Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΓ · Σύνοδος Β› Συνεδρίαση 61

1893.02.10

2.660 στίχοι · 18.934 λέξεις · 1 πίνακας · 209 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1893.02.10
Προεδρεία
Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗ
Περίοδος
ΙΓ
Σύνοδος
Β
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1893)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 61

τῆς 10 Φεβρουαρίου 1893.

(Τετάρτη)

Ὥρα 5 μ. μ.

(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ἀλεξάνδρου Ἀντωνοπούλου). (Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ πολιτῶν ἐκ Σύρου, ἐπικρινόντων τὴν ἀπονομὴν παρασήμου εἰς τὸν Ἐμμανουὴλ Φραγκόπουλον.

§2ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τίνες εἰσὶν ὑπογεγραμμένοι;

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀκτὼ, οἱ ἑξῆς: Ἀλέξανδρος Π. Παπαντώνης, Νικόλαος Κανελλόπουλος, Γεώργιος Δημητρόπουλος, Δημήτριος Ν. Κολοτοῦρος, Χ. Δ. Παπαθανασίου, Ι. Σακελλαρόπουλος καὶ Α. Ἀγγελόπουλος.

§4ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Αὐτοὶ εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστοι.

§5ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς ἰδοὺ τί γνωρίζω, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, διότι νομίζω, ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις νὰ ἀνακληθῇ τὸ παράσημον, ὡς κατὰ πλάνην ἀπονεμηθέν. Μοὶ γράφουν ἐκ Σύρου πολλοὶ κάτοικοι ἐκεῖ, παριστῶντες, ὅτι δὲν εἶναι ἀσπίλου διαγωγῆς ὁ εἰς ὃν ἀπενεμήθη τὸ παράσημον καὶ ὅτι ὁ παρασημοφορηθεὶς ὡς δῆθεν Ἕλλην, πρὸς ἀποφυγὴν τῶν στρατιωτικῶν ὑποχρεώσεων, ἤλλαξε τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν καὶ μετὰ τὴν ἀπαλλαγήν του ἐζήτησε τὴν ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα. Θὰ παρακαλέσω ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ, διότι εἶναι ἀνάρμοστον τοιοῦτοι ἀνάξιοι Ἕλληνες νὰ παρασημοφορῶνται. Καταθέτω δὲ καὶ ἔγγραφον περὶ τούτου ἐπερώτησιν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγωσι τὰ ἔγγραφα, δι’ ὧν ἀπενεμήθη τὸ παράσημον εἰς τὸν Ἐμμανουὴλ Φραγκόπουλον, καὶ τὰ διατάγματα καὶ λοιπὰ ἔγγραφα, δι’ ὧν ἐζητήθη ἡ μεταβολὴ τῆς ὑποκοότητος τούτου καὶ δι’ ὧν ἐδόθη ἡ ἀπαλλαγὴ τῆς πρὸς στρατείαν ὑποχρεώσεώς του ἐπὶ τῇ μεταβολῇ ταύτῃ, ὡς καὶ ἡ ἐπάνοδος αὐτοῦ εἰς τὴν ὑπηκοότητα τοῦ Ἕλληνος, καίτοι στερεῖται πάντων τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, ἕνεκα μὴ ἐκπληρώσεως τῶν στρατιωτικῶν ὑποχρεώσεων, καὶ συνεπῶς στερεῖται καὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ φέρειν ὡς Ἕλλην τὸ παράσημον.»

§6ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν γνωρίζω τίνας λόγους ἔχει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, δὲν γνωρίζω τίνες εἶναι οἱ πέμψαντες τὴν ἀναφορὰν, διότι, ἐνῷ εἶμαι σχεδὸν Συριανὸς, οὐδένα τῶν ὑπογραψάντων τὴν ἀναφορὰν γνωρίζω, εἶναι δὲ ὅλοι ὑπογεγραμμένοι μὲ τὸν αὐτὸν χαρακτῆρα, γνωρίζω ὅμως, ὅτι ὁ κ. Ἐμμανουὴλ Φραγκόπουλος, τὸν ὁποῖον προσωπικῶς δὲν εἶδον παρὰ ἅπαξ ἢ δὶς, εἶναι γόνος ἐμπορικῆς οἰκογενείας ἐν Σύρῳ, ἀτομικῶς δὲ, ὡς γινώσκω, εἶναι ἄνθρωπος ἐργαζόμενος νυχθημερὸν, ὅπως διαδώσῃ ἐν Εὐρώπῃ τοὺς οἴνους, τὰ ἔλαια καὶ ἐν γένει τὰ ἑλληνικὰ προϊόντα μετὰ μεγίστης ὄντως ἐπιμελείας, ὡς πράκτωρ τῆς Γερμανικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας ἐν Σύρῳ καὶ Πειραιεῖ, εἶναι δὲ ἄξιος νὰ ἔχῃ τὸ Ἑλληνικὸν παράσημον, ἀφοῦ τὸ ἔχουν τόσοι ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν προσέφεραν ἢ προσφέρουσιν εἰς τὸν τόπον. Δὲν ἀνέγνωσα τὴν ἀναφορὰν, ἀπαξιῶ δὲ νὰ ἀναγνώσω αὐτὴν, διότι γνωρίζω ὅτι ὁ κ. Φραγκόπουλος δὲν εἶναι ἄξιος τῶν μομφῶν, αἱ ὁποῖαι τῷ ἀποδίδονται. Παρακαλῶ ὅμως, κύριε Πρόεδρε, νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, διότι μοὶ φαίνεται πλαστογραφημένη ὡς φέρουσα τὰς ἀγνώστους ὑπογραφὰς διὰ τοῦ αὐτοῦ χαρακτῆρος.

§7ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί γράφουσιν ἐκ Σύρου, κύριε Πρόεδρε (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὸ ἔτος 1880, ὁπότε ἡ πατρίς μας ἐκάλει εἰς τὰ ὅπλα τοὺς νεαροὺς αὐτῆς βλαστοὺς ἅπαντας, ὁ εἰρημένος Ἐμμανουὴλ Φραγκόπουλος, ἀρνησίπατρις γενόμενος, ὅπως ἀποφύγῃ τὴν εὐγενῆ τῆς στρατεύσεως ὑποχρέωσιν, ἐπέτυχεν ἄδειαν διὰ Β. Διατάγματος, ὅπως δεχθῇ τὴν ὀθωμανικὴν ὑπηκοότητα, λόγῳ ὅτι σοβαρὰ αὐτοῦ συμφέροντα ἄνευ τούτου ἐκινδύνευον ἐν τῇ Ἀνατολῇ. «Ἅμα λαβὼν τὸ Β. Διάταγμα, μετέβη εἰς Κυδωνίας, ἔνθα ἔλαβε τουρκικὸν τεσκερὲν προσωρινῶς, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐζήτησε νὰ προμηθευθῇ ὁριστικὸν Ὀθωμανοῦ διαβατήριον. Ἥ τε ὅμως ἐν Ἀθήναις Ὀθωμανικὴ Πρεσβεία καὶ τὸ ἐνταῦθα τότε Ὀθωμανικὸν Προξενεῖον, συνεπείᾳ γνωμοδοτήσεως τῆς Ὑψηλῆς Πύλης, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀναγνωρισθῇ ὑπήκοος Ὀθωμανὸς ὁ μὴ διαμείνας ἐπὶ τρία συνεχῆ ἔτη ἐν Τουρκίᾳ, δὲν τῷ παρέσχον τοιοῦτον. «Ἐν τούτοις μεθ’ ὅλην τὴν ἄρνησιν τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως τὸν ἀναγνωρίσῃ ὑπήκοόν της, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἧς καὶ τότε ἀτυχῶς προΐστατο ὁ τῆς σήμερον ἀνὴρ, τὸν ἀνεγνώρισεν ὡς τοιοῦτον καὶ τὸν ἀπήλλαξε τῆς στρατεύσεως. Μετὰ τριετίαν δ’ ὅλην, ἤτοι κατὰ τὸ ἔτος 1882, ἐπέτυχε μόνον ὀθωμανικὸν διαβατήριον, ἄγνωστον τίνι μέσῳ, παρὰ τοῦ ἐν Ἀθήναις Ὀθωμανικοῦ Προξενείου, καθόσον τὸ ἐνταῦθα ἐπέμενε μὴ ἀναγνωρίζον αὐτὸν ὡς ὑπήκοον Ὀθωμανόν. Ἐν τέλει ὅμως καὶ τὸ ἐδῶ Προξενεῖον τῆς Πύλης, μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ διαβατηρίου ἐν Ἀθήναις, ἀνεγνώρισε καὶ αὐτὸ τὸν Ἐμμανουὴλ Φραγκόπουλον Ὀθωμανὸν ὑπήκοον ἀκριβῶς κατὰ τὴν νέαν ἐπιστρατείαν τοῦ 1885, ὁπότε καὶ πάλιν ἡ πατρὶς ἐκάλει τὰ τέκνα της εἰς τὰ ὅπλα, ἡ δὲ Τουρκία τὰ ἔσφαζεν εἰς τὰ σύνορα. «Οὕτω δὲ καὶ τὸ δεύτερον ὁ Ἐμμανουὴλ Φραγκόπουλος παρέκαμψε τὸν σκόπελον, ὀλιγωρῶν διὰ τὸ μεγαλεῖον τῆς Πατρίδος, καταπατῶν τὴν φιλοτιμίαν του, ἐμπαίζων τοὺς κινδύνους της καὶ παραβαίνων τοὺς νόμους της. «Ἐν τούτοις ὅλοι αὐτοὶ οἱ κίνδυνοι παρῆλθον· κίνδυνον στρατεύσεως ὁ Ἐμμανουὴλ Φραγκόπουλος δὲν διέτρεχε πλέον, διότι συνεπλήρωσεν ἤδη τὸ 30 τῆς ἡλικίας του ἔτος, μετὰ τὸ 1890, εἶχε δὲ ἀνάγκην ὁ Κύριος νὰ γείνῃ καὶ πάλιν πολίτης Ἕλλην. Ἀδιάφορον ἐὰν καὶ ἡ Τουρκία αὐτὴ δὲν τὸν ἠθέλησεν ὑπήκοόν της· αὐτὸς δὲ, ἐπὶ τρία ὅλα ἔτη, οὔτε Ἕλλην οὔτε Τοῦρκος διατελέσας, καθόσον ἡ μὲν Ἑλλὰς τὸν διέγραψεν, ἡ δὲ Τουρκία δὲν τὸν ἀνεγνώριζε, κατώρθωσε νὰ ἀποφύγῃ τὸ σκοπούμενον, ἤτοι τὴν ἀποφυγὴν τοῦ νὰ στρατεύσῃ. Ἀδιάφορον, ἂν κατεπάτησε στρατολογικούς τε καὶ πολιτικοὺς νόμους, ἀδιάφορον ἂν ἐνέπαιξε δύο Κυβερνήσεις! κλπ. κλπ.» Αὐτὸς εἶναι ὁ ὑπερασπιζόμενος παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ.

§8ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ἵνα προσθέσω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις. Εἶναι ἀνακριβέσταται αἱ ἀποδιδόμεναι μομφαὶ τῷ κ. Φραγκοπούλῳ. Πρόκειται περὶ προσωπικοῦ ζητήματος, ὅπερ δὲν ἀξίζει τὸν κόπον καὶ δὲν ἔπρεπε ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν. Βεβαίως ἡ ὑποβληθεῖσα ἀναφορὰ εἶναι πλαστή, ἀφοῦ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὑπογράφονται, ἐγώ, ὡς Ἑρμουπολίτης, δηλῶ ὅτι εἶναι ἀνύπαρκτα. Ἐκ τίνων λόγων ὑπεβλήθη ἡ ἀναφορὰ, ἀγνοῶ· δηλῶ ὅμως, ὅτι ὁ Φραγκόπουλος ἦτο υἱὸς Κυδωνιέως, ἐγκατεστημένου ἐν Σύρῳ πρὸ ἐτῶν, ἀλλὰ πάντοτε ἐξακολουθοῦντος νὰ διατηρῇ τὴν Ὀθωμανικὴν ὑπηκοότητα. Μέχρι τοῦ 1880 εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ πατήρ του ἦτο Ὀθωμανὸς ὑπήκοος, ὁ δὲ υἱός του οὗτος, ἐξακολουθῶν ἕως τότε νὰ ἦναι ἀνήλικος, δὲν ἦτο ἐγγεγραμμένος εἰς τοὺς καταλόγους τῆς στρατιωτικῆς ἀπογραφῆς, ἀλλὰ πρόσωπον ἐνδιαφερόμενον ἐμπορικῶς καὶ ἐνδιαφερόμενον κατὰ τοῦ πατρός του ἐζήτησε παρὰ τοῦ νομάρχου νὰ χαρακτηρισθῇ ὁ νέος Φραγκόπουλος ὡς ὑπήκοος Ἕλλην καὶ ἑπομένως νὰ καταδιωχθῇ ὡς φυγόστρατος· ἀλλ’ ἀπέδειξεν οὗτος τὴν Ὀθωμανικὴν ὑπηκοότητά του καὶ ἀπηλλάγη νομίμως· ἅμα ὅμως τῇ ἐνηλικιώσει του, δηλώσας νομίμως, ἐγένετο καὶ εἶναι ἤδη Ἕλλην ὑπήκοος. Γνωρίζω καλῶς, ὅτι εἶναι ἐκ τῶν ἐντιμοτέρων ἐμπόρων τῆς Ἑρμουπόλεως, ὑποληπτόμενος παρ’ ὅλων καὶ πολλαχῶς γενόμενος ὠφέλιμος ἐν τῇ κινήσει τῆς ἐμπορικῆς ἀτμοπλοΐας, πρὸ δύο ἐτῶν δὲ ἐγκατεστάθη ἐν Πειραιεῖ, ἀντιπροσωπεύων τὴν γνωστὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Γερμανικὴν Ἑταιρίαν. Ἑπομένως ὁ κ. Φραγκόπουλος δὲν ἠλάττωσε τὴν ἀξίαν τοῦ ἀπονεμηθέντος αὐτῷ παρασήμου, καὶ εἶναι λυπηρὸν τὸ φαινόμενον, ὅτι τινὲς θέλουσι νὰ μεταβάλωσι τὴν Βουλὴν εἰς στάδιον εὐτελῶν καὶ ποταπῶν προσωπικῶν παθῶν.

§9ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Φαίνεται ὅτι εἶναι πελάτης σας. Ἐγὼ καταθέτω τὴν ἐπιστολήν.

§10ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Οὐδέποτε συνείθισα νὰ ὑπερασπίζω ἐν τῇ Βουλῇ πελάτας μου, ὡς συνήθως πράττει ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος συνάδελφος, μεταβάλλων τὴν Βουλὴν εἰς Πταισματοδικεῖον πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν πελατῶν του, οὐδεμία δὲ σχέσις μὲ συνδέει μὲ τὸν Φραγκόπουλον, ἀλλὰ κατὰ καθῆκον ὑπερασπίζω αὐτὸν, ὡς συμπολίτην μου, καὶ τὸν Ὑπουργὸν, ὅστις λίαν δικαίως ἀπένειμε παράσημον εἰς συμπολίτην μου, ὁ ὁποῖος ἀναμφισβητήτως εἶναι ἀνώτερος πολλῶν ἄλλων, οἵτινες κατὰ χιλιάδας κατώρθωσαν νὰ λάβωσι παράσημον.

§11ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀπαντῶ εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος· θὰ ἀπαντήσω ὅταν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ αὐτὴν τὴν ἀναφορὰν, ἣν καταθέτω, ὑπογεγραμμένην ὑπὸ τοῦ γνωστοῦ μεγαλεμπόρου Βεκερέλη.

§12ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Μεγαλέμπορος τοιοῦτος δὲν ὑπάρχει ἐν Σύρῳ.

§13ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά.

§14ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πᾶσα συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἶναι πρόωρος. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ὑποβάλωσι τὰ σχετικὰ ἐν τοῖς Ὑπουργείοις αὐτῶν ἔγγραφα, ἐξ ὧν θ’ ἀποδειχθῇ, ἐὰν ὁ Κύριος, περὶ οὗ πρόκειται, διετέλεσεν ἐπίστρατος ἢ κληρωτὸς, ἐὰν δὲν προσῆλθεν ἢ ἀπηλλάγη, καὶ ἂν ἐζήτησεν ἄδειαν μεταβολῆς τῆς ἑλληνικῆς ὑπηκοότητος. Ὅταν οἱ δύο Ὑπουργοὶ προσαγάγωσι τὰ ἔγγραφα, τότε δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις, προκαταβολικῶς ὅμως δὲν εἶναι δίκαιον, οὔτε πρέπει νὰ γείνῃ τοιαύτη συζήτησις.

§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ πολίτου τινὸς ἐξ Ἀθηνῶν, Ἰωάννου Ροντογιάννη, ζητοῦντος ἵνα ἀποσταλῇ εἰς Παρισίους ὁ δηχθεὶς ὑπὸ λυσσῶντος κυνὸς υἱός του. Θὰ σταλῇ ἡ ἀναφορά του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.

§16ΣΚΟΥΖΕΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ συστηθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἀποσταλῇ καὶ ὁ δυστυχὴς αὐτὸς πρὸς θεραπείαν παρὰ τῷ Παστὲρ, ὡς ἀπεστάλησαν καὶ ἄλλοι.

§17ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ δύο περίπου μηνῶν, τινὲς τῶν κυρίων συναδέλφων ἐκ τῶν νομῶν Ἀρκαδίας καὶ Μεσσηνίας παρεκάλεσαν τὸν ἔντιμον κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ ὁποῖος ὑπεσχέθη συνεπείᾳ τῆς παρακλήσεως ἐκείνης νὰ ἐνεργήσῃ ταχέως πρὸς ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἀφοῦ προηγουμένως ἀποζημιωθῶσιν οἱ ἔχοντες λαμβάνειν παρὰ τῆς ἐκπτώτου ἑταιρίας περὶ τὸ ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν. Ἔκτοτε παρῆλθον δύο μῆνες, καὶ οὐδεμία ἐξεδηλώθη ἐνέργεια ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποσχέσεως ἐκείνης. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μᾶς δώσῃ ἐξηγήσεις περὶ τοῦ συμβαίνοντος.

§18Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὴν ἀτυχῆ ἐνέργειαν τῆς προλαβούσης Κυβερνήσεως ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, ἐπεβάλλετο τῷ ὄντι εἰς ἡμᾶς ἐργασία πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν πραγμάτων, διότι ἄνευ ἀνάγκης περιήχθησαν ταῦτα εἰς σημεῖον λίαν δυσάρεστον. Ἡ Κυβέρνησις καταγίνεται εἰς τὴν ἐπανόρθωσιν τῶν πραγμάτων κατὰ τὸ εἰς αὐτὴν ἀνῆκον· οὐδὲν ἐξεδηλώθη μέχρι τοῦδε, διότι οὐδὲν ἀπεφασίσθη· ὅταν ἐκδηλωθῇ τι, θὰ ἦναι καὶ τὰ πράγματα τετελειωμένα. Ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἐπιτευχθῇ τις συνεννόησις, ἥτις νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν εὐχερῆ πρόοδον τῶν ἐργασιῶν, ἀλλὰ καὶ ἤδη οὐδὲν ὑπάρχει ἐκ τῶν κειμένων τὸ παρεμποδίζον τὴν πρόοδον αὐτῶν, διότι ἡ ἑταιρία ἡ ἔχουσα τὸ προνόμιον δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν, ἐὰν δὲ ἀπαντᾷ δυσχερείας ὡς ἐκ τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς ἀνέλαβε τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην, καὶ τῶν ἰδιαιτέρων αὐτῶν περιστάσεων, δυνηθῶμεν δὲ καὶ ὡς πρὸς τοῦτο νὰ τὴν διευκολύνωμεν, θέλομεν τὸ πράξει, ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι ἔχομεν ὑποχρεώσεις πρὸς τὴν Πολιτείαν, καὶ πρέπει νὰ συνδυάσωμεν τὰς εὐκολίας ταύτας πρὸς τὸ γενικὸν τῆς Πολιτείας συμφέρον.

§19ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Δὲν κρίνω ἐπίκαιρον νὰ ἐξετάσω πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν ὑπαιτίων τῆς ἐπελθούσης καταστάσεως, ἀλλ’ ἀναφορικῶς πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τῆς νέας ἑταιρίας, τὰ πράγματα δὲν ἔχουσιν, ὅπως ἐκθέτει ταῦτα ὁ κ. Πρωθυπουργός. Μανθάνω, ὅτι ἡ ἑταιρία οὐδεμίαν ἔχει δυσκολίαν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας· τοὐναντίον ἔχει συμφέρον, καὶ συμφέρον ἐπιτακτικὸν, νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὰς, ἀλλὰ δὲν τολμᾷ νὰ ἄρξηται τῶν ἐργασιῶν, διότι ἀπειλεῖται νὰ ἐμποδισθῇ εἰς τὴν ἐξακολούθησιν αὐτῶν ἀπὸ τοὺς ἔχοντας λαμβάνειν ἀπὸ τὴν ἔκπτωτον ἑταιρίαν. Ταῦτα γνωρίζει κάλλιστα ἡ Κυβέρνησις, καὶ φρονῶ, ὅτι ὡσαύτως γνωρίζει, ὅτι οὗτος εἶναι ὁ μόνος λόγος, δι’ ὃν ἀπρακτεῖ ἡ ἑταιρία. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμῇ πράγματι νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ περατωθῇ τὸ ἔργον αὐτὸ, νὰ συνδράμῃ τὴν ἑταιρίαν πρὸς ἀπόκρουσιν τῶν ἀντενεργειῶν τῶν κατοίκων, ἐξουδετεροῦσα τὰς ἀντενεργείας ταύτας δι’ ἀποζημιώσεως τῶν ἐχόντων λαμβάνειν ἀπὸ τὴν ἔκπτωτον ἑταιρίαν, διότι οὗτοι ἐπίστωσαν τὴν ἑταιρίαν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐργάζεται αὕτη ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τῆς Κυβερνήσεως, ὀφειλούσης, πρὸς τοῖς ἄλλοις, νὰ ἐνεργῇ σημαντικὰς κρατήσεις ἐκ τῶν πρὸς τὴν ἑταιρίαν γινομένων ἑκάστοτε πληρωμῶν τῶν ἐκτελουμένων ἐργασιῶν, δι’ αὐτὸν τοῦτον τὸν λόγον τῆς θεραπείας παραπλησίων ἐλλείψεων τῆς ἑταιρίας. Ἐὰν δὲ τὸ Δημόσιον δὲν ἔλαβε τοιαύτην πρόνοιαν, ὑπέχει εὐθύνην καὶ ὑποχρέωσιν ἀποζημιώσεως, εἰς ἣν ἐπὶ τέλους ἐξαναγκασθήσεται ὑπὸ τῶν δικαστηρίων ἐν ἀνάγκῃ.

§20ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἐγὼ εἶχον ἄλλοτε ἐπερωτήσει τὴν Κυβέρνησιν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον τοὺς νομοὺς Ἀρκαδίας καὶ Μεσσηνίας ἐνδιαφέρει, ἀλλὰ καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καθόλου· διότι πρόκειται περὶ ἐπιχειρήσεως, ἥτις ἀπῄτησε μέχρι τοῦδε περὶ τὰ 30 ἑκατομμύρια καὶ ἀκόμη δὲν ἤχθη εἰς πέρας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε τότε νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν βραδύτητα εἰς τὴν ἑταιρίαν τὴν νέαν, ἐντεῦθεν δὲ προέκυψε συζήτησις μακρὰ μεταξὺ ἐμοῦ, αὐτοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀποτέλεσμα τῆς ὁποίας ὑπῆρξεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐνήργει πᾶν τὸ ἐφ’ ἑαυτῇ, ὅπως αἱ ἐργασίαι ἐπαναληφθῶσι. Δυστυχῶς μέχρι τοῦδε δὲν ἐπανελήφθησαν αὗται, καθ’ ἃς δ’ ἔχω πληροφορίας, ἡ ἑταιρία ἐξακολουθεῖ παραπονουμένη κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν παραδίδει εἰς αὐτὴν τὴν γραμμὴν πρὸς κατασκευήν. Ἐὰν δὲν ἦτο ἀληθὲς τὸ παράπονον τοῦτο τῆς ἑταιρίας, θὰ ἔσπευδε βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ὑπ’ ἐμοῦ αἰτηθὲν πρωτόκολλον παραδόσεως τῆς γραμμῆς ὁλοκλήρου εἰς τὴν ἑταιρίαν. Καὶ μένουσιν οὕτως ἐγκαταλελειμμένα πλεῖστα ὅσα ἔργα ἡμιτελῆ, τὰ ὁποῖα ἐστοίχισαν πολλὰ ἑκατομμύρια εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ ὑλικὸν προσέτι πολὺ, ἐνόσῳ δὲ παρατείνεται ἡ κατάστασις αὕτη, τὸ Κράτος ὑφίσταται ζημίαν ἀνυπολόγιστον. Δι’ ὅλα αὐτὰ ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐξακολουθῶ πιστεύων, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπέχει εὐθύνην διὰ τὴν μέχρι τοῦδε ἀναβολὴν τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ σιδηροδρόμου, ὅπως εὐθύνην ὑπέχει καὶ δι’ ἕτερον ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρὸ πολλοῦ ἐπηρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου διὰ τῶν συνήθων αὐτῷ ὑπεκφυγῶν κατώρθωσεν ἐπίσης νὰ μὴ εἴπῃ ὅ,τι ἔπρεπε νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλήν. Πρόκειται περὶ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ Κράτος εἰς τὰ κέρδη ἐκ τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας. Ὁ νόμος καὶ ἡ σύμβασις εἶναι σαφεῖς, καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν ἀνεπιφυλάκτως, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ Δημοσίου εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἐν τούτοις, ἐνῷ ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1892 τὸ Δημόσιον ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὸ ἀναλογοῦν εἰς αὐτὸ μέρος κέρδους, ἤδη ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ ἔτους ἐκείνου γενομένου τοῦ λογαριασμοῦ, ἐν τούτοις μέχρι τοῦδε οὐδ’ ὀβολὸν ἔλαβε. Καὶ εἶπε μὲν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι, ἐπειδὴ ἠγέρθησαν ἀντιῤῥήσεις ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας, παρεπέμφθη ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ἀλλὰ τοῦτο μέχρι τοῦδε, ἐπὶ 7 δηλαδὴ ὅλους μῆνας, δὲν κατώρθωσε νὰ ἐκδώσῃ τὴν σχετικὴν ἀπόφασιν. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ πτωχοῦ τινος πολίτου, ὀφείλοντος δέκα ἢ εἴκοσι δραχμὰς ἐκ φόρων εἰς τὸ Κράτος, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔσπευδε νὰ τὸν συλλάβῃ καὶ τὸν ῥίψῃ εἰς τὰς φυλακὰς, προκειμένου ὅμως περὶ μιᾶς Τραπέζης, ἐπιδεικνύει τὴν ἀσύγγνωστον αὐτὴν ἀμέλειαν, πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου.

§21Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς παρέστησεν, ὅτι παρῆλθε πολὺς χρόνος, ἀφ’ ὅτου ἡ ὑπόθεσις αὕτη μένει ἐκκρεμὴς, ἀλλὰ καθώρισε μετὰ ταῦτα τὸν χρόνον. Περιεμένομεν ν’ ἀκούσωμεν, ὅτι μένει ἐκκρεμὴς ἀπὸ τοῦ 1860, ἀπὸ τοῦ 1850· ἠκούσαμεν δὲ, ὅτι μένει ἐκκρεμὴς ἀπὸ τοῦ 1892.

§22ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀπὸ τοῦ τέλους τῆς πρώτης ἑξαμηνίας, ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου.

§23Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐννοεῖται, ὅτι μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἑξαμηνίας πρέπει νὰ δημοσιευθῇ ὁ ἰσολογισμὸς τῆς Τραπέζης, νὰ ἐξελεγχθῇ, καὶ ἴσως μετὰ τρεῖς μῆνας ἀπὸ τῆς λήξεως νὰ γένηται καταβολή. Ἄλλως ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ τῆς φορολογίας τῆς κανονικῆς· ἐνταῦθα πρόκειται περὶ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὰ κέρδη, ἀλλὰ καὶ αὕτη μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἑξαμηνίας διεκπεραιοῦται. Ἡ ὑπόθεσις διατελεῖ ἐν τῷ σταδίῳ τῆς συνεννοήσεως πρὸς τὴν Τράπεζαν, πρὸς ἣν ἐγένετο ἀνακοίνωσις τῆς γνώμης τοῦ Ὑπουργείου. Ἐποιήσατο αὕτη τὰς ἑαυτῆς ἀντιῤῥήσεις, ἐφ’ ὧν ἀντιῤῥήσεων νέαι ἐγένοντο σκέψεις, καὶ ἐπίκειται ἡ ἔκδοσις τῆς ὁριστικῆς ἀποφάσεως. Ὥστε τὰ πάντα διεξάγονται ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ κανονικῶς, καὶ οὐδὲ μηνὸς, οὐδ’ ἑβδομάδος, οὐδ’ ἡμέρας ἀπώλεια ὑπάρχει ἐν τῇ ἐνεργείᾳ τῆς Κυβερνήσεως. Ὡς πρὸς δὲ τὰ τοῦ σιδηροδρόμου, ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅστις ὑπεστήριζε τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις εἶναι παραίτιος τῆς καταστάσεως, δικαιοῦται ὀλιγώτερον παντὸς ἄλλου νὰ παραπονῆται, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γινώσκῃ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι, ἐὰν τὰ πράγματα ἔμενον ὡς εἶχον, ἐὰν ἡ διαχείρισις δὲν ἀφῃρεῖτο ἀπὸ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν Σιδηροδρόμων καὶ δὲν μετεβιβάζετο εἰς ἑτέραν ἑταιρίαν, αἱ δυσχέρειαι αὗται δὲν θὰ ὑφίσταντο, δυσχέρειαι, ἐν αἷς οὐδόλως ἐνέχεται ἡ Κυβέρνησις· ἀλλὰ καίτοι δὲν εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις, πρὸς τὸ συμφέρον ὅμως τῆς Πολιτείας ἐργάζεται, ὅπως ἀρθῶσι πᾶσαι αἱ δυσχέρειαι αὗται. Αἱ δυσχέρειαι, ἃς παρέστησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, δὲν ὑπάρχουσιν. Ἡ ἑταιρία ἔχει τὰ δικαιώματα αὐτῆς, ἐὰν δὲ ἔχῃ καὶ ὑποχρεώσεις, ἃς δὲν ἐκπληροῖ πρὸς τοὺς ἐργολάβους καὶ τοὺς ἐργάτας, τοῦτο δὲν παρέχει εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνωσιν ἀμέσως, καὶ νὰ παρεμποδίζωσι τὰ ἔργα· ἡ ἐπέμβασις αὐτῶν θὰ γείνῃ διὰ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ δὲν νομίζω, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη θέλει παρεμποδίσει τὴν πρόοδον τῶν ἔργων· ἄλλως τε, καὶ τοῦτο ἐὰν συμβῇ, πρέπει νὰ γένηται ἔναρξις ἐκτελέσεως καὶ νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι κώλυμα παρουσιάζεται· ἀλλὰ καὶ κώλυμα ἐὰν παρουσιάζηται, δὲν προέρχεται ἐκ παραλείψεως τῆς Κυβερνήσεως. Ταῦτα ὡς πρὸς τὴν νομικὴν ὑποχρέωσιν τῆς Κυβερνήσεως· τὴν ἠθικὴν ὅμως αὐτῆς ὑποχρέωσιν πρὸς τὴν Πολιτείαν, καὶ οὐχὶ πρὸς τὴν ἑταιρίαν, ἵνα διευκολύνῃ τὰ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐκτελέσεως, ταύτην ἐκπληροῖ δεόντως.

§24ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν παρεπονέθην ὅτι πρόκειται περὶ καθυστερήσεως τῆς ὑποχρεώσεως τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας ἀπὸ τοῦ 1860 ἢ ἀπὸ τοῦ 1850. Ἐγὼ παρεπονέθην καθαρὰ, ὅτι πρόκειται περὶ καθυστερήσεως τῆς ὑποχρεώσεως αὐτῆς ἀπὸ τοῦ ἔτους 1892. Κατὰ δὲ τὸ σαφὲς γράμμα τοῦ νόμου καὶ τῆς σχετικῆς συμβάσεως, ἡ Τράπεζα τῆς Ἠπειροθεσσαλίας ὑποχρεοῦται ν’ ἀποτίσῃ εἰς τὸ Δημόσιον τὸ ἀναλογοῦν εἰς αὐτὸ δικαίωμα ἐκ τῶν κερδῶν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν της γραμματίων ἀπὸ πότε; Ἀπὸ τῆς 1 τοῦ ἔτους 1892 ἐκανονίσθη νὰ γίνηται ἡ ἀπότισις καθ’ ἑκάστην ἑξαμηνίαν...

§25Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν λέγει τοῦτο ὁ νόμος.

§26ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ νόμος τὸ λέγει σαφῶς, καὶ ἐπιφυλάττομαι αὔριον νὰ φέρω μετ’ ἐμοῦ καὶ σᾶς ἀναγνώσω τὸ κείμενον αὐτοῦ... Καθ’ ἑκάστην ἄρα ἑξαμηνίαν πρέπει νὰ γίνηται ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ λογαριασμοῦ καὶ ν’ ἀποδίδηται τὸ ἀνῆκον εἰς τὸ Κράτος. Ἡ πρώτη ἑξαμηνία τοῦ 1892 ἔληξεν ἤδη πρὸ 7 μηνῶν, ὤφειλε δ’ ἔκτοτε νὰ γείνῃ πάραυτα ἡ ἐκκαθάρισις καὶ νὰ πληρωθῇ εἰς τὸ Δημόσιον τὸ ἀναλογοῦν μέρος. Ἔκτοτε ὅμως παρῆλθον οὐχὶ ἡμέραι, οὐχὶ ἑβδομάδες, ἀλλ’ ἑπτὰ μῆνες, καὶ εἰσήλθομεν ἤδη εἰς τὸν ὄγδοον μῆνα, καὶ ἐν τούτοις ἀκόμη δὲν ἠξεύρομεν κἂν ποῦ εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Ἐξ ὅσων δὲ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐνοήσαμεν μόνον, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη παρεπέμφθη ad Calendas Græcas. Ὡς πρὸς τὴν ἄλλην ὑπόθεσιν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεῦρε τὸ ὑπεύθυνον ἐν ἐμοί. Αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ πρωτουργὸς τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν δι’ ἐξόδων τοῦ Κράτους, ὁ πρωτουργὸς τῆς ἰδέας τοῦ νὰ κατασκευασθῇ ὁ σιδηρόδρομος ὁ στενὸς καὶ νὰ στοιχίσῃ τὸ διπλάσιον σχεδὸν ἀφ’ ὅ,τι στοιχίζει ὁ εὐρὺς σιδηρόδρομος Πειραιῶς–Λαρίσσης, αὐτὸς ὁ ἀνεχθεὶς νὰ γείνωσιν ὅλαι αἱ γνωσταὶ ἐκεῖναι καταχρήσεις ἐπὶ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος σιδηροδρόμου, ὁ ἀνεχθεὶς τὴν πληρωμὴν καταστάσεων εἰκονικῶν δι’ ἔργα μὴ κατασκευασθέντα, καὶ τὴν ἐντεῦθεν προκύψασαν ζημίαν τοῦ Δημοσίου καθ’ ἑκατομμύρια πολλά, αὐτὸς εἶναι ὅλως ἀνεύθυνος, ὑπεύθυνος δὲ μόνον εἶμαι ἐγώ· καὶ διατὶ νομίζετε; διότι ὑπεστήριξα τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις εὑρέθη πρὸ τῆς δυσχεροῦς θέσεως, καθ’ ἥν, ἀνικάνου ἀποδειχθείσης τῆς Βελγικῆς ἑταιρίας, ἵνα συντελέσῃ τὸ ἔργον, τῆς δὲ ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν Σιδηροδρόμων ἀπαιτούσης τὴν παραλαβὴν ἑτοίμου τοῦ ἔργου πρὸς ἐκμετάλλευσιν, καὶ ἀρνουμένης ν’ ἀποπερατώσῃ αὕτη δι’ ἐξόδων της τὴν γραμμήν, εὑρέθη πρὸ τῆς δυσχεροῦς θέσεως νὰ ἔλθῃ εἰς συμφωνίαν πρὸς ἄλλην ἑταιρίαν, ἀναλαμβάνουσαν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου δι’ ἐξόδων της καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν αὐτοῦ. Βεβαίως πᾶς ἀμερόληπτος καὶ ἀπαθὴς κριτὴς μάτην θ’ ἀνεζήτει ἴχνος εὐθύνης ἐν ἐμοί. Τὴν εὐθύνην πλήρη καὶ ἀκεραίαν θ’ ἀνεύρισκε παρὰ τῷ κ. Πρωθυπουργῷ, ὅστι, ἀφοῦ ἐδανείσθη 30 ὅλα ἑκατομμύρια διὰ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν, δὲν ἤσκησε τοὐλάχιστον ἀκριβῆ καὶ αὐστηρὸν ἔλεγχον κατὰ τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ, ἀλλ’ ἄφησε νὰ γείνωσιν ὅλαι ἐκεῖναι αἱ καταχρήσεις, ὥστε τὸ ἔργον μετὰ σπατάλην τοσούτων ἑκατομμυρίων νὰ μείνῃ ἡμιτελὲς καὶ ν’ ἀναγκάσῃ τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν, ἵνα κηρύξῃ ἔκπτωτον τὴν ἐν τῷ μεταξὺ πτωχεύσασαν Βελγικὴν ἑταιρίαν, ἔκπτωτον καὶ τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεσημβρινῶν Σιδηροδρόμων τῶν δικαιωμάτων της, ἀφοῦ ἠρνεῖτο αὕτη νὰ συνεχίσῃ καὶ ἀποπερατώσῃ τὸ ὑπ’ ἐκείνης διακοπὲν ἔργον, καὶ νὰ συμβληθῇ πρὸς τὴν ἑταιρίαν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου διὰ συμβάσεως, κυρωθείσης διὰ νόμου, καὶ ἐπιβαλλούσης ὑποχρεώσεις εἰς ἀμφότερα τὰ συμβαλλόμενα μέρη, ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὴν νέαν ἀνάδοχον τῆς κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου ἑταιρίαν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἡ ἑταιρία παραπονεῖται νῦν, ὅτι δὲν παραδίδεται εἰς αὐτὴν τὸ ἔργον πρὸς κατασκευήν. Τὸ παράπονον τοῦτο ἐγὼ τοὐλάχιστον εὑρίσκω δίκαιον, δικαιότατον, ἐνόσῳ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀποδεικνύει τὸ ἐναντίον, δὲν ὑποβάλλει τὸ πρωτόκολλον τῆς παραδόσεως ὁλοκλήρου τῆς γραμμῆς εἰς αὐτήν, καθ’ ἃ ἤδη ἐπανειλημμένως τὴν προεκάλεσα ἐγώ. Αὐτὰ εἶναι τὰ γεγονότα, διὰ τὰ ὁποῖα, ἂν ὑπάρχῃ εὐθύνη, τὴν εὐθύνην ταύτην πλήρη καὶ ἀκεραίαν φέρει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἡ καὶ πρὶν ἐν τοῖς πράγμασιν οὖσα, ὅτε ὁ σιδηρόδρομος ἐξεδίδετο πρὸς κατασκευὴν καὶ ἐγένοντο αἱ γνωσταὶ καταχρήσεις κατ’ αὐτήν. Ἡ Κυβέρνησις εὐθύνεται καὶ νῦν, διότι τὴν παροῦσαν ἔκρυθμον κατάστασιν παρατείνει σχεδὸν ἐπ’ ἄπειρον, διότι τὸ Δημόσιον μένει ἄνευ προσόδου τινὸς ἐκ τῶν 30 ἑκατομμυρίων, διὰ τὰ ὁποῖα αὐτὸ πληρόνει τόκους εἰς τοὺς συνομολογήσαντας τὸ δάνειον τοῦτο, καὶ διότι πλεῖστα ἔργα, στοιχίσαντα μέχρι τοῦδε ἑκατομμύρια, μένουσιν ἡμιτελῆ ἐκτεθειμένα, καὶ φθείρονται ὁλονέν, καὶ ἡ ζημία αὕτη εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ὑποστῆ τὸ Δημόσιον, ἐὰν ἤρχετο εἰς συμβιβασμόν τινα πρὸς τοὺς δυστυχεῖς ὑπεργολάβους καὶ ἐργάτας, τοὺς ἔχοντας λαμβάνειν ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε κατασκευῆς τῆς γραμμῆς.

§27Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ προκαταβολαὶ αἱ πέραν τοῦ δέοντος, αἵτινες ἐγέννησαν τὰς κατόπιν δυσχερείας, δὲν ἐγένοντο ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως ἡμῶν, ἐγένοντο ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἣν ὑπεστήριζεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅστις δὲν ὑποστηρίζει σήμερον τὴν πολιτικὴν, ἣν τότε ὑπεστήριζε. Περὶ τὰ τοῦ σιδηροδρόμου φαίνεται ἐπίσης, ὅτι μετέβαλε γνώμην, διότι ἤδη κατακρίνει ὅσα τότε ὑπεστήριζεν· ἤδη θεωρεῖ, ὅτι κακῶς ἐγένοντο αἱ προκαταβολαὶ, ἃς τότε ἐγίνωσκε γενομένας, ὑπεστήριζεν ὅμως τοὺς ποιουμένους αὐτάς. Ἡ δυσχέρεια οὐδαμῶς θὰ ὑπῆρχεν, ἐὰν τότε ἐλαμβάνετο πρόνοια, καὶ βεβαίως δὲν θὰ ὑπῆρχεν, ἐὰν διετέλει ἐν τοῖς πράγμασιν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις εἶχεν ἀναλάβει ἐξ ὑπαρχῆς τὰ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. Ὁ σιδηρόδρομος Μύλων–Καλαμῶν δὲν ἐστοίχισεν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, οὐδὲ πρόκειται νὰ στοιχίσῃ, στενὸς σιδηρόδρομος ὤν, ὅσον στοιχίζει ὁ σιδηρόδρομος Πειραιῶς–Λαρίσσης. Ὁ σιδηρόδρομος Μύλων–Καλαμῶν ἐκτελεῖται δαπάναις τοῦ Κράτους, ἐὰν δὲ μὴ παρενέπιπτον τὰ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως—οὐχὶ τῆς ἀμέσως προκατόχου— γενόμενα, ἤθελε περατωθῆ τὸ ἔργον ὑπὸ ὅρους λίαν ὠφελίμους εἰς τὸ Κράτος. Σήμερον ἐπῆλθον αἱ ζημίαι, περὶ ὧν ὁμιλεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς, θέλων νὰ ἐπιῤῥίψῃ εὐθύνην ἐφ’ ἡμᾶς, οἵτινες παρελάβομεν τὴν κατάστασιν ταύτην. Καίτοι ὅμως ἡμεῖς δὲν ὑπέχομεν εὐθύνας ἐπὶ τῇ γενέσει τῆς καταστάσεως ταύτης, καταβάλλομεν πᾶσαν φροντίδα, ἵνα θέσωμεν τέρμα εἰς αὐτὴν, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θέλομεν θέσει τέρμα ταχέως εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην.

§28Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω ὁποίας φροντίδας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλει καταβάλει πρὸς περάτωσιν τοῦ ἔργου, καὶ τί θέλει ἐνεργήσει κατὰ τῆς νῦν ἀναδόχου ἑταιρίας· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐμνήσθη τῆς προκατόχου κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, ὡς ὑπεχούσης δῆθεν τὴν εὐθύνην, ὀφείλω νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι καὶ τότε ἐτύγχανον Βουλευτὴς, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι μακρὰ ἐγένετο συζήτησις περὶ τῆς ἑταιρίας ἐκείνης· ἄλλα δ’ ὑπεστηρίζοντο τότε ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Κατηγορεῖτο ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, διότι δὲν ἐποιεῖτο δωρεάς, διότι δὲν ἀπεζημίονε τοὺς δῆθεν ἔχοντας λαμβάνειν. Ἀπῄτησεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην νὰ ἀναλάβῃ ὑποχρεώσεις τεσσάρων ἑκατομμυρίων, ἵνα πληρώσῃ τοὺς δικαιούχους, ὅπως ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον...

§29Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ οὐδέποτε.

§30Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. .. Κατηγόρουν τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ὅτι ἐκήρυξεν ἔκπτωτον τὴν Βελγικὴν ἑταιρίαν τοῦ ἔργου, ἐνῷ ἡ ἑταιρία εἶχε κηρυχθῆ εἰς πτώχευσιν ὑπὸ τῶν ἐχόντων λαμβάνειν. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐξεπλήρωσε καθῆκον, διότι ὤφειλε νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὴν ἑταιρίαν, ἥτις ὁμολογουμένως εἶχε παύσει πᾶσαν ἐργασίαν. Ὀφείλεται ἔπαινος εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, οὐ μόνον διότι ἐκήρυξεν ἔκπτωτον τὴν ἑταιρίαν, ἀλλὰ διότι παρεχώρησε τὴν ἐκμετάλλευσιν εἰς ἄλλην ἑταιρίαν, ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Κράτους ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου. Ἐὰν ἡ ἑταιρία ἡ ἀναδεχθεῖσα τὴν ἐκμετάλλευσιν ὑπῆρξεν ἀτυχὴς, δὲν πταίει ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη. Αἱ συμπτώσεις τοῦ ἔργου τούτου ὑπῆρξαν ἀνέκαθεν ἀτυχεῖς, διότι ἡ Κυβέρνησις ἡ προηγουμένη ἐν τοῖς μέτροις αὐτῆς περὶ κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου δὲν εἶχε θέσει βάσεις ἑδραίας. Ἐπλήρονε, λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἡ Κυβέρνησις προκαταβολὰς ἔργων μὴ τελεσθέντων· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Κατηγορεῖτο ἀκριβῶς ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, διότι καθυστέρει ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου ἐντάλματα πληρωμῆς, τὰ ὁποῖα ἡ ἑταιρία ἀπῄτει τότε, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐθεώρει ὡς τετελεσμένα τὰ ἔργα καὶ κατηγορεῖτο, διότι δὲν ἐπλήρονε τὴν ἑταιρίαν, ἵνα ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς. Ἐνόμισα, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὤφειλον νὰ κάμω τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ὅπως μὴ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑποστηρίζῃ πράγματα μὴ ἀκριβῆ, οἷα ἀπεδείχθησαν κατὰ τὴν μακρὰν τότε συζήτησιν.

§31Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ μακρὰ συζήτησις, ἧς ἐμνήσθη ὁ κ. Βουλευτὴς, βεβαίως ἐγένετο, καὶ ἀπέδειξε τὰ ἐναντία πάντων, ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής· διότι ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν ἔλαβεν ἡ ἑταιρία, ἡ σήμερον ἔχουσα τὴν παραχώρησιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως, τὴν παραχώρησιν ταύτην ἐπὶ ὅροις συμφερωτέροις τῶν προταθέντων ὑπὸ τῶν Μεσημβρινῶν Σιδηροδρόμων, διότι ἐνταῦθα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐξετυλίχθησαν τὰ πάντα, καὶ ἀπεδείχθη ὅτι ἡ ἑταιρία τῶν Μεσημβρινῶν Σιδηροδρόμων ἦτο πρόθυμος νὰ ἀναλάβῃ ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς ὅροις, ἐφ’ οἷς ἀνέλαβε καὶ ἡ ἑταιρία, ἡ σήμερον κεκτημένη τὴν ἐκμετάλλευσιν, καὶ μάλιστα ἐπὶ ὅροις βελτίοσιν. Οὐδ’ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡμεῖς ἐπεκρίναμεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐκήρυξεν ἔκπτωτον τὴν Βελγικὴν ἑταιρίαν· ἡμεῖς ἐπεκρίναμεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ἐκήρυξεν ἔκπτωτον τὴν ἑταιρίαν, ὅτε ἔπρεπε νὰ κηρύξῃ αὐτὴν ἔκπτωτον, λέγοντες ὅτι, ἐὰν ἐκήρυττεν αὐτὴν ἐγκαίρως ἔκπτωτον, ἤθελον προληφθῆ πολλαὶ ζημίαι, ἐπελθοῦσαι ἐκ τῆς βραδύτητος τῆς Κυβερνήσεως περὶ τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν, οὐδὲ ἐποιησάμεθα ποτὲ ἡμεῖς τὰς παραστάσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, περὶ ὧν ἐποιήσατο λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀφορώσας εἰς δικαιώματα πιστωτῶν τῆς ἑταιρίας, διότι περὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν πιστωτῶν ἡμεῖς οὐδόλως ὡμιλήσαμεν, θεωροῦντες ταῦτα ὡς ἀναγόμενα εἰς τὴν δικαστικὴν ἁρμοδιότητα, οὐδ’ ἐθεωρήσαμεν, ὅτι εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς νὰ ἐξετάσῃ τὰ περὶ τούτου, οὐδ’ ἐνομίσαμεν, ὅτι ὑπῆρχέ τις ἀφορμὴ, ἵνα τὸ ζήτημα μετενεχθῇ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου.

§32ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σκοπεύω νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς εὐθύνης τῶν διαφόρων Κυβερνήσεων, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ πάντων ἐνδιαφέρει τὸ Κράτος καὶ τὴν Πολιτείαν καὶ τὴν κοινωνίαν, εἶναι, πῶς πρέπει νὰ διεξαχθῶσιν εἰς τὸ μέλλον τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ὑπάρχει μία κατάστασις, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη διὰ νόμου τοῦ Κράτους, παραχωρήσαντος τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου εἰς τὴν ἑταιρίαν τοῦ σιδηροδρόμου Πελοποννήσου, καὶ ἑπομένως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς καταστάσεως πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ποίαν πορείαν ὀφείλομεν νὰ ἀκολουθήσωμεν. Ἡ ἑταιρία τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, ἥτις ἀνέλαβε τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, δὲν ἤρχισεν ἀκόμη τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου τούτου. Διατὶ ἡ ἑταιρία αὕτη βραδύνει μέχρι τοῦδε νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της; Καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἡ ἑταιρία ἀρνεῖται νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της, εἶναι, ὅτι ἀπαιτεῖ προηγουμένως παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, δυνάμει τῶν συμφωνηθέντων, νὰ ἐγκαταστήσῃ αὐτὴν εἰς τὴν γραμμήν.

§33Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις εἶναι πρόθυμος νὰ πράξῃ πᾶν τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτήν, καὶ ἐπανειλημμένως τὸ ἐδήλωσεν εἰς τὴν ἑταιρίαν.

§34ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἑταιρία εἶναι ὑπόχρεως νὰ ἀρχίσῃ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἔργου μετὰ παρέλευσιν προθεσμίας τινὸς ἀπὸ τῆς παραδόσεως εἰς αὐτὴν τῶν ἔργων. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν, ἵνα ἐκβιάσῃ τὴν ἑταιρίαν εἰς ἔναρξιν τοῦ ἔργου, ὀφείλει νὰ προσκαλέσῃ αὐτὴν πρὸς παράδοσιν τῶν ἔργων, καὶ τότε ἡ προθεσμία αὕτη θὰ ἀρχίσῃ. Διατὶ ὅμως μέχρι τοῦδε δὲν ἐγένετο τοῦτο; Δὲν ἐγένετο τοῦτο, διότι ἐγεννήθη εὔλογος ὑπόνοια, ὅτι καὶ μετὰ τοιαύτην παράδοσιν, καὶ μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς προθεσμίας πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, δὲν θὰ κατορθώσῃ ἡ ἑταιρία νὰ ἐργασθῇ πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς γραμμῆς, ἕνεκα τῆς ἀντιπράξεως ἐκείνων τῶν κατοίκων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν λαμβάνειν παρὰ τῆς ἐκπτώτου ἑταιρίας. Ἡ ἀντίῤῥησις αὕτη, τὴν ὁποίαν προβάλλει ἡ ἑταιρία, ἡ ἀναλαβοῦσα τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς κατασκευῆς τοῦ ἔργου, εἶναι ἀντίῤῥησις, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ ἡ Πολιτεία μετὰ δικαιοσύνης καὶ ἐπιεικείας. Εἶναι, Κύριοι, ἀληθέστατον, ὅτι οἱ ἔχοντες λαμβάνειν παρὰ τῆς ἐκπτώτου ἑταιρίας ἦσαν διατεθειμένοι διὰ τῆς βίας νὰ παρακωλύσωσι τοὺς ἐργάτας τῆς νέας ἑταιρίας ἀπὸ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου, καὶ ὑπῆρχον φόβοι συγκρούσεων. Καθ’ ὃν χρόνον μάλιστα ἐπέκειντο αἱ ἐκλογαὶ, οἱ φόβοι ἦσαν μεγαλείτεροι, σήμερον ἴσως οἱ φόβοι εἶναι μικρότεροι· ἐνδέχεται ἤδη ἡ Πολιτεία νὰ ᾖναι εἰς θέσιν νὰ ὑποστηρίξῃ ἀποτελεσματικῶς τὴν ἑταιρίαν εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ ἔργου, ἀλλὰ δὲν πρέπει ἆρά γε νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ αἱ ἀξιώσεις αὗται τῶν κατοίκων; Τάχα αὐτοὶ οἱ κάτοικοι, οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου τούτου, δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωσι παρὰ τῆς Πολιτείας ἀνακούφισίν τινα; Ὄχι, λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εὑρίσκεται ἐν τῷ δικαίῳ. Βεβαίως νομικὴν ὑποχρέωσιν ἀναγνωρίζω, ὅτι δὲν ἔχει ἡ Πολιτεία· ἀλλ’ οἱ ἄνθρωποι οὗτοι εἰργάσθησαν, καθ’ ὃν χρόνον ἡ Κυβέρνησις, πληρόνουσα τὴν ἑταιρίαν, τὴν τότε κατασκευάζουσαν τὸ ἔργον, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνηθῇ εἰς αὐτὴν τὴν πληρωμὴν, καὶ νὰ πληρώσῃ αὐτὴ ἡ ἰδία τοὺς ἐργάτας, οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου. Τὸ καθῆκον τοῦτο, ὅπερ εἶχεν ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι τῶν ἐργαζομένων ἐργολάβων καὶ ἐργατῶν, δὲν τὸ ἐξεπλήρωσεν· ἐντεῦθεν νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὴν ἡ ἠθικὴ ὑποχρέωσις νὰ ἀνεύρῃ τρόπον, μετριάζοντα τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέστησαν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, καὶ τοιοῦτον θεωρῶ τὸν ἑξῆς. Δύναται νὰ συναθροισθῇ ποσόν τι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐκ συνδρομῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἐξ ἄλλου ἐκ συνδρομῶν τῆς ἑταιρίας, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὴν ἐξακολούθησιν τῆς κατασκευῆς τοῦ ἔργου, καὶ ἐξ ἄλλου ἐκ τῶν λειψάνων τῆς πτωχευσάσης Βελγικῆς ἑταιρίας, τὰ ὁποῖα πιθανῶς εὑρίσκονται ἐν τῇ πατρίδι αὐτῆς, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ἀπαρτισθῇ ποσὸν χρημάτων, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ πληρωθῶσιν ἐν μέρει οἱ δικαιοῦχοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ λάβωσι λεπτὸν, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ παύσῃ πᾶν ἐμπόδιον πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Τοῦτο, νομίζω, εἶναι τὸ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἀληθῶς ἡ παράτασις τῆς ἐκκρεμότητος τῶν πραγμάτων θὰ προκαλέσῃ ζημίας τοῦ Δημοσίου πολὺ μεγαλειτέρας τῆς συνδρομῆς ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ζητῶ ἤδη παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ καταβάλῃ πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ἐχόντων λαμβάνειν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα, ἀνεξαρτήτως παντὸς προηγουμένου, ὑπέχει εὐθύνην διὰ τὴν παράτασιν τῆς ἐκκρεμότητος, διὰ τὴν ὁποίαν παραπονούμεθα.

§35ΡΑΛΛΗΣ. Μία πληροφορία δὲν ἐδόθη ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἡ ἑταιρία, εἰς ἣν παρεχωρήθη ἡ ἐξακολούθησις τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου, εὑρίσκεται ἐν κατοχῇ τῶν γραμμῶν, καὶ αὐτὴν τὴν πληροφορίαν παρακαλῶ νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν Βουλήν.

§36Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλω προσαγάγει πάσας τὰς πληροφορίας.

§37ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Χθὲς ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰ καταδίκων τινῶν, κρατουμένων ἐν ταῖς φυλακαῖς Τρικάλων, ἄλλων μὲν διὰ πολιτικὰ χρέη, ἄλλων δὲ δι’ ὀλιγοήμερον ποινὴν ἐπὶ πλημμελήματι, οἵτινες παραπονοῦνται, ὅτι κατακρατοῦνται εἰς τὰς φυλακὰς τῶν βαρυποίνων καταδίκων, καὶ ζητοῦσι τὴν μεταφοράν των εἰς ἄλλας φυλακάς. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ νὰ διατάξῃ νὰ ἐνοικιασθῇ μία οἰκία, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ μένουν αὐτοὶ, οἱ δι’ ὀλίγας ἡμέρας καταδικασθέντες καὶ οἱ διὰ πολιτικὰ χρέη κρατούμενοι, διότι εἶναι ἄδικον οἱ τοιοῦτοι κατάδικοι νὰ εὑρίσκωνται μετὰ βαρυποίνων καταδίκων.

§38ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἐκ Καλαμῶν βουλευτὴς κ. Φλέσσας εἰς μίαν τῶν προγενεστέρων συνεδριάσεων παρεπονέθη κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὡς καθυστεροῦντος ἀπάντησιν εἰς τὴν ὁποίαν προέβαλε πρὸς αὐτὸν ἐπερώτησιν. Ἐκ τῶν ὀλίγων, τὰ ὁποῖα θέλω εἴπει εἰς τὴν Βουλήν, θὰ πεισθῇ καὶ ὁ ἐπερωτήσας, ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον, οὕτω παραπονούμενος. Τὸ πρῶτον παράπονον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαμῶν ἀνήγετο εἰς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς κατηγορίαν κατὰ τοῦ νομάρχου Μεσσηνίας, γενομένην ὑπό τινος Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Τὴν καταγγελίαν ταύτην, ἐδήλωσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν διὰ προβουλεύματος ἀπέῤῥιψεν. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ᾐτήσατο τὴν προσαγωγὴν τῆς δικογραφίας, ἀλλὰ καὶ τότε παρετήρησα, ὅτι οὐδεὶς ὑπῆρχε λόγος πρὸς προσαγωγὴν τῆς δικογραφίας, νομίζω δὲ, ὅτι καὶ δὲν ὑπάρχει δικογραφία, διότι τὰ τοιαῦτα προβουλεύματα ἐκδίδονται συνήθως ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ, ὅταν ἡ πρᾶξις, ἥτις χαρακτηρίζεται ἐν τῇ καταγγελίᾳ, δὲν φέρῃ ἀξιόποινον χαρακτῆρα, ἐπιτρέπεται ὅμως εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε τοιαύτην καταγγελίαν, ὅταν αὕτη ἀποῤῥιφθῇ διὰ προβουλεύματος, νὰ προβάλῃ νέαν καταγγελίαν. Ὥστε δὲν εἶχε δίκαιον ὁ κ. Βουλευτὴς, παραπονούμενος ὅτι δὲν ἀπήντησα εἰς τὴν ἐπερώτησιν. Τὸ δεύτερον παράπονον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀνήγετο εἰς τοῦτο, ὅτι ὁ ὑποθηκοφύλαξ Θουρίας ἐπαύθη διὰ πράξεις, ἀναγομένας εἰς χρόνον, καθ’ ὃν δὲν διετέλει οὗτος ἐν ὑπηρεσίᾳ. Ἐπὶ τῇ προηγουμένῃ ἐπερωτήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ προσήγαγον εἰς τὴν Βουλήν τὰς προτάσεις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Καλάμαις Πλημμελειοδικῶν καὶ τοῦ παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελέως, διὰ τῶν ὁποίων προετείνετο ἡ παῦσις τοῦ ὑποθηκοφύλακος τούτου. Μεταξὺ τῶν σχετικῶν ἐγγράφων ὑπῆρχε καὶ μία ἔκθεσις ἐπιθεωρήσεως τοῦ ὑποθηκοφυλακείου, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφέρονται διάφοροι ἐλλείψεις, νομίζω δὲ, ὅτι ἐκ τῆς ἐκθέσεως ταύτης λαβὼν ἀφορμὴν ὁ κ. Βουλευτὴς, εἶπεν, ὅτι αἱ πράξεις αὗται ἀνάγονται εἰς χρόνον, καθ’ ὃν δὲν διετέλει ὁ εἰρημένος ὑποθηκοφύλαξ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας μοὶ ἔδωκεν ἡ ὑπηρεσία, βλέπω, ὅτι τινὲς τῶν πράξεων τούτων ἀνάγονται εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν διετέλει οὗτος ὑποθηκοφύλαξ Θουρίας. Ἀλλ’ ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐπαύθη ὁ ὑποθηκοφύλαξ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν στηρίζεται ἀκριβῶς εἰς τοῦτο, ἀλλ’ εἰς τὴν πρότασιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Καλάμαις Πλημμελειοδικῶν, ὅστις προέβαλε τὴν παῦσιν αὐτοῦ λόγῳ ἀνικανότητος, πρὸς τούτοις δὲ ὑπέβαλε καὶ πιστοποιητικὸν τοῦ ὑποθηκοφύλακος, ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ ὁποίου πᾶς τις θέλει ἀμέσως ἀνακαλύψει, ὅτι ὁ ὑποθηκοφύλαξ οὗτος δὲν κατεῖχε τὴν ἱκανότητα, τὴν προσήκουσαν εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ. Ἐπὶ τῇ προτάσει λοιπὸν δύο Εἰσαγγελέων, δυνάμει τῶν νόμων, προεκάλεσα τὸ διάταγμα τῆς ἀπολύσεως αὐτοῦ, στηριχθεὶς εἰς τὸν νόμον, καθ’ ὃν δύναται νὰ παυθῇ καὶ εἰρηνοδίκης καὶ ὑποθηκοφύλαξ, ὅταν καταδειχθῇ ἀνίκανος, καταδείκνυνται δὲ ἀνίκανοι παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν οἱ Εἰσαγγελεῖς τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ τῶν Ἐφετῶν προβάλλωσι τὴν τοιαύτην ἀνικανότητα. Τὸ τελευταῖον παράπονον τοῦ ἐκ Καλαμῶν κ. Βουλευτοῦ ἀνήγετο εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ὁ εἰρηνοδίκης Θουρίας δὲν διαμένει ἐν τῇ ἕδρᾳ του. Πράγματι περὶ τούτου καὶ ἄλλοτε εἶχε δοθῆ ἐν τῇ Βουλῇ ἀφορμή, καὶ ἐγὼ εἶχον παραγγείλει νὰ ζητήσωσι πληροφορίας καὶ νὰ παραγγείλωσιν, ὅπως ὁ εἰρηνοδίκης οὗτος παραμένῃ ἐν τῇ ἕδρᾳ του. Ἡ ἕδρα τοῦ ἀπὸ τῶν Καλαμῶν εἶναι εἰς ἀπόστασιν ἐλάσσονα τῆς ὥρας, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἀλλ’ ὅτε κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην φορὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπανέλαβε τὴν ἐπερώτησίν του, καὶ πάλιν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα ὁμοίας ἐποιησάμην παρατηρήσεις, ὁ δὲ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Καλάμαις Πλημμελειοδικῶν μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι ἐπὶ ἡμέρας τινὰς τῆς ἑβδομάδος ἤρχετο ὁ εἰρηνοδίκης οὗτος εἰς Καλάμας, διότι ἐκεῖ παραμένει ἡ οἰκογένειά του, ἀλλὰ τῷ παρήγγειλα οὔτε τοῦτο νὰ πράττῃ, καὶ ἐλπίζω, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς θὰ παραμένῃ διαρκῶς ἐν Θουρίᾳ.

§39ΦΛΕΣΣΑΣ. Παρηγγέλθη ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ προβῇ εἰς ἐξέλεγξιν τοῦ ὑποθηκοφυλακείου Θουρίας;

§40ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν εἰς αὐτὸν ὑποβάλληται ἀναφορά, δι’ ἧς καταγγέλλεται, ὅτι ἀρχή τις ἀνωμάλως ἔχει, ὀφείλει νὰ τὴν στείλῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα καὶ νὰ παραγγείλῃ νὰ γείνῃ ἐπιθεώρησις· τοῦτ’ αὐτὸ ἐγένετο καὶ διὰ τὸν ὑποθηκοφύλακα Θουρίας. Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαμῶν.

§41ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ μοῦ καταλογίσῃ ἀνυπομονησίαν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ὑπουργὸς, ἀναγκαζομένου νὰ ὑπομνήσω καὶ τετάρτην ἤδη φορὰν τὴν χορήγησιν πληροφοριῶν ἐπὶ ἐπερωτήσεσι, τὰς ὁποίας ἀπὸ τῆς 30 Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους ὑπέβαλον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὴν 1 Φεβρουαρίου μοῦ ἐμέμφθη ἐπὶ ἀνυπομονησίᾳ διὰ τὰς ὑπομνήσεις, τὰς ὁποίας τῷ ἔκαμα, καὶ ἐδικαιολογήθη, ὅτι, ἐπειδὴ μετέβη εἰς Ζάκυνθον, διὰ τοῦτο δὲν ὑπέβαλεν ἐγκαίρως εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ζητηθείσας πληροφορίας. Ἀλλὰ τὰς ἐπερωτήσεις τὰς ὑπέβαλον εἰς τὰς 30 Δεκεμβρίου, ὡς εἶπον, ἔκαμα δ’ ὑπόμνησιν εἰς τὰς 8, 12 καὶ 17 Ἰανουαρίου, παρόντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἀνεχώρησεν εἰς τὴν Ζάκυνθον κατὰ τὴν 19 Ἰανουαρίου. Ἀλλ’ ἔστω, εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ βραδύτης του αὕτη, ἀλλὰ μετὰ τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν εὐηρεστήθη νὰ δώσῃ κατὰ τὴν 1 Φεβρουαρίου, νομίζω, ὅτι δὲν δικαιολογεῖται πλέον. Ἐὰν δὲν θέλουν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ μᾶς ἐπιτρέψουν νὰ ἀσκῶμεν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον μᾶς δίδει τὸ 58 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, διαφέρει· φρονῶ ὅμως, ὅτι δὲν θὰ τὸ ἀνεχθῇ ἡ Βουλή, νὰ ἐρωτῶμεν καὶ νὰ μὴ λαμβάνωμεν ἀπαντήσεις, προκειμένου μάλιστα περὶ σπουδαιοτάτων ἀντικειμένων καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων δύναται ν’ ἀποδοθῇ μομφὴ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ὡς βλάπτοντας τὰ δημόσια συμφέροντα.

§42ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν κατέθεσα πρὶν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε, διότι συνεζήτησεν ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων αὐτοῦ, ἀπήντησεν ἐπ’ αὐτῶν, ἔδειξε δὲ, ὅτι μεγάλην ὄρεξιν, ἵνα ἔχῃ τὰς πληροφορίας τὰς ἰδικάς μου, δὲν εἶχεν· ἐνόμισα ἑπομένως, ὅτι ἤθελε μὲ ἀπαλλάξει τῆς φροντίδος τοῦ νὰ δώσω ἐξηγήσεις· ἐπειδὴ ὅμως βλέπω, ὅτι ἐπιμένει νὰ λάβῃ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὰς ἐπερωτήσεις του, προθυμοποιοῦμαι νὰ τὰς χορηγήσω. Καὶ πρῶτον ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, «ἂν αἱ ἑταιρίαι τῆς κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως τῶν σιδηροδρόμων Μεσολογγίου–Ἀγρινίου καὶ Μύλων–Καλαμῶν συνεμορφώθησαν ἡ μὲν μὲ τὸ ἄρθρον 58, ἡ δὲ μὲ τὸ ἄρθρον 75 τῆς σχετικῆς συγγραφῆς, καθ’ ὃ ὀφείλουσι νὰ καταθέτωσι κατ’ ἔτος παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ φράγκα 50 δι’ ἕκαστον χιλιόμετρον μήκους, πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων ἐπιτηρήσεως τῆς χρήσεως τῶν σιδηροδρόμων τούτων, ἅπερ ἔξοδα προκαταβάλλει τὸ Δημόσιον, καὶ ἂν μὲν κατεβλήθησαν τὰ χρήματα, ἂν ἐλήφθη φροντὶς νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἂν δὲ δὲν κατεβλήθησαν, τί ἐνήργησε τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ τῆς παραλείψεως ταύτης». Ἀπάντησις (ἀναγινώσκει): «Ἥ τε ἑταιρία τῆς κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων– Καλαμῶν, ὡς καὶ ἡ τοῦ Μεσολογγίου–Ἀγρινίου, κατέθεσαν πρὸ καιροῦ εἰς τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον τὰ μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1892 ὀφειλόμενα ὑπ’ αὐτῶν, κατὰ τὸ ἄρθρον 75 τῆς συγγραφῆς διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ ἐλέγχου». Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη ἀπάντησις. Δεύτερον (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται νὰ προσαγάγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ προσήκοντα ἔγγραφα, παραστατικὰ τῶν λόγων, δι’ οὓς δὲν ἐξετελέσθη μέχρι τοῦδε ἡ ὑποχρέωσις, ἣν ἀνέλαβεν ἡ ἑταιρία τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου περὶ κατασκευῆς σήραγγος κατὰ τὰς Σκειρωνίδας Πέτρας καὶ περὶ βελτιώσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν ὑλικῶν αὐτῆς κλπ.» Ἀπάντησις (ἀναγινώσκει): «Τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 21246 διαταγῆς τῆς 25 Φεβρουαρίου 1891 ἐνέκρινε τὴν αὔξησιν τῆς διατιμήσεως τῶν εἰσιτηρίων ὑπὸ τὸν ὅρον: αʹ) νὰ μεταῤῥυθμισθῇ ἡ γραμμὴ παρὰ τὴν Κακὴν Σκάλαν· βʹ) νὰ προβῇ ἡ ἑταιρία εἰς τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ὑλικοῦ καὶ εἰς τὴν ταχεῖαν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀτμομηχανῶν». Καὶ πράγματι προέβη εἰς τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ὑλικοῦ ἡ ἑταιρία, διότι ἐπρομηθεύθη ἀπὸ τοῦ Μαρτίου 1891 μέχρι τοῦδε 34 ἁμάξας ἐπιβατῶν καὶ 62 φορτηγοὺς, ἔχει δὲ παραγγείλει καὶ 6 μεγάλας ἀρθρωτὰς ἁμάξας ἐπιβατῶν. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ἑταιρία κατέβαλεν ἀρκετὰ σπουδαῖον ποσὸν πρὸς προμήθειαν αὐτοῦ τοῦ ὑλικοῦ καὶ προέβη εἰς παραγγελίαν καὶ ἑτέρου ὑλικοῦ, ἐνόμισεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ βιάσῃ τὴν ἑταιρίαν, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ δευτέρου ὅρου, καὶ ἑπομένως μέχρι τοῦδε δὲν κατωρθώθη τοῦτο. Ἐλπίζομεν ὅμως, ὅτι ἡ ἑταιρία, ἡ ὁποία συνεμορφώθη πρὸς τὸν πρῶτον ὅρον καὶ ἐξετέλεσε τὰς ὑποχρεώσεις της ὡς πρὸς τὸν πρῶτον ὅρον, θὰ μεριμνήσῃ ὡς τάχιον, ἵνα ἐκτελέσῃ καὶ τὸν δεύτερον ὅρον. Τρίτον ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, «διατὶ κυκλοφορεῖ μεταξὺ Μύλων καὶ Τριπόλεως μία ἁμαξοστοιχία καὶ οὐχὶ δύο, ὡς διαλαμβάνει τὸ ἄρθρον 20 τῆς περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν συμβάσεως». Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι κατὰ τὴν σύμβασιν ὀφείλει ἡ ἑταιρία νὰ κυκλοφορῇ καθ’ ἑκάστην διεύθυνσιν δύο ἁμαξοστοιχίας μεταξὺ Μύλων καὶ Τριπόλεως· ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον, ἔχον ὑπ’ ὄψιν τὴν κατὰ τὸ 1891 ἀνεπάρκειαν καὶ κακὴν κατάστασιν τῶν μηχανῶν καὶ τοῦ ὑλικοῦ, ἐπέτρεψε τὴν διὰ μιᾶς μόνον ἁμαξοστοιχίας κυκλοφορίαν. Τώρα, ὅτε ἐβελτιώθη κατά τι τὸ ὑλικὸν τῆς ἑταιρίας, ἐδόθη ἡ διαταγὴ, ἵνα τεθῇ καὶ ἡ δευτέρα ἁμαξοστοιχία εἰς κυκλοφορίαν. Τέταρτον. Ἐζητήθη ἡ προσαγωγὴ ἐγγράφων ἀφορώντων «εἰς τὴν καταστολὴν καταχρήσεων τῆς ἑταιρίας Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου περὶ τὴν εἴσπραξιν κομίστρων». Διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 21708 ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου προσεκλήθη ἡ ἑταιρία τὴν 23 Νοεμβρίου π. ἔτους, ἤτοι πολὺ πρὶν ἢ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὑποβάλῃ τὴν ἐπερώτησίν του, ἵνα ἀποδώσῃ τὰ καθ’ ὑπέρβασιν εἰσπραχθέντα. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἀπαντήσεις ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπέβαλε. Καταθέτω τὸ σημείωμα, ἐν ᾧ ἐκτίθενται αἱ εἰς τὰς ἐρωτήσεις του ἀπαντήσεις.

§43ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ποιήσηται εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ εἶναι πρῶτον ἀναγεγραμμένον σήμερον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, τόσον ὡς πρὸς τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας εἰσάγει, ὅσον καὶ ὡς πρὸς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν αἱ πληροφορίαι αἱ σχετιζόμεναι μὲ τὸ ποσὸν ἐξ εἰσφορῶν τῶν δήμων, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἀναγράφει ἔσοδον 1,700,000 δραχμῶν, καὶ τί ποσὸν ἀναλογεῖ εἰς ἕκαστον δῆμον.

§44Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Διενεμήθη πίναξ.

§45ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Συνετάχθη πίναξ ἀκριβέστατος, ὁ ὁποῖος διενεμήθη εἰς τὴν Βουλήν.

§46ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸ Προεδρεῖον νὰ στείλῃ καὶ εἰς ἐμέ.

§47ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ διατάξητε τὴν ἐκ νέου διανομὴν, κ. Πρόεδρε.

§48ΘΕΟΤΟΚΗΣ (ἀναγινώσκει τὸν πίνακα). Ὁ πίναξ αὐτὸς εἶναι ἀκριβέστατος.

§49ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠμφισβήτησα, μήτε τὴν ἀκρίβειαν μήτε τὴν ἀνακρίβειαν τοῦ πίνακος. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βεβαιῶ, εἶναι, ὅτι ἐγώ, ὅπως καὶ ἄλλοι Βουλευταί, δὲν ἔλαβον. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα τῶν σήμερον ἐν λειτουργίᾳ ἑδρῶν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τὸ ὄνομα ἑκάστου καθηγητοῦ τοῦ διδάσκοντος ἐν ἑκάστῃ ἕδρᾳ. Καὶ μίαν ἄλλην παράκλησιν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀπευθύνω. Ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐνῷ ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις πραγματεύεται περὶ ἐσόδων καὶ περιέχει πίνακας ἐσόδων, οὐδένα δὲ πίνακα ἐξόδων, ἀναφέρεται ἐν τῷ τέλει, ἐν σελίδι 31, ὅτι ἀποσπῶνται ἐκ τῶν πινάκων τούτων ἔξοδα, οὐχὶ ἔσοδα, ἀνερχόμενα εἰς 4,000,000 περίπου. Ἡ ἀπόσπασις δὲ αὕτη τῶν ἐξόδων καταλήγει εἰς συμπέρασμα οἰκονομιῶν 19,900,000 περίπου δραχμῶν. Ἐλλείπουσι βεβαίως οἱ πίνακες τῶν ἐξόδων, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξάγεται τὸ συμπέρασμα αὐτό. Ἂν θέλητε νὰ ἀναγνώσητε τὴν σελίδα 31 τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, μετὰ τὸν πίνακα τὸν ὑπάρχοντα ἐν αὐτῇ, τὸν ἀναφερόμενον εἰς τὰ ἔξοδα, θὰ εὕρητε, ὅτι ἀποτόμως ἀναφέρονται ἐν τῇ σελίδι ταύτῃ, ἐκ τῶν πινάκων τούτων ἀποσπωμένων ἐκείνων τῶν αὐξήσεων. Εἶναι ἔναρξις παραγράφου. Οἱ πίνακες οὗτοι, τοὺς ὁποίους ἡ παράγραφος αὕτη ἀναφέρει, εἶναι πίνακες ἐσόδων, δὲν ἀποσπῶνται δὲ ἔσοδα, ἀλλὰ ἔξοδα. Πρόκειται περὶ δημοσίου χρέους κτλ. Ἑπομένως μεταξὺ τῆς παραγράφου ταύτης καὶ τοῦ πίνακος τῶν ἐσόδων ὑπάρχει ἓν κενόν. Βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ ἐλαττώματός τινος, ἀλλὰ περὶ ἐλλείψεως.

§50Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν σελίδι 31 δὲν βλέπω τι περὶ πινάκων. Παρακαλῶ νὰ ὁρίσητε ποῦ εὑρίσκεται.

§51ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα.

§52ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§53ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔχει πληρέστατα δίκαιον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, προβάλλων τὴν ἀπορίαν, ὅτι τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσσης διατελεῖ ἐν ἀδρανείᾳ, διότι ὄντως, ὅτε ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἐζήτασα τὴν στατιστικὴν τῶν διαφόρων Ἐφετείων, καὶ εἶδον ὅτι τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσσης εὑρίσκεται ἐν πληρεστάτῃ ἀδρανείᾳ. Πληροφορηθεὶς, ὅτι τοῦτο προήρχετο ἀπὸ τὸν Πρόεδρον, μετεκαλεσάμην αὐτὸν καὶ ἀπηύθυνα εἰς αὐτὸν πικρὰς παρατηρήσεις περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν διετέλει τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσσης. Πλὴν δὲ τῆς πληροφορίας, τὴν ὁποίαν εἶχον ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, εἶχον καὶ ἐπιστολὴν ἀπὸ ἀξιότιμον δικηγόρον Λαρίσσης, βεβαιοῦντά με, ὅτι ὀφείλεται ἡ κατάστασις αὕτη εἰς τὴν ἀδράνειαν τοῦ Προέδρου.

§54ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τίς εἶναι ὁ Πρόεδρος;

§55ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Παμπούκης. Ὁ Πρόεδρος δὲν ἠρνήθη τὴν κατάστασιν ταύτην· εἶπε δὲ εἰς ἐμὲ, ὅτι τῷ ὄντι καὶ κατὰ τὸ 1891 καὶ κατὰ τὸ 1892 κἀμμία ὑπόθεσις δὲν ἠδύνατο νὰ συζητηθῇ, διότι πάντες οἱ ἐφέται, οἱ παρ’ αὐτῷ διατελοῦντες, ἐκρίνοντο ὑπ’ αὐτοῦ ὡς ἀνίκανοι νὰ διασκεφθῶσιν ἐπὶ ὑποθέσεων πολιτικῶν· ἰσχυρίσατο δὲ, ὅτι δὲν ἠδύνατο αὐτὸς νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην, ἵνα διασκεφθῇ μετὰ δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπεῖχον κἀμμίαν εὐθύνην ἐπὶ ταῖς ἀποφάσεσι ταῖς ἐκδοθησομέναις, τὴν εὐθύνην δὲ μόνος αὐτὸς δὲν ἤθελε νὰ ἀναλάβῃ. Παρετήρησα εἰς αὐτὸν, ὅτι ὤφειλε τὴν κατάστασιν ταύτην νὰ γνωρίσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν διόρθωσιν. Μοὶ εἶπεν, ὅτι τῷ ὄντι εἰς τοὺς δύο προκατόχους μου ἐπανειλημμένως εἶχεν ὑποβάλει τοιαύτας προτάσεις, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἔλαβεν ἀπάντησιν, τοὐναντίον δὲ, ὁσάκις μετετέθη ἐκ Λαρίσσης ἐφέτης τις ἐκ τῶν ἀνικάνων, ἀντικαθίστατο ὑπὸ ἄλλου ἔτι ἀνικανωτέρου. Ὅπως ἦτο ἑπόμενον, ἐμερίμνησα νὰ ἀντικαταστήσω δύο ἐκ τῶν ἐφετῶν ἐκείνων δι’ ἑτέρων, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῆς δικαστικῆς των ὑπηρεσίας παρεῖχον ἐχέγγυα καὶ δικαστικῆς ἱκανότητος καὶ ἐπιμελείας, καὶ οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν περὶ τὰ τέλη Σεπτεμβρίου νὰ ἀφιχθῶσιν εἰς Λάρισσαν καὶ νὰ ἐργασθῶσιν· ἀλλὰ πάλιν παρετήρησα, ὅτι ἐξακολουθεῖ ἡ αὐτὴ κατάστασις, καὶ ἠναγκάσθην νὰ ἀπευθύνω ἐπιστολὴν εἰς τὸν Πρόεδρον, —ἡμιεπίσημον βεβαίως, —διὰ τῆς ὁποίας καὶ πάλιν ἐζήτουν παρ’ αὐτοῦ λόγον, διατὶ ἀδρανεῖ· οὗτος τότε μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι τῷ ὄντι οἱ δύο δικασταὶ, οἱ μετατεθέντες ἐκεῖ, εἶναι ἱκανοὶ, ἀλλ’ εὑρίσκει, ὅτι ἔπρεπε καὶ τρίτος νὰ ὑπάρχῃ ἀκόμη. Τότε ἠναγκάσθην πλέον μετ’ ἀγανακτήσεως νὰ εἴπω εἰς αὐτὸν, ὅτι ὅλα αὐτὰ ὀφείλονται εἰς τὴν φυγοπονίαν αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, καὶ παρήγγειλα διὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ἂν τῷ ὄντι ὁ Πρόεδρος δὲν θέλῃ νὰ ἐργασθῇ, νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς ἄλλους ἐφέτας νὰ ἐργασθῶσι. Καὶ τῷ ὄντι, κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν ἐπὶ πολιτικῶν ὑποθέσεων συνεζητήθησαν ὅλαι αἱ ὑποθέσεις ὑπὸ τὴν προεδρίαν ἑνὸς τῶν δύο ἐφετῶν, τοὺς ὁποίους ἀρτίως μετέθεσα εἰς Λάρισσαν. Ὁ Πρόεδρος καὶ κατὰ τὴν τετάρτην τριμηνίαν, ἀφ’ ἧς διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, δὲν μετέσχε τῶν ἐργασιῶν τοῦ Ἐφετείου. Ἐζήτησα τὴν ἀπολογίαν αὐτοῦ, καὶ προτίθεμαι κατ’ αὐτοῦ νὰ ζητήσω παρὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου τὴν πειθαρχικὴν τιμωρίαν, διότι, ὡς γινώσκετε, ὁ Ὑπουργὸς οὐδεμίαν ἄλλην ἔχει ἐξουσίαν, εἰμὴ νὰ αἰτῆται παρὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου τὴν ἐφαρμογὴν πειθαρχικῶν ποινῶν ἢ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι τοὐλάχιστον δύνανται νὰ ἐπαγάγωσι τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ Ἐφετεῖον Κερκύρας, ὁμολογῶ, ὅτι οὐδὲν μοὶ ὑπεβλήθη παράπονον ὑπό τινος δικηγόρου, καθόσον πρὸ πάντων παρὰ τῶν δικηγόρων μανθάνει τις τὴν κατάστασιν τῶν δικαστηρίων, διότι συνήθως οἱ δικηγόροι ἔχουσι συμφέρον νὰ παρακολουθῶσι τὰς ἐργασίας τῶν Ἐφετείων. Γινώσκω ὅμως, ὅτι καὶ ἐκεῖ ὑπῆρχέ τις ἀδράνεια· ἐπωφελήθην δὲ τῆς εὐκαιρίας, τὴν ὁποίαν μοὶ παρέσχε τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσσης, νὰ συστήσω εἰς ὅσους εἶδον ἐκ τῶν ἐκεῖ ἐφετῶν νὰ ἐργασθῶσι περισσότερον καὶ νὰ καταστήσωσι τὸ Ἐφετεῖον μᾶλλον ἐνήμερον· καθ’ ἃς δ’ ἔχω πληροφορίας, δὲν εἶναι τὸ Ἐφετεῖον Κερκύρας ἐν καθυστερήσει. Πιστεύω ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ, οἱ ἀσχολούμενοι εἰς τὰ δικαστικὰ, γινώσκουσιν, ὅτι κατὰ τὰ κείμενα ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν δύναται νὰ ἐνεργήσῃ κατὰ τῶν δικαστῶν, τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν ἰσοβιότητα, ἄλλο τι ἢ νὰ φροντίσῃ ὥστε νὰ ζητηθῇ ὑπὸ τῶν προϊσταμένων δικαστηρίων ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νομίμων πειθαρχικῶν ποινῶν. Βεβαίως κατ’ ἐκείνων τῶν ἐφετῶν, οἱ ὁποῖοι καθυστέρησαν εἰς τὴν ἐργασίαν των καὶ ἤθελον ἐν τῷ μέλλοντι καθυστερήσει, θέλω ἐνεργήσει ὅ,τι ἐκ τοῦ νόμου ἐπιτρέπεται εἰς ἐμέ. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι καὶ τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσσης μετ’ οὐ πολὺ θέλει εὑρεθῆ εἰς ἐνήμερον κατάστασιν.

§56ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε μισθὸν εἰς τὸν μὴ ἐκπληρώσαντα τὸ καθῆκόν του;

§57ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ θέμα τῆς ἀρνήσεως μισθοῦ εἰς δικαστὴν, λόγῳ ὅτι δὲν εἰργάσθη, δεῖται μείζονος μελέτης. Πλὴν δὲ τούτου, ὡς γινώσκετε, προκειμένου περὶ δικαστῶν καὶ μάλιστα προέδρων δικαστηρίων, δὲν δύνασθε νὰ ἐκτιμήσητε τὴν ἐργασίαν των ἐπὶ τῷ μέτρῳ τοῦ ποσοῦ τῆς ἐργασίας· ἐπὶ παραδείγματι, εἰς διάστημα ἑνὸς μηνὸς ἂν ἔλαβε μέρος ὁ Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν πρὸς ἔκδοσιν βουλεύματος, ἰδοὺ μία ἀπόδειξις, ὅτι εἰργάσθη. Δὲν δύνασθε λοιπὸν προχείρως νὰ καθιερώσητε ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὡρισμένους κανόνας, διότι ἐνδέχεται νὰ ὑποβάλητε τὸ Δημόσιον εἰς δίκας καὶ ἀποζημιώσεις.

§58ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος, Κύριοι, εἶναι ἴσως ἡ ὑπερτάτη ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ὀρθῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης νὰ ἐπιζητήσωμεν, ἀλλὰ ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος, ἵνα ἐπιτύχῃ, ἀπαιτεῖ δύο προαπαιτούμενα ἀπαραίτητα, τὴν καλὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων καὶ τὸν διαρκῆ ἔλεγχον τῶν ὑπευθύνων ἐξουσιῶν ἐπὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ὅταν τὰ δύο ταῦτα δὲν ὑπάρχωσιν, ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος εἶναι ὁ χείριστος τῶν θεσμῶν, διότι ὑπὸ τὸν θεσμὸν τῆς ἰσοβιότητος ἡ ἀμέλεια καὶ ἡ ἀμάθεια δύνανται νὰ εὕρωσιν ἄσυλον, ἂν δὲν ὑπάρχῃ διαρκὴς ὁ ἔλεγχος, τὸν ὁποῖον οἱ κείμενοι νόμοι ἐπιβάλλουσι. Καὶ ἐν τῇ παρελθούσῃ συνόδῳ ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ ὁποίου ἀναγνωρίζω καὶ τὴν προθυμίαν καὶ τὴν δραστηριότητα περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του καὶ τῶν δικαιωμάτων του, νὰ μὴ ἀρκεσθῇ εἰς νουθεσίας, νὰ μὴ ἀρκεσθῇ εἰς παρακλήσεις, ἀλλὰ νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι τῷ ἐπιβάλλεται ἐκ τοῦ νόμου· ἔχει καὶ ὁ ἴδιος πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, καὶ δύναται νὰ ἐξασκήσῃ πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν δικαστικῶν ἐκείνων ὑπαλλήλων, οἵτινες ἀμελῶς καὶ ὀκνηρῶς ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν των, ὡς ὁ ἴδιος πρὸ μικροῦ ἐβεβαίωσεν. Ἂν δὲν ἐξασκηθῇ αὐτὴ ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία, δὲν θὰ ἔχωμεν ποτὲ ἐνήμερον τὴν δικαιοσύνην, δὲν θὰ ἔχωμεν, ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ποτὲ δικαιοσύνην εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ δὲν ἔχομεν δικαιοσύνην. Ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἂς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τοὺς πίνακας αὐτούς, τοὺς ἄρτι δημοσιευθέντας· ὅταν βλέπητε πόση εἰς αὐτοὺς ποινικὴ ἐργασία εἶναι ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων, ὅταν βλέπητε πόση ἐργασία εἶναι ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων, θὰ πεισθῆτε, ὅτι δὲν ἔχομεν δικαιοσύνην ἐν Ἑλλάδι. Καὶ πῶς νὰ ἔχωμεν, Κύριοι, δικαιοσύνην ἐν Ἑλλάδι, ὅταν ἐνώπιον τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου ὑπάρχωσιν ἐκκρεμεῖς 2,000 ὑποθέσεις; Καὶ βεβαίως, ἀφοῦ ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν ἐκδίδει περισσοτέρας τῶν 100 ἀποφάσεων κατ’ ἔτος! Χρειάζεται λοιπὸν δέκα τοὐλάχιστον ἔτη διὰ νὰ ἐξαντλήσῃ τὸ ἀνώτατον δικαστήριον τὰς ὑποθέσεις τὰς ἐκκρεμεῖς ἐνώπιόν του, καὶ ἂν κάμητε σήμερον μίαν ἀναίρεσιν, πρέπει νὰ ἔχητε τὴν ὑπομονὴν 20 ἔτη διὰ νὰ δικασθῇ ἡ ἀναίρεσίς σας. Καὶ ὅμως οἱ Ἀρεοπαγῖται ἐργάζονται, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ ἐκδίδωσι πλέον τῶν 100 ἢ 150 ἀποφάσεων κατ’ ἔτος. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας τὰ Ἐφετεῖα. Τὸ Ἐφετεῖον Κερκύρας, τὸ ὁποῖον ἔχει ἓξ ἐφέτας, δὲν ἐξέδωκεν ἐπὶ μίαν τριμηνίαν ὁλόκληρον, παρὰ μίαν μόνον ἀπόφασιν. Ἠκούσατε, ὅτι τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσσης, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ 5 ἐφέτας, δὲν ἐξέδωκε κἀμμίαν ἀπόφασιν ἐπὶ μίαν τριμηνίαν!

§59ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ τὸ τῶν Πατρῶν.

§60ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Λαλῶ ἐν ἀγανακτήσει πρὸ τοιαύτης καταστάσεως, διότι λαλῶ ἐν πεποιθήσει, καθόσον ἀκούω τὰς φωνὰς τῶν διαδίκων, καὶ βλέπω, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη τῆς δικαιοσύνης ἔχει σπουδαιοτάτην ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς δημοσίας τάξεως καὶ τῆς δημοσίας πίστεως. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν δημοσίαν τάξιν, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν δημοσίαν πίστιν, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἰδιωτικὴν πίστιν, ὅταν ἦναι τοιαύτη ἡ κατάστασις τῶν δικαστηρίων, ἡ κατάστασις δὲ τῶν δικαστηρίων προκύπτει τοιαύτη, διότι δὲν ἐγένετο πάντοτε καλὴ ἡ ἐκλογὴ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐξησφαλίσθησαν διὰ τῆς ἰσοβιότητος, καὶ εἰσήχθησαν εἰς τὴν ἰσοβιότητα καὶ πρόσωπα μὴ ἔχοντα τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα δι’ αὐτὴν, καὶ διότι ἀκολούθως ἀπὸ τοὺς κατὰ καιρὸν Ὑπουργοὺς δὲν ἐξησκήθη ὁ ἔλεγχος ὁ πρέπων· οἱ πλεῖστοι τῶν δικαστῶν εἶναι φιλότιμοι, ἐργατικοί, συνειδότες τὸ καθῆκόν των, ἀλλ’ ἡ ἐργασία των δὲν φαίνεται, διότι εἶναι ἄλλοι συνάδελφοι αὐτῶν, οἵτινες δὲν ἐργάζονται. Οἱ πρῶτοι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς ἰσοβιότητος διὰ νὰ ἐξασφαλισθοῦν, τοὺς δευτέρους ἀσφαλίζει αὕτη· διότι ἔχομεν, Κύριοι, τὴν ἰσοβιότητα ἐπὶ δεκάδας ἤδη ἐτῶν, ἀλλ’ ἠκούσατε κἀνένα δικαστὴν νὰ ἀποχωρήσῃ ἕνεκεν ἀνικανότητος; Καὶ ὅμως ἔχετε δικαστὰς, ὡς εἶπον, ἀργοὺς,—δὲν θέλω νὰ κάμω χρῆσιν ὀνομάτων,—οἱ ὁποῖοι, Κύριοι, ἐπὶ ἔτη δὲν ἐξέδωκαν κἀμμίαν, ἐπαναλαμβάνω, πολιτικὴν ἀπόφασιν, καὶ ὅμως πληρόνονται.

§61ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ προβιβάζονται.

§62ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἴσως καὶ προβιβάζονται. Μόνον οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης θέλουσι νὰ ἐπιδείξωσιν ἄγνοιαν καὶ ἁβροφροσύνην πρὸς τὴν κατάστασιν ταύτην τῶν δικαστηρίων.

§63ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐνεργοῦνται τὰ πρέποντα.

§64ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καὶ τέλος πάντων δὲν ἐνηργήθη τίποτε, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ὑποθέσω ποτὲ, ὡς ἀληθὲς τὸ λεχθὲν, ὅτι εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον εἰσήχθησαν δικασταὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξέδωκαν ἐπὶ ἔτος ἀπόφασιν, καὶ ὅμως ὁ Ἄρειος Πάγος ἀρνεῖται τὸ καθῆκόν του. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν,—καὶ ἔχω πλήρη πεποίθησιν εἰς τὰς ἀγαθάς του διαθέσεις,—νὰ ἐνεργήσῃ τὸ καθῆκόν του. Πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἔχει καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος, δυνάμει τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ, καὶ πρέπει νὰ ἐξασκήσῃ τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν τῷ δίδει ὁ νόμος, εἰσάγων τοὺς ἀμελεῖς ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ἂν ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, τότε μόνον θὰ ἦναι δικαιολογημένος ὁ Ὑπουργὸς, καὶ θὰ σκεφθῶμεν νὰ ἀναθέσωμεν τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν περὶ τῶν ἰσοβίων δικαστῶν εἰς ἄλλο σῶμα ἢ εἰς ἄλλην τινὰ ἐπιτροπὴν, ἂν δὲν θέλῃ νὰ ἐνεργήσῃ ὁ Ἄρειος Πάγος. Ἐν τούτοις πρέπει νὰ βεβαιωθῇ καὶ νὰ μάθωμεν, ὅτι εἰσήχθησαν δικασταὶ ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐπὶ ἀμελείᾳ, ἐπὶ μὴ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων των, καὶ ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν ἐνήργησε, καὶ τότε μόνον δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν τί τὸ ποιητέον. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω, αὐτὰ εἶπον καὶ εἰς τὴν ἄλλην σύνοδον καὶ ἐπαναλαμβάνω ἤδη, παρακαλῶν τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐνεργήσῃ τὸ ἐφ’ ἑαυτόν. Ἄλλως, εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῶσι καὶ ἄλλα τινὰ μέτρα· διότι δὲν ἐννοῶ, διατὶ νὰ ὑπάρχῃ τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσσης ἐν τοιαύτῃ καταστάσει, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι ἐκκρεμεῖς 150 ὑποθέσεις, καὶ ἐν τούτοις διὰ τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσσης, Κύριοι, δαπανᾷ τὸ Κράτος δεκάδας χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος, ἐνῷ ἐκεῖνοι οἱ ἐφέται ἠδύναντο νὰ προστεθῶσιν εἰς τὰ ἄλλα Ἐφετεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐκκρεμῆ ἐργασίαν πολὺ μεγάλην καὶ νὰ ἐργασθῶσιν ἐκεῖ. Τὸ αὐτὸ λέγω καὶ διά τινα Πρωτοδικεῖα. Θὰ ἴδητε εἰς τὸν πίνακα αὐτὸν, ὅτι ὑπάρχουσι Πρωτοδικεῖα, τὰ ὁποῖα, Κύριοι, καθ’ ὅλην τὴν τριμηνίαν ἐξέδωκαν 10 μόνον ἀποφάσεις.

§65ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὥστε εἶναι περιττά.

§66ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Λοιπὸν εἶναι ὀρθὸν, εἶναι δίκαιον νὰ διατηρῶμεν Πρωτοδικεῖα καὶ νὰ πληρόνωμεν δικαστὰς διὰ νὰ ἐκδίδωσι 10 ἀποφάσεις τὴν τριμηνίαν; Ὅλα αὐτὰ θέλει βεβαίως μελετήσει ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ πιστεύω ὅτι θέλει εὕρει σύμφωνον τὴν Βουλὴν εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ λάβῃ.

§67ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δύναμαι νὰ βεβαιώσω καὶ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα καὶ τὴν Βουλήν, ὅτι τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέθηκεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν ὁ νόμος, θέλω ἐξασκήσει αὐστηρῶς. Ἀλλὰ ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι λίαν περιωρισμένη, καθ’ ἃ γινώσκετε. Πρέπει πρωτίστως ὁ Ἄρειος Πάγος ν’ ἀποφανθῇ, μετὰ τοῦτο δὲ ἔρχεται ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργοῦ. Εἶναι μία πλημμελὴς διάταξις εἰς τὸν νόμον περὶ προσόντων, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὅταν ἐπιβάλληται ἡ πειθαρχικὴ ποινὴ τῆς ἐπιπλήξεως, ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου εἶναι ἀνέκκλητος. Πολλάκις δὲ ἐσταμάτησαν τὰ Ἐφετεῖα εἰς τὴν ποινὴν ταύτην, ἵνα μὴ παράσχωσι τῷ Ὑπουργῷ τὴν εὐκολίαν, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἐπιβάλῃ ἀνωτέραν πειθαρχικὴν ποινήν· ὡς ἐκ τούτου βλέπετε ἐν τῷ ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν εὑρισκομένῳ νομοσχεδίῳ, ὅτι καταργεῖται ἡ διάταξις αὕτη. Σήμερον μόνος ὁ Ἄρειος Πάγος εἶναι ἱκανὸς νὰ παράσχῃ τὴν εὐκολίαν εἰς ἕνα Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ἀποκαθάρῃ τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν ἀπό τινας τῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπεδείχθησαν ἐντελῶς ἀνίκανοι πρὸς τὰ ἐπιβαλλόμενα αὐτοῖς καθήκοντα· ὡς ἐκ τούτου ἐζήτησα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὸ τέλος τῆς ἡμερησίας διατάξεως, νὰ ἦναι δυνατόν, διὰ τῆς ἐπιβολῆς τῶν διατάξεων τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ τὰ κατώτερα δικαστήρια νὰ ἐπιβάλλωσι ποινάς, διευκολυνούσας τὴν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἀποπομπὴν τῶν ἀνικάνων. Ἐζήτησα διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ν’ ἀπαγορευθῇ πληρωμὴ εἰς ἐκεῖνον τὸν δικαστήν, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἐλλιπὴς περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν χρεῶν του, ἢ ὁ ὁποῖος ἤθελε φανῆ μὴ ἐργασθείς. Ὅλας αὐτὰς τὰς διατάξεις τὰς ὑπέβαλον δι’ ἕνα σκοπόν, διὰ νὰ δυνηθῶ, ὁδηγούμενος, νὰ συντελέσω εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἶναι δυνατόν τινες τῶν ἐλλείψεων τούτων νὰ διορθωθῶσι, πᾶσαι ὅμως εἶναι ἀδύνατον, διότι, ὅπως πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὑπάρχουσιν εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν τὰ προσήκοντα ἐφόδια, οὔτε ἔχουν τὴν ἀπαιτουμένην συνείδησιν τοῦ ἐπιβεβλημένου αὐτοῖς καθήκοντος.

§68ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὑπ’ ἀριθ. 13, βλέπω νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων.

§69ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι δύο νομοσχέδια ἔχοντα τὸν αὐτὸν τίτλον.

§70ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 3 εἶναι προσωπικόν, διότι ὁ κείμενος νόμος ἀναγράφει, ὅτι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἥν ἤθελεν ἀποπεμφθῆ ἀπὸ τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας ἓν ἐκ τῶν δευτερευόντων προσώπων δι’ ἀναξιοπρεπῆ διαγωγήν, δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ ἢ μετὰ διετίαν. Τώρα τροποποιεῖται αὐτό.

§71ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ λόγους ὑπηρεσίας.

§72ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους πρὸ ἑνὸς μηνὸς μετεβάλετε τὸν νόμον περὶ προσόντων, τὸν ὁποῖον σεῖς ὑπεβάλετε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν ὁποῖον δὲν κυροῦται καὶ δὲν δημοσιεύετε, καὶ διὰ τοῦτο ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δὲν δύναται ἢ νὰ παραλύῃ εἰς χεῖρας ὑμῶν. Βεβαίως δὲν εἶναι ἡ ὥρα, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐν Λαρίσσῃ Ἐφετῶν, νὰ συζητήσωμεν γενικώτερον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠθέλησεν ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην νὰ τὴν ἐπιῤῥίψῃ εἰς ὡρισμένα πρόσωπα, ἐνῷ αὐτὸς ἔχει εἰς χεῖράς του τὰ μέσα διὰ νὰ ἐξαναγκάσῃ τοὺς δικαστὰς νὰ ἐργασθῶσιν. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ νόμος ὁ περὶ δικαστικῆς ἐξουσίας δὲν ἦναι ἐπαρκής, διατὶ ἀπὸ ἓξ μηνῶν δὲν ἐφρόντισε νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτον νόμον, καὶ διατὶ, ἀφοῦ ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεων τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, δὲν θέλει νὰ προτάξῃ αὐτὸ, ἀλλὰ προτάσσει ὅλα ἐκεῖνα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀκριβῶς ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς Δικαιοσύνης; Νομίζω, ὅτι σήμερον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ παντὸς ἔπρεπε νὰ προκαλέσῃ τὴν μελέτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἶναι, πῶς νὰ κατορθωθῇ εἰς τὸ μέλλον ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία ἐπὶ τῶν δικαστηρίων νὰ λειτουργήσῃ. Ἐγὼ ἔχω ἄλλας ἰδέας περὶ αὐτῆς. Ἐὰν δ’ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ ἐπιτρέψῃ ἡ πλειοψηφία νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν μεταξὺ τῶν πρώτων τὸ εἰρημένον νομοσχέδιον, τότε βεβαίως θὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ, εἰ δὲ μή, θὰ ἔχωμεν μόνον τοὺς πίνακας ἐνώπιόν μας, ἵνα βλέπωμεν μηδενικά· διότι ὅ,τι εἶναι εἰς τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσσης εἶναι καὶ εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν, τὸ ὁποῖον καθ’ ὅλον τὸ 1892 ἐξέδωκε μίαν καὶ μόνην ἀπόφασιν. (Ἀναγινώσκει ἐκ τοῦ πίνακος). Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ἀποδώσητε εἰς ὡρισμένα πρόσωπα τὴν παραλυσίαν ταύτην. Ἴσως ἐκεῖνος, κατὰ τοῦ ὁποίου κατεφέρθη, εἶναι ὁ ὀλιγώτερον ὑπαίτιος διὰ τὴν κατάστασιν αὐτὴν, διότι ἐκεῖνος κατήγγειλε τὴν ἀνικανότητα τῶν συναδέλφων του, καὶ ἐν τούτοις μόλις μετὰ μῆνας ἐλήφθη φροντὶς περὶ μερικῆς διορθώσεως τοῦ κακοῦ.

§73ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὀφείλω μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀναγραφομένου ὡς τρίτου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, χαρακτηρίσας αὐτὸ ὡς προσωπικόν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει καθαρῶς λόγον ὑπηρεσιακόν. Κατὰ τὸν πρότερον ἰσχύοντα νόμον, δὲν δύναται εἰμὴ μετὰ διετίαν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐκεῖνος ἐκ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ὁ ὁποῖος ἤθελε παυθῆ κατὰ ὡρισμένας ἐν τῷ νόμῳ περιπτώσεις. Ἐν τῷ νέῳ νόμῳ ἀνεγράφη διάταξις, καθ’ ἣν ἀπαιτεῖται, ὅπως ὁ παυθεὶς ἐπὶ τοιαύτῃ αἰτίᾳ μὴ δύνηται νὰ ἐπανέλθῃ, εἰμὴ μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν ὁλοκλήρου τοῦ Πρωτοδικείου, ἐν ὁλομελείᾳ καὶ ἐν μυστικῇ ψηφοφορίᾳ μετὰ ἓν ἔτος. Τοῦτο νομίζω ἐπαρκῆ ἐγγύησιν, ὅτι ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς ἔχει τὰ προσόντα νὰ ἐπανέλθῃ, οὐδὲν δὲ πρόσωπον ὑπῆρξεν ὑποψήφιον, καὶ ἐγὼ δὲν ὑπέβαλον ποτὲ προσωπικὰ νομοσχέδια. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἄλλας παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ἐὰν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του τὴν κατάστασιν τῶν ἐργασιῶν τῶν δικαστηρίων τῆς τετάρτης τριμηνίας τοῦ 1892, τότε ἠδύνατο νὰ ἀπευθυνθῇ εἰς τὸν νῦν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης παρατήρησις ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ καταστάσει, διότι ὑπεύθυνος θὰ ἦτο αὐτός. Ἀλλὰ πῶς θέλετε νὰ ἔχω εὐθύνην διὰ τὰς ἐργασίας τῶν πρώτων τριμηνιῶν τοῦ 1892, ὅτε ἡμεῖς δὲν διεχειριζόμεθα τὰ τῆς Δικαιοσύνης; Ἀνέφερεν ἀκριβῶς τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐμεσολάβησαν αἱ διακοπαὶ, διότι κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον γνωρίζετε, ὅτι συνήθως τὰ δικαστήρια δὲν ἐπαναλαμβάνουσι τὰς ἐργασίας των ὡς ἔπρεπεν. Ἐπιπλήξεις ἀπηύθυνα, ποινὰς ἐπέβαλον, ἀλλὰ δὲν κατώρθωσα νὰ ἐπαναλάβωσι τὰς ἐργασίας των τὴν 1 Σεπτεμβρίου ὅλα τὰ δικαστήρια. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν, διατὶ ἀνεγράφη οὐχὶ μεταξὺ τῶν πρώτων τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, νομίζω, ὅτι, ὅτε ἀνεγράφη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, πολλοὶ τῶν κκ. Βουλευτῶν, ἴσως καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, παρετήρησαν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔπρεπε νὰ ὑποστῇ τὴν βάσανον τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἀλλὰ παρῆλθε μὴν καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐδήλωσεν, ὅτι ἀδυνατεῖ νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἑαυτῆς ἔκθεσιν. Καὶ πάλιν ὅμως παρεκάλεσα νὰ ἐργασθῇ καὶ νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν, καὶ τῷ ὄντι μετὰ παρέλευσιν τοῦ δευτέρου μηνὸς κατωρθώθη νὰ ὑποβληθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, διὰ τῆς ὁποίας προβάλλει τὰς τροποποιήσεις, αἵτινες ἀνατρέπουσιν ἄρδην τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεθύμουν, ἤτοι νὰ δοθῇ ἐξουσία εἰς αὐτὰ τὰ δικαστήρια, ἵνα ἐπιβάλλωσι ποινὰς, τὸ ἀπέκρουσαν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς. Περιττὸν δὲ εἶναι νὰ ὑπομνήσω, ὅτι, ὁσάκις πρόκηται περὶ τοιούτων νομοσχεδίων, ἐπειδή τινες τῶν Βουλευτῶν εἶναι δικηγόροι καὶ γινώσκουσιν ἄριστα τὸ θέμα, προτείνουσι πολλὰς ἀντιῤῥήσεις καὶ προκαλοῦσιν ἐκτενεῖς συζητήσεις· ἐπειδὴ δὲ ἡ Κυβέρνησις ἐνδιαφέρεται πρωτίστως ὑπὲρ τῶν νομοσχεδίων, ἅτινα ἀφορῶσιν εἰς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, τὸ ὑπέροχον κατέχον θέσιν ἐν τῇ ἀποστολῇ τῆς παρούσης Βουλευτικῆς συνόδου, ἀναγκαζόμεθα νὰ ὑποχωρῶμεν καὶ νὰ ἀναγράφωμεν τελευταῖα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἤτοι μετὰ τὸν προϋπολογισμὸν, τὰ μὴ οἰκονομικὰ νομοσχέδια.

§74ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ὡμίλησα περὶ τῆς τετάρτης τριμηνίας τοῦ 1892, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι δὲν ἐδημοσιεύθησαν τ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς. Νομίζω δὲ, ὅτι ἐξεπλήρωσα καθῆκον, ἐπιστήσας τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῆς Δικαιοσύνης· τὸ καθῆκον δὲ τοῦτο ἐκπληροῦσι πάντες οἱ ἐν τῇ Βουλῇ δικηγόροι. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς φρονεῖ, ὅτι ὁ σπουδαιότερος τρόπος τῆς ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων εἶναι ἡ ἀνάγνωσις αὐτῶν ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Τρικκάλων, περὶ δὲ τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἔχει ἀνάλογον ἰδέαν. Ἀλλ’ ἡμεῖς, τἀναντία φρονοῦντες, ἐννοοῦμεν νὰ συζητῶμεν σοβαρῶς καὶ ἐπισταμένως ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων. Φρονῶ δὲ, ὅτι πρέπει ὁ Ὑπουργὸς νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τῶν διατάξεων τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, διότι πειθαρχικὴ ἐξουσία μὴ ἑνιαία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ.

§75ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ δὲν κατέκρινα τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπὴν, τοὐναντίον γινώσκετε πάντες, ὅτι, κατὰ τὸ πλεῖστον, τὰς γνώμας αὐτῆς παρεδέχθην, διότι πάντοτε εἶχον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οὐδέποτε πρέπει ὁ εἰσηγητὴς νομοσχεδίου νὰ ἐμμένῃ εἰς πάσας τὰς γνώμας αὐτοῦ καὶ νὰ μὴ ἀποδέχηται κἀμμίαν ἄλλην. Παρετήρησα ὅμως, ὅτι δὲν συμβαίνει νὰ ἀπαντᾶται μεταξὺ τῶν δικαστικῶν ὁμοφωνία, ἂν ὄχι ὁμοφωνία, τοὐλάχιστον νὰ συναντῶνται κἄπως αἱ γνῶμαι αὐτῶν. Ἐγὼ πάντοτε ἠσπάσθην τὴν γνώμην τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἕτεροι συνάδελφοι, νομικοὶ, συμφωνοῦντες μὲ τὰς ἰδικάς μου γνώμας, ἀπεδείκνυον, ὅτι μεταξὺ τῶν δικαστικῶν ὑπάρχει διχογνωμία.

§76ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ νομίζω καὶ ἐγὼ ἀναγκαῖον νὰ ποιήσωμαι μικρὸν λόγον ὄχι περὶ τῆς πολιτικῆς δικαιοσύνης, περὶ ἧς πολλὰ ἐλέχθησαν, ἀλλὰ περὶ τῶν ποινικῶν ἐργασιῶν. Κατὰ τὰς καταστάσεις αὐτὰς, ἐξάγεται ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ ἄλλοτε ὡμίλησα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι προϊόντος τοῦ χρόνου αἱ ἐκκρεμεῖς ποινικαὶ ἐργασίαι πληθύνονται εἰς πολὺ σπουδαῖον βαθμόν. Κατὰ τὴν τρίτην τριμηνίαν τοῦ 1891 εἴχομεν ἐκκρεμεῖς παρὰ ταῖς Εἰσαγγελίαις μόνον 24,554 ὑποθέσεις, κατὰ τὴν τρίτην τριμηνίαν τοῦ 1892 εἴχομεν 30,134, τὸ 1891 εἶχον οἱ ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι 53,761, τὸ 1892 εἶχον 66,437. Δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἀναβληθεισῶν εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα καὶ τῶν ἐκδοθέντων βουλευμάτων· παρατηρῶ μόνον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκκρεμῶν τῆς τρίτης τριμηνίας βεβαίως ηὔξησε κατὰ τὴν τετάρτην τριμηνίαν, διότι δὲν ὑπάρχει τριμηνία, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ παρατηρῆται αὐτὴ ἡ αὔξησις. Ἀλλ’ εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι ἐν τῇ καταστάσει αὐτῇ δὲν ἀναγράφονται αἱ ἐκκρεμεῖς παρὰ ταῖς Εἰσαγγελίαις τῶν Ἐφετῶν, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι παρεκάλεσα τότε τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ καὶ τὴν κατάστασιν ταύτην, ἵνα ἔχωμεν πλήρη γνῶσιν αὐτοῦ τοῦ φοβεροῦ ἀριθμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποδεικνύει μίαν κατάστασιν ποινικῆς δικαιοσύνης, ἡ ὁποία εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ εἰς ἄλλο Κράτος τοῦ κόσμου καὶ περὶ τῆς ὁποίας οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια.

§77ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀναγκάζομαι ν’ ἀπευθύνω παρατήρησίν τινα. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶχε δίκαιον νὰ μὴ εὑρίσκῃ ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐνώπιόν του, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προηγουμένως παρετήρησα, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ εἶχον δίκαιον νὰ εὑρίσκω αὐτὸ ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχω ἐνώπιόν μου, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐλλείπουσιν ὅλαι αἱ πληροφορίαι, αἵτινες ὑπάρχουσιν ἐν ἄλλοις τεύχεσι. Τὸ γεγονὸς τοῦτο μοὶ δίδει τὴν ἀφορμὴν νὰ παρατηρήσω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ὅτι, ὅταν ἐπέρχωνται διορθώσεις, ἔχουσαι οὐσιαστικὴν σημασίαν, αἱ διορθώσεις αὗται πρέπει νὰ γίνωνται γνωσταὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ διωρθωμένα τεύχη νὰ πέμπωνται εἰς τοὺς Βουλευτὰς, διότι ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἐργασία. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον ἀπευθύνω τὴν παρατήρησιν ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν, διότι πολλάκις εἰς τὸν Διευθυντὴν τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς εἶπον, ὅτι ἐγένοντο διορθώσεις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ἐζήτησα διωρθωμένον τεῦχος, ἀλλ’ οὐδέποτε μοὶ ἀπεστάλη τοιοῦτον· διότι μοὶ ἐδόθη ἀπάντησις, ὅτι μόνον εἰς τὴν μίαν σελίδα, τὴν ἀφορῶσαν τὰ δάνεια, ἐγένοντο διορθώσεις τινές. Τὴν αὐτὴν παρατήρησιν ἀπευθύνω πρὸς τὸ Προεδρεῖον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔκθεσιν περὶ τῶν εἰσφορῶν τῶν δήμων, διότι διενεμήθησαν τεύχη τινὰ εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ἡ διανομὴ δὲν εἶναι πλήρης καὶ πρέπει ταῦτα ν’ ἀποστέλλωνται εἰς τὰς οἰκίας μας.

§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ τὸ διωρθωμένον τεῦχος διενεμήθη κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς, καὶ συνέπεσε νὰ μὴ ἦσθε παρὼν τῇ στιγμῇ ἐκείνῃ, διὰ τοῦτο ἐπῆλθεν αὐτὴ ἡ παράλειψις. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ τακτικὸς Πρόεδρος κ. Β. Βουδούρης).

§79ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἐπιφέρει οὐσιώδεις καὶ θεμελιώδεις τροποποιήσεις εἰς τὸν ψηφισθέντα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον νόμον περὶ ἀστυνομικῆς διοικήσεως. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι εἶναι δίκαιον καὶ ὀρθὸν νὰ ποιήσηται εἰσήγησίν τινα τοῦ νομοσχεδίου ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἵνα ἐξηγήσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι προὐκάλεσαν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.

§80ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅτε ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, ἐξήγησα τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη τῆς ὑποβολῆς αὐτοῦ. Εἶπον τότε, ὅτι ἡ διάταξις, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὰ προσόντα τῶν ἀστυφυλάκων, ἦτο τοιαύτη, ὥστε ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτῆς δὲν εἴχομεν ἀρκετὸν ἀριθμὸν ἀστυφυλάκων, ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ἐκ τούτου ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναβολῆς τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ καὶ τῆς ὑποβολῆς τῶν τροποποιήσεων. Ἑτέρα διάταξις, ἡ ὁποία διὰ τοῦ νομοσχεδίου μεταῤῥυθμίζεται, εἶναι ἡ σχετιζομένη πρὸς τὴν ἐκ μέρους τῶν δήμων καταβολὴν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τὰ ἔξοδα τῆς Ἀστυνομίας. Ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ψηφισθέντος νόμου, δηλ. τῆς διατάξεως τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν δημοτικὴν εἰσφοράν, ἤθελεν ἀποδώσει μόνον 873,207 δραχμὰς, ἐνῷ ἡ δαπάνη τῆς ἀστυφυλακῆς ἀνέρχεται εἰς 1,000,777. Εἶχον δὲ δηλώσει κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τίς ἦτο ἡ ἔννοια ἡ παρ’ ἡμῶν ἀποδιδομένη εἰς τὸ ἄρθρον τὸ περιλαμβάνον τὴν διάταξιν, περὶ ἧς πρόκειται. Ἡ ἔννοια ἦτο, ὅτι οἱ δῆμοι ὤφειλον νὰ συνεισφέρωσι τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου προβλεπόμενα ποσὰ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς εἰσφορᾶς διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ἐπαρουσιάζετο λοιπὸν τὸ ἑξῆς ἄτοπον, ὅτι τῇ ἀφαιρέσει τῆς εἰσφορᾶς ἐκείνης, ἂν ἐπρόκειτο νὰ μείνωσι 50% ἐκ τῶν ἐξ ἐμμέσων καὶ ἀμέσων φόρων προερχομένων ποσῶν, δὲν ὑπελείπετο ποσὸν ἐπιτρέπον τὴν καταβολὴν τῆς συνεισφορᾶς διὰ τὴν ἀστυνομίαν, ἢ ὑπελείπετο ποσὸν μικρόν. Συμπέρασμα τούτου ἦτο, ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν ἠδύνατο νὰ εἰσπράξῃ τὸ ποσὸν, ὅπερ ὑπελόγιζεν. Ἐπειδὴ δὲ σκοπὸς τοῦ νόμου, ὡς εἶχον δηλώσει τότε, δὲν ἦτο βεβαίως νὰ αὐξήσωσι τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ σκοπὸς ἦτο νὰ καλυφθῶσι τὰ ἔξοδα τῆς ἀστυνομίας ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων, ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη τῆς τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου τοῦ περιλαμβάνοντος τὴν διάταξιν, δυνάμει τῆς ὁποίας ἡ συνεισφορὰ δὲν ἠδύνατο νὰ ἦναι ἐλάσσων τῶν 15%, οὔτε ἀνωτέρα τῶν 50%, ἀντικαθισταμένων εἰς τὰ 15% 20%, καὶ εἰς τὰ 50% 75% καὶ ἀφιεμένων πάντοτε ὑπὲρ τῶν δήμων δραχ. 2000. Ἐκ τῆς τροποποιήσεως ταύτης ἐπέρχεται μεγάλη διαφορὰ εἰσπράξεως ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου, διότι, ἐνῷ κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 36 τοῦ νομοσχεδίου τοῦ τότε ψηφισθέντος ἀνέρχεται τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελεν εἰσπράξει τὸ Δημόσιον εἰς 873,207 δραχμὰς, ἡ ἐκτέλεσις τῶν ὅρων τοῦ ἄρθρου 36 τοῦ σήμερον συζητουμένου νομοσχεδίου θέλει φέρει εἴσπραξιν τοῦ Δημοσίου ἐκ δραχ. 1,797,464, ποσὸν δηλ. ἴσον πρὸς τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενον διὰ τὴν δαπάνην τῆς ἀστυνομίας. Αὗται εἶναι αἱ δύο σπουδαιότεραι τροποποιήσεις, ἃς περιλαμβάνει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ἐκ νέου γενομένη μελέτη τοῦ νόμου ἀπέδειξεν ἀτελείας τινὰς, ἐνομίσαμεν, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς ἡμᾶς, ἵνα φέρωμεν διόρθωσιν τῶν ἀτελειῶν τούτων, καὶ ἐπροτιμήσαμεν νὰ ὑποβάλωμεν νέον νομοσχέδιον, ἵνα μὴ καταστήσωμεν δυσχερῆ τὴν συζήτησιν διὰ πολλῶν τροπολογιῶν. Κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν διαφόρων ἄρθρων θέλω ἐξηγήσει τὰς ἄλλας τροποποιήσεις τοῦ πρότερον ψηφισθέντος νόμου, περὶ τὰς ὁποίας νομίζω περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω ἤδη.

§81ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐξ ὅσων ἐποιησάμην συγκρίσεων μεταξὺ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καὶ τοῦ κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον ψηφισθέντος νόμου, οὗτινος προτείνεται ἡ κατάργησις, εὑρίσκω, ὅτι αἱ προτεινόμεναι μεταβολαὶ δὲν ἀφορῶσι μόνον τὸ ταμιευτικὸν μέρος τοῦ νομοθετήματος, ἀλλὰ καὶ ἄλλους αὐτοῦ σκοπούς. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον συζητοῦντες τὸν νόμον, οὗτινος προτείνεται σήμερον ἡ κατάργησις, ἀνεπτύξαμεν τὰς γνώμας ἡμῶν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ. Ἀνεπτύξαμεν τότε τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τοῦ νομοθετήματος, ἥτις εἶναι ἡ κατάργησις τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς. Πραγματικὴ δημοτικὴ ἀρχὴ καὶ δημοτικὴ ἐξουσία μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομοθετήματος τούτου δὲν ὑπάρχει πλέον ἐν Ἑλλάδι. Δημοτικὴ ἐξουσία δὲν εἶναι ἡ διαχείρισις τῶν φιλανθρωπικῶν καὶ ἄλλων δημοτικῶν καταστημάτων, ἢ φροντὶς περὶ τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας, ἢ τὰ ἄλλα δευτερεύοντα καθήκοντα τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς. Δημοτικὴ ἐξουσία καὶ αὐτοδιοίκησις εἶναι κυρίως ἡ διεύθυνσις τῶν ποικίλων καὶ καθημερινῶν συμφερόντων καὶ σχέσεων τῶν δημοτῶν πρὸς ἀλλήλους. Ἡ διεύθυνσις δὲ τῶν σχέσεων καὶ συμφερόντων τούτων, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ θεμέλιον πάσης δημοτικῆς ἀρχῆς, ἐξασκεῖται διὰ τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας. Ἀφαιροῦντες τὴν ἐξουσίαν ταύτην παρὰ τῶν δήμων, ἀφαιροῦμεν τὸ κυριώτερον συστατικὸν αὐτῶν. Δὲν θὰ ἔχωμεν πλέον δημοτικὴν ἐξουσίαν κατὰ τὴν κυρίαν αὐτῆς ἔννοιαν. Θὰ ἔχωμεν τὴν σκιὰν τῆς ἐξουσίας ταύτης, οὐδεμίαν πλέον ἔχουσαν πολιτικὴν ὑπόστασιν, καὶ ἀσχολουμένην εἰς δευτερεύοντα συμφέροντα τοῦ Δήμου. Θὰ ἐκλείψῃ ἐκεῖνο, ὅπερ ἀποτελεῖ τὴν βάσιν παντὸς ἐλευθέρου πολιτεύματος καὶ τὸ γυμναστήριον οὕτως εἰπεῖν τοῦ ἔθνους πρὸς ὁμαλὴν καὶ προοδευτικὴν ἀπόλαυσιν τῶν ἐλευθεριῶν, εἰς ἃς δικαιοῦται πᾶν πεπολιτισμένον ἔθνος. Ὅτε κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον συνεζητοῦμεν τὸν ψηφισθέντα νόμον, καὶ ἄλλοι καὶ ἐγὼ εἴχομεν τὴν πεποίθησιν καὶ ἐξεφράσαμεν τὴν γνώμην, ὅτι ζητῶν οὗτος νὰ συμβιβάσῃ ἀσυμβιβάστους ἰδέας καὶ θεσμοὺς, ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἀνεφάρμοστος καὶ ἤθελεν ἐγκαταλειφθῆ. Τοῦτο δὲ ἀπέδειξε καὶ πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς του ἡ μελέτη, ἥτις ἐγένετο πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Δὲν εἶναι δὲ πράγματι δυνατὸν νόμος εἰσάγων τὴν στρατιωτικὴν διοίκησιν ἐν τῇ δημοτικῇ ἀστυνομίᾳ νὰ ἐφαρμοσθῇ εὐκόλως ἐν χώρᾳ, ὅπου ἰσχύει κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Τὸ ἤπιον καὶ ἐλευθέριον πνεῦμα τῆς δημοτικῆς καὶ ἀστυνομικῆς ἐξουσίας, τὸ συνδυάζον τὴν τάξιν μετὰ τῆς προόδου, δὲν δύναται νὰ συμβιβασθῇ μετὰ τῆς στρατιωτικῆς ἐνεργείας, τῆς σκοπούσης μόνον τὴν τάξιν καὶ ἀδιαφορούσης περὶ τῆς προόδου. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἕτερος σκοπὸς, ὃν ἐπιδιώκει τὸ νομοθέτημα τοῦτο, ὁ τῆς πραγματοποιήσεως ἐν τῷ γενικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους οἰκονομιῶν διὰ τῆς ἀποσπάσεως ἐκ τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ἀπασχολήσεως ἐν τῇ διοικητικῇ ἀστυνομίᾳ ἀριθμοῦ τινος ἀξιωματικῶν, δὲν δύναται ὡσαύτως νὰ συμβιβασθῇ μὲ τὸν σκοπὸν τῆς βελτιώσεως τῆς δημοσίας τάξεως. Ἂν θελήσωμεν νὰ βελτιώσωμεν τὰς τοπικὰς ἀστυνομίας, ὅπως ἐπιτύχωμεν τελειοτέραν διατήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως, οὐ μόνον δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ πραγματοποιήσωμεν οἰκονομίας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ ὑποβάλωμεν τὸ Δημόσιον εἰς τὴν δαπάνην ποσοῦ πολὺ ἀνωτέρου ἐκείνου, ὅπερ θέλουσιν εἰσφέρει οἱ δῆμοι διὰ τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοθετήματος τούτου ἐν τῇ προηγουμένῃ συνόδῳ τῆς Βουλῆς ἀνεπτύξαμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐπέμενεν, ὅτι ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων, περιοριζομένης εἰς τὰ 50% κατ’ ἀνώτατον ὅρον καὶ εἰς τὰ 15% κατ’ ἐλάχιστον ἐπὶ τῶν προσόδων αὐτῶν τῶν ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων, ἤθελεν εἰσπράξει τὸ διὰ τὴν συντήρησιν τῶν διοικητικῶν ἀστυνομιῶν ἀπαιτούμενον ποσόν. Ἡ μελέτη, ἣν ἐποιήσατο, τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ψηφισθέντος νόμου, ἀπέδειξεν, ὡς ἀνεκοίνωσε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι δὲν ἤθελε δυνηθῆ νὰ εἰσπράξῃ μήτε τὸ ἥμισυ τοῦ ἀπαιτουμένου τούτου ποσοῦ. Διὰ τοῦτο δὲ προτείνει διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τὴν αὔξησιν τοῦ μὲν ἀνωτάτου ὅρου τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων εἰς τὰ 75% ἐκ τῶν ἐσόδων αὐτῶν τῶν ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων, τοῦ δὲ κατωτάτου εἰς τὰ 20%. Ἐλπίζει δὲ, ὅτι θέλει εἰσπράξει οὕτω τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 1,800,000, ὅπερ ἀπαιτοῦσιν αἱ δαπάναι τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν, καὶ ὅπερ ἀνέγραψεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὡς ἔσοδον τοῦ Κράτους. Ἡ τροποποίησις αὕτη, ἰδίως δὲ ἡ τοῦ ἀνωτάτου ὅρου, θέλει ἀφαιρέσει ἀπὸ τῶν πλείστων δήμων τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεως καὶ τῆς λειτουργίας αὐτῶν. Οἱ πλεῖστοι δῆμοι μετὰ τὴν εἰσφορὰν 50% ἐκ τῶν ἐσόδων αὐτῶν διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ ἑτέρων 25% διὰ τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν, θέλουσιν ἴδει τὰ ἔσοδα αὐτῶν περιοριζόμενα εἰς μόνας τὰς 2,000 δραχμὰς, τὰς ὁποίας ὁ νόμος ἐξαιρεῖ τῆς εἰσφορᾶς. Ἀλλὰ, Κύριοι, τίνες εἰσὶν οἱ δῆμοι, οἵτινες θὰ δυνηθῶσι νὰ διατηρηθῶσι καὶ λειτουργήσωσιν ὁμαλῶς δι’ ἐσόδου μόνον 2,000 δραχμῶν, οὗτινος μέγα μέρος θὰ βεβαιωθῇ μὲν, ἀλλὰ δὲν θὰ εἰσπραχθῇ; Οἱ πλεῖστοι αὐτῶν βεβαίως δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ λειτουργήσωσιν, ἀλλὰ θὰ παραλύσωσιν. Ἀλλ’ ἐνῷ τοιοῦτον μέλλει νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα ἡ αὔξησις τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων εἰς 75 τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν ἐσόδων αὐτῶν, θὰ φέρῃ ἆρά γε αὕτη ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου τὸ ἔσοδον, ὅπερ ὑπολογίζει ἡ Κυβέρνησις; Πολὺ ἀμφιβάλλω. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ βεβαιωθησόμενον ἔσοδον τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων ὑπολογίζεται εἰς μίαν δραχμὴν κατὰ ψυχήν· ὅσαι ψυχαὶ κατοικοῦσι δῆμόν τινα, τόσα ἔσονται αἱ δραχμαὶ, ἃς θὰ δώσῃ ὁ δῆμος οὗτος ὡς εἰσφορὰν εἰς τὸ Δημόσιον διὰ τὰς ἀστυνομικὰς δαπάνας. Ἀλλ’ ἂν ἀφαιρέσωμεν τοὺς δήμους Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, οἵτινες κατὰ τὰς εἰδικὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου θέλουσιν εἰσφέρει δρ. 100,000 περίπου, μένουσι δρ. 1,700,000 περίπου, ἵνα εἰσπραχθῶσι παρὰ τῶν ἄλλων δήμων τοῦ Βασιλείου. Οἱ κάτοικοι δὲ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν δήμων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, εἶναι ὀλιγώτεροι τῶν 2,000,000· ὑποθέτει ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἀφίνουσα εἰς τοὺς δήμους τὰ 25% τῶν ἐσόδων των καὶ κατ’ ἐλάχιστον ὅρον 2,000 δραχμὰς εἰς ἕκαστον αὐτῶν, θὰ δυνηθῇ νὰ εἰσπράξῃ κατὰ μέσον ὅρον 85/00 τῆς δραχμῆς δι’ ἕκαστον κάτοικον αὐτῶν. Νομίζω ὅτι πλανᾶται. Οἱ πλεῖστοι τῶν δήμων, τὰ ¾ ἴσως αὐτῶν, δὲν θὰ δυνηθῶσι μετὰ τὴν εἰσφορὰν τοῦ ἡμίσεως τῶν ἐσόδων των διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν νὰ εἰσφέρουν ποσὸν ἀναλογοῦν εἰς 85/00 τῆς δραχμῆς κατὰ μέσον ὅρον δι’ ἑκάστην ψυχήν. Λάβετε ὡς παράδειγμα ἕνα οἱονδήποτε δῆμον κατοικούμενον ὑπὸ 5,000 ψυχῶν, καὶ ἔχοντα ἔσοδον 10,000 δραχμῶν· οὗτος θὰ εἰσφέρῃ 5,000 διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ ἑτέρας 2,500 διὰ τὴν ἀστυνομίαν, ἀντὶ τῶν δραχμῶν 4,250, ἃς ἔπρεπε νὰ δώσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν 85/00 τῆς δραχμῆς κατὰ ψυχήν. Τοιοῦτοι δ’ εἰσὶν οἱ πλεῖστοι τῶν μικρῶν δήμων, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπάρχουσι πολλοὶ, ἔχοντες πολὺ μικρότερα εἰσοδήματα ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς τοὺς κατοίκους αὐτῶν. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι πλανᾶται ἡ Κυβέρνησις, πιστεύουσα ὅτι θὰ εἰσπράξῃ ἐξ αὐτῶν τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 1,700,000, ὅπερ ὑπολογίζει, ἐκτὸς τῶν δήμων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Δὲν μοὶ φαίνεται δυνατὸν ἐκ τῶν εἰσφορῶν τῶν δήμων, ὧν τὸ εἰσόδημα ἀνέρχεται εἰς ἑπτὰ ἕως ὀκτὼ ἑκατομμύρια δραχμῶν, νὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον δραχμὰς 3,200,000 διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ ἑτέρας δραχμὰς 1,700,000 διὰ τὴν ἀστυνομίαν. Καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἤθελε βεβαιώσει τὰ ποσὰ ταῦτα, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ τὰ εἰσπράξῃ. Ἀνέπτυξα ταῦτα, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι ὁ σκοπὸς, ὅστις παρεστάθη ὡς ὁ κύριος σκοπὸς τοῦ νομοθετήματος τούτου καὶ κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν αὐτοῦ ἐν τῇ παρελθούσῃ συνόδῳ, καὶ σήμερον, ἡ πραγματοποίησις δηλαδὴ οἰκονομιῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι σοβαρός. Διὰ νὰ ὑπάρξῃ πραγματικὴ οἰκονομία εἰς πάντας τοὺς δήμους, τὸ Δημόσιον θ’ ἀναγκασθῇ νὰ ὑποστῇ δαπάνην πολὺ ἀνωτέραν καὶ τῆς ἐκτελουμένης σήμερον διὰ τὰς δημοτικὰς ἀστυνομίας, καὶ τῆς εἰσφορᾶς, ἣν θέλει εἰσπράξει παρὰ τῶν δήμων. Ἄλλην ἑπομένως δικαιολογίαν καὶ ἄλλον πρέπει νὰ ἐπιζητήσωμεν σκοπὸν ἐν τῷ νομοθετήματι τούτῳ. Εὐπρόσδεκτος δὲ σκοπὸς αὐτοῦ δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ βελτίωσις τῆς δημοσίας τάξεως, ἥτις βεβαίως δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν ἰδέαν τῆς ἐξευρέσεως οἰκονομιῶν ἐν ταῖς δαπάναις τοῦ Δημοσίου. Διὰ νὰ βελτιώσωμεν τὴν δημοσίαν τάξιν, ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι πρέπει νὰ δαπανήσωμεν ποσὰ ἀνώτερα καὶ τῶν σήμερον δαπανωμένων καὶ τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1893. Μὴ δυνάμενοι νὰ πράξωμεν τοῦτο, καὶ μὴ πράττοντες αὐτό, μεταχειριζόμεθα τὴν δημοσίαν τάξιν ὡς ἁπλοῦν πρόσχημα πρὸς ἐφαρμογὴν καὶ ἐν ταῖς δημοτικαῖς ἀστυνομίαις τῶν συγκεντρωτικῶν ἰδεῶν καὶ τάσεων, αἵτινες, νοθεύουσαι τὸ πολίτευμα ἡμῶν, κινδυνεύουσι νὰ τὸ καταστήσωσι τὸ χείριστον τῶν πολιτευμάτων. Περὶ τούτου δὲ θέλομεν πεισθῆ, ἂν ἐξετάσωμεν τὸ πνεῦμα, ὅπερ ἐπεκράτησεν εἰς τὰς τροποποιήσεις, αἵτινες διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου εἰσάγονται εἰς τὸν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ψηφισθέντα νόμον. Διὰ τῶν μεταῤῥυθμίσεων τούτων ὁ θεσμὸς τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας προβαίνει ἓν βῆμα πρὸς τὴν ἐπὶ τὸ στρατιωτικώτερον ὀργάνωσιν αὐτῆς. Κατὰ τὴν μελέτην τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ψηφισθέντος νόμου ἀπεδείχθη τὸ δύσκολον νὰ συμβιβασθῇ ὁ πολιτικὸς χαρακτὴρ τῆς ἀστυνομίας, ὁ συνδυάζων τὴν διατήρησιν τῆς τάξεως μὲ τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας τοῦ τόπου, καὶ ἡ ὑπὸ στρατιωτικῶν ἐξάσκησις αὐτῆς. Ἐν ἄρθρῳ 2 τοῦ νομοσχεδίου εὑρίσκομεν, ὅτι οἱ μὲν ἀστυνόμοι τῆς πρωτευούσης τῶν νομῶν καὶ τῶν πόλεων τῶν ἐχουσῶν κατοίκους ἄνω τῶν 5,000 διορίζονται, ὡς καὶ πρότερον, τῇ προτάσει τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν, οἱ ἀστυνόμοι ὅμως πάντων τῶν ἄλλων δήμων θὰ διορίζωνται τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ψηφισθεὶς νόμος, παραδεχόμενος τὸν διορισμὸν πάντων ἀνεξαιρέτως τῶν ἀστυνόμων τῇ προτάσει τῶν δύο Ὑπουργῶν, καθιεροῖ τὴν εἰς τὸν διορισμὸν αὐτῶν συμμετοχὴν τῆς φύσει ἠπιωτέρας πολιτικῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Διὰ τῆς προτεινομένης δὲ τροποποιήσεως παύει ἡ συμμετοχὴ αὕτη, καὶ ὁ διορισμὸς τῶν ἀστυνόμων τῶν πόλεων, αἵτινες ἔχουσι κατοίκους κάτω τῶν 5,000, ἀφίεται εἰς τὴν αὐστηροτέραν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὸν προηγουμένως ψηφισθέντα νόμον οὐδεμίαν εἶχεν ἀνάμιξιν εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν περιφερειῶν τῶν διαφόρων ἀστυνομιῶν· κατὰ τὸ ἄρθρον 3 δὲ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου συμμετέχει καὶ οὗτος εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦτον. Ἐνῷ κατὰ τὸν ψηφισθέντα νόμον, οὗτινος προτείνεται ἡ κατάργησις, οἱ ἀστυνόμοι πάντες ὑπήγοντο εἰς τὰ πολιτικὰ δικαστήρια διὰ πᾶσαν ἀξιόποινον πρᾶξιν, διὰ τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ νομοσχεδίου ἀφαιροῦνται τῆς δικαιοδοσίας τῶν δικαστηρίων τούτων οὐ μόνον τὰ καθαρῶς στρατιωτικὰ πλημμελήματα καὶ κακουργήματα, ἀλλὰ καὶ ἀξιόποινοι πράξεις, ἔχουσαι καθαρῶς πολιτικὸν χαρακτῆρα, ὡς π. χ. αἱ τοῦ ἄρθρου 252 § δʹ τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν συμμετοχὴν εἰς ἐπιχειρήσεις, ὧν ὁ ἀστυνόμος ἔχει τὴν διαχείρισιν ἢ τὴν ἐπιτήρησιν, καὶ αἱ τοῦ ἄρθρου 254 § βʹ, αἱ ἀφορῶσαι εἰς ἄμεσον ἢ ἔμμεσον διανομὴν κρεάτων καὶ οὐσιῶν ἐφθαρμένων ἢ μεμολυσμένων. Δὲν εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, δυνατὸς ὁ συμβιβασμὸς τῆς ἐπιτυχοῦς λειτουργίας δημοτικῆς ἀστυνομίας μὲ τὴν μέχρι τραχύτητος αὐστηρὰν ἐνέργειαν τῆς στρατιωτικῆς ἐξουσίας. Ἡ τάσις δὲ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπιτύχῃ τὸν συμβιβασμὸν τῶν δύο τούτων διαφόρου φύσεως ἐξουσιῶν διὰ τῆς ἐπὶ τὸ στρατιωτικώτερον διαμορφώσεως τοῦ συζητουμένου νομοθετήματος, κατέληξεν εἰς τὴν παραδοχὴν – διατάξεων ἀντιφατικῶν καὶ σχεδὸν τραγελαφικῶν. Κατὰ τὰ ἄρθρα 5 καὶ 6, οἱ ἀστυνόμοι τῶν μικρῶν δήμων, οἵτινες κατὰ τὸ ἄρθρον 2 διορίζονται ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν μὲν ὦσιν ἀρχαιότεροι ἢ ἀνώτεροι κατὰ βαθμὸν τοῦ οἰκείου μοιράρχου, ὑπάγονται ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς χωροφυλακῆς, ἂν δὲ ὦσι κατωτέρου βαθμοῦ ἢ νεώτεροι τοῦ μοιράρχου, ὑπάγονται εἰς τὰς διαταγὰς αὐτοῦ. Τί δὲ θέλει προκύψει ἐκ τούτου; Ὅτι ὁ αὐτὸς ἀστυνόμος θέλει ὑπάγεσθαι ὁτὲ μὲν εἰς τὰς διαταγὰς τῆς οἰκείας Μοιραρχίας, ἄλλοτε δὲ εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, κατὰ λόγον τοῦ βαθμοῦ καὶ τῆς ἀρχαιότητος τοῦ διευθύνοντος τὴν Μοιραρχίαν ταύτην. Θὰ ἔχωμεν δὲ τοιουτοτρόπως ἐργασίας, ὧν ἡ διεξαγωγὴ θὰ ἄρχηται ὑπὸ τῆς Μοιραρχίας καὶ θὰ περαιῶται ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς καὶ τἀνάπαλιν. Ἡ τοιαύτη δὲ διεξαγωγὴ ἀστυνομικῶν ἐργασιῶν θέλει παρεμποδίσει βεβαίως τὴν ταχεῖαν αὐτῶν περαίωσιν καὶ παρουσιάσει πολυειδεῖς δυσκολίας. Ἐνῷ κατὰ τὸ ἄρθρον 9 ἡ ἀστυφυλακὴ χαρακτηρίζεται ὡς σῶμα στρατιωτικὸν, ὀφεῖλον φυσικῶς νὰ ὑπαχθῇ εἰς τακτικὸν ὀργανισμὸν, ὁρίζοντα τὸν σχηματισμὸν καὶ τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ, τοὺς ὅρους τῆς προαγωγῆς, τὰς ποινὰς καὶ τὰς ἀμοιβὰς τῶν ἀποτελούντων αὐτὸ κτλ., αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 17 καὶ 18 τοῦ νομοσχεδίου μεταβάλλουσιν αὐτὴν εἰς σῶμα ἀνάλογον πρὸς τοὺς ἀρχαίους Ἑλβετούς. Κατὰ τὰς διατάξεις ταύτας ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς θὰ ἔχῃ τὴν ἐξουσίαν, ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ ἀστυνόμου καὶ τῇ γνωμοδοτήσει ἑνὸς ἐπιθεωρητοῦ, νὰ μεταθέτῃ πάντα ἀστυφύλακα, νὰ παύῃ, καὶ νὰ προβιβάζῃ αὐτόν. Ἡ ἀστυφυλακὴ μεταβάλλεται τοιουτοτρόπως εἰς σῶμα ὑποκείμενον εἰς τὴν ἀπόλυτον διάθεσιν καὶ ἐξουσίαν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς. Κατὰ τὰ ἄρθρα 9 καὶ 15 σχηματίζεται σῶμα ἀστυφυλακῆς, καὶ ὁρίζεται ἡ βαθμολογία τῶν μελῶν αὐτοῦ, οὐδὲν ὅμως ὁρίζεται περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀστυφυλάκων, οἵτινες θ’ ἀποτελέσωσι τὸ σῶμα τοῦτο. Μένει δὲ εἰς τὴν θέλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ ὁρίζῃ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν, ἄνευ περιορισμοῦ τινος μήτε εἰς τὸν ἀνώτατον μήτε εἰς τὸν κατώτατον ὅρον. Ἐνῷ οἱ ἀστυνόμοι εἰς μὲν τοὺς μεγάλους δήμους διορίζονται ἀπὸ κοινοῦ τῇ προτάσει τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν δὲ τοῖς μικροῖς παρὰ μόνου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, κατὰ τὸ ἄρθρον 34 πάντες οὗτοι μετατίθενται ἢ ἀπαλλάσσονται τῶν καθηκόντων αὐτῶν τῇ προτάσει μόνον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐκ τῶν ἀντιφάσεων τούτων δύναται νὰ ἐννοήσῃ ἡ Βουλὴ τὰς ὑφισταμένας δυσκολίας πρὸς συμβιβασμὸν τῶν ἀσυμβιβάστων. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβιβάσωμεν τὴν ἀπόλαυσιν δημοτικῶν ἐλευθεριῶν καὶ τὴν δι’ αὐτῶν ὁμαλὴν ἐξοικείωσιν τοῦ ἔθνους εἰς τὴν ἀπόλαυσιν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν μὲ τὴν στρατιωτικὴν ἐκτέλεσιν τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας. Ἐκ τῆς φύσεως αὐτῆς τῶν πραγμάτων, ἡ ἀστυνομία αὕτη ὀλίγον κατ’ ὀλίγον θὰ λάβῃ καθαρῶς στρατιωτικὸν χαρακτῆρα καὶ θὰ μεταβληθῇ εἰς στρατοκρατίαν. Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι τοῦτο πράττοντες ἐξυπηρετοῦμεν τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου ἡμῶν. Ἀπ’ ἐναντίας πιστεύω, ὅτι ἐπιμένοντες εἰς τὸ πείραμα τῆς ἐφαρμογῆς νομοθετήματος, θέλοντος νὰ συμβιβάσῃ τὰ ἀσυμβίβαστα, βλάπτομεν καὶ τὴν διοίκησιν τῆς χώρας καὶ τὴν στρατιωτικὴν αὐτῆς παρασκευήν. Ἄν θέλωμεν νὰ διατηρήσωμεν τὰς πολιτικὰς ἡμῶν ἐλευθερίας, ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἐὰν δὲ ἐφαρμοσθῇ, τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς θὰ μᾶς ἐξαναγκάσωσι ταχέως νὰ τὴν καταργήσωμεν. Τὴν βελτίωσιν τῆς δημοσίας τάξεως δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιτύχωμεν, δαπανῶντες μόνον τὰ ποσὰ, ἅτινα πράγματι δύνανται νὰ εἰσφέρωσιν οἱ δῆμοι. Ὀφείλομεν νὰ προβῶμεν εἰς μεγαλειτέρας δαπάνας. Νομίζω ὅμως, ὅτι μήτε εἰς ἀνωτέρας δαπάνας ἐπιτρέπουσι σήμερον τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους νὰ προβῶμεν, μήτε τὴν ἐφαρμογὴν τῆς στρατοκρατίας ἐπιτρέπει τὸ πολίτευμα καὶ ἡ ἰδιοφυΐα τῆς χώρας. Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν ζητοῦντες νὰ ἐφαρμόσωμεν νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον, τοιαῦτα περιέχον ἐλαττώματα, ἀποβαίνει ἐκ τῆς φύσεως αὐτοῦ ἀνεφάρμοστον. Ἐπιμένοννες εἰς τοῦτο, βλάπτομεν τὸν τόπον καὶ καταναλίσκομεν τὸν καιρὸν εἰς ἀτυχῆ πειράματα, ἀντὶ νὰ χρησιμοποιήσωμεν αὐτὸν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν λειτουργουσῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν. Αἱ ἀστυνομίαι αὗται βεβαίως παρουσιάζουσι σπουδαίας ἐλλείψεις, ἀλλὰ ταύτας δὲν πρέπει νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τοὺς δημοτικοὺς θεσμοὺς καὶ τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς καὶ νὰ θελήσωμεν νὰ καταῤῥίψωμεν ταύτας. Αἱ ἐλλείψεις αὗται κυρίως προέρχονται ἐκ τῶν ἀτελειῶν καὶ τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς καθοδηγήσεως τῶν ἀστυνομιῶν τούτων παρὰ τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας. Ἄν ἡ κεντρικὴ ἐξουσία, ἥτις κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν δικαιοῦται καὶ ὀφείλει νὰ καθοδηγῇ καὶ ἐξελέγχῃ τὴν πορείαν τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν, πράξῃ τοῦτο διὰ καταλλήλου τρόπου, θὰ ἔχωμεν βεβαίως βελτίωσιν θετικὴν καὶ σπουδαίαν τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν καὶ τῆς δημοσίας τάξεως. Ἄν μορφώσωμεν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον τὸ προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον προσδιορίζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν διεύθυνσιν καὶ τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν διοικητικῶν ἀστυνομιῶν, θὰ κατορθώσωμεν, χωρὶς νὰ μεταβάλωμεν τὸν χαρακτῆρα τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν, διὰ τῆς καθοδηγήσεως τῆς ἐπιθεωρήσεως καὶ τοῦ ἐλέγχου αὐτῶν νὰ ἐπιτύχωμεν ἀστυνομίαν καὶ δημοσίαν τάξιν πολὺ καλλιτέραν ἐκείνης, ἣν ὑπόσχεται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συζητουμένου νομοθετήματος. Οὐδεὶς δῆμος ὑπάρχει, μὴ ἔχων συμφέρον καὶ μὴ ἐπιθυμῶν, ὅπως ἐντὸς τῶν ὁρίων αὐτοῦ ἐπικρατῇ τάξις καὶ ἀσφάλεια. Γνωστοὶ δ’ εἰσὶν οἱ λόγοι οἱ παρεμποδίζοντες τὴν πραγματοποίησιν τῆς τοιαύτης ἐπιθυμίας πάντων τῶν δήμων. Οἱ λόγοι οὗτοί εἰσιν ἀφ’ ἑνὸς ὁ φατριασμὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἔλλειψις τῆς καθοδηγήσεως καὶ τοῦ ἐλέγχου τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας. Τὸ τελευταῖον τοῦτο ἐμπόδιον δυνάμεθα νὰ ἄρωμεν, νομοθετοῦντες τὴν βελτίωσιν καὶ ἐνίσχυσιν τοῦ ἐλέγχου τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν παρὰ τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας. Τὸ πρῶτον δ’ ἐμπόδιον δὲν δυνάμεθα βεβαίως νομοθετικῶς νὰ ἄρωμεν. Θὰ ἐκλείψῃ τοῦτο καὶ ἐκ τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν, καὶ ἐκ τῶν ἄλλων ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους, ὅταν, ἐκ τῶν ἀναγκῶν τῆς πατρίδος ἡμῶν πιεζόμενοι, ἐμφορηθῶμεν ἐκ γενικωτέρων ἰδεῶν καὶ συμφερόντων. Εἰς τοῦτο δὲ βεβαίως δὲν θὰ συντελέσῃ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συζητουμένου νομοθετήματος. Θὰ συντελέσῃ δὲ μόνον εἰς τὴν πολιτικὴν ὀπισθοδρόμησιν τῆς χώρας καὶ εἰς τὴν ἀπώλειαν χρόνου, ὅστις, χρησιμοποιούμενος εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν, ἤθελε συντελέσει καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν μόρφωσιν τοῦ λαοῦ καὶ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς δημοσίας τάξεως.

§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).

§84ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐξηγήσῃ, διατὶ ὡς πρὸς τοὺς λοιποὺς δήμους εἰς τὸν διορισμὸν τῶν ἀστυνόμων δὲν συμπράττει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Κατὰ τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 2, ἐν τοῖς δήμοις, ὧν ἡ πρωτεύουσα εἶναι ἕδρα νομοῦ κτλ., τὰ καθήκοντα τῶν δημάρχων καὶ δημοτικῶν ἀστυνόμων ἐκτελοῦσιν ἀξιωματικοὶ τῶν διαφόρων σωμάτων τοῦ στρατοῦ, ἀποσπώμενοι εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν καὶ διοριζόμενοι ἀστυνόμοι διὰ βασιλικοῦ διατάγματος. Τὸ βασιλικὸν διάταγμα περὶ διορισμοῦ ἀστυνόμων προκαλεῖται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν τοῖς λοιποῖς δὲ δήμοις, περὶ τῶν ὁποίων δὲν εἶχε προβλέψει ὁ προηγούμενος νόμος, καθόσον γενικῶς ἀνέθετε τὴν ἀστυνομίαν εἰς τὴν χωροφυλακὴν, σήμερον διορίζονται ἐπίσης ἀστυνόμοι εἴτε ἐκ τῶν βαθμοφόρων τῆς χωροφυλακῆς, εἴτε ἐκ τῶν βαθμοφόρων τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ παρατηρῶ διαφορὰν ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν τῶν ἀστυνόμων τούτων, διότι οὗτοι διορίζονται ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν διὰ βασιλικοῦ διατάγματος παρ’ αὐτοῦ προκαλουμένου. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐξηγήσῃ τὴν διαφορὰν ταύτην.

§85ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον οἱ ἀστυνόμοι τῆς βʹ κατηγορίας διορίζονται τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι, ὅτι αὐτοὶ εἶναι ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, ἐκτελοῦντες ἤδη ἐν μέρει καθήκοντα ἀστυνομικά. Ἐπειδὴ ὅμως, ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, εἶδον ὅτι παρηρμηνεύθη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 καὶ ὅτι ἐθεωρήθη αὕτη ὡς ἐνέχουσα σκοπὸν, ἵνα διαμορφώσωμεν ἐπὶ τὸ στρατιωτικώτερον τὴν ἀστυνομίαν, δὲν ἔχω κἀμμίαν δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶ τὴν προσθήκην εἰς τὴν βʹ §, ὅπως καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἐκτελέσωσιν ἀστυνομικὰ καθήκοντα ἐν τοῖς λοιποῖς δήμοις, δηλ. ἐν τοῖς δήμοις, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἔχωσιν ἀστυφυλακὴν, ὅπως καὶ αὐτοὶ διορίζωνται τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ ἐκλείψῃ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς διατάξεως τῆς αʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου καὶ τῆς διατάξεως τῆς βʹ παραγράφου.

§86ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ δώσῃ καὶ μίαν ἄλλην διασάφησιν εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον. Εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ πρόκειται περὶ διορισμοῦ ἀστυνόμου, εἰς δὲ τὸ βʹ ἐδάφιον λέγει, ὅτι «ἐν τοῖς λοιποῖς δήμοις τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα ἐκτελοῦνται κατὰ τὰ κανονισθησόμενα διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων». Ἐρωτῶ, τί εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ κανονισθῇ διὰ βασιλικοῦ διατάγματος; Ὁ τρόπος τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων;

§87ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὄχι. Ἦτο ἀνάγκη, ἵνα περιληφθῇ ἡ φράσις αὕτη, διότι, ὡς παρατηρεῖτε, οἱ ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ ἀναφερόμενοι ἀστυνόμοι ἀκριβῶς πρόκειται νὰ ἐκτελέσωσι καὶ καθήκοντα χωροφυλακῆς· διότι σᾶς λέγει, ὅτι ἐν τοῖς λοιποῖς δήμοις τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα ἐκτελοῦνται ὑπὸ τῆς χωροφυλακῆς, διοριζομένων ἀστυνόμων τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς. Οἱ ἴδιοι λοιπὸν ἀξιωματικοὶ πρόκειται νὰ ἐκτελέσωσι καὶ τὰ καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς. Εἶναι ἀνάγκη, ἵνα διὰ διαταγμάτων κανονισθῶσιν αἱ σχέσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ὑπάρχωσιν ὡς πρὸς ταῦτα τὰ καθήκοντα, διότι οἱ τῆς πρώτης παραγράφου ἀποκλειστικῶς εἶναι ἀστυνόμοι, οἱ τῆς δευτέρας παραγράφου εἶναι ἀστυνόμοι, ἔχουσιν ὅμως καὶ τὰ καθήκοντα τ’ ἀνατιθέμενα σήμερον εἰς τὴν χωροφυλακήν. Ὥστε πρόκειται αἱ σχέσεις αὗται νὰ κανονισθῶσι, καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον εἶναι ἀναγκαῖα τὰ βασιλικὰ διατάγματα.

§88ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων αὐτῶν ἤκουσα τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης ἀναφέροντα ῥητὰ ἄρθρα, κανονίζοντα πότε ὁ ἀξιωματικὸς ὑπάγεται εἰς τὴν ἀστυνομίαν καὶ πότε εἰς τὴν χωροφυλακήν.

§89ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ἄλλα ζητήματα, τὸ ζήτημα τῶν ἑδρῶν π. χ. Πρόκειται νὰ ὁρισθῇ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν.

§90ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ ὅλων τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα λέγετε, ὑπάρχει πρόνοια ἐν τῷ νόμῳ.

§91ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἰς ἕκαστον δῆμον δὲν θὰ ὑπάρχῃ εἷς ἀξιωματικός;

§92ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ περὶ τούτου κάμνει λόγον.

§93ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑπάρχουσι πλεῖστα ζητήματα, ἀναγόμενα εἰς τὴν διπλῆν ταύτην ὑπηρεσίαν τὴν ὁποίαν θὰ ἐκτελῶσιν οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, τὰ ὁποῖα ζητήματα πρόκειται διὰ βασιλικοῦ διατάγματος νὰ κανονισθῶσιν. Ἰδοὺ ὁ λόγος τῆς προσθήκης ταύτης.

§94ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, ὁσάκις πρόκηται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ν’ ἀναθέσῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν τὴν διὰ διαταγμάτων ῥύθμισιν ἀντικειμένων, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι πολὺ φειδωλὴ καὶ νὰ ὁρίζῃ ἀκριβῶς τὴν ἔκτασιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον παρέχει. Ὅπως ὑμεῖς τώρα λέγετε, ὁ ἴδιος δὲν εἶσθε εἰς θέσιν νὰ διατυπώσητε ἀκριβῶς, τί θέλετε νὰ παραχωρήσητε εἰς αὐτούς. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν παρατήρησίν μου ταύτην, καὶ ἂν νομίζητε, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη διορθώσεως τοῦ νόμου, νὰ λάβητε πρόνοιαν.

§95ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι διὰ τῆς παρενθέσεως «κατὰ τὰ κανονισθησόμενα διὰ Β. Διαταγμάτων τῇ προτάσει τῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν Ὑπουργῶν ἐκδιδομένων» οὐδὲν ἕτερον ἐγένετο ἢ νὰ ἐπαναληφθῇ ἐκεῖνο, περὶ οὗ προβλέπει τὸ ἄρθρον 3, ὅτι δύνανται νὰ ὑπαχθῶσι πλείονες τοῦ ἑνὸς δήμου ὑπὸ ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν ἀστυνόμον.

§96ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ εἶπον καὶ αὐτὸ εἰς τὴν ἀπάντησίν μου.

§97ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι προβλέπεται τοῦτο.

§98ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκω ἐν τῇ νέᾳ συντάξει τοῦ ἄρθρου, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρετήρησα ὡς πρὸς τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπὶ τοῦ στρατοῦ, παρετήρησα δὲ τοῦτο – καὶ ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ πρώτου νομοσχεδίου. Βλέπω σήμερον, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν θὰ ληφθῶσι μόνον διὰ τοὺς δήμους ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἡ πρωτεύουσα εἶναι ἕδρα νομοῦ, ἢ ἔχει πληθυσμὸν μείζονα τῶν 5,000 κατοίκων, ἀλλὰ διὰ πάντας τοὺς δήμους. Ἐν ᾧ δὲ κατὰ τὸν ἀρχικὸν νόμον, τὸν ἤδη καταργούμενον, εἴχομεν ἀνάγκην προσωπικοῦ 36 ἀξιωματικῶν διὰ τοὺς 36 τούτους δήμους, σήμερον θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην βαθμοφόρων ἰσαρίθμων πρὸς τοὺς πλείστους τοὐλάχιστον τῶν ὑφισταμένων δήμων. Οὕτω τὰ στελέχη τοῦ στρατοῦ, τὰ ὁποῖα μόλις παρεδέχετο προχθὲς ὡς ἐπαρκῆ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, σήμερον παραλύονται ἐντελῶς, διότι ἀναγκαίως ὅλοι οἱ βαθμοφόροι οὗτοι πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ὡς καταργούμενοι διὰ τὸν στρατὸν, θὰ ἔχωμεν δὲ νέα κενὰ, τὰ ὁποῖα ὑποθέτω ὅτι μετ’ ὀλίγον θ’ ἀναπληρωθῶσι διὰ προβιβασμῶν. Τοῦτο τὸ ἄτοπον εὑρίσκω εἰς τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ἄρθρου 2, δι’ οὗ τροποποιεῖται τὸ ἀντίστοιχον ἄρθρον τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου.

§99ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω ὅτι ἡ μεταῤῥύθμισις, ἡ ὁποία ἐγένετο ὡς πρὸς τοῦτο, ἀποτελεῖ ἀπ’ ἐναντίας ἐγγύησιν περὶ καλῆς ἀστυνομίας, διότι διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2 βλέπετε ὅτι ἀξιωματικοὶ θὰ ἦναι οἱ διοριζόμενοι ἀστυνόμοι. Διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου τοῦ ψηφισθέντος νομοσχεδίου οὐδὲν ἐλέγετο περὶ τούτου. Ἐνομίσαμεν ὅτι ὠφέλιμον εἶναι, ὅπως ἀξιωματικοὶ ὦσιν ἀστυνόμοι. Βεβαίως διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 3 θὰ σχηματισθῶσι περιφέρειαι, καὶ ἑπομένως ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν ὁ ἀπαιτούμενος δὲν θὰ ἦναι τόσον μέγας, ὅσον ὑποθέτει ὁ κ. Βουλευτής· ἀλλὰ καὶ ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι θ’ ἀπαιτῆται εἷς ἀριθμὸς μεγαλείτερος ἀξιωματικῶν. Παρατηρῶ ὅμως εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι πρόκειται ν’ ἀποσπασθῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην καὶ ἑπομένως δὲν θὰ σχηματισθῶσι κενά.

§100ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν χωροφυλακήν.

§101ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα· ἀλλὰ δὲν θὰ ὑπάρχωσι κεναὶ θέσεις, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ πληρωθῶσι.

§102ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ τῷ δώσω τὴν ἀπάντησιν, ἐπειδὴ ἀφορᾷ εἰς ἐμὲ ἡ παρατήρησίς του. Προκειμένου περὶ στελεχῶν, εἶπον ὅτι τὰ στελέχη τοῦ στρατοῦ δὲν εἶναι πολυτελῆ, ὅταν πρόκηται νὰ ἐπιστρατευθῇ τὸ στράτευμα, καὶ δι’ αὐτὸ τοῦτο ἐλήφθη πρόνοια, ὥστε νὰ ἦναι ἐπαρκῆ τὰ στελέχη, ἵνα περιλάβωσι τὸ στράτευμα ἐν καταστάσει πολέμου· ἐν εἰρήνῃ ὅμως, ἐπειδὴ ἔχομεν τάγματα τοῦ πεζικοῦ στελεχῶν, δυνάμεθα ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας νὰ ἀποσπάσωμεν ἐκεῖθεν τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν ἀξιωματικῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυνομίας καὶ ἐντεῦθεν νὰ ἔχωμεν τὴν οἰκονομίαν τῆς ὑπηρεσίας ἄνευ βλάβης τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας.

§103ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπὸ τῆς συζητήσεως τοῦ ὑφισταμένου νομοθετήματος, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν μεταῤῥύθμισιν ἀποβλέπει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, παρετήρουν ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σήμερον μοὶ ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι εἰς 404 δήμους τοῦ Κράτους θὰ παραδοθῇ εἰς χεῖρας τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῶν ἐνωμοταρχῶν ἡ ἀστυνομία. Καὶ βεβαίως τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν, περιλαβὸν τὴν διάταξιν τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 2, βελτιοῖ τὸ προσωπικὸν τὸ ἀστυνομικὸν, διότι πρόκειται ν’ ἀνατεθῇ ἡ ἀστυνομία καὶ τῶν 404 δήμων εἰς ἀξιωματικοὺς, ἀξιωματικοὺς μὲν τῆς χωροφυλακῆς, καθ’ ὅσον οὗτοι εἶναι ἐπαρκεῖς, ἄλλως καὶ εἰς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ. Δὲν ὁρίζεται ὅμως, ποῖος θὰ εἶναι ὁ βαθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν· φθάνομεν μέχρι τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ· ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀστυνομίας ὑπάρχει βελτίωσις. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀποβλέπω εἰς τὰ κενὰ, τὰ ὁποῖα ἡ λειτουργία τοῦ νομοθετήματος, ὅπως σήμερον τροποποιεῖται, θ’ ἀφήσῃ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εὐηρεστήθη νὰ καθησυχάσῃ τὴν Βουλὴν, λέγων ὅτι εἶναι τοσοῦτον πολυτελῆ τὰ στελέχη, — ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν καὶ τὸ ὁποῖον ἐκεῖνος ἐπέκρινεν, — ὥστε ὁ διορισμὸς ἂν ὄχι 404, ἀλλὰ τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεως ἐξ αὐτῶν, 200 βαθμοφόρων ὡς ἀστυνόμων, — διότι κατὰ τὸ ἥμισυ ὑποθέτω ὅτι θὰ ἔχωμεν ἀξιωματικοὺς ἀστυνόμους, — ὁ διορισμὸς 200 βαθμοφόρων ὡς ἀστυνόμων οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον θὰ βλάψῃ τὰ στελέχη· θὰ ὑφίστανται δὲ ταῦτα ἀρκετὰ ἀκέραια, ὥστε νὰ δύνανται νὰ λειτουργήσωσι.

§104ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀληθῶς εἶναι περίπου 200 αἱ περιφέρειαι, ἀλλ’ οἱ ἀστυνόμοι τούτων δὲν θὰ ἦναι ὅλοι ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ.

§105ΡΑΛΛΗΣ. Τῶν διαφόρων ὅπλων.

§106ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Θὰ ἦναι καὶ τῆς χωροφυλακῆς.

§107ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πόσοι θὰ ἦναι τοῦ πεζικοῦ;

§108ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τῆς χωροφυλακῆς ὑπολογίζομεν περίπου 80. Ἑπομένως ἐὰν παραδεχθῶμεν 200 τοὺς στρατιωτικοὺς ἀστυνόμους, θὰ ἔχωμεν 120 ἀξιωματικοὺς τῶν ἄλλων ὅπλων.

§109ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔχητε 200 περιφερείας ἀλλ’ ὄχι 200 ἀστυνόμους. Ἀστυνόμους θὰ ἔχητε πολὺ περισσοτέρους. Ὑπάρχουσι δῆμοι, εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ἔχητε καὶ τρεῖς καὶ πέντε.

§110ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ἀστυνομίας τῆς παραγράφου βʹ τοῦ ἄρθρου 2.

§111ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ συνόλῳ λέγω.

§112ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἀστυνομίας τῆς παραγράφου βʹ, ἤτοι τῆς ἀστυνομίας, ἣν θὰ ἐκτελῇ ἡ χωροφυλακή.

§113ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν συνόλῳ πόσοι θὰ ἦναι οἱ ἀξιωματικοί;

§114ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐν συνόλῳ μετὰ τῆς χωροφυλακῆς διὰ τὴν ἀστυφυλακὴν καὶ τὴν ἀστυνομίαν τῆς χωροφυλακῆς θὰ ἔχωμεν περὶ τοὺς 270 ἀξιωματικοὺς καὶ ἀνθυπασπιστάς.

§115ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλ’ εἰς αὐτοὺς πρέπει νὰ προστεθῶσι καὶ οἱ ἀναγκαῖοι διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ ἑτέρου νομοθετήματος περὶ δασῶν.

§116ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Διὰ τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν ὡρίσθησαν 20 ἀξιωματικοί.

§117ΡΑΛΛΗΣ. Ὥστε ἔχομεν 290 ἀξιωματικούς, ἵνα λειτουργήσωσι τὰ δύο νομοσχέδια αὐτά, τὸ περὶ δασῶν καὶ τὸ περὶ ἀστυνομίας.

§118ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μόνον ἐκ τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς θὰ διατεθῶσι περὶ τοὺς 90 ἢ 100 ἀξιωματικοί.

§119ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὅλη ἡ χωροφυλακὴ θὰ διατεθῇ.

§120ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὥστε ἡ χωροφυλακὴ δὲν θὰ ἐργάζηται πλέον ὡς αὐτοτελὲς σῶμα χάριν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας.

§121ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Θὰ ὑφίσταται σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, ὡς καὶ νῦν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκτελῇ ἀμφοτέρας τὰς ὑπηρεσίας, καὶ τὴν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τὴν ἀστυνομικὴν, πλὴν τῶν μεγάλων δήμων, ἔνθα θὰ ἦναι ἡ ἀστυφυλακή.

§122ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἀρκεῖ ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιδιωκομένη ἀνατροπὴ τοῦ δημοτικοῦ ἡμῶν θεσμοῦ καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἀστυνομικὴν, ἥτις παντοῦ καὶ πάντοτε ἐθεωρήθη συμφυὴς αὐτῷ, καὶ ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικὴν, ἀφοῦ 50% ἐκ τῶν ἐσόδων ἑκάστου δήμου διατίθενται ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ 25% ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, οὕτως ὥστε μὲ τὰ ὑπολειπόμενα 25% νὰ μὴ ἔχῃ ὁ δῆμος πλέον λόγον οἰκονομικῆς ὑπάρξεως, ἀλλ’ ἐπιδιώκεται καὶ ἡ παράλυσις τοῦ στρατοῦ. Ὅταν ἑκατοντάδες ἀξιωματικῶν ἀποσπῶνται ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ καὶ ἀπομακρύνωνται οὕτω τοῦ κυρίου προορισμοῦ των ἐπὶ ἔτη μακρὰ, προαγόμενοι μάλιστα ἐν τῷ νέῳ σταδίῳ αὐτῶν εἰς ἀνώτερα ἀξιώματα, οἱ τοιοῦτοι ἀξιωματικοὶ καθίστανται πλέον ἄχρηστοι εἰς τὸ στράτευμα, ἐπανερχόμενοι δέ ποτε εἰς τὰς τάξεις τούτου, θὰ καταστῶσιν ἐπιβλαβεῖς εἰς αὐτό. Ἐνῷ λοιπὸν διὰ τῆς ἀποσπάσεως αὐτῶν εἰς τὴν ἀστυνομίαν καθιεροῦται ἀληθὴς στρατοκρατία ἐν τῷ κλάδῳ ἐκείνῳ τοῦ δημοσίου βίου, ὅστις ὅλως διάφορον μόρφωσιν ἀπαιτεῖ ἐκείνης, ἣν κέκτηνται οἱ ἐξ ἐπαγγέλματος στρατιωτικοί, ἐνῷ ἡ ἀστυνομία πρόκειται οὕτω νὰ προσλάβῃ ὅλως τερατώδη χαρακτῆρα, ὁποῖον δὲν ἔχει ἐπιδείξει οὐδ’ ἡ ἀστυνομία τῶν μᾶλλον ἀπολυταρχικῶν καὶ βαρβάρων Κρατῶν, ἀφ’ ἑτέρου εἰσάγονται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου τὰ σπέρματα τῆς διαλύσεως καὶ ἀποσυνθέσεως εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ.

§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).

§125ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ συμβιβάσω τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 5 μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 6, διότι κατὰ τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 5, δύναται εἰς τὰς συνιστωμένας ἀστυνομίας ν’ ἀνατεθῇ καὶ ἡ ἐκτέλεσις τῶν καθηκόντων τῆς χωροφυλακῆς, τὸ δὲ ἄρθρον 6 ἀπαγορεύει εἰς τὸν διοικητὴν τῆς Μοιραρχίας, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ ἀστυνόμος δὲν εἶναι νεώτερος αὐτοῦ, ν’ ἀναμιγνύηται εἰς τὰ τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας. Ἐν τούτοις ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 5 τὸν διευθυντὴν τῆς Μοιραρχίας τὸν καθιστᾷ πάντοτε προϊστάμενον τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς, διότι λέγει «αἱ ἀστυνομίαι αὗται ὑπάγονται ὡς πρὸς τὰ καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ οἰκείου διοικητοῦ τῆς Μοιραρχίας κατὰ τὰ ὁρισθησόμενα διὰ Β. Διαταγμάτων κλπ». Διὰ τὰ καθήκοντα λοιπὸν τῆς χωροφυλακῆς θὰ ἔχωμεν δύο σώματα, θὰ ἔχωμεν τὴν ἀστυνομίαν, θὰ ἔχωμεν καὶ τὴν χωροφυλακήν, θὰ δύνανται δὲ νὰ ἐκτελῶσι τὰ καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς οἱ ἀστυφύλακες, οἱ ὁποῖοι θὰ εὑρίσκωνται οὕτως ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ μοιράρχου. Ἀλλὰ τίνας ἐγγυήσεις ἔχετε, ὅταν πρόκηται περὶ ἀστυφυλάκων, οἱ ὁποῖοι προσλαμβάνονται ὅπως προσλαμβάνονται δυνάμει τοῦ νομοσχεδίου, τίνας ἐγγυήσεις ἔχετε, ὅτι οὗτοι δύνανται νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς; Δὲν βλέπω, ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνατεθῶσι τὰ καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς εἰς τοὺς ἀστυφύλακας.

§126ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Αἱ ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν Μοιραρχίαι θέλουσιν ἐκτελεῖ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς διὰ τῶν παρ’ αὐταῖς ἀνδρῶν τῆς χωροφυλακῆς· ἀλλ’ ὅταν ὁ ἀριθμὸς τῶν χωροφυλάκων δὲν ᾖναι ἐπαρκὴς πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, τότε δύνανται ν’ ἀνατεθῶσι τὰ καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς εἰς τὴν ἀστυφυλακήν, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἀστυφυλακὴ θὰ ὑπάγηται εἰς τὰς διαταγὰς τῆς Μοιραρχίας καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων τῆς χωροφυλακῆς. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὸ ἄρθρον 6, ὅταν τουτέστιν ἡ χωροφυλακὴ ἐξασκῇ τὴν ἀνωτέραν ἐποπτείαν, οὐδεμίαν αὕτη θὰ ἔχῃ συμμετοχὴν εἰς τὰ τῆς ἀστυνομίας, δηλαδὴ ὁ μοίραρχος δὲν δύναται νὰ προσκαλέσῃ τὸν ἀστυνόμον ἀξιωματικὸν τῆς χωροφυλακῆς νὰ ἐκδώσῃ τὴν δεῖνα ἢ τὴν δεῖνα ἀστυνομικὴν διάταξιν, δὲν ἀναμιγνύεται ποσῶς εἰς τὰ καθήκοντα τῆς ἀστυνομίας, ἐποπτεύει μόνον τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος τῆς ἀστυνομίας, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐπεμβαίνει εἰς τὰ ἀστυνομικὰ αὐτῆς καθήκοντα.

§127ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τραγελαφικὰ εἶναι αὐτά!

§128ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).

§130ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ χωροφυλακὴ αὐτὴ ἀναλαμβάνει τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔχομεν ἀνάγκην πολλῶν νέων ἀστυνόμων. Γίνεται λόγος ἐνταῦθα περὶ μοιραρχιῶν· αἱ ὑπομοιραρχίαι θὰ παραμένωσι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ὅπως ἔχουσι μέχρι τοῦδε, ἢ θ’ ἀντικατασταθῶσιν ὑπὸ τῶν ἀστυνόμων;

§131ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Αἱ ὑπομοιραρχίαι βεβαίως δὲν θὰ ὑφίστανται, διότι αἱ ἀστυνομίαι θ’ ἀναπληρῶσι τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς κατ’ ἐπαρχίας· ἀντὶ νὰ ἔχωμεν ὑπομοιραρχίας, θὰ ἔχωμεν τὰς ἀστυνομικὰς περιφερείας.

§132ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αἱ ἀστυνομικαὶ περιφέρειαι θὰ ἦναι ὄχι κατ’ ἐπαρχίας, ἀλλὰ κατὰ δῆμον, καὶ θὰ ὑπόκηνται ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν μοιραρχίαν τὴν κεντρικήν.

§133ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Βεβαίως.

§134ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζετε ὅτι θὰ ἐπαρκῇ ἡ κεντρικὴ μοιραρχία δι’ ὅλον τὸν νομόν;

§135ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).

§137ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἀντίφασις μεταξὺ τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ τοῦ ἄρθρου 2. Τὸ ἄρθρον 2 ἀναφέρει, ὅτι ἀποσπῶνται ἀξιωματικοὶ μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ ταγματάρχου· ἐνταῦθα ὁρίζεται ἐπιμίσθιον δι’ ἀντισυνταγματάρχην. Πῶς συμβιβάζεται τοῦτο;

§138ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὑπάρχουν τρεῖς ἐπιθεωρηταί, οἵτινες, ἀντὶ νὰ λαμβάνωσιν ἔξοδα ὁδοιπορικὰ κατὰ τὰς ἐπιθεωρήσεις, θ’ ἀπολαμβάνωσι τὴν ἀντιμισθίαν ταύτην.

§139ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ἀστυνόμων· ὁ ἐπιθεωρητὴς δὲν εἶναι ἀστυνόμος;

§140ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχομεν ἐν Ἀθήναις διοικητὴν Ἀστυνομίας ἀντισυνταγματάρχην.

§141ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὑπάρχει εἰδικὴ διάταξις περὶ τούτου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).

§143ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατὶ ἀφῃρέσατε ἐκ τῆς τρίτης παραγράφου τὴν λέξιν «πραγματικὴν», ἥτις ὑπῆρχεν εἰς τὸν νόμον τὸν ὑφιστάμενον; Πρὸς τούτοις νομίζετε ὅτι καὶ οἱ διανύσαντες ἐν τῷ στρατῷ τῆς θαλάσσης ὑπηρεσίαν ἔχουν ἁρμοδιότητα, ὅπως ὦσιν ἀστυφύλακες; Ἀλλὰ τὴν πραγματικὴν ὑπηρεσίαν διατὶ τὴν ἀφῃρέσατε;

§144ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Διότι δυνατὸν νὰ ὑπηρέτησαν 18 μῆνας, καὶ διὰ νὰ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους δυνάμεθα νὰ περιλάβωμεν.

§145ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ζητεῖ πιστοποίησιν ἀπὸ τὸν νομάρχην, ἐὰν ὑπηρέτησέ τις ὡς δημοτικὸς κλητήρ. Δὲν ἀγνοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ὁ νομάρχης δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ δώσῃ τοιαύτην πιστοποίησιν, διότι ὅλα τὰ ἔγγραφα, ἀφοῦ ἐγκριθῇ ὁ ἀπολογισμὸς, ἐπιστρέφονται πρὸς τὸν δήμαρχον. Ὁ ἀπολογισμὸς ἄλλως τε ἐν ταῖς ἐγγραφαῖς δὲν ἀναφέρει πρόσωπα, ἀλλὰ τὰ πληρωθέντα καὶ τὰς θέσεις, τὰ δὲ ἔγγραφα ἐπιστρέφονται, ὡς εἶπον, εἰς τὸν δήμαρχον.

§146ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἀπὸ τὸν δήμαρχον, καὶ δυνάμει τῶν πληροφοριῶν αὐτῶν θὰ δώσῃ τὴν πιστοποίησιν.

§147ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Τότε ὁ δήμαρχος νὰ δίδῃ τὸ πιστοποιητικόν. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον εἶναι σπουδαιότατον, καὶ ἕνεκα τούτου πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἅπασα ἡ Βουλὴ παροῦσα.

§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῦ καταλήγει ἡ παρατήρησίς σας;

§149ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία· νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βουλευτῶν, καὶ εἶτα γίνεται ἡ διαλογή).

§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 110· ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 11–35 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 36 (ἀναγινώσκεται).

§152ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 36 ὑπεβλήθησαν παρατηρήσεις διάφοροι· ἤδη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης παρετήρησεν, ὅτι κινδυνεύει ὁ θεσμὸς καὶ αὐτὴ ἡ οἰκονομικὴ αὐθυπαρξία τῶν δήμων, ἀφοῦ καταφέρεται κατ’ αὐτῶν τὸ καίριον τραῦμα ὑπὸ ἔποψιν πολιτικήν. Καὶ ἐγὼ παρετήρησα, ὅτι, ἀφοῦ τοιουτοτρόπως ἀφαιροῦνται ἐκ τῶν δήμων τὰ 75% τῶν ἐσόδων, καὶ τῶν ἐσόδων οὐχὶ τῶν εἰσπραττομένων, ἀλλὰ τῶν βεβαιουμένων, εἰς τοὺς δήμους δὲν ὑπολείπεται πλέον τίποτε πρὸς συντήρησίν των. Ἐπεθύμουν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου νὰ δώσῃ ἐξήγησίν τινα ἡ Κυβέρνησις.

§153ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 36, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 37–48 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 49 (ἀναγινώσκεται).

§155ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 49 σχετίζεται πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ τροποποιουμένου νόμου. Ἡ τρίτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 10 περιλαμβάνει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν διήνυσεν ἐν τῷ στρατῷ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἔτους πραγματικὴν ὑπηρεσίαν μὲ διαγωγὴν ἐξαίρετον ἢ ἄμεμπτον καὶ γινώσκῃ γραφὴν καὶ ἀνάγνωσιν, ἐντὸς τριετίας ἐπίσης ἀπὸ τῆς ἐκ τοῦ στρατοῦ ἀπολύσεώς του». Ὁ ὅρος τῆς τριετίας ἀπὸ τῆς ἐκ τοῦ στρατοῦ ἀπολύσεως δὲν περιελήφθη ἐν τῷ συζητουμένῳ νομοσχεδίῳ, βλέπω δὲ ἐνταῦθα, ὅτι ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ τις ὑπηρεσίαν ἑνὸς τοὐλάχιστον ἔτους καὶ ἡλικίαν κατωτέραν τῶν 36 ἐτῶν, ὅπως δύνηται νὰ καταταχθῇ ἀστυφύλαξ. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν εἰς τοιούτους ἀστυφύλακας νὰ ἀνατεθῶσι καθήκοντα χωροφυλακῆς; Κατὰ τὸν νόμον τὸν νῦν ἰσχύοντα τὸ προσωπικὸν τῶν ἀστυφυλάκων εἶναι ὑπέρτερον, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ τὴν κατάταξιν αὐτῶν ἀπῃτεῖτο ἡ ἐν τῷ στρατῷ διαμονὴ ἐπὶ διετίαν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ μὴ ἔχῃ παρέλθει ἀπὸ τῆς κατατάξεως ἡ τριετία. Σήμερον τὴν τριετίαν αὐτὴν τὴν κατηργήσαμεν· ἐκτὸς δὲ τούτου παραδεχόμεθα ὡς μόνον ὅρον τὴν ἐπὶ ἓν ἔτος διαμονὴν ἐν τῷ στρατῷ· δηλαδὴ καὶ ἂν ὑπηρέτησέ τις ἐν τῷ στρατῷ κατὰ τὸ 21–22 ἔτος τῆς ἡλικίας του καὶ διετέλεσε κατόπιν πολίτης ἐπὶ 15 ἔτη, δύναται νὰ καταταχθῇ ὡς ἀστυφύλαξ.

§156ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω ὅτι πρέπει ἡ σύγκρισις νὰ γείνῃ μεταξὺ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 10 καὶ τῶν διατάξεων τοῦ ψηφισθέντος νόμου, διότι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 49 εἶναι διάταξις ἐντελῶς προσωρινή, ὁρίζεται δὲ ὁ χρόνος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐφαρμόζεται αὕτη, ἐξήγησα δὲ τὴν διαφοράν, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 10. Ὁ λόγος τῆς τροπολογίας εἶναι ἁπλούστατος· ἐφαρμοζομένης τῆς διατάξεως τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον νομοσχεδίου, ἦτο ἀνέφικτος ἡ εὕρεσις τοῦ ἀπαιτουμένου ἀριθμοῦ ἀστυφυλάκων, ἐκ τῶν αἰτήσεων δὲ, αἵτινες ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἦτο εὔκολον νὰ συμπεράνῃ τις, ὅτι ἡ δυσκολία ἡ μεγαλειτέρα πρὸς εὕρεσιν ἀστυφυλάκων ἦτο ἀκριβῶς ἡ τριετία· ἀφῃρέσαμεν λοιπὸν τὸν ὅρον αὐτὸν, καὶ εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι ἐπὶ τῇ ἀφαιρέσει τοῦ ὅρου ἐκείνου θὰ ἔχωμεν τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν ἀστυφυλάκων· ἐπειδὴ ὅμως εἶναι δυνατὸν καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ὅρου τῆς τριετίας νὰ μὴ εὑρεθῇ ὁ ἀριθμὸς ὁ ἀπαιτούμενος ἀστυφυλάκων, περιελάβομεν τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν ὁρίζεται ἡ ἡλικία μέχρι τοῦ 36 ἔτους, ἡ ὁποία ἐλπίζομεν ὅτι δὲν θέλει ἐφαρμοσθῆ, διότι δυνάμει τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 10 θέλομεν ἔχει τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν ἄνευ ἐφαρμογῆς τῆς προσωρινῆς διατάξεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 49, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 50 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 51 (ἀναγινώσκεται).

§158ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν πρόκηται νὰ συμπληρωθῇ ἐξ ἀνδρῶν τῆς χωροφυλακῆς ὁλόκληρος ἡ δύναμις τῶν ἀστυφυλάκων, ἀναμφισβητήτως θέλει ἀποῤῥοφήσῃ τὸ πλεῖστον τῆς χωροφυλακῆς, οὕτω πως δὲ ὁ ἀριθμὸς τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ θέλει μειωθῆ τοὐλάχιστον κατὰ τὸ ⅛.

§159ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπειδὴ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν τῇ χωροφυλακῇ ὑπηρετούντων ὁπλιτῶν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἀστυνομίας, δι’ αὐτὸ τοῦτο δύνανται νὰ μετατεθῶσι καὶ πρὸ τῆς λήξεως τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ στρατεύματι οἱ προωρισμένοι διὰ τὴν χωροφυλακὴν στρατιῶται· τοιουτοτρόπως θὰ ἔχωμεν αὔξησιν τῆς χωροφυλακῆς κατὰ 2,900 ἄνδρας, οἵτινες δύνανται νὰ συμπληρώσωσι τὴν ἀπαιτουμένην δύναμιν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυνομίας.

§160ΡΑΛΛΗΣ. Ἐνῷ δὲ κατὰ τὸν χθὲς ψηφισθέντα εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν νόμον περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἐπρόκειτο οὗτοι νὰ διανύσωσι 12 μηνῶν ὑπηρεσίαν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ μετὰ ταῦτα νὰ μετατεθῶσιν εἰς τὴν χωροφυλακὴν, ἤδη ἀπὸ τῆς πρώτης κατατάξεώς των δύνανται νὰ μετατεθῶσιν εἰς τὴν χωροφυλακήν.

§161ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Διὰ τὸ 1893.

§162ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα.

§163ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Οἱ ἐκ τῶν ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ νῦν προωρισμένοι διὰ τὴν χωροφυλακὴν εἶναι τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1892, οἵτινες κατετάχθησαν τὴν 1 Ὀκτωβρίου, ἑπομένως διήνυσαν μέχρι τοῦδε 5 μῆνας· θὰ προσθέσωμεν ἴσως ἕνα ἔτι μῆνα· ὥστε μετὰ πάροδον 6 μηνῶν ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ δύνανται οὗτοι νὰ μετατεθῶσιν εἰς τὴν χωροφυλακήν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 51, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 52, ὡς καὶ ἡ τελευταία διάταξις τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§164ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν πρὸ τῆς δευτέρας ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, νὰ μᾶς ὑποβάλῃ κατάστασιν τῶν ἀξιωματικῶν τῶν διαφόρων ὅπλων, τῶν δηλωσάντων κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, τὸν ἤδη καταργούμενον, τὴν ἐπιθυμίαν, ὅπως καταταχθῶσιν ὡς ἀστυνόμοι.

§165ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ νῦν ψηφιζομένου δὲν ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παραδεχθῶμεν δηλώσεις.

§166ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἔχομεν ἀνάγκην τῆς πληροφορίας ταύτης διὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, δι’ οὗ ὑποχρεωτικῶς ἐπιβάλλεται εἰς πάντας τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ ἐκτελῶσιν ὑπηρεσίαν ἀστυνομικὴν διατασσόμενοι.

§167ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§168ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπειδὴ εἶναι σπουδαιόταται αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν, ὅπως ἀναπτύξω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐγένοντο αἱ τροπολογίαι αὗται.

§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...

§170ΡΑΛΛΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.

§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολέκτου, τοῦ Βουλευτοῦ Πατρῶν Α. Χοϊδᾶ, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Μιλ. Δάλλας Κων. Παπαμιχαλόπουλος Ο
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Σταμάτ. Μήτσας Ν
Ἰω. Μεσηνέζης Δημ. Βουλπιώτης
Σπυρ. Μαρκέλλος ΝΚων. Ζῶτος
Ἀρ. Ἀργυρόπουλος ΝἩλ. Μπλατσῆς
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Δ. Γρανίτσας
Λεων. Καρυστινάκης Διον. Στεφάνου
Δημ. Καΐρης Κων. Ἀργας Λομβάρδος
Μιχ. Κωτσάκος Διον. Ζήβας Πλακᾶς
Ἄγγ. Γεωργαντᾶς Γεώργιος Ῥώμας Ν
Ἡλ. Κανελλόπουλος ΝΓεωρ. Κρεστενίτης Ν
Γεώρ. Παχὺς Χρ. Στεφανόπουλος
Μιχ. Π. Λάμπρος ΝἈνδρ. Στεφανόπουλος
Κων. Καραπάνος Διον. Παυλόπουλος
Κων. Σταυρόπουλος Ἀνδρ. Σπηλιάδης
Ἀλέξ. Σκουζὲς ΝἌγγ. Πετραλιᾶς
Ἀλέξ. Σ. Σοῦτσος Ἐπαμ. Δημητρίου Ν
Ἀλέξ. Ψύλλας Στέφ. Σκουλούδης Ν
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΝΝικ. Νομικός Ν
Ἀλέξ. Ῥετσίνας Θωμᾶς Μαρκεζίνης Ν
Δημ. Γ. Ῥάλλης ΟΝικήτας Συνοδινὸς Ν
Α. Ζυγομαλᾶς ΟΒαρβαρῆγος Ἠλίκας
Ὄθ. Μακρυγιάννης Ἀλέξ. Φωτήλας
Σ. Ζαχαρίτσας ΝΚωνστ. Σταμπολόπουλος Ν
Μιλ. Ὀριγώνης Λεων. Πετιμεζᾶς
Κωνστ. Βαλτινὸς Ὀδυσ. Λαμπρόπουλος Ν
Ὀδυσ. Μοσχοβίτης ΝΓιαννούσης Τάκης
Γεώρ. Καρτάλης Ἡρ. Καλαμπάκας Ν
Ἀργ. Κανταρτζῆς ΝἈντ. Π. Μαυρομιχάλης Ν
Νικ. Κοκωσλῆς ΝΠερ. Πεῤῥωτὴς Ν
Νικ. Ἀξελὸς Κων. Φλέσσας
Νικ. Παῤῥησιάδης Ἰωάν. Καζαμπάκας Ν
Ἰω. Γρίβας ΝΚων. Ζωγλοπίτης Ν
Θεόδ. Μαυρουμμάτης ΝΠαν. Κουκορίκος Ν
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Γεώρ. Φραγκίδης
Νικ. Σπυρακόπουλος ΝΔημ. Τερτίπης
Θεμ. Κορομάντζος Ἀθαν. Κωστάμης Ν
Περ. Ἀλεξάκης Ἀριστ. Χαντζηνικολῆς
Ἰω. Ἀντωνόπουλος Νικ. Μπαλάφας
Κωνστ. Κοσσονάκος ΝΝικ. Παπανικολάου Ν
Ἀριστ. Πετροπουλάκης ΝΠαν. Λεβέντης
Γεώρ. Λιδωρίκης ΝΒασ. Βάττας Ν
Κων. Ἀναγνωστόπουλος Γεώρ. Θεοτόκης Ν
Γεώρ. Λύρας ΝἈλκίνοος Ζερβὸς
Ἡλίας Πολίτης Ν
Γουλιέλμος Σκάρπας Γιαννοῦκος ΜαυρομιχάληςΝ
Νικ. Μαρκέτης Ξανθὸς Πικουλάκης Ν
Σπυρ. Λάσκαρης Ἀσημ. Χριστόπουλος
Κων. Θ. Ῥωμαῖος ΟΝικ. Παπαλέξης
Κων. Χριστόπουλος ΝΠαν. Λαμπρούλιας
Σωτ. Κροκιδᾶς ΟΕὐάγγ. Ἀρδαβάνης
Σπυρ. Νοταρᾶς Ἰω. Τυπάλδος Χαριτάτος
Ἀναστ. Δημητριάδης Σπ. Μακρῆς Ν
Γεώργ. Κούστας ΝἈνάρ. Σιμόπουλος Ν
Ἰω. Τσιμάρας ΝΕὐστ. Παπαδάκης Ν
Γερ. Μουσούρης Πανούρ. Πανουργιᾶς
Α. Ἄννινος ΚαβαλιεράτοςΝΘάνος Κανακάρης
Θεόφραστος Μεταξᾶς ΝἈχ. Χοϊδᾶς Ο
Διον. Καλούτσης ΝἈντ. Ῥιχάκης Ν
Σπυρ. Στάης ΝἸω. Τσερτίδης
Μιχ. Πολίτης ΝΝικ. Κουμανιώτης
Θεόδ. Θερμογιάννης Ἄγγ. Ῥοῦφος
Ἰω. Καλούτσης Νικ. Καράπαυλος Ν
Στέφ. Κοπανίτσας ΝΠαν. Σάκκης
Κωνστ. Σαλταφέρος ΝΣπ. Γρίβας Ν
Πέτρ. Βαρβιτσιώτης ΝἸω. Βρυώνης
Μελέτ. Ῥουσόπουλος Π. Ἄννινος Καβαλιεράτος
Δημοσθ. Ματάλας Ἰω. Γεωργιάδης Ν
Νικ. Καραστέργιος ΝΓεώργ. Ν. Μπούμπουλης Ν
Ἀργ. Διδίκας Γεώργ. Π. Μπούμπουλης
Ἐδὶπ–Σερὶφ–Χασὶπ ΝἈλέξ. Γ. Σοῦτσος
Ἰω. Λάππας Ἀνδρ. Συγγρός
Νικ. Μπουφίδης Δημ. Βοκοτόπουλος
Περ. Βαλαωρίτης ΝΜ. Μπογιατζόγλους Ν
Γερ. Σέρβος ΟἸω. Γκιὼν Ν
Κωνστ. Χαλκιόπουλος ΝΝικ. Φώσκολος
Ἀθαν. Εὐταξίας ΟΣωτ. Χατζηγάκης
Κωνστ. Κωνσταντόπουλος Κωνστ. Χατζηπέτρος
Παν. Μανέτας Χρ. Μπλετσάκης Ν
Ν. Τριανταφυλλάκος ΝΓ. Κανούτας
Ἠλ. Ζέγγελης ΝΕὐστ. Κοκκέβης
Φίλ. Βάρβογλης Δημ. Παπατσώρης Ν
Ἀθαν. Σακελλαριάδης ΝΧρ. Καραβίτης Ν
Λεων. Ζέρβας ΝΔιον. Κατρίτσης Ν
Στεφ. Δραγούμης ΝἈνδρ. Σκαλτσᾶς Ν
Νικ. Φιλάρετος ΝἈριστόβουλος Μάνεσης
Χαρ. Τρικούπης ΝΒασ. Δροσινός Ν
Ἰω. Τρικούπης ΝΝικ. Βαλάσης Ν
Παν. Μερλόπουλος Ἐμμ. Δημητριάδης Ν
Ἀλκ. Δεληγιάννης Κωνστ. Σαχτούρης
Ἀντ. Καρατζᾶς ΝἘπαμ. Κριεζῆς
Ἀθαν. Παπαχελᾶς ΝΝικ. Τσαμαδὸς Ν
Χαρίλ. Προβελέγγιος ΝΒησ. Χατζηαγγελάκης
Ἀντ. Μάτσας Νικ. Ζητουνιάτης Ν
Λορέντζος Δελαρόκας ΝΔημ. Ζουλούμης Ν
Ἰω. Ναυπλιώτης ΝΝικ. Χατζῖσκος Ν
Στυλ. Βάλληνδας ΝΚωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ν
Ἰω. Ἰντζές ΝΔημ. Κρίτσας Ν
Γεώργ. Σισμάνης Ἡρ. Γαζέπης
Νικ. Καλαντζόπουλος ΝΒ. Βουδούρης Ν
Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΝΝικ. Καλογερόπουλος Ν
Ἠλ. Ποταμιάνος ΝΘεμ. Α. Κανάρης Ν
Ἀριστ. Ῥούκης ΝΚων. Παπανικολῆς
Σπ. Λ. Κουμουνδοῦρος Ο

§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 110, ἐξ ὧν 101 εἶπον Ναὶ καὶ 9 εἶπον Ὄχι. Ὥστε ἐγένετο δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου διὰ ψήφων 101 κατὰ 9. Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν δηλώσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περὶ μεταβολῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1893. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 187). Ἐξακολούθησις τῆς πρώτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ βιβλίου διεκδικήσεων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ͵ΒϞΗʹ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων.

§174ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας προεκλήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ δώσῃ προτοῦ ἡ Βουλὴ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ τὰς ὁποίας ἔδωκε, φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀρκοῦσαι νὰ πείσωσι τὴν Βουλὴν, ὅτι σκοπίμως εἰσάγεται ἡ μεταῤῥύθμισις τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἡ ἱστορία τῆς διατάξεως ταύτης τῆς νομοθετικῆς, ἡ ὁποία στερεοτύπως, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ἐπαναλαμβάνεται εἰς ὅλους τοὺς νόμους περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, πείθει ἡμᾶς, ὅτι ἀντὶ νὰ βελτιώσῃ τὰ πράγματα τῆς Δικαιοσύνης ἡ καθιέρωσις τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον, θέλει ἐπιδεινώσει αὐτὰ, διότι κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1887, ἂν μὲ βοηθῇ ἡ μνήμη, διὰ τὴν ἀνάκτησιν τῆς θέσεως ταύτης, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, καὶ τὴν ὁποίαν ὁ δικαστικὸς ὑπάλληλος ἀπώλεσε διὰ τὰς τρεῖς περιπτώσεις τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος νόμου, διὰ τὴν ἀνάκτησιν, λέγω, τῆς θέσεως ταύτης, ἀπῃτεῖτο, ὅπως παρέλθῃ τριετία. Πέρυσιν ὁ νομοθέτης ἦτο ἐπιεικέστερος, διότι κατὰ τὸν πέρυσι ψηφισθέντα νόμον περιωρίσθη τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα εἰς δύο ἔτη μόνον, διὰ δὲ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου περιορίζεται ἔτι μᾶλλον τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα εἰς τὴν διάρκειαν τοῦ ἑνὸς ἔτους. Φρονῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι, κατὰ τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ φανῶμεν τοσοῦτον ἐπιεικεῖς, ὥστε νὰ μειωθῇ τὸ χρονικὸν διάστημα, μετὰ τὸ ὁποῖον ὁ δικαστικὸς ὑπάλληλος δύναται νὰ ἀνακτήσῃ τὴν ἀπολεσθεῖσαν θέσιν του. Νομίζω, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Δικαιοσύνης εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἔπρεπε νὰ φανῶμεν αὐστηρότεροι, ὅπως περιβάλωμεν τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους διὰ προσόντων περισσοτέρων καὶ καταστήσωμεν αὐτοὺς προσεκτικωτέρους, ὅπως ἐκπληρῶσι τὰ καθήκοντα αὑτῶν εὐπρεπῶς ἐν τῷ μέλλοντι.

§175ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀπὸ τοῦ 1887 εἰς πάντας τοὺς νόμους περὶ προσόντων ἐπαναλαμβάνεται στερεοτύπως ἡ διάταξις, ὅτι ὁ ἀπολυθεὶς διά τινα τῶν ἐν τοῖς στοιχείοις βʹ, δʹ καὶ εʹ πρᾶξιν δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ ἢ μετὰ διετίαν· αἱ περιπτώσεις δʹ αὗται τῆς ἀπολύσεως εἶναι αἱ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «1) Ἄν ἀπόσχωσι τῶν καθηκόντων των ἐπὶ χρόνον ὑπὲρ τὸν μῆνα ἄνευ ἀδείας. 2) Ἄν τιμωρηθῶσι πειθαρχικῶς κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ. 3) Ἄν καταδειχθῶσιν ἀνίκανοι ἢ ἐπιδείξωσιν ἀσυμβίβαστον διαγωγήν». Ἀνεξαρτήτως τοῦ λόγου, τὸν ὁποῖον βραδύτερον θέλω ἐπαναλάβει πρὸς τὴν Βουλὴν, εὑρίσκω, ὅτι, ἂν ἕνεκα οἱουδήποτε λόγου, ἕνεκεν οἱασδήποτε ὑποθέσεως, εἰς εἰρηνοδίκης δὲν κατώρθωσεν ἐντὸς μηνὸς νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν νέαν θέσιν του, εἶναι λόγος πρὸς ἀπόλυσιν. Καὶ βεβαίως εἶναι ὀρθὸν, ἀφοῦ δὲν ἐπανῆλθεν ἐντὸς μηνὸς εἰς τὴν νέαν θέσιν του, νὰ ἀπολυθῇ. Ἀλλὰ δὲν εὑρίσκετε, ὅτι εἶναι σκληρὸν ν’ ἀποκλείωνται αὐτοὶ ἐπὶ δύο ἔτη ἀπὸ τοῦ νὰ διορισθῶσιν ἐκ νέου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἂν τιμωρηθῶσι πειθαρχικῶς κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ δὶς ἐντὸς ἔτους; Αἱ συνήθεις πειθαρχικαὶ τιμωρίαι εἶναι πρόστιμον ἢ ἐπίπληξις· καὶ ἔχομεν παραδείγματα, ὅτι καί τινες ἐξ αὐτῶν τῶν ποινῶν οὐδεμίαν ἔχουσιν ἐφαρμογὴν, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ἐν ὅσῳ δὲν ὑπῆρχε μία τις ἄλλη ἐγγύησις, διετηρεῖτο ἡ διάταξις, καὶ ἐγὼ τὴν διετήρησα ἐν τῷ πρώτῳ νόμῳ, διότι δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ μεταβάλω τὸ καθεστώς. Λοιπὸν, ἀφοῦ ἐλάβομεν εἰς τὸν νεώτερον νόμον τὴν ἀπαιτουμένην ἐγγύησιν, ὁ παυθεὶς δύναται νὰ διορισθῇ (ἀναγινώσκει): «ἂν ὑπὲρ τοῦ διορισμοῦ του γνωμοδοτήσῃ τὸ Πρωτοδικεῖον ἐν ὁλομελείᾳ καὶ ἐν μυστικῇ ψηφοφορίᾳ μετὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν.» Δὲν νομίζετε, ὅτι ἡ ἐγγύησις αὕτη εἶναι ἐπαρκὴς, ὅπως κρίνῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἂν ὁ ἀπολυθεὶς διὰ μίαν τῶν τριῶν περιπτώσεων πρέπῃ νὰ ἀναδιορισθῇ; Τουλάχιστον αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη, ἣν ἔχει ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω δὲ, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ θέλει θεωρήσει τοὺς λόγους τούτους ἐπαρκεῖς.

§176ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀφοῦ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἀγαθὴ διάθεσις ὑπὲρ τῶν παυομένων ὑπαλλήλων, νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ δοθῇ προσοχὴ εἰς μίαν ἄλλην διάταξιν τοῦ μεταῤῥυθμιζομένου νόμου, ἡ ὁποία εἶναι σπουδαιοτέρα καὶ δικαιοτέρα. Ἡ ἀπόλυτος διάταξις τοῦ ἂν ἔχῃ δὶς τιμωρηθῇ πειθαρχικῶς ἐντὸς τοῦ ἔτους, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἱκανὴ διὰ νὰ δικαιολογήσῃ ἀπολύτως τὴν παῦσιν τοῦ ὑπαλλήλου. Ὁ τιμωρηθεὶς δὶς ἐντὸς τοῦ ἔτους ἀπολύεται χωρὶς νὰ ὁρίζωνται τὰ πειθαρχικὰ παραπτώματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐτιμωρήθη ἢ τιμωρεῖται, χωρὶς νὰ ὁρίζηται ἡ πειθαρχικὴ ποινή, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται· καὶ ὁμιλῶ οὕτω, διότι ἔχομεν πρόσφατον μίαν ἀπόλυσιν ἑνὸς εἰρηνοδίκου, ὁ ὁποῖος ἀπελύθη, διατί; διότι ἐτιμωρήθη δι’ ἐπιπλήξεως, ὡς διαβιβάσας τὸ ἔγγραφόν του εἰς τὸν Πρόεδρον καὶ ὄχι εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Ἀπηύθυνεν ἓν ἔγγραφον πρὸς τὴν ἀνωτέραν δικαστικὴν ἀρχὴν, καὶ ἀντὶ νὰ τὸ διαβιβάσῃ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, τὸ διεβίβασε πρὸς τὸν Πρόεδρον· εἰσήχθη εἰς τὸ Συμβούλιον, ἐτιμωρήθη πειθαρχικῶς, καὶ αὐτὴ ἡ ποινὴ ἐχρησίμευσεν εἰς ἀπόλυσιν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας. Λοιπὸν, ἐὰν θέλωμεν δικαίως καὶ σπουδαίως νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν τὸν νόμον, πρέπει νὰ περιορίσωμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν, τὴν ἀναγνωρίζουσαν τὴν πειθαρχικὴν τιμωρίαν, ὁρίζοντες τὰς πειθαρχικὰς ποινὰς, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται, καὶ αὗται πρέπει νὰ ἦναι σπουδαῖαι, τουλάχιστον μία προσωρινὴ παῦσις, ἢ τὰ πειθαρχικὰ παραπτώματα, διὰ τὰ ὁποῖα τιμωρεῖται ὁ ὑπάλληλος. Ἄλλως ἡ διάταξις τοῦ νόμου εἶναι ἐντελῶς ἀόριστος καὶ ἄδικος, διότι καὶ ἐπὶ ἓν ἔτος, ἢ ἐπὶ ἓξ μῆνας, ἢ ἐπὶ τρεῖς μῆνας ἂν μείνωσιν ἐν ἀργίᾳ, ἡ παῦσίς των εἶναι πάντοτε ἄδικος. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἀφοῦ ἔχει τὴν καλωσύνην νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις μου καὶ νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὁρίζων σαφέστερον καὶ δικαιότερον τὴν περίπτωσιν τῆς πειθαρχικῆς τιμωρίας, περὶ τῆς ὁποίας ὁ νόμος προβλέπει καὶ ἡ ὁποία δίδει ἀφορμὴν εἰς ἀπόλυσιν.

§177ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πολὺ λογικαὶ αἱ παρατηρήσεις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, ἀλλὰ βεβαίως δὲν πρόκειται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ νὰ συζητηθῶσι· θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν εἰς προσεχῆ εὐκαιρίαν.

§178ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα.)

§179ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς πρώτης παρατηρήσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, τῆς ἀφορώσης εἰς τὸν καταδικασθέντα δυνάμει τοῦ ἄρθρου 24, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι, ὅτε συνεζητήθη τὸ νῦν λειτουργοῦν νομοθέτημα, εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι οὐδεμίαν μεταβολὴν ἔπρεπε νὰ ἐπιφέρωμεν εἰς τὸ καθεστὼς, ἀλλὰ πάντες οἱ ἀνώτεροι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, ἀμετάκλητοι κατὰ τῆς γνώμης ταύτης, ἰσχυρίζοντο, ὅτι, ἀφοῦ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου τὸ δικαστήριον προσδιορίζει τὸν χρόνον, καθ’ ὃν πρέπει νὰ ἀποβάλληται ὁ ὑπάλληλος ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας, δὲν πρέπει διὰ τοῦ νόμου νὰ ἐπιβάλληται ἰδιαιτέρα τιμωρία· μοὶ παρετήρησαν μάλιστα, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη, ἡ ὁρίζουσα τὴν ἀπόλυσιν ἐπὶ ἀποχῇ ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας, εἶναι ἐπιεικεστάτη πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἄλλας παρατηρήσεις, εὑρίσκω, ὅτι ἀπολύτως ἐὰν πρόκηται νὰ ἐξετασθῇ ἡ τοῦ νόμου περὶ προσόντων αὐστηρὰ ἐφαρμογὴ, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ὑπερβολὴ ἐνίοτε βλάπτει· διότι, ἐὰν θέλητε ν’ ἀπομακρύνητε εἰρηνοδίκην ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, τὸν μεταθέτετε εἰς τοιαύτην ἀπόκεντρον θέσιν, ὥστε νὰ μὴ δυνηθῇ ἐντὸς μηνὸς νὰ ὑπάγῃ, καὶ θὰ τὸν ἀναγκάσητε οὕτως εἰς παραίτησιν. Καὶ ἔχομεν παραδείγματα τοιούτων μεταθέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπήγαγον τὴν παραίτησιν ἢ τὴν παῦσιν τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ. Ὑπάρχει λοιπὸν τοιαύτη ποινὴ, ἐπιβαλλομένη ἀδίκως καὶ ἐνίοτε ἐκ πολιτικῆς καταδιώξεως. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀναθεωρήσῃ τὰς ἀποφάσεις ταύτας· παρατηρῶ μόνον, ὅτι, ὅταν τὸ δικαστήριον, ἐν ὁλομελείᾳ συνερχόμενον, παρόντος τοῦ Εἰσαγγελέως, ἀποφανθῇ ἐν μυστικῇ ψηφοφορίᾳ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ ὁ παυθεὶς ὑπάλληλος, ἕπεται, ὅτι ἡ ἀπομάκρυνσις αὐτοῦ ὑπῆρξεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς οὐχὶ ἀπολύτως δικαία, καὶ νομίζω, ὅτι αὐτὴ δὲν εἶναι πλέον ἐπιείκεια, ἀλλ’ εἶναι ὅ,τι δικαιότερον νὰ δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ.

§180ΡΙΚΑΚΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην περίπτωσιν, ὅσον καὶ ἂν σέβωμαι τὴν γνώμην τῶν νομικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐγνωμοδότησαν, δὲν δύναμαι ὅμως ν’ ἀρνηθῶ, ὅτι, προκειμένου περὶ δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἓν χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ διοικητικὴ ἐξουσία νὰ κάμῃ διάκρισιν μεταξὺ τῶν τιμωρηθέντων καὶ τῶν λοιπῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες δὲν ὑπέστησαν τὴν ποινὴν ταύτην. Τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ἡ ἀπόφασις, εἶναι ποινή, ἡ ὁποία ἐπεβλήθη, ἡ δὲ παράτασις τοῦ χρόνου πρὸς ἀνάληψιν ὑπηρεσίας εἶναι διοικητικὴ ἐνέργεια, ὅπως οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι μὴ ὑποπέσωσιν ἐκ νέου εἰς παραπτώματα. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἄλλας περιπτώσεις, ὡμίλησα μόνον περὶ τῶν πειθαρχικῶν ποινῶν, θεωρῶ δὲ δικαιολογημένην τὴν πρώτην καὶ τὴν τελευταίαν περίπτωσιν, ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πειθαρχικὴν ποινὴν, λέγω ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀπόλυτος διάταξις καὶ καθιστᾷ ἐπικίνδυνον τὴν θέσιν τοῦ ὑπαλλήλου· δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ προστατεύσωμεν πρὸ πάντων τοὺς εἰρηνοδίκας, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν πίεσιν τοῦ κομματισμοῦ, οἱ ὁποῖοι τοποθετοῦνται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον κατὰ τὰς ἀπαιτήσεις τῶν κομματαρχῶν. Αὐτοὺς πρέπει νὰ προφυλάξωμεν, καὶ πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ προλάβωμεν ἓν ἀτόπημα, συμβαῖνον σήμερον, τὸ ἑξῆς. Ὁ θέλων ν’ ἀπομακρύνῃ ἕνα εἰρηνοδίκην τῆς ὑπηρεσίας φροντίζει, ἵνα διὰ τὸ ἐλάχιστον παράπτωμα καταδιωχθῇ οὗτος πειθαρχικῶς. Βεβαίως ἡ παρατήρησίς μου δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ συνδέεται μὲ αὐτό, καὶ θεωρῶ ἄδικον καὶ ἐπικίνδυνον διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ δικαστοῦ μίαν διάταξιν τόσον ἀπότομον καὶ ἀόριστον. Κατὰ τοῦτο ἠθέλησα νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων, ὄχι διότι θέλω τὴν ἀκολασίαν, ἢ ὅτι θέλω νὰ μὴ τιμωρῶνται οἱ ὑπάλληλοι οἱ παραβαίνοντες τὸ καθῆκόν των. Ἀπ’ ἐναντίας ἐνδιαφέρομαι ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἐνδιαφέρομαι καὶ ὑπὲρ τῶν δυστυχῶν ἐκείνων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι τίθενται εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ πρώτου, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ τοὺς βλάψῃ.

§181ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα). (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).

§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ μισθοδοσίας τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).

§184ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς. Νὰ διαγραφῶσιν αἱ ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου λέξεις: «παύει χορηγούμενον ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1893», καὶ ἀντ’ αὐτῶν νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις: «δὲν χορηγεῖται εἰς τοὺς κατὰ τὸν νόμον περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως διοριζομένους ἀστυνόμους».

§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).

§186ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀντὶ τῶν λέξεων «τοῦ αὐτοῦ νόμου» νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις «τοῦ ἀπὸ 29 Μαΐου 1859 νόμου». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).

§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Μαιευτικοῦ Σχολείου καὶ Μαιευτηρίου.

§188ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Περὶ αὐτοῦ δὲν διενεμήθη ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς.

§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν βλέπετε τὴν ἔκθεσιν, κύριε Βουλευτά. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ συζήτησιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητήσεως κατ’ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς διατάξεών τινων τοῦ κανονισμοῦ τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων καὶ Γυμνασίων.

§191ΡΑΛΛΗΣ. Ἀρκετὰ μέχρις ἐδῶ, κύριε Πρόεδρε.

§192ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.

§193ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄς προχωρήσωμεν. (Ἀναγινώσκονται τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς διατάξεών τινων τοῦ κανονισμοῦ τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων καὶ Γυμνασίων καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς βʹ συζήτησιν).

§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ἑδρῶν καὶ μαθημάτων τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου.

§195ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, πρὶν ἢ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην τῆς τε Συγκλήτου καὶ τῶν διαφόρων Σχολῶν ἐπὶ τοῦ καθορισμοῦ τῶν ἑδρῶν τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ.

§196ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν.

§197ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἄλλως δὲν εἶναι καὶ ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε.

§198Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργό). Ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἐγένετο ἔνστασις μὴ ἀπαρτίας.

§199ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν ἑδρῶν καὶ μαθημάτων τοῦ Πανεπιστημίου, δὲν φέρω ἔνστασιν.

§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεβλήθη.

§201Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἤδη προὐχώρησεν ἡ ὥρα, καὶ ἐννοεῖται, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν ἢ μόνον νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. Παρακαλῶ δὲ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ὅπως ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ σχέδιον νόμου περὶ Ἀντιβασιλείας ἢ διαχειρίσεως τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας ἐν ἀποδημίᾳ τοῦ Βασιλέως ἐκτὸς τοῦ Κράτους κατὰ τὸ ἔτος 1893.

§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 189). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον εἰς αʹ συζήτησιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§203ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Προτοῦ ψηφισθῇ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ὑποβάλω δύο τροπολογίας. Εἰς τὸ τέλος τοῦ 1ου ἄρθρου νὰ προστεθῇ: «Τὴν ἀνωτάτην ἐπ’ αὐτοῦ ἐποπτείαν ἀσκεῖ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως διὰ τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων». Ἐπὶ δὲ τοῦ δευτέρου ἄρθρου, ἐν μὲν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ, ἀντὶ τῶν λέξεων «τὴν μικρολογίαν καὶ τὴν σφραγιστικὴν» νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις «ἐν γένει καὶ εἰς τὴν μετρολογίαν καὶ σφραγιστικὴν τοῦ μεσαίωνος καὶ τῶν νεωτέρων χρόνων», εἰς δὲ τὸ αʹ ἐδάφιον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις «πάντων», ὡς καὶ αἱ λέξεις «σχετικῶν εὑρημάτων», ἀντὶ δὲ τῶν «σχετικῶν εὑρημάτων» νὰ τεθῇ ἡ λέξις «νομισμάτων». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως ἄρθρων τοῦ ᾼΦΛΗʹ νόμου περὶ καταρτισμοῦ στελέχους ἀξιωματικῶν τῆς ἐφεδρείας).

§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀδείας πρὸς ἐκποίησιν ἀργυρούχων ὀρυκτῶν τῆς Μήλου.

§205ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ ἔκθεσις, ἣν ὑπεσχέθη νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τοῦ ἐξ Οὑγγαρίας μετακληθέντος μεταλλουργοῦ δὲν κατετέθη εἰσέτι.

§206Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶμαι βέβαιος, ἂν θὰ δυνηθῶ καὶ αὔριον νὰ τὴν καταθέσω.

§207ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Οὔτε τὰς ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι τυπωμέναι;

§208Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὗται διενεμήθησαν ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ δύνανται καὶ πάλιν νὰ διανεμηθῶσιν. Ὥστε ἂς προβῶμεν ἤδη εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, καὶ πρὸ τῆς τρίτης ἀναγνώσεως θὰ προσαχθῇ καὶ ἡ ἐν λόγῳ ἔκθεσις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν).

§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 10 καὶ 30′ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 61
2τῆς 10 Φεβρουαρίου 1893.
3(Τετάρτη)
4Ὥρα 5 μ. μ.
5(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ἀλεξάν-
6δρου Ἀντωνοπούλου).
7(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦν-
8ται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
9§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ πολιτῶν ἐκ Σύρου, ἐπικρινόν-
10των τὴν ἀπονομὴν παρασήμου εἰς τὸν Ἐμμανουὴλ Φραγ-
11κόπουλον.
12§2ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τίνες εἰσὶν ὑπογε-
13γραμμένοι;
14§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀκτὼ, οἱ ἑξῆς: Ἀλέξανδρος Π. Πα-
15παντώνης, Νικόλαος Κανελλόπουλος, Γεώργιος Δημητρό-
16πουλος, Δημήτριος Ν. Κολοτοῦρος, Χ. Δ. Παπαθανασίου,
17Ι. Σακελλαρόπουλος καὶ Α. Ἀγγελόπουλος.
18§4ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Αὐτοὶ εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστοι.
19§5ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς
20αὐτῆς ἰδοὺ τί γνωρίζω, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν
21νὰ τὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, διότι νομίζω, ὅτι ὑπάρχει περίπτω-
22σις νὰ ἀνακληθῇ τὸ παράσημον, ὡς κατὰ πλάνην ἀπονεμη-
23θέν. Μοὶ γράφουν ἐκ Σύρου πολλοὶ κάτοικοι ἐκεῖ, παριστῶν-
24τες, ὅτι δὲν εἶναι ἀσπίλου διαγωγῆς ὁ εἰς ὃν ἀπενεμήθη
25τὸ παράσημον καὶ ὅτι ὁ παρασημοφορηθεὶς ὡς δῆθεν
26Ἕλλην, πρὸς ἀποφυγὴν τῶν στρατιωτικῶν ὑποχρεώσεων,
27ἤλλαξε τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν καὶ μετὰ τὴν ἀπαλ-
28λαγήν του ἐζήτησε τὴν ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα. Θὰ παρα-
29καλέσω ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ, διότι
30εἶναι ἀνάρμοστον τοιοῦτοι ἀνάξιοι Ἕλληνες νὰ παραση-
31μοφορῶνται. Καταθέτω δὲ καὶ ἔγγραφον περὶ τούτου ἐπε-
32ρώτησιν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
33«Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Ἐξωτερι-
34κῶν καὶ Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγωσι τὰ ἔγγραφα, δι’ ὧν
35ἀπενεμήθη τὸ παράσημον εἰς τὸν Ἐμμανουὴλ Φραγκό-
36πουλον, καὶ τὰ διατάγματα καὶ λοιπὰ ἔγγραφα, δι’ ὧν
37ἐζητήθη ἡ μεταβολὴ τῆς ὑποκοότητος τούτου καὶ δι’ ὧν
38ἐδόθη ἡ ἀπαλλαγὴ τῆς πρὸς στρατείαν ὑποχρεώσεώς του
39ἐπὶ τῇ μεταβολῇ ταύτῃ, ὡς καὶ ἡ ἐπάνοδος αὐτοῦ εἰς
40τὴν ὑπηκοότητα τοῦ Ἕλληνος, καίτοι στερεῖται πάν-
41των τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, ἕνεκα μὴ ἐκπληρώ-
42σεως τῶν στρατιωτικῶν ὑποχρεώσεων, καὶ συνεπῶς στε-
43ρεῖται καὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ φέρειν ὡς Ἕλλην τὸ
44παράσημον.»
45§6ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν γνωρίζω τίνας
46λόγους ἔχει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, δὲν γνωρίζω τίνες
47εἶναι οἱ πέμψαντες τὴν ἀναφορὰν, διότι, ἐνῷ εἶμαι σχεδὸν
48Συριανὸς, οὐδένα τῶν ὑπογραψάντων τὴν ἀναφορὰν γνωρίζω,
49εἶναι δὲ ὅλοι ὑπογεγραμμένοι μὲ τὸν αὐτὸν χαρακτῆρα,
50γνωρίζω ὅμως, ὅτι ὁ κ. Ἐμμανουὴλ Φραγκόπουλος, τὸν
51ὁποῖον προσωπικῶς δὲν εἶδον παρὰ ἅπαξ ἢ δὶς, εἶναι γόνος
52ἐμπορικῆς οἰκογενείας ἐν Σύρῳ, ἀτομικῶς δὲ, ὡς γινώσκω,
53εἶναι ἄνθρωπος ἐργαζόμενος νυχθημερὸν, ὅπως διαδώσῃ ἐν
54Εὐρώπῃ τοὺς οἴνους, τὰ ἔλαια καὶ ἐν γένει τὰ ἑλληνικὰ
55προϊόντα μετὰ μεγίστης ὄντως ἐπιμελείας, ὡς πράκτωρ τῆς
56Γερμανικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας ἐν Σύρῳ καὶ Πειραιεῖ,
57εἶναι δὲ ἄξιος νὰ ἔχῃ τὸ Ἑλληνικὸν παράσημον, ἀφοῦ
58τὸ ἔχουν τόσοι ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν προσέφεραν ἢ προσ-
59φέρουσιν εἰς τὸν τόπον.
60Δὲν ἀνέγνωσα τὴν ἀναφορὰν, ἀπαξιῶ δὲ νὰ ἀναγνώσω
61αὐτὴν, διότι γνωρίζω ὅτι ὁ κ. Φραγκόπουλος δὲν εἶναι
62ἄξιος τῶν μομφῶν, αἱ ὁποῖαι τῷ ἀποδίδονται. Παρακαλῶ
63ὅμως, κύριε Πρόεδρε, νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸν Εἰσαγ-
64γελέα, διότι μοὶ φαίνεται πλαστογραφημένη ὡς φέρουσα
65τὰς ἀγνώστους ὑπογραφὰς διὰ τοῦ αὐτοῦ χαρακτῆρος.
66§7ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί γράφουσιν ἐκ Σύρου, κύ-
67ριε Πρόεδρε (ἀναγινώσκει):
68«Κατὰ τὸ ἔτος 1880, ὁπότε ἡ πατρίς μας ἐκάλει εἰς
69τὰ ὅπλα τοὺς νεαροὺς αὐτῆς βλαστοὺς ἅπαντας, ὁ εἰρημέ-
70νος Ἐμμανουὴλ Φραγκόπουλος, ἀρνησίπατρις γενόμενος,
71ὅπως ἀποφύγῃ τὴν εὐγενῆ τῆς στρατεύσεως ὑποχρέωσιν,
72ἐπέτυχεν ἄδειαν διὰ Β. Διατάγματος, ὅπως δεχθῇ τὴν
73ὀθωμανικὴν ὑπηκοότητα, λόγῳ ὅτι σοβαρὰ αὐτοῦ συμφέ-
74ροντα ἄνευ τούτου ἐκινδύνευον ἐν τῇ Ἀνατολῇ.
75«Ἅμα λαβὼν τὸ Β. Διάταγμα, μετέβη εἰς Κυδωνίας,
76ἔνθα ἔλαβε τουρκικὸν τεσκερὲν προσωρινῶς, ἐπὶ τῇ βάσει
77τοῦ ὁποίου ἐζήτησε νὰ προμηθευθῇ ὁριστικὸν Ὀθωμανοῦ
78διαβατήριον. Ἥ τε ὅμως ἐν Ἀθήναις Ὀθωμανικὴ Πρεσβεία
79καὶ τὸ ἐνταῦθα τότε Ὀθωμανικὸν Προξενεῖον, συνεπείᾳ
80γνωμοδοτήσεως τῆς Ὑψηλῆς Πύλης, ὅτι δὲν δύναται νὰ
81ἀναγνωρισθῇ ὑπήκοος Ὀθωμανὸς ὁ μὴ διαμείνας ἐπὶ τρία
82συνεχῆ ἔτη ἐν Τουρκίᾳ, δὲν τῷ παρέσχον τοιοῦτον.
83«Ἐν τούτοις μεθ’ ὅλην τὴν ἄρνησιν τῆς Ὀθωμανικῆς Κυ-
84βερνήσεως, ὅπως τὸν ἀναγνωρίσῃ ὑπήκοόν της, ἡ Ἑλλη-
85νικὴ Κυβέρνησις, ἧς καὶ τότε ἀτυχῶς προΐστατο ὁ τῆς
86σήμερον ἀνὴρ, τὸν ἀνεγνώρισεν ὡς τοιοῦτον καὶ τὸν ἀπήλ-
87λαξε τῆς στρατεύσεως. Μετὰ τριετίαν δ’ ὅλην, ἤτοι κατὰ
88τὸ ἔτος 1882, ἐπέτυχε μόνον ὀθωμανικὸν διαβατήριον,
89ἄγνωστον τίνι μέσῳ, παρὰ τοῦ ἐν Ἀθήναις Ὀθωμανικοῦ Προ-
90ξενείου, καθόσον τὸ ἐνταῦθα ἐπέμενε μὴ ἀναγνωρίζον αὐτὸν
91ὡς ὑπήκοον Ὀθωμανόν. Ἐν τέλει ὅμως καὶ τὸ ἐδῶ Προ-
92ξενεῖον τῆς Πύλης, μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ διαβατηρίου ἐν
93Ἀθήναις, ἀνεγνώρισε καὶ αὐτὸ τὸν Ἐμμανουὴλ Φραγκό-
94πουλον Ὀθωμανὸν ὑπήκοον ἀκριβῶς κατὰ τὴν νέαν ἐπι-
95στρατείαν τοῦ 1885, ὁπότε καὶ πάλιν ἡ πατρὶς ἐκάλει
96τὰ τέκνα της εἰς τὰ ὅπλα, ἡ δὲ Τουρκία τὰ ἔσφαζεν εἰς
97τὰ σύνορα.
98«Οὕτω δὲ καὶ τὸ δεύτερον ὁ Ἐμμανουὴλ Φραγκόπου-
99λος παρέκαμψε τὸν σκόπελον, ὀλιγωρῶν διὰ τὸ μεγαλεῖον
100τῆς Πατρίδος, καταπατῶν τὴν φιλοτιμίαν του, ἐμπαίζων
101τοὺς κινδύνους της καὶ παραβαίνων τοὺς νόμους της.
102«Ἐν τούτοις ὅλοι αὐτοὶ οἱ κίνδυνοι παρῆλθον· κίνδυ-
103νον στρατεύσεως ὁ Ἐμμανουὴλ Φραγκόπουλος δὲν διέτρεχε
104πλέον, διότι συνεπλήρωσεν ἤδη τὸ 30 τῆς ἡλικίας του
105ἔτος, μετὰ τὸ 1890, εἶχε δὲ ἀνάγκην ὁ Κύριος νὰ γείνῃ
106καὶ πάλιν πολίτης Ἕλλην. Ἀδιάφορον ἐὰν καὶ ἡ Τουρ-
107κία αὐτὴ δὲν τὸν ἠθέλησεν ὑπήκοόν της· αὐτὸς δὲ, ἐπὶ
108τρία ὅλα ἔτη, οὔτε Ἕλλην οὔτε Τοῦρκος διατελέσας,
109καθόσον ἡ μὲν Ἑλλὰς τὸν διέγραψεν, ἡ δὲ Τουρκία δὲν
110τὸν ἀνεγνώριζε, κατώρθωσε νὰ ἀποφύγῃ τὸ σκοπούμενον,
111ἤτοι τὴν ἀποφυγὴν τοῦ νὰ στρατεύσῃ. Ἀδιάφορον, ἂν
112κατεπάτησε στρατολογικούς τε καὶ πολιτικοὺς νόμους,
113ἀδιάφορον ἂν ἐνέπαιξε δύο Κυβερνήσεις! κλπ. κλπ.»
114Αὐτὸς εἶναι ὁ ὑπερασπιζόμενος παρὰ τοῦ κ. Βου-
115λευτοῦ.
116§8ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπι-
117τρέψητε, ἵνα προσθέσω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις. Εἶναι ἀνα-
118κριβέσταται αἱ ἀποδιδόμεναι μομφαὶ τῷ κ. Φραγκοπούλῳ.
119Πρόκειται περὶ προσωπικοῦ ζητήματος, ὅπερ δὲν ἀξίζει τὸν
120κόπον καὶ δὲν ἔπρεπε ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν. Βεβαίως
121ἡ ὑποβληθεῖσα ἀναφορὰ εἶναι πλαστή, ἀφοῦ τὰ πρόσωπα,
122τὰ ὁποῖα ὑπογράφονται, ἐγώ, ὡς Ἑρμουπολίτης, δηλῶ ὅτι
123εἶναι ἀνύπαρκτα. Ἐκ τίνων λόγων ὑπεβλήθη ἡ ἀναφορὰ,
124ἀγνοῶ· δηλῶ ὅμως, ὅτι ὁ Φραγκόπουλος ἦτο υἱὸς Κυδω-
125νιέως, ἐγκατεστημένου ἐν Σύρῳ πρὸ ἐτῶν, ἀλλὰ πάντοτε
126ἐξακολουθοῦντος νὰ διατηρῇ τὴν Ὀθωμανικὴν ὑπηκοό-
127τητα. Μέχρι τοῦ 1880 εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ πατήρ του
128ἦτο Ὀθωμανὸς ὑπήκοος, ὁ δὲ υἱός του οὗτος, ἐξακολουθῶν
129ἕως τότε νὰ ἦναι ἀνήλικος, δὲν ἦτο ἐγγεγραμμένος εἰς τοὺς
130καταλόγους τῆς στρατιωτικῆς ἀπογραφῆς, ἀλλὰ πρόσωπον
131ἐνδιαφερόμενον ἐμπορικῶς καὶ ἐνδιαφερόμενον κατὰ τοῦ πα-
132τρός του ἐζήτησε παρὰ τοῦ νομάρχου νὰ χαρακτηρισθῇ
133ὁ νέος Φραγκόπουλος ὡς ὑπήκοος Ἕλλην καὶ ἑπομένως νὰ
134καταδιωχθῇ ὡς φυγόστρατος· ἀλλ’ ἀπέδειξεν οὗτος τὴν
135Ὀθωμανικὴν ὑπηκοότητά του καὶ ἀπηλλάγη νομίμως· ἅμα
136ὅμως τῇ ἐνηλικιώσει του, δηλώσας νομίμως, ἐγένετο καὶ
137εἶναι ἤδη Ἕλλην ὑπήκοος. Γνωρίζω καλῶς, ὅτι εἶναι ἐκ
138τῶν ἐντιμοτέρων ἐμπόρων τῆς Ἑρμουπόλεως, ὑποληπτόμε-
139νος παρ’ ὅλων καὶ πολλαχῶς γενόμενος ὠφέλιμος ἐν τῇ κι-
140νήσει τῆς ἐμπορικῆς ἀτμοπλοΐας, πρὸ δύο ἐτῶν δὲ ἐγκα-
141τεστάθη ἐν Πειραιεῖ, ἀντιπροσωπεύων τὴν γνωστὴν Ἀτμο-
142πλοϊκὴν Γερμανικὴν Ἑταιρίαν. Ἑπομένως ὁ κ. Φραγκόπου-
143λος δὲν ἠλάττωσε τὴν ἀξίαν τοῦ ἀπονεμηθέντος αὐτῷ πα-
144ρασήμου, καὶ εἶναι λυπηρὸν τὸ φαινόμενον, ὅτι τινὲς θέ-
145λουσι νὰ μεταβάλωσι τὴν Βουλὴν εἰς στάδιον εὐτελῶν καὶ
146ποταπῶν προσωπικῶν παθῶν.
147§9ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Φαίνεται ὅτι εἶναι πελάτης σας.
148Ἐγὼ καταθέτω τὴν ἐπιστολήν.
149§10ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Οὐδέποτε συνείθισα νὰ ὑπερασπίζω ἐν
150τῇ Βουλῇ πελάτας μου, ὡς συνήθως πράττει ὁ προλαλή-
151σας ἀξιότιμος συνάδελφος, μεταβάλλων τὴν Βουλὴν εἰς
152Πταισματοδικεῖον πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν πελατῶν του, οὐ-
153δεμία δὲ σχέσις μὲ συνδέει μὲ τὸν Φραγκόπουλον, ἀλλὰ κατὰ
154καθῆκον ὑπερασπίζω αὐτὸν, ὡς συμπολίτην μου, καὶ τὸν
155Ὑπουργὸν, ὅστις λίαν δικαίως ἀπένειμε παράσημον εἰς
156συμπολίτην μου, ὁ ὁποῖος ἀναμφισβητήτως εἶναι ἀνώτε-
157ρος πολλῶν ἄλλων, οἵτινες κατὰ χιλιάδας κατώρθωσαν νὰ
158λάβωσι παράσημον.
159§11ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀπαντῶ εἰς ὅσα εἶπεν
160ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος· θὰ ἀπαντήσω ὅταν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν
161ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ αὐτὴν τὴν ἀναφορὰν, ἣν καταθέτω,
162ὑπογεγραμμένην ὑπὸ τοῦ γνωστοῦ μεγαλεμπόρου Βε-
163κερέλη.
164§12ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Μεγαλέμπορος τοιοῦτος δὲν ὑπάρχει
165ἐν Σύρῳ.
166§13ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά.
167§14ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πᾶσα συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τού-
168του εἶναι πρόωρος. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν
169καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ὑποβάλωσι τὰ σχετικὰ ἐν τοῖς
170Ὑπουργείοις αὐτῶν ἔγγραφα, ἐξ ὧν θ’ ἀποδειχθῇ, ἐὰν ὁ
171Κύριος, περὶ οὗ πρόκειται, διετέλεσεν ἐπίστρατος ἢ κληρωτὸς,
172ἐὰν δὲν προσῆλθεν ἢ ἀπηλλάγη, καὶ ἂν ἐζήτησεν ἄδειαν
173μεταβολῆς τῆς ἑλληνικῆς ὑπηκοότητος. Ὅταν οἱ δύο Ὑπουρ-
174γοὶ προσαγάγωσι τὰ ἔγγραφα, τότε δύναται νὰ γείνῃ συ-
175ζήτησις, προκαταβολικῶς ὅμως δὲν εἶναι δίκαιον, οὔτε
176πρέπει νὰ γείνῃ τοιαύτη συζήτησις.
177§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ πολίτου τινὸς ἐξ Ἀθηνῶν,
178Ἰωάννου Ροντογιάννη, ζητοῦντος ἵνα ἀποσταλῇ εἰς Πα-
179ρισίους ὁ δηχθεὶς ὑπὸ λυσσῶντος κυνὸς υἱός του. Θὰ σταλῇ
180ἡ ἀναφορά του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
181§16ΣΚΟΥΖΕΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ συστηθῇ ἡ
182ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἀπο-
183σταλῇ καὶ ὁ δυστυχὴς αὐτὸς πρὸς θεραπείαν παρὰ τῷ Πα-
184στὲρ, ὡς ἀπεστάλησαν καὶ ἄλλοι.
185§17ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ δύο περίπου
186μηνῶν, τινὲς τῶν κυρίων συναδέλφων ἐκ τῶν νομῶν Ἀρκα-
187δίας καὶ Μεσσηνίας παρεκάλεσαν τὸν ἔντιμον κ. Πρόε-
188δρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ ὁποῖος ὑπεσχέθη συνε-
189πείᾳ τῆς παρακλήσεως ἐκείνης νὰ ἐνεργήσῃ ταχέως πρὸς
190ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ σι-
191δηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἀφοῦ προηγουμένως ἀποζη-
192μιωθῶσιν οἱ ἔχοντες λαμβάνειν παρὰ τῆς ἐκπτώτου ἑται-
193ρίας περὶ τὸ ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν. Ἔκτοτε παρῆλθον
194δύο μῆνες, καὶ οὐδεμία ἐξεδηλώθη ἐνέργεια ἀπὸ μέρους τῆς
195Κυβερνήσεως πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποσχέσεως ἐκείνης. Διὰ
196τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργι-
197κοῦ Συμβουλίου νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μᾶς δώσῃ ἐξηγήσεις
198περὶ τοῦ συμβαίνοντος.
199§18Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὴν ἀτυχῆ
200ἐνέργειαν τῆς προλαβούσης Κυβερνήσεως ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ,
201ἐπεβάλλετο τῷ ὄντι εἰς ἡμᾶς ἐργασία πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν
202πραγμάτων, διότι ἄνευ ἀνάγκης περιήχθησαν ταῦτα εἰς
203σημεῖον λίαν δυσάρεστον. Ἡ Κυβέρνησις καταγίνεται εἰς
204τὴν ἐπανόρθωσιν τῶν πραγμάτων κατὰ τὸ εἰς αὐτὴν ἀνῆ-
205κον· οὐδὲν ἐξεδηλώθη μέχρι τοῦδε, διότι οὐδὲν ἀπεφασίσθη·
206ὅταν ἐκδηλωθῇ τι, θὰ ἦναι καὶ τὰ πράγματα τετελειωμένα.
207Ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἐπιτευχθῇ τις συνεννόησις, ἥτις νὰ ἐπιτρέψῃ
208τὴν εὐχερῆ πρόοδον τῶν ἐργασιῶν, ἀλλὰ καὶ ἤδη οὐδὲν
209ὑπάρχει ἐκ τῶν κειμένων τὸ παρεμποδίζον τὴν πρόοδον
210αὐτῶν, διότι ἡ ἑταιρία ἡ ἔχουσα τὸ προνόμιον δύναται
211νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν, ἐὰν δὲ ἀπαντᾷ δυσχε-
212ρείας ὡς ἐκ τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς ἀνέλαβε τὴν ἐπιχείρησιν ταύ-
213την, καὶ τῶν ἰδιαιτέρων αὐτῶν περιστάσεων, δυνηθῶμεν δὲ
214καὶ ὡς πρὸς τοῦτο νὰ τὴν διευκολύνωμεν, θέλομεν τὸ πρά-
215ξει, ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι ἔχομεν ὑποχρεώσεις πρὸς τὴν Πο-
216λιτείαν, καὶ πρέπει νὰ συνδυάσωμεν τὰς εὐκολίας ταύτας
217πρὸς τὸ γενικὸν τῆς Πολιτείας συμφέρον.
218§19ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Δὲν κρίνω ἐπίκαιρον νὰ ἐξετάσω
219πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν ὑπαιτίων τῆς ἐπελθούσης καταστά-
220σεως, ἀλλ’ ἀναφορικῶς πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τῆς νέας ἑται-
221ρίας, τὰ πράγματα δὲν ἔχουσιν, ὅπως ἐκθέτει ταῦτα ὁ κ.
222Πρωθυπουργός. Μανθάνω, ὅτι ἡ ἑταιρία οὐδεμίαν ἔχει δυσ-
223κολίαν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας· τοὐναντίον ἔχει
224συμφέρον, καὶ συμφέρον ἐπιτακτικὸν, νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐ-
225τὰς, ἀλλὰ δὲν τολμᾷ νὰ ἄρξηται τῶν ἐργασιῶν, διότι
226ἀπειλεῖται νὰ ἐμποδισθῇ εἰς τὴν ἐξακολούθησιν αὐτῶν
227ἀπὸ τοὺς ἔχοντας λαμβάνειν ἀπὸ τὴν ἔκπτωτον ἑταιρίαν.
228Ταῦτα γνωρίζει κάλλιστα ἡ Κυβέρνησις, καὶ φρονῶ, ὅτι
229ὡσαύτως γνωρίζει, ὅτι οὗτος εἶναι ὁ μόνος λόγος, δι’ ὃν
230ἀπρακτεῖ ἡ ἑταιρία. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, ἐὰν ἡ Κυβέρ-
231νησις ἐπιθυμῇ πράγματι νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ περατωθῇ
232τὸ ἔργον αὐτὸ, νὰ συνδράμῃ τὴν ἑταιρίαν πρὸς ἀπόκρου-
233σιν τῶν ἀντενεργειῶν τῶν κατοίκων, ἐξουδετεροῦσα τὰς
234ἀντενεργείας ταύτας δι’ ἀποζημιώσεως τῶν ἐχόντων λαμ-
235βάνειν ἀπὸ τὴν ἔκπτωτον ἑταιρίαν, διότι οὗτοι ἐπίστω-
236σαν τὴν ἑταιρίαν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐργάζεται αὕτη
237ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τῆς Κυβερνήσεως, ὀφειλούσης, πρὸς
238τοῖς ἄλλοις, νὰ ἐνεργῇ σημαντικὰς κρατήσεις ἐκ τῶν πρὸς
239τὴν ἑταιρίαν γινομένων ἑκάστοτε πληρωμῶν τῶν ἐκτελου-
240μένων ἐργασιῶν, δι’ αὐτὸν τοῦτον τὸν λόγον τῆς θεραπείας
241παραπλησίων ἐλλείψεων τῆς ἑταιρίας. Ἐὰν δὲ τὸ Δημό-
242σιον δὲν ἔλαβε τοιαύτην πρόνοιαν, ὑπέχει εὐθύνην καὶ ὑπο-
243χρέωσιν ἀποζημιώσεως, εἰς ἣν ἐπὶ τέλους ἐξαναγκασθή-
244σεται ὑπὸ τῶν δικαστηρίων ἐν ἀνάγκῃ.
245§20ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἐγὼ εἶχον ἄλλοτε ἐπερωτήσει τὴν
246Κυβέρνησιν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον ὄχι μό-
247νον τοὺς νομοὺς Ἀρκαδίας καὶ Μεσσηνίας ἐνδιαφέρει, ἀλλὰ
248καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καθόλου· διότι πρόκειται περὶ
249ἐπιχειρήσεως, ἥτις ἀπῄτησε μέχρι τοῦδε περὶ τὰ 30 ἑκα-
250τομμύρια καὶ ἀκόμη δὲν ἤχθη εἰς πέρας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
251Κυβερνήσεως ἠθέλησε τότε νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν βραδύτητα εἰς
252τὴν ἑταιρίαν τὴν νέαν, ἐντεῦθεν δὲ προέκυψε συζήτησις μα-
253κρὰ μεταξὺ ἐμοῦ, αὐτοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσω-
254τερικῶν, ἀποτέλεσμα τῆς ὁποίας ὑπῆρξεν, ὅτι ἡ Κυβέρνη-
255σις θὰ ἐνήργει πᾶν τὸ ἐφ’ ἑαυτῇ, ὅπως αἱ ἐργασίαι ἐπανα-
256ληφθῶσι. Δυστυχῶς μέχρι τοῦδε δὲν ἐπανελήφθησαν αὗ-
257ται, καθ’ ἃς δ’ ἔχω πληροφορίας, ἡ ἑταιρία ἐξακολουθεῖ
258παραπονουμένη κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν παραδίδει
259εἰς αὐτὴν τὴν γραμμὴν πρὸς κατασκευήν. Ἐὰν δὲν ἦτο
260ἀληθὲς τὸ παράπονον τοῦτο τῆς ἑταιρίας, θὰ ἔσπευδε βε-
261βαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ
262ὑπ’ ἐμοῦ αἰτηθὲν πρωτόκολλον παραδόσεως τῆς γραμμῆς
263ὁλοκλήρου εἰς τὴν ἑταιρίαν. Καὶ μένουσιν οὕτως ἐγκατα-
264λελειμμένα πλεῖστα ὅσα ἔργα ἡμιτελῆ, τὰ ὁποῖα ἐστοί-
265χισαν πολλὰ ἑκατομμύρια εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ ὑλικὸν
266προσέτι πολὺ, ἐνόσῳ δὲ παρατείνεται ἡ κατάστασις αὕτη,
267τὸ Κράτος ὑφίσταται ζημίαν ἀνυπολόγιστον. Δι’ ὅλα αὐτὰ
268ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐξακολουθῶ πιστεύων, ὅτι ἡ Κυβέρνησις
269ὑπέχει εὐθύνην διὰ τὴν μέχρι τοῦδε ἀναβολὴν τῆς ἐπανα-
270λήψεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ σιδηροδρόμου, ὅπως εὐθύνην ὑπέ-
271χει καὶ δι’ ἕτερον ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρὸ πολλοῦ
272ἐπηρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ
273Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου διὰ τῶν
274συνήθων αὐτῷ ὑπεκφυγῶν κατώρθωσεν ἐπίσης νὰ μὴ εἴπῃ
275ὅ,τι ἔπρεπε νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλήν. Πρόκειται περὶ τοῦ
276δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ Κράτος εἰς τὰ κέρδη ἐκ
277τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων τῆς Τραπέ-
278ζης Ἠπειροθεσσαλίας. Ὁ νόμος καὶ ἡ σύμβασις εἶναι σα-
279φεῖς, καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδή-
280λωσεν ἀνεπιφυλάκτως, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ Δημο-
281σίου εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἐν τούτοις, ἐνῷ ἀπὸ τῆς 1
282Ἰανουαρίου 1892 τὸ Δημόσιον ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὸ ἀνα-
283λογοῦν εἰς αὐτὸ μέρος κέρδους, ἤδη ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς
284πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ ἔτους ἐκείνου γενομένου τοῦ λογα-
285ριασμοῦ, ἐν τούτοις μέχρι τοῦδε οὐδ’ ὀβολὸν ἔλαβε. Καὶ
286εἶπε μὲν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι, ἐπειδὴ ἠγέρθησαν ἀντιῤῥήσεις
287ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας, παρεπέμφθη ἡ
288ὑπόθεσις εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ἀλλὰ τοῦτο μέχρι
289τοῦδε, ἐπὶ 7 δηλαδὴ ὅλους μῆνας, δὲν κατώρθωσε νὰ ἐκ-
290δώσῃ τὴν σχετικὴν ἀπόφασιν. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ πτωχοῦ
291τινος πολίτου, ὀφείλοντος δέκα ἢ εἴκοσι δραχμὰς ἐκ φόρων
292εἰς τὸ Κράτος, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔσπευδε νὰ τὸν συλλάβῃ
293καὶ τὸν ῥίψῃ εἰς τὰς φυλακὰς, προκειμένου ὅμως περὶ μιᾶς
294Τραπέζης, ἐπιδεικνύει τὴν ἀσύγγνωστον αὐτὴν ἀμέλειαν,
295πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου.
296§21Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς
297παρέστησεν, ὅτι παρῆλθε πολὺς χρόνος, ἀφ’ ὅτου ἡ ὑπόθε-
298σις αὕτη μένει ἐκκρεμὴς, ἀλλὰ καθώρισε μετὰ ταῦτα τὸν
299χρόνον. Περιεμένομεν ν’ ἀκούσωμεν, ὅτι μένει ἐκκρεμὴς ἀπὸ
300τοῦ 1860, ἀπὸ τοῦ 1850· ἠκούσαμεν δὲ, ὅτι μένει ἐκκρε-
301μὴς ἀπὸ τοῦ 1892.
302§22ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀπὸ τοῦ τέλους τῆς πρώτης ἑξαμηνίας,
303ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου.
304§23Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐννοεῖται, ὅτι μετὰ τὴν λῆξιν τῆς
305ἑξαμηνίας πρέπει νὰ δημοσιευθῇ ὁ ἰσολογισμὸς τῆς Τραπέ-
306ζης, νὰ ἐξελεγχθῇ, καὶ ἴσως μετὰ τρεῖς μῆνας ἀπὸ τῆς
307λήξεως νὰ γένηται καταβολή. Ἄλλως ἐνταῦθα δὲν πρόκει-
308ται περὶ τῆς φορολογίας τῆς κανονικῆς· ἐνταῦθα πρόκειται
309περὶ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὰ κέρδη, ἀλλὰ καὶ αὕτη μετὰ
310τὴν λῆξιν τῆς ἑξαμηνίας διεκπεραιοῦται. Ἡ ὑπόθεσις δια-
311τελεῖ ἐν τῷ σταδίῳ τῆς συνεννοήσεως πρὸς τὴν Τράπεζαν,
312πρὸς ἣν ἐγένετο ἀνακοίνωσις τῆς γνώμης τοῦ Ὑπουργείου.
313Ἐποιήσατο αὕτη τὰς ἑαυτῆς ἀντιῤῥήσεις, ἐφ’ ὧν ἀντιῤῥή-
314σεων νέαι ἐγένοντο σκέψεις, καὶ ἐπίκειται ἡ ἔκδοσις τῆς
315ὁριστικῆς ἀποφάσεως. Ὥστε τὰ πάντα διεξάγονται ἐν τῇ
316ὑποθέσει ταύτῃ κανονικῶς, καὶ οὐδὲ μηνὸς, οὐδ’ ἑβδομάδος,
317οὐδ’ ἡμέρας ἀπώλεια ὑπάρχει ἐν τῇ ἐνεργείᾳ τῆς Κυβερ-
318νήσεως.
319Ὡς πρὸς δὲ τὰ τοῦ σιδηροδρόμου, ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅσ-
320τις ὑπεστήριζε τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις εἶναι παραίτιος τῆς
321καταστάσεως, δικαιοῦται ὀλιγώτερον παντὸς ἄλλου νὰ
322παραπονῆται, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γινώσκῃ ὁ
323κ. Βουλευτὴς, ὅτι, ἐὰν τὰ πράγματα ἔμενον ὡς εἶχον, ἐὰν
324ἡ διαχείρισις δὲν ἀφῃρεῖτο ἀπὸ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μεσημ-
325βρινῶν Σιδηροδρόμων καὶ δὲν μετεβιβάζετο εἰς ἑτέραν
326ἑταιρίαν, αἱ δυσχέρειαι αὗται δὲν θὰ ὑφίσταντο, δυσχέ-
327ρειαι, ἐν αἷς οὐδόλως ἐνέχεται ἡ Κυβέρνησις· ἀλλὰ καίτοι
328δὲν εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις, πρὸς τὸ συμφέρον ὅμως τῆς
329Πολιτείας ἐργάζεται, ὅπως ἀρθῶσι πᾶσαι αἱ δυσχέρειαι
330αὗται. Αἱ δυσχέρειαι, ἃς παρέστησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
331Γόρτυνος, δὲν ὑπάρχουσιν. Ἡ ἑταιρία ἔχει τὰ δικαιώματα
332αὐτῆς, ἐὰν δὲ ἔχῃ καὶ ὑποχρεώσεις, ἃς δὲν ἐκπληροῖ πρὸς
333τοὺς ἐργολάβους καὶ τοὺς ἐργάτας, τοῦτο δὲν παρέχει εἰς
334αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνωσιν ἀμέσως, καὶ νὰ πα-
335ρεμποδίζωσι τὰ ἔργα· ἡ ἐπέμβασις αὐτῶν θὰ γείνῃ διὰ
336τῆς Δικαιοσύνης, καὶ δὲν νομίζω, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη θέλει
337παρεμποδίσει τὴν πρόοδον τῶν ἔργων· ἄλλως τε, καὶ τοῦτο
338ἐὰν συμβῇ, πρέπει νὰ γένηται ἔναρξις ἐκτελέσεως καὶ νὰ
339ἀποδειχθῇ, ὅτι κώλυμα παρουσιάζεται· ἀλλὰ καὶ κώλυμα
340ἐὰν παρουσιάζηται, δὲν προέρχεται ἐκ παραλείψεως τῆς
341Κυβερνήσεως.
342Ταῦτα ὡς πρὸς τὴν νομικὴν ὑποχρέωσιν τῆς Κυβερνή-
343σεως· τὴν ἠθικὴν ὅμως αὐτῆς ὑποχρέωσιν πρὸς τὴν Πολι-
344τείαν, καὶ οὐχὶ πρὸς τὴν ἑταιρίαν, ἵνα διευκολύνῃ τὰ τῆς
345ἐνάρξεως τῆς ἐκτελέσεως, ταύτην ἐκπληροῖ δεόντως.
346§24ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν παρεπονέθην ὅτι πρό-
347κειται περὶ καθυστερήσεως τῆς ὑποχρεώσεως τῆς Τραπέζης
348Ἠπειροθεσσαλίας ἀπὸ τοῦ 1860 ἢ ἀπὸ τοῦ 1850. Ἐγὼ
349παρεπονέθην καθαρὰ, ὅτι πρόκειται περὶ καθυστερήσεως
350τῆς ὑποχρεώσεως αὐτῆς ἀπὸ τοῦ ἔτους 1892. Κατὰ δὲ τὸ
351σαφὲς γράμμα τοῦ νόμου καὶ τῆς σχετικῆς συμβάσεως, ἡ
352Τράπεζα τῆς Ἠπειροθεσσαλίας ὑποχρεοῦται ν’ ἀποτίσῃ εἰς
353τὸ Δημόσιον τὸ ἀναλογοῦν εἰς αὐτὸ δικαίωμα ἐκ τῶν κερ-
354δῶν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν της γραμματίων ἀπὸ
355πότε; Ἀπὸ τῆς 1 τοῦ ἔτους 1892 ἐκανονίσθη νὰ γίνηται
356ἡ ἀπότισις καθ’ ἑκάστην ἑξαμηνίαν...
357§25Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν λέγει τοῦτο ὁ
358νόμος.
359§26ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ νόμος τὸ λέγει σαφῶς, καὶ ἐπιφυλάτ-
360τομαι αὔριον νὰ φέρω μετ’ ἐμοῦ καὶ σᾶς ἀναγνώσω τὸ κεί-
361μενον αὐτοῦ... Καθ’ ἑκάστην ἄρα ἑξαμηνίαν πρέπει νὰ
362γίνηται ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ λογαριασμοῦ καὶ ν’ ἀποδίδηται
363τὸ ἀνῆκον εἰς τὸ Κράτος. Ἡ πρώτη ἑξαμηνία τοῦ 1892
364ἔληξεν ἤδη πρὸ 7 μηνῶν, ὤφειλε δ’ ἔκτοτε νὰ γείνῃ πά-
365ραυτα ἡ ἐκκαθάρισις καὶ νὰ πληρωθῇ εἰς τὸ Δημόσιον τὸ
366ἀναλογοῦν μέρος. Ἔκτοτε ὅμως παρῆλθον οὐχὶ ἡμέραι,
367οὐχὶ ἑβδομάδες, ἀλλ’ ἑπτὰ μῆνες, καὶ εἰσήλθομεν ἤδη εἰς
368τὸν ὄγδοον μῆνα, καὶ ἐν τούτοις ἀκόμη δὲν ἠξεύρομεν κἂν
369ποῦ εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Ἐξ ὅσων δὲ εἶπεν ὁ κ.
370Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
371ἐνοήσαμεν μόνον, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη παρεπέμφθη ad
372Calendas Græcas.
373Ὡς πρὸς τὴν ἄλλην ὑπόθεσιν τοῦ σιδηροδρόμου Μύ-
374λων–Καλαμῶν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεῦρε τὸ ὑπεύθυνον ἐν
375ἐμοί. Αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ πρωτουργὸς τῆς κατασκευῆς τοῦ σι-
376δηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν δι’ ἐξόδων τοῦ Κράτους, ὁ
377πρωτουργὸς τῆς ἰδέας τοῦ νὰ κατασκευασθῇ ὁ σιδηρόδρο-
378μος ὁ στενὸς καὶ νὰ στοιχίσῃ τὸ διπλάσιον σχεδὸν ἀφ’ ὅ,τι
379στοιχίζει ὁ εὐρὺς σιδηρόδρομος Πειραιῶς–Λαρίσσης, αὐτὸς
380ὁ ἀνεχθεὶς νὰ γείνωσιν ὅλαι αἱ γνωσταὶ ἐκεῖναι καταχρή-
381σεις ἐπὶ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος σιδηροδρόμου, ὁ ἀνεχθεὶς τὴν
382πληρωμὴν καταστάσεων εἰκονικῶν δι’ ἔργα μὴ κατασκευα-
383σθέντα, καὶ τὴν ἐντεῦθεν προκύψασαν ζημίαν τοῦ Δημοσίου
384καθ’ ἑκατομμύρια πολλά, αὐτὸς εἶναι ὅλως ἀνεύθυνος, ὑπεύ-
385θυνος δὲ μόνον εἶμαι ἐγώ· καὶ διατὶ νομίζετε; διότι ὑπε-
386στήριξα τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις εὑρέθη πρὸ τῆς δυσχεροῦς
387θέσεως, καθ’ ἥν, ἀνικάνου ἀποδειχθείσης τῆς Βελγικῆς ἑται-
388ρίας, ἵνα συντελέσῃ τὸ ἔργον, τῆς δὲ ἑταιρίας τῶν Με-
389σημβρινῶν Σιδηροδρόμων ἀπαιτούσης τὴν παραλαβὴν ἑτοί-
390μου τοῦ ἔργου πρὸς ἐκμετάλλευσιν, καὶ ἀρνουμένης ν’ ἀπο-
391περατώσῃ αὕτη δι’ ἐξόδων της τὴν γραμμήν, εὑρέθη πρὸ
392τῆς δυσχεροῦς θέσεως νὰ ἔλθῃ εἰς συμφωνίαν πρὸς ἄλλην
393ἑταιρίαν, ἀναλαμβάνουσαν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου δι’
394ἐξόδων της καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν αὐτοῦ. Βεβαίως πᾶς
395ἀμερόληπτος καὶ ἀπαθὴς κριτὴς μάτην θ’ ἀνεζήτει ἴχνος
396εὐθύνης ἐν ἐμοί. Τὴν εὐθύνην πλήρη καὶ ἀκεραίαν θ’ ἀνεύ-
397ρισκε παρὰ τῷ κ. Πρωθυπουργῷ, ὅστι, ἀφοῦ ἐδανείσθη 30
398ὅλα ἑκατομμύρια διὰ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν, δὲν
399ἤσκησε τοὐλάχιστον ἀκριβῆ καὶ αὐστηρὸν ἔλεγχον κατὰ
400τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ, ἀλλ’ ἄφησε νὰ γείνωσιν ὅλαι ἐκεῖ-
401ναι αἱ καταχρήσεις, ὥστε τὸ ἔργον μετὰ σπατάλην τοσού-
402των ἑκατομμυρίων νὰ μείνῃ ἡμιτελὲς καὶ ν’ ἀναγκάσῃ τὴν
403διάδοχον Κυβέρνησιν, ἵνα κηρύξῃ ἔκπτωτον τὴν ἐν τῷ με-
404ταξὺ πτωχεύσασαν Βελγικὴν ἑταιρίαν, ἔκπτωτον καὶ τὴν
405ἑταιρίαν τῶν Μεσημβρινῶν Σιδηροδρόμων τῶν δικαιωμά-
406των της, ἀφοῦ ἠρνεῖτο αὕτη νὰ συνεχίσῃ καὶ ἀποπερα-
407τώσῃ τὸ ὑπ’ ἐκείνης διακοπὲν ἔργον, καὶ νὰ συμβληθῇ πρὸς
408τὴν ἑταιρίαν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοπον-
409νήσου διὰ συμβάσεως, κυρωθείσης διὰ νόμου, καὶ ἐπιβαλ-
410λούσης ὑποχρεώσεις εἰς ἀμφότερα τὰ συμβαλλόμενα μέρη,
411ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὴν νέαν ἀνάδοχον τῆς κατασκευῆς καὶ ἐκ-
412μεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου ἑταιρίαν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς
413τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἡ ἑταιρία παραπονεῖται νῦν, ὅτι
414δὲν παραδίδεται εἰς αὐτὴν τὸ ἔργον πρὸς κατασκευήν. Τὸ
415παράπονον τοῦτο ἐγὼ τοὐλάχιστον εὑρίσκω δίκαιον, δικαιό-
416τατον, ἐνόσῳ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀποδεικνύει τὸ ἐναντίον,
417δὲν ὑποβάλλει τὸ πρωτόκολλον τῆς παραδόσεως ὁλοκλήρου
418τῆς γραμμῆς εἰς αὐτήν, καθ’ ἃ ἤδη ἐπανειλημμένως τὴν
419προεκάλεσα ἐγώ.
420Αὐτὰ εἶναι τὰ γεγονότα, διὰ τὰ ὁποῖα, ἂν ὑπάρχῃ
421εὐθύνη, τὴν εὐθύνην ταύτην πλήρη καὶ ἀκεραίαν φέρει ἡ
422παροῦσα Κυβέρνησις, ἡ καὶ πρὶν ἐν τοῖς πράγμασιν οὖσα,
423ὅτε ὁ σιδηρόδρομος ἐξεδίδετο πρὸς κατασκευὴν καὶ ἐγέ-
424νοντο αἱ γνωσταὶ καταχρήσεις κατ’ αὐτήν. Ἡ Κυβέρνησις
425εὐθύνεται καὶ νῦν, διότι τὴν παροῦσαν ἔκρυθμον κατάστα-
426σιν παρατείνει σχεδὸν ἐπ’ ἄπειρον, διότι τὸ Δημόσιον μέ-
427νει ἄνευ προσόδου τινὸς ἐκ τῶν 30 ἑκατομμυρίων, διὰ τὰ
428ὁποῖα αὐτὸ πληρόνει τόκους εἰς τοὺς συνομολογήσαντας τὸ
429δάνειον τοῦτο, καὶ διότι πλεῖστα ἔργα, στοιχίσαντα μέχρι
430τοῦδε ἑκατομμύρια, μένουσιν ἡμιτελῆ ἐκτεθειμένα, καὶ
431φθείρονται ὁλονέν, καὶ ἡ ζημία αὕτη εἶναι πολὺ μεγαλει-
432τέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ὑποστῆ τὸ Δημόσιον, ἐὰν
433ἤρχετο εἰς συμβιβασμόν τινα πρὸς τοὺς δυστυχεῖς ὑπεργο-
434λάβους καὶ ἐργάτας, τοὺς ἔχοντας λαμβάνειν ἐκ τῆς μέχρι
435τοῦδε κατασκευῆς τῆς γραμμῆς.
436§27Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ προκαταβολαὶ
437αἱ πέραν τοῦ δέοντος, αἵτινες ἐγέννησαν τὰς κατόπιν δυσ-
438χερείας, δὲν ἐγένοντο ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως ἡμῶν, ἐγέ-
439νοντο ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἣν ὑπεστήριζεν ὁ κ. Βουλευ-
440τὴς, ὅστις δὲν ὑποστηρίζει σήμερον τὴν πολιτικὴν, ἣν τότε
441ὑπεστήριζε. Περὶ τὰ τοῦ σιδηροδρόμου φαίνεται ἐπίσης, ὅτι
442μετέβαλε γνώμην, διότι ἤδη κατακρίνει ὅσα τότε ὑπεστή-
443ριζεν· ἤδη θεωρεῖ, ὅτι κακῶς ἐγένοντο αἱ προκαταβολαὶ,
444ἃς τότε ἐγίνωσκε γενομένας, ὑπεστήριζεν ὅμως τοὺς ποιου-
445μένους αὐτάς. Ἡ δυσχέρεια οὐδαμῶς θὰ ὑπῆρχεν, ἐὰν τότε
446ἐλαμβάνετο πρόνοια, καὶ βεβαίως δὲν θὰ ὑπῆρχεν, ἐὰν
447διετέλει ἐν τοῖς πράγμασιν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις εἶχεν ἀνα-
448λάβει ἐξ ὑπαρχῆς τὰ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν.
449Ὁ σιδηρόδρομος Μύλων–Καλαμῶν δὲν ἐστοίχισεν, ὡς εἶπεν
450ὁ κ. Βουλευτὴς, οὐδὲ πρόκειται νὰ στοιχίσῃ, στενὸς σιδη-
451ρόδρομος ὤν, ὅσον στοιχίζει ὁ σιδηρόδρομος Πειραιῶς–Λα-
452ρίσσης. Ὁ σιδηρόδρομος Μύλων–Καλαμῶν ἐκτελεῖται δα-
453πάναις τοῦ Κράτους, ἐὰν δὲ μὴ παρενέπιπτον τὰ ὑπὸ τῆς
454προκατόχου Κυβερνήσεως—οὐχὶ τῆς ἀμέσως προκατόχου—
455γενόμενα, ἤθελε περατωθῆ τὸ ἔργον ὑπὸ ὅρους λίαν ὠφελί-
456μους εἰς τὸ Κράτος. Σήμερον ἐπῆλθον αἱ ζημίαι, περὶ ὧν
457ὁμιλεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς, θέλων νὰ ἐπιῤῥίψῃ εὐθύνην ἐφ’ ἡμᾶς,
458οἵτινες παρελάβομεν τὴν κατάστασιν ταύτην. Καίτοι
459ὅμως ἡμεῖς δὲν ὑπέχομεν εὐθύνας ἐπὶ τῇ γενέσει τῆς κατα-
460στάσεως ταύτης, καταβάλλομεν πᾶσαν φροντίδα, ἵνα θέσω-
461μεν τέρμα εἰς αὐτὴν, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θέλομεν θέσει τέρμα
462ταχέως εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην.
463§28Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω ὁποίας φροντίδας
464ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλει καταβάλει πρὸς πε-
465ράτωσιν τοῦ ἔργου, καὶ τί θέλει ἐνεργήσει κατὰ τῆς νῦν
466ἀναδόχου ἑταιρίας· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐμνήσθη τῆς προκατόχου
467κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, ὡς ὑπεχούσης δῆθεν τὴν εὐ-
468θύνην, ὀφείλω νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι καὶ τότε ἐτύγχα-
469νον Βουλευτὴς, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι μακρὰ ἐγένετο συζή-
470τησις περὶ τῆς ἑταιρίας ἐκείνης· ἄλλα δ’ ὑπεστηρίζοντο
471τότε ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Κατηγορεῖτο ἡ Κυβέρ-
472νησις ἐκείνη, διότι δὲν ἐποιεῖτο δωρεάς, διότι δὲν ἀπεζη-
473μίονε τοὺς δῆθεν ἔχοντας λαμβάνειν. Ἀπῄτησεν ἀπὸ τὴν
474Κυβέρνησιν ἐκείνην νὰ ἀναλάβῃ ὑποχρεώσεις τεσσάρων
475ἑκατομμυρίων, ἵνα πληρώσῃ τοὺς δικαιούχους, ὅπως ἐξα-
476κολουθήσῃ τὸ ἔργον...
477§29Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ οὐδέποτε.
478§30Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ... Κατηγόρουν τὴν Κυβέρνησιν
479ἐκείνην, ὅτι ἐκήρυξεν ἔκπτωτον τὴν Βελγικὴν ἑταιρίαν
480τοῦ ἔργου, ἐνῷ ἡ ἑταιρία εἶχε κηρυχθῆ εἰς πτώχευσιν
481ὑπὸ τῶν ἐχόντων λαμβάνειν. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐξε-
482πλήρωσε καθῆκον, διότι ὤφειλε νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὴν
483ἑταιρίαν, ἥτις ὁμολογουμένως εἶχε παύσει πᾶσαν ἐργασίαν.
484Ὀφείλεται ἔπαινος εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, οὐ μόνον
485διότι ἐκήρυξεν ἔκπτωτον τὴν ἑταιρίαν, ἀλλὰ διότι παρε-
486χώρησε τὴν ἐκμετάλλευσιν εἰς ἄλλην ἑταιρίαν, ἐπ’ ὠφε-
487λείᾳ τοῦ Κράτους ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου. Ἐὰν ἡ
488ἑταιρία ἡ ἀναδεχθεῖσα τὴν ἐκμετάλλευσιν ὑπῆρξεν ἀτυ-
489χὴς, δὲν πταίει ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη. Αἱ συμπτώσεις τοῦ
490ἔργου τούτου ὑπῆρξαν ἀνέκαθεν ἀτυχεῖς, διότι ἡ Κυβέρ-
491νησις ἡ προηγουμένη ἐν τοῖς μέτροις αὐτῆς περὶ κατα-
492σκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου δὲν εἶχε θέσει βάσεις ἑδραίας.
493Ἐπλήρονε, λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἡ Κυβέρνησις προ-
494καταβολὰς ἔργων μὴ τελεσθέντων· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι
495ἀκριβές. Κατηγορεῖτο ἀκριβῶς ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, διότι
496καθυστέρει ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου ἐντάλματα πλη-
497ρωμῆς, τὰ ὁποῖα ἡ ἑταιρία ἀπῄτει τότε, ἀλλ’ ἡ Κυβέρ-
498νησις δὲν ἐθεώρει ὡς τετελεσμένα τὰ ἔργα καὶ κατηγο-
499ρεῖτο, διότι δὲν ἐπλήρονε τὴν ἑταιρίαν, ἵνα ἐξακολου-
500θήσῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς.
501Ἐνόμισα, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὤφειλον νὰ κάμω τὰς
502παρατηρήσεις ταύτας, ὅπως μὴ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
503νήσεως ὑποστηρίζῃ πράγματα μὴ ἀκριβῆ, οἷα ἀπεδείχθη-
504σαν κατὰ τὴν μακρὰν τότε συζήτησιν.
505§31Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ μακρὰ συζή-
506τησις, ἧς ἐμνήσθη ὁ κ. Βουλευτὴς, βεβαίως ἐγένετο, καὶ
507ἀπέδειξε τὰ ἐναντία πάντων, ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής·
508διότι ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν ἔλαβεν ἡ ἑταιρία, ἡ σήμερον
509ἔχουσα τὴν παραχώρησιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως, τὴν παρα-
510χώρησιν ταύτην ἐπὶ ὅροις συμφερωτέροις τῶν προταθέν-
511των ὑπὸ τῶν Μεσημβρινῶν Σιδηροδρόμων, διότι ἐνταῦθα
512ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐξετυλίχθησαν τὰ πάντα, καὶ ἀπεδεί-
513χθη ὅτι ἡ ἑταιρία τῶν Μεσημβρινῶν Σιδηροδρόμων ἦτο
514πρόθυμος νὰ ἀναλάβῃ ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς ὅροις, ἐφ’ οἷς ἀνέλαβε
515καὶ ἡ ἑταιρία, ἡ σήμερον κεκτημένη τὴν ἐκμετάλλευσιν,
516καὶ μάλιστα ἐπὶ ὅροις βελτίοσιν. Οὐδ’ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι
517ἡμεῖς ἐπεκρίναμεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐκήρυξεν ἔκπτω-
518τον τὴν Βελγικὴν ἑταιρίαν· ἡμεῖς ἐπεκρίναμεν τὴν Κυ-
519βέρνησιν, διότι δὲν ἐκήρυξεν ἔκπτωτον τὴν ἑταιρίαν, ὅτε
520ἔπρεπε νὰ κηρύξῃ αὐτὴν ἔκπτωτον, λέγοντες ὅτι, ἐὰν ἐκή-
521ρυττεν αὐτὴν ἐγκαίρως ἔκπτωτον, ἤθελον προληφθῆ πολ-
522λαὶ ζημίαι, ἐπελθοῦσαι ἐκ τῆς βραδύτητος τῆς Κυβερνή-
523σεως περὶ τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν, οὐδὲ ἐποιησάμεθα ποτὲ
524ἡμεῖς τὰς παραστάσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, περὶ ὧν ἐποιή-
525σατο λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀφορώσας εἰς δικαιώματα
526πιστωτῶν τῆς ἑταιρίας, διότι περὶ τῶν δικαιωμάτων
527τῶν πιστωτῶν ἡμεῖς οὐδόλως ὡμιλήσαμεν, θεωροῦντες
528ταῦτα ὡς ἀναγόμενα εἰς τὴν δικαστικὴν ἁρμοδιότητα,
529οὐδ’ ἐθεωρήσαμεν, ὅτι εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς νὰ ἐξετάσῃ
530τὰ περὶ τούτου, οὐδ’ ἐνομίσαμεν, ὅτι ὑπῆρχέ τις ἀφορμὴ,
531ἵνα τὸ ζήτημα μετενεχθῇ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου.
532§32ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σκοπεύω νὰ ἀναμιχθῶ
533εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς εὐθύνης τῶν διαφόρων Κυβερνήσεων,
534καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν. Ἐκεῖνο,
535τὸ ὁποῖον πρὸ πάντων ἐνδιαφέρει τὸ Κράτος καὶ τὴν Πο-
536λιτείαν καὶ τὴν κοινωνίαν, εἶναι, πῶς πρέπει νὰ διεξα-
537χθῶσιν εἰς τὸ μέλλον τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ὑπάρχει
538μία κατάστασις, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη διὰ νόμου τοῦ
539Κράτους, παραχωρήσαντος τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηρο-
540δρόμου εἰς τὴν ἑταιρίαν τοῦ σιδηροδρόμου Πελοποννήσου,
541καὶ ἑπομένως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς καταστάσεως πρέ-
542πει νὰ ἐξετάσωμεν, ποίαν πορείαν ὀφείλομεν νὰ ἀκολου-
543θήσωμεν.
544Ἡ ἑταιρία τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, ἥτις ἀνέ-
545λαβε τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλα-
546μῶν, δὲν ἤρχισεν ἀκόμη τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου τούτου.
547Διατὶ ἡ ἑταιρία αὕτη βραδύνει μέχρι τοῦδε νὰ ἐκπληρώσῃ
548τὰς ὑποχρεώσεις της; Καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, λόγος, ἕνεκα
549τοῦ ὁποίου ἡ ἑταιρία ἀρνεῖται νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώ-
550σεις της, εἶναι, ὅτι ἀπαιτεῖ προηγουμένως παρὰ τῆς Κυβερ-
551νήσεως, δυνάμει τῶν συμφωνηθέντων, νὰ ἐγκαταστήσῃ
552αὐτὴν εἰς τὴν γραμμήν.
553§33Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις εἶναι
554πρόθυμος νὰ πράξῃ πᾶν τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτήν, καὶ
555ἐπανειλημμένως τὸ ἐδήλωσεν εἰς τὴν ἑταιρίαν.
556§34ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἑταιρία εἶναι ὑπόχρεως
557νὰ ἀρχίσῃ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἔργου μετὰ παρέλευσιν
558προθεσμίας τινὸς ἀπὸ τῆς παραδόσεως εἰς αὐτὴν τῶν ἔργων.
559Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν, ἵνα ἐκβιάσῃ τὴν ἑταιρίαν εἰς
560ἔναρξιν τοῦ ἔργου, ὀφείλει νὰ προσκαλέσῃ αὐτὴν πρὸς
561παράδοσιν τῶν ἔργων, καὶ τότε ἡ προθεσμία αὕτη θὰ
562ἀρχίσῃ. Διατὶ ὅμως μέχρι τοῦδε δὲν ἐγένετο τοῦτο; Δὲν
563ἐγένετο τοῦτο, διότι ἐγεννήθη εὔλογος ὑπόνοια, ὅτι καὶ
564μετὰ τοιαύτην παράδοσιν, καὶ μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς προ-
565θεσμίας πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, δὲν θὰ κατορθώσῃ ἡ
566ἑταιρία νὰ ἐργασθῇ πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς γραμμῆς,
567ἕνεκα τῆς ἀντιπράξεως ἐκείνων τῶν κατοίκων, οἱ ὁποῖοι
568ἔχουν λαμβάνειν παρὰ τῆς ἐκπτώτου ἑταιρίας. Ἡ ἀντίῤ-
569ῥησις αὕτη, τὴν ὁποίαν προβάλλει ἡ ἑταιρία, ἡ ἀναλα-
570βοῦσα τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς κατασκευῆς τοῦ ἔργου, εἶναι
571ἀντίῤῥησις, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ ἡ Πολιτεία
572μετὰ δικαιοσύνης καὶ ἐπιεικείας.
573Εἶναι, Κύριοι, ἀληθέστατον, ὅτι οἱ ἔχοντες λαμβάνειν
574παρὰ τῆς ἐκπτώτου ἑταιρίας ἦσαν διατεθειμένοι διὰ τῆς
575βίας νὰ παρακωλύσωσι τοὺς ἐργάτας τῆς νέας ἑταιρίας
576ἀπὸ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου, καὶ ὑπῆρχον φόβοι συγ-
577κρούσεων. Καθ’ ὃν χρόνον μάλιστα ἐπέκειντο αἱ ἐκλογαὶ,
578οἱ φόβοι ἦσαν μεγαλείτεροι, σήμερον ἴσως οἱ φόβοι εἶναι
579μικρότεροι· ἐνδέχεται ἤδη ἡ Πολιτεία νὰ ᾖναι εἰς θέσιν νὰ
580ὑποστηρίξῃ ἀποτελεσματικῶς τὴν ἑταιρίαν εἰς τὴν κατα-
581σκευὴν τοῦ ἔργου, ἀλλὰ δὲν πρέπει ἆρά γε νὰ ληφθῶσιν ὑπ’
582ὄψιν καὶ αἱ ἀξιώσεις αὗται τῶν κατοίκων; Τάχα αὐτοὶ οἱ
583κάτοικοι, οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου
584τούτου, δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωσι παρὰ τῆς
585Πολιτείας ἀνακούφισίν τινα; Ὄχι, λέγει ὁ κ. Πρωθυπουρ-
586γός· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εὑρίσκεται ἐν τῷ δικαίῳ. Βε-
587βαίως νομικὴν ὑποχρέωσιν ἀναγνωρίζω, ὅτι δὲν ἔχει ἡ Πολι-
588τεία· ἀλλ’ οἱ ἄνθρωποι οὗτοι εἰργάσθησαν, καθ’ ὃν χρόνον
589ἡ Κυβέρνησις, πληρόνουσα τὴν ἑταιρίαν, τὴν τότε κατα-
590σκευάζουσαν τὸ ἔργον, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνηθῇ εἰς
591αὐτὴν τὴν πληρωμὴν, καὶ νὰ πληρώσῃ αὐτὴ ἡ ἰδία τοὺς
592ἐργάτας, οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ
593σιδηροδρόμου.
594Τὸ καθῆκον τοῦτο, ὅπερ εἶχεν ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι
595τῶν ἐργαζομένων ἐργολάβων καὶ ἐργατῶν, δὲν τὸ ἐξεπλή-
596ρωσεν· ἐντεῦθεν νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὴν ἡ ἠθικὴ
597ὑποχρέωσις νὰ ἀνεύρῃ τρόπον, μετριάζοντα τὴν ζημίαν,
598τὴν ὁποίαν ὑπέστησαν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, καὶ τοιοῦτον
599θεωρῶ τὸν ἑξῆς. Δύναται νὰ συναθροισθῇ ποσόν τι ἀφ’ ἑνὸς
600μὲν ἐκ συνδρομῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἐξ ἄλλου ἐκ συνδρο-
601μῶν τῆς ἑταιρίας, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὴν ἐξακολούθησιν
602τῆς κατασκευῆς τοῦ ἔργου, καὶ ἐξ ἄλλου ἐκ τῶν λειψάνων
603τῆς πτωχευσάσης Βελγικῆς ἑταιρίας, τὰ ὁποῖα πιθανῶς
604εὑρίσκονται ἐν τῇ πατρίδι αὐτῆς, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ
605ἀπαρτισθῇ ποσὸν χρημάτων, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ᾖναι δυνα-
606τὸν νὰ πληρωθῶσιν ἐν μέρει οἱ δικαιοῦχοι, οἱ ὁποῖοι δὲν
607ἠδυνήθησαν νὰ λάβωσι λεπτὸν, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ
608παύσῃ πᾶν ἐμπόδιον πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου.
609Τοῦτο, νομίζω, εἶναι τὸ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως,
610διότι ἀληθῶς ἡ παράτασις τῆς ἐκκρεμότητος τῶν πραγ-
611μάτων θὰ προκαλέσῃ ζημίας τοῦ Δημοσίου πολὺ μεγα-
612λειτέρας τῆς συνδρομῆς ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ζητῶ ἤδη
613παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ καταβάλῃ πρὸς ἀποζημίω-
614σιν τῶν ἐχόντων λαμβάνειν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι καὶ ἡ
615Κυβέρνησις ἡ παροῦσα, ἀνεξαρτήτως παντὸς προηγουμέ-
616νου, ὑπέχει εὐθύνην διὰ τὴν παράτασιν τῆς ἐκκρεμότητος,
617διὰ τὴν ὁποίαν παραπονούμεθα.
618§35ΡΑΛΛΗΣ. Μία πληροφορία δὲν ἐδόθη ἐκ μέρους τοῦ
619κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἡ ἑταιρία, εἰς ἣν παρε-
620χωρήθη ἡ ἐξακολούθησις τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρό-
621μου, εὑρίσκεται ἐν κατοχῇ τῶν γραμμῶν, καὶ αὐτὴν τὴν
622πληροφορίαν παρακαλῶ νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν Βουλήν.
623§36Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλω προσαγάγει
624πάσας τὰς πληροφορίας.
625§37ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Χθὲς ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλὴν
626ἀναφορὰ καταδίκων τινῶν, κρατουμένων ἐν ταῖς φυλα-
627καῖς Τρικάλων, ἄλλων μὲν διὰ πολιτικὰ χρέη, ἄλλων δὲ
628δι’ ὀλιγοήμερον ποινὴν ἐπὶ πλημμελήματι, οἵτινες παρα-
629πονοῦνται, ὅτι κατακρατοῦνται εἰς τὰς φυλακὰς τῶν βα-
630ρυποίνων καταδίκων, καὶ ζητοῦσι τὴν μεταφοράν των εἰς
631ἄλλας φυλακάς. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιο-
632σύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ νὰ δια-
633τάξῃ νὰ ἐνοικιασθῇ μία οἰκία, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ μένουν
634αὐτοὶ, οἱ δι’ ὀλίγας ἡμέρας καταδικασθέντες καὶ οἱ διὰ
635πολιτικὰ χρέη κρατούμενοι, διότι εἶναι ἄδικον οἱ τοιοῦ-
636τοι κατάδικοι νὰ εὑρίσκωνται μετὰ βαρυποίνων κατα-
637δίκων.
638§38ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἐκ
639Καλαμῶν βουλευτὴς κ. Φλέσσας εἰς μίαν τῶν προγενε-
640στέρων συνεδριάσεων παρεπονέθη κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς
641Δικαιοσύνης ὡς καθυστεροῦντος ἀπάντησιν εἰς τὴν ὁποίαν
642προέβαλε πρὸς αὐτὸν ἐπερώτησιν. Ἐκ τῶν ὀλίγων, τὰ
643ὁποῖα θέλω εἴπει εἰς τὴν Βουλήν, θὰ πεισθῇ καὶ ὁ ἐπε-
644ρωτήσας, ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον, οὕτω παραπονούμενος. Τὸ
645πρῶτον παράπονον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαμῶν ἀνή-
646γετο εἰς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς κατηγορίαν
647κατὰ τοῦ νομάρχου Μεσσηνίας, γενομένην ὑπό τινος Δη-
648μοτικοῦ Συμβουλίου. Τὴν καταγγελίαν ταύτην, ἐδήλωσα
649ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν
650διὰ προβουλεύματος ἀπέῤῥιψεν. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ᾐτή-
651σατο τὴν προσαγωγὴν τῆς δικογραφίας, ἀλλὰ καὶ τότε
652παρετήρησα, ὅτι οὐδεὶς ὑπῆρχε λόγος πρὸς προσαγωγὴν
653τῆς δικογραφίας, νομίζω δὲ, ὅτι καὶ δὲν ὑπάρχει δικογρα-
654φία, διότι τὰ τοιαῦτα προβουλεύματα ἐκδίδονται συνήθως
655ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ, ὅταν ἡ πρᾶξις, ἥτις χαρακτηρίζεται
656ἐν τῇ καταγγελίᾳ, δὲν φέρῃ ἀξιόποινον χαρακτῆρα, ἐπι-
657τρέπεται ὅμως εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε τοιαύτην κα-
658ταγγελίαν, ὅταν αὕτη ἀποῤῥιφθῇ διὰ προβουλεύματος, νὰ
659προβάλῃ νέαν καταγγελίαν. Ὥστε δὲν εἶχε δίκαιον ὁ κ. Βου-
660λευτὴς, παραπονούμενος ὅτι δὲν ἀπήντησα εἰς τὴν ἐπερώ-
661τησιν.
662Τὸ δεύτερον παράπονον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀνήγετο εἰς
663τοῦτο, ὅτι ὁ ὑποθηκοφύλαξ Θουρίας ἐπαύθη διὰ πράξεις,
664ἀναγομένας εἰς χρόνον, καθ’ ὃν δὲν διετέλει οὗτος ἐν ὑπη-
665ρεσίᾳ. Ἐπὶ τῇ προηγουμένῃ ἐπερωτήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ
666προσήγαγον εἰς τὴν Βουλήν τὰς προτάσεις τοῦ Εἰσαγγε-
667λέως τῶν ἐν Καλάμαις Πλημμελειοδικῶν καὶ τοῦ παρ’
668Ἐφέταις Εἰσαγγελέως, διὰ τῶν ὁποίων προετείνετο ἡ
669παῦσις τοῦ ὑποθηκοφύλακος τούτου. Μεταξὺ τῶν σχετικῶν
670ἐγγράφων ὑπῆρχε καὶ μία ἔκθεσις ἐπιθεωρήσεως τοῦ ὑπο-
671θηκοφυλακείου, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφέρονται διάφοροι ἐλ-
672λείψεις, νομίζω δὲ, ὅτι ἐκ τῆς ἐκθέσεως ταύτης λαβὼν
673ἀφορμὴν ὁ κ. Βουλευτὴς, εἶπεν, ὅτι αἱ πράξεις αὗται ἀνά-
674γονται εἰς χρόνον, καθ’ ὃν δὲν διετέλει ὁ εἰρημένος ὑπο-
675θηκοφύλαξ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς
676ὁποίας μοὶ ἔδωκεν ἡ ὑπηρεσία, βλέπω, ὅτι τινὲς τῶν πρά-
677ξεων τούτων ἀνάγονται εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν διετέλει οὗτος
678ὑποθηκοφύλαξ Θουρίας. Ἀλλ’ ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐπαύθη ὁ
679ὑποθηκοφύλαξ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν
680στηρίζεται ἀκριβῶς εἰς τοῦτο, ἀλλ’ εἰς τὴν πρότασιν τοῦ
681Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Καλάμαις Πλημμελειοδικῶν, ὅστις
682προέβαλε τὴν παῦσιν αὐτοῦ λόγῳ ἀνικανότητος, πρὸς τού-
683τοις δὲ ὑπέβαλε καὶ πιστοποιητικὸν τοῦ ὑποθηκοφύλακος,
684ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ ὁποίου πᾶς τις θέλει ἀμέσως ἀνα-
685καλύψει, ὅτι ὁ ὑποθηκοφύλαξ οὗτος δὲν κατεῖχε τὴν ἱκα-
686νότητα, τὴν προσήκουσαν εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ. Ἐπὶ τῇ
687προτάσει λοιπὸν δύο Εἰσαγγελέων, δυνάμει τῶν νόμων,
688προεκάλεσα τὸ διάταγμα τῆς ἀπολύσεως αὐτοῦ, στηρι-
689χθεὶς εἰς τὸν νόμον, καθ’ ὃν δύναται νὰ παυθῇ καὶ εἰρη-
690νοδίκης καὶ ὑποθηκοφύλαξ, ὅταν καταδειχθῇ ἀνίκανος,
691καταδείκνυνται δὲ ἀνίκανοι παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δι-
692καιοσύνης, ὅταν οἱ Εἰσαγγελεῖς τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ
693τῶν Ἐφετῶν προβάλλωσι τὴν τοιαύτην ἀνικανότητα.
694Τὸ τελευταῖον παράπονον τοῦ ἐκ Καλαμῶν κ. Βουλευ-
695τοῦ ἀνήγετο εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ὁ εἰρηνοδίκης Θουρίας δὲν
696διαμένει ἐν τῇ ἕδρᾳ του. Πράγματι περὶ τούτου καὶ ἄλλοτε
697εἶχε δοθῆ ἐν τῇ Βουλῇ ἀφορμή, καὶ ἐγὼ εἶχον παραγγεί-
698λει νὰ ζητήσωσι πληροφορίας καὶ νὰ παραγγείλωσιν, ὅπως
699ὁ εἰρηνοδίκης οὗτος παραμένῃ ἐν τῇ ἕδρᾳ του. Ἡ ἕδρα
700τοῦ ἀπὸ τῶν Καλαμῶν εἶναι εἰς ἀπόστασιν ἐλάσσονα τῆς
701ὥρας, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἀλλ’ ὅτε κατὰ τὴν τελευταίαν
702ταύτην φορὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπανέλαβε τὴν ἐπερώτησίν
703του, καὶ πάλιν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα ὁμοίας ἐποιησάμην
704παρατηρήσεις, ὁ δὲ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Καλάμαις Πλημ-
705μελειοδικῶν μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι ἐπὶ ἡμέρας τινὰς τῆς
706ἑβδομάδος ἤρχετο ὁ εἰρηνοδίκης οὗτος εἰς Καλάμας, διότι
707ἐκεῖ παραμένει ἡ οἰκογένειά του, ἀλλὰ τῷ παρήγγειλα
708οὔτε τοῦτο νὰ πράττῃ, καὶ ἐλπίζω, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς θὰ
709παραμένῃ διαρκῶς ἐν Θουρίᾳ.
710§39ΦΛΕΣΣΑΣ. Παρηγγέλθη ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ προβῇ
711εἰς ἐξέλεγξιν τοῦ ὑποθηκοφυλακείου Θουρίας;
712§40ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιο-
713σύνης, ὅταν εἰς αὐτὸν ὑποβάλληται ἀναφορά, δι’ ἧς καταγ-
714γέλλεται, ὅτι ἀρχή τις ἀνωμάλως ἔχει, ὀφείλει νὰ τὴν
715στείλῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα καὶ νὰ παραγγείλῃ νὰ γείνῃ
716ἐπιθεώρησις· τοῦτ’ αὐτὸ ἐγένετο καὶ διὰ τὸν ὑποθηκοφύλακα
717Θουρίας.
718Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ.
719Βουλευτοῦ ἐκ Καλαμῶν.
720§41ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ μοῦ καταλογίσῃ
721ἀνυπομονησίαν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ὑπουργὸς, ἀναγ-
722καζομένου νὰ ὑπομνήσω καὶ τετάρτην ἤδη φορὰν τὴν χο-
723ρήγησιν πληροφοριῶν ἐπὶ ἐπερωτήσεσι, τὰς ὁποίας ἀπὸ τῆς
72430 Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους ὑπέβαλον. Ὁ κ. Ὑπουρ-
725γὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὴν 1 Φεβρουαρίου μοῦ
726ἐμέμφθη ἐπὶ ἀνυπομονησίᾳ διὰ τὰς ὑπομνήσεις, τὰς ὁποίας
727τῷ ἔκαμα, καὶ ἐδικαιολογήθη, ὅτι, ἐπειδὴ μετέβη εἰς Ζά-
728κυνθον, διὰ τοῦτο δὲν ὑπέβαλεν ἐγκαίρως εἰς τὴν Βουλὴν
729τὰς ζητηθείσας πληροφορίας. Ἀλλὰ τὰς ἐπερωτήσεις τὰς
730ὑπέβαλον εἰς τὰς 30 Δεκεμβρίου, ὡς εἶπον, ἔκαμα δ’ ὑπό-
731μνησιν εἰς τὰς 8, 12 καὶ 17 Ἰανουαρίου, παρόντος τοῦ κ.
732Ὑπουργοῦ· ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἀνεχώρησεν εἰς τὴν Ζάκυν-
733θον κατὰ τὴν 19 Ἰανουαρίου. Ἀλλ’ ἔστω, εἶναι δεδικαιο-
734λογημένη ἡ βραδύτης του αὕτη, ἀλλὰ μετὰ τὴν ὑπόσχε-
735σιν, τὴν ὁποίαν εὐηρεστήθη νὰ δώσῃ κατὰ τὴν 1 Φεβρουα-
736ρίου, νομίζω, ὅτι δὲν δικαιολογεῖται πλέον. Ἐὰν δὲν θέλουν
737οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ μᾶς ἐπιτρέψουν νὰ ἀσκῶμεν τὸ δι-
738καίωμα, τὸ ὁποῖον μᾶς δίδει τὸ 58 ἄρθρον τοῦ Συντάγμα-
739τος, διαφέρει· φρονῶ ὅμως, ὅτι δὲν θὰ τὸ ἀνεχθῇ ἡ Βουλή,
740νὰ ἐρωτῶμεν καὶ νὰ μὴ λαμβάνωμεν ἀπαντήσεις, προκει-
741μένου μάλιστα περὶ σπουδαιοτάτων ἀντικειμένων καὶ ἕνεκα
742τῶν ὁποίων δύναται ν’ ἀποδοθῇ μομφὴ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς,
743ὡς βλάπτοντας τὰ δημόσια συμφέροντα.
744§42ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁμο-
745λογῶ, ὅτι δὲν κατέθεσα πρὶν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας
746ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε, διότι συνεζήτησεν ἐπὶ τῶν ἐπε-
747ρωτήσεων αὐτοῦ, ἀπήντησεν ἐπ’ αὐτῶν, ἔδειξε δὲ, ὅτι με-
748γάλην ὄρεξιν, ἵνα ἔχῃ τὰς πληροφορίας τὰς ἰδικάς μου, δὲν
749εἶχεν· ἐνόμισα ἑπομένως, ὅτι ἤθελε μὲ ἀπαλλάξει τῆς φρον-
750τίδος τοῦ νὰ δώσω ἐξηγήσεις· ἐπειδὴ ὅμως βλέπω, ὅτι
751ἐπιμένει νὰ λάβῃ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὰς ἐπερωτήσεις του,
752προθυμοποιοῦμαι νὰ τὰς χορηγήσω.
753Καὶ πρῶτον ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ πληροφορήσω
754τὴν Βουλήν, «ἂν αἱ ἑταιρίαι τῆς κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλ-
755λεύσεως τῶν σιδηροδρόμων Μεσολογγίου–Ἀγρινίου καὶ
756Μύλων–Καλαμῶν συνεμορφώθησαν ἡ μὲν μὲ τὸ ἄρθρον 58,
757ἡ δὲ μὲ τὸ ἄρθρον 75 τῆς σχετικῆς συγγραφῆς, καθ’ ὃ
758ὀφείλουσι νὰ καταθέτωσι κατ’ ἔτος παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τρα-
759πέζῃ φράγκα 50 δι’ ἕκαστον χιλιόμετρον μήκους, πρὸς πλη-
760ρωμὴν τῶν ἐξόδων ἐπιτηρήσεως τῆς χρήσεως τῶν σιδηρο-
761δρόμων τούτων, ἅπερ ἔξοδα προκαταβάλλει τὸ Δημόσιον,
762καὶ ἂν μὲν κατεβλήθησαν τὰ χρήματα, ἂν ἐλήφθη φροντὶς
763νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἂν δὲ δὲν κατεβλή-
764θησαν, τί ἐνήργησε τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ τῆς παραλείψεως
765ταύτης».
766Ἀπάντησις (ἀναγινώσκει): «Ἥ τε ἑταιρία τῆς
767κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–
768Καλαμῶν, ὡς καὶ ἡ τοῦ Μεσολογγίου–Ἀγρινίου, κατέ-
769θεσαν πρὸ καιροῦ εἰς τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον τὰ μέχρι τέλους
770Δεκεμβρίου 1892 ὀφειλόμενα ὑπ’ αὐτῶν, κατὰ τὸ ἄρθρον
77175 τῆς συγγραφῆς διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ ἐλέγχου».
772Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη ἀπάντησις.
773Δεύτερον (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται νὰ προσα-
774γάγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ προσήκοντα ἔγ-
775γραφα, παραστατικὰ τῶν λόγων, δι’ οὓς δὲν ἐξετελέσθη μέχρι
776τοῦδε ἡ ὑποχρέωσις, ἣν ἀνέλαβεν ἡ ἑταιρία τῶν σιδηρο-
777δρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου περὶ κατασκευῆς
778σήραγγος κατὰ τὰς Σκειρωνίδας Πέτρας καὶ περὶ βελ-
779τιώσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν ὑλικῶν αὐτῆς κλπ.»
780Ἀπάντησις (ἀναγινώσκει): «Τὸ Ὑπουργεῖον
781διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 21246 διαταγῆς τῆς 25 Φεβρουαρίου
7821891 ἐνέκρινε τὴν αὔξησιν τῆς διατιμήσεως τῶν εἰσιτη-
783ρίων ὑπὸ τὸν ὅρον: αʹ) νὰ μεταῤῥυθμισθῇ ἡ γραμμὴ παρὰ
784τὴν Κακὴν Σκάλαν· βʹ) νὰ προβῇ ἡ ἑταιρία εἰς τὴν συμ-
785πλήρωσιν τοῦ ὑλικοῦ καὶ εἰς τὴν ταχεῖαν αὔξησιν τοῦ ἀριθ-
786μοῦ τῶν ἀτμομηχανῶν». Καὶ πράγματι προέβη εἰς τὴν
787συμπλήρωσιν τοῦ ὑλικοῦ ἡ ἑταιρία, διότι ἐπρομηθεύθη
788ἀπὸ τοῦ Μαρτίου 1891 μέχρι τοῦδε 34 ἁμάξας ἐπιβατῶν
789καὶ 62 φορτηγοὺς, ἔχει δὲ παραγγείλει καὶ 6 μεγάλας
790ἀρθρωτὰς ἁμάξας ἐπιβατῶν. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις
791ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ἑταιρία κατέβαλεν ἀρκετὰ σπου-
792δαῖον ποσὸν πρὸς προμήθειαν αὐτοῦ τοῦ ὑλικοῦ καὶ προ-
793έβη εἰς παραγγελίαν καὶ ἑτέρου ὑλικοῦ, ἐνόμισεν, ὅτι δὲν
794πρέπει νὰ βιάσῃ τὴν ἑταιρίαν, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἐκ-
795πλήρωσιν τοῦ δευτέρου ὅρου, καὶ ἑπομένως μέχρι τοῦδε
796δὲν κατωρθώθη τοῦτο. Ἐλπίζομεν ὅμως, ὅτι ἡ ἑταιρία,
797ἡ ὁποία συνεμορφώθη πρὸς τὸν πρῶτον ὅρον καὶ ἐξετέλεσε
798τὰς ὑποχρεώσεις της ὡς πρὸς τὸν πρῶτον ὅρον, θὰ μερι-
799μνήσῃ ὡς τάχιον, ἵνα ἐκτελέσῃ καὶ τὸν δεύτερον ὅρον.
800Τρίτον ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ πληροφορήσω τὴν
801Βουλήν, «διατὶ κυκλοφορεῖ μεταξὺ Μύλων καὶ Τριπόλεως
802μία ἁμαξοστοιχία καὶ οὐχὶ δύο, ὡς διαλαμβάνει τὸ ἄρ-
803θρον 20 τῆς περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σι-
804δηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν συμβάσεως».
805Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι κατὰ τὴν σύμβασιν ὀφείλει ἡ ἑται-
806ρία νὰ κυκλοφορῇ καθ’ ἑκάστην διεύθυνσιν δύο ἁμαξοστοι-
807χίας μεταξὺ Μύλων καὶ Τριπόλεως· ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον,
808ἔχον ὑπ’ ὄψιν τὴν κατὰ τὸ 1891 ἀνεπάρκειαν καὶ κακὴν
809κατάστασιν τῶν μηχανῶν καὶ τοῦ ὑλικοῦ, ἐπέτρεψε τὴν
810διὰ μιᾶς μόνον ἁμαξοστοιχίας κυκλοφορίαν. Τώρα, ὅτε
811ἐβελτιώθη κατά τι τὸ ὑλικὸν τῆς ἑταιρίας, ἐδόθη ἡ δια-
812ταγὴ, ἵνα τεθῇ καὶ ἡ δευτέρα ἁμαξοστοιχία εἰς κυ-
813κλοφορίαν.
814Τέταρτον. Ἐζητήθη ἡ προσαγωγὴ ἐγγράφων ἀφορών-
815των «εἰς τὴν καταστολὴν καταχρήσεων τῆς ἑταιρίας
816Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου περὶ τὴν εἴσπραξιν κο-
817μίστρων». Διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 21708 ἐγγράφου τοῦ Ὑπουρ-
818γείου προσεκλήθη ἡ ἑταιρία τὴν 23 Νοεμβρίου π. ἔτους,
819ἤτοι πολὺ πρὶν ἢ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὑποβάλῃ τὴν ἐπε-
820ρώτησίν του, ἵνα ἀποδώσῃ τὰ καθ’ ὑπέρβασιν εἰσπραχθέντα.
821Αὐταὶ εἶναι αἱ ἀπαντήσεις ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων, τὰς
822ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπέβαλε. Καταθέτω τὸ σημείωμα,
823ἐν ᾧ ἐκτίθενται αἱ εἰς τὰς ἐρωτήσεις του ἀπαντήσεις.
824§43ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
825Ἐσωτερικῶν θὰ ποιήσηται εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου,
826ὅπερ εἶναι πρῶτον ἀναγεγραμμένον σήμερον ἐν τῇ ἡμερη-
827σίᾳ διατάξει, τόσον ὡς πρὸς τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας
828εἰσάγει, ὅσον καὶ ὡς πρὸς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἀπαι-
829τεῖ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη
830νὰ δοθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν αἱ πληροφορίαι αἱ σχετιζόμεναι
831μὲ τὸ ποσὸν ἐξ εἰσφορῶν τῶν δήμων, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ
832Κυβέρνησις ἀναγράφει ἔσοδον 1,700,000 δραχμῶν, καὶ τί
833ποσὸν ἀναλογεῖ εἰς ἕκαστον δῆμον.
834§44Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Διενεμήθη πίναξ.
835§45ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Συνε-
836τάχθη πίναξ ἀκριβέστατος, ὁ ὁποῖος διενεμήθη εἰς τὴν
837Βουλήν.
838§46ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸ Προεδρεῖον νὰ
839στείλῃ καὶ εἰς ἐμέ.
840§47ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ διατάξητε τὴν ἐκ νέου διανομὴν, κ.
841Πρόεδρε.
842§48ΘΕΟΤΟΚΗΣ (ἀναγινώσκει τὸν πίνακα). Ὁ πίναξ
843αὐτὸς εἶναι ἀκριβέστατος.
844§49ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠμφισβήτησα, μήτε τὴν ἀκρί-
845βειαν μήτε τὴν ἀνακρίβειαν τοῦ πίνακος. Ἐκεῖνο, τὸ
846ὁποῖον βεβαιῶ, εἶναι, ὅτι ἐγώ, ὅπως καὶ ἄλλοι Βουλευταί,
847δὲν ἔλαβον.
848Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δημο-
849σίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα
850τῶν σήμερον ἐν λειτουργίᾳ ἑδρῶν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ
851τὸ ὄνομα ἑκάστου καθηγητοῦ τοῦ διδάσκοντος ἐν ἑκάστῃ
852ἕδρᾳ.
853Καὶ μίαν ἄλλην παράκλησιν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν
854καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀπευθύνω. Ἐν τῷ τεύχει
855τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐνῷ ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις πραγ-
856ματεύεται περὶ ἐσόδων καὶ περιέχει πίνακας ἐσόδων, οὐ-
857δένα δὲ πίνακα ἐξόδων, ἀναφέρεται ἐν τῷ τέλει, ἐν σελίδι
85831, ὅτι ἀποσπῶνται ἐκ τῶν πινάκων τούτων ἔξοδα, οὐχὶ
859ἔσοδα, ἀνερχόμενα εἰς 4,000,000 περίπου. Ἡ ἀπόσπα-
860σις δὲ αὕτη τῶν ἐξόδων καταλήγει εἰς συμπέρασμα οἰκονο-
861μιῶν 19,900,000 περίπου δραχμῶν. Ἐλλείπουσι βεβαίως
862οἱ πίνακες τῶν ἐξόδων, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξάγεται τὸ συμ-
863πέρασμα αὐτό. Ἂν θέλητε νὰ ἀναγνώσητε τὴν σελίδα 31
864τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, μετὰ τὸν πίνακα τὸν ὑπάρ-
865χοντα ἐν αὐτῇ, τὸν ἀναφερόμενον εἰς τὰ ἔξοδα, θὰ εὕ-
866ρητε, ὅτι ἀποτόμως ἀναφέρονται ἐν τῇ σελίδι ταύτῃ, ἐκ
867τῶν πινάκων τούτων ἀποσπωμένων ἐκείνων τῶν αὐξήσεων.
868Εἶναι ἔναρξις παραγράφου. Οἱ πίνακες οὗτοι, τοὺς ὁποίους
869ἡ παράγραφος αὕτη ἀναφέρει, εἶναι πίνακες ἐσόδων, δὲν
870ἀποσπῶνται δὲ ἔσοδα, ἀλλὰ ἔξοδα. Πρόκειται περὶ δημο-
871σίου χρέους κτλ. Ἑπομένως μεταξὺ τῆς παραγράφου ταύ-
872της καὶ τοῦ πίνακος τῶν ἐσόδων ὑπάρχει ἓν κενόν. Βε-
873βαίως δὲν πρόκειται περὶ ἐλαττώματός τινος, ἀλλὰ περὶ
874ἐλλείψεως.
875§50Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν σελίδι 31 δὲν βλέπω τι περὶ
876πινάκων. Παρακαλῶ νὰ ὁρίσητε ποῦ εὑρίσκεται.
877§51ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα.
878§52ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
879§53ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔχει
880πληρέστατα δίκαιον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς,
881προβάλλων τὴν ἀπορίαν, ὅτι τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσσης δια-
882τελεῖ ἐν ἀδρανείᾳ, διότι ὄντως, ὅτε ἀνέλαβον τὴν διεύθυν-
883σιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἐζήτασα τὴν στατι-
884στικὴν τῶν διαφόρων Ἐφετείων, καὶ εἶδον ὅτι τὸ Ἐφετεῖον
885Λαρίσσης εὑρίσκεται ἐν πληρεστάτῃ ἀδρανείᾳ. Πληροφο-
886ρηθεὶς, ὅτι τοῦτο προήρχετο ἀπὸ τὸν Πρόεδρον, μετεκαλε-
887σάμην αὐτὸν καὶ ἀπηύθυνα εἰς αὐτὸν πικρὰς παρατηρή-
888σεις περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν διετέλει τὸ Ἐφετεῖον
889Λαρίσσης. Πλὴν δὲ τῆς πληροφορίας, τὴν ὁποίαν εἶχον
890ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, εἶχον καὶ ἐπιστολὴν ἀπὸ ἀξιότιμον δι-
891κηγόρον Λαρίσσης, βεβαιοῦντά με, ὅτι ὀφείλεται ἡ κατά-
892στασις αὕτη εἰς τὴν ἀδράνειαν τοῦ Προέδρου.
893§54ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τίς εἶναι ὁ Πρόεδρος;
894§55ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Παμπούκης.
895Ὁ Πρόεδρος δὲν ἠρνήθη τὴν κατάστασιν ταύτην· εἶπε
896δὲ εἰς ἐμὲ, ὅτι τῷ ὄντι καὶ κατὰ τὸ 1891 καὶ κατὰ τὸ
8971892 κἀμμία ὑπόθεσις δὲν ἠδύνατο νὰ συζητηθῇ, διότι
898πάντες οἱ ἐφέται, οἱ παρ’ αὐτῷ διατελοῦντες, ἐκρίνοντο
899ὑπ’ αὐτοῦ ὡς ἀνίκανοι νὰ διασκεφθῶσιν ἐπὶ ὑποθέσεων πο-
900λιτικῶν· ἰσχυρίσατο δὲ, ὅτι δὲν ἠδύνατο αὐτὸς νὰ ἀνα-
901λάβῃ τὴν εὐθύνην, ἵνα διασκεφθῇ μετὰ δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι
902δὲν ὑπεῖχον κἀμμίαν εὐθύνην ἐπὶ ταῖς ἀποφάσεσι ταῖς ἐκ-
903δοθησομέναις, τὴν εὐθύνην δὲ μόνος αὐτὸς δὲν ἤθελε νὰ
904ἀναλάβῃ. Παρετήρησα εἰς αὐτὸν, ὅτι ὤφειλε τὴν κατά-
905στασιν ταύτην νὰ γνωρίσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ νὰ
906ζητήσῃ τὴν διόρθωσιν. Μοὶ εἶπεν, ὅτι τῷ ὄντι εἰς τοὺς δύο
907προκατόχους μου ἐπανειλημμένως εἶχεν ὑποβάλει τοιαύτας
908προτάσεις, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἔλαβεν ἀπάντησιν, τοὐναντίον δὲ,
909ὁσάκις μετετέθη ἐκ Λαρίσσης ἐφέτης τις ἐκ τῶν ἀνικάνων,
910ἀντικαθίστατο ὑπὸ ἄλλου ἔτι ἀνικανωτέρου. Ὅπως ἦτο
911ἑπόμενον, ἐμερίμνησα νὰ ἀντικαταστήσω δύο ἐκ τῶν ἐφε-
912τῶν ἐκείνων δι’ ἑτέρων, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῆς δικαστικῆς των
913ὑπηρεσίας παρεῖχον ἐχέγγυα καὶ δικαστικῆς ἱκανότητος
914καὶ ἐπιμελείας, καὶ οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν περὶ τὰ τέλη
915Σεπτεμβρίου νὰ ἀφιχθῶσιν εἰς Λάρισσαν καὶ νὰ ἐργασθῶ-
916σιν· ἀλλὰ πάλιν παρετήρησα, ὅτι ἐξακολουθεῖ ἡ αὐτὴ
917κατάστασις, καὶ ἠναγκάσθην νὰ ἀπευθύνω ἐπιστολὴν εἰς
918τὸν Πρόεδρον, —ἡμιεπίσημον βεβαίως, —διὰ τῆς ὁποίας καὶ
919πάλιν ἐζήτουν παρ’ αὐτοῦ λόγον, διατὶ ἀδρανεῖ· οὗτος
920τότε μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι τῷ ὄντι οἱ δύο δικασταὶ, οἱ μετα-
921τεθέντες ἐκεῖ, εἶναι ἱκανοὶ, ἀλλ’ εὑρίσκει, ὅτι ἔπρεπε καὶ
922τρίτος νὰ ὑπάρχῃ ἀκόμη. Τότε ἠναγκάσθην πλέον μετ’
923ἀγανακτήσεως νὰ εἴπω εἰς αὐτὸν, ὅτι ὅλα αὐτὰ ὀφείλονται
924εἰς τὴν φυγοπονίαν αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, καὶ παρήγγειλα διὰ
925τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ἂν τῷ ὄντι ὁ Πρόεδρος δὲν
926θέλῃ νὰ ἐργασθῇ, νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς ἄλλους ἐφέτας νὰ ἐρ-
927γασθῶσι. Καὶ τῷ ὄντι, κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν ἐπὶ
928πολιτικῶν ὑποθέσεων συνεζητήθησαν ὅλαι αἱ ὑποθέσεις ὑπὸ
929τὴν προεδρίαν ἑνὸς τῶν δύο ἐφετῶν, τοὺς ὁποίους ἀρτίως
930μετέθεσα εἰς Λάρισσαν. Ὁ Πρόεδρος καὶ κατὰ τὴν τετάρ-
931την τριμηνίαν, ἀφ’ ἧς διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δι-
932καιοσύνης, δὲν μετέσχε τῶν ἐργασιῶν τοῦ Ἐφετείου. Ἐζή-
933τησα τὴν ἀπολογίαν αὐτοῦ, καὶ προτίθεμαι κατ’ αὐτοῦ νὰ
934ζητήσω παρὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου τὴν πειθαρχικὴν τιμω-
935ρίαν, διότι, ὡς γινώσκετε, ὁ Ὑπουργὸς οὐδεμίαν ἄλλην ἔχει
936ἐξουσίαν, εἰμὴ νὰ αἰτῆται παρὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου τὴν
937ἐφαρμογὴν πειθαρχικῶν ποινῶν ἢ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι τοὐ-
938λάχιστον δύνανται νὰ ἐπαγάγωσι τὴν θεραπείαν τοῦ
939κακοῦ.
940Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ Ἐφετεῖον Κερκύρας, ὁμολογῶ,
941ὅτι οὐδὲν μοὶ ὑπεβλήθη παράπονον ὑπό τινος δικηγόρου,
942καθόσον πρὸ πάντων παρὰ τῶν δικηγόρων μανθάνει τις τὴν
943κατάστασιν τῶν δικαστηρίων, διότι συνήθως οἱ δικηγόροι
944ἔχουσι συμφέρον νὰ παρακολουθῶσι τὰς ἐργασίας τῶν Ἐφε-
945τείων. Γινώσκω ὅμως, ὅτι καὶ ἐκεῖ ὑπῆρχέ τις ἀδράνεια·
946ἐπωφελήθην δὲ τῆς εὐκαιρίας, τὴν ὁποίαν μοὶ παρέσχε τὸ
947Ἐφετεῖον Λαρίσσης, νὰ συστήσω εἰς ὅσους εἶδον ἐκ τῶν
948ἐκεῖ ἐφετῶν νὰ ἐργασθῶσι περισσότερον καὶ νὰ κατα-
949στήσωσι τὸ Ἐφετεῖον μᾶλλον ἐνήμερον· καθ’ ἃς δ’ ἔχω πλη-
950ροφορίας, δὲν εἶναι τὸ Ἐφετεῖον Κερκύρας ἐν καθυστε-
951ρήσει.
952Πιστεύω ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ, οἱ ἀσχολούμενοι
953εἰς τὰ δικαστικὰ, γινώσκουσιν, ὅτι κατὰ τὰ κείμενα ὁ
954Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν δύναται νὰ ἐνεργήσῃ κατὰ
955τῶν δικαστῶν, τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν ἰσοβιότητα, ἄλλο
956τι ἢ νὰ φροντίσῃ ὥστε νὰ ζητηθῇ ὑπὸ τῶν προϊσταμένων
957δικαστηρίων ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νομίμων πειθαρχικῶν ποινῶν.
958Βεβαίως κατ’ ἐκείνων τῶν ἐφετῶν, οἱ ὁποῖοι καθυστέρη-
959σαν εἰς τὴν ἐργασίαν των καὶ ἤθελον ἐν τῷ μέλλοντι καθυ-
960στερήσει, θέλω ἐνεργήσει ὅ,τι ἐκ τοῦ νόμου ἐπιτρέπεται εἰς
961ἐμέ. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι καὶ τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσσης μετ’ οὐ
962πολὺ θέλει εὑρεθῆ εἰς ἐνήμερον κατάστασιν.
963§56ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε μισθὸν
964εἰς τὸν μὴ ἐκπληρώσαντα τὸ καθῆκόν του;
965§57ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ θέμα τῆς ἀρνήσεως μισθοῦ εἰς
966δικαστὴν, λόγῳ ὅτι δὲν εἰργάσθη, δεῖται μείζονος μελέτης.
967Πλὴν δὲ τούτου, ὡς γινώσκετε, προκειμένου περὶ δικαστῶν
968καὶ μάλιστα προέδρων δικαστηρίων, δὲν δύνασθε νὰ ἐκτι-
969μήσητε τὴν ἐργασίαν των ἐπὶ τῷ μέτρῳ τοῦ ποσοῦ τῆς
970ἐργασίας· ἐπὶ παραδείγματι, εἰς διάστημα ἑνὸς μηνὸς ἂν
971ἔλαβε μέρος ὁ Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν πρὸς ἔκδοσιν βου-
972λεύματος, ἰδοὺ μία ἀπόδειξις, ὅτι εἰργάσθη. Δὲν δύνασθε
973λοιπὸν προχείρως νὰ καθιερώσητε ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου
974ὡρισμένους κανόνας, διότι ἐνδέχεται νὰ ὑποβάλητε τὸ
975Δημόσιον εἰς δίκας καὶ ἀποζημιώσεις.
976§58ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος, Κύριοι,
977εἶναι ἴσως ἡ ὑπερτάτη ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα
978πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ὀρθῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης νὰ
979ἐπιζητήσωμεν, ἀλλὰ ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος, ἵνα ἐπι-
980τύχῃ, ἀπαιτεῖ δύο προαπαιτούμενα ἀπαραίτητα, τὴν κα-
981λὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων καὶ τὸν διαρκῆ ἔλεγχον τῶν
982ὑπευθύνων ἐξουσιῶν ἐπὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ὅταν
983τὰ δύο ταῦτα δὲν ὑπάρχωσιν, ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος
984εἶναι ὁ χείριστος τῶν θεσμῶν, διότι ὑπὸ τὸν θεσμὸν τῆς
985ἰσοβιότητος ἡ ἀμέλεια καὶ ἡ ἀμάθεια δύνανται νὰ εὕρω-
986σιν ἄσυλον, ἂν δὲν ὑπάρχῃ διαρκὴς ὁ ἔλεγχος, τὸν ὁποῖον
987οἱ κείμενοι νόμοι ἐπιβάλλουσι. Καὶ ἐν τῇ παρελθούσῃ
988συνόδῳ ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου
989τούτου καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιο-
990σύνης, τοῦ ὁποίου ἀναγνωρίζω καὶ τὴν προθυμίαν καὶ τὴν
991δραστηριότητα περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του
992καὶ τῶν δικαιωμάτων του, νὰ μὴ ἀρκεσθῇ εἰς νουθεσίας,
993νὰ μὴ ἀρκεσθῇ εἰς παρακλήσεις, ἀλλὰ νὰ ἐνεργήσῃ
994ὅ,τι τῷ ἐπιβάλλεται ἐκ τοῦ νόμου· ἔχει καὶ ὁ ἴδιος πει-
995θαρχικὴν ἐξουσίαν, καὶ δύναται νὰ ἐξασκήσῃ πειθαρ-
996χικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν δικαστικῶν ἐκείνων ὑπαλλήλων,
997οἵτινες ἀμελῶς καὶ ὀκνηρῶς ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν
998των, ὡς ὁ ἴδιος πρὸ μικροῦ ἐβεβαίωσεν. Ἂν δὲν ἐξασκηθῇ
999αὐτὴ ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία, δὲν θὰ ἔχωμεν ποτὲ ἐνή-
1000μερον τὴν δικαιοσύνην, δὲν θὰ ἔχωμεν, ἐπαναλαμβάνω,
1001Κύριοι, ποτὲ δικαιοσύνην εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ δὲν ἔχο-
1002μεν δικαιοσύνην. Ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἂς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του
1003τοὺς πίνακας αὐτούς, τοὺς ἄρτι δημοσιευθέντας· ὅταν βλέ-
1004πητε πόση εἰς αὐτοὺς ποινικὴ ἐργασία εἶναι ἐκκρεμὴς ἐνώ-
1005πιον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων, ὅταν βλέπητε πόση ἐργα-
1006σία εἶναι ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων, θὰ
1007πεισθῆτε, ὅτι δὲν ἔχομεν δικαιοσύνην ἐν Ἑλλάδι. Καὶ πῶς
1008νὰ ἔχωμεν, Κύριοι, δικαιοσύνην ἐν Ἑλλάδι, ὅταν ἐνώπιον
1009τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου ὑπάρχωσιν ἐκκρεμεῖς 2,000
1010ὑποθέσεις; Καὶ βεβαίως, ἀφοῦ ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν ἐκδίδει
1011περισσοτέρας τῶν 100 ἀποφάσεων κατ’ ἔτος! Χρειάζεται
1012λοιπὸν δέκα τοὐλάχιστον ἔτη διὰ νὰ ἐξαντλήσῃ τὸ ἀνώ-
1013τατον δικαστήριον τὰς ὑποθέσεις τὰς ἐκκρεμεῖς ἐνώπιόν
1014του, καὶ ἂν κάμητε σήμερον μίαν ἀναίρεσιν, πρέπει νὰ
1015ἔχητε τὴν ὑπομονὴν 20 ἔτη διὰ νὰ δικασθῇ ἡ ἀναίρεσίς
1016σας. Καὶ ὅμως οἱ Ἀρεοπαγῖται ἐργάζονται, ἀλλὰ δὲν δύ-
1017νανται νὰ ἐκδίδωσι πλέον τῶν 100 ἢ 150 ἀποφάσεων
1018κατ’ ἔτος.
1019Λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας τὰ Ἐφετεῖα. Τὸ Ἐφετεῖον Κερ-
1020κύρας, τὸ ὁποῖον ἔχει ἓξ ἐφέτας, δὲν ἐξέδωκεν ἐπὶ μίαν
1021τριμηνίαν ὁλόκληρον, παρὰ μίαν μόνον ἀπόφασιν. Ἠκού-
1022σατε, ὅτι τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσσης, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ 5
1023ἐφέτας, δὲν ἐξέδωκε κἀμμίαν ἀπόφασιν ἐπὶ μίαν τριμηνίαν!
1024§59ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ τὸ τῶν Πατρῶν.
1025§60ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Λαλῶ ἐν ἀγανακτήσει πρὸ τοιαύ-
1026της καταστάσεως, διότι λαλῶ ἐν πεποιθήσει, καθόσον ἀκούω
1027τὰς φωνὰς τῶν διαδίκων, καὶ βλέπω, ὅτι ἡ κατάστασις
1028αὕτη τῆς δικαιοσύνης ἔχει σπουδαιοτάτην ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς
1029δημοσίας τάξεως καὶ τῆς δημοσίας πίστεως. Δὲν δυνάμεθα
1030νὰ ἔχωμεν δημοσίαν τάξιν, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν δη-
1031μοσίαν πίστιν, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἰδιωτικὴν πίστιν,
1032ὅταν ἦναι τοιαύτη ἡ κατάστασις τῶν δικαστηρίων, ἡ
1033κατάστασις δὲ τῶν δικαστηρίων προκύπτει τοιαύτη, διότι
1034δὲν ἐγένετο πάντοτε καλὴ ἡ ἐκλογὴ τῶν προσώπων, τὰ
1035ὁποῖα ἐξησφαλίσθησαν διὰ τῆς ἰσοβιότητος, καὶ εἰσήχθη-
1036σαν εἰς τὴν ἰσοβιότητα καὶ πρόσωπα μὴ ἔχοντα τὰ
1037ἀπαιτούμενα προσόντα δι’ αὐτὴν, καὶ διότι ἀκολού-
1038θως ἀπὸ τοὺς κατὰ καιρὸν Ὑπουργοὺς δὲν ἐξησκήθη ὁ
1039ἔλεγχος ὁ πρέπων· οἱ πλεῖστοι τῶν δικαστῶν εἶναι φιλό-
1040τιμοι, ἐργατικοί, συνειδότες τὸ καθῆκόν των, ἀλλ’ ἡ ἐρ-
1041γασία των δὲν φαίνεται, διότι εἶναι ἄλλοι συνάδελφοι αὐ-
1042τῶν, οἵτινες δὲν ἐργάζονται. Οἱ πρῶτοι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην
1043τῆς ἰσοβιότητος διὰ νὰ ἐξασφαλισθοῦν, τοὺς δευτέρους ἀσφα-
1044λίζει αὕτη· διότι ἔχομεν, Κύριοι, τὴν ἰσοβιότητα ἐπὶ δε-
1045κάδας ἤδη ἐτῶν, ἀλλ’ ἠκούσατε κἀνένα δικαστὴν νὰ ἀπο-
1046χωρήσῃ ἕνεκεν ἀνικανότητος; Καὶ ὅμως ἔχετε δικαστὰς,
1047ὡς εἶπον, ἀργοὺς,—δὲν θέλω νὰ κάμω χρῆσιν ὀνομάτων,—οἱ
1048ὁποῖοι, Κύριοι, ἐπὶ ἔτη δὲν ἐξέδωκαν κἀμμίαν, ἐπαναλαμ-
1049βάνω, πολιτικὴν ἀπόφασιν, καὶ ὅμως πληρόνονται.
1050§61ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ προβιβάζονται.
1051§62ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἴσως καὶ προβιβάζονται. Μόνον οἱ
1052κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης θέλουσι νὰ ἐπι-
1053δείξωσιν ἄγνοιαν καὶ ἁβροφροσύνην πρὸς τὴν κατάστασιν
1054ταύτην τῶν δικαστηρίων.
1055§63ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐνεργοῦνται τὰ πρέποντα.
1056§64ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καὶ τέλος πάντων δὲν ἐνηργήθη
1057τίποτε, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ὑποθέσω ποτὲ, ὡς ἀληθὲς
1058τὸ λεχθὲν, ὅτι εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον εἰσήχθησαν δικα-
1059σταὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξέδωκαν ἐπὶ ἔτος ἀπόφασιν, καὶ ὅμως
1060ὁ Ἄρειος Πάγος ἀρνεῖται τὸ καθῆκόν του. Διὰ τοῦτο
1061παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν,—καὶ ἔχω πλήρη πεποίθησιν
1062εἰς τὰς ἀγαθάς του διαθέσεις,—νὰ ἐνεργήσῃ τὸ καθῆ-
1063κόν του. Πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἔχει καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος,
1064δυνάμει τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ, καὶ πρέπει νὰ ἐξασκήσῃ
1065τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν τῷ δίδει ὁ νόμος, εἰσάγων τοὺς
1066ἀμελεῖς ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ἂν ὁ Ἄρειος Πά-
1067γος δὲν ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, τότε μόνον θὰ ἦναι
1068δικαιολογημένος ὁ Ὑπουργὸς, καὶ θὰ σκεφθῶμεν νὰ ἀναθέ-
1069σωμεν τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν περὶ τῶν ἰσοβίων δικαστῶν εἰς
1070ἄλλο σῶμα ἢ εἰς ἄλλην τινὰ ἐπιτροπὴν, ἂν δὲν θέλῃ νὰ
1071ἐνεργήσῃ ὁ Ἄρειος Πάγος. Ἐν τούτοις πρέπει νὰ βεβαιωθῇ
1072καὶ νὰ μάθωμεν, ὅτι εἰσήχθησαν δικασταὶ ἐνώπιον τοῦ
1073Ἀρείου Πάγου ἐπὶ ἀμελείᾳ, ἐπὶ μὴ ἐκπληρώσει τῶν καθη-
1074κόντων των, καὶ ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν ἐνήργησε, καὶ
1075τότε μόνον δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν τί τὸ ποιητέον.
1076Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω, αὐτὰ εἶπον καὶ εἰς τὴν ἄλλην
1077σύνοδον καὶ ἐπαναλαμβάνω ἤδη, παρακαλῶν τὸν Ὑπουργὸν
1078νὰ ἐνεργήσῃ τὸ ἐφ’ ἑαυτόν. Ἄλλως, εἶναι δυνατὸν νὰ
1079ληφθῶσι καὶ ἄλλα τινὰ μέτρα· διότι δὲν ἐννοῶ, διατὶ νὰ
1080ὑπάρχῃ τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσσης ἐν τοιαύτῃ καταστάσει,
1081εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι ἐκκρεμεῖς 150 ὑποθέσεις, καὶ ἐν τούτοις
1082διὰ τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσσης, Κύριοι, δαπανᾷ τὸ Κράτος δε-
1083κάδας χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος, ἐνῷ ἐκεῖνοι οἱ ἐφέ-
1084ται ἠδύναντο νὰ προστεθῶσιν εἰς τὰ ἄλλα Ἐφετεῖα, τὰ
1085ὁποῖα ἔχουσιν ἐκκρεμῆ ἐργασίαν πολὺ μεγάλην καὶ νὰ
1086ἐργασθῶσιν ἐκεῖ. Τὸ αὐτὸ λέγω καὶ διά τινα Πρωτο-
1087δικεῖα. Θὰ ἴδητε εἰς τὸν πίνακα αὐτὸν, ὅτι ὑπάρχουσι
1088Πρωτοδικεῖα, τὰ ὁποῖα, Κύριοι, καθ’ ὅλην τὴν τριμηνίαν
1089ἐξέδωκαν 10 μόνον ἀποφάσεις.
1090§65ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὥστε εἶναι περιττά.
1091§66ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Λοιπὸν εἶναι ὀρθὸν, εἶναι δίκαιον
1092νὰ διατηρῶμεν Πρωτοδικεῖα καὶ νὰ πληρόνωμεν δικαστὰς
1093διὰ νὰ ἐκδίδωσι 10 ἀποφάσεις τὴν τριμηνίαν;
1094Ὅλα αὐτὰ θέλει βεβαίως μελετήσει ὁ κ. Ὑπουργὸς,
1095καὶ πιστεύω ὅτι θέλει εὕρει σύμφωνον τὴν Βουλὴν εἰς τὰ
1096μέτρα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ λάβῃ.
1097§67ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δύναμαι
1098νὰ βεβαιώσω καὶ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα καὶ τὴν
1099Βουλήν, ὅτι τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέθη-
1100κεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν ὁ νόμος, θέλω ἐξασκήσει αὐστηρῶς.
1101Ἀλλὰ ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι λίαν
1102περιωρισμένη, καθ’ ἃ γινώσκετε. Πρέπει πρωτίστως ὁ
1103Ἄρειος Πάγος ν’ ἀποφανθῇ, μετὰ τοῦτο δὲ ἔρχεται ἡ πει-
1104θαρχικὴ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργοῦ. Εἶναι μία πλημμελὴς διά-
1105ταξις εἰς τὸν νόμον περὶ προσόντων, κατὰ τὴν ὁποίαν,
1106ὅταν ἐπιβάλληται ἡ πειθαρχικὴ ποινὴ τῆς ἐπιπλήξεως, ἡ
1107ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου εἶναι ἀνέκκλητος. Πολλάκις δὲ
1108ἐσταμάτησαν τὰ Ἐφετεῖα εἰς τὴν ποινὴν ταύτην, ἵνα μὴ
1109παράσχωσι τῷ Ὑπουργῷ τὴν εὐκολίαν, ὅπως δυνηθῇ νὰ
1110ἐπιβάλῃ ἀνωτέραν πειθαρχικὴν ποινήν· ὡς ἐκ τούτου
1111βλέπετε ἐν τῷ ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν εὑρισκομένῳ νομοσχεδίῳ, ὅτι
1112καταργεῖται ἡ διάταξις αὕτη. Σήμερον μόνος ὁ Ἄρειος
1113Πάγος εἶναι ἱκανὸς νὰ παράσχῃ τὴν εὐκολίαν εἰς ἕνα
1114Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ἀποκαθάρῃ τὴν δικαστικὴν
1115ὑπηρεσίαν ἀπό τινας τῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπεδείχθησαν
1116ἐντελῶς ἀνίκανοι πρὸς τὰ ἐπιβαλλόμενα αὐτοῖς καθήκοντα·
1117ὡς ἐκ τούτου ἐζήτησα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον εἶναι
1118ἀναγεγραμμένον εἰς τὸ τέλος τῆς ἡμερησίας διατάξεως,
1119νὰ ἦναι δυνατόν, διὰ τῆς ἐπιβολῆς τῶν διατάξεων τοῦ δι-
1120καστικοῦ ὀργανισμοῦ τὰ κατώτερα δικαστήρια νὰ ἐπι-
1121βάλλωσι ποινάς, διευκολυνούσας τὴν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἀπο-
1122πομπὴν τῶν ἀνικάνων. Ἐζήτησα διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ
1123ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν,
1124ν’ ἀπαγορευθῇ πληρωμὴ εἰς ἐκεῖνον τὸν δικαστήν, ὁ ὁποῖος
1125ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἐλλιπὴς περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν χρεῶν
1126του, ἢ ὁ ὁποῖος ἤθελε φανῆ μὴ ἐργασθείς. Ὅλας αὐτὰς τὰς
1127διατάξεις τὰς ὑπέβαλον δι’ ἕνα σκοπόν, διὰ νὰ δυνηθῶ, ὁδη-
1128γούμενος, νὰ συντελέσω εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν κακῶς κει-
1129μένων. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἶναι δυνατόν τινες τῶν
1130ἐλλείψεων τούτων νὰ διορθωθῶσι, πᾶσαι ὅμως εἶναι ἀδύ-
1131νατον, διότι, ὅπως πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευ-
1132τὴς, ὑπάρχουσιν εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν πρόσωπα,
1133τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν τὰ προσήκοντα ἐφόδια, οὔτε ἔχουν
1134τὴν ἀπαιτουμένην συνείδησιν τοῦ ἐπιβεβλημένου αὐτοῖς
1135καθήκοντος.
1136§68ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει,
1137ὑπ’ ἀριθ. 13, βλέπω νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως δια-
1138τάξεών τινων τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων.
1139§69ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι
1140δύο νομοσχέδια ἔχοντα τὸν αὐτὸν τίτλον.
1141§70ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 3 εἶναι προσωπικόν, διότι ὁ
1142κείμενος νόμος ἀναγράφει, ὅτι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἥν ἤθε-
1143λεν ἀποπεμφθῆ ἀπὸ τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας ἓν ἐκ τῶν
1144δευτερευόντων προσώπων δι’ ἀναξιοπρεπῆ διαγωγήν, δὲν
1145δύναται νὰ ἐπανέλθῃ ἢ μετὰ διετίαν. Τώρα τροποποιεῖ-
1146ται αὐτό.
1147§71ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ λόγους ὑπηρεσίας.
1148§72ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους
1149πρὸ ἑνὸς μηνὸς μετεβάλετε τὸν νόμον περὶ προσόντων, τὸν
1150ὁποῖον σεῖς ὑπεβάλετε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν ὁποῖον δὲν
1151κυροῦται καὶ δὲν δημοσιεύετε, καὶ διὰ τοῦτο ἡ δικαστικὴ
1152ἐξουσία δὲν δύναται ἢ νὰ παραλύῃ εἰς χεῖρας ὑμῶν. Βε-
1153βαίως δὲν εἶναι ἡ ὥρα, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ἀναγνώσεως τῶν
1154ἀποτελεσμάτων τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐν Λαρίσσῃ Ἐφετῶν,
1155νὰ συζητήσωμεν γενικώτερον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ὁ
1156κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠθέλησεν ὁλόκληρον τὴν εὐ-
1157θύνην νὰ τὴν ἐπιῤῥίψῃ εἰς ὡρισμένα πρόσωπα, ἐνῷ αὐτὸς
1158ἔχει εἰς χεῖράς του τὰ μέσα διὰ νὰ ἐξαναγκάσῃ τοὺς δι-
1159καστὰς νὰ ἐργασθῶσιν. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ νόμος ὁ περὶ δικαστι-
1160κῆς ἐξουσίας δὲν ἦναι ἐπαρκής, διατὶ ἀπὸ ἓξ μηνῶν δὲν
1161ἐφρόντισε νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτον νόμον, καὶ διατὶ, ἀφοῦ
1162ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεων
1163τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, δὲν θέλει νὰ προτάξῃ
1164αὐτὸ, ἀλλὰ προτάσσει ὅλα ἐκεῖνα τὰ νομοσχέδια, τὰ
1165ὁποῖα ἀκριβῶς ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς
1166Δικαιοσύνης; Νομίζω, ὅτι σήμερον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ
1167παντὸς ἔπρεπε νὰ προκαλέσῃ τὴν μελέτην τοῦ κ. Ὑπουρ-
1168γοῦ, εἶναι, πῶς νὰ κατορθωθῇ εἰς τὸ μέλλον ἡ πειθαρ-
1169χικὴ ἐξουσία ἐπὶ τῶν δικαστηρίων νὰ λειτουργήσῃ. Ἐγὼ
1170ἔχω ἄλλας ἰδέας περὶ αὐτῆς. Ἐὰν δ’ εὐαρεστηθῇ ὁ κ.
1171Ὑπουργὸς, καὶ ἐπιτρέψῃ ἡ πλειοψηφία νὰ ἀναγραφῇ εἰς
1172τὴν ἡμερησίαν διάταξιν μεταξὺ τῶν πρώτων τὸ εἰρημένον
1173νομοσχέδιον, τότε βεβαίως θὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ, εἰ
1174δὲ μή, θὰ ἔχωμεν μόνον τοὺς πίνακας ἐνώπιόν μας, ἵνα
1175βλέπωμεν μηδενικά· διότι ὅ,τι εἶναι εἰς τὸ Ἐφετεῖον Λα-
1176ρίσσης εἶναι καὶ εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν, τὸ ὁποῖον καθ’
1177ὅλον τὸ 1892 ἐξέδωκε μίαν καὶ μόνην ἀπόφασιν. (Ἀνα-
1178γινώσκει ἐκ τοῦ πίνακος).
1179Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ἀποδώσητε εἰς
1180ὡρισμένα πρόσωπα τὴν παραλυσίαν ταύτην. Ἴσως ἐκεῖ-
1181νος, κατὰ τοῦ ὁποίου κατεφέρθη, εἶναι ὁ ὀλιγώτερον ὑπαί-
1182τιος διὰ τὴν κατάστασιν αὐτὴν, διότι ἐκεῖνος κατήγγειλε
1183τὴν ἀνικανότητα τῶν συναδέλφων του, καὶ ἐν τούτοις μό-
1184λις μετὰ μῆνας ἐλήφθη φροντὶς περὶ μερικῆς διορθώσεως
1185τοῦ κακοῦ.
1186§73ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὀφείλω
1187μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττι-
1188κῆς ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ἐπὶ τοῦ
1189νομοσχεδίου τοῦ ἀναγραφομένου ὡς τρίτου ἐν τῇ ἡμερη-
1190σίᾳ διατάξει, χαρακτηρίσας αὐτὸ ὡς προσωπικόν. Τὸ νο-
1191μοσχέδιον τοῦτο ἔχει καθαρῶς λόγον ὑπηρεσιακόν. Κατὰ
1192τὸν πρότερον ἰσχύοντα νόμον, δὲν δύναται εἰμὴ μετὰ διε-
1193τίαν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐκεῖνος ἐκ τῶν δικα-
1194στικῶν ὑπαλλήλων, ὁ ὁποῖος ἤθελε παυθῆ κατὰ ὡρισμέ-
1195νας ἐν τῷ νόμῳ περιπτώσεις. Ἐν τῷ νέῳ νόμῳ ἀνεγράφη
1196διάταξις, καθ’ ἣν ἀπαιτεῖται, ὅπως ὁ παυθεὶς ἐπὶ τοιαύτῃ
1197αἰτίᾳ μὴ δύνηται νὰ ἐπανέλθῃ, εἰμὴ μετὰ προηγουμένην
1198γνωμοδότησιν ὁλοκλήρου τοῦ Πρωτοδικείου, ἐν ὁλομελείᾳ
1199καὶ ἐν μυστικῇ ψηφοφορίᾳ μετὰ ἓν ἔτος. Τοῦτο νομίζω
1200ἐπαρκῆ ἐγγύησιν, ὅτι ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς ἔχει τὰ προ-
1201σόντα νὰ ἐπανέλθῃ, οὐδὲν δὲ πρόσωπον ὑπῆρξεν ὑποψή-
1202φιον, καὶ ἐγὼ δὲν ὑπέβαλον ποτὲ προσωπικὰ νομοσχέδια.
1203Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἄλλας παρατηρήσεις τοῦ ἀξιο-
1204τίμου κ. Βουλευτοῦ, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ἐὰν
1205εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του τὴν κατάστασιν τῶν ἐργασιῶν τῶν δι-
1206καστηρίων τῆς τετάρτης τριμηνίας τοῦ 1892, τότε ἠδύ-
1207νατο νὰ ἀπευθυνθῇ εἰς τὸν νῦν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύ-
1208νης παρατήρησις ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ καταστάσει, διότι ὑπεύ-
1209θυνος θὰ ἦτο αὐτός. Ἀλλὰ πῶς θέλετε νὰ ἔχω εὐθύνην
1210διὰ τὰς ἐργασίας τῶν πρώτων τριμηνιῶν τοῦ 1892, ὅτε
1211ἡμεῖς δὲν διεχειριζόμεθα τὰ τῆς Δικαιοσύνης; Ἀνέφερεν
1212ἀκριβῶς τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐμεσολάβησαν αἱ διακοπαὶ,
1213διότι κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον γνωρίζετε, ὅτι συνήθως τὰ
1214δικαστήρια δὲν ἐπαναλαμβάνουσι τὰς ἐργασίας των ὡς
1215ἔπρεπεν. Ἐπιπλήξεις ἀπηύθυνα, ποινὰς ἐπέβαλον, ἀλλὰ
1216δὲν κατώρθωσα νὰ ἐπαναλάβωσι τὰς ἐργασίας των τὴν
12171 Σεπτεμβρίου ὅλα τὰ δικαστήρια.
1218Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν, διατὶ ἀνεγράφη
1219οὐχὶ μεταξὺ τῶν πρώτων τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, νομίζω,
1220ὅτι, ὅτε ἀνεγράφη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, πολλοὶ τῶν
1221κκ. Βουλευτῶν, ἴσως καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευ-
1222τὴς, παρετήρησαν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔπρεπε νὰ
1223ὑποστῇ τὴν βάσανον τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης.
1224Εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἀλλὰ παρῆλθε μὴν
1225καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐδήλωσεν, ὅτι ἀδυνατεῖ νὰ ὑποβάλῃ τὴν
1226ἑαυτῆς ἔκθεσιν. Καὶ πάλιν ὅμως παρεκάλεσα νὰ ἐργασθῇ
1227καὶ νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν, καὶ τῷ ὄντι μετὰ παρέλευσιν
1228τοῦ δευτέρου μηνὸς κατωρθώθη νὰ ὑποβληθῇ ἡ ἔκθεσις
1229τῆς ἐπιτροπῆς, διὰ τῆς ὁποίας προβάλλει τὰς τροπο-
1230ποιήσεις, αἵτινες ἀνατρέπουσιν ἄρδην τὸν σκοπὸν τοῦ νο-
1231μοσχεδίου, διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεθύμουν, ἤτοι νὰ δοθῇ
1232ἐξουσία εἰς αὐτὰ τὰ δικαστήρια, ἵνα ἐπιβάλλωσι ποινὰς,
1233τὸ ἀπέκρουσαν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς. Περιττὸν δὲ εἶναι
1234νὰ ὑπομνήσω, ὅτι, ὁσάκις πρόκηται περὶ τοιούτων νομο-
1235σχεδίων, ἐπειδή τινες τῶν Βουλευτῶν εἶναι δικηγόροι καὶ
1236γινώσκουσιν ἄριστα τὸ θέμα, προτείνουσι πολλὰς ἀντιῤ-
1237ῥήσεις καὶ προκαλοῦσιν ἐκτενεῖς συζητήσεις· ἐπειδὴ δὲ ἡ
1238Κυβέρνησις ἐνδιαφέρεται πρωτίστως ὑπὲρ τῶν νομοσχεδίων,
1239ἅτινα ἀφορῶσιν εἰς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, τὸ ὑπέροχον
1240κατέχον θέσιν ἐν τῇ ἀποστολῇ τῆς παρούσης Βουλευτικῆς
1241συνόδου, ἀναγκαζόμεθα νὰ ὑποχωρῶμεν καὶ νὰ ἀναγρά-
1242φωμεν τελευταῖα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἤτοι μετὰ τὸν
1243προϋπολογισμὸν, τὰ μὴ οἰκονομικὰ νομοσχέδια.
1244§74ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ὡμίλησα περὶ τῆς τετάρτης τριμηνίας
1245τοῦ 1892, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι δὲν ἐδημοσιεύ-
1246θησαν τ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς. Νομίζω δὲ, ὅτι ἐξεπλήρωσα
1247καθῆκον, ἐπιστήσας τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς
1248καταστάσεως τῆς Δικαιοσύνης· τὸ καθῆκον δὲ τοῦτο ἐκπλη-
1249ροῦσι πάντες οἱ ἐν τῇ Βουλῇ δικηγόροι. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουρ-
1250γὸς φρονεῖ, ὅτι ὁ σπουδαιότερος τρόπος τῆς ψηφίσεως τῶν
1251νομοσχεδίων εἶναι ἡ ἀνάγνωσις αὐτῶν ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ
1252Τρικκάλων, περὶ δὲ τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἔχει ἀνά-
1253λογον ἰδέαν. Ἀλλ’ ἡμεῖς, τἀναντία φρονοῦντες, ἐννοοῦμεν νὰ
1254συζητῶμεν σοβαρῶς καὶ ἐπισταμένως ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων.
1255Φρονῶ δὲ, ὅτι πρέπει ὁ Ὑπουργὸς νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς
1256μεταῤῥυθμίσεως τῶν διατάξεων τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὴν πει-
1257θαρχικὴν ἐξουσίαν, διότι πειθαρχικὴ ἐξουσία μὴ ἑνιαία δὲν
1258εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ.
1259§75ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ
1260δὲν κατέκρινα τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπὴν, τοὐ-
1261ναντίον γινώσκετε πάντες, ὅτι, κατὰ τὸ πλεῖστον, τὰς
1262γνώμας αὐτῆς παρεδέχθην, διότι πάντοτε εἶχον ὑπ’ ὄψιν,
1263ὅτι οὐδέποτε πρέπει ὁ εἰσηγητὴς νομοσχεδίου νὰ ἐμμένῃ
1264εἰς πάσας τὰς γνώμας αὐτοῦ καὶ νὰ μὴ ἀποδέχηται κἀμ-
1265μίαν ἄλλην. Παρετήρησα ὅμως, ὅτι δὲν συμβαίνει νὰ ἀπαν-
1266τᾶται μεταξὺ τῶν δικαστικῶν ὁμοφωνία, ἂν ὄχι ὁμοφω-
1267νία, τοὐλάχιστον νὰ συναντῶνται κἄπως αἱ γνῶμαι αὐ-
1268τῶν. Ἐγὼ πάντοτε ἠσπάσθην τὴν γνώμην τῶν μελῶν τῆς
1269ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἕτεροι συνάδελφοι, νομικοὶ, συμφωνοῦντες
1270μὲ τὰς ἰδικάς μου γνώμας, ἀπεδείκνυον, ὅτι μεταξὺ τῶν
1271δικαστικῶν ὑπάρχει διχογνωμία.
1272§76ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ
1273νομίζω καὶ ἐγὼ ἀναγκαῖον νὰ ποιήσωμαι μικρὸν λόγον ὄχι
1274περὶ τῆς πολιτικῆς δικαιοσύνης, περὶ ἧς πολλὰ ἐλέχθη-
1275σαν, ἀλλὰ περὶ τῶν ποινικῶν ἐργασιῶν. Κατὰ τὰς κατα-
1276στάσεις αὐτὰς, ἐξάγεται ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ ἄλ-
1277λοτε ὡμίλησα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι προϊόντος τοῦ χρόνου
1278αἱ ἐκκρεμεῖς ποινικαὶ ἐργασίαι πληθύνονται εἰς πολὺ σπου-
1279δαῖον βαθμόν. Κατὰ τὴν τρίτην τριμηνίαν τοῦ 1891 εἴχο-
1280μεν ἐκκρεμεῖς παρὰ ταῖς Εἰσαγγελίαις μόνον 24,554 ὑπο-
1281θέσεις, κατὰ τὴν τρίτην τριμηνίαν τοῦ 1892 εἴχομεν
128230,134, τὸ 1891 εἶχον οἱ ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι 53,761,
1283τὸ 1892 εἶχον 66,437. Δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἀνα-
1284βληθεισῶν εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα καὶ τῶν ἐκδοθέντων
1285βουλευμάτων· παρατηρῶ μόνον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι
1286ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκκρεμῶν τῆς τρίτης τριμηνίας βεβαίως ηὔ-
1287ξησε κατὰ τὴν τετάρτην τριμηνίαν, διότι δὲν ὑπάρχει τρι-
1288μηνία, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ παρατηρῆται αὐτὴ ἡ αὔ-
1289ξησις. Ἀλλ’ εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι ἐν τῇ καταστάσει αὐτῇ
1290δὲν ἀναγράφονται αἱ ἐκκρεμεῖς παρὰ ταῖς Εἰσαγγελίαις τῶν
1291Ἐφετῶν, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι παρεκάλεσα τότε τὸν κ.
1292Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ καὶ τὴν κατάστασιν
1293ταύτην, ἵνα ἔχωμεν πλήρη γνῶσιν αὐτοῦ τοῦ φοβεροῦ ἀριθ-
1294μοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποδεικνύει μίαν κατάστασιν ποινικῆς δικαιο-
1295σύνης, ἡ ὁποία εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ εἰς ἄλλο Κρά-
1296τος τοῦ κόσμου καὶ περὶ τῆς ὁποίας οὐδεμία λαμβάνεται
1297πρόνοια.
1298§77ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀναγκάζομαι ν’ ἀπευθύνω παρατήρη-
1299σίν τινα. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶχε δίκαιον νὰ μὴ εὑ-
1300ρίσκῃ ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει
1301ἐνώπιόν του, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προηγουμένως παρετήρησα,
1302ἀλλὰ καὶ ἐγὼ εἶχον δίκαιον νὰ εὑρίσκω αὐτὸ ἐν τῷ
1303τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχω ἐνώπιόν μου,
1304ἐκ τοῦ ὁποίου ἐλλείπουσιν ὅλαι αἱ πληροφορίαι, αἵτινες
1305ὑπάρχουσιν ἐν ἄλλοις τεύχεσι. Τὸ γεγονὸς τοῦτο μοὶ δίδει
1306τὴν ἀφορμὴν νὰ παρατηρήσω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βου-
1307λῆς, ὅτι, ὅταν ἐπέρχωνται διορθώσεις, ἔχουσαι οὐσιαστικὴν
1308σημασίαν, αἱ διορθώσεις αὗται πρέπει νὰ γίνωνται γνωσταὶ
1309εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ διωρθωμένα τεύχη νὰ πέμπωνται
1310εἰς τοὺς Βουλευτὰς, διότι ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἐρ-
1311γασία. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον ἀπευθύνω τὴν παρατήρησιν
1312ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν, διότι πολλάκις εἰς τὸν Διευθυντὴν
1313τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς εἶπον, ὅτι ἐγένοντο διορθώσεις εἰς
1314τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ἐζήτησα διωρθωμένον τεῦχος, ἀλλ’
1315οὐδέποτε μοὶ ἀπεστάλη τοιοῦτον· διότι μοὶ ἐδόθη ἀπάντη-
1316σις, ὅτι μόνον εἰς τὴν μίαν σελίδα, τὴν ἀφορῶσαν τὰ δά-
1317νεια, ἐγένοντο διορθώσεις τινές. Τὴν αὐτὴν παρατήρησιν
1318ἀπευθύνω πρὸς τὸ Προεδρεῖον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑποβλη-
1319θεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔκθεσιν περὶ
1320τῶν εἰσφορῶν τῶν δήμων, διότι διενεμήθησαν τεύχη τινὰ
1321εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ἡ διανομὴ δὲν εἶναι πλήρης καὶ πρέ-
1322πει ταῦτα ν’ ἀποστέλλωνται εἰς τὰς οἰκίας μας.
1323§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ τὸ διωρθωμένον τεῦχος διενε-
1324μήθη κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς, καὶ
1325συνέπεσε νὰ μὴ ἦσθε παρὼν τῇ στιγμῇ ἐκείνῃ, διὰ τοῦτο
1326ἐπῆλθεν αὐτὴ ἡ παράλειψις.
1327Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1328Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς
1329τοῦ συστήματος τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως.
1330(Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέ-
1331δρου ὁ τακτικὸς Πρόεδρος κ. Β. Βουδούρης).
1332§79ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἐπι-
1333φέρει οὐσιώδεις καὶ θεμελιώδεις τροποποιήσεις εἰς τὸν ψη-
1334φισθέντα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον νόμον περὶ ἀστυ-
1335νομικῆς διοικήσεως. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι εἶναι δίκαιον καὶ
1336ὀρθὸν νὰ ποιήσηται εἰσήγησίν τινα τοῦ νομοσχεδίου ὁ κ.
1337Ὑπουργὸς, ἵνα ἐξηγήσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, οἱ
1338ὁποῖοι προὐκάλεσαν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
1339§80ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅτε
1340ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, ἐξήγησα τοὺς
1341λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη τῆς ὑποβολῆς
1342αὐτοῦ. Εἶπον τότε, ὅτι ἡ διάταξις, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν
1343τῷ νόμῳ, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὰ προσόντα τῶν ἀστυφυλάκων,
1344ἦτο τοιαύτη, ὥστε ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτῆς δὲν εἴχομεν ἀρ-
1345κετὸν ἀριθμὸν ἀστυφυλάκων, ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν ἐφαρ-
1346μογὴν τοῦ νόμου. Ἐκ τούτου ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη τῆς ἀνα-
1347βολῆς τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ καὶ τῆς ὑποβολῆς τῶν τροπο-
1348ποιήσεων. Ἑτέρα διάταξις, ἡ ὁποία διὰ τοῦ νομοσχεδίου
1349μεταῤῥυθμίζεται, εἶναι ἡ σχετιζομένη πρὸς τὴν ἐκ μέρους
1350τῶν δήμων καταβολὴν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τὰ
1351ἔξοδα τῆς Ἀστυνομίας. Ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ
1352ψηφισθέντος νόμου, δηλ. τῆς διατάξεως τῆς ἀφορώσης εἰς
1353τὴν δημοτικὴν εἰσφοράν, ἤθελεν ἀποδώσει μόνον 873,207
1354δραχμὰς, ἐνῷ ἡ δαπάνη τῆς ἀστυφυλακῆς ἀνέρχεται εἰς
13551,000,777. Εἶχον δὲ δηλώσει κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ
1356νομοσχεδίου τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τίς ἦτο ἡ
1357ἔννοια ἡ παρ’ ἡμῶν ἀποδιδομένη εἰς τὸ ἄρθρον τὸ περιλαμ-
1358βάνον τὴν διάταξιν, περὶ ἧς πρόκειται. Ἡ ἔννοια ἦτο,
1359ὅτι οἱ δῆμοι ὤφειλον νὰ συνεισφέρωσι τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου
1360προβλεπόμενα ποσὰ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς εἰσφορᾶς διὰ
1361τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ἐπαρουσιάζετο λοιπὸν τὸ ἑξῆς
1362ἄτοπον, ὅτι τῇ ἀφαιρέσει τῆς εἰσφορᾶς ἐκείνης, ἂν ἐπρόκειτο
1363νὰ μείνωσι 50% ἐκ τῶν ἐξ ἐμμέσων καὶ ἀμέσων φόρων
1364προερχομένων ποσῶν, δὲν ὑπελείπετο ποσὸν ἐπιτρέπον τὴν
1365καταβολὴν τῆς συνεισφορᾶς διὰ τὴν ἀστυνομίαν, ἢ ὑπελεί-
1366πετο ποσὸν μικρόν. Συμπέρασμα τούτου ἦτο, ὅτι τὸ Δη-
1367μόσιον δὲν ἠδύνατο νὰ εἰσπράξῃ τὸ ποσὸν, ὅπερ ὑπελόγιζεν.
1368Ἐπειδὴ δὲ σκοπὸς τοῦ νόμου, ὡς εἶχον δηλώσει τότε, δὲν
1369ἦτο βεβαίως νὰ αὐξήσωσι τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ
1370σκοπὸς ἦτο νὰ καλυφθῶσι τὰ ἔξοδα τῆς ἀστυνομίας ἐκ τῆς
1371εἰσφορᾶς τῶν δήμων, ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη τῆς τροποποιήσεως
1372τοῦ ἄρθρου τοῦ περιλαμβάνοντος τὴν διάταξιν, δυνάμει
1373τῆς ὁποίας ἡ συνεισφορὰ δὲν ἠδύνατο νὰ ἦναι ἐλάσσων τῶν
137415%, οὔτε ἀνωτέρα τῶν 50%, ἀντικαθισταμένων εἰς τὰ
137515% 20%, καὶ εἰς τὰ 50% 75% καὶ ἀφιε-
1376μένων πάντοτε ὑπὲρ τῶν δήμων δραχ. 2000. Ἐκ τῆς τρο-
1377ποποιήσεως ταύτης ἐπέρχεται μεγάλη διαφορὰ εἰσπράξεως
1378ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου, διότι, ἐνῷ κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ
1379ἄρθρου 36 τοῦ νομοσχεδίου τοῦ τότε ψηφισθέντος ἀνέρχε-
1380ται τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελεν εἰσπράξει τὸ Δημόσιον εἰς
1381873,207 δραχμὰς, ἡ ἐκτέλεσις τῶν ὅρων τοῦ ἄρθρου 36
1382τοῦ σήμερον συζητουμένου νομοσχεδίου θέλει φέρει εἴσπρα-
1383ξιν τοῦ Δημοσίου ἐκ δραχ. 1,797,464, ποσὸν δηλ. ἴσον
1384πρὸς τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενον διὰ τὴν δα-
1385πάνην τῆς ἀστυνομίας.
1386Αὗται εἶναι αἱ δύο σπουδαιότεραι τροποποιήσεις, ἃς
1387περιλαμβάνει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἐπειδὴ ὅμως
1388ἡ ἐκ νέου γενομένη μελέτη τοῦ νόμου ἀπέδειξεν ἀτελείας
1389τινὰς, ἐνομίσαμεν, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς ἡμᾶς, ἵνα φέρωμεν
1390διόρθωσιν τῶν ἀτελειῶν τούτων, καὶ ἐπροτιμήσαμεν νὰ
1391ὑποβάλωμεν νέον νομοσχέδιον, ἵνα μὴ καταστήσωμεν δυσ-
1392χερῆ τὴν συζήτησιν διὰ πολλῶν τροπολογιῶν.
1393Κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν διαφόρων ἄρθρων θέλω ἐξη-
1394γήσει τὰς ἄλλας τροποποιήσεις τοῦ πρότερον ψηφισθέντος
1395νόμου, περὶ τὰς ὁποίας νομίζω περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω ἤδη.
1396§81ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐξ ὅσων ἐποιησάμην συγκρίσεων μεταξὺ
1397τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καὶ τοῦ κατὰ τὴν τελευ-
1398ταίαν σύνοδον ψηφισθέντος νόμου, οὗτινος προτείνεται ἡ
1399κατάργησις, εὑρίσκω, ὅτι αἱ προτεινόμεναι μεταβολαὶ δὲν
1400ἀφορῶσι μόνον τὸ ταμιευτικὸν μέρος τοῦ νομοθετήματος,
1401ἀλλὰ καὶ ἄλλους αὐτοῦ σκοπούς. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν
1402σύνοδον συζητοῦντες τὸν νόμον, οὗτινος προτείνεται σήμερον
1403ἡ κατάργησις, ἀνεπτύξαμεν τὰς γνώμας ἡμῶν ἐπὶ τῆς
1404ἀρχῆς αὐτοῦ. Ἀνεπτύξαμεν τότε τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τοῦ
1405νομοθετήματος, ἥτις εἶναι ἡ κατάργησις τῆς δημοτικῆς
1406ἀρχῆς. Πραγματικὴ δημοτικὴ ἀρχὴ καὶ δημοτικὴ ἐξου-
1407σία μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομοθετήματος τούτου δὲν
1408ὑπάρχει πλέον ἐν Ἑλλάδι. Δημοτικὴ ἐξουσία δὲν εἶναι ἡ
1409διαχείρισις τῶν φιλανθρωπικῶν καὶ ἄλλων δημοτικῶν κατα-
1410στημάτων, ἢ φροντὶς περὶ τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας, ἢ τὰ
1411ἄλλα δευτερεύοντα καθήκοντα τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς. Δη-
1412μοτικὴ ἐξουσία καὶ αὐτοδιοίκησις εἶναι κυρίως ἡ διεύθυν-
1413σις τῶν ποικίλων καὶ καθημερινῶν συμφερόντων καὶ σχέ-
1414σεων τῶν δημοτῶν πρὸς ἀλλήλους. Ἡ διεύθυνσις δὲ τῶν
1415σχέσεων καὶ συμφερόντων τούτων, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ θεμέ-
1416λιον πάσης δημοτικῆς ἀρχῆς, ἐξασκεῖται διὰ τῆς ἀστυνο-
1417μικῆς ἐξουσίας. Ἀφαιροῦντες τὴν ἐξουσίαν ταύτην παρὰ
1418τῶν δήμων, ἀφαιροῦμεν τὸ κυριώτερον συστατικὸν αὐτῶν.
1419Δὲν θὰ ἔχωμεν πλέον δημοτικὴν ἐξουσίαν κατὰ τὴν κυ-
1420ρίαν αὐτῆς ἔννοιαν. Θὰ ἔχωμεν τὴν σκιὰν τῆς ἐξουσίας
1421ταύτης, οὐδεμίαν πλέον ἔχουσαν πολιτικὴν ὑπόστασιν, καὶ
1422ἀσχολουμένην εἰς δευτερεύοντα συμφέροντα τοῦ Δήμου.
1423Θὰ ἐκλείψῃ ἐκεῖνο, ὅπερ ἀποτελεῖ τὴν βάσιν παντὸς ἐλευ-
1424θέρου πολιτεύματος καὶ τὸ γυμναστήριον οὕτως εἰπεῖν τοῦ
1425ἔθνους πρὸς ὁμαλὴν καὶ προοδευτικὴν ἀπόλαυσιν τῶν ἐλευ-
1426θεριῶν, εἰς ἃς δικαιοῦται πᾶν πεπολιτισμένον ἔθνος.
1427Ὅτε κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον συνεζητοῦμεν τὸν
1428ψηφισθέντα νόμον, καὶ ἄλλοι καὶ ἐγὼ εἴχομεν τὴν πεποί-
1429θησιν καὶ ἐξεφράσαμεν τὴν γνώμην, ὅτι ζητῶν οὗτος νὰ
1430συμβιβάσῃ ἀσυμβιβάστους ἰδέας καὶ θεσμοὺς, ἤθελεν ἀπο-
1431δειχθῆ ἀνεφάρμοστος καὶ ἤθελεν ἐγκαταλειφθῆ. Τοῦτο δὲ
1432ἀπέδειξε καὶ πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς του ἡ μελέτη, ἥτις ἐγέ-
1433νετο πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Δὲν εἶναι δὲ πράγματι δυνα-
1434τὸν νόμος εἰσάγων τὴν στρατιωτικὴν διοίκησιν ἐν τῇ δη-
1435μοτικῇ ἀστυνομίᾳ νὰ ἐφαρμοσθῇ εὐκόλως ἐν χώρᾳ, ὅπου
1436ἰσχύει κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Τὸ ἤπιον καὶ ἐλευθέ-
1437ριον πνεῦμα τῆς δημοτικῆς καὶ ἀστυνομικῆς ἐξουσίας, τὸ
1438συνδυάζον τὴν τάξιν μετὰ τῆς προόδου, δὲν δύναται νὰ
1439συμβιβασθῇ μετὰ τῆς στρατιωτικῆς ἐνεργείας, τῆς σκο-
1440πούσης μόνον τὴν τάξιν καὶ ἀδιαφορούσης περὶ τῆς προόδου.
1441Ἀλλὰ καὶ ὁ ἕτερος σκοπὸς, ὃν ἐπιδιώκει τὸ νομοθέ-
1442τημα τοῦτο, ὁ τῆς πραγματοποιήσεως ἐν τῷ γενικῷ προϋ-
1443πολογισμῷ τοῦ Κράτους οἰκονομιῶν διὰ τῆς ἀποσπάσεως
1444ἐκ τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ἀπασχολήσεως ἐν τῇ διοικητικῇ
1445ἀστυνομίᾳ ἀριθμοῦ τινος ἀξιωματικῶν, δὲν δύναται ὡσαύ-
1446τως νὰ συμβιβασθῇ μὲ τὸν σκοπὸν τῆς βελτιώσεως τῆς
1447δημοσίας τάξεως. Ἂν θελήσωμεν νὰ βελτιώσωμεν τὰς το-
1448πικὰς ἀστυνομίας, ὅπως ἐπιτύχωμεν τελειοτέραν διατή-
1449ρησιν τῆς δημοσίας τάξεως, οὐ μόνον δὲν θὰ δυνηθῶμεν
1450νὰ πραγματοποιήσωμεν οἰκονομίας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ
1451τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ ὑποβάλωμεν
1452τὸ Δημόσιον εἰς τὴν δαπάνην ποσοῦ πολὺ ἀνωτέρου ἐκεί-
1453νου, ὅπερ θέλουσιν εἰσφέρει οἱ δῆμοι διὰ τὴν διοικητικὴν
1454ἀστυνομίαν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νο-
1455μοθετήματος τούτου ἐν τῇ προηγουμένῃ συνόδῳ τῆς Βου-
1456λῆς ἀνεπτύξαμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐπέ-
1457μενεν, ὅτι ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων, περιοριζομένης εἰς
1458τὰ 50% κατ’ ἀνώτατον ὅρον καὶ εἰς τὰ 15% κατ’ ἐλά-
1459χιστον ἐπὶ τῶν προσόδων αὐτῶν τῶν ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέ-
1460σων φόρων, ἤθελεν εἰσπράξει τὸ διὰ τὴν συντήρησιν τῶν
1461διοικητικῶν ἀστυνομιῶν ἀπαιτούμενον ποσόν. Ἡ μελέτη,
1462ἣν ἐποιήσατο, τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ψηφισθέντος νόμου, ἀπέ-
1463δειξεν, ὡς ἀνεκοίνωσε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς
1464τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι δὲν ἤθελε δυνηθῆ νὰ εἰσπράξῃ μήτε
1465τὸ ἥμισυ τοῦ ἀπαιτουμένου τούτου ποσοῦ. Διὰ τοῦτο δὲ
1466προτείνει διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τὴν αὔ-
1467ξησιν τοῦ μὲν ἀνωτάτου ὅρου τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων εἰς
1468τὰ 75% ἐκ τῶν ἐσόδων αὐτῶν τῶν ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέ-
1469σων φόρων, τοῦ δὲ κατωτάτου εἰς τὰ 20%. Ἐλπίζει δὲ,
1470ὅτι θέλει εἰσπράξει οὕτω τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 1,800,000,
1471ὅπερ ἀπαιτοῦσιν αἱ δαπάναι τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν,
1472καὶ ὅπερ ἀνέγραψεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὡς ἔσοδον τοῦ
1473Κράτους.
1474Ἡ τροποποίησις αὕτη, ἰδίως δὲ ἡ τοῦ ἀνωτάτου ὅρου,
1475θέλει ἀφαιρέσει ἀπὸ τῶν πλείστων δήμων τὰ μέσα τῆς
1476ὑπάρξεως καὶ τῆς λειτουργίας αὐτῶν. Οἱ πλεῖστοι δῆμοι
1477μετὰ τὴν εἰσφορὰν 50% ἐκ τῶν ἐσόδων αὐτῶν διὰ τὴν
1478δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ ἑτέρων 25% διὰ τὴν διοικη-
1479τικὴν ἀστυνομίαν, θέλουσιν ἴδει τὰ ἔσοδα αὐτῶν περιοριζό-
1480μενα εἰς μόνας τὰς 2,000 δραχμὰς, τὰς ὁποίας ὁ νόμος
1481ἐξαιρεῖ τῆς εἰσφορᾶς. Ἀλλὰ, Κύριοι, τίνες εἰσὶν οἱ δῆμοι,
1482οἵτινες θὰ δυνηθῶσι νὰ διατηρηθῶσι καὶ λειτουργήσωσιν
1483ὁμαλῶς δι’ ἐσόδου μόνον 2,000 δραχμῶν, οὗτινος μέγα μέ-
1484ρος θὰ βεβαιωθῇ μὲν, ἀλλὰ δὲν θὰ εἰσπραχθῇ; Οἱ πλεῖστοι
1485αὐτῶν βεβαίως δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ λειτουργήσωσιν, ἀλλὰ
1486θὰ παραλύσωσιν.
1487Ἀλλ’ ἐνῷ τοιοῦτον μέλλει νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα ἡ αὔ-
1488ξησις τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων εἰς 75 τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν
1489ἐσόδων αὐτῶν, θὰ φέρῃ ἆρά γε αὕτη ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου
1490τὸ ἔσοδον, ὅπερ ὑπολογίζει ἡ Κυβέρνησις; Πολὺ ἀμφι-
1491βάλλω. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ βεβαιωθησόμενον ἔσοδον
1492τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων ὑπολογίζεται εἰς μίαν δραχμὴν
1493κατὰ ψυχήν· ὅσαι ψυχαὶ κατοικοῦσι δῆμόν τινα, τόσα ἔσον-
1494ται αἱ δραχμαὶ, ἃς θὰ δώσῃ ὁ δῆμος οὗτος ὡς εἰσφορὰν
1495εἰς τὸ Δημόσιον διὰ τὰς ἀστυνομικὰς δαπάνας. Ἀλλ’ ἂν
1496ἀφαιρέσωμεν τοὺς δήμους Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, οἵτινες
1497κατὰ τὰς εἰδικὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου θέλουσιν εἰσ-
1498φέρει δρ. 100,000 περίπου, μένουσι δρ. 1,700,000 περί-
1499που, ἵνα εἰσπραχθῶσι παρὰ τῶν ἄλλων δήμων τοῦ Βασι-
1500λείου. Οἱ κάτοικοι δὲ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, μετὰ τὴν
1501ἀφαίρεσιν τῶν δήμων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, εἶναι ὀλιγώ-
1502τεροι τῶν 2,000,000· ὑποθέτει ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις, ὅτι
1503ἀφίνουσα εἰς τοὺς δήμους τὰ 25% τῶν ἐσόδων των καὶ
1504κατ’ ἐλάχιστον ὅρον 2,000 δραχμὰς εἰς ἕκαστον αὐτῶν,
1505θὰ δυνηθῇ νὰ εἰσπράξῃ κατὰ μέσον ὅρον 85/00 τῆς δραχ-
1506μῆς δι’ ἕκαστον κάτοικον αὐτῶν. Νομίζω ὅτι πλανᾶται.
1507Οἱ πλεῖστοι τῶν δήμων, τὰ ¾ ἴσως αὐτῶν, δὲν θὰ δυνη-
1508θῶσι μετὰ τὴν εἰσφορὰν τοῦ ἡμίσεως τῶν ἐσόδων των διὰ
1509τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν νὰ εἰσφέρουν ποσὸν ἀναλογοῦν
1510εἰς 85/00 τῆς δραχμῆς κατὰ μέσον ὅρον δι’ ἑκάστην ψυχήν.
1511Λάβετε ὡς παράδειγμα ἕνα οἱονδήποτε δῆμον κατοικούμε-
1512νον ὑπὸ 5,000 ψυχῶν, καὶ ἔχοντα ἔσοδον 10,000 δραχ-
1513μῶν· οὗτος θὰ εἰσφέρῃ 5,000 διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαί-
1514δευσιν καὶ ἑτέρας 2,500 διὰ τὴν ἀστυνομίαν, ἀντὶ τῶν
1515δραχμῶν 4,250, ἃς ἔπρεπε νὰ δώσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέ-
1516σου ὅρου τῶν 85/00 τῆς δραχμῆς κατὰ ψυχήν. Τοιοῦτοι
1517δ’ εἰσὶν οἱ πλεῖστοι τῶν μικρῶν δήμων, μεταξὺ τῶν ὁποίων
1518ὑπάρχουσι πολλοὶ, ἔχοντες πολὺ μικρότερα εἰσοδήματα ἐν
1519ἀναλογίᾳ πρὸς τοὺς κατοίκους αὐτῶν. Νομίζω ἑπομένως,
1520ὅτι πλανᾶται ἡ Κυβέρνησις, πιστεύουσα ὅτι θὰ εἰσπράξῃ
1521ἐξ αὐτῶν τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 1,700,000, ὅπερ ὑπολο-
1522γίζει, ἐκτὸς τῶν δήμων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Δὲν μοὶ
1523φαίνεται δυνατὸν ἐκ τῶν εἰσφορῶν τῶν δήμων, ὧν τὸ εἰσό-
1524δημα ἀνέρχεται εἰς ἑπτὰ ἕως ὀκτὼ ἑκατομμύρια δραχ-
1525μῶν, νὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον δραχμὰς 3,200,000 διὰ
1526τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ ἑτέρας δραχμὰς 1,700,000
1527διὰ τὴν ἀστυνομίαν. Καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἤθελε βεβαιώ-
1528σει τὰ ποσὰ ταῦτα, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ τὰ εἰσπράξῃ.
1529Ἀνέπτυξα ταῦτα, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι ὁ σκοπὸς, ὅστις
1530παρεστάθη ὡς ὁ κύριος σκοπὸς τοῦ νομοθετήματος τούτου
1531καὶ κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν αὐτοῦ ἐν τῇ παρελθούσῃ συνόδῳ,
1532καὶ σήμερον, ἡ πραγματοποίησις δηλαδὴ οἰκονομιῶν ἐν τῷ
1533προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι σοβαρός. Διὰ νὰ
1534ὑπάρξῃ πραγματικὴ οἰκονομία εἰς πάντας τοὺς δήμους, τὸ
1535Δημόσιον θ’ ἀναγκασθῇ νὰ ὑποστῇ δαπάνην πολὺ ἀνωτέραν
1536καὶ τῆς ἐκτελουμένης σήμερον διὰ τὰς δημοτικὰς ἀστυνο-
1537μίας, καὶ τῆς εἰσφορᾶς, ἣν θέλει εἰσπράξει παρὰ τῶν δή-
1538μων. Ἄλλην ἑπομένως δικαιολογίαν καὶ ἄλλον πρέπει νὰ
1539ἐπιζητήσωμεν σκοπὸν ἐν τῷ νομοθετήματι τούτῳ. Εὐπρόσ-
1540δεκτος δὲ σκοπὸς αὐτοῦ δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ βελτίω-
1541σις τῆς δημοσίας τάξεως, ἥτις βεβαίως δὲν συμβιβάζεται
1542μὲ τὴν ἰδέαν τῆς ἐξευρέσεως οἰκονομιῶν ἐν ταῖς δαπάναις
1543τοῦ Δημοσίου. Διὰ νὰ βελτιώσωμεν τὴν δημοσίαν τάξιν,
1544ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι πρέπει νὰ δαπανήσωμεν
1545ποσὰ ἀνώτερα καὶ τῶν σήμερον δαπανωμένων καὶ τῶν ἀνα-
1546γραφομένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1893. Μὴ δυνάμε-
1547νοι νὰ πράξωμεν τοῦτο, καὶ μὴ πράττοντες αὐτό, μετα-
1548χειριζόμεθα τὴν δημοσίαν τάξιν ὡς ἁπλοῦν πρόσχημα πρὸς
1549ἐφαρμογὴν καὶ ἐν ταῖς δημοτικαῖς ἀστυνομίαις τῶν συγ-
1550κεντρωτικῶν ἰδεῶν καὶ τάσεων, αἵτινες, νοθεύουσαι τὸ πο-
1551λίτευμα ἡμῶν, κινδυνεύουσι νὰ τὸ καταστήσωσι τὸ χείρι-
1552στον τῶν πολιτευμάτων. Περὶ τούτου δὲ θέλομεν πεισθῆ,
1553ἂν ἐξετάσωμεν τὸ πνεῦμα, ὅπερ ἐπεκράτησεν εἰς τὰς τρο-
1554ποποιήσεις, αἵτινες διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου εἰσ-
1555άγονται εἰς τὸν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ψηφι-
1556σθέντα νόμον.
1557Διὰ τῶν μεταῤῥυθμίσεων τούτων ὁ θεσμὸς τῆς διοικη-
1558τικῆς ἀστυνομίας προβαίνει ἓν βῆμα πρὸς τὴν ἐπὶ τὸ στρα-
1559τιωτικώτερον ὀργάνωσιν αὐτῆς. Κατὰ τὴν μελέτην τῆς
1560ἐφαρμογῆς τοῦ ψηφισθέντος νόμου ἀπεδείχθη τὸ δύσκολον
1561νὰ συμβιβασθῇ ὁ πολιτικὸς χαρακτὴρ τῆς ἀστυνομίας, ὁ
1562συνδυάζων τὴν διατήρησιν τῆς τάξεως μὲ τὰς δημοτικὰς
1563ἐλευθερίας τοῦ τόπου, καὶ ἡ ὑπὸ στρατιωτικῶν ἐξάσκησις
1564αὐτῆς. Ἐν ἄρθρῳ 2 τοῦ νομοσχεδίου εὑρίσκομεν, ὅτι οἱ
1565μὲν ἀστυνόμοι τῆς πρωτευούσης τῶν νομῶν καὶ τῶν πό-
1566λεων τῶν ἐχουσῶν κατοίκους ἄνω τῶν 5,000 διορίζονται,
1567ὡς καὶ πρότερον, τῇ προτάσει τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐσω-
1568τερικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν, οἱ ἀστυνόμοι ὅμως πάντων
1569τῶν ἄλλων δήμων θὰ διορίζωνται τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουρ-
1570γοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνο-
1571δον ψηφισθεὶς νόμος, παραδεχόμενος τὸν διορισμὸν πάντων
1572ἀνεξαιρέτως τῶν ἀστυνόμων τῇ προτάσει τῶν δύο Ὑπουρ-
1573γῶν, καθιεροῖ τὴν εἰς τὸν διορισμὸν αὐτῶν συμμετοχὴν τῆς
1574φύσει ἠπιωτέρας πολιτικῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
1575Ἐσωτερικῶν. Διὰ τῆς προτεινομένης δὲ τροποποιήσεως
1576παύει ἡ συμμετοχὴ αὕτη, καὶ ὁ διορισμὸς τῶν ἀστυνόμων
1577τῶν πόλεων, αἵτινες ἔχουσι κατοίκους κάτω τῶν 5,000,
1578ἀφίεται εἰς τὴν αὐστηροτέραν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ
1579τῶν Στρατιωτικῶν.
1580Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὸν προηγου-
1581μένως ψηφισθέντα νόμον οὐδεμίαν εἶχεν ἀνάμιξιν εἰς τὸν προσ-
1582διορισμὸν τῶν περιφερειῶν τῶν διαφόρων ἀστυνομιῶν· κατὰ
1583τὸ ἄρθρον 3 δὲ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου συμμετέχει καὶ
1584οὗτος εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦτον. Ἐνῷ κατὰ τὸν ψη-
1585φισθέντα νόμον, οὗτινος προτείνεται ἡ κατάργησις, οἱ ἀστυ-
1586νόμοι πάντες ὑπήγοντο εἰς τὰ πολιτικὰ δικαστήρια διὰ
1587πᾶσαν ἀξιόποινον πρᾶξιν, διὰ τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ νομοσχε-
1588δίου ἀφαιροῦνται τῆς δικαιοδοσίας τῶν δικαστηρίων τού-
1589των οὐ μόνον τὰ καθαρῶς στρατιωτικὰ πλημμελήματα
1590καὶ κακουργήματα, ἀλλὰ καὶ ἀξιόποινοι πράξεις, ἔχουσαι
1591καθαρῶς πολιτικὸν χαρακτῆρα, ὡς π. χ. αἱ τοῦ ἄρθρου
1592252 § δʹ τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας, αἱ ἀφο-
1593ρῶσαι εἰς τὴν συμμετοχὴν εἰς ἐπιχειρήσεις, ὧν ὁ ἀστυνό-
1594μος ἔχει τὴν διαχείρισιν ἢ τὴν ἐπιτήρησιν, καὶ αἱ τοῦ
1595ἄρθρου 254 § βʹ, αἱ ἀφορῶσαι εἰς ἄμεσον ἢ ἔμμεσον δια-
1596νομὴν κρεάτων καὶ οὐσιῶν ἐφθαρμένων ἢ μεμολυσμένων.
1597Δὲν εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, δυνατὸς ὁ συμβιβασμὸς τῆς
1598ἐπιτυχοῦς λειτουργίας δημοτικῆς ἀστυνομίας μὲ τὴν μέχρι
1599τραχύτητος αὐστηρὰν ἐνέργειαν τῆς στρατιωτικῆς ἐξου-
1600σίας. Ἡ τάσις δὲ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπιτύχῃ τὸν
1601συμβιβασμὸν τῶν δύο τούτων διαφόρου φύσεως ἐξουσιῶν
1602διὰ τῆς ἐπὶ τὸ στρατιωτικώτερον διαμορφώσεως τοῦ συζη-
1603τουμένου νομοθετήματος, κατέληξεν εἰς τὴν παραδοχὴν –
1604διατάξεων ἀντιφατικῶν καὶ σχεδὸν τραγελαφικῶν. Κατὰ
1605τὰ ἄρθρα 5 καὶ 6, οἱ ἀστυνόμοι τῶν μικρῶν δήμων, οἵτι-
1606νες κατὰ τὸ ἄρθρον 2 διορίζονται ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ
1607Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν μὲν ὦσιν ἀρχαιότεροι ἢ
1608ἀνώτεροι κατὰ βαθμὸν τοῦ οἰκείου μοιράρχου, ὑπάγονται
1609ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς χωροφυλακῆς, ἂν δὲ ὦσι
1610κατωτέρου βαθμοῦ ἢ νεώτεροι τοῦ μοιράρχου, ὑπάγονται
1611εἰς τὰς διαταγὰς αὐτοῦ. Τί δὲ θέλει προκύψει ἐκ τούτου;
1612Ὅτι ὁ αὐτὸς ἀστυνόμος θέλει ὑπάγεσθαι ὁτὲ μὲν εἰς τὰς
1613διαταγὰς τῆς οἰκείας Μοιραρχίας, ἄλλοτε δὲ εἰς τὰς δια-
1614ταγὰς τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, κατὰ λόγον τοῦ
1615βαθμοῦ καὶ τῆς ἀρχαιότητος τοῦ διευθύνοντος τὴν Μοι-
1616ραρχίαν ταύτην. Θὰ ἔχωμεν δὲ τοιουτοτρόπως ἐργασίας,
1617ὧν ἡ διεξαγωγὴ θὰ ἄρχηται ὑπὸ τῆς Μοιραρχίας καὶ θὰ
1618περαιῶται ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς καὶ
1619τἀνάπαλιν. Ἡ τοιαύτη δὲ διεξαγωγὴ ἀστυνομικῶν ἐργα-
1620σιῶν θέλει παρεμποδίσει βεβαίως τὴν ταχεῖαν αὐτῶν πε-
1621ραίωσιν καὶ παρουσιάσει πολυειδεῖς δυσκολίας. Ἐνῷ κατὰ
1622τὸ ἄρθρον 9 ἡ ἀστυφυλακὴ χαρακτηρίζεται ὡς σῶμα στρα-
1623τιωτικὸν, ὀφεῖλον φυσικῶς νὰ ὑπαχθῇ εἰς τακτικὸν ὀργα-
1624νισμὸν, ὁρίζοντα τὸν σχηματισμὸν καὶ τὴν λειτουργίαν
1625αὐτοῦ, τοὺς ὅρους τῆς προαγωγῆς, τὰς ποινὰς καὶ τὰς
1626ἀμοιβὰς τῶν ἀποτελούντων αὐτὸ κτλ., αἱ διατάξεις τῶν
1627ἄρθρων 17 καὶ 18 τοῦ νομοσχεδίου μεταβάλλουσιν αὐτὴν
1628εἰς σῶμα ἀνάλογον πρὸς τοὺς ἀρχαίους Ἑλβετούς. Κατὰ
1629τὰς διατάξεις ταύτας ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς θὰ ἔχῃ
1630τὴν ἐξουσίαν, ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ ἀστυνόμου καὶ τῇ γνω-
1631μοδοτήσει ἑνὸς ἐπιθεωρητοῦ, νὰ μεταθέτῃ πάντα ἀστυφύ-
1632λακα, νὰ παύῃ, καὶ νὰ προβιβάζῃ αὐτόν. Ἡ ἀστυφυλακὴ
1633μεταβάλλεται τοιουτοτρόπως εἰς σῶμα ὑποκείμενον εἰς τὴν
1634ἀπόλυτον διάθεσιν καὶ ἐξουσίαν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωρο-
1635φυλακῆς. Κατὰ τὰ ἄρθρα 9 καὶ 15 σχηματίζεται σῶμα
1636ἀστυφυλακῆς, καὶ ὁρίζεται ἡ βαθμολογία τῶν μελῶν αὐ-
1637τοῦ, οὐδὲν ὅμως ὁρίζεται περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀστυφυλά-
1638κων, οἵτινες θ’ ἀποτελέσωσι τὸ σῶμα τοῦτο. Μένει δὲ εἰς
1639τὴν θέλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ ὁρίζῃ διὰ τοῦ προϋπολο-
1640γισμοῦ τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν, ἄνευ περιορισμοῦ τινος μήτε εἰς
1641τὸν ἀνώτατον μήτε εἰς τὸν κατώτατον ὅρον. Ἐνῷ οἱ ἀστυ-
1642νόμοι εἰς μὲν τοὺς μεγάλους δήμους διορίζονται ἀπὸ κοι-
1643νοῦ τῇ προτάσει τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν
1644Στρατιωτικῶν, ἐν δὲ τοῖς μικροῖς παρὰ μόνου τοῦ Ὑπουρ-
1645γοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, κατὰ τὸ ἄρθρον 34 πάντες οὗτοι
1646μετατίθενται ἢ ἀπαλλάσσονται τῶν καθηκόντων αὐτῶν
1647τῇ προτάσει μόνον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐκ
1648τῶν ἀντιφάσεων τούτων δύναται νὰ ἐννοήσῃ ἡ Βουλὴ τὰς
1649ὑφισταμένας δυσκολίας πρὸς συμβιβασμὸν τῶν ἀσυμβι-
1650βάστων.
1651Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβιβάσωμεν τὴν ἀπόλαυσιν
1652δημοτικῶν ἐλευθεριῶν καὶ τὴν δι’ αὐτῶν ὁμαλὴν ἐξοικείω-
1653σιν τοῦ ἔθνους εἰς τὴν ἀπόλαυσιν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν μὲ
1654τὴν στρατιωτικὴν ἐκτέλεσιν τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας. Ἐκ
1655τῆς φύσεως αὐτῆς τῶν πραγμάτων, ἡ ἀστυνομία αὕτη
1656ὀλίγον κατ’ ὀλίγον θὰ λάβῃ καθαρῶς στρατιωτικὸν χαρα-
1657κτῆρα καὶ θὰ μεταβληθῇ εἰς στρατοκρατίαν. Δὲν νομίζω,
1658Κύριοι, ὅτι τοῦτο πράττοντες ἐξυπηρετοῦμεν τὰ συμφέ-
1659ροντα τοῦ τόπου ἡμῶν. Ἀπ’ ἐναντίας πιστεύω, ὅτι ἐπιμέ-
1660νοντες εἰς τὸ πείραμα τῆς ἐφαρμογῆς νομοθετήματος, θέ-
1661λοντος νὰ συμβιβάσῃ τὰ ἀσυμβίβαστα, βλάπτομεν καὶ
1662τὴν διοίκησιν τῆς χώρας καὶ τὴν στρατιωτικὴν αὐτῆς
1663παρασκευήν. Ἄν θέλωμεν νὰ διατηρήσωμεν τὰς πολιτι-
1664κὰς ἡμῶν ἐλευθερίας, ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία δὲν θὰ
1665δυνηθῇ νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἐὰν δὲ ἐφαρμοσθῇ, τὰ ἀποτελέσμα-
1666τα τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς θὰ μᾶς ἐξαναγκάσωσι ταχέως νὰ
1667τὴν καταργήσωμεν. Τὴν βελτίωσιν τῆς δημοσίας τάξεως
1668δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιτύχωμεν, δαπανῶντες μόνον τὰ
1669ποσὰ, ἅτινα πράγματι δύνανται νὰ εἰσφέρωσιν οἱ δῆμοι.
1670Ὀφείλομεν νὰ προβῶμεν εἰς μεγαλειτέρας δαπάνας. Νο-
1671μίζω ὅμως, ὅτι μήτε εἰς ἀνωτέρας δαπάνας ἐπιτρέπουσι
1672σήμερον τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους νὰ προβῶμεν, μήτε
1673τὴν ἐφαρμογὴν τῆς στρατοκρατίας ἐπιτρέπει τὸ πολί-
1674τευμα καὶ ἡ ἰδιοφυΐα τῆς χώρας. Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμ-
1675βάνω, δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν ζητοῦντες νὰ ἐφαρμόσω-
1676μεν νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον, τοιαῦτα περιέχον ἐλαττώματα,
1677ἀποβαίνει ἐκ τῆς φύσεως αὐτοῦ ἀνεφάρμοστον. Ἐπιμένον-
1678νες εἰς τοῦτο, βλάπτομεν τὸν τόπον καὶ καταναλίσκομεν
1679τὸν καιρὸν εἰς ἀτυχῆ πειράματα, ἀντὶ νὰ χρησιμοποιήσω-
1680μεν αὐτὸν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν λειτουργουσῶν δημοτικῶν
1681ἀστυνομιῶν. Αἱ ἀστυνομίαι αὗται βεβαίως παρουσιάζουσι
1682σπουδαίας ἐλλείψεις, ἀλλὰ ταύτας δὲν πρέπει νὰ ἀποδώ-
1683σωμεν εἰς τοὺς δημοτικοὺς θεσμοὺς καὶ τὰς δημοτικὰς
1684ἀρχὰς καὶ νὰ θελήσωμεν νὰ καταῤῥίψωμεν ταύτας. Αἱ
1685ἐλλείψεις αὗται κυρίως προέρχονται ἐκ τῶν ἀτελειῶν καὶ
1686τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς καθοδηγήσεως τῶν
1687ἀστυνομιῶν τούτων παρὰ τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας. Ἄν ἡ
1688κεντρικὴ ἐξουσία, ἥτις κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν δι-
1689καιοῦται καὶ ὀφείλει νὰ καθοδηγῇ καὶ ἐξελέγχῃ τὴν πο-
1690ρείαν τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν, πράξῃ τοῦτο διὰ καταλ-
1691λήλου τρόπου, θὰ ἔχωμεν βεβαίως βελτίωσιν θετικὴν καὶ
1692σπουδαίαν τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν καὶ τῆς δημοσίας
1693τάξεως. Ἄν μορφώσωμεν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον τὸ προ-
1694σωπικὸν, τὸ ὁποῖον προσδιορίζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου
1695εἰς τὴν διεύθυνσιν καὶ τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν διοικητικῶν
1696ἀστυνομιῶν, θὰ κατορθώσωμεν, χωρὶς νὰ μεταβάλωμεν τὸν
1697χαρακτῆρα τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν, διὰ τῆς καθοδη-
1698γήσεως τῆς ἐπιθεωρήσεως καὶ τοῦ ἐλέγχου αὐτῶν νὰ ἐπι-
1699τύχωμεν ἀστυνομίαν καὶ δημοσίαν τάξιν πολὺ καλλιτέ-
1700ραν ἐκείνης, ἣν ὑπόσχεται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συζητουμένου
1701νομοθετήματος. Οὐδεὶς δῆμος ὑπάρχει, μὴ ἔχων συμφέρον
1702καὶ μὴ ἐπιθυμῶν, ὅπως ἐντὸς τῶν ὁρίων αὐτοῦ ἐπικρατῇ
1703τάξις καὶ ἀσφάλεια. Γνωστοὶ δ’ εἰσὶν οἱ λόγοι οἱ παρεμ-
1704ποδίζοντες τὴν πραγματοποίησιν τῆς τοιαύτης ἐπιθυμίας
1705πάντων τῶν δήμων. Οἱ λόγοι οὗτοί εἰσιν ἀφ’ ἑνὸς ὁ φα-
1706τριασμὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἔλλειψις τῆς καθοδηγήσεως καὶ
1707τοῦ ἐλέγχου τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας. Τὸ τελευταῖον τοῦτο
1708ἐμπόδιον δυνάμεθα νὰ ἄρωμεν, νομοθετοῦντες τὴν βελτίω-
1709σιν καὶ ἐνίσχυσιν τοῦ ἐλέγχου τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν
1710παρὰ τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας. Τὸ πρῶτον δ’ ἐμπόδιον δὲν
1711δυνάμεθα βεβαίως νομοθετικῶς νὰ ἄρωμεν. Θὰ ἐκλείψῃ
1712τοῦτο καὶ ἐκ τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν, καὶ ἐκ τῶν ἄλ-
1713λων ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους, ὅταν, ἐκ τῶν ἀναγκῶν τῆς
1714πατρίδος ἡμῶν πιεζόμενοι, ἐμφορηθῶμεν ἐκ γενικωτέρων
1715ἰδεῶν καὶ συμφερόντων. Εἰς τοῦτο δὲ βεβαίως δὲν θὰ συν-
1716τελέσῃ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συζητουμένου νομοθετήματος. Θὰ
1717συντελέσῃ δὲ μόνον εἰς τὴν πολιτικὴν ὀπισθοδρόμησιν τῆς
1718χώρας καὶ εἰς τὴν ἀπώλειαν χρόνου, ὅστις, χρησιμοποιού-
1719μενος εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν, ἤθελε
1720συντελέσει καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν μόρφωσιν τοῦ λαοῦ καὶ
1721εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς δημοσίας τάξεως.
1722§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομο-
1723σχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ
1724περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
1725(Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρ-
1726θρον 1 τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
1727§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
1728§84ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
1729Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐξηγήσῃ, διατὶ ὡς πρὸς
1730τοὺς λοιποὺς δήμους εἰς τὸν διορισμὸν τῶν ἀστυνόμων δὲν
1731συμπράττει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Κατὰ τὴν
1732πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 2, ἐν τοῖς δήμοις, ὧν ἡ
1733πρωτεύουσα εἶναι ἕδρα νομοῦ κτλ., τὰ καθήκοντα τῶν
1734δημάρχων καὶ δημοτικῶν ἀστυνόμων ἐκτελοῦσιν ἀξιωμα-
1735τικοὶ τῶν διαφόρων σωμάτων τοῦ στρατοῦ, ἀποσπώμενοι
1736εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν καὶ διοριζόμενοι ἀστυ-
1737νόμοι διὰ βασιλικοῦ διατάγματος. Τὸ βασιλικὸν διά-
1738ταγμα περὶ διορισμοῦ ἀστυνόμων προκαλεῖται ἀπὸ τὸν
1739Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν
1740Στρατιωτικῶν, ἐν τοῖς λοιποῖς δὲ δήμοις, περὶ τῶν ὁποίων
1741δὲν εἶχε προβλέψει ὁ προηγούμενος νόμος, καθόσον γενι-
1742κῶς ἀνέθετε τὴν ἀστυνομίαν εἰς τὴν χωροφυλακὴν, σήμε-
1743ρον διορίζονται ἐπίσης ἀστυνόμοι εἴτε ἐκ τῶν βαθμοφόρων
1744τῆς χωροφυλακῆς, εἴτε ἐκ τῶν βαθμοφόρων τοῦ στρατοῦ,
1745ἀλλὰ παρατηρῶ διαφορὰν ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν τῶν
1746ἀστυνόμων τούτων, διότι οὗτοι διορίζονται ἀπ’ εὐθείας
1747ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν διὰ βασιλικοῦ
1748διατάγματος παρ’ αὐτοῦ προκαλουμένου. Παρακαλῶ τὸν
1749κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐξηγήσῃ τὴν διαφορὰν
1750ταύτην.
1751§85ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ
1752λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον οἱ ἀστυνόμοι τῆς βʹ κατηγορίας
1753διορίζονται τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτι-
1754κῶν, εἶναι, ὅτι αὐτοὶ εἶναι ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς,
1755ἐκτελοῦντες ἤδη ἐν μέρει καθήκοντα ἀστυνομικά. Ἐπειδὴ
1756ὅμως, ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, εἶδον
1757ὅτι παρηρμηνεύθη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 καὶ ὅτι ἐθεω-
1758ρήθη αὕτη ὡς ἐνέχουσα σκοπὸν, ἵνα διαμορφώσωμεν ἐπὶ τὸ
1759στρατιωτικώτερον τὴν ἀστυνομίαν, δὲν ἔχω κἀμμίαν δυσκο-
1760λίαν νὰ παραδεχθῶ τὴν προσθήκην εἰς τὴν βʹ §, ὅπως καὶ
1761οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ
1762ἐκτελέσωσιν ἀστυνομικὰ καθήκοντα ἐν τοῖς λοιποῖς δήμοις,
1763δηλ. ἐν τοῖς δήμοις, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἔχωσιν ἀστυφυλακὴν,
1764ὅπως καὶ αὐτοὶ διορίζωνται τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ
1765τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τοιου-
1766τοτρόπως θὰ ἐκλείψῃ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς διατάξεως τῆς
1767αʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου καὶ τῆς διατάξεως τῆς βʹ παρα-
1768γράφου.
1769§86ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ
1770κ. Ὑπουργὸς νὰ δώσῃ καὶ μίαν ἄλλην διασάφησιν εἰς τὸ
1771βʹ ἐδάφιον. Εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ πρόκειται περὶ διορισμοῦ
1772ἀστυνόμου, εἰς δὲ τὸ βʹ ἐδάφιον λέγει, ὅτι «ἐν τοῖς λοιποῖς
1773δήμοις τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα ἐκτελοῦνται κατὰ τὰ
1774κανονισθησόμενα διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων». Ἐρωτῶ,
1775τί εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ κανονισθῇ διὰ βασιλικοῦ δια-
1776τάγματος; Ὁ τρόπος τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἀστυνομικῶν
1777καθηκόντων;
1778§87ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὄχι.
1779Ἦτο ἀνάγκη, ἵνα περιληφθῇ ἡ φράσις αὕτη, διότι, ὡς
1780παρατηρεῖτε, οἱ ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ ἀναφερόμενοι
1781ἀστυνόμοι ἀκριβῶς πρόκειται νὰ ἐκτελέσωσι καὶ καθήκοντα
1782χωροφυλακῆς· διότι σᾶς λέγει, ὅτι ἐν τοῖς λοιποῖς δήμοις
1783τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα ἐκτελοῦνται ὑπὸ τῆς χωροφυλα-
1784κῆς, διοριζομένων ἀστυνόμων τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωρο-
1785φυλακῆς. Οἱ ἴδιοι λοιπὸν ἀξιωματικοὶ πρόκειται νὰ ἐκτε-
1786λέσωσι καὶ τὰ καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς. Εἶναι ἀνάγκη,
1787ἵνα διὰ διαταγμάτων κανονισθῶσιν αἱ σχέσεις, αἱ ὁποῖαι
1788θὰ ὑπάρχωσιν ὡς πρὸς ταῦτα τὰ καθήκοντα, διότι οἱ τῆς
1789πρώτης παραγράφου ἀποκλειστικῶς εἶναι ἀστυνόμοι, οἱ
1790τῆς δευτέρας παραγράφου εἶναι ἀστυνόμοι, ἔχουσιν ὅμως
1791καὶ τὰ καθήκοντα τ’ ἀνατιθέμενα σήμερον εἰς τὴν χωροφυ-
1792λακήν. Ὥστε πρόκειται αἱ σχέσεις αὗται νὰ κανονισθῶσι,
1793καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον εἶναι ἀναγκαῖα τὰ βα-
1794σιλικὰ διατάγματα.
1795§88ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν
1796σχέσεων αὐτῶν ἤκουσα τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης ἀνα-
1797φέροντα ῥητὰ ἄρθρα, κανονίζοντα πότε ὁ ἀξιωματικὸς
1798ὑπάγεται εἰς τὴν ἀστυνομίαν καὶ πότε εἰς τὴν χωροφυ-
1799λακήν.
1800§89ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ἄλλα ζητήματα, τὸ ζήτημα τῶν
1801ἑδρῶν π. χ. Πρόκειται νὰ ὁρισθῇ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν.
1802§90ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ ὅλων τῶν ἄλλων, τὰ
1803ὁποῖα λέγετε, ὑπάρχει πρόνοια ἐν τῷ νόμῳ.
1804§91ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἰς ἕκαστον δῆμον δὲν θὰ ὑπάρχῃ εἷς
1805ἀξιωματικός;
1806§92ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ περὶ τούτου κάμνει
1807λόγον.
1808§93ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑπάρχουσι πλεῖστα ζητήματα, ἀναγό-
1809μενα εἰς τὴν διπλῆν ταύτην ὑπηρεσίαν τὴν ὁποίαν θὰ
1810ἐκτελῶσιν οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, τὰ ὁποῖα
1811ζητήματα πρόκειται διὰ βασιλικοῦ διατάγματος νὰ κα-
1812νονισθῶσιν. Ἰδοὺ ὁ λόγος τῆς προσθήκης ταύτης.
1813§94ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, ὁσάκις πρό-
1814κηται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ν’ ἀναθέσῃ εἰς τὴν ἐκτελεστι-
1815κὴν τὴν διὰ διαταγμάτων ῥύθμισιν ἀντικειμένων, φρονῶ
1816ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι πολὺ φειδωλὴ καὶ νὰ ὁρίζῃ ἀκριβῶς
1817τὴν ἔκτασιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον παρέχει. Ὅπως
1818ὑμεῖς τώρα λέγετε, ὁ ἴδιος δὲν εἶσθε εἰς θέσιν νὰ διατυπώ-
1819σητε ἀκριβῶς, τί θέλετε νὰ παραχωρήσητε εἰς αὐτούς. Θὰ
1820σᾶς παρακαλέσω νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν παρατήρησίν
1821μου ταύτην, καὶ ἂν νομίζητε, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη διορθώ-
1822σεως τοῦ νόμου, νὰ λάβητε πρόνοιαν.
1823§95ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι διὰ τῆς
1824παρενθέσεως «κατὰ τὰ κανονισθησόμενα διὰ Β. Διαταγμά-
1825των τῇ προτάσει τῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιω-
1826τικῶν Ὑπουργῶν ἐκδιδομένων» οὐδὲν ἕτερον ἐγένετο ἢ νὰ
1827ἐπαναληφθῇ ἐκεῖνο, περὶ οὗ προβλέπει τὸ ἄρθρον 3, ὅτι
1828δύνανται νὰ ὑπαχθῶσι πλείονες τοῦ ἑνὸς δήμου ὑπὸ ἕνα καὶ
1829τὸν αὐτὸν ἀστυνόμον.
1830§96ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ εἶπον καὶ αὐτὸ εἰς τὴν ἀπάντη-
1831σίν μου.
1832§97ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι προ-
1833βλέπεται τοῦτο.
1834§98ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκω ἐν τῇ
1835νέᾳ συντάξει τοῦ ἄρθρου, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρετή-
1836ρησα ὡς πρὸς τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχῃ
1837τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπὶ τοῦ στρατοῦ, παρετήρησα δὲ
1838τοῦτο – καὶ ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ πρώτου νομοσχεδίου.
1839Βλέπω σήμερον, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν θὰ ληφθῶσι μόνον
1840διὰ τοὺς δήμους ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἡ πρωτεύουσα εἶναι
1841ἕδρα νομοῦ, ἢ ἔχει πληθυσμὸν μείζονα τῶν 5,000 κατοί-
1842κων, ἀλλὰ διὰ πάντας τοὺς δήμους. Ἐν ᾧ δὲ κατὰ τὸν
1843ἀρχικὸν νόμον, τὸν ἤδη καταργούμενον, εἴχομεν ἀνάγκην
1844προσωπικοῦ 36 ἀξιωματικῶν διὰ τοὺς 36 τούτους δήμους,
1845σήμερον θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην βαθμοφόρων ἰσαρίθμων πρὸς
1846τοὺς πλείστους τοὐλάχιστον τῶν ὑφισταμένων δήμων. Οὕτω
1847τὰ στελέχη τοῦ στρατοῦ, τὰ ὁποῖα μόλις παρεδέχετο
1848προχθὲς ὡς ἐπαρκῆ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διὰ
1849τὰς ἀνάγκας τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, σήμερον παραλύονται
1850ἐντελῶς, διότι ἀναγκαίως ὅλοι οἱ βαθμοφόροι οὗτοι πρέπει
1851νὰ θεωρηθῶσιν ὡς καταργούμενοι διὰ τὸν στρατὸν, θὰ ἔχω-
1852μεν δὲ νέα κενὰ, τὰ ὁποῖα ὑποθέτω ὅτι μετ’ ὀλίγον θ’ ἀνα-
1853πληρωθῶσι διὰ προβιβασμῶν. Τοῦτο τὸ ἄτοπον εὑρίσκω
1854εἰς τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ἄρθρου 2, δι’ οὗ τροποποιεῖται τὸ
1855ἀντίστοιχον ἄρθρον τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου.
1856§99ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Νο-
1857μίζω ὅτι ἡ μεταῤῥύθμισις, ἡ ὁποία ἐγένετο ὡς πρὸς τοῦτο,
1858ἀποτελεῖ ἀπ’ ἐναντίας ἐγγύησιν περὶ καλῆς ἀστυνομίας,
1859διότι διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2 βλέπετε ὅτι ἀξιω-
1860ματικοὶ θὰ ἦναι οἱ διοριζόμενοι ἀστυνόμοι. Διὰ τῆς διατά-
1861ξεως τοῦ ἄρθρου τοῦ ψηφισθέντος νομοσχεδίου οὐδὲν ἐλέ-
1862γετο περὶ τούτου. Ἐνομίσαμεν ὅτι ὠφέλιμον εἶναι, ὅπως
1863ἀξιωματικοὶ ὦσιν ἀστυνόμοι. Βεβαίως διὰ τῆς διατάξεως
1864τοῦ ἄρθρου 3 θὰ σχηματισθῶσι περιφέρειαι, καὶ ἑπομένως
1865ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν ὁ ἀπαιτούμενος δὲν θὰ ἦναι
1866τόσον μέγας, ὅσον ὑποθέτει ὁ κ. Βουλευτής· ἀλλὰ καὶ
1867ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι θ’ ἀπαιτῆται εἷς ἀριθμὸς μεγαλεί-
1868τερος ἀξιωματικῶν. Παρατηρῶ ὅμως εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν,
1869ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι πρόκειται ν’ ἀποσπασθῶσιν εἰς
1870τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην καὶ ἑπομένως δὲν θὰ σχηματισθῶσι
1871κενά.
1872§100ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν χωροφυ-
1873λακήν.
1874§101ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα· ἀλλὰ δὲν θὰ ὑπάρχωσι κε-
1875ναὶ θέσεις, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ πληρωθῶσι.
1876§102ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ μοὶ
1877ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ τῷ δώσω τὴν ἀπάντησιν,
1878ἐπειδὴ ἀφορᾷ εἰς ἐμὲ ἡ παρατήρησίς του. Προκειμένου περὶ
1879στελεχῶν, εἶπον ὅτι τὰ στελέχη τοῦ στρατοῦ δὲν εἶναι πο-
1880λυτελῆ, ὅταν πρόκηται νὰ ἐπιστρατευθῇ τὸ στράτευμα,
1881καὶ δι’ αὐτὸ τοῦτο ἐλήφθη πρόνοια, ὥστε νὰ ἦναι ἐπαρκῆ
1882τὰ στελέχη, ἵνα περιλάβωσι τὸ στράτευμα ἐν καταστάσει
1883πολέμου· ἐν εἰρήνῃ ὅμως, ἐπειδὴ ἔχομεν τάγματα τοῦ πε-
1884ζικοῦ στελεχῶν, δυνάμεθα ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας νὰ
1885ἀποσπάσωμεν ἐκεῖθεν τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν ἀξιωματι-
1886κῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀστυνομίας καὶ ἐντεῦθεν νὰ
1887ἔχωμεν τὴν οἰκονομίαν τῆς ὑπηρεσίας ἄνευ βλάβης τῆς
1888στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας.
1889§103ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπὸ τῆς συζητήσεως τοῦ ὑφισταμένου νο-
1890μοθετήματος, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν μεταῤῥύθμισιν ἀποβλέπει
1891τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, παρετήρουν ἀκριβῶς ἐκεῖνο,
1892τὸ ὁποῖον σήμερον μοὶ ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρα-
1893τιωτικῶν, ὅτι εἰς 404 δήμους τοῦ Κράτους θὰ παραδοθῇ
1894εἰς χεῖρας τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῶν ἐνωμοταρχῶν ἡ ἀστυ-
1895νομία. Καὶ βεβαίως τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν, περι-
1896λαβὸν τὴν διάταξιν τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 2, βελτιοῖ
1897τὸ προσωπικὸν τὸ ἀστυνομικὸν, διότι πρόκειται ν’ ἀνα-
1898τεθῇ ἡ ἀστυνομία καὶ τῶν 404 δήμων εἰς ἀξιωματικοὺς,
1899ἀξιωματικοὺς μὲν τῆς χωροφυλακῆς, καθ’ ὅσον οὗτοι εἶναι
1900ἐπαρκεῖς, ἄλλως καὶ εἰς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ. Δὲν
1901ὁρίζεται ὅμως, ποῖος θὰ εἶναι ὁ βαθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν·
1902φθάνομεν μέχρι τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ· ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ὑπὸ
1903τὴν ἔποψιν τῆς ἀστυνομίας ὑπάρχει βελτίωσις. Ἀλλ’ ἐγὼ
1904ἀποβλέπω εἰς τὰ κενὰ, τὰ ὁποῖα ἡ λειτουργία τοῦ νομο-
1905θετήματος, ὅπως σήμερον τροποποιεῖται, θ’ ἀφήσῃ εἰς τὰς
1906τάξεις τοῦ στρατοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν
1907εὐηρεστήθη νὰ καθησυχάσῃ τὴν Βουλὴν, λέγων ὅτι εἶναι
1908τοσοῦτον πολυτελῆ τὰ στελέχη, — ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ
1909ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν καὶ τὸ ὁποῖον ἐκεῖνος ἐπέκρινεν, —
1910ὥστε ὁ διορισμὸς ἂν ὄχι 404, ἀλλὰ τοὐλάχιστον τοῦ ἡμί-
1911σεως ἐξ αὐτῶν, 200 βαθμοφόρων ὡς ἀστυνόμων, — διότι
1912κατὰ τὸ ἥμισυ ὑποθέτω ὅτι θὰ ἔχωμεν ἀξιωματικοὺς ἀστυ-
1913νόμους, — ὁ διορισμὸς 200 βαθμοφόρων ὡς ἀστυνόμων οὐδὲ
1914κατ’ ἐλάχιστον θὰ βλάψῃ τὰ στελέχη· θὰ ὑφίστανται δὲ
1915ταῦτα ἀρκετὰ ἀκέραια, ὥστε νὰ δύνανται νὰ λειτουργήσωσι.
1916§104ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀληθῶς
1917εἶναι περίπου 200 αἱ περιφέρειαι, ἀλλ’ οἱ ἀστυνόμοι τού-
1918των δὲν θὰ ἦναι ὅλοι ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ.
1919§105ΡΑΛΛΗΣ. Τῶν διαφόρων ὅπλων.
1920§106ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Θὰ ἦναι καὶ τῆς χωροφυλακῆς.
1921§107ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πόσοι θὰ ἦναι τοῦ πεζικοῦ;
1922§108ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τῆς χωροφυλακῆς ὑπολογίζομεν περί-
1923που 80. Ἑπομένως ἐὰν παραδεχθῶμεν 200 τοὺς στρατιω-
1924τικοὺς ἀστυνόμους, θὰ ἔχωμεν 120 ἀξιωματικοὺς τῶν ἄλ-
1925λων ὅπλων.
1926§109ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔχητε 200 περιφερείας
1927ἀλλ’ ὄχι 200 ἀστυνόμους. Ἀστυνόμους θὰ ἔχητε πολὺ πε-
1928ρισσοτέρους. Ὑπάρχουσι δῆμοι, εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ἔχητε
1929καὶ τρεῖς καὶ πέντε.
1930§110ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ἀστυνομίας τῆς
1931παραγράφου βʹ τοῦ ἄρθρου 2.
1932§111ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ συνόλῳ λέγω.
1933§112ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἀστυ-
1934νομίας τῆς παραγράφου βʹ, ἤτοι τῆς ἀστυνομίας, ἣν θὰ
1935ἐκτελῇ ἡ χωροφυλακή.
1936§113ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν συνόλῳ πόσοι θὰ ἦναι οἱ ἀξιωμα-
1937τικοί;
1938§114ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐν συνόλῳ μετὰ τῆς χωροφυλακῆς διὰ
1939τὴν ἀστυφυλακὴν καὶ τὴν ἀστυνομίαν τῆς χωροφυλακῆς
1940θὰ ἔχωμεν περὶ τοὺς 270 ἀξιωματικοὺς καὶ ἀνθυπασπιστάς.
1941§115ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλ’ εἰς αὐτοὺς πρέπει νὰ προστεθῶσι καὶ
1942οἱ ἀναγκαῖοι διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ ἑτέρου νομοθετήμα-
1943τος περὶ δασῶν.
1944§116ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Διὰ τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν ὡρίσθησαν
194520 ἀξιωματικοί.
1946§117ΡΑΛΛΗΣ. Ὥστε ἔχομεν 290 ἀξιωματικούς, ἵνα λει-
1947τουργήσωσι τὰ δύο νομοσχέδια αὐτά, τὸ περὶ δασῶν καὶ
1948τὸ περὶ ἀστυνομίας.
1949§118ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μόνον ἐκ τοῦ σώματος τῆς χωροφυλα-
1950κῆς θὰ διατεθῶσι περὶ τοὺς 90 ἢ 100 ἀξιωματικοί.
1951§119ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὅλη ἡ χωροφυλακὴ θὰ διατεθῇ.
1952§120ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὥστε ἡ χωροφυλακὴ δὲν θὰ ἐργάζηται
1953πλέον ὡς αὐτοτελὲς σῶμα χάριν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας.
1954§121ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Θὰ ὑφίσταται σῶμα τῆς χωροφυλακῆς,
1955ὡς καὶ νῦν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκτελῇ ἀμφοτέρας τὰς ὑπηρεσίας,
1956καὶ τὴν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τὴν ἀστυνομικὴν,
1957πλὴν τῶν μεγάλων δήμων, ἔνθα θὰ ἦναι ἡ ἀστυφυλακή.
1958§122ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἀρκεῖ ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιδιω-
1959κομένη ἀνατροπὴ τοῦ δημοτικοῦ ἡμῶν θεσμοῦ καὶ ὑπὸ ἔπο-
1960ψιν ἀστυνομικὴν, ἥτις παντοῦ καὶ πάντοτε ἐθεωρήθη συμ-
1961φυὴς αὐτῷ, καὶ ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικὴν, ἀφοῦ 50% ἐκ
1962τῶν ἐσόδων ἑκάστου δήμου διατίθενται ὑπὲρ τῆς δημοτι-
1963κῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ 25% ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυ-
1964νομίας, οὕτως ὥστε μὲ τὰ ὑπολειπόμενα 25% νὰ μὴ
1965ἔχῃ ὁ δῆμος πλέον λόγον οἰκονομικῆς ὑπάρξεως, ἀλλ’ ἐπι-
1966διώκεται καὶ ἡ παράλυσις τοῦ στρατοῦ. Ὅταν ἑκατοντά-
1967δες ἀξιωματικῶν ἀποσπῶνται ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ
1968καὶ ἀπομακρύνωνται οὕτω τοῦ κυρίου προορισμοῦ των ἐπὶ
1969ἔτη μακρὰ, προαγόμενοι μάλιστα ἐν τῷ νέῳ σταδίῳ αὐτῶν
1970εἰς ἀνώτερα ἀξιώματα, οἱ τοιοῦτοι ἀξιωματικοὶ καθίσταν-
1971ται πλέον ἄχρηστοι εἰς τὸ στράτευμα, ἐπανερχόμενοι δέ
1972ποτε εἰς τὰς τάξεις τούτου, θὰ καταστῶσιν ἐπιβλαβεῖς εἰς
1973αὐτό. Ἐνῷ λοιπὸν διὰ τῆς ἀποσπάσεως αὐτῶν εἰς τὴν
1974ἀστυνομίαν καθιεροῦται ἀληθὴς στρατοκρατία ἐν τῷ
1975κλάδῳ ἐκείνῳ τοῦ δημοσίου βίου, ὅστις ὅλως διάφορον μόρ-
1976φωσιν ἀπαιτεῖ ἐκείνης, ἣν κέκτηνται οἱ ἐξ ἐπαγγέλματος
1977στρατιωτικοί, ἐνῷ ἡ ἀστυνομία πρόκειται οὕτω νὰ προσ-
1978λάβῃ ὅλως τερατώδη χαρακτῆρα, ὁποῖον δὲν ἔχει ἐπι-
1979δείξει οὐδ’ ἡ ἀστυνομία τῶν μᾶλλον ἀπολυταρχικῶν καὶ
1980βαρβάρων Κρατῶν, ἀφ’ ἑτέρου εἰσάγονται διὰ τοῦ παρόν-
1981τος νομοσχεδίου τὰ σπέρματα τῆς διαλύσεως καὶ ἀποσυν-
1982θέσεως εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ.
1983§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρα-
1984καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
1985Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
1986(Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ
1987ἄρθρα 3 καὶ 4 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
1988§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
1989§125ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ συμβιβάσω τὴν διάταξιν
1990τοῦ ἄρθρου 5 μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 6, διότι κατὰ
1991τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 5, δύναται εἰς τὰς
1992συνιστωμένας ἀστυνομίας ν’ ἀνατεθῇ καὶ ἡ ἐκτέλεσις τῶν
1993καθηκόντων τῆς χωροφυλακῆς, τὸ δὲ ἄρθρον 6 ἀπαγορεύει
1994εἰς τὸν διοικητὴν τῆς Μοιραρχίας, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν
1995ὁ ἀστυνόμος δὲν εἶναι νεώτερος αὐτοῦ, ν’ ἀναμιγνύηται εἰς
1996τὰ τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας. Ἐν τούτοις ἡ δευτέρα παρά-
1997γραφος τοῦ ἄρθρου 5 τὸν διευθυντὴν τῆς Μοιραρχίας τὸν
1998καθιστᾷ πάντοτε προϊστάμενον τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς,
1999διότι λέγει «αἱ ἀστυνομίαι αὗται ὑπάγονται ὡς πρὸς τὰ
2000καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ οἰκείου
2001διοικητοῦ τῆς Μοιραρχίας κατὰ τὰ ὁρισθησόμενα διὰ Β.
2002Διαταγμάτων κλπ». Διὰ τὰ καθήκοντα λοιπὸν τῆς χω-
2003ροφυλακῆς θὰ ἔχωμεν δύο σώματα, θὰ ἔχωμεν τὴν ἀστυνο-
2004μίαν, θὰ ἔχωμεν καὶ τὴν χωροφυλακήν, θὰ δύνανται δὲ νὰ
2005ἐκτελῶσι τὰ καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς οἱ ἀστυφύλα-
2006κες, οἱ ὁποῖοι θὰ εὑρίσκωνται οὕτως ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ
2007μοιράρχου. Ἀλλὰ τίνας ἐγγυήσεις ἔχετε, ὅταν πρόκηται
2008περὶ ἀστυφυλάκων, οἱ ὁποῖοι προσλαμβάνονται ὅπως προσ-
2009λαμβάνονται δυνάμει τοῦ νομοσχεδίου, τίνας ἐγγυήσεις
2010ἔχετε, ὅτι οὗτοι δύνανται νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ καθήκοντα
2011τῆς χωροφυλακῆς; Δὲν βλέπω, ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνατε-
2012θῶσι τὰ καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς εἰς τοὺς ἀστυφύ-
2013λακας.
2014§126ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Αἱ
2015ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν Μοιραρχίαι θέλουσιν ἐκ-
2016τελεῖ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς διὰ τῶν παρ’ αὐ-
2017ταῖς ἀνδρῶν τῆς χωροφυλακῆς· ἀλλ’ ὅταν ὁ ἀριθμὸς τῶν
2018χωροφυλάκων δὲν ᾖναι ἐπαρκὴς πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὑπη-
2019ρεσίας ταύτης, τότε δύνανται ν’ ἀνατεθῶσι τὰ καθήκοντα
2020τῆς χωροφυλακῆς εἰς τὴν ἀστυφυλακήν, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι
2021ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἀστυφυλακὴ θὰ ὑπάγηται εἰς τὰς
2022διαταγὰς τῆς Μοιραρχίας καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν
2023τῶν καθηκόντων τῆς χωροφυλακῆς. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὸ
2024ἄρθρον 6, ὅταν τουτέστιν ἡ χωροφυλακὴ ἐξασκῇ τὴν ἀνω-
2025τέραν ἐποπτείαν, οὐδεμίαν αὕτη θὰ ἔχῃ συμμετοχὴν εἰς
2026τὰ τῆς ἀστυνομίας, δηλαδὴ ὁ μοίραρχος δὲν δύναται νὰ
2027προσκαλέσῃ τὸν ἀστυνόμον ἀξιωματικὸν τῆς χωροφυλακῆς
2028νὰ ἐκδώσῃ τὴν δεῖνα ἢ τὴν δεῖνα ἀστυνομικὴν διάταξιν,
2029δὲν ἀναμιγνύεται ποσῶς εἰς τὰ καθήκοντα τῆς ἀστυνο-
2030μίας, ἐποπτεύει μόνον τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος
2031τῆς ἀστυνομίας, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐπεμβαίνει εἰς τὰ ἀστυνο-
2032μικὰ αὐτῆς καθήκοντα.
2033§127ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τραγελαφικὰ εἶναι αὐτά!
2034§128ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2035§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει,
2036παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισ-
2037σότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
2038Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
2039§130ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς
2040εἶπεν, ὅτι ἡ χωροφυλακὴ αὐτὴ ἀναλαμβάνει τὰ ἀστυνο-
2041μικὰ καθήκοντα, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔχομεν ἀνάγκην πολ-
2042λῶν νέων ἀστυνόμων. Γίνεται λόγος ἐνταῦθα περὶ μοι-
2043ραρχιῶν· αἱ ὑπομοιραρχίαι θὰ παραμένωσι καὶ ἐν τῷ μέλ-
2044λοντι ὅπως ἔχουσι μέχρι τοῦδε, ἢ θ’ ἀντικατασταθῶσιν
2045ὑπὸ τῶν ἀστυνόμων;
2046§131ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Αἱ ὑπο-
2047μοιραρχίαι βεβαίως δὲν θὰ ὑφίστανται, διότι αἱ ἀστυνομίαι
2048θ’ ἀναπληρῶσι τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς κατ’ ἐπαρ-
2049χίας· ἀντὶ νὰ ἔχωμεν ὑπομοιραρχίας, θὰ ἔχωμεν τὰς ἀστυ-
2050νομικὰς περιφερείας.
2051§132ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αἱ ἀστυνομικαὶ περιφέρειαι θὰ ἦναι ὄχι
2052κατ’ ἐπαρχίας, ἀλλὰ κατὰ δῆμον, καὶ θὰ ὑπόκηνται ἀπ’ εὐ-
2053θείας εἰς τὴν μοιραρχίαν τὴν κεντρικήν.
2054§133ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Βεβαίως.
2055§134ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζετε ὅτι θὰ ἐπαρκῇ ἡ κεντρικὴ
2056μοιραρχία δι’ ὅλον τὸν νομόν;
2057§135ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα.
2058(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀνα-
2059γινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7 ἄνευ
2060ἀντιῤῥήσεως).
2061§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
2062§137ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἀντίφασις μεταξὺ
2063τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ τοῦ ἄρθρου 2. Τὸ ἄρθρον 2 ἀναφέ-
2064ρει, ὅτι ἀποσπῶνται ἀξιωματικοὶ μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ
2065ταγματάρχου· ἐνταῦθα ὁρίζεται ἐπιμίσθιον δι’ ἀντισυνταγ-
2066ματάρχην. Πῶς συμβιβάζεται τοῦτο;
2067§138ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
2068Ὑπάρχουν τρεῖς ἐπιθεωρηταί, οἵτινες, ἀντὶ νὰ λαμβάνωσιν
2069ἔξοδα ὁδοιπορικὰ κατὰ τὰς ἐπιθεωρήσεις, θ’ ἀπολαμβάνωσι
2070τὴν ἀντιμισθίαν ταύτην.
2071§139ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ἀστυνόμων·
2072ὁ ἐπιθεωρητὴς δὲν εἶναι ἀστυνόμος;
2073§140ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχομεν ἐν Ἀθήναις διοικητὴν Ἀστυνο-
2074μίας ἀντισυνταγματάρχην.
2075§141ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὑπάρχει εἰδικὴ διάταξις περὶ τούτου.
2076(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ
2077ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9
2078ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
2079§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
2080§143ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατὶ ἀφῃρέσατε ἐκ τῆς τρίτης πα-
2081ραγράφου τὴν λέξιν «πραγματικὴν», ἥτις ὑπῆρχεν εἰς τὸν
2082νόμον τὸν ὑφιστάμενον; Πρὸς τούτοις νομίζετε ὅτι καὶ οἱ
2083διανύσαντες ἐν τῷ στρατῷ τῆς θαλάσσης ὑπηρεσίαν ἔχουν
2084ἁρμοδιότητα, ὅπως ὦσιν ἀστυφύλακες; Ἀλλὰ τὴν πραγμα-
2085τικὴν ὑπηρεσίαν διατὶ τὴν ἀφῃρέσατε;
2086§144ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Διότι δυ-
2087νατὸν νὰ ὑπηρέτησαν 18 μῆνας, καὶ διὰ νὰ αὐξήσωμεν τὸν
2088ἀριθμὸν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους δυνάμεθα νὰ περιλάβωμεν.
2089§145ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ζητεῖ πιστοποίη-
2090σιν ἀπὸ τὸν νομάρχην, ἐὰν ὑπηρέτησέ τις ὡς δημοτικὸς
2091κλητήρ. Δὲν ἀγνοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ὁ
2092νομάρχης δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ δώσῃ τοιαύτην πιστοποίη-
2093σιν, διότι ὅλα τὰ ἔγγραφα, ἀφοῦ ἐγκριθῇ ὁ ἀπολογισμὸς,
2094ἐπιστρέφονται πρὸς τὸν δήμαρχον. Ὁ ἀπολογισμὸς ἄλλως τε
2095ἐν ταῖς ἐγγραφαῖς δὲν ἀναφέρει πρόσωπα, ἀλλὰ τὰ πληρω-
2096θέντα καὶ τὰς θέσεις, τὰ δὲ ἔγγραφα ἐπιστρέφονται, ὡς
2097εἶπον, εἰς τὸν δήμαρχον.
2098§146ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἀπὸ τὸν δήμαρ-
2099χον, καὶ δυνάμει τῶν πληροφοριῶν αὐτῶν θὰ δώσῃ τὴν
2100πιστοποίησιν.
2101§147ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Τότε ὁ δήμαρχος νὰ δίδῃ τὸ πιστο-
2102ποιητικόν.
2103Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον εἶναι σπουδαιό-
2104τατον, καὶ ἕνεκα τούτου πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἅπασα ἡ Βουλὴ
2105παροῦσα.
2106§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῦ καταλήγει ἡ παρατήρησίς σας;
2107§149ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία· νὰ
2108ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
2109(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν
2110Βουλευτῶν, καὶ εἶτα γίνεται ἡ διαλογή).
2111§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 110· ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
2112(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ
2113ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 11–35
2114ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
2115§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 36 (ἀναγινώσκεται).
2116§152ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 36 ὑπεβλήθησαν παρα-
2117τηρήσεις διάφοροι· ἤδη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης
2118παρετήρησεν, ὅτι κινδυνεύει ὁ θεσμὸς καὶ αὐτὴ ἡ οἰκονο-
2119μικὴ αὐθυπαρξία τῶν δήμων, ἀφοῦ καταφέρεται κατ’ αὐ-
2120τῶν τὸ καίριον τραῦμα ὑπὸ ἔποψιν πολιτικήν. Καὶ ἐγὼ πα-
2121ρετήρησα, ὅτι, ἀφοῦ τοιουτοτρόπως ἀφαιροῦνται ἐκ τῶν
2122δήμων τὰ 75% τῶν ἐσόδων, καὶ τῶν ἐσόδων οὐχὶ τῶν
2123εἰσπραττομένων, ἀλλὰ τῶν βεβαιουμένων, εἰς τοὺς δήμους
2124δὲν ὑπολείπεται πλέον τίποτε πρὸς συντήρησίν των. Ἐπε-
2125θύμουν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου νὰ δώσῃ ἐξήγησίν τινα ἡ
2126Κυβέρνησις.
2127§153ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς
2128τὴν δευτέραν συζήτησιν.
2129(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 36, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ
2130ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 37–48
2131ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
2132§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 49 (ἀναγινώσκεται).
2133§155ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 49 σχετίζεται πρὸς τὴν διάτα-
2134ξιν τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ τροποποιουμένου νόμου. Ἡ τρίτη
2135παράγραφος τοῦ ἄρθρου 10 περιλαμβάνει τὰ ἑξῆς (ἀναγι-
2136νώσκει): «Ἐὰν διήνυσεν ἐν τῷ στρατῷ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως
2137ἔτους πραγματικὴν ὑπηρεσίαν μὲ διαγωγὴν ἐξαίρετον ἢ
2138ἄμεμπτον καὶ γινώσκῃ γραφὴν καὶ ἀνάγνωσιν, ἐντὸς τριε-
2139τίας ἐπίσης ἀπὸ τῆς ἐκ τοῦ στρατοῦ ἀπολύσεώς του».
2140Ὁ ὅρος τῆς τριετίας ἀπὸ τῆς ἐκ τοῦ στρατοῦ ἀπολύ-
2141σεως δὲν περιελήφθη ἐν τῷ συζητουμένῳ νομοσχεδίῳ, βλέπω
2142δὲ ἐνταῦθα, ὅτι ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ τις ὑπηρεσίαν ἑνὸς τοὐλά-
2143χιστον ἔτους καὶ ἡλικίαν κατωτέραν τῶν 36 ἐτῶν, ὅπως
2144δύνηται νὰ καταταχθῇ ἀστυφύλαξ. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν
2145εἰς τοιούτους ἀστυφύλακας νὰ ἀνατεθῶσι καθήκοντα χωρο-
2146φυλακῆς; Κατὰ τὸν νόμον τὸν νῦν ἰσχύοντα τὸ προσωπι-
2147κὸν τῶν ἀστυφυλάκων εἶναι ὑπέρτερον, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν
2148διὰ τὴν κατάταξιν αὐτῶν ἀπῃτεῖτο ἡ ἐν τῷ στρατῷ δια-
2149μονὴ ἐπὶ διετίαν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ μὴ ἔχῃ παρέλθει ἀπὸ
2150τῆς κατατάξεως ἡ τριετία. Σήμερον τὴν τριετίαν αὐτὴν
2151τὴν κατηργήσαμεν· ἐκτὸς δὲ τούτου παραδεχόμεθα ὡς
2152μόνον ὅρον τὴν ἐπὶ ἓν ἔτος διαμονὴν ἐν τῷ στρατῷ· δηλαδὴ
2153καὶ ἂν ὑπηρέτησέ τις ἐν τῷ στρατῷ κατὰ τὸ 21–22 ἔτος
2154τῆς ἡλικίας του καὶ διετέλεσε κατόπιν πολίτης ἐπὶ 15 ἔτη,
2155δύναται νὰ καταταχθῇ ὡς ἀστυφύλαξ.
2156§156ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Νο-
2157μίζω ὅτι πρέπει ἡ σύγκρισις νὰ γείνῃ μεταξὺ τῶν διατά-
2158ξεων τοῦ ἄρθρου 10 καὶ τῶν διατάξεων τοῦ ψηφισθέντος
2159νόμου, διότι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 49 εἶναι διάταξις ἐντε-
2160λῶς προσωρινή, ὁρίζεται δὲ ὁ χρόνος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου
2161ἐφαρμόζεται αὕτη, ἐξήγησα δὲ τὴν διαφοράν, ἡ ὁποία
2162ὑπάρχει εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 10. Ὁ λόγος τῆς
2163τροπολογίας εἶναι ἁπλούστατος· ἐφαρμοζομένης τῆς δια-
2164τάξεως τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον
2165νομοσχεδίου, ἦτο ἀνέφικτος ἡ εὕρεσις τοῦ ἀπαιτουμένου
2166ἀριθμοῦ ἀστυφυλάκων, ἐκ τῶν αἰτήσεων δὲ, αἵτινες ὑπε-
2167βλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἦτο εὔκολον νὰ συμπε-
2168ράνῃ τις, ὅτι ἡ δυσκολία ἡ μεγαλειτέρα πρὸς εὕρεσιν ἀστυ-
2169φυλάκων ἦτο ἀκριβῶς ἡ τριετία· ἀφῃρέσαμεν λοιπὸν τὸν
2170ὅρον αὐτὸν, καὶ εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι ἐπὶ τῇ ἀφαιρέσει τοῦ
2171ὅρου ἐκείνου θὰ ἔχωμεν τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν ἀστυ-
2172φυλάκων· ἐπειδὴ ὅμως εἶναι δυνατὸν καὶ μετὰ τὴν ἀφαί-
2173ρεσιν τοῦ ὅρου τῆς τριετίας νὰ μὴ εὑρεθῇ ὁ ἀριθμὸς ὁ
2174ἀπαιτούμενος ἀστυφυλάκων, περιελάβομεν τὴν διάταξιν,
2175καθ’ ἣν ὁρίζεται ἡ ἡλικία μέχρι τοῦ 36 ἔτους, ἡ ὁποία
2176ἐλπίζομεν ὅτι δὲν θέλει ἐφαρμοσθῆ, διότι δυνάμει τῆς
2177διατάξεως τοῦ ἄρθρου 10 θέλομεν ἔχει τὸν ἀπαιτούμενον
2178ἀριθμὸν ἄνευ ἐφαρμογῆς τῆς προσωρινῆς διατάξεως.
2179(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 49, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ
2180ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 50
2181ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
2182§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 51 (ἀναγινώσκεται).
2183§158ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν πρόκηται νὰ συμπληρωθῇ ἐξ ἀνδρῶν
2184τῆς χωροφυλακῆς ὁλόκληρος ἡ δύναμις τῶν ἀστυφυλάκων,
2185ἀναμφισβητήτως θέλει ἀποῤῥοφήσῃ τὸ πλεῖστον τῆς χωρο-
2186φυλακῆς, οὕτω πως δὲ ὁ ἀριθμὸς τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ
2187θέλει μειωθῆ τοὐλάχιστον κατὰ τὸ ⅛.
2188§159ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
2189Ἐπειδὴ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν τῇ χωροφυλακῇ ὑπηρετούντων
2190ὁπλιτῶν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας
2191τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἀστυνομίας, δι’ αὐτὸ τοῦτο δύνανται
2192νὰ μετατεθῶσι καὶ πρὸ τῆς λήξεως τοῦ χρόνου τῆς ὑπη-
2193ρεσίας ἐν τῷ στρατεύματι οἱ προωρισμένοι διὰ τὴν χωρο-
2194φυλακὴν στρατιῶται· τοιουτοτρόπως θὰ ἔχωμεν αὔξησιν
2195τῆς χωροφυλακῆς κατὰ 2,900 ἄνδρας, οἵτινες δύνανται νὰ
2196συμπληρώσωσι τὴν ἀπαιτουμένην δύναμιν διὰ τὴν ὑπηρε-
2197σίαν τῆς ἀστυνομίας.
2198§160ΡΑΛΛΗΣ. Ἐνῷ δὲ κατὰ τὸν χθὲς ψηφισθέντα εἰς τρί-
2199την ἀνάγνωσιν νόμον περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ
2200ἐπρόκειτο οὗτοι νὰ διανύσωσι 12 μηνῶν ὑπηρεσίαν εἰς
2201τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ μετὰ ταῦτα νὰ μετατεθῶσιν
2202εἰς τὴν χωροφυλακὴν, ἤδη ἀπὸ τῆς πρώτης κατατάξεώς
2203των δύνανται νὰ μετατεθῶσιν εἰς τὴν χωροφυλακήν.
2204§161ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Διὰ τὸ 1893.
2205§162ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα.
2206§163ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Οἱ
2207ἐκ τῶν ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ νῦν προωρισμένοι διὰ
2208τὴν χωροφυλακὴν εἶναι τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1892, οἵτινες
2209κατετάχθησαν τὴν 1 Ὀκτωβρίου, ἑπομένως διήνυσαν μέχρι
2210τοῦδε 5 μῆνας· θὰ προσθέσωμεν ἴσως ἕνα ἔτι μῆνα· ὥστε
2211μετὰ πάροδον 6 μηνῶν ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ δύ-
2212νανται οὗτοι νὰ μετατεθῶσιν εἰς τὴν χωροφυλακήν.
2213(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 51, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ
2214ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 52,
2215ὡς καὶ ἡ τελευταία διάταξις τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ
2216ἀντιῤῥήσεως).
2217§164ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν
2218Στρατιωτικῶν πρὸ τῆς δευτέρας ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχε-
2219δίου, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, νὰ μᾶς ὑποβάλῃ κατάστασιν τῶν
2220ἀξιωματικῶν τῶν διαφόρων ὅπλων, τῶν δηλωσάντων κατὰ
2221τὸν παλαιὸν νόμον, τὸν ἤδη καταργούμενον, τὴν ἐπιθυ-
2222μίαν, ὅπως καταταχθῶσιν ὡς ἀστυνόμοι.
2223§165ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ νῦν ψηφιζομέ-
2224νου δὲν ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παραδεχθῶμεν δηλώσεις.
2225§166ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἔχομεν ἀνάγκην τῆς πληροφορίας
2226ταύτης διὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, δι’ οὗ
2227ὑποχρεωτικῶς ἐπιβάλλεται εἰς πάντας τοὺς ἀξιωματικοὺς
2228νὰ ἐκτελῶσιν ὑπηρεσίαν ἀστυνομικὴν διατασσόμενοι.
2229§167ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2230§168ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπειδὴ
2231εἶναι σπουδαιόταται αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ,
2232ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν, ὅπως ἀναπτύξω
2233τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐγένοντο αἱ τροπολογίαι αὗται.
2234§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομο-
2235σχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...
2236§170ΡΑΛΛΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.
2237§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομο-
2238σχεδίου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2239(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως,
2240ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολέκτου, τοῦ Βουλευ-
2241τοῦ Πατρῶν Α. Χοϊδᾶ, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτό-
2242κολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2243Μιλ. Δάλλας Κων. Παπαμιχαλόπουλος Ο
2244Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Σταμάτ. Μήτσας Ν
2245Ἰω. Μεσηνέζης Δημ. Βουλπιώτης
2246Σπυρ. Μαρκέλλος ΝΚων. Ζῶτος
2247Ἀρ. Ἀργυρόπουλος ΝἩλ. Μπλατσῆς
2248Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Δ. Γρανίτσας
2249Λεων. Καρυστινάκης Διον. Στεφάνου
2250Δημ. Καΐρης Κων. Ἀργας Λομβάρδος
2251Μιχ. Κωτσάκος Διον. Ζήβας Πλακᾶς
2252Ἄγγ. Γεωργαντᾶς Γεώργιος Ῥώμας Ν
2253Ἡλ. Κανελλόπουλος ΝΓεωρ. Κρεστενίτης Ν
2254Γεώρ. Παχὺς Χρ. Στεφανόπουλος
2255Μιχ. Π. Λάμπρος ΝἈνδρ. Στεφανόπουλος
2256Κων. Καραπάνος Διον. Παυλόπουλος
2257Κων. Σταυρόπουλος Ἀνδρ. Σπηλιάδης
2258Ἀλέξ. Σκουζὲς ΝἌγγ. Πετραλιᾶς
2259Ἀλέξ. Σ. Σοῦτσος Ἐπαμ. Δημητρίου Ν
2260Ἀλέξ. Ψύλλας Στέφ. Σκουλούδης Ν
2261Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΝΝικ. Νομικός Ν
2262Ἀλέξ. Ῥετσίνας Θωμᾶς Μαρκεζίνης Ν
2263Δημ. Γ. Ῥάλλης ΟΝικήτας Συνοδινὸς Ν
2264Α. Ζυγομαλᾶς ΟΒαρβαρῆγος Ἠλίκας
2265Ὄθ. Μακρυγιάννης Ἀλέξ. Φωτήλας
2266Σ. Ζαχαρίτσας ΝΚωνστ. Σταμπολόπουλος Ν
2267Μιλ. Ὀριγώνης Λεων. Πετιμεζᾶς
2268Κωνστ. Βαλτινὸς Ὀδυσ. Λαμπρόπουλος Ν
2269Ὀδυσ. Μοσχοβίτης ΝΓιαννούσης Τάκης
2270Γεώρ. Καρτάλης Ἡρ. Καλαμπάκας Ν
2271Ἀργ. Κανταρτζῆς ΝἈντ. Π. Μαυρομιχάλης Ν
2272Νικ. Κοκωσλῆς ΝΠερ. Πεῤῥωτὴς Ν
2273Νικ. Ἀξελὸς Κων. Φλέσσας
2274Νικ. Παῤῥησιάδης Ἰωάν. Καζαμπάκας Ν
2275Ἰω. Γρίβας ΝΚων. Ζωγλοπίτης Ν
2276Θεόδ. Μαυρουμμάτης ΝΠαν. Κουκορίκος Ν
2277Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Γεώρ. Φραγκίδης
2278Νικ. Σπυρακόπουλος ΝΔημ. Τερτίπης
2279Θεμ. Κορομάντζος Ἀθαν. Κωστάμης Ν
2280Περ. Ἀλεξάκης Ἀριστ. Χαντζηνικολῆς
2281Ἰω. Ἀντωνόπουλος Νικ. Μπαλάφας
2282Κωνστ. Κοσσονάκος ΝΝικ. Παπανικολάου Ν
2283Ἀριστ. Πετροπουλάκης ΝΠαν. Λεβέντης
2284Γεώρ. Λιδωρίκης ΝΒασ. Βάττας Ν
2285Κων. Ἀναγνωστόπουλος Γεώρ. Θεοτόκης Ν
2286Γεώρ. Λύρας ΝἈλκίνοος Ζερβὸς
2287 Ἡλίας Πολίτης Ν
2288Γουλιέλμος Σκάρπας Γιαννοῦκος ΜαυρομιχάληςΝ
2289Νικ. Μαρκέτης Ξανθὸς Πικουλάκης Ν
2290Σπυρ. Λάσκαρης Ἀσημ. Χριστόπουλος
2291Κων. Θ. Ῥωμαῖος ΟΝικ. Παπαλέξης
2292Κων. Χριστόπουλος ΝΠαν. Λαμπρούλιας
2293Σωτ. Κροκιδᾶς ΟΕὐάγγ. Ἀρδαβάνης
2294Σπυρ. Νοταρᾶς Ἰω. Τυπάλδος Χαριτάτος
2295Ἀναστ. Δημητριάδης Σπ. Μακρῆς Ν
2296Γεώργ. Κούστας ΝἈνάρ. Σιμόπουλος Ν
2297Ἰω. Τσιμάρας ΝΕὐστ. Παπαδάκης Ν
2298Γερ. Μουσούρης Πανούρ. Πανουργιᾶς
2299Α. Ἄννινος ΚαβαλιεράτοςΝΘάνος Κανακάρης
2300Θεόφραστος Μεταξᾶς ΝἈχ. Χοϊδᾶς Ο
2301Διον. Καλούτσης ΝἈντ. Ῥιχάκης Ν
2302Σπυρ. Στάης ΝἸω. Τσερτίδης
2303Μιχ. Πολίτης ΝΝικ. Κουμανιώτης
2304Θεόδ. Θερμογιάννης Ἄγγ. Ῥοῦφος
2305Ἰω. Καλούτσης Νικ. Καράπαυλος Ν
2306Στέφ. Κοπανίτσας ΝΠαν. Σάκκης
2307Κωνστ. Σαλταφέρος ΝΣπ. Γρίβας Ν
2308Πέτρ. Βαρβιτσιώτης ΝἸω. Βρυώνης
2309Μελέτ. Ῥουσόπουλος Π. Ἄννινος Καβαλιεράτος
2310Δημοσθ. Ματάλας Ἰω. Γεωργιάδης Ν
2311Νικ. Καραστέργιος ΝΓεώργ. Ν. Μπούμπουλης Ν
2312Ἀργ. Διδίκας Γεώργ. Π. Μπούμπουλης
2313Ἐδὶπ–Σερὶφ–Χασὶπ ΝἈλέξ. Γ. Σοῦτσος
2314Ἰω. Λάππας Ἀνδρ. Συγγρός
2315Νικ. Μπουφίδης Δημ. Βοκοτόπουλος
2316Περ. Βαλαωρίτης ΝΜ. Μπογιατζόγλους Ν
2317Γερ. Σέρβος ΟἸω. Γκιὼν Ν
2318Κωνστ. Χαλκιόπουλος ΝΝικ. Φώσκολος
2319Ἀθαν. Εὐταξίας ΟΣωτ. Χατζηγάκης
2320Κωνστ. Κωνσταντόπουλος Κωνστ. Χατζηπέτρος
2321Παν. Μανέτας Χρ. Μπλετσάκης Ν
2322Ν. Τριανταφυλλάκος ΝΓ. Κανούτας
2323Ἠλ. Ζέγγελης ΝΕὐστ. Κοκκέβης
2324Φίλ. Βάρβογλης Δημ. Παπατσώρης Ν
2325Ἀθαν. Σακελλαριάδης ΝΧρ. Καραβίτης Ν
2326Λεων. Ζέρβας ΝΔιον. Κατρίτσης Ν
2327Στεφ. Δραγούμης ΝἈνδρ. Σκαλτσᾶς Ν
2328Νικ. Φιλάρετος ΝἈριστόβουλος Μάνεσης
2329Χαρ. Τρικούπης ΝΒασ. Δροσινός Ν
2330Ἰω. Τρικούπης ΝΝικ. Βαλάσης Ν
2331Παν. Μερλόπουλος Ἐμμ. Δημητριάδης Ν
2332Ἀλκ. Δεληγιάννης Κωνστ. Σαχτούρης
2333Ἀντ. Καρατζᾶς ΝἘπαμ. Κριεζῆς
2334Ἀθαν. Παπαχελᾶς ΝΝικ. Τσαμαδὸς Ν
2335Χαρίλ. Προβελέγγιος ΝΒησ. Χατζηαγγελάκης
2336Ἀντ. Μάτσας Νικ. Ζητουνιάτης Ν
2337Λορέντζος Δελαρόκας ΝΔημ. Ζουλούμης Ν
2338Ἰω. Ναυπλιώτης ΝΝικ. Χατζῖσκος Ν
2339Στυλ. Βάλληνδας ΝΚωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ν
2340Ἰω. Ἰντζές ΝΔημ. Κρίτσας Ν
2341Γεώργ. Σισμάνης Ἡρ. Γαζέπης
2342Νικ. Καλαντζόπουλος ΝΒ. Βουδούρης Ν
2343Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΝΝικ. Καλογερόπουλος Ν
2344Ἠλ. Ποταμιάνος ΝΘεμ. Α. Κανάρης Ν
2345Ἀριστ. Ῥούκης ΝΚων. Παπανικολῆς
2346Σπ. Λ. Κουμουνδοῦρος Ο
2347§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 110, ἐξ ὧν 101
2348εἶπον Ναὶ καὶ 9 εἶπον Ὄχι. Ὥστε ἐγένετο δεκτὸν τὸ
2349σύνολον τοῦ νομοσχεδίου διὰ ψήφων 101 κατὰ 9.
2350Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ
2351ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν δηλώσεων, τὰς ὁποίας
2352ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περὶ μεταβο-
2353λῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1893. Θέλει τυπωθῆ καὶ
2354διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 187).
2355Ἐξακολούθησις τῆς πρώτης συζητήσεως τοῦ νομοσχε-
2356δίου περὶ βιβλίου διεκδικήσεων.
2357(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν,
2358ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν ἄνευ ἀντιῤ-
2359ῥήσεως).
2360§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
2361μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ͵ΒϞΗʹ νόμου περὶ προσόντων τῶν δι-
2362καστικῶν ὑπαλλήλων.
2363§174ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας προε-
2364κλήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ δώσῃ προτοῦ
2365ἡ Βουλὴ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ τὰς
2366ὁποίας ἔδωκε, φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀρκοῦσαι νὰ πείσωσι
2367τὴν Βουλὴν, ὅτι σκοπίμως εἰσάγεται ἡ μεταῤῥύθμισις τοῦ
2368νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἡ
2369ἱστορία τῆς διατάξεως ταύτης τῆς νομοθετικῆς, ἡ ὁποία
2370στερεοτύπως, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ἐπαναλαμβάνεται εἰς
2371ὅλους τοὺς νόμους περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλ-
2372λήλων, πείθει ἡμᾶς, ὅτι ἀντὶ νὰ βελτιώσῃ τὰ πράγματα
2373τῆς Δικαιοσύνης ἡ καθιέρωσις τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν
2374εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον, θέλει ἐπιδεινώσει αὐτὰ, διότι κατὰ
2375τὸν νόμον τοῦ 1887, ἂν μὲ βοηθῇ ἡ μνήμη, διὰ τὴν ἀνά-
2376κτησιν τῆς θέσεως ταύτης, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, καὶ
2377τὴν ὁποίαν ὁ δικαστικὸς ὑπάλληλος ἀπώλεσε διὰ τὰς
2378τρεῖς περιπτώσεις τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος
2379νόμου, διὰ τὴν ἀνάκτησιν, λέγω, τῆς θέσεως ταύτης,
2380ἀπῃτεῖτο, ὅπως παρέλθῃ τριετία. Πέρυσιν ὁ νομοθέτης ἦτο
2381ἐπιεικέστερος, διότι κατὰ τὸν πέρυσι ψηφισθέντα νόμον
2382περιωρίσθη τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα εἰς δύο ἔτη μόνον,
2383διὰ δὲ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου περιορίζεται ἔτι
2384μᾶλλον τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα εἰς τὴν διάρκειαν τοῦ
2385ἑνὸς ἔτους. Φρονῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν αἱ περιστάσεις
2386ἐκεῖναι, κατὰ τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ φανῶμεν τοσοῦτον
2387ἐπιεικεῖς, ὥστε νὰ μειωθῇ τὸ χρονικὸν διάστημα, μετὰ τὸ
2388ὁποῖον ὁ δικαστικὸς ὑπάλληλος δύναται νὰ ἀνακτήσῃ τὴν
2389ἀπολεσθεῖσαν θέσιν του. Νομίζω, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς
2390Δικαιοσύνης εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἔπρεπε νὰ φανῶμεν αὐ-
2391στηρότεροι, ὅπως περιβάλωμεν τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλή-
2392λους διὰ προσόντων περισσοτέρων καὶ καταστήσωμεν αὐ-
2393τοὺς προσεκτικωτέρους, ὅπως ἐκπληρῶσι τὰ καθήκοντα
2394αὑτῶν εὐπρεπῶς ἐν τῷ μέλλοντι.
2395§175ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀπὸ
2396τοῦ 1887 εἰς πάντας τοὺς νόμους περὶ προσόντων ἐπανα-
2397λαμβάνεται στερεοτύπως ἡ διάταξις, ὅτι ὁ ἀπολυθεὶς διά
2398τινα τῶν ἐν τοῖς στοιχείοις βʹ, δʹ καὶ εʹ πρᾶξιν δὲν δύναται
2399νὰ ἐπανέλθῃ ἢ μετὰ διετίαν· αἱ περιπτώσεις δʹ αὗται τῆς
2400ἀπολύσεως εἶναι αἱ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «1) Ἄν ἀπό-
2401σχωσι τῶν καθηκόντων των ἐπὶ χρόνον ὑπὲρ τὸν μῆνα
2402ἄνευ ἀδείας. 2) Ἄν τιμωρηθῶσι πειθαρχικῶς κατὰ τὰς
2403διατάξεις τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ. 3) Ἄν καταδειχθῶ-
2404σιν ἀνίκανοι ἢ ἐπιδείξωσιν ἀσυμβίβαστον διαγωγήν».
2405Ἀνεξαρτήτως τοῦ λόγου, τὸν ὁποῖον βραδύτερον θέλω
2406ἐπαναλάβει πρὸς τὴν Βουλὴν, εὑρίσκω, ὅτι, ἂν ἕνεκα οἱου-
2407δήποτε λόγου, ἕνεκεν οἱασδήποτε ὑποθέσεως, εἰς εἰρηνοδί-
2408κης δὲν κατώρθωσεν ἐντὸς μηνὸς νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν νέαν
2409θέσιν του, εἶναι λόγος πρὸς ἀπόλυσιν. Καὶ βεβαίως εἶναι
2410ὀρθὸν, ἀφοῦ δὲν ἐπανῆλθεν ἐντὸς μηνὸς εἰς τὴν νέαν θέσιν
2411του, νὰ ἀπολυθῇ. Ἀλλὰ δὲν εὑρίσκετε, ὅτι εἶναι σκληρὸν
2412ν’ ἀποκλείωνται αὐτοὶ ἐπὶ δύο ἔτη ἀπὸ τοῦ νὰ διορισθῶσιν
2413ἐκ νέου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἂν τιμωρηθῶσι πειθαρχικῶς
2414κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ δὶς ἐντὸς
2415ἔτους; Αἱ συνήθεις πειθαρχικαὶ τιμωρίαι εἶναι πρόστιμον
2416ἢ ἐπίπληξις· καὶ ἔχομεν παραδείγματα, ὅτι καί τινες ἐξ
2417αὐτῶν τῶν ποινῶν οὐδεμίαν ἔχουσιν ἐφαρμογὴν, ἀλλ’ ἐπα-
2418ναλαμβάνω, ἐν ὅσῳ δὲν ὑπῆρχε μία τις ἄλλη ἐγγύησις,
2419διετηρεῖτο ἡ διάταξις, καὶ ἐγὼ τὴν διετήρησα ἐν τῷ πρώ-
2420τῳ νόμῳ, διότι δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ μεταβάλω τὸ καθε-
2421στώς. Λοιπὸν, ἀφοῦ ἐλάβομεν εἰς τὸν νεώτερον νόμον τὴν
2422ἀπαιτουμένην ἐγγύησιν, ὁ παυθεὶς δύναται νὰ διορισθῇ
2423(ἀναγινώσκει): «ἂν ὑπὲρ τοῦ διορισμοῦ του γνωμοδοτήσῃ
2424τὸ Πρωτοδικεῖον ἐν ὁλομελείᾳ καὶ ἐν μυστικῇ ψηφοφορίᾳ
2425μετὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν.» Δὲν νομίζετε,
2426ὅτι ἡ ἐγγύησις αὕτη εἶναι ἐπαρκὴς, ὅπως κρίνῃ ὁ Ὑπουρ-
2427γὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἂν ὁ ἀπολυθεὶς διὰ μίαν τῶν τριῶν
2428περιπτώσεων πρέπῃ νὰ ἀναδιορισθῇ; Τουλάχιστον αὐτὴ
2429εἶναι ἡ γνώμη, ἣν ἔχει ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου, νομί-
2430ζω δὲ, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ θέλει θεωρήσει τοὺς λόγους τού-
2431τους ἐπαρκεῖς.
2432§176ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀφοῦ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἀγαθὴ διάθεσις
2433ὑπὲρ τῶν παυομένων ὑπαλλήλων, νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ
2434δοθῇ προσοχὴ εἰς μίαν ἄλλην διάταξιν τοῦ μεταῤῥυθμιζο-
2435μένου νόμου, ἡ ὁποία εἶναι σπουδαιοτέρα καὶ δικαιοτέρα.
2436Ἡ ἀπόλυτος διάταξις τοῦ ἂν ἔχῃ δὶς τιμωρηθῇ πειθαρχι-
2437κῶς ἐντὸς τοῦ ἔτους, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἱκανὴ διὰ νὰ
2438δικαιολογήσῃ ἀπολύτως τὴν παῦσιν τοῦ ὑπαλλήλου. Ὁ
2439τιμωρηθεὶς δὶς ἐντὸς τοῦ ἔτους ἀπολύεται χωρὶς νὰ ὁρί-
2440ζωνται τὰ πειθαρχικὰ παραπτώματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐτι-
2441μωρήθη ἢ τιμωρεῖται, χωρὶς νὰ ὁρίζηται ἡ πειθαρχικὴ
2442ποινή, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται· καὶ ὁμιλῶ οὕτω, διότι ἔχομεν
2443πρόσφατον μίαν ἀπόλυσιν ἑνὸς εἰρηνοδίκου, ὁ ὁποῖος ἀπε-
2444λύθη, διατί; διότι ἐτιμωρήθη δι’ ἐπιπλήξεως, ὡς διαβι-
2445βάσας τὸ ἔγγραφόν του εἰς τὸν Πρόεδρον καὶ ὄχι εἰς τὸν
2446Εἰσαγγελέα. Ἀπηύθυνεν ἓν ἔγγραφον πρὸς τὴν ἀνωτέραν
2447δικαστικὴν ἀρχὴν, καὶ ἀντὶ νὰ τὸ διαβιβάσῃ πρὸς τὸν
2448Εἰσαγγελέα, τὸ διεβίβασε πρὸς τὸν Πρόεδρον· εἰσήχθη
2449εἰς τὸ Συμβούλιον, ἐτιμωρήθη πειθαρχικῶς, καὶ αὐτὴ ἡ
2450ποινὴ ἐχρησίμευσεν εἰς ἀπόλυσιν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας. Λοι-
2451πὸν, ἐὰν θέλωμεν δικαίως καὶ σπουδαίως νὰ μεταῤῥυθμί-
2452σωμεν τὸν νόμον, πρέπει νὰ περιορίσωμεν αὐτὴν τὴν διά-
2453ταξιν, τὴν ἀναγνωρίζουσαν τὴν πειθαρχικὴν τιμωρίαν, ὁρί-
2454ζοντες τὰς πειθαρχικὰς ποινὰς, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται,
2455καὶ αὗται πρέπει νὰ ἦναι σπουδαῖαι, τουλάχιστον μία
2456προσωρινὴ παῦσις, ἢ τὰ πειθαρχικὰ παραπτώματα, διὰ
2457τὰ ὁποῖα τιμωρεῖται ὁ ὑπάλληλος. Ἄλλως ἡ διάταξις
2458τοῦ νόμου εἶναι ἐντελῶς ἀόριστος καὶ ἄδικος, διότι καὶ ἐπὶ
2459ἓν ἔτος, ἢ ἐπὶ ἓξ μῆνας, ἢ ἐπὶ τρεῖς μῆνας ἂν μείνωσιν ἐν
2460ἀργίᾳ, ἡ παῦσίς των εἶναι πάντοτε ἄδικος.
2461Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἀφοῦ ἔχει
2462τὴν καλωσύνην νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν,
2463νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις μου καὶ νὰ λάβῃ πρό-
2464νοιαν, ὁρίζων σαφέστερον καὶ δικαιότερον τὴν περίπτωσιν
2465τῆς πειθαρχικῆς τιμωρίας, περὶ τῆς ὁποίας ὁ νόμος προ-
2466βλέπει καὶ ἡ ὁποία δίδει ἀφορμὴν εἰς ἀπόλυσιν.
2467§177ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πολὺ λογικαὶ αἱ παρατηρήσεις
2468τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, ἀλλὰ βεβαίως δὲν πρόκειται ἐν τῷ
2469νομοσχεδίῳ τούτῳ νὰ συζητηθῶσι· θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν
2470εἰς προσεχῆ εὐκαιρίαν.
2471§178ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα.)
2472§179ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς πρώτης παρατηρήσεως τοῦ
2473ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, τῆς ἀφορώσης εἰς τὸν κατα-
2474δικασθέντα δυνάμει τοῦ ἄρθρου 24, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν,
2475ὅτι, ὅτε συνεζητήθη τὸ νῦν λειτουργοῦν νομοθέτημα, εἶχον
2476τὴν γνώμην, ὅτι οὐδεμίαν μεταβολὴν ἔπρεπε νὰ ἐπιφέρω-
2477μεν εἰς τὸ καθεστὼς, ἀλλὰ πάντες οἱ ἀνώτεροι δικαστικοὶ
2478ὑπάλληλοι, ἀμετάκλητοι κατὰ τῆς γνώμης ταύτης, ἰσχυ-
2479ρίζοντο, ὅτι, ἀφοῦ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ ποινικοῦ νό-
2480μου τὸ δικαστήριον προσδιορίζει τὸν χρόνον, καθ’ ὃν πρέπει
2481νὰ ἀποβάλληται ὁ ὑπάλληλος ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας, δὲν
2482πρέπει διὰ τοῦ νόμου νὰ ἐπιβάλληται ἰδιαιτέρα τιμωρία·
2483μοὶ παρετήρησαν μάλιστα, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη, ἡ ὁρίζου-
2484σα τὴν ἀπόλυσιν ἐπὶ ἀποχῇ ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας, εἶναι ἐπι-
2485εικεστάτη πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους.
2486Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἄλλας παρατηρήσεις, εὑρίσκω,
2487ὅτι ἀπολύτως ἐὰν πρόκηται νὰ ἐξετασθῇ ἡ τοῦ νόμου
2488περὶ προσόντων αὐστηρὰ ἐφαρμογὴ, δύναταί τις νὰ εἴπῃ,
2489ὅτι ἡ ὑπερβολὴ ἐνίοτε βλάπτει· διότι, ἐὰν θέλητε ν’ ἀπο-
2490μακρύνητε εἰρηνοδίκην ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, τὸν μεταθέτετε
2491εἰς τοιαύτην ἀπόκεντρον θέσιν, ὥστε νὰ μὴ δυνηθῇ ἐντὸς
2492μηνὸς νὰ ὑπάγῃ, καὶ θὰ τὸν ἀναγκάσητε οὕτως εἰς παραί-
2493τησιν. Καὶ ἔχομεν παραδείγματα τοιούτων μεταθέσεων, αἱ
2494ὁποῖαι ἐπήγαγον τὴν παραίτησιν ἢ τὴν παῦσιν τοῦ ὑπαλ-
2495λήλου αὐτοῦ. Ὑπάρχει λοιπὸν τοιαύτη ποινὴ, ἐπιβαλλο-
2496μένη ἀδίκως καὶ ἐνίοτε ἐκ πολιτικῆς καταδιώξεως.
2497Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα
2498ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀναθεωρήσῃ τὰς ἀποφά-
2499σεις ταύτας· παρατηρῶ μόνον, ὅτι, ὅταν τὸ δικαστήριον,
2500ἐν ὁλομελείᾳ συνερχόμενον, παρόντος τοῦ Εἰσαγγελέως,
2501ἀποφανθῇ ἐν μυστικῇ ψηφοφορίᾳ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ
2502ὁ παυθεὶς ὑπάλληλος, ἕπεται, ὅτι ἡ ἀπομάκρυνσις αὐτοῦ
2503ὑπῆρξεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς οὐχὶ ἀπολύτως δικαία,
2504καὶ νομίζω, ὅτι αὐτὴ δὲν εἶναι πλέον ἐπιείκεια, ἀλλ’ εἶναι
2505ὅ,τι δικαιότερον νὰ δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ.
2506§180ΡΙΚΑΚΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην περίπτωσιν,
2507ὅσον καὶ ἂν σέβωμαι τὴν γνώμην τῶν νομικῶν, οἱ ὁποῖοι
2508ἐγνωμοδότησαν, δὲν δύναμαι ὅμως ν’ ἀρνηθῶ, ὅτι, προκει-
2509μένου περὶ δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἓν
2510χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ διοικητικὴ ἐξουσία
2511νὰ κάμῃ διάκρισιν μεταξὺ τῶν τιμωρηθέντων καὶ τῶν λοι-
2512πῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες δὲν ὑπέστησαν τὴν ποινὴν ταύ-
2513την. Τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ἡ ἀπόφασις,
2514εἶναι ποινή, ἡ ὁποία ἐπεβλήθη, ἡ δὲ παράτασις τοῦ χρό-
2515νου πρὸς ἀνάληψιν ὑπηρεσίας εἶναι διοικητικὴ ἐνέργεια,
2516ὅπως οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι μὴ ὑποπέσωσιν ἐκ νέου εἰς παρα-
2517πτώματα.
2518Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἄλλας περιπτώσεις, ὡμίλησα μό-
2519νον περὶ τῶν πειθαρχικῶν ποινῶν, θεωρῶ δὲ δικαιολογη-
2520μένην τὴν πρώτην καὶ τὴν τελευταίαν περίπτωσιν, ἀλλὰ
2521καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πειθαρχικὴν ποινὴν, λέγω ὅτι εἶναι
2522ἐντελῶς ἀπόλυτος διάταξις καὶ καθιστᾷ ἐπικίνδυνον τὴν
2523θέσιν τοῦ ὑπαλλήλου· δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονῶμεν, ὅτι
2524ὀφείλομεν νὰ προστατεύσωμεν πρὸ πάντων τοὺς εἰρηνοδί-
2525κας, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν πίεσιν τοῦ κομματι-
2526σμοῦ, οἱ ὁποῖοι τοποθετοῦνται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον κατὰ
2527τὰς ἀπαιτήσεις τῶν κομματαρχῶν. Αὐτοὺς πρέπει νὰ προ-
2528φυλάξωμεν, καὶ πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ προλάβωμεν ἓν
2529ἀτόπημα, συμβαῖνον σήμερον, τὸ ἑξῆς. Ὁ θέλων ν’ ἀπομα-
2530κρύνῃ ἕνα εἰρηνοδίκην τῆς ὑπηρεσίας φροντίζει, ἵνα διὰ
2531τὸ ἐλάχιστον παράπτωμα καταδιωχθῇ οὗτος πειθαρχικῶς.
2532Βεβαίως ἡ παρατήρησίς μου δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ κείμε-
2533νον τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ συνδέεται μὲ αὐτό, καὶ θεωρῶ
2534ἄδικον καὶ ἐπικίνδυνον διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ δικαστοῦ
2535μίαν διάταξιν τόσον ἀπότομον καὶ ἀόριστον. Κατὰ τοῦτο
2536ἠθέλησα νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων, ὄχι διότι
2537θέλω τὴν ἀκολασίαν, ἢ ὅτι θέλω νὰ μὴ τιμωρῶνται οἱ
2538ὑπάλληλοι οἱ παραβαίνοντες τὸ καθῆκόν των. Ἀπ’ ἐναν-
2539τίας ἐνδιαφέρομαι ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἐνδιαφέρομαι
2540καὶ ὑπὲρ τῶν δυστυχῶν ἐκείνων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι τί-
2541θενται εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ πρώτου, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ
2542τοὺς βλάψῃ.
2543§181ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2544(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρ-
2545θρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας
2546ἀντιῤῥήσεως).
2547§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
2548τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ μισθοδοσίας τῶν ἀξιωμα-
2549τικῶν τῆς χωροφυλακῆς.
2550(Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ
2551ἀντιῤῥήσεως).
2552§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
2553§184ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
2554Παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς. Νὰ διαγραφῶσιν αἱ
2555ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου λέξεις: «παύει χορηγούμενον ἀπὸ τῆς
25561 Ἰανουαρίου 1893», καὶ ἀντ’ αὐτῶν νὰ τεθῶσιν αἱ λέ-
2557ξεις: «δὲν χορηγεῖται εἰς τοὺς κατὰ τὸν νόμον περὶ μετα-
2558βολῆς τοῦ συστήματος τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως διορι-
2559ζομένους ἀστυνόμους».
2560§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτρο-
2561ποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερ-
2562θῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρε-
2563δέχθη.
2564Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
2565§186ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀντὶ
2566τῶν λέξεων «τοῦ αὐτοῦ νόμου» νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις «τοῦ
2567ἀπὸ 29 Μαΐου 1859 νόμου».
2568(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 μετὰ τῆς τροπο-
2569ποιήσεως ταύτης, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομο-
2570σχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
2571§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
2572Μαιευτικοῦ Σχολείου καὶ Μαιευτηρίου.
2573§188ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Περὶ αὐτοῦ δὲν διενεμήθη ἔκθεσις τῆς
2574ἐπιτροπῆς.
2575§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν βλέπετε τὴν
2576ἔκθεσιν, κύριε Βουλευτά.
2577(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρ-
2578θρον καὶ σύνολον εἰς αʹ συζήτησιν ἄνευ ἀντιῤῥή-
2579σεως).
2580§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητή-
2581σεως κατ’ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς διατά-
2582ξεών τινων τοῦ κανονισμοῦ τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων καὶ
2583Γυμνασίων.
2584§191ΡΑΛΛΗΣ. Ἀρκετὰ μέχρις ἐδῶ, κύριε Πρόεδρε.
2585§192ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
2586§193ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄς προχωρήσωμεν.
2587(Ἀναγινώσκονται τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου
2588περὶ μεταβολῆς διατάξεών τινων τοῦ κανονισμοῦ
2589τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων καὶ Γυμνασίων καὶ γί-
2590νονται δεκτὰ, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου,
2591εἰς βʹ συζήτησιν).
2592§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
2593τῶν ἑδρῶν καὶ μαθημάτων τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου.
2594§195ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν δύναται νὰ γείνῃ
2595συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, πρὶν ἢ ὁ κ. Ὑπουρ-
2596γὸς τῆς Παιδείας γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην τῆς
2597τε Συγκλήτου καὶ τῶν διαφόρων Σχολῶν ἐπὶ τοῦ καθο-
2598ρισμοῦ τῶν ἑδρῶν τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ παρακαλῶ νὰ
2599ἀναβληθῇ.
2600§196ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν.
2601§197ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἄλλως δὲν εἶναι καὶ ἀπαρ-
2602τία, κύριε Πρόεδρε.
2603§198Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργό). Ὑποθέτω, ὅτι δὲν
2604ἐγένετο ἔνστασις μὴ ἀπαρτίας.
2605§199ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέ-
2606διον περὶ τῶν ἑδρῶν καὶ μαθημάτων τοῦ Πανεπιστημίου,
2607δὲν φέρω ἔνστασιν.
2608§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεβλήθη.
2609§201Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἤδη προὐχώρησεν
2610ἡ ὥρα, καὶ ἐννοεῖται, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν ἢ
2611μόνον νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥη-
2612σις. Παρακαλῶ δὲ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ὅπως ὑποβάλω εἰς
2613τὴν Βουλὴν καὶ σχέδιον νόμου περὶ Ἀντιβασιλείας ἢ δια-
2614χειρίσεως τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας ἐν ἀποδημίᾳ τοῦ Βασι-
2615λέως ἐκτὸς τοῦ Κράτους κατὰ τὸ ἔτος 1893.
2616§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
2617Παράρτημα, ἀριθ. 189).
2618Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Νο-
2619μισματικοῦ Μουσείου.
2620(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν καὶ
2621ἄρθρον εἰς αʹ συζήτησιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
2622§203ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύ-
2623σεως). Προτοῦ ψηφισθῇ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, θὰ
2624ὑποβάλω δύο τροπολογίας. Εἰς τὸ τέλος τοῦ 1ου ἄρθρου
2625νὰ προστεθῇ: «Τὴν ἀνωτάτην ἐπ’ αὐτοῦ ἐποπτείαν ἀσκεῖ
2626τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως διὰ τοῦ γε-
2627νικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων». Ἐπὶ δὲ τοῦ δευτέρου
2628ἄρθρου, ἐν μὲν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ, ἀντὶ τῶν λέξεων
2629«τὴν μικρολογίαν καὶ τὴν σφραγιστικὴν» νὰ τεθῶσιν αἱ
2630λέξεις «ἐν γένει καὶ εἰς τὴν μετρολογίαν καὶ σφραγιστικὴν
2631τοῦ μεσαίωνος καὶ τῶν νεωτέρων χρόνων», εἰς δὲ τὸ αʹ
2632ἐδάφιον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις «πάντων»,
2633ὡς καὶ αἱ λέξεις «σχετικῶν εὑρημάτων», ἀντὶ δὲ τῶν «σχε-
2634τικῶν εὑρημάτων» νὰ τεθῇ ἡ λέξις «νομισμάτων».
2635(Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου
2636εἰς αʹ συζήτησιν.
2637Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν
2638εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον,
2639ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργή-
2640σεως καὶ ἀντικαταστάσεως ἄρθρων τοῦ ᾼΦΛΗʹ νό-
2641μου περὶ καταρτισμοῦ στελέχους ἀξιωματικῶν τῆς
2642ἐφεδρείας).
2643§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
2644ἀδείας πρὸς ἐκποίησιν ἀργυρούχων ὀρυκτῶν τῆς Μήλου.
2645§205ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ ἔκθεσις, ἣν ὑπεσχέθη νὰ καταθέσῃ
2646ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τοῦ ἐξ Οὑγγαρίας μετακληθέντος
2647μεταλλουργοῦ δὲν κατετέθη εἰσέτι.
2648§206Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶμαι βέβαιος,
2649ἂν θὰ δυνηθῶ καὶ αὔριον νὰ τὴν καταθέσω.
2650§207ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Οὔτε τὰς ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι τυ-
2651πωμέναι;
2652§208Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὗται διενεμήθησαν ἄλλοτε εἰς
2653τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ δύνανται καὶ πάλιν νὰ διανεμηθῶσιν.
2654Ὥστε ἂς προβῶμεν ἤδη εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, καὶ
2655πρὸ τῆς τρίτης ἀναγνώσεως θὰ προσαχθῇ καὶ ἡ ἐν λόγῳ
2656ἔκθεσις.
2657(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν,
2658ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν).
2659§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2660Ὥρα 10 καὶ 30′ μ. μ.