1892.06.26
1,479 rows · 11,052 words · 84 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 25
τῆς 26 Ἰουνίου 1892.
(Παρασκευή).
Ὥρᾳ 9½ π. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ἀκολούθως προσελθὼν ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον ὁ ἄρτι ἀφικόμενος βουλευτὴς κ. Κωνσταντῖνος Ἀναγνωστόπουλος).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ Ἀναστάσιος Παπαναστασόπουλος καὶ Δημήτριος Καλούδης, γηραιοὶ ἀγωνισταί, παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ἵνα χορηγήσῃ αὐτοῖς μηνιαῖον βοήθημα, ὅπως συντηρηθῶσιν εἰς τὰ ἔσχατα τοῦ βίου των.
§2ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ συστηθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ μίαν πρόνοιαν, διότι εἶναι δίκαιον νὰ ἱκανοποιηθῶσιν οἱ πτωχοὶ αὐτοὶ ἄνθρωποι τοῦ ἀγῶνος, ὅπως δυνηθῶσι νὰ συντηρηθῶσιν εἰς τὸ γῆράς των.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Ἄνω καὶ Κάτω Κλένια τῆς Κορινθίας παρακαλοῦσιν, ἵνα ἡ Βουλὴ ἔλθῃ αὐτοῖς ἀρωγὸς διὰ τὰς καταστροφὰς, ἃς ὑπέστησαν τὰ κτήματά των ἐκ τῆς τελευταίας καταιγίδος.
§4ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὡς νὰ μὴ ἤρκουν ὅλα τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα ὑφίσταται τὸ φυτικὸν βασίλειον ἀπό τινος χρόνου, αἱ ἀκρίδες, οἱ ἀήθεις καύσωνες, οἱ σκώληκες, οἱ ἀρουραῖοι καὶ τόσα ἄλλα, ἐνέσκηψε κατὰ τὴν 15 τρέχοντος ῥαγδαία βροχὴ μετὰ χαλάζης εἰς κόκκους ὑπερμεγέθεις, καὶ ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ ὥρᾳ κατέστρεψεν ὅλα τὰ προϊόντα τῶν κατοίκων, ἤτοι τὰς ἀμπέλους, τοὺς ὀψίμους καρποὺς, τὸν ἐλαιῶνα, τὰ περιβόλιά των καὶ τὰ καπνά των, τὸν ἀραβόσιτον, τὰ ῥεβίθια καὶ πᾶν ἕτερον ὄψιμον προϊόν, καὶ κατέστησε δυστυχεστάτους τοὺς γεωργούς. Ἐκτὸς δὲ τούτου, καὶ χείμαῤῥος παρέσυρε ζῶα καὶ ἀνθρώπους, καὶ ἐπῆλθε πανωλεθρία εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον. Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων Ἁγίου Βασιλείου καὶ Κλένια, Ἀθικίων καὶ Χιλιομοδίου τοῦ δήμου Κλεωνῶν δι’ ἀναφορᾶς των ἀφηγοῦνται τὰ δυστυχήματα ταῦτα, καὶ παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ἵνα συστήσῃ τὰ παράπονά των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως τοῦτο εὐαρεστούμενον φροντίσῃ νὰ μετριάσῃ τὴν στενοχωρίαν αὐτῶν, ἐπερχόμενον ἀρωγὸν εἰς τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς διὰ μετριάσεως τῆς καταδιώξεως πρὸς πληρωμὴν τῶν φόρων των. Αὐτὰ ἐνόμισα, ὅτι πρέπει νὰ ἐκθέσω. Παρακαλῶ δὲ καὶ τοὺς Βουλευτὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διῆλθον ἀπὸ τὰ μέρη αὐτὰ καὶ ἀντελήφθησαν τῆς καταστάσεως ταύτης, νὰ προσέλθουν καὶ οὗτοι ἐπίκουροι εἰς τὴν σύστασίν μου.
§5ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρομοία, ἂν ὄχι χείρων, καταστροφὴ συνέβη καὶ εἰς τὸ χωρίον τῆς ἐπαρχίας μου Κατμάταν, ὅπου κατεστράφη ὅλως διόλου ἡ ἐσοδεία, κατεστράφησαν τὰ καπνὰ, τὰ ὁποῖα εἶχον καλλιεργήσει, καὶ αἱ ἄμπελοι, καὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ κινδυνεύουν νὰ λιμοκτονήσουν. Ἐὰν λοιπὸν πρόκηται νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις διὰ τὸν δῆμον τῶν Κλεωνῶν, θὰ παρεκάλουν νὰ ληφθῇ τοιαύτη καὶ διὰ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος χωρίον τῆς ἐπαρχίας μου.
§6ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καθῆκον ἔχω νὰ ὑποστηρίξω καὶ ἐγὼ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου κ. Εὐταξία, ὅπως ἐπέλθῃ ἡ Κυβέρνησις ἀρωγὸς καὶ σώσῃ τὸ χωρίον Κατμάτα ἐκ τῆς καταστροφῆς, ἡ ὁποία ἐπῆλθε· δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀναφορὰς τῶν κατοίκων, θέλει σπεύσει νὰ ἔλθῃ ἀρωγός.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων Χιλιομοδίου, Κουταλᾶ καὶ Καψοῦ τοῦ δήμου Κλεωνῶν ζητοῦσι τὴν ἀρωγὴν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν. Ἐπίσης οἱ κάτοικοι τοῦ Ἁγίου Βασιλείου τοῦ αὐτοῦ δήμου ζητοῦσι τὸ αὐτό. Τί ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἐνεργηθῇ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν αὐτῶν;
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ σταλῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι σταλῆ. Ὁ πρώην βουλευτὴς Κεφαλληνίας κ. Σπινέλης ζητεῖ, ὅπως ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴ συμπεριλάβῃ καὶ τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεώς του, τὸ ὁποῖον δὲν ἔλαβε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, καὶ τὸ ὁποῖον δικαιοῦται νὰ λάβῃ, διότι εἶχε προσέλθει εἰς τὴν Βουλήν. Θέλει ἀποσταλῆ ἡ αἴτησίς του εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπήν.
§10ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Οἱ ἔμποροι τῶν Πατρῶν, οἱ παθόντες κατὰ τὴν πυρκαϊὰν τοῦ τελωνείου, ὑποβάλλουσι δι’ ἐμοῦ ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλήν, ζητοῦντες τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως· τὸ ὁποῖον καὶ δίκαιον καὶ ὀρθὸν εἶναι. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
§11ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§12ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἰς τὸ τελωνεῖον τῶν Πατρῶν ἐπῆλθε πυρκαϊὰ, ἡ ὁποία ἔφερε καταστροφήν· οἱ ἔμποροι, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι πλεῖστοι Καλαβρυτινοὶ, δὲν ἠδύναντο νὰ ἔχωσι τὴν πρόνοιαν νὰ ἀσφαλίσωσι τὰ ἐμπορεύματά των καὶ ἐν τῷ τελωνείῳ, τὰ ἀσφαλίζοντι μετὰ τὴν παραλαβὴν ἐκ τοῦ τελωνείου· μένουσι λοιπὸν ἐκτεθειμένοι οἱ ἄνθρωποι, ὑποστάντες ζημίας ἀνυπολογίστους. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις καθῆκον ἔχει, ἀφοῦ ἐξ ἀμελείας βεβαίως τῶν ὑπαλλήλων αὐτῆς ἐπῆλθεν αὐτὴ ἡ ζημία, νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς ἐκ τῆς περιστάσεως ταύτης παθόντας ἐμπόρους τῶν Πατρῶν. Πιστεύω δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, καὶ πρὸ τῆς διεξαγωγῆς τῆς ἀνακρίσεως διὰ τὴν πυρκαϊὰν ταύτην, ἔχουσα ἠθικὴν εὐθύνην ἀπέναντι ἀνθρώπων, ἄνευ λόγου καὶ ἄνευ ὑπαιτιότητος αὐτῶν ὑποστάντων μεγάλας ζημίας, ἐνίων δὲ πλήρη καταστροφὴν, θὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς αὐτούς.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει σταλῆ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§14ΦΩΤΗΛΑΣ. Μὲ σύστασιν τῆς Βουλῆς.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§16ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἔχω ἀνὰ χεῖρας τὸ ἀπὸ 22 Ἰουνίου ἐ. ἔ. φύλλον τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», ἐν αὐτῷ δὲ ἀνευρίσκω πέντε συγχρόνους σχεδὸν ἀποφάσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, διὰ τῶν ὁποίων ἀπηλλάγησαν τῆς ὑπηρεσίας οἱ μόνοι δημοδιδάσκαλοι τῶν χωρίων Τσαουσίου, Ἀλητσελεπῆ, Κατσαροῦ, Μελιγαλᾶ καὶ Διαβολιτσίου τῶν δύο δήμων Οἰχαλίας καὶ Ἀνδανείας τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης. Τὸ σύγχρονον τοῦτο γεγονὸς τῆς ἀπολύσεως τῶν δημοδιδασκάλων τούτων ἐν παραμοναῖς ἐξετάσεων ἀνεστάτωσε καὶ κατεθορύβησε τοὺς πληθυσμοὺς τῶν δήμων ἐκείνων, πολλὰ δὲ τηλεγραφήματα ἔλαβον ἐκεῖθεν γονέων, δυσφορούντων καὶ παραπονουμένων διὰ τὸ ἄκαιρον τοῦτο μέτρον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, κατὰ τὸ παρὸν τοὐλάχιστον, ἂν καὶ κατὰ πόσον ἡ ἐνέργεια αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἦναι νόμιμος, διότι τοῦτο θέλει ἐξετασθῆ βραδύτερον, ὅταν κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, οὐδὲ ἂν κατὰ τὴν ἐνέργειαν ταύτην ἐτηρήθησαν ἀκέραιαι καὶ ἀλώβητοι αἱ διατάξεις τοῦ ᾼΦΝΗʹ νόμου περὶ ἀπολύσεως δημοδιδασκάλων. Παρακαλῶ ὅμως τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ὑπολαμβάνῃ συμφέρουσαν τὴν ἀπόλυσιν δημοδιδασκάλων ἐν παραμοναῖς ἐξετάσεων, ἔστω καὶ διὰ λόγον ἀμελείας πρὸς τὰ καθήκοντα αὐτῶν, ὅταν μάλιστα, ὡς συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διὰ τῆς ἀπολύσεως ταύτης τὰ μὲν σχολεῖα ἀργῶσιν, ὡς μὴ ὑπηρετούντων ἐν αὐτοῖς ἄλλων διδασκάλων πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν ἀπολυθέντων, οὐδ’ ὑπαρχόντων ἄλλων προχείρων πρὸς ἀντικατάστασιν αὐτῶν, ἑκατοντάδες δὲ ὅλαι παιδίων, φοιτώντων ἐν αὐτοῖς, διασκορπίζονται εἰς ἄλλα ἔργα, ἀπομανθάνοντα ὅ,τι κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους ἔμαθον. Τὸ κατ’ ἐμὲ, νομίζω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον, οὐδὲ συμβάλλεται εἰς τὴν πρόοδον τῆς κοινωνίας, ν’ ἀνακόπτωμεν διὰ τοιούτων μέτρων τὸ σωτήριον ἔργον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ νὰ καθιστῶμεν αὐτὴν στεῖραν καὶ ἄγονον ἐνασχόλησιν, ἀντὶ, ἱστάμενοι εἰς τὸ ὕψος ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἵσταται ὁ διευθύνων τὰ τῆς παιδείας, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον οὔτε ἡ τύρβη οὔτε ὁ ἀγὼν τῶν κομμάτων δύναται νὰ φθάσῃ, νὰ καταβάλλωμεν ὑπὲρ αὐτῆς πᾶσαν μέριμναν, καὶ νὰ περιθάλπωμεν αὐτὴν μετὰ πάσης φιλοστοργίας, ὥστε νὰ ἀποδώσῃ ποτὲ τοὺς προσδοκωμένους ἀγλαοὺς καρποὺς, μορφοῦσα πολίτας ἠθικῶς τε καὶ πνευματικῶς ἀρτίους. Αἱ ἀποφάσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπικαλοῦνται τὰς σχετικὰς ἐκθέσεις τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων, καὶ κατηγοροῦσιν ἀμέλειαν τοῖς ἀπολυθεῖσι δημοδιδασκάλοις περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Τὸ ἀντικείμενον τοῦτο θέλει ἐξετασθῆ βραδύτερον. Ἐγὼ ὅμως οὐδεμίαν ἔχω ἀφορμὴν νὰ ἀμφιβάλλω περὶ τῆς ἄκρας ἐπιμελείας τῶν ἀπολυθέντων διδασκάλων, τινὲς τῶν ὁποίων εἶναι ἀρχαιότατοι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, κεκτημένοι μακρὰν πεῖραν καὶ ἐπαινετὴν εὐδοκίμησιν ἐν τῷ διδασκαλικῷ αὐτῶν ἔργῳ. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅπως καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σχετικὰς ἐκθέσεις τοῦ Γεν. Ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων, καθὼς καὶ πᾶν ἄλλο σχετικὸν ἔγγραφον, πληροφορήσῃ δὲ τὴν Βουλὴν, ἂν πρὸ τῆς ἀπολύσεως τῶν εἰρημένων δημοδιδασκάλων ἐκλήθησαν οὗτοι εἰς ἀπολογίαν, ὅπως ὁρίζει τὸ ἄρθρον 5 τοῦ ᾼΦΝΗʹ νόμου, καταθέσῃ δὲ συγχρόνως καὶ τὰς ἀπολογίας αὐτῶν.
§17ΑΛΚΙΒ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν καὶ ἦναι πρόωρος ἡ συζήτησις, Κύριοι, ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἀπὸ τοῦδε, εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. συναδέλφου. Οἱ δημοδιδάσκαλοι, περὶ ὧν ἔκαμε λόγον, κατηγγέλθησαν διὰ διαφόρους ἐγκληματικὰς πράξεις καὶ ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου ἤθελον ἀπολυθῆ, ἐὰν δὲν παρῃτεῖτο. Ὑπῆρχον ὅμως τὰ σχετικὰ ἔγγραφα πρόχειρα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ δὲ παρὸν Ὑπουργεῖον, εὑρὸν αὐτὰ, μετὰ τοσαύτας καταγγελίας, ἔπαυσεν αὐτούς. Οἱ δημοδιδάσκαλοι οὗτοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπὸ τὸν τόπον καὶ τὸν δῆμον, εἰς τὸν ὁποῖον ἦσαν διωρισμένοι, ἔχουν πλείστας ὅσας καταγγελίας, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, λαβὸν ὑπ’ ὄψιν αὐτὰς καὶ ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, προέβη εἰς τὴν ἀπόλυσιν αὐτῶν, καὶ μάλιστα ἐγένετο τοῦτο συμφώνως καὶ μὲ τὰς ἐκθέσεις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων. Ὅταν προσαχθῶσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τότε θέλομεν συζητήσει καὶ θέλομεν εἴπει περὶ τῶν δημοδιδασκάλων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὄχι μόνον ὡς κατηγγέλθησαν, ἀλλ’ ἔχουσι καὶ πολλὰ ἄλλα ἐλαττώματα.
§18ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Βεβαίως οἱ ἐπιθεωρηταὶ, τοὺς ὁποίους ἀπέστειλεν ἡ Πολιτεία πρὸς ἐξέτασιν τῶν σχολείων καὶ τῶν διδασκάλων αὐτῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ τῆς Μεσσήνης, εἶναι ἁρμοδιώτεροι νὰ κρίνωσι περὶ τῆς διαγωγῆς τῶν διδασκάλων τούτων, ἁρμοδιώτεροι, λέγω, τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος βεβαίως συνδυάζει τὸ ζήτημα μετὰ τῶν τοπικῶν αὐτοῦ συμφερόντων, καὶ διὰ τοῦτο εὑρίσκει, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως πρέπει νὰ ἵσταται ὑψηλὰ, καὶ ἐκεῖθεν νὰ ἐκτελῇ τὰς πράξεις, τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν τὴν δημοτικήν, ἡ ὁποία χρῄζει πολλῆς προστασίας καὶ περιθάλψεως, καὶ νὰ μὴ προβαίνῃ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν εἰς ἀπόλυσιν τοιούτων δημοδιδασκάλων, ἀφίνων οὕτω τὰ παιδία τρέχοντα εἰς τοὺς δρόμους καὶ ἄνευ διδασκάλων. Ὅταν προσαχθῶσιν αἱ σχετικαὶ ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτής, θέλει πεισθῆ ὁ ἴδιος, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἠδύνατο νὰ παραβλέψῃ τὰς ἐκθέσεις ταύτας, καὶ ὅτι ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῶν δημοδιδασκάλων, περὶ ὧν αἱ ἐκθέσεις αὗται ἀναφέρουσι. Τοὺς ἐπιθεωρητὰς ἐκείνους δὲν ἀπέστειλα ἐγώ, ἀπέστειλαν οἱ προκάτοχοί μου, καὶ οἱ ἐπιθεωρηταὶ οὗτοι εἶχον ἔκτοτε ὑποβάλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῶν, τὰς ὁποίας ἐγὼ εὗρον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, καὶ κατὰ συνέπειαν ἐνήργησα τὸ καθῆκόν μου. Ἡ περιεκτικὴ καὶ διεξοδικὴ ἐπερώτησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἁγυιᾶς δὲν εἶναι ἐν πᾶσιν ἐπιδεκτικὴ ἀπαντήσεως. Λ. χ. ὁ κ. Βουλευτὴς αἰτεῖται νὰ προσαγάγῃ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως τὴν πληροφορίαν, πόσοι δημοδιδάσκαλοι διατελοῦσι μακρὰν τῆς ὑπηρεσίας· βεβαίως τοῦτο δὲν δύναται τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἑπομένως κατὰ τοῦτο δὲν δύναται ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διότι τὸ Ὑπουργεῖον οὔτε ληξίαρχος εἶναι, διὰ νὰ βεβαιώσῃ τοὺς ἀποθανόντας τῶν δημοδιδασκάλων, οὔτε ἔχει τινὰ σχετικὴν ὑπηρεσίαν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ βεβαιώσῃ τοὺς ἐξελθόντας τοῦ κλάδου τούτου δημοδιδασκάλους καὶ ἐπὶ ἄλλα ἔργα καὶ ἐπαγγέλματα τραπέντας. Ἐπίσης δὲν δυνάμεθα νὰ ἀπαντήσωμεν εἰς τὴν ἄλλην ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ περὶ τοῦ: πόσοι δὲν συνεπλήρωσαν τὸν χρόνον τῆς συντάξεως αὐτῶν δημοδιδάσκαλοι. Τοιαύτας συντάξεις τὸ Ὑπουργεῖον ἀπονέμει σχεδὸν καθ’ ἑκάστην, ἀλλὰ δὲν δύναται καὶ νὰ βεβαιώσῃ, πόσοι εἶναι σήμερον οἱ συντάξιμοι καὶ οἱ συνταξιοῦχοι. Παραθέτομεν μόνον μερικὰς πληροφορίας εἰς τὰ σημειώματα, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλομεν ἐνταῦθα πρὸς ἀπάντησίν του, καὶ δύναται νὰ συμβουλευθῇ, καὶ νὰ εὕρῃ ὅ,τι ἠδύνατο νὰ παρέξῃ ἡ ὑπηρεσία. Κατὰ τὰ ἄλλα ἡ ἐπερώτησίς του ἱκανοποιεῖται ἐντελῶς. Ἀπαντᾷ ἡ ὑπηρεσία εἰς τὴν ἐπερώτησίν του περὶ τοῦ πόσοι εἶναι οἱ δημοδιδάσκαλοι καὶ πόσα τὰ σχολεῖα. Περὶ τούτου ὑπάρχουσι δεδημοσιευμένοι πίνακες ἀπὸ τοῦ 1890, ὅτε τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο εἶχε προβῆ εἰς σπουδαίαν ἐργασίαν καὶ εἶχε συλλέξει πολυτίμους πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐδημοσίευσε καὶ ἐτύπωσεν εἰς τεῦχος ἰδιαίτερον, τὸ ὁποῖον δύναται ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ συμβουλευθῇ, ὡς καὶ πᾶς ἄλλος ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν· ἡ ἐργασία ἐκείνη δυστυχῶς δὲν συνετελέσθη, διότι οἱ διάδοχοι δὲν ἐμιμήθησαν τὸν προκάτοχόν των, καὶ εἰς οὐδεμίαν προέβησαν σχετικὴν ἐργασίαν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἔργου τούτου, ὅπως καθιστῶσι καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινωνίαν ἐνήμερον ἐντελῶς καὶ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν διδασκάλων καὶ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν σχολείων, ἑπομένως κατὰ τὸ διαῤῥεῦσαν τοῦτο διάστημα δὲν δυνάμεθα νὰ πληροφορήσωμεν τὸν κ. Βουλευτήν· εἶναι ὅμως ἀρκετὴ ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν παρέχομεν εἰς αὐτὸν, παραπέμποντες εἰς τὰ τότε δημοσιευθέντα ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, τὰ ὁποῖα εἶναι λίαν οὐσιώδη καὶ λίαν σπουδαῖα. Αἰτεῖται ἀκόμη ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ πληροφορήσωμεν αὐτὸν περὶ τῆς εἰσφορᾶς, τὴν ὁποίαν ἕκαστος τῶν δήμων τοῦ Κράτους πληρόνει πρὸς συντήρησιν τοῦ ταμείου τῆς ἐκπαιδεύσεως. Τοιοῦτον πίνακα, τετυπωμένον μάλιστα, ὑποβάλλω ἐπίσης μεταξὺ τῶν ἐγγράφων, καὶ δύναται νὰ ἴδῃ καὶ πληροφορηθῇ σαφῶς περὶ τοῦ ἐρωτήματός του· ἐν παρόδῳ δὲ λέγω ἐγώ τινα πράγματα. Ὁ πίναξ οὗτος εἶναι συντεταγμένος ἐν ἔτει 1891, ἔκτοτε δὲν συνετάχθη πίναξ νεώτερος μετ’ αὐτόν· πρόκειται τοιοῦτος πίναξ νὰ συνταχθῇ, συνερχομένης τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς πρὸς τοῦτο, καὶ διὰ τοῦ νεωτέρου πίνακος θέλουσι διορθωθῆ πολλὰ σφάλματα, τὰ ὁποῖα εἰσεχώρησαν εἰς τὸν πίνακα ἐκεῖνον. Τὰ σφάλματα ταῦτα εἶναι λίαν σπουδαῖα, διότι ἀλλαχοῦ μὲν τοὺς δήμους ἐπιβαρύνουσι διὰ πολὺ μεγάλης καὶ δυσαναλόγου εἰσφορᾶς πρὸς τὰ εἰσοδήματα αὐτῶν, ἀλλαχοῦ δὲ φαίνονται ὑπεράγαν ἐπιεικεῖς. Λ. χ. ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἁγυιᾶς, ἐπαρχίᾳ τοῦ ἐπερωτήσαντος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, βλέπομεν ἐν τῷ δήμῳ Κασθαναίας πρόσοδον 15,750 δραχ. καὶ εἰσφορὰν 5,988· ἡ ἀναλογία εἶναι ἐντὸς τοῦ νομίμου ποσοστοῦ. Ἐν τῷ δήμῳ Δωτίου εὑρίσκομεν πρόσοδον 25,350, εἰσφορὰν δὲ 13,605· εἶναι πλέον τοῦ ἡμίσεως, ἐνῷ δὲν ἐπιτρέπεται μείζων τῶν 50% εἰσφορά. Ἀλλαχοῦ, λ. χ. ἐν τῷ δήμῳ Μεσολογγίου, εὑρίσκομεν πρόσοδον 68,678 δραχμῶν καὶ εἰσφορὰν 2,583. Ἐν τῷ δήμῳ Ἐλευσῖνος τῆς Γόρτυνος εὑρίσκομεν εἰσόδημα 4,910 δραχμῶν, εἰσφορὰν δὲ 285, καὶ ἔξοδα διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἀπέναντι τῶν 4,910 δραχμῶν τοῦ εἰσοδήματος, δραχμὰς 16,212. Ἐν τῷ δήμῳ Λαγκαδίων ἔχομεν ὡσαύτως πρόσοδον 6,080 δραχμῶν, εἰσφορὰν 880 δραχμῶν, ἔξοδα δὲ 8,220. Βλέπετε λοιπὸν τὴν μεγάλην ἀνισότητα, τὴν μέχρις ἀδικίας καὶ ἐλεεινῆς σμικρότητος εἰσχωρήσασαν εἰς τὴν σύνταξιν τῶν καταλόγων τούτων, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε βεβαίως νὰ συνταχθῶσι μὲ ἄκραν αὐστηρότητα καὶ μὲ ἄκραν δικαιοσύνην, διότι ἀποβλέπουσιν εἰς τὸν ἐπιούσιον τῷ ὄντι πνευματικὸν ἄρτον τοῦ λαοῦ, καὶ ἔπρεπε πάντες οἱ δῆμοι νὰ κριθῶσι μετὰ τῆς αὐτῆς στοργῆς, ὄχι δὲ νὰ ἀπεμπολῶνται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ μετὰ τοιαύτης ἀδικίας ἢ ἀπροσεξίας, ἡ ὁποία παρουσιάζεται ἐν τῷ πίνακι τούτῳ. Κατὰ τὰ ἄλλα αἱ πληροφορίαι εἶναι, νομίζω, ἀρκεταὶ, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς θὰ εὐχαριστηθῇ ἐκ τῆς ἀπαντήσεως, τὴν ὁποίαν παρέχει πρὸς αὐτὸν ἡ ὑπηρεσία. Ὑποβάλλω ἤδη τὰ τεύχη, ἐν τοῖς ὁποίοις θέλει εὕρει πᾶν ὅ,τι ζητεῖ. Ὡς πρὸς τὴν ἑτέραν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε σήμερον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης, θέλω αὔριον εὐθὺς προσκομίσει εἰς τὴν Βουλὴν ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, καὶ ἰδίως τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν, καὶ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως αὐτῶν, πέπεισμαι, ὅτι καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς θέλει πεισθῆ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως ἢ ὅπως ἔπραξε.
§19ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν ἐξεφράσθην ἀρκετὰ σαφῶς, ὥστε ν’ ἀποφύγω τὴν παρεννόησιν, ἥτις ἔλαβε χώραν μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ ἐμοῦ. Διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ ἀπέδιδεν εἰς τοὺς λόγους μου ἔννοιαν, τῆς ὁποίας ἐστεροῦντο, δὲν θὰ ἔλεγε τουτέστιν, ὅτι ἐν τοῖς λόγοις μου φαίνομαι συνδυάζων τὰ ἀτομικά μου συμφέροντα ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεσσήνης πρὸς τὰς πράξεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Διότι οὐδέποτε συνεδύασα καὶ ἐν τοῖς λόγοις μου καὶ ἐν τῇ συνειδήσει μου τὰ ἀτομικά μου συμφέροντα πρὸς τοιαύτας πράξεις, πολλοῦ γε καὶ δεῖ, ἀλλὰ μόνον πρὸς τὸ γενικὸν τῆς κοινωνίας συμφέρον. Καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ δὲν ἠρνήθην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἔχει ἐκ τῶν νόμων, νὰ προβαίνῃ εἰς ἀπολύσεις δημοδιδασκάλων, ὅταν ὑπάρχωσιν οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ὁρίζει ὁ νόμος· ἀπ’ ἐναντίας παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ δηλώσῃ, ἂν δὲν θεωρῇ ἄσκοπον, καὶ οὐχὶ συμφέρουσαν εἰς τὴν σπουδάζουσαν νεολαίαν, τὴν ἀπόλυσιν διδασκάλων ἐν παραμοναῖς ἐξετάσεων, ἐνῷ ἠδύνατο, μετὰ δεκαπέντε ἢ εἴκοσιν ἡμέρας, ἅμα τῷ πέρατι τῶν ἐξετάσεων, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσιν αὐτῶν, χωρὶς ἐντεῦθεν νὰ παραμειωθῇ οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον ἡ ἐξουσία αὐτοῦ. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ἕτερον θέμα τῆς ἐπερωτήσεώς μου, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς καταθέσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.
§20ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν θέλω νὰ κακίσω τοὺς προλαλήσαντας ἀξιοτίμους συναδέλφους, διότι, κηδόμενοι τῶν συμφερόντων τῶν ἐπαρχιῶν των, ἀπησχόλησαν τὴν Βουλὴν δι’ ἐπερωτήσεων. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ παρατηρήσω, ὅτι ἡ Βουλή, ἔχουσα σπουδαῖα νομοσχέδια νὰ ψηφίσῃ καὶ ἀναγκαῖα, προκειμένου δὲ νὰ ἐργασθῇ μέχρι τῆς 15 Ἰουλίου δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐργασθῇ, ἐὰν γίνωνται συζητήσεις ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα μία τῆς ἑβδομάδος, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ γίνωνται αἱ ἐπερωτήσεις καὶ αἱ ἀπαντήσεις. Θὰ παρακαλέσω δὲ τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ κοιμῶνται ὀλίγον ἐνωρίτερον, ὥστε νὰ ἔρχωνται ἐνταῦθα ἐνωρίτερον, ἵνα ἀρχίζωμεν εἰς τὰς 8½ π. μ. τὴν ἐργασίαν μας.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς προτείνει νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα διὰ τὰς ἐπερωτήσεις.
§22ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως εἶναι ἀπόλυτον καὶ ἀπεριόριστον, εἶναι ἐκ τῶν προνομιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ ὁ κ. Βουλευτής, πρὶν ἔλθῃ νὰ διδάξῃ, ὤφειλε νὰ διδαχθῇ.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἄλλοτε εἶχε γείνῃ τοῦτο.
§24ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπερωτᾷν συνδέεται ἀναποσπάστως μὲ τὴν ὕπαρξιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ κανονισθῇ ἐκ τῶν προτέρων. Ὅ,τι δύναται νὰ ζητηθῇ εὐλόγως παρὰ τοῦ κ. Προέδρου, ἀνεξαρτήτως πάσης ἀποφάσεως, εἶναι, αἱ ἐπερωτήσεις νὰ κατατίθηνται, καὶ νὰ ὁρίζηται ἡμέρα πρὸς ἀνάπτυξιν αὐτῶν.
§25ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὁ κ. Ράλλης δύναται νὰ ἐπαγγέλληται τὸν διδάσκαλον· ἐγὼ δὲν τὸν ἐπαγγέλλομαι, καὶ δὲν θέλω νὰ τὸν κάμω· ἐγὼ ὑπέβαλον ἁπλῆν πρότασιν, ἡ ὁποία καὶ ἄλλοτε εἶχε γείνῃ δεκτή. Ὁ κ. Βουλευτὴς δύναται νὰ ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην, ἀλλὰ μοὶ εἶναι ἀδιάφορον, οὐδὲ τὴν ἐξετάζω.
§26ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπεν, ἀποδεικνύουσιν ἄγνοιαν καὶ ἀπειρίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Εἰς προγενεστέραν ἐποχὴν εἶχεν ὁρισθῆ ἡμέρα πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν ἐπερωτήσεων καὶ πρὸς ἀπάντησιν τῶν Ὑπουργῶν, οὐδέποτε ὅμως ὡρίσθη ἡμέρα πρὸς διατύπωσιν τῶν ἐπερωτήσεων, διότι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι καὶ ἐπερωτήσεις ἐπείγουσαι, οὐδὲ δύναταί τις νὰ περιορίσῃ χρονικῶς τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπερωτᾷν.
§27ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς κατέληξε, μὲ ὅλην τὴν σοφίαν του, εἰς τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ κατατίθηνται αἱ ἐπερωτήσεις.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ λοιπὸν ἡ Βουλὴ νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν;
§29ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ αὐτό.
§30ΡΙΚΑΚΗΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμόν, γίνεται ἡ ἐπερώτησις καὶ κατόπιν ὁρίζεται ἡ ἡμέρα· ὥστε φθάνομεν εἰς τὸ αὐτό.
§31Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πωθυπουργός). Τὰ νομοσχέδια, τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, νομίζω ὅτι ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ ἀποσταλῶσιν εἰς τὰς οἰκείας ἐπιτροπάς.
§32ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσιν ἀποσταλῆ εἰς τὰς οἰκείας ἐπιτροπὰς πρὸς ἐξέτασιν.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.
§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐζήτησα χθὲς τὸν λόγον, κύριοι συνάδελφοι, οὐχὶ ὅπως ἐκφέρω γνώμην ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν διαφόρων νομοσχεδίων, ἅτινα θὰ ἐξετάσωμεν μετὰ τὴν διανομὴν καὶ μελέτην αὐτῶν, ἀλλὰ διότι ἐθεώρησα καθῆκον νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως τὴν μομφήν, ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε ν’ ἀπευθύνῃ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ ἀπετέλουν μέρος, ὅτι ἐκ τῆς εἰλικρινοῦς ἐκθέσεως τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ἐβλάβη ἡ δημοσία ἡμῶν πίστις, καὶ διότι ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ ἀναιρέσω πεπλανημένην γνώμην, πολλάκις ἐκφρασθεῖσαν, καὶ ἥτις πιστευομένη βλάπτει σπουδαῖα συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ὑπὸ ἄλλων ἀντικατάστασίς του ἦτο ἡ αἰτία, δι’ ἣν ἐπῆλθεν ἡ κακὴ αὐτῶν κατάστασις, ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς ὁποίας εὑρισκόμεθα σήμερον. Ἐνόμισε μάλιστα, ὅτι ἡμεῖς, οἱ διαδεχθέντες αὐτὸν, ἐπιστεύσαμεν, ὅτι ὑπῆρχε τοιαύτη εὐεξία εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ὥστε προέβημεν καὶ εἰς δαπάνας μὴ χρησίμους καὶ περιττάς. Οὐδὲν ἀνακριβέστερον τούτου. Ἀπ’ ἐναντίας, ὅταν ἐκλήθημεν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν, εὕρομεν τὰ οἰκονομικὰ οὐχὶ εἰς κατάστασιν εὐταξίας, ὡς αὐτὸς τὰ παρίστα, ἀλλ’ εἰς κατάστασιν καχεξίας, ὡς ἡμεῖς τὰ ὑπωπτεύομεν. Ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν δὲ τοιαύτης καταστάσεως εἰργάσθημεν. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δὲ τοῦ 1891, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι διεῖδεν αὔξησιν δαπανῶν, ἀνεγράφη ἀπ’ ἐναντίας πᾶσα δυνατὴ ἐλάττωσις αὐτῶν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος παρίστα αὔξησιν δαπανῶν κατὰ 8 ἑκατομμύρια περίπου, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν τοῦ 1890· ἀλλὰ περιελάμβανε συνάμα καὶ τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος, ἣν ἡ προκάτοχος τότε Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀναγράψῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1890, καὶ ἥτις ἀνέρχεται εἰς 7 περίπου ἑκατομμύρια. Περιελάμβανεν ὡσαύτως τὴν ἐπιβαλλομένην δαπάνην τῆς συντηρήσεως τῶν τριῶν θωρηκτῶν, ἀνερχομένην εἰς ἓν περίπου ἑκατομμύριον. Ἐκτὸς δὲ τούτων, ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1891 καὶ ἄλλαι δαπάναι ἐπιβεβλημέναι, ὡς π. χ. διαφόρων ἔργων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνείθιζε νὰ χαρακτηρίζῃ ὡς ἔκτακτα καὶ νὰ ἐκτελῇ δι’ ἐκτάκτων πόρων, τῶν κατὰ τὸ 1890 ἐνεργηθεισῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, καὶ ἄλλαι, ἀνερχόμεναι εἰς ἓν περίπου ἑκατομμύριον, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἡ ὑπὸ τῶν ἀναγκῶν τῆς διοικήσεως ἐπιβληθεῖσα ἀνασύστασις τῶν ἐπαρχείων, ἣν εἰδικῶς ἀνέφερεν, ἀνήρχετο εἰς ποσὸν 300,000 δραχμῶν περίπου. Ὅλαι δὲ αἱ ἐπιβαλλόμεναι αὗται δαπάναι ἐκαλύπτοντο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τούτῳ δι’ οἰκονομιῶν προχείρως εἰσαχθεισῶν ἐν διαφόροις κλάδοις τῆς ὑπηρεσίας. Δὲν νομίζω σήμερον σκόπιμον νὰ ἐκτείνω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὅπερ καὶ ἄλλοτε συνεζητήθη, θὰ περιορισθῶ δὲ εἰς τὸ ζήτημα, ὅπερ ἀπετέλεσε τὸ κύριον θέμα καὶ τὸν κύριον σκοπὸν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰς τὸ τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπηύθυνε κατὰ τῶν διαδεχθέντων αὐτὸν μομφὴν, στηριζομένην ἐπὶ ἰδεῶν, ἃς δὲν πιστεύει ἴσως αὐτὸς ὁ ἴδιος, διὰ τῶν ὁποίων ὅμως ἀφίνει νὰ πλανῶνται ἄλλοι. Ὅτε ἐγκατέλιπε τὴν ἐξουσίαν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ διεδέχθη αὐτὴν ἡ τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ἧς ἀπετέλουν μέρος, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εὗρον τὰ χρεώγραφα ἡμῶν ἀναγραφόμενα ἐν τοῖς δελτίοις τῶν Εὐρωπαϊκῶν χρηματιστηρίων εἰς τιμὰς ἀρκετὰ εὐχαρίστους. Τὸ δάνειον τοῦ 1881, οὗτινος ἡ τιμὴ χρησιμεύει ὡς ἡ κυριωτέρα ἔνδειξις τῆς χρηματιστικῆς πίστεως τῆς Ἑλλάδος ἐτιμᾶτο πρὸς 465, ἤτοι πρὸς 93%. Αὐτὴ ἦτο ἡ τιμή, εἰς ἣν περιεστρέφετο καθ’ ὅλον τὸ θέρος τοῦ 1890, καὶ εἰς ἣν εὕρομεν αὐτὸ, ὅτε ἀνελάβομεν τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν. Ἦτο τιμὴ, ὡς εἶπον, ἀρκούντως εὐχάριστος. Ἀλλ’ ἡ ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις τιμὴ τῶν δημοσίων χρεωγράφων, ἥτις εἶναι μία ἐκ τῶν οὐσιωδῶν ἐνδείξεων τῆς καταστάσεως τῆς πίστεως τοῦ Κράτους, εἰς ὃ ἀνήκουσι τὰ χρεώγραφα ταῦτα, δὲν εἶναι καὶ ἡ μόνη ἔνδειξις τῆς οἰκονομικῆς εὐρωστίας καὶ τῆς θετικῆς ζωτικότητος τῆς πίστεως αὐτοῦ. Ἡ χρηματιστικὴ τιμὴ τῶν χρεωγράφων εἶναι πολλάκις τεχνητή, καὶ σχηματίζεται οὐχὶ σπανίως ὑπὸ τῆς κερδοσκοπίας. Τοῦτο δὲ εἶναι σύνηθες διὰ τὰ χρεώγραφα ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων μεγάλα ποσὰ δὲν ἠγοράσθησαν παρὰ τοῦ κοινοῦ, ἀλλὰ κατέχονται ὑπὸ κερδοσκοπούντων κεφαλαιούχων. Οὐσιωδεστέρα ἔνδειξις εὐρωστίας τῆς πίστεως παντὸς Κράτους εἶναι ἡ διαρκὴς ἐμπιστοσύνη τῶν κεφαλαίων, ὅπως προσφέρωνται εἰς αὐτὸ, ὁσάκις τοῦτο, ἕνεκεν ἐκτάκτων ἀναγκῶν, ζητήσῃ ταῦτα. Τοιαύτην εὐρωστίαν καὶ ζωτικότητα τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως δὲν εὗρον δυστυχῶς, ὅτε ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, δηλ. κατὰ τὰ τέλη Ὀκτωβρίου 1891. Εὗρον ἀπ’ ἐναντίας ἔλλειψιν αὐτῆς, ὑφισταμένην ἀπὸ τοῦ θέρους τοῦ 1890, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς δηλαδή, καθ’ ἣν ἐξεδόθη μὲν εἰς τὸ κοινὸν, δὲν ἐνεγράφη δὲ παρ’ αὐτοῦ, τὸ δάνειον πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, τὸ συνομολογηθὲν ὑπὸ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἅμα εἰσῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εὑρέθην ἀπέναντι θέσεως δυσχεροῦς τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐκτὸς τῶν ἐσωτερικῶν αὐτοῦ ὀφειλῶν, ὠφείλοντο προσέτι πρὸς ξένους 30,000,000 φράγκων χρυσῶν, τῶν ὁποίων τὸ ἥμισυ ἔπρεπε νὰ ἀποσταλῇ εἰς Εὐρώπην, ἢ νὰ πληρωθῇ ἐνταῦθα, ἐντὸς τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1890, τὸ δὲ ἕτερον ἥμισυ ἐντὸς τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους. Ἕνδεκα ἑκατομμύρια ἔπρεπε νὰ σταλῶσιν εἰς Παρισίους καὶ Λονδῖνον ἐντὸς τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων τοῦ δημοσίου χρέους τῆς 1 Ἰανουαρίου, καὶ 3,000,000 περίπου νὰ πληρωθῶσιν εἰς τοὺς ἐργολάβους τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, εἰς τοὺς ὁποίους εἶχεν ἐπιτραπῆ νὰ φέρωσιν ὑλικὰ, ὑπερβαίνοντας τὰς ἀναλογίας, τὰς ὁριζομένας ἐν τῷ μεταξὺ αὐτῶν καὶ τοῦ Δημοσίου συμβολαίῳ. Δέκα ἓξ δὲ ἑκατομμύρια περίπου ἔπρεπε νὰ σταλῶσιν εἰς Λονδῖνον πρὸς ἐξόφλησιν τῶν ἐντόκων γραμματίων, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐκδώσει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ὅπως διὰ τοῦ προϊόντος αὐτῶν ἐξοφλήσῃ πάγιον δάνειον, τὸ τῆς ἀνεξαρτησίας ἐπικαλούμενον. Διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐπειγουσῶν τούτων ὀφειλῶν εὗρον εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργείου 7,700,000 περίπου φράγκα χρυσᾶ, ὑπόλοιπον τοῦ ἐκποιηθέντος μέρους τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, καὶ δραχ. 12,000,000 περίπου εἰς πίστιν τοῦ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ἐπὶ τῇ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ λογαριασμοῦ τοῦ Δημοσίου. Διὰ τῶν ποσῶν τούτων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πληρωθῶσιν αἱ ἀπαιτηταὶ ὀφειλαὶ τοῦ Κράτους. Ἠναγκάσθην ἑπομένως νὰ καταφύγω εἰς τὴν πίστιν αὐτοῦ καὶ ζητήσω δι’ αὐτῆς νὰ εὕρω τὸ ἀναγκαιοῦν ποσόν. Μὴ θέλων δὲ νὰ διαθέσω τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, ἀπετάθην καὶ ἐνταῦθα καὶ ἐν Εὐρώπῃ εἰς Τραπέζας, δυναμένας νὰ δανείσωσιν ἡμᾶς. Δυστυχῶς ὅμως ἤκουσα παρ’ αὐτῶν, ὅτι παρῆλθεν ἡ εὐνοϊκὴ ἐποχὴ, καθ’ ἣν τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ἠδύνατο εὐκόλως νὰ συνομολογῇ δάνεια. Εὑρέθην δ’ οὕτως εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐγκαταλείψω τὴν ἀρχικὴν ἰδέαν μου, καὶ νὰ παραδεχθῶ τὴν ἐκποίησιν μέρους τοῦ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης. Ἠδυνήθην δὲ νὰ πραγματοποιήσω αὐτὴν, διότι οἱ ἀναδεχθέντες τὸ πρῶτον ἥμισυ τοῦ δανείου τούτου, μὴ δυνηθέντες, ὡς εἶπον, νὰ ἐκποιήσωσιν αὐτὸ κατὰ τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν, ἦσαν κάτοχοι μεγάλου ποσοῦ ὁμολογιῶν, καὶ εἶχον συμφέρον νὰ μὴ ἀγοράσωσιν ἄλλοι τοιαύτας παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ παρακωλύσωσι τὴν ὑπὸ συμφέροντας δι’ αὐτοὺς ὅρους ἐκποίησιν τῶν εἰς χεῖράς των εὑρισκομένων. Ἡ χρηματιστικὴ δὲ αὕτη ἀνάγκη, καὶ οὐχὶ ἡ ζωτικότης τῆς πίστεως ἡμῶν, παρέσχεν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον τὴν κυριωτέραν εὐκολίαν, ὅπως ἐκπληρώσῃ τὰς ἐπειγούσας αὐτοῦ ὑποχρεώσεις. Διατὶ δὲ ἡ πίστις ἡμῶν, ἣν αἱ τιμαὶ τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων ἐδείκνυον σχετικῶς εὔρωστον, δὲν εἶχεν ὡσαύτως καὶ τὴν ζωτικότητα τὴν ἀπαιτουμένην, ὅπως παρέξῃ εἰς τὸ Κράτος τὰ χρήματα, ὧν εἶχεν ἀνάγκην διὰ τὰς ἐκτάκτους αὐτοῦ πληρωμάς; Ἦτο ἆρά γε τοῦτο ἀποτέλεσμα τῆς ἀλλαγῆς τῶν προσώπων ἐν τῇ κυβερνήσει τῆς χώρας, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ κ. Πρωθυπουργός; Οὐχὶ βεβαίως· διότι, ἂν τοῦτο ἦτο ἀκριβές, ἠθέλομεν ἴδει καὶ τὰς τιμὰς τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων ἐκπιπτούσας ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις τῆς Εὐρώπης, ἐνῷ αὗται διετηροῦντο σταθερῶς, κατὰ Ἰανουάριον δὲ τοῦ 1891 ἀνῆλθον καὶ μέχρι τῶν 95%. Ὁ λόγος τῆς τοιαύτης καταστάσεως τῆς πίστεως ἡμῶν ἦτο ἀφ’ ἑνὸς ἡ μεταβολὴ τῶν οἰκονομικῶν περιστάσεων τῆς Εὐρώπης, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἔλλειψις τῆς θετικῆς καὶ στερεᾶς βάσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται καὶ λειτουργεῖ πᾶσα δημοσία πίστις. Τοιαύτη δὲ βάσις εἶναι ἡ καλὴ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἡ ἐπιτρέπουσα τὴν διὰ τῶν ἰδίων αὐτοῦ πόρων θεραπείαν τῶν τακτικῶν καὶ συνήθων αὐτοῦ ἀναγκῶν, καὶ ἡ ἀποδεικνυομένη διὰ τῆς ὑπάρξεως ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς καὶ τοῖς ἀπολογισμοῖς αὐτοῦ θετικοῦ καὶ πραγματικοῦ ἰσοζυγίου. Ἡ στερεὰ αὕτη βάσις πάσης δημοσίας πίστεως δὲν ὑπῆρχε παρ’ ἡμῖν κατὰ τὸ 1890, ὅτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀφῆκε τὴν ἐξουσίαν. Δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, ἀποδεικνύων τοῦτο διὰ λογιστικῶν λεπτομερειῶν. Θὰ ἀρκεσθῇ δὲ, πιστεύω, ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ὁμολογίαν αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν φίλων αὐτοῦ περὶ τῆς τότε πραγματικῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ὅτε εἰσήγαγον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891, ἐγένετο παρατήρησις παρὰ τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, ἧς ἡγεῖτο ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι οὗτος ἦτο ὅμοιος μὲ τοὺς ἰδικούς του προϋπολογισμοὺς, καὶ ὅτι ἐστηρίζετο ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων, ἐφ’ ὧν καὶ ἐκεῖνοι. Ἡ παρατήρησις αὕτη ἦτο ἀκριβής. Δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ὀκτωβρίου 1890, ἅμα ἀναλαβοῦσα τὴν ἐξουσίαν, νὰ μεταῤῥυθμίσῃ ἀμέσως τὴν οἰκονομικὴν νομοθεσίαν, ἐφ’ ἧς στηρίζονται τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, καὶ τοὺς ὀργανικοὺς νόμους, ἐξ ὧν ἀποῤῥέουσιν αἱ δαπάναι αὐτοῦ. Τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν εὕρομεν εἰς κατάστασιν μὴ ἐπιτρέπουσαν ἐσπευσμένην μεταβολὴν τῶν μετ’ αὐτῶν συνδεομένων ὀργανικῶν νόμων, ἀλλ’ ἐπιβάλλουσαν τὴν μετὰ περισκέψεως ῥιζικὴν αὐτῶν βελτίωσιν, πρὸς ἀποφυγὴν παντὸς κλονισμοῦ, δυναμένου νὰ ἔχῃ ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1891 συνετάχθη ἐπὶ τῶν αὐτῶν περίπου βάσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶχον συνταχθῆ οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν τεσσάρων προηγουμένων ἐτῶν. Τὸν προϋπολογισμὸν δὲ τοῦτον, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐχαρακτήριζε τότε ὡς καθ’ ὅλα ὅμοιον μὲ τοὺς ἰδικούς του, τοὺς ἀπολήγοντας εἰς ἰσοζύγια καὶ περισσεύματα, οἱ φίλοι αὐτοῦ, οἱ ἐκθέτοντες τὰς γνώμας αὐτοῦ, ἔν τε τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, παρίστων ὡς καταλήγοντα εἰς ἔλλειμμα 17,000,000. Τὸν ἐπὶ ταῖς αὐταῖς δὲ σχεδὸν βάσεσι συνταχθέντα προϋπολογισμὸν τοῦ 1892, ὅτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ παρίστων ὡς καταλήγοντα εἰς ἔλλειμμα 26 ἢ καὶ 30 ἑκατομμυρίων. Χθὲς δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργός, θέλων ἴσως νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀντίφασιν ταύτην, ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἐνοήσαμεν τὸ πνεῦμα καὶ τὸν σκοπὸν, μεθ’ οὗ αὐτὸς κατέτασσε τοὺς ἀριθμοὺς τῶν προϋπολογισμῶν του. Ἀφῆκε δὲ νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι ὁ σκοπὸς οὗτος ἦτο οὐχὶ ἡ κάλυψις τῶν ἐλλειμμάτων διὰ μέτρων παρεχόντων εἰς τὸ Δημόσιον πραγματικήν τινα αὔξησιν ἐσόδων ἢ θετικὴν ἐλάττωσιν δαπανῶν, ἀλλὰ ἡ περικάλυψις αὐτῶν δι’ ἁπλῶν λογιστικῶν ἐγγραφῶν. Συνεβούλευε νὰ μὴ ἀναγράψωμεν ἐν ταῖς δαπάναις τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος, ἀνερχομένην εἰς 6,700,000, τὴν ὁποίαν πληρόνομεν, εἴτε ἀγοράζοντες συνάλλαγμα ἐν τῷ τόπῳ, εἴτε δανειζόμενοι ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ δεινοῦντες τὴν μεγάλην καὶ δυσθεράπευτον τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ἀσθένειαν, τὴν προερχομένην ἐκ τῶν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεων τῆς χώρας. «Λάβετε, μᾶς ἔλεγον, 2 ἢ 3 ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ἐγγράψατε ταῦτα ὡς δημόσιον ἔσοδον, καὶ ἀφήσατε αὐτὸ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του δανειζόμενον»· ὡσεὶ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, οὗτινος οἱ πόροι ἦσαν πάντοτε ἀνεπαρκεῖς πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν εἰς αὐτὸ ἀνατεθειμένων ἔργων, ἦτο ξένον τι πρόσωπον, οὗτινος τὰ χρέη δὲν ἤθελον ἐπιβαρύνει τὸ ἔθνος. «Τρέψατε, μᾶς ἔλεγον, τὰ δάνεια τῶν 5%, δηλαδὴ δανεισθῆτε, πληρόνοντες ἀνώτερον τόκον 5½ ἢ καὶ 6%, καὶ ἐξοφλήσατε τὰ δάνεια ταῦτα, ὅπως διαγράψητε ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὴν διὰ χρεωλύσιον αὐτῶν ἀναγραφομένην δαπάνην· αὐξήσατε δηλ. τὴν ἄγονον δαπάνην τῶν τόκων, ὅπως ἐλαττώσητε τὴν γόνιμον δαπάνην τῶν χρεωλυσίων, διὰ τῶν ὁποίων τὸ Κράτος ἐπιδιώκει τὴν ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν του». Διὰ τοιούτων καὶ ἄλλων ὁμοίων μέτρων, συνεβούλευον καὶ ἡμᾶς, νὰ ἐπιζητήσωμεν καὶ παρουσιάσωμεν τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Εὕρισκον δὲ καὶ εὔσχημον ὀνομασίαν τοῦ τοιούτου ἰσοζυγίου, ἀποκαλοῦντες αὐτὸ στενόν, ἀντὶ εἰκονικοῦ. Τοιοῦτον ἰσοζύγιον δὲν δύναται βεβαίως νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις στερεά, ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ στηριχθῇ εὔρωστος καὶ παγία πίστις. Ἐπὶ τοιαύτης βάσεως στηριζομένη δημοσία πίστις, δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ λειτουργήσῃ, ὁπόταν τὰ κεφάλαια ἐμπνέωνται ὑπὸ ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης πρὸς πᾶν σχεδὸν δημόσιον χρεώγραφον· παύει ὅμως λειτουργοῦσα, ἅμα ὡς αἱ περιστάσεις, αἱ γεννῶσαι τὴν τοιαύτην ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην, δι’ οἱονδήποτε λόγον, μεταβληθῶσι. Τοῦτο ἀποδεικνύει καὶ ἡ ἱστορία τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Οἱ ἀκολουθοῦντες τὴν ἀνέλιξιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς Εὐρώπης γνωρίζουσιν, ὅτι ὑπάρχουσι σειραὶ ἐτῶν ἐμπιστοσύνης καὶ οἰκονομικῆς εὐρωστίας, ἃς μοιραίως διαδέχονται ἕτεραι σειραὶ οἰκονομικῶν δυσχερειῶν, ἀποληγουσῶν ἐνίοτε καὶ εἰς οἰκονομικὰς κρίσεις. Κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν δεκαετηρίδα, αἱ μεγάλαι καὶ ἐπικερδεῖς σιδηροδρομικαὶ καὶ ἄλλαι βιομηχανικαὶ ἐπιχειρήσεις εἶχον σχεδὸν περατωθῆ πᾶσαι ἐν Εὐρώπῃ. Οἱ κεφαλαιοῦχοι δέ, οἵτινες ἦσαν συνειθισμένοι νὰ ζητῶσιν ἐπωφελῆ ἐνασχόλησιν τῶν κεφαλαίων αὐτῶν εἰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις, ἠναγκάσθησαν νὰ συμμετάσχωσιν ἐπιχειρήσεων σιδηροδρομικῶν καὶ βιομηχανικῶν δευτερευούσης σημασίας, καὶ αἵτινες μετὰ τὴν ἐκτέλεσίν των ἐπέφερον ζημίας ἀντὶ κερδῶν. Κατὰ τὰς ἀρχὰς δὲ τῆς τελευταίας δεκαετηρίδος αἱ ἐκ τῶν τοιούτων ἐπιχειρήσεων ζημίαι, αἱ ἐπελθοῦσαι ἐν τοῖς κυριωτέροις οἰκονομικοῖς κέντροις τῆς Εὐρώπης, ἀπεμάκρυναν ἀπ’ αὐτῶν τὰ σημαντικὰ κεφάλαια, ἅτινα προηγουμένως ἐν αὐταῖς ἐζήτουν τὴν ἐπωφελῆ τοποθέτησίν των, καὶ ὤθησαν αὐτὰ πρὸς τὰ δημόσια χρεώγραφα, κατ’ ἀρχὰς μὲν πρὸς τὰ τῆς αʹ τάξεως, ἀργότερον δὲ, ὅτε αἱ τιμαὶ αὐτῶν ὑψώθησαν κατὰ πολὺ, καὶ πρὸς τὰ χρεώγραφα τῶν Κρατῶν δευτέρας καὶ τρίτης τάξεως οἰκονομικῆς πίστεως. Διὰ τοῦτο ἀπὸ τοῦ 1886 ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις τῆς Εὐρώπης ἀνεπτύχθη τοιαύτη ἐμπιστοσύνη πρὸς τὰ χρεώγραφα ταῦτα, τὰ ἀποδίδοντα τόκον ἱκανοποιοῦντα τὰ κεφάλαια, ὥστε Κράτη, ἅτινα προηγουμένως οὐδεμίαν ἢ ἐλαχίστην ἔχαιρον πίστιν, ἀπέκτησαν τοιαύτην, εὐκόλως καὶ ἀποτελεσματικῶς λειτουργοῦσαν. Τῆς τοιαύτης ἐμπιστοσύνης τῶν κεφαλαίων ὠφελουμένη ἡ Ἀργεντινὴ Δημοκρατία, ἐδανείσθη πρὸς διαφόρους σκοποὺς καὶ κατὰ διαφόρους τύπους δισεκατομμύρια ὁλόκληρα· ἡ Πορτογαλλία καὶ ἡ Βραζιλία πολλὰς ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων, ἡ Ρωσσία δισεκατομμύριά τινα, χρησιμοποιήσασα αὐτὰ πρὸς τροπὴν παλαιῶν αὐτῆς δανείων. Τῆς καταστάσεως δὲ ταύτης ἐπωφελήθημεν καὶ ἡμεῖς, ὅπως τρέψωμεν προϋπάρχοντα δάνεια, καὶ ὅπως συνομολογήσωμεν νέα τοιαῦτα. Ὀλίγα εἰσὶ τὰ Κράτη, ἅτινα ἐχρησιμοποίησαν τὴν εὐκολίαν ταύτην τῆς εὑρέσεως κεφαλαίων ὑπὸ ἐπωφελεῖς ὅρους, πρὸς θετικὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν αὐτῶν, καὶ πρὸς παγίωσιν τῆς πίστεώς των. Τοιοῦτο δ’ εἶναι ἀναντιῤῥήτως ἡ Ρωσσία, ἥτις διὰ τῶν χρηματικῶν εὐκολιῶν, ἃς εὗρεν ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις τῆς Εὐρώπης, κατώρθωσε νὰ ἐλαττώσῃ οὐσιωδῶς τοὺς τόκους τῶν χρεῶν της, νὰ ἀναπτύξῃ τοὺς πόρους αὐτῆς, καὶ νὰ ἀνυψώσῃ εἰς πρώτης τάξεως πίστιν τὴν πρὸ δεκαετίας ὡς δευτερεύουσαν καὶ τριτεύουσαν θεωρουμένην πίστιν αὐτῆς. Τὰ πλεῖστα ὅμως τῶν Κρατῶν τὴν ἔκτακτον ταύτην εὐκολίαν τῆς διὰ δανείων εὑρέσεως κεφαλαίων ἐθεώρησαν ὡς ἀνεξάντλητον πόρον, οὗτινος ἀτιμωρητεὶ ἠδύναντο νὰ καταχρασθῶσι, δαπανῶντα τὰ εὐκόλως εὑρισκόμενα χρήματα εἰς τὴν κατασκευὴν ὑπερβολικῶν καὶ συνήθως ἀγόνων δημοσίων ἔργων καὶ πολυτελῶν κτιρίων, καὶ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν τακτικῶν καὶ συνήθων αὐτῶν δαπανῶν. Ἡ τοιαύτη κατάχρησις τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν κεφαλαίων ἔληξε φυσικῶς εἰς τὴν βαθμιαίαν αὐτῆς ἐξάντλησιν καὶ εἰς τὴν ὑπὸ τῆς δυσπιστίας ἀντικατάστασιν αὐτῆς. Πράγματι δὲ κατὰ τὸ θέρος τοῦ 1890 ἡ Ἀργεντινὴ Δημοκρατία ἔδωκε πρώτη τὴν ἀφορμὴν εἰς τὴν τοιαύτην μεταβολήν. Ἡ ἀλλεπάλληλος συνομολόγησις δανείων παρὰ τῆς Δημοκρατίας ταύτης ἐγέννησε παρὰ τοῖς κεφαλαιούχοις τὰς πρώτας δυσπιστίας, αἵτινες παρεμπόδισαν αὐτὴν νὰ εὕρῃ χρήματα πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών της, καὶ τὴν ἠνάγκασαν νὰ σταματήσῃ τὰς πληρωμάς της. Τὸ γεγονὸς τοῦτο ἐγενίκευσε τὴν δυσπιστίαν τῶν κεφαλαίων πρὸς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον πίστιν εὔρωστον καὶ στηριζομένην ἐπὶ βάσεως στερεᾶς καὶ ἀναμφισβητήτου. Ἡ γενικὴ δ’ αὕτη δυσπιστία εἶναι καὶ ἡ ἀφορμὴ τῆς μὴ ἐπιτυχίας τῆς ἐγγραφῆς τοῦ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης. Ἡ δυσπιστία αὕτη ἐπετάθη ἔτι μᾶλλον κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1890, ἕνα δηλ. περίπου μῆνα μετὰ τὴν ἐκ τῶν ἐκλογῶν τῆς 14 Ὀκτωβρίου ἐπελθοῦσαν κυβερνητικὴν μεταβολὴν, ἕνεκα τῆς πτώσεως ἑνὸς τῶν μεγαλειτέρων τραπεζιτικῶν οἴκων τῆς Εὐρώπης, τῶν ἀδελφῶν Baring. Αὐτοί εἰσιν οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ δημοσία ἡμῶν πίστις παρεῖχεν εἰς τὸ Κράτος τὴν εὐκολίαν τῆς εὑρέσεως χρημάτων, ἐφ’ ὅσον τὰ κεφάλαια ἐνεπνέοντο ὑπὸ ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης πρὸς τὰ δευτερεύοντα Κράτη, ἔπαυσε δὲ παρέχουσα τὴν εὐκολίαν ταύτην, ἅμα ἐξέλιπεν ἡ τοιαύτη ἀπόλυτος ἐμπιστοσύνη. Ἂν, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, λόγος τῆς τοιαύτης μεταβολῆς εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως ἦτο ἡ ἐπελθοῦσα κυβερνητικὴ μεταβολὴ, καὶ οὐχὶ ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καὶ ἡ ἀλλοίωσις τῶν οἰκονομικῶν περιστάσεων τῆς Εὐρώπης, ἠθέλομεν ἔχει ἔτι ἀποτομώτερα ἀποτελέσματα εἰς τὰς τιμὰς τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων, τὰς ὁποίας κυρίως διευθύνει ἡ κερδοσκοπία τῶν χρηματιστηρίων. Τοιαῦτα ὅμως ἀποτελέσματα δὲν ἐφάνησαν, διότι τὰ χρεώγραφά μας, τὰ ὁποῖα ἐτιμῶντο πρὸς 93% κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890, ἐξηκολούθησαν ἔχοντα τὴν αὐτὴν τιμὴν καὶ ἔφθασαν καὶ μέχρι τῶν 95% κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1890 καὶ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1891. Μόνον δὲ ὅταν ἐπῆλθε νέα ἐπίτασις εἰς τὴν δυσπιστίαν τῶν εὐρωπαϊκῶν ἀγορῶν, ἕνεκα τῶν στενοχωριῶν τῆς Πορτογαλλίας, τῶν ἀποληξασῶν εἰς τὴν οἰκονομικὴν αὐτῆς πτῶσιν, ἤρχισε νὰ ἐκπίπτῃ σπουδαίως καὶ ἡ τιμὴ τῶν χρεωγράφων ἡμῶν. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὴς ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἡ εἰλικρινὴς ἔκθεσις, ἣν ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐποιησάμην ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ἐξήσκησεν ἐπιβλαβῆ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως. Οἱ κεφαλαιοῦχοι, οἱ θέλοντες νὰ τοποθετήσωσι τὰ κεφάλαια αὑτῶν εἰς χρεώγραφα οἱουδήποτε Κράτους, ἀρύονται διὰ διαφόρων μέσων πληροφορίας θετικὰς περὶ τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους τούτου. Δὲν βασίζονται εἰς μόνας τὰς ἐπισήμους ἀνακοινώσεις καὶ εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς συζητήσεις. Ἐπηρεάζονται δὲ σπουδαίως ἐκ τῆς συχνῆς ἢ τῆς σπανίας προσφυγῆς ἑκάστου Κράτους εἰς τὴν χρῆσιν τῆς πίστεως αὐτοῦ καὶ τὴν συνομολόγησιν δανείων. Πλανώμεθα δὲ, πιστεύοντες, ὅτι τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ἠγνόουν ἐν Εὐρώπῃ, ὅτε ἐπῆλθε παρ’ ἡμῖν ἡ κυβερνητικὴ μεταβολὴ τοῦ 1890. Ἡ ἔκθεσις, ἣν ἐποιησάμην εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε εἰσήγαγον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891, ἦτο ἔκθεσις εἰλικρινὴς τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, οὐδὲν περιέχουσα τὸ ὑπερβολικὸν, κατέληγε δὲ εἰς τὴν ἔκφρασιν πλήρους πεποιθήσεως περὶ τῆς καλύψεως τοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὑφισταμένου ἐλλείμματος διὰ ῥιζικῶν μεταῤῥυθμίσεων τῆς φορολογικῆς ἡμῶν νομοθεσίας καὶ τῶν ὀργανικῶν νόμων, ἐφ’ ὧν στηρίζονται αἱ δαπάναι. Δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι πολλοὶ ἐπιφανεῖς κεφαλαιοῦχοι καὶ τραπεζῖται, ἐνδιαφερόμενοι ὑπὲρ τῆς πίστεως ἡμῶν, μὲ διεβεβαίωσαν τότε, ὅτι μόνον διὰ τοιαύτης εἰλικρινοῦς πορείας δυνάμεθα νὰ βελτιώσωμεν τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας καὶ παγιώσωμεν τὴν πίστιν αὐτῆς, ἥτις δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, στηριζομένη ἐπὶ στενῶν καὶ ἀτελῶν ἰσοζυγίων. Ἐὰν δὲ παραδεχθῶμεν, ὅτι δήλωσίς τις ἐν τῇ Βουλῇ ἠδύνατο νὰ ἐξασκήσῃ ἐπιῤῥοήν τινα ἐπὶ τῶν δανειστῶν ἡμῶν καὶ ἐπὶ τῶν κεφαλαιούχων, καὶ βλάψῃ ἢ ὠφελήσῃ τὴν πίστιν ἡμῶν, τοιαύτη δήλωσις δὲν εἶναι βεβαίως ἐκείνη, ἣν ἐποιησάμην, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891 καὶ ἐπικαλούμενος τὴν ὑποστήριξιν τῆς Βουλῆς πρὸς ἐφαρμογὴν ῥιζικῶν μέτρων, δυναμένων νὰ καλύψωσι τὸ ἐν αὐτῷ ὑπάρχον ἔλλειμμα. Τοιαύτη δήλωσις εἶναι ἀναντιῤῥήτως ἐκείνη, ἣν ἐποιήσαντο πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ, ἰσχυρισθέντες, ὅτι ὁ ἴδιος αὐτῶν προϋπολογισμὸς, ὁ παρ’ αὐτῶν παριστάμενος, ὡς καταλήγων εἰς ἰσοζύγια καὶ περισσεύματα, ἐκ μόνου τοῦ γεγονότος, ὅτι ὑπεβάλλετο εἰς τὴν Βουλὴν παρ’ ἄλλων προσώπων, ἔπασχεν ἐξάτμισιν τοιαύτην ἐν τοῖς ἐσόδοις, καὶ ἐξόγκωσιν τοιαύτην ἐν τοῖς ἐξόδοις αὐτοῦ, ὥστε κατέληγεν εἰς ἐλλείμματα 17 μὲν ἑκατομμυρίων κατὰ τὸ 1891, εἰκοσιὲξ δὲ ἢ τριάκοντα ἑκατομμυρίων κατὰ τὸ 1892. Οἱ κεφαλαιοῦχοι, οἱ κάλλιστα γνωρίζοντες τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπηρεασθῶσι κακῶς ἐκ τῆς εἰλικρινοῦς ἐκθέσεως, ἣν ἐποιήσατο, τῆς καταστάσεως ταύτης, ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ὀκτωβρίου 1890, ἥτις ἀνεγνώριζε μὲν τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἐλλείμματος, ἐσκόπει ὅμως νὰ καλύψῃ αὐτὸ διὰ ῥιζικῶν μέτρων. Οὐχὶ καλῶς δὲ ἠδύναντο νὰ ἐπηρεασθῶσιν οὗτοι ἐκ τῶν δηλώσεων τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἥτις, ἀρνουμένη τὰς προηγουμένας αὐτῆς βεβαιώσεις περὶ ἰσοζυγίων καὶ περισσευμάτων, ἀνεύρισκεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δύο μόλις μῆνας μετὰ τὴν ἔξοδόν της ἀπὸ τῆς ἐξουσίας, ἔλλειμμα 17,000,000, καὶ συνεβούλευε τὴν κάλυψιν αὐτοῦ οὐχὶ διὰ μέτρων δυναμένων νὰ φέρωσι πραγματικὴν αὔξησιν ἐσόδων ἢ θετικὴν ἐλάττωσιν δαπανῶν, ἀλλὰ δι’ ἀτάκτων λογιστικῶν ἐγγραφῶν καὶ διὰ μέτρων αὐξανόντων τὰς ἀγόνους δαπάνας τοῦ Κράτους. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προέβη χθὲς περαιτέρω, καὶ ἐξήγησε τὸν λόγον τῆς ὑπάρξεως τῶν δύο τούτων ἀντιθέτων γνωμῶν του. Δὲν ἔπρεπεν, εἶπε, ν’ ἀνησυχήσωμεν τοὺς δανειστὰς ἡμῶν καὶ τοὺς κεφαλαιούχους, ἐκθέτοντες εἰλικρινῶς τὸ ὑφιστάμενον κακὸν, ἔπρεπε νὰ καλυφθῇ αὐτὸ διὰ τῶν ἐγγραφῶν καὶ τῶν μέτρων, ὧν ἐμνήσθην, ὅπως μὴ λάβωσιν εἴδησιν αὐτοῦ οἱ ἐκτὸς (ὑποθέτω τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν) περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ἐνδιαφερόμενοι. Ἐπὶ τῆς γνώμης ταύτης ἀκριβῶς ὑπῆρξε πάντοτε μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διαφωνία. Ἡμεῖς δὲν παραδεχόμεθα, ὅτι κρυπτόμενον δύναται νὰ θεραπευθῇ τὸ ὑφιστάμενον κακόν. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι τὸ κακὸν τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ὑφίσταται, διότι ὑφιστάμενον οὐ μόνον καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν πρόοδον τῆς χώρας, ἀλλὰ παρακωλύει καὶ αὐτὴν τὴν ὁμαλὴν αὐτῆς πορείαν, δύναται δὲ νὰ θέσῃ εἰς κίνδυνον ὕψιστα τοῦ ἔθνους συμφέροντα. Ἤθελεν ἴσως ἔχει εὔλογον δικαιολογίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νὰ θέλῃ ν’ ἀποῤῥίψῃ τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών των, ἐὰν ἡμεῖς εἴχομεν μεταβάλει τὸ οἰκονομικὸν αὐτοῦ σύστημα. Ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν ἐγένετο. Ἐὰν ἐκ τῶν γνωστῶν περιστάσεων δὲν εἴχομεν παρακωλυθῆ νὰ εἰσαγάγωμεν τὰς ῥιζικὰς μεταῤῥυθμίσεις, αἵτινες ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῶσιν ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ὅπως τὸ πλημμελὲς οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀντικατασταθῇ δι’ ἑτέρου, ὑγιοῦς καὶ συμφώνου μὲ τὰς περιστάσεις καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας, δὲν ἠθέλομεν διστάσει νὰ ἀναδεχθῶμεν πᾶσαν τὴν εὐθύνην τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ τοιούτου συστήματος. Δὲν εἶναι γενναῖον νὰ ἀποῤῥίπτῃ τις τὴν εὐθύνην τῶν ἀποτελεσμάτων, οἱαδήποτε καὶ ἂν ὦσι ταῦτα, τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔλαβε καὶ ἐφήρμοσε. Ἤθελεν ἴσως ἔχει δίκαιον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ παραπονεθῇ καθ’ ἡμῶν, ἂν ἡ διαχείρισις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καὶ ἡ ἐφαρμογὴ ἐν ταῖς λεπτομερείαις τῆς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ σχετιζομένης νομοθεσίας ἡμῶν, ἣν ἡμεῖς ἐξηκολουθήσαμεν, ἤθελον φέρει ἀποτελέσματα χείρονα ἐκείνων, ἅτινα ἔφερον, ὅτε αὐτὸς διεχειρίζετο τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν. Τὸ ἐναντίον ὅμως ἀποδεικνύουσιν αἱ ἐπίσημοι πληροφορίαι. Ἡ κατάστασις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1891 μέχρι τέλους Ἀπριλίου 1892, ἣν ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν, παρουσιάζει ἔσοδα θετικὰ καὶ πραγματικὰ κατὰ πολλὰ ἑκατομμύρια ἀνώτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐβεβαιώθησαν ἢ εἰσεπράχθησαν ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ χρονικοῦ διαστήματος τῶν χρήσεων, τὰς ὁποίας διεχειρίσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτοῦ πρωθυπουργίαν· καὶ τοῦτο, μετὰ τὴν ἐλάττωσιν διαφόρων φόρων, ἣν εἰσήγαγεν οὗτος κατὰ τὸ 1889 καὶ 1890. Ἡ αὐτὴ κατάστασις παρουσιάζει τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1891 μέχρι τέλους Ἀπριλίου πολὺ κατώτερα τῶν ἐξόδων τῶν προηγουμένων χρήσεων, ὅταν ὑπολογίσῃ τις τὴν μεταξὺ τῶν δαπανῶν αὐτῆς ἀναγραφὴν τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος, ἥτις καθ’ ὁλοκληρίαν ἢ κατὰ μέγα μέρος δὲν ἀναγράφεται εἰς τὰς πρὸ αὐτῆς χρήσεις. Ἐπίστευσα, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εὑρισκόμενος ἀπέναντι τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς πολιτικῆς, ἣν ἐφήρμοσεν, ἤθελεν ἐμφορηθῆ ἐκ μόνων τῶν πραγμάτων, καὶ αἰσθανόμενος τὸ βάρος καὶ τὸ μέγεθος τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν φέρει, ἤθελε διὰ τῶν πραγμάτων ἐπιμόνως ἐπιδιώξει πᾶσαν δυνατὴν διόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ἤλπισα τοῦτο, διότι πᾶς ἄνθρωπος αἰσθάνεται μὲν τὴν ἀνάγκην νὰ δικαιολογήσῃ τὰς πράξεις αὐτοῦ, δὲν δύναται ὅμως ἐνδομύχως ν’ ἀποφύγῃ τὴν συναίσθησιν τῆς εὐθύνης διὰ τὰ ἀποτελέσματα τῶν πράξεών του τούτων. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ζήτημα, ὅπερ ἀπασχολεῖ ἡμᾶς, εἶναι ζήτημα ὑψίστης σημασίας διὰ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τῆς πατρίδος ἡμῶν, ἐπίστευσα, ὅτι ἡ τελευταία αὕτη συναίσθησις ἤθελε κυρίως ἐπηρεάσει εἰς τὰς σκέψεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοῦ φέροντος τὴν εὐθύνην τοῦ τε παρελθόντος καὶ τοῦ μέλλοντος. Πράγματι δὲ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τοῦτο εἶπε χθὲς, ὡς ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὸν ὑπὸ τῶν πραγμάτων· ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ εἶπε μόνον, χωρὶς νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ, καταναλώσας τὸ πλεῖστον μέρος τῆς ἀγορεύσεώς του εἰς ἀντεγκλήσεις, στηριζομένας ἐπὶ αἰσθημάτων κομματισμοῦ καὶ ἐπὶ φατριαστικῶν ὑπολογισμῶν. Παρεδέχθη ὅτι ἡ σημερινὴ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἐπιβάλλει ἡμῖν νὰ θέσωμεν αὐτὰ ἐκτὸς τῶν κομματικῶν παθῶν καὶ ἐκτὸς παντὸς φατριασμοῦ, ἔπραξε δὲ τὸ ἐναντίον, ὡσεὶ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν εὑρίσκοντο εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν, μὴ ἀπαιτοῦσαν τὴν σύμπραξιν πάντων ἡμῶν πρὸς βελτίωσιν καὶ ἀνόρθωσιν αὐτῶν. Ἤλπισα ἔτι μᾶλλον, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελεν ἐξέλθει τοῦ στενοῦ κομματισμοῦ, ὅταν εἶδον αὐτὸν ἔχοντα τὸ θάῤῥος νὰ ἀπαρνηθῇ τὰς πλείστας ἐκ τῶν θεμελιωδῶν ἰδεῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριζε τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ πολιτικὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν αὐτοῦ πρωθυπουργίαν. Εἴδομεν αὐτὸν καὶ χθὲς ἐπαναλαμβάνοντα τὴν ἰδέαν, ἣν εἶχεν εἴπει κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὡς ἀντιπολιτευόμενος, ὅτι δηλ. καὶ δυνατὴ καὶ ἐπιβαλλομένη ἐστὶν ἡ εἰσαγωγὴ ἐν ταῖς δαπάναις τοῦ Δημοσίου οἰκονομιῶν διὰ ῥιζικῶν μέτρων, ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τέσσαρα ἔτη ἐπολέμει, ὅταν ἡμεῖς τὴν ὑπεστηρίζομεν ὡς ἀναγκαίαν καὶ δυνατήν. Εἴδομεν αὐτὸν καὶ χθὲς ἀναγνωρίζοντα τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, τὴν ὁποίαν ἀπέκρουεν, ὅτε ἡμεῖς τὴν ὑπεστηρίζομεν, οὕτως ὥστε κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος τῆς προηγουμένης πρωθυπουργίας του, θαμβωθεὶς ἐκ τῶν στενῶν ἰσοζυγίων, καὶ πιστεύων εἰς τὸ ἀποτελεσματικὸν αὐτῶν, προέβη καὶ εἰς ἐλαττώσεις φόρων. Ἤλπισα, ὅτι, ὑπὸ τῶν πραγμάτων πιεζόμενος, ἤθελεν ὡσαύτως ἐγκαταλείψει καὶ τὴν ἄλλην πεπλανημένην καὶ θεμελιώδη αὑτοῦ ἰδέαν, τὴν τῶν στενῶν ἰσοζυγίων. Τὰ τοιαῦτα ἰσοζύγια δὲν δύνανται νὰ ἀπολήξωσι μήτε εἰς καλὰ οἰκονομικά, μήτε εἰς στερεὰν καὶ δρῶσαν πίστιν. Δύνανται ἐπί τινα καιρὸν νὰ κρύψωσι τὴν ἀλήθειαν, καὶ νὰ ἑλκύσωσιν ἴσως κεφάλαιά τινα, ἀλλὰ τὰ κεφάλαια ταῦτα, δανειζόμενα ἡμῖν ὑπὸ τοιοῦτον ὅρον, οὐδενὸς ὁριστικοῦ καλοῦ ἔσονται πρόξενα, συντελοῦσι δὲ μᾶλλον εἰς τὴν ἐπαύξησιν τοῦ ὑφισταμένου κακοῦ. Εὔχομαι, Κύριοι, νὰ μὴ διαψευσθῇ μέχρι τέλους ἡ τοιαύτη ἐλπίς. Ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ἐπιβάλλει εἰς πάντας ἡμᾶς τὸ καθῆκον νὰ περιστείλωμεν πᾶσαν κομματικὴν καὶ φατριαστικὴν σκέψιν. Ἐπιβάλλει δὲ εἴς τε τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς πεπλανημένης ἰδέας, ὅτι διὰ τῶν στενῶν ἰσοζυγίων δυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν ὑγιᾶ οἰκονομικὰ καὶ εὔρωστον δημοσίαν πίστιν. Τοιουτοτρόπως σκεπτόμενος, νομίζω περιττὸν νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν πλειοτέρων λεπτομερειῶν, πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς ἀδίκου καὶ ἀβασίμου μομφῆς, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπηύθυνε κατὰ τῶν διαδεχθέντων αὐτὸν, ὅπως παρακάμψῃ τὴν βαρύνουσαν αὐτὸν εὐθύνην. Ἀντὶ τῶν ἀντεγκλήσεων, αἵτινες οὐδὲν καλὸν δύνανται νὰ φέρωσιν εἰς τὸν τόπον, εἶναι προτιμότερον νὰ ἐμφορηθῶμεν πάντες ἐκ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, καὶ ἐκ μόνης αὐτῆς ἐμφορούμενοι, νὰ μελετήσωμεν τὰ μέτρα, ἅτινα ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, παραστήσασα αὐτὰ ὡς δυνάμενα νὰ ἀνορθώσωσι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν. Πρωτίστως δ’ ἐπιβάλλεται τὸ τοιοῦτον καθῆκον εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τὸν ἐπαγγελθέντα καὶ ἀναδεχθέντα τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἀνορθώσεως αὐτῶν. Δὲν πρέπει, Κύριοι, ν’ ἀπατώμεθα. Τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα εἶναι ζήτημα πραγματικὸν, μόνον δὲ διὰ τῆς ἀκριβοῦς μελέτης τῶν πραγμάτων δύναται νὰ λυθῇ, καὶ οὐχὶ δι’ ἠχηρῶν φράσεων.
§36ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ἀνήγγειλε χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θὰ κατατεθῶσι, σχέσιν ἔχοντα πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, ὑπάρχει καὶ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τροποποιήσεις τινὰς τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, τὸ ὁποῖον καταθέτω σήμερον εἰς τὴν Βουλήν. Ἐθεώρησα καλὸν νὰ παρέξω ὑμῖν, κύριοι Βουλευταὶ, συντόμους τινὰς πληροφορίας καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς γενικωτέρας αὐτοῦ διατάξεις, ἵνα ἡ Βουλὴ κάλλιον ἐκτιμήσῃ τὰς διατάξεις ταύτας, ἐγὼ δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν δυνηθῶ νὰ παράσχω πληροφορίας περισσοτέρας. Λόγος κύριος τῶν τροποποιήσεων τούτων εἶναι βεβαίως τὰ μέτρα τὰ οἰκονομικὰ, ὡς ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ἀνήγγειλε χθές. Αἱ τροποποιήσεις ἐκτείνονται κυρίως εἰς τὰς εὐεργετικὰς διατάξεις τοῦ νόμου, δηλ. εἰς τὰς ἀπαλλαγὰς πρῶτον, καὶ δεύτερον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν διαθεσίμων. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὰς ἀπαλλαγὰς, αὗται, καθὼς γνωρίζετε, περιορίζονται εἰς ὡρισμένας διατάξεις. Ἡ ἔκτασις αὐτῶν δὲν παρουσιάζει πρωτοφανές τι· τοὐναντίον εἶναι συναφὴς πρὸς τὰς διατάξεις, καὶ καθιστᾷ, οὕτως εἰπεῖν, γενικωτέρας τὰς ὑφισταμένας ἀπαλλαγάς. Καὶ πρῶτον αἱ ἀπαλλαγαὶ τοῦ ἄρθρου 33. Κατὰ τὸ ἄρθρον 33, ἐδάφ. βʹ, ἀπαλλάσσεται ὁ πρεσβύτερος υἱὸς μητρὸς διατελούσης ἐν χηρείᾳ. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι εὐεργετικὴ, ἀλλὰ παρετηρήθη κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν, ὅτι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἡ μήτηρ συνέρχεται εἰς δεύτερον γάμον, ὁ δὲ δεύτερος οὗτος πατὴρ δὲν προσφέρεται πρὸς τὰ τέκνα τοῦ πρώτου γάμου μετὰ τῆς αὐτῆς στοργῆς, μεθ’ ἧς ὁ κύριος πατὴρ προσεφέρετο. Ἂν λοιπὸν τὰ τέκνα ταῦτα ἀποτελῶσιν ἰδίαν οἰκογένειαν τουτέστι δὲν συζῶσι μετὰ τῆς νέας οἰκογενείας, ἤτοι μετὰ τοῦ νέου πατρὸς, προτείνω νὰ ἀπαλλαγῇ ὁ πρεσβύτερος τῶν τέκνων τούτων, ὡς προστάτης τῆς οἰκογενείας. Αὕτη εἶναι ἡ πρώτη τροποποίησις τοῦ ἄρθρου 33, ἡ ὁποία ἐκτείνει τὸ εὐεργέτημα τῶν ὀρφανῶν, ὅταν ταῦτα ἀπολέσωσι τὸ δικαίωμα τῆς ἀπαλλαγῆς.
§37ΣΑΚΚΗΣ. Θὰ ἔχῃ καὶ ἀναδρομικὴν δύναμιν;
§38ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Αὐτὴ δὲν θὰ ἔχῃ.
§39ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ τοὺς νῦν ὑπηρετοῦντας;
§40ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ νόμος ἐφαρμόζεται εἰς τοὺς κληρωτοὺς τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1892, τοὺς κληρωτοὺς, οἵτινες θὰ προσέλθωσι τὴν 1 Ὀκτωβρίου πρὸς κατάταξιν.
§41ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Δι’ αὐτοὺς θὰ ἔχῃ ἰσχύν;
§42ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα.
§43Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εὐεργέτημα πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τοὺς νῦν ὑπηρετοῦντας.
§44ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὄχι. Ἂν θέλητε, δύνασθε νὰ ὑποβάλητε τροπολογίαν. Δευτέρα διάταξις. Κατὰ τὸ ἴδιον 33 ἄρθρον, ἐδάφ. γʹ τοῦ ἰσχύοντος νόμου, «ἀπαλλάσσεται ὁ μόνος υἱὸς ζῶντος πατρός». Δὲν ἐννοοῦμεν διατὶ νὰ μὴ ἀπαλλάσσηται καὶ ὁ πρεσβύτερος τῶν υἱῶν ζῶντος πατρός. Ἂν ἡ ἀπαλλαγὴ γίνηται διὰ τὸν πατέρα, τὸν ἔχοντα ἕνα μόνον υἱόν, βεβαίως πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ αὕτη καὶ εἰς τὸν ἔχοντα πλειότερα τέκνα, τὰ ὁποῖα καθιστῶσι χρησιμωτέραν τὴν προστασίαν τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ. Ἑπομένως διὰ τῆς τροπολογίας τοῦ νομοσχεδίου ἐκτείνομεν τὴν ἀπαλλαγὴν εἰς τὸν πρεσβύτερον υἱὸν ζῶντος πατρός... (ψιθυρισμοί).
§45ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅταν ὅμως ἦναι ἔγγαμος καὶ ἀποτελῇ ἰδίαν οἰκογένειαν ὁ πρῶτος;
§46ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἔρχεται τὸ εὐεργέτημα εἰς τὸν κατώτερον.
§47ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑπάρχει διάταξις;
§48ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὑπάρχει διάταξις, προβλέπουσα, ὅτι, ὅταν αὐτοὶ ἀποτελῶσιν ἰδίαν οἰκογένειαν....
§49ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε ὅλοι θὰ νυμφεύωνται.
§50ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἂς νυμφευθῶσι. Τρίτη περίπτωσις ἀπαλλαγῆς εἶναι, ὁπόταν ὁ ἔγγαμος, ὁ ἔχων τέκνα, τύχῃ νὰ χηρεύσῃ, τοῦθ’ ὅπερ εἶναι σπανιώτερον, ἀλλὰ δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἕνεκα κακῆς ἐγγραφῆς ἢ κακῆς δηλώσεως, ἢ νυμφεύσεως αὐτοῦ ἐν πολὺ νεαρᾷ ἡλικίᾳ· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὁ κληρωτὸς θ’ ἀφήσῃ τὰ τέκνα τοῦ ἐγκαταλελειμμένα εἰς μικρὰν ἡλικίαν. Καὶ ταῦτα μὲν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀπαλλαγάς. Ἤδη ἐξετάσωμεν τὰ ζητήματα τῆς ἱκανότητος πρὸς στράτευσιν. Ὡς εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς, τὸ ζήτημα τοῦ θώρακος ἀποτελεῖ λόγον ἀνικανότητος πρὸς στράτευσιν. Τὴν διάταξιν ταύτην καὶ ἄλλοτε εἴχομεν ἐν ἰσχύϊ, τὴν εἴχομεν ὅμως ὡς κανονιστικὴν διάταξιν, σήμερον τὴν φέρομεν ὡς νομοθετικήν. Παρετηρήθη πολλάκις, νέοι, μὴ ἔχοντες τὴν ἀπαιτουμένην ἀνάπτυξιν τοῦ θώρακος, νὰ κατατάσσωνται εἰς τὸν στρατὸν καὶ κατόπιν νὰ ὑπόκηνται εἰς μυρίας ἀσθενείας, καὶ πλεῖστοι τούτων ν’ ἀποβιῶσιν· ἐνόμισα ὅθεν καλὸν, πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ὀλεθρίων τούτων ἀποτελεσμάτων, νὰ εἰσαγάγω διάταξιν εἰς τὸν νόμον περὶ στρατολογίας, καθ’ ἣν ὁ κληρωτὸς πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἀπαιτουμένην ἀνάπτυξιν τοῦ θώρακος. Αὐτὸ τοῦτο κανονίζεται καὶ διὰ τὸ ἀνάστημα, ὅτι πρέπει οἱ κληρωτοὶ νὰ ἔχωσιν ὡρισμένον ἀνάστημα, τὸ ὁποῖον ὁρίζει καὶ ὁ νόμος εἰς 1,56.
§51ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τίνων στρατῶν τὸ μέτρον τοῦ θώρακος λαμβάνετε ὡς γνώμονα;
§52ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Θὰ κανονισθῇ διὰ διατάγματος· θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν βεβαίως τοὺς στρατοὺς τοὺς εὐρωπαϊκούς.
§53ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τοὺς μεσημβρινούς.
§54ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τοὺς μεσημβρινούς, ἀναντιῤῥήτως.
§55ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶχεν ἄλλοτε ἐφαρμοσθῆ αὐτό.
§56ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα, ἐφηρμόσθη ἄλλοτε. Ἤδη πρόκειται περὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν διαθεσίμων. Μετὰ τὰς ἀπαλλαγὰς ταύτας, καὶ ὑπ’ ὄψιν ἔχοντες τὰ ἀποτελέσματα τῶν τελευταίων ἀπογραφῶν περὶ προσελεύσεως τῶν καθυστερούντων κληρωτῶν, ἐξάγεται, ὅτι οἱ μένοντες ἐν τῇ διαθεσιμότητι εἶναι ἐλάχιστοι. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ καλῶμεν τούτους εἰς ὑπηρεσίαν ἐπὶ τρίμηνον, οἱ ὁποῖοι ἴσως δὲν θὰ ἦναι καὶ πολλοί, δὲν θὰ ὑπερβαίνωσι τοὺς χιλίους,—διότι τοσοῦτοι ἦσαν κατὰ τὸ 1891, ὧν ἀνεβλήθη ἡ προσέλευσις, —ἐκρίναμεν καλὸν, ἀντὶ τῆς τριμήνου ταύτης ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ, διότι ποσῶς δὲν ἀσκεῖ τοὺς στρατιώτας, ἀπ’ ἐναντίας τοὺς ὑποβάλλει εἰς κόπους, ἄνευ ὠφελείας εἰς τὸν στρατὸν, ἐκρίναμεν καλὸν νὰ τοὺς ἀφήσωμεν καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ νὰ τοὺς καλῶμεν εἴτε πρὸς ἄσκησιν, εἴτε πρὸς ὑπηρεσίαν, κατ’ ἐποχὰς, τὰς ὁποίας θέλει κρίνει καταλλήλους ἡ Κυβέρνησις.
§57ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ διατάγματος;
§58ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα, ὅπως γίνεται καὶ ἐν Γερμανίᾳ. Καὶ τοῦτο, ὡς εἶπον, διότι οἱ ἐναπομείναντες διαθέσιμοι εἶναι ἐλάχιστοι.
§59Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Συμπεριλαμβάνονται βεβαίως καὶ οἱ διαθέσιμοι τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1891.
§60ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Περὶ τῶν διαθεσίμων τοῦ 1891 ἔχομεν εἰδικὴν διάταξιν· ἐπειδὴ αὐτῶν ἀνεβλήθη ἡ κατάταξις μέχρι τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1893, τοὺς συμπεριλαμβάνομεν ἐν εἰδικῇ διατάξει, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι, ἀντὶ νὰ καταβάλλωσι τὸ ἐξ 100 δραχμῶν ἀντισήκωμα, θὰ καταβάλλωσιν 150 δραχμάς. Αὗται εἶναι αἱ γενικώτεραι διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἴσως ἀναπτυχθῶσι καὶ ἄλλαι λεπτομέρειαι, εἰς τὰς ὁποίας βεβαίως θέλω παράσχει πᾶσαν πληροφορίαν.
§61ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ.
§62Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι εἰς τὰς ἀπαλλαγὰς πρέπει νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ ὀρφανοὶ πατρὸς καὶ μητρός;
§63ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ μόνος υἱὸς δὲν εἶναι ὀρφανός, δὲν ἔχει τι νὰ προστατεύσῃ.
§64Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχει τὴν περιουσίαν αὐτοῦ.
§65ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν εἶναι σπουδαῖος λόγος.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 89).
§67ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἄνδρου κ. Καΐρης δι’ ἐπερωτήσεώς του παρεκάλεσε νὰ κατατεθῶσι «δύο ποινικαὶ δικογραφίαι κατὰ τῶν ἀδελφῶν Νικολάου, Ἀριστοτέλους καὶ Κωνσταντίνου Κόδρου καὶ Πελεκίδου καὶ λοιπῶν κατηγορουμένων, μετὰ τῶν ἰατροδικαστικῶν ἐκθέσεων, πρακτικῶν καὶ ἀποφάσεων τοῦ δικαστηρίου.» Δὲν ὑπάρχει κἀνὲν κώλυμα, καὶ ἑπομένως καὶ αἱ δύο δικογραφίαι κατατίθενται εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ὅπως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος λάβῃ γνῶσιν. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ ἀναστολῆς τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου τῆς 27 Μαρτίου 1891, τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἀποδοχῶν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ Κυβέρνησις προέρχεται μετὰ θλίψεως ἐγκαρδίου. Ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι πάντων σχεδὸν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων αἱ ἀποδοχαὶ δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἀνεπαρκεῖς, μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν μεταβολὴν τῶν ὅρων τοῦ παρ’ ἡμῖν βίου, πρὸ παντὸς δὲ εἶναι κοινῶς ὡμολογημένον, ὅτι εἶναι γλίσχροι οἱ μισθοὶ τῶν λειτουργῶν τῆς Θέμιδος. Ὁ λειτουργὸς τῆς Θέμιδος πρέπει νὰ ἔχῃ ἐλευθέραν τὴν διάνοιαν, πρέπει νὰ μὴ περισπᾶται ἀπὸ βιωτικὰς ἀνάγκας, ἵνα ἀφοσιῶται εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ὑψηλοῦ αὑτοῦ καθήκοντος. Ἀλλὰ, καίτοι τοιαύτην ἔχει γνώμην περὶ τῆς μισθοδοσίας τῶν λειτουργῶν τῶν Θέμιδος, ἀναγκάζεται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀναστολὴν τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐνομοθετήθη, διότι νομίζει, ὅτι κακῶς ἐγένετο, τὸ μὲν, διότι τὸ Κράτος εὑρίσκεται εἰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, μὴ ἐπιτρεπούσας τὴν αὔξησιν οἱασδήποτε μισθοδοσίας, τὸ δὲ, διότι δὲν ἔπρεπε μόνον περὶ τῶν μελῶν τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου νὰ ληφθῇ πρόνοια, διότι καὶ οἱ τῶν κατωτέρων δικαστηρίων λειτουργοὶ γλίσχρως μισθοδοτοῦνται, ἴσως δὲ οἱ τελευταῖοι περισσότερον ἐπιδρῶσιν ἐπὶ τῶν συμφερόντων τῆς κοινωνίας. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι πολὺ ταχέως τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους θέλουσι βελτιωθῆ, καὶ διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα χθὲς ἐκ τῆς εἰσηγήσεως τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπληροφορήθη ἡ Βουλή, καὶ ἐκ τῶν περαιτέρω ληφθησομένων τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ταχύτατα θέλουσι βελτιωθῆ, καὶ ἑπομένως θέλουσιν ἐπιτρέψει, ὅπως καὶ περὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν λειτουργῶν τῆς Θέμιδος καὶ τῶν ἄλλων λειτουργῶν τοῦ Κράτους ληφθῇ ἡ δέουσα πρόνοια· μέχρις ὅμως τῆς ὥρας ἐκείνης δέον νὰ ἐγκαρτερήσωσι πάντες οἱ δημόσιοι λειτουργοὶ, καὶ νὰ δώσωσι καὶ οὗτοι, τὸ καθ’ ἑαυτοὺς, διὰ τῆς φιλοπονίας των καὶ τῆς τιμιότητός των, τὴν ἀπόδειξιν τοῦ ἐνδιαφέροντος ὑπὲρ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ὥστε νὰ συντελεσθῇ ἡ βελτίωσις τῶν οἰκονομικῶν, ὅτε βεβαίως καὶ αἱ ἀποδοχαὶ αὐτῶν θέλουσι βελτιωθῆ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνοδεύεται ὑπὸ εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως. Πρὸς τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν σχετίζεται καὶ νομοσχέδιον περὶ δικαστηρίων Κακουργιοδικῶν· σχετίζεται κατὰ τοῦτο, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῷ ὑποβληθέντι δὲν θέλετε ἴδει ἀναγεγραμμένην πίστωσιν δι’ ἀποζημίωσιν ἐνόρκων, ἢ δ’ ἔξοδα μεταβάσεων καὶ ἐπανόδων ἐνόρκων. Ἀλλὰ τοῦ νομοσχεδίου τὴν ὑποβολὴν δὲν ὑπηγόρευσε μόνον ὁ λόγος τῆς οἰκονομίας, εἰ καὶ οὗτος εἶναι σπουδαῖος, διότι πρόκειται περὶ οἰκονομίας ἀνερχομένης εἰς 350,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ὑπηγόρευσε καὶ ἡ πεποίθησις, ὅτι διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον λειτουργοῦσι μέχρι τοῦδε τὰ Κακουργιοδικεῖα, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἀσφαλέστερον ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης. Ὑπὸ προκατόχου—τοῦ προτελευταίου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, —Ὑπουργοῦ ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν δύο νομοσχέδια, ἀφορῶντα εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ περὶ ἐνόρκων θεσμοῦ. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα διέκρινα καὶ τότε μεταξὺ τῶν ὑποβληθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προκατόχου μου, διότι εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ συστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον κατηρτίζοντο οἱ κατάλογοι τῶν ἐνόρκων, διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ συστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον κατηρτίζετο τὸ δικαστήριον τῶν Κακουργιοδικῶν, ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης ἦτο περισσότερον ἐξησφαλισμένη. Τὰ δύο ταῦτα νομοσχέδια, μετεῤῥυθμισμένα, περιέλαβον εἰς ἓν, διότι εὗρον, ὅτι καὶ ἐπιστημονικῶς ἡ τοιαύτη συγχώνευσις ἐπετρέπετο, διότι μεταβάλλονται ἀκριβῶς πᾶσαι αἱ διατάξεις τῆς ποινικῆς δικονομίας, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν συγκρότησιν τοῦ δικαστηρίου τῶν Κακουργιοδικῶν. Γνωστὸν εἶναι εἰς πάντας ὑμᾶς, ὅτι πάντες σχεδὸν οἱ παρέχοντες τὴν ἐγγύησιν, ὅτι θέλουσιν ἐκπληρώσει εὐόρκως τὰ καθήκοντα τοῦ ἐνόρκου, ἀποφεύγουσι διὰ παντὸς τρόπου τὴν μετοχήν των εἰς τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων. Εἶναι δὲ εὐεξήγητος ὁ λόγος, διότι, ἂν οὗτοι ἤθελον κληθῆ ὡς ἔνορκοι, ἤθελον ἀναγκασθῆ νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς ὑποθέσεις αὑτῶν καὶ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Κακουργιοδικείου, καὶ νὰ παραμένωσιν ἐκεῖ ἐπὶ τρεῖς πολλάκις μῆνας πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τοῦ ἐνόρκου. Ὡς ἐκ τούτου, πάντες γινώσκετε, ὁποία καταβάλλεται προσπάθεια ἐκ μέρους ἐκείνων, οἵτινες παρέχουσι τὴν ἐγγύησιν τῆς εὐόρκου ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων των, ὅπως ἐξαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ καταλόγου. Πάντες δὲ συνάμα γινώσκετε, ὅτι ἐδημιουργήθη μία τάξις πολιτῶν, οἵτινες ἐπιδιώκουσι τὴν θέσιν τοῦ ἐνόρκου, τινὲς μὲν τούτων, ἵνα ἀπολαμβάνωσι τὴν ἡμερησίαν ἀποζημίωσιν τῶν ἓξ δραχμῶν καθ’ ἡμέραν καὶ τῶν ἐξόδων τῆς μεταβάσεως καὶ ἐπανόδου, ἕτεροι δέ τινες ἐπὶ σκοπῷ μὴ συμβιβαζομένῳ πρὸς τὴν πλήρη ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Τὸ γενόμενον δὲ μέχρι τοῦδε, νὰ διαρκῶσιν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ αἱ σύνοδοι τῶν Κακουργιοδικῶν ἐπὶ τρεῖς μῆνας, καὶ πολλάκις ἐπὶ πλέον, κατέστησεν ἐπίμοχθον τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τοῦ ἐνόρκου, οὐδεὶς δὲ ὑπάρχει λόγος, ἵνα τὰ Κακουργιοδικεῖα ἐργάζωνται πλέον τῶν 20 ἡμερῶν. Οὕτω θὰ ἦναι δυνατὸν, οἱ κατοικοῦντες εἰς τὰς πόλεις, ἔνθα ἑδρεύει τὸ Κακουργιοδικεῖον, ὄχι μόνον οἱ δημόται, ἀλλὰ οἱ κατοικοῦντες ἐν γένει καὶ οἱ ἔχοντες τὰ προσόντα τοῦ ἐνόρκου, ὑποβαλλόμενοι εἰς ποινὰς ἐπὶ τῇ καθυστερήσει εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων τούτων, θὰ δύνανται, λέγω, νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ καθήκοντα τοῦ ἐνόρκου, καὶ οὕτω θὰ παρέχηται εἰς τὴν δικαιοσύνην μείζων ἐγγύησις. Ἐπίσης καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνοδεύεται ὑπὸ εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως. Παρακαλῶ δὲ τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, διότι, ὡς εἶπον, συνδέεται τοῦτο στενῶς καὶ ἀῤῥήκτως πρὸς τὸν προϋπολογισμόν.
§68ΣΑΛΤΑΦΕΡΟΣ. Καὶ ποσάκις τοῦ ἔτους θὰ συνιστῶνται τὰ Κακουργιοδικεῖα;
§69ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἅπαξ τοῦ μηνὸς δύναται νὰ συστηθῇ Κακουργιοδικεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ διαρκῇ πλέον τῶν 20 ἡμερῶν. Ἀπευθυνόμενος πρὸς τὰ μέλη τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, νομίζω, ὅτι δὲν εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ παραστήσω διὰ μακρῶν πρὸς αὐτὴν τὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, εἰς τὴν ὁποίαν περιήγαγε τὸ Κράτος ἡμῶν ἡ τῶν φυγοδίκων ὁσημέραι αὔξησις. Κατὰ τὴν στατιστικὴν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, τὴν 1 Δεκεμβρίου 1891 ὑπῆρχον ἐν ὅλῳ φυγόδικοι καὶ φυγόποινοι καθ’ ὅλον τὸ Κράτος 11,336. Ἐκ τούτων 4,101 φυγόδικοι καὶ 7,235 φυγόποινοι. Βεβαίως οἱ ἀριθμοὶ τῶν πινάκων τούτων εἶναι ἐξωγκωμένοι, διότι εἰς τὰ δικαστικὰ γραφεῖα ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων κρατεῖται σημείωσις ἐκείνων, οἵτινες δι’ οἱονδήποτε λόγον δὲν κατώρθωσαν νὰ ἀνακόψωσι μίαν ἐρήμην κατ’ αὐτῶν ἐκδοθεῖσαν ἀπόφασιν, ἢ οἱ ὁποῖοι, εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἴσως πρὸ χρόνων ἀπιόντες, δὲν ἐπανῆλθον, ἵνα ὑποβληθῶσιν εἰς τῶν νόμων τὰς διατάξεις, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε, πρὸ πάντων εἰς τοὺς Βουλευτὰς τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας πλεονάζει ἡ φυγοδικία, εἶναι γνωστὸν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ πλήρης δημοσία ἀσφάλεια, δὲν δύνανται ἑπομένως οὔτε συναλλαγαὶ νὰ ἐκπληρῶνται οὔτε τὰ ἄλλα συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν νὰ λειτουργήσωσιν. Ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν, ἐφ’ ὅσον ἐξ αὐτῆς ἐξηρτᾶτο, πᾶν μέτρον διοικητικὸν πρὸς περιστολὴν τῆς φυγοδικίας· ἀλλὰ νομίζει, ὅτι ἔχει ἀνάγκην καὶ νομοθετικῆς προνοίας. Συνετάχθη ἐπὶ τούτῳ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφον ὑμῶν. Εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐγὼ καὶ οἱ μετ’ ἐμοῦ ἐργασθέντες ἀνώτεροι διοικητικοὶ καὶ δικαστικοὶ λειτουργοὶ πολλὰς ἀπηντήσαμεν τὰς δυσκολίας, διότι ἔπρεπε πρωτίστως νὰ ἀναχωρήσωμεν ἐκ τῆς ἀρχῆς, ὅτι ἡ φυγοδικία δέον νὰ χαρακτηρισθῇ ἀξιόποινος πρᾶξις. Πρὸς τοῦτο δὲ δὲν εἴχομεν βεβαίως προηγούμενόν τι εἰς ἄλλο πεπολιτισμένον Κράτος, διότι ἀλλαχοῦ δὲν ὑπάρχει ὅ,τι ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν, ἡ φυγοδικία, οὕτω συντεταγμένη καὶ οὕτως ἐπίφοβος, ὡς παρ’ ἡμῖν. Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀφήγησιν τῶν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἀφοῦ ἥ τε ἁρμοδία ἐπιτροπὴ ἐργασθῇ ἐπ’ αὐτοῦ καὶ οἱ ἁρμόδιοι ἐκ τῶν συναδέλφων τὸ μελετήσωσι, θὰ ἦναι τότε καιρὸς ἐν δημοσίᾳ συζητήσει νὰ ἀναπτυχθῶσι καὶ λεπτομέρειαι. Καίτοι δὲν εἶναι πρὸς τὴν φυγοδικίαν ἀμέσως συναπτὸν, οὐχ ἧττον θὰ συντελέσῃ καὶ εἰς καταστολὴν τῆς φυγοδικίας νομοσχέδιον περὶ ὑπολογισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως ἐν τῇ καταγνωστέᾳ ποινῇ. Νομίζω, ὅτι κατέστη ὥριμος παρ’ ἡμῖν ἡ ἰδέα, ὅτι δέον ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως νὰ προσμετρῆται εἰς τὴν ποινήν. Τὴν ἀρχὴν ταύτην παρεδέχθη ἤδη ἡ στρατιωτικὴ ποινικὴ νομοθεσία· ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν εἶχε γείνῃ δεκτὴ ἐν τῇ κοινῇ ἡμῶν ποινικῇ νομοθεσίᾳ. Νομίζω δὲ, ὅτι θὰ συντελέσῃ οὐ μόνον εἰς τὴν καταστολὴν τῆς φυγοδικίας, ἀλλὰ καὶ εἰς πρόληψιν τῶν ἐν τῷ μέλλοντι ἀδικημάτων. Οὐχ ἧττον σχετικὸν πρὸς τοῦτο εἶναι καὶ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸν ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ ἄρθρου 228 τῆς ποινικῆς ἡμῶν νομοθεσίας καὶ τοῦ ὁποίου ἀντικείμενον εἶναι τοῦτο· ὅτι μέχρι τοῦδε, ὅταν ἐκδοθῇ ἔνταλμα συλλήψεως ὑπὸ ἀνακριτοῦ, συναινέσει καὶ τοῦ εἰσαγγελέως, κατά τινος κατηγορουμένου, οὗτος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ παραμείνῃ εἰς τὰς φυλακὰς μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ ὁριστικοῦ βουλεύματος· ἐνῷ δὲ ἀμφότεροι οὗτοι οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ἐκ τῆς προόδου τῆς ἀνακρίσεως ἐπείσθησαν, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἔνδειξις κατ’ αὐτοῦ, εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ παρακρατήσωσιν αὐτὸν ἐν ταῖς φυλακαῖς μέχρις οὗ ἐκδοθῇ τὸ ὁριστικὸν βούλευμα. Εἶναι λοιπὸν παρ’ ὅλοις τοῖς δικαστικοῖς παραδεδεγμένον, ὅτι πρέπει τὸ ἄρθρον 228 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας νὰ μεταῤῥυθμισθῇ. Ζήτημα ἐγεννήθη, ἂν ἔπρεπε εἰς αὐτοὺς τοὺς δύο ὑπαλλήλους, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ Πολιτεία ἔδωκε τὸ δικαίωμα τῆς προφυλακίσεως, ἂν ἔπρεπε νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς καὶ πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ ὁριστικοῦ βουλεύματος τὸ δικαίωμα τῆς ἐκ τῶν φυλακῶν ἐξόδου τοῦ κατηγορουμένου· καὶ ἐπὶ ταῖς γενομέναις παρατηρήσεσιν ἐκρίθη προτιμότερον νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο, ὄχι εἰς αὐτοὺς μόνους, ἀλλ’ αὐτῶν προτεινόντων εἰς τὸ δικαστικὸν Συμβούλιον.
§70ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρὸ τοῦ πέρατος τῆς ἀνακρίσεως;
§71ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ ὁριστικοῦ βουλεύματος. Ἀλλ’ ἐὰν ἐκ τῆς προόδου τῆς ἀνακρίσεως νέαι ἐνδείξεις κατ’ αὐτοῦ προκύψωσιν, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσωσι κατ’ αὐτοῦ καὶ νέον ἔνταλμα. Τελευταῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἀναγκαστικῆς ἐκποιήσεως ἀκινήτων, ἤτοι περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν ἐκτέλεσιν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο σκοπεῖ εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς κτηματικῆς παρ’ ἡμῖν πίστεως. Μεταξὺ τῶν σχεδίων τῆς Κυβερνήσεως πρωτίστην κατέχει θέσιν τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἐνίσχυσιν, εἰς τὴν βελτίωσιν, εἰς τὴν ἐμπέδωσιν τῆς κτηματικῆς παρ’ ἡμῖν πίστεως. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι παρ’ ἡμῖν ἡ κτηματικὴ πίστις διατελεῖ εἰς νηπιώδη κατάστασιν. Ἐνῷ δὲ παρὰ πᾶσι τοῖς πεπολιτισμένοις ἔθνεσι κατωρθώθη, ὥστε ἡ ἀκίνητος ἰδιοκτησία νὰ λάβῃ τὸν χαρακτῆρα τῆς κινητῆς, κατωρθώθη, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἔχοντος ἀκίνητον πρὸς τὸν ἔχοντα κινητὴν ἰδιοκτησίαν, παρ’ ἡμῖν ὁ ἔχων ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν δὲν δύναται νὰ τὴν χρησιμοποιήσῃ εἴτε πρὸς βελτίωσιν ταύτης, εἴτε πρὸς ἄλλας αὐτοῦ βιωτικὰς ἀνάγκας. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον βλέπομεν παρ’ ἡμῖν, πρὸ πάντων εἰς τὰς μακρὰν τῶν κέντρων ἐπαρχίας, τὸν τόκον ἐξωγκωμένον· εἶναι δὲ παρὰ πάντων τῶν οἰκονομολόγων παραδεδεγμένον, ὅτι ὁ τόκος ἐκ δύο ἀποτελεῖται στοιχείων· ἀποτελεῖται ἐκ τῆς προσόδου τοῦ χρήματος, ἀποτελεῖται ἐκ τοῦ ἀσφαλίστρου. Καὶ τὸ μὲν πρῶτον στοιχεῖον, ἤτοι ἡ πρόσοδος, εἶναι ἀπανταχοῦ ἡ αὐτή, παραλλάσσει ὅμως τὸ ἀσφάλιστρον, ἀναλόγως τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους διατρέχει τὸ χρῆμα. Ἐὰν σήμερον ζητήσῃ τις ἐν Ἀθήναις νὰ δανεισθῇ ἐπὶ ὑποθήκῃ χρεωγράφων, παρεχόντων ἐγγυήσεις πλήρεις, δύναται ἴσως καὶ ἐπὶ τόκῳ 5%, ἀλλ’ ἐπὶ τόκῳ 6% βεβαίως δύναται νὰ δανεισθῇ. Ἐὰν ὅμως οὗτος ἤθελε ζητήσει νὰ δανεισθῇ ἀπὸ ἰδιώτην ἐπὶ ὑποθήκῃ κτήματος, δὲν δύναται νὰ εὕρῃ τὸ δάνειον τοῦτο ἐπὶ τόκῳ ἐλάσσονι τῶν 10%, εἰς πλείστους δ’ ἐξ ὑμῶν εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὰ ἐνυπόθηκα δάνεια εἰς πολλὰς τῶν ἐπαρχιῶν χορηγοῦνται ἐπὶ τόκῳ ὑπερβαίνοντι οὐχὶ τὰ 10%, ἀλλὰ καὶ τὰ 20%. Ὁ λόγος δὲ, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ τόκος οὗτος εἶναι ἐξωγκωμένος, εἶναι προφανής, διότι τὸ ὑπόλοιπον τοῦ τόκου, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ στοιχείου, τοῦ ἀφορῶντος τὴν πρόσοδον, εἶναι τὸ ἀσφάλιστρον. Ἕνεκα τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους διατρέχει ὁ χορηγῶν τὰ ἑαυτοῦ κεφάλαια ἐπὶ ὑποθήκῃ κτήματος, γινώσκει οὗτος, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἐκτὸς τῆς ἐλλείψεως, τῆς καθυστερήσεως τῶν τίτλων, τῆς ἀνωμαλίας τῶν τίτλων, γινώσκει, λέγω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐνεργήσῃ πλειστηριασμὸν ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἤθελε λάβει τὸ ἑαυτοῦ χρῆμα ἐντὸς τῆς ταχθείσης προθεσμίας· γινώσκει, ὅτι, ἐὰν ἐπιχειρήσῃ τὸν πλειστηριασμὸν τοῦτον, πρώτιστα θὰ προσκόψῃ εἰς πολλὰς ἀναστολὰς, χορηγουμένας ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν· ἀλλὰ καὶ ἀφοῦ κατορθώσῃ νὰ ἐνεργήσῃ τὸν πλειστηριασμὸν, δὲν θέλει δυνηθῆ, ἐὰν δὲν μείνῃ ὁ ἴδιος ἰδιοκτήτης, νὰ κατορθώσῃ νὰ λάβῃ τὴν κατοχὴν τοῦ κτήματος. Πολλοὶ ἐξ ὑμῶν γινώσκετε, ὅτι δίκη, ἀρξαμένη πρὸ τῆς ἐκτελέσεως ἑνὸς πλειστηριασμοῦ, διήρκεσε πολλάκις 20 ἔτη ὁλόκληρα, καὶ ἐπερατώθη, ὅτε πλέον τὸ κτῆμα δὲν ὑφίστατο. Πῶς λοιπὸν ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ προσέρχωνται τὰ κεφάλαια πρόθυμα εἰς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην αὐτῶν κτηματίας; Αἱ διατάξεις τῆς πολιτικῆς ἡμῶν δικονομίας ἐλήφθησαν ἀπὸ διατάξεις πολιτικῶν δικονομιῶν ἄλλων ἐθνῶν, λίαν παρῳχημένων, κατὰ τὸ πλεῖστον δὲ ἐλήφθησαν ἀπὸ τὴν πολιτικὴν δικονομίαν τῆς Γαλλίας· ἀλλ’ ἡ Γαλλία ἀπὸ τοῦ 1841 καὶ ἐντεῦθεν μετέβαλε τὰς διατάξεις ταύτας τῆς πολιτικῆς δικονομίας· παρ’ ἡμῖν ὅμως πᾶσαι αἱ διατάξεις, αἱ ἔκτοτε παρ’ ἡμῶν καθιερωθεῖσαι, ὑφίστανται, ἐπὶ βλάβῃ τῆς κτηματικῆς πίστεως. Οἱ τῶν διατάξεων τούτων δημιουργοὶ ὑπέλαβον, ὅτι δι’ αὐτῶν προφυλάττουσι τὰ συμφέροντα καὶ τὰ δικαιώματα τῶν ὀφειλετῶν. Ἴσως ἐν παρῳχημένοις χρόνοις εἶχον δίκαιον· ἀλλ’ ὅταν αἱ συναλλαγαὶ προεχώρησαν καὶ ἀνεπτύχθησαν, ὅταν μετεβλήθησαν αἱ συνθῆκαι τῆς κυκλοφορίας τοῦ χρήματος καὶ τῆς ἰδιοκτησίας, ἀπεδείχθη, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται βλάπτουσι πρωτίστως καὶ κυρίως τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην νὰ δανείζωνται. Ἡ ἀνάγκη τῆς μεταβολῆς τῶν διατάξεων τούτων ἀπεδείχθη, ὅτε τὸ πρῶτον ἡ παρ’ ἡμῖν Ἐθνικὴ Τράπεζα συνέλαβε τὸ ἀξιέπαινον ἔργον νὰ δέχηται κτήματα πρὸς χορηγίαν ἐνυποθήκων δανείων, καὶ ἡ Πολιτεία προθύμως παρέσχε πρὸς αὐτὴν διὰ τοῦ νόμου τῆς 11 Ἀπριλίου 1859 τὰς προστατευτικὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἔκτοτε λειτουργοῦσιν ἀπροσκόπτως. Οὐδεὶς ἰσχυρίσθη, ἀπὸ τοῦ 1859 καὶ ἐντεῦθεν, ὅτι ἐγένετο κατάχρησις τῶν διατάξεων τούτων ἐπὶ βλάβῃ τῶν ὀφειλετῶν· τοὐναντίον, ὅτε ἐπαρουσιάσθησαν ἐνταῦθα, ὡς γινώσκουσι πολλοὶ ἐξ ὑμῶν, κεφαλαιοῦχοι, ὑποβάλλοντες προτάσεις πρὸς σύστασιν Κτηματικῆς Τραπέζης, εὗρον, ὅτι δὲν ἦσαν ἐπαρκεῖς αἱ κεχορηγημέναι ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διατάξεις περὶ τὴν ἐκτέλεσιν, καὶ ἐζήτουν αὐστηροτέρας ἔτι, διὰ νὰ δύνανται ἐν καθυστερήσει νὰ προβαίνωσιν εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν ἐκποίησιν τῶν ἐνυποθήκων κτημάτων. Δὲν ἰσχυρίζομαι βεβαίως, ὅτι μόνη ἡ μεταβολὴ τῶν διατάξεων τούτων τῆς ἐκτελέσεως δύναται νὰ ἐνισχύσῃ καὶ ἐμπεδώσῃ τὴν κτηματικὴν ἡμῶν πίστιν· διότι γινώσκω, ὅτι κυρίως ἡ κτηματικὴ πίστις θέλει παρ’ ἡμῖν ἐμπεδωθῇ καὶ ἐνισχυθῆ, ὅταν κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν κτηματολόγιον, καὶ πρὸς κατάρτισιν κτηματολογίου, γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἀπὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν ἐδόθη ἡ προσήκουσα ὤθησις· ἀλλ’ ἡ ἐπελθοῦσα πολιτικὴ μεταβολὴ νομίζω, ὅτι καὶ τὰς ἐργασίας τῆς γεωδαιτικῆς ἀποστολῆς ἐχαλάρωσε...
§72ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ...
§73ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἐὰν εἰς τὰς ἐργασίας τῆς γεωδαιτικῆς ἐπιτροπῆς δοθῇ ἡ δέουσα ὤθησις, θέλομεν ἔχει ἐντὸς ὀλίγου χρόνου κτηματολόγιον, διὰ δὲ τοῦ κτηματολογίου θέλομεν κατορθώσει τῷ ὄντι νὰ μεταβάλωμεν τὴν ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν εἰς κινητήν, θέλομεν κατορθώσει, ὥστε ὁ ἔχων ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν νὰ μὴ εὑρίσκηται εἰς τὴν ἐλαχίστην διαφορὰν πρὸς τὸν ἔχοντα κινητὴν ἰδιοκτησίαν... Καὶ διεκόπην ὑπὸ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὑπολαβόντος, ὅτι ἐμέμφθην αὐτοῦ, ἢ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας ἀπετέλει μέλος, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο. Δὲν εἶχον τοιοῦτον σκοπόν, ὅπως δὲν εἶχε τοιοῦτον σκοπὸν οὐδ’ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτε ὡμίλει χθὲς καὶ ἀφηγεῖτο γεγονότα τινά, σχετιζόμενα πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους· διότι, ὅταν τις πρόκηται νὰ προβάλῃ μέτρα, ἐπιβαλλόμενα ὑπὸ τῶν σημερινῶν περιστάσεων, εἶναι ὑποχρεωμένος οὐ μόνον νὰ τὰ σχετίσῃ πρὸς τὸ παρελθόν, ἀλλὰ νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἂν τὰ μέτρα ταῦτα θὰ ἐπεβάλλοντο ὑπὸ τῶν περιστάσεων, ἐὰν μὴ ἐπήρχετο ἡ διακοπὴ τῆς 14 Ὀκτωβρίου...
§74ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περιορισθῆτε ἐπὶ τῶν πραγμάτων καὶ ἐπὶ τῶν μέτρων, καὶ θὰ ἦναι πολὺ εὐχάριστον.
§75ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο ἀκριβῶς πράττομεν. Δὲν μιμούμεθα τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, τῆς ὁποίας ἀπετέλει μέρος ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, ἡ ὁποία, ὅτε τὴν πρώτην ἡμέραν ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ νὰ προσαγάγῃ καταστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπεδείχθησαν ἐκ τῶν ὑστέρων ἐσφαλμέναι, καὶ διὰ τῶν ὁποίων προσεπάθει ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ὁ προκάτοχος αὐτοῦ εἶχε δαπανήσει 56,000,000 παρὰ τοὺς κειμένους νόμους.
§76ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§77ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε θέλομεν σᾶς μιμηθῆ κατὰ τοῦτο... Ἐπιφυλάσσομαι, καὶ ἐφ’ ὅσων εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, ἐὰν προχωρήσῃ ἡ γενικὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ ἀποδείξω, ὅτι, ἐξ ὅσων σήμερον εἶπε, τὸ πλεῖστον δύναταί τις νὰ ἀναφέρῃ μόνον πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ὅτι, ὅτε ἦτο ἐν τῇ Κυβερνήσει, οὐδεμίαν τῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας ὑπεστήριζεν, ἐτήρησεν. Ἐπανέρχομαι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν ἐκποίησιν τῶν ἀκινήτων. Εἶπον, ὅτι δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι διὰ μόνης τῆς μεταβολῆς τῆς διατάξεως τοῦ περὶ ἐκτελέσεως νόμου θέλομεν κατορθώσει νὰ ἐμπεδώσωμεν τὴν παρ’ ἡμῖν κτηματικὴν πίστιν, θέλομεν ὅμως συμβάλει σπουδαίως εἰς τὴν ἐνίσχυσιν αὐτῆς, θέλομεν κατορθώσει, ὥστε τὰ ἰδιωτικὰ κεφάλαια νὰ προσφέρωνται περὶ τὴν χορηγίαν δανείων ἄνευ τῆς δειλίας ἐκείνης, ἡ ὁποία μέχρι σήμερον τὰ παρεκώλυεν ἀπὸ τῆς τοιαύτης χρησιμοποιήσεώς των. Ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν πάσας τὰς διατάξεις, τὰς καθιερωμένας ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τοῦ νόμου τῆς 11 Ἀπριλίου τοῦ 1859, νὰ τὰς μεταφέρωμεν εἰς τὴν κοινὴν διαδικασίαν. Ὅπου ὑπάρχει ὑποθήκη χορηγηθεῖσα ὑπὸ τοῦ ὀφειλέτου διὰ δανειστικοῦ συμβολαίου, βεβαίως αἱ διατάξεις αἱ κεχορηγημέναι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν δύνανται ἄριστα νὰ λειτουργήσωσι, μέ τινας μικρὰς μεταβολάς. Ὅπου ὅμως ἡ τοιαύτη ὑποθήκη ἐδόθη δυνάμει νόμου, ἢ δυνάμει ἀποφάσεως, ἢ δυνάμει προσημειώσεως ἢ ἄλλως, ἐκεῖ δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐπακριβῶς πᾶσαι αὗται αἱ διατάξεις, διότι ἐκεῖ προσαπαιτεῖται καὶ κατάσχεσις· ἐνῷ, ὅπου ὑπάρχει συμβόλαιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐχορηγήθη ὑποθήκη εἰς τὸν δανειστὴν, ἐκεῖ ἡ περιγραφὴ, ἡ ἐν τῷ συμβολαίῳ τῷ δανειστικῷ γενομένη, εἶναι ἐπαρκὴς πρὸς ἔκδοσιν προγράμματος. Οὕτω τὸ νομοσχέδιον διαιρεῖται: αʹ) εἰς διατάξεις, ἀφορώσας τὴν ἀναγκαστικὴν ἐκποίησιν τῶν κτημάτων, ἐφ’ ὧν ἐνεγράφη ὑποθήκη δυνάμει συμβολαίου· βʹ) εἰς διατάξεις, ἀφορώσας τὴν ἀναγκαστικὴν ἐκποίησιν τῶν κτημάτων, ἐφ’ ὧν ἐνεγράφη ὑποθήκη ἄνευ προηγουμένου συμβολαίου, καὶ γʹ) εἰς γενικὰς διατάξεις, ἀφορώσας εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, καὶ πρὸ παντὸς εἰς τὴν μεταῤῥύθμισιν τῶν ἄρθρων 910 καὶ 914 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἅτινα ἀφορῶσιν εἰς τὴν κατάσχεσιν κινητῆς καὶ ἀκινήτου ἰδιοκτησίας. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι διὰ τῆς εἰς νόμον μεταβολῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου θέλει παρασχεθῆ μεγίστη εὐκολία εἰς τὴν κίνησιν τῶν κεφαλαίων, καὶ πρὸ παντὸς θέλουσιν ἐνισχυθῆ παρ’ ἡμῖν οἱ κτηματίαι. Τὸ νομοσχέδιον συνοδεύεται ὑπὸ ἐκθέσεως καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ παραπέμψῃ αὐτὸ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ συστήσῃ εἰς αὐτὴν τὴν ταχεῖαν προεξέτασιν καὶ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἀπαιτουμένης ἐκθέσεως.
§78ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ Πρεσβειῶν ΑΧΚΓʹ νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου μεταβάλλονται διατάξεις τινὲς τοῦ νόμου ἐκείνου, παρατιθέμεναι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ τυπωθησόμεναι οὕτω διὰ τὴν εὐκολίαν τῆς συζητήσεως.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 96).
§80ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα διορθώσω μίαν ἀνακρίβειαν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἀνέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος, μολονότι πολλάκις τὴν ἀνακρίβειαν ταύτην μὲ ἠνάγκασε νὰ ἐπανορθώσω, καὶ ἐπηνώρθωσα. Οὐδέποτε κατετέθη ἐν τῇ Βουλῇ πίναξ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναφέρων, ὅτι 57,000,000 ἐδαπανήθησαν παρανόμως· ὅταν δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀναγνώσῃ τοὺς κατατεθέντας πίνακας, θέλει πεισθῆ, ὅτι οἱ πίνακες ἐκεῖνοι ἔχουσι σκοπὸν κατατάξεως ἁπλῶς τῶν δαπανῶν, εἰς οὐδένα δὲ ἐκ τῶν πινάκων ἐκείνων ἀναφέρεται, ὅτι ἐγένετο δαπάνη ἐναντίον τῶν ἰσχυόντων νόμων. Ἐὰν δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θελήσῃ νὰ ἀναγνώσῃ τοὺς τρεῖς πίνακας, τοὺς ὁποίους αὐτὸς κατέθηκε, θέλει πεισθῆ, ὅτι οἱ πίνακες οὗτοι, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐν αὐτοῖς ὑπαρχουσῶν ἀντιφάσεων, καταλήγουσιν ἀκριβῶς εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον καταλήγει ὁ πίναξ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐὰν δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἔχῃ ἐπιθυμίαν νὰ ἐπαναλάβωμεν αὐτὴν τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία διαρκεῖ ἀπὸ δύο ἐτῶν, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ἵνα ὁρίσῃ ἡμέραν συζητήσεως πρὸς τοῦτο.
§81ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ λογαριασμὸς αὐτὸς ἔχει ἐξοφληθῆ πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐξ Ἄρτης. Μίαν παρατήρησιν ἔχω καθῆκον ν’ ἀπευθύνω πρὸς αὐτόν, ὅτι τὴν ἐξήγησιν τὴν ὁποίαν ἤδη ἀπηύθυνεν, εἶχε παράσχει καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλήν, ἀλλὰ πολὺ βραδέως· δὲν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ τὴν κάμῃ, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ κατηγορητήριον, τὸ ὁποῖον ἐβασίζετο ἀκριβῶς εἰς τοὺς περὶ ὧν ὁ λόγος πίνακας. Μόνον ὅταν τὸ κατηγορητήριον ἐσίγησεν, ἀπεφάσισεν ὁ κ. συνάδελφος νὰ παράσχῃ τὴν ἐξήγησιν ταύτην.
§82ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐδέποτε ἐγένετο λόγος περὶ τῶν πινάκων, καὶ δὲν ἐδήλωσα τὴν ἐξήγησιν ταύτην, τὴν ὁποίαν καὶ ἤδη παρέσχον.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη θέλει προβῆ ἡ Βουλὴ εἰς ψηφοφορίαν πρὸς ἐκλογὴν ἑνὸς ἀντιπροέδρου, εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἀποθανόντος Ἀθανασίου Καζαμπάκα, βουλευτοῦ Καρδίτσης. (Γίνεται μυστικὴ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία πρὸς ἐκλογὴν ἑνὸς ἀντιπροέδρου, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ν. Καλογεροπούλου καὶ Ἰωάννου Τρικούπη, ὡς ψηφολεκτῶν).
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 115, ἔλαβον δὲ ψήφους, ὁ κ. Φραγκίδης 111, οἱ δὲ κ. κ. Θερμογιάννης καὶ Ἐδὶπ–Σερὲφ–Χασὴπ ἀνὰ μίαν ψῆφον, εὑρέθησαν δὲ καὶ δύο ψῆφοι λευκαί. Ὥστε ἀντιπρόεδρος ἐξελέγη δι’ ἀπολύτου πλειοψηφίας ὁ κ. Φραγκίδης. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 12 τῆς Μεσημβρίας.