| 1042 | Εἰς ἀποδοχὰς προξενικῶν ὑπαλλήλων δικα- | ||
| 1043 | στικῶς ἀναγνωρισθείσας | 14,387.48 | |
| 1044 | Εἰς ἔξοδα συμμετοχῆς εἰς τὴν Ἔκθεσιν τοῦ | ||
| 1045 | 1889 ἐν Παρισίοις | 250,000.— | |
| 1046 | Εἰς οἰκοδομὴν τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μου- | ||
| 1047 | σείου | 688,201.61 | |
| 1048 | Εἰς ἔξοδα κατεδαφίσεως τοῦ φρουρίου Βώ- | ||
| 1049 | λου | 28,057.41 | |
| 1050 | Εἰς ἀντίτιμον ξυλείας χορηγηθείσης εἰς | ||
| 1051 | Αἴγιον ἕνεκα τῶν σεισμῶν | 101,288.52 | |
| 1052 | Εἰς ἀνέγερσιν ἀποθήκης πετρελαίου ἐν Καν- | ||
| 1053 | θάρῳ | 34,919.16 | |
| 1054 | Εἰς ἔξοδα γραφείου σιδηροδρομικοῦ τμή- | ||
| 1055 | ματος | 1,949.05 | |
| 1056 | Εἰς καθαρισμὸν ὑδραγωγείου Τσακμάκου | 30,858.74 | |
| 1057 | Εἰς βοήθειαν κατοίκων Ἀγρινίου καὶ Αἰτω- | ||
| 1058 | λικοῦ | 12,875.33 | |
| 1059 | Εἰς διοχέτευσιν τοῦ ὕδατος τῆς Στυμφα- | ||
| 1060 | λίας | 1,241.73 | |
| 1061 | Εἰς ἐπισκευὴν τοῦ ἐν Σπάρτῃ Ἀρχαιολο- | ||
| 1062 | γικοῦ Μουσείου | 5,040.— | |
| 1063 | Εἰς ἔξοδα ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν | 22,965.69 | |
| 1064 | Εἰς γενικὰς ἐαρινὰς ἀσκήσεις | 155,923.73 | |
| 1065 | Εἰς ἔξοδα παραδόσεως ἀχρήστων πυροβόλων | 5,142.78 | |
| 1066 | Εἰς ἀναλογίαν τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν κατα- | ||
| 1067 | σκευὴν τῆς ὑπονόμου τῆς ὁδοῦ Σταδίου | 7,283.97 | |
| 1068 | Εἰς χορηγίαν προικὸς τῆς Α. Β. Ὑψηλό- | ||
| 1069 | τητος τῆς πριγκηπίσσης Ἀλεξάνδρας | 400,000.— | |
| 1070 | Ὡσαύτως καὶ αἱ 848,863.50, αἱ δαπανηθεῖσαι εἰς | ||
| 1071 | τακτικὰ ἔξοδα, περὶ ὧν εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τοῖς προϋπο- | ||
| 1072 | λογισμοῖς αἱ ἀναγκαῖαι πιστώσεις, ἦσαν αἱ ἑξῆς: | ||
| 1073 | Εἰς ἐνοίκια τῆς ἐν Κων/πόλει Πρεσβείας | 78,340.84 | |
| 1074 | Εἰς ἐνοίκιον τοῦ καταστήματος τοῦ Ἐπαρ- | ||
| 1075 | χείου Ἄργους | 2,242.— | |
| 1076 | Εἰς μισθὸν κλητῆρος τοῦ Ἰατροσυνεδρίου | 588.— | |
| 1077 | Εἰς μισθοὺς κλητήρων δημοσίων ἔργων | 13,827.94 | |
| 1078 | Εἰς ἐξωραϊσμὸν τῆς πρωτευούσης | 337,374.87 | |
| 1079 | Εἰς μισθοὺς τηλεγραφικῶν καὶ ταχυδρομι- | ||
| 1080 | κῶν ὑπαλλήλων | 3,941.55 | |
| 1081 | Εἰς ἔξοδα κηδείας Α. Ροντήρη | 1,000.— | |
| 1082 | Εἰς συνδρομὴν ἀπόρων Κρητῶν | 399,999.50 | |
| 1083 | Εἰς βοήθειαν μητρὸς ἐνωμοτάρχου Ραϋ- | ||
| 1084 | μόνδου | 2,000.— | |
| 1085 | Εἰς βοήθειαν χωροφύλακος Μάνου | 1,000.— | |
| 1086 | Εἰς βοήθειαν τῶν ἀφιεμένων ἐκ τοῦ στρατοῦ | ||
| 1087 | ὁμογενῶν | 4,480.— | |
| 1088 | Εἰς ἔξοδα κηδειῶν | 4,058.50 |
1892.07.23
4,516 rows · 33,395 words · 1 table · 337 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 48
τῆς 23 Ἰουλίου 1892.
(Πέμπτη).
Ὥρα 10 καὶ 40′ π. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Περικλέους Βαλαωρίτου).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Λιασινόβας τοῦ δήμου Καρδαμύλης τῆς Οἰτύλου παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως χορηγήσῃ εἰς αὐτοὺς 100 ὀκάδας σίτου κατὰ ψυχήν, διότι ἀποθνήσκουσι τῆς πείνης ἕνεκα τῆς ἀποτυχίας τῆς ἐσοδείας αὐτῶν. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀναφορὰ Ἀργυρῶς χήρας Εὐσταθίου Ριζοπούλου, ζητούσης βοήθημά τι, διότι ἔμεινεν ἀπροστάτευτος μετὰ τὸν θάνατον τοῦ υἱοῦ της, πρώην σχολάρχου Λαμίας.
§2ΧΑΤΣΙΣΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καθόσον ἡ χήρα αὕτη ἀπώλεσε τὸ μόνον στήριγμα, τὸ ὁποῖον εἶχε, τὸν υἱόν της.
§3ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε νὰ ἀναγνωσθῶσιν αἱ ἀναφοραὶ αὗται. (Ἀναγινώσκεται περίληψις τῆς ἀναφορᾶς τῆς χήρας Ριζοπούλου).
§4ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀποβιώσας σχολάρχης εἶχε κεκτημένον τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως· δυστυχῶς ὅμως ἡ μήτηρ, ἡ ὁποία οὐδὲν ἄλλο στήριγμα εἶχε, δὲν λαμβάνει κἀμμίαν σύνταξιν. Εἶναι λοιπὸν δίκαιον, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ, ἵνα δοθῇ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν δυστυχῆ μητέρα ἐφ’ ἅπαξ ἓν βοήθημα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῇ ἡ ἀναφορά της εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν.
§6ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀναγνώσατε καὶ τὴν ἄλλην ἀναφοράν. (Ἀναγινώσκεται ἡ ἀναφορὰ τῶν κατοίκων Λιασινόβας).
§7Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐπιτήρησις τῶν ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων ἐν τῇ περιφερείᾳ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἐνεργεῖται ὑπὸ προσωπικοῦ λίαν ἀκανονίστου· διότι δύο μὲν ἐκ τῶν φυλάκων, τῶν ἐπιτετραμμένων τὰ τῆς ἐργασίας ταύτης, κατέχουσι θέσιν ὑπὸ νόμου ὡρισμένην, οἱ ἄλλοι ὅμως ἐπιτηρηταὶ καὶ ὁριοδεῖκται ἀνέκαθεν διορίζονται ἐπὶ πιστώσει τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἄνευ εἰδικοῦ νόμου, κανονίζοντος τὰ τῶν θέσεων αὐτῶν. Τοῦτο εἶναι ἄτοπον· ἀλλὰ δὲν εἶναι εὔκολος καὶ ἡ νομοθετικὴ διαῤῥύθμισις τῶν κατὰ τοὺς ὁριοδείκτας καὶ ἐπιτηρητάς. Τούτου ἕνεκεν αἱρετώτερον σύστημα κρίνεται ἡ ἀνάθεσις τῆς ἐργασίας ταύτης εἰς τὸ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν γεωμετρικὸν προσωπικόν, βοηθούμενον ὑπὸ ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ὡς μὴ παρεπομένης τῆς ἀνάγκης διορισμοῦ προσωπικοῦ εἰδικοῦ ἐπὶ τούτῳ. Εἰς σύστημα τοιοῦτον ἀφορᾷ νομοσχέδιον, ὅπερ ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν, κανονίζον ἐπὶ τὸ οἰκονομικώτερον τὰ τῶν δαπανῶν τοῦ προσθέτου ἀστυνομικοῦ προσωπικοῦ, καταλογιζομένων εἰς βάρος τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου. Ἡ μέχρι τοῦδε δαπάνη ἀνήρχετο εἰς 7,885 δραχμάς, ἡ δὲ δαπάνη, ἣν ἐπάγεται τὸ νομοσχέδιον, ἀνέρχεται εἰς 5,040 δραχμάς.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 320).
§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσδιορισμοῦ καὶ βεβαιώσεως τῶν ἀμέσων ἐγγείων φόρων προτείνονται καὶ μεταβολαὶ τοῦ φορολογικοῦ ὅρου ἐπὶ διαφόρων προϊόντων. Νομίζω πρὸ παντὸς, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ γνωρίζωμεν, τί ψηφίζομεν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φροντίσῃ, ἵνα συνταχθῇ σημείωσις καὶ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, δηλοῦσα τὰς μεταβολὰς, αἱ ὁποῖαι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου γίνονται ἐπὶ τῶν νενομισμένων φορολογικῶν ὅρων ἐπὶ διαφόρων προϊόντων, ποῖαι μεταβολαὶ, αὐξήσεις, ἢ μειώσεις, καὶ ἐπὶ τίνων προϊόντων.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν).
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιψήφισις εἰς τρίτην συζήτησιν τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταστάσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπαγομένων ὑπηρεσιῶν.
§12ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ μόλις τώρα διενεμήθη τὸ νομοσχέδιον, δυνάμεθα ν’ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ συνόλου, ὅπως οἱ κύριοι Βουλευταὶ λάβωσι γνῶσιν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ πολλὰς βουλευτικὰς συνόδους τῆς παρελθούσης τετραετίας ἠναγκαζόμην νὰ λαμβάνω τὸν λόγον, εὐθὺς ὡς κατήρχετο τοῦ βήματος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσάγων τότε τοὺς προϋπολογισμοὺς ἑκάστου τῶν ἐτῶν τῆς τετραετίας ἐκείνης. Τὴν τακτικὴν ταύτην δὲν μετῆλθον κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην, μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν λόγον τῆς μεταβολῆς ταύτης. Αἱ Ἀντιπολιτεύσεις δὲν ἔχουσι μόνον καθῆκον νὰ συζητῶσιν ἐπὶ τῶν προβαλλομένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοθετημάτων, προσπαθοῦσαι, ἵνα εἰσαγάγωσιν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ τὰς περὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἢ τῆς διοικήσεως τῆς χώρας γνώμας των· οὐδ’ ἔχουσι μόνον καθῆκον νὰ ἐπιτηρῶσι τὴν ἐνέργειαν καὶ τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐξετάζωσι τὰς πράξεις ἢ τὰς παραλείψεις αὐτῆς, ὅπως ἐλέγχωσιν ἢ ἐπιτιμῶσιν αὐτάς, ἐὰν τὰς κρίνωσιν ἀξίας ἐλέγχου καὶ ἐπιτιμήσεως, εἴτε ὡς ἀντιβαινούσας εἰς τοὺς νόμους, εἴτε ὡς ζημιονούσας τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας ἢ τοῦ δημοσίου ταμείου· ἀλλ’ ἔχουσι καὶ ἕτερον καθῆκον, ὅταν αἱ πράξεις ἢ οἱ λόγοι τῶν κυβερνώντων δὲν παριστῶσι τὰ πράγματα ὡς ἔχουσιν, ἀλλὰ ἀλλοῖα ἢ διεστραμμένα, ἔχουσι τὸ καθῆκον νὰ σπεύδωσι νὰ ἀποκαθιστῶσιν ἐν ταῖς παραστάσεσι τὴν ἀλήθειαν, καὶ νὰ ἀποσοβῶσι πᾶσαν πλάνην, ἥτις δύναται νὰ παρασύρῃ τοὺς πολλούς. Ἂν μάλιστα ἡ πλάνη δύναται νὰ παρασύρῃ τοὺς πολλοὺς εἰς ἐπιχειρήσεις οἰκονομικὰς ἢ χρηματιστικάς, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἤθελον ἐπέλθει ζημίαι, τὴν ἐπὶ τούτῳ εὐθύνην βεβαίως φέρουσιν οἱ πλανήσαντες, δὲν εἶναι ὅμως ἀλλοτρία τῆς εὐθύνης καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἄν, πεπεισμένη περὶ τῆς μὴ ἀκριβείας τῶν γενομένων παραστάσεων, δὲν σπεύσῃ νὰ καταγγείλῃ πάραυτα τὸ μὴ ἀκριβὲς αὐτῶν. Καὶ ἐὰν αἱ Ἀντιπολιτεύσεις αἱ πρὸ ἡμῶν δὲν εὑρίσκοντο εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην, διότι τότε ἀκόμη δὲν εἶχεν ἐκδηλωθῆ ὁ πόθος τῶν κυβερνώντων, ὅπως ἀποκαταστήσωσι τὰς Ἀθήνας χρηματιστήριον τῆς Ἀνατολῆς, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ὅμως ἡμῶν, καθ’ ἃς οἱ κυβερνῶντες τοιοῦτον πρὸ δεκαετίας ἀνέγραψαν πρόγραμμα, τὸ καθῆκον ἡμῶν ἀποβαίνει ἐπιτακτικὸν, διότι, ἕνεκα διεστραμμένης παραστάσεως τῶν πραγμάτων ἐν ταῖς ἐκθέσεσι περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, αἱ μεταδιδόμεναι εἰς τὸ κοινὸν ψευδεῖς ἢ πεπλανημέναι πληροφορίαι δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βάσεις πράξεων οἰκονομικῶν ἢ χρηματιστικῶν, ἕνεκα δ’ αὐτῶν νὰ συντελεσθῶσιν ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν συναλλαγαὶ χρηματιστικαὶ, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ μὲν θέλει εἶσθαι βέβαιος περὶ τοῦ κέρδους, ὁ δ’ ἕτερος τῶν συναλλαχθέντων θέλει εἶσθαι βέβαιον θῦμα τῆς πλάνης. Τὸ καθῆκον τοῦτο δὲν παρέλειπον νὰ ἐκτελῶ κατὰ τὰς παρελθούσας συνόδους, καὶ νὰ διαδέχωμαι ἐπὶ τοῦ βήματος τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἅμα περατώσαντα τὴν εἰσηγητηρίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔκθεσιν αὐτοῦ, ὁσάκις εὕρισκον, ὅτι αἱ ἀνακοινώσεις, ἃς ἐποιήσατο διὰ τῆς ἐκθέσεως ταύτης εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς. Διὰ τοῦτο ἔσπευδον τότε νὰ ἀναιρῶ τὰς μὴ ἀκριβεῖς ἀνακοινώσεις, ἵνα παρέχω εἰς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν τὰ φῶτα, τῶν ὁποίων ἔχουσιν ἀνάγκην, ἵνα κρίνωσιν, ἂν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ νὰ διαχειρισθῶσι τὰ οἰκονομικὰ αὐτῶν κατ’ ἐκεῖνον ἢ τοῦτον τὸν τρόπον, ὡς καὶ ἂν συμφέρῃ αὐτοῖς νὰ προβῶσιν εἰς ταύτας ἢ ἐκείνας τὰς οἰκονομικὰς ἢ χρηματιστικὰς πράξεις. Ἐφέτος ὅμως, ὅτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 μελέτας αὐτοῦ, δὲν ἀπέκρυψε δὲ, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους δὲν εἶναι καλὴ, ἔκρινα ὅτι ἤθελον εἶσθαι μᾶλλον συνεπὴς πρὸς τὴν ἐκλογικὴν δήλωσιν τῆς 3 Μαΐου, ὡς πολίτης Κράτους κοινοβουλευτικοῦ, νὰ μὴ προβῶ ἀμέσως εἰς τὴν ἀναίρεσιν τῶν παραστάσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οὐδὲ νὰ ἐρευνήσω κἂν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπρότεινεν, ἀλλὰ νὰ ἀφήσω αὐτὸν, ὡς διευθύνοντα τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν, ἥτις συμπράττει μετ’ αὐτοῦ, ἵνα αὐτὸς μὲν προτείνῃ, αὕτη δὲ ψηφίσῃ τὰ νομοθετήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οὗτος ἤθελε παραστήσει ὡς ἀναγκαῖα, ὅπως δυνηθῇ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἀνώτατον σημεῖον τῶν προσδοκιῶν του, εἰς τὸ ὁποῖον παρέστησεν, ὅτι εἶχε φθάσει καὶ μετὰ τὸ 1886, καθ’ ὃ εἶχεν ὡσαύτως παραλάβει τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τῶν χειρῶν ἡμῶν. Δὲν μὲ ἔπεισαν, ἵνα παρεκκλίνω τῆς γραμμῆς ταύτης, οὐδ’ αἱ φράσεις, δι’ ὧν ἐχαρακτήρισε καὶ ἡμᾶς, ὡς κυβερνήτας, καὶ τοὺς ἀποτελέσαντας τὴν ἐν τῇ διαλυθείσῃ Βουλῇ πλειονοψηφίαν κυρίους Βουλευτάς· διότι, οἵαν καὶ ἂν ἐνεῖχον ὕβριν πρός με καὶ πρὸς τοὺς ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἧς προϊστάμην, συναδέλφους μου, καὶ πρὸς τοὺς ἐν τῇ χώρᾳ πολιτικοὺς φίλους μου, ἀτελῶς ἠθέλομεν δικαιολογηθῆ, ἂν προσεπαθοῦμεν νὰ ἀναστείλωμεν διὰ τῶν λόγων τὴν θερμὴν προθυμίαν, μεθ’ ἧς διετίθετο νὰ ἐπιψηφίσῃ ἀμέσως τὰ ὑπ’ αὐτοῦ προτεινόμενα νομοθετήματα ἡ ἀρτίως ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐκλεχθεῖσα μεγάλη πλειονότης τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἧς ὁ ἀριθμὸς καὶ αὐτὸν τοῦτον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐξέπληξε. Καὶ ἔλεγεν ὄντως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε ἀνεκοίνου πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 μελέτας του, ὅτι «εἶχεν ἀναβιβάσει τὴν πίστιν τῆς χώρας εἰς σημεῖον, ὅπερ οὐδέποτε ἄλλοτε εἶχε προσεγγίσει, ἵνα ταχθῇ ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν παράλληλον τῆς πίστεως τῶν μεγάλων ἐθνῶν». Καὶ ἐβεβαίου, ὅτι «τὰ οἰκονομικὰ πράγματα τῆς χώρας εἶχον ἀνωμάλως», ὅτι «ἡ κατάστασις αὕτη ὠφείλετο εἰς κυβερνητικὴν καὶ βουλευτικὴν ἀβουλίαν», καὶ ὅτι τὸ Στέμμα ἐποιήσατο χρῆσιν τοῦ εἰς αὐτὸ ἀνατεθειμένου δικαιώματος τῆς παύσεως τοῦ Ὑπουργείου, διότι «ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, τυφλώττουσα ἀπέναντι τῶν πραγμάτων, ἔφερεν εἰς κίνδυνον περὶ τῶν ὅλων τὴν Πολιτείαν.» Κατὰ τὰ λόγια ταῦτα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οὗτος, ἐπανελθὼν ἄρτι εἰς τὴν κυβέρνησιν, εὗρε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους κατεστραμμένα, ἐνῷ ὅτε κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1890 παρῃτήθη τῆς ἀρχῆς, εἶχε καταλίπει αὐτὰ ἀκμαῖα καὶ ἀνθηρὰ, καὶ εἶχεν ἐξασφαλίσει καὶ μονιμοποιήσει τόκον μικρότερον τῶν 6 τοῖς ἑκατόν. Δυστυχὴς ὄντως ἀπέβη διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ διὰ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἡ ἀνακοπὴ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ κατὰ τὰ 1885 καὶ 1890 συντελεσθεῖσα· διότι, ἐνῷ οὐδὲ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἔσωσεν, οὐδὲ τὴν ἄλλην νομοθεσίαν ἐπροφύλαξεν ἀπὸ τῶν ἐπανειλημμένως τολμηθεισῶν κατ’ αὐτῆς ὑπούλων ἀντιδραστικῶν ἐπιδρομῶν, παρέσχε καὶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὴν εὐκολίαν νὰ ἀνακηρύξῃ ἑαυτὸν ἀνεύθυνον διὰ τὰ ἀπὸ τοῦ 1880 καὶ 1882 παρασκευασθέντα ὑπ’ αὐτοῦ δεινὰ, τὰ κατάδηλα τελευταῖον γενόμενα ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, καὶ νὰ προσπαθῇ νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν εὐθύνην ἐφ’ ἡμᾶς, τοὺς ἐν τῷ μεταξὺ τοῦ χρόνου τούτου δὶς κληθέντας ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, ἐπὶ βραχὺ δὲ διατελέσαντας ἐν αὐτῇ χρονικὸν διάστημα. Ἀνεκόψαμεν ἀληθῶς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν αὐτοῦ κατὰ τὸ 1885, ὡς αὐτὸς καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ ἔλεγον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τετραετίαν, ὡς ἀνεκόψαμεν τὴν οἰκονομικὴν πολιτείαν αὐτοῦ καὶ ἄρτι, ὅτε κατὰ τὸ 1890 διεδέχθημεν αὐτόν. Ἐὰν δὲν συνέβαινεν ἡ ἀνακοπὴ αὕτη, τίς οἶδεν, εἰς ποῖον σημεῖον ἤθελον κεῖσθαι σήμερον τὰ οἰκονομικὰ πράγματα, ὅσῳ καὶ ἂν θὰ ἐπιθυμήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἤθελον προβῆ ἐπὶ τὰ κρείττω. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἤθελον καταστραφῆ πολλῷ ταχύτερον ἢ ὅσον νῦν· ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν κατωρθώθη νὰ ἀποσοβήσωμεν τὸ κακὸν, ἀνακόψαντες κατὰ τὸ 1885 καὶ κατὰ τὸ 1890 τὴν πρόοδον αὐτοῦ, ἀνεστείλαμεν μὲν ἐπὶ μικρὸν αὐτὴν, ἀλλὰ παρέσχομεν αὐτῷ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀποδίδῃ εἰς ἡμᾶς τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα αὐτὸς διέπραξε, καὶ νὰ καταγγέλλῃ ἡμῶν ἐπὶ τοῖς δεινοῖς ἀποτελέσμασι, τὰ ὁποῖα τὰ δεινὰ ταῦτα παρήγαγον ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἡμεῖς ἐνεδείχθημεν ἀληθῶς κατὰ τὸ 1885 ὑπὸ τῆς θελήσεως τῶν ἐκλογέων τοῦ βασιλείου, καὶ ἐκλήθημεν ὑπὸ τοῦ Στέμματος ἐπὶ τὴν κυβέρνησιν τῆς χώρας, καὶ διεχειρίσθημεν αὐτὴν ἐπὶ 12 μῆνας καί τινας ἡμέρας· καὶ κατὰ τὸ 1890 ὡσαύτως, ἐνδειχθέντες καὶ τότε ὑπὸ τῆς θελήσεως τῶν ἐκλογέων τοῦ βασιλείου, ἐκλήθημεν ὑπὸ τοῦ Στέμματος ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, καὶ ἐκυβερνήσαμεν ἐπὶ 15 μῆνας. Ἀλλὰ κατ’ αὐτὰ τὰ διαλείμματα τῆς κυβερνήσεως ἡμῶν, τῆς δωδεκαμήνου κατὰ τὸ 1885, τῆς δεκαπενταμήνου δὲ κατὰ τὰ 1890, κατ’ αὐτὰ ἐδημιουργήθησαν τὰ παραγαγόντα τὴν κακὴν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους κατάστασιν αἴτια; Ἡμεῖς παρελύσαμεν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐν ἐφαρμογῇ εἶχεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁδηγῶν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εἰς ἀκμὴν καὶ εἰς εὐπορίαν; Ἡμεῖς ἀνετρέψαμεν τὰ οἰκονομικὰ σχέδια αὐτοῦ, αὐξήσαντες ὑπὲρ τὸ μέτρον τὰ ἔξοδα διὰ τῆς σπατάλου διοικήσεως ἡμῶν, ἢ ἐλαττώσαντες τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, διὰ τῆς ἀστόργου διοικήσεως, ἢ διὰ τῆς ἀστόχου νομοθεσίας; Ἡμεῖς διὰ τῆς ἀβουλίας ἡμῶν, κατὰ τὴν εὐγενῆ γλῶσσαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, κατεστρέψαμεν τὸ οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον μετὰ τοσούτου κόπου εἶχεν ἀνεγείρει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου; Πρέπει νὰ μὴ ἀφήσωμεν τὰς αἰτιάσεις ταύτας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅσον καὶ ἂν ἡ ἀναίρεσις αὐτῶν ἀποτελῇ δυσάρεστον δι’ ἡμᾶς ἔργον, ἀφοῦ μάλιστα συμβαίνει νὰ μὴ ἦναι ἡ πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν καλούμεθα νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκον τοῦτο. Διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει ἀκατάβλητον θάῤῥος, τοῦ ὁποίου συνήθως στεροῦνται οἱ ἄλλοι πολιτικοὶ ἄνδρες. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκτοξεύει μομφὴν, ἢ ἀνακοινόνει ἰσχυρισμὸν, τὸν ὁποῖον δὲν ἀποδέχονται ἄλλοι ὡς ἀληθῆ· οὗτοι δὲ, οἱ ἀντιλέγοντες, ἀναιροῦσιν αὐτὸν, ἢ ἀποδεικνύουσι ψευδῆ καὶ ἄτοπον τὴν μομφὴν, ἣν εἶχεν ἐκτοξεύσει κατὰ τῶν ἀντιπάλων αὐτοῦ· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅμως μετὰ ἓξ μῆνας ἐπαναλαμβάνει αὖθις τὴν μομφὴν, ἣν εἶχεν ἐκτοξεύσει, ἢ τοὺς ἰσχυρισμοὺς, οὓς εἶχε προβάλει, εἶχον δ’ ἀναιρέσει οἱ πρὸς αὐτὸν ἀντιλέγοντες. Ἑπομένως ἀναγκάζει αὐτοὺς μετὰ ἓξ μῆνας νὰ ἐπαναλάβωσι καὶ οὗτοι αὐτὰς ταύτας τὰς ἀναιρέσεις, τὰς ὁποίας πρὸ ἓξ μηνῶν εἶχον προβάλει εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἀπέκαμε, καὶ ἐγείρεται μετὰ ἓν ἔτος, ἐπαναλαμβάνων αὐτὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα τρὶς ἢ τετράκις ἢ δεκάκις πρότερον εἶχε προβάλει, καὶ τὰ ὁποῖα τρὶς ἢ τετράκις ἢ δεκάκις πρότερον οἱ ἀντιλέγοντες εἶχον ἀναιρέσει. Εἶναι ἀληθῶς δυσάρεστον τὸ τοιοῦτον καθῆκον, εἰς τὸ ὁποῖον καλούμεθα, διότι καὶ σήμερον θέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ ἐπαναλάβωμεν ὅσα πολλάκις εἴπομεν, ἀναιροῦντες τοὺς τοιούτους ἰσχυρισμοὺς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν ἀπηύδησεν ἐπαναλαμβάνων αὐτοὺς, πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ μὴ ἀφήσωμεν αὐτοὺς ἄνευ ἀναιρέσεως, διότι καὶ τὸ ἀνιαρὸν τοῦτο ἔργον ἡμῶν δὲν εἶναι ἐντελῶς ἐστερημένον καὶ πρακτικῆς τινος ἀξίας. Ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ὡς γνωστὸν, εἰσῆλθον τὰ πλεῖστα τῶν μελῶν αὐτοῦ πρώτην φορὰν, τινὲς δ’ ἐξ αὐτῶν εἶχον διατελέσει καὶ κατὰ παρελθούσας περιόδους Βουλευταὶ, ἀλλ’ εἶχον παραμείνει ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἐπί τινας περιόδους, οὐδ’ ἠσχολήθησαν, ἕνεκα τούτου, συνεχῶς καὶ ἀδιαλείπτως εἰς τὰ ἔργα τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς ἐρεύνης τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, ὅπως διατελῶσι νῦν ἐν πλήρει γνώσει τῶν διατρεχόντων. Ἑπομένως ὅσα μέλλω νὰ ἐκθέσω πρὸς ἀναίρεσιν τῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐνδέχεται νὰ μὴ ἀποβῶσιν ἐντελῶς ἀνωφελῆ, ἴσως δὲ νὰ χρησιμεύσωσιν, ὅπως οἱ κύριοι Βουλευταὶ, οἱ ἄρτι ἐπανελθόντες εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἢ οἱ πρώτην φορὰν εἰσερχόμενοι εἰς αὐτὸ, συμπληρώσωσι τὰς γνώσεις, τὰς ὁποίας περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἠδυνήθησαν ν’ ἀποκτήσωσιν. Ἀνεγίνωσκον ἡμέραν τινὰ ἐφημερίδα, ἥτις θεωρεῖται ἐν τῷ κοινῷ ὡς ἡμιεπίσημος ἐφημερὶς τοῦ πολιτικοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον αἴφνης προέκυψεν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ πολιτείᾳ μετὰ τὴν κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1892 παῦσιν τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου προϊστάμην, καθ’ ὃν τρόπον ἕνεκα ἡφαιστείων ἐξάρσεων τοῦ πυθμένος τῆς θαλάσσης ἀναδύουσιν ἐν αὐτῇ νῆσοι ἡφαιστιογενεῖς. Ἐν τῇ ἐφημερίδι ταύτῃ ἀνεγίνωσκον τὸν λόγον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοῦ διαδεξαμένου με ἐν τῇ κυβερνήσει τοῦ Κράτους, καὶ ἰδίως γνώμην αὐτοῦ, καθ’ ἣν ἐκρίνετο ὑπ’ αὐτοῦ ὡς ἀληθὴς ματαιοπονία νὰ κατατρίβωμεν τὸν χρόνον, ἐρευνῶντες, τίς εἶναι ὁ ὑπαίτιος τῆς ἐνεστώσης ἀμηχάνου καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἤκουσεν ὄντως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, καὶ ἴσως τὸ ἤκουσε πολλάκις, ἐλπίζω δὲ νὰ μὴ τὸ ἐλησμόνησεν ἀπὸ τῆς δευτέρας Συνόδου τῆς τῇ προτάσει αὐτοῦ διαλυθείσης Βουλῆς, ἤκουσε, λέγω, πολλάκις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὁσάκις ἦτο ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως, ἡμῶν διατελούντων ἐν αὐτῇ, καταγγέλλοντος ἡμῶν, ὡς ὑπαιτίων τοῦ κακοῦ τούτου, ἐγκαλοῦντος καὶ ἐπιτιμῶντος ἡμᾶς ἐπὶ τούτῳ. Ἤκουσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας πολλάκις, καὶ ἴσως ἤκουε μέχρι τῶν ἀρχῶν τῆς Βʹ Συνόδου τῆς διαλυθείσης Βουλῆς μὲ οὖς διατεθειμένον νὰ ἀκούῃ τῶν ἀναιρέσεων ἢ ἀντιῤῥήσεων, τὰς ὁποίας ἡμεῖς προεβάλλομεν τότε εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, ἀποδεικνύοντες, ὅτι οὐχὶ ἡμεῖς, ἀλλ’ αὐτὸς εἶναι ὁ δημιουργὸς τῆς τῷ ὄντι ἀμηχάνου καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ κατὰ τὸν πρὸς τὴν Βουλὴν λόγον αὐτοῦ, ὃν ἀνέγνων ἐν τῇ μνημονευθείσῃ ἐφημερίδι, ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς παραδόξως ἐσχημάτισε τελευταῖον τὴν γνώμην, ὅτι πᾶσα αὕτη ἡ ἔρευνα εἶναι ματαία, διότι, καθ’ ἃ ἀνέγνων ἐν τῷ λόγῳ αὐτοῦ, κρίνει ὀρθὸν καὶ πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους σύμφωνον, ἀφοῦ ὁ κ. Τρικούπης καταγγέλλει ἐμὲ ὡς δημιουργὸν τοῦ κακοῦ, ἐγὼ δὲ καταγγέλλω αὐτόν, νὰ γένηται ἀποδεκτόν, ὅτι καὶ οἱ δύο ἐσμὲν ὑπεύθυνοι διὰ τὴν κατάστασιν ταύτην, ὁ δ’ Ἑλληνικὸς λαός, ἀφοῦ ἐπὶ τοσοῦτον ἡμαρτήσαμεν ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν οἰκονομικῶν, νὰ ἀποστρέψῃ ἀπ’ ἀμφοτέρων τὸ πρόσωπον, στρέφων τὰ ὄμματα πρὸς ἄλλους, οἵτινες ὑπ’ οὐδενὸς κατηγγέλθησαν ὡς κακῶς διαχειρισάμενοι τὰ οἰκονομικά, ἀφοῦ οὐδέποτε διεχειρίσαντο αὐτά. Ἡ γνώμη αὕτη, ὁμολογῶ, ὅτι εἰς ἐμὲ προσωπικῶς δὲν ἀπαρέσκει, εἰς ἣν μάλιστα περιήχθησαν νῦν τὰ πράγματα κατάστασιν. Τοῦτο δὲ, τὸ ὁποῖον λέγω σήμερον, ὅτι ἡ γνώμη αὕτη δὲν ἀπαρέσκει εἰς ἐμὲ προσωπικῶς, γνωρίζουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μετ’ ἐμοῦ συνέπραττον κατὰ τὸ 1890, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐνθυμοῦνται κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν τοῦ 1890 τί ἔλεγον πρὸς αὐτούς. Ἔλεγον ὄντως πρὸς τοὺς πολιτικοὺς φίλους μου κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, ὅτι, ὡς διορῶ, τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἦτο διατεθειμένον ὑπὲρ ἡμῶν, καὶ ὅτι πιθανώτατον ἔκρινα, ὅτι διὰ μεγάλης πλειονοψηφίας ὁ λαὸς ἤθελεν ἐκφράσει τὴν δυσπιστίαν του πρὸς τοὺς τότε κυβερνῶντας, τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν Κυβέρνησιν, ἧς τότε προΐστατο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Ἀλλ’ ἐπεθύμουν, ἔλεγον, νὰ μὴ εἶχε προορισθῆ τὸ ποτήριον τοῦτο δι’ ἐμὲ, διότι ἐγνώριζον εἰς ποίαν ἐλεεινὴν τὰ πράγματα τοῦ Κράτους εἶχον περιαχθῆ κατάστασιν, ἐγνώριζον δὲ, ὅτι ἐκεῖνοι, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀντηγωνιζόμεθα, λησμονοῦσε συνήθως τὰς πρὸς τὴν συνείδησιν αὐτῶν ὑποχρεώσεις των, οὐδ’ ἤθελον στερηθῆ τοῦ θάῤῥους νὰ ἐγκαλέσωσιν ἡμᾶς ἡμέραν τινὰ ἐπὶ τῇ καταστάσει ταύτῃ τῶν οἰκονομικῶν, διὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς τοσοῦτον εἴμεθα ἀποτεθαῤῥημένοι. Διὰ τοῦτο ἐδέχθημεν τότε τὴν κλῆσιν τοῦ Στέμματος, ἵνα σχηματίσω Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἐδέχθη αὐτήν, διότι δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ τὴν ἀρνηθῶ, διότι εἶχον καθῆκον νὰ ἀποδεχθῶ αὐτὴν, ἀφοῦ ἀντεπολιτευόμην τὴν πεσοῦσαν Κυβέρνησιν, καὶ ἠγονιζόμην ν’ ἀποδείξω τὰ σφάλματα καὶ τὰ λάθη αὐτῆς, καὶ ἀφοῦ ἐπὶ ταῖς παραστάσεσι τῶν συναδέλφων μου ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει καὶ ἐμοῦ, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐξεδήλωσε τὴν δυσπιστίαν του πρὸς αὐτήν. Ὀφείλομεν δέ, ἔλεγον αὐτοῖς τότε, νὰ παραλίπωμεν τὰς γνώμας ἢ τὰς διαθέσεις τὰς ὁποίας ὡς ἄτομα εἴχομεν, ὅταν τὰ πρὸς τὴν Πολιτείαν καθήκοντα ἡμῶν ἐπιβάλλωσι τοῦτο. Ἐντύπωσιν ὅμως μοὶ ἐνεποίησεν ἰδίως ἡ βάσις τῆς εἰρημένης γνώμης τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, διότι ἦτο ἐκείνη, ἐφ’ ἧς ἐστηρίζετο καὶ τὸ σύστημα τὸ πολιτικόν, ἢ τὸ κοινωνικὸν, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐφαρμόσει ὁ μακαρίτης Δευκαλίων, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχεν ἐπιδαψιλευθῆ ὑπὸ τῆς Θείας Προνοίας ἡ ὑπεράνθρωπος δύναμις νὰ λαμβάνῃ λίθους καὶ νὰ ῥίπτῃ αὐτοὺς καὶ νὰ μεταβάλλῃ αὐτοὺς εἰς ἀνθρώπους. Οἱ λίθοι, τοὺς ὁποίους ἔῤῥιπτε τότε ὁ Δευκαλίων ἔμπροσθεν αὐτοῦ, μετεβάλλοντο εἰς ἄνδρας, μετεβάλλοντο δ’ εἰς γυναῖκας οἱ λίθοι, οἵτινες ἐῤῥίπτοντο ὑπ’ αὐτοῦ ὄπισθεν. Οὕτω δ’ ἡ γῆ κατῳκήθη ἀπὸ τοὺς ἄνδρας καὶ ἀπὸ τὰς γυναῖκας, εἰς τοὺς ὁποίους εἶχον μεταβληθῆ οἱ ῥιπτόμενοι ὑπὸ τοῦ Δευκαλίωνος λίθοι. Ἀλλ’ εἰς τίνα ἡ Θεία Πρόνοια ἐδώρησε κατὰ τοὺς νεωτέρους τούτους χρόνους τὸ χάρισμα τοῦτο, τὴν ὑπεράνθρωπον ταύτην δύναμιν, τὴν ὁποίαν οὐδὲ τὰ πολιτεύματα, οὐδὲ οἱ θεσμοὶ, οὐδὲ τὰ ἐξ αὐτῶν μεταδιδόμενα δικαιώματα μεταδίδουσιν εἴς τινα; Ἐγὼ βεβαίως δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠμφισβήτησάν ποτε τὸ δικαίωμα τοῦ Στέμματος, ἵνα παύῃ καὶ διορίζῃ τοὺς Ὑπουργοὺς ὡς διευθύνων μάλιστα τὰς ἐργασίας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πλέον ἢ ἅπαξ ἐπεκαλέσθην τὴν συνδρομὴν τοῦ Στέμματος, καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ πρὸς τὸ κοινὸν μεταδιδοὺς ἀπὸ τοῦ γραφείου μου τὰς γνώμας μου, καὶ πρὸς συμπολίτας μου ἀπευθύνων τὸν λόγον, ὅταν ἐπεσκεπτόμην τὰς πόλεις καὶ τὰς κώμας. Ἐπεκαλούμην τὸ Στέμμα, ἵνα ἐγκαίρως ἀνακόψῃ τὴν πορείαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὅτε ὡς Πρωθυπουργὸς ἐσύρετο ἐπὶ τῆς κατωφερείας, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχεν ὀλισθήσει. Ἐὰν κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας ὑπελήφθη ὑπό τινων, ὅτι ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὰ ἐκλογικὰ συμφέροντα εἴτε πολιτευομένων, εἴτε κομμάτων, ἡ καταγγελία, ὅτι ἡμεῖς ἐσμὲν κεκηρυγμένοι πολέμιοι τοῦ ἡγεμονικοῦ δικαιώματος τοῦ παύειν καὶ διορίζειν τοὺς Ὑπουργοὺς ἢ τοὺς Πρωθυπουργούς, τοῦτο ἦτο ἓν ἐκ τῶν ἐκλογικῶν τεχνασμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπινοεῖ ἡ φιλαρχία, ἐξοκέλλουσα εἰς τὸ ἄτοπον, τὸ ἀνάρμοστον εἰς σοβαροὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, νὰ ἐκθέτῃ ἐν τῇ παλαίστρᾳ τῶν ἐκλογῶν εἴτε τὰ δικαιώματα τοῦ ἡγεμόνος, εἴτε αὐτὸν τὸν ἐπὶ τοῦ Θρόνου καθήμενον. Ἂν τὰ κόμματα καὶ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες δὲν πρέπει νὰ ποιῶνται μνείαν τοῦ Ἡγεμόνος κατὰ τὰς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις, πολλῷ μᾶλλον δὲν πρέπει νὰ καταβιβάζωσιν αὐτὸν ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἐκλογικῆς πάλης, καὶ νὰ παριστῶσι τὸ Στέμμα τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους μετέχον αὐτῆς, καὶ ἀνταγωνιζόμενον πρὸς τοὺς κατ’ αὐτὴν ἀνταγωνιζομένους πολίτας. Ἀλλ’ ἀφοῦ οἱ τότε κυβερνῶντες οὐ μόνον δὲν διέψευδον τὰς τοιαύτας διαδόσεις, ἀλλὰ καὶ ἐνίσχυον αὐτὰς, καθ’ ἃ τινες ἐνεπιστεύοντο ἐν ἰδιαιτέραις συνεντεύξεσιν, εἰς ἡμᾶς δὲν ἀπέκειτο τὸ καθῆκον νὰ εἴπωμεν ἢ νὰ γράψωμέν τι περὶ τούτου· ὡς οὐδὲ κατεδέχθημεν νὰ προσβλέψωμεν πρὸς ὅσα περὶ ἡμῶν ἔγραφον τότε δημοσιογραφικὰ ὄργανα τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον ἀκράτητον καὶ μετ’ ἀνυπομονησίας ἔσπευδε νὰ ἐξασφαλίσῃ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τὴν νίκην, ἵνα ἁρπάσῃ τὴν Κυβέρνησιν, προσπαθοῦντα νὰ παραστήσωσιν ἡμᾶς ὡς στασιαστὰς ἢ ἐπαναστάτας. Καὶ ἡ καταγγελία προήρχετο ἐξ ἐκείνων, οἵτινες οὐδέποτε ἠξιώθησαν ἐν τῷ δημοσίῳ βίῳ αὐτῶν οὐδεμίαν νὰ διαπράξωσι πρᾶξιν, δηλοῦσαν τὴν νομιμοφροσύνην των, ἢ κυροῦσαν τὴν πρὸς τοὺς νόμους ὑποταγήν των. Δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ σίτῳ μόνον σκύβαλα, ὑπάρχουσι καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Καὶ ἐπιφαίνονται τὰ κοινωνικὰ σκύβαλα προσπαθοῦντα νὰ παρατρέψωσι τὴν διεύθυνσιν καὶ νὰ περιορίσωσι τὴν διάδοσιν τῶν ἀκτίνων τοῦ φωτὸς, ἢ ἀγωνιζόμενα νὰ ἐπισκοτίσωσιν αὐτάς, καθ’ ὃν χρόνον κινοῦνται, ὑποκρινόμενα ὅτι ζητοῦσι τὸ φῶς. Ἀλλὰ δὲν ἁρμόζει εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πεποίθασιν ἐπὶ τὸ ἴδιον αὐτῶν φρόνημα, καὶ σεμνύνονται ἐπὶ τῇ πολιτείᾳ, τὴν ὁποίαν μετῆλθον κατὰ τὸν παρεληλυθότα βίον των, δὲν ἁρμόζει, λέγω, νὰ ἀσχολῶνται περὶ τῶν κοινωνικῶν τοιούτων σκυβάλων. Ἄν ταῦτα προέκυψαν ἐκ τῆς ὑποστάθμης τῆς κοινωνίας, κληθέντα διὰ χρημάτων ἢ ὑποσχέσεων, διὰ διορισμῶν ἢ ἐλπίδων, ἵνα συντελέσωσι νὰ περικαλυφθῶσι πράξεις ἐπιζήμιοι εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα, ἢ παραβάσεις τῶν νόμων, οἱ χρηστοὶ τῶν πολιτῶν ἄς ἀποστρέφωσι τὸ πρόσωπον ἀπ’ αὐτῶν. Καὶ ἐν τῷ ἰδιωτικῷ βίῳ, οἱ τοὺς νόμους παραβαίνοντες, ἢ ἀδικοῦντες τοὺς πολίτας, μετέρχονται παραπλήσια μέσα, ἐγκαλοῦντες καὶ αὐτοὶ τοὺς καταγγείλαντας τὰς πράξεις των, ἢ καταμηνύοντες καὶ αὐτοὶ τοὺς κατηγοροῦντας αὐτῶν. Ἡ ἐξέτασις ὅμως τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἐπρόβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅτε ἀνεκοίνωσε πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 μελέτας αὐτοῦ, μοὶ φαίνεται οὐ μόνον μὴ περιττὴ, ἀλλ’ ἀναγκαία. Καὶ ἂν ἡ παραίτησις τῆς ἐρεύνης τοῦ θέματος συνετέλει εἰς ἐξυπηρέτησιν συμφέροντός τινος, συμβουλεύω νὰ προσφύγωσι μᾶλλον εἰς τὴν ἀστείαν γνώμην, ἣν ἐφημερίς τις τῶν Ἀθηνῶν, χάριν ἀστεϊσμοῦ, ἔγραφε προχθές, εἰς τὴν γνώμην περὶ προσδιορισμοῦ προσόντων διὰ τοὺς Ὑπουργοὺς ἢ τοὺς Πρωθυπουργούς, λαμβάνοντες οἵαν ἄν ἐγκρίνωσιν ἀφετηρίαν, οὐδέποτε ὅμως νὰ παραλίπωσιν ν’ ἀναζητήσωσι καὶ ἀνεύρωσι, τίς ὁ δημιουργὸς τῆς παρούσης οἰκονομικῆς ἀμηχανίας, ὁ ὑπαίτιος τῆς δυσφορίας ταύτης, εἰς ἣν περιήχθημεν, τίς εἶναι ὁ δυνάμενος νὰ μὴ περιαγάγῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εἰς ἣν περιῆλθον κατάστασιν, περιαγαγὼν ὅμως ταῦτα εἰς αὐτήν. Καὶ ἐπιβάλλεται μάλιστα εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τοὺς ἐν τῇ Βουλῇ συναδέλφους μου ἡ ἔρευνα αὕτη, διότι ἐν τοῖς κοινοβουλευτικοῖς Κράτεσι πρὸ παντὸς κρατεῖ ἡ γνώμη τοῦ λαοῦ, ἐξ οὗ ἐκπηγάζουσι πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι, καὶ ἡ γνώμη τοῦ Ἡγεμόνος, εἰς τὸν ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ἀπένειμε τὰ μέγιστα τῶν δικαιωμάτων. Πρέπει ἀληθῶς νὰ διαχυθῇ ἄπλετον φῶς, ἵνα γένηται τοῖς πᾶσι γνωστὸν, πῶς τὸ Κράτος περιῆλθεν εἰς τοιαύτην κατάστασιν, εἰς οἵαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρέστησεν, εἰδοποιήσας ἡμᾶς, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ ἐπὶ πόσῳ τόκῳ θέλει δυνηθῆ νὰ δανεισθῇ, ἐὰν ἤθελεν εὕρει νὰ δανεισθῇ. Διὰ τοῦτο ζητῶ τὴν ἀνοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου, ἵνα ἐπιλάβωμαι τῆς ἐρεύνης τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τῆς τελευταίας τετραετίας, καθ’ ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐκυβέρνα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, συνέταξε καὶ εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1887, 1888, 1889 καὶ 1890, δι’ ὧν ἐκανονίσθη ἡ ἐπὶ τὴν τετραετίαν ταύτην διαχείρισις αὐτοῦ. Ἀναγκαίως δὲ πρέπει νὰ ἄρξωμαι ἀπὸ τῆς ἐρεύνης τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἔτους 1887· ἐπειδὴ δὲ ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν δεδημοσιευμένους τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν εἰρημένων ἐτῶν, ὡς καὶ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1890, δυνάμεθα νὰ ἐπιλαβώμεθα τῆς ἐρεύνης πάντων τῶν συμβεβηκότων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων τοῦ Κράτους καθ’ ἕκαστον τῶν τεσσάρων τελευταίων ἐτῶν. Καὶ πρῶτον μὲν πρέπει νὰ ἀνεύρωμεν τὰ ἀποτελέσματα τῆς διαχειρίσεως ἑκάστου τῶν ἐτῶν τούτων, οἷα ἐξετέθησαν ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς, ἀφοῦ δ’ ἀνεύρωμεν ταῦτα, νὰ προβῶμεν εἰς ἀνάλυσιν τῶν ἀπολογισμῶν, ἵνα ἀποκαλυφθῇ καὶ πᾶν ὅ,τι ἐν αὐτοῖς κέκρυπται, οὗ ἕνεκα συντελεῖται ἡ ἀλλοία παράστασις τῶν πραγμάτων. Διὰ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, διὰ τῆς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνώδευε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, ἐγένετο γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἦτο ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ νομοθετηθῶσι φόροι, προσεδιωρίζετο δὲ τὸ ποσὸν τῶν ἀναγκαιούντων νέων φόρων εἰς 22,280,686 δραχμάς, ἵνα δι’ αὐτῶν ἐξασφαλισθῇ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ 1887, τοῦ ὁποίου ἡ ἐξασφάλισις ἤθελε χρησιμεύσει ὡς ἡ πρώτη βάσις τῶν προσπαθειῶν αὐτοῦ πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν κακῶς τότε ἐχόντων οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Καὶ τίνος μὲν ἕνεκα ἦσαν διαπεπαραγμένα τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1886, ὅτε ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός, τοῦτο θέλομεν ἐξετάσει κατόπιν, ἀφηγούμεθα δὲ νῦν μόνον ποῖά τινα διδόμενα ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλήν, εἰσάγων τὸν προϋπολογισμόν. Ἐφρόνει λοιπὸν τότε, ὅτι, ἐπειδὴ τὰ πιθανὰ ἔξοδα ἤθελον ἀνέλθει εἰς 98,851,031, τὰ δὲ πιθανὰ ἔσοδα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπερβῶσι τὸ ποσὸν τῶν 76,580,345, ἀπῃτεῖτο νὰ ἐπιβληθῶσι νέοι φόροι, ἵνα δι’ αὐτῶν εἰσπραχθῶσιν 22,280,686 δραχμαί, ὅπως ἐξασφαλισθῇ τὸ ἰσοζύγιον, ἡ ἐξασφάλισις δὲ τοῦ ἰσοζυγίου ἦτο ἡ πρώτη πρᾶξις, ἡ ὁποία ἤθελεν ὁδηγήσει αὐτὸν εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ οἰκονομικοῦ τούτου σχεδίου φαίνεται ὅτι δὲν ἐπέτυχε, διότι, εἰ καὶ ἐνομοθετήθησαν πάντες οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπρότεινε, τὰ ἔσοδα προϋπελογίσθησαν μὲν εἰς δρ. 94,656,907, ἀλλὰ δὲν εἰσεπράχθησαν, εἰμὴ μόνον δραχμαὶ 82,849,805,38, ἤτοι 11,807,101.62 ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων. Καὶ τὰ προϋπολογισθέντα ἔξοδα δὲν ἐπραγματοποιήθησαν πάντα· διότι, ἐνῷ προϋπελογίσθησαν ἔξοδα 122,551,374.95, ἐδαπανήθησαν μόνον 107,128,253.96, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ δραχμὰς 15,423,120.99. Ἀλλὰ τὰ δαπανηθέντα 107,128,253.96 ἦσαν πάντως περισσότερα τῶν εἰσπραχθέντων ἐσόδων 82,849,805 38, καὶ οὕτως εἰς ἔλλειμμα κατέληξεν ἡ χρῆσις τοῦ 1887. Κατὰ τὸ 1887 συνωμολογήθη τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων. Τὸ δάνειον τοῦτο ὁ πρώην Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅστις ταξειδεύει, καὶ διὰ τοῦτο δὲν συνεδρεύει σήμερον μεθ’ ἡμῶν, ὁμιλῶν πρὸς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς διαλυθείσης Περιόδου, ἰσχυρίζετο, ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο ἐδόθη εἰς τὴν Ἑλλάδα δωρεάν· τὸν ἰσχυρισμὸν δὲ τοῦτον τοῦ ἀνδρὸς δὲν ἠρνήθη ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἡγέτης τότε τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τυγχάνων. Τὸ δάνειον τοῦτο συνωμολογήθη πρὸς 67 καὶ 40/00 καὶ ἐπὶ τόκῳ 4%, ἀλλὰ συνεφωνήθη νὰ προορισθῶσιν ἐξ αὐτοῦ 26 ἑκατομμύρια φράγκων διὰ κατασκευὴν τριῶν θωρηκτῶν πλοίων, διὰ τὴν ὁποίαν παραδόξως ἐνδιεφέροντο οἱ δανεισταί, ἐπιμένοντες νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν τοιαύτην ναυτικὴν παρασκευὴν τοῦ Κράτους. Προσηνέχθη δὲ ὡς ἐγγύησις οὐ μόνον τὸ ἔσοδον τῶν μονοπωλίων, ἀλλὰ καὶ τὸ δικαίωμα τῆς εἰσπράξεως τοῦ ἐσόδου τούτου. Ὁ κύριος Πρωθυπουργός, εἰσάγων εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, ἔλεγεν, ὅτι εἰς τοσοῦτον κακὴν κατάστασιν εὗρεν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1886, ὅτε ἐπανῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχήν, ὥστε δὲν ἠδύνατο οὐδ’ ἑκατὸν χιλιάδας φράγκων νὰ εὕρῃ νὰ δανεισθῇ. Τὴν δευτέραν πρότασιν, ἡ ὁποία ἀναγκαίως ἔπρεπε νὰ ἀποτελέσῃ μέρος τοῦ συλλογισμοῦ, διὰ νὰ συμπληρώσῃ αὐτὸν, δὲν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν τότε ὁ κ. Πρωθυπουργός. Καὶ ἔμενεν ἡ ἀπορία, πῶς, ἀφοῦ ἑκατὸν χιλιάδας φράγκων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρῃ τότε νὰ δανεισθῇ, πῶς ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ καὶ νὰ δανεισθῇ 135 ἑκατομμύρια, καὶ νὰ εὕρῃ αὐτὰ δωρεάν! Τὸ Κράτος δὲν εἶχε μεταβληθῆ, καὶ κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὗρε καὶ ἐδανείσθη τὰ 135 ἑκατομμύρια, ἦτο τὸ αὐτὸ, οἷον ἦτο καὶ κατὰ τὸν χρόνον καθ’ ὃν δὲν ἠδύνατο νὰ εὕρῃ οὐδ’ ἑκατὸν χιλιάδας φράγκων νὰ δανεισθῇ. Πῶς λοιπὸν τοσαύτη συνετελέσθη βελτίωσις τῆς πίστεως αὐτοῦ; Τὴν ἀπορίαν ταύτην ἄφινεν ἐκ μετριοφροσύνης ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ λύσωμεν ἡμεῖς. Εὗρε καὶ ἐδανείσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰ 135 ἑκατομμύρια ἕνεκα τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπήνεγκε περίεργον ἀποτέλεσμα· διότι, εὐθὺς ὡς ἠκούσθη, ὅτι ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, ἀνεῴχθησαν τὰ ταμεῖα τῶν Τραπεζῶν τῆς Εὐρώπης, καὶ προσεφέροντο εἰς αὐτὸν ἀμέτρητοι οἱ θησαυροὶ, οἵτινες ἐν αὐτοῖς ἐφυλάσσοντο. Καὶ μάλιστα χάριν αὐτοῦ ἐδωρήθησαν τὰ 135 ἑκατομμύρια εἰς τὸ Κράτος ὑπὸ τῶν τραπεζιτῶν, οἵτινες ἔδωκαν αὐτά. Ἀλλὰ δὲν ἦτο ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν πρὸς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι τότε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνεύρῃ οὐδ’ ἑκατὸν χιλιάδας φράγκων νὰ δανεισθῇ, διότι, ὡς καὶ ἄλλοτε ἐβεβαίωσα τὴν Βουλὴν, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1886, ἤτοι καθ’ ὃν χρόνον οἱ στόλοι τῶν πέντε Μεγάλων Δυνάμεων ἦσαν ἐν τῷ λιμένι τῶν Χανίων, κατ’ αὐτὰς τὰς παραμονὰς τοῦ ὑπ’ αὐτῶν ἐφαρμοσθέντος ἀποκλεισμοῦ τῶν παραλίων τοῦ Κράτους, καθ’ ὃν χρόνον τὸ Κράτος ἦτο ἔνοπλον καὶ τεταγμένον ἐν ταῖς πρὸς τὰ ὅρια ἐπαρχίαις, ἐγὼ ἠδυνάμην νὰ εὕρω νὰ δανεισθῶ οὐχὶ ἑκατὸν χιλιάδας φράγκων, ἀλλὰ ἑκατὸν ἑκατομμύρια φράγκων, δὲν ἐδανείσθην δὲ αὐτὰ, διότι δὲν ἐνέκρινα νὰ δανεισθῶ. Ἀνέφερα τότε καὶ τὰ πρόσωπα, ἵνα παράσχω τὴν εὐκολίαν εἰς τοὺς θέλοντας νὰ ἀμφισβητήσωσι τὴν ἀκρίβειαν τῶν πληροφοριῶν μου. Συνῆλθον κατὰ παράκλησίν μου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ἑσπέραν τινὰ τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου 1886 οἱ κύριοι Μάρκος Ρενιέρης, διοικητὴς τότε τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, Μέρλιν, διοικητὴς τῆς Ἰονικῆς, Συγγρὸς, διοικῶν τὴν Τράπεζαν Ἠπειροθεσσαλίας, καὶ Ἀθηνογένης, διευθύνων τὸ κατάστημα τῆς Τραπέζης Κωνσταντινουπόλεως, ἐπρότεινα δ’ αὐτοῖς νὰ ἀναλάβωσι τὴν σύστασιν ὁμάδος, ὅπως δανείσῃ εἰς τὸ Κράτος 100 ἑκατομμύρια, σύμφωνα πρὸς νόμον, ὅστις εἶχε τότε ἐκδοθῆ. Οὗτοι ἔστερξαν τὴν ἐμὴν πρότασιν, ἀλλ’ ἠξίωσαν, ἵνα διὰ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τούτου ἐξοφληθῶσιν αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, αἵτινες ἐκυκλοφόρουν ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Εὐρώπης, δεδομέναι ὡς ἐνέχυρον διὰ προκαταβολὰς, τὰς ὁποίας εἶχε λάβει ἡ Κυβέρνησις. Εἶπον τότε πρὸς τὸν κ. Συγγρὸν, ἀποκρινόμενος εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν εἶχε προβάλει, ὅτι, ἂν παρεδεχόμην τὴν γνώμην αὐτοῦ, ἐὰν ἐδεχόμην ὡς ὅρον τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου τὴν ὑποχρέωσεν νὰ ἐξοφλήσω διὰ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τὰς ὁμολογίας, οἵτινες ἦσαν ἐνέχυρον τῶν περὶ ὧν εἴρηται προκαταβολῶν, ἤθελον βελτιώσει ἐπαισθητῶς τὴν θέσιν τῶν κατόχων τῶν ὁμολογιῶν τούτων. Μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου, τῶν ὁμολογιῶν τούτων οἱ κάτοχοι ἦσαν δανεισταὶ ἐνεχυριοῦχοι, κατέχοντες ὡς ἐνέχυρα ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων· ἀλλ’ αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων δὲν παρεῖχον τοσαύτην ἀσφάλειαν, ὅσην παρεῖχον αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 100 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἐζήτουν νὰ συνομολογήσω, διότι τοῦ δανείου τῶν 100 ἑκατομμυρίων αἱ ὁμολογίαι συνεπῆγον τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράττωσιν οἱ δανεισταὶ ἀπ’ εὐθείας τὰ ἔσοδα τῶν μονοπωλίων. Εἶπον λοιπὸν τότε πρὸς τὸν κ. Συγγρόν: ποῖον διατίθενται οἱ δανεισταὶ νὰ παράσχωσιν εἰς τὸ Κράτος ἀντάλλαγμα διὰ τὴν μεγάλην ὠφέλειαν, τὴν ὁποίαν θέλουσιν ἐκ τούτου πορισθῆ; Ἀλλ’ ὁ κ. Συγγρὸς, ὁ ὁποῖος ἔχει καὶ εὐφυΐαν καὶ εὐτολμίαν, ὑπέλαβεν ἀμέσως, ὅτι αὐτὸς οὐδεμίαν ἔχει ὁμολογίαν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων ὡς ἐνέχυρον, διότι εἶχε προνοήσει ν’ ἀπαλλαγῇ αὐτῶν, ἀλλ’ ὅτι ὁ κ. Ἀθηνογένης προσῆκε νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ περὶ ἀνταλλάγματος, διότι αὐτοῦ ἡ Τράπεζα ἦτο κάτοχος πολλῶν τοιούτων ὁμολογιῶν. Ἐπειδὴ δ’ ὁ κ. Ἀθηνογένης δὲν ἔστερξε νὰ παράσχῃ ἀντάλλαγμά τι τοιοῦτον πρὸς τὸ Δημόσιον, ἠρνήθην νὰ συνομολογήσω τὸ δάνειον τῶν 100 ἑκατομμυρίων. Μετὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπορίσθη κεφάλαιον ἐκ δανείων δρ. 93,360,420.81, ἐπειδὴ δὲ εἰσέπραξεν ἐκ τακτικῶν ἐσόδων 82,849,805.38, τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον κατὰ τὸ 1887, ἀνῆλθον εἰς 176,210,226.19. Ἐπειδὴ δ’ ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο 107,128,253.96, ὑπελείφθη κατὰ τὸ 1887 περίσσευμα 69,081,972.23. Ἐὰν ὅμως ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τῆς διαχειρίσεως ταύτης τὰ ἐκ δανείων, ἤτοι ἐξ ἐκτάκτων ἐσόδων εἰσαχθέντα εἰς τὸ ταμεῖον 93,360,420.81, ἀντὶ τοῦ περισσεύματος τῶν 69,081,927.23, ὑπάρχει ἔλλειμμα δραχ. 24,278,448.58. Ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο προκύπτει ἐκ τῆς παραβολῆς τῶν ἐσόδων, τακτικῶν τε καὶ ἐκτάκτων, πρὸς μόνα τὰ τακτικὰ ἔξοδα, ἐνῷ τὰ δαπανηθέντα 107,128,253.96 δὲν ἦσαν ἔξοδα μόνον τακτικὰ, ἀλλὰ καὶ ἔκτακτα· ἐδαπανήθησαν δ’ εἰς ἔκτακτα ἔξοδα φράγκα 23,822,922.91, ἤτοι εἰς ἀπόσβεσιν δανείων 16,336,189.11, εἰς ἀποζημίωσιν κτημάτων καταληφθέντων ὑπὸ τοῦ σιδηροδρόμου Πελοποννήσου 1,803,565.80 καὶ εἰς ναυπήγησιν τῶν θωρηκτῶν φρ. 5,683,168. Ἂν λοιπὸν καὶ ταῦτα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, θέλει περιορισθῆ τὸ ἔλλειμμα εἰς 455,525.67. Ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο εἶναι τυπικὸν ἔλλειμμα, πρέπει δὲ νὰ ἐξετασθῇ, ἵνα ἀνευρεθῇ, μήπως ὑπάρχωσιν ἐν τῷ ἀπολογισμῷ κεκρυμμένα ποσὰ, δι’ ὧν θέλει γνωσθῆ οὐχὶ τὸ τυπικὸν, ἀλλὰ τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμα. Καὶ ὄντως, μεταξὺ τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ ἀπολογισμῷ ἐξόδων δὲν περιελήφθησαν 805,912 φράγκα, τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ὅστις τυγχάνει νῦν διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὅτε πρώτην φορὰν κατήγγειλα τὰ ἀποκρυβέντα ταῦτα ποσὰ, τὰ ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων πληρωθέντα εἰς τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἠρνήθη τοὺς ἰσχυρισμούς μου, ἀλλὰ τὴν ἐπιοῦσαν ἐκόμισα εἰς τὴν Βουλὴν τὰ αὐθεντικὰ κείμενα, ἐξ ὧν εἶχον πορισθῆ τὰς πληροφορίας μου, καὶ τὰ κείμενα ταῦτα ἦσαν λόγοι καὶ βεβαιώσεις καὶ ἀριθμοὶ, ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος ἀνακοινωθέντες εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δι’ αὐτῶν διεψεύδοντο αἱ ἀναιρέσεις τῶν ἰσχυρισμῶν μου, τὰς ὁποίας αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος εἶχε προβάλει. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης θέλει προφυλαχθῆ ἀπὸ τοιούτου ἀτόπου, διότι τοῦτο ἀποβαίνει ἐντελῶς ἀσυμβίβαστον πρὸς τὰς ἠθικὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 ἠδύνατο νὰ πλανηθῇ, καὶ νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐπιοῦσαν ὅ,τι ἐβεβαίωσε τὴν προτεραίαν, τὸ παράπτωμα εἶναι κἄπως ἀνεκτόν· ἀλλ’ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐλπίζω νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ εἰς ἑαυτὸν, ἵνα ἐξέλθῃ ἐκ τοῦ ἕρκους τῶν ὀδόντων αὐτοῦ τι, τὸ ὁποῖον δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἀληθείας. Ἀλλὰ πλὴν τῶν 805,912 φράγκων, τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, κατὰ τὴν ἐν σελίδι λαʹ τῆς ἐκθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888 σημείωσιν, διὰ τόκους τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1886 εἶχε συνομολογήσει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τῶν 21,500,000 δι’ ἐντόκων γραμματίων, πρέπει νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα καὶ ἡ διαφορὰ τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ. Τὸ δι’ ἐντόκων γραμματίων δάνειον τῶν 21,500,000 τοῦ 1886 ἦτο χρέος τοῦ Κράτους, τοῦ ὁποίου οἱ τόκοι ἐπεβάρυνον εἰκότως τὰ τακτικὰ ἔσοδα, καὶ ὑπῆρχε μάλιστα ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ 1888 (σελ. 18) πίστωσις διὰ τὴν ἀνάγκην ταύτην ἐκ δραχ. 1,720,000. Ἀφοῦ δὲ τὸ ποσὸν τῶν 805,912 δρ. ἐπληρώθη ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου, ἔμεινεν ἴσον ποσὸν τῆς πιστώσεως ἐκείνης ἀδιάθετον, καὶ παρεστάθησαν ἕνεκα τούτου τὰ ἔξοδα κατὰ ἴσον ποσὸν ὀλιγώτερα τῶν ἀληθῶν. Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἔπρεπε νὰ προστεθῇ εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους καὶ ἡ διαφορὰ τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ, ἡ ὁποία ἤθελε πληρωθῆ ἐκ τῆς εἰρημένης πιστώσεως, ἐὰν δὲν ἐπληρόνετο ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου ἡ δαπάνη αὕτη· ἀνήρχετο δὲ ἡ διαφορὰ τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ εἰς 201,477.15, ὑπολογιζομένη πρὸς 125 λεπτὰ κατὰ φράγκον. Ὡσαύτως ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους καὶ εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ ὁ τόκος τῶν προκαταβολῶν, αἵτινες εἶχον δοθῆ ἐπὶ ἐνεχύρῳ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Καὶ πρὸς τοῦτο εἶχε περιληφθῆ πίστωσις ἐν τῇ παραγράφῳ αʹ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ Κεφαλαίου Βʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκ 2,269,292. Αἱ ὁμολογίαι αὗται ἀνήρχοντο εἰς 138,673, ὁ δὲ τόκος τῶν προκαταβολῶν τούτων εἶχε προσδιορισθῆ εἰς 7 καὶ 8%, εἶχον δ’ ἐνεχυριασθῆ διὰ προκαταβολὰς 33,168,452, (ὅρα σελ. 18 τοῦ προϋπολογισμοῦ) καὶ οἱ πληρωθέντες τόκοι τῶν προκαταβολῶν τούτων ἀνῆλθον εἰς τὸ ποσὸν 2,041,225, τὰ ὁποῖα ἔπρεπεν ὡσαύτως νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους. Ἐπειδὴ δὲ πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ χρυσοῦ ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ καὶ ἡ διαφορὰ τῆς τιμῆς αὐτοῦ, ἔπρεπεν ὡσαύτως νὰ καταλογισθῇ μεταξὺ τῶν τακτικῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους ποσὸν 561,306.25, ὑπολογιζομένου τοῦ φράγκου πρὸς 125 λεπτὰ, ὅσον ἐτιμᾶτο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ὡσαύτως ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσιν ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, καὶ οὐχὶ ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, 10,268 δραχμαὶ, αἵτινες ἐπληρώθησαν διὰ τόκους τῶν 1923 ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομμυρίων τοῦ 1863, ἀφοῦ δὲν μετεβλήθησαν εἰς πάγιον 28,205 ὁμολογίαι, ὅσαι ἐσημειώθησαν ἐν σελ. λβʹ τῆς ἐκθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888, ἀλλὰ 23,093 ὁμολογίαι. Ὡς ἔλλειμμα τοῦ 1887 πρέπει νὰ λογισθῇ καὶ τὸ ποσὸν 1,500,000 δραχμῶν, ἀντὶ τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου εἰς χρυσὸν, τὸ ὁποῖον προσέφερεν ὁ Βαλλιάνος διὰ τὴν οἰκοδομὴν τῆς Βαλλιανείου Βιβλιοθήκης, καὶ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν ὡς δάνειον καὶ ἐδαπάνησεν εἰς ἀνάγκας τακτικὰς τοῦ Κράτους. Ὡς ἔπρεπε νὰ προστεθῇ ὡς ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 καὶ τὸ ποσὸν δραχ. 906,183 καὶ 8/0, τὸ ὁποῖον ἔλαβε κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους 1887 ἐκ τῆς ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια πιστώσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· διότι, ἐνῷ τὸ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν χρέος ἀνήρχετο κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1886 εἰς 52,465,847.19, κατὰ τὴν 31 Ἰανουαρίου 1887 εἶχεν ἀναβιβασθῆ εἰς δραχμὰς 53,372,030.27. Ὡσαύτως ἔπρεπε νὰ καταλογισθῇ μεταξὺ τῶν τακτικῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τὸ ποσὸν, ὅπερ ἐπληρώθη ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων διὰ τόκους τοῦ δανείου τῶν 25 ἑκατομμυρίων ἀπὸ τῆς 15 Ἀπριλίου 1887 μέχρι τῆς 15 Αὐγούστου καὶ μετ’ αὐτὴν, κατὰ τὸ Β. Διάταγμα τῆς 25 Ἰουνίου 1887. Καὶ ἐπληρώθησαν διὰ τόκους 31,232 ὁμολογιῶν, πρὸς 8%, φρ. 208,005, διὰ τόκους δὲ 21,622 ὁμολογιῶν, ἐπὶ τόκῳ 9%, φρ. 162,165, ὡς καὶ διὰ τόκους 11,255 ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 4 ἑκατομμυρίων φρ. 74,958. Τὸ ὅλον τῶν πληρωθέντων ἀνήρχετο εἰς 445,128 φράγκα, ἅτινα, πρὸς 125 λεπτὰ, ἔφερον 554,967 δραχμάς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων ἐπληρώθησαν πρὸς ἐξόφλησιν χρεῶν τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, χρεῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, εἰς πληρωμὴν ἀντιτίμου εἰδῶν μονοπωλίων 1,135,859 φράγκα, ἅτινα, πρὸς 125 λεπτὰ τὸ φράγκον, φέρουσι δραχ. 1,419,823.75. Οὕτως ἀπηρτίσθη κεφάλαιον 8,712,946.48, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ ἐκ τῶν πιστώσεων τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, τὸ ὁποῖον ὅμως ἐπληρώθη ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ καταλογισθῇ εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 καὶ νὰ ἀναγραφῇ ὡς δαπάνη αὐτῆς τὸ ποσὸν 3,736,021, τὸ ὁποῖον κατελογίσθη κακῶς εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ 1886. Ἡ διαχείρισις τοῦ 1886, καθὼς καὶ ἡ τοῦ 1885, ἀνήκουσιν εἰς τὰ ἔτη τῆς ἐπιστρατείας, καὶ ἂν τὰ ἔξοδα ταύτης παρασταθῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα, ἂν τὰ ἐλλείμματα τοῦ 1885 καὶ 1886 ὑπεραυξήσωσι, τὸ πρᾶγμα δὲν φαίνεται δυσάρεστον εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν τοῦ 1887. Διὰ τοῦτο, ἐνῷ τὰ πρὸς οἰκοδομὴν τῶν στρατώνων τῆς Λαρίσσης ἔξοδα ἐγένοντο κατὰ τὸ 1887, τὰ ἔξοδα ταῦτα κατελογίσθησαν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1886. Καὶ δὲν ἔχει μόνον τὶ τὸ παράτυπον ἡ ὑπόθεσις, διότι αἱ πιστώσεις προσδιωρίσθησαν διὰ τὰς δαπάνας τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ γίγνονται· καὶ εἶχε μὲν ἐκδοθῆ ἡ πρὸς οἰκοδομὴν τῶν στρατώνων ἔγκρισις κατὰ τὸ 1886, ἀλλ’ ἡ κατασκευὴ ἐγένετο τὸ 1887, καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο κατεβλήθησαν τὰ πρὸς οἰκοδομὴν ἔξοδα. Ἀλλ’ ἐάν τις ἤθελεν ἰσχυρισθῆ, ὅτι δὲν ὑπάρχει παρατυπία ἐν τῇ πράξει, ὑπάρχει ὅμως παραλλαγὴ τῆς ἀληθείας, ἡ ὁποία ἐγένετο μετά τινος σκοποῦ ἰδιοτελείας, οὐχὶ ἰδιοτελείας πρὸς αὔξησιν τοῦ πλούτου τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ πρὸς μείωσιν τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα ἡ διαχείρισις αὐτῶν ὑπέχει, καὶ πρὸς ἐπιβάρυνσιν τῆς διαχειρίσεως ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ὁμοφρονοῦσι πρὸς αὐτούς. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ γενικοῦ λογαριασμοῦ τοῦ 1887 ἐλλείπει καὶ ἄλλο ποσὸν, ὅπερ ἐλήφθη ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1887. Διότι κατὰ μὲν τὴν τελευταίαν ἡμέραν τοῦ 1886 ὠφείλομεν 52,465,847.19, ἐνῷ κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν τοῦ 1887 εἶχεν ἀναβιβασθῆ τὸ χρέος τοῦτο εἰς 55,798,449, ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους 1887 εἶχον ληφθῆ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δραχμαὶ 3,332,601,81. Οὕτως ἔχομεν 8,712,946.48, πληρωθέντα ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000 εἰς τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἔχομεν 3,736,021, τὰ ὁποῖα κατελογίσθησαν κακῶς εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1886, πρέπει δὲ νὰ καταλογισθῶσιν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1887. Καὶ προσέτι 3,332,601.81 ληφθέντα ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τοῦ δανείου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· ταῦτα δὲ πάντα προσδιορίζουσι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1887 εἰς 15,781,569.29, ἐνῷ ὁ ἐπίσημος ἀπολογισμὸς, ὁ δεδημοσιευμένος διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», παρέστησεν αὐτὸ εἰς 455,525.67. Μεταβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1888. Κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τὰ ἔσοδα προϋπελογίσθησαν εἰς δρ. 95,306,231, εἰσεπράχθησαν δὲ 89,551,394.94, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ δρ. 5,754,837.06. Σημειωτέον δὲ, ὅτι μετὰ τῶν σημειωμένων ὡς εἰσπραχθέντων 89,551,394.94 ὑπάρχουσι καί τινα ἔσοδα, τὰ ὁποῖα δὲν μοὶ φαίνονται συνήθη, ἤτοι τυχηρὰ ἔσοδα, εἰσπραχθέντα καὶ ἀνελθόντα εἰς 5,593,678.51. Δὲν εἶναι ὄντως σύνηθες, ὡς ἠρεύνησα ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς καὶ ἄλλων ἐτῶν, νὰ ἀνέλθωσιν εἰς τόσον ποσὸν τὰ λεγόμενα τυχηρὰ ἔσοδα. Ἦσαν δὲ τὰ κατὰ τὸ 1888 εἰσπραχθέντα κατὰ τοὺς ἀναλυτικοὺς πίνακας, ὑπὸ τοῦ κεντρικοῦ ταμείου 548,335.58, ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων κεντρικοῦ ὑποταμείου 723,706.09, καὶ ὑπὸ τῶν εἰδικῶν ταμείων 3,590,153.87. Ἑπομένως τὰ τυχηρὰ ἔσοδα προέκυψαν μᾶλλον ἐξ εἰσπράξεων γενομένων ὑπὸ τῶν ἐν Ἀθήναις ταμείων, καὶ οὐχὶ ὑπὸ τῶν ἐπαρχιακῶν. Δὲν εὗρον αὐτὰ δημοσιευμένα, ἵνα ἐκφέρω περὶ αὐτῶν γνώμην ὁριστικὴν, μοὶ φαίνονται ὅμως ὕποπτου καταγωγῆς, καὶ διὰ τοῦτο μνημονεύω αὐτῶν ὡς τοιούτων. Ὡσαύτως εἰσεπράχθησαν ἐξ ἐπιστροφῆς χρημάτων 3,147,518.65, ἐξ ὧν τὰ 3,048,732.17 εἰσεπράχθησαν παρὰ τοῦ κεντρικοῦ ταμείου. Οὕτω τὰ δύο ταῦτα κονδύλια ἀνέρχονται εἰς 7,910,927.71. Κατὰ τὸ 1888 δὲν συνωμολογήθη ἴδιόν τι δάνειον, εἰσεπράχθη ὅμως ποσὸν ἐκ δανείων, ἅτινα εἶχον συνομολογηθῆ. Εἰσεπράχθησαν δὲ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 15 ἑκατομμυρίων 1,410,298.05, ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων 2,708,806, ἑπομένως τὸ ἐξ ἐκτάκτων ἐσόδων ποσὸν, ὅπερ εἰσήχθη κατὰ τὸ 1888 εἰς τὸ ταμεῖον, ἀνῆλθεν εἰς 4,119,822.15. Οὕτω τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, τὰ μὲν τακτικὰ ἀνῆλθεν εἰς 89,551,394.94, τὰ δὲ ἔκτακτα εἰς 4,119,822.15, τὸ ὅλον δὲ εἰς 93,671,217.09. Ἀλλὰ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1888 προϋπελογίσθησαν εἰς 121,983,398.89, ἐδαπανήθησαν δὲ 108,050,858.71, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 13,932,540.18. Ἐκ τῶν 108,050,858.71 δαπανηθέντων, ἔκτακτα ἔξοδα ἦσαν: 1) ἐπιχορηγήσεις εἰς τὸν σιδηρόδρομον Πατρῶν–Πύργου 979,583· 2) ἀποζημίωσις κτημάτων, καταληφθέντων ὑπὸ τῶν σιδηροδρόμων Θεσσαλίας καὶ Πελοποννήσου, 555,713.62· 3) εἰς μελέτας τῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν 27,552.20· 4) εἰς ὁδοιπορικὰ πρὸς καταμέτρησιν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν 9,099.95. Τὸ ὅλον 1,571,947.87. Εἰς πᾶν ποσὸν τοῦτο πρέπει νὰ προστεθῶσιν ἔξοδα ναυπηγήσεως τριῶν θωρηκτῶν δραχμαὶ 6,772,310.65, καὶ τὰ ἔξοδα ἐπιβλέψεως τῆς ναυπηγίας καὶ τῶν δοκίμων δραχμαὶ 12,084.51. Τὸ ὅλον 8,356,344.03. Ἐὰν δ’ ἐκ τοῦ ὅλου ποσοῦ τῶν δαπανῶν τῶν 108,050,858.71 ἀφαιρεθῶσι τὰ ἔκτακτα, ὡς εἴρηται, ἔξοδα τῶν 8,356,343.03, τὰ δαπανηθέντα τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ἀνῆλθον εἰς 99,694,515.68. Ὅθεν ἔξοδα τακτικὰ 99,694,515.68, ἔσοδα τακτικὰ 89,551,394.94, καὶ ἔλλειμμα τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ 10,143,120.74. Ἀλλὰ καὶ συλλήβδην τὰ τακτικὰ καὶ τὰ ἔκτακτα ἔξοδα 108,050,858.71, τὰ τακτικὰ καὶ ἔκτακτα ἔσοδα, συλλήβδην καὶ ταῦτα, 93,671,217.09. Ἔλλειμμα τοῦ τακτικοῦ καὶ ἐκτάκτου προϋπολογισμοῦ 14,379,641.62. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀναλύσωμεν καὶ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦτον, ἵνα ἀνεύρωμεν, ἂν πάντα τὰ ἔξοδα κατελογίσθησαν. Ἐὰν ὁ Πρωθυπουργὸς ἐξετέλει νόμον, ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1887, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐδανείσθη 10,200,000 φράγκα εἰς χρυσὸν, διὰ νὰ πληρώσῃ τὰ τοκομερίδια τῆς Βʹ ἑξαμηνίας τοῦ 1887, ὤφειλε τὸ ἰσότιμον τοῦ ποσοῦ τῶν φράγκων 10,200,000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια μετὰ τοῦ τόκου, ὅστις ἀνήρχετο εἰς 600 περίπου χιλιάδας, νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀπέναντι τοῦ ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἵνα μειώσῃ τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια χρέος τοῦ Δημοσίου. Τὸ χρέος τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν δὲν εἶχεν ἐξαντλήσει πᾶσαν τὴν ὑπὸ νόμων προσδιορισθεῖσαν πίστωσιν τοῦ Δημοσίου εἰς ἀνοικτὸν λογαριασμὸν καὶ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ γραμματίων. Ἡ Κυβέρνησις, διὰ τῶν νόμων τῶν ἐκδοθέντων κατὰ τὸ 1885 καὶ 1886, εἶχε λάβει τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ἀπὸ τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν καὶ ἀπὸ τὴν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια 67,000,000· ἀλλὰ ταῦτα δὲν εἶχον ποτὲ ληφθῆ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ὅτε κατὰ τὸ 1886, τέλη Ἀπριλίου, παρῃτούμεθα τῆς ἀρχῆς, διεδέχετο δ’ ἐμὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, τὸ χρέος ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀνήρχετο εἰς 45,875,265.75. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1888 τὸ χρέος τοῦτο συνίστατο εἰς 57,018,972.10, ἔλαβον τὸ ποσὸν τοῦτο ὡς ποσὸν τοῦ χρέους, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅτε καθίστατο ἐνεργὸς ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Πρωθυπουργοῦ νὰ καταθέσῃ εἰς αὐτὴν τὸ ἰσότιμον τῶν 10,800,000 φράγκων περίπου. Ἀλλὰ τὸ ἰσότιμον τοῦτο, προσδιοριζόμενον εἰς 13,515,000 εἰς γραμμάτια, δὲν κατέθηκεν εἰς τὴν Τράπεζαν, ἀλλ’ ἐκράτησε, καὶ ἀποτελεῖ ἓν δάνειον προσωρινὸν, ὅπερ ἔλαβεν. Ἐὰν ἀπέδιδεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὸ ποσὸν τοῦτο, πρὸς μείωσιν τοῦ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέους, τὸ χρέος τοῦτο ἤθελε μειωθῆ εἰς 43,503,972.10. Ἀλλ’ οὐ μόνον δὲν ἐμειώθη, ἀλλὰ ἀνῆλθε κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1888 εἰς 55,485,000, καὶ κατὰ Ἰούλιον μέχρι τέλους Νοεμβρίου ἀνεβιβάσθη εἰς 57,292,746.30, ἤτοι περισσότερον ἢ ὅσον ἔδει νὰ ὑπάρχῃ κατὰ 13,788,774.20. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1888 ἐμείωσε τὸ χρέος ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ἀπὸ 57,018,972.10 εἰς 46,401,477.85, ἀποδοὺς εἰς τὴν Τράπεζαν 10,617,494.25. Ἀλλὰ μετὰ δύο μῆνας, ἤτοι κατὰ Φεβρουάριον, ἀνεβίβασεν αὐτὸ αὖθις εἰς 51,068,972.75, καὶ κατὰ Μάϊον τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ἤτοι μετὰ πέντε μῆνας, ἀφ’ ἧς ἐπλήρωσε τὰ 10,617,494.25, ἀνεβίβασεν αὖθις αὐτὸ εἰς 56,618,972.75, ἐπαναλαβὼν οὕτως ἐκ τῶν 10,617,494.25, τὰ ὁποῖα εἶχε δώσει πρὸ πέντε μηνῶν, τὰ 10,217,494.90. Καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς, εἰσάγων εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν 4 Ἰανουαρίου 1888 τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1889, ῥητῶς ἀνέφερε τάδε: «ἐνομίσαμεν, ὅτι πρέπει νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς βαθμιαίας ἐξοφλήσεως τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ τοῦτο διὰ τρόπου παρέχοντος εἰς τὸ Δημόσιον τὸ μεταλλικὸν, τὸ ἀναγκαῖον πρὸς πληρωμὴν τοῦ τοκομεριδίου εἰς χρυσόν». (Ὅρα σελ. 25 καὶ 26 ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς). Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ συνδυασμοῦ αὐτοῦ εἶχε σχεδιάσει πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον δὶς μέχρι τοῦδε ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τελευταῖον ἔτι, εἰσάγων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892, ἐπανέλαβε, πρόγραμμα νὰ δανείζηται εἰς χρυσὸν, ἵνα δι’ αὐτοῦ πληρόνῃ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν δανείων, τὸ ἰσότιμον ὅμως τοῦ χρυσοῦ νὰ λαμβάνῃ ἐκ τῶν ὑπεγγύων εἰσπράξεων καὶ νὰ ἀποδίδῃ εἰς τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέος τοῦ Δημοσίου, ἵνα βαθμιαίως φθάσῃ μέχρι τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ χρέους, καὶ οὕτω δώσῃ εὐκολίαν εἰς τὰς συναλλαγὰς, τὰς εὑρισκομένας ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλὰ τὸ σχέδιον τοῦτο κατ’ αὐτὸ τὸ πρῶτον ἔτος δὲν ἐφήρμοσε· διότι, ἐνῷ κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1887 δὲν ἐπλήρωσεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὰ 13,515,000, ἐπλήρωσεν αὐτὰ κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1888, ἀναλαβὼν ὅμως αὖθις κατὰ Φεβρουάριον καὶ κατὰ Μάϊον τοῦ 1889 τὰ πληρωθέντα. Διὰ τοῦτο δὲν ἐμειώθη τὸ χρέος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ δ’ ἔλλειμμα τοῦ 1888 δὲν ἦτο μόνον τὸ ἐκ 10,143,120 καὶ 74/00 ἔλλειμμα τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸ ἔλλειμμα τὸ προερχόμενον ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀνελθὸν οὕτως εἰς 23,931,894.94. Μεταβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1891. Προϋπελογίσθησαν κατ’ αὐτὸν, κατὰ τὸ 1889 ἔσοδα δραχ. 96,459,453, εἰσεπράχθησαν δὲ 83,731,591.09, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ 21,717,861.91. Κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο δὲν ὑπῆρχον τὰ ἐν τοῖς λογαριασμοῖς τοῦ 1888 ἀναγραφέντα ὀγκώδη ἔσοδα ὑπὸ τὸν τίτλον «ἐπιστροφαὶ χρημάτων», ἢ ὑπὸ τὴν τίτλον «τυχηρὰ εἰσοδήματα», διότι ἐν τοῖς λογαριασμοῖς τοῦ 1889 σημειοῦνται ὑπὸ τὸν τίτλον μὲν τῶν τυχηρῶν ἐσόδων ὡς εἰσπραχθὲν ποσὸν 555,022.52, ὑπὸ τὸν τίτλον δὲ τῆς ἐπιστροφῆς χρημάτων δραχ. 124,239.58. Εἰσεπράχθησαν ὅμως πλὴν τῶν τακτικῶν καὶ ἔκτακτα ἔσοδα ἐκ τοῦ δανείου τῶν 15 ἑκατομμυρίων 2,499,165, ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων 11,260,181, ἐκ τοῦ δανείου τῶν 1,200,000 λιρῶν ἀγγλικῶν 20,437,500, καὶ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 5 ἑκατομμυρίων λιρῶν 65,103,527. Οὕτως εἰσεπράχθησαν ἐκ δανείων 99,300,373, καὶ ἐπραγματοποιήθησαν κατὰ τὸ 1889 τακτικὰ ἔσοδα 83,731,591.09, ἔκτακτα δ’ ἔσοδα 99,300,373, τὸ ὅλον 183,031,964.09. Τὰ ἔξοδα εἶχον προϋπολογισθῆ εἰς 186,499,665.69, ἐδαπανήθησαν δὲ 168,737,262.39, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 17,760,403.30. Ἀλλ’ ἡ οἰκονομία αὕτη προῆλθε διὰ τρόπου εὐχεροῦς, χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ στενοχωρία τις εἰς τὴν διοίκησιν, στεροῦσα αὐτὴν τῶν ἀναγκαιούντων ἐξόδων. Οὕτως εἶχον εἰσπραχθῆ 4,453,141.55 ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, εἶχον δ’ ἀποδοθῆ 1,251,674.24, καὶ ἐπετεύχθη διὰ τούτου οἰκονομία δραχ. 3,201,467.31. Εἶχον προϋπολογισθῆ διὰ πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων δρ. 38,663,636, ἀλλ’ ἐπληρώθησαν 29,816,892.88, ἐπελθούσης καὶ ἐκ τούτου οἰκονομίας 8,846,743.12. Ἐντεῦθεν ἡ διαφορὰ τοῦ ποσοῦ, τοῦ προϋπολογισθέντος ἀπὸ τὸ δαπανηθέν. Ἀλλ’ ἐπῆλθε καὶ ἐλάττωσις καὶ τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα εἶχον προϋπολογισθῆ διὰ δημόσια ἔργα. Εἶχον προϋπολογισθῆ δι’ ἀποζημίωσιν κτημάτων καταληφθέντων ὑπὸ τοῦ σιδηροδρόμου Ἀγρινίου δραχ. 250,000, καὶ ἐδαπανήθησαν μόνον 24,101. Εἶχον προϋπολογισθῆ δι’ ἐξαγορὰν κτημάτων 400.000, ἀλλὰ δὲν ἐπληρώθη ἐξ αὐτῆς τῆς πιστώσεως οὐδὲ λεπτόν. Εἶχον προϋπολογισθῆ δι’ ἐξαγορὰν κτημάτων καταληφθέντων ὑπὸ τοῦ σιδηροδρόμου Καλαμῶν 450,000, καὶ ἐπληρώθησαν 328,000 μόνον. Εἶχον προϋπολογισθῆ διὰ μεσολαβοῦντας τόκους τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν 1,020,000, καὶ ἐπληρώθησαν μόνον 509,949. Εἶχον προϋπολογισθῆ διὰ τὴν οἰκοδομὴν τοῦ ἀνακτόρου τοῦ Διαδόχου 200,000, καὶ δὲν ἐπληρώθη καὶ ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης οὐδὲ λεπτόν. Καὶ οὕτως ἐπῆλθε καὶ ἐκ τῶν πιστώσεων τῶν δημοσίων ἔργων οἰκονομία 1,457,950. Ἠναγκάσθην νὰ σταματήσω μικρὸν ἐπὶ τούτου, διότι προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπετίμησε τὸν συνάδελφον κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης καὶ ἐμὲ, διότι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τετραετίαν προεκλήθημεν νὰ ἐξελέγξωμεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι εἶχεν ἀναγγείλει εἰς τὴν Βουλὴν ὡς κατόρθωμα, ὅτι ἀφῆκεν ἀδιαθέτους πιστώσεις. Καὶ ἐλέγομεν τότε πρὸς αὐτὴν, ὅτι ὁ ἐκτελῶν τοὺς νόμους ἔχει δικαίωμα νὰ εἴπῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἐὰν ἐκτελέσῃ αὐτοὺς δαπανῶν ὀλιγώτερα τῶν ἀναγραφέντων ὡς ἀναγκαιούντων, ὅτι παρεσκεύασεν ἀληθὲς περίσσευμα, καὶ τοῦτο ἀποδεικνύων, καθίσταται ἄξιος χάριτος. Ἀλλ’ ἐκεῖνος, ὅστις ἐζήτησε πιστώσεις, ἵνα ἐκτελέσῃ ἐργασίας ἢ ἐκπλήρωσιν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, δὲν ἐδαπάνησεν ὅμως τὰς πιστώσεις ταύτας, εἴτε διότι δὲν ἐξετέλεσε τὰς ἐργασίας, εἴτε διότι δὲν ἐθεράπευσε τὰς ἀνάγκας, οὗτος οὐ μόνον δὲν εἶναι ἄξιος χάριτος, ἀλλ’ ἔπραξεν ἀδίκημα πρὸς τὴν Βουλὴν, ἥτις ἠδύνατο νὰ ἐρωτήσῃ αὐτὸν, πῶς ἀνέγραψεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πιστώσεις δι’ ἀνάγκας, τὰς ὁποίας δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ θεραπεύσῃ, ἐνῷ, ἐὰν δὲν ἀνέγραφε ταύτας, ἐνδεχόμενον ἦτο τὸ Κράτος νὰ προσδιώριζε τὰ δι’ αὐτὰς ἀναγραφέντα ποσὰ πρὸς θεραπείαν ἄλλων κατεπειγουσῶν ἢ ἀνυπερβλήτων ἀναγκῶν. Ἀνῆλθον λοιπὸν τά τε τακτικὰ καὶ τὰ ἔκτακτα ἔσοδα εἰς δραχμὰς 183,031,964.09, καὶ τὰ τακτικὰ καὶ ἔκτακτα ἔξοδα εἰς δραχ. 168,739,262.39, οὕτω δ’ ἀνεγράφη ἐν τῷ ἀπολογισμῷ ὡς πλεόνασμα τὸ ποσὸν 14,292,701.70. Ἀλλ’ ἡ ἐξέτασις τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ, τῶν τακτικῶν ἐσόδων πρὸς τὰ τακτικὰ ἔξοδα, παριστᾷ τὰ μὲν εἰσπραχθέντα τακτικὰ ἔσοδα εἰς 83,731,591.09, τὰ δὲ γενόμενα τακτικὰ ἔξοδα εἰς 97,553,125.65. Διότι ἐκ τοῦ ὅλου τῶν ἐξόδων πρέπει νὰ ἐκπεσθῶσι τὰ ἔκτακτα ἔξοδα, ἀνερχόμενα εἰς 71,186,136.74. Ἤτοι 1,700,000, δαπανηθέντα εἰς κανονισμὸν προσωρινῶν δανείων, 8,382,362.56 διατεθέντα εἰς ἀπόσβεσιν τῶν δανείων τῶν 6 καὶ τῶν 10 ἑκατομμυρίων, 57,966,935.65 διατεθέντα εἰς ἀπόσβεσιν τῶν δανείων τῶν 26 καὶ 60 ἑκατομμυρίων, 2,708,924 πληρωθέντα εἰς ναυπήγησιν πλοίων, 239,295.90 δαπανηθέντα εἰς ἔξοδα ἐπιστασίας τῶν πλοίων, 188,618.63 πληρωθέντα εἰς παραλαβὴν καὶ μεταφορὰν αὐτῶν. Ἑπομένως, ἐπειδὴ τὰ τακτικὰ ἔξοδα ἀνῆλθον εἰς 97,553,125.65, τὰ δὲ τακτικὰ ἔσοδα εἰς 83,731,591.09, τὸ ἔλλειμμα τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ ἀνῆλθεν εἰς 13,821,534.56. Ἀλλ’ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1889 πρέπει νὰ ἀναγραφῇ καὶ τὸ εἰσπραχθὲν μὲν ὡς ἔσοδον τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, μὴ ἀποδοθὲν δ’ εἰς τὸ εἰρημένον ταμεῖον ποσὸν τῶν δραχμῶν 3,201,467.31. Ὡς ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1889 πρέπει νὰ λογισθῇ καὶ τὸ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ληφθὲν ποσὸν 8,705,849.57, διότι τὸ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέος εἶχεν ἀνέλθει κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1889 εἰς 55,107,327.42, ἐνῷ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1888 εἶχε μειωθῆ εἰς 46,401,477.85, ὡς καὶ τὰ ποσὰ, κατὰ τὰ ὁποῖα ηὔξησε κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ 1889 τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέος καὶ πρὸς τὴν Τράπεζαν Ἠπειροθεσσαλίας καὶ πρὸς τὴν Ἰονικήν. Ἐνῷ λοιπὸν ἦτο μὲν τὸ ὅλον τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων, παραβαλλόμενον πρὸς τὸ ὅλον τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων, ὑπέρτερον, διότι τὰ ἐκ δανείων εἰσπραχθέντα ἀνῆλθον εἰς δραχ. 99,300,373, τὰ δὲ δαπανηθέντα εἰς τὴν ναυπήγησιν τῶν θωρηκτῶν καὶ τὰς ἀνάγκας τῶν σιδηροδρόμων εἰς δραχ. 71,186,136.74, ἑπομένως ἐδαπανήθησαν 28,114,236.26 ἐκ τῶν δανείων ὀλιγώτερα ὅσων εἶχον εἰσαχθῆ εἰς τὸ ταμεῖον, ἀλλ’ ἐκ τῶν δανείων ἐπληρώθησαν καὶ 1,760,135.27 εἰς τακτικὰ ἔξοδα, ὡς καὶ 848,863.50 ὡσαύτως εἰς τακτικὰ ἔξοδα, περὶ ὧν μάλιστα εἶχον ἀναγραφῆ εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐξόδων καὶ αἱ ἀναγκαῖαι πιστώσεις. Τὰ 1,760,135.27 ἐδαπανήθησαν εἰς τὰς ἑξῆς τακτικὰς ἀνάγκας:
| Εἰς ἀποδοχὰς προξενικῶν ὑπαλλήλων δικα- | |
| στικῶς ἀναγνωρισθείσας | 14,387.48 |
| Εἰς ἔξοδα συμμετοχῆς εἰς τὴν Ἔκθεσιν τοῦ | |
| 1889 ἐν Παρισίοις | 250,000.— |
| Εἰς οἰκοδομὴν τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μου- | |
| σείου | 688,201.61 |
| Εἰς ἔξοδα κατεδαφίσεως τοῦ φρουρίου Βώ- | |
| λου | 28,057.41 |
| Εἰς ἀντίτιμον ξυλείας χορηγηθείσης εἰς | |
| Αἴγιον ἕνεκα τῶν σεισμῶν | 101,288.52 |
| Εἰς ἀνέγερσιν ἀποθήκης πετρελαίου ἐν Καν- | |
| θάρῳ | 34,919.16 |
| Εἰς ἔξοδα γραφείου σιδηροδρομικοῦ τμή- | |
| ματος | 1,949.05 |
| Εἰς καθαρισμὸν ὑδραγωγείου Τσακμάκου | 30,858.74 |
| Εἰς βοήθειαν κατοίκων Ἀγρινίου καὶ Αἰτω- | |
| λικοῦ | 12,875.33 |
| Εἰς διοχέτευσιν τοῦ ὕδατος τῆς Στυμφα- | |
| λίας | 1,241.73 |
| Εἰς ἐπισκευὴν τοῦ ἐν Σπάρτῃ Ἀρχαιολο- | |
| γικοῦ Μουσείου | 5,040.— |
| Εἰς ἔξοδα ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν | 22,965.69 |
| Εἰς γενικὰς ἐαρινὰς ἀσκήσεις | 155,923.73 |
| Εἰς ἔξοδα παραδόσεως ἀχρήστων πυροβόλων | 5,142.78 |
| Εἰς ἀναλογίαν τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν κατα- | |
| σκευὴν τῆς ὑπονόμου τῆς ὁδοῦ Σταδίου | 7,283.97 |
| Εἰς χορηγίαν προικὸς τῆς Α. Β. Ὑψηλό- | |
| τητος τῆς πριγκηπίσσης Ἀλεξάνδρας | 400,000.— |
| Ὡσαύτως καὶ αἱ 848,863.50, αἱ δαπανηθεῖσαι εἰς | |
| τακτικὰ ἔξοδα, περὶ ὧν εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τοῖς προϋπο- | |
| λογισμοῖς αἱ ἀναγκαῖαι πιστώσεις, ἦσαν αἱ ἑξῆς: | |
| Εἰς ἐνοίκια τῆς ἐν Κων/πόλει Πρεσβείας | 78,340.84 |
| Εἰς ἐνοίκιον τοῦ καταστήματος τοῦ Ἐπαρ- | |
| χείου Ἄργους | 2,242.— |
| Εἰς μισθὸν κλητῆρος τοῦ Ἰατροσυνεδρίου | 588.— |
| Εἰς μισθοὺς κλητήρων δημοσίων ἔργων | 13,827.94 |
| Εἰς ἐξωραϊσμὸν τῆς πρωτευούσης | 337,374.87 |
| Εἰς μισθοὺς τηλεγραφικῶν καὶ ταχυδρομι- | |
| κῶν ὑπαλλήλων | 3,941.55 |
| Εἰς ἔξοδα κηδείας Α. Ροντήρη | 1,000.— |
| Εἰς συνδρομὴν ἀπόρων Κρητῶν | 399,999.50 |
| Εἰς βοήθειαν μητρὸς ἐνωμοτάρχου Ραϋ- | |
| μόνδου | 2,000.— |
| Εἰς βοήθειαν χωροφύλακος Μάνου | 1,000.— |
| Εἰς βοήθειαν τῶν ἀφιεμένων ἐκ τοῦ στρατοῦ | |
| ὁμογενῶν | 4,480.— |
| Εἰς ἔξοδα κηδειῶν | 4,058.50 |
Ἐκόμισα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἔχω ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου πληθὺν ἐγγράφων, ἐλπίζω δὲ, ὅτι δὲν θέλουσιν ἀποθαῤῥυνθῆ οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ὑπολαμβάνοντες ὅτι πάντα ταῦτα τὰ ἔγγραφα θέλω ἀναγνώσει εἰς αὐτούς. Ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα τῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ συζητήσεων, ἡ τόλμη δὲ καὶ ἡ ἕξις τῶν ἀντιπάλων μὲ ἐδίδαξαν, ὅτι οὗτοι συνηθίζουσι νὰ ἀρνῶνται τὰ πράγματα, πεποιθότες ἢ προσδοκῶντες, ὅτι ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ μὴ κομίζωσιν οἱ ἀγορεύοντες τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, τὰ βεβαιοῦντα τοὺς ἰσχυρισμούς, τοὺς ὁποίους προβάλλουσιν. Οὕτω δὲ οἱ ἀρνούμενοι ἢ οἱ μετὰ τόλμης διαψεύδοντες αὐτούς, ἐπιστεύοντο ὑπὸ τῶν ἀκουόντων, ἀφοῦ δὲν ἀπεδείκνυον δι’ ἐγγράφων τοὺς ἰσχυρισμούς των οἱ ἀναιρούμενοι ἢ διαψευδόμενοι. Διὰ νὰ προλάβω τοιοῦτόν τι καὶ μὴ ἀφήσω διάλειμμα χρόνου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἤθελεν ὑποτεθῆ, ὅτι ἠμφισβητήθη ἡ ἀλήθεια τῶν ἰσχυρισμῶν καὶ τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους ἀνακοινόνω ὑμῖν, ἐκόμισα πάντα ταῦτα τὰ ἔγγραφα ὡς δικαιολογητικά. Ὅθεν, ἐάν τις ἔχῃ νὰ προβάλῃ ἀντίῤῥησιν, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μὴ παραιτηθῇ τοῦ δικαιώματος τούτου, εἴτε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς σήμερον, εἴτε κατὰ τὰς ἑπομένας συνεδριάσεις, παρεστὼς κατ’ αὐτὰς, ἵνα κυρώσω διὰ τῶν ἐγγράφων τούτων τοὺς λόγους μου. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο στρογγύλον ὀφείλω νὰ ἀναφέρω ποσόν. Ἀφοῦ δὲ, καθ’ ἃ ἀνέγνων προχθὲς ἔν τινι ἐφημερίδι, ἡ στρογγύλωσις, ἢ ἡ ἐκστρογγύλωσις ἢ ἀποστρογγύλωσις τῶν ἀριθμῶν ἐκρίθη ἐπιτετραμμένη ἢ ἀνεκτὴ καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν προσδιορισμὸν τῶν φορολογικῶν ὅρων, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ λησμονήσω κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἐξόδων, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβε πρὸς τὸ Κράτος καὶ πρὸς ἐκείνους, πρὸς οὓς συνηλλάσσετο, δὲν πρέπει, λέγω, νὰ λησμονήσω τὸ στρογγύλον ποσὸν τοῦ δανείου τῶν 400,000 λιρῶν, ὅπερ εἶχε συνομολογήσει μετὰ τοῦ κ. Γκίψ. Τὸ δάνειον τοῦτο ἐξώφλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, πληρώσας τὸ ποσὸν αὐτοῦ πρὸς τὸν κ. Γκὶψ ἐκ τοῦ προϊόντος δανείου, τὸ ὁποῖον εἶχε συνομολογήσει. Ἀλλὰ τὸ δάνειον τῶν 400,000 λιρῶν εἶχε συνομολογήσει διὰ νὰ πληρώσῃ τόκους καὶ χρεωλύσια δανείων, ἤτοι ἔξοδα τακτικὰ, περὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχουσι πιστώσεις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Ἐπειδὴ λοιπὸν δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ χρέος τοῦτο ἐκ τοῦ προϊόντος δανείων, ὡς τοῦ τῶν 1,200,000 ἢ τοῦ τῶν 5 ἑκατομμυρίων λιρῶν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπλήρωσε μὲν ἐκ τῶν δανείων τούτων τὰς 400,000 λίρας, ἀλλ’ εἶπεν, ὅτι ἀπέδωκε τὸ ἰσότιμον τῶν 400,000 λιρῶν μετὰ τοῦ τόκου αὐτῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀπέναντι τοῦ χρέους τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διὰ νὰ μειώσῃ τὸ χρέος αὐτὸ, καὶ ἑπομένως φθάσῃ ὡς οἷόν τε τάχιον εἰς τὴν ἐξόφλησιν τοῦ χρέους τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, οὕτω δὲ μειώσῃ τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ ἐπιφέρῃ τὴν ὑποτίμησιν τοῦ χρυσοῦ καὶ τὴν ἀνακούφισιν τῶν συναλλαγῶν. Ἀλλὰ κατὰ τὰς μελέτας, ἃς ἐποιησάμην, καὶ τὰς ὁποίας θέλω ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ λόγου προϊόντος, ὅταν πραγματευθῶ περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ ποσὸν τοῦ χρέους ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς τραπεζογραμμάτια πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἔπρεπε κατὰ τὸ 1889 νὰ ἦναι περιωρισμένον εἰς δρ. 43,503,972, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξετέλει τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀναλάβει, ἀναγγείλας ἑκάστοτε, ὅτι τὸ ἰσότιμον τοῦ χρυσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανεν ἐκ δανείων, ἔμελλε ν’ ἀποδώσῃ διὰ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν πρὸς μείωσιν τοῦ ὀφειλομένου εἰς τὴν Τράπεζαν ποσοῦ. Ἂν λοιπὸν κατὰ τὸ 1889 τὸ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν χρέος τοῦ Δημοσίου ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ἔπρεπε νὰ ἦναι περιωρισμένον εἰς 43,503,972, ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπέδιδεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ τὸ ἰσότιμον τῶν 400,000 καὶ τοῦ τόκου αὐτῶν, ἀνερχόμενα εἰς 10,900,000, τὸ χρέος ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ἤθελε περιορισθῆ εἰς 32,603,972, καὶ τόσον ἠθέλομεν ὀφείλει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς τραπεζογραμμάτια κατὰ τὸ 1889. Ἀλλὰ κατὰ Μάϊον τὸ χρέος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀνήρχετο εἰς 56,618,972, ἤτοι πλέον τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἔπρεπε νὰ ὀφείλωμεν, κατὰ 24,015,000.75. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐκ τούτων τὰ 13,515,000 κατελογίσθησαν εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1888, εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1889 πρέπει νὰ καταλογισθῇ τὸ ὑπόλοιπον, ἤτοι τὰ 10,500,000.75. Ὡσαύτως πρέπει νὰ καταλογισθῇ εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1889 τὸ ποσὸν 1,700,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ὁ Πρωθυπουργὸς ἀνήγγειλεν, ὅτι εἶχεν ἀποδώσει εἰς τὴν Τράπεζαν Ἠπειροθεσσαλίας, καὶ τοῦτο πρὸς μείωσιν τοῦ ποσοῦ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ὀφειλομένου καὶ εἰς αὐτήν, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἀπέδωκεν. Ὡς πρέπει νὰ καταλογισθῇ εἰς ἔλλειμμα τοῦ 1889 καὶ τὸ ποσὸν 1,463,645, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ὡσαύτως δηλώσει πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι καὶ τοῦτο εἶχεν ἀποδώσει πρὸς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν πρὸς μείωσιν καὶ τοῦ εἰς ταύτην ὀφειλομένου ποσοῦ εἰς τραπεζογραμμάτια ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, τὸ ὁποῖον ὅμως οὐδὲ τοῦτο ἀπέδωκεν. Ἐπειδὴ ἀνέφερα δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸς τὴν Βουλήν, ὀφείλω νὰ ἀποδείξω αὐτάς. Ὅθεν παρακαλῶ νὰ ἀναζητήσητε τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890, καὶ νὰ ἀνεύρητε τὴν σελίδα κθʹ, ἵνα ἀναγνώσητε ὅσα ἐν αὐτῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔγραφεν (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἀντίτιμον τοῦ κεφαλαίου τούτου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια τῶν λιρῶν 400,000 τοῦ δανείου Γκὶψ μετὰ τοῦ τόκου αὐτῶν, τὸ διατεθειμένον πρὸς πληρωμὴν τόκων κατατεθειμένων εἰς τὰς Τραπέζας ἐκ τῶν δημοσίων ἐσόδων, τῶν ὑπεγγυημένων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, εἰς ἣν διετέθη τὸ ἄνω μεταλλικὸν κεφάλαιον, ἀπεδόθη εἰς λογαριασμὸν τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 10,900,000, πρὸς τὴν Ἰονικὴν 713,645, καὶ πρὸς τὴν Τράπεζαν Ἠπειροθεσσαλίας 1,000,000». Ἀλλ’ οὔτε εἰς τὴν Ἐθνικὴν ἀπεδόθησαν, οὔτε εἰς τὴν Ἰονικὴν, οὔτε εἰς τὴν Ἠπειροθεσσαλικήν, ὡς βεβαιοῦσιν αἱ δεδημοσιευμέναι μηνιαῖαι καταστάσεις αὐτῶν. Κατὰ τὴν 30 Ἀπριλίου 1886, ὅτε ἡμεῖς παρῃτήσαμεν τὴν ἀρχὴν καὶ ἐκλήθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὠφείλοντο εἰς τὴν Τράπεζαν Ἠπειροθεσσαλίας ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς τραπεζογραμμάτια δρ. 952,359.70. Κατὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου 1890, ἤτοι κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Τρικούπη ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὠφείλοντο εἰς τὴν Τράπεζαν Ἠπειροθεσσαλίας ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δρ. 1,504,463.22, δηλαδὴ ὠφείλοντο περισσότερα κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀπὸ ὅσα ὠφείλοντο κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1886 εἰς τὴν Τράπεζαν Ἠπειροθεσσαλίας 552,103.52, ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἀπέδωκεν εἰς τὴν Τράπεζαν 1,700,000, ὅπως μειώσῃ τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ὀφειλόμενον εἰς αὐτὴν ποσόν, καθ’ ἃ εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τῆς εἰσηγήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὡς δὲν ἀπέδωκεν οὔτε εἰς τὴν Ἰονικὴν, ὅσα εἶπεν ὅτι εἶχεν ἀποδώσει, ἐξ ἐναντίας δὲ ἔλαβε παρ’ αὐτῆς κατὰ τὸ 1889 δραχ. 1,463,645. Ἀνακεφαλαιώσατε, Κύριοι, τὰ κατὰ μέρος ποσὰ, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα, ἵνα προσδιορίσητε τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1889· ὑπέρβασις τῶν τακτικῶν ἐξόδων πρὸς τὰ τακτικὰ ἔσοδα δρ. 13,821,534.56, ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 10,500,000.75, ἐκ τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας 1,700,000, ἐκ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης 1,463,645, τὰ μὴ ἀποδοθέντα εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας 3,201,467.31. Τὸ ἔλλειμμα λοιπὸν τοῦ 1889 εἶναι 30,686,647.62. Ὅθεν ἔλλειμμα τοῦ 1887 δρ. 15,781,569.29, ἔλλειμμα τοῦ 1888 δρ. 23,931,894.94, ἔλλειμμα τοῦ 1889 δρ. 30,686,647.62, καὶ τὰ ἐλλείμματα τῶν τριῶν τούτων ἐτῶν ἀνῆλθον εἰς 70,400,111.85.
§15ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ τελευταῖον ἔλλειμμα τοῦ 1889 συμπίπτει ἀκριβῶς πρὸς τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Σιμόπουλος ἐξήλεγξε κατὰ τὸ ἔτος 1882. (Γέλωτες ἐν τῇ ἀριστερᾷ).
§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρέπει, πρὶν ἢ τελειώσω τὰς μελέτας ἐπὶ τῆς τετραετοῦς διαχειρίσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ διαλάβω καὶ περὶ τοῦ ἔτους 1890, καθ’ ὃ ἐπὶ 10 μῆνας διεχειρίσθη τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους ἐκείνου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν, ὅτι, ὅτε πρὸ μηνὸς ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν, εὗρε κατεστραμμένα τὰ οἰκονομικά. Μεταξὺ τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατέλιπε τὴν ἀρχὴν, καὶ τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπανῆλθεν, ἵνα ἀναλάβῃ αὖθις αὐτὴν, ἐκυβέρνα τὸ Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου προΐστατο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, νομίζω, τρεῖς καὶ ἥμισυν μῆνας περίπου, κατὰ τὸ ὑπόλοιπον δὲ χρονικὸν διάστημα διετελοῦμεν ἡμεῖς ἐν τῇ ἀρχῇ. Ἔχω ἑπομένως καθῆκον καὶ συμφέρον νὰ παραστήσω, ποία ἦτο ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καθ’ ὃν χρόνον ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ὑπέβαλεν εἰς τὸ Στέμμα τὴν παραίτησίν του...
§17Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀφίνετε, νὰ διακόψωμεν;
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διαρκέσῃ πολὺ ἡ ὁμιλία σας;
§19Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἔχω νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ ὥρας ἀκόμη, ἂν θέλητε, νὰ ἐξακολουθήσω· ἂν θέλητε δὲ νὰ διακόψω, θέλω πράξει ὡς ἐγκρίνετε.
§20ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅπως θέλετε.
§21Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μετὰ τὸ γεῦμα;
§22Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι. Μετὰ τὸ γεῦμα εἶναι τὰ ἄλλα νομοσχέδια.
§23Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τελειώσω τὰς περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1890 μελέτας μου, ὅπως τελειώσω τὴν διαχείρισιν τῆς τετραετοῦς ταύτης περιόδου.
§24ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§25Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτε εἰσήχθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1890 εἰς τὴν Βουλὴν, ἀνηγγέλθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περίσσευμα 2,885,735 δραχμῶν· ὅτε ὅμως ὁ προϋπολογισμὸς συνεζητήθη καὶ ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τὰ μὲν ἔσοδα προσδιωρίσθησαν εἰς 93,543,365, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 91,258,840.20, καὶ τὸ περίσσευμα περιωρίσθη ἀπὸ 2,885,735 εἰς 2,884,524.80, ἤτοι κατὰ 1,210.20 ὀλιγώτερον. Καιροῦ ὅμως προϊόντος, τὰ πράγματα μετεβλήθησαν, οὐχὶ παρὰ τῆς Βουλῆς, ἢ ἐκ τῶν ἀναγκῶν, ἀλλὰ διότι ἡ Κυβέρνησις, καθ’ ὃν χρόνον εἰσῆγε τὸν προϋπολογισμὸν, δὲν εἶχε λάβει ὑπ’ ὄψιν πάσας τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἔλαβε δὲ ταύτας ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐκανόνισε μετὰ τοῦτο. Καὶ ὄντως, μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐξεδόθησαν 27 νόμοι καὶ 19 βασιλικὰ διατάγματα, διὰ τῶν ὁποίων ἐχορηγήθησαν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ 1890 ἔκτακτοι καὶ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις 67,585,253 καὶ 63/00. Αἱ πιστώσεις δ’ αὗται, προστιθέμεναι εἰς τὰς ἐκ δραχμῶν 91,258,840.20 πιστώσεις, τὰς χορηγηθείσας διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀνεβίβασαν τὰ ἔξοδα, τὰ προσδιορισθέντα διὰ νόμων καὶ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς 158,844,093.83· ἐπειδὴ δὲ τὰ ἔσοδα εἶχον προσδιορισθῆ εἰς 93,543,365, τὸ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ προσδιορισθὲν εἰς 2,284,524.80 περίσσευμα μετεβλήθη μετὰ τὰς πιστώσεις εἰς ἔλλειμμα 65,300,728.83. Ἀλλὰ ἐκ τῶν πιστώσεων τῶν 67,585,253.63 πόσαι ὑπῆρχον ἔκτακτοι, ἢ πόσαι ἦσαν πιστώσεις ἔκτακτοι, ἤτοι πιστώσεις προωρισμέναι ἵνα θεραπεύσωσιν ἀνάγκας ἐκτάκτους; Περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ ἐκτάκτου τῶν πιστώσεων ἐγὼ ἔχω ἐντελῶς διάφορον γνώμην ἐκείνης, τὴν ὁποίαν, ἂν δὲν σφάλλωμαι, ἀνεκοίνωσεν ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε ποτὲ, ὅτι ἔκτακτα ἔξοδα εἶναι πάντα τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα γίνονται δυνάμει ἐκτάκτων πιστώσεων. Ἂν δὲ ἀναδράμω εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, διὰ νὰ ἀνεύρω τίνες εἰσὶ κατ’ αὐτὸν ἔκτακτοι πιστώσεις, εὑρίσκω, ὅτι ἔκτακτοι πιστώσεις λέγονται ἐκεῖναι, αἵτινες δὲν περιελήφθησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ κατὰ τὴν σύνταξιν αὐτοῦ, διότι ὁ συντάκτης τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν προέβλεψε τότε περὶ τῶν ἀναγκῶν, αἵτινες ἤθελον ἐπέλθει. Ὁ νόμος ὅμως περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἐπέβαλε τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὸν συντάσσοντα τὸν προϋπολογισμὸν Ὑπουργὸν νὰ εἰσάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων τὰς ὁποίας θέλει προτείνει, καὶ τὸν εἰδικὸν πόρον, νέον, πλὴν τῶν ἐσόδων τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφέντων, ἐξ οὗ θέλει πορισθῆ τὰ ποσὰ, διὰ τὰ ὁποῖα ζητεῖ τὰς ἐκτάκτους πιστώσεις. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῶν ἐκτάκτων καὶ τακτικῶν πιστώσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ ἔκτακτον καὶ τακτικὸν κατ’ οὐσίαν ἡμεῖς διακρίνομεν ἄλλο τι. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε κατὰ τὸ 1882 ἀνέτρεψε διὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κουμουνδούρου, (πρὸς τὸν κ. Καράπαυλον: ὑμεῖς θὰ τὸ ἐνθυμεῖσθε βεβαίως) ἐνεφανίσθη εἰς τὸ κοινὸν ἔχων ἐν χερσὶ δύο σημαίας. Εἰς τὴν μίαν χεῖρα ἐκράτει σημαίαν δι’ ἐκτάκτους στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευὰς, καὶ εἰς τὴν ἑτέραν χεῖρα ἄλλην σημαίαν, τὴν σημαίαν διὰ σιδηροδρόμους καὶ μέσα συγκοινωνίας. Τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, τὰ μὲν ἐκτελούμενα δι’ ὁδῶν ἁμαξιτῶν, ταῦτα ἤθελον ἐκτελεῖσθαι διὰ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ἀλλὰ τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας τὰ ἀποκτώμενα διὰ κατασκευῆς σιδηροδρόμων, διὰ ταῦτα ἐζητοῦντο τὰ ἔκτακτα ἔξοδα. Λοιπὸν, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἔκτακτα ἔξοδά εἰσι τὰ δαπανώμενα εἰς ναυτικὰς καὶ στρατιωτικὰς παρασκευὰς, καὶ τὰ δαπανώμενα εἰς κατασκευὴν σιδηροδρόμων, οὐχὶ δὲ καὶ τὰ ἄλλα, τὰ δι’ ἐκτάκτων πιστώσεων χορηγούμενα, ἐὰν ταῦτα θεραπεύωσιν ἀνάγκας συνήθεις καὶ τακτικὰς τοῦ Κράτους. Ἐκ τῶν 67,585,253.63, τὰ ὁποῖα ἐζητοῦντο διὰ τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων, κρίνω ἔκτακτα ἔξοδα τὰ ἑξῆς: Τοῦ κεφ. 11 (δὶς) τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὸς πληρωμὴν τῆς χιλιομετρικῆς ἀποζημιώσεως τῶν σιδηροδρόμων Πατρῶν–Πύργου καὶ Μεσολογγίου–Ἀγρινίου δραχ. 2,956,700. Τοῦ κεφ. 12 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου, πρὸς πληρωμὴν ἐξόδων διακλαδώσεως Καλαβρύτων εἰς Τρίπολιν 800,000. Τοῦ κεφ. 14 ἄρθρ. 1 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου, πρὸς πληρωμὴν ἐξόδων μελετῶν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ 80,000. Τοῦ κεφ. 14 ἄρθρ. 2 πρὸς ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ 520,000. Τοῦ κεφ. 16 ἄρθρ. 1 τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου, δι’ ἀποζημίωσιν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης 10,000,000. Τοῦ κεφ. 16 ἄρθρ. 2 αὐτόθι, πρὸς πληρωμὴν τόκων τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης 1,148,700. Τοῦ κεφ. 16 ἄρθρ. 3 αὐτόθι, πρὸς ἀποζημίωσιν κτημάτων καταληφθησομένων ὑπὸ τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης 800,000. Τοῦ κεφ. 17 ἄρθρ. 1 αὐτόθι, πρὸς ἀποζημίωσιν κατασκευῆς σιδηροδρόμου Μεσολογγίου–Κρυονερίου 320,000. Τοῦ κεφ. 17 ἄρθρ. 2, πρὸς ἀποζημίωσιν κτημάτων, καταληφθέντων ὑπ’ αὐτοῦ, 40,000. Τοῦ κεφ. 18 ἄρθρ. 1 αὐτόθι, δι’ ἀποζημίωσιν σιδηροδρόμου Πελοποννήσου 200,000. Τοῦ κεφ. 19 ἄρθρ. 1 αὐτόθι, ὡσαύτως Θεσσαλίας 220,000. Τοῦ κεφ. 20 ἄρθρ. 1 αὐτόθι, ὡσαύτως Πατρῶν–Πύργου 470,518. Τοῦ κεφ. 20 ἄρθρ. 2 αὐτόθι, τοῦ αὐτοῦ σιδηροδρόμου 100,000. Τοῦ κεφ. 21 ἄρθρ. 1 τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν 9,000,000. Τοῦ κεφ. 21 ἄρθρ. 2 αὐτόθι, πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων τοῦ δανείου διὰ τὸν σιδηρόδρομον τοῦτον 1,440,000. Τοῦ κεφαλαίου 21 ἄρθρ. 3 αὐτόθι, δι’ ἀποζημιώσεις κτημάτων, καταληφθέντων ὑπ’ αὐτοῦ, 350,000. Τοῦ κεφ. 22 ἄρθρ. 1 αὐτόθι, διὰ σιδηρόδρομον Διακοπτοῦ 550,000. Τοῦ κεφ. 22 ἄρθρ. 2 αὐτόθι, διὰ κτήματα καταληφθέντα ὑπ’ αὐτοῦ 40,000. Τοῦ κεφ. 23 ἄρθρ. 1, διὰ σιδηρόδρομον Καρυταίνης– Λεονταρίου 200,000. Τοῦ κεφ. 23 ἄρθρ. 2 αὐτόθι, διὰ κτήματα καταληφθέντα ὑπ’ αὐτοῦ 40,000. Τοῦ κεφ. 24 ἄρθρ. 1, διὰ γενικὰ ἔξοδα ἐπιστασίας σιδηροδρόμων 112,000. Τοῦ κεφ. 24 ἄρθρ. 2 διὰ μελέτας σιδηροδρόμων 58,700. Τοῦ κεφ. 25 αὐτόθι, διὰ κατασκευὴν λουτρῶν Μεθάνων 250,000. Τοῦ κεφ. 26 αὐτόθι, διὰ κατασκευὴν λουτρῶν Ὑπάτης 200,000. Τοῦ κεφ. Ηʹ ἄρθρ. 1 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν διὰ ναυπήγησιν πλοίων 8,126,775.90. Τοῦ κεφ. Ηʹ ἄρθρ. 2, πρὸς ἐπιστασίαν ναυπηγίας καὶ δι’ ἔξοδα δοκίμων 150,059.98. Τοῦ κεφ. Ηʹ ἄρθρ. 3, πρὸς παραλαβὴν καὶ μεταφορὰν αὐτῶν 400,000. Τοῦ κεφ. Ηʹ ἄρθρ. 4, δι’ ἀσφάλιστρα αὐτῶν 250,000. Τοῦ κεφ. 34 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ἐξόφλησιν τῶν μετατραπέντων δανείων τῶν 1824 καὶ 1825 δρ. 15,660,540. Τοῦ κεφ. 35, πρὸς ἐξόφλησιν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 30 ἑκατομμυρίων 11,000. Μόνον λοιπὸν τὰ ἔξοδα, περὶ ὧν προβλέπουσιν αἱ εἰρημέναι πιστώσεις, κρίνω ἔκτακτα, ἂν καὶ τὰ ζητούμενα διὰ κατασκευὴν λουτρῶν ἐν Μεθάνοις καὶ Ὑπάτῃ δὲν πρέπει νὰ καταταχθῶσι μεταξὺ τῶν ἐκτάκτων, μεταξὺ τῶν ὁποίων κατέταξα τὰ δι’ ὑδραυλικὰ ἔργα ἐν Θεσσαλίᾳ, διότι περὶ αὐτῶν προέβλεψεν εἰδικὸς νόμος. Καὶ τὰ ἔξοδα ταῦτα ἀνέρχονται εἰς 54,494,993.88. Ὁ ὁριστικὸς ἀπολογισμὸς τοῦ 1890 δὲν ἐδημοσιεύθη ἔτι, κατὰ τὸν δημοσιευθέντα ὅμως προσωρινὸν ἀπολογισμόν, ἐκ τῶν προϋπολογισθέντων ἐσόδων 93,543,365 εἰσεπράχθησαν μόνον 79,824,101.42, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ 13,719,263.58. Εἰσεπράχθησαν ὅμως καὶ ἔκτακτα ἔσοδα 43,223,529, ἤτοι 40,050,000 ἐκ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, καὶ 3,173,529 ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων. Ἐπειδὴ δὲ τὰ ἔξοδα, τὰ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν πιστώσεων προσδιορισθέντα, ἀνῆλθον εἰς 158,844,093.83, τὰ δαπανηθέντα ἐξ αὐτῶν ἦσαν ὀλιγώτερα κατὰ 17,483,341.72, διότι ἐδαπανήθησαν δραχ. 141,360,752.12. Ὅθεν τῶν τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων ἐξόδων συλλήβδην λαμβανομένων καὶ παραβαλλομένων πρὸς τὰ τακτικὰ καὶ τὰ ἔκτακτα ἔσοδα, ὑπάρχει ἔλλειμμα τακτικοῦ καὶ ἐκτάκτου προϋπολογισμοῦ 18,313,121.70, διότι τὰ τακτικὰ καὶ τὰ ἔκτακτα ἔξοδα ἦσαν 141,360,752,12, τὰ δὲ τακτικὰ καὶ τὰ ἔκτακτα ἔσοδα 123,047,630.12. Ἡ δὲ παραβολὴ μόνων τῶν τακτικῶν ἐσόδων πρὸς τὰ τακτικὰ ἔξοδα παράγει ἔλλειμμα 17,560,419.25, διότι τὰ μὲν τακτικὰ ἔξοδα ἀνῆλθον εἰς 97,384,520.67, ἐν ᾧ τὰ εἰσπραχθέντα τακτικὰ ἔσοδα ἦσαν 79,824,101.42, ἐν ᾧ τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων πρὸς τὰ ἔκτακτα ἔξοδα ἡ παραβολὴ παριστᾷ ἔλλειμμα ἐκτάκτου προϋπολογισμοῦ ἐκ δραχ. 752,702.45. Οὕτω τὸ ἔλλειμμα τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι δραχμαὶ 17,560,419.25, τὸ ἔλλειμμα τοῦ ἐκτάκτου δραχ. 752,702.45, τὸ δὲ γενικὸν ἔλλειμμα 18,313,121.70. Ἀλλὰ κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1890 τὰ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέη τοῦ Δημοσίου ἀνήρχοντο πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς 54,607,327.42, ἐν ᾧ κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890 εἶχον ἀνέλθει εἰς 60,743,975.68. Ὥστε ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1890 μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν παρῃτήθη τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, εἶχον ληφθῆ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δραχ. 6,136,648.26 παρὰ τῆς Ἐθν. Τραπέζης. Πρὸς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας τὸ χρέος ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ἀνήρχετο κατὰ τὴν 31 Ἰανουαρίου 1890 εἰς δραχ. 500,541.75, ἀλλὰ κατὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου 1890 ἀνήρχετο εἰς 1,504,463.22· ἑπομένως κατὰ τὸ διάστημα ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1890 μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου 1890 εἶχε λάβει ὡσαύτως τὸ κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890 παραιτηθὲν Ὑπουργεῖον καὶ ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας δραχ. 1,003,921.47. Καὶ πρὸς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν κατὰ τὴν 31 Ἰανουαρίου 1890 δὲν ὠφείλετό τι, ἀλλὰ κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890 ὠφείλοντο 1,874,906.44. Ταῦτα δὲ, τὰ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δάνεια, ἅπερ εἶχε μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου λάβει τὸ τότε παραιτηθὲν Ὑπουργεῖον, ἀπετέλουν ποσὸν 9,015,476.17. Ὅθεν ἐκτὸς τοῦ ἐλλείμματος τῶν 18,313,121.70 εἶχον ληφθῆ καὶ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ἐκ τῶν τριῶν Τραπεζῶν 9,015,476.17, πλὴν τῶν 43,223,529, ἅπερ εἶχον ληφθῆ ἐκ δανείων. Πρέπει νὰ μεταβῶ εἰς ἄλλην ἔρευναν, τὴν ἔρευναν τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν ἔκειντο τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους κατὰ τὰ τέλη Ὀκτωβρίου 1890, ὅτε ἀνήλθομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ἀλλὰ τὰ περὶ τούτου αὔριον.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 καὶ 10′ μ. μ.) (Γενομένης ἀπαρτίας περὶ ὥραν 6 καὶ 45′ μ. μ. ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως Ἐμπορικῆς Σχολῆς ἐν Πειραιεῖ καὶ καταργήσεως τοῦ αὐτόθι Γυμνασίου. Ὡσαύτως ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιτηρήσεως καὶ φυλάξεως τῶν ἐν τοῖς δήμοις Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων. Ἀμφότεραι αἱ ἐκθέσεις αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα. ἀριθ. 321–322). Ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχεδίων. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: αʹ) Περὶ κυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ δρ. 2,157,912 τῆς χρήσεως 1892. βʹ) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως 1891 ἐκ δραχ. 263,433 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν· καὶ γʹ) Περὶ χορηγίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῆς χρήσεως 1891 ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 31,591.27. Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: αʹ) Περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν προξενικῶν ὑπολόγων ἐκ καταλογισμοῦ λόγῳ νομισματικῆς διαφορᾶς ἐπὶ μισθῶν καὶ ἐξόδων εἰς μεταλλικὸν διὰ τῶν εἰσπράξεων τῶν πληρωθέντων μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1886, καὶ βʹ) Περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 7, 8 καὶ 9 τοῦ νόμου ᾼΦΙΓʹ τῆς 28 Μαΐου 1887).
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ᾼΦΟΗʹ νόμου τῆς 11 Δεκεμβρίου 1887 «περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν σημαιοφόρων τοῦ Β. Ναυτικοῦ», καὶ τοῦ ᾼΡΝϚʹ νόμου τῆς 27 Μαρτίου 1884 «περὶ συστάσεως Σχολῆς τῶν ναυτικῶν δοκίμων».
§29ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔχει ὑπολογίσει περίπου, ὁποίαν αὔξησιν θὰ ἐπιφέρῃ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ;
§30ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὡς ἐξήγησα καὶ κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, δυνάμει τῶν κειμένων νόμων περὶ σημαιοφόρων τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ, δὲν δυνάμεθα νὰ γινώσκωμεν ἀκριβῶς τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν· διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ὁ νόμος ᾼΦΟΗʹ ὁρίζει αὐτοὺς εἰς τριάκοντα ἑπτά, ἀφ’ ἑτέρου ὁ περὶ τῆς Σχολῆς τῶν ναυτικῶν δοκίμων νόμος ἐπιτάσσει, ὅπως οἱ λαμβάνοντες ἀπολυτήριον ἐκ τῆς τετάρτης αὐτῆς τάξεως κατατάσσωνται ὡς σημαιοφόροι. Ἐπειδὴ δὲ καθ’ ἕκαστον ἔτος ἐξέρχεται τῆς Σχολῆς ἀριθμός τις ἐξ αὐτῶν, τὸν ὁποῖον ὅμως οὐδεὶς δύναται νὰ γινώσκῃ ἐκ τῶν προτέρων, διότι δὲν δύναται νὰ προγινώσκῃ, τίς ἐκ τῶν μαθητευομένων θέλει ἐπιτύχει κατὰ τὰς ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις, καὶ τίς οὐχί, εἰσέρχονται δὲ εἰς τὴν Σχολὴν νέοι δόκιμοι, καθ’ ὅσον ἄλλοι ἀπολύονται, οὕτως ὥστε διαρκῶς ὑπάρχουσιν ἐν τῇ Σχολῇ τεσσαράκοντα μαθηταὶ, καταντᾷ ἀδύνατον νὰ ὁρίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν σημαιοφόρων, τοὺς ὁποίους θὰ ἔχωμεν, καὶ κατὰ συνέπειαν ἐπίσης ἀδύνατον νὰ ὁρίσωμεν τὴν αὔξησιν, ἥτις ἐντεῦθεν ἐπέρχεται εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἀλλὰ πλὴν τῆς Σχολῆς τῶν δοκίμων ἔχομεν καὶ ἄλλην πηγὴν, ἐξ ἧς ἤμεθα μέχρι τοῦδε ὑποχρεωμένοι νὰ λαμβάνωμεν ἐπίσης σημαιοφόρους. Κατὰ τὸν αὐτὸν περὶ Σχολῆς τῶν ναυτικῶν δοκίμων νόμον, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ κατατάσσωμεν ὡς σημαιοφόρους καὶ τοὺς Ἑλληνόπαιδας τοὺς ἐξερχομένους μὲ τὸν βαθμὸν τοῦτον ἐκ τῆς Γαλλικῆς Ναυτικῆς Σχολῆς, ἢ ἐξ ἄλλων ὁμοταγῶν Εὐρωπαϊκῶν Σχολῶν ναυτικῶν δοκίμων, τῶν ὁποίων ἐπίσης δὲν δυνάμεθα νὰ γινώσκωμεν ἀκριβῶς τὸν ἀριθμὸν, καθόσον τινὲς μὲν τούτων φέρονται εἰς γνῶσιν τοῦ Ὑπουργείου, ἄλλοι δὲ οὐχὶ, μὴ ὄντες ὑποχρεωμένοι ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ τὸ πράττωσι. Δὲν ποιοῦμαι μνείαν τῶν σημαιοφόρων τῶν προερχομένων ἐκ τῶν τάξεων τῶν ἐθελοντῶν δοκίμων ἢ ἐκ ἐκ τῶν τάξεων τῶν διόπων καὶ κελευστῶν, διότι, ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον, δὲν ἐπαρουσιάσθησαν τοιοῦτοι. Βλέπετε ὅθεν, ὅτι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ὁ περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν νόμος περιορίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν σημαιοφόρων εἰς 37, ἀφ’ ἑτέρου ἕτεροι νόμοι μᾶς ἐπιβάλλουσιν ἀριθμὸν ἀνώτερον καὶ ἀπεριόριστον· τὴν ἀνωμαλίαν δὲ ταύτην θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ἄρωμεν νομοθετικῶς, καὶ αἴρεται ἀναμφιβόλως διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἠρώτησεν, ἐὰν δὲν δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν ἀπὸ τοῦδε, ὁποῖος ἔσεται μονίμως ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀναγκαιούντων σημαιοφόρων. Τὸν ἀριθμὸν δὲν δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν μονίμως ἀπὸ τοῦδε, ἐνόσῳ λειτουργεῖ ἡ Σχολὴ τῶν δοκίμων, ἀλλ’ ὁ ἀριθμὸς οὗτος ἔσεται πάντως ἀνάλογος τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας, δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονῶμεν, ὅτι διὰ τῆς ἐπιγενομένης κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη αὐξήσεως τοῦ ἐθνικοῦ στόλου ἔχομεν χρείαν πολλῷ μείζονος ἀριθμοῦ ἀξιωματικῶν.
§31ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ἦτο καλὸν, νομίζω, νὰ συνδυασθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς τοποθετήσεως τῶν ἐξερχομένων ἐκ τῆς Σχολῆς μὲ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, ὥστε νὰ μὴ ἐξέρχηται ἀριθμὸς σημαιοφόρων ὑπερβαίνων τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας.
§32ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ὑπάρχει ὁ συνδυασμὸς οὗτος. Ἡ αὔξησις δὲν δύναται νὰ γείνῃ πέραν ἑνὸς ὁρίου, διότι κατὰ τὸν περὶ τῆς Σχολῆς τῶν δοκίμων νόμον ὁ ἀριθμὸς τῶν κατ’ ἔτος φοιτώντων ἐν αὐτῇ δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τοὺς 40. Φρονῶ δὲ, ὅτι εἰς τοὺς ἤδη ὑπάρχοντας περιορισμοὺς ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν, καὶ εἰς τοὺς διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου προτεινομένους, δὲν πρέπει νὰ προσθέσωμεν νέους· φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ εὑρεθῶμεν ἔχοντες τὰς χεῖρας δεδεμένας, εἴ ποτε ἔκτακτοι περιστάσεις μᾶς παρουσιάσωσιν ἐκτάκτους ἀνάγκας.
§33ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαρχόντων σήμερον ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ αὐξάνει ἐν περιπτώσει ἐπιστρατείας. Πῶς λοιπὸν δυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν, καὶ τὸ ναυτικὸν νὰ λειτουργῇ; Προσλαμβάνομεν ἀπὸ τὸ ἐμπορικὸν ναυτικὸν ἐν ἀνάγκῃ, καὶ πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν τοῦτο. Ὁ ἀριθμὸς 8 ἢ 10 δοκίμων κατ’ ἔτος δὲν εἶναι μέγας.
§34ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό· εἶπον, ὅτι θὰ ἦναι καλλίτερον, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, νὰ ἐπέλθῃ συνδυασμὸς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ μετὰ τοῦ ἐμπορικοῦ, οἵους βλέπομεν εἰς πολλὰ Κράτη, ὡς ἐν Αὐστρίᾳ π. χ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν τώρα εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τούτου. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑπερβῶμεν τὰ ποσὰ τὰ ἀναγραφόμενα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν σημαιοφόρων, καὶ εἰς τοῦτο ἠθέλησα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν.
§35ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἀπήντησα, διότι ἐνόμισα, ὅτι ἡ παρατήρησίς σας, μένουσα ἄνευ ἀπαντήσεως, ἤθελε καθιερώσει τὴν ἰδέαν, ὅτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ναυτικὸν, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἷς περιορισμὸς χάριν οἰκονομίας. Ἡ μισθοδοσία τῶν σημαιοφόρων εἶναι ἐλαχίστη, ἡ ὑπηρεσία ἔχει ἀνάγκην αὐτῶν, ἔχομεν δ’ ἀνάγκην νὰ σχηματίσωμεν ἀξιωματικοὺς καὶ διὰ τὴν εἰρήνην καὶ διὰ τὸν πόλεμον.
§36ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐπολέμησα τὴν διάταξιν· ἠθέλησα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν εἰς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἡ διάταξις αὕτη θὰ ἐπιφέρῃ. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν, ὡς ἔχει, τὸ ἄρθρον 1).
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§38ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 2 παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Διοριζόμενοι δ’ οὗτοι σημαιοφόροι, τάσσονται εἰς τὸ ἀριστερὸν τῶν ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἐξελθόντων ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς Σχολῆς τῶν ναυτικῶν δοκίμων». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§40ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον καταργεῖται;
§41ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἶναι τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει περὶ τῶν δοκίμων τῶν εἰσερχομένων ἔξωθεν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§42ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον, ἓν καὶ μόνον ἄρθρον περιέχον, περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ ΧΞϚʹ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, ν’ ἀναγραφῇ δὲ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον, καὶ ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν, θὰ ἐξηγήσω τοὺς λόγους, τοὺς ὑπαγορεύσαντας τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 323). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ὑπαγομένων εἰς τὰς κατηγορίας τῶν ἄρθρων 4 καὶ 6 τοῦ ΑΚΒʹ νόμου φαρμακοποιῶν.
§44ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχουσι φαρμακοποιοί, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ δεκαετίας δὲν ἐξήσκησαν τὸ ἐπάγγελμά των. Οὗτοι θὰ ἔλθωσι τώρα νὰ δώσωσιν ἐξετάσεις, ὅπως ἐκ νέου λάβωσι τὸ δικαίωμα νὰ μετέλθωσι τὸν φαρμακοποιόν;
§45ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα.
§46ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποῦ;
§47ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας.
§48ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι προσωπικόν.
§49ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶναι προσωπικόν. Ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ ἤμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ εἴπωμεν ποῖοι ὑπάρχουσιν. Ἡ ὑπηρεσία γνωρίζει, ὅτι ὑπάρχουσι, καὶ ὅτι προσεγένετο ἀδίκημα εἰς αὐτούς.
§50ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ποῦ ὑπάρχουν.
§51ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θέλετε κατάλογον;
§52ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα· ὅ,τι γνωρίζουν οἱ Ὑπουργοί. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 4 καὶ 5 τοῦ ΧΙΓʹ νόμου τῆς 9 Ἰουνίου 1887.
§54Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ἀναβληθῇ αὐτὸ, παρακαλῶ.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος ὑπὲρ τοῦ δήμου Λετρίνων.
§56ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, καὶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, μέχρις ὅτου μελετήσωμεν τὴν ὑπόθεσιν.
§57ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τῶν ἐπιβεβλημένων ἐν Καρύστῳ λιμενικῶν φόρων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως κειμένων νόμων περὶ δανείων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§61ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ψήφισις τῶν νόμων ᾼΨʹ καὶ ᾼΨΠΑʹ εἶχε τὴν δικαιολογίαν, ὅτι ἐδίδετο εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἡ ἄδεια τῆς συνομολογήσεως δανείων ὑπὸ ὅρους μὴ ἐπιβαρύνοντας ἐξαιρετικῶς τὸ Δημόσιον. Δὲν ἐπετρέπετο μήτε νὰ δοθῶσιν ἐγγυήσεις, μήτε ἀσφάλεια, μήτε νὰ ὑπερβῇ ὁ τόκος τὸ 6%. Σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐκλείπει ἡ κυριωτέρα δικαιολογία τῶν νόμων ἐκείνων. Δὲν πρόκειται ἤδη περὶ συνομολογήσεως δανείου ὑπὸ ὅρους ἐπωφελεστέρους καὶ οἵτινες ἤθελον ἐπιτρέψει νὰ τρέψωμεν δάνεια ὑπὸ βαρυτέρους ὅρους εἰς δάνεια ὑπὸ ἐλαφροτέρους, ἀλλὰ πρόκειται ἀπ’ ἐναντίας νὰ συνομολογήσωμεν δάνεια ὑπὸ τοὺς ἐπαχθεστέρους τῶν ὅρων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους Κράτος συνωμολόγησε ποτὲ δάνειον. Ἀφοῦ τοιοῦτόν τι πρόκειται, νομίζω, ὅτι εἶναι ἄτοπον νὰ ψηφίζωμεν πάγιον νόμον, ἐπιτρέποντα διαρκῶς καὶ ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ τὴν συνομολόγησιν τοιούτων δανείων. Ἤθελον ἐννοήσει τὴν ψήφισιν νόμου ἀναλόγου πρὸς τὸν νόμον ᾼϠΜΔʹ, τὸν ψηφισθέντα κατὰ τὸ 1891, ὅτε ἐπρόκειτο ἀκριβῶς περὶ τῆς συνομολογήσεως δανείου ὑπὸ ὅρους βαρυτέρους ἐκείνων, τοὺς ὁποίους περιεῖχον οἱ ἄλλοι νόμοι. Ἐνταῦθα ὅμως πρόκειται περὶ παγίας ἀδείας, καὶ φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀξιοπρεπείας ἀκόμη τῆς κοινοβουλευτικῆς καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι, διότι ἐνδέχεται σήμερον τὸ Κράτος νὰ εὑρίσκηται εἰς ἀνάγκην συνομολογήσεως δανείου ὑπὸ ὅρους ἐπαχθεῖς, δὲν ἕπεται, λέγω, ὅτι πρέπει ἐκ τῶν προτέρων νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι τὸ Κράτος θὰ εὑρίσκηται εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην πάντοτε. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲ τούτου τοιοῦτόν τι ὑποτίθεται. Νομίζω ὅτι πᾶσα ἄλλη ἐργασία, πᾶσα ἄλλη ἀπόφασις ἡμῶν ἤθελεν εἶσθαι καλλιτέρα ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν νὰ ἐπιτραπῇ διὰ παγίου νόμου ἡ συνομολόγησις δανείου, κατὰ πρῶτον ἴσως γιγνομένη ὑπὸ τοιούτους ὅρους.
§62Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι ἀκριβεῖς. Εἶναι βέβαιον, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητοῦνται ἄδειαι συνομολογήσεως δανείων ἐπὶ ὅροις ἐπαχθεστέροις τῶν περιλαμβανομένων ἐν τοῖς δανείοις, εἰς ὧν τὴν ἐξόφλησιν ἀφορῶσι τὰ συνομολογηθησόμενα. Κυρίως πρόκειται περὶ βαθμιαίας ἐξοφλήσεως τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, οὗτινος οἱ ὅροι, κατ’ ἐπίφασιν τοὐλάχιστον, εἶναι οἱ ἐλαφρότατοι πάντων, ὡς ἀποφέροντος τόκον 1%. Ἡ πρόνοια ὅμως περὶ προλήψεως ἀνωμαλιῶν ὑπαγορεύει σήμερον τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ δανείου τούτου δι’ ἄλλων ἐπὶ βαρυτέροις ὅροις, καὶ τοῦτο ζητοῦμεν ὅπως ἐπιτραπῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν ἠδύναντο νὰ καθορισθῶσιν ἐκ προοιμίων οἱ ὅροι τῶν δανείων, ἔπρεπε πάντως ν’ ἀναγραφῶσιν οὗτοι ἐν διατάξεσι τοῦ νομοσχεδίου· τοῦτο ὅμως δὲν κρίνω δυνατόν, οὐδὲ φρονῶ ἀναγκαῖον νὰ ἐπιπροσθέσωμεν ἀδείας νέας εἰς τὰς νομίμως ὑφισταμένας. Πρὸς τὴν σημερινὴν ἀνάγκην ἀρκεῖ ἡ κατὰ τὰς ἐνδείξεις αὐτῆς μεταῤῥύθμισις τῶν ὅρων τῶν ὑφισταμένων ἀδειῶν, αἰρομένων τῶν ἀναγεγραμμένων περιορισμῶν. Μόνη περιοριστικὴ διάταξις, ἣν δυνάμεθα νὰ θέσωμεν καὶ ἥτις, νομίζω, ἐπαρκῶς ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν εὔλογον ἀξίωσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, εἶναι ἡ περὶ χρονικοῦ ὁρίου τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου.
§63ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ τοῦ ποσοῦ.
§64Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περιορισμὸς τοῦ ποσοῦ νομίζω συμφέρον νὰ μὴ τεθῇ. Δὲν νομίζω ἄλλως τε καὶ νὰ κινδυνεύωμεν ὑπερβολὴν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ χρονικοῦ ὁρίου εἰς τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου, ἐπαρκῶς ἐγγυωμένου περὶ τῶν περιπτώσεων, εἰς ἃς ἀφορῶσιν αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει).
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§66ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὅπως ἔχει; Χθὲς ἀπεδείχθη, ὅτι οὐδὲν νόημα ἐξάγεται ἐξ αὐτοῦ. Θὰ παρακαλέσωμεν τοὐλάχιστον τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ, τί ἐννοεῖ διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου.
§67Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ τυπογραφικὸν λάθος διωρθώθη ἐκ τοῦ χειρογράφου, προσκομισθέντος ἐκ τοῦ τυπογραφείου. Εἶναι ἐν τῷ ἄρθρῳ 3.
§68ΡΑΛΛΗΣ. Περὶ τοῦ ἄρθρου 2 πρόκειται.
§69ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν ν’ ἀκούσωμεν καὶ περὶ τοῦ ἄρθρου 2.
§70Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁρίσατε, τί θέλετε νὰ ἀκούσητε.
§71ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἀξίωσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἄρτης εἶναι, νομίζω, δικαία· διότι, ἐὰν θελήσῃ τις νὰ ἀνεύρῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 2, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὸ γράμμα αὐτοῦ, οὐδεμίαν θὰ δυνηθῇ νὰ ἀνεύρῃ τοιαύτην. Γραμματικῶς ἢ συντακτικῶς λαμβανομένου τοῦ ἄρθρου, δὲν δύναται νὰ ἀνεύρῃ τις ἐν αὐτῷ ἔννοιαν οἱανδήποτε. Καὶ πρῶτον ἐκεῖνο τὸ «τῶν δανείων» δὲν ἔχει ἀπόδοσιν. Ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον: «Τῶν δανείων, ὧν τὸ προϊὸν προορίζεται εἰς ἀπόσβεσιν δανείων συνωμολογημένων μετὰ τῶν προνομιούχων Τραπεζῶν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ τῶν γραμματίων τούτων, ἐπιτρέπεται ἡ ἐπὶ ποινικῇ ῥήτρᾳ ἀναδοχὴ ὑποχρεώσεως περὶ μειώσεως τοὺς κατὰ τοὺς σήμερον ἰσχύοντας νόμους διαρκούσης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων ἀνωτάτου ὅρου κυκλοφορίας αὐτῶν...» Τὸ «ἐπιτρέπεται» δὲν ἀναφέρεται πλέον εἰς τὰς πρώτας λέξεις «τῶν δανείων», ἀναφέρεται εἰς τὰ κατόπιν: «ἐπιτρέπεται ἡ ἐπὶ ποινικῇ ῥήτρᾳ ἀναδοχὴ ὑποχρεώσεως περὶ μειώσεως τοῦ... ἀνωτάτου ὅρου κυκλοφορίας αὐτῶν...» Αἱ πρῶται λέξεις «τῶν δανείων» μένουσιν οὕτως ἄνευ ἀποδόσεως. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ συντάκτης τοῦ ἄρθρου 2 ἠθέλησε νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἔννοιαν, ὅτι ὡς πρὸς τὸ προϊὸν τῶν συνομολογηθησομένων δανείων ἐπιτρέπεται ἡ ἐπὶ ποινικῇ ῥήτρᾳ ἀναδοχὴ τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς ἀπόσβεσιν ἴσου μέρους τοῦ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείου. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, ἂν ἠθέλετε νὰ ἐκφράσητε τοῦτο μόνον. Κατ’ ἐμὲ, ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ ἑξῆς. Ζητεῖτε τὴν ἄδειαν συνομολογήσεως δανείων, εἴτε παγίων εἴτε χρεωλυτικῶν, ἐπὶ τόκῳ 8%, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ μειώσητε τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ κυκλοφοροῦν τραπεζογραμμάτιον, ζητεῖτε δὲ τὴν ἄδειαν νὰ ἀναλάβητε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ λάβητε ἓν μέτρον νομοθετικόν, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ περιορισθῇ ὁ ἤδη ὡρισμένος ἀνώτατος ὅρος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων κατὰ λόγον τῶν συνομολογηθησομένων δανείων. Τοῦτο θέλετε ἴσως νὰ ἐκφράσητε. Ἀλλὰ δύναται νὰ ἔχῃ καὶ ἑτέραν ἔννοιαν τὸ σολοίκως συντεταγμένον ἄρθρον τοῦτο· δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν, ὅτι δὲν θέλετε ὁλόκληρον τὸ προϊὸν τῶν συνομολογηθησομένων δανείων χρησιμοποιήσει εἰς περιορισμὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· καὶ ἐπ’ αὐτοῦ παρακαλῶ νὰ δοθῇ μία ἐξήγησις.
§72ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἰς τὴν ἀρχὴν θέσωμεν τὴν λέξιν «ἐπὶ», ἐξηγεῖται.
§73Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἰδού· ἐν ἀρχῇ τοῦ ἄρθρου, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, δυνάμεθα νὰ θέσωμεν τὴν λέξιν «ἐπὶ», ἢ καλλίτερον τὰς λέξεις «Ἐπὶ συνομολογήσει», καὶ οὕτω τὸ ἄρθρον συμπληροῦται ὡς ἑξῆς: «Ἐπὶ συνομολογήσει δανείων, ὧν τὸ προϊόν προορίζεται εἰς ἀπόσβεσιν δανείων συνωμολογημένων μετὰ τῶν προνομιούχων Τραπεζῶν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ τῶν γραμματίων τούτων, ἐπιτρέπεται ἡ ἐπὶ ποινικῇ ῥήτρᾳ ἀναδοχὴ...» κλπ. Τουτέστι τὰ ἐπιτρεπόμενα ἐν τῷ νόμῳ ἐπιτρέπονται ἐπὶ τῇ συνομολογήσει δανείων περιγραφομένων ἐν τῷ ἄρθρῳ. Αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια.
§74ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλ’ ἡ ἔννοια δὲν εἶναι πλήρης· διότι, ἂν διατυπωθῇ οὕτω τὸ ἄρθρον, δὲν θὰ προκύπτῃ, ἂν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλετε δανεισθῆ, θὰ ἦναι προωρισμένον εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν ἀναγκαστικῶς κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων.
§75Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἦναι ὁλόκληρον. Ἡμεῖς ὅ,τι ζητοῦμεν εἶναι ἄδεια, ὅπως ἐπὶ τῇ συνομολογήσει τοιούτων δανείων συνομολογῆται συνάμα καὶ ὑποχρέωσις περὶ περιορισμοῦ τοῦ ποσοῦ τοῦ κυκλοφοροῦντος ἀναγκαστικῶς τραπεζικοῦ γραμματίου, καὶ ὅπως ἡ ὑποχρέωσις αὕτη πάλιν συνομολογῆται ἐπὶ ποινικῇ ῥήτρᾳ. Λοιπὸν δυνάμεθα ἀντὶ «τῶν» νὰ γράψωμεν «ἐπὶ συνομολογήσει δανείων» ἢ «ἐπὶ δανείων», ὅτε ὑπονοεῖται τὸ «συνομολογήσει».
§76ΡΑΛΛΗΣ. Περὶ τοῦ λεκτικοῦ δὲν πρόκειται πλέον. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι τὸ κείμενον θὰ διορθωθῇ μετὰ τὴν γενομένην παρατήρησιν. Ἀλλὰ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ ἐκφράσητε, ἐπεθύμουν νὰ καθορίσητε. Ἐννοεῖτε ὅτι διὰ τοῦ νόμου τούτου δύνασθε νὰ συνομολογήσητε δάνεια, τὰ ὁποῖα νὰ μὴ ἔχωσι τὸν προορισμὸν τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων;
§77Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ταύτην τὴν ἄδειαν περιλαμβάνουσιν οἱ νόμοι ᾼΨ’ καὶ ᾼΨΠΑ’. Δὲν πρόκειται διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου νὰ περιορίσωμεν τὴν ἔννοιαν τῶν νόμων τούτων· πρόκειται διὰ τούτου μόνον νὰ δοθῇ ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν τὸ δικαίωμα, ὅπως ἀναλάβῃ ὑποχρέωσιν πρὸς τρίτους περὶ περιορισμοῦ τῆς κυκλοφορίας τῆς ἀναγκαστικῆς, καὶ τοῦτο ἐπὶ ποινικῇ ῥήτρᾳ.
§78ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ περιεχόμενον τῶν νόμων ᾼΨ’ καὶ ᾼΨΠΑ’, ὡς καὶ τοῦ κατόπιν ἐκδοθέντος νόμου κατὰ τὸ 1891 ΑϠΜΔʹ, εἶναι γνωστόν, ὡς καὶ ὁ λόγος, ὅστις ὑπηγόρευσε τὰ νομοθετήματα ἐκεῖνα, εἶναι ἐπίσης γνωστός. Ἀλλ’ ἡ παροῦσα πρότασις νόμου δὲν ἔχει τὸν σκοπὸν, ὃν εἶχον οἱ προηγούμενοι ἐκεῖνοι νόμοι. Ὁ νόμος ᾼΨʹ ἔδιδε τὴν ἄδειαν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον ἢ δάνεια πάγια πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀποσβέσεως δανείων χρεωλυτικῶν προϋπαρχόντων, ἢ ἄλλων ἐπαχθῶν, ὥριζε δὲ ὡς μέγιστον ὅρον τοῦ τόκου τὰ 6%, περιελάμβανε δὲ πρὸς τούτοις καὶ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ συνομολογῶνται τὰ δάνεια ταῦτα ἄνευ εἰδικῶν ἐγγυήσεων. Αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἀρχικῶς ψηφισθέντος νόμου, τοῦ ΑΨʹ. Ὁ δεύτερος νόμος, ὁ ΑΨΠΑʹ, τὴν ἄδειαν ταύτην τῆς συνομολογήσεως παγίων δανείων πρὸς τοιούτους σκοποὺς, τῆς ἀποσβέσεως προηγουμένων δανείων, τὴν ἐπεξέτεινε καὶ ἐπὶ προσωρινῶν δανείων. Οὐχὶ πλέον μόνον διὰ παγίων δανείων, ἀλλὰ καὶ διὰ προσωρινῶν ἠδύνατο νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ ἀπόσβεσις προηγουμένων.
§79Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἴχομεν τότε πάγια δάνεια.
§80ΡΑΛΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· δὲν ἐνοήσατε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον. Διὰ τοῦ ἀρχικοῦ νόμου εἶχε χορηγηθῆ ἡ ἄδεια εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ συνομολογήσῃ δάνεια πάγια πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀποσβέσεως δανείων προηγουμένων ἢ ἐξαγορᾶς ὁμολογιῶν μέχρι τοῦ ἀρτίου δανείων προϋπαρχόντων. Αὕτη εἶναι ἡ ἀρχικὴ ἄδεια, ἣν ἐζητήσατε. Ἀλλὰ κατόπιν διὰ τοῦ ΑΨΠΑʹ νόμου ἐπῆλθε τροποποίησίς τις εἰς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νόμου ΑΨʹ, καὶ ἡ τροποποίησις αὕτη συνίστατο εἰς τοῦτο, ὅτι ἐχορήγησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὁ νόμος τὸ δικαίωμα, οὐχὶ πλέον νὰ συνομολογῇ μόνον πάγια δάνεια πρὸς τοιούτους σκοποὺς, πρὸς τοὺς σκοποὺς τοῦ ἀρχικοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ προσωρινὰ δάνεια. Αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια τῶν δύο νόμων, οἵτινες ἐψηφίσθησαν κατὰ τὸ 1889. Οἱ νόμοι οὗτοι εἶχον ἕνα κυρίως λόγον, τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἥτις ἀπέβλεπεν εἰς τὸ ν’ ἀποφύγῃ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς πληρωμῆς τῶν χρεωλυσίων, τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ ἐπετείῳ προϋπολογισμῷ. Ὑπελόγιζεν ὅτι διὰ τοιούτου μέτρου ὁ προϋπολογισμὸς ἤθελεν ἐλαφρυνθῆ κατ’ ἴσον ποσὸν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφετο ἐν αὐτῷ διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ χρεωλυσίου. Οὗτος ἦτο, εἶπον, ὁ κύριος σκοπὸς καὶ τῶν δύο νόμων ἐκείνων, πρὸς δὲ ἡ ἐξόφλησις ἑτέρων ἐπαχθῶν δανείων. Μετὰ ταῦτα ἐπῆλθεν ὁ τρίτος νόμος, ὁ ΑϠΜΔʹ, ψηφισθεὶς κατὰ τὸ 1891. Ὁ τρίτος νόμος εἶχεν ἄλλον σκοπόν· ὁ νόμος οὗτος ὑπηγορεύθη ἐξ ὑποχρεώσεων ἀναληφθεισῶν δυνάμει προηγουμένων νόμων, διότι κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐτηρήθη ἀπὸ τῆς ὁριστικῆς ἐπικρατήσεως τοῦ κ. Τρικούπη ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἡμῶν, ἐπὶ παντὸς σχεδιαζομένου ἔργου ἐδίδετο καὶ μία ἄδεια συνομολογήσεως εἰδικοῦ δανείου. Ἀναγράφεται λοιπὸν ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1891 μία σειρὰ ἀδειῶν, προηγουμένως δοθεισῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, πρὸς συνομολόγησιν δανείων ἐχόντων εἰδικὸν προορισμόν. Ὁ προορισμὸς οὗτος ἠδύνατο νὰ ἐπιδιωχθῇ εἴτε ἀπ’ εὐθείας παρὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ δημοσίου ταμείου, εἴτε εἰς λ)σμὸν εἰδικῶν ταμείων. Καὶ τὰ μὲν ἔργα, εἰς ἃ ἀπέβλεπον αἱ ἄδειαι περὶ δανείων, ἤρξαντο, ἀλλὰ τὰ δάνεια δὲν ἐπετεύχθη νὰ συνομολογηθῶσιν. Ὁ νόμος τοῦ 1891, ἀθροίσας πάσας τὰς δοθείσας ἀδείας, ἀνέγραψε τὰς ἀναληφθείσας ἤδη ὑποχρεώσεις, ἔδωκε δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ συνομολογήσῃ ἓν ἢ πλείονα δάνεια, ἐπαρκῆ πρὸς τοὺς σκοποὺς, δι’ οὓς εἶχον δοθῆ αἱ προηγούμεναι ἄδειαι. Καὶ ὁ νόμος οὗτος τοῦ 1891 καθώριζε πάλιν τὸν μέγιστον ὅρον τοῦ τόκου εἰς 6%, ἔδιδε δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἄδειαν νὰ χορηγήσῃ ὑπὲρ τοῦ συνομολογηθησομένου ἐκείνου δανείου, ἐκτὸς τῶν εἰδικῶς χορηγηθεισῶν ἐγγυήσεων δι’ ἓν ἕκαστον τῶν εἰδικῶν δανείων, καὶ ἄλλας ἐγγυήσεις ἐξ ἄλλων προσόδων τοῦ Κράτους. Αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου τοῦ 1891. Διαφέρει ὁ νόμος τοῦ 1891 τῶν νόμων τοῦ 1889, διότι δι’ αὐτοῦ ἐπιτρέπεται καὶ ἡ συνομολόγησις χρεωλυτικῶν δανείων πρὸς τοὺς σκοποὺς τοῦ νόμου. Ἤδη ἐξερχόμεθα ἐκ τοῦ ἀρχικοῦ σκοποῦ, ὅστις ὑπηγόρευσε τὰ δύο νομοθετήματα τοῦ 1889, δηλαδὴ τῆς τροπῆς δανείων χρεωλυτικῶν εἰς πάγια δάνεια, καὶ τῆς συνομολογήσεως ἧττον ἐπαχθῶν δανείων ἄνευ ἐγγυήσεων. Ἐρχόμεθα ἤδη εἰς τὴν σήμερον ζητουμένην ἄδειαν. Ἡ σήμερον ζητουμένη ἄδεια φαίνεται, ὅτι ὑπηγορεύθη ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς μειώσεως τοῦ τραπεζογραμματίου τοῦ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ κυκλοφοροῦντος, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐξήγησιν, ἣν ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁλόκληρον τὸ προϊὸν τῶν δανείων, ὡς πρὸς ἃ ζητεῖται ἄδεια συνομολογήσεως, δὲν θέλει χρησιμοποιηθῆ πρὸς τὸν περιορισμὸν τοῦ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ κυκλοφοροῦντος γραμματίου· πρόκειται νὰ χρησιμοποιηθῇ καὶ δι’ ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τοῦτο τὸ τελευταῖον ἄρθρον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου παραπέμπει εἰς τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νόμου τοῦ 1891, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καίπερ συνομολογοῦσαν δάνεια πρὸς ὡρισμένους σκοποὺς, νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτῶν καὶ δι’ ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου, ἐπὶ ἀποδόσει. Οὕτω καθοριζομένης τῆς ἐκτάσεως τῆς αἰτουμένης ἀδείας, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρίσταται ὑπὸ ὅλως διόλου διαφόρους ὅρους, παρὰ ἐκείνους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους παρεστάθησαν τὰ ἄλλα νομοθετήματα, καὶ τὰ τοῦ 1889 καὶ τὰ τοῦ 1891, διότι ἐνέχει μίαν περιπλέον ἄδειαν, ἥτις δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιζημίους συνεπείας διὰ τὸ Δημόσιον. Ἐγὼ δὲν φρονῶ, ὅτι διὰ τῆς συνομολογήσεως τοιούτων δανείων ἐξωτερικῶν πρέπει νὰ ἐξοφλήσωμεν τὰ ἐσωτερικὰ δάνεια, διότι ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὅλαι αἱ στενοχωρίαι, τὰς ὁποίας σήμερον ὑφιστάμεθα, ὀφείλονται εἰς τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀπ’ ἀρχῆς ἐτήρησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατὰ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1887, διότι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὰ πλεῖστα τῶν ἐσωτερικῶν δανείων ἔτρεψεν εἰς ἐξωτερικὰ, προσέτι δὲ προέβη εἰς συνομολόγησιν ἐπίσης ἐξωτερικῶν δανείων πρὸς ὡρισμένους σκοποὺς, πρὸς τὴν κατασκευὴν δημοσίων ἔργων ἢ πρὸς ἐξοπλισμούς. Φρονῶ, ὡς εἶπον, ὅτι αἱ σημεριναὶ στενοχωρίαι τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς κοινωνίας ἡμῶν ὀφείλονται κυρίως εἰς τὸ σύστημα τοῦτο, διότι, ὅταν δανείζηταί τις ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, διατελῶν ἐν ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, δὲν γνωρίζει ἐπὶ τίσιν ὑποχρεώσεσι καὶ ἐπὶ τίνι τόκῳ δανείζεται. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φαίνεται, ὅτι κοστίζει 8%, αὔριον δύναται νὰ κοστίσῃ 10 ἢ 12%, κατὰ λόγον τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος, ἣν ὑφίσταται περιπλέον ὁλόκληρος ἡ εἰσαγωγὴ τῆς χώρας. Τὸ δάνειον τοῦτο, περὶ οὗ ἡ αἰτουμένη ἄδεια, τοὐλάχιστον ὅπως ἀνηγγέλθη ἀρχικῶς καὶ κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐφαίνετο ὑπαγορευθὲν ἐκ τῶν ἀναγκῶν τῶν ἀγορῶν ἡμῶν, διότι ἀπέβλεπεν, ὡς τότε ἔλεγεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸ νὰ μειώσῃ τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ κυκλοφοροῦν χαρτονόμισμα, ὅπως οὕτω, ἀποσυρομένου τοῦ πλεονάζοντος κατ’ αὐτὸν, μειωθῇ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ πιστωτικοῦ καὶ τοῦ πραγματικοῦ νομίσματος, τοῦ μεταλλικοῦ. Οὗτος εἶναι ὁ σκοπὸς, εἰς ὃν ἐφαίνετο, ὅτι ἀπέβλεπεν ἡ Κυβέρνησις, διὰ τοῦ δανείου, περὶ οὗ ἡ ἄδεια· ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐξηγήσεων, ἃς ἔδωκε σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ δάνειον θὰ χρησιμοποιηθῇ καὶ πρὸς ἄλλους σκοπούς· περιλαμβάνει μὲν τὸ νομοσχέδιον ἄδειαν ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως νὰ συνομολογήσῃ ποινικὴν ῥήτραν διὰ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν δὲν ἤθελε χρησιμοποιήσει τὸ καθορισθησόμενον ἐν τῇ συμβάσει ποσὸν πρὸς κατάργησιν μέρους τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ κυκλοφοροῦντος χαρτονομίσματος, ἀλλ’ ἐνέχει καί τινα ἀοριστίαν ἐν τῇ ἐκφράσει, ἥτις ἐξηγήθη ἤδη, ὡς πρὸ ὀλίγου ἐξήγησεν αὐτὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ δύναται αὕτη, δυνάμει τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, νὰ συνομολογήσῃ καὶ δάνεια, τὰ ὁποῖα νὰ μὴ ἔχωσιν ὡς σκοπὸν τὴν μείωσιν τοῦ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ κυκλοφοροῦντος χαρτονομίσματος. Καὶ εἰς τί θὰ χρησιμοποιηθῶσι ταῦτα; Θὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἁπλούστατα. Διότι, ἀναφερόμενοι εἰς τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νόμου 1891, ζητεῖτε ἀκριβῶς τοιαύτην ἄδειαν, νὰ συνομολογήσητε δάνειον ἐξωτερικὸν νέον πρὸς τὸν σκοπὸν ἱκανοποιήσεως ἑτέρων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Τοῦτο ἄλλως εἴπετε. Ἀλλὰ τότε ἐξακολουθοῦμεν τὴν πορείαν, ἥτις μᾶς ἤγαγεν εἰς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐξηνάγκασαν ἡμᾶς, μετὰ φορολογίαν ἐπιβληθεῖσαν 30,000,000, νὰ ἐπιβάλωμεν νέαν τοιαύτην ἑτέρων 10,000,000, νὰ διαλύσωμεν τὸν στρατὸν ἡμῶν, νὰ παραλύσωμεν πλείστας ὑπηρεσίας, νὰ ἐπιβάλωμεν δὲ καὶ τέλη ἐκπαιδευτικά, ὅταν τὸ Σύνταγμα ἀπαγορεύῃ αὐτά. Αὕτη εἶναι ἡ ἀκριβὴς ὄψις τοῦ ζητήματος. Δὲν θέλω νὰ πραγματευθῶ περὶ τῶν ἄλλων ὑποχρεώσεων, περὶ ὧν δίδεται ἄδεια νὰ ἀναλάβῃ ἡ Κυβέρνησις· δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν εἰδικῶν ἐγγυήσεων, ὑφ’ ἃς ζητεῖται ἄδεια περὶ συνομολογήσεως δανείου· δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω οὐδὲ περὶ τοῦ ὅρου τοῦ τόκου· ἀλλὰ τὸν τοιοῦτον προορισμὸν δανείων, ὑπὸ τοιούτους ὅρους συνομολογηθησομένων, δὲν ἐννοῶ· θεωρῶ ὅτι θὰ ἦναι ἐπιβλαβέστατος διὰ τὸ Κράτος. Ἀκόμη καὶ τὴν συνομολόγησιν ἐξωτερικῶν δανείων πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς καταργήσεως μέρους τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ κυκλοφοροῦντος χαρτονομίσματος δὲν κρίνω ὡς ἐπωφελῆ, διότι οὕτω τὸ Κράτος θὰ ἐπιβαρυνθῇ δι’ ἑνὸς περιπλέον ἐξωτερικοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον, ἐὰν σήμερον ἀμέσως δὲν θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν προϋπολογισμὸν, θὰ τὸν ἐπιβαρύνῃ κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος. Ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι πρόκειται περὶ πραγματικοῦ δανείου 30,000,000, ὡς τοὐλάχιστον ἀνηγγέλθη, θὰ ἔχωμεν ἓν πρόσθετον βάρος 2,400,000 δραχμῶν τοὐλάχιστον διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, ἀνεξαρτήτως τῶν συνεπειῶν ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893, ἀνεξαρτήτως τῶν συνεπειῶν ὡς πρὸς τὴν ἐν γένει ἐπιβάρυνσιν τοῦ Δημοσίου, ἐκ τοῦ ὅτι ἓν ἐσωτερικὸν δάνειον τρέπεται εἰς ἐξωτερικὸν, δὲν ἐννοῶ, πῶς ἡ Κυβέρνησις, καίτοι ἡ Τράπεζα θὰ τηρήσῃ ὅλας τὰς ὠφελείας, τὰς ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θὰ ἀποδώσῃ πρὸς αὐτὴν νόμισμα πραγματικὸν, μεταλλικὸν ἀπέναντι χαρτίου, ἀπέναντι πιστωτικοῦ νομίσματος· διότι βλέπω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι θ’ ἀναδεχθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἐπὶ ποινικῇ ῥήτρᾳ, τὴν καταβολὴν «ἴσου ποσοῦ πρὸς τὸ ἀποσβεννυόμενον δάνειον», δὲν βλέπω δ’ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ καταλογίζηται ἡ διαφορὰ, ἡ μεταξὺ τοῦ πιστωτικοῦ νομίσματος καὶ τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος. Ἐὰν πρόκηται νὰ καταλογισθῇ ἡ διαφορὰ αὕτη, τότε ἡ τελευταία παρατήρησις δὲν εἶναι βάσιμος· ἐὰν ὅμως διὰ τῆς ἐκφράσεως «ἴσου ποσοῦ πρὸς τὸ ἀποσβεννυόμενον δάνειον» ἐννοῆτε, ὅτι τὰ τραπεζογραμμάτια θὰ ὑποληφθῶσιν ὡς ἰσάξια πρὸς τὸ πραγματικὸν νόμισμα, βεβαίως τὸ τοιοῦτον θ’ ἀποτελέσῃ ζημίαν τοῦ Δημοσίου· ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἔχει τοιαύτην τινὰ ἔννοιαν ἡ σχετικὴ ἔκφρασις, καὶ τότε ὑπολείπονται ὅλαι ἐκεῖναι αἱ παρατηρήσεις, ἃς ὑπέβαλον, περὶ τῶν ἐπιβαλλομένων τῷ Δημοσίῳ βαρῶν ἐκ τοῦ ψηφιζομένου νομοθετήματος.
§81Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτής, μὴ λαβὼν ὑπ’ ὄψει τοὺς νόμους, ἐξέθεσεν εἰς τὴν Βουλήν, πῶς ἔχουσι τὰ κατ’ αὐτούς, ἐνῷ θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ ἀνεγίνωσκεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς διατάξεις τῶν νόμων, μὴ ἐχούσας ὡς παρεστήθησαν. Εἶπε π. χ. ὅτι κατὰ τὸν νόμον ΑΨΠʹ ἔχει ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα νὰ δανείζηται παγίως, ἵνα ἐξοφλῇ χρεωλυτικὰ δάνεια καὶ μόνον χρεωλυτικά.
§82ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι, δὲν εἶπον τοῦτο. Καὶ ἄλλα προηγούμενα δάνεια.
§83Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἠκούσαμεν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ὅλοι, εἰπόντος, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξοφλῇ μόνον χρεωλυτικὰ δάνεια καὶ ὅτι κατόπιν ὁ νόμος ΑΨΠΑʹ ἐπέτρεψε, πλὴν τῶν χρεωλυτικῶν δανείων, νὰ ἐξοφλῇ καὶ τὰ προσωρινὰ δάνεια.
§84ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι.
§85Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐξήγησε μάλιστα ὁ κύριος Βουλευτής, ὅτι ὀρθῶς μόνον ἐπὶ χρεωλυτικῶν δανείων ἐπραγματεύετο ὁ νόμος ΑΨʹ, καὶ τοῦτο, διότι κατὰ τὸ σύστημα τῆς τότε Κυβερνήσεως προέκειτο περὶ ἐξοφλήσεως δανείων ἐπαγομένων καταβολὴν χρεωλύτρου, ἧς τὸ σύστημα ἐκεῖνο ἐπεδίωκε τὴν κατάργησιν. Ὁ νόμος ΑΨʹ ἐπιτρέπει τὴν ἐξόφλησιν παντὸς δανείου, ἑπομένως καὶ σήμερον δὲν ζητοῦμέν τι νεώτερον, στηριζόμενοι ἐπὶ τοῦ νόμου ΑΨʹ, ὅπως ζητήσωμεν, ἵνα ἐπιτραπῇ ἡ διὰ τῶν νέων δανείων κατάργησις οιουδήποτε ἄλλου δανείου. Δὲν ἔχουσι δὲ ὑπόστασιν καὶ ὅσα ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπε περὶ τοῦ παρ’ ἡμῶν ἐφαρμοσθέντος συστήματος, καθ’ ὃ ἐπεβλήθη δῆθεν εἰς τὴν χώραν ὑποχρέωσις ἐξαγωγῆς χρυσοῦ πρὸς πληρωμὴν τῶν τῆς ὑπηρεσίας τῶν μεταλλικῶν δανείων, ἅτινα ὑποκατέστησαν τὰ δάνεια τὰ ἐσωτερικά, τὰ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια· διότι, ἂν ὑπὸ τοῦτον τὸν τύπον δὲν θὰ ἐξήγετο ὁ χρυσὸς, ὑπὸ τὸν τύπον, λέγω, τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων τῶν μεταλλικῶν, ἅτινα ὑποκατέστησαν τὰ δάνεια τὰ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, θὰ ἐξήρχετο τῆς χώρας ὁ χρυσὸς ὡς ἀντίτιμον τοῦ χρυσοῦ, δι’ οὗ ἐπληρώνοντο τὰ τοκομερίδια τοῦ δημοσίου χρέους. Ναί, πληρώνομεν σήμερον εἰς χρυσὸν τὸν τόκον δανείων, ὅστις θὰ ἐπληρώνετο εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἂν μὴ ἐγίνετο ἡ τροπὴ τῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δανείων εἰς δάνεια χρυσοῦ, ἀλλὰ διατί ἐγένετο ἡ τροπὴ τῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δανείων εἰς δάνεια ἐπὶ χρυσῷ; Ἐγένετο, διότι διὰ τοῦ συστήματος τούτου ἐπληρώνοντο τὰ τοκομερίδια ἄνευ προμηθείας ἄλλου χρυσοῦ, εἰμὴ τοῦ ὑπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς τροπῆς ἀποδιδομένου. Ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν δὲν ἐξήγαγεν ἡ χώρα χρυσὸν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἐπὶ τέσσαρα ἔτη δὲν ἐξήγαγε τὸν χρυσὸν, καὶ ὅτι ὁ χρυσὸς οὗτος ἀνέρχεται εἰς 25,000,000 κατ’ ἔτος, ἰδοὺ 100,000,000 χρυσᾶ, μείναντα ἐν τῇ χώρᾳ. Ἐὰν ἄρα σήμερον ἡ χώρα ἀποδίδῃ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τὰ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἐπὶ τροπῇ χρυσῶν δανείων, ἔχει ὅμως τὰ εἰρημένα 100,000,000 χρυσοῦ, ἀντισηκόνοντα τὴν ἀπόδοσιν ἐκείνων. Δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι τῆς παρούσης ὥρας ἡ ἐξέτασις τοῦ συστήματος ἐκείνου, οὐδὲ δύναται τόσον ἐπιπολαίως νὰ ἐξετασθῇ τὸ σύστημα ἐκεῖνο, καὶ νὰ καταδικάζηται μάλιστα, ὡς ὁ κ. Βουλευτὴς νομίζει ὅτι κρίνονται καὶ καταδικάζονται τοιαῦτα συστήματα. Ἀποφαινόμενος ἀστηρίκτως ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι τὸ σύστημα ἐκεῖνο ἀπεδείχθη ἐπιζήμιον εἰς τὸ Δημόσιον, δύναται νὰ ἱκανοποιῇ ἑαυτὸν, ἀλλὰ συζήτησις περὶ θεμάτων οὕτω σπουδαίων καὶ περιπλόκων, οὔτε ἀποφθεγματικῶς διεξάγεται, οὔτε παρεμπιπτόντως ἐν συζητήσει περὶ θέματος ἄλλου, ἤτοι περὶ τῆς ἀδείας, ἣν ἤδη ζητοῦμεν. Ἡ ἄδεια αὕτη, ζητουμένη ἐν περιστάσεσιν, ὡς αἱ παροῦσαι, ὑπονοεῖ τὴν συνομολόγησιν τῶν δανείων ἐπὶ ὅροις ἐπαχθέσι. Τοῦτο εἶπον ἐξ ὑπαρχῆς· ἀλλὰ τὰ δάνεια ταῦτα ὑποθέτει ὁ κ. Βουλευτὴς συνομολογηθησόμενα πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν, περὶ οὗ ἐποιησάμην λόγον, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν, τοῦ περιορισμοῦ τῆς κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων. Ὁ περιορισμὸς τῆς κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων θέλει σπουδαίως συντελέσει, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς χώρας· ἀλλὰ τὸ δάνειον δὲν εἶναι ἀναγκαῖον μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, καὶ ἀπόδειξις, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖον μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, εἶναι, ὅτι ἔχομεν προσωρινὰ δάνεια, ἅτινα πρέπει νὰ ἀποδοθῶσιν. Ἔχομεν προσωρινὰ δάνεια ἐπὶ ποσοῦ 12–13 ἑκατομμυρίων, ἂν δὲ μὴ ἔχωμεν ἄδειαν ἀνανεώσεως τῶν δανείων τούτων, ἢ τροπῆς αὐτῶν εἰς πάγια ἢ χρεωλυτικά, θὰ εὑρεθῶμεν ἐν δυσχερείᾳ πρὸς ἀπόδοσιν 12–13 ἑκατομμυρίων εἰς χρυσόν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποχωρήσῃ ἡ Βουλὴ, πρὶν ἢ παράσχῃ ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐξεύρῃ τρόπον, καὶ τὰ προσωρινὰ ἐκεῖνα δάνεια εἴτε ἀντικαταστήσῃ διὰ διαρκεστέρων, εἴτε ἀνανεώσῃ ἐπὶ τοῖς ὅροις, οὓς ὑπαγορεύει ἡ παροῦσα κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας.
§86ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν δυνάμεθα, κύριε Πρωθυπουργὲ, νὰ μάθωμεν μέχρι ποίου σημείου φθάνει τὸ ἐπαχθὲς τῶν ὅρων;
§87Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μέχρι τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Τὸ νομοσχέδιον περιλαμβάνει τοὺς ἀνωτάτους ὅρους.
§88ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὸ 8% μόνον;
§89Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περιλαμβάνει καὶ ἄλλας ἀδείας. Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐπιπροσθέτει μόνον ὅριον τόκου ἀνώτερον τοῦ τέως ἐπιτρεπομένου, ἀλλ’ ἐπιπροσθέτει καὶ ἄδειαν παροχῆς ἐγγυήσεως, ἥτις δὲν ἐπιτρέπεται ὑπὸ τῶν νόμων ΑΨʹ καὶ ΑΨΠΑʹ, ἐπιτρέπεται δὲ μόνον ὑπὸ τοῦ νόμου
ΑϠΜΔʹ.
§90ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἀλλ’ ἡ ἐγγύησις ἕως ποῦ φθάνει;
§91Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μέχρι τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀνταποκρινομένου πρὸς τὰς ἐκ τῶν δανείων ὑποχρεώσεις.
§92ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μέχρι τῆς διαχειρίσεως τῶν προσόδων;
§93ΡΑΛΛΗΣ. Μέχρι πωλήσεως τοῦ Παρθενῶνος!
§94Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφει πάντα τὰ ἐπιτρεπόμενα. Δέον δὲ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ἀπαραμείωτον τὸ ἐπαχθὲς τῶν παρεχομένων ἀδειῶν, καὶ βλέπετε, ὅτι ἐπιμόνως ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς αὐτὸ, διότι ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ δοθῇ ἐν πλήρει ἀντιλήψει τῆς ἐννοίας τῶν ψηφιζομένων, πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ ὑπ’ ὄψει τὴν ἀνάγκην, καὶ νὰ παράσχῃ τὴν ἄδειαν ἐπαρκῆ πρὸς ἀναπλήρωσιν τῆς ἀνάγκης.
§95ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφύγωμεν τὸ δάνειον;
§96Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐρωτᾶτε, ἂν δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν τὸ δάνειον, ὅτε ἀκούετε, ὅτι ἔχομεν προσωρινὰς ὀφειλὰς ἑκατομμυρίων. Αἱ προθεσμίαι τῶν προσωρινῶν δανείων λήγουσιν ἄλλαι μετὰ 15 ἡμέρας, ἄλλαι μετὰ 2 μῆνας, ἄλλαι μετὰ 3 μῆνας, ὅταν δ’ ἐπέλθῃ ἡ λῆξις τῶν ὀφειλῶν τούτων καὶ ζητηθῇ ἡ ἀπόδοσις τῶν 12 ἢ 13 ἑκατομμυρίων, ἐπὶ τίνι ἀδείᾳ θέλομεν προέλθει εἰς τὰς πράξεις, δι’ ὧν θέλομεν δυνηθῆ ἢ νὰ ἀνανεώσωμεν τὰ προσωρινὰ ταῦτα δάνεια, ἢ νὰ τὰ ἀντικαταστήσωμεν διὰ διαρκῶν; Εἶναι δυνατὸν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ μὴ δώσῃ τοιαύτην ἄδειαν; Ἵνα ἀποβῇ δὲ αὕτη τελεσφόρος, προδήλως πρέπει νὰ δοθῇ ἐπὶ τοῖς ὅροις, οὓς ὑπαγορεύει ἡ σημερινὴ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας. Ἀλλὰ πλὴν τούτου τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον ἐπλεόνασε, καὶ ἂν μὴ περιορισθῇ, εἶναι ἀδύνατος, ὡς ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος καὶ τοῦ χρυσοῦ, τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας ἡ ἀποκατάστασις. Καὶ ἂν ἄρα ἐπὶ ἐπαχθέσιν ὅροις, ἐπιβάλλεται πάντως ἡ συνομολόγησις δανείων πρὸς περιορισμὸν τῶν κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων. Ἔχομεν προσέτι καὶ τὸν σιδηρόδρομον Λαρίσσης, οὗτινος ἐξακολουθεῖ ἡ ἐκτέλεσις, καὶ εἴμεθα ὑπόχρεοι εἰς πληρωμὴν τῶν δόσεων τοῦ ἐργολάβου εἰς χρυσόν. Ἀνάγκη ἄρα ἀδείας συνομολογήσεως δανείου πρὸς πληρωμὴν τῶν δόσεων τούτων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐνόμισεν, ὅτι αἱ ἄδειαι, αἱ παρεχόμεναι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀφορῶσιν εἰς τὴν πρὸς τὰς προνομιούχους Τραπέζας ἀπόδοσιν εἰς χρυσὸν τῶν ὀφειλομένων παρὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς αὐτὰς λόγῳ τοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Περὶ τούτου οὐδεὶς γίνεται λόγος ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Τὸ νομοσχέδιον παρέχει ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἁπλῶς καὶ μόνον, ὅπως ἀναλάβῃ ὑποχρέωσιν πρὸς τοὺς μεθ’ ὧν θὰ συμβληθῇ, ἵνα περιορίσῃ τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων, τουτέστιν ἵνα τὸ ἐκ τοῦ δανείου τούτου μεταλλικὸν διαθέσῃ πρὸς ἀπόκτησιν τραπεζικῶν γραμματίων, ἅτινα θέλει ἀκυρώσει. Τὸ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἅτινα θέλει δυνηθῆ νὰ ἀποκτήσῃ ἀντὶ τοῦ χρυσοῦ, ὃν θέλει διαθέσει πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς τιμῆς, εἰς ἣν θέλει ἀγορασθῆ τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, τουτέστιν ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, ἢ ἀντιστρόφως ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ, ἡ ὑποχρέωσις ὅμως, ἣν λαμβάνει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ συνομολογήσῃ πρὸς τοὺς μεθ’ ὧν θὰ συμβληθῇ, ἀφορᾷ εἰς ἀκύρωσιν τραπεζικῶν γραμματίων ποσοῦ ὅσον καὶ τὸ τοῦ χρυσοῦ· πιθανὸν τὸ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἅτινα θέλουσιν οὕτως ἀκυρωθῆ νὰ ἦναι ἀνώτερον τοῦ εἰς χρυσὸν προϊόντος τοῦ δανείου, περὶ τούτου ὅμως δὲν προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον, κανονίζον ἁπλῶς τὰ τῆς ὑποχρεώσεως, ἧς ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀνάληψιν πρὸς τοὺς συμβληθησομένους περὶ τοῦ δανείου, ὅπως ἀκυρώσῃ τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ ποσῷ ἴσῳ πρὸς τὸ τοῦ χρυσοῦ, ὑπολογιζομένου ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ.
§97ΡΑΛΛΗΣ. Ποσοῦ ἴσου πρὸς τὸ ἀποσβεννύμενον δάνειον.
§98Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ναί. Ἐπὶ πραγματοποιήσει δανείου, ἔστω 30 ἑκατομμυρίων εἰς χρυσὸν, θὰ ἐπιτρέπηται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποχρεωθῇ πρὸς τοὺς ἀναδόχους αὐτοῦ, ὅπως ἀποσύρῃ ἐκ τῆς κυκλοφορίας τραπεζικὰ γραμμάτια 30 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἐὰν ἀποσύρῃ ἐκ τῆς κυκλοφορίας ἀντὶ 30 ἑκατομμυρίων 32 ἢ 35 ἑκατομμύρια, τοῦτο δὲν θὰ ἀφορᾷ πλέον εἰς τὰς σχέσεις αὐτῆς πρὸς τοὺς μεθ’ ὧν συμβάλλεται· ἐπὶ τῷ κανονισμῷ τῶν ἐπὶ πλέον τῶν 30 ἑκατομμυρίων θὰ ὑπέχῃ ὑποχρέωσιν πρὸς μόνην τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, παρασχοῦσαν αὐτῇ τὴν ἄδειαν τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ὀφείλει νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τὴν πρὸς τοὺς ἀναδόχους ἀνάληψιν ὑποχρεώσεως ἀκυρώσεως τραπεζικῶν γραμματίων ἐπὶ πλέον ποσοῦ ἴσου πρὸς τὸν ἐκ τοῦ δανείου χρυσὸν ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ· διότι, ἐὰν ἀναλάβῃ ἡ Κυβέρνησις ὑποχρέωσιν, δανειζομένη 30 ἑκατομμύρια, νὰ ἀποσύρῃ ἐκ τῆς κυκλοφορίας τραπεζικὰ γραμμάτια ποσοῦ ἀνωτέρου, λόγῳ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ, ἐνδέχεται νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ὑποχρέωσιν· ἐνδέχεται τὸ ποσὸν, ὅπερ ὑπετίθετο ἀντιστοιχοῦν πρὸς τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ χρυσοῦ, ν’ ἀποδειχθῇ ἐκ τῶν ὑστέρων ὑπερβολικῶς ὑπολογισθὲν, ἐνδέχεται ἡ ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ, ἥτις εἶναι σήμερον 40 ἢ 41%, ἐπὶ τῇ συνομολογήσει τοῦ δανείου καὶ τῇ διαθέσει τοῦ προϊόντος αὐτοῦ πρὸς ἀκύρωσιν τραπεζικῶν γραμματίων, νὰ μειωθῇ εἰς 35 ἢ εἰς 25 ἢ εἰς 20 τοῖς ἑκατὸν καὶ κατωτέρω, ἀνατρέπουσα τοὺς ἐκ προοιμίων ὑπολογισμούς. Οὐδεμίαν ἄρα ὑποχρέωσιν ὀφείλει νὰ ἀναλάβῃ ἡ Κυβέρνησις ἀκυρώσεως τραπεζικῶν γραμματίων ποσοῦ ἀνωτέρου τοῦ ἑκατοῦ δανείου χρυσοῦ ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ, τὸ δὲ νομοσχέδιον μόνον ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ ἐπιτρέπει τὸν ὑπολογισμὸν ἐν ἀναλήψει ὑποχρεώσεως περὶ τούτου πρὸς τοὺς ἀναδόχους τοῦ δανείου. Περὶ τῶν προνομιούχων ἄρα Τραπεζῶν ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ οὐδαμῶς πρόκειται, διότι αἱ προνομιοῦχοι Τράπεζαι ἐκ τοῦ νομοσχεδίου οὐδὲν ἀποκτῶσι δικαίωμα· δικαίωμα ἀποκτᾷ μόνον ἡ Κυβέρνησις, ὅπως συνομολογήσῃ συμφωνίας πρὸς τοὺς συμβληθησομένους πρὸς αὐτὴν περὶ τοῦ δανείου. Ἐν ταῖς συμφωνίαις ταύταις ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ περιλάβῃ τόκον τοῦ δανείου ἀνώτερον τοῦ ἐπιτρεπομένου ὑπὸ τῶν νόμων τῶν νῦν κειμένων, ὑπὸ τῶν νόμων ΑΨʹ, ΑΨΠΑʹ καὶ ΑΩΜΔʹ. Τῇ ἐπιτρέπεται προσέτι, ὡς καὶ ὑπὸ τοῦ νόμου ΑΩΜΔʹ, νὰ περιλάβῃ καὶ χρεωλύσιον καὶ ἐγγυήσεις, ἐνῷ οἱ νόμοι ΑΨʹ καὶ ΑΨΠΑʹ δὲν ἐπέτρεπον τὴν ὑποχρέωσιν περὶ χρεωλυσίου, οὐδὲ περὶ παροχῆς ἐγγυήσεων. Ταῦτα ἤδη ἐπιτρέπονται διατί; Διότι ἡ σημερινὴ κατάστασις δὲν εἶναι ἡ κατάστασις, ἥτις ὑφίστατο, ὅτε ἐψηφίζοντο οἱ νόμοι ΑΨʹ καὶ ΑΨΠΑʹ, δὲν εἶναι κατάστασις εὐνοϊκὴ, ὡς ἐκείνη, εἶναι χείρων ἔτι καὶ τῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ ἐποχῇ ἐψηφίζετο ὁ νόμος ΑΩΜΔʹ. Ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος ΑΩΜΔʹ, ἐδέησε νὰ προστεθῶσιν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, ὧν τὴν συνομολόγησιν οἱ προηγούμενοι νόμοι ἐπέτρεπον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ χρεωλύσια καὶ ἐγγυήσεις. Ταύτας πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν καὶ ἤδη, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν ἤδη ἐπὶ πλέον τῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου ΑΩΜΔʹ, τόκον ἀνώτερον τῶν 6%. Περὶ τούτων πάντων προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον, ἀναγράφον τὰς ἀδείας, ἃς θεωροῦμεν ἐπαρκεῖς. Τὰς ἀδείας ταύτας συνδέομεν πρὸς τοὺς κειμένους νόμους, ἵνα μὴ ἐπαυξήσωμεν τὰ ἐπιτρεπόμενα δάνεια καὶ κατ’ ἀριθμόν. Ἀρκεῖ ἡ ἐπιτρεπομένη διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὔξησις τῶν ὅρων τῶν δανείων καὶ τῆς ἐντάσεως τῶν ὑφισταμένων ὅρων ἄνευ ἐπεκτάσεως τοῦ ἐδάφους, ἐφ’ οὗ θὰ ἐργάζηται ἡ Κυβέρνησις ἀδείᾳ νομοθετικῇ. Ὅσα δὲ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς περὶ διαθέσεως τοῦ ἐκ τῶν δανείων χρήματος ἀλλοίας τῆς προβλεπομένης ὑπὸ τῶν νόμων ΑΨʹ καὶ ΑΨΠΑʹ καὶ τοῦ εἰδικοῦ νόμου ΑΩΜΔʹ, πάντα ταῦτα οὐδεμίαν ἔχουσιν ὑπόστασιν, ἀφοῦ ἄδεια νέα συνομολογήσεως δανείου δὲν δίδεται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιτρέποντος μόνον τῶν αὐτῶν δανείων τὴν συνομολόγησιν ἐπὶ ὅροις ἐπαχθεστέροις. Ἀλλ’ οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἐπέτρεπον τὴν συνομολόγησιν τῶν δανείων μόνον ἐπὶ τῷ ὅρῳ τῆς ἐξοφλήσεως ἄλλων δανείων, καὶ σήμερον μόνον ἐπὶ τῷ ὅρῳ τῆς ἐξοφλήσεως ἄλλων δανείων μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ συνομολογήσῃ τὰ δάνεια, ἀφοῦ ὡς πρὸς τοῦτο δὲν μεταβάλλει τὰ κείμενα. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι πρόκειται νὰ ληφθῶσι τὰ χρήματα, ἵνα ἐπαρκέσῃ τὸ Δημόσιον εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς Πολιτείας· διότι κατὰ τοὺς νόμους τοὺς τρεῖς, ἐφ’ ὧν καὶ μόνον στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ διάθεσις τοῦ χρήματος τῶν δανείων, εἰμὴ μόνον πρὸς ἐξόφλησιν ἄλλων δανείων, ὥστε τὸ χρέος τοῦ Κράτους ἐκ τῶν δανείων τούτων δὲν θέλει αὐξήσει· θὰ γένηται τροπὴ δανείων, δανείων χαρτίνων εἰς δάνεια μεταλλικὰ, δανείων ἐπὶ τόκῳ πρὸς 1% εἰς δάνεια ἐπὶ τόκῳ πολὺ βαρυτέρῳ, ἀλλὰ τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους δὲν θέλει ἀποβῆ ἀνώτερον τοῦ ἐπιτρεπομένου ὑπὸ τῶν νόμων ΑΨʹ, ΑΨΠΑʹ καὶ ΑΘΜΔʹ. Ὅ,τι οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἐπέτρεπον, τοῦτο ἐπιτρέπει καὶ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἤδη προβάλλεται εἰς τὴν ψῆφον ὑμῶν. Δὲν ζητεῖται δι’ αὐτοῦ ἄδεια συνομολογήσεως ἄλλων δανείων ἢ τῶν νῦν ἐπιτρεπομένων· κανονίζονται δι’ αὐτοῦ τὰ τῆς συνομολογήσεως αὐτῶν καὶ μόνον τῶν δανείων, ἐπὶ ὅροις ὅμως ἐπαχθεστέροις.
§99ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ παντὸς ὀφείλω νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδὲν ἀνακριβὲς εἶπον, διότι δὲν εἶπον, ὅτι πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τῆς τροπῆς δανείων χρεωλυτικῶν εἰς πάγια ἐδόθη ἡ ἄδεια συνομολογήσεως παγίων καὶ προσωρινῶν δανείων παρὰ τῶν νόμων ΑΨʹ καὶ ΑΨΠΑʹ. Ἀνέφερον ἕνα ἐκ τῶν κυρίων σκοπῶν, ὅστις ἐδικαιολόγησε καὶ ἐχρησίμευσεν ὡς βάσις τῶν ἀδειῶν ἐκείνων. Πράγματι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην παρίστα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δικαιολογῶν τὴν αἰτουμένην ἄδειαν, τὸ ἐπωφελὲς τῆς τροπῆς τῶν δανείων τῶν χρεωλυτικῶν εἰς πάγια, καὶ τὸ ἐπωφελὲς αὐτῶν ἦν ἀναμφισβήτητον, διότι διὰ τῆς τοιαύτης τροπῆς ἀπηλλάσσετο ἀμέσως τὸ Κράτος ἀπὸ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῷ ἐπετείῳ προϋπολογισμῷ τοῦ χρεωλυσίου, καὶ διὰ τοῦτο δικαίως ἐκαυχήθη ἄλλοτε ὁ κ. Τρικούπης, καίτοι κατηνάλωσε πᾶσαν τὴν ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν χρεωλυσίων οἰκονομίαν. Ἡ τοιαύτη οἰκονομία ἐκ τῆς μὴ ἀναγραφῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ποσῶν, τῶν ἀναγκαίων διὰ τὰ χρεωλύσια ἀνῆλθε, νομίζω, εἰς 4 ἢ 4½ ἑκατομμύρια. Οὗτος δὲ ἦτο ὁ κύριος σκοπός, ὅστις ὑπηγόρευσε τοὺς νόμους ἐκείνους τοῦ 1889. Ἀλλὰ πρὸς τῷ σκοπῷ τούτῳ ὑπῆρχε καὶ ἕτερος σκοπός· ἐπειδὴ ὑπῆρχον δάνεια μὴ χρεωλυτικὰ, προσωρινὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἦσαν συνωμολογημένα ἐπὶ ὅροις ἐπαχθεστέροις ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ τὸ 1889, ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησεν, ἐκτὸς τῆς ἀδείας τῆς συνομολογήσεως δανείων πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς τροπῆς δανείου χρεωλυτικοῦ, καὶ τὴν ἄδειαν τῆς συνομολογήσεως δανείων πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐξοφλήσεως ἄλλων προσωρινῶν δανείων, ἐπὶ ὅροις ἐπαχθεστέροις συνομολογηθέντων· ἀκριβῶς τοῦτο ἤθελον νὰ παραστήσω, ἐὰν δὲ δὲν τὸ παρέστησα λεπτομερέστερον, δὲν τὸ παρέστησα, διότι ἡ σχετικὴ ἰδέα ἐξέβαινε τοῦ κύκλου, εἰς τὸν ὁποῖον ὤφειλον νὰ μείνω ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου. Ὁ σκοπὸς ὅμως τῶν νόμων ἐκείνων ἦτο εἷς, ἡ ἐλάφρυνσις τῶν βαρῶν τοῦ Δημοσίου· ἡ ἐλάφρυνσις δὲ αὕτη ἐπετυγχάνετο διὰ τῶν δύο αὐτῶν μέσων, εἴτε διὰ τῆς τροπῆς χρεωλυτικῶν δανείων εἰς πάγια, εἴτε διὰ τῆς ἐξοφλήσεως προσωρινῶν δανείων, ἐπὶ ἐπαχθεστέροις ὅροις συνομολογηθέντων· τοῦτο ἀκριβῶς ἠθέλησα νὰ παραστήσω. Ἀλλ’ ἡ περίστασις ἐκείνη καὶ ὁ τοιοῦτος σκοπὸς τῶν νομοθετημάτων ἐκείνων εἶναι ἐντελῶς διάφορος ἀπὸ τὴν νῦν περίστασιν καὶ τὸν σκοπὸν τὸν ἐπιδιωκόμενον διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἀληθῶς ἐπῆλθεν ὁ νόμος τοῦ 1891, μεταβαλὼν τὴν ἀρχικὴν θέσιν· ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος τοῦ 1891 ἀποτελεῖ ἤδη ὑποβιβασμὸν τῆς πίστεως τοῦ Κράτους· οὐδὲ δύναταί τις νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν εὐθύνην τῆς τροπῆς τῶν ὅρων, ἐφ’ οἷς ἐπρόκειτο νὰ συνομολογηθῶσι τὰ δάνεια ἐκεῖνα, τὴν εὐθύνην, λέγω, τῆς τροπῆς τῶν ὅρων ἐπὶ τὸ ἐπαχθέστερον, εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἢ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ 1891, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ 1891 εὑρέθη πρὸ τῆς ἑξῆς περιστάσεως, πρὸ τῆς περιστάσεως τοῦ νὰ ὀφείλῃ καταβολὰς ἐπὶ ἔργων, τὰ ὁποῖα ἤρξαντο ἐκτελούμενα ἐπὶ τῇ ἐπαγγελίᾳ, ὅτι ἤθελον συνομολογηθῆ δάνεια πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν, καὶ ἐν τούτοις νὰ μὴ ἔχουν συνομολογηθῆ τὰ δάνεια ἐκεῖνα. Ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, εὑρίσκοντο ἐν ἐκτελέσει 8 ἢ 9 ἢ 10 ἔργα, διὰ τὰ ὁποῖα εἶχε χορηγηθῆ ἤδη ἄδεια μετ’ εἰδικῶν ἐγγυήσεων ἐκ μέρους τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας διὰ τὴν σύναψιν δανείων, ἐχόντων ὡς προορισμὸν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων ἐκείνων. Τὰ ἔργα ἤρξαντο ἐκτελούμενα· ἓν ἐξ αὐτῶν εἶναι τὸ ἀνάκτορον τοῦ Διαδόχου, καὶ ἐν τούτοις τὰ δάνεια, ἐξ ὧν τὸ Δημόσιον ἤθελε πορισθῆ τὰ χρήματα, δὲν εἶχον συνομολογηθῆ, καίτοι ἐν ταῖς ἀδείαις περιελαμβάνοντο καὶ εἰδικαὶ ἐγγυήσεις. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ 1891 συνεκεφαλαίωσε λοιπὸν ὅλας ἐκείνας τὰς ἀδείας, ἐζήτησε δὲ μίαν γενικὴν ἄδειαν. Ἀναγκαίως, ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους εὑρίσκετο ἡ Κυβέρνησις τότε, ὤφειλε νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον ἐπὶ ὅροις ὅλως διαφόροις ἀπὸ τοὺς ὅρους τοῦ 1889, διότι εἶχεν ἤδη διὰ τῶν ἐπανειλημμένων αὐτῶν δανείων, διὰ τῆς καταχρήσεως τῶν δανείων, τῆς γενομένης παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, εἶχεν ἤδη κλονισθῆ ἡ πίστις τοῦ Δημοσίου. Καὶ τὸ ἐπαχθὲς μὲν τῶν ὅρων δὲν προέκυψεν ὡς πρὸς τὸν τόκον, διότι, ὅπως ὥριζον οἱ νόμοι τοῦ 1889 ἀνώτατον ὅριον τόκου τὸ 6%, οὕτως ἀνώτατον ὅριον τόκου κατὰ τὸ 1891 ὡρίσθη τὸ 6%· δὲν δύναται δὲ νὰ θεωρήσῃ τις, ὅτι καὶ ὡς πρὸς πάσας τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ζητουμένας πρὸς παραχώρησιν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1891, ὑπῆρχέ τι τὸ ὑπερβάλλον, διότι αἱ πλεῖσται τῶν ἐγγυήσεων ἐκείνων εἶχον δοθῆ ἤδη διὰ τῶν νόμων τῶν εἰδικῶν, τῶν ἐπιτρεψάντων τὴν συνομολόγησιν δανείων πρὸς ὡρισμένους σκοπούς. Ἀλλ’ ὑπῆρχέ τι περιπλέον ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1891, ὅτι ἐκτὸς τῶν εἰδικῶν ἐκείνων ἐγγυήσεων, τῶν διὰ τῶν εἰδικῶν νόμων χορηγηθεισῶν, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελε συνομολογήσει ἡ Κυβέρνησις ἓν ἑνιαῖον δάνειον πρὸς πάντας τοὺς σκοποὺς τῶν εἰδικῶν νόμων, ἠδύνατο νὰ χορηγήσῃ καὶ νέας ἐγγυήσεις διὰ παραχωρήσεως ἑτέρων προσόδων. Ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος περιελάμβανε περιπλέον μίαν ῥήτραν, τὴν ῥήτραν τοῦ ἄρθρου 8, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφέρεται τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, καὶ ἡ ῥήτρα ἐκείνη ἐξηγήθη τότε ὅπως τὴν ἐξήγησα ἐγὼ πρὸ ὀλίγου, καὶ ὄχι ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νόμου τοῦ 1891 λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διαθέτῃ προσωρινῶς ἐκ τοῦ προϊόντος τῶν δανείων ποσὰ πρὸς πληρωμὴν καὶ ἄλλων ἀνυπερβλήτων καὶ ἀνεγνωρισμένων ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου». Οὐδεὶς περιορισμὸς τίθεται ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1891. Τὸ ἐκ τῶν δανείων προϊὸν ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιηθῇ ἐπίσης πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐξοφλήσεως ἄλλων προηγουμένων δανείων, ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιηθῇ καὶ πρὸς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου ἀνυπερβλήτους καὶ ἀνεγνωρισμένας. Τίνες εἶναι αὐταὶ αἱ ἀνάγκαι, αἱ ἀνυπέρβλητοι καὶ ἀνεγνωρισμέναι; Πᾶσαι ἐκεῖναι, εἰς ἃς ἤθελεν εὑρεθῆ τὸ Δημόσιον. Ἐδόθη λοιπὸν ἄδεια κατὰ τὸ 1891 τοῦ νὰ χρησιμοποιηθοῦν καὶ εἰς ἄλλους σκοποὺς, παρὰ εἰς τὴν ἐξόφλησιν προηγουμένων δανείων, τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἤθελε προσπορισθῆ ἡ Κυβέρνησις, συνομολογοῦσα δάνεια δυνάμει τῶν ἀδειῶν ἐκείνων. Αὐτὴν δὲ τὴν ῥήτραν τὴν ἐπαναλαμβάνει σήμερον τὸ νομοσχέδιον, διότι ἀναφέρεται εἰς τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νόμου τοῦ 1891, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα νὰ μάθω, ἐὰν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦ δανείου τοῦ συνομολογηθησομένου θέλῃ χρησιμοποιηθῆ πρὸς περιορισμὸν τοῦ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ κυκλοφοροῦντος γραμματίου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπήντησεν «ὄχι». Καὶ ὀρθῶς· διότι, ἐὰν ἤθελε νὰ μὴ τῷ δοθῇ ἡ ἄδεια τοῦ νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ δάνειον τὸ συνομολογηθησόμενον εἰς ἄλλας ἀνάγκας, παρὰ εἰς τὴν ἐξόφλησιν ἢ ἀνανέωσιν ἄλλων δανείων, δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἀναφέρηται εἰς τὴν ῥήτραν τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου τοῦ 1891, ἡ ὁποία περιλαμβάνει ἀναγκαίως τὸ δικαίωμα ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως τῆς οἱασδήποτε χρήσεως τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα θέλει προσπορισθῆ ἐκ τοῦ δανείου. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ὑπέλαβον, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δυνάμει τῆς ἀδείας ταύτης θὰ προέλθῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς οἱανδήποτε σύμβασιν πρὸς τὴν Τράπεζαν. Ἐγὼ εὗρον μίαν ῥῆσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἥτις μοὶ ἐφάνη λίαν ἀμφιβόλου ἐννοίας, καὶ ἤθελον νὰ ἐννοήσω, τίς ἦτο ἀκριβῶς ἡ ἔννοια αὐτῆς. Εἴχομεν ἀμφιβολίας περὶ τοῦ προορισμοῦ τοῦ δανείου, διότι δὲν ἐκφράζεται καθαρῶς τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐτοῦ, ἀλλ’ αὗται εὐτυχῶς ἐξέλιπον μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ ὅτι τὸ συνομολογηθησόμενον δάνειον δὲν θέλει χρησιμοποιηθῆ ὁλόκληρον πρὸς μείωσιν μέρους τοῦ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ κυκλοφοροῦντος ποσοῦ γραμματίων. Ἀλλ’ ἡ δήλωσις αὕτη ἐνίσχυσε τὰς ἀμφιβολίας μου περὶ τῆς ἐννοίας τῆς ἑτέρας ῥήσεως «ἴσου ποσοῦ πρὸς τὸ ἀποσβεννύμενον δάνειον», διότι «ἴσου ποσοῦ» δὲν σημαίνει ἰσαξίου· ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐξοφληθῶσι γραμμάτια ἴσης ἀξίας πρὸς τὸ συνομολογηθησόμενον δάνειον, θὰ περιελάμβανε τὸ νομοσχέδιον ῥῆσιν περὶ ἰσοτίμου τῶν γραμματίων πρὸς τὸ καταβληθησόμενον τῇ Τραπέζῃ ποσὸν, ἀλλὰ περιλαμβάνει ῥῆσιν περὶ ἴσου ποσοῦ· ἤθελον δὲ νὰ διευκρινήσω τὴν ἀμφίβολον ταύτην ῥῆσιν, διότι πρόκειται ἐπ’ αὐτῆς νὰ συνομολογηθῇ ποινικὴ ῥήτρα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὐηρεστήθη νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν περιέργειάν μου. Ἐδήλωσεν, ὅτι διὰ τῆς σχετικῆς ἐκφράσεως δὲν ἐκφράζεται ἡ ἔννοια τοῦ ἰσοτίμου, διότι, προσέθηκε, δὲν θὰ ἦτο εἰς θέσιν ἀπὸ τοῦδε νὰ ὁρίσῃ, ποῖον θὰ ἦναι τὸ ποσὸν τῶν ἐξοφλουμένων γραμματίων, ἕνεκα τῆς διαφόρου τιμῆς αὐτῶν κατ’ ἐποχάς. Ἡ δικαιολογία αὕτη δὲν εἶναι βάσιμος, διότι ἐγὼ δὲν ἐζήτησα νὰ καθορισθῇ ἐν τῷ νόμῳ τὸ ποσὸν τῶν ἐξοφληθησομένων γραμματίων ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀξίας τῆς σημερινῆς, ἐγὼ ἐζήτησα νὰ καθορισθῇ ἐν τῷ νόμῳ ἡ ὑποχρέωσις τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ ἐξοφλήσῃ ἰσάξια γραμμάτια πρὸς τὸν χρυσὸν, τὸν ὁποῖον θέλει δανεισθῆ. Ὅλα λοιπὸν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρετήρησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οὐδεμίαν ἀποδεικνύουσιν ἀνακρίβειαν ἐκ μέρους μου, ἀποδεικνύουσιν ἀνακρίβειαν περὶ τὴν ἔκφρασιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν δὲ ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας θέλῃ νὰ μάθῃ ἤδη, τίνες εἶναι οἱ ἐπαχθεῖς ὅροι τῶν διὰ τῆς ζητουμένης ἀδείας συνομολογηθησομένων δανείων, δὲν ἔχει ἢ νὰ διέλθῃ τὸ 2ον καὶ τὸ 3ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, διότι θέλει ἴδει ἐν αὐτοῖς, ὅτι ναὶ μὲν συνομολογεῖται—καὶ ἤδη τοῦτο ἀποτελεῖ ἕνα ὅρον ἐπαχθῆ—τόκος πρὸς 8% ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου, ἀλλὰ δὲν καθορίζεται ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ πραγματικῶς καταβληθησομένου κεφαλαίου καὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ, οὐδὲ ὁ χρόνος, καθ’ ὃν θέλει χρεωλυτικῶς ἐξοφληθῆ τὸ δάνειον, ταῦτα δὲ ἐπιδρῶσι μεγάλως ἐπὶ τὴν ἐκτίμησιν περὶ τοῦ ἐπαχθοῦς ἢ μὴ ἐπαχθοῦς οἱουδήποτε δανείου, καὶ μόνον διότι ἐκ τοῦ καθορισθησομένου πρὸς χρεωλυτικὴν ἐξόφλησιν χρόνου καὶ κατὰ λόγον αὐτοῦ ὁ τόκος καθίσταται βαρύτερος. Ἄλλος ἐπαχθὴς ὅρος εἶναι ὁ τῶν ἐγγυήσεων, αἵτινες δὲν συνομολογοῦντο διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1889, αἵτινες ἀληθῶς ἐπεβλήθησαν κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου τοῦ 1891, καθόσον εἶχον δοθῆ ὡρισμέναι ἐγγυήσεις διὰ τῶν εἰδικῶν νόμων, οὓς ὁ τοῦ 1891 ἀντικατέστησεν, ἀλλ’ αἵτινες ἐπεκτείνονται ἤδη μέχρι καὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν πόρων, τοὺς ὁποίους θέλει παραχωρήσει ἡ Κυβέρνησις λόγῳ ἐγγυήσεως, παρ’ ἐκείνων, πρὸς τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις θὰ συνομολογήσῃ τὴν περὶ δανείου σύμβασιν δυνάμει τῆς ζητουμένης ἀδείας. Συνεπείᾳ τῆς ἀδείας ταύτης θὰ γείνῃ ὅ,τι καὶ ἐπὶ τῶν μονοπωλίων, ἀναμφισβητήτως δ’ εἰς αὐτὸ ἀποβλέπει ἡ αἰτουμένη ἄδεια περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαχειρίσεως τῶν εἰς ἐγγύησιν τῶν δανείων ὁρισθησομένων προσόδων. Θὰ ἴδωμεν τὸ χαρτόσημον,—διότι φαίνεται, ὅτι αὐτὸ ζητοῦν οἱ τραπεζῖται, καὶ διὰ τοῦτο ἐπεδιώχθη καὶ ἡ ἐπιψήφισις τελῶν ἀντισυνταγματικῶν,—θὰ ἴδωμεν τὸ χαρτόσημον διαχειριζόμενον ἀπὸ ἑταιρίαν, ἐκπροσωποῦσαν τὴν ὁμάδα, ἥτις θὰ προσφέρῃ εἰς τὸ Κράτος τὸ δάνειον, δι’ ὃ ζητεῖται ἡ ἄδεια. Τοῦτο ἀποτελεῖ ἕτερον ἐπαχθῆ ὅρον. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλος τοιοῦτος, ἂν ὄχι πλέον ἐπαχθής, ἀλλὰ πλέον ἐξευτελιστικός. Δὲν ἔχουσι πλέον οἱ δανεισταὶ πεποίθησιν ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν τὴν Ἑλληνικὴν περὶ τῆς χρήσεως, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ τῶν χρημάτων, καὶ διὰ τοῦτο ἐν ἄρθρῳ 2 ζητεῖται ἡ ἄδεια ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως νὰ συνομολογήσῃ ποινικὴν ῥήτραν κατὰ τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν δὲν ἤθελον χρησιμοποιηθῆ τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἤθελε συνομολογήσει, πρὸς τὸν περιορισμὸν τοῦ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ κυκλοφοροῦντος ποσοῦ γραμματίων. Φρονῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει μᾶλλον ἐξευτελιστικὸς ὅρος, διότι διὰ αὐτοῦ καταδικάζεται πλέον τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ὡς κακῆς πίστεως. Τῷ λέγουν: «τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἔλαβες παρὰ τῶν δανειστῶν σου, ἔκαμες κακὴν χρῆσιν, ἀλλοίαν παρὰ ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν ἦσαν προωρισμένα, καὶ θέλομεν νὰ σὲ δεσμεύσωμεν διὰ τὸ μέλλον». Καὶ ἐπειδὴ δὲν δύνανται νὰ δεσμεύσουν τὸν κ. Τρικούπην ἢ τὸν κ. Δηλιγιάννην ἢ τὸν κ. Καραπάνον, δεσμεύουσι τὸ Δημόσιον, καὶ τὸ ὑποχρεοῦσιν, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν θέλει ἐκτελέσει κατὰ γράμμα τοὺς ὅρους τῆς νέας συμβάσεως, νὰ πληρώσῃ ποινικὴν ῥήτραν. Ἡ ποινικὴ αὕτη ῥήτρα δὲν γνωρίζομεν μέχρι τίνος σημείου θὰ ἦναι ἐπαχθής, διότι δὲν γνωρίζομεν, ὁποία θέλει συνομολογηθῆ ἐν τῇ συμβάσει, διότι δὲν γνωρίζομεν ἐὰν, καίπερ ἀναγραφομένης τῆς ποινικῆς ῥήτρας ἐν τῇ συμβάσει, αἱ ἐπείγουσαι ἀνάγκαι τοῦ Δημοσίου δὲν θὰ ἦναι τοιαῦται, ὥστε νὰ ἐξαναγκασθῇ νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς ἀδείας, ἡ ὁποία χορηγεῖται αὐτῷ διὰ τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου τοῦ 1891, εἰς τὸν ὁποῖον ἀναφέρεται ὁ ψηφιζόμενος ἤδη νόμος. Θέλετε ἄλλους ἐπαχθεῖς ὅρους; Ἀναγνώσατε τὸ ἄρθρον 3. Οὐδεὶς προσδιορισμὸς προμηθείας, οὐδεὶς προσδιορισμὸς ἐξόδων ἐκδόσεως, ἀτέλεια χαρτοσήμου. Οὗτοι εἶναι οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους συνωμολογήθη τὸ νέον δάνειον, ἢ πρόκειται νὰ συνομολογηθῇ. Καὶ ὅταν τοιοῦτοι ἦναι οἱ ὅροι αὐτοῦ, φρονεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δύναται νὰ χρησιμοποιήσῃ αὐτὸ πρὸς ἄλλους σκοποὺς ἢ ἐκεῖνον, ὃν ἀνέφερε κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ! Εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἔχομεν ἄλλας ὑποχρεώσεις, διὰ τὰς ὁποίας ἀναγκαίως πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν, ὡς νὰ μὴ ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ ἄδειαν περὶ ἀνανεώσεως ἐκείνων τῶν ὑποχρεώσεων. Ἡ πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν αἰτουμένη ἄδεια περὶ συνομολογήσεως δανείου ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἀποτελεῖ ἀκριβῶς τὸ κύριον ἐλάττωμα τοῦ νομοθετήματος τούτου. Δι’ ἐκείνους, οἵτινες θεωροῦσιν, ὅτι διὰ δανείου εἰς μεταλλικὸν ὡρισμένου ποσοῦ δύναται νὰ ἐπέλθῃ οἱαδήποτε πρόσκαιρος ἀναψυχὴ ἐν ταῖς ἀγοραῖς ταῖς Ἑλληνικαῖς, δικαιολογοῦνται μέχρι τινὸς οἱ ἐπαχθεῖς ὅροι, ἀλλὰ δὲν δικαιολογοῦνται, ὅταν πρόκηται νὰ συνομολογηθῇ τὸ δάνειον, ὅπως πληρωθῶσιν ἄλλαι ἀνάγκαι τοῦ Κράτους ἀνάγκαι ὑπαγορευόμεναι ἐκ προηγουμένων ὑποχρεώσεων, ἐκ προηγουμένων δανείων, συνομολογηθέντων οὐχὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ἀλλ’ ὑπὸ ὅρους ἀνθρωπίνους. Διότι ἐν τοῖς δανείοις ἐκείνοις δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ὑπῆρχέ τι τὸ ὑπερβολικὸν ἐν τῷ καθορισμῷ τοῦ τόκου, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε τὸ ἐξευτελιστικὸν τῶν ὅρων τοῦ νέου δανείου. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι μόνον πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου θέλομεν χορηγήσει τὴν αἰτουμένην ἄδειαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
§100ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ὑπὸ ἑτέραν ἔποψιν πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέπτυξεν, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν, τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ὑποτίμησις τῶν γραμματίων εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς κυκλοφορίας ἀριθμοῦ μεγαλειτέρου ἐκείνου, τοῦ ὁποίου ἔχει ἀνάγκην ὁ τόπος εἰς τὰς ἐμπορικὰς καὶ λοιπὰς συναλλαγὰς αὐτοῦ. Ἐγὼ δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην ταύτην. Νομίζω, ὅτι ὁ κύριος λόγος τῆς ὑποτιμήσεως τῶν γραμματίων εἶναι ἄλλος. Τὸ ποσὸν τὸ παρ’ ἡμῖν κυκλοφοροῦν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἀνέρχεται εἰς 140–150 ἑκατομμύρια. Ἐὰν ἐξετάσωμεν τὴν νομισματικὴν κυκλοφορίαν εἰς τὰ ἄλλα Κράτη ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἰδικήν μας καὶ τὴν ἐν γένει ἀνταλλακτικὴν κίνησιν τῆς χώρας, βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ὑπάρχει τοσαύτη ὑπερβολικὴ πληθώρα τραπεζικῶν γραμματίων, ὥστε νὰ ἐπιφέρῃ ὑποτίμησιν αὐτῶν· βεβαίως καὶ ἡ πληθώρα τῶν γραμματίων εἶναι μία αἰτία τῆς ὑποτιμήσεώς των, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι αἰτία μικρὰν σχετικῶς ἐπιῤῥοὴν ἀσκοῦσα ἐπὶ τῆς σημερινῆς παρ’ ἡμῖν ὑποτιμήσεως. Κυρία ἀφορμὴ τῆς ὑποτιμήσεως εἶναι ἡ ὕψωσις τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ. Δὲν ἔχομεν ἐνταῦθα ὑποτίμησιν τῶν γραμματίων, ἔχομεν αὔξησιν τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ, ἥτις συνεπιφέρει καὶ τὴν ὑποτίμησιν τῶν γραμματίων. Προέρχεται δ’ αὕτη ἐκ τοῦ ὅτι δὲν ἔχομεν χρυσόν. Ὅσα θέλετε γραμμάτια ἀφαιρέσατε ἐκ τῆς κυκλοφορίας, δὲν θὰ ἔχητε ὑποτίμησιν τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ, διότι δὲν θὰ ἔχωμεν χρυσόν. Θὰ ἔχωμεν τοιοῦτον, καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ ἔλθῃ τὸ προϊόν τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ἐλάττωσιν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων· ἀλλ’ ἅμα ὁ χρυσὸς οὗτος φύγῃ ἐκ τοῦ τόπου,—καὶ θὰ φύγῃ τάχιστα,—θὰ ἐπέλθῃ ἔλλειψις τοῦ χρυσοῦ, ἥτις, ἀνεξαρτήτως τῆς τιμῆς τῶν γραμματίων, θὰ ἐπιφέρῃ τὴν ὕψωσιν τοῦ χρυσοῦ· τοῦτο δὲ μᾶς ἀποδεικνύει καθαρῶς ἡ ἀλλεπάλληλος αὐξομείωσις τοῦ χρυσοῦ, ἥτις ἐπέρχεται κατ’ ἀναλογίαν οὐδόλως δικαιολογουμένην ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων. Εἶπον ταῦτα, διὰ νὰ καταλήξω εἰς τὸ ὅτι ἡ ὠφέλεια, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸν τόπον ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἔσεται σχετικῶς μικρὰ, ὥστε δὲν ἐπιτρέπει τὴν ὑποβίβασιν τῆς τιμῆς καὶ τῆς ὑπολήψεως τοῦ Κράτους, τὴν ὁποίαν ἐμπεριέχει τὸ ἄρθρον 2 τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, τὸ ἐπιτρέπον νὰ συνομολογηθῇ ποινικὴ ῥήτρα ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τὸ Κράτος δὲν ἤθελε χρησιμοποιήσει ὡρισμένον ποσὸν γραμματίων διὰ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ χρέους αὐτοῦ πρὸς τὰς Τραπέζας, τὰς δανεισάσας ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ. Νομίζω, ὅτι ἀνάγκη ἐπείγει ἀκριβῶς πρὸς εὕρεσιν χρυσοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς λείπει. Ἡ ἀνάγκη αὕτη εἶναι ἡ ἰδίως ἐπιβλητική. Ὅσον ὅμως ἐπιβλητικὴ καὶ ἂν ᾖ αὕτη, δὲν ἐπιβάλλει, δι’ οὓς εἶπον λόγους, καὶ τὸν ἐξευτελιστικὸν ὅρον τῆς ποινικῆς ῥήτρας. Δὲν ἐπιβάλλει δ’ ὡσαύτως καὶ τοὺς ἄλλους ὅρους, καὶ ἰδίως τοὺς ἀφορῶντας εἰς τὴν διαχείρισιν καὶ πραγματοποίησιν τῶν ἐγγυήσεων. Σήμερον ἡ θέσις ἐν γένει ἡ οἰκονομικὴ ἐν Εὐρώπῃ εἶναι πολὺ καλλιτέρα ἢ πρὸ ἑνὸς ἔτους· ἡ θέσις αὕτη βεβαίως ἀπολύτως δὲν δύναται νὰ παρέξῃ τὰ μέσα πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν ἡμῶν, ἀλλὰ πάντοτε εὐκολύνει τὴν διαπραγμάτευσιν καὶ συνομολόγησιν τοῦ ἀναγκαίου δανείου. Εἶναι ἆρά γε αἱ ἀπαιτήσεις τῶν δανειστῶν τοιαῦται σήμερον, ὥστε νὰ ἐπιβάλλουν τοὺς ὅρους τούτους; Δὲν δύναμαι νὰ τὸ γνωρίζω. Οὐδεμίαν γνῶσιν ἔχομεν τῶν διαπραγματεύσεων, ἃς διεξάγει ἡ Κυβέρνησις, οὐδὲ τῶν ἀπαιτήσεων τῶν προτεινομένων παρὰ τῶν δανειστῶν. Ἡ πραγματοποίησις τοῦ ὅρου τοῦ ἄρθρου 3, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαχείρισιν τῶν δοθεισῶν ἐγγυήσεων, δύναται νὰ διευκολύνῃ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου, καὶ βεβαίως δὲν εἶναι, οὐχὶ ἀδύνατος, ἀλλὰ τολμῶ νὰ εἴπω μήτε πολὺ δύσκολος, ἡ ἐξεύρεσις δανείου, ὅταν εἰς τοὺς δανειστὰς δίδηται ἡ ἄμεσος διαχείρισις τῶν ὑποθηκευομένων φόρων. Ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ ἡ τοιαύτη συνομολόγησις τοῦ δανείου τὴν στιγμιαίαν ἀνακούφισιν τῶν ἀναγκῶν ἡμῶν, στιγμιαίως ἴσως θὰ ἀνυψώσῃ καὶ τὴν πίστιν ἡμῶν, ἀλλὰ τὴν πίστιν τὴν χρηματιστικὴν καὶ κερδοσκοπικήν, οὐχὶ τὴν πίστιν τὴν θετικήν, τὴν παρέχουσαν εἰς τὸ Κράτος τὰ μέσα, ὧν ἔχει ἀνάγκην πρὸς θεραπείαν τῶν ἐκτάκτων αὑτοῦ ἀναγκῶν. Ἡ συνομολόγησις δανείου ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ νομοσχεδίου θὰ βλάψῃ οὐσιαστικῶς τὴν θετικὴν ἡμῶν πίστιν εἰς τὸ προσεχὲς μέλλον, θὰ εὐκολύνῃ τὴν θεραπείαν τῆς ἀμέσως ἐπειγούσης ἀνάγκης, ἀλλὰ θὰ καταστήσῃ ἀδύνατον εἰς προσεχὲς μέλλον τὴν ὕπαρξιν θετικῆς, βεβαίας καὶ παγίας ἐθνικῆς πίστεως· δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ συνομολογῶμεν πάντοτε δάνεια ὑπὸ τοιούτους ὅρους· ἐξακολουθοῦντες νὰ συνομολογῶμεν τοιαῦτα, θὰ σταματήσωμεν τάχιστα, καὶ θὰ ἐπέλθῃ τὸ δυστυχὲς ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον πάντες θέλομεν ν’ ἀποσοβήσωμεν. Τάχιστα θὰ ἐπέλθῃ βεβαίως ἡ ἀδυναμία τῆς συνομολογήσεως δανείων ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τοὺς ἐξευτελίζοντας τὴν πίστιν ἡμῶν διὰ τῆς διαχειρίσεως τῆς διδομένης ἐγγυήσεως διὰ τῆς παραδοχῆς ποινικῆς ῥήτρας. Δυνάμεθα ἐκ τῶν προτέρων νὰ ὦμεν βέβαιοι, ὅτι ἐπ’ ἐλάχιστον θέλει διατηρηθῆ ἡ πίστις αὕτη, ἥτις θὰ στηρίζηται ἐπὶ τοιούτων δανειστικῶν πράξεων. Δὲν δύναμαι νὰ ἐκφέρω γνώμην τινὰ θετικήν, ἀγνοῶν τίνες εἰσὶν αἱ προτάσεις ἐκείνων, μεθ’ ὧν διαπραγματεύεται ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὰ ἀπωτέρω ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου θέλει φέρει, καὶ νὰ συστήσω συνάμα εἰς αὐτήν, πρὶν ἢ ἀποφασίσῃ καὶ ἐκτελέσῃ τι, νὰ σταθμίσῃ τὰ ἔμμεσα ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θέλει φέρει ἡ συνομολόγησις δανείου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, πρὸς τὰ ἀπωτέρω ἀποτελέσματα, ἅτινα θέλει ἐπιφέρει αὕτη.
§101ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δυνάμεθα νὰ μάθωμεν πόσον ποσὸν ὀφείλεται εἰς τὰς ἐγχωρίους Τραπέζας;
§102Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ ἐγχώριοι Τράπεζαι δύνανται νὰ ἐξεχώρησαν τοὺς τίτλους αὐτῶν εἰς ἄλλους, διότι ἐπὶ δανείων δι’ ἐντόκων γραμματίων δὲν εἶναι γνωστοὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν οἱ κάτοχοι.
§103ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατά τι σημείωμα, ἀνακοινωθὲν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅλαι αἱ ἀπαιτηταὶ ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους ἀνέρχονται εἰς 27,000,000.
§104Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπ.). Ἐγένετο ἐρώτησις περὶ ἀποδοτέου κεφαλαίου τῶν προσωρινῶν δανείων. Ἄλλο ὀφειλὴ ἐκ τοκομεριδίων, καὶ ἄλλο ὀφειλὴ ἐκ προσωρινῶν δανείων.
§105ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ χάριν τῶν τοκομεριδίων θὰ εὑρεθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμῃ τὸ δάνειον τοῦτο.
§106ΡΑΛΛΗΣ. Περιωρίσθην ἐντὸς τοῦ κύκλου τῶν ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι συνεδέοντο ἀμέσως πρὸς τὴν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ζητουμένην ἄδειαν, οὐδ’ ἠθέλησα νὰ πραγματευθῶ κατὰ πόσον διὰ τῆς συνομολογήσεως τοιούτων δανείων θέλομεν φθάσει εἰς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Τὸ εὐρὺ τοῦτο ζήτημα πρέπει νὰ πραγματευθῇ τις κατὰ τὴν ἐξέτασιν τῆς γενικῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου. Ὀφείλω ὅμως νὰ δηλώσω, ὅτι, καίτοι καταλήγω εἰς τὰ αὐτὰ συμπεράσματα, εἰς ἃ κατέληξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, δὲν ἀποδέχομαι τὴν θεωρίαν, ἣν ἀνέπτυξε πρὸς ἐξήγησιν τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζογραμματίου, καθ’ ἣν ἡ ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι μᾶς λείπει χρυσός. Βεβαίως μᾶς λείπει ὁ χρυσός, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν χρυσορυχεῖα, ἀλλ’ ἐὰν ἔχωμεν πίστιν, ἔχομεν χρυσόν· ἀποδώσατε εἰς τὸ τραπεζογραμμάτιον πίστιν ἴσην πρὸς τὴν ἀξίαν του, καὶ θὰ ἔχητε χρυσόν. Τὰ τραπεζογραμμάτια ἔχουσι διπλοῦν σκοπόν· χρησιμεύουσιν ὡς τὸ πραγματικὸν νόμισμα, ὡς ὄργανον ἀνταλλακτικόν, ἀλλὰ χρησιμεύουσι καὶ ὡς ὄργανον πίστεως. Διότι τί πράττει ἡ Τράπεζα, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐκδίδει ἓν γραμμάτιον 100 δραχμῶν; Δανείζεται 100 δραχμὰς παρ’ ἐκείνου, εἰς ὃν παραδίδει τὸ γραμμάτιόν της. Καθ’ ὅσον δὲ ἡ Τράπεζα πολλαπλασιάζει τὰ τοιαῦτα δάνειά της, τὰ ἐξοφλητέα ἅμα τῇ ἐμφανίσει, κατὰ τοσοῦτον ἡ πίστις της ἐλαττοῦται, διότι ἐξαντλεῖ αὐτήν. Τοῦτο δὲ συμβαίνει κατὰ μείζονα λόγον, ὅταν πολλαπλασιάζῃ τὰ τοιαῦτα δάνειά της ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ. Ὅταν δὲ συνεταιρίζηται ἡ Τράπεζα πρὸς τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον βαρύνεται μὲ τόσας ὑποχρεώσεις, καὶ χορηγεῖ τὴν ὑπογραφήν της ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου πρὸς δανεισμόν, — διότι τοῦτο πράττει ὅταν χορηγῇ εἰς τὸ Δημόσιον τραπεζογραμμάτια, — ἡ πίστις αὐτῆς κλονίζεται, ἐλαττωθεῖσα ἤδη ἐκ τῆς ἀπαλλαγῆς της ἀπὸ τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ ἐξαργυρόνῃ τὰ γραμμάτιά της ἅμα τῇ ἐμφανίσει. Αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια τῆς λόγῳ τῆς πληθώρας ὑποτιμήσεως τῶν τραπεζογραμματίων. Ὅταν τὸ ποσὸν τούτων ἦναι ὑπέρτερον τῆς πίστεως τοῦ καταστήματος, τὸ ὁποῖον τὰ ἐκδίδει, ἐλαττοῦται ἡ ἀξία τῶν γραμματίων. Ὑποθέσατε ὅτι τὸ ποσὸν τῶν τραπεζογραμματίων ἐλαττοῦται· τί θὰ συμβῇ; Αἱ ὑποχρεώσεις τῆς Τραπέζης πρὸς τὸ κοινὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ δανειστὴς τῆς Τραπέζης, θὰ ἐλαττωθῶσι, καὶ θὰ συμβῇ ὅ,τι συμβαίνει εἰς πάντα ἰδιώτην, ἐκπληροῦντα τὰς ὑποχρεώσεις του· καθ’ ὅσον ἐλαττοῦνται αἱ ὑποχρεώσεις του, ἀνακύπτει καὶ ἡ πίστις του. Ἡ Τράπεζα ἔπραξε μέγιστον σφάλμα, ἐκτραπεῖσα τῆς ὁδοῦ, ἣν καθώρισεν αὐτῇ τὸ καταστατικόν της, ἐνδοῦσα δὲ εἰς τὰς ἐπανειλημμένας ἀπαιτήσεις τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον καθημερινῶς εὑρίσκετο εἰς ἀνάγκας. Ἐδάνεισε ὑπέρογκα ποσά, ἵνα κερδήσῃ τὸν τόκον τοῦ 1%, χωρὶς νὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα διὰ τὴν πίστιν της, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον ἐκ τῆς τοιαύτης ἁθρόας προσφορᾶς τοῦ γραμματίου της. Ἡ Τράπεζα ἔσφαλε καὶ ἄλλως, καὶ οὐ μόνον διότι κατέστη Τράπεζα τοῦ Κράτους, ἐνδίδουσα εἰς πᾶσαν αἴτησιν αὐτοῦ. Ἐὰν λάβητε τὸν ἰσολογισμὸν αὐτῆς, θέλετε ἴδει, διατὶ τὸ γραμμάτιόν της ἔφθασεν εἰς τὴν σημερινὴν διατίμησιν. Καὶ ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ Τράπεζα νὰ μετέρχηται τὸ ἔργον τῆς Τραπέζης τοῦ Κράτους, Κράτους, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ὑπὸ τοιαύτας ὑποχρεώσεις, ἀναγκαίως θὰ ἴδωμεν τὸ γραμμάτιόν της ἐκπῖπτον ἔτι πλέον, διότι τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐκπροσωπῇ ἢ τὴν πίστιν τῆς Τραπέζης· ὅταν ἡ Τράπεζα ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐκδίδῃ γραμμάτια ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, μὴ ἐκπροσωποῦντα οὐδεμίαν πραγματικὴν ἀξίαν, ὅταν ἀφ’ ἑτέρου 48,000,000 ὅλα χρεωγράφων τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ἔχῃ εἰς τὰ ταμεῖά της, πῶς θέλετε τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον νὰ ἔχῃ τὴν πίστιν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ πραγματικὸν νόμισμα; Ἀναγκαίως θὰ ἐκπέσῃ. Καθ’ ὅσον δὲ θ’ αὐξάνῃ τὰς πρὸς τὸ Δημόσιον παροχάς της ἡ Τράπεζα, κατὰ τοσοῦτον θὰ ἐλαττόνῃ τὴν πίστιν της, θὰ ἔλθῃ δὲ ἡμέρα, καθ’ ἣν ἡ πίστις αὐτῆς δὲν θὰ διαφέρῃ ἀπὸ τὴν τοῦ Δημοσίου, διότι αἱ ἐπανειλημμέναι παροχαὶ πρὸς τὸ Δημόσιον καθιστῶσι στενὴν τὴν ἀλληλεγγύην μεταξὺ τῆς Τραπέζης καὶ τοῦ Δημοσίου. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τοῦ τραπεζογραμματίου καὶ τοῦ χρυσοῦ, συνδεόμενος στενῶς μὲ τὴν ἀρχὴν τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως. Προσφέρεται γραμμάτιον, καὶ ζητεῖται χρυσὸς, μᾶς λείπει δὲ καὶ ἡ πίστις. Κάμετε, ὅπως ἀνακύψῃ ἡ πίστις τῆς Τραπέζης, καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι τὸ τραπεζογραμμάτιον θὰ καταστῇ ἰσάξιον πρὸς τὸ πραγματικὸν νόμισμα· ἀποδώσατε τῇ Τραπέζῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τῇ ὀφείλομεν· ἂς λάβῃ ἡ Τράπεζα τὴν πρόνοιαν, ἣν ὤφειλε πρὸ πολλῶν ἐτῶν νὰ λάβῃ, ἂς ἐκποιήσῃ τὰ χρεώγραφα τοῦ Δημοσίου, τὰ ὁποῖα ἀπεταμίευσεν, ἵνα ἔχῃ ὡρισμένον τόκον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἰδίου της εἰς χρυσὸν δάνειον, καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι ἡ θέσις τῆς Τραπέζης θέλει ἀνακύψει. Πᾶν ἕτερον μέτρον, ἀντὶ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς πίστεώς της, θέλει καταστήσει δυσχερεστέραν τὴν θέσιν της, διότι θὰ αὐξήσῃ τὰ βάρη τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, πρὸς ὃ συνδέεται στενῶς ἡ Τράπεζα. Θὰ ὑπάρξῃ πρόσκαιρος ἄνεσις ἐκ τοῦ δανείου, καὶ ὡς ἐκ τῆς μεγαλειτέρας προσφορᾶς χρυσοῦ ἐπί τινα χρόνον, θὰ ὑπάρξῃ στιγμιαία ἄνεσις τῶν ἀγορῶν ἡμῶν, ἀλλὰ τὴν ἄνεσιν ταύτην θὰ πληρώσωσιν, ὡς ἐπλήρωσαν τὰς τελευταίας διαβαθμίσεις τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῶν γραμματίων καὶ τοῦ χρυσοῦ. Ὅ,τι ἐγένετο κατὰ τὸ παρελθὸν ἐκ τῆς προσδοκίας τῆς συνομολογήσεως δανείου, θὰ γείνῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον, μετὰ τὴν συνομολόγησιν τοιούτου· τὸ δάνειον ἐκεῖνο ταχέως θὰ ἐξαντληθῇ, ὡς καὶ ὁ ἐκ τούτου χρυσὸς, διότι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία φυγαδεύει τὸ πραγματικὸν νόμισμα, μετὰ τὴν ἐξάντλησιν δὲ τοῦ νέου δανείου θέλομεν ἔχει τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ὑπὸ ἐπαχθεστέρους ὅρους, θέλομεν ἔχει τὴν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ γραμματίου καὶ τοῦ μετάλλου ἀκόμη μεγαλειτέραν, διότι αἱ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνομεν διὰ τῆς συνομολογήσεως τοῦ νέου δανείου, καθιστῶσι τὴν θέσιν ἡμῶν δυσχερεστέραν.
§107ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ συνομολογηθῇ τὸ δάνειον, ἵνα κρίνω, ἐὰν σωζώμεθα. Ἀφοῦ ἔμαθον τούτους, λέγω μετὰ λύπης, ὅτι διὰ τοῦ δανείου τούτου δὲν σωζόμεθα, καὶ εὐχῆς ἔργον εἶναι, ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν συνομολόγησιν αὐτοῦ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀντικατασταθείσης τῆς ἐν ἀρχῇ αὐτοῦ λέξεως «Τῶν» διὰ τῆς λέξεως «Ἐπί». Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4).
§108Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ προστεθῇ καὶ ἄρθρον 5, ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τοῦ παρόντος νόμου ἡ ἰσχὺς παύει μετὰ παρέλευσιν ἔτους ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ».
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 324).
§110ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τοῦ νόμου τούτου τροποποιοῦνται διατάξεις προϋπαρχόντων νόμων. Ὅταν παύσῃ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου τούτου, δὲν θ’ ἀναβιώσωσιν αἱ διατάξεις ἐκεῖναι, διότι ἐτροποποιήθησαν.
§111Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν δυνάμεθα νὰ ἀναγράψωμεν ἰδιαίτερον ἐδάφιον περὶ τούτου. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀτελείας πρώτης ὕλης πρὸς παραγωγὴν στιλβώματος ὑποδημάτων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§113ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις, ὅπως γευματίσωμεν.
§114Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ εἴκοσι λεπτά. (Μετὰ διακοπὴν ἡμισείας ὥρας ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις περὶ ὥραν 10 μ. μ.).
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀδείας πρὸς ἐκποίησιν ἀργυρούχων ὀρυκτῶν τῆς Μήλου. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα αὐτοῦ 1–3).
§117Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Προτείνω νὰ προστεθῇ ἄρθρον 4, καθ’ ὃ «ὁ παρὼν νόμος ἰσχύει μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1893». (Γίνεται δεκτὸν τὸ προστεθὲν ἄρθρον 4 καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ ᾼϠΙΕʹ νόμου περὶ ὑποχρεωτικῆς συμμετοχῆς τῶν δημοσίων λειτουργῶν εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§120ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐμμένω εἰς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξα χθές· ἀλλ’ ἔλαβον καὶ μίαν ἄλλην πληροφορίαν, ἡ ὁποία συντελεῖ εἰς ἐνίσχυσιν τῆς γνώμης μου. Μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων, τῶν ὑποχρεωθέντων ὑπὸ τοῦ καταργουμένου νόμου, ὑπάρχουσί τινες, τῶν ὁποίων δὲν γίνεται δεκτὴ ἡ καταβολή, δυνάμει τοῦ καταστατικοῦ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου. Οὗτοι δὲ οἱ ὑπάλληλοι, μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, ἐνῷ ἔχουν καταθέσει τὰς καταβολάς των, δὲν θὰ δύνανται νὰ κάμουν ἐπιλογὴν, ἐὰν ἐξακολουθῶσι καταβάλλοντες, διότι τὸ καταστατικὸν τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου ἀπαγορεύει τὴν συμμετοχὴν αὐτῶν. Ὡς πρὸς αὐτοὺς εἶναι χονδροειδῶς ἄδικον τὸ νομοσχέδιον.
§121Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τίνες εἶναι οὗτοι;
§122ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ στενογράφοι τῆς Βουλῆς, λόγου χάριν.
§123Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, πρόκειται περὶ τοῦ δημοσίου ταμείου, πρόκειται περὶ δημοσίας τάξεως.
§124ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι· πρόκειται περὶ τῶν εὐεργετημάτων τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, καὶ οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι θὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν θέσιν, ἐνῷ ἔχουσι καταθέσει τὴν καταβολὴν των, νὰ μὴ ἔχωσιν ἐπιλογὴν, ἵνα ἐξακολουθήσουν καταβάλλοντες.
§125ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν θὰ ἐπιστραφῶσι τὰ χρήματα;
§126ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως ὄχι... Λοιπὸν ὡς πρὸς αὐτοὺς τοὺς ὑπαλλήλους, ἐὰν ὄχι ὡς πρὸς πάντας τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἔγειναν ἀναγκαστικῶς μέτοχοι, πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, διότι θὰ εὑρεθῶσι πρὸ μιᾶς διατάξεως, ἥτις, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς δεσμεύει τὰς καταβολάς των, ἀφ’ ἑτέρου ἀφαιρεῖ αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ ἐξακολουθήσουν τὰς καταβολάς.
§127ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον τοὺς ἐδέχθη ἅπαξ ὡς μετόχους, δὲν ἔχει πλέον τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς ἀποβάλῃ.
§128ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν τοὺς ἐδέχθη, τῷ ἐπεβλήθησαν· τὸ δὲ καταστατικὸν τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον μετεβλήθη. Λοιπὸν, ὡς πρὸς αὐτοὺς τοὺς ὑπαλλήλους, εἶναι χονδροειδὲς τὸ ἀδίκημα, καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις ταύτας.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου ὑπάρχει τροπολογία τῶν κκ. Ζέγγελη καὶ Ἐμπειρίκου, ἔχουσα ὡς ἑξῆς:
§130ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Μετὰ τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 1 προστίθενται: «Ἐπιστρέφονται δὲ τὰ ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ καταργουμένου ᾼϠΙΕʹ νόμου κατατεθέντα παρὰ τῶν δημοσίων λειτουργῶν εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον τῶν ὑπαλλήλων χρήματα, ἐὰν οὗτοι δηλώσωσιν ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου, ὅτι δὲν ἐπιθυμοῦσι νὰ μετάσχωσι τοῦ λοιποῦ τοῦ ταμείου τούτου».
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς βʹ συζήτησιν).
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεων τοῦ νόμου ᾼϠΚΕʹ περὶ ἐπιβολῆς εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ εἰδῶν τινων παραγομένων ἐν τοῖς παρὰ τῇ μεθορίῳ γραμμῇ διαμερίσμασι καὶ διὰ ξηρᾶς εἰσαγομένων. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν νόμων περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων.
§134ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπεθύμουν νὰ ἐννοήσω, τί σκοπεῖ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· σκοπεῖ οἰκονομίαν, ἢ ῥιζικὴν μεταβολήν;
§135ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν πρόκειται περὶ οἰκονομίας βεβαίως, ἀλλ’ οὔτε περὶ αὐξήσεως τῶν δαπανῶν, πρόκειται μόνον νὰ καθιερωθῇ ὁ θεσμὸς τῶν ἐμμίσθων παρέδρων, ὅπως ὑπάρξῃ φυτώριον, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ προσλαμβάνωνται οἱ δυνάμενοι νὰ ὑπηρετήσωσιν ὡς ἀντεισαγγελεῖς καὶ ὡς πρωτοδίκαι. Μέχρι τοῦδε ὑπῆρχε μόνον τὸ στάδιον τῶν ἐξετάσεων, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ σύστημα δὲν ἐθεωρήθη χορηγοῦν τοὺς προσδοκωμένους καρπούς. Ἀντὶ τούτου καθιεροῦται σήμερον ὁ θεσμὸς τῶν παρέδρων, ἑπομένως ἐπὶ διετίαν ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου τούτου θὰ διορισθῶσιν οἱ διὰ διαγωνισμοῦ διορισθέντες πάρεδροι εἰς θέσιν ἀντεισαγγελέως. Ἡ διετία ἔχει σκοπόν, πρὸς τὸ προσὸν τῆς ἱκανότητος, νὰ ἀποδείξῃ καὶ ἄλλα προσόντα, πρὸς κατάληψιν τῶν πρώτων θέσεων πρωτοδικῶν ἢ ἀντεισαγγελέων. Ἐὰν μετὰ διετῆ ὑπηρεσίαν ὁ διορισθεὶς ἀποδειχθῇ, ὅτι εἶναι ἀκατάλληλος, τότε θέλει ἀποβληθῆ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ θὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν αὐτοῦ ἕτερός τις, ἔχων τὰ προσόντα.
§136ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μεταβάλλει ἓν μέρος τῶν δικαστῶν εἰς καλοὺς ὑπαλλήλους.
§137ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· διότι οἱ πάρεδροι εἶναι ὑπάλληλοι δικαστικοί, μὴ ὑπαγόμενοι εἰς τὴν ἰσοβιότητα, ὑφιστάμενοι δὲ μίαν δοκιμασίαν διετῆ.
§138ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τῶν ὁποίων ὅμως ὁ διορισμὸς ἐξαρτᾶται πάντοτε.
§139ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ αὐτῶν τούτων· διότι εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου διορίζεται ἐκεῖνος, ὅστις ἤθελεν εὐδοκιμήσει ἐν τῷ διαγωνισμῷ, ὁ δὲ Ὑπουργὸς εἶναι ὑποχρεωμένος τὸν εὐδοκιμήσαντα νὰ διορίσῃ. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2).
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§141ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὸ τρίτον ἐδάφιον παρακαλῶ νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «ὡς γραμματεὺς πολυμελοῦς δικαστηρίου», διότι ὑπάρχει γνώμη, ὅτι οὗτοι δὲν ὑποβάλλονται εἰς τὴν πρέπουσαν ἄσκησιν. Συνάμα δὲ ἐκ τῆς φράσεως «ἢ ὡς εἰρηνοδίκης πρώτης τάξεως» νὰ διαγραφῶσιν ὁ σύνδεσμος «ἢ» καὶ αἱ λέξεις «πρώτης τάξεως».
§142ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Τὸ τέταρτον ἐδάφιον λέγει, ὅτι δὲν εἶναι δεκτὸς εἰς διαγωνισμὸν ὁ ὑπερβὰς τὸ 35ον ἔτος τῆς ἡλικίας του. Διατὶ τίθεται ὅριον ἡλικίας;
§143ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι πρόκειται νὰ σχηματισθῇ φυτώριον πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νέων, δυναμένων νὰ ὑπηρετήσουν. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εἶχεν ἀναγραφῆ ἡ ἡλικία τοῦ 30οῦ ἔτους, ἀλλ’ ἔπειτα ἐθεωρήθη πρέπον νὰ αὐξηθῇ εἰς 35 ἔτη.
§144ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῆς Δικαιοσύνης ἐγένετο πρότασις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3, ἡ ὁποία μοὶ φαίνεται τόσον λογικὴ, ὥστε νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ δεκτή. Κατὰ τὸν προηγούμενον νόμον, οἱ μέλλοντες νὰ καταλάβωσι τὸ ἀξίωμα τοῦ δικαστοῦ ὑφίστανται ἐξετάσεις ἐνώπιον ἀκριβῶς τῆς αὐτῆς ἐπιτροπῆς, ἐνώπιον τῆς ὁποίας καὶ οἱ μέλλοντες ἤδη νὰ καταλάβωσιν ἀξίωμα κατώτερον, τὸ τοῦ παρέδρου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἰσόβιον, καὶ τοιοῦτοι νέοι ὑπάρχουσιν ἄπειροι. Ἐγένετο λοιπὸν ἡ παρατήρησις, ὅτι μεταξὺ τούτων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ ἦναι βεβαίως ὑποχρεωμένος νὰ παραλαμβάνῃ ἀνεξετάστως πάντας καὶ νὰ διορίζῃ αὐτοὺς, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ τὸ ἐκλεκτικὸν δικαίωμα, μεταξὺ τῶν νέων, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν τὴν αὐτὴν δοκιμασίαν, νὰ ἐκλέγῃ ἐπίσης διὰ τὴν θέσιν τοῦ παρέδρου. Τοιοῦτοι εἶναι 20 ἢ 30, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τεσσάρων ἢ πέντε ἐτῶν περιμένουσι νὰ περιβληθῶσι τὸ ἀξίωμα τοῦ δικαστοῦ. Δι’ αὐτοὺς θὰ ἦναι ἄδικον νὰ ὑποστῶσι πάλιν ἐξετάσεις, ὅπως περιβληθῶσιν ἀξίωμα κατώτερον. Ὑπεδείξαμεν κατὰ τὴν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ γενομένην συζήτησιν, ὅτι τὸ ἐκλεκτικὸν δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ δύναται νὰ περιορισθῇ τοὐλάχιστον μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες ἐνώπιον τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς παμψηφεὶ ἐγένοντο δεκτοί. Ὁ Ὑπουργὸς πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ παραλαμβάνῃ ἐκ τούτων διὰ τὴν κατωτέραν θέσιν τοῦ παρέδρου.
§145ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν θὰ πάθουν τίποτε, ἐὰν ὑποστῶσι νέαν δοκιμασίαν.
§146ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀκριβῶς ὁ θεσμὸς τῶν ἐμμίσθων παρέδρων εἰσάγεται, διότι ἐκ πείρας ἀπεδείχθη, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ μέχρι τοῦδε λειτουργῆσαν, ἀπέτυχε, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι εἰς τὰς ἐξετάσεις ταύτας ἡ ἐξετάζουσα ἐπιτροπὴ ἦτο ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐνδοτική. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, αἱ ἐξετάσεις εἶχον χαρακτῆρα θεωρητικὸν, δηλ. ἦσαν συνέχεια τῶν ἐξετάσεων τῶν ἐνώπιον τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἤδη εἰς τὰς ἐξετάσεις θὰ δώσωμεν πρακτικώτερον χαρακτῆρα, ὥστε νὰ ἀποδεικνύηται ἡ ἱκανότης ἑκάστου πρὸς κατάληψιν τῆς θέσεως τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου. Ἐὰν ἀφεθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς, ἴσως δὲν θὰ λάβῃ πάντοτε τὸν ἱκανώτερον· ὡς ἐκ τούτου ἐκρίθη προτιμότερον νὰ ὑποβάλλωνται εἰς ἕνα διαγωνισμὸν, οὗ δυνάμει ἔσεται ὑποχρεωτικὸς ὁ διορισμός. Ἐὰν ἀφήσητε τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐκλέξῃ, θέλουσιν ἴσως διορισθῆ πάρεδροι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξητάσθησαν πρὸ δεκαπενταετίας καὶ ἐλησμόνησαν καὶ ὅ,τι ἤξευρον. Ἐὰν μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχωσι νέοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πεποίθησιν εἰς τὰς γνώσεις των, δύνανται νὰ ὑποβληθῶσι πάλιν εἰς ἐξετάσεις. Ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ ἀποδεχθῶ τὴν πρότασιν, ὡς ὑπεβλήθη, νομίζω δὲ, ὅτι καὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι θὰ ἦναι σύμφωνοι νὰ μείνῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 4–6 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§148ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Χθὲς ἠθέλησα νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7, ζητῶν, ὅπως ἀντὶ τῆς φράσεως «διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας» ἐν τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ τεθῇ ἡ φράσις «δι’ ἠτιολογημένης ἐκθέσεως». Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, τίνα γνώμην ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ τῆς τροπολογίας ταύτης.
§149ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ χθὲς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς φανερᾶς καὶ μυστικῆς ψηφοφορίας τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως εἶναι ἐκ τῶν δευτερευόντων, ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις οὐδένα ἔχει λόγον νὰ ἐπιμείνῃ εἰς ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν γνώμην· καὶ ὑπὲρ τῆς φανερᾶς ψηφοφορίας ὑπάρχουσι λόγοι σοβαροί, ὅπως καὶ ὑπὲρ τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας. Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἀπέχει νὰ ἐκδηλώσῃ γνώμην ὁριστικήν, ἀπομένει δὲ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ τὴν φανερὰν ἢ καὶ τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν.
§150ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐποιήσατο τὴν ἑσπέραν ταύτην, καὶ τὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ πανηγυρικῶς ἐκδηλωθεῖσαν γνώμην αὐτοῦ, θεωρῶ, ὅτι θὰ ἦναι ἄσκοπον νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν συζήτησιν τῆς τροπολογίας μου, διότι ἡ οὕτω πανηγυρικῶς διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοθετήματος γενομένη δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὑπὲρ τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας, ἀναγκαίως θὰ φέρῃ ὡς συνέπειαν τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς τροπολογίας μου. Διὰ τούτους τοὺς λόγους ἀποσύρω τὴν τροπολογίαν μου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς βʹ συζήτησιν).
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκτελέσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1).
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§153ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νομίζω καλὸν νὰ ἐπιτραπῇ καὶ εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ τύπου νὰ παρίστανται κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ποινῆς. Εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου οὕτω γίνεται.
§154ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν βλέπομεν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων.
§156ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἁπλῆς κωδικοποιήσεως τῶν νόμων περὶ φορολογίας τῶν ζώων καὶ τῶν προϊόντων τῆς γῆς κλπ., βεβαίως οὐδεμία ἠδύνατο νὰ γείνῃ παρατήρησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου· ἤθελον εἶμαι καὶ ἐγὼ συμφωνότατος, ὅπως κωδικοποιηθῶσιν οἱ νόμοι οὗτοι. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν πρόκειται περὶ κωδικοποιήσεως, ἀλλὰ περὶ μεταῤῥυθμίσεως ἐν πολλοῖς τῶν νόμων, διὰ τοῦτο ἐνόμισα καθῆκον νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Μεταξὺ τῶν φόρων, εἰς τοὺς ὁποίους ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὑπάρχουσί τινες, οἵτινες ἀναντιῤῥήτως, καὶ ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν ταμιευτικήν, εἶναι φόροι κακοί, καὶ οἵτινες δυσκόλως δύνανται νὰ διορθωθῶσι. Τούτων ἐπιβάλλεται ἡ ἀντικατάστασις δι’ ἄλλων τελειοτέρων καὶ δικαιοτέρων φόρων. Ὡς τοιοῦτοι φόροι παρίστανται κυρίως δύο, ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου, κατὰ δεύτερον λόγον ἔρχεται ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν παρουσιάζει ἐλαττώματα σπουδαῖα. Τὸ ἀροτριῶν κτῆνος, τὸ ὁποῖον φορολογεῖται, εἶναι εἷς ἐκ τῶν παραγόντων τῶν προϊόντων τῆς γῆς, καὶ ἐθεωρήθη ὡς ἐνδεικνῦον τὴν παραγωγὴν ταύτην, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν νὰ φορολογήσωμεν. Βεβαίως δὲν ζητοῦμεν νὰ φορολογήσωμεν τὸ ζῶον, ἀλλὰ τὴν παραγωγήν, ἥτις δι’ αὐτοῦ πρόκειται νὰ παραχθῇ. Τοιούτους παράγοντας τῶν προϊόντων τῆς γῆς ἔχομεν καὶ ἄλλους· καὶ ὁ γεωργὸς εἶναι παράγων, καὶ τὸ ἄροτρον εἶναι παράγων καὶ τὸ ἀροτριῶν κτῆνος εἶναι παράγων, ἀλλὰ κυρίως παράγων εἶναι ἡ γῆ. Ἐὰν θέλωμεν νὰ φορολογήσωμεν πράγματι τὴν παραγωγὴν τῆς γῆς, ὄχι διὰ καταμετρήσεως τῶν προϊόντων αὐτῆς, ἕνεκα τῶν δυσκολιῶν καὶ τῶν πιέσεων, τὰς ὁποίας τοιαύτη καταμέτρησις παρουσιάζει, ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν τὸν κύριον παράγοντα τῶν προϊόντων τούτων, καὶ ὄχι ἕνα ἐκ τῶν δευτερευόντων, πρὸ πάντων δὲ ὅταν ὁ δευτερεύων οὗτος παράγων δὲν παρουσιάζῃ τὴν πλήρη δικαιοσύνην τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου τούτου. Τὸ ἀροτριῶν κτῆνος δὲν παρουσιάζει πανταχοῦ τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν τῆς παραγωγῆς· ὑπάρχουν τοιαῦτα κτήνη, τὰ ὁποῖα, ἕνεκα τῆς ποιότητος τῆς γῆς, φέρουσι παραγωγὴν πολὺ ὀλιγωτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν φέρουσιν ἄλλα κτήνη, καὶ ἥτις, κατὰ τὰς ἀναλογίας, τὰς ὁποίας ὁρίζει ὁ νόμος ἐν γένει περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, εἶναι ὅλως διόλου δυσανάλογος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου τούτου ἐμπεριέχει πιέσεις καὶ ἀδικίας, οὐδόλως δὲ συντελεῖ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς γεωργίας παρ’ ἡμῖν. Ὁ λογικός, ὁ δικαιότερος φόρος, ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, εἶναι ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον θέλομεν ἐπιβάλει ἐπὶ τοῦ κυρίου παράγοντος τῶν προϊόντων τῆς γῆς, ἐπὶ τῆς γῆς αὐτῆς· διὰ τοῦ φόρου τούτου θέλομεν στηριχθῆ ἐπὶ τοῦ κυρίου παράγοντος, καὶ θέλομεν φορολογήσει ἐπὶ βάσεσι δικαιοτέραις καὶ πληρεστέραις τὴν παραγωγὴν· ἐκτὸς δὲ τούτου, θέλομεν συντελέσει καὶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς γεωργίας. Ὅταν φορολογῶμεν τὴν παράγουσαν γῆν, ὁ φορολογούμενος ἰδιοκτήτης θ’ ἀναγκασθῇ νὰ ἐπαυξήσῃ τὴν παραγωγὴν αὐτῆς, θὰ ὠθηθῇ ἐκ τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον πληρόνει, νὰ μὴ ἀφήσῃ νεκρὰν τὴν γῆν.
§157ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Προτείνετε ἄλλο σύστημα;
§158ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἰδέας τῆς στρεμματικῆς φορολογίας. Ἐὰν ἐπρόκειτο, ἐπαναλαμβάνω, περὶ κωδικοποιήσεως τῶν κειμένων νόμων, δὲν θὰ ἐξέφερα γνώμην.
§159Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδὲν μεταβάλλομεν ἐν τοῖς κειμένοις ὡς πρὸς τὰ ἀροτριῶντα κτήνη.
§160ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μεταβάλλετε τοὺς ὅρους.
§161Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐχί.
§162ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 3, π. χ. Κατὰ τὸν φορολογικὸν νόμον τοῦ 1890 καὶ τοῦ 1887 ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰς 25 δραχμὰς κατὰ ζῶον ὁ ἀνώτατος ὅρος, τὸν ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ καὶ τὸ εἰς τὴν ὁδοποιίαν ἀναλογοῦν ποσοστὸν, ἐνῷ ἐδῶ ὁ ἀνώτατος ὅρος φθάνει εἰς 30 δραχμάς.
§163Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅ,τι ἔχετε ἐδῶ, εἶναι τὰ νῦν κείμενα· οὐδεμία εἰς αὐτὰ μεταβολὴ ἐπιφέρεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§164ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι τὸ νῦν κείμενον, ποσῶς. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1887 καὶ τὸν νόμον τοῦ 1890, ὅστις μετέβαλε τὰς κλάσεις, ὁρίζεται, οὕτω καὶ μετὰ τὴν προσθήκην τῶν δύο δεκατημορίων ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ τὰς 25 δραχμὰς κατὰ κτῆνος καὶ κατ’ ἀνώτατον ὅρον.
§165Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδὲν μεταβάλλομεν.
§166ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μεταβάλλετε, διότι, ὡς εἶπον, οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, ὁρίζουσι τὸν ἀνώτατον ὅρον τοῦ φόρου εἰς 25 δραχμάς.
§167Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὴς ὁ ὑπολογισμός σας.
§168ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δείξατέ μας τὸν ὑπολογισμὸν τὸν ὁποῖον κάμνετε σεῖς. — Ἀφοῦ λοιπὸν πρόκειται νὰ αὐξήσωμεν τὸν φόρον τοῦτον, ἀφοῦ πρόκειται νὰ τὸν βελτιώσωμεν ἢ νὰ τὸν χειροτερεύσωμεν, ἀδιάφορον, νομίζω, ὅτι δικαιούμεθα νὰ μελετήσωμεν καὶ νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ὁ φόρος οὗτος ἦναι φόρος δίκαιος, ἦναι παραγωγικὸς ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι μήτε δίκαιος εἶναι, μήτε παραγωγικός, εἶναι δὲ ἐπιβλαβὴς καὶ εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ τόπου συμφέροντα. Ταῦτα μὲ παρεκίνησαν ἀκριβῶς νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι θεωρῶ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ὡς φόρον χρῄζοντα καταργήσεως, ἐπιθυμῶ δὲ, ὅπως μὴ δοθῇ οὐδεμία ἄλλη σημασία εἰς τὴν γνώμην μου ταύτην, παρὰ τὸ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ τόπου ἐνδιαφέρον μου. Ἐμελέτησα εἰδικώτερον τὸν φόρον τοῦτον, καὶ κατέληξα εἰς συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν ἀφίνουσιν ἀμφιβολίαν, νομίζω δὲ, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ἐπιβάλλει καὶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, νὰ μὴ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὸ ὅτι εἶναι ὁ συγγραφεὺς καὶ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ φόρου τούτου· νομίζω, ὅτι δύναται νὰ πεισθῇ ἐκ τῶν ἐλαττωμάτων αὐτοῦ, ὅτι εἶναι φόρος ἐλαττωματικός, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἀντικατασταθῇ. Ὡσαύτως κακὸς καὶ ἄδικος εἶναι καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου. Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου παρουσιάζει δυσαναλογίας σπουδαίας, φορολογεῖται οἶνος ἀξίας πενταπλασίας, ἐνίοτε δὲ καὶ δεκαπλασίας τοῦ κοινοῦ οἴνου διὰ τοῦ αὐτοῦ φόρου. Ἀμφότεροι οἱ φόροι οὗτοι δύνανται ἐπωφελῶς νὰ ἀντικατασταθῶσιν, ὡς εἶπον, διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας. Ἡ στρεμματικὴ φορολογία δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τῶν ἀσκεπῶν γαιῶν, τῶν παραγουσῶν δημητριακοὺς καρποὺς, δύναται νὰ ἐπιβληθῇ καὶ ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, ἐπιπροσθέτως δὲ δύναται διὰ τὸν φόρον τῶν οἴνων νὰ ἐπιβληθῇ καὶ φορολογία ἐπὶ τοῦ οἴνου τοῦ καταναλισκομένου εἰς τοῖς οἰνοπωλείοις, ὄχι ἐπὶ τοῦ οἴνου τοῦ καταναλισκομένου παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τῶν παραγωγῶν. Διὰ τῆς φορολογίας ταύτης θὰ ἔχωμεν ἔσοδον βεβαίως σπουδαιότερον ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, θὰ συντελέσωμεν δὲ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν πρόοδον τῆς γεωργίας. Δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐπηρεάσῃ τὸ συμβαῖνον προηγουμένως ἐπὶ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων· βεβαίως ἡ στρεμματικὴ φορολογία τῶν ἀμπέλων, ἥτις ἐφηρμόσθη ἐπὶ πολλὰ ἔτη, καὶ ἥτις κατηργήθη, δὲν ἦτο ἐπιτυχὴς φορολογία· ἀλλ’ ἐὰν αὕτη δὲν ἦτο ἐπιτυχής, δὲν ἕπεται, ὅτι τὸ σύστημα εἶναι κακὸν καὶ μὴ παραδεκτόν. Ἡ φορολογία ἐπὶ τῶν ἀμπέλων εἶναι στενὴ καὶ μικρὰ φορολογία, μὴ ἐπιτρέπουσα εἰς τὸ Δημόσιον τὴν ἀναγκαίαν ἐπίβλεψιν καὶ τὴν ἀναγκαίαν δαπάνην, ὅπως ἐφαρμόσῃ αὐτὴν ἐπὶ τὸ τελειότερον, ἐνῷ, ὅταν ἡ στρεμματικὴ φορολογία ἐφαρμόζηται ἐπὶ τῆς ἐκτάσεως ὅλης σχεδὸν τῆς καλλιεργουμένης γῆς, θὰ ἀποβῇ μία πρωτίστη φορολογία, ἐπιτρέπουσα εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὴν διὰ τελειοτέρων μέσων, ἐπιτρέπουσα εἰς αὐτὸ νὰ δαπανήσῃ ποσὰ ἀνάλογα πρὸς τὴν σημασίαν τῆς φορολογίας ταύτης, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύνατο νὰ δαπανήσῃ ὅπως ἐφαρμόσῃ ἐπὶ τῶν ἀμπέλων μόνην τὴν ἐπ’ αὐτῶν προηγουμένως ἰσχύουσαν στρεμματικὴν φορολογίαν. Μελέτης ὡσαύτως χρήζει σπουδαιοτάτης καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων. Πάντες γνωρίζετε, πόσον ὁ φόρος εἶναι πιεστικὸς καὶ δυσανάλογος, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ὀφείλομεν διὰ μιᾶς νὰ προβῶμεν εἰς τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ φόρου τούτου, καὶ πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν ἐκ τῶν δύο πρώτων φόρων, ἀργότερον δὲ ἴσως τελειότερόν τι σύστημα ἤθελε παρουσιασθῆ καὶ διὰ τὴν φορολογίαν τῶν ζώων. Ταῦτα ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου.
§169Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν φέρω ἀντίῤῥησιν εἰς τὴν συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει ἡ βάσις νὰ στηρίζηται ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Εἶπον πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι οὐδεμία διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπηνέχθη μεταβολὴ εἰς τὰ κείμενα, οὐδὲ ὁ Βουλευτὴς ἐπέμεινεν ὁρμαθίζων ἀριθμοὺς ἐνταῦθα. Πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι ἐπιφέρομεν τοιαύτην μεταβολήν. Ἐνῷ λέγει κατὰ τὸν νόμον ἀνώτατος ὅρος φορολογίας ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἶναι δραχμαὶ 25, ἀναγράφομεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δραχμὰς 30, αἵτινες καὶ μετὰ τὰς εἰς τὸν εἰρημένον ὅρον προσθήκας, αἵτινες πρέπει νὰ γείνωσι κατὰ νόμον, ὑπερβαίνουσι τὸν ἐπιτρεπόμενον ὅρον κατὰ δραχμὰς 2 καὶ 25/00. Ἀλλ’ ὁ ὑπολογισμὸς εἶναι ἁπλούστατος, οὐδὲ χωρεῖ συζήτησις ἐπὶ τοιούτων· 25 δραχμαὶ εἶναι ὁ ὅρος, δύο δὲ δεκατημόρια, προστιθέμενα, φέρουσιν αὐτὸν εἰς 30 δραχμάς. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι προστίθενται δύο δεκατημόρια· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἕκαστον τῶν δεκατημορίων τῶν 25 δραχμῶν εἶναι 2,50; 25 καὶ 5 δὲν φέρουσι 30; Ποῦ χωρεῖ συζήτησις;
§170ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπορῶ καὶ ἐξίσταμαι, μὲ τὸ θάῤῥος, μὲ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔρχεται νὰ σᾶς εἴπῃ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπεν. Ἀναγνώσατε τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ὑμεῖς εἰσηγάγετε. Ὁ νόμος τοῦ 1887, ὅστις εἰσάγει τὰ δύο δεκατημόρια, λέγει ρητῶς, ὅτι ὁ ἀνώτατος ὅρος δὲν πρέπει νὰ ὑπερβαίνῃ τὰς 25 δραχμάς. Ὁ νόμος λοιπὸν τοῦ 1887 σᾶς λέγει ρητῶς, ὅτι τὰ δύο δεκατημόρια τίθενται ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι, καὶ τούτων προστιθεμένων, δὲν θέλει ὑπερβῆ ὁ νόμος τὰς 25 δραχμάς. Ὑπάρχει τοιαύτη ἐγκύκλιος, ὑπογεγραμμένη παρ’ ὑμῶν, ἥτις λέγει ὅτι, ὅταν ὁ φόρος αὐτὸς ἀνέρχηται εἰς 21 δραχμάς, θὰ προσθέσητε δύο δεκατημόρια, καὶ θὰ συμπληρώσητε τοῦτον· ὅταν ὅμως ὁ φόρος αὐτὸς διὰ τῆς προσθήκης τῶν δύο δεκατημορίων ὑπερβαίνῃ τὰς 25 δραχμάς, θὰ σταματήσητε εἰς τὰς 25 δραχμάς. Εἶναι νόμος, τὸν ὁποῖον σεῖς ἐφέρετε εἰς τὴν Βουλήν, τὸν ὁποῖον ἡρμηνεύσατε εἰς ἐγκύκλιόν σας. Ἔρχεται δὲ ἀκριβῶς ὁ νόμος τοῦ 1890, ὅστις μεταβάλλει τὰς κλάσεις, καὶ διὰ τοῦ νόμου τούτου ἐπαναλαμβάνεται, ὅτι τὸ 20% δὲν δύναται νὰ μεταβάλῃ τὸν ἀνώτατον ὅρον τῶν 25 δραχμῶν. Ἐὰν ἦναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπετε, δὲν πρέπει νὰ ὁρίσητε εἰς 30 δρ., ἀλλὰ δύνασθε νὰ ὑπερβῆτε καὶ αὐτάς, διότι συμπεριλαμβάνεται καὶ τὸ ποσοστὸν τῆς ὁδοποιΐας.
§171Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον, ὅτι οὐδὲν μεταβάλλομεν εἰς τὰ νῦν κείμενα· ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἀνατρέχει εἰς τὸ 1887. Ὁ νόμος τοῦ 1887 ἰσχύει σήμερον; Οὐχί. Ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐξέπνευσεν· ἑπομένως περὶ τοῦ νόμου τοῦ 1887 δὲν πρόκειται ἐν τῷ ὑπολογισμῷ. Σήμερον ἡμεῖς ἐπιβάλλομεν δύο δεκατημόρια. Τοῦτο τὸ ἀνηγγείλαμεν πολλαχῶς καὶ πολλαχοῦ εἴπομεν, ὅτι ἐπιβάλλομεν δύο δεκατημόρια ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ, νέα δεκατημόρια. Εἶναι ταῦτα προσθήκη, ἣν ἤδη ἐπιβάλλομεν ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, καὶ ἥτις δὲν σχετίζεται πρὸς τὴν παγίωσιν τοῦ νόμου. Ὁ νόμος τοῦ 1887 δὲν ἰσχύει σήμερον. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι τὰ κείμενα δὲν μετεβλήθησαν· ὁ δὲ νόμος τοῦ 1887 δὲν κεῖται σήμερον, καὶ κατὰ τὸν νόμον, ὃν τώρα ὑποβάλλομεν περὶ τῆς προσθήκης τῶν δύο δεκατημορίων, ὁ φόρος τῶν 25 δραχμῶν αὐξάνεται εἰς 30. Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει: ὄχι, δὲν αὐξάνεται εἰς 30, αὐξάνεται εἰς 32· διότι φρονεῖ, ὅτι τὰ ὁδικὰ προστίθενται· ἀλλὰ τὰ ὁδικὰ δὲν προστίθενται, τὰ ὁδικὰ ἀφαιροῦνται. Τὰ ὁδικὰ ἀποδίδονται ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ νενομισμένου φόρου, δὲν ἐπαυξάνουσιν αὐτό. Ἀρκεῖ νὰ ἀνοίξῃ ὁ κ. Βουλευτὴς τὸν προϋπολογισμόν, ἵνα ἴδῃ, ὅτι τὸ ἔσοδον κανονίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐνταῦθα φόρου, ἐξ οὗ ἔπειτα ἀφαιρεῖται τὸ ποσὸν τὸ ἀποδιδόμενον εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Ἤδη, καταργουμένου τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, μένει ἀκέραιον τὸ ποσὸν τοῦτο. Δὲν πρόκειται λοιπὸν νὰ προστεθῇ τι εἰς τὰς 30 δραχμὰς τοῦ φόρου· εἶναι αὗται 30, καὶ μένουσι 30, καὶ διὰ τοῦτο 30 εἶναι ἀναγεγραμμέναι ἐδῶ. Οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα ὡς πρὸς τοῦτο. Ἡ δὲ συζήτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου εἶναι ἄσχετος πρὸς τὸ προκείμενον. Τὸ προκείμενον εἶναι παγίωσις καὶ κωδικοποίησις τῶν ἐπετείων νόμων. Ἐν τῇ παγιώσει τῶν ἐπετείων νόμων περιλαμβάνονται καί τινες τροποποιήσεις ἐπὶ δευτερευόντων ἀντικειμένων. Ἐπὶ τούτων νομίζω, ὅτι χωρεῖ συζήτησις· ἀλλὰ συζήτησις ἤδη περὶ τοῦ συστήματος τῆς ἐγγείου φορολογίας, ἂν συμφέρῃ νὰ παραδεχθῶμεν τὴν στρεμματικήν, ἢ ἂν προκριτώτερον νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν τῆς δεκάτης, ἢ νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, αὕτη νομίζω ὅτι δὲν χωρεῖ ἐπὶ κωδικοποιήσεως· προσήκει αὕτη μᾶλλον εἰς εἰδικωτέραν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ἐπίσης καὶ περὶ τὰ τοῦ οἴνου δὲν χωρεῖ, νομίζω, συζήτησις ἐνταῦθα, ἂν θὰ ἦτο προτιμότερον τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, ὅπερ καὶ ἐγὼ θὰ προετίμων, ἂν ἀπεδεικνύετο ἐφαρμόσιμον, ἄνευ μάλιστα κτηματολογίου, ἐν χώρᾳ, ἔνθα ἡ ἀκίνητος ἰδιοκτησία εἶναι ὅσον παρ’ ἡμῖν καταμεμερισμένη. Ἡμεῖς ἰδίως, οἱ ἀναγράφοντες ἐν τῷ κώδικι τούτῳ τὰ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου ὡς κεῖνται, εἴμεθα, ὡς εἶναι γνωστόν, σφόδρα ἐναντίοι εἰς τὸ σύστημα τοῦτο ...
§172ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ὁποῖον ὑμεῖς εἰσηγάγετε.
§173Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς δὲν εἰσηγάγομεν τὸ ἰσχῦον σύστημα ...
§174ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Φόρον καταναλώσεως.
§175Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Φόρον καταναλώσεως, ναί· ἀλλ’ οὗτος δὲν εἶναι φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, οὗτος εἶναι φόρος ἐπὶ τῆς παραγωγῆς, φόρος ἐπὶ τῆς παραγωγῆς βεβαιουμένης ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ παραγομένου οἴνου, καὶ οὐχὶ ἐπὶ τοῦ στρέμματος. Ἡμεῖς εἰσηγάγομεν τὸ σύστημα τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου ἐπὶ κλίμακι διαφόρῳ κατὰ λόγον τοῦ πληθυσμοῦ, ἤτοι ἐλαχίστου ἐν τοῖς μικροῖς χωρίοις καὶ βαθμηδὸν βαρυτέρου ἕως τῶν μεγάλων πόλεων καὶ τῆς πρωτευούσης τοῦ Κράτους ἐπὶ ἀποστάσει ὁλικῇ τῶν βαθμίδων τῆς κλίμακος ἡμίσεως λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν οἴνου μέχρι πέντε καὶ ἡμίσεως λεπτῶν. Ταῦτα, χαρακτηρίζοντα τὸν φόρον καταναλώσεως, κατηργήθησαν, ἀντικατασταθέντος τοῦ κλιμακωτοῦ φόρου ἐπὶ τῆς λιανικῆς πωλήσεως διὰ τοῦ ὁμοιομόρφου φόρου ἐπὶ τῆς ἀποταμιεύσεως τοῦ οἴνου. Οὗτος εἶναι ὁ ἰσχύων φόρος, διατηρούμενος καὶ ἐν τῇ κωδικοποιήσει. Καὶ ἂν ὀνομάζηται οὗτος φόρος καταναλώσεως, εἶναι ὅμως φόρος παραγωγῆς. Ἡμεῖς τὸ σύστημα τοῦτο δὲν ἐγκρίνομεν, ἀλλὰ δὲν εὕρομεν εὐκαιρίαν πρὸς τροποποίησιν αὐτοῦ· τὰ τῆς τροποποιήσεως εἶναι ὑπὸ μελέτην καὶ ἐπιθυμῶ μὲν, ἵνα ἡ μελέτη αὕτη καταλήξῃ εἰς καταρτισμὸν νομοθετήματος ἐφαρμοσίμου, ἐπιβάλλοντος τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο δύναται, ἢ οὔ, νὰ ἐπιτευχθῇ, περὶ τούτου δὲν χωρεῖ ἐνταῦθα συζήτησις...
§176ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πότε χωρεῖ; Δι’ ἐπερωτήσεως θὰ τὴν φέρομεν ἐδῶ.
§177Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδεὶς ἀξιοῖ, ὅτι δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ὁμιλήσητε ἤδη περὶ τοῦ θέματος τούτου· εἶπον ὅτι δὲν εἶναι ἐπίκαιρος ἡ συζήτησις. Βεβαίως ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσητε περὶ φορολογίας στρεμματικῆς, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε πρόκειται περὶ τῆς ἐγγείου φορολογίας ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν· ἀλλὰ παρετήρησα, ὅτι ἤδη κωδικοποιοῦμεν τὰ κείμενα περὶ ἐγγείου φορολογίας, δὲν καταρτίζομεν νέα συστήματα. Ὅταν ἐπιληφθῶμεν τῶν τοῦ καταρτισμοῦ νέων συστημάτων, πιθανὸν νὰ συναντηθῇ ἔν τισιν ἡ γνώμη μου πρὸς τὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ περὶ τὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου· ἀλλὰ περὶ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν δὲν βλέπω σύστημα παρουσιάζον ὀλιγώτερα μειονεκτήματα τῶν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἐν συμπεράσματι ἄρα νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἥτις εἶναι ἁπλῆ παγίωσις τῶν ἐπετείων φορολογικῶν νόμων, ἐπὶ τῶν καθέκαστον δὲ, ὅπου ὑπάρχουσι τροποποιήσεις τῶν κειμένων, νὰ γένηται συζήτησις περὶ αὐτῶν, ἄλλως τε ἀσημάντων ἐν τῷ συνόλῳ, πλὴν τῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων, ὅπου ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ πρώην καθεστὼς, δηλαδὴ εἰς τὸ πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ διανεμητικοῦ συστήματος, ὅπερ, κατ’ ἐξαίρεσιν τῆς παραδεδεγμένης ἐν τῇ κωδικοποιήσει ταύτῃ ἀρχῆς, δὲν διατηρεῖται.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§180ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου εἰσάγεται ἀκριβῶς μεταῤῥύθμισις φορολογικὴ, καὶ δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ φέρωμεν τὸν λόγον ἐπ’ αὐτῆς. Διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἐπαναφέρονται τὰ δύο δεκατημόρια.
§181Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§182ΕΥΤΑΞΙΑΣ. .. Τὰ δύο δεκατημόρια, οὐχὶ ὅπως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ἀναγγέλων αὐτὰ διὰ τοῦ εἰσηγητηρίου του λόγου εἰς τὸν προϋπολογισμόν· διότι τότε ἔλεγεν, ὅτι θὰ ἐπαναφέρῃ ταῦτα, ὅπως ἴσχυον πρὸ τοῦ 1890, ὅτε κατηργήθησαν. Πρὸ τοῦ 1890 ὅμως μὲ τὰ δύο δεκατημόρια ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἀνήρχετο κατ’ ἀνώτατον ὅρον εἰς 25 δραχμὰς, ἐνῷ τώρα ἀνέρχεται μὲ τὰ δύο δεκατημόρια εἰς 30 δραχμάς. Ἔχομεν λοιπὸν αὔξησιν καὶ ἀπέναντι τῆς πρώην ἐπιβολῆς τῶν δύο δεκατημορίων κατὰ πέντε δραχμάς. Ἐγὼ θεωρῶ τὴν αὔξησιν ταύτην, κύριε Πρόεδρε, καταθλιπτικὴν διὰ τὴν γεωργίαν. Πρόκειται περὶ ἑνὸς φόρου, ὁ ὁποῖος πανταχοῦ ἔχει καταδικασθῆ εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν ὡς φόρος ἄδικος καὶ δυσανάλογος, ὅταν δὲ θέλωμεν αὐτὸν τὸν φόρον νὰ τὸν αὐξήσωμεν ἔτι μᾶλλον, τὸν καθιστῶμεν βεβαίως καταθλιπτικώτατον. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ ἐκλέξῃ ἄλλους φόρους, οἵους ἂν θέλῃ, ὅπως αὐξήσῃ αὐτοὺς, φόρους ἐπιδεκτικοὺς αὐξήσεως, ἂς ἀφήσῃ ὅμως τὸν φόρον αὐτὸν, ὁ ὁποῖος πιέζει πολὺ τὰς ἐργατικὰς τάξεις, τὰς μόλις καὶ μετὰ βίας ποριζομένας τὸν ἐπιούσιον ἄρτον ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου των. Ὑπέδειξα χθὲς ἕνα ἄλλον φόρον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπιδεκτικὸς αὐξήσεως. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δύναται καὶ ἄλλους τοιούτους φόρους νὰ εὕρῃ· ἀλλ’ ἂς ἀφήσῃ τὸν φόρον αὐτὸν, ὁ ὁποῖος ἐπιβαρύνει τὴν γεωργικὴν τάξιν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπαχθὴς εἰς τὴν παραγωγήν. Καὶ ἠξεύρει, τί σημαίνει τοῦτο ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις, ὁ κ. Πρωθυπουργός. Πᾶν ὅ,τι ἐπιβαρύνει τὴν γεωργίαν, πᾶν ὅ,τι ἐπιβαρύνει τὴν ἐγχώριον παραγωγὴν, δὲν δύναται ἢ νὰ ἔχῃ συνεπείας λυπηρὰς καὶ διὰ τὰ κατ’ ἰδίαν καὶ διὰ τὰ δημόσια οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἡ περιστολὴ τῆς παραγωγῆς ἀναγκάζει ἡμᾶς νὰ ἐξάγωμεν περιπλέον χρυσὸν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ νὰ ἐξαρτώμεθα ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς. Καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἡ χώρα ἔχει περιέλθει εἰς τοιοῦτον κρίσιμον σημεῖον, ἀκριβῶς ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν δὲν εἶναι, νομίζω, συμφέρον, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ αὐξάνωμεν τὸν τοιοῦτον φόρον. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἀφήσῃ τὰ δύο ἐπὶ πλέον δεκατημόρια, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει ἐπ’ αὐτοῦ, νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὸν ἀνώτατον ὅρον, τὸν ὁποῖον εἴχομεν πρὸ τοῦ 1890, μὲ τὴν προσθήκην τῶν δύο δεκατημορίων τοῦ 1887, καὶ νὰ παραδεχθῶμεν ὡς ἀνώτατον ὅρον τὰς 25 δραχμάς.
§183Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ προσθήκη τῶν δύο δεκατημορίων ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῷ αὐτῷ ὅρῳ, τῷ πρὸ τοῦ 1890, μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 25 δραχμῶν· διαφορὰ ἐπέρχεται μόνον ἐπὶ φορολογίας ἀνωτέρας τῶν 25 δραχμῶν....
§184ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ 22 ἀκόμη.
§185Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ναί ... ἐπὶ φορολογίας, ἥτις μετὰ τὴν προσθήκην τῶν δύο δεκατημορίων ὑπερβαίνει τὰς 25 δραχμάς. Ἄρα τὰ ἐπὶ τῷ ἀνωτέρῳ τούτῳ ὅρῳ φορολογούμενα κτήνη εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον ἐπιβαρυνομένων ἐξ ἀναλογίας πρὸς τὴν ἐκ τῆς καλλιεργείας αὐτῶν παραγωγήν; Οὐχὶ βεβαίως. Ἡ ἀνωτέρα φορολογία, ἐπιμετρουμένη ἐπὶ τῆς παραγωγῆς, εἶναι ἐλαφροτέρα τῆς ἐπὶ ἐλάσσονι ὅρῳ ἐπιβαλλομένης καὶ μετὰ τὴν ἐπιβάρυνσιν τῶν δύο δεκατημορίων, καὶ ὅμως ὁ ἀνώτατος ὅρος ἀπήλλαττε τῆς ἐπιβαρύνσεως ταύτης τὰ ἀναλόγως πρὸς τὴν παραγωγὴν ἐλαφρότερον φορολογούμενα κτήνη. Ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τῆς προσθέτου φορολογίας τῶν δύο δεκατημορίων εἶναι ἀδικαιολόγητος, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ὁρισθῇ ἀνώτατος φορολογίας ὅρος. Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ἵνα σταματήσωμεν εἰς φορολογίαν 25 δραχμῶν κατὰ κτῆνος. Ἀφοῦ ἐπὶ ἀναλογίᾳ ἐπὶ τῆς παραγωγῆς θέλομεν νὰ φορολογήσωμεν ἐπὶ τῷ αὐτῷ μέτρῳ, ὀφείλομεν νὰ ἐπιβάλλωμεν τὸν φόρον καὶ ὑπὲρ τὰς τριάκοντα δραχμὰς κατὰ κτῆνος καὶ ὑπὲρ τὰς τεσσαράκοντα καὶ ὑπὲρ τὰς πεντήκοντα.
§186ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποῦ θὰ σταματήσητε;
§187Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη διατάξεως νομοθετικῆς, ἵνα σταματήσωμεν· σταματᾷ μόνη ἡ φορολογία. Τῆς προσθέτου φορολογίας ἐπιβαλλομένης ἐπὶ τῷ αὐτῷ ποσοστῷ, οὐδεμία ἀνάγκη προστασίας εἰδικῆς τῶν τὰ πλείονα ἀποδιδουσῶν γαιῶν. Ἁπλῶς χάριν εὐκολίας περὶ τοὺς ὑπολογισμοὺς διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῶν φορολογικῶν κλάσεων τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἀφοῦ ἐλάχιστα θὰ ἦσαν τὰ ἐν ἀνωτέραις κλάσεσιν ἀροτριῶντα κτήνη, ἐσταμάτησεν ὁ νόμος εἰς τὸν φορολογικὸν ὅρον τῶν 25 δραχμῶν. Ἡ ἀναλογικὴ ἰσότης ἐν τῇ φορολογίᾳ δὲν ἀπῄτει τὸν περιορισμὸν τοῦτον, τοὐναντίον διεταράσσετο ἐξ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐθυσιάζετο ἐπὶ ἀσημάντου ἀριθμοῦ κτηνῶν τὸ αὐστηρὸν δίκαιον ἐν τῇ φορολογίᾳ χάριν ἁπλοποιήσεως τῆς ὑπηρεσίας. Ἤδη, προστιθεμένων τῶν δύο δεκατημορίων, ἀφοῦ ἡ ἀναλογικὴ ἰσότης ἐν τῇ φορολογίᾳ δὲν ἀπαιτεῖ τὸν περιορισμὸν τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν ἐπὶ τῆς ὅλης κλίμακος, ἡ ὑπὲρ ἀναγραφῆς ἐν τῷ νόμῳ ἀνωτάτου ὅρου φορολογίας συνηγορία στερεῖται βάσεως. Ἀφοῦ ἐξ ὑπηρεσιακοῦ λόγου δὲν προκαλεῖται ἤδη ὁ περιορισμὸς τῆς φορολογίας εἰς 25 δραχμὰς, οὐδένα ἀδικοῦμεν, φέροντες τὴν φορολογίαν εἰς 30 δραχμὰς διὰ τῆς ἐφαρμογῆς εἰς τὴν ἀνωτάτην κλάσιν τῶν δύο δεκατημορίων. Τοὐναντίον καθιστῶμεν τὸν φόρον δικαιότερον διὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ ἀνεξαιρέτως ἐπὶ τῇ αὐτῇ ἀναλογίᾳ καὶ διὰ τῆς μὴ ἀναβιώσεως διατάξεως περὶ ἀνωτάτου φορολογικοῦ ὅρου, περιληφθείσης ἐν ἐκπνεύσαντι ἐπετείῳ νόμῳ οὐχὶ λόγῳ δικαιοσύνης, ἀλλὰ πρὸς διευκόλυνσιν τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας.
§188ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ὁ ὅρος τῶν 30 δραχμῶν ἀφορᾷ εἰς τὰς γονίμους γαίας. Αἱ γόνιμοι αὗται γαῖαι ἀνήκουσι μὲν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ εἰς τοὺς μεγάλους ἰδιοκτήτας, ἀλλὰ καλλιεργοῦνται ὑπὸ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἓν ζεῦγος μόνον βοῶν, ὅπως διατηρήσωσι δι’ αὐτοῦ ὁλόκληρον οἰκογένειαν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰσάγεται νῦν εὐκολία τις ὑπὲρ αὐτῶν, διότι ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ν’ ἀποτείνωσιν αὐτοὶ τὸν φόρον εἰς τὸ Δημόσιον καὶ νὰ λαμβάνωσιν ἀκολούθως παρὰ τῶν καλλιεργητῶν τὸ ἀναλογοῦν εἰς αὐτοὺς μέρος. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἀντισηκόνει κἄπως τὴν εὐκολίαν αὐτὴν ἡ αὔξησις τοῦ φόρου ἀκριβῶς ὡς πρὸς αὐτὰς τὰς τάξεις. Ἐγὼ δὲ, κύριε Πρόεδρε, ὡμίλησα καθ’ ὅλου κατὰ τῆς προσθήκης τῶν δύο δεκατημορίων. Νομίζω δὲ, ὅτι εἰς τὴν πλειονοψηφίαν ὑμῶν, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἐπιβάλλεται ν’ ἀποκρούσῃ τὴν αὔξησιν αὐτήν. Δὲν πρέπει νὰ λησμονήσῃ, ὅτι κατὰ τὰς ἐκλογὰς εἶχεν ὡς σύνθημα καθ’ ἡμῶν τῶν ἀντιπολιτευομένων ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου.
§189ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Πᾶν ἄλλο ἢ αὐτό.
§190ΕΥΤΑΞΙΑΣ. .. Ἔλεγον, ὅτι ἡμεῖς ἠθέλομεν νὰ ψηφίσωμεν τὴν ἐπιβολὴν τῶν δύο δεκατημορίων εἰς τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τὸν φόρον τοῦ οἴνου, καὶ ὅτι, ἐπειδὴ ἀπεκρούσθη ἡ ἐπιβολὴ αὕτη, διὰ τοῦτο διελύθη ἡ Βουλὴ ἐκείνη, ὅπως γείνῃ ἔκκλησις εἰς τὸν λαόν. Καὶ προσέθετον: «ἂν θέλῃς, λαὲ, νὰ πληρώνῃς δύο δεκατημόρια περιπλέον διὰ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, δύο δεκατημόρια περιπλέον διὰ τὸν φόρον τοῦ οἴνου, ψήφισον τοὺς Βουλευτὰς τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν διέλυσεν ὁ Βασιλεὺς καὶ ἐξαπέστειλε πάλιν εἰς σὲ, ἵνα τοὺς κρίνῃς· ἐὰν ὅμως δὲν θέλῃς νὰ πληρώσῃς τοὺς περιπλέον φόρους, ψήφισον ἡμᾶς». Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἔχουσι καθῆκον οἱ κύριοι συνάδελφοι τῆς πλειονοψηφίας, ἐὰν θέλωσι νὰ ἦναι συνεπεῖς πρὸς ἑαυτοὺς, συνεπεῖς πρὸς τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκαν εἰς τὸν λαὸν, νὰ καταψηφίσωσι τὴν τοιαύτην αὔξησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5).
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§193Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὅταν τὰ κτήνη καλλιεργήσωσιν εἰς διάφορα χωρία, πρέπει νὰ γίνηται μνεία τούτου ἐν τῇ δηλώσει. Ἀλλ’ ἡ δήλωσις γίνεται τὸν Ὀκτώβριον.
§194Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο εἶναι τὸ νῦν κείμενον.
§195Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ μεταῤῥύθμισις, διότι οἱ καλλιεργηταὶ δὲν γνωρίζουσι, ποῦ θὰ καλλιεργήσωσι καὶ ἂν θὰ καλλιεργήσωσιν ἰδίως οἱ καλλιεργηταὶ, οἱ ὁποῖοι καλλιεργοῦσι ξένας γαίας, δὲν γνωρίζουσιν εἰς τίνα δῆμον θὰ εὕρωσι γαίας πρὸς καλλιέργειαν. Ἐὰν ἡ δήλωσις συνταχθῇ ὅπως ὁρίζει ὁ νόμος, ἔχει συνεπείας. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει τοῦτο νὰ ἀφαιρεθῇ.
§196ΛΥΡΑΣ. Τὸ ἠξεύρουν.
§197Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πῶς νὰ τὸ ἠξεύρουν; Πολλοὶ τῶν καλλιεργητῶν καλλιεργοῦσι γαίας καὶ ἐπὶ ἡμερομισθίῳ, καὶ πιθανὸν νὰ ὑπάγωσιν εἰς ἕνα ἄλλον δῆμον νὰ καλλιεργήσωσιν. Εἶναι δίκαιον νὰ ὑφίστανται τὰς συνεπείας τοῦ νόμου, διότι δὲν ἐγνώριζον, τί νὰ δηλώσουν; (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 7–15).
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 16 (ἀναγινώσκεται).
§199ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἐὰν εἰσήχθη τροποποίησίς τις εἰς τὸ ἄρθρον 16, ἢ ἔχῃ ἀκριβῶς ὅπως εἶχεν εἰς τὸν ἰσχύοντα νόμον.
§200Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ὅλως νέον ἄρθρον.
§201ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε σήμερον ὑπάρχει διπλοῦν βάρος ἐπὶ τοῦ κυρίου τοῦ ἀροτριῶντος κτήνους.
§202Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διατί;
§203ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 27 ἐπιβολὴ ποινῆς ἴσης μὲ τὸν φόρον ἀπολύτως, καὶ δεύτερον ἡ τοῦ ἄρθρου 16. Ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας, διότι δὲν ἐννοεῖτε βεβαίως νὰ ὑπάρχῃ διπλῆ ποινή.
§204Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ἑρμηνεύεται τὸ ἄρθρον ὡς ἐπιτρέπον τὴν ἐπὶ καταγγελίᾳ ἐπιβολὴν τοῦ προστίμου λόγῳ παραλείψεως δηλώσεως, μὴ ἀνακαλυφθείσης κατὰ τὴν ἀπαρίθμησιν, ἐνῷ τὸ ἄρθρον 27 κανονίζει τὰ τοῦ προσθέτου φόρου λόγῳ παραλείψεως δηλώσεως ἀνακαλυφθείσης διὰ τῆς ἀπαριθμήσεως. Ἐν τῇ διακρίσει ταύτῃ εὕρηται τῆς ἀπορίας τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἡ ἐξήγησις.
§205ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι τοιαύτη ἡ ἐξήγησις. Ἡ ἐπιβαλλομένη αὕτη ποινὴ ἔρχεται ὡς ἐπιπρόσθετος ποινὴ τοῦ ἄρθρου 27.
§206Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὴν διάκρισιν καθώρισα· ἀλλ’ ἐξετάζομεν τὰ περὶ τούτου ἐπὶ τῶν κειμένων κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§207ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα· διότι ὑποθέτω, ὅτι δὲν ὑπάρχει πρόθεσις διπλῆς ποινῆς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 16, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 17–25).
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 26 (ἀναγινώσκεται).
§209ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅτε ἀνέγνωσα τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἐνεθυμήθην τοὺς Κουριάλες, τοὺς ἀναφερομένους ἐν τῇ Ρωμαϊκῇ ἱστορίᾳ καὶ τῷ Ρωμαϊκῷ δικαίῳ. Οὗτοι ἦσαν σῶμα εὐπατριδῶν, κατοικούντων τὰς μεγάλας πόλεις καὶ τοὺς κυριωτέρους δήμους τῆς Ρώμης, ἀπελάμβανον πολλῶν τιμῶν, καὶ μεταξὺ αὐτῶν ἐξελέγοντο καὶ δημοτικαὶ ἀρχαί. Τὸ σῶμα τοῦτο ἐμορφώθη ἐν τῇ Ρωμαϊκῇ Πολιτείᾳ ἀκριβῶς τὴν ἐποχὴν τῆς πλήρους αὐτῆς καταπτώσεως, τῆς τε ἠθικῆς καὶ τῆς ὑλικῆς. Ἐπεβάλλετο δ’ εἰς τὸ σῶμα τοῦτο ἡ ὑποχρέωσις νὰ εἰσπράττῃ αὐτὸ ὅλους τοὺς φόρους καὶ νὰ τοὺς πληρόνῃ εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λαὸς ἦτο πτωχὸς, οἱ Κουριάλες ἐπλήρονον τοὺς φόρους ἐκ τῆς ἰδίας αὐτῶν περιουσίας. Ὅπως δ’ ᾖ ἀσφαλὴς ἡ παρ’ αὐτῶν πληρωμὴ τῶν φόρων, ἀπηγορεύθη εἰς αὐτοὺς νὰ ἀπουσιάζωσι τῆς πόλεως, εἰς ἣν κατῴκουν, ἢ νὰ γίνωνται στρατιῶται. Ἠθέλησάν τινες ἐξ αὐτῶν, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τῆς τοιαύτης ὑποχρεώσεως, νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὸ ἱερατεῖον, ἀλλὰ καὶ τοῦτο τοῖς ἀπηγορεύθη, θεωρηθὲν ἀσυμβίβαστον πρὸς τὰς μεγάλας θεωρητικὰς τιμὰς, τὰς ὁποίας ἡ Ρωμαϊκὴ Πολιτεία παρεῖχεν εἰς αὐτούς. Τὸ ἄρθρον τοῦτο μοὶ ὑπενθύμισε τὴν Ρωμαϊκὴν ταύτην τάξιν τῶν πολιτῶν, διότι εἰς τοιούτους περίπου θέλομεν νὰ μεταβάλωμεν τοὺς ἰδιοκτήτας. Δὲν πράττομεν ὅμως τοῦτο μόνον, ἀλλὰ καὶ φέρομεν πολλοὺς ἐξ αὐτῶν εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ ἐκτελέσωσι τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἰδιοκτητῶν κατοικούντων ἐν τοῖς κτήμασιν αὐτῶν, γνωριζόντων τὸ ποσὸν τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἅτινα καλλιεργοῦσι τὰς γαίας των, εὑρισκομένων εἰς ἄμεσον καὶ καθημερινὴν συνάφειαν μετὰ τῶν καλλιεργητῶν, ἡ ὑποχρέωσις, εἰς ἣν ὑποβάλλονται, ἤθελεν ἔχει τι τὸ ἐνοχλητικὸν δι’ αὐτοὺς, οὐχὶ δὲ καὶ τὸ ἀνεφάρμοστον. Ἀλλ’ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ἰδιοκτητῶν, τῶν ὁποίων οἱ πλεῖστοι δὲν κατοικοῦσιν εἰς τὰ χωρία των, πολλοὶ δὲ μένουσι καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος. Τούτους δύνασθε νὰ προφορολογήσητε, ὅσον θέλετε, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ ὑποβάλητε αὐτοὺς εἰς τὰς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφομένας ὑποχρεώσεις. Ἐπιβάλλετε, ἂν θέλητε, εἰς αὐτοὺς τὴν ἄδικον ὑποχρέωσιν νὰ εἰσπράξωσιν αὐτοὶ τὸν ὁριζόμενον φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν· τοῦτο θὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν, ὅτι τὸ Κράτος διορίζει αὐτοὺς ἀμίσθους εἰσπράκτορας. Δὲν δικαιοῦσθε ὅμως νὰ ἐπιβάλητε εἰς αὐτοὺς καὶ τὰς ποινὰς, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ὑποστῶσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες παραβιάζουσι τὸν νόμον. Ἐπιβάλλετε εἰς αὐτοὺς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας δὲν πρόκειται νὰ ἐκτελέσωσιν αὐτοί· δὲν πρόκειται νὰ δηλώσωσι κτήνη, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ κατέχουσι καὶ τῶν ὁποίων εἶναι κύριοι, ἀλλὰ πρόκειται νὰ δηλώσωσι κτήνοι ἀνήκοντα εἰς ἄλλους, μετὰ τῶν ὁποίων οἱ πλεῖστοι τῶν ἰδιοκτητῶν δὲν εὑρίσκονται εἰς πολλὴν συνάφειαν. Θέτετε τοὺς ἰδιοκτήτας εἰς τὴν διάκρισιν τῶν καλλιεργητῶν διὰ πᾶσαν παράβασιν νόμου, τὴν ὁποίαν οἱ καλλιεργηταὶ θὰ δύνανται νὰ πράξωσιν, ὅπως βλάψωσιν αὐτούς. Πᾶς καλλιεργητής, θέλων νὰ γεννήσῃ δυσκολίας εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, θὰ δύναται νὰ ἀποκρύψῃ ἀροτριῶντα κτήνη. Πῶς ὁ ἰδιοκτήτης θὰ δυνηθῇ νὰ προλάβῃ καὶ ἐμποδίσῃ τοῦτο, ἂν μάλιστα πρόκηται περὶ ἰδιοκτησίας ὀρεινῆς, εἰς τὴν ὁποίαν μόνον ἡ δημοσία δύναμις δύναται νὰ ἀνακαλύψῃ τὰς παραβάσεις; Πῶς θέλετε νὰ τιμωρήσητε τὸν ἰδιοκτήτην διὰ πρᾶξιν, ἧς διατελεῖ ἐν παντελεῖ ἀγνοίᾳ; Ἀλλὰ τί θὰ κάμητε τοὺς ἰδιοκτήτας, οἵτινες διαμένουσιν ἐκτὸς τοῦ βασιλείου, οὐχὶ τοὺς ἰδιοκτήτας τοὺς εὐπόρους καὶ δυναμένους νὰ ἔχωσιν ἐπιστάτας, ἀλλὰ τοὺς ἰδιοκτήτας, τοὺς εὑρισκομένους εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀδυναμίαν δι’ ἀντιπροσώπου νὰ ἐκτελῶσι τὰς ὑποχρεώσεις των; Ὑπάρχουσι πολλοὶ ἰδιοκτῆται, κατοικοῦντες εἰς τὴν Ἤπειρον, καὶ τοὺς ὁποίους ἔχομεν συμφέρον νὰ μὴ ἀπομακρύνωμεν· ἔχομεν συμφέρον ἰδίως διὰ τοὺς Ἀλβανοὺς ἰδιοκτήτας, νὰ μὴ τοὺς ἐξωθήσωμεν εἰς ἀγανάκτησιν ἐναντίον τῆς ἐν Ἑλλάδι ἰδιοκτησίας. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἰδιοκτήτας πτωχούς, μόλις ἀποζῶντας ἐκ τοῦ εἰσοδήματος τῶν κτημάτων αὐτῶν, περιμένοντας τὸ εἰσόδημά των, διὰ νὰ προσπορισθῶσι τὰ ἀναγκαῖα πρὸς διατήρησίν των καθ’ ὅλον τὸ ἔτος· πῶς θὰ δυνηθῶσιν οὗτοι νὰ προκαταβάλωσι φόρον, ὑπερβαίνοντα τὸ ὅριον τῶν εἰσοδημάτων των; Λέγω τοῦτο, οὐχὶ διότι ἐνδιαφέρομαι προσωπικῶς· νομίζω ἀναγκαῖον μάλιστα, ἵνα μὴ ὑπάρξῃ ὑπόνοιά τις, νὰ προσθέσω, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ ἐμέ, δὲν ἔχω καλλιεργητὰς εἰς τὰ κτήματά μου, ἀλλ’ ὀφειλέτας, εἰς ἐλάχιστα δὲ καὶ ἀσήμαντα ἐξ αὐτῶν ἔχω καλλιεργητάς· προσθέτω δὲ ἔτι, ὅτι δὲν κινοῦμαι ὑπὸ ἰδίου συμφέροντος, —διότι πρὸ ὀλίγου ἐπρότεινα φορολογίαν πολὺ βαρυτέραν διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας τῆς τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τὴν φορολογίαν τὴν στρεμματικήν,— ἀλλὰ γνωρίζω τὸ ζήτημα καλῶς, γνωρίζω τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ ἐπὶ τῶν πτωχῶν ἰδιοκτητῶν καὶ ἐπὶ τῶν κατοικούντων ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου θὰ καταστῇ τοσοῦτον ἐπαχθὴς καὶ βαρεῖα, ὥστε τάχιστα θὰ ἐπέλθῃ ἡ κατάργησις αὐτῆς. Τὸ δίκαιον εἶναι, ὅτι πρέπει οἱ ἰδιοκτῆται νὰ πληρόνωσι τὸ ἀναλογοῦν εἰς αὐτούς, ὡς γίνεται εἰς πάντα τὰ πεπολιτισμένα ἔθνη. Εὕρετε τρόπον νὰ ἐφαρμόσητε τοιοῦτον σύστημα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δίκαιον ὁ ἰδιοκτήτης νὰ εὐθύνητε διὰ τὴν παράβασιν ἄλλων προσώπων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐνίοτε καὶ ἐν σχέσει ἀντιθέσεως πρὸς αὐτόν. Ἐὰν θέλητε νὰ πράξητε ἔργον δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον νὰ ἀποβῇ βιώσιμον καὶ νὰ μὴ φέρῃ ἀγανάκτησιν, πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν πραγματικὴν σημασίαν τοῦ ζητήματος· αὕτη δὲ δεικνύει, ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν θέλετε νὰ φορολογήσητε τοὺς ἰδιοκτήτας, ἐπιβάλλοντες ἐπ’ αὐτῶν ὑποχρεώσεις ἀνηκούσας εἰς ἄλλους, εἶναι τρόπος ἄδικος καὶ παράλογος.
§210Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς πρὸ ὀλίγου συνηγόρει ὑπὲρ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας. Ἐὰν δὲ ἠθέλομεν παραδεχθῆ τὰς ἰδέας τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ποῖα θὰ ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα; Θὰ ἦσαν αὐτά, ἅτινα παρέστησε σήμερον ὡς ἀντιστρατευόμενα πρὸς τὴν πολιτικὴν θέσιν, πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, πρὸς τὰς σχέσεις αὐτοῦ πρὸς τὴν Ἀλβανίαν καὶ πρὸς τὴν μεγάλην ἰδέαν· διότι πάντα ταῦτα, κατὰ τὰς παρατηρήσεις του, ἐγκυμονοῦνται ἐν τῷ ἄρθρῳ. Ἐὰν διὰ στρεμματικῆς φορολογίας εἰσεπράττετο ὁ φόρος, τίς θὰ ἦτο ὁ ὑπόχρεως; Θὰ ἦτο αὐτὸς οὗτος, ὃν ἀναγνωρίζει ὡς ὑπόχρεων τὸ ἄρθρον 26. Ὁ ἰδιοκτήτης θὰ ἦτο ὑπόχρεως, εἴτε εἶχεν ἐπιμόρτους καλλιεργητάς, εἴτε ἦτο αὐτὸς καλλιεργητής. Ἐπὶ στρεμματικῆς φορολογίας, τὸ Δημόσιον ἐνασκεῖ τὰ δικαιώματα αὑτοῦ κατὰ τοῦ κτηματίου. Ἐὰν ὁ κτηματίας ἔχῃ ἐπιμόρτους καλλιεργητὰς, αὐτὸς θέλει κανονίσει μετὰ τούτων τὰ τῆς τελικῆς ἐπιπτώσεως τοῦ φόρου, κατὰ τὰς πρὸς αὐτοὺς συμφωνίας. Ἐνταῦθα αὐτὸ τοῦτο ἀναγνωρίζεται. Ἀλλὰ δύναται νὰ παρατηρήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς, διατὶ δὲν ἐγίνετο τοῦτο καὶ πρότερον; διατὶ ἡ ἀρχὴ αὕτη, ἡ ἀναγνωρισθεῖσα παρ’ ὅλων τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν, διατὶ δὲν ἀνεγνωρίσθη ἐξ ὑπαρχῆς; καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐγεννήθη ἡ πεπλανημένη ἰδέα, ὅτι ὀρθὸν εἶναι καὶ δίκαιον νὰ ἐπιβάλληται ὁ φόρος οὐχὶ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, ἀλλ’ εἰς τὸν ἐπὶ καλλιεργείᾳ κάτοχον τοῦ κτήματος; Δὲν ἐγίνετο, διότι ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἰσήχθη παρ’ ἡμῖν πρὸ τῆς ἑνώσεως τῆς Θεσσαλίας, ὅτε ἰδιοκτῆται τσιφλικίων ὑπῆρχον ἐξαιρετικῶς μόνον καὶ ἰδίως ἐν ταῖς ὀλίγαις ἐπαρχίαις τῆς Ἑλλάδος, αἵτινες εἶχον περιληφθῆ ἐντὸς τοῦ βασιλείου διὰ συνθήκης καὶ οὐχὶ διὰ κατακτήσεως. Χάριν δὲ ὀλίγων κτημάτων δὲν προσῆκεν εἰδικὴ νομοθεσία. Ἤδη, ἑνωθείσης τῆς Θεσσαλίας μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἡ ἰδιοκτησία τῶν τσιφλικίων διατελεῖ ἐν σχέσει ὅλως διαφόρῳ πρὸς τὴν ἄλλην ἰδιοκτησίαν, καὶ δὲν εἶναι πλέον δυνατὸν νὰ ἀγνοῇ ἡ νομοθεσία τὴν ὕπαρξιν τοιαύτης ἰδιοκτησίας, καὶ νὰ κανονίζῃ τὰ τῆς φορολογίας ἀσχέτως πρὸς τὰς εἰδικὰς τῆς ἰδιοκτησίας ταύτης περιστάσεις, μὴ ἐφαρμόζουσα ἐπ’ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν τῆς ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου καταβολῆς τοῦ φόρου, ἥτις εἶναι ἡ ἁρμόζουσα ἐπὶ γαιῶν μεγάλης ἐκτάσεως. Εὐθὺς ὡς τὸ τοιοῦτο εἶδος ἰδιοκτησίας ἔχωμεν ἐν τῷ Κράτει ἐπὶ διαστάσεων ἀξίων λόγου, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 26 ἐπιβάλλεται ἀφ’ ἑαυτῆς. Ἡ περίπτωσις, ὅτι πολλοὶ τῶν ἰδιοκτητῶν εἶναι ἀπόντες, εἰς πᾶν ἄλλο ἄγει συμπέρασμα ἢ εἰς τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ συναγόμενον. Ἐξετάζοντες τὰ ἐν Ῥωμουνίᾳ π. χ., ὅπου πολλοὶ τῶν ἰδιοκτητῶν ἀπουσιάζουσι, μανθάνομεν, ὅτι οὐ μόνον δὲν προσηνέχθη ἡ Πολιτεία πρὸς τοὺς ἀπόντας ἰδιοκτήτας δι’ ἰδιαζούσης εὐνοίας, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐπεβάρυνεν αὐτοὺς διὰ διπλασίου φόρου, καὶ βλέπομεν Ἕλληνας ἰδιοκτήτας ἐν Ῥωμουνίᾳ σπεύδοντας κατ’ ἔτος, ἵνα μεταβαίνωσιν ἐκεῖ καὶ διαμένωσιν ἐπί τινα χρόνον, ἵνα μὴ λογίζωνται μετὰ τῶν ἀπόντων, καὶ μὴ ὑφίστανται τὰς ἐπιβαρύνσεις τῶν ἀπόντων. Τούτους ἐκεῖ θεωρεῖ ἡ Πολιτεία οὐχὶ ὡς ἀξίους εὐνοϊκωτέρων διατάξεων, ἀλλὰ τοὐναντίον ὡς ἐπισύροντας ἐπιβαρύνσεις ἐφ’ ἑαυτοὺς, καὶ δικαίως. Ἡ παρουσία τοῦ ἰδιοκτήτου εἶναι ὠφέλιμος εἰς τὸ κτῆμα καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν, οὐ μόνον διὰ τὴν βελτίονα τοῦ κτήματος ἐπιμέλειαν, ἀλλὰ καὶ διότι ὁ καλλιεργῶν τὸ κτῆμα, καὶ μάλιστα ἐπιμόρτως, τοῦ ἰδιοκτήτου παρόντος, τυγχάνει ἀντιλήψεως πολὺ διαφόρου τῆς παρεχομένης εἰς τὸν καλλιεργητὴν τοῦ τσιφλικίου ὑπὸ τοῦ ἐπιστάτου, ἀντιλήψεως οὐ μόνον ἐν ταῖς ἀνάγκαις αὐτοῦ ὡς καλλιεργητοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ οἰκογενειακῷ αὐτοῦ βίῳ καὶ ἐν τῇ ἠθικῇ αὐτοῦ ὑπάρξει. Ἡ τῶν φορολογικῶν μέτρων κατὰ τῶν ἀπόντων ἰδιοκτητῶν ὠφέλιμος αὕτη ἐπίδρασις δὲν εἶναι λόγος ἀποχρῶν πρὸς εἰσήγησιν παρ’ ἐμοῦ νομοθετημάτων καθιερούντων αὐτὸ, ἀλλ’ εἶναι λόγος ἀποχρῶν, ἵνα ἀποκρούσωμεν εἰσηγήσεις, ὁποῖαι αἱ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, στηρίζοντος τὴν πρότασιν αὑτοῦ ἐπὶ τῆς ὀφειλομένης εἰδικῆς μερίμνης πρὸς ἀπουσιάζοντας ἰδιοκτήτας. Ἡ ἀπουσία τῶν ἰδιοκτητῶν συνηγορεῖ ὑπὲρ τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, μηδὲν περαιτέρω ἀπαιτούντων παρὰ τοῦ ἰδιοκτήτου τῶν κατὰ τὸ κοινὸν φορολογικὸν δίκαιον. Παρὰ τῶν ἀπόντων ἠδύνατο εὐλόγως ν’ ἀπαιτήσῃ ὁ νόμος καὶ πλείονα τῶν κανονικῶν, ἀλλ’ οὐδεμίαν τὸ ἄρθρον ποιεῖται διάκρισιν, ἀπαιτοῦν παρ’ ἁπάντων τῶν ἰδιοκτητῶν ὅ,τι κατὰ τὰ παραδεδεγμένα εἰς αὐτοὺς ἀνάγεται, καὶ πέπεισμαι, ὅτι θέλει τύχει τῆς ἐπιδοκιμασίας τῆς Βουλῆς. Τοῦτο μόνον θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἀξιώσῃ, ὅπως, ἀφοῦ ἡ ἐπιβάρυνσις θὰ ἐπιβάλληται εἰς τὸν ἰδιοκτήτην καὶ οὐχὶ εἰς τὸν καλλιεργητὴν, ἀφοῦ τὸ Δημόσιον θὰ τυγχάνῃ τῆς συνδρομῆς τοῦ ἰδιοκτήτου πρὸς τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου, παρέχῃ εἰς τοῦτον ἡ Πολιτεία πρὸς ἀνάκτησιν παρὰ τοῦ καλλιεργητοῦ τῶν εἰς λογαριασμὸν αὐτοῦ προκαταβληθέντων τὰ νόμιμα μέσα, ὧν τέως ἐποιεῖτο τὸ Δημόσιον χρῆσιν πρὸς εἴσπραξιν τοῦ φόρου παρὰ τοῦ καλλιεργητοῦ. Οἱ παρασταθέντες ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ κίνδυνοι ζημίας τοῦ ἰδιοκτήτου ἐκ τῆς εἰς αὐτὸν μεταφορᾶς τῆς ὑποχρεώσεως τῆς προκαταβολῆς εἶναι ἰδανικοί. Ἡ ὑπόθεσις, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης δὲν θὰ γινώσκῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν καλλιεργούντων τὸ κτῆμα αὐτοῦ κτηνῶν, καὶ θὰ ἐκτίθηται εἰς πρόστιμα διὰ τὸ ἀνακριβὲς τῶν δηλώσεων, οὐδεμίαν ἔχει ὑπόστασιν. Εἶναι τοσοῦτον κατάδηλα τὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὥστε οὐ μόνον τὸν ἰδιοκτήτην δὲν διαφεύγει, ἀλλὰ καὶ πᾶς κάτοικος χωρίου γινώσκει, πόσα εἶναι τὰ ἀροτριῶντα κτήνη ἑκάστου τῶν τοῦ χωρίου κτημάτων. Ὅ,τι πᾶς κάτοικος τοῦ χωρίου γινώσκει ἄνευ εἰδικῆς ἐρεύνης, ἀλλ’ ἐκ κοινῆς φήμης, τοῦτο κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν κινδυνεύει νὰ ἀγνοῇ καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ ἐξακριβώσῃ ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ κτήματος, ὁ εἰς ἄμεσον πρὸς αὐτὸ σχέσιν εὑρισκόμενος.
§211ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εὑρίσκεται εἰς ἄμεσον σχέσιν.
§212Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀσχέτως πρὸς τὰ τῆς ἐπιβαλλομένης εἰς αὐτὸν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου φορολογικῆς ὑποχρεώσεως, ἔχει τὸ ἐνδιαφέρον ὁ ἰδιοκτήτης, ἵνα γινώσκῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν τῷ κτήματι καλλιεργούντων ἀροτήρων· εἰς τοῦτο δὲ ἰδίως ἀπεβλέψαμεν ἐν τῇ συντάξει τῆς διατάξεως, ὅτι ἀποκτᾷ δι’ αὐτῆς τὸ Δημόσιον πρὸς τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου συμπράκτορα εἰδήμονα ἅμα καὶ ἀξιόπιστον. Οἱ καλλιεργηταὶ κατορθοῦσι νὰ ἀποκρύπτωσι τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἀπὸ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἀπαριθμητῶν, τῶν στελλομένων πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς δηλώσεως, ἀλλὰ τὸν ἰδιοκτήτην δὲν δύνανται νὰ ἐξαπατήσωσι, διότι, καὶ ἀπὼν ἐὰν τυγχάνῃ, ἔχει πάντοτε ἐν τῷ κτήματι ἐπιστάτην. Τὸ Δημόσιον ἄρα ἀπολαμβάνει ὠφέλειαν ἐκ τῆς ὑποκαταστάσεως τοῦ ἰδιοκτήτου εἰς τὸν καλλιεργητὴν ἐν τῇ καταβολῇ τοῦ φόρου. Δικαία ἡ ἐπὶ τὸν ἰδιοκτήτην μεταφορὰ τῆς ὑποχρεώσεως, ἀλλ’ ὠφελούμενον τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς μεταφορᾶς, δίκαιον ἐπίσης εἶναι νὰ διευκολύνῃ τὸν ἰδιοκτήτην εἰς ἀνάκτησιν παρὰ τῶν καλλιεργητῶν τῶν ἐκ τῆς προκαταβολῆς τοῦ φόρου πηγαζόντων δικαιωμάτων αὐτοῦ. Ὀρθῶς δὲ κρίνων τὰς περὶ τούτων γενομένας παρατηρήσεις, νομίζω δίκαιον νὰ προσθέσωμεν διάταξιν εἰς τὸ ἄρθρον 26, καθ’ ἣν πρὸς ἀνάκτησιν τῶν λόγῳ τοῦ φόρου προκαταβληθέντων μεταβιβάζεται εἰς τὸν ἰδιοκτήτην ἡ διαχείρισις τῶν δικαιωμάτων, ἅτινα ἤδη διαχειρίζεται ἀμέσως τὸ Δημόσιον πρὸς τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου παρὰ τῶν καλλιεργητῶν· φέρω δὲ περὶ τούτου πρόσθετον ἐδάφιον, ἔχον οὕτως (ἀναγινώσκει): «ὑποκαθιστάμενοι ὡς πρὸς τὴν ἀπαίτησίν των ταύτην εἰς ὅλα τὰ δικαιώματα καὶ προνόμια τοῦ Δημοσίου». Κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην, θὰ ἔχῃ ὁ ἰδιοκτήτης δικαίωμα προτιμήσεως, οἷον ἔχει ἤδη τὸ Δημόσιον ἀπέναντι παντὸς ἄλλου ἀπαιτητοῦ. Ὑποκαθίσταται ἄρα ὁ ἰδιοκτήτης εἰς τὸ Δημόσιον.
§213ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἄλλαι εἶναι αἱ σχέσεις, τὰς ὁποίας θέλομεν νὰ τηρήσωμεν μὲ τοὺς ἀπόντας ἰδιοκτήτας, παρὰ ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας θέλει νὰ ἀναγνωρίσῃ ἡ Ρωμουνία· ἄλλοι εἶναι οἱ κάτοχοι ἑλληνικῶν κτημάτων οἱ κατοικοῦντες ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἄλλοι οἱ κτηματίαι οἱ κατοικοῦντες ἐκτὸς τῆς Ρωμουνίας. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, διότι πᾶς τις ἐννοεῖ, ὅτι, ἂν ὁ Ρωμοῦνος ἔχῃ συμφέρον νὰ μὴ γείνῃ κύριος κτήματος μεγάλου ὁ Ἕλλην ἢ ὁ Ἰσραηλίτης, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν συμφέρον νὰ μὴ γείνουν ἰδιοκτῆται Ἕλληνες ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος καθήμενοι ἢ Ἀλβανοί. Ἑπομένως τὸ παράδειγμα τῆς Ρωμουνίας δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἡμᾶς. Ἀλλὰ πλὴν τούτου παρατηρῶ, ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν ἰδιοκτητῶν θὰ εὑρεθῶσιν εἰς δύσκολον θέσιν διὰ τὴν προκαταβολὴν τοῦ φόρου, διότι πολλὰ δὲν δύνανται νὰ προκαταβάλωσιν. Αὐτοὺς τί θὰ τοὺς κάμητε; Θὰ δημοπρατήσητε τὰ κτήματά των;
§214ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ ἐπεθύμουν νὰ ὑπῆρχε τρόπος εὐκολίας, οὐχὶ χάριν τῶν ἰδιοκτητῶν, ἀλλὰ χάριν τῶν ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν· διότι ὁ ἰδιοκτήτης θὰ πληρώσῃ τὸν φόρον τὸν Σεπτέμβριον, ἀλλ’ αὐτὸς θὰ πιέσῃ τοὺς χωρικοὺς ἀπὸ τὸν Ἰούλιον ἐν τοῖς ἁλωνίοις ἵνα προκαταβάλωσι τοὺς φόρους· θὰ εἴπῃ δὲ εἰς τοὺς χωρικούς, ἐὰν π. χ. ὁ φόρος ἦναι 500 δραχμαί, «δώσατέ μοι τόσα κοιλὰ σίτου». Ἐὰν δὲ ὁ σῖτος ἔχῃ 8 δραχμὰς τὸ κοιλὸν, αὐτὸς θὰ τὸ πάρῃ ἀντὶ 6· ἑπομένως θὰ πιεσθῶσιν οἱ ἐπίμορτοι καλλιεργηταί. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς δηλώσεις, δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Καραπᾶνον, διότι ὁ ἰδιοκτήτης εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ καὶ τὸ τελευταῖον ζῶον τοῦ κτήματος, καὶ ἂν δὲν τὸ γνωρίζῃ αὐτὸς, θὰ τὸ γνωρίζῃ ὁ ἐπιστάτης. Τὸ Δημόσιον δὲν βλάπτεται, δὲν εἶναι δὲ εὔκολον νὰ ἀποκρύπτωνται τὰ ἀροτριῶντα κτήνη, διότι οἱ χωρικοὶ ἔχουν συμφέρον νὰ καταγγείλωσιν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ ἀποκρύψῃ τὸ κτῆνος· διότι, ὅσον περισσότερα εἶναι τὰ κτήνη, τόσον ἡ ἀναλογία εἶναι εἰς αὐτοὺς ὀλιγωτέρα. Ἐγὼ, ἐξ ἀντιθέτου πρὸς τὸν κ. Καραπᾶνον, λέγω, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοὺς ἰδιοκτήτας δὲν τοὺς βαρύνει εἴς τίποτε. Ἀπ’ ἐναντίας τοῖς δίδει ἓν ὅπλον, — καὶ ἐννοῶ τοὺς ἀσυνειδήτους ἰδιοκτήτας, — ἵνα πιέσωσι τοὺς ἐπιμόρτους καλλιεργητάς.
§215Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τί;
§216ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἰδού, κύριε Πρόεδρε. Εἰς τὰ ἁλώνια, γνωρίζω, ὅτι τὸν Σεπτέμβριον εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ πληρώσω 6–7 χιλιάδας δραχμάς...
§217Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐχὶ τὸν Σεπτέμβριον· τὴν 1 Αὐγούστου.
§218ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἔστω, τὴν 1 Αὐγούστου, μολονότι τὰ ἁλώνια εἶναι πρὸ τῆς ἐποχῆς ταύτης... Ἐγὼ λοιπὸν, ὁ ἰδιοκτήτης, διὰ νὰ ἐξασφαλισθῶ, ὅταν θὰ περατωθῶσι τὰ ἁλώνια, θὰ πιέσω τὸν ἐπίμορτον καλλιεργητὴν, καὶ θὰ πάρω τὸ μερίδιόν μου. Θὰ τῷ εἴπω: «Σὺ, δυνάμει τοῦ νόμου, ἔχεις νὰ πληρώσῃς 50 δραχμὰς, καὶ θὰ τὰς πληρώσω ἐγώ· κατὰ συνέπειαν θὰ μοὶ δώσῃς τόσα κοιλὰ σίτου».
§219Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πῶς;
§220ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς εἶπον· δίδετε ἓν ὅπλον εἰς τοὺς ἀσυνειδήτους ἰδιοκτήτας. Ἐγὼ αὐτὸ καὶ μόνον τὸ κακὸν εὑρίσκω. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς ἰδιοκτήτας, δὲν εὑρίσκω, ὅτι ζημιοῦνται.
§221ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε πρέπει νὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα καλλίτερον, καὶ νὰ ἀναβάλωμεν, ὅπως τὸ ἄρθρον αὐτὸ συνταχθῇ κατὰ τρόπον ἁρμόζοντα.
§222ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Χθὲς ὑπεστήριξα νὰ μὴ ἐπιβάλληται εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, ὁ ὁποῖος δηλόνει τὰ κτήνη καὶ πληρόνει τὸν φόρον, πρόσθετος φόρος· διότι ἠδύνατο ὁ ἰδιοκτήτης κάλλιστα νὰ κάμῃ κατάχρησιν τοῦ ὅπλου, τὸ ὁποῖον ἔχει εἰς χεῖράς του, ὅπως ἐξασφαλίζηται ἀπέναντι τοῦ καλλιεργητοῦ διὰ τὴν δήλωσιν καὶ διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου. Ἐπειδὴ δηλαδὴ ὁ ἐπίμορτος καλλιεργητὴς δὲν ἔχει ἀκίνητον περιουσίαν, δύναται δὲ νὰ ἐκποιήσῃ τὰ ζῶα καὶ ν’ ἀναχωρήσῃ, βεβαίως ὁ ἰδιοκτήτης θὰ ζητήσῃ νὰ ἐξασφαλισθῇ τόσον περὶ τῆς ἀκριβοῦς δηλώσεως τῶν ζώων, ὅσον καὶ περὶ τῆς ἀποτίσεως τοῦ φόρου. Ἰδοὺ διατὶ παρεκάλεσα νὰ ἐπιτραπῇ ἡ διανομὴ τῆς εὐθύνης τοῦ φόρου μεταξὺ ἰδιοκτήτου καὶ καλλιεργητοῦ, ἀναλόγως τῶν σχέσεων αὐτῶν. Ὁμολογῶ, ὅτι τὸ πρᾶγμα θὰ παρεῖχε δυσκολίαν τινὰ εἰς τὴν Ἐφορίαν καὶ τὰς ἀρχὰς καθ’ ὅλου, ὅπως ἐξακριβώσωσι, τίνες αἱ σχέσεις μεταξὺ ἰδιοκτήτου καὶ καλλιεργητοῦ· διότι δὲν εἶναι αὗται πανταχοῦ αἱ αὐταί, ἀφοῦ ἀλλαχοῦ μὲν ἐξ ἡμισείας, ἀλλαχοῦ δὲ κατὰ τὸ τρίτον, ἀλλαχοῦ κατὰ τὸ τέταρτον, καὶ ἀλλαχοῦ κατὰ τὸ πέμπτον μετέχει τῆς ἐσοδείας ὁ ἰδιοκτήτης. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι τοῦτο θὰ παρέχῃ πράγματα εἰς τὰς οἰκονομικὰς ἀρχάς· ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι, ὅπως μὴ ἐπιβαρύνωμεν μὲ πλείονα ἐργασίαν τὰς οἰκονομικὰς ἀρχάς, πρέπει νὰ προκαλέσωμεν τοιαύτας δυσχερείας μεταξὺ ἰδιοκτήτου καὶ καλλιεργητοῦ.
§223ΡΟΥΚΗΣ. Ἀφοῦ οἱ καλλιεργηταὶ θὰ βγοῦν ζημιωμένοι.
§224ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ δυσχέρειαι, αἱ ὁποῖαι οὕτως ἢ ἄλλως ἀναφύονται, ὡς ἐξ αὐτοῦ τοῦ συστήματος τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, θὰ μᾶς ἀγάγωσι θᾶττον ἢ βράδιον κατ’ ἀνάγκην εἰς τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, τὸ ὁποῖον ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ὑπέδειξεν, ἀφοῦ ἄλλως τε ὁ νῦν ἰσχύων φόρος οὐ μόνον ἄνισος καὶ ἄδικος εἶναι, ἀλλὰ καὶ δὲν ἀποφέρει ἱκανὸν ποσὸν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ἐν ἄλλῃ εὐκαιρίᾳ θ’ ἀναπτύξω τὴν περὶ τούτου γνώμην μου διὰ μακρῶν. Ἀπὸ τοῦδε ὅμως παρατηρῶ, ὅτι ὁ μόνος ὀρθὸς, ὁ μόνος δίκαιος φόρος εἶναι ὁ ἔγγειος στρεμματικός, τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ὁποίου ἠδύνατο νὰ γείνῃ καλή τις ἀρχὴ ἀπὸ τῶν μεγάλων ἰδιοκτησιῶν. Αἱ μεγάλαι ἰδιοκτησίαι δὲν παρέχουσι τὰς δυσχερείας ἐκείνας, τὰς ὁποίας παρέχουσιν αἱ μικραὶ καὶ κατατετμημέναι ἰδιοκτησίαι. Βεβαίως ἐπὶ τῶν τελευταίων τούτων εἶναι δύσκολον νὰ ἔχῃ τις κτηματολόγιον. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν μεγάλων ἰδιοκτησιῶν ὑπάρχουσι τίτλοι ὁπωσδήποτε ἀσφαλεῖς, ἔχουσιν ἤδη καθορισθῆ τὰ ὅρια, καὶ εἶναι εὔκολον νὰ γείνῃ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἐγγείου στρεμματικοῦ φόρου. Κατ’ ἐξοχὴν δὲ ἐπιβάλλεται τοῦτο εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ὅπου ὑπάρχουσιν αἱ μεγαλείτεραι κτήσεις, καὶ ὅπου οἱ ἰδιοκτῆται—καὶ κατὰ τοῦτο συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν—ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ διάγουσιν ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, λαμβάνουσι δὲ τὰ μεγάλα των εἰσοδήματα ἐκεῖθεν, τὰ μεταβάλλουσιν εἰς χρυσόν, καὶ τὰ καταναλίσκουσιν ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ ἀλλαχοῦ τῆς Τουρκίας. Δὲν ἐννοῶ, διατὶ δὲν πρέπει αὐτοὶ νὰ ὑποβληθῶσιν ὄχι εἰς βαρεῖαν καὶ ἐπαχθῆ, ἀλλὰ εἰς δικαίαν φορολογίαν. Διὰ ταῦτα νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς πλέον νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ ἐγγείου στρεμματικοῦ φόρου, ἀρχόμενοι ἀπὸ τῶν μεγάλων ἀγροτικῶν κτήσεων.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 26 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§226ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ τροπολογία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τί γίνεται;
§227Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ τυπωθῇ τὸ πρωΐ, καὶ θὰ διανεμηθῇ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 27–32).
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 33 (ἀναγινώσκεται).
§229ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὸν φορολογικὸν νόμον τοῦ 1856, ἀπαλλάσσονται τοῦ φόρου διάφορα περιβόλια, λ.χ. φυτεῖαι, ἢ λαχανόκηποι, τὰ τριφύλλια κτλ. Καὶ ὡσαύτως ἀπαλλάσσονται τοῦ φόρου οἱ κῆποι τῶν γεωργῶν μέχρις ἑνὸς στρέμματος, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1874. Ἐννοοῦμεν νὰ μὴ ἀπαλλάσσωμεν πλέον τούτους τῆς φορολογίας, τῆς ὁποίας τοὺς ἀπήλλασσεν ὁ νόμος τοῦ 1874 καὶ ὁ νόμος τοῦ 1886 καὶ οἱ μετ’ αὐτοὺς ἐλθόντες καὶ κυρώσαντες τοὺς προηγουμένους ἐτησίους νόμους;
§230Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ τριφύλλια καὶ οἱ λαχανόκηποι δὲν ὑποβάλλονται εἰς τὴν φορολογίαν τῶν περιβολίων. Περὶ δὲ τῶν ἄλλων διαλαμβάνει τὸ ἄρθρον, ὁρίζον, ὅτι «δὲν θεωροῦνται ἀποτελοῦντα περιβόλιον τὰ σποράδην ὀπωροφόρα δένδρα, τὰ ἔλαττον τῶν 6 ἐν ἑνὶ στρέμματι, ὡς καὶ τὰ εἰς αὐλὰς, ἀμπέλους, σταφιδαμπέλους ἢ σπειρομένους ἀγρούς». Λοιπὸν τὰ ἐν αὐλαῖς τῶν οἰκιῶν ἀπαλλάσσονται.
§231ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οἱ συκεῶνες;
§232Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ συκεῶνες δὲν περιλαμβάνονται ἐν τῇ φορολογίᾳ τῶν περιβολίων. Οὗτοι ἀνάγονται εἰς ἰδίαν κατηγορίαν.
§233ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τί γίνονται αὐτοί;
§234Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μένουσιν ἀφορολόγητοι, καὶ διὰ τοῦτο δὲν μνημονεύονται.
§235ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι πλέον ἀφορολόγητοι· εἶναι ἀφορολόγητοι κατὰ τοὺς ἐτησίους νόμους. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκηται νὰ γείνῃ ἐπανάληψις τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τοῦ 1884 εἰς τὸν ἐτήσιον νόμον, καὶ τὸν ἐτήσιον νόμον τὸν περιορίσωμεν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, τότε δὲν ἠξεύρω, πόθεν αὐτοὶ θὰ ἀπαλλαγῶσι.
§236Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐκ τῆς μὴ ὑποβολῆς αὐτῶν ὑπὸ τοῦ νόμου εἰς φορολογίαν.
§237ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑποβάλλονται διὰ νεωτέρου νόμου· διὰ νὰ ἀπαλλάσσωνται ὑπὸ τῶν ἐτησίων νόμων, σημαίνει ὅτι θὰ ὑπεβάλλοντο εἰς τὸν νόμον.
§238Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πῶς ἐπιβάλλεται ὁ φόρος; Δὲν ἐπιβάλλεται αὐτοδικαίως, ἐκ θείου δικαίου, ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ νόμου· ὁ δὲ νόμος ποῖον φόρον ἐπιβάλλει; Ἰδοὺ ὁ φόρος (ἀναγινώσκει): «Ἐπιβάλλεται ἔγγειος κατὰ στρέμμα φόρος ἐπὶ τῶν ἐξ ὀπωροφόρων δένδρων περιβολίων...» Ἐξ ὀπωροφόρων δένδρων περιβόλια δὲν εἶναι οἱ συκεῶνες.
§239ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι βέβαιον.
§240Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἀκριβῶς διὰ τοῦτο, ἵνα διευκρινηθῇ, ὅτι δὲν περιλαμβάνονται τὰ λάχανα (γέλωτες) καὶ τὰ λεγόμενα μποστάνια εἰς τὰ ὑποβαλλόμενα εἰς τὴν φορολογίαν περιβόλια, συνετάχθη ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον 32, χαρακτηρισθέντων αὐτῶν ὡς ἀποτελουμένων ἐξ ὀπωροφόρων δένδρων. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τούτων, τῶν οὕτω χαρακτηρισθέντων ὡς περιβολίων, ἐξαιροῦνταί τινα τῆς φορολογίας κατὰ τὸ ἄρθρον 33.
§241ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε μένουσιν ἀπολύτως ἀφορολόγητοι;
§242ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ ἄρθρον 140 καταργεῖ πᾶσαν διάταξιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 33, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 34 καὶ 35).
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 36 (ἀναγινώσκεται).
§244Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρατηρῶ μόνον— καὶ κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θέλει προταθῆ ἡ διόρθωσις—ὅτι κατὰ τὴν τέως κειμένην νομοθεσίαν ἡ εἴσπραξις ἄρχεται ἀπὸ τῆς 1 Αὐγούστου. Ἐδῶ ἐτέθη ἀπὸ τῆς 1 Σεπτεμβρίου. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ τῆς κειμένης νομοθεσίας καὶ νὰ ὁρίσωμεν τὴν εἴσπραξιν ἀρχομένην ἀπὸ τῆς 1 Αὐγούστου.
§245ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι ὑποχρεωμένοι ὅμως νὰ πληρώσουν, εἰμὴ μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου τοῦ προσεχοῦς ἔτους· ὥστε, ἂν τοὺς ἀφήσητε τὸν Σεπτέμβριον, νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι θὰ πληρώσουν ταχύτερον τὸν Σεπτέμβριον, παρὰ τὸν Αὔγουστον.
§246Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὴν διάταξιν ταύτην θέλομεν περιλάβει καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ 24, ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, διότι καὶ τούτου σήμερον ἀπὸ τῆς 1 Αὐγούστου ἄρχεται ἡ εἴσπραξις. Ἀλλ’ ἔχομεν ἀναγράψει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὴν πρώτην Σεπτεμβρίου, ἀνθ’ ἧς θέλομεν προτείνει τὴν 1 Αὐγούστου.
§247ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δύνασθε νὰ ἐκβιάσητε τὴν 1 Αὐγούστου;
§248Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔκτοτε ὑφίσταται ἡ ὑποχρέωσις, ἧς ἡ ἀθέτησις ἐπάγεται τὰς συνεπείας τοῦ νόμου, πλὴν τῆς τοῦ προστίμου καὶ τοῦ τόκου ὑπερημερίας, ὧν ἡ προθεσμία εἶναι ἄλλη.
§249ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ τὸν Σεπτέμβριον δύνανται νὰ πληρώσωσιν εὐκολώτερον, παρὰ τὸν Αὔγουστον, ἂν θέσητε προθεσμίαν τὸν Σεπτέμβριον, ἴσως ἡ αἴτησις τοῦ εἰσπράκτορος, ἀπευθυνομένη κατὰ Σεπτέμβριον, θὰ ἀποφέρῃ πληρωμὴν, ἐνῷ ἀπευθυνομένη κατ’ Αὔγουστον, δὲν θ’ ἀποφέρῃ, καὶ θ’ ἀφήσῃ τὴν πληρωμὴν μέχρι τέλους τοῦ ἔτους.
§250Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἤδη παρατήρησις ἐγένετο περὶ τῆς 1 Αὐγούστου.
§251ΡΟΥΚΗΣ. Τὸν Αὔγουστον δὲν ἔχει κἀνείς.
§252ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως δὲν ἔχει. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 36, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 37–47).
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 48 (ἀναγινώσκεται).
§254ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂν καλλιεργητής τις ἀφαιρέσῃ ὅ,τι θέλει ἐκ τοῦ περιβολίου καὶ φύγῃ, ὁ ἰδιοκτήτης εἶναι ὑπόχρεως νὰ πληρώσῃ καὶ τὸν φόρον τοῦ καλλιεργητοῦ;
§255Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§256ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε οἱ ἰδιοκτῆται ἀποβαίνουσι κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἡ κλάσις ἐκείνη, τὴν ὁποίαν καταδιώκει ὁ νόμος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 48, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 49).
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 50 (ἀναγινώσκεται).
§258ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑποβάλλω πρότασίν τινα ὡς πρὸς τὸν φορολογικὸν ὅρον τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν βοσκησίμων γαιῶν. Δὲν ἠξεύρω, τί σκέπτεται περὶ τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργός. Εἶπον ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι ἄνισος, ἐν σχέσει πρὸς ἄλλους φόρους. Ἐνῷ λ. χ. ὁ πτωχὸς κηπουρὸς πληρόνει ἐπὶ τῆς ἐργασίας αὑτοῦ 8% καὶ 10%, ἐνῷ ὁ ἐλαιοπαραγωγὸς ἐπίσης πληρόνει οὐχὶ μόνον ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας του, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς προσωπικῆς του ἐργασίας 9%, ἐνῷ ὁ ῥητινοσυλλέκτης πληρόνει 12% φόρον καὶ 15% ἐπικαρπίαν, εἶναι ἄδικον, ἀδικώτατον, νομίζω, ὁ ἰδιοκτήτης βοσκησίμων γαιῶν νὰ πληρώνῃ αὐτὸν τὸν μικρὸν φόρον τῶν 6%. Ἰδοὺ διατὶ εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει ν’ αὐξήσῃ ὁ φόρος οὗτος, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ, ὡς χθὲς εἶπον, εἶναι ἄδικον, γαῖαι καλλιεργήσιμοι, γαῖαι γονιμώταται πολλάκις νὰ χρησιμοποιῶνται εἰς βοσκὴν καὶ ὄχι εἰς τὸν κύριον αὐτῶν προορισμόν, ὅπως αὐξήσῃ ἡ παραγωγὴ τοῦ τόπου. Ὅπως λοιπὸν ἐξαναγκάσωμεν τοὺς ἰδιοκτήτας αὐτῶν εἰς τὴν καλλιέργειάν των, πρέπει νὰ τοὺς ἐπιβάλωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλείτερον φόρον. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι ἐννοῶ τὰς γαίας τὰς καλλιεργησίμους, ὄχι βεβαίως τὰς βοσκὰς τὰς κοινοτικάς, τὰς ὀρεινάς, ἀλλὰ τὰς γαίας τὰς καλλιεργησίμους τῆς τῆς Θεσσαλίας, τῆς Φθιώτιδος καὶ ἄλλων μερῶν, ἃς δυνάμεθα κάλλιστα νὰ ὑποβάλωμεν εἰς μεγαλειτέραν φορολογίαν, τοὐλάχιστον 10%.
§259Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐπίπτωσις τοῦ φόρου τούτου νομίζω, ὅτι εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον ἐπὶ τῶν ζώων, ἅτινα καὶ ἀμέσως φορολογοῦνται. Δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ φορολογία τῶν βοσκῶν, μὴ ἐπιπίπτουσα ἐπὶ τῶν ζώων, τὰ δὲ ζῶα φορολογοῦνται παρ’ ἡμῖν πολὺ βαρέως, διότι εἴμεθα τὸ μόνον Εὐρωπαϊκὸν Κράτος, τὸ φορολογοῦν κατὰ κεφαλὴν τὰ ζῶα. Συνήθως τὰ ζῶα φορολογοῦνται διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν βοσκῶν. Ἡ φορολογία τῶν ζώων ἐπιβάλλεται διὰ τῶν βοσκῶν, διότι, ὅσον καὶ ἂν ᾖ προηγμένη ἡ κτηνοτροφία, θὰ βοσκήσωσι τὰ ζῶα ἐν ταῖς νομαῖς· ἀλλὰ καὶ ἐφ’ ὅσον μὴ βοσκήσωσι ἐπὶ τόπου, ἀλλ’ ἐναυλισθῶσιν ἐν σταύλοις ἢ ἄλλαις περιοχαῖς, πάλιν ἐκ τοῦ προϊόντος τῶν βοσκῶν θέλουσι τραφῆ. Ἴσως ἡμέραν τινά, ἀναθεωρουμένης τῆς φορολογίας ἡμῶν, καταργηθῇ ὁ φόρος τῶν ζώων, καὶ τότε θέλει αὐξηθῆ σπουδαίως ὁ φόρος ἐπὶ τῶν βοσκῶν. Ἐνόσω ὅμως ὑφίσταται ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων, νομίζω, ὅτι ἡ φορολογία ἐπὶ τῶν βοσκῶν, ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, εἶναι ἐπαρκής, οὐδὲ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀσπασθῶμεν περὶ τὰ τῶν βοσκῶν πολιτικήν, ὁποίαν ἐνδεικνύει ὁ κ. Βουλευτής, τουτέστι τὴν ἐπιδίωξιν τῆς ὁλοσχεροῦς ἀντικαταστάσεως τῶν βοσκῶν ὑπὸ τῶν καλλιεργησίμων γαιῶν· διότι, ὅπως εἶναι πλοῦτος τῆς χώρας ἡ γεωργικὴ παραγωγή, οὕτως εἶναι πλοῦτος τῆς χώρας καὶ ἡ κτηνοτροφία· ἀλλὰ κτηνοτροφία πεπολιτισμένη, κτηνοτροφία ἀνεπτυγμένη, οὐχὶ κτηνοτροφία ὡσεὶ ἀγρία. Δὲν ἔχει ἄρα συμφέρον ἡ Πολιτεία, ὅπως τὰς κυρίως βοσκὰς, εἰς ἃς περιώρισε τὰς παρατηρήσεις αὑτοῦ ὁ κ. Βουλευτής, ἐπιβαρύνῃ φορολογικῶς. Τοὐναντίον τὸ συμφέρον τῇ ὑπαγορεύει, ὅπως ἐνισχύσῃ τὴν διατήρησιν τῶν βοσκῶν, ἀπέχουσα ἀπὸ φορολογικῶν πιέσεων, σκοπουσῶν τὸν ἐξαναγκασμὸν τῆς τροπῆς αὐτῶν εἰς καλλιεργησίμους γαίας, καὶ τὴν ἐμψύχωσιν τῆς περιποιήσεως αὐτῶν, ὅπως καταστῶσιν ἐπιτήδειαι πρὸς κτηνοτροφίαν ἐξημερωμένην καὶ μᾶλλον προσοδοφόρον.
§260ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ ἐνθυμῇ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὰς ἀληθεῖς, προωρισμένας εἰς ἀληθῆ κτηνοτροφίαν ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔχομεν τοιαύτας βοσκὰς, δὲν ἔχομεν ἀληθῆ λειβάδια, ἐπιτήδεια εἰς ἀνάπτυξιν τῆς κτηνοτροφίας. Ἐνόσῳ δὲ τοιαῦτα λειβάδια τεχνητὰ δὲν ἔχομεν, ἀλλ’ ἔχομεν ἁπλῶς γαίας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς τὴν καλλιέργειαν, δὲν ἐννοῶ, πῶς δὲν δύνανται νὰ ὑποστῶσιν αὐταὶ τὸν ὑπ’ ἐμοῦ προταθέντα φόρον. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι αἱ βοσκαὶ αὗται χρησιμοποιοῦνται, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀκόμη καὶ διὰ τὰ ζῶα τὰ ἐν τοῖς σταύλοις. Διὰ τὰ ζῶα τὰ ἐν τοῖς σταύλοις χρησιμεύουν τὰ λειβάδια, μόνον πρὸς κοπὴν χόρτου προωρισμένα, καὶ δι’ αὐτὰ δὲν πληρόνεται τὸ παράπαν φόρος. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ὁ φόρος τῶν βοσκῶν ἐπιβαρύνει τοὺς κατόχους τῶν ζώων, διότι ἄλλοι εἶναι οἱ κάτοχοι τῶν λειβαδίων καὶ ἄλλοι οἱ τῶν ζώων. Οἱ κάτοχοι τῶν λειβαδίων εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ κανονίσωσι τὰς τιμὰς ἀναλόγως τῆς ζητήσεως αὐτῶν. Ὁ ἐλεύθερος συναγωνισμὸς...
§261Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸν ἐλεύθερον συναγωνισμὸν δύνασθε νὰ εὕρητε καὶ εἰς τὸν παραγωγέα, τὸν γεωργόν, καὶ εἰς τὰς βοσκάς.
§262ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ ἐλεύθερος συναγωνισμὸς ἐπιῤῥίπτει τὸ φορολογικὸν βάρος κυρίως εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τῶν βοσκῶν. Εἷς δὲ ἰδιοκτήτης βοσκῆς, ἔχων καθαρὰν πρόσοδον πολλάκις 10% καὶ ἐπέκεινα, εἶναι ἄδικον νὰ φορολογῆται πρὸς 6%, νὰ φορολογῶνται δὲ ἄλλοι ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου των, ἐπὶ τῆς προσωπικῆς των ἐργασίας, ἐπὶ ἐργασίας ἀποφερούσης εἰς αὐτοὺς μόλις 50 καὶ 60 λεπτὰ τὴν ἡμέραν, τὸ διπλάσιον. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὴν δυσαναλογίαν αὐτήν, τὴν φορολογικήν, μεταξὺ τοῦ ἰδιοκτήτου ἑνὸς μεγάλου κτήματος, ὅστις ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος μόνον πληρόνει 5 καὶ 6%, καὶ τοῦ ἐλαιοπαραγωγοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προσωπικῆς του ἐργασίας πληρόνει 9%, τοῦ πτωχοῦ κηπουροῦ, ὁ ὁποῖος πληρόνει ἐπὶ τῇ βάσει ἐπίσης τῆς προσωπικῆς του ἐργασίας 10%, καὶ τοῦ ῥητινοσυλλέκτου, ὁ ὁποῖος πληρόνει 27%, καὶ θὰ ἰδῆτε ὁπόσον δίκαιον ἔχω.
§263ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἱ πλεῖσται τῶν καλλιεργησίμων γαιῶν ἀποτελοῦσι τὰς βοσκάς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 50, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 51–58).
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 59 (ἀναγινώσκεται).
§265ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἤλπιζον νὰ τύχω τῆς συνδρομῆς τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἀντιπροσωπεύει ἐλαιοφόρον ἐπαρχίαν, καὶ ἠδύνατο νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τῆς προτάσεώς μου, εἰδώς, ὁπόσον ἐπαχθὴς εἶναι ὁ φόρος οὗτος εἰς τοὺς ἐλαιοπαραγωγούς. Δὲν πρέπει νὰ νομίζῃ τις, Κύριοι, ὅτι παράγεται ἀφ’ ἑαυτοῦ αὐτὸς ὁ καρπὸς καὶ ἀποφέρει εἰσόδημα εἰς τὸν ἰδιοκτήτην. Ἀπαιτεῖται ἐργασία, ἀπαιτεῖται σκάλισμα ἢ ἀροτρίασις, πότισμα, κλάδευμα καὶ συλλογὴ αὐτοῦ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρωθυπουργόν, καὶ ἐλπίζω νὰ παρακαλέσῃ αὐτὸν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἐπὶ τοῦ φόρου τούτου ἀφήσῃ τοὐλάχιστον τὰ 2%, τὰ δύο πεμπτημόρια. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 59, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 60–72).
§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 73 (ἀναγινώσκεται).
§267ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 73 ἔκαμα καὶ χθὲς τὴν παρατήρησιν, ὅτι πρόκειται διὰ Β. Διατάγματος νὰ καταργηθῶσιν ἢ τροποποιηθῶσι διατάξεις ἐμπεριλαμβανόμεναι εἰς τὸν νόμον. Τὸ ἄρθρον τοῦτο λέγει (ἀναγινώσκει): «Ὁ παραγόμενος οἶνος ὑποβάλλεται εἰς ἔγγειον φόρον, βεβαιούμενον καὶ εἰσπραττόμενον κατὰ τὸν ἀπὸ 21 Ἰανουαρίου 1886 ΑΤΝʹ νόμον, καθ’ ὅσον δὲν ἀντιβαίνει εἰς τὰς ἑπομένας διατάξεις, καὶ τὸ ἐκδοθησόμενον κατὰ τὸ ἄρθρον 138 τοῦ νόμου τούτου Β. Διάταγμα». Ἕπεται, ὅτι τὸ διάταγμα δύναται νὰ μεταῤῥυθμίσῃ τὸν νόμον ΑΤΝʹ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι τυπικός.
§268Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ναί· ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 138 ὁρίζει, ὅτι θέλει περιορισθῆ τὸ διάταγμα εἰς κανονιστικά.
§269ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ εἰς κανονιστικὰ ἂν πρόκηται νὰ περιορισθῇ, τὰ κανονιστικὰ ταῦτα δὲν δύνανται νὰ περιέχωσι τί ἐναντίον τοῦ νόμου.
§270Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν ὁ νόμος τὸ ἐπιτρέπῃ, δύνανται. Τώρα τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν πρέπῃ νὰ τὸ ἐπιτρέπῃ ὁ νόμος, καὶ λέγομεν, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ἵνα μὴ τὸ ἐπιτρέπῃ. Τὸ ἄρθρον 138 ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Διὰ βασιλικοῦ διατάγματος, ἐκδιδομένου προτάσει τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, θέλουσι κανονισθῆ διὰ πάντας τοὺς ἐν τῷ παρόντι νόμῳ ἀμέσους φόρους, τοὺς δι’ ἐνοικιάσεως διατεθειμένους, τὰ τῆς διεξαγωγῆς τῶν δημοπρασιῶν, τὰ τῶν ὑποχρεώσεων ἐν γένει τοῦ ἐνοικιασλοῦ καὶ τὰ τῶν συνεπειῶν τῆς ἀθετήσεως τούτων». Τούτων ἐπιτρέπεται ὁ κανονισμὸς διὰ Β. Διατάγματος. Οὐδεὶς δὲ ὑπάρχει λόγος, ἵνα μὴ ἐπιτρέπηται, ἀφοῦ πρόκειται περὶ διατάξεων, αἵτινες, ὡς ἐκ τοῦ χαρακτῆρος αὐτῶν, ἀνάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων διαῤῥυθμιζομένων.
§271ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης πάντοτε, ὅτι αἱ κανονιστικαὶ διατάξεις πρέπει μᾶλλον διὰ διατάγματος νὰ ὁρίζωνται, παρὰ διὰ νόμου. Δὲν ἕπεται ὅμως, ὅτι, ἐπειδὴ ἐγώ, ὡς καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἔχω τὴν γνώμην αὐτὴν, δὲν ἕπεται, ὅτι δυνάμεθα ἡμεῖς διὰ διαταγμάτων νὰ ἀκυρώσωμεν καὶ καταργήσωμεν διατάξεις, ἐμπεριεχομένας ἐντὸς νόμου, οἱαιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν αἱ διατάξεις αὗται. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τοῦτο, καθ’ ὅσον ἀκριβῶς κατὰ τὸ ἄρθρον 138 πρόκειται συνάμα νὰ κανονισθῶσι καὶ αἱ συνέπειαι τῆς ἀθετήσεως τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ ἐνοικιασλοῦ, καὶ ἑπομένως πρόκειται νὰ ἐπιβληθῶσι καὶ τιμωρίαι. Δύνασθε, ἂν θέλητε, διὰ τοῦ νόμου τούτου νὰ ἀκυρώσητε τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας νομίζετε ἀκυρωτέας, τοῦ νόμου ΑΤΝʹ.
§272ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ αὐτὸ εἶναι.
§273ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποσῶς. Διότι δὲν γνωρίζομεν ποίας διατάξεις θὰ ἀκυρώσητε.
§274ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πάσας τὰς κανονιστικάς.
§275ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠξεύρομεν ποῖαι εἶναι αἱ κανονιστικαί· εἶναι τὸ ὅριον τόσον ἀόριστον καὶ ἀβέβαιον μεταξὺ τῶν κανονιστικῶν καὶ τῶν ἄλλων διατάξεων, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν προτέρων νὰ γνωρίζῃ τις ποίας ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, δυνάμει τοῦ νόμου ΑΤΝʹ, δύναται νὰ θεωρήσῃ κανονιστικάς. Εἶναι βεβαίως ἐναντίον καὶ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς ἰσχυούσης παρ’ ἡμῖν νομοθεσίας ἡ διάταξις αὕτη. Ἀκυρώσατε ὁποίας διατάξεις θέλετε, καὶ ἀφήσατε τότε νὰ συντάξητε ἁπλῶς κανονιστικὰς διατάξεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας νομίζετε ἀναγκαίας νὰ συντάξητε πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 138 περιλαμβανομένων θεμάτων· ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι διὰ διατάγματος θὰ ἀκυρώσωμεν διατάξεις νόμων.
§276Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδῶ ἔχομεν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 73, καθ’ ἣν (ἀναγινώσκει): «Ὁ παραγόμενος οἶνος ὑποβάλλεται εἰς ἔγγειον φόρον, βεβαιούμενον καὶ εἰσπραττόμενον κατὰ τὸν ἀπὸ 21 Ἰανουαρίου 1886 ΑΤΝʹ νόμον, καθ’ ὅσον δὲν ἀντιβαίνει εἰς τὰς ἑπομένας διατάξεις, καὶ τὸ ἐκδοθησόμενον κατὰ τὸ ἄρθρον 138 τοῦ νόμου τούτου Β. Διάταγμα». Δὲν βλέπω, ποῦ διορᾷ τὴν ἀντινομίαν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτε ὁ φόρος οὗτος βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου, συνδυαζομένας πρὸς τὰς τοῦ νόμου τῆς 21 Ἰανουαρίου 1886 καὶ τοῦ ἐκδοθησομένου βασιλικοῦ διατάγματος.
§277ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε μεταβάλετε τὴν φράσιν· διότι, ὅπως εἶναι συντεταγμένον τὸ ἄρθρον, βεβαίως περιέχει ἀντινομίαν.
§278Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ αὐτὸ ἐκφράζεται, ἂν ἀντὶ «καὶ τὸ» γραφῇ «καὶ κατὰ τό».
§279ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι τὸ αὐτὸ, καθόσον δίδεται καθαρωτέρα ἡ ἔννοια.
§280Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (ἀναγινώσκει) «... καθ’ ὅσον δὲν ἀντιβαίνει εἰς τὰς ἑπομένας διατάξεις τοῦ νόμου, καὶ κατὰ τὸ κτλ.».
§281ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε, ἂν θέλητε, τὸ «καθ’ ὅσον δὲν ἀντιβαίνει εἰς τὰς διατάξεις» νὰ τεθῇ ἐν ἰδιαιτέρῳ ἐδαφίῳ.
§282Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι συρμός, ἀντὶ παρενθέσεως νὰ τίθηνται τὰ παρεμπίπτοντα ἐντὸς δύο κομμάτων· ἂν τὰ δύο κόμματα ἐκλάβητε ὡς παρένθεσιν, ἔχετε τὴν ἔννοιαν ἐναργῆ.
§283ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι καλὸν νὰ λείψωσιν αὐτοὶ οἱ συρμοὶ, οἱ μεταβάλλοντες τὸν χαρακτῆρα τῶν κωδικοποιήσεων τῆς νομοθεσίας τῶν διαταγμάτων.
§284Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδὲν τὸ κωλῦον, ὅπως τὴν παρεμπίπτουσαν πρότασιν ἀναγνώσητε ὡσεὶ ἐν παρενθέσει, ὅτε ἡ ἔννοια διακρίνεται.
§285ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει παρένθεσις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 73, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἤτοι προστεθείσης τῆς προθέσεως «κατὰ» πρὸ τῶν λέξεων: «τὸ ἐκδοθησόμενον». Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 74–80.)
§286ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 81 (ἀναγινώσκεται).
§287ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐδῶ, κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς, τοὺς ὁποίους ἐποιησάμην συμφώνως μὲ τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενα, εὑρίσκω ὅτι ὑπάρχει κάτι τι πλειότερον, παρὰ ἁπλῆ στρογγύλευσις τοῦ ποσοῦ τῶν φόρων. Κατὰ τὸν ἐπέτειον φορολογικὸν νόμον τοῦ 1854, ὑπάρχουσι δύο φορολογικοὶ ὅροι τῆς σταφίδος, ὁ μὲν εἷς πρὸς 11 δραχμάς, ὁ δὲ ἕτερος πρὸς 13. Εἰς τὸν φόρον τοῦτον προστίθενται τὰ δύο δεκατημόρια, καὶ ἑπομένως ὁ εἷς, ὁ τῶν 11 δραχμῶν, μεταβάλλεται εἰς 13,20, ὁ δὲ τῶν 13,20 εἰς 15,60. Ἂν προστεθῶσιν αἱ ἀναλογίαι τοῦ ὁδικοῦ φόρου, τοῦ ἐπιβαλλομένου ἐπὶ τῆς σταφίδος, ἥτις εἶναι περίπου 18 ἑκατοστὰ ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ Δημοσίου, ἐπιβαρύνομεν τὴν μὲν τῆς κατωτέρας ποιότητος σταφίδα διὰ δραχμῶν 15,60, τὴν δὲ τῆς ἀνωτέρας διὰ 18,40. Ἀντὶ τούτου, ἀντὶ τῶν 15,60, βλέπω ὅτι ὁρίζεται 16,50, καὶ ἀντὶ τῶν 18,40 ὁρίζεται 19. Ἐνδέχεται καὶ νὰ σφάλλω, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ τοὐλάχιστον νὰ ἔχω τὸν λογαριασμόν, διότι μέχρι τοῦδε.
§288Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι βέβαιον, ὅτι σφάλλετε (γέλωτες).
§289ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. Διότι μέχρι τοῦδε... τὸ βέβαιον αὐτὸ δὲν τὸ εἶδον.
§290Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀφετηρία ὑμῶν εἶναι ἐσφαλμένη. Ὁρμᾶσθε ἐκ τῶν 11 δραχμῶν καὶ 13 δραχμῶν, ἐνῷ ἡ βάσις τοῦ φόρου εἶναι 13 καὶ 15. Εἶναι ἀρκούντως στρογγύλη ἡ διαφορά, ἀφοῦ πρόκειται περὶ στρογγυλεύσεως (ἱλαρότης). Λοιπὸν εἰς τὰς 13 δραχμὰς προστίθενται τὰ δύο δεκατημόρια, καὶ ἔχομεν δραχμὰς 15,60, προστίθενται ἔτι ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας 5%, ἤτοι ἑβδομήκοντα ὀκτὼ λεπτά, καὶ ἀποτελοῦνται οὕτω δραχμαὶ 16,38, αἵτινες ὑπολείπονται τῶν τοῦ νομοσχεδίου 16,50 κατὰ 12 ἑκατοστὰ τῆς δραχμῆς. Ταύτας ὁ κ. Βουλευτὴς παρέστησεν ὡς ἀποτελούσας 15,60, ἐπιπροσθέτων οὕτω εἰς τὰ τῆς στρογγυλεύσεως λεπτὰ 78. (Γέλωτες).
§291ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τίνα νόμον ἐλάβετε τὴν βάσιν ταύτην;
§292Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὸν νόμον ΩΚΔʹ, καθ’ ὃν ὁ ἐπὶ τῆς σταφίδος ἔγγειος φόρος ὁρίζεται εἰς δραχμὰς 13 καὶ 15.
§293ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ αὔξησις εἶναι τοῦ 1880.
§294Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὕτη εἶναι ἡ θέτουσα ὡς βάσιν τὸν φόρον τῶν 13 καὶ τῶν 15 δραχμῶν· καὶ ὁ μὲν τῶν 13, ὡς παρέστησα, μετὰ τὴν προσθήκην τῶν δύο δεκατημορίων καὶ τῶν ὁδικῶν φθάνει εἰς δραχμὰς 16,38, αἵτινες στρογγυλευόμεναι ἀποτελοῦσι τὰς 16,50 τοῦ νομοσχεδίου, εἰς δὲ τὸν φόρον τῶν δραχμῶν 15 προστίθενται δραχμαὶ 3 λόγῳ τῶν δύο δεκατημορίων, καὶ 90 λεπτὰ λόγῳ τῶν ὁδικῶν, προβιβάζοντα αὐτὸν εἰς δραχμὰς 18,90, ἑπομένως εἰς 19 στρογγύλας.
§295ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μοὶ φαίνεται, ὡς μὴ ἀναλογοῦν τὸ νομοσχέδιον πρὸς τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διότι ὁ εἰδικὸς φόρος ἐπὶ τῆς σταφίδος ἐν τῷ ἀρχικῷ φόρῳ τοῦ Δημοσίου ὑπερβαίνει τὰ 10%.
§296Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχει καὶ ὁδικὸς φόρος περιλαμβανόμενος ἐν τῷ ἀρχικῷ, ὑπάρχει καὶ πρόσθετος. Ὁ πρόσθετος εἶναι μόνον 5%, καὶ μόνον τὸν πρόσθετον ὑπολογίζω ἐνταῦθα· ἀλλὰ συνυπολογιζομένων τῶν 5% καὶ τῶν δύο δεκατημορίων, ἔχομεν 18,90, ἤτοι 19 στρογγύλας δραχμάς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 81, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 82 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 83 (ἀναγινώσκεται).
§298ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἂν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν παρατήρησίν μου, ὅτι πρόκειται περὶ κανονιστικῆς διατάξεως, καὶ τότε εἶναι καλλίτερον νὰ μὴ ὑπάρξῃ.
§299Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐφ’ ὅσον αἱ διατάξεις κεῖνται πρὸ πολλῶν ἐτῶν καὶ πάντοτε διετηρήθησαν αἱ αὐταί, κρίνεται συμφέρουσα ἡ νομοθετικὴ αὐτῶν παγίωσις.
§300ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐγεννήθησαν δυσκολίαι.
§301Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐχὶ ἐπὶ τούτων. Ἐπὶ τούτων τῶν διατάξεων ἀκριβῶς καὶ πάλιν ἠρώτησα τὴν ὑπηρεσίαν, παραστήσασαν, ὅτι αὗται ἔμειναν ἀναλλοίωτοι, μὴ ἀναγεγραμμέναι ἐν νόμῳ, ἀλλ’ ἐν διατάγματι. Ἤδη ἀναγράφονται ἐν τῷ νόμῳ, ἀφοῦ, περιλαμβανόμεναι ἐν διατάγματι ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, ἀπεδείχθησαν ἔχουσαι τὰ στοιχεῖα τῆς μονιμότητος.
§302ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐπαρουσιάσθησαν πολλαὶ δυσκολίαι κατὰ τὴν διὰ τῶν σιδηροδρόμων μεταφοράν, καὶ ἀκριβῶς τὸ μὴ δυνατὸν τῆς μεταβολῆς των διὰ διατάγματος ἐγέννησε πολλὰς δυσκολίας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 83, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 84–88).
§303ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 89 (ἀναγινώσκεται).
§304ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, χθὲς ὡμίλησα διὰ μακρῶν περὶ τοῦ φόρου αὐτοῦ. Νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι πρόκειται περὶ φόρου ἐπαχθεστάτου. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ συγκατατεθῇ, ἂν ὄχι εἰς τὴν πλήρη κατάργησιν, τοὐλάχιστον εἰς ἐλάττωσίν τινα ἀπὸ 12 εἰς 5%. Δὲν εἶναι ἄδικος ἡ ἀξίωσίς μου, νομίζω, νὰ πληρόνουν οἱ ῥητινοσυλλέκται ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, ὅσον πληρόνουν αἱ Τράπεζαι ἐπὶ τῶν καθαρῶν κερδῶν των. Ἂν ἐξακολουθήσωμεν ἐπιμένοντες ἐν τῇ φορολογίᾳ τῶν 12% καὶ 15% ἐπικαρπίᾳ, θὰ ἀναγκάσωμεν τοὺς ῥητινοσυλλέκτας νὰ μεταβάλουν τοὺς πευκῶνας εἰς βοσκάς, καὶ θὰ ἴδωμεν οὕτω τὰ μόνα ἐναπολειπόμενα πολλαχοῦ δάση ἡμῶν καταστρεφόμενα καὶ αὐτά. Διὰ τῆς ὑπ’ ἐμοῦ προτεινομένης μειώσεως τοῦ φόρου δὲν πρόκειται νὰ χάσῃ τὸ Δημόσιον πολλά. Εἶναι ἀναξία λόγου ἡ μέλλουσα νὰ προκύψῃ ἐντεῦθεν ζημία.
§305ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τοῦ φόρου τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται λόγος, διότι, ὡς γινώσκει ὁ κ. Βουλευτής, ἤδη συνετελέσθη ἡ ἐνοικίασις, ἐκυρώσαμεν καὶ τὸ Διάταγμα, καθ’ ὃ ἐκανονίσθησαν τὰ τοῦ φόρου τούτου καὶ ἐφηρμόσθησαν. Περὶ τοῦ ἔτους ἄρα 1892 δὲν πρόκειται. Τὰ τοῦ ὅρου τοῦ φόρου δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν κατὰ τὴν ἄλλην Σύνοδον, προκειμένου περὶ τοῦ φόρου τοῦ 1893, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ ἤδη ἐφαρμοζόμενα...
§306ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὸ τὸ θεωρῶ ὡς ὑπόσχεσιν.
§307Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι (γέλωτες)... Ἀλλ’ ἐδῶ θέλω νὰ παρατηρήσω τι· ὅτι ἔχομεν καὶ ἐπὶ τῆς ἀσβέστου φόρον 12%, ἐφ’ οὗ πρέπει νὰ γείνῃ διάκρισις. Κατὰ τὰ κείμενα, ὁ φόρος οὗτος τῶν 12% ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς ἐκκαμινευομένης ἀσβέστου δι’ ἐγχωρίου καυστικῆς ὕλης, διότι κατά τινα ἑρμηνείαν, δοθεῖσαν ἐν τῇ Γερουσίᾳ κατὰ τὸ 1861, δὲν ἐφηρμόζετο φόρος εἰς τὴν ἄσβεστον τὴν μὴ ἐκκαμινευομένην δι’ ἐγχωρίου καυστικῆς ὕλης. Θὰ προτείνω ἄρα κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ὅπως προστεθῶσι μετὰ τὰς λέξεις «ἐπὶ δὲ τῆς ἀσβέστου» αἱ λέξεις «τῆς διὰ δασικῆς ὕλης ἐκκαμινευομένης». Ἀφῃρέθη τὸ «ἐγχωρίου», διότι, ὡς παρεστήθη, δὲν εἰσάγεται ξένη δασικὴ ὕλη, ὡς ὑποβαλλομένη εἰς δασμὸν, ἡ δὲ δι’ ἄλλων καυστικῶν ὑλῶν ἐκκαμινευομένη ἄσβεστος εἶναι ἀφορολόγητος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 89, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 90–96).
§308ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 97 (ἀναγινώσκεται).
§309ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ εἶμαι καθόλου κατὰ τοῦ νῦν κρατοῦντος συστήματος τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων. Νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἰσαγάγωμεν ἰδίως ἐπὶ τῶν μικρῶν ζώων φόρον καταναλώσεως, φόρον πληρονόμενον ὑπὸ τῶν κρεωπωλῶν καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ παρεδίδοντο αὐτὰ εἰς κατανάλωσιν. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς τοιαύτην μεταῤῥύθμισιν. Διὰ τοῦτο θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δεχθῇ τοὐλάχιστον τὴν στρογγύλευσιν τοῦ ποσοῦ, τοῦ πληρονομένου νῦν, ἀφοῦ τόσος λόγος ἔγεινε περὶ αὐτοῦ, καὶ νὰ περιορισθῇ τοῦτο εἰς 40 λεπτὰ κατὰ κεφαλήν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 97, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 98–100).
§310ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 101 (ἀναγινώσκεται).
§311ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θέλω νὰ παρατηρήσω τι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ἀκριβῶς χάριν τῶν συνεπειῶν του. Ἐκ τοῦ φόρου τούτου θὰ ἔχωμεν αὔξησιν φορολογικοῦ ποσοστοῦ, διότι ἐπὶ 3,282,837 ζώων αὐξάνει ὁ φόρος κατὰ 1–15 λεπτὰ, ἐνῷ ἐπὶ 2,386,000 ἐλαττοῦται μόνον κατὰ 1–1 λεπτὰ ὁ μέσος ὅρος δυσκόλως δύναται νὰ ἀνέλθῃ εἰς 42 λεπτὰ. Διὰ τοῦτο εἶναι καλὸν νὰ μελετηθῇ, ἐὰν οἱ ὅροι οἱ σημερινοὶ δὲν ἐπιτρέπωσι τὸν προσδιορισμὸν εἰς 40 λεπτὰ τοῦ φόρου ἄνευ βλάβης τῶν σημερινῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου.
§312ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως δεχθῇ νὰ ἐλαττωθῇ ὁ φόρος τῶν ζώων εἰς 40 λεπτὰ, διότι ἀληθῶς ἡ κτηνοτροφία ὑφίσταται πολλὰ βάρη, ὁ δὲ φόρος εἶναι δυσανάλογος. Ἤθελον μάλιστα παρακαλέσει, ἵνα ἐλαττωθῇ ὁ φόρος καὶ κάτω τῶν 40 λεπτῶν. Ὁ κ. συνάδελφος εἶπεν, ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῆς καταργήσεως ἐντελῶς τοῦ φόρου τῶν ζώων, καὶ ὑπὲρ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως.
§313ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ὑπέδειξε προηγουμένως ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§314ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς ὅμως εἰς τὸ πρόγραμμά σας τοῦ 1890 δὲν ὑπεδείξατε τοιαύτην κατάργησιν, ἀλλ’ ὑπεσχέθητε νὰ ζητήσητε τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου μόνον· ἑπομένως ἐθεωρεῖτε ὡς καλῶς ἔχοντα τὸν νόμον περὶ φόρου τῶν ζώων.
§315Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ζητεῖ ἐλάττωσιν τοῦ φόρου εἰς 40 λεπτά· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὰ 40 λεπτὰ εἶναι αὔξησις, διότι ὁ ὅρος τοῦ φόρου εἶναι 36 λεπτῶν (ἱλαρότης), καὶ τὰ ὁδικὰ καὶ ἄλλα ἀναβιβάζουσιν αὐτόν. Ὅθεν τοῦτο παραδέχομαι, κατὰ τὴν σύστασιν τῶν κκ. Βουλευτῶν, ἤτοι τὴν ἐλάττωσιν εἰς 36 λεπτά, ἅτινα καὶ τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφει. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 101, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 102–108).
§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 109 (ἀναγινώσκεται). Ἐκ τῆς τρίτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου τούτου, στίχ. 2–3, διεγράφησαν αἱ λέξεις «ἂν δὲν ἦναι αὐτὸς οὗτος τοιοῦτος», ὡς περιτταί. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 109, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 110 καὶ 111).
§317ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 112 (ἀναγινώσκεται).
§318ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνταῦθα εἶχε γείνῃ παρατήρησις χθές, ὅπως ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται οὐδὲν ἔνδικον μέσον ἐν περιπτώσει ἐρημοδικίας.
§319ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν δικάζεται ἐρήμην ὁ κατηγορούμενος, ἀλλ’ ἂν δὲν παρουσιασθῇ, ἀναβάλλεται ἡ δίκη ἐπὶ ὀκτὼ ἡμέρας, καὶ τότε, ἐὰν δὲν προσέλθῃ, δικάζεται ὁριστικῶς.
§320ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ προθεσμία τῶν ὀκτὼ ἡμερῶν εἶναι πολὺ μακρά.
§321ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ δεκαπέντε ἡμερῶν.
§322ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 112, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 113–121).
§323ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 122 (ἀναγινώσκεται).
§324ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐνταῦθα, ἐπὶ τοῦ τρίτου ἐδαφίου, ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι ὁ Δήμαρχος δὲν δύναται πλέον, κατόπιν τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, νὰ εἰσαγάγῃ τινὰ εἰς δίκην.
§325ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν τὸ διορθόνομεν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 122, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 123–127).
§326ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 128 (ἀναγινώσκεται).
§327ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ χθὲς ἔμελλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐξετάσῃ καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ τὴν γνώμην του. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρεστάθη ὡς ἐπωφελὲς χάριν ταμιευτικοῦ συμφέροντος τοῦ Δημοσίου, χάριν τακτοποιήσεως τῶν εἰσπράξεων, καὶ παραδέχεσθε ἤδη διάταξιν, ἡ ὁποία βεβαίως θὰ καταστήσῃ εὐκολωτάτην τὴν κατάχρησιν κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῆς σταφίδος.
§328Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶναι νέα, καὶ πάντοτε οὕτως ἐφηρμόσθη· καὶ πρὸ τῆς ἑνώσεως ἀπεδείχθη, ὅτι ἐγίνετο πάντοτε συγκατάβασις διὰ τὴν βεβρεγμένην σταφίδα, καὶ κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ἑνώσεως συνεπῶς ἐγίνετο ἡ αὐτὴ συγκατάβασις, ὅτε ἦτο καὶ εὔκολον νὰ τηρηθῶσι τὰ κείμενα, διότι ὑπῆρχον τότε οἱ κανονικοὶ μεσῖται, δι’ ὧν ἐβεβαιοῦντο τὰ πρωτόκολλα. Ἔκτοτε ἐξέλιπον οἱ μεσῖται, καὶ ἐξέλιπε συνεπῶς ἕν τῶν στοιχείων τῆς βεβαιώσεως, ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐγίνετο ἔκπτωσις λόγῳ βλάβης ἐκ βροχῆς. Ἐν παρελθούσαις Βουλαῖς ἐγένετο πολλάκις περὶ τούτου λόγος, καὶ ὑπεβλήθη καὶ νομοσχέδιον παρ’ ἡμῶν, σύμφωνον πρὸς τὰ ἐν τῷ ἤδη συζητουμένῳ νομοσχεδίῳ, οὐδὲ φαίνεται, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ τεθῇ τοιαύτη διάταξις. Δὲν εἶναι δὲ τοῦτο ἐπιζήμιον εἰς τὸ Δημόσιον, ἂν μὴ γένωνται καταχρήσεις ἐν τῇ ἐφαρμογῇ. Ἐὰν γένηται κανονικὴ ἡ ἐκτέλεσις, μᾶλλον ὠφέλιμος θὰ ἦναι ἡ διάκρισις πρὸς τὸ Δημόσιον, διότι δὲν θὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψει ἐν τῷ τακτικῷ ἑβδομαδιαίῳ πρωτοκόλλῳ αἱ τιμαὶ τῆς σταφίδος τῆς βεβρεγμένης, ἐνῷ ἄλλως τὸ πρωτόκολλον θὰ περιλαμβάνῃ πᾶσαν τὴν πωλουμένην σταφίδα, βεβρεγμένην καὶ ἄβροχον, καὶ ὁ μέσος ὅρος τῆς τιμῆς, ἐφ’ ᾗ θὰ φορολογηθῇ πᾶν τὸ ἐξαγόμενον, θὰ ἦναι κατώτερος. Κατόπιν τῆς διακρίσεως ταύτης, τὰ πρωτόκολλα τῆς ἀβρόχου σταφίδος θὰ συντάσσωνται ἐκ στοιχείων ἀφορώντων μόνον εἰς σταφίδα, ἧς ἡ τιμὴ θὰ ἦναι ἀνωτέρα, διότι δὲν θὰ περιλαμβάνωσι καὶ τὴν βεβρεγμένην· θὰ ὁρίζηται καὶ ὁ μέσος ὅρος τῆς τιμῆς τῆς σταφίδος τῆς βεβρεγμένης, καὶ μόνος κίνδυνος θὰ ὑπάρχῃ, μὴ τυχὸν φορολογηθῇ ὡς βεβρεγμένη ἡ ἄβροχος. Ὁ κίνδυνος οὗτος ἀφορᾷ εἰς ἐνδεχομένας καταχρήσεις ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου, νομίζω δὲ ἀρκοῦσαν τὴν κατ’ αὐτῶν πρόνοιαν τοῦ νόμου.
§329ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οἱ τελωνειακοὶ νόμοι παραδέχονται καὶ βάσιν τινὰ οὐχὶ ἐντελῶς δικαίαν. Τοιαύτη εἶναι καὶ ἡ περίπτωσις ἐνταῦθα, ὅτε ἡ διάκρισις ἀποβαίνει δύσκολος, καὶ ἑπομένως συντελεῖ εἰς τὴν διάπραξιν καταχρήσεων.
§330Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι νεωτερισμὸς ἡ διάταξις.
§331ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγίνετο ἄλλοτε ἴσως, ὅτε ὑπῆρχον ἄλλοι ὑπάλληλοι, διαφόρως ἐνεργοῦντες. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 128, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 129–139).
§332ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 140 (ἀναγινώσκεται).
§333Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐγένετο παρατήρησις, ὅτι οἱ φορολογούμενοι δὲν θὰ γινώσκωσι, τίνες οἱ καταργούμενοι νόμοι καὶ τίνες οἱ τηρούμενοι ἐν ἰσχύϊ. Περὶ τούτου παρατηρῶ, ὅτι πάντες οἱ νόμοι, οἱ μὴ μνημονευόμενοι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὡς τηρούμενοι ἐν ἰσχύϊ, καταργοῦνται. Ὅθεν προτείνω, ὅπως ἐν τῷ τελευταίῳ ἄρθρῳ 140 αἱ λέξεις «καὶ ἀντιβαίνουσα εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ» ἀντικατασταθῶσι διὰ τῶν λέξεων «καὶ μὴ διατηρουμένη ἐν ἰσχύϊ δι’ εἰδικῆς διατάξεως τοῦ νόμου τούτου». Οὕτως ὁδηγεῖται ὁ φορολογούμενος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 140, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ συμπληρώσεως καὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν παγίων φορολογικῶν νόμων).
§334ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ νὰ ἔλθῃ εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 26 νομοσχέδιον, περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 427 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 427 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας).
§335ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ φροντίσῃ, ὅπως μὴ θεωρηθῇ, ὅτι ἐπέρχεται τροποποίησίς τις διατάξεως.
§336ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Ἔχει ἀκριβῶς ὅπως εἶναι διατετυπωμένον τὸ ἄρθρον.
§337ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 1 καὶ 15′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον.