1892.07.04
2,674 rows · 20,185 words · 184 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32
τῆς 4 Ἰουλίου 1892.
(Σάββατον).
Ὥρᾳ 10 π. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ἀκολούθως προσελθὼν ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον ὁ ἄρτι ἀφικόμενος βουλευτὴς Καρυστίας κ. Π. Λεβέντης).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρὸς μελέτην τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ἐξ 21 μελῶν συνελθοῦσα διῃρέθη εἰς τρία τμήματα, ἅτινα ὠνόμασαν ἤδη καὶ τοὺς εἰσηγητάς των. Παρακαλῶ τὰ τμήματα ταῦτα τῆς ἐπιτροπῆς νὰ συνέλθωσι μετὰ μεσημβρίαν, ὥρᾳ 5, ὅπως ἀρχίσωσι τὰς ἐργασίας των.
§2ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μᾶς δώσῃ προθεσμίαν 15 ἡμερῶν, διότι τὸ πενθήμερον εἶναι ἀνεπαρκές.
§3Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχομεν καιρόν. Ἡ Βουλὴ ἔδωκε προθεσμίαν 5 ἡμερῶν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν, ὅπως αἱ ἐπιτροπαὶ ὑποβάλωσι τὰς ἐκθέσεις των ἐντὸς 5 ἡμερῶν.
§5ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἄλλως τε, κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ ἐξαρτᾶται καὶ ἀπὸ τὰς διαφόρους ἐπιτροπάς. Ἐγὼ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φυγοδικίας, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέλος καὶ εἰσηγητὴς εἶναι ὁ κ. Χατζῖσκος, θέλει δυνηθῆ ἐντὸς 5 ἡμερῶν νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας κ. Μπουφίδης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν καταστροφὴν τοῦ ἐν Λεβαδείᾳ φράγματος ὑπὸ τὸ ὄνομα «Ἰκρόρα». Ὁ κ. Καρατζᾶς ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§7ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, τηλεγράφημα ἀπευθυνόμενον πρὸς τοὺς συναδέλφους μου ἐκ Μεσσήνης καὶ πρὸς ἐμέ, μὲ φέρει ἐπὶ τὸ βῆμα. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἀνάγνωσις αὐτοῦ (ἀναγινώσκει): «Συστήσατε εἰς τὴν Σ. Κυβέρνησιν ἀπόλυτον ἀνάγκην καθαρισμοῦ παρὰ τὸν Πάμισον τάφρου Μάρτας καὶ πρὸς χάριν ὑγείας πόλεως, ἀπειλουμένης σοβαρῶς κατὰ τὸ θέρος ὑπὸ λιμναζόντων, καὶ πρὸς σωτηρίαν ὑπολειπομένων κτημάτων ἀπὸ πλημμύρας. Σιδηροδρομικὴ γραμμὴ ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἐκτελεσθησόμενον παρὰ τὴν Γύραν ἔργον διὰ νὰ σώσῃ περιφερείας ... ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε κίνδυνος ἐπίκειται, ἂν δὲν καθαρισθῇ Μάρτα, νὰ κατακλυσθῇ ὑπὸ πλημμύρας καὶ αὐτὴ ἡ πόλις.» (Ἕπονται πλεῖσται ὑπογραφαί). Συνιστῶν, κύριοι Βουλευταί, τὴν δικαίαν ταύτην αἴτησιν τῶν συμπολιτῶν μου, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίᾳ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως λάβῃ σύντονα μέτρα πρὸς πρόληψιν τοῦ ἀπειλοῦντος τὴν ὑγείαν τῶν πολιτῶν κινδύνου καὶ πρὸς διάσωσιν τῶν ἐκ τῆς πλημμύρας περισωθέντων κτημάτων. Ἀναγνωρίζων, κύριοι Βουλευταί, τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, τὰς ὁποίας διέρχεται ἡ Πολιτεία, δὲν θὰ ἠξίουν τὴν ταχεῖαν πραγματοποίησιν τῆς αἰτήσεως τῶν συνδημοτῶν μου, ἂν μὴ εἰδικὸς περὶ τούτου νόμος προέβλεπεν. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις κατὰ τὸ 1888 ὑπέβαλε νόμον, τὸν νόμον ᾼΧΜΖʹ, περὶ ἐκτελέσεως ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῇ κοιλάδι τοῦ Παμίσου. Διὰ τοῦ νόμου τούτου, ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐπεβλήθη φόρος ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων προϊόντων, τὸ δὲ χρηματικὸν ποσὸν, τὸ ἐκ τοῦ φόρου τούτου συλλεγόμενον, ὡρίσθη νὰ χρησιμεύσῃ ἀποκλειστικῶς διὰ τὰ ἐν τῇ κοιλάδι τοῦ ποταμοῦ Παμίσου ἔργα. Ἡ τάφρος Μάρτα κεῖται ἐπὶ τοῦ λεκανοπεδίου τοῦ Παμίσου, ἡ δὲ πρὸς καθαρισμὸν αὐτῆς ἀπαιτηθησομένη δαπάνη νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰς 3,000 δραχμάς. Φρονῶ δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται διὰ συμπληρωματικοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ περιλάβῃ εἰς τὸ κατακυρωθὲν καὶ ἐγκριθὲν τμῆμα καὶ τὸ μέρος τοῦτο, διότι τὸ ποσὸν, μέχρις οὗ συντελεσθῇ τὸ κατακυρωθὲν καὶ ἐγκριθὲν τμῆμα, θέλει ἐπαρκέσει. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περὶ ἐκτελέσεως ὑδραυλικῶν ἔργων, ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν αἴτησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον πρό τινων ἡμερῶν, περὶ ἄρσεως τῆς γιγνομένης ἀδικίας εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης. Ὁ ψηφισθεὶς νόμος, κύριοι Βουλευταί, ἐπιβάλλει ἄνισον φορολογίαν εἰς τὰς δύο ἐπαρχίας. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης ἐπιβάλλει πολὺ μεγαλειτέραν φορολογίαν τῆς εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καλαμῶν ἐπιβαλλομένης, μολονότι τὰ ὀφέλη τῆς ἐπαρχίας Καλαμῶν, ἂν δὲν ἦναι περισσότερα, εἶναι τοὐλάχιστον ἴσα. Οὕτω λ. χ. ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καλαμῶν ἐπιβάλλει φόρον, εἰσπρακτέον εἰς τὸ τελωνεῖον Καλαμῶν, ἐπὶ μὲν τῆς σταφίδος 1 δραχμὴν εἰς ἑκάστην χιλιάδα ἑνετικῶν λιτρῶν, ἐπὶ τῶν σύκων 10 λεπτὰ δι’ ἕκαστον στατῆρα, καὶ ἐπὶ ἑκάστης βαρέλας ἐλαίου 20 λεπτὰ, ἐνῷ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης ἐπιβάλλει φόρον, εἰσπρακτέον ἐν τῷ ὑποτελωνείῳ Μεσσήνης, 1½ δραχμὴν ἐπὶ ἑκάστης χιλιάδος ἑνετικῶν λιτρῶν σταφίδος, 20 λεπτὰ ἐπὶ ἑκάστου στατῆρος σύκων, καὶ 40 λεπτὰ ἐπὶ ἑκάστης βαρέλας ἐλαίου. Ὥστε, ὡς βλέπετε, καταντᾷ τὸ διπλάσιον νὰ πληρόνῃ ἡ ἐπαρχία Μεσσήνης. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ πρὸς ἄρσιν τῆς ἀδικίας ταύτης.
§8ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, οὔτε θὰ ἀπησχόλουν τὴν ὑμετέραν προσοχὴν, μάλιστα μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου κ. Καρατζᾶς, καθόσον γνωρίζω πόσον πολύτιμος εἶναι ὁ χρόνος, τὸν ὁποῖον ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἔχει ἐνώπιόν της, ὅπως ἐπιτελέσῃ τὰ ἔργα της, δὲν θὰ ἐλάμβανον, λέγω, τὸν λόγον, ἂν δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀντικειμένου καιρίως ἐνδιαφέροντος τά τε τοπικὰ συμφέροντα τῶν ἐπαρχιῶν Μεσσήνης καὶ Καλαμῶν καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἂν δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀντικειμένου, ὅπερ ἀποβαίνει ζήτημα ζωῆς ἢ θανάτου διὰ τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης. Καὶ μὴ νομίσετε τοῦτο ὑπερβολὴν, κύριοι Βουλευταί· ἀκριβῶς πρόκειται περὶ ζωῆς ἢ θανάτου, οὐ μόνον ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ὑγιεινὴν, ἐκ τῆς ἐκτελέσεως ἢ μὴ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῇ κοιλάδι τοῦ ποταμοῦ Παμίσου. Ἡ κοιλὰς αὕτη, ἐκτεινομένη ἀπὸ τῆς Ἰθώμης μέχρι τοῦ μυχοῦ τοῦ Μεσσηνιακοῦ κόλπου, διαῤῥέεται ὑπὸ τοῦ ποταμοῦ Παμίσου καὶ τινων ἄλλων μικροτέρων ποταμίων, συμβαλλόντων εἰς τὸν Πάμισον· ἀνέκαθεν δὲ ἡ κοιλὰς αὕτη ὑπῆρξε πηγὴ πλούτου ἀνεκμετάλλευτος καὶ διὰ τοὺς ἰδιώτας καὶ διὰ τὸ Δημόσιον αὐτό. Διότι ἐτήσιαι διαρκεῖς πλήμμυραι κατακλύζουσιν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν τὸ ἔδαφος τῆς κοιλάδος ταύτης, ὥστε ποῦ μὲν καθιστῶσιν αὐτὸ ἀνεπιτήδειον εἰς παντὸς εἴδους καλλιέργειαν, ἀλλαχοῦ δὲ δὲν ἐπιτρέπουσιν οὐδεμίαν καλλιέργειαν, πολλαὶ δὲ χιλιάδες στρεμμάτων γῆς μένουσιν ἀκαλλιέργητοι πρὸ ἀμνημονεύτων ἐτῶν. Ἂν ὅμως, κατὰ τὴν γνώμην τῶν εἰδημόνων, ἐξετελοῦντο τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐκανονίσθησαν διὰ τοῦ νόμου τοῦ ὁποίου ἐμνήσθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, τοῦ νόμου ᾼΧΜΖʹ τοῦ 1888, ὄχι μόνον τὰ εἰσοδήματα τῶν καλλιεργουμένων ἤδη κτημάτων ἤθελον πολλαπλασιασθῆ, ὄχι μόνον τὰ κτήματα ἐκεῖνα, ἤδη καλλιεργούμενα ὡς ἀγροὶ ἀραβοσίτου, ἤθελον μεταβληθῆ εἰς πλουσίας φυτείας ἀμπέλων καὶ σταφιδαμπέλων, ἀλλὰ καὶ χιλιάδες ὅλαι στρεμμάτων γῆς, χέρσοι ἤδη, ἤθελον καλλιεργηθῆ, καὶ ἤθελον οὕτω προκύψει περιουσίαι οἱονεὶ ἐκ τοῦ μηδενός. Πάντως δὲ καὶ αἱ πρόσοδοι τοῦ Δημοσίου ἤθελον αὐξήσει καὶ ἡ ὑγεία τῶν περιοίκων ἤθελε βελτιωθῆ, αἰρομένων τῶν συνθηκῶν τῆς νοσηρότητος, αἱ ὁποῖαι καθιστῶσι τὸ κλίμα ἐκεῖνο κλῖμα φονικὸν, εἰς τὸ ὁποῖον πλεονάζουσιν οἱ ἑλειογενεῖς πυρετοὶ, οἱ ἀποδεκατίζοντες τὸν πληθυσμόν. Ἀληθῶς ἡ Κυβέρνησις, ἡ διέπουσα τὰ κοινὰ κατὰ τὸ 1888, πατρικῶς μεριμνῶσα περὶ τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν, ἀνέλαβε μετὰ φιλοτίμου ζήλου τὴν πρωτοβουλίαν τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθην, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐνεκρίθη ἡ ἐκτέλεσις ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῇ κοιλάδι τοῦ Παμίσου, ἐπεβλήθησαν δὲ εἰδικοὶ φόροι ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων προϊόντων ἐκ τοῦ ὑποτελωνείου Μεσσήνης καὶ τοῦ τελωνείου Καλαμῶν καὶ εἰδικαὶ εἰσφοραὶ ἐπὶ τῶν κτημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἤθελον ὠφεληθῆ ἐκ τῶν ἐκτελεσθησομένων ἔργων. Δυστυχῶς ὅμως, μολονότι ἐγένοντο αἱ ἀπαιτούμεναι προεργασίαι τῆς καταμετρήσεως καὶ σχεδιαγραφήσεως τῶν ἔργων, δὲν ἐξετελέσθη ἐξ αὐτῶν, εἰμὴ μόνον ἓν τμῆμα, ἤτοι δύο διώρυγες, αἵτινες δὲν ὠφελοῦσιν, εἰμὴ μόνον τὸν δῆμον Θουρίας καὶ τὸν δῆμον Ἄριος. Δὲν πρόκειται ἤδη, κύριοι Βουλευταί, περὶ ἐκτελέσεως ὁλοκλήρου τοῦ ἔργου, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκτέλεσις εἶναι ἡ εὐχὴ ἀμφοτέρων τῶν ἐπαρχιῶν Μεσσήνης καὶ Καλαμῶν. Πρόκειται ὅμως περὶ τῆς ἐκτελέσεως τμήματός τινος τοῦ ἔργου τούτου, τὸ ὁποῖον, δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον, ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐκανόνισεν, ὡς ἐν τῷ σχετικῷ σχεδιαγράμματι ἐκτίθεται. Ἐγὼ δὲν εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος τῆς κατὰ τμήματα ἐκτελέσεως τοῦ ὅλου ἔργου, διότι τὸ ὅλον ἔργον ἀπαιτεῖ δαπάνην, μὴ δυναμένην ἴσως νὰ ἐξευρεθῇ τόσον προχείρως, ὅσον ἡ διὰ τὰ τμήματα ἀναγκαία. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη, νομίζω, ὅταν κατὰ τμήματα ἐκτελῆται τὸ ἔργον, νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν τὸ συμφέρον ὅλης τῆς κοιλάδος, τουτέστι νὰ μὴ προκαλῶμεν ζημίαν μέρους τινὸς τῆς κοιλάδος διὰ τῆς ὠφελείας ἑτέρου μέρους. Ὅπως δὲ τὸ τμηματικὸν τοῦτο ἔργον ἔχει σχεδιογραφῆ καὶ προϋπολογισθῆ, καὶ ὅπως ἐγένετο ἡ δημοπρασία αὐτοῦ, πρόκειται νὰ κατασκευασθῇ πρόχωμα ἐπὶ τῆς ἀριστερᾶς ὄχθης τοῦ ποταμοῦ Παμίσου, καὶ νὰ διαπλατυνθῇ κατὰ τὴν αὐτὴν ἀπόστασιν ἡ κοίτη τοῦ ποταμοῦ. Ἀλλὰ διὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου τούτου τὰ ὄμβρια ὕδατα καὶ τὰ πηγαῖα, τὰ ὁποῖα κατακλύζουσι τὴν κοιλάδα, μὴ εὑρίσκοντα διέξοδον πρὸς τὴν ἀριστερὰν ὄχθην τοῦ ποταμοῦ, θέλουσι στραφῆ πρὸς τὴν δεξιάν. Πρὸς τὴν δεξιὰν ὄχθην εὑρίσκεται ἡ πόλις καὶ τὰ κτήματα τῆς Μεσσήνης. Λοιπὸν φυσικῶς ὄχι μόνον τὰ κτήματα θέλουσι ζημιωθῆ, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ πόλις ἴσως κινδυνεύσει διότι καὶ ὁρμητικώτερα καὶ ἀφθονώτερα τὰ περιττεύοντα ὕδατα θέλουσι διευθυνθῆ πρὸς τὴν πόλιν.
§9ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Αὐτὸ ἔχει μελετηθῆ ὑπὸ τῶν μηχανικῶν.
§10ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, δὲν ἔχει μελετηθῆ τὸ τμηματικὸν αὐτὸ ἔργον μεμονωμένον, ἔχει μελετηθῆ τὸ ὅλον ἔργον, καὶ ἂν ἐξετελεῖτο τὸ ὅλον ἔργον, οὐδεὶς κίνδυνος βεβαίως θὰ προέκυπτεν ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ τμήματος αὐτοῦ, διότι ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ ὅλου ἔργου ἐξασφαλίζεται καὶ τοῦ μέρους ἡ ἐπιτυχία.
§11ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Τὸ ἔργον αὐτὸ ἤρξατο τῇ ἐνεργείᾳ καὶ τῇ ὑποδείξει τοῦ Κελλενὲκ, καὶ προϋπελογίσθη εἰς 375,000 δραχμάς.
§12ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνωρίζω τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καὶ δὲν λέγω, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ὅλου ἔργου θέλει ζημιώσει, λέγω ὅμως, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τμήματός τινος τοῦ ἔργου τούτου, ἂν δὲν συντελεσθῶσι καὶ ἄλλα τινὰ ἔργα, θέλει ζημιώσει μέρος τῆς κοιλάδος τοῦ ποταμοῦ, ἤτοι ὅτι, ἂν συντελεσθῇ τὸ πρόχωμα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ κατασκευασθῇ ἐπὶ τῆς ἀριστερᾶς ὄχθης τοῦ ποταμοῦ, κατὰ τὴν ἔκθεσιν, ἣν εἶπον, τὰ περιττεύοντα ὕδατα, τά τε ὄμβρια καὶ τὰ πηγαῖα, θέλουσι ῥεύσει φυσικὰ πρὸς τὴν ἀντίθετον ὄχθην, ὅπου κεῖται ἡ Μεσσήνη. Φυσικὰ λοιπὸν θὰ δημιουργήσωμεν κινδύνους ὄχι μόνον διὰ τὰ κτήματα, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν πόλιν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδίως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως καταρτίσῃ συμπληρωτικὸν προϋπολογισμὸν ἔργου τινὸς ἀσημάντου, τοῦ ὁποίου ἡ δαπάνη θὰ ἦναι μικρὰ καὶ ἡ χρησιμότης μεγίστη, ἤτοι τοῦ καθαρισμοῦ χάνδακός τινος, κειμένου πρὸς τὴν δεξιὰν ὄχθην τοῦ Παμίσου, τοῦ χάνδακος τῆς Μάρτας, ὅστις ἀνοιγόμενος θὰ δυνηθῇ νὰ περιλάβῃ τὰ περιττεύοντα ὕδατα, τὰ ὑπερπηδῶντα τὴν δεξιὰν ὄχθην. Ὁ χάνδαξ οὗτος ἀληθῶς πρὸ τινων ἐτῶν εἶχεν ἀποφασισθῆ, ὅπως καθαρισθῇ, εἶχε σχεδιογραφηθῆ τὸ ἔργον, ἀλλ’ ἔκτοτε ἔμεινεν ἀνεκτέλεστον, ἤδη δὲ παρουσιάζεται κατάλληλος εὐκαιρία, ἐκτελουμένου ἑνὸς τμήματος τοῦ ὅλου ἔργου, νὰ ἐκτελεσθῇ καὶ ἡ ἐκβάθυνσις καὶ ὁ καθαρισμὸς τοῦ χάνδακος ἐκείνου, ἔργον, ὅπερ θὰ ἦναι ἡ σωτηρία τῶν κατοίκων τῆς Μεσσήνης. Ἐκ τῶν εἰδικῶν φόρων, οἵτινες ἐπεβλήθησαν ἐπὶ τῆς σταφίδος, τῶν σύκων καὶ τοῦ ἐλαίου, ἔχουσιν εἰσπραχθῆ ἀπὸ τὸ ὑποτελωνεῖον Μεσσήνης μόνον, ἀπὸ 20 Μαρτίου 1888, ὅτε ἤρχισεν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, μέχρι 10 Μαρτίου 1891, δραχμαὶ 105,800. Δὲν ὑπολογίζω ὅμως εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπραχθῇ ἐκ τῶν εἰδικῶν εἰσφορῶν, τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς τὰ κτήματα ἐκεῖνα, ἅτινα θέλουσιν ὠφεληθῆ ἐκ τῶν ἐκτελεσθησομένων ἔργων. Ὅταν εἰσπραχθῶσιν αἱ εἰσφοραὶ αὗται, συγχρόνως δὲ ὑπολογισθῆ καὶ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰσπράττεται εἰς τὸ τελωνεῖον Καλαμῶν καὶ διὰ συμπληρωτικοῦ νόμου ἐπιβληθῆ εἰς τὰ διὰ τοῦ τελωνείου Καλαμῶν ἐξαγόμενα προϊόντα ἡ αὐτὴ φορολογία, ἥτις ἐπεβλήθη ἐν Μεσσήνῃ, ὑποθέτω ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ἐτησίως εἰσπραχθησόμενον, θέλει ἐξαρκέσει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον προβλέπει ὁ νόμος, καὶ τὸ ὁποῖον θέλει συνομολογήσει ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Ὥστε οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ὅπως ἐπὶ πλέον ἀναβάλληται ἡ ἐκτέλεσις ἔργου αὐτὸ τοῦτο σωτηρίου.
§13ΑΛΚΙΒ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως, Κύριοι, περὶ τοῦ καθαρισμοῦ τῆς τάφρου Μάρτας πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς ὅλης ἀποξηράνσεως τῆς κοιλάδος τοῦ Παμίσου, καθόσον εἰς τὴν κοιλάδα ταύτην ὑπάγονται καὶ ἔχουσι σχέσιν τρεῖς βάλτοι, ὁ βάλτος τῆς Μακαρίας, ὁ τοῦ Ἀσλάναγα καὶ ὁ τοῦ Ἁγίου Φλώρου (Σκάλας), οἱ ὁποῖοι σχεδὸν κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης, τὸ δὲ ἄλλο μέρος εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καλαμῶν. Ἂν οἱ βάλτοι οὗτοι ἀποξηρανθῶσι, μέγας πλοῦτος θέλει εἰσρεύσει εἴς τε τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὰς γαίας ἐκείνας, διότι τὸ πλεῖστον μέρος τῶν γαιῶν ἐκείνων μένει ἤδη ἀκαλλιέργητον, ἐνῷ ὅλα τὰ ἄλλα μέρη τῆς Μεσσήνης εἶναι κατάφυτα καὶ καλλιεργημένα. Ἑπομένως ἐκ τῆς ἀποξηράνσεως τῶν τριῶν αὐτῶν βάλτων, θέλει ἔχει μέγα συμφέρον τὸ Δημόσιον, διὰ τὴν ἀποξήρανσιν δι’ αὐτῶν ἔχει γείνῃ εἰδικὸς νόμος καὶ ἔχει ἐπιβληθῆ εἰς τὰ προϊόντα τῶν πέριξ δήμων φόρος, ὅστις εἰσπράττεται ἀπὸ τοῦ 1888 εἰς τὰ τελωνεῖα, καὶ διὰ τῶν χρημάτων αὐτῶν καὶ διὰ δημοσίων δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἀποξήρανσις. Ἐκτὸς τούτου ἔλαβον καὶ μίαν ἀναφορὰν ἀπὸ τὴν κοινότητα Τζεφερεμένης, ἡ ὁποία ζητεῖ τὴν γεφύρωσιν τοῦ ποταμοῦ Παμίσου, ἐν τῇ θέσει Πίρνακι τοῦ δήμου Οἰχαλίας. Ἡ γέφυρα αὕτη εἶχε κατασκευασθῆ ἄλλοτε, ἀλλὰ δυστυχῶς πρὸ τῆς παραδόσεως αὐτῆς παρεσύρθη ἀπὸ τὸν ποταμὸν, καὶ πολλάκις, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῆς γεφύρας, ἐπνίγησαν ἄνθρωποι. Ἡ γέφυρα αὕτη ἀνήκει εἰς τὴν ἡμιτελῆ ἐπαρχιακὴν μικρὰν ὁδὸν ἀπὸ τῆς πόλεως Μεσσήνης μέχρι Τσουκαλεΐκων, τὴν ὁποίαν καὶ μόνην ἔχει ἡ ἐπαρχία Μεσσήνης καὶ οὐδεμίαν ἄλλην, καὶ ἄνευ αὐτῆς τῆς γεφύρας οὐδεμία συγκοινωνία δύναται νὰ ὑπάρξῃ διὰ τῆς ὁδοῦ ταύτης. Ἀμφότερα λοιπὸν τὰ ζητήματα ταῦτα, τὸ μὲν ἀναγόμενον εἰς τὴν ἀποξήρανσιν τῶν βάλτων, τὸ δὲ εἰς τὴν συγκοινωνίαν, συνιστῶμεν εἰς τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν καὶ παρακαλοῦμεν νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα, διότι ἄνευ αὐτῶν μεγάλα παραβλάπτονται συμφέροντα τοῦ τε Δημοσίου καὶ τῆς Μεσσήνης, ἡ ὁποία τοσαῦτα ἑκατομμύρια φόρους συνεισφέρει εἰς τὸ Δημόσιον, ὅσα οὐδεμία ἄλλη ἐπαρχία, καὶ ὅμως στερεῖται ὅλων τῶν ἀγαθῶν αὐτῶν, διότι ὅλα τὰ χωρία αὐτῆς συγκοινωνοῦσι διὰ τῶν ἀτραπῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον ἐπὶ Τουρκοκρατίας, καὶ πολλάκις ἀναγκάζονται οἱ ἄνθρωποι νὰ ἔχωσι τὰ προϊόντα αὐτῶν κεκλεισμένα εἰς τὰς οἰκίας των, χωρὶς νὰ δύνανται νὰ τὰ μεταφέρωσιν εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ πωλήσωσιν αὐτὰ, καὶ μάλιστα πολλὰ χωρία, τὰ ὁποῖα ἐξάγουσι περὶ τὸ ἓν ἑκατομμύριον ὀκάδων σταφίδος καὶ σύκων, ζημιοῦνται σπουδαίως, χιλιάδας δραχμῶν, ὡς ἐκ τῆς πληρωμῆς μεγάλων ἀγωγίων.
§14ΣΤΑΗΣ. Καταθέτω ἐγγράφως δύο ἐπερωτήσεις, πρὸς συντομίαν τοῦ χρόνου. Ἡ πρώτη τῶν ἐπερωτήσεων σχετίζεται πρὸς τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, τὰ ἀφορῶντα τὴν μέσην παιδείαν. Διὰ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης θὰ δυνηθῶμεν ἀσφαλῶς νὰ ὑπολογίσωμεν τὸ εἰσπραχθησόμενον ποσὸν ἐκ τοῦ φόρου, τοῦ ἐπιβληθησομένου εἰς τοὺς φοιτῶντας ἐν τοῖς Ἑλληνικοῖς σχολείοις. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Παιδείας, καὶ ἀπόντος τούτου, τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, πόσοι μαθηταὶ ἐνεγράφησαν κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν ἐν ἑκάστῃ τῶν τριῶν τάξεων ἑκάστου τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων κατὰ δήμους καὶ κατ’ ἐπαρχίας, εἴτε πλήρων εἴτε μή, εἴτε δημοσίων εἴτε μὴ δημοσίων, πόσοι αὐτῶν ἀπελύθησαν κατὰ τὸ διάστημα τῆς πενταετίας ταύτης, πόσοι προήχθησαν, καὶ ἐξ αὐτῶν πόσοι προσῆλθον εἰς εἰσιτήριον δοκιμασίαν ἐν τοῖς δημοσίοις καὶ ἰδιωτικοῖς Γυμνασίοις, καὶ πόσοι ἐξ αὐτῶν ἐγένοντο δεκτοί. Διὰ τῆς δευτέρας ἐπερωτήσεως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, πόσαι μέχρι τοῦδε ἐξεδόθησαν ἄδειαι κυνηγετικαί, ἐτήσιαι καὶ τριμηνιαῖαι, καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος καὶ κατ’ ἐπαρχίαν, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἐψηφίσθη ὁ νόμος ΑΧΚΕʹ, δι’ οὗ τὸ τέλος τῆς κυνηγετικῆς ἀδείας ἀνεβιβάσθη εἰς δραχ. 20 κατ’ ἔτος καὶ 10 κατὰ τριμηνίαν· διότι, καθ’ ἃς ἔχω ἐξωδίκως πληροφορίας, τὰ ἔσοδα τὰ ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἠλαττώθησαν διὰ τῆς αὐξήσεως ταύτης. Δυνάμεθα μάλιστα δι’ ἁπλουστάτου τρόπου νὰ ἐπαυξήσωμεν τὴν εἴσπραξιν τὴν ἐκ τοῦ φόρου τούτου, ἂν κανονισθῇ εἰς 12 δραχ. τὸ ἐτήσιον τέλος τῆς κυνηγετικῆς ἀδείας, καὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκδίδωνται μηνιαίως αἱ κυνηγετικαὶ ἄδειαι ἢ καὶ κατὰ τριμηνίαν, ἐπὶ τῷ ἀναλόγῳ τῶν 12 δραχμῶν τιμήματι· διότι, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ τῆς κυνηγετικῆς ἀδείας, οὐ μόνον τὸ Δημόσιον ζημιοῦται, ἀλλὰ καὶ οἱ πλεῖστοι τῶν χωρικῶν συνειθίζουσιν εἰς τὴν παράβασιν τοῦ νόμου, μὴ λαμβάνοντες, ἕνεκα τοῦ ὑπερβολικοῦ τέλους, κυνηγετικὴν ἄδειαν.
§15ΔΡΟΣΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ χθὲς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μαντινείας καὶ πρώην Πρωθυπουργός, ἀγορεύων, ἀνέφερεν, ὅτι ἐνήργησεν ἐκλογὰς ἐλευθέρας καὶ ἄνευ κυβερνητικῶν παροχῶν, καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον κατάλογον ὀνομαστικὸν τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ ναυτῶν, οἵτινες κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν μετέβησαν εἰς Πόρον χάριν τοῦ ὑποψηφίου, Ὑπουργοῦ τότε τῶν Οἰκονομικῶν, κ. Δεϊμέζη. Παραλείπω ν’ ἀναφέρω τὰς λοιπὰς παροχάς, τὰς ὁποίας ἐχορήγησεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν· εἶναι γνωστὰ εἰς τὸν τύπον καὶ ἐδημοσιεύθησαν ὅλα. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν πίνακα αὐτὸν τῶν κομματαρχίσκων ὑπαξιωματικῶν καὶ ναυτῶν, καὶ νὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ὁδὸν τοῦ καθήκοντος.
§16ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Προκειμένου, κύριοι Βουλευταί, νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ διαλύσεως τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω δύο λέξεις, ἐκφράζων, οὕτως εἰπεῖν, καὶ τὸ ἐμὸν παράπονον καὶ τὸ τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω. Ἡ Κυβέρνησις γνωρίζει καλῶς, ὅτι ἡ ἐπαρχία Οἰτύλου, ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου μέχρι σήμερον, δὲν ηὐτύχησε νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν ἁμαξιτὴν ὁδὸν, ἔστω καὶ ἑνὸς χιλιομέτρου· μόλις δὲ τελευταῖον ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη, συνεπείᾳ παρακλήσεώς μου καὶ παρακλήσεως τῶν κατοίκων τοῦ τόπου, διέταξε τὸν νομομηχανικὸν Μεσσηνίας, ὅπως χαράξῃ τὴν ἐπέκτασιν τῆς ὁδοῦ Καλαμῶν– Ἁλμυροῦ μέχρι τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου Ἀβίας, Κάμπου, καὶ ἐκεῖθεν, ὁριζοντίως διασχίζουσα τὴν ὅλην ἐπαρχίαν, νὰ καταλήγῃ εἰς τὸ ἕτερον αὐτῆς ἄκρον, τὸν Γερολιμένα. Πραγματικῶς ὁ διακεκριμένος μηχανικὸς κ. Ὅμηρος μετέβη ἐπιτοπίως, ἔκαμε τὰς δεούσας μελέτας, ἐχάραξε τὴν ὁδὸν καὶ ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον. Ἀλλ’ ἡ τότε Κυβέρνησις δυστυχῶς ἔπεσε, καὶ ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς τῆς ὁδοῦ ταύτης καὶ ἡ περαιτέρω περὶ αὐτῆς ἐνέργεια ἔμειναν χάρτης ἄγραφος, καὶ θὰ ἔμενον οὕτω, ἂν δὲν ἠναγκάζετο μετὰ ἓν ὁλόκληρον ἔτος ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις τοῦ κ. Δηλιγιάννη, συνεπείᾳ παραπόνων καὶ αἰτήσεων τῶν κατοίκων, νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν περὶ τῆς ὁδοῦ ταύτης προϋπάρξασαν ἐργασίαν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐκθέτουσα εἰς δημοπρασίαν τὸ πρῶτον τμῆμα τοῦ πρώτου μέρους τῆς ὅλης ὁδοῦ. Καὶ πράγματι ἀνέλαβεν ἐν δημοπρασίᾳ τὴν ἐργασίαν ὁ ἐργολάβος κ. Μαντᾶς, καὶ οὕτως ἔχομεν ἤδη τὸ πρῶτον τμῆμα ἀποπερατωμένον, ἀλλ’ ἐν πλήρει ἀχρηστίᾳ, διότι μετὰ τοῦτο αἱ περαιτέρω ἐργασίαι ἔπαυσαν, ἐνῷ δυστυχῶς τὸ τμῆμα τοῦτο λήγει ἐπὶ βουνοῦ, μακρὰν τῶν κατοικουμένων μερῶν, καὶ οὕτω γίνεται, κύριοι Βουλευταί, μέγα κακὸν εἰς τὸν τόπον, διότι καταλήγουσα ἡ ὁδὸς ἐκεῖ, καὶ ἄνευ ἀποτελέσματος καὶ σκοποῦ εἶναι, καὶ τὸ Δημόσιον μάτην ἐδαπάνησε περὶ τὰς 60,000 δραχμῶν, καὶ ἡ ἐπαρχία Οἰτύλου ὁλόκληρος ἐγκαταλείπεται καὶ πάλιν ἄνευ συγκοινωνίας, ὄχι μόνον ἐσωτερικῶς, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν πόλιν τῶν Καλαμῶν, ἥτις εἶναι καὶ δι’ ὁλόκληρον τὴν ἐπαρχίαν καὶ διὰ τὸν δῆμον Ἀβίας, ἐκτὸς τῶν δικαστικῶν λόγων,— διότι ἡ ἐπαρχία Οἰτύλου δικαστικῶς εἰς Καλάμας ὑπάγεται, —ὁ τόπος τῆς καταναλώσεως τῶν πολλαπλῶν ζωτικῶν προϊόντων της καὶ τὸ κέντρον τοῦ ἐμπορίου αὐτῆς. Ἑπομένως ἡ ἀποπεράτωσις τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ὁδοῦ ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν ἐν γένει ὕπαρξιν τῆς ὅλης ἐπαρχίας, καὶ ἐντεῦθεν τὸ μέγα καὶ δίκαιον ὑπὲρ αὐτῆς ἐνδιαφέρον μου. Θὰ παρακαλέσω ὅθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ὁδοῦ ταύτης, ὅπως καὶ ὁ τόπος ἐκεῖνος μὴ ἀγανακτῇ, ὁ ὁποῖος οὐδὲ ἓν χιλιόμετρον ἁμαξιτῆς ὁδοῦ ἔχει, καὶ μὴ ἀπολεσθῶσιν ἀδίκως καὶ αἱ ἑξήκοντα χιλιάδες δραχμαί, αἱ ὁποῖαι ἐδαπανήθησαν εἰς τὴν ὁδὸν ταύτην. Ἂν δὲ δὲν ἦναι δυνατὸν ἤδη ν’ ἀποπερατωθῇ ὁλόκληρος ἡ ἀπὸ Ἁλμυροῦ μέχρι Γερολιμένιου ὁδὸς, ἢ καὶ διὰ Β. Διατάγματος θεωρηθεῖσα δημοσία, τοὐλάχιστον νὰ φθάσῃ μέχρι τῆς κωμοπόλεως Κάμπου κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, ἐπιφυλασσομένης τῆς περαιτέρω ἀποπερατώσεως διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος. Σὺν τῇ θερμῇ παρακλήσει μου ταύτῃ, ἣν ὑποβάλλω ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ συναδέλφου μου κ. Κουμουνδούρου, παρακαλῶ ἐπίσης ἀπὸ κοινοῦ τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς ταχείας ἀποπερατώσεως τῆς ὁδοῦ Γυθείου–Ἀρεοπόλεως, διότι καὶ αὕτη, κατὰ κακὴν σύμπτωσιν, ἀπολήγει εἰς τὰς ὑπωρείας λοφίσκων τινῶν, μακρὰν πολίχνης καὶ παντὸς χωρίου, καὶ καθίσταται ἑπομένως καὶ αὕτη ἐντελῶς ἄχρηστος, ἐνῷ δι’ ἐλαχίστης δαπάνης θέλει ἐπικοινωνήσει ἡ ἐπαρχία Οἰτύλου ὄχι μόνον μετὰ τῆς πόλεως καὶ ἐπαρχίας Γυθείου, ἀλλὰ καὶ μετὰ τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ, τῆς Σπάρτης.
§17ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὸν παρακαλῶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν καὶ ἕνεκα τίνος νομίμου κωλύματος δὲν προσδιωρίσθη μέχρι τοῦδε ἡ ἐκλογὴ τοῦ δήμου Λαγείας τῆς ἐπαρχίας Γυθείου, τοῦ ὁποίου ὁ Δήμαρχος ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Φεβρουαρίου παρεπέμφθη δι’ ὁριστικοῦ βουλεύματος εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον, καὶ τοῦ ὁποίου ἑπομένως ἡ θέσις χηρεύει.
§18ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ὡς γνωρίζετε, πρόκειται νὰ συζητηθῶσι τὰ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἰσαχθέντα νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα παρεπέμφθησαν εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπὴν, ἧς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι μέλος. Αὐτὰ τὰ νομοθετήματα τῷ ὄντι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τὰ ἐθεώρησε συντελοῦντα εἰς τὴν διόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ ἐγὼ δύναμαι νὰ συντελέσω, ὑποβάλλων εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, σχετιζόμενον μὲ τὰ ὑποβληθέντα. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡ πεποίθησις εἰς τοὺς δικαζομένους, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ταχύτητος περὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Προσφεύγουσιν οἱ δικαιούμενοι εἰς τὰ Δικαστήρια, ἐπιζητοῦντες τὸ δίκαιόν των, πλὴν ἐπιτυγχάνοντος τοῦ ἀντιδίκου των προδικαστικήν τινα ἀπόφασιν, ἐνασκεῖται παρ’ αὐτοῦ πρὸς διαιώνισιν, στρεψοδίκως, τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἐφέσεως, δικάζεται ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Ἐφετεῖον ἐρήμην μετὰ δύο ἔτη, ἀνακόπτεται ἡ ἐρήμην ἀπόφασις, καὶ πάλιν παρέρχεται ἴσος χρόνος διὰ τὴν ἀνακοπὴν, καὶ αὐτὴ ἡ διαδικασία τηρεῖται, καὶ ἐπὶ 10–15 ἔτη οὐδεμία δίκη περατοῦται, καταστρέφονται δὲ οἱ δυστυχεῖς διάδικοι· ἰδίως εἰς δίκας περὶ τὴν ἐκτέλεσιν διατυποῦνται ὅλαι αἱ ἐνστάσεις, αἱ θύραθεν τῆς δικαιοσύνης πηγάζουσαι, ἀλλὰ προφανῶς στρεψόδικοι. Ἐπιδιώκει ὁ δυστυχὴς διάδικος τὴν ἐκτέλεσιν, πλὴν δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς ταύτην, διότι διὰ τῆς στρεψοδίκως γενομένης ἐφέσεως μεταβιβάζεται ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Ἐφετεῖον, τὰ Ἐφετεῖα δὲν εἶναι ἐνήμερα, καὶ ἡ ἐκτέλεσις μένει νεκρὰ ἐπὶ μακρὰ ἔτη· ἐκτὸς δὲ τούτου, τὰ Δικαστήρια τοῦ τόπου μας, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν ἐφέσεων κατὰ τῶν προδικαστικῶν ἐξέφρασαν ἀμφίβολον γνώμην· τινὰ μὲν τῶν Ἐφετείων παραδέχονται, ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἔφεσις κατὰ τοιούτων ἀποφάσεων πρὸ τῆς ὁριστικῆς ἢ μόνον διὰ τὸ θέμα, τινὰ δὲ παραδέχονται, ὅτι ἐπιτρέπεται ἔφεσις κατὰ πάσης προδικαστικῆς ἀποφάσεως, ὁ δὲ Ἄρειος Πάγος, εἰς ὃν συνεπείᾳ ὁριστικῆς ἀποφάσεως εἰσήχθη τὸ ζήτημα, εἶπεν, ὅτι ἐπιτρέπεται. Ὅλα λοιπὸν τὰ δικαστήρια, Πρωτοδικεῖα, Ἐφετεῖα καὶ Ἄρειος Πάγος, ἔχουσιν ἐν ἀμφιβολίᾳ τὸ ζήτημα, καὶ διὰ νὰ λείψῃ ἐν γένει ἡ στρεψοδικία καὶ ἡ ἀμφίβολος λύσις τοῦ ζητήματος, νομίζω ὅτι θὰ συντελέσῃ σὺν τοῖς ἄλλοις νομοσχεδίοις, ἂν ψηφισθῇ, καὶ τὸ ἑξῆς: «Ἀπαγορεύεται ἡ ἔφεσις κατὰ τῶν προπαρασκευαστικῶν καὶ προδικαστικῶν ἢ παρεμπιπτουσῶν ἀποφάσεων πρὸ τῆς ὁριστικῆς». Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐπιτροπὴ πρόκειται νὰ ἐξετάσῃ τὰ νομοθετήματα καὶ νὰ τὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν κρίσιν ὑμῶν, νομίζω ὅτι εἶναι ἐπίκαιρον τὸ ζήτημα καὶ ἀξίζει τὸν κόπον νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ συνυποβάλῃ αὐτὸ εἰς τὴν κρίσιν ὑμῶν, ὅπως ἐκλείψῃ ἡ στρεψοδικία καὶ δύνανται νὰ περατῶνται αἱ δίκαι. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον νὰ παραπέμψῃ καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν, καὶ πιστεύω ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ τὸ υἱοθετήσῃ, διότι εἶναι σχετικὸν μὲ τὰ ὑποβληθέντα ὑπ’ αὐτοῦ νομοσχέδια.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ καὶ θέλει παραπεμφθῆ εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπήν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 133).
§20ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ παρουσιαζόμενα καθ, ἑκάστην σχεδὸν νομοσχέδια περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, εἴτε ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε ἐκ μέρους τινῶν τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἐπέστη ἡ ὥρα γενικῆς ἀναθεωρήσεως τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, καὶ τὸ εὑρίσκω πολὺ φυσικὸν, διότι βεβαίως καὶ αἱ περιστάσεις μετεβλήθησαν καὶ αἱ νομοθεσίαι τῶν ἄλλων ἐθνῶν ἐτροποποιήθησαν, καὶ διάφοροι ἄλλαι ἀνάγκαι ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κράτει ὑποδεικνύουσι καὶ ἐπιβάλλουσι τὰς τροποποιήσεις αὐτάς. Πρὸς τοῦτο φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔπρεπε νὰ σχηματίσῃ ἐπιτροπὴν ἐκ καταλλήλων καὶ νομομαθῶν προσώπων, εἰς τὰ ὁποῖα νὰ ἀναθέσῃ τὴν γενικὴν ἀναθεώρησιν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Τὸ νὰ εἰσάγωμεν νομοσχέδια ἐπὶ ἄρθρων τινῶν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, καὶ νὰ παραπέμπωμεν ταῦτα εἰς μίαν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἐντὸς πέντε ἡμερῶν θὰ συντάξῃ τὴν ἔκθεσίν της, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἦναι ἡ κατάλληλος ἀποκλειστικῶς διὰ τοιαῦτα νομοθετικὰ ἔργα, τροποποιοῦντες νομοθετήματα ὑφιστάμενα καὶ λειτουργοῦντα πρὸ πολλοῦ, ὁ τρόπος οὗτος τοῦ νομοθετεῖν δὲν εἶναι, νομίζω, ὁ κατάλληλος, οὐδὲ δύνανται τοιαῦτα νομοθετήματα νὰ θεραπεύσωσι τὰς ἀνάγκας, ἀπ’ ἐναντίας, κατ’ ἐμὲ, θὰ βλάψωσιν. Ὄχι δὲ μόνον ἡ Πολιτικὴ Δικονομία εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταῤῥυθμισθῇ καὶ νὰ εἰσαχθῇ νομοσχέδιον γενικὸν, συναρμολογοῦν τὰς διατάξεις αὐτῆς, ἀλλὰ πρέπει συγχρόνως νὰ ὑποβληθῇ, συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ καὶ ὁ Πολιτικὸς Κῶδιξ. Αὕτη ἡ ἰδέα, ἡ ὁποία ἐγεννήθη εἰς ἡμᾶς τοὺς νεωτέρους,—ἂν καὶ ἐγὼ εἶμαι ὁ γεροντότερος,—ὅτι δυνάμεθα τὰ ἔργα τῶν γεροντοτέρων νὰ τὰ παραβλέψωμεν, μᾶς ἔκαμε καὶ δὲν ἠρκέσθημεν εἰς ἕνα Κώδικα, τὸν ὁποῖον κατήρτισαν οἱ ἀληθεῖς μέχρι τοῦδε τῆς Ἑλλάδος νομομαθεῖς, ἀλλ’ ἔρχονται τώρα οἱ νέοι καὶ εὑρίσκουσι τὰ σχέδια ταῦτα ἀτελῆ, οὕτω δὲ ἐσχηματίσθη νέα ἐπιτροπὴ πρὸς ἀναθεώρησιν. Τί νὰ ἀναθεωρήσῃ; Τὸ ἔργον εἶναι τέλειον καὶ πλῆρες, ἀφοῦ συνετάχθη ὑπὸ ἐπιτροπῆς τοιούτων νομομαθῶν δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ τὸ ἀλλάξωμεν, διότι ἡ μεταβολὴ ἑνὸς ἄρθρου μεταβάλλει τὸ ὅλον μεταβάλλει τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ὑπηγόρευσε τὸ ὅλον τοῦ νομοθετήματος, ἐνῷ ἡμεῖς εἴμεθα ὑποδεέστεροι ἐκείνων, οἵτινες τὸ συνέταξαν. Πρέπει νὰ ζήσωμεν ὅσον ἔζησαν ἐκεῖνοι, νὰ μελετήσωμεν καὶ ἐργασθῶμεν ὅσον εἰργάσθησαν ἐκεῖνοι, διὰ νὰ δυνηθῶμεν οἱ νεώτεροι νομοθέται νὰ διορθώσωμεν τὰ ἔργα ἐκείνων. Ἀνάγκη ἑπομένως νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ συζήτησις καὶ ἐπιψήφισις τοῦ Κώδικος, διότι ἐπιψηφιζομένου τοῦ Κώδικος ἐκείνου, τότε δύνασθε συγχρόνως καὶ ἀναλόγως καὶ καταλλήλως νὰ συντάξητε ἴδιον νομοσχέδιον, ἐπιφέρον τὰς ἀναγκαίας μεταῤῥυθμίσεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἡ ὁποία σχετίζεται, καὶ δὲν δύναται ἢ νὰ σχετίζηται, μὲ τὸν Πολιτικὸν Κώδικα. Ὅπως δὲ ἐννοήσητε τὴν ἀντίφασιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὰ σήμερον γινόμενα, θέλω σᾶς ἀναφέρει ἓν παράδειγμα. Εἰσήχθη νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, τῶν περὶ ἐκποιήσεως τῶν ἀκινήτων κτημάτων, ἐνῷ εἰσέτι δὲν ἐκανονίσθη νομοθετικῶς ὁ τόκος. Δίδετε τὰ μέσα καὶ διευκολύνετε τὸν δανειστὴν εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν, ἀλλὰ συγχρόνως ἐνισχύετε τὴν τοκογλυφίαν, διότι διὰ νόμου δὲν ἀπαγορεύεται ὁ τόκος τῶν 3 καὶ 4% κατὰ μῆνα. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ ἀναβάλωσι τὴν εἰσαγωγὴν καὶ τὴν ἐπιψήφισιν νομοθετημάτων τοιούτων, τὸν δὲ κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ σχηματίσῃ μίαν κατάλληλον ἐπιτροπὴν πρὸς γενικὴν ἀναθεώρησιν τοῦ μέρους ἐκείνου τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη μέχρι τοῦδε ἄξιον ἐπιθεωρήσεως καὶ τροποποιήσεως.
§21ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔχω πολλὴν ὑπόληψιν εἰς τὴν πεῖραν καὶ εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐλησμόνησε σοφὸν λόγιον, ὅτι ὁ μεγαλείτερος ἐχθρὸς τοῦ καλοῦ εἶναι τὸ καλλίτερον. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς νομίζει, ὅτι, μέχρις οὗ κατορθωθῇ πᾶσα ἡ νομοθεσία ἡμῶν ν’ ἀναθεωρηθῇ, δὲν πρέπει νὰ εἰσάγωνται νομοσχέδια περὶ μεταῤῥυθμίσεως κεφαλαίων τινῶν ἢ διατάξεών τινων τῆς κρατούσης νομοθεσίας· ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του, τί γίνεται παρ’ ἄλλοις ἔθνεσι, περισσότερον ἡμῶν προηγμένοις καὶ νομοθετικῶς καὶ πολιτικῶς. Ὁ ἐμπορικὸς νόμος εἰς τὴν Γαλλίαν ἐψηφίσθη πρὸ 60 ἐτῶν. Ἔκτοτε εἰσήχθησαν ἐπανειλημμέναι μεταῤῥυθμίσεις, ἀφορῶσαι εἰς διατάξεις αὐτοῦ ἢ εἰς κεφάλαια· ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἰσχυρίσθη, ὅτι κακῶς ποιοῦσα ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ὠνόμασεν ἄλλην ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέτασιν τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος· εὑρίσκει δὲ, ὅτι, ὡς εἶχε τὸ ἔργον μιᾶς ἐπιτροπῆς, συσταθείσης πρὸ ἐτῶν, ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἐπιψηφισθῇ, οἷον ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης ἐσχεδιάσθη· ἀλλὰ δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς εἰργάσθη ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη, ἄλλων ἐθνῶν πεπολιτισμένων οἱ Κώδικες ἐβελτιώθησαν, καὶ ἄλλαι ἰδέαι ἐπεκράτησαν ἐν τῇ καταρτίσει τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος· ἔχομεν νεωτέρους Κώδικας· ἔχομεν τὸν Ἰταλικὸν Κώδικα, πρὸ πάντων δὲ τὸν Γερμανικὸν, οἱ ὁποῖοι συνετάχθησαν ὑπὸ τῶν διαπρεπεστέρων νομομαθῶν τῶν Κρατῶν ἐκείνων, καὶ ἔπρεπε νὰ ὠφεληθῶμεν ἀπὸ τὴν πεῖραν καὶ τὰς γνώσεις ἐκείνων, καταρτίζοντες τὸν ἡμέτερον Κώδικα. Δὲν ἐγκρίνω λοιπὸν τὴν ὑποβληθεῖσαν ἰδέαν, ὅτι ἔπρεπε τὸ ἔργον τῆς παλαιᾶς ἐπιτροπῆς, οἷον ἐσχεδιάσθη, νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐν τῇ Βουλῇ δὲν δύναται ὁ Κῶδιξ νὰ ὑποστῇ συζητήσεις. Πρέπει νὰ καταρτισθῇ ὅσον οἷόν τε κρεῖσσον τὸ ἔργον, ἵνα ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν τέλειον, καὶ ἐπιτευχθῇ ἄνευ μακρῶν συζητήσεων ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ· διότι, ἐὰν ἐν τῇ Βουλῇ ἐγερθῶσι συζητήσεις ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου, εἶναι ἀδύνατον νὰ περατωθῇ ποτὲ ἡ ἐπὶ τούτου συζήτησις. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Κώδικος προὐχώρησεν ἴσως πέραν τοῦ ἡμίσεως εἰς τὸ ἔργον αὐτῆς, ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἰς τὴν προσεχῆ Σύνοδον τῆς Βουλῆς θὰ ἦναι ἴσως ἐφικτὴ ἡ ὑποβολὴ τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ Πολιτικῆς Δικονομίας, εἰσήγαγον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τῶν διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὴν κατάσχεσιν καὶ εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν ἐκποίησιν τῶν ἀκινήτων κτημάτων, ὡς πρὸς τοῦτο δὲ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας εὗρεν, ὅτι καὶ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον, ὅπως καὶ ἄλλα νομοσχέδια, ἀφορῶντα εἰς τροποποιήσεις διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, πρέπει ν’ ἀναβληθῇ, μέχρις οὗ κατορθωθῇ πᾶσα ἡ Πολιτικὴ ἡμῶν Δικονομία ν’ ἀναθεωρηθῇ. Καὶ τί κρεῖσσον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὑπὸ ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία πρόκειται πᾶσαν τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν ν’ ἀναθεωρήσῃ, ὅταν πρόκηται περὶ κεφαλαίου κεχωρισμένου ἐντελῶς, τοῦ κεφαλαίου τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν ἐκποίησιν; Καὶ τί ἤθελε κωλύσει, ἐὰν σήμερον παρουσιάζηται ἡ ἀνάγκη τῆς μεταβολῆς τῶν διατάξεων περὶ ἐκτελέσεως, ἐὰν βραδύτερον ἤθελε κατορθωθῇ ἡ ἀναθεώρησις πάσης τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, νὰ ὑποβληθῇ καὶ αὕτη εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς; Πρὸ ὀλίγου ὑπεβλήθη ὑπὸ ἀξιοτίμου συναδέλφου νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἄλλοτε εἶχεν ὑποβληθῆ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὑπὸ πάντων δὲ τῶν ἐνασχολουμένων περὶ τὰ δικαστικὰ κρίνεται πρωτίστης ἀνάγκης καὶ σπουδαιότητος.
§22ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ποῖον νομοσχέδιον;
§23ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Σταυροπούλου ὑποβληθέν.
§24ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι.
§25ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ὑπάρχουσι καὶ ἕτερα νομοσχέδια, ὑποβεβλημμένα ἢ ὑποβληθησόμενα, ἀφορῶντα εἰς τὴν μεταῤῥύθμισιν τῶν διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, μεταῤῥύθμισιν ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τῶν περιστάσεων, μεταῤῥύθμισιν μὴ δεκτικὴν ἀμφισβητήσεως. Διατὶ νὰ περιμένωμεν, ὅταν σχηματισθῇ ἐπιτροπὴ, ὅταν πᾶσα ἡ Πολιτικὴ ἡμῶν Δικονομία ἀναθεωρηθῇ, τότε καὶ μόνον νὰ ἐπέλθωσιν αἱ μεταῤῥυθμίσεις αὗται; Δὲν εἶχεν ἄδικον ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, παρατηρήσας, ὅτι ἡ Πολιτικὴ ἡμῶν Δικονομία χρῄζει ἐν πολλοῖς μεταῤῥυθμίσεων· καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης σκέπτεται περὶ τούτου νὰ ἐργασθῇ μετ’ ἐπιτροπῆς εἰδικῶν νομομαθῶν περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας· ἀλλὰ τοῦτο δὲν κωλύει τὴν ἐπιψήφισιν μεταῤῥυθμίσεων, αἵτινες ὑπαγορεύονται ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, καὶ αἵτινες ὁμολογουμένως εἶναι χρησιμώταται.
§26ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς, νομίζω, ὅτι εἶναι ἄξιον νὰ ἐφελκύσῃ εὐρύτερον τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ἐν γένει τὸ νομοθετικὸν αὐτῆς ἔργον. Τὰ νομοθετήματα, —δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅλα, —ἀλλὰ βεβαίως κατὰ τὰ 9/10,—ἔρχονται εἰς τὴν Βουλὴν οὐχὶ δεόντως μελετημένα. Νομοθετήματα συντασσόμενα εἴτε παρ’ ἑνὸς τμηματάρχου, εἴτε παρ’ ἑνὸς Ὑπουργοῦ, κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον εἰδικοῦ, εἴτε καὶ παρὰ προσώπων ξένων ἀκόμη τῆς ὑπηρεσίας, μετὰ ἁπλῆν ἀνάγνωσιν, μετὰ ἐλαχίστην βάσανον, παρουσιάζονται εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὰ νομοθετήματα ταῦτα, μετὰ ὀλιγωτέραν πολλάκις βάσανον ἐν τῇ Βουλῇ, συνήθως γίνονται νόμοι, καὶ μετὰ ταῦτα εὑρίσκονται οὐ μόνον ἐν ἐλλείψει συνδέσμου μετὰ τῆς λοιπῆς σχετικῆς νομοθεσίας, ἀλλὰ συνήθως καὶ ἐν ἀντιφάσει πρὸς ἄλληλα. Ὅπως δὲ ἐργάζεται τὸ Κοινοβούλιον ἡμῶν, καὶ ὅπως παρουσιάζονται τὰ νομοθετήματα ταῦτα, οὐδέποτε θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀποφύγωμεν τὸ ἄτοπον τοῦτο, ἄτοπον, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἐπηρεάζει ὁλόκληρον τὸν βίον τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ ἔθνους. Νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλὴ τὴν ἰδέαν τῆς μορφώσεως σώματος ἐξ εἰδικῶν προσώπων, διαρκῶς λειτουργοῦντος καὶ ἀσχολουμένου εἰς μόνον τὴν προετοιμασίαν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι βεβαίως τῆς στιγμῆς ταύτης ἀντικείμενον τὸ νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ζήτημα συνδεόμενον καὶ μετὰ συνταγματικῶν ἀκόμη διατάξεων· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ ἄνευ βλάβης οὐδεμιᾶς τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τὸ σῶμα τοῦτο, σῶμα, τοῦ ὁποίου οὐδὲν πεπολιτισμένον Κράτος στερεῖται, καὶ ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ νομοθεσία, ὁποία πρέπει, καὶ ὄχι συζητουμένη καὶ καταρτιζομένη παρὰ προσώπων καὶ παρὰ σώματος ἀποκλειστικῶς πολιτικοῦ. Ἔῤῥιψα τὴν ἰδέαν ταύτην ἁπλῶς, ὅπως μελετηθῇ καὶ ὅπως ἐν ἀνετωτέρᾳ στιγμῇ δυνηθῶμεν νὰ συζητήσωμεν αὐτὴν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ.
§27ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν ἀνεφέρθην εἰς τὸν Κώδικα, τὸν συνταχθέντα ὑπὸ παρελθούσης ἐπιτροπῆς, δὲν ἐνόησα, ὅτι ὁ Κῶδιξ ἐκεῖνος ἐμμένει ἐν τῇ πρώτῃ καταστάσει αὐτοῦ, διότι τρὶς, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἔκτοτε ἀνεθεωρήθη, καὶ ἀνεθεωρήθη μάλιστα μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Ἰταλικοῦ Κώδικος, διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ μακαρίτης Παπαῤῥηγόπουλος ἐπ’ ἐσχάτων εἰργάζετο ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐπέφερε τὰς διορθώσεις εἰς τὸ παλαιὸν κείμενον....
§28ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Κατόπιν ἐξεδόθη ὁ Γερμανικός.
§29ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐξεδόθη εἰσέτι.
§30ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἕτοιμον.
§31ΡΙΚΑΚΗΣ. ... Ὁ παλαιὸς λοιπὸν Κῶδιξ ἀνεθεωρήθη. Ἔπειτα νομίζω, ὅτι, ὅταν εἷς Κῶδιξ ἀνεθεωρήθη ἐπὶ τόσα ἔτη καὶ ὑπὸ προσώπων λίαν καταλλήλων ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς πείρας καὶ τῆς γνώσεως τῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου, νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετὰ ὥριμος. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, δὲν βλέπω τὸ κατεπεῖγον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει τὴν μερικὴν τροποποίησιν διατάξεων αὐτῆς· διότι, ἀφοῦ μία δικονομία ἰσχύει ἀπὸ ἑξήκοντα ἐτῶν, καὶ κατ’ αὐτὴν ἐξακολουθοῦσι νὰ λύωνται ὅλαι αἱ κοινωνικαὶ καὶ αἱ δικαστικαὶ διαφοραὶ, δὲν βλέπω τί μᾶς ἀναγκάζει, ὥστε ἐσπευσμένως κατὰ κεφάλαιον ἢ κατ’ ἄρθρον νὰ τὴν μεταβάλωμεν, καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν ὑπομονὴν νὰ κάμωμεν ἔργον πλῆρες καὶ τακτικὸν, ὅπως γίνονται ὅλα τὰ νομοθετήματα τοῦ Κράτους. Ἡ μεταῤῥύθμισις τῶν διατάξεων περὶ ἐκποιήσεως τῶν ἀκινήτων, ἡ ὁποία ἐπείγει, καθὼς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, φρονῶ ἀπ’ ἐναντίας, ὅτι δὲν ἔχει τίποτε τὸ κατεπεῖγον, καὶ δὲν ἔχει διόλου τὸ κατεπεῖγον διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον εἶπον, διότι πρέπει πρῶτον νὰ κανονισθῇ καὶ νομοθετικῶς ὁ νόμιμος τόκος ἐν Ἑλλάδι. Ἐὰν δὲ θέλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εὕρῃ πρόχειρον ἀπόδειξιν τῆς ὀρθότητος τῶν παρατηρήσεών μου, ἂς ἀναγνώσῃ μίαν ἀλληλογραφίαν, ἡ ὁποία κατὰ τύχην περιῆλθε σήμερον εἰς χεῖράς μου, ἐν τῷ σημερινῷ φύλλῳ τῶν «Καιρῶν» ἐξ Ἠλείας, διὰ νὰ ἴδῃ, τί γράφει περὶ τοκογλύφων καὶ εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκονται σήμερον οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, ἕνεκα τῆς ἀσθενείας, ἡ ὁποία ἐνέσκηψεν εἰς τὰς σταφιδαμπέλους καὶ τὰς ἀμπέλους των. Σᾶς λέγει, ὅτι σήμερον κινδυνεύουσιν αἱ περιουσίαι των νὰ γείνωσι περιουσίαι τῶν τοκογλύφων, διότι οὔτε τόκον οὔτε κεφάλαιον θὰ δυνηθῶσι νὰ πληρώσωσι. Σπεύσατε λοιπὸν νὰ ψηφίσητε τὸν νέον νόμον περὶ ἀναγκαστικῆς ἐκποιήσεως τῶν ἀκινήτων, διὰ νὰ διευκολύνητε τοὺς τοκογλύφους, νὰ λάβωσι τὰς περιουσίας τῶν ὀφειλετῶν! Ὅταν λέγωμεν, ὅτι εἶναι κατεπείγουσα ἡ ψήφισις τοιούτου νόμου, πρέπει πρῶτον νὰ μελετῶμεν δεόντως τὰς περιστάσεις, καὶ ἐν ὅσῳ δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ προφυλάξωμεν τοὺς ὀφειλέτας ἀπὸ τὰ ἐπιζήμια ἀποτελέσματα τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ψηφίζομεν, πρέπει νὰ τὰ ἀναβάλλωμεν. Ἐν ὅσῳ λοιπὸν δὲν ἔχετε ὡρισμένον εἰσέτι τὸ ποσὸν τοῦ τόκου, δὲν δύνασθε νὰ μεταβάλητε τὰ περὶ ἐκποιήσεως τῶν ἀκινήτων, καὶ δώσητε οὕτω προνόμιον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι κάμῃ κακίστην χρῆσιν αὐτοῦ, πρὸς βλάβην τῶν ὀφειλετῶν.
§32ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπὲρ τῆς στρεψοδικίας ὁμιλεῖτε.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαλύσεως τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας.
§34ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ κατάργησις τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ ἡ συγχώνευσις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων αὐτοῦ ἐν τοῖς ἐσόδοις καὶ ἐξόδοις τοῦ Κράτους εἶναί τι, ὅπερ ἐπιβάλλεται ἡμῖν· ἐπιβάλλεται δὲ, διότι ἡ διαχείρισις τοῦ ταμείου τούτου ἐξετροχιάσθη ἀπό τινων ἐτῶν καθ’ ὁλοκληρίαν. Ὅτε κατὰ τὸ 1867 συνέστη τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, κατὰ παράβασιν τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας περὶ τοῦ ἑνιαίου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, συνέστη ὡς ἔργον ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ μεγάλης καὶ κατεπειγούσης τότε ἀνάγκης, τῆς κατασκευῆς ὁδῶν. Ἀπό τινων ὅμως ἐτῶν ἡ ἐκτὸς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου λειτουργία τοῦ ταμείου τούτου ἐξετροχιάσθη, διότι ἐξέλιπεν ἡ ὑπὸ ἐπιτροπῆς, ἐχούσης ποιάν τινα ἀνεξαρτησίαν, διαχείρισίς του· διεχειρίζετο δὲ τοῦτο ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, σχεδὸν ἄνευ τινὸς ἐλέγχου καὶ περιορισμοῦ. Πάντες δὲ γνωρίζομεν, ὁπόσον μεροληπτικὴ καὶ χαριστικὴ ἦτο ἡ τοιαύτη αὐτοῦ διαχείρισις. Οὐ μόνον αὕτη παρέλειψε τὴν θεραπείαν τῶν μᾶλλον σπουδαίων ἀναγκῶν τῆς ὁδοποιΐας, ὅπως ἱκανοποιήσῃ ἀπαιτήσεις πολὺ μικροτέρας σημασίας, ἀλλὰ καὶ ὑπερέβη τοὺς πόρους καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου. Δαπανῶσα δὲ πολὺ πλειότερα ἐκείνων, ἅτινα εἰσέπραττεν, ἐλάμβανε τὰ ἐλλείποντα αὐτῇ χρήματα παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου, δῆθεν ὡς προκαταβολὰς καὶ ἐπὶ ἐπιστροφῇ, οὐδέποτε ὅμως ἐπέστρεψεν αὐτά. Οὕτω δὲ πλαγίως καὶ λεληθότως ηὔξανον τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, τὸ δὲ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας συνετέλει καὶ αὐτὸ εἰς τὴν χειροτέρευσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Οἱ λόγοι οὗτοι καθιστῶσιν ἀναγκαίαν τὴν κατάργησιν αὐτοῦ, καὶ τὴν ἐπαναφορὰν εἰς τὴν ὁμαλὴν ὁδὸν καὶ τοῦ κλάδου τούτου τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Ἡ τοιαύτη ὅμως κατάργησις καὶ ἐπαναφορὰ πρέπει νὰ γείνῃ εἰλικρινὴς καὶ πραγματική, ὅπως ἐκλείψωσι τὰ ὑφιστάμενα ἄτοπα. Καταργουμένου τοῦ ταμείου, δὲν πρέπει πλέον ἡ ὁδοποιΐα νὰ παραβλάπτῃ τὴν ἑνότητα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἣν ἀπαιτεῖ καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Λογιστικὸς νόμος, καὶ τὴν ἀκριβῆ ἐφαρμογὴν τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων περὶ τῆς ψηφίσεως καὶ τοῦ ἐλέγχου τῶν διαφόρων ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους. Διὰ τῆς καταργήσεως αὐτοῦ ἐπιτυγχάνομεν τὴν μεγάλην οἰκονομίαν τῶν δαπανῶν ἐκείνων, αἵτινες ἐκτελοῦνται πέραν τῶν ἐσόδων τοῦ ταμείου. Τὰς ἄλλας οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, βεβαίως δὲν τὰς ἐπιτυγχάνομεν οὐσιαστικῶς. Τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, τὰ ὁποῖα θέλει κρατεῖ εἰς τὸ ἑξῆς τὸ Δημόσιον, ἀνέρχονται εἰς 4,500,000 δραχ. Τὰ ἔξοδα δὲ, ἅτινα θὰ πληρώνωνται διὰ τὰ ἔργα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ ταμείου τούτου, ἀνέρχονται εἰς τὸ αὐτὸ περίπου ποσόν, διότι θὰ δαπανῶμεν, καθ’ ἃ ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός, δραχ. 2,500,000 διὰ τὸ προσωπικὸν καὶ διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ὁδῶν, 1,000,000 διὰ τὴν κατασκευὴν ἐθνικῶν ὁδῶν, καὶ 800,000 περίπου διὰ τὴν κατασκευὴν ἐπαρχιακῶν καὶ δημοτικῶν ὁδῶν ὑπὲρ τῶν δήμων καὶ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, αἵτινες ἔχουσι λαμβάνειν παρὰ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Τὰ ποσὰ ταῦτα ἀποτελοῦσι 4,300,000, ἤτοι 200,000 ὀλιγώτερον τοῦ παρὰ τοῦ Δημοσίου εἰς τὴν ὁδοποιΐαν ἀποδιδομένου ποσοῦ τῶν 4,500,000. Ἀλλὰ καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελε δαπανηθῆ καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 200,000 δραχμῶν διὰ τὸ προσωπικὸν καὶ τὴν συντήρησιν τῶν ὁδῶν, ὑπὲρ ὧν ὑπολογίζονται 2,500,000, δηλ. ποσὸν μικρότερον τοῦ σήμερον δαπανωμένου, καὶ τότε ἡ παρεμπόδισις τῆς ὑπερβάσεως τῶν ἐξόδων τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ἀποτελεῖ οἰκονομίαν σπουδαίαν. Ἐπὶ τῶν βάσεων ὅμως τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου γιγνομένη ἡ κατάργησις τοῦ ταμείου τούτου, δὲν θεραπεύει τὰ ἄτοπα, ἅτινα παρουσιάζει ἡ μέχρι τοῦδε λειτουργία αὐτοῦ. Ἀναγράφοντες ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐν κεφαλαίῳ καὶ ἄνευ διαιρέσεως εἰς ἄρθρα τὸ διὰ τὴν κατασκευὴν ἐθνικῶν ὁδῶν ἀναγκαῖον ποσὸν, παραβιάζομεν διάταξιν τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Λογιστικοῦ ἡμῶν νόμου. Τὸ ποσὸν τοῦτο, ὅπερ κατ’ ἀνώτατον ὅρον ὁρίζεται εἰς 1,000,000 δραχμῶν, πρέπει νὰ ἀναγράφηται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καθ’ ὃν τρόπον ἀναγράφονται καὶ ὅλα τὰ κεφάλαια τῶν δαπανῶν, δηλ. διηρημένον εἰς ἄρθρα.
§35ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892.
§36ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν πρόκηται νὰ παραδεχθῶμεν τοῦτο διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892, οὐδεὶς θὰ ἐμποδίσῃ τὴν παροῦσαν ἢ ἄλλην Κυβέρνησιν νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ καὶ εἰς τὰ ἑπόμενα ἔτη. Τὴν ἀνωμαλίαν ταύτην δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, διότι θὰ ἐξακολουθήσωσι τὰ αὐτὰ ἄτοπα, ἅτινα γίγνονται καὶ μέχρι σήμερον, δηλ. ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ διανέμῃ τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενον ποσὸν εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν ἐκείνων, ἃς αὐτὸς, χαριζόμενος ἢ ἐπηρεαζόμενος, ἤθελεν ἐγκρίνει. Ἡ διαίρεσις κατ’ ἄρθρα καὶ ὁ διὰ τῆς διαιρέσεως ταύτης ἐξασκούμενος ἔλεγχος τοῦ Κοινοβουλίου εἶναι τὸ μόνον μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ προληφθῇ ἡ μεροληπτικὴ διανομὴ τοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν ἀναγραφομένου ποσοῦ. Ἑτέρα διάταξις τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβλαβὴς εἶναι ἡ ἀφορῶσα τὴν ἐκτέλεσιν τῆς δαπάνης πρὸς κατασκευὴν τῶν διαφόρων ὁδῶν οὐχὶ ἐκ τῶν γενικῶν πόρων τοῦ Κράτους, ἀλλὰ διὰ δανείου, τοῦ ὁποίου τὴν συνομολόγησιν ἀποφασίζομεν ἐκ τῶν προτέρων. Τοῦτο εἶναι πλέον τι ἢ σόλοικον. Καταργοῦμεν ὑπηρεσίαν, λειτουργοῦσαν παραπλεύρως μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, καὶ ἐπαναφέρομεν αὐτὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τούτῳ. Ὅλα τὰ ἔσοδα τῆς ὑπηρεσίας ταύτης τὰ συγχωνεύομεν ἐν τοῖς ἐσόδοις τοῦ Κράτους, συνεπῶς δὲ καὶ ὅλα τὰ ἔξοδα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς μεταφέρομεν εἰς βάρος αὐτοῦ. Ἐκλείπει οὕτως ἡ ὑπηρεσία αὕτη ὡς δρῶν ἠθικὸν πρόσωπον, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἐξακολουθοῦμεν παραδεχόμενοι αὐτὸ ὡς ὑπάρχον, ὅπως ἀποφασίσωμεν τὴν ἐν ὀνόματι καὶ διὰ λ)σμὸν αὐτοῦ συνομολόγησιν εἰδικοῦ δανείου πρὸς ἐκτέλεσιν μέρους τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ. Ἡ ὑπηρεσία δ’ αὕτη φέρει εἰς τὸ Κράτος ποσὸν ἐσόδων ἀρκετὸν, ὅπως θεραπεύσῃ τοῦτο ὅλα τὰ παρ’ αὐτοῦ ἀναδεχόμενα βάρη. Ὁ καθορισμὸς τῆς κατασκευῆς τῶν ὁδῶν δι’ εἰδικοῦ δανείου καὶ οὐχὶ διὰ τῶν γενικῶν πόρων τοῦ Κράτους, παρουσιάζει θετικήν τινα ὠφέλειαν εἰς τὸ Δημόσιον; Ὄχι. Διότι καὶ τὸ εἰδικὸν τοῦτο δάνειον θὰ συνομολογηθῇ εἰς βάρος καὶ διὰ λ)σμὸν τοῦ Δημοσίου, μὴ ὑπάρχοντος πλέον τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας. Τὸ Κράτος, ἀναδεχθὲν τὰ ἔργα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας, θὰ ἐκτελέσῃ αὐτὰ διὰ τῶν γενικῶν αὐτοῦ πόρων. Ἂν δὲ οἱ πόροι του δὲν ἀρκῶσι πρὸς θεραπείαν τοῦ ὅλου τῶν δαπανῶν αὐτοῦ, ἐν αἷς συμπεριλαμβάνονται καὶ αἱ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων καὶ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας, τότε πρέπει νὰ ζητήσῃ εἰλικρινῶς τὴν εὕρεσιν δι’ ἐκτάκτου πόρου τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναγκαίου πρὸς κάλυψιν παντὸς ἐλλείμματος. Ἡ συνομολόγησις δανείου εἰδικοῦ οὐδένα ἄλλον θετικὸν σκοπὸν ἔχει, εἰμὴ τὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφὴν εἰκονικοῦ ἐσόδου, ἴσου μὲ τὸ διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν ἀναγκαίου ποσοῦ. Ἂν παραδεχθῶμεν τοιαύτην ἀρχὴν, τίς θέλει ἐμποδίσει τὴν παροῦσαν ἢ ἄλλην Κυβέρνησιν νὰ θεωρήσῃ καὶ ἄλλας ὑπηρεσίας ὡς ἐπιδεκτικὰς νὰ ἐκτελεσθῶσι διὰ δανείου, ὅπως ἀναγράψῃ ὡς ἔσοδον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὸ προϊὸν ἑτέρου εἰδικοῦ δανείου; Διὰ τοιούτων πράξεων οὐδὲν ἄλλο ἐπιτυγχάνομεν ἢ τὴν διαιώνισιν τῶν στεγῶν ἰσοζυγίων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁπωσδήποτε καὶ ἂν συνομολογηθῇ ἓν δάνειον, εἴτε δι’ εἰδικὴν ὑπηρεσίαν, εἴτε πρὸς συμπλήρωσιν τῶν γενικῶν πόρων τοῦ Δημοσίου, τοῦτο θέλει βαρύνει τὸ Κράτος. Ἀντὶ νὰ κρύπτωμεν τοῦτο ὄπισθεν ἀνυπάρκτων εἰδικῶν ὑπηρεσιῶν, προτιμότερον εἶναι νὰ ὁμολογῶμεν εἰλικρινῶς ἐκεῖνο, ὅπερ πάντες ἐννοοῦσι. Θ’ ἀποφύγωμεν οὕτω τὴν ἔλλειψιν πλήρους καὶ τελείας ἑνότητος ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡμῶν, ἔν τε τοῖς ἐσόδοις καὶ τοῖς ἐξόδοις, ἑνότητος, ἥτις εἶναι θεμελιώδης ἀρχὴ οὐ μόνον λογιστικῆς τάξεως, ἀλλὰ καὶ καλῆς καὶ σοβαρᾶς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως. Ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω, τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει, παρουσιάζει καὶ τρίτον ἄτοπον, τὴν ἀφαίρεσιν ἀπὸ τῶν δήμων καὶ τῶν ἐπαρχιῶν ἐσόδου ἀνήκοντος εἰς αὐτούς, ἥτις ἀφαίρεσις εἶχε χαρακτῆρα καθαρῶς δημευτικόν. Ὡς γνωρίζετε, οἱ ὁδικοὶ πόροι ἀνήκουσι κατὰ μέγα μέρος εἰς τὴν ἐθνικὴν ὁδοποιΐαν, κατὰ μέρος δὲ ἀρκετὰ οὐσιῶδες εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν καὶ τὴν δημοτικήν. Τὸ νομοσχέδιον λαμβάνει τὸ ὅλον τῶν πόρων, ἀποδίδει δὲ εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν καὶ δημοτικὴν ὁδοποιΐαν μόνον τὰ ποσὰ, ἅτινα σήμερον ὀφείλονται εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ τοὺς δήμους, οἵτινες δὲν ἐδαπάνησαν τὰ ὑπὲρ αὐτῶν εἰσπραχθέντα. Εἶναι καὶ τοῦτο ἔνδειξις δυσάρεστος γενικωτέρας πορείας. Ἀντὶ νὰ καθοδηγήσωμεν καὶ ὑποστηρίξωμεν τὴν ἐπαρχιακὴν καὶ δημοτικὴν δρᾶσιν, ἥτις εἶναι ἡ πρώτη ἀφετηρία τῆς διὰ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος προόδου καὶ ἀναπτύξεως τοῦ ἔθνους, ἐρχόμεθα καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ παρεμποδίσωμεν αὐτὴν, ἀφαιροῦντες τὸν πόρον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύναντο νὰ θεραπεύσωσι μίαν ἐκ τῶν μεγάλων αὐτῶν ἀναγκῶν, τὴν κατασκευὴν ὁδῶν. Πράττομεν δὲ τοῦτο, καθ’ ἣν στιγμὴν δι’ ἄλλου νομοσχεδίου ζητοῦμεν ν’ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τῶν δήμων καὶ ἕτερον κύριον κλάδον τῆς δράσεως αὐτῶν, τὸν ἀστυνομικὸν, ὅστις χρήζει μὲν βελτιώσεως, ἀλλὰ δύναται νὰ τύχῃ τοιαύτης καὶ ἄνευ καταργήσεως τοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ, καὶ χωρὶς νὰ ἐμποδισθῇ ἡ ἐπίτευξις τῆς ἐπιδιωκομένης οἰκονομίας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν πλήρη τὰ καλὰ ἀποτελέσματα τῆς καταργήσεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, καὶ τὴν ἐξ αὐτῆς θετικὴν καὶ πραγματικὴν οἰκονομίαν, ὀφείλομεν νὰ περιορισθῶμεν εἰς μόνην τὴν πρᾶξιν τῆς συγχωνεύσεως τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ παθητικοῦ αὐτοῦ ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ, καὶ εἰς τὴν συμφώνως μὲ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν ἐκτέλεσιν τῶν ἐργασιῶν καὶ τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ἐκκρεμῶν αὐτοῦ λογαριασμῶν, ἐπειδὴ αὕτη, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον καὶ ἂν γείνῃ, θὰ γείνῃ διὰ λογαριασμὸν καὶ εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου, δυνάμεθα νὰ ἐκτελέσωμεν αὐτὴν διὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὡς εἰδικὴν ὑπηρεσίαν, ἐξακολουθοῦσαν διὰ τὴν ἐπαρχιακὴν καὶ τὴν δημοτικὴν ὁδοποιΐαν, ἰδιαιτέρας μερίδος πιστουμένης διὰ τῶν εἰσπράξεων τῶν εἰς αὐτὰς ἀνηκόντων ἐσόδων, ἅτινα δὲν πρέπει νὰ καταργήσωμεν, καὶ χρεουμένης διὰ τῶν γενησομένων ὑπὲρ ἑκάστης αὐτῶν δαπανῶν. Ἐπὶ βάσεων τοιούτων νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συνταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τῆς καταργήσεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ἂν πράγματι θέλωμεν νὰ καταστήσωμεν πραγματικὰς καὶ οὐχὶ εἰκονικὰς τὰς οἰκονομίας, ἃς ἐννοοῦμεν νὰ εἰσαγάγωμεν ἐν ταῖς δαπάναις τοῦ Δημοσίου, ὅπως ἐπιτύχωμεν τὴν ἀληθῆ ἰσοῤῥοπίαν μεταξὺ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους.
§37ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ αὐτοῦ τοῦ νὰ ἐπικρίνῃ τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, περιέπεσε, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἰς προφανῆ ἀντίφασιν· διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς κατεδίκασε τὸ σύστημα, τὸ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου καθιερούμενον, τὸ σύστημα τοῦ δανείου, ὑπεστήριξεν εὐθὺς κατόπιν τὰ συμφέροντα τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιίας. Δὲν δύναμαι νὰ κατανοήσω, πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ Βουλευτὴς νὰ σκέπτηται περὶ ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιίας, μὴ παραδεχόμενος τὴν βάσιν τοῦ δανείου, δι’ οὗ ἥ τε ἐπαρχιακὴ καὶ ἡ δημοτικὴ ὁδοποιία θὰ κανονίσωσι τὰς πιστώσεις αὐτῶν ἀπέναντι τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς περιέπεσεν εἰς τὴν σύγχυσιν, διότι δὲν ἠθέλησεν, ὡς εἶχε καθῆκον, νὰ ἐξετάσῃ τὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας. Ἂν ἤθελε προβῆ εἰς τὴν ἐξέτασιν ταύτην, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ὁ κανονισμὸς τοῦ θέματος τούτου διὰ μέτρου ἄλλου ἢ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου παρεδέχθη.
§38ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποία εἶναι ἡ κατάστασις σήμερον τοῦ ταμείου τούτου;
§39ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ κατάστασις εἶναι ἡ ἑξῆς. Ἡ ἐθνικὴ ὁδοποιία ὀφείλει εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1892 δρ. 8,037,000, ἡ ἐπαρχιακὴ ὁδοποιία ἔχει λαμβάνειν ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας 8,153,000, καὶ χρεωστεῖ ἀφ’ ἑτέρου 1,600,000· ὥστε ἔχει λαμβάνειν ἐν συνόλῳ 6,553,000, ἡ δὲ δημοτικὴ ὁδοποιία, ἐνῷ χρεωστεῖ 145,000, ἔχει λαμβάνειν 5,836,000. Ὡς βλέπετε λοιπὸν, τὰ χρέη τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας εἶναι μέγιστα· διότι, ἐκτὸς τῶν ὀφειλομένων ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τὴν δημοτικὴν ὁδοποιίαν καὶ τὴν ἐπαρχιακὴν, ὀφείλει καὶ ποσὸν οὐκ εὐκαταφρόνητον εἰς τὸ Δημόσιον, ποσὸν, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται ἀκριβῶς νὰ καθορισθῇ, διότι οἱ λογαριασμοὶ παρεδόθησαν μόνον μέχρι τοῦ 1889, ὑπάρχουσι δὲ 37 μῆνες σχεδὸν, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἐδόθησαν τοιοῦτοι λογαριασμοὶ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὰ χρέη τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας ἀνέρχονται εἰς ποσὸν 11,000,000 καὶ πλέον. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ κατάστασις αὕτη νὰ κανονισθῇ ἄνευ ἐκκαθαρίσεως τοῦ ταμείου; Σεῖς ἀκριβῶς αὐτὸ προτείνετε, διὰ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ Κράτους νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν λογαριασμῶν· ἀλλ’ ἀμέσως προσθέτετε: μὴ βλάψετε τὴν δημοτικὴν καὶ ἐπαρχιακὴν ὁδοποιΐαν. Ἀφοῦ δηλ. ἐλάβετε 6,000,000 σχεδὸν ἐκ τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας, ὅπως ὑπηρετήσητε τὰς ἀνάγκας τῆς ἐθνικῆς, λέγετε, ὅτι τὰ 6,000,000 δὲν τὰ ἐπιστρέφετε εἰς τὴν δημοτικὴν ὁδοποιΐαν· διότι, ὅταν λέγητε, ὅτι διὰ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ Κράτους θὰ ἐπιστρέψητε τὸ ποσὸν αὐτὸ, δὲν ὑπάρχει ἄλλο ἀποτέλεσμα ἢ ἡ ἀποῤῥόφησις αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ· ὥστε βλέπετε, ὅτι ἐκκαθάρισις τοῦ ταμείου ἄνευ δανείου πρὸς ἐκκαθάρισιν ἀποβαίνει ἀπολύτως ἀδύνατος. Ἀδύνατον νὰ ἐννοηθῇ ὁ κανονισμὸς τῶν σχέσεων τῶν δύο ταμείων ἄνευ δανείου...
§40ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὑπολογίζετε τοὺς πόρους;
§41ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐκ τῶν μελλόντων πόρων; Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ ἐκκαθάρισις, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε νὰ ἐγκαταλείψητε τὴν συντήρησιν τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν, οὔτε νὰ ἀναβάλητε τὴν ἐκτέλεσιν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀνέλαβε τὸ Κράτος διὰ κατασκευὴν ἐθνικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν. Ἠξεύρετε, ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος ἀνέλαβεν; Ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεις ἐθνικῆς ὁδοποιΐας 6,657,000 δραχμῶν.
§42ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατὰ ποίαν ἐποχήν;
§43ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κατὰ διαφόρους ἐποχάς. Ἂν ἐξετάσητε τὸ παρελθὸν, θὰ εὕρητε, ὅτι ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις, ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ ταμείου τούτου, ὑπερέβησαν πάντοτε τοὺς πόρους τοῦ ταμείου. Ἀλλὰ σήμερον περιορίζομαι εἰς τὸ νὰ ἐξακριβώσω τὸ γεγονὸς, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβε, καὶ αἵτινες μένουσιν ἐκκρεμεῖς, ἐθνικῆς ὁδοποιΐας ἐξ 7,867,000 δραχ. ἐκτελουμένων ἔργων, ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἐπαρχιακὴν ὁδοποιΐαν 726,000, διὰ δὲ τὴν δημοτικὴν ὁδοποιΐαν 397,000. Ἐρωτῶ: τὸ σύστημα, ὅπερ προτείνετε, δύναται ποτὲ νὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν λογαριασμῶν τούτων; Οὐδέποτε. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ὑμετέραν ἐπίκρισιν, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τούτου δὲν γίνεται οἰκονομία πέραν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπὶ πλέον τὸ Δημόσιον κατ’ ἔτος συνεισέφερεν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, τοῦτο δὲν τὸ νομίζω ἀκριβές· διότι πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς οἰκονομίας τῆς γενομένης νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον θέλει εἰς τὸ μέλλον ἀναλάβει. Τὰ βάρη ταῦτα εἶναι ἡ συντήρησις καὶ ἀνακαίνισις τῶν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν, ἡ συντήρησις τῶν ἐθνικῶν, καὶ βεβαίως ἡ συντήρησις τῶν δημοτικῶν, ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ὅλων τῶν ὁδῶν... Ἄρα θὰ ἔχητε καὶ ἑτέραν οἰκονομίαν ἐκ δύο ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος.
§44ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ ἀφήσητε νὰ πληρόνωνται διὰ δανείων καὶ ἡ συντήρησις τῶν ὁδῶν καὶ οἱ μισθοὶ τοῦ προσωπικοῦ.
§45ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ μᾶς ἐπαναφέρει εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πάντοτε ἐπὶ πολλὰς συνόδους συνεζητήσαμεν, περὶ τῆς διακρίσεως τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων ἐξόδων. Οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ συντήρησις καὶ ἡ ἀνακαίνισις τῶν ὁδῶν βαρύνουσι τὰ τακτικὰ ἔξοδα, οὐδεμία ὅμως ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἐπὶ πλέον ἐκτέλεσις δημοσίων ἔργων, ὅταν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπωσι νὰ βαρύνωνται τὰ τακτικὰ ἔξοδα, βεβαίως πρέπει νὰ γίνηται διὰ δανείου, ἀλλὰ πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν, ὅπως τὰ ἔργα ταῦτα περιορισθῶσι, καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀκριβῶς περιλαμβάνει τὴν μέριμναν ταύτην περὶ τοῦ περιορισμοῦ, διότι βλέπετε, ὅτι δὲν ἀναγράφει πρὸς κατασκευὴν νέων ἔργων ἢ ποσὸν ἑνὸς ἑκατομμυρίου, καὶ ἡ ἀναγραφὴ τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου τούτου ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῶν ἀναληφθεισῶν ὑπὸ τοῦ Κράτους ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας δὲν δύνασθε ν’ ἀποφύγητε, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῆτε, ὅτι διὰ τῶν τακτικῶν πόρων θὰ ἐπαρκέσητε εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀναγκῶν τούτων. Ἀφοῦ λοιπὸν τοιουτοτρόπως τίθεται τὸ ζήτημα, τὰ συμπεράσματα ἄρχονται ἐκ τῆς ἀναλύσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμον. Πρόκειται νὰ καταργήσωμεν τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, πρόκειται, καθ’ ἣν στιγμὴν διαλύομεν τὸ ταμεῖον τοῦτο, νὰ ἐκκαθαρίσωμεν τοὺς λογαριασμοὺς αὐτοῦ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ στερήσωμεν τοὺς δήμους τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα κατέβαλον χάριν τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας, νὰ στερήσωμεν τὰς ἐπαρχίας τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα κατέβαλον διὰ τὴν ἐπαρχιακὴν ὁδοποιΐαν. Ἀφ’ ἑτέρου εἶναι ἀδύνατον νὰ ζητήσωμεν παρὰ τῶν ἐπαρχιῶν ἢ τῶν δήμων, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν κατὰ τὸ παρελθὸν προνομιοῦχοι, τὴν ἐπιστροφὴν τῶν ποσοτήτων, αἱ ὁποῖαι ἐδαπανήθησαν πρὸς ἐκτέλεσιν ἐπαρχιακῶν ἔργων ἢ δημοτικῶν. Πρόκειται λοιπὸν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτὰς, καὶ ὅπως ἐπαρκέσωμεν, δέον νὰ προβῶμεν εἰς πραγματοποίησιν δανείου, ἀποκλειστικῶς προωρισμένου εἰς ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν τούτων. Διότι ἄλλως πρέπει νὰ θυσιάσωμεν καὶ τὴν ἐπαρχιακὴν καὶ τὴν δημοτικὴν ὁδοποιΐαν. Πιστεύω, ὅτι οἱ λόγοι οὗτοι θὰ πείσωσιν ὑμᾶς, ὅτι τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον λύει τὸ ζήτημα κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος, ἐνῷ ἱκανοποιεῖ τὰς ἀπαιτήσεις, τὰς ἐκ τῆς παρελθούσης ἐνεργείας γεννηθείσας, ἐξασφαλίζει ἡμᾶς, ὅτι εἰς τὸ μέλλον δὲν θὰ ἐξακολουθήσῃ σύστημα, τοῦ ὁποίου τὰ κακὰ ἀποτελέσματα ἐνώπιον ἡμῶν πρόκεινται. Νομίζω, ὅτι ὁ ὅρος, ὁ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δυνάμει τοῦ ὁποίου κατ’ ἔτος θέλει ἀναγράφεσθαι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ποσὸν ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἢ μᾶλλον ποσὸν μὴ δυνάμενον νὰ ὑπερβῇ τὸ ἓν ἑκατομμύριον, θέλει ἐξασφαλίσει ἡμᾶς, ὅτι, ἐνόσῳ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τὸ ἐπιβάλλει, μεγίστη θέλει δοθῆ προσοχὴ εἰς τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ποιοῦμεν, θέλει ἐξασφαλίσει ἡμᾶς, ὅτι, ἐνόσῳ ἡ κατάστασις αὕτη ἐξακολουθεῖ, δὲν θὰ ἔχωμεν τὰς δαπάνας, τὰς ὑπερόγκους τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν δαπάνας περιωρισμένας, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ θὰ ἔχῃ πάντοτε τὸ δικαίωμα νὰ ἐξασκήσῃ τὸν ἔλεγχόν της. Ἡ δὲ παρατήρησις τοῦ ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτοῦ, ὅτι ἔπρεπε κατ’ ἄρθρον νὰ κατατάξωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, δὲν εἶναι ἐπιτυχὴς, διότι τοῦτο ἀποβαίνει πολὺ δυσχερὲς, ὅταν ἀποβλέψωμεν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διὰ μακρῶν ἀνέπτυξα, εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἤδη ἀνέλαβε, καὶ ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἀκριβῶς νὰ προϋπολογισθῇ τὸ ποσὸν δι’ ἕκαστον ἔργον, ὅταν μάλιστα πρόκηται νὰ διαβαθμίσωμεν τὰ ἔργα ταῦτα, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἀνελήφθησαν ἤδη ὑποχρεώσεις πρὸς τοὺς ἐργολάβους.
§46ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ σκοπὸς ἢ ὁ λόγος, ὅστις ὑπηγόρευσε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν εἶναι ἡ διαῤῥύθμισις τῆς λειτουργίας τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, δὲν εἶναι ὁ περιορισμὸς τῆς δαπάνης. Ἡ διαῤῥύθμισις ἠδύνατο νὰ γείνῃ, ἐὰν ἐξετελεῖτο ὁ νόμος, μεριμνώσης πρὸς τοῦτο τῆς Κυβερνήσεως, ὁ δὲ περιορισμὸς τῆς δαπάνης ἐξαρτᾶται ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Πολλοὺς ἔχομεν νόμους, κανονίζοντας καὶ περιορίζοντας τὰς δαπάνας, καὶ ὅμως ἔχομεν ἀδιακόπως ὑπερβάσεις. Ἄρα, καὶ τοῦ νόμου τούτου ψηφιζομένου, οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι, ἐὰν παραστῇ οἱαδήποτε ἀνάγκη, θὰ ἔχωμεν καὶ πάλιν ὑπερβάσεις. Ὁ σκοπὸς ἑπομένως καὶ ὁ λόγος τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι ἡ συνομολόγησις δανείου. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὅταν ζῶμεν ἀδιακόπως διὰ δανείων, ποῦ βαδίζομεν; Δὲν εἶναι προτιμότερον, ἀντὶ νὰ σκέπτησθε, ὡς λέγετε, τὸ ὁποῖον δὲν πιστεύω, νὰ ἐκτελέσητε ἄλλα ἔργα, δὲν εἶναι προτιμότερον νὰ παύσῃ καὶ ἡ ὁδοποιΐα ἡ ἐθνικὴ καὶ ἡ ὁδοποιΐα ἡ ἐπαρχιακὴ, καὶ νὰ ἀποβλέψωμεν μόνον καὶ μόνον εἰς τὸ πῶς νὰ σωθῶμεν ἐκ τῆς κρίσεως, ὑπὸ τὴν ὁποίαν διατελοῦμεν, πῶς νὰ ἐκλείψῃ αὐτὴ ἡ κρίσις, ἡ ὁποία ἐπιβαρύνει τὸν τόπον διὰ δαπάνης 40 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἕνεκα τῆς διαφορᾶς τοῦ νομίσματος; Θὰ ἦναι προτιμότερον νὰ προβῶμεν εἰλικρινῶς εἰς οἰκονομίας γενναίας, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κατάργησιν πάσης δαπάνης, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία, ὅπως ἔχωμεν οὕτως οἰκονομίαν πραγματικὴν, παύσωμεν δὲ συνομολογοῦντες δάνεια ἐπὶ δανείων, ἐπὶ ὅροις, οἱ ὁποῖοι εἶναι καταθλιπτικοὶ, τοκογλυφικοί, ἐκτὸς ἐὰν σκεπτώμεθα, ὅπερ δὲν πιστεύω, νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν καταστροφὴν, νὰ φθάσωμεν εἰς μίαν ἐκκαθάρισιν. Συμπεραίνων λοιπὸν, λέγω, ὅτι, ἐὰν μεριμνῶμεν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τὸ τόπου, ἐὰν μεριμνῶμεν πράγματι περὶ τῆς καλῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν, δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς ψήφισιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀποβλέπει ἢ μόνον εἰς συνομολόγησιν δανείου ἐσωτερικοῦ. Ἄλλως ἔχει, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις σκέπτηται νὰ συνομολογήσῃ δάνειον γενικὸν, ὅτε θὰ ἔλθῃ νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι διὰ τοῦ προτεινομένου δανείου πρόκειται νὰ ἀνορθωθῶσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ τόπου, καὶ νὰ πείσῃ περὶ τούτου τὴν Βουλὴν καὶ τὸ κοινὸν, ὅπως ἐπιτραπῇ αὐτῇ τὸ δάνειον.
§47ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἤθελε κάμῃ τὴν διάκρισιν, ἥτις πρέπει νὰ γείνῃ εἰς πᾶσαν διαχείρισιν, τὴν διάκρισιν τῆς ἐκκαθαρίσεως ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς ἐτησίας διαχειρίσεως ἀφ’ ἑτέρου, ἤθελεν ἴδει, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίφασις. Ἄλλη ἐργασία εἶναι ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ἡ τακτοποίησις τοῦ παρελθόντος, καὶ ἄλλη ἐργασία ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων τῶν ἤδη τελουμένων. Ὅταν δὲ γείνῃ τοῦτο, θέλει πεισθῆ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι τὸ ἓν ἑκατομμύριον, τὸ ὁποῖον θὰ δαπανᾷ ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ἡ ἐθνικὴ ὁδοποιΐα, δὲν δύναται νὰ τὸ συγχύσῃ μὲ τὴν ἐκκαθάρσιν τοῦ παρελθόντος. Τὸ ἑκατομμύριον τοῦτο εἶναι δαπάνη μέλλοντος, καὶ ἡ δαπάνη αὕτη πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ, ἐὰν μὲν μείνῃ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἐκ τῶν πόρων αὐτοῦ, ἐὰν δὲ δὲν μείνῃ, ἐκ τῶν πόρων τοῦ Δημοσίου, οἵτινες πόροι τοῦ Δημοσίου παρουσιάζονται εἰς τὸ μέλλον ἐπηυξημένοι ἐκ τῶν πόρων τῆς ὁδοποιΐας. Περιορίζετε τὴν δαπάνην εἰς ἓν ἑκατομμύριον· λέγετε, ὅτι ἀπαιτοῦνται 2½ ἑκατομμύρια διὰ τὰς δαπάνας τῆς ἐπιτηρήσεως καὶ τοῦ προσωπικοῦ καὶ διὰ τὴν συντήρησιν τῆς ὁδοποιΐας, καὶ ἓν ἑκατομμύριον διὰ τὴν ἐπαρχιακὴν καὶ δημοτικὴν ὁδοποιΐαν. Ἔχομεν ἐν ὅλῳ 4,500,000. Πῶς θὰ ἐκτελέσητε τὴν δαπάνην αὐτήν; Διὰ τῶν 4,500,000, ἅτινα ἀποτελοῦσι τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ ἅτινα κρατεῖ εἰς τὸ ἑξῆς τὸ Δημόσιον.
§48ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ τὴν πίστωσιν τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τῶν δήμων τὴν ἐλησμονήσατε;
§49ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἐκπλήρωσις τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ ταμείου δὲν πρέπει νὰ γείνῃ δι’ ἐκτάκτων πόρων. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν, ὅτι διὰ δανείων δύνανται ν’ ἀντικαταστήσωσι τοὺς πόρους ἑνὸς Κράτους, αὐτοὶ ὤθησαν αὐτὸ εἰς τὴν καταστροφήν. Τὸ δάνειον εἶναι βοήθημα προσωρινὸν, καὶ μόνον ὡς τοιοῦτον πρέπει νὰ τὸ μεταχειριζώμεθα. Πόρος ἐνταῦθα πρὸς θεραπείαν τῶν διαφόρων ἀναγκῶν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας εἶναι τὰ ποσοστὰ διαφόρων φόρων, τὰ ψηφισθέντα ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, εἶναι ἡ φορολογία, ἡ ψηφισθεῖσα ἐπὶ τούτῳ, οἱ πόροι δὲ οὗτοι εἶναι ἀρκετοὶ, ἵνα θεραπεύσωσιν ἁπάσας τὰς ἀνάγκας τοῦ ταμείου....
§50ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἐπαρκοῦσι.
§51ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐπαρκεῖς· ὁσάκις δὲ δὲν ἐπαρκοῦσι, τότε καταφεύγει τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ εἰς τὰς προκαταβολάς.
§52ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι μόνον εἰς τὰς προκαταβολὰς, ἀλλὰ καὶ εἰς δάνειον, ὡς τὸ δάνειον τῶν 20,000,000.
§53ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θέλω νὰ θίξω τὸ ζήτημα ἐκεῖνο.
§54ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πῶς δὲν θέλετε νὰ θίξητε αὐτό; Περὶ αὐτοῦ πρόκειται.
§55ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅταν μελετήσωμεν τὸ δάνειον ἐκεῖνο, θέλομεν ἴδει, ὅτι ἦτο εἷς ἔκτακτος πόρος τοῦ ταμείου, ὅτι ἦτο μία εἰσφορὰ, τὴν ὁποίαν παρέσχε τὸ Δημόσιον εἰς τὸ ταμεῖον.
§56ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τώρα λέγετε τὸ δάνειον ἔκτακτον πόρον.
§57ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι τὸ δάνειον δὲν εἶναι τακτικὸς πόρος, εἶναι πόρος ἐκτακτότατος. Τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἔχει τοὺς πόρους αὑτοῦ, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ θεραπεύσῃ ὅλας τὰς ἀνάγκας αὑτοῦ, καὶ τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν, καὶ τῆς συμπληρώσεως αὐτῶν, καὶ τῆς πληρωμῆς τῶν χρεῶν τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν καὶ τὴν δημοτικήν· διότι ὁ ἴδιος ὑπελογίσατε δύο ἥμισυ ἑκατομμύρια διὰ τὴν συντήρησιν καὶ διὰ τὸ προσωπικὸν, ἓν ἑκατομμύριον διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν, ἓν ἑκατομμύριον διὰ τὰς ἐπαρχιακὰς καὶ δημοτικὰς ὁδοὺς, ἐν ὅλῳ 4,500,000. Αὐτὰ τὰ ἔχετε.
§58ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ ἀπόδοσις πρὸς τὰς ἐπαρχίας καὶ τοὺς δήμους τί θὰ γείνῃ;
§59ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπελόγισα τοῦτο. Πῶς θὰ λάβητε αὐτὰ ἐκ δανείου; Τίς θὰ συνομολογήσῃ τοῦτο; Τὸ ἀνύπαρκτον ταμεῖον; Ὄχι, ἑπομένως θὰ τὸ συνομολογήσῃ τὸ Δημόσιον. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὅλα τὰ ἔσοδά του ἀναλαμβάνετε, διατὶ θέλετε νὰ συνομολογήσητε δάνειον ἐν ὀνόματι ἀνυπάρκτου πλέον ταμείου; Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπαρχιακὴν καὶ δημοτικὴν ὁδοποιΐαν, ὑπάρχουσι βεβαίως ὑποχρεώσεις πρὸς διαφόρους ἐπαρχίας καὶ δήμους, ἀλλ’ ἡ ὁδοποιΐα ἔχει λαμβάνειν τὰ ποσὰ αὐτὰ παρ’ ἄλλων δήμων καὶ ἄλλων ἐπαρχιῶν.
§60ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αἱ ἐπαρχίαι καὶ οἱ δῆμοι ἔχουσι νὰ λάβωσι πολὺ μεγαλείτερον ποσόν.
§61ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι ἔχουσι νὰ λάβωσι 4,000,000. Τοῦτο εἶναι μία ἔκτακτος ἀνάγκη, ἡ ὁποία πρέπει νὰ πληρωθῇ, ἵνα ἐκκαθαρισθῇ τὸ ταμεῖον. Ὀφείλει τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε τὴν ἐκκαθάρισιν, νὰ ἀναλάβῃ καὶ τὸ δάνειον. Ἐὰν θέλητε τὰ 4,000,000 νὰ τὰ καταβάλητε ἀμέσως πρὸς τὰς ἐπαρχίας καὶ τοὺς δήμους, βεβαίως δὲν δύνασθε νὰ πράξητε τοῦτο ἢ συνομολογοῦντες δάνειον οὐχὶ παρὰ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ἀλλὰ παρὰ τοῦ ταμείου τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ δανεισθῆτε, διότι δὲν θὰ καταβάλητε ἀμέσως τὰ 4 ἑκατομμύρια. Ἐὰν δὲν ἐπιμείνητε εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ δὲν καταργήσητε τοὺς ἐπαρχιακοὺς καὶ δημοτικοὺς πόρους, ἔχετε ἕνα πόρον τακτικὸν κατ’ ἔτος ἐξ 700,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας δύνασθε νὰ δαπανᾶτε εἰς τοὺς δήμους καὶ τὰς ἐπαρχίας, καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ εἰσπράττητε αὐτὰ ἐκ τῶν ποσοστῶν τῶν ἀνηκόντων εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ εἰς τοὺς δήμους. Ἂν ὅμως δὲν θέλητε τοῦτο, καὶ θέλητε νὰ ἐκκαθαρίσητε διὰ μιᾶς καὶ ἀποδώσητε εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν καὶ δῆμον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔχουσι λαμβάνειν,—ὅπερ δὲν θὰ πράξητε,—τότε δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι θὰ δανεισθῶμεν. Ἡ ἐκκαθάρισις πρέπει νὰ διακριθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπὸ τῆς διαχειρίσεως.
§62Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναγνωρίζει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ὑπάρχει ὀφειλὴ πρὸς τὰ ἐπαρχιακὰ καὶ πρὸς τὰ δημοτικὰ ὁδικὰ ταμεῖα· τὴν ὀφειλὴν δὲ ταύτην, λέγει, δὲν πρέπει νὰ πληρώσητε διὰ δανείου, ἐκκαθαρίζοντες τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ διαλυομένου ταμείου, ὅπερ εἶναι ὁ ὀφειλέτης, ἀλλὰ πρέπει νὰ πληρόνητε αὐτὴν ἐκ τῶν ὁδικῶν προσόδων τῶν ἐπαρχιακῶν καὶ δημοτικῶν ταμείων. Αἱ πρόσοδοι ὅμως αὗται εἶναι κτῆμα τῶν ἐπαρχιακῶν ταμείων καὶ τῶν δημοτικῶν ταμείων, τὰ πλεῖστα δὲ τῶν ταμείων τούτων οὐδὲν ὀφείλουσιν ὁδικόν. Πῶς θὰ λάβητε τὴν πρόσοδον τῶν μὴ ὀφειλόντων, τῶν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ καὶ πιστούχων, ἵνα διαθέσητε αὐτὴν εἰς ἀπότισιν τῶν ὀφειλῶν τοῦ ταμείου;
§63ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχουσι καὶ ὀφείλοντες.
§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ δῆμοι, οἱ ὀφείλοντες ἐξ ὁδικῶν, ὡς γινώσκομεν, εἶναι δέκα πέντε τοῦ παλαιοῦ βασιλείου καὶ δύο Ἰόνιοι, οἱ δὲ δῆμοι, οἱ ἔχοντες λαμβάνειν, εἶναι πλεῖστοι, δι’ ὃ καὶ δὲν ἀπαριθμοῦνται ἐνταῦθα, ἀπαριθμοῦνται ὅμως αἱ ἐπαρχίαι, αἱ ἔχουσαι λαμβάνειν ἐξ ὁδικῶν, αἵτινες εἶναι τριάκοντα ἐννέα τοῦ παλαιοῦ βασιλείου καὶ τρεῖς τῶν Ἰονίων νήσων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὡμίλησε περὶ μελλουσῶν εἰσπράξεων τῆς ἐθνικῆς, τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας, ὡσανεὶ ὑπῆρχον πρόσοδοι ὁδικαὶ ἐκ φύσεως ὑφιστάμεναι, ὡσανεὶ ὑπῆρχεν ἐκ τῆς Δημιουργίας ταμεῖον ἐθνικῆς ὁδοποιΐας ἢ ἐπαρχιακῆς ἢ δημοτικῆς, κεκτημένον δικαίωμα εἰσπράξεως εἰσφορῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τοιαῦτα ταμεῖα καὶ τοιαῦται εἰσφοραὶ ἔλαβον ὕπαρξιν ἐκ τοῦ νόμου τοῦ 1867· σήμερον ἀπεφασίσθη, ὅτι θέλει παύσει τοιαύτη εἰσφορὰ τῶν φορολογουμένων εἰς τὰ ταμεῖα τὰ ὁδικὰ, καὶ ὅτι τὰ εἰσπραττόμενα μέχρι τοῦδε ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς, ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας θὰ εἰσπράττωνται ἀπὸ τοῦδε ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Εἶναι ἡ ὁδικὴ εἰσφορὰ φόρος εἰσπραττόμενος πρὸς τῷ ἐγγείῳ φόρῳ, πρὸς τῷ ἐπὶ τῶν ζώων φόρῳ, πρὸς τοῖς εἰσαγωγικοῖς τέλεσι, καὶ μέχρι τοῦδε διεκρίνετο ἀπὸ τῶν γενικῶν προσόδων τοῦ Κράτους, ἀποδιδόμενος εἰδικῶς εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Τοὐντεῦθεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀποφασίζει, ὅπως ἀποδίδωται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἑπομένως τοὐντεῦθεν εἰσπράξεις ὑπὲρ ταμείου ὁδοποιΐας δὲν ἐνεργοῦνται, ὑπολείπεται ἄρα ἡ ἐκκαθάρισις τῶν μέχρι τοῦδε εἰσπράξεων τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ τῆς ἐν γένει ληψοδοσίας αὐτοῦ.
§65ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὑπάρχει ἡ ἐπιβεβλημένη διὰ λογαριασμὸν τῆς ὁδοποιίας.
§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἤδη ὅμως, ὡς εἶπον, αὕτη παύει, καὶ ἐπιβάλλεται μόνον χάριν τοῦ Δημοσίου. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς φορολογίας ἐν τῷ παρελθόντι. Τὰ περὶ ταύτης μένουσιν ἄθικτα· ἀλλ’ ἀπὸ τῆς σήμερον καὶ εἰς τὸ μετέπειτα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶναι ἐλευθέρα νὰ κανονίζῃ τὰ τῶν φόρων ὡς θέλει. Περὶ τὰ τοῦ παρελθόντος ὑποχρεούμεθα νὰ προνοήσωμεν περὶ ἀποδόσεως τῶν ὀφειλομένων. Ἐν δὲ τῷ μέλλοντι δὲν θὰ ὑπάρχῃ πρόσθετος εἰσφορὰ ποσοστῶν ὁδοποιίας, ἀλλ’ ὁ ἀντικαθιστῶν αὐτὴν πρόσθετος φόρος ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου. Συνέπεια τῆς νέας ταύτης νομοθεσίας εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ ἐκκαθαρίσωμεν τὸ παρελθὸν κατὰ τὰ κεκανονισμένα ὑπὸ τῶν νόμων τοῦ παρελθόντος, ὧν ἡ ἐν τῷ μέλλοντι ἰσχὺς παύει, ἀφ’ ἧς κυρωθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ἡ ἐκκαθάρισις τί ἀποδίδει; Ἀποδίδει ὀφειλὴν πρὸς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ὁδοποιίας 4,922,000 δραχμῶν, κατὰ τοὺς λογαριασμοὺς τῆς 31 Δεκεμβρίου 1890, οὓς περιέχει τὸ τεῦχος τοῦτο. Ἀλλ’ ἀναγράφεται καὶ πίστωσις τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ὁδοποιίας 126,000 δραχμῶν. Ταῦτα εἶναι χρέος τῆς δημοτικῆς ὁδοποιίας, ὅπερ ὅμως, καὶ οὕτως ἐλάχιστον, δὲν εἶναι ἀφαιρετέον ἐν τῇ ἐκκαθαρίσει ἀπὸ τῶν 4,922,000 δραχμῶν τῆς πιστώσεως αὐτῆς, διότι ἀπόδοσις τοῦ χρέους εἶναι ἀνέφικτος, ὡς ὀφειλομένου οὐχὶ ὑπὸ τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ὁδοποιίας ἐν συνόλῳ, ἀλλ’ ὑπὸ δήμων, μὴ ἐπαρκούντων εἰς τὴν ἀπόδοσιν, διὰ τὴν ἔλλειψιν περισσευουσῶν εἰσπράξεων. Ἡ πρὸς τὰ δημοτικὰ ταμεῖα ἄρα ὀφειλὴ τῶν 4,922,000 πῶς θέλει ἀποτιθῆ, ἀφοῦ τὸ παρελθὸν οὐδὲν καταλείπει ἀποταμίευμα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας; Ἔχομεν ὀφειλὴν μὴ καλυπτομένην ὑπὸ τῶν τέως εἰσπραχθέντων, δὲν ἔχομεν μελλούσας προσόδους, προωρισμένας εἰς τὴν ἀπότισιν τῆς ὀφειλῆς· ἡ ἀπότισις ἄρα τοιαύτης ὀφειλῆς δι’ οἱωνδήποτε κεφαλαίων σημαίνει δάνειον.
§67ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡ ἐξήγησις εἶναι εἰλικρινεστάτη, ἀλλ’ ἄγει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις θὰ γείνῃ καὶ θὰ πληρωθῇ διὰ δανείου.
§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ συμπεράσματα ἀποῤῥέουσιν ἐκ τῶν δεδομένων, ὅταν δὲν διαστρέφωνται ὑπὸ τῆς κακοβουλίας. Ἐγώ, κρίνων τὰ πράγματα ὡς ἔχουσιν, εἶπον, ὅτι τὸ Δημόσιον, διατελοῦν ἐν στενοχωρίᾳ, δὲν ἔχει τὰ μέσα, ἵνα δαπανᾷ πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν, καὶ παύει τὴν ἀπόδοσιν τῶν προστεθέντων ποσοστῶν εἰς τὰ ταμεῖα τῆς ὁδοποιίας, ἵνα διαθέτῃ ταῦτα ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, περιλαμβανουσῶν καὶ τὰς δαπάνας τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν. Ἀναγνωρίζει τὸ Δημόσιον τὰς ἐν τῷ παρελθόντι δοσοληψίας τῶν ταμείων τούτων, καὶ ἐκκαθαρίζον αὐτάς, καταλογίζει τὰς ὀφειλὰς αὐτῶν, τὰς μὴ καλυπτομένας ὑπὸ τοῦ ἐνεργητικοῦ, ὡς ὀφειλὰς τοῦ Δημοσίου, ἀποτιθησομένας, ὡς καὶ πᾶσα ὀφειλὴ τοῦ Δημοσίου, μὴ ἔχουσα ἀντίῤῥοπον ἔσοδον, διὰ δανείου. Αἱ ὀφειλαὶ αὗται εἶναι παθητικὸν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας, μεταβιβαζόμενον εἰς τὸ παθητικὸν τοῦ Δημοσίου. Τὸ παθητικὸν τοῦτο ἐν τῇ δημοτικῇ ὁδοποιίᾳ ἀνήρχετο εἰς 4,922,000 δραχμῶν τὴν 31 Δεκεμβρίου 1890, ἐν τῇ ἐπαρχιακῇ δὲ εἰς 1,647,000· ἐν συνόλῳ ἄρα εἰς 6,569,000 δραχμῶν. Τὸ ποσὸν θ’ ἀποδειχθῇ μεγαλείτερον, διότι ὑποθέτω, ὅτι καὶ νέαι πιστώσεις θὰ ἐγένοντο παρὰ τῶν εἰδικῶν ταμείων, τοῦ τε ἐπαρχιακοῦ καὶ τοῦ δημοτικοῦ. Πάντα ταῦτα ὀφείλονται ὑπὸ τοῦ διαλυομένου ταμείου, οὗτινος αἱ ὑποχρεώσεις, ἐκλιπόντος αὐτοῦ, ἐπιπίπτουσιν εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ ἐπειδὴ αἱ ὀφειλαὶ αὗται εἶναι παθητικὸν μὴ καλυπτόμενον ὑπὸ τοῦ ἐνεργητικοῦ τοῦ ταμείου, ἡ ἐκκαθάρισις θέλει καταλήξει εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἀποτίσεως αὐτοῦ διὰ δανείου. Ἐν τῷ νομοθετήματι περιελάβομεν διάταξιν, καθ’ ἣν τὸ δάνειον θὰ πραγματοποιῆται, ἐφ’ ὅσον παρουσιάζωνται ἐπαρχιακαὶ καὶ δημοτικαὶ ἀνάγκαι ὁδοποιΐας, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς φρονεῖ, ὅτι τὸ Δημόσιον διὰ τοῦ περιορισμοῦ τούτου ἀποδεικνύεται πλεονεκτικόν. Τὸ Δημόσιον δὲν ὑπεκφεύγει τὴν ἀπότισιν τῆς ὀφειλῆς πρὸς τὴν ἐπαρχιακὴν καὶ δημοτικὴν ὁδοποιΐαν, ἐλλείψει δ’ ἐνεργητικοῦ τοῦ ὀφείλοντος ταμείου, ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἀποτίσεως αὐτῆς πλήρους διὰ δανείου συνομολογουμένου, ἐφ’ ὅσον παρουσιάζηται ἀνάγκη τῆς διαθέσεως τοῦ λόγῳ τῆς ὀφειλῆς ἀποδιδομένου χρήματος. Ἀλλὰ πλὴν τῶν πρὸς τὰ ταμεῖα τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας ὀφειλῶν, ὑπάρχει καὶ ὀφειλὴ τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας πρὸς τὸ Δημόσιον, λόγῳ προκαταβολῶν αὐτοῦ, ὧν ἡ ἀπόδοσις εἶναι ἀναπόδραστος, διότι δὲν δύναται τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ μὴ ἀναπληρώσῃ τὸ ἐκ τούτων κενόν. Αἱ προκαταβολαὶ ἐγένοντο ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους ἄνευ ἀδείας τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ ἄνευ πόρου πρὸς ταύτας καθωρισμένου. Τὸ παρελθὸν παρουσιάζει σπανίως προϋπολογισμοὺς ἐν ἰσοζυγίῳ, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον παρουσιάζει προϋπολογισμοὺς ἐν ἐλλείμμασι· συνέπεια δὲ τούτου εἶναι, ὅτι τὰ διατεθέντα ἐκ τῶν ἐσόδων τῶν προϋπολογισμῶν εἰς ἀνάγκας μὴ προβλεπομένας ἐν αὐτοῖς, ὁποῖαι αἱ προκαταβολαὶ ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας, δὲν δύνανται ν’ ἀναπληρωθῶσιν ἄλλως ἢ διὰ κεφαλαίων λαμβανομένων ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἤτοι διὰ δανείου. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ ἐκ τῶν προκαταβολῶν ὀφειλὴ τοῦ ὁδικοῦ ταμείου πρὸς τὸ Δημόσιον θὰ ἐκκαθαρισθῇ διὰ δανείου, λαμβάνεται πρόνοια, ἵνα γένηται χρῆσις ἀποκλειστικὴ τῶν κεφαλαίων τοῦ δανείου τούτου ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν, εἰς ὧν τὴν θεραπείαν ἦτο τεταγμένον μέχρι τοῦδε τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας· διότι τὸ διαλυόμενον ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἀφίνει εἰς τὸ Δημόσιον βάρη μεγάλα ἐξ ὑποχρεώσεων ἀναληφθεισῶν ἤδη. Περὶ τῶν ὑποχρεώσεων τούτων ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια, καὶ κανονίζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως τὰ κεφάλαια τοῦ δανείου δαπανῶνται εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τούτων, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως τίθεται καὶ περιοριστικὴ διάταξις, ὅπως τὸ χρῆμα τοῦτο μὴ δαπανᾶται ἐπὶ πλέον ποσοῦ 1,000,000 κατ’ ἔτος. Ἐνῷ δυστυχῶς ἔχομεν τοιαύτας ὑποχρεώσεις ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ἀναληφθείσας ἐν τῷ παρελθόντι, ἔχει ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῶν γενικῶν διατάξεων περὶ ἐργολαβιῶν τὸ δικαίωμα ἐπιπεφυλαγμένον ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ὅπως διαβαθμίζῃ τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν, καὶ ἑπομένως τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου, καθ’ ὃν τρόπον ἡ Κυβέρνησις ἤθελε κρίνει καταλληλότερον. Δυνάμεθα ἄρα τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων νὰ διαβαθμίσωμεν κατὰ τρόπον, ὥστε ἡ ἐτησία ἐπιβάρυνσις νὰ μὴ ἦναι μεγάλη, καὶ ἐνομίσαμεν ὅτι ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς περιστάσεις ὁ περιορισμὸς τῆς ἐτησίας ἐπιβαρύνσεως εἰς 1,000,000 δραχμῶν. Τοῦτο ἔρχεται ὁ νόμος νὰ πράξῃ· ὥστε κατὰ τὸ νομοσχέδιον οὐδὲν πρόκειται σήμερον νὰ ζητηθῇ πρόσθετον· πάντα ταῦτα ὑφίστανται ὡς ὑποχρεώσεις, πρόκειται δὲ μόνον νὰ κανονισθῶσι τὰ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ὑποχρεώσεων, καὶ ἐν τῷ κανονισμῷ τούτῳ νὰ τεθῶσιν εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως περιορισμοί, ὧν ἄνευ θ’ ἀφίετο αὕτη ἐλευθέρα νὰ ποιήσηται χρῆσιν ἄμεσον παντὸς τοῦ ἐκ τοῦ δανείου χρήματος, νὰ διαθέσῃ δὲ αὐτὸ οὐ μόνον εἰς τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιΐας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς γενικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους.
§69ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, τίς δικηγόρος εἶπε: «δόσατέ μοι δύο γραμμὰς ἑνὸς ἀνθρώπου, καὶ ἐγὼ κατορθόνω νὰ τὸν καταδικάσω». Ὅλαι αἱ πράξεις τοῦ ἀνθρώπου ἔχουσι δικαιολογίαν. Ἵνα δικαιολογήσῃ τὸ δάνειον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐνόμισεν, ὅτι ἐγὼ παρεδέχθην τὴν κατάργησιν τῶν ἐσόδων τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας, καὶ μοὶ λέγει: πόθεν θὰ εὕρω τὰ χρήματα; Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἔχομεν δικαίωμα τὰ πάντα νὰ πράξωμεν, ἀποτελοῦντες τὴν ἀνωτάτην ἐξουσίαν, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ μὴ πράττωμεν ἢ τὰ ὀρθὰ καὶ λογικά. Δὲν θέλω νὰ ἐκτεθῶ· μόνον ἓν πρᾶγμα νομίζω ἀναγκαῖον νὰ παρατηρήσω. Ἡ δικαιολογία τοῦ δανείου, διότι ἔχομεν νὰ λάβωμεν παρὰ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας προκαταβολὰς, οὐδόλως ἐλαφρύνει τὰ βάρη τοῦ Δημοσίου· τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ δανεισθῇ· δανείζεται τὸ Κράτος, καὶ θὰ ἦναι καλλίτερον νὰ δανεισθῇ εἰλικρινῶς, καὶ οὐχὶ πλαγίως· τὸ δανείζεσθαι διὰ λογαριασμὸν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ πρὸς ἐκκαθάρισιν τῶν χρεῶν αὐτοῦ, ἢ διὰ λογαριασμὸν τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἢ ἄλλων ταμείων εἰδικῶν, φέρει εἰς τὸ ψευδὲς συμπέρασμα, ὅτι ἔχομεν νὰ λάβωμεν παρ’ ἄλλων πολλὰ ἑκατομμύρια, καὶ ὅτι δανειζόμενοι, οὐ μόνον δὲν βαρύνομεν τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐλαφρύνομεν. Ἔχομεν ὡσαύτως νὰ λάβωμεν καὶ παρὰ τῶν παλαιῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου· δυνάμεθα ἄρα νὰ δικαιολογήσωμεν καὶ τὴν εἰς βάρος αὐτῶν συνομολόγησιν δανείου. Ἀλλὰ τοῦτο πράττοντες, δὲν πράττομεν ἔργον ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν· οὕτω δὲ σκεπτόμενοι, οὐδέποτε θὰ ἐξέλθωμεν τῶν δυσκολιῶν, εἰς ἃς εὑρισκόμεθα. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ).
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§71ΡΑΛΛΗΣ. Μίαν ἀπορίαν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μοὶ λύσῃ. Πρόκειται περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν καὶ δημοτικὴν ὁδοποιΐαν τὰ ὀφειλόμενα πρὸς αὐτὴν ἐκ προηγουμένων εἰσπράξεων, ἀλλὰ συγχρόνως ὁρίζεταί τι περὶ τοῦ μέλλοντος, ὅτι ἐξ αὐτῶν τῶν ἀποδοθησομένων θέλει ἐνεργεῖσθαι ἡ ἐπαρχιακὴ καὶ δημοτικὴ ὁδοποιΐα· γνωρίζετε ὅμως, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐπαρχίαι καὶ δῆμοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν νὰ λάβουν τι, καὶ ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ποία πρόνοια λαμβάνεται περὶ τούτου διὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§72ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δυνάμει τῶν κειμένων νόμων, τὸ Δημόσιον θὰ ἦναι ὑποχρεωμένον νὰ κατασκευάζῃ καὶ συντηρῇ τὰς ἐπαρχιακὰς καὶ ἐθνικὰς ὁδοὺς, θὰ συντηρηθῶσι δὲ ἐκ τῶν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν καὶ αἱ τῶν ἐπαρχιῶν, ὅσαι δὲν ἔχουσι λαμβάνειν, ἀλλὰ χρεωστοῦσιν. Ὡς πρὸς τὴν δημοτικὴν ὁδοποιΐαν, αὕτη δὲν ἐπιβαρύνει τὸ δημόσιον ταμεῖον ἢ μόνον ὡς πρὸς τὰ τεχνικὰ ἔργα. Ποίαν ἄλλην πρόνοιαν θέλετε νὰ λάβωμεν σήμερον; Παρατηρῶ μάλιστα, ὅτι σήμερον θὰ κατασκευάζωνται δημοτικαὶ ὁδοὶ πολὺ περισσότεραι ἢ πρίν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§73Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τῆς 28 Μαΐου 1887 περὶ ὑποδεεστέρου προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ ὑποδεέστερον τοῦτο προσωπικὸν ἐκανονίσθη διὰ τοῦ νόμου ΑΦΜΖʹ τοῦ 1887, ὅπως συνδράμῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων περὶ διανομῆς τῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, εἶχε δὲ διάρκειαν πέντε ἐτῶν, παρῆλθεν ὅμως ἡ διορία αὕτη, καὶ εἰσέτι ἔμενον ἀνεκτέλεστοι οἱ νόμοι, ὡς μὴ παραδοθέντων τῶν οἰκείων παραχωρητηρίων καὶ μὴ γενομένης τῆς ἐκκαθαρίσεως ἁπάντων τῶν χρεῶν. Παρίσταται ἄρα ἀνάγκη παρατάσεως τῆς διορίας τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου ἐπὶ τριετίαν ἔτι καθ’ ὑπολογισμόν. Παρακαλῶ δὲ τὴν ἐπιτροπὴν, εἰς ἣν θὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον, νὰ εὐαρεστηθῇ ταχέως νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν, διότι ἡ πενταετὴς διορία λήγει κατ’ αὐτάς.
§74ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ἓν ῥιζικώτερον μέτρον διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν τῆς διανομῆς γαιῶν καὶ φυτειῶν;
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἐργασία αὕτη διεῤῥυθμίσθη ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἐπ’ ἐσχάτων διὰ τῆς συστάσεως συνεργείων, μεταβαινόντων ἀλληλοδιαδόχως ἀπὸ ἐπαρχίας εἰς ἐπαρχίαν, καὶ ἐλπίζεται, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τούτου θὰ ἐπιτευχθῇ ταχυτέρα ἐργασία. Ὁπωσδήποτε, ἀνάγκη νὰ παραταθῇ ἡ διορία τῆς ἰσχύος τοῦ κειμένου νόμου· ἂν δὲ κριθῶσιν ἀναγκαῖα ῥιζικώτερα μέτρα, θὰ γένηται ἡ μεταῤῥύθμισις διὰ προσθέτου νομοθετήματος.
§76ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ παρακαλέσω πρὸ παντὸς διὰ τὴν ἐπαρχίαν Λοκρίδος νὰ ληφθῇ πρόνοια, διότι εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον ἠδικημένων ἐπαρχιῶν.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθὲν νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 134). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ἀπὸ ἀπὸ 5 Δεκεμβρίου 1845 νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους.
§78ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μετὰ μεσημβρίαν, κύριε Πρόεδρε. Ἂς διακόψωμεν.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 μ.μ.) (Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ περὶ ὥραν 6 καὶ 15′ μ.μ., ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπὴ κατέθηκε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ ὑπολογισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως ἐν τῇ καταγινωσκομένῃ ποινῇ. Ἡ ἰδία ἐπιτροπὴ κατέθηκε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 228 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Ἀμφότεραι αἱ ἐκθέσεις θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 135–136). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ἀπὸ 5 Δεκεμβρίου 1845 νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Σέρβος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§81ΣΕΡΒΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, τὸ προκείμενον σχέδιον νόμου θεωρῶ ὡς συγκεντρωτικὸν καὶ ὡς ὀλέθριον διὰ τὰς ἐπαρχίας. Ὡς συγκεντρωτικὸν μὲν, διότι τὴν ἐξουσίαν τοῦ μέχρι τοῦδε Ἐπάρχου συγκεντρόνει εἰς τὸν Νομάρχην τῆς πρωτευούσης. Μετὰ τὴν πεῖραν, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν κατὰ τὰ παρελθόντα τρία ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα διήρκεσε καὶ ἐλειτούργησεν αὐτὸ τὸ σύστημα, ἐπείσθημεν, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ θέλει φέρει καταστρεπτικὰ ἀποτελέσματα. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ τοῦ νόμου ἐλάβομεν διπλάσια, τριπλάσια, τετραπλάσια κακουργήματα. Ἐκείνη ἡ χρηστὴ διοίκησις, ἡ ὁποία ὑπῆρχε πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων εἰς τὰς ἐπαρχίας τῆς Ἑπτανήσου, ἐξέλιπε, καὶ οὐ μόνον αὕτη ἐξέλιπεν, ἀλλὰ ἐξέλιπε καὶ ἡ σκιὰ αὐτῆς. Ἡ διοίκησις, ἡ ὁποία ἄλλοτε ἦτο διαπεπιστευμένη εἰς ἐπισήμους ἄνδρας, ἐξέλιπε, καὶ ἀντ’ αὐτῶν διωρίσθησαν ὁ Εἰρηνοδίκης, ὁ Δήμαρχος. Ἀπὸ τοὺς περασμένους αἰῶνας, κατὰ τοὺς ὁποίους ζόφος ἐπεκράτει ἐπὶ τῶν ἐλευθεριῶν, εἴχομεν λαμπρὰν διοίκησιν εἰς τὸ Κράτος. Ἐπὶ Ἑνετοκρατίας, ἐπὶ αἰῶνας ὑπῆρχεν εἰς τὴν Ἑπτάνησον προβλεπτὴς, ἀνὴρ ἐφωδιασμένος μὲ παιδείαν, μὲ πολυμάθειαν· αἱ ἀναφοραὶ τῶν προβλεπτῶν, τὰς ὁποίας συνέλεξε μετ’ ἐπιμελείας ὁ Σάθας, μαρτυροῦσι περὶ τῆς ἐμβριθείας ἐκείνων τῶν ἀνδρῶν, καὶ τὴν σήμερον ἀκόμη διεγείρουν τὸν θαυμασμὸν τῶν ἀναγινωσκόντων αὐτάς. Ἐνῷ λοιπὸν εἰς ἐκείνους τοὺς αἰῶνας εἴχομεν τοιαύτην διοίκησιν, ἐνῷ μετὰ τὴν ἐπέλευσιν τῆς Προστασίας ἐλάβομεν παραπλησίαν,—διότι καὶ Ἔπαρχος ὑπῆρχεν εἰς ἑκάστην τῶν νήσων τῆς Ἑπτανήσου καὶ τοποτηρητὴς, οἱ ὁποῖοι εἶχον βαθμὸν καὶ παράσημα πολὺ ἀνώτερα καὶ ἀπὸ τοὺς Νομάρχας τῆς σήμερον,—αἱ ἐπαρχίαι κατήντησαν χωρία, καὶ χωρία κατήντησαν ἐπὶ τρία ἔτη, ἰσχύοντος τοῦ καταργηθέντος νόμου, ὅτε ἐπῆλθον αὐτὰ τὰ σκληρὰ ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν εὐτυχῆ ἀφομοίωσιν, παραπλησίαν ἐλάβομεν τὴν ἀγαθὴν διοίκησιν, διότι ἔκτοτε διωρίσθη Ἔπαρχος, ὁ ὁποῖος ἦτο καὶ ἀγαθὸς σύμβουλος ἑκάστου πολίτου καὶ ὁ ἐπιτηρητὴς ὅλων τῶν ἀρχῶν τῆς Πολιτείας καὶ ὁ μέτοχος τῶν ἀποφάσεων, εἰς τὰς ὁποίας προσεκαλεῖτο νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν. Ἐνῷ λοιπὸν τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις τότε, τὴν σήμερον ἡ ἐπαρχία θέλει καταντήσει χωρίον, μὲ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προεῖπον. Λάβετε τὴν στατιστικὴν τοῦ 1864 μέχρι τοῦ 1887, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι τὰ κακουργήματα εἶναι τὸ τρίτον, τὸ τέταρτον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα βλέπομεν κατὰ τὰ ἐπακόλουθα τρία ἔτη, καὶ ἀτυχῶς ἡ κακὴ ἕξις, τὴν ὁποίαν ἀπεκτήσαμεν κατ’ ἐκείνους τοὺς χρόνους, μέχρι τινὸς ἐξακολουθεῖ καὶ σήμερον. Νομίζω δὲ, ὅτι παραπλήσια θὰ ἐλάβετε τὰ ἀποτελέσματα καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι οἱ καλλίτεροι νόμοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπαγορεύονται ἀπὸ τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα τοῦ τόπου, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐλειτούργησαν ἀπροσκόπτως ἐπὶ ἱκανὸν διάστημα χρόνου. Ἂν ἔχωμεν ἀγαθὰ τὰ ἀποτελέσματα δι’ ἱκανὸν διάστημα χρόνου, εἶναι τολμηρὸν, διὰ νὰ μοὶ εἴπω περισσότερον, νὰ ἀνατρέψωμεν τοιοῦτον σύστημα, ἐπὶ τῷ προσχήματι τῆς οἰκονομίας, οἰκονομίας, ἡ ὁποία ἄλλως δὲν ὑπάρχει πραγματική· διότι, ἂν ὁ προϋπολογισμὸς φέρῃ ἐξαγόμενον ἔσοδα μὲν 100,000,000 δραχμῶν, ἔξοδα δὲ 97,000,000, ἐξ αὐτοῦ τοῦ περισσεύματος ἠδύνατο νὰ ἀποκοπῇ ἓν ἐλάχιστον μέρος, ἵνα μὴ ἐπιφέρωμεν τὴν κατάργησιν τῶν Ἐπαρχείων, διότι βεβαίως ἐλάχιστον μέρος αὐτοῦ τοῦ περισσεύματος ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς τὸν ἱερὸν σκοπόν. Μὴ νομίσητε, ὅτι λέγω τοῦτο, διότι ἀνήκω εἰς ἐπαρχίαν· τὸ λέγω ἐν πεποιθήσει, διότι ἡ πρότασις, περὶ ἧς ὁ λόγος, θέλει φέρῃ οὐχὶ καλὰ ἀποτελέσματα, ἀλλ’ ὀλέθρια· τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι οὔτε ἔντιμον, οὔτε ἀξιοπρεπὲς δι’ ἡμᾶς. Ἀλλὰ τὴν σήμερον προσεκλήθημεν πρὸς τοιαύτην ἀποστολήν; Μᾶς εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι κυρία πρόσκλησις κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἦτο τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα· ἀλλ’ ἐτέθη ζήτημα πρὸς καταστροφὴν τῶν Ἐπαρχείων; Τοιοῦτον ζήτημα βεβαίως δὲν ἐτέθη, καὶ ἂν τὴν σήμερον προσκληθῶσιν αἱ ἐπαρχίαι νὰ ἀποφανθῶσι περὶ τούτου, νομίζω ὅτι οὐδεὶς δισταγμὸς θέλει ὑπάρξει περὶ τῆς ἐπικυρώσεως τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος, διότι δὲν θὰ εὑρεθῶσιν ὑπὲρ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον προτείνει ἡ Κυβέρνησις, εἰμὴ οἱ κακοῦργοι καὶ οἱ ὀπαδοὶ τῆς ἀναρχίας· διότι ἡ μὴ διοίκησις ἐπιφέρει τὴν ἀναρχίαν, καὶ τὴν ἀναρχίαν βεβαίως θέλομεν προκαλέσει, ἂν παραδεχθῶμεν τοιοῦτον σύστημα. Ἀλλὰ, λέγουσι, τὸ Κράτος ἔχει ἀνάγκην θυσιῶν! Τὰς θυσίας τὰς ἐζητήσατε ἀπὸ τὴν Ἐπικράτειαν, καὶ ἡ Βουλὴ θέλει ἀποφασίσει ἐπ’ αὐτῶν· ἀλλ’ ἀντὶ τῶν οἰκονομικῶν θυσιῶν νὰ ἀφαιρέσητε καὶ τὰ τιμαλφῆ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὀφείλετε νὰ προστατεύσητε, δηλαδὴ τὴν ζωήν, τὴν περιουσίαν, τὴν τιμὴν τοῦ πολίτου, εἶναι λίαν ἀλγεινόν. Πρώτιστον καθῆκον ἡμῶν εἶναι νὰ προστατεύσωμεν τὴν τιμήν, τὴν περιουσίαν καὶ τὴν ζωὴν τοῦ πολίτου. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν τὸ βλέπω εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον· φοβοῦμαι δέ, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα θέλουσιν εἶσθαι οἰκτρά, καὶ μέγα παράπονον θέλει ἐγερθῆ ἀπὸ τῶν ἐπαρχιῶν. Βεβαίως εἰς τὰς ἐπαρχίας τῆς Ἑπτανήσου μέγα παράπονον θέλει ἐγερθῆ. Διὰ νὰ ἐννοήσητε τὸ μέγεθος τοῦ κακοῦ, σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα ἁπλοῦν, ἁπλούστατον. Ὁ κάτοικος τῆς Ἀκαρνανίας, διὰ νὰ μεταβῇ εἰς Πρέβεζαν, δὲν ἔχει νὰ καταναλώσῃ, εἰμὴ ἡμίσειαν ὥραν· καὶ ἐν τούτοις, διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἐὰν ψηφισθῇ, διὰ νὰ πορευθῇ εἰς Πρέβεζαν, ἔχει ἀνάγκην νὰ πορευθῇ πρῶτον εἰς Μεσολόγγιον, νὰ λάβῃ τὸ διαβατήριόν του, νὰ καταναλώσῃ μίαν ὁλόκληρον ἑβδομάδα, ἴσως δὲ καὶ περισσότερον, καὶ μετὰ ταῦτα δι’ ἡμίσειαν ὥραν νὰ πορευθῇ εἰς Πρέβεζαν. Ἐν Λευκάδι, διὰ νὰ πορευθῇ τις εἰς Πρέβεζαν, ἀπέχουσαν μίαν ὥραν, ἔχει ἀνάγκην νὰ μεταβῇ εἰς Κέρκυραν, νὰ καταναλώσῃ μίαν ἢ δύο ἑβδομάδας, διὰ νὰ λάβῃ τὸ διαβατήριόν του, καὶ κατόπιν νὰ πορευθῇ εἰς Πρέβεζαν. Ἀντὶ τῆς εὐκολίας τῶν κατοίκων, παρεμβάλλομεν προφανὲς ἐμπόδιον καὶ εἰς τὴν ἐλαχίστην ἐργασίαν. Ἂν τοιαῦτα ἦναι τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιφέρῃ ὁ νόμος, νομίζω, ὅτι δὲν θέλετε ἐπικυρώσει αὐτόν. Αὐταὶ εἶναι αἱ ὀλίγαι παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβάλω ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν σύντονον προσοχήν σας.
§82ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ ὀλίγας μόνον λέξεις θὰ εἴπω, εἰς ἀπάντησιν τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λευκάδος. Δὲν θέλω βεβαίως ἀνατρέξει μέχρι τῆς Ἑνετικῆς ἐποχῆς, ἵνα παραβάλω τὸ σύστημα τῶν προβλεπτῶν καὶ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ σήμερον· δὲν θέλω ἐξετάσει, ἐὰν ἡ Λευκὰς κατήντησε χωρίον, καὶ ἐὰν τοῦτο ἀποδοτέον εἰς τὸ ὅτι δὲν ὑπάρχουσι πλέον οἱ προβλεπταὶ, ἢ ἂν τοῦτο ἀποδοτέον εἰς τὰς ἀλλαγὰς, τὰς ὁποίας ἡ παρέλευσις τοῦ χρόνου φέρει εἰς τὰς πόλεις, ὡς εἰς ὅλα τὰ τοῦ κόσμου τούτου· θὰ περιορισθῶ εἰς τὸ ζήτημα ὑπὸ λίαν στενοτέραν ἔννοιαν. Θέλω ἐξετάσει, ἐὰν τὸ ὑποβαλλόμενον εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, ἐν σχέσει πρὸς τὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία σήμερον κρατεῖ, φέρῃ βελτίωσιν ἢ ὄχι. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ διοίκησις τῶν ἐπαρχιῶν ὑπὸ ἐπάρχων, δηλαδὴ ἐμμέσως καὶ ὄχι ἀμέσως ὑπὸ τῶν νομαρχῶν, δὲν ἔφερε τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προσεδόκων οἱ νομοθετήσαντες κατὰ τὰ 1845 τὸν νόμον περὶ διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Οἱ λόγοι εἶναι προφανεῖς, καὶ ὅπως τοῦτο ἐξεύρωμεν, δὲν ἔχομεν ἢ νὰ ἐξετάσωμεν τὰ πράγματα καὶ ἴδωμεν, ἐὰν, κατερχόμενοι ἐκ τοῦ ὕψους τῶν θεωριῶν καὶ τὰ πράγματα αὐτὰ ἐξετάζοντες, εὑρίσκωμεν, ὅτι ἡ διοίκησις τῶν ἐπαρχιῶν ὑπὸ ἐπάρχων, οἷοι οἱ συνήθως διοριζόμενοι, εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς δικαίωμα νὰ εἴπωμεν, ὅτι διὰ τῆς καταργήσεως τῶν ἐπαρχείων καταστρέφομεν τὰς ἐπαρχίας. Ὁ νόμος τοῦ 1845 κατὰ τὰ 1887 κατηργήθη, καὶ ἐπί τινα ἔτη, ἐπὶ τρία ἔτη, μέχρι τοῦ 1890, ἐλειτούργησεν ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ὑποβάλλεται σήμερον, ἡ λειτουργία δ’ αὐτοῦ κατὰ τὴν τριετίαν ἐκείνην δὲν ἀπέδειξε ποσῶς, ὅτι οἱ λόγοι, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν κατάργησιν τῶν ἐπαρχείων, δὲν ἦσαν τοιοῦτοι, ὥστε καὶ πάλιν νὰ ἐπιβάλωσι τὴν κατάργησιν ταύτην· ὁπωσδήποτε δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι σήμερον εὑρισκόμεθα εἰς δυσχερείας οἰκονομικὰς τοιαύτας, ὥστε πρέπει νὰ λάβωμεν μέτρα, ἵνα ἀνταποκριθῶμεν πρὸς τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἐπιβάλλονται, ἐὰν δὲ ἐπὶ ἑκάστου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις φέρει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νομίζωμεν ὅτι πρέπει νὰ ἀντιταχθῶμεν, νομίζωμεν ὅτι δυνάμεθα νὰ λέγωμεν: «μὴ κάμνετε τὴν οἰκονομίαν ταύτην», χωρὶς ὅμως νὰ ὑποδεικνύωμεν ἄλλην ἀντ’ αὐτῆς, βεβαίως δὲν θέλομεν συντελέσει διόλου εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως, τῆς ὁποίας ἡ βελτίωσις ἐπιβάλλεται σήμερον ὑπέρποτε εἰς ἡμᾶς. Οἰκονομικοὶ λόγοι ὑπαγορεύουσι τὴν ἐλάττωσιν τῆς δαπάνης διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, ἡ διαφορὰ δὲ μεταξὺ τῆς διοικήσεως διὰ τῶν ἐπάρχων καὶ τῆς διοικήσεως τῆς ἀμέσου διὰ τῶν νομαρχῶν ἀνέρχεται εἰς 314,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος, ἐνόσῳ δὲ δὲν ἀποδείξωμεν, ὅτι ἡ διοίκησις τῶν ἐπαρχιῶν ὑπὸ τῶν ἐπάρχων τῶν σημερινῶν, καὶ ὄχι βεβαίως ὑπὸ τῶν προβλεπτῶν τῆς Ἑνετικῆς ἐποχῆς, εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἄνευ αὐτῆς καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ ζωὴ καὶ ἡ περιουσία τοῦ πολίτου διατρέχουσι κίνδυνον, ὡς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λευκάδος εἶπεν· ἐνόσῳ ἀπόδειξιν αὐτοῦ δὲν δίδει ὁ κ. Βουλευτὴς, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποῤῥίψωμεν τὴν οἰκονομίαν, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται σήμερον εἰς τὴν Βουλήν· διότι, ἐὰν τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν δὲν ἐπικρατήσῃ, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, καὶ νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῶν μεγάλων δυσχερειῶν, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα.
§83ΣΕΡΒΟΣ. Ἀνέφερον τὸ παράδειγμα τῶν προβλεπτῶν, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς σκοτεινοὺς χρόνους ἐλαμβάνετο πρόνοια, ἡ ὁποία ἐτύγχανεν ἀξιέπαινος, καὶ διωρίζοντο διοικηταὶ ἄνθρωποι ὑψηλῆς καὶ μεγάλης περιωπῆς· καὶ ἂν τοῦτο ἐγίνετο τότε, καὶ ἂν ἐπὶ Προστασίας τὸ αὐτὸ ἐγίνετο, διότι εἴχομεν ἀντιπροσώπους τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς ἄνδρας μεγάλους καὶ διαπρεπεῖς, οἱ ὁποῖοι ἠγρύπνουν διὰ τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν τάξιν καὶ τὴν εὐνομίαν, πολὺ περισσότερον πρέπει νὰ προνοήσωμεν σήμερον, ὅτε εἴμεθα ἐλεύθεροι. Ἡ οἰκονομία μόνη δὲν διέπει τὰς τύχας τῶν ἐθνῶν, οὔτε παρασκευάζει μέλλον εὐπρεπὲς καὶ κόσμιον διὰ τὴν κοινωνίαν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν καὶ ὑψηλότερα. Ἐννοεῖτε, Κύριοι, ὅτι αὐτὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον σήμερον ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῶν Ἐπάρχων, αὔριον, ἐὰν ἔλθῃ τολμηρότερος κυβερνήτης, δύναται νὰ τὸ ἐπεκτείνῃ, δύναται νὰ εἴπῃ: «καταργήσατε, λόγῳ οἰκονομίας καὶ τὸ σύστημα τῶν Νομαρχιῶν!» Καὶ διατὶ δὲν δύναται νὰ τὸ εἴπῃ; Διὰ τῶν αὐτῶν λόγων, διὰ τῶν αὐτῶν ἐπιχειρημάτων δύναται νὰ τὸ πράξῃ. Ἀλλὰ σᾶς φαίνεται ἀξιοπρεπὲς τὸ μέτρον; Νομίζω ὄχι. Σκεφθῆτε παρακαλῶ ὅσα ἔκρινα εὔλογον νὰ ὑποβάλω.
§84ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχει βεβαίως δίκαιον ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, ἰσχυριζόμενος, ὅτι ἦτο ὅλως ἀνωφελὴς ἡ ὕπαρξις τῶν Ἐπαρχείων, καὶ ὅτι δὲν συνετέλει αὕτη εἰς τὴν τελειοτέραν λειτουργίαν τῆς ἐν γένει διοικήσεως. Τὰ Ἐπαρχεῖα, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ὑποθέσωμεν κακοὺς τοὺς διευθύνοντας αὐτὰ ἐπάρχους, ἀπετέλουν διοικητικὸν κέντρον, χρησιμεῦον εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, εἰς τὴν διατήρησιν τῆς τάξεως καὶ εἰς τὴν ἐν γένει ἀνάπτυξιν καὶ πρόοδον τοῦ τόπου. Συμφωνῶ ὅμως μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας ἐπιβάλλει ἡμῖν τὸ καθῆκον νὰ ζητήσωμεν οἰκονομίας καὶ ἐν τῷ κλάδῳ τῆς Διοικήσεως. Λυποῦμαι δὲ, διότι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν ἐκ Λευκάδος ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅπως συμβουλεύσω μετ’ αὐτοῦ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ἐκ τοῦ περισσεύματος, τοῦ φαινομένου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τὸ ποσὸν τῶν 200 χιλιάδων δραχμῶν, ὅπερ παρουσιάζεται ὡς οἰκονομία ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν Ἐπαρχείων. Δὲν δύναμαι νὰ συμβουλεύσω τοῦτο, διότι πᾶν ἄλλο θὰ εὕρῃ ἐν τῷ περισσεύματι τούτῳ ἢ χρήματα, ὅπως δαπανήσῃ διὰ τὰ Ἐπαρχεῖα. Ἡ διοίκησις, ἐνεργουμένη παρ’ ἡμῖν διὰ τῶν Νομαρχιῶν καὶ τῶν Ἐπαρχείων, περιέχει τι τὸ πολυτελὲς ἀναντιῤῥήτως. Ἂν συγκρίνωμεν τὴν ἀναλογίαν τῶν παρ’ ἡμῖν διοικητικῶν κέντρων πρὸς τὰ τοιαῦτα κέντρα ἐν τοῖς εὐρωπαϊκοῖς Κράτεσι, θέλομεν εὕρει τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν κατὰ πολὺ ὑπερτεροῦντα παρ’ ἡμῖν. Ἐπὶ πληθυσμοῦ 2,100,000 κατοίκων ἡμεῖς ἔχομεν 63 τοιαῦτα κέντρα, δηλ. 16 Νομαρχίας καὶ 47 Ἐπαρχεῖα, ἤτοι ἓν ἀνὰ 33,300 κατοίκους, ἐνῷ εἰς τὰ πλεῖστα τῶν Κρατῶν ἕκαστον τῶν διοικητικῶν κέντρων ἀναλογεῖ πρὸς 100–150 χιλιάδας κατοίκων. Ὑπάρχει βεβαίως διαφορὰ ἀναγκῶν μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου καὶ τῶν εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, προερχομένη ἐκ τῆς διαφορᾶς τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας καὶ τῆς ἐν γένει ἀναπτύξεως τῶν πολιτῶν. Καὶ τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας καὶ ἡ ἀνάπτυξις ἐν γένει τοῦ λαοῦ εἶναι κατωτέρα παρ’ ἡμῖν ἢ παρὰ τοῖς πεπολιτισμένοις ἔθνεσι τῆς Εὐρώπης. Ἡ διαφορὰ ὅμως αὕτη δὲν εἶναι τοσαύτη, ὥστε νὰ ἀπαιτῇ παρ’ ἡμῖν τὴν ὕπαρξιν ἀριθμοῦ τριπλασίων ἢ τετραπλασίων διοικητικῶν κέντρων. Εἶναι ὅμως ἀρκετὴ, ὅπως καθιστᾷ ἀναγκαίαν τὴν ὕπαρξιν σχετικῶς πλειοτέρων τοιούτων κέντρων. Ἂν δὲ ἡ ὕπαρξις τῶν τε 16 Νομαρχιῶν καὶ τῶν 47 Ἐπαρχείων ἦναι ὑπερβολικὴ, ὁ περιορισμὸς ὅμως τῆς διοικήσεως εἰς μόνον τὰς 16 Νομαρχίας καθιστᾷ ἀνεπαρκῆ τὴν λειτουργίαν αὐτῆς. Διὰ τῶν 16 Νομαρχιῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διοικηθῇ ὁ τόπος ἐπωφελῶς καὶ ἀποτελεσματικῶς. Ἐν ταῖς πλείσταις τῶν Νομαρχιῶν ἡ παρὰ μόνου τοῦ Νομάρχου διοίκησις αὐτῶν θέλει καταστήσει αὐτὴν ὅλως ἀνεπαίσθητον καὶ σχεδὸν ἀνύπαρκτον διὰ τὰς μακρὰν τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ κειμένας ἐπαρχίας αὐτοῦ. Τίνα π. χ. σημασίαν καὶ δρᾶσιν θὰ ἔχῃ ὁ Νομάρχης Μεσολογγίου διὰ τοὺς κατοίκους τῆς ἐπαρχίας Εὐρυτανίας, ἢ ὁ Νομάρχης Ἀρκαδίας διὰ τοὺς κατοίκους τῆς ἐπαρχίας Γόρτυνος; Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λευκάδος συνάδελφος ἀνέφερε τὸ παράδειγμα τῶν διαβατηρίων, ἅτινα ὅπως λάβωσιν οἱ ἐκ Λευκάδος ἢ Βονίτσης θέλοντες νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν ἀντίπεραν αὐτῶν κειμένην πόλιν τῆς Πρεβέζης, πρέπει νὰ μεταβῶσιν οἱ μὲν εἰς Κέρκυραν, οἱ δὲ εἰς Μεσολόγγιον, καὶ νὰ δαπανήσωσι πλέον τῆς ἑβδομάδο; διὰ τὴν μίαν περίπου ὥραν ἀπαιτοῦσαν μετάβασίν των εἰς Πρέβεζαν. Πολλαὶ δὲ ἄλλαι τοιαῦται ὑπάρχουσιν ἀνάγκαι διοικητικαὶ, ὑποχρεοῦσαι τοὺς κατοίκους ἀπομεμακρυσμένων ἐπαρχιῶν νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Νομαρχίας καὶ δαπανῶσι καὶ χρήματα καὶ χρόνον δυσανάλογον πρὸς τὴν σημασίαν ἑκάστης τῶν ἀναγκῶν τούτων. Δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τῶν 16 μόνον Νομαρχιῶν νὰ διοικηθῇ ἡ Ἑλλὰς ἄνευ ἀποτελεσμάτων ἐπιζημίων καὶ διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ διὰ τὴν πρόοδον τῆς κοινωνίας. Παραδεχόμενοι ἕνεκεν οἰκονομικῶν λόγων τὴν περιστολὴν τῶν διοικητικῶν κέντρων, ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν τοῦτο κατὰ τρόπον ἐπιτρέποντα τὴν διατήρησιν τῆς τάξεως καὶ τὴν ἐπίβλεψιν τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων· τοῦτο ἀπαιτεῖ οὐ μόνον ἡ καλὴ διοίκησις τοῦ τόπου, ἀλλὰ καὶ τὰ οἰκονομικὰ αὐτοῦ συμφέροντα, διότι ἄνευ καλῆς διοικήσεως δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν καὶ καλὰ οἰκονομικά. Τὰς 200 χιλιάδας δραχμῶν, ἃς ζητοῦμεν νὰ οἰκονομήσωμεν, θὰ τὰς χάσωμεν πολλαπλασίως, καὶ ἀμέσως καὶ ἐμμέσως, ἂν ἡ διοίκησις δὲν λειτουργῇ δεόντως. Πρὸς ἀποφυγὴν τοιαύτης βλάβης, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συστηθῶσι 28–30 διοικητικὰ κέντρα. Δύνανται νὰ ὀνομασθῶσι ταῦτα ἢ Νομαρχίαι, ἢ Ἐπαρχεῖα, ἢ Διοικήσεις. Τοῦτο δὲν ἔχει πρακτικήν τινα σημασίαν. Πρέπει δὲ τοσούτῳ μᾶλλον νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ὑπὸ διοικητικῆς ἀνάγκης ἐπιβαλλομένην ταύτην αὔξησιν τῶν διοικητικῶν κέντρων, μεταῤῥυθμίζοντες τὰ ὅρια τῶν σήμερον ὑφισταμένων νομῶν, καθ’ ὅσον αὕτη δὲν θὰ ἐπιφέρῃ οὐσιώδη ἄμεσον αὔξησιν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, θὰ ἐπιφέρῃ δὲ βεβαίως καὶ ἄμεσον καὶ ἔμμεσον αὔξησιν τῶν ἐσόδων αὐτοῦ. Θέλει δὲ παρέξει εἰς τὸν τόπον τὸ εὐεργέτημα βελτίονος διοικήσεως, ἥτις θέλει συντελέσει καὶ εἰς τὴν διατήρησιν τῆς τάξεως καὶ εἰς τὴν πρόοδον τῆς χώρας. Δὲν θὰ ἐπιφέρῃ ἄμεσον αὔξησιν δαπάνης, διότι διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν διοικητικῶν κέντρων δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀνάγκη τῆς διατηρήσεως τοῦ πολυτελοῦς προσωπικοῦ, ὅπερ συνιστᾶται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Καὶ ἡ θέσις τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Νομαρχίας δύναται νὰ λείψῃ καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν Νομαρχιακῶν γραμματέων καὶ γραφέων δύναται νὰ ἐλαττωθῇ. Καὶ ὁ ἀριθμὸς δὲ τῶν ἄλλων σήμερον ὑφισταμένων ἀρχῶν, ὡς π.χ. τῶν οἰκονομικῶν, τῶν δικαστικῶν καὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν, δύναται συγκεντρούμενος νὰ περισταλῇ οὕτως, ὥστε, καὶ ἂν δὲν ἐπιτευχθῇ πλήρης ἡ ἐπιδιωκομένη οἰκονομία τῶν 200,000 δραχμῶν ἀμέσως διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν Νομαρχιῶν, νὰ ἀποβῇ δυνατὴ ἡ ἐν ἄλλοις κλάδοις τῆς διοικήσεως ἐπίτευξις οἰκονομίας πολλαπλασίας ταύτης. Ἀφοῦ δὲ τὸ ζήτημα τῆς ἐν γένει διοικήσεως τίθεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι αἱ παροῦσαι περιστάσεις τῆς χώρας καὶ ἡ σήμερον ἐπιτακτικώτερον ὑφισταμένη ἀνάγκη τελειοτέρας διοικήσεως μᾶς ἐπιβάλλουσι τὸ καθῆκον νὰ προβῶμεν καὶ ἓν βῆμα περαιτέρω, εἰς τὴν βελτίωσιν αὐτῆς διὰ τῆς ἀφαιρέσεως ἀπὸ τῶν Νομαρχῶν τοῦ καθαρῶς πολιτικοῦ καὶ κομματικοῦ χαρακτῆρος, ὅστις περιβάλλει αὐτούς. Διορίζοντες Νομάρχας ἄνδρας τῆς ὑπηρεσίας, ἔχοντας τὰ ἀναγκαῖα προσόντα, καὶ δυναμένους ἐν ἐπιγνώσει νὰ ἐκτελῶσι τὰ διοικητικὰ αὐτῶν καθήκοντα, θέλομεν ἐπιτύχει τήν τε βελτίωσιν τῆς διοικήσεως ἐν γένει καὶ τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἐπιδιωκομένης οἰκονομίας. Ὁ διορισμὸς τοιούτων Νομαρχῶν θέλει καταστήσει εὐκολωτέραν τὴν ἐλάττωσιν τοῦ προσωπικοῦ τῶν Νομαρχιῶν καὶ τὴν τελειοτέραν διεύθυνσιν αὐτῶν, ἥτις σήμερον δὲν ἐνεργεῖται συνήθως ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τῶν Νομαρχῶν, οἵτινες δὲν γνωρίζουσι καλῶς τὰ τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ὑπὸ νομαρχιακῶν ὑπαλλήλων, ὑπὸ τῶν γραμματέων δηλ. καὶ ἐνίοτε καὶ ὑπὸ τῶν γραφέων. Ἐὰν θέλωμεν καὶ τὴν ἐπιδιωκομένην οἰκονομίαν νὰ ἐπιτύχωμεν καὶ τὴν διοίκησιν νὰ βελτιώσωμεν, δὲν πρέπει νὰ διστάσωμεν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν διοικητικῶν κέντρων, τῶν Νομαρχιῶν δηλαδή, καὶ τὸν διορισμὸν Νομαρχῶν γνωριζόντων τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἐχόντων τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα.
§85ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μὲ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης συμβαίνει ἓν πολὺ περίεργον φαινόμενον· ὅταν ἦναι ἐν τῇ ἀρχῇ, λησμονεῖ τὰς μεταῤῥυθμιστικὰς ἰδέας του, ὅταν ἔρχηται ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει μάλιστα, τότε μόνον ἐνθυμεῖται τὰ σχέδιά του τὰ μεγάλα. Μᾶς ἀνέπτυξεν ἐδῶ σύστημα διοικήσεως ὅλως διάφορον, λησμονῶν ὅτι κατὰ τὸ 1891, κατὰ Μάρτιον, ὑπεστήριξε τὴν ἐπάνοδον εἰς τὸ σύστημα τῶν ἐπαρχείων, μὲ μίαν μόνον διαφοράν, ὅτι μετεῤῥύθμισε τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν Κερκύρας καὶ τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν Ἄρτης, ἐπ’ ἐλπίδι ν’ ἀποκλείσῃ ἐμὲ τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀποκτήσῃ τὴν βεβαιότητα νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ἐκτὸς τῆς μεταῤῥυθμίσεως ταύτης, οὐδὲν ἄλλο βλέπω, ὅτι ὑπεστήριξε. Σήμερον φαίνεται, ὅτι ἐν τῷ νῷ του ἕτερον ἔχει σύστημα. Περὶ τοῦ συστήματος τούτου ἀδύνατον ἀπολύτως νὰ συζητήσω· διότι λέγει: «ἂν ἔχητε 28 διοικητικὰ κέντρα, θὰ ἔχητε ὀλιγωτέραν δαπάνην, ἂν ἔχητε 28 διοικητικὰ κέντρα, θὰ ἔχητε καλλιτέραν διοίκησιν τοῦ Κράτους». Λοιπὸν ἐπὶ ἀποφθεγμάτων δὲν συνειθίζω νὰ συζητῶ. Ἐὰν ποτὲ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ δώσῃ εἰς τὰ ἀποφθέγματα ταῦτα τύπον νομοσχεδίου, τότε θέλομεν συζητήσει.
§86ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν γνώμην του λαμβάνει ὡς ἀπόφθεγμα, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Πρόκειται περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς διοικήσεως, τὰς ὁποίας, πάντες ἀναγνωρίζομεν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ θεραπεύσουν οἱ 16 νομοί. Ἄν, ὡς μαντεύει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐγὼ κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν Σύνοδον ὑπεστήριξα νὰ μείνῃ ἡ ἐπαρχία Ἄρτης ὡς εἶχε, τοῦτο ἀποδεικνύει μᾶλλον, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν σήμερον ὑποστηρίζω, ἂν καὶ ἡ ἰδέα μου αὕτη ἠδύνατο νὰ μὴ ᾖ καθ’ ὅλα εὐχάριστος εἰς τοὺς συμπολίτας μου. Καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι δυσαρέσκειαν ἐπὶ τούτῳ ἔδειξαν κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς. Δὲν ἀνεμίχθην εἰς τὸ νομαρχιακὸν ζήτημα Κερκύρας, ἀλλὰ βλέπω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἐβλάβη μήτε ἀμέσως, μήτε ἐμμέσως, ἐκ τοῦ ὅτι ἔμεινεν ἡ Κέρκυρα ἀδιαίρετος, διότι τοῦτο τῷ ἐπέτρεψε νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν οὐχὶ μόνος, ἀλλὰ μετὰ τοῦ συνδυασμοῦ του.
§87ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κατώρθωσα ἐγώ;
§88ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐμμέσως ἴσως.
§89ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ παρατήρησις περὶ ἀμέσου ἢ ἐμμέσου δύναται νὰ ἔχῃ τόπον ὡς πρὸς ὑμᾶς, διότι πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἔχετε ζητήσει νὰ ἔρχησθε εἰς ἀμέσους ἢ ἐμμέσους συνεννοήσεις, ὅπως ἐπιτύχητε· εἰς ἐμὲ ὅμως, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε ἦλθον εἰς συνεννοήσεις εἴτε ἐμμέσως εἴτε ἀμέσως, ἀλλὰ κατῆλθον πάντοτε ὑποστηρίζων τὰς ἀρχὰς ἐκείνας, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐργάζομαι, ἡ παρατήρησις ὑμῶν δὲν ἔχει λόγον.
§90ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τοῦτο βεβαίως ἀπατᾶται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν ἀντελήφθη δὲ καὶ τῶν παρ’ ἐμοῦ λεχθέντων. Δὲν εἶπον, ὅτι ἦλθεν εἰς συνεννοήσεις, διότι σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην του ἄνευ συνεννοήσεως ἀμέσως ἢ ἐμμέσως. Τὸ ἐὰν ἔμεινεν ἡ Κέρκυρα νομός, ὅπως ἦτο προτήτερα, δὲν ἦτο ἰδικόν μου ἔργον, ἐὰν δὲ τὰ ἀποτελέσματα τῶν τελευταίων ἐκλογῶν ἀπέδειξαν ὅ,τι εἶπον δι’ ὑμᾶς, τοῦτο μὲ δικαιοῖ νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ ἐπιθυμία καὶ ὑμῶν καὶ τὸ συμφέρον τὸ πολιτικὸν ὑμῶν ἦτο νὰ μείνῃ ἡ Κέρκυρα ἡνωμένη· τοῦτο ἠθέλησα νὰ ἐννοήσω καὶ οὐχὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπωπτεύθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Λυποῦμαι δέ, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀντὶ νὰ μείνῃ εἰς τὸ σχετικὸν θέμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν, μιμούμενος κακὰς ἕξεις, εἰσῆλθεν εἰς προσωπικὰς συζητήσεις, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἐπιθυμῶ νὰ τὸν παρακολουθήσω, διότι δὲν θεωρῶ ταύτας μήτε ἀξίας τῆς Βουλῆς, μήτε συντελούσας κατά τι εἰς τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται.
§91ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Θεοτόκης, φαίνεται, λησμονεῖ, ὅτι εἶναι Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς τοιοῦτος ὀφείλων νὰ κήδηται πρὸ πάντων τῆς διοικήσεως, ἥτις εἶναι εἰς αὐτὸν ἀνατεθειμένη, καὶ ταύτης τὰ συμφέροντα νὰ λαμβάνῃ κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν ὑπ’ ὄψιν. Ἀντὶ τούτου ἐνόμισεν, ὅτι εἶναι Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς τοιοῦτος ὀφείλων νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν μόνον τὸ συμφέρον εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἔστω καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τῆς διοικήσεως. Ἐὰν δὲν ἦτο τοῦτο ἀληθές, θὰ ἔδιδε μεγαλειτέραν προσοχὴν εἰς ὅσα ἐπιχειρήματα ἀντέταξαν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου του καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Λευκάδος κ. Σέρβος καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης κ. Καραπάνος, ἀμφότεροι ὑποστηρίξαντες, ὅτι δι’ αὐτοῦ μέλλει νὰ παραλύσῃ ἡ διοίκησις ἐν Ἑλλάδι. Οὐδὲν τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων ἀπεπειράθη κἄν νὰ ἀναιρέσῃ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, ἐνόμισε δὲ, ὅτι ἐξεπλήρωσε τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὸν καθῆκον, ἀπαντῶν καὶ εἰς τὸν ἕνα καὶ εἰς τὸν ἄλλον τῶν συναδέλφων ξηρῶς καὶ στερεοτύπως, ὅτι τὴν κατάργησιν τῶν Ἐπαρχείων καὶ τὴν συγκέντρωσιν τῆς διοικήσεως εἰς δέκα καὶ ἕξ μόνον νομοὺς, κατὰ τὴν νῦν νομαρχιακὴν διαίρεσιν τοῦ Κράτους, ὑπαγορεύουσιν αἱ οἰκονομικαὶ ἡμῶν ἀνάγκαι. Ἐγὼ ὅμως εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι οὐ μόνον αἱ διοικητικαὶ, ἀλλὰ καὶ αἱ οἰκονομικαὶ ἡμῶν ἀνάγκαι ὑπαγορεύουσι τὴν προταθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης αὔξησιν τῶν νομῶν τοῦ Κράτους, ἂν ὄχι εἰς 30, ὡς αὐτὸς ὑπέδειξε, τοὐλάχιστον εἰς 26, καθ’ ἣν ἐγὼ ἔχω πεποίθησιν. Οὕτω πως δὲν θὰ εἴχομεν τὴν νῦν παρατηρουμένην δυσαναλογίαν καὶ ὑπὸ ἔποψιν πληθυσμοῦ τῶν κατοίκων καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἐδαφικῆς ἐκτάσεως μεταξὺ νομῶν, οἷοι οἱ τῆς Ἄρτης καὶ Ζακύνθου ἀφ’ ἑνὸς καὶ οἱ τῆς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, Ἀρκαδίας καὶ Μεσσηνίας ἀφ’ ἑτέρου. Ἡ τοιαύτη κατάστασις δὲν δύναται νὰ παραταθῇ ἐπὶ πλέον. Ἀνάγκη πᾶσα, ἡ χώρα νὰ ὑποβληθῇ εἰς νέαν διοικητικὴν διαίρεσιν, καθ’ ἣν καὶ ὁ πληθυσμὸς τῶν νομῶν καὶ ἡ ἔκτασις τοῦ ἐδάφους αὐτῶν θὰ εἶχεν ἀναλογίαν τινὰ, καὶ ἡ διοίκησις θὰ ἦτο ἐπαρκεστέρα εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας. Τοιαύτην διαίρεσιν ἐννοῶ ἐγὼ τὴν ἑξῆς περίπου. Θὰ προέτεινον τὴν ὑποδιαίρεσιν τῶν νομῶν Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, Λαρίσσης, Κυκλάδων, Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, Μεσσηνίας, Λακωνίας, καὶ Ἀρκαδίας, ἑνὸς ἑκάστου αὐτῶν εἰς δύο, πρὸς δὲ, τὸν μετασχηματισμὸν τῶν νομῶν Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας καὶ Ἄρτης εἰς τρεῖς, καὶ τὴν διατήρησιν τῶν λοιπῶν νομῶν τοῦ Κράτους, οὕτως ὥστε ὁ ὅλος ἀριθμὸς αὐτῶν νὰ ἀνέλθῃ εἰς εἴκοσι καὶ ἕξ. Ἐννοεῖται, ὅτι δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, καὶ νὰ ὑποδείξω, πῶς ἐν τοῖς καθέκαστα θὰ κατωρθοῦτο ἡ ἀναδιαίρεσις αὕτη διὰ προσθαφαιρέσεως ἐνιαχοῦ δήμων καὶ ἐπαρχιῶν ὁλοκλήρων ἐκ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸν ἄλλον νομὸν, καὶ δὴ ἐπὶ τῇ βάσει οὐ μόνον τῆς ἀναλογίας τοῦ πληθυσμοῦ τῶν κατοίκων καὶ τῆς ἐκτάσεως τοῦ ἐδάφους, ἀλλὰ καὶ ἱστορικῶν λόγων. Διὰ τοῦτο ἀρκοῦμαι εἰς τὰς γενικὰς ταύτας γραμμὰς τῆς νομαρχιακῆς ἀναδιαιρέσεως τῆς χώρας, ἥτις βεβαίως πρέπει νὰ καταστῇ ἀντικείμενον συντόνου καὶ ἐμβριθοῦς μελέτης καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Ὑπὸ τὴν τοιαύτην νομαρχιακὴν διαίρεσιν θὰ ἦτο δυνατὸν οὐ μόνον ἡ διοίκησις νὰ μὴ πάθῃ, ἀλλὰ καὶ οἰκονομίαι μεγάλαι νὰ ἐπέλθωσιν ἐκ τῆς συγχωνεύσεως τῶν πολυαρίθμων νῦν ἐπισκοπῶν, οἰκονομικῶν ἐφοριῶν καὶ ταμείων τοῦ Κράτους εἰς εἴκοσι καὶ ἕξ ἐπισκοπὰς, ἐφορίας καὶ ταμεῖα. Ἐγὼ μάλιστα θὰ προέτεινον νὰ γείνωσι καὶ ἰσάριθμα Πρωτοδικεῖα, περιοριζομένου τοῦ νῦν ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῶν, ὅπως μὴ ἐπέλθῃ ἐντεῦθεν αὔξησις δαπανῶν. Τοιουτοτρόπως θὰ εἴχομεν ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν συγκεντρωμένας ἁπάσας τὰς ἀρχὰς, διοικητικὰς, δικαστικὰς, οἰκονομικὰς, στρατιωτικὰς καὶ ἐκκλησιαστικὰς· καὶ τοῦτο οὐ μόνον ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς διοικήσεως καὶ τῆς ὅλης δημοσίας ὑπηρεσίας, ἀποκτώσης οὕτως ἑνότητα καὶ ἁρμονίαν, ἣν μάτην θ’ ἀνεζήτει τις ὑπὸ τὴν διοικητικὴν διαίρεσιν, τὴν καθιερουμένην ὑπὸ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Τοιαῦται μεταῤῥυθμίσεις, νομίζω, ἐπιβάλλονται τὴν σήμερον καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλήν, μεταῤῥυθμίσεις, δυνάμεναι καὶ τὴν διοίκησιν νὰ ἀνυψώσωσι καὶ πραγματικὰς καὶ μεγάλας οἰκονομίας νὰ ἐπιφέρωσι. Τοιαύτας μεταῤῥυθμίσεις ἔχοντες ἡμεῖς πρὸ ὀφθαλμῶν, δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ καταψηφίσωμεν τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, δι’ οὗ, χωρὶς νὰ ἐπιτευχθῇ ἀξία λόγου οἰκονομία, φόβος εἶναι μόνον μὴ χαλαρωθῇ καὶ παραλύσῃ τέλεον καὶ αὐτὴ ἡ διοίκησις. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–9).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§93Γ. Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κρίνω λογικὸν καὶ δίκαιον νὰ προστεθῇ, σχετικῶς μὲ τὰς παραγράφους γʹ καὶ δʹ τοῦ ἄρθρου 10, καὶ πέμπτη παράγραφος ἔχουσα οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ἢ γραφεὺς αʹ καὶ βʹ τάξεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὑπογραμματεὺς Νομαρχίας ἐπὶ τετραετίαν τοὐλάχιστον, ἔχων δὲ ὀκταετῆ ἐν ὅλῳ διοικητικὴν ὑπηρεσίαν συμπεπληρωμένην.» Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ θελήσῃ νὰ δεχθῇ τὴν προσθήκην ταύτην.
§94ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. Ἀλλὰ καταθέσατε ἐγγράφως τὴν προσθήκην, παρακαλῶ.
§95Γ. Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10 ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 11 καὶ 12).
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται).
§97ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐν τῇ τρίτῃ παραγράφῳ ὑπάρχει ἀνωμαλία τις. «Προβιβάζεται εἰς νομαρχιακὸν γραμματέα βʹ τάξεως ὁ ἔχων δίπλωμα διδάκτορος ἢ προλύτου τῆς Νομικῆς Σχολῆς καὶ ὑπηρετήσας ἐπὶ 3 τοὐλάχιστον ἔτη». Ἀλλ’ ὁ ἔχων τὸ δίπλωμα τοῦτο, κατὰ τὸ ἄρθρον 10, διορίζεται ἀπ’ εὐθείας γραμματεὺς βʹ τάξεως, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ ὑπηρετῇ ἐπὶ διετίαν.
§98ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ ἄρθρον 10 ἀναφέρεται εἰς τὸν διορισμὸν, τὸ δὲ 13 εἰς τὴν προαγωγήν. Ἀλλ’ ἡ παρατήρησίς σας ἔχει σπουδαιότητα, καὶ ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§99ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ «ἔχει σπουδαιότητα» ἀποδεικνύει, ὅτι μετ’ ἐπιπολαιότητος συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον.
§100ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἄρθρον σχετικὸν πρὸς τὰ προσόντα δὲν ἔπρεπε νὰ ἦναι ἱκανὸν νὰ ἐρεθίσῃ τὰ νεῦρα τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§101ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἠναγκάσθην νὰ ὁμιλήσω, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ παρατήρησις αὕτη ἔχει σπουδαιότητα, ὡσεὶ αἱ ἄλλαι δὲν ἔχουν, καὶ διότι παρατηρῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τείνει πᾶσαν παρατήρησιν ἐντεῦθεν νὰ μεταβάλλῃ εἰς προσωπικὸν ζήτημα.
§102ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ φράσις, ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Καραπάνου ἔχει σπουδαιότητα, δὲν ἀποκλείει τὸ ὅτι καὶ ἡ ἰδική σας δύναται νὰ ἔχῃ. Ἐὰν ὑπεθέσατε τοῦτο, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τοιαύτην ἔννοιαν δὲν εἶχεν ἡ παρατήρησίς μου.
§103ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Προηγουμένως καὶ ὁ κ. Καραπάνος καὶ ἐγὼ ἀνεπτύξαμεν ἓν σύστημα, δι’ ὀλίγων γραμμῶν, νομαρχιακῆς διοικήσεως, προσφορωτέρας διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν οὐδὲν ἀντέταξεν εἰς ταῦτα πραγματικόν, ἀλλὰ κατέφυγεν εἰς προσωπικά. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκεται).
§105ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ, διατὶ τοὺς βʹ τάξεως γραμματεῖς ὅλως ἐξαιρετικῶς ἐνταῦθα δέχεται νὰ ὦσιν ἐντόπιοι, ἐνῷ οὗτοι εἰς ὅλους τοὺς κλάδους ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν δὲν λαμβάνονται ἐκ τῶν ἐντοπίων, διὰ λόγους ἀρκετὰ σοβαρούς.
§106ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλετε τροπολογίαν.
§107ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν. Ἐρωτῶ, ἐὰν ἔχητε λόγον.
§108ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι ὁ γραμματεὺς βʹ τάξεως δὲν ἔχει σπουδαιότητα. Ἐὰν ὅμως τὴν τροπολογίαν ταύτην ὑποβάλητε, θὰ τὴν συζητήσωμεν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14 ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς αʹ συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ Πρεσβειῶν ΑΧΚΓʹ νόμου).
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεων διατάξεων τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας.
§110ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπειδὴ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου πολλαὶ ἐγένοντο παρατηρήσεις καὶ πολλαὶ προὐτάθησαν τροπολογίαι, ἐζητήθησαν δὲ καὶ πληροφορίαι περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ νομοσχεδίου, ἔκρινα καλόν, πρὶν ἡ Βουλὴ προβῇ εἰς ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, νὰ παράσχω πληροφορίας ἐκτενεστέρας. Πρωτίστως νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ πληροφορηθῇ ἡ Βουλή, ὅτι διὰ τῶν τροπολογιῶν τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, ἰδίως περὶ ἀπαλλαγῆς, οὐδεμία θὰ ἐπέλθῃ διατάραξις εἰς τὴν καθολικὴν στρατολογίαν, ὥς τινες ὑπέλαβον, νομίζοντες ὅτι διὰ τῶν τροπολογιῶν αὐτῶν καὶ τῆς ἐπεκτάσεως τῶν ἀπαλλαγῶν καταστρέφεται ἄρδην τὸ σύστημα τῆς καθολικῆς στρατολογίας. Αἱ προτεινόμεναι τροπολογίαι συνίστανται κυρίως εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ ζῶντος πατρός. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περιέχει περίπτωσιν, ἥτις ἠδύνατο νὰ ἀγάγῃ τὰς ἀπαλλαγὰς ταύτας εἰς μέγαν ἀριθμόν, ἀλλὰ τὴν περίπτωσιν αὐτὴν βεβαίως θὰ τὴν ἀποκρούσωμεν, διότι καὶ ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι ὁ ἔγγαμος πρεσβύτερος δὲν θὰ παρέχῃ δικαίωμα ἀπαλλαγῆς εἰς τὸν ἀμέσως μετ’ αὐτὸν ἐρχόμενον. Ἡ διάταξις ἰσχύει μόνον διὰ τὸν πρεσβύτερον υἱόν. Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον λέγει, ὅτι, «ἐὰν οὗτος ἔχῃ ἰδίαν οἰκογένειαν, ἀπαλλάσσεται ὁ ἀμέσως ἑπόμενος ἀδελφὸς», αὐτὸ πρέπει νὰ διαγραφῇ, διότι τοιαύτη ἀληθῶς δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἔννοια τοῦ συντάκτου.
§111ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε ἡ κατάταξις τοῦ ἐγγάμου πρωτοτόκου δὲν ἀπαλλάττει τὸν ἀμέσως κατόπιν ἐρχόμενον.
§112ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης διατάξεως ποῖα θὰ ὦσι, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα εἰς τρεῖς κατηγορίας νὰ διαιρέσωμεν τὸν πρεσβύτερον υἱὸν ζῶντος πατρὸς ἢ ἐν γένει τὸν πρεσβύτερον. Ἡ πρώτη κατηγορία εἶναι ἡ τοῦ ζῶντος πατρός, ἡ δευτέρα ἡ τῆς μητρὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης, καὶ ἡ τρίτη ἡ τοῦ μόνου υἱοῦ. Τὰς δύο ἔχομεν ἤδη, δηλ. τὴν δευτέραν καὶ τὴν τρίτην, προσθέτομεν ὅθεν τὴν πρώτην κατηγορίαν, τουτέστι τοῦ ζῶντος πατρός.
§113ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Διατὶ ἐξαιρεῖται ὁ πρεσβύτερος τῶν υἱῶν τοῦ ζῶντος πατρὸς, ἀφοῦ ὁ πατὴρ εἶναι ζῶν καὶ δὲν εἶναι ἀνίκανος;
§114ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ εὐεργέτημα, τὸ ὁποῖον προτείνομεν διὰ τοῦ εἰσαγομένου νομοσχεδίου. Κατὰ τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1890 μόνους υἱοὺς ἢ πρεσβυτέρους υἱοὺς μητέρων ἐν χηρείᾳ διατελουσῶν εἴχομεν 2,612 ἐπὶ ἀπογραφῆς 22,853. Μόνους δὲ υἱοὺς ζώντων πατέρων ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀριθμοῦ τῆς ἀπογραφῆς εἴχομεν 1253. Ἐπὶ τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1891, ἐπὶ ἀριθμοῦ στρατευσίμων 20,083 μόνους υἱοὺς ἢ πρεσβυτέρους υἱοὺς γυναικῶν ἐν χηρείᾳ διατελουσῶν 1761, μόνους υἱοὺς ζώντων πατέρων 1135. Λοιπὸν ἐπὶ τῶν δεδομένων τούτων ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἀνεύρωμεν τὸν ἀριθμὸν πρεσβυτέρων υἱῶν ζώντων πατέρων, ὁ ἀριθμὸς οὗτος θὰ κυμαίνηται μεταξὺ τῶν δύο ἢ μᾶλλον θὰ πλησιάζῃ πρὸς τὴν πρώτην κατηγορίαν, καὶ ἑπομένως δὲν θὰ ἦναι ἀνώτερος τῶν 1760 ἐπὶ πληθυσμοῦ 20,000.
§115ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι οἱ πρωτότοκοι ἐξαιροῦνται;
§116ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα. Ἑπομένως πᾶσα οἰκογένεια θὰ ἔχῃ ἕνα ἀπαλλασσόμενον.
§117ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε θὰ ἦναι πολλοί.
§118ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τώρα ἀμέσως θὰ ἴδητε, ὅτι δὲν εἶναι πολλοί. Αὕτη εἶναι ἡ πρώτη κατηγορία. Ἡ δευτέρα κατηγορία, ἡ ὁποία ἐξαιρεῖται, ὄχι πλέον ὡς ἀπαλλασσομένη, ἀλλ’ ὡς κρινομένη ἱκανὴ διὰ βοηθητικὰς ὑπηρεσίας, εἶναι ἡ τῆς στενότητος τοῦ θώρακος, οἵτινες ὀνομάζονται καὶ στενοθώρακες. Βεβαίως τοῦτο δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς ἀνικανότητα ὅλων τῶν στρατευσίμων, καὶ ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἤθελε γείνῃ παραδεκτὸν ὡς μέτρον ἱκανότητος. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ μέτρον τοῦτο ἐφηρμόσθη κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὰ ἐφαρμοζόμενα ἤδη ἐν ἄλλοις Κράτεσιν, ἐὰν ἐξετάσωμεν τὸ ἀποτέλεσμα παρελθόντων ἐτῶν ἢ παρελθούσης ἐποχῆς, βλέπομεν, ὅτι κατὰ τὸ 1887, ὁπότε τὸ πρῶτον ἐφηρμόσθη, ἐπὶ στρατευσίμων 20,000 περίπου ὑπῆρξαν 704 μόνον ἀπαλλαγέντες ἕνεκα ἀνεπαρκοῦς εὐρύτητος τοῦ θώρακος. Ἐὰν λοιπὸν προσθέσωμεν καὶ τούτους εἰς τὴν μέσην κατηγορίαν, εἰς τὸν μέσον ἀριθμὸν τῶν στρατευσίμων, ὁ ὁποῖος εἶναι 20,000 περίπου, θὰ ἔχωμεν ἀπαλλασσομένους, ἀντὶ 5,706, 8,000· ἑπομένως ἐπὶ 20,000 κληρωτῶν θὰ ἔχωμεν 8,000 ἐξαιρουμένους, ἀπαλλασσομένους κτλ. καὶ κατὰ συνέπειαν 12,000 ἱκανοὺς, ἵνα καταταχθῶσιν εἰς τὸν στρατόν.
§119ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μὲ τὰς νέας ἀπαλλαγὰς θὰ ἦναι τόσοι, κύριε Ὑπουργέ;
§120ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα.
§121ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶναι μικρὸς ὁ ἀριθμός· 7,000 εἶναι ἤδη μὲ τὰς νέας ἀπαλλαγάς.
§122ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ποίας ἀπογραφῆς;
§123ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1890.
§124ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τοῦτο συμβαίνει, διότι ἡ ἀπογραφὴ ἀνέρχεται εἰς 22,853. Ἐγὼ λαμβάνω τὴν μέσην ἀπογραφὴν τῶν 20,000, διότι περίπου τοιαύτη εἶναι ἡ ἀπογραφὴ, ἡ φέρουσα τὸν μέσον ἀριθμὸν κληρωτῶν.
§125ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, ἡ ἀπογραφὴ αὐξάνει.
§126ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἡ τοῦ 1889 εἶναι 18,000.
§127ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ναί, ἀλλ’ ὁλονὲν προβαίνομεν.
§128ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὄχι· τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰς γεννήσεις τοῦ ἔτους· δὲν δύνασθε νὰ τὸ κανονίσητε. Ἐπὶ πληθυσμοῦ στρατευσίμων περίπου αὐξανομένων κανονικῶς δὲν δύνασθε νὰ κανονίσητε καὶ τὰς γεννήσεις.
§129ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ 1892 εἶναι 23,646, τὸ 1893 23,760, τὸ 1894 23,800, τὸ 1895 26,526. Ὁλονὲν αὐξάνουν, τὸ δὲ 1892 ἀνέρχονται εἰς 29,439.
§130ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ ἦτο ἀπελπιστικὴ διὰ τὸ ἔθνος μας ἡ στασιμότης αὕτη.
§131ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τοῦτο δὲν διαφέρει ἡμᾶς, διότι τοῦτο εἶναι ἀνάλογον ἐπὶ ὡρισμένου ἀριθμοῦ. Ἐὰν λάβητε μέσον ὅρον τὸν ἀριθμὸν 20, θὰ ἔχητε τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, ὡς εἰ ἐλαμβάνετε τὸ 24, ἢ καὶ οἱονδήποτε ἄλλον ἀριθμόν.
§132ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 40% περίπου.
§133ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα. Τοῦτο εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα· τοῦτο ἀληθῶς παρατηρεῖται καὶ εἰς τὸν Γαλλικὸν στρατὸν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐλάβομεν τὴν διάταξιν, διότι ἐπὶ κληρωτῶν 300,000 κατατάσσονται 160–165 χιλιάδες. Εἶναι πλείονες τῶν 40% αἱ ἀπαλλαγαί. Ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ὁ στρατὸς θὰ στερηθῇ τῶν ἀνδρῶν τῆς ὑπηρεσίας· διότι, καθὼς γνωρίζετε, οἱ κληρωτοὶ διαιροῦνται εἰς κατηγορίας, εἰς κληρωτοὺς διετοῦς ὑποχρεώσεως, καὶ εἰς διαθεσίμους τριμήνου ὑποχρεώσεως. Καὶ διὰ μὲν τὴν κατηγορίαν τῆς διετοῦς ὑποχρεώσεως οὐδὲν ἔχομεν νὰ εἴπωμεν· τοῦτο μόνον δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν, ὅτι, ἀντὶ τῶν 20 μηνῶν τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε ἐξεπληροῦτο εἰς τὸ στράτευμα, κανονίζεται διὰ τοῦ εἰσαγομένου νομοσχεδίου ἡ πλήρης διετία. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν τρίμηνον ὑπηρεσίαν, ταύτην καταργοῦμεν καθ’ ὁλοκληρίαν· ἡ δὲ κατάργησις τῆς τριμήνου ὑπηρεσίας οὐδεμίαν θὰ φέρῃ ζημίαν εἰς τὸ στράτευμα.
§134ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πόσοι εἶναι αὐτοί;
§135ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Οὗτοι ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς ἐτησίας δυνάμεως. Ἐὰν ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος ζητήσῃ 7½ ἢ 8 χιλιάδας ἀνδρῶν, τὸ ὑπόλοιπον θὰ τεθῇ εἰς τὴν διαθεσιμότητα. Ἐὰν λοιπὸν κατὰ τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1890 ἔχωμεν περὶ τὰς 13,000 ἐκ τῶν 22,000 ἱκανοὺς πρὸς στράτευσιν, ζητήσωμεν δὲ τὰς 8,000 ἢ τὰς 7,500, αἱ λοιπαὶ 5,000–5,500 θὰ ἀπέλθωσιν εἰς τὴν διαθεσιμότητα. Ὥστε βλέπετε, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τῶν ἀπαλλαγῶν δὲν χάνομεν τίποτε· διότι, εἴτε τοὺς ἔχομεν εἰς τὴν διαθεσιμότητα, εἴτε τοὺς ἔχομεν ἐν καταστάσει ἀπαλλαγῆς, οὗτοι δὲν θὰ προσέλθωσι πρὸς ἄσκησιν εἰς τὸ στράτευμα. Πράττομεν δὲ τοῦτο, οὐχὶ διότι αὐθαιρέτως δὲν θέλομεν αὐτοὺς νὰ προσέλθωσιν, ἀλλὰ διότι ἐκρίθη λυσιτελὲς νὰ μὴ προσέρχωνται οὗτοι πρὸς ἄσκησιν, καθόσον ἡ τρίμηνος ἄσκησις εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ αὐτοὺς, μετὰ παρέλευσιν δὲ ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν βεβαίως αὐτοὶ εἶναι ἐν πληρεστάτῃ ἀγνοίᾳ τῶν στρατιωτικῶν ἀσκήσεων, τὰς ὁποίας ἐξετέλεσαν κατὰ τὸ τρίμηνον διάστημα ἐν τῷ στρατεύματι. Οὐχ ἧττον παρέχεται τὸ μέσον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἂν ἤθελε συστήσει στρατόπεδα ἀσκήσεως, ἢ διατάξει ἄλλως πως τὴν ἄσκησιν τῶν διαθεσίμων, νὰ δύνηται νὰ καλῇ τούτους κατὰ τὰς διατάξεις, τὰς ὁριζούσας τὴν ἄσκησιν τῶν ἐφέδρων, διότι οὗτοι τάσσονται εἰς τὴν ἐφεδρείαν τοῦ στρατοῦ. Ἑπομένως κατ’ οὐδένα λόγον δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὁ θεσμὸς ὁ προτεινόμενος καταστρέφει τὰς διατάξεις τῆς καθολικῆς στρατολογίας, οὐδὲ διαταράσσει ποσῶς τὸ στράτευμα· ἀπ’ ἐναντίας τὸ στράτευμα θέλει κανονισθῆ καλλίτερον, διότι, ἔχον ἐν ταῖς τάξεσιν αὐτοῦ διετεῖς κληρωτοὺς, θ’ ἀποτελέσῃ δύναμιν 15,000 ἁπλῶν στρατιωτῶν, ὑπολογιζομένης εἰς 7,500 ἑκάστης ἀπογραφῆς, 15,000 ἀνδρῶν, μελλόντων νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ ὁλόκληρον διετίαν. Ἑπομένως, ὑπολογίζοντες τὰ στελέχη τῶν ἀξιωματικῶν, ἐκεῖνα τῶν ἀνακατατασσομένων ὑπαξιωματικῶν, ἔτι δὲ καὶ ἅπαν τὸ προσωπικὸν τὸ μὴ ἀνανεούμενον, οἷον τὸ τῶν τεχνικῶν καὶ εἰδικῶν σχολῶν κτλ., εὑρίσκομεν, ὅτι ὁ ὁλικὸς ἀριθμὸς τοῦ στρατεύματος θ’ ἀποτελέσῃ δύναμιν περὶ τὰς 22,000 ἀνδρῶν, δύναμιν, ἥτις θὰ ἦναι ἀνωτέρα τῆς μέσης δυνάμεως, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε εἴχομεν διὰ τοῦ ἰσχύοντος νόμου τῆς στρατολογίας. Ὥστε ἡ παραδοχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς σήμερον παρουσιάζεται, καθιστᾷ τὸ στράτευμα καλλίτερον ὑπὸ ἔποψιν ἐκπαιδεύσεως, παρέχει δύναμιν μεγαλειτέραν εἰς ὅλον τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς διετοῦς ὑποχρεώσεως, καὶ ἀφίνει ἐλευθέρους εἰς τὴν κοινωνίαν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἰς οὐδὲν ἄλλο μέχρι σήμερον ἐχρησίμευον ἢ εἰς τὸ νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ αὐτοὶ νὰ τυραννῶνται ἀσκόπως, διότι μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων μηνῶν ἐλησμόνουν πᾶν ὅ,τι ἐπὶ τρίμηνον ἀπεκόμιζον εἰς γνώσεις στρατιωτικάς. Αὗται, νομίζω, ἦσαν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ὤφειλον νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὥστε ἐν ἐπιγνώσει αὕτη νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον.
§136Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Προχθὲς, Κύριοι, ἀνεκοινώθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου ἀναφοραί τινες διαφόρων πολιτῶν, ἐν αἷς καὶ μία τῶν κατοίκων Σκουπίου τῆς ἐπαρχίας μου. Διὰ τῶν ἀναφορῶν αὐτῶν αἰτοῦνται, ἵνα ἐπιτραπῇ ἡ ἀντικατάστασις τῶν ὑποχρέων πρὸς στράτευσιν, τῶν ἱκανῶν κρινομένων, δι’ ἄλλων τῆς αὐτῆς ἀπογραφῆς, ἀπαλλασσομένων ἕνεκα οἰκογενειακῶν λόγων. Ἡ αἴτησις αὕτη μοὶ ἐφάνη πολὺ εὔλογος, πολὺ δικαία. Ὡς γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταὶ, ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι στρατεύσιμοι, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται εἰς στράτευσιν ἐν ἐποχῇ ὅλως διόλου ἀκαταλλήλῳ, σχετικῶς μὲ τὰ συμφέροντα αὐτῶν τὰ οἰκογενειακὰ, ἢ τὰ συμφέροντα τῆς περιουσίας των, ἔμποροι, λόγου χάριν, σπουδασταὶ καὶ διάφοροι ἄλλοι. Ἐὰν λοιπὸν εἰς αὐτοὺς ἐπιτραπῇ ν’ ἀντικατασταθῶσι δι’ ἄλλων τῆς αὐτῆς ἀπογραφῆς, νομίζω, ὅτι ἡ οἰκονομία τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου ποσῶς δὲν βλάπτεται.
§137ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ αὐτοὶ τί θὰ γείνωσι;
§138Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διαθέσιμοι.
§139ΡΙΚΑΚΗΣ. Πότε θὰ ἔλθωσιν αὐτοί;
§140Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἰδοὺ τί θὰ γείνῃ. Οἱ ἀπαλλασσόμενοι παραπέμπονται εἰς τὴν ἐφεδρείαν· λοιπὸν, ἐὰν διὰ τῶν ἀπαλλασσομένων ἀντικατασταθῶσιν οἱ μὴ ἀπαλλασσόμενοι ἕνεκα οἰκογενειακῶν λόγων, τότε οἱ ἀντικαθιστάμενοι θὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐφεδρείαν· ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ θὰ ἦναι ἡ αὐτὴ, καὶ θὰ ἔχωμεν καὶ τὸν αὐτὸν ἀριθμὸν ἐφέδρων. Ἐκτὸς δὲ τούτου, νομίζω, Κύριοι, ὅτι πολλοὶ τῶν ἀπαλλασσομένων δὲν ἔχουσι τοιαύτας ὑποχρεώσεις, ὥστε ν’ ἀποφύγωσιν ἐξάπαντος τὴν στράτευσιν· δὲν πρέπει δὲ τὴν ἔφεσιν αὐτῶν, τοῦ νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸν στρατὸν, νὰ τὴν ἐμποδίσωμεν διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἀντικαταστάσεως. Οἱ ἀντικαθιστάμενοι δὲν πληρόνουσι καὶ τὸ ἀντισήκωμα, τὸ ὁποῖον πληρόνουσιν οἱ ἀπαλλασσόμενοι, θὰ ἱκανοποιηθῶσι δὲ χρηματικῶς καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀντικαθιστῶσιν αὐτοὺς εἰς τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον θὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ στρατῷ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ πιστεύω, ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἔχει ἀντίῤῥησιν, διότι οὐδεμία ζημία προσγίνεται.
§141ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τότε ἡ στρατολογία παύει οὖσα καθολική.
§142Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καθολικωτάτη μένει· διότι δὲν πρόκειται νὰ ἐπιτρέψωμεν γενικῶς τὴν ἀντικατάστασιν, πρόκειται νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἀντικατάστασιν μεταξὺ ἀνδρῶν τῆς αὐτῆς ἀπογραφῆς· δηλαδὴ οἱ ἀπαλλασσόμενοι λόγῳ οἰκογενειακῶν λόγων θ’ ἀντικαθιστῶσι τοὺς μὴ ἀπαλλασσομένους τῆς αὐτῆς ἀπογραφῆς. Ἑπομένως οἱ αὐτοὶ ἄνδρες θὰ γυμνασθῶσιν, εἴτε ἐπιτρέψωμεν τὴν ἀντικατάστασιν, εἴτε μή. Θὰ ὑποβάλω τὴν τροπολογίαν, καὶ πιστεύω, ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ ἔχῃ λόγον νὰ μὴ ὑποστηρίξῃ τὴν τροπολογίαν ταύτην. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν παραδεχθῇ ταύτην, νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν προχθὲς ἔκαμα, περὶ τοῦ μόνου υἱοῦ, τοῦ μὴ ἔχοντος οὐδὲ πατέρα, οὐδὲ μητέρα, οὐδὲ ἄλλο μέλος τῆς οἰκογενείας, εἶναι ὀρθή. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ προστατεύσωμεν, εἰμὴ τὴν οἰκογένειαν· ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνος ὁ εἷς, ὁ ἔρημος ἄνθρωπος, δὲν ἀποτελεῖ τὴν οἰκογένειαν ὅλην; Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον. Ὑποθέσατε, ὅτι αὐτὸς ἔχει ἀρκετὴν περιουσίαν, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ διοικηθῇ δι’ ἀντιπροσώπου· καὶ εἶναι πολλὰ εἴδη περιουσίας ἐν Ἑλλάδι, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ διοικηθῶσι δι’ ἀντιπροσώπου, ὡς λόγου χάριν ἡ τάξις τῶν ποιμένων. Ὁ ποιμὴν, καὶ μάλιστα ὁ ἐν Ἑλλάδι εὑρισκόμενος, ὑπὸ ἔποψιν δημοσίας τάξεως, ἐὰν ἔχῃ καὶ ποίμνια μεγάλα καὶ ἦναι μόνος, ἔρημος, μὴ ἔχων οὐδένα ἄλλον, τί θὰ τὰ κάμῃ αὐτὰ τὰ ποίμνια, ἐὰν ἔλθῃ εἰς τὸν στρατόν; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλλαχθῶσι κατὰ μείζονα λόγον οὗτοι, παρὰ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσι καὶ ἄλλους ἀδελφοὺς μικροτέρους. Εἰς περίστασιν ὅμως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε γείνῃ δεκτὴ ἡ πρώτη πρότασίς μου, τοῦ νὰ δύνανται ν’ ἀντικατασταθῶσι δι’ ἄλλων τῆς αὐτῆς ἀπογραφῆς, τότε βεβαίως τοῦτο περιττεύει.
§143ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Βεβαίως ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ εἶναι πρότασις εὐεργετικὴ καὶ ἀνακουφιστικὴ, οὕτως εἰπεῖν, διὰ τὴν κοινωνίαν· ἀλλ’ ἀποβλέπει τάξιν ὡρισμένην. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, νομίζω ὅτι θέλομεν καταφέρει καίριον τραῦμα κατὰ τῆς στρατολογίας τῆς καθολικῆς, ἐὰν εἰσαγάγωμεν τοιαύτην διάταξιν. Ἡ διάταξις αὕτη ὑπῆρχε πρὸ πολλοῦ καὶ ἀπηλείφθη, διότι τὸ νὰ ἀνταλλάσσωνται οἱ ἀριθμοὶ, ἵνα ἐξαγοράζηται ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἄλλου, σημαίνει, ἢ ὅτι εἰσάγομεν τὴν ἀγοροπωλησίαν εἰς τὸ στράτευμα, ἢ ὅτι παραδεχόμεθα τὰς καθαρὰς ἀντικαταστάσεις, ὅπερ θέλει μᾶς φέρει εἰς τὰ ὀλεθριώτερα ἀποτελέσματα. Τί θὰ συμβῇ; Ὁ πλούσιος οὐδέποτε θὰ ὑπηρετήσῃ εἰς τὸ στράτευμα, οὐδέποτε ἀνεπτυγμένοι ἄνθρωποι θὰ ἔλθωσι νὰ συγχρωτισθῶσι μετὰ τοῦ χωρικοῦ, ἵνα ἐντεῦθεν ἀναπτυχθῇ τὸ στράτευμα· ἑπομένως τὸ στράτευμά μας δὲν θὰ ἦναι τὸ στράτευμα τῆς πατρίδος, τὸ ἀποτελούμενον ἐξ ὅλων τῶν κοινωνικῶν τάξεων, θὰ ἦναι στράτευμα μισθοφόρων, θὰ ἦναι τὸ στράτευμα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι οὐδένα πόρον ζωῆς ἔχουσι, καὶ οἱ ὁποῖοι προσφεύγουσιν εἰς τὴν ἀντικατάστασιν, διὰ νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς ἰδίας συντηρήσεως, καὶ οὐχὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους. Κατὰ συνέπειαν τοιαύτην ἀντικατάστασιν βεβαίως οὐδέποτε ἡ Ἑλλὰς θὰ θελήσῃ νὰ παραδεχθῇ, ὡς ἀντικειμένην εἰς τὸν ὑψηλὸν προορισμὸν τοῦ στρατοῦ. Ταύτην ἔχει διατυπώσει καὶ ὁ ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς κ. Κορομάντζος ἐν ἰδίᾳ τροπολογίᾳ, ἡ ὁποία βεβαίως κατ’ ἀρχὴν εἶναι ἁπλουστέρα. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ μόνου υἱοῦ, ὀρφανοῦ πατρὸς καὶ μητρὸς, οὗτος οὐδεμίαν ἔχει πλέον ὑποχρέωσιν, παρὰ τὴν τοῦ ἀτόμου. Ἐὰν δὲ αὐτὸς ἔχῃ ἰδίαν οἰκογένειαν, ἐξομοιοῦται πρὸς τοὺς πρεσβυτέρους υἱοὺς, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἰδίαν οἰκογένειαν.
§144Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι μόνος.
§145Γ. Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τότε νυμφεύεται.
§146ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τότε αὐτὸς δὲν ἔχει νὰ προστατεύσῃ οὔτε πατέρα, οὔτε μητέρα ἢ ἀδελφήν. Αἱ ἀπαλλαγαὶ ἔχουσι σκοπὸν τὴν προστασίαν οἰκογενείας, ἐχούσης ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς τοῦ στρατευσίμου.
§147ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐὰν ἔχῃ ἰδίαν οἰκογένειαν, ἀπαλλάσσεται;
§148ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὄχι· θὰ ὑπηρετήσῃ.
§149Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τότε πῶς θὰ συντηρήσῃ τὴν οἰκογένειάν του;
§150ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχετε ἀρκετὸν ἀριθμὸν τριμήνων διαθεσίμων· ὥστε δὲν εἶναι φόβος, μήπως ἀναπτυχθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν κληρωτῶν διὰ τῶν ἀντικαθιστωμένων.
§151ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐὰν ἐπεκτείνωμεν τὴν ἀπαλλαγὴν εἰς αὐτοὺς, θὰ τὴν ἐπεκτείνωμεν καὶ εἰς τοὺς ἄλλους, τουτέστιν εἰς τοὺς ἔχοντας ἰδίαν οἰκογένειαν, καὶ συνεπῶς οὐδεὶς θὰ ὑπάρξῃ ὁ μέλλων νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς τὸν στρατόν.
§152ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ἦτο ἄλλος τις, ὅστις νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς οἰκογενείας του, μάλιστα.
§153ΣΑΛΤΑΦΕΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, τὴν ἀφορῶσαν τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ, τοῦ ἐστερημένου πατρὸς καὶ μητρὸς, καὶ ἐγὼ τὴν εὑρίσκω οὐ μόνον δικαίαν, ἀλλὰ καὶ λίαν ὀρθήν. Ἡ γʹ παράγραφος τοῦ ἄρθρου 33 ἀπαλλάσσει τὸν μόνον υἱὸν ζῶντος πατρὸς, ἀνεξαρτήτως τῆς ἡλικίας καὶ τῆς ἱκανότητος αὐτοῦ πρὸς ἐργασίαν· ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ δὲν ἀφορᾷ ὁ νόμος εἰς οὐδεμίαν εὐεργετικὴν περίπτωσιν, λόγου χάριν τὴν ἐξ ἀνικανότητος τοῦ πατρὸς πρὸς ἐργασίαν ἢ ὑπερβάντος τὸ 60ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του. Τὸν ἀπαλλασσόμενον διὰ τῆς τρίτης ταύτης παραγράφου ὑποχρεοῖ ὁ νόμος, στερούμενον τοῦ πατρός· ἔχομεν ἑπομένως τὸ ἑξῆς ἄτοπον. Ἐν τῇ πρώτῃ περιπτώσει, τῇ ἀπαλλαττούσῃ δηλ. τὸν κληρωτὸν, οὗτος ἔχει τοὐλάχιστον τὸν πατέρα του, διὰ νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς περιουσίας αὐτοῦ· ἐν τῇ δευτέρᾳ, τῇ ὑποχρεούσῃ, οὐδένα ἔχει. Ἕτερον μεγαλείτερον ἄτοπον εἶναι τὸ ἑξῆς· ἔρχεται εἰς γάμον αὐτὸς οὗτος, καὶ τὸν λαμβάνετε ἐκ τῆς οἰκογενείας του καὶ τὸν παραδίδετε εἰς τὸν στρατὸν, μένει δὲ ὁλόκληρος ἡ οἰκογένεια ἄνευ τῆς ἐλαχίστης προστασίας· ἐνῷ, ὅταν ἔχῃ τὸν πατέρα αὐτοῦ, ἱκανὸν νὰ ἐργασθῇ καὶ νὰ τὴν προστατεύσῃ, τὸν ἀπαλλάσσετε. Νομίζω, ὅτι τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι ὀρθόν. Εὑρίσκων δὲ πολὺ λογικὴν τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, ἤθελον καὶ ἐγὼ παρακαλέσει, ὅπως ἐν τῇ ἐξαιρετικῇ ταύτῃ περιπτώσει ἀντικαθίστανται αὐτοὶ δι’ ἄλλων τῆς αὐτῆς ἀπογραφῆς, ἐκ τῶν εἰς ἀπαλλαγὴν ὑπαγομένων.
§154Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ δίδῃ ἓν μέρος τῆς περιουσίας του, διὰ νὰ σώσῃ τὸ ἄλλο.
§155ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Θὰ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων λέξεων. Τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου λέγει, ὅτι ἡ ἀντικατάστασις ἀπαγορεύεται.
§156ΣΑΛΤΑΦΕΡΟΣ. Νὰ τὸν ἀπαλλάσσητε.
§157ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὴν τελευταίαν παρατήρησιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν μόνον υἱὸν, ὅστις ἤθελεν ἀπορφανωθῆ, νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τοῦτον ἡ ἀπαλλαγὴ, τοῦτο δὲν εὑρίσκω ὀρθὸν, καὶ ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος· διότι, ἐὰν τοῦτον ἀπαλλάξωμεν, ὀφείλομεν ν’ ἀπαλλάξωμεν πάντας τοὺς ἔχοντας ἰδίαν οἰκογένειαν.
§158Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι· διότι ἔχουσι συγγενεῖς ἄλλους.
§159ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ ἔχων ἰδίαν οἰκογένειαν δὲν ἀναμένει τὴν βοήθειαν ἐκ τοῦ ἄλλου συγγενοῦς, διότι τὴν οἰκογένειαν θὰ προστατεύσῃ αὐτὸς ὁ ἴδιος. Ἑπομένως, ἐὰν ἐπεκτείνωμεν τὴν ἀπαλλαγὴν εἰς τοῦτον, ἀνάγκη πᾶσα νὰ τὴν ἐπεκτείνωμεν καὶ εἰς τὸν ἔχοντα ἰδίαν οἰκογένειαν· ἄρα θὰ ἔλθωμεν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς ἔλεγε χθὲς, ὅτι ὅλοι θὰ ἀπαλλαχθῶσι. (Διάλογοι).
§160ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. ... Εἶναι ἡ τροπολογία, ἡ ἀφορῶσα τὸ ἂν ἐπιτρέπηται νὰ ἀνταλλάσσηται ὁ κλῆρος. Ὁ νόμος τοῦ 1878 προέβλεπε τοῦτο. Κατήργησε τὴν διάταξιν αὐτὴν ὁ νομοθέτης τοῦ 1887, ὄχι διότι ἀναιρεῖται ὁ σκοπὸς τῆς γενικῆς στρατολογίας, ἀλλὰ διότι ὁ νόμος τοῦ 1887 ἐπέτρεψε τὴν ἀναπλήρωσιν τῶν ὑποχρέων κληρωτῶν, εἴτε διότι γίνονται οὗτοι φυγόστρατοι, εἴτε διότι κρίνονται ἀπὸ τὰ ἔκτακτα στρατολογικὰ συμβούλια ἀνίκανοι πρὸς στράτευσιν, καὶ ἑπομένως ἐπέτρεψε τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῶν διὰ τῶν ἐπιλαχόντων, διὰ τῶν λεγομένων διαθεσίμων. Διὰ τοῦτο ὁ νόμος τοῦ 1887 κατήργησε τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν κλήρων. Ἀλλ’ ἡ ἀνταλλαγὴ τῶν κλήρων σήμερον δὲν ἔχει νὰ βλάψῃ παντάπασι τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὅπως τὸ νομοσχέδιόν του λέγει, οἱ διαθέσιμοι δὲν θὰ κληθῶσιν εἰς στράτευσιν, θὰ κληθῶσι μόνον, ἐὰν κληθῇ ἡ ἐφεδρεία καὶ ἀσκηθῇ. Ἐὰν λοιπὸν ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς ὑποχρέους κληρωτοὺς νὰ ἀνταλλάσσωσι κλῆρον μετὰ τῶν διαθεσίμων, τότε οἱ ἀνταλλάσσοντες κλῆρον διαθέσιμοι θὰ ὦσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκουσι νὰ κάμωσι στάδιον ἐν τῇ στρατιωτικῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ τοιουτοτρόπως θ’ ἀποκτήσωμεν, ὅπως καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ, οὕτως εἰπεῖν, ἐθελοντὰς στρατιώτας, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι ζῆλον περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν χρεῶν των, ἐνῷ οἱ ἄλλοι τοὐναντίον, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός· ἔχομεν δ’ ἄπειρα παραδείγματα, ὅτι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οἱ ἀνήκοντες εἰς τὰς καλὰς τάξεις τῆς κοινωνίας προσπαθοῦσι παντὶ τρόπῳ ν’ ἀποφύγωσι. Διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι οἱ πλεῖστοι τούτων ἀποσπῶνται εἰς τὰ δημόσια γραφεῖα, ἄλλοι διανυκτερεύουσιν εἰς τὰς οἰκίας των, ἕτεροι δὲ διὰ πολλῶν μέσων προσπαθοῦσιν, ἵνα ἐξαιρεθῶσιν. Ἑπομένως ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον προτίθεται ὁ κ. Ὑπουργὸς, τοῦ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν γενικὴν στρατολογίαν δὲν ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἀνταλλαγῆς κλήρου. Ἕνα μόνον λόγον ἠδύνατο νὰ προβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὁ διαθέσιμος, ὁ ὁποῖος θὰ κληθῇ δι’ ἀνταλλαγῆς κλήρου, εἶναι ἐνδεχόμενον εἴτε διὰ τῆς φυγοστρατίας τοῦ ὑποχρέου κληρωτοῦ, εἴτε διὰ τῆς ἀπαλλαγῆς ἢ ἐξαιρέσεως τοῦ προλαχόντος ὑπὸ τῶν στρατολογικῶν συμβουλίων ἢ τῆς ἀνωτάτης στρατιωτικῆς ὑγειονομικῆς ἐπιτροπῆς, εἶναι ἐνδεχόμενον, λέγω, νὰ ἔλθῃ εἰς ὑποχρεωτικὴν σειρὰν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ γενομένη ἀνταλλαγὴ δὲν θὰ ἔχῃ πρακτικὴν ἀξίαν. Ἀλλὰ προέβλεψα τὴν περίπτωσιν ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο εἶχον σκοπὸν εἰς τὴν τροπολογίαν μου νὰ προσθέσω, ὅτι ἀνταλλαγὴ κλήρου ἐπιτρέπεται ἀπολύτως καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος καὶ ὄχι μόνον μεταξὺ τῶν διαθεσίμων τοῦ οἰκείου δήμου, διότι συμβαίνει καὶ τοῦτο ἀκόμη, ὅτι οἱ διαθέσιμοι τοῦ οἰκείου δήμου ἐξαντλοῦνται ἅπαντες, καὶ μάλιστα εἴς τινας δήμους δὲν θὰ ἐπαρκέσωσι διὰ τὴν ἀπόδοσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑποχρέων κληρωτῶν οἱ ἀπομείναντες ἱκανοὶ πρὸς στρατείαν. Διὰ τοῦτο πρέπει, ἐὰν ἐπιτραπῇ ἡ ἀνταλλαγὴ τοῦ κλήρου, νὰ ἐπιτραπῇ δι’ ὅλον τὸ Κράτος. Οὕτω λοιπὸν, ἐὰν ἦναί τις ἔμπορος, π.χ., ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει λόγους ἀπαλλαγῆς ἢ ἐξαιρέσεως, καὶ ὁ ὁποῖος, ἂν ἐγκαταλείψῃ τὸ κατάστημά του, ὑποστήσεται ὑλικὴν καταστροφὴν, — καὶ εἶναι πλεῖστοι τοιοῦτοι εἰς τὰς δυτικὰς ἐπαρχίας τῆς Πελοποννήσου καὶ τῆς Ἑπτανήσου, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπαλλάσσονται, οὐδὲ ἐξαιροῦνται, εἶναι δ’ ὑπόχρεοι νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰ συμφέροντά των,—οὗτος θέλει δυνηθῆ νὰ ἀποφύγῃ τὰς συνεπείας ταύτας, ἀνταλλάσσων τὸν κλῆρον αὐτοῦ, ἄνευ βλάβης τινὸς τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ἐνῷ συνάμα ὁ τοιοῦτος κληρωτὸς δὲν θὰ ἀπαλλαχθῇ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς ἀσκήσεως, ἅτε ἀνήκων εἰς τὴν ἐφεδρείαν, ἐνῷ, ἐὰν τῷ ἀπαγορεύσητε τὴν ἀνταλλαγὴν τοῦ κλήρου, ἢ θὰ καταστραφῶσι τὰ συμφέροντά του, ἢ θὰ προσπαθήσῃ διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἐξαιρεθῇ· καὶ γνωρίζω, ὅταν τονίζω τὸ διὰ παντὸς τρόπου, πῶς ἐπιτυγχάνονται αἱ ἐξαιρέσεις. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὴν ἀνταλλαγὴν τοῦ κλήρου.
§161ΜΑΝΕΣΗΣ. Πρέπει νὰ περιορίσωμεν, νὰ μὴ ἐπεκτείνωμεν τὰς κατηγορίας αὐτὰς, διότι ὑπάρχουσιν ἐνδοιασμοὶ, μήπως ἕνεκα τῶν πολλῶν ἀπαλλαγῶν ὑπερβῶσιν οἱ ἀπαλλαχθησόμενοι τὸν ἀριθμὸν τῶν 2,500· ἔχω δὲ τοὺς ἐνδοιασμοὺς τούτους ἐκ τῆς σωματικῆς διαπλάσεως τῶν κληρωτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀποδεδειγμένον ἐν Ἑλλάδι, ὅτι δὲν χαίρουσι τὴν σωματικὴν διάπλασιν τῶν κληρωτῶν τῶν ἄλλων ἐθνῶν, καὶ ἑπομένως θὰ ἔχωμεν μέγαν ἀριθμὸν ἐκ τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν στενοθωράκων.
§162ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς τροπολογίας τοῦ ἄρθρου 26, θὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ καὶ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἑξῆς θέματος. Κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 23, 24 καὶ 25 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, διαγράφεται ἡ διαδικασία τῆς ἐγγραφῆς εἰς τὸ Μητρῷον ἀῤῥένων τῶν μὴ ἐξ ἀρχῆς ἐγγραφέντων, καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ 24 ἀναγράφεται, ὅτι ὁ Νομάρχης δύναται καὶ αὐτεπαγγέλτως νὰ διατάξῃ τὴν ἐγγραφὴν, ἐὰν πεισθῇ ἐξ ἐγγράφων, ὅτι ὁ ἐγγραφησόμενος κέκτηται τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ὁ νόμος πρὸς ἐγγραφὴν εἰς τὸ Μητρῷον τῶν ἀῤῥένων. Ἐγὼ εὑρίσκω τὴν διάταξιν ταύτην λίαν ἀόριστον, ἐσχάτως δὲ ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ πεισθῶ, ὅτι καὶ κακὴ χρῆσις ταύτης ἐγένετο κατὰ τὸ παρελθόν. Κατὰ τὸν ἔλεγχον τῶν προσόντων οἱ κύριοι Νομάρχαι ἤ τις τῶν Νομαρχῶν, μὴ θελήσας νὰ ἐγκύψῃ εἰς τὴν σπουδαιότητα τοῦ σκοποῦ τοῦ νόμου, ἐπεδείξατο ἐπιπολαιότητα, εἰ μή τι ἄλλο, καὶ προέβη εἰς τὴν ἐγγραφὴν προσώπων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα. Περὶ τούτου ἐγένοντο πλεῖστα παράπονα, διότι οἱ οὕτως ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸ Μητρῷον τῶν ἀῤῥένων ἐνεγράφησαν σωρηδὸν εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους, καὶ ἀπέκτησαν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι, ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα τοῦτο. Νομίζω, ὅτι ἀφοῦ τροποποιεῖται τὸ ἄρθρον τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, δύναται νὰ γείνῃ μία προσθήκη εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἡ ὁποία νὰ ἀπαλλάξῃ τὴν Πολιτείαν ἐκ τοῦ ἀτόπου τούτου, τὸ ὁποῖον τοὐλάχιστον μέχρι τοῦδε ἐλάμβανε χώραν. Νομίζω ὅτι πρὸς τοῦτο δέον νὰ προστεθῇ εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου 26 τὸ ἑξῆς: «Ἐπίσης δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν διαγράφονται ἐκ τοῦ Μητῴρου τῶν ἀῤῥένων, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς πεισθῇ ἐξ ἐγγράφων, ὅτι οἱ ἐγγραφέντες δὲν ἀπέκτησαν νομίμως τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, ἢ ἂν μὴ ὦσιν ἐγγεγραμμένοι εἴς τινα δῆμον τοῦ Κράτους.»
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται).
§164ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου τοῦ ἀντικαθιστῶντος τὸ ἄρθρον 33 τοῦ νόμου εἶναι ἀνάγκη νὰ τροποποιηθῇ· διότι, ὡς ἔχει, εἶναι ἀτελὲς καὶ ἴσως ἄχρηστον. Προτείνω δὲ, ὅπως τροποποιηθῇ ἡ τελευταία περίοδος τοῦ ἐδαφίου ὡς ἑξῆς: «Ὁ πρεσβύτερος υἱὸς πατρὸς τυφλοῦ ἢ μόνος ἔγγονος πάππου τυφλοῦ, μὴ φέροντος ἀνίατον σωματικὴν βλάβην, καθιστῶσαν αὐτὸν ἀνίκανον πρὸς ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματός του.» Ἐν τῇ ἑπομένῃ δὲ παραγράφῳ τοῦ αὐτοῦ ἐδαφίου παρακαλῶ νὰ ἀπαλειφθῶσιν αἱ λέξεις «ἢ ἔχῃ ἰδίαν οἰκογένειαν».
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὰς τροποποιήσεις ταύτας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§166ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Ἐγὼ ἔχω τροπολογίαν, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ ἡ διάταξις, ἂν ὁ πρεσβύτερος ἐκτίῃ ἐγκληματικὴν ποινὴν, νὰ μεταβαίνῃ τὸ εὐεργέτημα τῆς ἀπαλλαγῆς εἰς τὸν ἀμέσως ἑπόμενον.
§167ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§168ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Παρετήρησα κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι καλὸν εἶναι εἰς τὸ γʹ ἐδάφιον τοῦ ψηφιζομένου ἄρθρου 33, μετὰ τὰς λέξεις «ἀνίκανοι πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν», νὰ προστεθῇ: «ἢ ἐκηρύχθη ἄφαντος κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου».
§169ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀποδέχομαι τὴν τροπολογίαν ταύτην τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μουσούρη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§171ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπεδέχθη τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Κεφαλληνίας, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐπὶ τῶν διατάξεων, τῶν ἀφορωσῶν τοὺς ἀφάντους, ὑπάρχει μία ἀνισότης μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων. Ἐν Ἑπτανήσῳ ἰσχύει ἀστικὸς κῶδιξ, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπάρχει διάταξις περὶ ἀφανείας, νομίζω δὲ, ὅτι, μέχρις οὗ ψηφισθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν εἰδικὸς νόμος περὶ ἀφανείας, καλὸν εἶναι νὰ ἰσχύωσιν αἱ διατάξεις περὶ ἀφανείας καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ Ἑλλάδι, ὡς ἔχουσιν ἐν τῷ Γαλλικῷ νόμῳ· ὅπερ μέχρι τοῦδε σχεδὸν ἐφηρμόσθη, διότι πολλὰ Δικαστήρια ἔχουσιν ἐκδώσει ἀποφάσεις περὶ ἀφανείας ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Γαλλικοῦ νόμου.
§172ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καλλίτερον ἤθελεν εἶσθαι νὰ παρακληθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἀποσπάσῃ ἐν τοῦ σχεδίου τοῦ νῦν συντασσομένου ἀστικοῦ κώδικος τὸν τίτλον περὶ ἀφανείας καὶ εἰσαγάγῃ αὐτὸν εἰς τὴν Βουλήν.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν τοῦ βουλευτοῦ Γορτυνίας κ. Κορομάντζου. Ὁ κ. Βουλευτὴς προτείνει, ὅπως εἰς τὸ ἄρθρον 24 τοῦ νόμου προστεθῇ δευτέρα παράγραφος ἔχουσα ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὡσαύτως ὁ Νομάρχης διατάσσει αὐτεπαγγέλτως τὴν ἐν τῷ μητρῴῳ ἀῤῥένων ἐγγραφὴν τῶν ἐκ τῶν προσκτωμένων τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν μὴ ὑπερβεβηκότων τὴν στρατεύσιμον ἡλικίαν, ἐξηκριβωμένην κατὰ τὸν νόμον ΑΩΟΘʹ τοῦ 1890 καὶ τὸ πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ Β. Διάταγμα.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὁ κ. Βουλευτὴς προτείνει ὡσαύτως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 26 τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὴν διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινομένην προσθήκην εἰς τὸ ἄρθρον 26 τοῦ νόμου προστίθεται ἐν τῷ δευτέρῳ στίχῳ, μετὰ τὴν λέξιν «ἡλικίαν»: «ἢ ὀνοματεπώνυμον.» Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Ὡσαύτως ἐρωτηθεῖσα ἡ Βουλὴ ἀποῤῥίπτει δι’ ἀναστάσεως τὰς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 33 καὶ ὑπ’ ἀριθ. 3–7 τροπολογίας τοῦ κ. Κορομάντζου.)
§174ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 33 ὑπέβαλον τροπολογίαν, ὅπως μετὰ τὴν λέξιν «ὑπηρετοῦντα» προστεθῶσιν αἱ λέξεις «ὡς ὁπλίτην ἢ ὑπαξιωματικόν», ἀπαλειφομένων τῶν στίχων τρίτου καὶ τετάρτου ἀπὸ τῆς λέξεως «ἢ» μέχρι τῆς λέξεως «δοκίμων». Ὁ νόμος καὶ τὸ νομοσχέδιον ὁρίζουν, ὅτι ἀπαλλάσσεται ὁ ἔχων ἀδελφὸν ὑπηρετοῦντα ἐν τῷ στρατῷ· ἡ ἑρμηνεία δὲ, ἡ ὁποία ἐδόθη ἀπὸ τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν, ὅτι ἀπαλλάσσονται καὶ οἱ ἔχοντες ἀδελφὸν ὑπηρετοῦντα ὡς ἀξιωματικὸν ἢ ἐν τῇ Σχολῇ τῶν Εὐελπίδων, ἀντιβαίνει πρὸς ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου, ὁρίζοντος, ὅτι ἡ ἀπαλλαγὴ εἶναι προσωρινή. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀπαλλαγῆς ἰσχύει μόνον, ὅταν ὁ ἀδελφὸς ὑπηρετῇ ὡς ὁπλίτης, ὄχι δὲ ὡς ἀξιωματικός, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον, ὅταν ὁ ἀδελφὸς ἦναι μαθητὴς τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων ἢ τῆς τῶν Δοκίμων, ἀφοῦ εἶναι ζήτημα, ἐὰν πρέπῃ ν’ ἀπαλλάσσωνται καὶ αὐτοὶ οὗτοι οἱ σπουδάζοντες, διότι τὸ νὰ παρέχῃ δικαίωμα ἀπαλλαγῆς εἰς τὸν ἀδελφὸν, ὅταν σπουδάζῃ τις εἰς στρατιωτικὴν Σχολὴν, εἰς πρόσκτησιν ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ὡς βιοποριστικὸν ἐπάγγελμα, εἶναι πολὺ ἄδικον.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην τοῦ κ. Βουλευτοῦ Γορτυνίας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα τροπολογία τοῦ κ. Κορομάντζου, δι’ ἧς προτείνεται ἡ κατάργησις τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ νόμου, τοῦ ἀποκλείοντος τῆς ἀπαλλαγῆς τὰ θετὰ τέκνα. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§176ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου περὶ γενικῆς στρατολογίας οἱ Νομάρχαι, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ 1867, προσεκάλουν εἰς θεώρησιν ἅπαντας τοὺς ἐγγεγραμμένους ἐν τοῖς στρατολογικοῖς καταλόγοις, οἱ ὁποῖοι προσήρχοντο, μέχρις ἑνὸς, ἐνώπιον τῶν Νομαρχῶν καὶ ἐπεθεωροῦντο. Τότε δὲ δὲν ὑπῆρχον τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι σήμερον, οὐδέποτε δὲ ἠγέρθη ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου δυσφορία. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1878 περὶ γενικῆς στρατολογίας ὡρίσθη, ὅπως τὰ στρατολογικὰ συμβούλια ἑδρεύωσιν εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν ἐπαρχιῶν καὶ ἐκεῖ νὰ προσέρχωνται οἱ στρατεύσιμοι, παρετηρήθη δὲ, ὅτι, μολονότι ἐπρόκειτο νὰ προσέλθωσιν ἐγγύτερον τῆς κατοικίας των ἢ τανῦν, καθυστέρουν τὰ ⅔. Διέταξε δὲ ὁ νόμος ἐκεῖνος νὰ προσέρχωνται εἰς τὰ τακτικὰ στρατολογικὰ συμβούλια, διότι ἤθελε βλαφθῆ ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία, ἄν, μὴ προσερχομένων τινῶν, ἤθελον οὗτοι θεωρηθῆ αὐτοδικαίως ἱκανοί. Καίτοι δὲ ὁ νῦν ἰσχύων νόμος διέταξεν, ὅπως τὰ στρατολογικὰ συμβούλια μεταβαίνωσιν εἰς τοὺς δήμους, παρετηρήθη κατὰ τὰς ἐτησίας ἀποφάσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν περὶ ἐξετάσεως τῶν στρατευσίμων, ὅτι τὰ ⅔ δὲν προσέρχονται· ἑπομένως δὲν ὠφέλησε ποσῶς τὸ μέτρον τῆς ἐπιτοπίου ἐξετάσεως. Συμβαίνει δὲ καὶ ἄτοπον μέγιστον, διότι τὰ στρατολογικὰ συμβούλια, μεταβαίνοντα ἐπιτοπίως, ὑφίστανται παντοίους ἐπηρεασμούς, ἐξ ὧν προέρχονται ἀδικήματα. Διὰ τοῦτο εἶμαι τῆς γνώμης νὰ ἑδρεύωσι τὰ στρατολογικὰ συμβούλια εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῶν νομῶν, καὶ νὰ προσέρχωνται αὐτόθι οἱ κληρωτοί. Ἐκ τούτου δὲ καὶ οἰκονομία σπουδαία θέλει ἐπέλθει εἰς τὸ Δημόσιον καὶ προσέτι, ἐπειδὴ τὰ στρατολογικὰ συμβούλια ἀπαλλάττουσιν ἢ ἐξαιροῦσι κατ’ ὁμοφωνίαν, θὰ ἦναι πολὺ δυσχερὲς νὰ εἰσχωρήσωσιν ἀδικήματα. Ἐπίσης κάμνω λόγον καὶ ἐπὶ τῆς τροπολογίας, τῆς ἀφορώσης τὴν ἔφεσιν κατ’ ἀποφάσεων τῶν στρατολογικῶν συμβουλίων ἐπὶ ἐξαιρέσεων δι’ ἀνικανότητα, καὶ προτείνω, ὅπως αἱ ἐφέσεις αὗται ἐκδικάζωνται ὑπὸ τῆς ἀνωτάτης ὑγειονομικῆς τοῦ στρατοῦ ἐπιτροπῆς.
§177ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος προτείνει τροπολογίας ἐπὶ ἄλλων ἄρθρων τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, περὶ ὧν δὲν προνοεῖ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον.
§178ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Πρόκειται περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δύνανται νὰ γείνωσι καὶ ἄλλαι τροποποιήσεις, ἐκτὸς τῶν ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου προτεινομένων.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Γορτυνίας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὁ κ. Κορομάντζος προτείνει ὡσαύτως, δι’ ἑτέρας τροπολογίας, ὅπως εἰς τὸ ἄρθρον 80 τοῦ νόμου προστεθῇ ἡ ἀκόλουθος παράγραφος. «Ἐπιτρέπεται ἡ ἀνταλλαγὴ κλήρου μεταξὺ ὑποχρέου πρὸς στράτευσιν ἐν τῇ ἐνεργῷ ὑπηρεσίᾳ τοῦ στρατοῦ κληρωτοῦ καὶ τοῦ ὑπαγομένου εἰς τὴν κατάστασιν τῆς διαθεσιμότητος τοιούτου. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, ὁ οὕτω μεταβαίνων εἰς τὴν κατάστασιν τῆς διαθεσιμότητος, καταβάλλει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀντισήκωμα ἐκ δραχμῶν 500». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου μετὰ τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπενεχθεισῶν τροποποιήσεων παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§181ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, ἀφοῦ ὁ νόμος ὁ συζητούμενος εἶναι μᾶλλον φορολογικὸς, νὰ παραδεχθῇ, ὅπως οἱ καθυστερούμενοι κληρωτοὶ τῶν προπαρελθουσῶν ἀπογραφῶν μὴ προσέλθωσι νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ διετίαν, ἀλλὰ νὰ ὑποχρεωθῶσιν εἰς πληρωμὴν 500 δραχμῶν ἕκαστος, διότι καὶ αὐτοὶ θὰ ἀπαλλαγῶσι τῆς ὑπηρεσίας, καὶ τὸ ταμεῖον θὰ εἰσπράξῃ ἱκανὴν ποσότητα χρημάτων. Ἄλλως τε σήμερον ποῦ θὰ τοὺς εὕρητε τοὺς καθυστερουμένους κληρωτούς; Αὐτοὶ λείπουν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Παρακαλῶ νὰ γείνῃ περὶ τούτου σκέψις διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι....
§183ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἐν τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ, ἔνθα ἀναφέρεται τὸ ἄρθρον 183, δι’ οὗ ἀντικαθίσταται τὸ καταργούμενον ἀντίστοιχον ἄρθρον τοῦ ἰσχύοντος νόμου, παρακαλῶ νὰ γείνῃ ἡ ἑξῆς συμπλήρωσις. Μετὰ τὰς λέξεις «πλὴν τῶν προβλεπομένων ὑπὸ τῆς παραγράφου ζʹ» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «τοῦ ἄρθρου 33». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ κατὰ τὸν νόμον ᾼΦΜΖʹ προσθέτου προσωπικοῦ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 139). Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 καὶ 40′ μ. μ.