ ἰσχύος τῶν νόμων καὶ βασιλικῶν διαταγμάτων. Ὁ νόμος τοῦ 1882, ὁ περὶ δημοσιεύσεως νόμων, δὲν μετέβαλεν, εἰμὴ τὸ σημεῖον τῆς ἐνάρξεως τῆς ὑποχρεωτικῆς ἰσχύος τοῦ νόμου. Ὁ περὶ Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως νόμος τοῦ 1882 δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸν νόμον ἐκεῖνον. Τὸ διάταγμα τοῦ 1833 κατὰ πρῶτον ὥριζεν ὡς σημεῖον ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τῶν νόμων τὴν «γνωστοποίησιν» τοῦ φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ περιέχοντος αὐτοὺς, εἰς ἕκαστον δῆμον. Ἀλλὰ τοῦτο ἦτο σημεῖον ἀβέβαιον, σημεῖον ποικίλλον δι’ ἕκαστον διαμέρισμα τοῦ Κράτους, καὶ ἐγέννα ἀνωμαλίας. Ὁ νόμος τοῦ 1856 ἠθέλησε νὰ διορθώσῃ τὰ ἀνώμαλα ταῦτα, καὶ ὥρισεν ὡς σημεῖον ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ἡμέρας τινὰς μετὰ τὴν «τοιχοκόλλησιν» τοῦ φύλλου τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν δήμων καὶ εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ τῶν ἐπαρχιῶν· ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἔφερε συγχύσεις διὰ τὸν ἴδιον λόγον, καὶ τότε ὁ νόμος τοῦ 1882, ὁ τροποποιήσας τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ ἀστικοῦ νόμου τοῦ 1856, ἀκολουθῶν πάλιν τὰ ἐν Γαλλίᾳ, ἔθηκεν ἕνα κανόνα πασιδήλου, καὶ ὥρισεν ἓν σημεῖον ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος, σημεῖον ἑνιαῖον δι’ ὅλον τὸ Κράτος, ἤτοι τὴν πρώτην μετὰ δέκα ἡμέρας, ἀφ’ ἧς ἐν τῷ φύλλῳ τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευθῇ ὁ νόμος, καὶ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὑποχρεοῦνται νὰ ὑποτάσσωνται οἱ πολῖται. Οὐδεμίαν λοιπὸν μεταβολὴν ἄλλην εἰς τὰ τῆς κυρώσεως, τῆς ὑπάρξεως καὶ τῆς ἐκδόσεως τῶν νόμων ἔφερεν ὁ νόμος ἐκεῖνος τοῦ 1882. Ποῦ εὗρε τὴν διαφορὰν ὁ κ. Πρωθυπουργός; Κατὰ τὰ πρὸ τοῦ 1882 ἰσχύοντα, ἡ «ὑποχρεωτικὴ ἰσχὺς» (διότι ταύτην μόνην γεννᾷ ἡ δημοσίευσις) ἤρχιζεν ἀπὸ τῆς γνωστοποιήσεως ἢ τοιχοκολλήσεως εἰς ἕκαστον δῆμον. Ἂν πρὶν γείνῃ ἡ γνωστοποίησις ἢ ἡ τοιχοκόλλησις εἰς τινας δήμους ἐπαύετο ἢ ἀπέθνησκεν ὁ Ὑπουργὸς, θὰ ἦτο διὰ τοὺς δήμους ἐκείνους ἀναγκαία νέα κύρωσις καὶ νέα δημοσίευσις, ὅπως ὑπάρξῃ ἐκεῖ ὁ νόμος, ἀφοῦ ἡ δημοσίευσις ἀποτελεῖ, κατὰ σᾶς, τὴν ὕπαρξιν καὶ ἀφοῦ ἡ δημοσίευσις θὰ ἦναι ἄκυρος; Ἐὰν κατὰ τὴν σημερινὴν θεωρίαν αὐτῶν ἡ δημοσίευσις δίδῃ ζωήν, ἐρωτῶ, ἀπὸ ποίου πραγματικοῦ ἢ χρονικοῦ τῆς δημοσιεύσεως σημείου λογίζεται γενομένη αὕτη; ἀπὸ τῆς ἀποστολῆς τοῦ ἀντιγράφου εἰς τὸν Διευθυντὴν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου; ἀπὸ τῆς τυπώσεως; ἀπὸ τῆς διανομῆς τοῦ φύλλου τῆς ἐφημερίδος τοῦ περιέχοντος τὸν νόμον; ἢ ἀπὸ τῆς παραδόσεως τοῦ φύλλου εἰς τὸ ταχυδρομεῖον, δι’ οὗ γίνεται νῦν ἡ διανομή; Διότι εἰς ἓν τῶν σημείων τούτων δύναται ν’ ἀνασταλῇ καὶ ματαιωθῇ ἡ δημοσίευσις, μὴ διανεμομένου τοῦ φύλλου τοῦ περιέχοντος τὸν νόμον. Ἂν συμβῇ ἐν τῷ αὐτῷ φύλλῳ, ἐν ᾧ δημοσιεύεται ὁ νόμος, νὰ δημοσιεύηται καὶ ἡ γενομένη ἀποδεκτὴ παραίτησις τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ προσυπογεγραμμένου ἐν τῷ νόμῳ, ὁ νόμος αὐτὸς δὲν εἶναι ἄκυρος, ἀφοῦ, ὅταν ἡ δημοσίευσις λαμβάνῃ χώραν, δὲν ἔχει ὁ νόμος ὑπεύθυνον Ὑπουργόν; Ἀλλ’ ἵνα κάλλιον δειχθῇ, ὅτι τὴν «ὕπαρξιν» τοῦ νόμου δὲν ἐξαρτᾷ τὸ ἰδικόν μας νομοθετικὸν σύστημα ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως, ὑπενθυμίζω ὅτι τὴν ἔναρξιν τῆς ἰσχύος δύναται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ν’ ἀναθέσῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν, ἵνα ὁρίσῃ αὕτη διὰ βασιλικοῦ διατάγματος καὶ μετὰ τὴν δημοσίευσιν. Τί ἕπεται ἐκ τούτου; ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται ἑκάστοτε νὰ δώσῃ ἐντολὴν, ἵνα τὴν ἔναρξιν τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ὁρίσῃ ἡ ἐκτελεστικὴ ἀρχὴ, διότι αὕτη δὲν ἔχει ἐξουσίαν νὰ κανονίζῃ τὴν ἔναρξιν τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου. Τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Κυβέρνησις, νὰ κυρώσῃ τὸν νόμον καὶ ἐκδώσῃ αὐτὸν, ἐπάγεται τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δημοσιεύῃ αὐτὸν, ἅμα καταρτισθέντα. Ἡ δημοσίευσις δὲν εἶναι ἡ ὕπαρξις τοῦ νόμου, διότι οὔτε καταστρέφει αὐτὸν ἡ μὴ δημοσίευσις, οὔτε ἡ δημοσίευσις γεννᾷ αὐτόν. Ἡ δημοσίευσις εἶναι μέσον πρὸς δημοσιότητα, ὅπως ἄλλοτε ἦν ἡ ἐπ’ ἐκκλησίας ἢ καθ’ ὁδὸν ἀνάγνωσις. Ἐὰν ἐνόουν, ὅπως εἶπον οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, νὰ ἐφαρμόσωσι τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἂν καὶ ὅταν ἤθελον συνομολογήσει δάνειον, διατὶ δὲν εἶχον τὴν πρόνοιαν νὰ περιλάβωσι τοιαύτην ἐπιφύλαξιν ἰσχύος ἐν τῷ νόμῳ; Τί ἤθελε συμβῆ, ἐὰν εὕρισκον δάνειον καὶ συνωμολογεῖτο τοιοῦτο μετὰ τὴν πάροδον τῶν δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς συνόδου; Ἂν δὲ φρονοῦν, ὅτι ἠδύναντο νὰ δημοσιεύσωσιν αὐτὸν καὶ μετὰ τοὺς δύο μῆνας, κεκυρωμένον ὄντα ἐντὸς τῶν δύο μηνῶν, τότε δὲν ὁμολογοῦν, ὅτι ἡ δημοσίευσις, γενομένη μετὰ τοὺς δύο μῆνας, δὲν γεννᾷ τὸν νόμον; Πῶς θὰ ἦτο γνωστὸν, ὅτι ἀπεφάνθη ὁ Βασιλεὺς ἐμπροθέσμως, καὶ ὅτι ὁ νόμος δὲν ἐκυρώθη ἀντισυνταγματικῶς μετὰ τοὺς δύο μῆνας; Πῶς ἄλλως ἢ διὰ τοῦ Κώδικος τῶν νόμων; Ἂν ὅμως τοῦτο ἀποδεικνύῃ ὁ Κῶδιξ, τότε τί θὰ ἀποδείξῃ τὴν ἀνάκλησιν τῆς κυρώσεως; Ἀλλὰ διετύπωσαν ἄλλως τὸ ζήτημα· εἶπον: Ἔχομεν νόμον κυρωθέντα, νόμον περιλαμβάνοντα καὶ τὴν ἐντολὴν τῆς ἐκτελέσεως, κατακεχωρισμένον εἰς τὸν Κώδικα, ἔχομεν Ὑπουργὸν προσυπογεγραμμένον· ἀλλ’ ἐπειδὴ, ὅταν ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος οὗτος, οἱ ὑπογεγραμμένοι ὑπὸ τὸν νόμον ὡς Ὑπουργοὶ δὲν ἦσαν πλέον τοιοῦτοι, ὁ νόμος εἶναι ἄκυρος καὶ ἀνύπαρκτος, διότι δὲν ἔχομεν ὑπευθύνους διὰ τὴν δημοσίευσιν. Ἀλλὰ τίνα εὐθύνην βλέπουσιν ἐλλείπουσαν; Τὴν κοινοβουλευτικὴν, τὴν ἠθικὴν, ἢ τὴν ποινικήν; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σύρου σᾶς ὡμίλησε καὶ περὶ ἀστικῆς εὐθύνης, λησμονήσας, ὅτι ἡ ἀστικὴ εὐθύνη ἢ καθορίζεται ἐν νόμοις εἰδικοῖς, ἢ παρακολουθεῖ τὴν ποινικὴν εὐθύνην, διότι τὸ Σύνταγμα ἀναγνωρίζει εὐθύνην ἀστικὴν τὴν ἐξ ἀξιοποίνου πράξεως προερχομένην, ὅταν δὲ ὁμιλῶμεν περὶ ὑπευθύνου, φυσικῶς ἐννοοῦμεν ὑπεύθυνον νομικῶς ἢ ποινικῶς. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν τὸν διαφέρει ἡ ποινικὴ εὐθύνη, ἀλλ’ ἡ ἠθική. Ἂν ἐπετρέπετο εἰς πάντα Ὑπουργὸν, ἵνα, ὅπου νομίζῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἠθικὴ εὐθύνη, δημιουργῇ ἀκυρότητα, θὰ ἠκύρου ὃν ἂν ἤθελε νόμον ἢ διάταγμα ἢ πρᾶξιν ὑπουργικήν. Ὁ νόμος περὶ εὐθύνης δὲν ἐτέθη ὡς ἀπειλὴ, ἀλλ’ ἵνα ἐκτελῆται, διότι ἡ ἐλευθερία δὲν ἐξασφαλίζεται ἄνευ τιμωρίας τῶν παραβιαζόντων τοὺς νόμους. Τὸ Σύνταγμα θέλει Ὑπουργοὺς ὑπέχοντας ποινικὴν εὐθύνην. Τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης τὴν γέννησιν ὥρισε σαφέστατα τὸ ἄρθρον 30 αὐτοῦ, ἐφ’ οὗ ἰδιαιτέρως ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Τὸ ἄρθρον 30 λέγει, ὅτι «οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως ἰσχύει, οὐδ’ ἐκτελεῖται, ἂν δὲν ἦναι προσυπογεγραμμένη παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ»· προσθέτει δὲ, ὅτι «ὁ Ὑπουργὸς καθίσταται ὑπεύθυνος διὰ μόνης τῆς ὑπογραφῆς του». Λοιπὸν εὐθύνην γεννᾷ μόνη ἡ προσυπογραφὴ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀδιάφορον ἂν τὸ ἔγγραφον ἐκτελέσῃ αὐτὸς ἢ ἄλλος. Ὁ ὑπογεγραμμένος εἰς τὴν κύρωσιν Ὑπουργὸς εἶναι ὑπεύθυνος, ἅμα ὑπέγραψεν. Ἀλλ’ οἱ Ὑπουργοὶ εὐθύνονται καὶ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν διατάγματος ἢ πράξεως ὑπογεγραμμένης παρ’ ἄλλων, ὡς εὐθύνονται καὶ ἐὰν δὲν ἐξετέλεσαν πρᾶξιν, ἣν ὤφειλον νὰ ἐκτελέσωσι. Τί συγχίζουσι τὴν εὐθύνην τοῦ ὑπογράψαντος Ὑπουργοῦ μὲ τὴν εὐθύνην τοῦ ἐκτελέσαντος, ἥτις ὑφίσταται ἐπίσης κεχωρισμένη, κατὰ τὸν περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμον; Μὴ ὁ νόμος περὶ εὐθύνης δὲν προβλέπει τὴν περίστασιν τῆς ἐκτελέσεως παρανόμου διατάγματος ἢ παρανόμου ἀποφάσεως ἢ νόμου; Τί θὰ εἴπωσι περὶ διαταγῆς ἢ περὶ ἐγκυκλίου παραβιαζούσης νόμον ἢ τὸ Σύνταγμα, ἡ ὁποία στέλλεται πρὸς ἐκτέλεσιν, ἀφοῦ ὁ ὑπογράψας αὐτὴν Ὑπουργὸς παύσῃ ὢν τοιοῦτος; Φρονοῦσιν, ὅτι δὲν εὐθύνονται οἱ ὑπογράψαντες αὐτά; Ἀλλὰ τὸ 30 ἄρθρον; Εἰς τοιαύτην πρὸς τὸ Σύνταγμα ἀντίφασιν φέρει ἡ ἀπαίτησις τῶν Κυρίων τῆς δεξιᾶς. Θέλει τὸ ἄρθρον 30 διάφορον ἀπὸ ὅ,τι εἶναι, θέλει ἀνασταλτικὸν veto, διδόμενον εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐπ’ ἄπειρον καὶ μετὰ τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου, θέλει δικαίωμα ἀπολύτου ἀρνησικυρίας τοῦ Ὑπουργοῦ μετὰ τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως, καὶ ὅλα αὐτὰ θέλει χάριν τῆς ἠθικῆς εὐθύνης, τῆς ἐξαρτωμένης ἐκ τῶν ἠθικῶν ἰδεῶν τοῦ ἀναζητοῦντος αὐτήν. Χάριν τοιαύτης εὐθύνης πρέπει νὰ κατασιγάσωσιν ὅλαι αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι καθιέρωσις ἀπολύτου καὶ ἀπεριορίστου ἐξουσίας τῶν Ὑπουργῶν, καθιστώσης τὸ Σύνταγμα χάρτην ἄγραφον, καὶ καθιστώσης ἀνθ’ ὅλων τῶν διατάξεων αὐτοῦ τὸν κανόνα, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ὁ ἔχων πλειονοψηφίαν δὲν ἔχει ἄλλον δεσμὸν ἢ τὴν θέλησίν του. Ὑπὸ τοιούτου ὅμως κανόνος διεπόμενος τόπος δὲν κατοικεῖται παρὰ λαοῦ ἐλευθέρου, διεπομένου κατὰ κανόνας παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου τεθέντας. Ἀλλὰ μήπως, ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι ὁ νόμος ἔπασχε τὸ νόσημα, ὅπερ εὑρίσκουσιν, ἂν παραδεχθῶμεν ὅτι ἕνεκα τούτου ἦτο ἄκυρος, σώζονται τάχα ἀπὸ τῆς ἀσυγχωρήτου παρανομίας; Ἀφοῦ ὁ νόμος εἶχε δημοσιευθῆ καὶ εἶχε τοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους, ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς δι’ ἁπλῆς διαταγῆς νὰ καταργήσῃ αὐτὸν καὶ ἐν ᾧ χρόνῳ τὸ Κοινοβούλιον ἦτο παρόν; Τὸ παρελθὸν διδάσκει, ὡς παρὰ πολλῶν ἠκούσατε, ὅτι καὶ ὅταν νόμοι πολλοὶ τὸ 1875 ἐκρίθησαν ἄκυροι, ὡς ψηφισθέντες παρὰ Βουλῆς μὴ ἐν ἀπαρτίᾳ οὔσης, δηλ. ὅταν ἔγγραφα ἀνίσχυρα ἐξελήφθησαν ὡς νόμοι, καὶ τότε ἀκόμη τὴν περὶ ἀκυρότητος αὐτῶν κρίσιν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὴν ἀκύρωσιν αὐτῶν ἔκαμεν αὕτη διὰ νόμου. Τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλε καὶ αὐτὸς σχέδιον τοιούτου νόμου. Τότε ἀνεγνώριζε τῆς Βουλῆς τὴν ἁρμοδιότητα, τώρα δὲν ἀναγνωρίζει αὐτήν. Τὸ προηγούμενον τοῦτο ἦτο νόμιμον, καὶ ἐδείκνυεν, ὅτι ἀνεγνωρίζετο ἡ δικαιοδοσία τοῦ Κοινοβουλίου εἰς τοιοῦτον θέμα. Τί δὲ σήμερον; Διὰ νὰ ἀποσείσωσι τὸ ἐκ τοιούτου προηγουμένου βαρύνον αὐτοὺς βάρος λέγουσιν, ὅτι οἱ νόμοι ἐκεῖνοι εἶχον πάθημα ἐσωτερικὸν, ἐνῷ οὗτος ἔχει πάθημα ἐξωτερικόν. Ἐγὼ λέγω, ὅτι τὸ εἰς τὸν νόμον τοῦτον ἀποδιδόμενον πάθημα εἶναι πνευματικὸν ἢ φανταστικόν. Εἰς ἀμφοτέρας τὰς περιστάσεις, κατὰ τὴν γενομένην ἑρμηνείαν τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ ἐσωτερικοῦ παθήματος, ἔχομεν πάθημα ἐξωτερικόν. Τότε ἐκ τῶν πρακτικῶν ἐβεβαιοῦτο, ὅτι δὲν ἦτο ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ, ὡς τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ, ὅτε ἐψηφίσθησαν οἱ νόμοι ἐκεῖνοι. Τώρα ἐκ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως συνάγεται, ὅτι ὁ ὑπογεγραμμένος Ὑπουργὸς εἶχε παύσει πρὸ τῆς δημοσιεύσεως. Τὸ λεγόμενον ἐξωτερικὸν πάθημα ἤδη συνίσταται εἰς τὴν ἐπίνοιαν, ὅτι τὸ ἄρθρον 30 ἔχει, ὡς εἶπον, ἀπαλειφθῆ ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, καὶ ὅτι διὰ τῆς ὑπογραφῆς δὲν ὑπέχει εὐθύνην ὁ Ὑπουργὸς, εἰμὴ μόνον, ὅταν αὐτὸς καὶ ἐκτελέσῃ τὸ ὑπογραφὲν ἔγγραφον. Ἀλλὰ τοιαύτην δοξασίαν ποῦ θέλετε εὕρει καθιερωμένην; Κατὰ τοιαύτην δοξασίαν δύναται νὰ ὑποστηρίζηται, ὅτι καὶ ἀπόφασις ὑπὸ δικαστῶν καταρτισθεῖσα, εἰς ἣν περιήφθη ὅ τύπος τῆς ἐκτελέσεως, ἐπειδὴ οἱ ὑπογράψαντες τὸν τύπον τῆς ἐκτελέσεως ἔπαυσαν νὰ ἦναι δικασταὶ ὅταν γίνηται ἡ ἐκτέλεσις, εἶναι ἀνίσχυρος. Καταφανεστέρα δὲ καθίσταται ἡ ἔκθεσμος θέσις τοῦ Ὑπουργείου, ὅταν ἐνθυμηθῶμεν τὴν ἐρώτησιν, ἣν πρὸ ἡμερῶν ἔκαμα, ἂν νόμοι τινὲς, ὑπὸ τὰς αὐτὰς περιστάσεις εὑρισκόμενοι, ἦναι ἄκυροι, καὶ ἂν ἦναι τοιοῦτοι, πῶς ἐκτελεῖ αὐτοὺς ἡ Κυβέρνησις. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπεν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὅτι δύο τῶν νόμων τούτων εἶναι ἄκυροι, καὶ θὰ φέρῃ νομοσχέδια, κανονίζοντα τὸ ἐκ τῆς ἀκυρότητός των παραχθὲν ἄτοπον· ἀλλὰ δὲν ἔφερε τοιαῦτα νομοσχέδια μέχρι τοῦδε. Ἂν καὶ πάλιν ὑπενθυμίσωμεν αὐτῷ τοῦτο, θὰ ἀπαντήσῃ, ὅτι θὰ προνοήσῃ κατόπιν περὶ τούτου. Ἐν τούτοις οἱ νόμοι ἐκτελοῦνται ἕως τώρα παρ’ αὐτοῦ, καὶ ἄκυροι ὄντες. Διατὶ δὲν κατήργησαν αὐτοὺς δι’ ἐγκυκλίου; Πῶς ἐκτελοῦσι νόμους ἀνυπάρκτους; Μὴ φρονεῖτε, ὅτι τινὰς μὲν ἀκύρους νόμους δύνασθε νὰ θεωρῆτε καὶ νὰ ἐκτελῆτε ὡς ἰσχυροὺς, ἄλλους δὲ ὄχι; Μὴ ἀκύρους νόμους καθιστᾷ ἐγκύρους ἡ θέλησίς σας μόνη; Διατὶ τότε καὶ ἐγκύρους νὰ μὴ καθιστᾷ μόνη αὐτὴ ἀκύρους; Ἡ πλειονοψηφία θὰ δικαιώσῃ αὐτοὺς πάντοτε. Εἰς τοιαύτας σκέψεις δὲν βλέπετε ἀποκαλυπτομένην ὅλην τὴν αὐθαιρεσίαν καὶ ἐξεγειρομένην καὶ τῆς κοινῆς λογικῆς τὴν διαμαρτυρίαν κατὰ τῆς αὐθαιρέτου πράξεως; Κατέδειξαν ἄλλοι εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι αὐτὸς ἐδημοσίευσεν ὄχι νόμους, ἀλλὰ διατάγματα παρὰ τῶν προκατόχων του ὑπογεγραμμένα, καὶ ἀπήντησεν, ὅτι, ἂν ἐγένετο τοιοῦτόν τι, θὰ ἐγένετο κατὰ παραδρομὴν, καὶ ὅτι ἦσαν ἀσήμαντα τὰ διατάγματα ἐκεῖνα. Ἀλλ’ ἐγὼ εὑρίσκω διάταγμα τῆς 6 Ἰουνίου 1892, ὑπογεγραμμένον ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς κ. κ. Κωνσταντόπουλον, Δεϊμέζην, Μελετόπουλον καὶ λοιποὺς, δημοσιευθὲν δὲ παρὰ τοῦ νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ τὴν 15 Ἰουνίου, ὅπερ δίδωσι τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ δανεισθῇ 1,500,000 φράγκων δι’ ἐντόκων γραμματίων. Μετὰ τὴν δημοσίευσιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδανείσθη τὸ ποσὸν, καὶ ὑπέγραψε τὰ γραμμάτια ἐκεῖνα. Ὅλα ταῦτα ἔπραξε κατὰ παραδρομήν; Ἐδανείσθη τοσοῦτον ποσὸν ἐν ἀγνοίᾳ, ἢ μὴ ἐδανείσθη ἀκύρως; ποίαν δικαιολογίαν ἔχει, προσφεύγων εἰς τοιαύτας προφάσεις; Λέγει ἀλήθειαν; Φαντασθῆτε Ὑπουργὸν δανειζόμενον ἐκ παραδρομῆς ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον! Δὲν λέγει τὸ ἀκριβές; Τότε ἡ πρὸς τοὺς λόγους αὐτοῦ πίστις τῆς Βουλῆς ποία; Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν καὶ τοὺς ἠθικοὺς λόγους, τοὺς δικαιολογοῦντας τὸ μέτρον, οὓς ἐν φράσει παραπαιούσῃ ἀπηρίθμησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε προσεπάθησε νὰ εὕρῃ ἔδαφος ἠθικῆς δικαιολογίας διὰ τὸ πραξικόπημα. Σᾶς εἶπε πρὸς δικαιολογίαν, ὅτι κατήργησε τὸν νόμον διὰ τρεῖς λόγους, ἤτοι διότι εὗρεν, ὅτι παρεβίασαν αὐτὸν οἱ προκάτοχοί του, διότι οἱ σταφιδοκτήμονες ἔπασχον, καὶ διότι εὑρίσκετο εἰς τὸ δίλημμα ἢ νὰ εἰσπράττῃ εἰς χρυσὸν, ἢ νὰ παρανομῇ καὶ αὐτός. Ἐπειδὴ οἱ προκάτοχοι παρεβίασαν μίαν διάταξιν ἑνὸς νόμου, αὐτὸς καταργεῖ καθ’ ὁλοκληρίαν αὐτὸν τὸν νόμον. Τί θὰ ἐλέγετε, ἀκούοντες κατηγορούμενον ἐπὶ φόνῳ, ἀπολογούμενον ὅτι ἀπέκτεινε τὸν ἄνθρωπον, ἐπειδὴ ἄλλος εἶχε τραυματίσει αὐτὸν πρότερον; Τοιαύτην ἀξίαν ἔχει τὸ ἓν δικαιολόγημα. Ἐὰν ἡ τρυφερὰ καρδία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ συνετρίβη ἀπὸ τὰ παθήματα τῶν σταφιδοκτημόνων, καὶ ἤθελε νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὸ δίλημμα τοῦ νὰ εἰσπράττῃ εἰς χρυσὸν ἢ νὰ παρανομῇ, δὲν ἠδύνατο τὴν ἰδίαν ἡμέραν τῆς 1ης Νοεμβρίου, ὅτε συνεδρίαζεν ἡ Βουλή, νὰ εἰσαγάγῃ εἰς αὐτήν, ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς τῷ εἶπε, νομοσχέδιον κατὰ τοῦ σολοίκου νόμου καὶ νὰ δηλώσῃ σὺν τῇ εἰσαγωγῇ αὐτοῦ, ὅτι θὰ διατάξῃ ἀμέσως νὰ παύσῃ ἡ εἴσπραξις, ὡς γίνεται συνήθως, προκειμένου περὶ δασμῶν τελωνειακῶν; Ἡ Βουλὴ θὰ ἔφερε τὴν παραμικρὰν ἀντίῤῥησιν; Βεβαίως ὄχι. Δὲν ἔπραξε τοῦτο· διατί; διότι ὁ πραγματικὸς λόγος ἦτο ὄχι ἡ ἔξοδος ἀπὸ τὸ δίλημμα καὶ ἡ σωτηρία τῶν σταφιδοκτημόνων, ἀλλ’ ὅτι ἤθελε νὰ λακτίσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸν νόμον. Ἡ ἡδονὴ τῆς λακτίσεως τὸν παρέσυρεν εἰς τὴν ἐγκύκλιον. Δι’ αὐτῆς ἐλάκτισε καὶ τὴν Βουλήν, ἐλάκτισε καὶ τὴν πλειονοψηφίαν, ἀλλὰ ἐλάκτισε καὶ ἑαυτόν, τραῦμα καίριον κατενεγκὼν κατὰ τῆς Κυβερνήσεώς του. Καὶ ἐπειδὴ συνήθως ὁ εἷς παραλογισμὸς φέρει εἰς ἄλλον, καὶ τὸ ἓν ἄτοπον φέρει ἄλλο, βλέπετε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὡς διορθωτικὸν τοῦ πραξικοπήματός του, ὡς προληπτικὸν τῆς συνεπείας τοῦ νὰ ἐπιστρέψῃ τὰς γενομένας εἰσπράξεις διὰ τοῦ ἀκυρωθέντος νόμου, βλέπετε πάλιν αὐτὸν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ παραβιάζοντα τὸ Σύνταγμα. Ὑπέβαλεν, ὡς γνωρίζετε, νομοσχέδιον, δι’ οὗ κανονίζεται νὰ εἰσπραχθῇ φόρος διὰ τὸ παρελθόν! Τὸ ἄρθρον 59 τοῦ Συντάγματος διατάσσει οὐδεὶς φόρος νὰ εἰσπράττηται, «ἐὰν προηγουμένως δὲν ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς». Πῶς φρονεῖ, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς, τὸν ὁποῖον ψηφίζει, θὰ ἔχῃ ὀπισθοδρομικὴν δύναμιν, προκειμένου περὶ φόρου; Διὰ τοιούτου νόμου ἀντισυνταγματικοῦ θὰ δικαιολογηθῶσιν ἴσως ἀγωγαὶ τῶν καταβαλόντων τοὺς εἰσπραχθέντας φόρους εἰς ἀναζήτησιν τοῦ πληρωθέντος, ἐνῷ ἄνευ τοιούτου νόμου εἶναι βέβαιον ὅτι τὰ δικαστήρια δὲν θὰ ἐκήρυσσον ἄκυρον τὸν νόμον, οὗ δυνάμει ἐγένετο ἡ εἴσπραξις. Θέλων νὰ διορθώσῃ, καταστρέφει, ὡς βλέπετε. Ἡ ἐγκύκλιος τῆς 1ης Νοεμβρίου εἶναι ἔργον ἀδελφὸν τῆς παραιτήσεως τῆς 27 Ἀπριλίου. Ἐκείνη ἦτο προϊόν ἀνανδρίας πολιτικῆς, ἡ ἐγκύκλιος εἶναι ἔργον θρασύτητος πολιτικῆς. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην φαίνεται ὅτι, ὅταν εἶδε τὴν εὐθύνην ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐτράπη εἰς φυγήν, ὅτε δὲ ἦλθεν ὁ καιρὸς ν’ ἀπολογηθῇ, ἔδειξεν ἄλλην ἀτολμίαν, ἠθέλησε νὰ διαφύγῃ μὲν αὐτὸς ἐκ τῆς εὐθύνης τῆς ἰδίας του φυγῆς, νὰ ἐπιῤῥίψῃ δὲ αὐτὴν ἀλλαχοῦ· ἀλλ’ ὅταν φθάσῃ τις εἰς τοιαύτην ἀνακολουθίαν πρὸς ἑαυτόν, τὴν ἀνακολουθίαν προδίδουν οἱ ἴδιοι αὐτοῦ λόγοι. Ὅτε διεμαρτύρετο, ὅτι ἐν τῇ συμβάσει, τὴν ὁποίαν εἶχε συνομολογήσει, περὶ δανείου, δὲν ὑπῆρχεν ἔλεγχος, ἐλησμόνει τὸ τηλεγράφημα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, ὁ ὁποῖος ἔγραφεν, ὅτι κατενόει τὸ μέγεθος τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἀνελάμβανον, τὴν «ἀπέραντον εὐθύνην», ὡς λέγει, ἣν ἀνεδέχοντο, ὑπογράφοντες τὴν σύμβασιν ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτῆς. Ποῖοι ἦσαν οἱ ὅροι οὗτοι, οἱ τοιαύτην ἀπέραντον εὐθύνην ἐπαγόμενοι; Ποῖος ἄλλος, ἂν μὴ ὁ ἔλεγχος; Ὁ τόκος καὶ τὸ ποσὸν τῆς ἐκδόσεως θὰ ἦσαν ἐντὸς τοῦ νόμου, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Διὰ ποῖον δὲ λόγον παρῃτήθη τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο; Διότι, σᾶς εἶπον, δὲν παρεῖχον εἰς αὐτὸ οἱ δανεισταὶ προθεσμίαν νὰ καλέσῃ τὴν Βουλὴν, καθότι ἀπῄτουν νὰ κυρωθῇ ἡ σύμβασις ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς. Τὸ Στέμμα, σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐσύστησε κατ’ ἀρχὰς νὰ κληθῇ ἡ Βουλὴ, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον, μὴ θέλον τοῦτο ἐν ἀρχῇ, τὸ ἐδέχθη κατόπιν, ἀναγνωρίσαν τὸ ὀρθὸν τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλέως, ὄχι διότι ἔχρῃζεν ἡ σύμβασις κυρώσεως, ἀλλὰ διὰ νὰ ἔχῃ τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἠθικὴν συνδρομὴν τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἀφοῦ μετ’ ἐπανειλημμένας προσπαθείας οἱ δανεισταὶ ἠρνήθησαν νὰ παράσχωσι προθεσμίαν ἐπαρκῆ, διὰ νὰ κληθῇ ἡ Βουλὴ, εὑρέθη τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραιτηθῇ. Τοιαύτην ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξήγησιν τῆς παραιτήσεως. Οἱ δανεισταὶ δὲν ἠρνήθησαν λοιπὸν νὰ ὑποβληθῇ ἡ σύμβασις εἰς τὴν Βουλὴν, ἠρνήθησαν νὰ δώσωσι προθεσμίαν τεσσαρακονθήμερον, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας. Λοιπὸν ἐζήτησε 40 ἡμερῶν προθεσμίαν ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς, ὅπως κυρωθῇ ἡ σύμβασις; Τόση προθεσμία οὐδένα εἶχε λόγον. Ἀφ’ ἧς κατὰ πρῶτον ἐξέφρασε τὸ Στέμμα τὴν ἐπιθυμίαν του, ἵνα ἦναι ἡ Βουλὴ συγκεκλημένη, ὅπως δώσῃ τὴν ἠθικὴν συνδρομήν της, μέχρις τοῦ τηλεγραφήματος τῆς 26 Ἀπριλίου, βεβαίως θὰ παρῆλθον δέκα τοὐλάχιστον ἡμέραι, ἀφ’ οὗ ἐγένοντο ἐπανειλημμέναι ἀπόπειραι παρὰ τοῖς δανεισταῖς, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῶν ὁποίων ἐπείσθη ὁ κ. Θεοτόκης, ὅτι δὲν δέχονται, καὶ ἐτηλεγράφησεν. Ἀλλὰ κατὰ τὸ τηλεγράφημα ἡ προθεσμία τῶν ὀκτὼ ἡμερῶν, ἣν πρὸς ἐπικύρωσιν οἱ δανεισταὶ παρεχώρουν, θὰ ἤρχιζεν ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἤθελεν ὑπογραφῇ ἡ σύμβασις, ἡ δὲ ὑπογραφὴ ἠδύνατο νὰ ἀναβληθῇ ἐπὶ πέντε τοὐλάχιστον ἔτι ἡμέρας ἀπὸ τῆς 26 Ἀπριλίου· ἔχομεν οὕτω δέκα ἡμέρας διαπραγματεύσεων, καὶ πέντε μέχρι τῆς ὑπογραφῆς, καὶ ὀκτὼ ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς ἐν Λονδίνῳ μέχρι τῆς κυρώσεως, ἐν ὅλῳ ἡμέρας 23, ἀφ’ ἧς ἐδέχθη τὸ Ὑπουργεῖον νὰ καλέσῃ τὴν Βουλὴν μέχρι τῆς κυρώσεως τῆς συμβάσεως. Ἐντὸς 23 ἡμερῶν ἠδύνατο νὰ ἦναι ἡ Βουλὴ παροῦσα· δὲν τὴν ἐκάλεσαν ὅμως· διατί; διότι δὲν ἤθελον αὐτήν; ἢ διότι ἐφοβοῦντο αὐτήν; Ἀλλ’ ἂν παραδεχθῆτε, ὅτι δὲν εἶχεν ἔλεγχον, ἂν δὲν εἶχέ τι τὸ βαρὺ ἡ σύμβασις, διατὶ νὰ μὴ φέρῃ τὴν Βουλὴν, ἵνα ἡ παροῦσα, καὶ καθ’ ἣν ἡμέραν θὰ ἐγίνετο ἡ κύρωσις νὰ ἀνακοινώσῃ αὐτῇ τοὺς οὐσιωδεστέρους τοῦ δανείου ὅρους, νὰ δηλώσῃ, ὅτι θὰ ὑπογράψῃ αὐτὴν, καὶ νὰ ζητήσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης; Οὕτω θὰ εἶχε τὴν ἠθικὴν συνδρομὴν τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν ἐζήτησε. Δὲν κρίνετε ἐκ τούτων, ὅτι ὅλα τὰ ῥηθέντα ἦσαν προφάσεις, ἐξευρεθεῖσαι διὰ νὰ δικαιολογηθῇ ἢ τοῦ δανείου τὸ ἀδύνατον, ἢ ὁ τρόμος αὐτῶν ἀπέναντι τῆς εὐθύνης, ἣν ᾐσθάνθησαν; Ἀλλ’ ἐὰν παραδεχθῆτε ταῦτα, ποίαν κρίσιν θὰ κάμητε περὶ τοῦ τρόπου, δι’ οὗ ἠθέλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ δικαιολογήσῃ τὸν φόβον του, τὸν ἴσως εὔλογον, ἂν ὑπῆρχεν ἔλεγχος, ἢ τὴν ματαίωσιν τοῦ δανείου, ἐπιῤῥίπτων εὐθύνην ἀλλαχοῦ; Καὶ ἐπιθυμῶν κατόπιν τούτων νὰ δείξῃ, ὅτι ἠδικήθη διὰ τῆς ἀποχωρήσεως, ἐξέδωκε τὴν ἐγκύκλιον ταύτην, τὴν γεννήσασαν τὸ χάος, τὴν γεννήσασαν ἀτοπίας, τῶν ὁποίων δὲν δύναταί τις νὰ προσδιορίσῃ τ’ ἀποτελέσματα καὶ τὰ ὅρια. Εὐτυχῶς αἱ ἄλλαι ἀρχαὶ τοῦ τόπου θὰ ἦναι, ἐλπίζω, σωφρονέστεραι, καὶ αὐταὶ δὲν θὰ δεχθῶσιν, ὅτι νόμοι ὑπὸ τοιούτους ὅρους εὑρισκόμενοι εἶναι ἄκυροι· διότι, ἂν τὴν ἰδέαν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως παρακολουθήσωσιν αἱ ἄλλαι ἀρχαί, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα θὰ σταθῇ, οὐδὲν καθῆκον θὰ ὑπάρξῃ. Ἂν ἐνώπιον δικαστηρίου ἐπρότεινε δικηγόρος τοιαύτην ἔνστασιν, ἤθελε δικαίως παυθῆ, ὡς στρεψοδικῶν, ἤθελε κριθῆ ἀνάξιος νὰ παρίσταται ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς; ... Ἆ! ταῦτα πάντα εἶναι συγκεχωρημένα! Ἡ δύναμις τῶν πλειόνων, καὶ ὄχι τῆς λογικῆς ἡ δύναμις, καὶ ὄχι τοῦ καθεστῶτος νόμου αἱ ἐπιβλητικαὶ διατάξεις διέπουσι τὰ καθ’ ἡμᾶς. Ἀλλὰ τότε—καὶ πάλιν ἂς τὸ εἴπω— περιττὸν νὰ ὑπάρχῃ τὸ Σύνταγμα· ἂς διεπώμεθα ἀγράφως ἀπὸ τὴν θέλησιν τῶν πλειόνων. Ἴσως τότε αἰσθανθῶσιν οἱ συνάδελφοι περισσοτέραν ὑπερηφάνειαν, διότι διαχειρίζονται τὰ πάντα. Ἴσως σήμερον δὲν αἰσθάνονται τοιαύτην, διαχειριζόμενοι τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἀφοῦ ὁ Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ ἀκυροῖ τοὺς νόμους των, ἢ νὰ ζωοποιῇ τούτους, ἐμφυσῶν ζωὴν, καὶ ἀφοῦ εἰς αὐτοὺς ἀφίνει μόνον νὰ ἔχωσιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ δικαίωμα ψήφου ἐμπιστοσύνης. Τὸ ἔργον αὐτὸ, ἡ ἐγκύκλιος αὕτη εἶναι ἐπανάστασις κατὰ τῆς λογικῆς, εἶναι ἀσέβεια πρὸς τὸ Σύνταγμα, εἶναι ἄρνησις τῆς ἐπιστήμης, εἶναι ἐξύβρισις τῆς Βουλῆς καὶ ὅλων τῶν δυνάμεων, ὅσαι μετέχουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας. Ἴσως θὰ ἦτο δίκαιον νὰ μὴ ἀφεθῇ αὐθάδεια τοιαύτη νὰ καρπωθῇ οὔτε ἐπὶ μίαν ἡμέραν τὴν ἡδονὴν τοῦ καρποῦ της· ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ μεγάλη ἀνοχὴ ἐξηγεῖται πολλάκις ὡς νομιμοφροσύνη, καὶ εἶναι ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἠθελήσαμεν νὰ ὑπάρχῃ, καὶ ὑπάρχει. Λέγουσί τινες, ὅτι ἔκαμε τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ νὰ ἐκβιάσῃ τὴν φυγήν του. Ἴσως. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο ἦναι, δὲν βλέπω διατὶ ζητεῖ νὰ τῷ δοθῇ τοιαύτη ἀφορμή. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ, διότι ἦλθε νὰ κάμῃ τὴν δευτέραν σωτηρίαν. Τὸν βλέπομεν πάλιν ἱστάμενον ἐπὶ τὴν βαλβίδα καὶ περιμένοντα νὰ καταπέσῃ ἡ ὕσπληγξ τοῦ κ. Ὀρνστάϊν, ἵνα σταδιοδρομήσῃ πάλιν. Ἂν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ σταδίου του στραφῇ ἐκ νέου καὶ εἴπῃ «ἐπτωχεύσαμεν δυστυχῶς», συγχωρήσατε αὐτόν. Δὲν μεταβάλλεται διὰ τοῦτο ὁ ἀγὼν καὶ τὸ στάδιον. Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες καὶ τὰ κόμματα αὐτοκτονοῦσι συνήθως, δὲν φονεύονται. Αὐτοκτονοῦσι δὲ καταχρώμενα τῆς δυνάμεως αὐτῶν, αὐτοκτονοῦσιν ἀρνούμενα ὅτι οἱ ἠθικοὶ νόμοι πρέπει νὰ ἦναι οἱ διέποντες τὴν κίνησιν τῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ἐν ᾗ πολιτεύονται. Ἂς πιστεύσῃ δὲ λεγόμενον παρ’ ἐμοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τοῦτο. Διὰ τοιούτων ἔργων εἰς τὰς συνειδήσεις τῶν πλείστων φίλων του, οἵτινες περιστοιχοῦσιν αὐτὸν, δὲν καθίσταται ἥρως, δὲν εἶναι, ὡς γράφουσι, βρυχώμενος λέων, δὲν θὰ εὕρῃ ἐν αὐταῖς ἀνδριάντα ὑπολήψεως· θὰ εὕρῃ μόνον συντρίμματα παρελθόντος. Δὲν δεικνύουσιν οὗτοι σήμερον τοῦτο; Τίς οἶδε τίνες σκέψεις συνέχουσιν αὐτούς.
§73ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὸ εἶναι σκέψις τῆς ἐκλογῆς.
§74ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἶναι λογαριασμὸς, τὸν ὁποῖον θὰ ἔχωσι μετὰ τῆς ἱστορίας, εἶναι λογαριασμὸς, ὃν θὰ εὕρωσι, κρίνοντος τοῦ λαοῦ τὰς πράξεις καὶ τὰς ψήφους των. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἂν ἀπεφεύγετο ἡ ἀνάγκη νὰ ζητήσῃ τὰς ψήφους τὰς ἀθωωτικὰς τῆς Βουλῆς· θὰ ἦτο τοιαύτη διεκφυγὴ σωτηρία δι’ αὐτοὺς καὶ διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἂν προκαλέσωσι τοιαύτην, τόσῳ τὸ χειρότερον δι’ αὐτούς· διότι διὰ τὴν ἐγκριτικὴν ψῆφον τοιούτου ἔργου ἡ ἱστορία, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνεφέρθησαν, θὰ εἴπῃ μίαν ἡμέραν: «Συνῆλθον εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ἄνδρες ἀντιπροσωπεύοντες λαὸν ἐλεύθερον, καὶ ἔδειξαν, ὅτι ἀνελευθέρως ἐβουλεύοντο.» (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§75ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον, αὔριον.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 καὶ 30′ μ. μ.