1892.07.22
4.171 στίχοι · 30.824 λέξεις · 465 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 47
τῆς 22 Ἰουλίου 1892.
(Τετάρτη)
Ὥρᾳ 10 καὶ 25′ π. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Π. Βαλαωρίτου). (Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§2Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν Πειραιεῖ ὑφίσταται Γυμνάσιον, ὑπὸ τοῦ δήμου συντηρούμενον, ἡ γνώμη ὅμως τοῦ Πειραιῶς εἶναι, ἀντὶ τοῦ κλασικοῦ Γυμνασίου, ὅπερ συντηρεῖ, νὰ συστήσῃ Γυμνάσιον ἐμπορικόν. Πρὸς τοῦτο ὑπάρχει ἀνάγκη νόμου, καὶ παρουσιάζω νομοσχέδιον, ἐπιτρέπον, ὅπως ἀντικαταστηθῇ τὸ κλασικὸν Γυμνάσιον Πειραιῶς, δαπάνῃ πάντοτε τοῦ δήμου, δι’ Ἐμπορικῆς Σχολῆς.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 312).
§4ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἤθελον τολμήσει, κύριε Πρόεδρε, νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ ἐπιφέρω συνεπείᾳ παραπόνων ἐπανειλημμένων, τὰ ὁποῖα καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι λαμβάνομεν καθ’ ἑκάστην ἐκ τῶν φυλακῶν. Τὰ παράπονα ταῦτα γεννῶνται ἐκ τῆς κακῆς διευθύνσεως, ἥτις παρατηρεῖται εἰς τὰς φυλακάς· διότι, ἐνῷ καὶ νόμος εἰδικὸς ἐψηφίσθη περὶ φυλακῶν, ἐνῷ καὶ τὸ Κράτος ὑπεβλήθη εἰς δαπάνην μεγαλειτέραν, μ’ ὅλα ταῦτα δὲν κατωρθώθη νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἐπιζητούμενον διὰ τοῦ νέου αὐτοῦ νόμου ἀποτέλεσμα. Ὄχι μόνον ἡ ἐν τῇ φυλακῇ δίαιτα εἶναι ἐντελῶς παρημελημένη, ὄχι μόνον ἀτοπήματα συμβαίνουσιν, ὄχι μόνον ὅπλα καθ’ ἑκάστην κατάσχονται εἰς χεῖρας τῶν φυλακισμένων, τὰ ὁποῖα ἄπορον εἶναι πῶς εἰσάγονται εἰς τὴν φυλακήν, ὄχι μόνον ἀποδράσεις γίνονται βαρυποίνων, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ἀσφάλεια τῶν φυλακῶν εἴς τινα μέρη, ὅπως εἶναι αἱ φυλακαί, κινδυνεύει. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀποδράσεις, νομίζω, ὅτι αὗται προέρχονται ἰδίως ἐκ τῶν ἑξῆς λόγων, ὅτι δὲν ἐφαρμόζεται ὁ νόμος ὡς πρὸς τὴν τοποθέτησιν τῶν καταδίκων, ἀλλὰ τοποθετοῦνται κατάδικοι βαρύποινοι εἰς φυλακὰς ἐξεταστικὰς ἢ ἐλαφροποίνων. Οὕτω ἐκ τῶν φυλακῶν Βώλου συνέβησαν πρό τινων ἑβδομάδων αἱ ἀποδράσεις αἱ γνωσταὶ βαρυποίνων καταδίκων, αἵτινες οὐδέποτε θὰ συνέβαινον, ἐὰν ὑπῆρχεν ἐπιτήρησίς τις. Ἔλαβον περιέργειαν νὰ ἐρωτήσω, τί εἶναι αἱ φυλακαὶ Βώλου, καὶ μὲ ἐβεβαίωσαν, ὅτι εἶναι κοινὴ οἰκία, τῆς ὁποίας καὶ ἡ θύρα εἶναι μονόφυλλος! Ἦσαν δὲ ἐκεῖ τόσοι βαρύποινοι κατάδικοι, ὥστε ὁ φρούραρχος Βώλου, τὸν ὁποῖον συνήντησα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐπήρχετο ἡ ζητηθεῖσα ἀραίωσις, ἐπαπειλεῖτο ἐπιδημικὴ νόσος. Ἕτερος λόγος τῆς κακῆς καταστάσεως τῶν φυλακῶν εἶναι ἡ ἀνεπιτυχὴς ἐκλογὴ τῶν προσώπων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνατίθεται ἡ διεύθυνσις τῶν φυλακῶν, πρὸ πάντων δὲ καὶ τελευταῖον ἡ μέχρι τοῦδε ἔλλειψις ἐπιθεωρητοῦ, ὁποῖον ὁ νόμος προέβλεψεν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὡς πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ ἐπιθεωρητοῦ ἐπαρουσιάσθησαν δυσκολίαι, ἕνεκα τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα διαγράφει ὁ νόμος. Ἐπειδὴ ὅμως παρῆλθον μέχρι τοῦδε πλέον τῶν τριῶν ἐτῶν, πιστεύω, ὅτι τὸ κώλυμα αὐτὸ ἔπρεπε νὰ ἀρθῇ, καὶ ἐὰν τὰ προσόντα καθιστῶσιν ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ ὁ κατάλληλος ἐπιθεωρητής, πρέπει νὰ τροποποιηθῶσι τὰ προσόντα ταῦτα. Ἐγὼ εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι, ὅταν πρόκηται περὶ θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖται ἱκανότης διοικητική, δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν πολὺ εἰς τὸ ζήτημα τῶν προσόντων, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ καταλλήλου προσώπου. Ἀπὸ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ ἐγὼ ἐλπίζω πολλά· διότι, ὅταν αὐτὸς ἐκτελῇ τακτικῶς τὰς περιοδείας, τὰς ὁποίας ὁρίζει ὁ νόμος, καὶ οἱ ὑπάλληλοι θὰ ὦσι προσεκτικώτεροι. Ὥστε θεωρῶ καλὸν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἂν κρίνῃ ἀναγκαῖον, νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ τροποποιηθῶσι τὰ προσόντα τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ὅπως καταστῇ ἐφικτὴ ἡ πλήρωσις τῆς θέσεως ταύτης.
§5ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παρατήρησις, ἣν ἐποιήσατο ὁ ἐκ Πατρῶν συνάδελφος, εἶναι ἀληθής, καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως οἱ κατάδικοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι καταδεδικασμένοι εἰς βαρείας ποινάς, χωρισθῶσιν ἀπὸ τῶν ἐλαφροποίνων, ὡς διατάσσει ὁ νόμος, πρὸς δὲ νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως οἱ ὑπόδικοι τοποθετῶνται εἰς ἰδιαιτέρας φυλακάς. Δὲν πρέπει νὰ συναγελάζωνται οἱ εἰς ἐλαφρὰς ποινὰς καταδεδικασμένοι μετὰ τῶν βαρυποίνων, καὶ διὰ πολλοὺς ἄλλους λόγους, καὶ διότι ἐκ τούτου πράγματι προέρχεται ἡ ἀπόδρασις καὶ ἡ ἀταξία ἐν ταῖς φυλακαῖς. Περὶ τούτου λοιπὸν παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως γείνῃ ὁ χωρισμὸς τῶν βαρυποίνων, τῶν ἐλαφροποίνων καὶ τῶν ὑποδίκων. Τοῦτο δὲ νομίζω ὅτι εἶναι εὐκολώτατον, θέλει δὲ συνάμα συντελέσει πολὺ καὶ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς φυγοδικίας, διότι εἷς λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὑφίσταται ἡ φυγοδικία, εἶναι, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι φυλακαὶ ὑποδίκων κατάλληλοι καὶ χωρισταί, καὶ διὰ τοῦτο οἱ ὑπὸ δίκην διατελοῦντες, φοβούμενοι νὰ ἐγκλεισθῶσιν εἰς τὰς ὑπαρχούσας ἀθλίας καὶ κοινὰς φυλακὰς, φυγοδικοῦσι, μέχρις ὅτου προσδιορισθῇ ἡ δίκη των.
§6ΡΙΚΑΚΗΣ. Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν μίαν σύστασιν, ἀρκετὰ σπουδαίαν. Κατὰ τὸ ἔτος 1883 εἶχεν ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς κατοικοῦντας ἐντὸς δασικῆς περιφερείας νὰ δηλώσωσι καὶ νὰ τοῖς δοθῇ ὡρισμένη ἔκτασις μέχρι πεντήκοντα στρεμμάτων, ἥτις καὶ ἐδόθη ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ δάσους Μανωλάδος. Ἀλλὰ μετὰ τὸν νόμον, τὸν τελευταίως ψηφισθέντα, τῆς δωρεᾶς τοῦ κτήματος ἐκείνου πρὸς τὸν Διάδοχον, οἱ δηλώσαντες ἀπεβλήθησαν ἐντελῶς. Ἐν τούτοις καταδιώκονται νὰ πληρώσωσι τὸ ἀντίτιμον, πολλοὶ δ’ ἐξ αὐτῶν εὑρίσκονται εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἄλλοι φυγοδικοῦσιν ἕνεκα τούτου. Καταθέτω ἔγγραφον τὴν ἐπερώτησίν μου, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ἡ δέουσα πρόνοια ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων εἰς γʹ συζήτησιν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν.
§8ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναγνωσθῇ, διότι τώρα μόλις τὸ ἐλάβομεν διεῤῥυθμισμένον.
§9Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀναγινώσκεται ἐν τῇ ἐπιψηφίσει τοῦ συνόλου, ἐπειδὴ ὅμως διενεμήθη βραδέως, παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ σήμερον, ἀλλὰ νὰ ἀναβληθῇ εἰς αὔριον, ὥστε νὰ ἔχωσι τὸν καιρὸν οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ τὸ ἀναγνώσωσι.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται λοιπὸν δι’ αὔριον. (Ἀναγινώκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ κυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ δραχ. 2,157,912 τῆς χρήσεως 1892. 2) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως τῆς χρήσεως 1891 ἐκ δραχ. 263,433 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ 3) Περὶ χορηγίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1891 ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 31,591.27).
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως κειμένων νόμων περὶ δανείων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1).
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§13ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, περὶ μεταῤῥυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως κειμένων νόμων περὶ δανείων, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ παράσχῃ τὰς ἑξῆς δύο ἐξηγήσεις. Πρῶτον, τί ἐννοεῖ μὲ τὴν ἀναδοχὴν ποινικῆς ῥήτρας, καὶ δεύτερον, τί ἐννοεῖ μὲ τὴν διαχείρισιν καὶ πραγματοποίησιν τῶν ἐσόδων τῶν χορηγηθησομένων ὡς ἐγγύησις τοῦ συνομολογηθησομένου δανείου.
§14Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν γένηται συμφωνία, ὅτι τὸ δάνειον θέλει πραγματοποιηθῆ ἐπὶ ὑποχρεώσει τοῦ Δημοσίου, ὅπως περιορίσῃ καθ’ ὡρισμένον ποσὸν τὸ κεφάλαιον τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, πρέπει νὰ δύνηται τὸ Δημόσιον νὰ ἀναλάβῃ ἀπέναντι τῶν προκαλούντων τὴν συνομολόγησιν τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης καὶ τὴν ὑποχρέωσιν ἀποζημιώσεως πραγματικῆς, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελεν ἐκπληρώσει τὰ περὶ τούτου συμπεφωνημένα· διότι ἄλλως ἡ ὑποχρέωσις ἐκείνη θὰ ἐστερεῖτο κυρώσεως. Ὁ συμβαλλόμενος προσφέρεται νὰ δανείσῃ ἐπὶ τῷ ὅρῳ, ὅπως ποσοῦ τινος ἐκ τῶν κεφαλαίων τοῦ δανείου γένηται διάθεσις πρὸς περιορισμὸν τῆς ἐπὶ δανείῳ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν παρὰ τῶν προνομιούχων Τραπεζῶν ἐπιτρεπομένης ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων αὐτῶν. Ἐὰν τὸ Δημόσιον, ἀναλαμβάνον τοιαύτην ὑποχρέωσιν, μὴ ἐκπληρώσῃ αὐτήν, ποία θὰ ἦναι ἡ συνέπεια; Ταύτην κανονίζει ἡ ποινικὴ ῥήτρα.
§15ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρωτοφανὲς τοῦτο, ἀλλὰ θὰ τὸ ἐννοήσωμεν ἀργότερα· ἔχομεν ἤδη τὴν τελευταίαν φράσιν «μέχρι ποσοῦ ἴσου πρὸς τὸ ἀποσβεννύμενον δάνειον ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ».
§16Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δι’ αὐτῆς ἐννοοῦμεν, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἀνάληψις ὑποχρεώσεως πρὸς τοὺς δανειστὰς τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἀδείας κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων ἐπὶ ποσῷ ἴσῳ πρὸς τὸ εἰσπραττόμενον κεφάλαιον τοῦ δανείου, καὶ ἡ συνομολόγησις ῥήτρας κυρούσης τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποχρεώσεως.
§17ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ φράσις εἶναι, φαίνεται, ἀνεπιτυχής. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§19ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μίαν ἐξήγησιν, παρακαλῶ. Τί ἐννοεῖτε διὰ τῶν λέξεων «καὶ τῆς ἐγγυήσεως πραγματοποιήσεως» ἐν τοῖς στοίχοις 11 καὶ 12 τοῦ ἄρθρου 3;
§20Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο εἶναι σφάλμα τῆς ἀντιγραφῆς· θέλει διορθωθῆ ἐκ τοῦ χειρογράφου κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν. Ἐννοεῖ τὸν τρόπον τῆς πραγματοποιήσεως τῆς ἐγγυήσεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς αʹ συζήτησιν).
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων.
§22ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐπιμείνῃ νὰ συζητηθῶσι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ τὸ ἑπόμενον περὶ συμπληρώσεως καὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν παγίων φορολογικῶν νόμων;
§23Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν θὰ ἐπιμείνω εἰς τίποτε· θέλω πράξει ἐπὶ τούτων ὅ,τι ἡ Βουλὴ θελήσῃ. Ἐὰν ἐκδηλωθῇ διάθεσις τῆς Βουλῆς, ἵνα ψηφισθῶσι ταῦτα τὰ νομοσχέδια, θέλομεν προχωρήσει εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῶν· ἐὰν ὅμως ἐνδειχθῇ, ὅτι ἡ συζήτησις θὰ ἦναι μακρὰ καὶ δυσανάλογος πρὸς τὸν ὑπολειπόμενον χρόνον τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, θέλομεν ἀντικαταστήσει αὐτὰ δι’ ἑτέρων.
§24ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ μὴ τὰ συζητήσωμεν, τοὐναντίον μάλιστα βλέπω, ὅτι περιέχουσι πολλὰ καλά, ἀλλὰ περιέχουσι καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ ἀρχῇ των εἶναι καλά, ἀλλὰ ἐν τῷ τρόπῳ τῆς ἐπιβολῆς ἔχουσιν ἀνάγκην μελέτης καὶ ἐξετάσεως. Περιέχουσι μεταῤῥυθμίσεις εἰς αὐτὰς τὰς βάσεις τῆς νομοθεσίας ἡμῶν, περιέχουσιν αὐξήσεις φόρων, καὶ ἐν γένει ἐπιλαμβάνονται τοῦ κανονισμοῦ σπουδαίων ζητημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἐπείγει τόσον νὰ προβῶμεν· ὥστε καλὸν εἶναι νὰ ἀναβληθῶσιν εἰς ἑτέραν ἐποχήν, ἵνα τὰ μελετήσωμεν.
§25Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐπείγει βεβαίως, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοῦ 1874 δὲν ἐπεῖγε, καὶ διὰ τοῦτο, ἀντὶ νὰ ἔχωμεν νόμον περὶ τῆς ἐγγείου καὶ τῆς τῶν ζώων φορολογίας, ψηφίζομεν κατ’ ἔτος νόμον, παραπέμποντα εἰς τὴν ἀπὸ τοῦ 1874 ἀλληλοδιάδοχον σειρὰν τῶν ἐπετείων νόμων, καὶ οὕτως ἀντὶ ἑνὸς νόμου, κανονίζοντος τὰ τῆς φορολογίας τοῦ οἰκείου ἔτους, ἔχομεν τὴν ἐπέτειον φορολογίαν κανονιζομένην ὑπὸ νομοθετημάτων κατ’ ἔτος αὐξανομένων καὶ δυσκόλως πρὸς ἄλληλα συνδυαζομένων. Ἤδη, παγιοῦντες τοὺς ἐπετείους τούτους φορολογικοὺς νόμους, προσεπαθήσαμεν νὰ μὴ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τῶν κειμένων. Ἐννοεῖται ὅμως οἴκοθεν, ὅτι ἐν τῇ παγιώσει νόμων ἀλληλοδιαδόχων ἀπὸ τοῦ 1874 δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ γένωνται καί τινες τροποποιήσεις, χάριν τοῦ συνδυασμοῦ αὐτῶν ἐν ἁρμονίᾳ. Πλὴν τῶν ἐχουσῶν τοιοῦτον χαρακτῆρα, ἐγένοντο καί τινες πρὸς βελτίωσιν, ἀλλὰ προσθῆκαι ἄξιαι λόγου εἰς τοὺς φόρους δὲν ἐγένοντο· ἐγένοντο ἐλάχισται, χάριν τῆς εὐκολίας τοῦ ὑπολογισμοῦ, οὐδεμία ὅμως χάριν αὐξήσεως τῆς προσόδου. Ὥστε νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, καθόσον μάλιστα συνδέεται στενῶς πρὸς τὸν προϋπολογισμόν· διότι, ἐὰν ψηφισθῇ, ἐλπίζομεν, ὅτι ἡ βεβαίωσις τῶν φόρων θέλει εἶσθαι ἐγκαιροτέρα, ἑπομένως καὶ ἡ εἴσπραξις. Κατὰ τοῦτο φρονοῦμεν, ὅτι θέλει εἶσθαι συντελεστικὸς ὁ νόμος οὗτος ὑπὲρ τῶν δημοσίων προσόδων· θὰ ἦναι δὲ καὶ εὐεργετικὸς πρὸς τοὺς φορολογουμένους, οἵτινες θὰ δύνανται ν’ ἀνευρίσκωσιν ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ πάσας τὰς διατάξεις περὶ τῶν ὑποχρεώσεων αὑτῶν, περὶ ὧν σήμερον διατελοῦσιν ἐν ἀπορίᾳ, μὴ δυνάμενοι νὰ ἐξακριβώσωσι προχείρως καὶ ἀσφαλῶς, τίνες τῶν διατάξεων, τῶν ἀπὸ τοῦ 1874 ἐπετείως ψηφισθεισῶν, διέπουσι τὰ τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῶν.
§26ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅτι ὑπάρχουν αὐξήσεις μικραί, εἶναι ἀναντίῤῥητον· π. χ. ὁ φόρος ἐπὶ τῶν περιβολίων, ὁ φόρος ἐπὶ τῶν δευτερευόντων προϊόντων τῶν δασικῶν· Ὅτι δὲ δὲν εἶναι κωδικοποίησις, ἀπόδειξις εἶναι τὸ τελευταῖον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον διετήρει ἐν πλήρει ἰσχύϊ ὅλας τὰς διατάξεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας δὲν ἀκυροῖ ὁ νόμος οὗτος, χωρὶς νὰ ὁρίζῃ ποῖαι εἶναι. Ἔχει ἐλλείψεις ὁ νόμος, αἱ ὁποῖαι θὰ καταστήσουν τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ πολὺ δυσκολωτέραν, ἀφ’ ὅ,τι εἶναι σήμερον, καὶ αὐτοῦ καὶ τοῦ δευτέρου· ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπιμείνω, ἐὰν νομίζητε, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτά, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 1–9).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§28ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔῤῥιψα ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἡ ἀπαρίθμησις θὰ ἐνεργῆται ὑπὸ συνοδίαν δημοσίας δυνάμεως καὶ ὁπλοφόρων. Βλέπετε, ὅτι θὰ ἔχωμεν διὰ τὴν ἀπαρίθμησιν ἐπιστρατείαν ὁλόκληρον, ἥτις θ’ ἀπολήγῃ, ὡς συνήθως, εἰς καταπιέσεις τῶν φορολογουμένων. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον, νομοσχέδιον περιέχον ἀπείρους διατάξεις μὴ συμφώνους πρὸς τὰ μέχρι τοῦδε κείμενα, νὰ ψηφισθῇ κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν καὶ ἐπιτροχάδην.
§29Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἡ τῶν ἐπετείων νόμων, ἐπαναλαμβανομένη ἐνταῦθα, διότι, ὡς εἶπον, ἐνταῦθα πρόκειται περὶ παγιώσεως τῶν ἐπετείων νόμων. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει, ὅπως διαγραφῶσι τὰ περὶ συνοδείας ὁπλοφόρων. Τὴν πρότασιν θέλομεν λάβει ὑπ’ ὄψει, ἀλλ’ ἡ ἐπέτειος νομοθεσία περιέχει τὴν διάταξιν, ὥστε, ἐὰν μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἔχωμεν αὐτὴν ἐκ τῆς γενικῆς παραπομπῆς εἰς τὰς προηγουμένας διατάξεις, δι’ ἧς θέλουσι διαῤῥυθμισθῆ κατὰ τὸ εἰωθὸς τὰ τῆς ἐπετείου φορολογίας.
§30ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναγινώσκωνται τὰ ἄρθρα καθαρώτερον, ὅπως ἀκούωμεν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 11–25).
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 26 (ἀναγινώσκεται).
§32ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶμαι, κύριε Πρόεδρε, κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος τοῦ φορολογικοῦ συστήματος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἐπειδὴ ὅμως νῦν δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν περὶ καταργήσεως ἢ μεταβολῆς, ἀλλὰ περὶ μεταῤῥυθμίσεών τινων μόνον αὐτοῦ, ὅσον ἀφορᾷ ἰδίᾳ τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως, δηλῶ, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῶν προτεινομένων μεταῤῥυθμίσεων, καὶ κυρίως ὑπὲρ ἐκείνης, ἥτις εἰσάγεται διὰ τοῦ ἄρθρου 26 τοῦ νομοσχεδίου. Μέχρι τοῦδε ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις οἱ καλλιεργηταὶ ἦσαν ὑπόχρεοι οὐ μόνον εἰς δήλωσιν, ἀλλὰ καὶ εἰς πληρωμὴν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, εἶχον δὲ τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσωσιν ὕστερον αὐτοὶ τὸ ἀναλογοῦν μέρος παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν. Ἀλλ’ ἐντεῦθεν προήρχοντο ἀδικήματα, καθόσον ἦτο δύσκολον οἱ καλλιεργηταὶ νὰ τολμήσωσι νὰ ἐγείρωσι τοιαύτας ἀξιώσεις ἀπέναντι τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ ἐν περιπτώσει ἀρνήσεως νὰ τοὺς ἐναγάγωσι πρὸ τῶν δικαστηρίων, καὶ νὰ ὑποβληθῶσιν οὕτως εἰς ἔξοδα μεγαλείτερα τοῦ ἀναλογοῦντος μέρους τοῦ φόρου εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας· διὸ συνήθως ἐπλήρονον αὐτοὶ τὸν ὅλον φόρον, ὡς καὶ οἱ καλλιεργηταὶ τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν, εἰς οὓς οὐδὲν δικαίωμα παρεῖχεν ὁ νόμος, ὅπως ἀπαιτήσωσι παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν τὸ ἀναλογοῦν εἰς τούτους μέρος τοῦ φόρου. Διὰ τοῦ παρόντος λοιπὸν ἄρθρου εἰσάγεται ἡ καινοτομία, καθ’ ἣν οἱ ἰδιοκτῆται καθίστανται ὑπόχρεοι καὶ διὰ τὴν ἀκριβῆ δήλωσιν τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐπὶ τῶν κτήσεών των καὶ διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου, δικαιούμενοι μόνον νὰ εἰσπράξωσιν εἶτα αὐτοὶ παρὰ τῶν καλλιεργητῶν τὸ ἀναλογοῦν εἰς τούτους μέρος. Νομίζω ὅμως, ὅτι, ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον, θὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς καταπιέσεις ἐκ μέρους τῶν ἰδιοκτητῶν κατὰ τῶν καλλιεργητῶν, τοὺς ὁποίους θέλομεν οὕτω νὰ προστατεύσωμεν. Ὅταν, κύριε Πρόεδρε, καθιστῶμεν ὑπευθύνους τοὺς ἰδιοκτήτας διὰ τὸ ἀκριβὲς ἢ μὴ τῶν δηλώσεων τῶν καλλιεργητῶν καὶ διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ἀναλογοῦντος εἰς τούτους μέρους τοῦ φόρου, οἱ ἰδιοκτῆται θὰ φροντίζωσιν ἐκ παντὸς τρόπου, θεμιτοῦ καὶ ἀθεμίτου, νὰ ἐξασφαλίζωνται ἀπέναντι τῶν καλλιεργητῶν. Δύνανται ἐπὶ παραδείγματος ν’ ἀπαιτήσωσι παρ’ αὐτῶν ἐγγυήσεις, τίς οἶδεν ὁποίας, περὶ τοῦ ὅτι θὰ δηλώσωσιν ἀκριβῶς τὰ ἀροτριῶντα κτήνη των, ἀφοῦ οἱ ἰδιοκτῆται δὲν παραμένουσιν οἱ ἴδιοι εἰς τὰ κτήματά των, οὐδ’ ἔχουσι πάντοτε ἐπιστάτας εἰς αὐτά, ἐν καιρῷ δὲ τῆς συγκομιδῆς τῶν καρπῶν θὰ λαμβάνωσιν αὐθαιρέτως παρὰ τῶν καλλιεργητῶν τόσον ἐκ τοῦ μεριδίου των, ὅσον αὐτοὶ νομίζουσιν, ὅτι τοὺς ἐξασφαλίζει καὶ διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου καὶ διὰ πᾶσαν ἐνδεχομένην παράλειψιν δηλώσεως. Ὅπως λοιπὸν ἀποφύγωμεν τὸ ἄτοπον τοῦτο, ἐγὼ τοὐλάχιστον θεωρῶ προτιμότερον νὰ καταμερίζηται ὁ φόρος μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τῶν καλλιεργητῶν, ἑκάτεροι δὲ αὐτῶν νὰ ὦσιν ὑπεύθυνοι πρὸς τὸ Δημόσιον μόνον διὰ τὸ ἀναλογοῦν εἰς αὐτοὺς μέρος.
§33Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ κυριωδέστερον πλεονέκτημα τῆς διατάξεως εἶναι, ὅτι ἀπαλλάσσομεν τὸν καλλιεργητὴν ὑποχρεώσεως ἀμέσου πρὸς τὸ Δημόσιον. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι εἶναι ἐπιβάρυνσις τοῦ καλλιεργητοῦ ἡ πληρωμὴ εἰς εἶδος, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβής, καὶ ὅτι ὁ καλλιεργητής, διότι τὸ προτιμᾷ, πληρώνει εἰς εἶδος, καὶ οὐχὶ εἰς χρήματα πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην. Πληρώνων εἰς τὸ Δημόσιον, πρέπει νὰ πληρώσῃ εἰς χρήματα· ὡς ἔχει σήμερον ὁ νόμος, πληρώνει τὸ ὅλον εἰς χρήματα, βεβαίως δὲ θὰ ἦναι εὐχαριστημένος, ἐὰν κατὰ τὸ νομοσχέδιον θὰ πληρώνῃ τὸ ἀναλογοῦν αὐτῷ ἐκ τοῦ φόρου πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην εἰς εἶδος· διότι ἡ εἰς εἶδος πληρωμὴ εἶναι εὐχερεστέρα εἰς αὐτόν, καὶ ἐκτιμᾶται παρ’ αὐτοῦ ὡς ἐλάττωσις τοῦ βάρους.
§34ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι μόνον χάριν εὐκολίας καὶ ἀσφαλείας τοῦ Δημοσίου πρέπει νὰ παραδίδωμεν τὸν καλλιεργητὴν ἕρμαιον εἰς χεῖρας τοῦ ἰδιοκτήτου, περὶ οὗ, ἔστε βέβαιοι, ὅτι θὰ φροντίζῃ νὰ ἐξασφαλίζηται πάντοτε μὲ τὸ ἀζημίωτόν του ἀπέναντι τοῦ καλλιεργητοῦ. Εἶναι δὲ πλάνη νὰ νομίζῃ τις, ὅτι οὗτος οὐδὲν ζημιοῦται ἐκ τῆς κρατήσεως παρὰ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ ἀναλογοῦντος εἰς αὐτὸν φόρου εἰς εἶδος· διότι ὁ ἰδιοκτήτης θὰ ὑπολογίσῃ τὴν τιμὴν κατὰ τὴν τρέχουσαν ἀγοραίαν τιμὴν ἐν καιρῷ τῆς συγκομιδῆς, ἴσως–ἴσως καὶ κατωτέραν ταύτης, ἐνῷ, ἐὰν εἶχεν αὐτὸ ὁ καλλιεργητής, θὰ ἠδύνατο νὰ τὸ πωλήσῃ εἰς καλλιτέραν τιμὴν μέχρι τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν θὰ ὑπεχρεοῦτο νὰ πληρώσῃ αὐτὸς εἰς τὸ Δημόσιον τὸν ἀναλογοῦντα φόρον.
§35ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τίνα ἀσφάλειαν ἔχει ὁ ἰδιοκτήτης διὰ τῆς δηλώσεως τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν;
§36Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἰδιοκτήτης δὲν εἶναι ἀνήλικος, ἵνα προτείνωμεν διάταξιν περὶ κηδεμονίας αὐτοῦ. Συμφωνεῖ οὗτος πρὸς τοὺς καλλιεργητὰς καὶ λαμβάνει πᾶσαν πρόνοιαν περὶ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ· εἰς δὲ τὸ Δημόσιον συμφερωτέρα εἶναι ἡ ἄμεσος ἐπιβάρυνσις τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ οὐχὶ τοῦ καλλιεργητοῦ. Ἡ ἐπιβάρυνσις αὕτη ἀνήκει εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν, διότι προέρχεται ἐκ φορολογίας ἐγγείου. Μέχρι τοῦδε ἐπεβάλλετο εἰς τὸν καλλιεργητήν, διὰ τὸ ἀσφαλέστερον τῆς εἰσπράξεως, ἀφοῦ μάλιστα ὁ νόμος εἶχε ψηφισθῆ πρὸ τῆς ἑνώσεως τῆς Θεσσαλίας, ὅτε τὰ τοιούτου εἴδους κτήματα ἦσαν ἐλάχιστα.
§37ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ἥμισυ τῆς Φθιώτιδος.
§38Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἦσαν ἐλάχιστα ἐν τῷ ὅλῳ Κράτει, διὰ δὲ τὴν Φθιώτιδα, τὴν Εὔβοιαν καὶ τὴν Ἀττικὴν δὲν θὰ ἐδικαιολογεῖτο εἰδικὸν μέτρον. Ἀφ’ ὅτου ὅμως ἡνώθη καὶ ἡ Θεσσαλία, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν εἰδικὴν περὶ τοιούτων κτημάτων διάταξιν, ὑπαγορευομένην καὶ ἐκ τοῦ δικαίου καὶ ἐκ τοῦ συμφέροντος.
§39ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μετὰ πολλῆς εὐχαριστήσεως ἤκουσα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, λέγοντος, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς δὲν ἐπιβαρύνει τὰ κτήνη, ἀλλὰ τὴν ἰδιοκτησίαν. Ἐπανερχόμεθα οὕτως εἰς τὰς ὑγιεῖς ἀρχὰς περὶ φορολογίας. Ἀλλὰ διὰ νὰ βαδίσωμεν ἐπὶ τὰ πρόσω, πρέπει τὴν δήλωσιν νὰ μὴ κάμνῃ μόνον ὁ κτηνοτρόφος, ἀλλὰ καὶ ὁ ἰδιοκτήτης, καὶ νὰ ἦναι ὑπόχρεως εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου ὁ ἰδιοκτήτης, καὶ ὁ ἰδιοκτήτης νὰ ἔχῃ δικαίωμα ἀνταγωγῆς κατὰ τοῦ γεωργοῦ.
§40Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ περιλαμβάνει τὸ ἄρθρον.
§41ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὄχι ὅμως διὰ τὸ ὁλόκληρον.
§42Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δι’ ὁλόκληρον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος προτείνει τροποποίησιν, ἵνα εὐθύνηται μόνον διὰ τὸ εἰς αὐτὸν ἀνῆκον μέρος, ἀλλὰ κατὰ τὸ νομοσχέδιον διὰ τὸ ὅλον θὰ εὐθύνηται ὁ ἰδιοκτήτης. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 26, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 27).
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 28 (ἀναγινώσκεται).
§44ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Αὐτὴ ἡ διάταξις βεβαίως ἀφορᾷ τοὺς Δημάρχους, οἵους ἄλλοτε εἴχομεν· ἀλλὰ μετὰ τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι κατέστησαν τὸν Δήμαρχον σκιὰν, νὰ τιμωρῆται ὁ Δήμαρχος μὲ πρόστιμον 300 δραχμῶν, ἀφοῦ θὰ ἔχῃ καὶ δι’ ἑαυτὸν καὶ διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ δήμου μόνον 2,000 δραχμάς, μοὶ φαίνεται πολὺ ἄδικον.
§45Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἐπιβαλλόμενον καθῆκον εἰς τὸν Δήμαρχον οὐδεμίαν παρουσιάζει δυσχέρειαν. Ἐὰν ἄρα ἀρνηθῇ οὗτος νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκον τοῦτο, εἶναι δίκαιον νὰ τιμωρηθῇ διὰ προστίμου. Ποῖον εἶναι τὸ καθῆκον, οὗτινος ἡ ἄρνησις ἐπάγεται τοιοῦτον πρόστιμον; Εἶναι ἡ ἀποδοχὴ τῶν εἰς αὐτὸν παρουσιαζομένων δηλώσεων, καὶ ἡ ἐπιστροφὴ τῆς ἑτέρας τούτων ὑπογεγραμμένης εἰς τὸν δηλοῦντα. Ἁπλουστάτη ἡ ὑποχρέωσις, καὶ ἐὰν ἀρνηθῇ τὴν ἐκπλήρωσιν αὐτῆς, πράττει τοῦτο ἐκ κακοβουλίας, καὶ εἶναι δίκαιον νὰ τιμωρηθῇ.
§46ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δι’ ὅλα αὐτὰ πρέπει, κύριε Πρωθυπουργὲ, νὰ ἔχῃ τὴν διάθεσιν νὰ ὑπηρετῇ τὸ Κράτος. Ὅταν ὅμως τὸν ἐφέραμεν εἰς τὴν θέσιν, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ κἀμμίαν ἀξίαν, νὰ μὴ ἔχῃ κἀμμίαν ἠθικὴν εὐχαρίστησιν, βεβαίως δὲν θὰ ὑποβάλλεται εὐκόλως εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς μερίμνας, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ τιμωρῆται διὰ τοιούτων προστίμων. Καταφύγετε εἰς ἄλλους ὑπαλλήλους, ἀφοῦ τὸν Δήμαρχον τὸν ἐμηδενίσατε, ἱκανοὺς νὰ δέχωνται τὰς δηλώσεις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 28, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 29).
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 30 (ἀναγινώσκεται).
§48ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μίαν παρατήρησιν θὰ κάμω· διότι εἶμαι μάρτυς αὐτόπτης, ὅτι Εἰρηνοδίκαι, ἐπιβαρυνόμενοι μὲ τόσα καθήκοντα, ξένα πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν δικαστικὴν, καθίστανται ἐντελῶς ἀνίκανοι διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν κυρίων σπουδαίων καθηκόντων αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο πολλάκις οἱ Εἰρηνοδίκαι καταγίνονται εἰς τὰ διοικητικὰ, διότι φοβοῦνται τὰ πρόστιμα, καὶ ἀφίνουσι τὴν ἐκδίκασιν τῶν ὑποθέσεων τῶν δικαστικῶν εἰς παρέδρους, οἱ ὁποῖοι εἶναι πᾶν ἄλλο ἢ προωρισμένοι ἵνα ἀπονέμωσι δικαιοσύνην. Διὰ τοῦτο ἀφ’ ἑνὸς μὲν θεραπεύομεν βεβαίως διοικητικὰς ἀνάγκας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ παραδίδομεν τὴν δικαιοσύνην εἰς τὰς χεῖρας ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι οἱ ἁρμόδιοι, ἵνα ἐκπληρῶσι τὸ ὕψιστον αὐτὸ καθῆκον τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 30, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 31–33).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 34 (ἀναγινώσκεται).
§50ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 34 εἶναι πέραν τοῦ δικαίου εὐνοϊκὴ καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὰς σταφιδαμπέλους, αἱ ὁποῖαι παράγουσιν ἐν τῇ Ἀττικῇ σουλτανίναν, διότι ἓν στρέμμα, παράγον σουλτανίναν, βεβαίως ἀποδίδει περισσότερα ἀπὸ 105 δραχμάς· νομίζω μάλιστα, ὅτι πωλεῖται τὴν σήμερον ὡς πρώϊμος σταφυλὴ, ἀποδίδουσα 500 καὶ 600 δραχμὰς κατὰ στρέμμα. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νὰ φορολογῆται μὲ μόνον 12 δραχμὰς, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον, ἀπέναντι τῶν ἄλλων φορολογιῶν.
§51Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπ.). Ὡς πρὸς τὴν σταφίδα ταύτην συμβαίνει τὸ ἀντίθετον, ὅτι εἶναι ἄδικον τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ νόμῳ, ὅπερ ὅμως δὲν ἐθίξαμεν, διότι δὲν πρόκειται νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν· εἶναι ἄδικον, διότι, ἐνῷ φορολογεῖται ἡ σταφὶς αὕτη κατὰ τὰ περὶ σταφίδος διατεταγμένα, ὡσαύτως δὲ καὶ ὁ ἐξ αὐτῆς οἶνος, κατὰ τὰ περὶ οἴνου, κατ’ εἰδικὴν νομοθετικὴν διάταξιν ἡ σουλτανίνα τῆς Ἀττικῆς φορολογεῖται καὶ ὡς κῆπος.
§52ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν παράγει ἐδῶ σταφίδα, κύριε Πρόεδρε.
§53Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παράγει ἡ Ἀττικὴ σουλτανίναν πολλὴν, διατιθεμένην καὶ εἰς οἰνοποιΐαν ἐν μεγάλαις διαστάσεσιν. Ἐνῷ δὲ ὁ οἶνος ὁ παραγόμενος ἐκ τῆς σουλτανίνας ὑποβάλλεται εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ οἴνου, ἐξακολουθεῖ ὑποβαλλομένη ἡ σταφὶς αὕτη τῆς Ἀττικῆς εἰς τὸν φόρον τῶν περιβολίων. Τοῦτο εἶναι ἄδικον, καὶ ἄλλοτε ὁ κ. Ζυγομαλᾶς ἐποιήσατο λόγον περὶ τούτου ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ δὲν εἶναι ἀδύνατον ἡ γνώμη του, περὶ καταργήσεως τοῦ ἀτόπου, πρὸ ἐτῶν ὑποβληθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ γένηται δεκτὴ μετά τινα ἔτη (ἱλαρότης).
§54ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὄχι δά!
§55Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁπωσδήποτε δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ μεταῤῥυθμίσεως, πρόκειται περὶ κωδικοποιήσεως τῶν κειμένων· τὰ δὲ κείμενα ἐπιβαρύνουσι τὸ εἶδος τοῦτο, καὶ δὲν δύνανται πάντως νὰ θεωρηθῶσιν ἐπιτρέποντα περαιτέραν ἐπιβάρυνσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 34, ὡς ἔχει).
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 35 (ἀναγινώσκεται).
§57ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν εἶναι κωδικοποίησις, εἶναι νέος φόρος.
§58Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὕτως ἔχει. Τὰ ἑσπεριδοειδῆ ὑπεβάλλοντο ἄλλοτε εἰς φορολογίαν ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς ἀρκούντως βαρεῖαν· ἀλλ’ ἐπέσκηψεν εἰς αὐτὰ ἡ ἀσθένεια, καὶ ἐθεωρήθη πρέπον νὰ καταργηθῇ ἡ φορολογία. Παρῆλθεν ἤδη ἡ ἀσθένεια, καὶ ἴσως εἶναι καιρὸς, ἵνα ἐπιβληθῇ φορολογία, ἡ πρότερον ὑφισταμένη. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται ἤδη· ἤδη ἐπιβάλλεται ἐλαφρὰ φορολογία, ἡ τῶν περιβολίων, καὶ εἰς τὰ ἑσπεριδοειδῆ, δηλαδὴ δὲν ἐξαιροῦνται τὰ ἑσπεριδοειδῆ ἀπὸ τῶν δένδρων, ἅτινα ἀπαρτίζουσι τοὺς κήπους. Εἶναι δὲ καὶ ἄλλως ὠφέλιμος ἡ κατάργησις τῆς ἐξαιρέσεως, ὡς ἐπαγομένης σύγχυσιν καὶ ἀπαλλαγὴν κήπων, λόγῳ τῆς περιλήψεως ἐν αὐτοῖς καὶ ἑσπεριδοειδῶν τινων, ἀπὸ τῆς φορολογίας, εἰς ἣν ἄλλως θὰ ὑπεβάλλοντο. Ἡ ἐξαίρεσις τῶν ἑσπεριδοειδῶν ἀπὸ τῆς φορολογίας τῶν ἄλλων δένδρων δὲν ἦτο δεδικαιολογημένη· θὰ ἦτο δεδικαιολογημένη, μόνον ἂν ἐπεβάλλετο, ὅπως ἄλλοτε, εἰδικὸς φόρος ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων προϊόντων τῶν ἑσπεριδοειδῶν. Περὶ τούτου ἤδη δὲν πρόκειται. Ἤδη πρόκειται περὶ ἁπλῆς καταργήσεως ἐξαιρέσεως μὴ δεδικαιολογημένης.
§59ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Πρόκειται καὶ περὶ φόρου οὐχὶ εὐκαταφρονήτου· διότι λέγετε, ὅτι, ἂν τὸ περιβόλιον παρέχῃ ἔσοδον 104 δραχμῶν, φορολογεῖται μὲ 12 δραχμάς. Ἡ φορολογία δὲν εἶναι μικρὰ δι’ ἕνα πτωχὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ περιβόλι του καὶ κερδίζει 100 δραχμὰς, διότι διὰ νὰ κερδίσῃ καὶ αὐτὰς, ὑποβάλλεται εἰς πολλοὺς κόπους καὶ δαπάνας.
§60ΚΑΡΥΣΤΙΝΑΚΗΣ. Τὰ περιβόλια δὲν εἶναι ἀκόμη ὅλα ὑγιᾶ· πάσχουσιν. Εἶναι καλλίτερον, ἀντὶ τοῦ φόρου τούτου, νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς 10 λεπτῶν διὰ τὰ λεμόνια καὶ 20 λεπτῶν διὰ τὰ μανδαρίνια καὶ τὰ πορτοκάλια.
§61Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς δικαίως θεωρεῖ ὡς προτιμοτέραν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν ἑσπεριδοειδῶν τὴν φορολογίαν ἐπὶ τῇ ἐξαγωγῇ, ἐὰν ὁ ἐπὶ τῇ ἐξαγωγῇ φόρος ὁρισθῇ, ὡς προτείνει, εἰς 10 λεπτὰ ἐπὶ τῶν λεμονίων καί τι πλέον ἐπὶ τῶν πορτοκαλίων, ἀφοῦ ἡ φορολογία, ἡ ἄλλοτε ἐπιβαλλομένη ἐπὶ τῇ ἐξαγωγῇ αὐτῶν, ἦτο κατὰ χιλιάδα μιᾶς μὲν δραχμῆς ἐπὶ τῶν λεμονίων, δύο δὲ δραχμῶν ἐπὶ τῶν πορτοκαλίων, καὶ τριῶν λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τῶν κίτρων. Ἑπομένως, ἐὰν ἐλαττώσωμεν τὸν φόρον ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς τῶν λεμονίων κατὰ 90 λεπτὰ τὴν χιλιάδα καὶ τῶν πορτοκαλίων κατὰ μίαν δραχμὴν καὶ ὀγδοήκοντα λεπτὰ, νομίζω, ὅτι εἶναι πιθανὸν νὰ τύχῃ ἡ ἀντικατάστασις τῆς ἐπιδοκιμασίας τῶν παραγωγῶν· ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω, ἐὰν θὰ ἐθεώρουν αὐτὴν προτιμοτέραν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἐπιβληθῆ ἐκ νέου ὁ ἐξαγωγικὸς φόρος τῆς δραχμῆς καὶ τῶν δύο δραχμῶν. Διότι οὕτω πρέπει νὰ τεθῇ τὸ δίλημμα· ἢ ὁ κατὰ τὸ νομοσχέδιον φόρος ἐπὶ τῶν περιβολίων, ἢ ἐπιβολὴ ἐκ νέου τοῦ πρὸ τῆς καταργήσεως τῆς φορολογίας τῶν ἑσπεριδοειδῶν ὑφισταμένου ἐξαγωγικοῦ ἐπ’ αὐτῶν φόρου, δεκαπλασίου καὶ εἰκοσαπλασίου τοῦ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ προτεινομένου.
§62ΚΑΡΥΣΤΙΝΑΚΗΣ. Ἦσαν εἰς τὴν ἀκμήν των τότε τὰ περιβόλια· τώρα κατεστράφησαν. Λοιπὸν δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιβληθῇ μιᾶς δραχμῆς φόρος σήμερον, ὅτε κατεστράφησαν· 10 λεπτῶν φόρος καὶ 20 λεπτῶν εἶναι δίκαιος. Ἐὰν τὰ περιβόλια ἀποκατασταθῶσι πάλιν εἰς τὴν προτέραν αὐτῶν κατάστασιν, τότε αὐξήσατε τὸν φόρον.
§63Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἄν πρόκηται νὰ ἐπιβληθῇ φόρος 10 λεπτῶν, εἶναι προτιμότερον μηδεὶς νὰ ἐπιβληθῇ φόρος. Ἐὰν ἐπιβληθῇ φόρος, πρέπει, ἂν μὴ ᾖναι αὐτὸς ὁ πρότερον τεθειμένος, νὰ πλησιάζῃ ὅμως πρὸς αὐτὸν, ὅστις ἦτο μιᾶς δραχμῆς ἐπὶ τῶν λεμονίων, ἐπὶ δὲ τῶν πορτοκαλίων καὶ τῶν μανδαρινίων δύο δραχμῶν κατὰ χιλιάδα, καὶ ἐπὶ τῶν κίτρων τριῶν λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν. Τοιαύτη φορολογία ἴσως ἤθελε θεωρηθῆ σήμερον βαρεῖα, δὲν χωρεῖ δὲ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, ὅπερ εἶναι ἁπλῆ κωδικοποίησις· ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι τὰ ἑσπεριδοειδῆ ἀποτελοῦσι κήπους, καὶ μάλιστα πολυτιμοτέρους ἄλλων κήπων. Ἀφοῦ δὲ παρῆλθεν ἤδη ἡ ἀσθένεια, δὲν δικαιολογεῖται ἐξαίρεσις ὑπὲρ δένδρων ἀποφερόντων πρόσοδον μεγαλειτέραν, ἐνόσῳ διατηρεῖται ὁ φόρος ἐπὶ τῶν κήπων ἐκ δένδρων, ἀποφερόντων ὀλιγώτερα.
§64ΚΑΡΥΣΤΙΝΑΚΗΣ. Τότε νὰ προστεθῇ διάταξις «ἐφ’ ὅσον ταῦτα δὲν προσβάλλονται». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 35, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 36–72).
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 73 (ἀναγινώσκεται).
§66ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι περίεργος ἡ διάταξις αὕτη τοῦ ἄρθρου 73, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀφίνει εἰς βασιλικὸν διάταγμα νὰ μεταῤῥυθμίσῃ καὶ καταργήσῃ ἰσχυούσας διατάξεις νόμου. Ὁ νόμος τῆς 21 Ἰανουαρίου 1886 τροποποιεῖται ὄχι μόνον καθ’ ὅσον ἀντιβαίνει εἰς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου, ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀντιβαίνει καὶ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἐκδοθησομένου Β. Διατάγματος. Ἕπεται ἄρα, ὅτι τὸ Β. Διάταγμα δύναται νὰ ἀκυρώσῃ καὶ μεταῤῥυθμίσῃ διατάξεις νόμου ἰσχύοντος.
§67Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν παρατήρησιν κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 73, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 74–80).
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 81 (ἀναγινώσκεται).
§69ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἐνταῦθα αὔξησις φορολογίας.
§70Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν σταφίδα;
§71ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα.
§72Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Προστίθενται τὰ τῆς ὁδοποιΐας, συγχωνευόμενα.
§73ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει κλάσμα 10 καὶ 15 λεπτῶν κατὰ χιλιάδα.
§74Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πιθανὸν νὰ ὑπάρχῃ αὔξησις ἑκατοστῶν πρὸς στρογγύλευσιν.
§75ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κλάσμα δραχμῆς.
§76Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁπωσδήποτε ποσὸν ἐπαισθητὸν δὲν προστίθεται, ὡς σκοπουμένης ἀποκλειστικῶς τῆς περιλήψεως τῶν συγχωνευθέντων.
§77ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὁ φόρος ἐπὶ τῆς σταφίδος εἶναι 18 δραχμαὶ καὶ λεπτά τινα. Ἐδῶ ἔχετε 19. Εἶναι αὔξησις μιᾶς δραχμῆς ὡς ἔγγιστα.
§78Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδαμῶς. Κατηργήθησαν διάφορα πρόσθετα τέλη, περιλαμβανόμενα ἐνταῦθα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 81, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 82).
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 83 (ἀναγινώσκεται).
§80ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν εὐεργετήσει τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, ἐὰν ἐξεύρισκε μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ καταστήσῃ τὴν ζύγισιν τοῦ σταφιδοκάρπου μᾶλλον εἰλικρινῆ ἢ ὅπως γίνεται σήμερον, διότι κατὰ τὴν ζύγισιν ἀδικοῦνται μεγάλως οἱ κτηματίαι, μὴ ὑπαρχούσης τῆς ἐλαχίστης ἐπιτηρήσεως ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν, καὶ διὰ τοῦτο παρετηρήθη, ὅτι πολλοὶ τῶν ἐμπόρων κάμνουν μεγάλας καταχρήσεις. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, καθ’ ἃς ἡμέρας γίνεται ἡ ζύγισις, ἀπέστελλεν ἕνα εἰδικὸν ὑπάλληλον ζυγιστήν, ἵνα παρίσταται κατὰ τὴν ζύγισιν, ἤθελεν εὐεργετήσει τὸν τόπον.
§81Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἤδη πρόκειται νὰ ψηφισθῇ νόμος, ὑποβληθεὶς παρ’ ἡμῶν εἰς τὴν Βουλήν, περὶ συστάσεως θέσεως εἰδικῶν ζυγιστῶν, ἀκριβῶς διότι ἡ ζύγισις, γινομένη διὰ τῶν τελωνοφυλάκων, δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς ὑπηρεσίας· ἐλπίζω δὲ, ὅτι διὰ τοιούτων ζυγιστῶν θέλει ἐπιτευχθῆ ἡ ἐγγύησις, ἣν συνιστᾷ ὁ κ. Βουλευτής.
§82ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τότε σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξητε πολὺ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων.
§83ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὰ ἄρθρα 83 καὶ 84 εἶναι εἰς ἀντίφασιν πρὸς μίαν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν χθὲς ἀκόμη συνεζητήσαμεν καὶ παρεδέχθημεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Ἐκεῖ παρεδέχθημεν, ὅτι εἶναι καλλίτερον καὶ ἐπωφελέστερον, κανονιστικαὶ διατάξεις νὰ μὴ καθιερῶνται διὰ νόμου, ἀλλὰ νὰ ἀφίωνται, ὅπως ὁρίζωνται διὰ βασιλικοῦ διατάγματος, δυναμένου εὐκολώτερον νὰ μεταῤῥυθμισθῇ, ἐν ᾗ περιπτώσει παρουσιασθῇ τοιαύτη ἀνάγκη. Ἐνταῦθα ἔχομεν ἀκριβῶς κανονιστικὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας νομίζω, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι καλλίτερον ν’ ἀφήσωμεν, ὅπως κανονισθῶσι διὰ βασιλικοῦ διατάγματος, χάριν τῶν λόγων, διὰ τοὺς ὁποίους παρεδέχθημεν χθὲς νὰ γείνῃ τοῦτο ἐν τῷ νόμῳ περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ.
§84Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν παρατήρησιν κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 83, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 84 καὶ 85).
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 86 (ἀναγινώσκεται).
§86ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐπὶ τῶν περὶ σταφίδος διατάξεων ἔχω πληροφορίας, ὅτι γίνεται μεγάλη κατάχρησις λαθρεμπορικῶς· ἐξάγεται μέγα ποσὸν σταφίδος χωρὶς νὰ πληρόνῃ φόρον, ἐκ συνεννοήσεως. Μοὶ ἐπροτάθη ἓν μέσον, τὸ ὁποῖον, ἐὰν ἤθελε νὰ νομοθετήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἠδύνατο νὰ προλάβῃ τὴν κατάχρησιν, ἥτις καὶ τὸ Δημόσιον ζημιοῖ καὶ τοὺς ἄλλους ἐντίμους ἐμπόρους. Τὸ μέσον τοῦτο εἶναι τὸ ἑξῆς· τὰς φορτωτικὰς, τὰς διασαφήσεις, τὰ ἔγγραφα, νὰ ἦναι ὑπόχρεως ὁ πλοίαρχος, ὁ φορτόνων τὸ ἐμπόρευμα, νὰ καταθέτῃ εἰς τὸν Ἕλληνα πρόξενον ἐν τῷ λιμένι τῆς ἀποβιβάσεως. Τὴν διάταξιν αὐτὴν εἶχεν ὑποβάλει ἄλλοτε ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης, καὶ ἐπέφερε καλὰ ἀποτελέσματα· νομίζω ὅτι θέλει ἀποδώσει τοιαῦτα καὶ νῦν. Κατὰ τὰς πληροφορίας δὲ, τὰς ὁποίας ἔχω ἐκ Πατρῶν καὶ Πύργου, θέλει ἀποδώσει τὸ μέσον τοῦτο πλέον τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων.
§87Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ταῦτα, τὰ συνιστώμενα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καὶ ἐλάχιστα ἐὰν ἤθελον ἀποδώσει, εἶναι πάντως χρήσιμα· πάντα δ’ ἐγένοντο, δοθεισῶν διαταγῶν εἰς τὰς ἀρχὰς, τάς τε ἐντὸς τοῦ Κράτους καὶ τὰς προξενικὰς, περὶ διεξαγωγῆς παρ’ αὐτῶν ἐν συνδυασμῷ τῆς ἐργασίας ταύτης. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 86, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 87 καὶ 88).
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 89 (ἀναγινώσκεται).
§89ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐψηφίσθησαν ἤδη ἐπιτροχάδην καὶ ἄνευ ἀξίων λόγου παρατηρήσεων πόσοι ἄλλοι νόμοι φορολογικοὶ, κατ’ ἐμὲ καὶ κατὰ πολλοὺς ἄλλους ἄδικοι, ἄνισοι καὶ ἐπαχθεῖς τὰ μάλιστα. Τοιοῦτος φόρος εἶναι ὁ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, εἰς ὃν ὑποβάλλονται οἱ κάτοικοι τοῦ λοιποῦ βασιλείου, πλὴν τῶν τῆς Ἑπτανήσου, Λακωνίας καὶ Θήρας. Τοιοῦτος φόρος εἶναι ὁ τῶν περιβολίων, ὁ ὁποῖος ἀναλογεῖ πρὸς 10% καὶ ἐπέκεινα καὶ ὁ ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, ὁ ἀνερχόμενος εἰς 9%. Τοιοῦτος φόρος εἶναι καὶ ὁ ἐπὶ τοῦ οἴνου, ὁ ὁποῖος, εἰς 2½ λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν ἀνερχόμενος, ἀναλογεῖ ἐπὶ μὲν τοῦ οἴνου, τοῦ παραγομένου εἰς πολλὰς ἐπαρχίας καὶ καταναλισκομένου ὑπ’ αὐτῶν τῶν παραγωγῶν, πρὸς 8–10%, ἐκεῖ δὲ, ὅπου αὐτὸς παράγεται εἰς μεγαλειτέρας ποσότητας καὶ καλλιτέρας ποιότητας, ὡς ἐν τῇ Ἀττικῇ, ἔνθα τιμᾶται πολλάκις μίαν καὶ δύο δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν καὶ εἶναι προωρισμένος πρὸς πώλησιν, ἀναλογεῖ πρὸς 1¼–2½%. Ὡς παρατηρεῖτε, Κύριοι, πάντες οἱ φόροι αὐτοί, ἐπιβαλλόμενοι ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, πλήττουσι κυρίως τοὺς μικροὺς καὶ ἀπορωτέρους παραγωγούς, καὶ δὴ ἐπὶ ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ παράγουσι καὶ καταναλίσκουσι μόνοι. Ἔννοιάν τινα τῆς παρ’ ἡμῖν κρατούσης δυσαναλογίας τῶν φόρων ἐλάβετε ἤδη, ἐξ ὧν ὑπηνίχθην περὶ φόρου τοῦ οἴνου, καθ’ ὃν οἱ μὲν μικροὶ παραγωγοὶ τῶν ἐπαρχιῶν χάριν τοῦ προϊόντος, ὅπερ οἱ ἴδιοι συνήθως καταναλίσκουσι, φορολογοῦνται πρὸς 8–10%, οἱ δὲ μεγάλοι παραγωγοὶ διὰ τὸ προϊόν, ὅπερ πωλοῦσι, πρὸς 1¼–2½%. Τὴν φορολογικὴν ταύτην δυσαναλογίαν κατανοεῖ ἕκαστος κάλλιον, ὅταν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἐνῷ ὁ μικρὸς παραγωγὸς παρ’ ἡμῖν φορολογεῖται ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου πρὸς 8–10%, αἱ πλούσιαι Τράπεζαι καὶ Ἑταιρίαι ὑποβάλλονται εἰς φόρον ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου μόνον πρὸς 5%! Καὶ ἀναστρέφονται οὕτως οἱ φορολογικοὶ ὅροι παρ’ ἡμῖν, καὶ ἀνατρέπεται ἡ πρώτη φορολογικὴ ἀρχὴ, ἡ ἀνεγνωρισμένη ἤδη ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης, ἡ ἐφαρμοζομένη ἀλλαχοῦ ἐν τῇ πράξει καὶ ἀναγραφομένη καὶ ἐν τῷ Συντάγματι ἡμῶν, καθ’ ὃ πάντες οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου καὶ εἰσφέρουσιν εἰς τὰ δημόσια βάρη, ἀναλόγως τῆς περιουσίας των. Διότι ποῦ πλέον ἴχνος τοιαύτης ἀναλογίας παρ’ ἡμῖν, ἀφοῦ οἱ μὲν πτωχοὶ γεωργοὶ, οἰνοπαραγωγοί, ἐλαιοπαραγωγοὶ καὶ κηπουροὶ ὑποβάλλονται εἰς φόρον πρὸς 8–10% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, αἱ δὲ πλούσιαι τράπεζαι καὶ ἑταιρίαι εἰς φόρον πρὸς 5% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου; Ἀλλ’ ἡ δυσαναλογία αὕτη φθάνει εἰς τὸ μὴ περαιτέρω ἰδίᾳ ἐπὶ τῶν δυστυχῶν καλλιεργητῶν τῆς ῥητίνης. Τὸ προϊὸν τοῦτο, Κύριοι, ὑποβάλλεται, κατὰ τὸ πρὸ μικροῦ ἀναγνωσθὲν ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς φόρον 12% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου. Ἠξεύρετε δὲ, τί εἶναι αὐτὴ ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος; Εἶναι τὰ ἡμερομίσθια μιᾶς ὁλοκλήρου οἰκογενείας, ἅτινα δι’ ἕκαστον αὐτῆς ἀναλογοῦσι μόλις πρὸς 30–40 λεπτὰ τὴν ἡμέραν! Καὶ ἀνέρχεται μὲν κατὰ τὸ φαινόμενον ὁ τοιοῦτος φόρος εἰς 12%, πράγματι ὅμως φθάνει μέχρι 57%· τοῦτο τοὐλάχιστον συμβαίνει εἰς τὴν ἰδιαιτέραν ἐπαρχίαν μου, ὡς θὰ σᾶς ἀποδείξω δι’ ὀλίγων. Ἐν Λοκρίδι, Κύριοι, ὡς καὶ ἀλλαχοῦ ἴσως, οἱ κάτοχοι τῶν πευκοδένδρων εἶχον τὴν ἀπρονοησίαν νὰ μὴ συμμορφωθῶσι πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ 1836, τοῦ ἐπέχοντος θέσιν νόμου. Κατὰ τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, ὑπεχρεοῦντο οἱ ἰδιοκτῆται τῶν δασῶν νὰ ὑποβάλωσιν ἐντὸς ἔτους ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του τοὺς τίτλους τῆς ἰδιοκτησίας των, ἐπὶ ἀπειλῇ τοῦ νὰ κηρυχθῶσιν ἔκπτωτοι τῶν δικαιωμάτων των, ἐὰν παρέλειπον νὰ πράξωσι τοῦτο. Εἰς τὴν παράλειψιν ταύτην ὑπέπεσαν δυστυχῶς καὶ οἱ συνεπαρχιῶταί μου ῥητινοσυλλέκται, οὕτω δὲ τὰ πευκόδενδρά των, καίτοι ἐπὶ ἐδάφους ἰδιοκτήτου ἢ κοινοτικοῦ κείμενα, οὐδὲν ἧττον ἐκηρύχθησαν ἔκτοτε δημόσια, καὶ ὑποβάλλονται οἱ καλλιεργηταὶ τῆς ῥητίνης πρὸς τῷ ὑπερόγκῳ φόρῳ τῶν 12% καὶ εἰς ἐπικαρπίαν πρὸς 15%, ἤτοι ἀποτίνουσιν εἰς τὸ Δημόσιον 27% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου! Πλὴν τὸ κακὸν δὲν ἔμεινεν ἕως ἐδῶ. Ἐπειδὴ τὸ Κράτος δὲν εἰσπράττει τὸν φόρον τοῦτον εἰς εἶδος, ἀλλ’ εἰς χρήματα, ὁρίζει διὰ πρωτοκόλλου κατ’ ἔτος τὴν τιμήν, εἰς ἣν ὀφείλουσι νὰ πληρώνωσιν οἱ ῥητινοσυλλέκται τὸν φόρον καὶ τὴν ἐπικαρπίαν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀγοραίας τιμῆς τῆς ῥητίνης κατὰ μῆνα Αὔγουστον, Σεπτέμβριον καὶ Ὀκτώβριον, ὅτε γίνεται κυρίως χρῆσις αὐτῆς. Τί συμβαίνει ὅμως συνήθως; Οἱ ῥητινοπαραγωγοί, ἀνήκοντες εἰς τὴν ἀπορωτάτην παρ’ ἡμῖν τάξιν, εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ προστοιχίζωσι τὸ προϊὸν των εἰς τοὺς τοκογλύφους ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου καὶ Μαρτίου μηνὸς εἰς τιμὰς ἐξευτελιστικάς. Οὕτως ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου τὸ προστοιχίζουσι πρὸς 18 λεπτὰ συνήθως τὴν ὀκᾶν, ὑποχρεοῦνται δὲ εἶτα αὐτοὶ νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον καὶ τὴν ἐπικαρπίαν εἰς τὸ Δημόσιον πρὸς 26 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, ἤτοι κατὰ 30% ἐπὶ πλέον, ὧν προστιθεμένων εἰς τὰ ἄλλα 27%, ἔχομεν ἐν ὅλῳ 57%! Ποῦ ὅμως τῆς ὑφηλίου ἠκούσθη ποτὲ τόσον βαρεῖα, τόσον ἀφόρητος φορολογία, ἐπιβαλλομένη εἰς αὐτὴν τὴν ἀπορωτάτην τάξιν, ἥτις μόλις προσπορίζεται τὸν ἐπιούσιόν της ἄρτον, καὶ τοῦτον ἐξ ἀραβοσίτου; Ὑπὸ τοιαύτην φορολογίαν, Κύριοι, ἐξωθοῦμεν τοὺς δυστυχεῖς ῥητινοσυλλέκτας εἰς ἀληθῆ ἀπόγνωσιν. Εἶναι πλάνη νὰ νομίζῃ τις, ὅτι αὐτοὶ συντελοῦσιν εἰς καταστροφὴν τῶν δασῶν. Ἡ μικρὰ πρόσοδος ἐκ τῶν πευκοδένδρων τοὺς ἀναγκάζει νὰ ἀναπτύσσωσι καὶ περιποιοῶνται ταῦτα ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ, ἀντικαθιστῶντες τὰ γεγηρακότα δένδρα διὰ νέων. Τόσα ἄλλα δάση κατεστράφησαν καὶ καταστρέφονται κατ’ ἔτος, μόνοι δὲ οἱ ὡραῖοι πευκῶνές μας διασώζονται ἀκμαῖοι, ὅπου χρησιμοποιμοῦνται εἰς παραγωγὴν ῥητίνης. Ἂν ἐμμείνωμεν ὅμως εἰς τὸ νῦν καταθλιπτικὸν σύστημα φορολογίας τοῦ προϊόντος τούτου, κίνδυνος εἶναι μὴ ἐξαναγκάσωμεν οὕτω τοὺς ῥητινοσυλλέκτας νὰ παραιτήσωσι τὸ ἀσύμφορον εἰς αὐτοὺς ἔργον καὶ νὰ μεταβάλωσι τοὺς πευκῶνας διὰ τοῦ πυρὸς εἰς βοσκὰς, ἐφ’ ὧν τουλάχιστον θὰ ἀπηλλάσσοντο τῆς ἐπικαρπίας τοῦ Δημοσίου, ἀφοῦ τὸ ἔδαφος εἶναι ἰδιόκτητον ἢ κοινοτικόν. Ἂν θέλωμεν, Κύριοι, νὰ προλάβωμεν τὸν τοιοῦτον κίνδυνον, ἀνάγκη νὰ προβῶμεν πάραυτα εἰς φορολογικήν τινα ἀνακούφισιν αὐτῶν. Δὲν προτείνω τὴν παντελῆ κατάργησιν τοῦ φόρου τῆς ῥητίνης, ἥτις θὰ ἦτο βεβαίως ἀσυγχώρητος ἐν τῷ μέσῳ τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν, ὑφ’ ἃς εὑρισκόμεθα τὴν σήμερον. Νομίζω ὅμως, ὅτι δυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε νὰ περιορίσωμεν τοὐλάχιστον τὸν ὑπέρογκον φόρον τῶν 12% εἰς 5%, εἰς τὸ ποσὸν ἐκεῖνο δηλαδή, τὸ ὁποῖον πληρώνουσι καὶ αἱ πλούσιαι Τράπεζαι καὶ Ἑταιρίαι, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι, ἐνῷ αὗται φορολογοῦνται ἐπὶ τῆς καθαρᾶς, οἱ ῥητινοσυλλέκται θὰ φορολογῶνται καὶ ἐφεξῆς ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου των, ἐπὶ τοῦ ἡμερομισθίου τῶν 30–50 λεπτῶν! Τὴν μικρὰν ἔκπτωσιν, ἥτις θὰ ἐπήρχετο οὕτως εἰς τὰς δημοσίας εἰσπράξεις, δυνάμεθα ν’ ἀναπληρώσωμεν κάλλιστα ἄλλοθεν, αὐξάνοντες ἐπὶ παραδείγματι τὸν φόρον τῶν βοσκησίμων γαιῶν ἐξ 6 εἰς 13%. Ἡ αὔξησις τοῦ φόρου τούτου εἶναι δικαία, δικαιοτάτη, προκειμένου ἰδίᾳ περὶ γαιῶν ἐπιδεκτικῶν καλλιεργείας. Πλεῖστοι ὅσοι μεγαλοκτηματίαι ἀρκοῦνται νῦν εἰς τὴν ἐνοικίασιν γαιῶν γονιμωτάτων εἰς βοσκὴν, πρὸς ἀποφυγὴν φροντίδων καὶ ἐνοχλήσεων, ἃς θὰ προὐξένει εἰς αὐτοὺς ἡ καλλιέργεια. Καὶ ὅμως ἀφίνουσι, Κύριοι, οὕτως ἀνεκμετάλλευτον ἕνα ἐθνικὸν πλοῦτον, πρὸς ζημίαν ἀνυπολόγιστον καὶ τῆς χώρας καὶ τοῦ Κράτους. Ἐὰν πᾶσαι αἱ νῦν εἰς βοσκὰς μετατρεπόμεναι καλλιεργήσιμοι γαῖαι ἐχρησιμοποιοῦντο ὑπὲρ τῆς γεωργίας, βεβαίως δὲν θὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἐξάγωμεν τόσας δεκάδας ἑκατομμυρίων φράγκων χρυσῶν κατ’ ἔτος πρὸς προμήθειαν τοῦ ἄρτου ἡμῶν. Καὶ διὰ τὸν λόγον λοιπὸν τοῦτον νομίζω, ὅτι ἀνάγκη ἐπιτακτικὴ ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς νὰ αὐξήσωμεν τὸν φόρον ἐπὶ τῶν βοσκησίμων γαιῶν, τῶν ἐπιδεκτικῶν καλλιεργείας, καὶ νὰ ἐλαττώσωμεν ἀναλόγως τὸν φόρον ἐπὶ τῆς ῥητίνης, ὅστις ἀφαιρεῖ τὸν ἐπιούσιον ἄρτον τόσων χιλιάδων ψυχῶν.
§90ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καθῆκον ἔχω, Κύριοι, νὰ ὑποστηρίξω τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, καθόσον εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἣν ἔχομεν τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύωμεν, οἱ ῥητινοσυλλέκται εἶναι οὐκ ὀλίγοι, διότι ὁλόκληρος δῆμος ζῇ ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματος τούτου, εἶναι δὲ ἀληθές, ὅτι ἡ γῆ, ἐφ’ ἧς ὑπάρχουσι τὰ δάση ἐκ πευκῶν, εἶναι ἰδιόκτητος, ἀνήκουσα εἰς τοὺς κατοίκους, ὧν τινες μάλιστα δὲν ἔπαυσαν νὰ διεκδικῶσι τὴν κυριότητα τῶν δασῶν, καίτοι ἡ οἰκονομικὴ ἀρχὴ δὲν θέλει νὰ ἀναγνωρίσῃ τὰ ἀναμφισβήτητα δικαιώματά των, καὶ διότι ἐπίσης εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ φορολογία τῆς ῥητίνης εἶναι βαρυτάτη εἰς τοὺς δήμους ἐκείνους, καθόσον, προστιθεμένης τῆς ἐπικαρπίας εἰς τὸν φόρον τοῦτον, ἐστὲ βέβαιοι, κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι δικαία ἡ φορολογία αὕτη, ἀλλ’ εἶναι ἀφαίρεσις τῆς περιουσίας τῶν ῥητινοσυλλεκτῶν, καὶ ἀφαιρεῖται καθαρὰ περιουσία τῶν δυστυχῶν τούτων ἐργατῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξ αὐτοῦ καὶ μόνου τοῦ ἐπαγγέλματος ζῶσι καὶ συντηροῦσι τὴν οἰκογένειάν των. Ὡς ἔχουσι νῦν τὰ τῆς φορολογίας τοῦ εἴδους τούτου, βεβαίως ἀδικεῖται ὁ παραγωγὸς καὶ ἕνεκα τοῦ μεγέθους τοῦ φόρου καὶ ἕνεκα τῆς τιμῆς τῆς ῥητίνης τῆς φορολογουμένης, καθόσον ὁ νομοθέτης, μὴ ὢν εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ ἐπακριβῶς τὴν τιμὴν τῆς πωλουμένης ῥητίνης κατὰ τὸ ἔτος, καθ’ ὃ ἐπιβάλλεται ἡ φορολογία, ἐκτιμᾷ κατὰ προσέγγισιν, καὶ αὐθαιρέτως, οὕτως εἰπεῖν, προσδιορίζει τὴν πληρωτέαν τιμὴν τῆς ῥητίνης ἐκ τῶν προτέρων. Αὐτὸ, Κύριοι, εἶναι ἀσυμβίβαστον μὲ τὰ πράγματα, καὶ μὲ τὸ δίκαιον, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ γινώσκῃ, ὁποία θὰ ἦναι ἡ τιμὴ τῆς ῥητίνης, καθ’ ἣν ἐποχὴν πωλεῖται αὕτη· διότι, ἐνῷ συνήθως ἡ ῥητίνη πωλεῖται κατὰ τὸν Σεπτέμβριον μῆνα, ἡμεῖς νομοθετοῦμεν σήμερον περὶ τῆς τιμῆς, μὲ τὴν ὁποίαν θὰ πωλῆται κατὰ τὸν μῆνα ἐκεῖνον, δηλ. νομοθετοῦμεν περὶ ἀγνώστων καὶ ἀβεβαίων. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἔχει καθῆκον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προνοήσῃ περὶ διορθώσεως τῶν κακῶς ἐχόντων. Φρονῶ δὲ, ὅτι δύναται νὰ διορθωθῇ τὸ κακὸν, ἐὰν μεταῤῥυθμισθῇ ὁ νόμος καὶ ἐπιβληθῇ ἡ φορολογία εἰς εἶδος, ὁπότε δὲν θὰ ἐπέλθῃ τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον συμβαίνει σήμερον. Ἐπίσης νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ἐλαττωθῇ ὁ φόρος, τοὐλάχιστον εἰς ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ κανονίσῃ, ἔχων ὑπ’ ὄψιν του τὰ δίκαια παράπονα τῶν φορολογουμένων, τὰ ὁποῖα πολλάκις ὑπεβλήθησαν καὶ παρεστάθησαν ὑπὸ τὴν πραγματικήν των ὄψιν.
§91ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀσβέστου ἐπιβάλλεται νέος φόρος...
§92Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐχί. Μένει ὡς εἶχε. Δὲν ἐπιβάλλομεν νέαν φορολογίαν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 89, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 90 καὶ 91 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 92 (ἀναγινώσκεται).
§94ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνταῦθα ὑπάρχει αὔξησις φορολογίας, διότι ἐπιβάλλεται πρόσθετος φόρος 2 δεκατημορίων εἰς τὸ δικαίωμα ἐπὶ τῆς ὑλοτομίας δασῶν καὶ εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τῶν λοιπῶν δευτερευόντων δασικῶν προϊόντων.
§95Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὕτως ἔχουσι σήμερον ταῦτα, ὡς ἐδῶ ἀναγράφονται.
§96ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂν ἔχωσιν οὕτω σήμερον, ἕπεται ὅτι ἐκτὸς τῶν 2 δεκατημορίων, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται διὰ τῶν ἰσχυόντων νόμων, ἐπιβάλλονται καὶ ἄλλα 2 διὰ τοῦ παρόντος.
§97Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διατί;
§98ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διότι ὁ νόμος οὗτος δὲν εἶναι κωδικοποίησις τῶν ὑπαρχόντων, εἶναι διατάξεις νέαι· καὶ διὰ νὰ πεισθῆτε, ἀναγνώσατε τὸ ἄρθρον 140· δὲν καταργεῖται ὁ νόμος, ὅστις ἐπιβάλλει τὰ 2 δεκατημόρια.
§99Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν καταργοῦνται, διότι δὲν ὑφίστανται αἱ διατάξεις τῶν ἐπετείων νόμων· οἱ νόμοι περὶ τῶν δεκατημορίων εἶναι νόμοι ἐπέτειοι· μὴ ψηφιζόμενα ἄρα ταῦτα ἐκ νέου, εἶναι αὐτοδικαίως κατηργημένα ἅμα τῇ λήξει τοῦ ἔτους. Αἱ διατάξεις περὶ αὐτῶν εἶναι ἐπιβεβλημέναι οὐχὶ διὰ παγίου νόμου, ἀλλὰ διὰ νόμου ἐτησίαν ἔχοντος ἰσχύν· παρελθόντος ἄρα τοῦ οἰκείου ἔτους, οὐδεμίαν ἔχουσιν ἰσχύν.
§100ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ 20% δὲν εἶναι δι’ ἐτησίου νόμου.
§101Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ πρόσθετα 20% ἐπὶ τῶν φόρων τούτων εἶναι ἐπιβεβλημένα διὰ τοῦ ἐπετείου νόμου ᾼΥΙΓ’ τοῦ 1887.
§102ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 140 ὅμως ὁμιλεῖ καὶ περὶ παγίων καὶ περὶ ἐτησίων νόμων.
§103Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι περιττὸν καὶ θεωρῶ, ὅτι παρέλκει ἡ λέξις «ἐπετείων», ἀλλ’ ἐτέθη πρὸς πληρεστέραν ἀσφάλειαν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 92, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 93 καὶ 94 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 95 (ἀναγινώσκεται).
§105ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐδῶ νομίζω, ὅτι ὑπάρχει αὔξησις κλασματική.
§106Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδῶ δὲν ὑπάρχει αὔξησις, ἐδῶ ὑπάρχει μεταβολὴ φορολογίας. Εἶναι τοῦτο τὸ μόνον κεφάλαιον, τὸ εἰσάγον οὐσιαστικὴν μεταῤῥύθμισιν, ὡς καταργοῦν τὸ διανεμητικὸν σύστημα, καὶ ἐπαναφέρον τὴν καθ’ ἕκαστον ζῶον φορολογίαν· δὲν δύναται ἄρα νὰ ὑπάρχῃ προσθήκη ἢ ἀφαίρεσις φόρου, ἀφοῦ ὑπάρχει μεταβολὴ συστήματος.
§107ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τοὺς ὑπολογισμούς.
§108Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ ὑπολογισμοὶ περίπου εἰς τὰ αὐτὰ καταλήγουσι· διότι, ὡς γινώσκετε, κατὰ τὸ διανεμητικὸν σύστημα ἔχομεν ἀνώτατον φόρον 40 λεπτῶν καὶ κατώτατον 20 λεπτῶν κατὰ κεφαλὴν ἐπὶ τῶν μικρῶν ζώων. Ἤδη ἐπιβάλλεται φορολογία ἐπὶ ὅρῳ ἀνωτέρῳ κατὰ τὸ φαινόμενον, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἐν τοῖς ἀποτελέσμασι, διότι εἶναι μὲν ὁ ὅρος ἀνώτερος τοῦ μέσου μεταξὺ τῶν 20 λεπτῶν καὶ τῶν 40, ἀλλ’ ὑποτίθεται ὢν ὁ μέσος ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν φορολογουμένων ζώων, κατανεμομένων εἰς τὰς φορολογικὰς βαθμίδας ἀνίσως.
§109ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἶχον κάμει ὑπολογισμὸν μέσου ὅρου, καὶ εὗρον κατώτερον ὅρον φορολογίας. Δὲν ἔχω σήμερον τὰ στοιχεῖα· ἂν δὲ θέλητε νὰ πεισθῶμεν περὶ τῆς γνώμης σας, δώσατέ μας τὰ στοιχεῖα.
§110Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Στοιχεῖον ἓν φορολογία κατὰ τὸ διανεμητικὸν σύστημα εἶναι τὸ κατανεμόμενον ποσόν...
§111ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ἴδω μὲ τίνα φόρον ἐφορολογήθησαν αἱ διάφοροι κατηγορίαι, μὲ τίνας ὅρους.
§112Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ μέχρι τοῦδε κειμένη φορολογία ἐλειτούργει διὰ διανεμητικοῦ πίνακος, ἐπὶ ὅρῳ ἀνίσῳ μὲν κατὰ κεφαλὴν, ἀποδίδοντι ὅμως εἰς τὸ Δημόσιον τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου καθωρισμένον ποσὸν, ἐνῷ κατὰ τὴν ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου καθιερουμένην φορολογίαν τῶν ζώων εἶναι αὕτη καθωρισμένη καὶ ἴση κατὰ κεφαλὴν, ἀποδίδει ὅμως εἰς τὸ Δημόσιον πρόσοδον ἐξαρτωμένην ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ζώων. Ὁ συνδυασμὸς δὲ τοῦ φορολογικοῦ ὅρου τοῦ νομοσχεδίου πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν νῦν φορολογουμένων ζώων καταλήγει εἰς πρόσοδον τοῦ Δημοσίου, ὅση καὶ ἡ μέχρι τοῦδε.
§113ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀκριβῶς τοῦτο θέλω νὰ μάθω· τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον διενέμετο κατὰ τὸ μέχρι σήμερον ἰσχῦον σύστημα, εἰς τίνας ὅρους φορολογίας ἀπέληγε κατὰ ποσότητα ζώων. Τοῦτο ἀκριβῶς θέλω νὰ μάθω.
§114Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχομεν ἐν τῇ ἐκθέσει ἀναγεγραμμένας τὰς ἀναλογίας...
§115ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές.
§116Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. .. Προσέτι ἔχομεν εἰς ἱκανὰ ἀντίτυπα τὸν πίνακα τῆς φορολογίας κατὰ κλίμακα τοῦ ἔτους 1888, καὶ θὰ δώσω παραγγελίαν, ὅπως διανεμηθῇ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς.
§117ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἰσχύει τὸ αὐτὸ διανεμητικόν;
§118Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι πίναξ κατὰ κλίμακα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἰσχύοντος συστήματος.
§119ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διανεμητικοῦ συστήματος καὶ ὑπὸ τίνας ὅρους ἐφορολογήθησαν τὰ ζῶα καὶ κατὰ πόσον;
§120Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τούτων ὁ πίναξ παρέχει κατὰ κλίμακα τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1888.
§121ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂν ἴσχυε τότε τὸ διανεμητικὸν σύστημα, αὐτὸ ἀρκεῖ.
§122ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ μία διαφορὰ φορολογίας μεταξὺ προβάτων καὶ αἰγῶν, ἢ μᾶλλον τῶν προβάτων καὶ οὐχὶ τῶν αἰγῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἐπέρχονται καὶ ἐπιβλαβεῖς συνέπειαι εἰς τὰ δάση.
§123ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ φορολογηθῶσιν αἱ αἶγες εἰς μικρότερον ποσόν· εἶναι δὲ πεπλανημένη ἡ γνώμη τινῶν, ὅτι αἱ αἶγες εἶναι ἐπιβλαβεῖς εἰς τὰ δάση. Βόσκουν μόνον ὅπου ὑπάρχει πρῖνος, ὁ δὲ πρῖνος εἶναι ἄχρηστος εἰς πᾶν ἄλλο, πλὴν εἰς τὴν βοσκὴν τῶν αἰγῶν.
§124ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Παντοῦ βόσκουν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 95, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 96–107).
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 108 (ἀναγινώσκεται).
§126ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν συμβιβάζηται μὲ τὸν νόμον περὶ ἀστυνομίας, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν (ἀναγινώσκει): «Ὁ Δήμαρχος ὀφείλει, παραπέμπων κατὰ τὸ ἄρθρον 107 πρὸς δημοσίευσιν εἰς τὰ Παρεδρεῖα τὸν κατάλογον τῶν μηδόλως ἢ ἐλλιπῶς δηλωσάντων τὰ ζῶά των κτηνοτρόφων, νὰ κλητεύσῃ μέχρι τῆς 20 Ἀπριλίου τὸ βραδύτερον τοὺς κτηνοτρόφους τούτους διὰ τοῦ δημοσίου κατηγόρου, καὶ νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ τὴν νόμιμον τιμωρίαν των». Παραπέμπει λοιπὸν εἰς τὸν δημόσιον κατήγορον, διὰ νὰ καταδικάσῃ, ὄχι διὰ νὰ ζητήσῃ οὗτος τὴν τιμωρίαν των.
§127ΖΩΤΟΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι.
§128ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς εἶναι τὸ ἴδιον;
§129ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐδῶ, εἰς τὰς Ἀθήνας, πῶς γίνεται, ὅπου ὑπάρχει διοικητικὴ ἀστυνομία;
§130ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ὑπάρχουσιν ἐδῶ δηλώσεις.
§131ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πῶς δὲν ὑπάρχουν; Πλεῖσται ὅσαι. (Διάλογοι). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 108, ὡς ἔχει).
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 109 (ἀναγινώσκεται).
§133ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἄρθρον λέγει: «ἂν δὲν ἦναι αὐτὸς οὗτος τοιοῦτος.» Δὲν εἶναι πλέον τοιοῦτος ὁ Δήμαρχος, δὲν εἶναι δημόσιος κατήγορος. Τὸ «ἂν δὲν ἦναι αὐτὸς οὗτος τοιοῦτος» παρέλκει.
§134ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν τὸ διορθόνομεν.
§135ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Νὰ ἀπαλειφθῇ αὐτό.
§136ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Βεβαίως παρέλκει.
§137ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὅπου δὲν ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀστυνομία ἡ στρατιωτική, θὰ ἐξακολουθῇ ὁ Δήμαρχος ὢν δημόσιος κατήγορος.
§138ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παντοῦ θὰ ἐφαρμοσθῇ.
§139ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν θὰ θὰ ἐφαρμοσθῇ παντοῦ.
§140ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καὶ ἂν ἦναι, περιττεύει. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 109, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 110–114).
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 115 (ἀναγινώσκεται).
§142ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει τροποποίησις εἰς τὸ ἄρθρον 115; Εἶναι ὅπως ἔχει σήμερον; Ἀπὸ τῆς 15 Μαΐου ἄρχεται ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου τῶν ζώων;
§143Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὕτως εἶναι.
§144ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ἄρχεται ἀπὸ τῆς 30 Μαΐου.
§145Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐχί. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 115, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 116–121).
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 122 (ἀναγινώσκεται).
§147ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐνταῦθα νομίζω, ὅτι ἀδίκως καὶ παραλόγως πρόκειται νὰ τιμωρηθῇ ὁ Δήμαρχος δι’ αὐτῆς τῆς παραγράφου, ἂν δὲν εἰσαγάγῃ εἰς δίκην ἐμπροθέσμως· διότι, κατὰ τὸν νόμον περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὁ Δήμαρχος δὲν εἰσάγει πλέον εἰς δίκην, ὥστε ἀδίκως εἰς αὐτὸν, ὅπως καὶ εἰς ἄλλους, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιῤῥίπτεται εὐθύνη.
§148ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν εἶναι καλῶς μελετημένον τὸ ζήτημα. (Διάλογοι.) (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 122, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 123–127).
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 128 (ἀναγινώσκεται).
§150ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ μάθω, ἂν αἱ διατάξεις, αἱ περιεχόμεναι ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, ἐμπεριλαμβάνωνται καὶ ἐν τῇ ἰσχυούσῃ σήμερον νομοθεσίᾳ.
§151Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἠγέρθησαν ζητήματα ἐπὶ τῆς διακρίσεως τοῦ βεβρεγμένου καρποῦ ἀπὸ τοῦ ἀβρόχου ἐν Ἑπτανήσῳ, καὶ περὶ τούτου ἐγένετο λόγος καὶ ἐν ταῖς παρελθούσαις Βουλαῖς, διότι ἰσχυρίσθησάν τινες, ὅτι ἐπὶ τῆς Προστασίας, ἧς ἡ φορολογικὴ νομοθεσία ἐξακολουθεῖ ἰσχύουσα, δικαίωμα εἶχον οἱ ἐξάγοντες βεβρεγμένον καρπὸν, ἵνα ἐπὶ πρωτοκόλλῳ ἰδίῳ κανονίζωσι τὰ τῆς ἐκτιμήσεως τῆς ἐξαγομένης σταφίδος. Καὶ περὶ τούτου αἱ ἀρχαὶ αἱ τελωνειακαὶ εἶχον δώσει πληροφορίας ἀντιφατικὰς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ ἐξακριβωθῶσι τὰ ἰσχύοντα ἐπὶ Προστασίας. Ἀλλ’ ἡ ἐπικρατοῦσα γνώμη εἶναι, ὅτι ἐπὶ Προστασίας ἐγίνετο τῷ ὄντι ἔκπτωσις διὰ τὸν βεβρεγμένον καρπόν. Ἐν τοιαύτῃ ὅμως περιστάσει, πρέπει ἐν τῷ ὑπολογισμῷ τοῦ μέσου ὅρου νὰ μὴ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψει ἡ βεβρεγμένη σταφὶς, διότι, περιλαμβανομένης καὶ τῆς βεβρεγμένης σταφίδος ἐν τῷ γενικῷ μέσῳ ὅρῳ, ὁ φόρος ἐπιβάλλεται ἐπὶ ὅρῳ κατωτέρῳ. Εἶναι ἄρα ἀνάγκη διακανονισμοῦ τῶν περὶ τούτου, ἐπιτρεπομένης μὲν τῆς ἐπὶ ἔλασσον φορολογίας τοῦ βεβρεγμένου καρποῦ, ἐφ’ ὅσον ἡ βλάβη ὑπερβαίνει ἀναλογίαν τινὰ, τὴν τοῦ πεμπτημορίου τῆς ἀξίας, ἀλλ’ ἐπὶ τῷ ὅρῳ, ὅπως ἡ σταφὶς, ἥτις ἤθελεν ὠφεληθῆ ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης καὶ ἤθελεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν ἐλάσσονα φορολογίαν, μὴ περιλαμβάνηται ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ τῶν ἀγορῶν καὶ πωλήσεων, ἐφ’ οὗ στηρίζεται ὁ μέσος ὅρος τῶν τιμῶν, ὁ καθορίζων τὴν βάσιν τῆς φορολογίας τῆς ἀβρόχου σταφίδος. Εἰς ταῦτα ἀφορᾷ ὁ κανονισμὸς, ὃν ἀναγράφουσι τὰ ἄρθρα.
§152ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν εἶναι νέον, εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον πολλάκις συνεζητήθη ἐν τῇ Βουλῇ καὶ πολλάκις ἐμελετήθη παρὰ τῶν ἁρμοδίων. Δὲν ἀπεδείχθη, καὶ μήτε δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἐπὶ Προστασίας διεκρίνετο ἡ βεβρεγμένη σταφὶς τῆς μὴ βεβρεγμένης. Ἐπειδὴ δὲ τοῦτο δὲν ἀπεδείχθη, ὅπως ἀποτελέσῃ ἓν εἶδος κεκτημένου δικαιώματος, πάντοτε ἀνεφύη τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς πρακτικότητος, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ἀποτελεσμάτων, πάντοτε δὲ, ὁσάκις συνεζητήθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα, τὸ συμπέρασμα ἦτο, ὅτι θέλει ἐπέλθει σπουδαιοτάτη βλάβη εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξαγωγὴν τῆς σταφίδος, ἂν γείνῃ δεκτὴ ἡ διάκρισις αὕτη, διότι δυσκόλως δύναται νὰ βεβαιωθῇ, καὶ δυσκόλως δύναται νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι θὰ βεβαιῶται πραγματικῶς, ὅτι ἡ ἐξαγομένη σταφὶς εἶναι αὐτὴ ἡ βεβρεγμένη, διὰ τὴν ὁποίαν ὡρίσθη κατωτέρα τιμή· καὶ οὕτως ὑπετέθη παρὰ τῶν ἁρμοδίων, ὅτι ἐνδέχεται καὶ τὸ ἥμισυ ἀκόμη τῆς ἐξαγομένης σταφίδος ἐξ Ἑπτανήσου νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς βεβρεγμένη, πρὸς ζημίαν τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων τοῦ Δημοσίου. Διὰ τοῦτο, ὁσάκις συνεζητήθη, ὁσάκις ἐμελετήθη, πάντοτε ἐλύθη ὑπὲρ τῆς γνώμης, ὅπως μὴ γείνῃ διάκρισις βεβρεγμένης σταφίδος, ἀλλ’ ὅπως καὶ ἡ τιμὴ τῆς βεβρεγμένης σταφίδος, ὡς σήμερον γίνεται, συμπεριλαμβάνηται εἰς τὸν μέσον ὅρον. Ἐθεωρήθη δὲ τοῦτο τοσούτῳ μᾶλλον δίκαιον, καθ’ ὅσον ὑποτίθεται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ὅτι ὁ ἐξάγων βεβρεγμένην σταφίδα ἐξάγει καὶ μὴ βεβρεγμένην, καὶ ἑπομένως, συμμετέχων, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ὁρισμὸν τῆς τιμῆς, εἰς τὸν μέσον ὅρον, τὸν ἐξαγόμενον ἐπὶ τῶν πωλήσεων βεβρεγμένης καὶ μὴ βεβρεγμένης σταφίδος, δὲν ζημιοῦται· ἐνῷ τώρα, διακρινομένης τῆς βεβρεγμέγης σταφίδος, ἀνοίγεται ἡ θύρα εἰς καταχρήσεις βεβαίας καὶ θετικάς· καὶ ἂν παραδεχθῶμεν διὰ τὴν Ἑπτάνησον τὴν βεβρεγμένην σταφίδα διακρινομένην τῆς μὴ βεβρεγμένης, δὲν ἠξεύρω διατὶ δὲν θὰ λάβωμεν καὶ διὰ τὴν Πελοπόννησον τὴν διάκρισιν ταύτην...
§153ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐχί.
§154ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως... Λοιπὸν ἡ βάσις τῆς φορολογίας, ἂν αὕτη διακριθῇ, δύναται καὶ ἐκεῖ νὰ ἐγείρῃ οὐχ ἧττον, ἀνεξαρτήτως τῶν περαιτέρω, κακὰ ἀποτελέσματα. Τὸ ἄμεσον ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἡ τοιαύτη διάταξις ἔχει, ἔσται βεβαίως τὸ νὰ ἀνοίξωμεν, ὡς εἶπον, τὴν θύραν εἰς καταχρήσεις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ καρποῦ.
§155ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, διότι εἶμαι ἐν γνώσει τοῦ ζητήματος, καὶ δύναμαι νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν περὶ τῶν γενομένων ἐπὶ Προστασίας. Ὁ Ἰόνιος νόμος περὶ τελωνείων προβλέπει περὶ τοῦ ὁρισμοῦ τῆς ἀγοραίας τιμῆς τοῦ ἐλαίου, καὶ κανονίζει τὰ περὶ τούτου. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, ὁ τελώνης Κερκύρας ἑκάστην Δευτέραν συνεκάλει τοὺς μεσίτας, (διότι μόνον ἐν Κερκύρᾳ ὑπῆρχον μεσῖται) καὶ παρ’ αὐτῶν ἐπληροφορεῖτο τὰς τρεχούσας τιμὰς, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ἐκανόνιζε τὴν τιμὴν τῆς ἑβδομάδος, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐλαμβάνετο ὁ φόρος. Ὡς πρὸς τὴν σταφίδα ὅμως, δὲν ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ Ἰονίῳ νόμῳ, ὁρίζουσα τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον προσδιωρίζετο ἡ ἀγοραία μέση τιμὴ τῆς σταφίδος. Εὐθὺς μετὰ τὴν τελωνειακὴν ἀφομοίωσιν, ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ τότε δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς ὡρίσθη, ἐξ ἀναλογίας τῶν γενομένων ἄλλοτε κατὰ τὴν φορολογίαν τῶν δημητριακῶν καρπῶν, νὰ συντάσσηται πρωτόκολλον ὑπὸ τοῦ τελώνου, τοῦ νομάρχου καὶ τοῦ ταμίου, τοῦ ἐκπληροῦντος τὰ καθήκοντα τοῦ ἐφόρου, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ὁρίζηται καθ’ ἑβδομάδα ἡ μέση ἀγοραία τιμὴ τῆς σταφίδος. Ἀλλὰ τοῦτο ἐφαρμόζεται ὡς πρὸς τὴν σταφίδα τὴν ἄβροχον. Ἐπήρχοντο ὅμως ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ὁ καρπὸς ἐβρέχετο, καὶ εἴχετε τότε δύο ποιότητας, εἴχετε τὸν ἄβροχον καὶ τὸν βεβρεγμένον. Τί ἐγίνετο ἐπὶ Προστασίας ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Ἐπὶ Προστασίας, Κύριοι, —καὶ τοῦτο ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως δύναμαι νὰ βεβαιώσω,—μόνος ὁ τελώνης, ἀνὰ ἑκάστην περίπτωσιν ἐξαγωγῆς σταφίδος, ὤριζεν αὐτὸς τὴν τιμὴν ἐξ οἰκείας κρίσεως, οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει πρωτοκόλλου. Καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἐνθυμοῦμαι τελώνας ἐν Ζακύνθῳ, οἵτινες παρίσταντο κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς φορτώσεως σταφίδος, (σημειώσατε δὲ, ὅτι τότε δὲν ἦσαν ἐν χρήσει τὰ κιβώτια, ἀλλὰ μόνον βαρέλια, μεγάλα μάλιστα,) καὶ ὁ τελώνης, ἐξετάζων τὴν σταφίδα, ὥριζε τὴν τιμὴν, πάντοτε ἐν δικαίῳ μέτρῳ, καὶ οὐδέποτε σχεδὸν ἐγένετο παράπονον κατὰ τῆς κρίσεως αὐτῆς τοῦ τελώνου. Ἀφ’ ἧς ὅμως ἐτέθη ἐν ἐνεργείᾳ ὁ προσδιορισμὸς τῆς τιμῆς διὰ πρωτοκόλλου, καὶ δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν παρὰ μόνον αἱ ἀγοραῖαι τιμαὶ, αἱ τρέχουσαι κατὰ τὴν ἑβδομάδα τοῦ ἀβρόχου καρποῦ, συμβαίνει ὥστε, ὁσάκις ἐπρόκειτο νὰ ἐξαχθῇ βεβρεγμένος καρπός, ἠγείροντο παράπονα: Πῶς θὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ πρωτόκολον, τὸ ἀφορῶν εἰς καρπὸν καλὸν ἐπὶ τοῦ βεβρεγμένου, καὶ θὰ ληφθῇ φόρος βαρύτατος, ναὶ μὲν ἀντιπροσωπεύων ἐν συνόλῳ τὴν ὅλην φορολογίαν, ἀλλὰ βαρύτατος, 18% μετὰ προσθήκης 2 ἑκατοστῶν διὰ τοὺς ὁδικοὺς καὶ ἐπαρχιακοὺς φόρους; πῶς θὰ ληφθῇ φόρος 20% ἐπὶ τῆς βάσει τιμῆς, τὴν ὁποίαν τὸ ἐξαγόμενον προϊὸν δὲν ἔχει; Διότι, ἕνεκα τῆς διαφορᾶς τῆς ποιότητος, ἡ ἀπόστασις ἀπὸ τῆς μιᾶς τιμῆς εἰς τὴν ἄλλην δύναται νὰ φθάσῃ καὶ μέχρις 100 δραχμῶν. Τότε οἱ τελῶναι, ὑπείκοντες εἰς τὰ πράγματα, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὸ δίκαιον, συμβουλευθέντες καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, ὥριζον τιμὴν διὰ πρωτοκόλλου χωριστοῦ τοῦ βεβρεγμένου καρποῦ, κατὰ μέσον ὅρον. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνεφάνη καὶ ἐν Κεφαλληνίᾳ, καὶ σπουδαιόταται συζητήσεις προεκλήθησαν ἐν τῇ Βουλῇ ὡς πρὸς τοῦτο. Ἀλλ’ ὁ φόβος, ὃν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἄρτης ἐξέφρασεν, εἶναι, μὴ ὁ βεβρεγμένος καρπὸς ἐξάγηται ὡς ἄβροχος, καὶ ὁ φόβος οὗτος συνεκράτει τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν καὶ δὲν ὑπεχώρει αὕτη ἀπέναντι μιᾶς ἀξιώσεως δικαιοτάτης. Διότι κατὰ τὰ ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα βρέχεται ὁ καρπὸς, ὁ ἄβροχος φυσικῷ τῷ λόγῳ ὑπερτιμᾶται, καὶ ἡ τιμὴ τούτου χρησιμεύει ὡς γνώμων καὶ τοῦ φόρου τοῦ βεβρεγμένου. Διὰ τοῦτο ἐγένετο προσπάθεια ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ληφθέντων ὑπ’ ὄψιν καὶ τῶν προηγουμένως εἰς τὴν Βουλὴν εἰσαχθέντων νομοσχεδίων, ὥστε νὰ ἐξασφαλισθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἵνα μὴ συμβαίνῃ αὐτὴ ἡ κατάχρησις. Φρονῶ δὲ, ὅτι, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, ἀφαιρεῖται πᾶσα ὑπόνοια περὶ καταχρήσεως, διότι καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀπειλοῦνται ποιναὶ λαθρεμπορίου εἰς τὸν ἐξάγοντα ἄβροχον καρπὸν ὡς βεβρεγμένον· διότι, ὡς χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδωκε τὴν ἐξήγησιν εἰς τὴν Βουλήν, τὸ λαθραῖον δὲν ἐφαρμόζεται πλέον ὅπως μέχρι τοῦ νῦν ἡρμηνεύετο, τουτέστιν ἐὰν ἀπ’ αὐτοφώρῳ συλληφθῇ, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων, ἂν ἀνακαλυφθῇ ἐξ ἐγγράφων· ὥστε ὁ θέλων νὰ ἀποπειραθῇ τοιοῦτον λαθρεμπόριον, ἐκτὸς τῆς δυσκολίας, ἣν θ’ ἀπαντήσῃ, ὅπως διαφύγῃ τὴν προσοχὴν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀποτελουμένης ἐξ ἀνωτέρων ἀρχῶν τῆς ἐπαρχίας, θὰ ἔχῃ καὶ τὴν ἀπειλὴν τῆς ποινῆς, ἥτις θὰ δύναται νὰ τῷ ἐπιβληθῇ ἐκ τῶν ὑστέρων, ἂν κατορθώσῃ νὰ διαλάθῃ τὴν προσοχὴν τῆς ἀρχῆς καὶ ἐξαγάγῃ καρπὸν ἄβροχον ἀντὶ βεβρεγμένου. Ἄλλως τε ἡ ἀρχὴ τῆς διαφορᾶς τοῦ δασμοῦ, ὁσάκις τὸ ἐμπόρευμα ἦναι βεβλαμμένον, ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ τελωνειακῷ νόμῳ, ὅτι τὸ τέλος ἐλαμβάνετο, οὐχὶ, ὡς σήμερον, κατὰ κατηγορίας καὶ κλάσεις, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ ἐμπορεύματος. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὰ ἄρθρα τοῦ τελωνειακοῦ ὀργανισμοῦ ἐκεῖνα δὲν ἰσχύουσι σήμερον, ὡς ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ δασμολογίου, ἀλλὰ καθιεροῦται ἡ ὀρθοτάτη καὶ δικαιοτάτη ἀρχή, ὅτι, ὁσάκις τὸ ἐμπόρευμα ἦναι βεβλαμμένον, δὲν λαμβάνεται ἀκέραιος ὁ δασμὸς, ἀλλ’ ὑφίσταται ἐλάττωσιν συνεπείᾳ πραγματογνωμοσύνης· ἀντὶ ταύτης δ’ ἔχομεν ἤδη τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ πᾶς φόβος περὶ ζημίας τῶν δημοσίων συμφερόντων ἐκλείπει. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 128, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν.)
§156ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καλὸν ἤθελεν εἶσθαι, καὶ χάριν τῆς ὑπηρεσίας καὶ χάριν τῶν φορολογουμένων, νὰ ὁρισθῶσιν ἐν τέλει τὰ ἄρθρα καὶ οἱ νόμοι, οἵτινες ἀκυροῦνται.
§157Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Καταργοῦνται οἱ ἐπέτειοι νόμοι ῥητῶς, καίτοι ἡ μὴ ἀνανέωσις τῆς ἰσχύος αὐτῶν θὰ καθίστα αὐτοὺς ἀκύρους καὶ ἄνευ ἀναγραφῆς τῆς καταργήσεως. Καταργοῦνται προσέτι νόμοι πάγιοι καὶ διατάξεις τινὲς παγίων νόμων καὶ διατάγματά τινα ἐκτελεστικὰ νόμων, ὧν ἁπάντων ἡ ἀπαρίθμησις ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, καίπερ χρήσιμος, θὰ ἦτο ὅμως σχοινοτενής.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων: 1) Περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 4 καὶ 5 τοῦ ΧΙΓʹ νόμου τῆς 9 Ἰουνίου 1877, 2) Περὶ ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 7, 8 καὶ 9 τοῦ νόμου ΑΦΙΓʹ τῆς 28 Μαΐου 1887· καὶ 3) Περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν προξενικῶν ὑπολόγων ἐκ καταλογισμοῦ λόγῳ νομισματικῆς διαφορᾶς ἐπὶ μισθῶν καὶ ἐξόδων εἰς μεταλλικὸν διὰ τῶν εἰσπράξεων τῶν πληρωθέντων μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1886. Ὡσαύτως ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων: «Περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος ὑπὲρ τοῦ δήμου Λετρίνων» καὶ «Περὶ αὐξήσεως τῶν ἐν Καρύστῳ ἐπιβεβλημένων λιμενικῶν φόρων». Ἅπασαι αἱ ἐκθέσεις αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 313–317). Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 καὶ 10′ μ. μ.). (Περὶ ὥραν 6 καὶ 30′ μ. μ. γενομένης ἀπαρτίας, ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Φραγκίδου).
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως καὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν παγίων φορολογικῶν νόμων.
§160ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῶν αὐξήσεων βεβαιώσεων, τὰς ὁποίας προβλέπει ἐκ τοῦ φορολογικοῦ τούτου νομοσχεδίου, καθόσον ὑπάρχει νέα φορολογία ἐνταῦθα.
§161Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ εἰς διατάξεις περιλαμβανομένας ἐν τοῖς ἐπετείοις νόμοις, διότι οἱ ἐπέτειοι νόμοι ἀφορῶσιν εἰς τὸν ἔγγειον φόρον καὶ τὸν φόρον τῶν ζώων, οὐχ ἧττον περιελάμβανον ἐνίοτε διατάξεις, ἀφορώσας εἰς τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν. Ἤδη, ὅτε θὰ παύσωμεν παραπέμποντες εἰς τοὺς προηγουμένους ἐπετείους νόμους, αἱ διατάξεις αὗται μένουσιν ἄνευ ἰσχύος, καὶ ἵνα τηρηθῶσιν ἐν ἰσχύϊ, πρέπει νὰ περιληφθῶσιν ἐν παγίῳ νόμῳ.
§162ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐμπεριέχει τὸ νομοσχέδιον αὔξησιν;
§163Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδεμίαν. Περιλαμβάνει καί τι, μὴ περιεχόμενον ἐν τῷ ἐπετείῳ νόμῳ, τουτέστι τὴν κύρωσιν τοῦ πίνακος τῆς κατατάξεως ἐπιτηδευμάτων τινῶν· τοῦτο δὲ, διότι παρελείφθη ἐν τῷ παρελθόντι ἡ ἐκπλήρωσις ἐπιβαλλομένης ὑπὸ τοῦ νόμου ὑποχρεώσεως, καὶ ἀφοῦ ὁπωςδήποτε ψηφίζομεν νόμον περὶ φόρων ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, εἶναι πρέπον ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ νὰ ἀρθῇ ἡ ἀνωμαλία, περιβαλλομένου τοῦ πίνακος τὸ νομοθετικὸν κῦρος.
§164ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ καιρὸς ἐπείγει, καὶ ἐλάχιστος καιρὸς μένει εἰς ἡμᾶς, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ μελετήσωμεν τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τοὐλάχιστον νὰ μᾶς εἴπητε, τίς ὁ νόμος, ὁ ἀντικαθιστάμενος πρῶτον διὰ τοῦ ἄρθρου 1, διὰ τοῦ ὁποίου ὁρίζεται ὁ φόρος, ὁ ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τῶν ἐμπορικῶν ὑπαλλήλων, δεύτερον διὰ τοῦ ἄρθρου 2, τοῦ ἀφορῶντος τὰ δύο δεκατημόρια τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, καὶ τρίτον διὰ τοῦ ἄρθρου 8, τοῦ ἀφορῶντος τὰ δύο δεκατημόρια ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν.
§165Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νόμοι, ἐπιβάλλοντες εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῶν καταστημάτων τὴν φορολογίαν κατὰ τὴν κλίμακα τὴν ὧδε ἀναγραφομένην, καὶ ἥν, προσθέτω, οὐδόλως ἐγκρίνω, εἶναι ὁ ΧΠϚʹ τοῦ 1885 ἐπὶ ἐπιστρατεύσεως, καὶ ὁ τροποποιῶν τὸν νόμον τοῦτον ᾼΤΚϚʹ τῆς 21 Δεκεμβρίου 1885. Ὡς βλέπετε, ἐδῶ ἡ φορολογία εἶναι προοδευτική, καὶ ταύτην οὐδόλως ἐγκρίνω, δὲν προτείνω ὅμως τὴν μεταβολὴν αὐτῆς ἤδη, διότι πρότασις τοιαύτη θὰ ἐπήγετο ἐργασίαν πολὺ εὐρυτέραν ἧς πρόκειται ἤδη ἡ ἐπιτέλεσις· ἄλλως τε θεωρῶ, ὅτι κατὰ τύπον εἶναι προοδευτικὸς ὁ φόρος οὗτος, ἐφ’ ὅσον ἐπιβάλλεται εἰς τὸν ὑπάλληλον· ἐφ’ ὅσον ὅμως ἐπιπίπτει εἰς τὸ κατάστημα, δὲν εἶναι προοδευτικός, ὡς ἐνδεικνυούσης ἁπλῶς τῆς κλίμακος τὰς διαστάσεις τῆς ἐργασίας καὶ ἑπομένως τῶν καθαρῶν κερδῶν τοῦ καταστήματος· ὑπὸ ταύτην δὲ τὴν ἔποψιν εἶναι οὐσιαστικῶς ἀποδεκτὸς ὁ φόρος· ὅπως ὅμως ἔχει κατὰ τύπους ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος εἰς τὸν ὑπάλληλον, εἶναι ἀδικαιολόγητος ἡ τοιαύτη φορολογία, καὶ εἰσάγει παρ’ ἡμῖν ἀρχὴν, ἡ ὁποία ὑφίσταται μόνον ἐπὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, καὶ πάλιν ἀπὸ τῆς αὐτῆς ἐποχῆς, τὴν ἀρχὴν, λέγω, τῆς προοδευτικῆς φορολογίας. Τὰ δύο δεκατημόρια, περὶ ὧν ἐνταῦθα πρόκειται, εἶναι τὰ ἐπιβληθέντα κατὰ τὸ 1887 καὶ ἔκτοτε ἐπαναλαμβανόμενα.
§166ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ δεκατημόρια, δὲν ἔχετε τὸν νόμον;
§167Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ὁ τοῦ 1887.
§168ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Προτοῦ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, παρακαλῶ τὴν Συμπολίτευσιν νὰ μὴ ἀποχωρῇ, προκειμένου λόγου περὶ φορολογικῶν νομοσχεδίων· διότι ἐγὼ εἶμαι ἀποφασισμένος, κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τοῦ συνόλου ἑκάστου τοιούτου νομοσχεδίου νὰ ζητῶ ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, διότι δὲν ἀναδέχομαι τὴν εὐθύνην ἐν τῇ συνειδήσει μου καὶ ἀπέναντι τοῦ τόπου μου νὰ ψηφίζωνται τοιαῦτα νομοσχέδια χωρὶς νὰ ἦναι ἐν ἀπαρτίᾳ ἡ Βουλή. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτά, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 1–3).
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§170ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἐὰν ὑπάρχῃ πρωτεύουσά τις νομοῦ, ἔχουσα πληθυσμὸν κάτω τῶν 5,000, διὰ νὰ καταστήσῃ ἀναγκαῖον τὸ ἄρθρον 4. Νομίζω, ὅτι παρέλκει ἡ διάταξις αὕτη, διότι δὲν γνωρίζω τοιαύτην πρωτεύουσαν.
§171Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ζητεῖ πληροφορίαν περὶ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν πρωτευουσῶν τῶν νομῶν ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἄρθρον, τὸ κανονίζον, ὅτι ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν καὶ ἐν ταῖς πόλεσι, ταῖς ἐχούσαις πληθυσμὸν ἄνω τῶν 10 χιλιάδων, ὑπάγονται εἰς ὡρισμένας ὑποχρεώσεις οἱ ἐπιτηδευματίαι.
§172ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ σχηματισμοῦ ἐπιτροπῆς.
§173Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἤτις κατατάσσει τοὺς ἐπιτηδευματίας εἰς τάξεις κατὰ διακρίσεις, λόγῳ τοῦ πληθυσμοῦ. Ἐρωτᾷ λοιπὸν ὁ κ. Βουλευτής, ἐὰν ὑπάρχωσι πρωτεύουσαι νομῶν, ἔχουσαι πληθυσμὸν κάτω τῶν 5 χιλιάδων.
§174ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου λέγει 10 χιλιάδας, ἀλλ’ ὁ ἀρχικὸς νόμος ἀπῄτει μόνον 5 χιλιάδας.
§175Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τοῦτο ἐγένετο τροποποίησις, καὶ ἀπαιτεῖται 10 χιλιάδων πληθυσμὸς διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου καὶ εἰς τοῦτο ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν, διότι κατὰ τὸν κείμενον νόμον ἐφαρμόζεται ἡ διάταξις εἰς τὰς πόλεις τὰς ἐχούσας πληθυσμὸν ἄνω τῶν 5 χιλιάδων, ἐνῷ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐφαρμόζεται εἰς τὰς πόλεις τὰς ἐχούσας πληθυσμὸν ἄνω τῶν 10 χιλιάδων, ἀλλὰ προσέτι καὶ εἰς τὰς ἐχούσας πληθυσμὸν κάτω τῶν 10 χιλιάδων, οὔσας ὅμως πρωτευούσας νομῶν, τοιαῦται δὲ, ἔχουσαι πληθυσμὸν κάτω τῶν 10 χιλιάδων, πρωτεύουσαι νομῶν εἶναι τὸ Ναύπλιον μετὰ πληθυσμοῦ 5,459, ἡ Λαμία μετὰ πληθυσμοῦ 6,888, ἡ Ἄρτα μετὰ πληθυσμοῦ 7,048, καὶ τὸ Μεσολόγγιον μετὰ πληθυσμοῦ 9,476. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5–11 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται).
§177ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ τροποποίησις, τὴν ὁποίαν φέρει τὸ ἄρθρον 12 εἰς τοὺς νόμους τοῦ 1861 καὶ 1863, δὲν εἶναι σκόπιμος. Οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἄφιναν τὸν φόρον ἐπὶ τῶν μεταλλείων νὰ ὁρίζηται μέχρι 5% ἐπὶ τῶν ὀρυχείων δὲ καὶ λατομείων μέχρι 10%. Ἐνταῦθα ὁρίζεται ὁριστικῶς εἰς 5 καὶ 10%. Νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ αὐξηθῇ ὁ ἀνώτατος ὅρος ἀντὶ 5% νὰ γείνῃ μέχρι 10%.
§178Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται ἤδη περὶ τούτου· ἤδη πρόκειται περὶ καθορισμοῦ τοῦ ποσοστοῦ συμφώνως πρὸς τὸν ἐν ἑτέρῳ νόμῳ ὅρον, τὸν μέχρι 5% καὶ 10%. Ἂν προταθῇ μεταβολὴ τοῦ ὅρου τούτου, θὰ γείνῃ αὕτη ἐν νόμῳ μεταῤῥυθμίζοντι τὸν περὶ μεταλλείων, ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον θ’ ἀντικαταστήσῃ τοὺς ἐπετείους νόμους. Κατὰ τὸν νόμον περὶ μεταλλείων, διὰ τοῦ ἐπετείου νόμου προσδιορίζεται ὁ φόρος μέχρι 5% καὶ 10%. Ἤδη ἐν τῷ παγίῳ νόμῳ, εἰς ὃν θὰ δίδῃ τὸ ἐπέτειον κῦρος ὁ νόμος περὶ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, προσδιορίζομεν τὸν φόρον τοῦτον ἐπὶ τῷ ἀνωτάτῳ, καὶ ἑπομένως ὁ ἐπέτειος νόμος, ἤτοι ὁ νόμος τῶν ἐσόδων, τὸν ἀνώτατον τοῦτον ὅρον θὰ καθιεροῖ ἐπὶ τὸ οἰκεῖον ἔτος διὰ τῆς παραπομπῆς εἰς τὸν πάγιον νόμον. Ὁ νομίζων ὅτι τὰ τοῦ νόμου περὶ μεταλλείων δὲν ἔχουσι καλῶς ὡς πρὸς τοῦτο, ὀφείλει νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν μεταβολὴν ἐν νέῳ κανονισμῷ τῶν ἀφορώντων εἰς τὰ μεταλλεῖα, ἀλλὰ τοιαύτη πρότασις θὰ ἐσχετίζετο πρὸς ὁλόκληρον νομοθεσίαν καὶ πρὸς κατάστασιν ὑφισταμένην ὡς ἐξ αὐτῆς, καὶ θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ γένηται ἐξέτασις κατὰ πόσον αἱ παραχωρήσεις, αἱ γενόμεναι ἤδη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παλαιοῦ νόμου, ἐπάγονται ὑποχρέωσιν πρὸς τὸ Δημόσιον, ἵνα μὴ μεταβάλῃ τὸν ἔκτακτον ὅρον τῆς φορολογίας. Ταῦτα πάντα δύνανται ἴσως νὰ ἀναθεωρηθῶσιν, ἀλλ’ ἡ ἀναθεώρησις ἀπαιτεῖ μελέτην καὶ συνδυασμὸν πρὸς τὴν ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν περὶ μεταλλείων. Ἤδη δὲν πρόκειται περὶ μεταβολῆς τῆς νομοθεσίας περὶ μεταλλείων, πρόκειται περὶ καθορισμοῦ τοῦ ἐπετείου φόρου ἐν παγίῳ νόμῳ, ὅστις πάγιος νόμος θὰ λαμβάνῃ ἰσχὺν ἐπετείως διὰ τῆς εἰς αὐτὸν παραπομπῆς τοῦ νόμου περὶ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους.
§179ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὸν πάγιον τοῦτον νόμον ἕπεται ὅτι δι’ ἐτησίου νόμου δὲν δύναται νὰ ἐλαττωθῇ τὸ 5 καὶ 10%, θὰ μένῃ ὡρισμένον.
§180Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐφ’ ὅσον θὰ γίνηται ἁπλῆ παραπομπὴ ὑπὸ τοῦ ἐπετείου νόμου, ὡς ἐλπίζομεν εἰς τὸ ἑξῆς, θὰ ἰσχύῃ τὸ 5% ἢ τὸ 10%. Ἂν ὅμως ἤθελε θεωρήσει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία πρόσφορον τὴν ἐπέτειον μεταβολὴν τοῦ ὅρου, θέλει ἐν τῷ νόμῳ τῶν ἐσόδων, τῷ παραπέμποντι εἰς τὸν πάγιον νόμον, περιλάβει διάταξιν, ὁρίζουσαν τὸ ποσοστὸν κάτω τοῦ κατὰ τὸν περὶ μεταλλείων νόμον ἀνωτάτου ὅρου τῶν 5 ἢ τῶν 10%. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 12, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται).
§182Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Τί ἐννοεῖ αὐτό;
§183Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, διὰ τοῦ ἐπετείου νόμου ὁρίζεται πάντοτε ἡ φορολογία, ὡρίζετο δὲ αὕτη πάντοτε ἐπὶ τῷ αὐτῷ ποσοστῷ. Ἀφοῦ ἤδη ἐπέτειος νόμος δὲν θέλει ἀναγράφει τὸ ποσοστόν, ἀναγράφομεν αὐτὸ ἐν τῷ παγίῳ νόμῳ, ὅστις θὰ περιβάλληται τὸ ἐπέτειον κῦρος ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους.
§184Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Τί εἶναι αὐταὶ αἱ φυτεῖαι;
§185Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ φυτεῖαι, αἵτινες δὲν ἐδηλώθησαν μέν, ἀλλὰ καλλιεργοῦνται ὡς ἔχομεν δηλωθείσας φυτείας, ἔχομεν καὶ μὴ δηλωθείσας, περὶ ὧν προνοεῖ ὁ νόμος.
§186Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ εἶναι ἄγνωστοι. (Διάλογοι).
§187Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ Δημόσιον ἐν τῇ ἀκινήτῳ αὐτοῦ περιουσίᾳ ἔχει τὴν μὴ δηλωθεῖσαν· ἡ μὴ δηλωθεῖσα αὕτη ἀκίνητος κτῆσις καλλιεργεῖται ἐπὶ μισθώματι, τὸ δὲ μίσθωμα ὁρίζεται ὑπὸ τοῦ ἐπετείου νόμου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ τελευταῖον ἄρθρον 14).
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφίζεται τὸ σύνολον.
§189ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Παρακαλῶ, τὸ σύνολον δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, διότι δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ.
§190ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Κάμετε ἔνστασιν.
§191ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐὰν μὲ βιάσητε, θὰ κάμω. Ἀλλ’ ἂς ἦναι, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀτελείας πρώτης ὕλης πρὸς παραγωγὴν στιλβώματος ὑποδημάτων).
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀδείας πρὸς ἐκποίησιν ἀργυρούχων ὀρυκτῶν τῆς Μήλου. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§194ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐδῶ λέγει, ὅτι «αἱ προσφοραὶ δίδονται εἰς φράγκα χρυσᾶ κατὰ τόννον μεταλλεύματος καὶ κατὰ περιεκτικότητα εἰς ἄργυρον». Ποῖος θὰ προσδιορίσῃ τὴν περιεκτικότητα ἑκάστου μεταλλεύματος εἰς ἄργυρον;
§195Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Βασιλικὸν διάταγμα θὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν πάντα τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ μὴ εἰδικῶς καθοριζόμενα θέλουσιν ἐνεργηθῆ. Ἐννοεῖται, ὅτι τὸ βασιλικὸν διάταγμα θέλει συστήσει ἐπιτροπὴν, ἥτις θέλει κατατάσσει τοὺς σωροὺς καὶ κανονίζει τὸν τοῦ ἐμπεριεχομένου ἀργύρου. Εἶναι καθαρῶς τεχνικὸν ζήτημα. Ὅ,τι δὲν εἶναι τεχνικὸν εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ τιμήματος, καὶ τοῦτο πρέπει νὰ καθορισθῇ διὰ δημοπρασίας.
§196ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ στρώματα τοῦ μεταλλεύματος διαφέρουσιν ἀνὰ πᾶν βῆμα, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ αὐτοῦ τοῦ μέσου νὰ ὁρισθῇ ἡ περιεκτικότης. Πάντοτε ἡ βλάβη θὰ ἦναι κατὰ τοῦ Δημοσίου καὶ ὑπὲρ τῶν ἀγοραστῶν, καὶ πρέπει νὰ ἐξευρεθῇ ἄλλο μέσον.
§197ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἡ εἰλικρινὴς ἀνεύρεσις τοῦ περιεχομένου ἀργύρου· ὥστε ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου νομίζω, ὅτι ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον δὲν πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὸν, διότι ἔχει ἕνα τρόπον πραγματοποιήσεως, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ὑποβάλῃ τὸ Δημόσιον εἰς πλείστας ζημίας.
§198Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ σωροὶ θὰ ὑπάρχουν ἐπὶ τόπου, καὶ ἐπ’ αὐτῶν θὰ ἐνεργηθῇ ἡ δημοπρασία. Ἐὰν τυχὸν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν καθορίζῃ ἀκριβῶς τὸν περιεχόμενον ἐν αὐτοῖς ἄργυρον, οἱ μετέχοντες τῆς δημοπρασίας καθορίζουσιν αὐτόν. Ἐὰν μὴ ἐγένετο ἡ διάθεσις διὰ διαγωνισμοῦ, ἐννοῶ ὅτι θὰ διετρέχομεν κινδύνους, ἀλλὰ γινομένης τῆς διαθέσεως κατόπιν διαγωνισμοῦ, θὰ ἠδυνάμεθα καὶ ἄνευ τῆς παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς ἐξακριβώσεως τοῦ περιεχομένου ἀργύρου νὰ ἐκθέσωμεν τοὺς σωροὺς εἰς δημοπρασίαν, πεποιθότες, ὅτι τὸ ἐνδιαφέρον τῶν διαγωνιζομένων θ’ ἀνεπλήρου τὴν παράλειψιν ταύτην. Ἀλλὰ πρὸς διαφώτισιν τῶν διαγωνιζομένων ἐξ ὑπαρχῆς καὶ πρὸς προστασίαν πληρεστέραν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, θὰ λαμβάνηται διοικητικῶς φροντὶς πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν τῆς περιεκτικότητος. Δὲν θὰ ἦναι δὲ τοῦτο δύσκολον, ὡς ἀποδεικνύεται ἐν τῷ φυλλαδίῳ, τῷ ἐκδοθέντι ἤδη, περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν μέχρι τοῦδε δοκιμασιῶν, ἀρκεῖ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἀποτελῆται ἐξ εἰδημόνων. Ὁ δὲ καταμερισμὸς τῶν σωρῶν ἐπὶ μείζονι ἢ ἐλάσσονι περιεκτικότητι ἀργύρου εἶναι καὶ οὗτος ἀντικείμενον κανονισμοῦ παρὰ τῶν ἀνδρῶν τῆς τέχνης· διότι, ἐὰν πρόκηται περὶ ἐξαγωγῆς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ὅπως ἐκεῖ γένηται ἡ ἐξαίρεσις ἀργύρου ἀπὸ τοῦ μεταλλεύματος, ἐννοεῖται, ὅτι λόγῳ τῶν ἐξόδων τῆς μεταφορᾶς συμφέρει εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ἦναι τὸ ὀρυκτὸν πλουσιώτερον εἰς ἄργυρον· ἐὰν ὅμως πρόκηται περὶ ἐξαιρέσεως τοῦ ἀργύρου ἐν Ἑλλάδι, ἢ καὶ ἐπὶ τόπου, ἐπειδὴ τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς θὰ ἦναι ὀλιγώτερα, ἢ δὲν θὰ ὑπάρχῃ μεταφορὰ, τὸ ζήτημα τῆς περιεκτικότητος τῶν σωρῶν ἔχει μικροτέραν σημασίαν. Ἀλλὰ πάλιν, ὅσον ὀλιγώτερον ἄργυρον περιέχει τὸ μετάλλευμα, τόσον εὐκολωτέρα εἶναι ἡ παροχὴ τοῦ ὀρυκτοῦ τούτου καὶ τόσον οἰκονομικωτέρα. Ταῦτα πάντα θέλουσι ληφθῆ ὑπ’ ὄψει, ἀλλὰ κίνδυνος σπουδαίας ζημίας ἐξ ἐνδεχομένης πλάνης τῆς ἐπιτροπῆς περὶ τὸν περιεχόμενον ἐν τοῖς σωροῖς ἄργυρον δὲν ὑφίσταται, ὡς προλαμβανομένης τῆς ζημίας ἐκ τῆς ἀντιθέσεως τοῦ συμφέροντος τῶν ἀνταγωνιζομένων, οἵτινες, ἀνακαλύπτοντες τὴν πλάνην, θὰ ὑπερθεματίζωσιν ἐπὶ τῇ ἐκτιμήσει τῆς πραγματικῆς περιεκτικότητος.
§199ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ τρόπος τῆς ἐκποιήσεως, τὸν ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν νομίζω νὰ ἦναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος καθιεροῦται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι τότε θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἁπλούστερον, ὅτι οἱ συναγωνιζόμενοι θὰ φροντίσωσι νὰ ὁρίσουν τὰς τιμάς· ἀλλὰ κατὰ τὸ νομοσχέδιον θὰ ὁρισθῇ ἡ περιεκτικότης πρότερον. Ἐὰν δὲ δὲν ὁρισθῇ ἀκριβῶς ἡ τιμὴ, οἱ συναγωνιζόμενοι δὲν θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ τὴν καθορίσουν.
§200Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ Δημόσιον θὰ διακηρύττῃ, ὅτι ὁ δεῖνα σωρὸς περιέχει 300 γραμμάρια ἀργύρου κατὰ τόννον, ἕτερος 500 καὶ ἄλλοι ποσὰ ἄλλα. Εἰς τοὺς κατερχομένους εἰς τὸν συναγωνισμὸν ἀνήκει νὰ ἐξακριβώσωσι, πρὸς τὸ ἴδιον συμφέρον, τὰ τῆς περιεκτικότητος, οὔσης τῆς διακηρύξεως ἁπλῶς ἐνδεικτικῆς καὶ μὴ ἐπαγομένης ἐγγύησιν τοῦ Δημοσίου, τὸ δὲ κέρδος ἢ ἡ ζημία ἐκ τῆς πλέον ἢ ἐπὶ ἔλαττον τῆς ἐν τῇ διακηρύξει περιεκτικότητος θ’ ἀφορᾷ ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν ἀγοραστὴν, ὅστις θὰ ἔχῃ τὸ ἐνδιαφέρον, ὅπως διαφωτισθῇ ἐξ ἰδίας ἐρεύνης τῶν σωρῶν καὶ ὑπερθεματίσῃ κατὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐξετάσεως ταύτης.
§201ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν οὕτω γίνηται ὁ προσδιορισμὸς, εἶναι περιττὸν νὰ γείνῃ ὅλως· διόλου ὅταν ἀφίνητε εἰς τοὺς συναγωνιζομένους νὰ τὸ ἐξακριβώσουν, αὐτοὶ θέλουν προβῆ εἰς τοιαύτην ἔρευναν, χωρὶς τὸ Δημόσιον νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν.
§202Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ κανονίζῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ τῶν σωρῶν, διότι εἶναι διάφορος ἡ τιμὴ κατὰ λόγον τῆς περιεκτικότητος. Ἡ τιμὴ τοῦ γραμμαρίου τοῦ ἀργύρου δὲν εἶναι ἡ αὐτὴ, ὅταν περιλαμβάνῃ τὸ μετάλλευμα 300 γραμμάρια καὶ ὅταν περιλαμβάνῃ 500 γραμμάρια· ὅσον περισσότερα γραμμάρια περιλαμβάνονται ἐν τῷ μεταλλεύματι, τόσον ἀνωτέρα εἶναι ἡ τιμὴ τῶν γραμμαρίων· πρέπει ἄρα νὰ διακρίνωνται οἱ σωροὶ κατὰ λόγον τῆς περιεκτικότητος αὐτῶν, διότι ἐπὶ τῇ βάσει ταύτης θέλει κανονίζεσθαι καὶ ἡ τιμὴ μεγαλειτέρα ἢ μικροτέρα.
§203ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐννοῶ. Ἡ περιεκτικότης εἰς ἄργυρον, ἣν προσδιορίζουσιν οἱ ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸ Δημόσιον ἀπέναντι τῶν διαγωνιζομένων· τὸ Δημόσιον ἑπομένως προβαίνει εἰς τοιοῦτον προσδιορισμὸν πρὸς χρῆσιν ἰδίαν, ἵνα κρίνῃ, ἐὰν ἡ τιμὴ, ἥτις δοθήσεται, ἦναι κατάλληλος ἢ ὄχι. Ἀλλὰ τότε τὸ μέτρον τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς περιεκτικότητος δύναται νὰ τὸ λάβῃ διοικητικῶς. Τίς ὁ λόγος νὰ γίνηται μνεία αὐτοῦ ἐν τῷ νόμῳ; Οἱ συναγωνιζόμενοι ἂς φροντίζουν οἴκοθεν νὰ ἀνευρίσκωσι τὸ ποσὸν τοῦ ἀργύρου. Εἰς τὸ Δημόσιον ἐπιβάλλεται ἡ φροντὶς νὰ ἐξετάσῃ καὶ κρίνῃ, ἐὰν ἡ τιμὴ ἦναι ἀνάλογος. Τοῦτο δύναται τὸ Δημόσιον νὰ κάμῃ διὰ τῶν ὑπαλλήλων του, ἀλλ’ ἐν τῷ νόμῳ νὰ ἀναγράφωνται διατάξεις περὶ προσδιορισμοῦ τῆς περιεκτικότητος ὡς ὅροι τῆς προσφορᾶς, τοῦτο, νομίζω, δὲν πρέπει νὰ γείνῃ.
§204Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει ταῦτα, διότι, ὡς παρετήρησε, φρονεῖ ὅτι τὸ Δημόσιον οὐδεμίαν ἐγγύησιν ἔχει ἀπέναντι τοῦ διαγωνιζομένου, ἐνῷ τὸ ἐναντίον συμβαίνει, ὁ διαγωνιζόμενος δὲν ἔχει ἐγγύησιν· τὸ Δημόσιον ἔχει ἐγγύησιν, διότι αὐτὸ ἐξετάζει τὴν περιεκτικότητα, καὶ ὁδηγούμενον ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, κανονίζει τὰς ἀξιώσεις αὑτοῦ ἐν τῷ καθορισμῷ τοῦ ἐλαχίστου τιμήματος ἑκάστου τῶν σωρῶν.
§205ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα τῆς περιεκτικότητος βεβαίως θέλει κανονίζεσθαι ὅπως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον εἶναι σπουδαῖον διὰ τὸ Δημόσιον, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἐκποιήσεως κατὰ σωρούς. Ἡ βαρυτίνη ἀτυχῶς εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον μικρᾶς περιεκτικότητος ἀργύρου, ἑπομένως τὸ περισσότερον μετάλλευμα εἶναι 250 ἢ 300 μέχρι 500 γραμμαρίων, ἐλάχιστον δὲ μέρος εἶναι ἀπὸ 1000 μέχρι 2000 γραμμαρίων κατὰ τόννον. Φρονῶ ὅτι, ἐὰν ἐπιτραπῇ ἡ δημοπρασία κατὰ σωροὺς καὶ δὲν ὑποχρεωθῶσιν οἱ συναγωνιζόμενοι νὰ λάβωσι τὰ πτωχὰ μεταλλεύματα σὺν τοῖς πλουσίοις, τότε θὰ ἔχωμεν ἐξάντλησιν τῶν πλουσίων μεταλλευμάτων καὶ πλήρη ἀχρηστίαν τῶν πτωχῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀθρόα καὶ εἰς μεγάλα ποσά. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ κανονισθῇ, ὅπως ὑποχρεωτικῶς οἱ συναγωνιζόμενοι λαμβάνωσιν ἀναλογίαν τῶν πτωχῶν μεταλλευμάτων πρὸς τὰ πλούσια.
§206Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοὺς σωροὺς θὰ παραδίδῃ ἡ Κυβέρνησις παρεσκευασμένους ὅπως αὐτὴ θέλει· ἑπομένως ζήτημα ἐκτελέσεως εἶναι τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ προβληθὲν, δὲν εἶναι θέμα νομοθετικοῦ κανονισμοῦ. Εἰς τὸν ἐκτελοῦντα ἐπιτρέπεται οὕτω νὰ ῥυθμίσῃ τὴν ἀνάμιξιν, ὥστε ἡ περιεκτικότης τῶν σωρῶν μήτε ὑπερμέτρως συμφέρουσα νὰ ἦναι εἰς τὸ Δημόσιον, στεροῦσα τὸν συναγωνισμὸν τῆς ἀπαιτουμένης ζωηρότητος, μήτε πάλιν ἀποκλειστικῶς συμφέρουσα εἰς τοὺς συναγωνιζομένους, ἐξαντλοῦσα τὸ πλουσιώτερον μετάλλευμα καὶ καταλείπουσα τελικῶς εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Δημοσίου ὀρυκτὸν δυσχερῶς ἐκποιούμενον. Εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ἀνήκει ἡ ἐξεύρεσις τοῦ συμφέροντος μέτρου.
§207ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐὰν γίνηται ἀνάμιξις τῶν πλουσίων μεταλλευμάτων, τότε βεβαίως δὲν ὑπάρχει κίνδυνος.
§208ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον φοβεῖται ὁ κ. Βουλευτὴς, δὲν δύναται νὰ συμβῇ, διότι τὸ νομοσχέδιον δίδει μόνον τὴν ἄδειαν νὰ ἐκποιῶνται ἐκεῖνα τὰ μεταλλεύματα, τὰ ὁποῖα ἐξορύσσονται λόγῳ δοκιμασίας· ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀφήσῃ τὸ Δημόσιον νὰ ἐξαντληθῶσι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ὅλα τὰ τοιαῦτα μεταλλεύματα. Ἄλλως, ὑποθέτω ὅτι θὰ ληφθῶσι τὰ κατάλληλα διοικητικὰ μέτρα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§210ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 2 περιλαμβάνει πίστωσιν, καὶ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι κανονικὸς ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται αὕτη. Δὲν γνωρίζω διατὶ, — διότι δὲν λαμβάνομεν γνῶσιν τῶν ἐκθέσεων τῶν ἐπιτροπῶν, εἰμὴ ἀφοῦ τὰ νομοσχέδια ψηφισθῶσιν εἰς πρώτην, εἰς δευτέραν καὶ ἐνίοτε εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, — δὲν γνωρίζω διατὶ τὸ ἄρθρον 2 δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ περιλαμβάνει πίστωσιν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποβληθῇ, δὲν φρονῶ ὅτι δύναται νὰ δοθῇ πίστωσις, ὅπως καθορίζεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 2, διότι ἡ πίστωσις πρέπει νὰ ἦναι καθωρισμένη, καὶ ὡρισμένην πίστωσιν δὲν ἔχομεν. Ὁλόκληρον τὸ τίμημα, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀποφέρει ἡ κατ’ ἐπανάληψιν δημοπρασία, δύναται νὰ τὸ διαθέσῃ ἡ Κυβέρνησις ὑπὲρ τῆς ἐξακολουθήσεως τῶν δοκιμῶν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει.
§211Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται περὶ πιστώσεως· διότι, ὡς πρὸς τὸ ποσὸν, περὶ οὗ ὑπάρχει πίστωσις, ἡ δαπάνη εἶναι κανονικὴ, ἐνταῦθα δὲ κανονίζονται μόνον τὰ τοῦ καταλογισμοῦ τῶν εἰσπραχθησομένων ἐκ τῶν κατὰ τὸ νομοσχέδιον πωλήσεων τοῦ ἐξορυσσομένου ὀρυκτοῦ λόγῳ δοκιμασίας. Ἐν τῇ ἐνεργείᾳ τῆς δοκιμασίας θὰ γίνωνται καὶ πωλήσεις, ὧν τὸ προϊὸν δὲν θὰ καταλογίζηται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἐπὶ ἑκάστῃ πράξει. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν θέλει καταλογίζεσθαι τὸ τελικὸν ἀποτέλεσμα, τῶν ἐξόδων τῆς παραγωγῆς μὴ ἀναγραφομένων ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῦ Κράτους, οὐδὲ τῶν ἀκαθαρίστων ἐσόδων ἐν τοῖς ἐσόδοις τοῦ Κράτους. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ θ’ ἀναγραφῇ τὸ καθαρὸν ἔσοδον, ἐὰν ὑπάρχῃ, ἢ τὸ καθαρὸν ἔξοδον, ἐὰν μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν εἰσπραχθέντων μένῃ εἰς βάρος τοῦ Κράτους ἔξοδον.
§212ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι καὶ κατὰ τύπον καὶ κατ’ οὐσίαν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 εἶναι ἐπιβλαβής. Ἡ διάταξις ποιεῖται κατὰ τύπον διάκρισιν, τὴν ὁποίαν δὲν παραδεχόμεθα εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων. Δὲν παραδεχόμεθα τὴν ἐγγραφὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καθαροῦ ἐσόδου, παραδεχόμεθα ἐγγραφὴν ὁλοκλήρου ἐσόδου, καὶ συνάμα ὡς δαπάνην τὰ δαπανώμενα διὰ τὴν πραγματοποίησιν ἐσόδου. Παράδειγμα ἔχομεν πλὴν πολλῶν ἄλλων τὴν σμύριδα. Διὰ τὴν σμύριδα ἀναγράφομεν τὸ ὅλον τοῦ ἐσόδου, ὡς ἀναγράφομεν καὶ τὸ ὅλον τοῦ ἐξόδου, ἑπομένως εἶναι ἄτακτος. Ἀλλ’ ἐμπεριέχει, κατ’ ἐμὲ, κατ’ οὐσίαν ἐπικίνδυνον τι ἡ διάταξις αὕτη. Κατ’ ἐμὲ, ἡ διάταξις αὕτη μεταβάλλει τὴν δοκιμαστικὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν σήμερον ἐκτελεῖ τὸ Κράτος, εἰς καθαρῶς βιομηχανικὴν ἐπιχείρησιν, τὴν ὁποίαν δι’ ἴδιον αὐτοῦ λογαριασμὸν ἐπιδιώκει. Τοῦτο δὲν ἔχει ἀνάγκην πολλῆς ἀναπτύξεως, ὅπως ἀποδειχθῇ, ὅτι εἶναι ἐπιβλαβές. Ἐλάχιστα εἶναι τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐπιχειρήσωσιν ἐπωφελῶς βιομηχανικὴν ἐπιχείρησιν. Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκτελεῖ πλήρη βιομηχανίαν ἐν Μήλῳ ἔχει τὸ δικαίωμα, τὸ ὅλον τῶν ἐσόδων, τὸ ὁποῖον ἤθελεν εἰσπράξει ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ μεταλλεύματος, νὰ τὸ δαπανήσῃ πρὸς ἐξόρυξιν νέου μεταλλεύματος, τὸ ὁποῖον θὰ πωλήσῃ ἐκ νέου. Δὲν πρόκειται πλέον νὰ δοκιμάσῃ τὸ Δημόσιον, ἵνα ἴδῃ, ποία ἡ ἀξία τοῦ μεταλλεύματος τούτου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ καθαρᾶς βιομηχανίας. Τοῦτο εἶναι ἐπιβλαβέστατον. Ἡ διάταξις περὶ τῆς περιεκτικότητος τῶν μεταλλευμάτων εἶναι ὡσαύτως δύσκολον νὰ πραγματοποιηθῇ. Οἱαδήποτε μελέτη καὶ ἂν γείνῃ, δυσκόλως θὰ δυνηθῇ τὸ διάταγμα νὰ ὁρίσῃ τὴν ποσότητα τῆς περιεκτικότητος τῆς βαρυτίνης, ἥτις ποικίλλει πολύ. Ἡ ἰδέα δὲ, ἡ ὁποία ἐξεφράσθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι θέλει γίνεσθαι ἀνάμιξις τῆς βαρυτίνης, εἶναι ἀπραγματοποίητος ἐν τῇ πράξει. Ἡ ἐκποίησις τῶν μεταλλευμάτων, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς δοκιμαστικὰς ἐργασίας, οὐδὲν θὰ ἔχῃ τὸ ἐπιβλαβὲς διὰ τὸ Δημόσιον, διότι θὰ ἦναι μικρὸν τὸ ποσόν, ἡ ἐκποίησις ὅμως τῶν μεταλλευμάτων, ἐξαγομένων κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 2 διὰ βιομηχανίαν, βεβαίως δὲν δύναται ἢ νὰ ἀποβῇ ἐπιβλαβής, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιβλέψωμεν ἀρκούντως τὴν παράδοσιν. Περὶ τούτου δὲ ἔχομεν πολλὰ παραδείγματα, καὶ τελευταῖον ἔχομεν τὸ τῆς παραδόσεως τῆς Ναξίας σμύριδος καὶ τὸ τῆς μέχρι τοῦδε παραδόσεως τῆς βαρυτίνης τῶν 19,000 τόννων. Συμπεραίνων λοιπὸν, λέγω ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν δοθεῖσαν πίστωσιν, ὅπως διὰ τῆς πιστώσεως ταύτης γείνῃ ἡ μελέτη ὅσον τὸ δυνατὸν πληρεστέρα, καὶ κατόπιν τῆς μελέτης ταύτης σκεφθῇ τὸ Δημόσιον, πῶς θέλει δυνηθῆ νὰ διαθέσῃ τὸ μετάλλευμα.
§213Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος ἀφορᾷ μόνον εἰς τὰ ἐξορυσσόμενα λόγῳ δοκιμασίας, καὶ τοῦτο ἀναγράφει τὸ ἄρθρον 1, μὴ ἐκτεῖνον τὴν ἐργασίαν ταύτην πέραν τοῦ σκοποῦ, τοῦ καθοριζομένου ἐν ἄρθρῳ 1 τοῦ νόμου τοῦ 1891. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐργασίᾳ ταύτῃ ἐπιτρέπεται καὶ ἡ δοκιμασία διὰ πωλήσεως, διότι αὕτη ἡ διὰ πωλήσεως δοκιμασία εἶναι ἡ πρακτικωτέρα πασῶν. Εἰς τοῦτο ἀφορᾷ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης λέγει, ὅτι ὑπάρχει ἄλλος τρόπος διαθέσεως τοῦ ὀρυκτοῦ, καταλληλότερος τοῦ διαγραφομένου. Ὅτι ὑπάρχει τρόπος καταλληλότερος τοῦ δοκιμαστικοῦ, εἶναι βέβαιον, διότι ὁ τρόπος τῆς διαθέσεως ὁ κατάλληλος πρὸς δοκιμασίας βεβαίως δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος πρὸς ὁριστικὴν κατανάλωσιν. Ζητοῦμεν διὰ τῶν δοκιμασιῶν νὰ εὕρωμεν τὸν καταλληλότερον κανονισμὸν τῶν τῆς ὁριστικῆς διαθέσεως τοῦ ὀρυκτοῦ, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς γινώσκει αὐτὸν πρὸ τῶν δοκιμασιῶν. Ἡμεῖς δὲν τὸν γινώσκομεν, ἡμεῖς ζητοῦμεν, ἵνα ἐπιτραπῇ, ὅπως ἡ δοκιμασία ἐξακολουθήσῃ, ὅταν δὲ ἴδωμεν, Κυβέρνησις καὶ Βουλή, ὅτι ἡ δοκιμασία προώδευσεν ἐπ’ ἱκανόν, ὅπως γένηται ὁριστικὸς κανονισμὸς τοῦ τρόπου τῆς ἐκμεταλλεύσεως, τότε, ὁδηγούμενοι ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς δοκιμασίας, θέλομεν προέλθει εἰς ὁριστικὴν ἀπόφασιν. Ἐν τούτοις ἐζητήσαμεν παρὰ ξένης Κυβερνήσεως πρόσωπον, πεῖραν ἔχον τῶν τοιούτων, ἵνα ὁδηγήσῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ περὶ τὸν τρόπον τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς δοκιμασίας καὶ περὶ τὸν τρόπον τῆς ὁριστικῆς διαθέσεως τοῦ ὀρυκτοῦ. Πιθανὸν αἱ δοκιμασίαι νὰ μὴ περιορισθῶσιν ἐν τῷ Κράτει, διότι καὶ ἤδη ἀπεστείλαμεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ποσὸν ὀρυκτοῦ, ὅπως γένωνται ἀναλύσεις χημικαί, καὶ ἐφαρμογὴ εἰδικοῦ συστήματος κατεργασίας πρὸς βιομηχανικὸν ἀποχωρισμὸν τοῦ ἀργύρου, ὅπερ θεωρεῖται σήμερον ὡς τὸ ἐπιτυχέστερον διὰ τὰ πτωχὰ ἀργυροῦχα μεταλλεύματα. Θέλουσιν ἄρα ἐξακολουθήσει αἱ δοκιμασίαι· ζητοῦμεν δὲ, ὅπως ἐπιτραπῇ τῇ Κυβερνήσει ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῶν δοκιμασιῶν ἡ ἐκποίησις τοῦ πρὸς ταύτας ἐξορυσσομένου μεταλλεύματος. Οὐδεὶς ὑπάρχει κίνδυνος, μὴ μετατραπῇ ἡ δοκιμαστικὴ ἐργασία εἰς ἐργασίαν ὁριστικῆς διαθέσεως, ἡ δὲ Βουλὴ ἐνταῦθα θὰ ἦναι πάλιν μετὰ τρεῖς μῆνας καὶ θὰ ἔχωσιν τὴν εὐκαιρίαν ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ πᾶς ἄλλος νὰ ἀσκήσωσι δι’ ἐπερωτήσεων τὸν ἔλεγχον περὶ τῆς προόδου τῶν δοκιμασιῶν καὶ τοῦ χαρακτῆρος αὐτῶν, καὶ νὰ προκαλέσωσιν οἱανδήποτε ἤθελον κρίνει σκόπιμον συζήτησιν περὶ τελεσφορωτέρας νομοθετικῆς διαῤῥυθμίσεως τοῦ θέματος.
§214ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως διὰ τῶν ἐπερωτήσεων, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ἀπευθυνθῆ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν δύναται νὰ ἀρθῇ ἡ ἄδεια, ἡ ὁποία χορηγεῖται σήμερον, κατὰ τοῦτο δὲ εἶναι ἐλαττωματικὴ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2, ὅτι δὲν ὁρίζεται χρόνος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου θὰ διεξαχθῶσιν αὐταὶ αἱ δοκιμαστικαὶ ἐργασίαι. Ἡ ἄδεια, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε, εἶναι ἐπ’ ἀορίστῳ.
§215Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ὁρίσωμεν χρόνον.
§216ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναγκαίως πρέπει τὰς δοκιμαστικὰς ἐργασίας νὰ τὰς περιορίσητε ἐντὸς τοῦ χρόνου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου περιορίζεται καὶ ἡ πίστωσις, ἡ ὁποία μεταφέρεται ἀπὸ τοῦ 1891 εἰς τὸ 1892. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλος τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου ἠδύναντο ὅλαι αὐταὶ αἱ ἀπαιτήσεις, τὰς ὁποίας συνεπάγεται τὸ ὅτι δὲν ἔχομεν εἰσέτι ὁριστικὰ ἀποτελέσματα περὶ τῆς βαρυτίνης, νὰ θεραπευθῶσιν. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἡ πίστωσις, ἡ ὁποία ἐχορηγήθη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1891, δὲν ἀρκεῖ, ἠδύνασθε κάλλιστα νὰ ζητήσητε μίαν αὔξησιν, καὶ οὕτω θὰ ἤμεθα ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος. Διατὶ ζητεῖτε σήμερον πίστωσιν ἀόριστον; Βεβαίως πρόκειται περὶ δοκιμαστικῶν ἐργασιῶν· ἀλλὰ ποῖος θὰ ἦναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ δυνηθῇ νὰ ἐξελέγξῃ, ἐὰν αἱ ἐργασίαι, αἱ ὁποῖαι θὰ γίνωνται ἐκεῖ, θὰ ἦναι δοκιμαστικαὶ καὶ ὄχι βιομηχανικαί;
§217Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἴμεθα πρόθυμοι νὰ δεχθῶμεν χρονικὸν ὅριον, οἱονδήποτε· διότι, ἐὰν ἀποδειχθῇ ἀνεπαρκὲς, θὰ δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν παράτασιν.
§218ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει καὶ κατὰ χρόνον καὶ κατὰ ποσόν.
§219ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κατὰ ποσὸν δὲν συμφέρει.
§220Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν συμφέρει νὰ ἦναι δεδεσμευμένη ἡ Κυβέρνησις περὶ τὸν τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐργασιῶν. Ἐὰν γένηται πρότασις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν περὶ ἀγορᾶς ποσοῦ σπουδαίου, διατὶ νὰ μὴ δύναται ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς ἐκποιήσεως αὐτοῦ νὰ καταστήσῃ τὴν δοκιμασίαν σπουδαιοτέραν; Νομίζω, ὅτι, προκειμένου περὶ δοκιμασίας ἐπὶ ὀρυκτοῦ τοσοῦτον σπουδαίου, δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ δέσμευσις τῆς Κυβερνήσεως περὶ τὰ τῶν δοκιμασιῶν ἄλλη, πλὴν τῆς χρονικῆς.
§221ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται ν’ ἀναλάβητε μίαν ἐργασίαν μεταλλευτικὴν, ὅπως τὸ διετυπώσατε, καὶ ἀκριβῶς ἐνταῦθα ἔγκειται ὁ κίνδυνος. Δὲν ἔγκειται ὁ κίνδυνος εἰς τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ θελήσῃ νὰ δαπανήσῃ ὡρισμένον ποσόν· ὁ κίνδυνος ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι μία Κυβέρνησις δύναται νὰ παρασυρθῇ, ἵνα δαπανᾷ ἐπ’ ἄπειρον, καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν.
§222ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι καὶ ἄλλος κίνδυνος, ὅτι δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ ἐλπίσωμεν εἰς εὐρὺν συναγωνισμὸν, εἰς οἷον σημεῖον εὑρίσκονται σήμερον αἱ περὶ βαρυτίνης γνώσεις τῶν ἀγοραστῶν αὐτῆς καὶ αἱ περὶ αὐτῆς μελέται. Σήμερον ὁ συναγωνισμὸς ἔσεται βεβαίως περιωρισμένος. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ὁ περιορισμὸς πρέπει νὰ ἦναι καὶ ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ μεταλλεύματος. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι φρόνιμον νὰ εἰσέλθωμεν εἰς βιομηχανικὴν ἐργασίαν καὶ ἐπιδιώξωμεν τὴν πώλησιν καὶ μεγάλου μάλιστα ποσοῦ. Τότε μόνον πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν πώλησιν μεγάλου ποσοῦ, ὅταν ἔχωμεν πλήρη γνῶσιν τῆς ἀξίας τοῦ ποσοῦ τούτου, καὶ ὅταν δυνηθῶμεν νὰ προκαλέσωμεν εὐρὺν τὸν συναγωνισμόν. Ὥστε δὲν βλέπω τὸν λόγον, ἵνα παραβιάσωμεν τὰ καθωρισμένα καὶ ἐν τῇ νομοθεσίᾳ καὶ ἐν τῇ πράξει περὶ πιστώσεων. Ἐὰν πρόκηται νὰ προσδιορίσωμεν τοῦτο ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς χρήσεως τοῦ 1892, τότε διατὶ νὰ μὴ προσδιορίσωμεν τὸ ποσόν;
§223Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἄλλως ἤδη καθορίζει τὸ ζήτημα, λέγων ὅτι πρέπει νὰ καθορίσωμεν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξορύξῃ.
§224ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ποσὸν τῆς πιστώσεως.
§225ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ποσὸν τῆς πιστώσεως οὐδὲν καθορίζει περὶ τοῦ ἐξορυσσομένου μεταλλεύματος, διότι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ διαθέσῃ τὰ τῆς ἐξορύξεως κατὰ τρόπον, μηδεμίαν συνεπαγόμενον δαπάνην, δύναται ἐν τῇ διὰ δημοπρασίας πωλήσει τοῦ ὀρυκτοῦ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν ἀγοραστὴν τὰ τῆς ἐξορύξεως.
§226ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε δὲν εἶναι δοκιμαστικὴ ἐργασία.
§227Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ ἦναι δοκιμαστικὴ ἡ ἐργασία, καίτοι θὰ διεξάγηται ἐργολαβικῶς ἡ ἐξόρυξις. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ὀφείλει νὰ ἐξασφαλίσῃ, ὅτι δὲν θὰ καταστῇ ἡ ἐκμετάλλευσις βιομηχανικὴ, ἀντὶ δοκιμαστικῆς, τοῦτο δ’ ἐπιτυγχάνεται πλήρως διὰ τοῦ χρονικοῦ ὁρίου, μὴ ἐπιτρέποντος ἐγκατάστασιν, ἧς ἄνευ ἀδύνατος ἡ διεξαγωγὴ ἐπιχειρήσεως βιομηχανικῆς.
§228ΡΑΛΛΗΣ. Ἐννοεῖτε νὰ κάμητε τοιαύτην ἐγκατάστασιν;
§229Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ πίστωσις τῶν 100 χιλιάδων δραχμῶν δὲν θὰ ἦτο ἐπαρκὴς πρὸς τελεσφόρον ἐγκατάστασιν, ἀπαιτοῦσαν δαπάνας, αἵτινες μόνον διὰ κατανομῆς ἐπὶ τὴν βιομηχανικὴν πρόσοδον τῆς ἐπιχειρήσεως δέκα ἢ εἴκοσιν ἐτῶν δύνανται ν’ ἀντισηκωθῶσι.
§230ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἀναμφισβητήτως πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς πίστωσις, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἡ γνωμοδότησις τῆς ἐπιτροπῆς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§232ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι γίνεται κατάχρησις ἐν τοῖς νομοσχεδίοις τῆς διατάξεως, ὅτι διὰ διαταγμάτων κανονισθήσονται τὰ τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα, δυνάμει τοῦ Συντάγματος, νὰ ἐκδίδῃ πάντοτε τὰ διατάγματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, καὶ περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ γίνηται οὐδεμία μνεία ἐν τοῖς νόμοις. Τότε μόνον ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς μνείας ταύτης, ὅταν, πλὴν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἐννοῇ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ τῇ ἀναθέσῃ καὶ τὴν ἄδειαν νὰ κανονίσῃ καὶ ἀντικείμενον, ὅπερ μόνον διὰ νόμου κανονίζεται, ἤτοι νὰ ἐκδώσῃ νομοθετικὸν διάταγμα. Ἐὰν περὶ τοιούτου διατάγματος πρόκηται, πρέπει νὰ ἤμεθα αὐστηρότεροι, καὶ πρὸ πάντων πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τὸ ἀντικείμενον, ὅπερ ἐπιτρέπομεν νὰ κανονισθῇ διὰ διατάγματος.
§233Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ διάταξις περὶ διαταγμάτων πρέπει συνήθως νὰ τίθηται ἐν τοῖς νόμοις, διότι τὸ κανονίζειν εἶναι δικαίωμα νομοθετικόν, οὗτινος ἡ ἐνάσκησις ἄνευ εἰδικῆς ἐντολῆς δὲν ἀνήκει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, κανονισμὸς δὲ εἶναι συνήθως ἀναγκαῖος πρὸς ἐκτέλεσιν νόμου.
§234ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴν τὴν θεωρίαν δὲν τὴν παραδέχομαι ποσῶς. Τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Συντάγματος λέγει, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ τὰ διατάγματα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, ἐκτάκτως δὲ καὶ ἐξαιρετικῶς δύναται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κανονίσῃ οἱονδήποτε ἄλλο ἀντικείμενον. Ἑπομένως, ὅταν πρόκηται περὶ τοιούτου ἀντικειμένου, πρέπει νὰ καθορισθῇ τοῦτο ἐπακριβῶς.
§235ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ φράσις τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν εἰσπράξεων, ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ 3, εἶναι συνέπεια τῆς ὁμοίας φράσεως, τῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ 2, διότι χορηγεῖ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ χρησιμοποιῇ τὰς εἰσπράξεις. Βεβαίως διὰ τοῦ βασιλικοῦ διατάγματος λαμβάνεται μία ἐγγύησις, ὅτι δὲν θὰ γίνεται ἡ χρησιμοποίησις αὕτη διὰ πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ διὰ βασιλικοῦ διατάγματος· ὑποθέτω ὅμως, ὅτι ὁπωσδήποτε ὑπάρχει ἓν ὅριον, τὸ ὅριον τῶν δοκιμαστικῶν ἐργασιῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ ᾼϠΛΕʹ νόμου περὶ ὑποχρεωτικῆς συμμετοχῆς τῶν δημοσίων λειτουργῶν εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει, τὸ ἄρθρον 1).
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται). Εἰς τὸ ἄρθρον 2 οἱ βουλευταὶ Μαντινείας κ. Ζέγγελης καὶ Ἄνδρου κ.κ. Καΐρης καὶ Ἐμπειρῖκος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 318).
§238ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐννοῶ ἀκριβῶς τὴν φράσιν τοῦ ἄρθρου 2. Τί ἐννοεῖτε διὰ τοῦ «εἰς τοὺς κατὰ τὸ ἄρθρον 9 τοῦ καταργουμένου νόμου ὑπαλλήλους τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων ἐπιστρέφονται τὰ καταβληθέντα...»;
§239Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ φράσις αὕτη ἐτέθη διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 9 τοῦ καταργουμένου νόμου οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου εἶχον δικαίωμα πρὸς σύνταξιν παρὰ τοῦ Δημοσίου, οὐχὶ πρὸς περίθαλψιν ἐκ τοῦ ταμείου τοῦ Μετοχικοῦ. Ἄλλαις λέξεσιν, ὁ νόμος, ὁ ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς παρελθούσης Βουλῆς, χορηγεῖ εἰς μὴ ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους δικαίωμα συντάξεως ἐκ τοῦ Δημοσίου, ὅπερ ὅλως ἀδικαιολόγητον. Οἱ ὑπάλληλοι, οἱ διοριζόμενοι οὐχὶ διὰ Β. Διατάγματος, οὐχὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι ἔχουσι δικαίωμα ἀπολαυῆς συντάξεως καὶ οὐ μόνον διὰ τὴν μέλλουσαν ὑπηρεσίαν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν παρελθοῦσαν αὐτῶν ὑπηρεσίαν, κατὰ τὰ περὶ τούτου νενομισμένα περὶ συντάξεων, δηλαδὴ ἀποδιδομένων τῶν ποσοστῶν ἐπὶ τῆς συντάξεως καὶ ἐπὶ τῶν μελλουσῶν ἀποδοχῶν. Αὕτη ἡ διάταξις εἶναι, κατ’ ἐμέ, ὅλως ἀδικαιολόγητος· περιορισμοὶ δὲ τίθενται μόνον ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν περὶ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου διατάξεων, ὅτι δὲν δύνανται οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι νὰ ὦσι πλείονες τῶν ἕξ, οὐδὲ νὰ ἔχωσι βαθμὸν ἀνώτερον τμηματάρχου δευτέρας τάξεως. Καταργουμένης μετὰ τοῦ νόμου καὶ τῆς διατάξεως ταύτης, ἀποδίδεται εἰς τούτους τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου ἡ κράτησις, εἰς ἣν ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ὑπεβλήθησαν.
§240ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ τότε εἶναι ἀτελὲς τὸ νομοσχέδιον, διότι δὲν προβλέπει περὶ τῆς ἀποδόσεως τῶν κρατηθέντων.
§241Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Προβλέπει περὶ τούτων.
§242ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλ’ ὄχι δι’ ἄλλους.
§243Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τῶν ἄλλων οὐχί. Περὶ τούτων προβλέπει, διότι τούτων κατετέθησαν αἱ κρατήσεις εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον· τὸ δὲ δημόσιον ταμεῖον, ἀπαλλαττόμενον πάσης πρὸς αὐτοὺς ὑποχρεώσεως, ἀποδίδει πάντα τὰ κρατηθέντα. Ταῦτα καλῶς ἔχουσι. Περὶ δὲ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, οἵτινες ὑπεχρεώθησαν ὑπὸ τοῦ καταργουμένου νόμου, ὅπως γείνωσι μέτοχοι, τὸ νομοσχέδιον, ἀπολῦον αὐτοὺς σήμερον τῆς ὑποχρεώσεως, δὲν προβλέπει περὶ ἀποδόσεως τῶν καταβληθέντων εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ προΐδῃ περὶ τούτου τὸ νομοσχέδιον, διότι θὰ παρενέβαινεν εἰς τὰ τοῦ κανονισμοῦ ξένης περιουσίας. Τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον κέκτηται ἰδίαν περιουσίαν, ἣν αὐτὸ διαχειρίζεται· δὲν ἔχει δὲ δικαίωμα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ εἴπῃ ὑπὸ τίνας ὅρους καὶ ὑπὸ τίνας περιστάσεις καὶ πότε θὰ ἀποδώσῃ, καὶ ἂν ὀφείλῃ νὰ ἀποδώσῃ τι ἐξ αὐτῆς εἰς τοὺς τέως ἐξ ὑποχρεώσεως μετόχους. Ἂν ὀφείλῃ νὰ τοῖς ἀποδώσῃ τι, δὲν θὰ δυνηθῇ ν’ ἀποφύγῃ τὴν ἀπόδοσιν· ἀλλὰ εἰς τὸν νόμον δὲν ἀνήκει νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς ἀποδόσεως, οὐδέ, ἂν οὐδὲν ὀφείλῃ νὰ ἀποδώσῃ, ἀνήκῃ εἰς τὸν νόμον νὰ ὑποχρεώσῃ τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον, ὅπως ἀποδώσῃ ὅ,τι, ἂν ὁ νόμος μηδὲν περὶ τῆς ὀφειλῆς περιελάμβανε, δὲν θ’ ἀπεδίδετο. Σιωπῶντος τοῦ νέου νόμου περὶ τῆς ὀφειλῆς ἐὰν αὕτη ὑφίσταται, θέλουσιν ἀποδοθῆ τὰ ὀφειλόμενα.
§244ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ νόμος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τοὺς ὑπεχρέωσεν εἰς καταβολήν, καὶ ὁ νόμος ἀναμφισβητήτως ὀφείλει, ἀφοῦ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον τοὺς ὑπεχρέωσεν εἰς καταβολήν, ἐκλείπει, νὰ προβλέψῃ περὶ τῆς ἀποδόσεως τῶν καταβληθέντων· διότι, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελον ἀποταθῆ πρὸς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον τὰ μέλη αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα κατέβαλον χωρὶς νὰ θέλωσι καὶ συνεπείᾳ τῆς ἐπιτακτικῆς διατάξεως ταύτης τοῦ νόμου, θὰ εὑρεθῶσι πρὸ τῆς ἑξῆς ἀντιῤῥήσεως: «Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατεβάλετε, τὸ κατεβάλετε δυνάμει τοῦ νόμου· πῶς ἔρχεσθε καὶ τὸ ζητεῖτε σήμερον;» Διὰ νὰ δύνανται νὰ ζητήσωσι τὴν ἀπόδοσιν τῶν καταβληθέντων, πρέπει νὰ τοῖς χορηγήσωμεν ἕνα τίτλον· ὁ τίτλος δὲ θὰ χορηγηθῇ ἀναγκαίως παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία τοῖς ἐπέβαλε τὴν ὑποχρέωσιν τῆς καταβολῆς· δὲν πράττει τι ἔκθεσμον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, παρεμβαίνουσα εἰς τὰς σχέσεις τὰς μεταξὺ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου καὶ τῶν μετόχων ἐκείνων, ὡς πρὸς τοὺς ὁποίους ἡ καταβολὴ ἔγεινεν ἐπιτακτικὴ ἐκ τοῦ νόμου· ἐξ ἐναντίας ἔρχεται νὰ καθορίσῃ ἀκριβῶς τὴν καταβολὴν τὴν γενομένην ἄνευ τῆς θελήσεως τῶν ὑπαλλήλων.
§245ΛΑΜΠΡΟΣ. Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον οἱ κύριοι Ζέγγελης, Καΐρης καὶ Ἐμπειρῖκος, εἰς αὐτὸ ἀκριβῶς ἀποβλέπει. Ὥστε εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§246ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀφοῦ ἔχομεν τὸ ζήτημα ἐπὶ τοῦ τάπητος, διατὶ νὰ ἀναβάλωμεν;
§247ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἐπιβάλλει, ὅπως αἱ τροπολογίαι ἀναγινώσκωνται. Ἐννοεῖται, ὅτι δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ γινώσκωμεν, τί εἰς τὰ χαρτάκια αὐτὰ περιέχεται, τὰ ὁποῖα ἐκ περιτροπῆς ὑποβάλλονται εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ τροπολογία. (Ἀναγινώσκεται).
§249ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὁ νόμος, κύριοι Βουλευταί, ὁ καταστήσας ὑποχρεωτικὴν τὴν συμμετοχὴν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον, καταργεῖται σήμερον διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου, ἀλλὰ δὲν καταργεῖται ἀναδρομικῶς...
§250ΡΑΛΛΗΣ. Τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι τὸ ἄδικον.
§251ΣΤΕΦΑΝΟΥ. .. καταργεῖται ἀπὸ τοῦδε· ἑπομένως τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου δὲν δύνανται, παρὰ νὰ δρῶσιν εἰς τὸ μέλλον.
§252ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συνδέεται τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον.
§253ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Εἰς ὅλους τοὺς νόμους συνδέεται τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον· ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν πρέπῃ νὰ τεθῇ ἐξαιρετικῶς ἐν τῷ συζητουμένῳ νομοσχεδίῳ, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ ἀνατρέχουσι καὶ εἰς τὸ παρελθόν. Διὰ τῆς προτεινομένης τροπολογίας ζητεῖται νὰ ἀποδοθῇ ἀναδρομικὴ ἰσχὺς εἰς τὸν νόμον τὸν ψηφιζόμενον νῦν· ἀλλ’ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ νόμος, ὁ ὑποχρεώσας τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους νὰ συμμετάσχωσι τοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, ἐπιβάλλει μὲν ὑποχρεώσεις, ἀλλὰ γεννᾷ καὶ δικαιώματα· διότι ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἐκανόνισεν ἁπλῶς καὶ μόνον τὴν συμμετοχὴν τῶν ὑπαλλήλων τὴν ὑποχρεωτικήν, ἀλλ’ ἐκανόνισε καὶ τὰ τοῦ διανεμητέου μερίσματος εἰς τοὺς περιθαλψιούχους, ἔχων ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διὰ τῆς ὑποχρεωτικῆς συμμετοχῆς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων αἱ πρόσοδοι τοῦ ταμείου ἤθελον αὐξήσει, καὶ ὅτι ἑπομένως αἱ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης γενόμεναι κατ’ ἔτος ἐλαττώσεις, ὡς ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν προσόδων, εἶχον φθάσει μέχρις 60%, ὥρισε δὲ κατώτατον ὅριον, ὅτι αἱ ἐλαττώσεις αὗται ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει δύνανται νὰ φθάσωσι κάτω τῶν 45%, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῆς διατάξεως τοῦ νόμου ἐκείνου ὁ περιορισμὸς τῆς ἐλαττώσεως ἤρξατο λειτουργῶν, καὶ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἡ ἐλάττωσις κατῆλθε μέχρι τῶν 50%· αἱ περιθάλψεις δὲ διενεμήθησαν καὶ διανέμονται ὁλοὲν εἰς τοὺς μετόχους, τοὺς κεκτημένους τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν προσόδων συνεπείᾳ τῆς ὑποχρεωτικῆς συμμετοχῆς τῶν ὑπαλλήλων. Πρόκειται λοιπὸν περὶ ἀποδόσεως χρημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουσι πλέον εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον, διότι διετέθησαν, καὶ προτείνεται ὑμῖν νὰ ἐπιβάλητε διὰ τῆς ἀναδρομικῆς δυνάμεως τοῦ νόμου εἰς τὸ ταμεῖον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὰ ἀποδώσῃ εἰς τοὺς ὑποχρεωτικῶς καταβαλόντας· ἀλλὰ τότε πρέπει συγχρόνως νὰ φροντίσητε, ὥστε καὶ οἱ ἀπολαβόντες σύνταξιν, κατὰ ὡρισμένα ποσοστὰ, νὰ ἀποδώσωσι καὶ ταῦτα εἰς τὸ ταμεῖον· ἐννοεῖτε δὲ, τί χάος θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τούτου. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὰ καταβληθέντα κατεβλήθησαν δυνάμει νόμου ἰσχύοντος, τὸν ὁποῖον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔκρινεν, ὅτι ἦτο καλὸς, καὶ ἐψήφισε, διατὶ σήμερον θὰ ζητηθῇ ἡ ἀπόδοσις αὐτῶν, ἀφοῦ, ὅσα κατεβλήθησαν, νομίμως κατεβλήθησαν καὶ δυνάμει τοῦ νόμου κατεβλήθησαν; Ἀνατρέπεται ὁ νόμος ἐκεῖνος, διότι ἡ εἰσάγουσα νῦν τὸ νομοσχέδιον Κυβέρνησις ἔκρινεν, ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὸς ὁ νόμος, καὶ ἡ Βουλὴ, ἀσπαζομένη τὴν ἰδέαν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως, ψηφίζει τὸν νόμον. Δὲν εἶναι ὅμως δίκαιον, δὲν ὑπάρχει λόγος, ἵνα τεθῇ διάταξις ἀναδρομικὴ ἐν τῷ νόμῳ καὶ νὰ παραβιασθῇ ὁ κανὼν ὁ γενικὸς, ὁ περὶ μὴ ὀπισθενεργείας τῶν νόμων. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ τροπολογία, ἡ προταθεῖσα ὑπὸ τῶν κυρίων συναδέλφων, δὲν εἶναι ὀρθὴ, καὶ πρέπει νὰ ἀποῤῥιφθῇ.
§254ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος δὲν ἔχει πολὺ δίκαιον, ἐπιμένων ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ὁ νόμος ἀφορᾷ εἰς ἰδιωτικὸν μετοχικὸν ταμεῖον, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐπροστάτευσε δι’ εἰδικοῦ νόμου· ὑπεχρεώθησαν δὲ διὰ τοῦ νόμου τούτου, ὅπως καταβάλωσιν εἰς αὐτὸ ὄχι μόνον οἱ ὑπάλληλοι, ἀλλὰ καὶ ἁπλοῖ ἐργάται· οἱ ἐργάται τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, οἱ ἐργάται τοῦ Σφραγιστηρίου ὑπεχρεώθησαν νὰ καταβάλωσιν εἰς τὸ ταμεῖον τὸ Μετοχικόν· διότι ἐπὶ τῶν ὅρων τῶν ἀρχικῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐβασίσθη τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον κατὰ τὴν σύστασίν του, ἐννοεῖται ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ τῆς ὑποχρεωτικῆς ταύτης συμμετοχῆς. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ὑποχρεωθῶσι καὶ ἐργάται καὶ μικροὶ ὑπάλληλοι, τῶν ὁποίων ὁ μισθὸς δὲν ἐξαρκεῖ πρὸς διατροφὴν τῆς οἰκογενείας των, νὰ πληρώνωσιν, ὅπως ἀπολαμβάνωσι πλουσίας συντάξεις οἱ ἤδη κεκτημένοι δικαίωμα περιθάλψεως. Ἐὰν ὁ νόμος δὲν ἔδιδε πλήρη ἐλευθερίαν, ὅπως πᾶς μέτοχος ἀποσυρθῇ, τότε ἴσως εἶχε δίκαιον ὁ κ. συνάδελφος νὰ παραπονεθῇ· σήμερον πᾶς μέτοχος, ἐὰν ἴδῃ, ὅτι δὲν τὸν συμφέρει νὰ μετάσχῃ εἰς τὸ ταμεῖον τοῦτο, δύναται νὰ ἀποσυρθῇ, ἑπομένως οὐδὲν ζημιοῦται. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι δίκαιον διὰ τοῦ νόμου νὰ καθιερώσωμεν δήμευσιν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα κατέβαλον ὑποχρεωτικῶς ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν ἔπρεπε νὰ ἔχωσιν ὑποχρέωσιν, ἵνα καταβάλωσι. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ ταμεῖον τοῦτο κατέβαλον ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ἀποδόσεως συντάξεως εἴτε εἰς ἑαυτοὺς εἴτε εἰς τὴν οἰκογένειάν των ...
§255ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἂς ἐξακολουθήσουν. Εἶναι ἐλεύθεροι.
§256ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ναί· ἀλλὰ τοὺς ὑπεχρεώσατε νὰ καταβάλωσιν, ἐνῷ δὲν ἤθελον ...
§257Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἐξακολουθήσωσι τώρα.
§258ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἂν τοὺς συμφέρῃ νὰ ἐξακολουθήσωσιν· ἀλλ’ ἂν δὲν δύνανται νὰ ἐξακολουθήσωσι, διατὶ ν’ ἀπολέσωσι τὰ καταβληθέντα χρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς αὐτοὺς καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι περιουσία των; Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι δήμευσις καθαρά· δὲν πρόκειται ἐδῶ περὶ ἀναδρομικῆς δυνάμεως. Νομίζω ὅτι εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ἀναδρομικὴ δύναμις τοῦ νόμου, ὅσον ἀφορᾷ ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἡ περιουσία ἐμειώθη δι’ αὐθαιρέτου νομοθετικοῦ μέτρου, μάλιστα δὲ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐργάτας, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ πρωτοφανές· δὲν ἐπίστευον ποτέ, ὅτι ἠδύναντο νὰ ὑποχρεωθῶσιν ἐργάται ἡμερομίσθιοι νὰ καταβάλωσιν εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον ὡς ὑπάλληλοι, ἁπλῶς καὶ μόνον, ἵνα προικίσωσι τὸ ταμεῖον τοῦτο, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἢ μία ἰδιωτικὴ ἀσφαλιστικὴ μηνιαίου βοηθήματος ἑταιρία, ἧς οἱ ἑταῖροι οἱ ἀρχικοὶ ἀπολαμβάνουσι πλουσιωτάτας συντάξεις εἰς βάρος τῶν νέων ἑταίρων, οὓς ὁ καταργούμενος νόμος καθίστα ὑποχρεωτικούς.
§259ΡΑΛΛΗΣ. Συνήθως τὸ μὴ ἀναδρομικὸν τῶν νόμων σκοπεῖ νὰ προστατεύσῃ δικαιώματα κεκτημένα· ἤδη τὸ μὴ ἀναδρομικὸν τῶν νόμων προτάσσεται, ἵνα ἀδικήσῃ· διότι πρόκειται περὶ χονδροειδεστάτης ἀδικίας, καὶ μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διενεμήθησαν τὰ ἀλλότρια χρήματα, δύνανται νὰ εὑρίσκωσιν, ὅτι εἶναι δικαία ἡ τοιαύτη ὁριστικὴ μὴ ἀπόδοσις εἰς τοὺς δικαιουμένους τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα κατέβαλον ἐπὶ ὡρισμένῃ ἐπαγγελίᾳ. Διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα κατεβλήθησαν ἐπὶ τῇ ἐπαγγελίᾳ, ὅτι οἱ καταβάλλοντες ἤθελον μετάσχει τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου. Σήμερον τοῖς λέγομεν, ὅτι ἡ ἐπαγγελία αὕτη ἐκλείπει...
§260Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐχί.
§261ΡΑΛΛΗΣ. .. καθόσον θέλουσι μείνει ἐλεύθεροι νὰ δηλώσωσιν, ὅτι δὲν θέλουσι νὰ μετάσχωσι τῶν εὐεργετημάτων τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου· τοῖς λέγομεν: «ἔχετε τὴν ἐλευθερίαν νὰ δηλώσητε εἰς τὸ μέλλον, ὅτι δὲν θὰ μετάσχητε τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, καὶ ἑπομένως δὲν δύνασθε νὰ ἐλπίσητε εἰς τὸ μέλλον, τοιαύτην ποιοῦντες δήλωσιν, ὅτι θὰ ἔχητε τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἐπαγγελίας, ἡ ὁποία δίδεται ἐκ τῆς καταβολῆς». Ἀλλὰ τοῖς λέγομεν πρὸς τούτοις: «μὴ ἐλπίσητε νὰ λάβητε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατεβάλετε ἤδη, διότι διενεμήθησαν μεταξὺ ἄλλων, καὶ οὐχὶ μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὰ κατέβαλον». Τοιαῦτα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀντέταξεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου. Εἶπεν, ὅτι εἶναι φυσικώτατον πρᾶγμα, διότι ἄλλως θέλομεν φέρει τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον εἰς τὸ χάος. Τοῦτο εἶναι, τὸ ὁποῖον δὲν ἐννοῶ ἐγὼ ἀκριβῶς. Ἐάν τις ἔλαβεν ἐκ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου συνεπείᾳ τῆς λειτουργίας τοῦ νόμου, ὅστις σήμερον καταργεῖται, βεβαίως ἔλαβεν ὑπὲρ τὰ δικαιώματα, ὑπὲρ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ, καὶ ὀφείλει νὰ τὰ ἀποδώσῃ. Τότε τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον θὰ κανονίσῃ τὰς σχέσεις του πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον ὑπὲρ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐδικαιοῦντο νὰ λάβωσι, καὶ τὸ ὁποῖον ἐκανονίσθη ἐπὶ τῇ βάσει καταβολῆς, ἡ ὁποία σήμερον ἀναγνωρίζεται, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ. Καὶ δὲν ἔχει κἂν ἀνάγκην νὰ προσφύγῃ εἰς ἀγωγὴν τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον πρὸς τοὺς μετόχους, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὸ μέρισμα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑπολογισμοῦ, ὅστις ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καταβολῶν αὐτῶν· διότι τὸ μέρισμα θὰ κανονισθῇ ὑπὸ ὅρους κατωτέρους εἰς τὸ μέλλον, οὕτω δὲ οὐδόλως θὰ ἀδικηθῇ τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον, ἐκεῖνοι δέ, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὸ μὴ ὀφειλόμενον, θὰ τὸ συμψηφίσωσι πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ λάβωσιν εἰς τὸ μέλλον, καὶ οὕτω κανονίζονται δικαίως πᾶσαι αἱ σχέσεις. Δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ εἴπῃ ἡ Πολιτεία, ὅτι «ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς θεωρῶ, ὅτι δὲν εἶσαι ὑπόχρεως εἰς τὸ νὰ μετάσχῃς τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, οὐχ ἧττον σὲ ἐξαναγκάζω νὰ μετάσχῃς αὐτοῦ, διότι σοῦ δημεύω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατέβαλες». Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἐξηναγκασμένος νομοθετικῶς, εἶναι ἐξηναγκασμένος πράγματι, διότι θὰ εὑρεθῶσιν αὐτοί, ὡς πρὸς τοὺς ὁποίους θεωρεῖται ἄδικος ἡ ἐπιβολὴ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον, θὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὸ δίλημμα, ἢ νὰ ἐξακολουθήσωσιν ἐπ’ ἄπειρον μετέχοντες καὶ καταβάλλοντες εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον, ἢ νὰ ἀπολέσωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατέβαλον. Πρόκειται περὶ μιᾶς ἀληθοῦς ἐκβιάσεως· θὰ ἦτο δὲ προτιμότερον δι’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους νὰ τοῖς εἴπωμεν καθαρῶς, ὅτι ὀφείλουσιν, ἔστω καὶ ἂν πρόκηται περὶ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν ὀφείλουσι καθ’ ἡμᾶς, ὅτι ὀφείλουσι νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰς καταβολάς των· ἀλλὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν τοῖς εἴπωμεν, ὅτι κακῶς περιελήφθησαν μεταξὺ τῶν ὑποχρεωμένων νὰ μετάσχωσι τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, βεβαίως ὀφείλομεν νὰ τοῖς δώσωμεν καὶ τὸ μέσον, ὅπως ἀπολαύσωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατέβαλον ἄνευ αἰτίας. Ποία εἶναι ἡ αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο ἡ καταβολὴ ἐκ μέρους αὐτῶν; Ἡ ἐπαγγελία ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας, ὅτι ἐν καιρῷ τῷ δέοντι, ἐν τῷ καιρῷ τῷ ὡρισμένῳ ὑπὸ τοῦ νόμου, θὰ μετάσχωσι τοῦ εὐεργετήματος τῆς περιθάλψεως· σήμερον τοῖς ἀφαιρεῖται ἡ ἐπαγγελία αὕτη. Τὸ ἁπλούστατον δίκαιον, τὸ αὐστηρότατον δίκαιον ἀπαιτεῖ νὰ τοῖς ἀποδοθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τοῖς ἀφῃρέθη, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατέβαλον αὐτοὶ ἐπὶ ὡρισμένῃ ἐπαγγελίᾳ, ἣν δὲν ἐννοεῖ σήμερον τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον νὰ ἐκτελέσῃ.
§262Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νόμος ἄδικος ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς παρελθούσης Βουλῆς· δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ νόμος οὗτος νὰ μὴ ἔχῃ ἀποτελέσματα ἄδικα. Ὁ κ. Βουλευτὴς καταδεικνύει τὰ ἄδικα ταῦτα ἀποτελέσματα· ἀλλὰ ταῦτα οὐδὲν ἄλλο ἀποδεικνύουσιν ἢ ὅτι ὁ νόμος κακῶς ἐψηφίσθη. Ὅτε ὁ νόμος οὗτος ἐψηφίσθη, ἡμεῖς ἤμεθα κεκηρυγμένως ἐναντίοι αὐτοῦ, ἐπὶ πολλὰ δὲ ἔτη ἠρνούμεθα νὰ εἰσαγάγωμεν ἢ νὰ ὑποστηρίξωμεν τοιοῦτον νόμον, ζητούμενον παρὰ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου· ἀλλὰ τελικῶς Κυβέρνησίς τις ἐθεώρησεν, ὅτι ἔπρεπε τὸν νόμον τοῦτον νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλήν, καὶ Βουλή τις ἐθεώρησεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸν ψηφίσῃ. Ἡμεῖς τὸν νόμον τοῦτον θεωροῦμεν ἄδικον, καὶ τοιοῦτον τὸν ἐχαρακτηρίσαμεν ψηφιζόμενον· ἀλλ’ ὁ νόμος ἐψηφίσθη καὶ ἐφηρμόσθη ὡς νόμος τοῦ Κράτους, καὶ κατὰ τὸν νόμον τοῦτον κατέβαλον πολλοὶ εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον, καὶ τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον ἀπέδιδε τὰ οὕτω καταβαλλόμενα πρὸς ἄλλους, οἵτινες ἐκινοῦντο περισσότερον ἴσως τοῦ ταμείου, ἵνα ἐπιτύχωσι τὴν ψήφισιν τοῦ ἁρπακτικοῦ νόμου· διότι δὲν περιωρίζετο ὁ νόμος εἰς τὴν ὑπὲρ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου πρόνοιαν διὰ τοῦ κανονισμοῦ ὡς ὑποχρεωτικῆς τῆς εἰς αὐτὸ εἰσφορᾶς ἁπάντων τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἔβαινε καὶ περαιτέρω, ὑποχρεῶν τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον, ὅπως αὐξήσῃ τὰς παρ’ αὐτοῦ παρεχομένας περιθάλψεις εἰς τοὺς Μετόχους αὐτοῦ, τοὺς διατελοῦντας ἤδη ἐν ἀπολαυῇ συντάξεως. Ἡ αὔξησις αὕτη ἐπεβάλλετο διὰ διατάξεως τοῦ νόμου, περιστελλούσης τὴν τέως ἐφαρμοζομένην μείωσιν τῶν δικαιωμάτων τῶν καλουμένων περιθαλψιούχων. Ὁ νόμος, ὁ τελέσας τὸ διττὸν τοῦτο ἀδίκημα, σήμερον καταλύεται, καὶ ὀρθῶς καταλύεται· τὰς συνεπείας ὅμως τῆς καταλύσεως νομίζω, ὅτι δὲν ἀνήκει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίσῃ. Αἱ συνέπειαι τῆς καταλύσεως, ἐν διαφωνίᾳ τῶν διαφερομένων, θὰ κανονισθῶσιν ὑπὸ τῆς Δικαιοσύνης· διότι δὲν πρόκειται περὶ κανονισμοῦ σχέσεων τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς πρὸς αὐτὸ συναλλαττομένους, ἀλλὰ πρόκειται περὶ κανονισμοῦ σχέσεων τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους πρὸς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον, κατάστημα ὅλως ξένον πρὸς τὰ τοῦ Δημοσίου. Τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον εἶναι πιθανώτατον νὰ ὠφελήθη, εἶναι πιθανώτατον νὰ ἐσώθη ἐκ καταστροφῆς διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐκείνου· ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Πολιτεία, ἐπειδὴ τυχὸν ἔσωσε τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον διὰ τῆς νομοθετικῆς αὑτῆς ἐνεργείας, νὰ κανονίσῃ ἤδη αὐτὴ τὰ τοῦ ταμείου. Τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον ἔχει αὐτοτελῆ ὕπαρξιν· ὠφελήθη ἐκ τοῦ ἁρπακτικοῦ νόμου, ἀλλ’ ὠφελήθη νομίμως· ἂν δ’ ὑποχρεῶται συνεπείᾳ τῆς καταλύσεως τοῦ νόμου εἰς ἀπόδοσιν τοῦ ὅλου ἢ μέρους, ὧν ὠφελήθη, τοῦτο κανονίζεται ὑπὸ τῆς κειμένης νομοθεσίας, ὅτε ἐγένετο ἡ κατάλυσις τοῦ νόμου. Εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους, περὶ ὧν ἰδίως ἐνδιαφερόμεθα, ἀποδίδει ἡ κατάλυσις τοῦ νόμου τὴν ἐλευθερίαν, ἵνα ἐξακολουθήσωσιν αὐτοπροαιρέτως καταβάλλοντες εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον ὅ,τι ὑποχρεωτικῶς μέχρι τοῦδε κατέβαλλον, καὶ τηρήσωσιν οὕτω δικαίωμα εἰς ἀπόδοσιν ἐν καιρῷ τοῦ ἀντισηκώματος τῶν καταβολῶν αὐτῶν, ἤτοι εἰς τὴν περίθαλψιν, ἢ ὅπως ἐπωφεληθῶσιν ἐκ τῆς ἀνακτωμένης ἐλευθερίας, ἵνα παύσωσι τὰς περαιτέρω καταβολάς, στερούμενοι ὅμως παντὸς δικαιώματος μελλούσης περιθάλψεως, ἴσως δὲ καὶ πάσης ἀπαιτήσεως ἀποδόσεως τῶν τέως καταβληθέντων. Ταῦτα δὲν ἀφορῶσιν εἰς ἡμᾶς. Ἐὰν θέλωσιν οἱ τέως καταβαλόντες νὰ τηρήσωσι τὸ δικαίωμα αὑτῶν ἐπὶ τὴν ἐν καιρῷ περίθαλψιν, οὐδεὶς ἐμποδίζει αὐτοὺς νὰ ἐξακολουθήσωσι καταβάλλοντες. Ἂν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀπηγόρευε τὴν ἐξακολούθησιν τῆς καταβολῆς, θὰ ἠδίκει αὐτούς. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν συμβαίνει· διότι ἡ Πολιτεία ἁπλῶς τοῖς λέγει: «Μέχρι τοῦδε σὲ ὑπεχρέουν, ἀπὸ τοῦδε δὲν σὲ ὑποχρεῶ· ἐὰν θέλῃς, ἐξακολούθησον τὴν ἐπιδίωξιν τοῦ ἀντισηκώματος τῶν καταβολῶν σου, ἐὰν δὲν θέλῃς, πρᾶξον ὅ,τι κρίνῃς συμφέρον περὶ τῶν μέχρι τοῦδε καταβληθέντων· ἐλπίζεις, ὅτι τὸ Δικαστήριον θὰ σοὶ ἐπιδικάσῃ τὴν ἀπόδοσιν; ἐπιδίωξον ταύτην· νομίζεις τοὐναντίον, ὅτι τὸ Δικαστήριον δὲν θὰ τὴν ἐπιδικάσῃ; ἀρκέσθητι εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῆς ὑποχρεώσεως πρὸς περαιτέρω καταβολάς». Τὸ Δημόσιον διὰ τοῦ νόμου οὐδόλως πιέζει, οὐδόλως ἀδικεῖ· τοὐναντίον εὐεργετεῖ μᾶλλον τοὺς ὑπαλλήλους, ἀπαλλάττον αὐτοὺς ὑποχρεώσεως χαρακτηρισθείσης ὡς ἀδίκου, ἀλλὰ μὴ ἐμποδίζον αὐτοὺς συνάμα νὰ ἐξακολουθήσωσιν ἐλευθέρως καταβάλλοντες ὅ,τι, ἂν μὴ ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ συζητοῦμεν, ἤθελον καταβάλλει ὑποχρεωτικῶς. Εἰς αὐτοὺς ἀνήκει νὰ κανονίσωσι τὰ τῶν ἰδίων αὐτῶν συμφερόντων· εἰς τὴν νομοθετικὴν ὅμως ἐξουσίαν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κανονίσῃ τὰ τῶν δικαιωμάτων τῶν μετόχων ἐπὶ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου καὶ τὰ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου ἐπὶ τῶν μετόχων. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι πρὸς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον πρέπει νὰ ὑποχρεώσωμεν τοὺς ἀπολαύοντας περιθάλψεως νὰ ἀποδώσωσιν ὅ,τι συνεπείᾳ τοῦ καταργουμένου νόμου περιπλέον ἔλαβον...
§263ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶπον ἐγώ, ὅτι ἡμεῖς θὰ τοὺς ὑποχρεώσωμεν· θὰ ὑποχρεωθῶσιν αὐτοὶ ὑπὸ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου. Ἐκεῖ ὑπάρχει ἀγωγή.
§264Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔστω... Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει, ὅτι οὗτοι θὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ ἀποδώσωσι· πιθανὸν νὰ ὑποχρεωθῶσι, πιθανὸν ὅμως καὶ νὰ μὴ ὑποχρεωθῶσιν· ἀλλ’ ἡμεῖς, ἂν οὗτοι θὰ ὑπεχρεοῦντο, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαλλάξωμεν αὐτοὺς νομοθετικῶς ἀπὸ τῆς ὑποχρεώσεως, καὶ ἂν πάλιν δὲν θὰ ὑπεχρεοῦντο, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ὑποχρεώσωμεν αὐτοὺς νομοθετικῶς, διότι ταῦτα ἀφορῶσιν εἰς σχέσεις ἰδιωτῶν πρὸς ἀλλήλους, καταστήματος ἰδιωτικοῦ πρὸς τοὺς μετόχους τοῦ ἱδρύματος. Ἡ Πολιτεία δὲν δύναται νὰ παρεμβῇ εἰς τὰ ξένα πρὸς αὐτήν· ἡ Πολιτεία ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ δύναται μόνον νὰ ἀποδώσῃ τὴν ἐλευθερίαν εἰς τοὺς ἰδίους αὐτῆς λειτουργούς. Εἰς τούτους λέγει: εἰς τὸ ἑξῆς δὲν εἶσθε ὑπόχρεοι· πράξατε ἄρα ὅ,τι νομίζετε συμφερώτερον· ἐξακολουθήσατε ἐλευθέρως ὅ,τι μέχρι τοῦδε ἐπράττετε ὑποχρεωτικῶς, ἐὰν τοῦτο νομίζητε, ὅτι σᾶς συμφέρει· μὴ ἐξακολουθήσητε, ἐὰν νομίζητε, ὅτι τοῦτο δὲν σᾶς συμφέρει· ἐπιδιώξατε τὴν ἀπόδοσιν τῶν μέχρι τοῦδε καταβληθέντων, ἐὰν ἐλπίζητε, ὅτι τὸ Δικαστήριον θὰ σᾶς τὰ ἐπιδικάσῃ· μὴ ἐπιδιώξητε αὐτήν, ἐὰν νομίζητε, ὅτι τὸ Δικαστήριον δὲν θὰ σᾶς τὰ ἐπιδικάσῃ. Πᾶσα ὅμως παρέμβασις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα θὰ ἦναι αὐτόχρημα δήμευσις.
§265ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, Κύριοι, ζητεῖται ἡ κατάργησις τοῦ νόμου ᾼϠΙΕʹ τῆς 7 Μαρτίου 1891. Καὶ περὶ τούτου οὐδεμία ὑποβάλλεται, μέχρι τοῦδε τοὐλάχιστον, ἀντίῤῥησις. Ἐξητάσθη ὅμως τὸ ζήτημα, τίνες αἱ συνέπειαι τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου τούτου. Ἐὰν ἀκούσωμεν τὸν ἀξιότιμον ἐκ Ζακύνθου Βουλευτήν, συνέπεια τῆς ἀκυρώσεως θὰ ἦναι, ὅτι οἱ μέχρι τοῦδε καταβαλόντες δημόσιοι ὑπάλληλοι εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον καὶ μὴ θέλοντες νὰ ἐξακολουθήσωσι συμμετέχοντες εἰς αὐτὸ θὰ ἀπολέσωσι τὰ ὅσα κατέβαλον· διότι, κατὰ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Ζακύνθου Βουλευτήν, ἀναδρομικὴν δύναμιν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ νόμος, καὶ δὲν πρέπει μάλιστα, ὡς τοὐλάχιστον ἐνόησα, νὰ ἔχῃ τοιαύτην· διότι τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἤδη ἐκ τῶν ὑπαλλήλων, τὰ διέθεσε πρὸς ἄλλους σκοπούς, καὶ δὲν τὰ ἔχει πλέον. Ἐὰν ἀκούσωμεν τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἡ κατάργησις τοῦ νόμου, κατ’ αὐτὸν, δὲν ἔχει ὡρισμένην τινὰ συνέπειαν. Τὰς συνεπείας τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου ἀπόκειται νὰ τὰς ἀποφασίσῃ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ἂν ἤθελον τυχὸν προστρέξει εἰς αὐτὴν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι τὴν ἀνάληψιν τῶν πρὸς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον δοθέντων. Καὶ ἂν ἤθελον προστρέξει εἰς τὰ δικαστήρια οἱ καταβαλόντες, ἤθελεν ἴσως τοῖς ἀντιταχθῆ ἐκεῖ ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ὑπεστήριξε, καὶ ἑπομένως ἀμφίβολος θὰ ἦναι ὁ δικαστικὸς αὐτὸς ἀγών. Ἐγὼ ὅμως, Κύριοι, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δεχθῶμεν οὔτε ὅσα ὑπεστήριξεν ὁ κ. Βουλευτής, οὔτε ὅσα ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Περὶ τίνος ἐπραγματεύθη ὁ νόμος αὐτός, τὸν ὁποῖον ζητοῦμεν νὰ καταργήσωμεν; Ὁ νόμος αὐτὸς ἐπενέβη εἰς ἰδιωτικὰς σχέσεις, καὶ ἐκανόνισε τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τῶν ὑπαλλήλων ἀπέναντι ἑνὸς εἰδικοῦ σωματείου, τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, ὑπεχρέωσε δὲ τοὺς μὲν ὑπαλλήλους νὰ ἐγγραφῶσιν ὡς μέλη τοῦ ταμείου τούτου, τὸ δὲ ταμεῖον νὰ διανέμῃ κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον τὰς περιθάλψεις του. Τί προκύπτει λοιπὸν ἐκ τοῦ νόμου ἐκείνου; Εἷς ἀναγκαστικὸς συνεταιρισμός, εἰς τὸν ὁποῖον ὑποβάλλονται οἱ ὑπάλληλοι πρὸς τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον· μία καταναγκαστικὴ ἑταιρία συνετελέσθη δυνάμει τοῦ νόμου, τοῦ κανονίζοντος ὅλας αὐτὰς τὰς σχέσεις. Ἔρχεται τώρα ἕτερος νόμος, καὶ τί λέγει; Διαλύει αὐτὴν τὴν ἑταιρίαν, ἀφίνων τοὺς γενομένους ἤδη ὑποχρεωτικῶς μετόχους ὑπαλλήλους ἐλευθέρους νὰ ἐξακολουθήσωσι τοιοῦτοι, ἂν ἐπιθυμῶσιν. Ὁ νόμος καταργεῖ τὸ ὑποχρεωτικὸν τῶν συμμετοχῶν εἰς τὴν ἑταιρίαν. Διαλυθείσης οὕτω δυνάμει τοῦ νόμου τῆς ἑταιρίας, ποία εἶναι ἡ ἀναγκαία συνέπεια αὐτῆς τῆς διαλύσεως; Ἡ ἐκκαθάρισις τῆς ἑταιρίας ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ λάβῃ ἕκαστος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατέθεσε δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ καταργουμένου. Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ νόμος ἐκεῖνος προὐνόησε νὰ κανονίσῃ ὅλας αὐτὰς τὰς σχέσεις, ἔρχεται δ’ ἤδη ἕτερος νόμος νὰ τὸν ἀναιρέσῃ, δὲν εἶναι λογικὸν, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ κανονίσῃ καὶ ὁ νέος αὐτὸς νόμος ὅλας αὐτὰς τὰς σχέσεις, περὶ ὧν προέβλεψεν ὁ προηγούμενος; Ὅταν ἔρχησθε καὶ ἀπαλλάσσητε αὐτοὺς τῆς ὑποχρεώσεως τῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν ἑταιρίαν τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, λογικὸν καὶ δίκαιον εἶναι νὰ δώσητε αὐτοῖς τὸ δικαίωμα νὰ ἀναλάβωσι τὰ ὡς ἐκ τῆς συμμετοχῆς καταβληθέντα, καὶ οὐχὶ νὰ παραπέμψητε τόσους ἀνθρώπους εἰς τὰ δικαστήρια πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου. Ἀναγκαία, κατ’ ἐμὲ, συνέπεια τῆς καταργήσεως τοῦ συνεταιρισμοῦ εἶναι ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου νὰ ἀποδώσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατέθεσαν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι. Ἀλλ’ ἀντιτάσσει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου: «πῶς θὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ ἀπόδοσις, ἀφοῦ τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον διέθεσεν ἤδη τὰ χρήματα ταῦτα;» Ἀλλ’ ὑπὲρ τίνος τὰ διέθεσε; Τὰ διέθεσεν ὑπὲρ τῶν ἰδίων του συνεταίρων· αὐτοὶ οἱ συνέταιροι τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, οἱ ὁποῖοι ἄνευ τοῦ νόμου τούτου ἤθελον λάβει, ὑποθέσατε, 40% τῆς περιθάλψεως τῆς ὀφειλομένης, ἔλαβον 50 ἢ 55%, ἔλαβον πλέον τοῦ ὅ,τι ἤθελον λάβει ἄνευ τοῦ συνεταιρισμοῦ. Καταργουμένου τοῦ συνεταιρισμοῦ, τί θὰ γείνῃ; Θὰ συνέλθωσιν οἱ ὑπόλοιποι συνέταιροι, ἐν οἷς καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὰ περιπλέον ταῦτα, ἵνα κανονίσωσι τὰς περαιτέρω σχέσεις αὐτῶν. Τοῦτο δύναται νὰ γείνῃ ὄχι μόνον δι’ ἐπιστροφῆς τοῦ δοθέντος,— θὰ ἦτο ὁ πλημμελέστερος τρόπος,— δύναται νὰ γείνῃ ὁριζομένων τῶν μελλουσῶν περιθάλψεων ὄχι πλέον πρὸς 40%, ὅπως ἤθελε γείνῃ ἄνευ τοῦ νόμου τοῦ καταργουμένου, ἀλλὰ πρὸς 30, μέχρις ὅτου ὑπολειφθῇ εἰς τὸ ταμεῖον τὸ ἐπὶ πλέον δοθὲν ἕνεκα τοῦ νόμου τοῦ καταργουμένου. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἐκ τῆς φύσεως τοῦ καταργουμένου νόμου ἐπιβάλλεται εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίσῃ ἐκείνας τὰς θέσεις, τὰς ὁποίας ἐκανόνισεν ὁ καταργούμενος νόμος, καὶ προλάβῃ τὰς δίκας, αἱ ὁποῖαι θέλουσιν ἀναφυῇ. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, εἶναι ἡ μόνη ὀρθὴ εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν.
§266ΡΑΛΛΗΣ. Ἂν νόμος τις ἦναι ἁρπακτικὸς, βεβαίως εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἤδη ψηφίζομεν, διότι ὁ νόμος, τοῦ ὁποίου ἡ κατάργησις ζητεῖται σήμερον, δὲν ἦτο ἁρπακτικὸς, ἀπέδιδεν ἀπέναντι τῆς καταβολῆς μίαν ἐπαγγελίαν, τὴν ἐπαγγελίαν, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον πρὸς πάντας τοὺς ἑταίρους αὐτοῦ, ὡς λίαν ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς ἐχαρακτήρισε τὴν πρᾶξιν· ὁ νόμος αὐτὸς σήμερον καταργεῖται, καὶ καθιστᾷ μίαν αἵρεσιν διαλυτικὴν ὑπὲρ ἐκείνων τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπεχρεοῦντο εἰς τὸ νὰ μετάσχωσι τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, αἵρεσιν διαλυτικὴν, διότι τοῖς λέγει: εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ ἐκλέξητε εἴτε τὴν ἐξακολούθησιν τῶν καταβολῶν σας, ἕως ὅτου θὰ ἔχητε τὸ δικαίωμα τῆς συμμετοχῆς εἰς τὰ εὐεργετήματα τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, εἴτε τὴν μὴ ἐξακολούθησιν τῶν καταβολῶν, ὅτε δὲν θὰ ἔχητε πλέον τὸ εὐεργέτημα τῆς συμμετοχῆς εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον. Ἀλλ’ ἡ διαλυτικὴ αἵρεσις συνεπάγεται ἀναγκαίως τὴν ἰδέαν τοῦ ὅτι ἐκλείπει ἡ σχέσις, ἡ ὁποία συνωμολογήθη ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἡ σχέσις αὕτη ἔλαβε χώραν· ἀλλὰ κατὰ ποίαν στιγμὴν ἔλαβε χώραν; τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἐνομοθετήθη ὁ εἷς νόμος. Σήμερον καθίσταται μία αἵρεσις διαλυτική· ἡ αἵρεσις αὕτη ἀναγκαίως θὰ ἀναδράμῃ μέχρι τῆς πρώτης καταβολῆς τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου, ὡς πρὸς τὸν ὁποῖον θεωρεῖται, ὅτι κακῶς ὑπεβλήθη εἰς τὴν ὑποχρεωτικὴν συμμετοχὴν τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου· ἀνατρέχουσα δὲ ἡ αἵρεσις μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, φέρει ὡς ἀναγκαῖον συμπέρασμα τὴν ἀπόδοσιν τῶν παρὰ τῶν ὑποχρεωθέντων νὰ καταθέσωσιν εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον καταβληθέντων. Οὐδὲν δικαιότερον. Θέλομεν νὰ κανονίσωμεν τὰς σχέσεις τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου πρὸς τοὺς μετόχους του, πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον κἄτι τι, τὸ ὁποῖον δὲν ὤφειλον νὰ λάβωσιν, οἱ ὁποῖοι διένειμαν ξένην περιουσίαν. Ἐκεῖνος ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἤθελε κυρώσει τοιοῦτόν τι, βεβαίως ἐκεῖνος εἶναι ἄδικος, βεβαίως εἶναι ἁρπακτικός, καὶ μόνον μέτοχος τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου δύναται νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τοιούτου νόμου. Νομίζω ὅτι τὸ αὐστηρότερον δίκαιον ἀπαιτεῖ, ὅπως τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν καθιστῶμεν τὴν αἵρεσιν διαλυτικὴν ὑπὲρ τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος δὲν ὑπεχρεοῦτο εἰς τὸ μετέχειν εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον, πρέπει νὰ τὴν καταστήσωμεν τοιαύτην, ὥστε νὰ ἀναλάβῃ ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξαναγκαζόμενος κατέβαλε· διότι σήμερον τί πράττετε διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ; Λέγετε ὅτι κακῶς ὑπεχρεώθη ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος νὰ μετάσχῃ εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον, δηλαδὴ ἀναγνωρίζετε, ὅτι ὑπῆρξε μία πρᾶξις, ἡ ὁποία ἦτο ἀσύμφορος πρὸς τὸ Κράτος, τὴν πρᾶξιν ἐκείνην τὴν καταργεῖτε, καὶ ἐν τούτοις δὲν θέλετε ἐκ τῆς καταργήσεως νὰ ἐξαγάγητε ὅλας τὰς συνεπείας, τὰς ἐκ τῆς καταργήσεως τῆς πράξεως. Τί σᾶς ζητοῦμεν; νὰ ἀποδώσητε εἰς τοὺς πτωχοὺς ἐργάτας, τοὺς ὁποίους νομίζετε ὅτι προστατεύετε διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀφῃρέθη ἀπ’ αὐτῶν ἄνευ αἰτίας, διότι ἡ αἰτία δὲν ὑπάρχει πλέον, ἀφ’ ἧς στιγμῆς λειτουργεῖ ἡ διαλυτικὴ αὕτη αἵρεσις. Τίνας σχέσεις ἔχουν ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὑπάλληλοι, εἰς τοὺς ὁποίους θέλετε νὰ ἀποδώσητε σήμερον τὴν ἐλευθερίαν των, πρὸς τοὺς μετόχους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἰσέπραξαν μερίσματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ εἰσπράξωσιν; Οἱ μέτοχοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰσέπραξαν παρὰ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου ὅ,τι τοῦτο δὲν ὤφειλε νὰ τοῖς δώσῃ, δὲν ἔχουσι νὰ πράξωσιν ἄλλο τι ἢ νὰ κανονίσωσι τὰς σχέσεις των πρὸς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον, τοῦτο δὲ πάλιν δὲν ἔχει νὰ πράξῃ ἄλλο, παρὰ νὰ ἀποδώσῃ εἰς τοὺς ὑποχρεωθέντας νὰ καταβάλωσιν ὑπαλλήλους ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλαβον οἱ μέτοχοι ἐκεῖνοι χωρὶς δικαίωμα. Θὰ τὸ ἀποδώσουν δὲ πῶς; εἴτε ζητούμενοι καὶ ἀποδίδοντες ἀμέσως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλαβον ὑπὲρ τοὺς πόρους τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, εἴτε συμψηφίζοντες ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλαβον ἐκ τῶν προτέρων, πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μέλλουν νὰ λάβουν κατόπιν.
§267Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐρωτᾷ, τί παρ’ ὑμῶν ζητοῦμεν; Ζητοῦμεν, λέγει, παρ’ ὑμῶν ν’ ἀποδώσητε δικαιοσύνην εἰς τὰ πρόσωπα ταῦτα, ἅτινα κατέβαλον ἐν οὐ δέοντι, κατέβαλον ὑποχρεωθέντα ἐκ νόμου, ὃν μάλιστα θεωρεῖ δίκαιον, μὴ ἁρπακτικόν· καὶ ἐπάγεται ὅτι, ἀφοῦ ζητεῖται παρ’ ἡμῶν ἀπόδοσις δικαιοσύνης, ἔπρεπε νὰ ἀποδώσωμεν νομοθετικῶς πᾶν τὸ ἐκ τοῦ Δημοσίου ἐν δικαίῳ ὀφειλόμενον. Ἀλλὰ δὲν ζητεῖται τοῦτο, οὐδὲν ζητεῖται παρὰ τοῦ Δημοσίου, διότι οὐδὲν ὀφείλει τὸ Δημόσιον εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους, οὓς ἀπαλλάττει ἀπὸ ἀδίκου ὑποχρεώσεως· ὅ,τι τυχὸν ὀφείλεται ἐν δικαιοσύνῃ ἴσως, πάντως δ’ οὐχὶ ἐν νομιμότητι, εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τούτους, τοῦτο δὲν θὰ τοῖς ἀποδοθῇ ἐκ τοῦ Δημοσίου, περὶ οὗ ἔχομεν δικαίωμα νὰ νομοθετῶμεν, ἀλλ’ ἐκ τῆς περιουσίας τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου.
§268ΡΑΛΛΗΣ. Παρ’ ἐκείνων, παρὰ τῶν ὁποίων ἐλήφθη.
§269Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔστω καὶ παρ’ ἐκείνων, παρὰ τῶν ὁποίων ἐλήφθη· ἀλλ’ ὁ κανονισμὸς τῶν τῆς περιουσίας τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, ἢ τῶν λαβόντων ἐκ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου πλείονα ὅσων ἐν δικαιοσύνῃ ἔπρεπε νὰ λάβωσι, κατὰ πόσον ἀνήκει εἰς τὸν νόμον; Ὁ νόμος δὲν ἀποφασίζει τί ὀφείλει τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον, τί ὀφείλουσιν οἱ λαβόντες περιθάλψεις ἀνωτέρας, ὧν ἐλάμβανον ἐκ τῆς ἐποχῆς τῆς ψηφίσεως τοῦ καταργουμένου νόμου. Ὅ,τι ἐκεῖνοι ὀφείλουσι θὰ τὸ ἀποδώσωσι, κανονιζόμενον κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, οὐδὲν δ’ ἔχομεν δικαίωμα ἡμεῖς διὰ νόμου νὰ ὁρίσωμεν ὅτι τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον ὀφείλει ν’ ἀποδώσῃ τοσαῦτα ἐν δικαιοσύνῃ πρὸς τὸν ὑπάλληλον, καὶ ὅτι ὁ λαβὼν ἀνωτέραν, χάρις εἰς τὰς ὑποχρεωτικὰς καταβολὰς, ἢ ἐν τῷ παρελθόντι περίθαλψιν, ὀφείλει πρὸς τὸν ὑπάλληλον, τὸν ποιούμενον χρῆσιν τῆς ὑπὸ τοῦ νέου νόμου ἀποδιδομένης εἰς αὐτὸν ἐλευθερίας ἵνα παύσῃ τὰς περαιτέρω προκαταβολὰς, τὴν ἀπόδοσιν τῶν τέως καταβληθέντων. Ὁ ὠφεληθεὶς ἐξ ηὐξημένης περιθάλψεως παρὰ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, ἢ αὐτὸ τοῦτο τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον, ἂν ὑπέχῃ ὑποχρέωσιν, θὰ τὴν ἐκπληρώσῃ, ἐὰν δὲν ὑπέχῃ ὑποχρέωσιν, δὲν δύναται νὰ ὑποχρεωθῇ ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἐὰν νομίζῃ ὅτι διὰ νόμου, ὃν ἐπιμένω χαρακτηρίζων ὡς ἁρπακτικὸν, ἠδίκησεν ὑπαλλήλους, τοὺς ὑπαλλήλους τούτους πρέπει ν’ ἀποζημιώσῃ ἐκ τῶν ἰδίων, τουτέστιν ἐκ τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ Δημοσίου, νομίζω ὅτι οὐδεμίαν ὑπέχει ὑποχρέωσιν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ὅπως ἀποζημιώσῃ αὐτούς. Ἐτέθη νόμος ἄδικος, ἀλλὰ καὶ οἱ ὑπάλληλοι ὑπέκυψαν εἰς τὸν νόμον ἑκουσίως, διότι οὐδεὶς ὑπεχρέου αὐτοὺς νὰ ἐξακολουθῶσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ κατόπιν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Ἄδικος ἦτο ὁ νόμος· ἡ ὑποχρέωσις οὐδαμῶς, κατ’ ἐμὲ, ἦτο δεδικαιολογημένη, σκοποῦσα τὴν διὰ τῶν καταβολῶν τῶν ὑπαλλήλων τῶν νῦν καὶ τῶν τοῦ μέλλοντος ἀπόδοσιν εἰς τοὺς ἔχοντας δικαίωμα περιθάλψεως ἐπὶ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου τῶν εἰς αὐτοὺς ἀποδοτέων. Τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον εἶχε περιέλθει εἰς δυσχερείας, αἵτινες δὲν τῷ ἐπέτρεπον τὴν ἄνευ μειώσεων ἀπόδοσιν τῶν περιθάλψεων, ἐφ’ αἷς ὑπεῖχεν ὑποχρέωσιν· ἐμείου ἄρα τὰς περιθάλψεις, ἐπενοήθη δὲ ἡ νομοθετικὴ παρέμβασις πρὸς περιστολὴν τῆς μειώσεως διὰ τῆς ὑποχρεώσεως τῶν ὑπαλλήλων τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος εἰς καταβολὰς πρὸς τὸ ταμεῖον, ἀναπληρούσας ἐν μέρει τὸ ἔλλειμμα τῶν προαιρετικῶν καταβολῶν. Ὁ ὑπάλληλος ὁ μὴ μέτοχος οὐδεμίαν τέως ὑπεῖχεν ὑποχρέωσιν πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ παθητικοῦ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, ἀλλὰ νόμος τῷ ἐπέβαλε τὴν ὑποχρέωσιν, καὶ αὐτὸς ἐξηκολούθησεν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νόμου τούτου διατελῶν ὑπάλληλος, ἀπεδέχθη ἄρα τὴν ἄδικον ὑποχρέωσιν, ἀφοῦ δὲ τὴν ἀπεδέχθη, δυνάμενος νὰ τὴν ἀποφύγῃ παραιτούμενος, οὐδὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ζητῇ ἀποζημίωσιν παρὰ τοῦ Δημοσίου...
§270ΡΑΛΛΗΣ. Τί νὰ κάμῃ;
§271Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. .. Παύων ὅμως ἤδη τὰς περαιτέρω καταβολὰς ἐπὶ τῇ ἀνακτήσει ἐλευθερίας ἐνεργείας ἐν τούτῳ, ἆρα ἔχει δικαίωμα νὰ ζητῇ ἀποζημίωσιν παρὰ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, ἢ παρὰ τῶν λαβόντων ἀνωτέρας περιθάλψεις κατόπιν τῆς ὑποχρεωτικῆς τῶν ὑπαλλήλων συμμετοχῆς εἰς τὸ ταμεῖον; Τοῦτο εἶναι ζήτημα, ὅπερ δὲν καλούμεθα ἡμεῖς νὰ κανονίσωμεν, διότι τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὴν περιουσίαν τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, εἰς τὴν περιουσίαν τῶν λαβόντων περιθάλψεις ἐκ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, περὶ τῶν ὑποχρεώσεων δὲ, ἃς ὑπέχει ἡ περιουσία αὐτῶν, δὲν ἀποφασίζει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, διότι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν δικάζει.
§272ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὀρθῶς λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὁ νόμος, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ κατάργησις, εἶναι ἁρπακτικός. Τῷ ὄντι εἶναι ἁρπακτικὸς, διότι παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ ἐργαζομένου ὑπαλλήλου διατίθεται μέρος τῆς μισθοδοσίας αὐτοῦ, ὅπως ἐνισχυθῇ ἑταιρία ἰδιωτική· καὶ ναὶ μὲν παρέχει εἰς αὐτὸν τὸν ὑπάλληλον τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ζητήσῃ μίαν ἡμέραν τὴν παροχὴν περιθάλψεως, τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ ἑταιρία εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον καταθέσει τόσας καταβολὰς, ὥστε νὰ ἀποκτήσουν τὸ τοιοῦτον δικαίωμα, ἀλλ’ οὐδεμία ἐδίδετο ἐγγύησις εἰς τὸν ὑπάλληλον, ὅτι θὰ φθάσῃ μίαν ἡμέραν εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ ἀπολαύσῃ καὶ αὐτὸς τὰ ὀφέλη, τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνουν οἱ μέτοχοι τῆς ἑταιρίας ταύτης· ἄρα ὁ νόμος ἦτο καθαρῶς ἁρπακτικός. Καὶ ἰδοὺ, Κύριοι, ὁποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ κρατοῦντος χωλοῦ πολιτεύματος, ὅτι ὑπὸ τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς μιᾶς καὶ μόνης Βουλῆς μία πλειονοψηφία, σχηματιζομένη καὶ ἀγομένη ὑπὸ τοῦ ἡγέτου αὐτῆς, δύναται νὰ πράξῃ τὰ μεγαλείτερα ἀδικήματα, καὶ δὲν ὑπάρχει μέσον θεραπείας ἢ μόνον ἓν, (μέσον ὅμως, τὸ ὁποῖον εἶναι λίαν ἐπικίνδυνον, διότι τότε δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ πολίτευμα,) τὸ μέσον τῆς προσφυγῆς εἰς τὸν Βασιλέα· ἐὰν ὑπῆρχεν ὅμως διῃρημένη ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, τότε βεβαίως δὲν θὰ ἐτελοῦντο τοιαῦτα τερατουργήματα, ὅπως δὲν θὰ ἐτελοῦντο τὰ τερατουργήματα, τὰ ὁποῖα σήμερον τελοῦνται, δημευομένης τῆς δημοτικῆς περιουσίας, ὅπως διατεθῇ περιουσία, ἣν προώρισαν οἱ εἰς τοὺς ὁποίους ἀνήκει δημόται εἰς ἔργα δημοτικὰ, εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν ἀναγκῶν τῆς Πολιτείας, χωρὶς κἂν νὰ ζητηθῇ ἡ συγκατάθεσις αὐτῶν. Τολμῶμεν δὲ τὰ τοιαῦτα, διότι διατελοῦμεν ὑπὸ πολίτευμα χωλὸν καὶ ἀτελές. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ὑποβάλλω κατὰ πᾶσαν εὔθετον στιγμήν, διὰ νὰ καταδείξω εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς τὸ κοινὸν καὶ τὴν Βασιλείαν, ὅτι, ἐὰν παραταθῇ ἡ τοιαύτη κατάστασις πραγμάτων, βεβαίως θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἐσχάτην ἀνομίαν, ἀδυνάτου καθισταμένης τῆς ὑπάρξεως παγίας ἐν τῷ τόπῳ ἐννόμου τάξεως. Καθ’ ὅσον δ’ ἀποβλέπει τὸ προκείμενον ζήτημα, λέγω ὅτι, ἐὰν ὁ νόμος ἦναι ἁρπακτικὸς, — καὶ εἶναι ἁρπακτικὸς,—ἡ Πολιτεία, ἡ ὁποία προέβη εἰς τὴν πρᾶξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐτελέσθη ἡ ἁρπαγὴ, ἡ Πολιτεία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἀποδώσῃ τὸ ἁρπαγέν· καὶ ἐὰν κακῶς τὸ ἁρπαγὲν ἐδόθη εἰς τὴν ἑταιρίαν, τότε εἶναι ἔργον τῆς Πολιτείας νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου τὴν ἀνάληψιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον αὕτη θὰ ἀποδώσῃ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, οἵτινες ἐγένοντο θύματα τοῦ ἁρπακτικοῦ αὐτοῦ νόμου. Ἐὰν ἡ Πολιτεία ἀναγνωρίζῃ, ὅτι νομοθετοῦσα πράττει ἁρπαγὴν, δὲν πρέπει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν θύματα τῆς τοιαύτης διαγωγῆς αὐτῆς, νὰ παραπέμπῃ εἰς ἰδιωτικὴν ἑταιρίαν, ὅπως παρὰ ταύτης ζητήσωσι καὶ λάβωσιν ὅ,τι ἀφῄρεσε παρ’ αὐτῶν ἡ Πολιτεία, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν γενναιότητα αὐτὴ ἡ ἰδία νὰ ἀναλάβῃ νὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἠδίκησε διὰ τοιούτου ἁρπακτικοῦ πράγματι νομοθετήματος.
§273ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καὶ ἡ θεωρία τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Μαντινείας μέχρι τινὸς εἶναι ὀρθὴ, καὶ ἡ θεωρία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι ἐπίσης τοιαύτη. Ἐγὼ δέχομαι, ὅτι ὁ νόμος ἦτο ἀδικώτατος, ἐξαναγκάσας τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Δημοσίου ἄκοντας νὰ συνεισφέρωσιν εἰς μίαν ἑταιρίαν καταβολὰς, ὅπως γείνωσι μέτοχοι τῆς ἑταιρίας ταύτης καὶ καρπωθῶσιν ἐκ τούτου ὠφελείας.
§274ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἀμφίβολον.
§275ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Βεβαία θὰ ἦτο ἡ ὠφέλεια, ἐὰν ἐγένοντο ὅλου τοῦ χρόνου αἱ καταβολαὶ, ὅσαι ἤρκουν, διὰ νὰ λάβωσιν ἀπὸ τὸ τοιοῦτο ταμεῖον σύνταξιν· ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπῆλθε νόμος, ὅστις αἴρει ἀπὸ τοῦ ὑπαλλήλου τὸν ἀναγκασμὸν τῆς καταβολῆς, καὶ λέγει αὐτῷ: «ἐὰν θέλῃς νὰ ἦσαι μέτοχος, ἐξακολούθησον, ἐὰν δὲν θέλῃς, ἄπελθε», ἀφοῦ δηλονότι ὁ νόμος ἐπανέφερε τὸ πρὸ αὐτοῦ προαιρετικὸν καθεστώς, ἐρωτᾶται, δύναται νὰ εἴπῃ ὁ νόμος ὅ,τι ζητεῖτε; Τοῦτο εἶναι ἀμφίβολον. Οἱ κύριοι, οἱ καταφατικῶς τὴν ἀμφιβολίαν λύοντες, λέγουσι: «δόσατέ μας δικαιοσύνην». Τοιαύτη δικαιολογία προκαλεῖ τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι Δικαστήριον· αὕτη ψηφίζει, ὅτι παύει τὸν ἀναγκασμόν. Αἱ συνέπειαι τοῦ νόμου θὰ κανονισθῶσιν ὑπὸ τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν συμφωνῶ ἀπολύτως μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου, ἀποφαινομένου, ὅτι τὰ Δικαστήρια ὀφείλουν νὰ ἀρνηθῶσι εἰς τοὺς ἀναγκαστικῶς καταθέσαντας τὴν ἀπόδοσιν τοῦ κατατεθέντος κεφαλαίου· διότι οὗτοι δύνανται νὰ εἴπωσι, «μὲ ἠνάγκασαν νὰ καταβάλω κεφάλαιον, ἵνα λάβω ὠφέλειαν· παύσαντος τοῦ ἐξαναγκασμοῦ, δηλῶ, ὅτι δὲν θέλω τὴν ὠφέλειαν, καὶ δότε μοι τὸ ἀχρεωστήτως καὶ διὰ σκοπὸν, τὸν ὁποῖον δὲν ἤθελον, καταβληθέν. Δὲν θέλω τὴν ἐξ αὐτοῦ ὠφέλειαν ἐν τῷ μέλλοντι». Ἀλλ’ ἀπαντῶσι: τὸ ταμεῖον θὰ εἴπῃ: «Ἐγὼ ἐδαπάνησα τὸ ληφθὲν εἰς ἄλλους, παρ’ ὧν ἀναζήτησον σὺ αὐτό». Ὁ ἀκουσίως καταθέσας δύναται ν’ ἀπαντήσῃ: «πρὸς τίνα ἔδωκας αὐτό; Πρὸς τὰ μέλη τῆς ἑταιρίας τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, πρὸς αὐτοὺς τοὺς ἰδίους δηλονότι μετόχους. Σὺ καὶ αὐτοὶ ταυτίζεσθε». Τοιαύτη λογικὴ τῶν σχέσεων ἑρμηνεία δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποστηριχθῇ, καὶ νὰ γένηται δεκτὴ ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ὀρθῶς παρετήρησεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπέμβῃ. Καὶ ἐν τούτοις ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης καταφαίνεται τὸ ἄτοπον τοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου καταργουμένου νόμου, ὅστις, παρεμβαίνων εἰς ἰδιωτικὰς σχέσεις, ἠθέλησε νὰ ἀναγκάσῃ τοὺς ὑπαλλήλους, νὰ γένωνται μέλη ἰδιωτικῆς ἑταιρίας, καὶ νὰ καταβάλωσιν ἀκουσίως κεφάλαια διὰ κέρδος, ὅπερ δὲν ἤθελον. Αὐτὴν τὴν καταβολὴν, τὴν μὴ νόμιμον, δικαίως αἴρει σήμερον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἀφίνουσα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους νὰ κρίνωσιν, ἐὰν θέλωσι καὶ ἂν συμφέρῃ αὐτοῖς νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν ἑταιρίαν, καὶ ἂν πρέπῃ νὰ ζητήσωσι τὸ καταβληθὲν, διότι ἡ αἰτία, ἤτοι ὁ νομοθετικὸς ἐξαναγκασμὸς, παύει. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰς σχέσεις τῶν μελῶν τῆς ἑταιρίας πέραν τῆς ἄρσεως τοῦ νόμου, ὃν κακῶς ἡ Βουλὴ ἔθετο. Ζητεῖτε οἱ ἀδικηθέντες δικαιοσύνην; Τὴν δικαιοσύνην τὴν ἀπονέμει ἄλλη ἐξουσία, τὰ Δικαστήρια.
§276ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὁ προλαλήσας ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν ἔπραξεν ἀδικίαν ἡ Πολιτεία, διαθέσασα τὴν περιουσίαν τῶν ὑπαλλήλων ὑπὲρ τοῦ ταμείου τοῦ Μετοχικοῦ, διότι παρείχετο εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ λάβωσι περίθαλψιν· ἀλλὰ τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἠδύνατο νὰ τὸ ἀποκτήσῃ ὁ ὑπάλληλος μετὰ 12 ἐτῶν καταβολὴν, ποίαν δ’ ἐγγύησιν παρεῖχεν ἡ Πολιτεία εἰς τὸν ὑπάλληλον, ὅτι θὰ ἦτο ἐπὶ 12 ἔτη ὑπάλληλος, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε νὰ λαμβάνῃ περίθαλψιν; Κἀμμία δὲν ἐδίδετο ἐγγύησις. Διότι λοιπὸν δὲν ἐδίδετο κἀμμία ἐγγύησις, καὶ ἐν τούτοις ἐδημεύετο ἡ περιουσία αὐτοῦ, καὶ οὕτως ἀπωλέσθησαν αἱ καταβολαὶ αὐτοῦ, ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶναι ἁρπακτικός. Ἀλλ’ ἁρπακτικὸς νόμος, νόμος ψηφιζόμενος ἀπὸ τὴν Πολιτείαν, παρέχει εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε θῦμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ: «Τουλάχιστον, ἀφοῦ ὁμολογεῖς, ὅτι ἥρπασες τὴν περιουσίαν μου, ἀπόδος μοι ὅ,τι κακῶς μοὶ ἥρπασες, νομοθετικὴ ἐξουσία, Δημόσιον, ἀπόδος μοι δικαιοσύνην». Ἄλλως ὁ ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος δὲν ἤθελε νὰ ἦναι μέτοχος, δὲν ἤθελε καταθέσει μέρος τῆς περιουσίας του, ἡ Πολιτεία τὸν ὑπεχρέωσεν εἰς τοῦτο. Σήμερον ἀναγνωρίζει ἡ Πολιτεία, ὅτι ἠδίκησε τὸν ὑπάλληλον, ἐν δὲ τοιαύτῃ περιπτώσει, τὸ δίκαιον δὲν ἐπιτρέπει νὰ μὴ ἀποδώσῃ εἰς αὐτὸν τὸ ἀνῆκον αὐτῷ. Ἀπόδος ἑκάστῳ τὸ ἀνῆκον, λέγει ἡ βάσις τῆς δικαιοσύνης. Λοιπὸν νὰ ἀποδώσῃ ἡ Πολιτεία ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἥρπασε καὶ τὸ διέθεσε κατὰ βούλησιν ὑπὲρ ἄλλων.
§277ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐψήφισα τὸν νόμον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος καταργεῖται σήμερον· τὸν κατεψήφισα καὶ τὸν ἐπολέμησα, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρῶ τὸν νόμον ἐκεῖνον ὡς ἁρπακτικόν, μήτε μὲ ἔπεισαν ὅσα εἶπον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ τὸν χαρακτηρίσουν ὡς τοιοῦτον. Ἡ Πολιτεία δύναται κάλλιστα νὰ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ μέλλοντος τῶν ὑπαλλήλων της, καθ’ ἣν ἐποχὴν δὲν θὰ διατελῶσι πλέον ὑπάλληλοι, καὶ ὡς δύναται κάλλιστα νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν ὑπαλλήλων της δι’ ἑνὸς νόμου περὶ συντάξεως τῶν ὑπαλλήλων, δύναται κάλλιστα νὰ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ μέλλοντος τῶν ὑπαλλήλων της δι’ ἑνὸς νόμου, καθιστῶντος ὑποχρεωτικὴν τὴν μετοχὴν αὐτῶν εἰς Μετοχικὸν ταμεῖον. Ἡ πρᾶξις, ἡ ὁποία ἐγένετο παρὰ τῆς τότε νομοθετικῆς ἐξουσίας, οὐδὲν τὸ ἁρπακτικὸν εἶχε· δύναταί τις νὰ κατηγορήσῃ τὴν ἐξουσίαν ἐκείνην, ὅτι τὴν μέριμναν ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Πολιτείας τὴν ἐπεξέτεινε πέραν τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα καθίστανται εἰς τὴν Πολιτείαν διὰ τοιαύτης πράξεως προστατευτικὰ τοῦ μέλλοντος τῶν ὑπαλλήλων μετὰ τὴν ἀπόλυσιν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ βεβαίως τὸν νόμον ἐκεῖνον δὲν δύναται νὰ τὸν χαρακτηρίσῃ ὡς ἁρπακτικόν. Τί ἔκαμε διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἡ Πολιτεία; Ἡ Πολιτεία ἐπηγγέλθη πρὸς τὸν ὑπάλληλον, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε καταβάλει τὸ ποσοστὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ καταβάλῃ ἐκ τῆς μισθοδοσίας του, θὰ ἀπελάμβανε τὸ εὐεργέτημα τὸ ἐκ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ἡ Πολιτεία κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Σήμερον δὲν καταργεῖται ὁ νόμος αὐτὸς ἐκ τοῦ ὅτι ἦτο ἁρπακτικός· καταργεῖται δι’ ἄλλον λόγον, διότι σήμερον ἡ Πολιτεία ἀναγνωρίζει διὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅτι ἡ μέριμνα αὐτῆς ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων κατὰ τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν θὰ διατελῶσι πλέον ὑπάλληλοι, ὑπερέβη τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα ἀναγκαίως πρέπει νὰ θέσωμεν εἰς τὴν μέριμναν αὐτῆς. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον καταργεῖται ἡ ὑποχρεωτικὴ μετοχὴ εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον. Τί λέγει σήμερον ἡ Πολιτεία; Ἡ Πολιτεία λέγει: «ἀφίνω ἐντελῶς ἐλεύθερον τὸν ὑπάλληλον νὰ μετάσχῃ ἢ νὰ μὴ μετάσχῃ», διότι ἡ Πολιτεία ἐμερίμνησεν ἤδη περὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ ὑπαλλήλου μετὰ τὴν ἀποχώρησιν αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας διὰ τοῦ νόμου περὶ συντάξεως. Ἀλλ’ ὅταν λέγῃ τοιοῦτόν τι ἡ Πολιτεία, ὀφείλει ἀναγκαίως νὰ κάμῃ, ὥστε νὰ ἀποδοθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη ἕνεκα τοῦ προηγουμένου νόμου, τὸν ὁποῖον δὲν ἀναγνωρίζει πλέον ἡ Πολιτεία ὡς ὑφιστάμενον. Καὶ δὲν ζητοῦμεν ἡμεῖς νὰ ἀποδοθῇ τίποτε ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, διότι δὲν ἔλαβε τίποτε αὐτὸ, ζητοῦμεν ὅμως νὰ μὴ κλεισθῇ ἡ θύρα τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατέβαλον τὴν ἰδίαν των περιουσίαν ἄκοντες καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν ὑπεχρεοῦντο εἰς καταβολήν, καὶ μὴ ὑποχρεούμενοι εἰς καταβολὴν, δὲν ἔχουσι τὰ εὐεργετήματα τὰ ἐκ τῆς συμμετοχῆς των εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον. Βεβαίως, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ προσφύγωσιν εἰς τὴν Δικαιοσύνην, ἡ καλλιτέρα ὁδὸς θὰ ἦτο αὕτη, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τίθεται ὡς ἑξῆς· μήπως διὰ τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ψηφίζεται σήμερον, κλείεται ἡ θύρα τῆς Δικαιοσύνης εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑποχρεωτικῶς μετέσχον τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦσιν, ἀνακτῶντες ἐκ τοῦ νόμου τὴν ἐλευθερίαν των, νὰ ἐνασκήσωσι τὴν ἐλευθερίαν ταύτην; Ἰδοὺ πῶς τίθεται τὸ ζήτημα καὶ ἀναμφισβητήτως ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος δὲν δύναμαι, παρὰ νὰ συμφωνήσω μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου· κλείεται ὁριστικῶς ἡ θύρα τῆς Δικαιοσύνης, διότι αἱ καταβολαί, αἱ μέχρι σήμερον γενόμεναι, ἐγένοντο δυνάμει νόμου, ἐνόσῳ δὲ δὲν ὑπάρξῃ εἷς νέος νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ διατάξῃ περὶ τῆς ἀποδόσεως τῶν δυνάμει νόμου καταβληθέντων, εἶναι ἀδύνατον ἡ Δικαιοσύνη νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι πρέπει νὰ ἀποδοθῶσι παρὰ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατεβλήθησαν ἄνευ αἰτίας, διότι ἡ Δικαιοσύνη θὰ ἀποφανθῇ, ὅτι νόμος τοὺς ὑπεχρέου εἰς τὸ νὰ καταβάλλωσι, καὶ δὲν ὑπάρχει ἕτερος νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ διατάσσῃ τὴν ἀπόδοσιν τῶν παρ’ αὐτῶν καταβληθέντων. Ἀκριβῶς τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα. Ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι ἀφίνομεν τὴν θύραν τῆς Δικαιοσύνης ἀνοικτήν, ἀλλὰ τὴν ἐκλείσαμεν ἑρμητικῶς πρὸς αὐτούς. Σημειώσατε δὲ, Κύριοι, ὅτι πρόκειται περὶ ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀνάγκην τοιαύτης προστασίας, ὥστε ἡ Πολιτεία ἀναγνωρίζει, ὅτι κακῶς ὑπεχρεώθησαν εἰς τὴν καταβολὴν, εἰς τὸ νὰ μετέχωσιν εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Πολιτεία σήμερον τοὺς ἀφίνει ἐλευθέρους νὰ μετάσχωσιν ἢ μή. Ἡ μισθοδοσία των εἶναι τόσον γλίσχρα, ὥστε δὲν θέλει ἐπαρκέσει εἰς τὴν ὕπαρξίν των, τὴν νῦν, τὴν ὕπαρξίν των ὡς ὑπαλλήλων, ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν τοὺς ἐστεροῦμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑποχρεωτικῶς ἤθελον καταβάλει, μετέχοντες εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον. Ἄν ὅμως τοιαύτη ἦναι ἡ σκέψις, ἡ ὁποία ἤγαγεν εἰς τὴν ὑποβολὴν τοιούτου νομοσχεδίου, ἀναγκαίως πρέπει νὰ φθάσωμεν εἰς μίαν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἀποδοθῇ εἰς αὐτοὺς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη παρὰ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου ἄνευ αἰτίας.
§278ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὅπως οἱ λόγοι τῶν ὑποστηριζόντων τὸ ἁρπακτικὸν τοῦ νόμου ἐκείνου δὲν πείθουσι τὸν κ. Ράλλην... (Θόρυβος).
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ φαίνεται λέγουσα, ὅτι ὡμιλήσατε τρίς.
§280ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἄλλοι ὡμίλησαν τετράκις καὶ πεντάκις. Δὲν μοὶ φαίνεται νὰ ἔχητε δίκαιον. Ἐγὼ δὲν βλέπω διατὶ δὲν ἀρνεῖσθε τὸν λόγον εἰς ἄλλους.
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἦναι· ὁμιλήσατε.
§282ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. .. Ὅπως οἱ λόγοι οἱ ἐμοὶ δὲν ἔπεισαν τὸν κ. Ράλλην, ὅτι ἡ γνώμη μου εἶναι σύμφωνος μὲ τὸ δίκαιον, μὲ τὰς ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι διέπουσι τὰς σχέσεις μεταξὺ Πολιτείας καὶ πολιτῶν, τοιουτοτρόπως καὶ κατὰ μείζονα λόγον οἱ λόγοι τοῦ κ. Ράλλη δὲν μὲ ἔπεισαν, ὅτι συνηγορεῖ ὑπὲρ τοῦ δικαίου, λέγων ὅσα εἶπεν. Ἡ Πολιτεία δύναται νὰ μεριμνήσῃ ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ παρέχῃ εἰς αὐτοὺς τὴν ἐγγύησιν, ὅτι ἡ μέριμνα εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ ἀπολήγῃ εἰς ἀδίκημα. Ὅταν ἡ Πολιτεία ἀφαιρῇ τὴν περιουσίαν τοῦ πολίτου της καὶ τὴν διαθέτῃ περὶ μιᾶς ἰδιωτικῆς ἑταιρίας, ἡ ὁποία αὔριον ἠμπορεῖ νὰ διαλυθῇ, ἡ ὁποία αὔριον ἠμπορεῖ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἀπροχώρητον, μὲ συγχωρεῖ ὁ κ. Ράλλης νὰ τῷ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπε.
§283ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων εἶναι οὕτω πως κατηρτισμένον.
§284ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὁ νόμος τῶν συντάξεων τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου ὄχι.
§285ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως.
§286ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὄχι. Νόμος δὲν κατήρτισε τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον, ἀλλ’ ἡ θέλησις τῶν μετόχων. Εἶναι προαιρετικὴ ἡ ἐν αὐτῷ συμμετοχή... Λοιπὸν, ἂν ἐπρόκειτο περὶ τῶν πολιτικῶν συντάξεων κατὰ τὸν περὶ τούτων νόμον, μάλιστα, τὸ Δημόσιον νὰ κρατῇ μέρος τοῦ μισθοῦ μου χάριν τῆς συντάξεώς μου, ἀλλὰ τότε θὰ ἔχω τὴν ἐγγύησιν, ὅτι τὸ Δημόσιον, ἂν ὑπηρετήσω ἐφ’ ὅσον χρόνον ἀπαιτεῖ ὁ νόμος πρὸς χορήγησιν συντάξεως, θὰ μοὶ δώσῃ τὴν σύνταξίν μου· ἀλλ’ ὅταν μὲ παραπέμπῃ εἰς μίαν ἑταιρίαν, ἡ ὁποία αὔριον ἠμπορεῖ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἀπροχώρητον, μοὶ φαίνεται, ὅτι πράγματι ἁρπάζει τὴν περιουσίαν μου, καὶ τὴν διαθέτει πρὸς ἐνίσχυσιν ἑταιρίας, μετὰ τῆς ὁποίας ἐγὼ δὲν ἔχω τίποτε κοινόν. Λοιπὸν ἐπιμένω, Κύριοι, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶναι ἁρπακτικός, εἶναι ἄδικος, ἡ δὲ Πολιτεία, ἡ ὁποία ἔπραξε τὸ ἀδίκημα, ὀφείλει νὰ ἱκανοποιήσῃ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἠδίκησε, καὶ ἂς ἀποταθῇ πρὸς τοὺς ὠφεληθέντας ἐκ τοῦ ἀδικήματος.
§287ΡΑΛΛΗΣ. Ἀρχικῶς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων ἦτο κατηρτισμένον οὕτω πως, καὶ ὅταν δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ὑποχρέωσίν του, ἀνέλαβε τότε τὸ Δημόσιον.
§288ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὄχι· τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων εἶναι ἄλλο, καὶ ἄλλο τὸ Μετοχικόν· εἶναι δύο ταμεῖα, νομίζω. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεων τοῦ νόμου ᾼϠΙΕʹ ἐ. ἔ. περὶ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ εἰδῶν τινων παραγομένων ἐν τοῖς παρὰ τῇ μεθορίῳ γραμμῇ διαμερίσμασι καὶ διὰ ξηρᾶς εἰσαγομένων. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§290Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε.
§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου τῶν Βουλευτῶν).
§292ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Παραιτεῖται, κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Φλέσσας τῆς ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§293ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὄχι· δὲν ἐπιτρέπεται παραίτησις.
§294Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Δὲν παραιτοῦμαι· ἐπιμένω. Πάντοτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν λαμβάνει τὸν λόγον ἀπειλητικῶς! Ἐπιμένω, ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία. (Ἀναγινώσκεται ὁ κατάλογος ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν κ. κ. Μερλοπούλου καὶ Ἀργασάρη Λομβάρδου. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§295ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες 110 Βουλευταί. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκτελέσεως τῆς θανατικῆς κοινῆς. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§297ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μετὰ ἐπισταμένην μελέτην παρετηρήθη, ὅτι περικοπαί τινες ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ περιττεύουσι, καὶ δύνανται ἄνευ βλάβης νὰ διαγραφῶσιν. Ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ, ἀπὸ τῶν λέξεων «Ἡ ὑποβολὴ τῆς ἀποφάσεως κτλ.» μέχρι τέλους. Ἐκ τῆς δευτέρας παραγράφου ὡσαύτως διαγραπτέαι αἱ λέξεις «δύναται ὅμως αὕτη κτλ.» μέχρι τέλους.
§298ΡΑΛΛΗΣ. Τί ἐννοεῖτε διὰ τῆς φράσεως «Ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου ἐκτελεῖται τῇ ἐπιμελείᾳ τοῦ Εἰσαγγελέως ἐν τόπῳ καὶ χώρῳ παρ’ αὐτοῦ ὁριζομένοις»; Ἐννοεῖτε ὅτι δύναται νὰ γίνηται ἡ ἐκτέλεσις καὶ ἐντὸς τῆς φυλακῆς, μυστικά;
§299ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἀναφέρεται τοιοῦτόν τι ἐν τῷ ἄρθρῳ. Τὸ ἄρθρον 2 ὁρίζει τὸν τόπον. Πολλαχοῦ τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν παρεδέχθησαν τὴν ἀρχὴν τῆς ἐκτελέσεως ἐν χώρῳ μὴ δημοσίῳ.
§300ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι.
§301ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Γαλλίαν.
§302ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἐκτελοῦνται αἱ θανατικαὶ ποιναὶ ἐντὸς τῆς φυλακῆς, ἀλλὰ πάντοτε ἡ ἐκτέλεσις γίνεται δημοσίᾳ. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἀποτελέσματα τῆς μυστικῆς ἐκτελέσεως. Θέλομεν λοιπὸν νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἂν καθιεροῖ τὴν ἀρχὴν, ὅτι δύναται νὰ λάβῃ χώραν ἐκτέλεσις θανατικὴ ἄνευ δημοσιότητος.
§303ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Διότι νομίζω, ὅτι ἡ θεατρικὴ παράστασις βλάπτει, ἀντὶ νὰ ὠφελῇ.
§304ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ θεωρία αὕτη δὲν εἶναι νέα, εἶναι θεωρία ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουν, ὅτι αἱ θανατικαὶ ἐκτελέσεις πρέπει νὰ γίνωνται ἄνευ δημοσιότητος, λόγῳ ὅτι ἄλλως ἀποθηριοῦται ὁ θανατούμενος· δὲν ἀποθηριοῦται, ἀλλὰ παραδειγματίζονται οἱ παριστάμενοι κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἦτο ἀληθὴς ἡ θεωρία, μᾶλλον ἔπρεπε νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας παρέχει ἡ δημοσιότης τῆς ἐκτελέσεως. Θαυμάζω δὲ, ὅτι ἐῤῥέθη, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ αἱ θανατικαὶ ποιναὶ γίνονται ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ· οὐδεὶς νομοθέτης ἐν Γαλλίᾳ ἐσκέφθη τοιοῦτόν τι. Αἱ θανατικαὶ ποιναὶ ἐν κρυπτῷ καὶ ἐν παραβύστῳ γίνονται μόνον εἰς τὰ δεσποτικὰ Κράτη. Πρόκειται περὶ κεφαλικῆς ποινῆς, καὶ δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὑπόνοια, ὅτι δὲν ἐξετελέσθη ἡ δικαστικὴ ἀπόφασις, τοιαύτη δὲ ὑπόνοια συγκλονίζει ἐκ βάθρων τὴν δικαιοσύνην. Οἱ ἀναγράψαντες τὴν ἐν δημοσιότητι ἐκτέλεσιν τῆς θανατικῆς ποινῆς δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν τὸν δῆθεν ἡρωϊσμὸν τοῦ θανατουμένου, ἀλλ’ ἀπέβλεπον εἰς τὰς ἐγγυήσεις, ἃς παρέχει ἡ ἐν δημοσίῳ τόπῳ ἐκτέλεσις περὶ τῆς μὴ ὑπάρξεως ὑπονοίας, ὅτι ὁ καταδικασθεὶς εἰς θάνατον κατώρθωσε νὰ διαφύγῃ.
§305ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς ἐποχὴν παρῳχημένην ἐθεωρεῖτο ἡ δημοσιότης τῆς ἐκτελέσεως τῶν θανατικῶν ποινῶν ὡς ἔχουσά τι τὸ παραδειγματικόν, ἀλλ’ εἰς πολλὰ Κράτη, οὐχὶ δεσποτικὰ, ὁ τρόπος τῆς ἐκτελέσεως ἀπέδειξεν ἀντίθετα ἀποτελέσματα. Συνέβη πολλάκις, ἐκ τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον ἐξετελέσθη θανατικὴ ποινὴ, τινὲς, ἐκ ψυχώσεως καὶ ψυχολογικῆς ἐπιδράσεως, νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς ἐγκληματικὰς πράξεις, ἵνα ἀπολαύσωσι τοῦ θεάματος. Εἶναι βέβαιον σήμερον, ὅτι οὐδεὶς παραδειγματισμὸς ἐκ τῆς δημοσίᾳ ἐκτελέσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς ἐπέρχεται.
§306ΡΑΛΛΗΣ. Διατὶ ἀφῃρέθη ἡ ἐγγύησις;
§307ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον λαμβάνεται πρόνοια περὶ τῆς δημοσιότητος.
§308ΡΑΛΛΗΣ. Μόνον ὡς πρὸς τὴν παρουσίαν τῶν ὑπαλλήλων.
§309ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὅλοι αὐτοὶ νὰ συνομόσωσι καὶ προέλθωσιν εἰς πλαστογραφίαν.
§310ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, οὔτε καταργεῖ τὴν δημοσιότητα τῆς ἐκτελέσεως, οὔτε κανονίζει πανηγυρικὴν τὴν ἐκτέλεσιν. Αἱ φράσεις, ὅτι «ἡ ἐκτέλεσις γίνεται ἐπιμελείᾳ τοῦ παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελέως ἐν τόπῳ καὶ χώρᾳ παρ’ αὐτοῦ ὁριζομένοις», ἐτέθησαν διὰ νὰ μεταβληθῇ ἡ καθεστῶσα τάξις, καθ’ ἣν τὸν τόπον τῆς ἐκτελέσεως τῆς ποινῆς ὁρίζει ἡ δικαστικὴ ἀπόφασις· συνέπεσε δὲ πολλάκις, ἢ νὰ μὴ ἦναι εὔκολος ἡ ἐκτέλεσις ἐν τῷ τόπῳ τῷ ὑπὸ τῆς ἀποφάσεως ὁριζομένῳ, ἢ νὰ μὴ ἦναι δυνατὴ ἢ συμφέρουσα· τοῦ λοιποῦ λοιπὸν θέλει προσδιορίζει τὸν τόπον ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, λαμβάνων ὑπ’ ὄψει τὴν εὐκολίαν καὶ τὸ σκόπιμον τῆς ἐκτελέσεως, καὶ τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς κοινωνίας. Διὰ τοῦ δευτέρου ἄρθρου ὁρίζεται ἀρκετὰ εὐρὺς κύκλος παρασταθησομένων κατὰ καθῆκον εἰς τὴν ἐκτέλεσιν, ἀποκλείεται δὲ οὕτω πᾶσα ὑπόνοια περὶ μυστικότητος ἐκτελέσεως. Καὶ ἄνευ δὲ τοῦ νόμου τούτου, ἀπὸ πολλοῦ καιροῦ γενικὴ ἀπαίτησις καὶ ἀνάγκη κοινωνικὴ παρέστη, περὶ τῆς ὁποίας καὶ ἐμελέτησαν καὶ ἐπείσθησαν οἱ ἁρμόδιοι, ἵνα περιορισθῇ τὸ δημοτελὲς τῶν ἐκτελέσεων, ὡς μὴ ἐκπληροῦν σπουδαῖον πλέον σκοπόν· καὶ κατὰ τὸ ἐγγὺς δὲ παρελθὸν ὑπάρχουσι παραδείγματα, περὶ ὧν δύνανται νὰ μαρτυρήσωσιν οἱ ἐν Ἀθήναις διαμένοντες, καὶ κατὰ τὰ ὁποῖα, ὑπαρξάντων λόγων, ἀπαγορευόντων δημοτελῆ καὶ πανηγυρικὴν ἐκτέλεσιν, ἐπετεύχθη νὰ γείνῃ αὕτη ἀθορύβως, καὶ μόνον τὴν ἐπιοῦσαν νὰ καταστῇ κοινῶς γνωστή. Ἑπομένως δὲν εὑρίσκω, ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς καὶ ὁ φόβος τοῦ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, περὶ τοῦ ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου καταργεῖται παντελῶς ἡ δημοσιότης τῆς ἐκτελέσεως, ἔχει ὑπόστασίν τινα. Τὸ νομοσχέδιον δίδει ἁπλῶς εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίζῃ τὸν τόπον, καὶ ἀναγράφει, τίνες πάντως καὶ ἀναποφεύκτως πρέπει νὰ παρίστανται.
§311ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας δὲν παρίστατο κατὰ τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ δὲν ἤκουσε τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐγὼ ἠρώτησα, ἂν διὰ τῆς ἐκφράσεως «ἐν τόπῳ καὶ χώρῳ» ἐννοῇ, ὅτι δύναται ἡ ἐκτέλεσις νὰ λάβῃ χώραν καὶ ἐν τῇ φυλακῇ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπήντησε «μάλιστα». Ἀλλὰ τότε δύναται ἡ ἐκτέλεσις νὰ γείνῃ καὶ ἐντὸς τοῦ δωματίου. Ἄλλη ὅμως εἶναι ἡ ἔννοια, ἡ ὁποία ὑπηγόρευσε τὴν δημοσίαν ἐκτέλεσιν τῆς θανατικῆς ποινῆς. Δὲν πρόκειται μόνον νὰ ἐκλείψῃ ἓν ἄτομον ἐκ τῆς κοινωνίας, τὸ ὁποῖον κατέστη ἐπικίνδυνον εἰς αὐτήν· ἡ ἔννοια εἶναι ὑψηλοτέρα, ἐκεῖνοι δέ, οἵτινες παραβλέπουσι τὴν ἔννοιαν ταύτην καὶ ἀντιτίθενται εἰς τὴν δημοσιότητα, ἀναχωροῦσιν ἀπὸ ἰδέας δεσποτικάς· διότι δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρξῃ ἄνθρωπος, ὅστις νὰ ἐπιθυμήσῃ ἐκ τοῦ παραδείγματος νὰ ἐπιδιώξῃ, ἵνα ἀποθάνῃ ἐπὶ τοῦ ἰκριώματος· ὁ κ. Ὑπουργὸς πιστεύει εἰς τοῦτο. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν 2 δὲν τὸ θεωρῶ ἐπαρκὲς, ὅπως ἀποσοβήσῃ τὰ μυθεύματα, τὰ ὁποῖα διαδίδονται μετὰ τοιαύτας ἐκτελέσεις ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ. Οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι θὰ παρίστανται κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν, δὲν εἶναι ἱκανοί, μήτε αὐτοὶ, μήτε τὸ πρωτόκολλον τῆς ἐκτελέσεως, τὸ ὑπ’ αὐτῶν ὑπογραφόμενον, νὰ διαψεύσωσι τὰς τυχὸν διαδόσεις, ὅτι δὲν ἔλαβε χώραν ἡ ἐκτέλεσις· διότι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἂν θὰ γείνῃ ἡ ἐκτέλεσις,—δὲν δύναται παρὰ νὰ γείνῃ αὕτη,—ἀλλὰ περὶ τῶν ἐντυπώσεων, αἱ ὁποῖαι παράγονται ἐκ τῆς ἐν μὴ δημοσίῳ τόπῳ ἐκτελέσεως τῆς ποινῆς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§312ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν ζώων, ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ῥητίνης διὰ τὸ ἔτος 1892.
§313ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Εἶναι ὁ συνήθης νόμος;
§314ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶναι τὸ Β. Διάταγμα τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον κυροῦται διὰ νόμου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς γʹ συζήτησιν).
§315ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τελωνειακῶν ὑπελεγκτῶν καὶ περιορισμοῦ τῆς δυνάμεως τοῦ σώματος τῆς τελωνοφυλακῆς. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 1–9).
§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§317ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μοὶ δοθῇ μία πληροφορία ἐπὶ τῆς ἐννοίας τῆς παραγράφου τοῦ ἄρθρου 10. Τὸ ἄρθρον λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἂν ἐπὶ ἕνα μῆνα ἀπόσχωσι τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων αὑτῶν αὐτοβούλως καὶ δὲν ἀναλάβωσιν αὐτὰ ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» δημοσιεύσεως τῆς πρὸς τοῦτο προσκλήσεως». Ποία θὰ ἦναι ἡ πρὸς τοῦτο πρόσκλησις;
§318Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τίθεται τοῦτο ὡς ἐγγύησις, ὅτι πράγματι ἀπέσχον, διότι δύνανται οὗτοι νὰ ἰσχυρισθῶσιν, ὅτι δὲν ἀπέσχον.
§319ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκτὸς τῆς μεταθέσεως ἢ ἐκτὸς τῆς τοποθετήσεως θὰ ἐπαναλαμβάνηται ἡ πρόσκλησις;
§320Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἥτις θὰ δηλοῖ, ὅτι θὰ παυθῶσιν, ἂν ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν μὴ ἀναλάβωσι τὰ καθήκοντά των. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς γʹ συζήτησιν).
§321ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ΑΥΚʹ τῆς 12 Ἀπριλίου 1887 περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 1–5).
§322ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§323ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐννοῶ αὐτὴν τὴν ἀπαγόρευσιν· διότι δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ τόπος, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ μὴ ἑδρεύῃ οἰκονομικὸς ἔφορος, καὶ ἐν τούτοις νὰ ἦναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ μεταφορά.
§324Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν ἀποδειχθῇ, ὅτι εἰς τὸν τόπον τοῦτον εἶναι πρέπον νὰ γίνηται μεταφορά, θέλει καὶ αὐτὸς περιληφθῇ ἐν τῇ κατηγορίᾳ ταύτῃ διὰ Β. Διατάγματος.
§325ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλ’ ὄχι ἐφ’ ἅπαξ ἐκδιδομένου.
§326Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διὰ Β. Διαταγμάτων.
§327ΡΑΛΛΗΣ. Οὕτω, μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 7).
§328ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§329ΡΑΛΛΗΣ. Διατί αὐτὴ ἡ διάταξις; Ἀφοῦ ἔχομεν καπνόν, ὁ ὁποῖος ὑπερβαίνει τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, διατί νὰ ἐπιτρέπωμεν, ὅπως εἰς τὴν διαμετακόμισίν μας κόπτηται ξένος καπνός;
§330Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἠδύνατο νὰ τεθῇ ἀπαγόρευσις πλήρης, ἀλλὰ δὲν ἠθελήσαμεν νὰ πράξωμεν τοῦτο, διότι ἔχομεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλομεν δυνηθῆ νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν βιομηχανίαν τῆς κατασκευῆς σιγαρέτων, ἅτινα ἀπαιτοῦσι τὴν ἀνάμιξιν τῶν ξενικῶν καπνῶν. Εἶναι τῷ ὄντι λυπηρόν, ὅτι τοιαύτη βιομηχανία, λειτουργοῦσα ἐν Αἰγύπτῳ ἐπὶ μεγάλαις διαστάσεσι, δὲν ἐπετεύχθη νὰ λειτουργῇ καὶ ἐνταῦθα, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι, ἂν καταβληθῇ ἡ δέουσα προσπάθεια, θέλει ἐπιτευχθῇ ἡ εἰσαγωγὴ τῆς βιομηχανίας ταύτης καὶ παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται ἐν τῇ διαμετακομίσει κοπὴ ξενικοῦ καπνοῦ, ὅπως ἀναμιγνύηται μετὰ τοῦ ἐγχωρίου.
§331ΡΑΛΛΗΣ. Τότε νὰ ἐπιτρέψητε καὶ τὴν σιγαροποιΐαν ἐν τοῖς καταστήμασι τῆς διαμετακομίσεως.
§332Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπιτρέπεται ὑπὸ τοῦ νόμου, καθιεροῦντος τὰ καταστήματα τῆς διαμετακομίσεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 9–11).
§333ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται).
§334ΡΑΛΛΗΣ. Δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία περὶ τῆς ἐν ἰδιαιτέραις οἰκίαις ἀποθηκεύσεως, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἐναποτεταμιευμένος καπνός, καθόσον τὸ νομοσχέδιον λέγει, ὅτι «Εἰς τοὺς κατέχοντας καπνὸν ἢ ἐγχώριον τουμπεκίον εἰς φύλλα ἄνευ ἀδείας, ἢ ἔχοντες ἐναποτεταμιευμένα ἐν ἄλλῃ ἀποθήκῃ ἢ τὴν ἀναφερομένην ἐν τῇ ἀδείᾳ...» κλπ. Ἐννοεῖτε νὰ ἀπαγορεύσητε καὶ τὴν εἰς ἰδιαιτέρας οἰκίας ἀποθήκευσιν;
§335Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐχί. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 12, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς γʹ συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταβολῶν ἐν τῷ τελωνειακῷ δασμολογίῳ).
§336ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ καταργήσεως τοῦ ἐδαφίου 3 τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ἀπὸ 20 Ἰανουαρίου 1866 ΡΝʹ νόμου.
§337ΣΕΡΒΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§338ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε, δι’ αὔριον τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§339ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς;
§340ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§341ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ ἐκτελέσεως ἐργασιῶν ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ Ἀθηνῶν πρὸς ἀνεύρεσιν ὑδάτων.
§342ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ θαυμάζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, μετὰ τὴν πεῖραν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε, τοῦ ψηφισθέντος πρὸ τριετίας νόμου, ἐννοεῖ νὰ τὸν ἀνανεώσῃ. Εἰς τί ἀπέληξαν ὅλαι αἱ ἐργασίαι, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀνανεουμένου ἤδη νόμου; Ἀπέληξαν μόνον εἰς ζημίαν θετικὴν καὶ τοῦ δήμου τῶν Ἀθηναίων καὶ τοῦ δήμου τοῦ Πειραιῶς, διότι δὲν εἶναι δυνατόν, ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους διεξάγονται αἱ ἀνιχνεύσεις τῶν ὑδάτων ἐκ παραλλήλου ὑπὸ τῶν δύο δήμων, νὰ φθάσωσιν εἰς ἀλλοῖα ἀποτελέσματα. Νομίζω ὅμως ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως τῶν δύο πόλεων καὶ τῆς προμηθείας ἱκανοῦ πρὸς τὰς ἀνάγκας τῶν δύο πόλεων ὕδατος, εἶναι ζήτημα σπουδαιότατον, παρ’ ὅσον ὑπολαμβάνεται ἐκ τῆς ἀνανεώσεως τῶν διατάξεων τοῦ ἐκπνεύσαντος νόμου. Ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἰδίᾳ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτοὺς εἶναι ἀδύνατον εἰς τὸ ἑξῆς ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν ἰδίᾳ, ἀλλὰ καὶ ἡ πόλις τοῦ Πειραιῶς, νὰ ἐξακολουθήσουν ἀναπτυσσόμεναι καὶ κατέχουσαι τὴν θέσιν καὶ τὰς ἀξιώσεις μεγαλοπόλεων, διότι ἀναμφισβητήτως τὸ ὕδωρ τῶν δύο πόλεων δὲν εἶναι ἐπαρκές, ὡς πρὸς δὲ τὸ ὕδωρ τοῦ Πειραιῶς, τοῦτο ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἐπαρκές, ἀλλ’ εἶναι καὶ τοιοῦτον, ὥστε δύναταί τις νὰ προβλέψῃ, ὅτι ἀναγκαίως θὰ φέρῃ βλάβην εἰς τὴν ὑγείαν τῶν κατοίκων. Νομίζω, χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ἄλλοτε εἶπον ἐπὶ τοῦ προηγουμένου νόμου, ὅτε ἐψηφίζετο, ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ἡ πρόνοια ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἡ λαμβανομένη διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὅτι πρέπει νὰ γείνωσιν ἐργασίαι σπουδαιότεραι, καὶ ὅτι ἡγέτης τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν πρέπει νὰ ἦναι ἡ ἰδία Κυβέρνησις, μὴ ἀφίνουσα εἰς τοὺς δύο Δημάρχους τῶν δήμων Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ θεραπεύσωσιν ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην τῶν δύο πόλεων. Ἐν ᾗ περιπτώσει ἐξακολουθήσωμεν νὰ ἐπαναπαυώμεθα εἰς τὴν πρόνοιαν, ἡ ὁποία λαμβάνεται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, βεβαίως αἱ πόλεις τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς οὐδὲ μετὰ δέκα ἔτη δὲν θὰ ἔχωσιν ὕδωρ ἱκανόν.
§343ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ Κυβέρνησις δὲν θεωρεῖ ἐπαρκῆ πρόνοιαν τὴν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου λαμβανομένην· ἀπέδειξε δὲ τοῦτο ἐκ τῆς παρελθούσης περιόδου, ὅτε ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλὴν ἄλλα μέτρα· ἐὰν δὲ τὰ μέτρα ἐκεῖνα ἐψηφίζοντο, σήμερον θὰ εἴχομεν ἀποτελέσματα ὅλως διάφορα. Ἀλλὰ περὶ τούτου ἤδη δὲν πρόκειται. Πρόκειται σήμερον νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς δύο δήμους, ἵνα προβῶσιν εἰς ἐργασίας, ἀναφερομένας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, αἱ ὁποῖαι, χωρὶς νὰ λύσωσιν ὁριστικῶς τὸ ζήτημα, θέλουσιν οὐχ ἧττον συντελέσει εἰς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῆς σημερινῆς, ἡ ὁποία κατ’ οὐδένα λόγον δὲν εἶναι καλή. Δὲν ἀποκλείει δὲ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τὴν λῆψιν ἄλλων μέτρων, περὶ τῶν ὁποίων βεβαίως θὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ θέλει ὑποβάλει αὐτὰ εἰς τὴν Βουλήν.
§344ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ παντὸς θέλω νὰ βεβαιώσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν παρέστησαν κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι τότε ἐπρόκειτο περὶ σχεδίου, ὅπερ καὶ ἀδύνατον ἦτο νὰ πραγματοποιηθῇ, ἀλλὰ καὶ πραγματοποιούμενον, οὔτε μετὰ δέκα ἔτη δὲν θὰ ἔφερεν ἀποτελέσματα· διότι διὰ τῆς ἐκθέσεως ἐκείνης, τῆς πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι κἄτι γίνεται, συνταχθείσης, ἀπεδεικνύετο, ὅτι πράγματι οἱ δῆμοι τῶν Ἀθηναίων καὶ τοῦ Πειραιῶς, καίπερ συντρεχόμενοι παρὰ τοῦ Δημοσίου, ἦσαν ἀνεπαρκεῖς διὰ νὰ πληρώσουν τὴν δαπάνην, τὴν ἀναγκαίαν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου ἐκείνου. Ἀλλὰ καὶ ἡ μέριμνα ἐκείνη τῆς Κυβερνήσεως θὰ προσέκοπτεν εἰς ἄλλους λόγους καὶ εἰς ἄλλας ἀντιστάσεις, εἰς τὰς ἀντιστάσεις καὶ τὰς δικαίας ἀξιώσεις τῶν κατεχόντων τὸ ὕδωρ τῆς Στυμφαλίας καὶ τῶν ἐχόντων δικαιώματα ἐπὶ τῶν ὑδάτων αὐτῶν.
§345Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς οὐδεμίαν ἀντίστασιν θὰ προσέκοπτε.
§346ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν θέλητε, δοκιμάσατε ἐκ νέου, καὶ θὰ ἴδητε ὅτι λέγω ἀλήθειαν· θὰ ἴδητε ὅλους τοὺς Βουλευτὰς τῆς Κορινθίας ἐξεγειρομένους κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, διότι ἐπὶ τῶν ὑδάτων αὐτῶν, ὡς πρὸς τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζομεν εἰσέτι, ἐὰν ἦναι ἐπαρκῆ κατὰ τὴν θερινὴν ὥραν τοῦ ἔτους διὰ νὰ φθάσουν μέχρι τῶν Ἀθηνῶν, τὰ πλησίον αὐτῶν χωρία καὶ οἱ ἀγροὶ εἶχον κεκτημένα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως προσεβάλλοντο. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς σχεδίου, διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ὁποίου ἀπῃτοῦντο 25 ἑκατομμύρια· ὁ Θεὸς δὲ μᾶς ἐφύλαξεν, ἢ μᾶλλον ὁ Θεὸς ἐφώτισεν ἡμᾶς, κωλυσιεργοῦντας κατὰ τῶν τοιούτων σχεδίων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀντέστημεν κατὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου· ἄλλως, σήμερον βεβαίως τὴν μερικὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου ἐκείνου θὰ τὴν ἐπλήρονε τὸ ὅλον Κράτος μὲ διπλασίους τῶν ψηφισθέντων φόρους. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 1–10).
§347ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§348ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρεκλήθην παρὰ κατοίκων τοῦ δήμου Λαυρεωτικῆς, ὅπως παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ, ἵνα περιληφθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 11 διάταξις, ἐπιτρέπουσα τὴν αὐτὴν προστασίαν τῶν ὑδραυλικῶν ἐργασιῶν ἐν τοῖς ἀρχαίοις ὑδραγωγείοις τοῦ Λαυρίου. Ἡ πόλις τοῦ Λαυρίου εἶναι ἐκ τῶν ἀρτίως οἰκισθεισῶν καὶ αὐξανομένων καθ’ ἑκάστην, ἔχει δὲ ἀπόλυτον ἀνάγκην ὕδατος. Νομίζω, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ἐπιτραπῇ καὶ εἰς τὸν Δήμαρχον Λαυρεωτικῆς νὰ προσπαθήσῃ νὰ ἀνεύρῃ τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὴν πόλιν τοῦ Λαυρίου ὕδατα, διότι ἡ πόλις αὕτη ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην τοιούτων.
§349ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἐκτελέσεως ἐργασιῶν ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ Ἀθηνῶν πρὸς ἀνεύρεσιν ὕδατος. Ἐὰν πρόκηται νὰ ἐπεκτείνωμεν τὰς ἐργασίας, τότε πρέπει νὰ φέρωμεν νέον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ κανονίζῃ τὰ τοῦ ζητήματος τούτου. Φρονῶ δὲ, ὅτι, ἐὰν φέρωμεν νέον νομοσχέδιον, θὰ εὑρεθῶσι πολλαὶ ἄλλαι πόλεις, αἵτινες θὰ ζητήσωσι τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ αὐστηρῶν διατάξεων, εἶναι καλὸν νὰ μὴ ἐπεκτείνωμεν αὐτάς.
§350ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐλησμόνησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι μετέβαλε τὸν τίτλον τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἔθεσεν «ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ Ἀττικῆς».
§351ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι, δὲν ἐδέχθην τοῦτο. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§352ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται). Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ὑπάρχει προσθήκη ἐν τέλει αὐτοῦ, προταθεῖσα ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Καλογεροπούλου.
§353ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δέχομαι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καὶ προτείνω τὴν ἑξῆς προσθήκην ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου (ἀναγινώσκει): «Ὁσάκις ἐκ τῶν ἐργασιῶν δὲν προσβάλλονται τὰ ὑπὲρ ἰδιωτῶν κεκτημένα δικαιώματα ἐπὶ τῶν ὑδάτων, καὶ οὐδεμία ἐπέρχεται βλάβη εἰς τὴν ἐπιφάνειαν»· καὶ οὕτω περιλαμβάνεται καὶ ἡ τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Ζακύνθου κ. Στεφάνου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 12, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§354ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται).
§355ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ δοθῇ μία ἐξήγησις. Ὑπάρχουν ἀνεῳγμένα φρέατα πρὸ τῶν ἐργασιῶν. Θὰ κλεισθοῦν αὐτά;
§356ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν ὑπάρχουν, εἶναι κεκτημένα δικαιώματα. Πρόκειται περὶ μὴ ὑπαρχόντων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 14, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§357ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν νόμων περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων.
§358ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τώρα. Εἶναι ἀργά. Πρόκειται περὶ μεταῤῥυθμίσεως σπουδαιοτάτων διατάξεων.
§359ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι πρώτη ἀνάγνωσις.
§360ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσε προχθές, προκειμένου περὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὅτι θέλουσι συζητηθῆ μόνον τὰ νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. Εἶναι δὲ ἤδη ἡ ὥρα 11.
§361ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑποβάλετε ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§362ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα. Θὰ φοβηθῶ; Κάμνω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§363ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βουλευτῶν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολέκτου, τοῦ βουλευτοῦ κ. Βαρ. Πήλικα. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§364ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες 109 Βουλευταί. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν νόμων περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων.
§365ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὀφείλω πρωτίστως νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τοῦ λόγου, οὗ ἕνεκα δὲν ὑπεβλήθη ἔκθεσις ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Δικαιοσύνης συνῆλθεν εἰς τρεῖς συνεδριάσεις πολυώρους. Κατὰ τὰς δύο τελευταίας τῶν συνεδριάσεων τούτων, κατὰ παράκλησιν, παρεστάθην καὶ ἐγώ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πάντα τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, διακρινόμενα ἐπὶ νομοθεσίᾳ καὶ ἐπὶ ζήλῳ, ἠσχολήθησαν εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ καταλληλοτέρου τρόπου πρὸς διατύπωσιν τῶν τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιζητοῦντα, τινὰ μὲν τὴν εἰσαγωγὴν μεταῤῥυθμίσεών τινων, ἕτερα δὲ τὴν προσωρινήν τινων ἐκ τῶν διατάξεων αὐτοῦ ἀναβολήν. Εἶναι δὲ βέβαιον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι περὶ τῶν θεμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὰ προσόντα τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι καὶ ὑπὲρ καὶ κατὰ λόγοι· διότι περὶ τῶν θεμάτων τούτων ἐγράφησαν τόμοι ὁλόκληροι, πρωτίστως περὶ τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐμμίσθων παρέδρων. Ἡ ἐπιτροπὴ εὑρέθη σχεδὸν παμψηφεὶ σύμφωνος ἐπὶ τοῦ δευτέρου κεφαλαίου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τοὺς προβιβασμούς· ἠγέρθησαν βεβαίως ἀντιῤῥήσεις τινὲς πρὸ παντὸς περὶ τοῦ θέματος, ἂν ἡ ψηφοφορία τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν πρέπει νὰ ἦναι μυστικὴ ἢ φανερά, καὶ οἱ ὑποστηρίξαντες καὶ τὴν μίαν καὶ τὴν ἑτέραν τῶν γνωμῶν εἶχον τῷ ὄντι πολλοὺς λόγους πειστικούς. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀπὸ τοῦδε νὰ ἐκδηλώσω τὴν ἐμὴν γνώμην· διότι ἐκ τῆς συζητήσεως εἶναι πιθανὸν νὰ φωτισθῶ καὶ ἐγὼ καὶ προτιμήσω τὴν γνώμην, ἡ ὁποία ἤθελε φανῆ κρείσσων, τοῦτο δὲ δύναται νὰ γείνῃ ἐν τῇ δευτέρᾳ συζητήσει. Ὡς πρὸς τὸ κεφάλαιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὰς μεταθέσεις, ἐπειδὴ αὐτὸ ἀκριβῶς πρόκειται νὰ ὑποστῇ πολλὰς τὰς συζητήσεις, καὶ ἐπειδὴ ὁ χρόνος εἶναι πολὺ στενόχωρος,—ἄλλως τε τὸ θέμα, τὸ ἀφορῶν εἰς τὸ ἀμετάθετον τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, κυρίως δὲν συνδέεται πρὸς τὰ προσόντα, ἀλλ’ ὡς συμπλήρωμα τοῦ περὶ προσόντων νόμου, εἶναι δυνατὸν ἐν εἰδικῷ νομοσχεδίῳ εἰς ἄλλην ἐποχήν, πλέον εὔθετον, νὰ πραγματευθῶμεν περὶ τοῦ θέματος τούτου,—νομίζω, ὅτι δυνάμεθα ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸ τέταρτον κεφάλαιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὰς μεταθέσεις τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν παρ’ Ἐφετείοις καὶ παρὰ Πρωτοδικείοις. Οὕτως ἀπομένουσι τὰ ἄλλα κεφάλαια, περὶ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἐπίσης, ὅταν ἐν ταῖς λεπτομερείαις γένωνται προτάσεις, δυνάμεναι νὰ γένωνται ἀποδεκταί, θέλομεν συζητήσει εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§366ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, νομίζετε ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι τοσοῦτον κατεπεῖγον, ὥστε ἡ ἀναβολὴ αὐτοῦ δύναται νὰ φέρῃ εἰς δύσκολον θέσιν εἴτε τὴν δικαιοσύνην, εἴτε τὴν διαχείρισιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως; Ἐὰν ἔχητε τοιαύτην γνώμην, τότε βεβαίως νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν αὐτοῦ· ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἔχῃ αὐτὰ τὰ προσόντα, τὰ καθιστῶντα αὐτὸ ἐπὶ τοσοῦτον κατεπεῖγον, τότε, ἐπειδὴ ἤδη παρεδέχθη ἡ Κυβέρνησις, ὅτι πρέπει ἡ συζήτησις νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ φορολογικὰ καὶ τὸν προϋπολογισμόν, ἐπειδὴ ὅλοι ἐπειγόμεθα, οἱ ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν Βουλευταί, νὰ ἀπέλθωμεν, ἵνα μεριμνήσωμεν καὶ ἡμεῖς περὶ τῶν μικρῶν μας συμφερόντων, περὶ τοῦ ἄρτου μας, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ σεβασθῶμεν τὴν ἅπαξ ληφθεῖσαν ἀπόφασιν, νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰ φορολογικά, εἰς τὸν προϋπολογισμόν, καὶ αὐτὰ τὰ νομοσχέδια νὰ τὰ ἀναβάλωμεν, ὅπως συζητηθῶσιν, ὅταν συναντηθῶμεν κατὰ τὸν Σεπτέμβριον, Ὀκτώβριον ἢ Νοέμβριον. Νομίζω ὅτι δικαιοτέρα ἀξίωσις αὐτῆς δὲν ὑπάρχει. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι πολὺ φιλότιμος, πολὺ φιλόπονος καὶ νοημονέστατος· ἀλλὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ τὸν κάμῃ νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι καὶ οἱ ἄλλοι δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ μελετήσωσι, νὰ σκεφθῶσι, καὶ νὰ κρίνωσι περὶ τῶν ἔργων του. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ἔργον εἶναι πολὺ σπουδαῖον, καὶ ἐπειδή, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι δυνατὸν ἐντὸς τριῶν καὶ τεσσάρων ἡμερῶν νὰ ἐπιψηφισθῶσι καὶ τὰ φορολογικά, καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ νομοσχέδια, εἶναι δικαία ἡ ἀξίωσις, τὴν ὁποίαν προέτεινεν ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ τοῦ κ. Ράλλη, νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν σχετίζονται μὲ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ νὰ προβῶμεν ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ νομοσχέδια τὰ φορολογικά, καὶ τὸν προϋπολογισμόν· διότι, ἂν πρόκηται τὸν προϋπολογισμὸν νὰ τὸν ἐπιψηφίσητε εἰς μίαν ἡμέραν, δὲν θὰ πράξητε ἔργον, τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ ἀποδείξῃ, ὅτι κήδεσθε τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, ὅτι ἐζητήσατε τὰς ψήφους τῶν συμπολιτῶν σας, ἵνα μεριμνήσητε περὶ τοῦ κυρίου καθήκοντος ὑμῶν, δηλαδὴ περὶ τοῦ πῶς πρέπει νὰ κυβερνηθῇ ὁ τόπος, καὶ κάμητε τὸν ἔλεγχον καὶ τῆς παρούσης καὶ τῆς ἄλλης Κυβερνήσεως, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον διεχειρίσθησαν καὶ διαχειρίζονται τὰ οἰκονομικά. Δὲν θὰ δείξητε, ὅτι ἐκπληροῦτε τὸ καθῆκόν σας, ἐὰν ψηφίσητε τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως εἰς μίαν ἢ δύο ὥρας. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ζητήσητε νὰ σᾶς δοθῇ καιρὸς, ἵνα συζητήσητε τὸν προϋπολογισμόν, νὰ ἀκούσητε τοὺς ἀντιλέγοντας, νὰ ἀκούσητε τοὺς ὑποστηρίζοντας, καὶ νὰ κρίνητε καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ἔργου, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Θέλετε νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰ ἄλλα, τὰ συνδεόμενα μὲ τὸν προϋπολογισμόν; Ἐγὼ μένω. Ἔχετε τὴν ἀπαρτίαν. Μένω ἕως τὸ πρωΐ, ἐὰν θέλητε.
§367ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅλα συνδέονται.
§368ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν συνδέονται. Νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν. Ἐὰν θέλωμεν νὰ λέγωμεν πράγματα, ἢ νὰ ἀρέσωμεν εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, εἶναι ἄλλο. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν συνδέεται μὲ τὸν προϋπολογισμόν.
§369Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς ἐμμένομεν εἰς ὅσα εἴπομεν. Εἴπομεν, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ ἡ συζήτησις εἰς τὰ συνδεόμενα πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ εἰς τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ προσόντα τῶν ὑπαλλήλων. Ὅταν δὲ τοῦτο εἴπομεν περὶ προσόντων, βεβαίως δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ἐξαιρέσωμεν τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, ἰδίως δεομένην κανονισμοῦ τῶν προσόντων καὶ τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων αὐτῆς. Ἤδη ἡ Βουλὴ ἐψήφισε νόμον περὶ προσόντων τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, καὶ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸν περὶ προσόντων τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, δὲν νομίζω δὲ, ὅτι θὰ ἦτο πρέπον νὰ ἀπέλθωμεν τῆς Συνόδου ταύτης ἄνευ ψηφίσεως νόμου περὶ τῶν προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Εἴδετε τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης διευκολύνοντα τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, καὶ μὴ ἐπιμένοντα εἰς ὅ,τι δὲν ἀφορᾷ ἀμέσως εἰς τὰ προσόντα ταῦτα καὶ εἰς τὴν μονιμότητα, εἰς ὅ,τι δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον ἐν ψηφίσει τοιούτων μέτρων. Τὰ περὶ ἀμεταθέτου τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν πολλὴν ἔχουσι σπουδαιότητα, ἀλλὰ δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς συμπλήρωμα μᾶλλον τοῦ νόμου περὶ προσόντων ἢ ὡς ἀνήκοντα κυρίως εἰς ταῦτα· τούτου δ’ ἕνεκα προθύμως παρῄτησε τὰ περὶ αὐτῶν ἐδείχθη εὐδιάθετος, ἵνα δεχθῇ καὶ τὰς τροπολογίας, αἵτινες ἤθελον περιορίσει τὴν ὑπερβολικὴν ἴσως αὐστηρότητα τοῦ προτεινομένου παρ’ αὐτοῦ νόμου, οὐχὶ διότι τὴν αὐστηρότητα ταύτην δὲν θεωρεῖ ἀναγκαίαν, ἀλλὰ διότι δυνάμεθα νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς πρῶτόν τι βῆμα ἤδη, ὅτε ὁ καιρὸς δὲν ἐπιτρέπει νὰ δώσωμεν εἰς τὸ θέμα τὴν ἐπισταμένην προσοχὴν, ἥτις ἀπαιτεῖται πρὸς ψήφισιν μέτρων πληρεστέρων. Ὅταν οὕτω περιορίζηται τὸ ἔργον, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ἀδικαιολόγητος ἡ Βουλὴ, μὴ ψηφίζουσα ἐν τῇ πρώτῃ ταύτῃ Συνόδῳ τὰ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν.
§370ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Οἱ λόγοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ θὰ ἦσαν ἀνεπίδεκτοι ἀντιῤῥήσεως, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε νόμος περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Νόμος ὑπάρχει, λειτουργῶν πρὸ καιροῦ, καὶ ἤγαγε τὸν δικαστικὸν κλάδον εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε τὸ μόνον καταφύγιον, μὲ ὅλα τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἐγείρονται κατ’ αὐτοῦ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ἤγαγε, λέγω, τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε τὸ μόνον καταφύγιον ὅταν πρόκηται περὶ προστασίας δικαιωμάτων ἢ τῆς Πολιτείας ἢ τῶν πολιτῶν, νὰ ᾖναι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Ἀφοῦ ἔχομεν λοιπὸν τὰ προσόντα αὐτὰ, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι λελογισμένον τὴν σήμερον νὰ ζητῶμεν τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐλάβομεν τὸν καιρὸν νὰ ἀναγνώσωμεν. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν τὸ ἀνέγνωσα. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ συντρέξωμεν τὴν Κυβέρνησιν, (διότι αἰσθανόμεθα τὴν δεινὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Πολιτεία,) ὅπως δυνηθῇ νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε, τοῦ νὰ συγκρατήσῃ τὴν τάξιν τῶν πραγμάτων, διατρέχουσαν τὸν κίνδυνον τῆς ἐσχάτης παραλυσίας, θέλομεν νὰ τὴν συντρέξωμεν, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι, ἐνῷ ὁ Κανονισμὸς διατάσσει, ὅπως πᾶν νομοσχέδιον ἀναγινώσκηται πρὶν ἢ ἐπιψηφισθῇ τὸ σύνολον αὐτοῦ, ἡμεῖς δὲν ἐπιμένομεν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν αὐτοῦ.
§371Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν λέγει τοῦτο ὁ Κανονισμός.
§372ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὸ λέγει. Φέρετε τὸν Κανονισμόν.
§373Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Σᾶς βεβαιοῦμεν, ὅτι τηροῦμεν ἀκριβέστατα τὸν Κανονισμόν.
§374ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἂν δὲν τὸν ἀνεγίνωσκον πρότερον εἰς τὸ γραφεῖόν μου, δὲν θὰ τὸ ἔλεγον. Τὸ σύνολον μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν κατ’ ἄρθρον τῶν νομοσχεδίων ἀναγινώσκεται καὶ ἐπιψηφίζεται· δὲν γίνεται συζήτησις, ὅπως μεταβληθῇ, ἀλλὰ γίνονται παρατηρήσεις. Λοιπὸν δὲν ζητοῦμεν νὰ ἀναγινώσκωνται τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τόσα ἄρθρα καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἀνάγνωσις ἤθελεν ἀποῤῥοφήσει ὅλον τὸν χρόνον. Μένομεν δὲ, συζητοῦντες μετὰ τῆς Συμπολιτεύσεως, ὅταν ἦναι μόνος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ εἷς ἢ δύο Ὑπουργοὶ, καὶ λείπῃ ὁλόκληρος ἡ Συμπολίτευσις...
§375ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶναι εἰς τὰ δωμάτια οἱ λοιποί.
§376ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. .. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι παρέχομεν πᾶσαν συνδρομήν· δὲν κωλυσιεργοῦμεν. Εἴμεθα πρόθυμοι νὰ συντρέξωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ μέχρι βωμοῦ· δὲν πρέπει νὰ ζητῇ παρ’ ἡμῶν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχωμεν τοσαύτην αὐταπάρνησιν, ὥστε νὰ δεχώμεθα τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα δὲν λαμβάνομεν τὸν καιρὸν νὰ ἀναγινώσκωμεν. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἔλαβον τὸν καιρὸν νὰ ἀναγνώσω τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Σήμερον ἐδέχθημεν καὶ ἐπεψηφίσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ βιβλίον ἐκεῖνο τὸ ὁλόκληρον, καὶ ἀναγινωσκομένων τῶν ἄρθρων, ἐξηγειρόμην κατὰ πᾶσαν στιγμήν, ἀλλὰ τὸ ἐδέχθημεν, διότι εἶναι οἰκονομικὸν καὶ διότι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην βεβαίως νὰ γείνωσι δεκτὰ τὰ μέτρα αὐτὰ τὰ οἰκονομικὰ, ἵνα δυνηθῇ νὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ τόπου εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη ἀνάγκη. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πιέζητε τὴν Ἀντιπολίτευσιν πέραν τοῦ δέοντος, δὲν πρέπει νὰ ζητῆτε ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ δεχθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ φωνὴ, ἀντιλέγουσα πρὸς τὰς θελήσεις τῆς Κυβερνήσεως οὐδὲ ἐπὶ ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα δὲν συνδέονται μὲ τὸ κύριον ζήτημα τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου. Τὸ τοιοῦτον, Κύριοι, δὲν ὠφελεῖ τὴν Κυβέρνησιν· βλάπτει τὴν Πολιτείαν, καὶ ἐκθέτει καὶ τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος. Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν θέλητε νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ὑπάρχει Κοινοβούλιον, ὅτι ὑπάρχει Συμπολίτευσις, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ Ἀντιπολίτευσις, καὶ ὅτι δέχεται ἡ Συμπολίτευσις νὰ συζητῶνται τὰ ἔργα της ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, πρέπει νὰ παράσχῃ εἰς ἡμᾶς τὸν χρόνον, ὅπως ἀναγνώσωμεν τοὐλάχιστον τὰ ἔργα αὐτῆς, καὶ ἔλθωμεν νὰ συζητήσωμεν μετ’ αὐτῆς κατ’ ἀντιμωλίαν, οὐχὶ ἵνα πείσωμεν τὴν Συμπολίτευσιν, ἀλλ’ ἵνα τοὐλάχιστον δικαιολογηθῶμεν ἀπέναντι τῆς συνειδήσεώς μας, ὅτι ἐκπληροῦμεν τὸ καθῆκόν μας, καὶ ὅτι μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν ὑπάρχει τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον κρίνει καὶ περὶ ἡμῶν καὶ περὶ ὑμῶν, καὶ θέλομεν νὰ ἦναι γνωστὴ ἡ γνώμη μας, ὅπως ὁ λαὸς μίαν ἡμέραν ἀποφασίσῃ μεταξὺ τῶν συμπολιτευομένων καὶ ἡμῶν. Διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ μᾶς στερῆτε τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, τοῦ νὰ ἐκθέτωμεν τὴν γνώμην μας καὶ νὰ τὴν ὑποστηρίζωμεν, δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀφαιρῆτε τὸν χρόνον καὶ τὰ μέσα, δι’ ὧν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐκπληρώσωμεν αὐτὸ τὸ καθῆκόν μας.
§377ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας εἶναι τῷ ὄντι ἐν δικαίῳ, ἰσχυριζόμενος, ὅτι ἔχομεν νόμον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, διότι ἡ Βουλὴ ἡ παρελθοῦσα δὲν εἶχε τὴν τιμὴν νὰ ἔχῃ μεταξὺ τῶν μελῶν της τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Αἰγιαλείας. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν οἱ νόμοι περὶ προσόντων ἀνετράπησαν. Ἴσως ὅσοι ἐκ τῶν συναδέλφων ἦσαν ἐν τῇ Βουλῇ ἐκείνῃ ἐνθυμοῦνται ἀκριβῶς τὸν δικαιολογητικὸν λόγον τοῦ τότε κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις, προβάλλων τὸν νόμον περὶ ἀκυρώσεως τῶν ὑφισταμένων διατάξεων περὶ τῆς μονιμότητος τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλήν: «Ἔχω περισσοτέραν πεποίθησιν εἰς ἐμὲ αὐτὸν, παρὰ εἰς τὸν νόμον.» Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὴν πεποίθησιν αὐτήν· ἡμεῖς τοὐναντίον ἐννοοῦμεν, ὅτι πρέπει ἐν τῷ νόμῳ νὰ ἀναγράφωνται αἱ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας πρέπει πᾶς δικαστικὸς ὑπάλληλος νὰ παύηται. Ἡμεῖς πρὸς τούτοις ἔχομεν καὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ θεσμὸς, ὁ μέχρι τοῦδε λειτουργῶν, περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον εἰσάγονται εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν οἱ Ἀντεισαγγελεῖς καὶ Πρωτοδίκαι, δὲν ἀπήνεγκε τοὺς προσδοκωμένους παρ’ αὐτοῦ καρποὺς, καὶ διὰ τοῦτο προτείνομεν τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ περὶ τῶν ἐμμίσθων παρέδρων. Λοιπὸν, ἐὰν τὸν θεσμὸν τῶν ἐμμίσθων παρέδρων ἀφαιρέσητε ἀπὸ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δὲν θέλετε ἴδει ἐν αὐτῷ ἢ τὴν ἐπαναφορὰν τῶν διατάξεων ἐκείνων τῶν προηγουμένων νόμων, αἵτινες κατηργήθησαν τῇ πρωτοβουλίᾳ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, καὶ τῶν ὁποίων ἡ κατάργησις ἔλυσε τὰς χεῖρας αὐτῆς, ἀλλ’ ἔλυσε καὶ τὴν λειτουργίαν τῆς δικαιοσύνης, ἐπὶ βλάβῃ αὐτῆς, ἐπὶ βλάβῃ καὶ τῆς κοινωνίας.
§378ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ δὲν δύναμαι νὰ συζητήσω· διότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἔλαβον τὸν καιρὸν οὐδὲ νὰ ἀναγνώσω τὸ νομοσχέδιον· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, διὰ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν πλειοψηφίαν, τῆς ὁποίας ἡγεῖται, νὰ ἐπιβάλῃ τι παρὰ τὸ δίκαιον, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει τίποτε τὸ κατεπεῖγον, ὅτι ὅλα αὐτὰ δὲν δικαιολογοῦσι τὴν πίεσιν αὐτὴν παντάπασιν. Ἀποδεικνύουσι μόνον καὶ μόνον, ὅτι θέλουσι νὰ κάμωσι κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας των... Ἔχετε, Κύριοι, τὴν πλειοψηφίαν, καὶ δύνασθε νὰ πράξητε ὅ,τι θέλετε· ἀλλὰ μὴ προβαίνετε πέραν τοῦ δικαίου, διότι τότε δὲν κάμνετε τίποτε ἄλλο ἢ νὰ ὑποσκάπτητε τὴν δύναμιν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν διαχειρίζεσθε, πρὸς μεγάλην ζημίαν τοῦ τόπου, διότι εἶσθε ἀναγκαῖοι κυβερνῆται. Ἐγὼ δὲν σᾶς ἀντιτείνω εἰς τοῦτο· ἀλλὰ μὴ προβαίνετε εἰς ἔργα, τὰ ὁποῖα, ἐπαναλαμβάνω, ἄγουσιν εἰς τὴν κατάκρισιν ὑμῶν ὑπὸ τοῦ κοινοῦ, καὶ ὑποσκάπτουσι τὴν δύναμίν σας, καὶ σᾶς ἀφαιροῦσι τὸ κῦρος, ὅπως δυνηθῆτε νὰ κυβερνήσητε τὸν τόπον εἰς τὰς δεινὰς αὐτὰς περιστάσεις. Τὰ προσόντα, κύριε Ὑπουργὲ, μάθετε ὅτι ἐγὼ πρῶτος τὰ ἐπέβαλον, ὅτε ἀπεχώρησεν εἰς τὰ 1884,—τότε, νομίζω, ἦτο, κύριε Τρικούπη,—ὅτε ἀπεχώρησεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, καὶ ἔμεινα ἐγὼ μόνος ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἡ περὶ τὸν κ. Τρικούπην τότε πλειονοψηφία δὲν τὰ ἤθελε, διότι ἔβλεπεν ὅτι τοιουτοτρόπως ἤθελον περιορισθῆ τὰ δικαιώματά της, ἀλλ’ ἐγὼ παρέμεινα ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἵνα ὑπάρξω χρήσιμος εἰς τὸν τόπον, καὶ συνεπῶς ἀπήτησα στεντωρείᾳ τῇ φωνῇ, ὅπως, συμφώνως μὲ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἐπιψηφισθῇ τὸ γενικὸν περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων νομοσχέδιον, καὶ εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐξηνάγκασα τότε τὴν πλειονοψηφίαν καὶ τὸ ἐπεψήφισεν. Ἐξεπλήρωσα τότε τὸ καθῆκόν μου· ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τῶν προσόντων. Προσόντα, περὶ τῶν ὁποίων ἔκαμε λόγον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς πρὸς τοὺς οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους, δὲν εἶχον κανονισθῇ· ἐπεψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον, ἐπεψηφίσθη καὶ ὡς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἀφοῦ ὑπάρχουσιν ἤδη τὰ προσόντα, καὶ ἀφοῦ δὲν πρόκειται περὶ ὑπαλλήλων, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς τρίτης ἐξουσίας, τῆς δικαστικῆς, δὲν ἐπιτρέπεται, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τὴν πίεσιν αὐτήν. Θέλετε; Κάμετε ὅ,τι θέλετε. Φεύγω καὶ ἐγώ, καὶ κάμετε ὅ,τι θέλετε.
§379ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡμεῖς ποιούμεθα κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐν τῷ θέματι μάλιστα, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπὸ συζήτησιν σήμερον, νομίζω ὅτι ἐδικαιούμεθα τῶν ἐπαίνων τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ· διότι οὐ μόνον δὲν ποιούμεθα κατάχρησιν, ἀλλὰ τοὐναντίον φροντίζομεν καὶ χρῆσιν νὰ μὴ ποιώμεθα τῆς ἐξουσίας αὐτῆς, διότι οἱ νόμοι περὶ προσόντων αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἀκριβῶς ἔχουσι, νὰ δένωσι τὰς χεῖρας τῶν Ὑπουργῶν, ὅπως μὴ ποιῶνται χρῆσιν τῆς ἐξουσίας αὐτῶν· καὶ ὑμεῖς, κύριε Βουλευτά, κατηγορεῖτε ἡμᾶς, ὅτι ποιούμεθα κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας ἡμῶν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι οἱ νόμοι περὶ προσόντων καὶ τὴν χρῆσιν τῆς ἐξουσίας τῆς Κυβερνήσεως περιορίζουσιν. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον συμβαίνει.
§380ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον, κύριε Ὑπουργέ. Θέλετε νὰ ἀποδείξητε μόνον καὶ μόνον ὅτι ἄγετε ὅπως θέλετε τὴν πλειονοψηφίαν... (Θόρυβος). Μὴ ταράττεσθε, διότι λέγω τὴν ἀλήθειαν· διότι τὰ προσόντα τὰ ἐπιβάλλετε, ἐὰν θέλητε, καὶ διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων, καὶ ἂν θέλητε, τοῦτο εἶναι τὸ μόνον συντελεστικὸν, ὅπως καθιερωθῶσι προσόντα, τὰ ὁποῖα νὰ ἦναι σύμφωνα μὲ τὰς ὑπαγορεύσεις τοῦ δικαίου καὶ τῶν συμφερόντων τῆς Πολιτείας, καὶ νὰ μὴ ἀλλάσσουν κατὰ πᾶσαν στιγμήν. Πρέπει δοκιμαστικῶς νὰ ἐπιβάλλητε ταῦτα διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων, καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν Ὑπουργοὶ, οἱ ὁποῖοι νὰ θεωρῶσι τὰ βασιλικὰ διατάγματα ἐπίσης σεβαστὰ, καὶ νὰ μὴ τὰ μεταβάλλωσι κατὰ πᾶσαν στιγμὴν, ἐκτὸς ἐὰν ἐκ τῶν πραγμάτων ἤθελον ἀποδειχθῇ ἐσφαλμένα. Τῶν προσόντων λοιπὸν δὲν ἔχητε ἀνάγκην, ἵνα περιορίσητε ἑαυτούς· θέλησιν νὰ ἔχητε, κύριε Ὑπουργὲ, καὶ τότε δὲν προβαίνετε εἰς παραχωρήσεις ἀπέναντι τῶν φίλων σας, διὰ τὰς ὁποίας θὰ μεταμεληθῆτε. Ὄχι! δὲν εἶναι ὁ λόγος αὐτός, διὰ τὸν ὁποῖον σήμερον πιέζετε τὴν πλειονοψηφίαν καὶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, θέλετε νὰ ἀποδείξητε, ὅτι δὲν ὑποχωρεῖτε ἀπέναντι οὐδενὸς, οὐδὲ ἀπέναντι τοῦ δικαίου, οὐδὲ ἀπέναντι τοῦ συμφέροντος τοῦ τόπου, οὐδὲ ἀπέναντι τῆς φωνῆς, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐγείρηται πανταχόθεν, ὅτι κάμνετε κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν διαχειρίζεσθε διὰ τὸν ὁποῖον καὶ σᾶς κατακρίνω.
§381ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω, ὅτι θὰ ἠδικεῖτο μεγάλως ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐὰν ἀπεδίδετο εἰς αὐτὴν διάθεσις πρὸς κωλυσιεργίαν. Ἡ μέχρι τοῦδε πορεία ἡμῶν ἐνταῦθα μαρτυρεῖ ἀριδήλως, ὅτι πᾶν ἄλλο ἐπιθυμοῦμεν ἢ νὰ παρεμβάλωμεν τὸ ἐλάχιστον πρόσκομμα εἰς τὴν πορείαν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀπόδειξιν τρανὴν τούτου παρέχουσιν τὸ γεγονὸς, καθ’ ὃ ἡμεῖς πρῶτοι ἐρχόμεθα εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, καὶ τελευταῖοι ἀποχωροῦμεν μετὰ τὴν λῆξιν τῶν συνεδριάσεων. Ἀπόδειξιν τρανὴν παρέχει τὸ γεγονὸς, καθ’ ὃ πολλάκις, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους, ἀπνευστὶ σχεδὸν, ψηφίζονται δεκάδες νομοσχεδίων, καθ’ ὃν χρόνον μόλις 15 ἢ 20 Βουλευταὶ παρακάθηνται ἐνταῦθα, χωρὶς ἐν τούτοις κἀνεὶς ἐξ ἡμῶν νὰ ἐγείρῃ ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας. Πῶς ὅμως προέβημεν τὴν ἑσπέραν ταύτην εἰς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικαιώματος ἡμῶν τούτου; Διότι ἐκαλούμεθα νὰ συζητήσωμεν καὶ ψηφίσωμεν ἓν νομοσχέδιον, παρὰ τὰ χθὲς συμπεφωνημένα. Χθὲς παρεκλήθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ δηλώσῃ, ποῖα θεωρεῖ αὐτὸς ὡς τὰ μᾶλλον ἐπείγοντα νομοσχέδια, ὅπως ψηφισθῶσι πρὸ τῆς λήξεως τῆς παρούσης Συνόδου· διότι ἐπεθυμοῦμεν νὰ ἠξεύρωμεν τοῦτο καὶ ἡμεῖς, ὅπως περιορισθῶμεν εἰς τὴν μελέτην αὐτῶν καὶ μόνον, καὶ μὴ ἐπεκτείνωμεν τὴν μελέτην ἡμῶν καὶ εἰς νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ὑπεβάλλοντο νῦν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ἄλλως τε τόσον ὀλίγος χρόνος ὑπολείπεται εἰς ἡμᾶς πρὸς τοιαύτην μελέτην. Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσε τότε, ὅτι θεωρεῖ κατεπείγοντα ἐκεῖνα καὶ μόνα τὰ νομοσχέδια, ἅτινα συνδέοντα ἀμέσως πρὸς τὸν προϋπολογισμόν.
§382Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ τὰ περὶ τῶν προσόντων.
§383ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δευτερολογήσας προσέθηκε καὶ τὰ τῶν προσόντων· ἀλλ’ ὑπὸ προσόντα ἐνόει βεβαίως μόνα τὰ ἤδη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένα καὶ εἰς πρώτην ἢ δευτέραν ἀνάγνωσιν ἐψηφισμένα. Ἦσαν δὲ τοιαῦτα τὰ προσόντα τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Οὐδεὶς λόγος ἠδύνατο νὰ γείνῃ χθὲς περὶ προσόντων ὑπαλλήλων οὐχὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ὡρισμένων δικαστικῶν ὑπαλλήλων, εἰς οὓς ἀφορᾷ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε κἂν χθὲς ἀναγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§384ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν ἔχομεν κἂν ἔκθεσιν μιᾶς ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας νὰ συμφωνήσωσι τὰ μέλη.
§385ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀφοῦ παρακαθήμεθα ἐνταῦθα ἀπὸ τῆς 10 π. μ. μέχρι τῆς 1 μ. μ. συζητοῦντες, ἀφοῦ καὶ μετὰ μεσημβρίαν παραμένομεν, ὡς στρατιῶται, πιστοὶ εἰς τὸ καθῆκον ἡμῶν, συζητοῦντες ἀπὸ τῆς 6 μέχρι τῆς 11 ὥρας μ. μ. τὰ νομοσχέδια τὰ ὑποβαλλόμενα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐδικαιούμεθα βεβαίως ν’ ἀπαιτήσωμεν, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις καὶ ἐπιψήφισις ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο κατεπεῖγον, ἀφοῦ ἄλλως τε κατεπεῖγον δὲν ἐθεώρησεν αὐτὸ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χθές. Ἔπρεπε δὲ οὗτος νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὴν τόσον δικαίαν ἀξίωσίν μας, καὶ νὰ μὴ ἐξωθήσῃ ἡμᾶς εἰς τὸ μόνον ἐναπολειπόμενον ἡμῖν ὅπλον ἐναντίον τῆς αὐθαιρεσίας του, εἰς τὴν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας. Διότι ἔχει καὶ ἡ ὑπομονὴ τὰ ὅριά της. Ὅταν ἀπαιτῆτε νὰ παραμένωμεν ἐνταῦθα ἐπὶ ὀκτὼ καὶ ἐπέκεινα ὥρας, ἐργαζόμενοι ἐν τῷ μέσῳ τόσον ἀφορήτου καύσωνος καὶ συζητοῦντες ἐφ’ ὅλων τῶν νομοσχεδίων, ἐφ’ ὧν βεβαίως οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δὲν εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ συζητῶσι, διότι ἕκαστος αὐτῶν ἔχει τὸν ἴδιον κλάδον, ἕκαστος εἶναι παρεσκευασμένος καὶ συζητεῖ ἐπὶ τῶν ἰδίων του νομοσχεδίων, ἐνῷ ἡμεῖς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ὅλα τὰ νομοσχέδια, τὰ ἀναγόμενα εἰς ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα, νὰ τὰ μελετῶμεν καὶ νὰ τὰ συζητῶμεν, ζητεῖτέ τι βεβαίως ἀνθρωπίνως ἀδύνατον παρ’ ἡμῶν, ὅταν ὡς ἐκ περισσοῦ θέλητε νὰ συζητήσωμεν καὶ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνεμένομεν νὰ συζητηθῇ ἀπόψε, τὸ ὁποῖον δὲν εἴχομεν κἂν ἀναγνώσει. Ἔπρεπε λοιπόν, ὑπὸ τοιούτους ὅρους, νὰ ἐξαντληθῇ ἐπὶ τέλους ἡ ὑπομονή μας καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§386ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Καὶ δὲν ἦτο ἀπαρτία.
§387ΡΟΥΚΗΣ. Πῶς ἔγεινε;
§388ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἔγεινε βεβαίως ἀπαρτία διὰ τῆς βίας· ἀλλὰ κατὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἔγεινεν ἡ ἔνστασις, δὲν ὑπῆρχεν ἀπαρτία. Αὕτη εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἔτσι δὲν εἶναι; (Γέλωτες).
§389ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἂν ἦναι, κύριε Πρόεδρε, νομοσχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ ἐξαντληθῇ ἡ ὑπομονή μας, εἶναι ἀκριβῶς τὸ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Δι’ αὐτοῦ δὲν ἐπιζητεῖται ἁπλῶς ὁ καθορισμὸς προσόντων δικαστικῶν τινων ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ἐπιζητεῖται καὶ αὔξησις δαπάνης, καθ’ ὃν χρόνον διατελοῦμεν ὑπὸ κρίσιν οἰκονομικήν, καθ’ ὃν χρόνον κρούει τὴν θύραν ἡμῶν ἡ χρεωκοπία.
§390ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὄχι αὔξησις.
§391ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀφοῦ καθιεροῦνται δι’ αὐτοῦ οἱ ἔμμισθοι δικαστικοὶ πάρεδροι, δὲν εἶναι αὔξησις δαπάνης αὕτη;
§392ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μοὶ ἐπιτρέπετε, κύριε συνάδελφε; Ἐπειδὴ ὡμιλήσατε περὶ αὐξήσεως δαπανῶν, ἐπαγομένης ἐκ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὀφείλω νὰ δώσω ὑμῖν ἀναγκαίαν πληροφορίαν. Ὑποθέτω, ὅτι, ἀσχολούμενος ἐπὶ ἄλλα σπουδαιότερα, δὲν ἐλάβετε τὸν καιρὸν νὰ ἀναγνώσητε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· ἐὰν ἀνεγινώσκετε αὐτό, ἠθέλετε ἰδεῖ, ὅτι οὔτε κατὰ λεπτὸν αὐξάνουσι τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Κατὰ τὸ καθιερούμενον διὰ τοῦ νομοσχεδίου σύστημα, καθ’ ὅσον ἐλαττοῦται ὁ ἀριθμὸς τῶν πρωτοδικῶν καὶ τῶν ἀντεισαγγελέων ἐν διαστήματι διετίας, ἐπὶ τοσοῦτον διορίζονται ἔμμισθοι πάρεδροι. Κατ’ ἀκολουθίαν, οὐδεμία, οὐδὲ κατὰ λεπτὸν δημιουργεῖται πρόσθετος δαπάνη.
§393ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγώ, κατὰ τὰ χθὲς συμπεφωνημένα, ὤφειλον νὰ περιορισθῶ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν καὶ μελέτην μόνον τῶν συναφῶν πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν νομοσχεδίων· διὰ τοῦτο δὲ δὲν ἐδίστασα νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οὐδ’ ἀνέγνων τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἶδον, ὅτι πρόκειται περὶ ἐμμίσθων δικαστικῶν παρέδρων, ἔπρεπε βεβαίως νὰ ἐξαναστῶ κατὰ τῆς νέας ταύτης δαπάνης τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι τὴν δαπάνην αὐτὴν ἐξοικονομεῖ διὰ τῆς καταργήσεως θέσεων πρωτοδικῶν καὶ ἀντεισαγγελέων. Ἀλλ’ ἂν ἡ κατάργησις αὕτη ἦναι ἀρκετή, διατὶ δὲν ἀρκεῖσθε μόνον εἰς αὐτήν; Ἡμεῖς τοὐλάχιστον ὑποδεικνύομεν, σὺν ἄλλαις πολλαῖς, καὶ αὐτὴν τὴν οἰκονομίαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, τὴν διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν καί τινων δικαστηρίων ἀκόμη, τοῦθ’ ὅπερ θεωροῦμεν ὑπαγορευόμενον καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ καλῶς ἐννοουμένου συμφέροντος τῆς Δικαιοσύνης.
§394ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο.
§395ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ζήτημα ὅμως ἀναποσπάστως συνδεόμενον πρὸς τὴν νῦν ἔκρυθμον οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν, ἥτις πρὸ παντὸς πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν. Ἂν δὲ πρόκηται τῷ ὄντι περὶ προσόντων δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἂν πρόκηται νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸ ἀνεπηρέαστον καὶ ἀνεξάρτητον τῆς Δικαιοσύνης, ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐπιμείνῃ τοὐλάχιστον εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς εἶχε, ἔπρεπε νὰ μὴ παραιτηθῇ ἀκριβῶς τοῦ κεφαλαίου ἐκείνου τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἠδύνατό πως νὰ δικαιολογήσῃ τὸ κατεπεῖγον αὐτοῦ, ἔπρεπε νὰ μὴ παραιτηθῇ τοῦ κεφαλαίου περὶ ἀμεταθέτου τῶν δικαστῶν. Πλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἠρκέσθη εἰς τὸ νὰ ἀμυνθῇ ὑπὲρ ὅσων κατηγόρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας. Ἠθέλησε νὰ προβῇ καὶ περαιτέρω, ἠθέλησε νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς παρελθούσης Βουλῆς καὶ τῆς ὑπ’ αὐτῆς ὑποστηριζομένης Κυβερνήσεως, εἰπών, ὅτι εἶναι ἠναγκασμένη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ ἡ παροῦσα Βουλὴ νὰ ἀποκαταστήσωσι τὰ προσόντα τῶν ὑπαλλήλων, τὰ ὁποῖα ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις καὶ ἡ παρελθοῦσα Βουλὴ εἶχον καταργήσει τόσον ἀσυνειδήτως. Καὶ βεβαίως θὰ ἐνόει τὰ προσόντα τῶν ὑπαλλήλων τῶν διοικητικῶν, τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῶν τοιούτων...
§396ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ τῶν δικαστικῶν.
§397ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ τῶν δικαστικῶν... Πολλάκις ἠκούσθη ἡ μομφὴ αὕτη, ὅτι δηλαδὴ ἡ παρελθοῦσα Βουλὴ κατήργησε τὰ προσόντα τῶν ὑπαλλήλων· ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο ἀληθές. Τὰ προσόντα παρέμειναν ὡς εἶχον πρίν, ἐπετράπη δὲ μόνον εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὶν ἔκαμνεν αὕτη διὰ περιστροφῶν, διὰ καταστρατηγήσεως τοῦ νόμου· ἐπετράπη, ἵνα οἱ Ὑπουργοὶ παύωσιν ἀπ’ εὐθείας τοὺς ἀναξίους ὑπαλλήλους, καὶ φέρωσιν οὕτως αὐτοὶ τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών των.
§398ΡΟΥΚΗΣ. Μάλιστα!
§399ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀφοῦ ἠδύνατο πρὶν ἕκαστος Ὑπουργὸς νὰ ἐξαναγκάσῃ τοὺς ὑφ’ ἑαυτὸν ὑπαλλήλους, ὅπως ἑκόντες ἄκοντες ἐκτελέσωσι κατὰ τῶν ὑφισταμένων των πάσας τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτουμένας διατυπώσεις πρὸς παῦσιν αὐτῶν, δὲν ἐννοῶ διατὶ δὲν ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ ἐκείνη νὰ ἀφαιρέσῃ αὐτὸ τὸ προσωπεῖον ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ νὰ εἴπῃ: «Μὴ ὀχυροῦσθε πλέον ὄπισθεν αὐτῶν τῶν διατυπώσεων, αὐτῶν τῶν πειθαρχικῶν ποινῶν, ἂν νομίζητε, ὅτι ὑπάλληλός τις δὲν εἶναι ἱκανὸς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἔχετε τὸ θάῤῥος νὰ τὸν παύητε, καὶ νὰ φέρητε πλήρη καὶ ἀμέριστον τὴν εὐθύνην διὰ τὴν πρᾶξίν σας αὐτήν». Οὐδὲν ὅμως τῶν προσόντων ἔθιξεν ἡ Βουλὴ ἐκείνη. Τὰ προσόντα διετήρησε σῶα καὶ ἀκέραια. Τώρα ὑποβάλλετε νέα περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων νομοσχέδια, καὶ καυχᾶσθε, ὅτι ζητεῖτε νὰ δεσμεύσωμεν οὕτω τὰς χεῖράς σας. Δὲν ἠξεύρω ὅμως, ἐὰν τοιουτοτρόπως δεσμεύωνται αἱ χεῖρες ὑμῶν, ἢ μόνον αἱ χεῖρες τῶν φίλων σας Βουλευτῶν· διότι σεῖς, κύριοι Ὑπουργοί, ἤδη πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νέων περὶ προσόντων νόμων ἐφροντίσατε νὰ τοποθετήσητε τοὺς ἰδιαιτέρους φίλους σας εἰς διαφόρους θέσεις. Μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν θὰ εἴπητε μόνον εἰς τοὺς Βουλευτὰς τοὺς ἔχοντας ἀξιώσεις, ἵνα τοποθετήσωσι καὶ αὐτοὶ τοὺς φίλους των: «Φίλοι, ἔκλεισεν ἡ θύρα· ἔρχεσθε κατόπιν ἑορτῆς». Τοῦτο συνέβη καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τῶν περὶ προσόντων νόμων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ἐξωτερικὴν ὑπηρεσίαν, ὡς καὶ εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν. Εἶχε ψηφισθῆ καὶ τότε ὁ περὶ προσόντων τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων νόμος, ἀλλ’ ὅτε ἔμελλε νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἐφροντίσατε νὰ πληρώσητε ὅλας τὰς προξενικὰς θέσεις διὰ τῶν ἰδιαιτέρων φίλων σας, οἵτινες ἐκέκτηντο τὸ μόνον προσὸν τῆς ἰδιαιτέρας πρὸς ὑμᾶς ἀφοσιώσεως. Εἶχε ψηφισθῆ ἐπίσης καὶ ὁ περὶ προσόντων τῶν λοιπῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους νόμος· πλὴν καὶ τὸν νόμον τοῦτον ἐφηρμόσατε, ἀφοῦ προηγουμένως ἐπληρώσατε τὴν ὑπηρεσίαν διὰ τῶν φίλων σας. Καὶ ἠθέλετε ἡ μετὰ ταῦτα Κυβέρνησις νὰ ἀνεχθῇ τὴν τοιαύτην κατάστασιν; Ἠθέλετε νὰ μὴ λάβῃ πρόνοιαν αὕτη, ὄχι περὶ εἰσόδου τῶν ἰδιαιτέρων φίλων της, ἀλλὰ περὶ ἐπανόδου τοὐλάχιστον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ὅλως παρ’ ἀξίαν εἶχον παυθῆ, μόνον καὶ μόνον διότι δὲν ἀνῆκον εἰς τὴν φατρίαν σας; Κύριε Πρόεδρε, ἐννοοῦμεν καὶ πάλιν νὰ μείνωμεν πιστοὶ εἰς τὸ καθῆκόν μας, καὶ νὰ παρακολουθῶμεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ παρακαλοῦμεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μὴ κάμνῃ κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας του, κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐνόει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴς, καὶ ὄχι ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ ὑποβάλῃ εἰς αὐτὸν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Τὸν παρακαλοῦμεν νὰ μὴ κάμνῃ κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας αὐτοῦ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, τῆς ἐξουσίας αὐτοῦ ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας. Ἄς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀγαθὴν πρόθεσιν ἡμῶν τῶν ἀντιπολιτευομένων, ὅπως ἐπιτελέσωμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν πιστῶς καὶ εὐόρκως, παραμένοντες ἐνταῦθα, συζητοῦντες τὰ νομοσχέδια, καὶ δίδοντες τὴν ψῆφον ἡμῶν κατὰ συνείδησιν, καὶ ἂς μὴ ἀναγκάζῃ ἡμᾶς νὰ κάμνωμεν χρῆσιν τοῦ μόνου ἐναπολειπομένου εἰς ἡμᾶς ὅπλου πρὸς ἐξουδετέρωσιν τῆς ἀδικαιολογήτου αὐτοῦ ἐπιμονῆς, ὅπως ἐργαζώμεθα καθ’ ἑκάστην ἐπέκεινα τῶν 8 ὡρῶν καὶ συζητῶμεν καὶ ψηφίζωμεν νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν προφθάνομεν κἂν νὰ ἀναγνώσωμεν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς ἡμᾶς καθῆκον, ὅπως καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον νὰ ἐπιδεικνύῃ μείζονα σεβασμὸν καὶ πρὸς τὸ Κοινοβούλιον καὶ πρὸς ἡμᾶς τοὺς ἀντιπολιτευομένους καὶ πρὸς αὐτοὺς τοὺς φίλους του Βουλευτὰς, οἵτινες, ὅσον καὶ ἂν κύπτωσι τὴν κεφαλὴν ἐνώπιόν του, ἐνδομύχως ὅμως φέρουσι βαρέως τὴν τοιαύτην κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας του, καὶ δὲν δύνανται ἢ νὰ καταδικάζωσιν αὐτὴν ἐν συνειδήσει.
§400ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§401ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς δεχόμεθα νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει· δὲν εἴμεθα ὑπὲρ τῆς παραλείψεως τοῦ κεφαλαίου Δʹ, διότι νομίζομεν, ὅτι, ἂν ἔχῃ τι καλὸν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, εἶναι ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ κεφάλαιον.
§402ΡΟΥΚΗΣ. Ὅ,τι θέλετε, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ κάμητε. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 2).
§403ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Θόρυβος).
§404ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Νὰ γραφῇ καὶ τοῦτο, ὅτι πληθούσης τῆς Βουλῆς ἔγεινεν ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§405ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἀφοῦ παρεκάλεσα νὰ μὴ κάμῃ ἡ πλειονοψηφία κατάχρησιν τῆς ἰσχύος αὐτῆς... (Θόρυβος). Ἐν τούτοις προχωρεῖτε, καὶ δὲν ἀκούετε, καταστρέφοντες τὴν Ἑλλάδα. Ἐμπρὸς, τὸν κατάλογον!
§406ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ σημειωθῇ, ὅτι πληθούσης τῆς Βουλῆς ὁ κ. Μεσσηνέζης προέβη εἰς ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας. Εἶναι καὶ τοῦτο σημεῖον τῶν καιρῶν.
§407ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Μεσσηνέζη, νὰ ἔλθητε εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἵνα ἐπιβλέπητε, ὡς ψηφολέκτης, τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, ὅστις μόλις πρὸ δέκα λεπτῶν ἀνεγνώσθη.
§408ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν βλέπω. (Μετά τινα διακοπήν). Τραβᾶτε ἐμπρός! Παραιτοῦμαι. Ἐμπρός!
§409ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι, ὄχι.
§410Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι ἀξιοπρεπὲς αὐτὸ, νὰ φέρωσιν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ κατόπιν νὰ παραιτῶνται.
§411ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐμπρὸς, ἀφοῦ ὁ κ. Δραγούμης ἐπιθυμεῖ νὰ καταδείξῃ, ὁποῖός τις εἶμαι ἐγώ. Μάλιστα, δέχομαι τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, ἵνα γνωρίσῃ ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία, ὁποῖος εἶμαι... Ἐμπρός! ἐμπρός! Οἰκτρὸν θέαμα κατήντησεν ἡ Ἑλλάς! Εἰς ὡραῖον σημεῖον τὴν ὡδήγησες, κύριε Τρικούπη! Ἐμπρὸς λοιπὸν, ἵνα κρίνῃ ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία ποῖος εἶμαι καὶ ἐγώ.
§412ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Ἐμπρὸς, κύριε Πρόεδρε· νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§413Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπροτάθη ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ οἱ ἀντιπολιτευόμενοι ἀποχωροῦσι.
§414ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἔλθῃ εἷς ψηφολέκτης.
§415ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχομεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Προεδρεῖον, κύριε Πρόεδρε.
§416Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ πρέπει νὰ μάθῃ ἡ κοινωνία, εἶναι, ὅτι οἱ ἀντιπολιτευόμενοι ἔφερον ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας καὶ ἀποχωροῦσι· δὲν θέλουν νὰ λάβωσι μέρος...
§417ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν ἀποχωροῦμεν. Εἴμεθα παρόντες οἱ ἀντιπολιτευόμενοι. (Θόρυβος).
§418Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. «Δὲν κωλυσιεργοῦμεν», λέγουσι· καὶ ἐν τούτοις φέρουν δέκα ἐνστάσεις, καὶ συζητοῦν δέκα ὥρας! Δὲν κωλυσιεργοῦσι! (Θόρυβος).
§419ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐμπρὸς, κύριε Πρόεδρε, ἂς ἀναγνωσθῇ τέλος πάντων ὁ κατάλογος! Εἶναι 12 ἡ ὥρα, μεσάνυκτα. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βουλευτῶν, ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν κκ. Μ. Λάμπρου καὶ Γ. Ν. Μπούμπουλη).
§420ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 114. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§421ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὴν τετάρτην παράγραφον, ἀντὶ «30 ἐτῶν», νὰ τεθῇ «35 ἐτῶν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 4,5 καὶ 6).
§422ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§423ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον, ἀντὶ τῶν λέξεων «τὸ δὲ Ἐφετεῖον ἐντὸς δέκα πέντε ἡμερῶν ἀποφαίνεται...» κλπ. νὰ τεθῇ: «τὸ δὲ Ἐφετεῖον ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς συμπληρώσεως τῆς διετίας ἀποφαίνεται» κλπ.
§424ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ἡ ἐπιτροπὴ, περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν δέον νὰ γίνηται ἡ γνωμοδότησις περὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν δικαστῶν, τουτέστι διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας· ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι ἀποδέχεται.
§425ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ ἀποδεχθῶ τὴν γνώμην ταύτην, ἐὰν τὴν ἀποδέχηται καὶ ἡ Βουλή.
§426ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ μυστικὴ ψηφοφορία εἶναι μία ἐγγύησις.
§427ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι ὁ νόμος οὗτος δὲν ἀφορᾷ εἰς κανονισμὸν τῶν προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ προσόντων. Τὸ νομοσχέδιον, καίπερ φέρον ἐπιγραφὴν «περὶ προσόντων», οὐδαμῶς περὶ προσόντων ὁμιλεῖ, ἀλλὰ κανονίζει τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, καταργεῖται δὲ δι’ αὐτοῦ πᾶσα εὐθύνη· δὲν θὰ ὑπάρχῃ τις, παρὰ τοῦ ὁποίου νὰ ζητηθῇ εὐθύνη διὰ τὸν διορισμὸν ἀνικάνου, ἢ διὰ τὸν ἀποκλεισμὸν ἱκανοῦ. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ἐν τῇ φανερᾷ ψηφοφορίᾳ θὰ ἔχωμεν τὸν ὑπεύθυνον, καὶ οὐ μόνον τὸν ὑπεύθυνον, ἀλλὰ καὶ τὴν αἰτιολογίαν, ἐξ ἧς γίνεται γνωστόν, διὰ τίνας λόγους ἀποῤῥίπτεται ὁ θεωρούμενος ἀνίκανος, καὶ διὰ τίνας λόγους γίνεται δεκτὸς ὁ θεωρούμενος ἱκανός.
§428ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ προλαλήσας ἰσχυρίσθη, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸν νόμον περὶ προσόντων, ἀλλ’ ὅτι καθιεροῖ ἀρχὴν ἐντελῶς παράλογον, τὴν ἀρχὴν τοῦ νὰ διοικῇ ἡ δικαιοσύνη χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ὁ ὑπεύθυνος. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐπιδιώκομεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀνατίθεται ἡμῖν, νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὴν Δικαιοσύνην αὐτὴν νὰ διαχειρίζηται τὰ τῆς δικαιοσύνης, διότι ὁ κλάδος τῆς δικαιοσύνης εἶναι μία αὐτοτελὴς ἐξουσία. Πρέπει ὅσον οἷόν τε ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ μὴ παρεμβαίνῃ εἰς τὰ τῆς δικαιοσύνης, διότι οὕτω δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ζητήσωμεν καὶ εὐθύνην διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς δικαιοσύνης. Ὅταν ἀφήσωμεν νὰ πιστευθῇ παρ’ ὅλου τοῦ κόσμου, ὅτι, ἂν ἔχωσι κακῶς τὰ τῆς δικαιοσύνης, τοῦτο προέρχεται ὡς ἐκ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς πολιτικῆς, εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς Κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον κήδεται τῆς ὑπολήψεως αὑτοῦ, ν’ ἀφήσῃ τὴν πολιτικὴν ἀνεξάρτητον ἀπὸ τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἓν μέρος τῆς ἀρχῆς ταύτης καθιεροῦται διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Τώρα πρόκειται περὶ μυστικῆς ἢ φανερᾶς ψηφοφορίας· ὑπάρχουσι γνῶμαι καὶ ὑπὲρ τῆς μυστικῆς καὶ ὑπὲρ τῆς φανερᾶς. Ἐννοεῖται, ὅτι περὶ προσωπικῶν ζητημάτων καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καθιερώθη ἡ μυστικὴ ψηφοφορία, διότι ἀφίνει πλειοτέραν ἐλευθερίαν εἰς τὴν ὑφ’ ἑκάστου ἐκδηλουμένην γνώμην· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει λόγον νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν. Ἐπειδὴ εἶναι ἡ πρώτη ἀνάγνωσις, ἐὰν ἐπικρατήσῃ ἡ γνώμη ὑπὲρ τῆς φανερᾶς ψηφοφορίας, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὴν ἀποδεχθῶ.
§429ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἤδη χρόνος, διὰ νὰ συζητήσωμεν· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἐπιτροπὴ παρεδέχθη κατὰ πλειονοψηφίαν, ὅτι δέον ἡ ψηφοφορία νὰ ἦναι φανερὰ, περιορίζομαι νὰ ὑποβάλω πρότασιν, ὅπως ἡ φράσις «διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας» ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς φράσεως «δι’ ἠτιολογημένης ἐκθέσεως», καὶ παρακαλῶ νὰ ψηφοφορηθῇ ἀπὸ τοῦδε.
§430ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ πρότασις δύναται νὰ ψηφοφορηθῇ καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν· ἡ ὥρα ἤδη δὲν εἶναι κατάλληλος, ὅπως συζητηθῇ διὰ μακρῶν αὕτη. Δὲν εἶμαι μέλος τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐπεξειργάσθη τὸ νομοσχέδιον. Δηλῶ ὅμως, ὅτι φρονῶ μὴ ὀρθὴν τὴν διὰ τοῦ νομοσχεδίου καθιερουμένην μυστικὴν ψηφοφορίαν· φρονῶ, ὅτι οἱ δικασταὶ δέον νὰ ἔχωσι τὸ θάῤῥος τῆς γνώμης των, καὶ τὴν δύναμιν τῆς δικαιολογίας αὐτῆς, εἶναι δὲ δικαστικώτερον καὶ εἰς μόρφωσιν χαρακτήρων προσφυέστερον τὸ σύστημα τῆς παῤῥησίας τοῦ συστήματος τούτου τῆς μυστικότητος. Φρονῶ, ὅτι, ἂν τοὺς ἀνωτέρους δικαστὰς θεωρῶμεν οὕτω δειλοὺς, καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς οὕτω διεφθαρμένους, ὥστε ἐκεῖνοι μὲν νὰ μὴ τολμῶσι νὰ εἴπωσι περί τινος προσώπου, ὅπερ ὁ Ὑπουργὸς θέλει, ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλον, τοὺς δὲ Ὑπουργοὺς τόσον στοιχειωδῶς διεφθαρμένους, ὥστε νὰ τιμωρήσωσι τοὺς δικαστὰς διὰ τὴν τοιαύτην γνώμην των, τότε πολὺ πλειότερον πρέπει νὰ ὑποπτεύωμεν καὶ τοὺς δικαστάς, ὡς δυναμένους ὑπὸ τὴν μυστικότητα νὰ διεκδικήσωσιν ἀτομικὰ πάθη, ἢ νὰ ἐπιδιώξωσιν ἀτόπους προσωπικὰς συμπαθείας. Ἂν δὲ τοὺς δικαστὰς θεωρῆτε ὡς μὴ δυναμένους νὰ ἐκφράσωσιν ἀπὸ φανεροῦ τὴν γνώμην των, πῶς δύνασθε νὰ περιμένητε, ὅτι ἀπὸ μυστικοῦ θὰ ἐκφέρωσι τοιαύτην ὀρθήν; Φρονῶ, ὅτι διὰ τῆς μυστικότητος καὶ τοῦ ἀναιτιολογήτου καταδικάζετε πρόσωπα πολλαχῶς ἄξια, ἅτινα οἱ ἐφέται δὲν ὑπερψηφίζουσι, διότι ἀγνοοῦσι, καὶ οὕτω πράττετε καὶ ἄλλο κακὸν, ἀδικοῦντες τοὺς ὑποψηφίους. Ἡ πεῖρα κατέδειξε τὰ μεγάλα σφάλματα τῆς τοιαύτης μυστικῆς ψηφοφορίας. Αἱ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ γινόμεναι κατὰ τὰς ψηφίσεις καθηγητῶν ἀσχημίαι, ἃς ὅλοι γνωρίζετε, νομίζω, ὅτι θὰ ἤρκουν ν’ ἀποτρέψωσι τὸν νομοθέτην νὰ ἐπεκτείνῃ τὸ κακὸν τῶν ἀσχημιῶν ἐκείνων καὶ ἐν τῷ δικαστικῷ σώματι. Οὐδὲ δυνάμεθα ἐν πολιτεύματι ἐλευθέρῳ νὰ ἐπιτύχωμεν τὸν σχηματισμὸν ἀνδρικῶν χαρακτήρων, ὅταν ζητῶμεν πάντες νὰ καλυφθῶμεν διὰ τοῦ ἀνευθύνου, καὶ προκειμένου περὶ δικαστῶν, τῶν ὁποίων πρῶτος χαρακτηρισμὸς πρέπει νὰ ἦναι τὸ σθένος ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν δικαιωμάτων των, καθιεροῦμεν τὴν μυστικότητα τῆς γνώμης. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ δοθὲν δικαίωμα εἰς τὸ σῶμα τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου πρὸς ἐκλογὴν τῶν συναδέλφων των, ἐνασκηθὲν παρὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ διατάγματος, ὅπερ ἀπένειμεν αὐτοῖς τὸ δικαίωμα, καὶ ὅπερ ἐνόει ν’ ἀποφαίνωνται ἠτιολογημένως, διότι οὗτοι, παραβιάζοντες αὐτὸ, ἀποφαίνονται διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας, τὸ δικαίωμα, λέγω, τοῦτο ἐν τῇ ἐνασκήσει του κατήντησεν ὄνειδος ἀληθὲς, καὶ παράδειγμα ὀλέθριον εἰς τὴν κοινωνίαν, πόσον κακῶς ἐποιήσαντο οἱ ἀνώτατοι ἐπιστήμονες χρῆσιν τοῦ δικαιώματός των. Ἐν ταῖς μυστικαῖς ψηφοφορίαις τὰ ἀποτελέσματά εἰσιν ὅλως ἀλλοῖα ἐκείνων, ἅτινα θὰ εἴχομεν, ἐὰν ἐγίνοντο φανεραὶ καὶ ἠτιολογημέναι ψηφοφορίαι. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ συναδέλφου, δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι τιθεμένη εἰς ψηφοφορίαν κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, θὰ τύχῃ συζητήσεως καὶ ἴσως δικαιοσύνης ἐν τῇ Βουλῇ.
§431ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἂς εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν. Ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὴν δικαιολογίαν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ περιλαμβάνηται εἰς τὴν ἀπόφασιν, αὕτη δὲν ἀπαγορεύεται· δύναται νὰ δικαιολογηθῇ, διατὶ μετατίθεται, διατὶ παύεται, διατὶ προβιβάζεται δικαστής. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικὸν, ἡ πεῖρα ἀποδεικνύει ἐν Ἑλλάδι, ὅτι τὰ προσωπικὰ ζητήματα λύονται ἐπιτυχῶς, μόνον ὅταν ἡ ψῆφος ἦναι μυστική· ἐν τῇ φανερᾷ ψηφοφορίᾳ ἀπέτυχον οἰκτρῶς, διότι γνωρίζομεν καὶ τὸν χαρακτῆρα ἡμῶν καὶ τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς πιέσεις κλπ. Ἐὰν δὲν ἦναι ἀνελεύθερον διὰ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίζῃ μυστικῶς τὰ προσωπικὰ ζητήματα, εἶναι ἀνελεύθερον νὰ ψηφίζῃ ὁ δικαστής; Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ψηφίσωμεν ζητήματα προσωπικὰ διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας, οὐδέποτε θὰ ἀπεῤῥίπτοντο. Ἐὰν θέλωμεν τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ἀνεξάρτητον, πρέπει νὰ καθιερώσωμεν μυστικὴν ψηφοφορίαν, ὅπως συμπληρώσωμεν τὸ ἔργον τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν δικαστῶν, ἄλλως τὸ ἔργον ἡμῶν μένει ἀτελές.
§432ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς, ὑποστηρίζων τὴν γνώμην αὑτοῦ περὶ τῆς διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας ἐκλογῆς τῶν δικαστῶν καὶ προβιβασμοῦ πρωτοδίκου εἰς ἐφέτην, ἐνόμισεν ὅτι πρόκειται περὶ προσωπικοῦ ζητήματος, καὶ ὑπεστήριξεν, ὅτι, ὡς ἐπὶ παντὸς προσωπικοῦ ζητήματος, οὕτω καὶ ἐνταῦθα δέον νὰ δίδηται ἡ λύσις διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας. Ὁ κ. συνάδελφος δὲν διέγνω, τίς ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθετήματος· νομίζει, ὅτι πρόκειται περὶ προσωπικῶν ζητημάτων, οἷα συναντῶμεν εἰς τὰς ἐκλογὰς, τὰς γιγνομένας ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἢ ἄλλων σωματείων· πρόκειται καθαρῶς περὶ διοικήσεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι ζήτημα διοικήσεως, ἀναγκαίως, κατὰ τὸ Σύνταγμα, πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸν ὑπεύθυνον. Ἡ μυστικὴ ψῆφος εἶναι ψῆφος ἄνευ αἰδοῦς, ἡ δὲ ἄνευ αἰδοῦς ψῆφος εἶναι ψῆφος ἄνευ εὐθύνης, ἡ δὲ ἄνευ εὐθύνης ψῆφος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι εἰλικρινὴς καὶ δικαία. Ἡ ψῆφος λοιπὸν πρέπει νὰ ᾖναι φανερὰ διὰ τοὺς μέλλοντας νὰ ἀναλάβωσι τὴν διοίκησιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, τῆς μεγαλειτέρας ἐξουσίας τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία δρᾷ ἐπὶ τῶν ἀτομικῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν, καὶ ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ διοίκησις ταύτης, πρέπει νὰ ἔχωσι πεποίθησιν εἰς τὴν γνώμην αὐτῶν καὶ σθένος, ἵνα τὴν γνώμην των ταύτην ὑποστηρίξωσιν ἐν τῷ φανερῷ. Ὄπισθεν τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας ἕκαστος δύναται νὰ κατανοήσῃ τί δύναται νὰ συμβῇ. Ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἔλεγχος, ἕκαστος δύναται νὰ ῥίψῃ τὸ βάρος τῆς εὐθύνης εἰς τὸν ἄλλον· διὰ τοῦτο, ἐὰν δὲν πρόκηται νὰ ψηφοφορηθῇ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἡ πρότασις, θέλω ὁμιλήσει διὰ μακρῶν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ κἀνεὶς, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην.
§433ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρατηρῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῶσι πολλοὶ, κηδόμενοι τοῦ δικαστικοῦ σώματος καὶ ἐπιθυμοῦντες τὴν ἐπιτυχίαν τῆς γενομένης δοκιμῆς, νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν γνώμην τῆς μυστικότητος. Ὡς πρὸς τὴν προαγωγὴν μάλιστα, εἰς οὐδὲν σῶμα καὶ εἰς οὐδὲν Κράτος καθιερώθη μυστικὴ ψηφοφορία, καὶ δὴ τοσοῦτον ἀπόλυτος καὶ τοσοῦτον πρὸς τὴν ἄλλην ἡμῶν νομοθεσίαν ἀσύμφωνος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει, τὸ ἄρθρον 8).
§434ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§435ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου τούτου, μετὰ τὰς λέξεις «νὰ προκληθῇ ἐκ νέου τοιαύτη», παρακαλῶ νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «εἰμὴ μετὰ διετίαν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης).
§436ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§437ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μετὰ τὰς ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ λέξεις «εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ ἄρθρου 12 ἐδαφ. βʹ» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «τοῦ νόμου τούτου». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 11 καὶ 12).
§438ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 13 καταργεῖται. Ἑπομένως τὸ ἄρθρον 14 γίνεται 13 καὶ τὸ Κεφάλαιον Εʹ γίνεται Κεφάλαιον Δʹ, τὸ δὲ ἄρθρον 15 γίνεται 14, καὶ τὸ «Κεφάλαιον Ϛʹ ἄρθρον 16» γίνεται «Κεφάλαιον Εʹ ἄρθρον 15». (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς μετεῤῥυθμίσθησαν, τὰ ἄρθρα 13 καὶ 14 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§439ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκεται).
§440ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μετὰ τὴν λέξιν «Καταργοῦνται» νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «τὰ ἄρθρα 2, 3 καὶ 4 τοῦ ἀπὸ 31 Δεκεμβρίου 1877 ΣΞϚʹ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων», καὶ ἀντ’ αὐτῶν νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις «τὸ ἄρθρον 9 τοῦ ἀπὸ 31 Δεκεμβρίου 1877 ΣΞϚʹ νόμου». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 15, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Μεθ’ ὃ γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, εἰς αʹ συζήτησιν).
§441ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταστάσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπαγομένων ὑπηρεσιῶν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτά, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 1–17).
§442ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 18 (ἀναγινώσκεται).
§443ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ δευτέρα παράγραφος, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Οἱ Νομάρχαι δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς περὶ ἀπολύσεως διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 18 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης).
§444ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 19 (ἀναγινώσκεται).
§445ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ ἄρθρον αὐτὸ πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οἱ Διευθυνταὶ καὶ οἱ λοιποὶ ὑπάλληλοι τῶν Νομαρχιῶν διορίζονται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου. Ἡ περὶ διαγωνισμοῦ διάταξις τοῦ ἄρθρου 1 δὲν ἐφαρμόζεται ὡς πρὸς τοὺς γραφεῖς τῶν Νομαρχιῶν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 19, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτά, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 19–25).
§446ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 26.
§447ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐδῶ πρέπει νὰ προστεθῇ: «Τμῆμα Θʹ. Σχολεῖον τῶν Βιομηχάνων τεχνῶν, Γεωργικὰ σχολεῖα. Ἄρθρον 26. Τὸ προσωπικὸν τοῦ σχολείου τῶν Βιομηχάνων τεχνῶν καὶ τῶν Γεωργικῶν σχολείων διορίζεται κατὰ τοὺς εἰδικοὺς νόμους ΑΦΜΑʹ τῆς 27 Μαΐου 1887, ΑΦΜΒʹ τῆς 28 Μαΐου 1887 καὶ ΑΩϞΕʹ τῆς 18 Φεβρουαρίου 1891». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν προστεθὲν ἄρθρον 26, ὡς ἀνεγνώσθη ὑπ’ αὐτοῦ. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 26–29 τοῦ νομοσχεδίου, λαβόντα τὴν θέσιν ἄρθρων 27–30 τοῦ ψηφιζομένου).
§448ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 30, τὸ ὁποῖον λαμβάνει τὴν θέσιν ἄρθρου 31. (Ἀναγινώσκεται).
§449ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐνταῦθα νὰ προστεθῇ δευτέρα παράγραφος, ἔχουσα ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οἱ γραφεῖς τῶν Νομαρχιῶν καὶ οἱ βοηθοὶ καὶ γραφεῖς τῶν Ὑγειονομείων δὲν δύνανται νὰ μετατεθῶσιν εἰς τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 31 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 32–35).
§450ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 36 (ἀναγινώσκεται).
§451ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου τούτου πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οἱ στερούμενοι τῶν κατὰ τὸν παρόντα νόμον προσόντων, ἀλλὰ διατελέσαντες πρὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ ἐν οἱᾳδήποτε ὑπηρεσίᾳ, ὑπαγομένῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, δύνανται νὰ διατηρηθῶσιν ἐν ᾗ θέσει κατέχουσιν, ἢ νὰ διορισθῶσιν ἐν ᾗ θέσει κατεῖχον, ἢ ὁμοιοβάθμῳ αὐτῆς, ἀλλ’ ἐν τῷ αὐτῷ κλάδῳ, προάγονται δὲ κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ παρόντος νόμου». Νὰ προστεθῶσι δὲ, ἀμέσως μετὰ ταῦτα, τὰ ἑξῆς: «Οἱ διατελέσαντες ἐν τῇ Διοικητικῇ Ἀστυνομίᾳ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς πολιτικοὶ ὑπάλληλοι παντὸς βαθμοῦ, καθὼς καὶ οἱ ὑπὸ τοῦ νόμου ΨΜΘʹ τοῦ ἔτους 1862 προβλεπόμενοι ὑπάλληλοι, δύνανται νὰ διορισθῶσιν ἐν ὁμοιοβάθμοις θέσεσιν ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ταῖς Νομαρχίαις καὶ τοῖς Ὑγειονομείοις καὶ Λοιμοκαθαρτηρίοις, προάγονται δὲ κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ παρόντος νόμου». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 36, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτά, ὡς ἔχουσι, τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου).
§452ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, τὸ σύνολον νὰ μείνῃ δι’ αὔριον.
§453ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα, διὰ νὰ γείνῃ ἀνατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη.
§454ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§455ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως.
§456ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῶν προξενικῶν νόμων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει, τὸ ἄρθρον 1).
§457ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§458ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 45, τοῦ τροποποιοῦντος τὸ ἀντίστοιχον ἄρθρον τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ἀντὶ τῶν λέξεων «μετὰ διετῆ εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν» νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις «μετὰ διετῆ εὐδόκιμον πραγματικὴν ἐν προξενικῇ θέσει ὑπηρεσίαν». Ἀμέσως δὲ κατόπιν προτείνω νὰ προστεθῇ ἄρθρον 3 ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 3. Ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 45 τοῦ ΧΝϚʹ νόμου, ὡς ἐτροποποιήθη ἀνωτέρω, διετὴς ὑπηρεσία λογίζεται πραγματικὴ ἐν τῇ θέσει ὑπηρεσία ὡς πρὸς τοὺς ἤδη προηγμένους εἰς θέσιν γραμματέως Προξενείου, καὶ ἂν διήνυσαν τὸν χρόνον ἀπεσπασμένοι εἰς τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ προστεθὲν ἄρθρον 3, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τρίτην συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη).
§459ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἄλλοτε ἀπηύθυνα παρομοίαν σύστασιν, καὶ τώρα νομίζω ὅτι ἔτι μᾶλλον ὀφείλω νὰ πράξω τοῦτο, καθόσον προστίθεται καὶ εἷς νέος νόμος εἰς τοὺς ὑπάρχοντας ἤδη προξενικούς. Εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, ὅπως κωδικοποιηθῶσιν οἱ νόμοι αὐτοὶ καὶ καταστῶσιν εὔχρηστοι.
§460ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ ἐργασία αὕτη ἤρχισεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, καὶ ἐλπίζω κατὰ τὴν ἐρχομένην Σύνοδον νὰ παρουσιάσω τοὺς νόμους ὅλους κωδικοποιημένους.
§461ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοργανισμοῦ τῶν σχολείων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ καταργήσεως τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν).
§462ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ὑποδιδασκαλείων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτά, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 1–9).
§463ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§464Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ πρώτῳ ἐδαφίῳ, ἀντὶ τῶν λέξεων «Νὰ ἔχωσι τόσας γνώσεις, ὅσας ἔχουσιν οἱ τῆς πρώτης τάξεως τοῦ Γυμνασίου καλοὶ μαθηταί», νὰ τεθῇ «Νὰ ἔχωσιν ἀπολυτήριον Σχολαρχείου». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10 μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτά, ὡς ἔχουσι, τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§465ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 1 καὶ 25′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον.